The Wayback Machine - https://web.archive.org/web/20140719144951/http://www.scribd.com:80/doc/218730914/%CE%94%CE%B7%CE%BC%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B7%CF%82-%CE%9D-%CE%9B%CE%B1%CE%BC%CF%80%CF%81%CE%AD%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CF%82-%CE%95%CF%80%CE%B9%CE%B8%CF%85%CE%BC%CE%AF%CE%B1-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%A4%CF%81%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B4%CE%AF%CE%B1-%CE%97-%CE%8E%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%84%CE%B7-%CE%A0%CE%BB%CE%B1%CF%84%CF%89%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%91%CE%BD%CE%B8%CF%81%CF%89%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1
P. 1
Δημήτρης Ν. Λαμπρέλλης - Επιθυμία και Τραγωδία-Η Ύστατη Πλατωνική Ανθρωπολογία

Δημήτρης Ν. Λαμπρέλλης - Επιθυμία και Τραγωδία-Η Ύστατη Πλατωνική Ανθρωπολογία

Ratings: (0)|Views: 93|Likes:
...
...

More info:

Published by: Προμήθειος on Apr 17, 2014
Copyright:Traditional Copyright: All rights reserved

Availability:

Read on Scribd mobile: iPhone, iPad and Android.
download as PDF, TXT or read online from Scribd
See more
See less

05/21/2014

pdf

text

original

Δημητρης Ν.

Λαμπρελλης

ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΚΑΙ ΤΡΑΓΩΔΙΑ
Η ΥΣΤΑΤΗ ΠΛΑΤΩΝΙΚΗὉΑΝΘΡΩΠΘΑΟΓΙΑ

Ι

Α

Γ

ι

Ϊ

Ϊ

ἱ°

1

ΔΩΔΩΝΗ

Φ

Ε

ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΚΑΙ ΤΡΑΓΩΔΙΑ
Η ΥΣΤΑ ΤΗ Π/ΙΑΤΩΝΙΚΗΑΝΘΡΩΠΟ/ΙΟΠΑ

Ι

\

ΔΗΜΗΤΡΗ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗ

ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ
Νιειποἰιε, Φιλόσοφος της πολλαπλότητας και της μάσκας, Εκδόσεις Δω­ δώνη, Αθηνα, 1988. Το παιη̨̃ινιο του κόσμου και η ποοβληματικἠ μιας μη μεταφυσικής κατεύ­ θυνσης του στοχασμού, Εκδόσεις Δωδώνη Αθηνα, 1990

ΗιιειὲιιειειιιιτειεῖιιιιειτιιτιειιιεεὲικεΞ:ιι:ὲι:25τιιιΤέ
1

ν

ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΚΑΙ ΤΡΑΓΩΔΙΑ
Η ΥΣΤΑΤΗ ΠΛΑΤΩΝΙΚΗ ΑΝΘΡΩΠΟ/ΙΟΠΑ

1

Ϊ

Ι

ι

Οορντὶἔῇτ: Δη μη τση ς Ν. Λοιμποἑλλη ς Σαπῷους 38,151 26 Μαοοὐστ

1

Εκδόσεις «Δωδώνη» ΕΚ. Δόιζος Ασκληπτοὐ 3, 106 79 Αθηνα την 3631973
ΙΒΒΝ 960­248­741­0

ςνέ

ονδ

Εκδοσεις <<Δωδωνη>> Αθηνα Γιάννινα 1995

­­

.`.4`”.γ ¬.`ζ^<

1

ι

=....13τ

τ ει. ι
πω·

@›ι

ι

/Ω. .Χ/·

ι·

τα

._.

.

1.

1

#2·

­Ύ

\
ιν

κ

Ξ

|1ι̃..γ
γ

­γε.)

ι

Μ:

/›

Χ

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Ποόλογος ............................................................................. .. Εισαγωγή ............................................................................. ..
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
·

ΕΠΙΘΥΜΙΑ
ως

1.1.

Η αξιολογικη ποοτεοαιότητα της διαφοοας

μέοιμναὁιαλλαγής. Από την εικόνα του πολέμου στην εικονα της συγγένειας μιας διαφεοομένης .. 1.2. Διαλλαγη και επιθυμία ......................................... .. Η αοετή .................................................................. .. 1.2.1. Λόγος, ηδονή και λυπη ......................................... .. 91 1.2.2. 1.2.2.1. Οίνος: το φαομακον της επιτακτιποτητας και της διαλλαγης. .............................................................. .. 102 1.2.3. Παιδεία: η παοασταση της ὁιαλλαγης στην πα­ θημεοινότητα του βίου ως αισθητικό .................. .. 121
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΤΡΑΓΩΔΙΑ
2.1.

Η ὀιαλλαγή ως απουσία του τοαγιπου των ποιη­ τών παι θεμέλιο του αντίτεχνου τοαγιπου του Πλάτωνα .................................................. .. ............. ..

ιτιιζϋυ

βια

.

. .

.

8

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

2.2.

Διαλλαγή και επιτοικτικότητα: ο λόγος του πλα­ τωνικού φιλοοοφούντος υποκειμένου ως τραγω­ δία ............................................................................... ..315

......389 ........................................... .. Βιβλιογραφία .................................................................. ..­#03

διιοτιττειτγ

ι

Ι

!

Τι σημαινει αισθητική καθημερινότητα, χια τον Πλάτωνα; Θα πρέπει να ανατρέξω στο Ζ9δΖ, όταν απ) αφορμή ένα μεταπτυχια­ κό σεμινάριο νια τους Νόμους στο Πανεπιστημιο του Ριτιεὺιιιςιλι με απασχόλησε νια πρώτη φορά το ερώτημα αυτό. Πώς να μελετήσει κάποιος αυτή την πρόταση του Πλάτωνα, την ύστατη πρόταση του πλατωνικού στοχασμού; Τρινύρω του αν­ θιζουν αφενός κάθε λονής ‹‹πλατωνισμοι3›, εχχώριοι και μη, καθώς επισης θάλλουν πσικιλα ιὁεολονήματα νια την πλατωνική φιλοσο­ φια κι έπειτα είναι και η μομφή: το να ασχοληθεί κάποιος με αυτή την πρόταση, σημαινει να ασχοληθεί με τους Νόμους, έρχο που μέ­ χρι πριν λιη̨̃ιο καιρό αθετούνταν ολόκληρο ή μέρος του, έρνο σχε­ ὁόν άννωστο και πάντως αφημένο στο περιθώριο, έρχο χεροντικής παρακμής, έρνο ­ κουραστικό κατάλονο νομοθετικών ρυθμισεων, έρνο που αποκλήθηκε «αλλόκοτο χάος». Ήταν φανερό· πριν κάποιος ὁοκιμαζε να απαντήσει στο ερώ­ τημα της αρχής, θα έπρεπε να αποπειραθεί να κινηθεί παρά τους «πλατωνισμούς», παρά τα ιὁεολονήματα, παρά τις κρισεις νια το » » υστατο ερνο. Όμως ὁοκιμάζοντας κάποιος να απαντήσει στο ερώτημα αυ­ κ κ » κ | κ το, και σε αλλα που ὁιακριβωνει οτι συνυφαινονται με αυτο, ὁια­ κ » κ » » πιστωνει οτι θα πρεπει να καταβάλει προσπαθεια να στοχαστει, κατά βάθος, κάτι άλλο: το λόνο του Πλάτωνα, του πλατωνικού φι­ λοσοφούντος υποκειμένου ως Αθήναιου Ξένου, όταν ο λόνος αυ­ τός στοχάζεται, στα όρια του φιλοσοφικού λόνου, ὁηλαὁή του εαυ­ τού του, την τάξη του λόνου και ό,τι ειναι παρά την τάξη του

ΙΟ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

11

λόνου· όταν η σκέψη αυτή στοχάζεται τη σχέση του λόχου με ό, τι ειναι παρά την τάξη του λόνου, εκκινηση και τελικός προορισμός της ειναι η ανθρώπινη κατάσταση· αυτήν αφορά ο τόπος της τάξης του λόνου, ο τόπος του παρά την τάξη του λόνου, ο τόπος της ανέ­ λιξης της προβληματικής νια τη σχέση τους. Ωστόσο· τι ειναι αυτό που συνοψιζει τη στοχαστική μέριμνα του ύστατου πλατωνικού φιλοσοφικού λόνου νια όλα τα προανα­
φεθθέλ/ταἐ Η ενασχόλησή του με Ή? ὁἰαφοθά­ Μετά την αναῦθλώθλ·
ση της ύπαρξής της στο οντολοχικό επιπεὁο (Σοφιστής), έπεται ο πολιτικός προβληματισμός νια αυτήν (Πολιτικός), και ο πολύ ευ­

εμφανιζε­ ως μορφή του αισθητικού της συμβατικής, η οποια Θα πρέπει της καθημερινότητας. νιη̨ ι ̃ νεσθαι ται και πάλι μέσα στο ερωτήματα καταληκτικά να το υπονραμμίσουμε· τόσο αυτά τα όσο και οι προσπάθειες απάντησής τους ὁεν είναι παρά τα κομβι­ κά σημεία της μακρόχρονης πορείας του φιλοσοφικού λόνου προς το ύστατο: τη συνκρότηση της ύστατης πλατωνικής ανθρωπολο­
νιοις.

­

­

ρύτερα πολιτικός προβληματισμός νια την ιΰια (Νόμιοι)· ο τελευ­ ταιος προβληματισμός σε σχέση με αυτήν, αφορά όχι μόνον τη ὁια­ κυβέρνηση της πόλεως, αλλά, θεμελιωὁώς, τη ὁιακυβέρνηση του εαυτού· πρόκειται λοιπόν νια μία πολιτική περί του εαυτού. Τη μέριμνα του πλατωνικού φιλοσοφικού λόνου χια τη ὁιαφο­ ρά, και συνκεκριμένα νια την προάσπισή της, τόσο στο ενὁούπο­ κειμενικό όσο και στο ενὁοπολιτειακό πεὁίο, εκφράζει εκεινος ο ύστατος πλατωνικός λόνος που θα τον επινράφαμε λόχο νια την επιθυμία· όσο νια τον ύστατο πλατωνικό λόνο νια τα αὁιέξοὁα αυ­ τής της προάσπισης και την απόπειρα υπέρβασής τους αυτός αυ­ τοεπινράφεται λόνος νια την τρανωὁια. Και η αισθητική καθημερινότητα; Το αρχικό στον πρόλονο αυ­ τό και στην αναζήτησή μας σημείο εκκίνησης; Προεξαννειλαμε ότι το ερώτημα νια τη σημασία αυτής της πρότασης συνυφαινεται με άλλα ερωτήματα και ὁοκιμές απάντησής τους., Μπορούμε να τα ονομάσουμε: η μέριμνα προάσπισης της ὁιαφοράς, κάτι που νια τον Πλάτωνα ειναι ταυτόσημο με την μέριμνα επίτευξης της ὁιαλ­ λανής, λαμβάνει τη μορφή της ὁοκιμής επιτευξης μιας αισθητικής παράστασης της ὁιαλλανής μέσα στην καθημερινότητα του βιου· η ὁιαπιοτωση των αὁιεξόὁων που ειναι εννενώς συνὁεὁεμένα με τη μέριμνα προάσπισης της ὁιαφοράς και η απόπειρα υπέρβασής τους, επινράφεται μέσα από μία έκφανση του αισθητικού, την κα­ τηχορία του τρανικού, της τρανωὁίας, μιας τρανωὁιας αντιτεχνης

Και οι περιώνυμοι «πλατωνισμοιι̃›, ενχωριοι και μη, τα περί­ φημα ιὁεολονήματα νια τον Πλάτωνα, ο κατανανκασμός της προ­ κατάληψης νια τον ύστατο ὁιάλονο; Η μελέτη μας αυτή σε καμία περίπτωση ὁεν (έχει την πρόθεση να ) είναι έρνο πολεμικής· ακρι­ βως νια να ειναι συνεπής προς τον εαυτό της, καταφάσκει και στο στην θυμίζουμε: ερμηνευτικό επιπεὁο σε αυτό που ερευνά, προάσπιση της ὁιαφοράς· μετά την κατάφαση αυτή, στο πλαίσιο της ὁιασποράς της ὁιαφοράς των ερμηνειών που αποτελούν οι πο­ λύτροποι «πλατωνισμοιὅ›, τα ννωστά ιὁεολοχήματα και οι ευάριθ­ μες εκφάνσεις της προκατάληψης νια το ύστατο έρνο, η μελέτη μας ὁε θα μπορούσε να ειναι έρνο πολεμικής· αλλά τότε τι,· θα νο­ μιμοποιούνταν νομίζουμε αν αυτοπροσὁιοριζόνταν απλά και μό­ νον ως ένα έρνο ὁιαφορετικής προοπτικής.

­

­

|

Ευχαριστίες οφειλονται σε ὁύο ακούραστους φιλους, στους οποιους χρωστώ, αντιστοιχα, την άρτια ὁακτυλονράφηση (πλέον: επεξερνασιἶα κειμένου) και τυπονραφική εμφάνιση όχι μόνον τού­ του του βιβλιου αλλά και των προηχουμένων: στον Γιάννη Κιντάπονλου και τον Γιωρνο Μηλιό.

­

Αθήνα Δημήτρης Ν /Ιαμπρέλλης

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Επειδή, συμφωνα με τον Πλάτωνα, υπό την ποοοπτική των συμβάντων κένωσης και πλήοωσης της ηδονής, υπό την ποοοπτι­ κή της ανάδυσης και πλήοωσης της επιθυμίας, μποοεί να εξετα­ σθεί όλος ο βίος του ανθοωπου, δηλαδή να εξετασθεί η δυναμική του ενδουποκειμενικου πεδίου, και επειδή στη διαδικασία αυτή λαμβάνουν καθοοιστικό μέοος ο λόγος, η ηδονή, και η λυπη, γι” αυτό η μέοιμνα για το ενδουποκειμενικό πεδίο είναι λόγος­μέοι­ μνα για τις τοεις αυτές δυνάμεις, λόγος που τελικά και κατά βά­ θος έχει ένα και μόνον αντικείμενο: τη διαδικασία στην οποία αυ­ τές οι δυνάμεις παίςουν καθοοιστικό οόλο, την ανάδυση και την πλήοωση της επιθυμίας· γι° αυτό και το Ποώτο Μέσος της μελέτης μας επιγοάφεται «Επιθυμία», για να δηλώσει ότι το τελικό αντι­ κείμενο της ποαγμάτευσης αυτου του Μέοους είναι ταυτόσημο με το τελικό αντικείμενο της πλέον ποωταοχικής μέοιμνας της υστα­ της πλατωνικής ανθοωπολογίας, που είναι η ποοάσπιση της δια­ φοοάς στο ενδουποκειμενικό πεδίο· αυτό σημαίνει: η μέοιμνα επίτευξης της διαλλαγής. Ποάγματι, θεμέλιο της υστατης πλατωνικής ανθοωπολογίας, όπως ποοεξαγγέλλει ο ποολογικός λόγος των Νόμων, είναι η μέ­ οιμνα ποοάσπισης της διαφοοάς. Η μέοιμνα αυτή διευκοινίζεται ότι λαμβάνει τη μοοφή επίτευξης διαλλαγής των στοιχείων που απαοτίςουν τη διαφοοά. Ποια όμως είναι τα πεδία αναφοοάς της διαφοοάς, άοα και της μέοιμνας ποοάοπισης της ως δοκιμής επί­ τευξης διαλλαγής; Το δι ­ υποκειμενικό ­ συμβατικό πολιτικό, κα­ και θώς επίσης και ένα άλλο το οποίο εντάσσεται στο πολιτικό

­

14

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ι5

έτσι το διευούνει: το πεδίο το ενδούποκειμενικό· μάλιστα, αυτό το τελευταίο διακηούσσεται ότι είναι το πιο ποωταοχικό· ώστε: ποωταοχικό αντικείμενο της ύστατης πλατωνικής ανθοωπολογίας είναι η πολιτική πεοί του εαυτού ως μέοιμνα ποοάσπισης της δια­ φοοάς, δηλαδή: ως ποοβληματική επίτευξης της διαλλαγής. Η νέα αυτή πολιτική πεοί του εαυτού διανοίγει ένα βαθύτατο οήγμα τόσο με την ποογενέστεοη πλατωνική σκέψη όσο και με τα ουγχοονα του Πλάτωνα πολιτισμικά δεδομένα· και στη μία και στην άλλη πεοίπτωση την πολιτική πεοί του εαυτού συνόψιξε το κοατείν εαυτού. Ο λόγος της νέας πλατωνικής πολιτικής πεοί του εαυτού συνοδεύεται από μία εικόνα, μία εικόνα νέα, την εικόνα του εαυτού ως συγγενείας μιας διαφεοομένης, η οποία και αντι­ καθιστά την ποογενέστεοη, τη συνυφασμένη με την παοελθούσα πολιτική πεοί του εαυτού, εικόνα απαξιολογημένη πλέον του πολέμου, εικόνα που μία έκφοασή της αποτελούσε η εξεικό­ νιση του ενδούποκειμενικού πεδίου ως πεδίου πολέμου. Αυτή η νέα εικόνα είναι κάτι το καινοφανές και το τόσο σημαντικό όσο ήταν η ποογενέστεοή της· μποοούμε μάλιστα εκ των ποοτέοων να σημειώσουμε ότι αυτή τη νέα εικόνα θα επιχειοήσει να χοησιμο­ ποιήσει ο Πλάτων για να θεμελιώσει την επίτευξη του στόχου του, δηλαδή τη διαλλαγή όσον αφοοά τον εαυτό. Και πάλι για τον εαυτό, την επίτευξη της διαλλαγής στο ενδο­ υποκειμενικό πεδίο. Ποιες δυνάμεις λάμβαναν μέσος στον πόλε­ μο του ενδούποκειμενικού πεδίου; Ἀοα: ποιες δυνάμεις θα συ­ γκοοτήσουν το ζητούμενο: την επίτευξη διαλλαγής; Τελικά: για ποιες δυνάμεις θα ποέπει να ληφθεί μέοιμνα ώστε να επιτευχθεί η διαλλαγή μεταξύ τους; Ο ψυχολογικός λόγος του Πλάτωνα σπεύδει να τις κατονομάσει: λόγος, ηδονή και λύπη. Όμως, ο ψυ­ χολογικός λόγος δεν αοκείται μόνο στο να τις κατονομάσει· ποαγματεύεται, ως ένα βαθμό, οοισμένες από τις ποουποθέσεις επίτευξης της διαλλαγής. Ωστόσο ο λόγος αυτός δεν αποτελεί πα­ οά τη μία συνισταμένη του λόγου αναφοοάς στο ενδουποκειμενι­ ο οποίος κό πεδίο· η άλλη συνισταμένη είναι ο ηθικός λόγος

,

­

­

­

μάλιστα συμπλέκεται με τον ψυχολογικό. Η μεθοδολογική ποότα­ ξη του ηθικού λόγου, του πλατωνικού λόγου πεοί αοετής, νομιμο­ ποιείται μετά την τελευταία παοατήοηση. Ο ηθικός λόγος συμ­ βάλλει στην καλύτεοη γνώση των παοαγόντων που παοαδοσιακά λειτουογούσαν στο ενδούποκειμενικό πεδίο, και τους οποίους ασφαλώς θα ποέπει κατ” αοχήν να γνωοίσει, να λάβει υπ° όψη του, ο λόγος που μεοιμνά την επίτευξη της διαλλαγής, ώστε στη συνέχεια να μποοέσει να ποοτείνει τοόπους αντιμετώπισής τους ποοκειμένου να επιτύχει το στόχο του: τη διαλλαγή. “Ενας τέτοιος παοάγων, και μάλιστα, ο πλέον κεφαλαιώδης, είναι ο επιτακτικός λόγος· ο λόγος αυτός, που επιτάσσει τη δια­ φοοά μέσω της ηθικής και του νόμου, δεν αφήνει να ασχοληθεί η διαφοοά παοά μόνον με ό,τι είναι ενταγμένο στην τάξη του εαυ­ τού του· οι επιτακτικές πολιτείες του φόβου και της λύπης, επι­ τάσσουν να γεύονται οι πολίτες το φόβο και τη λύπη, για να αντα­ ποκοιθούν στον πόλεμο με τη φύση, με τους άλλους, με τον εαυτό· και επειδή η ηδονή είναι παοά την τάξη του λόγου αυτού, επιτάσ­ σεται, ήπια (φόγος, αιδώς) ή όχι (ποινές), η αποχή από αυτήν. Τα αποτέλεσμα μιας τέτοιας στοατηγικής δεν είναι η μη γεύση της ηδονής· είναι κάτι άλλο, κάτι εξαιοετικά αονητικό, του οποίου η ακύοωση θα αποτελέσει κυοίαοχο αίτημα της ύστατης πλατωνι­ κής ανθοωπολογίας. Το αποτέλεσμα αυτής της στοατηγικής είναι η ακοόιτεια ηδονής, στο χώοο και το χοόνο που εκτυλίσσονται πα­ οά το επιτάσσειν του λόγου του φόβου και της λύπης· τελικά, το αποτέλεσμα είναι ο διχασμός του ανθοώπου σε επιταχθέντα από το λόγο του φόβου και της λύπης άνθοωπο και σε παοά την επίτα­ ξη του λόγου αυτού άνθοωπο της ακοατούς ηδονής. Υπέοτατη ηθική αξία της ύστατης πλατωνικής ανθοωπολογίας είναι η διαλλαγή· και ποώτο βήμα για την επίτευξή της αποτελεί: η αναγνώοιση τόσο αυτής καθαυτής της ύπαοξης του διχασμού αυτού όσο και της αονητικότητάς του· η καταγγελία της επιτακτι­ κότητας του λόγου ως υπαιτίου για το διχασμό αυτό· η θεμελίωση της υπέοβασης της επιτακτικότητας του λόγου, μέσα απο την

 

ι

Ι6

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ι?

τόσο εκ μέοους του λόγου αυτου, του λόγου της εγκατότλετψη των οόλων που λυπης, όσο κατ εκ μέοους της ακοατους ηδονής έχουν αναλότβετ στο πλαίστο της πολεμτκής ετκασττκής, των οόλων των πολεμίων, κατ την αποδοχή των οόλων της νέας ετκόνας, την αποδοχή του όττ αποτελουν μία ουγγένετα δταφεοομένη. Πώς όμως θα επττευχθεί καττ τέτοτο; Ο ψυχολογτκός λόγος ποοσφέοετ τα ποώτα στοτχεία μτας απότντησης στο δυσκολο εοώ­ τημα αυτό. Αοχτμήδετο σημείο επίτευξης της δταλλαγής στο ενδο­ υποκετμεντκό πεδίο αποτελεί η μεταβολή του επττακττκου, βίατου, λόγου σε ποότο, η οποία θα έχετ ως σήμα της την αποδοχή της δταλλαγής ως υψίστης αξίας. Πώς όμως θα κατοοθώσετ ο ποαος λόγος να μεταφέοετ αυτή την ποοθεττκότητα δταλλαγής σττς αλ­ λες βίατες δυνότμετς, την ηδονή κατ τη λυπη, δηλαδή να επττυχετ

­

­

οδηγεί­ στην ταυτότητα του ανθοώπου που δτέπετατ από ενότητα, τατ στο να είνατ ένας ως σκεπτόμενο/δοων υποκείμενο της δταλ­ λαγής. Τα στοτχεία της ετεοότητας/ενανττότητας παοαμένουν, τη έχουν όμως δταπεοασθεί από τη δταλλαγή κατ την ετκόνα που ενα­ την όχτὶαπό συνοδευετ: τη συγγένετα μία δταφεοομένη, κατ νττότητα κατ την πολεμτκή ετκασττκή· η ότκαμπτη ή δυοκαμπτη

ώστε το ότλλο, η ηδονή κατ η λυπη, να δταλλαχθεί μαξί του; Χοετότξετατ «υπηοέτες» γτα να επττυχετ το στόχο του αυτό ο ποότ­ ος λόγος, σπευδετ να αναγνωοίσετ ο Πλόττων. Ποτοτ ότοαγε θα εί­ νατ οτ «υπηοέτες» αυτοί; Φαίνετατ όττ ο λόγος πεοί οίνου, ο οποί­ ος έπετατ του ψυχολογτκου, μποοεί να ποοσφέοετ μταν απότντηοη. Ο λόγος πεοί οίνου μας οδηγεί στο συμπέοασμα όττ η δόξα, δηλα­ δή μία λεττουογία στενότ συνυφασμένη με τη φαντασία, είνατ η έν­ νοτα­κλετδί γτα την τόσο κοίστμη δυνατότητα επίτευξης της δταλ­ επο­ λαγής της ηδονής κατ της λυπης ποος τον ποότο λόγο, κατ ενδουποκετ­ στο της συνολτκής επίτευξης της δταλλαγής μένως μεντκό πεδίο. Πτο συγκεκοτμένα, η δόξα λυπης κατ η δόξα ηδο­ νής, θα οδηγήσουν στη δταλλαγή ηδονής, λυπης, τόσο μεταξυ τους

ετεοότητα καθίστατατ ευλυγτστη, δηλαδή δταφοοό.. Αν όλα όσα αναφέοθηκαν ως το σημείο αυτό αφοοουσαν το εοώτημα γτα το ποτα είνατ η δταδτκασία της δταλλαγής, όλα όσα ακολουθουν συνοφτἴςουν τη δοκτμή απότντησης στο εοώτημα γτα το ποτα είνατ η παοότσταση της δταλλαγής. Η δοκτμή απότντησης πε­ στο εοώτημα αυτό συγκοοτείτατ μέσα από τον τελευταίο λόγο της επίπεδο το αφοοότ οί του ενδουποκετμεντκου πεδίου, ο οποίος όπως οτ δυο ποοη­ μέοτμνας όχτ λόγω επίτευξης της δταλλαγής γουμενοτ (ηθτκός, ψυχολογτκός), αλλα έογω· κατ ο λόγος αυτός είνατ ο λόγος γτα την πατδεία. Στο πλαίστο του λόγου αυτου γίνε­ τατ αναφοοότ εκτενέστεοη σττς δυνότμετς του ενδουποκετμεντκου θα πεδίου κατ στους μηχαντσμους λεττουογίας τους που η πατδεία χοηστμοποτήσετ γτα να επττυχετ το στόχο της: την έογω επίτευξη

­

­

­

όσο κατ σε σχέση με το λόγο. Ώστε λοτπόν η φαντασία είνατ ο κοίστμος παοότγων που μεταφέοετ τη θεμελτώδη γτα την όλη δτα­ δτκασία ενδουποκετμεντκής δταλλαγής ποοθεττκότητα του ποότου λόγου στην ηδονή κατ τη λυπη. Αποτέλεσμα της καθ" ολοκληοίαν επίτευξης της δταλλ0τΥή§

στο ενδουποκετμεντκό πεδίο, είνατ η ότοση του ποοαναφεοθέντος δτχασμου του ανθοώπου· ο ότνθοωπος παυετ να είνατ μία ενανττό­ τητα· οδηγείτατ από την ταυτότητα του δτχασμένου ανθοώπου

της δταλλαγής. Εξ αοχής ο λόγος της πατδείας υπογοαμμίςετ ­ εντσχυετ το θε­ μελτώδη οόλο της φαντασίας σε σχέση με την πατδεία της δταλλα­ γής. Το εοωτη μα που ποοκυπτετ είνατ κατα πόσον καταγοότφετατ στην στο πλαίστο του λόγου αυτου η ανότδυση μτας φαντασίας φαντασία: γτα ομτλουμε εφόσον κατ υπηοεσία της δταλλαγής· μία τέ­ υπότοχετ μία τέτοτα παοότσταοη της δταλλαγής, ή αλλτώς: είνατ λόγου τοτα ετκόνα δταλλαγής; Η απαντηση του πλατωντκου η παοότ­ όττ υπότοχετ μία τέτοτα παοότσταση της δταλλαγής, κατ όττ κατ ατσθηττκό, το γτα λόγο το από σταση αυτή θα οοτσθεί μέσα αυ­ ατττολογείτατ Πώς από τη χοήση της γλώσσας του ατσθηττκου. τή η απαντηση; Κατ” αοχάς, συμφωνα με την άπθψη ΤΟΉ Πλάι̃ωνατ ΤΟ αποδε· κτό από την υστατη ανθοωπολογία του ατσθηττκό, το νέο ατσθηττ­

τε

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΗΡΗΛΛΗΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

19

μιμητική είναι μία εικαστική (Νόμοι), ο θεμελιώδης οόλος της εικόνας­μνή μης ως φοοέα της επιθυμίας (Φιληβος), η καινοφανής και πολυσήμαντη ισοδυναμία του (ποωτο)αισθητικου με την τιθή­ νη ­ μητοική χώοα (Νόμοι), οδηγουν σε μία άλλη διάσταση του αι­ σθητικου κατά την ένταξή του στο πλαίσιο της υστατης πλατωνι­ κής ανθοωπολογίας. Η διάσταση του αυτή είναι που διευκοινίζει αφενός το γιατί το νέο αισθητικό ποοοοίςεται να λειτουογήσει ως ποώτη παιδεία, παιδεία θεμελιώδης για την επίτευξη της διαλλα­ γής, και αφετέοου το λόγο για τον οποίο υπογοαμμίζεται ότι αυτό θα είναι αισθητικό της καθημεοινότητας. Ποια είναι λοιπόν αυτή η άλλη διάσταση του αισθητικου; Το νέο αισθητικό, ως αισθητικό­φαντασιακό, δε θα οδηγεί σε φαντασιακή πλήοωση της επιθυμίας, σε ακοάτεια ηδονής, μέσα σε στιγμές παυσης της εμπειοίας της επίπονης, ανηδονικής, επι­ τακτικής καθημεοινότητας, όπως συνέβαινε με το συμβατικό αι­ σθητικό­έκφανση του διχασμου του ανθοώπου· το νέο αισθητικό θα παοέχει διαλλαχθείσα ηδονή, μέσα σε μία εμπειοία της ποαγ­ ματικότητας, ποαγματικότητας όμως που δεν θα φευγει την ηδονή αλλά θα έχει διαλλαχθεί με αυτήν. Αν χοειάζεται στο σημείο αυ­ τό ποοσοχή, είναι επειδή ακοιβώς σήμα της ποαγματικότητας που δε φευγει την ηδονή αλλά έχει διαλλαχθεί με αυτήν, είναι ότι η συγκεκοιμένη ποαγματικότητα αφήνει να λειτουογεί το αισθητι­ κό­φαντασιακό μέσα της, μέσα στην ποαγματικότητα επομέ­ νως ¬ του ποάου λόγου, και όχι στις ανάπαυλες μιας ποαγματι­ κότητας του επιτακτικου λόγου· όμως αυτή η άφεση είναι θεμε­ λιώδης ποουπόθεση της επίτευξης μιας ενότητας που θα διέπει το βίο του ανθοώπου. Επιμένοντας λίγο πεοισσότεοο στην εξέταση του κατά πόσον
­

κό, μπΟ@εἶ να λειτθθθγήσει όχι μόνθν ως φ0οέα; ήδθνής, όπως τΟ συμβατικό αισθητικό, αλλά και ως παιδεία διαλλαγής στο επίπε­ δο της ποώτης αίσθησης, στο επίπεδο της ηδονής και της λυπης, και συνεπώς ως θεμελιώδης παιδεία για την επίτευξη της διαλλαγής λόγου, ηδονής και λυπης. Ηυπόμνηση ότι το αισθητικό

­

­

,

­

το αισθητικό­φαντασιακό κινητοποιείται σε ανάπαυλες της επιτα­ κτικής καθημεοινότητας ή κατά το γίγνεσθαι της ποαγματικότη­ τας του ποάου λογισμου, μποοουμε να παοακολουθήσουμε τη δυ­ ναμική τόσο της φαντασίας όσο και της σχέσης των δυνάμεων του ενδουποκειμενικου πεδίου. Υπάοχει ένα οιζικό δεδομένο κατά τον Πλάτωνα, και αυτό είναι ότι ο άνθοωπος επιδιώκειτην ηδονή και όχι τη λυπη· η απουσία του αισθητικου­φαντασιακου από την καθημεοινή ποαγματικότητα, δηλώνει την καταγοαφείσα ήδη στο Φιληβο πεοίπτωση η ανάδυση της μνή μης­εικόνας ηδονής, της επιθυμίας, να συνοδευόταν από τη δόξα λυπης ότι αυτή δε θα κένωσης, ποαγματωθεί· αυτή η επαπειλουμενη διπλη λυπη συμφωνα με το απουσίας ηδονής, και μη ελπίδας πλήοωσης οιζικό δεδομένο, οδηγεί στη μην ανάδυση της μνήμης­εικόνας, ποοκειμένου να μη καταστεί η λυπη διπλή. Πότε αυτό συμβαίνει; Όταν υπάοχει παντοδυναμία της δόἔας λυπης στο χώοο της φαντασίας· είναι ποοφανές ότι στην πεοίπτωση αυτή η φαντασία υπηοετεί την επίπονη επιτακτικότητα φυγής της ηδονής. Δεν αφή­ νει τον εαυτό της, ή/και δεν αφήνεται από το λόγο, να λειτουογή­ σει στην υπηοεσία της δόξας ηδονής, η οποία αποτελεί τη βάση για την εν συνεχεία εμπειοική ή φαντασιακή γευση της. Αν ποω­ ταοχική εικόνα μιας φαντασίας στην υπηοεσία της επιτακτικότη­ τας είναι η εικόνα του πολέμου, ποωταοχική εικόνα μιας φαντα­ σίας στην υπηοεσία της διαλλαγής θα είναι η συγγένεια μία δια­ φεοομένη, εικόνα­θεμέλιο της διαλλαγής. Η εικόνα αυτή είναι βέβαια η ποωταοχική παοάσταση ΈὉΞ διαλλαγής, στο επίπεδο της σχέσης του λόγου με τη φαντασία. Επειδή όμως διαλλαγή σημαίνει τελικά και κατ7 εξοχήν διαλλαγή ποος την ηδονή, το επόμενο εοώτημα αφοοά κάτι που και πθοητ γουμένως είχε διατυπωθεί, μόνον που τώοα επικεντοώνεται στους θεμελιώδεις όσους του: Ποια θα είναι η παοάστασή Τηἐ διαλλαχθείσας ηδονής, και, αντιστοόφως, της διαλλαγής του λό­ γου ποος την ηδονή; Όλα όσα αφοοουν την παοάσταση αυτή θα διατυπωθουν στη γλώσσα του αισθητικου και των κοιτηοιων του·

­,

­

Ζθ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

21

συνοψίξουμε από αυτά, τα πλέον κεφαλαιώδη: θα ποέπει η υπό εἔέτοοη ποίοοίοτοίοη να οίπονπονίἔοι μία ηθιπη η οποίο θο ποοἔοτ νεί αίσθημα ηδονής, και μάλιστα διάφοοο αυτού που ποοσποοίςει η συμφωνία με την τάξη του επιτακτικού λόγου· θα ποέπει, επί­ σης, στην παοάσταση να έχει αποδοθεί κατά τέτοιο τοοπο η σχέ· ση λόγοηηθιπηὲ ποοἐ τη λοπη ποπ Την ηοονηι Τηἐ λοπηἐ ποοἐ Το λογο ποπ την ηοονηι τηἑ ηοονηἐ ποοἔ Τη λύπη ποπ Το λοΥο› ώστε να οππι̃ηχοο/εποπ οονολλποί μία μη οπποίπππη τοίἔη› ηἶο μη οπποππ­ κή απεικόνιση, να επιτυγχάνεται η απεικόνιση της διαλλαγής. Επειδή η διαλλαγή, όπως αυτή συνοπτικά πεοιγοάφτηκε, έχει ως κοιτήοια συγκοότησής της τα κοιτήοια του αισθητικού, για τούτο και θα μποοούσαμε να πούμε ότι αυτή αναδύεται μέσα από την
οποθηππη ποοάοτοοη τηἔ οηπο πο Τολεητοπο Τολλπά ποπ ποπά βολτ θος σημαίνει ότι έχει γίνει δεκτή μία τέτοια σχέση μεταξύ των με­

οων­μελών της παοάστασης, ώστε να επιτυγχάνεται μία αναλογία ποος μία ποωταοχική αξία, τη διαλλαγή, η οποία έχει ως παοά­ σταση της την Θποθηηπη ποοάοποίοη ποπ το ποπηολά Τηἐ­ Σονοψῷοομο το οποθηπποι ωέ ποοάοποοη τηἑ ολολλοιΥη§ στην καθημεοινότητα του βίου, σημαίνει ότι η εκκάλυψή του μέσα στο πλαίσιο της δυναμικής που παοακολου­ σε αυτήν αποτελεί θήσαμε σήμα, έμποακτη έκφοαση­παοάσταση της οιοιλλοινηἔ το αισθητικό, επίσης, ως παοάσταση της διαλλαγής στην καθημε­ οινότητα του βίου, σημαίνει ότι αυτό είναι ο μοναδικός τοόπος μέσα στην καθη μεοινότητα να συλληφθεί η ποαγμάτωση της διαλ­

­

­

λοΥη§› ποπ οο/ολογίοοο

οοἔ επίπεοἔη μλοίἑ οποθηππηἔ ποοάοποοηἐ στο πλαίσιο του ενδουποκειμενικού πεδίου.

Στο Ποώτο Μέοοἑ εἔοΐάοπηπο η μέοηηο που πλοπωλπποο στοχασμού για την επίτευξη της διαλλαγής, ως διατύπωση μιας θεωοητιπηε ποότοίοηἐ για Τη οονποοτηοη Τηἐ ποοάοποοηἐ τηἐ­ Στο Δεύτεοο Μέοος διεοευνάται το παοεπόμενο· η μέοιμνα του πλατωνικού στοχασμού να υιοθετηθεί η παοάσταση αυτή από το σύνολο των πολιτών. Η μέοιμνα αυτή δημιουογεί, όπως αναγνω­ οίξει ο ίδιος ο πλατωνικός στοχασμός, ποοβλήματα· τα ποοβλή­

όχι μόνον της και μία ποο­ συνθέτουν πλατωνικής πολιτικής φιλοσοφίας, αλλά βχηματτιιη οχοτιιιη με τα αδιέξοδα του φιλοσοφικού λόγου, της βουληοηο του πλατωνικού λόγου· την ποοβληματική αυτή θα ανα­ γάγει ο ίδιος ο Πλάτων στο χώοο του αισθητικού, καθώς επιγοά­ φει το φιλοσοφικό λόγο που δημιουογεί ποοβλήματα αλλά και δοκιμάξει να τα υπεοβεί, τον ύστατο φιλοσοφικό του λόγο που εξετάξει τον εαυτό του υπό ανθοωπολογική ποοοπτική, «τοαγω­ οτοα­ ιτοιτ οοιοιβώο την ιτλατωνικη αυτή επιγοαφή καταστήσαμε οττινοαφη του Δευτεοου Μέοους της μελέτης μας. Ποοοινοοιοουομα των ποοβληματων που σχετίςονται με τη μέ­ οιμνα υιοθέτησης της παοάστασης της διαλλαγής, αποτελεί η απαίτηση οι πολίτες να διέπονται από μία ταυτότητα που κύοιο ννώοιοιια της Θα ειναι η αποδοχή της παοάστασης της διαλλαγής, παοάσταση που όμως συνιστά κατ° εξοχήν έκφοαση της μέοιμνας ττοοαοπιοης της διαφοοάς. Η άοση του ποοβλήματος έγκειται στην υπενθύμιση ότι η ταυτότητα ως παοάσταση διαλλαγής, η πα­ οάσταση της ταυτότητας αυτής είναι αισθητική· το αισθητικό, κα­ θα τα τον Πλατωνα, ειναι μίμηση, άοα σύμφωνα με τον ίδιο ενέχει τταντοτε τη διαφοοά. Ωστόσο η υπενθύμιση ότι η παοάσταση της διαλλαγής είναι υιτιιηοης δεν οοηνετ μονο οτην αοοη του συγκεκοιμένου ποο­ βληματος· μας βοηθά να γνωοίσουμε καλύτεοα την «ταυτότητα» τηο οιαλλανης, να διειοδύοουμε οτην πεοιγοαφή του πως η διαλ­ λαγή καθίσταται επιτευκτή στο ενδούποκειμενικό πεδίο της κα­ θημεοινοτητοιο) ιιέοα αιτο την αιοθητιιιη παοάσταση: χάοη στους κώδικες του συμβατικού αισθητικού της εποχής του, ο Πλάτων ιιποοεινα οοιοει ως παοάσταση διαλλαγής τη μίμηση, εφόσον αυ­ τή δύναται, ως απόκοιση­υπόκοιση, να αποκαταστήσειτην εκ μέ­ οουο του ανθουζυτου απόκοιση στον άλλο ή στο άλλο ~ πθο μία στην καθημε­ του έκφανση ειναι η επιθυμία μέσα όμως και του αισθητικού, οινότητα του βίου. Η παοάλληλη ταύτιση εττοτιέντοο _ της τταοαοταοης της διαλλαγής, με την εικαστική,
η δοκιμη υπέοβασής τους άπτονται

ματοι αυτα

ιιαι

­

­

­,

­

­

­

ΖΖ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

23

συνεπίκουοεί στο να κατανοήσουμε ακόμη πληοέστεοα την «ταυ­ τότητα» της δίαλλαγής: η είκαστίκή συνδέεταί με το βλέμμα, καί το βλέμμα απαλλασσεί το σημείο από την κυοίαοχία του σημαί­ νόμενου·το καθίστα συμβολή, αοα σύμβολο, του ίδίου καί του αλ­ που μία του έκφανση είναίη επίθυμία. Αυτό το είκονοποί­ λου που ουνυπαοχεί με το λόγο ως κοίση, συνυφαίνεταί βλέμμα, ητίκό με την επέγεοση της φαντασίας, καί, τε­ κατα τον Πλατωνα λίκα, της επίθυμίας, του ίμέοου, συνυφαίνεταί με ένα γίγνεσθαί ευαίσθησίας. Μετα από αυτή τη δίεοευνηση της «ταυτότητας» της δίαλλα­ γής, μέσα από την ποαγματευση της μίμητίκής­είκαστίκής φυσης της παοαστασής της, απομένουν τα ποοεἔαγγελθέντα ποοβλήμα­ τα που αφοοουν την υίοθέτησή της, ποοβλή ματα πολυ δυσκολότε­ οα απ° ό,τί αυτό που αποτελουσε απλώς το ποοανακοουσμα τους. Πώς ποοβλέπεταί να αντίμετωπίσθεί ο λόγος της παίδείας της δίαλλαγής, Η αποψη του Πλατωνα είναί να μην εκληφθεί αυτός ως νόμος, γίατί κατί τέτοίο θα αποτελούσε έκπτωση της δίαλλα­ γής­μέοίμνας ποοασπίσης της δίαφοοας, εφόσον ήδη από τον Πολιτικό είναί γνωστό ότί ο νόμος δεν μποοεί να ανταποκοίθεί στη δίαφοοα· επομένως, δεν μποοεί να χοησίμοποίηθεί γία την υίοθέτηση της παοαστασης της δίαλλαγής­ποοασπίσης της δίαφο­ σας αυτό που δεν ανταποκοίνεταί στη δίαφοοα, που καθίστα το βίο της δίαφοοας αβίωτο. Ωστόσο, παοαλληλα, σε καποίο αλλο σημείο του λόγου του ο πλατωνίκός στοχασμός θεωοεί πως η αί­ σθητίκή παοασταση της δίαλλαγής ποέπεί να εκληφθεί ως νόμος. Έχουμε λοίπόν κατ) αοχήν μία μοοφή επίτακτίκότητας της δίαλ­ λαγής, καί στη ουνέχεία, δίακοίβώνουμε την εμφανίση τυπίκών μοοφών επίτακτίκότητας. Τί θέλεί να δηλώσεί το φίλοσοφουν υποκείμενο, τελίκα, μέσα από όλα αυτα; Γίατί αυτή η δίττή εμφα­ νίση της επίτακτίκότητας, παοα την παοουσία του ποαου λόγου που μεοίμνα γία τη συγκοότηση της παοαστασης της δίαλλαγής καί δίαβεβαίοί γία τη μη επίτακτίκή παοουσία της; Η απαντηση ποοκυπτεί αν θυμηθουμε ότί ο ποαος αυτός λό­

­

­

­

γος μηχανευεταί μία είκόνα, μία ηθίκή, μία ψυχολογία, μία παί­ δεία, γία να υπαοξεί μία πολίτεία παοουσίας της δίαλλαγής, ου­ νεπώς: αοσης της επίτακτίκότητας. Όλα αυτα που ο ποαος λόγος μηχανευεταί αποκαλύπτουν τη μέοίμνα γία τη μονίμότητα του· όμως, αυτή η μέοίμνα­εμμονή του ποαου λόγου, του λόγου της δίαλλαγής, στην ανέλίἔη­παοουσία αποκλείστίκα του εαυτού του, δεν οοίςεί εν τέλεί παοα την επίτακτίκότητα του ποος ό,τί δεν εί­ ναί ποαος λόγος, ποος ό,τί δηλαδή είναί επίτακτίκότητα ή παντως δίαφοοετίκό από αυτόν. Η δίττή εμφανίση της επίτακτίκότητας δεν κανεί τίποτε αλλο πασα οητα να δίηγείταί αυτό που έχεί ήδη υποβληθεί ότί συγκοοτείταί μέσα από τον όλο λόγο πεοί δίαλλα­ γής, αυτό που μόλίς αναφέοθηκε: την επίτακτίκότητα της παοου­ σίας της δίαλλαγής. Η δίήγηση αυτή έχεί καί αλλη σημασία: ποσ­ λέγεί αυτό που στην ποαξη θα γίνόταν, αυτό στο οποίο θα κατέ­ ληγε η θεωοία πεοί δίαλλαγής, ποοασπίσης της δίαφοοας, αν εκ­ κίνουσε η δίαδίκασία έμποακτης εφαομογής της: ποολέγεί ότί

Η

γ

λ

αυτή θα καθίστατο μία ακόμη εκκαλυψη επίτακτίκότητας. Αν έτσί έχουν τα ποαγματα, αν αυτα τα ποοβλήματα εμφανί­ ζονταί, τί ποοτείνεί το πλατωνίκό φίλοσοφουν υποκείμενο, μετα τη δίήγηση­αναγνώοίση ότί η έμμονη βουληση δίαλλαγής καθί­ σταταί όντως είκόνα επίτακτίκότητας; Το φίλοσοφουν υποκείμε­ νο ποοτείνεί να υπεοβεί ο λόγος τη συνεχή βουληση εκκαλυφης ­ παοουσίας της δίαλλαγής· η βούληση παοαστασης της δίαλλαγής θα παοαμείνεί, αλλα παοαλληλα θα υπαοχεί μία τοίαυτη καίτο­ σαυτη παοουσία της μη δίαλλαγής, η οποία καί θα αποτελεί σήμα υπέοβασης της συνεχους βουλησης παοουσίας της δίαλλαγής, πα­ αοα επομένως, υπέοβαση της επίτακτίκότητας της, καί οασταση της δίαλλαγής ως ποος την ουσία της καί όχί μόνον ως ποος τη βουληση παοαστασής της. Ώστε λοίπόν: η οοθή παοαστα­ ση της δίαλλαγής θα ποέπεί να είναί μία ποοσήκουσα ταξη μίη̨̃ης, κοασης, ένα συμμετοον δίαλλαγής καί επίτακτίκότητας. Στην σο­ θή παοασταση της δίαλλαγής αποδίδεταί ο όοος ‹‹τοαγωδία››· αυ­ τή είναί το νέο σπουδαίον, αντίτεχνο του συμβατίκου, το οποίο

­

­

24

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

25

έχει

συγκοότηση της παοάστασης αυτής. Το ιδιο το πλατωνικό φιλο­ σοφούν υποκειμενο σπεύδει να διαβεβαιώσει ότι ο όλος φιλοσο­ φικός λόγος των Νόμων ειναι αυτή η αντιτεχνη τοαγωδια· το ποος διεοεύνηση ξήτημα ειναι αν το έογο αυτό ειναι όντως η νέα τοα­ γωδια, δηλαδή οοθή παοάσταση της διαλλαγής· τούτο σημαινει: αν μέσα από τους λόγους του φιλοσοφούντος υποκειμένου των Νόμων ποαγματώνεται μια αισθητική τάξη, μια μίξη, μια κοάση, ένα σύμμετοον διαλλαγής και επιτακτικότητας, επιτακτικότητας

­ κατά τον Πλάτωνα ­ διαφαυλισθει ακοιβώς μέσα από τη

και διαλλαγής.
Της διεοεύνησης η ποώτη διαπιστωση ειναι ότι ο λόγος των Νόμων πεοιλαμβάνει δύο λόγους: το λόγο της διαλλαγής και το λόγο της επιτακτικότητας. Το εοώτημα, επομένως, ειναι κατά πό­ σον η συνεξέταση των δύο αυτών λόγων οδηγει ή όχι στο σύμμε­ τοον που ποομνημονεύσαμε. Η ολοκλήοωση της συνοπτικής εξέ­ τασης στοιχειων του λόγου της διαλλαγής και του λόγου της επι­ τακτικότητας οδηγει στο συμπέοασμα ότι ο λόγος του πλατωνικού φιλοσοφούντος υποκειμένου στους Νόμους, ως λόγος της επιτα­ κτικότητας και της διαλλαγής, αποτελει ένα σύμμετοον επιτακτι­ κότητας και διαλλαγής, και άοα όντως νομιμοποιειται όταν δια­ κηούσσει ότι αποτελει ­ οοίςει τη νέα τοαγωδια, το αντιτεχνο του συμβατικού τοαγικό. Συγκεκοιμένα, το σύμμετοον αυτό λαμβάνει τοεις εκφάνσεις: η ποώτη ειναι το σύμμετοον επιτακτικότητας και διαλλαγής ως ποοβολή τόσο μιας θέσης όσο και της αντιθεσής της· η δεύτεοη ειναι το σύμμετοον επιτακτικότητας και διαλλαγής όπως ειναι αυτός της ως εκφοοά μιας θέσης με τοόπο τέτοιο ώστε να συνιστά μεταφοοά του λόγου της από την υπεοβολής κατηγοοια του σπουδαιου στην κατηγοοια του γελοιου· και η τοι­ τη ειναι το σύμμετοον επιτακτικότητας και διαλλαγής ως ποαγμά­ τευση συγκεκοιμένων εννοιών (θεός, ψυχή) αφενός με ένα τοόπο τέτοιο ώστε να ενισχύεται η επιτακτικότητα, η οητοοική της επι­ τακτικότητας, αφετέοου δε με έναν άλλο που να ακυοώνει την ενισχυση αυτή.

­

­

Παοάλληλα, η έοευνά μας διαπιστωσε ότι υπάοχει και ένας άλ­ λος λόγος του πλατωνικού φιλοσοφούντος υποκειμένου, πέοα από αυτόν της επιτακτικότητας και της διαλλαγής· αυτός ο λόγος δει­ χνει να έχει επιγνωση των εομηνευτικών αποοιών που δημιουογει η συνπαοουσια του λόγου της επιτακτικότητας και του λόγου της διαλλαγής, και δηλώνει ότι η συνπαοουσια αυτή στοχεύει να ικα­ νοποιήσειτην ποούπόθεση για τη συγκοότηση της οοθής παοάστα­ σης της διαλλαγής. Ο λόγος αυτός συνυφαινεται εν τέλει με τοια σημαντικά ποοβλήματα: με το ποόβλημα του κατά πόσον ο όλος λόγος του φιλοσοφούντος υποκειμένου στους Νόμους συγκοοτει μια ενότητα· με το ποόβλημα της βούλησης του φιλοσοφούντος υποκειμένου που εκφέοει το λόγο αυτό, ποόβλημα που αφοοά τη συνεξέταση των δύο διαφοοετικών οοιξόντων αυτού του λόγου, ώστε να αναφανει ποια τελικά και κατά βάθος ειναι η βούληση που μηχανεύεται την εκκάλυψή τους· και τέλος, αλλά όχι τελευταιο από άποψη σημασιας, με το ποόβλημα της βούλησης, της αιοεσης, του αποδέκτη του λόγου του φιλοσοφούντος υποκειμένου. Το τελευταιο αυτό ποόβλημα σημαινει ότι ο Πλάτων αποδέχε­ ται ως γεγονός ότι η βούληση επιτευξης της διαλλαγής, καθώς υποβάλλεται ως εμμονή ανέλιξης μόνον του εαυτού της, ποοβάλ­ λεται ως επιτακτικότητα ποος τους αποδέκτες αυτής της ανέλιξης, ποος τη βούληση αιοεσης των αποδεκτών αυτών. Έτσι, αφού ήδη έχει διηγηθει ότι η εμμονή αποδοχής της διαλλαγής ειναι έκφαν­ αφού έχει άοα έκπτωση της διαλλαγής ση επιτακτικότητας καταθέσει πως μόνον το σύμμετοον διαλλαγής και επιτακτικότη­ τας οδηγει στην οοθή παοάσταση της διαλλαγής, λέγει πως αφή­ νει να ειναι θέμα της βούλησης του αποδέκτη του λόγου του το αν αυτός θα επιλέξει την επιτακτικότητα, τη διαλλαγή που εκπιπτει σε επιτακτικότητα, ή την ποαγμάτωση της οοθής παοάστασης της διαλλαγής.
×

­

­,

Όπως φάνηκε από την ως το σημειο αυτό ποαγμάτευση του αντικειμένου της μελέτης μας, το συμπέοασμα στο οποιο αυτή κα­

26

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡ ΕΛΛΗΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ζ?

ταληγει είναι ότι υπαοχουν δύο σημαντικα θέματα για τον πλατω­ νικό στοχασμό των Νόμων, δύο θέματα που κυοιολεκτικα οσίζουν την ύστατη πλατωνική ανθοωπολογία: η νέα διασταση της επιθυ­ μίας και η νέα διασταση της τοαγωδίας. Αυτό που ήδη διαπιστώ­ σαμε είναι ότι ο πλατωνικός λόγος για την επιθυμία, οδηγεί μέσα από μία πεοίπλοκη διαδικασία στη συγκοότηση του νέου τοαγικού· το νέο τοαγικό δεν επιγοαφει πασα την απαντηση στο εοώτημα για το πώς θα έποεπε να αντιμετωπισθεί εκ νέου η αν­ θοώπινη κατασταση· και λέγουμε εκ νέου, γιατί έχουν ποοηγηθεί δύο ουμβαντα: το συμβαν εκκαλυψης του λόγου για την επιθυμία και το συμβαν ποόσκλησης είσδυσης του λόγου για την επιθυμία στο ενταύθα. Ούτε το συμβατικα καθημεοινό, ούτε το συμβατικα αισθητικό μποοούν να ποοσφέοουν τη νέα δυνατότητα αντιμετώπισης της μετα τα δύο ποοαναφεοθέντα ανθοώπινης καταστασης, γιατί ¬ έχουν και αυτα μεταβληθεί· η αντιμετώπιση αυτη συμβαντα δοκιμαζεται να ποοβληθεί μέσα από την αντισυμβατικη είσοδο του αισθητικού ως τοαγικού μέσα στην καθημεοινότητα, και η ίδια αυτή αντιμετώπιση ποούποθέτει την εμπεισία του ανθοώπι­ νου λόγου όταν αυτός αναφέοεται στην εμπειοία ­ και είναι μέσα στην εμπειοία αναδυσης και πληοωσης της επιθυμίας, τελικα: αναφέοεται ­ είναι μέσα στην εμπειοία του ενταύθα. Ούτε ο λό­ γος για το ενταύθα ούτε το ενταύθα είναι πλέον ίδια, όπως ποιν: συμβατικα, μέσα από μία διακοίνουσα διατύπωση, ποοοπτικη διατύπωσης, θα λέγαμε ότι στο εξης: ο λόγος για το ενταύθα είναι αναγκαίο να είναι ¬ μέσα στην εμπειοία του ενταύθα, και η εμπειοία του συμπαγούς του ενταύθα ­ να έχει­ διαοοηχθεί από το λόγο για το ενταύθα. Αυτή η νέα ανθοώπινη κατασταση που η μόλις πσοηγούμενη διατύπωση αποπειοαται να αποτελέσει πεοιγοαφή της, ομιλεί για έναν αλλο λόγο, για μία αλλη εμπειοία· και αυτός ο αλλος λόγος, αυτή η αλλη εμπειοία, θα ποέπει να ενταχθούν στο ιδία και δημο­ σία ως θεμελιώδη στοιχεία τους. Ακοιβώς λοιπόν η νέα τοαγικό­

δ

τητα, δηλαδη η οοθη παοασταση της διαλλαγης, είναι αυτη που αποτελεί την ποωτασχικη μέοιμνα του πλατωνικού στοχασμού, εφόσον θεμελιώνει τη δυνατότητα παοαστασης, δηλώματος, της νέας αντιμετώπισης της ανθοώπινης καταστασης, αντιμετώπισης που σηματοδοτούν ο αλλος λόγος και η αλλη εμπειοία.

λ

­

δ

ινιεεοε ιιεοτο

ΕΠΙΘΥΜΙΑ
Ζ.Ζ.

Η αξιολονιπή προτεραιότητα

της διαφοράς ως μέριμνα ὁιαλλανής. Από την εικόνα του πολέμου στην εικόνα της συγγένειας μιας ὁιαςοερομένης

Ποιο είναι το αδιαμφισβήτητο αντικείμενο των Νόμων; Ο λό­ γος για μία πολιτεία αποδεκτή από το πλατωνικό φιλοσοφουν υποκείμενο ως Αθηναίο ξένοξ για μία πολιτεία τέτοια όπως θα την παρουσιάσει ο όλος ομώνυμος διάλογος. Πριν όμως ομιλήσει για το θεμέλιο της δικής του πολιτείας, το πλατωνιπό φιλοσοφουν υποκείμενο ως Αθηναίος ξένος, θα ερωτήσει για το θεμέλιο των πολιτειών των συνομιλητών του, του Κρήτου Κλεινία και του Λαπεδαιμόνιου Μέγιλλουἶ Η απάντησή τους είναι ομόθυμη3 και ο ίδιος ο ξένος στο τέλος της ανέλιξής της τη ουνσψίξει: ο «ὅρος» της «ευ πολιτευομένης πόλεως» είναι «πολὲμῳ νιπαν τας ἄλλας πόλεις»^. Ωστόσο ο ξένος δεν αρκείται στην απαντηση αυτή· η απορία του οχι τυχαία όπως θα διαπιστώσουμε στη συνέχεια

­

Βλ. για παραδειγμα Νόμ. 817οΖ­5. Βλ., στο ίδιο, 6Ζ4ε1­625ο8. 3. Βλ., στο ίὁιο, 626 03­6.
1.
Ζ.

­

­

4. Για τα τρία παραθέματα, βλ., στο ίδιο, 6Ζ6Β7, 6Ζ6ο7­8, 626‹:Ζ· ο ξένος συνο­ ψίξει (626ϋ7­οΖ) την απαντηση του Κλεινία (625ο9 ­ 6Ζ6ο4).

30

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΑΗΣ

Η ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΔΙΑΦΟΡΑΣ ΩΣ ΔΙΑΛΛΑΓΗ

31

όταν θα δούμε τη δική του απάντηση στο εοώτημα που αφοοά τη εί­ θεμελίωση μιας πολιτείας, τελικά, της δικής του πολιτείας που ποάγματα ναι αν ο ίδιος «δοος» ισχύει για να ποοσεγγισθούν ανήκουν σε όλο και στενότεοο κύκλο αναφοοάς: η σχέση κώμης ποος κώμη, οικίας ποος οικία, άνδοα ποος άνδοα, και εαυτού ποος εαυτό5. Η καταληκτική αναφοοά είναι αυτή η οποία τον εν­

­

κειται για την εικόνα­μεταφοοά του πολέ,ιιου9· μόνο μέσα στο πλαίσιό της γίνεται κατονοητός, αυτήν ποοϋποθέτει, ο λόγος για
νίκη μιας πολιτείας επί μιας άλλης, ενός μέοους των πολιτών επί των άλλων, για νίκη του εαυτού επί του εαυτού. Το εοώτημα που ωστόσο ποοβάλλει και αφοοά το πλαίσιο αυτό είναι το εξής: ποια ειναι η σημασία αυτής της νίκηἐἐ Το μόνο που στην αοχη πληοο­ φσοσύμαστε είναι ότι η νίκη μιας πολιτείας επί μιας άλλης αποτε­ λεί, όπως ποομνημονεύσαμε, όοο της «εύ πολιτευομενης πὀλε­ ως››· τι εννοεί άοαγε με τον όοο αυτό ο Αθηναίος ξένος, Από όλα όσα έχουν ποοηγηθεί στη συςήτηση θα μποοούσαμε να καταλήξουμε ότι εννοεί τη λόγω και έογω τοποθέτηση της αγ­ δοείας, όπως αυτή εκδηλώνεται στον πόλεμο1®, ως της υψισηκ αξίας της πόλης, τη «νίκη» δηλαδή της ανδοείας σε σχέση με όλα τα άλλα, κατι βέβαια που σημαίνει ότι η πόλη αυτή αποτελεί έκ­ φοαση της αοετής11, ότι είναι μία πόλη αγαθήῃ. Τίποτε διαφοΩε_ τικό δεν πληοοφοοούμαστε στην πεοίπτωση της νίκης του ενός μέοους των πολιτών επί των άλλων: όταν ποόκειται για τη νίκη των δικαίων επί των αδίκων, η πόλη ονομάζεται αγαθή13. Για την πεοίπτωση του εαυτού δεν πληοοφοοούμαστε τίποτε, μποοουμε όμως, με βάση το γεγονός ότι ο ίδιος «δοος» ισχύει για ολες τις

διαφέοει πεοισσότεοο, για αυτό και τη θέτει ως αντικείμενο ιδι­ αίτεοης εοώτησης6· η απάντηση είναι καταφατική για όλες τις αναφοοές7· όσο για την τελευταία, η απάντηση μεοιμνά να ποοσ­ διοοίσει με σαφήνεια τη σημασία της συγκεκοιμένης αυτής ανα­
φοοάς:

«τὸ νικαν αὐτόν αυτόν πασῶν νικων ποώτη τε και αοιστη››8. Τι ποοκύπτει από τα ποοηγούμενα; Η συζήτηση για το θεμέ­ λιο των πολιτειών των συνομιλητών του πλατωνικού φιλοσοφού­ ντος υποκειμένου κινείται στο ίδιο πλαίσιο, ή αλλοιώς: οδηγεί σε ένα πλαίσιο λόγου μέσα στο οποίο εξετάζεται η σχέση μιας πολι­ τείας με μία άλλη, η σχέση ανθοώπων μέσα στην ίδια πολιτεία, και, τέλος, η σχέση του εαυτού ποος τον εαυτό. Το πλαίσιο αυτό θα ποέπει ιδιαίτεοα να το ποοσέξουμε γιατί είναι ό,τι πιο θεμε­ λιώὁες έχει να επιδείξει η μέχοι το σημείο αυτό συζήτηση· ποό­

λογος για 5. Βλ., στο ίδιο 6Ζ6ο1Ζ­13· ποβλ. 62607­8. Στο χωοίο 689ε5­9 γινεται όλα αυτά ονομάζονται συνέχεια, στη λόγο· το τη διαφωνία ηδονής και λύπης ποος τα όσα από μεταφοοά για μία ότι ποόκειται λέγεται οητά και ψυχής «πληθος» της σῳβαίνοην στην πόχη (68οα̃ο­ι)2γ
τ 626611­Ζ. 6. Βλ., στο ιδιο,

αναλυτικός 8. Στο ίδιο, 6Ζ6εΖ­3. Στα Πλοιτωνικά σχόλια υπάοχει ο ακόλουθος στο Ο Ο θτοευε (1938) Ζ99)· (παοατίθεται αυτή ά α ό λι σ σκοαμεγιτηφοοη σωφοοσυνη ἄλογον η̃οεμει̃ λόγος άοχει επόμενα

7. Βλ., στο ίδιο, 6Ζ6ο: 9,11,1¿1· 6Ζ6‹16­9.

_

­­

7

¿

9. Βλ,'Νο,ιι. 6Ζ6α: 1­2, 7­8· 62665· για το ότι η εύστοχη αναφοοά στον πόλεμο ειναι ποουποθεση κατανόησης της όλης ως το σημείο αυτό συζήτησης και αποτελεί τη θεμελίωσή της, βλ. την παοατηοηοη του Κλεγυία: «τὸν γὰο χὁγον ἐπ­ αοχιιν ὀοθω̃ς ἀναγαγὼν σοιφέστεοον ἐποίησας» (6Ζ6‹:Ι5­6), σε συνδυασμό με το χωοιο που επεται (: 626‹16­9). Για μια ποαγμάτευση του πολέμου γενικότεοα, στο χωοιο ί 624 ­ 630 , β λ . Α. Βτεμοειοοὶ (1989). 10· Βλπ στο ιδια 62509·6Ζ6Μι %α1633Θ3·5ι σε συνδυασμό με το χωοίο 63ΖεΖ­ 3, όπου λέγεται ότι αποτελούν δείγματα «ὁινδοείας», 11. Η «ὁινδοεια» είναι ένα «μόοιον» της «ξυμπασης ἀοετη̃ς››° βλ., στο ιδιο,

­­εε;
12·

­

­

630 88­Ό3, σε συνδυασμό με 63θε1­3.

μαχόμενα

ὰλωιω ἀΩΧει λόγος νικά ἀλογία νικά

λὀι̃/Οἐἠθεμεῖ ἀλογια ήττα̃ται λόγος ήτταται

ἀκολασἰα ἐγκοατεια άκοασία

Ο «ανδθεἴοε» ως μέτοχος της «αοετης» είναι «αγαθος»· βλ., στο ιδιο,
.

62909.
13. Βλ., στο

ιδιο, 6271310.

32

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Η ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΔΙΑΦΟΡΑΣ ΩΣ ΔΙΑΛΛΑΓΗ

33

και ουγκεηθιμένο ννο τον εοονο _ ηοο/ονν ονην εν­ βαθμίδες με την οοονη ἶἑον νο ανο­ ονοηλεοη βοθμίοο ηπάολεν οηνη οονοεοη όσο ενιηη» εννοεννον θό, αναλογικά να υποθέσουμε ότι με τον
>

­

εην στην πεοίπτωοη αυτή ή νίκη Έηἑ ανοοείοἐ η νηἔ ονηοηοοονηἑ οονονἦ” οο οηνο ονν ανηἶσνονλο _ ηοη της δειλίας ή τής αδιιιίαε επιδεικνυει αοετη, λεί το θεμελιώδες γνώοισμα μιας ψυχης που είναι αγαθη τέλος, θα μποοοοοομε να ονοηΐηοηοοημε νην ονοονος ποος την πόλη, λέγοντας ότι είναι εν ποοηεηλενω η ψολη «εν

τ

Τ

το πλατωνικό φιλοσοφουν υποκεί­ εσωτεοικές της υποθέσεις μενο εγκαταλείπει, με ένα τοόπο οικείο από άλλες πεοιπτώσειςω: αλλά ποοχω­ τουλάχιστον ποος το παοόν δεν ασκεί κοιτικη οεί στην εκκάλυψη μιας νέας εικόνας: η πολιτεία δε συλλαμβάνε­ ται ως πεδίο πολέμου, αλλά, τότε, ως τί; Ως συγγένεια μία διαφε­

­,

­

­,

Ωομένηιῇ

γία

πΟχγΈεΌομ_ενη»_

Όπως πθοαναφέοαμεγ

γγ

ολη συζήτηση για

τα

Στο πλαίσιο της νέας εικόνας, της εικόνας αυτής δεν είναι να ομιλεί κάποιος με την παοαδοσιακή οοολογία της ­ «ηττων››19, που συνδέεται με την ποογενέ­ «κοείττων» ηθικής,
7

«ποέπον››18

«ευ πολι­

τευεσθαι» μιας τιολιιείαἐ η νοο εοοονοο έλεν ωἑ θεμελνο νηἔ τον «οδο» της νίκης της ανδοείαε ή τητ οιηονοοηνηο ωο αοετηοωἑ αυτή α̃ϊο0ϋ7ιΟθετει υπσγοοιμμισοιμε ότι ή θεμελίωση αγαθού, και μεταφ0©ά έχει νόημα, γγα να γί_ πΟλέμΟΉ
Ύι̃

_

νει κατανοητή. Αυτη

εικονα Τοο πολεμοοι οννη η ονλληψἶλ τον ννσνλννεται εοωνοο ναν νηἔ πόλνὶἔι ωἔ πεονοον πολεμον ποοηνειἶω χσησή Των γινει να μποοει να συνεχεια στή αποδεκτή, έτσι ωστε
τι
Τ

,

Τ

πλαισιο του ιδιου σχηματος στο οποιο αναφεοεται το πλατωνικο φιλοσοφουν υποκείμενο στους Νόμους (βλ., στο ίδιο, 125, 208, για σχετικά χωοία). Για παοα­ κ πσμπες σε αλλους αοχαίους συγγοαφείς, (Αντιφώντα, Αοιοτοτέλη, Ισοκοάτη) σχετικα μετο ιδιο εε και ελ. οποιτε Μ. Ροιιωιιι ( ιοειι λ 76 ­ εε. 16. Βλ., για παοάδειγμα, στον Πολιτικό την εικόνα της πολιτείας ως αγέλης της πολιτικής τέχνης ως ‹‹ἀγελαιοτοοοικη̃ς›› επομένως και τον οοισμό
Τ Τ Τ Τ

Τ

Τ

Τ

κ

­

­

και το Οινονθό σε όοων νίκη η ηττα και να τιοοσδιοοίἔεται η αοετή ,
Οωτή
7

,

,

ὸοχη της, είναι η ϊισθλλπθθεση ννοηνοι θεμελνωθεν με ενα ΈΟΟΜΪ «ευ πολιτευεσθαι» μιας πολης ή που να έχει νόημα το νικάν του

(268Ο1λεανελαιοκομιτήε» (2ν6ε1ο)' ή Μόνο αυτή δεν αποοοοπεται άμεσα αλ· λά έμμεσα, καθώς τη διαδέχεται η εικόνα της πολιτείας ως «υφασματος» και της πολιτικής ως τέχνης «υῷαντικης» (2791)). . 1?.Βλ. Νομ. 6Ζ7ο5­6 «ςυγγενειαν μιαν διαφεοομένην». Παοά τον τίτλο του έογου του και το σαφέστεοο υπότιτλο, ουδεμία μνεία της εικόνας αυτής γίνεται
Τ
Τ

(πο βγβχίο των Α_ με ΜΒΠΒΠΗΟ (1ο51)_

ί ηψη Οχν απΟκ);(ῖσΉ_ έ τ σύλληψη τον , εαντοι̃ν οωτήν ακῳβών τη σύλληψη, φιλοσοφουντος υποκειμένου αλλα συ κΌ_ κα του πλατωνικου σύλληψη κ ΈΟΌ επο θ , χης Ττο Ο που οωνο μονοονζεναν με νην η νίνη ηἔ ονξνονἔ σε σχεσῃ με το (ἶ15 μ οπονασοηπονε οονσμο τον ννο· οίαοχνὶ και δημοσιο ἔωη _ (τον άνδοα σονκεηοιμένα) στην ιδιωτικη και πολ ί ολοκληοη ς η στι 5 εεωτεοικες τ και σε σχεση με μια αλλα
Τ

×

Τ

Τ

3

“) ›› (στο ιο ι ο, 626 ο 8) , ”ττων (αυ̃ του το ‹‹ κ 9 ει τ των αυ τ ου ››­« ή ἔάτζνιῖμ. ολη ολο το φασμα της και για ισχυει οοολογια η ιδια λέγεται για το ατομο, ωστοσο 3­4, 9· 627ο8­10, ιδιο, πολέμου· 6Ζ7ει: του έχει βλε ή εικόνα στο σιναφοοόις που οΖ7σ10. Για την ίδια πολεμική οοολογία όσον αφοοά τη σχέση του λόγου ποος τα
.

ποση,

___.„_.__.­_ὀ­
15

Μ. Βλ” στο ίὁἰα 626θ2_3­
Βλ

(1974), μαε δίνει ποιοαδείγματα από τον Ξενοφώντα, από οήτοοες αντίληψης η οποία κινούνταν στο Αισχίνη, Λυσία), ως τυπικά δείγματα της λαίκής

ΙΙ

ηνἰτ1Κ1ετ (1990), 49­50,

και

Κ. Ι. Πονοτ ­ γενικότεοα ­ 46­54. Ο(Δημοσθένη,

22815, Πολιτ. Δ30ο­431ει. Όσον αφοοά μία ιιπαοίθιιηοη κωοίων που ομιλούν για τη σχέση λόγου­παθών κοησιιιοποιὡντας την αυτή οοολογία με την ποοαναφεοθείσα, βλ. Ρ. Ιοοιιἰε (1945), 105­109, 151 σημ. 22· στο πλαίσιο των χωοίων αυτών ο λόγος οοίςεται ως φυλαἔ (βλ., στο ιίὁιο, 106 σημ.Ι6), ως άοχων (ό.π., 107 οημ. 7). Ο Πλάτων ηδη στην Πολιτειο (43Οε­431ε) ιμιρανίςεται ενοχλημένος από την οοολογία αυτή.

βκινόμ εετιι, ειιιω­6ιι5ι›, ειοι­0, εεττ­εστι, εωε­ενω, 93484· σε άλλοις ειιιλόγοις, ελ., πούλ ει Θ οι, /ωχ. ιεωε­ετ, Ποωιαγ. που­0, Φαιεε. εετιι­Ζεεε,
Ζ56ιι7­δ3, Τιμ. 6915­72ο, Σοςοιοτ.

1

34

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

\

Η ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΔΙΑΦΟΡΑΣ ΩΣ ΔΙΑΛΛΑΓΗ

35

στεοη είκόνα· το φίλοσοφούν υποκείμενο στην πεοίπτωση αυτή κανα μία δλευαω̃λθι̃αλι̃: δεν είναλ πθέπολϋ όλλ με την ένναλα όα αποτελεί δείγμα «ασχημοσύνης››2® του λόγου των πολλών, του κοίνα αποδεκτού λόγου της ηθικής, αλλα με την έννοία ότί αυτή η οσολογία δεν ανταποκσίνεταί πλέον πσος το κσίτήσίο οσθότητας

ενός λόγου πεσί νόμωνῃ. Μετα λοίπόν τη νέα είκόνα, μετα από αυτή τη νέα σύλληψη, έλοαμε 19 τέλοἐ 109 λεἔ1λΟΥίΟΌ 7109 αυνὀεῶαν με την πθογενέ· στεοή της. Όμως, ποίες είναι οί έννοιες που αποκαλύπτονταί μαζί
με τη νέα εΜόνα› "αλ σε πολεἐ από αατέἐ τηἐ ααθλεθωμένηἐ εστίαζείκυσίως την ποοσοχή του το πλατωνίκό φίλοσοφούν υπο­ κείμενο, θέλοντας να δηλώσει τη χσεωκοπία τους; Η απαντηση στα δύο αυτα εσωτήματα αναδύεται μέσα από μία νέα κλίμακα

αξίών· ας την καταγσαψουμε:

Σε σχέση με την ασε­,ή227 σε σχέση με τσ σγσθση̃ στην σψηχό­ τεση, τοίτη, βαθμίδα ευσίσκεταί αυτός που ουλλαμβανεί, κατ° ασ­ χας _ ματ αυτό είναί τα πίο θεμελιώδες καί την πολιτεία ως τη συλλαμβανεί μία νέα είκόνα, μέσα από όχί μόνο αυτή στο συγγένεια μία δίαφεσομένη, καί εσγαζεταί γία να επίτευχθεί που, όπως σητα λέγεταί, είναι πέσαν πλαίσίό της η ὁιαλλανή καί η φιλία· στη από την απώλεια οποιουδήποτε ανθοωπου όπως καί στην ο οποίος αυτός ευσίσκεταί δεύτεση βαθμίδα συνεχίςεί να λείτουσγεί πσώτη, που είναί καί η χαμηλότεοη στο πλαίσίο της πσογενέστεοης είκόνας, της είκόνας του πολέ­ μου, αυτός ο οποίος συνεχίζει να ομιλεί γία «βέλτίους» καί ‹‹χείοους››· πιο συγκεκσίμένα, στη δεύτεση βαθμίδα είναι εκείνος που αφήνει να ζούν οί «χείσονες», αφού τους κανεί με τη θέλησή τους, εκουσιίως, να δεχθούν να αοχονται από τους «χσηστούς», οί οποίοί θα ασχουν· στην πσώτη καί χαμηλότεση βαθμίδα ευσίσκε­

­

­,

­

­

­

­

­

Τον πολεμικό, αγωνίοτίκό χαοακτήοα της οσολογίας κοείττων εαυτού ­ ήττων εαυτού υπογοαμμίςεί ο Μ. Ροίιοειίιὶτ (1984), 75­79, ο οποίος καί σχολίαζεί­ εντασσεί στο πλαίσιο αυτό το χωοίο 6Ζ6α­ε (βλ., στο ιδιο, 79­84). Τόσο ο ΡοίιοέίιΙτ όσο καί ο ι̃Νἰτ1Ι‹Ιετ (βλ. σημ. Ι 15), που ακολουθεί πίστα τον Ροίι‹:ειυΙτ (βλ. Π. όπου παοαπέμπεί σε αυτόν), αγνοούν ότί αμέσως στη ι̃Νἰτ1Ι‹Ιοτ (199Ο),5Ο συνέχεία του 6Ζ6α­ε, από το 6Ζ71›, αίσεταί η οσολογία αυτή καί τελίκα τ0π0θετ8ί· ταί στή χαμήλότεσή ηθική/νΟμ0θεττκτι̃ βαθμίδα με ττσώτυ μία νέα σύλληψη: τη δίαλλαγή,τη θεμελίωμένη στην εικόνα της συγγένείας μίας δίαφεοομένης. Θα πσέπεί μαλίστα να σημείώσουμε ότί πσόκείταί γία μία ευσύτεοα εννούμενη του κοείττων­ήττων εαυτού εγκαταλειψη των δίπολίκών οχηματων (βλ., στο ίδιο, 627153­(14). Ο Ρ. λλἰοΙΗ (1989), ομίλώντας γία τον Ρουοειυκ καί ουσίαστίκα επανα­ λαμβανοντας τα όσα λέγεί ο τελευταίος γία το σχετίκό θέμα, ομίλεί γία το ηθίκό που ήταν η κυ­ τέλσς των ασχαίωγ Ελλήνων _ νιαί επομένως του Πλατωνα σίασχία επί των ηδονών (βλ., στο ίδιο, 51 καί 52, πσβλ. 73­74). Στο ίδίο συμπέ­

­

­,

σασμα με τον Ροίιοαυὶτ γία τον Πλατωνα των Νόμων, καταλήγει ο Ι. ΜοΙὶτιο (1978), 3, ίσχυσίζόμενος ότί ο Πλατων στους Νόμους (6Ζ6‹:1­6278) πασαμένεί πίστός στο πλαίσιο του κοείττων εαυτού. ΖΟ.Στο ιδιο, 6Ζ7α1­Ζ. Ζ1. Βλ., στο ίδιο, 627α1­4.

Βλ., στο ίὁιο, 6Ζ7ε4: «ποὸς ἀοετην». πσβλ. 628ει4. ίὁιο, 627α11 «αμείνων» Το «τσίτον... ποὸς αοετὴν» (627ε4) δημίούσγησε, είναι αλήθεία, πολλές δυ­ σκολίες. Ο Τ.Ι.. ΡαιτςΙε (1980), 384, γία πασαδείγμα, λανθασμένα εομηνεύεί το με γνώμονα χωσίο θεωσώντας πως τοποθετεί τοίτο από αποψη αἔίολόγησης την αοετή το νομοθέτη της δίαλλαγής καί πσώτο το νομοθέτη που χσησίμοποίεί τη βία. Υπαοχεί, επίσης, μία σύγχυση στο κείμενο του ΡειιπςΙο: ενώ, όπως είδαμε, λέγεί ότί κατα τον Πλατωνα η δίαλλαγή είναίτσίτη από αποψη αξίας όσον αφοσα την ασετή, στην ίδία σελίδα (βλ. στο ίὁιο, 384), γσαφεί ότί ο στόχος γία τον Πλα­ τωνα δε θα είναι ο πόλεμος, η βία, αλλα η δίαλλαγή· γία να εξηγήσείτη δίαφοσα που δημίουσγεί η πσοαναφεσθείσα εομηνεία του μεταξύ στόχου του νομοθέτη καί κατα τη γνώμη του της ασετής, δίνεί ο ίδίος την εξής δίευκοίνηση: επειδή ασετή καί νομοθεσία δεν έχουν την ίδία στόχευση, γί' αυτό ο Κλείνίας, επίλέγεί ως στόχο (του νομοθέτη) τη δίαλλαγή, αν καί είναί τσίτη από αποψη ασετής. Όμως η νομοθεσία των Νόμων στοχεύει στην απόκτηση αοετής από τους πολίτες· πώς μποοεί λοίπόν να μην έχείτο ίδίο τέλος με αυτό της ασετής; Τί ασαγε συμβαί­ νεί; Ούτε η εομηνεία του Ρειπς1ο είναι οοθή, ούτε η δίευκσίνηοη που στη συνέχεία πσοσφέοεί γία να αοεί τα πσοβλήματα που δημίουσγεί η λανθασμένη αυτή εομη­
ΖΖ.

Ζ3. Βλ., στο

­

­

­

­

νεία.

τ

36

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Η ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΔΙΑΦΟΡΑΣ ΩΣ

ΔΙΑΛΛΑΓΗ

37

τατ, τέλος, όποτος απεοναζετατ την απώλεια των «κακών», κατ ποοσταζετ τους «βελτίους» να αοχουν του εαυτού τουςῃ. όπως εμφανττκα τονίςετ το Αυτη η υψηλότεοη βαθμίδα του νομοθετείν κατ της υποκείμενο πλατωντκό φτλοσοφουν όττ ποοσδτοοίςετατ με βα­ απονομής δτκατοσυνηςΖ5 , που είδαμε

­

ση την ηθτκή νλώσσα η οποία ομτλεί ντα αοετή κατ αναθό, αντα­

­

­

Γἕο το κολτἠολο οοῖοι ποο οποφομχο Το ποοοομοοίοοἔμει θα ομιληοοομε ονολομμα οῖο επομενα” εμεοίο ποο εοω ποοελολ οί· νατ να παοαμετνουμε σε ολα οσα λενοντατ απο το πλατωνίκο φτ­

ποκοίνετατ ποος, τκανοποτεί, το μη ηθικής νλώσσας κοττήοτο της οοθοτητας26, που θα ποέπετ να πληοοί ένας νομοθέτης κατ ένας
πολτττκός".

Στο συνκεκοτμένο χωοίο το [ποώτον], [δευτεσον], «τσίτον» αναφέοετατ στη αυτός σετοα δτήνησης­παοαθεσης· επττυνχότνετατ έτστ να αναφεοθεί τελευταίος ως με τον οποίο αποκλετσττκα θα ασχοληθετ στο 6|Ζ7‹ἶ­6Ζ8ο, νταττ αξτολοντκα, Εηςὶετττα Ο Ε.Β. ποωτος. ετνατ πσσς την αοετή και την νομοθεστα που την αφοοα, (1921), Ι, 202 αναννωοίςετ τη δυσκολία του ‹‹τοίτον... ποος ὸτοετην», κατ θεωοετ τελτκα αν κατ από ποώτη αποψη φαίνετατ να εννοεί τοίτος ως ποος την αοετή,
όττ

λοοοφοον/οποΪίελμενο| ολοτοίο με τη νέα μομ την ποογονεοτεοη ετκονα; Μτα νεα λοτπον Ομλλμψη ποοβολλετομ οΐην οολη του βε­ βομωμενο Όοτοοοο εογοο οπου ανελλοοετομ/ο λοι̃ἴοἑ Τομ πλοτωλμῖ κοοΪολοοοφοονΐοἐ/οπομελμενοο­ Μοτο απο οοτηνῖ Μο μεσο απο οοτηνι Το νομοθετελν λίομ η οοίοοοοολοι̃ι η πολοοοι̃ οολλομβονοτ κατ δτόλου τυχαία όπως θα δταπτ­ ντατ δταφοοεττκα, ή μαλλον στώσουμε στη συνέχετα μέσα από τη νέα ετκόνα ένα νέο βλέμ­ μα28 ντα το νομοθετείν κατ τη δτκατοσυνη, ντα την πολτττκή. ποσ­ βαλλετ. Πέοα από το χώοο της πολτττκής κατ του δτκαίου, το νέο αυτό βλέμμα δτοτπεονά, όπως δτοτκοτβώσοτμε, την ηθτμή γλώσσα και οδηγεί σε μία νέα θέαση τη€ (ω̨ετήἐ, ΈΟΌ αγαθού, κο", τελικα εαυτού· ΑΌ­τή σύλληψη είνω τόσο θεμελβώὸι̃κ

­

­

τα νόημα απ Φοααήε είναττοίταέ «σε μία αναδαή κλίμακα» (ατα ίδια/2ο2λ Ετμ· αιτμαίνα επίοηε όττνταςτονε αοκαίανε/'Ελληνεε 0 τοίτοε ήταν ααεοοε ααθμἕη̨̃ι ειχε καμια συἶδεση με Ήἶ ω̨πηἐ κατηγοῳαἐ _ π?@απεμποΉα§'Οδ α' κωόῃδἶν στο χωοτο 71”|οΖ­4. Η μεταφοαση,τελος, του Τ.]. Βειτιοαοτε ( 197ἶ), ἶθ, αποτμευνετ αποδοση παντελώς τη συνχυση που θα μποοουσε να ποοκαλέσετ μία «κατα λεἔη» ὸτοετην» ποὸς ‹‹τοττον... φοασης της ουσία του κετμένου, καθώς μεταφοότζετ την (η υπονοάμμτση οειιει μιαςτ­±›› εναι αμα μπω ααα ετ ριουτωτν ως «Αμα ντε εεττ
δμμι̃ μα€)·Δεν είνατδτόλαμ

Μαίου, ήθτκης κατ ΕΟΠΠΟΌ ματ να εννοηθεί κατ θα δτΟτπτΟτωσΟυ με Οτη Οττνεχετοτ ντα αλλα θέματα, όσο θεμελτώδης κατ σημανττκή ντα την αο­ χατα ελληντκη καλλτεονετα ήταν ή ποονενέστεοή αι̃ἐ­ Θα ποέπεμ επίσης, να ποοσέἔουμε κατ καττ αλλο: το όττ ο λόνος ντα τη νέα
Ἰἶη ντα ΤΟ/ Ογθ πεοτ πολτττκής,
Οπως Οτφηνετοττ

­

­

αααία

μετα όλα ααα παααναφἐοθημανιομοΡαΠΒΙθ

των

όσον αξρόἶόἑἐη̨ μετη̨̃ῖρἕι̃ἕἔ (1980) εἔαθχἠἔ εῦναἔενωῖἰά εἔωοετἕἶά επωἶίἔπαόἔ >› Ν ί ν από το ετττττ οτε, επετ η αυτη εν ετνατ «κα ΡΗΠ Ια βλ ΗΡ ΜΠΒΥ (1983) 11­ ΠΜ. . Ομωλλ. . · ἔ θἔ ο Τ μη τηἔ ο | ἶἔντομη Οι α εΌ τοχη κοι
· ·
Ξ

­

Ώ

κλίμακα αζτών κατ την πεοτνοαφή της, βλ. Νόιι. 6Ζ7ὸ11­ ποώτη 628ε3. Ο ΗΡ. θτεμέν (1983), 36, ταυτίςετ­συνχέετ τη δευτεοη με την
Ζ4. Γτα αυτή την

γοἔ της νἶαἔ ελκολ/α§> εῳαλ η πἔοω­ΕΟ εση για νοκκα τη θεμελτωσή 0π0τ0υδηπΟτε λΟνΟθ θα Οτ%ΟλΟΌθήΟετ κατ θα αφοοότ το ανττκείμενο του δταλόνου που είνατ ο λόνος ντα μία αποδεκτή από το πλατωντκό φτλοσοφουν υποκείμενο πολτ­ τεία, είνατ ένα συμβάν που επιθυμεί να υπογοαμμτστεί μέσα από , , , , , , τη θεση που αυτο κατεχετ στην ολη εσωτεοτκη οτκονομτα του εο­ / / / νου: ποοηνεττατ οποτουδηποτε αλλου λονου, ποολονίςετ οποτον­ δήποτε άλλΟ λόνο.
>

Τ0τνΟ”ηΟΟθμε

α

α

βαθμίδα. 25. Βλ. ινότι. εεεειι­5. αυτό 26. Βλ. στο ιδιο) 6Ζ8ἀ5­6: «ὀοθῶς», 6Ζ7‹:Ι3: «ὀοθότητος». Γτα το κοττήοτο Μαῃη σημασία Έθνη βλ. 1.23·

'

28. Βλ. τον όοο «αποόλἐπων» (6Ζ7ει7, 6Ζ8α6) ντα την ποώτη ετκόνα. Ασφα­ λώς, η νέα ετκόνα είνατ αποτέλεσμα ενός νέου βλέμματος· ντα τη σημασία του

27. Βλ., το ιίὁιο, 6Ζ8ὀ: 7,5, αντίστοτχα.

αφοοάν οτο ίολο έογοι βλ­

2­1­

1

38

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΑΑΜΠΡΕΑΛΗΣ

Η ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΔΙΑΦΟΡΑΣ ΩΣ ΔΙΑΛΛΑΓΗ

39

Θα ποέπει όμως να θυμηθούμε ότι η εικόνα αυτή δεν εμφανι­ ζεται για ποώτη φοοα στο πλατωνικό οστριιε: γνωοα̃ςει την ποώτη της αναδυση στον Πολιτικό29: εμπεοιέχεται στην καταληκτική

ρήἰῳῖ.
­
­,

γ

ποόκειται για μια 29. «διαψοοαν τοις ξυγγενέσιν ές τι» (Πολιτικ. 30606) βλ., στο ιδιο, 30687, 306τι11­84. Όχι μόνον η ουγκεκοιμένη εικονα, συγγένεια όπως τον αλλα και ολόκληοος ο πσοβληματισμός του Πολιτικού για τη διαφοοα ψσχεξμ παοακολουοουἕλουνοπιικα στοἐιαοἕι κε‹‹η̨̃ῖιλ1‹:ιι‹3ν­,(:ι¿ιιι

­

Ξ

199 πλατωνλλελὐ φιλοσοφθΰνι̃ι̃οε Όπ0· Ελεατη ἔενολλι λογω ΪΕΟΉ 0008) Την πθοσελἶικά σε αλλολλἦ λογολλἔ εἔεθγασμενη θεωθλα ΤΟΉ λδλολλ ωἔ Σωκθατη Υλα την ενότητα της αοετής30· για το λόγο που την εξαγγέλλει λέγεται μάλιστα ότι ειναι θαυμαστός και μη ειωΘώς31, δηλαδή ενας ατο­

φοάςἶη του

Οὴύλ/Τοιλολλ λλἶγολλ

λἶελμενολλ 999

λ

τουνμπῖ

­

δδδιΐἔῖαη̨' αἶχήν ςῖδωττιῖοδλι̃χκῖι δτλἶσυἶλἔἶιειαοσἑα αίλλα ιἶεφαλαιαῖήι̃ς μελέτης μας

μας οδηγούν στο συμπέοασμα ότι σε σχέση με την ποοβλη ματική της διαφοοας Ο Πολιτικός συνδέεται στενα με τους Νόμους· εμπεοιέχει την ίδια ποοβληματικιι̃ όπως θα δούμε σε επόμενα με τους Νόμους, μόνον που αυτοι οι τελευταιοι κεφαλαια ¬ δοκιμαζουν να επιλύσουν το αδιέἔοδο το οποιο η ποοβληματική αυτή δημιούογησε στον Πολιτικό. Αυτό το συμπέοασμα για τον ύστεοο Πλατωνα, θέμα, δε στοχεύει να αποτελέσει έστω κι αν ειναι καιοιο που αφοοα ένα σε σχέση με τους Νόμους, ούτε καν επιο­ του Πολιτικού χοονολόγησης κοιτήοιο οωσης μιας ήδη διατυπωμένης από αλλους χοονολόγησης, για τους λόγους που

­

Π­
πΟ§32

Διαπιστωνουμε λοιπόν ότι στους Νόμους εμφανιςεται σ ιδιος, άΤ0πο€7 λόγος να ομιλεί για τη ὀΒαφΟ@ά7 σιυνεχίζονταἐ έτσι) και̃μ
αοχας, τήν ποοσπαθεια του ύστεοου πλατωνικού φιλοσοφούντος

λογΟ€·|

Ὁποπελμένοῃυ

να δδακῳβώσελ Τη σχέση τηε τόσο π©0ς Το «ἔωοον»

­

­

οοισμένες Επιστολές και γεγονότα σχετικα με το Διωνα και το Διονύσιο, συμφω­ νει με τα συμπεοασματα του ΒιΙΙὶς: ο Πολιτικός γοαφτηκε αοχές του 367 π.Χ. και τα δύο ποώτα βιβλια των Νόμων αογότεοα την ιδια παντοτε χοονια. Για μια παοουσιαση των απόψεων του ΒΙΙΗΒ και του ΚειΙυεΙτε, ο οποιος κατέληξε σε

Μο), ότι οι με φιλοσοφικα κοιτήοια χοονολογήσεις Θα ποέπει να σημειώσουμε των δύο αυτών έογων συμφωνούν τόσο μεταξύ τους όσο και με τις πλειστες των υφομετοικών: σ Πολιτικός ποοηγειται και ειναι στενα συνδεδεμένος με τη φιλο­ σοφική ποοβληματική των Νόμων, λέγουν οι ποώτοι, χωοις ωστόσο να εντοπιςουν ή να αναγουν την ποοβληματική αυτή στο θέμα της ποοασπισης της διαφοοας και της σχέσης απλού (φιλοσοφικού λόγου, νόμου) ποος αυτήν (βλ. Γ. ()ειιυρδεΙΙ (1867), ΧΙἰΧ­Ιὶν, Ρ. Γτιεόκἐοόετ (1969), 299, 1. Οοιιὶό (1955), 211, Α.Ε. Τενὶοτ (1961), 246­248. Ο Γ. Βτεοαννοοα (1990), 3­248, εξετάζοντας τα συμπεοασματα των υφομετοικών μελετών από τα μέσα του 19ου αιώνα (βλ. Γ. ()ειιυρ1›εΙΙ (1867)) ως τη σημεοινή εποχή (βλ. Π. Ψὶεοεττ και 8.ν. Τι­:ειοΙτ (1970) 90,99), καταλήγει (στο ίδιο, 249­252) στο να θεωοήσει τον Πολιτικό αμέσως ποογενέστεοο των Νόμων ¬ με μοναδική παοεμβολή το Φιληβο (ποβλ. και Η. ΤΙτεεΙοίί (1989), 20 παοεμβαλλει όμως αυτός και την Ζ| Επιστολή). Να σημειώσουμε ακόμη ότι ο Γ. στο ποώτο Βὶιϋς (1920) έχει την αποψη ότι τα δύο ποώτα βιβλια των Νόμων από τα οποια ειδαμε να ανήκει η ποοαναφεοθεισα εικόνα που απανταται και ειναι από γλωσσική αποψη πολύ πιο κοντα στον Πολιτικό απ' στον Πολιτικό και θα ποέπεινα συνδεθούν με αυτόν (βλ. στο ίδιο, 234 ποβλ. αλλα δέκα, ό,τι τα 233). Ο Γ. Α. Ροετ (1929), 12, ουνεξεταζοντας στοιχεια του Α4 και Β” βιβλιου πσος
αναφἐοονμε
0­Εη

Ο­υνέχεγα (βχς σημ.

­

­

­

­

, βλ. Γ. Βτεηαινοοό (1990), 183 206· ο ιδιος ο Βτεοαννοοό (στο ιδιο, 206), μετα από στατιστική διεοεύνηση των δεδομέ­ νων του ΚειΙιιεΙτει δέχεται ως πιθανό το ποομνημονευθέν συμπέοασμα του ΒιΙΙἰς. Ο ΟΚ. Γεαςετ (1989), του όποιου τα συμπεοασματα δεν πεοιλαμβανει στη μελέτη του ο Βτετιόννοοό όπως οητα ομολογει ο τελευταιος ((1990), ἰΧ, σημ. 2)­, τοποθετει επισης τον Πολιτικό ποσ των Νόμων, και μαλιστα χωοις την παοεμβολή του Φιληβου (βλ. Ιιεόςετ (1989) , 205­206), τονιςει δε τη στενή σύνδεση Νόμων­ Πολιτικού. Τέλος, ο Ρτἰεόὶεμοετ (1969), 299, υποστήοιξε ότι οοισμένα μέοη των Νόμων γοαφτηκαν την ίὁιοι εποχή με τον Πολιτικό· ο δε ΒὶΙΙἰς (1920) διατυπώνει κατα τέτοιο τοόπο την ποότασή του για την σύνδεση των δύο βιβλιων των Νόμων με τον Πολιτικό, ώστε ισως να εννοει ότι γοαφτηκε ο Πολιτικός όχι ποιν αλλα ουγχοόνως με αυτα τα δύο ποώτα βιβλια (βλ. και Βτετιόννοοεὶ (1990), 184 σημ. 12 σχετικα) ότι ίσως γοαφτηκε ο Πολιτικός συγχοόνως με τους Νόμους το υποθέτει καιο Γοαςετ ((1989), 204) καιο Βτειτιόννοοό ((1990), 206). 30. Για το λόγο αυτό, βλ. Πολιτικ. 306ει4­06. Για την αποψη ότι ο λόγος αυτός αιοει την ενότητα της αοετής, βλ. 1.2.1. 31. Βλ. «θαυμαστόν» (στο ίὁιο, 306 Β6), «ουκ εἰωθότα» (306δ13). 32. Οι χαοακτηοισμοι θαυμαστός και μη εἰωθώς για το λόγο, οδηγούν στην ατοπια· το θαυμαστός, θαυμασιον αποτελει συνώνυμο του ατοπου (βλ. το λήμμα «άτοπον» στο λεξικό της Σούδας), ενώ το μη ειωθώς ουσχετιςεται επισης με τον ιδιο όοο (βλ. Φαίὁ. 59ε).

­ παοόμοια συμπεοασματα με τον ΒὶΙΙἰς ­

­

­

­

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Η ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΔΙΑΦΟΡΑΣ ΩΣ ΔΙΑΛΛΑΓΗ

41

του Σοφιστή όσο και ποος το ‹‹ὲναντιον››. Στο Σοφιστή η διαφοοά, όπως είναι γνωστό, εξετάζεται σε μεταφυσικό, οντολογικό επίπε­ δο33. Ωστόσο η διεοευνηση που επιχειοείται εκεί δεν επαοκεί στον Πολιτικό34, και αυτό γιατί αντικείμενο του Πολιτικού είναιη πολιτικη, και αντικειμενο της πολιτικής, συμφωνα με το συγκε­ κοιμένο διάλογο, είναι η διαφοοά ως είναι του γίγνεσθαι του κό­ σμου των ανθοωπίνων· το είναι αυτου του γίγνεσθαι δεν μποοεί να πεσιγοαφεί ως συνιστών εκφοάσεις του «ταυτου» και του «ἑτέοου». Το «ἕτεοον» ως διάφοοον («άνομοιον››) γνωοίςει στο διάλογο αυτό μία ποαγμάτευση η οποία τοποθετεί τον Πλάτωνα θεμελιωτη της ποοσπάθειας για συμβιβασμό της πολλαπλότητας

με μία αθλή ενόΐηταεὥι Θα ποέπει επίσης να σημειώσουμε ότι στον ίδιο διάλογο απουσιάζει το «ταυτὸν» και τη θέση του κατα­ λαμβάνειτο ‹‹ποοσόμοιον»36. Όμως δεν είναι μόνον αυτό: η συλληψη της συγγένειας μιας διαφεσομένης στο διάλογο αυτό έχει ως ποουπόθεση της, αποτε­ λεί σημα που αφοοά, την άοση του μη «ὀοθου λογου››37, άοση θε­ μελιώδη για την εομηνεία του διαλόγου Π0λιτικό£38ι Ο μη «δοθός λογος» που επικοατεί μεταξυ των ανθοώπων συλλαμβάνειτο διά­ φοοο, ως αλλότοιο, ενόττιο, εχθοικό, και όποιον δεν είναι ποοσό­
μΘ1Ο€›

ωσάν να είναι πθλέι­110539 με τον άλλο· επικοατεί ὁυσχέοεια ποος αυτόν, ασπασμός και φιλία ποος τον ποοσόμοιονλθ· σημα

επανα­ ακοιβώς αυτης της άοσης του μη «ὀοθου λόγου» είναι τη θέση του λαμβάνουμε η συγγένεια μία διαφεοομένη:

­

­

οοιοιιοε της στο διάλογο οιοτοι έχει σε οἔης: το «μὴ σι» ειναι ως ιειε­ απλώς και μόνο σημειώνει ο ΚΡ. 8τει1Ιογ σον» (βλ.Σοφιστ. 2541:­259ο). Οοθά (1983), 21­22, ότι τον Πλάτωνα τον απασχολουν στη μεταγενέστεοη της Πολιτείας εκτός των άλλων φάση της φιλοσοφίας του (Θεαιτητος, Σοφιστής, Πολιτικός) οι έννοιες «ταυτον», «διαφοοά», και συγκεκοιμένα το πώς και ως ποιο βαθμό μποοουν να συνδυασθουν μεταξυ τους· οοθά επίσης ο ίδιος επισημαίνει ότι κατά τις ποαγματευσεις αυτές σ Πλάτων δίνει έμφαση στην εμπειοία, στον κόσμο της εμπειοίας, της ποαγματικότητας. Όμως: (Ι) εκείνος θεωοεί ότι «ίσως» (στο ιδιο, 22) αυτή η αλλαγή αντικειμένου να συνδέεται με τη νέα έμφαση που δίνει ο Πλά­ των στην πολιτική του σκέψη, ενώ η δική μας άποψη είναι ότι σίγουοα η αλλαγη αυτή οφείλεται στην ποομνημονευθεία έμφαση. Επίσης (ὶὶ) ο 8τειΙΙογ διατυπώνει την άποψη ότι η συνδεση αυτή έγκειται στο ότι ο Πλάτων ομιλεί για πόλη της εμπειοικης ποαγματικότητας (Νόμοι) και όχι ιδεατη (Πολιτεια), ενώ εμείς διατυ­ πώνουμε την υπόθεση ότιη σύνδεση έγκειται στην ποοβληματική συναομογης της στο ενδουποκειμενικό πεδίο και κατ' ασχην και θεμελιωδώς διαφοοάς Ο Κ. ΜοττΙεγ (1988), 9, απλώς επα­ επίπεδο. σε ενδοπολιτειακό στη συνέχεια ναλαμβάνει τη διαπίστωση ότι στο Θεαίτητο, Σοφιστἠ, Πολιτικό απασχολεί τον Πλάτωνα η διαφοοά· ωστόσο αυτός, όπως και ο 8τεΠογ, εξαιοεί τους Νόμους, ενώ κατά την άποψη μας η ποοβληματικη της διαφοοάς συνεχίςεται και ολοκληοώ­ νεται στους Νόμους. 34. Όπως επίσης δεν επαοκεί, στον ίδιο διάλογο, ο οοισμός της πολιτικής στην οποία ποοβαίνει ο λογικο­μεταφυσικός λόγος ως διαίοεση (:η πολιτική ως βλ.καισημ. Ι 16). αγελαιοτοοφικη
33· Ο

­

­

­

_­στ
35. 36. Βλ.

επυθσομοίουεκ άοα καταλαμβανελ η συγγένεωϋ το «στέθγελν» μἀσπἀἔεσθαλλλ) πολλ αφοῷά «ΤΟΠΖ ἀνΟμΟίΟυς»λ1. Αυτή ακη̨ιβώς 77 άθσῃ του μη «ὁΩθΟυ̃ λό)/Ου» έχω ωθ­ συνώνυμη έ%φ©ασἠ τηἔ τη
έστεωελν» (ἶασπἀἔεσθωἶ)
που αΦΟΩά
17099
ΈΟΌΞ Ολ­λ”Υγενελ8›

Για το θέμα αυτό, βλ. 1.2.1. στη συνέχεια. Πολιτικ. 31θο6: «πσοσομοίους».

­

­

­

­

37.Στο ιδιο, 31004. 38. Για αυτό και για άλλα θέματα που σχετίςονται με την έννοια της διαφο­ σάς, και πιο συγκεκοιμένα: με την εκκάλυψη της αἔιολογικής ποοτεοαιότητας της διαφοοάς καιτην ποοάσπιση της, στον Πολιτικό, βλ. Δ.Ν. Λαμποέλλη (1990). 39. Βλ. Πολιτικ. 3Ο7σ3­4, για το διάφοοο ως αλλότοιο και εχθοικό· για το ενάντιο, βλ. για παοάδειγμα στο ιδιο, 3Ο6ο9, 3Ο91›6· δίδεται μάλιστα η εξης διευκοίνηοη για το ενάντιο: «οἶον πολεμίατ... στάσιν» (3Ο7ο4).

­

­

40. Βλ., στο ιδιο, 31004­8.
41. Εφόσοιἶ τελικά η διαφοοά των μοοίων της αοετης (ανδοεία­σωφοοσυνη) ανάγεται στον Πολιτικό (307ο5­7) σε διαφοοά ανθοώπων (ανδοείοι­σώφοονες), οι σχέσεις μεταξυ των μεοών­μσοίων της αοετης μετα­φοάζονται σε σχέσεις μεταξυ ανθοώπων: «συγγένεια», «συγγενής» (άοα: στέογειν*, ασπασμός**, φιλία), αλλότοιος (: εχθοικός, πολέμιος, αντικείμενο της έκφοαοης ‹‹δυσχέοειας››)· και αντιστοόφως: αυτην ακοιβώς την αναγωγή ποσυποθέτει στο ίδιο έογο η με­

­

κ2

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΑΛΗΣ

Η ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΔΙΑΦΟΡΑΣ ΩΣ ΔΙΑΛΛΑΓΗ

43

ὁιαλλοιγἠη̨, στη νλώσσοι των Νόμων· τελικός στόχος, πασόιλληλα, είναι η φιλία, και στις δύο πεσιπτώσεις" μία νέας μοσφης φιλία πσος τη διαφοσόιω· ώστε η διαφοσόι εν πσοκειμένω, ακόμη και αν εμφανίςεται ως εναντιότητα, ως συνώνυμη της ετεσότητας ­ ενα­ ντιότητας, δύναται να όισει την σκλησό πυσηνα του χασακτησα της αυτού, ο οποίος δεν είναι κατ” ανόιγκην" οντολογικόι πσοσ­ όπως στο Σοφιστἠ , αλλόι δυνάμει αισόμενος διοσισμένος χόιση στην όισση του μη «ὀσθού λόγου», δηλαδη χόιση στην επίτευ­ και να εμφανισθεί ως ηπια μοσφή ετεσότη­ ἔη της διαλλαγης

­

­

­,

τας, ως συγγένεια μία διαφεσομένη.

_ἐ__°ζ___“
ταφ®9ά“ε®"όν®®

ασετης.
τ

"λε

συγ`(ένε'®®Ξ Μας δ“αφε@0μένη`Ξ όσον

αφω̨α την εννοια τηἑ

Το σι̃έογεγν σημαίνε, ωσθήματα αγάπηε και πωδωάη̨̃ή μεταξύ φίλων­

_

συνηθως αναμεσα σε γονεις

Ωστόσο δεν μας λέγει μόνον αυτόι σε σχέση με τη διαφοσόι ο Πολιτικός, και δεν είναι μόνον αυτα που, κατά καποιο τσόπο, επα­ ναλαμβόινονται στους Νόμους. Στον Πολιτικό το αντικείμενο διε­ σεύνησης φαίνεται να είναι η πολιτική, και τελικα είναι η διαφοσόι· όμως δεν είναι μόνον αντικείμενο διεσεύνησης αλλόι και μέσιμνας πσοόισπισης της, και αυτό γιατί διακησύσσεταιη οιξιολογική πσοτε­ η οποία αναδει­ σαιότητοι̃ της, που θεμελιώνεται στην εμπεισία κνύεται πσωτασχικης σημασίας για αυτην την πσοσπόιθεια· για να είμαστε πιο συγκεκσιμένοι: από αφοσμη τους νόμους και θεμελίω­ ση εμπεισικη λέγεται κατ° ασχόις ότι «αδύνατον ευ εχειν πσος τα μη δεποτε διπλα τὸ δια παντὸς γιγνόμενον ὁιπλου̃ν»Δ6· το απλούν επιτίθεται", επιτάσσει" το μη απλούν, τη διαφοσόι, και τότε το «αδύνατον ειἶ ἔχειν» που πσοβόιλλει μέσα από τη σχέση του λόγου πΩ0; τη διαφουόι, εγκαθίσταται στη διαφοσόι από το λόΥο που την ι , ι εχει επιταξει. ο ηδη «χαλεπος» βιος των ανθσωπων καθισταται σε αυτην την πεσιπτωση «αβιωτος››^9.

­

9

9

9

9

** Το ασπόιζομαι σημαίνει τελικα ολοκλήσωση του στέσγειν μέσα από όπως το φίλημα και ο εναγκαλισμός. έμπσακτες εκδηλώσεις (Και για τις δύο αυτές λέξεις, βλ. τα λήμματα «στέσγω», ‹‹ὸιοπαζ,ομαι» στο Ειιἔἰιελι­Οτεελι βεκἰοοιι, οσε Η.Ο. Ι.ὶι:ὶσεΙ1­Β. Βοοττ (Η.Ξ. Ιοιτοε, Ιἰ. Μ‹:ΚεσΖὶε)

­

46.Στο ιδιο, 29407­8
Α7.

Βλ., στο ιδιο, 299133: ‹‹θέσθαι... ἐπὶ» το απλούν ως νόμο· τίθεμαι επί,

(οποιο: οιιιιεῃειοιι Ριειι, ειειιεχν. ιι, ι639,ιιώ 1, 258, αντιστοιχο). 42. Βχ «ὑπὸ ὀιαχχαγ ῶν» (6281;8), «διαλλαἔας» (6Ζ8ε1).
Α3, Βλ_

αυτόν ακσιβώς το λόγο πσέπει να εσμηνεύσουμε υπό το πσίσμα των χωσίων Πολι­ τικ. 310σ4­8, Νύμ. 6Ζ7‹111­6Ζ8ε3 και κυσίως του δευτέσου την εξής δήλωση: «ἐκ διαφοσας εἰς φιλιαν πεισατὲον αει καθισταναι τοίς νόμοις» (στο ιδιο, 86ΖεΔ­ 5). Το θέμα της φιλίας αναφέσεται σε πολλές πεσιπτώσεις και υπογσαμμίςεται έτσι η σημασία του· βλ., για πασόιδειγμα, στο ίδιο, 6Ζ8ο11 (για φιλοφσοσύνη), 7Ζ9ό­73Οε, 640137­8 (για φιλοφσοσύνη και φιλία), 693υΔι, 693ο3, 701ό9, και ακόμη: 743078 για μία .ωτάκογση όμως της φγχοωτγοῷ βχ γ31θ­732ι›_ 45. Εκτός βέβαια ακσαίών διασποσών εντός της διαφοσόις, όπως οι θεωσητι­ κοί τύποι της σωφσοσύνης και της ανδσείας· το ίδιο το πλατωνικό φιλοσοφούν υποκείμενο στον Πολιτικό είναι πσοσεκτικό όταν αναφέσεται γενικα στη διασπο­ τεινουσας» (3Ο91›6), «και σόι πεσιπτώσεων που είναι η διαφοσόι: «ἐναντια σχεὁόν ώς τὸ πολὺ» (3Ο7σΖ), «πσὸς την ἀνδσειαν μα̃λλον σέποντες» (3θ8ει4).

44.

Πολιτικ. 311ο1,Νομ. 6Ζ8ε3. Διότι φιλία διακσίνει και την ενότητα της ασετής (βλ. Πολιτικς 3Ο6ο1). Γι,

­

­

στην ποοκειιιένη σημαίνει στο κωοίο αυτό την επι­θετικη ενέονεισ. τι οποία εγκλείεται στην επιτακτικότητα του απλού πσος τη διαφοσόι. πεσίπτωση (18. Βλ., για πασόιδειγμα, στο ιδιο, Ζ44ο5: «ἐπέταξεν». 49. Για τα τσία πασαθέματα, βλ., στο ιδιο, 299ε9­3Οθει1. Θα πσέπει να σημει­ ωθεί ότι καμία έμφαση δε δόθηκε στο σχετικό, θεμελιωδέστατο κατα τη γνώμη , χωσίο του Πολιτικού εκ μέσους των κυσιοτέσων μελετητών του (Μ.Η. μας ΜἰΙΙοτ (1980), Η.Κ. $οο‹1οΙ (1987), Ι.Β. 8Ι‹εοτρ (1952)). Επίσης, δε συσχετίστηκε το χωσίο αυτό, ούτε εκ μέσους των μελετητών του Πολιτικού ούτε εκ μέσους των

­

­

­

­

μελετητών του Τιτιαιου (τουλαχιστον αυτών που ενδιαφέσονται για το σχετικό αλλόι και: ΕΜ. θέμα: Κ. ΜοττΙογ (1988), 9­13, Ε. Βτὶεεοιτ (1974), 270­275, 526, Οοτοίοτσ (41956), 59­66, ΑΕ. ΤεγΙοτ (1928), 106­136), με ένα σημαντικότατο χωσίο του Τιλιαιου (35ει1­Β1) όπου λέγεται ότιη διαφοσα είναι ‹‹ὁύσ,ιιεικτος›› και ο δημιουσγός την «συνόισμοσε» πσος το «ταυτὸν» με τη «βία». Πσώτη λοιπόν διαπί­ στωση: τόσο η σχέση διαφοσόις­πολλαπλότητας, και του ενός­ταυτού, όσο και η στόιση του νομο(θέτη) και του δημιουσγού έναντιτης πσώτης είναιη ίδια στον Πο­ λιτικό και τον Τιλιαιο, σε πολιτικό και κοσμικό επίπεδο, αντίστοιχα. Δεύτεση δια­

­

44

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Η ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΔΙΑΦΟΡΑΣ ΩΣ ΔΙΑΛΛΑΓ Η

45

Παολ όλα αυτα όμως που λέγονται από αφοομή το απλουν ως λόγο πεοί νόμων, μία πολυειδία και πολυτοοπία εκφανσεων του
πίστωση: στους υστεοους Νόμουςητόσο δυσκολη αυτή σχέση γίνεται ποοσπαθεια να αντιμετωπισθεί υπό το ποίσμα όχι της βίας και του πολέμου, αλλα της διαλ­ λαγής. Ο «ουναομόττων» (Τιμ. 35ε8, Νόμ. 628ε9) είναι παντοτε παοών από τον

φιλοσοφικου λόγου ανελίσσεται αλλα και υπονομευεται στον Πολιτικό· ποόκειται για παοαδειγμα για το φιλοσοφικό λό­

­

­

διαλλασσει Τιμοιιο ως τους Νόμους· μόνον που στους Νόμους ως νομοθέτης το ταυτόν, το έν, με τη διαφοοα· δεν την πολεμα όπως ο δημιουογός (Τιμαιος) και ονόμος (Πολιτικός), δεν της ασκεί βία· και ακοιβώς η φοαση «εἰκοτα μυ̃θον» του Τιμαιου (βλ. στο ιδιο, 29α2) αφήνει ανοικτό το πεδίο για μία αλλη, βελτιωμένη διήγηση του πώς μποοεί να επιτευχθεί η καλυτεοη ουναομογή του δυσμεικτου ετέοου και του ταυτου, μία συναομογή θεμελιωμένη στην εικόνα της συγγένειας μιας διαφεοομένης. Θα ποέπει να τονισθεί ότι ο Β. Μοτθεν (1988) θα είχε ίσως πολύ λιγότεοα εοωτήματα (βλ., στο ιδιο, 11, 13) σχετικα με τη χοήση βίας εκ μέσους του δημιουο­ γου στον Τιμαιο, αν λαμβανε ή είχε υπ° όψη του τα σχετικα χωοία του Πολι­ τικού και των Νόμων: ο λόγος του Τιμαιου ως «εἱκὼς μυθος» φαίνεται να αντλεί παοαδειγματικα, να μεταφέοειαπό το χώοο της πολιτικής εμπειοίας που τόσο συνέχιξε να ενδιαφέοει τον Πλατωνα στην υστεοη πεοίοδσ (: Πολιτικός, Νόμοι) τα συμπεοασματα­απόψεις του τόσο για να χαοακτηοίσει τη διαφοοα όσο και για να ποοσδιοοίσει τη σταση του δημισυογου απέναντί της. (Για μία αλλη μετα­ εξαιοετικα ενδιαφέοουσα επίσης στον Τιμαιο, από την ψυχολογική φοοα όμως εμπειοία, βλ. 123.). Στο σημείο αυτό είναι αναγκη να λεχθεί ότι όπως και ποοηγουμένως (σημ. Ι29) η παοακολουθηση της ανέλιξης της ποοβληματικής του Πλατωνα ως ποος τη διαφοοα είναι επόμενο να μας οδηγεί σε μία τοποθέτηση σε σχέση με τις απόψεις εκείνων που ποοοπαθησαν να χοονολογήσουν τον Τιμοιιο στο πλαίσιο του οοτρυε των πλατωνικών διαλόγων. Στην ποοκείμενη πεοίπτωση οι παοατηοήσεις μας είναι οι ακόλουθες: (1) Στον Τίιιαιο η διαφοοα είναι ακόμη ετεοότης ως ποος την οοολογία και το πλαίσιο αναφοοας της είναι το οντολσγικό όπως και στοΣοφιστή (στον οποίο, επίσης, εμφανίξεται με τον όσο ετεοότης) όμως η συζήτηση του Σοφιστή και τα συμπεοασματα της (: το μη ον είναι ως έτεοον) θεωοουνται δεδομένα στον Τιμαιο. (ἰὶ) Η διαφοσα στον Τιμαιο αντιμετωπίξεται ως δυσμεικτος, όπως και στον Πολιτικό (‹‹ὸιδυνατον εἶι ἔχειν»)· όμως αυτό το δυσμεικτον που θεωοείται δεδομένο στον Τιμαιο, αποδεικνύεται στον Πολιτικό. Από τις ποοηγηθείσες παοατηοήσεις (1), (ὶἰ), ποοκυπτει ότι η αντιμετώπιση της ετεοότητοις στον Τιμαιο έπεται του Σοφιστή και του Πολιτικού. (ὶἰἰ) Επίσης,ο Τιμαιος: (α) Εμπεοιέχει μία δοκιμή επίλυσηςτου ποοβλήματος της

­

­

σχέσης του λόγου ποος τα παθη (στο ιδιο, 71ο βλ. σημ. Ι 257), η οποία θα θεωοηθεί δεδομένη στους Νόμους. (β) Συνδέει ένα τοόπο σκέψης, αυτόν που αφοοα τη χώοα, με τη βσεφική ηλικία, συνδεση η οποία θα ποέπει να θεωοείται

­

­

­

­

­

­ ­ ­

­

­

­

­

δεδομένη για να γίνει κατανοητός ο τόσο κοίσιμος συσχετισμός του (ποωτο) αιοθητικου βιώματος με το βίωμα του βοέφους, συσχετισμός ο οποίος επιχειοείται στους Νόμους (βλ., στο ιδιο, 791, και 1.2.3. σχετικα). (γ) Θεωοεί δυσμεικτη τη διαφοοα και ποοτείνει ως λυση τη βία, ενώ οι Νόμοι την αισθητική μίξη, την αισθητική παοασταση ως μίξη. Επομένως, με βαση τα στοιχεία (α), (β), (γ) της τοίτης (ἰὶἰ) παοατήοησης, μποοουμε να διατυπώσουμε την αποψη ότι στην αντιμετώπιση αυτών των θεμάτων ο Τιμαιος δειχνει να ποοηγείται των Νόμων. Υπογοαμμίξοντας κατ° αοχήν ότι δεν ποόκειται σε καμία πεοίπτωση για από­ πειοα χοονολόγησης του Τιμαιου, αλλα μόνο για την παοακολσυθηση της ανέλιξης της ποοβληματικής του Πλατωνα ως ποος τη διαφοοα και ψυχολογικα θέματα , και για την ένταξη αναφοοών του Τιμαιου μέσα στην ανέλιξη αυτή, θα μποοουσαμε να σημειώσουμε ότι το συμπέοασμα μας είναι σύμφωνο με τα συμπεοασματα για παοαδειγμα του Η. Οθοτυἰεε (1957) που συμπληοώ­ θηκαν από το ].Μ. Κἰετ (1960). Ο Πτοτσἰεε, έχοντας διαφοοετικό στόχο από εμας (: τη χοσνολογική τοποθέτηση του διαλόγου σε σχέση με τους αλλους διαλόγους), εξέτασε αλλα διαφοοετικα από αυτα που λαβαμε υπ° όψη μας ποοηγουμένως ¬ στοιχεία του φιλοσοφικου πεοιεχομένου του συγκεκοιμένου διαλόγου και τον χοονολόγησε μετα το Σοφιοτή και τον Πολιτικό και ποο των Νόμων ¬ εναομονιξόμενος έτσι με την παοαδοσιακή αποψη χοονολόγησης των εν λόγω διαλόγων, αποψη που ασπαξσνται μεταξυ των αλλων οι: Οοτοίοτα (βλ. Οιιθττἰε (1975), 5θ), (ὶιιτοτὶε (βλ. Ομτοτἰε (1975), 50, (1978), 243), και Ι). Κοεε (1951), 10. Άλλοι, έχοντας τον ίδιο στόχο με τον Οθετοἰεε, χοησιμοποιώντας όμως διαφοοετικά μέσα, την υφομετοία, κατέληξαν σε συμπεοασματα τα οποία δε συμφωνουν με αυτα του Ουεοτιεε. Για παοαδειγμα, ο Ι.. Βτεοεἰννοοα (1990), μετα από μία επισκόπηση (στο ιδιο, 3­248) όλων των σημαντικών απόψεων των σχετικών με τη χοονολόγηοη των πλατωνικών διαλόγων (βλ. και σημ. 1 29), καταλήγει στο ουμπέοασμα ότι θα ποέπει να θεωοήσουμε ότι ο Τιμαιος ποοηγείταιτουΣοςοιστή καιτου Πολιτικού (βλ., στο ιδιο, 249­252) το ίδιο θεωοεί ο Η. ΤΙ1οε1ο1ἶί(1982), 198 και (1989), 20. Δε θα ποέπει βέβαια να παοαλείψουμε την αποψη του (}.Ε.Ι.. Οννεο (1953), ο οποίος τοποθέτησε τον Τιμοιιο πολυ ποιν το Σοςοιστή και τον Πολιτικό, μετα την Πολιτειτι, ποιν τον Παομενιδη καιτο Θεαιτκτο, και πεοίπου σύγχοονο με το Φαιδοο· στην αποψη αυτή του Οννου, που γνώοισε

­

­

­

­

­

­

­

46

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Η ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΔΙΑΦΟΡΑΣ ΩΣ ΔΙΑΛΛΑΓΗ

47

__ι̃¬­­_
9
9

γο ως λόγο λογικό ­ μεταφυσικό, ως λόγο ηθικό ­ ψυχολογικό, ως λόγο για την πολιτικη και τον πολιτικό50· αυτη ακοιβως η πεοιοδι­
την οποια στόχευσε να σημαντικό απόηχο, άσκησε κοιτικη ο Οοετοἰεε (1957) στη διδακτοοικη του ο Εεὀςετ Πιο ποόσφατα (196θ). ο ].Μ. Κἰετ ουμπληοώσει διατοιβή (Ιπτὸςετ (1989)) τοποθετειτον Τιιιαιο μετά τους Νόμους. Σχετικά με αυτη × την αποψη του Ιοεόςοτ ποεπεινα παοατηοησουμε οτι: (1) και ο ιδιος ποοσπαθει να μετοιόισειτις εντυπωσεις, αναγνωοιξοντας πως υπάοχουν φιλοσοφικες συνεπειες ι λΟκεἔ αν γ ινει δεκτό η η ΧΩ ονολόγηση του Τιμοιιου (βλ ·› στο ιδιο, ΖΟΟ­ η αυτ” πεθωτ Ζθ1)· έτσι, θεωοει ότι δεν αποκλειεται να γοόιφπηκε μεν μετά από τους Νόμους ο Τιη̨̃ιοιιος, αλλά να συνέχισε τις αναθεωοησεις των Νόμων ο Πλάτων ως το θάνατό στο ιδέα 204) (11) η υφογγιετοικη αναλἔση/των ννιευη̨̃ιτ και τ.εαο1η(1970) του κατα ηγει σε ιαψοοετικη χοονο ογηση, τοπο ετωντας τον ιιιαιο/οχι απ α ποο των Νόμων, αλλα ποο του Σοφιστη, του Πολιτικου και του Φιληβου. (Ειναι χαοακτηοιστικό ότι ο Εεόςοτ δε μνημονευει τους ννἰεοεττ και Ιιοέοο ουτε στις επιμαχες σελιδες (βλ., στο ιδιο, 198­Ζθό) ουτε στη βιβλιογοαφια του (βλ., στο ιδιο, 24Ζ­Ζ44), κάτι που δημιουογει ακόμη πεοισσότεοα εοωτηματικά και αποοιες εφόσον μάλιστα το βιβλιο του αποτελει διδακτοοικη διατοιβη).
9

­

9

9

9

­

κη51 ανέλιξη και υπονόμευση ειναι απαοαιτητη συνθηκη: (ι) μη πτώχευσης της διαφοοάς· (ιι) ολοκληοωσης της _ ανα τηἔ Ογγα­ κἠἐ άοσυε τηεε Διευκοινιζουμε, αντιστοιχα: (ι) ποοκειιαι για τη μη εξομοιωση της θεμελιώδους α­ποοσδιόοιστης διαφοοόις ποος μια διοιφοοοι γιοι ποιοοιδεινμοι οισθενών οινθοώιτων κοιτά ή γγα τη την αναλογία τηἐ γα­Εογκήἔ τέχγηε ἶω̨ος τηγ πολγτγγήῃ ) δυαδγγγό σχή μη αγαγωγῆ τηἔ απεγοσὀγόθγστηε δγαφοθάἐ όπω§ σγγμβαίγεγ ίπτωσ λ9 9 , 9 Ογου πες­Ν Οω̨ετης στη μια η ΈΟΌ Ο η , 9 9 πεῳπτωση εχΟΉμε ηπια και στην αλλη Οῳακη εππαἔη τηἔ ὀλαφα Ωάξ στην τάξη του οι3τλου° (ιι) ποοκειτοιι γιοι το μη εξοοισμό, τη μη απουσια του απλου ως φιλοσοφικου λόγου, εξαιτιας της αξιολογι­ "ης πΩΟτε©αγΟτηΤα€ γηἔ ὀγαφοθάε. αγ συγαγγε η αντίθετη εγ/έθ­ 9 9 γεγα θα εἔαγθου̃γγαγ έγα στογ εγο γ ὁ ης ἕαφοθαε πσυ ἶδνακαντι” χ Θ ετο ἶω̨οἐ Έη ©ΕαφΟ@α Ρθἴ 89: θα εἔαλθοωηἶαν Το Οωῖλ­Ονν' μια τέ­ τολα Ομωἔ σταση συνλστα τελῃάα Οχι πἔοάσῦ­"ση αλλά Οῳακή ά@` ση της δτοιφοοάς τόσο όσον οιφοοοι την οιξιολογικη ποοτεοοιιότητά

­

9

­

­

9

9

7

.. Φ ιι

αφοοα την αξιοπιστια τους ως αποκλειοτικου γνωμονα χοονολογησης. (β) Απο την όιλληι και οι φιλοσοφικου πεοιελομένου διεοευνησειε δε συμψωνουν (βλ. Οννευ, ίἶυετοἰεε), και αυτό δειχνει την πολυπλοκότητα των παοαγόντων που θα ποέπεινα ουνυπολογισθουν και τους οποιους ποοϋποθέτει μια απόπειοα χοονο­ ο καθένας χωοιστά, οδηγούν σε κατ° αοχήν λόγησης· αυτοι, θεωοουμενοι στη συγεχεια Τ σε οιαψοοετικα ουμπεοασμαια και /συνυπολογιςομενοι αδιεξοδο. Απο την αποψη αυτη επομενο ηταν να διατυπωθει σφοδοη κοιτικη ενα­ ντιον κάθε ειδους κοιτηοιου Χοονολόνησηε των πλατωνικών διαλόγων που έχει εμφανισθει ως σημεοα (βλ. Ι. ΗοννΙεοτ1 (1991). Η δικη μας ποόθεση, επαναλαμ­ βόινουμε­συνοψιξουμε, όσον αφοοά τον Πολιτικό, τους Νόμους, τον Τιμαιο και τον Φιληβο, ειναι διαφοοετικη: σε σχέση με οοισμένα και μόνο, συγκεκοιμένα, θέματα να καταγοάψουμε την ανέλιξη του αντιστοιχου ποος αυτά ποοβληματι­ σμου από διάλογο σε διάλογο, χωοις να θεωοουμε ότι με βάση μόνον την παοακο­ λοόθηση της ανέλιξης του συγκεκοιμένου ποοβληματισμου μποοουμε στη συνέ­ χεια να γενικευσουμε και να ποοβοόμε σε κοισεις όσον αφοοόι τη χοονολογικη

ιτιαιοιιιιιτιιιιιθιτιιει Οῖιτετιιιιιιειιεισοιιειτλιιειι ς. υμ ημ ιι υγ υφ ε ιι τ ο
Θ

χιστον μια πεοιπτωση απο τον αποοσδιόοιστο αοιθμό διασποοών
τγζσυν
Ο
%

κι

εκει

λ θ Έ ν 091 οντα ΉἹ9 εμε 1999999 δλαφοθαἔ

Ολο­

­

­

­

στ

ηοωσῃι αντι ετα> τηἔ δλαφοθαἔ επυωγχανεῖαλ με την αφεση ΤΠΧΟΟΌΟΦΟΤΞ ΤΟΌ απλού μέσοι στον οοιξοντοι της ὀιοιφςω̨̃άε· μέσον γιοι την επίτευξη της ολοκληοιυσηξ οιυτηξ Είνοιι η ποοοινοιφεοθει­ σα πεοιοδικη εκκάλυψη εκφάνσεων του απλου ως φιλοσοφικου 9 λόγω) γω Ὁπογό ΕΌΟ 9 9 μ ηγ Ο ετσι ἶπα̨υγχανεταλη ὀλαῖηωἰση _ η Ο 0" ηα̨υση τηἔ ὀιαφοα̨χἔι μεσα απο μια δΌναμΜη ὁλαδωιασία· Στουἔ Νθμθυἔι Οπωξ ποοοινοιφέοοιμε, η συγγένεια μιοι διοιφε­
9

51. Ο όοος δε χοησιμοποιειται τυχαια: η κινηση αυτη του λόγου ανακλάται στο μυθο των πεοιοδικών εμφανισεων (Πολιτικς Ζ7Οε7, Ζ73ε1­2) του επιτόισσο­ ντος τον κόσμο ως ανομοιότητα, διαφοοά, θεου (στο ιδιο , Ζ72εὶ5­ε5).

52. Βλ., στο ιδιο, Ζ93ε­ε, 296ει­297ο, Ζ97ε­29961 (: πληοης ολοκληοωση: 3Ο1ε).

τοποθέτηση των εν λόγω διαλόγων. 5θ. Για μια παοουσιαση αυτης της ανέλιξης και υπονόμευσης των ειδών και τοόπων του φιλοσοφικου λόγου, βλ. Δ.Ν. Λαμποέλλη (1990).

Η αναλογια αυτη, όπως επισης και η άλλη ειναι ογ, γω. πεοι κυβεονητικης οιότεοες αναλογιες για την πολιτικη φιλοσοφία του Πλάτωνα μέχοι και τους
,

­

­

Νόμους· βλ., σχετικά, Κ. Βοοὶοεοο (1941), 218­219.

Α8

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΑΛΗΣ

Η ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΔΙΑΦΟΡΑΣ ΩΣ ΔΙΑΑΛΑΓΗ

49

οομένη και η διαλλαγη είναι μία σύλληψη και μία μέθιμναι ανπ­ ππεματ σΤσηία› πσν θεωσσσνναλ σσθεἔ παν σηπσεηέ σηαασίαἐ στην για η ποοσταγη νομοθετείν· το και πολιτικη την για αξιών κα των ασλελν σσσν αφσσα εσν εαλπα παν η απώλεια των «παπών»› απσνε­ λούν ασφαλή δείγματα, γνώθλαα ηδη από Τσν Πσλπ#πσ53› π7§ επε τοικτικότητας· και η έπιναηηπστηνα σΐσσἐ Νό#σσ§ Τσπσθενεπαν στη χαμηλότεοη θέση από αποψη αἔίαἐτ θεωσσσμενη μη σσθη;

φοοάς όχι μόνον έμεινε αλώβητη ως αξιολογικη ποοτεοαιότητα, αλλά και το ίδιο το αντικείμενο της αξιολογικης ποοτεοαιότητας, η ὁγαφοθά, Οδηγήθηκε σε μη π.ΕώχεΌση7 μη οωαλή όω̨ση της) Οὀη­

Ώστε θα απσσσησαμε

Τελλπα

να αναπεσανσσμε σα

η αἔεσλσνλπη

ποοτεοαιότητα της διαφοοάἐ σνατησεααν αλώβηεη στσηἐ Ναασσἔ· Τα εσώνημα βεβανα πσσ νενναναη αν απσπσλληθσναε από τσ παν­ νωνικό επίπεδο και οδηγηθούμε στο επίπεδο του φιλοσοφικού λό­
νσν

γηθηκε στην ολοκληοωση της χάοη, επαναλαμβανουμε, στην πεοιοδικη ανέλιξη και υπονόμευση ειδών και τοόπων του φιλοσο­ φικού λόγου στους Νόμους ποια διαδικασία θα ακολουθηθεί έτσι ώστε να παοαμείνει αλώβητη η ποοεξαγγελθείσα αξιολογικη ποοτεοαιότητα, και το αντικείμενο της ποοτεοαιότητας, η διαφο­ οα, να οδηγηθεί όχι στην πτώχευση, όχι στην οοιακη αοση του αλ­ λα στην ολοκληοωση του, και όλα αυτα να επιτευχθούν παοα την, ή μάλλον με Την, παοολγσία ΤΟΉ φγλοσοφωωὐ λόγω; Ή μήπωε κάτι

­

­,

χαι της οποίας τα ποοίσματα συνοψίσοιμε πθοηνσσμενωἑ _› ενναε
το Οικόλθηθσῖ παν α νενεταν σνσνἐ Νσμσσἔ σσνσλνπα με τη σχεση του φιλοσοφικού λόγον, πθσἐ τη αναφσσαθ σναν σνσ απο εσνσ σ απ­ λοσοφικός λόγος ποολογίξει την Οιἔιολσνϋπη πσσνεσαππηνα Τηἐἐ Και πιο συγκεκοιμένοϋ ποίθε Ο Οσλσε τση ηθνπσ­ψνλσλσννπσν λα­ γου για την οιοει̃ηί Την ησσνη _ λύπη παλ· τσ λσνα ανπστσηίαἐ ῖἱσνσἑ νλα τσ ανσθηαπα παν Ο Θσλσἑ τση λσνσν νεα την παναεία ωἔ λσνσσ πεσί νσασθεπεννἔ κυοίως, λσνσν και νσν πθίθἐ Ο Θσλσἑ τέλος
Διεηηθννἴἐσημε ση Ο πθσσδνσσνσμσἐ «πν©ασ€» πασαπεαπεε σε ανα γεγονότοιι̃ όη Ο λσνσἐ σηπσἑ σνσν Πσλπϋεσ _ σπωἑ πσσανηασνεντ Οοιμε _ είναλ η αφσσαη ννα την εαπεεσνπη παπασενἔη τον «ἀδὐναι̃σν εε εχει­νε απλσα παν μη απλσα σηλαση λσνσν παν ανα­ φοοας, και ότι ακοιβώε Ο λσνσἐ αστσἐ εἰναλ Ο πνσ επἶεταμενσἐ στσσἐἱ Ναασσῶ παν ααλλστα με ενα Έενσλσ _ σπωἐ θα σσναε _ πε­ οιεχόμενο ώστε να δημνσσθνείαπσμη πεσνσσστεσα πσσβλημανα· Αν στον Πολιτικό λοίπόν η αἔνσλσνεπη πσστεσανστηνα νηἔ ανα­
3Ο8α5)· (ὶἰ) 53. (ἰ) «ποοοταξειεν» (Νόμ. 6Ζ”7εΖ), «ποοστάττουσα» (Πολιτικ. «ὰπολἐσεγεν» (Νόμ_ 627611­12), «κολαξειν τοι̃ς ἐσχατοις», ‹‹θανατοις... ἑκόαλλει» (Πολγτϋλ 299056, 309827 ανι̃ίστοιλαλ
54. Βλ. Δ.Ν. Λαμποελλη (1990).

_

πσσσπαθενα πσσ εχελ ηση νενελ σσσν αφσσα τον Πσλ!ππα54

τέτοιο τελικά δεν θα επιτευχθεί, μηπως τελικα έχουμε (ι) πτώχευ­ ση, ή (ιι) οοιακη αοση της, αντί για ολοκληοωση της; Ποοτείνουμε αυτα τα ση μαντικα εοωτηματα να τα εξετάσουμε στα επόμενα κε­ φάλαια αυτού και, κυοίως, του επόμενου, Δεύτεοου Μέοους της μελέτης μας αυτης· εκείνο που στο παοόν κεφαλαιο θα ποέπει να ολοκληοωθεί είναι η μετά την κατάδειξη των ως εδώ ποαγματευ­ μένων σημείων ταύτισης Πολιτικού καιΝόμωυ όσον αφοοα τη δια­ φοοα, ανάδειξη των στοιχείων που δίνουν το ιδιαίτεοο στίγμα της εξαγγελίας των Νόμων, όσον αφοοα το θέμα αυτό. (ι) Στον Πολιτικό ο όλος φιλοσοφικός λόγος επιτυγχάνει την ποοάοπιση της διαφοοας. Ωστόσο (ι1) στο τελευταίο μέοος του κειμένου είναι ο φιλοσοφικός λόγος ως ηθικός ­ ψυχολογικός εκείνος ο οποίος αντί να αποκαλύπτει μία ακόμη μοοφη του «απλού» ως ενότητα της αοετης, εκκαλύπτειτη νέα εικόνα, την ει­ κόνα της συγγένειας μιας διαφεοομένης, δηλαδη τη διαφοοά στο χώοο της ηθικης φιλοσοφίας, και όπως ποοαναφέοαμε η ποαγμάτευση αυτη γίνεται με τοόπο τέτοιο ώστε όχι μόνο να απο­ τελεί πολύ σημαντικη συμβολή στην έοευνα για το «ἔτεοον» αλλά

­

­

να συννστεἶ καν ποοάσπνσῆ Τηἔ ῃἰαοάσπναη τηἔ αἔνολοἴεπη̃ἔ πΩΡ“ Τεοαιθι̃ηι̃ας Έης. ΣΈΟ ΟημΕιΟ ΟΌΤΟ θα ΤΕ@€Ξί8ι να ΟημΕιί0σΟΌμ8 Οι̃ῖί (ιΖ) η αναφοοά στην εικόνα του πολέμου κατά την ποαγματευση της διαφοοας είναι μεν όπως είδαμε υπαοκτη, αφοοά όμως

­

­

50

ΔΗΜΗΤΡΗΣ

Ντ

ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

¦

Η ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ Δ1ΑΦοΡΑΣ ΩΣ ΔΤΑΑΑΑΤΗ

51

αποκλειστικα το χώοο της ηθικής και τελικα τους ανθοώπους που διακατέχονται από διαφοοετική ηθική ­ ψυχολογική συγκοότηση στις μεταξυ τους σχέσεις· (ι3) η αναιοεση της εικόνας του πολέ­ μου καθώς και ιη) η ποοκυπτουσα εκ της νέας εικόνας αναιοεση της απώλειας του εναντιου ειναι έμμεση· επισης, (ι5) τόσο η εκκα­ λυψη της αξιολογικής ποοτεοαιότητας της διαφοοας όσο και η αλ­ ποοασπισή της στο πλαισιο του ηθικό­ψυχολογικου λόγου και έμμεσα ή λιγότεοο, πεοισσότεοο ποοκυπτει, λα και αλλων αυτή55. Τέλος, (ι6) η πολιτική που στοχευει στην ποοασπιση της διαφοοας ασκειται με τη συμφωνη θέληση των ανθοώπων· η ποο­ ασπιση της διαφοοας, επομένως, ειναι συνυφασμένη με το η χοήση βιας ανήκει στην «τυοαννικην››57. «ἑκουσιον››56 Αν αυτή η ποαγματευση αποτελει πολλαπλό κέοδος για τη δια­ φοοα, υπαοχει και κατι αονητικό: (ι7) ποοβαινει σε σχηματοποιῦγ­ σή της· η ανακοινωθεισα σε ποογενέστεοο σημειο του κειμένου του Πολιτικου ανώνυμη, αποοσδιοοιστου αοιθμου και ποιοτήτων διαφοοα ως ειναι του κόσμου των ανθοωπινων, αυτή που θα ονο­ μαξαμε αυθεντική ή θεμελιώδη διαφοοα, καθισταται μια διαφοοα μεταξυ όοων οι οποιοι αφενός ειναι επώνυμοι και αφετέοου όντας δυο ελαχιστοποιουν τη διαφοοα ως τα έσχατα όοια αντοχής της, οδηγουν σε οοιακή πτώχευσή της. Τελικα, ο φιλοσοφικος λόγος

­

­

­

__ὑζη̨̃_ῖ___
59.

υφαντη που χοησιμοποιει δυο ειδών νήματα θα την γνωοισει και ο πολιτικός σε σχέση ποος τη διαφοοα, η διαφοοα από θεμελιώδης καθίσταται αναλογη ποος αυτήν που έχει ως αντικειμενό του ο για την ακοιβεια: του αυτου υφαντης, δηλαδή συγκεκοιμένου αοιθμου μεοών και ποιοτήτων· η αναγκη αυτή επιτυχιας δεν αποτελει πασα έκφοαση της αναπόφευκτης ιδιότητας του φιλοσο­ φικου λόγου (ως απλου) να επιτιθεται πολυτοοπα στη διαφοοα. Κι όμως παο“ όλα αυτα, ειπαμε ότι ποοσποοιςει πολλαπλό κέοδος ο λόγος αυτός για τη διαφοοα· ακοιβώς γι' αυτό (ι8) εξαγ­ ως θαυμαστός, μη ειω­ όπως ποομνημονευσαμε γέλλεται θώς, καθώς επισης και ως έκφοαση τόλμης6®· η ποώτη και η δευ­ στην ατοπια, κατι το σημειώσαμε τεοη αναφοοα οδηγουν σημαινει ότι ο λόγος αυτός εκφοαξει εκτός των αλλων που μια νέα αποψη δυσκολη να αποδοθει και συγχοόνως σημαντικήω, ενώ η τελευταια αναφοοα παοαπέμπει στο γεγονός ότι ο λόγος αυτός αποτελει επιθεση εναντιον ενός πατοικου λόγου62.

στη διαφοοα. Μαλιστα η σχηματοποιηση αυτή υπηοετει την ανα­ γκη επιτυχιας της αναλογιας του υφαντη58 ποος τον πολιτικό: για να ισχυσει αναλογικα59 ότι τη βεβαιωμένη επιτυχια της τέχνης του

­

­

­

­

­

­ ­

­

ως λόγθξ

της οιη̨ετής, ως διοιφοοά «οινδθείθις» «σωφοοσυνης», ποοβαινει σε μια κατηγοοοποιηση ως ποος τη διαφοοα των ανθοώπων, ενώ αυτοι αποτελουν μια α­ποος­διόοι­
διΟιφΟ@ά

για τη

­

58.Βλ.9σ,τΟ ίὁω) 2978­Ν)3=305θ8_9.

Βλ.,στοιΰιο, 3θ8ό6: «καθαπεο» για την αναπτυξη της αναλογιας, βλ.,οτο
·

ιιὀιο, 3080­3Πο.

55­ Στόν ηθαιό­ψ”όΧόλόΥΜό λόγό πόόαόπτα μέσα από την ελόιαλόψη 'αΙ§ όλαφόόαἔ των μόθίων τηἐ αόετἠἔι την αναλῃώόλόη τηἔ θεααότηααἔ και των όόό για μια ααα” όσον» το δννατόν ενὁαιμονιοι καθώε επιοηε και μέσα από την άεση τόό μη «όόθόυ̃ λόγόό» _ πόό όαωἑ παόαπέαπελ και πόόαν τόό λΙθΜό·ψΌλό° λόλιαιόό λόλιόό επίόηἐ πόόκόπτελ _ Υλα παόαόελλιμα _ μέσα από Τη μόόλμνα τόό σε αντιθεση φιλοσοφικου λόγου ως πολιτικου να οοισει τον πολιτικό, σ οποιος

Βλαπόίόἰα 306137: «τόλμθτέόν» Στον Πλατωνα η λέξη ατοπος, που συνοδευ εται συχνα από τη φοάση «ουκ , αποτελει την εἰωθὼς» συναφή ποος το επιθετο «αήθης» (Φαιό. 59ει6­7) πσοειδοποιηση του φιλοσοφουντος υποκειμένου για μια αποψή του δυσκολη να
60· 61.

­

­

αποδοθεί, σημαντική και παοόιδοξη· βλ., για παοαδειγμα, Φαιΰ. 59α, Τιμ. Δδὸδ Αιειει­Ηιπο αφτα), 169­170, 189, ιτσβλ. 53‹±1 και τα σχετικο σχολια του δεν ξενίςειτο ότιοουκ ειωθώς και διόλου λοιπόν στον Πολιτικό αντιστοιχα/Ετσι

κο.

­

­

πόόἑ τό νόμό _ θα ανταπόαόίνεταλπόόἐ τη όλαφόθαι 56­ Πόλααα­ Ζ7όό10­ 57­ Βλ­7 ατα [όλα 27όό9·13­

θαυμαστός λόγος ειναι συνυφασμένος με κατι «χαλεπον» (ξὅθόεα), ενώ το ιδιο το αντικειμενο του, η αοετή, και πιο συγκεκοιμένα το ποόβλη μα έν­πολλα όπως αυτό αναφαινεται κατα την ποαγματευση της αοετής, δεν ειναι πασα κατι δυσκολο επισης· για τις δυσκολιες του, βλ.1.Ζ.1. 62. Ηχοήση του «τολμητέον» (3θ6δ7) ειναιεναομονισμένη με την σημασια

52

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν' ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Η ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΔΙΑΦΟΡΑΣ ΩΣ ΔΙΑΛΛΑΓΗ
κ

53

(ι)' Αναφέσθηκε και πσοηγουμενως οτι για τους Νομους ειναι
»

κ

»

»

ξητούμενο αν ο όλος φιλοσοφικός λόγος του έσγου αυτού επιτυγ­ χάνει την πσοάσπιση της διαφοσάς. Ωστόσο ήδη (ι1)| στην ασχή του κειμένου ο φιλοσοφικός πσολογικός λόγος (ιΖ)| κάνει μία ολοκλησωμένη αναφοσά στην εικόνα του πολέμου όσον αφοσά όλα τα πεδία: ενδουποκειμενικό, ενδοπολιτειακό, διαπολιτειακο· τ τ ς που πσοβαλλει τη διαφοσα, θα (ι3)| η αναίσεσή της, η νέα εικονα πσέπει να έχει το ίδιο ευσύ πλαίσιο αναφοσάς· (ι4)| το ίδιο ισχυει και για τη συνυφασμένη με αυτήν αναίσεση της απώλειας του η πσοάσπιση είναι ξητούμε­ εναντίου· επίσης, (ι5)| η εκκάλυψη / νο της αξιολογικής πσοτεσαιότητας της διαφοσάς γίνεται κατα τσόπο όχι μόνον άμεσο αλλά και εμφαντικό. Θα πσέπει να υπο γσαμμισθεί ότι (ι6)| υπό την πσοοπτική της αξιολογικής πσοτεσαι­ ότητας της διαφοσάςω̃, το εκουσίως δεν είναι πασά ένα χαμηλό­

­

­

των χασακτησισμών που εξετάσαμε στη σημείωση Ι 61· πσαγματικά, όπως άλλω­ στε πασατησεί και ο Η.Β. ΞοοὀεΙ (1987), 162, ήδη στο Σοςοιστή (24Ζει1­Ζ) χση­ σιμοποιείται ο όσος αυτός για να εγκαινιάσει μία επίθεση εναντίον ενός άλλου πατσικού λόγου, του λόγου του Πασμενίδη, ενώ εδώ χσησιμοποιείται για να χα­ σακτησίσει την επίθεση εναντίον του λόγου του πλατωνικού φιλοσοφούντος υπο­ κειμένου ως Σωκσάτη, που ομιλεί για την ενότητα της ασετής. Γενικά, για τη χσήση διαφόσων λεκτικών τύπων που σχετίςονται με τους όσους θαυμάσιος, άτοπος, τολμησός, βλ. στη συνέχεια της μελέτης μας, όπου ρειεεἰιυ εξε­ τάξονται οσισμένες αξιόλογες χσήσεις τέτοιων τύπων από τον Πλάτωνα· η εξέτα­ ση αυτή θα επιβεβαιώσει τα όσα πασατησήσαμε στις σημειώσεις Ι 61, 62, θα ολο­ κλησώσει την εικόνα της σημασίας που έχουν αυτοί οι όσοι, και τέλος θα βοηθήσει να εξασθεί η βασύτητα και η θέση όλων εκείνων των θεμάτων στα οποία οι έννοιες αυτές κατηγοσούνται. 63. Σε χαμηλότεσο επίπεδο ευσίσκεται όχι μόνο το εκσυσίως («ἑκὸντας›› Νόμ. 6Ζ”λε3), αλλά και το ευσισκόμενο στο ίδιο επίπεδο με το εκουσίως, το «ἐασας» (627ε3)· για τον Πολιτικό, αυτό το τελευταίο θα αποτελούσε μία θετικότητα στους αντίπσδες της επιτακτικότητας ο λόγος της οποίας «μηδὲν ἐω̃ντα ποιεῖν πασα τὴν ἑαυτοῦ τάξιν» (στο ίὁιο, 294ε2­3). Για άλλα συναφή χωσία πσος τη δεύτεση πσβλ. 331ο. βαθμίδα, αυτήν του εκουσίως, βλ. Κσιτων 51ο και Επιστ. ΖΑ 331ά Όχι για να δειχθεί το τσίτο επίπεδο αυτό πσωτοφανεσώνεται στους Νόμους αλλά μόνο για να ασθείτο πσώτο όπως και στους Νόμους γίνεται, στα πσο­

­

­

ό έ τεσο επιπεδο, ενδιάμεσο, σε σχεση με το χαμηλοτατο που ειναι η βία: σητά λέγεται ότι η πσοάσπιση της διαφοσάς, το διαλλάττειν, είναι πέσα από οποιοδήποτε βιοιο ή εκούσιο άσχειν ­ άσχεσθαι. Επιπσόσθετα, (ι7)| η εκκάλυψη της νέας εικόνας αποκαλύπτει την αυθεντικη η θεμελιώδη διαφοσά και την αξιολογική πσοτεσαιό­ κ κ κ κ κ τητα της, χωσις να πσοχωσει σε σχηματοποιηση της· μαλιστα ήδη σημειώσαμε ότι ασκείται κσιτική στη χσήση διπολικών σχημάτων, τα οποία θεωσούνται ασυμβίβαστα πσος τη νέα εικόνα και δεν χσησιμοποιούνται. Τέλος, (ι8)| κανένας χασακτησισμός δεν αποδίδεται στο λόγο ­ φοσέα της νέας εικόνας, όπως συνέβη κ κ » κατα την πσωτη της εμφανιση στον Πολιτικο. Βλέπουμε λοιπόν στους Νόμους ότι η πσοβολή της νέας εικό­ » νας γινεται από το φιλοσοφικό λόγο με τσόπο τέτοιο ώστε η εκ­ κάλυψη της αξιολογικής πσοτεσαιότητας της διαφοσάς να πσο­ τάσσεται του όλου άλλου φιλοσοφικού λόγου του ιδίου έσγου κα­ τά τσόπο άμεσο, έντονο, ολοκλησωμένο, και χωσίς το θεμελιώδες καθεστώς της να καταλήγει σε κάτι επίπλαστο. Αυτό όμως δεν οδηγεί πασά στα εσωτήματα που ήδη έχουμε θέσει, με οσισμένες πάντως αναγκαίες εξ αιτίας των επισημάνσεων που πσοηγήθη­ καν πσοσθήκες. Αν στον Πολιτικό η αξιολογική πσοτεσαιότη­ τα της διαφοσάς όχι μόνον έμεινε αλώβητη ως πσοτεσαιότητα αξιολογική αλλά και ολοκλησώθηκε ως διαφοσά, χάση στην πε­ σιοδική ανέλιξη και υπονόμευση ειδών και τσόπων του φιλοσοφι­ κού λόγου, στους Νόμους, όπου αυτή πσοτάσσεται άμεσα, με ένταση και ολοκλησωμένα, όπου το θεμελιώδες καθεστώς της ὁεν ανάγεται σε οποιαδήποτε επιπλαστη έκςοανσή του64, δε θα μπο­
×

»

κ

­

­

κ

­

­

­

­

­

­,

­,

αναφεσθέντα χωσία, μία ατελής σε σχέση με τους Νόμους αναφοσά­μετα­ φοσά στο οικογενειακό­συγγενικό πλαίσιο σχέσεων. 64. Μία διευκσίνηση: Στους Νόμους η διαφοσά δεν ανάγεται στο απλούν, μέσα στο πλαίσιο του όλου λόγου εκκάλυψής της, όπως τελικά συμβαίνει στον Πολιτικό· το αν ανάγεταιή όχι κατά την ανέλιξη του όλου λόγου του φιλοσοφού­ ντος υποκειμένου στους Νόμους και το πώς θα αντιμετωπιζόταν μία τέτοια ανα­ γωγή, θα το εξετάσουμε στο Δεύτεσο Μέσος της μελέτης μας.

­

­

54

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΑΛΗΣ

Η ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΔΙΑΦΟΡΑΣ ΩΣ ΔΙΑΛΛΑΓΗ

55

οουσαμε να υποθέσουμε ότι αναλογα αμεση, έντονη και ολοκλη­ οωμένη θα ειναι η ποοόισπιση της αξιολογικης ποοτεοαιότητόις της και η αποφυγή τόσο της πτώχευσης όσο και της οοιακης όιο­ σης της, μέσα από την επιτευτξη της ολοκληοωσης της; Το εοώτη­ μα αυτό στην ποώτη του μοιοφη ειχε ηδη τεθει ποοηγουμένως· εξέφοαζε όμως έναν ποοβληματισμό για τους Νόμους ο οποιος ανακλουσε τα σημεια ταυτισης Πολιτικού και Νόμων σε σχέση με το θέμα που μας απασχολει· στην παοουσα του μοοφη εκφοόιζει πέοα από τα ποοαναφεοθέντα, και τα σημεια εκεινα που δινουν το ιδιαιτεοο στιγμα του θέματος της διαφοοόις στους Νόμους· και αυτό το τελευταιο ειναι που τελικα μας ενδιαφέοει στη μελέτη μας αυτη. Ώοτε λοιπόν μας ενδιαφέοει η εκκόιλυψη και ποοόισπιση της αξιολογικης ποοτεοαιότητας της διαφοοόις όπως αυτη εκφοόιζε­ ται στους Νόμους, δηλαδη ως μέοιμνα επίτευξης ὀιαλλαγης· όπως διακοιβώσαμε, έκφοαση πολυ σημαντικη της εκκαλυψης και ποο­ ασπισης της αξιολογικης ποοτεοαιότητας της διαφοοόις αποτελει η ποοσπόιθεια ολοκληοωσης της αντι της οοιακης όιοσης της η πτώχευσης της· αυτη η ποοσπόιθεια στους Νόμους δεν μποοει πα­ οόι να ειναι συνώνυμη με τη δοκιμη ολοκληοωσης της ὁιαλλαγής, αντι της οοιακἠς όοσης της ή πτώχευσης της. Εκτός όμως του νέου όοου που μεταφέοει την ιδια μέοιμνα, μας ενδιαφέοουν, επισης, οι νέες παοόιμετοοι υπό τις οποιες θα αναληφθει η ποοσπόιθεια αυτη· και οι νέες παοόιμετοοι δεν μποοουν παοόι να ειναι ανόιλο­ γες ποος αυτές που ειδαμε ποοηγουμένως να καθοοιζουν την σο­ θότητα της θεμελιωσης μιας πολιτειας στους Νόμους. Από τις πα­ οαμέτοους αυτές ποοτόισσουμε, για λόγους μεθοδολογικους, αυ­ την της ολοκληοωμένης ποαγμόιτευσης· διατυπώνουμε δηλαδη την υπόθεση ότι η ένταση και η αμεσότητα μποοουν να διεοευνη­ θουν κατόι την ανέλιξη τηἐ έἔέταση; του κατά πόσον Ή πθοσπόι­
θελα π©Οασ3­"σηἔ Έηἔ ὀωαφολἔαἔ ωἔ μεῳμνα εππευἔηε της δκἕλλω γήἔ έχει Ολοκλη©ωμ·έλ/Ο λαοακτῆθα ΟΤΟΙἙ Νόιιωυἔ· Στην πεῳπ­Εω“ ση αυτη η ένταση θα εκφοόιζεται τόσο από το γεγονός αυτό κα­

Έ

¬ η έκταση εν ποοκειμένω δε θα ειναι παοόι μια έκφοαση της στοχοθεσιας ολοκληοωσης και καλης εξεογασιαςἦθσο για την αμεσότητα· η παοουσια της θα διακοιβωθει, αν τόσο η ποαγμόι­ τευση της επιθυμιας στο παοόν Μέοος όσο και της τοαγωδιας στο Δευτεοο Μέοος διαπιστώσουμε ότι θα ειναι άμεσα συνυφασμένη με τη μέοιμνα επιτευξης της διαλλαγης. Τι εννοούμε όμως τελικα ολοκληοωμένη ποαγμόιτευση; Όπως ποοαναφέοαμε, αν η ποογενέστεοη εικόνα, η εικόνα του πολέ­ μου, εκτεινεται στο διαπολιτειακό, ενδοπολιτειακό, και ενδουπο­ κειμενικό επιπεδο, η νέα εικόνα που τη διαδέχεται και η οποια ποοβόιλλει τη διαφοοόι, την αξιολογικη ποοτεοαιότητα της διαφο­ οόις, υποθέτουμε ότι θα ποέπει να έχει το ιδιο επισης ευοος ανα­ φοοόις, δηλαδη ο οοΰςοντας της μέοιμνας επιτευξης της διαλλαγης να ανοιγεται ποος το διαπολιτειακό, ενδοπολιτειακό, και ενδου­ ποκειμενικό επιπεδο. Αυτό όμως το τελευταιο ποοτεινουμε να εξετόισουμε ποώτο, εφόσον λέγεται από το πλατωνικό φιλοσο­ φουν υποκειμενο ως Αθηναιο ξένο ότι ειναι το πεδιο για την «ποώτη» και «όιοιστη» νικη· επομένως, αναλογικόι,αν μεταφεο­ θουμε στη νέα εικόνα, για την «ποώτη» και «ὁιοιστη» διαλλαγη· επιποόσθετα, θα ποέπει να σημειώσουμε ότι λέγεται από το πλα­ τωνικό φιλοσοφουν υποκειμενο ότι η ενασχόληση με όσα απαοτι­ ζουν το επιπεδο αυτό ειναι εζισου αξιόλογη με την όλη ενασχόλη­ ση που αφοοόι το νομοθετεινω̃ο Όσο για το ενδοπολιτειακό και
65­ Βλ­ Νότη 636ὀ5·7° μάλιστα, αμέσως στη

θαυτό της στοχοθεσιας να ειναι η ποαγμόιτευση ολοκληοωμένη όσο και από τον καλα εξεογασμένο χαοακτηοα του καθενός εκ των στοιχειων που απαοτιςουν την ολοκληοωμένη ποαγμόιτευση

συνέχεια (στο ω̃ιο, ό36σ1ἶ­ε3)

κατονομασια δυο ση­ μαντικών παοαγόντων του πεδιου αυτου, της ηδονης και της λυπης, καθώς επισης (ἰἰ) στην άμεση σύνδεση του ενδοϋποκειμενικου πεδιου με το δι­υποκειμενικό πολιτειακό επιπε6‹›.Γιατοςι)καιςϋ), βλ.,κυοιως 1.2.2.και1.2.3.

δω" Μ" ηἕἔἶι̃γηση τηἐ σημασκἶἔ παω δω̨̃ετω Ο­Πι ενὁΟΌπΟ%εὼμεΜΕ) πεἔποσ η ηγηση αυτη ειναι επιγοαμματικη και συνισταται (1) οτην

1

56

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΔΙΑΛΛΑΓΗ ΚΑΙ ΕΠΙΘΥΜΙΑ

57

δίαπολίτείακό επίπεδο· γία το πσώτο θα γίνεί λόγος στο τελευ­ ταίο κεφαλαίο του πασόντος Μέσους, αλλόί κυσίως στο Δευτεσο Μέσος όπου επίσης θα γίνεί λόγος γία το δευτεσο επίπεδο. Θα πσοχωσησουμε λσίπόν έχοντας ως σημείο εκκίνησης γία την εξέταση της υπόθεσης που έχουμε δίατυπώσεί καί αφοσόί τον οσίςοντα της μέσίμνας επίτευξης της δίαλλαγης, το ενδουποκείμε­ νγκό επίπεδα

ι

καί της συχνότητας της πασουσίας της ηδονης στο επίπεδο αυτό. Ώστε λοίπόν η αναζητηση του λόγου γία τη δίαλλαγη στο ενδο­ υποκείμενίκό επίπεδο θα είναί η αναζητηση του λόγου γία την αναδίευθέτηση της σχέσης του λόγου καί της λυπης πσος την ηδο­ νη, καί η αναζητηση του λόγου γία την αναδίευθέτηση αυτη δε θα είναί πασα συνώνυμη με μία εκ νέου συζητηση γία την επίθυμία. Καί όμως, πσίν οδηγηθουμε στην εξέταση της υπόθεσης μας
που αφοσα τη μέσίμνα επίτευξης της δίαλλαγης στο ενδουποκεί­ μενίκό επίπεδο, λόγω, ως λόγου γία το λόγο, τη λυπη καί την ηδο­ νη, καί έσγω, ως λόγου γία την παίδεία, θα πσέπεί να ομίλησουμε

1.2.

Διαλλαγη και επιθυμια

Πσίν πσοχωσησσυμε ωστσσσ στην εἔέτσση τη€ Όττόθεσηἑ σολ) έχουμε δίατυπώσετ κατ αφσσά τη μέστμνσ εττἶτεηἔηἔ Τηἐ δταλλσ· γης στο ενδουποκείμενίκό εττίπεδσ, ττσσβάλετ επττσητητό Το εἔήἐ εσώτημα: Γίατί η μέσίμνα επίτευξης της δίαλλαγης στο ενδουπο­ κείμενίκό επίπεδο συνδέεταί αμεσα, συμπλέκετατ με ένα λσγσ γία την επίθυμία; Η επίγσαμματίκη απαντηση θα ηταν πως αν γία τον Πλάτωνα επίθυμία είναί η επίθυμία να έχουμε κόίτί που μας λείπεί66, καί αν εκείνο το οποίο ¬ συμφωνα με τον ίδίο ¬ θέλουμε είναί η ηδο­ νη" όπως αυτη εκκαλυπτεταί μέσα από ό,τί την εκκαλυπτεί, τότε η αναζητηση του λόγου γία τη δίαλλαγη στο ενδουποκείμενίκό επίπεδο, δηλαδη γία την ετταναττσσγμάτεηση τηε σχέσηἐ ΤΟΉ λό­ γου καί της λύπης πσος την ηδονη68, δε θα είναί τελτηα _ μετά από τα πσοαναφεσθέντα πασα αναζητηση τον λσγση γτσ την επαναπσαγματευση της επίθυμίας, κόίτί που τελίκόί είναί ταυ­

γία την ηθίκη· θα πσέπεί γίατί είναί αναγκαίο, καί είναί αναγ­ καίο, εφόσον: (ί) ο πσοαναφεσθείς ψυχολογίκός λόγος πεσί λό­ γου, λυπης καί ηδονης, δεν αποτελεί πασα τη μία συνίσταμένη του ενδουποκείμενίκου επίπέδου· η αλλη συνίσταμένη είναί ο ηθίκός λόγος, καί συγκεκσίμένα ο λόγος πεσί ασετης, ο οποίος ανηκεί καί στο ενδουποκείμενίκό επίπεδο καί παντως εκκίνεί από αυτό· (ίί) ο ψυχολογίκός λόγος συμπλέκεταί καί στο έσγο αυτό του γία να ὁίαπίατωθεη̨̃ κατα πόσον καί αίπαἔ εχφααςεί επίσης τη μέ­ σίμνα γία την επίτευξη της δίαλλαγης, είναί απασαίτητη γία να απαίτηθεί το εσώτημα συνολίκόί σε σχέση με το ενδουποκείμε­
Πλόίτωνα με τον ηθίκό· επομένως: η εξέταση του ηθίκου λόγου,

­

ΈόσημΟ με Την Ε7ί(Χν(Χ3Ἑ@Οί'γμίάτ8ὉΟη

ΈΟΌ

μεγέθθι̃λς,

Έησ

Πθίόι̃ῖητθίς,

Νόιι ους, βλ. αναλυτίκα 1.2.3.

66' Βλ“ Συμπ” 290 81431.

καί χασακτησίστίκόί: 73388­δ2· αυτη την αποψη 67. Βλ. Νὀμ. 7326;­733‹1 την υποστησίςεί με αναφοσόί στην εμπείσία· βλ. 1.2.3. 68. Βλ. την πσαγμόίτευση του ενδουποκείμενίκου πεδίου στο 1.2.2.

­

(Μή

η άποψη θεω©είΤω δεὁομενη

και στους

ναία επίπεέχα Συνοψίζουμε: καί επείδη η ηθίκη πεσίλαμβόίνεταί στο επίπε­ δο αυτό καί επείδη αποτελεί αναγκαία πσουπόθεση γία να απα­ ντηθεί το εσώτημα που αφοσόί τον ψυχολογίκό λόγο εφόσον αυτός συμπλέκεταί με τον ηθίκό είναί απασαίτητη η δίε­ Ωεὐγηση της μ_έ©ίμγςχς επίτεη̨ἔης της δίίχλλαγης στο πλίχίσίο της ηθίκης. Ἀλλωστε, καί αυτό δεν είναί δίόλου ασημαντο, ο λόγος γία την παίδεία, ο εξίσου απασαίτητος, εξίσου θεμελίώδης λόγος που αφοσόί το ενδουποκείμενίκό επίπεδο, συμπλέκεταί επίσης, , „ , ι ι και στο εα̨γο Οωτο ΤΟΌ Πλατωναι με τον ηθωω με ΈΟ λογο γκι την αοετη _ 1σχΌεΒ= επΟμ~ενωἔ= γω Οωτον 71011 λ/λα τη σχεση του με ΈΟ ηθίκό, ό,τί ελέχθη γία τον ψυχολογίκό πσοηγουμένως,

­,

­

58

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΑΗΣ

Η ΑΡΕΤΗ

59

Μετά την ανάδειξη αυτή, ή μάλλον την υπόμνηση, της πσοτε­ Ωαιότητοις, από μεθοδολσγική άποψη, του λόγου για την ηθική, για την ασετή, σε σχέση με το εσώτημα που μας απασχολει, πσοχωσσυμε στην εἔέταση του λόγου αυτου.

12­1 Ηβω̨ετή
Η συζήτηση για την ασετήα μεταφέσεται από τους ουνομιλη­ τές του πλατωνικου φιλοσοφουντος υποκειμένου" στο πλαίσιο της εικόνας του πολέμου. Αυτό γίνεται κατ' ασχήν δεκτό και ενι­
69.Νόμ. 6Ζ8ε3­6. Από τις κυσιότεσες συζητήσεις για την ασετή στους Νόμους (1962) και του Η. Οοτςευτευιτε (1960), 113­115 είναι αυτή του Τ.Ι. Βειιιταετε , , / τ για αλλες, βλ. για επιμεσους θεματα που αφοσουν την ασετη στη συνεχεια. Η κυσίασχη άλλωστε αντίληψη όπως και για τόσα άλλα θέματα που αφοσουν το

έ­έα

­

σχυεται από το φιλοσοφουν υποκείμενοῃ, το οποίο αναγνωσίςει έτσι ότι η δυναμη μιας κυσίασχης εικόνας όπως η πσοαναφεσθεί­ σα,οτσόπος σκέψης που την πσουποθέτει, δεν αναισείται ευκολα ουτε στη σκέψη των άλλων ουτε στη σκέψη τη δική του, πασα τη συμφωνία για απαξιολόγησή της και μετάθεση της αξιολογικής πσοτεσαιότητας στη νέα. Υπάσχει βέβαια μία κσίσιμη διαφοσά ανάμεσα στην αδυναμία τη δική του και την αδυναμία των συνο­ μιλητών του· οι τελευταίοι, πασα την πσοηγηθείσα συμφωνία με την εκ μέσους του ανάδειξη της αξιολογικής πσοτεσαιότητας της νέας εικόνας, σκέπτονται όλα όσα αφοσουν μία κοινωνία για πασάδειγμα: την ηθική, την νομοθεσία με βάση την εικόνα του πολέμου· το πλατωνικό φιλοσοφουν υποκείμενο χσησιμοποιεί μεν σχεδόν αποκλειστικά τους όσους της εικόνας του πολέμου ως το σημείο πω) Ομὼεί και με ό@οΌ€ του ωσθηῃχοὐ) αλλά σκέπτε­

­

­

1

συγκεκσιμενσ ὸιαλσγσ, ήταν πως η πσσιγμάτευση των ασετών στο εσγσ αυτσ ποαγμάτευσηἐ αποτελείεπανάλυψη _ υ ελἀσσονοε σημασίαε ποοέυταση _ τικ , τ της Πολιτετος για το ίδιο θέμα. Αυτό το αναγνωσισε σχετικα πσοσφατα ο Π./Οειττ
1

δια (Ρ Ο Ο εῖιλία, η ΟΉΕ η ΈΟΌ ε αἱει ενα πε Θ λε/χ Ο μ ελ/Ο ΤΕΤΟΙΟ ωσῖε τελικα Οχλ μονο να ει̃ω̨̃λακεἶαλ πεααν τηἔ ελαοναἔ αι̃πηἔ αλλα και καίσια να υπονομευει την αξία της ίδιας και των όσων της, εφό­ σον η Χαη ”ση τόσο αυτηἔ ί όσο και των ό Ο ων τη ς αναδεικνυονται από τη σκέψη ΈΟΉ από κάθε άποψη αχ/επα©ικεί€72. Κω γω
Ίἶθιι

,

,

,

,

,

,

,

(1988)° Ψ1' ΜΕ ὀιαφἑῇωντας με Μ ωἶογἔῖἑ Οἔἑῖἐσζ Ξἕἕἕη̨γῖἔϊἐἕἐτἑῖἑη̨̃ἕ · , σ αντικη συμ ο η των ομων στο σχετικο τδιτΐ (βλ. στο ίδιο, 191), η πσαγματευσή του πεσιοσίστηκε στο χωσίο 86% κ.ε. και στσ χωσίο 731σ­732σ (βλ, στο ιδιο, 191­192, 194­195, και επίσης 196­197). Όσο

να γίνουμε πιο συγκεκσιμένοι· ο συνομιλητής Κλεινίας, μαζί με τη

για το σημαντικό έσγο του Τ.

Ιτννυτ (1977), αυτό, όπως άλλωστε ο υπότιτλός του δηλώνει, πεσιοσίςεται στους πσώίμους και μέσους διαλόγους. Η δε πσοα­ ναφεσθείσα πσαγμόιτευση του Οὁτςευτειτυτε (1960), πεσιλαμβανει την ανδσεια (στο ίὁτο, 114­129), τη σωφσοσυνη (129­134), τη δικαιοσυνη (13Δ­142) και τη φσόνηση (1ΑΖ­155). Μία πσώτη συγκεκσιμενη πασατησηση για την πσαγματευση αυτή θα ήταν ότι όσον αφοσά τη δικαιοσυνη πεσιοσΰςεται στο νομικής υφης οσισμό της στο κείμενο 86004­864ο8. Μία δευτεση και γενική είναι ότι δεν μας διαφωτη̨̃ςει και τόσο σχετικά με την καθεμία, με τις τέσσεσις στο ουνολό τους, και στο ότι ο εν πολλοίς με τις μεταξυ τους σχέσεις· αυτό ίσως οφείλεται (1951), Ο. ΜίιΙ1ετ του αντίκσουσης Οὀτςετυευιτε αναλώνεται σε μία πσοσπάθεια (γι° αυτόν, βλ. πσόχεισα σημ. 1 88), πασαβάλοντας τη σημασια της καθεμιας (ω̨ετής Οτοἱγα̨ Νόμουἔ σε σχέση με τη σημασία τηε σε άχχουε δγαχόγοτη̨

γω την οαθοτητα τηἔ αξβολογικηἔ παοτεθαβοτηπχς της νεας εικονας, καταθετει και την υπομνηση οτι η Λακεδαιμων, είχε ττσοσὀώσει οιἔιολογική η̨τσοτεσοιιότητςχ στην εικόνα του πολέ­ μΟΌ73. Αι̃γτή η ταΌτόχΩ0(/η σι̃γμφωνία και Όπόμνηση Όποδηλώνεγ την αμφιβολίατκ ΈΟΌ συνομωλητή και πάντως π©οβάλε[ την ανάγκη
σΌμφωΉα
ΈΟΌ

,

,

,

,

πεΘαΒτέΘω συζήτησης σχετωὥά

Οωτήν

εωὐόνα εφόσον
1

“__

_

_”

_

­

­

71 Βλ­τ υ̃ΐθ ω̃ωτ 629811­37 όπθλλ πθοἴδεάἔα 7101 ΉΙ στάση 70117 και 629 ΘΑ τι­Θ­ι όπου ασχίςει να λειτουσγεί ο λόγος του στο πλαίσιο της εικόνας του πολέμου.
72. Βλ., στο ιἴἶ!0, 62934­636647 %Θ11τ1Ί7 87­ μέθολλἔ μαἔ πθαγμάτει̃λσή 7011 η οποια επεται. 73. Βλ. σημείωση Ι 7Ο. 74. Η οποια ηδη πσοεικονίςεται με το «φαινεται» (Νομ. 628 σ3), το «πως»

70.

Βκ Νοκ. στεεε­6, τσ ισγσ τστ Κλεινω.

ί6Ζ8ε3)° στη συνέκειοι το

<<Φ0ιίκετ0<ι>>

ωε <<φαίνετ0ιι μέν»

εἔασθετίεει τεοσσότε­

60

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Η ΑΡΕΤΗ
,

61

τ ετατ όττ σε τουλα τστον ία πε ίπτωσ αποτέλεσε το θε­ γἑἶαμμτ , χ , μ, Ο „η ι ι μελτο μτας υπασκτης πολττετας,

καττ που εμμεσα αλλα σαφως , , ι ι ανττδταστελλετατ εκ μεσους του συνομτλητη πσος το γεγονος , , ι ι ι ι ι οττ η πσοτετνομενη πολττετα που θεμελτο της εχετ την ετκονα της , , λλ ι συ ενετα τα δτα ε ο εν πολττετα τ ς δτα αγης ετνατ

­

­

σομενην››82.

α

η μίοἶλπσόταδηἦατἶόμη)φθἕωΞηττἶλἶἦ η , , ,” , ι Η εκκίνηση της συζητησης, οπως κατ την πσωτη φοσα που συ­ , „ , ι ι ι ζητηθηκε η ετκονα του πολεμου αλλα κατ η ετκονα της συγγε­ , , , ι νετας μτας δταφεσομενης, γτνετατ στο επίπεδο των αξτων. Ο αστ­ ι , , , ι ι στος στον πολεμο ετνατ ο αγαθος” στον πολεμο, η ασετη ετνατ ι ι ι “ δ ί 76, α αθο του ανδ ετου. Ομως, σ ,Όμφ , , μ ο 78 η , ιλ ενας πολεμος πασα πολυ πτο δυσκολος απο τον πο εμο τον «ὀθνείον τε κατ ἔξωθεν»79, κατ αυτός είνατ η «σταστς››80· ο ένας Είνατ ένας 7τόλεμΟς «πσὸς τους ἐκτὸς τε κατ δτλλθφυλσυς... ὀΕαΦεΩὸμενΟΕ»81) Ο άλλοε θα αφοα̨ὶ την «ἔγγγγένειαν μων δγαφε­

­

σ

σο τη οταθεσότητα της συμφωνίας, καθως αποτελετ το ασκττκο σκελος του σχημα­ τος έμμεσης αναίσεσης: «φαίνετατ μέν ...θαυμότζω γε μην,...›› (628ε3­4). 75. Βλ., στο ιδιο, 629Ε›3, σε συνδυασμό με 62901.

τὰ
76· 77.

εφοσον η σταστς ετνατ καττ πασα πολυ πτο δυσκολο απο τον „ , , , , «εξωθεν» πσλεμο, κατ εφοσον θεωσεττατ αγαθος κατ εχων ασετη , , , ,δ λ, , , οποτος δτακστνετατ στο πσωτο ετ ος πο εμου, τοτε πολυ πεστσσο­ , , τεσο αγαθος83, αστστος θα ετνατ ο δτακστθετς στο δευτεσο ετδος πολέμου. Δτευκστνίςετατ μαλτστα όττ η δταβότθμτση ως πσος το πό­ σο πτο α αθός θα είνατ ο ένα από τον ότλλο θα είνατ ανότλο 84 Υ , λ, ε δ , , γη πσος το ποσο κα υτεση ετνατ η τκατοσυνη η σωφσοσυνη κατ η , ° φσον ση οταν συνδυασθουν με την ανδσετα σε σχεση με την αν­ η 85· , ° δσετα μονη της η ανδσετα ετνατ το τεταστο «μόστον››86 της ασε­ , , , , ,
°
.

, Μετα τη δτακστση αυτη, θα πσεπετ να γτνετ δεκτο οττ / , , , ,

,

,

,

α

7

ι ι ι λα κατ απο αποψη

ι , ι ι ι αξίας" ετνατ το «φαυλοτατον››88. Ετνατ λοτπον

τη σταση: «ο ὁτασταστν η σταστν οσθοτεσον αν ετη κεκλησθατ» (στο ιδιο, 744‹Μ­5), οσολογία που μας οδηγεί πσος τη δταφοσότ. 83. Βλη̃ [Βία 63081 63087­8. 84. Βλ­9 στο ω̃ω) 63088'
85. Βλη στο [Βία 630 88_ϋ2.

82. Βλ., στο ιίὸιο, 6Ζ7ὶ›5­6, σε συνδυασμό με την καταληξη αυτου του λόγου, στο ιδιο, 6Ζ7ε5­όΖ8ει1· θα πσεπετνα σημετωσουμε, αλλωστε, οττ αλλου λεγετατγτα

Βλνστο ω̃ιοι 63006411· Πσόκεττατ γτα την ασχατα λυστκη ποτηση, κατ συγκεκστμενα την ελεγετα· ο Τυσταίος κατ ο Θέογντς, χσηστμοποτουντατ από το πλατωντκό φτλοσοφουν
Όποκείμενοδ Ο έναἔ γιατί _ όπωδ είνωγνωστό _ είνωο ΜΠ3 εἔοχην ποληῖηἔ ποἱἔ υμνεί τη νίκη στον πόλεμο κατ τη δτακστοη κατά τη μαχη· ο αλλος, γταττ ετνατ απο
τολλἔ

86. Στο ιδιο, 63θε2· έτστ ονομότζοντατ κατ στον 30601.

Πολιτικό· βλ. στο ιδιο 3Ο6ο4,

87' Βλ­ Νόμ. 630089. Ϊω̨βλ. Μτοίὁἰθ) 63105411.
88.

κὐῳουἔ Επφῳστέἔ των πθοβλημάτων πολύ πθοήλθαν από τω̨̃ ὁλαμαχες στο εσωτεστκό της πόλεως: κατ οτ δυο εκφσότζουν οτα συγκεκστμένα αποσπασματα

Στο ίδιο, 63Οε2· πσβλ. 631ε6: «σμτκσότατον». Η δταβαθμτση της ασετής Νόμοϋς (631ο­(07 Ϊω̨οκάλεσε έντονες συζητήσεις θεωοἠθηπ αφενόα̨ ότι

αυτή τη δταβαθμτση ο Πλάτων λέγετ κότττ που είνατ ασυμβίβαστο πσος παλατό­ απόψεις αθετή (βλ ΠΟ/Ώτεω) αφετέθου ότι ίδψαη διαβάθ­
μτσητ αυτή καθαυτῆτ είνατ καττ το ακατανόητο, ακαταληπτο. Ο Ο. Θἰεοττ (1954), ακολουθώντας ατυχώς την πσοσφτλη μέθοδο όλων όσων πσοσπότθησαν με φτλολογτκό υπεσκστττκτσμό να ανττμετωπίσουν οποτοδἠποτε πσόβλημα στους Νό­ ιιους, κατ γτα τους οποίους θα κανουμε λόγο κατ° επανάληψη στη συνέχετα από αφοομῆ διάφοοα ε@μηνεΉΉ%ά ποοβλήμαω θέτειτο έθγο αι̃πό, είχε γνώμη

(στθ ω̃ω) 6298* ΤΉΩἘ' 12' στο ῶδα 63085­6= Θεογν” 77­78) την αἔια τηε ὀλάκθλσηἔ στον πόλεμο `“ εἔωτεθωιότ εσωτεοωω̃ι αντίστοιχα' Πολ μλα παθω­ σωση "αλ σχολλασμό της θέσηἶ του ΤΏΟΜΕΟΉ στ0Ό§ Νόμουςι βλ' Ρ' νκωτθ (1960) ' ΠΔ­117· 78. Βλ. Νόμ. 6Ζ9όΖ, 63Οε1, κατ, πτο ηπτα, στο ιδιο 63θε7· πσβλ. κατ, στο ιδιο,
628ϋ1“4·

­

­

79·Στ0 ἰὁωι 6290 5“6· 80­Στε ιὁωι 628Ό2' πεβλ­τ στο [όλα 81·ΣτΟ ίὁωι 6Ζ9‹Μ·

62% και 63%·

κείμενο αποτελεί αδόκτμη συντόμευση ενός επτχετση­ ματος, αν όχτ ένα συμφυσμό δταφόσων εκδοχών γυσω από το θέμα που πσαγμα­ τετεετοττ. ο σ. Μτττιετ (1951), 16­17, εεωσετ _ όπως κατ Ο στςοη̨ (1954) εττ στη η σχεττκη πσαγμάτευση του Πλάτωνα αφενός στεσείτατ δταυγετας, κατ αφετέσου

πως το σχεττκό πλατωντκό

­

62

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΑΑΜΗΡΕΛΑΗΣ

Η ΑΡΕΤΗ

63

ποοφανές ότι η κατάληξη της συζήτησης μέσα στο πλαίσιο της 8/ι· ιτόνας του πολέμου, οδηγεί στην ανάδειξη της αυτης αἔιολογικηἐ κλίμακας που είδαμε ότι θεμελιώνει η νέα εικόνα· ο Κλεινιας επι­ σημαίνει ότι αυτό το συμπέοασμα στο οποίο κατέληξαν αψοοα τους νσμοθέτες που έχουν ως θεμέλιο της σκέψης τους την εικονα του πολέμου και των οποίων το έογσ τοποθετείται χαμηλα απο άποψη αξίας89· το πλατωνικό φιλοϋοφοὐν Όποκείμενο δεν αθλελε ται όλα αυτά, αλλά μεταφέοει την κοιτική σε αυτό και στους συ­ νομτλῃτέε του9®, κυοίως όμως σε αυτό το ίδιο· και τουτο επειδη ί στον Πολιτικό ι όι̃ίω Ξ ϋι̃ῖ Θ ΟΎΙΥ Ου μ ένωἔ εκείνολστο διάλογο και αυτο που εἔετάζομμη̨̃ θεώοησε συνώνυμο και παντως αποκλειστικό κθπήωο .ΠΕ α©ε­Εήε την ηθγχή ὁη̨χιατότητοι του οινθοώπου να , ,ι αλε Ονομἀζονταε ανταποκθλθελ επλτυλωἔ στον «εἔωθεν» πο μ

«άνδοεία» την επιθυμία για πόλεμο και «σωφοοσυνη» τελικά την απουσία μιας τέτοιας επιθυμίας91. Στη συνέχεια θα ποοχωοησουμε στη συζητηση της δευτεοηςω̨ και τελευταίας όσον αφσοά την αοετη μεταφσοάς του λόγου στο πλαίσιο της εικόνας του πολέμου, συζήτηση που αφοοά την αν­ δοεία και η οποία όπως δηλώνεται θα γίνει απόπειοα να ποσβληθεί ως ‹‹παοάὁεινιιοι››93 για όλα τα άλλα ‹‹εἴδη»94 ή «μό­ οια» της αοετης.

­

­

­

­

 Ήε¿
1
×

°

με γη θεωειςα της αοετής στην Πολιτειοι

­ και

μάλιστα ότι αποκλείει την ενότητά της. Επίσης, έχει την άποψη ότι υπάοχει ποόβληματ (οι) μεταξυ του χωοίου 63Οο8­1›2 όπου έμμεσα θεωοείται ο ήοωας όπου ο ήθωαἔ και του χωοίου 63Οο3­8 Τ ταίσυ ότι είναι ανδοείος τω) , ΌΩ κ . "αἔὐ του ωοίοττ 63004­6 _ οπου η ἔυτος οΪεΩῖἑ,0Ξγ Ήαθἕ ίἔἕγἶτἐι̃ἐετέι̃βἔ ἶιαι του χωοίςου 631ο8 συμφωνα με το Οἕΐςἔζο­ῖἔττἕθετείταΐ τἔίἔη αξιολογικά. Οι δικές μας παοατηοησεις: Ως ποος το ία) δεν υπαοχει κανένα ζήτημα, αν κάποιος διαβάσει ποσσεκτικόι τι λέγει και σε ποτεα̨ διαχοίοεις ποοχωοεί ο Πλάτων όσον αφσοά την ανδοεία στα σχετικά με , ι των Νό ων (βχ σημ­ Ι 171). Ωἔ πατε το (β);τόσο για αυτό το σημείο φπην χωῳατ ν όχ ἔταβάθ τση οχι μόνον ο Μυ̃ΙΙοτ (1951), αλλά σ (ὶἰςστι (1954) 23? Ἐωἐὲἶἔἔωἄῃἔε (1960ἶ 129) έχουν ὀωκολίεε. αν ακοχουθἠσωμε την εομηνεω Τηἑ αοετἠε και Έηἔ δγαβάθμγσγι̃ἐ της που η̨̃ιατοιτώνουμε, οι δυσκολίες

­

­

­ ­

αυτές υπεοβαίνσνται (βλ. τη συνέχεια του παοόντσς κεφαλαίου και τις σχετικές σημειώσεις 1 ιτο, 171, 176) . Διισιιολιετ σε σχεση με το ιειο Θέμα αντιμετώπισε και ο Μ. Ο“ Βτἰεο (1967), 182, 184, ο οποίος και ποστείνει μία εομηνεία της δια­ βαθμισης ίβλ., στο ίὁιο, 182­183) η οποία είναι διάφοοη της δικής μας. Ο ΚΟ. 950) 2214234 π οέβη επίσηἔ σε πῳσέγγτση δταφοθετικη από τη δικη Ι_|0ὀἔ€,(1 ι Οι Ο 11 ῖαθε ία από τις αοετές όσο και αναφοοικά με τη
3

91.Ηκοιτική εκφέοεταιστο κ ωοίο 630619­ο3,καια τηίνεταινααντη ”σειστ ν κη κ ποαγμάτευση της αοετής, των μοοίων της αοετής στον Πολιτικό ίβλ., στο ιίὁιο, 3Ο7ε1­3Ο8ε1Ο). Δεν ειναι η μόνη κοιτική για την ποαγμάτευση της αοετης η οποία να αντηχεί στον Πολιτικό βλ. στη συνέχεια σημ. Ι 110. 92. Βλ. Νοκ ωτειε­εεεει· η ττοώτη ειιοιειιειιιιοιο ιοιο, 62984­εεοετ. 93.Στο ιδιο, 63Ζ‹­Μ. 94. Στο ιδιο, 63Ζε2· η ίδια οοολογία απαντάται και στον Πολιτικό, βλ., στο ιὁιο, 3θ6ο1Ο,|3θ7α6­1. Θα ποεπει εν ποοκειμενω να αναςιιεοουμε οτι οσον αφσοα τον Πολιτικο οοισμενοι μελετητες αναγουν τη διαςοοοα που φθανει/ως την ενανι̃ιοτητα ~ των Ϊμοοιων» της αοετης, της ανδοειας και της σωφοοσυνης, σε σντσλσγικη διαφοοα: ποοκειται, υπσστηοίςουν, για αντίθεση, εναντιοτητα, των «ἰδεῶν» αυτών, κατ” αναλογία ποος την αντίθεση της «κινήσεως» και της «στά­ σεως» στο Σοφιστἠ ίβλ., στο ιίὸιο, Ζ54α κ.ε.)· συγκεκοιμἐνα, μία τέτοια αντίληψη ελοϋν 01 Ι Θίὶωὀ (1955)ι Ζ14› ]­Β­ 8ΙςθΠ1Ρ (1952)ι 223 θημ­1” Ο 8001101 (19ἶ37)ι 16Ζ,|συμφωνει με τον 81‹οτηρ, αν και επιφυλασσεται λεγοντας στι δε διαβεβαιώνει ο ξένος στον Πολιτικο στι τα μσοια της αοετης ειναι απο οντσλογικη αποψη αντίθετα, αλλά απλώς διαπιστώνει ότι διαφέοουν διαφοοά που ενέχει και εναντιότητα («ετειΗό ετ|ο‹1όε››,στοιδιο, 1ό1) μεταξύ τους· σ Μ.Η; ΜἰΠοτ ς198Ο), 125 σημ./Ζ, αν και οοθα σημειώνει στι οι οσοι «μέσος», «μοοιον», ειναι συνωνυμοι με τον 009 «1­δεαἶι ωστοσο δεμλαμβανελ Ήπ οψη τολὶ ΟΠ Οωἶω αφοθολλν μλα ῖντολονικκ ποανκατενσιι τον θεματοε στον εν λογω διαλοιο· τελοει Ο Ρ­ Θϋοτσ

­

­

­

­

­

δἶἐβἕθσἶσ Ρἶόῖς φ Θ μΒλη Νόμ” 630 (1 28­
90:

μ

Βλ;

ίὁαλ 63 0 (1 4­7­

χωοιο 30”/(17­8 του Πολιτικου: «Παιδια τσινυν αυτη γε τιςη διαῷσοα τσυτων εστι των εἰδὼν››· σ 8Ι‹ειυΡ (1952),παοά το γεγονός όπως ποομνημονευσαμε ότι ανάγει το όλο θέμα σε ασυμβατότητα των «ἰδεῶν», των «ειδων», ωστόσο αναγνω­ οίςοντας το ποόβλημα που δημιουογεί το συγκεκοιμένσ χωοίο, ότι δηλαδή σε αυτην την πεοίπτωση η ασυμβατότητα των συγκεκοιμένων ιδεών θα χαοακτηοιζό­

( 1968)› 12 σ1ι̃μ·¿ἴ8› αθλίεπαλ Ο" πθίἶλίελταλ γω Οντολογλκη δἔαφοθἶχ­ 1\1ομίζουμε οτι καιοιας σημασιαςι̃για το ποοαναφεοθεν ποοβλημα ειναι το

­

­

64

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Η ΑΡΕΤΗ

65

Το πλατωνικό φιλοσοφούν υποκείμενο εοωτά κατά πόσον μία σειοά θεσμών και νόμων στη Λακεδαίμονα δε στόχευαν, στο πλαίσιο της εικόνας του πολέμου, στην ανάπτυξη της ανδοείαἐι και η απάντηση που λαμβάνει είναι ότι στόχος, ποάγματι, ήταν η επίτευξη της ανδοείας95· η ανδοεία εννοείται ως καοτέοησις, ως διαμάχη και τελική νίκη% «ποὸς ῷὀόους και λυπας››97 και αλγη­ δόνες98· ωστόσο, όπως και στην ποώτη μεταφοοά, ποοβαίνει σε και σε υπόμνηση μιας άλλης: η διάκοιση είχαι η μία διάκοιση εξής: ανδοεία είναι και η διαμάχη «ποὸς πὐθΟ'ϋΞ­­­ και η99°

­

είναι ότι το «ῆττω» ισχύει όχι μόνο για πόλεις αλλά και για ανθοώπουςωο. Η διάκοιση και η υπόμνηση το οδη­ γούν στο να είναι σε θέση, τελικά, να εοωτήσει αν αυτός που ητ­ τάται από τις λύπες ή από τις ηδονές είναι πιο αομόζον να θεωοη­ θεί κακός και επονείδιστος· η απάντηση είναι: αυτός που ηττάται από τις ηδονες101· αυτό όμως σημαίνει ότι αν οι πιο εγγύτατοι και δύσκολοι πολέμιοι του ανθοώπου είναι η λύπη και η ηδονή102, η τελευταία είναι ο πιο δύσκολος από τους πιο δύσκολους αντίπα­
νας››99· η υπόμνηση
λους1®3.

ταν παιδιά, μεταφοάζει τα είδη ως «ταμπεοαμέντα» (στο ίὅιυ̃ι 225) _ ωσλετἴἔοτ συμφωνεί ντας τον όοο με την ιπποκοατική ιατοική (στο ίδιο, 225­226 σημ.1) και ο Ο” Βτἰεο (1967), 179. Τελικά η δική μας άποψη είναι ότι θα ηταν δυνατο να εννοησουμε τα ειδη και ως ταμπεοαμένα και ως ιδέες· στην πεοίπτωση αυτή, θα εομηνεύαμε ως εξης το σχετικό χωοίο: από την άποψη του αντικειμένου του Πολιτικού, το οποιο ειναι εν κατακλείδι η εκκάλυψη και η ποοάσπλση τηἔ δϋαφοθάἔι Έ0 να αναλθελ _ με τη η εμπειρικά διακοι­βσύμενη βοήθεια του μεταφυσικού­οντολογικού λόγου όπως η διαφοοά σε μεταφυσική­οντολογική διαφοοά ιδεών, είναι μία παιδιά

­

­

­

μουσικη και η Υεαφιηή ίβλ­ Πάσιο­ 2880)' όταν όμωἐ η διαφοθά ΈΟὉ ηόσμοι̃λ των ανθοωπίνων αντιμετωπίςεται υπό την ποσσπτική της ποέιξης μέσα στην πόλη («πεοσ δο τει μέγιστα», στο ίὀιο, 3θ7σ8), τότε είναι κάτι που θα ποεπει να θεωοηθείως σοβαοό,γιατί ως ενσιντιότητα αποτελεί «νόσον» (βλ. 30768) γι αυτην Στους Νόμους η χοηση των ω̨ωτι κμόοιοι», ιει̃εθεχ δε συνοεεὐετω από

­

­

Εφόσον όμως ο πιο δύσκολος των δύσκολων πολεμίων είναι η ηδονή, η νίκη επί αυτής θα είναι όντως η «ποώτη» και «άοίστη» νίκη, και η σε σχέση ποος αυτήν εννοούμενη ανδοεία θα είναι η ,ιιεγίστη αοετήωί· για δεύτεοη φοοά αοχίζει να αναφαίνεται η αξιολογική κλίμακα που ποοαναφέοαμε ότι θεμελιώνεται στη νέα εικόνα, και η υποτίμηση της νομοθεσίας που θεμελιώνεται στην εικόνα του πολέμου όπως, για παοάδειγμα, αυτή της Λακεδαίμονος και της Κοήτης μόνο που αυτό στην παοού­ σα πεοίπτωση γίνεται σταδιακά: η παοαδοσιακή ανδοεία ποος τον «έξωθεν» πόλεμο δεν είναι η πιο σημαντική αοετή. Ποια εί­ ναι λοιπόν εκείνη, ή εκείνες, που θα είναι οι πιο σημαντικές; Για να τις αναζητήσουμε, θα ποέπει να έχουμε υπ' όψη μας ότι αυτή ή αυτές, θα μποοούν να επιδείξουν καοτέοηση, να έλθουν σε δια­ μάχη, να νικήσουν την ηδονή. Για να συνοψίσουμε: όπως ποοκύ­ πτει από τη συζήτηση, οι πολιτείες της εικόνας του πολέμου μία

­

­

­,

­

καμία τέτοια διευκοίνηση· διαπιστώνουμε ωστόσο ότι η πολλαπλότητα/διαφοοά το «πολ­ όπως θα δούμε στη συνέχεια των μοοίων της αοετής δεν είναι παοά χαχῶς χέγεται» της διαλλαγής· αυτή ενδιαφέοει τον Πλατωνα, αλλα αυτη ειναι μι ία έννοια που ανήκει στο «πεοὶ τα μἑγιστα››· αναδεικνυεται, λοιπον, εμμευ̃αι Ή ισχύς της πσοαναφεοθείσας διάκοισης του Πολιτικού και στους Νομούς.

­

­

ανδοεία αποτελεί γνώοισμα του θυμοειδούς και συνίσταται στη διάσωση των επιταγών του λογιστικού, πασα την ύπαοξη ηδονής και λύπης.
η

­

99. Βλ., στο ιδιο, 633ό1­Ζ· ποβλ./Ιάχ. 19164­7

και Πολιτ. ΔΖ9ο­είἔθο, ΜΖΌΔ­04

95. Νό ι. 633ειΔ­07 ­

­

96. Βλ., στο ιίὀιο, 633ο4­5, 63301, 633σΔ: «καοτεοησεις» 6330103 <<ὀΦΟιΜαΧλι̃ν» ποβλ. επίσης: δἔόόδ­Θ1ι 84004­5; ποβλ. 64707­σι̃· 634ι̃:›4: «νικῶντόις... νικαν»

ι

100. Βλ., Νόμ. 633‹ἰ6­7.
101. Βλ., στο ιδιο, 63301­6·
635τ12; «ἔτ° Οτἰσχίω», 102. Βλ­7 στο γΰω) 634Β5_6.

­

για το «ἐπονειδίστως» (633ε5), ποβλ., και στο ίὁιο,

84007, 91δό1­Ζ.

97.Στο ιδιο, 633ό1.
98. Βλ., στο ίὁιο, 633Ι›5, 63463.

103. Βλ., σχετικά

και στο ιίὁιο, 633 εΠ­4

104. Βλ., στο ιδιο, 63004.

­ ποβλ., χαοακτηοιοτικά, 863ὶ›7­10.

66

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Η ΑΡΕΤΗ

67

αοετή εγνώοιζαν και μία εομηνεία έδιναν σε αυτήν την αοετή: η αοετή ήταν η ανδοεία, και η εομηνεία που έδιναν ήταν η ανδοεία ως θεμελιώδης ποουπόθεση νίκης επί των αλλοφύλων, νίκη που ηταν Οηνώνηηη με τη νγηη επί Τηε χηηηε _ ηοη τοη φόβοη .. (πο

ναοοοννω ενναν ναθοονονννη ννα νην ανναννηοη ονο εοώνηννα μαέ­ Ο ενννναννννοα εννοννένωἑι λονοἔ ονν ννννοοον να οελθενω να αολοτ ληθεί η επιταχθείσα από τον ίδιο διαφοοόι των ανθοώπων παοόι μόνον με ό,τι είναι ενταγμένο στην τόιξη του εαυτού του· οι πολι­
νενοἐ νον φόβου ναν νηέ ληννηἐ ενννναοοονν να νονονναν ον ννολννεἑ νο φοβο ναν νη λνννηι ννα να ανννννννονννοονν ενννννλώἐ έναν πολο· μοι για να νικήσουν σε έναν πόλεμο· η γεύση του φόβου και της
λνννηἐ ναν η ανέλνἔη οονοννένων οναονναονών οοηνονν ονην να­ να νο οννανον _ εννννονἔη αννον νον ονολον” η ηοονηι οννωα ενναν ποιοά την τάξηω του λόγου αυτού· έπεται λοιπόν ότι με ήπιο τσό­

ενδουποκειμενικό επίπεδο· επομένως, σε σχέση ποος αυτήν την αοετή, σε σχέση ποος αυτό το συγκεκοιμένο πεοιεχόμενο της εν λόγω αοετής, τοποθετούσαν τους στόχους της νομοθεσίας τους. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν όχι μόνο να μην έχουν θεσμοθετή­ τη γεύση1®5 κατ" αοχήν σει διαδικασίες που θα επέτοεπαν της ηδονήςννν και στη συνέχεια, μέσα από μία οοισμένη μεθό­ τη νίκη επί αυτής, δηλαδή κατι ανόιλογο108 ποος τις δευσηννν πολυπληθείς διαδικασίες γεύσης και νίκης επί της λύπης και του φόβου, αλλα θεσμοθέτησαν τη φυγἠνν από τις ηδονές, πασα το γεγονός ότι καποιος θα ανέμενε να έχουν την ίδια αντίληψη για την αντιμετώπιση των ηδονών με αυτή που είχαν για τους φόβους ηηη ηη χηηεησθ­ όη δηλαδη η γεηση Πηγε) με βάση Οηγσηένεἐ δια­

­

­

­

­

τ

πο ενννναοοεναν η αννοληι η φηνη απο αννηνι ναν αν λννονοοο ηνννο ενννβαλλονναν ννοννέἑ ννα νοη§ νναοαβαννονννἔ νην ναἔη νον λονον
1

γγ

νηἐ λνννηἐ ναν νον νροβονω· Αννη ονναν λονννον η οοννηνενα ονην οπονα μαἐ ναοαννέννννεν νο ενννναοοεννι νο ονονο αναφέοεναν οε

1

ένα οννννναν λονον ννα νο οννονο έλεν ηοη νννεν αναλννννοἐ λονοἐ στον ΠολιτικόΠ6· και αυτή η εομηνεία είναι που επιλύει το από
νννοώνη

δικασίες, θα μποοούσε να οδηγήσει σε νίκη επί αυτώνω.
Πώς λοιπόν εθμηνεὐοντω όχι μόνον η μη ανάλογη θεσμοθυ̃ τηση γεύσης και διαδικασιών που θα οδηγούσαν σε νικη επι της ηοονήἔυ αλλά η φΌγή› η αποχή από Ονυνήν; Η ποιοουσίθι ΤΟΌ εννν·
105. Βλ., στο ιδιο, 634ε8· βλ. ακόμη και αλλες εκφοόισεις για το ίδιο θέμα: «απειοοι» (635ο5), «αμελὲτητοι» (635ο6). 106. Βλ., στο ιδιο, 634 Β?­ση. 107. Για διαδικασίες που αφοοούν τη λύπη, βλ., στο ιδιο, 63ηε9­11. 108. Βλ.,στο ιδιο, 63ηο3: «ὁμοιως››· ποβλ. 634ει9: «καθόιπεο». 109_ Βλ_, στο ιδιο, 635ο4­6, 110. Βλ., στο ιδιο, 63ν1ει1­5· η ειοωνική αναφοοόι στους νομοθέτες της Κοήτης και της Λακεδαίμονος αντηχεί και ποος την πλευοόι του ιδίου του πλατωνικού φι­ λοσοφούντος υποκειμένου ως Ελεόιτου ξένου στον Πολιτικό στον εν λόγω διάλογο το φιλοσοφούν υποκείμενο λειτούογησε για αλλη μία φοοα στο πλαίσιο της παοαδοσιακής εικόνας του πολέμου, καθώς όχι μόνο θεώοησε συνώνυμο της αοετής την ανδοεία αλλά και όοισε την ανδοεία ως ικανότητα για πόλεμο (βλ., στο ιδιο, 308ει), δηλαδή μόνον ως ικανότητα αντιμετώπισης του φόβου και της λύπης. 111. Βλ.Νόμ. 635ο6­‹11.
·

αποψη νναοαοοἔοω νων οναφοοονννών ννεθοοοηοεων νον
Βλ

(636θ8)'

112

στο ιδιο 635ο6· π βλ· «π οστόιξαι» (636ε7)
1

Ω

_'

Ο

7

« "

δ

ακελεύεσθ

αν»

­_­α­Η­·Ζ·~·¬

113. Βλ.

Πολιτικ. Ζ9η‹:2­4· τα ιδιοι ακριβώς χαοακτηοιστικα αποδίδονται και

Οτήν επιτακτικότητα των νόμων των Λακεδαιμονίων κατ των Κοητώνς βλ_ Νόμ_

634ο1­5, και αντιπαοαβαλε μόνον τη φοόιση «μηδένα έαν» (στο ιδιο, 634ο1) ποος τη φοόιση ‹‹μηδὲνα... ἐῶντα» (Πολιτικ. 294ο2 ποβλ. 300ο1­2). 11η. Βλ. στο ιδιο, Ζ9ησΖ­3, 29404­5. 115. Η φυγή είναι ένας αλλος, οικείος από τον Πολιτικό, όοος της γλώσσας

­

της επιτακτικότητας (βλ., στο ιδιο, 309ο3)· αλλοι όσοι, που ήδη καταγοόιψαμε, είναι οι συνώνυμοιτου επιτόισσειν, καιτου εαν (βλ. σημ. Ι 112, 113, αντίστοιχα). Η φυγή είναι ο ήπιος τοόπος· παοόιλληλα υπόιοχει ο θανατος, αμεσα ή έμμεσα αναφεοόμενος· άμεσα, βλ. Πολιτικ. 309οΖ, και για τους Νοιιους, βλ. το Δεύτεοο Μέσος της μελέτης μας, όπου αναφέοεται και σχολιόιζεται μεγαλος αοιθμός χω­ οίων· έμμεσα, βλ. «κολαζειν τοις ἐσχατοις» (Πολιτικ. Ζ99ο5­6) και «μεγίστην δί­ κην» (Νόιι. 637ει8). 116. Για μία συζήτηση του πώς αντιμετωπίςει το πλατωνικό φιλοσοφούν υπο­ κείμενο την επιτακτικότητα στον Πολιτικό, βλ. Δ.Ν. Λαμποέλλη (1990). 117. Βλ. «αποοῶν» (Νοιι. 635ο4).
.

1

68

ΔΗ ΜΗΤΡΗΣ Ν . ΛΑΜ ΠΡΕΛΛΗΣ

νομοθετικού λόγου όσον αφοοόι τις δυνόιμεις του ενδσυποκειμενι­ κου χώοου, πιστώνοντας παοόιλληλα μία αονητικότητα στον επι­ τακτικό λόγο όσον αφοοόι τη στάση του ποος την ηδονη. Στο σ είο αυτό ό ω το ίδιο το πλατωνικό ιλοσο ουν υπο­ ημ μ € , φ , φ κείμενο θετει το εοωτημα αν ολα αυτα ειναι σχετικα ποος το αντι­ κείμενο της συζήτησης· και δεν εννοεί ότι το ενδιαφέοει αν αυτα γιατί είναι, μετα τη διόικοιση που είναι σχετικα με την ανδοεία το ίδιο έκανε ¬, αλλόι κατά πόσον είναι σχετικα με τον τελικό στόχο ο οποίος ηταν ο λόγος για την ανδοεία να αποτελέσει ποιοοι̃­ 118 ι δειγμα ποαχιιοι̃τευσης για όλα τα όιλλα μόοια της αοετής . Μεσα / απο το ευοημα της διστακτικης καταφατικης απαντησης του συνο­

λίωσή της. Στη Ο­υγκεγω̨γμένη πεεγη̨πτωση η Θεσμοθετημένη αποχη φωη̃ από ηδονή, οδηγεί έμπ©α%τα°σε αα̨ω̨άτεια ηὀονήεη̨χ

ὁεὐτω̨ η βεβαιώνω ότι .

θεσμοθαημένη

"κή

ι , , ηδονη των πολιτειων αυτων, δεν οδηγεί στην ποόιξη σε ολοκληοω­
μη γεύση της ηδονής· η ηδονη ι , ,

ην

­

και θα μας δοθεί η ευκαιοία , , , να επανελθουμε καπως αναλυτικα σε αυτο στη συνεχεια ειναι ι , . , , , ισχυοοτεοη απο τους θεσμους που επιτασσουν την αποχη απο , ι , αυτην μονο που στην ποοκειμενη πεοιπτωση η ηδονη εκφοαζεται , , , , με ακοατεια και με παοα φυση τοοπο125. Αυῖέε δύο άλλη μία φω̨ά

­

­

%

σ

1

,

γ

μιλητη̃ω στο πῳαναφεθθέν ε@ώΈημα7 Το πλατωνωω̃ φιλοσἕἕγρων υποκείμενο ποοχωοεί στην ποαγμόιτευση της σωφοοσύνης . Το ι ι ι ι ι ι ι εοωτημα που θετει ειναι κατα ποσον υπεοεχουν ως ποος αλλες πολιτείες οι πολιτείες της Λακεδαίμονος και της Κοητης οι πολι­
"Π1

1

1

Έείεἔ της πολε μλχής 0"/ὀ@εία€° όσον αφω̨ά τη σωφοοσὐνη “Κα̨τά τη γνώμη του συνομιλητή του είναι δυσκολη η απαντηση ωστοσο
, ,

',

Οῳσμένεε θεσμοθετήσεις για την εππευἔη τηἑ ανδῳιαε” Οπως τα συσσίτια και τα γυμνόισια στόχευαν και στην επίτευξη της σωφοο­ 122 , ” , , , σύνης . Η απαντηση του πλατωνικου φιλοσοφουντος υποκειμε­ νου συνίσταται σε δυο παοατηοησεις· ποιες είναι αυτές· Η ποωτη ι υπο α ι ειότι είναι δυσκολο κατόιτ όπο ανα ισ ίτ ταο οιο να ἔἕφοιδλίἐἑεται μία πολιτεία «ἔογῳ» οἱ σχέση τοβ3λἔγῳ››μπου συγκοοτεί αυτην123. Αυτό σημαίνει ότι ο τοόπος που λειτουογεί στην ποόιξη μία πολιτεία συνηθως απέχει από τη θεωοητικη θεμε­

εμπειοια παοατηοησεις δεν ειναι οι μονες· συνοδευονται απο μια τοίτη, έμμεση, που χοησιμοποιεί την οικεία, ιατοικη, μεταφοοόι ι ι ι „ για να εκφεοθει· τη μεταφοαζουμε: ο εκ μεοους του επιτακτικου λόγουὥ πεωοῳσμόἔ ένα μόνον εππήὀευμαω ι ι ι ι ι .. ' , , οα μονο μια απο τις δυναμεις του ενδουποκειμενικου πεδιου, ωφελεί αλλα και βλαπτει128· η παοατηοηση συνοδεύεται από μία , , , δηλωση η οποια αναιοει τον ποοαναφεοθεντα πεοιοοισμο του επιτακτικου λόγου των πολιτειών της γευσης του φόβου και της ι , , , λυπης, των πολιτειων του πολεμου, δηλαδη της επιβιωσης: η ενα­ σχόληση ηδονέε είνω εἔίσοι̃) αἔβόλογη
1

ι

,

,

,

,

,

,

τπτ
'

ι , , , , , με τις λυπες129· και η ολη ενασχόληση και με τις δυο ειναι εξισου ,
,

αξωλογη _, ε1ἶ(ῇναλαμβανΟΡἐἶ _ με ην ανἶίσῖῳχη ΜΡ αφω̨ά το νομοθετειν 'η εμπεω̨ωίη πα@ατηΩηση ηδη εὀελἔε Οῃκωτα
124. Βλ., στο ιδιο, 6361›1­ε7.

118. Το «κατα τοὀπον» (Νόμ. 635ὀ7) αναφέοεται στο «ὅπως οὕτω» (στο ίὁιο, 632ε3­6). Ο ΑΕ. ΤεγΙοτ (1980), 1236 στη μετόιφοασή του είναι ασαφής: . ‹‹Ψ1τετΙτετ νου ἰὶοὸ Ητεεε τετιτετΙ‹ε ετ ειΠ ρεττιυειττ». 119. Νόμ.) 63501­3

χοησιμοποιείται ποοηγουμένως (63Δε7) αλλα και στη συνεχειαιη μεθη θεωοειται ενα επιτηδευμα (βλ. στο ιὁιο, 637‹14).
128· 129·

127. Στο ιὁιο, 636ε7· ο όοος , ,

”,

ἔἔ

ιεο.
121.

ει., στο οιο, επειι­6.
ελ. στο στο 635ε6­63681.
1

ί 122. Βλ., στο ιδιο, 63682­3.
123”

Βλ” "Ο ω̃ωε 635"­άὁ· 130 Βλ στο ιδιο, 636615­7. ” , 131. Βλ., στο ιὁιο, 633εε1­ο7
_

Σ” “Μι 63686­Μ·

Βλ” (πο ιδιο) 63683­5”

συνολικά: στο ίὁιο,

­ για φοβο και λυπη, 6361›1­‹:7 ­ για ηδονή· και

6351›4­‹16.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ
ι

Η ΑΡΕΤΗ

71

ηδονή και λύπη ¬ είναι θεμελιώδεις ποούποθέσεις, υπό οοισμένες συνθήκεςω, της ευδαιμονίας σε ενδουποκειμενικό και ενδοπολιτειακό επίπεδο, δηλαδή για μία πολιτεία που στοχεύει πέοα από την επιβίωση και στην ευδαιμονία133. Αυτή η δήλωση ποουποθέτει όμως την αοση του μη «ὀοθου̃ λογου», φοοέας του οποίου θα ποέπει να υπογοαμμίσουμε ότι δεν είναι μόνον ο επι­ τακτικός λόγος των πολιτειών του φόβου και της λύπης, αλλα το αποῖέχεσμα τοι) λόγοι) Οωτοὐἱ η ακθάτεγα τικ ηδονικ
δύο

­

ση πεστ σωφσσσῦνηἐ­ Επσττενωἔι η σωφσσσσνη ενττεττατ σλτ ττσνσ στην επτννωση τη§ σταττθτσηἐ λσνσττ _ εσνσα αλλα ττατ στην ανα·

ννώστση τηἔ σττσττσλταἐ πσττ ττπασλετ να επττενλθετ τσ εσνσ να ετ­ νατ σττστσ ττε τσ λσνσ” η στσφσσσὐνη ένττεττατα επτσηἔι στην ανα­ ννώστση σττ η επτταττττττστητα δεν σσηνετ σε σττνσλτττα θεττπα απστελέσττατατ σλτ ττσνσν εσνω δεν εττττησεντἔετ σ9ττ ετνατ πασα την ταἔη τσσ λσνσττ τη€› αλλα σσηνετ σε ενα ατχασττό τηἐ ἔωη€ σε κατα την ταξιν και παοα την ταζινστ, όπου αλλοτε επιτασσεται η
γ

Στη συνέχεια ο λόγος του πλατωνικού φιλοσοφούντος υποκει­ μένου ασχολείται για ποώτη φοοα με τη μέθηβτ ως ένα ακόμη εκτός των αλλων σημαντι­ εμπειοικό πεδίο για να καταδείη̨̃ει την υπό όοους χοησι­ κών που θα καταγοαψουμε στα επόμενα τοι) επανω­ γεύσης της ηδονής, καθώς ο συνομιλητής μότητα της χεται στον ισχυοισμό ότι οοθα ο επιτακτικός λόγος135 μιας πολι­ τείας λύπης και φόβου όπως είναι η Λακεδαίμων, κελεύει τη φυ­ γή Έ­η€ ηδονήἔτπ Όμως γγα οωτη̃ την πἐγώτη ενασχόληση με τη μέ­

­

γ

­

απσλη ττατ αλλστε τσ ανττττετττενσ τηἐ απσληέ επττασσετ' τέλσα η σωφσσσσνη ενττεττατ στην αναννώστση τηἔ ττπατττστηταἐ τηἔ επτ­ τακτικότητας του λόγου και στη θεμελίωση της υπεοβασης της επιτακτικότητας αυτής, υπέοβαση συνώνυμη με την αοση του μη «ὀοθου λογου» εκ μεοους τόσο των πολιτειών του φόβου και της

ληπηἑ σσσ ττατ τηέ απσατσσἔ ησσνηἐ' ττατ ντα να ττεταφσασσττιτε στη νλώσσα τηἑ θεττελτώσσττἐ ανθσωπσλσνσσ ετττσναἔωῖ η ησσνη και η λύπη, για να αποτελέσουν τους όσους μιας θετικότητας
σσσν αφσσα τσ στσλσ επττεσἔη§ τηἐ εττσατττσνταἔ θα πσεπετ να θε­

και για όσες έπονται, θα ασχοληθούμε καπως αναλυτικα στη συνέχεια· εκείνο που ποοηγείται είναι μία διαπίστωση· η διαπί­ στωση ότι ο λόγος για τη σωφοοσύνη θα ποέπει να έχει ήδη πεοα­ τωθετ εφόσσνι ιτετα ττε τθετἐ επτεθετσεἐ πα©ατη©ησετ€ πατ τη δη· ακόλόύθως για αλλα λιυόη, έπεται Ο λόγός για τη μέθη και θέματα. Αυτό σημαίνει ότι τελικα Ο λόγός για τη σωφοόσύνη εί­ ναι ταυτόσημος με τις τοείς ποοαναφεοθείσες παοατηοήσεις και
θη

­

­
9

9

9

9

9

9

την καταληκῃκη δηλωση, οι Οποδεἐ αποτελουν στοιχεβα ενος λο γω) πσυ ανελίχθη αμέσως μετά την εξαγγελία για την πθαγμἀτευ
Βι., ατα ι/ατα, 636αε­αι· για μια ααςητηαη ται, ια.

132.

1.2.2.

ανήκει στα αναγκαία (βλ., οτο ιδιο, 6Ζ8α1)· μία πολιτεία που στοχεύει στην ευδαιμονία δεν έχει αυτόν ως ποοτεοαιότητα (βλ., στο ιδιο, 6Ζ8ὀΔι­
133. Ο πόλεμος

(και για τη σχετική νομοθεσία, βλ. 836ο­8¿τ1ο). Όσον αφοοα το χωοίο 636ο­α, βλ. Ι.Ι. ννὶτιιαετ (1990), 18, 21, οοποίος τονίςει ότι στο σημείο αυτό ο Πλατων εγκαινιαζει μία παοαδοση σχετικα με το «μη φυσιολογικό››· για το ίδιο χωοίο, βλ. Μ. Ρουοειιιιτ (1984), 54, και Ζέτττ­245 για το χωοίο 8360­σ. Για την απόοοιψη της ομοφυλοφιλίας από τον Πλατωνα των Νόμων σε κη ι9ν9ι9λ9νικηε αντίθετοι 9ιπ° ατι συμβαίνει 9τ9 Φαιεαι και τ9 Σνκπύσιο. βλ. Κ.Ι. Βονετ (1978), 165·1689 185·187ι σποτ ττατ επτση ιτατνετ τη βασΰνθττσα ση·
ποβλ. σχετικα, στο ιδιο, 836ο­ε

­ στις πεοισσότεοες πεοιπτώσεις ­ ποος το «παοα››· στο χωοίο που εξεταζουμε υπαοχει μία ενδιαφέοουσα αντιδιαστολή: το κατά την ταξιν του νόμου οδηγεί σε «παρὰ φύσιν» (Νόμ. 636ο6) το «κατα φύσιν» (636ο5) ­
Ζ99‹:1, σε αντιδιαστολή

137.

Για τα «κατα», βι. Παιιακ.

293α5, 293ι›ι, 293α9 296α9 29εα2 299αι

­

εΖ).
134,

τταστα τσσ λασατττηστσττσσ «πασα Φηστν» ντα την τστσστα τηἐ ηθτπηἐ (στό ἴὁπι 168). Τέλος, για τη «σεξουαλική ηθική» του Πλατωνα, βλ. το ομώνυμο κεφαλαιο

Βλἠστο ιὁιογ

637136 κ_ε_

του Ρτἰεε (Ανν. Ρτὶοε (1989), 223­235), και βέβαια τα κείμενα του Ο. νιειετοε
112.

135. Βι., ατα στα ωααε· ααβι. και αηαι 136. Βλ., στο ιδιο, 636ο7­8.

©9819). ιΖ1981ι›·)
138­ Βλ. σημείωση

Ι 41.

Η
72

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Η ΑΡΕΤΗ

73

ωοηθούν ότι αποτελούν μία συγγένειαςδιαφεοομένη και όχι τους δύο πολεμίους που αναδεικνύει η πολεμική εικαστική139.

Ωστόσο Όπάηχοην δύο εηωτηματα που σχετυ̃ἐοντοη με εἔαγγὺ λίεα̨ που έχοην πθοηγηθεί. το πηώτο εηωτἀ για Το ποια είναι ,η

ποαγμάτευση σχετικά με τη φοόνήση

κιιιτη δικαιοσύνη· το δεύτε­

139. Επαναλαμβάνουμε μία αοχική διευκοίνηση: η συνέχιση 111€ λθήσηἔ όοων όπως νίκη, καοτέοησις, διαμάχη, συμβαδίςει με την επιτευχθείσα υπονό­ μευση των όσων αυτοίοημαίνουν στο πλαίσιο της εικόνας του πολέμου· στη ουνέ­ χεια, μία νέα γλώσσα, αυτή του αισθητικού, θα αναλάβει να ανταποκοιθεί ποος τα όσα η νέα εικόνα εξαγγέλλει. Ωστόσο, άλλοι μελετητές συνέχισαν να εντάσσουν τη σωφοοσύνη στους Νόμους μέσα στο πλαίσιο της εικόνας του πολέμου και να τη συνδέουν απο­ κλειοτικά και κυοιολεκτικά με την οικεία οοολογία της. Έτσι, η Η. Νοττ1ι (1966),

00 αφοοά Το κατά πόσον όντωἔ Ο λόγοἔ γω την ανὀθεία ανεὁεῦ χθη παοαδειγματικός για τα αλλα μόοια της αοετης. Είναι φανε­ οό πως για να απαντηθεί το δεὐΈΕ@Ο, θα ποέπει και, αοχἠν να απαντηθεί το π@ώΈΟ· Η απάντηση σε σχέση με Οηπό είναι ότι

ι

πΩαγμαΈεΌση

186496­ πεαηιατεὐεῖαι κατα ταόαα ασαφή τα αώἐ εννοεί αι ααφαααὐνιι ατα έογο αυτό ο Πλάτων. Η ασάφεια αυτή γίνεται, οοιακά, αποδοχή αντιφατικών ποοσδιοοισμών της σωφοοσύνης. Συγκεκοιμένα· ενώ η Νοττδ οοίςει ότι σωφοο­ ούνη, κατά τον Πλάτωνα των Νόμων, είναι το κοατείν αυτού, το νικάν αυτόν (βλ., για στο ίδιο, 189, 189 σημ. 83), στη συνέχεια (βλ.,στοιδιο, 190) αναγνωοίςει ότι το ιδανικό είναι η ειοήνη και όχι ο πόλεμος τον Πλάτωνα των Νόμων πάντοτε και κύοια θέση σε αυτή την επίτευξη έχει η σωφοοσύνη· το εοώτήμα όμως είναι: πώς η σωφοοσύνη θα είναι καίοιας σημασίας για την επίτευξη της ειοήνης (εντός του εαυτού και της πολιτείας), αν η ίδια θεμελιώνεται στον πόλεμο; Ἀλλα δείγ­ ματα αυτής της ασάφειας είναι: (α) Η πολύ αόοιοτη αναφοοά ότι στο «ύψιστο επί­ ποιο άοαγε είναι πεδο» (στο ιδιο, 189) σωφοοούνη και δικαιοσύνη ταυτίςονται (β) Η επιγοαμματική, άνευ οποιουδήποτε ποοσδιοοισμού, αυτό το επίπεδο; διαβεβαίωση ότι δεν υπαοχει μόνον η σωφοοσύνη ως κοατείν αυτού, αλλά και εκείνη που ταυτίςεται με τις τοείς άλλες αοετές στο χωοίο 965ε9 κ.ε. (βλ., στο ίὁιο,

­

­

_·­ττῷὲτἑ

το πλατωνωω φλλοσοφοὐν Όποκείμενα είναλ (ωνώνυμη τηἔ σω“ φ@Οσ”θνης140' όσθ για τη δικαιοαύνηι δεν υπόω̨χελι επίσηἔι πθαγτ μάτευση για αυτήν, διότι ο λόγος για τη σωφοοσύνη διηγείται αυ­ τό ποη είδαμε ηδη 6." είνα, το πιο θεμελιώδεε για την αἔιολογωὥά

για τη

9

9

φ@Ονηση δεν Όπαθχεμ

για." η φ©0νηση° κατα

9

9

9

­

­

·

και επανάληψη: (1992), 32 189 σημ. 83). Η 15.8. ΒεΙἰἰοτε (1986), 428, 429 ποβλ. 33 , θεωοεί επίσης ότι η σωφοοσύνη σημαίνει συνεχή διαμάχη, αναγνω­ ποβλ. 432ε7­9) είναι η αομονία οΐςει ότι στόχος της Πολιτειος (βλ. 442ο10­εὶ1

­

­ ­

­

της ψυχής, ωστόσο διαβεβαιώνει ότι αυτό είναι ακατόοθωτο ιδανικό κατά τον για παοάδειγμα στα χω­ Πλάτωνα των Νόμων. Δυστυχώς, αναφέοεται μόνο οία 626ο6­‹12, 626ε2­3, και διόλου στα 627ι1­628ι1, 8Ο3‹;Ι, με αποτέλεσμα να μη δημιουογείται στην ίδια το εοώτημα πώς συμβιβάζεται η αντίληψη που εκφοά­ ζουν τα ποώτα με την αντίληψη που εκφοάζον τα δεύτεοα. (Το 628α9­ο1, την βλ. (1992), ιατοική μεταφοοά για την ποοάσπιση της διαλλαγής, το μνημονεύει 32 , αλλά θεωοεί ότι ποιοά τα δηλωθέντα σε αυτό στόχος των Νόμων είναι το δεύτεοο καλύτεοο, δηλαδή ο πόλεμος· και όμως: ο Πλάτων στο χωοίο 817β θεω­ οεί το κάλλιστο και άοιστο έογο τους Νόμους, δηλαδή τους θεωοεί την παοάσταση του καλλίστου και αοίστου βίου). Δυσκολίες αντιμετωπίςει καιο8τεΙ1εν (1983),

­

­

­

­

54­56, ο οποίος αντί για οοισμό της σωφοοούνης οδηγείται σε πεοιγοαφή οκτώ πεοιπτώσεων σωφοοσύνης (βλ., στο ιδιο, 55). Ἑχειτην άποψη ότι ο Πλάτων στους Νόμους διατυπώνει δύο μοοφές αοετής: την υπέοβαση των επιθυμιών στο πλαίσιο της πολεμικής μεταφοοάς και την εναομόνιση της επιθυμίας με την οοθή κοίση (βλ., στο ίδιο, 50): θεωοώντας ωστόσο ποοφανώς αδύνατο το διαχωοισμό μεταξύ τους (βλ. στο ιδιο, 53), ομιλεί για την αοετή τόσο ως αντίσταση ποος την ηδονή όσο και ως αομονία λόγου­συναισθημάτων (βλ., στο ιδιο, 55). Ενώ, τέλος, κατηγοοεί τον Ε. ΒειτΙ‹ετ (21960), 343 ¬ που ομιλεί για την αοετή, τη σωφοοσύνη ως αυτοέλεγχο , με το σκεπτικό ότι μία τέτοια άποψη μποοείνα σημαίνειπό­ λεμο ποος τα πάθη (βλ., στο ίδιο, 54), ο ίδιος αναγνωοίςει ότι υπάοχει αοετή του αυτοελέγχου (βλ., στο ιδιο, 36). Ο (ὶ.Μ.Α. (ὶτιιβε (1935), 243, έχειτην άποψη ότι υπέοτατος για τον Πλάτωνα είναι ο αυτέλεγχος και όχι ο πόλεμος, η αομονία και όχιη διαφωνία· η άποψη αυτή όμως δηλώνει: (α) μία σύγχυση, μεταξύ της εικόνας του πολέμου στην οποία παοαδοσιακά εντάσσεται ο αυτοέλεγχος ως κοατείν αυτού και της διαλλαγής· (β) μία παοανόηση της αομονίας ως απουσίας δια­ φωνίας­διαφοοάς. Από όλες τις ποοαναφεοθείσες ποαγματεύσεις και άλλες (για παοάδειγμα: Κλλ/. ΗεΙΙ (1963), 187­215), μόνον ο Ι. \ΝεΙεΙτ (1963) είναι ιδιαίτεοα ποοσεκτικός (βλ., στο ιδιο, 48­50 και ειδικα 49­50) στο να διακοίνει ότι η ποαγματική άποψη του Πλάτωνα είναι υπέο της διαλλαγής, και ότι η πολε­ μική οοολογία χοησιμεύει μεν στο να μποοέσει να συνεννοηθεί με το Λακεδαι­ μόνιο Κλεινία που γνωοίςει μόνον αυτό το σύμπαν λόγου , φέοει όμως ένα πεοιεχόμενο που την οδηγεί πέοαν των όσων αυτή σημαίνει για τον Κλεινία. 140. Βλ. , για παοάδειγμα,Νόμ. 693ο2­4, 71Οο3­7.

­

­

­

­

­

­

­

­

­

­

γιι

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Η ΑΡΕΤΗ

75

ηψηλστεση έηφσσση τηἔ σιησισσηνηἔ: τη σύλληψη τηἑ ενσσηπσ­ κειμενικης και εγδσττσλιτειακτι̃ς καταστασηε (05 συγγέγεισἐ μισ€ διαφεοομένης, όπου τη θέση της μέοιμνας για απώλεια έχει λαβει η μέοιμνα για διαλλαγη. Όμως έτσι καταλήγουμε πασαλληλα σιηγ αγεσσεση Έηἐ σλσ­ ιιλιι̃σωιιέγηἐ σπσησησηἐ σε σχέση με ένσ εσώτημσ πση σφσσσησε το πιο ειναι εκεινο το μόοιο η τα μόοια της αοετης που θα ειναι τα πιο σημαντικα στο πλαισιο της δεύτεοης μεταφοοόις του λόγου στην εικόνα του πολέμου, καθώς κατι αοχην ανεφανη ότι δεν ει­ ναι η ανδοεια που επιδεικνύεται στον «έξωθεν» πόλεμο· ειναι η σωφσοσύνη, η φοόνηση και η δικαιοσύνη, εφόσον αντιμετωπι­
ἔσσγ Έην ησσνη” βλέπσημε λσιπσν ση η σἔισλσγιηη ηλίμσησ τηἐ σεητεσηἐ μετσφσσσἐ τσυ λόγσυ καταλήγει να συμπιπτει με αυτην της ποώτης. Μένει στη συνέχεια η απαντηση στο δεύτεοο από τα δύο ποοαναφεοθέντα εοωτηματα, σε αυτό που αφοοούσε το κατα

για ιηγ αγδσεισ ειναι πσσσσειγμσηησἐ γισ τσ σλ· λα ιισσισ τηἐ σσειηἐ­ Μετά ισ σσσ ελέλθησσνι γισ νσ σσσλσηθεί το εν λόγω εσώτημα αοκει να απαντηθει το κατα πόσον ο λόγος για την ανδοεια ειναι παοαδειγματικός για το λόγο πεοι σωφοο­ σύνης. Ποαγματι, στο λόγο για τηγ ανδσειαι ιιετα τις κσιγστσπεε αοχικές αναφοσέςω, διακοινουμε την ιδια εκεινη κσιτικη αλλα και την ιδια μέοιμνα του πλατωνικού φιλοσοφούντος υποκειμέ­ στη συνέχεια να εκκαλύπτεται μέσα από νουΜΖ που ειδαμε το λόγο για τη σωφοοσύνη. Επομένως, μποσούμε να συμπεσαγσυιιε ότι Οι ιτσσεἔαγγελθέ· ντες στσχσι σε σχέση με τιι̃γ Τισαγμάιεσση των ιισσιων Τηἔ σσετηἔι
ττσσσγ 0 λσγσΞ

ασειήει Υιιασχει μια παανμαιεσαηγσ ειι ιιέσσιιἐ ­ιοιι πλατωνικού φιλο­ σοφούντος υποκειμένου η οποια υποθέτουμε ότι θα μποοούσε να δώσει απαντησεις στα εοωτηματα αυτα. Στο πλαισιό της, τιθεται, κατ” αοχην, με σαφηνεια η παοουσια της κατηγοοιας της ενότητας

μενο της σωφοοσύνης με τη δικαιοσύνη, και, τέλος, να καταλη­ ζουμε στο ότι ο λόγος για την ανδοεια κυοιως ειναι, και παντως ιιαιαλήνει να ειναι) χόνικ για ιη σωφσσαύνα ιιοιι χθηαιμισποιει απλώς την πασαδοθεισσα από την εικόνα του πολέμου οοολογια πεοι ανδοειας. Όλα αυτα, εν τούτοις, δεν αποτελουν παοα μια αφοομη αναφοοας μιας σειοας εοωτηματων που υπόφωσκαν ηδη στην αοχικη εξαγγελια ότι η ανδοεια αποτελει ένα από τα μόοια της αοετης· τα διατυπώνουμε: Πώς θα πσέπει να εομηνεύσουμε τη φσαση κειε ιαὐιὸν ἑλθου̃σα» ιισσ ειιινσαφει τη σχέση των τοιών ποώτων από καθε αποψη «μοσιων» η «ειδων» της αοετης, της δικαιοσύνης, σωφοοσύνης και φοόνησης, ποος το τέ­ ταοτο, την ανδοεια; Πώς θα κατανοησουμε εν τέλει τη σχέση του ενός με τα πολλα, όπως αυτη διαμοοφώνεται στην πεοιπτωση της

­

­

χεύει σε ένα, στην αοετἠηδ αυτή έχει τέσσεσα «ειδη»

σε σχέση πσος την ασετη: ο σύλλογος των νομοφυλακωνμη στο­ η «μόοια», όμως όλα Ονομάζοιτα, ένα) δηλαδή αοετήιιε­ Ποω̨ά το γεγονός

­

­

­­ζ­­·~

εν Τέλειι σσσγμσσώνσλσσι­ Πσσγμσσώνσλσσιι σφση λσεισσθηηε ωστόσο να επικαλεσθούμε τη οητη διαβεβαιωση του ιδιου του πλατωνικού φιλοσοφούντος υποκειμένου πεοι συνωνυμιας της σωφοοσύνης με τη φοόνηση, να συμπεοανουμε το όμοιο πεσιεχο­
141. Βλ., στο ιδιο, 633ε4­ε7. 142. Βλ., στο ίὁιο, 63308­Β6,

 96Δϋ8
ΜΔ:

ότι και η φοόνηση και η ανδσεια ειναι αοετηηη, ειναι εσιισχο _ πληοοφοοούμαστε να αποφανθούμε ως ποος τι διαφέοουν με­ ταξύ τους και το γιατι λαμβόινουν δύο, ὁιοιφοοετικά, ονόματα το ιδιο εύκολα μποοούμε να αποφανθούμε σχετικα και με τα αλ­ λα δύο μόοια· εκεινο όμως που δεν ειναι διόλου εύκολο ειναι το να κατανοησουμε το γιατι και τα δύο αυτα καθώς επισης και

­

­

­

Βλ: Ξ: 252:

96181:2·

=

Ο

7

·

και 635 Ό3­ασ.

Μ5. ελ., στο ιειυ, 962ιι1­5, 96381­ιι. 146. Βλ.,στο ιδιο, 96307­11· ποβλ., στο ιδιο, 963 ό1­2. 147. Βλ., στο ιδιο, 963 ε1­3· ποβλ., στο ιδιο, 963‹:12­ό1.

76

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Η ΑΡΕΤΗ

77

τα αλλα

φουν υποκείμενο ποοχωοεί σε μία ποοσπαθεια να δείξει την ευ­ κολία του ποώτου ζητηματοςω· στη συνέχεια ωστόσο λέγει ότι θα ποέπει και ο ίδιος ο συνομιλητής να δείξει ως ποος τι αυτά τα μό­ οια είναι «ἔν και ταυτόν››15® και, γενικα, να δείη̨̃ει κατά ποίον τοόπο αυτα τα τέσσεοα είναι ένα· αφου δειχθεί αυτό, το πλατωνι­ κό φιλοσοφουν υποκείμενο θα δείςει ότι το ένα είναι τέσσεοα151. Ρητόι λέγεται ότι είναι ποώτη ποοτεοαιότητα για τους φυλακες της πολιτείας να δουν ποιο είναι το «ταυτὸν» που δια­πεονα15Ζ και τα τέσσεοα μόοια153· αυτό σημαίνει: ποιο είναι το εν που ειναι στην ανδοεία, τη σωφοοσυνη, τη φοόνηση και τη δικαιοσύνη, και δίνει το δικαίωμα σε όλα αυτα τα είδη να ονομαζονται με ένα όνομα: αοετηϋλ. Μαλιστα, στη συνέχεια, το πλατωνικό φιλοσο­ φουν υποκείμενο λέγει με πολλη έμφαση ότι σε αυτό, δηλαδη στο
148. Βλ., στο ιδιο, 9ό3‹14­7·

­ ονομάζονται αοετή148. Το ίδιο το πλατωνικό φιλοσο­

ότητα την αιτιολογεί λέγοντας ότι αν αυτό το ποοαναφεοθέν ως ζητουμενο διαφευγει από τη σκέψη τους, τότε δεν μποοουν να ισχυοισθουν οτι ειναι εφοδιασμένοι με μία αοετη για την οποία δε γνωοίζουν αν είναι πολλα ποόιγματα, τέσσεοα η ένα156. Εντέλει η συζητηση πεοατουται με αναφοοα σε δυο ακόμη ποουποθέσεις: η ποωτη συνοψιζει, υπενθυμίςοντας ότι δεν αοκεί να γνωοίςουν ότι το έν ­ αοετή είναι πολλα, αλλά και το πώς και κατά ποίον ι ι ι κ ι τοοπο ειναι εν 15 7 . η δευτεοη οτι δεν αοκει μονον να εννοησουν ι ο,τι αφοοα την ενότητα της πολλαπλότητας αυτης, αλλα να μπο­ οουν με το λογο τους να εομηνευσουν τη γνώση τους αυτή και να την ακολουθουν στα εογα τους, διακοίνοντας έτσι το καλό από το
× ×

­ αοετη, θα ποέπει να επικεντοωθεί η ποοσοχη των φυλακων ωσότου ικανοποιηθουν σχετικα με το τι είναι αυτό στο οποίο έχουν εστιάσει την ποοσοχη τους, είτε αυτό δειχθεί ότι είναι εν εί­ τε όλον είτε και τα ὁυο είτε οτιδήποτε αλλο155. Αυτη την ποοτεοαι­

εν

για τη γενικότεοη δυσκολία όλου του θέματος έν­

κακό158.

πολλα της αοετής, βλ. την ποοεξαγγελτικου τυπου επίγνωση του πλατωνικου φιλοσοφουντος υποκειμένου στον Πολιτικό (3θ6ει4­5). 149. Βλ. Νόμ. 963ο1­8· για μία πολυ πιο πλήοη ποοσπαθεια τέτοιας κατα­ δειξης, βλ. Πολιτικ. 3Ο7ε2­30889· ότι στους Νόμους ομιλεί για τη διαφοοά φοό­ νησης και ανδοείας και στον Πολιτικό για τη διαφοοόι σωφοοσυνης και ανδοείας, δεν ποέπει να μας οδηγεί σε καμία αποοία· ποόκειται για συνωνυμες έννοιες· βλ., στο ιδιο, 3Ο9ο5: το «σῶφοον»­«φοόνιμον›› αντιδιαοτέλλεται ποος την ανδοεία· βλ., επίσης, σημ. Ι 140. 150. Νόμ. 96482· στο σημείο αυτό θα ποέπει να σημειώσουμε πως το πλατω­ νικό φιλοσοφουν υποκείμενο υπογοαμμίςει ότι «ἔκαστον» από αυτα είναι ένα (βλ, στο ίδιο, 96308). 151. Βλ., στο ιδιο, 964ει2­5. Θα ποέπει να παοατηοησουμε ότι σε επίπεδο ει­ κόνας έχει καταστεί δυνατη η εομηνεία αυτου του φαινομένου ενότητας της πολ­ λαπλότητας: «πολλοὶ αδελφοί που γὲνοιντ' αν ἑνὸς ὰνδοὸς τε και μια̃ς υἰει̃ς» (στο ιδιο, 62”/ο4­5)· υπογοαμμίζουμε πως η σημασία αυτου του θέματος εμφαίνεται ι , ι ι ι απο το γεγονος οτι συγχοονως με την εκκαλυψη της νεας εικονας μεοιμναται η , . , δ ι ι ερμηνεια του φαινομένου σε επιπε ο παντοτε εικονας. 152. Ποβλ.,στο ιδιο, 965‹11: «δια παντων». Ζὁ 965 10 ό 153. Βλ.,στο ί ιο, ο ­ 1. 154. Βλ. ,στο ιδιο, 965 εΙ1­4 ποβλ, στο ιδιο, 963ο11­ὸΖ.
9 9 9

Όπως φαίνεται λοιπόν το ποόβλημα της ενότητας της αοετης που απασχόλησε για τελευταία φοοόι το πλατωνικό φιλοσοφουν υποκείμενο στον Πολιτικό159, το απασχολεί και στους Νόμους. Στον Πολιτικό έδωσε έμφαση στη διαφοοα των μοοίων της αοετης σε σχεση με την αντιληψη του ιδίου ως Σωκοόιτη πεοί ενότητας της αοετης, χωοις ωστοσο να παυσει να συμβιβαζει την έμφαση στη διαφοοόι με την παοουσία της ενότηταςωο. Στους Νόμους αναφέ­
155. Βλ.
157. Βλ. 159. Βλ.

,στο ιδιο,

965614­7.

156. Βλ. , στο ιδιο, 965οΙ7­02.

,στο ιδιο, 966ει6­8.

158. Βλ. , στο ιδιο, 966151­9.

­

Πολιτικ. 3θ6ε4 κ.ε σ ετικ π α όιτευ τουπΟ οβλ” τη χ η γμ ση ημ ατο ε εν­πολλί 9 όπω 5 αυτό πα­ οουσιαζεται στον Πολιτικο σε σχεση με την αοετή, βλ. Δ.Ν. Λαμποέλλη (1990). Για
160.

Για

·

­

η, η 9 Ἐης αοετης στοϋἔ π©9γενε0Ἑε@ΟΉ§ Βαλογουἔ (για παθαδελγμα: /Ιαχητα, Μενωνα, Χαομιὁη, Ποωτανοοα), βλ. Τ. Ιιννιο (1977)· ειδικα για τον Ποω­ τανοοα, βλ. ποοχειοα, Κ. Βιιοοευ (1978) γενικα, καικυοίως για ανδοεία , Ι).

­

­

78

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Η ΑΡΕΤΗ

79

Οετοτι στην ολη αμφίδοομη διαδικασία ποοβολής και κατανόησης της σύγχοονης παοουσίας της διαφοοάς/πολλαπλότητας και της ενότητας στην έννοια της αοετής, και δίδει έμφαση στην ενότητα, ακοιβώς για να εξισοοοοπήσει τις εντυπώσεις από την ποοηγού­ δ η οικΟΰΟ8ι μενή του ποοσπάθειοι, ίσως γιατί είχε ποοβλέψει 161 , να διατυπώνεται εκείνος ο τύπος εομηνειών που αντί να δουν στον ΠΟ/Ώῃκό δύσκολη πΩοσπάθε[α νέας ποοσέγγισηε Ήατανόησηἔ
7

από τη διαπίστωση ότι η διαφοοά/πολλαπλότητα της αοετής σε μια τουλαχιστον πεοιπτωση: της ανδοείας και της σωφοοσύνης είναι μία εναντιότητα που εντάσσεται στην οικεία εικόνα του πο­

­

­

Ϊ

του συμβιβασμού πολλαπλότητας ­ ενότητας μέσα στην έννοια της αοετής, αναγνώοισαν στο διάλογο αυτό την απόοοιψη της κατηγο­ Θίςχς της ενότητας όΟΟν Οι€ρΟ@όι Την Οί@εΤή16Ζ” Ἡ νέα πθοσέγγλση ποουπέθετε την κατάδειξη της ανεπάοκειας της ποοηγουμενης,
9 ς ς τ ΈΟὉ ΤΟ εν σῖ σθφἱιίλ σε σῖἶ ”ν επιοῖ ἘΟὉ (Χ (ΧΘΟΌ που αναζητω) η ημη γ η η λ θ × πολλαπλού της αοετής163· και η ανεπάοκεια αυτή ποοεβ ή η μεσα
× ×
ψ

ίὶειΠορ (1961), Θ.Β. Κετίοτό (1953), Μ. Ο' Βτὶοιτ (1961), (1967), 127­135, Τ. Ροιυτετ όπως και ο (ὶεΙΙορ, με κύοια εστίαση σε δικαιοσύνη (19731›), Π. Βενευ (1964) και οσιότητα (ο Ξενειτι οτοέφεται εναντίον του (ι̃εΙΙορ) , Ο. νΙειετοε (1972).

­

­

161. Βλ.

Πολιτικ.

306218­9.

162. Βλ., ως ποώτους, τον ΤΙτ.

Οοιυρεττ (1955), ΠΙ, 184­185, και τον Ε. Βειτ1‹ετ

γ

(21960), 281, 281 σημ.2· σύμφωνοι επίσης ποος τους δύο ποοαναφεοθέντες είναι ¬ για παοάδειγμα οι Υ. Βτὸε (1968), 309, ].ΟοιιΙ‹1 (1955), 214, Η.Τζ. 8οοόεΙ
βλ. ακομη (1987), 161­163, Ι.Β. 8Ι‹ειττρ (1952), 222 σημ. 1, 223 σημ.1, 229 σημ.1 Ε. Οειτιρ1›εΙΙ (1867), 174. Αντίθετα ποος αυτούς, ευάοιθμοι αλλων θεωοησαν για παοάδειγμα 8. επιφανειακή την απόοοιψη της ενότητας της αοετής: βλ. Βοιτειτόετο (1984), 142­146, Α. Βἰὀε (1935), 72 σημ. 1 και ΙΧ­1Χἰ, Ρ. Ρτ1ο‹11ὲὶ1τςΙοτ (1964), 32, 529 σημ. 36, 1. Κἰοἰσ (1977), 195­200, Μ.Η. ΜιΙΙετ (1980), 107, Ι. Κοεοτι (1979), 68, Ρ. 8Ιτοτογ (21968), 11­12 σημ. 48, Α.Ε.ΤενΙοτ (1961), 242. 163. Όπως είναι γνωστό, στο Λαχητα αλλά και σε άλλους διαλόγους (Μέ­

­

,

­

­

­

νωνα, Χοιομιδιγ, Ποωταγόοα), το πλατωνικό φιλοσοφούν υποκείμενο ως Σωκοά­ της διατείνεται ότι όλες οι αοετές είναι στην ποαγματικότητα μία, η επιστήμη, η

δ

γνώση του αγαθού· η ανδοεία και η σωφοοσύνη, ουγκεκοιμένα, δεν είναι πασα διοιφοοετικόι ονόματα της ίδιας συνθήκης της ψυχής η οποία έχει γνώση του

επιφοοτίςεται απαοαίτητη για κάθε αοετή αγαθού· στην Πολιτεία η σοφία με τη διατήοηση της ενότητας της αοετής· για το όλο θέμα όσον αφοοά τους ποο­ αναφεοθέντες διαλόγους, βλ. σημ. Ι160. Στους Νόμουςη διαλλαγή, σε ενδουπο­

­

­

689‹16­8, σε συν­ δνοισιιό με 68%­Φ 6531)­Οι και σημ­ Ι 275­ Έντονα πάντως απασχόλησε τη σχετική βιβλιογοαφία το πώς θα έποεπε να | 9 9 9 κατανοηθει αυτη η ενοτητα: στην ισχυοη της μοσφη ως ταυτοτητα (Ποωτοιγ. 329ο6­‹11: όλα τα ονόματα των αοετών είναι διαφοοετικά ονόματα της ίδιας γνωστικής συνθήκης), ή στην ήπια ως αμοιβαιότητα (στο ιδιο, 329ε2­4: αν ένας θα έχει τη μία αοετή, θα έχει κατ° ανάγκην και τις άλλες;). Παοαδειγματικά ανοιφεοουμε οτι οτον Ποωτογοοοι, κατά τη γνώμη του Ο. νιεειοε (1972), ο ”πια (πα Ο ά την ισχυοή ακόμη και υπό τη μοοφή της Πλάτων αποδέχ εται τη ν η ομοιότητας· ποβλ. και (ἔδειττιειε (1964)) ο Τ. Ροτιηετ (1973υ) θεωοεί ότι ποόκειται για την αποδοχή της ισχυοής μοοφής με κάποιες τοοποποιήσεις ενστεονίςεται τους ισχυοισμούς του Ροιτυοτ ο Τ. Ιτννἰιτ (1977), 103· για μία απάντηση, βλ. νΙειετοε (21981ει). Κατά τον Ρ. ννοοότυίί (1976), στον ίδιο διάλογο οι αοετές είναι ένα, καθώς έχουν την ίδια ουσία (την ουσία της αοετής, τη γνώση του καλού και του κακού), και είναι πολλές, καθώς έχουν διαφοοετικά «πάθη», κάτι που δεν είναι ουσιώδες για αυτές· έτσι ο Ποωταγόοας, κατά τη γνώμη του, είναι συνεπής ποος τις θέσεις του Μένωνα και του Λοι̃χητοι για το ίδιο θέμα. Τέλος, τόσο ο ΟΠ. Κεύυτ (1976), 27, όσο και ο Τ. Ιτννὶυ (1977), 207, επισημαίνουν ότι στην Πολιτεια γίνεται αποδεκτή η ενότητα της αοετής στην ήπια μοοφή της· για μία αλλη ποοσέγγιση της ενότητας της αοετής σε σχέση όχι μόνο με τη γνώση αλλά και την ενότητα του αγαθού ¬ με κύοιο άξονα αναφοοάς την Πολιτειοι, βλ. Ιο.Ρ. Οετεοτι (1989). Ενδιαφέοουσα, θα ποέπει να επισημανθεί, είναι η ποοσέγγιση του Ροοτιοτ (Ρειτιτετ (1973δ)) για την ενότητα της αοετής στον Ποωταγόοα, καθώς αυτός λέγει ότι η ενότητα­ταυτότητα των αοετών είναι μία «ουσιαστική αλήθεια της ψυχο­ λογίας» (στο ιδιο, 67): δεν ποόκειται για ταυτότητα σημασιών, δηλαδή «αφηοη­ μένων οντοτήτων», αλλά για ταυτότητα ψυχολογικών καταστάσεων (βλ., στο ιδιο, 41), για «θεωοητική» (στο ιδιο, 41) ή «εἔηνητική» (στο ιδιο, 66) «οντότητα». Η σύλληψη αυτή είναι στη βάση της οοθή ως στοοφή από την αφηοημένη συζήτηση για ταυτότητα σημασιών στην ταυτότητα ψυχολογικών καταστάσεων. Όμως: (α) Ενέχειτην ποοβληματική ταυτότητα σοφίας ­ανδοείας (βλ. Ποωτοιγ. 34988­ο5) που ήγειοε πολλές συζητήσεις (βλ. ποόχειοα, σημ. Ι 162) η οποία θα επανεμφανισθεί στον Πολιτικό ως εναντιότητα σωφοοσύνης­ανδοείας, και θα υπεοπηδηθεί μέσα από την άοση του «μη οοθού λόγου», (β) Θα ποέπει να μην υπεοτονισθεί η μεταξύ τους ταυτότητα ως ταυτότητα ψυχολογικών καταστάσεων,
9 9

κειμενικό επίπεδο, είναι συνώνυμη της σοφίας (βλ., στο ιδιο,

­

­

­

­,

­

1

80

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΑΗΣ

Η ΑΡΕΤΗ

81

είναι δυνατόν αυτή τη σε μία τουλαχιστον πε­ αυτή την εχθοικότητα, αυτή την ετεοότητα165 εναντιότητα, οίπτωση και γενικότεοα αυτή τη διαφοοόι, αυτους τους πολεμιους, να οδηγεί στην ταυτότητα, στο εν ως αοετή, η επιστήμη του αγαθου ή η σοφία; Αυτή είναι συνοπτικά η κοιτική του πλατωνικου φιλοσο­ φοήντος υπΟκειμένΟυ ως Ελεόιι̃ΐη ἔένθι̃ι ένθινῖϋ ΤΟΌ ιδίου ωἔ Σωκοόιτη. Ποοχωοεί λοιπόν, κατ' αοχήν, στην όιοση του μη «ὀοθσυ̃ λὀγΟυ›› όσ0ν Οιφθοόι τη σχέση των μοοίων της οιοετής, όιοσή πΟυ
λέμου16^· πώς λοιπόν

­

­

1

είναι το «ταὐτον» όλων αυτών των μοοίων, είναι το σημείο αναφοοας της φοόισης «εἰς ταυτὸν ἐλθουσα››· η διαλλαγή είναι το εν που είναι σε καθένα από τα τέσσεοα είδη και επιτοέπει να ονομάζονται με ένα όνομα, αω̨̃ετήιτε. Όπωἔ όμως δγακῳβώσαμα̃
τής167,
167. Και αντιστοόφως, αυτήν διαπεονουν, μέσα από αυτήν πεονουν, αυτή ὁωμβαίνοην όλα τα «μόΩ,α„: βχ, στο ,ΰ„,) 962ὀ3­5,
1ό8.

Ο­υιιτόνωε
σἘ)ννέν~ε[αἔ

κοβάιλει κι
3

«ΟΘΘΟΌ λονον» που απονελεν τελνκα το εν _ στη γλωσσα τον Πθλιΐϋϋθύ _ Το «ἔν καὶ ταυ̃ἴόν» _ στη νλώσσα των Νόμων _ της διοιφοοόις των μΟ@ίων'της οιοετής. Στους Νόμους, όπως διαπιστώσαμε ποοηγουμένως, η φοόνη­
=

μακ δλαφεοομένηἔυ̃ό­ κον είνω ανῖή

θεού

κι

Ύ]

αα̨ἶν τον

πε
μη

9638­9ἐο),7δνἕμετωπίσθρηιἶε υπό διαφδὲετιιῖἑς ποοηοπτἶἶέἐ. Γἶατη̨ιδιοαδειγμα, ο ΤΗ. ΟοοτρετΖ(1955), ΙΙΙ, 18­1­185, θεωοεί ότιοΠλόιτων ουζητόι και στους Νόμους το «παλαιό αίνιγμα» της ενότητας της αοετής και το αφήνει, για ακόμη μία φοοόι, ανεπίλυτο. Για τον Ο. Οτοτε (31875), ΠΙ, ­155­460, το κοινό στοιχείο, η ενότητα
των τειισάοωντ είναι τι ωφελιιιότητἀ τους (βλ­ι στο ιδιοι 456)
τι­Οι

ιετιιιειι ιτιιιι̃ιιθιιιιτιιιβιτιι Ζει

Το αναγνωοισμένο από όλους τους μελετητές

­ αλλα ποώτα από όλους

υιιλιιιιι:

τη διῇτήεησυ τυε

ση είναι συνώννμη με τη σωφῳσύνλι Ο λόγοἐ να την ®”δ®εω εῦ ναι κυοίως και τελικα λόγος για τη σωφοοσυνη, και ο λόγος για

ἔτἶἔἶἶἔἔἶἶιἔἕἶί δηἔιἶδἕἕἕἶἶἶτἶἔἶ,ἶἔἶἶἔἶἶἔξἔζἔἶιἶἶἔεἔἶάἶιἶί ἶιἶἶἶξἶἶόἑἶἶἐ ἔἔἶ
επιλυει το ποόβλημα της ενότητας της αοετής· απλώς το επαναδιατυπώνει με όοους οικείους από τον Ποωταγόοα. Ο Ρ. Κυ‹:Ιτετε1α (1949) ομιλεί επίσης για το ίδιο θέμα της ενότητας της αοετής (βλ. στο ιδιο, 23­29), και συναφώς στη συνέχεια (στο ιδιο, 33­37) κόινει λόγο για υπέοβαση της γλώσσας, με οτόχοτη σύλληψη της ουσίας όσον αφοοόι τα διαφοοετικόι ονόματα που όμως είναι οοθό ουγχοόνως να ουνοψίςονται σε ενα: αοετη (την ουσια αυτή τη θεωοει σχεδον ταυτοση­μη με την ιδέα ο ίδιος διακοίνει την «ιδέα» της αοετής στους Νόμους από το «ειδος» των ποογενέοτεοων διαλόγων, βλ., στο ιδιο, 35). Ο Ο, Βτἰεο (1967), 186, έχει την αποψη ότι ο Πλόιτων δεν εξήγησε τελικα στο συγκεκοιμένο χωοίο γιατί οι αοετές είναι μία, αοκουμενος στη δήλωση ότι οι φύλακες θα ποέπει να γνωοίςουν το γιατί. Ο ΞτειΙΙεν (1983), 56­58, ομιλώντας για το ίδιο θέμα, λέγει ότι ενώ στους σωκοατικους διαλόγους η αοετή είναι κατι ενιαίο ¬ γιατί όλες οι αοετές συνίστανται στη γνώση του αγαθού ¬, στο τέλος των Νόμων η αοετή είναι ένα και πολλα: το ένα ο ίδιος το οοίςει ως υποταγή των παθών στην οοθή κοίση, και τα πολλα αφοοουν τα ονόματα των επιμέοους αοετών που υπογοαμμίςουν τις διαφο­ οετικές πλευοές αυτήςτης αομονίας (βλ.,στοιδιο, 57­58).Σε σχέση με όσα ισχυοί­ ζετω ΒΜΠΘΥ, θα μποῳὐσαμε κάνωμε δύο πα©ατη©η̃σεΕ€: (Οι) ὀωαπιστώνε­

τη σωφθοσυ̃νη ὁνηνείταν τα θεμελνώὁη χα@α%τηΟνσ­"κά της δικςχιοσύνής 3τΟιΟι όμως ειναι η Μεφθιλθινώδηἔ Ήαῖαληἔη τον λο­ ­ΥΟὉ πε©( σωφ©Οσὐγης¿ Η όω̨ση του μη ‹‹ὀοθΟΌ λόγου», ή διοιλλοι­ γή. Επομένωα̨ Ο λόγος γβα τη φοόνηση, τη δικαιοσύνη) την αν­ ι ι ὁ λλα κ­ ι ι ι ὁΩε[α και βεβωα τη σωφοοσννηδ ειζνω λονοἔ για ἶη ια γη Χάθη στη δναπίστωση αν­':ή› μποοονμε να προχωοησοννἕε στην απάντηση των εοωνη μανων πον εχουν Τεθεν ἶω̨οηνονμενωἔ: η διοιλλοιγή είναι αυτό 3­ΕΟΌ διοιπεονόι τοι τέσσεοοι μόη̨ιοι της Οι@Ε·

­

ε 1Ξ βόι Ο ο § των επ νμ έοους διόιφοοων

ιδιοτήτων­δυνατοτήτων, στόχων, έογου της

καθεμνἀἔ ωἔ ψνλολονννήἔ (νοηῃκήὕ ηθικηἔ _ παοαλληλα) χατασωσηε' Βλ' ,_ Υνα παθάδεννμα _ τη δική μαἔ πθοσένννση αντής τηἔ ταντότηῖαε ὁιαφοθαἔ­ ενότητας, στη συνέχεια του κεφαλαίου καθώς επίσης και στις σημ. Ι 170, 171, 176. 16­1. Βλ. Πολιτικ. 3θ61›9­3θ9ο6. 165. Βλ., στο ιδιο, 306133­10, για εναντιότητα και, στο ιδιο, 306153 για ετεοότητα. 166. Βλ. στο ιδιο, 3Ο6ο6· χοησιμοποιουμε την έκφοαοη όπως αυτή διατυ­
¬

πώνεταν Ονονἔ Νόμονἔ (βλ·> στο ιῖνοι 6Ζ7θ5”62821)·

ται, για άλλη μία φοοόι (βλ. σημ. Ι 24), ότι υπόιοχει σύγχυση εκ μέοους του μεταξυ βαθμίδων­ εδώ Ο­υγχέει τη η̨̃ειη̨̃τω̨ῃ με την τοίτη· (β) την ενότητα και την αομονία τη θεωοεί ασυμβίβαστη με τη διαφωνία και τη διαφοοόι (βλ., στο ιδιο, 21­22). Για τον Ι. (ὶοιι1ὀ (1955), 128, το χωοίο αυτό αποτελεί ίσως την πιο ενδιαφέοουσα κα­

Η
82

ίι

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ
ι

λ

1

άοση του μη «ὀοθου̃ λόγου», η διαλλαγη, ποοβάλλει συγχοόνως την εικόνα της συγγένειας μιας διαφεοομένης· και είναι αυτή η εικόνα που δίνει την απαντηση στο παοεπόμενο εοώτημα που
η

λγ

;

τάλ ξ από όλα τα άλλα έογα του Πλάτωνα, γιατί: μας εξακοντίςει ακόμη πιο η η πολυ μέσα οτον πυοηνα του ηθικοό ποοβλήματος· (ἰἰ) είναι μία ανάλυση τόσο «οἔεία καιδιεοευνητική» όσο καιτα μέγιστα γένη τουΣοφιοτή·(ὶὶἰ) το όλο ζήτημα παοουσιάζεται με τοόπο ανάλογο του μεταφυσικού ποοβλἠματος έν­πολλά. Τέλος, ο ίδιος επισημαίνει (στο ίδιο 129) ότι ο όοθοιος σύλλογος «θα ποέπει να ολοκληοώσει αυτό που ακόμη και ο)Πλάτων, ίσως, δεν ισχυοίστηκε ότι κατόοθω­ σε: μία πλήοη κατανόηση» τω, πυθη̃να του θέματος που αφω̨ά Ή' σημασία Της
αοετής. Ο ().νν.Ιἱ. Εετεοο (1951) επιπόλαια αναφέοεται στο μεγάλο αυτό ζητημα, η δε ΝοττΙτ (1966), 189 σημ. 83,196, κάνει απλώς αναφοοά στην ενότητα των αοετών· βλ., επίσης, Ι.. Ιὶοοἰυ (21968), 198­Ζθθ, Ε. Ξττειιεε (1975), 178­182. Ο Ο.

ι
[

1

ι
1

λ

,

Τελος, ενα αλλο θεμα που ηγεοθη σχετικα με το χωοιο 963ε­965ε, ειναι το αν γίνεται σε αυτό ηόχι μνεία της θεωοίας των Ιδεών, αν δηλαδή η κατανόηση τοο χτοοιοτ ττοοοττοεεττι οττοοοχη τους το μτοοοτ του τικοτωτιτοο φιιοοοφοοντοτ

9

9

­

9

9

9

9

9

9

9

­

λ

1

υποκειμένου τονλλλόιιωιλ­
Σλην πολυ συντἶμη πῳγμοπεϋση μαἦ πο" 993099 το ζητημα ®ωτ9> α9"®9­ μαστε. (α) Να υπομνησουμε τις καταγοαφεισες αδυναμίες (βλ. 8τεΠεγ (1983), 235­ 136) της θέσης όσων υποστηοίςουν ότι ο Πλάτων κάνει λόγο για τη θεωοία αυτή στο ου γ κεκ Ωλμ ένο λ ω Ολ ίο· (ἰἰ) να σημ ειώσου μ ε ότι το «ουκ ευπετὲς» (963ό7) τ το «κάλλει» (964151), και άλλες αναφοοές, θα τις συσχετίςαμε με τη διαλλαγη, με την ποοβληματικη̃ που αφοοά αυτό το οποίο θα ονομάσουμε στη συνέχεια αισθητική παοάοταση της διαλλαγής (βλ. 1.2.3., 2.1., 2.2.). Εναντίον της άποψης ότι γίνεται λόγος για τη θεωοία των ιδεών στο εν λόγω χωοίο τοποθετείται ¬ για παοάδειγμα ο Ψ. 1.ιιτοε1ειννεΚἰ (1897), 491­492 με αναφοοά στις σὐμφωγες με αυτόν απόψεις των ποογενεστέοων Πεοειννες, Οτοτε, Ιοννοττ, Βὶττετ (οι ΖεΠετ και 8μεειυἰ11Ι υποθέτουν ότι ίσως οτο 965ο να υπάοχει μία τέτοια αποδοχη) ο ΜϋΙΙετ (1951), κυοίως 23­30, και ο 8τειΠ‹­ιν (1983), 135­136. Υπέο της άποψης ότι γίνεται λόγος για τη θεωοία των ιδεών, τοποθετήθηκε για παοάδειγμα οΑ.Ι. Ροοωςτετο (1967), 439­444, ο οοτςοτοοττοο (1960), 218­226 του οτοκτι κοιτικη στο ΜϋΙΙετ ο Κ. Ρορρετ (41962), 215 σημ. 26, ο ν. Βτοοἰιετο (1926), 151­168 κυοίως 157­168 που ασκεί κοιτική στον Ι9ιιτοεΙεννεΙ‹1, ο ν7.Κ.(ῖ. (ὶυτοτὶε (1978), 379­381, που συζητά τους Ρορρετ και Βτοεοετό, ο Η. Οοετιτἰεε (1953), 375­379 που ασκεί κοιτικη στον ΜϋΙΙετ, και ο Ρ, Ρτὶεομτη̨οει (1969), 442,

γ

1

1

,

­

­

7
ψ,

777777
169.

καθλσῖα κατανοητο Μ" συλ/[στα το έν της διαφοοάς των μοοίων της οιοετης· στους Νόμους η οιοετῆ είναι η άοση του μη «ὀοθου̃ λόγου», η αοετή είναι η διαλλαγη: η φοόνηση, η σωφοοσυνη, η ανδοεία, η δικαιοσύνη, δεν είναι παοά ὁ 9 λ ιαφοοετικες εκφοασεις αυτης της αοετης, της δια λαγης πιο συ , , γκεκθλμενοίῖ Π φοθνηση ειναι η διαλλοιγη της ηδονης και της λυ­ πηἔ πΩΟ§ το λΟγΟ› η σωφθοσυνη ελναλ η ὀβαλλαγη ΈΟἩ λογου πθοἔ την ηδονή και τη λὐπηῃο, η ανδοεία είναι η σώφοων αντιμετώπιση Έοοο τηο λύπηο οοο και ­"γο ηοονήο εκ μέοοοο ­Ποτ) λογοτ) _ οηλα­
α@ετη'ἔ› λύω εκελνο απθλβωἔ πολλ
9

μι
Η ΑΡΕΤΗ

83

αφοοά πλέον όχι μόνον το ότι τα πολλά είναι συγχοόνως εν, αλλά πώς θα ποέπει να συλληφθεί το ίδιο το εν: ως εν, ως όλο, ως και

γιο νο οπο· ντήσουμε: η συγγένεια μια διαφεοομένη είναι αυτό το άλλο που
Το οοοτ ή ωἐ οτιδήποτε άλλο; Ξεκινάμε οολποΐοοφωἐτ

σλ”/[στά Ολότητα και σλλγχἔλόνωἔ ενότητα δηλαδή αμφότεθα> 808: 9 9 9 9 ενα Ολ­0169 Ετσλ Ομωβ χαθη στη δλαλλαγη χω στην ευκονα που τη ΟυνΟδ8υει, εχει τελικοί ικΟινΟ7ιΟιηθ8ί και μία άλλη ποοϋπόθεση ποο αφοοά την οοετή, και η οποία οονοψἰζοντογο την ολη οχεοκή
9 9 9

9

9

9

9

9

συζητησηυπενθυμυ̃ςεἔ οτι δεν αοκελῃ γνωση (ἶῃ το εν _ αἔετη εἴ­ ναι πολλα, αλλα χοειαζεται και η γνωση του πως, κατά ποιον τοο­
πον συμβαίλ/ελ το έν της (ω̨ετήἔ να είναλ πολλά '_ κο" τα πολλά
Εν.

Ωστόσο στοῃς Νόμουἔ δε λέγεταγ απλώο _. όπωο στον Πολ)­

βασηο Ίἶ”η§ ενανΊἶ!9ΟΈηΤΟίς·εΈεΘΟΈηΈ(Χ§ Οοισμενων εΰί Των μθοιων

Τηλ;

,

9

9

9

­,

Αυτό το «ὅλον» (ο65ὸ6) άλλωστε είναι οονώνομο

ΉἹΞ 1199719

(βλ Νόο­

­

­,

­

­

63093τ 68888 96292) ή «ἔΌμ­πάση§» (στο 83109 630939 68891) 91991119· 170. Ηηδονή καιη λυπη είναι άφοονα στοιχεία, τα οποία διαλασσόμενα με το
11

­,

­ ­

λογο (ον Ό οιεοεονηοη του ψοχολονοιοΰ λογου λοιι̃οιλήἔει οτο οομπέοοιομα οτι αυτός μεοιμνά για την επίτευἔη της διαλλυνιι̃ελ ποοοδίδουν το καοακτιι̃οα πιτ φοόνησης στο ενδοϋποκειμενικό πεδίο (βλ. και μόνον, στο ιδιο, 688132­3, και για αυτό και λέγεται στο χωοίο 963ε6­8 ότι φοόνηση­ αναλυτικότεοα 1.2.2.) νους χωοίς το λόγο δεν μποοεί να υπάοχει. Επειδη η διαλλαγή αυτή είναι και η πλέον θεμελιώδης και ποωταοχικη, για αυτό, και μόνο για αυτό, λέγεται ότι η φοό­

­

84

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

,

είναι το έ ΟΥ οτ119 διαλλαΥη ίς π Ο ος τι § δυο π Ω οαναφεσ­ θείσες δυναμεις ¬, και δικαιοσυνη είναι η μέσιμνα διαλλαγής σε ενδουποκειμενικό, ενδοπολιτειακό και διαπολιτειακό επίπεδο
δΎΙ ί ανδ Ο εία
νηση είναι πσώτη σε αξία σε σχέση με τη σωφσοσυνη (βλ., στο ιδιο, 631ο5­6), η οποία εννοουμένη υπό αυτό το πσίσμα δεν είναι πασα μία έξη της ψυχής που συνοδευεται από το νου (βλ., στο ιδιο, 631ο6­7), δηλαδή η υπασξή της πσσυπο­

'τι

λ

ι

­

­

γ

­κ 
Η ΑΡΕΤΗ
στη συνεχεια
Ομων

85

ή καλὐτεοα: η μέῳμνα Ήπω̨νησηέ του Υεγοα̃ότοε (ἶῃ η ὁξαλλαγή ι ὀἶν πἶῳοθΰἐεῖω (ἶϊο ενδΟΌπ0%ἶΒμενΜΟ επιπεδα οπωἔ κατ αθ­ χας δινουν την εντυπωση οι τσεις πσώτες έννοιες, αλλα πεσιλαμ­ βανει το ενδοπολιτειακό και διαπολιτειακόῃἴ

συνη αποφήνη» (632ο6­7) Ώστε η ταυτιση της φσόνησης­νου των Ν , : και δικαιοσυνη , : , : , , ' , , , ,

ν

9

9

9

λ,

9

9

9

δ

μἶ αι̃πην τω]

ςῖἶι̃ἔνςἔἑι̃ἕξηἑῖἶτἶἕἶΟΨῖίἱε1α14Ξ)ἶΒήηἑυνῖ:ολιη̨μἶΞ(Ζῖῖγἶ'ἶΉἑῖ],ετΞί ατ ν τ ί υπό τ ν π οοπτικ ” τ ς κοινίς στόχευ “ς τους: και οι δυο στοχευουν ἔηἶιαλλαγή λόγἴδυ τἶδσνής λιυιῃγς. η ση Για συνωνυμία νου και όν ς (βλ. και σημ. Ι 176 πσέπει να επι­ σημάνοω̨̃η̨ ότι δεν είναι απλά οςεἶώχἶα̨ῖἱηα: στόχοἐ είναι μέσἔο, θα ταΰῃσηε Οωτἠς

Κ

αντίστοιχη του Φιλήβου, και παντως ισχυει εφόσον διαφοσσποιηθουμε από τον καθοσισμο εκεινο που αντιμετωπίξει τη φσονηση­νου των Νομων μονον ως
, ,

­

Φ!/Ἐη̃βου ειναι ως ενα βαθμο Ε)©θη° γιατι οπω̨ἑ θα (ἶωμε η φσονηση­νους των Νόμων ειναι πιο εξελιγμενη απο την

1

1

4

να δώσει ο νους έμφαση στην καθοσιστική πασσυσία του λόγου για την επίτευξη του έσγου της φσόνησης (βλ., στο ίδιο, 963ε6­8) και της σωφσοσυνης (βλ.,στο ιδιο, 631ο6­7) δε συμφωνσυμε, επομένως, με το $ιειΠσγ (1983), 56, 66, 80, ότι λόγος και νους ταυτίξονται στους Νόμους. Όσο για τη φσόνηοη, αυτή δεν είναι ταυτόσημη με το νου, πασα μετα την αποδοχή της διευκσίνησης ότι αυτή η ταυτιση στοχευει όχι στην πτώχευση του πεσιεχομένου της φσόνησης αλλα στην πσόσδοση στο νου μίας πσόσθετης σημασίας. Ο νους λοιπόν έχει ηθική­νοητική, ειδικότεση, σημασία· είναι γέφυσα­φοσέας του εξής νοήματος: ότι αυτός αποτελεί τη γνώση*/λόγο, ο οποίος στοχευει στην τσσπή των αφσόνων ηδονής και λυπης σε διαλλαχθέντας (φσονίμους) συμβσυλους του λόγου. Η μεταφσαση του νου ως ἰι1τεΙΙἰ‹ὲοττοε (Τειγ1οτ) είναι σσθή, ασκεί ως ἰι1τοΙ1ἰἕσιτοε να πσσσδιοσίσουμε τη διανοητική εσγασία της φσόνησης, όπως αυτή οσίξεται στο πλαίσιο της τετσαμεσους ασετής. Διαφωνουμε, λοιπόν, με την αδιακσιτη­πλήση ταυτιοη νου και όν θεω ου ένωνω νο τικών λειτου ιών ταυτισ που επι ει είοΡ. φοησηἔί Κιι‹:ΙτειτεΙσ (1949), 40­45, ο οποιος μαλιστα θεωσει ταυτοσημη τη φσονηση­νου των Νόμων με αυτή του Φιλήβου. Όμως, θα πσέπει να πσσσέξουμε: το εσώτημα του Σωωάτη Φύι̃ηβο (βλ. 110­128) φοόνηση ή ηδονή είνωτο αληθινό

­

Ωμ

ἕη
­

δγί,

η,χ©

ιγ

αγαθό, καταλήγει στην αποσία κατα πόσον υπασχεικατι που είναι καλυτεσο από τα δυο αυτα· έτσι λοιπόν θέτει το θεμέλιο υπέσβασης τόσο στο τέλος του Φιλήβου όσο και στους Νόμους της αντίθεσης ηδονή φσόνηση (νους): η φσόνηση πσοαναφέσαμε ότι τσέπει την αφσονα ηδονή σε διαλλαχθείσα, με τη βοήθεια του λόγου­νόησης που υπησετεί αυτό το στόχο. Το ποια είναι η συγκε­ κσιμένη πασασταση αυτής της νοητικής λειτουσγίας που ενέχει ηθική αξία/

­

­

­ ­

1

σημασία, θα το διακσιβώσσυμε στο 1.2.3· τη σημασία της ωστόσο πσσλέγει σ σόλος που της αποδίδεται: «όπως παντα ταυ̃τα ξυνδή σας δ νους ἑπόμενα σωφσο­

νοηη̨κη λεποω̨γωα” * Αλλωστε στους Νόμους η μη συμφωνία λόγου­ηδονής η απουσία φσόνη­ , , , , , , σης, καλειται αμαθιοι (βλ. 689ει). Για τη σχεδον ταυτοσημια των λεξεων επιστη μη, σοφια, φσσνηση, βλ. πσοχεισα, Μενων 88ο, 9361, Ευθυὸ. 2811), Ζ8Ζε, Θεαιτ. 145ο: αυτή η συμπλοκή, στο ηθικό επίπεδο, γνωστικής και ηθικής υφής λεξιλογίου θαπσέπει να συναφθεί με τη θεμελιακής σημασίας αποψη του Πλατωνα ότι η ασετή είναι γνώση. (Για το ότι η συμπλοκή αυτή αποτελεί συστηματική εκμεταλλευση των δυνατοτήτων της ελληνικής γλώσσας εκ μέσους του Πλατωνα, βλ. \Ν.Κ.Ο. θιιτθτἰο (1975), 265). 171. (α) Για τη δικαιοσυνη λέγεται ότι δεν είναι πασα τσίτη (βλ. Νόμ. 631ο8) από αποψη αξίας, πσωτασχικότητας, επειδή το πλέον πσωτασχικό πεδίο είναι το ενδοϋποκειμενικό, αυτό που αποτελεί κατ® εξοχήν πεδίο αναφσσας της φσόνησης και της σωφσσουνης· (β) Για τη δικαιοσυνη λέγεται, επίσης, ότι δεν είναι πασα κσαση της φσόνησης­σωφσοσυνης με την ανδσεία, δηλαδή αυτή δεν είναι πασα απόδοση βασυτητας, στσοφή του βλέμματος πσος την ικανότητα διαλλαγής όχι μόνο στο ενδουποκειμενικό πεδίο, αλλα και πέσαν αυτου, πσος το διαπολιτειακό πσος το οποίο κατ7 εξοχήν πασαπέμπει αφ° εαυτής η (πασαδοσιακή) ανδσεία. , , , , , γ ε ος η ικαιο συ νη αφ ” εαυτης π ασαπεμ ει η σ φη σοςτ πε ιο ινο που είναι σημαντικότεσο του διαπολιτειακου, το ενδοπολιτειακό, επινσαφοντας , , , ,. , , , , την οισετη ακσιβως στο επιπεδο αυτο. η θετικοτητα/ασετη στο εν λογω επιπεδο ονομαξεται (τελεα) δικαιοσυνη (βλ 63θ‹:6), και συνισταται στην συν­πασουσια 6 , * , , ” δ , ὁ λ ὁ ( ικαισσυνης ), σωφσοσυνης, φσονησης, αν σειας η α ή: στην πασουσιι̃τι της διαλλαγής (σωφσοσυνη­φσόνηση)/έσνου της διαλλαγής (ανδσεία υπό τη νέα της συλληφη) σε ενὁοπολιτειακό επιπεδο. Αυτή ωστόσο η μέσιμνα συνολικής επίτευξης της διαλλαγής ως δικαιοσυνη εξηγεί γιατί από την άποψη αυτή λέγεται ότι είναιπσώτη αξία (βλ. 63θε4­6). Μετα από όλα όσα πασατησήσαμε δεν είναι δυνατό να δεχθουμε τη χωσίς καμία διευκσίνηση διαβεβαίωση του Γετεοη (1951) ότιη δικαιοσυνη καιη σωφσοσυνη στουςΝόμους όπως και σε
7

()Τλ,δ

­

πστστοπ

οδεκε

­

­

­

­

­

­

1

86

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΑΑΜΗΡΗΛΛΗΣ

Η ΑΡΕΤΗ

87

Κατ αυτόν τον τοόπο εομηνευεται και η

δήλωση του πλατωνι­

"

κου φιλοσσφουντος υποκειμένου ότι δεν θα ποέπει να ποοκαλεί

 ολιτεια

Πολιτικό) είναι συνώνυμες, συμπέοασμα που αποτελεί ποοίόν μιας ελλειπτικής και αποσπασματικής ποαγματευσης του σχετικου θεματος στους Νόμους (βλκίθο­412). (* Επειδή το ποωταοχικό γνώοισμα της ενδοπολιτειακής αοετής είναι η με­
ταφοοα της διαλλαγής σε ενδοπολιτειακό επίπεδο,
γι7

­

θαοααοαο οτοοἑ οονοανλητέέ Τον νο οα οε φαίνονταν «ΤαοΤα»17 Τα οοα Μαθε φοοα λένονοα οα οτολεοεν ο νομοθέτηἐ Τη€ πολαοίαἐ εκείνης που είναι αποδεκτή από αυτό το ίδιο· θα πσέπει να αναλο­
τν

αυτό και η δικαιοσυνη

γβσθοὐν ότι »όταν Έίθετω ως ±στόχοἔ η σωφω̨̃οσὑνη ή η φ©όνηση› ή η / » ε ι 173 / φω̃ννατ (ζ στοχοἔ εννοω «Ο Οωτοἔ» |> "αν το νδ]·Ο1;ἶχΉεν και Ϊνα τη χοηση αλλων 0©ων ωἔ αναφεοομενων σκοπων · Ο σκοποἔ πω) είναι «Ο Οιὐ°Εός››) και που κάνει τοι Θημοιτικά μη <‹τοιὐτὸι» «τσιὐτὸι» ωε π©Ο§ το σχοπα ως ποος την π@Οθε.".κότητά .ΕΟΉΘ είναι .η
»

Έίθετω πθωτη στο χωῳο 63088” Έ? μαι ἶπωβἕἶοῖἕσἔ ἔκ (Ἐἶ μηνείας μας (γ),(β),σχετικα με τη καιοσυνη, . χ οι μ ς καιο δικαιοσύνη) ονομαζεται η μεταφοοα της διαλλαγής από το ενδουπο­ κειμενικό στο ενδοπολιτειακό και διαπολιτειακό επίπεδο). Όσο για την ανδοεία ως (Ι) καοτέοηση πσος τη λυπη και το φόβο (ἰἰ) και μαλιστα στο ενδοπολιτειακό και διαπολιτειακό πεδίο, αυτή εξ αιτίας των δυο
1

ἶἶἑχςἔἶἔἶςἶ

ι

, , , φΘοσυνη και τη φΩΟ\/ησηε η οποδα μαε παΟαπεμ°πε[ στην ποοηγη­ θενσα πα̨χγμάι̃ευσή τοδαἔδ π©ο%ύπ­νεα επίσηἔ από την καταληκ­"κή οινΟιφΟ@ά, Οι̃ην ίδιοι λεκτικη ποιη̨όιτοιἔη, στη φιλία, καθώς και από τη μνεία ό­Η ποόκεγταγ γγα Το σκοπό 3­ΕΟΌ θέτει Ο νομοθέτηἐ Τ­ηἐ πο­

διαλλαγή· αυτό δεν ποοκυπτει μόνον από την αναφοοα στη σω, ,

αντών λονων (α)“(ϋ)) που την παθοου̃ἔονν "ω στονο οποίουἔ "ο®η`ίΟ"μένωἦ _ αλλου έχουμε αναφεοθεί, είναι τέταοτη και τελευταία από αποψη σημασιας, αντίθετα ποος τη φοό­ ποωταοχικότητας, και αυτό για ένα ακόμη λόγο: αυτή ποόκειται, νηση μποοεί να υπαοχει και χωσίς το λόγο (βλ. Νόμ. 963εΖ­6) βέβαια,για την ανδοεία όπως αυτή οοίςεται στο χωοίο 63013, γιατί η αλλη ανδοεία (βλ.631ο)είναιονμμέτ0κ0ε στην επίτευξη της διαλλανή­;. Όμως, είτε ωε νονουηα του λόγου (631ο) είτε χωοίς το λόγο (63Ο1›, 963οΖ­6), η ανδοεία έχειτην τελευταία

­ ­

­

­

εκιειιεεειὲειιτιτιεεειειιιιιειιιιιιιιττιιι::::ι;2ι:ιιι:::, ­ με, ή χωοίς την πασουσία λόγου, σωφσοουνης, φσόνησης ­ απαντάται και σε
αλλους διαλόγου; ςβλ. Φωε. 6805, 6808, 69ι›,Μένων εεε, Ηρωωμ 32%, ατιοιι­ε _ ο Κε1τΗ (1976), 23, σπευδει να σημειώσει ότι το χωοίο 963ο2­6 θυμίςει τον Ποωταγόοα). Παντως λαμβανομένων υπ, όψη των διακοιβώσεων που ποοηγήθη­ καν και αφοοουν την ανδοεία στους Νόμους, δε νομίςουμε ότι η σχετική πλα­ γενικα της αν­ τωνική ποαγματευση στο χωοίο 963ε2­6, ουνιστα απόσπαση δοείας από τις αλλες αοετές: εξαοτόιται για ποια ανδοεία γίνεται λόγος σε καθε πεοίπτωση· αυτήν των χωοίων 6301), 661ο­6628, 96ΖεΖ­6,ή αυτήν του 631ο (βλ. και 07 ΒΠΘΠ (1967), 182, 1847 Θη̨̃τἔεῃιθῃῃς (1960), 129), που ευλσγα «μαχεται» όχι μόνον τις λυπες αλλα και τις ηδονές (βλ. 6330­α), δηλαδή διαλασσεται με αυτές. Αυτή η απόδοση στην ανδσεία του έογου της μαχης εναντίον της ηδονής ενόχλησε τον ΖεΠοτ και τον Βτιιμε (βλ. Ο° Βτἰεη (1967), 185 σημ.9), οι οποίοι θεώοησαν παοαλογο να αποδίδεται στην ανδσεία το έογο της φοόνησης· ο Ρτὶεαὶὲὶμαετ (1969), 399­400, ασκησε κοιτική ποος αυτές τις απόψεις, επικαλουμενος το χωοίο Πολιτ. 4308 κ.ε., και ο ΜϋΙΙετ (1951), 17, επανήλθε υποστηοίςοντας ότι η αλληλο­

λιτείας η οποία θα είναι αποδεκτή από το πλατωνικό φιλοσοφουν Ήποκεί εν0175. ,δ 6 έ πλ θε, όῖ ναὀῃω̃ μ ” η η μ έ χ μ ηΩ φ Ωη ι μο ς σκοπἦἔ ΈΟΌ νομοθέτη οωτου̃ είναν η επίτεμἐη δααλλαγήἔ Μαν φνλίαἔ­ Εΐίθμενωη̨̃, Οίὶῦι̃ά 1701 ὁΰθ σι̃ῖθνχείθί όχι μθνθν ΟΉν€πι%ΟΌ@Ο”ὐν Οι̃ην εομηνεία μας του χωοίου αυτου, αλλα αποτελουν παοαλληλα μία πσώτη επίσσωση της εσμηνείοις ΠΟΌ ηδη Βπιχεισησοιμε όΟΟν αφο­
Ε

νά

Θα

εν

να

ιν η

επικαλυνη στην Πολιταα ειναι κεταἔν δυο οτοικειον μιαε ενοποιημενηε αοετηε. ονονλενων πον ααφοτοοα οἔοπηοετοον τη λεποοοννα ονανη̃οηοηἔ Ήι̃ἔ ννααοηἐι
ενω οτοοἐ Νοιαοοἔ ποονονἶαν ννα αποοπαομαανεἔ αοετεἐ ποο _ αοα π θα εποε­ να ονανοννοντοα μοταἔο τοοἐ­ Οπωἐ ομωἐ οοθα οημονώνεν ο Ο­ Βοοο (1967), 185 αημ­|97 ανονβωἔ αοτή η ονααήονἔη οα 11 ανοοεία ααλοταν την ηοονή μποοείνα λοηοναοοοεν ννα να αποοονλθεί οία ο Πλατων πίοῖενε και ονονἔ Νααονἔ οτην ενο­ τητα αι̃ἔ αοεῖήἐ­ Η οοαἶ ααἔ ποανματεοαη οτολοοον να οείἑον νο αβαονμο Των ισχυοισμών του ΜἰιΙΙετ πεοί μη ενότητας της αοετής στο υπό εξέταση εογο και
πο

­

­

ί

πεον αποοααοααααών/αοετών› ν­αθώἔ ἶπίοηἔ οολαμαἔεν να πεοννοαψον την οονα· νοαὶ ονναἔη αι̃§ ανοοοναἐ οτη οναονααονα οπαεοἔηἔ νηἔ οναλλανήἔ­
172· Νότα/ 69301­

173­Στο#ὁ#α|ο93οΔ­
174­ 175­ Β묛

Βία ατο [οία ο93οο°οο· αΐο ίὁία 693ο7τ8­

!

88

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

!

Η ΑΡΕΤΗ

89

ποοηγηθείσα παΩαδείγματίχή αγαφοξαά στη σωφοοσύγη καί τη φοόνηση δεν είναί τυχαία· υπόίοχεί επίμονη η αναφοοόί στην ποω­ τευουοα, ηγεμονίκη θεση που κοτεχεί η σωφοοουνη, η φοονηοηΠ6· η αγαφοοα αυτη γίνεταί κατανοητή αν έχουμε οπ° όψη μας ότί Ο λογοε γία τη οωφαοοογη _ Θομη̨̃ςοημε _ δεν είναί πααα ο αογοἔ ολοκληοώμένος λόγος κοίτίκης της επίτακτίκότητας, κοίτίκης που οδηγεί στη θεμελίωση της αξίολογίκηα̨ παοτεοαίοτηταε της ὁίαλ­ λαγης, μέσα στο πλαίσίο του όλου λόγου πεοί των μσοίων της αοετῆς· συνεπώς, η θεμελίωση καί δίακηουξη της ποωτεύουσας θέσης της δίαλλαγής, η ηγεμονία της δίαλλαγης είναί αυτό που

λ

7ί@Οβαλλε°ίαί σε σχέση με

ία αλλα μόη̨ία Έης α@8ι̃Τής°

από την απΟ­

"Ο" ωἔ πθώῃί απἶόλη την ®®Θ"ή= επομἐνωἔ πθώτη είνω "αλ η σ®νώ`^®μή τηἔ σωφοοσύνη ευθεως γία την ποωτεύουσα θέση της σωφοοσύνης, βλ. 696δ­6θ7δ, ?43ο7­?44ε3. Ο νους στο ίδίο χωοίο, αλλα καί αλλου (βλ. 693`ο±ί, σε συνδυασμο με 7θ1ό8­9, καί 963ο7), εκλαμβανεταί ως κατί ταυτόσημο με τη φοόνηση· έτσί δεν αποοούμε όταν στα χωοία 631ὀ5­6 καί 963ε8 θεωοείταί αυτός ηγεμών. Το ότί ο νούς θεωοείταί ποώτο αγαθό στο χωοίο 631α, επίβεβαίώνεί το 631ο­ο ποώτο

με
­
Π

ί

176· Στο κωοίο 688ϋ1­Ζ) η Φοόνμση

θεωοείταί ως κατέκοναα ήνεμθνκμί θέση
λ

ψη Θωτήἐ ΉΊΞ ηγεμοννκήἑ καν πθωτευ̃ουαἑ θέσηἑ τηἔ δναλλαγἠἐ μέ­ σα στην όλη αοετη, έχουμε μία ακόμη επίοοωαη της ποοηνηθείαα; εομηνείας μας που δίατείνόταν ότί τα μόοία της αοετης δεν είναί παοα δίαφοοετίκές εκφοασείς του υπηοετείν μία κυοίαοχη καί ποωτεύσυσας σημασίας μέοίμνα: την επίτευξη της δίαλλαγηςῃἶ Μποοούμε λοίπόν να πούμε ότί όσον αφοοόί τον ηθίκό λόγο αυτός τελίκα όχί μόνον ανοίγεταί ποος τη δίαλλαγη, αλλα τη θεω­ οεί ως την υψίστη αξία που θα ποεπεί να απασχολεί το νού, το λό­ γο, καί την ποόίξη· το όίνοίγμόί του αυτό το θεμελίώνεί επανα­ λαμβάνουμε σε κοίτίκες παοατηοησείς που αφοοούν την επίτακτίκότητα· συνοπτίκόί, τίς υπενθυμίςου με: η ποώτη εξαίοεί τη ὁιακοιοή λόγου και έονου καί την ανομοίότητα αναμεσα στα δύο,

­

­

'

νομε θεωοείμμ τμμτόσμμοε με τη φοόνυση _ βλ­ 963α8. ίι̃ίπόίοχεί καί μία αλλη χοηση του νού, σε μεταφυσίκό­κοσμίκό πλαίσίοτ

μνμθό
γλα

Φοόνηση

τι εφόσον

­

Ο

λόγω φλλγή τηἔ ηὀονήἔ οδηγεί , , , της η ὁεΌτε©η Ὁπογα̨χμμίζεδ ΟΠ η ηὁονη εωω ἰσχυθότεἐῃἶ των θεσμών πολ) εππάσσοι̃λν την αποχή από αυτήν. η τη̨ίτη βεβαίώνεί ότί υπεύθυνη γία αυτα τα αποτελέσματα είναί η » ίδίότητα του επίτακτίκού λόγου να μήν αφήνει τίποτε να εκὁήλωθει το οποίο να εως" από την τάξη του­ Είδαμε επίσης όῃ Ο ηθι­
, , , σε ε©γω7 αχοατεωα

λέγονταε ._ συγκεκοίμένα

_, όι̃ῖί Ἡ

δίδεταί καί στα ουνώνυμα της σωφοοσύνης, φοόνηση καί νού, ακοίβώς γία να τονίσθεί η θέση του χωοίου 693ο6­ο6± εφοσον ποοκείταί γία τον ίοίο οτοχο, οί οοοί νους, φοονηοη, μποοουν
Όπω ἔ
η όίποψ η› έ μφ αση

(Μην, βλ' 875ὀ” 89Οὀ7 897Ό7966θ)” βλέπουμε, από λεκτίκί

να ενμλλἀσσονπμ μφενόε μεταἔϋ τονε καν αφετέαομ μμφότεαμ με τη σωφμοτ σύνη. Χοείαζεταί ωστόσο ποοσοχη· η ηγεμονίκή θέση της σωφοοσύνης δεν την καθίστόί συνώνυμη της αοετῆς (βλ., στο ιδιο, 696‹;ὶΔ­1θ)· έχεί ηγεμονίκη θέση μόνο , ι , , , , „ , , καί μονο γίατί ο λογος γί αυτην οπως ποοαναφεοαμε είναί ο μονος ολοκληοωμένος λόγος κριτικής της επίτακτίκότητοίς καί θεμελιίωσής της αἔίολογίκης ποοτεοαίότητας της δίαλλαγης. Η δίαλλαγή ειναι συνώνυμη της αοετης, καί η δίαλλαγή ποαγματώνεταί σε όλα τα επίπεδα με τη βοηθεία όχί

­

­

μόνον της σωφοοαὐνηε _ που αποτελεί σημα ποαθεακὀτυταε νία δίαλλανιι̃ ­7 αλλά καί της ανδοείας η οποία επίτελεί την όλη έονω εκδηλωση της σωφοοσύνης της φοόνησης η οποία είναί σήμα δίαλλαγης της ηδονης καί της λύπης ποος το λόγο, που ως σώςοοων δίαλλόίσσεταί ποος αυτες επίδείκνύων ανὁοεια καί της δίκαίοσύνης η οποία, θυμἴςουμε, είναί μεταφοοά της δίαλλαγής στο επίπεδο το ενὁοπολιτειακό (καί δίαπολίτείακό).

­,

­

­

ααα

κό Ξ λό Υ ο § ο Ο ίζεί δύο σημαντίκέ ε π Ω ουποθέσεί 9 ω § απα Ο αίτη τε § γκι να θεωθηθελ ΟΠ Ολοκληθωθηκε η παοολἀσλα τηἔ ὀλαλλαγηἔ στο χώοο της ηθίκης των αξίών: τη δυνατότητα του λόγου να εομηνεύ­ σεί τη γνώση που έχεί κατακτησεί καί αφοοόί την ενότητα της πολ­ λαπλότηταε τηἔ αοετήἐ, δηλαδή να έχει κατανοήσει τη (απαλλαγή ι ι ι ι ι οπως τη δίηγείταί ο ηθίκος λογος, καί τη δυνατοτητα συμφωνίας , , , , , , , Των Ε@γ£0ν με αύτη την ε@μηνεία °ί0υ λΟγΟΌ, δηλαδη να είναί αϋι̃ῖα έῷγα δίαλλαγῆς. Δίαπί0τών0υμε ΟΈ0 Οημ8ίΟ αυτό ότί η παώίη πα­
α

­,

­

177. Αυτηηεομηνείαυπσστηοίἶςεταί καί από το χωοίο 68887­δ3, όπου γίνεταί κατ' αοχην λόγος σχετίκόί με εκείνη την ποοοπτίκη γία την οποία λέγεταί ότί αντίκούζεί την ενότήτα της πολλαπλότητας των μοοίων της αοετης, καί ότί κατ' εξοχήν εστίόίζείστην πεοίπτωση αυτή την ποοσοχή της στην ποωτεύουσα θέση της

φοόνησης, της σωφοοσύνης, δηλαδη της ὁιαλλανής.

90

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΛΟΓΟΣ, ΗΔΟΝΗ ΚΑΙ ΛΥΠΗ

91

οατήοηοη που αφοοούσε την επιτακτικότητα αποφέοει τους καο­ πούς της όσον αφοοόι τη διαλλαγή: η λόγω διαλλαγή θα ποέπει οπωσδήποτε να μεοιμνηθεί να είναι και έογω διαλλαγή. Το μέγε­ θος της σημασίας και τις δυσκολίες τόσο αυτής της ποουπόθεσης που είναι απόοοοια της ποώτης κοιτικής παοατήοησης όσο και των δύο αλλων παοατηοήσεων, στη σχεση τους με τη μέοιμνα επίτευζης της διαλλαγής, θα μας δοθεί η ευκαιοία να τις εζετόι­ σουμε στα επόμενα. Εκείνο που έχει στη συνέχεια ποοτεοαιότητα είναι να ποοχωοήσουμε, μετα την πεοατωθείσα συζήτηση για τον ηθικό λόγο, στη διεοεύνηση του ψυχολογικού λόγου που όπως ποοαναφεοαμε από κοινού με τον ποώτο ολοκληοώνουν το λό­ γο αναφοοόις στο ενδουποκειμενικό πεδίο· η διεοεύνηση του λό­ γου αυτού, η αναζήτηση δηλαδή του κατόι πόσον η μέοιμνα του ψυ­ χολογικού λόγου είναι η επίτευζη της διαλλαγής, έχει εκ ποοοιμί­ ου δεχθεί σημαντική βοήθεια από το γεγονός ότι ο λόγος που ου­ μπλέκεται με αυτόν, ο ηθικός, έχει ήδη μελετηθεί και έχουν κατα­ τεθεί τα ουμπεοόισματα που σχετικα με αυτόν ποοεκυψαν. Είναι εύλογο ότι για λόγους μεθοδολογικούς η αναζήτηση του κατα πόσον η μέοιμνα του ψυχολογικού λόγου είναι η επίτευζη της διαλλαγής, αναζήτηση που ολοκληοώνει τη διεοεύνηση του κατα πόσον υπόιοχει μέοιμνα λόγω επίτευξης της διαλλαγής, ποοηγείται σε σχεση με την αναζήτηση του κατόι πόσον ο λόγος για την παιδεία αποτελεί λόγο για την έογω επίτευζή της. Είναι όχι τυχαίο αλλωστε ότι και για το ίδιο το πλατωνικό φιλοσοφούν υποκείμενο ποοέχε ι178 η ολοκλήοωση της παοουσίασης όλων εκεί­ νων των στοιχείων που συγκοοτούν τον ψυχολογικό λόγο, ποιν ποοχωοήσει στο λόγο για την παιδεία.

1.2.2.

Λόγος, ηδονή και λύπη

­

­,

­

­

Το πλατωνικό φιλοσοφούν υποκείμενο μεταβαίνει από το λό­ γο για την παιδεία στον ψυχολογικό λόγο αμεσως μετα τον οοι­ σμό που δίνει σε αυτήν: παιδεία είναι όλη εκείνη η από παιδικής ηλικίας σπουδή στην αοετή, που οδηγεί τον πολίτη να επιθυμεί να αοχει και να αοχεται «μετα δικης››179· το ποώτο εοώτημα που θα ποοέκυπτε θα ήταν αν αυτή η επιθυμία θα αφοοούσε είτε μόνον το ενδουποκειμενικό, είτε μόνον το ενδοπολιτειακό επίπεδο, ή και τα δύο· το φιλοσοφούν υποκείμενο δε σπεύδει να ποοσφεοει μία ολοκληοωμένη απαντηση στο ποοαναφεοθέν εοώτημα, αλλόι θέτει ένα σημείο εκκίνησης: κατ' αρχήν, αφοοόι το ενδουποκειμε­ νικό επίπεδο· μας υπενθυμίζει μαλιστα ότι αγαθός είναι όποιος δύναται να όιοχει του εαυτού του, και κακός ο μη δυνόιμενος180. Βέβαια και η υπενθύμιση, που αποτελεί σημείο εκκίνησης της συ­ ζήτησης του οοισμού της παιδείας, και ο ίδιος ο οοισμός δημιουο­ γούν ποοβλήματα, καθώς τόσο αυτή καθαυτή η διατύπωσή τους όσο και η οοολογία τους φαίνεται να είναι εναομονισμένες με την εικόνα του πολέμου και με την εικόνα της συγγένειας μιας διαφε­ οομένης, και αυτό γιατί καιη τελευταία όπως είδαμε ποοηγου­ μενως όταν ομιλεί για σωφοοσύνη και για διαλλαγή συνεχίζει να χοησιμοποιείτην οοολογία της εικόνας του πολέμου. “Εχοντας ακοιβώς αυτό υπ” όψη του το πλατωνικό φιλοσοφούν υποκείμενο ποοχωοεί σε ποοσπόιθεια διασόιφησης181 του σημείου εκκίνησης της συζήτησης του οοισμού για την παιδεία· το ποόιττει, ποοβόιλ­ λοντας μία εικόνα182· ας την εζετόισουμε: 'Εκαστος ανθοωπος εί­ ναι ιιεν έν183, αποτελεί μία ενότητα, αποτελείται δε από δύο συμ­

­

­

178. Στο χωοίο 6438 γίνεται ποοοπόιθεια οοισμού της παιδείας, στη συνέχεια παοουσιάζεται η χοησιμότητα του παιχνιδιού, της παιδιόις για την παιδεία (6Δ3ϋ­ εἰ), ακολούθως δίδεται ο οοισμός της παιδείας (643ε4­6¿14ε2), και αμέσως μετα εκκαλύπτεται η απόπειοα αποσαφήνισής του (6¿14ο6­ε2), η οποία μας οδηγεί στον ψυχολογικό λόγο (644ε4 κ.ε.).

179. Νόιι. 643ε7· συνολικα, βλ., στο ιδιο, 643ε4­7. 180. Βλ., στο ίδιο, 644136­8. 181. Βλ., στο ίδιο, 644119­1Ο. 182. Βλ., στο ίδιο, 64401­Ζ. 183, Βλ_, στο ιδιο, 644ε4.

ι

92

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΛΟΓΟΣ, ΗΔΟΝΗ ΚΑΙ ΛΥΠΗ

93

βούλους ενοιντιους, την ηδονή και τη λυπη184.Επι”185 αυτων τιθεται, επιτιθεται λοιπόν, ο λογισμός, ο οποιος, όταν γινει κοινα αποδε­ κτό σε ια πόλ όταν δ λαδ ” ετα ε θει από το ενδουποκει ε­ νωίἑ πεδμἕο ἐι̃όὀοπολἑηειακἔ ἔπίπἑοδἕ λέ νό 186 μ ι , ι ,Υ , 9· , Η αντιδοαση και των δυο συνομιλητων ειναι οτι τους ειναι σχεδόν αδυνατο να παοακολουθήσουν το πλατωνικό φιλοσοφουν υποκει ενο187 πα όιτ νεικόνα πουπ σέ αλε ι αλλον ακ ι ώ . μ Ϊ Ο η α Ο . β “η μ , Ω β 8 εξαιτιας του οτι την ποοεβαλε: η υποφωσκουσα αναγκη για δια­ σαφηση του λογου του φιλοσοφουντος υποκειμενου, με την πα­ . . . . . ι οεμβολη της εικονας κατεληξε σε σχεδον παντελη αδυναμια να ι . ι ι , παοακολουθησουν τη σκεψη του ιδιου. Που ομως οφειλεται το . . . . γεγονος αυτο, και ποια ειναι η απαντηση του πλατωνικου φιλοσο­

. . του με βαση την εικονα του πολεμου, και εν παση πεοιπτωσει του , ι . . ι . γιατι ανελισσεται ο τελικα εκτεταμενος λογος των Νομων, αν αυ­ . . ι ι . ι , τος ποοκειται να αποτελεσει μια παοαλλαγη κινουμενη στο ιδιο πλαισιο στο οποιο, όπως ποομνημονευσαμε, κινειται η ηθική της
α

.

ι

εποχής

α

α

.

ι

ι

.

φωντος Όπο%ε[με\/ΟΌ σε Οωτη Έη δηλωση των συνομιλητων ΤΟΌ7 Κατ' αοχήν μεταφέοεται σε ένα νέο πλαισιο ένα ποόβλη μα το
οποιο ποομνημονευσαμε από αφοομή το θέμα της ενότητας της αΟετ.ῆ§. ποοκὐπτεβ δηλαδή το ποόβλημα πώς μία ενανπότηταυ̃ μία

,

.

πλατωνικού φωλοσοφοΰντοἔ υποκειμένου ι . . ι . . ολες αυτες τις αιτιασεις που κατα τοοπο κεκαλυμμενο υποβαλλο­ „ , , , , νται εσα απο το ευ α τ π οβολ τ αδυνα ια των συνο­ ” Ωημ ηε Θ ηἔ ηε ι μ ε ι μιλητων να παοακολουθησουν τη σκεψη του, ειναι και αυτη . . . ι . ι ι κατα τοοπο συμμετοικο κεκαλυμμενη: δεν δηλωνει ευθεως οτι . . . . . αποοοιπτει την εικονα, αλλα, οπως ακοιβως και στην αοχη του α . . . ι ι ι ι ολου λο Υ ου του στο υπο εξεταση ε ΟΥ ο, μεταβαινει σε μια αλλη: στην εικόνα του θαύ,ιιατος188, που του ποοσφέοει ο μυθολογικός
απάχἕτηση

Η

ι

­

α

­

α

ετεοότητα, οδηγείται στην ταυτότητα του ενός ανθοώπου , , , ασφαλωἔ Όπο την εννοια τηἔ φΌσικηἔ Οντοτηταἔ αλλα τηἔ

­ όχι

188. Βλ., στο ιδιο, ό4ηὀ7: «θαυμα». Υπόιοχει

και μια τοιτη πεοιγοαφή των

π@Οσ”

ὀοσηἔ ενιοιιολλ χΩωιτήΩΟι όσον ΟιφΟ@ά Τιἐ σλιέψειη̨̃ Ψιθιι Τιη̨̃ πῷόιἔειἐ του. Ένα αλλο, εζισου σημαντικό ζήτη μα που ποοκυπτει ειναι το εἔήἔ: Η ες­χόνα απαντά στα εοωϊήματα πω) εκθέσαμε πΩοηγΟυ_ μένως, α̨ίαθώἔ αφενό€ καθιστά σαφή τη μετάβαση από το ενδ0ϋ_

_­ζὑ­εη̨̃
Ο
Ο

ποκειμενικο πεδιο στο ενδοπολιτειακο, και αφετεοου διευκοινι­ , , , , , , , ζει οτι Ολα Οσα εχω" πΩΟαναφε©θει σχετωωι με τον Οοισμο τηἔ παιδείας Εντόιϋσθντθιι στην εικόνα ΤΟΌ πΟλέμΟυ. δομως Οικοιβώς αυτή η διευκοιγηση δημιουογει το εοώτημα του γιατι ποοηγουμέ­ νως με τόσο σαφή τοόπο διακηουχθηκε ότι στο πιο χαμηλό επιπε­
δο
8

ψη̨χδλογῃἶων μηχανισμων (863Ιἶ1_864ο7)ἰη οποια χωωἶ να εοχετω δε ανῃθεση με οσα λεγσνται πεοι της κυοιαοχης θεσης της ηδονής και της λυπης, ομιλει επιγοαμματικόι για αυτές και στοχεύει στην κατόιδειξη της σημασιας ενός τοιτου όχι έμφυτου αλλά επικτητου παοόιγοντα, της ‹‹ἄννοιας›› παοαπέμποντας, συνε­ πώς, έμμεσα αλλά σαφώς στη χοησιμόιηια της παιὸειας (βλ. 1.2.3., και ουγκεκοι­ μένα, Νόιι. 653ει5­ο3, 68981­α8, για το τι ειναι παιδεία και τι αμαθια, αντιστοιχα). Παοόιλληλα, επιτιθέμενο το φιλοσοφουν υποκειμενο στη γλωσσα την πολεμική που ομιλει για κοειττω και ήττω σε σχέση με την ηδονή και το θυμό (φόβο) βλ. 1.2.1­ χἑγησιμοπογείτην Οθολο ία (Μή σε σ έσ μόνο με ν ά Μα βλ., στο γ Χ η τη Υ ιδιο, 863ὀ7­ε1): ο όινθοωπος δε χοειόιζεται να «νικήσει» την ηδονή ή τη λυπη· χοειόιζεται να «νικήσει» την άγνοια, και ποος την κατεύθυνση αυτή κινειται ο ὁλοε λόγοε για ιηι ιιηειηι ιο λόχοι ηδονη ηοιι ληιιηι ιο νέο Οιισθηιιιιό _ βλ­7 για

­

­

σχε η με την εννοια
[Βία όχω.

ΈΟΌ

αγαθοι̃) εΌΩ|”σκετ0ω μια εομηνεωι

184. Βλὴ

64406­7_ ῖω̨βλ. Τῷ­ 69 (1.

185. Νόμ­ 187. Βλ­3

186' Βλὴ στο ω̃ω] 64ω1_3.

στθίὸίο! όχωχ'

παθάδωἔἶια; ξ^Ον;)ἕΟ"9λ[ἶζ"ἔ[γ®α το στἶχῖ) του ἔ®`(ξ") όσον αφἶιἑόἕῖην απω­ τατη παι κηη κια( ο ­ ), εμα το οποιο ασυ ητησουμε στο Τέλος, όσον αφοοόι αυτό καθαυτό το ζήτημα της χοήσης όπως εδώ εικό­ νων, θα ποέπει να οημειωθει ότι καθώς ήδη παοατήοησε ο Κ. Ιὶοδἰιιεοιτ (1941), 233 και 230­234 γενικότεοα, και ο Ρ. Εουιε (1945) ο Πλόιτων αν και ειναι αντι­ θετος πσος τη μιμηση και την εικόνα, εν τουτοις τη χοησιμοποιει συχνά στους δια­ λόγους του. (Για παοόιδειγμα, στην Πολιτειδι (5Ο9ε) οι εικόνες και η φαντασια το­ ποθετουνται στο χαμηλότεοο επιπεδο, η ιδια όμως η «τετμημένη γοαμμή» (βλ., στο ιδιο, 5Ο9ό κ.ε) ειναι μια εικόνα (βλ., στο ιδιο, 5Ο9ει)· σχετικα με αυτή την «αντι­

"ἱι

­

­

­

­

94

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΛΟΓΟΣ, ΗΔΟΝΗ ΚΑΙ ΛΥΠΗ

95

λόγος189· το αν η μετάβαση σε αυτή σημαίνει όπως και στην αο­ χή του όλου λόγου του μετάβαση ή μη στην εικόνα της μιας διαφεοομένης, συγγένειας είναι ένα αναπόφευκτο εοώτημα, ένα εοώτημα επιτακτικό, το οποίο θα δοκιμάσουμε να απαντή­ σουμε στη συνέχεια. Η νέα εικόνα ομιλεί και αυτή για τοείς δυνάμεις που κινου­ νται στο ενδουποκειμενικό πεδίο: το λογισμό, την ηδονή και τη λυπη190· η νέα εικόνα χοησιμοποιεί επίσης οοολογία για την πεοι­ γοαφή της σχέσης μεταξυ των δυνάμεων αυτών η οποία εντάσσε­ ται και στην εικόνα του πολέμου191. Όμως, σε αυτή την εικόνα,

­

­

­

­

ΣΣΣ
ιιοιιδιοι του Αοιι

φαση» βλ­ και Π­ Θελἰοιο (1965) νιοι ου/ ιδιοι την «ιειιιηιιεκη νοοιιιιιιι̃» ιιοιι ιο εομηνευτικά ποοβλήματα που την αφοοουν, βλ. Ι. ΜειΙοοΙιη (1962). Όσο για τη

­

της πεοιγοαφής της ο λογισμός δεν παοουσιάζεται επιτακτικός, και επομένως βίαιος, όπως στην ποοηγουμενη και στην αοχή της ίδιας, αλλά ποάος και όχι βι“οιιος19Ζ· ακολουθως, πληοοφοοουμα­ στε ότι επειδή είναι ποάος και όχι βίαιος, και επειδή ωστόσο λει­ τουογεί στο πλαίσιο του ανθέλκειν, χοειάζεται ‹‹υπηοέτες»193 στην ποοσπάθειά του να νικήσει τις άλλες δυνάμεις του ενδουποκειμε­ νικου πεδίου· ομολογείται λοιπόν απεοίφοαστα ότι ποόκειται για μία νίκη που θα βασα̃ςεται σε «υπηοέτες» και δε δηλώνεται ως αποκλειστικό έογο του ιδίου, όπως ποοηγουμένως. Ἑνα δευτεοο σημείο άξιο ιδιαίτεοης ποοσοχής είναι ότι αφου λέγεται κατ° αο­ χήν πωα̨ θα σω̨έπεφ να ακολςωθοΰμε Έον π@άΟ λ0γισμό1947 στη σ.υ_

που κατ' αοχήν φέοει τα ίδια στοιχεια και ομιλεί με μία αμφίσημη οοολογία για αυτά, υπάοχει μία κοίσιμη διαφοοά: στη συνέχεια

ι Η αγνοια διακοινεται σε απλη, σε συνο ευομενη απο εντυπωση γνωσης για μία συγκεκοιμένη ποάἔη, σε παιδική και σε γεοοντική (βλ. Νόιι. 863 ο1­(15). 189. Βκπόμ. 6ιι5ιι: «μτεος». ο ιόγοςαυτοςωιοτειετ _ ως ένα βαθμό
,

μδμηἶη στδη̨ς Νομοϋςλ Ιἶλ” 1”2'3”)“

6

ι

ι

μεταφοοά ενός «ποαγματικου» μυθολογικου λόγου: Συμφωνα με τη μυθολογία,

­

ι

λ

ιιοιιηε/Ιοοοδδιιε ιι̃ιοιν ο Έοωε (ιιοιι ο×4ιιιεοω€)ι ο Φοβοε (ιιοιι ο Δείμοελισύμφωνα θε το πλαἕεἶνικό φλλοθοφου̃ν Όἶι̃οδεἔμενο _ ἦπωε ἔα δῳμε

Η

του στόχου που θέλει να επιτυχει όπως θα διαπιστώσουμε το φιλοσοφουν υποκείμενο: ο στόχος αυτός, η διαλλαγή, είναι συνώνυμος με την αομονία (βλ. «ὁιαλλάξας», «ἔυναομόττων» στο ιδιο, 628ο1, 628ε2, αντίστοιχα). Για τον ‹‹πς›αγ­ ματικό» μυθο, βλ. τα ενδιαφέοοντα σχόλια του Π. Ατιτιοιι (1983), 17· σημειώ­ νουμε ότι ο εν λόγω συγγοαφέας ακολουθεί την ίδια ποοεία με το πλατωνικό φιλοσοφουνςυποκείμενο : συνδεση ψυχισμου και μυθου, αλλά με φοοά αντίστοο­ φη ποος αυτό: σχολιάζει ψυχαναλυτικά το μυθο, ενώ το φιλοσοφουν υποκείμενο ομιλεί για τον ψυχισμό με τη γλώσσα ως ένα βαθμό, και πάντως με τις συντακτικές σχέσεις του ιδίου του μυθου. 190. Βλ. «ταυτατα πάθη» (Νόμ. 644ε1­Ζ), και γενικά, στο ιίὁιο, 6Δ4ε­645ε. 191. Βλ. «ὁινθέλκουσιν» (στο ίδιο, 644ε3 ποβλ. 644‹16), «ἐναντιαι» (644ε3) «νικά» (645ει8) για το ‹‹άνθελκειν›› (όιίιίεό), ποβλ. και μόνο το συνώνυμο ‹‹καοτε­ οεῖν» (635ὸΖ­3) το «ἐναντιαι» και «νικά» είναι και αυτοί όσοι της τυπικής και οικείας οοολογίας της εικόνας του πολέμου. Για το «ἀνθὲλκειν», βλ. και Πολιτ. Δ391›3· γενικά το έλκειν συνδέεται με συζητήσεις για την ακοασία βλ., για πα­

::ιι:ι:ι::ι.:;.ειι.τι:ιτε:ι.:ι;ιιία;ι:.::,7τα5, :::ι:ι.:ι;:::; ­ ­

ιι

ι , , 195 Οη η ει η Ήκη ΈΟΌ ποασυ ογισμου επι των δονοιιιεεον ιιε δεδοιιενο οιι ο νοιιοε δεν ειναι _ οπωε αλλων διοιιιι· Οι̃ώυ̃αμε ποιοά η Οιπ0δΟχ°ή ΈΟΌ λΟγιΟμΟυ Οίπό μία πόλη δηλα­ δή η μεταφοοά του λογισμου από το ενδουποκειμενικό στο ενδο­ πολιτειακό πεδίο πώς είναι δυνατό να αποτελεί ο νόμος θεμέ­
λ

νέχεια σημειώνεται ότι θα ποέπει να ακολουθουμε το νόμο, ακοι­ βω β θ θ ι
ι ι

ειγ

­

°

­

βιιιειι

­,

ιιιιιι ει στο
­
­,

ιι ιτε κιά­

οάδειγμα: «πεοιελκομένης» (Ποωτοιγ. 35Ζο1) της επιστήμης, της γνώσης, από την ηδονή· ακόμη, βλ. Πολιτ. 439‹:Ι1, 4­4Οε1, 6Ο4ε­Β. (Τη σχετική παοατήοηση τη
103 σημ.6). 192. Βλ. Νόμ. 6Δ5ε6­7: «ποαου... και ου όιαιου». Υπογοαμμίςουμε ότι η ποαότης ειναι η αρετή του ὁιοιλεκτικου βλ. Πολιτ. 3756:­376ο, Γοογ. 489ὀ8­9,

διατυπώνειοΤ.Μ. Ρειυτετ (1971),

­

­

­

κοινωνίας.

Επιστ. Ζ' 344Ε›6. Ενδιαφέοουσα είναι η παοουσίαση που επιχειοεί ο Αλλἰ. (}οιιΙα­ Πει (1967), 326­342 ¬ κυοίως 333­342 όσον αφοοά την αντίληψη που είχε ο Πλάτων για τον οοθό λόγο· ευστοχα τον παοουσιάζει ως «αυταοχικό», ως αονητικό σε σχέση με τα ένστικτα, τη φαντασία, και επιτακτικό έναντι της
193. Βλ. Νόιι. 64587: «υπη οετῶν».
194 . Βλ., στο ιδιο, 644ε5­645ε2.
195. Βλ., στο ιΰιο,645ε5­8· ο νόμος, όπως σαφώς ποοκυπτει,

·

­

­

είναι ένας εκ των

«υπηοετών».

96

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΗΡΗΛΛΗΣ
Ε

ΛΟΓΟΣ· ΗΔΟΝΗ ΚΑΙ ΛΥΠΗ

97

χομένου του νόμου στο ενδοϋποκειμενικό επίπεδο θα επιγοαφε­ ται λογισμός; Πώς ειναι δυνατό, εντέλει, να διακηουσσεται ότι ο λογισμός θα ειναι θεμέλιο της βοήθειας για το λογισμό; Υπαοχει ακόμη ένα στοιχείο που θα ποέπει να εξετασθεί ποιν αποφαν­ κ κ × » κ κ κ κ θου μ· ε οτι π Ο αγμ ατι αυτο το πα Ο αδοξο π Ο επει να γ ινει δεκτο πως ειναι η συνέπεια του λόγου πεοί θαυματος: το στοιχείο αυτό είναι ότι αντιθετα από την πεοιγοαφικη ουδετεοότητα του πλατωνικου φιλοσοφουντος υποκειμένου οσον αφοοα την επιτακτικότητα του λογισμου σε σχέση με τις αλλες δυνόιμεις του ενδουποκειμενικου πεὀίοα στην παώνη ενηόναη̨̃ ηαν την εἔίαοη Οηὁένεαη σημείωση

πο ενα επανα ενα όσον ανααν ό μ§›φ_η θφ`Ω€ μφθ ανθη πε
εν

Οη

Ο

Ο

να

, , , ι και το λογο ιιοιι ιη συνοδειιει πλημοφοθομμμσιε Οτι η Οιοειητ δη­ λαδι] ιι διοιἶιλμνηι απαιτει ενα λονισμο πθοιοι μετα Ομωἔ απο Οωιη τη ὁιασἕχφηνιθη Ἡατανοοὐμε αεπισηε γιατι λέγεται ότι με την εικό­
α

σοφουν υποκειμενο: αυτο ουμβαινειγιατι χαοη στην εικονα αυτη

να αντι] θα νινεζι πιξ) φανεμο τι εννοοιιμε με ιομἐ ομοιιε «ιω̨ειν | | | συνδεθει| με/ την αοετη των», «ηττων αυτου» 199 , οσους που ειχαν λ δ λ λ λ στο Οιισιοςιηε ειιιιἶνοιε τομ πο/ εμοιι εννοειιοιιι μαι πα ιτ η ιειι _ λαγη ως «νικη» ενος λογισμου ποαου· και εντελει κατανοουμε

νιατι τονίἕἕοται Οτι ναεν) στο λονιὶπεοι θανμοιτοἔἑχποσαφηνυ̃α̨εἶαι οποιοι ειχε οθισθειςωε επιθυμια/«ιἶιθχεινἶ και «Οια η παιὀειοι χεσθαι» «μετα δικης››: /διασαφηνιζεται δηλαδη οτι το αοχειν και
7
ι

ότι ο λογισμός όταν γινει κοινα αποδεκτός σε μια πόλη λέγεται νόμος, και, επομένως, ο ουγκεκοιμένος επιτακτικός λογισμός θα γινει νόμος επιτακτικόςι96, εδώ υπόιοχει η εμφατικόι δηλουμενη ποοθετικότητα να γινει δεκτός ο λόγος πεοι θαυματος από την πόλη και να ονομασθεί έτσι νόμος της197. Το γιατι αυτό συμβαινει θα ὁοηνμασονμε να να απαννηαοημε μέσα από ένα εαώτημα:
Ποίου ειδους αντιληψη πεοι δικαίου είναι αποδεκτή από το πλα­ τωνικό φιλοσοφουν υποκείμενο ως υψηλότεοης βαθμίδας από αυτην που ομιλει για τη διαλλαγή στο πλαισιο της εικόνας της
Ο α Έ α ένενα να δνα ε Ο έν φΘμη§› ηαν ποια η αλλημ ενα φθ γγ η στο ενδουποκειμενικό πεδίο εκτός από αυτήν που θα ομιλουσε ννα ένα λονναμό μη επααηηηό ηαν ηη βνανα χαν όντως Ομνλεν ννα ένα λονναμό πααο. , Μπααοὐμε λονπαν μενα από αννα να ηανανοησοημε νναα στη

Οιθχἶσθοιι Οιμιο σιινοὀειιειμι από τη ὀιιιοιιοσυνηι στην Ὁψηλοἶεμη ωστοσο μἔιολονιιια βοιμμιὀοι που μπιἶμει Οιιιιη να σιιλἶιηφθςειι τη ὀιαλλμνη· ιι οποιμ θα εχει 513€ Οιμχιμηὀειο σημειο ειιιιινησηἔ νικ τον ποαο λογισμο και τη «νικη» του με τη βοηθεια των δυναμεων
πομ θα τον

ι

Στο σημειο αυτο εχουμε τη δυνατοτητα να επανελθουμε στο

ιιιιημειοιιν;

ι

αν

ἔμἔ

ω̨ωιημα μας που Οιφομοιισε την αποψη Οτι θα ποεπει να Οιιιολοιι­ θοιιμεςιον πομο λονισμοἰιιοιι η Οποιοι Οι̃ινμὀειιοιοιν απο Την Ϊιμο” μιση Οτι νιιἶι να βοηθηθει Οςιιονισμοε Οιιιιιιἔ σιη νιιιη τοι) ἶπι των
αλλων δυναμεων τουαενδουποκειμενικου πεδ/ιου θα ποεπει να ι θ λαὀ εχει εμε ςιω η Οιμωνοι ιιπημειη το νΟμΟ° η απαντηση θα ηταν οιι η αποδοχη της διαλλαγης σε ενδοπολιτειακό επιπεδο (η διαλλαγη ως νόμος) ειναι θεμέλιο για να μποοέσει να επιτυχει αυτή στο εν­ Ζ­ δουποκειμενικο στο εογο αυτο σημειο εκκινησης αποτελει ο λο­ γισθόἐ (ιι̃ διαλλαγἠ ως λογισμός, ο λογισμός της διαλλαγης), ο
­>

­

,

ι

.

Ζ

Ζ

Ζ

Ζ

Ά

συνέχεια λέγεται ότι η εικόνα του θαυματος μας καθιστά σαφέ­ στεοη την ιδέα πεοί αοετηςι98 την οποια έχει το πλατωνικό φιλο­

__?_____
196.

Έχοντας το πλατωνικό φιλοσοφουν υποκείμενο αυτή την

τατάλιιἔιι υπ όψη. δεν μποοει παοά με βάση την αοχικη̃ πεοιιὐπτουσα τοποθέτηση της επιτακτικότητας στη χαμηλότεοη αἔιολογική βαθμίδα, να ασκείται σε αυτη την πεοιγοαφικη παοουσίαση. 197. ει., στο ιειο, 6ικιε5­64583, αιειε­ε. 198. Βλ., στο ιδιο, όίιὅϋδ­ο1.

·

­

ευθέως

Οἶιοιοα̨ εχονιμε μειοιβοιλει εοιιιἶον σε μη επιιμιιιιιιο και ἶιολεμμ κο, θα μεταφεοει την ποοθετικοτητα διαλλαγης στο ενδουποκει­ μενιϋιό Τιθδιθ' Ο λθγισμός Οιυτός ειναι Ο πθόιος και μη βιΟιιΟς λογισμός· δηλαδη: θα ποέπει να ποοηγηθεί από τον καθένα πολι­
έπο
[Οι

200' Βλ” (ΠΟ ιὁιιλ 645012'

ι ι

λ

ι

.

98

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΛΟΓΟΣ, ΗΔΟΝΗ ΚΑΙ ΛΥΠΗ

99

τη και από την πόλη συνολικά η αποδοχή της διαλλαγής ως της αοετής, ως της υψιστης αξιας, θα ποέπει να δοθει αυτή ως υψι­ στος στόχος της παιδειας, για να καταστει δυνατό όντως να θεμε­ λιωθει ο ασπασμός του ποάου λογισμου εκ μέσους του καθενός παιδευομένου κατ” αοχήν και πεπαιδευμένου στη συνέχεια ατό­ μου. Αυτό όμως σημαινει τελικά ότι οι πολιτες που αποδέχονται τη διαλλαγή ως υψιστη αξια (και) στο ενδουποκειμενικό πεδιο, ειναι φοοεις ενός λόγου που εκφοάζει την ποοθετικότητα ενός ποάου και μη βιαιου λογισμου έναντι της ηδονής και της λυπης, και ότι οι παιδευόμενοι της ιδιας πολιτειας θα μαθαινουν να ακο­ λουθουν αυτόν τον ποάο και μη βιαιο λογισμό απέναντι στις δυο αυτές δυνάμεις, έτσι ώστε τελικά έογω να εκφοάζουν το λογισμό
αυτό201.

¿

ι

τα
ΖΟΙ.
202.

Ωστόσο, υπάοχει ένα θέμα που το ένα σκέλος του έχει μεν Οιναφεοθει ποοηγουμένως, παοαμένει όμως αδιευκοινιστο· το θέ­ μα αυτό ειναι κεφαλαιώδες για να επιτευχθει ο στόχος της διαλ­ λαγής στο ενδουποκειμενικό επιπεδο· το ένα σκέλος του ποοβλή­ ιιατος αυτου ειναι ότι οι δυο αυτές δυνάμεις η ηδονή και η λυ­ πη ειναι βιαιες, ενώ ο λογισμός έχει καταστει ποάος· το άλλο σκέλος ειναι ότι ανήκουν σε διαφοοετικό γένος· αυτός ειναι χου­ σους, αυτές ειναι σιδηοές2®2. Ποιν όμως ποοχωοήσουμε στην εζέ­ ταση του θέματος αυτου ειναι ανάγκη να γινει μια διευκοινηση σχετικά με την ποομνημονευθεισα οοολογια του ανθέλκειν και της νίκης του ποόιου λογισμου επι της ηδονής και της λυπης, οσο­ λογια η οποια φαινεται να οδηγει ποος την αντιθετη κατευθυνση από αυτήν της διαλλαγής. Τα μόνα στοιχεια που έχει δώσει ο λό­ γ0ς πεοι θοιὐμοιιθς ειναι ότι Ο πΩόιΟς λΟγιΟμός θα ειναι ή 8νδΟϋ­ ποκειμενική έκφοαση μιας πολιτειας της διαλλαγής· αυτό βέβαια

δι

­

­

.ξζ­_.­
.

σημαινει ότι αυτός στη θέση του επιτάσσειν και της βιας θα έχει θέσει τη διαλλαγή ποος την ηδονή και τη λυπη· επομένως, η οοο­ λογια πεοι ανθέλκειν και νικης του ποάου λογισμου ειναι μια οοολογια η οποια χοησιμοποιειται και στην πεοιπτωση αυτή ακοιβώς όπως ειδαμε ότι χοησιμοποιήθηκε και στην πεοιπτωση του λόγου πεοι σωφοοουνης203· εκει ασκειται κοιτική στην επιτα­ κτικότητα και θεμελιώνεται η διαλλαγή, ενώ χοησιμοποιειται και τόσο της επιτακτικότητας όσο και της στις δυο πεοιπτώσεις η οοολογια που ανήκει στην εικόνα του πολέμου· διαλλαγής εδώ επισης χοησιμοποιειται και στις δυο πεοιπτώσεις τόσο των βιαιων ηδονής και λυπης όσο και του ποάου λογισμου η οοολογια του πολέμου· όπως όμως στο λόγο πεοι σωφοοσυνης, έτσι και στο λόγο πεοι θαυματος το πεοιεχόμενο των όσων επιγοάφει η οοο­ στην εκάστοτε δευτεοη πεοιπτωση λογια αυτή δεν ανήκει στην εικόνα του πολέμου, αλλά σε αυτήν της συγγένειας μιας δια­ φεοομένηςωλ Μετα τα ποοαναφεοθέντα, τα οποια μας εγνώοισαν ότι, παοά την οοολογια, ο στόχος δεν ειναι κατά βάθος άλλος από τη διαλ­ λοιγή τον ποάον λονιοιιοΰ ΤΕΩΟΞ την ηδονή και τη λὐπθτ μποθοὐμε να επανέλθουμε στο εοώτημά μας: Πώς ένας ποόιος λονιοιιόἐι διαλλαχθει με την ηδονή επομένως ένας λογισμός που έχει και τη λυπη, θα επιτυχειτη διαλλαγή συνολικά στο ενδουποκειμε­ νικό πεδιο, δηλαδή θα κατοοθώσει και η ηδονή και η λυπη να διαλλαχθουν τόσο μεταξυ τους όσο και ποος αυτόν, στο πλαισιο

­

­

­

­

­

­

203 Βχ σημ. Ι96 για τη σωφοοσηνηι
204. Ωστόσο, η συνεχής χοήση της οσολογιας αυτής, της οοολογιας του πολέ­

ι

Η όλη ποαγμάτευση η οποια τοποθετει την παιδεια ως ενδιάμεσο στοιχειο μεταξυ πόλεων και ιδιώτη, βασιςεται κυοιως στο χωοιο 645ο­‹:.
Βλ.,στοιΰιο, 6ει5ε2­4, για χουσουν, σιδηοουν· ποβλ.Πολιτ. έι15ε­ὀ, 546ε­

νιο οι οιοιλλοιννι̃ι οχι ιιονον νπονοιιεοον οι λιοιι̃ονι̃ τνιἐ οοολογιας αυτής και την ανάλογη εικόνα ¬ δηλώνοντας βέβαια, παοαλληλα, τη δυσκολια απαλλαγής από αυτήν αλλά έχει και μια άλλη σημασια: εντάοοενοιι όπως θα δουμε στη συνέχεια (2.1. και2.Ζ.), στο πλαισιο της οητής διήγησης από το πλατωνικό φιλοσοφουν υποκειμενο της υποκειμενης επιτακτικότητας που ενέχει η κυοιαοχη ποόθεση ποαγμάτευσης της διαλλαγής εκ μέσους του πη̨άου λογι­
μοντ ον ιιέοονε τον λονον

­,

547ο.

σμου.

ι

100

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ι

γ

Αοτοε, ΗΔΟΝΗ ΚΑΙ ΑΥΠΗ

101

πάντοτε τ εικόνα τ συ ένεια ια δια ε ο έν οποία μ ηἔἔηθ , 5 είνω αυτ ἘΕΟΌ Έελἑίάηἑ Οβἶἔλλεωἕ σέ) τοΌφλ9 ο ου πε ­ Ω/ μμ _205Κη ι γ 5 ΟΕ Οωμα̨ τος, αι πιο συγκεκοιμενα, το καιοιο εοωτημα ειναι πως αυτος ο λο ισ ό που ο εί εν και έ ει π οθετικότ τα δαλλα ί μ , χ Ο , η γηἔ Υ μβὀ λ δμἶτιε) ποος αυτες, η α η εχει μεταβαλειτην ποοθετικοτητα του εαυτου του θα πο έσει να ετα άλειτ νπ οθετικότ τα τωνδί τώ δυνόιμεοΐν πθοος αλλήμλας ἶιαι ποΎός αἶιτόν ενώηανήκουνῖη̨̃εαάλλό γένος από αυτόν; Το πλατωνικό φιλοσοφουν υποκείμενο έχει κά­ νει ίδ νεία «υπ ετών» του 5 οποίου 9 θα ΧΩ ειασθείο π Θ άο λο­ ι ηθ ηιη μ γισμος ποοκειμενου να επιτευχθεί η διαλλαγη στο ολο πλεγμα των σχέσεων των δυνάμεων του ενδουποκειμενικου πεδίου. Υπάοχει λοιπόν η μνεία της χοείας ‹‹υπηοετών››· υπάοχει όμως και το συνακόλουθο εοώτημα· και ποιοι θα είναι οι αλλοι ” «υπηοετες», εκτος του νομου, δηλαδη εκτός από την εκπεφοασμε­ » / νη διαλλαγη στο ενδοπολιτειακο επιπεδο ως νομο; Και, τελος,
Β
7 _

1

γ

ι ι ι α 5 ι πως αυτοι θα κατοοθωσουν να αποτελεσουν επιτυχη απαντηση ι ι ι ι στον ποοβληματισμο που ποοηγουμενως επανειλημμενα ετε­
θη_206
7

¬

­

­

1

`

ι

×

×

×

ι ι ι , Ο λογος πεοι θαυματος εχειαφησει αναπάντητα ολα τα εσω­ μία όμως ίδωος Οωϊόἐ λόγος τελειώνει τήματα αυτά, ι ι ι ι ι Ωατηῳι̃ση: Ο" δεν ποοσφω̨εκ μονον _ Οπωε ποοαναφεοαμε _ σαφέστεοη ιδέα πεοί αοετής, παιδείας, αλλά και πεοί του λόγου ι ι ι ι ι ι ι 207 πεοι οινου . Ποαγματι, αμεσως στη συνεχεια, επεται ενας λογος ι ι ι , ι πεοι οινου208 ο οποιος θα εχει ως στοχο του να αναδεη̨̃ει οτι η ι ι , ι ι ποοοπτικη υπο την οποια αυτος ανελισσεται ειναι σημαντικη και ίνεωω από καθώ θα ανεί όπ ὀιακ είναι έν αἔυ̃ἐει Ρ ι φα ηί ,Ξ μμ ι την κοωνηί καθημεῳνη πῳοπῃκη που φω̨νει στο νΟΌ μοω̨ η λεξη και τη συνήθη, παοεπόμενη, αντίληψη ότι είναι ανάξιο λόγου να ένα τέτοιο επΠήὀεὉμα209· ωθεί εκτεταμένοἔ λόγος Ο ι 6 ι φ /θ λ Απο εχομενοι ποος το παοον την υπο εση τιο του π ατωνικου φιλοσοφουντος υποκειμένου ότι ο λόγος πεοί οίνου ίσως δειχθεί
­

α

5

5

α

α

α

α

α

α

ι , , ειναι ἶππεΌ%τη7 μαι γωἐ ωπο η ,μονη ἶλΉσἘΙ» ειναι η _­ μεταγενεοῖεοα ΟΎ/0­ μικτη μαζομενη ηδονη. (β) Το οτι αυτο το εογο της διαλλαγής το αναλαμβάνει ο θεός, είναι μία διαβεβαίωση που θα δινόταν αν κάποιος ομιλουσε τη ι ι ι μυθολογικη γλωσσα (βλ., στο ιδιο, 6θο1­2, και εμμεσα 6θο9­ό5)· η τελευταια αυτη διευκοίνηση εναομονίςεται με την ποαγμάτευση του Πλάτωνα για το ίδιο θέμα στο χωοίο 6±1±1ό­6450 των Νόμων (βλ. 2.1. για το «θεό» του έογου αυτου).
τ

205. Στους Νόμους υπάοχει μία θεμελιώδης θετική αποδοχή:η συγγένεια μία διαφεοομένη, που αφοοά κυοίως το ενδοϋποκειμενικό πεδίο. Στο Σοφιστή (βλ. 2288­ια) λέγεται μεν ότι οιψυχικες δυνάμεις είναι συγγενεις μεταςυ τους, ωστόσο μόνο στον κακό άνθοωπο βοίσκονται διαφεοόμενες στους άλλους, ποοφανώς, αποτελουν μία ενότητα, μία αομονία που εἔοοίςει τη διαφοοά· η διαφοοά υπει­ σέοχεται στη συγγένεια ως ταυτόσημη της οτάσεως, η συνυπαοξή °Εη€ με αμτήν είνα α ν τ κ ί, είνα τοποθ ί ί ί ” λ ί του ΜΜΟὉ” ετημενη μιαἑεκπτωσηὲιεντἕε Σὲ η η ” ς . ; τ ί · Οτο π ωσιο κα ω̨ῳ ει τηδ ἶνΟσΟνῖ› ΤΜ ψωςηἐ (ἶυνοψίζουμε (ἶυ̃ο Οφίστη η αφ ω̨α τηἐ ση̨γ λ δ . γενειαε ανοἰ υειεντοςτηςτειεωααἶετη Βαφοθα ι ι . Σχεῃκα με Έη ὁ£αλλα)”7 ηδονηἔ Μ" λΌπηΞ› βλ. ηδη στο Φωὁωνα: «Ο θεοἔ όουλὀμενος αυτα [τὸ ῆδυ και τὸ λυπηοόν] διαλλάξαι πολεμουντα, ἐπειδὴ οὐκ ι ι ­ , ι ­ . ι ι εδυνατο, συνηψεν εις ταυτον αυτοις τας κοουφας» (στο ιδιο, 6002­Δ). α ι ι . ι ι ι . Παοατηοουμε οτι. (α) η διαλλαγη ειναι κιολας ενα αιτημα, αλλα οτι ακομη δεν

­

ότι δεν είναι η επανάληψη τηε Μαθημεῳνήἔ σΌνήθ0Ό§ π@0Οπῃ­ μήἔ γω Οωτόλὔ θα δοα̨μμάσομ με με μαπμθμντήθλο νἠ μα αμθλβώἔ αυτόν τον ίδιο λόγο να απαντήσουμε στα εοωτήματα που ποση­

Φ

Ε

Β

Ε

.

3

1

σ

1

­

ι

α

α

1

Για ένα σχολιασμό του χωοίου πεοί θαύματος βλ Ε1τςΙειτ‹:ὶ (1921) Ι 255­ και αναγνωοίςει εν μέοει τις δυσκολίες. Τις δυσκολίες αυτές ανακλά η δυσχεοής, ασαφής έως αντιφατική, στην κατανόησή της παοουσίαση του χωοίου ποβλ. 418: ο Πλάτων εμφανίςεται να από τον νειμτουτιο (1954), 282 κοιταφάσκει στο λογισμό και να αονειται το φόβο και το θάοοος· ενώ τα αονείται , λ , εσ, , τεθούν ια ιανα ­ αυτα ατε ευ αια κατα ασκει στο να ΟΪΖΣ ανά εσά Τοῖἔ ε Φ , οωτό κτ, θαπ ,πε νῖη̨πά ι ε ι ι ι ευ ο ουν· ια να ινει μ , Ο , Ω, ἕω̨ , ,γ Υ, , , ετσι ωστε να ινουν συμμαχοι του, και να νικήσει αυτος τη λυπη και την ηδονη. Για τον ἶῖινθοωπο­«θαυ̃μα›› για τον άνθοωπο­παίγνιο του συγκεκοιμένου
206
257, ο οποίος
'

­

Ε

7

ζω) ( 6 Δ 4 (19). βλ Ζ

1

χ

Ο

α

5

5

2θ7. Βλ.Νο,ιι. 645ο1­Δ. 208 Βλ ίὁιθ 645ο7_650Ό10
_

]

­

.

5”

,

)

5

°

209' Βλ” στο ἰὁω) 64504­6. ποβλ. 637604. 210. «φανείη δὲ τάχ' άν ἴσως...›› (στο ιδιο, 6±15ο5­6).

1θ2

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΟΙΝΟΣ: ΦΑΡΜΑΚΟΝ ΕΠΙΤΑΚΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑΛΛΑΓΗΣ

1θ3

γούνται αυτού, καθώς επίσης να κατανοήσουμε το πώς ο λόγος πεοί θαύματος ποοσφέοει εκτός των όιλλων και σαφέστεοη ιδέα πεσίτου επιτηδεύματος αυτού.

­

­

1

Ζ.2.2.Ζ. Οινος: το

φάοιιακον της επιτακτικότητας και της

ὁια̃λλα̃γἠς
Όπως είχαμε ποοαναφέοει στο κεφαλαίο πεοί αοετής, αμέ­ σως μετα την ολοκλήοωση του λόγου για τη σωφοοσύνη έπεται ένας λόγος πεοί μέθης, πεοί οίνου", καθώς ο συνομιλητής του πλατωνικού φιλοσοφούντος υποκειμένου επιμένει ότι οοθόι επι­ τόισσεται στη Λακεδαίμονα η φυγή της ηδονής212. Χαοακτηοιστι­ κόι μαλιστα αναφέοει την απαγόοευση της πόσης οίνου στο πλαί­

ι

σιο μιας κοινωνικα αποδεκτής, θεσμοθετημένης δοαστηοιότη­ Το πλατωνικό φιλοσοφούν υποκείμενο απαντόι ότι ο οίνος μπσοεί να είναι κατι θετικό, αν οδηγεί σε γεύση και, τελικα, σε διαλλαγή ποος την ηδονή και όχι στην επίτευξη ακοατειας της214. Ο συνομιλητής ανταπαντόι ότι η χοήση οίνου είναι κατι το αονητι­ κό γιατί οδηγεί σε ήττα στον πόλε μοΖ15, και τότε το πλατωνικό φι­ λοσοφούν υποκείμενο λέγει ότι θα έποεπε να ακολουθηθεί μία μεθοδολογία διαφσοετική για τέτοιου είδους θεσμοθετημένες δοαστηοιότητες, μία διαδικασία που θα κινούνταν πέοα από την εικονα του πολέμου και τα κοιτήοια νίκης και ήττας που τη συνο­
τας213.
ὀεΌΟΌν216. η

Ο

σιο εκείνο όπου ο οίνος αντιμετωπίςεται ως μία ειοηνική" κοι­ νωνική δοαστησιότητα218, οι συμμετέχοντες της οποίας εναομονί­ ζονται μεταξύ τους, ονομαζονται συγνενόιιενοιω, και διακοίνο­ νται από φιλία και φιλοφοοσύνη220· οι τοείς τελευταίοι όσοι υπο­ βάλλουν την εικόνα εκείνη στο πλαίσιο της οποίας θα θελήσει να ασχοληθεί με τον οίνο το πλατωνικό φιλοσοφούν υποκείμενο: ποόκειται για τη συγγένεια μία διαφεοομένη που έχει τη μέοιμνα επίτευξης ­ διατήοησης της διαλλαγής221. Μποοσύμε τώοα να επανέλθουμε στην αοχική δήλωση του πλα­ τωνικσύ φιλοσοφούντος υποκειμένου σε σχέση με το θέμα μας, για να την επαναδιατυπώσουμε: η οινοποσία μποοείνα είναι κατι θετι­ κό σε μία κοινωνία που είτε έχει την ποόθεση επίτευξης της διαλ­ λαγής και όσον αφοοα την ηδονή είτε την έχει επιτύχει και επιθυ­ μεί να τη διατηοήσει· η οινοποσία είναι κατι αονητικό σε κοινωνίες θεμελιωμένες στην εικόνα του πολέμου ο οποίος πεοιλαμβανει και τον πόλεμο ποος την ηδονή: στην τελευταία αυτή πεοίπτωση, που είναι η πεοίπτωση όχι μόνον της Λακεδαίμονος αλλα σε διαφο­ και της Αθήνας, η οινοποσία οετικό βαθμό και κατ° όιλλο τοόπο είναι εκδήλωση ακσατειας της ηδονής, αποτέλεσμα αναμενόμενο σύμφωνα με τις παοατηοήσεις που ήδη έχει εκθέσει το πλατωνι­ του επι­ κό φιλοσοφούν υποκείμενο στο λόγο πεοί σωφοοσύνης

­

­

­τη̨̃

­

­

““

μετάβαση ποος την κατεύθυνση Οωῖή γίνεται στο πλοώ

211. Βλ. σημ.

Ι 134.

217' Βλ°° στο! [οτ 6 0Ό9° 218 Χαοακτησιστικές είναι οι εκφσάσεις: νόμιμα (βλ., στο ιδιο, 638ὀ8), κοι­ νωνία (θλ. 639‹13), κοινωνια ποαξεων (βλ. 640214­5), ξύνοδος (βλ. 6402­1), ξυνουσιδι (βλ. 639εΙ4) ξυμπότης (βλ. 639εΙ3), ξυμπόσιον (βλ. 639‹1¿1), διατριβή «ἐν τοῖς οίνοις» (βλ. 6Α5ο3­4)· επίσης, βλ. σημ. ΙΖ13.
219. Βλ. στο ιδιο, 639ο8­τ11.
220· Βλ· στο ῶωι 640129­107640010­12­67106­Ἄ 221­ Πθαγμαωίάι ήδη έχουμε ωἐ δεδομένα εἔ αθλήἐ 1011 όλου λόγου του πλατωνικού φιλοσοφούντος υποκειμένου, ότι οι συγγενόμενοι θα ποέπει να ανή­ κουν στο πλαίσιο της εικόνας της συγγένειας μιας διαφεσσμένης, και ότι στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται η επιδίωξη της φιλίας και της φιλοφοσσύνης (βλ.,στο ιδιο, 628ει3, 628ο1θ, αντίστοιχα).

212. Βλ.Νό,ιι. 636ε7­8.

γίνεται λόγος για συμπόσια και εοοτές· επίσης, ο οίνσς είναι ένα σημαντικό από τα ‹‹ἐπιτηδεύματα»· ένα αλλο παοαδειγμα τους είναι η παιδεία (βλ., στο ιδιο, 64502­Δ)_
213. Βλ., στο ιδιο, 637ε­Β:

­

­

1

21Δ. Βλ., στο ιδιο, 6371›6­8.

215. Βλ., στο ιδιο, 638ε1­2. 216. Βλ., στο ιδιο, 63833­138.

104

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΑΛΗΣ

ΟΙΝΟΣ: ΦΑΡΜΑΚΟΝ ΕΠΙΤΑΚΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑΛΛΑΓΗΣ

1θ5

τακττκού λόγου που οοίξετ τη μη γεύση της: η μανία222, η παοαφοο­ ούνηΖ23, είνατ η ττμωοίαω, το ποιοοι̃ των κοτνωντών της επττακττκό­ τητας του φόβου κατ της λύπης, που φεύγουν πολύτοοπα την ηδονή στην καθημεοτνότητα του βίου. Ττ είνατ λοτπόν τελτκότ ο οίνος κατ πώς θα μποοούσαμε να επτγοότψουμε αυτή την δτττή δυνατότητα του να λεττουογήσετ μέσα σττς κοτνωνίες; Ο οίνος, εμφανττκότ λέγετ το πλατωντκό φτλοσοφούν υποκείμενο, είνατ ένα φοι̃οιιοικον2Ζ5: τι­ μωοείτην επττακττκότητα, αλλα κατ θεοοιπεύει από την επττακττκό­ τητα. Μετότ από αυτότ, κατανοούμε τη σημασία του· αποτελεί γτα το πλατωντκό φτλοσοφούν υποκείμενο, παοαδετγματτκή πεοίπτωση εξέτασης της αμφτσήμίας την οποία μποοούν να εκδτπλωσουν στο πλαίστο των δύο ποοαναφεοθετσών ετκόνων οοτσμένες δοαστηοτό­ τητες κοτνωντκού χαοακτήοα. Εκείνο που μένετ ωστόσο να εξετότ­ σουμε είνατ το πώς θεοαπεύετ από την επττακττκότητα, πώς οδηγεί όπως οητότ λέγετατ στη σωφοοσύνηῃὀ. Κατ° αοχήν θα ποέπετ να εξετότσουμε τα αποτελέσματα της οτ­ νοποσίας, όπως τα παοουστότξετ ο λόγος γτα αυτήν· ήδη η αοχή τ π ί λό ου τααυτ”ν νέδεσ ετ ετ ἶΧ(|7ῖἕ5οΞΌΤήἶ|, μεγι̃ῖη γεΰίῖη δεΰτεἔὲς, τἶἔτ Ίύτυἶττἔτεἔοςῇλΐη̨̃η̃

­

­

γΟ€227

τπτ
­

δνί

¬¬°ζ­τσ
ότλλοτ όοοτ ως έχουν στο

(Ι) Σφοδοότεοες γίνοντατ οτ ηδονές κατ οτ λύπες, εντονότεοοτ οτ «θυμοτ» κατ οτ έοωτες228. (11) Οτ κατ° αίσθηση ανττλήφετς, οτ μνήμες, οτ δόξες κατ οτ φοονήσε τς εγκαταλείπουν τον ανθοωποΖΖ9· αποτέλεσμα: ο ότνθοω­ πος «αφτκνεῖτατ» «εἰς ταύτὸν››230, την «ἕξτν»231 της «ψυχη̃ς»232 όταν ήταν πολύ μτκοό πατδί, γίνετατ γτα δεύτεοη φοοότ πατδί233. (ϋἰ) Γ ίνετατ πτο χαοούμενος234, αυξάνουν οτ ατστόδοξες ποοσ­ δοκίες του235, κατ η φανταστακή του δύναμη236. (τν) Επίσης, είνατ ελότχτστα εγκοατής237, θεωοεί σοφό τον εαυ­ τό του, κατ έχετ ελευθεοία λόγου κατ ποότξης εξ αττίας της αφο­ βίας που τον δτακοίνετΖ38. Εκείνο που στη συνέχετα μένετ να δετχθεί από το πλατωντκό φτλοσοφούν υποκείμενο είνατ όττ τα αποτελέσματα αυτα οδηγούν στη σωφοοσύνη, δηλαδή στη δταλλαγή· την ποοσπότθετότ του να επττύχετ αυτην την καταδετξη, την εγκατντόιξετ με οοτσμένες παοατηοήσετς· ας ττς παοακολουθήσουμε.
ἐὲἶ.%ῖἶίτὲ;§σἔι̃ινό:15ό7­9· ποβλ. επίσης 775ό2: «σπείοετν οἶτν παοαφοοος
229. Βλ., στο ιδιο, 645ο1­5· κατ, αίσθηση ανττλήψετς, οτ «αἰσθήσετς»

πεοί ΟίνοΉ° μας ὁωιφωτίζει πεῳσσότεοο:

222. Βλ., στο ιδιο, 672ὀ6· ποβλ. 672Ισ5. 223. Βλ., στο ιδιο, 649‹16­7, γτα ανόιλογες καταστότσετς με την οτνοποσία, με τη

μέθη· παοατηοούμε όττ σε αυτή την τελευταία μάλτστα ανήκετ η γλώσσα που χοηστμοποτείτατ γτα να πεοτγοαφούν οτ καταοτότσετς αυτές. 224. Βλ., στο ιδιο, 672‹16· ποβλ. 672136. 225. Βλ., στο ιδιο, 64982, 6661›7, 672σ7, κατ έμμεσα αλλά σαφώς 64604. Γτα μία ποαγμόττευση της έννοιας φότομακον κατ των ομόθεμων με αυτήν εννοτών, βλ. Ι. Πεττἰὀε (1972) χωοίς όμως καμία αναφοοότ στους Νόμους. Ο ΟΟ. Εεεοε (1989), ασχολούμενος με την ποοαναφεοθείσα μελέτη του Πεττἱὀε, εστταξετ στο μεγαλύτεοο μέσος του κετμένου του ίβλ., στο ιδιο, 106­122) την ποοσοχή του στη σύνδεση της εν λόγω μελέτης με την εομηνεία του ΗτιεεετΙ από τον Βεττἰσε. 226. Βλ.. Νόμ. 647ό4 κατ 67305. 227. Βλ., σημ. Ι 208· ο ποώτος λόγος ευοίσκετατ στο χωοίο Νόμ. 637Ε›6­642ε7, ο τοίτος, στο ιδιο, 6711›3­672ὀ1θ, κατοτέταοτος καττελευταίος, στο ιδιο, 673‹11θ­67408.

κείμενο. 230. Καττα δύο παοαθέματα, στο ιδιο, 645ε6. 231. Στο ιδιο, 645ε7. 232.Στο ιδιο, 64566.
233. Βλ., στο ιδιο, 645ε7 κατ 646ετ4­5.

­ οτ

γ

234. Βλ., στο ιδιο, ό491›1. 235. Βλ., στο ιδιο, 6491›1­3.

236. Βλ., στο ιδιο, 649133: «δυναμεως είς δόξαν». Ποόκεττατ γτα τη δύναμη της φαντασίας (βλ. σημ. Ι 257 γτα μία ατττολόγηοη της σύνδεσης της δόξας με τη

φαντασία

­ οοθότ ο Α.Ε. ΤεγΙοτ μεταφοαξετ

‹‹ἰτ1τεςἰ1τειτγ οειρετοὶτγ››

(Α.Ε. ΤεγΙοτ

001980), 1249). Αυτή η επτσήμανση της τκανότητας του οίνου είνατ πολύ ση μανττκή γτα να κατανοήσουμε ττ οόλο επττελεί η συμπλοκή του λόγου γτα αυτόν
με το λόγο πεοί του ατσθηττκού (βλ. 1.2.3.). 237. Βλ. Νόμ. 645ε9­1θ.
238. Βλ., στο ίδιο, 6491›3­6.

106

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΟΙΝΟΣ: ΦΑΡΜΑΚΟΝ ΕΠΙΤΑΚΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑΛΛΑΓΗΣ
1

107

Υπαοχουν δύο είδη φόβου: ο ένας είναί ο φοβος εναντί των κακών που μποοούν να μας συμβούνΖ39· ο αλλος είναί ο φόβος της «δόξας» (φήμης), καί συγκεκοίμένα, ο φόβος ότί μποοούμε να θεωοηθούμε κακοί γίατί είπαμε ή καναμε κατί που δεν είναι κα­ λό: ο φόβος αυτός ονομαζεταί αίσχύνηῃο, αίδώς2Δ1. Αυτός ο τε­ λευτοίίος φόβος μποοεί καί εναντίούταί ποος τίς «ὁιλγηδὀνες» καί τους αλλους φόβους, δηλαδή τους φόβους γία τα κακα που μποοεί να συμβούν· από την αποψη αυτή είναί χοήσίμος στον πολεμο όπου υπαοχουν οί πολέμίοί καί οί αλγηδόνες που ποοέοχονταί από αυτούς, γίατί ο ανθοωπος ανθίσταταί στο φόβο που ποοκα­ ώ σή του λούν όλα αυτα › καθώ π ο αλλεί ο ό ο ότί υπο Χθη έναντί του φόβου αυτών των δείνών θα ποοξενήσεί τη δίαμόοφω­ ση μίας κακής γνώμης των συμπολίτών του γία τον ίδίοΖ42. Εδω όμως χοείαζεταί μία δίευκοίνηση σχετίκα με το φόβο γενίκα καί το αντίθετό του, το θαοοος, γία να αποσαφηνίστουν καλυτεοα όσα ήδη αναφέοθηκαν καί να κατανοηθούν όσα έπονταί: οί «ὀόἔες» (ποοσδοκίες) γία τα μέλλοντα έχουν το όνομα ελιτίεω 0 φόβος είναι η ελπίἔ για μία αναμενόμενη λύπη, είναγ η «ὀόἔα» λλ 9 λὐπ θά είναι ακῳβώἐ ανΤίθετο_ η με Ον η§ ηἐ ΘΟ Ξ ΖΜ , «ὀοἔα» μλαἔ μελλονῃκηἔ ηδονηἔ Μετα τη δλευλω̨λνηση οωτη κατανοούμε γλατί λέγεται ότι Ο φόβοἔ ωἔ αλσἶφνη ελναλ ενανῃοἔ στίς πεοίσσότεοες καί μεγαλύτεοες ήδ0νές245' ασφαλώς, η

«δοξα» μελλοντίκης λυπης θα είναί εναντία στην ηδονη, εφοσον, όπως ήδη γνωοΰςουμε από το λόγο πεοί θαύματος, η λύπη είναί

ἐθ

φἑη

ι

εναντία στην ηδονή. Γία να ποοχωοήσεί το φίλοσοφούν υποκείμενο ως Αθηναίος ξένος επανέοχεταί στην είκόνα του πολέμου· στο πόλεμο χοεία­ ζεταί καί θαοοος, καί φόβος ως αίσχύνημὀ. Το ένα, το θαοοος, όπως έχεί κιόλας αναφεοθεί στο λόγο πεοί αοετής, είναί η καοτέ­ οηση ποος τίς αλγηδόνες, τους φόβους (κακων), τίς λυπες· καί υπαοχουν ποαγματί θεσμοθετήσείς γία την επίτευξή του· γία να επίτευχθεί, επομένως, ο φόβος ως αίσχύνη, θα ποέπεί κατα τοόπο αναλοΥ ο να επίτευ Χ θεί κα 9911149 τέ σ π ος τ111111 ν δον ”: αυτό το τελευ­ ταίο επίσης είναί γνωστό από το λόγο πεοί αοετής, καί εδώ, κατ' αοχήν, φαίνεταί απλώς να αοκείταί στην επαναληψή τουΖ47. Δε μένεί ωστόσο το πλατωνίκό υποκείμενο στην επαναληψη αυτής της θεσης, που εχεί αλλωστε συνοψίσεί ο λογος πεοί σωφοοσυ­

__·­ὲτζττ

_

·

Ρ­··?·­ἶ­_­·
239.

Βλ.,στοίδιο 646ο4­8· ποβλ./Ιαχ.

1981), Ποωταγ. 358ὀ.

240. Βλ.Νόμ. 646010­647412. 241. Βλ.,στο ίδιο, 647ει1θ. 242. Βλ., στο ιδιο, 647ει4­Β8. 243. Βλ., στο ίδιο, 64409­10. 244. Βλ., στο ίδιο, 644010­ὸ1. Σε αλλο σημείο, εκεί όπου παοουσίαζεταί η τοίτη πεοίγοαφή του ψυχολογίκού μοντέλου (βλ. σημ. Ι 188), ονομαζεταί ο φόβος

καί θυμός (βλ. 864ο4).
245. Βλ., στο ιδιο, 64785­6. Η Η. Κετει1:›ατΖει1‹ὶ (1988), 184, σημείώνεί τη σημασία της αίδούς ως ατυπης μοοφής κοίνωνίκού ελέγχου στους Νόμους. την οποία θεωοείκαί αυτο­ Ωστόσο, δε θα συμφωνούσαμε με την αποψή της
.

­

νοητη (βλς, στο ίδιο, 184) ότι ο Πλατωγ δεν εδέχθη ῖ‹κατ' αοχήν» την ύπαοξη εντονης ουγκοουσης μεταξυ των κοίνωνίκα δημίουογημενων συναίσθηματων ενο­ χής καί των ατομικών επίθυμίών· αυτή η δίαφωνία μας επίκαλείταί τοείς τουλα­ χίστον λόγους: (α) Ο θεατής ντοέπεταί γία αυτα που τον κανουν να χαίοεται καί δεν εκδηλώνεί τα συναίσθήματα του (βλ. Νόιι. 6556­656ε)· (β) η έκφοαση των επίθυμίών καθίσταται δυνατή στην οινοποσία (βλ., στο ιδιο, 645‹:Ι7­646ε6, 649ε8­ 65Οει5)· (γ) η ίδία η αίδώς οοΰςεταί ως ελπίς λύπης, η λύπη όμως είναι πολέμία ποος την ηδονή (βλ. 6440­ο). Σχετίκα με τίς δίαστασείς της σημασίας της αίδούς στην αοχαία ελληνίκή κοίνωνία, βλ., ποόχείοα, Κ.]. Πονοτ (1974), 236­242,Α.)λ7.Η.Α‹1Ι‹1ιτε (1960), 154­ 156· καί, αναλυτίκα, γία τη χοήση του ίδίου όοου στην αοχαία ελληνίκή γοαμματεία, βλ., ΟΡ. Ετίἰει (1937) Ο Ρ. Ηιιεττ (1967), 461 σημ. 2, παοατηοεί ότί στον Πλατωνα των Νόμων (βλ., στο ιδιο, 671‹12­3) η αίδώς καί η αίσχύνη είναί ταυτόσημες έννοίες, ενώ στο Θουκυδίδη είναι σχεδόν ταυτόσημες χωοίς μαλίστα να έχουν την ίδία αξία· η αίδώς έχεί μεγαλύτεοη. 246. Βλ. Νόιι. 647δ7­8· ποόκείταί, αντίστοίχα, στη γλώσσα της είκόνας του πολέμου που χοησίμοποίείολόγος πεοίαοετής, γία την ανδοεία ποος τη λύπη καί τίς αλγηδόνες καίτην ανδοεία ποοςτίς ηδονές. 247. Βλ., στο ιΰιο, 647ο2­ὀ8.

108

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ
,
9
9 9 9

ΟΙΝΟΣ: ΦΑΡΜΑΚΟΝ ΕΠΙΤΑΚΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑΑΛΑΓΗΣ

109

νης, αλλα ποοχωοει στην ολοκληοωση της ποαγματευσης εκεινης , , „ λ, 9 λ θ ,_ που ηδη εχει αοχισει να ανε ισσει και την οποια παοακο ου η 9 9 9 9 σαμε: ο λογος πεοι οινου ολοκληοωνεται με την παοατηοηση οτι 9 9 248 , 9 9 ειναι ο παοοιὁειγματικος εκεινος θεσμος που εγκαινιάζει τη
9 9

1

στό ευσ επίτευ κα τέ σ π ο τ ν δον ί και πω από αυ­ , χ Ο Ωη ηἔ ©,€ η η η° , (Ξ , την την αποψη ειναι εἔαιοετικα χοησιμος ποος εκεινη την τεχνη,

ἔκ

_Ηῷ_ζ­ 
248. Βλ.,

την πολιτικη, η οποια τον χοησιμοποιει ως φαομακο για να θεοα­ , , , πευσει τη φυση και την εξη του ενδουποκειμενικου πεδιου, και να , , , την οδηγησει ποος επίτευξη της σωφοοουνης, δηλαδη της διαλλα­

,

,

,

,

για τη θέση του οἴνου: «παιδεία και τδιλλα ἐπιτκὁεὐματω., και ὁὴ καὶτὸ πεοιτῆςἐν τοι̃ς οίνοις διατοιόης» (στοιδιο, 64502­¿1)·γιατο που στοχευειο λόγος πεοι αυτού, μκ, «τῷ ἐπιτηοευμοιτι τῷ νον ειοημὲνω̨», οηλοιοη τον οίνο,

εκοἠσεται μετὰ νόμων καὶ τἀἔεωει ῶε τοϋ σωΦ00νεῖν ἕνεκα μελὲτηε κοωμὲνηι καὶ τῶν ἄλλων ηδονῶν μη ὁιῷεἔεται ὼσαυτως, και κατα τον αὐτὸν λὀγον.›› (στο ίὁιο, 673ο3­7 ποβλ. 637ο3­8, 671ο3­4)· και μάλιστα όχι μόνο νόμος και τάξη, αλλά και οιοχων του συμποσίου ποοβλέπετοιι ίβλ., στο ίδιο, 64Οο­6411» και Μ. Τοσυεου

­

συνἔυσία του συμποσίου θεωοείτω “ πίτ ουνουσια των πο ε ιοτων. στοσο το οτι συνε εια ὀωαφω̨εῃκη α Ο η μ ' στη χ ο συμποσίαοχος αποκαλείται στοατηγός (βλ. 671ε17­8), δε θα ποέπει να μας κ κλλ κ οδηγήσει στο συμπέοασμα πως ποόκειται για αντίφαση α ος ειναι ο στοχος
η

(1990)° 251­25:79 σχετΜά)' Σημειώνουμε ότι στο χωοίο

όΐο

τπ­
9 9 9

γηε ΈΟΙ3 λογω) πα̨ἴε την ηδονη ' Χαοη σε Οωτο ι̃ο πΩωτεΉ¶Όσα§ σημασλαἔ ενὀ1αφε©Ον ὀλαλλαγηἔ ἶω̨οἔ Την ηὁονη ποπ­1 θα εχω Ο πολιτικός λόγος και ο λόγος πεοί δικαίου, για την νομοθεσία, και που ανάκλαση του αποτελει τόσο η έκταση που δίδεται όσο και η γίνεται Ματ: επανάληψη επωσρω̨οφή λόγο πεΩί οίνΟΌ250

%

κ

»

%

κ

­

­

­

λόγος να επανέλθει ο Πλάτων στο ίδιο θέμα στα επόμενα συνεπώς, δεν κατα­ νοουμε γιατί υφίσταται «πληοες χάσμα» (Τεοιιεεπ (1990), 246), το οποίο κατάτην , 9 ι ι ι ιδια ειναι χασμα μεταξυ της υπεοεκτιμησης του οινου στα δυο ποωτα βιβλια και α̃πωσίας ποόβλεψηε σῃμπόσια Όπόλουπο έως). Τέλοἔ χωω̃ο
9

­

(βλ' σημ' Ι 204). την αναφοοα πεω διαμαχηἔ9 ποοε τις ηδονεε (βλ” 647ὀ4_ 9 , οσο γω 9 , 5)° Οωτη συζητηθηκε ηδη στο 1'2'1' Επομενωῷ παθαμενεω ακλονητο το γεγονςκ Οτι το συμπόσιο των Νόμων είναι θεσμός της διαλλαγης άσοι, Οοθά η ΤΘΘΠΜΠ (1990))
9 1 9

ἶ56° έχει τεἶψκά ἶην άποψη _ παθά τΡΌ§ ενὀοωασμοὐἔ της (βλ” στο ω̃ἔο' 254) _­ οτι τα συσσιτια ειναι εκτος του πλαισιου της «κοινωνιας» του συμποσίου για να 9 9 9 , χοησιμοποιησουμε την οικε ια απο τον Πλατωνα οοολογια, το συμποσιο στοχευει
9 1 9

, 9 9 ι 9 βαοος της στοχευσης δεν ευοισκεται στην υποτιμηση του οινου όπως διατείνεται η Τοουεειο (1990) › 246 το συ Υ κεκ Ο ιμένο χω Ο ίο εντάσσεται στο πλαίσιο μιας σειοάς αναφοοών του πλατωνικού φιλοσοφσυντος υποκειμένου στις οποίες υπογοαμμίςει ότι παοά τα διαφοοετικά αντικείμενα ποαγμόιτευσης και τις φαινομενικα μόνον άσχετες παοεκβόισεις για τις οποίες άλλωστε έχει7το ίδιο επί ότι ούν θεω θοὐν τέτοὼε στό είναι ένα Υ 911 μ Ο 90 § Ξ › Χ € ἐῖ η διαλλαγή (βλ 2­2.)­
­
,
`

68208 10

7

­

­

σῖη διαλλαγῆ πως Μ ε"®θ"μίε9 ενώ το συσσωο ε"φ9άζ'" την ε""®®"""η̃ στάση απέναντίτοθἔ· ίΟπω§ πίι̃θατηθεί ο Ε.Α. 1.ἰΡΡιτ1|εΠ (1964). 61, το συμπόσιο διακοινόταν από
υψηλο βαθμο Οογανωσηἔ Μ" Εσωε ηταν Ο πιο σημανωωἔ θεσμοε ΠΕ ελληνωι̃ε πολιτισμικης ζωής (ποβλ. Τοουεεπ (1990), 238). Αν έτσι έχουν τα ποάγματα, τότε η

249.
ς

ει., Νομ
ς

ἔῖεζῖἔχἔἔἑη̃ἔἔ
9

οιιεοιι­65οι›1ο, οπο­ιιε, ωεεο­7. Γιο τον οινο ως οοκηοη 6 , ι. Μ. Ρ ιι 1981 , εκ, ετ­88. Δ ς ο ἑωὥἔῖόῖνἕἐςβηδονῆς ΖΖῖ8(:@όέ|ησηἐ π@0σ0μΟΒάζεῖΣἶ:|ἕζἔυἔΞξ;Ξ
Ζ

οινοχόων που δημιουογουν την κοάση του «μέλιτος» της ηδονης με το «αυστη­ Θὸν» ὐὀω Ωόνησηἔ (βλ ῶιο 6104­7)
250.

εκ μεοσυἐ του Πλοπωνα επιλοἔη ΈΟΉ συμποσωυ ωε πα9αὀεΕἶἑκ1ἰἶο§ 1ι̃ης1Ξἕἑτει̃ἶἘ§ διαλλαγής σε ωινωνικό επίπε Ο είναι εἔαω̨εη̨κά εύστοχη” ΟΠ ( )' οιναγνωου̃ςἶι οημοιντικοτατη θεση ἔου ουμποσιου στους Νομοϋει ωθίἱλἔ
7

Η πεοί οίνου ποαγμάτευση των Νόμων ποοκόιλεσε ποικίλες αντιδοάσεις

φ

σημειωνεβ

8 Ωωωση της εω̨ηνης ἶω" των ειοἶι̃νωκων πολέμου Ακῳβώς όμως επειδή Ο χατ) εἔοχην στόχος ανω να ποοβληθεί το συμπόσιο ως ο παοαδειγματικός θεσμός διαλλαγης, ως «κοινωνία»

0" ειναι Το εω̨ημα γω την
ΈΟΌ

αΩετών° αντί

ὀωαλλαγήῷ για όλες τις «κωνωνίεςἶ ΝΕΡΌ βίο» δἶ θα ποέπεβ να εχποθου̃με (όπωε Τ] Τοοιιεετι (1990), 251) για το γεγονος οτι δεν υπαοχουν λεπτομεοειες ως ποος την ποσότητα του οίνου, τον τοόπο πόσης και γενικά για το ίδιο το συμπόσιο· επειδη δε αυτός ο στόχος ποαγματώνεται στα δυο ποώτα βιβλία, δενυπάοχεικανένας

στους μελετητές του έογου Ο Ι Βτυοε (Ρκποπε Οεεοτεο νοκ κκοἴ παοκ ϋπετ Ηετοιιε­ ἔοοε ιἰμτοκ Ρκίίωροε νοκ Οριο, 1880) αθετεί τα δυο ποώτα βιβλία των Νόμων, εξαιτίας ακοιβώς της εξαιοετικης σημασίας που δίνει στον οίνο ο σχετικός πεοί αυτου λόγος· θεωοεί μάλιστα (στο ιδιο 80 πιο αναλυτικά βλ. σημ. ΙΙ 283) ότι Οωτή η θεσμοθέτηση ανοχης ποος τις ηδονές είναι μία από τις πιό ασυνήθιστες φαντασιώσεις και δε θα μποοουσε ποτέ να ποοέοχεται από το νου του Πλάτωνα (βλ_ Ρ_ Βογοῃοέ (1937) 167 σχετικά). Ο Ο. Βν1ο (1966) 259 αντιμετωπίςει το λόγο πεοί Οίνου μία :‹π90λΟγΜἠ παοέμβαση» ποοῳχομἱένη ἀπό αυτοτελές κεί­

­

110

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΟΙΝΟΣ: ΦΑΡΜΑΚΟΝ ΕΠΙΤΑΚΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑΛΛΑΓΗΣ

111

__._ζ.?

αμφότεοα έχουν ως στόχο την έμποακτη έκφοαση της δηλωμένα θα επιτευχθεί η σημαντικής αξίας αυτής της δοαστηοιότητας διαλλαγή ποος την ηδονή· σήμα της διαλλαγής αυτής είναι η απο­

­,

μενο του ιδίου του Πλόιτωνα με τίτλο «ΠεοιΜέθης››, και χαοακτηοίςειτην παοέκ­
βαθυ αυτή ωε εδημιουετοΰσα αμζικανίαι ανόητη» (στο/ὁιθι |50)· Σῖη̨̃οήδιο ιιλξματ Ο νν.Κ.Ο Οιιτμτιε (1978), 382, ομο ογει οτιγενεσιουογος αιτια απο αοουνσης του να μελετήσει τους Νόμους αποτέλεσαν τα δύο ποώτα βιβλία με τις μακοες και χωοίς χιούμοο ποαγματεύσεις για τα ηθικά και παιδευτικό ποοτεοήματα των συμποσίων. Διαφοοετική από αυτήν του Βτυοε, Κγἰε και Οιιθττἰο ήταν η αποψη του Ρ. Ρσε‹11εΠαετ(1969), 401,καιτσυ ΑΕ. Τειγιοτ (51948), 468,για το ιὀιο Θεμα.

δοχή του οίνου ως διαλλόισσοντος ποος την ηδονή και όχι ως ακοατούντος έναντι της ηδονής αποτέλεσμα της φυγής από αυ­ τήν που σήμα της έχει την οινοποσία, και συγκεκοιμένα τη θεσμο­ θετημένη αονηση της οινοποσίας. Έτσι, ποοβλέπεται ότι αντίθετα από τις πολιτείες της επιτα­ κτικότητσις, °η πΟλιτ8ί0ι της διθιλλσιγής δεν επιτάσσει τη φυγή της ηδονής, και δε θα εισποαττει επομένως έσγω την πασα τους θεσμοὑε Οωω̨άτενά όχν ςωχαίαν επαναλαμβάνΟΌμε

­

­

­

Ο ΜΙΙΘΥ (1983)) 57 124 _ όπωε και 0 ΒΑ­ Ροει (19Ζ9λ16 (που εμφανἴἑειθιπλοντή επιχειοηματολογία), μνημονεύει την αονητική κοιτική για την εν λόγω ποαγμόιτευση, κοίνει ωστόσο την ποαγματευση αυτή φιλοσοφικά χοήσιμη (στο ιδιο, 5), αν και δυσκολεύεται να διακοιβώσει το πώς θα επιτύχουν τα συμπόσια στο στόχο τους (στο ιδιο, 124). Ο Ε. νοεςεμο (1957), 240­241, έχει ανόιλογη με το
8τε11εγ αποψη, και ποοχωοει σε μια επιφανειακή ποοσιταθεια οογανικής ένταἔηε της σχετικής με τον οίνο πσαγμόιτευσης στο όλο κείμενο των Νόμων. Για μία αναλυτική παοουσίαση του πλατωνικού λόγου πεοί οίνου, βλ. Ρ. και συνοπτική επανάληψη (1992), 30­39 Βογεοοέ (1951), Ε.8. ΒοΙΗοτε (1986) Τεειιεετι (1990), ενώ ο Ρ.­Μ. 8ο1τιιΙτΙ (1950), καταλήγει υποστηοίςοντας ότι ο οίνος στους Νόμους θα μποοούσε να παοαλληλισθεί ποος τη ναοκανόιλυση (βλ., στο ιδιο, 281). Η Τεειιεεο (1990), 238, θεωοεί «παοόιδοξο κείμενο» τη σχετική ποαγμόιτευση, η οποία δημιουογεί πασα πολύ μεγαλη καταπληξη με τη σημασία όπως οοθα υπεν­ που αποδίδει στον οίνο (βλ., στο ιδιο, 246), και αυτό γιατί θυμίςει τόσο στην Πολιτειο όσο και σε αλλους διαλόγους ο Πλάτων καταφέ­ οεται εναντίον του συμποσίου και του οίνου (για μία επισκόπηση της αονητικής στάσης του αυτής, βλ., στο ιδιο, 238­245) αυτή όμως η αονητική σταση νομίςουμε ότι εομηνεύεται εύκολα. Ο οίνος, η μέθη, συνδέονται από τον ίδιο τον Πλόιτωνα με την επιθυμία, την ηδονή, (βλ., για παοόιδειγμα, Πολιτ. 378ε, 403ε, 571ε5­6, Φοιιδο. 23815, 256 Ἐ›7­ο7): επομένως, η αονητική ή θετική σταση απέναντι στην ηδονή, συνεπόιγεται, αντίστοιχα, αονητική ή θετική αντιμετώπιση του συμποσίου, του οίνου και μία τέτοια, θετική αντιστοιχία έχουμε στους Νόμους. (ποβλ. για όλα αυτα, Κ. Παπαγιώογη (1987), 45, Τεοιιεεο (1990), 241, 255, 260). Θα ποέπει εν κατακλείδι να σημειωθεί ότι η Βεὶίἰοτε (1986), 429, δοκιμαζει να ομιλήσει για τη σχέση λόγου­επιθυμιών με βαση τη μεταφοοόι του χωοίου 77308­‹14 που κόινειλόγο για τη (μεταφοοική) μίςη ύδατος και οίνου στην πόλη.

­,

­

­

­

­

Κατ, αοχόις, το συγκεκοιμένο πεοιεχόμενο της μεταφοσας αυτής αποτελεί έκφοα­ αποτελείεἔαίοεοη, διότιη γλώσσα πεοίμίη̨̃ης όπως θα δούμε στο 1.2.3. είναι η κατ' εξοχήν γλώσσα της διαλλαγής. Αγνοώ­ ντας την εξαιοετικόι πεοιοοισμένη επομένως εμβέλεια της ποοαναφεοθεί­ σας μεταφοοας, η ΒεΙίἰοτε αποπειοόιται να την επεκτείνει εομηνευτικόι στη σχέση λόγου­επιθυμιών, γεγονός που την οδηγεί σε οοισμένες νοητικές ακοοβασίες και καποια απιθανολογήματα όσον αφοοόι το αντικείμενο συζήτησής της (βλ., στο ιδιο, 429) ότι γενικα η εομηνεία των Νόμων εκ μέσους της είναι εἔαιοετικόι μονομεοής, βλ. σημ. Ι 139. Βέβαια, η συζήτησή της για τον οίνο είναι χοήσιμη στο βαθμό που αποτελεί σύνοψη των συζητήσεων για τη σχέση Πλάτωνα και ιππο­ κοατικής ιατοικής όσον αφοοα τη θεώοηση του οίνου ως φασμόικου (βλ., στο ιδιο, 431­434), και της σχέσης του πλατωνικού λόγου πεοί οίνου με τα Ανθεστήοια (στο ιδιο, 434­436)· τέλος, η ίδια θεωοεί ως πιθανό ο πλατωνικός λόγος των Νόμων πεοί οίνου να επηοέασε αμεσα την αποψη του Αοιστοτέλη για την τοαγική κόι­ θαοση (βλ. (1992), 39 ιτοβλ. 30)· δυστυχώς όμως εξαντλεί σε αυτό το ποοανα­ φεσθέν πλαίσιο την πλατωνική ποαγμόιτευση πεοί οίνου και δεν την επεκτείνει ούτε αυτή όπως ούτε ο Βονεηοό και η Τεοιιεειτ πσσς την κατεύθυνση μιας ολοκληοωμένης και συστηματικής σύνδεσής της με την πλατωνική ψυχολογία και ηθική των Νόμων. 251. Βλ.,Νόμ. 649‹14­ε2.
ση της επιτακτικότητας, κόιτι που

¬·­τσ
­ ­

σημα τηδ εχει τον Οινο πθοβαλλεβ ωἔ μεγλστη αἔλα τη δλαλλαγλλ βοὐλεταλ να ὀλαλλαχθεί πθοἔ την ηὀονήι και η ὁλαλλαγή οωτή έχει σήμα της, και αυτή, τον οίνο· μόνον έτσι θεωοεί η πολιτεία της διαλλαγής ότι μποσεί να αντιμετωπίσει μία ολόκληοη σειοόι συν­ θη%ών251__ παθάὀεννμα των οποίων είναν .η Οννοποσία όπου η ι ν 9 ι ι ν ηὁονη σ­Πέ επω̃ακῃκεἐ πωνωνιες Οδηγεῃαι σε Οωω̨ατεδα επδσηα̨

,

,

,

­

­

­

­

­

­

112

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΟΙΝΟΣ: ΦΑΡΜΑΚΟΝ ΕΠΙΤΑΚΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑΛΛΑΓΗΣ

113

μόνον κατ αυτόν τον τοόπο θεωοεί ότι αποθαοουνει την υπαοξη χαοακτηοων στο πλαισιο της διασποοας των πεοιπτωσεων της δναφαααα χαααγαήαων ααα θα εαφααζανν ακαατενα παοα την ηδ0νήΖ52, ααναάτενα ποαα εκδηλώνεταν Ο­Ένα επντακτακέα ανοννωνιῖεαν
7

σὲ ἐἶαθσ” ααλαααἔ σὲ ἠσσναα μὲν λσπαθαἠσεααίαἔ ὴσεμαίαθ 254 ι ~ ι ›ι ι ιθαἔ κο" εθωταἑ Οσα εμ­μανεθἐ παθεχομενον» Αν και εξετασθηκαν τα κυοιότεοα σημεία του όλου λόγου για
·

ΈΟν ΟΙΑ/Ο, 3ἙΟιΟ(ΧμενΟΌν

εν

ΈΟΌΈΟιε (ΧνΟιΤίΟ.νΈηΈ(Χ. ΤΟ.

Εθωῖημθιῖῖθ.

ΠΟὉ

Πώς όμως αντιμετωπίξει η πολιτεία αυτή, η πολιτεία της διαλλα­ γής, συνθήκες ακοόιτειας της ηδονής, και πώς χαοακτήοες ακδα­ από αυτήν. Η απαντηση ενναα με τη ή φννήα νεναα μόνον αυτή εννοω Ήπεύ φννννῆ δναλλανή. η επντααννκότηνα θννη ννα την αααατενα. η δναλλανή ενναν πέααν νηε φννήα ναν ανα ακαατενας. όπονοα πενααταν ναν μελεναετε την ηδονή ανν σε ανν_ θήαεα πααα Την αλλα αέαα στην ααθηαεαννανηνα των «ααννω_
7

με: το ένα εοωτόι: ποιοι είναι οι αλλοι «υπηοέτες» του ποαου λο­ γισμου, του μη βίαιου λογισμου, που θα τον βοηθήσουν να διαλ­ λαχθεί ποος τις βίαιες ηδονή και λυπη; Το αλλο επιμενει: και πως θα καταστεί κατι τέτοιο δυνατο, λαμβανομένου υπ” όψη ότι αυτός ανήκει σε αλλο γένος; Η απαντηση στο ποώτο εοώτημα ποοκυ­ πτει από όλα όσα πεοί οίνου έπονται του λόγου πεοί θαυματος,

μασ σσήγησαν στη μελέτη τσσ λσγσσ για αστσν. θα τα επαναλαβσσ

νιών» και των «νομίμων», δεν έχει αναγκη να γευεται την ηδονή αλλα δυναται να τη γευεται σε συνθήκες διαλλα­ με ακοατεια γής ποος αυτήν. Στην πεοίπτωση αυτή η πεαιγααφή του σώφαα νος βίου, του βίου της διαλλαγής, δείχνει τα αποτελέσματα της «νίκης» του ποαου λογισμου επί των βίαιων δυνόιμεων, της ηδο­ νής και της λύπης, επιβεβαιώνει ότι ποόκειται για την υιοθέτηση ως πδος το λόγο ναι, τε­ 111€ ὁιαλλαγήἐ Έόσθ μεταξύ τους όσο και λικα για την καθ” ολοκληοίαν επικοατηση της διαλλαγής: «σώ­ φη̨ονα μὲν οἶιν όιον ὁ γιγνώσκων θήσει ποαον επι παντα και

­

ται του τελευταίου· έπεται για να απαντήσει στα αναπαντητα
εοωτήματα που αναφανηκαν από την ανέλιξή του. Ποόιγματι,
ναπσσσσαε

αασβστωαααἔ ετσ® σααλσσ Έσχαισ γεγσνσἔ σα σ πσωτσἔ λσγσἔ επε”

ογισμου ειναιη η ονη

γα σσμπἔσαασσμε

καιη

ανα σα

αλἔσἐ «σπναη̨̃νἶέτεἔἶτανσ/πσασσ υπη· η ο α με οντικης υπης ει­

νσα

ύ­_~··ζ~_··­
1.2.3.

και τη συςητηση μας στο Η Τοοιιεειο (1990), 255­256, διατυπώνει την αποψη ότι υπόιοχει ποόβλημα όσον αφοοα τον οίνο, μεταξυ της εκπαιδευτικής του στόχευσης και της ποό­
252. Βλ., στο ιδιο, 649ε3­65083· πδβλ. 791ο­793ει,

εναναα πσσἔ την ησσααν αα® η σσἔα μελλσνακηἔ ησσνηἔ εωαι εναντια ποος τη λυπη· αυτές οι δυο δόξες δύνανται όντως να αν­ σίστανταα ή _ σε μη πσλεμσσἴ γλωσσα _ να σιαλλασσσνταα δυνόιμεις, υπεοβαί­ ΤΕΩΟΞ ιωιθεμία από τις δυο ποοαναφεοθείσες διαφοοετικό τοόπο ένα νοντας την ακοατεια της καθεμιόις κατα από αυτόν της φυγής απέναντί της. Στο σημείο αυτό βέβαια ποοβαλει ευλογο το εοώτημα: ακο­ λουθώντας αυτό το ίδιο ποότυπο πεοιγοαφής, δε θα μποοουσαμε
, , , , , 254. Στο ιδιο, 733ε6­73ΔειΖ· αυτο το «μαλακας» καμια σχεση δεν εχει με τη « αλακίαν›› (836ε1­2) αυτου που δε δυναται να καοτεοεί ποος τις ηδονές (βλ. 8ἐ6ὸ7 2 , , , , , , , , ­Ο )” ειο που ινεται λο ος για νικ του ποαου λογισμου λεγεται οτι με τη Στο η 1 γ αημ «σεσωσμένος αν εἴη» (6±15ο2)· για νίκη αυτή ο μυθολογικός λόγος πεοί θαύματος , , , , , , , , , εχουμε υπ οψη μας οτι η «νικη» αυτη, να κατανοη σου μ ε αυ τη την αποψη ασκεί να Ι όνν Αθμονία (βλ. αομονίαα̨ν δηλαδή δναλλανήν είναν συνώνννμη , , λ λ , , , ,θ , 189 λ λ )ο οκ ηοωνειτο μυ ο εκεινο τον οποιο μεταφεοειτο π ατωνικο φι οσοφουν
_

ι β εψακ να αποτε εσεα ω̨γανο με ετησ «βασανον» ΤΟΌ ψυχισμοι̃) Κατα τη γνωμη μας δε δημιουογείται κανένα τέτοιο ποόβλημα, γιατί ο ποομνημονευθείς δεότε­ σος οόλος του, ενισχύει τελικα τη σημασία του, την αξία του, για την παιδεία. ί ι . . ι. . ε 253. ει., Ν . ειεειε, 6Δ9‹±ι9, ανῃστοαχα για την αν" ετη αατασῖαση βγιασημ θα την Ι 105. Εδώ θα ποέπει να σημειώσουμε πως αν ο οίνος θεωοείται φόιομακο . ί . . 1 ι ί επίτευξη αφοβιας στις κοινωνίες, ανα λ ογο φαομακο για το φοβο, την επίτευξη φόβου, δεν υπήοξε ουτε ποόκειται να υπόιοξει (βλ. 649ε1­3): δεν υπαοχει λόγος Μοννωνίες ηδονής να Όπάαἔεν εφόσον Οωτές είναι κοννωννεἔ φνννἠε
λ

λ,

ι

λ,

.

αν

ι

·

φόβου και της λυπης, είναι

­ συνεπώς ­ οι ίδιες φαομακον φόβου.

υποκείμενο στο συγκεχωμένο ψυχολογακό ΈΟΌ λόγο”

τα

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν· ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

οιΝοΣ± ‹ι›ΑΡΜΑΚοΝ ΕΠΠΑΚΠΚΟΤΗΤΑΣ ι‹Αι ΑΙΑΑΑΑΓΗΣ

115

να πούμε ότι η δόξα μελλοντική; λύπη; υπηοετεί ανέκαθεν θαυ­ μασια την επιτακτικότητα και ουγκεκοιμένα τη φυγή τη; ηδονή; καγ την ωω̨ἀτεγα Τηε λυ̃πξηἐ; Ασφαλώα̨ αλλἐ λησμονούμε ότι σύγχθονη πχατωνγκό φγλοσοφοὐν υποα̨ωίμενο επιμένειχϋ
7

πόόόόόἶό εκείνηἐ ΉἹΞ αντίπθδης δόξα; ποο; την ποοαναφεοθεί­ σα, τη δόξα τη; μελλοντική; ηδονή;, η οποία ποοκύπτει ακοιβώ; επειδή δεν είναι ακοατο; η δόξα μελλοντική; λύπη;, και επομέ­ όπωἐ φαίνεται νωε γευ̃εταγ Ο ἀνθα̨υ̃ποε την ηδονή, η οποία
στην παοουσία τη; δόξα; μελλοντική; λύπη;. Έτσι λοιπόν ποοκύ­ πτει οτι τελικο; ουθμιστή; τη; υπέοβαση; τη; ακοατεια; ή τη ; φυ­ γη; ειναι ο ποαο; λογισμό; αυτό; θεσμοθετεί τη συμπαοουσία λύπη;­ηδονη; μεσα στι; ‹‹κοινωνιε;» και τα ‹‹νομιμοι››· αυτο; μεοι­ . . . . . μνα να υπαοχει πει α λ | . Σ Όνεπωα̨” η θεσμοθετηση Ο και με ετη τΟὉ€ του ποαου λογισμού, αποτέλεσμα τη; ανακήουξη; τη; διαλλαγή; σε υπέοτατη αξία, είναι τ θ ίλ ­ “ τηἔ δωαλλα εππευξη Ο εμε ΒΟ γω την γή; στο σύνολο του ενδο” δέ έ Εσυ) με τη βοηθεβα υποκειμενικοῃ μια; σειοα; μηχανισμών του πεδίου αυτούπε του; οποίου; πεοιγοα­ φει το πλατωνικό φιλοσοφούν υποκείμενο και οι οποίοι τίθενται στην υπηοεσία του. Όόό Υλό Το δε”ϋΤΕ@0 εσωτημα που αφοοα τη δυσκολία του ποαου λογισμού να λειτουσγήσει για να επιτύχει τη διαλλαγή εφόσον αυτό; ανήκει σε αλλο γένο;,το ίδιο το γένο;, όλα όσα ήδη διεοευνήθηκαν σχετικα με του; μηχανισμού; του εν λόγω πεδίου καθώ; επίση; και οοισμένα αλλα στοιχεία μποοούν να μα; οδη­” γήσουν σε μία απαντηση. Α; τα εξετασουμε όλα αυτα με τη σει οα: το γενο; στο οποίο ανήκει ο ποαο; λογισμό; είναι το
η

από όλό όόό μόλλἐ Οιναφέοθηκαν

­ δε θα είναι ακοατο;, χαοη

χσυσούν· είναι χουσό; ο ποαο; λογισμό; αυτό; ο χαοακτηοισμό; δε θέλει να πσοβαλει μόνον την ανωτεοότητα256 του λογισμοῦ _ κ κ × για τη σημασια τη; οποια; θα ποεπεινα ειμαστε ιδιαιτεοα ποοσε­ αλλα εναομονίξεται με το γεγονό; ότι ο λογισμό; χαοα­ κτικοί κτηοίξεται πσαο;, μαλακό; οι δύο αλλε; δυναμει;, είναι βίαιε;, 6 , , , , ονομαζονται σι ηοέ;. σκληοε; και για αντιστοιχου; λογου; . Ομω; /ο χαοακτηοισμο; χουσου; και η αναγκη «υπηοετων» για

­

κ

Α

7

­
.

­

Α

να νικήσει, να επιτύχει τη διαλλαγή, υποβαλουν το γεγονό; ότι ο λ λογισμό; θα ποοχωοήσει σε κοάση με σκ ηοα, βίαια στοιχεία που θα μποοούν να αντιμετωπίσουν την ηδονή και τη λύπη, και εί­
.
. . . . .
εωναἕ Οι ω̃βεε αι̃ἰῖεἑ π©0ανΪχφε©θ‹ῖσε€ ὀαμἶ Ο" Οωτα Μ Ϊποδχεια να ποοσεξουμε ιδιαιτεοα ωστοσο. ο ογι­ δυναμει;. Θα ποεπει , , , , , , σε δευτεοο σ ο; ω; εκ του γενου; του οχι μονο δε δυναται μ να διαλλαγεί ποο; αυτέ; αμεσα, αλλα δε δύναται σταδιο

ι

λ

¦

ι

.

Ι

ι

λ

­κατα
255. Βλ.

γ

να χοησιμοποιήσει αμεσα τη μία όπω; επίση; διακοιβώσαμε ω; «υπηοέτη», για να επιτευχθεί η διαλλα­ σε π Ο ώτο σταδιο γή ποο; την αλλη, από δύναμη πλέον του ιδίου γένου;. Ποιο είναι το κλειδί για να υπεοπηδηθεί η αδυναμία αυτή; ίΗδη αυτό έχει θ . ανα φ ε Ω ει. Το κλειδί για την τόσο κοίσιμη μεταβαση σε αλλο γενο;, που απαιτεί το ποώτο σταδιο για να επιτύχει στη συνέχεια το δεύτεοο, . 6 . . . . . α . . 257 ειναι η δοξα . η δοξα, ω; δοξα λυπη;, δοξα η ονη;, ειναι η εν , , , , , νοια που θεμελιωνει τη μεταβαση αυτη. Χοειαξεται να επιμεινου­ με λίγο σε αυτήν την έννοια τη; δόξα; και τη; σχέση; τη; ποο; το , , , λ , , , λογισμο, την ηδονη και τη λυπη. Πληοοφοοουμαστε οιπον οτι

­

­

­

­

­

­

λ

Να

.

647δ1Ο­11, 649Ι·›9­ Ζ·

φοβεοό; θα είναβί φοβεοό; «μετὰ δικιἶ;›› π ­ ι π@0ηγο„μένω€
παθουσία τηε
πΩο§ την ηδονή.

ἶἕἕὔεόἶ ῖγιἔἕοἶὲεΐὶἶἑἶη̨̃υῖηἐαἶ
.
α

λ.

ίλ

τ

­

θεἰιἄῖῖῖἔτζι̃ἐ ἑἶΞἑΐ::ααἕἔ¦ῖ:Ξτι̃Ζ[ μἕη̨̃ου̃ἔῇζἕϊῖἔἐῖι̃μἔῃἑω̨̃ἔτξη
γηἔ

.

α

ξ

Το γεγονό; επιτείνει το ότι λέγεται πω; είναι ιεοό; (βλ., στο ίδιο, 645εΖ). Νόμου; η δόξα επιτυγχάνει σε αυτό τον τόσο κοίσιμο και σημαντικό σόλο διαμεσολάβηση; στο ποόβλημα τη; σχέση; του λόγου ποο; τα το οποίο ›π›οοσπαθησε|να επιλύσει παθη: πθόβλημα μεγάλεἐ για|τον Πλατωνα κινούμενο; εντο; του π αισιου τη; πνευματοκοατια; α α και πασα το πλαισιο τηἐ _. επικειόεί να το διεαευνήσει όλετική μελέτη καε ίΔ.Ν. Λαμποέλλη (1996)), όπου και υπαοχει συζήτηση τη; σχετική; με τι; επιμέοου; πλεύοέ; του θέματο; αυτού βιβλιογοαφία;
Ζ56.

257. Το πώ; στου;

­

116

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΑΗΣ

ΟΙΝΟΣ: ΦΑΡΜΑΚΟΝ ΕΠΙΤΑΚΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑΛΛΑΓΗΣ

Π?

όταν ο ανθοωπος δεν έχεί ακόμη αποκτήσεί λόγο/λογίσμό, η πΩώτη αἴσθηυ̃ι/5258 ΈΟὉ είναί η ηδονή καί η λυπη· όταν στη συνέ­ χεία το ατομο, με τον καταλληλο εθίσμό, ουνηθίσεί έτσί ώστε να συμφωνήσουν αυτές οί δυο με το λόγο, έχεί οδηγηθεί στην αοε­ τήΖ59, δηλαδή στη δίαλλαγή όπως αυτήν εκφοαξεί η ηθίκή γλώσ­ σα. Πώς όμως η ηδονή καί η λυπη θα εθίσθοονοοθά, πώς δηλαδή θα επίτευχθεί η δίαλλαγή σε επίπεδο ποώτης αίσθήσεως; Η απα­ ντηση μποοεί να δοθεί με βαση τους πεοίγοαφέντες μηχανίσμους: με όογανο τη δόξα λύπης καί τη ὁόξο ῃὁουήἔ επίτογχάγετατ η δίαλλαγή ηδονής καί λυπης26® η δόξα σε αυτή την πεοίπτωση είναί τέτοία ώστε να συμφωνεί ακολουθως με το λόγο, είτε εννοήσουμε αυτή τη συνέχεία εξελίκτίκα από την ποώτη αίσθηση στην από­ κτηση ποαου λόγου/ λογίσμου είτε την εννοήσουμε σε επίπεδο αμεσα δίαδοχίκών στίγμών της καθημεοίνότητας του ενήλίκα: ποόκείταί νία μεταβίβαση της δίαλλαγής από τον ποαο λογίσμό στο βίαίο καί αλλου γένους χώοο της ηδονής καί της λυπης. Έτσί, το πλατωνίκό φίλοσοφουν υποκείμενο ομίλεί ως εξής γία το θέμα της δίαλλαγής στο ενδουποκείμενίκό πεδίο: (ί) Αλλοτε μεν με μη αναλυτίκή αναφοοόί στον εγὁίάμεσο ιω̨ί­ κο που επίτοέπεί τη μεταβίβαση: «τὸν τας ἠὁονὰς καὶ λύπας κεκτημένον συμφώνους τοῖς ὀοθοϊς λόγοις καί ἑπομενας»261· (ίία) αλλοτε δε με απλή αναφοοα σε αυτόν απ' αφοομή τη μη επίτευξη δίαλλαγής: «την δίαφωνίαν λυπης τε καί ἡδονῆς ποὸς την κατὰ λόγου

«φοόνησίς δ° είη τουτο καί νους καί δόξα μετ” ἔοωτός τε καί

­

­,

επεθομἴαἔ τοοτονἐ εποαενη€»263­ Η «λίατα λονον οοἔα» οεν είναν παοα η οοἔα πον ενελεν Την ποοθετίκότητα δίαλλαγής καί η οποία ως δόξα λύπης, δόξα ηδο­ νής, επίτυγχανεί τη δίαλλαγή ηδονής καί λυπης, δίαλλαγή η οποία θα είναί σύμφωνη με τον 7ίΩάΟ λόγ0/λθννσμόι που είναί λονίσμόἐ δίαλλαγής. “Οσο γία την τελευταία αναφοοα· αυτή εκφέοεταί κα­ θώς το φίλοσοφουν υποκείμενο λέγεί πως ηγεμονίκή θέση έχεί η ΦΩόνηση264, δηλαδη _ όπως έχθυμε μνημονενοεν πΩΟηνΟνμένω€ _ η οναλλανη ηοονηἔ ναν λοπηἐ ποοἐ νο λονο _ αλλα ναν τον λο­ νθν ΤΕΩΟΞ Την ηοονη ηαν νη λύπη (οπωἐ ο λονοἐ ννα νη οονώνοαη δίαπίστώσαμε ως ποος την ποοθετίκότητα δίαλλαγής της ηοη ονν οοἴἑενλ ενοααε ωονοοο ποοηνοοαενωἑ οαι με τη οενοα της, η δίαλλαγή αυτή ολοκληοώνεταί καί καθίσταταί ποαγματο­

­

­

πονηοναη με την επαενἔη οναλλανηἔ ποοἔ την ηοονήι λαοη οε μία οοἔα (λοπηἔλ οοἔα ποο ενελεν _ φεΩεν _ ποοθετίκότητα δίαλ­ λαγής, ποαγματώνοντας αυτό που εξ οοίσμου η φοόνηση σημαί­

­

ὁόξαν››262·

_____τ_
258. Βλ. Νόμ. 653ε5­6. 260. Βλ., υ̃τ0

(ίίβ) αλλοτε παλί με ¬ εν συνεχεία μία, τον έοωτα καί την ηδονή:
259. Βλ., στο ίδιο, 653ε5­Β7.

­ αναφοοα στην επίθυ­

ιδια

73θὉ3­8

261.ΣωίειΟ, 69609­το. 262· Στο ίὁιο] 689878

­ κυοίως 730 ο5­6.
γ

Ο
­ ­
263­Στο

νεί. Ώστε λοίπόν αμέσως μετα τη φοόνηση καί το συνώνυμο της νου, αυτό που αναφέοεταί τελίκα στο συγκεκοίμένο χωοίο είναί η ηγεμονικἠ θέση της δόξας εκείνης η οποία συνοδευεταί από μία ηδονή που είναί σύμφωνη, συμβαδίςεί, με τη φοόνηση καί την εν λόγω δόξα· δηλαδή, μία ηδονή δίαλλαχθείσα, η οποία συμφωνεί με τη δίαλλαγή ως φοόνηση (ηθίκή γλωσσα), ως επομένως δόξα (γλώσσα μηχανίσμών ενδουποκείμενίκου πεδίου). Όμως, όπως θα δουμε στη συνέχεία265, η δόξα είναί μία λεί­ τουογία στενα συνδεδεμένη με τη φαντασία, συνδεση που θα ποέπεί ίδίαίτέοως να υπογοαμμίσθεί δίότί έχεί πολλή μεγαλη ση­ μασία γία τα επόμενα· καί η φαντασία λείτουογεί καί σε ποολογί­

ιεια εεεϋεα

264. Βλ. στο ιδιο, 688ο1­Ζ. 265. Βλ. 1.2.3.

Ρ

118

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν­ ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΟΙΝΟΣ: ΦΑΡΜΑΚΟΝ ΕΠΙΤΑΚΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑΛΛΑΓΗΣ

119

κό στόιδιο ειτε αυτό το εννοήσουμε κατα τη διαδοχή στιγμών σε συγχοονικό πλαισιο ειτε το εννσήσουμε ως σταδιο εξέλιξης ενός ατόμου. Αν ειναι έτσι, τότε λοιπόν η φαντασια ειναι εκεινος ο κοισιμος παοαγων που μεταφέοει τη θεμελιώδη για την όλη διαδικασια ποοθετικότητα του ποόιου λογισμου στην ηδονή και τη λυπη, και η φαντασια η αφοοώσα την ηδονή και τη λυπη ειναι εκεινη που γινεται εκφοαστής της διαλλαγής όσον αφοοόι τη σχέ­ ση του ατόμου με αυτές όχι σε επιπεδο ποόιξης αλλα σκέψης. Παοαλληλα, μέσα από όλα όσα αναφέοθηκαν, ένα ποόβλημα του ενδουποκειμενικου πεδιου οδηγήθηκε, επισης, στην επιλυσή του· ποόκειται για το ποοαναφεοθέν ποόβλημα πώς μια εναντιό­ τητα, μια ετεοότητα οδηγειται στην ταυτότητα του ενός ανθοώ­ που, υπό την έννοια όχι της αυτονόητης ως ποος την ενότητα ταυτότητας της φυσικής οντότητόις του αλλα της ποόσδοσης ενιαι­ ου χαοακτήοα όσον αφοοόι τις σκέψεις καιτις ποόιξεις του. Όπως και στην πεοιπτωση της αοετής όπου αντιμετωπισαμε με όιλ­ λους όσους το ιδιο ποόβλημα η απαντηση ειναι: με τη διαλ­ λαγή· η βιαιη φυση των τοιών δυνόιμεων, το μεταξυ τους ανθέλ­ κειν, η εναντιόι̃ητα, Π τάση ι̃0υ λόγθυ/λ0γι0μ0υ για επιταξη της ηδονής και της λυπης δεν εξαφανἴςονται, και οδηγσυν όντως στη συνολική εκκόιλυψη μιας εναντιότητας, μιας ετεοότητας που οδη­ γει όπως αναφέοαμε στο λόγο πεοι αοετής στην ταυτότητα ενός ὁτχασμένόυ ανθοώπου, ενός διχασμένου βιου του ανθοώπου κατι που αναλυτικόι θα ποοσπαθήσουμε να διεοευνήσουμε στη συνέχεια. Η διαλλαγή ωστόσο που σημειο εκκινησης της έχει την ανάδυση του ποόιου λόγου/λογισμου, οδηγει τελικα, όπως δια­ κοιβώσαμε, σε μια συνολική εκκόιλυψή της που πεοιλαμβόινει όλο το χώοο του ενδουποκειμενικου πεδιου. Συνοψιζουμε: ο όινθοω­ πος ειναι ένας, ως σκεπτόμενο/όρων υπόκειιιενό της ὁταλλαχής' Ή ετεοότητα παοαμένει, έχει όμως στην πεοιπτωση αυτή απο­ δεχθει τη διαλλαγή, και έτσι αντι να λειτουογει στο πλαισιο της εικόνας του πολέμου, λειτουογει στο πλαισιο της συγγένειας μιας διαφεοσμένης. Μόνον υπό την ποουπόθεση ότι λογισμός, ηδονή

­

­

και λυπη λειτουογουν εν διαλλαγή, υπαοχει πλέον η ταυτότητα του ενός ανθοώπου, του ενιαιου ανθοώπου, εφόσον η πλήοως απαμπτη, ή δυσκαμπτη, ετεοότητα, καθισταται ευλυγιστη, δηλαδή
διαφοοοι Το αν αυτή ακοιβώς η ταυτότητα ποοσφέοει μια διέξοδο πέ­ σαν του διχασμένου ανθοώπου, πέοαν του διχασμένου βιου του, ειναι ένα εοώτημα, για τη συνέχεια επισης. Ποος τη συνέχεια όμως στοέφεται και ένα όιλλο εοώτημα, εοώτημα που ποοκυπτει από όσα αναφέοθηκαν ποοηγου μένως. Ποιν ωστόσο το διατυπώ­ σουμε, ας αναφεοουμε τα στοιχεια που οδηγουν στην εκφοοόι του. Καθοοισαμε κατα τοόπο αποφατικό τα όοια και μόνον τα όοια της διαλλαγής: αφου αναφέοαμε ότι ο λόγος/λογισμός δε θα ειναι επιτακτικός αλλά ποόιος, οοισαμε ότι η διαλλαγή ηδονής και λυπης θα ειναι πέοα από τη φυγή και την ακοόιτεια της ηδονής που ειναι, αντιστοιχα, ακοόιτεια και φυγή της λυπης. Ωστόσο, ένας τέτοιος καθοοισμός παοαμένει το ιδιο σχηματικός όσο κατ αναλογο τοόπο _ παοέμεινε ο καθοοισμός της σωφοοσυνης ως διαλλαγής ποός την ηδονή, όπως αυτός διατυπώθηκε ποιν το λόγο πεοι οινου. Σε εκεινη την πεοιπτωση το κοισιμο εοώτημα ήταν: ποια η διαδικασια της διαλλαγής; Σε αυτήν την πεοιπτωση το θεμελιώδες εοώτημα ειναι: ποια ειται η παοασταση της ὸταλ­ λαγης; Και, τέλος, ποια γλώσσα θα χοησιμοποιήσει ο λόγος που θα ομιλήσει για αυτήν, εφόσον ως εδώ ολοκληοώθηκε, έφθασε στα οοια της, η υπονόμευση της γλώσσας του πολέμου; Ειναι κατ” αοχήν ευκολο να τοποθετουμε για τη συνέχεια την αναζήτηση απαντησης τοσο στο εοώτημα σχετικα με την παοόισταση της διαλλαγής, όσο και στο ποοηγουμενο που αφοοόι το αν η διαλλα­ γή αποτελει διέξοδο πέοαν του ανθοώπου του διχασμένου βιου· ειναι ευλογο, γιατι στη συνέχεια αυτό που θα εξετασθει ειναι ο λόγος του πλατωνικου φιλοσοφουντος υποκειμένου για την παι­ δεια, και ο λόγος για την παιδεια ως εκ του αντικειμένου του _ ειναι σε σχεση με όλους τους παοατεθέντες ποοηγουμένως πο­ λυ πεοισσότεοο συγκεκοιμένος.

Ν

­

ι

­

­

­,

­

­ ­

γ

Ι

|

­

­

ι

ι̃

­

­

­

­

Ϊ

­

120

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΑΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΠΑΙΔΕΙΑ: Η ΔΙΑΛΛΑΓ Η ΩΣ ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΟ
Ζ­2­3·
­

121

Στο λόγο αυτό, στον πολυ σημαντικό λόγο για την παιδεία266, είναι αναμενόμενο ότι θα γίνεται αναφοοόι τόσο στις δυναμεις του ενδουποκειμενικου πεδίου όσο και στους μηχανισμους λει­ τουογίας τους που αυτή θα χοησιμοποιήσει για να επιτυχει τους στόχους της· ποοσδοκώμενο είναι, επίσης, ότι θα γίνει λόγος για τις αξίες πως "Ξ οποία θα Ϊω̨οσβλέπεφ η πωδωῃκή διαδικασία)
δηλαδή θα γίνει λόγος για την αοετή. Αοα, η όλη συζήτηση που ποοηγήθηκε και αναφεοόταν στα θέματα αυτα, θα διευκολύνει
Ο λαναἐ νια ιιι̃ν ιιαιδεια δεν ιιιιααει να ανελιχθει κωαιἐ τα λανα για τον οίνο, γιατί αυτός ο τελευταίος είναι πολυ σημαντικός για την παιδεία267· λέγεται δηλαδή, πιο συγκεκοιμένα, ότι ο λόγος για την παω̃εω δεν μπΟΩεί ποω̨ά να ανελίσσεταμ από .κοινού με το

Παιὁεια­” 1? παθάστασθ τΰἔ ὁίαλλαλήἔ στην καθημεθίτ νότΰτα του βίου ωέ αισθητικό

ΤΗ πλἶῃωνωω φἴλοσοφων Ρποκελμενο Ηναἔ πθηοοφοθελ ΟΤΕ παω̨̃ελα ἶιναλ η 01/Θετη με την ἶίἔἶωτη τηἔ μοἔφητ εκελνη πω̨ μποθεβ να εχει ενα παιδι269· τι εννοει ομως με αυτον τον τελευταιο ποοσ­

ὁωῳσμο;

Μοιειιν (1944), και

επισης

_ ειδικα για την παιδεία των γυναικών
βλ· Ε­

ιν. ιειεςει

Βιιααν (1975), (1976) (1945), τε:­262, στον Πλαιωνα, βλ. 8. Ριειιιιι (1947) για

τι

ιαιιε Νόκαιιέι αιινιιειιαιιιέναι

Ζ6Ζ,1\/Ιοττονν (196ί)ει), Ζ97­398,

ίὶτιιϋο (1935),

Βιιαςαι (Ζ1960)› 369τ38Ζι Ιααεαι (1945)ι 213· 242­253. Ο 8. δοοἰυἰοον (1988) δεν
δ |
·

λογο για τη μουσικη, και ο λογος για τη μουσικη απο κοινου με το
9 9
9

9

9

9

κ

Ωστε λοιπον Ο λογος για τον Ο1νο> ἘΟΌ οπου λογο Ήα τον Οινο ΟΌ η 9ιεΩεὐνηση πθοηγήθηκε επίσηἔι θα είναι εἔίσου χθήσλμοἔ για τη διευκόλυνση της εἔέτασης ἘΟΌ λόγθυ για την παιδεία. Με τη θα τοϋ την
°

κ

268

9

9

»

9

εἔεπἶζει τη θἶωωἶχ τφν (ἶμων για τη) πω εωἶ η απλο ογηση πἶῃ) πἶοσφἶοει (στο ιὁιο, 3) ειναι οτι οσα λεγονται στο εογο αυτο για το συγκεκοιμενο θεμα ειναι μεν σημαντικα για την πλατωνική θεωοία της παιδείας, τα κυοια όμως φιλοσο­ φικα θεμέλια τους έχουν ήδη τεθείστους διαλόγους της μέσης πεοιόδου (Φαίὁοο, Πολιτεια, Ποωταγόοα κ.όι.)· διαφοοετική από αυτή του 8οο1ι1ἰοον είναι η δική μας
9

Ν

λ/

/

άποψη,

ό7Ἑω§ σΌ”γΉιΩΟτε17Έσ.ι

μέσα από την

ξΓΕ©αγμ(λἹἶεΌση ΈΟΌ

εν

θέμιαἴοἔ στο

διεοευνηση των όοων της μέοιμνας του πλατωνικου φιλοσόφου­
ντοε Όποκεωμενοι̃) για την επῃῖεωἐη Τηα̨ δβαλλαγης κατα Την εἔε_ ταση ΈΟΌ ω̃ίοι̃) οωτοὑ λόγω) θα επιχεω̨ήσοη̨με όλω μόνο να απα“ ντήσουμε στα ποοαναφεοθέντα καταληκτικόι εοωτήματα του πα­ οόντος κεφαλαίου, αλλα και να κατανοήσουμε τη συνδεση αφε­ νός της μουσυκής με την παω̃εω και αφεΤέ@ου .ΕΟὉ Οί,/ΟΌ με τη
μουσικη
, , , , ,
,

παθω "εφαλοω Για τη σημασία της πλατωνικής θεωοίας της παιδείας σήμεοα: Ο Οτιιδο ότι πολλά από όσα αναφέοει ο Πλατων γενικόλογα όμως (1935), 246, λέγει στους Νόμους για την παιδεία των πολυ μικοών παιδιών είναι σε «εκπληκτική συμφωνια» με ουγχοονες αποψεις, ενω Ο ιοαςε (1947), 260­283, ειιείγειαι να

­

­

­ και εντελει με την παιδεία.
9 9

__°__τ_­°°_ζ°°ἶ

266. Για την πολυ μεγαλη σημασία που το πλατωνικό φιλοσοφουν υποκείμενο στους Νόμους ποοσδίδει στην παιδεία, βλ. στο ίὸιο, 76501­7661›Ζ. 267. Βλ., στο ιδιο, 6ιι1ο9­12. που το δευτεοο 268. Βλ., στο ιδιο, 64281­7. Πώςη σχέση οίνου και παιδείας θα γίνει κατανοητή σε μας; Αυτό δεν το βιβλίο βλέπουμε να θέτει ως στενή

αναοωτιέται ο Ε. Βοοὶιτ (βλ. 1.. Ιἰοὶαὶτι (Ζ1938) κιν­Χνἰὶ), πασα το γεγονός ότι αναφέοεται στη σημασία του οίνου στους Νόμους, (βλ., στο ιδιο, Χὶν).

­

­

­

διαβεβαιώσει όιι _ ιιααα ιιε διαφαοέε αναμεσα αιη διιιή ιιαε ειιακιι̃ και αιιιιι̃ν η πλατωνική παιδεία είναι πολυ χοήσιμη γιατη συγχοονη εκ­ του Πλάτωνα/ παιδευση· επισης, ο Β. Ιπνιηςετοτιε (1946), στη σχετικη διαλεξη του, αναφεοεται ι 9 ι και κυοιως στη ουγχοονη του ελαχιστα στον Πλατωνα και στους Νομους επι­ και αγτλωντας εκπαίδευση, ασκώντας σε αυτήν κοιτική αγγλική και μη χειοήματα από την «πλατωνική» αποψη για την παιδεία. Τέλος, θα ποέπει να ση­ μειώσουμε ότι ο ΚΩ. Βιιιγ (1937), ποοχωοεί σε ελλειπτική πεοίληψη της πλατω­ νικής θεωοίας για την παιδεία, διανθισμένη με αναφοοές­παοαλληλισμους που στοχευουν στο να ποοβόιλουν τον Πλόιτωνα ως ποόδοομο της ιουδαιοχοιοτιανικής μονοθειοτικής αντίληψης, ενώ ο Εοαςε (1947), 235­259, αναλαμβάνει να αντι­ κοουσει τις κατηγοοίες των συγχοόνων του εναντίον της πλατωνικής αντίληψης για την παιδεία ως αντιδημοκοατικής ο Β. Βὶιυοιτ (1978), 198, θεωοείτην αντί­ ληψη αυτή παοαδοσιακή και συγχοόνως οιζοσπαστική.

­

9

­

­

1

­,

9

­

­

122

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΠΑΙΔΕΙΑ: Η ΔΙΑΛΛΑΓΗ ΩΣ ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΟ

123

Στο ίδιο πλαίσιο λόγου που δόθηκε ο οοισμός αυτός, λέγεται κατι που ήδη έχουμε αναφέοει: ότι η παιδική ποώτη αι“σθησις270, η ποωτη μοοφή αντίληψης και αντίδοασης έναντι των εξωτεοικών εοεθισμόιτων και των εσωτεοικών διεογασιών, είναι η ηδονή και η σχετίζεται παιδεία είνω αθετη̃ λύ7ῃ7271. Επομένωἔ
7

αεί να νίνεν αατανοναό ααα τέι̃ανο. Αν έχοαμε Όπι όψη ααα ότι Ο λόνοα θα είναν λόνοα ὁλαλλανήἔ παοα την ηδονή Μαν τη λύπη) στο
γει συνο ικα­τε ικα
,

λ

,

λ

,

ηδονή παν τη λύπη» η αοετή πω) αφοθά την ηδονή ποπ νη λὐπη› δηλαδή η διαλλαγή272 όσον αφοοόι την ηδονή και τη λύπη όπως Οιι̃ιι̃ῖές λ€ι”ιΟΌ@'γΟὐν ΟΤΟ Ει̃ιίπεδθ της παιδικής πη̨ώτης αιΌθησης_ χάαη σε κατάλληλα έθη ×Οταν Όπααἔεν Ο Οαθόα εθνσμόε
οσον αφοοα την ηδονη και τη λυπη, οταν δηλαδη επιτευχθει η
9 9
9

την εναντιοτητα στη διαλλαγη (βλ. Ζ.1. σχετικα). ** Ποβλ. τη μουσική οοολογία για την παοόισταση της διαλλαγής, στο ιδιο,
667ο10­67185.

­ παοοι την υπαοχουσααεναντιοτητα ­ στη μεταβαση απο

,

,

,

,

9

9

,

,

δναλλαγη σε αυτο Ἐο επνπεοοι Τοτε θα Ή­ατολστεν επντευπτη η σπα” τους με °ιΟ λόγΟ, κατά την πε@ίΟδΟ π0υ τΟ παιδί θα εισέλθει στην ηλικία εκείνη που αναπτύσσονται οι νοητικές του λειτουο­ νίεα και η δυνατότητα Οαθολοναλήα σ.κέψηα273· Πώα ωστόσο μπα
ςοωνι/Οι

τῷ]
Ζ71. Βλ., στο ίδιο, 653ει6.

Π. Θα ποέπει να σημειωθεί ότι συνώνυμη οοολογία και ανόιλογο πεοιεχό­ μενο παος το ποομνημονευθεν χωοιο 6ἶ3ο1­σ1 (‹‹μιαοιν››=­ στεογειν» ) διακοινει ποβλ. και το χωοιο Πολιτ. 4Ο1ε­4θΖει (‹‹δυσχεοαινων››, «μισοί», «ασπαζοιτ”›› ι ι ι , ι λααοςλαοϋν δ ι εν ιαφεοον στοιχείο του τελευταιου χωοιου ειναι η χοηση των όοων δυσχέοεια και ασπασμός σε ηθικό­ψυχολογικό πλαίσιο· όιοα, η ποοαναφεο­ θείσα (βλ. 1.1) όιοση του μη «οοθού λόγου» _ όιοση που χοησιμοποιείτους ίδιους

­

270. Βλ. Νομ. 653ε5­6: ισταιοικην... ιτσὼτην αισθη στν».

Ζ7Ζ. Για τη μετόιφοαση αυτη, βλ.1.Ζ.1. Σε συνοπτική εξέταση του οόλου της ηδονής και της λύπης για την παιδεία στην Πολιτειοι και τους Νόμους ποοχωοεί ο Ι. Τετι1α‹ιι (1956), 138­144. 273, [_ Για την όλη αυτή ττοαγμάτευση, βλ_ στο ιδιο 653ϋΖ­8 _ ῃ;©βλ_ 659ά]­8·

για το ότι η επίτευξη συμφωνίας σημαίνει επίτευξη διαλλαγής, βλ., επίσης, στο ίδιο, 689015­9: χωοίς συμφωνία* ηδονής, λόγου και λύπης (βλ. 689ε1­Μ), δεν
υπαοχει ίχνος πααουσίας φαόνησης· επομένως, λααη στη σύνδεση της φοόνησηε (:διαλλαγής) με τη συμφωνία, δείχνεται για όιλλη μία φοοόι ότι συμφωνία και διαλλαγή είναι όοοι συνώνυμοι. Να ποοσθέσου με ότι, όπως ποοκύπτει από το χωαίο 689α5­9, σοφία είναι η εττίτευἔη ναλλίστηἐ ναι μενίατηςττ συμφωνίας, δηλαδή διαλλαγής. * Αυτη η διαφωνία ονομαςεται στο ίδιο χωοίο, σε αντιδιαστολή ποος το τι θεωοείται παιδεία (βλ. 653ε5­1›7), «αμαθια». Βέβαια, η σοολογία εδώ όσον αφο­ σόι τη διαφωνία, καθώς ομιλεί για εναντιότητα (689ο3), για αοχειν και πειθώ (689ι›4­5), πασαττέμπει στην οοολονία των ουσ οικείων πλέον εικόνων (βλ. σιιιιοιι­ 7, 6=ι4‹:17­645α8, 627ο1­3). Ωστόσο, στη συνέχεια, η οοολογία πεοί συμφωνίας ως επίτευξης φοόνησης ποουποθέτει τη δεύτεοη εικόνα και την ενυπόιοχουσα σε αντήν ποίονμη ονοννώονση τηἔ ονοφοοοἐι ενπονο­οπἐψηι Ή οποία επμινεί από μία τέτοια βαση, τη βαση της υπέστατης αξίας της διαλλαγής, ώστε να δύναται να οδη­

­

­

¬

όόόνέ (βλ·ΠΟλιτιπ­ 3100) _ έκαναιαπό αποψη Οοόλογίαε φάσμα αναφοοαε στο ηθικό­ψυχολογικό πλαίσιο/Οσον αφοοόι τον όσο συμφωνία, βλ.Πολιτ. 441ε­4428 ποβλ. 430­431, 442­443 (εκεί όμως με αναφοοόι στα τοία μέοη της ψυχής). Το χωοίο όμως αυτό των Νόμων θέτει και ένα αλλο ζήτημα: αν εξ αοχής ποοβαλλει με έμφαση ως θεμελιώδη ποουπόθεση απόκτησης της αοετής τον εθι­ σμό, τη συνήθεια (‹‹εἰθίσθαι››, «ἐθῶν», «τεθοαμμένον››), τότε η γνώση τουλόιχι­ στον δεν είναι η μόνη ποούπόθεση της αοετής, όπως είχε υποστηοιχθεί μέσα από Τα γνωστα _ λεγόμενα _ όωμοατιπόι παοόιδοἔα ότι η αόειη είναι επιστη μη, γνώ­ για παοόιδειγμα /Ιόχ. 199ο­ε, Μένων ση, και ότι ουδείς εκών κακός. (Βλ. 7713­7813, ΓΟ@)%. 4601141, 4670­4680, 509θ, Πη̨ωταν. 3Δ5ό·©, 35813­Ω1, 361191­2, και _ με κοιτική στην εομηνεία του Ι. (}οιιΙο (1955) για ποόχειοα: Κ. Ε. Α1Ιεο (1960) Ο. Βεηιειε (1964), Ι.(ῖ.Β. Θοαἰιις (1973), 82­99, Ο. Νει1‹ΙπιὶΙ‹ἰεη αυτό το θέμα διατυπώνει τη μεθο­ (1973), και Τ.Μ. Ρειτοοτ (1973), ο οποίος ¬ στο ιίὁιο, 133

­

­

­
­

­,

­

οολονιπή ποοτοοη ννο οννολνπήι ποπ οχν μεμονωμένηι θεώοηοη των οωποοππών θέσεων ως πόόϋπόθεόη κατανόησης της σωκοατικης ψυχολογίας). Το ποόβλη μα που θέτεισε σχέση με το ποώτο σωκοατικό παοόιδοξο το χωοίο 6531›1­‹:1, ολοκλη­ οώνεται με το χωοίο 860­864 (κυοίως 8636:­864ο)· σε αυτό φαίνεται να τίθεται υπό

αίοεση η θέση που επιγοαφουν τα σωκοατικα παοαδοἔα, καθώς το αμαοτημα μποοείνο έχει ω§ πηνἠ οχν μονον την αγνοια, αλλά και ψυχολογικούς παοόιγόντεἑ (θνμοι νιοονήλ πον οοίἑοον Την οοιπἶα­ Εμφανἶἐονποπ λοιπον οιἰνόμόι να οιατο· πώνονν την αποψη ότι ο ψυχολογικό; παοαγοντας έχει πολύ μεγαλη σημασία και ότι η όννηθειαι Ο εθιομόἐι ειναι ο παπ εἔοκην τόόποἐ Χειοονώνηοηἐι Χονοιομοὐ του παοόιγοντα αυτού. Αν και η έμφαση στους Νόμους είναι ιδιαίτεοη, επειδή και θεμελιώδης αποψη θεωοείται και μεγαλη έκταση δίδεται στην επεξεογασία για επίτευξη της στην ποόιξη, ωστόσο έχει επισημανθεί ότι ποογενέστεοοι διόιλογοι

124

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΠΑΙΔΕΙΑ: Η ΔΙΑΛΛΑΓ Η ΩΣ ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΟ

125

πλαισιο μιας πολιτειας οπως αυτη που ειδαμε να ποαγματευεται το πλατωνικο φιλοσοφουν υποκειμενο, τοτε ειναι ευεξηγητο οτι

­_­­¬ἶ­
%

%

Ά

Ζ

#

%

#

­

αυτός θα συμφωνήσει με τις εν ὁιαλλαγή ηδονή και λύπη· η επίτεηἔη τη€ εηαλλαγηἔ τοη λόγοη πηοε την η ὀονη και τη λύπη σε ηθγηη γλώσσα σημαίνεφ όπως έχοημε δφαηῳβώσεφ την
7

ειιφσνἴἐσσν σνσλσνη σσσηιη (βλ·ΣσΦιστ­ 22”/σ·228σι Τσι­ 869879) σσσ γισ την
σημασίας 195 ®Ήνἠθε®®"ἕ= βλ· *ην άποψη 50" Π8ωταγόΘα (Ποωταγ. 351ι›2­3), αλλά καιτην πλατωνική (Πολιτ. 4Ζ9ε­ιι3Ο1›,Πο/ιιτικ. 3θ9ο­‹1). Πολύ μεγάλη υπήοξε η συζήτηση σχετικα με το κατά πόσον το χωοίο 860­864 και τα άλλα συνιστούν εγκαταλειψη της σωκοατικής πνευματοκοατίας που για διακήσυσσε ότι η άγνοια είναι η μόνη πηγή του κακού. Μελετητές όπως ποιοοιοειγμο ο Ζοιιοτ (131931), 137, ο σοοτροττ (51955), ΙΙΙ, , 258­259, ο ΒΚ. Βοοοτ (1945), 18­19, ο Ηοο1‹ιο1τ11(1946),118­120,ο σοτεοωεοῃε (1960), 155­156, μαλιστα ο8τειΙΙον (1983), 9, δέχονται μία τέτοια εξέλιξη στην πλατωνική σκέψη ο τελευταίος παοαπέμπει στα χωοία 689152­ο3, 875ει5­ε3, 886ει8­Β8, 86θο7­ε3, 731οΖ­7, 73Ζ‹18­733‹16. Αλλοι, όπως ο Ρ. 8Ι1οτογ (21968), Δ­5, και αογότεσα ο Ο° Βτ1ο11(1967),197,την αονήθηκαν, ενώο Β.Ι)ε111οε(1939),3Ζ1,θεωοείότισυνυ­ πάσχει η πνευματοκοατία με την ασυμβίβαστη ποος αυτήν άποψη ότι ο ψυχολογι­
®®ν®9(νώ91σ9 195

επίτευξη συμπάσης της αρετής· και αυτήν ακοιβώς τη γλώσσα χσησιμοποιεί εν ποοκειμένώ το φιλοσοφούν υποκείμενο για να επιγοάψει τον τελικό στόχο ποος τον οποίο κατευθύνεται η παι­ δεία οποία πάνω λόγο Με Ἐ©όπΟ όμως καθίσταῖω

­

­

­

­

­

"αλ λΌΪΕηἔ> πωἔ μεταίἶλβαζεταλ στο επιπεδο της πσωτης οιισθησης, στο επιπεδο που δεν εχει Ήπει­ σελθει ο λόγος, η ποοθετικότητα διαλλαγής του λόγου, ο λόγος της διοιλλαγης; Με τον τοόπσ που ποοαναφέοαμε όταν ομιλήσαμε για
Η

επῃευἶίτη αυτη

δλεχλλαγἶλ ηὀονηἔ

9

η

ωίολνωνια

σΌμ°β0λη

ησε πσσσνων ηση η σσνηθεισ πσίἐσσν σηιισνηησ σσλσ­ (Γισ σνσλσηηη ησσσνσσ· φή των απόψεων και άλλων μελετητών για το ίδιο θέμα, βλ. Ο“ Βτὶετι (1967), 196­ 197 σημ.18). Ειδικα για το δυσκολο (βλ. και 8τεΙΙεν (1983), 152­159) χωοιο 860­ 864, διατυπώθηκε από αοκετούςη άποψη ότι έοχεται σε αντίφαση ποος το χωοίο Πολιτ. 4ιι1ε1­Β8, όπου λέγεται ότιη άγνοια συνοδεύειτην αδικία, είναι μοοφή της οοιιιιος ηη. εῃἔιεεο (1921), 11, ιιω, οωιε (1935), 226­230 και ειεικο 227­229

­

­1 Β­ Ησσισσση (19(19λ 118929) σννίθειη ωστσσσ σσσηιη είχε σ Ο” Βσσσ στο τελευταίο τού άσκησε (1967),186­197 ειδικά 191­192 (1957), 81­87 κοιτικη ο θὀτἔετηιηεσε (1960), 136­140 και ο Τ. 8ειι11‹1ετε (1968): δεν ποόκειται για εγκατάλειψη και παοεπόμενη αντίφαση, αλλά για τοοπσποίηση (η γνώση είναι αναγκαία, αλλά όχι πλεον επαρκής συνθήκη για την αοετή, βλ.,στο ποβλ.η33). Για το ίδιο χωοίο των Νόμων, βλ. ακόμη Μ.Μ. ΜειοΙ‹ο11Ζἰο ίδιο, 434 (1981), 245­249, 1. σοι11ο(1955), 126­127, Α.νν.Η. Αο1ο11ε (1960), 304­311. Τέλος, οσισμένοι θεώσησαν ότι η μνεία της αμαθίας στο ποοαναφεοθέν χωοίο 6898 συνιστά ένδειἔη μη εγκατάλειψης της σωκοατικής πνευματοκοατίας· αυτοί

­

­,

­,

­

λεχθεί; ίοτι στο πλαίσιο της παιδείας εκείνης νιοι την οποίοι κάνει λόγο το πλατωνικό φιλοσοφούν υποκείμενο, της παιδείας που π©ωταΩχΜά στοχεύει στη διαλλαγη ηδονής και λὐπηἔ και τελικά επίτε ι̃ἑ ὁ λλ λ θ λ 9δ τη |Ὁ η Ψ αγης ΈΟΌ ολου πδἔοε 0ωτεἔ° εμε δω η§° καω̨λοἔι ελνω Ο Ωολοἔ τηἔ φαντασλαἔι εφοσον Οωτη _ θα το επα“ ναλοιβουμε οχι μονο δύναται να μετοιφεοει την ποοθετικοτητοι του πσάου λογισμού στην ηδονή καιτη λύπη, αλλά και να αποτελεί τον εχφα̨χστη̃ της ξηςχλλςχγής που θα διοικσίνει τη σχέση του ατόμοι̃) Οωτές επίπεδο σκέψηἔ· Το εοώι̃ημα έπεται
9 9 9

Τι

τηἶφαντασλαἦ

τοΐ

λ9 δ 9 Ογου με την η ονη

και τη

λ9

Όπη” με τη

Τι@Ο%ΌΤι'ιει λΟιΤιΟν Τελιῦιοι

μέσοι οιπσ Ολοι Οσοι μόλις έχσιιν

­

­

και το οποιο σε μλα Τω̨ωτη ΈΟΌ μο©φη ελχε η η τεθεί π©ΟηγΟΌ” μένωἔ _ είναι: Υπάθχεἰ μία τέτωα φαντασία ὁίαλλαλήἕἐ Και εφό­ σον ομιλούμε για φαντασία: Υπάρχει μια τέτοια παοάσταση της
__

,

,

,

,

,

εθμήνεσσσν την σμαθία ωἔ άγνσιαι έλλειψηι 99199919 γνώση5> 99θήἔ ὀόἔαἔδ

βλ·=

για παθάὀειγμαι Η­ ν9Π ΑΠΠΠἹ _ την άποψή του παθαθέίελ Ο Ο, ΒΠΘΠ (1958)= 466, ο οποίος και ασκεί κοιτική σε αυτήν (στο ιδιο, 467: το 689ε δηλώνει ότι η συμφωνία λόγου­επιθυμίας δεν είναι μόνον ποσιόν γνώσης αλλά και συνήθειας), ΚΕ. Οιιε111τ1ε11 (1958), Ζ91­Ζ95, Ιἰῦεητοε (1939), 321. Αντίθετα, ο 1. νι(ε1ε11 (1963), 55­57, σχολιάζοντας το χωοίο 689ε­ο, εύστοχα αναγνωοἴςει την διαφοοά : εδώ ποόκειται για αμαθία ως έλλειψη οοθού εθισμού των παθών· αυτή η διαφοσά

στο νοηματικό πεοιεχόμενσ κάτω από την επιφανεια της αυτής οοολογίας, είναι κατά τον ννεΙεΙ1 ­¬ αποτέλεσμα μιας εξελικτικής διαδικασίας από τον Πρωτα­ Υόἐγα ως Έως Νόμοϋς (βλη στο ω̃ιο, 33­59, όπου σχολιάζει και αυτός τα χωοία

­

Σοφιστ. ΖΖ7‹1­ΖΖ8ο, Ώμ 86ο κ.ε., Πολιτ. έιηιηιει­Ισ, και αναφέοεται στο πολυσχολια­ σμένο 439θ6_44083¦ στο οποίο τίθετοη για πηώτη φοθά το πθόβλημα τη§ ακΩα_ σως).

12

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ
·

ΠΑΙΔΕΙΑ: Η ΔΙΑΛΛΑΓ Η ΩΣ ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΟ

12?

ὁιαλλαγης ή, στην ορολογία του πλατωνικού φιλοσοφούντος υπο­ κειμένου και όχι μόνον αυτούῃ : υπάρχει μία τέτοια εικόνα της διαλλαγής; Εδώ χρειάζεται μία διευκρίνηση: υπάρχει η πραγμα­ τικότητα ή η δυνατότητα μιας τέτοιας εικόνας; Και αν υπάρχει η δυνατότητα, τότε ο ρόλος της παιδείας δε θα πρέπει να εστιάζεται στο να καταστήσει τη δυνατότητα αυτή επιτευκτή; Η κατεύθυνση προς την οποία στρέφεται το πλατωνικό φιλο­ σοφούν υποκείμενο για να απαντήσει στα ερωτήματα αυτά θα πρέπει να ανιχνευθεί κατ" αρχήν μέσα από ορισμένες διαπιστώ­ σεις στις οποίες αυτό προβαίνει. Το ίδιο λοιπόν μας πληροφορεί ότι η παιδεία για την οποία έχει γίνει ήδη λόγος, δηλαδη η επί­ για τευἔη της διαλλαγής ηδονής και λύπης, είναι κάτι το οποιο

­

­

εκ­
Αιιιειι (1962).

ρινότητα ηδονήςΖ78, θεσμοθετήθηκαν ¬ σύμφωνα με το πλατωνι­ κό φιλοσοφούν υποκείμενο οι εορτές279. Το ίδιο, για να αποδεί­ ξει280 ότι οι εορτές παίςουν αυτόν τον επανορθωτικό281 ρόλο, ανα­ φέρεται στην παρουσία του χορού, της όρχησης, της μουσικής, των ωδώνΖ82, και για να επιγράψουμε: στην παρουσία του αισθητικού κατά το χρόνο τέλεσής τους. Το αισθητικό ειναι ο φορέας της ηδο­ νης283 που λειπει από την καθημερινότητα του βίου, της επανορ­ θωτικής ηδονής. Αμέσως στη συνέχεια το πλατωνικό φιλοσοφούν υποκείμενο σπεύδει να υπογραμμίσει και κάτι άλλο για το αισθη­ τικό: σπεύδει να το ορίσει ως πρώτη παιδεια281· Τι σημαίνει όμως

­

783ϋ2ἔηΙ,;Εαἕρθοἑπἕλωτἕἑἑηι›ι2ιὲ›ρὲἶ¿ιοἐι5ἔιἐτΞ›ν. βλ. κυοιως,Νομ. 732ε­733‹τ1,782ιι.

καθἶ φοοα λογςωἔ που Οφεβλοντω σε η̨̃ι̃ἐγκεκω­ μένεἔ πεῳσῖάσελἔῃ _ δεν καθίστοπω ποἐα̨μαῃκότητα ' Οι λό­ γθι Ουνθψίζθνιαι σε έναν: ΤΟ «εα̃­ιι3'ιΟνΟν›› του βίου' Ο βίθη̨̃ Οω· και αρα απΟ ΈΟ Ου­ τός, που διακρίνεται από υπερβολή πόνου νώνη̨μό τηε, ΉπεΩβΟλή λΰπηε σύμφωνα με όσα γνωθίζουμε για
ὀΒαφΟ@ετΜ0Ό€

­

279. Βλ. Νόμ, 653‹:9­‹15. Στην περίπτωση αυτή δε μνημονεύεται μόνον ο Απόλλων, αλλά και ο Διόνυσος (πρβλ. 672ό)· γενικά στο δεύτερο βιβλίο, από αφορμή τον οίνο,τονίςεταιη θετική σημασία του Διονύσου, του οποίου «δωρεαν» (βλ. 6”/2:16) αποτελεί ο οίνος. Ο Ρλ/ἰσεὶτε (1958), 18, σημειώνει ότι περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο διάλογο αναγνωρίςεται η σημασία του Διονύσου στους

του ενδουποκειμενι­ την ανταγωνιστική λειτουργία των δυνάμεων ,
, ,

κού πεὀιοα δηλωνω τελωκα Όπε@βΟλΜη μη γεΉση,ιεω§ Οοιακα φυγή, της ηδονης. Ακριβως για να ικανοποιηθει αυτη η αδιαμ­ φισβητητη αναγκη πλήρωσης της ελλείιτονσαε απο την καθιιμε·

­

Ϊ

ι

Νόιισνε· για αναφορές στο Διονυσο, απαντώμενες σε αλλους διαλόγους, βλ.
280. Βλ.,στοιΰισ, 653α3­4: «ἐπανοοθῶνται». 281' Βλὴ Νόμ. 653ὀ5_6§

1.

___Π_­___­
274·

Πα

β ] _ για παοα ιιιαςιηνιατα οποωξ

και εικονας στον Πλάτωνα, (ἶμεῖηζεἶέενἔ ι̃ΐιντΞἶηΝἙ:(Ἐι̃|αῖΞῖ)€Φ!λἠβΟΌ αλλά Πολη­ θα ατἔθούν συνέχεια απού ἘΟΌ ,Λες λἔ ΟΘ ιε Σμ
ς

ε

| 6

,

ι

κ

9

®®γ"ε"

γ

Δἶνα

πέ ααπό τον Πλάτωνα βλ
Θ
Ο
7

και

και εικο φα̨ λακἔ. Ποῖ τόἕεἶύψςη̨ ̃ῖἔτἶἕιας μονοἔ νἑἴυΐν ω̃ἔ πολλὰ
7

ὅίω»
·

Ζζἑ· Βλκ
_

Ομςὁ
,

·

ο ­

.

μουσική ούτε άριστος πάντοτε γνώστης αυτών ήταν άλλωστε βλ. την ομολογία του Σωκράτη στην Πολιτεια ότι τις λεπτομέρειες αυτές τις αφήνει να τις πραγμα­

282. ελ., στο ιειε, 653ιι6­65ιιι5­ βλ. επισης στο ιαε, εικι­ειστε η χεεειιι είναι ο γενικότερος όρος για αυτές τις εκφάνσεις του αισθητικού, και πιο συγκε­ κριμένα: (Ι) ως προς τη φωνή: ρυθμός και αρμονία· (Η) ως προς την κίνηση του ί : θμός και σχήμα (βλ. 67206­673ε1). Για το περιεχόμενο της χορείας σωματος 91) και τι αυτη παριστα, βλ.σημ. Ι 409· για σχετικα χωρια­αναφορες των Νομων στους προαναφερθέντες όρους­εκφράσεις της χορείας, βλ. Κἰττετ (21985) 25­39. Όπως και· επανάληψη ιονσςιι Ο νν.τ›. Αιιιιειιειι (1966), 66, 67, 74, 91, ιοιι, 109, και (1955), σ Πλάτων δεν ενδιαφερόταν για τεχνικές λεπτομέρειες όσον αφορά τη

­

­

την αθηναϊκή πολιτεία τα όσα κατα­ αιτ.αῖι̃ἶ α μεταμπόνων πάντα και κινδύνων δι” όλου του̃ μαρτυρειο ι ης: ‹‹ ΚΩ` .ί τἕ! ουκυ ἰαδίδ ,Ν θ τ ι ι λαὐουσωη ἐλάχιστα τῶν υ̃ποω̨χὀντων δω τὸ ἀεὶ κτα̃σθω αιωνο ο ουσι και απο ιἔ τω ἄλλο ἠγείσθωἢ τὸ Έὰ ὁέοντα ποα̃ἔω ξὉμΦο©ἀν οὐχ σσον
277.
7

Σ

(ἶδω όἔ3σ9·

π βλ

ετικά

ε

ι . τευθει Ο Δαμων (βλ' 400Β1”ο3)°

και μ
.

ε ρ

ήσυχιαν ἀπράγμονα ή άσχολιαν επίπονον» (Α 70.8).
.
χ

ι

283' Βλ' Νὀμ° 654812 _ πθβλκ στο ίὁωλ 65484­5' 284. Βλ., στο ίδιο, 65Αε6­7: ‹‹παιδειαν... πρὼτην»· πρβλ., στο ιδιο, 67201­613, 783ε7­133. Παιδεία και χορεία (για αυτήν: βλ. σημ. Ι 282) είναι συνώνυμες έννοιες κ κ λ. 672ε5· πιοσυ κεκ ιμενα, λεκ εται οτι παιδεία της φωνής που στο εύει Υ Ο Υ η χ

­

·

128

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΠΑΙΔΕΙΑ: Η ΔΙΑΛΛΑΓΗ ΩΣ ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΟ

129

με Την εναόναηόνα η πανόεία θα αοέπεν όα νη§ όλεαηηἐ οηἔητηόηἐ όηλωοη τον νοίοο ηόόνηἑ ναν ναν, αόλην να όνόλεόεν όνην εααεηἔη όναλλανηἐ λόαηα όα θα πόόαεν _ ωἐ πόω̃νη αανόεία _ να λανηθεί θεαελνω­ ηανα την όώἐ ατο είαπεόό Τηἑ αόώνηἐ ανοθηόηἐἐ Σημαἰνα όητ ανόθη° νο νπόννενμένόα πλανωνηαόό φνλόόοφόόννόἐ

αννη η όηλωόην αν

εἔεΐαόθεί εν παόαλληλόν

απόψη Έόν αλλα 'αηό μπόόεἶ να λεαόνόνηόεν όλν μόνον ωἐ φόόέαἐ ηόόνηα νηἐ καν ωἐ πανόεία όναλλανηἑ ότό εαίαεόό τηἔ πόώνηἐ αίόθηόηα παιδεία εκείνη ηδονής και της λύπης, και τελικα ως η θεμελιώδης λόνόα ηόόνηἐ καν η απαόαίνητη ννα Έην εαίνενἔη Τηἐ όναλλανηἐ αηνη Την λόπηἐ­ Πα να ααόόόόόηαε ωότόόό να εννόηόόημε οι̃οίοθόοι̃εοη όηλωόη νόη φνλόόοφοόντόἐ νπόηεηλένόη _ την οποία ααν αοοναἔα!­να θα ποέαα ανη όόνέχενα να εἔεταοονμε οιοι̃ο που Το ἶόνο πόααεν ανόλοόθωἐῖ να εἔεναόόηαε ανα όενόα

αόόόεννίόεν από εαηενοναα όεόόμόνα να οποία ενείνό εααλένεννα μεναἔό εοαηνενααα καν να αυνόέόα _ με ένα όονόμένό τοόπό _ τους. Τό αοώτο από να όνόοίοία αννα εαφανἴόεταν ααοαλληλα με νη όη­ όείἔη νόη ανόθηαηόό ωἑ φόόέα ηόόνηἐ ηαν Την αόωθόότεόη δοκιμα­ θα συνέχεια στη και λωση. Πρώτα θα το αναφέρουμε,
σονμε να εἔεταοοομε αν αντο Το ναό ααο όόηνεί σε αλλα σνοαεία κόα πόνα είνα) όωνά· Το εν λόγω στονλείο ΤαΌτα̃9ετσ~ν με το πε©νε“ δεν χόμενο της εζής παρατήρησης: γενικα, καθε νεαρό ατομο Από όλα μπορεί να ησυχασε ι, αλλα κινείται και φωναζει συνεχώς.

ρυθμός και αρμονία. Η εκκαλυψη του αισθητικού αντίστοιχα βρίσκεται ακριβώς εκεί: στη δυνατότητα της αίσθησης του ρυθμού και της αρμονίας στην κίνηση και τη φωνή αντίστοιχα, αίσθηση όμως η οποία συνοδεύεται από ηὁονή285. Συνοψίζουμε: μόνον ο ανθρωπος μπορεί από το φυσικό να προχωρείστο αισθητικό, και να προσπορίζεται ηδονή από την επίτευξη αυτή· μόνον ο ανθρω­ πος έχει την αίσθηση του αισθητικού, το οποίο αναδύεται μέσα καίτη δυνατότητα κίνηση, φωνή από στοιχεία της φύσης του να γεύεται ηδονή από αΌτό286· Για να προχωρήσουμε όμως και να γνωρίσουμε καλύτερα, πέρα από την ανερμήνευτη ακόμη προσπόριση ηδονής που παρέ­ χει το αισθητικό, τη σχέση που αυτό το τελευταίο έχει προς το γνωστό πεδίο του ενδούποκειμενικού, θα πρέπεινα αναφερθούμε και σε αλλα στοιχεία τα οποία μεριμνα να συνδέσει με το αισθη­ τικό το πλατωνικό φιλοσοφούν υποκείμενο. Το μέσον που επιλέ­ γει το εν λόγω φιλοσοφούν υποκείμενο για να κανει τη σύνδεση αυτή είναι η παραδειγματική αναφορα στους πρεσβύτες287· ο πρε­ σβύτης, εξ ορισμού, είναι το ατομο που έχει κατ' αρχήν υποστεί εκφραζει τα αποτελέσματα της επιτακτικότη­ και επομένως

­

­

­,

­

­

την ακἶθηση της Οὶλωε τα ζωα)/μονον Ο ανθοωποἔ μποθει "Ρα εχει τό­ἔηἔ στην κννηση καν τη φωνη› καν ωπη η ταξη Ονομαζετω _
στην αρετή της ψυχή; ονομαἔοτοα μοοοοίην καν η πανόενα τόν όωμανοἕ πον στο” Μυηοη (1982) χρη­ χεύει στην αρετή του ονομάζεται όρχηοη (βλ. 673ε3­9). νν. πανόεναηη θεόη την όνμόαόνεί ηηόἶωἔ ηἑ ωόέἑ νόν Πννόαοοό ννα να αανανόηόεν στην αῳνωα δνωνοσννηἔ) τηἐ Χόόείαἐ (αναπτνἔη όωφόόόόνηα ανδόείαἔ "αν και αοα τη θέση ποο τηἐ οίοεν ο Πλατων ότόνἔ Νόμονἔό βλ·> στο "Νοε Ελλαδα ότόνἔ Ναμόνῶ βλ· Δο·89 _ ν­οοίωἐ 5ό·70­ Πα νη αημαόία τη§ ωόηἐ και Τόν λόόόό 493­502. (1922­1923Ὁ), Ο.Μ. δατἐοαυοἰ Ρι·:ΙΚἰ118 (1990), 27­46,

,

9

9

9

Χ

­

×

285. Βλ. Νόμ 653‹ι6­65485, εειιει­66587, 67308­εε, 81633­7. Για την πατρό­ τητα του ότι το νέο δεν μπορεί παρα να κινείται (653ι1): την αντίληψη αυτή ο Βονεηοε (1937), 176,την αποδίδειστους ΠυΘαγόρειους,οΜ. Ι3εΙειτε (1935), 7, Δ, την αποδίδω στο ΔΝ μόνοοο ναν ο Μ­ ΡΗΠΚ (βλ Βονοοοέ (1937), 176) στον Αοκο· τ και ότι στον ανθ ω­ είναι έ ότι ενικα κίν τα. Όσον α ο ατ ν απο πο υπαρχειἶγ εῖίσθη̨ση τοδρόυθμόύ (673δ]9­α5Ἰ)ἶ„ό Αηαετἕόἶτυ (1]966), 81, την αζιοἶιο­ γείώς πολύ σημαντική. Για αυτη τη σύνδεση φυσικών καταβολών και αισθητικούι υπό τη μορφη της θεμελίωοης των προϋποθέσεων για την εκκαλυφή του, βλ. πρόχειρα ¬ Κ.Ι. Κακούρη (1987), 30, 35­36, 49, 68, 122, 153­154, Αριστ. Ποιητ.

­

Μ48Β 6_9, Λοωὼαν­ Πεθίθθχ­ Ζ

­

νή από ορισμένες κινήσεις (ενέργειες) τους, αλλα αυτή δε θα είναιη ηδονή η προ­ ερχόμενη από το αισθητικό, την οποία γεύεται μόνον ο ανθρωπος, ο οποίος αλλω­ είναι δημιουργός του. από τα αλλα ζώα στε μόνος αυτός

286. Αυτή η διατύπωση δεν αποκλείει ότι και τα ζώα μπορεί να γεύονται ηδο­

­

­

].Β.

287. Βλ. Νόμ. 665ό1Ο­66606.

13θ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΠΑΙΔΕΙΑ: Η ΔΙΑΛΛΑΓΗ ΩΣ ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΟ

Ι3Ι

τας του βίου, το επίπονο του βίου. Το ατομο αυτό είναι η πλέον καταλληλη πεοίπτωση για να γίνει λόγος σχετικα με την αυστη­ οότητα, τη δυσθυμία, την υπεσβσλή της αιδους288: το ατομο αυτό εμφανἴἑεται αποόθυμο289 να έχει αίσθηση του αισθητικου ως δη μιουογός του, και είναι αποόθυμο γιατί αισχυνεται· είναι ανα­ μενόμενη με βαση όσα ήδη ννωοἴίουμε από Τα ποαηγαὐμεναῃ) απόοοοια της αισχυνης του αυτής η παοεμπόδιση ποσσπόοισης χαοας, ηδονής εκ του αισθητικου· εφόσον είναι δεδομένο, κατα το πλατωνικό φιλοσοφουν υποκείμενο, ότι η αισχυνη εμποδίςει την πσοσπόοιση ηδονής γενικα291, θα εμποδίςει την πσσσπόσιση ηδονής εκ του αισθητικουΖ92 συνκεκσιμένα· αοα, εμποδίζειτην αί­ σθηση δημιουονίας του αισθητικου, ή αλλοιώς: τη δημιουονία αί­ σθησης του αισθητικσυ. Ωστόσο υπόιοχει ένα σημείο για το οποίο θα ποέπει να κανουμε ιδιαίτεοο λόγο· η διαπίστωση υπαοξης και αοα νευ­ αδυναμίας δημιουογίας αίσθησης του αισθητικου σης ηδονής εκ του αισθητικου, είναι κατι που χοειαζεται να διευ­

­

­

κοινιστεί: να λέγεται αυτή η φοαση υπό την έννοια ότι ένα ατομο δε θα μποοουσε να είναι ὁημιουονός πσανματων στο χώοσ του αισθητικου κατι που θα του δημισυσνουσε βέβαια την αίσθηση του αισθητικου ή υπό την έννοια ότι δε θα μποοουσε να είναι θεατής ποανματων που ανήκουν στο χώσσ του αισθητικσυ έτσι ώστε να του δημιουσγείται η αίσθηση του αισθητικου κατα τη θέασή τους ή μήπως, εν τέλει, εννοουνται και τα δυο; Η απα­

­

­

­

­,

­

ντηση, όπως πσσκυπτει από την όλη αναφοοα του πλατωνικου φι­ λοσοφουντσς υποκειμένου στους ποεσβυτες, είναι πως αυτοί δεν μποοουν να έχουν αίσθηση του αισθητικσυ ως δημισυονοί· την έχουν μόνον ως θεατέςΖ93. Το σημείο αυτό της διευκοίνησης δεν είναι χωοίς σημασία· το αντίθετο: όπως θα δουμε στη συνέχεια, είναι πασα πολυ σημαντικό: συνεπαγεται μία σειοα από ζητή ματα το αν ο ανθοωπος είναι δημιουσγός ή μόνο θεατής του αισθητι­ κουἶ­Εκείνο ωστόσο που ποος το παοόν ενδιαφέοει είναι ότι ο ανθοωποε τηἔ τυπολονίαα̨ του ποεσβτη̨̃τη, Ο παθαδεινμαῃχόι πλη­
οως εκκοινωνικευμένος ανθοωπος της κοινωνίας της φυγής της

288. Βλ., στο ιδιο, 666ὶ›6, 666δ7, 66502­3, αντίστοιχα' για το ότι ποόκειται για υπεσβολή, βλ. επίσης 665ο1Ο (παοατίθεται στη οημ. Ι 292): είναι τέτοια η αιδώς ώστε Ήπἀοχειαπθυσω ηδονἴκ­ 289. Βλ.,στο ιυιο, 665ε11. 290. Βλ., 1.2.2.1
291­ Βλ­ι 1.2­2­Έ Πααάλλιιλαι μαθαίνονμε ότι είναι σώφεων (665ε3)' Ή σω· φσοσυνη του αυτή είναι σωφοσσυνη επιτακτικότητας, φυγής της ηδονής και όχι σωφοοσυνη της διαλλανής για αυτή την τελευταία, βλ., στο ιδιο, 673ε3­7· και ι . , , ι ι ι ασφαλως το πλατωνικο φιλσσοφουν υποκειμενσ θεωοει θετικοτατη την υπαοἔη φοόνησης, σωφσσσυνης σε αυτους (665εΙ1­5), αλλα φοόνησης, σωφοσσυνης ποο­ εοχομένης από τη μέθη που στοχευει στη διαλλανή (βλ. 673ο3­7), και όχι αυτής που τους διακοίνει· γιδ αυτό όπως θα δουμε στη συνέχεια ποστείνει ως απα­ οαίτητη νι' αυτους την πόση οίνου, έτσι ώστε να οδηνηθουν από τη σωφοοσυνη της επιτακτικότητας στη σωφοοσυνη της διαλλαγής. 292. Επαλήθευση του συμπεοασματος αυτου αποτελουν τα δυο στοιχεία που συγκσοτουν την πεοιγοαφή ενός τέτοιου ατόμου, το οποίο όταν υπό καθεστώς σνάνκης (βλ. 665 ε:2, 9) θα σδηγουνταν να συμμετάσχει στο αισθητικό, θα το έποαττε ‹‹ἀηὸω̃ς... και αἰσχυντηλω̃ς» (στο ιίὁιο, 665010 ποβλ. 665ο1­2).

η̨ἕἶηεςπἶἔηἔεἕἕἕἑ
μενο ατομο που ειναι σ νεος , δεν μποσει να ειναι δημιουονος αλλα μόνον θεατής του αισθητικου· μαλιστα, υπογσαμμΰςεται ότι όχι μόνο δυναται να λειτουονήσει ως θεατής, αλλα και σφοδοα επιθυμεί295, να είναι θεατής του αισθητικου· και το εοώτημα είναι: γωπί ά@αγε_
294

­

­

­

ἐκε­
295. Βλ. «πσθουντες

δου Η ε πιο συ γ κεκ Ο ι μ|ενα τι λε Υ εται Υ ια του 9 π 9εσβυτε € : ΧωΘΟνταλ2)6› γευονταλ ηὁονη ωἔ θεατεἔ του αλσθηῃκου θα πο” θθΰσαν πασα πολύ να είναι ικανΟί να τΟ δημιΟυ@°γΟΰν Οι ίδιοι και να Το γεὐοντας­ επεω̃ή δεν μποεωιύν όμως _ «μα όλομἔ τους λό­
7 7 7

ΑΞ

,

,

,

,

293. Βλ., στο ιδιο, 657ο5­ὀ7.

294. Βλ., στο ιδιο, 657ὀ1­7, όόέίοει­8, 666ει4­8.

­

και ασπαζομενοι» (στοιΰιο, 657ό5).

296. Βλ. «χαίσοντες» (στο ιδιο, 657α3).

132

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΠΑΙΔΕΙΑ: Η ΔΙΑΛΛΑΓΗ ΩΣ ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΟ

133

αναζητούν γους που ποοαναφέοαμε και τους χαοακτηοίςουν μνημονεύσαμε ότι τη θέαση του αισθητικού· γιατί; Γιατί γεύονται ηδονή κατα τη θέασή του· εν τούτοις δε λέγεται μόνον αυτό. ποω̨̃άλληλη με την αναφω̨ά στη γεύση ηὀονήἔ κατά τη θέα­

­

­,

­

νανανησεν το ανσθηνννο στον ανθσωπο ωἔ αημνονσνο κατ· Οχν _ μονον _ ωσ θεατή. θα παέπεν να παοαέξονμεα η αέανμνα αντή δεν ειναι μια από τις μέοιμνες αυτού του φιλοσοφούντος υποκειμέ­

σή του είναι και η πασατήστι̃ση ότι κατα τη θέαση αυτή επεκεί­ Ωετα! η νεότητα ΈΟΌ θεατή μέσω τηἐ μνἠμηἄιγ' Αλλτό Το τελωταω θα μποθοὐσε να θεωθηθεί η ποώτηΰ επβγῳμμαῃκή είναι αλήθεια;

ναν. είνα" θεαελτώαασ αέσνμναι ναν αντα νναα αν πσεσβντεἔ ντα τους οποιους γίνεἑτἑιι λόγος θα αποτελέσουν τους μόνους εκφοα­ στές της παιδείας 9, αυτούς οι οποίοι στοχεύουν στην εμπέδωση
νης δναλλανησ στο επνπἶδο τησ πσώτηἔ ανσθησησ "αν αν οποίον θα εχονν ως μεαο ννα να φεσονν ενα πέσαἔ το έσνο τονἔ το ατσθητταα τη δημιουσγια και οχι τη θεαση του αισθητικούααν. Επομένως, η παιδεία στοχεύει στο να καταστήσει τους ανθοώπους ικανούς να

απαντηση στο παοαμένον εοώτημα του πώς εομηνεύεται ότι το αι­ σθητικό ποοσποοίζει ηδονή στο δημιουογό ή στο θεατή του. Αν Οωτή είναι η πω̨ώτη απάντηση στο εν λόγω εοώτημολ πθοα̨ τα πού

θα έπ Ο επε να αναζητήσουμε τη συνέχεια η οποία θα οδηγούσε σε μία Ολοκληελωμένη απάνι̃ηση σε σχέση με το εοώτημα αυτό;

ειναι δημιουογοι και οχι (μονο) θεατες του αισθητικου· αλλωστε,
μανον νπο την ἶναονποθεαη ανα) φαννεναν να μποσεν να λεντονα νησεν/ωσ πανδενα αναλλανησ ανο εναπεαο τησ πσωτηἔ αναθηαηἔ· Ενχαμε Ομωσ ηδη σημενωαεν στα πσοηνονμενανν ανν η αννο­ ποσια ειναι ο παοαδειγματικος θεσμος που δηλωνει οτι ο λόγος της πολιτειας δεν ειναι λογος επιτακτικοτητας, φυγης της ηδονής, αλλα διαλλαγής ποος αυτήν. Ἀοα: οι φοοείς της παιδείας θα είναι
·

Ποοτείνουμε να παοαμείνουμε στο λόγο για τους ποεσβύτες, δο­ κι μ αζοντα ἔ να δού μ ε κατα πόσον η πλήοης διαλεύκανσή του βοη­ θα το στόχο που μόλις θέσαμε· η πσώτη έννοια η οποία εμφανί­ ζετω στη ὀιω̨εὐνηση πω) υπολείπεται, είναι Ο Οίνοἐ· Πώἔ όμωἐ εμφανίζετω Ο Οίνοε σῖο πῳσκήνιο ΈΟΌ λόγω; Το ε ώτ α Οωτό έ ει τη βαθύτ τά του ὀωόῃ η απάντησή ΈΟΌ είνω › η χ ημ Ο πως ο οίνος εμφανίςεται ως το φαομακον εκείνο που μποοεί να καταστήσει τον ποεσβύτη όχι θεατή του αισθητικού αλλα δη­ μιουογό του298·συμπεοασματικα,η αναφοοα στον οίνο δηλώνειτη μέωμνα ΈΟΌ πλατωνικού φγλοσοφου̃ντος Όποκειμένολλ να λα­

_ ιιεβι. (βλ. 664σ1­3) δημιουσγεί ποόβλημα στο Μ. νειιύτοιιττε (1954), 26· οσθα επισημαίνει η Τεευεειτ (1990), 248 ι ότι δεν υφίσταται κανένα ποόβλημα, υπενθυμίςοντας αυτό που αποτελεί ένα από τα κύοια γνωοίσματα της παιδείας στους Νόμους: ο Πλα­
298.

297. Βλ. «εἰς την νεότητα μνή μη ἐπεγεἰοειν» (στο ιδιο, 657σ6­7).

ει., στο ιυιο, εεευτ­ιο. Η ηλικια του χοεου αυτου

πειτε

Η­Η­_
τέλσἐ

φοαἶνς τησ σνοχενσησ επννενἔηἔ τησ αναλλανηἶ ηαΟνηἔ_λνπηἔ= κατ μεανμνα ωσ παναενα αηλωνεν Θα Ο λονοἔ αναἔ τετοναἔ πολννενασ ενναν λονοσ αναλλανηἔ πσοσ την ηαονη "αν τη λνση· ασκεί λοιπόν να επιτευχθεί ο στόχος της διαλλαγής σε επίπεδο ποώτης αίσθησης και, στη συνέχεια, με δεδομένο ότι ο λόγος θα
αννη
299­ Βλ. Νόιι 66309­66547·

νιιάοκει βέβαια αναφοοά και σε ταοονσία άλλων

αχοσῶν» πλην τον «λσσσν» των σσεσβντώα αλλα αντή ετνατ σεντεσενσνσσἔ ση­ μσστσἐ (βλ­7 στσ τστσ 66493­5› 6649540). σ κνστσἐ λσνσἐ σφτεσώνετστ στσν τσντσ ΧΟΩΘι στα θετικότατα στοιχεία του, στη θεοαπεία των υπεοβολών του, και

­

των συλλαμβάνει μια παιὁεια η οποια θα συνεχίζεται καθ' όλη τη διαρκεια του βιου όιοα και σε όσους είναι μεταξύ σαοαντα και εξήντα ετών. (Ο νεοὶτοιιττε εκλαμβανει το «ψυχας... νεωτἐοας» (6711›9­10) ως αναφοοα στους νέους, ενώ ποόκειται στην ποαγματικότητα για αναφοοα στην ψυ­ κατα την εομηνεία μας βλ. σχετικα και τη χολογική κατασταση που δημιουογείται εξαιτίας του οίνου σύμφωνη αποψη της Τεοιιεειτ (1990), 248.

­

­

­

­

_ πσν στη σννέλετσ θα στσάἔσσν ­7 ετνστ λσνσἐ ντσ τσ ατσθτὶτστστ ττσττήστστ σστστ­ βώἔ τον λσσσν αντσν­ (Σλετσττἶ ετττμσστνστσ μσἐ πσσσφέσετ άλλωστε τταττθ Χωσίσ σ59σ1“4 _ πσβλ· σ58σ1ἠ5)­ Γτσ τσ λσσσ σστσ των ττσεσβντώνι τσν Δτσνσσσνι βλ·
Εσἔτσσσ (1921)›
Ι7

_

σ σλσέ λσνσἐ ντα τσ κσττήστσ τσσ σστσσετττσν στσθηττττσν (σσσσν­67185)

313­315› Μσσσνν (19σ0σ)› 312818­

300· Βλ­ Νσμ· 812928­ 3Ο1.Βλ. 1.2.2.1.

13ιι

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΠΑΙΔΕΙΑ: Η ΔΙΑΛΛΑΓΗ ΩΣ ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΟ

135

ειναι λόγος διαλλαγής, θα υπόιοξει η επιτευξη του τελικού στόχου· η διαλλαγή λόγου, ηδονής και λύπης. Ποιο ειναι ωστόσο το ήδη

γνωστό μέσο που αναφέοαμε ότι χοησιμοποιει ο ποαος λογισμός για να επιτύχει αυτή τη διαλλαγή του ποος την ηδονή και τη λύπη, που ειναι συνυφασμένη με τη διιιλλαγή ηδονής και λύπης; Η φαν­ τασια· αυτή θα ποέπει, για να υπηοετει τον ποαο λογισμό, να επι­ ή τοέπει τη γεύση της ηδονής και όχι μόνον τη γεύση λύπης λύπης· μεγόιλης τη γεύση πεοιττωση, οοιακή έστω, σε λιγότεοο ποιοι ειναι όμως η σχεση του όινου και του αισθητικού ποος τη τοος τον επαναποοσδιοοισμό του φαντασια) και _ επομένως οόλου της τελευταιας; Διόλου δεν μποσει πλέον να παοαμεινει στο πεοιθώοιο ένα τέτοιο εοώτημα, καθώς βλέπουμε ότι το πλα­ τωνικό φιλοσοφούν υποκειμενο ττοοτεινει τον οινο, την οινοποσια του αισθητικού ως θεσμούς όχι τη θέαση και τη δημιουογια που θα έχει στην υπησεσια του ο ποόιος λογισμός ποοκειμένου να στο επιπεδο της επιτύχει τη διαλλαγή, τη διαλλαγή βέβαια παιξει η φαντα­ σόλο θεμελιώδη ωστόσο ποώτης αισθησης, όπου επαναποοσδιοοισμός ο στην πεσιπτωστ αυτή σια και αοα του οόλου της φαντασιας. Το εοώτημα καθισταται ακόμη πιο ενὀωαφέοον χαθώἔ δλαπλστώνοσμε ό­Η τόσο Ο Οίνοἔ όσο χο" το ας ΘΌ· Οιιόθητικό ιτόόόποόιξόυν ηδοντ, ιιόιτι ΤΕΟΉ όμως έχει μηθοὐμε _ αναλάβει επίσηἔ ναφέοει εις πέθοις η φαντασια εχει­ νη η οποία θα έχει τεθεί στην Όπηθεσία ΈΟΉ πΩάΟΌ λογισμοῦ­ εθωτήμοποἔ αυτού βοηθήσει σι̃ο να /Ισωἐ μἀλισ­Εα απάντηση

­

­

­

­

­

­

­

δεν έχουν φέοαμε, λέγεται ότι ειναι δημιουογοι του αισθητικού για τους οποιους αναγκη από τον οινο, ενώ οι ποεσβύτες εξισου παοαδειγματικα βεβαιώνεται ότι ειναι μόνο θεατές του τον χοειόιξονται για να γινουν δη μιουσγοι του3®Ζ. Τι αισθητικού ως το φέοει λοιπόν στον όινθοωπο ο οινος και τι το αισθητικό σημειο τουλαχιστον που ο λόγος για το δεύτεσο παοακολουθει το μειώνει ποομνημονεύσαμε ότι λόγο για το ποώτο; Ο οινος της δόξας λύπης, και αυξάνει την δηλαδή τη δύναμη την αισχύνη, ηδονή του ανθοώπου3®3· αυτό δεν ειναι παοαξενο, διότι η μειωση της δύναμης της δόξας λύπης ωθει σε διαφοοετικές πράξεις, που πσοσποσιξουν ηδονή, αλλά και οδηγει στην αύξηση της δύναμης της δόξας ηδονής· έτσι λοιπόν διόλου δεν ξενιξει, αλλα αντιθετα μποοει και εομηνεύεται, η δήλωση ότι ένα από τα αποτελέσματα του οινου ειναι η αύξηση της φαντασιακής δύναμης304: ποόκειται για την αύξηση της δύναμης φαντασιακής γεύσης ηδονής. Πασόιλληλα όμως ειχε λεχθεικόιτι που παοαμένειανεομήνευ­ το: ότι ο ανθοωπος καθώς εγκαταλειπει τις αντιλήψεις του, τις μνήμες του, τις φοονήσεις και τις εμπειοιες3®5 του εκκοινωνικευ­

­

­

­

­

­

­

­

εομηνευθει ολοκληοωμενα κατι για το οποιο εχει/ ο ει υπαινι­ κΐικά σχεδόν μία πθωτη απάνΤθση› το πωἔ δηλαδη εθμηνευεταλ ότι τΟ αισθητικό πόόσποοιζει ηδονή στο θτιμιόυόγο η ότΟ θεοιτη
ἘΟΉ·

/

|

ὁ θ |

Για τους νέους, βλ. Νόμ. 666ε3­8, και ποβλ. γιατους ποεσβύτες, στο ιδιο, Ἑτσι επιβεβαιώνεται και λαμβόινει ουγκεκοιμένο πεοιεχόμενοηκατα­ φατική απαντηση την οποια διδειτο πλατωνικό φιλοσοφούν υποκειμενο στο εσώ­ τημα που το ιδιο ειχε θέσει σχετικα με το|αν ο οινος έχει μεγόιλης σημιασιας ωφέ­ λειαἱαλλη, πεοα απο αυτην που διακοιβωσαμε στο 1.Ζ;Ζ.1· για το εοωτημα αυτο, καθως επισης και για την ποοειδοποιηση οσον αφοσα την ποοσοχη που χοεια­ ζετωη σχεῃπή αναζήῖηση απάντησω βλ. Νόμ. 65281_Ό2.
302.

666δΖ­οΖ.

θα ῖω̨̃έπει να έχΟΌμε ως σημείο ΜΜΕ­ ι νησηἔ την Βσοεωναμία ΈΟὉ ου̃/ΟὉ με τη δημιοι̃ω̨γ ία ἘΟΉ Οωσθητωωυ' Ποόιγματι, για το πλατωνικό φιιοσοφούν υποκειμενο, η δημιουσ­ για του αισθητικού φέοει στον ἀνθοωπο ό,τι και ο οινος· γι' αυτο για τους οποιους παοαδειγματικα, όπως ποοανα­ και οι νέοι

Για

απάντησή

303. Βλ. 1.Ζ.Ζ.1· στη συγκεκσιμένη πεοιπτωση των πσεσβυτών λέγεται ότι «μαλακώτεοὸν τε ἐκ σκλησοτἐσου τὸ τῆς ψυχής ἦθος» (στο ίδιοι 666θ9­ο1), οσο­ λογια μιας μεταφοοόις που μας/πασαπέμπει στο χωοιο εκεινο όπου αυτή η μετα­ φοοα εμφανΰξει και το αντικειμενο της:|βλ. στο ιὁια|733ε6­ἶ34ε2 (το πασαθε­ τουμε στο 1.Ζ.2.1)· επομενως, οσον αφοοα τους ποεσβυτες, ο οινος στοχεύει στην επιτευξη της ενδοϋποκειμενικής διαλλαγής (βλ. και το σχολιασμό του χωοιου στο
1_2.2'1_)_

­

304. Βλ. 1.2.2.1.

305¬Βλ­Οτιμ· Ι229­

136

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΗΡΕΛΛΗΣ

μενου εαυτού, και αυξάνει τη δύναμη της γεύσης φαντασιακής ηδονής, «άφικνειται» «εἰς ταύτὸν››3®Ξ(Ξ9την «εξιν››307 και άλλης της «ψυχή ς»3®8 όταν ήταν πάσα πολύ μικοσ παιδι Πλιιθσφοτ Ωοήμοιστε ότι γινεται εμβ0λἠ310 του εαυι̃ῖθΰ ΈΟΌ ενήλικοι σλἶην Οιπώ° τατή παιδική ηλικια, στην ψυχσπνευματική τσυ κατασταση της ποώτης αυτής πεοιόδου της ζωής του· ή, καλύτεοα, ας αντιστοέ­

­

­

­

εζ­
κυόιως λόγους; (οι)

ΗΑιΔειΑ± Η ΔΙΑΛΛΑΓΗ σε ΑΝΑιΣοΗτΗ‹ο

οτ

ειναι σφοοέας της επιθύμιας312 πλήοωσης της κένωσης,

ο φοοέας επιθυμιας της ηδονης313· στους Νομούς πλεον314 μαθαινουμε κατι

312. Βλ., στο ιιὁιο, 356Ι›11­01, και 35‹:ἰ1­2· για το θέμα αυτό, που αφοσούσε την πλήοωση, κένωση, μνήμη, επιθυμια, βλ. το σχολιασμό του εναοκτήοιου χωοιου

,

,

ι

(35σ6·1θ)σ1εσκειιαήεσνἔιι̃αισἔξεαιισισν Ι­Μ­Ι­σσ (19σ6)­ Θα ασαισιαα σιιιιειώ·

κ

_

‹‹

››

Ο

εμβολἠ τηἔ απώταῃἶἔ πωὁῃΰηἔ ηλἰκιαἔ στο χα”/Ο τηἔ %αθηι“εΩ“|0_ τῃτοις του ενήλικα. Η σύνδεση μεΐοιἔὐ Τηἔ Οώἔησηἔ τηἔ φαντἶ” σιακής δυνατότητας γεύσης της ηδονής και της εμβολής του ενη ι­ κα στην απώτατη παιδική ηλικια δεν ειναι τυχαια· για ναδειχθει
Ολοκληοωση Έηἔ _­› θα μ­εἶιλφεθθολλμε σλἶον ισοδυλίαμο Ογο γλα τΟ αισθἴιι̃ιιιό. Είχαμε ήδη σημειώσει 6" το ωσθητλκο π@ΟσπΟ@α̃σελ χασα, ηδσνή σ°Ε0 θεατή τθυ, γιατι μας επεγεισει τη νεόι̃ηῖα μέσω όπως ποομνημονεύ­ της μνήμης· ας ποοχωοήσουμε: η νεότητα ειναι ικανή για τη δημιουογια αισθητικού, επομένως ει­ σαμε ι ι κ × ο ι ' επ εια του οι­ υνα ο τ νο" Μανη να εππυχελ ΟΠΕ χω το [σοῦ μ , ηἐ” η ,ηθ , , , νου: την εμβολη στην απωτατη παιδικη ηλικια τελικα, τοσο η θεα

τειο λέγεται ότι το αισθητικό «ἐχείοει» το επιθυμητικό, τις επιθυμιες (βλ. 6Ο5δ3 και γενικά 603­606), όπως επισης διόλου τυχαια και ο ύπνος (βλ. 571ο3 και γενικό 571ι›­ο).

­

­

­ ­

αν ­

ι τινι δεσ ιι
­

]ἔΓλ­/Φιλια ?>5σ›ἶ·11° ιισβλὲ­δη̨̃ιι 78202­7ὲἶ3ε1.

ιυιιιιειιιιττιπιειτι.ιιιιι0ι.;ιι:τιι::ιιιι:::.ι:ιτιτιτεει
Κατ αόχήν οτό Φμιγβο μελετάται ενὀελεχώς η ηδονή, όιόα αναγνωσιἑιιαι ιι σημασια ιιιε για ισ βισ ισσ ανθσαιισιι σημασια ισ ιιενιθσε τικ δεδομενο στους Νομούς. (β) Θεωοειται απαοαιτητη για το βιο του Οποωἔ "νο"
ανθ ο ωπου η αισθ ιι τικα εννοου ιι εν ιι (βλ. Φιλ ιιβ. 61ο κ.ε.) ιι ιη̨̃ η η δον πε και α ν αθο ν. δηλαδή έχουμε ένα βαθμό ποοεωπόνιση ωσθηΜή€ παοάστασηςς
μΰςης ηδονής και αγαθού που απαντάμε στους Νόμους. (γ) Εοευνάται για ποώτη φοοά και υπογοαμμίςεται η σημασια της εικόνας­δόξας ως φοοέα ηδονής (η

θιγουμε στο κεφάλαιο αυτό και τα οποια πσοιγαατεύεται ο Πλάτων στο Φιλιιβο και τους Νόμους, μας οδηγούν στο συμπέοασμα ότι ο Φιληβος ειναι στενά συν­ δεδεμένος με τους Νόμους, σε βαθμό ανάλογο του Πολιτικού, και αυτό για τοεις

­

ση όσο

και η ὀημλΟΉ@γία ΈΟΌ αισθητικοὐ σλλνλστουν εμβολη στην αυ̃ιώτατή παιδική ηλικια, μέσω της μνήμης. Αυτή την τελευταια αναφοοά θα ποέπει να την ποοσέξουμε: αν η εμπειοια, ως παοου­ σω κένωσηε εξ Οῳσμοὐ τηε επΒθυμως311 δεν μπΟΟεί να ­Εελει̃παίας μνή δη Φᾶηβο­_)
Ξ
¬

ιισσσιισιιθιἶιιειιι̃ ως ισκσσνσα σιην ιισσιιιιωσιι ασιιι̃ σαφήσ σιαἶισιση ιισσσιισσισηε ηδονης/απο φυσικη πλήοωση και απο δοξα/εικονα ηδονης, ειναι εἔαιοετικα ση­ μαντικη και για τη συνεχεια, τους Νομους)· η επιγνωση αυτης της σημασιας της εικονας/δοξας, ειναι δεδομενη στους Νομούς, καθως ειναι αύτη η ιδια που υπο­
στηοιζει/εομηνεύει τη σημασια της εικαστικής/μιμητικής στην καθημεοινότητα ενός βιου σχετικά με τον οποιο, παοάλληλα, λέγεται ότι θα έχει αναγνωοισει τη σημασια της ηδονής για την κοιθημεοινότητά τον αυτή Σνμπεοαοματικά λοιπόν θα λέγαμε, συνδυάζοντας όσα παοατηοήσαμε για άλλους διαλόγους, τον Πολι­ τικό καιτον Τιμοιιο συγκεκοιμένα, ότι: (ι) ΟΠολιτικός και οιΝόμοι συνιστούν μια ενιαια ποοβληματική που αφοοά τη διαφοοά· εξέλιξη της ποοβληματικής αυτής ειναι οι Νόμοι. (ιι) Οι Νόμοι δεν ειναι κατανοητοί ως ποος την ποοβληματική της ηδονής και της εικαστικής/μιμητικής της καθημεοινότητας, καθώς επισης και ως ποος την αισθητική πόοόπτική στη σχέση­διαφοοά ηδονής και λόγου (συμπε­ οιλαμβανομένου καιτου ηθικού), αν δεν εννοήσουμε ότι αμέσως ποιν έχει ποσ­

_„_ἶ.._._.­ Ι
306. Βλ. Οιημ.

230­

307. Βλ. σημ­

Ι 231.

308. Βλ. σημ­ 1232.
309_

Βλ. σημ 1233· ποβλ. Νόμ. 666δ”7.

310. Βλ. ‹‹ἑκοντα... ἑαυτὸν ἐμόάλλειν» (στο ιδιο, 6­ι6ο5­6)· ποβλ., στο ιδιο,

67Ζι›5­6. 311. Βλ. Φᾶηβ. 358 367

χω 35Μ_5­

138

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΑΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΠΑΙΔΕΙΑ: Η ΔΙΑΛΛΑΓ Η ΩΣ ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΟ
α

139

π91Ω91π91νω› ΜΠΕ παΘ91/πολν

Ἐί σημανννκο 9" η μνηλἔλ ανάηἑι ν · Ωεαέ Τηέ ελίἰθυμλαἔι ανανεταϋ Μ" _ επομενωἔ Αν ς
ς

ς

ς

ό

αυτίοσῖ ο­
ν

ηγηθεί η πθσβλημσμμἠ τσσ Φαηβσσ σε σχεση τοσο με το Θέματα οτυτοτ ­κοτθσυτα όσο κατ με θέματα που εννενώς συνδέοντατ με τα ποοαναφεοθεντα. (ιττ) Ο Τι­ μαιος δείχνετ να ποοηνείτατ των Νόμων σε οοτσμένα θέματα (χωοα, οολος της

δόξας ως δταμεσολαμουσης μεταξυ ηδονής κατ λονου, βτατη επίλυση του δυσμετ­ κτου της δταφοοας). Αοα­ μυοτως οΠολιτικος, ο Φιληβος, αλλα κατ ο Τιμαιοἔτ συ: φοοα ντστουν οοτσμενες επτμέοους ποοβληματτκές που εμφανίςοντατ ντα ποωτη Νόμους. στους εξελτνμένες κατ δεδομένες είνατ κατ οοτρτιε στο πλατωντκό οτνοτφεοθετ στο Φικηβο, τον Πολιτικό έστω κατ ουνοπττκα (Εχοντας λοτπον καττον Τιμαιο, κατ ποανματευόμενοτ αναλυττκότ οοτσμένες θεματτκες των Νόμων, ο δεν μποοουμε δτόλου να αποδεχθουμε την ότποψη του Ε. όεε ΡΙετοοε (1929), 34, πτο τόσο Πλόττωνα, του έονο ένα είνατ ώοτμο πτο όσο όττ δταδεβαίωνε οποίος

9 απωτατη παιὁικη ηλικια, αοα η μνημη αυτη ετνατ φοοεας της επτ­ θυμτας να νευτουμε μία ηδονή της απώτατης πατδτκης ηλτκίας. Συνχοονως πληοοφοοουμαστε όττ εξαττίας της αύξησης της φα­ νταοτακης δυναμης/που επττελείτατ κατα/την επη̃οετα του οίνου καί, αυνεπως, κατα τη δημτθυῷντα η θεαση ΈΟΌ ατΟθη°ττ%Ου επττυνχανετατ νεὐαη της ηδΟνής, νευόμασι̃ῖε °ηδΟνή° πΟτα όμως επνθΌμία πλήα̨υση ηδονή; Την ηδονή εκείνη πον ζητά άα̨χ κατά πάπονο όπο ένεν δνε /_
1

/1

τα

,

­,

­

τ

Ο

μ

Θε

­

­

πολυ του λετπετ η «δοοστα της φανταστας››). Γτα όσους ασχολουντατ με τη χοονολόνηση των δταλόνων, θα ποέπετ να οημετώσουμε όττντα τους πλείστους όσους χοηστμοποτουν υφολοντκότ κοττήοτα,ο Φιληβος μεοολοβετμεταςυ Πολιτικου κοττΝομωτ× (βλτην επτοκοπηση του Βττιοό­
Ο νκοοἀ (1990)) 3948, υωυι̃ σννόψτση­σνμπέεασμασον τδίον ίστθ ίὁιθι 2^9ῖ25Ζ))' το τδτο κατ Η. Ομοτττὶεε (1957) δτατυπώνετ, επίσης, μία αναλονηυποθεση μελετητές όπως ο Ουτδτιο κατ ο Βοεε (σχεττκότ με αυτους, βλ.Ο.Β. Εεόςετ (1989), ετ». Ωστοσο, ο τεοςετ (1990), 205­206, στο στο τττστοτο κσττηστωτ ττττουμενος,

­

Ο έχετ την αποψη όττ ο Φιληβος ποοηνείτατ του Σοφιστή κατ του Πολιτικού. του οτποψετς φτλοοοφτκές ττς οττροοουν που Β.Α.Η.ννοτοττ1ο1σ (1980), με κοττηοτοτ

Πλα̃τωνα στον εν λόνω διάλογο (βλτ στο ίὁιθι Ζ76·299λ υαταλήνετ σε μία κοο· νολόνηση του δταλόνου η οποία τον τοποθετεί ποτν τον Παομενιΰη κατ το Θεαί­ τητο, μετα την Πολιτεια, μαζί με το Φαιδοο καττον Τιμαιο· έτστ, εναομονίςετατ ως με σημείο εκκίνησης ένα βαθμό ως ποος τη χοονολόνηση οοτσμένων δταλόνων αφοοουσαν­είχαν που (1953) Οννειτ του ΟΒΙ.. ττς απόψετς ¬, με όμως το Φιληβο σημείο εκκίνηοηςτον Τιμαιο (βλ. σημ. Ι 49). Ο Ε.Βἰ11ὶς(19ΖΟ), ουνδέετ (βλ. σημ.Ι με το Ζ9) τα δυο ποώτα βτβλία των Νόμων με τον Πολιτικό, κατ τα υπόλοτπα δέκα Βτ1Ιτς αποτμετς/ ττς τόσο παοουστότσετ έχοντας Φίληβο. Ο Βτετιτόννοοἀ (1990),/ΖΟ6, ο κατ Κε1ιιε1τετόσο κατ ττς κοτττκες ντα αυτες, καταληνετ στο συμπεοασμα οττ ίσως να νοαφτηκε συνχοονως με τα ποωτα οπως, τσως, κατ ο Πολιτικος Φιληβος βτβκτσ των Νόμων. Τελος, ο Τττοετοττ (1982), 203, Θεωοεί ποοβληματτκή τη Οκέσυ του Φιλἠβου με τους Νόμους: την ίδτα εποχή με το Φιληβο, ή καπως αονότεοα ενώ σε μετανενεστεοο μελετημα του πήοαν την τελτκή τους μοοφή οτ Νόμοι όπως παοαδοστακότ οτ υφομετοτκες ((1989), ΖΟ) αοκείτατ στο να τοποθετήσετ

­

­

­

­ ­

­

­­σε
­

Ονννε στη σὉνελεΕα› νευομαστε/μια ηδοννἰ τηἔ αποἶτατηἔ παω̃ννηἔ ηλτκτας. Τα εοωτηματα που πλεον ποοβαλλουν ετνατ: ποτα είνατ ςχῃτη η ηδονή της παω̃νκήε ηλυκίαἔ; Πώε η επνθΌμία πλήοωσής της Μνητοπονείταν στη μνήμη) καν με πονο ,ω̨όπο επντννχάνεταν πλή­ ανσθητνκό; μέσα από Ωωσή Υπά έ α λ1 λ 9 λ , ῳί ναἔ αλω̨μη Ονοἔ του Τ ατωνννον φν Οσοφσυντοἔ Όπολλενμενοι̃λ ΤΕΟΌ φαννετω να συνδεεται με Το ωσθηΉ%ό› λίαν συνκεκοτμενα μας επαναφέοετ σε αυτό που στην εκκίνηση του όλου λόνου μας ντα το ατσθηττκό είχαμε αναφέοετ: θυμίςουμε όττ νεοω̨ά άτομα δεν είχαμε κάνω λόγο νν (1 το νενονόε ότν νεννχά , άσΟΉν αλλ , ούν 9/ ®9ν99ν199 κα) φωναἔῳν μονον η Χ 11 9 Ολἔωἔ Ο ανθθωποἔ απο Ολα τα ζωα μποἕεν καν εχεννην ανσθηση τηἔ ταἔης στην κίνηση κατ στη φωνή τότξη που ονομότζετατ, αντί­ στοτχα, ουθμός κατ αομονία. Είχαμε επίσης αναφέοετ όττ κατα η ενκάλνψη της μονω­ το πλατωννπό φνλοσοφονν ,υποκείμενο 9 ανσθ τνκοὐ ίσκετα 1 την ανσθηση τον Ωνθμον καν τηἔ β@ ν η ηελ αΩμε)ννα§› ανσθηση η οπονα σννοὀεὐεταν από ηδονή· Σε Οωτή την ενκαλλ­λψη τον Οωσθητννον επανεθχε­Εαν Ο λονοἔ πω) θα εἔετά­ σΟΌμ8, Φίαθώς Ομτλεί ντα την απώῖαι̃η πατδτϋίή ηλτϋτία, π8@ίΟδΟ ΠΟΌ θεωσεί τΟ πλατωντπό φτλΟΟΟφ0ὐν υπΟ%ΕίμενΟ όττ ποέπετ να απο­ πανὀείοη̨ πλαίσνο τελέσεν αννννείμενο πθανμάτενσηε
=

­

­

α

7

ποοσεννίσετς το Φιληβο μεταἔυ Πολιτικού κατΝόμων. Αμφίβολος, τέλος, είνατ κατ ο $τετΠον (1983), 59: ίσως ο Φιληβος νοαφτηκε με μτκοἠ χοοντκή απόσταση από τους Νόμους.

140

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΠΑΙΔΕΙΑ: Η ΔΙΑΛΛΑΓΗ ΩΣ ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΟ

141

οογμεμοιμένο τηἔ ποώοηἔ ποοοείοο η οποία αποτελει Το κατ εξοχήν αντικείμενο που σχεδόν αποκλειστικα απασχολειατο φι­ λοσοφθὐν Όπθμείμενο οταν οτοέφελ την ποοοολή Έοο οῖο οεμο τηἔ παιδείας. Ο άνθοωποἔ _ πληοοφοοοομοοτε οο1οἘο πλομἶωνμίο φλλοοο­ φοιη̨̃γ υποκείμενο στη βοεφική ηλικία, ΟΤΠ7 πεοίοοο 111€ ποωἶηἔ οἶοοηοηἔι ολλ μονο οεν έλελ ονοπτοἔει Ήἔ νοηοκέἔ λεοοοογιἶο και τη δυνατότητα οοθολογικής σκέψης315,αλλόι δεν έχει αναπτυ­ ζει ουτε τη γλωσσική ικανότηταοο βοίσκεται σε ένα ποολογικο, ποογλωσσικό σταδιο. Πώς μποοουμε να ομιλουμε λοιπον για παι­ δείθι στην πεοἶμτωοη οοτήἐ ΑοΈο είνομ Έο εύλογο εοωτημο τοο συνομιλητή του πλατωνικου φιλοσοφουντος υποκειμενουοῃ· για να μιλήσουμε πιο αναλυτικά, ποόκειται για την αποοια να κατα­ νοηοεί με ποιο τοοποι μομοπο ποίεἐ οονοήμοἐι θα λεποοογηοελμ παιδευτική διαδικασία σε πλαίσιο ποολογικό και ποογλωσσικο, και ποιο θα καθοοιζόι̃αν ωἐ Το πεο1=ελομενο› το ονμμελμενο τηἔ διαδικασίας αυτής. Το φιλοοοφοον οπομείμενο μοἔ μοθωῖοι Υνωοῖο ομ οτο πλομ: ολο 1119 ποώμι̃ἐ οίοθλι̃οηἔ ολο οποίο ζεί ο ονθοωποἑ οτη βοεἔοοοι̃ τοο ηλομῳ λελτοοογοί ποολογμίομ με βάοη την ηοονή Μο" τη λοπη­ παογχωσσιχό «ὀἠλωμα››318, «σημεῖον»319 για την ηδονή /που ωεοει

συμφωνα με το πλατωνικό φιλοσοφουν υποκείμενο είναι η «ἐδωδὴ» καιη «πόσις››321· και μέσα ικανοποίησής τους είναιητι­ θῆνηση ανα η α̨ανηαηοτ. η αθήνηαη ενναν δεδομένα νηα πα) αοννη̃ε

­

­,

­

εμπειοίας ότι συγκεοόιζει την πλήοωση και των δυο αυτών επιθυ­ μιών· η κίνηση όμως; Το πλατωνικό φιλοσοφουν υποκείμενο σπευδει στην ποοκειμένη πεοίπτωσηγ να επικαλεσθεί τα δεδο­ μένα της ε μπειοίας για να καταδείξει το οοθόν της αποψής του ότι όχι μόνον η τιθήνηση αλλόι και η κίνηση ποοσφέοουν πλήοωση της επιθυμίας, ηδονή: το βοέφος σιγα και στις δυο πεοιπτώσειἔοεν Μετα από να δεδομένα αννα η παοηνηθεναα εαώνηαη αχενναα με την νανηαη λααβανεν την εξήα αααφή: αν η παααφοαα νηα̨ νναας τοοφής μέσω της τίτθης εξηγεί την πλήοωση των δυο αυτών επι­ θυμγώνν την πθόχληση ηδονής, η κίνηση πώς οδηγεί στην πλήοωση αννα; Πανν παοχωαήαανμε στην εξέταση νηα νννηαηα όπως την πεοιγοόιφει το πλατωνικό φιλοσοφουν υποκείμενο, και διεοευ­ νήαονμε να πααεννααενα ααα ναν τη σημασία νονα ενέανενεα
που συνοψίζουν την ποοσπαθεια να εομηνευσουμε την ισοδυνα­ μία της ποος την τιθήνηση ως ποος την ποοσφοοόι ηδονής

νααα

ποοτείνουμε για λόγους μεθοδολογικους να ποαγματευθου­ με οοισμένα ακόμη στοιχεία που αφοοουν την τιθήνηση, να διευ­ κοινίσουμε δηλαδή καλυτεοα αυτό του οποίου αποτελεί ισοδυ­

­

­

­,

η πλήοωση της επιθυμίας είναι η σινἠ μομ ι̃μο τη μμ πληοωοθατμο λμο την εμπελοίο· λοπηἐ είναι το Μάμα μομ βοἠ3Ζ0­ Πολο ομωἔ μέσα οιοοέτελ μ ΐοοφοἔ Υλο νο οίοοίοπομἶοολ την ομοηλοομενη
11

111€

εσμθομίο τοο βοέφοοἔἱ Κομ ποιο εοοο το ποωτοἔοχοω ονοκελμενο οίμθομίοἑ τοοἑ Θα οπμντήοοομε ονμοτοοφωἔἱ ποωτοολλπο αντικείμενο της επιθυμίας του, όπως και του ενήλικα ανθοωπου
315. Βλ. Νόμ. 653134: «μήπω δυναμὲνων λόγον λαμοανειν». 316. Βλ., στο ιδιο, 791ο1: «μή πω φωνής ξυνιεντα». 317. Βλνν στα ίὁγα 791θ1­3.
318. Στο [Βία 792834·
319. Βλ.,στο ίδιο, 792ε4: «σημεία».
32Ο.

Για να διευκοινισθεί καλυτεοα η τιθήνηση, ποοτείνουμε να εξετάσουμε στοιχεία τα οποία αποτελουν αστεοισμό εννοιών που στοέφονται γυοω από αυτήν, όταν η συγκεκοιμένη έννοια χοησι­ μοποιείται ως μεταφοοικός λόγος του πλατωνικου φιλοσοφουντος υποκειμένου για να ομιλήσει αυτό για τη χώοα, για το γένος της
321. Βλ., στο ιδιο. 782ε11Ο­ο2.

ΚΟ. Βιιτν (1937), 307, θεωοεί ως την καλήτεοη αναλυση της παιδικής ψυχολογίας κατά την αοχαιότητα, τη σχετική ποαγμόιτευση των Νόμων­

322. Βλ., στο ιδιο 79006­7. 323. Βλ., στο ίὸιο) 79θο2­οέι· ο

Βλ., στο ιοιογ 7928 1­Δ.

142

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΠΑΙΔΕΙΑ: Η ΔΙΑΛΛΑΓΗ ΩΣ ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΟ
ό ό 332 τ σμσλό/να ματανοηθείτροπο , οτί είναί μη ορατός
× ×

143

9 × , , χωραςτττ στον Τίματο: η χωρα εχεί την κατα φυση ὁυναμητττ να αποτε λεί τη ν υποὁοχή καθε όντος που γενναταί326· αυτη της η δυνατότητα την κανεί να μοίόίἔεί με μητέσατττ με τίθήνη328› με
κ

»

κ

_

α·0Ωστσ€333›

κ

νεντνα ον_οτοθτ?τοἔ>

νοττ

ωοτοοο οτττόἔ Χωσσ§› λάση σε λτσμτσίό

μητέρα τίθηνη· το ότί δέχεταί το καθετί που γενναταί, σημαίνεί ότί δίνεί τη δυνατότητα, το χώρο γία το καθετί να γεννηθεί, να επίβίώσεί, όπως ακρίβώς συμβαίνεί με το έργο της τίθηνης που ασκεί μία μητέρα, δηλαδη την τιθἠνηση. Το πλατωνίκό φίλοσο­ φουν υποκείμενο μεταξυ της πρώτης εκφορας καί της ανανέωσης αυτου του μεταφορίκου λόγου γία τη χώρα ως τίθηνη ­ μητέρα,
­

καθώς επίσης καί αμέσως μετα την ανανέωση329, μας λέγεί ότί η χώρα είναί παντοτε ο χώρος μίας αμορφηςττο ταυτότητας, στην οποία εισέρχονται και εξέρχοντατ τα όντατττ· λέγεταί επίσης ότί ο χώρος αυτός είναί αντίκείμενο της νόησης με ένα παρα πολυ δυ­

χώρα του μίας εκ των σημαντίκών καί δυσχερών στην κατανόηση τους εννοίών του δίαλό­ γου αυτου, όπως το πλαίσίο του εν λογω σχολιασμού αυτον μπμντότμί στοα; πσσ· αναφερθέντες μελετητές· η πραγματευσή του γία τη χώρα αποτελεί σημείο εκκί­ μόνο νησης αλλα καί επίστροφης μίας συζήτησης που αφορα θέματα σχετίκα όχί αλλά γενίκότερα καί με το καθεστώς του φίλοσοφίκου λόγου στον Τίμαιο καί με αυτό που ονομαζεταί «πλατωνίκη φίλοσοφία» (βλ., στο ίὁτο, 287­289)· ο ίδίος αναφέρεταί στη χώρα καί στο αλλο του κείμενο ((1972), 184­187), με εκτενή

ΒΠΒΒΟΠ ίτοττλ 177­265 _ μυότωε όμωέ 32^· Βλ­ Ττμ 5888­ Γτμτη κώόμτ βλ­ καί επίσης Ρ.Μ. Οοτιτίστσ ( 1956), 177­188, ΑΕ. ΤεγΙοτ (1928), 311 197­220 καί Ι. Κτὶετενε (1988), 39. Η πραγματευση του Ι. Ποττἰσε (1987) γία τη 324 Τίματου, κίνείταί πέραν του πλαίσίου σχολίασμσυ της εννοίας αυτής ως

­

­,

­

­,

Η
333. Βλ., στο ιοτο, 51ε7.

νθθο/ὶω̃νἰσμο πον μοντ νν/ετον πιστεντότνέν ωτ τοοοτνσττστ πσσ· φοτνωο τηἔ ττσσσνσφεσθετσσἐ Ττεότγοαψης της αδυναμίας των αί­ οθηοεων κοτττηἔ ονονολτοτἔ τον νοο› λένετοττοττη λώοοτ σττή ετνσμ οτνττνετμενο στετ©σπσ×τ17σ77€335τ ματ ότί μέσα στην ουετρτκή κατα­ οτοτοη ττοο ττσττστσέ εοστσττετσττ στην ττεσττττωοτι̃ σττττ θεωοετ σττ ντο νοτ οτνοττ ενο οτ/› ττσέττετ νο ετνσττ μέσσ στη λώοσθ "στ σττ αν δεν ετνοττ μ/οοοτ σε στστήν, ὁετ ε±ταί338. Στολοἔ/μσἔ δεν ήταν σε λτσμτσ ττεσττττωστι̃ ττοστστσέ ττεστσσστ τεοο λτνοτεοο ετττενήἐ λσγσἐ Η/τα τη χώρα· στόχος μας ήταν να επτνοοψονμε τοτ οτοτλετοτ εττετνα ττοο σφσοοον τη Χώσσ ττστ τσ οττοτοτ οονττσστσστ στα στστεστσμσ εννστών που κατά το πλατω­ νίκο φίλοσοφουν υποκείμενο του Ταιατου ουγκροτεί το μετα­ ςοορτκο λόγο γία αυτην ως τιθἠνη. Μετα τη σύντομη αναφορα στα οτστλετσ τσυ λόγου γία την τίθηνη, νομίμοποίουμαστε να ενεργη­ σουμε αντίστροφα καί να μεταφέρουμε το περίεχόμενό τους στο χώ@Ο στον οποίο τέ ωτιθ κν λ λ , Ο η η οποτε |ετ ΉΌΟΒΟ Θἔία. Επο­ οονμε νοτ ττοομε οττ Ο μητοτττοἔ χοοοοἔτ η μητοτλττι̃ χώρα ἔτ μ μ δεν εννοω μονον ο οοοττοἔ τοττοἔ τκοτνοττοτηοηἔ των ετττθττμτών της

­

­

9

332. Βλ., στο τοτο, 5 187­12

334.

Γία αυτα τα τελευταία γνωρίσματα τῃἐ χώωεγ βλ” στο ,ΰω
ο

52Β1_2
7

κα,

Ε. Βτἰεεοιτ (1974), 197­202.
αεί,

παραθεση χωρίων του Τίματου. 325. Βλ. Ται. 49ει4­5. πρβλ. 51εί3­4. 326. Βλ., στο τοτο, 49ε5­6 51εΔ­5. 5Οο2, ίδιο, στο Βλ., 327. 328. Βλ., στο ίδιο, Δ9ε7.

­

335. Βλ., Τίίί. 52133· γία το καθεστώς της ονείρίκης γνώσης, βλ. στο ιοτο 71ο5­ καί Ε. Βτἰεεοπ (1974), 203­207. 336. Βλ. Τιμ. 52ὶ›2­ο5· γία το πώς αναδυεταί αυτή η σκέψη μέσα στο πλαίσίο των ίσοδυναμων εννοίων της τίθηνησης, βλ. σημ. Ι 365: αν εκεί εμφανίςεταί το βρέφος να «σκέπτεταί» κατί τελίκα «αληθές», στην περίπτωση αυτή πρόκεί­ ταί γία ενήλίκες οί οποίοί ασχολουνταί με γνωσίοθεωρητίκα, οντολογίκα προβλή­
7

ο

­

:

ΒΖ9­ Βλ­ στι̃μ­ 13287 327·

Γία το ότί αποτελεί (αμορφη) ταυτότητα στην οποία είσέρχονταί καί εξέρχονταί τα όντα, βλ., στο ιοτο, 5θει5­51εΔτ3.
331.

330. Βλ. Τιμ. 51ει7: «αμορφον».

.

μοττοτ _; τι̃ σττσοσστἰ μτσ§ τέτστσἐ τδίότητας στη χώρα του οντολογίκου­γνωσίο­ θεωρητίκου πεδίου δεν είναί αληθίνή, καί παραλληλίςετοίί με τον πρωίμότατο παίδίκό τρόπο σκέψης, ο οποίος αφορα τη χώα̨χ τηε πῳσωπγκη̃ἔ _ όμως Οντο­ λογίας.

144

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΠΑΙΔΕΙΑ: Η ΔΙΑΛΛΑΓΗ ΩΣ ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΟ

και πεοι­ εδωδης και της πόσεως, αλλά και άλλων, αοοατων με ολεθλιααλεἔ πλολνωνι ποαγματωλι Τα οπολα λμλλολααλ αλμα μονο τον ονειοικο και κατασταση ονειοικη στην που ποοσομοιάζουν Το αντι” καθλοῖο τθόπο σκέψης, τον ονειοικό λθγλσμόι Ο Οπολοἔ | ­­ / 337 ό × × | κειμενο τοη αποοωτοτο %αι ουσαλωτατο γλολ τη νοηση ενα ΠΟΉ επλ­ δειγμα δειγμα του λογισμθὐ Οιυι̃ῖθὐ, ποοθιναφεοθέν το πλατωνικό φιλοσοφολἶλι οπομελμελαλ αν ιδιο λέγει να εξάοει το

Πλάτων)

­

·

, ται την εμβολη της απωτατης παιδικης ηλικιας. Επομενως, αν συνενεογος του υπνου στην απόδοση της συγκεκοιμένης εοωτικης επιθυμιας ειναι η μέθη, και η
1

Η
_
εθωτμγήε επγθημίοω̨­
1

Μ5

την πλῆοωση τηἑ τοη̨τικ και μεγιοτης επιθυμιας, η υστεοη σε σχέση με τις ποοηγουμενεςηθ, της ειναι οποια όμως

1

1

1

μέοἐι

είναι ομβολλι̃ Έηε οπώἕλτηε ηλιο/ληηε ηλιλίοιοθη ολλνμεμοιμένη ολμθμμιογεινολ

μεταφεοθελ στο λώοο "λἔ λ°λλ©°®λιεἔλ?°§· μας λα" Ο" το 8” ωε βοέφοε νοωώθει ΟΠ δεν 8”/αι παοα μεσα σι̃ην αμορφη τοηηοτητα Έηἔ μητοληηἔ χώοαἔ· Θα ποέπεη επίσηἐ να σημεβωσοημε ΟΠ ενο) άλλο 0°ι0ιχειΟ 3­ΕΟΉ ήδη %Οι'ιΟιγ@άψΟιμε όΐλ αναφέοετοα στη μηοοληη χώοα, η ονεισοπόληση, υποβάλει τη σκέψη ότι η τιθηνη­μητεοα
δεν

αστεσισμό των ισοδυνάμων εννοιών 111€ μεταφοοάε τηἐ τιθλι̃νηοης, και το οποιο τώοα με το νήμα της μέθης επαληθεὐεται: ο ονειοικός τοόπος σκέψης ειναι ανάλογος με τον παιδικό τοόπο σκέψης, και αυτός ο κατά τον Πλάτωνα ειναι αναλογος ποος τον αισθητικό. τελευταιος μετη οειοατου

ἶἔξξιΪΪἦαἦἶ.ἶιἶἔωἑἔἶ”ἔιἔἶ”ιἔἔ1ἶιηἔἶιἶἶἶἐἶὶἶἶἶἔιἶἔἦαεἶἶιἶἔἶἕιἶἶἶἔιιἶἔηἔἔἑἶιωἔἶἔἶ

­

­

­

­

οἕεῖιη̨̃η̨̃ πόσΖω€|_33(ἐΌτε§ ειναι , μετα τη γεννηση εμφανλζομενεἔ επω) Ὁμιεο /' η Ονεω̨οπθ η 7 έχει ωἔ αντλμείμενο Έηἔ τη /·”?τεοα› εχω οογοτεοο ωἔ πεοιεχομενο τηἑ _ κατά το πλοιτωνικό φιλΟΟΟφΟλ1λ| Όπολιείμενο Τηἔ Πολλτείαῶ όψη του ο και για άλλους όπως ο Σοφοκλης339 (που τον ειχε υπ°
επωθημιώη, Έηα̨ εὀωδής Μη

ως

337. Βλ­ οηιι (1974), 208­220.

Ι

332·

νιο το οντολονικο νοθοοτώε τηε κώοοο

βλ­ λ­ Βμοοομ

Θεόιεμἐηοηιή Σου εηιυτου ἕτην απώτατη παιδική Ρηιλιηἔαμ­ηἑιναι μιαηιηανηποιηοαη ανάλογη αυτης του ονε [Ω ικσύ τύπου πλη Ο ωση'ἕ› μλια πλ” ηο ωση επιθυ μα ών που χώ Ο α καταγωγής τους έχουν ποωταοχικές (επιβιωοη) και θεμελιώδεις (εοωτικη) επιθυ­ μιες, οι οποιες ποωτοδημιουογηθηκαν, και ποωτοικανοποιηθηκαν μέσω της φα­ νταοιας, στην απωτατη παιοικη ηλικια. 340. Βλ. Νόμ. 783ε1­4, ποβλ. Πολιτ. 573ο7­8, 57¿λο1­5”75ε7. Βλ., παοάλληλα, τη σχετικη άποψη του Φοόυντ (Τἰτε διαπιἰατα̃ Ειἰἰτἰοπ ο/ τηε Οοτπρἰετε Ρενελιοἰοςιεαἰ ντοπττ οχειἔιηιιειι Πειτε (εε), εε. 1. ειιιιειτεν ιεοηεοηι τιτε Ηοςειιιιτ Ριεεε, ιο53ι,

Χλ/111, 181).

ειδικο­ 571ο3­οό 33ο.Γιατον Πλάτωνα, βλ. Πολιτ. 571ε5­α5 γενικότεοα, οκνεἑ» οηοεἴ ὼἔ οἴετοη μαλο/οοοαμ τεοατ μαλ αμλαεμολμέλιαῖ «μηλθλ­­­ὲμλλαοετν "αν ηοη γοο «Πολλοὶ 981­982: Ολο­Τοθαμ βλ­ Γλα τον Σοφομλλλ
(571 ο9·ο1)­ ονειοασιν όοοτων μητοι ἔυνηυνάσθησαν».

338. Βλ. Νόμ. ”782ο2.

­

Επειδη ειναι η ποώτη μας αναφοοά στο Φοόυντ και σε όσους επηοεάστηκαν τω, θα ποέπει να ὁγεωω̨ινίσουμε ότι η ύπηιοἔη μιας ανάλογης σκέψης για ένα πολυ συγκεκοιμένο θέμα, δε θεμελιώνει καιτην άποψη ότι ο Πλά­ αλλά και άλλα των ειναι ποόδοομος του Φοόυντ όσον αφοοά τον έοωτα θέματα. Ποώτος ο ιδιος ο Φοόυντ υπέβαλε αυτή την άποψη, ότι δηλαδη ο έοως
από τη σχέψη

­

μοταφοοα Έοο αοτεολομοη Των με αολο ατο οποία ηδη οοηλμιθημαμετ μέσα απο τη τοοο εηιοο η ονοφοοο _ μοολολεἔία στην ελαολών λααοολ/αμαν με την λλθηλλι̃αλι̃ στο ιδιο κειμενο της Πθλλτελαἔ _ λλιἑ μέθηἔ ωλἐ εμοίνηἔ τηἔ εονοηληἔ με τον Όπνο κο" όλο να ανα­ αλλμπαοοοοίαἑτ η οποία φοίνετολ νο ενοομονυ̃ςιεῖοη να ενλσχηελτ στέλλειγ όλα οσα αυτός ποοκαλει (βλε στο ἴὁλθι 57105­7)' μαλ ολα αλαολ οεν είνα" παοά η φαντασιακη κινητοποιηση συνεὐοεσης με ιη μλι̃λέοα· Όμωἔι αολιοτεοοε

Ἑνο άλλο νιι̃ιιο ποο οοηνοι οοον οφοοο τον Πλάτωνα­ Ολο λαο Ολλμπεοασμα

αΐοοἑ

Όφω̃ω­ Υίνολιταλ οἔααίαἔ τηἔ μέθηἔ οφοοοότεοεἔ "Ο" 6" Ο εαυτόο του ανθοωπω

Νόιμολλἔ πληοοφοοοομαολετ αοολοτο όσον

οφοοά ης επλθυμἶεο

011 Οἔητεα̨

του Πλάτωνα «οτιιι­τιπτει επεικι›ιβώε» με τη λιβιεώ πιο ψνκονολνοηε ιβλ­ 315, η υπογοάμμιοη δικη μας). Στη συνέχεια ακολούθησαν και άλλοι: ΧνΙΠ, 91 ποώτοι ήταν οι 8. Νεεμητεηεομο (‹‹Ρτοιι‹:ὶε Ποἰὀοτμοοτιο νοτςΙἰοΙιοπ Πτὶτ όοτ ΕτοεΙοΙττε ΡΙειτοε›› Ιπ:εητα:ΖοπαΖε Ζεἰτεεηη̃β ῇ2τ κιἄετἰἰελιε Ρενσἰτοακαηλεε ΙΙΙ (1915) 65­83) και Ο. Ρίιετοτ (‹‹ΡΙειτο, ει Ροτετιιτιτιετ οι Ρεγε11οειιτεΙγειε›› Ικτεπιατιοτιαἰ Ιοιιτ­ πα! ο/Ρενσἰτοαπαη̨̃οιε ΙΠ (1922) 169­174), με άοθοα των οποιων και μόνον οιτιτλοι ποοδιδουν εύγλωττα την άποψη των συγγοαφέων τους· ακολούθησαν ευάοιθμα άΩθΩα (για αυτά, βλ. Τ. θοιμο (1963), 188 οημ. 24) και πολυάιλιθμεὲ αναφοοέἐ άοθοων και βιβλιων που αφοοουσαν ειτε τον Πλάτωνα συγκεκοιμένα ειτε την αο­

­

1

146

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΠΑΙΔΕΙΑ: Η ΔΙΑΛΛΑΓΗ ΩΣ ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΟ

147

Αν λοιπόν, πληοοί μία σειοά πσαγμάτων

„_.___?ζ._
Κω" 1198”

πσσαναερέοθηκαν

­ η τιθήνηση εκ μέσους της τιθήνης­μητέοας

­ όπως αυτά

που

μέσω της ποσσφοοάς τίτθης, πώς μποοουμε να εομηνευσουμε το γεγονός ότι και η ποοσφσοά κίνησης έχει το ίδιο αποτέλεσμα πλή­ οωσης, εφόσον έπεται αυτής το ίδιο δήλωμα όπως και με τη τιθή­

χαία ελληνική καλλιέογεια γενικά ή την ψυχανάλυση, τα οποία τόνιξαν και τονίξουν τις ομοιότητες Πλάτωνα και Φοόυντ, με κυσιο πυοήνα αναφοοάς αυτόν που υπέδειξε οτελευταίοςτον έοωτα: βλ. Ρ.Μ. (ῖοτιτίοτά (1971),128­129, και ΟΠ.
96­99· γω τη φθοϋδω̨̃ουσα ω̨μηνεία τω χωω̃ο" Πολιτ· 18511· "Ο" σχετίξεται με το χωοίο Συιιπ. 210ει κ.ε.· επίσης, ο Ανν. Ρτἰοο (1990), Ζ50­258, . . ι . . ι ι ι ανευοισκει διαφοοες και ομοιότητες μεταξυ των δυο οσον αφοοα την εννοια του έοωτα, ωστόσο έχει ήδη ποοχωοήσει ο ίδιος σε «ψυχαναλυτική» πσοσέγγιοη του Φαιόὸοου (βλ. (1989), 215­222)· ο Τ. Θοιιια (1963), σημειώνει τις ὸιαφοοες (μι, στο ίδιο, 13­17 κυοίως 16­17)· ακόμη ο Ο. Βευτεε (1988) ασχολείται εκτεταμένα με το ίδιο θεμα, επισημαίνοντας ομοιότητες και διαφοοές. Κάποιοι άλλοι, τέλος,

νησηι η σλγήἔ Α8 πΩΟσέἔΟΉμε' η κίνηση κα) η φωνή στην πεἔίπτωση αυτή δεν είναι αυτή 3­ιΟυ υπόισχει κσινῆ σε κάθε ζωντανό Οσγανισμό είναι ή Ωυθμιιϋή %ίνηΟ'”η και ιι ασμονική φωνή πω) εί. δαμε ποοηγουμένως ότι αποτελεί ίδιον του ανθοώπσυ και αποτελεί ,λ α α ι 341 Σ ην εκκα υψη του αισθητικου ως μουσικης . την ποοκειμενη
πε©ίπτωση> μέσα στην αγκάλη δεν π@0σφέΩετω η τίτθηι αλλά όλα οσα αποτελουν την εκκαλυψη του αισθητικου· οπως η ποοσφοοα
γ

­

τίτθης, έτσι και ή π@ΟΟφΟ@α ΈΟΌ αισθήτικσυ 3­ιασέχει ηδΟνή. Είναγ φανε@ό ότι χθεγάζετω μία πεθαγτέθω δγεθευ̃νηση τω)

επεκἶεδναν τη σΌγἶω̨”οΜη,”ω σε αλλα δεματα: (1) "(1 τετοιο τυπἶίω θἶμα σι̃ἱγκθυ σης ειιναυ η τοιμεοηίἐ δ|ια|ι@εση τηε σΐην Πολἰτεία κσιδ η φοουδιικη θεωθδα γία
τη δομή της ποοσωπικότητας

1

(ἰἰ) ένα άλλο είναιη τέχνη βλ., για παοάδειγμα, Τ. Οουιό (1990), 241­257, και Ι. Μιιαιοοιι (1977), 37­42· (111) και ένα ακομη ειναι το ογειοο, βλ., για παοάοειγμα,
Δ. Κουοέτα (1975). Ενίοτε οοισμένοι, διαθέτοντας τόλμη, οδηγήθηκαν σε απεσιό­

­

­ βλ., ποόχειοα, Α.Ν. ΖειΙ‹ορουΙοε (1975), 103­109·

αισθητικου, η οποία να δυναται να εομηνευσει αυτό το ταυτόσημο
αποτελεσμα­ το α̨ωῳοτεθο γνωῳσμα ΈΟΌ αωσθηῃκοῃψ "Β μουα­ κήἔι όπωἔ κατδ επανάληψη λέγεται από το πλατωνικό φβλοσοφούν υποκείμενο, είναι ότι αυτή είναι μιμητική και εικαστική, δημιουο­ γός εΜόνων342­ ήδη (μα τΟΌ§ αοχαίοι̃γε γενωγά χω για το πλατωνι­

οιοτη διευουνση των οοιξόντων συγκοισης: τυπικό παοάδειγμα, η ποοσπάθεια του (ὶ.Ιἱ.Ρ. Ρεττειτι (1992) να δείξει τη δομική ομοιότητα (βλ., στο ιδιο, 118) μεταξυ αφενός της φιλοσοφικής ανάλυσης της ακοασίας της πλυιτωνιπήἐ

φιλοσοφικής θεοαπεία; της
νευθυυσης

αυτές διαφέα̨αυν όχι μόνθν ως π@Οξ “ΕΟ ΤΕ8Ωιεχόμ.8ν0 (αιιιό ἘΟ δέχεται και Ο ΡΘΙΤΘΓ1 (ό.π.,117­118)), αλλά και ως πσος τη δομή (βλ. Εεεεεε (1992), 145­148). Η Υ. Βτὸε (1968), 18­21, 315, και αογότεοα ο Ο. Βευτειε (1988), 3, 9­10, 153­ 154 και ο Ανν. Ρτὶοε (1990), έχουν κάνει λόγο για την ποοσοχή που χοειάξεται όταν γίνεταιη συγκοιση μεταξυ Πλάτωνα και Φοόυντ, ενώ ένας τόσο κατάλληλος για την ποοσέγγιση των σχετικών θεμάτων όπως ο Ο. Πενετουκ (1976), ΙΧ­Χϋ, ανα­ Φέσετυιι. γενικά, στις δυΟ%0λί8; π0υ ενέχει η ψυχυιναλυιική πσοσέγγιση της αοχαίας ελληνικής καλλιέογειας. Αναλογίξεται κανείς τι ουσιαστικά πσσσέφεοε στη μελέτη του Πλάτωνα και του Φοόυντ η επί δεκαετίες μσνότονα επαναλαμ­ βανόμενη «ομοιότητά» τους ως ποος το θέμα σπά­ κυοίως του έοωταή η νια ¬ επισήμανση μεταξυ τους διαφοοών. Να αποτελεί άοαγε κάτι τέτοιο το μοναδικό εχέγγυο ότι είναι συγχσονος (μοντέονος), επίκαιοος ο ποώτος, και να είναι ακόμη απαοαίτητη αυτή η ανευοεση ομοιοτήτων ως τεκμήοιο σοβαοότητας της θεωοίας του δευτεοου; Όπως και να έχει, η μελέτη μας είναι μακοιά από αυτή

­ της

­, και αφετέοου της ψυχανοιλυτικής ανάλυσης της
Ο

­

φ@0°ϋδι%ἠ;

θεσαπείας της

Ο.

1908808

(1992) δείχνει όμως ότι

να υιτηοετήσει την εκτός των άλλων την ποσβληματική, επιχειοώντας ανάγκη για μια ενὀελεχέοτεοη μελέτης της ψυχολογικής Θεωοιας του Πλάτωνα ιδιαίτεοα αυτής των Νόμων. Αν οοισμένα από τα ποοίσματα της συγκεκοιμένης αυτής μελέτης ίσως ςχχιτηχήσουν ςχοκετόι ενδιιχφέα̨ιντα για τους θήοευτές ομοιο­

­¬­ε¬­­Α

­

­

­

τήτων μεταξυ Πλάτωνα και Φοόυντ, θα ποέπει εξίσου αοκετά να ποοσέξσυν το πλαισιο μέσα στο οποίο εντάσσονται τα ποοίσματα αυτά και με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα· του πλαισίου αυτου επιγοάφουμε τα κυοιοι στοιχεία: η παιδεία της αισθητικής παοάοτασης της ὁιαλλαγης (1,2,3,), η ὁιαλλαγή ως

­

­

­

απουσία του συμβατικου αισθητικου και θεμέλιο του αντίτεχνου τοαγικου (Ζ.1.), επιτακτικότητα και διαλλαγή: ολόγος του υποκειμένου ως τοαγωδία (Ζ.Ζ.). 341. Βλ. Νόμ. 79Οὸ7­σέ, και 791ει1­ΒΖ· ποβλ. σημ. Ι Ζ85. 342. Βλ., στο ίδιο, 668ει 6­7, 66908­9, και, σποοάδην, 668ε6­669139· βλ., επίσης, χαοοικτηοιστικά, 71905­6_

Η έννοια της μίμησης, η σημασία της, ποοκάλεσε πολλές ουξητήσεις τόσον όσον αφοοά τον Πλάτωνα όσο και γενικά· θα ποέπει συνοπτικά έστω να αναφεοθουμε σε αυτές, αφου στη συνέχεια θα γίνει λόγος εκτεταμένος για την έννοια αυτή στον Πλάτωνα των Νόμων.

­

­

148

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΠΑΙΔΕΙΑ: Η ΔΙΑΛΛΑΓ Η ΩΣ ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΟ

149

κό φιλοσοφούν υποκείμενο ουγκεκοιμένα, η δυνατότητα δημιουο­
Γενικά για τη μίμηση, η παοαδοσιακή άποψη ήταν ότι αυτή σήμαινε δουλική αντιγοαφή, και αογότεοα, ως πσσέκταση της αοχικής σημασίας, σήμαινε δη­ μιουσγική μίμηση. Στο κλασικό του πλέον έογο ο Η. ΚοΙΙετ (1954) ανέτοεψε και αντέστοεψε αυτή την άποψη: κατά την εομηνεία του, η μίμηση ασχικά εστιαζόταν στο λόγο, στο χοοό και τη μουσική, δηλαδή στο δοάμα, και σήμαινε δοαματική παοάσταση· στη συνέχεια, κατ° επέκταση, σήμαινε δουλική μίμηση, αντιγοαφή, ενός αντικειμένου. Η άποψη αυτή βοήκε οπαδούς αλλά και επικοιτές. Στους ποώτους συγκαταλέγεται για παοάδειγμα η Ε. Κι­:ιιΙε (1978), 10­11 καιγε­ νικά 9­23 η οποία αν και συμφωνεί σε γενικές γσαμμές με την εομηνεία του ΚοΙΙετ, ωστόσο ποοχωοεί σε μεσική αναθεώοησή της: η συστηματική μελέτη τηε ποοπλατωνικής χοήσης της οικογενείας λέξεων που σχετίςονται με τον μίμσ, επαληθεύει την άποψη του Κο1Ιοτ ότι ο όοος μίμηση αοχικά σήμαινε υπόδυση, αλλά δεν επιβεβαιώνει την κυοιασχία του χοσού. Στους επικοιτές του πεοιλαμβά­ νονται οι Ρ. Μστειυ: (1955), 99.1. νοτάεοὶιιε (1957), και πολύ πιο εκτεταμένα ο ΟΡ. Εὶεο (1958). Ο τελευταίος, χοησιμοποιώντας μία σειοά χωοίων, δοκιμάζει να αντικοούσει τις ποσαναφεοθείσες θέσεις του ΚοΙΙετ για τη μίμηση· τελικά δέχεται: (α) ότι πολλά χωοία όχι όμως όλα όντως δείχνουν συνδεση της μίμησης με μουσική και χοοό (στο ιδιο, 78)· (β) ότι η ασχική σφαίοα της μίμησης ήταν η μίμηση ζώντων όντων με το σώμα καιτη φωνή, και όχι με έογα ζωγοαφικής και γλυπτικής εποόκειτο δηλαδή για δοαματική πασάσταση (η επέκταση της οποίας στο χώσο της ζωγοαφικής και της γλυπτικής είναι μεταγενέστεοη εξέλιξη βλ., στο ιδιο, 78): έτσι διακοίνει τοείς σημασίες της μίμησης: (ί) δοαματική παοάσταση· (ἰὶ) μίμηση ηθική· (ἰἰἰ) μίμηση ως αντιγοαφή­αντίγοαφο· θεωοεί δε τις (ὶὶ) και (ὶϋ) «φυσικές ποοεκτάσεις» (στο ίὁιο, 79) της (1), στις οποίες δόθηκε ιδιαίτεοη βαούτητα σε σχέση με την (1) μετά το 450 π.Χ. Τέλος, κοιτική στον Κο1Ιετ και τον ΕΙεο ασκεί ο Ο. Βδτϋοτιτ (1966), 15­18, 19­21, αντίστοιχα· ο τελευ­ ταίος ποαγματεύτηκε τη σημασία της μίμησης ποιν και μετά τον Πλάτωνα (βλ., στο ίδιο, 41­98, 99­175, αντίστοιχα). (Επίσης για τη μίμηση ως αναπαοαστατική πέσαν του ΚοΠετ και του ΕΙεε δοάση, βλ. Βδτβοιυ (1966), 22­40). Πολύς λόγος όμως έχει γίνει για τον όσο μίμηση και τις σημασίες του στον Πλάτωνα· κατ° εξοχήν έσγο στο οποίο βασίςει το σύνολο σχεδόν της σχετικής βι­ βλιογσαφίας τις ποαγματεύσεις του είναι η Πολιτεία· ποόκειται για ποαγματεύ­ σεις που αφοοούν την συχνά επιγοαφόμενη ως «επίθεση του Πλάτωνα ενα­ ντίον της τέχνης», εναντίον της μίμησης, όπως αυτή εκφοάζεται κατ' εἔοχήν στο Γ' και Γ βιβλία του ποοαναφεσθέντος έσγου. Ωστόσο: (α) Βλ. βιβλίο Ι” (376­392): απόσοιψη της μίμησης, της τέχνης σε ηθική βάση· όμως θετική η μίμηση για την

γίας εικόνων και φαντασμάτων ανήκει στην φαντασία· ας πασα­
παιδεία, αν είναι μίμηση του αγαθού (βλ., στο ιδιο, 392­403, 410­413 ποβλ. Τιμ. Ι' βιβλίο υπάοχει απόοοιψη της τέχνης με βάση οντολογικό επι­ χείσημα (:φάντασμα της αληθείας η μίμηση, στο ίδιο, 595­602) και ηθικό­ψυχο­ λογικό (:ενίσχυση συναισθημάτων, παοαμεοισμός του λόγου με τη μίμηση βλ., στο ιδιο, 603­607· το επιχείοημα αυτό, όπως σοθά παοατηοεί ο Τ. (}οιιΙ‹1 (1990), 31 σημ.2, υποτιμήθηκε από τους εσευνητές σε σχέση με το οντολογικό) όμως υπάοχει και αποδοχή της υπό όσους (βλ. Πολιτ. 607 ο­ά). Σχετικά με τον επίκαισο για την εποχή μας χαοακτήσα των πλατωνικών απόψεων στα ποοαναφεοθέντα βιβλία της Πολιτειος, βλ. την ανθολόγησή τους στο Μ.1. 8ἰάοοΙ1 (1991), 16­31. Για τέτοιες πεοιπτώσεις πεσιοοισμένης στην Πολιτειο εομηνευτικής ποοσέγγισης της μίμησης, της ποίησης, και ουσιαστικά­τελικά της τέχνης, βλ. για παοάδειγμα: Ι.9ν.Η. Ατκἰιτε (1934), ο οποίος εύστοχα επισημαίνει ότι ο Πλάτων ποοσέφεοε πολλά όσον αφοοά την κατανόηση του αισθητικού φαινομένου (βλ., στο ιίὁιο, 51­ 70), και άοα δεν ποέπει να τον παοουσιόιζουμε μόνον ως μεγάλο αονητή της ποίησης (βλ., στο ιίὁιο, 33­51)· Β. Βειθιιτ (1985), 82­92· ΚΟ. Οο1Ιἰοςννοοε1 (1925) κοιτική του από τον 8τ. Ιὶοεετι (1959) (κοιτική στις ίδιες απόψεις του ΟοΙ1ὶηςινοοὀ, όπως αυτές αναφέοονται στο μεταγενέστεοο έογο του Τἰτε Ρτιιιοφιεε ο/ Απ [ΟΧίοτ‹ῖ1, 1938]· πιο ποόσφατα κοιτική για το τελευταίο έογο, από τον Πιτ. Ιετιειννειγ [1992])· Η. Ο. Οεαειτοοτ (1980), 39­72· Τ. (}οιιΙ‹:1 (1964), (1990): σύμφωνα με τον (}ουΙσ (1964) το ποόβλημα που έθεσε ο Πλάτων όσον αφοοά την τέχνη, ήταν το ποόβλημα της σχέσης μεταξύ ποίησης και ονείοων, σνειοοφαντασιών, πασοομήσεων (βλ., στο ιίὁιο, 85­88, κυοίως 86­87) για το ζήτημα αυτό θα γίνει λόγος κατ“ επανάληψη στο παοόν κεφάλαιο· ΠΚ. θτογ (1952), 9Ψ.Ο. θτεεττε (1918), 6­56· (ὶ.Μ.Α. Οτιιοε (1927) κατ' αυτόν (βλ., στο ίὁιο, 276), η άποψη του Σωκοάτη στον Ιππια Μειζονα ότι ωοαίο («καλον››) είναι το «ὼφὲλιμον» (βλ., στο ιδιο, 296ο), και το «χοήσιμον» (295ε), είναι υπευθυνη για τις πλατωνικές απόψεις για την τέχνη στην Πολιτεισ και τους Νόμους· Ε.Α. Ηενε1οοΙ‹ (1963), 3­35· Ε. Κει1Ιε (1978), 23­28· Κ. Κοϋἰιτεοο (1941), 230­2344 ΕΕ. 8ἱ1‹εε (21969), 71­78· Ι. Τετο (1928), (1932) 99.1. νεταεοὶιιε (1949), (1944) ο νετάεπἰιιε στον Ποόλογο του θεωοούμενου ως κλασικού βιβλίου του, ισχυοίςεται ότι η έννοια της μίμησης είναι «το πιο επίμαχο ποόβλη μα της πλατωνικής θεωσίας της τέχνης» (βλ. ( 1949), Ποόλογος χωσίς αοίθμηση σελίδων) ποβλ. ΗεινεΙοο1‹ (1963), 24, και ΚΩ Εοάςο (1953), 167, ΙΟ. Ψειτηι (1962), 15­82· τέλος, στη μελέτη του ο Βι. Ο. 8εΙ1‹ενοτ (1986), ποοσπαθεί να δείξει όπως εύγλωττα δηλώνει ο τίτλος της ότι η (κατά τον Αοιστοτέλη) παιδευτική δύναμη της τοαγωδίας, αποτελεί απάντη­ ση στις κατηγοοίες του Πλάτωνα για αυτήν στην Πολιτεισ και τους Νόμους.
47ο­ε). (β) Στο

¬

­

Κ

­

|

9

­,

­

­

­

1

­

­

­

­

­

­

­

­

­

­

­

­

­

­

­

­

­

­

­

­

­

­

­

1

150

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΠΑΙΔΕΙΑ: Η ΔΙΑΛΛΑΓΗ ΩΣ ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΟ

151

κολουθήσουμε, επομένως, το σόλο που παίζετ αυτή στην εν λόγω
Μία σετοά από ποοσεγγίσετς δοκίμασαν να εσμηνεύσουν το γεγονός όττ ο της τέχνης. (α) Θα αναφεσθσύμε αλλά κατυπέο Πλάτων οτοάφηκε εναντίον κατ' ασχήν σε αυτή την ποοσέγγτση που μάλλον γνώοτσε την ευούτεοη αποδοχή: έχον­Με ως αφόθμηση την πχατωνγμη ηπογοάμμγση «ποίχομὰ μὲν ης η̨̃ταῷοηα

πεοίπτωση. Κατά το πλατωντκό φτλοσοφούν υποκείμενο ήδη στο
47Ζσ, 500158­5θ1σ1Ο, κατ ενίσχυσης: Σοφιστ. 236ο­ο, 265­268) η συγκεκοτμένη άποψη επηοέασε κατ άλλους εκτός του νοτοὶειπὶτιε (γτα πασάδετγμα: Οοτιτίστσ, Θτσοσ, Εοὸςε, ννεοετετ), ενώ γνώοτσε κατ επτκσττές (γτα παοάδετγμα: Ρτίετ1Ιἐ1ιτσετ, Ρετοη, Βοεειτ, 8Ιτοτεν, 8ἰ1‹εε κατ πτο ποόσφατα:1. Αοιτειε (1982), 19,

­

­

φτλοσοψία τε κατ πστηττκῇ» (Πολιτ. 607135­7), ευάστθμοτ είνατ αυτοί που επτχετοούν να βοούν τους όσους αυτής της δταφοσάς στον Πλάτωνα (βλ., γτα παοάδετγμα: Ι. ΕΙὶεε (1984), 1­37, 208­238, Τ. ΘουΙσ (1990), 19­21, 29­35, 209­240, Ι. Μιιτσοοο (1977), Μ. Ντιεεοετιω (1986), 122­135, 223­227, 8τ. Βσεεη (1988), 1­26, Ρ. νἰοειὶτε (1960), 264­265, κατ, επίσης, ποβλ. Ι. Τοτε (1933))· κατά τον Κ. Κειιτττἰοὶττ (1988) η δταμάχη αυτή, που σημείο εκκίνησής της έχετ τη στάση του Ηστόδου κατ ένανττ του Ομήοου, κοσυφώνετατ με τον Πλάτωνα (βλ., στο ιδιο, 25 ποαγμάτευσή της : 25­72). (β) Ἀλλοτπάλτυποστηοίςσυν όττη δταμάχη αυτή έλαβε χώοα στο εσωτεστκό της ψυχής κατ του πνεύματος του Πλάτωνα (βλ., γτα παοάδετγμα: ΚΟ ΟοΠὶοςννοοτ1 (1925), 169­170, ι̃λἰίἰ. Οτεοττε (1918), 73­74 ¬ κατ κοτττκή του τδίου κατ του ΘοΠἰςννοο‹1 από τον νεττἰειτἰτιε (1945), 121)· τόσο ο Μιιτόοὼ ((1977),15) όσο κατ ο νὶοεὶτε ((1960), 26) μνημονεύουν την εσωτεστκή πσοτεοατότητα. από εομηνευττκή άποψη δταμάχη, δεν της πσοσδίδουν όμως (γ) Γτα αντίφαση μεταξύ αποδοχής της τέχνης γτα πατδευττκσύς σκοπούς κατ του οντολογτκού επτχετοήματος απόσοτψής της, ομτλεί ο Αοαοτεοττ (1966), 109, κατ η πσβλ. (1949), Κετι1ε (1978), 30. (δ) Ο Εοόςο (1953), 167­191, ο νετσεοἰυε (1945) 1­23 αφού κάνουν λόγο γτα την επίθεση εναντίον της τέχνης στην Πολιτειο, γτα παοάδετγμα, στο Φαιΰοο (244ο υπογοαμμίςουν όττ σε άλλους δταλόγους κ.ε., 245ει κ.ε., 24715 κ.ε.), στον Ἱωνα (533ε) (όσο γτα τη στάση του Πλάτωνα ένανττ η τέχνη είνατ αυτή που οδηγεί, της τέχνης στο Φιληβο, βλ. Η.Ι.Μ. Βτοοε (1951)) μέσα από τη θεία έμπνευση, τον ενθουστασμό, σττς υψηλότεσες αλήθετες· όπως επεσήμανε ο νοτσεοὶτιε (1945), η επίθεση σφείλετατ σε πατδευττκους σκοπούς (: η οντολογτκή απαξίωση στηοίςετ, συνδυάζετατ με, την ηθτκή απαξίωση της (κακής) μίμησης. η (μαχη) μίμηση) αντίθεγας έχε, ωε πηότηπό ­της την (δία την αληθεταχ Η

ν

[

1

­

­

­

Α. Νοοσωοε (1982), 58­60, (1989)). Θα πσέπετ, επίσης, να ποοσθέσουμε όττ με βαση αυτή τη δτάκοτση που κάνετ λόγο γτα ηθτκά κατ οντολογτκά πασαδεκτή μίμηση, ο Τετσ (1936) εσμηνεύετ το όττ σ Αθηναίος ξένος στο χωοίο των Νόμων 8890­01 αντττίθετατ σττς απόψετς των αθέων, που όμως είνατ οτ αυτές με του Σωηοάτη στο βτβλίσ της Πολιτειος: γτα την ηθτκά κατ οντσλογτκά αποδεκτή μίμηση ομτλεί ο Αθηναίος ξένος κατ γτα τη μη αποδεκτή οτ άθεοτ. Τέλος, γτα μία σύντομη ανασκόπηση κατ κοτττκή των συζητήσεων γτα τη στάση του Πλάτωνα ένανττ της τέχνης, βλ. ΗενεΙοο1‹ (1963), 33­35 σημ.37· γτα μία ουνόψτοη των εομηνετών της πλατωντκής επίθεσης εναντίον της τέχνης, βλ. Τ. (ὶοτιΙ‹:ὶ (1964), 72­ 75, και βλ. Ε. Κετμε (1978), 48­58, γτα μία επτσκόπηση των μελετών που αφοοούν την σχέση του Πλάτωνα με ττς καλές τέχνες κατ κυσίως με τη ζωγοαφτκή. Όπως πσοαναφέοαμε, η βτβλτογοαφία, σχεδόν στο σύνολό της, επτκέντοωσε

­

Ϊ

­

­

­

­,

­

­

­

άποψη αυτή του νοτὀεοὶτιε φαίνετατ να είνατ αποτέλεσμα επίδσασης της εημηνείας σχεττκά με τη μίμηση που δτατύπωσε ο Τετε (1928), έχοντας ως στόχο να επτλύσετ το πολυσυζητημένο ποόβλημα της αντίθετης στάσης του Πλάτωνα ένανττ

της μίμησης στο Γί κατ Ιί βτβλίο: ο τελευταίος, ποάγματτ, έκανε λόγο γτα την κακή που απέχετ δύο φοοές από μίμηση (μίμηση φατνομένων, της δόξας, του κακού) την ποαγματγχότητας όπωἑ μας ὁγαβεβοηώνεγ­το Γ βίβλη̨̃ο ­της Πολττεμχς ­7 ματ γία

­

την καλη μίμηση (μίμηση τδεών, του αγαθού, της αλήθετας), που απέχετ μία φοοά από την ποαγματτμότητα (: γτα χωηία στηοτἔης της εσμηνείας αυτής, βλ. Πολιτ.

σῖην Πολιτὅιἶι̃τ όσον αφοοά τη μίμηση κατ ~ τελτκά ­¬ την τέ­ όπως δοκτμάζουμε να δείξουμε, κυοίως στο παοσν κεφάλατσ έχουν μεγάλη σημασία γτα το εν λόγω θέμα, είτε παντελώς αγνοήθηκαν ή ανττμετωπίσθηκαν παοενθεττκά, είτε απλώς έγτνε αναδτήγηση των σλετλκών πλατωνϋνών Χωθίων” 24911 όμωἐτ μία Ονσναοῖνλή συἔἠῃτσή Τον; θα είχε πολλά να ποοσφέοετ· το παοάδοξο είνατ πως μία τέτοτα αναγνώοτση έγτνε από αἔτολονους μελετητές, δυστυχώς ωστόσο αυτοί έμετναν στην επτσήμανση, χωοίς να κατοσθώσουν να την επαληθεύσουν με ττς ποαγματεύσετς τους. Ο ποομνη­ μονευθείς Η. Κσ1Ιετ, στο έογο του Μκτἰἰτ μπεί Πίολιμος οτι οἰτειτ Οτἰεελεπἰοκο' (Βοϊσ ουσ Μυηἰεμ, 1963), υποστηοίςετ όττ στους Νόμους η θεωοία του Πλάτωνα γτα τη μουστκή «πεοιέχει τη βοθύῖεθΰ εθμΰνεἰἶλ 717€ Πουσϋῃἶἔ στην 90969191 84417· νική λογοτεχνια, κατ δηλώνετ πάνω από όλα τη σημασία της μουστκής γτα την ολότητα της ανθοώπτνης φύσης» (οτο ιδιο ¬­ η υπογοάμμτση δτκή μας· ποβλ. ΚΜΙ). Αοὀετεοο (1966), 110)· κατά τον Θτυοε (1935), η πτο ώστμη κατ η πλέον πλήσης σνἔήτηοη του Πλάτωνα γτα την τέχνη εμπεοτέχετατ στους Νόμους (βλ., στο ίὁιο, 196) τέλος, ο 8τ. ΗεΙΙτννοΙΙ (1989), αναγνωσίςετ όττ σχεττκά με την τέχνη, στΝόμοι δεν ννώοτσαν την ενδελεχή κατ ποσσεκττκή ανάλυση που αξίζουν (βλ., στο ίὁιο, 338 σημ.4Ο) όμως ούτε ο ίδτος την επτχετσεί. Θα ποέπετ να επτσημανθεί όττ ακόμη κατ όσστ, λτγότεσο ή πεοτσσότεοο, αναφέοθηκαν στους Νόμους με τον τοόπο που ποοαναφέοαμε αγνόησαν πλήρως όλη εκείνη την πλατωντκή ποσ­
19 ενὁαλφέθον
711€

χνη στον Πλάτωνα. ΟτΝόμοι, που

­

­

­

­,

­

152

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Φιλήβο, όπως άλλωστε έχουμε αναφέοει, η επιθυμια έχει ως φο­
βληματικη σε σχεση με τη μίμηση που κατ εἔοχήγ ιτοαχμστευόμαστε στο παθόν κεφάλαιο, και η οποία θα μποοούσε να υποστηοιχθεί ότι αποτελεί την απάντηση σε δύο εσωτήματα: γιατι αισθητική η παοάσταση της διαλλαγής; Τι σημαινει αι­ σθητική κοιθημεσινότητα; (βλ., επισης, σημ. ΙΙ 16). Έτσι, για πασάδειγμα, καμία έπσαξαν οι: Αησετεου (1966), 81­110, ΟοΙΙ111ςννοο‹1 (1925), 167­168 ουσιαστική διαφοσά, κατά τη γνώμη του, των Νόμων από την Πολιτειο , Οτεειτε (1918), 63­66, Οτυοε (1935), ΚουΙε (1978), 29­30, Ι.1ρρ1ηε11 (1964), 78­86, Μοττονν (1960ε), 302­318, Μοιιτεοροιμοε (1959), 238­244, Μυτσοοδ (1977), 9 (: ο οόλος της τέχνης στους Νόμους είναι ο ιδιος με αυτόν που η ιδια «υπηοετεί στην Ανατολική Ευοώπη» την ιδια άποψη επαναλαμβάνει, στο ίδιο, ρεεευη), 8οΙ11ρρετ (1963), 811‹εε (21969), 78­85, Βοτοοω (1966), 163­175, 8τεΙΙεγ (1983), 125­130, Τοτε (1932), με ελάχιστες, σπσοάδην, δευτεοεύου­ 163, 167, νετσειτἰυε (1944), (1949), 1­23 σας σημασίας αναφοσές στους Νόμους· τέλος, χαοακτηοιστικό ειναι ότι καμία αναφσοά δε γινεται στο διάλογο αυτό από τους ΕΙ1εε (1984), (}οιιΙσ (1990), Νσεεβεισητ (1986), Βοεειτ (1988). Καταληκτικά, θα ποέπει να ση μειώσουμε σχετικά με τη ση μασία της μίμησης, στους Νόμους ότι αυτή δεν οοίςεται συγκεκοιμένα, και έχει μια σειοά από θετικές σημασιες που οοίςσυν το εύσος της, το οποίο ασφαλώς και είναι κατά πολύ μεγαλύτεσο της Πολιτειας· συνοψίζουμε τις κυοιότεοες από αυτές: (1) Σημαινει την παοάσταοη της διαλλαγής από τυπική άποψη: η μίμηση εἔετάζεται με τα αισθητικά κοιτήοια της ζωγοαφικής· γίνεται λοιπόν λόγος για την αλήθεια της μίμησης. (11) Σημαίνει τη μιμηση ως δοάση που μιμειται την παοάσταση της αυτό της διαλλαγής· γίνεται διαλλαγής, τη δοάση που ακολουθεί ένα ποότυπο λοιπόν λόγος για το ήθος της μίμησης. (111) Σημαίνει τη μίμηση­εικόνα, που ειναι της ελπίδας άσα συνώνυμη: (1111) της οινάὁυσής στο νου της επιθυμίας και ικανοποίησής της· (1112) της ικανοποιησής της επιθυμίας μέσα από τη φαντασιακῆ μεταμόοφωση της πλήσωσής της που η ίδια η μίμηση αντιποσσωπεύει· γίνεται λόγος λοιπόν για ήὁονή της μίμησης. Συμπεοασματικά: η μίμηση, στους Νόμους, επομένως συνδέει αλήθεια, ήθος και επιθυμία­ηδονή. Θεωσούμε υπεσβολική την άποψη του Τ.Β.Ι.. ννεοετετ (1952), 13, ότι η μίμηση στους Νόμους έχει ένα κατά τον 5ο αιώ­ τεσάστιο εύοος σημασιών· βέβαια, γενικά, ποιν τον Πλάτωνα φαίνεται να μην υπήοχε μία θεωοία της μίμησης, αλλά μία να συγκεκοιμένα σωοεία από χοήσεις λέξεων αλληλένδετων μεταξύ τους. (Βλ. Εὶεε (1958), 87 πσβλ. Ρ. Μοτεισκ (1955), 8: «ασαφής» η σημασία της τον 5ο αιώνα· χαοακτησι­ όσον αφοοα την εγκυ­ στο ιδιο, 78,79 στική είναι η αμφιβολία του ποώτου οότητα της ποοσπάθειάς του να διακοίνειτοείς σημασιες της μίμησης μέσα από

­ ­

­

­

­

­

­

­

­

­,

­

­

­

­

ένα σύνολο πεοίπου εξήντα χωσίων για τις τσεις σημασιες αυτές, βλ. στην αοχή της πασούσας σημείωοης). Όμως ο Πλάτων δημιουογεί μια θεωσία για τη μίμηση στην Πολιτειοι το ότι ποσχωοει σε μια άλλη πσοσέγγισή της στους Νόμους, το ότι στο τελευταίο έσγο δεν την οοίςει, δε σημαινει ότι δεν υπάοχει σε αυτό συστη­ ματικότητα στην πσαγμάτευσή της και τελική σύνδεση μεταξύ των σημασιών της. (Για τη μιμηση ως φαντασιακή ποοβολή του ατόμου ποσς κάτι ιδεώδες, βλ. Εοσςε (1947), 120­132, (1953), 180­187· για τη μιμηση ως έκφοαση ήθους, ποβλ. Πολιτ. 39519­40115, και σχόλια του ΝοττΙοε111ρ (1910), 99­123, Βδτοοσι (1966), 127­128 ακολουθει ο τελευταιος τον ΚοΙΙετ (1954), 19­21, και τον θτιοτον [αγγλ. μετά­ φοαση της Πολιτειοις Ι, 224 τον παοαθέτει ο Βότοοιυ, στο ιδιο, 128 σημ.32]). Τέλος, θα πσέπει να σημειωθεί ότι τα πασαδείγματα σημασίας της μίμησης που ποοσφέσει ο Μοτειυι (1955), 8, νομιμοποισύν γενικά μιλώντας το πλαίσιο στο οποίο θα κινηθεί ο Πλάτων στους Νόμους σε σχέση με την έννοια αυτή. Επιλογικά, είναι ανάγκη να γίνει μία διευκοίνηση για την εκ μέσους μας χοήση του όοου ‹‹παοάσταση››· οι ξενόγλωσσοι μελετητές της μίμησης γενικά και τηἐ Οημασίσε της στον Πλάτωνα ειδικότεσα (βλ., πσόχειοα, ΕΙεε, ΚειιΙε, Μοτειυι, Τοτε, νο1σετ11υε), χσησιμοποισύν για την απόδοση του όοου τις λέξεις «τε­ ρτεεετ1τειτ1οη››, «τερτέεευτειιἰοηκ οι λέξεις αυτές μποοούν να αποδοθούν στη νέα ελληνική κατά λέξη ¬ ως αναπασάσταση, αλλά και ως παοόισταοη. Εμείς ανεξάοτητα από την ξενόγλωσση διαμεσολάβηση ως ποος την απόδοση χοη­ σιμοποιούμε τη λέξη πασάσταση για την απόδοση της «μίμησης», για δύο κυοίως λόγους: (α) Είναι, κατά τη γνώμη μας, πιο δόκιμη σε σχέση με τη λέἔη αναπα­ σάσταση, για να αποδώσει την κοιθεμιοι από τις σημασιες που έχει η μίμηση στους Νόμους , και ¬ έχοντας επιτύχει αυτό να δείςει και λεκτικά τη συνεκτικότητα τους. (β) Επειδή όλα όσα λέγονται για τη μιμητική/εικαστική άπτονται μεν του ψυχολογικού πλαισίου, όμως αυτό πάντοτε λειτουογει, αναδεικνύεται, μεταμοσ­ φώνεται εντός μιας αισθητικής­δοαματικής καθημεοινότητας, με τον όσο πασά­ σταση επιχειοούμε να διασώσουμε τόσο τη διασύνδεση της μίμησης με το ψυχο­ λογικό πεδίο όσο και την πσοβολή του τελευταίου μέσα από το αισθητικό, ως αισθητικού συμβάντος ¬ πσοσπαθούμε δηλαδή να αποφύγουμε την ταύτισή της μιμητικής/εικαστικής με τον όσο αναπαοάσταση, να αποφύγουμε την πτώχευση του νοήματός της, χωοίς βέβαια να σημαίνει ότι δεν εννοείταικαι ως (ανα) παοάσταση. 343. Βλ. Φιλήβ. 39ο6­7: ‹‹εἰκόνος»· στο ίδιο, 40ε9: φαντάσματος». Στο χωοίο 38ο­40ο, η ψυχή παοομοιάζεται με βιβλίο· για μια πσαγμάτευση της παοαβολής αυτής, βλ. ΟΙ. ίὶειιι‹11σ (19901›), 109­113.
·

στ
­

ΠΑΙΔΕΙΑ: Η ΔΙΑΛΛΑΓΗ ΩΣ ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΟ

153

οέα της τη μνήμη, η οποία όμως συχνά έχει τη μοοιρή μνήμης­ εικόνας343· υπάοχουν εικόνες που ανταποκοινονται στην αλήθεια

­

­

­

­

­

­

­

­

154

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΑΛΗΣ

ΠΑΙΔΕΙΑ: Η ΔΙΑΛΛΑΓΗ ΩΣ ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΟ

155

ηδονή ψυχική ως εικόνες πλήοωσης ηδονής και παοέχουν όντως είχε η οποία που ποοηγείται της σωματικής πλήοωσης3^^, για ποώτη φοοόι επιτευχθεί στο παοελθόν και την οποία ανακαλεί στο παοόν η μνήμη­εικόνα· υπαοχουν όμως και εικόνες που δεν αγταποηοη̨̃γουται στην αλήθεια και ωστόσο παοέχουν ηδονή. Η ηδονή δηλαδή μποοεί να ποοέοχεται από κατι που είναι εμπειρία στο παοόν, από κατι που ήταν παοόν και η μνήμη­επιθυμία ελπίςει, ποοσδοκόι, ποογευεται345 για το μέλλον, και από κατι που στο πλαίσιο των δυνατο­ ουτε είναι παοόν ουτε ήταν και ουτε εφόσον δεν ανταπο­ ποτέ, θα είναι τήτων της ποαγματικότητας κοίνεται στην αλήθεια, στην ποαγματικότητα3“*6. Ποια είναι λοι­

­

­

πόν αυτα τα φαντασματα­εικόνες, αυτοί οι φοοείς της επιθυμίας που παοέχουν ηδονή, ενώ δεν ανταποκοίνονται σε μνήμες του

­

­

ειιιι. Βκ Φιιηβ. εεε 1­5.
3454 Βλ­

«ποοχαίθεγν» (στο ίὁμ, 39‹1=ι). 346. Βλ” "ατι οω̨χήνγ στο ,­ὸγογ 3886407 ,γω

_

στη συνέχεγα

_

γα αποῖεχέ.

σματα:στι›ι25ιο, ιιοαι­‹112. Η αναφοοα μας στο σημείο αυτό απτεται του Θέματος των ιμευδών και αληθών ηδονών (Φιλήβ. 36ο­41ε),το οποίο ποοκαλεσε πολλές συζητήσεις, καθώς ο καθένας σχεδον μελετητης ποοσπαθησε με διαφοοετικο τοοπο να εομηνευσει το σωκοατικό λόγο πεοί ψευδών και αληθών ηδσνών. (Αν και ο λόγος αυτός εκτείνεται ως το χωοίο 5Οε, και πεοιλαμβανει και αλλες μοοφές ψευδών ηδονών
, μόνον η ποώτή μοοφή είναι αυτή στην οποία κυοίωε βλ., στο ιδια 411»­50ε εστιαστηκαν οι σχετικές συζητήσεις). Το θέμα αυτό είχε θιγεί παλαιότεοα τόσο από όσους γενικα ασχολήθηκαν με την ηδονή στον Πλόιτωνα (βλ., για παοόιδειγμα, ν. Εείομτεὶυε (1902), 101­154, 1. ΤευΚΙ‹ι1 (1956), 190­199), όσο και από οοισμένους που ασχολήθηκαν με το σχολιασμό του Φιλήβσυ (βλ. Α.Ε. ΤεγΙοτ (1956), 63­67, Ηειο1‹1οττ1τ (21958), 69, 72­ εν τουτοις, από αλλους (βλ. Βυτγ (21988)) δε θίγεται διόλου. 73) Όμως, τη μακοα συζήτηση ουσιαστκόι εγκαινίασε ο εκδότης και μελετητής του Φιλήβου, 1, Οσεμτις (βλ. ίὶοεμμς (1959)) επακολουθησε η κοιτική του Α. Κομυγ (βλ. Κευιτν (1960)), και η ανταπόιντηση του Οοε11ιτς (βλ. (ἑοεμμς (1961)). Επί του θέματος επανήλθε ο ίδιος ο θοεΙἰτι,ς (βλ. ΟοεΙὶιτς (1975), 214­220), και η από κοινου με τον ().Ο.νι|. Τεγὶοτ (βλ. θοεμης και Τεγ1οτ (1982), 429­453 ουγκεκοιμένη ποαγματευση αποτελεί ίσως την καλυτεοη εξ όλων όσων ποο­ ηγή θηκαν ή έπονται αυτής). Στη συζήτηση έλαβαν επίσης μέοος, για παοόιδειγμα,

­

­

*τπτ­?­
­

παοελθόντος όιοα νόμιμες ποοσδοκίες του μέλλοντος; Αν ανατοέξουμε και μόνο στον εναοκτήοιο λόγο της μαωχη­ κτικής κοιτικής του πλατωνικου φιλοσοφουντος υποκειμένου στην Πολιτεια για το αισθητικό", θα διαπιστώσουμε ότι ποόκειται για τις εικόνες που αυτό, το αισθητικό, παοέχει: οι εικόνες αυτές δεν είναι μιμήσεις ­ εικόνες της αλήθειας, δηλαδή καποιου ποόιγματος που είναι όπως αυτό είναι, αλλα εικόνες αυτου που φαίνεται ότι αυτό είναι348· είναι μιμήσεις­εικόνες φαντάσματοςω, που όμως από μία οοισμένη απόσταση δίνουν την εντυπωση ότι είναι ως350 να είναι μιμήσεις­εικόνες της αλήθειας. Χοειαζεται στο σημείο αυτο να επιμείνουμε και να συνδυόισουμε τον ποοαναφεοθέντα , , 1 λογο του πλατωνικου φιλοσοφουντος υποκειμενου στο Φιληβο και την Πολιτεια: διαπιστώνουμε ότι η αισθητική μίμηση­εικόνα είναι εικόνα φαντασιιατος του ποαγματικου αντικειμένου της επιθυ­ μίας δηλαδή εικόνα που έχει μεν έοεισμα στην ποαγματικότη­ τα) αλλά παογσῖά ὁγαφοθάητηἔ π©αγματΜότηΤα§351. όμωἔ , μίμησ η η πα̨ἴσποῳζελ η Ονηι γλαῃ εν)/911 τετοωἰ ωστε να ποω̨εχελ τη δΉνΟπΟΉΊ­Εα _ και το «ὁΟ%εΖ1/»352 δεν αφήνενι στο πλαί­

­

­

­

ναλυτική αποψη ποαγματευθηκεοΒ.Α.Ο. 91/ἰΙΙἰεοτε(1959),οοποίος αναφέοθηκε και στο χωοίσ 39‹1 του Φιλήβου. (βλ., Β.Α.Ο. 1λΗΙΙ1ειιυε ( 1959), 69). 347 Βλ_ Πολη 5958 χε.
348. Βλ., στο ιδιο, 598152­4· ποβλ. την ποοηγηθείσα εοώτηση,στσ ιδιο, 598ει5. 3±19.Στσιΰιο, 598155. Για την οοολογία «εἰκὡν», «φάντασμα», «είδωλον» (Πο­

(}οε1ἰι18 και Κεοηγ ¬, 1.Ο. Πγ1›ὶ1‹οννεΙ‹ἰ (197θει), (197Ο1›), Τ. Ρομπότ (1970), Ο.1.Ρ. 9νἰΙ1ἰειιυε (1974), Β. Βτεηστ (1977), 1). Ρτεσο (1985), Ο. Ηειιυρτοιτ (1989), (1990). Να σημειωθεί επίσης ότι τη σχέση δόξας (‹‹1›εΙὶε1››) και ηδονής από γλωσσοα­

­

οι: Π. (ὶε11ορ (1960), Ι.

Τ11ει11όετς

(1962), Α. Μο1.ειιιςΙτ1ὶο (1969)

­ με κοιτική ποος

λιτ. 598ϋ8), βλ. ποόχειοα ¬ Σσφιστ. 2¿1Οε,2¿1Ο1›,23¿1ο,236ει­1›,26±1‹:­‹1. 3511. Πολιτ. 598ο4· ποβλ. και ­158ε5: «ώς υ̃πόω̨χον εἶναγ ὅ ὅούλονταγω ,ωγγ χα,/. οουσιν». 351.Βλ.,στο ιδιο, 598ει7­1Ο: το ποαγματικό αντικείμενο είναιτο ίδιο,ηαισθη­ τική παοασταση το εμφανιζει διαφσοετικό. 352.Στο ιδια 59804

156

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν ΑΑΜΠΡΕΛΛΗΣ
'

ΠΑΙΔΕΙΑ: Η ΔΙΑΛΛΑΓΗ ΩΣ ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΟ

157

ολα σιο λογου που ευοισκεται, πεοιθωοια αμφισβητησιιἐ για το π απόχθωση Ξω̨έπεβ εδώ να επγλεἔωμε _ στη
9 2

,

×

, 53 ς φαντασια να εξαπατησεὕ το υποκείμενο οτι ειναι η μνημη _ ε ι _ κόνα της πληοωσης ενός αληθους αντικειμένου π/ου παοειχε και ελπίςεται ι ποοσὁοκαταιω̃ί, να παοάσχει και στο μελλον ηδονη. για το «πό@· Για την Οαιυ̃ιιενη αῖι̃θσΐοκἶη πολ) π Ο οαναφέοαμε °νέ λό Ω ωθΕν»355, π Οἴεινολλμε να χω/ΟΉμ°ε αμεσως σῃι̃ συ Χ , ΈΥ εφόσον ὁωωω̨λβώσαμε ΟΠ ειναι ενα απο τα στολχειἔχ πω) 099 01" το καθεστώς του αισθητικοὐ, 899 91091 111€ αισθθτλλθι̃ἑ 1ι99ν1ι̃§· ΣΤΟ Φιληβο όταν γίνεται λογος για την ηὀονη που ανταποκοινεται θε ×356 α αλ)­Ε ίγ που δεν οιντοιποκοίνεται σε κατι κα" ωὶηθλἶ/Ο και γἕ η άδελ όπ άνθα̨θποἔ Οιληθινοι 7)­εγεταλ _ μεσα απο Ρνα̨ παθ γμ ὁ , Ο Οποίοἔ θέλω _ όσον αφοοα μαχ εωωνα πω) παοἶχεβ η Ονη ,_ να ὁιθῃω̨ίνελ αν πἔόκεῃω γω ηδονή που ανταποκθινετω σε κατι ίη ί οχι, ί α π ο έπει να μη μ είνει Οτο ‹‹πόο@ι.0θ8ν››357, δηλαδη αληθινσ σε εκείνη την απόσταση που του επιτοεπει να εκλάβει το αισθη­ ,358. κ ελία Πα ά εταλ "Μο ωἔ αληθω/Ο αυτη Ή τελευταια παθω/γ μ φ© ζ
9
κ
×

×

οησει και σε αυτΤι ίν της κσίσης σε σχέση με το φανταζόμενο › με το
0ιλπθιν0·0ιισθητ0° αντιθετα στην Πολιτεια ειναι μιμηση φειντῇισιιοιτοε του αληθι· νου­αισθητου και εκλαμβάνεται ως αληθινό­αισθητό. Αυτα παντοτε όμως από την πλευοόι αυτου που ποοχωσεί στο κοίνειν· από την πλευσόι αυτου που μένει στο «πόοοωθεν» , αυτό που έ ιι ει στι μασία είναι ότι υπά ει και στις δυο πε ο ι­ οι πτώσεις η δυνατότητα υποκατοίστασιις του αληθινσυ , με μίμημα φαντάσματος,

από το ίδιο το πλατωνικό φιλοσοφουν υποκείμενο ως εξης: να μη , λ μεινει μονο μεσα στη ειτσυσγια της φαντασιας, αλλα να ποοχω­

9

9

®

­

­

ιιετ0Γ<<ΟιισΘιιυ%9»ἐ]

9

9

ιὀ

4 ικ ανλςωμετωπἴα̨ει Ϊ­λτἶλογικολιἐαλῖλψιυα̨ χἕλἕἕλένα

353· Βλπ στο

598 3 Ενώ
“Ολ

¿

ἔἑπι
Ο

Ο Πλάτων τόσεἔ χα­τηγσοίες απευθύνει με το εω̨ημα εναντίον ποίησηε στο Ιι βιβλίο Έη§

εξαπόλ

γδ9 του ι̃ησλι στοἶς ἕνἑιἔἔ 8;
9

0 πεἰας'

Γοογίοω̨

αῳστο (β Ζ _ την τθαγλπη ποἕησἶὺ·
3Ξ4.
ς

θεωῳίῖον ω̨αγλκό ποιητή που εξαπατά ως Γω̨γία σε σχέση με
Α

ἶελπιδιῖι̃ἑ
ο ι
9

36Β1) «ἐλπἰζων» (στο ίὁω 36Μ) «πῳσδόλημα»

(στο ἕὁιο 36α̃6

(στω ἔλ Πο Ολ» ιτ. «ἔΞ8)ε3· 35:

_

ποβλ 36ο12) ·
·

π Ο βλ στο ιίὁιο› 523ει1Ο­524‹15, όπου

(523Ὁ5­6),

υπάοχει εξέταση επΕΟιη§7 βλζ τη

σχετικη ς με «τα | π0ΩΘ‹)ἔθἶ3|.υεἶτ(ἑε°ἐ1(ἶΞ8£4(;γἑ›Οθ . ε σχετιιἔιλσἕἔη1ἑιἶηἔοἔι781 ι · 2Ίθμ1
­ η 357. ιόιό738‹:6 358· Στο ίπτςλση αυτή

·

εικόνα «πόθθωθενλη̨ μπω̨εί να εκληφθεί ωα̨ «ωσθητωω̃» (ώγαλμοω 38ἀ10). 38ὸἐ) αλλά ποῖἔιλΰαλἶλἑοτἑλεἑ ῖξμαᾶει όῃ ἐτο Φγχηβο μια εικόνα «πόοοωθεν», μποοεί να αυ 2 ς ς ί εχχηφθει ως μιμηση του α ληθινσυ­ αισθητου,καιτελικα να ειναι φαντασματος
.

8

9

°

×

×

ιτ­ · ιβ _ για παεα εινιια ΟΙΠ Πε ( ) · Το κειμενο της 1. Αιτοειε (1982) αναλωνεται στο να δείἔει οτι σ πλατωνικός παοαλληλισμός ποίησης και ζωγοαφικης στο Γ βιβλίο της Πολιτειας είναι αποτέλεσμα συγχυσης εκ μέσους του Πλάτωνα (βλ. στο ιοιο, 2)· γοάφει χα­ οακτηοιστικά: «η επιθυμία διόλου σε σχετίζεται με οπτικές αυταπάτες»(στο ιίὁιο, 2) ¬ πσβλ. Α. Νειτειυεε (1982): «Γιατί θα έποεπε η επιθυμια μας να μας λέγει ότι το βυθισμένο ξύλο είναι στοαβό;›› (στο ιίὁιο, 65 η υπσγοάμμιση δικη του). Η θειιελιωδηε διοιφοοά τιιε ποοινκάτενσιι̃ε Τοντ από τη δική ιιαε όπωε την επι· χειοουμε στο παοόν κεφάλαιο είναι ότι αφήνουν εκτός της συζήτησής τους για τον παοαλληλισμό ζωγοαφικής και ποίησης τα χωοία του Φιλήβου που κάνουν λόγο για εικόνα­επιθυμία, ψευὀείς ηὁονές· αν όμως λάβουμε υπ® όψη μας τα ποο­ αναφεοθέντα χωοία του Φιλήβου, ο παοαλληλισμός μάλλον γίνεται απόλυτα κα­ τανοητός. Διατυπώνουμε, τέλος, την υπόθεση ότι η ενὁιαφέοουσα πσοσπάθεια 9 . της ΒεΙίιοτε (1983) να ποαγματευθει την ψυχολογια του ακοοατη­θεατη και τις συνυφασμενες με αυτην κατηγοοίες εναντίον της ποίησης στο Ι' βιβλίο της Πο/ιιτειας, τα μέγιστα θα είχε ωφεληθεί αν χοησιμσποισυσε και το σχετικό χωσίο του Φιλἠβου για το «πόοοωθεν» (βλ. (1983), 42, 44­49), και τους Νόμους για την ψυχολογία του ακοοατηοίου (βλ., στο ιοιο, 57­62) ίσως μάλιστα τότε να αι­ σόταν για το χωοίο 598ο1­4 η άποψη της ότι είναι «τσ πιο ποσβληματικό» (στο ι ιὁιο, 44). Βεβαια,η ιδια ελαβε υπ , οψη της ενα αλλο χωοισ,το 234ο­ο του Σοφιστη (βλ., στο ιοιο, 48 σημ.13), στο οποίο γίνεται λόγος για «πόοοωθεν» (234`ο9), και μάλιστα σε σχέση με τη μίμηση/γοαφική. Θα ποέπει όμως εν ποσκειμένω να γίνει 9 9 μια ὀιευκοινιση: στο ουγκεκοιμενο χωοισ γινεται οιναφσοα στη μιμηση και στη δυνατότητά της «πόοοωθεν» να εξαπατά ως αληθεια· το πλαίσιο της αναφοοάς, άοα και ο στόχος που αυτή υπηοετεί, είναι στη συγκεκσιμένη πεοίπτωση γνωσιολσγικό­οντολσγικό. Δε συμβαίνει όμως ακοιβώς το ίδιο στην Πολιτεία, ή συμβαίνει μόνο φαινομενικά: γίνεται λόγος και εκεί για τη μίμηση/γοαφικη σε ε πλαισιο γνωσιολογικο­οντολογικό και υπάοχει αναφοσά στις «πόοοωθεν» δυνα­

1910 λωειο

Ο

­

86, 108­109, 118, 119.

τ

Ο

Ό

.

Η

1962 82

­

­

­

ι

9

9

­

9

9

9

9

9

9

9

9

9

9

9

9

9

­

­

×

158

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΠΑιΔΕ1Α± Η ΔΙΑΛΔΑΓΗ ΩΣ ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΟ

159

φόιντασμα, η οποία και εντέλει θα αποφανθει αν όντως αυτό ταυτιζεται με το αληθινό359. Από όλα αυτα συμπεοαίνουμε ότι όταν λειτουογει το αισθητικό, ο όινθοωπος θεμελιωδώς κινειται
ποος αυτό φαντασιακόω̃ιο

και όχι με βάση την επϋστημηι την Οθθη

τότητές της· ωστόσο, τόσο το ψυχολογικό επιχείοημα που έπεται του οντολογικοή ότι οι (είναι συνδεδεμένο όιλλωστε με αυτό) όσο και το βιβλιο Γη, μας βεβαιώνουν αποτελέσματα ψυχολογικόι τα με σχετίςεται και στόχος ειναι ηθικός­αξιολογικός για να κατα­ αυτής της αισθητικής εξαπόιτησης, της μίμησης ως ποίησης. Και ι σ ­ α ικ ί και ουνδε όιλλον ακατανό τ όιλλω νο ίσου ε τ ν ἶόγἴόἑ για μιμὶησηἐποιησης, αοκει ίδως ο Φιληβος: Ξκει̃ι, θυμίςουιῖἔ γβιδιιηναη ηδονής, γίνεται ποοσπόοιση αναφοθἀ στη ως της την επιθυμια και την πλήοωσή πλήοωσηἐ φαντασιακής της δηλαδή ηδονής, δόξας της ως φοοέων εικόνων γοαφή όμως ας μη λησμονούμε της επιθυμίας, της φαντασιακής ποοσπόοισης ήδονώυ­ αποτέλεσμα το κύοιο Πλόιτωνα, τον _ το φαινόμενο αυτό αποτελει, κατά τον ιδιο από ηθικη απασχολει τον κόοον κατα που αποτέλεσμα της μιμησης ως ποίησης, στην εικόνα και επιμένει Νόμους στους λόγο το αυτό για λοιπόν Ακοιβώς αποψη. ε ό­ τ ν εικαοτικί λ., π ό ει α, 667α­669ο , όταν ο ιλει ια τ ί σ , ενδια

__¿_______„

­

­

φιστἑ
361· Βχ­7 στο ω̃ω) 38878 362.Βχ., στο ιδια 38Ό8.
κ
×

Ζω
|”

ι δόἔακι Μ" την αλήθεφαππ κινείται ε βάσ Έ 61! Ξοἶἔνἔἐἐεσθαι "Ο" όχῃο κωνεγνετεη̨ με βάση την επΒθΌμίΖ , ' γ Μετά την αναγκαία παοέκβαοη επανε ,

που μας απασχολουσε, έχοντας πλέόν τη

δυῖἔη̨̃διη̨̃γῖῖυϊἔἐἔἐη̨ἱἔ

ἔἶἔι̃οἑι̃ἶςἔι̃ῖἔύσἔῖδἶἕωτηἕα τω πξοἔ ω̨μηνεηεται ότι η ττόοσφοοα του [το Φο αποτελεσμα με την π@0σφΟΩά τίτθηἔ365ἶ η

,

ἶτοβλδἶολἔτδ 60Ζο7_θ§9ΣΟ_

­

Η.]. Ρειτου (19Ζ1­1922) για την εικασία και ιδιαιτεἕαἰ Ο σημεωωνει . επισηἦὁο α7Οσα 6, 82, βη, 93, 1θθ. στοι ιο,| Να υπογοαμμισουμε επισης ότι για μέα άπό μηαἶ/ἕα συνανταμε το ονειοο: οχι 531 ῖιαἔλἶα̨θομοιαἔεται μόνον η παοαμονή στη ὁόἔαφ με ονει­
ομοιου ως ταυτοό παοομοιόιζεται επισης με ν η 476068). ι τ
ίδο
7

[(1

α (ἶἰ και η θεωθησηιτοι̃) κατασταση (βλ·= στο Ζὁἰη

,

πεοισδι̃όἑἶοο σῖσξηιἶατικόι από οπ)οιοδήποΞε όιλλἴο διόι]λ!δγιό] γιι̃α τα ψυἶοἶιο­ χωοια των γικόι αποτελέσματα της. (Γι" αυτό αλλωστε στα ψυχολογικής στόχευσης της Νόμων και του Φιλήβου ο γνωσιολογικός­οντολογικός διαχωοισμός ατα αντόισ ι ανταστικ ειδωλοποι τικ ι ­ ι τικ ” σε εικαστικ ι εικόνε ξη̨φαναφοιόόι σὲ βλ. Ι.Τειι̃ο (Ρἐ3ἔἶἹ63 ηἕ του ειναι αδιιτἑφοοοςἕἔιαι εἶτε ελλείπόι̃ι δε συμβαινει αυτό 4θει9)· 39υ6­7, Φιληβ. (βλ. του χοήση αδιόικοιτη αυτόν η γινεται σε και με το χωοιο 5986­ο, το οποιο όμως όπως ποομνημονευσαμε κινειται χωοιο το αυτό από ωστόσο οντολογικό­γνωσιολογικό, καιψυχολογικό πλαισιο η πλευοόι του εκεινη που το συνδέει με το Φιληβο και τουἐ
μγένος

­

­

γη̨̃γο!

αοχαίκή σκέψη ο Ι.­Ρ. νοτυευτ (1975) 137438).
μ

Ψ­Κ γω την Μόνα) θα μποοἹδἶι̃)δ(εςκΞἶτοῖδΞἶκΎα !:τἶχἕΖἶ5ΞἶΞΤἕ1ηἕΞῖ:απἰαγμοἶεϋσή εα̃ττὲβει σε σχεση με στο ειδωλο στην
στηφ/Θ

αφε@οΌσα μελεῖη του (βλε στο

­

­

­

μας ενδιαφέοει Νόμους, και όχι αυτή που το συνδέει με το Σοφιατή). την Τέλος, για το φαντασιακό βλέμμα της επιθυμίας (που παοαμοοφώνει χαοακτηοιστικόι βλ. του, ποαγματικότητα) και για το τιτελικόι ειναι οι εικόνες _ Φαίὁο. Ζ55όΖ­8, και την ποαγματέυση του (ΣΗ. Ε. θτἰεννομὶ Ιτ.(1986), 126­127 ακόμη, βλ. θ.Β.Ρ. Ρεττειτἰ (1987), 175­178. της φαντασίας 359. Βλ. Φιληβ. 38‹:6­ε8· αυτή η κίνησή του από το πόοοωθεν τοι ἰυτεηεοτιιε εόεαιιετιο με το κίνηση που ισοδυναμει στο εγγύς της κοισης αν μαλιστα και αυτό, χωοιο το διαβασουμε αν ποοκυπτει έμμεσα αλλά σαφώς, 598υ8­οτι. Πολιτ. χωοίο με το συνδυασμό σε αυτό γινει Ι 38ὸ1, 38ό3. 360. Βλ. Φιληβ.

­

­

­

­

6Ο6ὀ1_7,607ἶὶ5_8. στηηαπλη επιση· μανση ότι με την αισθητική εικόνα το βοέφοἔσφ ά ῖν α̨ωεπαι τουπαοεχεται ηδονη, αναλΌτΜότεγα,πη̨ 0 ̃ Ξσ0ν επβθῳίας. πλήοωση ι συμβαιτἑει στην Φτεοιπτω­ ωσθάνἰω βοά μόνον ση αυτη: το βθέφος δε ὁζσωηατικα υπη, απο την κε­ νωση πλήοωσης, από την απουσια ηδονής. είναι νἕφυτῖὲτθχει/μεσα του, 790θ9­7918Ζ)ν£ἔτφφ μέσα στην ψυχή του, φόβοζι (βλ Νόμ α ηθε ιι; λυπηἔ, δοξα η ιἕ ἐἰ) Ό" δεν λύπης: πολο είναιτο πεοιεχόμενό τηἔ ει ἕως/ α πληθωθει η επι­ πἰ θυμια του (βλ. Φιληβ. 36ει4 ­82)­ (Η) όἐι ονει Οπολε/ κάτι ΞΟΌ βέἕπθσσς) Οἔαἔειοτιαν δεν ειναι μέσα στη μῃτογχή χώ©α7 δεν είναι οἔοη̨̃λ ημιδυθι̃ιει δοξα λυπης, ξρόβοφ δύο Τελικά) δηλαδή φόβο. ναι ΕΟ Ου (ἔσἔετολ μεταἔη τοηἐι αφω̨ά δφότφ η επβθῳία
×

7δ6Ο4ὀ8_1Ο:

χωθα α@α7 Οντωἔ/λωθιἐ Η 1τ|θμι̃]%9ΜἘ] αυτή την τελευταια το βθέφοἔ δεν είναι χηακὲἔιἐῖφι̃φσῖαἱἑοἔχῖῖιγεἕοἑι, το Μἑτοὥώνιἑι αισθηῃπό (ποωῖο) πιοη μ ° , μ τελικά ενοω̨μονισμένων αι̃πων χαγτων δυο

του να είναι. αυτές όμωἐ π@0σφέΩονται από

η Ξποςἶωνἶτ

ειδη την επιθημιιτ

160

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν, ΛΑΜΗΡΗΛΛΗΣ

Πλιλειλι

Η

Διλλλλττι σε Αυλιεομτιιςο

τα

αισθητική εικονα παοέχει πλήοωση ηδονής ισοδυναμη με αυτήν που παοέχει η τιθήνηση και ικανοποιει την επιθυμια τιθήνησης που φοοέας της ειναι η μνήμη ­ εικόνα τιθήνησης. Υπόιοχει ωστό­ σο μια κοισιμη διαφοοόι: η δευτεοη ειναι μια ηδονή που παοέχεται από την ποαγματικότητα· η ποώτη ειναι μια ηδονή που παοέχεται χόιοη στη φαντασιατττ. Το ότι η απαοχή της εκκόιλυψης του αισθη­
Θα ποέπει να παοατηοήσουμε ότι ο όλος σχετικός με το θέμα λόγος του φιλο­ υπο­ σοφουντος υποκειμένου (βλ. Νόμ. 79θε5­?9Ζε5), αφήνει τη δυνατότητα να την από υφιστανταιανεἔάοτητα να μποοουν λυπης θέσουμε ότι οι δυο αυτές αιτιες
ναιμην ηατη ψυχη ὀτω̨τατ σκεψης άηση η μη τητ σωματηηττ εφοσον αφοθοην την ηἶηχητ κινειται σε πλαισιο επαφιεται πλήοως στη σκέψη του λογισμου, αλλα να φαντασιακό­ονειοικό· αν η παοατήοηση αυτή ισχυει, τότε το (ποωτο)αισθητικό παοεχει μια φαντασιακη ηδονή τι οποια απευθυνεται στην ψυχη· η σημασια της
ηδονηε μντηε ειναι ανεἔάευιτη από το αν η όκννπήοἔε πλνι̃εωοη σωμμτμενι̃ε ηὕονηε

τικου τοποθετειται, κατα το πλατωνικό φιλοσοφουν υποκειμενσ, ονην οτπμλτοττη πομονμη ηλνντοηότι οηλώνοτ _ με οοοομένο Το θεμε­ λμοοη οολο Τηἐ φοτννοιοτοτἑ μονά την εμμάλοψη τον _ ομ η φοτννοτ­ Οία μπθυειἶ μθμ λεντοοονοτε ηοη Τονοε ολν μονο ντο νο οη μνομονοττη μνημη _ ενηονο νηἐ ειμθνμτοτἐ πληοωοηἐ μέοο οε μτο ομπονονμη ποοτνμοτμηονηνο ηένωοηἐε ολλά ηομ ντμ νο οημτομονετε νο ειμ­ τυγχόινει την πλήοωση πέρα από την εμπειοική ποαγματικότητα. Ανοιφοιινετοιι, επισης, ότι _ κατά ΤΟ πλατωνικό φιλΟ00φΟυν υπΟ­ κειμενο των Νόμων η πη̨ωτοιοχική εμπειοια κένωσης ποοιῃη̨̃­ η επ[θὉμία πλήθωσήἐ συνεπώα̨ πτει από τη μη Ήθήνησηι̃ κο"

­

της έχει ως φοοέα μια ποωταοχική μνή μη ­ εικόνα· εκεινο ωστόσο που εντελετ ενοτοτφεοετ το φτλοσοφοην Όττοττετμενο του εογοττ αττ­ του, όπως ποοκυπτει από το πεοιεχόμενο του σχετικου λόγου του, ειναι να ομιλήσει για το σημειο μηδέν της επιθυμιας σε σχέση όχι

εττιειειειαειιιειιιτειιιιια,;,::ι:ι:ι:ιτ:ιειτιιιιτιιειιιι υττοκειμενο να συμπλη­ ­

μΌλα αυτα επιτοέπουν στο πλατωνικό φιλοσοφουν ποαγματευ­ οώσει όσα ειχε ποοηγουμένως (βλ.1.Ζ.1. για τα σχετικα χωοια και ο εθισμος πει οτι τοτε ειχε στο φοβο· σή τους) αναφέοει σχετικα με τον εθισμο αποοσδιό­ καθιστόι ότι τον θεωοει εδώ ανδοειο· όινθοωπο αυτός καθιοτόι τον Ωω̃τα δεγλό (βλ. 791Η5_9). ας ποοσἑἔοομει ιιοοηγουμένως ειχε υποστηοἴη̨̃ει ότι ε ε κ κ κ ν . η μη ποοσφοοα ηδονης καθιστα τον ανθοωπο δειλο (ως ποος την ηδονη), δηλαδη αυτό σημαινει: στη συνέχεια (βλ. ανήμποοο να αντιμετωπισειτην ηδονή· εδώ 791ο11­ο2) _ λέγει οτι τον καθιστα δειλό και όσον αφορά το φόβο, δηλαδη ανή­

εεε εε εεεεε εε νε εε ἔτΕἶΌμτα μεσα στη δεδομενα σὉγ%ΩΟτη μενη π©αγμ“αΉηΟτητα368'
ηη
Θνη

τον

Θιιϋ

ητικου,/η ςοαντασιακη

π ηοωση

της κενωσης που αυτο παοεχει,

­

ετνατ αναλογη της ηὀονηἔ Ττληοωσηο των εμττοατταε σωματηταε τταοεχεττττ απο την ικανοποιηση θεμελιωδών επιθυμιών όπως ειναι οι δυο ποοαναφεοθεισες· βλ. |Ν/ .όό7ο5­ Ο3. σχετἔἶἔ

μποοο να αντιμετωπισει το φόβο. Συμπεοαινου με: ο υπερβολικός εθισμός στο φό­ και βσ, η φυγή της ηδονής, οδηγει το νεογέννητο στην ανησυχια (βλ. 7900­791ο) το ιδιο όπως και η ακοατος Έοιιε ενήλιιιεε οειην ιιοιθολογια (βλ 636ο, 790ο) ηδονή οδηνει νο νεογέννητο σε οινηουχιοι και εμφοινιςει στον ενήλικα συμπτώ­ ματα παθολογιας (βλ. όσα σημειώσαμε για την όιμετοη οινοποσια­μέθη)· υπόιοχει

­

λεγεται οτι ο εξαπατωμενος, ο φαντασιωτικα κινουμενος εναντι της αισθητικης παοαστασηε, λειτουογει με τον τοόπο που λε ιτουογει ο παιὁικός τοόπος σκέψης ττοττ Ο τοοττοἔ σττέψηἔ τον ττφοοναε δηλαδη τον παοττφοονατ. τττττόἔ όμωἔ Ο όοοἔ παοαπέμπει στην ανάπαυλα της επικοόιτειας του επιτακτικου λόγου, καθώς συνδέεταιτόσο με τον μαγικό του χοόνου της εοοτής** όσο και με τον μεθυοντα*.
τ Βλ· Νοττ· ο¿τ9ο6­7·

·/ τντττ εν τττἶρεοον Οττ η η στην

ετ

ττετητε

στο Οτττετο χωοτο

Ο

Ζε

μαλιστα συνδεση αιτιου­αποτελέσματος αναμεσα στην παθολογια του νεογέννη­ του και του ενήλικα (βλ. ”791‹:ὶ). * Ο φόβος αυτός, όπως ευστοχα παοατηοει το φιλοσοφουν υποκειμενο, συνοδευεται σωματικά από «πεοὶ τα της καοδιας χαλεπης γενομένης ἑκαστων
πηὀἠ σεωἐ» (7918Δ_5).
366. Ειναι χαοακτηοιστικό ότι ο λόγος για το αισθητικό, την ηδονή του αι­ σθητικου, αναπτύσσεται καποια στιγμή μέσα από έναν αναλογικό λόγο, το λόγο ότι για την ηοονή της εδωδής καιτης πόσεως, δειχνοντας έτσι αντιστοόφως

368.

ττ Βλν στο τὁτοε 672τ)5°6ε 672ττ5'6· Για το πώς βιώνει το νεογνό τη σχέση του με τη μητέοα­τιθήνη και την

­

­

_ ολέοη πομ την ποοννοοτφη νηἑ μοἐ οτνεν ο Πλάτων ονον Τιμαιον οινο­ φεοόμενοἔ στη λώοοτ ­ε ντο την ττοωτοεμφότντοη τηἔ ετττθνμτοτἔ κατά την ττεοτοοο δημισυογια της ποώτης παντοτε κατα τον ιδιο της σχέσης αυτής και για την τμεμοομοθημηηἐ πληοωοηἐ νη§ ηοονηἔ μέοο απο μία ενμονοτ η οποία οηλοτμβοτνο­ τομ ωἔ νοτ οτνομ η ποονμοττμτοτητοε ττοβλ­7 μοολονοομ την ποοοπττμη πον εμφοά­ ζουν οι: Κ. Καοτοοιαδης (Η985), 401­ΔΟΖ, 405­406, 410, 414­415, 421, ΔΖ6­427, Ν.
τττθη

­

­

|
ι

162

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

λ

ΠΑΙΔΕΙΑ: Η ΔΙΑΛΛΑΓΗ ΩΣ ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΟ

163

!

ίΕνα τελευταίο εοώτημα ποοβάλλει: πόσο πιο αναλυτικά μπο­ οεί κάποιος να ομιλήσει για το αισθητικό υπό την ποοοπτική που μόλις εκθέσαμε ­, πόσο πιο αναλυτικά μποοεί να ομιλήσει το πλατωνικό φιλοσοφουν υποκείμενο για αυτό; Είναι χαλεπό να ομιλεί κάποιος για το αισθητικό, και αυτό οφείλεται στο ότι όπως δηλώνει και ο τόσος λόγος που γίνεται για το αισθητικό κυοίαοχο οόλο παίςει η φαντασία, το φαντασιακό, που λειτουογεί στο πλαίσιο του αισθητικου κατά τέτοιο τοόπο ώστε να χοειάζεται να είναι πολυ ποοσεκτική η διεοευνησή του369. Είναι δυσκολο λοιπόν· αλλά πόσο δυσκολο είναι; Η απαντηση μας ίσως βοηθηθεί

­

ι

­ ­

'

γ

λ

με δηλαδή κυοίως­ για το πώς η φαντασία καθιστά απτή τοόπο αμυδοό τη χώοα, όσο δυσκολη και αμυδοή είναι η ίδια η χώοα37Ζ. Επομένως, το μέγεθος της δυσκολίας ομιλίας για τη φαντασία καθοοίςεται, αναλογικά, με μοναδική αναφοοόι στο θε­ μελιώδη οόλο που αυτή διαδοαματίζει. Καταληκτικα θα αναφέοουμε ότι δεν είναι μόνον ο συγκε­ κοιμένος ποοσδιοοισμός «χαλεπὸς» όσον αφοοά το λόγο για τη φαντασία και τη χώοα. Υπόιοχε ι, ποαγματι, και ένας άλλος, που συνοδευει μία σειοά από λόγους του πλατωνικου φιλοσοφουντος υποκειμένου: κατονομάζεται, για παοαδειγμα, ως άτοπος ο λόγος

­

­

­

αν υπενθυμίσουμε το οόλο της φαντασίας στο πλαίσιο του αισθη­ ακοὐ. Είναγ χαλεπό να Ομχλήαεγς για ­ση φαντασία ποια ααχολε ίταγ
με το «ἀμυὁοόν», στο πλαίσιο του αισθητικου σημαίνει: είναι χα­ , , , , , λεπο να ομιλησεις για αυτο που κατοοθωνει και πληοοι με κατι
3

αμυὀαόλὔ με ένα αμωδαό πθοἔ την αλήθελα Ο)/370› όλεἔ αἔ εαπελ­ Ωίες κένωσης από όλα ΟιΌ'ΕΟι για Τα Οποίοι ποιωείχε πλήῷωση °η μη­ τῳκή χώθιχ· αυτή η τελευταία είναι ένας Ομόθατη̨ς, (χυ­αιίσθρ7τΟ§) μη αγσθητόἔ χώοοα πω) γίνεταγ απτόἔ χάοη στο όνεω̨ο και το αν

σθητικό χάοη δηλαδή στις διόλου εντελώς διακεκοιμένες μεταξυ
ἙΟΌΕ

, 7, , , , 371­ Ματ εξοχην εκαἶανσελἔ τηθ φαντασλαἔ σΌνΟψ αἐοι̃λμε μεσα

απο μια αναλογλα: ελναλ τοσο ὀι̃λσκολη η Ομααα λαα Τη φαντασια)
Νικολαίδης (1986), 83, 167, (1983α), 24θ. Σχετικα με το λόγο που κάνει ο Πλάτων για την ποώτη εμφάνιση του αισθητικου, για την εμφάνιση ενός ποωτοαισθητικου κατά τη σχέση επικοινωνίας μητέοας­παιδιου, ποβλ., για παοάδειγμα, την ποοοπτική που εκφοάζει ο Ν ικολαίδης (1983α), 244, (1986), 84­85, 111, 135­136,
174­175.
369. Βλ. Νόιι. 669ο6­9

Νόμ. 655α­656Β). Και όχι μόνον αυτό: στην Πολιτεία, όπως εύστοχα παοατηοεί ο Τ Ζ ΟοιιΙὀ (1990) ,ι 29­30 ποβλ 215­216 η απαοίθμηση των ονειοικα εκπληοω­ Των Όπο εσεωλί Των Ενων Επί Ό |. Όν 'Ε Μ (Σπα (Ϊ πῖελ ε Έ .: η Ή @_ μηση. . μ αν υμπι Η _η μ 5 πλεον επιτυχημενων τοαγωδιων. βλ. Πολιτ. 571ο9 α3. ‹‹μητοι... επιχειοειν μείγνυ­ σθαι» (Οἰδίπους), «μιαιοψονείν τε ὁτιουν» (Οοέοτης), ω̃οὼματος... απέχεσθαι μηδενὸς» (Θυέστης). Ώστε λοιπόν ήδη ο Πλάτων επισημαίνει­επιλέγει παοαδειγ­ ματικα όνειοα των ανθοώπων, που αντιστοιχουν στις υποθέσεις σημαντικών τοα­ γωδιών: όμως ο παοαλληλισμός­αντιστοιχία πηγαίνει και βαθυτεοα, λειτουογώ­ ντας μάλιστα στην πεοίπτωση αυτή και ως επίοοωση της πλατωνικής παοατήοη­ σηςο όπως αναλυτικά και επιτυχώς έδειξε ο Ο. Βενετευκ (1976), καιτα όνειοα των ηοώων της τοαγωδίας είναι από ψυχολογική αποψη αξιόπιστα: θα μποοουσαν δη­ λαδή να τα έχουν ονειοευτεί οι ήοωες, αν αυτοί ήταν ποαγματικά ποόσωπα και ζουσαν υπό τις πεοιστάσεις που η εκαστοτε υπόθεση των τοαγωδιών αφηγείται ότι ζουν οι ήοωές της. Συνοψίςουμε: οι ήοωες ποαγματώνουν τα όνειοα των θεα­ τών (Πλάτων), και τα όνειοα των ηοώων θα μποοουσαν να είναι όνειοα των θεα­

­

·

7

Β

Ε

που συναντά η αισθητική αλλά και η ψυχανάλυση
ΣΕ, 82­83.
370. Βλ. Πολιτ. 597ε1θ­11

­ ο όοος «χαλεπόν», στο ιδιο, 669ο7. Για τις δυσκολίες
για το ωοαίο, βλ. και Σ. Φοόυντ,
597ει1Ο.

­ ο όοος «αμυδοὸν», στο ιδιο

371. Βλ., πολυ χαοακτηοιστικά: «γοαφικῇ δέ τιν° ἐτὲοαν, οἶον ὀναο αν­ θοωπινον ἑγοηγοοόσιν απειογασμὲνην» (Σοφιοτ. 266ο8­9)*· αν η τέχνη είναι ένα όνειοο για τους εγοηγοοότες, τότε είναι επόμενο ότι η χαοόι από τη θέαση του αισθητικου θα παοαβόιλλεται με τη χαοα του εν εγοηγόοσειονειοώττοντος (βλ.

τών ίῦενετευκ). * Βλ. , επίσης (Ευο. Αλκηστις, 348­356), τη συνειδητή (‹‹ψυχοαν μὲν, οἶμαι, μέσω ενός έογου τέχνης («σοψῇ δε χειοι τεκτὸνων τεοψιν», στ. 353), ποοθετική δὲμας το σον», στ. 348) ψευδαίσθηση (στ. 349: «εἰκασθὲν», στ. 352: «ὁύξω››) του Ἀδμητου, η οποία παοαβάλλεται από τον ίδιο με όνειοο (στ. 355), και ομολογείται ότι ποοσποοίςει ηδονή (στ. 355 ποβλ.353). Κατά τον Η.]. Κοεε ποόκειται για έκφοαση ψυχικής διαταοαχής (βλ. Ευοέὶλκηστις, Α.Μ. Πεὐε (31966), 79), ενώ ο Ι)εΙε θεωοεί (στοίὁιο, 79) ότι ποόκειταιγια έκφοαση υπεοβολικής λυπης ο οτ. 353: «ψυχοὰν μὲν, οἶμαι τὲοψιν», φαίνεται να δικαιώνει την εομηνευτική ποοσέγ­

­

­

­

­

γιση του ΠεΙε. 372. Βλ. Τιμ. 49ει4: «χαλεπὸν και ὁιμυδοὸν»

_

ποβλ.,στο ίὁιο, 49υ1.

1

164

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΑΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΠΑΙΔΕΙΑ: Η ΔΙΑΛΛΑΓΗ ΩΣ ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΟ
τ

165

ί α δ που βωλετ Ενα ληγη θεί γ ιατη Χ ώ Ο ατο υποκείμ ενο αυτό και που για να τον καταστήσει σαφέοτεοο αυτόν τον οντολογικό του λό­ γο χοησιμοποιεί τη μεταφοοοι̃ της τιθήνης­μητέοας, η οποία με σε ιοόι εννοιων που την απαοτίςουν αναφέοεται στην απώτατη παιδική ηλικία· κατονομόιζεται όιτοπος, επίσης, ο λόγος για την εκουσια εμβολή στην απωτατη παιδική ηλικία, ο λόγος για την εκουσια εμβολή των παοαδειγματικα κοινωνικοποιημένων ατόμων στην ηλικία αυτή· ακόμη, όιτοπος ονομάζεται ο λόγος για τη ουθ­ μιση της φαντασιακής και ποαγματικής πλήοωσης της επιθυμίας, για τη διττῆ γευση ηδ0νῆς λόγΟς 3τΟυ θεωοείται αναγκαίο να

­,

­

°

­

­

ι ι 5 5 επι­κοατειας375 του λογου, ως εοοτη376, μεθη377, αισθητικο378, πα­
375. Παοαπέμπουμε βέβαια στο επιτασσειν, επιτίθεσθαι του λόγου αυτου, ο οποίος φθόινει από το διακέλευσμα (βλ. Πολιτ. 6ΟΑει1Ο) ως τη βίαιη κατοχή (βλ.. οτο ιδιο, 6θ6α3). 376. Βλ. Νόμ. 653‹1Ζ. Είναι πολυ σημαντικό ότι η διανοητική κατασταση εκείνη που ποοηγουμένως πεοιγοόιψαμε και αφοοουσε την ποοτεοαιότητα της φαντασίας έναντι της κοίσης, κατά τη διόιοκεια θέασης της αισθητικής εικόνας, και που είχε ως αποτέλεσμα ποοσπόοιση ηδονής από την πλήοωση της επιθυμίας, πεοιγοόιφεται ως όλο με ακοιβώς ανόιλογο τοόπο σε όιλλο σημείο της Πο­ λιτειας και παοαβαλλεται με την εοοτη (βλ στο ιδιο, 458ει1­Β3) Αν η εοοτη, κατα το πλατωνικό φιλοσοφουν υποκείμενο της Ηολιτειας, επιτρέπει­ στον όινθοωπο να λειτουογεί νοητικα με τον ίδιο τοόπο που αυτός λειτουογεί στο αισθητικό, είναι ευεξήγητο το γιατί όπως ήδη είδαμε κατά το φιλοσοφουν υποκείμενο των Νόμων ο χοόνος της εοοτής είναι χοόνος εκκαλυψης του αισθητικου. Όσο για το οήμα «ἑστιῶμαι» (βλ. Πολιτ. 45882), που χοησιμοποιεί εν ποοκειμένω το πλατω­ νικο φιλοσοφουν υποκείμενο στο πλαισιο της πεοιγοαφης των δυνατοτήτων του κατά την διόιοκεια βίωσης του χοόνου ως εοοτής αυτό συνοδεύεται και από μη υλικόι αντικείμενα όπως είναι το ενυπνιο (βλ. Αοιστοφ. Σφἠκες, 1218, και τη σχετική παοατήοηση του Η.Π. 1ὶεοΙτἰο (1964ε), 81 σημ. 18). Αν είναι έτσι, τότε η οοολογία της νοητικής καταστασης η οποία παοαβαλλεται με εοοτή, ανοίγεται

­

χώΩΟ

υ̃ταοαυ̃τέμττθι λΟιΤΕόν αι̃λτόη̨̃ Ο χα@Οι%τ”η@ισμό€; ΣΤΟ ΥεΥΟνό§ όῖτ όλθι αυτΟί Οι λόγΟι α7τΟκαλΰ3ττΟυν, αλλΟτε μεταφ0@ικα κυ@ιΟλεκτικα, άλλοτε άμεσα ή έμμεσα) ένα κοινα το Οωτό, γνώῳσμα: αναφέ_

αναφε@θεί σῖον Μαΐ εξἶαή χώα̨) τηε απώται̃ηε παω̃ιἶίή ς/ηλὲΜία€° τ¶ τηἔ μητέοαἔ “ Ήθηνηἔ τη %ΏΩ[0λε%τ”"Ϊ μητῳκη χωα̨ι 73· ΠΟΌ

οονται τελικα στη μητοική χωοα· δηλαδή στο χωοο του ποο γλωσσικου και ποο­λογικου, σε αυτό που δεν έχει ένα τόπο μέσα στον οοίςοντα του λόγου (γλώσσα­λογική), έτσι όπως έχουν όλα τα αλλα αντικείμενα του' αυτό είτε εμφανίζεται μέσα στις μεταφσοές, κατα τη διόιοκεια ανέλιξης του λόγου ως φιλοσοφικου ευθέως αποκαλυμμένο παοαὁειγμαῃκά είτε συνιστά αγ/ἀ_παυλα374 Έης

γ

­

5

ί
ι ἱ

373.
646`ο5 66

5Β3 789Ὁ3
,

Για τις τέσσεοις αυτές πεοιπτωσεις,
.

βλ., αντίστοιχα: Τιμ. Α8‹15, Νόμ
.
α

τ ι Για το χοονο της εοοτης ως χοονο ανόιπαυλας και ως ονειοικό χοόνο (βλ. και σημ. Ι 376), ποβλ. τα όσα λέγει ο Μ. Ε1ἰειόο 1981 ,399, ια το οόνο τ ς εο τ”ς ως μυθικό­ιεοό χοόνο που καταο­ Υείτον ἐιαθήἐεοινόδ/ποόσκὶῖιιοο ­ηκαι τετ Πυθικό·μαγικό­θθησκευτικό.

374. Βλ., στο ιὸιο, 65361. «αναπαυλας».
7

,

.

­

ί π σό ο ο του σθ τκ υ λ. μ.Ι376), την εοοτή: μτἱλὅοιοἶδἠπδἶέχκχἑθυῖιεεἕῖυήἶτίἑα̃ξΐγ |δἔναταί1δποη̨εδήοποἕιἔ νασἔεταμοοφωθείκαι να
λ.

συ

¬1ἑἶΞὲΞΪ1(ἔἔἹ)ΒΖἰΖη̨̃ χΩόν0Ό' σω̨άἔη μυθιχοὐ χη̨όδ/ΟΌ' τελετοω̨γίαῷ εοωής (βλ­

Βλέπουμε λοιπόν ότι τα χωοία τ158ε1­133 και 597ε1θ­598ο4, οδηγουν στο συμ­ πεοασμα ποοσομοιωσης της εοοτης με το αισθητικο, και συγκεκοιμενα των ψυχο­

τα
­ ­
­
­,

­

­

ττυοε τη νοητική κατάσταση του Οντίοου' αυτό όμωε δεν τττττλήσσττι εφόσον ττ νοητική κατασταση του αισθητικου που διακοιβώσαμε ότι θεωοείται αναλογη αυτής της εοοτής πεοιγοαφεται ως ανόιλογη της ονειοικής (βλ. Νόμ. 656ο1­4· ποβλ. στο ιδιο, 9691›5­8 και σημ. Ι 371). Τέλος, θα ποέπει να σημειωθεί ότι καθετί που ποοηγείται της διανοητικής καταστασης η οποία παοαβόιλλεται με εοοτή, πείθει για το ότι αυτή η διανοητική κατόιοταοη αποτελεί όντως ανόιπαυλα , ι , , , της επιτακτικοτητας του λογου: Ο συνομιλητής του πλατωνικου φιλοσοφουντος ένου ζ τά λεπσυ ,σει (βλ Πολ" 45705­Ό) δώ­

­

­

­

, 1 , σειλογο 015706) το φιλοσοφουν υποκειμενο θεωοει τιμωρια κατι τετοιο (Α57ε7), | , , ,

Αμ

η

, Θγη

η

Ω!

°

,

,

)

και ζητα

,

να το αἶρησοι̃ἴν να λεπουογησει Οποἶε λεποὉΡγΟΉν οσω Ώω­ σκονται σε μια διανοητικη κατασταση που ποοσομοιαζει αυτην της εοοτης. Η
μβα )ἕα©77:
,

αυτον (Α57ε5), και η παοακληση «εαοου» (τ151ε1), παοαπεμπουν στον οικείο ήδη ,

απο τον ΠΟ/ΜΜΟ (βλ” ποοχεω̨ῳ 29402­3' Ζ98θ13_299θ5” 308ὸ5) αοῖεῳσμο εννοιων που συνοδευουν­χαοακτηοίςουν την επιτακτικοτητα του λογου.

166

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΠΑΙΔΕΙΑ: Η ΔΙΑΛΛΑΓΗ ΩΣ ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΟ

167

__?.τῳ._..ζΠ._?­
λογικών αποτελεσμάτων της πρώτης με τα ψυχολογικά αποτελέσματα του δευτέρου. Το αισθητικό είχε διαπιστωθεί ότι είναι ισοδύναμο ψυχολογικά με το όνειροω), και με τα αποτελέσματα του οίνουίβλ· και ήδη διακριβώσαμε τη σύνδεση της εορτής με το όνειρο, ενώ έχει καταγραφεί η σύνδεσή της με τον σίνο, την πα­ καθώς στο χρόνο της εορτής είχε τοποθε­ θολονία (μανία), και το αισθητικό τηθεί η τέλεση του αισθητικούθ) Αυτή η εκ μέρους του Πλάτωνα τόσο ενδιαφέ­ ρουσα προσομοίωση προς την εορτή, που έχει ως δείκτες της τον σίνο, το όνειρο, και το αισθητικό, θα σχολιαστεί εν συντομία, με αναφορά σε ορισμένες σύγχρο­ νες προσεγγίσεις σχετικές με το θέμα· για το τέλος του σχολιασμού αυτού θα αφή­ σσυμε τον σίνο· πρώτα θα εξετάσουμε τη σύνδεση εορτής και ονείρου, και στη

­

­τη σχέση της εορτής με το αισθητικό· παραδειγματι­ κός μύθος αναφοράς θα είναι όπως και προηγουμένως, όταν εξετάξαμε τη σχέση μύθου­ονείρου ο μύθος του Οιδίποδα. Η ολοκλήρωση της εξέλιξης ενός μύθου συντελείται στην τραχωὸιαω' σε αυτήν (για παράδειγμα, στο Σοφοκλή), η ιστορία ενός ήρωα(στον Όμηρο) καθίσταται σύμβολο της επιθυμιας του ανθρώ­ πουωλ· η εξέλιξη αυτή ουνοδεύεται από μία ὁιαφοροποιηση στη φαντασιοποιηση·
νη τη σχέση εορτής­μύθου

­

­

πιθ συγκεκριμένοι σε σχέση με την τελευταία παρατήρηση: θα μπορούσαμε να πούμε ότι από την εορτή/ιεροτελεστία (πρωτόγονο νόημα, απώθηση), οδηγούμα­

συνέχεια τη σύνδεση εορτής και αισθητικού. Για να σχολιάσουμε σήμερα την έμμεση, αλλά σαφή σύνδεση όλων αυτών, σύνδεση που επιχειρεί ο Πλάτων, είναι ανάγκη να κατανοήσουμε τη σύνδεσή εορτής και ονείρου· και για να το επιτύχουμε αυτό, φαίνεται ότι θα πρέπει κατ° αρχήν να ομιλήσουμε για την εορτή ως χρόνο ιεροτελεστίας, και ακολούθως να θυμίσουμε τη σύνδεση της ιεροτελεστίας με το μύθοῶ). Στη σχέση του μύθου με το όνειρο θα αναφερθούμε επιγραμματικά· μετά τα προαναφερθέντα, είναι προφα­ νές ότι καθετί που θα πούμε για τη σχέση μύθου­ονείρου, θα εκφράξει τελικά τη σχέση της εορτής με αυτό το τελευταίο. Θα μπορούσε κατ° αρχήν να λεχθεί ότι ο μύθος είναι η ονειροποληση ενός λαού, και το όνειρο ο μύθος ενός ατόμουω· ότι δεν πρόκειται για παιχνίδι με τις λέξεις, ίσως φανεί αμέσως στη συνέχεια. Ο μύ­ θος λοιπόν, υπό μία ορισμένη προοπτική, θα μπορούσε να θεωρηθείότι εκφράζει την ιστορια της επιθυμια; μιας ομάδα ατόμων, ενός λαού· θα μπορούσε επίσης να θεωρηθεί ως μύθος η ιστορία της επιθυμίας όχι μόνον μιας ομάδας ατόμων, ενός λαού, αλλά της οικογένειας και του ατόμου. Άλλωστε, για το μύθο κατ' αρχήν λέγεται ότι έχει λιβιδινική αξία για το λαό, ανάλογη με αυτήν που ενέχει η φανταοίωση, το όνειρο και το παραλήρημα για το άτομοωθί στη συνέχεια ωστόσο διευκρινίςεται αφενός η σχέση φαντασίωσης­παραληρήματος, και αφετέρου η σχέση μύθου­φαντασίωσης (­ονείρου) για την τελευταία σχέση λέγεται ότι υπάρ­ χουν μύθοι (για παράδειγμα, ο του Οιδίποδα) που υπερβαίνουν τα όρια του δικού τους πολιτισμού: αυτοί μπορούν να θεωρηθούν ότι χάνουν πλέον το μυθικό τους χαρακτήρα και λειτουργούν ως φαντασιώσεις (για παράδειγμα, το Οιδιπόδειο σύμπλεγμα): στην περίπτωση αυτή, που είναι η περίπτωση των πλέον αρχέγονων φαντασιώσεων, ο μύθος δύναται να χρησιμοποιεί τη γλώσσα του ονειρουθλ· Για να ομιλήσουμε σχετικά με τη σύνδεση εορτής και αισθητικού, θα χρησιμοποιήσουμε και πάλι την αναφορά στο μύθο· θα αναφερθούμε κυρίως στη με δεδομέ­ σχέση του αισθητικού με αυτόν· και ό,τι πούμε, θα εκφράζει τελικά

,

'

­

στε στο μύθο (ονειροπολημα, φαντασίωση ρεμβασμού), και καταλήγουμε στην τρανωὁια (φόβος εξ αιτίας της προώθησης του νοήματος εγγύς της συνείδησης, αισθήματα ενοχής, με αποτέλεσμα: φρικτό τέλος­καθαρτική φαντασισποίηση)ω. Παρατηρούμε όσον αφορά το παράδειγμα, τον παραδειγματικό μύθο, το μύ­ θο του Οιδίποδα: δεν είναι μόνον η προαναφερθείσα προοπτική πραγμάτευσης που κατ, εξοχήν αναφέρεται σε αυτόν όταν διερευνά τη σχέση (εορτής­) μύθου­ ονείρου και μύθου­αισθητικού· είναι και ο Πλάτων που επίσης, κατ“ εξοχήν σε αυτόν αναφέρεται όταν ομιλεί για τα ίδια θέματαθα). Σημειώνουμε ακόμη ότι ήδη είδαμε ότι και η παρατεθείσα προηγουμένως προοπτική, όπως και η πλατω­ νικη, συνδεει με το μύθο αλλά και διαφοροποιεί από αυτόν το αισθητικό, το όνειρο, και την παθολογία. Τέλος, για τον σίνο ως δείκτη της προσομοίωσης εορτής και αισθητικού, θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι η αναφορά σε αυτόν στα σχετικά με την εορτή και το αισθητικό κείμενα αποτελεί επίρρωση της όλης πραγμάτευσής μας· διευκρινἴξουμε: η οικεία πλέον περιγραφή από τον Πλάτωνα των αποτελε­ σμάτων του ως φαρμάκου της επιθυμιας και η παράλληλη σύνδεσή του με όλα όσα διακριβώσαμε να προσομοιάξουν τόσο μεταξύ τους όσο και προς την εορτή, αποτελεί επίρρωση του συμπεράσματός μας στο παρόν κεφάλαιο, συμπεράσμα­ τος το οποίο μετά από συστηματική ανάλυση των σχετικών κειμένων κατα­ δεικνύει την επιθυμία ως το κοινό σημείο όλων των δεικτών της προσομοίωσης προς την εορτή· μάλιστα, το κοινό αυτό σημείο, την επιθυμία, ανέδειξε ως συνδε­ τικό κρίκο όλων των δεικτών που περιλαμβάνει η πλατωνική προσομοίωση, η επι­ μέρους προσέγγισή τους μέσα από μία ανάγνωση ορισμένων σύγχρονων προοπτικών ερμηνείας τους, που συνοπτικά αφηγηθήκαμε προηγουμένως. (α) Βλ. σημ. Ι371 πρβλ. σημ. Ι 363. (β) Βλ. το παρόν κεφάλαιο. (γ) Βλ. Νόμ. 653‹:­654ε, 67Ζε­σ. (δ) Βλ., πρόχειρα, Β. Αρείου (1983), 40, 60­62, Μ. ΕΗεσο (1981) για παρά­ δειγμα: 379, 399­400.

­

­

­

­

­

­

­

­

­

­

­

­

168

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

θολογία379, απώτατη παιδική
ΈΟΉ εμβ@υ̃ΟὉ380®

ηλικία που ξεκινα ήδη με τη σύλληψη

­__.­.εη̨̃ῖω̨­_
­

πω βέβαια' όνεω̨οεω”

(ε) Βλ. Ι. Ηεττὶεοο, Ερἰἰεςοτιτειιτι το τἰτε δτιιεἰγ ο/ Οτεεκ Ιἰεἰἰςίοκ (Οειιτιοτἰὀςο, την αναφοοόι κανεισ ΚΚ. Κιιτὶτνοο (1977), 108. 1921), 32 (στ) Βλ. Ν. Νικολαίδη (1983β), 222, (1986), 77· Π. Αοτἰειι (1983), 60,62. (ζ) Βλ. Ν. Νικολαίδη (1983α), 237­239. ποβλ. 232· Π. Αῃτἰειι (1983), 61. (η) Βλ. Ν. Νικολαίδη (1983β), 223 (θ) Βλ., Ν. Νικολαίδη (1983β), 231, 233. (ι) Βλ., πολύ συνοπτικά, Νικολαίδη (1983β), 231, (1983γ), 193­194, και πιο αναλυτικά: Ατιτἰοιι (1983), 61· για τη συνδεση αλλόι και τη διόικοιση εοοτής­ ποόχειοα τελετουογίας και αισθητικού (τοαγωδίας), βλ., υπό αλλη ποοοπτική, Β. 8τιοΙ1 (1981), 135­143, Ο. ΤερΙὶτι (1988), 255­257, 304 σημ. 3. (ια) Βλ. σημ. Ι 339, 371, 379. Αυτό δεν το κόινειτυχαιο ο Πλάτων· ανακλόι τη έμφαση που δίδει η αοχαία ελληνική μυθολογία στην οιδιπό­ συμμετοική κυ­ βλ. τα σχετικα συμπεοόισματα του Ατικὶειι (1983), 19­20 δεια θεματική οίως, 20, και γενικότεοα: 12­19. 377. Βλ. Νόιι. 6­16136: «ἐμόαλλειν››· το εμ­βόιλλειν αυτό δημιουογεί ανόι­

­

­ ­

­

­ ­

­

ποωλοι
378. Βλ. Πολιτ. 603­607·
60785­8_

ιδιαίτεοα: στο ίδιο,

60­1ε1Ο­ο7, 60­018­10, 606611­7,

379. Να σημειωθεί επίσης ότι υπαοχει ο εξής συσχετισμός ονείοου και παθο­ λογίας: ο πασχων ποαγματώνει εν εγοηγόοσει («ἱ§παο››) όποια απαγοοευμένη επιθυμία εμφανιζόταν στο όνειοό του (‹‹ὀναο››)· βλ.Πολιτ. 574‹1­ε. Οσυσχετισμός αυτός, αν συνδυασθεί με την ποοηγηθείσα (βλ. σημ. Ι 371) συσχέτιση ονείοου και αισθητικού, οδηγεί στην εξής συνθετική ποόταση: η διαδικασία θέασης της τέχνης είναι όπως η διαδικασία θέασης ονείοων, όιοα είναι ως ένα όνειοο του εγοηγοοότος· η παθολογία είναι η διαδικασία ποαγιιοίτωσης των ονείοων της από τον εγοηγοοότα. όπως τα αιμομικτικόι εικαστικής της τοαγωδίας Παντως ομολογείται ότι υπόιοχει καποια δυσκολία δυνατότητας ανεύοεσης διακοισης ύπνου­εγοήγοοσης εφόσον και στις δύο πεοιπτώσεις η ψυχή διαμόιχεται να δείςει τα «παοόντα δόγματα» ότι «παντος μαλλον εἶναι αλη θη̃»

­

­

(Θεαιίτ. 158‹14· βλ. 158‹:Ι1­Δι

Είναι εξαιοετικα ενδιαφέοουσα, επίσης, αφενός η αναλογία που επιχειοεί­ ται αναμεσα στους φόβους της απώτατης παιδικής ηλικίας (βλ. σημ. Ι 365) και
βλ. στην παθολογική κατασταση μανικής διάθεσης («ἔκφοονος όακχειας» Νόμ. 790ο2) που ευοίσκονται οοισμένοι ενήλικες (ποβλ. και την αποψη του Β. Ξιἰιττοσ που παοατίθεται στην κατακλείδα της σημείωσης), και αφετέοου η αποψη

­ ποβλ.

1561›­εἰ).

με το θοησκευτικό μποοεί (βλ., στο ίδιο, 7911›1) να οδηγήσει σε θεοαπεία ασθενειών (βλ., σχετικόι, στο ιδιο, 79Οο1­3, 79186­131 ποβλ. Τιμ. 881)­89ε). Για την ποομνημονευθείσα αναλογία, ποβλ. την αποψη του 8. Εοδονἰοὶ, σύμφωνα με την οποία ‹‹ο τοόπος ύπαοξης του νεογνού είναι βασικα υστεοικός» (την παοαθέτει ο Νικολαΐδης (1986), 58 σημ. 1 η υπογοόιμμιση δική μας , και συμφωνεί απόλυτα με αυτήν). Σχετικα με τη θεοαπεία των «ἐκφοόνων όακχειῶν» (790ε2), βλ. Βονοτουκ (1970). Όσον αφοοα, συγκεκοιμένα, τη θεοαπεία των Κοουβαντιώντων (βλ. 791ι14­ 5), κλασική παοέμεινε η ποαγμόιτευση του Τ.Μ. Εὶοἰοττὶτ (1946), κυοίως 129­134. Ο Ρ. Βογειοοέ (1937), 177­178, υποστηοίςει ότι ο Πλάτων δεν έχει κατα νου σκέ­ ψεις ψυχολογικού χαοακτήοα αλλα θοησκευτικού, και αποδίδει αντίθετα από τον Α. Πεἰειττο (1935), 73 τις σχετικές αντιλήψεις του Πλάτωνα σε πυθαγόοειες επιδοόισεις. Ο 8.Η. Βιιτοοετ (31902), 250­251, και αογότεοα ο Ι.9ν.Η. Ατἰσοε (1934), 57, που τον ακολουθεί, διατυπώνουν την αποψη ότι η σχετική ποαγμόι­ τευση του Πλόιτωνα συνδέεται., κατα καποιο τοόπο, με την αοιστοτελική έννοια της κόιθαοσηςἦθτι ποόκειται στην πεσίπτωση των Κοουβαντιώντων για διαδι­ κασία κόιθαοσης που στόχευε στην υπέοβαση κοίσεων καταθλιψηςυποστηοίζειο Η. .ῖοειοοτεἰτε (1951), 320­321. Ο ΕΑ. Εἰρροτεο (1964), 170 σημ.3, ομιλεί εν ποσ­ κειμένω για θεοαπεία της μανίας μέσω αλλοπαθητικής διαδικασίας, έμμεσα όμως αποδέχεται ότι αυτή συλλαμβανεται και ως ομοιοπαθητική· γενικότεοα, οι γνώ­ μες κατα πόσον είναι ομοιοπαθητική ή αλλοπαθητική διίστανται· βλ. Ε. ΒεΙἰὶοτε (1992), 322­324, για μία σύντομη αναφοοα στις γνώμες αυτές και κοιτική τους από την ίδια, η οποία έχει τη γνώμη ότι ποόκειται για αλλοπαθητική διαδικασία. Ενδιαφέοουσα, τέλος, είναι η αποψη του Β. 8ίιυοο (1978), 256, η οποία συνδέει την τελετουογία αυτή με τη σχέση μητέοας­παιδιού: «η τελετουογία (των Κόου­ βόιντων) μποοεί να χοησίμευε και ως μία φαντασιακή αποκατασταση μιας σε μικοή ηλικία οήξης της σχέσης μητέοας­παιδιού». 380. Βλ.,Νόμ. 789ε8­9, 792σ3­8. 381. Βλ., σημ. Ι 335· θα ποέπεινα επισημανθείαφενός ότι όπως διαπιστώ­ σαμε ο λόγος που αναφέοεται στον τοόπο σκέψης της απώτατης παιδικής ηλι­ κίας χαοακτηοίςει αυτόν τον τοόπο ως ονειοικό , και αφετέοου θεωοεί πως αυτός λειτουογεί στο πλαίσιο ενός μαγικου τοόπου σκέψης, δείγμα του οποίου είναι η

 ο
­ ­

ΠΑΙΔΕΙΑ: Η ΔΙΑΛΛΑΓ Η ΩΣ ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΟ

169

­

­

­

­

­

­

επωδή (βλ. Νόμ. 659σ8­ει! ποβλ. 66­ιο­1­5, 671.31­2, 81Ζο). Για τις επωδές στους Νόμους, βλ.: Βογετιοό (1937), 159­161 πεοοοίςεται στο να τις συσχετίσειμε οοφικές και πυθαγόοειες επωδές· θοιιΙ‹:1 (1955), 86, 97, 111, 117,122 τις θεωοείποοπαγόινδα (για ποοπαγανδιστικόι ψεύδη ομιλείκαιο

­

­

Ι

­

.

Κ. Ρορροτ (41962), 136, 140­143, 150, 270 ση μ. 5, 271 ση μ. 10, αναφεοόμενος στις

170

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΠΑΙΔΕΙΑ: Η ΔΙΑΛΛΑΓΗ ΩΣ ΑΝΑ1ΣΘΗΤΙΚΟ

171

Πολιτελθἔλ Ο­Κ Μοἴἶονν (19609)­ 309· 'ψΉχΟθ€@0.π€ί0ι Ομιλεί 7Ε@ώΈΟξ Ο Εὶιιἔὶεπα (1921), Ι, 311, στη συνέχεια ο Ρ.Ι.ειὶιτ­Ειτττε1ςο (1958), και αογότεοα η Υ. Βτει (1968), 318­319· αειουιιμειωτο ειναι ότι η ι. τωειιιιγ (1975) κάνει λογο για τη μαγεία του φιλσσοφικού λόγου όσον αφοοα αλλους διαλόγους, χωοίς ωστόσο να ποοχωοεί σε καμία αναφσοα στο φιλοσοφικό λόγο­ωδή /επωδή των Νόμων (βλ.
επωδέἔ των Νόμων
21911

_

σε λωθία

711€

312., Ισ. ΚΟΜΠ (21968), 302.

Για την επωδή ως

τεύοντας, δελεαξοντας αυτές, έτσι ώστε να τοοποποιηθεί η από αυτές και μό­ νον οοιζόμενη διαδικασία λειτουογίοις τοῃ ηῃιχιομοια Ο τοόπος ιχη̨τός θεοοι­ πείας από τον πόλεμο δεν είναι οοθολογικός, αλλα ανήκει στο μαγικό­ποωτόγονο

­

­

1ὶοωἰ11γ (1975), 25­43).

Η πιο εκτεταμένη και ενδιαφέοουσα ποαγματευση της επωδής στον Πλατω­ να γίνεται από τον Ρ. Ιιεὶυ­Ευττωςο (1958), και (1970), 108­138· κατα τη γνώμη του : «χωοίς καμία αμφιβολία ο Πλατων... γίνεται ο εφευοέτης μιας οιυστηοα τεχνικης λεκτικης ψυχοθεοαπείας. Ο Γοογίας και ο Αντιφών δεν είναι παοα η υπσγοαμμιση δική του· ποοίστοοία σε σχέση με τον Πλατωνα.›› ((1970), 126 ποβλ., στο ιδιο, 137, και ακόμη, 164). Για το Γοογία, στη συνέχεια για την εομη­ νεία όμως που δίνει ο Ιυεἰιτ ­ Ετιττεύςσ όσον αφοοα τα χωοία 659ε, 665ο, 671ε, 812ο, θα ποέπει εξ αοχής να σημειώσουμε ότι διαφωνούμε. Κατα τη γνώμη του ο Πλατων στα χωοία αυτα αναπτύσσει την αποψη ότι επωδή είναι καθε λόγος,

­

τοόπο σκέιιηε ίβλ­ 097Θλ 22, 25­ και σχετική βιβλιονοαοίικ 22 συιι­ 37)­ Όσο για τη μνεία του Ιυεἰιτ­Ευττει1ςσ στο Γ οογία· όντως στο Ελένης Ενκώμιον, 10, κανει λόγο ο Γοογίας για τη λειτουογία του λόγου ως επωδής· και ναι μεν η σχετική αναλυση του Γοογία για το λόγο είχε την επίδοασή της στον Πλατωνα (βλ. και Ρ.­Μ. 8οΙτυ1τ1 (1948)), όμως η επίδοαση αυτή θα ποέπει να ιδωθεί υπό το ποί­ σμα που επιγοαμματικα διατύπωσε ο Ρ.Ιυειἰιτ­Ετιττωςο (1970), 126 (βλ. παοαπανω στην παοούσα σημείωση για το σχετικό παοαθεμα). Δε θα ποέπει παντως να λη­ ομογῃθεί η υπογοάμμιση ιιάποιωγ επισημάνσεων στις οποιες ποοέβη Ο Γω̨γίαεη̨̃

μὐθοἐι 7991799917 που οδηγεί στην π9119εί9τ9”9 νού 799 νἑολλ ανθθω̃πολλ” 11 πῇστιδή αποτελεσματικότητα της μουσικής ενισχύει αυτό το μαγευτικό αποτέλεσμα του

λόγου (βλ. (1970), 119). Σύμφωνα με τη δική μας εομηνεία, μουσική παιδεία σημαίνειτη μεταδοση εκ ποβλ. 6660) της θεμελιώδους μέοους του χσοού του Διονύσου (βλ. 671ε, 812ο (για τη διαλλαγή) παοαστασης της συγγένειας μιας διαφεοομένης, καθώς επίσης και διαφόοων παοαστασεων πεοιστασεων του βίου, θεμελιωμένων σε αυτή την παοασταση (βλ. 665ο: η παοαστοιση της διαλλαγής ως επωδή θα επαναλαμβάνεται συνεχώς, μέσα από απειοες παοαστασεις βασισμένες στη θεμελιώδη αυτή παοα­ σταση, της οποίας και θα αποτελούν εκφοασεις). Τα παιδια μαθαίνουν να

­

νοιώθουν ηδονή και λύπη σύμφωνα με το νόμο, δηλαδή σύμφωνα με τη διαλλαγή· μέσον αυτής της μαθησης είναι η παοασταση της διαλλαγής στο λόγο, δηλαδή Ο τα αισθητικός λόγος, σ λόγος­ωδή, η ωδή. Επειδή όμως ¬ όπως είναι φυσικό παιδιά δε ὀιΚ1%@ίνΟν'Ε(1ι από σπθι̃ὶθή για Τα θέμθιι̃ῖθι Ο.11'Εόι, 'η (Ωδή είναι ΤΟ %0.λ'θ'Ε8@Ο μέσο ποος επίτευξη της διαλλαγής στον ψυχισμό τους· ωστόσο, στην πεοίπτωση ο οποίος δεν έχει ακόμη ανα­ αυτή ο λόγος­ωδή δεν απευθύνεται στο λογισμό αλλα στους ίδιους μηχανισμούς του πνεύματος και της ψυχής του αν­ πτυχθεί θοώπου στους οποίους απευθύνεται και η επωδή· γι) αυτό και μποοούμε να πούμε 659€). δοπως όῖι Ο λόνθξ­(Ωδή όντως δεν είναι τελικά '1ῖί7'Ε0ίΕΕ άλλθ Ήῖθιοἀ επωδή η επωδή στην κυοιολεξία της (βλ. Ρ. Ιυεὶιτ­ΕιτττειΙἑο (1970), 26, 28), έτσι κατ” και αυτή των Νόμων ποοσπαθεί να φέοει ειοήνη στις, να θεοα­ αναλογο τοόπο πεύσει από τον πόλεμο τις, δυναμεις της φύσης της ψυχής του ανθοώπου, γοή­

­

­,

­

και τις οποίες θεώοησε ως δεδομένες ο Πλάτων στους Νόμους: ότι σ λόνος­επωὁη καθίσταται επανωνός ηὁονης και απαγωνός λύπης, και ότι κατα τη διαδικασία αυτή του επαδειν, ο λόγος (­επωδή) έχει τη δύναμη να συν­νιη̨̃ινεται με τη δόξα (της ψυχής), να τη θέλγει, να την πείθει, και να τη μεταστοέφει, με τη γοητεία, τη μαγεία που της ασκεί (βλ. Ελένης Εγκώμιον , 10 ποβλ. επίσης, στο ιδιο, 8,9)· μεταφοαζσυμε: ο λόγος μποοεί να ποοσποοίσει ηδονή και να μειώσει τη λύπη, εξαιτίας του ότι συν­γιννεται* με τη φαντασια, επηοεαζοντας την κατα τοόπο μη οοθολογικό, χοησιμοποιώντας μηχανισμούς της μαγικής σκέψης· και ακοιβώς αυτή η δύναμη του λόγου να συγ­γίγνεται κατ" αυτόν τον τοόπο με τη φαντασία, τον καθιστα, τον οοίςει ως επωδή. (Επίοοωση του ότι τη δόξα θα ποέπει να την εννοήσουμε ως φαντασία, αποτελεί και η διαπίστωση του Γοογία ότι ο λόγος κατα το συν­γίγνεσθαι ποοφανώς καθιστα οοατοι̃ («φαίνεσθαι››) ακόμη και ποαγματα αδιανόητα με λογικα κοιτήοια, απίστευτα (βλ., στο ιδιο, 13)). Όπως εύστοχα επιγοάφει Ο @_Β_ νιιειιεῃ (21ο88)3 ποόκειται για την άσκηση μιας «λεκτικής μαγείας» (στο ιδιο, 85), για μία «μαγική ψυχολογία της γλώσσας» (στο ιδιο, 83). Θα ποέπει να υπογοαμμίσουμε ότι στην πεοίπτωση αυτή η λέξη του λό­ γου, για να επιτύχει τα ποοαναφεοθέντα, (1) έχει ποοτεσαιότητα σε σχέση με τη σκέψη, η σκέψη είναι παθητική· δε χοειαξεται η λέξη να κατανοηθεί ή να εομη­ νευθεί από τη σχέψης γςχ εντοπίσει αυτή η τελευταία το ποόιγμοι το οποίο η ποώτη δηλώνει· και όλα αυτα γιατί (11) η λέξη τυπώνεται στην ψυχή (βλ. Ελένης Εγκώ­ μιον 13 ποβλ. 15), αποκτα ένα είδος φυσικής επίδοασης πανω στη σκέψη, με αποτέλεσμα να βιώνεται ως να ειναι ποαγμα και όχι ως σημειο αναφοοας σε ένα ποαγμα (βλ. και ννεΙεΙτ (Ζ1988), 82­83) αυτή όμως η δυνατότητα της λέξης σε σχέ­

­

­

­

­

­

­

­

ση με τη σκέψη, ως γνωστό, δεν είνοῃ, ῃχχοά γγώοςσμα της μχχγ|,χής7 ποωτόγοχιηἔ, παιδικής, σκέψης. Στο σημείο αυτό θα ποέπεινα τονίσουμε ότι κατα το Γοογία το να πείσει ο λόγος και να οδηγήσει ενεογητικα τον ανθοωπο ποος τα εκεί που στοχεύει, να τον οὀηα̨ηη̨̃σει σε κατ° αοχήν παθητική­συναισθηματική συμ­με­

­

­

­

­

172

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΠΑΙΔΕΙΑ: Η ΔΙΑΛΛΑΓΗ ΩΣ ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΟ

173

Ώστε χογπον η αναφοοα εκ μεοους του λογου σε αυτο που αναδυεται ως μια σειοα πολυειδων παυσεων ανα την επι­κοατεια του λόγου οδηγείτον ίδιο το λόγο να χαοακτηοίσει τον εαυτό του,
αατα την ανελλἔη τηἔ αναφοθαα ατοποζ Ομλλελ γλα αυτο "συ δεν εαίαλ σε αανένα Τόπο ΤΟΌ Οαίζοντα ἙΟΌ λόγω) ”­ άΩα° ααα ΈΟΌ φλλαααφλααα λόγου “> ομλλείλαα Οωτό πω) είνα" _ εΐφμεἶ/ωε _ ά­τοπο για την τοπολογία του λόγου, παυση της επικοατειας του, παυση του λόγου. Το να ομιλεί ο λόγος για ό,τι υπό­κειται των
δλαφαθων ααθφών τηἔ αλωπήἔ του) δηλαδή γλα το χώοο της σιευπηα̨ του, είναι απολυτως κατανοητό, γιατί ως γνωστό η επιτακτικοτητα

από αυτή την άποψη που ποἐπει να εννοήσουμε ότι αυτός δι) εαννόν εννοη άνοποα̨ν

/Εχονναε εἔενάσεν τη σημασία τον ανσθηηηοηΰ μποηονμε ίσως να δνοηω̨νβώσονμε στη σννέχενα αφενὁἔ νονἔ λόνονἔ ννα νοης
οποίους λέγεται ότι το αισθητικό θα αποτελέσει την ποώτη παι­ δεία και αφετεοου το πώς θα επιτυχει το νέο του οόλο, την επί­ τευξη διαλλαγής: το αισθητικό διαθετει, όπως ποοαναφέοαμε, πονωσνάσενη Ον οποίες Οὀηνοην σε φαννασναηη πληηωση εηνθνμίαε ηον πηοέθχενοη από μία εμπενηνα ηένωσης χάηη σε

δεν επλθαμεί να αφήσει τίποτε έἔω από την παοοπῃκη̃ της τάἔηἔ του λόγου, αλλά είναι άτοπο· και αυτό γιατίη σιωπή του λόγου δεν είναι αντικειμενο του λόγου, εφόσον η ανάδυσή της είναι ταυτό­
σημη "Ε παασηἔ του η σλωπή ΈΟΉ λόγω είναι αντλκείμενἶ ἙΟΌ εαλποα Ήι̃ἐῇ ή καλατεθα _­ εφόσον εκεί δε μεταφέαετω σἶααα πα­ Ταλθηαακα θ ααντακακή σχέση Όποκείμενο ” /ανῃκελμενοδ σιωπή του λογου ανηκει στον εαυτο της, ειναι ο τοπος του εαυτου της. Ο λόγος που ομιλείγια αυτήν δεν ανήκει στην τοπολογία του

αυτό, γευόμαστε φαντασιακά την ηδονή που δε μας η πηανηαννηόνηνοη η ναθηηε@ννόνηω_ επενὁη ωστόσο ηπαοέχει πηανμοη

τικότητα των πολιτειών που εξετάζει το πλατωνικό φιλοσοφουν νπονενμενο φεηνεν δ Ονη, η φαννασναηη ηληηωση εννοω μία παννοδνναμη ηαηονσία της δ Ονηη μέσα σε σηνηέε ηαησηἐ
εμπειοίας της επί­πονης επιτακτικότητας, είναι μία ακοάτεια της ηδονής· ετσι, τελικά, ο χοόνος της επιτακτικότητας και ο χοόνος του αισθητικου διαδοχικών φάσεων αθοοιζόμενοι και συνε­ ἔεναζόμενον δηηνονηνοην ένα σννολο βνώμανοἔ όπον λύπη (Μαλ­ λάχθηηε με την ηδονή νπό έννονα όη εηένοεψε την Ωονσω η δ Ονης μία παύση νηἔ επνναηηηηἔ παηονσναἔ

­

­,

λόγου

­ αφου το αντικείμενο δεν είναι τόπος/του λογου Ϊ, ουτε
ΈΟΌ

ααφαλώἔ ανήκει στον τόπο τηἔ σλωπήἔ

λογολα

και

ελα/αλ

και

όλους αυτους τους λόγους, άλλωστε, είναι ευλογο ότι το μοναδικό ουσιαστικό κοιτήοιο των θεατών του αισθητικου, το κοιτήοιο στο

τοχή είναι φαινόμενο ανάλογο του αισθητικου. (βλ. σχετικά και Ου. θεςεἰ (1962), κυοίως 122­128). Να παοατηοήσουμε επίσης ότι ήδη στη Θεογονια του Ησιόδου υπάοχει μία πεοιγοαφή της δυνατότητας του λόγου ως ωδής να λειτουογήσει θεοαπευτικά, έτσι όπως ο Γοογίας είδαμε να πεοιγοάφει (βλ. Θεογ. 97­103 ποβλ.55). Σημειώνουμε εν κατακλείδι ότι ανολογος ως επωδη μποοεινα εχει γιανα

­

_

Έ

οπο/και

­

νωσ

συνῖμψισιἕλοι̃ ας α̨αἶδθιιῖίιΐὲδτθικῖο τηε τα · _ ἰποω (εκι̃ἔς τωη̨ άλλων) διακοιβώοαμε ότι έχει παοαβληθεί στους Νόμους με την επενέογεια της επωὸή; παοαβάλλεται στην Πολιτικα με Φάεμακον ίβλ­ στο 595Ὁ5·7λ= με λόγο επαδόμενα με επωδή (βλ·¬ στο ααα 60883­4)· * Αφήνουμε αμετάφοαστο τον όοο, ακοιβώς για να μην πτωχευσει το βάθος και το πεοίπλοκο της σχέσης που αυτός δηλώνει.

οποίο ανάγετοω κάθε άλλο Μωτῆωο γλα αΌΤό° είνω η εκ μέ©ΟΉ€ ποω̨οχη ηδοα/ηἔ382= δημλοι̃ω̨̃για Οασθησης ηὁονης σε 0ωτΟΌ€· Αναφεααμε επλσηἔ ΟΉ· η παωῖη παλὀεία χθελαζεταλ Ραα φαντα­ Οία η Ο3ιΟίΟι θα δημιΟυ@γ8ί διαλλοιγή ηδονής και λύπης, όιοα συμφωνία τους με το λόγο της διαλλαγής ποος αυτές νέλοἔν ὀναλλανή του λόνοη π@Ο€ την ηδονή καν Τη λύπη. καν και, όλα , , / , , , αυτα γιατι η φαντασια αυτη δυναται να μεταφεοει την ποοθε­
ΤΟὉ

­,

­

­

382. Βλ. Ναι. 655εε­ια ποβι., στο ιαο, 667ι›5­εεειτ, 65πι9­ελ, 65885­12, 65%­ο αυτή η κοιτική δε σημαίνει ποόταση για απουσία ηδονής· για το θεμα αυτό) βλ· στη Οννέχενα.

­

17Δ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν, ΑΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΠΑίΔε1Α± Η ΔΙΑΑΑΑΓΗ ΩΣ ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΟ

175

τίκοτητα του ποαου λογίσμού στην ηδονή καί τη λύπη, καί να εκ­ φοασείτη δίαλλαγή του ποος αυτές σε επίπεδο σκέψης· δε χοείόί­ οπως θα δίαπίστωσουμε ζεταί ομως μονον αυτο· χοείαζεταί καί μία ποαγματίκότητα δίαλλαής ηδονής αμέσως στη ουνέχεία καί λύπης, σπεύδεί να μας δίαβεβαίώσεί το πλατωνίκό φίλοσο­ γία πα­ φούν υποκείμενο. Ποαγματί, ποοτείνεί καί η εμπείοία όπως κίνη' καί η φαντασία οόίδείγμα: ωςπίθήνηση να παοεχουν ηδονη στο ατομο που τοποίείταί απο την κίνηση ευοίσκεταί στην απώτατη παίδίκή ηλίκία, αλλά καί λύπη383. ή

Λ

­

­

γή§386_

ποαγματίκή αλλα καί φαντασίακή πλήοωσή τηἐ απουσία ὀο φανταἐαη̨κήε Όμωα̨ Οῃω̨γβώἔ για Οωτή τη θεμελίωση

πλήοωσης σε μία πολίτεία δίαλλαγής χοείαζεταί να κάνου ε πε­ μ Θγααότεθο λόγο·
ΤΟ γεγονός ότί η ίδία η ποαγματίκότητα θα παοέχεί δίαλ λαχθείσα ηδονή καί όχί υπεοβολίκή λύπη ¬ με σχεδόν απουσία ηδονής σημαίνεί ότί η επίθυμία πλήοωσης της ηδονής θα αφοοόί την πλήοωση μίας δίαλλαχθείσας καί όχί ακοατού ΞὉ ηδονής, καί επομένως η αίσθητίκή ­ φαντασγακή πλ/ θα ποοέοχεταί από μία παοόίσταση μία είκονα που ὁήγαι̃ἕα νἔ δημίουογεί αίσθηση δίαλλαχθείσας ηδονήἔ. Οωἐό όμω§ έχει εξής σημαντίκή δίαφοοα σε σχέση με την ποογενέστεοη αίσθη­ ακήτφαντασγακή πλωωση: η φαντασιακῆ πλή@ωση ταυτίζεται

­

­

­

­

­,

­

Όπεθβολλκή παθθλή λὐπηἐο όπωἐ

ἔρζττ

ΗΘΗ Το αντίθετα "Π παθολή Όπεθτ κατα τη γνώμη του φίλοσο­ βολίκής ηδονής, η τουφή, οδηγούν στη δημίουογία ατομων με πθόβληματα φουντος υποκείμενου ψυχγκηε Όγεγαεοεε Ποοτείνεί λοίπον οχί μονον εμπείοία ηδονης, αλλα καί απουσία της, λύπη385· καί ποοτείνεί, επίσης, όχί μόνον

­

­

­

­

383. Βλ., στο ίδιο, 79Ζο8­ε3

­ ακόμη καί ως έμβουο, μέσω αναλογης φοοντί­
κ κ

δας γία τη μητέοα (: βλ., στο ιδιο, 79Ζε3­8). 384. Βλ., οτο ίδιο, 791ο8­79205: η τουφή οδηγεί σε δίαμόοφωση ποοσωπί­ κ κ κ κότητας ευεοέθίστης, οξύθυμης, η οποία ευκολα ενοχλείταί απο ασήμαντα ποαγ­ κ κ κ ματα, με αποτέλεσμα ο ανθοωπος που εχεί την ποοσωπίκοτητα αυτη να παοαπο­ νείταί υπεοβολίκόί καί να καθίσταταί μελαγχολίκός όταν συναντά τους φόβους, τίς λυπες καί τίς αλγηδονες της ζωης. Η αντίθετη ποοεία, η υποδουλωση στην

επίτακτίκότητα φυγής της ηδονής, οδηγεί στη συγκοότηση ποοσωπίκότητας αοή­ μαντης, ανελευθεοης καί μίσανθοωπης. Σχετίκόί με την ποώτη μοοφή ποοσωπίκότητας, την ευεοέθίστη καί βίαίη στην εν γένεί κοίνωνίκή της ποοεία, στίς κοίνωνίκές της υποχοεώσείς, καί υποδουλω­ μένη στα αφοο οίίσία,β τ .,α το μη, οοο τοίο, οτοοε­οεοοτ ίίοί οεοοτ­5· οοτοηο , βλ . , οοο ιδιο, όθέίεὅ­696ο4, γία την καταφυγή στην εμπείοία της ανατοοφής μέσα σε τουφή

την παοουσία δίαλλαχθείσας ηδονής όπως αλλωστε καί η πλμἕ η­ Θωση Τηἔ εμπείοίκής ποαγματίκοτητας· αυτό αημαίνεγ 6" στην τ κοίγωνία Της δίαλλαγ /ς ε πε τἐἶὲη πθαγμἔἰίίκοῖηῖα καί φαντασία: Μή ποω̨̃ασταση πα©έ;'ΟὉΰ Ο απΟΪε εσμα› με ὀλαφοἔε­"χα έσα ενώ στην κοίνωνία της επίτακτίκοτητας › εμπείοίκή οτααγαα­ Η , τίκοτητα καί φαντασίακη πληοωση παοέχουν εναντία αποτελέ­ σίίαι̃α, με Τα ίδία τα μόλίς 7ί@0μγημ0γ8υθέγ°ία δίαφοη̨ετίκόί μεσα, διεθεὐνηση ΠΩ" ωστόσο π©ΟχωΘη̃σΟΉμε όῃ το συμβαῃπό ωσθ Ήπό Ο Οωει̃ ητωω στο πλαισιο μλαἔ ΤΓΟ­ η λπεία ς ης επίτακτίκοτητας, οδηγεί σε εναντία αποτελέσματα σε σχεση με την ποανματίκὀτητα. ενώ το νέο αίσθητίκό, το αίσθητίκσ ΟΈ0 Τίλαίσίο μίας πΟλίτείας της ὀίαλλαγής σε εγςω̨μογςσμένα με
α
°

α

ο

­

­

>

7

υποκείμενο (βλ. 696Μ­5), καί ποαγματί στο χωοίο 79Ζ‹:8­ο3/8, αυτο ποαττεί. 385. Βλ. σημ. Ι 378· υπαοχείστο τέλος αυτού του λόγου, μία υπόθεση του πλα­ τωνίκού φίλοσοφούντος υποκείμένου η οποία παγίδεύεί το συνομίλητή του, με αποτέλεσμα το φίλοσοφούν υποκείμενο να τονίσεί ότί μία παοόμοία σκέψη­υπό θεση ποοσφοοας συνεχούς ηδονής, απουσίας αλγους, λύπης, φόβου, είναί η μεγα­
λύτεοή καταστοοφή νία τον ννκίσμό ίβλ­ Νὀκ 792ὶ·>4­Θλ

7

θα νεου αίσθητίκου απο το συμβατίκό: θεμελίώδ ηἔ Η έ ί γα γία τΟ Ο μ θ νέο [σ ηῃκο ειναι να λεποδω̨̃γελ Οωτο στον ανθα̨υπο εννο­

εεε. ελ., οοο τετο, 79οο5­τοτυε.

176

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν· ΛΑΜΗΡΗΛΛΗΣ
× ×

ΠΑΙΔΕΙΑ· Η ΔΙΑΔΑΑΓΗ ΩΣ ΑΝΑ1ΣοΗτ1Κο

177

κ τι σημαινει ουμενο ως δημιουογο του και οχι ως θεατή του ως λειτουογήσει να τελικόι αυτό, και γιατι μόνον έτσι μποοει αυτό παιδεια διαλλαγής σε επιπεδο ποώτης αισθήσης; Όπως ειδαμε, για να λειτουογήσει το νέο αισθητικό στον ανθοωπο ως δη­

κ

×

Αυτή η διαδικασια πττιτή των σττττ ὀτντων
ὀυσης

ειναι πασα πολυ σημαντική· υπό την ποσο­ δ 9 λκ "έν
9

και πλήἑωσης της

ε(ι)ιἙἴ雀μιδῖΒ
7

ιιπδἐῖιι̃νι̃ἑ δἔἔτδισἶειεόλδναο
Η

του "Ο" Ολἔ ωἔδ ἶττη ἙΟΗ λθελαἔονταλ εἶθλσεωἕ εκ Μοινωνιαἐ ια Οινιιε _ παθαδεινματικα. η οινο­ μιαἐ μεθονε οι οποιες θα μειώσουν τη δόξα λυπης, την ελπιδα λυπης, ποσια που ειναι ο φοοέας της επιτακτικότητας του λόγου, ο φοοεας της φυγής της ηδονής, σε επιπεδο ποώτης αισθησης· ώστε χοειόιζεται * * | ι ό ι η επῃἶεΰἑη μελωσηἔ τηἔ δοξαἔ λΉπηἔ› η οποια θα μ~εΤαφεΩεΕ σε
ΗΨΗΩΎΟ

9

9

θ

9

9

θ

9

­,

οουιο (1963), τε­57 _ και κνοιως 37­57 ­, Ηνιτῃτι (1965), Μ. Νοττιουιττ (1986), 165­199, ι.Μ. 1υτι(196ι), 25­εε, 1. Συκουτοη (2ι9ιι9), 186­229· νιοι τον εοωτοι κοιι την επιθυμια στον ιδιο οιοιλογο, βλ. Ανν. Ρτιοο (1989), 15­54, γιοι την επιθυμια στον ιὀιο οιοιλογο κοιι την Ποιιτεισ, βλ. Οιι. Κειτττ (1987). Γιοι τον εοωτοι στο

ἶτἶἔἔἔ
_
7

ἶλ· ττ λἕἶ ἔτἶἶἐἐτἶτθιιἑἐ
'
'

τῷ
_
9

Τἑτῖοτιἔθ (1963λ 10]­1209 ΝΠΘΘὉΜΠ (1986)9
­

ἶπω­[εδο πρωτηἔ ωσθησηδ Ϊην ΗΘΟΘΗΉΗΟΈΗΉΧ ἹΞΟΌ ΗΩΟΗΪΗ λογου Ομωἔ η μενωση τηἔ δοἔσ­§ Μπηἔ σημαινει ὁλλνἴχτοῖλι̃τίχ Οωἔησἢζ Τηἐ ηδονής, ειτε μέσα από ποαζεις που την ποοσποοἴςουν ειτε μέσα από φαντασταγτή γεύση Έηετ

επιθυμια στον ιδιο διόιλογο βλ. Αλλ/. Ρτὶοε ἶἕε89ἐ 55­ἔθἔιἔπιδηςεῖιῖἶη του έοωτα στο Συμπόσιο και το Φοιιΰοο, βλ. Ι.. Βοοἰη (1969), 101­189· για μια, σχετικα ποόσφατη, υπεοασπιση της πλατωνικής μεταφυσικής επιλυσης του ποσ­ ιτοιοοι τις μετοιςυ τους ὀιοιφοοες βλήματος της εοωτικής επτθυμιας οπως αυτή για το θεματαυτο εκφοαζεται στο Συμποσιο και το Φοιιδοο, βλ. ΠΜ. Ηεὐρετἰτι

18

σ

­

.

/

­

­

όσον αφοθόι ακθι­ Θα ιτθέπει στο σημειο αυτό να επιμεινουμε , , , , , βωε Πε πθοωτοθεσειἐ Οωτης Τηε φαντασβακηε γεὶισηα̨' Ηα­Η αοχαςι Ο Οενθθωποἔι η ἔωη ΈΟΌ αχ/θ©ωπου› μ~πΟΩελ να λὁωθελ μεσα απο Έην εξης Ωτσσοπτικη. πω̨ὲ ‹‹5Εν τῷ πληη̨ου̃σθαι και κενου̃σθαι και πα̃στγ ὅσα ἐν τούτων τις σιυτη̃η̨ισιν τ3 ἐστι τῶν ζῷων και τὴν ςὺθοοάν, και εἴ ἑτττττἐοω ττττνὀττενοτ ἡμῶν ἀλτ/εἰ τοτὲ δὲ χαίττετ τττττὰ τὰς
,
,_

η̨̃ἐτἶἔτι̃ἰιωδ 29ττ36ἰ%ω Έ9ἕλΗ©πἑ%όλΗχ0λΕασμό του ην επι υμια σεα ους ια ο ους, εκτι
,

καιτο Φαιι̃δοο, βλ., ποόχειοα/ἔοατ. 403­ἔθιι

Σχεττκόι με την επιθυμια στο Φιληβο, βλ. την αναφοοα μας (:σημ. Ι 396) στους ψευδεις οχολιαστες γενικα του εογου, απ7 αφοομή το θέμα­ποόβλημα αληθεις ηδονές που θιγεται εκει. Στο Φιληβο (Με­35ο), αλλα και ήδη στοΣυμπὀσιο (ΖθΟε­

­ ποἕλἶ.(<)Ξ:1ῖδΕΗ66[Ἱ:ιέΗ7ὅ0ΠΞΖἶ0:ἐΞ ­

από ἔτη̨̃/τΝΗ58Η8ΗΙΉ (1991). Σ ι , ι ” ,

ὅΟ|τά§»ἑ88
·

387. Αυτή τη δυνατότητα, όπως ειδαμε, ποέπει να έχουν οι ποεσβυτες­φοοεις της ποώτης παιδειας· και ποος την επιτευξη αυτής της δυνατότητας θα παιδευ­ σουν τους νέους, και τελικα μια ολόκληοη κοινωνια· βλ., στο ίὁιο, 6όΔιει1­7, 665ο1­
57

Β),/η επιθυμια οοω̨̃εται ως επιθυμια (μελλοντικής) πλήοωσης μιας κἐνωσης που υφισταται στο παοον. Οι απαοχες συλληψης αυτου του μοντέλου κένωοης­πλήοω­ σης σχετικα με την επιθυμια, θα ποεπει να αναζητηθούν, σε φιλοσοφικό πλαισιο στον Εμπεδοκλη (βλ. ΠΚ 31 Αθἶ) και, σε μη φιλοσοφικό, στο ιπποκοατικό οοτρυε (βλ.17εοιΙητο. 9.τ1­Ζθ). Στοτπλαισω του πλατωνικου οοτριιε απαντάται για ποώτη ς ς ς ι ο α ετ ν ο ο ο Ξῃἕ ΔἘ3‹;1Η497ἰ ­γῖδυεἕοεἔ ἶιἔδι­εἶωωσδἕόοἔοαςλἔγἶἕιαἶ ῖῖῖιμἔῖἕἐ πἕἶῖτέεἑτ­> σἶο Πκες , 9 επ ὁ 9ε
τττἔ

Ξοῖΐἐτἔντη̨/Ηἶἕἕττἰΐἶἱἔιἕἐαἔη̨̃ἶι̃ἔἕ Η:τΌττἰη„ἕγἶτἶττΞΞτἶ1ἕη̨̃:)©ἑ|ἶἐημα" βἶτ]'ἐΒ' ΟΟΗΡ
δ

9

9

7

9

9

80302' 388. Φιληβ. 35εΖ­5. Θα ποέπει κατι αοχήν να οημειωθει ότι ο λόγος για την επιθνμια ειναι αναγκαιο να ειναι λόγος και Υ ια τον έθωτα εφόσον αυτός ειναι εγγενως ουνδεδεμενος με την επιθυμια (βλ.Συμπ. Ζθθε­2010)· για τη σχεση εοωτα και επιθυμιας στον Πλατωνα, βλ. Ο. Βειτιειε (1988), 27, καιγενικόι στην αοχαια ελ­
7

χεια συναντάμε το ιδιο μοντελο στήν Πολιτεισ όπου και επειῖδινετοιι σἶδιηἶυνε­
κ
9
9

ξ

,Ηχο­

ληνικη καλλιεογεια, βλ. Α. Οετεοο (1986), 10­11, Κ.Ι. Πονετ (1978), (12­49· για τα κοινα σημεια αλλά και τις διαφοοές μεταἔυ έοωτα, επιθυμιας και φιλιας, στον Πλόιτωνα βλ. ΠΑ. ΗγΙειοο (1968). Για τον έοωτα στο Συμπόσιοι βλ κ ποόχεισα Τ
9

9

εμφἕτῖτοβ _Ηαὲ ττθώτττ 49 σημ. 245 όττοττ τττττταττέττττετ στοπ /τύΐτττ Σττττττόστο ανάλογη με εκείνη ττοττ θα σττταττήσοττττε _ ά ττττττετττενο εττετωτ έχετ 221 ττ) π Θβλ' ω̃τοτ Ζΰττϋ

(βλδ στοβω) 58(Ζἶθἔ5(τἘΟ ἶυμποσιο (βλττ2008_201οτἶ ἔἔἕυκο αια πεδω και στον ιμοιιο ο­ . ια το μοντέ ο αυ ι, .

(1988),

277

­,

_

(ΠΟ Φ!/Μβο

(1.8

οἶἕ τ Ξτῖ
τλτα
.

ἶβλ γ

οτ
9

Ο

7

7

°

9 φ 95 Η φ 9, λ9 θ πε ότ Υποστ βη ενχίωα τηε π ῳωσηε _ οπως παθοη̨σιαζετω στο χωῳο ηο χ 585ο της Πολιτειοις δεν ειναι σαφής, και ότι επομένως νομιμοποιει μια
Ε

­

­

­

178

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΠΑΙΔΕΙΑ: Η ΔΙΑΛΛΑΓΗ ΩΣ ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΟ

179

αμφισημία (βλ. την κοιτική των ΙΩΒ. Θσε1ἰομ και (ῖ.(].\λ|. Τεν1οτ (1982), κυοίως 122­125,καιτο θαυμασμό μετον οποίοτην επικοοτείοἔ. Ο. Πτιυεου (1984), 214). Για το ίδιο ποόβλημα αμφισημίας ομιλείο Ι..1ἰο1αἰυ(21938),1ΧΧν ποβλ. 49 σημ. Ι, με αφοομή το χωοίο 2ΟΟε­ο του Συμποσιου· σύγχυση ως ποος το θέμα αυτό διακοίνει τη σχετική διατύπωση του 8τ. Βοεετι (1968), 217· τέλος, ο ΒΑ. Μετ1‹ιιε (1971), 136, ποοχωοεί σε δυο ενστασεις που σχετίςονται με το ιδιο θεμα στο Συμπόσιο και δοκιμάζει την επίλυσή τους (βλ., στο ιδιο, 142­143), θεωοώντας χωοίς, όπως άλλωστε είναι γνωστό, να είναι ο μόνος ότι έννοιες όπως έοως, φι­ λία στον Πλάτωνα θα ποέπει να κατανοηθσύν με βάση τον Κίοκεγκωο, το Θωμά Ακινάτη, τον Αυγουστίνο· σχετικά με μία ποοσπάθεια διάκοισης της πλατωνικής θεωοίας για τον έοωτα από τη χοιστιανική αλλά και τη οσμαντική για την αγάπη, βλ. Τ. Θοιι1‹:1 (1963), 1­13, και επίσης Ι. Συκουτοή (21949), 230­246. Θα ποέπει να παοατηοήσουμε ότι ο Ν. Νικολαϊδης (1986), 168, αφού πασα­ θέσει τον οοισμό του Λακάν για την επιθυμία, υπογοαμμα̃ςει ότι αυτός είναι πλα­ τωνικού χαοακτήοα και απαντάταικυοίως στο Συμπόσιο· θα ποέπει όμως να ποο­ σθέσσυμε ότι δεν είναι μόνον ο οοισμός της που είναι τόσο πολύ πλατωνικός, εί­ ναι καιη αξία που ο Λακάν της ποοσδίδει: ‹‹­ το ανθοώπινο υποκείμενο, το υπο­ κείμενο της επιθυμίας που είναιη ουσια του ανθοώπου» (Ζ. Λακάν (1982), 141 η υπογοάμμιση δική μας· ποβλ. την άποψή του αυτή ποος το χωοίο του Φιλήβου (35ο2­5) που παοαθέσαμε και το σχολιασμό που γι° αυτό διατυπώσαμε). Σφοδοή ωστόσο υπήοξε, στην ποοκειμένη πεοίπτωση, η κοιτική του Κ. Μοττ1ογ (1988), 80­ 82, για την άποψη αυτή του Ζ. Λακάν πεοί κενού, πεοί έλλειψης, θεωοώντας τον ως εκποόσωπο της αυγουστινοεγελιανής παοάδοσης· αλλά έτσι ο ποώτος αγνοεί 4 παοά τον τίτλο του βιβλίου του τον Πλάτωνα, τον πατέοα της ομώνυμης πα­ οάδοοης που όπως διαβεβαιώνει ο τίτλος αποτελεί αντικείμενο του συγκε­ κοιμένου βιβλίου. Δε θα δοκιμάσουμε να απαντήσουμε στο εοώτη μα αν ο Λακάν υποστασιοποιείτην έλλειψη γιατί δεν είναι αυτό το θέμα μας· ο Πλάτων όμως δε νσμίςουμε ότι υποστασιοποιεί την κένωση: η κένωση είναι ένα πάθος και όχι μία υπόσταση η κένωση λοιπόν δεν είναι εγγενώς συνδεδεμένη με την υποστα­ σιοποίηση· όμως η μη υποστασιοποίηση της κένωοης, της έλλειψης, καθιστά χω­ οίς (ιδιαίτεοο) νόημα τη διάκοιση κένωση διαφοοά στην οποία τόσο επιμένει σ Μοττ1ογ, τσνίςοντας το θετικό χαοακτήοα της διαφοοάς· από την άποψη αυτή είναι απολύτως κατανοητή η παλαιότεοη, οητή, ομολογία του Κ. Καστοοιάδη (21985), 408, ότι «λίγο ενδιαφἐοει» αν κάνουμε λόγο για κενό, έλλειψη,ή διαφο­

__­ΠΔ??

βίος του ανθοώπου· και μάλιστα όλα αυτά τα συμβάντα και όσα επίσης σχετιἶςονται με αυτά αποτελούν όσους σωτηοίας και φθο­ οάς του βίου αυτού. Η ηδονή και η λύπη, για τις οποίες ήδη τόσος

λόγοι έχει γιμειι οονοέομιοιι οχι μονο με ιμ γεμομ μ τμ μμ γεύση ιημ ηδονής μέοοι ομιο ιμν εμμοιομιή μοοιγμοιμμοιμτομ αλλά μομ με την επιθομιοι γοοοημ ιμμ μ οποιοι οοο γνιοοιο _ θεμελιώνεται
στο γεγονός της εμπειοίας απουσίας της389· στη συνέχεια, έχουμε πληοοφοοηθεί ότι με φοοέοι τη μνήμη­Εικόνα Ο άνθῷωποἐ Τηἔ εμπειοίοις λύπης μέμνητοιι της ·ηὀΟνήο390ι έτσι ώστε με έοεισμοι Οιμτή ,ιη μνήμη ειμόνοι μοι ἔομιι/οι μιοι διοιδιμοιοιοι οπομ θοι οι­ιι_

­

­

­

­

­

­

­

­

­

­

­

­

οά. Θα ποέπει ακόμη να θυμίσουμε κάτι που σχετίςεται με τις κατηγοοίες του Β. Μοττ1ον: ο Νίτσε έβλεπε θετικότατα και στους αντίποδες του μετακοσμικού ποσ­ χοιστιανικού Σωκοάτη τον εοωτικό Σωκοάτη· άοα όσοι, είτε από άγνοια όπως ο Μοττ1εγ είτε από εομηνευτική (ποό)θεση, τοποθετούν αὁιόκοιτα τον Πλάτωνα μαζί με το χοιστιανισμό (το Χέγκελ, και το Λακάν), και τους αντιδια­ στέλλουν ποος τον Νίτσε, θα ποέπει να λάβουν σοβαοά υπ' όψη τους την ποοανα­ φεοθείσα διάκοιση του ιδίου του Νίτσε, και, επομένως, να μην τοποθετούν τον έοωτα κατά τον Πλάτωνα στο πλαίσιο της ιουδαιοχοιστιανικής παοάδοσης. (Το ότι η τελευταία τον εομηνεύει ως εναομονιζόμενο με το πλαίσιό της, αυτό δεν αληθεύει τίποτε για αυτήν, αυτό και μόνον αληθεύει­επιβεβαιώνει κατά τον Νίτσε το θεολογικό χαοακτήοα της εομηνευτικής της. Οοθά άλλωστε, αν και από διαφοοετική αφόομηση, ο Ψ. Βοεοοωοεε (1984), 45, λέγει ότι ποόκειται πε­ οισσότεοο για μία σύγκοουση του Πο1οιι2ο και των εγελιανών (Σαοτο, Λακάν), παοά για μία σύγκοουση Νίτσε και Πλάτωνα. Τέλος, παοά τον ενδιαφέοοντα τίτλο: «Ἑοως και διαφοοά στον Πλάτωνα», και παοά την εξαγγελία ότι επιθυμία και διαφοοά θα εξετασθούν από κοινού (βλ. Β. Μοττ1ογ (1988), 27), στο σχετικό κεφάλαιο του βιβλίου του (στο ιδιο, 27­33) πεοιοοίςεται στο Συμπόσιο, για να ουμπεοάνει ότι δεν υπάοχει μνεία του ποοβλή­ ματος της διαφοοάς· κατ” αοχάς, στο Συμπόσιο, η κένωση, η έλλειψη (αν δε τις θεωοήσουμε όπως ο Μοττ1ογ ουνώνυμες της υποστασιοποίηοης), παοα­ πέμπουν στη διαφοοά· επίσης, στους Νόμους, η μέοιμνα ποοάσπισης της διαφο­ οάς οδηγεί στην παοάσταση της διαλλαγής· και η παοάσταση αυτή, σύμφωνα με τις ποοθέσεις του Πλάτωνα, ποοοοίζεται να αποτελέσει καίοια εμβολή στη ζωή, εννοσύμενη ως σειοά συμβάντων (κένωσης) (και) επιθυμίας (πλήοωσης). 389. Βλ. Φιληβ. 33ο4­6. 390. Βλ. σημ. Ι 312.

­­ζ­­4­4
­,

ὰωἔεβ να γἶυτεὥς "Ψ ηδονη μεσα στην/αληβεια τηε π@αἹμαἐ13ω τη­1919 81911 παλβ η μεσα στη φαντασκχκη γεΌση› πω) ποουπο ετελ

,

μ

μ

μ

μ

­

­

­

­

­

180

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΠΑΙΔΕΙΑ: Η ΔΙΑΛΑΑΓΗ ΩΣ ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΟ

181

εξαπάτηση του λογισμου, εξαπάτηση του ως να ήταν η παοάσταοη η εμπεισία, η αλήθεια της πσαγματικότητας391.

77 γ η η |η7 νοττονηθεν η επτθομισ τον' τοτε τι σομβσινετ; Μσθσινοομε οτι στην πσοκειμενη πεσιπτωση ο ανθοωπος αυτός θα έχει διπλή λύπη· λύπη από την εμπεισία κένωσης, λύπη από το ότι δεν ελπίςει να

Όμως αυτή η μνήμη ­ εικόνα δε φέσνει πάντοτε ηδονή: όταν ο άνθοωπος ελπιζει ότι θα γευτεί την ηδονή, ότι θα ικανοποιηθεί η επιθυμία του, τότε και μόνον τότε ο άνθσωπος κατ° ασχήν χαίσεται με την πσόγευση αυτή και στη συνέχεια πσοχωσεί στην επιδίωξη εμπεισικής ή φοιντοισιοικής πλήσωσης· μποσεῦ ωστσσσ Ο άνθ©ωπΟς ελπίζω ότι θα Ηπεί δον , ότι θα

τσ
Ο άνθσωπος, μας
λύπη393·

με οσισμένα από τα στοιχεία που ήδη αναφέσαμε και σχετίζονται με το όλο θέμα που μας απασχολεί στο πασόν κεφάλαιο.

λέγειτο πλατωνικό φιλσσοφούν υποκείμενο των Νόμων, βούλεται την ηδονή και δεν βούλεται ούτε επιλέγει τη
αυτό το δεδομένο που θα ονομάσουμε σιζικό, σιζικό δε­

393. Βλ., κατ επαναληηιη για να δοθει εμφαση στο θεμελιωδη χασακτησα του δεδομενου αυτου: Νομ. 733ει2­3, 733ε8­οΖ, 733ο3­5, 73304­5· γενικα, βλ. 73Ζ‹18­734εΖ, και πσβλ. 66ΟεΙ11­664οΖ· για ένα σχολιασμό και των δύο αυτών χω­ αιαν, μι. ο.Μ.Α. οαιυα (1935), ει­εε για ια ιιαώια εααααεα (1972), 24­28. Τα ποώτο χωοια, αλλα καιω ὸευτεοο, Θα παεπει να συσχετισσούν με την

­

ννν ττνννν ν τν σε ν τν δεν νενε α/ιιταεεοεθ σἔα ης αν οωπος αυτσς τη εχει εμπειοια τη λύπης. ποοεο

ηοονιοττννι̃ θεση σον ενοοάἔει

Ο

­

391. Βλ. Πολιτ. 598ο2­4· το κλειδί αυτής της εξαπάτησης βοίσκεται στο ότι η συγκεκσιμένη εἔαπάτηση του αισθητικού ενέχει ηδονή· όπως διαπιστώσαμε, στο Φιληβο η ηδονή είναι δυνατό να οχετίςεται με μη ανταποκσινόμενες στην πσαγμα­ τικότητα, ψευδείς εικόνες, ενώ στους Νόμους λέγεται χασακτησιστικά ότι η βού­ ληση της ηδονής που έγκειται στο να πσάξει ό,τι θέλει επιτυγχάνεται με το να πείθει με βιοιη απάτη (βλ.863ο7­10). Επίσης, λέγεται στους Νόμους ότι η χαρά από μία πασάσταση οδηγεί σε μία διανοητική κατάσταση που πασομοιάζεται με ανααιαγ (μι. 65εαι­τι _ ιιιαιως 656 ασ­ και βεβαια, ανειαα και εεααααγαη όχι μόνο συνδέονται, αλλά είναι συνυφασμένα με τον τοόπο σκέψης που αφοσά το αντικείμενο της ποωτασχικής πασάστασης της επιθυμίας, όπως ήδη μας έδειἔε ο λόγος για τη μητσική χώοα.

τσ­
­
392. Βλ. Φιληβ. 36ει”7­ο2.

χομενη τοσο απο την πΩα)/ματνκοτητα οσο ΜΗ απο τη φαντασνα· Τν μποα̨αυμε να υποθεσονμε θα θα σνμβεί στη σννέχεναἑ ΤΟ πλοι­ τωνικό φιλοσοφούν υποκείμενο στο Φιυ̃ι̃ηβο ακσιβώς εδώ κλείνει τη συζήτηση γγσ τσ πολύ σσγκεικσγμένσ σωτσ ζήτημα­ ωστόσο θα μποσοὐσαμε να επγχεω̨ήσοη̨με να σΌγ%ΩοτήσΟΉμε7 με βάση ΟΩΡ σμένα άλλα δεδομένα ίδιο Ελοσο ούν υποκεί έ φ φ/ μ χ/ "αταθεσεα την Ρποθεεἶη μαἔι καν _ στη σννεχενα _ να ὁοναματ σουμε την επαληθευση της, Βξετοιζοντοις το αν αυτη ενοιομονιζεται

μεσα), 206 αημ 3, και α ι. ταιιααι (1956), 23 ανμι, γιαια αααια, α ι. νναια­ι (1963), Ζ6­27, για το δεύτεοο ¬ στην ίδια πσοβαίνει και ο Ν. ΟυΙΙεγ (1968), 116, αλλά υποτιμά την ηδονιστική υφή των δύο αυτών χωσίων. Σε συσχετισμό της μετοητικής τέχνης του Ποωταγαοα με το πσώιο χωαιο ιιοοβαινει ο Τη. σαιηραα (1955), Π, 322­324, με το δεύτεσο ο Μ. νειύτουττε (1954), 172, και με τα δύο ο Οτιιοε (1935), 51­86· και στο πσωτο και|στο δευτεσο χωσιο υπασχουν οσοι που πασαπεμπουν σε μετοητικη (για το δευτεοο θα κανουμε αναλυτικα λογο στη συνέχεια του πασόντος κεφαλαίου). Ο (ὶιιτητὶε σχολιάζοντας το πσώτο χωσίο θεωσείότι δεν ενασμονίςεταιμε το χωσίο 7920­α (βλ. νν.Κ.(]. Ουτοτἰε (1978),3Ζ6­ 327 οημ. 2)· νομίςουμε όμως ότι δεν υπάσχει καμία αντίθεση: στο χωσίο 7920­σ, ο λόγος για το «μέσον», είναι λόγος που χσησιμοποιεί μία οικεία οσολογία (βλ. σημ. Ι 475) η οποία αφοσά τη διαλλαγή· στο χωσίο 73Ζε­733ο λέγεται ότι ο βίος της διαλλαγής είναι ηδονικότεσος σε σχέση με οποιονδήποτε άλλο.
7

ειιιτκνιι ιτιτει:ε,ν Ι ιιιειιεττιι τιι̃ειἐιἐιεὲιιτὲττετττε ε

Σωνοστηε στον Πεωτσνσεσ' σε μίσ τετοτσ ετττ·

·
­

­, τι.

­

Ιὀναντεθη μνεία θα πθέπεν να νίνεν στο νενονσ€ σα ο Ο­ ΜσΠοΤ (1951)ι 59·ο7 (και νωοίτεσα στη διατσιβή του Πει· Αμ/οιιιι ιἰει Βιἐοκει Π ιιιμἰ Ι/Π νοκ Ρἰαιοκε Οεεετεετι (Κοηἰεοετει 1935)), εφθσσε στο σημείο νσ σθετἠσει Το ποώνο Χεοοίο _ ο

υπο­κειμενο θεμέλιό της την ακοάὁαντη πεποίθηση ότι ο πο(ωτ)οχοιστιοινικός Πλάτων δεν έγραψε ποτε ο ιίὸιος οσα φαινεται ότι ένοαφε σχετικα με την ηὁονη (Νόμοι), ή αν ο ίὁιος τα έγοοιψε (Πσωταγόσας), δεν τα εννοούσε σσβαοά. Αν όμως δε δεχθούμε την αθέτηση, αν πάψουμε να αγνοούμε «αγνοούμε» τα δύο

αθετεί αλλά το θεωσεί σημαντικό και το πσαγματεύεται (στο ιοιο, 165­176). Αυτή νννηση τον ΜαΠοΤ οεν εαπλήσσεν' αναθεται εννσλνεν την εντύπωση σα ΤΙ σναση οασμενων μελετητών σε σχεση με την ηεονιεττνη θεση στον Πεωτανὀοτι έχει ως
11

Οοαἐοοααοσε (1960) ασαώνναἔ σφσσοή νονανή ποοἐ τον ΜαΠοΒ ολν μόνο δεν Το

­ή

­

182

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΠΑΙΔΕΙΑ: Η ΔΙΑΛΛΑΓ Η ΩΣ ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΟ

183

αυτά χωοία, τότε, αντίστσοφα, ενισχυεται η άποψη όσων υποστηοίςουν ότι ο ηδο­ νισμός στον Ποωτοιγόοοι είναι όντως πλατωνική θέση· και όχι μόνον αυτό· η κα­ τάφαοη­αναγνώσιση αυτή μποοεί να οδηγήσει στην από κοινου εξέταση των Νο­ μων (όχι μόνον των δυο ποοαναφεοθέντων χωοίων) και του Ποωτανόοσ αλλά για να διακσιβωθεί η στάση του Πλάτωνα έναντι τής ηδο­ και άλλων διαλόγων νής, να κατανοηθεί η μετοητική τέχνη της ηδονής, και η σχέση αοετής ηδονής (βλ. Α.Ε. Τεγ1οτ (1956), 93 τη φευγαλέα παοατήοησή του την πεσιοσιἶςει στο χωοίο 732ὀ8­734ο2)· αλλά η συνεξέταση αυτή ξεφεύγει από το πλαίσιο της παοουσας μελέτης. Εδώ θα αοκεσθουμε σε μία συνοπτικότατη αναφοοά στα πσο­ βλήματα (ηδονισμός, μετοητική της ηδονής) στα οποία παοαπέμπουν οι θέσεις του Πλάτωνα στα ποομνημονευθέντα χωοία, ποοβλήματα τα οποία αναδύονται για πσώτη φοοά στον Ποωταγόοοι. Σημειώνουμε ότι οι Νόμοι αγνοήθηκαν, για άλλη μια φοοά, από τους εοευνητές που ασχολήθηκαν με τα εν λόγω ποοβλήματα στον Ποωταγόοα· και όταν δεν αγνοήθηκαν, έγινε απλή αναφοσά σε αυτους, κάτι που δεν ισοδυναμεί, βέβαια, με ουσιαστική συζήτηση. Στον Ποωταγόοοι ο Σωκοάτης, κατά τη συνομιλία του με τον Πσωταγόοα για την ασετή (για τη θέση του Πσωταγόοα όσον αφσοά την αοετή, βλ. ποόχειοα, Κετίετὸ (1953)),χοησιμοποιεί ως γνωστό το ηδονιστικό επιχείσημα (:3511·›3­ 358ὀ4), για να αποδεἴη̨̃ει ότι η άγνοια είναι η αιτία του κακου, για να αποοοίψει την ακσασία: αν κάτι το επιλέγουμε εξαιτίας της ηδονής του, αν το καλό είναι ισο­ δυναμο με την ηδονή, τότε η ενότητα της αοετής συνίσταται στην, αοετή είναι η, γνωση (τέχνη/επιστήμη) μέτοησης της ηδονής (μετοήτική τέχνη) άοα, μόνον από άγνοια και όχι από ακσασία μποοεί κάποιος να επιδιώκει το κακό, δηλαδή να ποοκοίνειτη ηδονή. Για μία ανάλυση του επιχεισήματος αυτου, βλ. Ι). (ὶεΠορ (1964), Ο. Βεητειε (1971), ΟΩ97. ΤειγΙοτ (1976), 170­177, Θ. Ήειετοε (1956), (1969) ο Ν. ΟιιΙΙεγ (1971), συμφωνεί εν μέοει αλλά και ασκεί κοιτική στον νΙεετοε (1969), ο οποίος είχε ποοηγουμένως ασκήσει κοιτική στον Οιι11εγ (1965) για μία ενδελεχή παοουσίαση του ιδίου επιχειοήματος, βλ. και Β. ΜειΠιιννειΙό (1975). Όσον αφοοά τις δυσκολίες ανάγνωσης του σχετικού χωοίου αλλά και γενικά βλ. Οιι11εγ(1968), 109­126, Μ.Ο° Βτιεη (1961). του Ποωτσγόοα Οοισμένοι, όπως ποοαναφέοαμε, θεωοησαν ότι ο ηδονισμος του Ποωταγόοοι δεν εννοείται στα σοβαοά, ενώ άλλοι διατυπωσαν την άποψη ότι όντως αποτελεί πλατωνική θέση. Στους δεήτεοους ανήκουν, για παοάδειγμα, από τους παλαιότε­ οους οι ΡοΙιΙειτΖ, Ψἰὶειττοννἰτε (βλ. Τοτ1Ι‹1‹υ (1956), 56­57), και από τους νεότεοους οι: 8.Βετι1τε1τ (1991), 126, Ι. Μ. Οτοιιιυἰο (1963), Ι, 241 οοθά επισημαίνει ότι

­ΜΗ
­,

δομένο, είναι η θεμελίωση της επιθυμίας και ο λόγος υπαοξής της: η επιθυμία, υπενθυμίζουμε, είναι επιθυμία πλήοωσης της κένωσης

ηδονής. Ποιος άοαγε άνθοωπος θα επιζητουσε ένα καθεστώς όπουψληγ­λήπηψ­θα ήταν διπλή, όπου η επιθυμία όχι μόνο δε θα έφεσ­
επειδή ο ηδονισμός είναι μία «άσεμνη άποψη» (στο ιδιο, 240), γι7 αυτό και υπάο­ χουν επιφυλάξεις αν έγινε όντως δεκτός από το Σωκοάτη στον Ποωτοινόοοι· Ε.Κ. Βοάόε (1959), 21, Οοεἰἰτις και ΤεγΙοτ (1982), 45­68 και ειδικά: 59,6Ο,64· Οτοτε (31875), Π, 87­89, 314, 351, ο οποίος όπως και ο 1. Μοτεειι (21967), 68, ποβλ. 81 θεωοεί τον Ποωτοιγσοα ποοδσσμική σκέψη του ωφελιμισμου (βλ., στο ιδιο, 81­ 82)· Ιὶ. Ηεο1‹ίοττΙτ (1928), 42, Τ. Ιιτνἰτι (1977), 105­106, 114, 308­309 σημ. 13· Μ. Νυεεδευπι (1984), (1986): 109­117· Ι. Τετι1‹Ι‹ιι (1956), 23, 27, 57, 58, και γενικά 44­ 59· Ο. Χ/Ιεετοε (1956), ΧΙ σημ.5Ο θα ποέπει να υπογοαμμισθεί ότι αογότεοα ο ίδιος (βλ. νΙεετοε (1969), 86­87) άσκησε κσιτική στην άποψή του αυτή και τάχθηκε με την ποώτη ομάδα μελετητών. Ο Πτιτιεοτι (1984), 212, συμφωνώντας με τους ΟοεΙὶτις και ΤεγΙοτ (1982), αποφάνθηκε ότι το θέμα του ήδονισμου στον Πρωτα­ γόοσ έκλεισε μετά την έκδοση του έογου των πσομνημονευθέντων· ωστόσο, ή Β. ννεἰεε (1989) επανήλθε ως ποος το θέμα αυτό, στοεφόμενη εναντίον των Οοε1ἰης και Τεγ1οτ (1982). Απάντησαν οι ΟοεΙἰτις και Τειγἰοτ (1990), και ανταπάντησε η ίδια (199Οει). Τέλος, ο Α. Βεεοηεκε (1963) αποφάνθηκε ότι συλλήβδην ¬ οι εομηνείες για τον ηδονισμό στον Ποωτανόοα είναι λανθασμένες (βλ., στο ιδιο, 74)· για μία κοιτική των απόψεων του, βλ. Η. 97οΙΖ (1967) ο οποίος αντιμε­ τωπίςει τον ηδονισμό ως επικουοικό, ως μέσον έκθεσης της άποψης ότι γνώση είναι η τέχνη της μετοήτικής (βλ., στο ιδιο, 217). Στους πσώτους ανήκουν, για παοάδειγμα, από τους παλαιότεσους οι Ν ετοτρ, νοη Ατιτἰσι, Ιεεςετ (βλ. ΤεΠ1‹1‹ιι (1956), 56­57), και από τους νεότεοους οι: Η. Πυιτοειιτ (1978), 227 σημ. 3, Μ. Βγεοιτ (1976), 43 και κοιτική του από τους Οοεθτις και Τεγ1οιι (1982), 59­60 οημ. 4 Μ. (ὶεςειτὶιτ (1969), 156· Τ.Ι).(ὶοο‹1εΠ (1921) κατά τη γνώμη του, και αυτή είναι χαοακτηοιστική, ο Πλάτων ως πσόδοομος του χοιστιανισμου (βλ., στο ιδιο, 25) δεν μποοεί να είναι ηδονιοτής, εφόσον, άλλωστε, ο ηδονισμος αναδίδει «κακοσμία» (στο ιδιο, 25)· θτιιδε (1933), 206, Κει1τΠ (1976), 25­26, 37, Μειτυννεκἰ (1975), Μοτεειι (1967), 64­66, Ο, Βτὶεπ (1967), 136­138 κυοίως 138­148 Ξειττειε (1971), 269, Ρ. 8Ιτοτεγ (Ζ1968), 20 κ.ε., Ρ. 8ιι1Ιἰνειιτ (1961), 11, 24­28, ΑΕ. Τεγ1οτ(51948), 260­261, νΙεετοε (1969), 75 κ.ε.· Ψεὶεε (1989), (199Οε), (1990ο), η οποία μάλιστα είναι ποοκατειλημμένη εναντίον της ηδονής, τη θεωοεί (όπως ποοκυπτει από κείμενό της : (1989)) κάτι κατώτεοο ¬ υποθέτουμε ότι η ποοκατάληψη αυτή υπόκειται αναλυσεών της που οδηγουνται (βλ. και μόνον (1989)) στον απόλυτο διαχωοισμό της αοετής από τήν ηδονή· ΠΙ. Ζεγ1 (1989), 5, 15, 19. Στο πλαίσιο της επιχειοηματολογίας της ομάδας αυτής, τονίσθηκε ότι σε άλ­

1

Ι
ψ

­

1

­

­

Ϊ

­

­

­

­

,

­

­

­

­

­

­

1

1

­

­,

­

­

1

­

­

­

­,

­

184

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΑΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΠΑΙΔΕΙΑ: Η ΔΙΑΛΛΑΓΗ ΩΣ ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΟ

185

νε μία δόξα ηδονής, μία ποόγευςσηγγήδονής, η οποία εφόσον­ο όίνθοωπος επίξητόίτην ηδονή ἔν θα τον κίνητοποίούσε στο χώοο της ποαγματίκότητας καί στο, πεδίο της φαντασίας, έη̨̃Ω€ΩνΕ μία λὐπηε μ‹ν9Ρὁἔἶξα̨.ν¥11ἴ6ηΞ; Η επίθυμία στην πεοίπτωση αυτή όχί μόνο δε θα είναί η θεμελίώδης δίεογασία επίτευξης του στόχου του οίξίκού δεδομένου, της επίδίωξης ηδονής καί αποφυ­ γής της λύπης, αλλα τον αντίστοατεύεταί: δίπλασίόίξεί τη λύπη· το οίζίκό δεδομένο δε θα μποοούσε λοίπόν πασα να λείτουογήσεί
λους δίαλόγους (Γοργία, Φαίι̃δωνα) ο Σωκοατης ποοβόίλλεί αντί­ηδονίστίκές θέ­ σείς, που έοχονταί σε αντίθεση ποοςτα ηδονίστίκόί επίχείοήματατου Πρωταγόρα
(βλ­›

­

καί πόίλί, δημίουογώντας όμως μία αλλη επίθυμία: μία επίθυμία μη επίθυμίας, η οποία θα μείωνε τη λύπη, καί συγκεκοίμένα τη σχε­ τίκή δόξα λύπης. Πότε όίοαγε συμβαίνεί η δόξα λύπης να κοατεί της δόξας ηδονής που φοοέας της είναί η επίθυμία; Όταν η δόξα λύπης είναί κυοίαοχη στο πεδίο της ποώτης αίσθησης· τότε, η κυοίαοχία της δόξας λύπης οδηγεί το οίξίκό δεδομένο να λείτουογήσεί με τέτοίο τοόπο ώστε να αφήνεί τον όίνθοωπο χωοίς τη μνήμη ­ είκόνα της επίθυμίας, τον αφήνεί να γεύεταί μόνον την εμπείοία της λύπης. Η
φαντασία Εν 3τ@Οκείμένω λείτ0υ@νεί στην υπηόευ̃ία της Επίτα­ κτίκότήτας ως δόξα λύπης· δεν αφήνεί τον εαυτό της να λεί­ τουογήσεί στην υπηοεσία της δόξας ηδονής, που αποτελείτη βαση
ανθθωποἔ να Οὀηνηθεν στην επννενἔη ποαξεων 3τΟΌ Τίθοσποθυ̃ἐσυν ηδονή Ούτε στη δη μνοννἔνω παα̨χστάσεων τέ­ τοίων που να του ποοσποοίξουν φαντασίακόί ηδονή· αυτό το τελευταίο σημαίνει, ότι δεν αφήνεται στην π©Οσπό@ςσίη αυ̃σθγγσηἔ ηδονήἐ από το αγσθητυκό φαντασιακό του Οποίοι̃) ὀημγοη̨ἑςγόἐ θα
Ο

να

παΘάδΕίνμα­ 8¶Π1ν8Π 119611­ 28› ννθἰεἶ ί1989))·

πθοέ

91919

ίίννίτί (1977), 131 4 καίσυνολίκά 115­131 ,τεῃίςίίί (1956), 60 _ καίσυνολίίωί 60­96­, δίατυπώνοντας όμως την αποψη ότί ποόκείταί γία αλλαγή γνώμης του Πλάτωνοί από τον Πυωταγόυα ως το Γω̨γίυ καίτο Φαω̃ωνα (: βλ. Τείιίςίω (1956), 97 καί, νενίκόί, νία το θέμα της ηδόνἠς Οτ0ν τελευταίο αυτό δίόίλΟν0Ξ ΟΤΟ ίὁί0 97­121, καί ΟοεΙ1ιτ,ς καί ΤεγΙοτ (1982), 83­95). Αντίθετα, οί Οοω̃ἰυς καί ΤειγΙοτ 1982 , 69­78, ” ί ί δ ί ” ί δ ­ ( ,) εχονν τη γνωμη ον εν νπαῳνν αννμβνβαστο νεταἔν τον ν Ον σμου του Πρωταγορα καί των αποψεων του Σωκοατη στο Γοη̨γία σε αυτο συ μ­ φωνεί καί ο Ο. Ιἰίιόεὶσίιὼ (1989), αλλά δίαφωνεί ως ποος την ερμηνεία που ποο­ σφέοουν οί (}οεΙ1Πε καί ΤείνΙοτ ποοκείμένου να όίοουν το «ασυμβίβαστο» , καί πδοχωοεί σε μία άλλη· επίσης, στο ίδίο εομηνευτίκό πλαίσίο με τους Οοείὶος καί ΤείγΙοτ (1982),κίνήθηκε καίοΒοτιτιευ (1991), 13Ο ποβλ. 139. Ακόμη, οίθοεὶὶυς

­

δεν αφηνεναν

ευ
9

­

­

είναί ο ίδίος· το οίξίκο δεδομενο, οπως φαίνεταί, υπηοετείταί
9 9 9 1 9 9

­

1:01)

δέ θ κετ σ οδ ίκ ίτίκ” ννεὶεε (1989) κυ ίω 521­529 νκ ίτίκ”αυτή απαντησαν οίθοω̃ἰπς καί ΤείγΙοτ, καίηννεἰεε, με την σείοα της, ανταπόίντησε (βλ. παοαπανω σχετίκόί). Τέλος, θα ποέπεί να σημείωθεί ότί η καταληκτίκή αναφοοα του ηδονίστίκού επίχείοήματος στη μετοητίκή τέχνη, ποοκόίλεσε, επίσης, πολλές συξητήσείς· βλ., ποόχείοα, Μ. Νυεεϋειίιτη (1984), Κ. Ηυττεηουεε (1984) η οποία αντίτίθεταί στη Νυεευειυυ , Βνεοιτ (1976), 40­41, Κυόευίιεθ (1989) ¬ κυοίως 29­33· δίαφο­ οετίκόί από την ενδίαφέοουσα αποψη της Νίιεεϋευιτί (1984) ποβλ. (1986), 1Ο6­ 117 κίνήθηκαν οί: Ρεττετὶ (1992), 125­126, Η.8. Ιὶὶοδεταεου (1990), καί Α.Α. Ιούς (1988), 36? σημ. 18.

να"ἔ|5)°ὁ;/ἰἔώθησαν όν"νπἶἶῖἔςι̃ζῖσνμἐἱβνἑνἶὁμεναἔἐἕἐευθέσνε Ωωἴ α καν ων απο αί ωνα, η που

­

κανα το πλατωννννο φνλοσοφονν Όποννενμενο _ παννοτε νπη©ε_ Έείῖθίί λθίπόν στην πεα̨ῖπτωση αυτή με τΟν εξής τ@Ο3τΟΞ αφηνεταί Ο όίνθ©ωπΟς να είναί θεατής 3τα@αΟτόίΟ8ων 3τΟυ τΟυ δίνουν την αίσθηση ηδονής, και εν Τω̨οκεγμένω αγω̨ατοὐἑ ηὀονήἐ) κατά

κηηφοηοητηε

ίοίε

011

Ο

­ οτίίοη

Ί

Ζῇὴζη̨̃ζ
­

| παοονσναε τον λονον , , ω€|%ν©ναΩχνα€
/ /

θεσμοθετημένες ή μη παύσείς

­

παύσείς όμως παντοτε

μαλνστα θεσμΟθετημενη± εννοω το ανσθητννο

τον 39, μνα
­

/

απο ανἶεα̨ καν Η θεμελνωδηἔ εν”

|

,

­ της

­

­

­,

­

394. Μετα την ποοηγηθείσα ποαγματευσή μας, θα μποοούσαμε να κατανοή­ σουμε καλύτεοα την επέγεη̨σή μνήμης με την οποία είδαμε να είναί συνυφασμένη η Θέαση του αίσθητίκού. Η υπεοβολίκή δόξα λύπης, φοοέας της ποοθετίκότητας του επίτακτίκού λόγου γία φυγή της ηδονής, οδηγεί καί δίακοίβώσαμε το πώς σε επίθυμία μη επίθυμίας· όμως, φοοέας της επίθυμίας είναί η μνήμη όίοα, η υπεοβολίκή δόξα λύπης οδηγεί σε επίθυμία μη μνήμης· η επέγεοση της μνήμης εκ μέσους του είκαστίκού­αίσθητίκού, ση μαίνεί αναπόληση της απωλεσθείσας μνή­

­

­

186

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΠΑΙΔΕΙΑ: Η ΔΙΑΛΛΑΓΗ ΩΣ ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΟ

187

κόνα σύμφωνα με την οποία λειτουογεί μία τέτοια πολιτεία είναι ας θυμηθούμε η εικόνα του πολέμου: αυτήν υπηοετούν ο

­

­

ι ι ς ς μης ι_ εικονας, οφειλομενη στη μείωση της δοξας λυπης·

τι

πλέον το οιξικό δεδομένο να το υπηοετεί η επιθυμία­μνήμη και όχι να το αντι­

­ έτσι ωστε να μποοει
ς

λόγος, η ηδονή και η λύπη· και την υπηοετεί ο λόγος όταν δε γνωοζει όιλλο τοόπο σχέσης και ποος τη διαφοοόι του ενδσϋπο­ κειμενικού όπως και ποος τη διαφοοόι του διύποκειμενικού
κατόι την επι­κσόιτειόι του στο χοόνο της επί­πονης καθημεοινό­ τητας, πασα να φευγει την, να εναντιουται στην, ηδονη, εναντιωση η οποία υπηοετείται από τη λύπη εννοούμενη ως δόξα λύπης· η «επανόοθωση» που παοέχεται για αυτόν τον πόλεμο ποος το ι δ δ ι ι ι ὁι ν ι λι Οιζιλίθ ε Ομελ/Ο, ΤΟ Οπθιθ ειναι Οί Ήναῖθ _­ Οπως σι(.Οπη@(Χ Τί ην

­

­

7

ς

σιοοιιεὐιιιιιι­
Αιιθιβωἔ στοσημε1ΟαΌτΟ1η§πΘα)'ματε®®ηἔ μαἔ πΘεπε1ναΌπ®γΘαμμ®σ®®με ότι το πλατωνικό φιλοσοφούν υποκείμενο στο Φιληβο όπου και γίνεται λόγος τόσο για τη μνήμη ως φοοέοι της επιθυμίας όσο και για τη δόξα λύπης (που είναι δυνατό να ποοκαλεί η επιθυμία και που έχει ως αποτέλεσμα στις ποοαναφεοθείσες συνέπειες) φοοντίξει να σημειώσει ότι η μνήμη εμπεοιέχει και κόιτι πιο πολύ­

­

­

τε (: αναμνηση­μνημη): τα παθήματα αυτα είναι ίδιον της μνημης ως μνημης να τα ανα­πολεί· ποιοι μηχανισμοί επιτοέπουν ή όχι κατι τέτοιο; Τα πεοί μνήμης και επιθυμίας οτο Φικηβο, και τοι ιτεοι οοξοις λύπης και ηδονής οτους Νόμους, υτιοθέ­ ααμε ήδη ότι εττιτσέπουν την ανίχνευσή τους. (Σημειώνουμε ότι ο Τοιύςὶςιι (1956), 187 όπως και ο ΟοεΙἰιτς (1975), 103 ανατοέχει στο Θεαιτητο (191ο κ.ε, 1946: κ.ε, 197 κε), για να εομηνεύσει τη διαφοοόι μνήμης­ ανόιμνησης ¬ το θέμα όμως για μας είναι πιο πολύπλοκο και ενδιαφέσον από ό,τι το παοουσιόιξει ο ΤειτΙς1‹ιι· τέλος, ο Α. Εοἰοοτεὶοε (1902), 66, ομιλείγια σύγχυση εκ μέσους του Πλόιτωνα όσον οιφοσόιτη μνήμη καιτην ανάμνηση άποψη με την οποία διαφωνούμε).

ιιιιειιιιιιτιιιιιιιιιιιιιειτιιι τιιιειιιιε ::ι:ιιι:ι:::μ:ι:,ιι
­
­

τιλοιιο σιη λειιοιιειιιοι τον αλλά ιιιιιι πιο σιινιιιιιοιιιένο* ** από ιιιν ιιινόιιιιιιιοηι ιι Οινά· ιινιισιι ειναι ιι̃ ανά­ληψη Ψόἐ παθήματοέωδ' 11 μνήμη είναι 11 ὁυνατύτίίτα ανα­

τα
Ο

Ομωἔ σταθεα̨χ φωνετωι να Όποβαλλει το πλατωνωίο φβλοσοφςων υπΟ%είμενΟ _ να μην υπηοετείται, είναι σύμφωνη και παλι με την

ίδια εικόνα: αφήνονται να υπόισχουν παύσεις της επικοόιτειας του λόγου, παύσεις όπου επι­κοατεί αυτού και του οογόινου του, της

ηὀονηεζ Εδω ακῳβωἔ χ©ε1αζεται να σὉνΟψισΟΌμε: το Ματ, εἔοχην μέ” σο φυγής της ηδονής εκ μέσους του επιτακτικού λόγου είναι η δό­

να την νινιτ

ι¬

τον

τι

τι ιι να

­

* Βλ. Φιληβ. 3ιι1α1Ζ­ο1.

** Εννοούμενη, όπως και στην ισοδύναμη πσος το αισθητικό πεσίπτωση της μέθης, ως εξής: εγκαταλείπουν το ατομο μνημες, δόξες (βλ. Νόμ. 64901­3)· τίνος
πσάνμαιθεὲ ΠΩΘφανώ§ λύπηἔ _ Υι7 Οινιό ιιθιι παοόιλληλα καταγοόιφεται η ανα­ δυση της ανοιισχυντιας. Το ότι ποοηγουμένως (στο ιδιο, 6±ι5ι:ἰ) λέγεται ότι γίνονται σφοδοότεοες όχι μόνον οι ηδονές και οι έοωτες, αλλα και οι θυμοί και οι λύπες δεν είναι αντιφατικό ποος την ύποιοξη αναισχυντίας· κόιτι τέτοιο παοαπέ μπει στο ότι εξαιτίας της αναισχυντίας, δηλαδή της μείωσης της δόξας λύπης, εκδηλώνο­ νται έμπσακτα, συνθλικόι, σφσδη̨ότεςια τα πάθη, ηδονή αλλά και λύπη, η 0πΟία

34ι›2­Δ; Όχτ· απλας χςαειαςετατ πςιααοχή: η η̨̃ιαδτ­χασω της αναμόληαης/ανά­χη­ ψης ανήκει στη λειτουογία της ανόιμνησης· η διαφοοόι είναι ότι ποόκειται για αναπόληση/ανάληψη απωλεσθεισας μνήμης, ποόκειται δηλαδή για μία αποκατα­ σταση της μνήμης ως αωτηςιη̨̃ας αιοθήοεως (ή μαθήματος), αποκατασταση που

(ιιὶ) Μνήμη­αναμνηση είναι η αναπόληση απωλεσθείσας μνήμης (βλ. στο ιδια 3ιίι›12­ΒΖ), Πσόκειται όισαγε για σύγχυση, για αντίφαση ποος το ποομνημονευθέν χωοίο

έχει εμ7ιειΩι%ή _ και όχι ηθική (δόἔθι λὐίιηἐ ωἑ Οιιδώε) _ Θιφοθμή και έχφθοιση­ *** Βλ. Φιληβ 34ο11­ο2. Το χωοίο χσειόιξεται ιδιαίτεοη πσοσοχή: (1) Μνήμη εινοιιη σωιηΘιΟι Θιισθἠσεωἐ (βλ­ιυ̃ΐθιΰια 3431142). (ἰι) Ανόιμνηση είναι η αναληψη παθήματος (βλ., στο ιδιο, 34137­1θ). Ως το σημείο αυτό, ποόιγματι, μνή μη και αναμνηση διαφέοουν (βλ., στο ιδια ΉΌ2­4).

­

ποοηγείται και επιτοέπει την ανα­μνηση (ως αναληψη του παθή ματος) αν δεν έχει σωθεί το πόιθημα, είναι αδύνατο αυτό να ανα­ληφθεί. Συνοψίςουμε: μνήμη και αναμνηση ταυτίξονιαι, όταν ο οοισμός της μνήμης αναφέσεται στην ίδια, όταν δηλαδή η μνήμη καθίσταται σωτήοια του εαυτού της, και όταν ο σοισμός της ανόιμνησης αναφέοεται στη μνή μη, όταν δηλαδή η αναμνηση καθίσταται αναληψη της μνήμης που αναφέοεται στον εαυτό της. Αυτό τελικόι όμως σημαίνει ότι η μνήμη δεν εμπεη̨ιέχει μόνον τη δυνατότητα σωτηοίοις οιισθήσεως ¬ κόιττ που καθιστόι δυνατή την αναμνηση, αλλόι και τη δυνατότητα σωτηοιας του εαυτού της ως δυνατότητας σωτηοιας οιισθησεως· αυτό το τελευταίο είναι και το στοιχείο της μνήμης που μας ενδιαφέοει εδώ, και σε αυτό υποστηοίξαμε ότι αναφέοεται η επέγεοση μνήμης. **** Για τον ποώτο όσο, βλ. Φιληβ. 34δ9· για τον δεύτεσο, βλ., στο ίδιο, 33τ1Ζ­3.

­

ι̃88

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

3

ΠΑΙΔΕΙΑ: Η ΔΙΑΛΛΑΓΗ ΩΣ ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΟ

189

ζα λύπης των επιτακτικών κοινωνιών· αυτή η δόζα λύπης είναι η τελική αιτία για την οποία η ποόιζη είναι ποόιζη φυγής της ηδονής, και η σκέψη είναι μόνον κοίση· η σκέψη δεν ανακαλεί την επι­ θυ μία και τα αισθήματα ποόγευσης της ηδονής, μέσω της μνήμης, ούτε κινητοποιείται για ποόιζεις γεύσης της ηδονής, για ποόιζεις πέοαν της τόιζης του επιτακτικού λόγου· η σκέψη δεν αφήνει το φαντασιακό αφενός να ὁημιουογήσει παοαστόισεις τέτοιες που να έχουν μεν έοεισμα την ποαγματικότητα, να εν­έχουν ποαγμα­ τικότητα, αλλόι να απεικονίζουν τη διαφοοα ­ της ποαγματικό­ τητας, αφετέοου να καταστήσει το δημιουογό ­ φοοέα τους συγ­ χοόνως θεατή τους, θεατή που εζαπατόι την κοίση για να ικανο­ ποιήσει την επιθυμία. Αν η δόζα λύπης των επιτακτικων κοινωνιών είναι το κατ εξοχήν μέσου ιοιι ειιιιοιιιιιιιοιη̨̃ λόγου γιοι να ειιιιιη̨̃χει τη φυγή της ηδονής, με τόσους τοόπους όσοι είναι και οι αντίστοιχοι τοόποι γεύσης της, αν η δόζα λύπης είναι η φαντασία στην υπηοεσία του επιτακτικού λόγου, ποια είναι η ποωταοχικη̨̃ εικονα που την εκ­ φοόιζει και στην υπηοεσία της οποίας τέθηκε ο λόγος, εικόνα που υπήοζε μία395 από τις αιτίες του να εκφοόιζεται η επιτακτικοτητα ως φυγή της ηδονής; Στο εοώτημα αυτό θα δοκιμάσουμε να απα­ ντήσουμε μέσα από την αναζήτηση της γενεαλογίας της εικόνας αυτής. ”Ηδη στον Πολιτικό γίνεται λόγος για τη γένεση της δυσχέ­ Θειοις της επιτακτικότητας του λόγου ποος τη διαφοοόι· ο λόγος, η τόιζη του λόγου, κατόι το πλατωνικό φιλοσοφούν υποκείμενο, γεννόιται σε συνθήκες πολέμου ποος τη διαφοοόι, σε φυσικό αλλόι και ιιοινωνιλό πλαίσιΟ3%' μετά τη 9ημλΟ9©Υία τηέ ανάλ%秬 έν9§ μη επιτακτικός λόγος θα αποτελούσε μυθολόγημα397, εφόσον θα

φοοείς της ηδονής398. Ἀοα, η παοουσία του λόγου είναι συνταυτι­ σμένη με την παοουσία του πολέμου, τη μη αυτόματη πλήοωση θε­ μελιωδών επιθυμιών· από αυτές ικανοποιούνται κατόι ποοτεοαιό­ τητα μόνον όσες σχετίζονται με την επιβίωση έναντι του εχθοικού οοίζοντα που πεοιβόιλλει τον όινθοωπο του λόγου· όλα όσα θεσπί­ ζονται εκ μέοους του λόγου, και χαοακτηοιστικό παοόιδειγμα ιο οΧττειυιε αποτελεί η Λακεδαίμων και η Κοήτη, στοχεύουν στην επίτευξη του κοατείν έναντι του πολεμίου, είτε αυτός νοηθεί ως φύση, είτε ως όιλλη πόλη, είτε ως όιλλη ομόιδα μέσα στην πόλη, είτε ως όιλλη δύναμη μέσα στον εαυτό. Ώστε το οικείο πλέον «κοείττων αυτού», που τόσο μας ενδια­ φέοει, είναι λεκτικό δείγμα ­ κυοίαοχη μεταφοοόι στην αοχαία ελ­
ληνική κοινωνία, που συνδέεται ακοιβώς με την ποωτοιοχική εικόνα που αναζητόιμε, και η εικόνα αυτή δεν είναι όιλλη από την εικόνα του πολέμου. Ποια λοιπόν είναι τελικόι η σημασία τηἐὲ Η σχέση του λόγου ποος την ηδονή και τη λύπη θεμελιωδώς καθοοί­ ζετσι και είδαμε τσ γιατί από τη σχέση του ποώτσυ ποος τη φαντασία· με τη σειοόι της, η σχέση του λόγου ποος τη φαντασία θεμελιωδώς καθοοίζεται όπως, επίσης, διακοιβώσαμε από τη μοοφή που θα λόιβει η δόζα λύπης· επειδή όμως ποόκειται για τη λειτουογία της φαντασίας σε σχέση ποος τη λύπη, και, επο­ μένως, 7ιΩ0ς την ηδονή π0ι0ι θα είναι η εικόνα, η ποωταοχική εικόνα που εκφοόιζει τη φαντασία εκείνη στην οποία μετα­φοόι­ ζεται ο λόγος της επιτακτικότητας; Η εικόνα του πολέμου· λόγος

­

­

­

­

­,

­

398. ελ. Πολιτ. ττιειαττυ­ κοβλ. 67985 _,8ο6ὀτ.8ο7ι›5_

ινόμ 67681­οτ9ε5 _ και κυοτος οτεεο

­

Η­­_ζ~
395. Βλ. σημ.
396.

παοέπεμπε στην απουσία πολέμου και στην αυτόματη πλήοωση των θεμελνωὀών εκείνων επνθνμνών πον ννωείἐονμε ότι είναν
Ι 399, για το διοοισμό «μία». Βλ.Πολιτικ. ΖΉΒ­ό.

Το ότι δεν ειχαν «γοαμματα» ιβλ., στο ιοιο, 680ο6­7), και ακολουθουοαν τα έθη και τους πόιτοιους νόμους (βλ. 680.37­8), δε σημαίνει ότι δεν είχαν αλφόιβητο (βλ. ΑΕ. ΤειγΙοτ (10198Ο), 1274)· σημαίνει ότι δεν είχαν γοαπτούς νόμους (βλ. 793ε1θ­Β9), δείγμα τυπικό της επιτακτικότητας του λόγου (βλ. Πολιτικ. Ζ93ε5,

397. Εφόσον αφοοόι την εποχή του Κοόνου, βλ. ση μ. Ι398.

Πολιτικό όσο και στους Νόμους ένα τέτοιο κα­ θεστώς εζόιλειψης της αναγκης συνυφαίνεται με την εξάλειψη του λόγου, και οδηγεί στο επίπεδο του ζώου· βλ., σχετικα, Πολιτικ, Ζ”72ο8­όΖ, Νόμ. 8θ7ε4­Β3.
Ζ93ο4, Ζ96ό9, Ζ99ε4). Τόσο στον

190

ΔΗΜΗΤΡΗΣ

Ν­

ΛΑΜΠΡΗ/(ΑΗΣ

ΠΑιΔε1Α± Η ΔΙΑΛΑΑΓΗ σε ΑΝΑ1ΣοΗτιΚο

191

και φαντασία εκείμέχοι σήμερα, φαιι̃ιεται να λέγει το πλατωνικό φιλοσοφούν υποκειμενο. συναντώνται· η εικόνα αυτη είναι η ποω­ ταοχικη εικόνα μιας φαντασίας που στη συνέχεια κινητοποιεί το λόγο ποος την επιτακτικότητα, και τον εαυτό της στο να είναι τέ­ τοια δόξα λύπης που να φεύγεται η ηδονη. Από όσα ποοηγη­ θηκαν, μποοούμε να συμπεοόινου με ότι θα ποέπει μία νέα εικόνα να είναι το νέο σημείο συνάντησης του λόγου και της φαντασίας, αν θέλουμε να μεταβληθεί ως ποος το ποιόν και την ποσότητα μία λειτουογία ­ κλειδί για όλα όσα εξετόιζομε, όπως είναι αυτη της δόξας λύπης· καιη νέα αυτη εικόνα δεν είναι όιλλη από την εικόνα της συγγένειας μιας διαφεοομένηα την εικόνα­θεμέλιο της διαλλαγης. Με τη σειοόι της, επίσης, η νέα εικόνα θα είναι η ποω­ ταοχικη μιας φαντασίας που δε θα κινητοποιεί το λόγο μόνον399 ποος την επιτακτικότητα, και τον εαυτό της ως τέτοια δόξα λύπης που να φεύγει την ηδονη: ο λόγο; θα ειιφανίίεται όχι μόνο βίαιοε αλλα και ποόιος, η δόξα λύπης θα επιτοέπει τη γεύση της ηδονης. Κατι επανάληψη είχε τεθεί το θέμα της πα@άστασ瀦 τηε
/ , ,η , ι ι εικονας που θα εχει η διαλλαγη γνωοιζουμε πλεον την απαντηση; η ετλτόνα τηἔ σογγένεταἔ μταἔ οταφεοομενηἔ ειναι η πθωταθχἰκη ποιοόιστοιση της διοιλλθιγής, ΟΤΟ επίπθθθ της ϋχέσηἐ τοα λογου με τη φαντασία. Επειδή όμως διαλλαγη σημαίνει τελικά και κατ; εξοχήν δβαχχαγἠ ΪΕΘΟΞ την ηδονή, το επόμενο εα̨ὑτημα αφοθἀ κάτι πΩοηγΟΌμένω€ είχε επίσηἔ κατι επανάληψη ι , , ι ι τεθετ: ποια θα ειναι η ποω̨ασταση τηἐ ὀιαλλαχθεδσαἔ ηὀ(ἶνη§° κα̨ι ανττσ­τ@όφωἔ› τηἔ οταλλαγἠἔ ποοἔ την ηδονή; ΑΌ­τό είνω ενα ε@ω”

ι

­θε
­

τημα ττοο ττθετατ: αν θελοομο τα αοολωοηοοομε /ττέοα απο/την αολταη ολη ματατοτητα ττοο καθοοτἔε οττ η οταλλαγη αοτη θα οτνατ Ττέοαλί τοοο απο/τη φογη οοο κατ αττο την αηοατετα τηἔ ηοονηἐ­ Κατ τελοἐι εττατεολετατ το _| οοταφεἐ ττοοἔ το ττοοαναφεοθεν _ εοωτημα: ττοτα θα ετνατη Υλωοοα ττοο θα λοηοτμοττοτηοοττο αλα­ τωτμτο αμλοοοφοοτ οττοαετμενο οτην ττεοαττοοοη αοτηι αφοο ολομ­ με ηοη μεταλμνηθετ ττέοαλ' τηἔ ττοωταολμτηἔ οτηοναἐ τοο ττολέμοο ηατ τηἐ λίλώοοαἐ ποθ αττοτελοοοε μεταφοοα τηἐἐ Δταπτοτώτοομε οττ Υλωοοα ττοο λοηοτμοττοτετ το φτλοοοφοον οττοηετμενο ετνατ αοτη που λοηοτμοττοτετ ο λογοἔ οταν αναφεοετατ οτο ατοθηττηο” ολα οοα ααλοοοον την τταοαοταοη τηἐ οταλτλαλθετοοα ηοονηθςθα οτατοττωθοοα με τη Υλωοοα των ατοθητμτων αοττηοτωνι ματ ολα οοααφοοομτ τη/οταλλαλαι̃ τομ ἶτογοο ττοοἔ την ηοοτη θα εααλοατ αθοοτ ετττοηἐ μεοα απο τη γλωοοα τοο ατοθηττμοοωο­ Δε μετα

αλο­ Βλ­ Νόμ­ 65^Θ6·671Θ5' για τη σημασία αντηε τηε πθοσπάθειαει βλ­ι στο ίδιο. 65ε1‹15­οτ. Το εοώτημα που ποοβαλει είναι το πως θα ποέπει να εομηνεύ­ σουμε αυτη την καταφυγη στη γλώσσα του αισθητικού γενικα, και συγκεκοιμένα γλώσσα ζωγθαφιχής;

­

λόγο

399. Δεν
ΪΕΩΟΗ

είναι μόνον η ποωταοχικη εικόνα του πολέμου που κινητοποιεί το την εππακῃπότητα. ΕΜΗ η ίδια η σὑσωσή του, Η τάἔη ΤΟΗ χόγοχχ Η

οποία εκδηλώνει την ποόθεση να εν­τόισσει στην τάξη της ό.τι δεν έχει ενταχθεί ακόμη σε αυτην, είτε είναιη διαφοοόι των ανθοώπων είτε είναι μία εικόνα· για τη δεύτεοη ποόθεση, για τη λειτουογία του λόγου ως κοίνειν και τη διόικοιση του από το φανταζεοθαι και το μύθο, βλ., αντίστοιχα, Φιληβ. 38ε6­έ9/ Πολιτ. 598ει1­ο4, Πολιτικ. 272138­α1· για την ποώτη ποόθεση, βλ. το Δεύτεόο Μέσος της μελέτης
μας.

Ποώταη απαντηση στο τελευταίο εοώτημα: η γλώσσα της ζωγοαφικης χοησι­ μοποιείται, η αναφοοόι σε αυτήν απανταται πολύ συχνα την εποχη του Πλάτωνα· αυτό οφείλεται στην ¬ κατα τον 5ο αιώνα εμφαντικη παοουσία της ζωγοα­ φικης δημόσια και ιδιωτικη ζωη, με αποτέλεσμα η αναφορα σε αυτην και στα αποτελεσματα της να αποτελείκόιτι οικείο (βλ. Ε. ΚευΙε(1977), 125­1Ζ6).Σε αυτό το πλαίσιο της εξοικείωσης θα ποέπει καττ αοχην να κατανοηθεί η αναφοοόι σε αυτην εκ μέσους του Πλόιτωνα. (Για τη σταση του ιδίου έναντι της ζωγοαφικηςγ και συγκεκοιμένα έναντι της σύγχοονης του ζωγοαφικης και των σχολών που είχαν αναπτυχθεί, βλ. Μ. Ανδοόνικου (1952), 101­144. Ν. Ποιηειυα (1975), Κοιτα (1978λ 118­125ι αοομω (2195Ζλ ΜΒΩ· οτονοο (1933λ ηατ αταλοτατα Β. θο11ννοἰτΖοτ(1953)· ωστόσο δεν είναι αυτό που μας ενδιαφέοει αλλωστε ούτε κατ τον τοτο τον Πλατωτατ βλ· Κοιτα (1978λ ο2› Υτα ττ§ ολτ κατ τοοο οττοοοατεἔ Υτώοετἔ τομ φτλοοοφοο ολεττμα με τη ζωγοατμοτηλ Απο την αταφοοα τομ οε αοτητι αοτο ττοο αατη̨̃ οἔολην μαἔ ενοταφέοετ ετνατ οτ φτλοοοφατοτ οτολοτ που οττηοετετη αταφοοα οτη ζαηιοαφτμη _ ετοατοτεοα _ ηατ οτη Υλώοοα τομ ατοθη·

­

Ρ

­

­

ττηοο

Σημείο εκκίνησης μιας ποοσπόιθειας συνοπτικης απόιντησης στο εν λόγω εσώ­

_

Υετμτα­

192

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

λοιπόν πασα να παοακολουθήσουμε το λόγο του πλατωνικου φι­ λοσοφουντος υποκειμένου καθώς αυτός χοησιμοποιεί τη γλώσσα
τημα, θα αποτελέσειη ­ ετυμολογικής και μυθολογικής υφής ­ αναφοοόι μας σε

 ±._­

μία από τις θεμελιωδέστεοες έννοιες της αισθητικής γλώσσας, στην οποία και ο Πλάτων αποδίδει την ανόιλογη σημασία. Όπως έχει παοατηοηθεί, το έτυμον (1ι)αο στις ινδοευοωπαικές γλώσσες δηλώνει την ενοποιηση στοιχείων τα οποία βοίσκονται σε διαμάχη· στην ποώιμη αοχαία ελληνική λογοτεχνία, σήματα που έχουν ως ποώτη συλλαβή το έτυμον αυτό δεν αναφέοονται μόνο στη μουσική, αλλα και στη διανοητική ειοήνευση· στον Όμηοσ, ουγκεκοιμένα, η λέξη αομονία σημαίνειόχι μόνον το φυσικό συνδετικό δεσμό, αλλα και διανοητική συμφωνίαη δε μυθολογία παοουσιαζειτην Αομσνία ως κόοη του Ἀοη,του θεου του πολέμου, και της Αφοοδίτης, της θεάς του έοωτα και του καλλσυς. Στη συνέχεια, είναι η ευουτητα χοήσης της όπως υποστηοίχθηκε απαοαίτητο να αναφέοουμε ότι έννοιας αυτής θα ποέπει να αναζητηθεί στο γεγονός ότι διαφέρει από αλλες

τ. 
­
­,

ΠΑΙΔΕΙΑ: Η ΔΙΑΛΛΑΓΗ ΩΣ ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΟ

193

του συμβατικου αισθητικου για να καθοοίσει όλα όσα αφοοουν την παοόισταση της διαλλαχθείσας ηδονής και τη διαλλαγή του
κόιτι τέτοιο έχει λεχθεί κιόλας στο Φαίὁωνα (βλ. 93ε6) και επιθυμητικου αλλά γίνεται ιδιαίτεοα σημαντική εξεογασία της συλληψης αυτής (βλ. Πολιτ. 43θο, για το νεοτεοισμό αυτόν, βλ. Κειηυ Δ31ο ­43Ζε, 5540 ποβλ. 4Δ2ο­ό, 443εΖ καιΠολιτ. 41Οἀ­411ε, Δι1Ζει, 4136). Η κοίσιμη διαφοοόι της Πολιτειυις (1976), 3θ σε σχέση με τους Νόμους ως ποος το θέμα αυτό δεν είναι μόνον η παοουσία του θυμοειδους (βλ. σημ. Ι 267), αλλα και η συμφυοση της αισθητικής γλώσσας με τη

­

­

­

­

γλώσσα του πολέμου (ήττω­κοείττω· βλ. Πολιτ. 43Οε, Δ31ει­Β, 432ει). Στον εγγυς των Νόμων Φιληβο (βλ. σημ. Ι 314), η γλώσσα πεοί αγαθου συμπλέκεται με την αισθητική γλώσσα: «Νυν δη καταπὲφευγεν ἡμῖν η του ἀγαθου δυναμις εἰς την του καλου φυσιν. μετοιοτης γὸιο και συμμετοια καλλος δή που και ἀοετη πανταχου ἔυμόαινει γιγνεσθαι.›› (στο ιδιο, 64ο5­8· ποβλ.: «Ουκουν

συλλήψεις σχετικόι με την τάξη· το κοίσιμσ σημείο διαφοοἀς είναι οι αισθητικές είναι από συναισθηματική αποψη ως μουσικές της παοαδηλώσεις, οι οποίες κατόιλληλες για το έογο τους (βλ. ΒΑ. Πρρωευ (1964), 3­5). Ακολουθως, αφου επαναλαβουμε ότι η γλώσσα του αισθητικου θα είναι γλώσσα με αντικείμενο αναφσοόις­μέοιμνας τη διαλλαγή, που πεοιλαμβόινει το ψυχολογικό­ηθικό, και τσ πολιτικό επίπεδο, θα δοκιμασουμε να δουμε πώς κατ® αοχήν θα μποοουσε να κατανοηθεί αυτή η καταφυγή στη γλώσσα του αισθητικου· ακοιβώς για να επιτυχουμε αυτή την αοχική κατανόηση, θα παοακολουθήσουμε με συντομία την ποογενέστεοη των Νόμων χοήση της γλώσσας του αισθητικου εκ μέσους του πλατωνικου φιλοσοφουντος υποκειμένου, και τις κυοιότεοες από τις

­

­

εἰ μη μια δυνάμεθα ἰδὲα τὸ ἀγαθὸν θηοευσαι, συν τοισι λαόόντες, καλλει και ξυμμετοία και ἀλη θεια, λἐγωμεν ὡς τουτο οἶον ἔν ὀοθότατ” ἀν αἰτιασαίμεθ° ἀν τῶν ἐν τῇ συ μμιξει, και δια τουτο ὡς ἀγαθὸν όν τοιαυτην αυτήν γεγονὲναι.››, στο ιδιο, 64613­65εΔ). Η τόσο ενδιαφέοουσα αυτή συμπλοκή αφοοόι το αγαθό ως αισθητικά εννοουμενη μίςη φοόνηοης και ηδονής (βλ., στο ιδιο, 63ο­όάε, 65­66, καισημ. 1458). Στο πολιτικό επίπεδο. Είναι η γλώσσα που χοησιμοποιεί το πλατωνικό φιλο­ ο λόγος του αναφέοεται στον εαυτό του ως ενίοτε σοφουν υποκείμενο όταν έογο που αναφέοεται ποογενέστεοο των Νόμων πολιτικό λόγο, στο μείςον στην πολιτική, στην Πολιτειο (βλ., στο ίδιο, αμεσα: 47Ζό­ε, έμμεσα : ὅθθο­5Ο1ο, και γενικα, 4840­ό), καθώς επίσης όταν αναφέοεται στον οοισμό της πολιτικής

­ ­

­

­

σημασίες που η χοήση αυτή έχει αναδεξει. Στο ψυχολογικό επίπεδο. ίΗδη στην Πολιτειο έχει οητα αναγνωοισθεί ότι όταν γίνεται λόγος για αομονία, ο στόχος δεν είναι η μουσική, αλλόι κάτι απώτεοο (βλ., στο ίδιο 5318­ο). Το απώτεοο αυτό είναι τα ψυχολογικά αποτελέσματα της μουσικής στην ψυχή του ανθοώπου, κατι που βέβαια έχει την καίοια σημασία του όσον αφσοα την κατόικτησηή απώλεια της αοετής (βλ. σημ. ΙΙ 16, αναλυτικά για το θέμα αυτό). Να σημειωθεί επίσης ότιγίνεταισυγκεκοιμένη χοήση της αισθητικής γλώσσας όσον αφοοα τη σχέση δυο εκ των σημαντικότεοων παοαγόντων του κατα τον Πλόιτωνα της ηδονής και της λυπης (βλ. Πολιτ. 586υ­ο ψυχισμου

και σχολιασμό από Πειυετιό (1975),
151).

­

­

­

9,

ΚειιΙε (1978), 38­39,

83, δτονοτι (1933),

Στο ηθικό(­ψυχολογικό) επίπεδο. Στην Πολιτειο, με όχημα το λόγο πεοί σω­ φοοσυνης, δεν οοίςεται απλώς η αοετή ως αομονία μεταξυ λογιστικου, θυμοειδους

τέχνης, του πολιτικου (βλ. Πολιτικ. Ζ77ει­ε). Τέλος, στο οντολογικό επίπεδο. Είναιη γλώσσα μέσα από την οποία ποοσεγ­ γίςει το φιλοσοφουν υποκείμενο το ποόβλημα έν­πολλα, για να εξηγήσει εκκι­ το πώς μποοεί, χόιοη στη νώντας από το απόσπασμα ΠΚ 51 του Ηοακλείτου γλώσσα αυτή, η διαφοοα να συμβιβάζεται με την ενότητα εννοουμενη ως αομονία ποβλ. τον απόηχο (;) της αντίληψης αυτής στην αποψη του (βλ. Συμπ. 187ε­ό Βοεεοεμιοτ για την αομονία [Ηἰειοηι ο/ Αεετλιετισ, 30] που παοαθέτει ο (ὶτιιυο (1927), 273­274). Το απόσπασμα αυτό του Ηοακλείτου καιη «μουσική» του εομη­ νεία από τον Πλάτωνα, δεν εννοουν την επικοἀτηση καποιου στοιχείου­ενός επί των αλλων, ή καποιας επί­ταξης όλων σε μία τάξη­έν: εννοουν την αδιαμφισβήτη­ τη παοουσία της διαφοοόις­διασποοόις στοιχείων, της οποίας όμως καθε στοιχείο θα ασπόιζεται το ανόμοιον (βλ. Πολιτικ. 31θε4­8), κατα τοόπο ανάλογο με αυτόν που το επιτυγχάνει μία διασποοόι της διαφοοόις όπως ο οξυς ήχος ποσς τον βαου,

­

­

­

194

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν· ^ΑΜΠΡΕ^^ΗΣ

.

|

ΠΑ1ΔΕιΑ; Η ΔΙΑΑΛΑΓΗ

σε ΑΝΑ1ΣοΗΤικο

195

λννον πα̨ὶν ΈἌν,ηδΟνη° ὁηλαβή ννα να ναθοωσεν όλα αννά που δεν εινοιι πα α ο έ Ωστἕσο Ἐι̃ίοἕτένακι̃ῖκἐεο ανσθητνν0° Ο μπω̨ονμε να σννοψνσονμε το τν ση” Ω μαίνει η δημιουσγία του νέου αισθητικού για όλα όσα εξεταξουμε, να ουνοηιισουμε με τσόπο τέτοιο ώστε να αναφανεί το πώς κατ" ασχην καθοοίξεται η πασόισταση της διαλλαχθείσας ηδονής και, ῖἕννσνοοφωἐι τηἐ ονοιλλοινης ποος στην ηδονή. Η διαλλαγή του

γ

γ

με φαντασιακό τσόπο, μέσα από εικόνες, παοαστασεις· όιοα, επι­ ι ι ι η , ι ι τσεπει την ποογευση, δοξα, ηδονης, γευση φαντασιακης ηδονης. Τι

λ

ννν πνοἔ την ηδονη θαόξἶνφοασνεν ωἔ νεο Ο"·σθητν%Ο= ωἔ ανσθη­ ναθημεῳνοτηνας δηλςἕδη: με την εμφάννση Τον ανσθη­ τικου μεσα επικσατεσια του λογου και οχι μέσα σε παύσεις του λ0γου° αυτο ομωςσ σημαινει ότι η δόξα λύπης θα είναι τέτοιος ποιοτητας και ποσοτηταςνη̨ ώστε να επιτοέπει τη γεύση της ηδονής
Ήνο
_

Ύ

ποιού; Του ιδίου με το συμβατικό αισθητικό: φαντασιακού. Τι ποσού; Διαλλαχθείσας και όχι ακσατούς. Πώς εομηνεύεται αυτό το τελευταίο; Η ηδονή αυτή θα αποτελεί απόοοοια της φαντασιακής καθόσον η ποαγματικότητα δεν μποσείνν, και δεν πλήσωσης πσέπειθν, να ποοσφέοει μόνον (και πλήση) εμπεισική πλήοωση, αλλα και κένωση· εν τούτοις, εξ αιτίας του γεγονότος ότι η δόξα λύπης έχει μία πλευσόι που σχετίξεται με την πσόιξη και του ότι η σσἔα χηπησ θα έχει μεταβχηθα σε πσσστητα ηαγ πσγστηῖα _ σημα

­

της μεταβολής αυτής είναι η πσοαναφεσθείσα φαντασιακή πλή­ ευ̃ναγ επσμενσ σα μία τέτσγα σσἔα χσπησ θα σωση τησ ησσνησ

σισ πλαισιο (:σ σσος λειτσυσγει ως ιισσθεσή ή ιισσγμσιιιιόιηια) του ενός ωε οομονίοιε· (Όσον οοοοοι τη νοιημονηνο ποοομβοληε νηε θομολνώοοοε οημοοίοε
αοσηδ τον μη «ονθον λονον» (στο "να 310 Ωω) σνη σχενννή εβμηνεω τον πΩ0αναφεΩθέντ0ἔ ω Ε Έ Σ ­ | | | / ι χ Ο Ον Ον νμποωον στωχενο επιῳωσης απονελενη αναφο θά στη μονσννή _ Οἔΰι βοιοΰι τόιχος, βσαδύ στον Πολιτικό, μόλις πσιν διατυπωθεί η ά Ωση του μη «ὁ Ο θου̃ λὀ Υ ου››(βλ. ι στο ιοι οι 3Ο6ο κ.ε.)).Συνο ψ ίςου μ ε: αντίτης συγγένειας μιας (ασπασμού) των ποοσομοίων και έχθσας των ανομοίων­

ι

­

επιτσέπει διαφοοετική ποσότητα και ποιότητα γεύσης ηδονής μέσα από πλήοωση η οποία θα ποοέσχεται από την εμπειοική πσαγ­ ματικότητα: ο λόγος και η λύπη, μέσω μιας τέτοιας δόξας λύπης, θα διαλόισσονται με την ηδονή. Το σημείο εκκίνησης για αυτή τη κ κ / / / ι | διαλλαγη θα ειναι το πσωτασχικο γεγονος οτι λογος και φαντασια
, , ,
,

σημωνενονννἶ να "ατἦ 7η Υ ι χ Η ἶχννν χΩΜζεΈωω§ παθαόννμα νω/αφοθα στην επ” τευξη της ενότητας­διαφοσας ως (μουσικης) οιοιιονιοις.
Η

υν­α οττοντο "Ϊ οιον θα ι [αῖἔ επἰτευἶς ἶ)νΟν,(β
77

οιοιφόοων ίβλ­ιστοιΰιοι 3Ο7ὀ)ιη συγγένεια μια 6ισφεσσμενη,της ὸιαλλαγής σε ηιυχολογέικο (­ηθικό) καη πολιτικἶ Ζἶἶπίπεἑἕἐ αυτή η τελευταία είναι νοητή ως
.

Ψ

ί

.

) ανν)

·

ί

έ

έ

.

401. Βλ. σημ.

γιστσ σισθητικστης κσΘημεσιγστητσς(βλ.Ν6ιι. 665σ5­6).

Ι 387· θα υπόιοχει μόιλιστα ηδονή και

­ επομένως ­ απληστία

οψη· επησεόιξσυν τις επιλογές του ανθσώπου εφόσον επησεόιξουν τη βούλησή του (βλ., στο ίὁιο, 733`υ8­οΖ) και επιτοέπουν ενδελεχέστεσες διακοίσεις (βλ. στο ίὁιο, 73302­‹:ἰ5) τύπων ζωής, πέσαν της γενικής θέσης ότι ο όινθοωπος ποστιμόι το βίο που έχει πεοισσότεοη ηδονή και λιγότεση λύπη (βλ.σημ. Ι 393). Για τις

402­ Υἕοιοχοι μη̨̃οι οοιοοι οιοοιοκών ννο νην ηοονη νοη νη λύπη: πληθος. ιιέ­ γε ος σφο οοτιγς (β . Φιληβ. Με κ.ε., 45ο, Τιμ. 86ο κ.ε.), πυκνοτης, ισοτιγς (βλ. Νόμ. 733ο7, 73ηει7­8)· οι διοσισμοί αυτοί είναι αιταοαίτητο να λαμβάνονται υπ°

θα σνναντωνταν στην ενκονα τηε σνννενεναξ μνας ὁναφε©Ομενηε ναν όχν στην ενκονα του πολεμολ­)› χαν σημ­ενο αποληἔηἔ Το νενονοἔ ότι θα υπόιοχει μέσα στην ποαγματικότητα γεύση ηδονής και πσόγειαση ηδονήσ ­ φαντασγακή πλήσωσή της τέτσγεσ ώστε Ο ι ι ι ι ανθοωπος να μη θεωοει το συμβατικό αισθητικό ­ φαντασιακό τικό4®5 ω αίο να Ο μη συν­κινείται από αυτό αλλα από τσ νέο αισθ η Υποθέτουμε ότι αυτό μετα­φσαξόμενο θα σημαίνει πως δε θα υπόισχει αναγκη, για χόιση παντοτε του σιξικού δεδομένου, το φαντασιακό, σε παύσεις της επιτακτικότητας του λόγου της ακοόι­ επσμένωσ __ ησσνη, τση σσἔασ λύπηα να πλησσί την αησατσ
α

Ξ

7

°

­,

­

ανανκε§ “ων μονον Έηἐ ονἔητησης Ουγκεφαλαιωνουμε το πλήθος και μέγεθος σε ποσοτητα: Χαν νη σφοδοονηται πνκνοτητα, ισοτητα, σε ποιοτητα.

405. Βλ. στδι­ίδιο 65ηόλ­3 659‹:Ιη­ση· το δεύτεσο χωσίο δείχνειόιμεσα τη σύν­ δεση του νέου αισθητικού με τη διαλλαγή της ηδονής και της λύπης ποος το λόγο, δείχνει ότι αποτελεί φοσέα­ πασόιστασή της. Βλ., επίσης, στο ίδιο, 67Οο9­671ε2.

,ἶῖἶ
κ

196

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν, ΛΑΜΗΡΕΛΛΗΣ

τιλτλευν

Η

ΔιΑλΛΑτΗ σε ΑΝΑιΣοΗτιΚο

ιοτ

καθώς θα πληοοι, μέσα από διαφοοετικές παοαστάσεις από αυτές του συμβατικου αισθητικου ­ φαντασιακου, την ηδονή που δε θα πληοοι μια ποαγματικότητα διαφοοετική όμως από αυτήν την οποια καλειται να «επανοοθώσει» το συμβατικό αισθητικό ­ φαν­ τασιακό· ποόκειται αναμφιβολα για μια άλλη ηδονή. Μετα τον ποοκαταοκτιιιό λόγο, πηοχωῳὐμε πλέον στην εἔέ_

­

­

εησὐῖεση Τηἔ λεασοσνία: πσσηεααν Χνα καθε αησνα ασο φέσεταν στη μνημη από Το πασσν Τηἐ πσαἔηἔωῖ κάθε εικόνα πση φέσα σῖη ανι ηαη του παοόντος το παοελθόν και βέβαια καθε εικονα που καθεαυτό φ αντάζει ως άλλη εικόνα και ονομάζεται
3

­

­

7

7

ταση των κοιτηοιων που αφοοουν το νέο αισθητικό, δηλαδή των κοιτηοιων που καθοοιςουν την παοάσταση της διαλλαγής λόγου, ηδονης, λυπης, και συνεπώς την παοάσταση της διαλλαχθει­ σας ηδονής, και τα οποια επαναλαμβάνουμε διατυπώνονται στη γλώσσα του συμβατικου αισθητικου. Συνυφασμένη, όπως θα δουμε, με την έκθεση των κοιτηοιων αυτών ειναι μια κοιτική που αφοοά το συμβατικό αισθητικό, και μάλιστα εκεινο το θεμελιώδες στοιχειο του για το οποιο μας δόθηκε η ευκαιοια στα ποοηγουμενα να κανουμε λιγότεοο ή πεοισσότεοο λόγο: την ταυτότητα ενός ὁιχασμέγου ανθοώπου, σήμα του οποιου χωοις να ειναι και μο­ νςχὀγχό γγώῳσμα _ είνω η συμμεῖοχη αφενόἐ στην επίπονη επντοη

­

­

­

­

αισθητιαη· Κάθε λονπόν αασνανθ η σπσία αφσσα την εασασαιη ποαγματικότητα ή τη φαντασιακή ειναι αποδεκτη, αν παοιστα την αοετή. Μας διδεται, επισης, μια ακόμη σημαντική διευκοινηση: η εικόνα αυτή θα ειναι καλή αν ποοκαλει αισθηση χαοάς, αισθηση ηδονήςω: ποοβαινουμε σε συγκεοασμό των τοιών γλωσσών που ό Χ ιτυ Χ αια Χση σι αοποιη σε το πλατωνικό φιλοσοφουν υποκειμενο, τη ν η θικ” η› ψυχολογική › και αισθητική › σε μια φοάση: αισθητικα αποδεκτή ειναι μια παοάσταση όταν ειναι παοάσταση της αοετής,
καν ααλνστα οταν αητη η πασασταση πσσἔενεί αίσθηση ησσνηἑω·
409. Βλ.,οτο ιδιο, 655‹16­8· ποβλ. 79868­ε1.
410­ Βλ­ιστοῶιο 655ϋ4­5­ 411. Βλ., στο ιδιο 654‹:9­α3

­

­

­

ι

κτικ ι καθ

με αν­ΕΟ πον απο­Πε εν συμπλοκη τησ εκθεσηἔ η , § οωτων των κοντηονων καν τησ ποομνημθνει̃λθεισας κόιτικής. Αυτό λοιπόν ττόυ κατ, αόχήν γινεται αστόπειόα να Οοισθει ειναι τΟ ‹‹%α­
μ;

ε ινότ
ΡΟΟΌ

αα ” τα και α¶]ετε@ΟΌ Οῖοἶνμβαῃκο αἱσθηῃῖώο Ζ
ή

(654αΖ), βλ.

και Πολιτικ.

31Οο6­7 ο ποιητης της εικονας του νεου αισθητικου ποσ­

­ για την οσολογια ασπάζεσθαι­ δυσχεοαινειν

λὸν››407·

|° ,Δ,08. , , πως ομωἔ την ονφοοοα Με Τον τοοπο εκεννο οτον οπονο (χοετη παόαττεμυ̃τει τΟ αισθητικό' στην Ωτεόιιττωόη αυτή σαφώς λέγεται ότι
στη σύνδεσή τοῃ με τη φαντασία, η οποία ωσνόσο εννοείνοη στην

τι ειναι το καλόν, τι καθιστά δηλαδή κάτι αποδεκτό ως νεο αισθητικό; Με τη χοήση της οικειας πλέον ηθικής γλώσσας διδεται ο οοισμός του: αποδεκτό ως νέο αισθητικό ειναι ό τι αφοοά την

βάλλεται ως αντιθετος του θεατή του συμβατικου αισθητικσύ (βλ. σημ. 1406). Η ΚευΙε (1978), 132, θεωοει ότι ο Πλάτων στους Νόμους «αποκλειει την ηδονή ως παοάγοντα της (αισθητικής) κοισης», και παοαπέμπει στο χωοιο 668ει9­ 10· ωστόσο, η ιδια δέχεται ότι στο χωοιο 658ο γινεται δεκτή η ηδονή ως κοιτήοιο, α Θ κει να πλησουνται οοισμένες ποουποθέσεις· κατά τη γνώμη μας, δε δημιουο­ γειται κανένα ποόβλημα από τη συνεξέταση των δυο αυτών χωοιων (η ιδια η
, , , , ,

,

,

ἔἑη̨ο ̃οἔ ΚθΠ15θδ,ενπ@Οχω©Ξσἶσννἶνἔεταον ,ηἶχ@α'ἶ)Ἡτε επκἶημαινεῃνν αἔἕἔθεση: ­ ε και πασα ετεικαι τα υο :η π ατωνικη εση ειναι αυτη των χωοιων α3· εκεινο που συμβαινει στο 668α9­10 ειναι ότι το φιλοσοφουν υποκειμενο δε δέχεται ως αισθητικό κοιτήοιο την ηδονή του συμβατικου αισθητικου, εξετάζο­
παεάστοιοηε τήε διαλλανήε. τα Χειτήεια ατε αισθηακηε νταε _ στη συνέχεια , , θ 1 , ί ί αοα. της ποοσποοισης ὁιαλλαχθεισας ηδονης μεσω της αισθητικης κα ημεοινο­ βλ., στο τητας. (Σχετικά με το ηδονιστικό κοιτήοιο του συμβατικου αισθητικου , ήδη στο Γοογια ο Σωκσάτης το αναφεοει ως δεδομένο: βλ., στο ίδιο, 658ε7­8 ποβλ. 162). ίδιο, 502 ει­ο, καιτα σχόλια του Β. $οοΙΙ (1981), 161 412. Βλ. Νόμ. 665ο6, 67θ‹17­ο1, καθώς επισης και την κοισιμη διευκοινηση των Χ ωοιων 658ε”/­659εΖ 667εὶ9, η οποια θα ποέπει να ενταχθει στο ιδιο πλαισιο ποοβλη ματικής που οοΐςουν τα χωοια 654ο9­α3 και 67Οἀ7 ­ ε1, πλαισιο το οποιο
1

γενικα το αισθητικο, νεο και συμβατικό, εκλαμβάνεται και πάλι

­

­

­

406. Βλ., στο ίσιο, 654ο7­9, 4θ7.Στοίὸιο, 654α5.

και κυηιως 655θτι­656ι)ο,

­

4Ο8. Βλ., στο ίδιο, 6551›2­5· αποτελει την κατακλειδα του λόγου για το «κα­ λον» που εκκινει στο χωοιο 654ι›6.

7

ι

198

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΗΡΗΑΑΗΣ

ΗΑιΔε1Α± Η ΔΙΑΛΛΑΓΗ ΩΣ ΑΝΑ1ΣοΗτΗ‹ο

199

εμπλουτίζεται από την ασκούμενη κοιτική που επιχεισείται σε αλλα χωοία (για αυτά, βλ. σημ. Ι 382). Στο όλο αυτό πλαίσιο θα ποέπει να εντόιξουμε τη διόικσιση που ομιλεί για ὁιαφθοοά της (παοἀστασης της) ηδονής, την οποία ποοκαλεί στο κοινό το συμ­ βατικό αισθητικό, και στο στόχο του νέου αισθητικσύ για το αντίθετο, για επί τα βελτιι̃υ παοόισταοη της ηδονής (βλ. Νόμ. 659ο3­6 ποβλ. 659ο3­5)· αυτό συμβαίνει γιατί το συμβατικό αισθητικό δεν παιδεύει (και) στο θέμα της ηδονής όπως το νέο αισθητικό , αλλα παιδεύεται (βλ. 65%?­ο3) στο πώς να ανταπο­ κοίνεται στις ανάγκες των θεατών του για άκοατο ηδονή. (Από αισθητική αποψη, η όικοατος ηδονή, είναι αισθητική έκπτωση, διαφθοσόι της αισθητικής πα­ σόιστασης της ηδονής· η διαλλαχθείσα ηδονή που έχει υποστεί κσόιση εί­ ναι επί τα βελτίω αισθητική πασόισταση της ηδονής).

Η
­ ­ ­

μεταφοόιζεται ως αιδώς, αισχυνη, στο σύμπαν λόγου της ηθικής) να φεύγεται η γεύση της ηδονής, και αν λόιβουμε επίσης υπ) όψη μας ότι κατ' εξοχήν σήμα όπως είναι επόμενο της υπέο­ βασης της τόιξης του λόγου αυτου, σήμα του καθεστώτος παρά την τόιξη του, είναι η γεύση της ηδονής, τότε μποσούμε να μεταφοόι­ σουμε την ποομνημονευθείσα διόιζευξη και να καταλήξουμε στο ποιος είναι, κατα βάθος, ο τελικός στόχος: η όισση της ταυτότητας του διχασμένου ανθσώπου. Ποόιγματι, όπως πσοαναφέοαμε, το πλατωνικό φιλοσοφούν υποκείμενο, παοόιλληλα με το λόγο για τον καθοοισμό του τι είναι το καλόν του νέου αισθητικού, κανει λόγο για το καλόν του συμβατικού αισθητικού και τις συνέπειές του· για να τις εοιιυ­ νεύσουμε, θα ποέπει να έχουμε κατόι νου όλα όσα σχετίζονται με το σόλο του συμβατικού αισθητικού μέσα στις κοινωνίες της επι­

Υποψιαζόμαστε ήδη ότι με τον τσόπο αυτό, με όχημα το λόγο για το νέο αισθητικό, το πλατωνικό φιλοσοφούν υποκείμενο φέσει την όλη ποοσπόιθεια στην κατόιδειξη του τελικού στόχου: στην όιοση της αποκλειστικής διόιζευξης ηθικό ηδονή· αν, επιποο­ σθέτως, λόιβουμε υπ όψη μας ότι η ηθική δεν είναι πασα μία από τις δύο ισχυοότεοες γλώσσες μαζί με τη γλώσσα πεοί δικαίου, το νομοθετείν ¬ για την επιβολή της τόιξης του λόγου στη δια­ φοοόι, με τσόπο τέτοιο ώστε με μέσον τη δόξα λύπης (η οποία

ι

­

­

­

­

­

­

ι

τακτικότητας. Όπως είναι αναμενόμενο, το αίσθημα του καλού εί­ ναι συνώνυμο με το αίσθημα ηδονής για τους ανθοώπους των κοι­ νωνιών αυτών· κόιθε ποόιγμα που πσοβόιλλεται ως αισθητικό, γίνεται αποδεκτό από τη στιγμή που υπησετεί το σόλο για τον οποίο έχει θεσμισθεί καθετί του οποίου αποτελεί σήμα το αισθη­ τικό· επομένως, στην πεοίπτωση αυτή, εννοειται και το φαινόμενο με ευσύτεση του συμβατικού αισθητικού καθεαυτό, αλλόι και σημασια καθετί αλλο του οποίου σήμα μποσεί να είναι το συμβατικό αισθητικό: αισθητικό υπό την έννοια αυτή είναι ό,τι παοέχει ακοόιτεια ηδονήςω, καθώς αφενός έχει γίνει επιτσεπτή, ή ανεκτήω ή δεν ενδιαφέσει η πεσίσταση τηνω, ή δεν μποοεί η μείωση δόξας λύπης, και, να την ελέγξειῃύη, επιτακτικότητα η ίδια η εικό­ αφετέοου, επιτσέπεται χόιση στη μείωση αυτή ινα της εμπειοικής πσαγματικότητας ή της φαντασιακής να είναι τέτοια ώστε να αφήνει όικσατο την ηδονή" την πσοεσχομένη από αυτήν τη διττόι νοούμενη ποαγματικότητα. Οι ενεχόμενοι στα δοώμενα του συμβατικού αισθητικού αντιμετωπίζουν το ίδιο πσόβλημα στην ευούτεσή του σημασία που αντιμετωπίζουν οι θεατές του συμβατικού αισθητικού καθε­ αυτού· το διχασμό της ζωής τους, που ανακλόι και αναπαοόιγει το διχασμό της ζωής των επιτακτικών κοινωνιών. Υπόισχει μία συζή­

­

­

­

­

­

­

­

­

ἶἶ?­­@
.
'

­

413. Η ήδη διακσιβωθείσα στους Νόμθυς ιιέοιμνθι του πλατωνιλωὐ φιλοσο­ φούντος υποκειμένου να συνδέσειτην εοστή με το αισθητικό,τσ καθένα από αυτόι αλλα και το όνειοο στην Πολιτεια ¬ , και με τη μέθη, τη μέθη με την παθολογία όλα αυτα με την ακσόιτεια ηδονής, δεν είναι τυχαία: όλα τους, όπως πσσαναφέ­ οαμε, αποτελούν μοοφές ανόιπαυλας της επιτακτικής καθημεσινότητας, διαφο­ οους τσόπους για να ομιλήσει αυτό, για να συν­θέσει μία ομιλία για το πλαίσιο της ανόιπαυλας αυτής και τα γνωσίσματόι της, με μία γλώσσα οικεία στον καθένα

­

­

­

­

(:μέθη, μανία, εοστή, όνειοο). 414. Τέτοια πασαδείγματα είναι η εσστή, η μέθη στη γιοστή, και το αισθητικό κατα το συμβατικό χσόνο της εοοτής. 415. Τέτοιο πασόιδειγμα είναιη παθολογία. 416. Βλ. Νόμ. 636ει4­ε7, 788.31­ο2. 417_ Βλ., στο Ζὁιο, 649‹15­7.

Ζθθ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΠΑΙΔΕΙΑ: Η ΔΙΑΛΛΑΓ Η ΩΣ ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΟ

201

­­¬­σε

τηση του πλατωνικου φιλοσοφουντος υποκειμένου, η οποία ποο­ λογίςει την αντιμετώπιση από το ίδιο του ποοβλή ματος που τέθηκε ποοηγουμένως· ας την παοακολουθήσουμε. “Εχουμε ήδη αναφέοει ότι με τη χοήση της οικείας ηθικής γλώσσας δίδεται οοισμός του τι είναι αποδεκτό ως νέο αισθητικό· αποδεκτό ως νέο αισθητικό είναι η εικόνα της ανδοείαςω, της αοετής γενικότεοα, η οποία ποοξενεί αίσθηση ηδονής· στη συνέ­ χεια, επανέοχεταιω το φιλοσοφουν υποκείμενο στο ίδιο θέμα, κανοντας μνεία της ανδοείας και ενός ακόμη μοοίου της αοετής, της σωφοοουνηςῃθ. Η αντίδοαση του συνομιλητή του, του Λακε­ δαιμόνιου Κλεινία, μας επαναφέοει κατ" αοχήν στο ίδιο πλαίσιο συζήτησης που είχαμε παοακολουθήσει κατα την ποαγματευσή μας η οποία αφοοουσε την αοετή· σπευδει ο συνομιλητής να θεωοήσει ότι μέοιμνα για την ανδοεία, και την αοετή που συν­ δέεται με αυτήν, υπαοχει αποκλειστκα στη Σπόιοτηω· το πλατωνι­ κό φιλοσοφουν υποκείμενο απαντόι διφοοουμενα, λέγοντας πως αν του έδωσε την εντυπωση ότι όσα πεοιγοαφει ήδη γινονται, αυτό οφείλεται στη μη σαφήνεια του: στην ποαγματικότητα ήθελε να ομιλήσει για το τι ποέπει να γινει σχετικα με το αισθητικόω. Που Οφείλεται ή σὐγχΌϋ“ή, Τι εννθι̃ἰί ΈΟ φιλθσθφούν Όποκείμενον και Ή θεωθελ Ο συνομιληι̃ηἔ ΈΟὉ Ο" Οωτο εννοω; Ο συνομιλητής ΤΟΉ συνεχίζει όπως και σ°ιΟν Οιοχικό λόγο πε Ο ία Ο ετηἔ ” να ανθίσταται στό, να μη δυναται ι να κατανο η ίσει

το νέο οοισμό της αοετής, δηλαδή τελικα την όιοση της αποκλει­ στικής διόιζευξης ηθικό ηδονή, που έχει ήδη επιχειοηθεί από το πλατωνικό φιλοσοφουν υποκείμενο και την οποία έχουμε ποαγ­ ματευθεί· η αδυναμία του αυτή ποοβαλει το μέγεθος της δυσκο­ λίας· έτσι, το φιλοσοφουν υποκείμενο θα επανέλθει στο ίδιο ζήτη­ μα, ακολουθώντας την αυτή μεθοδολογία την οποία, στην αναλο­ γη πεοίπτωση, είχε ακολουθήσει σχετικα με τήν ανδοεία. Μετα τη διφοοουμενη απαντηση, το πλατωνικό φιλοσοφουν υποκείμενο ποοχωοεί, κανοντας και εδώ αναφοοα ¬ αόοιστη όμως στην πε­ οίπτωση αυτή στους ποιητές που εκφοόιζουν μέσα επομένως από το αισθητικό τις αξίες που ασπόιζεται η Λακεδαίμωνω: συμφωνα με την εν λόγω αντίληψη ο αγαθός, όντας σώφοων και δίκαιος, είναι ευδαίμων/Μ· το φιλοσοφουν υποκείμενο θα ποοχω­ οήσει στην εκφοοόι του συμπεοασματος που ποοκυπτει από την ποοαναφεοθείσα θέση425: ο όινθοωπος που θα κατέχει ένα ή πεοισσότεοα αγαθα, για παοόιδειγμα τον πλουτο, και θα είναι αδικος, δε θα είναι ευδαίμων426. Ο συνομιλητής στο σημείο αυτό ήπια διαφωνείω, το πλατωνικό φιλοσοφουν υποκείμενο όμως

­

­

­

­

­

­

­

­

423. Βλ., στο ιδιο, 66Οο9­661ει9 αναφέοεται, όχι οητα, στον Τυοταίο· ποβλ., στο ιδιο, 629ε1­‹:4· στην ποομνημονευθείσα ευθεία επίθεση (666α7­667ε9) θα αναφεοθεί ευθέως στον Τυοταίο (667ε1­2) και στα όσα συζητήθηκαν στο χωοίο

­

62981·630ὀ7 _ βλ­ 1­2­1­λ 4­24. Βλ., Νόμ. 66003­5.
425. Βλ., την όλη ποαγματευση, στο ιδιο, 66Οε1­ὀ4. 426. Βλ., στο ιδιο, 661‹ὶ­ε5. 427. Βλ., στο ιδιο, 661615­6· το πλατωνικό φιλοσοφουν υποκείμενο έχει ακολουθήσει ποοηγουμένως και στην πεοίπτωση αυτή την ίδια διαδικασία που κιόλας αντιστοιχήσαμε με την παοουσα και η οποία αφοοουσε την αοετή: από όσα διακηουσσουν οι ποιητές και ο συνομιλητής, το φιλοσοφουν υποκείμενο ποοχωοεί σε καποιες παοατηοήσεις­ποοίσματα, που ποοκυπτουν από την αοχική του συμφωνία με αυτους (βλ., στο ιδιο, 661135­614 ποβλ., στο ιδιο, 629ε4­‹11)· το συμπέοασμόι του βοίσκεται στο χωοίο 66108­α4· στη συνέχεια (661‹:ἰ7­ε5), κατα­ γοαφεται ένα όχι τυχαίο παοαδειγμα, βασισμένο σε αυτό το συμπέοασμα· η αναφοοα που γίνεται στόν πλουτο καιτην ισχυ, παοαπέμπει στην ακοατεια ηδο­

418. Βλ., στο ιδιο, 655ε8­Β1.

419. Βλ., στο ιδιο, 65909­α1· αυτό συμβαίνει όχι μόνο με το θέμα της παιδείας, αλλά και με αλλα θέματα, όπως είναι η μέθη, και η ποώτη μοοφή του αισθητικου.

­

Σλετλχἀ με τη σημασία Οωτήἐτηἔ ὀη̃λωΟ”η§› βλ­ το Δεύτεθο Μέθοἑ Τηέ μελέῃι̃έ μαἐ­ 420. Βλ. Νόμ. 66θε6­8. 421. Βλ., στο ιδιο, 66Οδ1­ε2· ποβλ., στο ιδιο, 628ε3­6. 422. Βλ., στο ιδιο, 66003­9· στη συνέχεια θα υπόιοξει και ευθεία επίθεση ποος την αισθητική παιδεία που έχει στο νου του ο συνομιλητής του, και εἔίσου ευθεία διευκοίνηση ότιομιλεί για την αοετή εκείνη,την αοετή ως διαλλαγή,η οποία θέτει την ανδοεία στην τέταοτη θέση (βλ., στο ιδιο, 666017­667ει9).

­

­

ΖΟΖ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΠΑΙΔΕΙΑ: Η ΔΙΑΛΛΑΓΗ ΩΣ ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΟ

Ζθ3

ποοχωοει πεσαιτέοω τη διατυπωση του ιδιου αυτου συμπεοόι­ σματος, φθάνοντας την σε ένα τέτοιο σημειο4Ζ8 ώστε να ποοκαλέ­ σει την έντονη πλέον αντιδοαση του συνομιλητή του, η οποια θα λαβει τη μοοφή εοωτήματος (:πώς θα μποοουσε να φθόισει σε ένα τέτοιο βαθμό συμφωνιας με το φιλοσοφουν υποκειμενοΔ29;) Αλλα να ποια ειναι η τελική διατυπωση του συμπεοασματος: όποιος όχι μόνον ειναι πλουσιος αλλα κόινειό,τι επιθυμείστη ζωή του, ωστό­ σο ειναι όιδικος, μποοουμε να πουμε ότι ζει μια ζωή κακήοο, μας τελικα, μη ηδονικήιν. Ο συνομιλητής δειχνει αποοθυμια να πα­ οαδεχθει το ποώτο σκέλος του συμπεοασματοςω, και για το δευ­ τεοο διαφωνεινο, γιατι τόσο ο πλουτος όσο και το να ποαττει κόι­ ποιος ό,τι επιθυ μει ειναι φοοεις ηδονής· πώς λοιπόν να δεχθει ότι η ζωή αυτή) μια τέτοια ζωή είναι μη ηδονγχήἑ Τα κέοδη που αποκόμισε το πλατωνικό φιλοσοφουν υποκει­ μενο ως το σημειο αυτό ειναι τα εξής: η αοχική θέση ότι η σω­ φοοσυνη και η δικαιοσυνη ειναι έννοιες στενα συνυφασμένες με την ευδαιμονια δεν έχει διευκοινισει τη σχέση των δυο αυτών εννοιών ποος την ηδονή, καθώς επισης και τη σχέση της ευὁαι­ μονιας ποος την τελευταια. Η ποώτη διαφωνια του συνομιλητή και η αποοθυμια του σημαινουν ότι η ευδαιμονια συνδέεται με την ηδονή, και ότι ευδαιμονια μποοει να επιτυγχανεται ακόμη και αν απουσιόιζει η ένταξη στους κανόνες της ηθικής· σημαινει επισης ότι οοισμένοι μποοει να ειναι ευδαιμονες μόνον αν ειναι δικαιοι, γιατι τότε αισθόινονται μη αισχοοι, και αλλοι μποοει να ειναι
νής η οποια συνοδευει τις καταστόισεις αυτές (βλ. σημ. Ι 417)· έτσι κατανοούμε την όιονηση του συνομιλητή να συμφωνήσει με το συμπέοασμα ότι οι καταστάσεις αυτές οδηγουν σε μη ηδονικό βιο.
­

428. Βλ. Νόμ. 66107­66289. 429. Βλ., στο ιοιο, 66Ζιιο. 430. Βλ., στο ιοιο, 661ε7­66286.

­τὸ
434. Βλ., Νόμ. 66282­3.

εοοαιμονεἐ έοιω μαι αν ειναι αιολοοιωλ ιιαι μαλιοια ανοιβώἐ ειιοιοή ειναι νια ιοιιἐ αλλοοἐ αιολοοι­ Ποανμαιιμαι αν θομηθσὐμε οιι ιι αιιονοια αιολονιιἑ ειναι ειιιιοειιιιιιἠ νιαθε ιι̃οονιι̃ἔΰἶ ιοιε ιιαιανοοομο ιιι οοναφεια αναμοοα οια ονο: ιι ενοαιμονια με αιιο­ ιιλειοιιμο ιιοιιήοιο ιιι̃ν αμοαιεια ηοονηἔβὁ θεωοειιαι αιολοήι μαι Τισσιιιισθέτει σ φσσέας τη; να είναι αισχσός, αναισχυντσς· η γευση όλων οσα ττσσἔενσΰν αισθηση ηδσνης, αν δεν εντάσσεται στην ταξη του λόγου ως ηθική, ειναι κατι κακό, κατι αισχοό437, που δεν οδηγει σε ευδαιμονια438· ποιον όμως; Τον όινθοωπο που έχει το αισθη μα της αιδους, της αισχυνης, μέσα του. Θα ποέπει λοιπόν να ττσσσέἔσνμσ μαι στην τελευταια πεοιπτωση, ειναι αλήθεια, η εοοαιμονια οννανια την ιι̃οονιλ αλλα με οιαφοοειιιια ανιιοιοοφο της ποώτης πεοιπτωσης, τοόπο: ποόκειται για τον ανθοωπο που οιαν φανιαιζειαιτ οιαν φέονει οιο νον τον ιην οιιιονα οιι θα ιισαἔει μαιι ιο οποιο θα θεωοηθει ειιιοἐ ιηἐ ιαἔηἐ τον λονοο ωἐ ηθιμιἶα θα θεωοιιθει μαμα ιοιο η εινιονα αοιή έλειιην ιοιοιιιια να ιον οοιινει οιο να ιιοοτλοπει/ται νια ιον ανθοιαιιο ανιον έλοομε εδώ πληοοφοοηθει ότι ειναι αυτός που δεν μποοει να ειναι οοοαιμιον ιιαοα μονον αν (φανιαζοιαι οιι θα) ποαἔει ματι ενιοἐ τησ ταἔηε τση λσνσυ ως ηθικης, κατι που θα θεωοηθει καλό, και να (ττοῶχαιοεται, να αισθάνεται αντσ τσν μανει _ εττσμένω; ηοονή­ Σννειιώἐι μιιοοονμε να οομηνενοονμε ιην ιελιιιή οιαινιιωτ ση του πλατωνικου φιλοσοφουντος υποκειμένου: η ζωη ιηἐ αμοα· ιοοἐ ιι̃οονήἐ ειναι μη ιι̃οονιιιή νια οοονἐ λοιιονονονν οιο ιιλαιοιο της δόξας λυπης, της αποδοχής της αοετής, για να χοησιμοποιή­

­

σΟΌμε° αντίστονχατ την ψνχολογωνή Μαν ηθωιη̃ γλώσσα· /Ολη οιντή η συζήιη ση οοηνει τελικά ιο φιλοσοφου̃ν

Όιιοιιειμε­

435. Βλ., στο ιοιο, 64909­ό7.
436. Βλ., στο ιοιο, 66281: «ποιῶν ὅ

431. Βλ., στο ιοιο, 66Ζο8. 432. Βλ., στο ιΰιο, 662ιι8. 433.

τι πεσ ἑπιθυμοι τον οιον απαντα».

437. Βλ., στο τοιο, αντιστοιχα, 661οΖ, 66284. 438. Βλ., στο στο, 6εοε5­7.

ελ., οήμ. 1429.

2ο^

ΔΗΜΗΤΡΗΣ

Ν­

ΛΑΜΗΡΕΛΛΗΣ

ΠΑ1Δε1Α± Η ΔΙΑΑΛΑΓΗ ΩΣ ΑΝΑιΣοΗΤ1Κο

205

νο νο θέοεν εοθέωἔ ννο ποώνη φοοο ένα ποοβλθμο πον έχουμε κατ' επανόιληψη ποοαναφέοει, καθώς είδαμε με διαφοοες αφοο­ μές ότι απασχολεί το υποκείμενο αυτό: ποόκειται για το ποόβλη­ μα του διχασμένου ανθοώπου. Ας γίνουμε πιο συγκεκοιμένοι· η ποονι̃ννὶθείοα σοἔήννι̃οη ποο αφοοοοοε νη θέση Τηἐ πολπεἶαἐ των Λακεδαιμονίων ότι αοετή και ευδαιμονία είναι ταυτόσημες καταστάσεις, οδήγησε σε ποοσεκτικότεοες αναλυσεις και συμπε­ οόισματα που ομιλουν για ανθοώπους μη δίκαιους, μη ηθικους, οι
οποίον ζουν ωονοοο με νὶοοννι̃· Αννο οημονίνεν ομωἔ ονν Η ζωο ο βνοο Χωοίθενοο οε ονο βνονο ονο οονοοο βίο νοο τον άνοονο ηοο­ νννο Ιὔίοω­ Το εοώνηοον ποο έπετεν ονφοοο/Το πονοἐ οίνοο ο "νο ευδαίμων απο τους δυονο. Μαλιστα, το εοωτημα αυτο υπογοαμ­

νο, ποιο αγαθό μποοεί να υπόιοξει, για το δίκαιο ανθοωπο, που να ένα χωοτσθακ απο την ηοονητιετ Στο σημείο αστο η ατταντηοη

φέοει ως παοόιδειγμα ακοιβώς μία πεοίπτωση τέτοια, το κλέος και τον έττατνοιιιιιτ ττον τταοαττέμττετ στο οττ η ηοονη εν ττοοηετηένω
συνδέεται με το αίσθημα ηδονής που ποοέοχεται από το γεγονός οττ σ φοοέατ τητ ατοοηοκν ετνατ ηέσα σττωο ττσσαναφέοααε στην ταἔη τση χσνση ως ηθτηησ εττσαένωα ανττ να ττσσατηττετταττ
ποο­χαίοεται, χαίοεται, νοιώθει μία ηδονή οφειλόμενη στο ότι αυτός ανήκει στην τόιξη του επιτασσοντος λόγου. Με την ποοηγη­ θείσα εοώτηση ­ διευκοίνηση, επιβεβαιώνεται η αναλυση που ως εδώ έχει ανελιχθεί: για τον δίκαιο η ζωή είναι ευδαίμων, εφόσον ηοονη. οεν ττθεταττ αοατ ττασέχετ _ τηασ σστσαένηο ττστστητασ
σησ ττστα αττσ ττσ οσο έννστεο ετττνοαφετ την ττχέον εησατηονα

μίζεν νάνν ποο ήονι̃ είχε ανονφανεί: ονννι̃ εοοοομονίοθ κατά τη ννώμη του πλατωνικού φιλοσοφουντος υποκειμένου, σχετίζεται με το δίκαιο και την ηδονή, χωοίς όμως να ταυτίςεται μαζί τους: αυτή, αλλωστε, η μη ταυτιση επιτοέπει να διακοιβωθεί ότι και ο δίκαιος

θέμα αποκλειστικής διαζευξης δικαίου

­ ηδονήςνἦ και ποόκοι­

βίοἔ εννοο ενοοίμων νοο ο ηοοννννοἔ επίοηἔ­ "ον ονονβώἔ την νολν
οωνήἔ νηἔ ονπλήἔ ονονονβωοηἔ ποοοποθένεν νο οοώννι̃μο ννο νο ποιος είναι ο ευδαιμονέστεοος.

Αν η οονάννηοη εν μέοονἔ τον νομοθέτνι̃ ήταν ονν εννοο ο ηοο­ νικός, τότε αυτό θα ήταν ατοπονξ γιατί η νομοθεσία του στόχευε
ονονβώἔ ονη μενίονη ενοοομοννο νων πολννώνωθ ον ομωἔ ονπονννή­ σει πως είναι ο δίκαιοςνο, τότε θα χοειαζόταν να εξετασθεί αυτό το αγαθό, το δίκαιο που είναι μεγαλυτεοο ως ποος το βαθμό ευδαιμονίας από την (όικοατο) ηδονήνίν. Κατ° αοχας, στην ποοκει­ μένη πεοίπτωση, ποοβαλει το εοώτημα: ποιο είναι το αγαθό εκεί­

“_”_`“”ζ_­_­_·”__
439·

Η
και ευδαίμων,
Ζέἕ

ηατασταση ντα τσν ανθοσητστ Αν έτστ έχσνν τα ττσανηατατ αν

σ οτηατσσ βτσο ετνατ ηοσντησσ

πώς θεμελιώνεται το πεοαιτέοω γεγονός οτι ο βίος αυτός μποοεί να θεωοηθεί ότι είναι πιο ηδυς και πιο ευδαίμων από το βίο της ακοατους ηδονήςνο; Και εν τέλει: Γιατί η συνεχής γευση ηδονής δεν είναι η πιο ευδαίμων κατασταση; Γιατί ο αν­ θσωττσο τησ αησατσσσ νεησηα τητ αναζητησηο σηνεχσησ νεησησ

ηδονής είναι ένας όινθοωπος τελικα δυστυχής, καθώς κινείται σε

Ξ:

Βλκστθίὁιθι

66ΖΗ2`3·

440· Βλκ στο ίὁω! 662Η3_6· 441. Βλ., κατ, επανάληψη: αοχικόι, στο ίὁιο, 66Ζὀ6­7· στη συνέχεια, στο ιοιο,

ΔΔ7. Βλ., στο ίὁιο, 646610­οέῃθθ· είναι χαοακτηοιστικό ότι όποιος ευοίσκεται στο χοόνο βίωσης του συμβατικου αισθητικου, ακόμη και αν χοησιμοποιεί τον ηθικό λόγο της επιτακτικότητας, και ψέγει, το κόινει με ένα τοόπο παιδιόις: η ηθι­ ηη νλώοοα ηατ το ηηητολοντνο της σττοβαθοοτ η οοἔα ληττηα έχοτν ηεταβληθετ σε

662έ1·Ζ¬

6620”
Βλ.,
ΟΤΟ

442­ Βλ­3 στο ολοι 662024­

νο­ Βλ­7 στο ολοι
44­Δ».

ίὁίθ,

66267­8·
662€­§8·663ἐ11.

στο ίὁτθν 6628·/_8.

παιειά­ ελ. 65681­υιι _ ιιιετως 656ι›3­ιι. κε. Βλ. Ο­τη συνέχεια του 66383­5, το χωυιο 66385 ­8. ικα Για το πιο ηεος, βλ., στο οτε, εεετμ­2, εωιιεε­ για το πιο ειεμτμων, ελ.,

206

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΠΑΙΔΕΙΑΣ Η ΔΙΑΛΛΑΓΗ ΩΣ ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΟ

207

μτα ζωη μου δεν μττοοεη̨̃ να τοο ττοοσφεοετ σονεχώο ηδονηοο, ματ

μαλιστα καθώς θα ποέπει για να τη γεύεται να κινειται σε ένα δι­ χασμο τησ ζτοηο τοο; η μτα ζωη θα ετνατ η ηδτστη7 δηλαδη η νεματη
γευση ή αναζήτηση ακοατους ηδονής, και η αλλη θα ειναι η δικαιοτατη, δηλαδή, παοουσια της ηθικής, του νόμου του επιτα­ κτικου λόγου παοα τον οποιο εξαιτιας του φόβου τιμωοιας εκ μέοοῃἔ τοῃ θα ποέπετη ποώτη ζωή να χτνει·ῃατ451_ Αν ηδονή χατ

χοόνως υπ° όψη και όλα όσα με αυτόν συζητήθηκαν: όταν το πλα­ ιφνικό φιλοαόφόΰν υποκείμενο στην αοχή, ομιλώντας για το κοι­ τήοιο του νέου αισθητικου, κανει λόγο για την εικόνα, για την πα­

­

­

οασταση της αοετής που θα ποοσποοιζει ηδονή, δεν εννοει την ηδονή την Τιοόεοχομένη από την εικόνα εκεινη η οποια φέοει τη οονλίελοιμένη ποογεοοη ηοονήἐ Τιοο οφείλεται στη αυμφωνία με
Την 8ΤιιΈΟι%ι̃ῖι%όΤη”ι(Χ
ΤΟΌ

λόγΟΌ“ ΕΝΝΟΕΙ:

εκείνη Την ηὁΟν'ή

ΉἹΟΌ

θθι

_­κτ­η̨
453.

ευδαιμονια ταυτιζονταν, θα λέγαμε ότι ο ανθοωπος αυτός ειναι εοδατμτον στη μια αστο ττο ζατεο τοο δτχασμοο τοο Ειναι όμως ευδαιμονέστεοη της ακοατους ηδονικής εκεινη η δτηατη ζωη η οστοια σονοδεοετατ αστο την ηδονη στοο φεοετ η συμφωνια με την ταζη του επιτασσοντος λόγου; Η απαντηση του συνομιλητή ειναι καταφατικήω· το πλατωνικό φιλοσοφουν υπο­ κειμενο συνεχιζει, και ομιλει για τη χοησιμότητα αποδοχής της αντιληψης εμεινηε η οποια χανετ λογο ντα μη χοοοτομο τοῃ δτχαιοτ; απο την ηδονη _ ηαθώς η ανττληψη αοτη εναομονη̨̃ςετ την ηθτμη με το οτζτηο δεδομενο ­3 ηαταληνονταο με την αττσφανση οττ η ζωή στην οποια απουσιαζει το δικαιο ειναι όχι μόνον πιο αισχοή σε σχέση με αυτήν που αυτό ειναι παοόν, αλλα και λιγότεοο ηδονική453· αυτό το τελευταιο μποοει να εννοει ειτε ότι αυτή ειναι λτνοτεοο ηδονιμη οσο ποσο το ατσθημα σομφοονταο με τον εττττα­ ιτττηο λονοοξ ειτε ματ λτνοτεοο ηδοντηη νεντηαη̨ ωο ττοοο το ατ­ σθη μα ηδονηο που σταοεχετ η ζωη ματ το οττοτο δε σχεττζετατ με το ατσθημα σμμφωντασ ττοοσ τον ετμταητοτσ λονο_ Για να αποφασισουμε ποια πεοιπτωση από τις δυο ισχυει, θα ττοεττετνα ανατοεἔοομε σε οσα ττοοηνηθηηαν τησ σοζητησησ με το συνομιλητή του φιλοσοφουντος υποκειμένου, λαμβανοντας συγ­
450­ Βλ­7 στο άλα 791ο5·792ο­2; λαιοηκ­ Ι 403­ 451. Βλ. και μόνον το παοαδειγμα των πολιτών της Λακεδαιμονος όσον αφο­

Ξ

Ν

τ

ι

λ

Ν

γ

οατην εοωτική συνευοεση,στοιι̃διο, 636ε2­7.
452. Βλ., στο ιδιο, 6ό3ε9.

ελ. στσ τσισ, σωστο­εε, σε σσνενσσμσ με σωσει­6. Δαι. ελ., στσ τσισ, 663810­σει.

ατα­ζ*¬
×

εναομονιζει την ηθική με το οιζικό δεδομένο, καθώς θα δημιουο­ γει μια ζωή όπου οι ηδονές θα ειναι πεοισσότεοες από τις λυπες. Και όμως, αυτή την ποώτη ηδονή και την αντιστοιχή της αοετή εννοει ο συνομιλητής του, και ειναι δυνατό να εννοήσει καποιος αναγνώστης. Ωστόσο το πλατωνικό φιλοσοφουν υποκειμενο με το λογο Υιοι την οιοείήι φἐ λογο Υια Το οίλοιιοι ποοοιίνει τη οοἔἠιιι̃οη του με το συνομιλητή του, η οποια στόχευε στο να τον κανει να καταλάβει ότι όι̃οιν Ομιλει για την Οιοειή και Τα μόοιόι Της, Ξννθει κατι που δεν ειναι του ιδιου πεοιεχομένου με τις παοαστασεις για την αοετή των επιτακτικών κοινωνιών που οοιακό τους παοα­ δεινιια είναι η Λακεδαιμων εννοει μια παοασταση της αοετής που αφοοα τόιιέλλόκ Σιο Τέλοἐ 'οι̃§ οοἔῆιηοηἐι αφοο αναοφιηθεί ποιο είναι το ανα­ θό εκεινο που ειναι μεγαλυτεοο από την ακοατο ηδονή, το πλα­ τωνικό φιλοσοφουν υποκειμενο υποβαλει σε δοκιμή το συνο­ μιλητή του, για να διαπιστώσει κατα πόσο κατανόησε, μέσα από τη συζήτηση, ότι ποόκειται για μια νέα παοασταση του δικαιου, τέτοια ώστε να μποοει αυτό να ειναι μεγαλυτεοο αγαθό από την ακοατο ηδονή· η δοκιμή συνισταται στην εοώτηση αν το δικαιο ποοοποοίἔει Ήοονήι και αν αυτή η ηδονή δεν έγκειται στη συμ­ φωνια με την ταζη του επιτακτικου λόγου455. Η θετική απαντηση456 του συνομιλητή του βεβαιώνει τον πεοιοοισμένο οοιζοντα του, ότι δ λαὀ Ούτε συ ×τ σ Οωτ × πό εσε να τον αποκολλκσε α

­

κ

η

η

η

ζη η η

η μ

Ω

η

Ε

πο

455­ Βλ­ σημ­

Μιο­

456­ Βλ­ σηιι­

Ι 452.

Ζθδ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΠΑΙΔΕΙΑ: Η ΔΙΑΛΛΑΓΗ ΩΣ ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΟ

ΖΟ9

την αδυναμία του να κατανοήσει ένα άλλο πλαίσιο στο οποίο η ηδονή δε θα συναντά την ηθική ως «έπαινος», αλλά ως κάτι πέοα από αυτό. Δεν κατανόησε την κεφαλαιώδη σημασία την οποία έχει το στοιχείο που φέοει στο ποοσκήνιο ο λόγος του πλατωνικού φιλοσοφούντος υποκειμένου στη συζήτηση αυτή: την άοση του διχασμού της ζωής, καθως επίσης και το φάσμα των μοοφών που παίονει ο διχασμός αυτός· αν, έστω, πεοιοοιζόταν στην κατανόη­ ση του μεγέθους της σημασίας, την ποοτεοαιότητα σημασίας που έχει αυτή η άοση, καθώς επίσης είχε κατανοήσει το φάσμα των μοοφών που παίονει ο εν λόγω διχασμός, τότε θα είχε εννοήσει ότι δεν μποοεί να γίνει αποδεκτή από το πλατωνικό φιλοσοφούν υποκείμενο εκείνη η αοετή που συναντά μία ηδονή η οποία ποο­ των σκέ­ έοχεται από τον «έπαινο» συμφωνίας των ποάξεων και τον εππακῃκό λόγο, Οποίοἔ έχει ψεων7 των πα©αστάσεων7
ωἐ Πύθιο ννώθισμα

του σημασία457. Η δικαιοσύνη, η ανδοεία, και γενικά η αοετή, συναντούν την ηδονή μέσα στην παοάσταοη της διαλλαγής· αυτή η επομέ­ τελευταία επαναποοσδιοοίςει τη σχέση της ηθικής, και πάλι αυτή και του λόγου ως επιτακτικού, ποος την ηδονή, νως επαναποοσδιοοίζει τη σχέση της ηδονής ποος την ηθική, και ποος το λόγο. Μέσα στην παοάσταση της διαλλαγής συνεπώς εικονίζεται διαφοοετικά η αοετή και η ηδονή· η αοετή παύει να και να παοέχει μία θεωοείται συνώνυμη της φυγής της ηδονής και η ηδονή οοισμένη ηδονή από την επίτευξη της φυγή αυτής

­

­

­

­

­

­_Ι­­_
457­

παύεινα είναι εγκλωβισμένη στη διττόι ποοσποοιζόμενη ακοάτειά της458. Ο διχασμός της ζωής έχει αοθεί, και η γλώσσα που ομιλεί

­

αλλως ϋτσσσα̃ισσιζσμένης την φθνη της ηδονής. Και δεν μποοεί να γίνει αποδεκτή η συγκεκοιμένη ασετη, νιατι όχι μόνσ δεν κατσσθώνθι να αόει τσ διχασμό, αλλα απογελεί Οωτή η ίὀγα έκγφω̨̃ασή του: Παθάλληλα με την (ω̨ῃῆ της

­

ΈΟΉ

­

Εημασια του συμβατικου αισθητικου,
458:

την ετου­ Για τη ιιιι Οννυίνησηόσον αφοοα τόσο τηγ καθαυτη όσο και βλ., αντιστοιχα, σημ. Ι 405, και Νομ.

ί τά του επιτακτικού λό ου π ί αποδο ί τ Ὁ Οω̨χουν πθαξεβε γ ἔηἐ χηἑ ηἐ ό ί ί ί το λί παάτντά ἔη, Ό Ο)/ΡΜ υπα©χ:ὀΒ ακθατἶωι ηδΟνη€° την Οποωἕ η Ο πθοσποθβζει εῃἶε _ μεσω αναλογων πα̨χἔεων _ η εμπεω̨ωίη πσανματικστητα, Οι εικόνες της εμπεισιιιης στσανματικότητας _ ποόκειται για το συμβατικό αισθητικό στην ευούτεοή του ση μοιοιοι χόω̨η σε εωίόνες ΤΟΌ καθαυτού εῇε η φαντασγαπή πλήα̨οση
7

Αναφεοθήκαμε βέβαια από αφοομή τα χωοία 732α8­734ε2 και 66Οό11­ τωγΝομωι κοιιτοτ Ποωταγοοα (βλ. σημ.Ι393). Θα ποέπει στην ποοκειμένη πεοίπτωση να διεοευνήσουμε κατ° αοχήν πώς αντι­ μετώπισεη βιβλιογοαφία γενικά το θέμα της ηδονής στους Νόμους, και στη συνέ­ ια στο Φιλ β ε όσον αυτό ε είναι ένας διάλογος ίδ ” λί ί φ 77 0' σχο ασε την "α "νο χω πωἐ αφοοά ζητήματα τα που συνδέεται στενά με τους Νόμους (βλ. σημ. Ι 314), όσον 9 ι ι , ι 1 της ηδονης. θεμα το συγκεκοιμενα: οποια θιγονταιστο παοον κεφαλαιο, Ως εισαγωγική παοατήοηση θα ποέπει να σημειωθεί πως οοθά ο Τοτ1Ι‹Ι‹ιι (1956), 223, αποφαίνεται ότι τη φύση της ηδονής και της λύπης ο Πλάτων τη με­
66Δι›2 στο λεγομενο ηοονιομο

­

1

­

συμβαῃχοι̃) 0€ΕσΡηΈΜΟΌ. Ολα αυτα Ομωἔ σημαω/0Όν Ο­Η πεα̨χν Οωτηἕ τηἔ παθαστασηἔ της αοετής, και της συνδεδεμένης με αυτήν ηδονής, θα ποέπει να κατανοηθεί η δοκιμή του πλατωνικού φιλοσοφούντος υποκειμέ­ νογγ να σγγναντήσεγ _ σΌγ%Ω0τιήσεγ μία άλλη ποω̨άσταση Ήκ αοετήα̨
χοω̨̃η στην να (ἶΉχνεΉσε'° ω̨α αλληε Ὁ(ἶη§ ηδονηη̨̃ετσἦωστἶ Τιασασι̃ῖαση αντη _ να ασθει Ο όιχασμσς. Σημα ασσης Έηη̨̃ παθω στασηἔ τηἔ (ω̨ετηἔ Έηἔ επῃἶακῃπότηταἔ θα αποτελέσει η μη σνγκί· νηση από τό συμβατικό αισθητικό _ στην καθαυτη η ευσότεση

οιοκειοι οιογοι­ οιιγκεκοιμειοι, στο οη βιβκτο της Ποιιιιιειε και στο Φιληβο. (Για την εννοια της ηδονής στον Πλατωνα, βλ. παλαιοτεοα Α. Εείοοτειῃε χωοίς καμία αναφοοά στους Νόμους ¬, στη συνέχεια: Ι. ΤεΙ‹1ο.ι (1902), 3­1ΟΟ Η.­Π. νοἰςτιὲοὸοτ (1960) με ελάχιστες αναφοοές στο έογο αυτό (1956) Α. Ηοττιτειτο χωοίς καμία αναφοοά στον Τοιύςιςυ και τον Ηε‹:Κΐοττ1τ (Ζ1958) (1982), 169­ Τογιοτ σσνν. και σοειιος 1.013. (1972), και σχετικα πιο ιτοοοφατα,

μια οοβοιοα,

­

­

­,

­,

­

174). Αυτό το όψιμο ενδιαφέεον τον Πλάτωνα νια την ηδονή και τη λύπη, διατυ· πώνουμε την υπόθεση ότι θα ποεπει να συσχετισθει με το γεγονος οτι ο ιδιος και κυ­ ποοσδίδει ιδιαίτεοη σημασία στο μη οοθολογικό στο ύστεοο έογο του Μ. ςισοογιεο­189, Η. Νοικιι 207­235, (1951), οοτιοι (εκ. οιως οτοιιςινόμοιι;

εε.

­

Τεοιιεετι (1990), καιοημ. Ι 263 πιο αναλυτικά). Για τους Νόμους τώοα: Ο ΚΡ. ΞτεΙΙογ (1983), 59, θεωοεί ως κάτι σκοτεινό τη γνώμη του Πλάτωνα για την ηδονή στο εν λόγω έογο: στο Α|ΒιβλίοοΠλάτων,

210

ΔΗΜΗΤΡΗΣ

Ν­

ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

τιΑιΔετΑ± Η ΔΙΑΑΑΑΓΗ ΩΣ ΑΝλτΣοΗτ1Κο

ΖΠ

ντα αοετη› οτματοτ ηοονη› μαμετ να ανττματοτττοτζετ αοτο το οτ­ λαομο” οτ ττοοαναφεοθετοεἐ έννοτεἐ οεν τταμομν να μττάοχοτντ
σύμφωνο με το οτεω̃οντ μαἔ ζητά να την νττεοβομμετ ενω ατο Βο ετττμένοτ να τη γεύονται οι νεοι, και στο Ε” διακηούσσει την ηδονιστική θέση· το τελικό συμπέ­ οασμα του δτειηεν (1983), 69, είναι ότι ο Πλατων πσοσπαθεί στο ποοαναφεοθέν έονο να οττμβτβάοττ τα ηοοντοττμά ματ μη ηοοντοττμά οτοτχοτα τηἔ ομέψηἐ τομ­ Κατά τον Ι·Μ· Οτοτηοτο 0963)­ Ι› 271› ο Πλάτων οτοοἐ Νόμομἔ αμομετοάτατ να μην ταχθετ ούτε με την ηοοντοττμη ούτε με τη μη ηοοντοττμη άποψη­ Σύμφωνα με τον ]­ οοτμο (1955λ 75 _ ττοβλ­ 92 _, οτ έννοτεἐ τη§ ηοονηἐ ματ τον ττονομ ετνατ θομελτωοετέ ντα το οτμοοομη μα τον οτνμεμοτμένομ έονοα ματ αμοττλομμ τταοάλ· ληλα, το μέγιστο βήμα μακοαν της σωκσατικής ωιλοσοφίας· όμως, κατα την Υ. Βτὲε (1968), 328 ποβλ. 369, η βαουτητα που απσδιδεται στις δύο ποσμνημονευθείσες έννοτετ: συνιστά πτώχτνοη τηἔ ττλατωντμηἔ τννχολονταἐ­ Εὐλονα μάττοτοἐ θα πεοτμτνε _ ωἔ ετ τον τττλον _ οτο βτβλτο τον Τ·Μ­ Ηοοτοοομ (197ο)7 να ττληοοτ ωοοηοετ ντα την ηοονη οτονἑ Νομομἔ” αττ αντηἔ τηἐ ττληοοωοοηοηἔ ομάοχετ η νεντνολονη τον μάλλον οτοεμτλτωτη αττοωανοη οττ «οτ ηοονέἐ ματ ττάλτ ανττμε· τωπτωντμτ με δτστττσττα» (στο μια 145): καοακττοιστικό τικ επιπόλαιηε ποστ­ μάτενοηἐ τομ θέματοἐ ετνατ οττ Ο Ηοοτμοοη τταοαπέμττετ οο τέοοεοα Χωοτα (βλ­› στο ταα 145 σημ­3)τ στα οποία όμωε δε σννκαταλένοντατ τα 73Ζ<τ8­73ττ2 και ο60ο11“οο4οΖ· Ανττοετοτ ο 1· Ροτοοτ (1913)› ττοοχωοετ οε μτα _ ττεοτνοαωτμοτλ τοτοτ τοπον _ ποανματενοη τηἐ έννοτα€ τηἔ ηοονητ οτο οτάλονο αντοτ με βάση τα ονο ττοοαναφεοθέντα Χωοτα ματ το οοέτο­ο” τα Χωοτα αμτα ττοανματεύεται και ο Οοτἐοοτοομο 0960)­ 1654765 176491 ανττοτοτχα” ντα το τοτο θέματ βλ­7 ετττοηἑ­ 1­

παύουν όμως να θεμελιωνουν το νόημα τους στην ποωταοχική εικόνα του πολέμου, η οποία οδηγούσε στο να οσίςεται ως αοετή
(β ) ίσως συγκοοτούν μία ποωιμότεση αποψη που έμελλε να εναομονισθεί με το ανακοιβείς αποφανσεις. ουγχωοητέες Φἐηβο αςτγότεοα, ((53) ίσως είναι Σύντομεε παθατηθήσεις σε αυτή την εομηνευτική των Οοεμυς και Τειγὶοτ: Οτ (ΟΦ) ματ μη αοα (β ) ποστασεις της ποουπσθέτουν ότι ο Φιληβος είναι το ( αν2αθεωοήσιμο) εογσ του Πλατωνα για την ηδονή. Η (β) είναι μαλλον μία πσλλαπλα επιπόλαιη αναγνωση των Νόμων, καθώς: (ἰ) υποτιμα τη σημασία της ηδονής στο έογο, ασα και τις παοατηοήσεις για αυτήν· (ὶὶ) οι παοατηοήσεις αυτές δεν είναι μαζί με αλλα στοιχεία το πλαίσιο διόλου ατελείς, αλλα, αντίθετα, συγκοοτούν Της γω̨οβληματτκήα̨ που αφω̨ἀ τη συγκοάτηαη της παοαστασης της διαλλαγής, και επομένως _ της διαλλαχθείσας ηδονής. Όσο για τη (β3), αυτή αποτελεί επαναλαμβανόμενο μοτίβο της παοαδοσης εκείνης που υποτιμα τους Νόμους (βλ. Ζ.Ζι γι' αυτήν) τέλος, η (β1) ποότασή της είναι η μόνη σσθή, αλλα στέκεται διττα απσδυναμωμένη ως αμφίβολη και ως σκέλος μιας τοιχοτόμησης. Να σημειωθεί ότι όντως σι Οοεὶὶιτς και Τεινὶοτ πσοσπαθούν παοαλληλα (βλ., στο ίὁιο, 169­174), να εναεμοντσουνςα τα χωαα των Νόμων 653­670, 660­663, 733­τετ, με το Φμηβυ. Όσο για την ηδονή στο Φιληβο, βλ. για πασαδειγμα : Οτοιτποὶε (1963), Ι,

­

­

­

­

­

­

­

­

·

νν818ν(1963)°Ζ5­27' Πάντωἐτ τοταττεοη μνετα θα ττοέττετ να ντνετ οχεττμά με την ττοανμάτενοη τη§ έννοιας της ηδονής στους Νόμους από ΈΟΉΞ Οοοττμἑ ματ Ταταοτ (1982) Αφτεοωνονν ελάχτστεἔ σελτοεἔ (βλν οτα τοτΟ› 169“174)› ματ τοχοου̃ἑοντατ τα αμόλοϋθα, ποσκειμένου να εομηνεύσουν (βλ., στο ιοιο, 169) τις διαφοοές των Νόμων από το Φτμνβο οοον αφοοά το εν λονω θέμα: (α) Θεωοομν οττ τοω§ αονοττοα ο Πλάτων να αναθεωοομοτ _ μέσα στο τοτο έονο _ ττἔ αμοψετἐ τον ντα την ηοονη› έτοτ ωοτε να συμφωνούν αυτες με το Φιι̃ηβο. (β) Λέγουν, επίσης, ότι καθώς είναι πολιτικό και νομτμο _ μενάληἐ μλτμαμα§ _ έονοτ οτ τταοατηοηοετἐ ττομ ωταοχοον οτ αοτο ντα την ηοονη ττνατ αμφτβολο αν θα μοέμετ να εμληφθονν ωἔ ολομληοωμένεἐ
ττοοτάοετἔ η ωἔ τταοατηοηοεττἐ ετταομοτἐ μεν ντα τονἐ 7τολτττμομ€·νομοθεττμομ§ στόχους, α λλ α που χσειαζσνται πεοισσότεοη επεξεσγασία από φιλοσοφική σκοπια .
ωτομένωἐτ ματαληνοοντ αν μάττοτοἐ ματανοάψοτ οτοτχετα οτονἐ Νομομέ μου οτ συμφωνούν με το Φιληβο, αυτα: (β1) ίσως αποτελούν την τελική αποψη για το θέμα,

με τεῃματ (1956), 167­221, σομτῃς και ττγιοτ (1982), 129­το για την Πολιτειας της ποαγματευση την με παοαλληλη εξέταση του σε σχεση Ι 346, απ' , καθώς επίσης καιτους σχολιαστές που αναφέοονται στη σημ. ηδονή ατροομή το θέμα*αληθείς και ψευδείς ηδονες που θίγεται στον ίδιο διαλογο. Οι διαφωνίες μας με τους Οοεὶἰιτς και Τεγὶστ, είναι, με συντομία, οι εξής: (α) Νσμίςσυμε ότι ο Πλατων παύει στο Φιληβο να είναι το ίδιο εχθσικός ποος την ηδονή όσο ήταν σε αλλους διαλόγους (βλ. και μόνον το χωοίο Φιληβ. 61ο­ο, και

­

­

252­269,

­

­

Κ

ποβλ., ποόχειοα, Φοιιο. 64ο, 65ο, 668, Γσον. μ94α, Πολιτ. 581ε)· υπασχει πλέον η θεμελτώδης αυαγνώῳση ότι δεν είναι «οιγοιθὸν» η ζωή ΞΕΟΌ μυοτθιοχείι̃ῖοιτ από ΤΟ λόγο­ το «ἀγαθὸν» πῳϋποθέτετ μα­Εάφασῃ στην ηδονή. Μαλιστα, η μίξη, η κσαση

Ϊ

τ

τ

ηδονής και φσόνηοης στο πλαίσιο του αισθητικού, στο οποίο δίδεται και αξιο­ εφόσον είναι το απασαίτητο για να λογική πσστεοαιότητα (βλ. Φιῦὶηβ. 65­66) ποοετοιμαςει όπως ποοαναφέοαμε (βλ. σημ. Ι 314) επῃεττχθεη̨̃ αυτή η μίἔῃ ­7 ωστόσο κοίσιμη διαφοσα: την εξής με Νόμων, των ποοσπαθεια την αναλογη στο Φιληβο ανακύπτουν δυσχέοειες συγκοότησης της αισθητικής παοαστασης μη̨̃ης της φοόνησης και της ηδονής, στην πεοίπτωση καταφασης σε όλες αδια­ 9 ­ κοιτως τις ηδσνες, και γι αυτο η καταφαση πεσιοσίςεται μόνο στις καθαοἑς ηδσνές. (Για την κατανόηση της μίξης αυτής, βλ. τις ουσιαστικές παοατησήσεις αντίθετα η Ο Ηειττιρτοιπ (1990) 81­84, διόλου δεν του Οτσιττοτε (1963), Ι, Ζ66­268

­

­ ­

9

τ

­

212

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΠΑΙΔΕΙΑ: Η ΔΙΑΛΛΑΓΗ ΩΣ ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΟ

213

αυτό που εναντιουται στην ηδονή, και ως ηδονή αυτό που ενα­ ντιουται στην αοετή· θεμελιώνουν το νόημα τους «παοα››159 την
κ ε κ κ είναι διαφωτιστικητ για το πως θα επιτευχθει αυτή, πως θα επιτευχθεί το μετοο κατά τη μίξη φοονηοης και ηοονης). Αιοομενων των ουοχεοειών οιοτών οτοτς Νόμους, με τον τοόπο που είδαμε, η καταφαση αφοοόι γενικα την ηδονή η οποία θα έχει καταστεί έν­διαλλαγή. Μαλιστα, αυτή η χωοίς διακοιση κατόιφαση είναι

τοο καλού) του νέοο οηοθηννκά οποοε­η­νού, χαθώο οονοέετοη

εικόνα του πολέμου: στο πλαίσιο της νέας θεμελίωσης, της νέας εικόνας, της συγγένειας μιας διαφεοομένης, αοετή είναι, η μέοι­ μνα διαλλαγής του λόγου ποος την ηδονή. Τέλος ι ο ποοαναγγελθείς ως καταληκτικός, λόγος για τους θεατές του καθαυτου συμβατικου αισθητικου ολοκληοώνει τη σχετική συζήτηση πσυ αφΟ@α τΟ νέΟ κσιτήσισ νια τΟν καθσσισμό
7

ουιιφωνη με την αποψη του Σωνοοττη οτον Ποωτοινοοοι ςβλ., στο ιδια 351ε)9 και διαφοοοποιείτον Πλάτωνα από τις απόψεις της Πολιτειος (βλ., στο ιδιο, 577­587 καιγια σχολιασμό τους, βλ., ποόχειοα, Οτοιηθὶε (1963), Ι, 135­138 , (ι̃οεΙἰος και Ττνιοτ (1982), 98­ιτε, οττιιεν (1968), 116­118, τοττιιοτ (1956), ιιιιι­ιοο)­ ο­το διάλογο αυτό ο Πλόιτων ποοσπαθησε να δείξει ότι η φιλοσοφική ζωή είναι πιο ηδονική από αυτήν του απλου ανθοώπου, ποοσπαθεια που γνώοισε την πεοισσότεοο (Οτοιυθὶε (1963), Ι, 137, 138),ήλιγότεοο (ίὶοεθος και Τειν1οτ (1982), 126­127, 158­159, Τ ΚΚ 1 ­ , ί ί ί Η ΤΕΘΟΟ3”ιΟι 9θ ΡΗ Β( /19%) 120 161 Μέ) (Μληοη κῳἶικη των μελετητων' Ειθι ΟιὉΤ”η Της Ο ιϊδιας Οι μ7ιΟ@ΟΌΠΕ να ε@μ.'ηνΕΌΤΕι ­_ ε%Τ(1)νΉσ'ΕΕ©ων _ από το ότ, Οτο Φ,χ,7β0 θεωθείτω δυσχεοήἔ η μίξη ηδονής και φοόνησηἐ­ (β)

­

ι

­

1

­

1

αονητικόι με το καθαυτό συμβατικό αισθητικό. Πληοοφοοου μαστε λ 9 9 θ θ θ 9 εατε§ ΈΟΌ συμβΟῃ:ΜΟΉ ωσ ητωωι̃) ωσ ανοντω Οωπον Ο" ΟΕ ηδονή τέτοια _ αιιθάτεια ιι̃δονήε ­9 τον Οιισκννονται να την εκφσασθυν μέσα στήν εμπεισική πσανματικότήτα με πσαἔειςὥο χο" να την ανοζητήοοον οε, να την ετχφοάοοτον με) ανάλονο Μο­ τάλληλεε παοασι̃ῖάσενε μέσα στη φαντασωωΰή πΩαγματΜότηΈα461,
9 9 9

Υποιοχει Θεωοίοι γιοι την ηοονη οτο Φιιιηβο· η Θεωοίοι κενωοης­ττληοωοης μττοοετ να εφαομόζεται όχι μόνο σε φυσιολογικό επίπεδο, αλλα και πέοαν αυτου, να υπαοχοδυν δ›ηλαδη διαφτἐοετικα επίπεδα στα οποία κινείται η πλήοωση, διαφοοε­ τικα ει η π ηοωσης εωοια της πληοωσης δεν πεοιοοίςεται μονο σε επιπεδο φυσιολογικων αναγκων· βλ. σχετικα τον εκ μεοους μας επιχειοουμενο στο παοόν κεφαλαιο συσχετισμό του πλατωνικού λόγου στο Φιληβο πεοί ψευδών και αληθών ηδονών με την κοιτική για το αισθητικό στην Πολιτεια. (Για τις διαφοοετικές από τις δικές μας απόψεις των Οοεὶἰυς καιΤεγΙοτ (1982), βλ.,γιατο

­

­

(α):στΟιΒι09 141ιΥι¶τΟ(β):στ0ιΰι09 13Δ·13691τ1091τ1Ζ]­ΟΒ­Θ08ΗΠε(1975)ίΖ13 (:αποηχος,ποοφανως,της όιποψηςτουΑοιστοτέλη ­­βλ.Ηθ. Νικ. 1153 Α12·ηΙ). Ρτοσε (1985), 155 σημ. 9, διαφωνει επισης με τον Οοειιης). 459. Νόμ. 66203· βλ., γενικότεοα, 662156­ο6: δεν είναι διόλου τυχαίο ότι λέγε­ ται οητα πως θα ποόκειται για ποοσπαθεια να πείσειγια μία χοήση διαφορετικής γλώσσας από αυτήν που χοησιμοποιουν οι Λακεδαιμόνιοι και οι Κοήτες· δηλαδή, οι κατ εἔοχην πολιτείες επιτοικτικότηταει οι οποίες ηδη εχουν αντιμετωπισθεί

κατα το χοονο επικοατειας του επιτακτικου λογου φυγής της ηδο­ | / / νης. Ενω, αντιθετα, το νεο αισθητικο, οπως ποοαναφεοαμε, θα εκκαλυπτεται στους δημιουογους του και όχι σε θεατές, θα είναι ένα αισθητικό τής καθήμεσινότήτας, και ειδαμε τή σήμασία 3­ΕΟΌ έχω οωτοο ο νέοο τοοποο εκκάλοψηο τοο οηοθηνοχούς ίΩο­νε Τελνηά η απάντηση στο εοώτημα ποο έθεσε στο Τέλος της σοζήτησηἐ με το λ λ λ ση̨νομι ητη του Το π ατωνωὥο φι Οσοφοω/ Όποπειμενο φαινεται να ελναλ Οντωἔ ὀΜ1φΟ@ετΜη: Ομὡλεβ και αυτη για το δΜαΒΟ> αλλα είναι αλλη ή σημασία τσι) από αυτήν ιτσυ τΟ ίδισ σε ένα 3τ@Ο­ γενέστεοο σημείο ποοτείνει και ο συνομιλητής αποδέχεται· στο ποογενέστεοο σημείο αφοοά την ηδονή από την οποταγή στο
9 9 9 9
9

,

,

,

9

,

9

9

ἶὁἑἔξῖ το Ἐ›ἑ®1ῖἶ^"(ἶ φλλοσοφούἴ υποκείμεχθ” επ9μέ)'ω§› θἦι πθόκειῖ μ γ μη μ Ϊωμεχίη στην εμἶωνα Μἱπο ε11Ο1ἰ_ Οπωἐ εινα" αυτη Υ των ποοαναφεοθεντων, αλλα και
:1(ἶ':"ἶΞ® ΟΞΟ
9

αλλων. Λεγεται επισης οτι οχι μόνο για το θέμα

.

ὁικαω̨, η η στην εἔπτακῃκοτητα ἶου (ΜΡ ΟΌ ω§ ,νομοι̃ἱ ε ω αφοοα Το δωωωο ωε μεθλμνα ὁ[αλλαγη§° Μονο λοιπον το ὁωωωο ωἔ μέθιμ­να διαλλαλ/ήἔ πθοἔ Την ηδονή είναι εκείνο το αγαθό το οποίο είναι μεγαλυτεοο από την ακοόιτεια ηδονής, μόνον αυτό οδηγεί στον πιο ευδαίμονα βίο, που είναι ο βίος της ταυτότητας της ενότητας του ανθοώπου ως δημιουογου του νέου αισθητικου,

ὁ λ δ

9

9

λ

9

9

9

αυτό, αθετήἐαιδονήἐί αλλά και για άλλα θέματα, θα δοκιμασει το φιλοσοφουν υποκείμενο να πείσει να χοησιμοποιείται μία διαφορετική γλώσσα (βλ. 662ο5­6: «διόιφοοα φθέγγεσθαι››).

­τ­__­τῳ

460. Βλ.. στο (δω, 656828­ 461. Βλ., στο ιδιο, 656ε3.

214

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΠΑΙΔΕΙΑ: Η ΔΙΑΛΛΑΓΗ ΩΣ ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΟ

215

του αισθητικού της καθημεοινότητας· αυτό το τελευταίο σημαίνει: του δημιουογού της παοάστασης της διαλλαγής, παοάστασης η οποία είναι πέοαν από την ευδαιμονία υπακοής στον επιτακτικό λόγο φυγής της ηδονής και την ευδαιμονία ακοάτειας της ηδονής, πέοαν από αυτές τις διάφοοες ευδαιμονίες του διχασμένου βίου του ανθοώπου. Αφήσαμε γία το τέλος της όλης σχετικής συζήτησης εκείνη την ποαγμάτευση εκ μέοους του πλατωνικού φιλοσοφούντος υποκει­ μένου η οποία αφοοά τη σχέση δικαίου, αοετής, ποος την ηδονή, ποαγμάτευση που συνδέει την παοάσταση της διαλλαγής με άλλα θέματα τα οποία ήδη έχουμε εζετάσει. Εκείνο που κατ' αοχήν υποστηοίζει το φίλοσοφούν υποκείμενο είναι πως η άποψη για μία συνάντηση της αοετής με την ηδονή μέσα στην, μέσα από την παοάσταση της διαλλαγής, το λιγότεοο που μποοεί να επιτύχει είναι να πείσει τον άνθοωπο για μία ζωή ενάοετη, μία ζωή εφόσον ο άνθοωπος διαλλαγής· γιατί κανείς δε θα πεισθεί , μέσα στο πλαίσιο όπου το επιζητείτην ηδονή και όχι τη λύπη δίκαιο ­ αοετή και η ηδονή σηματοδοτούν τους δύο βίους του ιδίου ανθοώπου, να ακολουθήσει μία ζωή δίκαιη, ενάοετη, μία ζωή

'

,

­

­

εκείνο όμως που μποοεί να γίνει για να αοθεί η αντίληψη ότι δίκαιο­αοετή και ηδονή είναι όοοι ενός διχασμένου βίου, ότι το δίκαιο δεν είναι καθαυτό αηδές, αλλά μποοεί να είναι τέτοια η αντίληψη για αυτό που να συμφιλιώνεται με την ποοσπόοιση ηδο­ νής η οποία δε θα επιτυγχάνεται ούτε από το δίκαιο της επι­ τακτικότητας ούτε παοά το δίκαιο αυτό; Το πλατωνικό φιλοσοφούν υποκείμενο σπεύδει να ποοσφέοει μία λύση· ας το πασα­ τελικά διευκοινήσεις­εομηνείες, και κολουθήσουμε στην ποοσπάθειά του αυτή. Το δίκαιο και το άδικο μοιάζουν με εκείνες τις εικόνες που ποοκαλούν σκοτο­ὁιι̃ιη εζαι­ ιδιαίτεοα, όταν τίας του ότιτις αντικούζεικάποιος«πόοοωθεν» είναι Ἑογο του νομοθέτη παιδική ηλικία. αυτός ευοίσκεται στην ποος την ποοανα­ να οδηγήσει τον άνθοωπο στην αντίθετη στην όπως λέγεται φεοθείσα αντίληψη, να τον οδηγήσει αντίθετη ὁόξοι, αφαιοώντας το σκότος: θα ποέπει δηλαδή να μας πείσειότι αυτά μοιάζουν με «ἐσκιαγοαῷημένα», δηλαδή με εικό­ νες ενός ζωγοάφουίω̃· το μεν άδικο, υπό την προοπτική του αδίκου, θεωοείται ηδύ και το δίκαιο αηδές, και το αντίθετο συμ­

­

­

­

­

­

­

­

­

εε
462­ Βλ.

φΉγή§ τηε ηδονήζἱὀζ δε θα πεισθεί να ποοξωθεί μέσα στο γνωστό πλαίσιο του επί­πονου επι­τακτικού βίου ο οποίος από χαλεπός καθίσταται αβίι0°ιΟς163' σπεύδει λοιπόν ΤΟ πλατωνικό £ριλΟΟΟφΟὐν υποκείμενο να ομιλήσει για το ότι κάποιος δε θα πεισθεί να κάνει κά." τέτοιο) παοαπέμπονταε έπ" στο .γεγονόἔ πΟΌ ήδη στον Πθλἰτυίό έχει ὀιακῳβώσεω καταγοάψει οποίο αφΟΩά

Θωθ",

465. Βλ. γενικά, Νόιι. 663ι›6­ο3· συγκεκοιμένα: «σκοτοδινιαν» (6631›6), «πόδ­ (663ι,6)7 «δόἔ(,ν„ (663γ,8)7 «ἐσ%γαγ@αΦημἑια„ (663οέ)' Πα μία δγαφο.

βιαιότητα των μέσων που μετέοχεται ο επιτακτικός λόγος για να οδηγήσει το άτομο να συμμοοφωθεί ποος την τάξη τουίθί. Τι είναι
Οιιιι Μ54.

οετική από τη δική μας εομηνεία του για πολλούς δύσκολου αυτού χωοίου, βλ. ΚΘΠΙΒ (1978), 8486 _ με αποκλειστική θεμελίωση τιιε εειιιιγείαε τον ωε άνω χωοίου στη σημασία τουκόοου σκιαγοαφία, χωοίς να λάβει διόλου υπ' όψη τηςτο πλαισιο του φιλοσοφικου στοχασμου στο οποιο εντάσσεται (και) η συγκεκοιμενη μεταφοοά. Για τη σκιαγοαφία στον Πλάτωνα, βλ. Κευιε (1978), 79­87, 8οΙιυΙ1Ι 01952» 9_Π με αναφω̨ἀ στο 663γ)_ο (στο ,­ὁω) 11 σημ.Ζ). η Κωδ (1978)
ι

ι

463. Βλ­ Πθλιτιει­ 29909­30081. 464. Βλ. για παοάδειγμα, στο ίὁιο, 309212­3, Ζ99ο5­6· όσον αφοοά την κατα­

γοαφή της βιαιότητας της επιτακτικότητας στους Νόμους, βλ. το Δεύτεοο Μέοος της μελέτης μας.

σημειώνει ότι αυτή αποτελει «ιτεοιτιλοκη μετοιφοοόι» (στο ιὸιο, 162), φέοουσα πέντε τουλάχιστον διαφοοετικά νοήματα (βλ., στο ιίὁιο, 78­79). Γενικά, για την τεχνική αυτή, βλ. Κειιιε (1978), 72­79. Να υπογοαμμίσουμε, γιατί έχει σημασία για έχει: ία) τη κατά τον Πλάτωνα την ανάλυση που έπεται, ότι η σκιαγοαφία δύναμη της ιιαγειι̃ις, έχει ισοδύναμα αποτελέσματα με τη μαγεία (βλ. Νόιι. 602 σΖ­ 3), και (β) ότι η μνεία της λαμβάνει χώοα κατά την ανέλιζη του λόγου του που ομιλεί για την (κατά πολύ υποδεέστεοη σε σχέση με το λογισμό) αζία της φαντα­ σιοις όσον αεροοά την ανεύοεση της αλήθειας (βλ. Πολιτ. 595 κ.ε., και σημ. 1363).

­

­

216

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΠΑΙΔΕΙΑ: Η ΔΙΑΛΛΑΓΗ ΩΣ ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΟ

217

­¬­έ­εε
466. Βλ.Νόιι. 663 ε3­6.

βαίνει υπό την πσοοπτική του δικαίου455. Με βάση όμως όσα ήδη είδαμε να λέγονται στο Φιληβο και την Πολιτεία για το ‹‹πόσ­ σωθεν», για τις εικόνες του ζωγσάφου467, μποσουμε να μεταφσά­ σουμε ποιο είναι το πεσιεχόμενο του λόγου πειθους που θα εκ­ φέσει ο νομοθέτης: θα πσέπει να πεισθουμε ότι σε σχέση με το αλλά και αντικείμενο «δίκαιο», ειδικά στην παιδική ηλικία λειτουσγουμε όσον αφοσά τη συναισθηματική ασγότεσα με βάση τη φαντασία και μας στάση και τελικά τη στάση μας όχι την κσίση: ποτέ, για πασάδειγμα, δεν πσοχωσουμε στη δια­ δικασία εκείνη που εσωτά κατά πόσον η εικόνα του δικαίου ­ που πασέχει λυπη είναι στα αλήθεια το δίκαιο ή απλώς ένα φάντασμα που φανεσώνει το δίκαιο ως τέτοιο. Στη φαντασία μας λοιπόν μποσεί το δίκαιο να συνδέεται με την πσοσπόσιση ηδονής, μποσεί να συνδέεται με την πσοσπόσιση λυπης, μποσεί να κινητοποιεί δόξα ηδονής, μποσεί να κινητοποιεί δόξα λυπης· επομένως, το κλειδί στην πεσίπτωση αυτή είναι η φαντοισιδι· αν στη φαντασία η εικόνα του δικαίου, της ασετής, της ηθικής, πασέχει δόξα ηδονής, τότε ο άνθσωπος θα επιθυμήσει να ζήσει δίκαιο βίο· αν πασέχει δόξα λυπης, τότε οάνθσωπος δεν πείθεται να ακολουθήσει δίκαιο πασάλληλα στις βίο και τον ακολουθεί μόνο με τη βία, ενώ ανά­παυλες αυτου βίου, κατά το χσόνο του δίκαιου κάθε μοσφής δηλαδή της αδικίας, αναζητεί εικόνες ή πσάξεις πλήσωσης της η διττή δηλαδή πλήσωση της ηδονής συνδυάζεται με ηδονής εικόνες ή πσάξεις αδικίας. Ποια είναι ωστόσο η πσωτασχική εικόνα, η εικόνα η οποία καθιστά δυνατή στη φαντασία την απεικόνιση εκείνη όπου το δίκαιο να πασέχει δόξα ηδονής; Η εικόνα της διαλλαγής. Και πώς θα πείσει ο νομοθέτης για το θεμε­ λιώδη σόλο της φαντασίας και όχι της κσίσης όσον αφοσά τη συν­ συνεπώς δεση ή μη συνδεση του δικαίου με την ηδονή, και

­,

­

­

­

για τη δυνατότητα άσσης της αντίληψης ότι δίκαιο και ηδονή είναι ενάντια μεταξυ τους, άσσης με βάση νέες εικόνες της φαντασίας εφόσον η αντιθέτου πεσιεχομένου κσίση για τη σχέση δικαίου ηδονής είχε ως θεμελιώδη πσουπόθεσή της την ανάλογη εικόνα για την εν λόγω σχέση; Με την αφαίσεση του σκότους για το θέμα αυτό, σκότους που όπως πσοαναφέσαμε ¬ πσοκαλείται από , που είναι συνυ­

­

­

­

­

φασμένο με, το θεμελιώδη σόλο της φαντασίας· το σκότος πασα­ μένει, ως ένα βαθμό^68, όταν το πλατωνικό φιλοσοφουν υποκεί­ μενο θα ασκεσθεί κατ° ασχήν να ομιλήσει για τα σμικσά και πυκνά συμβάντα της πσώτης παιδικής ηλικίας που σχετίζονται με την εκδήλωση ηδονής, λυπης και επιθυμίας εκ μέσους του ατόμου της ηλικίας αυτής, και τα οποία, ανάλογα με το πώς έχουν σε σχέ­ και έχουν διαφοσετικά από οικο­ ση με τις εκδηλώσεις αυτές οδηγουν στο να γένεια σε οικογένεια και από παιδί σε παιδί είναι διαφοσετικά τα ήθη των πολιτώνβω. Και όμως, στη συνέχεια, το σκότος εξαγγέλλεται ότι θα φωτισθεί, θα εκ­φεσθεί στο φώςῃο· τόσο σημαντικου, όπως μέσα από τι; Μέσα από την εκφοσά του λόγου για το θεμελιώδη σόλο της φαντασίας διαπιστώσαμε στην απώτατη παιδική ηλικίαίω: αν στην ηλικία αυτή επιτευχθεί η εμπεισική, βιωματική διαλλαγή ηδονής και λυπης, και επομένως η φαντασιακή ή πσαγματική πλήσωση μιας επιθυ­ μίας πλήσωσης διαλλαχθείσας ηδονής, τότε η έμπσακτη αυτή επί­ τευξη διαλλαγής πσος την ηδονή, θα θεωσηθεί, εκ μέσους μιας κοινωνίας που οσίζει ως το υψηλότεσο αγαθό στην κλίμακα των αξιών την διαλλαγή λόγου, ηδονής και λυπης, μιας κοινωνίας του πσάου λογισμου και των μαλακών παθών, ως δείγμα ασετής, δι­

­

­

­,

­

­

­

­

­

­

467. Βέβαια, στο Φιληβο, εικόνες στην ψυχη (βλ. Φιληβ.

ο λόγος

36Ι·›6­7)

για το ζωγσάφο που «γσάφει» τις μνήμες­ είναι μεταφοσικός.

Βλ. Νόμ. Ήἔβδέἰ. 469. Βλ., στο ιδιο, βεὅ­ο1. 470. Βλ., στο ιδιο, 788‹:Ζ­3. 471. Για τον λόγο αυτόν που έπεται, βλ., στο ιδιο, 78804­79Ζε8· αποτελείται από ένα είδος πσοοιμίου (788ο4­79Ου9) και από τον κυσίως λόγο (79Οϋ1Ο­79Ζε8).
Δ­68.

218

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΠΑΙΔΕΙΑ: Η ΔΙΑΛΛΑΓ Η ΩΣ ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΟ

Ζι̃θ

καιου. Στην πεσιπτωση αυτή, για λόγους που αναλύσαμε πσοη­ γουμένως, η δόξα λύπης, η οποια θα επιτσέψει την έμπσακτη ή φαντασιακή γεύση ηδονής όχι σε ανάπαυλα αλλά μέσα στην κα­ θημεσινότητα του βιου, δε θα συνδέει ως έννοια που έχει την ηθική μετάφσασή της (αισχύνη, αιδώς) την ηθική με μια δόξα λύπης τέτοια όπως ειναι αυτή της επιτακτικότητας: έτσι η δόξα για την ηθική, η εικόνα για την ηθική, θα ειναι η ὁιαλλαγἠ λύπης και ηδονής· στην πεσιπτωση της επιτακτικότητας, αντιθετα, όταν επι­ τυγχάνεται η έμπσακτη ή φαντασιακή φυγή της ηδονής, χόιση στη δόξα λύπης (αισχύνη ηθική έννοια) που ειναι υπεσβολική, τότε η ασετή, η δόξα για την ασετή, την ηθική, ειναι φσσέας λύπης· επικσατει, συνεπώς, η δόξα ότι μόνον όπου απουσιάζει η δόξα λύπης, η ηθική, ότι μόνο στο πλαισιο της αδικιας, θα γεύεται το άτομο την ηδονή. Ώστε· ο λόγος για το σόλο της φαντασιας σε σχέση με την πσαγματικότητα στην απώτατη παιδική ηλικια και για τις συθμι­ σεις που μποσούν να γινουν όσον αφσσά τη μια και την άλλη στην ηλικια αυτή, καθώς επισης όλα όσα διακσιβώσαμε να συνδέονται με αυτόν, φωτιξουν, εσμηνεύουν το σκοτεινόν εξ αιτιας του σόλου της φαντασιας της πασουσιασης του δικαιου ως ενάντιου ή μη ενάντιου πσος την ηδονή· και ο ιδιος αυτός λόγος πειθειω για την εσμηνεια στην οποια πσοχωσει το πλατωνικό φι­ λοσοφούν υποκειμενσ σχετικά με το θεμελιώδη σόλο της φαντα­ σιας όσον αφσσά τη σύνδεση του δικαιου καιτης ηδονής με σχέση για τη συμφιλιωσης ή εναντιότητας μεταξύ τους, και άσα δυνατότητα υπέσβασης της εναντιότητας δικαιου και ηδονής, για τη δυνατότητα διαλλαγής τους. Ειχαμε ξεκινήσει στο τελευταιο μέσος του πασόντος κεφα­

­ ­

­

­

­

­

­

­

­

λαιου την εξέταση των κσιτησιων που αφοσούν το νέο αισθητικό, δηλαδή των κσιτησιων που καθοσιξσυν την πασάσταση της διαλ­ την πασάσταση της λαγής λόγου, ηδονής και λύπης, επομένως διαλλαχθεισας ηδονής. Όπως όμως εξακσιβώσαμε, η συξήτηση του πσώτου κσιτησιου, του κσιτησιου του τι ειναι «καλὸν» όσον αφσσά το νέο αισθητικό, ήταν όχι απλώς συνδεδεμένη με την κσι­ τική της ταυτότητας του διχασμένου ανθσώπου, αλλά εγγενώς και αυτό για μια σεισά από λόγους που συνδεδεμένη με αυτήν συνοψιξοντας ήδη έχουμε εκθέσει· καλόν, επαναλαμβάνουμε δηλαδή αισθητικά αποδεκτή ως νέο αισθητικό, ειναι μια πασά­ σταση όταν ειναι η πασάσταση αυτής της ασετής που πσοξενει αισθηση ηδονής· αυτή η αισθηση ηδονής ειναι διάφοση από αυτήν που πσοσποσΐςει η συμφωνια της ασετής με την τάξη του επιτα­ κτικού λόγου φυγής της ηδονής, διάφσση όμως και από αυτήν που πσοσποσιξει καθετι εν­πσάγματο ή φαντασιακό το οποιο κινειται πασά την τάξη του λόγου αυτού και των μέσων που ο ιδιος χσησι­ μοποιει. Υπενθυμίζουμε επισης ότι η πασάσταση που καθιστά δυνατή την απεικόνιση μιας τέτοιας σχέσης της ασετής πσος την ηδονή ειναι η πασάσταση της διαλλαγής, πασάσταση που έχει ως εικόνα ­ θεμέλιο της, τη νέα πσω­τασχική εικόνα, τη συγγένεια μια δια­ φεσομένη· αυτή η πασάσταση επιτσέπει τον επαναπσοσδιοσισμό της ηθικής πσος την επομένως της σχέσης του λόγου και το πώς, το ηδονή και της ηδονής πσος την ηθική και το λόγο έχουμε εξετάσειπσοηγουμένως. Αυτό το τελευταιο ωστόσο δε ση­ μαινει ότι ο λόγος για τα κσιτήσια που αφοσούν το νέο αισθητικό έχει ολοκλησωθει· θα πσέπει λοιπόν να τον πασακολουθήσουμε, έτσι ώστε, με το τέλος αυτού του λόγου, να έχουμε και το τέλος του σύμφωνα με την ασχική υπόθεσή όλου λόγου γι' αυτό που ιναι

­

­

­,

­

­

­

­

Α

­

Α72. Αν ο πσώτος στόχος επιτευχθει, αν δηλαδή ο λόγος για την απώτατη παιδική ηλικια πεισει (βλ. 79θε9­Β5), τότε εξαιτιας του πεσιεχομένου του αποτελειτη θεμελιώδη πσοϋπόθεση για να επιτευχθει ο επιγσαμματικά πεσιγσα­ φόμενος στόχος του νομοθέτη στο χωσιο 663ο8­ε6.

­

­

Ὁποκειμεχ/ΟΌ στον ποοκεδμενο διαλογο: η παοασταση τηο Επαλ­ λολγήἔ· οε οχέοη με αυτήν άλλωοπ: οτον ποο“λογΜο λογο του εν λόγω οιΟιλόγΟυ, ΈΟ φιλΟΟΟφΟύν ύποκειμενο ειχε Οπεύσει να πσΟ­

μαε

_

το κατ) εξοχήν ζξοὐμενο

ΈΡΌ

πλατωνικοἶη̨̃ φωλοσοφοὐντοε

220

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

μενηἔι εωωνα η Οποιοἐκἶποτελεξ επανα μβ μ η κόνα _ θεμέλλο τηἔ δω αγήἔ |Εχ0Όμνε ήδη πληθοφοοηθευ̃ω ότι θεω@είτω Οθθό το να κωνε” ται ως καλό αισθητικά απΟδεκτό ως νέο αισθητικό η πασα· στοιση της διαλλαγής, πασαστοιση πΟυ καθιστά δυνατή την απει­ κόνιση εκείνης Της αοετής η Οποία 3­ισθξενει αιυ̃θηυ̃η ηδΟνής διόι­ , ι λο Τ κ φ0Ωη€ απο Οωτην πω) π@ΟσπΟ@ίἶἑεΒ η συμφωνια, με το γ Ϊι̃ε επινανντνκόΉι̃τα€° π©όκειἘαι­ λοιπον για την αθετη τηἔ ὸλαλλαγηθ για Τη διαλλαγή Τηἐ Οιθεἴήἔ πθοἔ την ηὀ0νή› πθόκεπω λ/λα την πασασταση επίτευξης διαλλαχθεισας °ηδ0νής και όχι για την την πασόισταση του πασόισταση πσσσπόοισης ακοατούς ηδονής συμβαῃκοὐ αισθηῃκοὐ­ Στη (ῃνέχεβα πληΩοφΟ@οὐμασΈε πεῳσς , 474 , ι ι σοτεθα σχετλκα με Οωτην την ΟΩΘΟΉΉΏ Η 0@θοτητα|αΉτη εφο­ σον αναφέθεταλ στο αλσθητλκόι δηλαδή στην ελκαστλκη και μλμη” τική, αφΟ@α το ‹‹ἴσ0ν››475 και το ‹‹σύμ|ιιετη̨σν››476' η ιδια "ή Ο@θή μι­

βαλει τη νέα ποωταοχική εικόνα της συγγένειας μιας διαφεοο­ ι ι _ ο τ ν ει­ λα ανου ε
ς
×

­

τπτ­|
τη
ί

ΠΑΙΔΕΙΑ: Η ΔΙΑΛΛΑΓΗ ΩΣ ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΟ

ΖΖ1

­

­

παΩόιδειΥμα7 στον πλούτο (7Ζ8ε2­729εδ)2 Π επίτευἔη ιιέτθουι μέσουωι όσον αφο­ σόι αυτόν, οδηγεί σε συνασμογήαλ, δηλαδή σε επίτευξη παοόιστασης της διαλλαγής

συν

δεση κατανοούμε τη γλώσσα του λόγου όταν αυτός αναφέοεται για ·
7

ως αισθητικής παοαστασης, και επομένως σε διαλλαγή (‹‹συμφωνία››)ω· αυτή η οοθή παοόισταση διαλλαγής, εφόσον ανήκει στο αισθητικό, θα μποοού­

­

­

­

σαμε να πούμε ότι είναι «μουσική», και σε σχέση με αλλες όπὔως αυτές του συμβατικου αισθητικου ειναι «πασων μουσικωτατη» (7Ζ9ει6­7)( )· η διαλλαγή ομως την οποια αυτη πασιστανει ειναι ο,τι υψη λοτεσο στην κλιμακα των αξιων , όιααη επίτευξη του μέσου είναι «αοιστη»ι=ι (7Ζ9ε7). Μια ανοινκαια, καταληκτική) αααατηαηαντ Θαααηααμε. αααηνανμέναει τη γλώσσα πεσί μίξης, ως την πλέον καταλληλη να σμιλήσει για το δυναμικό συ­ σχετισμό των στοιχείων της πασαστασης της διαλλαγής ηδονής, λύπης, και λόγου·

­,

­

ααα
Δ­/χς

°

ισα Βι., ατα ισια 655αε­ια
Βχη (πο [Βία 667Ό5_

παοατηονιαη ιιαε/αυτή ενναηαεναι ωε ηααελνιμη διανιανἑση νηει κααη στην υπαοξη του οοου μετοσν στο π αισιο του εξι, ογιου της. η στον Πολιτικα η μετσητικη, η γνωση του μετο(ι)συ πεσιλαμβανει το «ποεπον» και το «δεον», δηλαδή τη δυνατότητα ανταπόκοισης στον «καιοὸιι» (βλ., στο ιδιο, 2846: ποβλ. 3Ο5α3­4)· όμως ο καιοός, κιόλας στον Πολιτικό, είναι η κσίσιμη έννοια για την επίτευξη (‹‹ἐν καιοῷ››) ή μη («ἀκαιοα››) της ανταπόκσισης πσος τη διαφοσα του γίγνεσθαι των ανθοωπίνων καταστάσεων και πεσιστασεων (βλ. 3Ο6ο­307ε)· στους
νι

­

475. Βλ., στο ιδιο, 667σ5, 668α1­Ζ. Στο σημείο αυτό θα ποέπει να κανουμε λόγο για τη γλώσσα εκείνη πεσί μίξης, που χσησιμοποιεί το πλατωνικό φι­ εκτός από την πολεμική (βλ. σημ. Ι 96) λσσοφούν υποκείμενο στους Νόμους

όταν θέλει να ομιλήσει για τη διαλλαγήωλ: συμμετοία και κοαση, μίξη, είναι συνώι/Όμεε έννοιες (βλ_ στο ιδιο, 73787­8)(β), όπως επίσης και οι όσοι ισότης μέτοονθλ, εφόσον, αντίθετα, στην πεσίπτωση του ακοατου, αμέτσου, υπαοχει κατι μείξον σε σχέση με κατι που θα έποεπε να είναι έλαττον (βλ., στο ιδιο, 691ο1). Η γλώσσα αυτή, οικεία ήδη από το Φιληβο και τον Πολιτικόῶλ Θμιλείω Υλα το ὁυναμικό συσχετισμό των στοιχείωντης παοόιστασης της διαλλαγής· γι' αυτό καιη γλώσσα αυτή χοησιμοποιείται για τη συγκοότηση της παοαστασης, της ‹‹κοινω­ νίας» (969ι›7) των στοιχείων μιας πασόιστασης (βλ. 969ι›7­8 «εικονα τινα πως ξυμμιξαντες») _ τα στοιχεία αυτα (βλ. 969δ7) ανήκουν στο πλαίσιο αναφοσόις­ πασαδειγμα, στο οποίο κατέφυγε το πλατωνικό φιλσσοφούν υποκείμενο για να γίνει κατανοητή η θεωοητική συζήτηση πεσί οοθότητας της παοόιστασης (βλ. 668ε8­669εΖ)· αν όλα αυτα ισχύουν, τότε η γλώσσα αυτή είναι πολύ καταλληλη, και ως δυναμική, η πιο καταλληλη να ομιλήσει για την επίτευξη ή μη της πασα­ στασης της διαλλαγής ως αισθητικής παοόιστασης. Μόνον έχοντας υπ' όψη μας αυ­

­

­

Νόμου: ποαβαλλαταν με έμαααντ ήδη εἔ αοκνι̃ε, αυτή η ένναιαι και επαναλαμβα­ νεται η θετικότητα του «ἐν καιοῷ», όσον αφσοα στο έσγο αυτό την ηδονή και τη λύπη, για την επίτευξη της ανθσώπινης ευδαιμονίας (βλ., στο ιδιο 636σ5­ σκι). Συνοψίςουμε: η χσήση της γλώσσας πεοί μίξης στους Νόμους, κατα την ανέλιξη του λόγου πεσί της διαλλαγής, αποτελεί πλατωνική διαβεβαίωση ότι η παοόισταση της διαλλαγής δύναται να ικανοποιεί το «ἐν καιοῷ», και αυτό ση­ μαίνει ό,τι πιο σημαντικό: ότι δύναται να ανταποκσίνεταιποος τη μόλις πεσι­ γοαφείσα διαφοοα. (Για τη θετικότητα του «καιοού», δηλαδή την αποφυγή του

­

­

«ανεπιστη μόνως» (636εΖ­3) καιτου «ἐκτὸς τῶν καισῶν» (636ε3), βλ. Μ. Ροιιοειιύτ

­

­

(1984λ68ι 101)­ (α) Το χωοίσ όπου χοησιμοποιείται η γλώσσα πεοί μίξης (βλ. 773ε8­σα) πεοιλαμβανεται στο πλαίσιο του λόγου πεσίγόιμου (773ε­ο)· οοισμένα σημεία του λόγου αυτού (773ει1­Μ, 773δ6­7, 773ο8­σα) είναι ως πεοιεχόμενσ στενότατα συνυ­ φασμένα με το πεοιεχόμενο του λόγου για το γαμο στον Πολιτικό (βλ., στο ιδιο, 31ΟδΖ­σ.4)· όσο για τη γλώσσα είναι και εκείη της μίξης. (β) Καποτε η πολεμική γλώσσα καιη γλώσσα πεοί μυξης είναι συμφυομένες όσον αφοσόι τη διαλλαγή (βλ. Νόιι 918σ1­2: «καοτεοεϊν ποὸς το μέτσιον››)· για αμεσότατη σύμφυσση της γλώσσαςίιἑῃ μίξης με την αισθητική, βλ., στο ιδιο, 77387: «ξυμμετσον ακοατου μυοιον διαφέο ιἶ›.
δ

1

ι ι

ι

222

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ
ι ι

ΠΑΙΔΕΙΑ: Η ΔΙΑΛΛΑΓΗ ΩΣ ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΟ

223

μηση

είναι μία (οοθή) «ἰσότητα››477· το εοώτημα, επομένως, είναι

γ

(γ) Για μέσον, μέτοον, μέτοιόν, στο ιτλατωνικό εογο, βλ. Ι.$οιιὶΙ1ιό (1919), και συγκεκοιμένα, στα εξής πλαίσια: ψυχολογία (στο ιδιο, 76­116), ηθική (στο ιδιο, 117­142), πολιτική (στο ιδιο, 170­203), μεταφυσική (στο ιδιο 204­242). Ο Βταμεγ (1983), 78­79, τέλος, αὸυνατεινα εννοησει στους Νόμου; τη γλώσσα πεοι μέτοου ενώ κάνει λόγο για επιδοόισεις από πυθαγοοειους ο όσον αφοοά το πολίτευμα υ ί πο λί ί την εννοια ί του μετοου ” (και της συμφωνιας) ου Ιεὶ ( 1955 ) ,93,θ εωοωντας σημαντική για τον υστεοο Πλάτωνα. (δ) Για το Φιληβο πεοιττευουν οι αναφοοές σε χωοία και εοευνητές, γιατί είναι από τα κατ εξοχήν θέματα που οιτελευταίοιποαγματευονται, εφόσον απο­ τελείένα από τα θεμελιώδη ζητήματα που συζητούνται στον εν λόγω διάλογο· για τονΠολιτικό, βλ. ποόχειοα, Ρ. ΚιιοΙτειτεΙ‹ἰ (196Ο).Τη συνέχειαΠολιτικου, Φιληβου, Νόμων, ως ποος την υιοθέτηση της αοχής του μέτοου, αναγνωοίςει και ο 1οΙγ (1974), 367, διατυπώνοντας την άποψη ότι αποτελεί σημαντικό γνώοισμα του δυστυχώς όμως ο πνευματος των Νόμων η αοχή του μέτοου (β λ . στο ι”ὁ ιο, 370) ίδιος την πεοιοοίῷει στις δευτεοευουσες πλευοές της (βλ. σημ. Ι 499, σχετικά). (ε) Βλ., Νόμ. ποόχειοα: 691ο2, 691εὶ:5,6, 691ε:1­2,4,11, 693132, 693ε6­7,

1

ΙΟ

­

1

1

ι

γ

1

­

ι

γ

­

¬

694ει5­6, 698131, 7θ1ε4, 722ο1, 72202, 723ε2­3, 792‹12). (οτ) Βλ., στο ιδιο, 728ε3­ ποβλ. 792α2­ στη γλώσσα πεοιγοαφήε θε­ικών κα­


3

Έμστάσεων μμτό Ονομάἔεωμ ἶλεωἐ (πθβλ 6640747117 803θ1·3ι 804122) Είναι χαθα κτηΘ ιστικό ότι ίλεως ποοκαλείται επίσης από τη μικοή σχετικα ποσότητα πό­
σης οίνου (βλ. 649ε9­1Ο), ποιν επακολουθήσει η ακοάτεια ηδονής·

τότε μποοουμε να πουμε ότι η οοθή μίμηση είναι μια οοθή τσότητα. αυτό μάλιστα εἔηγείτο όῃ λέγετω πωἔ τόσο η μίμηση όσο μαι η ισότητα έχουν τα ίδια κοιτήοια (βλ., κατ® αοχήν, στο ιίὁιο, 667ε1Ο­66884, και _ ο­τη οονέχετα το πα άὁετ στό (Βίοι 66861806). Με ΈΟΌΞ ποοαναφεοθέντες όοους υποβάλλεται αἕφαλοἔἕοδ όυόχετισμός ανάμεσα στο τοιοότον­τοσουτον και το όσον­οίον: η είκόνα για να εηίμμοθθηι θα πθέπεινα δειχθείότιείναιτοσαυτη καιτοιαύτη όσον καίοίδν είναι το αντικειμενο αυαφοοος της, το «μτμηθεν» 9Ετσ"0νί€εται
αλλο: η “μόνα είναι δειμμμηι είναι δείη̨̃η αναεροοάς, ὁειξι;­αναλογια αναφορας Να σημειωθει, επισης, η σημασια οοισμενων παοαμετοων η οποία οποβάλ
7

Η
μιμηθεχ/5 9
9

ΤΟ Ο”ΈΟιχΕίΟ όμως 78011 είναι ΟιΤίΟι@Οίίι̃ῖ”ηΤΟ, ΩἘΟΉ είναι η ποστ)­ ποθεση για να γνωοιἶςει κάποιος, να κοίνει αν η εικόνα είναι οοθή, αν αποτελεί δηλαδή μία ισότητα, μία συμμετοία ποος το

αν η σμγμεμόιμένη εικόνα, η συγκεκοιμένη παοάσταση της οτοτχ­ αγης, αποτε ει μια ισότητα, αν αυτη ειναι «οσον» και «οη̨̃ον» οτ­ ναι το μλμηθεν . , 9 τ τ ” 478· αν ολα αυτα εχουν επιτευχθει , υπαοχει 479 «ομοιο­ τητα» Τηἔ εμηονμἐ ποος το μιμηθέν· η εικόνα είναι οοθημμ
×

9

γνωῳζει, ,

, |ην Ουσιατ κατηγΟ©ΟμντΟμ δΌΟ ΟΤΟιχεία: το τι βη̨ύλετατ να δη_ λμκἶεμ 232 εϋκονα/μμμησηι μαι ΤΟ τίνος π@άγμΟιτ0ς είναι όντως
Ει%ΟνΟι
.

μόνοι, πώε θα

Αν

κόι3τΟιΟς δε
×

Ή

γνωῷίζει
9

η

°ΕίνΟς
9

ποάγματοο είνοττ η ετ ­

Θμμ την Οόθοτητα τυε ιυμηόηε; Για πα οαδειγμα, ι

φυγη της στη μη πό ση που σημαίνει στο πλαίσιο των επιτακτικών κοινωνιών που επακολουθεί μετά την υπεοβολική πόση. ηδονής και στην ακράτεια ηδονής (ζ) Βλ. Νόμ. 62889· και εδώ, στο χωοίο 728ο2­729ει8, όπως και στο πλαισιο λόγου του κειμένου 627ε111­6281110, η συναομογή οδηγεί πέοα από καταστάσεις, όπως στάση και ὁούλωση. Επίσης, στο 665ει1­4, η αοιιονιο οοίςεται ως κοάση δυο αντίθετων στοιχείων ποβλ. Φαιδ. 86ο­ο: η αομονία ως κοάσις μετοιο των αντι­

­

είναι ανά­μεσα

·

7

­

­

ικατι
­

δίδεται σημασια στη διατηοηση αναλογίας οσον αφοοα την ποοοτητα ,τω Έ ν ποιότητα· καθένα μέοος της εικόνας ποέπει νο είνοττ τέτοτοο μεγέθοη̨ἐ σε σ έἕ
με Τα άλλα, να καταλαμβάνει τετοια θέση, και παοάλληλα να έ ει τἔτοιδι̃ι ποιότητα, ώστε να είναι ανάλογο ως ποος αυτές τις παοαμέτοοος 36 ποθ το αντίστοιχο μέσος του αντικειμένου αναφοοάς της εικόνας. § 478. Βλ. Νομ. 6681) 6­7· η μι σ α ο ά παν ι ‹ ό681›2). μη η φ Θ τοτε το Μαλον» (βλ” (ΠΟ “δία

λἶμμ μεσα απο 109€ πόθαναφεόθεντες όοους και αφοοά την επίτευξη αναλογίας.
9

,

ι

­

θέτων στοι Χ είων που την απαοτίςουν. (η). Βλ.Νόιι. 653ε5­Β7, και σημ. Ι 273. (θ) Βλ. μουσική­αισθητική οοολογία διαλλαγής, στο ιδιο, 667ο1Ο­ 671ει5· επίσης, στο υπό συζήτηση χωοίο υπάοχει και η λέξη ουθμός (728ε7), η οποία αποτελεί και αυτή μέοος της μουσικής οοολογίας (βλ., και πάλι, 667010­67125). (ι) Βλ ηθική οοολογία διαλλαγής, στοιίδ ιο, ό27ὀ11 ­ 628 ο 10. 476. Βλ. Νόμ. 668ε2­3. 477. Αν η «ἰσὀτης» καιη οοθή «μίμησις» οχετίςονται άμεσα με το «τοσουτον» και «τοιοῦτον», το «όσον» καί «οἶον», αντίστοιχα (βλ., στο ιδιο, 667‹15­7, 668136­7),

­

­

­

¬

9

\

479. Βλ.,στοιδιο, 668Ε›2.
480. Βλ., σημ. Ι 478. 481. Βλ.,στοιΰιο, 66804­9. 482. «τί ποτε όουλεται και ότου ποτὲ ἐστιν εἰκών όντως» (στο τοτο 66806 7). Ομἔῆι̃ηόη τόσο για τη σημαντικότατη αυτή ὁιάκοτοη οσο κατ γτα καθένα από τ μέθη της θα κάνουμε στο Δευτεοο Μέοος τηο μελ@ς μας. α

224

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν, ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΠΑΙΔΕΙΑ: Η ΔΙΑΑΑΑΓΗ ΩΣ ΑΝΑιΣοΗτΗ‹ο

225

/ η τοτε η εικονα, ωμα μιμειται αν δε ν νω Ο ι ει­ποιο συ ν ηεη Ο τ μ ένο ος η | οοτοτελετη̨ ̃ οτοτ/ συμ μια στν ινει ισοτητα κ μια ει να ο δεν η Ο το μετοια, αν δηλαδη _ στην εν λονω πεοη̨πνωοη _ εογονῃοεγ ποαγματικα μεγέθη και τις φυσικές θέσεις που έχουν τα μέοη του σώματος, τα οποια θα ποέπει έτσι να κεινται ως ποος αλληλα ώστε να αναπαοιστουν το οογανικό συνολο το οποιο αποτε­ χοονιιετἱ «οοογ τ= εἰοἰ .χοτ ὁποῖο ποο> οποτο οώτῶν κεῳονο τὴν οταν ποοοήκουσαν ταξιγ αττετληοωια­ οηλοτοη7 νοοτητα έχοομε το καθε μέοος έχει τέτοια σχέση με το αλλο, και τελικα όλα με το συνολο ωστε να υτταοχετ μνο οομμετοτο εξ αοτηο τηο ονοχογίοο ενα συναομόττεινέαζ μη̨̃οτ οτομονη̨οτ μετοἔο νοοοι Όταν καποιος έχει ησληψετ ηοττ οτοτη την ποοοποθεοο είνοο πλέον η στιγμη να αντιμετωπισει και όλα όσα αφοοουν το επό­ / / μενο κοιτηοιο για το καλον, το οποιο δεν πεοιλαμβανει τις ποση­ ποο_ γοὐμενες αναφοοές στην σοθοτητοτ) ετνοττ πέοο απο αοτέο: κειται ντα τσ εοώτημοτ ον η ποοάστοση είναι ωοοοοῆ οχυ̃ιεε. Επεο _ ποο οφοοο δη ειναι δυσκολη η συζητηση _ χοττ οτοοτμο το ννοτί οπο οονοοεοετοο πόσο μαλλον στον οτο­τη δεν το αισθητικόνν οπο_ αναφοοές στο καλο ωἔ σοθο _, το πλοττωνογο φνχοσοφοον κειμενο ποοσφευγει σε ττσοοοετνμοτοο ντο νο χοοαοτηοεγ οιυγκο ηονμένο χοτ οοφέο το Μοπήογο τοο οοῖο. ολο Έο ποοοοείγμοτοιιεε
×
η
7 7

το αινό ενο αυτό; Όταν ιδια ο θότ τα πα αστασ ικανοποιει π α ατι το κ ιτ ιο τ για παοα­ παοιστα οταν ­, ουσιας συνυφασμενο με αυτο της Τότε θα αεννμα _ αθθα να «αλήμανα» εναἔ ελενθέθαν ανθθώπανι αναμενωπίααναε πθέπεν _ στη αννέλενα _ να είμαστε έτοιμα! να
εκπιπτειν489·

τισ αινειό

ω

­

­

αυνλθατ το εαώνημα κατά πόσονη παααανααη αντἠ αννδναζεναν κοινου απο ωστε τετοιο τοοπο κατα αλλη, νως η διαδοχικα με μια εκπιπτειν, αποτέλεσμα ένα η να μη δινουν να δινουν

­

­

7

×

­

σνν_ ελλενψεωἔ κάλλονἔ” αν η παοαναφεαθείσα παααδεννμαωνή οοθη μια επεται, της συνεχεια ως η με, συγχοονως δυαζεται την πα­ παοασταση «ουθμῶν» ελευθεοου ανθοωπου, τοτε εχουμε συν­ αν αποτέλεσμα· ο αισθητι οουσια του καλλους, ένα όντως ην η οποία όμωἔ εννοω καν » πάλν πααάστ Οαθή θ με μία ὀνάζεναν κ κ ιο ε κ Ε ενπνωανι̃ τον ανα Ή­ ελαν παααανααη «ανθμων» δανλανι τοτε κα­ τικου αποτελέσματοςωο. Χοειαζεται να εμμεινουμε· υπαοχει Θα ποοηγουμενα; δυο τα από ποια διαφοοα του τοιτου κοιτηοιου μια σε αναφέοονται απαντουσαμε λέγοντας ότι τα δυο ποώτα στο για την επιτευξη του αισθητικου η οποια εξαντλειται
×

αποτελουν διαφοοετικές πεοιπτώσεις του ιδιου φαινομένου, του

μέοιμνα στην ποοκειμενη πλαισιο μιας συγκεκοιμενης παοαστασης και στα­ μεμονωμένα πεοιπτωση, η παοασταση αντιμετωπιζεται ποοχωοει οποια η μέοιμνα τικα· το τοιτο κοιτηοιο ομιλει για μια ναν αφααα τη πεαα απο Την νανα τη αυννενθναεννι̃ παααανααλι̃ι η/και δια­ συγχοονικό σε διαδικασια πεοιπλοκη δυναμικη και της εμ­πλοκης, της συν­θεσης491 της με αλλες, δοχικό πλαισιο παοαστα­ που έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουογια ευουτεοων

­

­

­

483. Βλ. Νόμ. 668α1­ε6· τον ποώτο ποοσδιοοισμό (: «δσοι››) τον έχουμε ηοη (βλ. σημ. ΠΠΊ). αλαλνααεν Ο ὀεύνω̨οἐ (2<<ὁποι̃ος››) σχετίςεται αμεσα με το «οἶον»
484­ Βλ­ Ναι­ 66881­2. 485. Βλ., στο ιδιο, 62889· χοησιμοποιουμε τον όοο, εφόσον αυτός συνδέεται

κατι

παοουοα πεοιπτωση γινετστ με τη δναλλανή (βλ·› στα ίὁια 6Ζ7θ4­628ϋ10)' στην λόγος για την οοθότητα μιας παοασταοης διαλλαγης, με τοόιτο τέτοιο ώστε να ειναι ποαγματι ο συγκεκοιμένος όοος ο κατ” εξοχήν καταλληλος.
Βλ., Οϊθ ιΒ£Ο, 66982­4. 487. Βλ., στο ιδιο, 669`ο6­9.
4­86.

(βλ. εεοειι­ ιιεο. τόσο το τοιοοιεεινμιιτιι, (ελ. οημ. 1 ιιεεγ όσο και η ιιντιοοαση με το σχετικές πεοιπτώσεις για ποόκειται ότι 6) μας οδηγουν στο συμπέοασμα Μ55ε26­29 Ποιητ. Αοιστοτ. βλ. κινηση· καιτην φωνη τη αφοοα εκπιπτειν όσον 669ο δηλώνει ο Βειττονν ποβλ. 1Δ56ε15­18. Αδυναμια κατανόησης του χωοιου για τα κοιτηοια του αι­ λόγο όλο τον (1976), 57, ενώ ο Βτεἰὶεγ (1983), 127, βοισκει

­

σθηττχοὐη̨ ὀὐσχολο_
490. Βλ. Νόμ. 66905­ο1. 491.

488· Βλ­7 στο ιὁιο 669ο3­67083.

Βι., στο ιοιο, εωιιιι, 66905, αντιστοιχο.

Ι

226

ΔΗΜ

τ

ΗΤΡΗΣ Ν· ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΠλτΔε1Α± Η ΔΙΑΛΑΑΓΗ ΩΣ ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΟ

227

σεων αστεοίσμών πα αστόίσεων. Τί ου π η ί μ ω̨οω/οΉμἶ απο Ολα Οωτά ταοοποω συ πε αίν οντα μ Ω9 Οωίείο πλαίσιο αναζ /Έ ωμἶταφεθω/τα! στο Ἡ ησηἔ "Ον Θίφθσα την παοασταση της δίαλ­
ο

αυτα, καί πώς
=

;

πσέπεί να είναί τοίαυτη καί τοσαυτη ωστε να επίτοεπεί τη ουνευ­ , 9 9 , οεση τηἐ ασετηἐ με τοίαυτη καί τοσαυτη ηδονη οπωἐ η πθοανα­ φω̨θείσαλοε
9

αγηἐἐ

γ

Το πθώτο κθ/πήθκλ τσ κσίτηοίο μίας παοόίστασης δίαλλαγης, η εν λογω παοασταση κατοοθώνεί να απείκονἴςεί μία αοετη η οποία ποοξενεί αίσθ ατηἔη _ 4 δον τηςυδὲἔῇεἐῖοωαἕἔτἶυ̃ ι̃πεἔ Ἐοἐη̨ ̃

4

είναί αν

4

ο

4

Ξ

Τοτε καί μονον τοτε, μεσα απο την ποίοασταση της δίαλλαγης, αναδυεταί μία τάξη νέα, πεοαν αυτηςΔ93 του λόγου της επίτακτί­ κότητας· αυτη η τάξη δεν έχεί ως είκόνα της τον πόλεμο μεταξυ , , , , , των εναντίων /ουτε νοείταί ως|επί­τασσσεμίλκη̨ επί­κοατείν του
αλλων: ηκνεα εωἶονα στην οπἶπα η ταἔη αυτη Ψα­ εφε επι τῳν ε/ίναί η συγγενεία μία δίαφεοομενη, που αποτελεί εί­ φεοεταί κονα­θεμελίο της δίαλλαγης. Αυτη η τελευταία, η δίαλλαγη, κα­
492. Βλ. την ίδία αυτη πεοίγοαφη, σε συνδυασμένη χοηση αίσθητίκης καί η σχέση ηδονης­λυπης πεοίγοαφεταί στην πεοίπτωοη αυτη ηθίκης γλώσσας \ Ιλλί στον Ι κα Ν θαοοεί τον 7 μη καλω | τω «καί είσίοντί | γλωσσα / ί πολεμίκη . στην οίκεία . ὸίαμαχὀμενον ψοόον εἰσπεμπείν οἴους τ” εἶναί μετὰ δίκης, όν αἰδω τε καί γία το «μετα δίκης», ποβλ. την έκ­ αἰσχυνην... ὼνομακαμεν» (στο ίὁιο, 67108­ό3 αοχεσθαί... μετα δίκης» (643ε6­7) καί το σχολίασμό της στο φοαση «αοχείν

'

,

φοοο καί εκείνου που ποοσποοίζεί καθετί το οποίο αφοοόί την ποαἔη η τη φαντασία κο" ευωσκεταγ παω την τάἔη ΈΟΉ λόγω 9 κ τ ο αυτοί. ί Ό Πα να κθλνθυμε κατί τετοίο χοείαζεταί, κατ' αοχην, να
γνωθΰἐουμε πολο πθάγμα Οίπείκονυ̃ἔελ η παοόίσταση αυτη: απεί­ Μἐνα̨ελ τη ὁλα̨λλαγπ δηλαδή μία μέθίμνα η σπσία στη γλώσσα της η ίκης σνομαζεταί ασετη­ ωσῖε τελικά η πα@άσταση Οωτή απευ κονίζεί τη δίαλλαγη της αοετης καί επομένως του λόγου 9 α ποος την ηδονή. Το επόμενο ε ώτ α α Ο άτο κοἰτα πΟσΟν,στην ποω̨άσταση έχω αποδοθεί κατἶᾶ Τἐἔι φ Ρ Ο τω̨̃οπο η σχεση ΤΟΌ λολ/Ου αοετης ποος τη λυπη καί την ηδονη, της λυπης ποος το λόγο καί την ηδονλλ Ήι̃ἔ ηὁονήέ πσσς τη λυπη καί το λόγο, ώστε να επίτυγχόί­ νεταί ουνολίκόί η απείκόνίση τηἔ δίαλλαΎηἔ ί το καθένα από τα σι̃ῖσίχείοί αυτά θα πθέπεγ να έχει τέτοιο μέγεθοε σε σχέση π Ο

!

λ

ε

­

­

­

°

·

Ι

Π

Ι

­

·

ί

λ

Ο € αλλα καί τέτοία ποίότητα ώστε τελίκόί η αναλογία που θα απαοτί ἔθνν καί τα τοία να δίνεί την είκόνα του «σώματος» της δίαλλα­ γης πως θα κῳθελ όμωἔ κάτλ τέτολοἐ Θα %@ίθεί με βάση τη γνώση που έχουμε γία το ποία είναί η ουσία της δίαλλαγης καί όίοα όλων όσα επίμέοους την απαοτίζουν . Ἑτσί , θα ποέπεί· η γευση ηδονης να μην είναί τοσαυτη καί τοίαυτη όσο είτε αυτη που ποο­ σπο ίζει συ ωνία ε , 9 9 μ την ταἔη ΤΟΌ εππακ­ΕΜΟὉ λΟγ0Ό› ελτε Οωτη μφ η Ο πω) πθοσποῳζελ ΈΟ ποω̨α την τάἔη του λόγθυ 0ίυτ0υ° η Οίσετη καί _ επομενωῶ Ο λθί/0; ¬ θα ποέπεί να είναί τοίαυτη καί τοσαυτη _ ωἔ ὀόἔα λὐπηἔ/αίσλὐνη _ ώστε να μποοεί να ευοίσκεταί στην × τ ίσίθί πα Ο άστοίσἩ μ ε μ ία Τ οσαυτη καί τοίαυτη ηδονη οπως η ποση­ , , λε 9 γοκυμἑνωἔ Ο Βσθείσα. όσο ια γ τη Όπη” αυτη' ως δοξα λυπηεε θα Ο

¿

­

­

,

Ν

9

9

4

4

×

Ζ

Θα ποέπεί να σημείώσουμε ότί οί δίοοίσμοί που αφοοουν τα μέοη της καί τελίκα την παοόίσταση της δίαλ­ αίσθητίκης παοόίστασης (βλ. σημ. Ι 477) εναομονίςονταί με τους δίοοίσμους οί οποίοί αφοοουν τα συγκεκοίμένα λαγης μέοη που πεοίλαμβανεί η παοόίσταση της δίαλλαγης στο ψυχολογίκό πεδίο (βλ. σημ. Ι 4ΟΖ)· αυτη η εναομόνίση δεν είναί δίόλου τυχαία· αντίθετα, δηλώνεί τη μέοίμνα του πλατωνίκου φίλοσοφουντος υποκείμένου να εναομονίσεί την ψυχο­ λογίκη του οοολογία με την αίσθητίκη, γία να καταστεί δυνατό η γλωσσα του α ί σθ η τίκου να υπηοετησεί την ψυχολογίκη. Χαοη στη δυνατότητα αυτη, την οποία θα ποοσφέοεί το αίσθητίκό ως παοόίσταση της δίαλλαγης, θα μποοέσουν οί ὸυναμείς του ψυχολογίκου πεὸίοαη ηδονη καίη λυπη,να ανταποκοίθουν ποος το κοίτηοίο του «καίοου» (βλ. σημ. Ι 475). 493. Ποόκείταί βεβαία γία την τάξη της αίσθητίκης παοόίσταοης (βλ. Νόμ. 668ὀ8­εό, καί συγκεκοίμένα, στο ιδιο, 668εΖ), η οποία είναί πέοαν της τάξης της δίαφοοε­ επίτα κτίκό ίη τα 9 γί α αυτη την τελευταία, βλ Πολιτικ Ζ94ο2­3· γία ενα ουθμός «τη τάξει δη της κτνἠσεως τίκό οοίσμο της ποωτης, βλ Νομ 665ε1­4 ­ όνομα εἴη· τῇ δ” αυ της φωνής άομονία όνομα ποοσαγοοευοίτο, χοοεία δὲ το

1.Ζ.Ζ.).

­

­

­

·

·

·

·

λ

Ε

6) βλ 653 ( λ θ , ε ­ . υναμ οτεοονκ η είη» πο .

Φ,

494.

Βλ.Πο/ι̃ίτικ. 29404.

Ι

228

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν· ΛΑΜΗΡΗΛΛΗΣ

ΠΑΙΔΕΙΑ Η ΔΙΑΛΛΑΓΗ ΩΣ ΑΝΑιΣοΗτμ‹ο

229

τανοείται ως διατήοηση της διαφοοάςίω, χωοίς όμως αυτή η τε­ λευταία να έχει το χαοακτήοα της εναντιότητας, και ως δημιουο­ γία συμφιλίωσης χωοίς ωστόσο αυτή να σημαίνει απώλεια της
διαφοοάς· η διαλλαγή, όπως ποοηγουμένως πεοιγοάφτηκε, η οποία αναδύεται μέσα από την παοάστασή της, έχει ως κοιτήοια συγκοότησής της τα κοιτήοια του αισθητικού, για τούτο και νομι­ μοποιούμαστε να πούμε ότι αναδύεται μέσα από την αισθητική παοάστασή της. Η νέα τάξη, είναι η τάξη της διαφοοάς· στην πα­ οάσταση της τάξης αυτής, τη θέση του πολέμου, της επικοάτησης, έχει λάβει η διατήοηση της διαφοοάς μεταξύ των μεοών ­ μελών της παοάστασης, διατήοηση της διαφοοάς απεικονιξόμενη με όσους της ποοσηκουσας τάξης4% που δεν είναι άλλη από τη διαλ­ λαγή ως αισθητικό. Τι σημαίνει όμως αυτό; Αυτό σημαίνει απο­ δοχή τέτοιας σχέσης μεταξύ των μεοών­μελών της παοάστασης, ώστε να επιτυγχάνεται ένα αποτέλεσμα αναλογίας ποος μία ποω­ ταοχική αξία, τη διαλλαγή, η οποία έχει ως παοάστασή της την αισθητικη παοάσταση και άοα τα κοιτήοιά της. Επομένως, τελικά, ένα αποτέλεσμα αναλογίας ποος τη διαλλαγή, σημαίνει ένα αποτέλεσμα αναλογίας ποος το αισθητικό και τα κοιτήοια Οοθόι̃ηι̃ι̃άς ΤΟΌ. Συνοψίξουμε: κάθε μία εικόνα που φέοεται στη μνήμη από την ποάξη, κάθε μία εικόνα που φέοει στη μνήμη του παοόντος το παοελθόν, και βέβαια κάθε μία εικόνα που φαντάζει ως άλλη εικόνα και ονομάζεται καθαυτό αισθητική, όταν τα στοιχεία που τη συγκοοτούν έχουν μεταξύ τους σχέση τέτοια ώστε να είναι ανάλογη με αυτήν που έχουν τα στοιχεία τα οποία συγκοοτούν μία παοάσταση που γίνεται αποδεκτή ως αισθητική, τότε και μόνον τότε μποοούμε να πούμε ότι αυτή, δηλαδή τα στοιχεία της εν λόγω

,

­

­

λ

εικόνας, αποτελούν παοάσταση της διαλλαγής· και αυτό θα συμ­ βαίνει, γιατί η εκ μέοους του πλατωνικού φιλοσοφούντος υποκει­ μένου επίμονα ποοβαλλόμενη ως οοθή αναλογία της αισθητικής παοάστασης ποος τη διαλλαγή, σημαίνει ότι τελικά η σχέση των στοιχείων μιας αισθητικής παοάστασης είναι η μόνη παοάσταση της διαλλαγής. Για να ολοκληοωθεί ωστόσο η αναζήτησή μας θα ποέπει να εξετάσουμε τι μεταφέοει το τοίτο αισθητικό κοιτήοιο στο λόγο για την παοάσταση της διαλλαγής. Το τοίτο κοιτήοιο, μεταφεοόμενο στο λόγο για την παοάσταση της διαλλαγής, υπογοαμμίςει ότι η παοάσταση της διαλλαγής είναι κάτι που πεοιλαμβάνειταχωοίς όμως και να ολοκληοώνεται στο, πλαίσιο μιας συγκεκοιμένης παοάστασης. Η παοάσταση της διαλλαγής αν πεοιοοιξόταν μόνο σε αυτό το πλαίσιο, τότε, ως ποος αυτό το γεγονός, θα ανήκε: είτε στον ιδιο οοίςοντα με το συμβατικό αισθητικό, το οποίο μεοιμνά μόνο για την εκκάλυψη της παοάστασής του και όχι για το τι πα­ οαστάσεις εμπλέκονται με αυτό στο χοόνο της μη ανάπαυλας αλλά επικοάτειας του επιτακτικού λόγου της επίπονης καθημεοι­ νότητας· είτε στον ίδιο οοίςοντα με την επιτακτικότητα, η οποία διάκειται με επιθετική αδιαφοοίαθῃ ποος το γεγονός ότι το αντι­ κείμενό της, τα ανθοώπινα ποάγματα είναι ευμετάβλητα498 και επιτάσσει να είναι στατικά. Ώστε, ένας τέτοιος πεοιοοισμός της μέοιμνας που αφοοά τη διαλλαγή, την παοάσταση της διαλλαγής, θα δήλωνε επιθετική ή όχι αδιαφοοία για το χαοακτήοα της διαφοοάς των ανθοωπίνων, μέσα στην οποία, άλλωστε, λειτουογεί ο λόγος, η ηδονή και η λύπη, και άοα ποόκειται να λει­ τουογήσει η παοάσταση της διαλλαγής τους. Κάτι τέτοιο θα δήλωνε αμεοιμνησία για το αν όσα εμπλέκονται με την παοά­ σταση της διαλλαγής οδηγούν, συνολικά, σε κάτι σημαντικότατα

­

­

­

­

Δ95. Είναι χαοακτηοιστικό για την επιλογή των όοων εκ μέοους του πλα­ τωνικου φιλοσοωουντος υποκειμένου ότι εξ οοισμού το διαλλάττειν παοαπέμπει και στη διαφοοα και στη συμφιλιωοη.

496” Βλ” Νόμ­ 668θΖ”

για την αδιαφοθία για το ότι αυτή ευ̃νω επι­ ι ι 5 θετικη, βλ., για παοαδειγμα, στο ιδιο, 3Ο9εΖ­3, και Ζ99‹: ­6. 498. Βλ., στο ιδιο, Ζ94ο3­4· για τις άλλες διαστάσεις της, βλ., στο ιδιο, Ζ94ο2­3.
497­ Βλγ Πολἰπχ. 294139­ 06,

ι

230

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΗΛΛΗΣ

ΠΑΙΔΕΙΑ; Η ΔΙΑΛΛΑΓΗ ΩΣ ΑΝΑ1ΣοΗτ1κο

231

αονηιιμο νια το αλαιιονιιιο φιλοοοφοον νπομειμενο ιομ μοιαιον ὁιοιλόνιῦιμ Των Νόμωνι̃ σε διχασμό ιιι̃έ ζωής: Και πιο Οιινιιειιοι· μένα, αμεοιμνησια για το αν σε μια παοάσταση νέου αισθητικού, διαλλαγής, εμπλέκεται στη συνέχεια, δηλαδή σε αυτό που ειναι πεοα απο ιη λοονμιή ή/και Χωοιμή ανιοιελεια ιηἐι μια παοαοιαοη ονμβαιιμον αιοθιι̃ιιμον 11 εειιιαμιιμοιιι̃ιαἔτ μαιι ιιον αν ονμβαινει οοηνει σε οιχαομο ιιι̃έ ιζωηἐ­ Ωαιε λοιπον 11 μεοιμνα νια ιο μη εμ­ Τιεσειντ μειαφεοομενη οιο ιιλαιοιο ιηἔ ιιαοαοιαοιὶἐ ιιι̃ἐ οιαλλα­ νήἐι σημαινει ιη μεοιμνα νια μη οιχαομο 111€ ἔωήἐτ μεοιμνα 11 οποια δεν ολοκληοωνεται αν πεοιοοιοτούμε αποκλειστικά στη ννώοιι̃ ιιι̃ἔ οννμελιοιμενιι̃ἐ καθε φοοα ανιο”ιελοο€ παοαοιαοηἔ ιιΊ§ διαλλαγής, αλλά απαιτεί συνεχή ετοιμότητα να γνωοιζουμεαω̨, αν
499. «ἀναγκαῖον ήδη τῳ ταυτα γνοντι και εκεινο έτοιμως γιγνωσκειν, ειτε καλόν εἴτε δπῃ ποτὲ ἐλλιπες αν εἴη κόιλλους;›› (Νόμ. 669ειΖ­ει). Για μια συζήτηση, ή απλή αναφοοά, στα κοιτήοια του αισθητικού που εκθέ­ σαμε, βλ., ποόχειοα: Εττἐὶεοα (1921), Ι, 324­325, Μοττονν (196Οε), 314 σημ. 55, Ελλν. $οΙ11ρρετ (1963), 199­ΖΟΖ, $οΙ1ιιΙ11 (2195Ζ), 45­46, Τ.Β.Ι.. ννοοειοτ (1952), 12· λανθασμένα η Ν. Πεμτεμό (1975), 17, έχει την άποψη ότι ο Πλάτων δε διατυπώνει κοιτήοια για το τι θα θεωοηθει ωοαιο· κατά τον Μ.Ιἰ.Ο. Βτονοιτ (1933), 153­154, αυτα τα κοιτήοια του Πλάτωνα για την τέχνη, δηλαδή: (1) η γνώση του ποοτύπου (ομοιότης), (111) της αναλογιας των μεοών (ουμμετοια), (112) της οοθής διευθέτη­ σης (τάξις), (113) της οοθότητας των χοωμάτων (αομονια), (111) του ωοαιου, παοαπέμπουν στη σχολή ζωγοαφικής της Σικυωνος. Ο λόγος του Πλάτωνα για οοθή αναλογια των μεοών (βλ. Νόμ. 668‹1­ο) παοαπέμπει στον Κανόνα του Πολυκλειτου, ο οποιος λέγει ότι το ωοαιο ποοκύπτει μέσα από την ύπαοξη οοθής αναλογιας μεταξύ των μεοών (βλ. σχετικά Ρ.νν.(ι̃. Ροετ (1915)) στον ιδιο κανόνα ο 8οΙ1ιιΙτΙ (Ζ195Ζ), ποοβαινει σε παοαπέμπει και το χωοιο Ζ35‹1­ε του Σοφιστή αυτόν το συσχετισμό αναφοοικά με το χωοιο του Σοφιστή, όχι όμως και με αυτό των Νόμων· η Κοιιὶε (1978), επισης, αν και αυτό ειναι το ευούτεοο θέμα της, διό­

¦

1

Κ

κάθε μια άλλη που εμπλέκεται με αυτήν ειναι παοάσταση διαλ­ λαγήςή δεν ειναι. Εν κατακλειδι: η διαλλαγή έχει ως χώοο παοά­ στασης ή μη παοάστασής της επιμέοους _ αιμοι̃εχώς θεω­ σούμενες παοαστάσεις, αλλά έχει, επισης, ως χώμο πμμάστμ, σης ή μη παοάστασής της την εμ­πλοκή της καθεμιάς από αυτές τις παοαστάσεις με οποιαδήποτε άλλη, κάτι που οδηγει σε σύνθεση των παοαστάσεων αυτών, σε ένα αστεοισμό παοαστάσεων που κινειται γύοω από τη διαλλαγή, ή σε έκπτωση της διαλλαγής. Και όπως θα δούμε στη συνέχεια, το καταληκτικό αυτό συμπέοασμα θα μποτεχέσεγ μέγμμο μμθημμ, μεφμχομώὀη μέμγμνμ μμ το πχμ, τωνικό φιλοσοφούν υποκειμενο των Νόμων.

­

Ι

­

,

λον οεν μανει λονο νια πλατωνικά κοιτήοια γιατη ζωγοαφική και,τελικά, την τέχνη

“ιο οημανιιμο οννμεμοιμενο Χωοιο ποο

­ ένα ακόμη δειγμα

αναφεοειαι ο”ια

ιηἑ αφεοιι̃ἔ των Νόμων οῖο πεοιθώοιο απο ιονἔ μελειιμεἐ 'ιον Πλαιωνα­ Τελοἐτ

θα Τιοεπει να οιὶμειώοονμε οιι απο ολοοἐ οοονἔ αολολήθιμιαν με ια λιοιιήοια ανια­ μονον ο Η­ ]οΙν (197Δλ 366­ αναννώοιοε οιι ο λονοἔ ιιεοι μοιιιι̃οιων 711€ ἔωνοαφιμήἐ αχειυ̃ἑειαι με 'ιο ιοιο ιο εονο Νόμοι­ με ιο νομοθειειν ιοο εονον

αυτού· δυστυχώς, όμως, στη συνέχεια διατυπώνειτην άποψη ότι τα κοιτήοια αυτά τα λαμβάνει ο Πλάτων υπ” όψη του για την ανεύοεση ενός γεωγοαφικού χώοου τέτοιου που να τηοει το νόμο της ισοοοοπιας και αναλογιας για τις οικονομικού και δημογοαφικού χαοακτήοα ουθμισεις των Νόμων, καθως επισης και για τη θεμελιωση­επιλογή του πολιτεύματος της συγκεκοιμένης πολιτειας σε σχέση με

_­­Η­Η­_

άλλα πολιτεύματα (βλ.,στο

άδτο,

366­370).

Μενοτκεντεεο
ΤΡΑΓΩΔΙΑ
2.1.

Η ὁιαλλαγή ως απουσια

του τοαγικου των ποτητώντκαι του Πλάτωνα αντιτεχνου τοαγικου θεμέλιο του

Δ

Μετά το λόγο που κάναμε για την παοάσταση της ὀιαλλαγης καθεαυτήν, θα ποέπει να ὁιεοευνησουμε την ποοοπτικη υπό την » » οποια το πλατωνικο φιλοσοφουν υποκείμενο αντιμετωπίςει την παοουσια της μέσα στο πλαίσιο της ὀιαφοοάς των ανθοωπίνων ποαγμάτων. Το πλατωνικό φιλοσοφουν υποκείμενο έχοντας χοησιμοποιη­ σει την ηθική γλώσσα και την αισθητική, σε ὁιάφοοες εκφάνσεις ασφαλώς υποβάλει ότι ομιλεί επομένως τους, και έχοντας για την παοάσταση της ὁιαλλαγης1, στη συνέχεια ομιλεί για μία πόλη, και για τους πολίτες της οι οποίοι, με την παοουσία της

­

­

7

Βλ. σχετικά: Νόμ. 814ὸ9­θ16ο1· εμπεοιέχονται όοοι της ηθικής και της » αισθητικης γλώσσας, όπως: σωφοοσύνη, ποάος, έμμετοος­μέτοιος, καλή όοχησις, οοθόν (μίμημα), αγαθών ψυχών και σωμάτων, τους οποίους ηδη εξετάσαμε στο Ποώτο Μέοος της μελέτης μας (βλ. 1.2.1., 1.2.Ζ.), και οι οποίοι αναφέοονται στην
1.

της παοάστασης της διαλλαγης. Για τα είδη χοοοό που μνη­ η μη επίτευξη ,καθώς μονευονται στο ποοαναφεοθέν χωοίο των Νόμων ¬ αλλά και σε άλλα επίσης και για την τεχνικη τους, βλ., ποόχειοα, Μ. Ετι1ιτ1ετ1ιιοΙ (1895), Ι..Β. Ι.εννΙετ (1964), Ψ. ΜιιΙΙειτ (1982), (Ξ. Ρτμὀθοτηητεευ (1965) σχετικά με έναν ακόμη όοο, την «ἐμμἐλειαν» (βλ. Νόμ. 8161›6 ¬ ποβλ. 814ε4: «τὸ σεμνόν››), βλ. Τ. Λιγνάδη (1988), 184, 41, αντίστοιχα.

­

­

­

Η

234

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Η ΔΙΑΛΛΑΙἩ ΩΣ ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΟΥ ΤΡΑΓΙΚΟΥ

235

πασαστασης αυτής, θα διατηοουν την ταυτότητα τους, χαοη στον αυτό τοόπο διαβίωσης, που θα οφείλεται στην ποοσπόοιση των αυτών ηδονών2. Το εοώτημα που στη συνέχεια θα ποσβαλει, ποο­ κυπτει από την εξής υπόμνηση: η παοουσία της διαλλαγής, της παοαστασης της διαλλαγής, στοχευει στην ποσασπιση της διαφο­ σας· εδώ ωστόσο βλέπουμε να αποτελεί ποσυπόθεση ταυτότητας τόσο του καθενός πολίτη όσο και των πολιτών μεταξυ τους, δηλαδή εμφανίςεται να οδηγεί σε μία κατασταση διαμετοικα αντίθετη από την ποοαναφεοθείσα στόχευσή της· και το εοώτη μα είναι: πώς εξηγείται αυτή η παοασταση να είναι αφενός ποσα­ σπιστής της διαφοοας και αφετέσου εγγυητής της απουσίας της; Συναφές ποσς το εοώτημα αυτό είναι ένα αλλο: πως το πλατωνικό φιλσσοφσυν υποκείμενο εμμένει στο ίδιο χωοίο στην απουσία οποιασδήποτε μεταβολής όσον αφοοόι την παοασταση αυτή3, ενώ αλλου επαναλαμβανει μεν αυτή την εμμονή στη συνεχή παοαστα­ ση της αυτής παοαστασης, παοαλληλα όμως ομιλεί για το απαοαίτητσ της συνεχους μεταβολής και ποικιλιας όσον αφοοα αυτήνλ; Το εοώτημα τελικα για να πυκνώσουμε τα δεδομένα που το αφοοουν είναι: πως εομηνευεται ότι η συνεχής πασα­ σταση της αυτής παοαστασης είναι ποοσπτική εναομονισμένη με τη συνεχή πασασταση της μεταβολής και ποικιλίας αυτής της παοαστασης; Τέλος, το ενδιαφέσον είναι ότι στο ποώτο υπό εξέταση χωοίο οι αυτές ηδονές, οφειλόμενες στην επαναληψη της

)

­

­

2. Βλ. Νόμ­ 81601411. 3. Βλ., στο ιειο. 81605­7· ποβκ 66483­7, οπο­65τι. το τελευταιο χωετο, που φέοειως παοαδειγματηντέχνη τηςΑιγυπτου,οΑυὀετεοΠ (1966), 81,το έχει θεω­ οήσει αψευστσ δείγμα του συντηοητισμου του Πλατωνα και συμφώνησε η ΚειιΙε (1978), 51· ο $οΙτιιΙ1Ι (Ζ195Ζ), 18­ΖΟ, αντιμετωπίξει τον Πλατωνα ως οπαδό ομίλησε για μιας τέχνης ιεοατικου τυπου, ενώ ολλλεδετετ (1952), 11 ποβλ. Ζθ νεκοή και στατική τέχνη· τέλος, ο θοπιυτἰοὶπ (Ζ1962), 126, έχει την αποψη ότι ο Πλατων στο εν λόγω χωοίο ποοτείνει η τέχνη να αντιγοαφει το είδος, την ιδέα.

η οποία θεμελιώνει έτσι και την ταυτότητα αυτής παοαστασης οδηγουν στην ευδαιμονίαἦ ενώ στο μεταξυ των πολιτών δευτεοο η συνεχής μεταβολή και ποικιλία όσον αφοοα την παοασταση αυτή, οδηγεί σε απληστία σχετικα με αυτήν και την ποσσπόοιση ηδονής6· και το καταληκτικό εοώτη μα εν ποοκειμένω είναι: Πώς εομηνευεται το ότι αλλου λέγεται πως η συνεχής επαναληψη της αυτής παοαστασης οδηγεί στην ηδονή, και στη βίωση των αυτών ηδονών, και αλλου λέγεται ότιη συνεπώς συνεχής μεταβολή της παοαστασης αυτής, θα έχει ως αποτέλεσμα την ηδονή; Κατα βαθσς, υποφώσκει στο εοώτημα αυτό καποιο αλλο: πώς εομηνευεται ότι η ταυτότητα μεταξυ των πολιτών, η απουσία της διαφσοας, οδηγεί σε ηδονή και σε ευδαιμονία, όταν ήδη είναι γνωστό από τον Πολιτικό ότι η απουσία της διαφοοας καθιστα το χαλεπό βίο αβίωτσ7; Ποια λοιπόν απαντηση θα μποοουσε να δοθεί στα εοωτημα­ έχουν σωσευθεί; Από αφοομή την είναι φανεοό τικα που αοετή είχαμε ποοηγουμένως παοακσλουθήσει την πσοβληματική του πλατωνικου φιλοσοφουντος υποκειμένου τη σχετική με το κατα ποίον τοόπο τα πολλα μποοουν να εννοηθουν ως ταυτόν, ως ταυτότητα· διακοιβωσαμε στην πεοίπτωση εκείνη ότι αυτή η ταυ­ τότητα της πολλαπλότητας, της διαφοοας, καθίσταται δυνατή χα­ ση στη διαλλαγή: ποόκειται δηλαδή για την ταυτότητα της ὁιαλ­ λαγἠς, που έχει ως εικόνα­θεμέλιο της τη συγγένεια μία ὁιαφεοο­ ιιένη8· στην πεοίπτωση εκείνη είχαμε συνσψίσει όλα αυτα, αντι­ στοέφσντας: η παοασταση της διαλλαγής έχει ως|εικόνα­θεμέλιο

­

­,

­

τη συγγένελα μία ὁλαφεθομένηλ επομενωθ *Ί σθλγενελα μλθ διαφε­ @Ομένή αποτελεί τήν ποωταοχική παοόιστασή της διαλλαγής ΡΘΙ

­

­,

4. Βλ.,

Νόιι. 664214­7, 66501­6, αντίστοιχα· βλ. ακόμη Αιτόετεοη (1966), 85, 90,

97.

­
­
5. Βλ., στο ίδιο, 816ό1­2. 6. Βλ., στο ιδιο, 665ο5­6. 7. Βλ. 8. Βλ. 1.2.1. η

­

­

­

Πολιτικ. ΖΖ9ε8­3ΟΟε1.

εομηνεία μας αυτή έχει ως επίοσωσή της τις κοίσιμες διευκοι­ νήσεις του χωοίου Νόμ. 666ε1­667214, για το οποίο θα κανουμε λόγο στη συνέχεια.

ι

236

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΔΗΣ

Η ΔΙΑΛΛΑΓΗ ΩΣ ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΟΥ ΤΡΑΓΙΚΟΥ

237

η πόωταοχική αυτή παόόισταση της διαλλαγής επιτόέπει την κατανόηση της ταυτότητας της πολλαπλότητας ως ταυτότητας

εε,

και

διαλλαγής. Σε αυτό το πλαίσιο εόμηνείας της ταυτότητας για την οποία έκανε λόγο το φιλοσοφουν υποκείμενο ¬ και συγκεκόιμέ­ να: της ταυτότητας όσον αφοόα τις ηδονές, τον τοόπο διαβίωσης των πολιτών, και εν γένει τους πολίτες η διαφοόόι δεν απου­ σιόιζει· αντίθετα, πόοασπίςεται· συνεπώς, δεν είναι διόλου παόα­ μαλιστα δοξο, αλλα αναμενόμενο, να λέγεται ότι μία τέτοια ταυτότητα οδηγεί στην ευδαιμονία, εφόσον τελικα αυτή είναι ταυτότητα­ποοόισπιση της διαφοόας. Επίσης, στο ίδιο πλαίσιο εόμηνείςχς της ταυτότητας, η ττςχόάστςχση της αυτης πςχθάστςχσης είναι ναόμσνισμένη με τη μεταβολή και ποικιλία αυτής της παόόι τόιόης· όιόα, στην ττεόίτττωόη αυτη, εη̨̃τε πόόμε όττ η εττότ­ νότληψη της αυτης ττόόότότότόητ ττόόόττόόίςετ ηόόνη, εττε όττ η μετότβόλή χατ ττότχτλτό αυτης της τόη̨̃ότς ττόόόττόόη̨̃ςετ ηδονή, ότ λόνότ μας ότυτότ δεν εη̨̃νόιτττότόότ ότότφόόεττχός ότφόόμηόετε _ από το εν ταυτόν9, και από τη διαφοόόι, αντίστοιχα για να ομιλή­ σουμε για το ίδιο θέμα· για την παόόισταση της διαλλαγής. Τέλος, θα Τω̨έπεω να .υπογοαμμίσουμε 6," ,η παΩάσταση ,τηἐ διαλλαγής δεν επποέπεω μόνο όσον αφοΟά αυτήν γίνεται λόγος

να είναι ποτέ κατι ταυτόν πόος αυτό που μιμείταιη· όιόα η ταυτό­ τητα αυτή, έχοντας ως πασόιστασή της το αισθητικό, τη μίμηση, εν­ εχει τη διαφοοόι· αλλωστε, σέ μη λησμσησμμε ση η παοασταση της σνσμαἔεται οιαλλαγῆ όχι τυχαία, αλλα επειδή ακόιβώς το όνομα
μαι ­ συγκεκριμένα ­ μέσα στην ταυτότηταῃ· και αντιστόόφως, η ταμτστητα σιαφσοαε εννοείται ως ουγγένεια μια ὁιαφεοο­ μέηηι έηφοααη που αποτελεί ­ επαναλαμβόινουμε ¬ εικόνα­
εδώ
Τηἐ

­,

σησσ πσσσηεμσελ στη σλσσησηση Τηἐ σισφσσσἐ μέσα σε ησσμ

­

­

­

τοωτοτηἶα καλῖ εν ΈΡὉ­Εοηἔι να πθοασἴελ εταλ _ απο την 1 λα _ η διαφοόα, αλλα οπως ηδη διαπιστωσαμε στο πόοηγουμενο κε­ φάλόττο ._ Ο λόγος ντα την ταη̨τότῃτότ των η̨τολττών να σημότίνετ ποω̨άλληλα όω̨ση ΈΟὉ ὁἰχασμθύ Ἑηα̨ ζωη̃€τοΌ§. Από άποψη Οντολογωπή η ταυτότη̃τα ως ὁιαλλαγα̃ π©Οά_ δια ά εξασ αλίζετω ά Ονό 6" ά­ η ηἔ φ Ο ἔι φ Χ Θη γ γ ἔ η| Ω σταση τηε δι­αλλατηει η ααοσσταση τηε ταμτστηταε αστηει ειναι όπως πόοηγουμένως διακσιβώσαμε αισθητική, είναι μίμησηω· και ήδη στον Κη̨ατύλο λέγεται ότι η μίμηση, η εικόνα, δεν μποσεί

­

­

­

­­?­­­­­_­
?

9. Βλ. στο ῶω] 66485: «ἔν "αγ ταὐτὸν».
10.

Με αυτό το γεγονός αλλωστε εναόμονίςεται η όητή διευκόίνηση ότι θα

μι. Νικολιιιεη (1986), 37, 163, 165. 12. Βλτο λήμμα «ειαυιαγη», στο Εκἔιιεκ­Οτεεκ Δεχιωκ, (ει:1ε)Η.ο.Ι.ι‹1ε11­11. δοση (Η­8 Ισμθε Κ­ Με ΚεΠΖἰε)›ό­π­ ίσημ­ Πμλ Ι#101·¿102­ 13. Βέβαια ήδη το ίδιο το βλέμμα το πεόιέχει βλ. τη χαόακτηόιστική αποψη τση Μ­ Ροοεεμη (198ο)ι 35° εν τούτοις, κατά τη γνώμη μας, δεν το πεόιεχει πληρως, δεν το εξαντλει, στο βαθμό που το βλέμμα πεόιέχει από αυτό μόνον εκεί­ νο το οποιο ενυπόιόχει μέσα στην εικόνα που το βλέμμα βλέπει όπως και αν εν­

11. Βλ. Κοοιτυλ. 43213­ό και Κ. Κοοἰυεου (1941), ΖΒΖ. Ο Οειτ1ρ`οε1Ι(1δ67), Ιοττοόιιοτὶσυ το τδεδτετεειυεο, ΧΙἰ, το είχε επίσης υπογόαμμίσει· αόγότεόα, έναν αιωνα μετα, ο Πεττισε (1972), 159, επανηλθε, εκφόαζοντας ακόιβώς την ίδια πα­ σατήόηση και παόαπέμποντας στο πόσαναφεσθέν χωόίο του Κοατυλου (βλ., στο ιοιο, 159­160 σημ. 59)· ο Νικολαωης (1983α), 245­246 σημ. 23, παόαπεμπειγια το θέμα/αυτό αποκλειστικα στον Πεττἰσε. Για τη σημασία, από ψυχολογική αποψη, αυτου του|γεγονοτος, που φοοέας του είδαμε να είναι κατα το πλατωνικό φιλοσοφουν υποκειμενο η μίμηση,/βλ. Νικολαίδη (1986), 36, 162­163· η απου­ στα του σημαινειοτι το αισθητικό, η μίμηση, εξέπεσε σε παθσλογία (βλ. Λουκιαν. Πεη̨ιίΟοχ. 83)·η απουσία του, επίσης, από ψυχολογική αποψη, είναι παθσλογία,

τπτ
­

θεμέλιο Τηἑ σισλλσηιηἐι τηἐ σισλλαγῆ; η οποία έχει ως παοόιστασή 'ίηἐ το αισθητιησι τη μίμηση­ Ανοιεμέοαμε πιο ποιν ότι η μίμηση εν­έχει τη διοιφοοόι' γιί αυτό το γεγονος χόειαζεται να γίνει πεόισσότεοο έστω και συντομος λόγος, για να δουμε μία σημασία που που θα έχει την όλως ιδιαίτεόη αξία της για τη συνέχεια. Η μίμηση, και θα το δουμε ακολουθως, παόαπέμπει στο βλέμμα, και πέόα από αυτό σε ό,τι γενικόι δεν αποτελεί αντικείμενο λεκτικής παόόιστασης13· αυτό ουμβαίνειι γιατί η μίμηση, καθώς οοίζεται σε σχέση με μία

­

­

­

­

­

­

­

­

υπόιόχει στην ταυτότητα ομοιότητα ευδαιμονίας· βλ., στο ίδιο, 816οΙ1­Ζ.

νοήσομμε τη ὁηαδληασίσ σμτη·

Ζδδ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Η ΔΙΑΛΛΑΓ Η ΩΣ ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΟΥ ΤΡΑΓΙΚΟΥ

239

δεν παοαπέμπεί μόνον σε ενα ή ως μίμησή της ταυτότητα πεο ίσσότε ο α σημαίνόμενα της ταυτίσης­λεκτίκής παοόίστασης: η παοαπέμπεί επίσης στο γεγονός ότί δεν είναί ταυτίση· μ­ ί μηση αυτό το τελευταίο ποοσφέοεί την εξαίοετίκόί ση μαντίκή δυνατό­ τητα ώστε το χώοο αυτόνστουςοοίςεταί ως μεταξυ ταυτίσης καί μίμησης, το χωοο αυτον της ελλείψης ταυτίσης, να μποοεί να καλυ­ ή, καποτε ακόμη, καί πτεί αυτό που δίόλου δεν είναί λεκτό δηλαδή αυτό που δίόλου δεν παοίστόίνεταί αλλόί δεν βλεπτό σχετίκόί με αυτό λοίπόν, εφόσον το ίδίο δεν πα­ είναί­ παυεί να οίστανεταί, δεν μποοουμε να ομίλησουμε δίαφοοετίκα πασα λε­ νοντας οτί: το χωοο αυτον τον καλυπτεί αυτο που αναδυεταί ως είναί ­ μη ταὐτίσης. Στη συνεχεία, θα ποεπεί να σκεφθουμε το εξής: Ακοίβώς, το , , , , οτί η δίαλλαγη εχεί ως παοασταση της το αίσθητίκό, |τη μίμηση, δε | σημαίνεί οτί αν ομίλησουμε καπως πίο δίεἔοδίκα νία την τε­ ί· Ό μ ω ίσου μ ε καλυτε Ο α καί τ δίαλλαλίη› /ἔ όσον λευταία θα κατανο η αφοοα τη μίμηση το πλατωνίκο φίλοσοφουν υποκείμενο λενεί οτί σε αυτήν ενέχονταί οί ποιητές, οί ακοοοιτές καί οί υποκοττές· , αυτοί είναί ολοιΜ οί οποίοί θα ποεπεί να ουμφωνουν νία τον κατ) × εξοχήν χαοακτηοα του αίσθητίκου που είναί η μίμηση, η ίδΎ] είδα μ ενα όλων όσα η συνεπώ ἔ δ ημ ίουΡγ ία είκόνων15 › καί πεη̨ ̃ίπτωση του στην Αϋφαλως, Είκονα. η αίσθητίκη Οι̃ίνεπανεταί νία ΟμίλΟΰμΕ να θα Ξτοέπεί αίσθήτίκΟὐ της καθημεοίνότητας, κα­ την ποιητές ­ υποκοίτές καί νία ακοοατές ­ υποκοιτές, κατόί ί / ί / της νενίκοτεοα θημεοίνη ανελίξη της επίκοίνωνίας καί καί είο στοί κοίνό ότί ουμε ατ πα ατόμου· ς καθε δ όίσ χ ΉΩ Ο η Ω

­

­,

­,

­

θέντων δηλωμόίτων, εφόσον αυτόί ανήκουν στον κώδίκόί της στον | κ εαυτο της· επομενως, τη σημασία της υποκοίσης θα ποεπείτελίμά να εξετασουμε· πίο συγκεκοίμένα, θα ποέπεί να αναοωτῃθου̃με . Τί σημαίνεί ότί κάθε απόκοίση στον όίλλο , ή στο αλλο _ που μία του μοοφη είναί η επίθυμία ¬, θα είναί μία απόκοίση ­ υπόκοτση. › , / Θα ξεκίνησουμε απο τίς ίδίες τίς λεξείς η συνεἔεταση της συνθεσης τους παοαπεμπεί, κατ° αοχήν, στην μοινή βάσητο η
7

εντέλεί κυοίαοχος συνδετίκός κοίκος είναί η υπόκδίση. Οωτή όμως εκφοόίζεί την ποίηση λεκτίκών ή μη δηλωμόίτων· επίσης με βάση αυτήν την ίδία θα γίνεταί δυνατή η ακοόαση των ποοαναφεο­

16·

α

α

α

λοηῖίίοποίείίοίί ·υ οί

Αναφέθθηπαν (πο πθοηγούμενο λίεφοίλοίίο Οοίσμένοί λόγοί νία τους οποί­ ίτ οίίσθητίίίίι̃ νλώσσοί όσον Οίφοοά την τίοίοόίσίίίσίι τίίε δίαλ­
η
Ε

υπαἔἕςουν λἶ5)νἶ›ῖΣτδἘ0‹ῖἕ›να̨δ(εδνΐοη̨̃ΟΏ λογω
η

»

×

»

ποίείταίτο αίσθητίκό, η μουσίκἕ ωἔ ῇἔἕίοοἶίέἔἕἶῖἶΞη&Οἑἶ,Ξἑὑ1ἔΌ?ἔ¿ἶι̃Ζσ;Εμο_ α" τ δεί ίοίἐ ; ( 1 Ρ) Π Φος θα τίοεπείνα εομηνευσουμε οτί εκλαμβανεταί ως δεδομενο αυτό
κ
7

εῖ

τ

­

πω σ”γ"ε"Θ®μενολ= ἶἶ" θἔα να γω/οΌμε |
κ
­

,

ο

α

α

ποο ποοοποθετεί ίτ ίίεοοίνοίφεοθείσα αντίληψη, δηλαδή το

ότί η μουσίκη μεταδί­

α

μ

α

α

α

×

×

­

×

­

×

ητίκου που συντελείταί στη μητοίκή χώ α· ωὀ ς τ η%ω0χΟ©Ος›ὀηλαὀη® Ω 'η κ τ λε ονοἐ _ φοοεας είκονας πολυσημίας, η κίνηση καί η χεω̨ονομία _ καί φοοεας
Χ

Μοίλίοίοίίι̃οη οίοίνοίβώοοίίίε ότίόκίίίόνον είίλαμβα­ , ί κ ε νετα αλλάΕἦίἔ::ΟῖΐὲΖΎἶαφεταΕ,ως αποτελεσμοοοοι̃ οτο νο φεοεί είε τίεοαε το έονο ίηεί χόίοη τ στην ανανω ” τ στη λ οίίονονία τα οωτη εθμίι̃νευεταί του γη ης , πθωτοωσθ
δε'"α®δ®®®οοοφώνοίήθο§9
×

η

οίίίθμη
9

ίίαίη σίωπη

ξίὲη̨̃η̨̃οδονήἐ ίίαή της λύπης, να ποοσποοίςουν την ηδονή της δίαλλαγής; Κατοοθώ­
α κ κ × · πλἔἑόι̃υτἐνΰυν απου εἕἐἔίυ̃ κατατδοπο αναλονο με αυτόν του ουμβατίκοό αίσόῇζἶπζοἐν α α εννοωμε "ωαοτἠ την α , μ λ κ κ ανα λολθα οταν "οοίοομε λογο νία το νεο αίσθητίκο; (Ζ) Τί σημαίνεί πέοα από αυτο το νεο αίσθητίκό; Συγκεκοίμένα: πώς θα εόμη­ το π αλσίο τηἑ ποίίὀείας νευσουμε ότί όπωἐ ήδη οίαπίστώσαμε εμφαντίκόί λένεταί ότί αυτό θα είναί

­ πως μποοούν να είναί εκφοαστές της δίαλλανής του λόγου ­
τ

α

­

­
°

_

αἐη̨̃η̨̃έίνη̨̃υη̨̃ἔοί οονοίίονοί οποἶεσονίίε ότί τα λεπτο ίι̃ ίίίί οηίίείαί ακόμη

1Δ._

Βλ_

Νομ 66801­2,

Στο σχετίκό χωοίο (στο ίὁιο, 667‹:1Ο­669ί:›8) σαφέστατα καί οητόί η όόχηοη ουνδέεταί με τη δημίουογία είκόνων· ο δε όοος «όίπείκαοία» (668ο1) θἑλεί, δίό­ όχί οποίωνδή­ λου τυχαία, να συνδέσεί την όοχηση, τη μίμηση με τη δημίουονία της αναφοοόίςουνδε­ αυτής τη σημασία νία τη ζωγοαφίκή· με είκόνων, ποτε ίσ καί ο Αοίστοτέλης (Ποτητ 1447ει18­Β19) . μέσω του όοου λ 1 2 3 Ετίίίτεί σηείβ­­Η ‹‹ὰπείκαζοντες›› (στο ίὁίο, 1447ό19), συνδέεί την όοχηση με τη ζωνοαφίκή.
15.

­

­

­

ένα αίσθητίκό της καθημεοίνότητας του βίου, ή καλυτεοα: ότί η μαθημε ίνότ τα του βίου θα ποέπείνα βίώνεταί ως νέο αίσθητίκό; η Θ Γία να απαντήσουμε στα εοωτήματα αυτα θα ανατοέξουμε κατ° α ίν στον ίδίο τον Πλόίτωνα, γίατί αυτό νομίςουμε ότί μεθοδολογίκόί επίβόίλλεταί©(ἕηΤξ Οτε­ οαίότητα. Ο Κοατυλος (421ε­426α) καί ο Φτληβο; (17ε­18ο), είναί, εν πἑοκἰίίίέ­ νίυ, ίδίαίτεοα δίαφωτίστίκοί. Σε αυτους επίχείοείταί από τον Πλόίτωνα μία παο α­

­

­

­

­

240

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Η ΔΙΑΛΛΑΓΗ ΩΣ ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΟΥ ΤΡΑΓΙΚΟΥ

241

οποία όμως και εξαίοει τη διαφοοά. Έχοντας υπ° όψη μας αυτή την επισήμανση, θά επαναλάβσυμε την εοώτησή μας, και θα δοκιμάσουμε την απά τησή της εκκινώντας από την έκθεση όλων
κατάτη γνώμη του ιδίου μια αντιστοιχία (2 Κ@ατύλ0;, βσλή, εφόσον υπάσχει Φιληβσς) και τελικά μια πσωταοχικἠ ενότητα (Φιληβος) μεταξύ χειοονσμιας, με­ λωδιας, και νοήματος (βλ. ουθμός, αομονία, γοαμματική)· στον Κοατύλσ μάλιστα γίνεται παοαβολή της γλώσσας ποος τη μίμηση, τη μουσική, τη γοαφική, δηλαδή τελικά την εικόνα. (1) Ομιλώντας λοιπόν για αισθητικό της καθημεσινότητας δεν εννοεί σ Πλάτων τη συνεχή εκδήλωση, πασάσταση, του συμβατικού αισθητι­

όσα εγκιβωτίςονται στην ποοαναφεσθείσα επισήμανση. Τι σημαι­ και ως νει λοιπόν ότι κάθε απόκοιση στον άλλο, ή στο άλλο θεμε­ Σημαίνει, υπόκοιση; θα ειναι μια απόκσιση ­ επιθυμία

­,

­

­

­

­

­

κού, με νέο,ηθικά αποδεκτό, πεοιεχόμενο, μέσα στην καθημεοινότηταυπενθυμί­ ζει έμμεσα αυτό που θεωοεί ως δεδομένο, ως θεμελιώδες, και στο οποιο ήδη στο Φιληβσ τόσο εμφαντικά επιμένει: την αντιοτοιχια­ενότητα χειοονομίας, μελωδιας και νοήματος: συνεπώς, νέο πεοιεχόμενο στο χοοό, το τσαγσύδι*, τη μουσική, ση­ μαινει νέο πεοιεχόμενο στο λόγο και την ποάξη. (11) Το ότιο Πλάτων εκλαμβάνει ως δεδομένη την ενότητα αυτή έχει και μια άλλη σημασια, επισης πολύ σημαντική: (α) Ση μαινει ότι αονειταιτο διαχωοισμό τους στον οποιο ποοέβη η κοινωνία εξαι­ τίας της ανάγκης, κάτι που ο ίδιος το αντιμετωπίζει ασνητικά, γιατι «στέγνωσε» από φοστισ φαντασιακό­ηδονικό τον καθημεοινό λόγο και ποάξη (βλ. τους ποε­ σβύτες που χοειάζονται τον οίνο για να λειτουογήσουν στο πλαίσιο του νέου αισθητικού), και δημιούσγησε ως ανάπαυλα του επίπονου βίου την άλλη ζωή του ηδονικού, που έκφοασή του είναιτο συμβατικό φαντασιακούή μη άκοατσυ ποοτοέπει την άοση του διαχωοισμού τους, ότι επισης, (β) Σημαίνει, αισθητικό. τελικά άσση του χωσισμού­διχασμού της ζωής, και φαντασια­ που σημαίνει

από τη γλώσσα αυτή. (Για μία εύστοχη ποαγμάτευση των ποομνημονευθέντων σχετικών χωοίων του Κοατύλσυ καιτου Φιλήβου, βλ. Πρριυετι (1964), 99­101). Έχοντας απαντήσει στα εσωτή ματα πώς αυτή η δυνατότητα εκλαμβάνεται ως δεδομένη (:(β1)), και πώς θα πσέπει να εννοηθεί η αισθητική καθημεοινότητα (:(2)), ειναι απαοαιτητο να σημειώσουμε ότι μία σειοά μελετητών όταν δεν πα­ οέκαμψε αυτά τα ακανθώδη εοωτήματα, αναδιηγήθηκε απλώς την καίσιας σημα­ σίας ποόταση του Πλάτωνα για ένα αισθητικό της καθημεοινότητας, αποσιω­ δυσκολίες εσμη­ ανάλογες ποος την εξαιοετική βαούτητά της πώντας τις και ασκούμενη στη διατύπωση αποσιας όσον αφσσά νείας της (: εοώτημα (2)), το εοώτημα (1β). Όσον αφοοά την αναδιήγηση του συγκεκοιμένσυ χωοίου 8θ3ε1­

­

­

­

­

­

κή­ηδονική επαναφόοτιση του λόγου και της ποάξης. (111) Παοάλληλα,η ποομνημονευθείσα σύνδεση του (ποωτο) αισθητικσύ με το ποο­γλωσσικό στάδιο του ψυχισμσύ, αν συσχετισθεί με τα πσοαναφεοθέντα ((1), (11)), οδηγεί στο συμπέοασμα ότι η γλώσσα της επίπονης καθημεσινότητας, η γλώσσα των γραμμάτων, απσφοοτίςεται από τη δυνατότητά της να εκφοάσει­ ικανοποιήσειτις πσσ­λογικές, εἔω­λογικές δυνάμεις του υμυχισμού, και επομέ­ γινεται ηθικά αποδεκτή ως εκφοαστής της τάξης και του επιτακτικού νως λόγου. Αντίθετα, η γλώσσα της αισθητικής καθημεσινότητας, δηλαδή της ευαι­ σθησίας εκεινης που καθιστά τη γλώσσα των γοαμμάτων, γλώσσα των γοαμμάτων (και) της ασμονίας, γλώσσα των στοιχειων (της φωνής) ποος τα οποία ανταπο­ κσίνεται, με τα οποία (επαν)ευσισκει την ενότητά του σ (σωματικός) ρυθμός των παθών, διακοίνεται χάοη στη δυνατότητά της να εκφσάσει­ικανοποιήσει τις πσσ­ λογικές, εξω­λογικές δυνάμεις του ψυχισμσύ· αυτές όμως θα έχουν διαλλαχθεί με το οοθολογικό­ εννοσύμενσ, πλέον, ως ποάο λόγο, που εκφοάζεταιεπίσης μέσα

­

­

­

­

γιατί κυοιολεκτικά βσιθει από αυτήν η σχετική πσβλ. 69 , η βιβλιογσαφία· όσον αφοοά την αποοία, βλ.Α11όετεο1ι (1966), 101 διεσεύνηση (βλ., στο ίὀισ, 100 ­ 1θ7) δεν καταλήγει ουσιαστικά πουθενά· για ένα ανάλογο αδιέξοδο, βλ. Κλ. Ιωαννίδη (1973), Εσόμο (1947), 150­183, Μουτεο­ χωοίς ουσιαστικό πεοιεχόμενο ροιι1οε (1959), 198­216, 218­226, καθώς και τις επιγοαμματικής μοοφής επισημάνσεις των: .ι̃ειεςετ (1943), 250­251, Κειι1ε (1978), 58, Ιπρριυειι (1964), 78, 80, 85, Εσόεε (1953), 288. Αν και οι απαντήσεις στα ποοαναφεοθέντα εοωτήματα (1β), (2) είναι απα­ ντήσεις απαοαιτητες για τη συγκοότηση μιας απάντησης στο εοώτημα (1α), εν τούτοις χοειάζεται κάτι ακόμη να λεχθεί για να υπάοξει μια σλοκληοωμένη απά­ ντηση στο εοώτημα αυτό· και αυτό που ποέπει να λεχθεί ειναι η επίγνωση του Πλάτωνα (γι° αυτό και η επίθεση στην Πολιτεια) σχετικά με τον τσόπο με τον οποιο, μέσα σε μια καλλιέογεια θεμελιωμένη στο πσοφοσικό λόγο, λειτουσγούσε η ποιηση. Στο πλαίσιο της καλλιέογειας αυτής το άτομο αντί της μελέτης, του για αναστοχασμσύ, της διατύπωσης κοισεων μέσω σσθσλογικών διαδικασιών τεσάστια συνεπώς παοάδειγμα, όσον αφσοά την ηθική ¬, υπόκειτο στη δύναμη του ποιητικού λόγου: η ποάξη του ατόμου ήταν επανάληψη, ανα­παοά­ σταση όσων πεοιέγοαφε σ ποιητικός λόγος που απήγελλε κάποιος άλλος ή το ιδιο το άτομο· κινητσποισύνταν δηλαδή ο ψυχισμός, έτσι ώστε να επιτυγχάνεται ευκο­ και οι μη συνει­ απασαίτητη για την επανάληψη λότεοα η απομνημόνευση δητές δυνάμεις του ψυχισμού, που οδηγούσαν στην έμπσακτη υιοθέτηση των όσων ποόβαλλε ο ποιητικός λόγος. Είναι χασακτηοιστικό ότι η διαδικασία αυτή θεωοήθηκε, και σοθά νομίςσυμε (βλ. όλα όσα αναφέοαμε στη σημ. Ι 342) ως μια διαδικασία «μίμησης», κατά την οποια ο άνθσωπος γινόταν «μουσικός». (Βλ.
2 δε θα δοθούν παοαπομπές,

­

­

­

­

­

­

­

­

­,

Εὶρροτευ (1964), 45­69, ΙἱοΗυΙ1γ (1975), 3­22, αλλά κατ' εξοχήν ΗενεΙοοΙ‹ (1963), 145464 _ κυσίωἔ 159> 9 Οπσνσθ ετττλετθετ μτσ εμπεθτστστωμένη πω̨ινσαφή αντής τηἐ δτσστκσστσἐ _ βλ­ι επτστι̃έι ΘΤΘ ἴὁτθι 160» 159› αντιστοιχα νιοι τονἐ δύο Χασα· κτηοισμούς. Κατά τη γνώμη του ΗενοΙοοΙ‹ επσόκειτο για μία μαγική παιδευτική διαδικασία (στο ιδιο, 159), ένα είδος ύπνωσης (στο ιδιο 190, 155), θεοαπείας (στο ιδιο, 155)· και ο Πλάτων, όπως είδαμε, ομιλεί για ωδή ­ επωδή (βλ. σημ. Ι 381), ενώ, επίσης, παοαβάλλει, κατ' επανάληψη, την τέχνη με όνειοσ, και την εοοτή/ χοόνο του αισθητικού με θεσαπεία (βλ. Νόμ. 653ο­σ). Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, αυτή η διαδικασία συμβαίνει στο πλαίσιο του συμβατικού αισθητικού που λει­ τουογεί μέσα στην καθηιιεσινότητα μια; καλλιέσγειας θεμελιωμένης στην πσοφσ­ σική παοάδοση, στον πσοφοοικό λόγο, και έχει άμεσες, ανακλαστικού, ανα­πα­ οαστατικού τύπου επιπτώσεις στην καθημεοινότητα· συμβαίνει, όμως, και κατά το Χθόνσι κατά τη διαδικασία του συμβατικού αισθητικού φαινομένου, και έχει έμμεσες επιπτώσεις στην καθημεοινότητα της εποχής του που συνιστά μετά­ βαση σε μία άλλη καλλιέογεια· συμβαίνει, επίσης, πάντοτε, κατά τοόπο ανάλογο, στσ λσσνσ τσν νεσνενσσῶ μέσα από μία τέτθτσν ετδσνἐ ετττχστνωντσ με τη μητθτνή χώοα, ώστε να δύναται να ονομασθεί όπως διακοιβώσαμε η επικοινωνία αη̨τή (πσωτο) ωσθηη̨κή· Το συμπέοασμα­απάντηση του Πλάτωνα στο εοώτημα (ιβ), μετά από όλα αυτά, είναι αδιαμφισβήτητο, κατά τον ίδιο: ο ποοφσσικός λόγος όταν έχει τα γνωοίσματα του αισθητικού, όταν καθίσταται αισθητικός, έχει δυνατότητες να ετττσθσσετ στο ήθσ§ των 9ινθΘώΤτων' σντσ σμωἐι δηλαδή το να καθίσταται αισθη­ τικός και να επιδοά στο ήθος των ανθοώπων, μποσεί να συμβεί όχι μόνον κατά το χοόνο του συμβατικού αισθητικού, αλλά και κατά το χοόνο της καθημεοινστητας, όπως η μελέτη τόσο της πεσίπτωσης της καλλιέογειας της θεμελιωμένης στην ποοφοοική παοάδοση αποδεικνύει (βλ. την αναγνώοιση της σημασίας του Ομή­ οσυ, των ομηοικών επών, στην Πολιτεισ) όσο κατά τοόπο ανάλογο και η πε­ οίπτωση των νεογενών· άοα: είναι επιβεβαιωμένο εμπειοικά ότι είναι δυνατό, σνττστστλττ τσσσ νστσ τσ Χθσνσ τηἐ πστδετσἐ των νέωνι όσο και τιατα το ΧΩόν9 τιι̃ἐ παιδείας των νεογενών, μέσω του αισθητικού (και του ποωτοαισθητικού) εννο­ ούμενου ως παοάσταση της διαλλαγής, όχι απλώς να επησεασθείτο ήθος, αλλά να δωβμοσφωθείτο ήθοἔ ωἔ ήθσἔ ὀττσλλσνήἐ­ Θα ποέπει στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι ο Πλάτων είχε δεχθεί την επίδοαση τσν Δάμωνα ναν των Πνθανοθειων ως τισσς τσ θέμα της επήσειας που έχει η μου· σική στο ήθος (βλ. Πολιτ. 4008 με αναφοοά στο Δάμωνα· ποβλ., στο ίδιο, 401σ­

 _
242

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΑΑΜΗΡΗΛΛΗΣ

Η ΔΙΑΛΑΑΓΗ

σε σεινιελιο

τοτ τελτικοτ

243

λιωδώς, μία αποκατάσταση του υπό· μία ομιλία από το βάθος ποος τα έξω, υπό τη ὁύνοιιιη, την επίὁοαση του βάθους, μία απσκατά­

σταση αυτού το οποίο η ενέογεια της από­κοισης απ­έσπασε, δι­ έκοινε, ἔεχωοισε σε: ίδιο, ταυτόν, της καθημεοινότητας και: άλλο,
και αλλού; Ποωταγ. 3261), Τιμ. 47ο­σ, Νόμ. 8ΟΖσ). Ωστόσο, όπως δείχνει ιδιαίτεοα η ανάλυση των Νόμων την οποία επιχεισούμε, η συμβολή του Δάμωνα και των Πυθαγσοείων στη διατύπωση της πλατωνικής θεωοίας για τη μίμηση δεν είναι καθοοιστική στο βαθμό που ισχυοίσθηκε ο ΚσΠετ (1954), 15­36, και οιογότεοα η Ελλἰ. θεμὶρροτ (1963), 201· ο ΕΙεο (1958) συμφωνεί με τον Κοἰὶστ ότι υπάοχει όντως θεμελιώδης επίδοαση του Δάμωνα και των Πυθαγοοείων στον Πλάτωνα όσον αφοοά την επήοεια της μουσικής στην ψυχή, στο ήθος (βλ. για τΟ Δαμωνα ποόχειοα : ΠΚ Β7, 10, 37, και για τους Πυθαγόοειους. Αοιστ. Πολιτ. 1340 ε18­Β19 ειδικά Β18­19, και τα σχόλια του νν.Ι.. Νσννωεο (1902), ΠΙ, 544­ 546), αλλά διαφωνεί ότι ποόκειται για επίδοαση που επηοεάζει­διαμοοφώνει την πλατωνική θεωσία για το ίδιο βαση της δικής τους θεωοίας για τη μίμηση αυτοί δεν είχαν κατά τη γνώμη του θέμα· η διαφωνία του οφείλεται στο ότι ποώτος μία ανέπτυξε που ήταν εκείνος ο Πλάτων θεωοία· συγκοοτήσει μία τέτοια θεωοία για τη μίμηση (βλ. ΕΙεε (1958), 83­ 87, και σημ. 1341). Ο Ατισοτεου (1966), την 74­81› ττστ (1955)› ττσ Ονι̃ἔτνιέλειιθσς, υπσστηοίςει ότι αν και δέχθηκε ο Πλάτων επίδσαση του Δάμωνα, ο ίδιος επέδειξε κσιτικό πνεύμα έναντί του, επέτυχε ισχυ­ ση αυτονομία στα θέματα της μουσικής, και μάλιστα είχε λαμποές ποωτότυπες ιδέες (τις οποίες, δυστυχώς, ο Αιτσστεοο τιἐ ττεστσθτἔετ στσ Χωστσ Νσμ­ 6739995 βλ. (1955), 102)· άσα, θα ποέπεινα παύσει ο Πλάτων να αντιμετωπίςεταιως η ηχώ του Δάμωνα· για τη σχέση Δάμωνα ­ Πλάτωνα, βλ. και Μσιιτεοροιύοε (1959), 187­194, ο οποίος, στη συνέχεια, αναφεοόμενος στο έογο του ΤΙτ. Ιὶὶδοτ, 1.σ ρενεἰτοἰοςἰε ιἰεε εεκτἰιποιιιε (Ρειτἰε: ΑΙοεΗ, 1896), χαοακτησίςει τις σχετικές απόψεις του Πλατωγα για το υπό συζήτηση θέμα (βλ. στο ίδιο, 98­111, 318) ως ίσως απλοί­ η υπογοάμμιση δική μας). Να πες για τη «σύγχοονη επιστήμη» (στο ίδιο, Ζ37 θυμηθούμε πάντως ότι σε σχέση με το συγκεκοιμένο θέμα δεν είχε ποοηγηθεί μό­ νον ο Δάμων αλλά και ο Γ οογίας (βλ. σημ. Ι 381). Ο ποώτος μας ομιλεί για τη σχέ­ ση της μουσικής ποος το ήθος, και ο δεύτεσος ισχυοίςεται ότι σ λόγος δύναται να έχει επίδοαση, καιτην επίδοαση αυτή την ποοσομοιάζει με την επίδοαση της μου­ σικής· αν έτσι έχουν τα ποάγματα, τότε, ποιν τον Πλάτωνα, η θεμελιώδης σύλλη­ ψη της σύγδεσης λογου, μουσικής και ήθους είχε ήδη αναφανεί (βλ. και ννσσἰτ (Ζ1988), 84) Καταληκτικά θα ποέπει να σημειώσουμε ότι έχει μείνει αναπάντητο το εσώ­ ιη μα (1γ); γομιμοποιείται ο Πλάτων από το συμβατικό αισθητικό της εποχής του, την τοαγωδία, συγκεκσιμένα , να διαβεβαιοί ότι την αοχαία ελληνική ποίηση
402σ,

­

­

­

­

­

­

­

­

­

­

­

­

­

­

ο λογος της

διαλλαγής, του οποίου παοακολσυθήσαμε ποοηγουμένως οοισμένες

­

­

τη

ΔΗΜΗΤΡΗΣ

Ν­

ΑΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Η ΔΙΑΑΛΑΓΗ ΩΣ

οεινιελιο τον τΡΑΓιΚοΥ

245

έτεόόν› τόττ ατόθηττττότλ τότ όνετότττότλ τηἔ εόότηἑτ τηἐ μέθηα τη€ μανταἐτ τηἔ ττατότττότηταιῶ ετττλένόνταἔ τό τότό ματ αΐτόθθττττόνταἔ τό αλλα ττατότττν ελένχόόῃ τη μέόόττἐ τόό ετττταόόόντόἔ λόνότ­ Στην ηαθημεότνότηττα μτα§ ττόλττεταἔ τηἐ όταλλανηα αμτό τό άλλο θα ειναι παοόν, αλλά θα εκφοάξεται με τοόπο αισθητικό, αόθενττττα μττόμότττττότ όηλαόη ττότό ότττόἐ ότη μαντατ τη μέθη, την ττατότηότητότ η ότό όμμβαττηό ατόθηττηό18ι όττόμ εττφόαἔετατ ωἐ
αττόηότόη τό ἔελώότόα τό αττέότταόα τό αττέόότψε αττό την εττττ κοάτεια του οοιξοντά της, έτσι και αυτό,το άλλο, αποσπάται (η, το
αττόττότόη­ Πόανματμ όττω§ η όννηθηἔ ηαθημεότνη ετττταηττηη

έλόμν αττόόττότόετλ ἔελααόἴἔετ ιη­ τό έλόμν ἔελωότόετλ ηατ την αττόόόττττετ (εττττότλ τότό§› τό όλόμν α~ττόόόττΡετ)› ετττλόνόνταἔ (η› έχοντας αναγκασθεί να επιλέξει), την επικοάτεια του εαυτού του, την αττηόατετα τη§ αναττταμλαἑ τηἐ αττττόατεταἐ τόμ λόνόμ­ Χόηότ· μοποιούμε, βέβαια, τον όσο απόκοιση στην πεοιπτωση αυτη μόνο ττατ μόνό ντα να όεἴἔόόμττ μόόα από την αττη όόόλόντα­ την ανα­ λόντα των όόό τόόττων ενόόνετν τόη λόνόττ ματ τόμ τταόα τόν λόνόν` ότην ηόανματτττότητα όμόόἔ τό τταόα τόν λόνόν όεν ετνατ αττόττότόη όττωἔ αμτη τόν λόνόττ αλλα μτα αττόττότόη ττόη _ όττω§ ετόαμε _ τταόαλληλυ̃ἑετατ με τό όντετόό ττατ τη μανετα­ Ανττθετατ η αττόττότ­ ση­υπόκοιση της καθημερινότητας της διαλλαγης δεν επαναλαμ­
από τις διἐνατότητές του, μποοει να λειτουογει κατά τἶἶπο ανάλογο) του αυμβα­ τικου αισ ητικου της εποχης του, οτι αυτο που επαγγε εται ειναι μια αντιτεχνη

βάνει τον αυτό τοόπο ενεογειν με το ιδιο της επιτακτικης καθη­ μεοινότητας, καθώς δεν εξοοιξει αυτό το τελευταιο· χοησιμοποιώ­ ντας την οικεια γλώσσα που αφοοά την ποοάσπιση της διαφοοάς, μποοούμε να πούμε ότι ασπάξεται το, αποκοινεται στο, ιδιο της καθημεῳνότηνας ωἔ λόνο σημείων _ που παοαπέμπουν σε σημαινόμενα ως τάξη του λόγου και ως τάξη της πολιτειας, αλλά και εκφοάξει δυσχέοεια ποος αυτό, ση μα της οποιας ειναι η μεταβολή της απόκοισης αυτης σε υπόκοιση. Ώστε λοιπόν το άλλο εμβάλλεται στο ιδιο, και το ιδιο εμβάλλεται στο άλλο· στην πεοι­ πτωση αυτη, για παοάδειγμα, η εκ μέσους τον πλανωννχοὐ φγχο­ σοφούντος υποκειμένου διακηουσσόμενη κινηση ως χοοός της καθημεοινότητας, θα δηλώνει τη χαοά, την ηδονη που ποοσπο­ οίςει η κινηση της καθημεοινότητας· όμως, αυτη η επισημανση δε θα έποεπε να οδηγησει τη σκέψη ποος την κατεύθυνση κάποιου επντακῃχοΰ Ο­υμπεθάσμανος _ «ενοηματος», το οποιο θα διαβε­ βαιωνε ότι η παιδαγωγια θα ειχε επιτύχει στην ποοκειμένη πε­ οιπτωση να χαιοεται ο άνθοωπος (με) το επιπονον του βιου· αυτη η επισημανση ομιλει για την ασφαλη εκεινη ένδειξη ότι θα έχει επιτελεσθει αυτό που ειναι τελικά το ξητσύμενο: η διαλλαγη, η παοάσταση της διαλλαγης λόγου, ηδονης και λύπης (πόνου) μέσα

­,

στην καθημεοννότ­ητατα

ω̨ανωετας

τοαγωδια; Απάντηση στο εοώτημα αυτό θα δοκιμάσουμε να δώσουμε μέσα από τη σημειωση Π 24, που αφοοά τη λειτουογια του λόγου στο πλαισιο της αοχαιας
* Η στενή σχέση τεμγθνδτοὐ ματ κοεοϋ στην μόκμτότητα ενφοαἔόταν και μέσα από την τεχνικη οοολογια για το τοαγσύδι· βλ. σχετικά, το σύντομο αλλά πε­ οιεκτικό άοθοο του ΡΑ. νντὶςητ (1916). 17. Βλ. και τα λημματα «αποκοινω» και «υπο», στο Εκ,ς×Ζἰ.τΙτ­Οτεε|‹ Ζεκἰσοκ,

Αν όλα αυτά λοιπόν δηλώνει το πλατωνικό αισθητικό της καθη μεῳνότητας ω€ μίμηση: τι δηλώνει Ο πλατωννκόα̨ λόγοεμα το ι ι Το [σθ τϋΰό Έ Μχθ 8 Ενό­ ωσθηῃκο Τηε καθη μεωνοτη αςλ α η ηἐ ημ Θ τηταἔ ωἔ μίμηση ετνό­τ _ ντα να ε7ττΥ@άψΟΌμθ ­· Ο λόνΟς για την απόκοιση ­ υπόκοιση του άλλου και του ιδιου· ο λογος για το αισθητικό της καθημεοινότητας, όπως ως εδώ τον παοακολου­ θήσαμε, δεν ομιλεί για το άλλο ω€ αισθηῃκό για να μείνω σε (γω­
19. Το καινοφανές αυτης της αισθητικης καθημεοινότητας για μια πολιτεια ωχεταν να δηλώσει και μόνον ό όοος πολιτική όοχησις (βλ. Νόμ. 815εὶ 2­3), όοος άπαξ απαντώμενος στο πλαισιο του λόγου του πλατωνικού φιλοσοφούντος υπο­ κειμενου (ελ. Αετωε ς1956),ν.1ι2, 142­143, σε σννεςεωση με Η 1).

απ­› (όημ­
18.

Αυτό βέβαια δε σημαινει ότι δεν υπάοχει σε αυτό το τελευταιο υπόκοιση ωἔ τόόττόἐ έττφόαόηἔ” ωότόόα ωἔ ττθόἔ τό θέμα πόμ εἔεταζότμα η όηφόαόη αητη ϋεγ ειναι παοά έκφανση απόκαοηε.

Ι Πλ Ι= 204» ηατ Π›

1873­1875› ανττότότλα­

Ζ­16

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Η ΔΙΑΛΛΑΓ Η ΩΣ ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΟΥ ΤΡΑΠΚΟΥ

­

Ζ­17

τό· ουτε ομιλεί για το ίδιο ως καθημεοινότητα για να μείνει σε αυ­ τό· ομιλεί για το ίδιο και αναφέοεται στο αλλο· ομιλεί για το αλλο και αναφέοεται στο ίδιο. Ο όλος λόγος, για το ίδιο και για το αλλο, συγκοοτεί την αυτή, είναι εντός της αυτής μεταφοοας: της
μεταφοἔλάἔ ΤΟΉ ω̃ίολ) στο άλλο και Έσω ἀλ­λΟΌ σῖο ίδιο” Το ίδιο συζητείται και ο λόγος είναι στοαμμένος στο αλλο· και όταν ο λόγος είναι στοαμμένος στο αλλο, δεν ποόκειται παοα για μία σωἐ ιτ σ ια ΈΟ ίδιο­ Π ωτα ικά λοιπόν Οωτόα̨ Ο λόγΟ§ ΈΟΌ πλω

και, τελικα, της επιθυμίας, του ιμέοου23· η επέγεοση αυτή θα συνυπαοχει με το κοίνειν, αποτελεί ωστόσο ποώτο γνώοισμα της όλης ιδιαίτεοης ευαισθησιαςθ η οποία θα μποοοόσε να εκληφθεί
23. Βλ. ήδη στον Ησίοδο για τη δυνατότητα του αισθητικου ως αοιδής και ως χοοοτ να εττενειοειτον τμεδα «ιμεοωοσαν αοιδην» (Θεον. 104), «χοα›ις... ιμε­

τωνικου φιλοσοφουντος υποκειμενου των Νοιιων για το αισθητικο της καθημεοινότητας, αποπειοαται να διηγηθεί τη νέα σχέση του ιδίου και του άλλου, σχέση την οποία ποόκειτοιι νοι Εκφοάσθι 'ΕΟ αισθητικό τη̃ς κοιθημεοινότητοις γιοι το οποίο Ο λόγος αυτός ομιλεί. Πα©α%ΟχοΌθήσαμε ήδη τη σημασία ­ΕΟΌ αισθητωφοι̃χ τηε μίμη_
9 9 9

η η ηΥ
9

Θ

Ολ

9

9

Θόενταωίστθῶιθι 7­8)­Λέτεταιεπίσηε ότιο<<”Ιμει›0τ›>κατοικείκ0ντά στιεΜ0ϋ­ 6­1)· η μία μαλιστα ονομαζεταιΕοατώ (βλ.,|στο ιδιο, 7δ) και οι δ λλ Ε Τ ., , , , , ­ Ψ α εε ι υτεθἶτη και ω̨ψω̨ἔοθη (βλ τ στο “δω 78 (ἕνῃσἶοιχα) τελος Μίκα γοαφεται οτι ο ηχος της φωνης τους ειναι εοατος, καθως επισης και ο γδουπος
σες (1δλ.,στοιδιο,

θα Τω̨επεβ να θΌμηθΟΉμε _ Το ωσθη_ Ήκό δεν οω̃ζεταλ μόνον ωἔ μ“ίμ°ηση° αλλά και ωἐ εΜασΉἩ'ή20° Η εωώαστωίή ποω̨απέμπελ στο βλέμμα­ το βλέμμα Όπηοετεί τη μίμησηι αποτελεί γνώοισμόι της, καθώς Οιποιλλάσσει το σημείο απο την κυ­ Οωω̨χία τοι) σημαινομένοι̃χ ­ γὁίου, και το χαθγσι̃ά συμβολή _ επο­ 9 ι 9 9 ι 9
ση§ ωἐ υπΟ%©Βση§ ομως

9

_

9

9

των ποδιών τους ιβλ., στο ιδιο, 65 ποβλ. 67 70, αντίστοιχοω̨̃· ο Μι. ννεετ (1966), 179, θεωοεί «μαλλον πεοίεογο» το ότι ο Ησίοδος χοησιμοποιεί αυτό το επίθετο για τα πόδια τους· ωστόσο αοκεί να συνδέσουμε το χαοακτηοισμό αυτό με το ότι ο χοοός επεγείοειτον ίμεοο, γιανα αοθεί οποιαδήποτε σχετική αποοία. 24. Βλ. Νοιι. 812139­ο1 π λ., στ ὁ 67Ο1›1­3: λε ετα θ

­

7

­

·

­,

­ ­ καιπαοαδειγματικα γιατουἔἶροοείἕποίίδείας της αισἔητικήςακΐἔἦμῖἔιιἶίτἶγῖαἑ ­ ότι: «διαφεοὸντως εὐαισθητους δειν γεγονέναι» όσον αφοοα τις παοαστασεις
χ
τ

­ οκβολο τι­Οι ακοη εικονοποιητικό βλέμμα, μποθοὐμε να
9

ΠΟΌ

Το

φέρε­Θ­έ
Ζθ. Βλ. Νόιι. όόδεό­7.

ανω
εκλάβουμε να συν»

της καθημεοινότητας αυτής (βλ., στο ίὁιο, 8/1201­8) . Ποια είναι αυτή η εικονο­ ποιητική επέγεοση της φαντασίας και η συνέγεοση των συναισθηματων, μέσω του λόγου; Η απαντηση στο εοώτημα αυτό θα γίνει ποοσπαθεια να ανιχνευθεί στο

πάθχελ με το λόγΟ› σωωφαίνεταλ με την επέἶ/8007? τηἔ φαντασία€22=

Ζ1. Βλ. και σημ. Π 13. Για την πολυσημία και την «απειοότητα σημειωτικής φόοτισης» του θεατοικοό σημείου ως εικόνας, βλ. και την επιγοαμματική αναφο­ οα του Θ. Γοαμματα (1990), 60. ΖΖ. Για τον όοο επέγεοση, βλ. Νόμ. 657ό7· τόσο για το σχολιασμό του όοου όσο και για το ότι ποόκειται για τη φαντασία, βλ.1.2.3., και επίσης Ίων 535· ποβλ. Ανωνυμου, Πεοίύψους 15: «καλειται μεν γαο κοινῶς φαντασια, παν τὸ ὁπωσουν ἐννόη μα γεννητικὸν λογου παοισταμενον, ήδη δ' ἐπὶ τουτων κεκοατηκε τοἰι̃νομα, ὅταν ἄ λέγεις ὑτϊ ἐνθουσιασιιου̃ και πάθους ὅλέπειν ὸοκῇ ς και ὑπ° ὅψιν τιθῇς τοῖς ἀκοὐουσιτω· βλ., ακόμη, Αοιστ. Ποιητ. 1­15Ο1›3­6 ποβλ. 14501118­19: «η γὰο τῆς τοαγῳδίας δὐναμις και ανευ ὁιγῶνος υ̃ποκοιτων ἐστιν». Γιατη σχέση μίμησης και φαντασίας, από τον Πλατωνα και τον Αοιστοτέλη ως την ελληνιστική φιλοσοφία, βλ. Β. δὼννεὶττετ (193­1).

­

οους του Πλατωιἶα Ζαἕαβολήι̃ του λλδλἶου τηςἴδιτη̨̃ιλλατἔῆἔ ποος αυτόν τοίί συμἕα­ τικου αισθητικου ως τοαγωδίας. Όμως η ανίχνευση μιας απαντησης στο πλαίσιο λειτουογίας του λόγου στην αοχαία ελληνικη τοαγωδία, θα είναι στιγχοόνως και μία απαντηση στο αιωοουμενο εοωτημα (βλ. σημ. ΙΙ 16) κατα πόσον αυτή η ποσ­ αναφεοθείσα παοαβολή είναι δυνατό να ισχυειή όχι. Η σχετική ποαγματευση θα είναι σύντομη, γιατί η αοχαία ελληνική τοαγωδία δεν είναι το θέμα μας· το θέμα μας είναι να διακοιβώσουμε κατα πόσον με αναφοοα σε αυτήν είναι δυνατό να κατανοήσουμε την ευαισθησία και την επέγεοση φαντασίας μέσω του λόγου· και σε σχέση με το θέμα μας αυτό, θα αναφεοθουμε με συντομία σε οοισμένα στοι­ χεία σχετικα με την τοαγωδία. Όπως είναι γνωστό, ο πολιτισμός των αοχαίων Ελλήνων ήταν ακουστικός­ ποοφοοικός· κυοίαοχη θέση σε αυτόν είχε ο ποοφοοικός λόγοςίαλ· και ακοιβώς ο λόγος, κυοίως ¬ αλλα καιη κίνηση, ή η χειοονομία είχε τη δυνατότητα να επε­ γείοει τη φαντασία του ακοοατή­θεατή· με την επέγεοση αυτή, με τη δημιουογία εικόνων (ως­να ειναι­ποαγματικοτήτων) μέσα στο νου του ακοοατή­θεατή, ο θεα­ τής έπαυε να είναι παθητικός αποδέκτης και καθίστατο συμ­μέτοχος του αισθητι­

:,:ιτ,:ιει,τ:0ι:τι::: ει: τιιεεκα

χ

τ

χ

τ

τ

ιιιτιιτετιιιι
χχ
τ

δτ

.

κχχ

­,

248

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Η ΔΙΑΛΛΑΓΗ ΩΣ ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΟΥ ΤΡΑΙἹΚΟΥ

ΖΔ9

ως συνυπόιοχουσα με την αίσθηση του λόγου· στο βλέμμα αφήνεται η διερεύνηση των ιχνών που επεγείοει η φαντασία, διε­
κού φαινομένου(β›. Η παιδεία γενικαω και η αισθητική παιδεία συγκεκοιμένα, όπως αυτές λειτουογούσαν στο πλαίσιο του ακουστικού­ποοφοοικσύ πολιτισμού, έθεταν τα θεμέλια εκείνα που διευκόλυναν αυτήν την επέγεοση μέσω του λόγου. Αυτα ίσχυαν για όλους τους πολίτες­μέλη του ακοοατηοίου εν γένει· οι υποκοιτές, συγκεκοιμένα, και διέθεταν εκ φύσως οοισμένες δυνατότητες και υπέβαλλαν τον εαυτό τους σε εξειδικευμένες ασκήσεις, για να ανταποκοιθούν στις απαιτήσεις τόσο του λόγου της τοαγωδίας ­:γνώση ουθμού και αομονίας του λόγου όσο καιτης κίνησης που αυτή πεοιλόιμβανείδλ Στο εοώτημα πώς ακοιβώς συνέβαινε αυτή η κινητοποίηση της φαντασίας, η απαντηση είναι: με τα κατόιλληλα σχήματα της λέξεως· αυτα οδηγούσαν στην εμφανιση εικόνων στο νου του θεατή, με συμμετοχή όλων των αισθήσεων: τα σχή ματα αυτά αποδίδονταν με τα σχήματα της φωνής· με τη φωνή του ο υποκοιτής συνέθετε τις εικόνες του λόγουω· όσο για την κίνηση που συνόδευε τη φωνή κατα την υπόκοιση, αυτή δεν ήταν ένα διαφοοετικό σχήμα από αυτό της φωνήςω. Η διαπίστωση της σημαντικής θέσης της φωνής συνοδεύεται από την υπόμνηση ότι η φωνή είναι ψὀφος σημαντικός, δηλαδή έχει τη δυνατότητα καθώς εοείδεται και στο σώμα, να καθιστόι το λόγο, τη λέξη­μαζί με την κίνηση, από αποκλειστικό φαινόμενο της ψυχής, φαινόμενο του σώματος, σωματικόίἔ). Θα ποέπει να επιση­ μανθεί ότι τα οχήματα της λέξεως (για παοόιδειγμα: εντολή, ευχή, διήγηση, απει­ λή, εοώτηση, απόκοισηω) δημιουογούσαν έναν απεοιόοιστο ασιθμό συνδυα­ σμών, ποοκειμένου να εκφοόισουν τα συναισθήματα που φσοέας τους ήταν ο λό­ γοςίθ). Τα παοαδείγματα των σχημόιτων της λέξεως, των σχη μόιτων της φωνής, μας δείχνουν όχι μόνον τη σύνδεση μεταξύ επέγεοσης της φαντασίας και ποόσκτησηἐ ευαισθησίας, αλλα και ότι η επέγεοση της πσώτης είναι θεμέλιο ποόσκτησης της δεύτεοης: η εντολή είναι δυνατό να κούβει σογή και παθος, η ευχή να ισοδυναμεί με κατόιοα, η απειλή μποοεί να δηλώνει μία ύβοη η οποία διατυπώνεται με αισθη­ σιασμό, ή στην απειλή μποοεί να ενέχεται οογή. Δεν είναι όμως μόνον τα σχήματα που καθιστούν απτή αυτή την επέγεοση της φαντασίας, αυτή την ποόσκτηση ευαισθησίας: είναι επίσης για παοόιδειγμα : ίἰ) το μέτοο: οι ανόιπαιστοι μποοούν να δηλώνουν λυοική αφήγηση, τα τοοχαίκόι τετοόιμετοα επικείμενη κίνηση· (ἰὶ) ο θόουβος, η κοαυγή: η κοαυγή μποοεί να δηλώνει εκτός των αλλων ατίμωση και απελπισία, όιπελπι επαλήθευση φόβων, θλίψη, θανατσίἰἰἰ) η σιωπή: ενδέχεται αναμεσα στα όιλλα να δηλώνει: μεγαλη λύπη, φόβο, ανελέητη εκδικητικότη­ τα, υπεοβολική χαοόι, υποταγή, αγωνία και συναισθηματική σύγκοουση, κοίση στις ανθοώπινες σχέσεις, μποοεί επίσης να αποτελείόχημα συνειδητής ή αθέλη­

όπως η συναφής μεταφοοόι για αυτόι θέλει να οεύνηση που δηλώσει ¬ δεν είναι αομοδιότητα του λόγου, αλλόι των αισθή­
της πλαστής σήμανσης, μποοεί όμως να μη δηλώνει τίποτε αφεαυτής πασα μόνο σε συνδυασμό με τη διακοπή τηςω. Τέλος, αλλά όχι τελευταίο από αποψη σημα­ σίας, υπόιοχει το ποσσωπείο: ο θεατής καλείται να «δεί» μία σε ιοόι από συναισθη­ ματικές εκδηλώσεις που καθοεφτίςονται όχι στο ποόσωπο του ανθοώπου, αλλόι στο αμετάβλητο ποοσωπείοθαλ. Πέοα όμως από το λόγο,ή μαζί με αυτόν, υπόισχει όπως ποομνημονεύσαμε και η κίνηση, η καθε μοοφής κίνηση, από την απλή χειοονομία, την κίνηση και θέση του κεφαλιου και των μελών του σώματος, ως το τοέξιμο, τη λιποθυμία, το αγκόιλιασμα, το πιάσιμο αντικειμένων, το πλησίασμα: το να βαδίςει κόιποιος εμποός­πίσω μποοεί να εκφοαζει συγχοόνως τις επιταγές της μοίοας, των θεών και της ανθοώπινης δύναμης θελήσεως· ένα βίαιο σποώξιμο, κατω από τη φαινο­ μενική απουσία συγκίνησης, μποοεί να κούβει σταθεοότητα και αποφασιστι­ κότητα, μία κίνηση αποτοαβήγματος μποοεί να σημαίνει φόβο για την αλήθειαθβ). Πέοα από την ποοαναφεσθείσα κίνηση των υποκοιτών, υπήοχε και η κίνηση του χοοού, η όοχηση, η οποία και αυτή εμπίπτει όπως ο λόγος και η κίνηση των υποκοιτών στη μίμηση. Εκείνο που θα ποέπει να επισημανθεί και δείχνει για αλλη μία φοοά ότι το χόισμα αισθητικού και καθημεοινότητας δεν ήταν για τους αοχαίους τόσο μεγόιλο όσο φαίνεται σε μας και αυτό συμβαίνει επειδή ολι­ σθαίνουμε σε αναχοονισμούς , είναι το γεγονός ότι όοχηση μποοούσε να θεω­ οηθείκαιοπσιαδήποτε κίνηση της καθημεοινότητας που ενείχε ουθμό. Θα ποέπει εν ποοκειμένω να σημειώσουμε ένα παοαδειγμα καθημεοινής όοχησης που μας αναφέοει ο Πλόιτων· η επισή μανση­πεοιγοαφή έχει ιδιαίτεοη σημασία και γιατί την κανει ο Πλόιτων και γιατί συνεπικουοεί στην κατανόηση της διαφοοετικής οπτικής των αοχαίων Ελλήνων, η οποία καθιστούσε την ποόταση του ιδίου του Πλόιτωνα για αισθητική καθημεοινότητα λιγότεοο παοόιδοξη από όσο φαίνεται, από πσώτη αποψη, σε μας: ποόκειται για το λόγο και την κίνηση του Ποωταγόοα και των ακοοατών­μαθητών του, η οποία πεσιγοόιφεται με όσους του αισθητικού και ανόιγεται σε αυτόμγ). Παντως, για να επανέλθουμε, στο χώοο της τοαγωδίας, τα οοχηστικόι σχή ματα ήταν απεοιόοιστου αοιθ μού και στόχο είχαν αντίστοιχα την απεοιόοιστη σωματική έκφοαση συναισθημόιτων­επικοινωνία. Οι κινήσεις αυτές γενικα και πέοα από το πλαίσιο της τοαγωδίας, άλλοτε συνόδευαν τοαγού­ δι (χοοικό όισμα) και όιλλοτε όχι (ψιλή όοχησις)‹ω̃): Η κινητοποίηση της φαντασίας, θεμελιώδης ποούπόθεση για την απόκτηση ευαισθησίας, δεν είναι ασχετη με τη συναισθηματική επέγεοση μέσω του λόγου καιτης κίνησης στην τοαγωδία· αλλωστε, αυτό είναι το τέλος της φαντασιακής

­

­,

­

­

­

­

­

­

­

­

­

­

­

­

Ζὅθ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Η ΔΙΑΛΛΑΓ Η ΩΣ ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΟΥ ΤΡΑΓΙΚΟΥ

251

σεων, ή του λόγου ως μεταφοοικού. Η αισθητική εμπειοία της κα­ θημεοινότητας σημαίνει, επομένως, το να βλέπει κάποιος (σ)την
και Έηἑ πθόσκτηϋθί εωισθησίαἐῖ η συν­έΥεΩσΉ ΈΟΌ συναισθἠματοἐ­ μποθοὐσαμε να παθακολολλθῆσουμε σθνοπωίά τΟΉ€ τθόποϋἐ επίΐευἔηἐ Τηἑ συνέγεοσης αυτής, τοόπους οι οποίοι σε πολλές πεοιπτώσεις ταυτίςονται με τους ποοαναφεοθέντες που αφοοούν τη φαντασία και την ευαισθησία.
επέΥεΩΟΉ€

καθημεοινότητα με ένα βλέμμα που δε θα επιτόισσεται από το λόγο, αλλά θα έχει διαλλαχθεί με αυτόν, έτσι ώστε ό,τι ανήκει στο
ποώτη)· την κινητοποίηση του συναισθήματος την επιτυγχάνει η μεταφοοά μέσω του συμβολισμού και της ποοσωποποίησης· κινητοποιούνται έτσι υποσυνείδητες συναισθηματικές αντιδοάσεις που ποοέοχονται από έμφυτα ή επίκτητα ψυχολο­ γικόι χαοακτηοιστικά· παοαδείγματα: η σύγκοιση κάποιου με τη Μέδουσα φόβιξε τον Αθηναίο και του ανακαλούσε στη μνήμη φοικιαστικές ιστοοίες σχετικές με αυτό το όν· η χοήση του φιδιού ή της αοόιχνης από τον Αισχύλο ποοκαλούσε τα­ οοιχή οε όοοος είχαν φοβία για αυτά τα εοπετόιω. Μετά τα ποοαναφεοθέντα σχετικά με την επέγεοση της φαντασίας, την ανά­ δυση ευαισθησίας και τη συνέγεοοη του συναισθή ματος στο πλαίσιο της αοχαίας εχλῃνιχἠἐ τοοιγωοιοιξ, νομίςουμε ότι όχι μόνον έχει απαντηθεί το εοώτημα για το πώς μποοεί να επιτυγχάνεται η επέγεοση της φαντασίας, η ποόσκτηση ευαισθη­ σίας και η συνέγεοοη συναισθημάτων μέσω του λόγου της διαλλαγής, αλλα πα­ οόιλληλοι έχει δοθεί καταφατική απάντηση για τη νομιμότητα παοαβολής του λόγου της οιοιλλαγής ποος το λόγο της τοαγωδίας. Ως το σημείο αυτό παοακολουθούμε συνοπτικά τη θεωοία του Πλάτωνα για την ποωταοχική ενότητα μεταξύ χειοονομίας, μελωδίας και νοήματος, και διακοι­ βώσαμε τι σημαίνει κατ" αυτόν γλώσσα των στοιχείων ποος τα οποία ανταπο­ κοίνεται ο σωματικός ουθμός (βλ. σημ. Π 16). Με μεγάλη συντομία επίσης ανα­ φεοθήκαμε στην παοούσα σημείωση στη λειτουογία του ποοφοοικού λόγου, της φωνής και της κίνησης στο πλαίσιο της αοχαίας ελληνικής τοαγωδίας, για να κατανοήσουμε καλύτεοα την πλατωνική ποόταση για ένα νέο αισθητικό, για μία αισθητική καθημεοινότητα. Μετά από όλα αυτά ένα καταληκτικό εοώτημα απομένει: υπάοχει μία τουλάχιστον αναφοοόιη οποία θα μποοούσε να λειτουογή­ σει ως ένα απλό ποιοόιὁειγμα της οημεοινής αξίας της αισθητικής καθημεοινό­ τητοιξ που ποοτείνει ο Πλάτων; Υπάοχει, ποάγματι, μία 'πεοιγοαφή ο οοίξοντας λόγου της οποίας εμφανί­ ξεται να πεοιέχει σημεία που θα μποοούσαν να συγκοοτήσουν το ποομνημο­ νευθέν παοόιδειγμα· ποιν ωστόσο τα εκθέσουμε, θα ποέπει, για άλλη μία φοοά, να υπενθυμίσουμε ότι όσο ελκυστική καθίσταται η ανεύοεση ομοιοτήτων, τόσο και αποοσδιόοιστα πεοισσότεοο ποοσεκτικοί ποέπεινα είμαστε για το πλαίσιο στο οποίο ανήκει αφενός αυτό που από μία οοισμένη έποψη θα μποοούσε να ονομασθεί «αισθητικό της καθημεοινότητας», και αφετέοου ο οοίξοντας λόγου που εγγενώς συνδέεται με το «αισθητικό» αυτό και για τον οποίο αμέσως στη συνέχεια θα ομιλήσουμε: πέοα από τις καταληκτικές επισημάνσεις της οημ. Ι 340, υπαοχει και μια ποόσθετη, που αναφέοεται σε μια ὀιαφοοα: ειδαμε ότι το αισθη­

θα

­

­

0) Ο αίωϋσῃκόέ Τθόποἐῖ (ἰγ) η μουσικη, το τοαγούδι, επηοεόιξουν την ψυχή Μαι ΟδηΥΘὐν σε ΘΌναισθΉμΟιτι%ή φόθτιση' Ο Θόθϋβθἐ (άναθθθη %ΩαΉΥἠ, έναθθθη
κοαυγή­επιφώνη μα) μποοεί να επιτύχει το ίδιο με πιο ποωτόγονο τοόπο απ® ό,τι η μουσική· επίσης, η απουσία ήχου, η σιωπή, μποοεί να εκφοάξει και άοα να ποοξενεί στους αποδέκτες της συναισθηματικές αντιδοόισεις. (12) Οι λέξεις δεν έχουν μόνον το σημαντικό στοιχείο που μποοεί αφί εαυτού να ποοξενεί συναισθήματα, αλλά και το μουσικό (ουθμός­μέτοο, χοοιά, χοωμα­ τισμός): οι φωνητικές διαφοοές μεταξύ οδοντικών, χειλικών (για παοάδειγμα, η χοήση του π και του τ στο «πτύσας» καθιστά ξωντανή την απωθητική αυτή ποάξη), οι φωνητικές διαφοοές ανοικτών, κλειστών· οι διαφοοές τονισμού που, ως γνω­ στό, ανάκλασή τους αποτελούν οι τόνοι: οξεία, βαοεία, πεοισπωμένη (για παοόι· δειγμα, μία διαδοχή από τοείς πεοισπωμένες μποοεί να δηλώνει μελαγχολία): η ταχύτητα εκφοοάς, η ένταση, η ποιότητα φωνής (για παοάδειγμα: βοαχνάδα, λα­

­

­

Χάνιασμοθ­ (ὶἰ) Ο οπτικός τοόπος συναισθηματικής κινητοποίησης: κινήσεις του σώμα­ τος, χειοονομίες, και άλλες εκδηλώσεις που οι θεατές είτε όντως τις έβλεπαν να

παοιστάνονται, ή τις «έβλεπαν» με τη φαντασία τους καθώς αντίκουξαν το ποο­
Θωπείθ­
(Πλ) Ο λϋίτἰχύἔ τθόποἐ σὉναλσθημαΈΜή§ επέγεθσηἔ λεἔνλόγλο ΜΗ Ήφολοτ γικά σχήματα: η επιλογή λεξιλογίου (για παοάδειγμα: χαοά, αγλαία: θεομότητα χαοάς, ακτινοβολία χαοάς, αντίστοιχα), οι σύνθετες λέξεις, η ευοεία χοήση επιθέ­

­

­,

των, η επανάληψη λέξεων

­

ή στίχων· η μη ολοκλήοωση της φοόισης (απο­

σλώπησιἐλ Ή δλατάθαἔλι̃ τηἐ σὐνταἔηἐ (αναχόλοϋθοί ασὐνδετολ ή ΤΘ σχήμα αντι· λαβής (:όλα αυτά με στόχο την έκφοαση έντονων συναισθημάτων και τη μετάδοοή

τους): ο πλεονασμός/ταυτολογία, η υπεοβολή, η παοονομασία, το οξύμωοο
(ίδηλώνελ νοθωίή σύγχυσλυ "αλ σϋλνά ση̨ναλσθηματῃίη̃ ὁλαταθαλήλ θ αλλλι̃γοθία (:νοηματική αμφισημία που ποοκαλεί ταοαχή στον ακοοατή, καθώἐ Υνωθἴἐει και τα δύο νοήματα). (ἰν). Συναισθηματική επέγεοση μέσω του θέματος, της ὁομής, της ειοωνειας,
η

­

­

χω 'ΠΕ Χθήσηἐ σληθάτων λόυ̃ίθϋ θεμελιωμένωκ στην εικόνα· τέτοια σχή ματα είναι υετσφσοά, η πσοσιισίωση (: ασθενέστεοα τα αποτελέσματα της σε σχέση με την

252

ΔΗΜΗΤΡΗΣ

Ν­

ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Η ΔΙΑΛΛΑΓΗ ΩΣ ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΟΥ ΤΡΑΓΙΚΟΥ

253

χώρο που απλώνεται το βλέμμα, θα εμφανίξει την εικόνα του στο βλέμμα, θα αποτελεί περιεχόμενο της προαναφερθείσας ευαισθη­
τικό της καθημερινότητας είναι σήμα αρσης του διχασμού της ξωής σε ίδιο και αλλο, ενώ ο λόγος της ψυχαναλυσης γιατί περί αυτού πρόκειται θεωρεί δεδομένο, υπηρετεί το, λειτουργεί στο, πλαίσιο αυτού του διχασμού ως χρόνου η̨̃ασθαμηαίτστλ χαθημερινότητας και χρόνου ψυχαναλυτικού, Ωστόσο, μετα την ειδοποίηση θα πρέπει, για λόγους δικαιοσύνης, να επακο­

σταέ” α”στσ› ετταναλααβανστητα σε θα σημαίνει παρα διαλλαγή με τσ λσνστ σ σττστσἐ ωέ ττεταφσσστ θα ττεταωσσετ λστττττται θα στττλετ
σενντσετἐ αστέἑι ὀτνσσν ένα σετνττα τη§ εττσστηταἔ τσν ωασττατσἔ τνεσνετων ττσν ετνατ σννατσ να ττεστλαττβανσντατ στσττἐ σθσττέτ Χσσσα ττσνστττη­ σθαττα _ βλ­7 λασατττηστσττττα­ Β­ Κσττττ Υσττ 0984)­ 111426­ ντα τη ττσνστττη­ Ἑτστ­ σσνττεν­στ­ μένα, για την κίνηση του σώματος σε σχέση με την διανοια και το συναίσθημα, βλ.

­

­

λουθήσει η έκθεση των σημείων στα οποία η ειδοποίηση αναφερόταν. Υπαρχει λοιπόν μία διήγηση για το λόγο της ψυχαναλυσης· σύμφωνα με τη συγκεκριμένη διήγηση, ο λόγος αυτός είναι ένας φαντασιακός λόγος που παίςεται δραματουρ­ γικα· μέσα από αυτόν αναδύεται μία σημαινότητα, που περιλαμβανει τρία είδη παραστασεων: παραστασεις λέξεων, παραστασεις πραγματων, οημειωτικές πα­ ραστασεις· αν τα δύο πρώτα συγγενεύουν με το γλωσσικό σημαίνον και το σημαι­ νόμενο, τι δηλώνει το τρίτο είδος; Πληροφορούμαστε ότι δηλώνει το ανοιγμα προς τις προ­γλωσσικές αποτυπώσεις, που ονομαζονται σημειωτικές από την ελληνική λέξη σημείο, η οποία δηλώνει το ίχνος· αυτή η τρισσή σύλληψη της ση­ μαινότητας επιτρέπει παντοτε κατα την ίδια διήγηση να καταλαβουμε το πώς ο λόγος μπορεί να μην είναι αποκομμένος από το σώμα. Ώστε· πέρα από τις λέἔειἔ μας αγ σημασία ­[ααα Ο αναχαααός χόγαἐ χαμβανεγ Ήπτ όψη τοα το ση. μειωτικό υλικό, παραδείγματα του οποίου είναι ο τόνος της φωνής, η κραυγή, η σιωπή, το γέλιο, το δακρυ. Μετα από αυτές τις διευκρινήσεις, μπορούμε να επι­ στρέψουμε στην αρχική δήλωση ότι ο ψυχαναλυτικός λόγος είναι ένας φαντα­ σιακός λόγος που δραματσυργικα παίςεται, για να δούμε καλύτερα τη λειτουργία­ δραματουργία αυτού του φαντασιακού λόγου: (ὶ) κατα την ανέλιξη του λόγου αυτού προτεραιότητα σημασίας δεν έχει η αλήθεια του, αλλα η εκφορα του συχνα ¬ ως αυταπατη, φαντασίωση (Η) μία από τις λειτουργίες του αναλυτή είναι ακριβώς να επιτύχει αυτή την αφύπνιση του εικονικού­φαντασιακού· (ἰϋ) ανα­ λυτής και αναλυόμενος θα μπορούσαν να παραβληθούν με ηθοποιούς­ φορείς προσωπείων (ἰν) η φαντασιακή διευθέτηση της δραματουργίας της ψυχαναλυσης, ζωντανεύει, αναβιώνει μία μνήμη που έχει παγώσειτττ). Ὁμως αναφορα­παραδειγμα της σημερινής αξίας της αισθητικής καθημερι­ νότητας δεν είναι μόνον η προηγουμένως εκτεθείσα· υπαρχουν και αλλες προσεγ­ γίσεις που ομιλούν για την παιδεία πραγματωσης του αισθητικού στην καθημερι­ νότητα, με απώτερο στόχο μεταξύ των αλλων τη βελτίωση της ψυχικής υγείας, της εκφραστικής δυνατότητας και της φαντασιακής ικανότητας, της επι­ κοινωνίας, την αρση της έντασης των αντιθέσεων μέσα στην κοινωνία. Θα πρέπει να σημειωθεί ότισι πρακτικές δραστηριότητες στις οποίες αναφέρονταιοι προ­

_ ενὀετττττττα _ Β· στσσσττηἐ 0984)­ ττνστωἔ 35 _ 57” ντα τσ Χσσσ σε σχέση ττε τσ σννατσθηττω βλ­ _ ττσσλετσα _ Β­ ννσττσττ (198Δ·σ)­ ττττστωἔ 87­89” ντα τη στητβσλη τηέ ττσνστττηἐ στη στεσσττνση τηἔ στττττστνωντα§ ττατ την τττνητσττστηση τηἔ φαντα­ σταἐ­ βλ­ _ ντα ττασαδετνττα _ Β­ Κσττττ Υσττ (198Δ)› ττττστωἔ 10σ·110' ττατ› τέλσἐγ ντα τη σητταστα τσττ σσαττατσ§ στην εντσνσττστηση τηἔ ωαντασταἐτ βλ­ _ τναεττττττ να _ Β­ νναττσττ (198Δια)­ 131433­ (α) Γτα τσν ττλσύτσ τση ττσσωσστττσττ λσνσν ττατ τα αναλσνα ττέσδη στην
επτττστνωντω βλ­ Ο­ ΤΗΡΠΠ (1988)› 4­5­ττατ › βέβατα­ Φατσθ­ 274στ277σ­ (β) Βλ· Τ­ Λτνναὁη 0988)­ 1404413 147­148 _ ττσβλ­ τατδ 172­ Ο Ρ­τα δτττστστ (1945) στττλττντα τη θεωσσνττενη εν ττέσσσἐ τσν ττστητη _ ττατ ασα τσσ ωτσττσττη _ ωἐ σεσσττένη τττνητσττστηση τηἐ ωαντασταἐ τσττ θεατη­ ττσσνετττένσττ να σσλλαβεττα

­

­

σττνατσθηττατα των ησωων (ντα ττασασετνττατστ βλ­› στα τστα 392­396) Ο Ε­ Ναυ­ ετεατ «ννοττ υηα Οεεεηεδευ ἰη ΑὶεοΙτγΙοε Αςειιηειυυο11››,Ηετπιεε 64 (1929), 243­
265­ νττσστηστἔττ ττωἐ «στσ σαητσντττσ ττσσττσ τηἐ Οθέστεταέ­­­7 η λέἔη ένα 1­ττα τταντνη σνναττη” σττνλσσνωἐ αττστταλστττετ τη φαση τνσ§ ττσανττατσἐ (ατττη ετνατ ετ­ σττταη σσναττη των σνσττατωνλ ττατ› σταν τττωεσθετ­ ττττσθετνα νανετ να ατφαντσθετ ένα ττθανττα να τσ αατασττἶσα παθσν­ Ο λσνσῶ σανεπώῶ ττνατ ατα ττσθφτἶ σθασηῶ
σττωἐ στητβατνττ τττ ττἔ ττατασεἔ η ττ§ τττλέἐ­» (ττσσττεττατ ντα την ττασσνσταση τσσ ασθσσττ αττσ τσν δν­Ο Τττατωσσττ 0985)­ 225 _ η νττσνσαττατση ὀτττη ττα€)­

­

­

­

80, 123­124· ΤειρΠη (1988), 31, 152, 161­165, 171­173, 179­181, 184­186, 190­191,
248­

(ν) Βλ­ Ησνστσστς 0963)­ 145464­ (9) Βλ­ Λτνναση 0988)­ 81­82” σ ΤσΡττΠ 0988)­ 6» Χασατττησἴἐετ τσ αττθσατηστστθεατέἑ των νττσττσττων «εηατσθητσ»­ (ε) Βλ­ Λτνναση (1988)›77_78­ (στ) Βλ­ Λτνναση (1988)› 77­ (ζ) Βλ­ Λτνναση (1988)­72 (η) Βλ­ Αστστ­ Πστητ­ 1456 91142­ (Θ) Βλ­ Λτνναση (1988)› 78­ (τ) Βλ­ ντα σσνττεττστττένα πασασετνττατα απσ τσανωστεἔτ Λτνναση 0988)­ 78­

(τα) Βλ­› ντα ττασασττνμα­ Λτνναδη 0988)­ 172·

254

για τα ίχνη: ο λόγος λοιπόν δε θα επιτάσσει το βλέμμα να βλέπει
συμφωνα με την τάξη του ή στην ανάπαυλα της τάξης του· ο λόγος της ανάγκης θα διαλλάοοεται με τ0 βλέμμα τηε επιθομι/α§25' σμμτ βολή του λεκτικοὐ και τ0υ μη λεκτικθὐ, Όπθδεινμοιτικη Τιοιοοιστοιση διαλλαγής ανάμεσα στο λεκτικό και το μη λεκτικό, θα αποτελεί η
μεταφοθόμο­

Η
ςιβ) ελ.
(υγ)
Ρ Ιἶθωταμ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

1­1

ΔΙΑΛΛΑΓ Η ΩΣ ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΟΥ ΤΡΑΓΙΚΟΥ

255

Έχοντας ομιλήσει κάπως πιο διεξοδικά για τη μίμηση ως υπόκοιση και για το εικονοποιητικό βλέμμα, έχουμε ίσως φωτίσει
ντας στον Φοόυντ) για ίχνη, στο ίδιο πλαίσιο με το φιλσσοφούν υποκείμενο· δηλα­ δη, αναφέοεται στη μτμηοητη χειοονομία, την οπτική σκεψη. Τι σημαίνει όμως η μεταφοοά αυτή; Σημαίνει ότι όπως ο σκύλος ανακαλύπτει τα ιχνη με την οσφοηση, ετσι και ανθοώπινος­φιλοσοφικός ο λόγος θα ποέπει (βλ. «διεοευνητέον» Νόμ. 654ε4) να παοαχωοήσει ποοτεοαιότητα στην όοαση, για να ανακαλύψει τα ίκνη τον αφοεοϋν το αντικειμενο ὀιεεεὐνησηε τον, κάτι τον όμως 1·ινΟ.@μ.ΟνίζεΈ(χι με Τις α̃παἰτη̃σδἰς ΤΟΉ ίχνι̃ῖικειμενθτὰ ὀιΕ@εΌν”ησ”η€ 'ΕΟ Οπθιθ ειναι 1] εικόνα· συμπεοαίνουμε: η εικόνα δια­θέτει ίχνη, και κατάλληλη για την ανίχνευ­ ση των ιχνών, των εν­διάθετων ιχνών της εικόνας, των ιχνών που αφήνει η εικόνα, είναι η όοαση, το βλέμμα. Θα ποέπει να ποοσέζουμε: αυτή η υποχώσηση της επικοάτειας του λόγου, η άφεση ποοτεοαιότητας στο βλέμμα­που θα συνοδεύεται από το λόγο, εκφοάζεται στο επιῦτεὸο του λόγου με μία μεταφοοα (που διηγηθη­ καμε ττοοηνονμενιοἐλ Ακτη η σύμτττωσηι ακτη η εκφοαση τηἐ οιαλλανηἐ τον λο· νον με το/βλεμμα μἶοοι απο μια μεταφσοόι ·δε σημαινει ομως ότι, αντιοτοοφωἐι η μεταεΡοοα› νιοι τον ιοιο το λονο τομ ττλατωνικον φιλοσοφομντοἐ νττοκειμενομι ει· ναι αυτη ταυτη η συμβολη του λεκτικου με το μη λεκτικο στοιχείο; Πσοχωοούμε στη συνέχεια, ποος επίοοωση και επέκταση των ποοαναφεο­ θεντων, στην καταγοαφη οοισμενων σημαντικών σημειων ανέλιξης του λόγου του ττλατωνικοο εοιλοοοφομντοἐ νκοκειμενονι στο οττοια εκφοαἔεται ακτη η μετοχώ­ Ωηοη τηἐ εττικοατειοιἔ τον λονομι αντη η οιαλλανη με την σοασηι με το βλέμμα: (ι) Γο βλεμμα κατοοθώνει να εχει την ττοοτεοαιοτητα σε σχεση με τον (εττιτακτικο) λογο και αμεσως στη συνεχεια να διαλλαγει με αυτον, οχι τυχαια: αυτό συμβαίνει καθώἐ το βλεμμα σολλαμβανει την εικονα τηἐ σνννενειαἐ μιαέ οιαφεοομένηἔ (βλ­ Νομ. 627ι›6­628ε1), που διακοιβωσαμε στι θα είναι ποωταοχική για τη θεμελίωση ενος οχι οποιουδηποτε λόγου, αλλά του λόγου της διαλλαγης, ο οποίος εκφοάζει τη μεοιμνα ποσάσπισης της ὸιαφοοας σε όλα τα επίπεδα. (ἰἰ) Ο λόγος αφήνει κατ, αοχην την ττοοτεοαιοτητα στο βλεμμα _ και ακολονθωἑ οιαλλασσετοιι με ακτο _ με το βλεμμα κοο αποτελει τον οημιομονο μιοιἐ οχετικηἐ με το αντικειμενο τον λογου εικονας, όταν σ ίδιος θέλει να αναφεοθεί στη σχέση του ιδίου με το άλλο, με την εττιθνμιαι με την τταοονσια­αττονστα ιοἐ ηοονη (βλ¬ στο [οτα 64αο1_ο45εΖ)› 9 9 9 και αμτο _ και καλι _ οχι τυχαια: εφοσον φοοεοιἐ τηἔ εττιθνμιοιἐ _ οτιωέ ειοαμε _ ειναι η εικοναι μεσα αττσ μια εικονοομετοιεμοοα τταοαοεχεται ο λονοἔ οτι μκοοει να αντακοκοιθει καλντεοα ττοο§ το αντικείμενο αναφοοαἐ ττοο ειναι η ττοοαστιιση τον άλλου τον ιοιομ ιοἑ εκιθνμια€**› οηλαοη τηέ οιαφοοαἑ στο ψνχο­ . , .. , λονικο κεοισ Σε σχεση με το (Π) θα ττοεκεινα σημειώσονμε στι ο λσνοἐ οιμεσεοἔ
3

τε

με ςωεε), 24, 94­95, 98, 101­102, ιοε­109, 117­ιτε.

(ιὸ) Βλ. Λιγνάδη (1988), 178­181, Τερμα (1988), 19­20. (ιε) Βλ., αντίστοιχα, για (1), (ΙΙΙ), (ΙΙΖ), (ὶἰὶ), (ιν), νν.Β. Ξτειτιίοτο (1983), 49­62,

63­75,76­90,91­105,106­121. (ΕΟΤ) Βλ' Νόμ­ 666Ό7.

(ιζ) Βλ_ τη σχετική πσαγμσιτευοη της Ι. Κτὶετενει (1988), κυοίως, 38­41, 56­58, και τη ν Εισαγωγή της μεταφοάστοιας Ε. Μελοπούλου, στο ιοιο, 25· πσβλ. τη διήγησή της ποσς όσα έχουμε εκθέσει στο 1.2.3. για τη σημασία και τις ιδιό­ τ η τε έ τ ηἐ πα ο αστασης της διαλλαγης καθώς και για τις θεμελιώδεις ποσυποθέσεις
60­61
7

Έ

δημιουογίας­ανάδυσής της στον άνθσωπο, μέσα στο πλαίσιο της νέας παιδείας, παιδεία τ ωσθηῃκῆς .ωθημεογνότητοη̨ ηἐ § ηἔ Μετά από όλα όσα έχουν λεχθεί σχετικά, διόλου δεν ξενΰςει ότι, όπως έχει το αναφέοει η επισημάνει ο Α. (ὶτεεο (Πκ σει! εκ που [Ρετὶα Μἰμυὶτ,1969], 11 Α. Πσταμιάνου (1983), 260), ο Φοόυντ από όλα τα λογοτεχνικά είδη ενδιαφεοό­ όπως σημειώνει η ταν πε ο ισσότε ο ο για το θέατοσ· και αυτό όχι μόνο γιατί Ποταμιόινοιι (1983), 260 _ υπεισέοχονται σε αυτό στοιχεία από τη «σκηνή» του αντιστοόφως κατά την αναλυτική διαδικασία α συνειδ η ”του , αλλά και γιατί ενεογοποιούνται στοιχεία της σκηνής του θεάτοου. 25_ Για τη συγκεκοιμένη αυτή διαλλαγή ανάγκης­επιθυμίας, βλ. όσα λέ­ Ολούθω γα νέατ 0, ωδω τι ν τη ο γ νονται οκ πλατωνικού φιλοσοφούντος υποκειμένου, συγχοόνως με την Ο λόγος του 26. αναγνώοιση της σημασίας της ύπασξης κοιτηοίων για τη μιμηση, την εικόνα, την παοασταση αντικείμενο που (όπως επιλογικά αναγνωοίςει) εκ της φύσεως του

­

­

­

­

­

για το ίδιο το φιλοσοφούν υποκείμενο , καταφεύγει στη παο συσιάζει δυσκολίες μεταφοοα (: Νόμ. 65403­4)· θα είναι όπως είναι ένας σκύλος που ανακαλύπτει ί ( ν ια πα ο ε μφ εοή πλατωνικά χωοία βλ Ρ Εουὶε (1945) 53­54 214­215)·γιατη ιχνη σημασία των ιχνών που αναφέοει το πλατωνικό φιλοσοφούν υποκείμενο, μόλις για τη μμιηση και τη δημιουογία εικόνων, πσβλ ' Νικολαίδη πο ιν να ο μ ιλ”σει η και αυτό είναιτο ενδιαφέοον ομιλεί (παοαπέμπα (1986), 85· αυτός, επίσης
¬

­

­

9

1

·

·

>

=

­

­

9

256

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Η ΔΙΑΛΛΑΓΗ ΩΣ ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΟΥ ΤΡΑΠΚΟΥ

257

ωχύγεοα τη δγαχχαγή. Όμωε η ὀγαχχαγή, η επίτωἔη τηε δω­χχ_ χαγήςς είχε εξ αθχής εἔαγγεχθεί ωε η %ατ> εἔοχήν μέσγμνα εκείνηα̨
·

ι , α α ι ι στη συνεχεια διαβεβαιωνει οτι καθως αφηνει την εικονα να αναδυθεί

και τη διαλλασσόμενος κατ' αυτόν τον τοόπο με ομιλώνιας για αυτήν συνοδεύει αυτήν, μυθολογείκαι δεν αληθεύει (βλ.,οτο ιδιο, 6Δ5ο1­2)· όταν δε, επανεοχόμενος στη οχεοη του αυτή με το βλεμμα, Θα ιοχυοιοθει αλλου ιβλ., στο ιοιο, 804ι›3­9) οτι διαλλασσόμενος με την ίδια εικόνα του βλέμματος συμ­μετέχει στην αλήθεια, πσοκειται τελικα για τη δυνατοτητα συμμετοχης του λογου στο νεο αισθητικο, δηλαδη στην ποοασπιοη της διαφοοας η: του αλλου του ιδιου, πσοκειται για την οοθή παοόισταση της διαλλαγής του λόγου με το αλλο (:σημαντικα δείγματα του οποίου και εγγενώς συνδεδεμένα μεταξύ τους είναι το βλέμμα καιη επιθυμία). Αν όλα αυτα είναι σημαντικές επιμέοους ενδείςεις, δήλωμα σε γενικότεσο πλαίσιο αυ­

της έκφανσης της δικαιοσύνης που ταπλατωνικό φιλοσσφούν υποκειμενο καθοσισε οτι εχει τη μεγαλυτεση αξια στην κλίμακα των αξιών· η ως το σημείο αυτό πσαγματευση της διαλλαγής , επιτοέπει έστω κι αν δεν είναι ολοκληοωμένη ακόμη

­

­

­ ­

­,

ωσι̃ῖοσο ”” να αναφεοςωμε Οονσμενα γνωονσματα που θα εχει η με ανῖήν Οιινυφασμένη αντίληψη για τη δικαιΟαὐνηΣ η αισθητική καθημεοινότητα είναι η παοόισταση της διαλλαγής και, σε ηθική γλώσσα) τηἐ σωωωσσυ̃νηἔ: πσσκεπω γγα μία δικαιοσύνη πσσ θα ταΌτό_ ετέθου μέσα μποεωυ̃σε να Οῳσθεί ωἔ Το ὀίπωο
ποοκεῃῖαβ για την αοση "ιο αδῃωαο ωο δωαὁοχηο [δω _ αλλο. και γνα να οοηνἠοοομε το λογο σε συμπλοκή τηἔ ηονχήἔ καν Τηἔ αν σθητικῆς γλώσσας, Τιοόκειται για τΟ δίκαι0 τΟυ νέΟυ αισθητικΟΰ, για το δικαίωμα του ώιαφεοόντως... εύαισθήτους γεγονέναι». Ωστόσο, η δικαιοσυνη είναι η έννοια εκείνη που απτεται τόσο ι / α / ι | ΈΟΌ χωα̨ἶη̨ςτηε ηθωίηἐ Οσο "ΟΡ ἘΟὉ χωοοι̃) ΈΟΡ νδἶμοθετεδνδ ηδη στον Πολ!­"κο ολο) αναννωονσθεν ΟΤΕ ΉΧΤ7 εξθχην ε%φ@αΟη̃ τΟυ επιτα­ %ι̃ῖι%Οι̃ἶ λόνΟυ ειναι όχι μόνον τη ηθική αλλα και τΟ νομόθετείνῃ στους Νόμους, όπως διαπιστώσαμε, η επιτακτικότητα της ηθικής γίνεται αντικείμενο ποαγμόιτευσης, ενώ παοαλληλα 3ι@Οτ8ίν8°Εαι μία ηθωώή η οποία θα είναι εναΩμΟ\/Βσμένη με την απΟΌσία εππω
, , , , | Ή­ΕΜΟτητα§°με τη δναλλαγη­ και το νομοθετειν; πως αντνμει̃ῖωπν­ ζετοο οωτο οτο ίονο έονοΖ8δ Εἔονγέλλοντοἕ την ποοοπτνκή μναἔ πιο
,

,

,

|

,

,

οι̃ε οκ οτοοηἐ τον λονοο την οποία ποοινοάφοοιιο είνοι

τι

οποχώοηου οιἐ οποί·

τησής του ἶω "υοαοἶίαι η οποία ἶἕἶδηλωνἶταν με την παοωἐσία αντοΰ τον οίον ωο ό ου οτι παύσει του· εσ ι εκ α ςτου τητηςταυτστητας και τοπο η παδι̃δΐδία της μίμησης, που δῖι̃η̨λώνὲ ἶιη̨̃ρενἔἕτηονὶ συν­πῖη̨οοιἶσία έλλειψης τἶιυτό­ τητας και την πασουσία αναφοοας σε μία ταυτότητα, και αφετέοου τη συν­παοου­ σίατων σωματικών ιχνών πασαλληλα με την παοουσία της κοίσης, αποτελείτο σήμα
οιντήε τη: νποκώστοηει οιντιι̃ε τη; δισλλοιγήτ τον λόγον με το άλλο· και όλα αντὀι νομίςουμε ότι θέλεινα σημανειο εμφαντικός αυτοχασακτησισμός του όλου", λόγου του πλατωνικού φιλοσοφουντος υποκειμενου ως μυθολογιας (βλ., στο ιδιο, 75Ζει1­ όπως θα δούμε στη 2)· μαλιστα, η μυθολογία αυτή δημιουογεί ένα μύθο, ο οποίος δεν παοαμένει αδιευκοίνιστος αλλά εντάσσεται στην κατηγοοία του συνέχεια τσαγικού, αποτελώντας μία αισθητικά αντισυμβατική τσαγωδία. * Η μεταφοοοι οχι μονον εκφοαςειτη διαλλαγη του λογου με το βλεμμα, αλλα

­

­

­

­

ιιοο τη διοιλλοοιιι̃ τον λογου ποοε την επιοομίοο οιοιλλοαιι̃ ιι οιιοίοι θα ιιποοοοοο νο

πεογοαφε" ωε ὁἔαΐηοηοη μας αποσωσηἐ μεταἔ” "λε σνντηολσηο της ""'η""Ο“ Φ. Καοα­ πσόχειοα τητας της επιθυμιας και της πσαγματοποίησής της (βλ.

πάνω Α. Ποταμωάνω) 0983» 60

­

­

Ο λόγος ωε ειμονοι­μεταφοοοι μποοει να ανταποκοιθει καλυτεοοι ιιοος το αντικειμενό του που ειναι η επιθυμια, γιατί όπως έχει παοατησηθεί σχετικα με τη και μαλιστα στο πλαίσιο της ελληνικής μεταφοοα (η οποία ενέχει την εικόνα) αυτή έχει τη δυνατότητα έκφοασης της επι­ κουλτούσας, του ελληνικου λόγου θυμιοις, της ατομικής και συλλογικής φαντασιασης, στο λεκτικό επίπεδο· επιτοέ­ πει την ελεύθεση οοή του συναισθήματος. (βλ. Φ. Κασαπανου, Α. Ποταμιανου

τι

­,

­

­­­ο­πμ
27­ Βλ­ 28­

διεξοδικής απαντησης για τη συνέχεια, αοκούμαστε πσος το πα­ οόν να ανιχνεύσουμε τα ποώτα στοιχεία της, αφού ποοηγουμένως ποοβαλουμε μία υπόθεση η οποία πσοκύπτει από όσα μόλις ανα­ / / ι ι κ φεσαμε, μηπως το νομσθετειν θα ποεπε/ι να αντιμετωπίςεται κατα τοοπο τετοιο ωστε να ειναι εναομονισμενο με τη διαλλαγη οπως

­

Πολιτϋι­ 294ο11·οθ­

(1983), 67, 105­107, 115). *** Για επιμέοους λόγους ως μύθους, βλ.Νόμ. 63ΖεΔ­5, 645ι›1­Ζ, 81Ζε1.

Νο ονι̃μειώοονμε οτι ένο άλλο νοοιο ονιμοίο εποφήἐ τον νομοθετείν με τη επιτονονή _ ομωἐ _ ηθννή είνοο ΤΙ έννοια Ήι̃ἑ οοολνν)ι̃§ι νι οποίο οονοέεΐοο με μέ­ τον έπαινο καιτον ψόγο· βλ. Νόμ. 63Ζε1­3,822ο9­8Ζ3ειΖ,όπου διαφαίνεται και σύμφυσση ηθικής μία της αισχύνης τελικα ψόγου, και του σω του επαίνου

­

­

νομοθετοίν­

258

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν· ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Η ΔΙΑΛΛΑΓΗ ΩΣ

οενιελιο τοχ τΡΑΠΚοΥ

259

ημἶχἔἔτήδλἐὲλἐἶἕἔῃἔἔζἕἑ

ΣἙΜΖ

ένο!­ίωνἱχ
θι̃δι

για την ευδαιμονία του ατόμου και της πολιτείαςΖ9· όιοα δεν μπσοεί
ανω­ παα̨χ να̨ απωἶλει ανῃκειμεἶω ἘΟΉ φΏλΟσ(ἶφΜΟΌ λωίου ωστοσο το εοωτημα ειναι ποιο θα ειναι το καθεστως που θα|εχει

θέσμιση της δίκαιοσύνης δε θα έοχεταίι̃σε αντρίθἰσ έτηνγοθικἶι̃ άγθαφπ θέσμωσή είνἕιΐῦατἔ ἔῃκηῖ
δε μένει πασα το έογο αναζήτησης των στοῖ' ἔων εκείνωνῖτου επαληθεΰσων. χ

Ποοηγωμένωἐ

για τἶιν παω̃ βα αἘπη×0 πω̨αλλα ̃οανοἔφερθἶω̨ λογοἐἐ ἶω̃γοἔ αυτος δε θα/λαβει τη ε μοοφη γομου, μια αλλη μοοςση, ενα αλλο καθε­ στως: αυτο της νουθετησης, της ὁιὁαχης , η οποια θα κανει τον ασ­
θοωπο να συν­νοήσει, να εννοἠσει31 τόσο τη σημασία που έχει ο λο­ γος αυτός για τη ουθμιση όλων εκείνων των γεγονότων των πολ­ λών και|σ,κικΩών32/Υεγονότων 3?/που ανήκουν στο πεδίο|του μη

ἶζἕτμΐἐἔἕΟσἶὲλζῖἐἔἐῖἔντη̨̃ἔοἕἕἐιὲἶἑη̨̃ςαζἶἐμι̃η̨η̨̃πἔἔἕὲίἶχηἶίόι̃ϋῦἕοἶἕζἔ
κατα την άποψη του ιδίου τέτοιαἐ πολπείαἔ μελέῖη
στους Νόμους· και οοθα, γιατί εφόσον η παοόισταση αυτή είναι το θεμέλιο για τη δημιουογία μιας

, ° μ την παοασταση τηἔ ὁιαλλοθ γγκ” θελονταε να εἔετασωμε την πῳοπῃκῆ Όπό την οποία το

­

­

­

° Ο Οπῃκηἔ ωἶο τηνςοπολα ἶχν" Ξη̨̃ἶἕἐἱῖἐεἑ ἕἔἔ 32ἶῖι̃υ(ἕἕα;ΕἐΈἔ:ἔ=ἶ‹ζῖ]ΡἑεπΖ2ά·Ξ;ίἕὲ ἔοῖῖιθἔἔἕῖῖλεχἐ

ι̃σο ἶίαἔἔηὅηλμἕχσια τηἐ­ῳθμιοδηἐ αι̃ π ηἔκγια την ευ ωωἶνωα μιας πο πεἔαε Ογος οωΈΟΞ×για την παιδεία της διαλλαγης, για την παοασταση της διαλλαγης, συγ­ κοοτειται από μία σειοόι επιμέοους λόγους οι οποιοι ονομαζονται, «δείγματα», «ἑκΜ0ιΥεῖα»35· ποιοι λοιπόν είναι αυτοί; Κατ° αθλήνζο
ε%φ(ἶ"|ΟΌς, στο πἔὀωο τοι̃ἰ «ω̃ω̨ω
7

·

ίΗδη διευκοινίσαμε ότι η οσολογία ταυτότητας ποόι̃χοησιμοποίἑί το Ἱφιλοσοφουν υποκείμενο, παοόι τα επιτακτικόι επιφαινόμενα εναομονίςεται με τη διαλλαγή· δεν είναι όμως η οοολογία αυτή παοόι ένα από τα στοιχεία που συνθέτουν την εικόνα αντιμετώ­ πισής της· υπόιοχουν και αλλα· αυτόι, θα τα εξετάσουμε αμέσως
στη στγνέχεγα.
|
×

­¬­­κθκ
31­

λοἔοἔ γω την αναδυωὲ κτω πληα̨υση της επβθωη̨ἔε α̨ῖαὲἐβε σὅεπκεε μισειἐ για τη? πω Βια πω ΪΧΦΟΟΟΉ τηχἐεπχχΌμἴα3τ επμσηἔχοι › καλτ Τε 09 ογοωγια το εκπωττελν τηἔ ποω̨̃αστασηἔ Έηἔ λα ΟΜΊΞ

×

»

|

,

τη σχέση του λογου ττοσς την 29. Αφοοοι _ οπως οιοσιιστώσοιμε στο 1.2.3. ηδονή και τη λυπη, κατι που όμως δ καἴα τη γντίἐμη του πλατωνικού φιλοσο­ ΟΌΎΈΟ Όπολίεἰτ ΕΎΟΌ _ αποτε είῖο ε Ε ιΟΤ εΌ αι Ονυα ΈΟΌ αῖθ ΟΌ Χσιιῖ

­

την πλήοωση της επιθυμίας, και τις σχετικές ουθμίσεις μέσα στις οποίες θεμελιώδη σημασία διακοιβώσαμε ότι είχε η αισθητική
οποια αλ/Οἰφέθθνΐθίι Οι̃ῃν Πι̃οισόισταση αυτή. Πώς αοαγε αντιμετωπίζει το λογο του για ολα αυτα, δηλαδή, τελικόι: πως αντιμετωπίςει το πλατωνικό φιλοσοφουν υποκείμενο το λόγο ΈΟΏ γιοι την παιδε ία της διαλλαγῆς; Υπόιοχει εκ μέσους τομ σαφής απάντηση: Η παγδεία τηἔ ὁγαλλαγής είνω κά." πολύ σημαντικό) γκατί αφοοά κάῃ πολύ ση μανῃκό όπωε δη ὀωωῃσῖώσαμε

¬ για την κενωση και την πλήοωση της ηδονής, την ανόιδυση και

με

επισης στο ιδιο, 631ε3­63Ζε3. 30. Βλ., στο ιοιο, 788ο4­5

­
~
τιοβλ., στο ιοτο, 822‹;16­οι
"®ἔ)βλ·788Ὁ5·

Βλ­­στοω̃ιθτ 790ϋ1­2­ 790Μ­ αντίστοιχα­

32·Βλ·=στ®ω̃“)ι 78886

ῖα κθπηῳα τα

35. Βλ., στο ίδιο, 78803, Βθθοό· στη γλώσσα των πολλών, η ονομασία τους εί­ ναι οἀγθοῷο ιὸμιμα» (γστετσχ 36. Η σνέλιεη του λογου αυτου λοιμβονει χώοοι μεταξυ της εςοιγγελιοις γιοι δείγματα (βλ., στο ίδιο, 788ει) και της επισκόπησής τους ζβλ., στο ίδιο, 793ε). 37. Βλ. την εξαγγελία για εκμαγεία (8ΟΟὶ›6),η οποία ποαγματώνεται με ανα­ εκπιπτειν της παοαστασης της διαλλαγης (: 8Ο0Β6­8Ο1σ6­ ττοβλ.

ἔήζήματα

260

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Η ΔΙΑΛΛΑΓΗ ΩΣ ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΟΥ ΤΡΑΓΙΚΟΥ

261

_ σττωἔ σαφέστατα αφηνετατ να νττσνσηθετ 0ίγ0υ38.

_

σ λσνσἑ ττεστ

Δεν ετνατ τθλατσ σττ στ λσνστ αθτστ σεν ετνατ λετττσμεσετα νταττ θεν στσλεθσθν τσσσ στην ττληση ννώση σσσ στην αναννώσ στση” σττωἐ μαλτστα στατττστώσαμετ ντα ττασαθετνματ στσ λσνσ πεοί οίνου, το πλατωνικό φιλοσοφουν υποκείμενο επανέοχεται σε
αθτσθεν ετστ ώστε να ετνατ θθνατσ να εττληφθσσν ωἐ μτα μσθφη επωδής του φιλοσοφικσυ λόγου.Ασφαλώς, καθένας τέτοιος λόγος

«αδύνατον εὕ ἔχειν ποὸς τὰ ιιηὁέποτε οι̃πλοι̃ τὸ διὰ παντός νιγνόιιενον οῖπλου̃ν» 43. Ώστε δημιουογείται ένα «αδύνατον εἶι ἔχειν» ανάμεσα στο νόμο ως απλουν και τη διαφοοα ως είναι του γίγνεσθαι του κό­
σμου των ανθσωπίνων ποαγματων· αυτό το «ἀὁύνατον εὕ ἔχειν» ναι, Ποχιτινούι μαααει να χεχθει ότι ενφααζεναιι στην οικεία

γλώσσα των κη̨ιτηοίων της αισθητικής παοόιστασης που διατυπών­ ανν Οι Νόμοι, ωα δηιιιανανια ιιιας αν αιμιιειθίαἕ­ αα ιην ιιεαι­

να συ­ ντα μτα μη εν τσθτστἐτ θα ττσσμεττατ τη νσμσθεστα σλεττσθετ με επιτακτικου τυπου νομοθεσία, δηλαδή για μία ως να ειναι­ νομο­ θεσίοι: μετα την εννόηση καιτην σύννσια που οι λόγοι αυτοί επιφέ­
ττατ σλστ μαἔτ σεν εμφσαἔσθν ναττ ττσθ θε θα μττσσσθσε

γοαψουμε: ο νόμος δεν είναι τοσουτος και τοιουτος ώστε να συγκοοτεί μία ανομοιότητα, μία μέσιμνοι­διαφοοόι, μία μέοιμνα για­,ααπιαηα ανα αιαφοαας ααα ναι Οια ειναι η αναμοιόνηναι νι ὀιαφααα των ανθαωπινωνμ παοα ιην οποια αναφέαειαι· επο­

νόμοι". Πλησοφοη̨ουμαστε ότι το να τεθουν αυτοί επιτοικτικα

σσθνι τσ ατσμσ θα μττσσσθσε να τσνἔ λσηστμσττστησετ ατε να ηταν
ως

ιιιια _ πααααιααη ανα αιαφααας­

αισθη­ μένως, θεμελιωδώς, ο νόμος είναι, ενέχει, μία μη οοθή ααα, ωα χόναε νια αιγιῆν «ααα

­

νσμσττ θα ττσσναλσθσε τσ νελωταω” νταττ ασανεἐ Πστν σστμμασσθ­

με μτα απαντηση στσ εσώτη μα αθτσ ση μετώνσνμε σττ αλλσθ λενε­ τατ σττ τσ να τεθσθν ατε νσμστ ετνατ «αττσεττεἔ» ματ «ασλημσν»41” θττασλετ λστττσν σμσλεττσμσἐ αναμεσα σε αθτεἑ ττἐ σσσ θηλώσετἐ τσθ ττλατωνητσθ φτλσσσφσθντσἔ θττσμετμενσθἑ Υττασλετι αν ανα­ λογισθουμε ότι το ελλιπές κόιλλους, το ασχημο, συνδέεται αμεσα με το εκπίπτειν και ότι το εκπίπτειν πσοἔενείγέλωταν' γιατί όμως είναι ελλιπές καλλους, γιατί δεν ανταποκοίνεται στο κοιτήοιο

νατον εἶν ἔχειν» ποος αυτήν. Αντίθετα, ο λόγος για τη διαλλαγή συγκοοτεί τελικα μία παοόισταση στην οποία τα στοιχεία της είναι τοσαυτα και τσιαυτα ώστε τελικα να συγκσοτεί αυτή η τελευταία, με τη σειοόι της, μία ανομοιότητα, μία διαφοοα όση και οία είναι η ανομοιότητα των ανθοωπίνων ποαγματων· αοα, η διαλλαγή είναι μια Οαθή _ αιαθηνινα _ αααααιααη της διαφοααα Και Ο νόμος ιιαι η διαχχανἠ βοαχανιαι να Οδηνήαονν ιη αιαφααα σε ενααι­
μανία· όμως Ο νόμος ως παοόισταση δεν μποοεί όντως, μέσα του, μέσα στην παοασταση της μέοιμνας του γι° αυτήν, να εικσνίσει μία μέσιμνα­διαφοοα/ποοόισπιση της διαφσαας, και _ αυνεαώς _ δεν μποοεί να οδηγήσει εντέλει σε ευδαιμονία αυτό που δεν μποοεί η μέοιμνα του να εικσνίσει· αντίθετα, επιθέτει την εικόνα της μέοιμνας του­απλουν στη διαφσοα και καθιστα το βίο της αβίωτο· και όμως, η διαλλαγή δύναται όντως να εικονίσει τη δια­
Δ3_

απσθσληἐ τσθ ατσθηττμσα τσ να εμληφθσθν ωἐ νσμσθετετν εττετνστ οι ποοαναφεοθέντες λόγοι οι οποίοι στοχευουν στη συγκοότηση

τηἐ τταθαστασηἑ τη§ σταλλανηἐι ττασαστασηἔ ττσθ ττσσαστττἔετ τη σταφσθαἐ Γταττι μτσλαἐ αττσ τσν Πσλτττνα ελσθμε ττλησσφσσηθετ μτα μεφαλατώθσθἔ σημασταἐ στατττστωση:
38. Βλ., στο ιίὁιο, 793ὸ4­6

­ σε παοαβολη ποος το χωοίο 64604­6.

39. Βλ., στο ίδιο, 79ΟϋΔ­5· ποβλ., στο ιΰιο, 82Ζσ6­ε1.

­­¬­Η­_
ΠΟ/ιιτιν 29407­8_
Ζ·

40. Βλ., στο ίδιο, ”789σ8­ε2, 8ΟΟδ4­5· ποβλ. 8ΖΖο3­4.

44. Βλ., στο ιδιο, 29409­Ζ95ε8·

41.Στο ίδιο, 788δ6· ποβλ. 853δ4, 853ο3· είναι και «αἰσχοὸν» κάτιτέτοιο.
42. Βλ., στο ίδιο, 669σ3­5, 8θ1Ε›1­3.

ποβλ. 788δ4­6) ότι «αποοία» ‹788‹:1).

για αυτό και λέγεται στους Νόμους (βλ. 788ο1­ για τα πολλά και σμικαα το νομοθετείν διακσίνεται από

262

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν­ ΛΑΜΗΡΗΛΛΗΣ

Η

ΔΙΑΛΛΑΓΗ

ΩΣ

οεινιελιο τοκ τιτλτικον

263

και

φοοα› οννπεποίμενα› να αποτελεί παοαοταοη ποοαοπίοηε τηΞ› επομένως νομιμοποιείται να ισχυοίςεται ότι μποοεί ως

­

­

ωθαίοττ

­

μη ποέπον, δηλαδή

αισθητικά μη οοθό, και

­τελικά

­

μη

μεοίμνα­οίαφοοαμ ωἔ μεοίμνα παοαοταοηἔ τηἔ οίαφοοαἔ να οοηνηοεί ποοἔ την ενοαίμονία πολη παλντεοαὥ απο το νομοι αντο που άλλωστε δύναται να εικονίσει. Αν όλα αυτά έχουν έτσι,

­

­

τοτε κατανοούμε νίατί οτίοηποτε αφοοα την παοαοταοη τηἐ οίαλλανηἐ ολί μονο μεοίμναταί να μη θεωοηθεί ωἐ νομοἐτ αλλα παί πολντοοπα νπονοαμμίἔεταί οτί το να επληφθεί εοἔ τετοίοἔ αποτελεί ολί βεβαία πατί παοανομο νία την ταἔη τηἐ οίαλλανηἔ _ αετοί ο λαοαντηοίομοἐ θα οννίοτονοε αοοη τηἐ ­› αλλα οοηνεί αοτην οτο να εππεοεί46› οοηνεί οτο _ ηθίπα η αίοθητοτα
45. Σε ηθική γλωσσα ο όοος θα ήταν «αμεινων» (627α11)· σε αισθητική γλωσ­ ι ι ι ι ι , ι σα θα ηταν «καλλιων» για τη νομιμότητα μεταφοαοης απο τη μια στην αλλη γλώσσα, βλ. ως παοάδειγμα και μόνο το χωοίο 817ο1­6. Εξαιοετικό ενδια­ φεοον οσον αφοοα τη σχέση του νομου και της ικανοποιούοας τα οχετικα κοι­
Δ

Ωστόσο διαπιστώνεικάποιος ότι σε άλλο σημείο το πλατωνικό φιλοσοφούν υποκείμενο θεωοεί πως η αισθητική παοάσταση της δγαλλαγήἔ πθέπεγ να ειγληφθεγ ωἔ νόμοεγ "αγ υποβάλεγ ότι θα ποέ­

­

­

­

τήετα ~ ατσεητττττι̃ε τταοάοταοηε πΘ0€ τη εταφοοάι έκττ τι̃ νττοττθέμτνη απαντηση υπεοάσπισης των ποιητών την οποία εκθέτει το πλατωνικό φιλοοοφούν υποκεί­ μενο στο χωοίο 719ο1­ο7. 46 Αυτό θεω©ηΜάΉπ0ΟΤη©υ̃α̨ετωσῖ0 χωω̃ο 788Μ_6.στην ποάἔηγ ωεπιχευ

οείται να υπάοξει νομοθεσία για θέματα που αφοοούν την παοάσταση της διαλ­ λαγής (βλ., στο ιΰια 799ει4­ο9), (ἰ)' αντιμετωπίζεται ως άτοπος η ενέογεια αυτή
ίβλ· ατο [οτα 799α5 _ ποβλ­ 799ε4τ5)” (Η) επίλείοείταί το ίοίο ναί παλί ίβλ., στο ιίὁιο, 799ο1Ο­11, 80θΒ1­2), και ακολούθως, καθώς το ίδιο το πλατωνικό φιλοσο­

φονν νποπείμενο αναζητεί με ποίο τοοπο θα επίτνλεί να ομίληοεί νία τα θεματα αοτα Χωοίἔ να οοηνηθεί οτην ναταοταοη τον νελοίοα (Ηλ εμμεοα θεωοείταί οτί είναί αοτη η αποπείοα νελοία (βλ­› ατο ίοτα 800ο4τ5)­ Ἑπεται η διατύπωση εκμαγείων που σχετίςεται με μία αναφοοά στα κοι­

Τέλος, σημειώνουμε ότι (ἰἰἰ)| στο χωοίο 80702­Δ υπάοχει η ίδια θεωοητική βαση με το χωοίο 788Μ­6, και χαοακτηοίςεται ο νόμος ως ασχήμων· εν τούτοις, (ἰϋ) ποοχωοεί το φιλοσοφούν υποκείμενο στην λεπτομεοή ούθμιση των ζητημά­ των που αφοοούν τον ύπνο (βλ., στο ιΰιο, 8θ7ε4­8Ο8ο5). 47. Είναι αισθητικά μη οοθό, εφόσον η παράσταση των νόμων είναι μη σύμ­ μγποη πΩ0§ την παοάσωση τηε ὁγαλλαγήἔ _ άεγα θα είναι ,γω ηθικά μη 0Θθό7
εφόσον η ποώτη δεν παοιστά την αοετή­ διαλλαγή· και είναι μη ωοαίο, εφόσον η εμπλοκή της διαλλαγής με το νόμο ποοκαλεί την αίσθηση του εκπίπτειν. 48. Βλ. Νόμ 656ο1_657γ)8·
49. Βλ., χαοακτηοιστικά, τις εκφοάσεις «καθιεοώσαντα» (815ο5), «ἐν ταξει» (8 Ι 605), «Τοῦ λογπου̃ μὴ Μνεϊν μη δὲν» ©1606). πθβλ. επίσης, 79984/799Β3, 79985/

ααα
.

πει αυτός να είναι ανάλογης αυστηοότητας με τους νόμους που έχουν στην Αίγυπτο όσον αφοοά το αισθητικό". Σε ένα άλλο κείμενο που εξετάσαμε στην αοχή του παοόντος κεφαλαίου, και στο οποίο είδαμε ότι η οοολογία της ταυτότητας που αφοοά την παοάσταση της διαλλαγής και το αποτέλεσμα της υιοθέτησης της δεν έοχεται σε αντίθεση με την ποοάσπιση της διαφοοάς, υπάοχει παοάλληλα μία σαφής οοολογία επιτακτικότητας όσον , , , , 49 , , 50 , , αφοοα την ιδια αυτη παοασταση · σε καποιο τοιτο κειμενο οητα λενείαί Ο­ίί η αίσθητίλίη παἔλασίαση ­ίηἔ ὀίαλλαγηἔ θα ποεπεί να θεωοείται νόμος και να επιβάλλονται ποινές στους παοαβάτες του· και σε κάποιο τελευταίο, για να ολοκληοώσουμε την ποώτη παοα­ ὁεγγμαῃκή σεω̨̃ά κεγμένων τη σχετική με το θέμα που μαα̨ απα_ κ ι ι τ ι σχολει, αποκαλυπτεται οτι η αιτια για την οποια θα ποεπει να

­

­

α

ὸοθεί μεγάλη σημασία στους πθομνη μονενθέντεε λόγουε στον συγ­

τηοία μη εππίπτείν τη§ παοαοταοηἐ τη§ οίαλλανη§ ίβλ­› ατο ίοίοι 8Ο0οοτ801εολναί απολομθωἐ νπαολεί μία (ποοοεπτίπη) οίατμπωοη (ώστε να εἔαοφαλίἔεταί ίοοο· οοπη έκφοαση) νομοθετικής επιτακτικότητας και αισθητικών κοιτηοίων (βλ., στο τοία 801ε8τ803ε1)” η οίατνπωοη αντη φαίνεταί εονω να αναπλα το λονω ηοη ματ τατεθέν ὀιλημμα του φιλοσοφούντος υποκειμένου αν θα αποδώσει ή όχι το χαοα­ τττι̃οοι νόμων σε όλα όσα σκττίίονττττ ιτε τη εννατόττιττν τοανινα̃τωσηε, τττνοοτσίαε τηἔ παοαοταοηἐ τηἔ δίαλλανηἔ ίβλ­› οτο λαοι 799ο1τε7)­ το ίοίο οίλημματ αλλωοτει ττφοάἔτι έονω ντττ η ττοοαναφτοθττσα κατ” επανάληψη­ττνττθττινή ττοοτίττ τον φτλοσοτιονντοε νττοντττττνον ντα το θέμα ττντό ίβλ­ Ο)­(τν Οὐ­ (εν).

­

7

τοοεει 799ι1ι 79789/ εοεοετι 80381, εοοειτι­7, αντιστοιχα. * ‹‹τεταγμένη››· η συμβατική ονομάζεται «ατακτος» (8θΖο4)· αυτό δεν σημαί­ νιι πως οει έχει τάξη ςβι. 653ειι­654ιι5›· απλο; δεν έχει την ιαεη της αακλοιγης. 50. ελ. Ναι. 79984­ιε, 799ο1ο­εοοια

264

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Η ΔΙΑΛΛΑΓΗ ΩΣ ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΟΥ ΤΡΑΓΙΚΟΥ

265

κοοτουν την παιδεία της διαλλαγής, είναι ότι αυτοί αποτελουν τα «ἑοείσματα››51 μονιμότητας των νόμων και, αντιστοόφως, οι νό­ μοιείναιεοείσματα της μονιμότητας αυτών των λόγων52. Όλα αυτά τα κείμενα οδηγουν ποοκαταοκτικά στο ίδιο συμπέοασμα: πολυ­ τοοπα δηλώνουν ότι ο φιλοσοφικός λόγος του πλατωνικου φιλοσο­ φουντος υποκειμένου αντιμετωπίζει όχι μόνον υπό μη επιτακτική ποοοπτική την παοουσία της παοάστασης της διαλλαγής μέσα στο γίγνεσθαι του κόσμου των ανθοωπίνων, αλλά και υπό επιτακτική . Μετά την ποώτη αυτή διαπίστωση, θα ποοχωοήσουμε σε μία συζήτηση ενός οοισμένου λόγου του πλατωνικου φιλοσοφουντος υποκειμένου53· ο λόγος αυτός έπεται της διακήουζης του ιδίου ότι η παοάσταση της διαλλαγής δε θα έποεπε να θεωοηθεί ως νόμος, και της παράλληλης υπογοάμμισης της σημασίας των λόγων που συγκοοτουν την παιδεία της διαλλαγής ως εοεισμάτων μονιμό­ και της σημασίας των νόμων ως εοεισμάτων τητας των νόμων μονιμότητας της παοάστασης της διαλλαγής. Η θέση του λόγου αυτου καθίσταται σημαντική διότι έπεται όλου του ποοβλημα­ τισμου που η ως το σημείο αυτό ολοκλήοωση της ποαγμάτευσης της παοάστασης της διαλλαγής εκκάλυψε, καθώς επίσης και της διακοίβωσης της ποοαναφεοθείσας διττής ποοοπτικής αντιμετώ­ πισης της παοουσίας αυτής της τελευταίας μέσα στο γίγνεσθαι του κόσμου των ανθοωπίνων· είναι, τέλος, σημαντική, γιατί αμέσως μετά (και) από αυτόν5λ το λόγο το πλατωνικό φιλοσοφουν υποκεί­ μενο είναι σε θέση να αντλήσει την ποοβληματική εκείνη που θεμελιώνει το τελικό αντικείμενο της συζήτησής μας στο παοόν κεφάλαιο, ποοβληματική που αφοοά ένα και μόνο θέμα: τη διαλ­ λαγή ως απουσία του τοαγικου των ποιητών και θεμέλιο του αντί­ τεχνου τοαγικου του πλατωνικου φιλοσσφουντος υποκειμένου.

­

(ἰ1) Ποοηγουμένως, η επιβολή ποινής, ποινών, σε θέματα παι­ δείας της διαλλαγής θα μποοουσε να θεωοηθεί ως γελοιότης· (ἰ1)ί

­

στο κείμενο αυτό επανειλημμένα τονίζεται η μέοιμνα για την επιβολή τους κατά τη διαδικασία της παιδείας αυτής55. 62) Ποοηγουμένως, επίσης, η αισθητική παοάσταση της διαλ­ λαγής αφηνόταν να επιτευχθεί χάοη στο κίνητοο ποοσπόοισης διαλλαχθείσας ηδονής και στον εθισμό σε αυτήν· (ἰΖ)| στο παοόν κείμενο, κατ, επανάληψη, οητά λέγεται ότι θα ποέπει να θεωοείται νόμος η αισθητική παοάσταση της διαλλαγής και να επιβάλλονταιτιμωοίες στους παοαβάτες του56. Ἀζιο ιδιαίτεοης ποοσοχής, καθώς ευοίσκεται στο τελευταίο μέσος του λόγου που εζετάζουμε, είναι το γεγονός ότι υπάοχει μία παοαδειγματική δυναμική αφενός αποκάλυψης της επιτακτικό­ που τητας για το ζήτημα αυτό (:ἰΖ)| και αφετέοου άοσης της (:ἰ2) (:ἰΖ)ί. όμως δεν είναι παοά επικαλυμμένη παοουσία της" (ιη) Σε άλλο σημείο το πλατωνικό φιλοσοφουν υποκείμενο είχε κάνει μεν λόγο για αγέλη, είχε όμως διευκοινίσει ότι το καθε άτομο θα αποσπάται από αυτήν και θα έχει ιδιαίτεοη παιδεία· επίσης (ΠΖ) είχε υπογοαμμίσει ότι δε θα ανατοέφονταν οι πολίτες σαν να ευοίσκονται σε στοατόπεδο, και (Π3) ότι η αοετή τους θα όπως είναι γνωστό είναι η αοετή της διαλλαγής, η οποία τοποθετεί σε τέταοτη, αζιολογικά έσχατη θέση, την πολεμική αν­ δοεία58. Στο κείμενο που εζετάζουμε, αντίθετα: (ἰἰ1)ί το φιλοσο­ φουν υποκείμενο ομιλείγια αγέλη, χωοίς να ποοβεί στην κοίσιμη διευκοίνηση59· (ΗΖ) τονίζει την ανάγκη παοουσίας όπλων και ενό­ πλων παιγνίων στην καθημεοινή ζωή της πολιτείας, υποβάλοντας

­

­

­

­

­

τ­¬­­τ
.

~·~·­θ­_

55. Βλ., στο ιδιο, 793ο5­79ΔοΖ.

51.Στο ιδιο, 793οΖ.

52. Βλ., στο ίὁιο, 793οΖ­3· ποβλ., στο ιδιο, 79507­9 53. Βλ., στο ίδιο, 793ὸ9­8Ο3ει1.

56. Βλ., στο ιδιο, 799ο4­9, 80087­Β1· υπογοαμμίζουμε την έκφοαση «δίκας ‹'ισεὅειας›› (799Β8). 57. Βλ. σημ. ΙΙ 46, ιδιαίτεοα όσον αφοοά το χωοίο δθθοεί­5. 58. Βλ. Νόιι. 666ε1­66?ειΔι. 59. Βλ., στο ιδιο, 794ει8­δι̃.

54. Βλ., στο ίὁιο, 8θ?›ει4­804ο1, 811‹:5­εὶ5, 817ει1­ο1.

266

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ίί

ΔΙΑΛΛΑΓΗ ΩΣ ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΟΥ ΤΡΑΓΙΚΟΥ

267

έτσι την εικόνα της πολιτείας ως στρατοπέδου, και επίσης (ἰἰ3)” αναφέρεται επίμονα και καποτε εκτενώς σε πραγματα που πῳάγουν τήν πολεμική ανδῳίαόθ (ὶϋ) Ενώ αλλοή έχω ποοήγήθεί ήοήήἐή ένα λεπτΟμε_ Ωειακό νομοθετείνω ενώ όπωα̨ ποοαναφῷαμε λόγω

­

­

μόνλμηε _ » 66· τοωτόωως _ στη» συγκεκῳμένη πω̨ίπτωση κ | ως διαλ­ λαληε γω να μην οδηγει ἶι̃ε μεταβολγη αλλα , ανῃθετα̨ σε ενισχυση της μονιμης ταυτότητας της διαλλαγης, θα πρεπει να ληφθεί μέριμνα ώστε η ίδια ακριβώς ταυτότητα" η ταυτότητα διαλλαγής68 να εκκαλυπτεται κατα την τέλεση των παιδιών. Εν
»

­

­

εκμαγεία, δείγματα, δεν είναι λεπτομερείς, εδώ, αντίθετα (ιιἰ)ίγίνε­ ται λεπτο ιλση§ ε ί λόνἐν ο ια νο ιλοθετικέ ἑσμ υθ ίσει § που αφσ ο ουν δια­
Θέματα

(Ν) Τέλος, ενώ ήοπά

γΜ1παΘάὀεή|μα παω̃είαςύἔεΟ©τών7ήμνων63. συζήτήσή των ήῳτήεήων Οθθότήωἐ

Ματακλείὀλ: ενώ π@οηγοΉμέ\/ως είχε αναγνωῳστεί η δωατότητα _ πεθαν τηἔ ι τοωλαχλστον δ ι _ μη βλαβηἐ ι , ὀιαλλαγδβ ι ι εδω ι θεωθεπω οτι η υνατοτητα αυτη επιφανειακα μονον ειναι εκφραση μη βλαβης· στην πραγματικότητα, ανεξαιρέτως, ό,τι είναι πέραν,

της αισθητικής παραστασης της διαλλαγής είχε αφεθεί περιθώριο για την προσπόριση ηδονής ουτε ακρατους ουτε διαλλαχθεισας από την παιδια, με την έμμεση αλλα σαφή αιτιολογία ότι μία τέτοια ήδονή θα είναι αποδεκτή εφόσον θα είναι αβλαβήεγοιη̨ ίνετα ὁ λαὀ ι δεκτό ότ , ὀήνατότ βλάβ πέ ν λ η η η η ηη ηέ Ω ο ι ληπσσλ ι ι ι ι της διαλλαγης, στο υπο συζητηση κειμενο το φιλοσοφουν υποκει­ μενο επανέρχεται στο θέμα, θεωρώντας ότι πρέπει να λεχθοιι̃ν

­

­

Μτός της ἶλα›ἶλ(ἐΞΐήε° εἶνεχλ άθνηλσῆ Ϊηα̨ ΕΜ" τζ μελἑαλἐζἰεα̨ἶ κεχκό για την πο Βἶεια ΟΨΈΟ Ρμωἔ τε Μα σημεω/ελ Ο ιη ἔα (ἶγη εινἑἶἑ _ επιβεβωωνετἶ" ΟΠ ελνἶ" _ ἙΟ μἶγωωτεοο Ϊχγαθἶσ το α̨ωστο και οτιδηποτε περαν|απο αυτην ειναι αδιανοητο οχι βεβαια να ειναι αγαθο αλλα εστω μη βλαπτικο: θα ειναι το μεγαλυτερο ι ι ι ι ι ι . Α “ κ “ λ σ α : ¬ α̨ἶακο ,πο 0781 Οωῖα πα) Όπτἶι "ατι πο Ό ημ ,ΉΜΟ εφ(ἶσΟἶ| οπως ειναι ευλογο οποιαδηποτε μεταβολη ειναι θετικη μονον
7

­

­
ο

­
­

_­σ­­ζ
6ο.

Οῳσμένοε ποάγματοἕ σχετικά με Οωτό: (}ν)| Η παω̃λά/δεν μἶ­Εο@εί να θεωθηθεν καθεοωτη αβλαβήἔω̃ οδηγει σε μεταβολλυ σε αἔση τησ

Για την παιδεία­παιδια στους Νόμους, βλ. και Κ.Ι. Βουρβέρη (1955­1956), κυ­ ρίως 471­472, 498­501, 504­507. Είναι πλέον σήμερα αναγνωρισμένο ότιη παιδια,
ιο παιχνίδι, συνδέεται, εκτός των αλλων, με τη μίμηση
ιινιλπτυἔη πιτ φαντασίαε αλλά και άλλων, νοητικών και ννκικών δεἔιοπι̃των ι μη την λησνσπσίηση σσννείσητων επλθημλώνι τη σλσσσσμάτλση σσνησσσσεων­ Πσ ηιν Έεσσσησἐ σημσσίσἐ Χσησηλστητσ ίση από ψηλσλσνληη ησλ πσλσσνωνληη σσίσ­ ηλη βλ­› πσσλελσσι σλην ελληνσίη νλώσσση τσ σφλέσσηλσ «Τσ πσλσί ησλ τσ πσλλνίσλ» Σηνχθσνη Εϋίπσίσεσση 38 (1988)› σ4°8σ› σπση λσλ σνσφσσσ στλἔ σπσηλελἐ των Ηίνικοτ, Πιαζέ και αλλων. Για το παιχνίδι, τέλος, και τη σημασία του ως στοιχείου ιωιι πολιτισμού, βλ. το γνωστό έργο του Ηιιὶτὶιιςει (1949).
66­ Βλ Ναι­ 79803­Τ 67. Βλ., στο ίὁιο, 797 Β1­Ζ·

τσοοι­σο ιιοβι., οιο ιοιο, ειιιοσ­(16. 61. Βλ., στο ιδιο 63063­63182· εναρμονισμένη με αυτή την κριτική είναι η δια­ βεβαίωση του πλατωνικου φιλοσοφοὑντος υποκειμένου ότι έχει ομιλήσει για τους «τιι̃πους» της παράστασης της διαλλαγής (βλ., στο ιδιο, 8θ3ε5­7, 8Ο9ο4­6), και ότι αυτή η παρουσίαση «τόπων» είναι το καθήκον του (βλ.,στοιδιο, 816ο1­2)· έκφρα­ ση αυτών των «τύπων» είναι οι λόγοι­δείγματα, οι λόγοι­εκμαγεία. 62 Βχή στο ήχο] γοςὸοηοςὥγ 63. Βι., οτο ιειο, ισιοιιοιι­ ιιοβκ, στο ιοιο, εισοι­ιι. 6ιι_ Βχ” Οτο ήχο) 667€ι9­θ8­
79=ιο6­795οε,
65. Βλ., στο

Βι., οτο ιοιο,

­ και το θέατρο ­, με την ­

επιφανειακα, μία τέτοια αντίληψη ονομαζεται ατο­

ιδιο 798 Β?­ο1. Οι παιδιές έχουν, επίσης, μεγαλη σημασία για τη μονιμότητα της νομοθεσίας της διαλλαγής (βλ.,στο ιδιο, 797ει7­9), και αυτό γιατί η παιδια είναι το επόμενο σταδιο, από τα τρία ως τα έξι έτη (βλ., στο ιδιο, 79¿ιαΖ­4, σε συνδυασμό με 793 ὀ9­05), μετα την ηλικία εκείνη που εκκινεί από τη γέννηση κοι φθάνει ως το τοιο εοη ςβι., οοο ιοιο, 791 οι­2, σε οονοιοομο με τσιπ­6)· γιο τη σημασία της παιδιας, βλ. επίσης, στο ιδιο, 643ι›η­αει κυρίως σε σχέση με την επιθυμία, με την ηδονή (για τη σχέση παιδιας­ ηδονής, βλ. 657ο3, 671ε6).

­"σέ ίβλο στσ λσλσι 797σ2)› νλστί σίνελ σημασία σε κσσλ σλλ σημσνηκσ (βλ­ι στο [όλοι ησ7σ7­8τ σε σηνσησσιλσ με 798σ7­03). στην πσσνμσηηστητσ σμωἐ επελση είναι ση·
Ιλσ

σπλνσηηλσνητσἐ τηἐ σλσλλσνηἔ _ σπωἐ άτσπσἔ είνσλ η επλτσντληστητσ ωἔ νσ· ιλσωεσίσ τηἔ πσσάσσσσηἔ τηἐ σλσλλσνηἑ (βλ σημ­ Π 46)­
68. Ποβλ. Ναι. 664857
69­ Βλ­› στο

­

81ελ και τον ποοηιιηθέντα σχολιασμό μας ἴὁιθι 79807­σ1” πθβλ­› στσ λσλσι 797σ3·4·

70· Βλ¬

σΐσ λσισ 62805­

268

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν' ΛΑΜΗΡΕΛΛΗΣ

­­ΡΙ

ΔΙΑΛΛΑΓ Η ΩΣ ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΟΥ ΤΡΑΓΙΚΟΥ

269

ως: το πέσαν της όταν οδηγεί μακσια από το κακό71, η μεταβολή ταυτότητας της διαλλαγής είναι το μέγιστο ασνητικό, ακόμα κι αν η μεταβολή αυτή δεν είναι συνυφασμένη με το συμβατικό αισθητικό και τον εγγενή με αυτό διχασμό της ζωής σε επιτακτι­ κότητα του λόγου (τ ακσατεια του πόνου και του φόβου) και σε ακσατεια της ηδονής. Τι μποσουμε λοιπόν να συμπεσανουμε από την πσαγματευση του λόγου που πσοηγείταιτης ανέλιξης της πσοβληματικής η οποία αφοσα τη διαλλαγή ως απουσία του τσαγικου των ποιητών και θεμέλιο του αντίτεχνου τσαγικου του πλατωνικου φιλοσοφουντος υποκειμένου; Μετα τη συγκσότηση της πασαστασης της διαλλαι̃ιήἔ και τη διαβεβαίωση για τη μη επιτακτική πασουσία της, γεγονότα που ασφαλώς πασαπέμπουν στην αδιαπτωτη πασουσία του πσαου λόγου, έπεται μία εμφανιση της επιτακτικότητας, του επιτακτικου λόγου, η οποία λαμβάνει χατλασχἠν τη μοσφη επιταιιτιιιότῃτας της διαλλαγής και στη συνέχεια τυπικές μοσφές επιτακτικότητας, όπως ουγκεκσιμένα: η πασουσία της είναι η ποινή και ο πόλεμος εικόνας του και της ασετής που συνυφαίνεται με αυτόν· βέβαια, από τον ήδη η επιτακτικότητα της διαλλαγής έχει ολισθήσει Πολιτικό κιόλας πσος τυπικα δηλώματα επιτακτικότητας όπως είναι η αντίληψη πεσί των ανθσώπων ως αγέληςῃ, η φσοντίδα για τη λεπτομέσεια73, η κεφαλαιώδους σημασίας πεποίθηση ότι εκτός της διαλλαγής δε θα πσέπει να υπασχει τίποτε αλλο πασα μόνον εφόσον αυτό την υπησετεί/4, και,τέλος,η αντίληψη ότι έτσι πλέονη πασουσία της διαλλαγής επιτυγχανεται ως επίταξη, ότι υπασχει ταξη της διαλλαγής75. επιτακτικου τυπου

­

­

­

τα
­
73­ Βλ­ι 295γ)1.

­

­

Τι θέλει να δηλώσει το πλατωνικό φιλοσοφουν υποκείμενο τελικα; Γιατί υπασχει αυτή η διττή εμφανιση της επιτακτικότητας, πασα τη διττή ηθική και αισθητική πασουσία του πσαου Θα δοκιμασουμε λόγου; να ανιχνευσουμε την απαντηση· ας θυμηθουμε: ο πσαος λόγος μηχανευεται μία εικόνα, μία ηθική, μία ψυχολογία, μία παιδεία, για να υπασζει μία πολιτεία πασουσίας της διαλλαγής, ασα ασσης της επιτακτικότητας. Όλα αυτα που ο πσαος λόγος μηχανευ εται αποκαλυπτουν τη μέσιμνα για τη μονιμότητα του, και μαλιστα τη μέσιμνα για επιτυχέστεση μονι­ μότήτα από αυτήν του επιτακτικου· και μόνον όμως αυτή η εμμονή του πσαου λόγου, του λόγου της διαλλαγής, στην ανέλιξη αποκλει­ στικοι̃ του εαυτου του, στην επίταξη δηλαδή του οσιζοντα του φιλοσοφικου λόγου στον εαυτό του, μέσα από τις καλα σχεδια­ σμένες και ενασμονισμένες μεταξυ τους, διαδοχικές και πολυτσο­ πες, εμφανίσεις του, δεν οσιζει τελικα πασα την επιτακτικότητα του πσος ό,τι δεν είναι πσαος λόγος, πσος ό,τι δηλαδή είναι επιτακτικότητα ή διαφοσα από αυτόν. Οι «μηχανές››7®, τα «δείγ­ ματα», τα «ἐκμαγεῖα», οι «ατοπσι» λόγοι", δεν είναι πασα ασφα­ λή δείγματα εδσαίωσης της ταξης του εαυτου του· δεν είναι πασα ιη συνολική μέσιμνα για «ἐσεισματα» και «ἑποικοδόμημα››78 που

­

­

­

71_Βχ_,0­το ιὁιο, τοτὸτο­θιι_

θα στησίζουν τον εαυτό του, την πασουσία της πασαστασης της διαλλαγής· επομένως, είναι ευλογο ότι αλλοτε υποβαλλουν και αλλοτε πσοβαλλουν την απουσία οποιουδήποτε στοιχείου είναι έξω από την ταξη της πασαστασης αυτής· έτσι λοιπόν, αυτή η πασασταση, αν και όπως είδαμε είναι καθεαυτἠ πέσαν της ταἔης της επιτακτικότητας, διαπιστώνουμε ότι καταλήγει να είναι ως πασουσια έκφανση της επιτακτικής ταἔης. Αμέσως μετα την ολοκλήσωση των εμφανίσεων του πσαου

­

­

72. Βλ., Πολιτικ. Ζόλελ­όθ.

σΐθ ἴὁιθι

29λϋ12 <<ἀκσιόῶς››, 29­ΙΒ5: «πεσι απαντων››· πσβλ., στο ιδιο,

74· Βλ. στο ίὁω) 294024.

76. Βλ., στο ιδιο, 66­λολ, 798ε±4· για το ότι πσόκειται για μηχανές επιτακτικό­ τητας, βλ. το πλαίσιο λόγου που κινουνται: στο ιδιο, 66­λε3­7, 79864­7.
77·

75.

79935,

τοοιι, ι99ε3, εοτειι, 80381, ειεεε.

Για την έντονη πσοβολή αυτου του γεγονότος,

βλ. Νόμ. 79λυ1­3, 797ε9,

78­ Βλ­ Νόιι­ 793027 79305­

Τόσο ΤΟΌ 123­ όσο καλτοϋ παθόντοέ χεφαλαίολλ· αντίστοιχα­

270

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν' ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Η

ΔΙΑΛΛΑΓΗ ΩΣ οεινιελτο

τον τΡΑΠΚοΥ

τη

κείμενο που καπως διεξοδικατλθ εξετασαμε και το οποίο όπως ποομνημονευσαμε ποοβαλει μία διττη εμφα­ νιση της επιτακτικότητας· μέσα από την ποοβολη αυτη ο λόγος του πλατωνικου φιλοσοφουντος υποκειμένου δεν κανει τίποτε αλλο παοα ρητά να διηγείται αυτό που έχει ήδη υποβληθεί ότι συγκοο­ τείτοιι μέσα από τον όλο λόγο πεοί διαλλαγης που έχει ποοηγηθεί και τον οποίο κιόλας εξετασαμε: την επιτοικτικότητα της ποιοου­ σίας της ὁιαλλοιγής· η διηγηση καθίσταται οητη μέσα από μία όπως διακοιβώσαμε κλιμακωση από την υποβολη στην ποο­ βολη, ενώ στο τελευταίο μέοος ¬ όπως έχουμε σημειώσει υπαοχει, παοαδειγματικα, αποκαλυψη της επιτακτικότητας της διαλλαγης, και αοση της ως διαβεβαίωση για μη επιτακτική πα­ οουσία της τελευταίας· η αοση­διαβεβαίωση όμως, όπως επί­
λόγου79, έπεται το

­

­

­

­ ­

ετστ θεσαττεσετ την ετττταττττττστητα αλλη μτα τΡσσα› ατσσνταἑ _ ττατα βαθσἐ/εν τελετ _ την ττσαστητα τση ττατ σσηνώνταἐ σε ετττττωση την ττασασταση τηἔ σταλλανηἐ­ Τελσα ματ αστα ετνατ τσταττεσα σημανττττστ θα ττσεττετ να σημετ­ ώσσμμε σττ σλη ατττη η στηνηση τσσ ττσσμνημσνεσθεντσἐ ττετμενστ ττσσ­λενετ ατττσ ττσμ εθνη) θα ντνσταν σσσν αφσσα τη λσνω ττσλττετα τσμ ττσασττ λσνσττ τηἐ σταλλανηἐ” ττσσ­λενετ σττ σ λσνσἐ ντα την ττσ·

λττετα τσμ ττσασττ λσνσμ σε θα ετνατ αναττφτσβητητα σττστσ§83 με την εσνω ττασσττστα τηἔ” ματ στττσἐ στην ττσώτη ττεσττττωση εμττετστττηἐ
ετττσσατσηἐ ατττσσ τστ τσΧττστσμσττ84› ετστ ττατ εδώ ττατα τσσττσ ανα· λσνα εμττετστττστ τσ ττασεττσμενσ σσμττεσασμα ετνατ σττ τσ ανττττετ· μενσ τη€ αττσχηἐτ τηἐ φτνητἐτ ετνατ εντελετ τσντσστεσσ αττσ τη μεστ·

ποοαναφέοαμε, ως μέοιμνα ποόκοισης της διαλλαγης αποκαλύπτεται ότι δεν είναι πασα επικαλυμμένη παοουσία της επιτακτικότητας· αντιστοόφως: παοαδειγματικα, στο τέλος αυτου του λόγου, μέσα από την ισόοοοπη έκφοαση διαλλαγης και επι­ τακτικότητας, το υποβαλλόμενο ποοβαλλεται, καθώς επαναλαμ­ βανεται η καταδειξη πως η μέοιμνα μη επιτακτικης ποόκοισης της διαλλαγης δεν είναι παοα επικαλυμμένη επιτακτικότητα. Το συμπέ­ οασμα που ποοκυπτει από όλα αυτα διακοιβώνει ότι ο ποαος λό­ νοἔ δεν εννοω μόνον ένας χόνοα̨φω̨έαε μναἐ σκέψης πον στοχῶ
σης

­

­

ζεται, η στοχαστηκε, την αοση της επιτακτικότητας· ο ποαος λό­ γος, ως λόγος για τον εαυτό του, είναι λόγος που μηχανευεται τη σωτήρια πεοικαλυψητῃ του εαυτου του, το μόνιμον του εαυτου του82· εξοοίςει την παοαδοσιακη επιτακτικότητα, και ποαττοντας
79. Βέβαια και αυτές εμπεοιέχουν το στοιχείο εκείνο που είδαμε στο 1.1. να επιγσαφει την ενδιαμεση βαθμίδα επιτακτικότητας και διαλλαγης· βλ. Νόιι. 6Ζ7εΖ­3, και ποβλ., χαοακτηοιστκα, στο ιΰιο, 67Οο9­10, 663ε1­Ζ. 80· Βλ­ σημ­ Π 53· 81' Βλ. Νόμ' 793Β8. «πάσῃ σωτηωα̨ πεῳκαλὐψαντα ἔχει». ποβλ., στο ω̃ἰον

οι
για παοασταση:
ητττλλανη·

μνα ντα αττσλη αττσ αντσ” στη σμνττεττστμενη ττεσττττωσττ η θεσμστ θετημενη αττσΧη› η φττνη αττσ την ετττταττττττστητατ σσηνετ σε εττττα· ττττττστητα· Ετττσηἐ φατνετατ να τσληετ ττατ εσώ η ττασατησηση ττσσ ­_ στην ττσώτη ττεσττττωση _ εφεσε στσ ττσσσττηντσ η τατστττη μετα­ φσσα: σττεστσστσμσ€85 σε ενα ττατττσνσν «εττττησεσμανβη̨̃ττη δτσλλα· νη εν ττσσττετμεντα αττστελετ εττφσαση τσσ ετττταττττττσσ λσνσαῃτ ματ δεν μττσσετ ττασα να ωφελετ τσ σώμα τη€ ττσλττεταἔ ωἐ σταλλανη τηἔ ετττταττττττστηταἔτ αλλα ττατ να τσ βλατττετ ωἐ ετττταττττττστητα τηἔ σταλλανηἐ­ Στην ποώτη πεοίπτωση, μετα τις διαπιστώσεις, εκείνο που τελικα ποότεινε το πλατωνικό φιλοσοφουν υποκείμενο ήταν ο
σμστ σηλαση ττατ ττσσ§ τσ

μη ττεστσστσμσἐ στσ ενα εττττησεττματ αλλα τσ ανστνμα ττατ ττσσἐ τα ανττθετσ ατττσσ ντα λαθη τσττ σττστσττ
83. Βλ., στο ιόιο, 636ε4­6· το «ὁμοίως» ς636ε5) μας επιτσεπεινα ομιλησουμε η έογω παοασταση, η μίμηση, καθώς θα είναι επιτακτικότητα, δε
ττσττ ετνθττ η

να είνατ όμοτα με τη λόνω ττασασταση› με τσ ανττττετμενσ τηἐ μτμησηἐ
84· Βλπ στο τητα 636τ›1ττ·ε· 85. Δεν είναι μόνον ο πεοιοοισμός στον εαυτό τους στο ένα, που

961036.
82.

οδηγεί σε αυ­ ιο το συμπέοασμα, αλλα καιη ποοστακτικότητα ίβλ. 636ει7) που το ενισχόει.
86. Βλ., στο ιδιο, 63686­Ό1.

ει., στο ιειο,

τ93ιι2­3, 79788­9.

ετ­ Βλ¬ τ­2­τ· σκεττττττ­

272

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Η ΔΙΑΛΛΑΓΗ ΩΣ ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΟΥ ΤΡΑΓΙΚΟΥ

273

υπήοχε ο πεοιοοισμός, γιατί και τα δύο είναι θεμελιώδεις ποου­ ευδαιμονίας του ατόμου ποθέσεις υπό οοισμένες συνθήκες και της πολιτείας· στην παοούσα πεοίπτωση τι είναι αυτό που ποο­ τείνειτο πλατωνικό φιλοσοφούν υποκείμενο; Έχοντας ολοκληοώσει τη διήγηση του οικείου πλέον κει­ μένου, το πλατωνικό φιλοσοφούν υποκείμενο ποοχωοεί στην εκ­ φοοά μιας παοαβολής· μέσα σε αυτήν υποθέτουμε ότι θα βοοόιιε τη διατύπωση των ποώτων στοιχείων της απάντησης στο τεθέν εοώτημα. Στη συγκεκοιμένη παοαβολή το φιλοσοφούν υποκείμε­ νο λέγει ότι ο τοόπος που κινείται είναι αντίστοιχος με αυτόν του ναυπηγού· όπως αυτός, θέτοντας την τοόπιν του πλοίου, διαγοά­ φει το σχήμα του, έτσι και το πλατωνικό φιλοσοφούν υποκείμενο διαγοάφει σχήματα βίου που ανταποκοίνονται σε τύπους χαοα­ κτήοων88· ωστόσο η παοαβολή δεν είναι ακόμη παοόι στο οτόιδιο

­

­

Ήι̃ἐ Όπαβαλήἐ Τηἐῖ ααέαωἑ στη αλλνέλεια λέγεται ότι «όνΤω€»89 ενεογεί όπως ο ναυπηγός όταν οοθά εξετάζει τι θα ποέπει να μηχανευθεί και ποιους τοόπους να χοησιμοποιήσει για να επι­ τελεσθεί ο πλούς του βίου με τοόπο τέτοιο ώστε να είναι άοιστος90. Νομίςουμε ότι θα ποέπει να διεοευνήσουμε τα στοιχεία που έχει
εε. Βκινόμ. εοεειιε­ γιαιο ππογυιιιειιιι» ιεοκιω, αυτό καιγια τα «οχήματα» ς863ε6,7), βλ.,στοιυ̃ιο ,737‹17.

βι.,σιι›ιειο, ταλεε­ για
Όσογ

89­Στθίαα

80338­ 90. Βλ., στο ιδιο, 8θ3ε8­δ3· ποβλ., στο ίδιο, 758εἐί­6, 9ῖι5σ3­Δ, 9ό1ο3­5.

για αλλα χωοια πλατωνικα αφοοά τη ζωη ως πλού, βλ. Ισοιιιε (1945), 93 σημ.9 και, στο ιδιο, 92 σημ. 8, για χωοία αοχαίων ποιητών. Συγκεκοιμένα, για την πλατωνική παοουσίαση της πολιτικής ως «διακυβέογηοης του πλοίου της πο·

­,

­

όπαα ασκεί κθλαλαι̃ σε λαείαἔλο βλ­ Κ­ Βααλϋτααἐὶλ (1976ϋ) _ λωθίωἑ 54­160 αυτή την αναλογία (αλλά και σε αλλες αναλογίες του Πλάτωνα). Ενδιαφέοον έχει το γεγονός ότι έχει επισημανθεί* πως ο λόγος πεοί πλου όσα και αναιήτήοτιε λιιιέγα που κανει ο Πλάτων είναι μοτίβο του τοαγικοα της τοαγωδίας· και είναι ενδιαφέοον, γιατί αμέσως στη συνέχεια (βλ. 8Ο3δ3­7) αυτής τα

­ι

τα
οι Βλ_ Νόμ_ 817ι)3_
92.

αποκαλύψει η ολοκλήοωση της παοαβολής, ποιν ποοχωοήσουμε στα όσα έπονται αυτής: Ποιο είναι όντως το έογο του πλατωνικού φιλοσοφούντος υποκειμένου; Η δημιουογία μιας πολιτείας που επομένως θα είναι αοίστη91· ποιο είναι το άοιστον, αυτό που εννοούμενη ως συλλο­ η παοουσία του καθιστά την πολιτεία γικό και ατομικό βίο _ που το εκφοαςει αοίστη; Η διαλλαγή άοα: ο βίος της διαλλαγής92· και ποιο είναι τό έογο του φιλοσο­ φούντος υποκειμένου σε αυτή την πεοίπτωση; Η οοθή εξεύοεση «μηχανων» και τοόπων για να επιτελεσθεί η διαλλαγή· όπως όμως είναι ήδη γνωστό, η χοήση του όοου οοθή, παοαπέμπει στο κοίσιμο θέμα των κοιτηοίων που αφοοούν τη διαλλαγή ως παοάσταση, την παοάσταση της διαλλαγής, και οι «μηχανές» είναι όπως είδαμε συνυφασμένες με την όλη διαδικασία πασά­ στασής της. Συνσφίςουμε: όντως θεμελιωτής πολιτείας είναι το πλατωνικό φιλοσοφούν υποκείμενο στο βαθμό που έχει ως στόχο του την πολιτεία της διαλλαγής, και είναι επίσης αλήθεια ότι για να τον επιτελέσει εξετάζειτα κοιτήοια παοάστασης της διαλλαγής στην καθη μεοινότητα του ατομικού και συλλογικού βίου. Η συνέχεια του κειμένου δίνει το ποώτο δείγμα αυτής της οοθότητας93· λαμβάνεται μάλιστα μέοιμνα στο τέλος της εκφοοάς του ποώτου δείγματος να δηλωθεί διττά ότι η ποοεἔαγγελθείοα οοθότητα θα ποέπει να εκληφθεί στο πλαίσιο της αισθητικής αφενός ότι αυτή αναφέοεται στα γλώσσας, καθώς λέγεται Μοπήῳα της παοάστασηε, τηἐ δω̃λλαγήἐ εν π@0%εΒμένω9ιι7 και

­

­

­ ­

­

­

­

­

­

­

οποίο ο Σοφοκλής οικοδομεί την τοαγωδία: η ςωη του ανθοωπου είναι ένα θα­ λασσινό ταξίδι όπου το λιμάνι που ονειοευόμαστε είναι ένας σταθμός ποοσω­ οινός, μία οπτασία, και ο χώοος του τοαγικού».

Βι., στο ται, 62εε5­6, σε συνδυασμό με οετσιι­ 62883.

93. Βλ., στο ίὁιο, 8Ο3ὶ›3­5.

θεμέλλα θα θέσω Ο Πλαῖων Μαλ Θητα θα Έην Ήατοναμασελ ααγὸτεθα (βλ 817α2­3)­ * Ο ΑΠΖΪΘΠ (1983λ 36› από αφαθμἠ τον Οίὸαίαὁα Τύθαλ/να του Σαφααλήι χαοακτηοιστικά σημειώνει: «Έχουμε εδώ το θέμα του “λιμένος”, γύοω από το

94. Βλ., στο ίὁιο ΒΟΒΒ6­7: «διὰ ποοσἠκοντός τινος αὐτὸ ποάττοιμεκν ποβλ., στο ίδιο 668α8­οτί, όπου γίνεται λόγος για «την ποοσή κουσαν τάξιν» (668ο2) της οοθότητας· βλ., επίσης, τη σχετική ουζήτησή μας στο 1.2.3.

2.4
274

ίσως είναι Οοθή παοάσταση

αφετέοου

­ ότι το ίδιο το πεοιεχόμενο του ποώτου δείγματος
τηἐ ὀγαλλαγήα̨εε­ Αε εκτυλίξογγμε

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Η ΔΙΑΛΛΑΓ Η ΩΣ ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΟΥ ΤΡΑΓΙΚΟΥ

275

95. Βλ., στο ιοιο, 803ι›7± «τσως αν ημτν συμμετοον αν ειη»· ποβλ., στο ιοιο, 66ἶι15·668ιι4ι όιιον γινεται λόνοε για την Οοθόιιιιοι ωε ειινιιιιετοον» (668ιι3)' βλ­ι

επωσἔῖιίἴὲη̨̃ιἶτοῖιῖ|ι›ΞὉιίό]¬ἶδι̃νἘον(δι·ἶεῖχῖιδι2πδυ αναφεοθηκαν στην ιταοουσα ειω­ ση και πθοηγούμενη. Ήδἴμ μόλω̨ ποοηγωμένωε όπωε πῳαναῖὲἔαμε

λοιπόν το πεοιεχόμενο αυτό: τα ανθοώπινα ποάγματα, πληοοφο­ οσύμαστε, δεν είναι άξια μεγάλης σπουόἠς, ωστόσο είναι ανάγκη να αποτελούν αντικείμενο σπουδής96· στη συνέχεια έπεται η διευ­ κοίνηση ότι η ανάγκη σπσυδης οφειλεται στο ότι είμαστε «ἐνταῦ­ θα»97. Το φιλοσοφούν υποκείμενο, μέσα από το τέχνασμα της ανοἑἕώτησης κατά πόσον έγινε κατανοητό από/ το συνομιλητή

στο Γ00741 (βλ­7 στο ιῦιιι 503€), θεωοείιιιιι ότι λειτοιιενει όπωε Ο ἔωγοάφοει μα›λιστα διδεται και μια πεοιγοαφη/τουοτοχου τον οποιο και οι δύο υπηοετούν (β ., στο ιδιο, 5Ο3ε7 ­5θ4ε1), η οποια ειναι ισοδυναμη ποος την πεοιγοαφη του αισθητικού κοιτηοίου του χωοίου 6686110­ε2 των Νόμων. Μετά από όλα αυτά μποοούμε να πούμε ότι ο αναγνώστης έχει ποο­ειδοποιηθεί για το συσχετισμό που θα ποέπει να κάνει μεταξύ της γλώσσας του χωοίου 803133­7 και του χωοίου

(βλ. σημ. Π 90) ¬ το ίδιο το φιλοσοφούν υποκείμενο παοομοιάζει τον εαυτό του με ναυπηγό, και το έογο του με το έογο του τελευταίου· όμως ο ναυπηγός, κιόλας

τον › πΘΟχωΩεν στην πεοαντεοω δνασαφηση των οσων δνατνπωσε ποοηνουμένως. /Ηδη όμως η ποοηγηθείοα διατυπωοή τους τα εμφάνιζε ως γνωστά και ως βέβαια, αντίστοιχα, ποάγματα: ως γνωστό99 την άποψη όῃ τα ανθθώπωνα π©άγματα δεν είνω κο" τόσο άξια σποῖω̃ήἔ βέβωοωθ πα̨ΰταση ότι είναι ανά­
|
7

/

παοάθεσης των αισθητικών κοιτηοίων. Ειδικά όσον αφοοά το αν έχει ποοετοιμα­ σθει ο αναγνωστης­επαοκης γνώστης του πλατωνικού έογου, για το συσχετισμό του κοιτηοίου του χωοίου 668σ10­ε2 με το χωοίο 8Ο3ο3­7, βλ.: (1) την ισσδυναμία του 668οΙ1Ο­ε2 με το 5Ο3ο7­5Ο4ε1, ισοδυναμία που λειτουογεί αμέσως μετά την ανοιφοοά στο φιλόσοφο ως ναυπηγό· στο πλαίσιο αυτό η αναφοοά στο «ποσσή­ κοντος» (8Ο31›6) είναι εἔαιοετικά ευανάγνωστη· (ιι) το ότι η αναγκαία μετάβαση από το χώοο της ζωγοαφικης, στο χώοο του φιλοσοφικού λόγου έχει ποοετοιμα­ σθείχάοη στο χωοίο 264ο του Φαιδοου· εκεί, όπως στο 668σ1Ο­ο2, γίνεται αναφο­
Ωά στην ςαθμἶνία τον ζων©α(ξ""Ού|πίν[1"α μέσα από "1 χθήση της ειχόναἔ τηἔ αομονικης ουνθεσης των μελων ενος ζωντος οογανισμου, λεγεται στι η αποδεκτη σύνθεση του λόγου είναι αυτή που ανταποκοίνεται στην εικόνα των οοθά απει­ κονιζομένων μελών ενός ζώντος οογανισμού. Τέλος, (ὶὶἰ) για τον αναγνώστη του Πλάτωνα αν έχει ηδη ποοβεί σε ανάγνωση της Ποιητικής του Αοιστοτέλη , η σύνδεση της παοάστασης (της διαλλαγης) του φιλοσόφου­ ζωγοάφου με τη γλώσσα της τοαγωὁιοις για την οποία θα κάνουμε λόγο στη συνέχεια δεν είναι κάτι αποόσμενο· το αντίθετο μάλιστα : βλ. Αοιστ. Ποιητ. 14508 24­29, για την ἶντιστοιχια της ζωγοαφικης του Ζευξιδος με την αοχαια τοαγωδια και του Πο­ υγνωτου με τη νεα· βλ., επισης: « Επει δε μιμουνται οι μιμουμενοι ποαττοντας, ι δι ι ιι ι ›ι ι τ οι ε 2 ι­ αναγκη τοντονἐ σπουὸαφυἔ η Φα̨νλννς 8"/(Π ωσπεἐ) ω 9/@αΦε¿§ Πολν γνωτοε μεν γαα̨ ωεπτουἔ” Πανσων δε χεω̨ονε» (Ποῃπ 1448 816). και αντι­ στοόφως: «ἐπει δὲ μιμη σις ἐστινἠ τοαγῳὁία όελτιὀνωνἦ ἠμει̃ς, ὸεϊμιμεϊσθοιι τους . Θ ι . ι ι ι ι ι ι . .ι ι αγα ους εικογογοαοους και γαο εκεινοι καλλιους γοαφουσιν ουτω και τον ποιητιγνμιιιουμενοιυ ' ι (στοιίὁ ιο, 145 411812) ­ .

ννη να αποτελουν ανῃκενμενο σπΟΌδη€° Στην πθανματννοτητα ωστόσο αποσαφηνίζει μόνον το πθώτοἶ λέγει ότι _ όπωἔ έχει ποοαναφεοθείνῃ ο ανθοωπος δεν είναι παοα ένα παιννιο που μηχανεύτηκε ο θεός' το πιο άοιστο ποαγμα που μποοεί να κανει Οωτός είνω να λεποι̃ω̨̃γεί ως παίγνκη̨ δηλαδή να παίζω. τούτο

|

/

­

λαμβανεται103, και το ιτλατωνικό φιλοοοφουν υποκείμενο ολο­ κληοώνει τη διευκοίνησή του: στην κατηνοοία του σπουδαίου αντιστοιχούσε η εικόνα του πολέμου· όμως το ποαγματικά πιο αη̨̃όλογα πιο σπουδαίο είναγ η παγὁιά, χιχι η παιδεία, δηλαδή τΟ

, , , , , , , Ομως (ἶη μοωνεν Ο" θα ενεονεν εναν­Πα πΩΟ€ Οἰῃ ωἔ τω@α ὸνανοουν­Εαν ννα Οωτόν102­ το τεχνασμα τηἔ μη κατανοησηἔ επανα­

­

­

ποιἴξειν Του τταιννιου, και τι Ωιταιδεια για να ειτιτευχθει αυτο το πιο
96 Βλ

/

|

/

/

­

­

97. Νό.

­

98­ Βλμἔπο

6

Π 93
­

ω̃ἰὁ 803Ό7­9
ῶω] 803ϋ3: «δὴ». ῶω 803Μ·

99' Βλη
100 Βλ
·

>

·›

·

·

κ

¬ ποοφανώς στο χωοίο 644ά7 δεν είναι ακ ιβί ·βλ συγκεκοιμένα στο ιδιο 644σ7­ο1 καιτηνπ αγ άτευσή Ν ι ,Θ ηἔ _, Ω μ μας οσον αφοοα το ζητη μα αυτο ί στη συνεχεια του παοοντος ί ί κεφαλαίου. 102. Βλη ω̃ω) 80304­9
101. Βλ., στο ιδιο, 8Ο3ο4­5· αυτή η αναφοοά
7

­

ε

_

9

`

103­Βλὴστθῶιο, 803ὀ1.

276

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Η ΔΙΑΛΛΑΓΗ ΩΣ ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΟΥ ΤΡΑΠΚΟΥ

Ζ??

αοιστο ειναιοβιος της ειοηνης και οχι του πολεμουωόν. Καιτιειναι ω̨θοτητα; Το να ενω̨γε, Ο ανθΩωπΟς παυ̃ςωνη̨ ωε πωγνιου̃ "αι να πθοχωῳί σε εκείνεα̨ Πε εκφωσεια̨ τηα̨ ποω συγ,γε,ω̨,μένα
κ

κ

κ

»

κ

.

»

»

διας οι οποίες δεν είναι πασα εκφοασεις μιας αισθητικής καθη­ μεογνότηῖαειοε. τό" θα έχει α̨γω̨δίσεγτον «ἴχεων» των θεώνιοτῦ

Για ποιο ζήτημα ομιλεί λοιπον τελικα το πλατωνικο φιλοσο­
× × ×

στην εναακνηαα τον λονβν Οωτον τοποθενηση τον Χ νἶθως για τον ειδοποιημενο π εον επισης σαφέστατα και πολυτοοπα από τα ποοηγηθέντα αναγνωστη ¬, παοαπεμπει σε ολα οσα σλετταα με αυτήν παανματευτηκε στη συνέχεια. Το πιο αξιόλογο, το πιο αοιστο ποαγμα ειναι η διαλλαγη· οοθοτητα στον ανθοωπινο βίο έχουμε όταν ο ανθοωπος επιτυγχανει να παοιστα τη διαλλαγή
×

|

|

­

|

|

|

φουν υποκειμενο; Το πλατωνικο φιλοσοφουν υποκειμενο στο μεσονιοτ πεωπου τηε ανελιἔηἐ ΈΟΉ Ολα) λογω) ΈΟΌ επανεω̨̃χετω
104·Βλ'
,ΠΤΟ

ίὁ

105. Βλ­3 στο ίὁω, 803θ1_Ζ

!Ο,

803 (12

­Θ

ῖω̨βλ. 804

87_Ό3_

γι. (Μό και π@0ηγ0Ήμένω§

να ονο δναλλανη η οπονα »μποθεν τον στην "αθημεανοτηνα 10 ει κ » » «ιλεως»] . μασθει αν τη συσχετισει καποιος με τους θεους Ο πόλεμος, η εικόνα του πολέμου, και μαζί με αυτην η παιδεία, η ηθικη, ο λογος για την ψυχη και για την/πολιτεια, που ποου­ , | | | πεθεταν την εικονα αυτη, εχουν υποτιμηθει, εχουν τεθει στην ε­
7

κ

κ

109

/

κ

κ

γίνεται λόγος για «καλλιστας παιδιας» (803ε7­8). Το πλατωνικό φιλοσοφούν υπο­
κειμενο (βλ.
8Ο3ο”7­8, 667010­Θ8),

συνδέοντας το αισθητικό με την παιδια, δεν

ααρααἔα αααα τα νενανα€ ότι ααιν αακατα ελληνααι̃ _ αλλα αατ ααι νέα ελληντ·
αισθητικού (μουσική,υπόκοιση,όοχηση), Βλ,ακόμη,γιατην αισθητικότητατης καθημεοινής ζ,ωής,στοιδιο, 835α4­οΖ· η φιλοφοοσύνη που θα τους διακοίνει (βλ. 835α5) συνδέεται αμεσα με τη διαλ­ λαγή ζβλ., αντίστοιχα, 6Ζ8ει1­3, 62808­ΘΖ) όπως επίσης και η αναφοοόι στη σω­ φοοσύνη (βλ. 83681­Ζ) και στη γλώσσα για παιδεία μέτοου (βλ. 83683­4). Όλοι αυτοί που θα πεοιλαμβανονται στο πλαίσιο της αισθητικότητας της καθημεςκγής ζωής, θα είναι απηλλαγμένοι από την ακοατεια πόνου, λύπης, δηλαδή από τους σφοὁη̨ούς και ανελεύθερους πόνους της καθημεοινής ζωής (βλ. 835α8­ε1) ­¬ αντίθετα απ” ό,τι συμβαίνει με όλους εκείνους που ζουν μέσα στο τόσο επίπονον του βίου, ώστε να γεύονται την ηδονή, τη χαοα ως χοοό, στις ανόιπαυλές του· όσο για τους δύο διοοισμούς (σφοδοοί, ανελεύθεοοι), αυτοί βεβαιώνουν ότι δεν ποό­ κειται για το μυθολόγημα της πλήοους απαλλαγής από τους πόνους τους συνυφα­ σμένους με «τα αναγκαι̃α» του ανθοώπινου βίου (βλ. σχετικα με το θέμα αυτό, δθ6ὸ7­8θ7ϋ5 και σημ. Ι 398), αλλά για τη διαλλαγή, που αποτελεί οήμα υπέοβασης του διχασμού του βίου σε βίο σφοδοών και ανελεύθεοων πόνων βίο ακοατούς

"ή _ νπάοχεν σύνδεση τον Θήματοἔ πααω με τη ὁθαστηαότητα στο πλαίσνο τω

βαθμίδα τηθ αἔνολογατήθ κλατακαἔδ ααα τελατα› Ο ανθ©ω“ 8κφ@όιζει όλοι αυτά έχει τεθεί στην Ευ̃χατιόι της κλίμακας των αξιών· όχι μόνο δεν είναι λοιπόν αποοίας αξια, αλλα αντίθετα είναι αναμενόμενη η αντίδοαση του συνομιλητή του πλατωνικού
σχα­τη
3τΟς 7τΟὉ

­

..ατα
7

, , ό λ οταν αν­Ε επανα αμβανεν Οι σχετατα με την ττθτθάσταση της διοιλλοιγῆς Εκ μέ@Ους των ανθθώπων _ αντίὁθαση η οποία συνοψίζεται στην πααατήαηση ότι αυτή η ποιοόιστοιση Οιπθτελεί ὁιαφαυλιυ̃μόω τΟυ Οινθ@ω3τίνΟυ

λ

,

,

φν οσοφονννος νπονενμενον

_

1θ8. Βλ. το χωοίο 6Ζ7α11­6Ζ8ο1, σε παοαβολη ποος το χωοίο 8Ο3αΖ­ε1.

­

1θ9. Σε ενδουποκειμενικό, διυποκειμενικό, αλλα καιδιαπολιτειακό επίπεδο: «αυτῇ τε δμιλεῖν και ταῖς αλλαις πὀλεσιν» (στο ιδιο, 6Δ5Ισ7­8)· όπως η εικόνα του πολέμου θεμελιώνει τη σκέψη και την ποαξη του ανθοώπου και στα τοία επίπεδα (βλ. 1.1.), έτσι και η διαλλαγή μεοιμνόιται να απλωθεί σε όλα τα ποοαναφεοθέντα· βεβαίως, για το πλατωνικό φιλοσοφούν υποκείμενο, όπως διακοιβώσαμε (βλ. 1.1.), πιο θεμελιώδης διαλλαγή είναι αυτή του ενδοϋποκειμενικού, αμέσως μετα αυτή του ενδοπολιτειακού (βλ.1.Ζ.1.), ενώ για το τοίτο φαίνεται να θεωοεί ότι η

ηδονής. Σημειώνουμε, τέλος, ότι, σχολιάζοντας το χωοίο 8Ο3ε2­8Ο4δ9 ο Η. Ματοιιεε (1973), 53­56, υποστηοίςει πως ο Πλάτων ομιλείγια έναν πολιτισμό όπου η εογα­ στα θα ήταν παιδια
106. 1θ7.

Οαθή παααααία τηέ διαλλανήἐ ατα δύο ττααηναὐμενα εἔασαταλἴἐετ ττἐ ατταθατττι̃· τες ποουποθέσεις για να επιτευχθεί και ως ποος αυτό διαλλαγή. 110­ Βλ­ Νόα· 792308­τα λ/τα το θέμα ττὶέ ὀταλλαλίήἔκ την εθμτι̃ντία ττι̃ἔ εμττλοτττι̃ἔ τοτ θέματοἐ αυτού με το λόγο ττεθτ θετοτ κατ την ττθοσφοθα θαστώντ ποβλ. προς το χωοίο 8θ3ε1­4, το χωοίο 71όο1­71783 (για αυτό το τελευταίο, βλ. και

Βι. Νεκ.

εο3ε3­αι· παει. εαιιε. Ποαγματι, το χωοίο 8θ3ει4­8θ4ο1 ευοίσκεται σχεδόν στο μέσον των Νό­

ση με Π 250)­

μωμ

ανδοεία και μαζί με αυτήν ο πόλεμος τοποθετούνται στην τέταοτη καιτελευταία

111· Βλ· Νόμ·

804ϋ5­6 όταν στο λωθτο 666α1·667α4ι ετταναλαμβάνετατ όττ

τι

οτε

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν· ΛΑΜΗΡΗΛΛΗΣ

ιι

ΔΙΑΛΛΑΓΗ ΩΣ οεινιελιο

τοτ ΤΡΑΠΚΟΥ

279

γένους, του ανθοώπου. Κατανοουμε τώοα γιατί η εικονα του ανθοώπου του ποαου λόγου ονομασθηκε παίγνιοοτ, γιατί το ποατ­

βαιοτητα της ποοτασης ότι είναι αναγκαίο αυτός να αποτελεί σντοεείμενο σπσοὀήεε τίποτε δεν αποσαφηνυ̃εεῖσε. ωστοσο, μήπωε
έχουν ήδη κατατεθεί τα στοιχεία που στηοίξουν το βέβαιο αυτό; Αε ἔεεννήσοομε οπο τη ογενκοίνηοη ποο ποοαναφέοαμε 6" σονοοεοεε τη βεβοοοτητσ τησ ποοτοοηε αν­γής: Ο άνθοωποε _ είναι βέβαιο ότι θα ποέπει να αποτελέσει αντικείμενο σπου­ δής, γιατί είμαστε «ἐνταῦθα». Που παοαπέμπει το «ἐνταῦθα» αυτό; Στο χώοο τον ανθοώπινο, διυποκειμενικό και ενδουπο­ κειμενικό, που θεμελιώδης πυοήνας του είναι ο ενδουποκειμε­ νικός· στο ενδουποκειμενικό λοιπόν πεδίο, πεδίο πολεμικό, πεδίο ποο επίσης λεντσοονοοσε με βάση την εοεονσ του πολεμσοω,

τειν τομ οινοοώιτοτ οιοτοο ωἔ τιοιοοιοτοιοη τηἔ οιοιλλοινήἔ εινοιι παιδια, και γιατί συνεπώς αισθητικό και παιδια είναι συ­ νώνυμεςτιε έννοιες. Ο διαφαυλισμός του σπουδαίου είναι συνώ­

­

­

νομοἔ με την ετοιοιλοψη τομ λονοο τηἔ οιοιλλοινήἔ. τιοιι η ττοιοοοοιοι τηἔ ττοιοοιοτοιοηἔ τηἔ οιοιλλοινἠἔ εινοιι οιττοοοιοι τον οττοοοοιτομι εινοιι τιοιμἔειν ττοιιοιοιιἔλ Γνωομοοντοιἔ οτι το οεμελιο τοο οττομ οατομ ήταν Ο πόλεμοἐι 11 εικόνα 1011 πΟλέμΟ11114› μποθοιτμε να εομτινετοομε το νιοιττ οιιοει το οττοοοοιιο η οιοιλλοινήι το εττιτμν“ χανει διότι δυναται να αοει όπως ήδη γνωοΐςουμε το ίδιο το οεμελιο τομ” οιιοει το οττοοοοιιο> Ηοιι οοηνει ττοοἔ Ατιοφοιντιιιοι λέγεται ότι οδηγεί στο παίγνιο, δηλαδή στην απουσία του σπου­ δαίου, και αποφατικα λέγεται ότι οδηγεί στο εναντιον του σπου­

­

­

­

εικόνα που θεμελίωνει και το αισθητικα σπουδαίο όσον αφοοα το χώοο σοτο­ Στο χώοο σοτο7 οπως ονοοεονβώοσμε, νπήοχε _ θε­ μεχγωμενη στην εοεονσ τον ποχεμοο _ μία σχέση τον λόγον ποοε
την ηδονή αλλα και ποος τη λυπη, της λυπης ποος την ηδονή, της ηδονής ποος το λόγο και τη λυπη, της ηδονής ποος το νόμο και την αοετή, του ήθους/έθους ποος το νόμο, του ιδιωτικου ποος το δημόσιομτ, σήμα της οποίας ήταν η επιτακτικότητα του λόγου.

οοιιοο οιοτοο· Αντοι ωἔ ττοοἔ τη οιοιοοιφηοη των ννωοτών ττοοινμοιτων τηἔ οιοι' τττοτωοτιἔ οτι ο οινοοιοττοἔ εινοιι ττοιιννιο' ομωο ωἔ τιοοἔ τη βε`
θέση στην κλίμακα των αξιών και η κοουφαία θέση δίδεται στη διαλλαγή, ο συνο­ μιλητής λέγει ότι αυτό αποτελεί φαυλισμό των νομοθετών οι οποίοι είχαν θεσπί­

σει αντίστοοφη κλίμακα αξιών* ίβλ., στο ιδιο, 667ει5­6)· εδώ ποόκειται για το τελι­ κό, εις βαθος, αποτέλεσμα αυτου του ίδιου φαυλισμου: εκείνος ο ανθοωπος που θεωοηθηκε σπουδαιος συμφωνα με τα αξιολογικα κοιτηοια των ανωτεοω θεσπι­ σεων, είναι αυτόςο οποίος διαφαυλίςεται. * Συναφές με το γεγονός αυτό είναι ότι η εκουσια εμβολή του ανθοώπου στη μέθη, παοαδειγμα αοσης της επιτακτικότητας, αοσης των αξιών των συνυφασμέ­ νων με αυτήν και την εικόνα του πολέμου επανω στην οποία η ίδια θεμελιώνεται, χαοακτηοίξεται από το συνομιλητή ως φαυλότης ίβλ., στο ιδιο, όάόοέι­6). Σημειώ­ νουμε επίσης ότι τόσο στην πεοίπτωση της μέθη; όσο και τομ ανθθώιτοο ωἔ
ττοιινντομ ο οονομιληττι̃ἔ οεωοει _ τι̃ οινοιμενετοιι νει οεωοἠοει κατι θαυμαστό (βλ., στο ιδιο, 646135, 804137, αντίστοιχα).

_

το φοιολιομο ιοἔ

τα
156,

εομιοἔι μολιἶ έχει ττοοτινηθετ το κειμενο εκεινο τ­τον Οντά οιμνειται ότι στη συζήτηση για την πασαυαία της διαλλαγἠς 11 επιτακτι­ χότητςχ είναι ποιι πάλι ποισουσα, ως μέσιμνα πσόκσιυ̃ης ΤΟΌ 7ι@αΟὉ λσνοοοτησ οεοελλανήσ­ Ο­Ὁνεπώο, μόνον κατά τη συν/χ©ό·ῃ7(ῃ7 τηα̨ πα άστασ ε τηε δεαλλαγήε η εππακῃκόεητα είναι οεπσοσσ­ Ἀοσ. Ω , η ,Θ , λοσο Μου̃ λό άοι̃ν το ενϊθε τον εν­ναν ΟΗ Η βιω Η Ο φι φ ν ε Ω οειχνει ότι οιιιτόἔ οεν Ηττεοβοιτνει την εττιτοοιτιιιοτητοι ττοιοοι μονο λόγω και όχι έσγω. Γ ια τΟν ανθσωιτο ­ φΟ@έα τ0υ επιτακτικαθ
7

112. Βλ. Νόιι. 644ὀ7­645132 και την ποαγματευσή του στο 1.2.1., σε σχέση με τη δήλωση του πλατωνικού φιλοσοφουντος υποκειμένου στο χωοίο 803 οτι­5.
113­ Βλ· στιν­ 11
1115­

­

115. Βλ. Νόιι. 626ε2­6· ο ίδιος λόγος που ομιλεί για ενταύθα όσον αφοοα το ενδοϋποκειμενικό πεδίο, ομιλεί για «ἐκεϊοε τοεπειν τας ἠδονας και ἐπιθυμίας» (στο [οίον 643067). 116· Βχ­7 νοοῃ σοχἠν) την ομολογία τον Πλάτωνα για την τοοιγιχἠ ποιηση (Πολπ. 603ε1ο_σ7). βλ. επεσηεο ννσ πσοάοεννμο, σε σποψεγε των Β­ οοοῃ (1ο81)7

114­ Βλ­

01111·

Π 116·

­, οι οποίοι συνοψίξουν τις διαπιστώσεις του θεατή ή αναγνώστη της τοαγωδίας.

ο. Τεριιῃ (1988),

13,

Α. τεειω̨

­τις οιναφεοει Ο Ρ. τειῃ ­ ειιτειςο (1970), 213

280

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Η

ΔΙΑΛΛΑΓΗ ΩΣ ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΟΥ ΤΡΑΓΙΚΟΥ

281

λόγου που εγκλείεται μέσα στο ενταύθα, διακησύσσεται λοιπόν ότι αοιστο ηθικά, επιθυμητό ψυχολογικά, είναι να απεγκλωβιστεί της εικόνας του πολέμου, η οποία διακυβεύει (και) τον κατ° εὶοχήν χώοο της ύπαοξής του, το «ενταύθα», και θεμελιώνει την οι όδοση της αισθητικής κατηγοοίας του σπουδαίου σε αυτόν· δηλαδή, αοιστο, οοθό για να παοαμείνουμε στη γλώσσα του αισθητικού είναι να καταστεί ο ίδιος μη σπουδαίος, φαύλος, παίγνιο. Κι ωστόσο ομολογείται πως διαπιστώνεται εμπειοικα, είναι επομένως βέβαιο ότι είναι αναγκαίο να θεωοείται ως δέσμιος της εικόνας του πολέμου, η οποία συνεχίςει να διακυ­ βεύει το χώοο του «ενταύθα», αοα: παοαμένει ενεογό το θεμέλιο που επιτοέπει την απόδοση της κατηγοοίας του σπουδαίου σε αυτόν. Μετα την εξέταση όλων όσα συνδέονται με το πεοιεχόμενο του ποώτου δείγματος οοθότητας, θα ποέπει να επανέλθουμε στην αοχική υπογοαμμιση του πλατωνικού φιλοσοφούντος υπο­ κειμένου ότι ίσως αυτό το δείγμα να είναι η οοθή παοασταση της διαλλαγής· για να δοκιμάσουμε να διακοιβώσουμε αν ποόιγματι είναι, θα ποέπει να στηοιχθούμε στα όσα ήδη έχουν αποτελέσει αντικείμενο ποαγματευσης και αφοοούσαν το καθεστώς παοου­ σίας της διαλλαγής. Είχαμε διαπιστώσει, συγκεκοιμένα, ότι και μόνον η εμμονή του ποαου λόγου στην ανέλιξη του εαυτού του, στην παοασταση της διαλλαγής, θεμελιώνει την επιτακτικότητα του· η επικαλυμμένη αυτή επιτακτικότητα αποκαλύπτεται στη συνέχεια, έχοντας ως όοιό της την αντιμετώπιση του λόγου της διαλλαγής ως νομοθεσίας· όπως είχαμε επίσης σημειώσει, αυτή η αντιμετώπιση ποοκαλεί έκπτωση της παοαστασης της διαλλαγής· την έκπτωση αυτή την είχαμε εν συνεχεία εομηνεύσει αναφε­ Ωόμενογ στη σχέση .Βου νόμω) κο" τηε δωαλλαγήἔ πθοἐ .ση ὁγαφΟ@ά. χωοίς τίποτε να αίοεται από την ποοηγηθείσα ε©μηνεία7 θα

­

­

­

­

κοίνηση του πλατωνικού φιλοσοφούντος υποκειμένου ότι η οοθότητα μιας παοάστασης ποουποθέτει γνώση της ουσίας της εν λόγω παοόιστασης, και η γνώση της ουσίας μιας παοόιστασης κοίνεται, αισθητικά, και ως ποος το τι βούλεται, και ως πσος το τίνος ποόιγματος όντως είναι η εικόναω· στην ποοκειμένη πε­ βούληση του λόγου έμμονη οίπτωση, όπως είδαμε, η συνεχής σχετικα με τη διαλλαγή, είναι όντως εικόνα επιτακτικότηταςω. ”Ηδη λοιπόν το γεγονός αυτό της βούλησης συνεχούς εκκόιλυψης της διαλλαγής· βούλησης η οποία εκφοαζεται πολύτοοπα, ποο­ καλεί συνολικα μη οοθότητα της παοαστασης της διαλλαγής, έκπτωσή της η οοιακή έκφοαση αυτής της βούλησης, η διαλλαγή ως νόμος, δεν αποτελεί πασα έντονα χοωματισμένη έκφοαση της έκπτωσης αυτής. Επομένως, θα πσέπει να υπεοβεί ο λόγος τη συνεχή βούληση εκκαλυψης της διαλλαγής· σε μία τέτοια πεοί­ πτωση, η βούληση πασαστασης της διαλλαγής θα παοαμείνει, αλ­ λα θα οδηγεί σε όντως εικόνα διαλλαγής, αοα θα επιτευχθεί όντως οοθή παοασταση της ουσίας της διαλλαγής. Η οοθή αι­ όιοα σθητικόι παοόισταση σημαίνει μη έκπτωση της, και απουσία του γελοίου· απουσία του γελοίου, και παοουσία τίνος; Αφήνουμε τη δοκιμή απάντησης του εοωτήματος αυτού για τη συνέχεια. Όπως ποομνημονεύσαμε, η αοση του συμβατικού σπουδαίου ως διαλλαγή καθιστά αυτό παίγνιο· το νέο σπουδαίο, πληοοφο­ και το σημειώσαμε οούμαστε, είναι η διαλλαγήΠ9· εν τούτοις αποτελεί έκπτωση της η συνεχής παοουσία ποοηγουμένως

­

­

Η
­,
117. Βλ.Ν6μ. 668οΔ­9,

­

­

­

κοιιτη σχετικη όσον αφουα το Θεμα αυτό πσαγματευση

,
π@επεΒ

,

,

,

ωστοσο να π©Οχω@ησΟΌ με στην Ολ0μ°λη©ωση της: εἔετασηἔ της έκπτωσης της παοαστασης της διαλλαγής. Για να το επιτύ­ χουμε αυτό, θα βασιστούμε και παλι στην τόσο κοίσιμη διευ­

μμε στο 123­ |118. Βλ. το ποοηγηθέν συμπέοασμα στο παοόν κεφαλαιο, που ομιλεί για τη μεταβαση απο/την επιτακτικοτητα της διαλλαγής στην εκκαλυψη τυπικων|μοο: φων επιτακτικοτητας, δηλαδη. στη οητη διηγηση της επιτακτικοτητας που υπο­κει ται της μέοιμνας θεμελίωσης μιας πολιτείας παντοδύναμης παοουσίας της διαλ­
λαγής_
119. Βλ.Ν6μ. 803‹15­7.

282

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Η

ΔΙΑΛΛΑΓΗ ΩΣ ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΟΥ ΤΡΑΓΙΚΟΥ
κ κ κ
κ

283

αυτής από την κατηγοσία του σπουδαίου. Αυτό λοιπόν που τελικα πσοτεινει το πσωτο ειγμα οσθοτητας ειναι, για να μην αυτη κ κ κ κ κ κ κ εκπεσει, αντι της συν ους πασουσιας της να υπασχει μια τοιαυτη και τοσαότη πασουσία της μη διαλλαγής, των εκφσασεων του η συμβατικου σπουδαίου, η οποία και θα αποτελεί το σημα υπεσ­ βασης της συνεχους βουλησης του εαυτου της δηλαδή της διαλλαγής συνεπώς, υπέσβαση της επιτακτικότητας της, και ασα πασασταση της διαλλαγής ως πσος την ουσια της και όχι μόνον ως πσος τη βούληση πασαστασής της. Η οσθή αισθητικα ποω̨άσταση σημαίνεφ _ Όπενθυμίζουμε _ μη έγγπῖωση̃ τηα̨) αποφ)­

κατοθθωνελ να απθι̃ελει μιμηση, πασασταση, του «ασ ιστου» και
2

|

811ο,

και με βαση οσισμένα κσιτησια υποστησίςει ότι αυτοί συγκσοτουν την αντί­

,

­

­,

­

×

Τεχνη των ποιητών τσαγωδία­Στο 700910 812836 εμφανἴἑεταινοι δτιλώνειτη νέοι­ μνα εἔέτασης και των υπολοίπων λόγων, κυσίως όμως ενδιαφέσεται: (ι) να εκκα­

­

σπουδαίου; Το πλατωνικό φιλοσοφουν υποκείμενο πσοσφέσει την κατη­ γοσηματική απαντηση: με δεδομένο ότι το σπουδαίο αφοσα την τσαγωδίαῃο, ο λόγος των Νόμων δε συνιστα πασα μία τσανω­ ὁία121· η τσαγωδία αυτή είναι η «ασίστη» και ‹‹καλλίστη»1Ζ2, γιατί
Ασιοτ. Ποιητ. 1448ε1­5, σε συνδυασμό με 1448ει16­18· πσβλ. Νόμ. 817ε1­2· το πλατωνικό φιλοσοφουν υποκείμενο με το «ὡς Φασί» (817ει2) δεν αμφισβητεί τη συνδεση σπουδαίου και τσαγωδίας, όπως δεν αμφισβητεί τη σύν­ δεση γελοίου, μη σπουδαίου, και κωμωδίας (βλ. 816ε11­817ε1)· αμφισβητεί όπως ήδη διαπιστώσαμε τη χσήση του όσου σπουδαίος όσον αφοσα το συμ­ βατικό αισθητικό, και αμέσως στη συνέχεια (βλ. 817δΖ κ.ε.) διεκδικεί τη δη μιουσ­ γία εκ μέσους του ενός αντισυμβατικου σπουδαίου, ανταγωνιστικού πσος αυτό
120. Βλ.

σία επομένως του γελοίου· και επαναλαμβανουμε: πασου­ σία τίνος, πασουσία τίνος πσαγματος είναι η μη έκπτωση του νέου

­

­

­

­

των ποιητών. 121. Βλ., στο ίδιο, 817υ2,5. Πασαλληλα με τη διαβεβαίωση αυτή, αμέσως μετα από αυτήν, το φιλοσοφουν υποκείμενο αναφέσεται στα κσιτήσια που λαμβανει υπ7 όψη του για να διατυπώσει την κσίση αυτή: πσόκειται για κσιτήσια που βασί­ ζονται στη γνωστή διακσιση «τι όουλεται» καί «ότου ἐστιν εἰκων δντως»: «Κατα μὲν την ὑπόθεσιν, οὐ φαινόμεθα ἐκτὸς ποσευεσθαι τῶν ὑποτεθέντων λόγων· εἰ δὲ τὸ δλον κατοσθου̃μενή μη...›› (812ε3­5 η πασουσία του «φαινόμεθα» πασα­ πέμπει στο γεγονός ότι πσόκειται για εικόνα, για πασασταση). Στο σημείο αυτό χσειαζεται μία διευκσίνηση: στο χωσίο 811ο6­‹12 φαίνεται ότι το πλατωνικό φιλο­ σοφουν υποκείμενο έχει πσοβεί σε συνολική επισκόπηση των λόγων του ως το

­

λυψει το ποια είναι τα κσιτήσια αυτα ήδη (βλ. 803 151­8) έχει ονομάσει την όλη κατεύθυνση που θα λαβει η πσοσπαθεια του να ανταποκσιθεί στα κσιτήσια εκεί­ να, συμφωνα με τα οποία εξετάζει την επίτευξη ή μη του στόχου του που είναι η οσθή πασασταση της διαλλαγής· (ἰἰ) να σημειώσει το μέγεθος της δυσκολίας επί­ τευξης του στόχου (‹‹χαλεπὸν ίσως διισχυσιζεσθαι» 812ε5­6), σημείωση που σχε­ τίςεται αμεσα με τη σημασία που δίδει το φιλοσοφουν υποκείμενο στη διασταση λόγω­έσγω (βλ. 636ε­Β και 1.2. σχετικα). 122. Βλ. Νόμ. 817 152­3. Κατα τον ν. ΟοΙοεοΙ1τΠἰεἱτ (Ρἔαιοπίυηε ετ μεηεέε σοητειηροταιηε (Ρειτὶε, 1970), 98), το δσαμα αυτό είναι «κενό από όλα τα δσαματικα στοιχεία››· η σήση αυτή του (}οΙσεοΙυυἰὀτ, πσος την οποία συμφωνεί ο Ρ. νἰεἰεΙ­ Νεσυοτ (1975), 141, στησίςεται κατ" ασχας σε μία αναγνωση των Νόμων διαφοσε­ τική από τη δικη μας, και παντως εκφέσεται υπό την πσοοπτική των κσιτησίων του ουμβατικου αισθητικου, όπως: τσαγική πεσιπέτεια, θανατος στο τέλος, κ.α. (βλ. θοΙσεοΙυτιἰτ1τ, ό.π.,98). Για την πλατωνική τσαγωδία των Νόμων, βλ., πσόχεισα: Αυόετεου (1966), 99, ΟοΙ‹1εοΙυυὶότ (1948), 55, 59, Οοιυσυετ (1967), 381­387, Η. Κιὼυ (1941­1942), Π ιδιαίτεσα 77 Κεκἰτιε (1959), 61­62. Γενικότεσα, για τη σχέση Πλατωνα και τσαγωδίας, για τον Πλατωνα ως δσαματουσγό, βλ., για πα­ σαδειγμα: Α. Κελεσίδου­Γαλανου (1982), 27­35, 83­101· Ηειτθειυσ­Βννειυυ (1951), 14­18, 136­140 με κσιτικές πασατησήσεις για την πλατωνική χσήση του μυθου· Η. ΙοΙν (1974), 373· Ψ. Κευἰιυευυ (1968), 22­29 ανεπασκέοτατη πσαγματευση, τυπικό δείγμα των πεσισσοτέσων πσαγματευσεων του θέματος· Η. ΚυΙτη (1941­ 1942) πασα τον τίτλο της, η εκτεταμένη αυτή μελέτη ασχολείται πεσισσότεσο με την τσαγωδία· Νυεεδευιυ (1986), 122­135 καμία αναφοσα στους Νόμους ως τσαγωδία, μόνον αναζήτηση κοινών σημείων πλατωνικών διαλόγων και τσαγωδίας (όπως ο διαλογος) και διαφοσών (όπως θέατσο του πνευματος (Πλατων) θέατσο συναισθηματων (τσαγικοί))· Κ. Βοβεετετ (21969), 218­234, με αναφοσές στις θεωσίες για την ασχαία ελληνική τσαγωδία που αφοσουν την πλοκή και τις ιδέες της σε σχέση με τους πλατωνικους διαλόγους· Ι). Τειττετιτ (1955) με καταμέτσηση των ωσών αναγνωοης των Νόμων (: 21 1/2!), καταμέτσηση η οποία την οδηγεί στο συμπέσασμα ότι δεν μποσεί το έσγο αυτό να αποτελέσει θεατσική πασασταση· νἰοειὶτε (1960), 265 ­ 267 ο συθμός, το υφος της γλώσσας, η επινόηση μυθων, συγκσοτουν τον Πλατωνα ως φιλόσοφο­καλλιτέχνη. Για τα μιμη­ τικα στοιχεία των διαλόγων του Πλατωνα, βλ. Αθήναιος Π 5θ5ο και, βέβαια, το

­

­

­,

­

­

­

­

­

­,

­

­

­

τς/
ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν· ΛΑΜΗΡΗΑΛΗΣ

281

ιι Διλλλλτιι σε οεινιελιο τον τελτιεον

285

αυτό ακοιβώς την καθιστά και την πιο αλη­ θλνἠ Έθαγωδίαωμ Ο λόγοἐ αλπήἐ Ήι̃ε τοοιγωδίας είναι αντίτεχνος "αλ ανταγωνιστήἔ 101) λόγω Έηἑ Έθθηιωδίας του ουμβατικου ωσθηπκοὐι ΉἹΞ σθμβατωθἶἐ τθαγωὸίαἐω̃' Ο ανι̃αγωννσμόἑ μεταἔὐ

«καλλίστου»

βίου123·

γνωστό έογο του Η. Ιἰσἰὼ (Πει Μἰικοε: ειιι Ζιιτειοιτσσἰι ειτιινιοἰτἰιιιιἔε ­ ιςστσἰιισὴιἰισλιεκ Ι/εκτιιεὔι (ΒετΙιυ, 1903), 388 ­ 399 η ΚειιΙε (1978), 31­32, επαναλαμβάνει. Τέλος, θα ποέπει ιδιαίτεοη μνεία να γίνει στον Ειιοσσ (1990) κατ' αυτόν, η «Πσλιτεισι είναιητελευταία ελληνική τοαγωδία» (στοιδισ, 269). Χωοίς να είναι ασφαλώς δυνατο να ποοβουμε σε οιεςοοική συςήτηση των απόψεων του Εσοεο ςβλ. στο ιδιο, 235­277 κυοιως ομως 259­275), που Θεμελιώνουν κατά τον ιδιο τον παοατεθέντα ισχυοισμό, θα αναφεοθουμε με συντομία σε κυσια σημεία των από εων αυτών, ια να τι θέσου ε υπό ε “τ : ί ­ κό δίλημμα μεταἔἶί σωκοοἶτικών σἶοιχείωἕἶεἑὶώη̨̃άιἶιδιἶκἶἶῆῖήςδηἶίἶοἴ) στοιχείων ιταἔηι εἔσησιαι βεβαιότητα γνώσης) ιιέαα στα σιαλοτο αιιτόι /Η ιιήπωι
·

_­___

__
­

­

τους και η ποόκοιση της ποώτης λαμβάνουν χώοα εντός του πλαι­ σίου του «καλλίστου δοάματος» που θα συντελεσθεί εκ μέσους του αληθινου νόμου1Ζ6. Θα ποεπεινα διευκοινίσουμε όλα αυτά, αν και υποβάλλουν ήδη τη σημασία τους: ο ανταγωνισμός νέου και ουμβατικου τοαγικου λόγου, και η τελική ποόκοιση του ποώτου, λαιιβσινοιιν χώσοι εντόα του ττλσιιστοη .τση ιιαιλλτστοιι ὁσσιιισιτσα δη_
Οωτη λαὁη τηε αῳστηε ηΗΜ %αλΜσἶἔΊ€ ετ θ η Ομωα̨ θεωθειἶιω τ τ Έθαγωὀιας αολσῖη ΗΘΗ Ηαλλλστη τα̨χγω 1α› για" κα­ΕΟΟ ωνελ να αποτε μίμηση του αοίστου και καλλίστου βίου· δηλαδή αυτή αποτελεί οοθή παοάσταση του βίου που σηματοδοτείται από το ήθος της ὀισιλλσιγηα. Ο βιοα σιιιτόα ττσισιστσι το σιιγτιεττσιιιιένο ηθοα κατά
η
Η

η

η

τ

τ

τ τ

ι

η

1

η

η

τ

ΤΩΟΤΕΟ/

δεν υπάσχειτέτοια διάσταση, καιοπλατωνικός Σωκοάτης του διαλόγου δεν είναι παθά μόνον το ποοσωπείο αναζήτησης­εκφοοάς της βέβαιης γνώσης που θέλει να καταθέσει ο Πλάτων; Μιι̃πωε δηλαδή το ένα μόνο στοιχείο τηε διάστασηε είναι εντος του διαλογου, ο πλατωνικός Σωκσάτης που είναι όμως και ο Σωκοάτης άλλων διαλόγων , και το άλλο, ο ιστοοικός Σωκσάτης του αποοσποίητου εσω­ τάν, θα ποέπει να αναζητηθεί για παοάδειγμα στην Απολογιοι; Σε αυτή ωστόσο την πεσίπτωση δεν υπάοχει κανένα «δίλημμα» που να ποοκυπτει από τα <ῖσωκοοτικά>> και «πλοιτωνικά» στοιχειά του οιαλονου. ςβ) Υιταοχει ισοοσναμιγ

­

­

­

­

ἶντασηςπω ῆἶυχἰεπώε­ ΈΘΟΗ/Μό δίλημμα μεταἔὐ ποίησηἔ ΗΘΗ φιλοσοφίαἔ στον ιδιο διαλογο, η μηπως ποίηση (ως μυθος, ως εικόνα) δεν είναι παοά ειτοΠΙε της
Ομωα̨ ετσι έχουν Ήἶ Ξω̨άγμαῖατ τότε Η ἶγγενώἔ συνδεδεμένη με κατά την επιιιεισηματολογια 1Ξιιοσσ συγκοοτηση του τσαγικου στην Πολιτεια τιθεται υπο αιοεση, και στη θεση της αναδυεται το εσωτημα: μηπως γνώ­ οιζε ο ιδιος ο Πλατων ίσως, καλυτεοα από οποιονδήποτε άλλο ¬ γιατί μόνο στους Νοιιιους θα πσεπειανα αποδοθεί ο χαοακτηοισμός της τσαγωδίας, και μήπως

ἕω­
τ

ωσθηἶΐἑἕχ κῳτηῳα 3­ἘΟΌ αναφεοονται σε αυτην· εφοσον λοιπον παοιστα κατα τον πλεον Οοθό τ@όπΟ το βίο που πἔηγματώνελ το ήθοἔ τηἔ ὁλαλλαγήἔ θα είναι κθιλλίστη, ενώ Οιθίσι̃ῖη θα είναι εξαιτίας ΈΟΉ ότι 3τΟι@ιΟτάν€ι τη διαλλαγή η οποία αποτελεί την υψίστη ηθική αξία· ώστε θα είναι η Οσθότοιτη ιιοιλλισττι ττσισάστασηι και Οιιω̨ιβώα το Οσθότσιτον ιισιι
τε­[οδο ωσι̃ῖε
Μεχνοπομεβ Ἐα

Ϊα

τ

τ

τ

Μἶλλιστον πω) πατηγοθἶπαω σε αι̃πην) εδνω̨ _ σἶην ακἶθητδκη παντοτε γλώσσα _ σὉ)'ωνΌ μο ΈΟΌ αληθΕσΈΟ1ΤΟΌ128. Α@Οι, Εχ0ν°Ε0ις
126. Βλ., στο ιδιο 817137­ο1. Έτσι άλλωστε κατανοείται η δήλωση ότι ο φιλο­ σοφικός λόγος ποόκειται να εκληφθεί ως τσαγωδία· ότι δεν θα ποέπει να εκλη­ φθεί κυοιολεκτικά, δηλώνεται ποοσεκτικά με την παοουσία διοοισμών: «ποιησει

η

η

η

η

φω̃κἶσοφιαεἑ

αυτα

ν

­

­

τσηλσιχιστσν ελττἴσεται _ ιιαση στσν αληθη νσιισι δηλαδη χσιση στην στι ιιἐσσησ τησ ττσλιτειατ αποδοχη της σσθηα ττασαστασηα τησ ὀιαλλαγηα. για την εσιιηνεια ιιατ

τινι ττσσσσιιαιωσ) (στα ιδια 81τσσ)ι 127ι Η σσθη αητη ττασασταση ιιττσσετ να αττστειιεσθσί (βλι

817σ8_σ1)

_ έτσι

το 8910 ΗΡΤΟ· °°®°θωΞεπ10”η9 και ο|πΘ0(Μφε9θεί9 ισχνεισμόε τον Πλάτωνα το αυτο, θα επσεπε να εχουν αποτελεσει αντικειμενο πσοβληματισμου για τ0ν ΕΠ· θΠι με δ8δ0μεν0 μαλιστα τον τιτλο του εσγου του;
'

5. Β ., στο ιδιο, 817ο6­7 και αυτο γιατι για τα ιδια ζητήματα οδηγει ο κα­ θενας τους τους ανθοώπους σε αντίθετες λυσεις ίβλ., στο ιδιο, 817ο5­ά1)· για το «εναντια» (817ο7), βλ. και, στο ιδιο, 80308­9.

ΝΟμ¶αἕ17ῖιἶι5ια5 Ἰ6: ιι” στο ια ¿Ο°

αυτη, βι.± ιι) στο ιειο, οιιιτιε­3, οιειιε­ε, σε οιινειιαοιιο με οετοι­οεεεε (ιι) τη συνωνυμία αληθους και οοθου, βλ., στο ίδιο, 668εΖ­Δ, σε συνδυασμό με 667εὶ5· ότι με αυτή τη σημασία ποέπει να εκληφθεί το «ὸιλη θη ς» (817δ8), ποοίδεάζει ήδη το «άποτελει̃ν» (817ο8­σ1), το οποίο εντάσσεται στην αισθητική γλώσσα ίβλ., στο ιδιο, 6681σ7). Σημειώνουμε, τέλος, ότι η ποόκοιση της τοαγωδίας των Νόμων θα ττσέττσι να θεωσηθει στα σσθη αττσιτστση (βλιτ στο ίσιο) 81γσ6_ισ1) ττσσσ τσ σσιιβσ­ τιιτσ αισθητιτισι σσθη σε σχέση ττσιντστε ιτε την εττιτεσξη τησ σισιλιισινητι 128. Βλι σηιιι Π 127 (ιι).

286

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Η ΔΙΑΛΛΑΓΗ ΩΣ ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΟΥ ΤΡΑΓΙΚΟΥ

287

τπτ
π

κεντρικό σημείο αναφοράς τη διαλλαγή και την ορθή πα­ ράστασή της, το πλατωνικό φιλοσοφούν υποκείμενο θεωρεί ότι ο λόγος των Νόμων αποτελεί την καλύτερη αισθητική παράστασή της, ως νέα τραγωδία. Θα πρέπει μάλιστα να σημειωθεί ότι το φι­ λοσοφούν υποκείμενο υπογραμμὔςει πως ο λόγος του επέτυχε να αποτελέσει ορθή παράσταση της διαλλαγής, καθώς ομολογεί ότι έχοντας προσηλώσει το βλέμμα του στους λόγους των Νόμων συ­ νολικά, αισθάνθηκε την ηδονή που νοιώθεικάποιος από την ποίη­ ση129, και συγκεκριμένα βέβαια εδώ από την τραγωὁια, Μέ­ νει λοιπόν να εξετάσουμε, στη συνέχεια, αν ο όλος λόγος του πλατωνικού φιλοσοφούντος υποκειμένου είναι «όντως››13®, όπως ισχυρίςεται το ίδιο με επίταση, μία ορθή παράσταση της διαλλα­ γής, δηλαδή μία προσήκουσα τάξη, ένα σύμμετρον διαλλαγής· αυ­ τα όμως σῃμαιγει; μια τιροαήιιουαα ιαἔη ιιη̨̃ςηἐγ ιιοααηα έγα σιη̨̃ιι­ μετρον, διαλλαγής και επιτακτικότητας131. Πριν ωστόσο προχωρήσουμε σε αυτή την εξέταση, θα πρέπει να διερευνήσουμε τη σημασία μιας άλλης διά­στασης που έχουν όλα αυτά, που αφορά όλα αυτά· πρόκειται για το γεγονός ότι στο κειμενο που οιιιλει για ιῃγ αααῃ του αιηιβαιιιιου απουδαιοα για το ενταύθα του ανθρώπου ως παίγνιο, λέγεται ότι αυτή την άρση τη, αυτό το παίγνιο τό, μηχανεύεται ο θεός, ο οποίος υπάγεται
ως

­

­

129. 1ἶ›λ.Νόιιδ811ο6­‹1Ζ.Στ‹ἐνΕρυξια,νόθσδιάλογσ­ στο πλαίσιο όμωςἔης ατωνικης παρα οσης η η ονη η προερχομενη απο το επιχειρημα του ω­ κράτη παρομοιάζεται από τον ίδιο με την ηδονή που προσπορίςει το άκουσμα απαγγελίας των ομηρικών επών από ραψωδό (βλ., στο ιδιο, 4030­εἰ). Για την επί­ α α 1 δραση της ποιησης στο πλατωνικο ςοιλοσοφουν υποκείμενο, βλ. ηδη στην Πολι­ τεια: «ως συνισμὲν γε ἡμῖν αὐτοῖς κη λουμὲνοις υπ) αυτή ς» (6Ο7οό­7). 130. Νόμ. 8171σ5· αποτελεί αναφορά στο ουσιώδες, τελικό, κριτήριο της ορθό­ α ι , τητας μιας μιμησης, μιας παραστασης (βλ.,στοιὁιο, 66807). 131. Βλ. άλλωστε το χωρίο 76%?­εΖ, όπου το έργο του νομοθέτη παραβάλ­

­,

στην κατηγορία του σπουδαίουΰθ. Θα πρέπεινα υπογραμμίσουμε ότι η διερεύνηση της διάστασης αυτής θα μας οδηγήσει σε καλύτερη διασάφηση του νέου αισθητικού, της νέας τραγωδίαἐι εφόσον η αναφορά στο θεό συνδέεται όπως θα δούμε με αυτή τη νέα τραγωδία· επιπλέον, η διασάφηση αυτή αποτελεί απαραίτητη προυπόθεση για να προχωρήσουμε στην εξέταση του ερωτήματος που αφορά την πραγμάτωση της εν λόγω τραγωδίας. Έχουμε ήδη πληΩΟΦΟΩ1ι̃θεί ότι Οι θεοί μηχαγεΰθηκαγ ΤΟ «θαύμα» του ανθρώπουω· αυτό το «θαυμα» μπορεί να ιδωθεί από το θεϊκό βλέμμα είτε υπό την κατηγορία του σπουδαίου, είτε υπό την και̃ηγθυία του φαύλου· στο συγκεκριμένο σημείο που εντάσ­ σεται η διήγηση αυτή, το πλατωνικό φιλοσοφούν υποκείμενο λέγει ότι δε γνωρίςει ποια προοπτική από τις δύο υιοθετεί το θεικό βλέμμαΰβ· στην πραγματικότητα, πρόκειται για το ότι δεν ενδιαφέρει εδώ το φιλοσοφούν υποκείμενο να προβεί σε οποια­ δήποτε σχετική διευκρίνηση: θα αρκεσθεί στην εκτύλιἔη της δεύ­ τερης εικόνας για το ενταύθα135· αυτή όμως οδηγεί το ενταύθα στη διαλλαγή136, δηλαδή σε θεική γλώσσα στην κατηγορία του παιγνίου, στο διαφαυλισμό του ενταύθα όπως αυτό περιέγραψε η πρώτη εικόνα η οποία θεμελίωνε το συμβατικό σπουδαίο αυτού137. Επομένως, το πλατωνικό φιλοσοφούν υποκείμενο διακηρύσσει μεν ότι δεν γνωρίςει ποια από τις δύο είναι η προοπτική του θεικού βλέμματος, καταθέτει ωστόσο το ίδιο τα στοιχεία που θεμελιώνουν δύο, αποδέχεται ΟΌσγασΉ%ά Τη δεὐτεΩ.η138­ Θα πθέπεγ

­

­

­

­

ε

ό

1

1

1

να σημειωθει ΟΠ στο τελος τηἐ εκτυλιἔηα̨ τηἔ δει̃πεθηἔ εωωναα̨ 132 Βλ Ν ,
133 Βλ
134”

/

α

1

.

.

στἕ ίὁ
δ

ο

.

ο6Μὀ7­8

­

.

ΰι ” στο ι Μ' ­Θ 135.Βλ., ι̃δ , 644 1­645132. 136 Βλ στο! ἰο, Ξ ,στ
Βλ”
εικονας
,

δ

ξ δ
δε Ο

ζ,
Μη
01)

”­ ετωιμε αΌτ0,ἶἰΌ ζσἶγθἶκἔουἔ ΈΟΡ ημιἶἕθγου απεἕδἔεἕξ (β . Ο κ ε ) επςἶμἕ νως, εχουμε α η μια εν ει η οτι η γ ωσσα του ­ εντάσσεται σε αυτο ο πλαίσιο (βλγ άλλες, Π 95).
1
. .
·

λ

,

δ

ί

'στ

λ. 669

ο

Ύἔἶ Οωτη τη
.

.

Μπι

ω η' τη

.

ηῖη η τηἐ ωγκεκοιμενηἔ
1.2.3.

138.

137. Βλ. Νόμ. 644ο1­3, ,

και την πραγμάτευση της εν λόγω εικόνας στο , Για τη διαπιστωση αυτη, βλ. 1.2.1.

288

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Η ΔΙΑΛΛΑΓΗ ΩΣ ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΟΥ ΤΡΑΠΚΟΥ

289

σε θεϊκή εωτόναἐ πολλ Οδηγευ̃ στη δταλλαγήι δηλαδή οδηγεί γλωσσα το σπουδαιον του ανθσώπινου ενταύθα σε παίγνιο, σε διαφαυλισμο, το φιλοσοφούν υποκείμενο λέγει ότι θεωοεί πως οι όινθσωποι μποοούν να δεχθούν αυτή την εικόνα είτε από τους

­

­

ία) Να ομιλεί για τη διαλλαγή σε

μη

αισθητικήω αλλόι και σε

αισθητική γλώσσα (αισθητική παοόισταση της διαλλαγής)Μ3, δε­ χόμενο ότι αυτή ταύτη η παοόισταση της διαλλαγής αποτελεί δια­
Ἀλλωστε,ήδη στον Ὁμηοο (βλ. Β. $τιοΙΙ (1981), 33), ονόος πσοσομοιόιζεται με τη και δυνατοτητα οοοιοης (βλ. χοιοακτηοιοτικοι: «ἐν οφθοιλμοιοι νοη οοις» (Ω 294) ιιοβι. οτον τιιοιτωνοιεομπ. 21%, Πολιτ. 533ο, οεοιτ. ποαἔὲιῖτη̨̃υσηἶώῖἐαι (2 ἶδἑοἔ σηιἶτώόόνμτ εττίτἐηἑ ότι επειδη το αντικειμενο

θεολὶἔ ετ­τε απο του­τον πολ) τη γνωἔίζειτ ενώ ήδη το Εδω έχει σπευσει να ονομασει το λόγο που την πεοιγοαφει μύθο139. Συνοψίῷόυμε· στην ποώτη εμφανιση του ολου ποοβλη μοιτι­ σμού για την απόδοση της κατηγοοίας του σπουδαίου ή του φαύ­ λου στο ανθοώπινο ενταύθα το πλατωνικό φιλοσοφούν υποκεί­ , ” | μενε) ωσχι̃ω̨̃ίἶἑεταβ Οτι δε γἶωοία̨ει πἶπα πΩ0ΟπΉκη ωοθετει Ο θεος εκεινο επθετεν Μαν Ήἔ ὁΌΟ › ωστοσο υτοθετετ τη δταλλαγήι ΤΕΟΌ αποτελεί για τη γλώσσα του θεικού βλέμματος την ποσο­ πτιχή του δγαφαη̨λισμού· παθάλληλα) έχει μεῳμνῆσεγ να ΟνΟ_ μάσει μύθο τον όλο λόγο για τη δεὑΤε©„η εικόνα) δηλαδή τη δω­ τὐπωση άποψης 6" θεοί μηχανεὐτη%αν ενταύθα

ιοω

­

­

­

α για Ὁσκο 0" και (Π) με ε ΟμενΟ,οῃχΘη¶ιμοπΟιεπωΎ' αλ η Ϊι̃γ να γίνει λόγος για αυτό, η όοαση ειναι καταλληλη για να ανταπεξελθει σε αυτο, εφόσον, αντίστοιχα: (Ι) είναι η εναογεοτάτη και οξυτόιτη των αισθήσεων του σώ­ χαοη στη συνάφεια της με το ματος (βλ.Φαίὁ¿›. Ζ5θαΖ­4), άοα δηλώνειτελικα νόό _ τη λεττόνόνίό τόν τον στο τψτιλότότό επίπεδό ενέονττόε · οἔύτητόε τόν' (Η) είναι η μόνη καταλληλη για να εοθει σε επαφή ο όινθοωπος με το καλλος (βλ. ομιλει στο πλαισιο του αισθήτικου Φαιὁσ.|Ζ5θο8­ο1)· ομως, στο πλαισιο του με το αντικειμενο ποαγματευσης του το π ατωνικσ φι οσοφουν υπο
Έοσο
Β

­

Η
­
141

ανθθώπωντ "αν έχω αμφίσημα θεωα̨ήσει ότι Ο άνθθωποἔ μποθεί να πληοοφοοηθει το λόγο της εικόνας αυτής είτε από τους θεούς ή από καποιον πολύ συγκεκσιμένο και ωστόσο ανώνυμο: αυτόν που γνωθίζεγ το λόγο αγ)­τό· Στη ὁεΰτεῳι̃ εμφάΉση7 σῖην επανεμφάνιση, ι | / ι , θεντοε Τω̨οβλη μαῃσμου Το πλατωνωω φιλοσοφοι̃ῃ Όποκεβμενο ομιλει χοησιμοποιωντας τη δικη του γλώσσα σε συνδυασμό με τη 'γλωσσα ΤΟὉ θεἴϋιθὐ βλέμματθς' και αυτό συμβαίνει ¬ όπως Ομο­ λογεί γιατί έχει καταστεί δυνατό να δεί τη θεική ποοοπτικήῃο,
·

ότι είδε, Πάντως αυτή η διευκοίνηση του φιλοσοφούντος υποκειμένου ευοιοκετοιι στο τελος του χωοτου 80384­804ο1 και γνώοιοε τη Θεικη ποοοπτικη

­

­

όνόττέόετότ σε όλα όσα είτε στο κωόίο αυτό ίβλ­ 8Ο4ϋ8·9ι̃ «εἶττόν ὕττεό εἴόηττό Έτσι αλλωστε εξηγούνται οι δυσκολίες κατανόησης τσυλλογου του (βλ. 80%?­9, δθ3ὀ1)· ωστε λοιπον:/η οηση 8θθο3­7, που αποτελειτο π/ εον κεφαλαιω­ δες σημειο του κειμενου αυτου και κλειδι για την κατανοηση του ολου εογου, εχει τέτοιες δυσκολίες* που χοειαζεται να κινηθεί το φιλοσοφούν υποκείμενο σε δύο οτοιοιοι οιοιοοιφηοης ς803ο2­9, 803ο2­8αιι›‹ι)· εντέλει το φιλοοοφουν υιτοκοτιιενο γίνεται τόσο κατανοητό όσο έγινε στο χωοίο 666ο1­ 667ειΔ από τον εκεί συνομι­
νυν››).

να τη γνωῳσει

Ποια εωνω τα αποτελεσματα αι̃πηἔ της γνωσηἑ,

897ά9τθ1

Αθτστ­ Μεΐαφυσ­ Α5> 986ϋ24)­ Εἔ αττίαἔ αλτθτβώἐῖ Έηἐ ατσθηττκήἐ πΟΟ0π'Ετκή§ του θθόο?­9, χοησιμοποιείται στην πεοίπτωση αυτή το «ἀπιδὼν» (80­ΙΒ8), αντί του

Πα τη σωίωνυμία τοϋ αφοθώ/αποβλέπω με το Υυίνώσκωι βλ­› στο ἴὁωτ _ πθβλ­ Σοφἰστ­ 25488τΌΖ› καθώἐ επίσηἔ και τη Χθήση ΉΙΞ μετοχήἐ <<ἀτόόλὲνότ>> στο αυτό πλαίσιο όόόόηε τόν Θεόν από τόν Ξενόφόνη (βλ
141­

139ιΒλ·Νό“· 645Ι)5”7· 140· Βλτστο [Βίοι 804ϋ8·

­

­

ληΐή τω (βλ· 66735­6 _ "ωσημ·Π111σλετ®"ά)· * Κατ, ασχήν μόνον και μόνον επειδή το σημείο αυτό ποοϋποθέτει εύοτοχη χοήση των κοιιηοίων του αισθητικού από το φιλοσοφούν υποκείμενο και αναλογη εομηνεία τους από τον αναγνώστη (βλι στο ίδιο, 669ϋό­9)ι και βέβαια επειδή τι είναι μία ιδιαίτεοα εδώ συγκεκοιμενα πεοίπτωση όιοσης του εκπίπτειν πολύπλοκη διαδικασία ανα­γνώσισης και αντιμετώπισης. Ο θεός, σε κόιθε σχε­ αποτελεί οικείο δήλωμα εκ μέσους του τική πεοίπτωση αοα και σε αυτήν πλατωνικού φιλοσοφούντος υποκειμένου των δυσκολιών που αυτό αντιμετωπίζει. ςΒι.Σοοιοτ. εποε­ο2,Νομ εότοό­ιο, κοιιοηιι. Π ιτε). 142. Ομιλώντας για την αντιστοοφή των αξιών όσον αφοσόι την εισήνη και Έον πόλεμο, στο χωοίο 803ὀ2­θ1 π@βλ_ 627ςΠ1­ 62802

­

­

­

­

σνόντόε» ίότότόλτηε τόότητ εμφόντόηε τόν όννττειτότμένόν πόόβληματισμοό

143.

Βποτοιοιο, εοαοι­2

­ ­ ποβι. εοιοτ­οτ

Ζ9θ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Η

ΔΙΑΛΛΑΓΗ ΩΣ ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΟΥ ΤΡΑΓΙΚΟΥ

Ζ91

φαυλισμό του συμβατικου σπουδαίου, δηλαδη γνωοίςοντας ότι τελικά αυτό το τελευταίο καθίσταται παίγνιο, μη σπουδαίοω· (β) να θεωοεί ότι η οοθη αισθητικά παοάσταση της διαλλαγης,
του νέου σπουδαίου, ποουποθέτειτην παοουσία μη διαλλαγης αντίτης συνεχους παοουσίας της145. Φαίνεται λοιπόν ότι η αναφοοά στους θεους σχετίςεται επιφανειακά με τη χοηση της αισθητικης γλώσσας, και κατά βάθος με τη γνώση του αισθητικου κοιτηοίου. Ποος επίοοωση αυτης της υπόθεσης μας θα καταφυγουμε στην παοαβολη δυο χωοίων: του χωοίου στο οποίο το πλατωνικό φιλοσοφουν υποκεί­ μενο ομιλεί για το γεγονός ότι έχοντας καταστεί δυνατό να δεί τη θεικη ποοοπτικη, να συμ­μετάσχειΜ6 σε αυτην, μπόοεσε να οοίσει ως ποοσπάθεια οοθης παοάστασης της διαλλαγης την παοουσία του φαυλου και του σπουδαίου, με το χωοίο όπου λέγεται ότι υπό

­

­

Νόμοι είναι η Οοθή αισθητική παῷάστοιση Τηἔ δλαλλαγήἔι το νέο Οπθυδθιίθ, η νέα Έ@ΟίγωδίΟι. ΤΟ βλέμμα ἘΟΏ φιλΟΟΟφΟΰν°ίΟς υπ0κ8ι­ μένω), στη δεὑτεα̨η πεθίπτωσηη̨ είναι α[σθητΜό147. το βλέμμα,
144. Ποβλ. τη γνώση που

παίγνιο (βλ. 8Ο3ο4­5)
146.

4
Έην ποοοπτωὥη̃

­

­

­

­ ­

στην ποώτη πεοίπτωση, το βλέμμα που συμμετέχει στο θεικό βλέμ­ μα, που δυναται να χοησιμοποιεί την αισθητικη γλώσσα, η οποία ποουποθέτει γνώση των αισθητικών κοιτηοίων, είναι ένα βλέμμα που συμμετέχει στο αισθητικόΜ8. Το εοώτημα που ποοκυπτει είναι: γιατί η αναφοοά στους θεους; Η δευτεοη πεοίπτωση μας δίνει το νημα μιας ποώτης απάντησης: εκεί λέγεται ότι οι λόγοι των Νόμων που εξέφοαζαν τη βουληση συγκοότησης οοθης αισθητικά ¬ παοάστασης της διαλλαγης, είναι όντως ποιητικοί,

­

είναι αισθητικά αποδεκτοί· και λέγεται μάλιστα ότι αυτό δεν έχει γίνει χωοίς κάποια επιτελεστικου ­ αισθητικου τυπου επίπνοια, χωοίς κάποια έμπνευση εκ μέσους των θεώνΜ9· τι σημαίνει αυτό το τελευταίο; Στο Φαιΰοο έχουμε ηδη πληοοφοοηθεί ότι η ποίηση,

του βλέμμοποἐ

ΈΟὉ

φλλοσοφούντος Όποκειμένου Οι

­

επιδεικνυει στο κείμενο αυτό­: ο άνθοωπος είναι ποος την άγνοια του χωοίου 644σ7­ε1.

145. Βλ., στο ιδιο, 8Ο3υ3­7.

Η κατανόηση αυτης της ποοοπτικης οοίςεται ως συν­γιγνώσκειν ίβλ., στο

ιίὁιο, 8Ο4ο?).
147. Βλ., στο ιδιο, 81106­‹1Ζ· ποβλ. Ίων 535· βλ. επίσης τι λέγεται για τον Ευοιπίδη στο Ανων. Πεοί ύψους 15, και Αοιστ. Ποιητ. 1455εΖΖ­23· στο τελευταίο λέγεται ότι είναι ιδιότητα του ποιητη το «ποο ὀμμάτων τιθὲμενον» (στο ιίὁιο 1455ειΖ3), δηλαδη το «αποόλἐψας» (Νόμ. 811ο6) ποος τους λόγους του ποιητη, η μάλλον του ποιητη ­ θεατη στην πεοίπτωση του πλατωνικου φιλοσοφουντος υποκειμένου, εφόσον αυτό όχι μόνο βλέπει αλλά και συναισθάνεται. Ποαγμα­ τικά, το ότι «παθος ἐπη̃ λθε» (811σ1) αποτελεί επίοοωση της εομηνείας μας· ποβλ. σχετικά Ανων. Περί ύψους 15, ο οποίος, καθώς ομιλεί για την ποιητικη φαντασία, παοατηοεί: «ὁι λέγεις υπ” ἑνθουσιασμου̃ και πάθουςὅλέπειν δοκῇς και υπ” όψιν τιθῇς τοίς ἀκουουσιν» ποβλ. Αοιστ. Ποιητ. 1453132­3. Και δεν αποτελεί μόνο αυτό επίοοωση:ας εκκινησουμε αντίστοοφα· στο ίδιο έογο του

­

­

­

­

Αοιστοτέλη (βλ. 1459ει18) λέγεται ότι η συσταση του μυθου της τοανωὁιας ποέπει να είναι τέτοια ώστε να οδηγεί στην οικεία ηὁονη. Θα ποέπει στη συνέχεια να θυμηθου με ότι ο λόγος του πλατωνικου φιλοσοφουντος υποκειμένου εκλαμβά­ νεται οητά, αλλου από το ίδιο ως μυθος (βλ. 75281­εΖ και σημ. Π 26) τοα­ νωὀιας (βλ. 817112), για να κατανοησουμε όχι μόνον ότι αισθάνεται ηδονη (βλ. 811τ1Ζ), αλλά ότι το πάθος αυτό δεν είναι «θαυμαστόν» (ἕἔ11‹3Π). εφόσον μετά τα ποοαναφεοθέντα μποοουμε να αποφανθουμε ότι δεν είναι παοά το οικείο παΘος, η οικεία ηδονή της τοαγωδίας. 148. Θα συνσψίσουμε, έτσι ώστε να φανεί ο συσχετισμός των δυο χωοίων που οδηγεί στο συμπέοασμα αυτό: ΟιΝόιιοι είναι ποίηση, και μάλιστα η καλυτεοη τοαγωδία· είναι ίη) αντίτεχνη της τοαγωδίας των ποιητών, εφόσον παοουσιάζει διαφαυλισμένο ό,τι αυτοί οοίςουν ως σπουδαίο. Πώς όμως ποοβαίνει σε αυτη τη διπλη αισθητικη εκτίμηση το φιλοσοφουν υποκείμενο; 811: Έχοντας αποβλέψει με τοόπο αισθητικό (βλ. σημ. Π 147) προς τους λόγους του· επηλθε μάλιστα πάθος εξαιτίας αυτου του βλέμματος. 804: Έχοντας αποβλέψει ποος το θεό επηλθε μάλιστα πάθος εξαιτίας αυτου του βλέμματος. 149. Βλ. Νόμ. 811‹;9· για τη συμβατικη χοηση του «τινὸς... θεῶν», βλ. και (›45ο6‹‹θεώντινος›› ¬ γιατο ότιητελευταία αυτη χοηση είναισυμβατικη,βλ.σημ. ΠΖ48.

­

­

­

­

­

­

·

292

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν· ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Η

ΔΙΑΛΛΑΓΗ σε οεινιελτο

τον τελτιιςον

293

όπως

και

η θέασηοτου κοι̃λλους,

ειναι οι δυο από τις μανιες που

Θηκη τη γνώση των

ελνοἕἑθεοαταλτεἔ ώστε το πλατωνικο φιλοσοφουν υποκειμενο, ομιλωντας για

αισθητικών κσιτησιων, αυτή την αισθητική ευαισθησια πσουποθέτει η πσοβληματική που διαπιστώνει ότι η ηέσηηγα για ασγαλεσαη πασσησία τησ πασαστασησ αητησ σσηγεί

τη θεααι αναμετωπιση 111€ αιαλλαγηἐ και 111€ επαααααοτηταἐ στα χωσο του ανθσωπινου ενταυθα, ειτε όταν σήτα και αμεσα συνδέει
οωἶη του την αναφοοα με την αλσθηακη γλωσσα και τη γνωση “ χοηση των κσιτησιων της ειτε και οταν δεν ενεογει ετσι, θελει, σε καθεσπεσιπτωση, να ομιλησειγια ενα σημαντικο γεγονος, θελεινσι ομιλησειγια, να επαναβεβαιωσει, το γεγονος οτι ειναι αισθητικα

σε έκπτωσή της· τελικα όμως, και θεμελιωδώς, η συμμετοχή στο σπσησαίσ θεγησ βλέμμα) ση ηαίνεγ σηνατστητα με­υ̃σχησ σσσ αγσθηι
βλέμμα151 που ειναι σπουδαιο κεφαλαιωδώς επειδή γνωσησα τσ πώσ όντως επαηγχανεταγ τσ (νέο) σπουδαία η σγαλ­

τικό εκεινο

λαγή· και τη γνώση αυτή την κατακτόι επειδή θεαται την πασά­ σταση της σγαλλαγησ πση δεν έχεγ εηηέσεη δεν είναγ σηλαση

τα Μῳτηῳα σι̃ακαοτησηἔ τηἔ ὁλαλλαγηα Ο" “_ καλι̃πεαα _ παο­ κειται για ποιηση της πασαστασης της ὁιαλλαγης και, συνεπως, ι , ι , για αναλογα αθαηθια πολι θα τη σανοδεαουν κατ αθλην ααθιβωἐ
15θ.Βλ. Φαιιὁο. ΖΔ5ε1­8 σε συνδυασμό με 24%?­8, γιατην ποιηση" βλ., στο ιδιο, Ζ49ὀ1­σέι, για τη θέαοη του καλλους. Θα πσέπει να υπογοαμμισθει ότι και στα δυο αυτα χωσια του Φαιδσου γινεται λόγος για πάθος· για παθος ως μανια εκ μεοους του φιλοσοφου στο ποωτο,για παθος ως ενθουσιαση στο δεὐτεσο· μαλιστα το δευτεσο παθος ειναι κυσιολεκτικα το ιδιο με αυτό για το οποιο κανει λόγο το χωσιο του Πεοίυψους, το οποιο αναφέσεται στην ποιητική φαντασια (βλ. σημ. Π 148). Όλα αυτόι δε σημαινουν πασα πως το πλατωνικό φιλοσοφουν υποκειμενο μεοιμνα στα δυο αυτα χωοια του Φαιδοου να πσοβαινει σε αναφοσές τέτοιες που και από το ιδιο (στο ιδιο έογο) και από αλλους κοσυφαιους αοχαιους συγγσα­ φεις οι οποιοι ασχολήθηκαν με το αισθητικό εντάσσονται στο πλαισιο αυτού του τελευτοιιου , , , , , ' *Ας μη λησμονουμε, τελος, οτι στους ιδιους τους Νοιιους η ικανότητα καλ­ λιτεχνικής δημιουσγιας θεωοειται δώσο των θεών, ειναι επισης θεόσταλτη (βλ. 653ο­τἰ)· αυτή την επιστσοφή στην παλαιότεσο ομηοικό τσόπο σκέψης, όπου οι δυνατότητες του πνευματος αποδιδονταν στη θεική επενέσγεια, επιση­ μαινει και 0 Ι..1ΡΡΠ18Π (1964), 79, Ο Οπ0ι0ς Οσθα παη̨̃ατησει ότι κατι τέτΟι0 Ενι­ σχυει τις αξιες των ποαγμόιτων που ποοβαλλει ο Πλατων, εφόσον αυτα καθι­ στανται θεόσταλτα· εμεις θα δεχόμασταν ότι η επιοτσοφή αυτή αποτελει συγχσό­

Ψαῳα̨­
α

α

θεόιται την έογω πασα­ λοιπόν ελλιπής κόιλλους152, επειδή σταση του κάλλους της ὁιαλλοιγής που λόγῳ ἐποίησε το ἴδιο. Κατανοουμε έτσι πλήσως τη διαφοσόι της πσώτης από τη δευ­ τεοη εμφάνιση του όλου ποοβλημοιτισμοὐ γισ την απόδοση ή μη

­

­

­

­

αατηγοθίαἔ ΈΟΌ σπουὀοαω) ή ἙΟὉ φαὐλολ) στο ανθαωπλνο ενταύθα, καθώς επισης και τη σημασια της χσήσης τΟυ ό@Ου θειι­ ηόε ωἔ συνώνγ) μοσ τησ δσνατότητασ γνώσησ Του δὐσηολοη αν­Πηεγ­ μέσου των Οησθητηκών ηαητησίων: Κατά την παώτη εμφάνιση τση Οβλ Οὐ πλαϊωνγπό γλοσο ούν θέντο φ § Ο ημ μ φ Ο φ Ο Όποκε υ̃μενο μετέχει ΤΟΌ αλσθητωωὐ βλέμματοἔ όσον αφοα̨ᾶ τη διαλλανή ασκε ιται στη Ουνῦω̨̃ότηυ̃η της διαλλανής και στην έμ­ πσισόιλληλα _ πεσιγσόι­ μονη _ πσόσκληση αποδοχής τησ, ενώ
Τηἔ
7

φεη Τη μη σηαλλαγηγ Έην εααταητγηστητα. έτσγ όμωσγ όπωσ σγαηση
η
α

­

­

­

­

­

­

καθ σταται διαλλα συ πα αστασ τ ωσα ε σ θ , 9 η ης , , γηΞ λ Η τη νεχελα, η αεσιμνη εινα η Οποιασεχει _ επιΐααΐικθῖηῖαη̨ ̃ πα©ασΤαση τε Μα πεῳγθαφεί επυ̃σηἔΰἄ το τελει̃παίο αυτό συμβαν ὀελχελ μη ΜΟΝΟ” π0ιητικ°ή ννώση μιας τέτΟιας χσήσης τΟυ φιλΟΟΟ€ρικΟὐ λόνΟυ ώστε παοάσῖασεη τησ αιυτόἐ να ανταποκησίνεταη σηεην
η
α

α

β

Β

.

νοκ _ σε δεὐτεοο επίπεδο εθμηνείαἔ _ ωπῃῃι̃ αναφοοά Μην ποιηωδἠ δημιουα̨ γία (βλ” ποω̨̃ούσα σημείωση) και _ σε π@ώΈ0 επίπεδο ω̨μηνείας _ τύπο αναφσ Ωας ΪΕΟΌ οῖοχεἶκἰλ στην ενισλεη̨ση Έηἔ εππακτλκοτητεκ (βλα 22). δλαφΟ@εΉ°Μἶ αντι: μετωπισε το θεμα ο Βογειιτοε (1937), 172 κ.ε, ο οποιος θεωοησε την αναφοσα αυτη
ωἔ ὀήλωμα της θ©ησ%εὉΉ%όΈηΤα§ τω) Πλάτωνα

151. Βλ. πολυ χαοακτησιστικόι το χωοιο του Φαιιὁοου που πσοαναφέοαμε (σημ. Π 150) και ομιλει για τη θέαση του καλλους εκ μέσους του φιλοσόφου: γινεται λόγος ότι αυτός «πρὸς τῷ θειῳ γιγνόμενος» (στο ίδιο, Ζ±ι9εὶ1­Ζ). 152­ Βλ. Νὀμ. 6698Ζ_67σγ)37 πω 1­Ζ­3. 153. Βλ. στο

ιδιο

644‹:1­613

και την πσαγμόιτευσή του στο

1.2.1.

294

ΔΗΜΗἹΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Η

ΔΙΑΛΑΑΓΗ ΩΣ ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΟΥ ΤΡΑΓΙΚΟΥ

295

Στη δευτεση εμφανιση του εν λόγω ποοβληματισμου, το πλατωνι­ κό φιλοσοφουν, έχοντας πλέον εμπεω̨ική επίγνωση αυτης της εσφαλμένης ποοείας του φιλοσοφικου λόγου, ποοτείνει τελικα τέτοια χοηση του λόγου αυτου ώστε να ανταποκοίνεται ο τελευ­ ταίος στην οοθῆ παοασταση της διαλλαγης. Τέλος, μετα από όλα αυτα, κατανοουμε το γιατί ¬ αντιστοιχα το φιλοσοφουν υπο­ κείμενο στην ποοαναφεοθείσα ποώτη εμφανιση του συγκεκοι­ μένου ποοβληματισμου δηλώνει αγνοια του κατα πόσον το θείο θεωοεί σπουδαίο ή παίγνιο το ανθοώπινο «θαυμα», κατανοουμε, επίσης, το γιατί στη δευτεοη εμφανιση του ιδίου ποοβλη ματισμου, το θείο δε θεωοεί μόνο σπουδαίο ή μόνον παίγνιο το ανθοώπινο «θαυμα» έχοντας επίγνωση ότι αυτό το τελευταίο θα ποέπει να παοιστανεται στο είναι του ενταυθα ως παίγνιο αλλα και ως σπου­ δαίθ­ Δυο εοωτηματα ακόμη απομένουν· το ποώτο: Πώς μποοεί να εομηνευτεί ότι ο ανθοωπος είναι παίγνιο που μηχανευθηκε ο θεός, και Ο θεός θα °ιΞΟυ χασίσει ‹‹ἶλεων››; Για το ποώτο η ςχπάντη­ ση ευ̃ναγ όῃ η ὁχαλλαγη̃ ποευ μηχανεὑθηκε Ο λόγοἔπουητήἐ .σου πλατωνωωυ̃ φβλοσοφου̃ντοε υποκεβμένοα αν αντιμετωπισθεί Όπό

­

­ ται παίγνιο εκ μέσους του θεου, ωστόσο εφόσον ­ πληοοφοοου­ μαστε στη συνέχεια ότι ­ ο θεός είναι το σημα αυτης ακοιβώς της
­
υπέοβασης158 της καθημεοινης γλώσσας ποος την αισθητική γλώσ­

είναι άγνωστο αν ο ανθοώπος­«θαυμα» θεωοείται παίγνιο εκ μέσους του θεουϋυ̃; Θα ποέπει να ποοσέζουμε: Μποοεί να είναι μυθος157 ότι το «θαυμα» που θεμελιώνει τη διαλλαγη είναι κατι που μηχανευθηκε ο κυοιολεκτικα εννοουμενος θεός, μποοεί να είναι αγνωστο αν ο ανθοωπος­«θαυμα» της διαλλαγης θεωοεί­
πως

­

ααα
157.
Ζ±ι9ὀ6 8. Επισης,

σα, μποοουμε να πουμε ότι αυτή η τελευταία παοέχει τη δυνα­ τότητα, μηχανευεται τη διαλλαγη ως παίγνιο, ως διαφαυλισμό του συμβατικου σπουδαίου. Διευκοινίςεται έτσι και το γιατί θεωοεί­ ται ότι ο ανθοωπος μποοεί να αποδεχθεί το λόγο για το «θαυμα» από το θεό ή από αυτόν τον συγκεκοιμένο κι ωστόσο ανώνυμο που γνωοἴςει τον εν λόγω λόγο159: αντιστοέφουμε: ο ανθοωπος μποοεί
156, Βλ_, Ο­το ηχο, 6ιι5ιι8­ι52,

ειιωτει, αντίστοιχα,

ω,σθητΜη ποοοπτἕκη _ χω ξςεοουμε πλεογ ΟΠ σε αυτην πα̨α̨χ­ πεμπεω η αναφοοα στΟΉἔ θεΟΌἔ _ Οδηγελ σε διαφαυλλσμο Τσυ ανθ@ώπ0υ° μία καθΟΩιΟμέν”η λΟι7ιόν αισθητική παῷασταση Οδηγεί
5

¬­ σε μη αισθητική γλώσσα στη διαλλαγη· και αν θέλουμε να κανουμε αναφοοα και παλι στους θεους15^, μποοεί αυτό να θεω­ οηθεί ως δικη τους ποοσφοοα δηλαδή, ως ποοσφοοα, αποτέλε­

σμα= τηἔ γνωσηἔ των αισθηθκων κθθηθιων· Το δελπεθο: γιατι λε­ γεται ότι επαναλαμβάνεται εδώ αυτό που και ποοηγουμένως ειπώθηκε, ότι δηλαδη ο ανθοωπος είναι παίγνιο που μηχανευθηκε
θεό€155, ενώ πΩΟηγΟ.υμένως εςγείνο ακῳβώἔ που λέχθηκε είναγ όΉ αποτελεί μύθο πως Έο «θαυ̃μα» το μηχανευ̃θη%ε Ο θεός, και
Ο

,

­ ­
,

Για το γιατί αποκαλείται μυθος, βλσημ. Π Ζ6, καθώς επίσης και σημ. Ι Ι89. Ένας αλλος λόγος που αναγκαστικα οδηγεί το πλατωνικό τριλοσοςρουν υποκείμενο να σημειώσει ότι είναι μυθος ότι ο ανθοωπος ειναι θαυμα, παιγνιο του θεου, θα εποεπε να αναζητηθεί σε αυτο που επισημανε οοθα ο ΤερΙιυ (1988), 262: «Αλλα ποτέ, εκτός ίσως από τις σκηνές τοέλας, τα ποόσωπα της αοχαίας ελληνικής τοαγωδίας δεν απεικονΐςονται ως αυτόματα ή μαοιονέττες. Ακόμη και όταν παοουσιαζονται ως θυματα των θεών, παοαμένουν ανθοώπινοι και ανεξαο­
Έηιοι» ίοινπονοαιιιιίσειε δικέε μαελ
1ἶ8· Πα Έοἔ ἶΩ";μῖΡΉ]ἕ εἙῖἶἔὲἶτἑ"ή€ Οωτήἔὀτηἔ Ήπέθβασηθ ἶ0”λεί`/Ο" Ζω”
ε εμἶνη

αἱ Θ” ._ γω τηνι [Μην εΜἶΜοΜη° βι ”σΤ0ἶ !0' μεἶο ε0'β για την εμμονη συνδεση του αισθητικου με το θειο, βλ. Ιων
_

···°·τ_·­·)·
154. Βλ. σημ.

533ιι3, 53401, 53405, 53¿ιιτ­οι, 53ω3­‹ι, 53ω9 ­53581, 53584­6, 536ι3, 536ιι3. 159. Βλ. Νσμ. 645ι›5­7. Αντιγισ «τουτου» ς645ισ6) ο Ροει (1930), 35, πσστεινει «τςσι)ουτσυ»· στο πλαισιο αυτο, λέγει ο Ρσσι, τσιουτος Θα σήμαινε θειος· ποος επίοσωοη του ισχυοισμου του, μας καλείνα συγκοίνουμε το χωοίο αυτό, το «πασα θεών τινος η πασα τουτου του γνοντος»|(6Δ5Β6) με το «τουτο δε θεου η θειου τινος αν ειη» (657ει9). Συνεπως· και απο αποψη κειμένου, ειναι νομιμο να θεωοη­

Π 110.

155­ Βλ. Νόμ. 80304­5.

θεί ότι έμμεσα ποοσδιοοίςεται ο ανώνυμος ως θείος. Στο σημείο αυτό θα ποέπει να παοατηοηθεί ότι αν έχουμε υπ' όψη μας ότι ο μυθος θεωοείται παιδια από τον Πλατωνα (βλ. Πολιτικ. Ζ68α, Τιμ. 59ο­ό), και αν

296

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Η ΔΙΑΛΛΑΓ Η ΩΣ ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΟΥ ΤΡΑΓΙΚΟΥ

Ζ97

Η
­
­ ­

να παοαλάβει το λόγο για το «θαύμα» ως διαλλαγή από τον συγ­ κεκοιμένο και ωστόσο ανώνυμο, δηλαδή από το πλατωνικό φιλο­ σοφούν υποκείμενο, και μποοεί, έχει τη δυνατότητα, να παοαλά­ βει το λόγο για το «θαύμα» ως παίγνιο από την αισθητική γλώσ­ σα, σήμα­εγγυητής της οποίας είναι ο θεός160. Αυτά όσον αφοοά τη δήλωση ότι και ποοηγουμένως ειπώθηκε πως ο άνθοωπος είναι παίγνιο που μηχανεύθηκε ο θεός· τι σημαί­ νει όμως η φοάση αυτή στην επανάληψη της; Σημαίνει ότι ο άν­ θοωπος που συγκοοτείται μέσα από το λόγο για τη διαλλαγή απο­ τελεί άοση του σπουδαίου, αποτελεί παίγνιο· η εικόνα που θεμε­ λιώνει161 την άοση αυτή, είναι ένα «θαύμα», ποάγμα που ποοει­ κονΰςει16Ζ ότι το ενταύθα θα θεωοηθεί αισθητικά ως παίγνιο. Με­ τά λοιπόν την εκφοοά του λόγου της διαλλαγής, ο θεός της αισθη­ τικής γλώσσας μηχανεύεται το παίγνιο, την άοση του συμβατικού σπουδαίου. Το νέο σπουδαίο είναι η διαλλαγή, η παοάσταση της

τελικά δεχθούμε όπως μία σειοά στοιχείων υποβάλλει ότι έτσι ποέπει να ποά­ ξουμε ότι θεος σημαίνειθειος Πλάτων, τότε η διάσταση μεταξύ της διατύπωσης που λέγει ότι ο άνθοωπος είναι παίγνιο που μηχανεύθηκε ο θεός (βλ 8θ3‹:5) και της άλλης που λέγει ότι είναι μύθος ότι το παίγνιο­θαύμα το μηχανεύθηκε ο θεός (βλ 645ο1­Ζ σε συνδυασμό με ὀέιέιὀ?­8) εκλείπει και γίνεται κατανοητή η πλα­ τωνική παοενθετική διευκοίνηση «δπεο εἴπομεν ἔμποοσθεν» (8Ο3ο4­5), που για να ισχύει θα ποέπει παοά τη διαφοοά επιφανείας οι δύο διατυπώσεις να διηγούνται το ίδιο νόημα κατά βάθος: Μποοούμε λοιπόν να πούμε ότι ο συγκε­ κοιμένος μύθος πεοί του ανθοώπου ως θαύματος είναι παιδιά/ποιιννιο που μηχα­
°

­

νεύθηκε ο θειος Πλάτων (βλ. 8θ3ο4­5)· αν όμως έτσι κατανοούμε αυτό το ποοανα­ φεοθέν χωοίο, τότε μποοούμε επίσης να αποφανθούμε πως είναι μύθος (βλ. 645ΒΙ­Ζ) ότι το μηχανεύθηκε οθεός (βλ. 644ὸ7­8). 160. Βλ., στο ιδιο, 8θ4Ι:›7­8. 161. Για το ότι όντως τη θεμελιώνει, βλ., στο ιδιο, 645ο8­ο6 και τη σχετική με αυτό συζήτηση στο 1.2.1. 162. Εφόσον η λέξη θαύμα παοαπέμπει και στο παίγνιο, ως συγκεκοιμένο αντικείμενό του· διαφωνούμε με τον Κεηὶσο (1962), 130, ότι παοαπέμπει μόνο σε αυτό· τότε θα ήταν αντιφατική η δήλωση αγνοίας (βλ. 644σ8­9)· η λέξη θαύμα πα­ οαπέμπει επίσης και στο γεγονός ότι αυτό είναι αποτέλεσμα κάτι θαυμάσιου, και πιο συγκεκοιμένα: μιας αμφιβολίας γι' αυτήν θα κάνουμε λόγο στη συνέχεια.

τσ
163. 164.

διαλλαγής· ωστόσο, στο μεταξύ της ποώτης εκφοοάς και της επα­ νάληψής της, ο φιλοσοφικός λόγος μεοιμνώντας για την αποδοχή της παοουσίας της διαλλαγής εκ μέοους του ανθοώπου, οδηγεί σε έκπτωση το νέο σπουδαίο, σε γέλωτα, άοα το νέο σπουδαίο καθίσταται παίγνιο. Η επανάληψη λοιπόν της φοάσης σημαίνει εντέλει ότι ο άνθοωπος αποδεχόμενος ως κάτι όσιο το θεμελιώδη λόγο της διαλλαγής163, παοαμένει όπως και ποοηγουμένως έξω από την κατηγοοία του σπουδαίου, είναι δηλαδή ένα ὁιττά εννοούμενο παίγνιο, έχοντας επιτύχει την άοση του διττά νοου­ μενου σπουδαίου. Κάτοχος της κατηγοοίας του (νέου) σπουδαίου, γνώστης της επίτευξης του, είναι πλέον μόνον ο θεός, δηλαδή η δυνατότητα υπέοβασης της τοομακτικής όπως είδαμε δυσκο­ λίας του ανθοώπου να κατανοήσει ότι για να επιτευχθεί όντως η οοθή παοάσταση της διαλλαγής δηλαδή, το (νέο) σπουδαίο χοειάζεται και η απουσία της164. Από την άποψη αυτή αλλωστε λέγεται ότι ο άνθοωπος είναι «θαυμα» που μετέχει ελάχιστα στην Οιλήθειςχ1657 εφόσον Ο όιγθθωπος ¬ ςχγθοώπιγος ­ φιλοσοφιμός λό­ γο§ στο μεγαλὐτεθο μέ@Ος ἘΟΌ είναι ένα «θαυ̃ μα», δηλαδή πω ν ν ν ν ι ν ν συνε λη ουλ7? σ7? διαλλαγηἔ , ετσι ωστε στη συνε Χ εια Θ ιστα , , , , , να την (ΗΘΗ απο%σ°λΌπτ0μενΟ€ ως Οντωἔ εωωνα εππακῃκοτητας είναι λοιπόν Ο άνθθωποἔ μόνον έναθ μωω̨όἔ μέτοχοἔ της αλη“ θεια̃ς­Οη̨θότητάς της Ουσίας Της ποιοόιστοισης της διαλλαγής, ΟΈΟ βαθμό ποῃ αητός παῳστά ως βούληση τη διοιλλοιγή και μάλιστα με

­

­

­

­

­

­

­

­

Βλ.,στοιθιο, 64581­3, όέιὅεὀ­8, 645Ι›5­8, και κυοίως 645ο3­5. Γενικά, ο λόγος του πλατωνικού φιλοσοφούντος υποκειμένου για την ηδονή και τη λύπη ως δυνάμεων του ενταύθα, λόγος οτον οποίο εντάσσεται και η εικονιοτική του χωοίου 644­645, οοίςει το ανθρώπινο επίπεδο κατανόησης του λό­ γου αυτού του φιλοσοφούντος υποκειμένου· βλ. το σημαντικό κείμενο 73Ζε4 κ.ε. το σχολιάσαμε στο 1.2.3 το οποίο έπεται της κοίσιμης παοατήοησης του

­

­,

­

πλατωνικού φιλοσοφούντος υποκειμένου στο χωοίο 73ΖεΖ­5. Οτιδήποτε πέοαν του λόγου αυτού, όπως τα θέματα του χωοίου 803ο ή του κειμένου 7Ζ6ε1­733ὀ7 κινείται στο επίπεδο του θείου. 165. Βλ. Νόμ. 804 Β3­4.

­,

­

298

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΑΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Η ΔΙΑΛΛΑΓΗ ΩΣ ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΟΥ ΤΡΑΓΙΚΟΥ

299

τέτοιο τοόπο ώστε
τη§166_

η

ίδια αυτή βούληση να την οδηγεί σε έκπτωσή

­ἴῖ­4
βολίοδ ένα
ων167·
166.

θα συνεπέφεοε τη βεβαιότητα που εξασφαλίςει η ταύτιση με ένα από τα δύο, και θα οδηγούσε σε έκπτωσή του· ο ανθοωπος είναι
της· για την ποώτη, βλ. για παοαδειγμα :Πολιτ. 422ο8­9, 536ο1­2, 545ο1­3, Με­ νες. 236ο8­9, Παομ. 1371», Ποιίιτικ. 268‹:ι, Τιμ. 59ο­ο, και βέβαια το πεοιφημο

Ώστέο ανθοωπος της νέας τοαγωδίας δεν είναι πασα μία συμ­

_ επομένωἔ _ σύμβολο δύο ὀλαφοθετλκών θεάσε“ δεν ταυτΰςεται με το σπουδαίο ούτε με το φαύλο· κατιτέτοιο

­

είναι συνώνυμοἐ τηἑ όπως ποοαναφέοαμε Ας ποοσέξουμε: ο θεός της ίδιας της ου­ συνεκδοχικα γνώσης της παοαστασης της διαλλαγής, αοα σίας της διαλλαγής· ο θεός όμως είναι ουνώνυμος της υποδούλωσης στην επιτα­ κτικότητα ως νόμο (βλ. 762ο1­5)· επομένως, οι θυσίες (803ο1­4), και καθε είδους σε μη θεοαπεία (βλ. 716014­717ε3) ποος το θεό ως διαλλαγή, σημαίνουν υποταγή στη διαλλαγή ως νόμο, θεοαπεία της επιτακτι­ θοησκευτική γλώσσα κότητας της διαλλαγής. Διαπιστώσαμε ωστόσο ότι αυτό σημαίνει έκπτωση της διαλλαγής, συνεπώς καθιστα τον εκφοαστή­δημιουογό του, τον ανθοωπο που θε­ οαπεύει την επιτακτικότητα της διαλλαγής, τη διαλλαγή ως επιτακτικότητα, ένα διαφαυλισμό, ένα παίγνισ του θεού του, του σπουδαίου, δηλαδή της ουσίας της ὁιαλχαγγῃ

­

­

­

­

Χωθίο Φα̃ω̃ο­ 27619­Θ (2770) για τη δεύτεοη, βλ., για παοαδειγμα: Πολιτ. 6Ο41›12­ 01 ποβλ., στο ιδιο, 486ε Μένων 1θΟει με χοήση μιας εικόνας από την Οδύσσεια (ι 494), που εντασσεται στο πλαίσιο της παοαδοσης του αοχαιοελλη­

­

­,

­

­

­

νικού πεσσιμισμού (για την παοαδοση αυτή, βλ. ΧΝΏ. Οτεοοο (1944), 42 σημ. 189) τέλος, στη ΣΤί Επιστολή ο Πλατων δίδει την εξής πασαίνεση για την ανα­ γνωση του όλου φιλοσσφικού λόγου του: «καιχοη̃σθαισυνθήκῃ καὶνόμῳ κυοίῳ, δ ἐστι δίκαιον, ἐπομνύντας οπουδῇ τε αμα μη ἀμούσω και τῇ τη̃ς σπουδης αδελφῇ παιδια» (323 ‹:9­ό3· για το θέμα της γνησιότητας της Επιστολής αυτής, βλ. ποόχειοα ΟΚ. Μοττονν (1935) στόχος μας δεν είναι να υπεισέλθουμε στη συ­ ζήτηση για τη γνησιότητα της, αλλα να εμπλουτίσουμε τη συγκεκοιμένη συζήτησή

­

­

μας).

Όλα αυτα μεταφέοονται και στη γλώσσα της μυ̃η̨̃ης ή κοασης: η οοθή πασα­ σταση της διαλλαγής είναι μία ουμμετοία, μία κοαση διαλλαγής και επιτακτικό­ τητας· γι' αυτό, αντίθετα, λέγεται ότι ο τέλειος πολίτης της επιτακτικότητας της διαλλαγής θα είναι ακοατος (βλ. 822ο8­823ε2), δηλαδή η βούλησή του, η οποία θα έχειτεθεί στην υπηρεσια του νόμου, καθώς επίσης του επαινου και του ψόγου της
διαλλαγής, θα συνιοτα έκπτωση της διαλλαγής, ελαχιστη συμμετοχή στην οοθή διαλλαγή ως κοαση διαλλαγής και επιτακτικότητας. 167. Αυτή η διαπίστωση δεν ποοκύπτει μόνο από τα χωοία 644ό7­9, 803153­ κατί 8Ο4ο1· ποοκύπτει και από αλλα σημεία του πλατωνικού κειμένου, όπως το συναφές ποος το 8Ο3δ3­ 8θ4ε1, 688ει3­ε1· βλ., επίσης, στο ιδιο, 769ε1­ αοχήν 4· σε οοισμένα σημεία δίδεται έμφαση στη μία όψη, την παιδια: βλ., στο ίδιο, η έμφαση αυτή στην ποώτη και τοίτη 685ει8­151, 69θτὶ1­2, 712ο1­2, 723ο1 ότι ποόκειται για ποεσβυτική παι­ από τη διευκοίνηση πεοίπτωση εξισοοοοπείται δια· τέλος, αμφιβολία ποοοπτικής υπαοχει και σχετικα με επιμέοους θέματα, βλ., στο ίδιο, 636ε2­3, 792ο 3­4. Για παοαθεση όλων των χωοίων των Νόμων όπου

­

­

­

αναφέοονταιοι έννοιες σπουδή, παιδια, βλ. Κὶττετ (21985), 17­22. Αυτή η αμφιβολία στους Νόμους κατηγοοείται στον ανθοωπο είτε αμεσα είτε
δεύτεοη πεοίπτωση, το πλατωνικό φιλοσσφούν υποκείμενο αναφέοε­ ται είτε στο φιλοσοφικό λόγο του που εστιαζεται σε επιμέοους θέματα είτε στο φιλοσοφικό λόγο του που συνολικα αφοοα τη ουγκοότηοη μιας νέας πολιτείας. Σε αλλα έογα του Πλατωνα εμφανίςεται επίσης υπό την έμμεση και αμεση μοοφή
έ μμεσα· στη

Για να επανέλθσυμε στα χωοία 644ό­645ο, 803 Β­ο· κατ' αοχήν, θα ποέπει να σημειωθεί ότι αυτα τα εξαιοετικα κείμενα των Νόμων αθετήθηκαν όπως ανα­ φέοαμε ότι αθετήθηκε ο λόγος πεοί οίνου και πεοί ηδονής· ο Βτιιτιε (βλ. ό.π. [σημ. 1 25Ο], 83 κ.ε.), ο ΖοΙΙετ (Ρπιιοιιιεοιιε Σιιιιἰἰειτ, [Τυυὶοςοτι 1839] , 73), τα θεωοσύν ποοίόντα παοέμβασης του Φιλίππου του Οπούντιου· για την απόοοιψη αυτής της αποψης, βλ. ΕτιςΙεττό (1921), ΙΙ, 274, 8}τοτογ (1933), 638, και έμμεσα Ρτἰοό­ Ιετιαετ (1958), 123, 359 σημ. 26. Όταν αυτα δεν αθετήθηκαν έγιναν, σπανίως, αντικείμενα αμήχανου σχολιασμού και πολύ συχνα απλής αναδιήγησης, από πληθώοα μελετητών του Πλατωνα και σχεδόν από όλους όσους ασχολήθηκαν με τους Νόμους· για το ποώτο χωοίο, βλ., ποόχειοα: Ι. (ὶοιιΙό (1955), 79, Κοοὶιτ (Ζ1968), 235, 8τεΠεγ (1983), όθ­62, 130· για το δεύτεοο, βλ. για παοαδειγμα: Ι. ΟοτιΙό (1955), 115 ­116, ΟουΙόοοτ (1967), 362 ­ 363, Ιἱἰττοτ (21985), 196­2Ο4, 8εΙτειοτοτ (Ζ1969), 20, νετόοοἰιιε (1945), 145 ποβλ.149, όπου και συμφωνεί με τον 8οΙτεετοτ (21969)· γενικα για τη μεταφοοα του ανθοώπου ως παιγνίου όπως αυτή εμφανἴςεται στα δύο χωοία, βλ. ενδεικτικα: Αοοἰοτεοο (1966), 93, 249 ­ 250 σημ. 54, Α. σε Μετἰςηεο (1951), 68­70, Πσααε (1945), 19­20, (1951), 214­216, Εοιιἰε (1945), 173 ­174, Κεοκὶπ (1962), (1964δ), 20­23, Ο.Μ. 8ετςοειιητ (1922­1923ει), 669­ 679, Ε. 8ττειιιεε (1975), 18­19, 105­106, νοοςοΙἰυ (1957), 231­236 ποβλ. 259 ­ 263· τέλος, θα ποέπει να σημειωθεί ότι, πασα τον υποσχόμενο τίτλο, το βιβλίο του Μ. Ποεοὶτοιοτ (1980) ουδέν ποοσφέοει όσον αφοοα την κατανόηση της σχετικής πλατωνικής ποοβλη ματικής στους Νόμους στο οικείο κεφαλαιο (βλ., στο ίδιο, 353­370) υπαοχει μόνο μία συνοπτική αναδιήγησή τους· επίσης, στο μελέτημα της

­

­

­

­

­

­

­

­

­

300

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Η ΔΙΑΛΛΑΓΗ ΩΣ ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΟΥ ΤΡΑΓΙΚΟΥ

301

λοιπόν αμφί­βολος, αντικείμενο αμφι­βολίας. Όσο για το αμφίση­ μο, πλέον, βλέμμα που αφ­οοά αυτόν, είναι ένα αισθητικό βλέμ­

Ιἰ. Ξρτεςμε (1984) ασχολείται εν γένει με το ποοαναφεοθέν θέμα στον Πλάτω­ να, με αμφίβολο χιούμοο, άκοως επιφανειακό τοόπο, και χωοίς καμία αναφοοά για το παίγνιο οτους Νόμους. Θα ποέπει να ποοστεθεί επίσης ότι με αφοομή τα ποοαναφεοθέντα χωοία 644‹1 7­9, 8θ31σ3­8Ο4ο1, και κυοίως το δεύτεοο, υποστηοίχθηκε ότι ο Πλάτων εκ­ για παοόιδειγμα: Α.λΝ.Η. Α‹11‹ὶΠε (1970), φοόιζει στους Νόμους πεσσιμισμό· βλ. 163, Ροετιιςἰὲτο (31967), 445, (ὶοιηρεττ (1955), ΠΙ, 260, 1. (ὶοιὺὸ (1955), 71, 99, 100, 1θ2 και κοιτική του από ν1εετοε (1957), ο οποίος έχει αντίθετη γνώμη· βλ. επίσης: Κ1οε1‹ο (1986), 198, 200, Α. σε Μειτἰςιτεο (1951), 68­70, Ιὶειιύτἰτι (1962), 131, (19641›), 21, Ξειιτισετε (21975), 27, 8Ιτοτογ (1914), 353, Τεοιιεεμ (1990), 250, 256, για παοάδειγμα ο (}.Μ. Βετςεειιιοτ (1922­19238), 259· αντίθετη γνώμη είχαν 661, οι λλίἰιττοο και (ἔειτιτεν (1981), 48. Εν κατακλείδι θα ποέπει να αναφεοθεί ότι αυτή η μεταφοοά του ανθοώπου ως παιγνίου, που απαντάται για ποώτη φοοά μέσω των στους Νόμους, θα έχει μακοαίωνη συνέχεια στην αοχαιότητα και αοχαίων συγγοαφέων και των Χοιστιανών, στους οποίους επίσης εμφανίςεται στο Μεσαίωνα· αογότεοα, θα αναβιώσει με τον ()ε1‹1ετότι και τον ΗοΕιτιειτπιειε1ιΙ. Για μία απαοίθμηση των πολυπληθών χοήσεών της κατά τη μακοαίωνη ιστοοία όπως της, βλ. Ε. (ἶιιττὶιιε (1953), 138­144· ένας άλλος που αναφέοθηκε σε αυτήν ο τοόπο είναι με ενδιαφέοοντα σχολίασε και τη εμφανίςεται στους Νόμους ο Οιιττἰιιε δεν τον μνη­ Νίτσε (βλ. Μεπεσἰιιισἰτεε, Α!Ζ:ιιοιεπεσ|τ!ιε|τετ, Ι 628)
η

­

­

­

­

­

­

μα168. Η είσοδος του θεού στο πεδίο του βλέμματος του πλα­ τωνικού φιλοσοφούντος υποκειμένου δε στοχεύει στο να άοει την αμφισημία αυτή· όπως είδαμε, η είσοδος του θεού αποτελεί το στοιχείο εκείνο που συνεπικουοεί αποφασιστικά στη δοκιμή εο­ μηνείας των όοων και των λόγων της αμφισημίας. Ἀοα: αυτό που είναι αδιανόητο για τη δια­κοίνουσα Ποιητική του Αοιστοτέλη, καθίσταται ο οοισμός της νέας τοαγωδίας του λόγου του πλα­ τωνικού φιλοσοφούντος υποκειμένου: ο άνθοωπος ως τόπος θέα­ σης, ως το θέα­τοον μιας αμφιση μίας. Θα ποέπει να ποοσέξουμε ποια είναι ακοιβώς τα γνωοίσματα του φιλοσοφουντος υποκειμένου ­ φοοέα του συγκεκοιμένου βλέμματος ουμ­μετοχής στο θείο βλέμμα169. Σε κάποιο σημείο ανέλιξης του λόγου του το πλατωνικό φιλοσοφούν υποκείμενο λέ­ γει ότι αναφοοικά με το αντικείμενο που θα το απασχολήσει είναι δύσκολο να πείσει, να ασκήσει επιτυχώς την πειθώ· κάτι τέτοιο είναι έογο για ένα θεό, αν βέβαια ήταν δυνατό να καταστούμε πα­

­

­

­

μονεύει.

Όσο, τέλος, για την αμφιβολία παίγνιο­σπουδή, η οποία αναφέοαμε ότι κα­ τηγοοείται απο τον Πλάτωνα στον ίδιο το φιλοσοφικό του λόγο, σχολιάστηκε και αυτή· βλ., ενδεικτικά: Ρτἰεὀμὶιπἰετ (1958), 118­123, ξὶιιτβτἰε (1975), 56­65, Βοβεετ­ ετ (Ζ1969), 19­24· βλ., επίσης, Πεττἰσε (1972), 173­183, με παοάθεση τόσο των δύο χωοίων («θεολογική μετάσταση του παιγνίου» [στο ιδιο, 181] χαοακτηοίςει το τελευταίο) όσο και του πολυσυζητημένου του Φαιΰμου (2781) κ.ε.)· ο ΟΙ. Οέιιὀἰτι στο ποοαναφεοθέν μελέτημα του Πεττὶόε, κυοίως (1989), στηοιζόμενος διατυπώνει την άποψη ότι η παιδιά είναι το θέμα που ενθαοούνει την αποδόμηση ποβλ. Βεττὶάε (1972) του πλατωνισμού από τον Πεττὶάε (βλ., στο ίὁιο, 94

­

­

α̨ωθίωἔ 182). βλ., ακόμη,

ΟΙ­

ἀθ

ντἰθᾶ

5¬Ρ„|

Μ ΡΖΩΖΟ

(ΑΠ18τ€τὸ,ΠΉ, 1949)

­

πΩ0_

κειμένου να έχουμε κάποια εικόνα του βιβλίου αυτού χοησιμοποιήθηκε η συνο­ πτική αναδιήγησή του από τον ίδιο τον (1.1. σε ντὶεε (1969), 18­21, και η βιβλιο­ κοισία του από τον νετσοιτἰιιε (1952).

168. Ο λόγος του πλατωνικού φιλοσοφούντος υποκειμένου, όπως και το βλέμμα του τελευταίου, είναι διφοοούμενος: παίγνιο ή σπουδή; Απάντηση: παί­ γνιο και σπουδή· και ακοιβώς ως διφοοούμενος ουγκοοτεί το νέο αισθητικό, τη νέα τοαγωδία· από την άποψη αυτή, βλ. την τοποθέτηση του Ο. Πενετειικ (1966) για τη σχέση διφοοούμενου και ποίησης. 169. Σε σχέση με όλα αυτά, ποβλ. το ακόλουθο κείμενο του Λακάν: «Εννοώ, και ο Μωοίς Μεολώ­Ποντύ μας το τονίςει, ότι είμαστε όντα που μας κοιτάζουν, μέσα στο θέαμα του κόσμου. Εκείνο που μας κάνει συνείδηση μας καθιστά ταυ­ τόχοονα ερεοιι1ιιιη ιττμμόἰ. Δεν υπάοχει μήπως ικανοποίηση στο να είμαστε κάτω απ® αυτό το βλέμμα, για το οποίο μιλούσα ποιν απο λίγο ακολουθώντας τον Μω­ οίς Μεολώ­Ποντύ, αυτό το βλέμμα που μας πεοιμένει, και που μας κάνει να είμαστε ποιν απ) όλα όντα που μας κοιτάζουν, χωοίς όμως να μας το δείχνουν; Το θέαμα του κόσμου, μά αυτή την έννοια, μας εμφανίςεται σαν ο πανθ' οοών. Αυτό ακοιβώς είναι η φαντασίωση που βοίσκουμε στην πλατωνική ποοοπτική, ενός όντος απολύτου στο οποίο έχει μεταβιβαστεί το ποοσόν του πανθοοώντος... Ο κοσμος ειναι πανθοοών, αλλά δεν είναι επιδειξίας δεν ποοκαλεί το βλέμμα 1195­ 907917 αθλἴἑει να το ποσκοιλείτ τότε αοχΐῷει και το συναίσθημα του παοαδό­ ξου.›› (Ζ. Λακάν (1982), 102­105).

­

3θΖ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΑΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Η ΔΙΑΑΑΑΓ Η ΩΣ ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΟΥ ΤΡΑΠΚΟΥ

303

οαλήπτες του επιτακτικού λόγου του τελευταίου· όμως επειδή κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατό, είναι έογο ενός τολμηοού ανθοώπου που θα ομιλήσει για το τι είναι άοιοτο όσον αφοοά την ιδιωτική και δημόσια ζωή· ο άνθοωπος αυτός, χωοίς κανένα βοηθό και αντί­ θετος ποος τις σε μεγίστη ένταση ευοισκόμενες επιθυμίες, θα ακολουθήσει μόνος του το λόγοῃο. Βλέπουμε λοιπόν ήδη οοισμέ­ να από τα στοιχεία που καταγοάψαμε ποοηγουμένως: ο θεός εί­ ναι συνώνυμος της δυσκολίας του θέματος εξαιτίας του οποίου γίνεται αναφοοά σε αυτόν171· επειδή είναι αδύνατονοκαθένας να

ἶ¬¬>„__§_

170. Βλ. Νόμ. 835ο1­9· αυτό το ανώνυμο, αλλά αναγνωοίσιμο φιλοσοφούν

9π91ἑῖἑἘν9ι 9τ9 κω9ιἶ9θδθ398·8Α^91 9γ9μάἔετ9ι «μείἔω πὀλεωε ηοσκιιτηε» και , στ κ στἦ Ο «γεθων νοἦο ετηἔ» ωστοσο τἦ πω λαβαἶπηθλ Ολωἔω Ήθξτην ανἶ ­ γνωοιση του υποκειμένου που υποκαθιστα το θεο, ειναιτο χωοιο οπου λεγεται οτι το όνομα του πλατωνικού φιλοσοφούντος υποκειμένου (ως Αθηναίου) αξιολογικά είναι ισοὁύναμο με θεική επωνυμία (: Αθηνά) βλ. σχετικά, στο ιδιο, 6Ζ6ο3­5. 171. Βλ. σημ. Η 141 και 173. Από οσο γνωου̃ςοιιμε, μονον ο νειτιιοιιιτο (1954) ετιισημαινει οτι σε «τελευταια αναλυση» (στο τοτσ, 348) ο Θεος ειναι αληθινος νομοθέτης, δηλαδή ο Πλάτων. (1) Συμφωνούμε με τον νειυτοιιττε ότι ο θεός δεν ειναι θεος στην κυοιολεξια, διαφωνούμε ομως στο οτι θεος ειναι ο Πλατων (ως νομοθέτης) και θεωοούμε ότι η ονομασία θεός αποδίδεται, για συγκεκοιμένους λόγους, ως η ταυτότητα­πατοότητα μιας νέας σύλληψης, νέας ποοβληματικής για τον άνθοωπο, την οποία και εξετάζουμε στο παοόν κεφάλαιο. (11) Η λοιπή ποαγ­ ματευση του νετμτοιιιτο (1954), 349 κε., βασισμένη κυοιως στο Ι* βιβλιο, τταοου­ σιάζει το θεό ως υπεοβατική υπόσταση, χωοίς να ποοβαίνει σε καμία ποοσπάθεια εναομόνισης της ποοαναφεοθείσας φευγαλέας επισήμανσης με όσα ακο­ λουθούν, κάτι που επιχειοούμε να κάνουμε στο επόμενο κεφάλαιο. Υπάοχει βέ­ βαια η δήλωση του νετμτοιιττε (βλ., στο ιδιο, 415­421 κυοίως 4116) ότι ο νομο­ θέτης ως φοοέας της διάνοιας συμμετέχει στο θείο (ως νού), δήλωση που φαίνεται να εναομονίςει τα ποομνημονευθέντα· ωστόσο η δήλωση αυτή: (α) δεν εναομο­ νίςει άλλα στοιχεία του θείου με την εομηνεία έστω του νομοθέτη ως θεού· (β) δεν απαντά στο κοίσιμο εοώτημα που ανακύπτει μέσα από την ίδια: ποιος έχει την ποοτεοαιότητα, ποιος είναι το θεμελιώδες σημείο εκκίνησης: ο νούς του νομο­ θέτη που ποοχωοεί σε τόσο δύσκολες και αἔιόλογες συλλήψεις ώστε να θεω­ οείται θείος , ή ο θεός που έχει το γνώοισμα του νού, και επομένως ο νομοθέτης συμμετέχοντας στο νού μετέχειτου θείου; Τέλος, η διάκοιση καιτα σχόλια του $τει11εγ (1983), 174­175, σχετικά με δύο
·

1

­

ποοσεγγίςει θέματα τόσο δύσκολα όπως είναι για παοάδειγμα η εις βάθος εξέταση της παοάστασης της διαλλαγής με βάση τα αισθητικά κοιτήοια, χοειάζεται το έογο σχετικά με το άοιστο, δηλαδή τη διαλλαγή, να το αναλάβει ένα φιλοσοφούν υποκείμενο το οποίο θα είναι τολμηοό, αντίθετο ποος τις επιθυμίες που βοίσκονται σε έξαοση, και μόνο. Ας δούμε όμως τα γνωοίσματα αυτά τι μποοεί να σημαίνουν: Η τόλμη όπως έχουμε διαπιστώσει είναι γνώοισμα που απο­ δίδεται στο πλατωνικό φιλοσοφούν υποκείμενο στο βαθμό που δύναται να επιτίθεται σε κάποιον πατοικό λόγο παοάδειγμα, η Τόλμη 8νοιντίΟν του Π0ι@μενίδη172° εδώ η τόλμη ΈΟΌ φιλ0ΟΟφ0ύντΟς υποκειμένου έγκειται στο ότι επιτίθεται στον, είναι αντίθετο ποος κ τον, πατοικο λογο, το τοαγικο των ποιητων. Αντιθετο ποος τις επι­ θυ ίε πω) β ίσκο , μ ς ο νται σε ε αοση ειναι γιατι το νεο τοαγικο, η σο­ θη παοασταση τηἔ ὁβαλλαγηθ εναν­ΠΟΌΤ011 Τοσο πθοζ Την αναζή­ τηση πλήοωσης της επιθυμίας εκ μέσους του συμβατικού αισθη­ τικού κατά τις ανάπαυλες του επιτακτικού λόγου όσο και τω̨οα̨ την επιθυμία επιτοικτικότητοις του φιλοΟ0φικ0ύ λόγθυ της δωλλα κ ΚΕ όσο Υ μφθίνῖϋία ΌἶΕΟγ@ΟιμμιζΟμενΟ γνωοισμοι γηἔ·/

­

­

­

­

­
9

×

Χ

9

9

9

9

­

­,

9

9

9

θα Τω̨επελ να Ομολογησουμε ΟΠ μαἕ οδηγεί στον Συ/Ητοσῶυ όπΟΉ το πλατωνωω̃ φλλοσοφοὐν υποκεί­ μενο είναι ουσιαστικά μόνο173 όταν λέγει ότι το ίδιο άτομο, το ίδιο
επβλολίο
ΈΟΌ

(ΠΕ ανα! μΟνΟ(€)7

­

­

­

­

­

­

κατηγοοίες θεών στους Νόμους, αποδυναμώνουν τελικά το θείο ως υπεοβατική οντότητα: οι παοαδοσιακοί θεοί γίνονται αποδεκτοί ως παοαχώοηση στους συνομιλητές του πλατωνικού φιλοσοφούντος υποκειμένου, ενώ οι πλατωνικοί θεοί δεν είναι παοά στην υπηοεσία μιας οοθολογικής οογάνωσης των ποαγμάτων του ανθοώπινου και φυσικού κόσμου· στους μεν λοιπόν δεν πιστεύει ο Πλάτων, οι δε δεν είναιπαοά εξόφθαλμοι (βλ. σημ. Π 257) από μηχανής θεοί, για τη σωτηοία­ τγγύηση της επιτακτικότητας. 172. Βλ. ση μ. Ι 63.
173. Βλ. Συμπ. 2Ζ3ο7­‹:19. Ποόκειται για παοάδειγμα της χοήσης του ονειοι­ κού τοόπου, ο οποίος χοησιμοποιείται για να δηλωθεί το οηξικέλευθο και η δυ­ οκολία κατανόησης και αποδοχής του λόγου του πλατωνικού φιλοσοφούντος υποκειμένου (βλ. και Ιἰειιυςἰο (1964ε)). Στους Νόμους, το οόλο του ονειοικού τσό­

­

­

­

304

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν' ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Η ΔΙΑΛΛΑΓΗ ΩΣ ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΟΥ ΤΡΑΠΚΟΥ

305

αισθητικό βλέμμα, μποοεί να γίνει δημιουογός του τοαγικου και του κωμικοό, δηλαδη του σπουδαίου και του φαυλου1" κάτι αδιανόητο για το συμβατικό αισθητικό καιτους κανόνες του. Συνο­ ψίςουμε: το πλατωνικό φιλοσοφουν υποκείμενο είναι εκείνο που θα αναλάβει ένα έογο τόσο δυσκολο όσο είναι αυτό της εναντίω­ νέοι) σης πσος το τοαγικό των ποιητών και της συγκοότησης τση τοαγικου· και είναι δυσκολο κάτι τετοιο, γιατί με τη συγκοότηση αυτή εναντιουται ποος τις δυο ισχυσότατες επιθυμίες που επιγοά­ φουν το διχασμό της ζωης σε αυτην της ανάπαυλας του λόγου και σε αυτην της επιτακτικότητάς του· είναι ακόμη εἔαιοετικά δυσκο­ λο, γιατί είναι δυσκολο να συλλάβει κάποιος το νεο αισθητικό βλεμμα, το οποίο γνωοίῷει το πώς να δημιουογησει τσαγικό και κωμικό συγχσόνως· και είναι βέβαιον ότι αυτό γνωοίςει, εφόσον αντίστοοφα η συγχοονη παοουσία τους είναι συνώνυμη με τη
7

δυνατότητα ανάδυσης του βλέμματος αυτουῃἶ
που έχει

­

­

αναλάβειη αναφοσά στο θείο. (Για το ότι το θείο στον Πλάτωνα μποοεί και παίςει ένα τέτοιο σόλο, βλ. Ι. Μοτενοεὶομ (1989), 263: ο Πλάτων, όπως ο Ηοά­ κλειτος και ο Παομενίδης, όταν εισάγει «οιζικές εννοιολογικες αλλαγές», κάνει λόγο για θεικη πηγη/ποοέλευση του φιλοσοφικού λόγου). Ενδιαφέοων, τέλος, είναι ο συσχετισμός των χωσίων 8θ3θ και 8041) των Νόμων ποος το χωσίο 850­ό του Φαισωνα: ασφαλέστεσο, ακινδυνότεοο και βεβαιότεοο όχημα για διαπόοευ­ ση είναι ο θείος λόγος, σε σχέση ακόμη και με το βέλτιστο και ὁυσεξελενκτότατο

φόόαἔ στό θστσ όσσν αφόσα την τόαντσόται όλον!­τε ότασαφηντσετ αστη την τελσστατα ηαλότεσα” σε σηματνετ όμωἔ αττό όττ έλσσμε σλσηλησώσετ τη σσἔητηση ντα αστην' ωστόσσ ηαττ τέτότό ετνατ απαόαττητό να ντνεα ντα να ττόσλωσησσσμε στη ότεσεόνηση τση κατά πόσον ο όλος λόγος του πλατωνικου φιλοσοφουντος υποκει­ μόνσσ σσνηόστετ μία νέα τόανωστα όηλαόη ατα σόθη ττασότσταση τηἐ όταλλανηα εννσόνμένη ωἐ μτα ττσόσηησόσαἐ ταἔηἐ μτἔη› ησασητ τσἐ ένα σόαμ­ετόόν όταλλανησ ηατ ετττταηττηότηταἐ­ Η όλσηλησωση τηἐ σσἔητησηἐ όσσν αφσόα τη νέα τόανωότα θα ντνετ μέσα αττό την εἔέταση τηἐ νέαἐ τόαντσόταἐ κατ τση ότττ αστη όη° λώνετ› σε σχέση με την ττόσβληματτηη τηἑ ετττθόμταἐ όττωἐ αστη αντλτλθηηε στό Πόώτσ Μόόσἑ­ Όττωέ φανηκε από την ωἐ τό σημετσ αστό ττόαναατεσση τση αντστετμόνόό τηέ αελέτηἐ !τα§ αότηἐι όόσ σημανττηα Θέματα "σπασ­ χουν για το στοχασμό του πλατωνικού φιλοσοφουντος υποκειμέ­ νΟΌ σι̃ΐθυη̨̃ Νό,Μ0υς.° η νέα διασταση της επιθυμίας και η νέα δια­ σταση της τσανωδίας. Αυτό που ηδη διαπιστώσαμε είναι ότι Ο λό­ γος του υποκειμένου αυτου για την επιθυμία, Οδηνεί μέσα από μία στη ποι̃) επίσηἔ παΩα%ΟλΟΌθήσαμε πε©ΕπλΟ%,η διαὸωῶασία
συγ%©Οτηση ΈΟΉ νεΟΌ τ©αγΜΟΉ το νεο τοαγωώοτ στην πεῳπτωση σωττυ δεν επτγσάφετ ποτθά την απάντηση στο εθώτημα γτα το πώἔ θα έποεπε να αντιμετωπισθεί εκ νέου η ανθοώπινη κατάσταση·
, ,
|_
9 9 9

Μετα την σλόηλησωση τηἐ σόἔητησηἐ ντα τη

ση μαστα τηἐ ανα·

ανθαώπινο λαγα· μετα από αυτη τη ασγκαιαη, κατανοουμε καλυτεαα σε πασα υψηλό επίπεδο ανταπόκοισης σε δυσκολίες τοποθετείταιο‹‹θε'ικός›› λόγος. 174. Βλ. Συμπ. 223612­5 συμφωνα με τον Βονετ (1980), 177, αποτελεί χοησιμη άσκηση η δυνατότητα κατανόησης αυτου του επιχειοηματος. Για μία διαφοοετικη από τη δικη μας εομηνεία του σχετικου επιλογικου χωοίου του Συμπσσισυ, βλ. Μ.
·

και λένσυμε εκ νέου, γιατί έχσυν ττσσηνηθεί δυό συμβάντα: το
* Όττ τσ σημετσ αττό όηλώνετ την τεσασττα απόσταση τση φτλσσσφόόντσἐ υποκειμένου από τους συνομιλητές του, το παοατηοεί ο Μ.Η. ΜἰΙΙετ (198Ο),1ΖΖ σηα­ 27­ λωστἐ ωστόσο να πσόλωσετ σε σττσταόηττστε εόμηνετα” βλ­ χατ Ε­ νόό·

­τπτ

ΠεευΙετ1α(1985),24θ­243. στο 175. Ότι το πλατωνικό φιλοσοφουν υποκείμενο ευσίσκεται μόνο του* το από εκφοάζεται επίπεδο αυτό του νεου βλέμματος, της θέασης του κάλλουςόό, έχει υποκείμενο φιλοσοφουν το αυτό ότι συνομιλητή του, ο οποίος αποφαίνεται επιτυχει, ευοισκόμενο στην πσοοπτικη αυτη, να διαφαυλίσειτο ανθσώπινο γένος· ο όοος «διαφαυλίςω» απαντάται άπαξ στο πλατωνικό οοτριιε (βλ. Αετἰιιε (1956), Ι, 506, Βααααααα (1976), 236) και ακαβώς αυτό αημαενει ότι δηλώνει μια

ἔσϋσ (1957): 257­263· Μ Πσβλ­ τό Χωότσ τσσ Φατόσσσ _ ττσσ σλσλτασαμσ ττόσηνσσαένωἐ σό­ σλτττἔόνταἔ τό με τα σττό συζητηση των Νσταων (βλ­ σημ­ Π 150) _ όττστ λένετατ όττ σ φτλόσσφόἔ ετνατ τελτηα μόνσ§ (βλ­ στα τ/στα Ζ49σ4τ5) κατα τη όταότηαστα τηἐ υπέοβασηε (για αυτην) βλ. σηιι Π 15817 τπέοβαοηε συνώνυιιηε με τη Θέαση του

μοναδική ενέσγεια που εκδηλώνει αυτό το φιλοσοφουν υποκείμενο.

καλλουἔ­

306

ι

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΑΑΜΗΡΕΛΛΗΣ

Η

ΔΙΑΛΛΑΓΗ ΩΣ ΘΕΜΕ/ασ ΤΟΥ

τελτιτςον
,

307

συμβάν εκκάλυψης του λόγου γτα την επτθυμία κατ το συμβάν πθοσκλησηε ετσδυση§ του λόγου Υτα την επιθυμία στο ενταυθα. Ουτε το συμβαττκά καθημερτνο, ουτε το συμβαττκά ατσθηττκό τ α α α ε μπορουν να προσφερουν τη νεα δυνατοτητα ανττμετωπτσης της ανθρώπτνης κατάστασης, γταττ μετά τα δυο προαναφερθέντα συμβάντα έχουν κατ αυτά μεταβληθετ· η ανττμετώπτση αυτή δο­ κτμάζετατ να προβληθεί μέσα απο την αντι­συμβαττκή είσοδο του ατσθηττκου ως τραγτκου μέσα στην καθημερτνότητα, κατ η τδτα αυτή ανττμετώτττση πυουστοθετετ την εμπετθτα του ανθρώπτνου / α , , α τ ι λογου οταν αυτος αναφερεται στην εμπετρτα­ κατ ειναι μεσα στην ν ν ι α ν ν εμπετρτα αναδυσης κατ πληρωσης της επτθυμτας, τελτκα: αναφε­ κ κ | κ | ρετατ ­ ετνατ μεσα στην εμπετρτα του ενταυθα. Ουτε ο λογος γτα το α , α ενταυθα ουτε το ενταυθα ετνατ πλεον τα τδτα, οπως πρτν: συμβα­ ττκα, μεσα απο μτα δτα­κρτνουσα δτατυπωση, προοπττκη δτατυττω­ ι ν ν , ι ι ν σης, θαλεγαμε οττ στο εξηα̨ ολογοςνια τοενταυθα ειναι ανανκαισ ι ι ι , ν να ειναι­μεσα στην εμπειρια του ενταυθα και η εμπειρια του σκλη­ ι Ωού τοο εοταύθοτοο έΖο#·ο!ο©©77χθει“από το λόνο κια το ενταυθασο Αυτη η νέα ανθρώπτνη κατάσταση που η μόλτς προηγουμενη δτα­ ι ν α ν ι τυπωση αιτοπετρατατ να αποτελεσετ περτγραφη της, ομτλετι γτα ενα ν ν ι ν ν ν ν ι ν αλλο λογο, γτα μτα αλλη ε μπετρτα· κατ αυτος ο αλλος λογος › αυτη η , , , „ , „ αλλη εμπετρτα, θα πρεπετ να ενταχθουν στο τδτα κατ δημοστα ως ν ν ι ν ν ν θεμελτωδη οτοτχετα τους. Ακρτβως λοτπον η νεα τραγτκοτητα, δηλαδη η οοθη ταοάσταστ τα ὀιαττηητ ειναι αυτή ατο­ τελετ την πρωταρχτκη̃ μέρτμνα του ττλατωντκου φτλοσοφουντος υποκετμένου, εφοσον θεμελτώνετ τη δυνατότητα παράστασης, δη­ λώματος, της νέας ανττμετώπτσης της ανθρώπτνης κατάστασης, ανττμετώπτσης που σηματοδοτούν όπως προμνημονευθηκε ¬ ο ι ι ι τ Οτλλοἔ λθγοο πα! η αλλη εμ­Ττῖετθτθτ. ν ν α ν .. , Η αναδυση του νεου τραγτκου θεμελτωδως προυπσθετετ την αναγνώρτση εκ μέρους της σκέψης που στοχάζετατ το ενταυθα ως

­

­

ν τη στη ν κ τ ' τη δυνα μη να ανθτστατατ ενεχετ δταλλαγη, οττ το ενταυθα , κ λ κατ τελτκά η οπολο σε ελ να τα με τα β άλετ, "Ε οκεψηέ βοοληοη , ν , , α κλ εκφραση ελ σ αυτη σε εττη βου η Π μεταβα αυτο ενεχεττη δυναμη να ε τ _ κυριως δυσκολίες στο να μπο­ του ενταυθα. Υπα|οΧουντ σ ετς , ι κ Η εγνω οοοσσμε να σαλλαβοαμε Οωτη νεα τἶἕἔἔοἔη̨ααε μἑτῖῖἶξηκαθη­ όττ αυτή ποοπεσνα σεωσῃαα λαἶσ εμπΗ ὀεἕτε ηη είναι όη̨ το ένα μοοο/στητα= και αχ" ωσ αναποω Οι ααα­ έσα στ Ήαθημεῳνότηῖαϋ απο τα στστχετα που την Ο”υΥ%οοΤοολ| μ παηουσίας συ̃ΰέψηἔ
.

η

×

ά

­

η

λυττκης .· .Μεσα στο τα/Ϊαααα α ετα τ η ν 8 ,μφ Οτντση Έηἔ ανο ι _ τελτκα τ ­ κατ ν επτθυ τα λαο το νοταἐ εννσλσἔἔἑα
η

%

τα

της συν­ κθ ενταυ α Βι̃τά η ὀταλλαγη το σκληρό του ενταυθα δταρ­ ) αναλυττκη που Ο ι δ λλα νπαρασταση τατ ο ολο το ΈΎΙΞ γηση ολι̃γνσετσα μεσα ααα Τ γ γ η, κ ε αυτ τ βουληση δτα·οοθἔη€ τοο οττοτα κατ εκφραζετ ακρτβωἔ η ν δ πθοκοποο Υλο Το λα­ λωσσα. σθ ττκ μολοφοσζσαμε σε αλ η ,η Υ ν 179 8 _ τσσ σασ υ ατΌΌ εν υττοχωθηοη φοωλλσμσ _ ααα την στα α επο μ η ο κατηγορ τα; που αποδτδετατ στην αν­ ως εκετνης της ατσθηττκης ν κ τ 6 λά ατ όττ το δευτερο από σοωπλνη κατασταση Η ταση Όσαο λα εαν ε κ ε τ εσα στην αοθη μοολνοτητο> που τἑτ /συγ κ ρ οτουν ἔγονςκ η (Ἡ180 ε πτ­ τα οτοτχετα εῇ/ τ Υ τακττκοτητα, συν εετα τ μ τ νύει καθτστώ­ τ ὁ ­ μεσα στην πα Ω αστασ του ενταυθα |η που το ια Οοο? , ν ' “ του καττ που αποτελεταποδετξη γτα το ντοἔ την εικονα εαφαασησ , ι ε η Θ ' του· ε­ .τττητόη του εηονθα απῖν®°"° αἱ] βοτἶατααὀτοξἕἶἔἶἔἶ τα ἶλτ τ γ πα ω κατ ταφράζουμε σε ατσθηττκη
×

ολολλοθθι̃τ οονσεεῖαα με το γεγοαοα τας ν

­

Ο

ι

7

×

α

×

α

×

­

­

ά

×

×

ά

ο

>

Χ

τ

­

εθέλειν (βλ­ Βλ.,στο ιυιο, 64Δε3:‹‹ανθελκονστν>>' ντατο οοποοπεοἑι̃ἕοἐ βλ ι›22σ5, 92381, 925ε2), για ετττθυτττα (βλ οοοϋο) εκ μεοοοἔ της α αλ Ἐσ ραδετγματτκα, 9ΖΖο τοτωτ­ λαα το όττ ττοόττεττατ τατ ντα θέμα βοο ηοηἐ Ο Ο
177.
°

σ ε ττ‹ροεἶζἔοΒἴ73)τΎ1, ,τΟ λ0Υο τοο φλλοοοφοσλασο αασααμενοα

,

,

ι

α

×

βτττ.

μια

66964: «ἐμττλεκοντες».

ν ι ν 176. Βλ. Νομ. 8θ6ο3­6· η δτα­(ρ)ρηξη εκφραζετατ σε ατσθηττκη γλωσσα ως δγαφαη̨λἰσμός.
Χ

ι

179: Πρόττεττατ γτα υποχώρηση κατ όχι για εςαφαντση τουτ όπωε πεοκοπτελ από τη συνολτκή θεώρηση της όλης δταδτκαστας. 8Ο3ο6: «ἐνταυθα ἐσμεν» ά 180. Βλ.Νομ.|

181.

Βλ.,στσιὁιο, 64583. «σκ ηοοἑ Μοο οι ηοο

»

308

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ
Η

ΔΙΑΛΛΑΓΗ ΩΣ ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΟΥ ΤΡΑΓΙΚΟΥ

309

απόδοση της κατηγοοίας του σπουδαίου στην ανθοωπινη κατα­ αναση τοη ενναηθαν ααθώα η βοηληαη νία δνααανλνααό ταυ νννα ταν βούληση νοη ωα ααοηδαίοα

γης και επιτακτικοτητας εχεια ως παοασταση του το νεο τοααγικο· και , ακοιβως, ειναι αυτη η βούληση για δημιουργια της
(Μ/%ε%@¿μέ"7ς1
επδθδυμια

Ωστόσο, θα ποέπει να υπογοαμμιοθεί ότι αν όλες αυτές οι επισημάνσεις είναι οι ὀυσκολιες της νέας τοαγικότητας, αν οι δύο τελευταιες είναι συγχοόνως λόγος για ατι συνδέεται με τα συγ­ κοοτούντα στοιχεία της, εν τούτοις η νέα τοαγικότητα είναι κατι αλλα παν δε θα ἑηαεαε σε ααανα αεανανωαη να κατανοηθεί ως ανα αωθηααη εηανηααή νηα αναννώαναηα της αααπααθυσνας τον δναφανχνσηοη νοη αηοηὁαναη ηανναη ααοηὀανοη. αλλα, νότα πώα ααα τη θα έπαεαε να ηανανοηθεα Πονοα θα ααοααηαε να αναν Ο χό Ο να ν νέατ α Μαν να λα Ο παν θα αννα να Τ ν ανα­ Υ § Υ Υ! Θ Υ η › Υ € Ψ η Ή νόηαη νηα Η νέα ταανηνατηνα ενναν θα παέπεν ν α θναηθου̃με συνώνηηη της Οαθηα ηαααανααηα νηα ὀναλλανηα. ααν η οαθή ηαααανααη της ὀναλλανηα ενναν αηνηφαααένη ααα ααχήν με νη αητη ὁνηνηαη αναννώααη νοη ανααη έαατωαηα ανα δναλλανήα

συμμετθίαἔ η οποία είναι συνώνυμη με την ί ί ί βασ των όσων αν"σΌμβατΜη§ ωσ θηῃκης Ὁπεο ης η εμπειοία διαφαυλισμού του ενταύθα έχει καταθέσει: η βούληση
ί

­

γαἶ δδαφοωλδσμο τΟ1ἰενΈΟωθα,ὀεν καθκἶτατω̨ βω̨ληση τΟὉ,ΤελεΌ­ ταιου ως συμβατικου σπουδαιου, επειδη πλεον/ειναι τοσαυτη και τοιαυτη, ωστε να μην μποοει να αποτελεσει μια εκφοαση αυτου του σπουδαιου τετοια οπως ειναι η επιτακτικοτητα και ακοιβώς αυτο ειναι το νεο σπουδαιο. μια τετοια παοασταση διαφαυλι­ σμουηοποία δεν καταληγεινα αποτελείστην ποαξη εικονα του ουμβατικου σπουδαιου, η καλυτεοα: δεν κατοοθωνει το συμβατι­ κο σπουδαιο να την καταστήσει εικόνα του, γιατί όπως διακοι­ αωσαμε αυτηαεαναι τετοια ωστἶν να μην απιατελεα μιμηση του. το σημειο αυτο α ποεπει κατα ηκτικα να υμη ουμε και να

Ϊ

­

στη συνεχεια, και αυτό είναι το πιο σημαντικό ¬ καθώς μας μετα­ έ από τ ί η _ ς ἕ Οε θ , , ην αναγνωω̨ση στην αἶπἰμετωπἰση ° θα πΩἶ:πεΒ να εωθη ελ επι η αντημετἶοπλση τηἔ εκπῖωσηἔ τηἔ ὀλαλλαγηἔ ΗΥΟ" Ουνυφοισμενη με την πΩΟτ0ιΟη υπεῷβασης του ΟιιτίΟΌ της έκπτωσης αυτης. Πώς επιτυγχανεται αυτό; Ο λόγος για τη βούληση πασα­ στασηε τηἔ ὁναλλανήαα ποῃ εηφθάζεν τη βούληση δναηααηλνσαοηα δναηααηἔηα .νοη ενναηθα, πααααένεν, αλλά ὁηλώνεταν ότν θα εννοω
Β

183. ΟιΝόμοι ασχολούνται με το πσόβλημα του πως οιθεωοητικές ασχές της διαλλαγης μποοούν να εφαομοοτούν στην ιστοοικη και κοινωνικη ποαγματι­ κότητα· η διαπίστωση ότι η ποοθετικότητα ποαγματωσης της διαλλαγής αποτελεί
13

Έοφυῖοἔ και τςἰσ0ΉτΟ§ εοστε να αποτελει μδα συμμετθία με τη βοωῃι̃ση αποι̃ω̃λαἔ του Ομωἔ› παθάσταση Τηἔ απςωσίαἔ του Οωτήἔ αποτελεί η επιτακτικότητα ως βούληση του ενταύθα αμε σπου­ δοιίσυ· αυτη, ωστόσο, με τη σεω̨ά τηα̨ δε θα είναι άηαατοαα αλλά θα έχει μία παοουσία τοιαύτη και τοσαύτη18Ζ ώστε να αποτελεί

,

(τοση τησ οοηΥοί το ττλοτωνοτο φτλοοοφοογ οττοηοητοτο στη λοση οηείγη ττοο αποτελείτη φιλοσοφική τοαγωδία των Νόμων. Θα ποέπει ιδιαιτεοα να υπογοαμ­ μισθεί, όπως αλλωστε το κανει και το φιλοσοφούν υποκείμενο, ότι όλος ο ποσ­ βληματισμός για την οσθη παοασταση της διαλλαγης κινείται στο πλαίσιο της με­ ιιι̃βασης από τη βούληση του τι­να είναι, στην πράξη, στο τί­όντως είναι· αυτό όχι μόνον έμμεσα αλλά και σαφέστατα τονίζεται πολλαχως· θα σημειώσουμε δύο

Ζαἶη̨̃α
μωεἶυμμεῖοαἶ” μια
βΟΌ

π©Οση"ΟΉσα Τεχἔη φω̨α̨σης μἔε το λογο για τη ηση παα̨χστασηἔ τηἔ ὀλαλλαγηθ­ ΑΌΤΟ το συμμετοον δταλλατ

ιυοποοε τοντσιτοο τοο: (οι) η οοοτσοοο στην οοθοτητοτ ηοττσομμττοίοτ ττοτοοοτέιητττ στα κοιτήοια της παοόιστασης, και επομένως στη διόικσιση τι βούλεται και ι 1 1 1 λ θ 1 1 "*Ϊ"”Ή πθαγματδς "νο" Οντἶθε η Μονα (β) αμεἶδωε πο” εχω "χ ἶ" Ο συὴομος λογος της διαπιστωσης της εκπτωσης και της ποοτασης για αποφυγη της, λεγεται ιιητόι ότι το θέμα που θα συζητηθεί αφοοα την πράξη (βλ. 8θ3ε1­±1),την πααξη θιτμελιωδως και ποωταοχικόι διδασκαλίας της οοθης παοόιστασης της διαλ­ λαγης· ότι αυτή η διδαχη του (β), (α), δεν είναι τυχαία, βλ.σημ. Π 373, 375. (Ότι

­
α

­

α

­

­

182. Αυτό εκφ Ο όιζεται και μέσα από διο σ ούς: «σπουδζ τινι» (6έ14‹19), Θ1 μ η «σποηὁη 9" ῃνοἔ» (8021ο1λ «ηεναλης μὲν ααοηὁηα ααα αξια» (803Μλ

"­'”"§Νόμ0Όἔ δίνετοἶιμεγαλὐτεοη απ7 ό7τ1Οι̃ηνΠΟ/Ώτείη̨̃ _” σημασία στην ποό" ιη, έχει επισημανθεγ­ βλ., ενδεικτικα, θευῃαετε (Ζ1975), 17, 8ο11εετοτ(21969),3Ζ­Φ, κιιιιιεγ (1983), 9,10, 21,22).

310

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν' ΛΑΜΗΡΕΛΛΗΣ

|ςΙ

ΔΙΑΛΛΑΓΗ ΩΣ ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΟΥ ΤΡΑΓΙΚΟΥ

311

υπογοαμμίσουμε ότι όλη αυτή η ετοιμότητοι184 για να μην οδηγηθεί σε έκπτωση η παοασταση της διαλλαγής, δεν αποτελεί συμφω­ να με τη γλώσσα του αισθητικου παοα την ικανοποίηση εκείνου του κοιτηοίου του νέου αισθητικου που αφοοα τη μέοιμνα για την επίτευξη του καλλους, του ωοαίου185. Τέλος, για να ολοκληοώσουμε τη συζήτηση που αφοοα την κα­ τανόηση του νέου τοαγικου και, συγκεκοιμένα, το τελευταίο μέ­ οος της που αναφέοεται στην εξέταση του τοαγικου αυτου σε σχέ­ ση με την ποοβληματική της επιθυμίας, θα ποέπει να διευουνουμε το επίπεδο του λόγου στο πλαίσιο του οποίου συζηταμε, το επίπε­ δο της βούλησης του λόγου, να ομιλήσουμε για την επιθυμία του λόγου, για τα παθη (λυπη, ηδονή) της βουλησης του λόγου, και το ηθος που αναδυεται μέσα από τη δυναμική εναλλαγή τους. Σχε­ , , , , , , τικα με το ποωτο, το πλατωνικο φιλοσοφουν υποκειμενο λεγει

­

­

ματωση αυτή έγκειται στην παοουσία απουσίας συνεχους βουλη­ σης διαλλαγής, και σήμα αυτής της απουσίας είναι η παοουσία

αποκαλυμμένης επιτακτικότητας, η οποία θα ποέπει να είναι τέ­ τοια ώστε να συγκοοτεί ένα συμμετοον διαλλαγής και επιτακτι­ κότητας. Τότε μόνον και μόνον τότε το «ουκ ευτυχες» της επιτα­ κτικότητας του ενταυθα υπεοβαίνεται όντως, στην ουσία του, καθώς ποοχωοουμε πέοαν της βουλησης υπέοβασής του, και δίνει τη θέση του σε κατι ευτυχές, στην ποοσπόοιση μιας ηδονής η οποία ποοέοχεται από την επίτευξη της οοθής παοαστασης της διαλλαγής, του νέου τοαγικου· και σε μη αισθητική γλώσσα: ποό­ κειται για την ποοσπόοιση μιας ηὁονης η οποίοι ποοέοχεται απο τη
κοιτα την ανέλιξη της επιτελειται κυοιολεκτικα ψυχωι̃ διαδωπασἴα (βλἠστοίὸἰα 48,0­
ινομ. 817Ι›3) αυτή παααστααη
ό

,

,

,

­ οπως λεγεται ­ μια σκοτεινη

πωἔ η βεβανόι̃ητα τηἔ ανά?/ΜΚ απόδοσηἔι στον άνθαωπο ΤΟΌ ε” νταυθα της διαλλαγής, της κατηγοοίας του σπουδαίου, η αναγνώ­ οιση δηλαδή ότι η συνεχής βουληση για ενταυθα της διαλλαγής αποτελεί επικαλυμμένη έκφοαση της επιτακτικότητας, έκφοαση ν ι ν ν ν ι ΈΟΌ μη ὀβαλλαχθεντοἐ κοπα βαθοἔ εντοωθαη̨̃ ὁεν ανω χατ! ευτυχες186°νΣχεΉ%α με το ὀεΌΤε@07 το ω̃νο το φνλοσοφοωί Ήποκευ μενΟ διΟιβεβ0ιιΟί για κάτι ευτυχές, για την πη̨̃οσπόοιση ἠὁονήἔ η οποία ποοέοχεται από την οοθή ποαγματωση της παοόιστασης της
ὀγαλχοη/ης, τη Θέαση τηη ποίησης ­[ηη νέαη τηοηχωδίαςΰν­ η πηαγ­

Ασφαλώς, το συμβαν αυτό ποοσπόοισης ηδονής είναι σήμα ότιη αοίστη (βλ. ειναι η παοασταση της διαλλαγής, γιατι μόνον αυτή

αχανή ποαάσταου Ήι̃ε αοετήε που ποοἔενείηδονή (βλ­ιστοιαα όόααοαικαιυι

184. Βχς Νόη 66983;

«ἑτοἰμωες

'αε""ή,σ”ζήΐησή,μα§ σι̃ο 1·2·ἶ')· ΠΟ" τη διαβεβαυ̃ωἶη πῳσπόασηε ηδονἠα ιιηοηγειται η καταθεση της εντυπωσης του πλατωνικου φιλοσοφουντος υποκει­ μένου ότι σε πολλους θα φανεί ,ιιιοητη η οὁός που έχουν επιλέξει (βλ. 81θα8­ε1)*· γιατί; Γιατί ήδη έχει ποοηγηθεί ένα μεγαλο μέσος (βλ. 7Ζ1ει­8100) ποοείας στην οδό αυτή που δεν είναι αλλη όπως θα διακοιβώσουμε (βλ. 859εΖ­Μ, και το σχολιασμό του στο 22.) ¬ από αυτήν της συμπαοουσίας ήπιας και σκληοής επι­ τακτικότητας· και η παοουσία επιτακτικότητας είναι κατι που καθεαυτό αντι­ μετωπίςεται από τους αποδέκτες του αονητικα (βλ. 663ι̃:›), γιατί (1) διαχωοίςει το αγαθό, και το δίκαιο από το ηδυ, και γιατί (Π) πλεοναζει σε αυτήν η λυπη (βλ. ί›(›?›ει­ὶ·›)· ωστόσο, η συμιιετοη παοουσία επιτακτικότητας και διαλλαγής είναι συ­

­

185. Βλ., στο ιίὁιο, 669εΖ­4,

186. Βλ., στο ιδιο, 8θ3ο5· η αναγκη αποτελεί,

της ευτυχίας, της ηδονής: βλ.
66009),

και τη σχετική ποαγματευσή μας στο 1.2.3. και σε αλλο σημείο, αντίποδα «ουδαμῶς ηὁὑ, ἀναγκαῖον δ" ἐνίοτ ἐστίν» (στο ιίὁιο,

νώννμη τηἔ τθανωὁιαἔι δηλαδή νηἔ αθθήἔ ααθαανασηἔ νηἐ δναλλανήα χαν ενναν μόνον αανήι ΤΙ αθθνι̃ παθαατααη νηἔ αναλλανήἐν η οποία μπαθεί να πθοαπαθαξεν

ηαανή καν σννλαόνωἔ να απανελεί παθαανααη νθἐ αννανααννηἔι καν ναν αναθαν ιβλ.Ι.Ζ.3.)· έτσι, η αοχική ποοσδοκία «ουκ αηδῶς» (6Ζ5ει6) σχετικα με τους απο­
α#ΞΉνε§

187. Βλ., στο ιδιο, 811α2 (ήδη στο 658ε9­659ει2, ποοαναγγέλλεται, ανώνυμα, ότι το καλλιστο αισθητικό είναι εκείνο που τέοπει τον ένα, ο οποίος διαφέοει ως πσος την αοετή και την παιδεία)· αυτή η ποοσπόοιση «ουκ εὐτυχους» και ηδονής δεν θα ποέπει, εκ ποοοιμίου, να ξενίςει· και αυτό γιατί ήδη στο Φιληβο, θεωοείται ότι η τσαγωδία οδηγεί σε αισθήματα ηδονής και λυπης (βλ., στο ιΰιο, 48ε, 50ο), ότι

τον λόναν τον φνλαααφανννοἐ νποκενμέναν (βλ 625α6“ϋ1)› νελναα επα­

λνὶαενεναν­
* Λένεναα επίαηἐι όα σε αλλονἐ θα φανεί πΘ0αφνλή§ ίβλ­ 81001­2). ανναν αναν αν ανθἐλωπον παν φνλανν ανν επααααα Ο λανοἐτ νόμοἐ ίβλ­ ααοα · 663αι καν |­2­3­7 ννα μία αεἔοαααῆ πθανμανεναή νονλ

31Ζ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Η ΔΙΑΛΛΑΓΗ ΩΣ ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΟΥ ΤΡΑΓΙΚΟΥ

313

ὁιαλλαγή της βούλησης της σκέψης για μεταβολή του ενταύθα με τη βούληση του ενταύθα για μη μεταβολή του. Όλα αυτα μπσσούν να εκφσαστούν και στην οικεία πλέον ηθική γλώσσα: η πσοαναφεσ­ θείσα διαλλαγή της βούλησης δηλώνει ότι αυτή έχει επιτύχει την πασασταση της διαλλαγής, αποτελεί η ίδια πασαστασή της· και εφόσον έχει επιτύχει αυτό, έχει επιδείζει ένα ήθος αμεινσν, βέλ­: τιον188 του πσογενεστέσου ήθους που διέκσινε την ίδια, κατ το σποίο ήταν κατα βαθος έκφσαση του ήθους της επιτακτικό­ τητας, του ήθους του ενταύθα, του τοιούτου ὥσπεσ τό ήμῶν189· κατ
Για αμεινον, βλ., στο ιδιο, 6Ζ7σ11­6Ζ8ε5· για βέλτιον, βλ. 817σ7. «ήτοι όελτιοναςή καθ” ἠμαςη χεισοναςή και τοιουτους». Πολλα εσμηνευτικα πσοβλήματα πσσκαλεσε το «ή και τοιού­ για μία ανασκόπησή τους, βλ. τους» πσόχεισα Ε1εο (1957), 78­82· ο ίδιος ο Ε1εε όπως και αλλοι (πχ. Μοστιτιοθιτ) έχειτη γνώμη ότι είναι εμβόλιμη η φσαση και θέτει αγκύλες· ο Ιλιοεε (1968) δε θέτει αγκύλες, αλλα τη θεωσεί «ολό­ τελα πεσιττή» (στο ίδιο, 64). Η μεταφσαστική­εσμηνευτική πσοσέγγιση του χωσίου διακσίνεται σε δύο κατηγοσίες· αντιπσοσωπευτική της πσώτης κατηγο­ σίας είναι η μεταφσαση του θ.Η. Βυτοδοτ: «ίσι μιμούμενοι πσέπει να είναι) ή καλύτεσοι απ” ό,τι είναι στην πσαγματική ζωή, ή χεισότεσοι, ή ακσιβώς όπως είναι» (8. Η. ΒιιτοΙτετ (319θ2), 11)· αντιπσοσωπευτική της δεύτεσης είναι η μετα­ φσαση του Ι. Βγννετετ: ‹‹(οι μιμούμενοι πσέπει να είναι) είτε πανω από το δικό μας επίπεδο ασετής, ή κατω από αυτό, ή ακσιβως όπως είμαστε εμείς» (Ι. Βγννετετ, [Ατ1ετοτΙο°ε] Ροειιεε, Τἰιε Οοιτιιιἰετε Η/οτἰεε ο[/Ιιτειοτἰε [ΠΟΠ/], εὀ. Ι. Βειτοεε [Ρτἰσοε­ τοτι: Ρτἰσεετσο Πιύνοτεἰτγ Ρτεεε, Ζ1985], Π, 2317). Η δική μας, κατ” αναλογία, αποκλειστικα λεκτική, χσήοη της φσασης θα συμφωνούσε με τη μεταφσαστική­ εσμηνευτική πσόταση του Βγννειτετ (η οποία είναι και η επικσατέστεση, στον αγγλοσαξωντκό τουλαχιστον χώσο· γι' αυτό: (1) επιλέχθηκε για την έκδοση ΏὉΗ/ αυτή η ουγκεκσιμένη μεταφσαση, εζ όλων όσων είχαν κυκλοφοσήσει (ως την ΟΠΠ/): (11) πασα την εν γένει αναθεώσησή της, βασει των νέων δεδομένων της βι­ βλιογσαφίας που μεσολαβησε (βλ. ΟὉΡΙ/ Ι, ἰΧ­Χ), η εκ μέσους του Βγννειτετ μετα­ φσαση του συγκεκσιμένου χωσίου αφέθηκε αμεταβλητη). Ανεζαστητα από όλα αυτα, θα πσέπει να υπογσαμμίσου με ότι ασφαλώς δεν έχουμε ως στόχο ¬ ούτε και έχει οποιαδήποτε σημασία για το εγχείσημα μας να υπεισέλθουμε στη συζήτηση του κατα πόσον η φσαση είναι εμβόλιμη ή όχι. Όπως είναι φανεσό, εκείνο που μας ενδιέφεσε κατ" ασχήν ήταν η υπεν­
188. 189. Πσβλ. Αστστ. Ποιητ. 14¿18εΔ­5:

Η
­
­ ­

η πασασταση αυτού του ήθους

­

­

­

­

Η
­
­
­
­

σύμφωνα με όσα οσίζονται για την τσαγωδίαΰο, τική γλώσσα δεν μποσείνα είναι πασα πασόισταση ήθους σπουὁαι“ου,τσαγικού. Έχοντας υπ° όψη μας αυτή την επισήμανση σχετικα με το ήθος της και από αυτή βούλησης του λόγου, μποσούμε τελικα να δούμε την έποψη το πώς εσμηνεύεται η εκ μέσους του πλατωνικού φιλοσοφούντος υποκειμένου απόδοση της κατηγοσίας του τσαγι­ κού στο λόγο του: ο λόγος του είναι σπουδαίος, είναι το νέο τσαγι­ μόνον ως συμμετσία διαλλαγής κατ κό όπως διαπιστώσαμε επιτακτικότητας· όμως η συγκεκσιμένη συμμετσία καθίσταται

­,

­ για να επανέλθουμε στην αισθη­
­

­

­

θύμιση της ασιστοτελικής διακσισης σπουδαίον (βέλτιον)­φαύλον (χείσσν),στο

­

­

όπως πλαίσιο συζήτησης του πλατωνικού φιλοσοφικού λόγου των Νόμων, όπου διακσιβώσαμε γίνεται χσήση της ίδιας ακσιβώς οσολογίας. Η εκ μέσους μας πασαφσαση της συγκεκσιμένης ασιοτοτελικής (;) φσασης, η οποία πεσιλαμβα­ νεται στην πσοαναφεσθείσα διακσιση, είναι λεκττκό δανειο που έχει τη δική του νοηματική λειτουσγία στο νέο πλαίσιο χσήσης του, λειτουσγία ολωσδιόλου αδια­ φοση ως πσος το κατα πόσον η φσόιση­αντικείμενο της πασαφσασης είναι εμβό­ ­­ ­ λτμη ή όχι. 190. Βλ., Αστστ. Ποιητ. 14±ι8ει1­5: «Ἑπει δὲ μιμουνται οἱ μιμούμενοι πσατ­ τοντας, αναγκη δὲ τούτους ή σπουὁαίουςή σαυλους εἶναι... ήτοι όελτίοναςή καθ' ήμα̃ςή χείσονας ή και τοιούτους››*: βλ., επίσης, στο ιδιο, 1448ει16: «ἐν αὐτῇ δὲ τῇ διαφοσα και ἡ τσαγῳδια πσος την κωμω̨δίαν διεστηκεν· ή μὲν γασ χείσους η δὲ όελτίους όούλεται μιμεισθαι των νυ̃ν». Υπογσαμμίζσυμε ιδιαίτεσα το ότι ο Ασι­ στστέλης ομιλεί για το τι βούλεται να μιμηθεί η τσαγωδία· διακσίνει λοιπόν και αυτός στην Ποιητική έμμεσα αυτό που σητόι διακσίνει το πλατωνικό φιλοσοφούν υποκείμενο στους Νόμους: το στοιχείο τηςβούληοης της μίμησης, από το στοιχείο του τίνος πσαγματος είναι αυτή όντως η εικόνα· επειδή ο Ασιστοτέλης ομιλεί για εκπίπτειν της τσαγτκής πασαστασης (βλ., στο ίδιο, 1455εΖΖ), θα μποσούσαμε να υποθέσουμε ότι θεωσεί, όπως και ο Πλατων των Νόμων, απασαίτητο το ασα δεύτεσο στοιχείο, τόσο αυτό καθαυτό όσο και σε σχέση με το πσώτσ, για να ομι­ λήσει για την έκπτωση αυτή. Σημειώνουμε, επίσης, ότι ο Ασιστοτέλης, για να δη­ λώσει τον ενιαίο χασακτήσα όλων των στοιχείων της πασαστασης ως τσαγωδίας, καταφεύγει στην πασαβολή (των μεσών) του ζωντανού οσγανισμού (βλ. Ποιητ. 1459ε18), ακσιβώς όπως πσαττει καιτο πλατωνικό φιλοσοφούν υποκείμενο όταν το απασχολείτο θέμα του οσθού ­ ενιαίου ­ ασμονικσύ χασακτήσα της αισθητικής πασαστασης (βλ.Νόμ. 668σ8 ­ 669ει1).

­

­

314

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν­ ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ο ΠΛΑτοΝ1ΚοΣ λοτοΣ
2.2. Διοιλλοιγή

ΩΣ

τΡΑτοΔιΑ

315

δννανή λαθη αέ ένα οοναμένο ήθοἐ νηἐ βοέληοης διαλλαγής το οποιο επιτοέπει αυτή να μη βούλεται μόνον τον εαυτό της­­γιατι τότε τον χανει (: «ουκ ευτυχες››), καθώς αυτός καθισταται το αλλο

και επιτοικτικότητα:

ο λόγος του πλατωνικού

φιλοσοφουυτος υποκειμένου ως τοαγωὁια
Στο παοόν κεφαλαιο θα εξετασουμε κατα πόσον η ανέλιξη του λόγου του πλατωνικού φιλοσοφουντος υποκειμένου στους Νόμους ειναι τέτοια ώστε οι επιμέοους λόγοι που την απαοτιξουν να ειιιιοιλιιπιουν μια ποοσήκουσα ταξη μιἶξης, κοαοής, ένα οΰμαονοον η̨̃ιοιλλοιγής και επιτακτικότητας, συμμετοον που αποτελεί ·· οαωἐ την αναγκαια ποουπόθεση της οοθής παοαστα­ διαπιστώσαμε κυοιότεοα σης της διοιλλοιγής. Έχουμε ήδη ποαγματευθει τα στοιχεια της διαλλαγής που εμπεοιέχει ο τουλαχιστον από τα λόγος αυτου του φιλοσοφουντος υποκειμένουωλ· υπαοχουν, επι­ σης, στοιχεια επιτακτικότητας που πεοιλαμβανονται στο πλαισιο ανέλιξης του ιδιου λόγου: οοισμένα από αυτα κιόλας τα εκθέ­ σαμε192· σε αλλα, και ισως τα σημαντικότεοα της κατηγοοιας αυτής, θα αναφεοθουμε στη συνέχεια. Χοειαξεται ωστόσο στο ση­ μειο αυτό, μια διευκοινηση: η αναφοοα στα στοιχεια της διαλλα­ λιγότεοο ή πεοισοό­ γής θα ειναι επιγοαμματική, εφόσον ήδη έχει γινει λόγος για αυτα στα ποοηγουμενα· όσο τεοο εκτενώς για την αναφοοα στα στοιχεια της επιτακτικότητας, αυτή ουτε διεξοδική ως ποος το καθένα ουτε διεξοδική ως ποος το σύνολό τους στοχευεινα ειναι· σε καθε πεοιπτωση, στο κεφαλαιο αυτό, ο στόχος ειναι ένας, και παντως διαφοοετικός από τη διεξοδική ποιςιουσιοιοη του λόγου τόσο της διαλλαγής οοο ναν ΈΉΞ επιτακτικότητας· ο στόχος ειναι να δουμε κατα πόσον μποοει να ποοκυψει, από τη συνεξέταση των δυο αυτών εκφανσεων του λόγου του πλατωνικου φιλοσοφουντος υποκειμένου μια απαντηση στο εοώτημα αν αυτές ακοιβώς οδηγούν στην επιτευξη του συμμέτοου που ποοαναφέοαμε, ή όχι. Ι.(ὶ1) Εκφοαξεται η επιτακτική θέση ότι το μέγιστο θέμα για

αλλα να βονλεναν ναν Το αλλο _ είναι ο μονοι; νοοποε ννα να κεοδισει τον εαυτό της (:ήδονή)· το ήθος αυτό, εφόσον ειναι θε­ μελνώοέέ ννα Την έπένένἔη τον (νέον) οπουδαιου, του (νέου) τοα­ γικου, ειναι βέλτιον του ποογενεστέοου ήθους της βουλησης του φιλοσοφικοὐ λόγου, αοα δικαιούται να ειναι το ήθος του νέου
νοαννααλλ να έέναν ένα νθανννα ήθοἐ­ Βλέπαναέ λαναόν έα Ο λόνοἑ για τα παθη της βούλησης του λόγου, και το ήθος που αναδυεται μέσα από τη δυναμική εναλλαγή τους, ποαγματι μας βοήθησε στην

­ι

­

ολοαλήοωοη νηε ονἔήτηοης πον αφοοα Την αανανοηονι τον νέον
νοαννααέ­

­

­

Μετα την ολοκλήοωοη τήἐ ονἔήαι̃αηἐ ννα το νέα νοανννοι απο­

οοέαέ πλέον να αοαλωοήαοναέ στη ονέοέέννι̃αη ένέένον τον έθωτήμανοέ πον έέλέ αναὁνθέέ μένα τη οναβέβαέωαη τον αλααο­ νικου φιλοσοφουντος υποκειμένου ότι η εκ μέοους του ανασκό­ πηση του συνόλου των φιλοσοφικών λόγων που ανελιχθηκαν στο έονο αννα ανονἐ Νόαοαἔι ένναν νένονα ώανέ να να δναβέβανώνέν ανν έπέννλέ την αθανμανωαη ΈἩΞ ανανέλννὶἐ των αοαι̃τών τοαγωδιας, δηλαδή την οοθή παοασταση της διαλλαγής. Στο έπέαένο ναν νέλένναέο αέφαλανο νηἐ μέλένηἐ ααἔ αννήἐι οονν· μαξουμε να δώσουμε μια απαντηση στο εοώτημα αυτό, εοώτημα που το πεοιεχόμενό του αφοοα το κατα πόσον οι φιλοσοφικοι λονον πον ανολίοοονναν ονο έονο Νόμοι, αποτελούν όντως οοθνι̃ παοασταση της διαλλαγής· όπως όμως διακοιβώσαμε, αυτό ση­ μαινει τελικα ότι ποόκειται για το εοώτη μα κατα πόσον μέσα από αννονἐ ποανμανώνέταν ανα αοααῆναναα ναἔν! μέἔηἐι αοααηἐτ ένα σύμμετοον διαλλαγής και επιτακτικότητας, επιτακτικότητας και
οναλλανἠε­

­

­

191. Βλ. τα
192.

κεφαλαια 1.1., Βλ.το κεφαλαιο 2.1.

1.Ζ., 1.2.3., 2.1.

Ν
βλ., στο ιδιο, 84501·

316

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Ο

ΠΛΑΤΩΝΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΩΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑ

317

ενα ν0μ0θεΤ8ιν ειναι Ή Τιμωθναι 11 μεθνμνα ννα τη αυνθεαη τω δικαστηοίων που θα τιμωοουναα. Γίνεται λόγος για μία πλήοη

8

αλίμααα πΟ®νών> απωἔ είναν η χαημαααή αποζημίωσα η δήμευση πεοιουσίας, η στέοηση καποιου δικαιώματος ή καποιων δικαιω­ ματων, η οτέοηση τιμητικών διυικσίσεων, Ο διασνθμόἐι 11 α”αμία› η
θεααῆ α9α> τα αααανωααι η εἔοαναι η φνλανήι Μ" Ο αάνατοαωα Θα παέπεν να τονναθεν θα λαμβανεταν πολνταοπη μεανμνον καν
193. Βλ. Νόμ. 853215 ­ 191. 194. Για τις ποινές αυτές, βλ. στο

τελικα επιτυγχάνεται, να καταστεί κυοίαοχη η παοουσία του θα­ νατου στο πλαισιο του επιτακτικου λογου που εἔεταζουμε195­, θεωοονμενη αοτστηῃὁ ττνττττετώπτσνν εντόο των άλλωντ μέ­

­

οιμνα αυτή (1 ) θέτει την ιατοική μεταφοοα στην υπηοεσία της197. ο λ Η όλτἶ αυτή δοοτστηοτότητα ετττβολήἔ ποτνών έχετ τη θεμε­
λίωσή της στην εικόνα του πολέμου και αποτελεί έκφοασή της· ποαγματι, στο πλαίσιο του ουγκεκοιμένου λόγου του φιλοσόφου­ ντος υποκειμένου, διακηουσσεται εμφαντικα ότι ο πόλεμος, γενι­ κα, θα ποέπει να είναι η ποωταοχική μέοιμνα του ανθοώπου198.
195. Αυτό επιτυγχάνεται με τουε εἔήἐ τΩόπου€: με το να ποθβαλλεται ο θόι­ νοττοο ωτ ττ σονηθέοτεοη ττττωοτοττ σττωο ττστ ττονον μνο ττοώτη σσνττοτττττή

ίδιο έογο, βιβλία Δ” ­ ΙΒ| , σποοαδην° ενδεικτικόι: για χοηματική αποζημίωση, βλ., στο ιδιο, 74219, 756ο, 767ε, 7748­19,

843ε, 844‹:Ι, 844ε, 855ει, 8551), 855ο, 8566:­857ει, 865ο, 868ει, 8681›, 8780, 88Οα, 914ο, 916ε, 9Ζ1‹:,933α, 93­ια, 941ει,9¿1Ζα· όσον αφοοόι τη δήμευση πεοιουσίας, βλ., στο ιδιο, 754ε­755ε, 8900, 949α· για στέοηση καποιου δικαιώματος ή δικαιωματων,
βλ., στο ιδιο, 7546:­755ει, 78±1α­ε, 799δ, 881α·

για στέοηση τιμητικών διακοίσεων, για διασυομό, βλ., στο ιδιο, 7546:­775ει, 85519, 855ε· για ατιμία,

βλε στθ ιΰωι 8419, 8909' Υνα θεααἶ αθαι βλ¬ ατα ανα 881α” ννα μααανωααι βλ·· στο ιδιο, 762‹:, 76415, 845α, 84515, 8±16ο, 85=1‹1, 855ε, 87215­ο, 879ε, 881ο, 881ὀ, 8821›, 89Οο, 9140, 9170, για Εἔθοίθ., στθ ίΰιθ, 735ἐ1·736Γ), 856θ·857Β, 8670, 868ε, 8681›, 8680, 868‹1, 868ε, 869ο, 877ει­1›, 8770, 8811›, 881‹3Ι, 8900· για φυλακιοηδ βλ., ΟΤΟ ίὁιθ, 76413, 855Γ), 8550, 8578., 88ΟΌ·Ο, 8800­(Ι, 890Ο, 9080 · 90921, 9098­Ο, 9208,
9329, 9913, 9559” όσον αφοθα Έ9 θανατα βλν στα (ααα 735α”735α 854€, 85507 856€, ετιε ­ 8638, 8688, 8690, 8710, 8720, επι, 8778, ε90ε, 9080, 9098, 910ιι, 91ιιι›, 915‹:, 93Ζε, 937ο, 9380, 94161, 952ο­α, 9551›, 955ο, 957ε, 958‹:· γενικα για ποινές, συνήθως αποοσδιόοιστες, βλ.,στο ιδιο, 741‹1,76ΖεΙ­ε, 767ε, 793ε, 79419, 7940, 8θ01:›,
δοδθι 99799 91009, 9609­

εξέταση Π 194). με το νσ ττσθτστστστ στο τέλος τον έονον η ττστεξοχῆν ετττβοτλλσμενη ττοτντι̃ (βλττ στο τοτον 941σ_958ολ. με το νοτ ττνοτοτοχετστο Θ×βτβλτο ως οετνμοτ ττοτνωντττήο σνμττεοτφοοσττ ,τστωτ ττττωοτσστσττ τέλος, με την εντονοτοττοτ σε σχέση με οττοτοτοήττοτε οτλλη ττοτνή ττοο_ βοτλλσμενη εμμονή στη νοηστμοττττοτ τον στο νωοτο 735ο_736ο (Αν ττοττ στο τέλοο
ποτνών Οτποὁετννοετ (βλτ
οτττττ

του ΧωΘίου αυτου λένεται ότι στην πεΩίπτωση τηἐ πολιτείας των Νόμων δεν Χθεια­ ζττστ τέτστοτ τσνττττή ετττβολῆτ τητ ττοτνήο τον θσνοττον τν ττέοοντ τον νομοθέτττ σ5_τ)4)7 ωστόσο το φτλοσοφοὐν υττοττείμενο θεωοεί όττ αυτή θα ττοέπετ νοτ

είναι η συνήθης και αναμενόμενη ποινή, για να επιτυχει ο νομοθέτης στο έογο του 736 834). εν τέλετ, στο 853τ)_α̃τ το ίὁτο ομολονετ όττ θοτ .σττάοἔοον πεοττττώσετο
στη δική τους πολιτεία που θα παοαστεί ανόιγκη για μία τέτοια καθαοση θανατου αν τμφοντσθοτν οτ τοτττ ττοττττώστττ κατά το χοονο στντοοτησητ τντ

πολι­[Βίας αυτής, πθοβλέπονται ήπια μέτοα (βλ. 736195­ο3)). Ο 8τειΠεν (1983), 137, ττοττοτλἠνετ στην άποψη οττ οτοντ Νόμους η ττοτνή τον θοτνάτον ττοοβλέττετοττ να

Η πνθ Μλόσφατη ναν ενὁελελῆἔ ίω̨αναατεααη τον θέαατοἔ των ποννών Οτουα Νόμους ευοίσκεται στο βιβλίο του Βέιιιιταετε (1991), 139­356 κυοίως Ζ17­356· για καθε αδίκημα υπόιοχει ουγκοιση μεταξυ των ποινών που ποοβλέπουν οινόμοι της πόλης των Μαγνήτων και των αντίστοιχων για το ίδιο αδίκημα που ποοέβλεπαν οι νόμοι των Αθηνών· για το ίδιο θέμα, αυτό της ποόβλεψης επιβολής

­

­

­

επιβάλλεται πιο εκτεταμένα απ, ό,τι στην Αθήνα εκείνης της εποχής· ο δειιοαετε (1991), 353, γοόιφει χαοακτηοιοτικόι: «Η ποινή του θανατου εμφανίςεται με νοση­ οή σοχνστητα σττς σελίδες Των Νόμων» και αμέσως στη συνέχεια σπευδει να σνοτοωτττθετ ον εἔτσον νοσηοή δεν ετνοττ η μελέτη των οτθηνστττών νοττων ττοττ της σχεττττη̃ο ττοοοτττττήσ εττττον σντοσ θέμοττοττ

­

πθινών στθι̃λἐ Νόμθυἔι βλ­ νν­ ΚΠΟΟΙἹ (1960) _ με ααταταἔή τον σε αατηνοονεἔι σχετικα με την πλατωνική θεωοία του τιμωοείν στους Νόμους αλλα καιγενικα στο πλατωνικό οοτριιε βλ. Μειωςεηκἰε (1981), 195­ΖΟΔ, ΖΟ7­ 213, και για κοιτική

196­ Βλτ Νόττ­ 735σχν 735σ8.

­,

­

τηε πλατωνινι̃ε αννι̃ε Θεωείαει βλ­ στο ιδιο­ 215924­ Γ ΥπάΩΧο1Ν τθω είδη δεαμωτηῳων ννα να εκτελεσθεί η αοννἠ αννα· βλκ στο ιδιο, 9θ8ει.

197. Βλ., στο ιδιο, κυοίως, 735ει­736ο, και ακόμη: στο ιδιο, 862ε­ 8638, 85301­ 8548) 958ο1_2­ Γτοτ τη χοήση τοττοτνἠο οοολοντοτο στον ττλοττωντττο «ττοτνοτο ττώοτττοωτ βλ. εοοττσοτο (1991)) 139495. 198. ελ. ινόιι. 795ι›­7960, ειεε ­ εεω, 9ι2ιι3 ­ ει­ ειναι τόσο μεγάλη η μετα του πολέμου, ώστε ακόμη και ο θανατος καποιου κατα την ποοετοιμασία γι, αυτόν

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ο ΠλΑτσΝΠ‹ο›: Αοτοε σε ΤΡΑΓΩΔΙΑ

319

Σηνυφοισμένη με την αντίληψη για την ποωταοχικη αξία του τίδλέμου είναι η αντίληψη για την αντιμετώπιση των ανθοώ­ πων ωἐ μελών μιαἐ 063/έλης που ποοετοιμόιζεται για πόλεμο199· κατ” επανάληψη λοιπόν λέγεται, στο πλαίσιο του ιδίου λόγου του πλα­ ούντο υποκειμένου ότι οι άνθοωποι αποτελουν ί λ τωνωωυ φἑοοοσοφ ς 4 ' ἔγ)έλ Ε11/αομονισμένη μια απόψεγε γγα τη μεγη̨̃στη σημασία της επββἐλ Έ πω/ών και τη θεμεχίωση τηἐ ζωης της πολιτείας στην εικόναητου πολέμου είναι η αντίληψη για τη θετικη σημασία της κατάὁοσης οποιασδηποτε αξιόποινης ποάξης που έχει διαπσάἔελ
Ο )
7

(ἰ1)| Τη χαμηλότερη θέση στην κλίμακα των αἔιών κατέχει το νομοθετείν το οποίο στοχεύει στην τιμωοία, και μάλιστα επιβάλ­ λει την ποινη του θανόιτου205· την υψηλότεοη κατέχει εκείνο που στοχεύει στη διαλλαγη, η οποία είναι η αοίστη αντιμετώπιση για
­·

201­ κάποιος πολίτης, απο αλλο πολίτη ακομη και απο γονεα η , 9 (δοση τιμωσείτθιι, μη κατα καταδοση επαινειται και αμειβεται η , ν ν ενίοτε Χαλ με θαναΈΟ202· Ακομη μ·εγαλΌ­Εεοη αξια ὀλνετω στον πο λίτη εκείνο που αποτελεί συντιμωοό όποιου έχει διαποάι̃ἶει αξιο­ ποινη πΩαἔη203· μαλιστα, οητα σε οοισμένες πεσιπτωσειε ποοβλέπεται η δυνατότητα για μία τέτοια δοαστηοιότηταθῃ. Κ ν πω̨οἔ ΈΟ λόγο αη̨τό (ί ­Ι ),υ3­ιόισχει Εκείνος ιθμ §› πα Ο άλληλα 5 , λ σο Οὐντο ΌπΟὲε[μένΟΌ πω) όπωἔ Ο λογοἔ ΈΟΌ πλαΈωνΜΟὉ φλ Ο/ φ 9 ήδη διακσιβωυ̃αμῦ _ ΘΒΟΦΩΘΌ ΟΠ:
1

 .
ἔἶἶζἶω
ο­

, ,

τ
_

κ

×

×

,_­..Έ
ΖΟ5. ΖΟ6.

ανθθωπλνα πΩάΥμαΤα206” στην Όπηθεσία 9191115 111€ άποψηῶ τί­ θεται (1 )| η ιατοική μεταφοοά2Ο7 ι 12 (13) Η ειοηνη, η διαλλαγη, και η παοασταση της ως αισθητικη καθημεοινότητα, αποτελουν την πσωταοχικη μέοιμνα του νομοθέ­ τη όσον αφοοά τον άνθοωπο· ο πόλεμος τοποθετείται στην εσχα­ Ήά τηἔ κλυ̃μακαἔ των αἔλών208­
Έα
1 9
·

9

9

­

τ

Βλ.,στοτΰιο, 627 σ11­ε:1·ποβλ.,στοίὀιο, 937 ε1­Ζ. Βλ., κυοιως,στο ιδιο, 6Ζ7ε4­6Ζ8ει3, και 628ο8­10· βλ., επίσης, την κοιτικη των άλλων πολιτειών (83Ζθ1Ζ­83209) και τη διακηουξη όσον αφοοά την πολιτεία τωνΝόμων (832Ο9_ὸ4).
207. Βλ., στο

ιειε, ετεατ­3.

81%

199 Βλ

,

­

8141)

81584)

για την πειοετοιμάσία αυτή
·

βλ­ 7949­ 7959

79649­

200”

Βλ”

[δω 666618­ ω̃ωί 73588­08 79Δ88_Β3 808ἀ2_θ4.

201. Βλ­7 χαοακτγγωοῖγχάγ στο ίὁτο, 73Οα,

και επίσης,

'745ει, 754ο,

76%,

86615,

868ο 811ο 9Ο7‹1­σ 9100 913ό­914ει 93Ζο­σ· για την κατάδοση των παιδιών από τοηἔγονείς βλ. 95215. 11 Μ. Τὲτσ (1954) ομιλεί διεξοδικά για τη σημασία που αποὀω̃εγ στην κατάὁοση ο Πλάτων των Νόμων (βλ. Τθτε (1954), 52­55). 202 Βχ χαθαητηωστικα, Νόμ. 73θεὶ, 91361­914ει, για έπαινο, και, στο ιδιο, 86% . α Βιβ ×. γα Ήμωθία θανάωυ βχ στο ίὁγα σμιῃ­Ω_ ἐὅἔαΒἶ στγὲ ἐκ) 730ὸ­Θ.
204­ Βλα̃ στο ιΰίο 76Ζε­σ, 784ι1· σε αυτό το τελευταίο χωοίο οοίςεται ότι 61 π Οἕε πολίτης) μποοεί να χτυπά τον παηαβάτη· σε άλλο σημείο (871ό­0)

ότι ο κάθε πολίτηἐ μπσθεί π ο οποίἔῖιἶέπἴεται λἕίτον καταδωκασθέντα­

­ σε Οσισμένεἐ πευλπτώσελἐ _ να ελίτε­

και, επισης, 80362­ε4· ειδικα το τελευταιο χωσιο έοχεται σε πληρη αντίθεση με τη διατύπωση του χωοίου 8Ζ9σ9­83Οε3 (για το ι ι , συμπαν λογου που αυτη ανηκει, βλ. σημ. Π 198). Χαοακτηοιοτικη, πάντως, είναι η πεη̨ιοὸικη ὁυναμικη της εναλλανης επιτα­ κτικότητας ­ ὁιαλλανης, όπως αυτή εμφανίςεται μέσα από τη θέση που αφοοά την αξία η απαξία, αντίστοιχα, του πολέμου: 628σ5­εΖ, 68881­133, 7Ο5ό3­ο3, εσχάτη απαξία του πολέμου· 7956­796ό, ο πόλεμος ως υπέοτατη αἔία· 8Ο3σΖ­σ4, ο πόλε­ μος ως απαξία· 828ε­834σ, ο πόλεμος ως υπέοτατη αξία· 835ι1­ο (εντασσόμενο στο ι ι ι ν 8θ3σ2­σ4), ο πολεμος ως απαξια· 94Ζ‹13­ε1, ο πολεμος ως υπεοτατη αξια. Τυπικό παοάδειγμα της αμηχανίας των μελετητών να άοουν τις αντιφάσεις των Νόμων, είναι η δοκιμη εομηνείας της στάσης του Πλάτωνα έναντι του πολέμου· για παοάδειγμα, ο ΑΕ. ΤειγΙοτ (1934), Χκἰἰ, αν και δέχεται ότι ο Πλάτων δεν είναι οπα­ δος του μιλιταοισμού αλλά της εισήνης, παο, όλα ταύτα, στην ίδια σελίδα, ομιλείγια πλατωνική αντίληψη πεοί νικης επί του εσωτεοικού εχθοού, χωοίς να δίνει καμία τἰη̨̃ηγηση για αυτή την εκ μέσους του διατύπωση δύο διαφοοετικών μεταξύ τους απόψεων· επίσης, πεοιοοίςεται στο Α” βιβλίο των Νόμων, και επομένως δεν ανιιμετωπίςει εομηνευτικά το ποόβλημα της διαδοχικής έκφοαοης απόψεων που συμφωνούν αλλά και έοχονται σε αντίθεση με όσα πεοί ειοηνης αναφέοονται στο βιβλίο αυτό. Ο $ἰΙνεττΙτοτιτο (1973), στηοιζόμενος στην άποψη ότι η αυθεντική άπο­ 4111109 Πλάτωνα Υλα το θέμα 91919 ϋίφθάἔετοθ ΟΤΟ Α9 βιβλίο, αποθθίπτελ ωἔ διδα­ 1 ι 5 , κτισμο και οητοοικη υπεοβολη το χωοιο 94Ζε­ό (βλ. και σημ. Π 213 για την εομη­
9 1

208. Βλ., στο τοτε, 62865­ε2,

­

­

320

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Η ΗΛΑΤΩΝΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΩΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑ

321

με την οιντιληψη νιοι την ποωτοιολιπη οιἔιοι τον πολέιιον άποψη νιοι την οιντιμετωπιοη των οινθοωπων ωἐ ιιολων ιιιοιἔ οινέληἐ οιποοοιπτετοιι” οιποοωιτη νινετοιι η ὐποιοἔη των οινθοωπων πον οπτιιιοον τη οννο­τοτητοι νοι ζούν ιιέοοι οο ιιιοι πολι­
(ιΔ)|

Η συνυφασμένη

Διαπιστώνουμε λοιπόν από τα ποοαναφεοθέντα την ύπαρξη
ι

ιιος σχήματος στο πλαίσιο του οποιου έχουμε κάθε φοοα την ποο­

τεια ὁιαλλαγἠςωζ

(ι5)| Ενοιοιιονιοιιένη με την οιντιληψη νιοι την οιποιἔιολονηοη τηἐ οπιβοληἐ ποινων ποιι με το νοιιοθοτειν πον οτολεοοι οτη οιοιλτ λοινηι εινοιιη ιιέοιιινοινιοι οπιτονἔη ωιλἴοιέ ιιετοιἔν των πολιτωνῃθ” η επιτενἔη οιντηι ονοιοποτοιιι βέβοιιοιι οτονἐ οιντιποοοἐ τη§ ποιτοιοο­ σης και του συγκολασμουω.
νεια του αυτη) τις απόψεις του Βἰὶνοττὶτοτιτο επαναλαμβάνει ο $τεΙΙ‹­ιν (1983), 182. Ο ιδ , 259 . |λ ι ι ι (βὲ ὥτἕέτἑα̃ήἔει Ρ®Ριἐῖ(ῖ;)1962)αναλνωιίἑειοτιο Πλατωἶὔἶεἔῖῖἶὲῖγεἔἕςἐν πο ” ο, Οημ ινι σημ. ), εωοει όμως ότι ουτε τον μισει( ., στην εξης διέξοδο: πολλοι μιλιταοιοτές ομιλουν για ειοηνη, αλλά στην ποόιζη κόι­ νουν πόλεμο ςβκ, στο τοτε, 259 σημεε). ο Βιιιιει ςαοω), στη σχετικη πυαγματευσή του (βλ., στο ιοιο, 298­301), έχειτην αποψη πως τελικα, πασα τα χωοια 6Ζ8‹τΙ­ο και ,και αυτό 803 ‹:Ι­ε, ο Πλόιτων δεν ηταν ειοηνιοτης ­¬ αλλα ουτε και μιλιταοιοτης

ἶζ­“Ϊ­__

βολή τόσο μιας θέσης όσο και της αντίθεσης της. ΙΙ. Παοακολουθησαμε ηδη την επιτακτικη θέση που αφοοόι ιην επιβολη ποινών, με κυοιαοχη τη θεοαπεια θανατου, σε μια ιιγιΐλη ανθοώπων οι οποιοι καταδιδονται μεταξυ τους) αλληλο­ ιιμωοουνται, και βιώνουν σε όλα τα επιπεδα την εικόνα του πολέμου. Το εοώτημα που έπεται ειναι: ποια μορφή έχουν, στο ιιλαισιο της ιδιας θέσης, οινομοθετικές ουθμισεις που αφοοουν τη
ζωη αυτών των ανθοώπων;

συχνα εντυπωσιακό. Ποιοἐ ειναι αοανε ο ποωταολιποέ 212 στ0Χ0Ξ
, "ΝἙΟΉ ΈΟΌ

'Μι 81) Ωυ̃τατο φάσμα θεμόπων ΜΗ είναι λε­πτθμεθειαχές σε βαθμό ι ι ι ι ί ι

Οι ουθμισεις αυτές έχουν δυο γνωοισματα: πεοιλαμβόινουν

­

, , λλ , , , αγωνα για επιΤεΌἔη τοσο μιαἔ απαα̨χμι ηἔ εΌ©ΌτηΈα€ των πω ποιοονοωιε τηε εντνπωσιωιηε λεπτομέοειοιε; Ο στόκοε δεν ιιιναι παοα αυτός που θα αναμενόταν για ανθ@ώ3τΟυς τΟυς Ηπωίογγε Ο ίὀ[ο€ φγλοσοφωω̃ε λόγοἔ θεω@εί ότι αποτελούν μία

νιοτι τον οηιιιονονούι' σύγχυση χωοία

όπως το 8300 (βλτ στο ίδιοι 300)· Ο ΚΒ' Εονὶμεοο (1953) αναφέοεται στα χωοια 6Ζ8‹1­ε και 8Ο3‹1­ε (βλ., στο ίὁιο, 226, 515 ­ 516), και δοκιμάζοντας να απαντήσει στο εοώτημα πώς αυτόι συμβιβόιζονται με αναφοοές οτο ιδιο έογο που οοἴζουν ως οτόχο της παιδειας τον πόλεμο, διαβεβαιώ­ νει ότι το σχέδιο του Πλάτωνα για συμφωνια ειοηνικου ιδεώδους και οτοατιωτικης

αγέλη η οποια ζει σε μια πολιτεια που λειτουογει ως στοατόπεδο: ὀγ
μη “ε μϊγισι̃ῖον \ε τῇ ιβη εποτἶ αναοχονγμη ενα εΐνεῃἔ ιινωἔ εθει ψολην ειθισθοιι ιιηιε σπουοοιζονιοἔ ιιηι εν ποιιοιοιιἕ αὐτὸν ἐωη̨̃ ἑαυτοῦ τι κατα μὀνας δοαν, αλλα ποὸς τὸν αοχοντα αει ϋλύποντα και ζυνεπομενον ζῇνγ και τα όοαχυταθ” υπ" ἑκεινου κυ­
(ὶ|,υνὼμενΟν»213·
1

έ

ὁγ

γ

ὀγ

ς,

δγ

ς

ποοετοιιιοισιοε αποτελει ποοφητιπη οολληνη τον ποοοποπιοιιοο ιι) ίβλ­ι στο ιοιο­ 516). Τέλος, ο Ξιὶτοιεγ (1914) παοουσιόιζει τον Πλόιτωνα ως υπέομαχο της αποψης ότι ο πόλεμος ειναι απαοαιτητος για τη ζωη, ως επαινουντα την πολεμικη ανδοεια. σημειώνοντας ότι έτσι ο εν λόγω φιλόσοφος ευχαοιστει τους μιλιταοιστέ; τη§ εποληἔ τον ποιι οιποτελοι ποοοοοιιο τηἔ Γεοιιοινιοιἐ τηἐ εποΧη§ τον οοοτον (βλ­ι οτι)
ιοιο, 361). 209. Βλ. Νύμ. 66601­667214. 210. Βλ., στο ίδιο, 62883, 628011, 64θ`ο7­8, 693ο/­1, 69303, 7Ο1‹19, 74307­8, 86­2οΔ·5” οπιοηἐι οτο Χωοιο 72%­7308 οινοιπτοοοετοιι το θέμοι τηἐ ωιλιοιἐ ποοἔ ωιτ λονἐι εταιοονἐι ιπέτεςι συγγενεις. Θα ποέπεινα σημειωθειοτι ενώη οινόιπτνἔη της
ωιλιοιἐ επ ιιέοοοἐ τον οιτοιιον ποοἑ τονἑ οιλλονἑ οπιοιωποτοιι ωἑ ποωτοιολιποι­ οτολοο η ωιλιοι ωἔ ωιλοιντιοι οιντιιιετωπιἔιοτοιι οιονητιποιι βλ­7 στο ίὸιο 731ο _ 73%· 211­ Υποιολοι ποιι ένοι οιποιιη ποιοοιοεινιιοι επιτοιπτιιιηἔ θέοηἐ­οιοιλλοιπτιπηι οιντιθοοηἐῖ ποοπειτοιιι οιντιοτοιλοιι νιοι την οιποινοοονοη ποοοποοιοηἐ ηοονηἐ οιπο

ιην παιδια (βλ., στο ιδιο, 667ο9­ε8) και για την καταφαση ποοσπόοισης μιας τέ­ ιοιιις ηδονής (βλ., στο ίὁιο, 798ο7­ε11). ΖΙΖ. Βλΰ στο ιδιο) 94286 _ῃ3_Σϊ0)ΰ)0) 9ιι286.ι)η _ αν­τί«ὰλλὰ»ΌπάΩχεγ«ἀλλ=»στο μη συντμημένο Μες.

..φαω

μινο. Αμέσως στη συνέχεια του ιδιου κειμένου οητόι βεβαιώνεται ότι ποόκειται βλ. τη φοαοη «οταν ἐπιταττῃ τις» (942ο4)· σε για επιτακτικό πλαισιο λόγου ποβλ., στο ίὁιο, 8Ο7ε16­ο2. παοατεθέν κειμενο, ιη(ιυ·η με το Αυτό το χωοιο 94Ζει­‹1 ειναι το ένα από τα δύο χωοια των Νόμων πάνω στα την αποψη του ο κυοιως από την Πολιτεία ιιιι‹›ι‹ι βασιζει, μαζι με όιλλα |°ι ψμοτ ότι ο Πλόιτων ηταν εχθοός της «ανοικτης κοινωνιας››· ο Ρορρετ όχι απλώς

­

­

­

τ

ι

322

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Ο ΠΛΑΤΩΝΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΩΣ

ΤΡΑΓΩΔΙΑ

323

±°_ς_­τττζ

Μετά τη διατύπωση του ποωταοχικού στόχου, είναι εύγλωττη

η σύνδεση Έηἐ εϋθὐτηταἐ

παοαθέτει και σχολιάζει το χωοίο αυτό ως την πλέον σοβαοή πλατωνική επιθεση εναντίον του ατόμου, αλλά το θέτει ως τιιοττο του βιβίου του (βλ. Ρορρετ (41962), 103­104, 7, αντίστοιχα) όπως εξηγεί ο ίδιος αογότεοα, απαντώντας (βλ., στο ιδιο, 323­335, και κυοίως 332­335) στον Εονἰοεομ ο οποίος άσκησε κοιτική στο ποοαναφεοθέν βιβλίο του , το χωοίο αυτό εμπεοιέχει τα τέσσεοα από τα πέντε κύοια σημεία που συνθέτουν την εντυπωση ότι ο Πλάτων ήταν οοαματιστής της κλειστής κοινωνίας (βλ., στο ίδιο, 327). “Ηδη ο Οοιηρεττ (1955), ΙΙ, 406, ΙΙΙ, 262, είχε θεωοήσει το χωοίο αυτό ως αντιατομιστικό· ο ΒειτΙ‹ετ (21960), 301 σημ,2, άσκησε κοιτική στην εομηνεία αυτή του Οοιυρεττ. Ο Ποσὀε (1951), αναφεοόμε­ νος στο ίδιο χωοίο (βλ., στο ιδιο, 229 σημ.44), κάνει λόγο για «κλειστή κοινωνία» (στο ίὁιο, 216), και ο 1. θοιύό (1955), 96, υπογοαμμίςει ότι το ποοαναφεοθέν χωοίο «ποοκαλείτοόμο». Μέσα στο γενικό πλαίσιο «υπεοάσπισης» του Πλάτωνα έναντι των επιθέσεων κυοίως του Ρορροτ, ο Εονἰμεοα (1953), διατυπώνειτην άποψη ότι το χωοίο αυτό αφοοά μόνο στοατιωτικά θέματα (βλ., στο ιδιο, 531­532 σημ. 72, 531­534) εν τούτοις, αναγνωοίςει ότι υπάοχει κάποιο στοιχείο στο χωοίο που εν μέοει δικαιολογεί τη χοησιμοποίησή του από την πολεμική του Ρορρετ, καθώς καταληκτικά πεοιλαμβάνει μία ηθική παοαίνεση ευούτεοου της στοατιωτι­ κής ζωής φάσματος (βλ., στο ίὸιο, 533). ΗΜ. Τοτε (1954), υποοτηοίςειότι ναι μεν αυτό αναφέοεται σε οτοατιωτικά ζητήματα, αλλά έχει και ποοεκτάσεις που ισχύ­ ουν σε καιοό ειοήνης (βλ., στο ιδιο, 48­49)· την ίδια άποψη με αυτήν του Ρορρετ για το συγκεκοιμένο χωοίο έχει ο Β. νἰοκετε (Ιιι Πε/εποε ο/ Πἰιετοιιο [ΟΧ1οτ‹1: Ο.Π.Ρ., 1988], 145­146), ποος τον οποίο ασκεί κοιτική ο Υιιιύε (1990), 134 σημ. 33 (όπου και παοατίθεται η άποψη του νἰοΙ‹ετε), θεωοώντας, όπως και ο Εενὶιτεοιτ χωοίς όμως τις επιφυλάξεις του , ότι ανήκει σε πλαίσιο ποοοιμίου για στοα­ τιωτικά θέματα· αοωγός αυτής της εομηνείας του χωοίου η οποία ποωτοεμφα­ νίστηκε με τον Βοτλετ, είναι ο σε ντὶοε (1952), 30 σημ., ο οποίος τη οητή αναφοοά «ἐν εἰοηνῃ πάσῃ» (942 `ο2) την εομηνεύει ως οογάνωοη του στοατού σε καιοό ειοήνης. Θα ποέπει επίσης να αναφεοθούμε στην εομηνεία του χωοίου την οποία διατύπωσε ο 8ἰΙνεττ11οτηε (1973), καταθέτοντας με συντομία την κοιτική μας σχε­ τικά με την επιχειοηματολογία του: συγκεκοιμένα, διαφωνούμε με την άποψη­ συμπέοασμά του ότι το χωοίο αυτό δεν εκφοάζει το ποαγματικό πνεύμα της πο­ λιτείας των Νόμων , και ότιτο ποαγματικό πνεύμα είναι ειοηνικό (:Νόμ. 628, 803­ 804, 666ε, κοιτική στο Α' βιβλίο σχετικά με την ελλιπή ανάπτυξη του θάοοους). Σύμφωνα με την εομηνεία μας, το ποαγματικό πνεύμα των Νόμων θεμελιωὁώς είναι το πνεύμα της διαλλαγής· υπό την ποοοπτική της οοθής παοάστασής της, τόσο το χωοίο 942 και άλλα όσο και αυτά που μνημονεύει ο $ὶΙνεττΙτοττιο αλλά και άλλα ούτε αναδεικνύουν μία αντίφαση ως ισοδυνάμου κύοους

οετούν κατά τον πλέον ποόσφοοο τοόπο:
­­ ούτε θα ποέπειτα μεν να εκληφθούν ότι εκφοάζουν την ποαγματική σταθεοή άποψη του Πλάτωνα και ότι τα άλλα είναι οητοοικές υπεοβολές, διδακτισμός: όλα τους συγκοοτούν εντέλει ένα σύμμετοο, αντίστοιχα, επιτακτικότητας και διαλ­
λαγής.

"_­Σ

καί 170€ λεπτομέθειαἐ με 9919)" 7934 9191­

­

­

­

­

Πέοα από το σχολιασμό του χωοίου 942ει­ο, ο Ρορρετ αναφέοθηκε και στο χωοίο 7390­σ (βλ., στο ιδιο, 102­103), για να στηοίἔη̨̃ει τη γνωστή εομηνεία όσον αφοοά και τους Νόμους ¬ ποβλ. την αονητική γνώμη του Οοιττρεττ (1955), ΙΠ, 443, για το ίδιο χωοίο· οι εἔηγήσεις του Εονἰοεοο (1953), 524, δεν είναι πειστικές αναγνωοίςει, άλλωστε, και σ ίδιος ότι είναι και είναι έκδηλη η δυσκολία του παοαλόγως υπεοβολικά τα ποοτεινόμενα στο εν λόγω χωοίο· για το χωοίο αυτό, βλ. την εομηνεία μας σημ. ΙΙ 365, και πιο αναλυτικά όσα αναφέοουμε στην αοχή

­

­

­

­,

­

­

­:

­

του κεφαλαίου 2.1. απ° αφοομή τα χωοίοι 816041, 6648, 6650­ Επίσηἐι πολλοί 4011 διάφοοοι αναφέοονται στο κείμενο 709­712, έχοντας τη γνώμη ότι αποτελεί τεκ­ μήοιο του πλατωνικού ολοκληοωτισμού (: τύοαννος­νομοθέτης, θεϊκή παοέμβαση για να ποαγματωθεί το νομοθετείν) το χωοίο αυτό δεν αποτελεί, κατά τη γνώμη μας, παοά τυπική έκφοαση της επιτακτικότητας· τις επιτακτικές αυτές απόψεις είναι αλήθεια ότι εκφοάζει το πλατωνικό φιλοσοφούν υποκείμενο, αλλά και μεοιμνά συγχοόνως, με έμφαση, να πάοει τις αποστάσεις του, καθώς ομιλεί για τον τύοαννο αυτό ως φοοέα ὁημώὁους σωφοοσύνης (βλ. 710ε5­153), επιγοάφει δηλαδή την επιτακτικότητα­έκπτωση της διαλλαγής/σωφοοσύνης. Λόγος, τέλος έγινε για το νυκτεοινό σύλλογο και τις ποινές θανάτου στους αθέους του Ιί βιβλίου (907‹1­9Ο9τ1): ο Βετ1‹οτ (21960), 352, ο Οοτιτἰστο (Ζ1967), 66­ ο7 ο Ποὀάε (1951), 223­224, ο Ιἰεοτ1εΙΙ (1970), 187, θεωοούν το σύλλογο αυτό ως ο ποώτος (στο ιίὁιο, 367), αναγνωοίςει και κάτι αντίστοιχο της Ιεοάς Εξέτασης οιαφοοές μεταξύ τους· ο Οτοιττοἰε (1963), Π, 175, τον παοαβάλει με τα μέλη του κομμουνιστικού κόμματος, ενώ ο Κλἢοερεετ (Ζ1956), 335, αποκαλεί τα μέλη του «σκιές του κυοίου Χίτλεο››· ακόμη και ο Βὶιοτεγ (21968), 86, κάνει λόγο για ατυχή , το αυτονόητο: ότι δη­ και εύστοχα πλατωνική σελίδα· πολλοί επισήμαναν λαδή ο Σωκοάτης θα καταδικαζόταν από το νυκτεοινό σύλλογο (βλ., για παοά­ δειγμα: Οοτιτίοτσ (21967), 67, Ρορρετ (11962), 195)· ακόμη και αυτό το χωοίο ο ως μη όπως και το 942ο­ο Ιονἰιιεοιτ (1953), 355­358, 560­561, το εομηνεύει απάνθοωπο και ολοκληοωτικό. Γενικά, πάντως, για την πολιτική φιλοσοφία των Νόμων, βλ., για παοάδειγμα: Βειτ1‹ετ (Ζ1960), 296­312, Οτοοτοἰε (1963), 1, 169­182, Ι|ιιΠ (1981), 103­143, ΚΙοεΙ‹ο (1986), 198­241, Ιπιοοιοηι (1958), 241­313, 8ἰιιοΙεὶτ

­

­

­

­

­

(Ί967), 186­206, $τειΙ1ογ (1983), 13457 2122 ~ %υ@ίω€ 179­185 ­1 νθῃὕθϋῖῖθ (1954), Ε.Μ. λλἰοοο και Ν. ι̃λ/οοὸ (1978), 183202: πἔόκεῃω ”_ απ, αφοθμή 109€

324

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν­ ΛΑΜΠΡΗΛΛΗΣ

ο 11ΛΑτοΝ1ΚοΣ Λοτοε

ΩΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑ

325

οτ) Ωἔ ποοἐ την ένοντητοιι νποιοχονν ονθιιιοέιἔ πον οιωοοονν
Νονονἔ _ νιοι οτέοέοτνπη έποινοιληψη των οιποψέων πον έχονν οιοιτνπωθέινιοι την ολη πολιτινη ωιλοοοψιοι τον Πλοιτωνοι νοιιτιἔ οποτέἔ θα οινοιωέοονιιέ οιιιέοωἕ οτη οννέχέιοι _ έιοιποι νιοι τον νέιονονιτοι βλ­ οηιι Π 283· Τι έχει λέχθέτ λοιπον νιοι την ολη πολιτιλη ψιλοοοψνοι τον Πλοιτωνον ποιέἔ απόψεις έχουν διατυπωθεί; Επειδη το θέμα είναι τεοάοτιο, θα εστιάσουμε την πεοσοκη μ9ε στη σμἔητηση εκείνη π99 μπηοἔε η Οτημοηιμηότεεηι με τελεμταιεε τουλάχιστον δεκαετίες, όσον αφοοά αυτό. Κεντοικό σημείο αναφοοόις αποτέλεσε στην πεοιπτωοη Θιντη το έονο τον Ροονοτ (419ο2)” ο ΡοΡΡοτ= θέώοηοέ τον Πλάνο­ νοι ωἐ ένοι θέιιέλιωτη τον ολοπληοωπιονιονι ωἐ μένα έχθοο τηἐ οινοιπτηἐ νοινω· νίας· οι απόψεις του αυτές, αν και δεν ήταν εντελώς ποωτότυπες, γνώοισαν ωστο_ οο ένοντοιτη οηιιοοιοτητοι ποιι ονζητηθηνοιν­ Γιοι νοι τιἔ ποιτοινοηοονιιέι θοι ποέπέι να τις εντόιξουμε στο κατάλληλο πλαίσιο· το πλαίσιο αυτό, σχηματικά, είναι το €ἔη;2 Πολύ πσιν τη σνννοαφνι̃ τον εν λόνω έονον τον ΡοΡΡοτι έονο το οποιο νοοιτ τίπηπέ ποιτοι τη οιοιονέιοι τον Δέντέοον Ποινποοιιτον Πολέιιονι ηοη έιχον νννλοωο° οηοέι έονοι πον ποοοποιθηοοιν ιιέ χοιοοι νοι οένἔονν οιτι ο ΡοΡΡοτ οιποπέιοοιθηπέ νοι δεξει, νοιώθοντας αποστοοφη: να δείξουν ότι υπηοχε ομοιότητα μεταξυ του εθνι­ ιιοοοοιοιλιονιον ποιι τηἐ πλοιτωνινηἔ ωιλοοοωιοω ίβλ­ 1· Βοηοοέι Ηνἰέτ Κπηψί ιντπ Ρπποκε δτααη̨ 1933· Κ. ΗὶΙ‹;ἰεοτειο‹1τ, Ρἰαιοπ, α̃ετ Κιυκρ/ ιἰεε (ῖεἰπειτ μια τἰἰε Μαεἰκ, 1933· $9Η9ΗΗ9ι Βίοι 1934· οτμηειαι 89929 μην διμμι 1935)· μ999λληλ9ι λίγο 99­ νοτέοοι (1938) ποωτοοηιιοοιέντηλοιν οτο Ρλτιιοιτοχτλτν ((13)› 1οο_18Ζι 30253127 οιντν οτοιχοιλ τοι οιοθοοι _ ιιέ τονἐ τοοο έννλωττονἑ τιτλονἔ _ των ΚΚ­Α Ηοοονέ (1967), και Η.Β. Αοτοο (1967), οι οποίοι εοευνουσαν το ίδιο θέμα, διόλου ποοπα­ γανδιστικά και πιο ποοσεκτικά, κινουμενοι ιδεολογικά στην αντιπέοα όχθη σε σχέση με Τθνε ποθμημθνενθέντεἐ _ ποβλ­1 Θωνότεοοιι ποιι τη μελέτη τον ΡοΧ (1945)­ Νοι οηιιέιωθέτ οιποιιη οτι την ιοιοι έποχη ένφοοιοτέἐ τον νιοιηιοννιοιιον έτχοιν οιοιτνπωοέι την άποψη οτι ο Πλάτων οιποτέλονοέ ποοοοοιτινη νιοοψη τηἑ συγκεκοιμένης ιδεολογίας (βλ. Μοττονν (1971), 144). Τέλος, για να δοθεί ένα επι­ πλέον ποιοοιοέινιιοι τηἐ ένοντητοιἐ τον πνπλον των «πνένιιοττιπων ονννένων» τον Πλάτωνα, θα ποέπει να αναφεοθεί ότι οι ινδουιστές τον εξέλαβαν ως ποόδοομό τονείβλ­ΦΕ­ΗηηειεΤηεηηε­μμ8991°ΡΖμ±9(Ε9η99η±Ηηνἰηιιωθ) τ9 σημειώνει ο Κ­ Βονοονοηἐ (1970)) 15 οηιι­1)­ Ηέομ 9π9 9991 την 9νμφ999ι μίμ νεηκότεοηι σύντομη επίσηει επισκόπηση θοι ητοιν χοηοιιιη› έτοι ωοτέ νοι ολονληοωθέιτο οιποιοοιττητο πλοιτοιο νιοι την λοιτοι­ νοηοη των οιποψέων τον ΡοΡΡοτ· Κοιτέ οιοχηνι νπηοἔοιν πλοιτωνιοτέἔ οι­των οι: Οοτοτοτοι λοννοιπ ΝοιτιοένιΡι ΑΕ· Τονιοτι η οιλλοι οπωἔ ο Βοτλέτι πον οιοχοληθηνοιν ποιι ιιέ την πολιτινιη φιλοοοωτοι τον Πλάτωνον χωοτ§ νοι ένφοοιοονν την άποψη οτι οιντοἐ οιντιοτοοιτένοτοιν οιοχέἔ τον οινθοωπιοιιονι το οέβοιοιιο οτην

την άθληση, το σχέδιο πόλης, τα όοια των κληοων της γης, καθώς
ατομικότητα, και ότι ποωταγωνίστησε στη θεμελίωση του ολοκληοωτισμου. Υπηοξαν όμως και αλλοι εοευνητές και στοχαστές (Οτοτε και θοητρετε, Ι.8τ. ΜἰΙΙ, αντίστοιχα για άλλους, ποιν από αυτους, βλ. όε ντἰεε (1952), 62), οι οποίοι ποόβαλαν την άποψη ότι ο Πλάτων στοεφόταν εναντίον της ελευθεοίας της σλέψηἔ χω την ποάἔηἐ (βλ. Οτοτθ (1875), 111, 305­306 _ κυοίως 427, ΜΙΙΙ 11›ιιιειωιιοκι‹ ακα οιεειιιιιοκι, 1ν1, οοιιιι›ειΖ (1955), 111, 262­ η σειαει ειιτεεαση;

­

είνα" Οτ0τθ_ΜἰΠ_Ο0ΙἩΡθΪΖ

βλ­ Βλοτθν (21%8)7 85887

Ο

Οποίοἔ ασλεν ιω̨νννχή

στις απόψεις τους). Στον εικοστό αιώνα έχουμε ποιν τον Ρορροτ τη σφοδοη επίθεση του Β. Ιι̃ιιεει­:ΙΙ, ο οποίος κινείται στο ίδιο ιδεολογικό πλαίσιο με αυτόν, στο πλαίσιο του φιλελευθεόισμου, και καταφέοεται εναντίον του Πλάτωνα, του οποίου μαθητές κατονομάζει τον Λένιν και τον Χίτλεο (βλ. (1967), 116­118 νω̨βλ. (81962) 125434, και σννχεωνμένα; 125) έχουμε επίσης, στο πλαίσιο του

­

μαοξισμου, την ίδια πεοίπου εποχη που εκδόθηκε το έογο του Ρορροτ, τα έογα των Β. Ρειττιηςτοιτ (1944), και Α.Ι). ννἰηερεειτ (21956), που αντιμετωπίςουν τον
Πλάτωνα ως αντιδοαστικό, ιδεολογικό εκποόσωπο της άοχουσας τάξης, ο οποίος ποοσπαθείνα νπεῳσπγστείνην χα­ω(π(εσι)| τῃε εθγαιιχης δύναμης των δουλων
(βλ. ΡΘΙΠΠΒἙΟΠ (192121λ 100) 1663 171­ ννιῃῳθαι (21956), 203­268 και ιδιαίτεοα, κκ­2ο5, 209 ­ 210, 214, 228, 259­260) ακόμη να οημειωοει ι­κι 4 σε άλλο πλαισιο

­, και είναι αδυναμος να δεί τη σοσιαλιστική λύση του κοινωνικου ποοβληματος

­

­

­

κινοόμενος είχε ποοηγηθεί ο Ρἰτο (1934), ο οποίος αντιμετώπισε με αονητικό τοόπο το χαοακτηοα, τις ηθικές, διανοητικές και συγγοαφικές δυνατότητες του Πλάτωνα ναν τον θεώθησε αννίθενα από νονε ὀνθ Τω̨οηνονμενονἔ _ ωε αφο­ Ηνωμένο στα νδεώδη της εθναῃλήε νάἔηἔ (βλ­7 Ο­[Ο ίὁων 1212)­ Πναγματνχόἔη̨̃ πά­
ντως, άμεσος ποόδοομος του Ρορρετ, καθι ομολογίαν άλλωστε του ιδίου (βλ. Ρορρετ (4196Ζ), 246 σημ.2), είναι ο Οτοεεωειο (1937), ο οποίος διατύπωσε την

­

άποψη ότι η πολιτικη φιλοσοφία του Πλάτωνα θα κάλυπτε καθεστώτα όπως το ,ωμμονννσ­"κό χω το ναζνσ­ακό (βλν στο [(510) 214­215),

­

Τις απόψεις κυοίως του Ρορρετ, αλλά και των άλλων επικοιτών του Πλάτωνα, ασπάσνηλαν πολλοί καν Ήα̨ επαναλαμβάνονν ως σήμεοας (Βχλ ννα πα­
(ιιιεειγμοιι Η. ινιιιιαιιε (1975), 55, ειιιιιεν (1985), 179­185, τειε (1954), Ε. Μ. ννοοα και Ν. ννοοὀ (1978), 119­208· στο πλαίσιο εισαγωγικών έογων στη φιλο­ ιιιιφωι ιοι Πλάτωνα, βλ. ΚΜ. Ηιιιε (1991), 68, 81, και _ πιο ήπια ο.Με1ιιιις (1987), 158­170· στον ημεοησιο τύπο, βλ., ενδεικτικά, Κ. Καστοοιάδη (1992)). Υπηοξαν ωστόσο και αυτοί που άσκησαν κοιτικη στις απόψεις του Ρορρετ και των υπολοίπων επικοιτών του Πλάτωνα· βλ. Ι. νιχηό (51971), 9­63, και την πλέον ως σημεοα διεζοδικη του Εονἰοεοο (1953): ο ποώτος διατυπώνει την άποψη ότι Πλάτων και χοιστιανικη εκκλησία συμπίπτουν όσον αφοοά την πολιτεία που οοα­

­

­

­

326

ΔΗΜΗΤΡΗΣ

Ν_

ΛΑΜΗΡΗΛΛΗΣ

Ο

ΠΛΑΤΩΝΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΩΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑ

327

επισης θέματα ιδιοκτησίας και

­ γενικότεσα ­ πεσιουσιας21'*.
,

Ρθθμυ̃ἑονταλ ακόμη ἔητήματα ποθ αφοθοὐν τΟΌ§ Όδάτλνολλθ πό· σους, τη συγκομιδή οπωσών, τη διανομή τσοφής, και θέματα που

ματίςονται για τον άνθσωπο (βλ. Ι. λλ|ιΙό (51971), 106­117)· ο δευτεσος αγωνίςεται να δείἔει ότι Πλάτων και φιλελευθεσισμός συμπίπτουν απολύτως. Εκτός από τους δύο πσοαναφεσθέντες, την υπεσάσπιοη του Πλάτωνα ανέλαβαν μεταξύ των αλλων ­± ο οο νιιοε (1952), και ο 1.Α. Ροιιε (1950), κυσιως εναντιον του Ροοροι·

­

αφοσούν τους τεχνιτεςῃἶ Υπάσχουν, πασάλληλα, αγοσανομικές , , , δλα̃τεχἔεω̨̃ και Ωθθμισεις Οχετικες με τΟ 8ιΟΟιγωγικ0 κοἑἔἑξαγωγικο

Ο

Θ.Ο. Ρἰθλίἰ (1967), Ήιΰρίως Εναλιῖίθν

ΈΟΉ ΟΙ`Ο58Π12ΙΙι̃' Ο

Ε. ΠΠΒθῖ(1967),

Ο

Β.

Βειττονν (1975), 1­16, κυσιως εναντιον των ΚιιεεεΙΙ, Οτοεειηευ, Ρορρεττ βλ., επισης:

Π. Οτοηο (21965),1Ζό­127, ΖΖΖ σημ. 3 με ήπια αναφοσά στους Οτοεειηετι και Ροοοει Ηειι (1981), 157­159, ΤΑ. ειιιειειι (αυτι), 199, Μοιιοιν (1987), ται­ υιο. Τελος, ο νν.Α.ι‹. ιενι (σιτε), (ι9τιι›) ιοχτστςειοι οτι ιο ετλημιιοι κατά πόσον ο Πλάτων ειναι θεμελιωτής του ολοκλησωτισμού ή όχι, είναι χωσίς νόημα, γιατι ο Πλοιτων δεν ήταν πολιτικος φιλοοοφος, οιλλοι αντι­πολιτικός (οπως εννοει

­,

­

ΟΡΘΥ8 Τον ΟΘΟ _ βλ; στο ίὰοι 168|“170)” Τη θέση Οωτη ΈΟΉ ΕΘΥ8 ὁεχεῖαλξ με καποιες διαφοσοποιησεις­διευκσινησεις καιςο ΡΕ. $ρετεΙ1οττ×(1θ”//1). Οσον αφοσα μια επισκοπηση κατα ποσον ο Πλατων ειναι ολοκλησωτικος η οχι, βλ. Κ. Βεωθτουσθ (1967ε)· για μία ανασκόπηση της πλατωνικής βιβλιογσαφιας στην αγγλική γλώσσα (193Ο­1960) όσον αφοσά κυσιως την πολιτική φιλοσοφία του Πλάτωνα, βλ. Ε. Μ. Μιιιιοοεε (1961) ο Μιιιιοτοο δειχνει το πώς οι φιλοοο­

Ϊ

­

­

­

Φιλἰἶε επιδοάσεἦαπόψειε ηαι Οι ιδειἶλογιχέεπεποιθύσειε

Ἐωλἑ

ιιελετυηἶἶν που­

τωνα, βλ. Κ. Βουδούση (1970), 17­Ζθ (βλ., επισης, στα ελληνικά ειδικά για την Πολιτεια Κ. Δεσποτόπουλου (219θθ), κυσίως 37­101). Συνοψίςουμε: ο Πλάτων, λοιπόν, ως πσόδσομος του ναζισμού, του κομμουνι­ σμού, του ολοκλησωτισμού, ως συγγενής του ινδουισμού, ως υπέσμαχος των ασ­ χών του φιλελεη̨θεοισμοή· Ο Πλάτων θεμελιωτήἔ τησ χθιατιανιχής πολιτεη̨̃ασ, ”Ολα αυτα αῃ;Οτη̨̃ελ0·ὑγ› αναμφίβολα, αναχθονιαμαη̨̃ς που ααφαλώσ αφοαοήν όποςογ ._
με συμπάθειαή αντιπάθεια εστιάζειτην πσοσοχή του στη μέχσιυπεσβολής ανέλιξη του λόγου της επιτακτικότητας εκ μέσους του πλατωνικού φιλοσοφού­

ιιι.:ια;ατιιιιιιιιιιεετιιειττ:τι:π::ι.:ιι:ι,ι:ιιιιι:τιιιιιε ­ ­
­ ­

Η
, ,

ών έων 6 δ , , 217 Ρ θ ηγ ; Θ, _· Ὁ η ,μη ωθο ®"®®[ αθχονλων Ό ς­ ιλἴἐεται ακομη Οιτι 0ιΦ0Ωα πε διλεει τα δικαστηθιοιι τουε δικαστεε και Τη θιλιθιθῖική εξ0υ0ί0ι γενικά, αλλά και επιμ.έσΟυς ζητήματα όπως ειναι οι μάστυσες, οι συνήγοσοι, η πασεμπόδιση πασουσιας διαδικου σε δικη και επιβολής της ποινής του δικαστησιου από Τον καΈαδ||%ασθἐντα218­ Υπόω̨χουν επίσηἔ εωθμίσεωἐ
Ο
·

εμποῳοι το λλανλκο εμποθλα κο" Το εμποῳο γενικα Μέθιμνα λαμβάνεται, επισης, για τη σύθμιση θεμάτων σχετικά με την επι­ και τα ικαθήχοντα των νομΟφΌλά%ων7 Τακ βοιυλήἔ, χαφ) χ/ενη­ κότεα̨ιη̨ άλλων αἔγωματοήχωγ _ συγκεκσιμένοι: πσεσβευτών,
­

νέων, την κηδεία, για κλησονομικά θέματα και θέματα οσφανών, το διαζύγιο, και την χησεια220. Ρυθμισεις έχουν, ακόμη, πσοβλε­

ὁημωμ τους με­ΕΟΜΟΌΘ το γαμο, την π©ΟΜα> την Έεκνοποωοθ την Οιπόδθση Τιμής π@Ος Τθι̃λη̨̃ ”ΥΟνεί§219› Ήἔ ὁλαφοθέἐ παλδλών χω ΥΟ­

για

­ οι ὀιάφοοε

215. Βλ., αντιστοιχα: στο ιδιο, θέλελε­α/8­ιδὀ­ο, 8­μια ­ Βέιὅεὶ/ 845ε­ 846ε, 8476: ­

8480ι δθὕὐ τ 84%/ 92% ­ 921ὸ. 216. Βλ., αΥΕί0“ΕΟιχ(ΧΞ ΟΤ0 ι/δισ 8492­8508, 847Ό­Θ, 9188­920ί1, 913ὀ./9150 ­91661. 217. Βλ., Οινῖίοῖθιχθιῖ ΟἸὉ Ιΰιθ 752θ·753θ, 756Ό·θ, 7630­766(ἰ/945Ϊ)· 94­8Ϊ), 9418­

­

γτος υποκειμένου, ή όποιον πολύτσοπα την εξοσκίςει με εσμηνευτικά τεχνάσμα­ τα, αναφεσόμενος συχνά πσοκειμένου να επιτύχει κάτι τέτοιο σε στοιχεια του πλατωνικού λόγου βούλησης της διαλλαγής· όλα αυτα όμως ὁε φαινεται να αφη̨θη̨ύυ την πθοοπτιχἠ επῇτεῃξηἔ εκ μέἐα̨η̨υς τοῃ φιλοση̨φη̨ύφτη̨ἔ η̨πη̨χειμέμῃυ της

­

­

755ὶ›­756ὶ› / 921α­9ΖΖε, 75%­α, 955ο­ό/ 761ε ­ 762ε. Όσον αφοσά θέματα σχετικά με διόιφοσους άλλους άσχοντες πλήν των δικαστών, βλ. για πασά­ δειγμα _ Μ­ Ρἰόῖωΐ (1974)ι 89·385. 218· Βλ­› αντίστοιχα: Νόθ­ 766ὀ τ7680/ 956Β _ 958Ο› 9360 ­937ὀι 9370 0389 9548 _ 9558­ 9580­ Για το δλκαοῖωλό σύστημα Των Νόμωλϋ βλ­ι πθόλελθαι ΜΟΠΟΨ (19608), 241296, Ρἰέῖα̃ῖτ (1974), 386 · 463' για 'ΠΟΥ ΈΘΟἩΞΟ λ#ΞιΈΟΉΩγίΟις ΤΟΌ,
Β,

­

οσθής πασαστασης της ὁιαλλαγής, ως σιιμιιετσιας ὁιαλλανής και επιτακτικότητας, ως αντιἔσεχῃκ των ποιητών τ©αφωὸ¿ι̃χ§_
214. Βλ., ονιιοιοιχοιι Ναι. εαπ­εειιε, 7ι5ι­τιιοοιττευ­779οι ελεο ­ ειιαε, 7370 ­7388/73907418/8420­ 8ιι3ὀ, 7410 ­7ι(5ι)_
Ο

ΜΟΠΟΨ (1971)­ 219. Βλ., αντίσῖθιχϋω̨̃ Νόμ. 94­9θ·95Ζὀ, 8508·ὀ/95211­953€, 7212141/ 771θ·77ΔΟ/

7758­ττου, κατι ττιιεει 783ὀ·785ε. 7176­7188/ 9300­932‹ι. 220. Βλ., αντιστοιχα: στο ιδιο, 928‹1­929ε, 958‹ἰ­96Οει, 9ΖΖει­928‹1, 929ο­930ε.

328

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Ο ΠΛΑΤΩΝΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΩΣ

ΤΡΑΓΩΔΙΑ

329

για το χειρισμό δούλων, ψυχικά ασθενών221, για θέματα της κανονισμών που αφορούν τη στρατιωτική φύλαξη της χώθαἐι Υ191 αναθήματα στους θεούς, για εορτές, για παρεμπόδιση αντιπάλου σε γυμναστικό ή μουσικό αγώνα, για την παιδεια222. Τέλος, ρυθ­ μιςονται οι περιπτώσεις οι σχετικές με την περιθαλψη εξοριστου,
με Την »απάθεια) τη σὉ%οφαν­Βία)/ την επωτείῳ ἱση πα_ θη_ × °^ 223 την ανεὐα̨ ι την Βεοοςἶυλλα, τἶι̃ν αθεωα ἰἕον Οοκο, την 2 Θοχη εγγΉησεων› την αμφλσβητηση Ήτλωνε το 60 Ο και την απατη° ιην βλαβη νθμίμων σλλμφεθόντωνι την δλοπηι την|κλεπταπΟδΟ“
σαΌ9ΟὉ7 τΟ:υ€ ναοΌ€,
χήΖΖ4,
2

­,

Παθάι ωστιἶσοι Τα Υλίωθίσματα 1115 εντωἶωσλαηῆέ ευθὐτητιἶἔ αφεω̃θυἐ λεπτομεθελαἐι Το εοιλοθοφολλν 9π9ηε1μελ/Ο σπελἱτ δε'­ι ΜΝ) ἶπαναληψηι να Όπογθαμμλσελ ΟΠ ΟΕ 0991119815 911€ Οπα·
1*·α1ΉΊ§

ε§|π©9βαθ/εα λλιτολειἶϋθλ/1011191) π©ωΤαθλ1%99 στολολλ ποἔξϋθοανα̨τ φεραμε και τον οποιο φροντιςει συχνα να υπενθυμῷει . Το χα­
χιστων περιπτώσεων (δικαστική εξουσια διανομή υδάτων φόνος τραυματισμός : τεκνοποιια, κληρονομικά θέματα) κυριαρχος τρόπος για να υπογραμμισθει η λεπτομέρεια που διακρινει την πραγμάτευσή τους ειναι η αναφορά σε συγκε­ κριμένους αριθμούς· χαρακτηριστικα αναφέρουμε ότι το ΣΤ| βιβλίο ειναι αφιε­ ρωμένο σε λεπτομερεις ρυθμισεις που συνοδεύονται από αριθμητικά μεγέθη. Για τον αριθμό των κλήρων ειδικότερα, βλ., συγκεκριμένα, 737ο, 7380, 74θο, 745ο, 877ι:ὶ· για το ότι αυτός δεν ειναι διόλου τυχαιος, βλ.73”|ο ­738ει, 7718­σ πάντως, ο Γοὀεο (1947)ι με βάοη τον αοιθμό των κλήοων (5040), προχωρει σε υπολογισμό του αριθμού των στρατευμένων, των παιδιών που θα γεννιούνται κάθε χρόνο και σε παρόμοιους, τέτοιας λογής, υπολογισμούς που όλοι τους αφορούν την πόλη των Μαγνήτων (βλ. στο ιδιο, 284­286). Γ ενικά για τη συμβολική σημασια των αριθμών

­

σ

2

2

την αναζητηση κλαπένιων ανιικειμενων, ΤΟ φΟνΟ, °ιΟν ιραυ­ μαῃσμό κοω αλλεἔ βίωεἐ ποάἔεγς _) τη δγεἔαγωγή πολέμοα ή πο Ο π λκτ κάποιων πολβτών τη σΉναἘυ):Ί εω̨ηνηα̨ εἴ μεα̨ωἐ κα ΒΤ υν Ξ ὲὀἘἔία225 την α̨ἦατα Όση ΈΟΌ πο Πω Ρἔατοἐ και η Ω , (12) Ωἔ ποος τη λεπτομεΩεΜ7 υπαΩχΟΌν πΟαγματεὉσεΕ§ ὁιαφα ρων θεμάτων ενδελεχεις, Οι Ο3'ιΟί8ς συχνα Ο”Ὁλ/Οδελλονΐω απο καθορισμένους αριθμούς· υπάρχουν, συγκεκριμένα, λεπτομερεις ασ π Ὁ (1 Ο ούν Έ ὐλα .Ε ώ αἑ τ ν εκλογή π@αγμαἱἶὉ ΕΕΞ Ολ φ Ω Τ η̨ῦνφω̃ ΞΕἹΝ ἸΕ υ̃ἑωπἶχσὰκἶι̃] εἔουσία νΟμ0φΌ, ακων” βοι̃) ηεἰστα̨χ ηγ , Ο η τα αθλη μα­Εα› τλἔ ΕΟΟ­Εεἔ ΈΟ εμποθλοι την τΩ0φη7 τη διανομη 1,801­ Έωνι Τολλἔ κλήΩΟΌἔ› το σχέδλο πόληἔι το φόνΟ› τον τ@ΟωμαΉσμ0› την τεκνοποιια, την προίκα, την κηδεία, τα κληρΟνΟμικα ζη°Εημαι̃ῖαΖΖ6.
2 2 2
×
7

2

3

7

2

2

2

9

221. Βλ., αντιστοιχα: στο ιδιο, 759ὀ­”76Οει, 933ει­ε, 766ο­778ε/914ο­ 915ο, 9340­
(Ι 9438_945ϋ­

(5­940. 127 κα) (παμε Ναααμει βλ­ νοθεελἰα (1957) 251953­ Θα ποέπα να σημειώσουμε εδώ ότι κατ7 επανάληψη οΑριστοτέλης ειναι επικριτικός όσον αφορά τις επιτακτικές λεπτομέρειες του Πλάτωνα (βλ. Πολιτ. 126587, 126589, 1265ε28, 12651›23, 12651›25)·για μια παρουσιαση και σχολιασμό των κριτικών αυτών αλλά και άλλων του Αριστοτέλη προς τον Πλάτωνα, βλ. Μοττονν (196θ1›). 227. Βλ. Νόιι. 8Ο7ό6­ο2, 942ε6­Μ: Όλοι οι πολιτες, σε κάθε χρονική στιγμή, θα πρέπει να υποτάσσονται στην τάἔη του επιτακτικού λόγου, για όλα ανεξαιρέ­ τως τα θέματα· επομένως, ο λόγος του πλατωνικού φιλοσοφούντος υποκειμένου σκοπεύει σε μια πλήρη και ακριβή πραγμάτευση όλου ανεξαιρέτως του φάσματος των θεμάτων που απαιτούν ρύθμιση σε επιπεδο κοινωνικό και πολιτικό (βλ., στο

­

­

222. Βλ., αντιστοιχα στο ιοιο, 7608­761σι 7638­ι›, 955ε­9580, 7993­ιν 8288­Δ, 9558­υγια την παιοεια, βλ., ενὸεικτικα,764ο­766ι·ι, 793‹1­79ιιο, 804ο­ιι, 817ε­822ιι, ενώ για την παιδεία τη σχετική με την τέχνη του πολέμου, βλ.οημ. Π 198. 223. Βχ” αντίστογχα­ Νόα οιιοαα 9340 ­9361›, 93615­ο, 9138­ 9140, 9θ9ὀ ­ 91θό, 854‹1 ­ 8568, 8851› ­ 891‹1 / 891ό ­ 90961.
224. Βλ., αντιστοιχα: στο ιδιο, 9551›, 94813­949ε, 916ό­9188, 953ο­954ο, 954ο­ο,

ιδιο. κυοιαει 768α3­7· ποβλ. γενικα 809131­4. 82082­3, και για επιμέοονε Θέματα ­|853α6. 86582· για μια οννοπακότααι αναφοοα στους μηχανισμούς κοινωνικου ελεγχου στους Νόμους, βλ. Κετε1›ετ2ει1‹ι (1988)). Πολυ ενδιαφερον, από κάθε άποψη, ειναι τσ σημειο εκεινο (βλ. 8531›4­(15) όπου το φιλοσοφσύν υπο­ κειμενο λέγει ότι για να προκαταλάβει έργαἴοποιαδήπστε περιπτωση εξαιρεσης,

­

­

­

936ο­ο, 857ει­1›/ 9411›­ό, 95511
225. Βλ., αντιστοιχα: στο ιδιο, 954ε­ο, 864‹­:­87±ια, 876ε­8791›, 87% ­882ο, 9551›­
Ο

856Ὁ_θ¦

85608578'

226 Παραπομπές όσον αφορά όλα αυτά τα θέματα έχουν ήδη δοθει στις αηαειώσειε Η 214­225 Καθώς καποιος τις εξετάζει, διαπιστώνει ότι πλην ελα­

­

αισχρά (βλ. αφοσίωυ̃ηει του ατόμου στη διαλλαγή ενεργει όπως τονιςει 853Μ, 853ο3), και προτεινει μια θεραπεια κολασμών, που κορυφώνεται ως θεραπεια θανάτου (βλ. 854εΙ­855‹1). Παρά λοιπόν την επαναλαμβανόμενη παρα­ τήρηση ότι ειναι αισχρή η χρησιμοποιηση του καταναγκασμού, εφόσον υπάρχουν μέσα όπωςη παιδεια ­πειθώς για την επιτευξη της αρετής (βλ. 8531›­ο), το φιλοσο­ ῳούν υποκειμενο πρσχωρει σε μέτρα καταναγκασμού (853ό­854ο).Το χωριο αυ­
μη

­

­

33θ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΑΑΗΣ

Ο ΠΛΑΤΩΝΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΩΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑ

331

σμα μεταξυ του εν λόγω στόχου και των συθμίσεων πσοβαλλεται πολυτσοπα : (α) Ενώ λέγεται ότι οι συθμίσεις θα κινηθούν σε ένα γενικό πλαισιο, στη συνέχεια έπονται εξαισετικα λεπτομεσείς συθμίσεις228. (β) Αναγνωσίςεται, επιπσόσθετα, ότι θα χσειασθουν λεπτομεσείς συθμίσεις .Τι ήδη συμπλήσωση στο μέλλον229 οι για να επι­ χσησιμοποιουνται που δηλώνουν οι δυο αυτοί τσόποι

­

­

σημανθεί το πσοαναφεσθέν χασμα; Οί τσόπθτ Θωτστ δεν νπσνσα· φσυν μία αντίφαση αλλα υποβαλλουν το μέγεθος της αδυναμίας των συθμίσεων: αν και εξοιισετικα λεπτομεσειακές, δεν είναι, εντέλει, πασα γενικότητες σε σχέση με το αντικείμενό τους230· και
τό φαίνεται λοιπόν να επαληθευει την πασατήσηοη της Υ. Βτὸε (1968), η οποία έχει τη γνώμη ότι συνιοτα πσόβλημα ο «δισταγμός μεταξυ καταναγκασμου και πειθους» (στο ιδιο, 362). * Γιατί λόγω, μποσεί να εφησυχαζει, βλ. 736136­Β. *τ /Οτι πσόιιειτσι για τη διαλλαγή: το δηλώνει η φσάσηι̃ «τενἔεσθατ αασνὶἐ
σσθστητσἐ ττσσἐ ἐπτττὶ σενστν ασετη̃ἐν (853 [ασ­7). (Η) σ στσλσἔ τηἑ ττσλττεταἐι σπωἑ αυτός δηλώνεται μέσα από την οικεία μεταφοσα της τήξης των σκλησών δυνα­ μεων του ψυχισμου (βλ. 853 ‹11­5, και πσβλ. 733ε6­734ε2). 228­ Αντα σνμβατνετ σσσν αωσσα τσν μττνσι τσνἐ νδαττνσνἔ ττσσσνἐι τα σμτα­ στήσια και τον τσαυματισμό· ενώ λέγεται ότι δε θα ασχοληθεί με λεπτομέσειες όσον αφοσα καθένα από αυτα τα ζητήματα (βλ., αντίστοιχα, 8Ο7ε, 843ε­844ει, 8461)­0, 876ε), στην πσαγματικότητα, στη συνέχεια, έπονται λεπτσμεσείαν­ές Θνθ·
μτσετἐ ντα ναθένα αττσ τα ττσσαναφεσθέντα α/845 α­ε, 8536: κ.ε, 8”76ε­879`ο). 229. Βλ.,στο ιδιο, ννθϋα­01. 772α7·Φ5ι 918Θ1·Ό ·­
(βλ­7 ανττστστλα 80”/σ­808α
7τΩβλ­7

ποιο είναι το αντικείμενό τους; Επιγσαμματικα αναφεσόμενοι σε αυτό θα μποσουσαμε να πουμε ότι είναι η διαφοσα· ήδη από τον Πολιτικό είχε αναγνωσισθεί ότι ο πσωτασχικός στόχος τον οποίο πσοβαλλει μία μοσφή του λόγου του πλατωνικου φιλοσοφουντος υποκειμένου των Νόμων, δηλαδή η επίταξηῃ του «απείσου το­ που››23Ζ της διαφοσας εκ μέσους του απλου ως φιλοσοφικου λόγου είναι κατι ο οποίος λαμβανει (και) τη μοσφή του νομοθετείν αμεσα όσο και αυτή, τόσο επιτευχθείΖ33· η διαπίστωση αδυνατο να έμμεσα, επιβεβαιώνεται και εδώ, στους Νόμουςῃα.

­

­,

(922δ1), «ταξασθαι» (922Β2), «πσοσταττει» (925‹17), «ἐπιταγμασι» (925ε2), «ἐπι­ ταττομἐνων» (925ε5), «ἐπιταττομένους» (925ε9), «πσοσταγματα» (922ε2­3), «πσοσταττει» (926ει3). 232. Βλ., Πολιτικ. 273α8: «τὸν τη̃ς ὁινομοιὸτητος απεισον... τοπον». Να πασα­ τησήσουμε στο σημείο αυτό ότι θα μποσουσε να εκληφθεί η έκφσαση αυτή ως πσσέκταση ­ ενοφθαλμιση της χσήοης της γλώσσας του Φιλήβου, στο σχετικό χωσίο: αν το απλουν, δηλαδή ο νόμος και η ταξις, έχουν πέσας (βλ. Φιληβ. 26139­ 10), τότε για το μηδέποτε απλουν, που «αδύνατον εἴϋ ἔχειν» πσος τα πσοανα­ φεσθέντα, δεν μποσεί πασα να λέγεται ότι μετέχει της φύσης του απείσου, είναι
άπεγθογ/_

­ γλώσσας του επιτακτικου λόγου,

231. Ως ένα δείγμα της έντονης πασουσίας της

βλ. το κείμενο Νομ. 922­926 «διατέτακται»

­ οικείας από τον Πολιτικό

84%­

θεωσνι̃τμται 769112­Θ2”

ένα εύσημα ντα να στματσλσντι̃θετ αντή η μη εττττενἔη των στσλων τηί επ'­ταντττ κότητας, είναι ο ισχυσισμός πως αυτή η μη επίτευξη οφείλεται στο ότι ο νομοθέτηἑ είναι πσεσβυτης: βλ., στο ιδιο, 8Α6ὶ›6­ο8, 957ε1­3 πσβλ. 892α­893ει,9θθο· ένα αλλο εύσημα είναι ότι η συθμιση ενός θέματος γίνεται πασεμπιπτόντως, βλ. 921α3­4. Να στὶμετωσσνμε αττ σ 8ταΠσν (1983)7 89› σταφωνετ με τον ΗαΠ (1981)› σ σττστσ§ έλα την αττσψη σττ ετνατ αννατσ _ σύμφωνα με τσν Πλατωνα _ να τσσ·

­

233. Βλ. Πολιτικ. 294ο7­8. Ο νόμος και η ταξις είναι συνυφασμένα (εκτός από τον Πολιτικό, βλ. Φιληβ. 26υ9, Νόμ. 673εΑ­5)· η επί­ταξη της διαφοσας ως νο­ μοθετείν είναι αδύνατο να επιτευχθεί, διότι η ταξις του νομοθετικου λόγου διαι­ σεί σε ειδη και απασιθμείτα είδη για καθε αντικείμενο που αυτός πσαγματευεται, μέθοδος που αδυνατεί να οδηγήσει το νόμο στην ανταπόκσισή του πσος τη δια­ φοσα: η απασιι̃θμηση των ειὁών δεν ανταποκσίνεται πσος την απεισότητοι της δια­ φοοάς, (Πα μία πα̨χγμἀτευση οωτήε τηἔ μεθόὁογχ γγ οποία συνοδεύεωγ από

ττσττσωττατ τι̃ νσμσθεστα (βλ¬ στα ααα 98­1Ο0)” σθθα σ σταααν ετττστι̃ματνετ αττ τα σημεία τσσττσττσττι̃στι̃ἐ ετναν αεντεσεασντα νατ λετττσμεσεταμα κατα τσν Πλατωνα› και νπενθνμἴἔετ ότι η αυστησότητα του αμεταβλητου της νομσθεσταἐ ετνατ τσ

ιδεώδες κατα τον Πλατωνα τωνΝόμων. 230. Βλ.Νόμ. 770136­9.

πασαδείγματα, βλ. Κυο1τετεΙ‹ὶ (1949), 11­24). 234. Βλ. Νόμ. 875α4­876ε3*· αποτελεί το πλέον σημαντικό κείμενο ανα­ γνώσισης αυτής της αδυναμίας (βλ. 875‹15, 876ε3), γιατί όχι μόνον την αναγνω­ σα̃ςει αλλα και σκιαγσαφεί τα αίτια της, που είναι η ασυμμετσία αναμεσα στους πσβλ. οημ. Π 227) και στον στόχους της επιτακτικότητας («ἐπί παν» (875α5) «απεισον τόπον» που συγκσοτεί η διαφοσα (‹‹μὐσια.... ἕκαστα... καὶ παμπολυ διαφἐσοντα ἀλλήλων» (875ε1­3))”. Αυτή η αδυναμία, αυτό το όσιο, εφόσον οφείλεται στην πσοαναφεσθείσα ασυμμετσία, αναγνωσίςεται ότι είναι κατι ανα­

­

332

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν' ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Ο ΠΛΑΤΩΝΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΩΣ

ΤΡΑΓΩΔΙΑ

333

Βλέπουμε λοιπόν να εκκαλυπτεται στο σημείο αυτό ο τοόπος της υπεοβολής, ο οποίος λαμβάνει τη μοοφή των υπεοβολικών απαιτήσεων του φιλοσοφικου λόγου από τον εαυτό του όσον αφο­ οά το αντικείμενο στο οποίο αυτός αναφέοεται, τη διαφοοά· όπως
πόφευκτοω” (βλ. 77θὶ›6, 772ε7

­ ποβλ. 747ο6­8), όταν μάλιστα ληφθείυπ° όψη ότι

Οι νόμοτ μετά τη σμμττλήοωσή τοτε θο ττοέττττ να ττοοομττνονν ομττοβλνιτοτ (βλ. 77εο, 957ο, 79ἶ‹1­798ο),/ ο Θεωοείται σημαντικο να ληφθεί, και λαμβάνεται, ποονοια γι αυτο το αμεταβλητο που θα το αναλαβει ο «νυκτεοινος ἔυλλογος» (βλ. 96Οο5­961ο6)· υπάοχει λοιπόν ποόνοια για το αμετάβλητο των νόμων, ενώ γνωοί­ ζουμε ήδη από τον Πολιτικό ότι αυτό στο οποίο ανοιφέοονται, τι διαφοοάι δε θα ποέπει να νοηθεί μόνον ως διασποοά απείοων χαοακτήοων και ποάξεων που οιαφἐοουν μεταξυ τους, αλλα και ως γίγνεσθαι οπου το παοον, ακομη και στον

ίδιοὶάνθομἕτοτ δτοφέὁοει αττό το τμἕτλοόνοοτ ΕΟ μέλλον: βα̨ηἀἶἶἕὲἶὔτίτἐηἰοῖίτἐἶἶἐἶἐ . εν... ησυχιαν ανειν των αν οωπινων››· φοαστική αντίθεση που συγκοοτεί αυτό που ποοβλέπεται για τους νόμους: «ων πεοι κινετν... μηὁέποτε μηδέν» (Νόμ. 77Ζσ7­8). Τα γνωοίσματα αυτά, και άλλα, της επιτακτικότητας και η αδυναμια της έναντιτης διαφοοάς, παοουσιάζονται αναλυ­ τικά στον Πολιτικό (βλ. σχετικα, Δ. Ν. Λαμποέλλη (199Ο))· στους Νόμους το πλα­ τωνικό φιλοσοφουν υποκείμενο αναφέοεται επιγοαμματικόι στα ίδια αυτά θέμα­ τα”” εκλαμβάνοντας ως δεδομένη τη γνώση τους στο διάλογο αυτό, όπως δια­ κοιβώσαμε, ενδιαφέοεται να ποοχωοήσει πέοα απο τις διαπιστώσεις αυτές και

«καιτο μη εποτε μη

ολοομε οτοττοτβώσεμ ο τοοττοἐ ττιἐ τμτεΘβ0λή; έχει ήδη κάνει την εμφοντστι̃ τον στο ττοοσμήντο τον τοτον λονοο οοο φοοέἔτ την ττοώτ τη οπο τη μοοφή τον οττεοβολτττσο ττολοσμοο ττοο ετττβολλετ ο φτλοσοφτμοἐ λόντυ̃; στη διαφοοά η οποία κινείται παοά την τάξη του· τη δευτεοη υπό τη μοοφή του ευουτατου φάσματος και, κυ­ Θίως, λεα̃­Ετ0με@ει0ι%Οΰ χοιοοικτήοοι συχνά μοιθημςχῃχήε ­ αῳθ­ μητικής ακοίβειας ουθμίσεων ­ επιταγών του ιδίου λόγου ένα­ ντι της διαφοοάς. Συνοψίςουμε το πεοιεχόμενο του τοόπου της Ὁπε©βΟλή 9 Ο φωλοσο Μό λό βοὐλετα 9 να ἶπττασσετ ανεἔατ” φ ς γ € ”, , Ωἶδεωἔ/τα πρωτα ΪΕΟΌ Οτφοοοττν τον οτνθοωπτνο βτο στην ῖταθημεοττ νοτητοτ τον ττολοτζετ ντοτ τοτ ποτντοτ Οσοττἔ βοολοντοττ ττοτσοτ την τοτἔή του, ποοβαλλοντας ως κατ° εξοχήν κολασμό για όλους αυτους μία θεοαπεία θανάτου235· και, τέλος, αγωνίζεται να φέοει λόγω εις έ πέ α αυτ/τ 9 9 Ο ς η η μ Ο μνα ανεξαω̨εϊηἔ εππαἔης Έων παντων'

­

­

Ε

9

τ

Γτο μτο οττομη φοοστττττι̃ ονττθεση οττλον _ οτοφοοοο ποβλ­ τη οτοτττστω­ ση τον Χωοτοο 875ο1τ3 ττοο ττοοοθοσομετ ποσἐ την μοτοινοαφή του που αποβλέπει
τι̃

­

σμνχοοντὶ του Πλοτωνο εττττοττττττοττι̃τοί στο ττλοτστο ττι̃ἔ

βολτὶν οττ
630979·
×

_

οτ
η

_ λονετοτ ττοθ7 νττεοτ νομοθετεἐ νομοθετοον «ολλο οττο μοοτο τοτοοτο» (στο τοτοτ
× επιτακτικοτητα οδηγείται σε καποιο συμβιβασμό, βλ., στο ιδιο,
9

τη ν

Σχετικα με την κατ“ εξοχήν έκφοαση της επιτακτικότητας, το νόμο, τη νομο­ για το νόμο, αλλά θεσία στους Νόμους, βλ., ενδεικτικά: Η. Οοὶτοε (1949), Ζ9­75 και για άλλα συναφή θέματα ,Ι.. Οοτοετ (1951), Χοἰν­οονἰ, Μοττονν (196θε), 544­ 572 παοκ 573­59ο για την κυυιαοχτα του νόμου, βλ. εταιιεν (1983), ε, 21, εο· για βλ., για παοάδειγμα, πάντοτε στον ίδιο διάλογο τη σχέση νόμου και φύσης Μ. Οετννεὶσ (1977), 61­63·τέλος,γιατη σχέση νόμου καιηθικής στουςΝόμους, για το λεγόμενο «νομικό μοοαλισμό», του Πλάτωνα, βλ. Κοεεοττἰ (1988), (1989), κατά τον Κοεεοττἰ ο Πλάτων είχε επίγνωση των δυσκολιών $τειΙΙον (1983), ΔΟ­42 του δοκιμή εναομόνισης των νομικών ποος τις ηθικές εκ μέσους αυτή η που ενείχε επιταγές. Δεν έλειψε και η διεοευνηση της σχέσης των ττλατωντμών νόμων των Νόμων ποος την αθηναϊκή νομοθεσία. βλ. Α.Η. (ἶοεεε (1933), ο οποίος και συμπε­ οαίνει ότι οι κυοιότεοες νομοθετικές ουθμίσεις του ανωτέοω διαλόγου έχουν επηοεασθεί από το αθηναϊκό δίκαιο. σε μικοότεοο ή μεγαλυτεοο βαθμό * Ποβλ., στο ίδιο, 919ο3­Δ· σε σχέση με το κείμενο αυτό, βλ. Πολιτικ. Ζ95ει1Ο­

ε Θμη νεια τους.

,

*τν Ετσι,

9

,

,

­

­

­

875 94­57 916 ο3·5·
Βλ­7 ετττστι̃ο ττἐ τοντοσημεἐ ντο τον ττολτττττο ττοτ τοοἐ νομονἔ οττοτμετἐ τον φτλοσοφοοντοἐ νττομετμένοττ στον Πο/τττττο (298ο 8019) χοτ τομἔ Νοττοοέ

****

­

­,

ίοττε­οτϋυ

­

235­ Η τντεοβολτι̃ στον ττολοσμο οεν εττφοοἔετοτ μονο μέσο οττο την ττνοτοολτι̃ ποοοοστο τον θονοτον (βλ­ στὶμ­ Π 195)τ ττοτ την οττοτμτι̃ οττ ο οττοτοσοήττοτε ττολτττι̃ἔ μοοοετνο ττμοτοεττον οττοτοοήττοτε ττοοοβοττυ οττομτὶ ττοτ νο τον ετττελεί' εττφοοζετοτ ττοτ με ολλονἐ τοοττοοἐτ (τι) Σε ονο στι̃μετο οοοἐετοτ οττ ο οσττών την εἔομστο μττοοετ νο ετττβολετ οττοτο ττοτνή θέ/το (βλ­ 881ο5_ο)' (τα) ττοτ σε ονο ολλοτ ότι θα ποέπει να τιμωοουνται τα παιδιά και οι παιδαγωγσί από οποιοδήποτε

­

­

Μ.

ον το ττοτοτ νττοττττττετ σε ττοποτο σφολμο _ ον ο ττολττηἐ οεν το ττμωοετ­ οτ) οττοολετ χοτ τι̃ οττεοβολή ττι̃ἐ νττεοβολήἐ οσον οφοοο το θονοτοτ εττττεφοοσμέντι̃ τοἔτ ποθοπονω οπο οτἔ οτἐ θονοτον (908ο)τ ω§ ττοτνέ§ ίτετά θοτνοτον (ορ/Οοτ οτ 8729­ 873ο› 88Οο_881ο)τ ττοτ οοἔ οτοβοβοτωοτι̃ οττ τι̃ ττοτθο· τεοη ποινή είναι ο θάνατος (85Δο).
ττολτττττ

(το ονετου̃ἔετοτ (βλ­ 8089)”

334

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Ο

ΠΛΑΤΩΝΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΩΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑ

335

Το εσώτημα που αναφαινεται ειναι το ακόλουθο· πώς αντιμε­ τωπιςει ο φιλσσοφικός λόγος τον τοόπο της υπεοβολής με τον ο­ ποιο εκφοόιζεται η επιτακτική θέση; Υπόιοχουν δυο σημεια της ανέλιξης της υπεοβολής της επιτακτικής θέσης τα οποια θα μπο­ οουσαν να μας βοηθήσουν στην απάντησή μας στο ποοαναφεοθέν εοώτημα. Στο ποώτο εκφοόιζεται η υπεοβολή ως ποόθεοη επι­ ταξης των παντων και ως λόγω μέοιμνα λεπτομεοειακής ­ αοιθ­ μητικής ποαγμόιτωσης της ποόθεσης αυτής: στο μέσον του κειμέ­ νου αυτου λέγεται ότι ακόμη και το μέγεθος του καθενός σκευους που θα χοησιμοποιει ο όινθοωπος της τόιἔης του επιτόισσοντος λόγου δε θα ποέπει να ειναι παοόι τα όσα αυτός επιτόισσει236· με σπουδή μαλιστα διευκοινιςεται ότι μια τέτοια ουθμιση, μαθημα­ τική ­ αοιθμητική ουθμιση για τα πόιντα, ειναι δυνατό να θεωοηθει σμικοολογια, αλλόι θα ποέπει να απαλλαγουμε από το φόβο ότι θα ποέπει να θεωοηθει έτσι237. Στο δευτεοο κειμενο η υπεοβολή

μεοειακής ποαγμόιτωσης της ποόθεσης αυτήἐι όσο και ως κολασμός των παοόι την τάξη της: ο κολασμός για όποιον κασ­ πουται φοουτα διαφέοει αναλογα με το αν ειναι ελευθεοος, δσυλος, μέτοικος, ή ξένος, ανάλογα με την ηλικια του, την εποχή, το ειδος του φοουτου, το αν η γη που καλλιεογήθηκε ειναι δική του ή όχι· όσο για τον αοιθμό των μαστιγώσεων, αυτός ποοβλέ­ πεται να ειναι ισόιοιθμος ποος τις οώγες των σταφυλιών που έχει το κόιθε τσαμπι το οποιο αυτός θα έχει καοπώθει238. Ειναι φανεοό, τόσο από την εξέταση των δυο αυτών κειμένων όσο και από την παοαβολή τους με όιλλα239, ότι ο τοόπος της υπεοβολής με τον οποιο εκφοόιζεται η επιτακτική θέση έχει ως όοιό του το ότι οδηγει τελικα το σπουδαιον της θέσης αυτής στην κατηγοοια του γελοιου240· κατ° αυτόν τον τοόπο επιτυγχάνεται μια έκπτωση για να παοαμεινουμε στην αισθητική γλώσσα του ηθικσυ­επιτακτικου χαοακτήοα της. Αυτή βέβαια δεν ειναι η εκ
239. Βλ. Πολιτικ. 266ει­εἰ· εκει αναγνωοιςεται (βλ. και 2661310­12, 266ε1θ­ὀ1) ότι γελσιοποιειται η διαιοεση, και συνεπώς η συναφής με αυτή χοήση των μαθηματικών, ως μέθοδος φιλοσοφικου οοισμου του πολιτικου, που θα κατέχει την τέχνη να ασχολειται με τη διαφοοόι· στο κειμενο των Νόμων γελοιοποιειται, επισης, η φιλοσοφική μέοιμνα χοησιμοποιησης των μαθηματικών για να εκφοόι­ σουν το νομοθετειν το οποιο έχει αντικειμενο τη διαφοοόι. Για μια ποαγμόιτευοη των τοιών αστειων του Πολιτικού, βλ. Μ. Η. ΜἰΠετ (1980), 30­33, και ΒειτΙ‹ετ (2196Ο), 30­34· επισης, βλ. σχετικα, Βκειυρ (1952), 67, 71­ 72,1 (ὶοιιΙσ (1955), 206. Τέλος, θα έποεπε να μνημσνευθει ένα ακόμη δειγμα, και μαλιστα αοιθμητική ς υφής, του πλατωνικου χιούμσο: στην Πολιτειο (βλ. 587‹112­ οι!) αναφέοεται ότι η ζωή του φιλοσόφου ειναι 729 φοοές πιο ηδονική από αυτήν

ζζὐζ­___ι

εκφοαςεται τόσο ως ποόθεση επιταἔης και λόγω ιιέυιιινοι λειιιο­
ο Πλόιτων

Ο Ρορρετ (41962), 166, παοατηοώντας κατ' αοχήν ότι στη ήδη στην Πολιτειο καιτσν Πολιτικό τους όιοχοντες σε ασκηση ωμής βιας σονέχειοι καταλήγει οτο συμπέοασμα ότι ο αισθητισμός, η αποψη ότι η κοινωνια ποέπεινα ειναι ωοαια ως έογσ τέχνης, οδηγει σε βιαια μέτοα. Το ότι αυτό το σόλο παιςει η αισθητική γλώσσα στην Πολιτεια (βλ. 5ΟΟὸ­5θ1ει), δε σημαινει ότιτον ιδιο οόλο παιςει γενικα στο πλατωνικό οοτρυε και συγκεκοιμένα στους Νόμους· αλ­ λωστε στην Πολιτειο, ήδη στο ψυχολογικό/ηθικό επιπεδο, η αισθητική γλώσσα «εναομονιςεται» με την επιτακτική (βλ., στο ιδιο, 43Οε, 4318­Β, ιι32ε, και οημ. Ι 400). Αυτόι που οχολιόισαμε σε σχέση με την ποοαναφεοθεισα αποψη του Ρορροτ, ισχυουν και για την εκ μέοους του ι̃λ|οΙἰη (1961) εομηνεια της πλατωνικής αισθη­ ο τελευταιος μαλιστα τικής γλώσσας για την πολιτική (βλ., στο ιδιο, 64­65) ποοβόιλλει ως αντιπαλο δέος της πλατωνικής πολιτικής φιλοσοφιας την επιτευξη τηἐ δγαχχαγῆε (ι) (βχὴ στο ηχο, 43),

­

παοοτουνει

Η
­
­

­

Ζ38. Βλ., στο ιδιο, θόιιὀά­8ι15εἱ3.

­,

­

­

­

του πεοιπλοκου των αοιθμητικών διαιοέσεων και θεωοει ότι οι πολιτες θα ποέπει να επιτοισσοντοιι στην αοιθμητικόι εκπεφοασμένη τάξη (βλ. 7ι17ε1­1›6)· για την ποοτοιἔη της οημοιοιας του οιοιθμου, βλ., στο ιδιο, 828ε8.

236. Βλ. Νόιι. 746τ13­ο5· όλα αυτόι τα ποοστάττει (βλ. 74664). 237. Βλ., στο ιδιο, 746ε3­Δ· στη συνέχεια πλέκει το εγκώμιο της χοησιμότητας

του τυοόιννου. 240. Υπόιοχουν και αλλα παοαδειγματα που οδηγουν το σπουδαιον της επιτακτικής θέσης στην κατηγοοια του γελοιου: ο ακοιβής καθοοισμός του υψσυς τσυ χώματος του τάφου και της επιτυμβιας στήλης (258ε)· ο ακοιβής καθοοισμός του χωοικου οοιου εντός του οποιου επιτοέπεται να ακουγονται οι θοήνσι των συγγενών του νεκοου (9601)) ο καθοοισμός αν θα εισαχθει ή όχι λιβανωτός (8έ17ο­ο), ο ποοβλεπόμενος καθοοισμός του πότε θα ποοχωοει, πότε θα στέκεται, θα τοώει, και θα λοόζεται καποιος (9421)).

­

336

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

δε
Ο

ΠΛΑΤΩΝΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΩΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑ

337

μέρους του φιλοσοφικού λόγου μόνη αντιμετώπιση των τριών μορφών που λαμβάνει η επιτακτική θέση· είναι η αντιμετώπιση όσον αφορά την υπερβολή ως τρόπο έκφρασης της. Όπως ηδη διακριβώσαμε η ίδια η θέση είτε ολισθαίνει προς την υπερβολη όσον αφορά τις προμνημονευθείσε; είτε όχι, αντιμετωπίζεται
5

μέτρου αντίθετη προς την προμνημονευθείσα μέριμνα ρυθμίσεων ευρυτάτου φάσματος και λεπτομερειακού προσδιορισμού, μέρι­ μνα που συνιστά την τρίτη μορφη επιτακτικότητας· όσο για τις δύο
Ε

­

7

θ

κ

κ

»

»

»

.
Μ

ω̨είε μοοφέε της _

με την πῳβολή αντίθετων θέσεων· για "Ξ αντίθετες θέσεις που αφορουν αντιστοιχα “ εκεινη , τη μορφη επιτακτικότητας που στοχεύει στην επίτοιζη των παντων, και αυτην που επιβάλλει τον κολασμό όσων είναι παρά την επίταζη όμως και που η ίδια επιδιώκει έχουμε κιόλας κάνει λόγο. Υπάρχει , , η λαμβανει που μορφη τη αφορα η οποία θέση αντίθετη ακόμη ία , μ συγκεκριμενη προσδώσει να μεριμνά επιτακτικη θέση όταν
°

ιζ

]

ἔεἔθέῖτη̨̃ζεθέιῖζηῖεα̨οἶῖΐιετοἶὕη̨̃ΐτἰκρδδῖίγνιῖιἶΐἕἕἕςτδἶἔἶτδδἕἐ δελεχούς ρύθμιόης τόσο των ιδίων2“ θεμάτων που αυτές μνημο­ νεύουν, όσο και όλων των ζητημάτωνῃζ εκ μέρους του πλατω­ νικού φιλοσοφικού λόγου ως φορέα της τρίτης μορφής της επιτα­ κῃκότηωἐ
διαλλαγης και της επιτακτικότητας του όλου λόγου του πλατωνι­ κού φιλοσοφούντος υποκειμένου, αν δεν ομιλούσαμε για δύο ζη­ τηματα που παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον· πρόκειται ” αντί ι ι ι στοιχα, για το πως αντιμετωπίζονται, τοσο στο πλαισιο της διαλ­ λοιγης όσο και στο πλαίσιο της επιτακτικότητας, τα θέματα που αφορουν το θεο και την ψυχη, τα οποια μαλιστα και συνδέονται εππακῃκή θέσηςω. σύμφωνα μεταξύ
όπως δια­ (Ι) Στο πλαίσιο του λόγου της διαλλαγης, ο θεός εις προσέγγισης είναι συνώνυμος με τη δυσκολία πιστώσαμεΖ" βάθος των προβλημάτων που ανακύπτουν όσον αφορά την παρά­ ι ι ι σταση της διαλλαγης και την ικανοτητα του πλατωνικου φιλοσο­ φούντος υποκειμένου να ανταποκριθεί στη δυσκολία αυτη· όταν η

ι ΙΙΙ. Δε θα ειχαμε ολοκληρωσει την αναφορα στα στοιχεια της

ι

ι

ι

­

εῖηἔ επίωξης πατά πεθυ̃πτωση _ έκφῳαση στο στόχο τηἐ ανεἔαω̨ δια ο ά : ασκώντα 97 Υ ια αλλη μ ια φ ο Ο α ° το πλατωνικό τ φ Ω ς η§ παραδοσια­ ιλοσοφούν υποκείμενο κριτικη στους νομοθέτες των , φ τους προ­ εκ μερους την αφορά όσον πολιτειών κών επιτακτικών τον στη Ϊοποθετώντας βολη του πολέμου ως υπέρτατης αξίας,
'

ι

­

να συν(ἶὀεΉ_ χαμηλοτεα̨η θεση τηε κλβμακαθ των αἔβωγ °σπεΌὁἶ[ σει αυτην την αντιεπιτακτική του τοποθετηση με μια κριτικη των οι οποίοι νομο­ σύγχρονών του εκφραστών της επιτακτικότητας , °, , , , , αναμεσα πραγματα κατα περιπτωση για αναριθμητα ιθετουν τα κληρονομικα παραδειγματικά στα οποία αναφέ ονται , Ο άποψη αυτη, που θέματα και μία κατηγορία βίαιων πράξεωνθη̨. Η ι / / επαναδιατυπώνεται και αλλού243, ειναι φανερο οτι ειναι εκ δια­

­

­ ­

Β

­

_

κ

Κ,

γ

ι

., 
­
244. Βλ.: περί κλήρων
»

­

και επικληρων, στο ιδιο,

9Ζ3ο5­9Ζ6ὀ7· περί αικίας, στο

241' Βλ” στο ω̃ἰο' 62969 _ 630633' 242. Βλ. στο ίὁι 07 63Οσ3 ­ 63Π›1 ' 243 Βλ σχετικά τη διαβεβαίωση του πλατωνικού φιλοσοφούντος υποκειμέ­ νου ότι θα οΰιλ ίσει ία «τύπου ›› τ πα όιοτασ τ διαλλα ίς (στο ιδιοέ 8Ο3ε°ῖ­ ι ι γη ι ηα̨ ηἔ Ο ι Ξ θε γ μ η ειναι (3 λογἶἔ για 7' 809Μ_6” 816ο1_2). έπφθαση αυτηἐ τηε μεομμναἔ για «Έυπ0Ή§» δεί7,"ατα και εκμα7ειο (βλ. ι στο ίὁιο, 788οΔ­ο3, 8ΟΟΜ­7)· πέραν των οσων εχουν οτιδήποτε άλλο λεχθεί περί αυτών των «τύπων» (βλ 80365­7) και είναι επαρκή ι ' να το αντιμε­ ατομου του κάθε χρειασθεί να ρυθμισθεί είναι θέμα της σκέψης
7 7

ίὀιο, 879οό­88204. 245. Βλ., στο ιδιο, 78θε1­7· το χωρίο αυτό μας συνδέει με τη σειρά των
#

κει­

κ

κ

τωπίσει (βλ. 8θ4ε1­Ζ, 8ΟΔεΔ­5).

μένων πω) αναφω̨αμε ποοηγωμενωε (βλ”σημ” Π 227)® Μ" εθχεται εΌθεω§ σε αντίθεση με τη θέση πω εκφοάἔετω στο χωω̃ο 788 Μ­03 Μαι σε σω/αφή Μίμενα ςγιαιιιισι, ελ. ο~ημ.1ι2ιι3›. 246. Η τριττη επιχειρηματολογία σχετικά με τους θεούς (βλ.891σ­9θ?Β), ι ι ι ι ι ι ι λογο λπηθίἑεται _ Οσον ΘΦΦΘΩΘΦ το ποωταοχιχθ θεμα της υπϋοἔηε ΈΟΌ; ·­ στο περί ψυχης (βλ. 89Ιά­899ὀ)· τελικά, αποκαλύπτεται ότι ουσιαστικά θεός και ψυχη, σε κοσμικό επίπεδο, ταυτίζονται (βλ. 899ο5­10). 247 Βλ 21

πε

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν· ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ο ΠΛΑτΩΝιΚοε Λοιοε
τ

ΩΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑ

339

ἔΞ2:ἔ›ἶ@):ΞΕἕηῖ|ωΟἶΞΞΕἕ: ῖη̨̃ἔωἕἐἑηθεἐη̨̃ἔ ἔἶἕἔσἶἔῖεῖἶἔη̨̃ἔῖ
πάντοτε λόγου ­¬ είναι συνώνυμη μιας σεισάς άλλων όσων όπως· του πλατωνικού φιλοσοφούντος υποκειμένου248 του νομοθέτ 249­
7

των αποτελεσματων τηέ παιδείας, και του οίνου25ἶ. Τι πθοκύπτει
απο Έα Οσα­εκι̃εθηκαν ποοηγοωἔενωα̨­ Οτι
)§©ησΒμ0πΟἕεπω ιγβα

η

=

248­ Στσσσ Νόμους)

σύνδεση

όσοσ

αυτές, τα παοαδείγματα που συναντάμε δεν αποτελούν παοά υπενθύμιση και επίοοωση της σύνδεσης αυτής· έτσι: (ἰ) το έογο του θεού μποοεί να αναλαμβάνει ισότιμα όπως έμμεσα λέγεται το φιλοσοφούν υποκείμενο (βλ. 6Δ5Ισ6­7, και την ποαγματευση του στο Ζ.1.)· (ἰἰ) την ίδια ακοιβώς στάση με το θεό έναντι των

σςἕ υποκείμενο τίσσντσσ εφσσσν σσσ συμβαίνει δεσῖεσο: βλ ασσστοιχσ σσσἔσζη σσμβσίνσ σε σχέση

ῖὲ
­
ι

φιλοσοφούντος υποκειμένου υπενθυμίῷουμε (βλ. οημ. Π 170) ότι ποοαναγγέλλει, στην ασχη του έσγοι, Ο σαφέσωτος Όπαγνγγμός τος συνομγχητή (βλς 626ἀ3_5). στη συνέχεια (βλ. 835 ο1­9, και την ποαγμάτευση του στο 2.1.), λέγεται, πασαδειγ­ ματικα για κάποιο θέμα, ότι αυτό θα έποεπε να αποτελεί αντικείμενο πσαγμάτευ­ σηἶσῖτΐσμἶοους του θεου· επειδη όμως αυτόσὁεν ειι̃ιαι ὀυνατό να γινει, θα είναι έογο

ενα οοισμενο επιπεδο δυσκολιων που μποσει να αντιμετωπισει ο ανθσωπος, και το οποιο ομως παοαμενσει, ειναι εμιιενες στοιχείο χοησης του, στις της ενότητας του ανθσωπου251· (β) η εξεταση της , , , , , αλλες πεοιπτωσεις, αν και φαινεται να παοαπεμπει σε καποιο ον υπεοβατικό σε σχέση με ι̃ῖθν άνθΩωπΟ› τελικά °­ σλἶο Εδω πλαίσϋο λόγσυ ή ΟΈΟ όλΟ πλαίσιο λόγΟ°0 για τΟ ίθι0 θέμα, ΟτΟ ΟπΟίΟ Ο ό@Ος οωτόἔ εμπεῳέχει̃ας _ οδηγεί στη δωῃω̨ίβωση ότι Οωτόε δεν είνας
η Ο­Ὁνωνυμίαζ και μάλιεπα /δη κα­Εαχ@ηστἔκή° έχἶβ βἦβαιῳ σι̃ο βάθοἔι Ήἔ αναλογεἔ συνεπελεἔ τηἔ γω την αποψη Οτε Ο Ο©Οἔ Οωτοἔ

να χαοακι̃ηωσεί Μα"

Ο 090€ Οωτος ­(Οι) τιο οποιο Όπεθίἶωνεω

ότι ιιἰιἰἶιἶἶὲεἔἐἶιἰἔ ιιζοἔιἰὲἶξοἶξἶἶἔξἔιἶῖξἔἶζῖἶἶὅιἔιζαιἶἔιἔἶἔἶιἶἔιἶΐξἕἔξ

παεά Μαχεισῃτό σ”ώ°υμ° α°θ©ωπ[®ων ὁ®νατΟτ°ίτων”2'

Μή

­

Ξξοπὲἕζἕξἔἶέἶἑἶζι̃ζἶἔἕἔΕῖσπἕἔσἶ
·

αντἑστἶῃχα,

250. Ο οίνος (βλ. 649ε8­Μ)

και η παιδεία (βλ. 79Ζο8­‹;ἰ3), οδηγούν σε ίλεων· η

έχει αναλάβει και το φιλοσοφούν υποκείμενο απέναντἕ του βλ ναῖίτίἕτωπων Οσντοςἐσποσει ένοσῖλαι

τον:
ἔΠο5­σἶ
°

σσσγσσσσσσή

2­1­
.
..

°

°

αι ην

ιζ"

αν

(ἰὶ)ηκατ®ασχην ανάθεση του έογου της νδμοθεσίας στοἶ›ς θεούς (βλ 66λο7 εΙ1)_ κ) _ αι ' ι , στη συνεχεια στο νσμοθετη (βλ.66Ζὀ7­ε1), με την κσίσιμη διευκοίνηοη ότι για τα
°

ιιιιἔίἶιἶἔ ἶἔζῖἶἔἔἔξἶἕἶἔιἔἔἕἶἔἰἶιῖἶιιἕἶ (Ϊ­ἔξαξιιΪἕἰἶξἰἔἔἶξἔΪἔίιἔῖἰῖ”ἔἶἔ
τσσῖσσθἶἕἑαἐ›τοΤΞι|λΞ2Ζφἔυν:πστἑε)Ἡε1νοειΞσ αἔαμειγνύειτο
σσσσ

,

.

,

,

,

,

Οωτή θεωοείτω συνώνΌμη7 (πη γλώσσα πεοί μίἔης (μέσοωδ τηἑ δωαλ_ Μπάσταση λαγης (βλ. 792σ8­‹15)' στο τελευταίο αυτό Χωθίο παθέχεται Ό διευκθίνηυ̃η ότι η τάση απόδοσης οοισμένων ποαγμάτων στο θείο, θα απέδιδε και αυτή την κατά­ που όπως ηδη είδαμε (βλ. σταση σε αυτό (βλ. 79Ζεὶ3­4)· στο πλαίσιο του λόγου μετα­φοάζἶι στην οοο›λογία πεοί θείου, αποδίδει σἶσοσ θείο, ζη­ σημ. Π 248) τηματα που αφοοουν το π ατωνικο φι οσοφουν υποκειμενο και το ογο του, ο

­

­

όεοε
*

χσσοσσήσσ (βλ. 712σ1_7)­
*κι

Ταύτιση όσον αφω̨ά την απόδοση ΈΟΌ ίλεω στο θείο, Η σΉγΜε%©[μένη εδώ κάπως καταχοηστικη, και αλλού ποοσλαμβάνει παιγνιώδη παοουσιάζεται

Με αποδίδεται στο θείο ίβλ· 8®3ώι 8®θ2)·

(ἑἔεὲἰἑατι̃σης

Κατόπιν αυτἠἐ τηἐ διευκθίνησηἐι εἔηγείται και

λοσοφοὐντοσ Ὁποκει ένσσ
μ ,

ι
­

Ω

η

[βλ. ἕΖιιε1­625ϋ1], καθως επισης έ των εων ά

μ την ανα̨μεἑη Θηκη η η στην αοχη του εογου και την αυτη σταση του σχετικα με την ανάμειξη
­

μφ ι .σ

§

μ Ω(ἶὉ€ Ήἶυ φυ

φ@0να (βλ. 716

αἱ­3), στο οποίο αποδίδεται ο καθοοισμός του μέτσου (: «μέτοον» 71605 σαι γενσσόι̃εσσ. 716σ1­6)
°

­ επομένως: και της σωφσοσύνης, δηλαδή της διαλλαγης ­ με το θείο
Π

ποοσομοίωση του σώ­

τ

τ

×

×

πιιιιιἕζἶἔοἔἶἶιἰἙἶ?ιἔἕξζἶι[ἕἶ; ἔἔΪξιἕἔιἔἶιῖίζ”ἱἕ”ἔἐἰΩῖ ῖἶῖγειξἰἔἔἶῳ είναι οι θεοί που λέγουν ότι οήδιστος και άσιστος βίος είναι ένῖιςἶιαι έ αυτό σε Ίἕ ἕλι
­

θεσσσ όχι σσνσν

τσσσση ηδίστοσ σοσασίστοσ θα

663ει1Ο­Β1, αλλά και

­ επιπρόσθετα ­ η απόδοσή της στους

ἔασεασ

πεεἔῖρσἶ
η

βι̃ἶ
_

Υλα ΤΉ δυνατότητα γνώσης και χοησης των αισθη­ Μίών με την (ω̨ίσῃλ πολπείαι τικών κοιτηθίων γενικά, και εκ μέθουε του φιλοσ0φικού λόγου ειδικότεΩα, καθώἐ αυτός ο τελευταίος ποοσπαθεί να ομιλησει για αυτή την πολιτεία και αντιμε­

251·

Πεόκεπαι κα ιη

Μόπα φιλοσοφικά πεαγμάτευσε θεμάτων σε

'

θεού7ς]])

τωπΐἑει συγκεκῳμένα πθοβλήματα' 252. Βλ. σημ. Π 248­250.

Ο

ΠΛΑΤΩΝΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΩΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑ

341

340

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ζ ς ( δηλωνει ί ” ενα ον το οποιο δεν ειναι πασα η υπεσβαση των ανθσώπινων δυνατοτήτων. (ΙΙ) Στο πλαίσιο του λόγου της διαλλαγής γίνεται λόγος για την ψυχη, οπως γινεται λόγος και για το σώμα· ωστόσο αυτή η πσώτη δεν αποτελει πασά την ονομασία του ενός μέσους όπου εκδηλώ­ νονται οσισμένες λειτουσγίες του ανθσώπου το άλλο μέσος ειναι το σωμα· το μέσος αυτό, η ψυχή, ανήκει σε ένα ενιαίο πεδίο, στο πεδίο του ανθσώπου ως ενότητας 253 .
ή

(ὶ)| Στο πλαίσιο της επιτακτικής θέσης, ο θεός είναι εκείνη η οντότητα που υπεσβαίνει τον άνθσωπο25Δ. Ιδιαίτεση μέσιμνα
254. Εφόσον ο θεός ουσιαστικά είναι ταυτισμένος με την ψυχή σε κοσμικό επίπεδο (βλ. σημ. Π 246), και η ψυχή ταυτίζεται με την πσώτη γένεση και κίνηση των όντων (βλ. 89687­ΒΖ), άσχει όλων αυτών (βλ. 892215­7, 967εὶ8­9), είναι πσεσβυτάτη των όντων, αθάνατη (βλ. 959ο3­4, 967‹17­8) και θειοτάτη (βλ. 966ό9­ ε1)· όλα αυτά τα γνωσίσματα, που επιγσάφουν τη θεμελίωση της υπεσβατικό­ τητας, αφοσούν το θεό, για τούτο και ανακοινώνεται με βεβαιότητα ότι ο θεο­ σεβης θα πσέπει να έχει κατανοήσει τα εν λόγω γνωσίσματα της ψυχής (βλ. 96?ιἰ5­7)· και ευθέως όμως υποβάλλεται η υπεσβατικότητα των θεών, καθώς

­

είναι η συζήτηση στο Φιληβο για την ηδονή και τη λύπη, συζήτηση η οποία συνυφαίνεται με την αποκάλυψη των απόψεων του φιλο­ σοφούντος υποκειμένου για την ψυχή και το σώμα (βλ., στο ιδιο, 32ο­42ο)· διαπι­ στώνουμε ότι μέσα από τη συζήτηση αυτή τονίζονται οι διαφοσές (βλ., για πασά­ δειγμα: στο ίδιο: 32ο, 33ο), το ενιαίο (βλ. για πασάδειγμα: 34ε), αλλά και αυτό έχει ιδιαίτεση σημασία το ενιαίο­των διαφοσών: βλ. χασακτησιοτικά, την πσο­ σεκτική διατύπωση: «τὰ δὲ διδ ἀμψοϊν ίοντα και τινα ῶσπεσ σεισμὸν ἐντιθὲντα ἴδιον τε και κοινὸν ἑκατἑσῳ» (33‹:ὶ5­6)· το ενιαίο ­ της διαφοσάς τονίζεται και μέ­ σα από το λόγο για την επιθυμία (βλ., στο ιδιο, 34ο­36ο), καθώς γίνεται λόγος για την αιτιώδη σχέση κένωσης (σώμα) πλήσωσης (ψυχή), και για τη σύγχσονη πασουσία (σωματικής) λύπης (ψυχικής) χασάς, ή και διπλής λύπης (σωματικής και ψυχικής). Τέλος, η άποψη ότι η ψυχή είναι ασχή ολου του ζωντανού οσγα­ νισμού (βλ. 35εἰ2­3), δεν αποτελεί πασά πσοαναγγελθέν συμπέσασμα του εξής συλλογισμού: εφόσον οι μηχανισμοί της ψυχής (:μνήμη) έχουν θεμελιώδη σημα­ σία για την επιθυμία (βλ. 35ό1­2), και η επιθυμία αποτελεί πσωτασχικό μηχανισμό για την επιβίωση του ζωντανού οσγανισμού (βλ. 35 ε2­5), η ψυχή είναι ασχή όλου
253. Πολύ διαφωτιστική

λέγεται ότι αυτοί γνωσίζουν, ακούουν και βλέπουν τα πάντα (βλ. 9θ1ά2­4)· είναι λοιπόν σοφότατοι και έχουν τη βούληση και δύναμη να επιμελούνται όλων των επομένως και του ανθσώπου (βλ. 9Ο2ε8­9θ3ε3), και αυτό ακσιβώς όντων

­

­

­

­

πσάττουν (βλ. 9Ο3'ο4­9θ5σ4). Γενικά, σχετικά με το πσόβλημα του θεού και τις δυσκολίες να γνωσίσουμε την πλατωνική αντίληψη για το θείο, βλ., πσόχεισα: Πἰδε (1927), 523­574, Ρεετιιςἰὲτε (21932), 172­195, Ιἰενεταἰιτ (1945), 39­42. Για το θεό στον Πλάτωνα, βλ., για πασάδειγμα: Οτοιηοὶε (1963), Ι, 369 ­38θ, Βἰδε (1927), 523­603, Ι)εερΙειτια (1985), 186­193, 203­239, Ρεετιιςἰδτε (21932), 43­53, Οετεου (1990), 62­71, 79­81, Οτιιοε (1935), 150­171, 176­178, Βουυεευ (1942), 63­127. Κατά τη γνώμη του

του ζωντανού οσγανισμού. Στους Νόμους, για άλλη μία φοσά (βλ. και 1.2.3.), η ψυχολογία του Φιλήβου εκλαμβάνεται ως δεδομένα γνωστή και εν ισχύει, γι\ αυτό και μία σεισά χεισισμοί του πλατωνικού φιλοσοφούντος υποκειμένου όσον αφοσά οσισμένα ζητήματα, γίνονται κατανοητοί, αν αποδεχθού με ότι την πσουποθέτουν: κατ, ασχάς, τονίζε­ ται άμεσα η ενότητα του ανθσώπου (βλ. 64404) στη συνέχεια, επειδή, ενδιαφέσει το φιλοσοφούν υποκείμενο η επιθυμία της οποίας ανάγνωσίζει και στο έσγο αυτό την τεσάστια σημασία (βλ. 7826­”783ε) και τον ενδιαφέσουν επίσης όπως δείχνει ο λόγος πεσί ασετής, πεσί οίνου και πεσί του αισθητικού οι εγγενώς συνδεδεμένες (βλ. Φιληβ. 39ὀ­ο) με αυτήν δόζα ηδονής, δόξα λύπης (που ανήκουν στο χώσο της ψυχής), γι' αυτό και ομιλεί για την ηδονή και τη λύπη σε σχέση με την ψυχή (βλ. Νόμ. 653ει­Β, 689ε­ο, 683Β­864ο).

Ιἰενετὸὶτι (1945), 53­55, ο Πλάτων πίστευε στο δωδεκάθεο· διαφοσετική είναι η βλ. Ποαόε (1945), 22­25, (1951), κυσίως 220­221, και σημ. 66 γνώμη του Ποὸαε (231­232) όπου ασκεί κσιτική στον Κενετὸἰο. Οσισμένους απασχόλησε, επίσης, το βλ. ΒεερΙεοά (1985), 186­191· ο θέμα κατά πόσον είναι θείστής ή όχι ο Πλάτων Παπανούτσος (1971) αναγνωσΐζει ότι η πλατωνική αντίληψη πεσί θεού άλλοτε κλίνει πσος τον πανθεισμό (: Πολιτειο) και άλλοτε πσος το θείσμό (: μεταγε­ νέστεσοι της Πολιτειοις διάλογοι) κατά τον ΗεοΙςίοττΙτ (1936), ο Πλάτων μποσεί να καλείται «θείστής». Για τις επιδσάσεις που δέχθηκε ο Πλάτων από ποιητές και φιλοσόφους όσον αφοσά το θείο και την εζεσγασία στην οποία αυτές υποβλήθη­ καν από τον ίδιο, βλ. Ρεετυςὶὸτε (21932), 171­195, Ποόαε (1945), 22­25. Όπως είναι, τέλος, γνωστό, πολύς λόγος έχει γίνει για τον Πλάτωνα ως πσόδσομο του

­

­

­

­,

­

­

χσιστιανισμού όσον αφοσά την έννοια του θεού (βλ., για πασάδειγμα: ΒετΙ‹ετ (1960), 352, 365, ΗειοΙ‹ἙοττΙ1 (1936), 4 κ.ε., Ρεετιισἰὲτο (Ζ1932), 187 κ.ε.· αντίθετη είναι η γνώμη του Βοαιἱε, ο οποίος θεωσείτην ταύτιση αυτή ως «ανοησία» (Βοὀόε
(1945), 23).
με κύσια Συγκεκσιμένα για το θεό, το θείο, τη θσησκεία στους Νόμους Ι' βιβλίο βλ., για πασάδειγμα: ΒεΠ‹1τερ (1935), Οτοιηοὶε (1963),

αναφοσά στο

­,

­

342

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Ο ΠΛΑΤΩΝΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΩΣ

ΤΡΑΓΩΔΙΑ

343

λαμβάνεται ώστε ο άνθοωπος όχι μόνο να πεισθεί ότι υπάοχει θεός, υπάοχει το όν που τον υπεοβαίνει, αλλά και ότι επιμελείται τον άνθοωπο και δεν παοαιτείται από θεματοφύλακας του δικαί­ ου255. Επίσης, όλως αξιοποόσεκτη επιμέλεια αναφαίνεται όσον αφοβα την αφιέσωση όλης της κλίμακα; των κολασιιώνι για να εμπεδωθεί αυτη η πεποίθηση, με ιδιαίτεοη επιμονή στη θεσαπεία
τ0υ θΟινάτΟΌ256. Γιατί λ0ι3­τόν αυτή η 3τ0λυΟχιθ”ής πσοσπάθεια; Για­ τί θεωῳήταβ όΰῃ καλό ,και άωστο για την εππακῃκότητα ωἔ

για την υπαοξη του

­τη̨̃.­_

θεου257; Ποιν ποοχωοήσουμε στη δοκιμη μιας απάντησης, θα ποοτείναμε να εξετάσουμε την άποψη της επιτα­ κτικης θέσης όσον αφοοά την ψυχη. (ϋ)| Η αντίληψη της επιτακτικης θέσης για την ψυχή είναι ότι

Ζζ­τα
,

νομοθετελν η επλτυχλα τησ πΩοσπαθελα§ να πελσθολλν

,

9

9

9

Ολ

ανθοωπολ

257. Βλ., στο ιοιο, 887ι›6­ο2· ποβλ. 967‹:1­σ3. Ποαγματικα, αφιεσώνεται σχε­ δόν όλο το Γ βιβλίο στο θέμα αυτό, και διαπιστώνεται επάνοδος στο ίδιο θέμα στο ἱελος του ΙΒ |βιβλιου|(βλ. 966ο­96βο). Υπασχει στο πλαισιο αυτου του εκτενους ογους οχι μονον ποοβλεψη ποινων, αλλα και η ποομνημονευθεισα (βλ. σημ. Π 255) τοιττη επιχειοηματολογία, που επέχει σόλο ποοοιμίου (βλ. 887ο2, 907σ4),

Ι, 380­386, θοτεοιι (1990), 71­79, (ὶτιιοο (1935), 171­176, Ιπιοσἰοοἰ (1958), 206­240 _ με αναφοοα μαν στην Πο/μῖαα _ › Μοσονν (19ο0ο)› 399_Δ99› Βολἰἰοο (1952)› 6­ 329 ναοοοοαο (195Δ·›­ 311400” η ποανματεοση τον Υμοἰο (1988)› 38_58› αφοοα να μοννα σημεία καν αἐ οναφοοέἔ τηἐ πλατωννμηἔ θοησμοίαἐ των Νόμων εν οννηοί· σον ποσο νη θοησμοία Τηἔ Αθηναἔε Πα το Γ βνβλίο των Νσμωλϋ βλ­› επίσηἑι Ραμ και τα σχετικά σχόλια του Ο1.(}ειμσἰιτ τἰςοτ (1930), 122­125, Μ. Οιιστοιητ (1924) (1990), 48­63 Μοτοιιυ (Ζ1965), 56­84, ΟΘἘΘΠΗΘΜ (1982), 258267 _ αβοβανοἔ αν ποσμαναν ποον πανθοτσμον η θολσμοο (βλ­7 στο ίὰα 265) _ι σολοαοοο 0942)­ 131474· Θα αοέπομ εν μαναμλοίομ να σημοαοθοί σμννα οπονοοηπονε θέμα _ ννα παοαοεννμαῖ αποοεἴἔονἐ οπαοἔηἔ θεοοι θοησμενμμη λατοοίαι νομον ποοί ασε­ βοίαἐι νοοοσολίαο _ πον αφοοα νη θοησλοία στοοἐ Νομοοῶ η πλέον ονοἔοονμη ωἐ οημεσα ποαγμάτευση είναι αυτή του Κονοτὀὶυ (1945).

παοαμυθίσυ (βλ. 8851›2), μυθσυ (βλ. 903σ2),η επωδής (βλ. 903ο1)· όποιος δεν πει­ οθεί από αυτην, θα κολάζεται (βλ. 907ό­909σ, αλλά και 909α­910ο)· για ένα ακό­ μη, σύντομος ποοοίμγο γγα Ἑ0 ίδιο θέμα­ βχ 88γΟ­888ὸ'

Έχουν ομόφωνα αναφεσθεί οι μελετητές στα κίνητοα του Πλάτωνα σχετικά
με την επιμονη του στην εμπέδωση της πίστης στους θεούς. Συγκεκσιμένα: Ο Βοαοε (1951), 224, διατυπώνει την άποψη ότι οι θοησκευτικές συθμίσεις των

­,

­

255­

Πα την

Έοανη αντη επνλονοηματολονναι βλ¬ αννίστονλαι Νσμ­ 891ο_

89%/966€ἰ·967Θ7 899ο·9Ο5οι 905σ·907ο­
Ζ56­ Γἶνεναν λσνοἐ ννα ποννη νεννμα (907ολ ννα απειλη (890ο)› μαοανωμα (890ο)› αμμία (890ολ οἔοοία (890ο)› οημενση πεονοοσίαἐ (890ο)› φνλαλνση (89Οο› 908ο·909σ)› ννα θανανο (890ο› 909ο= 9089 _ παοαπανω απο οίἔ ενἔ θανανονλ Σημαώνονμε σα στο θέμα τηἐ νβοοωἐ ένανμ των θεών οπανοναν σλν μονον η

αθεἶαι αλλα μαι η οη μνσοονία νονωαμών νεοών (9Ο9ο_910σ)” στην πεοίπνωση αονη ποοβλέποναν οσο ποννη αλομη μαν ο θανατοἔ (9109) Σλεμμα με το θέμα αστο τηἐ οβοεωἐι νηἐ ασέβααἐι ένανα νων θεώνϋ σον ηναοο σμἔητησονἔ ναν ποοἔένησο πολλα _ έννονα εανμονμμα _ σλολ1α› αομεί να αναφέοονμε σα αμομη ναν ο νλοοἴοο (1975λ παοατηοοί σα σον έλα ποοηνονμενο στην αολαία Ελλαδα η πλανωννλη οοθμνση εναντίον νηο ασέβοναἑ (βλ¬ στο [όλα 23)› ο σε Παπανοονσοθ (1971) αναγκάζεται να υιοθετήσει κοιτικη στάση έναντι των μέτοων εναντίον των αθέων τα οποία θεσπΐῷουν οιΝόμ0ι, (βλ., υ̃τ0 ιῖἶιτ), 152­154).

Νόμων επέχουν θέση μηχανισμών κοινωνικου ελέγχου· ο Ρορρετ (λ1962), 142­ 143, θεωοεί ότι η θσησκεία χοησιμοποιείται στους Νόμους όπως και στην Πολιτεια για την επίτευξη πολιτικών στόχων· ο θομττεοιτ (1942), 161­174, έχει τη γνώμη ότι η ποοβολη της πίστης στους θεους ενισχυει το πολιτικό ποόγοαμμα του Πλάτωνα στους Νόμους· στη συντομη, αλλά πεοιεκτικη και ευστοχη, σχετικη ποαγμάτευση του ο ΚΙοε1‹ο (1986), 230­232, καταδεικνύει τη σκοπιμότητα του θεου/των θεών για την επίτευἔη της πολιτείας των Νόμων· επίσης, στην κάπως πιο πσόσφατη και ενδιαφέρουσα επισκόπηση του εν λόγω θέματος ο Υιιοὶε (1988) τονίςειτο πλέον σημαντικό: η πίστη στους θεους, είναι, κατά τον Πλάτωνα, απασαίτητη για τη βιωσιμότητα των θεσμών της πόλης, είναι θεμελιώδης πασά­ γων για την εφαομογη της πολιτικής φιλοσοφίας του (βλ., στο ιίὸιο, 28, 31, 32)· και γοάφει χασακτηοιστικά: «Στα χέοια του Πλάτωνα, η θεολογία γίνεται τμημα της πολιτικής επιστήμης» (στο ιδιο, 32)· ο ευσεβής πολίτης είναι και υπάκουος (βλ. στο ιδιο, 35). Εν ποοκειμένω, δε θα ποέπεινα λησμονουμε την αντίληψη του θείου του Πλάτωνα, του Κοιτία, ο οποίος στο έογο του Σίσυφος εκφοάζει την άποψη ότι οι θεοί επινοη θηκαν για να φοβεσίςουν όσους σκέπτονται να υποπέοουν σε ηθικά παοαπτώματα, και για να αποτοέπουν τη διάποαξη εγκλημάτων (απ. 25· το ανα­ φέοει ο ΚΙοε1‹ο (1986), 230)· τέλος, παοά τον φιλόδοξο τίτλο του, το άοθοσ του Ρειιτ,ς1ο (ΡιιιτμΙο (1976)), είναι μία έκθεση ­ σχολιασμός του Γ βιβλίου των Νόμων, χωοίς οιοδήποτε ίχνος πασουσίασης «πολιτικής ψυχολογίας της θσησκείας των πχαῖωνωγών Νόμων».

­

­

­

­

Πολλοί επίσης τόνισαν ότι το έογο αυτό, του οποίου

η ποώτη

λέξη είναι η λέ­

344

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Ο

ΠΛΑΤΩΝΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΩΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑ

345

αυτή είναι ο όντως άνθοωπος, το πιο οικειο στον άνθοωπο258, το ανώτεοο στην κλίμακα των αξιών μετά το θεό259· το σώμα συνο­ δευει τον άνθοωπο μόνον όσο αυτός ζεί, έχει παοοδική οντότη­ ταΖ60, ευοίσκεται χαμηλότεοα στην κλίμακα των αἔιών261· η ψυχή είναι σντσλογικά ποωταοχική262 και αθάνατη263 μετά το θάνατο του ανθοώπου ­ σώματος πηγαίνει στους θεουςλ". Τέλος, η απο­

δοχή της υπαοξης της ψυχής ως ανώτεοης από το σώμα και αθά­ με την πίστη στην νατης συνδέεται όπως ποοαναφέοαμε

­

­

­

ξη θεός (βλ. 624ε1) και για το οποίο οητά λέγεται από το φιλοσοφουν υποκείμενο ότι συγκοοτεί μία «θεία πολιτεία» (965ο10), είναι μία θεοκοατική πολιτεία (βλ., για ττοοάοτιγμο: Βαν (1937), 313­316, νιτιττι­Νττγττετ (1978), ιιιο). Στο ττιιοιοιο αυτής της «θείας πολιτείας», μία σειοά σημαντικών στοιχείων της ενισχύονται ως ποος την ποοσπάθεια αποδοχής τους, καθώς τους αποδίδεται ο χαοακτήοας του θείου· έτσι, για παοάδειγμα: η ψυχή είναι θεία (βλ. 7261›3, 794ο1, 966ο1), η διαλλαγή είναι θεία (βλ. 792ιὶ5), η ακινησία των νόμων είναι θεία (βλ. 798ο1), ο νόμος είναι θείος (βλ. 95707), η τιμή ποος την ψυχή καιη τοποθέτηση του σώματος σε δευτεοη θέση (βλ. 727ο κ.ε.) είναι θεία ενασχόληση (βλ. 732σ2), η παοάβαση του θειου νομου τιμωοτιται απο τη δικη που παντοτε τον ακολουθει (βλ.716ε3), η

υπαοξη θεσυ265. Μετά την συντομη έκθεση των αντιλήψεων της επιτακτικής θέσης για το θεό και την ψυχή, θα αποπειοαθουμε να απαντή­ σουμε στο ήδη διατυπωμένο εοώτημα για την ποώτη αντίληψη, μεταφέοοντας παοάλληλα την αποοία που αυτό πεοικλείει, στο θέμα της ψυχής: γιατί αυτή η έντονα υπογοαμμισμένη αξιολογική
ὁ ,
, , , , , θ

Βακωση της ψΌχη§ απο το σωμα σε σχεση με τον αν Θω̨ποι γιατι όλη αυτή η αντιληψη για την ττοοεία τηε ψαλυ̃αι̃ε μετα τα θανατο ααι η σύνδεσή της με τΟ θεό; Η απαντηση θα μη­Οαοηαε να αννχνεηθευ̃ στο νενονός ότι ση­ μανῃκά γνωοίσματα της εππακτὼκῆἔ θέσηε ενἰσχύονταἰ ως π@ο§
, ,
,

,

,

αιαώε και η αιακὐνηιτἔλαει είναι αείαε φόβοι; ίβλ­ 671α2)

_ νεναατεαα για αι

49990 του επλθετθη̨ θειοἔ σἶοθἔ Ν®μ®®ἔ= βλ· ΜΠΒΠΙΘΓ 0930)? 90­111·

25ε.Βι.,οντιοτοιχο,Νομ 959ι›5­ιιςττοβλ.95986­ιι,959οι­8),ταττε­ιι.

259. Υπάοχει η εξής διάκοιση: η ψυχή του ανθοώπου, η ψυχη που εν­ειναι στο σώμα του ανθοώπου θεωοείται (βλ. 726ει3) θειοτάτη μετά το θεό­ψυχή σε κο­ ομιττο τττιτττεο (τι εωιτ­τιι), τοι οττο βέβαιο τεττιτιτιετη; ττοαηοήςτης στο μα, το οποίο τόσο πολυ απαἔιολογείται σε σχέση με αυτήν (βλ. 726ε2­728ε6)· έτσι, «κτη̃ μα» του ανθοώπου έστω και παοοδικά για την ποώτη, αυτήν που είναι

το

­

­

(726:7­727ει2), δίδεται η συγκεκοιμένη διευκοίνηση (βλ. 7263, 727133­4, 728ὀ3), ενώ όταν δεν υπάοχει ο ποομνημονευθείς ποοσδιοοισμός, δεν υπάοχει καμία τέτοια διευκοίνηση (βλ. 728ο1­2, 966ι19­ε1).
260. Βλ., στο ίδιο, 959ο1­3. 261. Βλ.,στοιι̃διο, 959ει5­6·ποβλ., επίσης, 697153­5, 743ε2­6, 959ο5,726ε­728‹1

τή
­

την υ̃ω̨οθεση τουἔ να π©ω/μα̨τωσΟΉν τσοἔ Ρ­ΕΟΧΡΌΞ τΟΌ€ Ψε Ρχεση με το αντωίνελμενο ΤΟΌ9 πω) ελνω η δ'=αφΟΩα› Όπο μια ποοω­Εοθεσητ να έχει επιτευχθεί η πίστη ποος το θεό και να έχει εμπεδωθεί η αντίληψη της ποοαναφεοθείσας θέσης για την ψυχή. Ποια όμως είναι αυτά τα γνωοίσματα, και ποια μοοφή λαμβάνει η ενίσχυσή τονε; ία) Ο θεα€ είναν αυτόἐ ααα) παωταατατεί ααα­ ααα 449019· λ λ , θ , , εκ­"κα απο εωνει Την, πθοσπαθεια τηἐ εππακτυκοτηταἔ γκι ε­ πτοιιεοήι αοιθιιητικό ποαααιαοιαιια ονθιιίσεων όσον αφοοα τη

265. Βλ., σημ. Π 246, 254.

Για την ψυχή στον Πλάτωνα, βλ., για παοάδειγμα:

Α‹1Ι‹ἰΠε (1970), 127­137, Οτοιυδὶο (1963), Ι, 293­ 364, Βσααε (1945), 21, (1951),

207­235, Οτυοε (1935), 120­149, Οιιτυτὶο (1971), ΗεΙΙ (1963ο), Βοοὶυ (21968), 126­

4 το τελευταίο αυτό κείμενο το συζητάμε διεξοδικά στη συνέχεια.
262. Για το ότι είναι, γενικά, σντσλογικά ποωταοχική, βλ., στο ιδιο, 896ε7­1›2, 892ε5­7, 967‹18­9· για το ότι είναι ποωταοχική σε σχέση με το σώμα γενικά και του 897ο4/ σημ. ΙΙ ανθοώπου ειδικότεοα, βλ., αντίστοιχα: 892ε8­1›2/ 892ο3­7, 896ο1 258/ σημ. Π 260· ποβλ., επίσης, Φαίὁ. 94ο. 263. Βλ.,Νόμ. 959ο3­4, 967σ7­8. 264. Βλ., στο ιδιο, 9591›4­5 ποβλ. 959ο6­8.

­

­

για τη σχέση ψυχής και σώματος, βλ., ποόχειοα, για την ψυχή στους Νόμους (με κυοια αναφοοά στο βιβλίο Ι' ), βλ., ενδεικτικά: Ροετιιςἰετο (1949), 123­130, Μ. Ου. (ὶυετουΙτ (1924) καιτο σχολιασμό του από τον ΟΙ. ίὶαιιαἰο (1990), 47­ 63 Μιι8Ιετ (1960), 48­61, ΟετοΠῖὶεΙσ (1982), 258 ­267, Βοὶωεευ (1942), 131­148, νειυτουττε (1954), 311­400· θα ποέπει να σημειωθεί ότι ο θουηεου ασχολείται με τη σχέση του πολιτικου ποογοάμματος των Νόμων και την ποοβσλή της ψυχής
160, Βοοαο (1925), 463­489·

Α‹1Ι‹ἰΠε (1970), 137­143, Γοὀἔο (1950), 177­2014

­,

ποος ενίσχυση του ποογοάμματος αυτου (βλ. Ξσαυεευ (1942), 161 ­174).

346

ΔΗΜΗΤΡΗΣ

Ν_

ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Ο ΠΛΑΤΩΝΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΩΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑ

347

διαφσσαεω. (β) Ανατιθεται σε αυτόν η μέοιμνα της επιτακτικό­ τητας για κολασμό της ψυχής όσων έχουν παοαβει τα όσα η ιδια εντέλλεται267· αντιστοοφα, η μη πιστη στο θεό, η αθεια, έχει ως
266. «ἰεοὸν θεου δῶοον» (Νομ. 771ο5) ειναι όλη αυτή η αοιθμητική σμικοο­ λογια, και, αντιστοόφως, στο πλαισιο της ανόικλασηζ, μια τέτοια διανομή την έχουν θειώσει (βλ., στο ιδιο, 771ο1­Ζ· γενικα, βλ., στο ίδιο, 771ε­ό, και ποβλ. 828ε­

συνέπεια όχι μόνον την όιοση του φόβου θειας τιμωοιας της ψυχής και την αποδυνάμωση αυτής της ιδιας της αποδοχής υποταγής στην επιτακτικότητα· συγκεκοιμένα: ταυ­ τόσημη με την αθεια ειναι η όιποψη ότι αφενός μέτοο των ποαγ­ μιά­ιων ειναι Ο ἀνθοωποἔ ωἔ ὁιάφοοοῶ λιοιι όχι Ο θεόἔ­σωφ@Ο“ ΟἸΪνη268, η επιτακτικότητοι ως ηθική τάξη, ως ηθική ταυτότητα των
που δεν επιτόισσεται, αλλα
οθ3ό3­9Ο5ο5, θα ποέπεινα παοατηοηθει ότι αυτός πεοιλαμβόινεται στο πλαισιο του

μ)­ Αυτό δεν αποτελεί ποσά τη μια όψη δοκιμής θέωσης της επιτακτικότητας· ο θεός όμως ειναι και ποότυπο και εγγυητής της αλλης όψης: ποόκειται για αυτήν

ζτττζόω̨ἶ

επιτάξειτα πόιντα, να μη της διαφυγειτιποτε, να επιμε­ ληθει με ακοιβεια όλα ανεξαιοέτως, ακόμη και τα σμικοόι (βλ., ποόχειοα, σημ. Π 227)· για το θεό ως ποότυπο­εγγυηιή ή αυάιιλασηθέωση αηῖηἔ τηἑ άχληἔ όψης; βλ., στο ίδιο, 9θ1εΙΖ­ιι· για τις δυνατότητές του, βλ.,στο ιδιο, 9θΖε8­9θ3ε3· για την επιχειοηματολογια του τι επιμελειται, βλ., στο ιδιο, 89%­οθὅὀ, κυοιως 9Ο3ο4 ­ οοέειι καθως επισης (για ιο εεε­ψυχη), ει. στο ιυιη, 967ι2­τι * Για το μηχανισμό αυτό της ανθοώπινης σκέψης, βλ., παοαδειγματικόι, στο ιδιο, οθ5 Β5­7: «κδιτα ὡς ἐν κατὀπτοοις αὐτῶν ταις ποαἔεσιν ἠγησω καθεωοακέ­ ναι την παντων ἀμελειαν θεῶν». Έτσι, βόισει αυτου του μηχανισμού ανόικλασης, και με δεδομένη τη σύνδεση θεου ­ ψυχής: (ι) Θα μποσουσε κόιλλιστα να εομη­ νευθει η διόικσιση σε ενοι̃οετη και κακή ψυχή (βλ. 897ο­ό)° (ιι) Επισης, στο θέμα της υποταγής στα όσα επιτάσσει η επιτακτικότητα των νόμων, η αναφοοόι στο θεό αποτελει ειτε (α) ανάκλαση­θέωση ειτε (β) εγγυητή­ποότυπο: έτσι, η υποταγή α­ υτή εκλαμβόινεται (α)| ως υποδούλωση σε θεούς (βλ. 7όΖε1­5), αλλόι και γινεται κατανοητή (β)| βόισει του ότι τους έχουν θεσπισει οι θεοι (βλ. 634ό8­ε5). (Πι) Τέλος, ειναι επόμενο μετόι από όλα αυτα ότι: (μη) η όιονηση της αλήθειας του λόγου της επιτακτικότητας δε γινεται ανεκτή, και χαοακτηοιςεται όχι μόνο μη νόμιμη αλλά και μη όσια (βλ. 861σΖ­5)· (ἰὶὶ2) ο αοχων (της πολιτειας της επι­ τακτικότητας, της εξουσιας της θεμελιωμένης πανω στην εικόνα του πολέμου βλ. 715εΖ­3) ειναι υπηοέτης του νόμου, κόιτι που τελικα ταυτιςεται με το να ειναι στην υιιηηεσω των Θεών ςβι., στη ιυιη, 71502­το _ πιει., ιιυηιως, τεεεε­5, αλλά και 861εμι). 267. Η ποοαναφεοθεισα μέοιμνα του θεου για τους ανθοώπους, η οποια απο­ τελει ειτε θεική εγγυηση ή ανάκλαση­θέωση της επιτακτικότητας, πεσιλαμβόινει ένα ακόμη γνώοισμα της επιτακτικότητας: τον κολασμό· για αυτόν, βλ., στο ιδιο, οεοιιι­εε, οοέειε­9ο5ε5, και, επισης, ειτε­8738, εεαεειι­ η δικη συνοεευει πε­ ντοτε το θεό και τιμωοει όποιον δεν ακολουθει το θειο νόμο (βλ., στο ίδιο, ν16εΖ­
που έχει ως στόχο της να

εοχοιολονιπομ μοθον (βλ­ι οιο πλω) 9ο3ο1·9ο5ο7)­ Ο μοθοἐ οιιποἐι ο οποιοἔ οιποιελει πολο πιο εἔεονοιομ­ενη μοοωή ιιι̃ἐ εολοπολονιοιἐ ιον Τμιοιιον (βλ·­ οιο ιοιθι λθε, 42ο­ο, 91ο κ.ε.), ποοσπαθει να ποοβόιλει μια εσχατολογια όχι με θεολογικους
οοοοἐ οιλλοι με ιμοοιποοέι νοι οιοιμοοωωοει ενοι εολοπολονιπο φοοιπο οοοιιι̃μοιῖ οινιι οιιι̃ μειοιθοινοπιοι ζωιλ οινοιωοιινειοιι ενοιἐ νέθέ φόβοι τικωοιαει 0 φόβοι τηε μετενσάοκωσιιε τηε ννκήε σε κατὡτεοεε υπάοἔειε. αν οι ποοιἔειἐ τον οινθοωπον εινοιι ιέιοιεἐ πον ποεπει αιποἐ νοι οοιινιιθει οε οιιπιλ την ποοειοι· Όπωἐ εχει επιοημοινθει (βλ οοιιοοοιε 0991)­ 202­201 (1973))› ιι νεοι οιιπή εολοπολονιο εινοιι ι7 πλεον εππωιιιἔ σε εμοοέ _ ωἐ μιι θεολονιπἠ (η πειθωἐ ιιι̃ἐι και σε αποτελέσματα, εφόσον: (Ι) δυνητικόι, απευθυνεται και στους αθέους)
νηἐ ιιμωοιοιἔ επ μεοοοἔ οιποιοιων

­

­

ενιολοειιο πμοοἔ τον λονοο ιιι̃ἐ πολιιειοιἑι επιοειονιοιἐ ιη μειοι θοινοιιον ιιμωοιοι ωἑ ποιθοοιπἠ ποοειοι' (ιι) ποιλοπιει ιοι λάθη ιιοιι ιιἐ ποιοοιλειιμειἐ ιιι̃ἐ νήινιιἔ οιποοοοιιἐ οιποιιοοονιι̃ἔι ποιι μοιλιοιοι ποιοι οιλοιθιι̃ιο ιοοπο _ μονιμο οιιιημοι ιηἐ επιιοι· πιιποιιποιἐι οπωἐ ποιιιο (ιλ (μι) ιι ειπονοι ενο§ οομποινιοἐ ποο ιιμωοειιον οινοοωπο
εινοιι πιο φοβεοή­πειοπιπη̃ οιπο την ποιοεμβοιοιι̃ ποιποιον θεον” (ιν) οονεχιοει νοι Χωοιἐ νοι την ποοβοιλειι εινοιι πιο εμπολο νιοι ιοοἑ οονοεειοιι με ιι! θεολονιοι θεοοε νοι επιβλεποον ιοι ποινιοι οιν ο ποομοἔ λειιοοονει με ιοοι Ψοοιποοἐ νομοιπἐ πάνω οιοοἑ οποιοοιἑ θεμελιωνειοιι ο εοχοιιολονιλοἑ λονοἐ νιοι “ιιι̃ν οινοοιπη̃ ή καθοδικη πθοειοι ιηἔ ψνλἠἐ· Με την ποιοομοιοοιι̃ οιιποο ιον εολοπολονιποο μοθοο οιολολιἶθιι̃ποιν επιοιιι ο οομιιμι (1947λ 105­108 τι οννοπνιμά _= ναι Ο Κιιολλετελςλ (1971), 73% πλέον ειιοτοκη όιιωε ειναι αυτή τον δυιεὸεο­ (Να σημειώσουμε ότι και στη Μειοιςεοτἰε (1981), 225­239, υπόιοχει μια πασουσιαση και κοιτική εν γένει

τ

­

οό).

ινιἐ πλοιιωνιπη̃ἐ εοΰιοπολονιμἐι πεοιλοιμβοινομενιιἔ ιιοιι οιιπήἐ ιων Νόμων)­ 268­ Βλ­ Νομ­ 715ο­717ο­ Η ποιιιιιή οιπεοθονειοιι οιον Ποωιοινοοοι” βλὐ «ο οὴ θεοιἐ ιι μιν ποινιων Χοιι μοπων μὲιοον οιν εἴη μοιλιοιοιι ποιι πολο μοιλλονῆ ποο ιιἐι ωἐ Φασα α̃νθοωποε» (7 1604­6· ποβλ­ όσον αφοοά τον Πεωτοαόοιι: <<π<ιντων και μά­ ιων μειοον εστιν οινθοωποἐ» (ΠΚ Β1))­ Μειοο εινοιι ο θεοἐι νιοιιι ποοιοιολοἔ ολιιἔ της μεταβολής στο συμπαν ειναι αυτός (βλ. 715ε8 ­716ε2), και συγκεκοιμένα,

Σχετικα με τον κολασμό, όπως αυτός αναφέοεται στο ποομνη μονευθέν χωοιο

οεοποιμἐ ολων ιων «νοον ελονιων» εινοιι ο ιοιοι (713ε3­5)” ομωἐ οε οιλλο οιιμειο

Ή8

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ
Ο ΠΛΑΤΩΝΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΩΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑ
349

ανθοώπων, και αφετέοου ότι φυσει δικαιο και οοθό ειναι η μη δουλωση του ενός στην επιτακτικότητα ως νόμο των αλλων, αλλα το επι­κοατειν του ενός επι των όιλλωνΖ69. (γ) Συνυφασμένη με την υπαοξη του θεου, μια από τις δυο κυοιότεοες αποδειξεις για την

αοετή

θεγχόἐ χω
272.

­ που ανήκει στην ψυχή ¬, και ο λογισμός ­ που ειναι
γε@ό€27Ζ

_, να

άθχουν επι της ηδονής και της λύπης)

ὐπαοξή τΟΌ› εννοω η τάξή που Ὁπάθχεν στην κίνηση όσον αφοοεᾶ τα αστθνήά σώματαῃοδ το νεγονόἔ αυτό Τω̨οβάλλεν ένα θεμελνωὁεἔ γνώαισμα της επιτακτικότητας, την τάξη, από τΟν κΟινωνικό ΟτΟ φυσικό μακοόκοσμο. (δ) Η διακοιση σε θεια, ανώτεοη, ψυχή και σε κατώτεοο σώμα υπάγεται στον τοόπο σκέψης ο οποιος εκδηλώνεται στο πλαισιο
νήἕ επνταήτνννότήταἔ· Κατ) αΩλήν› δνλαζεν αἔνολογνκομοπωἔ καν η διόω̃ω̨̃ιϋη θεός ­ άνθη̨ωσ­τΟς, τΟν άνθ€›ω3τΟ, ΟτΟ ιδιΟ πλ0ιιΟι0 θέτοντας έτσι τη θεμελιώδη ποουπόθεση εμφανισης της εικόνας του πολέμου σε ενδουποκειμενικό επιπεδο· κι όχι μόνον αυτό:

Για την αοετή ως θεϊκή, ως δηλαδή ανήκουσα στην ψυχή, βλ., στο ιδιο, για το λογισμό ως ιεοό, βλ., στο ίδιο, 64582 θειος ειναι εφόσον συν­ δέεται με την αοετή, εν­έχεται, στην αοετή, αποτελει συστατικό στοιχείο της
631Ι›­ο·

­

ααενήἔ·

Η συνδεση
Τω̨ἶπεν να μαἔ

ἔης ςἶαονησηἶ νου με νἶθενοσ νηἔ σωφοοἶννήἔ με νο θενἶτ ὁἕ θα

­Τ
σσσσ σσσσσ

­

­

ηνεν στο ήβναστο ἶωμπεῳσμα ΟΡ αποτειονήχωθή ναμἰα ήν­ κοινηοη, εκφανσεις της (θεικης ποοελευοης) αοετης αυτη ειναι η γνωμη πολλων, όπως, για παοαδειγμα, της Νοττμ (1966), 192­193. Ας ποοσέξουμε τον ακόλουθο συλλογισμό: (α) Στο χωοιο 631ὶ›­ο λέγεται ότι οι αοετές ειναι θεια αγαθα (ποβλ.
Ο

­

9ααα5·901α1αλ καν η ανεία
δναναναή μποαεν να Οήμαννεν

_ και τα αλλα _ εἶναι ανθαώσανα­ Ωασααα αααι̃ η 0" παοἔανονναν απο νονἔ Ἑεονα μποαεἔαμωἔ ναν να

δνακωση αυτή ννννενναν στνἔ βαθμνδες εήεννεἔ πω) Οθαουν αγαθο καν δίκαια αννίσνονλομ να όω̨χεν το «βέλτνοννὅ το «αμεή/Ον››› του εαυτού του, η «βελτιων» ψυχή του «χειαονος» σώματΟς271° ααα : η
ιβλ. ?θ9ο9­10), όχι μόνον ο θεός, η τυχη και ο καιοός, αλλα και η τέχνη αποτελει

συ

σσσσι

μσσσσ

σσσ ση

μσσσσ

σσσν

σασνσσ

Π

ἶἶιἔζξξἔήνἔἕἶξξἦἶἰἕτἔξἔξἶἔςἶἶτἶἶἑ ἶζσἔἶιἶἰζἶξἶαἔτἔἶξξζἶ ἔἔἶ ιἔἔξἔξζαιἔ
αποτελουν όντως αγαθα, αν δεν ποοηγηθει μια τέτοια οὑθμιοη (ως αοετή) όσον αφοοα τα αγαθα, η οποια και να τα καθιοτα όντως αγαθά για τον όινθοωπο· αοα, η αοετή ειναι «θεικής» αἔιας. (β) Σχετικα με την σύνδεση του νου με την ψυχή στο Θ” και Ι' βιβλιο· αυτή εντάσσεται σε όλα όσα λέγονται στο παοόν κεφαλαιο για την επιτακτικότητα: οι νόμοι ειναι νου γεννήματα, επομένως, και αυτοι θα ειναι θεικοι, εφόαονη ψυχή με την οποία αυνὁέεταν Ο νούα είναν θε­Μή. συνεπώς, θα παέπεν
Αααα το θεία

αήμανμμό παΘανΟννα· Τέλος, θα ποέπει να σημειωθει ότι το ιδιο κειμενο ομιλει οητόι για τον μη
όμοια μθοἔ τήν ήθνμή ναμτόνήτα› ωἔ ανθαωπο ὸναφαθα (βλ·716ὀ3)­ σε άλλη νλώσ” σα, αυτός θεωοειταιφοοέας υβοεως καιοαντιθετος του ταπεινός (βλ. 716ε4­7)

να υπακουουμε σε αυτους, γιατι διαφοοετικόι θα τιμωοηθοόμε από το θεό. στην πααούαα πεαίπτωαη δεν εἔνπηαετεα δεν παααπέμπεννοα

­

­

­

ματικόι, στην ποοτεοαιότητα αξιαςή οημασιας για τη διαδικασια επιτευξης καποιου παανματοα όπωα ατην (α) πεαίπτωαη εἔαντίαα τηα (μναα) νναναλεννννήα

ι̃μα τα ταπεννόα βλ­ Βαααα (1951λ 215= 229 σή μ· 39·
269· Βλ­ Νόμ­ 889ασ890α­ 270­ Βλ­ στα νήμα 897μ1σα3› 89883­Ό11= 96602­4· 271. Βλ.: «παντων γαο των αυ̃του̃ κτη ματων μεταςθεους ψυχη θειοτατον,

οἰκει­

ὁτατον δν. τα δ= αὐτοῦ ὁιττὰ ττάντ" ἐστὶ ποἶσι. τα μὲν σὺν κοειττω και αμεινω ὁεσπό­ ζοντα, τα δ” ἦττω και χειοω ὁου̃λα· των ουν αυτου τα δεοπόζοντα αει ποοτιμητὲον τῶν δουλευὁντων. οὕτω δη την αυτου ψυχὴν μετα θεους ὅντας δεσποτας και τους τουτοις ἐπομένους τιμαν δετν λέγων δευτὲοαν ὀοθῶς παοακελευσμαμ» (0τ0 ιῖἶια
7Ζ6ἱΖ·7Ζ7α2)· Αυτή ή τιμή ωἑ μπαδοήλωαή ανήνεν Ονή σφαναα τον αγαθού ναν·

σημασιας του ως αυτου που οντολογικόι ποοηγειται· το θειο, αντιοτοόφως, εννοειται στην παοουσα πεοιπτωση με την (αλλη) κυοιολεἔια του, ως παντοδυναμου επιμελητή, και εξυπηοετει την επιτακτικότητα. Στο ιδιο λοιπόν πλαισιο ενισχυοης της επντακτνκόνηταα (: θα πεανχαμβαναμε καννη μνεία ανα αωφαααύνηα νανΐηα φαόνησηα ωα θε­ναών ανα χωαίο 906α_ϋ. καν) ασφαλώς, στο ίδιο πλαίσνο ενταααεναν 0 ανόλαυθοα ατοχασμόα μέταον όλων των παανμανων είναι Ο θεόα̨ ναν όχν Ο ανθαωπαα [Ο θεόα μποαεί να αναπα, αλλα χαν να τνμωαεί τον ανθαωπα αφού

­

­

αμνδέεναν αμεσα με τή αμμμαθφωσή ανο ὀνήανοτ όπωἔ το ἐλεν ήαθοανσεν Ο λόνοἔ τομ ναμαθέτή (βλ¬ αντίανανλατ στα μήνα 727α3“4= 72702­3 _ παβλ· ναν 959ο1_2)·

κοινει τις ποόιξεις του· αν ο όιγθοωπος δεν τον ακολουθει, τότε αυτός καθιοταται τιμωοός]. Ο θεός αγαπα τον ανθοωπο [πότε; Όταν αυτός τον ακολουθει· και πότε τον ακολουθει;] όταν ειναι ο ανθοωπος σώφοων [δηλαδή, όταν ακολουθειτην ηθική και τους νόμους της πολιτειας των Νόμων]. (Βλ. Νόμ. 716ο4­α3· οι αγκυλες ειναι δικές μας ποοσθήκες στη συλλογιστική του εν λόγω χωοιου).

ΔΗΜΗΤΡΗΣ

Ν­

ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ο Πλλτομικοε λοτοε σε ΤΡΑΓΩΔΙΑ

351

κ να πουμε Δεν αοκει ομως ότι η διόικοιση αυτή αποτελεί μία θεωοία της επιτακτικοτητας, ,μια θεωοη̨̃α που αποτελεί έκφοαση του τοοπου σκεψης της τελευταιας, και ότι ο τοόπος αυτός είναι θεμελιωμένος στην εικόνα του πολέ­ μου όιοα απαιτεί διχασμό και διαμόιχη για το όιοχειν ­ όιοχε­ σθαιῃ· θα ποέπει, επίσης, να αναγνωοίσουμε ότι εξυπηοετεί σε ένα βαθύτεοο επίπεδο την επιτακτικότητα· ας δούμε ποιο είναι το επίπεδο αυτό: μέσα από τον αξιολογικό διχασμό του ανθοωπου, ποοκύπτει η αναγκη επιλογών του275· οι επιλογές αυτές θα ποέπει να οδηγούν τον ίδιο σε ποόιἔεις που να τιμούν την ψυχη τουΖ76· όμως την ψυχη του τιμόι ό,τι ακοιβως είτε επαινεί είτε επιτόισσει ο επιτακτικός λόγος, απευθυνόμενος για να βοεί ανταπόκοιση στον ηθικό­ψυχολογικό και το σωματικό πόνο, αντίστοιχα. Πώς εσμηνεύεται η ταύτιση αυτη; Η απάντηση στο εεώτημ­(1 Οωτό δελ­ χνει και ποια είναι η πιο βαθια στόχευση της θεωοίας πεοί ψυχης: εππακῃκόἔ λόνοἔ πθοστάζεγ τη μη νεὐση των ηὀ0νών277.. ληα

που

ειναι γνωοισματα του

,

ι

σωματος273.

ι

κ

×

σώ μευ̃ α279 κα (ἐλἶλολ λεί λίἑἔυμεἐα ί θἕἕελξἕΐατλλἑωἕλολπθυ “ ” 280 ί ολταε ἔγ · ψ μ ηη Ο ψ Χηἐ οεας μιας διττης ελπιδας λυπης 281 , η οποια συνεπικουοει την τοιτη

ιπἕνσολἐἔ

­

μοθφή ελπῶαἔ λὐπηἔ πω πθοἔενεί η θέσμλση ποθ/ών γω όσοη̨ἔ παθαβαλνων τον εππακπκο λογο· Δλασἶλστοἶνολλμει επομενωἐι πως πεθα απο την απλη αυτη καθαθτη ανελιἔη Τηἐ επιτθθιτιπῆς θέσης, όχι μόνον ο τοόπος της Όπεθβθλήἔ αλλά και Ο λιἶγθε πεοί θεού και ψυχής στοχεύουν στην

­

­

‹17, 727ε3­72882, και για μια γενικοτεοη συνοψιση, βλ. 728.35­ι:›2· για τα δυο ποώ­ λα ητιἔἶαδείγματα και τις σχετικές με αυτά παοαγγελίες του επιτακτικού λόγου,

ζεϊ­
ἔη> η
279. 280. Βλ.

Ο λἶολασμοἔ η Έθ­ "λλμακα αἔλωλθ η μεθλμνθ για λεπτολογο θυθμλση των/που νι̃ωλ/= γνωθα̃ἔουν ελίλσλλλση καλθωθ λαθη στον πθοαναφεθθεντα λοι̃ίοι Μ" Οιχιἔἐεικννονν και πθλι ωἐ 877/ενέέ ΤΟΡΞ τιλιΰμα ἶο ὀθία­ σμο τηἔ ζωηἔ ·ΑνΉθεΤα= Ο λογοἔ Τηἔ δλαλλαγηθ με τη λθηση των

Όποστηθλξη τηἔ θηἶοθῃῃἶἔ/ῃ?ἔ ε·π¿τα%"%Ο"?τἶ(ἔ

μία σεω̨ά απο λολζωἔ πολη̨̃ἔουμε ηδἶλ καταγῳψεἔ η θεσἶῳα πεῳ ψλθιήἔψέλέει τη γωση πωε ωἔ ποοη̨μηση π@Ο§ κατω καΈωτεΩ0® το
273. Είναι χαοακτηοιστικό ότι στον Πλάτωνα, στο ίδιο πλαίσιο της εικόνας του πολέμου τοποθετείται τόσο η σχέση λόγου­παθών όσο και η σχέση ψηλή§. ι κ βέβαια δεν είναι τνχαη̨̃ος εφόσον η ψυχη εν­έχει το λόγο, και το σω̨ματοε οἔι̃ἐτςἶ βλ εν π ολεγ ένω την ω̨οχογία χωθίων για τη σχέση ψηχής­
_

ει. Νεα. τεπιτ­εε πεβλ., στο τυο, 7263­72782, 72εε9­στ.

και μόνον το χωοίο Νόμ. 881ει: χειοότεοες θα είναι στον Ἀδη οι τιμωοίες από αυτές της επίγειας ζωης· όμως, επειδη οοισμένοι δε φοβούνται αυ­
τέἔ "Ξ εν Ἀἦη Ήμωθἶεἔτ θα πθέπελ να θερπλσθούν ωαἶμη αΌσΤΪλΩόΪεΘεἔ επίγελἶἔ τιμωοιες.|Παντως, μια μοοςμη κολασμου που ποοσφεοει μετα θανατον ο θεος ειναι η ουθμιση να δολοφονησει, σε μια αλλη ςωη, το παιδι του γονεοκτονου τον γονεοκτονο (βλ. 872ό­873ε)· βλ. επισης, σχετικα, 959Ι:›±ι­οθ.
281· Ο φόλἶοἔ "αλ Ο ψόγοἔτ ωἔ ελἶίδεἔ λὐπηἔ· 282. λεν ειναι μονον ο λογος πεοι θεου και ψυχης· στο πλαισιο του λογου της

Ξἔἱδῖτι̃δοςπιἶε τι̃ηνπἕοολογία α̨ἶωοίο: για τη σχέση λόγου­παθών· για τα χωοία αυτα, 19 ποω̨απομπέε ΕΟΠΒ (19λ5)7 1134157 1054097

αντίστοιχα.
αυτή, τη σύνδεση της με το αγαθό και δίκαιο, και τη 274. Για τ διόικ ι θ λιωσή τηει̃ὲτην εεγἔη̨α πολέμω βλ Νόμ 6260162702 χωτη σχετική για εμε λ σλζήτηση 1.1­
7

·

·

7

Νό
276 Βλ 277' Βλ”

72686:

τέον»
.

20 ἕὁἔο'

ἔίὁ ο

726859 7ΖλΞ2

636Μ­6

ω̃ιἑ 72702 ένα άλλο παθάδεννμα παθά νον λόνον ναν έπαν_ ' ” , , _ , ι νον τον νομοθέτ­ηγ ΕΜ" η μη χαΘτεΘηοηο·τους φοβους, αλγηδονες καιλυπες που
278· Βλ­3 στο
7

κ

κ

επαινείο νομοθέτης (βλ.727ο4­7)·για αλλα παοαδειγματα, βλ.,οτο ιὁιο,

7Ζ?‹:8­

επιτακτικοτητας, το αισθητικο οαφεστατα επανατοποθετειται στη αυμβατικη του θεσ77|(βλ­ Νθμ· 7θΔ(}·765Ό ­πθβλ· 8280› 83ἶιθ·835Ό)“ επειδη Ο θεατθἑ του συμβα­ τικου αισθητικου ειναι εκφοαστης της απόκρυψης (βλ.1.Ζ.3.), η οποία αποτελεί κύοια έκφανση του διχασμού της ζωής, διόλου δεν ξενίςει ότι και στην καθημερι­ νοτητα, στο πλαισιο ¬ ποοφανως της ίδιας ποοοπτικης, η απουσία εκδήλωσης υπεοβολης ηδονής η λύπης εκ μέσους του ανθοώπου, απουσία η οποία στο πλαίσιο του λόγου της διαλλαγης είχε εννοηθεί ως διαλλαγη̃ με αυτές μέσα στην καθημεοινότητα εκείνου του βίου που την παοαοτασή του αποτελεί το νέο αι­ “ ¬ τολαισ θ ηἕἑκο σ θ ητικο ί κἶι7ημεοινοτητας θ ” παοαγγε ”λλ εται να εννοειται ” ως απωω̨υψη (β ,στο [θε Ο ” )·

­

­,

352

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΗΡΗΛΛΗΣ

Ο ΠΛΑΤΩΝΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΩΣ

ΤΡΑΓΩΔΙΑ

353

όσων ψυχή, θεός, στοχεύει στο να ακυοώνει την ενίσχυση του διχασμού αυτού του οποίου οιζώματα αποτελούν οι ουγκεκοι­ μένες έννοιες και ο λόγος που τις συνοδεύει· ο λόγος της διαλλα­

(ΙΙ) είναι το σύμμετοον επιτακτικότητας και διαλλαγής ως εκφοοα
μλαἔ θέσηἔ με ω̨όπο τέτωο ώστε να συνλστά μεταφοθά λολ) λόγολλ
Στη οννέκειοι μία ιιοτοιοποιθέοτοοη άποψη (Βτοτιε Βοτελε Ρτεοτοτἱυε Κοοελθϋ ί ξε οτι υπηοξαν επεμβάσεις στο εογο αυτό εκ μεοους του Φιλίππου του Όποσἶηολ Οπ Ου ντιου· στο πλαισιο τΤΕ Οι π Οψηἐ αυτηει ο θε με λι ω τΊΊΞ τ'Πε Βτιυτε δι οιτυπωσε τ η ν άποψη ότι το Αί βιβλίο των Νόμων ως το χωοίο 632α, καθώς επίσης καιτο κείμενο

διαμέσου ακοιβώς αυτών γής έχει την ποόθεση να παοαπέμπει κ ν στ ν ενοτ τα του κοσμου του αν­ ατων του δι ασ ου ν ν η ι χ ν μ των| Ολζωμ κ η ν θθωπολλ χω ΈΟΉ 0λοΉ κΟσμ0Ή° ενοτητα εννοω) μενη παντοῖε μεσα από την ελκόνα τηἔ σλλγγένελαθ μλαἔ ὀλαφεἔλομἐλ/ηἔ· Έὶχοντοις ολοκληη̨ώσει τη Ουνθυ̃ττικτι̃ εξέταση σῖολχελων τολλ λόγου της διαλλαγής και της επιτακτικότητας, μποοούμε στη συ­ νέχεια να διατυπώσουμε το τελικό συμπέοασμα που ποοκύπτει δ από την ποοαναφεοθείσα εξέταση: Το συμπέοασμα αυτό ιαβε­

­

­

×

×

είναι ένας ιδεαλιστικός χειοισμός του θέματος της ίδουσης πολιτείας, αποσπάσματα από έογο του Πλάτωνα που έχει απωλεσθεί· το υπόλοιπο κείμενο του Αλ βιβλίου (απο το χωοτο 6326 κε.) και το Β® βιβλίο Θεωοηθηκοιν εογο του
96θι›­969‹:Ι

βαλώνελ όῃ Ο λόγοἔ τολλ πλατωνικού φλλοσοφοὐντοε ΉποκελμΪ:ν(ἶΉ ως λόγος της επιτακτικότήτας και της διαλλαγής αποτελει μια

Φιλίππου) λολ ολο το ολλο έοτο (βιβλίο Γ|·ΙΒ| 1: ωε 9ο9ο]) ένοιἐ λιτοτοοο ιδεαλιστικός χειοισμός του ιδίου θέματος από τον Πλάτωνα, με ουγκεκοιμένο αντικείμενο την πολιτεία των Μαγνήτων. Τέλος, ο Ρτειοτοτἰυε έκανε λόγο για πλήοη εκ μέοους του Φιλίππου αναθεώοηση και αλλοίωση του πλατωνικού ,γεγμένος τωνΝόμω„.

μίξη, μια κοαση, ένα Ουμμετοθν εττιτακτικότητας και θιαλλανἠς, καταδεικνύεται, σύμφωνα με τΟ σχετικό Οοι­ και επομένως αποτελεί το λόγο του σμό στον οποίο ποοβαίνει το ίδιο, ότι αυτός ,

­

­

α

λόγο τηἐ νεαἔςῖἔαγωὀλαςί εππΉΥ_ χάνονταἔ την Οθθή παοάσταση τη§ ὀλαλλαγηἔ· Οπωε δλακῳβω­ σαμε, τΟ Οθμμετ@Ον λαμβάνει τω̨̃εις εκφάνσεις' τις εττινθαφθι̃λ μεἰ Ή ποώτη (Ι) είναι το σύμμετοον επιτακτικότητας και διαλλαγής ως πθη̨βολἠ τόσο μιας θέσης όσο και της αντίθευ̃ής τη̃ς283' η δεύτεοη
Ολντίτεχνολλ τ@αγΜΟὐ7 δηλαδή το
υπό τ ν π ο­ ς | ί ς ς ' η Ο "αλ ελναλ παοα πολυ ενδλαφεοον παω̨̃αδελγμα βαση ποόσφοοη θεωοείται ί Ήιἐ επιτακτικότ τα ει τι πολιτεία της διαλλαγής οπτικ Ἡ ” Ύλα να λλπηἔλετησελ αθλεἔ "αλ στολολλς τηε ποοοπωληἔ αυτης αλ . ” ί λ ο α ία· το αντι ετώ­ ς | μ 283· Δλαφοοετλκα αντλμετωπλσε το θεμα αυτο η βλβ λ γΩ φ αυτό, έγιναν διόιφοοες Στο πλαίσιο πισε ω ἔ π Ω όβλημ οι «αντι φ όισεων» των Νόμων. , πθοσπἀθελεἔ εἔήλἴησηἔ των «αντλφασεων» 0ωτων° καθως επλσηἔ και αλλων ποθ­ βλημ όιτων που εντόπισαν στους Νόμους ευόιοιθμοι εομηνευτες τους· ας , παοακο­ λολλθήσολλμε> με σλλλίτομίατ οἔλλσμενες απο Ήἔ εξηγησελἔ Μπες _ ισως μαλακα να
Επλσηἔ>
τ
λ

_

­

1

οἶναιλαλολλνθλότἶθεἑ­
(αλ Αμφλσβητηθηκετ Ματ αοληνλ Ο" ολΝ0μω ΕΜ" εθγο ΈΟΌΠ ατωνα̨ (πΘω_ τοε εἔέοοοοο ομφτοβήοιοη Ο Αοο Ο οποία επηεἑασε Έον Ζθλλθττ "®",®""®ἔ με Ϊ" αργότεοα ο ΖεΠετ μετεβαλε την αποψη του ). σειοόι του επηοέασε τον Βιιοιςονν

­

Όπως είναι ευνόητο,οι‹‹αντιφάσεις›› του πλατωνικού κειμένου, υπό την ποο­ οπτική του ποοαναφεοθέντος εομηνευτικού πλαισίου είναι όχι μόνον ευεξήγητες, αλλα αυτονόητες. Δυστυχώς, όμως, για όσους έμειναν και θα έμεναν ικανοποιη­ ί τί πλαίσιο σ ού,το ε ί τ υ ιλολο ικού έ οι ε 1(θΟΖ)· αυ­ Ξατέοὲευτόι̃ελἕἕτι̃α ῖηνφκοιτικἶι̃ του τός, διασταυοώνοντας αναφοοές που υπόιοχουν σε διόιφοοα μέση του έογου, και εντοπίςοντας χωοία όπου: ποολέγεται κόιτι που θα λεχθεί στη συνέχεια, ή γίνεται ανοιφοοοι σε κατι που ηδη έχει λεχθεί, ομτληοε γιοι ενοτητοι του έογου. Μετα απο συμθολή του Οομτρετε, ουδείςςαμφισβήτησε το γεγονός ότι το έογο στο αυτή συνολο του ειναι του Πλατωνα. (Σε σχεση με την ποοηγηθεισα ποαγματευση, βλ. Οτοτο (51955), ΙΙΙ, 461­464, Μοιτονν (196θε), 515­518, νευυοιιττε (1954), 3­14). , ν ι ι Ωστοσο οι «αντιφασεις» παοεμεναν στο ποοσκηνιο ανεπιλυτες, με αποτελε­ σμα να επανεμφανισθεί ο ανωτέοω υπεοκοιτικισμός, ο οποίος εκποοσωπήθηκε αυτή τη φοοόι από τον Ο. ΜϋΙΙοτ. Ο ΜιὶΠετ (1951), ακολουθώντας τη μεθοδολογία ότι δεν εκτός των αλλων του φιλολογικού υπεοκοιτικισμού, συμπέοανε ν , , ι , α , υπαοχει ενότητα στο εογο· οι πολιτικες αποψεις του Πλατωνα σε αυτο ειναι αντι­ φατικές και συγκεχυμένες· έθεσε λοιπόν ο ΜϋΙΙετ το δίλημμα: ή να αθετηθεί το εφόσον ο Αοιστοτέλης το θεωοεί αυθεντικό (και ποοφανώς μόνο για έογο, ή να εκληφθεί ως αυθεντικό, ως έογο του Πλόιτωνα, με την απα­ αυτό το λόγο (!)) όμως διευκοίνηση ότι αποτελεί θλιβεοή έκπτωση των μεγόιλων πλα­ οαίτητη τωνικών φιλοσοφικών συλλήψεων σε κοινοτοπίες, μη ευφυή καοικατούοα της πλατωνικής φιλοσοφίας από τον ίδιο τον Πλάτωνα ίβλ., στο ιδιο, 184­190 ιτυβμ πολυ υωοττεου τυιυειιιιιιυ ςιεοη, 492, και υιογοιευυι Ηυυυυιι ςιοτω, τετ:

(Ρἰοτοπιῖὲιἰη̨ἕ

Χ

α

­

­

α

­ ­

­ ­

­

354

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΗΡΕΑΑΗΣ

ο ΗλΑΤΩΝ1ΚοΣ Αοτοε

ΩΣ ΤΡΑτοΔ1Α

355

της από την κατηγοοια του σπουδαίου στην κατηγοοια του νε­ λοίου· και η τοιτη (ΠΙ) ειναι το σύμμετοον επιτακτικότητας και
«κακός φιλόσοφος» ο Πλατων των Νόμων) για μια σφοδοή κοιτική στον Μη̨̃ιιετ, βλ. Οὁτςοιττευτιε (1960) γενικα, και 111­226, ιδιαιτεοα, καθώς επισης και την εύστοχη κοιση του νεουουττε (1954), 6 σημ.1. Σχετικα ποόσφατα επανήλθε στο θέμα οΤΙτοεΙοι®ἰ, κανοντας λόγο για «ετεοογενή μαζα κειμένων» (ΤΙτεεΙείί (1982), 186), ενώ λιγο αογότεοα (Τυεεὶείί (1989), 20) ποόβαλε την αποψη ότι οι νεα­ οότεοοι συνεογατες του Πλατωνα συμμετείχαν στη διαμόοφωση αυτού του έογου και της Επινσμίὁος, σε έκταση μεγαλύτεοη από ό,τι συνήθως πιστεύεται. Υπήοξαν όμως καιαλλες ποοσπαθειες, αφενός για να εομηνευθούν οι ‹‹αντι­ φασεις» του έογου και αφετέοου για να κατανοηθει πώς ο Πλατων εμφανιςει σε αυτό φιλοσοφικές απόψεις διαφοοετικές σε οοισμένα θέματα από αυτές ποογενεστέοων έογων του. Ο Ρὶιττ1Ιεγ (1974), για παοαδειγμα, έχει τη γνώμη ότι το ζήτημα ειναι παοα πολύ απλό· ο Πλατων υπέστη κοιση, «ειτε κλινικα επιβε­ βαιώσιμης μοοφής ειτε όχι» (στο ιδιο, 333), και έγοαψε ένα έογο που η αναγνωσή του αποτελει τιμωοια (βλ., στο ιδιο, 332). Παντως, εκτός από το Φιλιππο τον Οπούντιο που αν αληθεύουν τα πεοι της συμβολής του, τότε θα ποέπει ανα­ πόφευκτα να δεχθούμε ότι έχουμε να κανουμε με ένα φιλόσοφο ισαἔιο του Πλατωνα , εκτός από τους συνεογατες­μικοούς Πλατωνες, εκτός από την ψυ­ χιατοική, επιστοατεύτηκε και η γηοιατοική: Πολλοι τόνισαν πολύ ότι τα γηοατεια του Πλατωνα ειναι υπεύθυνα για ό,τι δεν μποοούσαν οι ιδιοι να εξηγήσουν στους Νόμους, ειτε «αντιφατικό» ήταν αυτό ειτε οηἔικέλευθο. Οοισμένοι παλι δοκιμασαν να υπεοβούν τα ποοβλήματα που δημιούογησαν οι «αντιφασεις» του έογου, να αγνοήσουν, να μην αντιμετωπισουν ως ποό(σ)κλη­ ση τη διαβεβαιωση του ννἰιειωοννιττ ότι οι Νόμοι ειναι ένα «αλλόκοτο Χαος», και να ομιλήσουν, για ενότητα· όμως ομιλησαν για ενότητα, χωοις, κατ” αοχήν, να διευκοινισουν σαφώς τι εννοούν και, στη συνέχεια, να επιχειοηματολογήσουν αναλυτικα και ουσιαστικα ως ποος αυτό τον ισχυοισμό τους (βλ., για παοαδειγμα: Βοὶτεετετ (1953), ο οποιος παοα τον τιτλο αγνοει κατι θεμελιώδες για την αναζήτηση της ενότητας του έογου: τη διαλεκτική των Νόμων ως σύμμετοον επι­ τακτικότητας και διαλλαγής· Χ/οε,ςεΙἰτι (1957), 215­216 ασαφής και εξαιοετικα σύντομος για ένα τόσο σημαντικό θέμα 8Ιτοτεγ (1914) συνετή, αλλα μικοής πνοής ποοσέγγιση). Ἀλλοι, λιγότεοο φιλόδοξοι, απέφυγαν να δογματισουν πεοι ενότητας, και πεοιοοιστηκαν σε εομηνειες των «αντιφασεων» : Ο Ρορροτ (41962), αναφεοόμενος γενικα στο πλατωνικό οοτριιε, ομιλει, στο πλαισιο ενός ψυχολο­ γισμού, για ψυχολογική σύγκοουση του Πλατωνα (συγκινηοή του από τον ατομι­ σμό του Σωκοατη απέχθεια του γι7αυτόν)· αντιστοιχα,η ύπαοξη «καποιων αν­

ἶζψῇ­_­4
ση (βλ., στο ίὁιο, 109

διαλλαγής ως ποαγματευση συγκεκοιμένων εννοιών αφενός με ένα τοόπο τέτοιο ώστε να ενισχύει την επιτακτικότητα, αφετεοου δε με ένα αλλο που να οικυοώνει την ενισχυση αυτη.
θοωπιστικών ιδεών» και ο ‹‹ολοκληοωτισμός», μέσα στην πλατωνική σκέψη και βέβαια στους Νόμους ­, αντανακλούν, κατα τη γνώμη του, αυτή τη σύγκοου­
ποβλ 197­199· ποβλ, Επίϋηἐι τα σχόλια 799 Ι­099899 (1953), 396­449, για τις απόψεις αυτές του Ρορροτ). Μετα την αναδειξη από τον Ρορβει μιας πλατωνικής αμφιθυμιας, η Τεοιιεεο (1990), 259, επαναφέοει τον ψυ­ χολογισμό, καθώς ισχυοιςεται ότι ο Πλατων των Νόμων διακοινεται από μια έύθοαυστη ισοοοοπια μεταζυ της κατανόησης της φύσης της ανθοώπινης δια­ νοιας και ενός πεσσιμισμού, ο οποίος, μετα τα δύο ποώτα βιβλια, γινεται όλο και

­

­

­

­

­

πιο ςοφεοός.

­ ­

Θα έποεπε να γινει ιδιαιτεοη μνεια του νειηιιοιιττο· όχι τόσο γιατι αναλυτικα εκθέτει «αντιφασεις» (βλ. νειύτοιιττε (1954), 26­3Ο ποβλ. 58­60) αυτό εξισου αναλυτικα ή πολύ λιγότεοο (βλ., για παοαδειγμα: 8τεΠεγ (1983), 3, 7, ν7οΙἰτι , αλλα για την εομηνεια των «αντιφα­ (1961), 67) το έκαναν και πολλοι αλλοι σεων» αυτών στην οποια ποοβαινει: θεωοει ο νεουουττο ότι ο Πλατων στουςΝό­ ιμους διακατέχεται από μια σύγκοουση μεταξύ της λογικής επιθυμιας να νομο­ θετήσει και της εἔωλογικής επιθυμιας να νομοθετήσει τέλεια· κατα τον ιδιο, ο Πλατων μετέφεοε το ποόβλη μα του Πολιτικού στους Νόμους (ποόκειται για το οικειο πλέον ¬ «αδύνατον εἶι ἔχειν» νομοθεσιας και διαφοοας), και ποοσπαθησε βιαια να το εξαλειψει, παιονοντας το μέοος του νομοθετειν και «αγνοώντας» το

­

­

­

­

ποόβλη μα μη ανταπόκοισής του ποος τη διαφοοα· τέλος, σύμφωνα παντοτε με τον ιδιο, ο Πλατων δεν ασκει στους Νόμους μια πολιτική τέχνη η οποια να ανταπο­ κοινεται στη διαφοοα. (Βλ., για όλα αυτα, νεουουττο (1954), κυοιως, 62, 71, 75 ­ 77, 80­81, 89­98). Συνοψιςουμε αυτό που θα μποοούσε να εκληφθει ως απαντηση στην εομηνεια του νειυτοιιττο: στο μόνο που συμφωνούμε μαζι του ειναι ότι όντως

­

­

­,

­

­

­

υπαοχει σχέση των Νόμων με τον Πολιτικό στο θέμα απλούν (νομοθετειν)­διαφο­ οα· διαφωνούμε, όπως αλλωστε ποοκύπτει συνολικα από την ποαγματευση του συγκεκοιμένου θέματος στη μελέτη μας, ως ποος το ποια λύση ακολουθούν οι Νόμοι και στο αν υπαοχει ή όχι πολιτική τέχνη στο έογο αυτό που να ανταποκοι­ νεται στη διαφοοα. Όπως ήταν επόμενο, οι οηζικέλευθες φιλοσοφικές απόψεις του έογου, οι οποιες δημιούογησαν αμηχανια (: ο ηδονισμός, ο συνδεδεμένος με αυτόν λόγος πεοι οινου, η απουσια τοιμεοούς διαιοεσης της ψυχής, η απουσια της θεωοιας των ιδεών, όλα όσα σχετίςονται με τη συγκοότηση του διαφαυλισμού του ανθοώπου ως σπουδαιου), η ανιχνευση ανεπιλυτων «αντιφασεων», οι διαβεβαιώσεις για

Η
356

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν· ΛΑΜΗΡΕΛΛΗΣ

3

ο ΠΛΑτοΝυ‹οΣ Αοτοε
9

ΩΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑ

357

εππῳἶπεω τη σΌΪ|Η@ΟτηΗη τηἔ (ἴθθηἔ παοαστασηἑ τηα̨ δὼαλλοχγηα̨ εκκαλυφθηκε μεσα απο την εξεταση του λό ου του πλατων ι “ έ τ γ ΜΟΗ φωλοσοφωνῖοε Ήποκειμενου ως λογου
,

Το σύ

μμ

ετ ον αυτό
Ο

ΗΡΌ

τ

11 1189991 αθετηση τον τονον _ αττοοοοται οτττοε οιδαιτοι των ττοοαναφοο· θεισών πλατωνικών από εων ι τ , Η Ηωἶζανῃφασἶων» _ °συνεἶΗ"ΟΗ@0ΉΗενες απο το ογκωδες μεγεθος του εογου, απο τις ιδιαιτεοες δυσκολιες της συντάξης (βλ. Βειιυαετε (Ζ1975), 39), από ένα άλλο υφος που το διακοινει (και το οποιο δεν αποτελει επανάληψη του συναοπαστικου ύφους του Συμποσιου, του Φαίὁοου ακόμη και της Πολιτειος), δημιουογησαν μια σταθεοη ποοκατάληψη έναντι(ον)

ολνττη
ω

3

­

των τνοιαονϊοα αοοονε ταν μελετητών τηε ονέψτιε τον Πλάτωνα­ Η ττοοναταλυψη οκδξηλαθηκε μι̃διαφοοους τοοπους: με την πσσσιειιιη σνσφσσσς στο εογο α ια ευ α εα ν ι τ Η Η Η ιφ γ Η Βια ΈΟΗ κατα τη ΗΌΗΗΗΟΗ θεματων που γνἶυω̃τουν την ποαγμάτευση τους στους Νόμους· συμφωνα με την ποοκατάληψη αυτη, η ποαγμά­ τευ οτι των θε ν άτων αυτών στου ε Νόιι ου ε δεν π Θ έπει να θεω ο ειται αξιόλο νη. ' ποωτότυπη, να λαμβάνεται σοβαοά υπ® όψη (ποβλ. τη σχετικη παοατηοηοη του 81το±εγ(1933),355,πσυ ισχυει σε γενικες γσσμμες ως σημεσα).

­

­

­ φα ενττταατντιεςτι νηαναοτήνηαηει δτανθτονένηενε ~ λιγο­πολύ ­ ονντοαατ τα οτοχα μη, σχολια/ μαλιστα, μεοικα απο αυτα, κατά τοόπο ­
­
η

Τόσο τι νττοτίατι̃οτι αντνι̃ οοο ναν τι έλλετψη οναταοτατοὐ ττοοβλτιααττοιτον όσον αφοοά τις φιλοσοφικές απόψεις του έογου, ανακλωνται στις ποαγματευσεις για αυτό: αυτές, άλλοτε λαμβάνουν τη μοοφη ιστοοικης ποαγμάτευσης, που ικα­ νοποιει αοχαιογνωστικά ενδιαφέοοντα (Σπάοτη, Κοητη, Αθηνα ακόμη νται ΣΌ­ οακουσες) σχετικα συνήθως με το αοχαιο δικαιο, άλλοτε πάλι έχουν τη μοο­
μονότονο, επανα­

της επιτακτικοτητας και της διαλλαγης· το εοωτημα που ποοκυ­ πτει ειναι κατά πόσον υπάοχει ένας άλλος λόγος του φιλοσόφου­ ι ι 3 3 ντος υποκειμένου ο οποιος κατ° αοχην να δειχνει οτι εχει επιγνωση των εομηνευτικών αποοιών που δημιουογει η συν­που ουσια του λό ου τ επιτακτικότ τα και του λό ου τ διαλ­ Ο γ ηα̨ η Η γ ηε λαγης, και στη συνέχεια να δηλώνει ότι η συν­παοουσια 9 9 .. /θ Ωωτη στοχευεω να Μανοποωησεβ την ποοωτο εση για Έη ΟΌΉΏΘΟ­ τηση της Οθθηἔ παοαστασηἔ τηἔ δταλλαγηἔτ εχονταἔ βεβανα ωἔ δεδ0μένΟ ότι η εν λόγω συν­π0ι@0°υΟιΟι θα ειναι ι̃ι̃έ°ιΟι0ι ώστε να ικανοποιει την κοισιμη ηδη κατατεθεισα διευκοινηση για την ποοαναφεοθεισα παοάσταση, η οποια οοίςει ότι θα ποέπει η , , , , , , συν­παοουσια αυτη να αποτελει ενα ουμμετοον. Στη διεοευνηση | ) ) ι , της απαντηση§ σε αι̃ῃῖο το σημαντικο εοωτηματ θα π©Οχω©ησΟὉμε αμεσωἔ στη συνεχεια· Η Όποθεση πω) κατ, αοχην δναΉ)πων0Όμε ειναι ότι αν υπάοχει ένας τέτοιος λόγος θα ποέπει να ειναι συνυ­ φασμένος με τοια καιοιας σημασιας ζητήματα τα οποια και θα
ά
3

,

­

3

­

3

3

­

­

3

­

­

1839

* Βλ.: Αετ, Ρἰοιοκε .Εεὺεπ κκιἰ δοκτιβοκ (1816) Ε. ΖεΙ1ετ,Ρ!οτοκιεοΙιε δικιἰἰεκ, άλλαἔε γνώμη στη δεύτω̨η έκδοση τηἔ Ιστορια. τηἔ Ελληῃχής ΦιλΟ_

λαμβανονται: οι Νομοι ειναι έογο πεσοιμιστικό, μιλιταοιστικό, ανελευθεοο/ολα
θεοα̨ἶοαῃκό' αποτελεί είτε ποοδοσία ΤΟΉ πλατωνβσμούω* (δύο ε©μη_ ια) πθοδοτἶία οννετδητή και ανεἔήγητη· (β) αθέλητη και ευεἔηγητηἐἕυς ποοιον γεοοντικης καταπτωσης), η κακόγουστη και ευτελή επανά­ ληψη του και γενικα: οιΝομοι ειναι όλα αυτά, ή μεοικά από αυτά, δηλαδή ένα χαοςἰ αποκυη μα ειτε μόνον της διανοιας του Πλάτωνα, ειτε του Φιλιππου αλλά
%λη@ωἙΜό7

Ζειιει 031931), 126, 1ι3)­ ειιειωιν, οτε ῇδυ̃ῇε ΡΜ” α̃”Ρ|αἴΟῃ¿Ξε|¶ε„ δσὴἴη̨ς ̃ θκ) (1855).
σαφως (μι.
*τι Ι. ΒΠΙΠ5 (βλ­ σημ.

τκσσσεισμιιειε Με Κιτκιιιε­

Ι 250). ΤΠ.

ΒΘΙΒΚ Ρα̃”]ιΑωια̃„α̃Ζ“„8€ῃ Ζω Οεδώἰΰγπε α̃εμ

νελλτλἶτεἔ ε%99λε§:"

­

ςττεοἰτἰεοἰτεκ Ρἰτἰἰοεορἰτιε ιικιἰκἰεττοκουιιε (1ἑ83)· Ρταοτοτἰιιε, Πο βεἔιὺκε Ρἰαιοπίοἰιν α ΡΙιιΖη›ρο Οριιπτιο Κετταοταιἰ: (1883) Μ. Κτἰες, Βἰε ξἶῦετατὺοἰτμπς ιἰετ Ρἰατοκιεοἰιεπ ςη̨̃ωειπ σἰιαω̃ι Ρ|τ2ΖιΡρ νοκ Ορκε (1896). Βλ., ενὀεγκτωἰόα ω εκτεταμένες: Βἰὲ8 (1951), ν_Χοϋἰ7 Μοττονν (19602)

*ιι

ΗΘΗ

αλλωἶ/ σῳω̨γατων

ΈΟΡ

φΕλ0(ἶόφΟΗ'Υπή©Ηανςβέβ0Ηα

και εἔαω̨έσειἔτ

ΗΘΗ

ἔἘἘἔτ(ἶδ13ἔ))νἑη̨̃Ξν Έη) οιἔια τω̃ιἐἕἔ οι̃ἐ1Η)ῖπαΩαὸεΗμΗ: ΒΗΗΗ (21%0)7 2947 3), ”, ΙΡΡΠἸΡΠ (1964)ζ79° ΗἘΗΠΗΗ (1983)7ἦ Βἰττθτ (Ζ1985)7 ν _σΞ›Η(ά7μΞῖΗθἑ( , ” | . Η ιεωωνηῖη Οτωωτο δεν ΗἶΘΕεχεΜαΉΟΉσιασ·ΗΗα νεοτεοο, βλ.,στο ιδιο, ιν ,Α.Ε. ΤειγΙοτ/( 19­ιθ), (1934),Χιι)7 καθώς επισης καιτην αναγκη να αο/θει η πεοιφοονητικη αποοοιψη του και να μελετηθει (βλ. Βκειηρ (1976), 32) μονον που οι αναφοοές στην αξια του παοέμειναν ως οήμεοα αφο­ οισμοι, καιη ποοτοοπη για μελέτη του ευχή ανεκπληοωτη.

­

για Κοήτηγ 40­63 για Σπάοτηγ 74­92 για Αθήνα , ΡειυςΙε (1980) , 375­510, νευυουιτε (1954), 99 κ.ε., Παναγόπουλου (1981) ακολουθώντας τη μέθοδο του ΚΙ­ Βοτοβέοτι (βλ­ι ντα τταοαοανιται Βονοβέοη (9966)) κατα τον Ροττ (1929)­ καθώς επισης αοκει η εξέταση των σχέσεων Πλάτωνα, Διονυσιου και Διωνα και του χαοακτηοα των δυο τελευταιων, για να κατανοηθουν οι Νόμοι· (ἰἰ)
17­35

­

­

­

σύντομεεῖ ΚΟΜΠ (:1968)¶ Ζ17_Ζ29) Τσάτσοη̨ (31980)7 164473. *τετ Βλη για πα@άδε[γμα> Β­8' ΒΠ1Πὼ2Π8ΙΊ (1962)) 184· ικα* Βλ. για παθάὀειγμα Βϊοὼειῖὀ (Ζ1966) 151_168 ΕΠτο8Ι8νν8Ιςἰ (1897)
494­ 4955 Κ8ΠἑΒΠ (19­70% 187.
θ

7

9

θ

358

ΔΗΜΗΤΡΗΣ

Ν_

ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Ο ΠΛΑΤΩΝΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΩΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑ

359

εξετάζει: ποόκειται για το ποόβλημα κατά πόσον τελικά ο λόγος του πλατωνικου φιλοσοφουντος υποκειμένου στους Νόμους συγ­ κοστεί μία ενότητα· για το ποόβλημα της βούλησης του φιλοσο­ φουντος υποκειμένου που εκφέοει το λόγο αυτό πσόβλημα ουνυφασμένο, όπως θα διαπιστώσουμε, με αυτό της ενότητας του εκφεσομένου από το ίδιο λόγου· ποόκειται, τέλος για το ποόβλη­ μα της βουλησης του αποδέκτη του ιδίου αυτου λόγου. Όσον αφοοά το ποόβλημα της ενότητας, το πλατωνικό φιλο­ σσφουν υποκείμενο λέγει ότι θα ποέπει συνεχώς να μεοιμνουν ώστε μετά την σλοκλήοωση της ποαγμάτευσης ενός θέματος, να υποβάλουν το εοώτημα για το ποιος ήταν σ στόχος τον οποίο υπη­ σετουσε η ποοηγηθείσα ανέλιξη του σχετικου με το θέμα λόγσυ28Δ. Εδώ ακοιβώς, σπευδει να δηλώσει το φιλσσοφουν υποκείμενο, χσειάξεται ποοσοχή: όταν ο αναγνώστης που θα εξετάζει το φιλο­ σοφικό λόγο του, θα επανέοχεται στις ποαγματευσεις συγκεκοι­ μένων θεμάτων στις οποίες το φιλοσοφσυν υποκείμενο έχει ποο­ βεί, δε θα ποέπει να αποοεί και να ταοάσσεται από την υπασξη συχνά διαφσσετικών μεταξυ τους στόχων ποσς τους οποίους φαί­ νεται να αποβλέπει ο φιλσσοφικός του λόγος285, γιατί το ίδιο το

­

φιλοσοφουν υποκείμενο έχει επιγνωση της αταξίας που δημιουο­ γεί· θα ποέπει, μάλιστα, να δεχθεί τη διαβεβδοιίωσή του ότι παοά το διαφοοετικό όνομα που συχνά αυτό χσησιμοπσιεί για να επιγοά­ ψει το στόχο της καθεμιάς πσαγμάτευσης, σ στόχος είναι ο αυ­ τός286. Ποιος; Επίμονα το πλατωνικό φιλοσοφουν υποκείμενο επαναλαμβάνει, χοησιμοποιώντας διαοκώς την ηθική γλώσσα287, ότι ο στόχος είναι η διαλλαγή. Το πλατωνικό φιλοσοφουν υποκείμενο ωστόσο δεν ασκείται στη δήλωση ότι έχει επίγνωση του πσοβλήματσς και στη σημαντι­ κή ποσαναφεοθείσα διαβεβαίωση· ποοβαίνει σε συγκεκοιμένες πασαδειγματικές αναφσοές ποσς επίοσωση της διαβεβαίωσης
αυτης:
(1) Ισχυοίξεται ότι οι λόγοι για τη μέθη και τη μουσική απο­ τελσυν τέτοια παοαδείγματα επίοοωσηςΖ88· ποάγματι, όπως η ποσ­ ηγηθείσα πσαγμάτευσή μας δοκίμασε να δεἴξειΖ89, και οι δυο αυ­ τοί λόγοι, παοά τα διαφοοετικά ονόματα που τους επιγοάφσυν, κατά βάθος στσχευουν στην επίτευξη της αοετής εννοουμενης ως διαλλαγής. (ὶἰ) Ισχυοίξεται, επίσης, ότι ο όλος λόγος για τη γένεση των πολιτειών και την εξέλιξή τους αποτελεί ένα ακόμη παοάδειγμα επίΩ©ωση§29ο· Ποιος ἀοαγε να είναι Ο στόχος Οωῖοΰ ΤΟὉ εκ­Ι­ετα­
`

Ζ84. Βλ.Νόμ. ”/θ1ὸΖ­3·ποβλ.,στοίὁιο, 7θΙσ4­€Π,και ακόμη 699σ8­εΖ· θεωση­ τικά, όχι σε άμεση αναφσοά πσσς το πλατωνικο φιλοσσφσυν υποκείμενο και το λόγο του, υποστησίςεται και σε άλλο σημείο: βλ. 7Δ4ε3­5. 285. ελ. στο ιετο, 69307­8 ςπεβτ. το5ε1­ιι) σε συνδιασμό με 693ι›6­06. Η φσάση «μη διαταοαττἐτω» (693ο5­6), σε συνδυασμό με το πλαίσιο λόγου που ανή­ κει μας παοαπέμπει στην σσολογία των κοιτηοίων της αποδεκτής αισθητικά παδάσταϋηἔι όπου λέγεται ότι όταν τα στοιχεία της δεν είναι συμμετοα, δεν δη μιουογουν το συμμετσον, το σμαλόν* τότε δημιουογσυν κάτι τεταοαγμένο (βλ. 668ε3­4)· επανεοχόμαστε στο πλαίσιοδλόγου που εξετάξουμε: οι διαφοσετικοί στόχοι ποος τους οποίους φαίνεται να αποβλέπει ο λόγος δεν ποοκαλουν διατά­ αξη της πασάστασης τ ς διαλλα ής, αλλά την υπ ετσυν, καθώς συνιστούν κάτ Ξὐμμεω̨ον μω ποοσήη̨̃ίουσα χἔάση όπως ἑιἕχκοιβώσαμε και θα δγακογἔ

_·­_ῷ·__·_?­

289· Βλ· ἔνόξι· ἶ93Ο2”Δ. 7Ρ@βλ° τη Ρεεοοἶῃψη (ἕποψη τη σχἦλἶίη με Ἑο εῖἶο τοδ] νομοθετη. «τσ γαο ομο/ι̃ογουμενον αυτααυτῳ δειπσυ πανταχῃ απεσγαξεσ αι και τὸν Ϊβθιυλοτόιτου δημιουογὸν άξιον ἐσσμενον λογου.ἶ (746ε8­σΖ)/ ­/ για ἱο ότι αυτη η αποψη εχει πεδισ εφαομσγης της τον πλατωνικο φιλοσοφικο λογο, β ., στ0

Για τη σννωνυυια οιιαλου Μαισυμμετυουι βλ­/7738 Μ Πα την ανάκλαση βλ” κατ, ω̨χην Την εκφθαση «ῶ§ ἐν κατὀπτθωἶ (905Β5)7"αιγ[α παθάδελγμα λεποω̨γωδτηξ σχἱέηὶηἐ με βάση αὉΈήΥ° βλ”σηΗ”Π 26
*

__

7

βώσουμε αμέσως στη συνέχεια διαλλαγής και επιτακτικότητας· επομένως κατ° ανάκλοισηῃ­ δε θα ποέπει και η σκέψη του αποδέκτη του λόγου για όλα αυτά να διαταοάσσεται, αφου η αιτία, η φαινομενική εντυπωση ότι όλα αυτά διαταοάσσσυν την πασάσταση της διαλλαγής, θα έχει εκλείψει.

­

­

ω̃ἰοτ 74587 ”746ο8)· 287. Βλ., στο ιδιο, 693ο3­4, 69302­3, ?Ο1σ7­9, ?ΟΖει7­ΒΖ, 7Ο5ε1­4·

και θεωοη­

Ήκά: 743θ7'74483; 288· Βλκ στο Ζὰοε 702857· 289·Βλ·1·2·2·1··1·2·3· 290· Βλ· Νόμ· 702824·

360

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Ο ΠΛΑΤΩΝΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΩΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑ

361

μένου291 λόγου; Το ίδιο το πλατωνικό φιλοσοφουν υποκείμενο φοοντίςει να τον ουνοψίσει, χοησιμοποιώντας τη μία από τις οικείες γλώσσες που αυτό χειοίςεται για να ομιλήσει για τη διαλ­ λαγή: Ο λόγος αυτός μας λέγει ότι η κοόιση επιτακτικότητας και μη επιτακτικότητας οδηγεί σε κατι πολυ θετικόΖ92· το ίδιο το φιλοσο­ φουν υποκείμενο θεωοεί λοιπόν ότι όλος αυτός ο λόγος που έχει ως πλαίσιο αναφοοόις το ενδοπολιτειακό επίπεδο για την αονητικότητα του αμίκτου επιτακτικότητας και μη επιτακτικότη­ τας, και για τη θετικότητα της κοόισης τους, αποτελεί παοαδειγμα­ τική σκόπευση της διαλλαγής ως στόχου. Τι ποοκυπτει όμως τε­ λικόι, κατόι βάθος, από τη σύνδεση αυτου του λόγου με τη διαλλα­ Υήι με την ποοβληματική επίτευξης της διαλλαγής; “Οτι η καθε­ αυτή αξιολογημένη αονητικόι επιτακτικότητα θεωοείται από το ίδιο το πλατωνικό φιλοσοφουν υποκείμενο θετική στο πλαισιο της κοάσης της με τη ὁιοιλλοιγή· και ότι εφόσον η μη επιτακτικότητα θεωοείται από αυτό αονητική εκτός του πλαισίου κοόιοης της με την επιτακτικότητα, η διαλλαγή, ως έκφοαση μη επιτακτικότητας, αν και καθεαυτή αξιολογημένη θετικά, είναι αονητική εκτός

­

­

κυψε μέσα από την εξέταση του λόγου της επιτακτικότητας και του λόγου της διαλλαγής, και συνοψίςοντας εν κατακλείδι να το επαναλαβει _ στο θεωοητικό επίπεδο. Η γλωσσα που χοη­ σιμσποιεί είναι τέτοια και σε ένα τέτοιο πλαίσιο λόγου, ώστε να συνδέει το λογο για την οοθή παοασταση της διαλλαγής στον οποίο παοαπέμπει _ με την ευποαγία της πόλης295, ποοτείνοντας τελικα η πολιτεία των Νόμων να αποτελέσει έμποακτη εφαομογή των ποοαναφεοθέντων ποοισματων της εμπειοίας296, δηλαδή να αποτελέσει μία κοόιση, ένα σύμμετοον, επιτακτικότητας και διαλ­ λαγής, για να επιτυχει όντως την οοθή παοόισταση της διαλλαγής. Τοσο το παοατεθέν συμπέοασμα όσο και ο ποοαναφεοθείς λόγος αναφοοας στην εμπειοία, που είδαμε ότι χοησιμοποιείται για να το ποοβαλει, μας βοηθοόν να εομηνευσουμε τη θετική εκ μέοους του ιδιου λόγου του πλατωνικού φιλοσοφουντος υποκειμέ­ νου αντιμετώπιση ζητημάτων που είχαν ποοηγουμένως αντιμετω­ πισθεί υπό αονητική ποοοπτική: ποόκειται, συγκεκοιμένα, για το

­

­

­

4?
(21966), 108­122.

πλωσιου κθασης. τελοἔα̃ χω κΌ©[ω€7 πθοα̨ωπτει Ο­Η μΟ_ Ήἶν η κοασῃ ΈΟΌΘ δκἕλλαγη ἙΟΌΘ εβνω/ανεπιφυλακἶα θεῃκηςκω μονον αυτη στοχεωἶι Ον­Εωἔ τη ὁλαλλαγη· Το πολολ ειναι Ολ λογο! πΟυ Οδηγσύν ΤΟ πλοιτωνικό φιλΟσΟφΟὐν υπΟκείμενΟ σε αυτό τΟ συμπέοασμα έχουν ήδη συζητηθεί293· εκείνο που ενδιαφέοει είναι ότι αυτό μεοιμνόι εδώ κατ' αοχήν να ποοβόιλει στο επίπεδο της εμπειοιοςθ” το ποομνημονευθέν συμπέοασμα το οποίο ποοέ­
(ΧΌΈΟΌ ΤΟἩ

αμίκτου πολιτείας, που χαοακτηοίςει την πολιτεία των Πεοσών («δεσποτικωτόι­ την» (7θ1ε12)) και των Αθηνών («ἐλευθεοιωτατην›› (7θ1ε2))**. Ποοκυπτει, επί­ σης, η αονητικότητα της ακοόιτου ηδονής, που αφοοόι τη βασιλική παιδαγωγική των Πεοσών (βλ. 694ο­696ε) και την αισθητική των Αθηνών (βλ. Τθθε­7θ1ο). Τέ­ λος, αλλόι ισοδυναμο ως ποος τη σημασία, αυτό που εμπειοικόι (βλ. 6830­6890)
ποοκϋπτει είναι το αυνηυκό τηε διαφωνίας τηε λὐπηε και τυε υδθντι̃ε πεοε την κατά λόγον δόξα (βχ 689Θ5_γ,1)ιιις * Για ένα ακόμη παοόιδειγμα μετοσυ, μέσου, βλ. ”/56θ­ο αφοοα την ιδια την Μλογή βωλευτών πόλη Μαγνήτων.

­

­

­

** Για τις δυο αυτές εκφανσεις της αονητικότητας, βλ., αντίστοιχα,
Για το μύθο που αφοοόι τη δη­
698ε, 698ε­7ΟΟε.

694ει­

291. Βλ., στο ιδιο, 676ε­693Ι:›3, 693ό3­70104.

μιουογία της πολιτείας, βλ., ποόχειοα, τη σχετική ποαγματευση του Ρ. Ρτυτιςετ (1930), 49­53. Για ένα σχολιασμό του χωοίσυ 698ε­7Ο1ε, βλ. Κ.Ι. Βουοβέοη
τ

*** Για την αονητικότητα του αμίκτου, βλ. 2.1· για την αονητικότητα των δυο μοοφών ακοατους ηδονής, καθώς επίσης καιγια την ποοαναφεοθείσα διαφωνία,
βλ. 1.2.3.
295. Βλ. Νόιι. ”7θ1ε1­8· ο λόγος πεοίιιέτοου, οικείος λόγος για την παοόιοταση της διαλλαγής (βλ. και σημ. Ι 475), συνδέεται στο κείμενο αυτό με την «ευποαγία» ι(7θΙε6) της πόλης. 296. Βλ., στο ιδιο, 756ε7­9.
σε

292. Βλ., Νόμ. 7010­8, και, επίσης, 693θ1­3, 693ό3­ε3. 293. Βλ.2.1. 294. Στο επίπεδο της εμπειοίας ποοκυπτει κατ° αοχήν η θετικότητα της μί­ ξης*, που χαοακτηοίςειτην πολιτεία της Λακεδαίμονος, και η αονητικότητα της

362

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Ο ΠΛΑΤΩΝΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΩΣ

ΤΡΑΓΩΔΙΑ

363

λόγο σχετικα με την πολιτεία της Λακεδαίμονος, και το λόγο σχετικόι με τη βία και την πειθώ. Θα πσέπει στο σημείο αυτό να θυμηθούμε ότι η Λακεδαίμων, ως πασαδειγματική έκφσαση της επιτακτικότητας που κήσυσσε τη φυγή της ηδονής, είχε αντιμετω­ πισθεί ασνητικόι από το πλατωνικό φιλοσοφούν υποκείμενο, γιατί ο λόγος και η συνεπικουσούσα αυτόν δόξα λύπης δε στόχευαν στην επίτευξη διαλλαγής, μίξης, με το ενόιντιο, την ηδονή297· εδώ η Λακεδαίμων αντιμετωπίςεται θετικόι, γιατί ακσιβώς αποτελεί πασαδειγματική έκφσαση ενός πολιτεύματος πολύτσοπης μίξης, διαλλαγής, διαφόσων στοιχείων που το συγκσοτούν298. Θα πσέπει επίσης να θυμηθούμε ότι η βία και η πειθώ είχαν τοποθετηθεί, ως εκφσόισεις αντίστοιχα της σκλησής και ήπιας επιτακτικότη­ τας, στην κατώτατη και κατώτεση βαθμίδα της κλίμακας των αξιών που θα πσέπει να ασπόιξεται η αποδεκτή αντίληψη πεσί δι­ καίου2 99 · εδώ δεν θεωσούνται θετικά στοιχεία πασα μόνον υπό την πσοοπτική της μίξης τους ή κσόισης τους300· επομένως, και στην πεσίπτωση αυτή ¬ όπως και σε αυτήν της Λακεδαίμονος όχι μόνο δεν υπασχει αντίφαση πσος όσα αλλού έχουν σχετικα δηλω­ θεί, αλλόι αντίθετα εξαίσεται το γεγονός ότι η θετικότητα επικεντσώνεται στο συμβάν της μίξης, της διαλλαγής τους301. Μποσούμε νομίξουμε, μετά τα πσοαναφεσθέντα, να ουνοψί­

­

­

­

­

­

29?. Βλ. σημ. Ι 275 για τη σταση του έναντι της ηδονής· για την ασνητική αντιμετώπισή του εκ μέσους του φιλοσοφούντος υποκειμένου, βλ. 1.1. και 1.2.1. 298. Για τη θετικότητα αυτής της μίξης και τα στοιχεία που τη συγκσοτούν όσον αφοσόι το πολίτευμα της Λακεδαίμονος, βλ. Νόμ. 691ό4­ 692ει8. 299. Βλ., στο ιὸιο, 627ο8­628ο5, και 1.1. 300. Βλ., στο ιδιο, 719ε9­72θε2, 720ό1­ο9, 722ό8­723ο6· για το ότι πσόκειται και στην πεσίπτωση αυτή για μη̨̃η, κσόιση, βλ., στο ιδιο, 722ο1, 72202, 723ει2­3. 301. Το πλατωνικό φιλοσοφούν υποκείμενο πσοσεκτικόι διευκσινίςει, για να αποφύγει τις σητόι (βλ. 71Οε3­4) εκδηλούμενες ή μη (βλ. 72Οε3­6) πασανοήσεις: (οι) ότι η Λακεδαίμων «εἰς τὸ μὲτσιον μοι̃λλον συνὲστειλε» (691ε1­2 πσβλ. 693ο7­8)· (β) δηλώνει ότι ο φοσέας αυτής της κσάσης πειθούς και βίας (βλ. 71113­ ο) είναι φοσέας της ὁημώὁους σωφσοσύνης (βλ. 71Οε3­7).

ι

σσυμε τι τελικα θέλεινα υπογσαμμίσειτο πλατωνικό φιλοσοφούν μέσα από μία σεισόι πασαδειγματικών υποκείμενο, έχοντας λόγων φέσει στο πσοσκήνιο αυτή τη διττή αντιμετώπιση τόσο της επιτακτικότητας όσο και της διαλλαγής: Το πσωτοισχικό κσιτή­ σιο για την τελικη αποτίμηση της αξίας ή της απαξίας κάθε θέμα­ τος για το οποίο ομιλεί ο λόγος του πλατωνικού φιλοσοφούντος υποκειμένου δεν έγκειται στα όσα ο οσίξοντας του λόγου για αυτό πεσιλαμβόινει· αυτός, εξεταξόμενος καθεαυτός, πσοσφέσει την πσώτη αποτίμηση αξίας (οσίξοντας διαλλαγής) ή απαξίας (οσί­ ξοντας επιτακτικότητας)· με την εξέταση της βούλησης αυτού του συγκεκσιμένου καθε φοσόι οσίξοντα λόγου σε σχέση πσος αλλους, διαφοσετικούς ¬ συχνα, αντίθετους οσίξοντες λόγου, γίνεταιη τελική αποτίμηση αξίας (βούληση διαλλαγής)ήαπαξίας (βούληση επιτακτικότητας). Σε αυτή τη διττή αντιμετώπιση του όλου λόγου του, ως λόγου επιτακτικότητας και λόγου διαλλαγής, πσοβαίνειτο πλατωνικό φιλοσοφούν υποκείμενο, και είναι αυτή που εντέλει επιτσέπει να εσμηνεύσουμε τα όσα διακσιβώσαμε ότι ο αλλος λόγος του ιδίου υποκειμένου πασατησεί σχετικα με το λόγο του, το λόγο της επιτακτικότητας και της διαλλαγής. Όμως, ως το σημείο αυτό η σεισόι των πασαδειγματικών αναφοσών του όιλλου λόγου στο πσόβλημα της ενότητας του φιλοσοφικού λόγου και της βούλη­ διαχσονική, σης του φοσέα του είχε ως αντικείμενό της μία αναφοσόι στο χώσο της καθημε­ συγχσονική, ή μελλοντική3Ο2 σινής εμπεισίας, και πσαγματευόταν συγκεκσιμένα δείγματα κσα­ , ιλ ι ανα­ ι ι ι σηε Οῳζοντων λογΟὉ° κα­Η πω) Οπωἔ κατ επανα ηψη φέἔαμε _ αποτελεβ κατά το πλατωνωὥό φιλοσοφοὐν Όποκείμενα την πλέον κσίσιμη πσούπόθεση για την οσθή πασόισταση της ὀγαλλ(χγή€_ Υπάσχετ ωστόσο μία ακόμη οινοιφοσόι του άλλου λόγου

­

­

­

­

­

­

302. Διαχσονική και συγχσονική είναι η αναφοσόι του πλατωνικού φιλοσο­ φοϋντος Όπομειμέγού στίς πολιτείες (βλ. σημ. Π 291) που ήδη εξετόισαμε· μελ­ λοντική είναι η αναφοσόι πσοβλεπόμενης κσόισης πειθούς και βίας, για την οποία επίσης ομιλήσαμε πσοηγουμένως.

364

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν' ΛΑΜΗΡΗΛΛΗΣ

ο Πλλτοιτικοε λοτοε

ΩΣ τΡΑΓΩΔιΑ

365

στην ποοαναφεοθείσα διττη ποοβληματικη, σχεδόν στην αοχη της μνέχίἔμτ τομ όλου λόγω τομ φίλοσοφοτίντοἔ μπομείμέμομ. σχε_
δόν στην αοχή λέγεται λοιπόν ότι ένας λόγος που μόλις έχει ττμομγηθεί _ σχετίμά με μίμ σείμά θέματα στοχεμεί στην εΗί_ τεμἔη της μμετήμ δηλαδή της δίμχλμγήεσοσ. δίεμμμίνυ̃μετμμ εν τομ

­

λά "τομ τωγ ομγχοογωγ τομ φτλοοοφομγτοἔ μποηετμέγομ _ οημοτ­ ντικοτατων εκφοασεων της επιτακτικοτητας. ίδτ) Εμπεοιεχεται
αηόμη ελττεφομομέγη η μέοτμγοτ γτοτ μελέτη τηἐ λεττομογτοτἔ τωγ δυνόιμεων του ενδουποκειμενικου πεδίου και για εξαγωγή συμπεοασμόιτων από τη μελέτη αυτη310, μέοιμνα που ανηκει και αυτη όπως αλλου διαπιστωσαμε311 ¬ στο πλαισιο (των ποο­

τοις, πως για να αποφανθουμελ" ότι όντως έτσι συμβαίνει όσον αφοοόι το συγκεκοιμένο λόγο θα ποέπει ποοηγουμένως να εξετόι­ σουμε όλη την αοετη, όλα τα ,μόοια της αοετης, χσησιμοποτών­τας ως «παοόιδειγμα››305 της όλης εξέτασης ένα της μόοιο, το μόοιο της
ανδοείας306.

­

τα
303. Βλ. Νόμτ 632667­

Ας πόιοουμε τα ποόιγματα με τη σειοόι: στον ποομνημονευθέ­ ντα λόγο που ποαγματεόεται μία σειοόι από θέματα έχουμε και ποοηγουμένως αναφεοθείωτ: είναι ένας λόγος που πεοιέχει στοιχεία τέτοια ώστε να μποοουν να καταταχθουν σε δείγματα του λόγου της διαλλαγης (δ) και δείγματα του λόγου της επιτσι­ κτικότητας (ε). Συγκεκοιμένα: (δτ) Υπόιοχει αξιολογικη τοποθέ­ τηση στην έσχατη βαθμίδα τόσο του πολέμου όσο και της σχετικής με την είμόνμ του μμετήμ τηε ανὀμείμεεοετ (82) Πμμάχληχμ εμττε_ μίέχετμί σε μμτότ μίμ μμίτίμή των χετττομεμώτ νομοθετίμώτ μμθ_ μίσεων, αναμεσα στις οποίες οητα αναφέοονται οι σχετικές με τα μχημοτομίμά Θέματα ματ μία μμτηγομίμ βίμίων ττμάἔεωνσοοτ
Υπόιοχει δηλαδη μία έντονη κοιτικη στάση. που ανηκει στον οοί­ ζοντα του λόγου της διαλλαγης, έναντι των παοαδοσιακών αλ­

­

θεοεωγ) τομ λογομ τηἐ οτοιλλοτγηἐ­ Ομωἐ οτο λογο οτμτο ηττοτολοτ επίσης (ετ) η αποψη ότιο νομοθέτης θα ποέπει να ασχολείται με θέματα γόιμου, τεκνοποιιας, κοινωνικών συναναστοοφώνω, και, τέλος, με λεπτομέοειες που αφοοουν την πεοιουσία και την ταφή του κόιθε πολίτη313. Θα ποέπει ακόμη να υπογοαμμισθεί ότι (εΖ) όπως η ανα­ τοοο γτοτ ολο οιοτοτ τοι ἔητηιιαια. όσο και για αλλα τοοφη3Μ› η μελέτη τωγ ομγοτμεωγ τομ εγοομττολετμεγτηομ ττεοτομ μεοτμγοιτοιι έγοιε κολασμός για τους παοαβόιτες των ποοανα­ φεοθεισών ουθμίσεων, κολασμός που κινείται από την ατιμία μέ­ χοτ οτλλεἐ _ ττοοφοτγώἐ οοβοτοοτεοεἐ ττμωοτε§315­ Όμωἐι ολτ μογογ οτ ττοοηγηθετοεἐ ομθμτοετέ λομ ο ηολοτομοἐι οτλλοτ (εσ) ηομ η ίδια η γλώσσα που χοησιμοποιεί για να μιλησει το φιλοσοφουν υποκείμενο γι) αυτές και για αυτόι316, αποτελουν οικεία θέματα τομ λογομ τηέ επττοοτττηοτητοἔ­ Αλλόι δεν είναι μόνον αυτα τα στοιχεία, δεν έχουμε να εξετα­ οομμε μογογ οτμτοτ οε ολέοη με το λογο οτμτο­ Θμ ττοέττετ γο εἔετά­

­

­ι

­

310. Βλ., στο ιοιο, κυοίως 631ε3­63282,

και

311. Βλ. 1.1.κ0ιι1.Ζ.2.

­ επίσης ­ 632ει3­7.

304. Βλ., στο ίδιο, 63Ζο?: «ἀποφανου̃μεν».

3θ5.Στο ιοιο, 632ε4. 306. Βι. στσ ισισ, 632σ8­σε 307. Ανσφσσσ στο ισγσ σστσ ςστσ ισισ, ωοσε­ωεση, τσι σισιιιστσσσ σε οοισμένα στοιχεία του, πεοιλαμβανεται στο παοόν κεφαλαιο, στο σημείο εκείνο όττομ σμζητείτμί Ο τμόττομ της μπεμβοχήτ τον οποίο χμησίμοποίεί ωτ τμόττο έμ_
φμμστττ η εττίτμμτίμτι̃ θέση.

312. Βλ. Νόιι. 631ι:ὶ6­ο1,καθώς επίσης: 63Ζϋ3­6. 313. Βλ., στο ιοιο, 632θ1­3, 63Ζο2­4, αντίστοιχα.
314­ Βλ­7 στο

315­Βλ.ιοιντιστοι›ιοι.στοιασ, ωισε, ωειε­σι.
316· Βλ· λμομητηοτοττηόη «ττοοοτάἔοτἔ» (631ο3λ «ἐτττττθὲγοττ» (ο3Ζο1)› έοοττ στὲον» (63Ζει8­ο1)· όπως είναι αναμενόμενο για το κειμενο αυτό, υπαοχει και μη επιτακτική οοολογία: «ἑπιμελεισθαι» (631ο3), «ὲπεσκεμμενον» (63Ζε1­Ζ), καθώς επίσης και οοολογία που ανακλόι μία ηπια επιτακτικότητα: «διακελευστεον»
τ

οτα οττοτθτ­

308τΒχ.,0τ0τΰτ0ί 630μ2_θ3.πμβχ.629θ9_63Ομ1.
309.

ει., στσ ισισ, σεοσε­ωιιι.

ιοτμμλ

εἑ

366

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

·

Ο

ΠΛΑΤΩΝΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΩΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑ

367

σουμε το ότι στην ασχή του ο λόγος αυτός επαναλαμβανει ότι η διαλλαγή ειναι χσησιμοποιώντας την ηθική γλώσσα στη συνε­ όττέστόιτη αξια και η επιτακτικότητα η έσχατη, το ότι πεσιέχει αυτός ο ιδιος όχι μόνο στοιχεια διαλλαγής αλλα χεια στο τέλος του λέ­ εν τουτοις και επιτακτικότητας, και το ότι γεται ότι όλα τα στοιχεια του αυτα αποβλέπουν στη διαλλαγή. Για να κατανοηθει η καταληκτική αυτή απόφανση, έχει οσισθει ως ότι θα πσέπει όπως πσοηγουμένως σημειώσαμε πσουπόθεση κατα τη διε­ πασαδειγμα, ως έχοντας η όλη ασετή, να εξετασθει το μόσιο της της, σεόγηση αυτή, την εξέταση που αφοσα ένα μόσιό σνδσετσσ Όπως όμως όιλλουω διακσιβώσαμε, η σχετική διεσευ­ που, πσαγ­ γηση τόσό της ανδσειας όσο και της όλης ασετής ματι, όπως διαπιστώθηκε, έχει την πσαγματευση της ανδσειας/ως παοόω̃ετγμσ _ σόηγετ στό συμπέσασμα ότι ο λόγος για την ολη ασετή ειναι κυσιως λόγος για τη σωφσοσυνη, ειναι δηλαδή λόγος με συγκεκσιμένη αναφοσα στην επιτακτικότητα ως δόξα που λόπης διαπιστωσε ότι η λόγω επιτασσομένη φυγή του εναντιου ως ηδονής ειναι ασνητική, γιατι οδηγει, τελικα, έσγω στην πασα την τάξη τση επιτόισόειγ ακσατεια του εναντιου· πσότεινε δε ο λόγος αυτός, ο λόγος για τη σωφσοσυνη, τη γευση του εναντιου, στο πλαισιο μιας νέας εικόνας όπου το καθένα των εναντιων δεν ειναι πασα διαφοσο του αλλου, στο πλαισιο της συγγένειας μιας στσφεσόμένης· στο πλαισιο αυτό, η με μέτσο, η μη ακσατος, πασουσια του καθενός των διαφόσων, ειναι σήμα της κσασης,η σλλόιώς της διαλλαγής τους. Ετ­τσνεσχόμσστε; ποια η σημασια των συμπεσασματων που δηλαδή από τον πσοκυπτουν από τον όλο λόγο πεσι ασετής πασαδειγματικό λόγο πεσι ανδσειας, στο να αποδεχθουμε την διακήσυξη ότι ο συγκεκσιμένος λόγος που εν συντομια πσαγμα­

­

­

­

­

­

­

­

­

­

­

,

­

Σ

­

­

νι
ως

­

τευτήκαμε, ο οποιος αποδέχεται τη διαλλαγή ωἐ Όπέθτατη αξωθ Ο στοιχεια όχι μόνο διαλλαγής αλλα ωστόσο οποιος πεσιέχει

­

­

ι
γ

ς
3

317· Βλ. 1.2­1. σχεῃκά­

μόνον σε ένα, ειναι αδυναμια επιτευξης του μετσιου (βλ. Νόμ. 693ο5­7) ειναι επιτευξη του «μειζόνωςή ἔδει» (693ε6), ασα: απουσια ουμ­μετσιας.

Η
318­ Ο εἔοωσμόἔ

οποια ειχε πσοβει όταν συζήτησε τη σωφσοσύνη ¬ με συγκε­ κσιμένο πεδιο αναφοσας την επιτακτικότητα ως δόξα λυπης μεταφέσει τη διαπιστωση αυτή στη διαλλαγή, την οποια ¬ συ­ νεπώς θεωσει ως μια αλλη συγκεκσιμένη αναφοσα πεδιου επιτακτικότητας. Η μεταφοσα αυτή οδηγει κατ) ασχήν στην εξής διαπιστωση: η διαλλαγή, η οποια λόγω εἔοσιζει την επιτα­ κτικότητα, τόσο κατα βαθος (λόγω) όσο και πσοθετικα (έσγω), επιτσέπει την ακσατο εμφανιση της επιτακτικοτητας318. Μετα τη διαπιστωση αυτη, με βαση τη διαπιστωση αυτη, ο συγκεκσιμενος λόγος που εν συντομια πσαγματευτήκαμε, έχοντας εξ ασχής απο­ δεχθει τη διαλλαγή ως υπέστατη αξια και για να μην την αναι­ σέσει, θα πσέπει στη συνέχεια να ενεσγήσει μεταφέσοντας στην πεσιπτωση της επιτακτικότητας του εαυτου του, ό,τι πσοτεινει η σωφσοσυνη από αφοσμη μια αλλη έκφανση της επιτακτικότητας: θα πσέπει να αποδεχθει ένα οσιζοντα φιλοσοφικου λόγου όπου θα υπασχει μια με μέτσο συν­πασουσια ενός εκαστου των δια­ φόσων, δηλαδή της διαλλαγής και της επιτακτικότητας· η ενέσγεια αυτή αποτελει την αναγκαια πσουπόθεση, ειναι συνώνυμη της, επιτευξης της ασετής, δηλαδή της διαλλαγής. Επειδή ο συγκε­ κσιμένος φιλοσοφικός λόγος ενεσγει όπως διακσιβώσαμε κατα τον τσόπο που μόλις πσοαναφέσαμε, οδηγουμαστε στο συμπέσασμα ότι όντως πασα τα επιφαινόμενα νομιμοποιει­ ται όσον αφοσα την καταληκτική του απόφανση ότι συνολικα στοχευειστη διαλλαγή. Πασακολουθήσαμε καπως πιο διεξοδικα το τελευταιο αυτο

και επιτακτικότητας, έχειως στόχο του μέσα από τη συμπασουσια αυτή τη διαλλαγή; Η απαντηση στο εσώτημα ειναι ότι το πλατω­ νικο φιλοσοφουν υποκειμενο εχοντας κανει οσον αφοσα το φιλο­ σοφικο του λογο την ιδια καισιας σημασιας διαπιστωση στην

­,

­

­

­

­

­

­

­

άλλογγ

σι̃γνογγσθημογτϋγήε φόεπγσηε

πῳσκόλληση

ι

368

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Ο

ΠΛΑΤΩΝΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΩΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑ

369

θυμίςουμε παοόιδειγμα ανόιδυσης του αλλου λόγου που ομιλεί φιλο του πλατωνικού λόγου του της ενότητας ποόβλημα για το με αυτο συνυφασμενο το σοφουντος υποκειμενσυ και για πσόβλημα της βούλησης του υποκειμένου αυτού· αυτό δεν έγινε τυχαία: ο λόγος που ποαγματευτηκαμε και μέσα από τον οποίο αναδύθηκε ο λόγος που αναφέοεται στην ποοαναφεοθείσα διττη 819 λ λ

­

­

­

­

1

συγκεκοιμένου έογου. Υπόιοχει ωστόσο η φοοντίδα να τεθεί ως επίλογος του λόγου αυτού η παοαδειγματικη διευκοίνηση του ί­ “ ί π ίντ ο€Ὁ,0%ειμεν0Ή αλλου λό ου του πλατων κού φιλοσοΪρου, οτ" μο ,γ ο ποοαναφεο­ ειναι νον για εναν τετοιας συγκοοτησης λογο οπως θείς, μποοούμε όχι μόνο στην αοχἠ της ανέλιξης του αλλά και στο τέλος της να αποφαινόμαστε ότι στοχεύει τη διαλλαγή· αυτή όμως λέγει επίσης η παοαδειγματικη η ικανότητα του εομηνεύεται
Β

­

.

κειμένου στο έογο που εξετόιζουμε· αυτό καθαυτό το γεγονός της συμπαοουσίας εντός του στοιχείων επιτακτικότητας και διαλλα ατικόι τη στ ' αντικατοπτ ιἶςει ­ π οεικονίςει πα αδει λ Ω λ γμ λι αλ Ο Ω γηεἔ φι οσο ατωνικου του π συνεχεια του εογου ανε ιἔη του σγου φούντος υποκειμένου ως λόγου επιτακτικότητας και διαλλαγης· επίσης: διαπιστώνεται ότι τα καθέκαστα στοιχεία αυτού του λό­ δεν είνω παω στοιχεία πω) στη συνέχεια επαναλαμβά­
τ

α

α

.
ι

νονται αποτελώντας μέσος του συνόλου των συγκεκοιμένων λαμβόινει ο λόγος της επι ακολούθως εκφόινσεων τις οποίες ι ι ι ι ι λοιπον τακτικοτητας και ο λογος της διαλλαγης320. Δεν ποοκειται ι ι ι για εναν οποιοδηποτε λογο του πλατωνικου φιλοσοφουντος υπο­ κειμένου· ποόκειται για ένα λόγο που δηλώνει εμφαντικόι ότι πο­ λύτοοπα νομιμοποιείται να αποτελεί παοόιδειγμα του λόγου της έ ι να ί ·λα όινεται επίσ επιτακτικότη τα § καιτηἔ διαλλαγη§ Ύὲςἔῖ Οἱ ,δ " ,μβ να εχ ει ως ἶι@ΟΟιμιΟ του ΟγΟυ 0ιυ°ΕΟυ|Οτι Ο ι ι0ς Οιπθ θχ ΈΟΦΒ ην
7

­

­

α

1

1

γτ

φιλοσοφουν υποκείμενο: να μεταφέοσυμε στο λόγο του πλατωνι­ κού φιλοσοφούντος υποκειμένου τις διαπιστώσεις και τις ποστα­ αυτού καταθέτει όσον αφοοα σεις που ο λόγος του υποκειμένου , , σωφοοσυνη. την αοετη,τη , , , Σε αμεση σχεση επισης με τα ποοαναφεοθέντα είναι το γεγο­ νός ότι κατόι την όλη ανέλιξη του λόγου του πλατωνικού φιλοσο­ , φουντος υποκειμένου επαναλαμβανεται, σε οοισμενα σημεια, η αοχικη διακηουξη οτι η σωφοοσυνη κατεχει την ποωτη θεση στην κλίμακα των αξιών· δηλαδη, ότι οι διαπιστώσεις της και οι ποσ­ ” ί ί ί .Τ α Ψ' μεκἶλαΐ/Ϊα τόισει τ κατέ ουνπ ωτεύουσΟι θεση δεν εἔἔω ως ες , Χ ,σἕ ια: ο ενα ευ ι εται πΩ ιν τ77 ν απα Ωχη, εκκα υ φἶἔ τ79 ο ης 32? Χ μια εμφανιση της η επιτακτικοτητας , , το δευτεοο αμεσως ,ιιετα 322 , οποια χοησιμοποιει τον τοοπο της υπεοβολης , και η τοίτη αμέ­
για την ταύτιση φοονησης­σωφοοσυνης βλ., ποόχειοα, 71θε3­7. Θα ποέπει να υπογοαμμίσουμε το γεγονός ότι αυτή η ποώτη
321. Βλ. Νοιι. 688εό­1›3
,

­7

­Ο


1

­

,

,

,

υπεστατη αξια της

διΟιλλΟ1Υηἔ› πω)

ειναι

η Όπεομεα­τη

αξια
­

ἙΟΌ

ει
Ψ

319. Βλ. στο ιίὁιο, 6?›θοΖ

είναι καθ' ολοκληοίαν αφιε­ όπως ήδη διαπιστώσαμε Γ” βιβλίου, το οποίο των διαπιστώσεών της όσο και τόσο του οοθού οωμένο στην εμπειοικη κατόιδειξη

επαναληψητηςηγεμονικης θέσηςτης σωφοοσύνηςγίνεταιακοιβώς στο μέσοντου

­

­

320. Συνιστούν ποοεζαγγελία ία) είτε (α1) αντίθετη είτε (α2) σύμφωνη ποος στοιχεία της επιτακτικότητας: (α1) αντίθετη: βλ. πεοί κλἠοων και επικληοων, στο ιδιο, 9Ζ3ο5 ­92667· πεοί αικίας στο ιδιο, 8791›6­88204· ία ) σύμφωνη: βλ. πεοί κη­

ῖἐἔεᾶἶἐτἐεῖεςἔζ Σ1ἐ;ῖἔἘῖη̨̃:ΕῖεΕΞΕη̨̃ἑῖ πω μετα έπεται η έμποακτη εφαομογή των
ἴυ̃‹

322. Βλ. Νόιι. 743ο7­ 7­14ε3· ποοηγείται, κατ) αοχην, η παοουσία της επιτακτι­

,

ι

α

Ωιτεκνοποωαεω̃τθ ιὁιθί 78%­7858” Συνιστούν, επίσης, ποοεζαγγελία (β) σύμφωνη ποος τη διαλλαγή· βλ. (δγ), ­ κ × ­ (δ2), (δ3), σε συσχετισμό με ευαοιθμα χωοια των Νοιιων, που εξεταζονται στα 1.1./1.Ζ.Ζ.,αντίστοιχα. κεφάλαια 1.1, Ζ.Ζ,
×

δή

δ

α α , διαλλἶα ί ς αἶιλόι κι̃αι̃ιτηια εν ίπιασἶ]/κδιςι μόνον του λό οι: για τηνγπολιτείαη εθοδολο ,Εξ αἐι̃ι̃ Βλ αΰαλι̃) (βλ 73867 7ἔΒἐ5) σκλ ι εππαἴπωιότ › γλ γι η .μ ° η ηθη κεφαλαίω­ παθόντα συνέχεια ῃκά

αΐη̨

­

_

370

ΔΗΜΗΤΡΗΣ

Ν·

ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

­­

ο ΠΑΑτοΝιΚοΣ λοτοε

ΩΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑ

επ
Ζ

τ × | » × ωαβεβωωει̃η ΟΠ Οωτοἐ ,αποτελει σἶθωτοω̨χβἶίη αἔὼα°/θεμελβωνοω την πῳσπαθεωι εθμηνελαἔ τηἔ απο την αθλη ωἔ το τελοἔ _ με τον τοόπο της υπεοβολης ή όχι παοουσιας της επιτακτικότητας μεσα σε ένα λόγο ο οποιος διακηουσσει ως υπέοτατη αξια τη
#
×

δ

σως μετά την τελευταιο εμφάνισή της323. Υποστηοιξου μ ε ότι τα . . . . σημεια αυτα δεν ειναι διόλου τυχαια, γιατι. ειναι θυμιςουμε ο λόγος της σωφοοσυνης που λέγει ότι για να επιτευχθει η οοθη πα­ οασταση της διαλλαγης χοειάξεται η παοουσια της επιτακτι­ κότητας μαζι με τη διαλλαγη με τοόπο τέτοιο ώστε οι δυο τους να δημιουογουν ένα συ ετ ον· επο ένω τόσο νώσ του πε­ . μμ Ρ, μ ,€° ηγ η οιεχομενου του λογου αυτου οσο και η εξεταση του εκάστοτε άμε­ σου πλαισιου λόγου των σημειων όπου επαναληπτικά αναδυεται η
ω

3

­

­

­

3

­

πποπωπωε
3

διαλλαγη και μηχανευεται πολυτοοπα την επιτευξη
.

της324

­ άοα
»

3 3 ι ι αποδεκτ του λο ου του. Τα κει ενα αυτα α ενο ας οδ ­ η η, γ 3 μ . φ Ξ μ γουν στο να εχουμε εκ μεοους του πλατωνικου φιλοσοφουντος υποκειμένου μια ολοκληοωμένη διηγηση της όλης εξεογασιας στην οποια αυτό ποοχωοει για να καταληξει σε εκεινα τα οποια ι . 3 , 3 . διαβεβαιώνει ο αλλος λογος απο αφοομη τοσο το ποοανα . ι 3 ι . φεοθεν παοαδειγματικο κειμενο συμπαοουσιας επιτακτικοτητας και διαλλαγης όσο και αλλα που ηδη εξετάσαμε αφετέοου δε μέσα από αυτά ποοκυπτει μια σημαντικά πληοέστεοη διατυπωση του αλλου λόγου σε σχέση με αυτή που καταγοάψαμε εξετάζοντας τα ποομνημονευθέντα κειμενα Θα ποέπει εν ποοκειμένω να ση­ μειώσουμε ότι με την παοουσιαση των κειμένων αυτών, στην οποια θα ποοβουμε αμέσως στη συνέχεια, γνωοιξει το πέοας του ο

.

3

­

­,

=

κι

323. Βλ. Νόμ. 963.48­9· για την ταυτιση νου και σωφοοσυνης. βλ.1.2.1: η τε­ λευταια εμφάνιση της επιτακτικότητας έχει συμβει λιγο ποιν (βλ. 96Ο`σ). 324. Εφόσον στοχευει στην παράσταση της διαλλαγης, ειναι άσχημο, αποε­ πέειαισχοόινα υπάοχεινομοεεοιωὁηλαοη επιτακτικοτηταγιατην επιτευξη της ωστοσο, το πλατωνικο φιλοσοφουν υποκειμενο ποοβαινει στην κοισιμη διευκοι­ νηση ότι ειναι «τινα τρόπον» (853Ε›4, 853ο4) αισχοό, ειναι δηλαδη αισχοή η πα­ οουσια μόνον της επιτακτικότητας της διαλλαγης, η μέοιμνα μη τυχόν και δεν εππευ θούν Έ πάντα ι . δι λλ . λῦ .ΠΖΖ7 δ . . χ α οσον αφοοα τη οι αγη (β οημ ) εν ειναι ομως αισχοό στην πεοιπτωση που αυτή λειτουογει ως συμμετοον. που γινεται η επιτα­ κτικοτητα αντιληπτη ως συγκοοτουν στοιχειο της συμμετοιας εκεινης η οποια . ι . . οδηγει στην επιτευξη της οοθης παοαστασης της διαλλαγης· δεν ειναι κάτι λοιπόν αισχοό στην τελευταια αυτή πεοιπτωση, γι\ αυτό καιη επιτακτικότητα εκφωνειται ι αδ . θ , . στα κειμενα που η η εξετασαμε και α εξετάσουμε στη συνεχεια.
ι

πα
που αφοοάτ

μμ φ § _ μια ποοβ ημαῃκη ουλ σ του υποκει ένου αυτου υπά ουν κει ενα ηβ η η μ ° Ωχ μ τα οποια άμεσα αναφέοονται στο ποόβλημα της βουλησης του εν

:παμπττπαπττΜπυ 
λι

Αν τα ποοηγηθεντα κειμενα αναδεικνυουν­εομηνευουν πασα­ δειγματικα μεσα απο την ανάδυση του άλλου λόγου την ενότητα
λ
,

,

×

3

σπεππφηπ
3 3
: γι

στο παοόν. και τελευταιο, Μέσος της μελέτης μας αυτης. Μετά τις εισαγωγικές διευκοινησεις μποοουμε να ποοχωοή­
7

κι τπμμπτπμμμτμμπα
εε
ε

ε

κι

τ

,

ε

(ι) Στο ποώτο κειμενο3Ζ5 τιθεται το θέμα της βούλησης, της
.

αιοεσης326 του πλατωνικου φιλοσοφουντος υποκειμένου, φοοεα

.

ι

λόγω Ήποκειμένοὶδ χαθώἑ επίσἴκ χω στο σω̨όβλημα τηε βούλησης

ανέλιξης του φιλοσοφικου λόγου του έογου Νόμοι: (ὶ Ζ ) Στην αοχη του κειμένου αυτου λέγεται ότι εφόσον η βου­ ληση του πλατωνικου φιλοσοφουντος υποκειμένου δε δεσμευεται από την ανάγκη327 και ειναι ελευθεοη, αυτό οδηγειται στο, συνα­ φές ποος την ελευθεοη βουληση, ξητημα των δυνατών αντικειμέ­ νων επιλογης, τα οποια και θα εξετάσει τόσο ως ποος το τι θα πεωλαμβάνοῃν όσο και χατ ως πεγος το πώς θα επιτευχθεί, θεωοητγκά η πα̨ΐγμἀτωσή ΈΟΌΞ328. Τα ανῃκείμενα αυτά μαθοώ
.

νουμε οτι ειναι η βέλτιστη και η αναγκαιοτατη θεσμιση πολι­
325. Βλ.Ν“ . 857 8 ­859Ι·›4. 326 Βλ Ομ Β Ἑ58 4 5 858 5 7
327­
7 7

,

7

,

,

,

,

τι
1!

~

­±

.

328.

.

Βλ” στο [Βία 85./ῖὀ Η _ ανῃσωιχα. ε .,στοι ιο, ΒΜ ω̃ω, 858836, 858818, αντίστοιχα.
.

372

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν· ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ο ΠλΑτοΝ1ΚοΣ λοτοε
νης335

ΩΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑ

373

Η βελτίστη η αοίοτη33® δεν είναί ¬ σύμφωνα με τη γνωστη αξίολογίκη κλίμακα παοα η πολίτεία της δίαλλαγης331· οσο γία την αναγκαίοτατη γία να ανακαλύψουμε ποία εννοεί το φίλοσοφούν υποκείμενο, θα ποέπεί να θυμηθούμε: αφενος τίς
τείας329.
7

­

7

αλλες δύο, κατώτεοες, βαθμίδες της αζίολογίκης κλίμακας, τη σκληοη332 καί την ηπία επίτακτίκοτητα καί αφετέοου οτί εφοσον

η οποία καί θεμελίώνεί τη δίαλλαγη η ως έκφοαση ε ε ε ε 336 μίας είκονας που παοαπεμπεί στη σκληοη επίτακτίκοτητα ;Χοη­ σίμοποίώντας τον τοοπο της εοώτησης στην οποία απαντα ο συνο­ μωλητψ ακῳβώα̨ για να ΌπΟγ©αμμίσε"οΌ§ δωσταγμοὑα̨ ἘΟΌ όσον

­

­,

γεν?? _ η εππακτιἴοῖητα εινΐ,σΌνΌφασΗ›ἶνη με τηγ εικονα του πο εμου, καί η εικονα του πο εμου, ο πο εμος, ανηκεί στα κ κ κ κ × αναγκαία , ελ/ γενείη επίἴαΰίῖίΰίθῖηῖα θα είναί Ήίαῖί αναγι̃ὥαίθ αν ομως τοσο η σκληοη οσο καί η ηπία επίτακτίκοτητα υπαγονταί στην κατηγοοία του αναγκαίου, τοτε αναγκαίοτατη θα είναί η
×

ι

λίκα βεβαίώνεί οτί θα αποπείοαθεί να ακολουθησεί αυτή την οὁό337 οσον αφοοα το πώς θα την αντίμετωπίσεί τους νομους καί ότι η οδόε Οωι̃ῖή αποτελεί (ωμβολἠ για την ποαγμἀτωση ἙΟΌ αγα­ ΘΟΌ338' Η εκφθαση ΤΕΟΉ αναφέθαμε ότι χ@ησΒμ0πΟΕεί σε Η
παοαπέμπεί, καί πώς θα ποέπεί να εομηνεύσουμε την επίσημανση ότι Οωτή αποτελεί συμβολή για την Τω̨αγμάτωση ΤΟΌ αγαθού;

αφοοα την επίτυχία της επίλογης, το φίλοσοφούν υποκείμενο τε­

οπωδ αλλου λεγἶι το ω̃ΪΟ ,το πλατωνίκο φίλοσοφουν υποκείμενο αν δεν ίσχυσεί αυτη τοτε ποοχωοούμε στην επομενη33Δ. Ώστε, τα δυνατα αντίκείμενα

ηπλα επ"ΪΜΉ%ΟτηΤα°, ΥΜΉ

Ϊ ­
7

τα

Στο τέλος του ίδίου κείμένου επανέοχεταί το πλατωνίκο φίλοσοφούν υποκείμενο οχί οητα αλλα παντως σαφώς στο θέμα
(13)
7

επλλογήἔ στην αοχή ΈΟΉ κειμένω· είναι η πολπεία τηἔ δωαλλαγήἔ και η πολπεεα τηε ήπιαἐ επ"α%Ή%ότητα€°
ι

της βορλησηἔ ΈΟΉ και της παῳπομενηε επιλογηει καθωδ φωτα τον εαυτο του γία το πώς θα ποέπεί να αντίμετωπίσεί τους νομους, | τη θεσμίση μίας πολίτείας: θα τους αντίμετωπίσεί ως εκφοαση λογου που ανηκεί στην είκονα της ουγγένείας μίας δίαφεοομέ­
Χ
%

Ά

Ή

ετ

εἶ

329. Βλ., στο ιδιο, θὅθειέί­5.

τί
ε

ε κ ε στα της ηπίας καί σκληοης επίτακτίκοτητας . Επείδη ωστοσο αυτος » » / » » εμπεοίεχεί πεοα απο την εσχατη αξίολογίκηκ βαθμίδα, καί την αμέσως ανώτεοη της, αλλα καί επείδη, παοα τίς καθέκαστες αξίο­

­ι

330·Βλ¬σ"”ὁ!®· 85882· | / 331· Βλε Μ π®°Ω®°δε®γμ®®› ®"° ω̃ω· 628®8'10τσε συνδωσμο με 62704 ” 62885· 332' Βλ” στο ίἶ5ω° 720θ5: «ἀγῳώΈε9οἶ|»' 333. Βλ. στο ιὁιο, 6Ζ8ο1Ο­α1· οτί ποοκείταί γία την αναγκη αυτη καί οχί γία ° την καθημεοίνη, κοίνοτοπη αναγκη, ποοκυπτεί έμμεσα, με δίττο τοοπο : (α) με τη γελοίοποίηση μίας τέτοίας εομηνείας εκ μέσους του συνομίλητη, γελοίοποίηση που γίνεταί σίωπηοα αποδεκτή απο το πλατωνίκο φίλοσοφούν υποκείμενο (βλ. 85887­οΖ)· (β) με τη σύνδεση της αναγκης με το «ουκ ευτυχές» (8θ3θ5 βλ. καί
Α

δ

ε59σ2­5 . σ Θ βλ σττσι­6 σσσσνσίσσ μ σμεσττσιί­ωεσε. ε59σ5­6, σε σίνείσσμσ με σετστίεεεστο­ τσ σαημμσ σετ ανακύπτεί χωοίς λογο· έχεί ποοηγηθεί το χωοίο εκείνο (βλ. 853ε1­ΒΖ) οπου επί­ γοαμματίκα ο λογος του πλατωνίκού φίλοσοφούντος υποκείμένου δίατυπώνεί τον επποῃύῃκό αντίποδα ὁιαλλαγῆς.
335 '

_­¬
ελ στσιεισ,
'7

Αμέσως μετα τη δίαβεβαίωση του συνομίλητή οτί θα ακολου­ κ θηθείι αυτη η οδος 339 , το πλατωνίκο φίλοσοφούν υποκείμενο θεω­ ι τ ι , ΟΕΕ πως αΉι̃ῖΟ σημαίνεί ΟΠ θα ΠΘΕΠΘΕ να σΌλ/ΕΧΒΟΟΌΎ Την Τί@ΟσΤία· θεία νομοθετίκών Θυθμίσεων Υ ία την πολίτεία που πθθηγσϋμένωἐ είχαν αοχίσεί3^0· συνεπώς αυτή η οδος δεν αποτελεί πασα παοα­ πομπή γία κοίτί παοα πολύ συγκεκοίμένο: παοαπέμπεί στο δοομο που ακολουθεί το φίλοσοφούν υποκείμενο ποοκείμένου να νομο­ θετησεί· ποίος ομως είναί αυτος ο δοομος· Είναί ο δοομος που, όπως εε αοχήἔ ὀηλώνεταβ χαΩα%Έη©ίζετΟω άπό τη ὀβπλη̃ π (1 Ο ΟΌ Οία
×

α

α

α

7

3

336.

εκ, στσ εσισ,

_

7

337­ Βλ­

στοω̃ω 859Μ­2.
ω̃ἰο) 859Β3¬Δ­
ίὁἰθζ 859Ό5.

σημ· Π 334. Βλ. Νόμ. 86Ζα1­86383.

35”

­

338 Βλῇ
ί

339. Βλ­Ξ

στο.

εκ, σεσ ιεισ,

ε59εε­τ.

341. Βλ., στο ιίὁιο, 72θε7­9.

374

ΔΗΜΗΤΡΗΣ

Ν­

ΛΑΜΗΡΗΛΛΗΣ

ο ΠλΑτοΝιΚοΣ Αοτοε

ΩΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑ

375

λογημένες αποτελεί

αξιολογικά θετικό ως δείγμα κοάσης, διαλλαγής τους, είναι ευλο­ γο να λέγεται ότι είναι πολυ καλυτεοος342. Μποοουμε τελικά να συνοψίσουμε την κατανόηση του γιατί το πλατωνικό φιλοσοφουν υποκείμενο λέγει ότι αυτός ο ίδιος δοόμος αποτελεί συμβολή για την ποαγμάτωση του αγαθου: γιατί, ως γνωστό, είναι απαοαίτητη η (συμμετοή) παοουσία (των στοιχείων) του343, για να επιτευχθεί το αγαθό, η διαλλαγή. Επομένως, τα δυνατά αντικείμενα επιλο­ γής, στο τέλος του κειμένου, είναι η πολιτεία της διαλλαγής και η πολιτεία της σκληοής επιτακτικότητας· και η έμμεση διαβεβαίωση είναι ότι επιλέγεται τελικά η πολιτεία της κοάσης ήπιας και σκλη­ οής επιτακτικότητας και ότι ακοιβώς αυτή η επιλογή της επιτα­ κτικότητας και μάλιστα μιας επιτακτικότητας τέτοια; μοθφήἐ αποτελείδιττή συμβολή στήν ποοιγμάτωοή του οιγοιθου. (ιι) Στο κείμενο αυτό, στο δευτεοο κείμενο, το πλατωνικό φιλοσοφουν υποκείμενο μεοιμνά για τη ουθμιση επιμέοους ζήτή· μάτων που αφοοουν την επίτευξη της παοάστασης της διαλλα­ γή§344° ή μέοιμνά του αυτή λαμβάνει τη μοοφή νόμου, επιτακτικό­ τητας345. Ακοιβώς στο σημείο αυτό αντιδοά, θεωοώντας ότι άκου­ σε κατι έκτοπο και μη συνηθες346, που το οδηγει σε ενα δυσκολο δίλημμα, καθώς δεν γνωοίςει ποια οδό να επιλέξει· και, μάλιστα, σημειώνει ότι δε θα ποέπει να ποοχωοήσει αν δε βεβαιωθεί

­ λιγότεοο ή πεοισσότεοο ­ αονητικά δυνάμεις του, ­ όπως σε άλλο σημείο αναφέοαμε ­ κάτι καθεαυτό

­

­

ιτμοηγοιιμένως για το που οδηγει Ο ὁοομος που Θα ττόιοειεγ. Η αιτία αυτής της πεοίσκεψης αναφέοεται οητά: ο λόγος που μόλις έχει πμοηγηθει, Ο λόγος για τη νομοθετική οιᾶθμιση ζητημάτων σχετικών με την παοάσταση της διαλλαγής είναιάτοπος348· εν του­ τοις, το πλατωνικό φιλοσοφουν υποκείμενο ποοτείνει να ποοχω­ μησει· θα υποθέσω ως ὁεὁομένοαε το όιτοπο αυτό, και στη συνέ­ χεια θα αναρωτηθεί: αν γίνει δεκτό ότι ο λόγος για την παοάσταση της διαλλαγής θα είναι νόμος350, τότε οδηγουμεθα στο γελοίο και το άσχημο351: αυτό όμως όπως αλλου είδαμε352 σημαίνει έκ­ πτωση της παοάστασης της διαλλαγής. Συνεπώς· η ελευθεοη βου­ ληση επιλογής ποαγμάτευσης και επίτευξης της διαλλαγής ή, της ήπιας ή/και σκληοής επιτακτικότητας, δεν είναι τελικά ουτε ελευ­ θεοη ουτε απαλλαγμένη από την ανάγκη353, όπως στο ποώτο κεί­ μενο εμφανίστηκε ως δεδομένο από το φιλοσοφουν υποκείμενο. Συγκεκοιμένα: η βουληση επίτευξης της διαλλαγής οδηγεί όχι στην επίτευξη της και έχουμε ήδη διακοιβώσει πώς εομηνευε­ ται αυτό αλλά σε επίτευξη ήπιας ή/και σκληοής επιτακτικό­ τητΟι§354· αυτό, ότιη έμμονη βούληση αι/θεσης της ὁιακκοινἠς οδηγεί

­

­

­,

­

347' Βλ”
349,

ΠΜ

799ο6_(Μ7 799ὀ5_8, 79961­Ζ

348. Βλ., στο ω̃ἰθ) 799ὸΔ_5'

Βχω̃το χιο) τ99θι0­ῃ_
και 788ί›4­6.

350. Βλ., στο ιοιο, 799ε11­800ι›3. 351. Βλ., στο ιδιο, 8θΟΒ4­5, σε συνδυασμό με 78901­4 352. Βλ., σχετικά, 2.1.

“¬¬”­°_°__°°°ζ_
342­ Βλ­› στα [Βία 720ε2·6­

οδηγεί αμωἔ τελεγα σε γαγγ θεαγόι στα αγαθό­ ιαόγαγ αγ είγαε σὐμμεεθθ ΗΟΟΞ τη αεαλλαγἠ. γγ αγτό γιαγ λαίε βαγεγαγ η πθόγογα γα λεχθεί: «αγαθὸγ αδ εἴη εε­ γαὶ αγ ὁ θεὸ§ εθελθγ γεγγοεγδ αγ ταὐείὶ» (859ε3­4). δγαφοθεγγγαι Ίι̃ επεγαγγεγόγηεα μπαθεί γα εεγαε γα" τα αθγητ "γα (βλ·› στα ίὁία 853ε4› 853034 γαι αημ­ Π 3244)·
343­
εεγαγ γαθεαγγῆ θεγγγαλ

Η Ηαθαγαεα αυτή

ι
°

344­ Βλ­ι στα άλλα 799Η4·8Ο3Η1·
3±ί5. Βλ.,

στο ιδιο, 799ε4­ΒΙΟ.

353. Η απαλλαγή από την ανάγκη, η ελευθεοία βουλησης, αίοεσης, είναι κάτι ευτυχές (βλ. 857ε8­1θ)· η βαθυτεοη όμως επίγνωση (βλ. το παοόν κείμενο (ἰὶ)) ότι τελικά υπάοχει και δέσμευση από την ανάγκη, ότιη αποκλειστική, έμμονη, βουλη­ ση, αίοεση διαλλαγής είναι όντως εικόνα επιτακτικότητας, δηλαδή μη διαλλαγή, αναίοεση τελικά αυτής ταυτης της κατ° αοχήν αίοεσης διαλλαγής, είναι κάτι μη ευτυχές (βλ. 8Ο3ο3­5)· μόνον η διαπίστωση ποαγμάτωσης της ποότασης 8Ο3δ6­7 (ποβλ. 66Οο9) επιτοέπει την επανεμφάνιση της ευτυχίας, της ηδονής (βλ. 811ο2­
(12)­

346­ Βλ­› στα ῶεα 799ε1·5” γγα τηγ αμεαόγατηι Οηγήι γαὐααη γαμω) Ηαε επιτακτικότητας στους Νόμους, βλ. και μόνον 7Ζ3ε5­6.

354. Γ ιά την ήπια ή/και σκληοή επιτακτικότητα, βλ. στο ιδιο, 857ε8­859υ±ί και την ποοηγηθείσα ανἀχμσή τοι, (ἰ1)­(ἰΖ)'

376

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΗΡΗΛΛΗΣ

ο ΗλΑτοΝιΚοΣ λοτοε

ΩΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑ

τη

Η
355.

σε όντως εικόνα επιτακτικότητας, είναι το οι̃τοπο που δημιουογεί μεγάλη δυσκολία355 στο πλατωνικό φιλοσοφουν υποκείμενο αμέσως μετά τη διαπίστωσή του, διαπίστωση που συνοδευεται από τη διαβεβαίωση ότι το άτοπο αυτό είναι ταυτόσημο με την έκπτωση της παοάστασης της διαλλαγής. Τι ποοτείνει ωστόσο στη συνέχεια, το φιλοσοφουν υποκείμενο, αμέσως μετά την ολοκλή­ οωση των ποομνημονευθεισών ουθμίσεων356 που αφοοουν την παοάσταση της διαλλαγής και αποτελουν ανάκλαση το γεγονός ότι η μονη357 βουληση του λόγου αυτου είναι η βουληση διαλλα­ γής; Ποοτείνει, επιγοαμματικά και σε γλώσσα αισθητική, ως οοθό τη συμμετοη358 συμπαοουσία βουλησης διαλ­ _· μεναφθάῷυμε επιτακτικότητας, για να επιτευχθεί στην βουλησης λανήἐ και πθαἔηι όντως, Π παοάσταση της διαλλαγής. (ὶϋ) Υπάοχει ένα άλλο, και τελευταίο, κείμενο στο οποίο γί­ νεται λόγος για οοθότητα359· το κείμενο αυτό έχει δυο ιδιαίτεοα γνωοίσματα: Αφενός, ομιλεί έμμεσα αλλά σαφώς για τη διαλλαγή, την ήπια και τη σκληοή επιτακτικότητα, και τη σχέση της βουλησης του πλατωνικου φιλοσοφουντος υποκειμένου όσον αφοοά αυτές· αφει̃έθθυ, ποοβάλλει άμεσα, μέσα από την ποόταση στην οποία

­

­

.

παοαπέμπει στο γεγονός ότι η επιτακτικότητα της βουλησης του φιλοσοφουντος υποκειμένου, καθώς υποβάλλεται ως εμμονή ανέλιξης μόνον του εαυτου της, ποοβάλλεται αυτοστιγμεί ποος τους αποδέκτες αυτής της ανέλιξης, ποος τη βουληση αίοεσης των αποδεκτών αυτών36®. Ας τα πάοουμε όμως όλα αυτά με τη σειοά. Πληοοφοοουμα­ στε λοιπόν στο κείμενο αυτό ότι στους αντίποδες του επιτακτικου νομοθέτη361 τοποθετείται η οοθότητα36Ζ που διακοίνειτο πλατωνι­ κό φιλοσοφουν υποκείμενο· συνεπώς, ποόκειται για την οοθότητα που αφοοά τη διαλλαγή, την επίτευξη της διαλλαγής. Που έγκειται αυτή η οοθότητα; Στο να ομιλήσει το φιλοσοφουν υποκείμενο για την άοιστη, τη δευτεοη, καθώς επίσης και την τοίτη στην κλίμακα των αξιών πολιτεία363. Ποιες πολιτείες είναι αυτές που εννοεί το υποκείμενο αυτό; Τα γνωοίσματα της αοίστης παοαπέμπουν συγ­ χοόνως στις δυο πολιτείες που θεώοησε άοιστες το πλατωνικό φιλοσοφουν υποκείμενο: στην πολιτεία των «κοινα τα φίλων» της
Η

ποοίἶωνεω ενα ζητημα σδἱναφεἔ με Την επίτωἔη ή μη τηἔ Ο©θή€ παθαστασηέ νηέ δναλλανυει ένα ζήτημα πον εμπίπτει στην πθο· βληματική του άλλου λόγου που εἔετάζουμε: ποόκειται για το ζήι̃ημθί ΤΟ Ο7ίΟίΟ αφοοόι τη βούληση τοῃ αποδέκτη, το ζήτημα "Ε εκλογής που αντιμετωπίςει ο αποδέκτης του ανελισσομένου λό­ κ ι ς έ γου τω) φδλοσοφοω/τοε Όποκεδμενου Το τελει̃ποωο Ωω­ΕΟ ζητημα
×

ιλοἶιδθιιἶιδδνἶόγδ/δτῖδδοπἴῖδἕώῖιἶιι̃δυπαδιδἑδιαἔδι̃έτδευιδη̨δἕἕιτδῖδδοδιἔοῖδἶ Σδδ
διοποδέκῖη του λόἶγου αυτου· βλ., ποόχεδτδα, γιοι̃ρτο ποώτο: 63Ζο!ἔ­ὸ1,νΖΖι13,7Ζ3οΖ­
3,

85884­7·γιατο εευιω̨οι 72οε7,72οε9,739ι›ι­2, τεεικι­8. Για την επι/ταςη της θέλησης, της ειιιοιιιιιτις του αποδέκτη στην τάξη* της βουλησης του λόγου του φιλοσοφουντος υποκειμένου, καθώς επίσης και για τήχ

Γιά το μέγεθος της δυσκολίας,

βλ. σημ. Π 347.

356. Βλ. σημ. Π 344.

357. Για τη διόλου τυχαία αναφοοά μας στο μόνη σε συσχετισμό αντίποδα ποος τ0 συ μμετοον, βλ. σχετικά, ση μ. Π 318, 358. Βλ. Νομ. Βθὅοο­7 σε συνδυασμό με 8θ3δ3­5· για τη μετάφοαση, βλ. 2.1. 359. Βλ. Νόμ. 73807­739ε5. Η θέση του κειμένου αυτου σε καμία πεοίπτωση δεν είναι τυχαία: ποοηγείται ένας λόγος επιτακτικότητας, που χοησιμοποιεί τον

άονηση τηεἕἶλησης του αποεἶέκἱἶ να Ἐεἱσθεί να υπαωὐσε' στἶχαλεἶἔ βάθος ίσῖίΰίθ ΠΟ! Οί Εὶι Οί _· (Σ (ΣἹΦΤ . _ ω Ο Ο , ΤΕΟΌ 'ΕΟὉ επί ΣΈΕΒΟ επ!/ί(ΧΉΈί%Ο οτἶθμισἶι̃ὲ των επι̃ ἕ ακτικής νομοθετἶκἶῆςἶ (: 9Ζ2'ο1­9Ζἑο4)γτη̨ ς ̃ όσα ποοηγουνται κληοονομικών ζητημάτων (9Ζ3ο5­9Ζ6ὀ7). Βέβαια, υπάοχει και μία επίταξη η οποία εναομονίζεται με τη θέληση του ατόμου· ποόκειται όμως στην πεοίπτωση αυτή για την «κατα την τη̃ς αυτου ψυχης ἐπίταἔιν» (687ο5­6), του ανθοώπου που διάγει μία ζωή όπου η βουλησή του συμφωνεί με τη φοόνησή του (βλ. 687ε7­8).
* Βλ. ,

αντίστοιχα, στο ιδιο, 9Ζ5ε2, 9ΖΖεὶ5/923ε1, 922υ3,

ΘΖΖΒ1/ 922βΖ/9ΖΖὶ›6.

** Βλ., αντίστοιχα, στο ιδιο, 9Ζ5οΖ­3, 9Ζ5ὀ6­7.

361. Βλ., στο ιδιο, ”739ε6. 362. Βλ., στο ιδιο, ?39ε7. 363. Βλ.,

τεόπο τηε νπεοβολῆε ίβλ735ε7­736ο=υ.

ηιη ιδιο, 73986­ιι.

378

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν­ ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Ο

ΠΛΑΤΩΝΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΩΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑ

379

Πολιτειος και την πολιτεία της διαλλαγής την Νόμωννν. Ποια, όμως, είναι η δευτεοη και η τοίτη, Η δευτεοη είναι η πολιτεία της ήπιας επιτακτικότητας, και η τοίτη αυτή της σκληοής επιτακτι­ κότητας. Στο τελευταίο αυτό ουμπέοασμα δε μας οδηγεί μόνον η από την αοχή της ανέλιξης του λόγου του φιλοσοφουντος υποκειμένου κατατεθείσα κλίμακα αξιών που αφοοα και τα πσλιτευματαντ· μας οδηγεί επισης η ὀιαβεβοιιωση ότι η ὀεὐτω̨η

­

­

364. Για τα γνωοίσματα που παοαπέμπουν στην Πολιτειει, βλ, Νόμ, 739ο2­5· για τα γνωοίσματα που παοαπέμπουν στους Νόμους βλ., στο ιοιο, 739‹:Π­Δ. Το «κοινα τα φίλων» έχει ένα ευοος από την Πολιτεία έως τους Νόμους· το ευοος
7

­άν­τα
ναν σημ­

πολιτεία επιχειοείται ήδη να πεοιγοαφεί, και ότι για την τοίτη κυοίως­ στη ουνέχεια366: Ποαγ­ ποοβλέπεται να γίνει λόγος ματι, η πολιτεία την οποία μόλις έχει εκκινήσει να πεοιγοαφει το πλατωνικό φιλοσοφουν υποκείμενο είναι η δευτεοη πολιτεία, η πολιτεία της ήπιας επιτακτικότητας· όμως, διακηουσσεται εξ αΩΧη€ στν αμτη ττσσβλεττεταν να σμνδναἔετανι σταν Χοεναἔεταμ με την τοίτηντ, κατι που στη συνέχεια συμβαίνει σε πολλές πεοιπτώ­ σεις368· αν και δεν λείπουν εμφανίσεις του λόγου του φιλοσο­

­

ναν ενστολην το λοοονο οΖ7α11 ν­ε· οε οναμοοφώνεν νατνονο νανσνα ντον θα τνοενεν

αυτό πεοιλαμβανει από κοινοκτημοουνη υλικών ποαγματων (: 73902­5, 807ο3­7) έωε κοινή συμμετοχή στην παθάο­ταση τηἔ ὀιαχχανής (Ξ γ3οο6­ὀιτ ω κω̨ίως
739α1­4)· συνδετικός κοίκος μεταξυ των δυο οοιοθετήσεων αυτου του ευοους είναι το χωοίο 73905­6. Αυτή η διαπίστωση του συγκεκοιμένου ευοους έχει το της) τη σημασία ας πα©αα̨¿Ολ0Ήθ·ήσ0Όμε την εκτὑληἔῆ τηἔ: Η α©ίστη

να θεωοησομμε ατν εφαομσἔεταν μηλαννστννα σε ναθε τνεοντντωση” στην ναθε τνεοντττωση› θα ντοέπει να εξετάζεται τόΟ0 το σμννενονμενο ονντννενμενο αναεΡο_ σας ενός εκαοτου των αοιθμητικών όσο καιτο όλο πλαίσιο λόγου στο οποίο αυτα
εντασσονταν” ετσν› στην ττοώτη τνεοντντωση το «τοντον» ονναφεοετανστο αονστο (βλ­ Ι 23)7 ενώ στη οεντεοη η ττοώτη ενναντο αονστο­ Ο ΒΪΟοΙἹἔΙΪὀ ( Ζ ὀἰιαἴϋπώνεἰι Τηλ/ ότἱι

πολιτεία των Νόμων (δθόα, 8θ3α­ε, 835α­ε), ιοως χοειαζεται, για να γίνει οικοιβώς αοίστη, και την κοινοκτημοσυνη του τυπου της Πολιτειοις (βλ. 8Ο7ο3­7)· η αοίοτη πολιτεία της Πολιτειας χοειαζεται να έχει μηχανευθεί να είναι όλα κοινα (739‹:5­ 6)· και αυτή ακοιβώς την εξάντληση των δυνατοτήτων (739ο6­7) στο υψηλότεοο δυνατό επίπεδο: να είναι όλα κοινα ενσαοκώνει η κοινοκτημοουνη της παοα­ στασης της διαλλαγής στους Νόμους (”739ο7­αν ποβλ. 816ο­εἰ, όόνε, 665ο, και σχολιασμό μας των χωοίων αυτών στο Ζ.1.). Ποόκειται λοιπόν, τελικα, για μία πολιτεία αοίστη, χαοακτηοιστικα της οποίας έχουν πεοιγοαφεί στην Πολιτειοι, και πεοιγοαφονται στους Νόμους· αλλα ποόκειται ακόμη για το γεγονός ότι οι Νόμοι ομιλουν εκτός από την ποώτη, την αοίστη πολιτεία της διαλλαγής, για τη δευτεοη (: 8Ο7ο3­01), αυτήν της ήπιας και σκληοής επιτακτικότητας, που οητά ὁιηγειται το πώς η έμμονη πρόθεση ποαγματωσης της ποώτης οδηγεί σε αυτη την τελευταιο (βλ. παοαδειγματικα: 8θ7‹1­ε: η καλλιίστη παιδεία (8Ο3ο­ε) έχει καταστεί μέγιστο έογο ποοστοιχθέν (βλ. 8Ο7ο1­4)), αλλα και το πςςη συμμετοη παοουσία της οδηγεί

ττοονενταν ννα εονο ττοο θα ενοαφε μετα τονἔ Νσμοοἔ ο Πλατωντ ενώ σ νεηηομννο (1954) 192ι ανασωτώμενοἑ τνονα θα ενναν αντη η τοντη τνολντεναι θεωοεν στν θα
ενναν ονντη

­,

­

τον λνοονον 739οο_7· 367. Βλ. Νόμ. 7Ζθε7­9. Ετσι, τα «νυν λεγομενα» (8Ο7ο7) «δευτεοα» (8θ7ο7),

­

ενναν «οεντεοα» ττομ ελονν ομνοέ αοχνσεν να σονοναἔσνταντ σλο ναν ττεονσσστεοα

κε) τι με τη σύμφωνη βούληση τον τνλατωνννσν φνλοσοφονντοἔ οττσνενμενσν ναν

με την τοντη

_

η οτνονα εντολνσσεταν (ναν) μετα το

73% ν·

ε·

(νμθνοἔ μετα το

ο/39ο

ν
Β
τ

Ϊ

Ι

στην ω̨θή παειάσταση της πθώτηε,

ι
ι
αν

Κ

,

τον ατνοοεντη τον λονον τον (βλ­¬ στο νονα 720ο 7_9)­ 368­ Σλετννα με τη λσησνμστητα αμτού τον σμνονασμομ ττενθοηἐ ναν βναἐι βλ­7 στο ίονα 718ν)_7Ζ3α _ ττοβλ­ 823ε” οσον αφοοα σμννενονμενα ναοαοεννματα: βλ­› ννα το ναμο (721ο_α)› ννα την τεννοντοννα (783α_785ε)ι ννα το φσνο (8ο¿νο _ 874α) ννα την νεοοσνλνα (85Δε _ 85οε)› ννα την ντνασἔη θεών (οοονα _ 907ν))› ννα θεματα νληοονομννα (922να_926σ)ι ννα στοατνοατννηἑ εμμσηἑ ἔητηματα (921α_9Ζ2εν)ι ννα οναζηννο (929ο_93οε)ι ννον αττοοημνα (9Δτ9ε _ 95Ζα)­ Αντη η ενφσαση τνενθσμἐ ονομαζεται, συνήθως, ποοοίμιο, και σε οοισμένες πεοιπτώσεις παοαμυθιον

­

­

365. Βλ. Νόμ. 6Ζ7α11­628εΖ. Με τη διατύπωση αυτή εννουμε ότι αν η τοίτη βαθμίδα αξιών αντιστοιχεί με την πενώνη πολιτεία η ὀεύτω̨η με τη ὁεύτω̨η

Π

Μ

(βλ­885ο2ι 923ε2)7 μνοθοέ (9ο3α2)= η ενωση (9ο3ο1)· Θα τνοεττεν να τσννσθεν στν όσον αφοοα την πειθώ, αυτή αναγνωοίςεται ότι αποτελεί βια στο επιπεὁο του
ννσνοο” βλ· Χαοαντηονστνναν «σναἔεσθαν τσνἐ λονονἐ ομολονενν»

πολιτεία, η ποώτη βαθμίδα θα αντιστοιχεί με την τοίτη πολιτεία· στην πεοίπτωση αυτή η τοίτη πολιτεία δε θα είναι πασα η πολιτεία της σκληοής επιτακτικότητας που όοιό της είναι η θεοαπεία θανατου. Ο Ειτςμιιτα (1921), Ι, ΖΟΖ, παοαβαλλει το χωοίο 6Ζ7α11 κ.ε. ποος το 739ε κ.ε,· η παοαβολή αυτή, κατα τη γνώμη μας, δεν εί­

ιι

(9ο3ε9) π τνοβλ­

753ε3·Δ› 670σ9·α1' η ττενθωέ αντη αλλοτε ενναν εντενηἐ ναν αλλοτε σληματννην βλ­τ ενοενντνναι το εντενεἔ ττσσονμνσ ννα τοοἐ θεσμἑ (887ο_888α / 891α _ 90%) ναν το

σληματννσ ννα το φσνο (87οα_ο)­

38θ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

τ

ο ΠΛΑτσΝ1ΚοΣ Λοτοε σε ΤΡΑΓΩΔΪΑ

381

φούντος υποκειμένου που παοαπέμπουν αποκλειστικά στην τοίτη πολιτείαοο, εν τούτοις για να αντιστοέψουμε δεν υπάοχει ποαγμάτευση της τοίτης ανεξάοτητη από τη δεύτεοη. Επανεοχόμαστε στην οοθότητα για την οποία ομιλεί στο υπό ποαγμάτευση κείμενο το πλατωνικό φιλοσοφούν υποκείμενο· ποόκειται για την οοθότητα παοάστασης της διαλλαγής όπως την κ 9 κ 9 κ κ ειχε ηδη αλλου το ιδιο οοισει, και την ειχαμε συζητήσει: για να επιτύχει ο φιλοσοφικός λόγος να είναι τελικά μη επιτακτικός, χοειάζεται να είναι κατά την ανέλιξή του λόγος βούλησης ποαγ­ 9 μάτευσης της διαλλαγής και της επιτακτικότητας· το φιλοσοφουν υποκείμενο βεβαιώνει λοιπόν, μέσα από τα όσα λέγει, για να

­

­

μεταφοάσουμε ότι θα ακολουθήσει αυτό το λόγο οοθότηταςῃο: θα ομιλήσει εκφοάζοντας τόσο τη βούληση διαλλαγής όσο και τη βούληση της ήπιας και της σκληοής επιτακτικότητας, στη συνέχεια εμφαντικά τονίςει ότι ομιλεί εκφοάζοντας τη δεύτεοη, και ποσ­ λ
;ἰ
β επει γα ομγ οσοι γἔο γα εγφοοοεγ τηγ ῖοπη γοο η ποωτηἰγγο την οποια βεβαιωσε οτι θα ομιλησει; Κατα την ανέλιξη του ολου λόγου του, ποαγματικά, το πλατωνικό φιλοσοφούν υποκείμενο ομιλεί εκφοάζοντας τη βούληση της ποώτης πολιτείας, τη βούληση διαλλαγής, ωστόσο όπως διακοιβώσαμε κατά το χοόνο αυτής της έκφοασής της αποκαλύπτεται μία εικόνα της δεύτεοης ή/και της τοίτης· αυτό ακοιβώς το γεγονός αντικατοπτοίςει η εκ μέσους του φιλοσοφούντος υποκειμένου διατύπωση αμφιβο­ λίαςοο σχετικά με τη δυνατότητα αυτής της πολιτείας να είναι ό­ ντως372 σε επίπεδο ποάξης, λειτουογίας θεσμών, εφόσον ήδη σε επίπεδο ανέλγ ΈΟὉ γλοσο [κού λό ΟΌ ὁ απ Ο ς 373 λό 9 ἔηε φ 9 φ Υ, Β, τωγεγ ΡΗ η γω βούληση για ποαγματευση και επιτευξη της, ειναι οντως , 374

­,

×

­

­

Ψ

­

Γγα τα πεοοίμγα των Νόκωκ βλ­7 για παοάδεγνμοι Θϋτεεωῃῃε (196Ο)9 30­ και Μοττονν (1953) γενικότεοα για τις τεχνικές της πειθούς, βλ. Ο. Κοποεογ (1963), 26­51. Για τον Ρορροτ (“®196Ζ), 270 οημ.5, η πειθώ των ποοοιμίων είναι
100,

9

×

Β

ταυτόσημη της «αναληθούς ποοπαγάνδας». Ο Η. Υυυἰε (1990) άσκησε κοιτική στον νιειεεεε (απ. [σημ Η 21η, 143­147), επιοημαενονιας, οεεά, ότι «ειμεεὴε» (βλ. 723ε6) δε σημαίνει «όοοὶΙε››, και ότι καθώς ο όοος σχετίςεται άμεσα με την ευμένεια, αναφέοεται σε ποουποθέσεις της οητοοικής της εποχής του Πλάτωνα (βλ. Υιιοὶε (1990), 126­127). Κατά τη γνώμη μας ωστόσο, ποιοά το γεγονός ότι ο στόχος δεν είναι η εξαπάτηση, παοά το γεγονός ότι υπάοχει απόκτηση γνώσης ­ και άοα πεισθείς δε σημαίνειπειθήνιος ,η ήπια επιτακτικότητα κατανόησης είναι παοούσα· ένα εύσημα, μία τεχνική της επιτακτικότητας είναι η οητοοική. Υπό την ποοοπτική των δεδομένων αυτών, δε νομίςουμε ότι υπάοχει, όντως, η ποοϋπόθεση για «εσωτεοικά κινούμενη, φωτισμένη, αυτόνομη απόφαση» (Υιιοὶε 9 (199Ο),13Ο)·ηαυτονομη αποφαση, καιη α­βια­στη γνωση, ειναι αντικειμενο της επιστ” δ άζετα ιμ ε τη δια­ ημηε , τη ς κ άθ ηση ς ί βλ. Γο οκ. 4526:­455ε ) , κάτ ι π 0 υ σννν λεκτική στους πλατωνικούς διαλόγους· άλλωστε, το παοάδειγμα του «ἰατοου̃», ακόμη και στη δεύτεοη εκδοχή του (βλ. Νομ. 7Ζ0ο1­ε1), ποουποθέτει πάντοτε ότι ο δέκτη; του λόγου του είναι «άοοωστος››9 και ότι ο φοοέας του λόγου ­ «ἰατοὸς», όχι μόνο δεν είναι «άοοωστος» αλλά και είναι γνώστης της ιάσεως, επιβαλλόμε­ νος ως θεοάπων· η μόνη, λοιπόν, διαφοοά μεταξύ των «ἰατοῶν» των δύο εκδοχών δ όπθ οποίο επιβάλλει Τηέ παω εγγματγκηἐ Ολεωγηἐ αναφοθοἔ εγγ ο 9 μ κ κ κ καθενας τους αυτο που ειναι η ουσια του: η αδιαμφισβήτητη αυθεντια επιτα­ κτικότητά του. 369. Βλ., για παοαδειγ μα, Νομ. 73528­73604.

εγκονα μΕα€ αλληἐ ΠαΩαλλγ|λα› μαθαγγολἄμε σγο ίδιο Οωΐό
­

Ήε ίμενο %άΉ ΠΟΌ έχεϋ

ε

­

­

370 Βλ στσίὁιο, ?39οΖ­3 κ
°

·

7

_ ποβλ· 7ο2οο”8· 372. Βλ. την εμφαντικη διευκοινηση . «οντως ἐστι» (739οΖ)· η διευκοίνηση αυ­
371° Βλκ στο ιοἰογ 73903­Δ

9

9

9

9

9

,

τη συγοεειγο λογο γγο τηγ ποοξγ με το λογο για τηγ ποοοοΤαοη> γαοώἔ 9 ποώτοἔ οοἕεγοπογειἶαι Έογ οοο που χοηογμοοοιεγ ο οεοτεοοἔ γγο γα ογοφεοθεγ στο τελεο ταιο στογχ ειοωἔ ποοἶτο οπ ο λοε ξ 8/ταζετωηοθ θ Οτηταΐηἔ π 99άοτ9999 οτΟπ ο”ου
Ε

,

ξ

ι

ποαγματοε ειγωοοτη ογτωςη εογογο· 373 ΒλΝ, 739ὀ8 4­
°

(5

ι
γ

­

374
5

'

Χοειαζεται να ποοσέξουμε·

°

ομ·

`ο

η

ποοαναφεοθείσα διευκοίνηση (βλ · οημ · Π

372) παθαπεμἶϋεγ σΤην› πγθανηἱ δγασταση λ9Ύω·εΘΥω (βλ­ και 63684­5)” γο

9

9

9

9

×

κ

κ

­
έ

9

9

ποομγἶγμογεοθεγ οεογεοο οτογχεγο (βλ· οημ· Π 372) ποοοπεμπεγ οτηγ _ επυ̃οηἔ πγθαγη _ δγασταοη μεταἔύ βοὑλησηογγο ειγογο γο" ογΕω§`εο'ογο9> οτο επίπεοο του λογου· η ανίχνευση διάστασης στο επίπεδο του λόγου είναι πλέον θεμελιώδης και ποωταοχική σε σχέση με την άλλη γ ατά ιανσεαυτο ί το ε π” ιπε δ οη άδηκατια ί “λλο τελικά απεικονίςεται, στη συνέχεια αυτό το άλλο και θα γίνει απόπειοα (από λογω) εογω να ποαγματωθεί.

$

ι

ΐ
382

τ
1

ΔΗΜΗΤΡΗΣ

Ν·

ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Ο ΠΛΑΤΩΝΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΩΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑ

383

ηεφαλοηώὁη σημασία: όη η οοθότηηα που αφοηά την παοάσῖαση
όπως πσοαναγγείλαμε _ και το της διαλλαγης πεσιλαμβόινει τοίτο από τα ζητήματα που απασχολούν τον όιλλο λόγο. Η οσθό­ τητα αυτη πεσιλαμβόινει και τη μεσιμνα που αφοσόι τον αποδέκτη του ανελισσομένου λόγου του πλατωνικού φιλοσοφούντος υπο­ κειμένου. Η διακησυγμένη εδώ και διακσιβωμένη αλλού ανέλιξη του φιλοσοφικού λόγου με μία μεθόδευση τέτοια ώστε αυτός να εηφηάζεγ τη βούληση ηηη δωλλαγηη ηηη Τηε επγταηηηότηταἔγ

­

επιτακτικότητα η διαλλαγη, η βούληση της εκλογής μετατίθεται απο το πλατωνικό φιλοσοφούν υποκείμενο ­ φοσέα του λόγου
οτογ οπἐοεμτη τομ με Τη οεμελνώοη ποθϋπόθεση βέβαια ότι θα οεληοεν ομοτο/ἔ ο Τελοονομοἐ να αναλάβει αυτό 170 βάσος. Ωστε λομτον το μλατωννμο ηαλοαθφθΰν υπ0%είμενο αντί να ομμλεί επηἶάοοοννοἔ την αποοολη νηἐ οναλλανηἐ _ η τηἔ οπηΐα­ ηοκοτητοο ομλλοί (λμο) τη βοοληοη νηἑ οναλλανηἐ ηομ τη βοηληοη της επιτακτικότητας, καθώς επίσης διηγείταιτο πώςη βούληση της
ασχολείται ο Ν. θυΙΙεν (1965), μόνον που εστιάζει σχεδόν αποκλειστικα τη με­ 010 Γοα/ια μαντον Ποωτασἑϋοαι αφηνονταςεκτός της διερεύνησης του

πλησοφοσούμαστε ότι πσοσφέσει την ελευθεσία στον αποδέκτη αατοὐ ­ΕΟΉ λόγω) να χαι̃­ευθύνες Τη βούλησή ­ΕΟΌ παοα̨ μία από αἔ

τσείς πολιτείες και να επιλέξει όποια του είναι πεσισσότεσο πσοσφιλης375· ετσι το βόισος του διλημματος (σκληση η/και ηη'­α)

22.9*

λετηἔἶν

δῖΞἕυπῖιἘγυῖδυ(1ἐΞ‹ιΙ:ηἶιἶιίδἕ ιἶδῖοθτἱἑἑἕξ ἶ›)1ἶ7ἶαἴ·ἕ‹ἘιΟηἶῖἔἶιεη α̨δοεἶιεηίἶαἶιφοῖἕίἐιἶσἴδϊγγὲ

ζήῖημα μιας πολύ σημαντικής αμφιση­ ί ί πόσον ο λό γ ο ς του πλατωνικού φ ιλοσοφούντος υποκειμένου είναι μιας, του κατ α παίζων η σπουδόιζων (βλ. 63602­3, 792ο3­4, και σημ. ΙΙ 167), μετατίθεται τελικα
στο επίπεδο νηἔ βούλ η ση ς του αποδέκτη του λόγου αυτού: βλ. ι στο ιίὁιο, 688ο4­6, και 68801 _ παβχγ 76οα̃1­ιι.

375­ Βλ­ Νόμ. 739η1_8. αηόμη "αγ το

(βλι στο ἴὁια 10). νιατί ~ σύμφωνα με την αποψη του _ στο συγκεμαμένο φγχό. σοφο «η υπέστατη γνώση θα είναι αδιαχώσιστη από την ενόισετη θέληση» (στο
“χοτ 11). ο οοοοοἔ (1973)› μανα τη αχεαηη ποθ; ΤΟ θέμα πσαγμόιτευση του (βλ, στο Ζοἰο 82­89% μοοἶοληνον στο ονμμεοαομα ομ μμαολονν ομμομοαμμα μαι μη στολχεμἶ οῖο πλοτωνλμο οοΓΡμ8 (βλ­ι στο εοωι 99 _ ποβλ. 93). Για μια επισκόπηση νηἑ μεναλης βιβλιογσαφιας για το εν λογω θεμα, βλ. Ο7 Βτιεο (1967), 213 ­ 215

Υπο ηο ἔε έντονοἐ π ο οβληματισ μ ός κατόι πόσον η ισχυση πνευματοκσατία του Πλατωνα αφηνει πεσιθώσιοη όχι για ελευθεσία της βούλησης, και διατυπώθηκαν διαφ ο ο ετικες, συ χνόι διαμετσικόι αντίθετες, μεταξύ τούς απαντήσεις ως πσος το εσώτημα αυτό Ενδεικτικά αναφέοουμε· (1) Την αποψη του (ῖτοιυοὶο (1962), Ι 275­281 › ο οποίο § θεωσείτον Πλατωνα αιτιοκσόιτη,υπό την έννοια όμως της ενόσ­ ηησηη τοη ανθ@ώπ0η από δηνάηεω̨ όπωἔ Ο φόβοε ηοη η επιθυμία (βλη ση) ίὁἰο,
Ο οειῃιιῃ (1942), τοε­111 εεειειςει το θεμα μεσω της μεσιυσιιιε του Αα­ οτοτέλη (Ηθ. μεγ. Α 9.1187ε5­13), ο οποίος αντιμετωπίςει τον Πλόιτωνα ως αιτιο­ κ ο όιτη γο α να ομιλησουμε χσησιμοποιώντας έναν αναχσονισμό. (ἰἰ) Ο Α.Η.νν. Α‹:ὶ1‹ἰιτε (1960), 302­3Ο3ι έχει την αποψη ότι ο Πλόιτων αφηνει πεσιθώσιο ελευθε ονίας της βούλησης στο ατομο (βλ. στο ιοιο, 3θ3)· ο Ο° Βτἰου (1967), 205­ 218, καταληγει στο συμπέοασμα ότι ο Πλόιτων δεν είναι αιτιοκσατης (βλη στο ίὁτθ] ι . ι 216), δίνει τη δυνατότητα να υπόισξει υπευθυνότητα εκ μεοους του ατομου (βλ., στο ω̃ιο) 217), επγσημαίνεγ ωστόσο όη εφόσον κατά τη γνώμη Έοη δεν μπα

τη

με

276)

­

7

τ

2 κ ­ του σεί να γίνεται λόγος για βούληση στον Πλατωνα με τη ουγχσονη σημασια στο πλαίσιο του φιλοσο­ όσου, θα πσέπει να αποδεχθούμε ότι δεν υπόισχει ελευθεσία της βούλησης με τη οημεσινη της σημασία. φικού του στοχαομού (Με την έννοια της βούλησης και τις οημασίες της στους πλατωνικούς διαλόγους

­

­

¿τ­τη

Ϊ
1
ι

σημοοι 206 οημ·5> μομ 0958)” οηοτολα ωστόσο 0 ίδι0; σημειώνει ότι πσόκειται, ωο 87" το πλειοτονι γιο οοοοἴ οκτο ηομ οτμ αοαι μποοελ ανῖη να παοαβλοφοεί­ Είοοοωοη τηἔ ηοἔοηἐ τον Ο Βοοη καν Έηἐ οομφωνίαἐ μαἔ με αμτηνι αποτελεί η εη μεοοοἔ τηἔ μεναληἐ αονηἐῖ βνβλνονοαφλαἑ αφεοη οτο μεονθωονο τον πΩΘ· βλημοτοἔ μοη οφοοα τη βοηληοη τον μλατωννμοο φλλοοοφομντοἐ οπομαμένοο και του αποδεκτη του λογου του· το πσοβλημα αυτο εμφανίςεται στους Νόμους, ΟἙΟ πλαίσιο 1119 πεοβληματαηεπον αφουά την ποιοόισταση της ὀιαλλανηε (βλ και μονον οσο οχεοηο ονοφεοοντομ οῖη οημ· Π 377) Θα ποεπει να υπογοαμμισουμε οτι η/ηομ οτο罹Νοιμοο§ ααοατηοοομονη ομολώοηοη τηἐ οωμοααμης πνευματο­ κοαοοο "ον οημα τηἔ ενλε το «ομοαε εκων ηακος» (βλ. σημ. Ι 273), δεν είναι οιόλοο άοχοτο φομνομονο ποο§ νη νέα πθανματευση της ελευθεσίας της βούλη­ ἕης. στο επιπεδο του αναστοχασμου του φιλοσοφικου υποκειμενου και του απο­ ί λς χ εηῖη του |ογοο τομ (μοβ _ ννα μαθαδεννμα τη διαφοοετικη σταση του πλατωνικού φιλοσοφουντος υποκειμενου εναντι του αποδεκτη του λογου του στο ο _ ο )ῖ η μπολώοηοη αυτη εναομονζα το ψολολοννμο­ηονμο χ ολο ΟΩ7.52615273 επ"τεοο| με το επίπεοο τον αναονοχαομοοι στο πλαίσιο της θεματικης της ελωθεοω̃ἔ τηἔ βοοληοηἔ­
·

­

ω”Γ

376· Βλ· Νόο· 739ο5­6: «ἐοολη οαενλλ­

ι

1

384

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Ο

ΠΛΑΤΩΝΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΩΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑ

385

αταλλανηἐ μαθτστατατ ετησνα ετττταμτμτατηταἐ _ έμφααση τηἔ βούλησης της επιτακτικότητας· διηγείται ακόμη τα πώἐ απεαβατ­ νετατ αντη η έκπτωση τηἔ τταααστασηἐ τηἑ αταλλανηἐ­ Ετνατ θέμα της βούλησης του αποδέκτη του λόγου του αν θα επιλέξει την
ατττταμτμτατηταν τη σταλλανη ττσν εντταττετ σε ατττταμττμστηται η την πραγμάτωση της Οσθης πααάατααηἐ τηἐ αταλλανη§377·

ζ­Ζ­_­Ζ*
377. Το πιο πιθανό

___
­

Μαθαίνουμε, τέλος, ότιη εκ μέρους του λόγου του πλατωνικού φιλοσοφούντος υποκειμένου, αλλα και του αποδέκτη του, σειρα κινήσεων προς επίτευξη αυτού του «ὀρθὀτατα» της μη επιτακτι­ μότηταἔγ Οωτηἔ Της ποω̨άστασηἔ της ὁγαχχαγήρ πω) έχω Όπεθβεί

την έκπτωση της, προσομοιόιζεται με ένα παιχνιΰι378. Ποιο όμως

είναι να ακολουθήσειτη δεύτερη­τρίτη λύση: να πεισθεί,

διαλλαγή ή (Η) επιτακτικότητα, ως : (Ι) ὁιαλλοινη (που καταλήγει επιτακτικότητα [ἰὶ] όπως και η ευθεία επιλογή της επιτακτικότητας) ή συμμετρία ὁιαλλανης και επγτακτϋγότητας (που καταχήη/εἰ 0¿Ο%/Μθωμένη ὁγαχλαμή Μ). και σε δεύτεοο

λατ να βσνλατατ να ττετσετ τανἐ αλλανἐ' τατα αμωἑ αντωἐ α αττααέντηἔ θα ετταλη­ Θεμα ότι ενναι ένα παίννια (βλ αααα αίμα και τη συζητηση μαε στα 2­1­λ ατε με αντη την λατηνσαηση ενναανμε αττ ανταἐ αλτστελετ αταφανλτσμσ ταν σττσνσανσν ααἐ ανσταἐ τηἔ αταλλανηἔν είτε σττ _ ττααα τα ετττφατνσμενα _ ττατζ­εν εντσἔ τσν ττλαταίαν ταν ττατνντσν τηἐ ετττταμτμτατηταἐ _ αλλωατειτσ αεντεασ νενσνσἔ ετνστ η αιτία του πρώτου. Σε σλέση με την ανελτλθατσα ττααβληματτμη τταν αφααα τη βσνληση τσν απσ­ αέμτη τσν λσνσν ταν φτλσσαφαννταα νττσλετμένανι θα τταέττετστα σημετσ αντσ να υπογραμμισθεί ότι το προμνημθνεαθέν «τταα§·¬¬ ταν θεαν απταὼν»ι παν σνζητη“ θηκε ήδη, δε στοχεύει να αποτελέσει όχημα μανα ντα σλα ααα ατη ανἔητηση ανα­ φέρθηκαν, αλλά και για κατι ακόμη: Το ‹‹πρὸς... τον θεὸν απιδὼν». αηλαση η μη
αητη αναφσααι η μη αητην τνθαται τταανματαναη ταν θέματαἐ ταν ττωἔ εττττννλα­ νετατ η σλαμληαωση τη§ αταλλανηα αλλα η ντταβαλη ταν αν λανω θέματσἔι ετνατ εύστοχη, για τον εξής λόγο: Η προβληματική της ολοκλήρωαηἐ τηἔ αταλλανηἔ λα° ταφααμετ ματ στη μη αταλλανηι ντα να εττττνλετ τα σταλα τηἔ­ Η πααβσλλλ τηἔ αλαηληαωαηἐι η έττθεση τηἐ θετατατηταἐ τηα αττα τα λανα ω§ ττετθανἔ αημτσνανσν
θα ττασσέφεαε ένα σετνμα μταἔ (ηπταἔ) ετττταντννστηταἔκ σττστε η ετττταλτντη ν·α° ναφααη στην αονηαη νηε αιαλλαννι̃ε θα ήταν ααανα ναι τελικα μία αμνανα­ μστητα νατ σλτ σλσλληαωση τηἔ αταλλανηα στα ττλατστα των τανησεων ταν παν νντσν αταλλανη _ ελττταηττμστητα­ Σνναττώἑι τα μανα παν μένετ ετνατ να νπσβάλ° λεταλ ττασἐ ταν αττααἐτττη ταν λανσν ταν ττλατωντμαν φτλασαααμντσἐ νττσμετμένσν η σλαττληαωσητ ωἐ ενέαναα­επτλανή ταν νττσμετμέναν αντσν› ματ να ττααβαλλτταλ η τατα τα§ ζητημα _ σμωἐ _ αλλήαματαἔ­ατττλανη§ ταν αττσαέμτη ταν λσνσν τσν

λ

"

ε

τ

φιλοσοφούντος υποκειμένου.

¿

Θα παέπετ να τταααέἔανμε: η ττασβσλη τσν ατλημματαἐ λτατ η νττσβσλη τησ ατττλανηἐ αεν ετνατ ελφανσΕτ§ τηἑ ετττταμττλτατηταα ττατ αντα σνμβατνεν ενωση: ια) Η ποοβολη, κατ οιοχην (αλ) αααβαλλα ένα δίλημμα αατανταααι̃των (σταλλανη η ετττταηττλστηταλ κατ ττασνττσθέτετ στη σννέλετα (α­2­)ῖ σε πσώτσ επί­ πεσσ (α·2·1·)' ηβσνληση τσν αττσσέλτη να λμνηθετ ντα να ααμηνανσε! τα αλλημμα

ι

λ

ψ

επίπεδο (α.Ζ.Ζ.), προυποθέτει η βούληση του ερμηνεύσαντος να εκδηλωθεί ως επιλογη ένα οι των εεε οκαών (ιη η (ιη = ςιη, η σικιμεω̨ιυ ιη και (ιη Ξ μη. (β) Η υποβολή προυποθέτει κατ° αρχήν, σε πρώτο επίπεδο (β.Ζ.) η βούληση του αποδέκτη να ὁυνηθει” να ερμηνεύσει τα όσα υποβάλλονται εκ μέρους του πλατωνικού φιλοσοφούντος υποκειμένου ως ενέργειες­επιλογές του, οι οποίες στοχεύουν στη συγκρότηση μιας συμμετρίας διαλλαγής και επιτακτικότητας· αυτή η συμμετρία θα οδηγήσει στην επίτευξη της ολοκληρωμένης διαλλαγής, μετα την επίγνωση ότι ο εγκλεισμός στην επιλογή της διαλλαγής οδηγεί τελικα στην επιτακτικότητα· στη συνέχεια, η υποβολή προϋποθέτει, σε ένα δεύτερο επίπεδο, (β.2.) η βούληση του ερμηνεύσαντος να επιλέγει ένα από τα δύο ((ὶ) η (Η) = (Η), η ουμμετρια (τ) και (ὶἰ) = (ἰ)). Όπως είναι κατανοητό, και στις δύο περιπτώσεις (α)­(β), η βούληση στο πρώτο επίπεδο εκδηλώνεται, μορφοποιείται ως αναληψη της ενέργειας του ερμη­ νεύειν, ως ερμηνεύειν, και στο δεύτερο επίπεδο ως τυπική μορφή επιλογής. Βέ­ βαια, θα μπορούσαμε εν κατακλειδι να πούμε ότι ηὁη το εριιηνεύειν το προβαλλό­ ιιενο ὁιλημιια του αποδέκτη (: α), όπως και το ερμηνεύειν την υποβαλλόμενη πλατωνικη επιλογη (.· β), ειναι θειιελιωὁώς ένα επιλένειν. ατε. Βλ. ινόμ. τεεεττεαιο­ εοοι όπως «φοοα», μοιηεηοϋ «θαυμαστό», «ανει­ λογισμός», «εμπειρία», «τρόπος», που θα αναφέρουμε στην κατακλείδα του κει­ μένου μας, περιλαμβάνονται όλοι πλήν του τελευταίου στο πλαίσιο περι­ γραφής του παιχνιδιού αυτού : βλ., για τους τρείς πρώτους, στο ιδιο, 739ει1­Ζ· για τους δύο επόμενους, βλ., στο ίδιο, 739ε3­4· για τον τελευταίο, βλ., στο ίδιο, 853Μ, 853ο3­4, και σημ. Π 324). Θα πρέπεινα υπογραμμισθεί ότι πριν εκκινησει το έργο της νομοθεσίας, της εκτύλιξης της επιτακτικότητας και της διαλλαγής, κατ° επανάληψη το πλατωνικό φιλοσοφούν υποκείμενο αναφέρει ότι πρόκειται για παίγνιο, αναφορα που απαντάται/ιιέχρι ακριβώς την εκκίνηση ανέλιξης του λόγου αυτού του νομοεετειν ςβκ, στο ιειο, εεκιε­ετ, εαοιμ­2, τααιιε­εαν στη συνεχεια (738ε7­739ει3), σχεδόν αμέσως μετα από μία έκφραση σκληρής επιτακτικότητας ίβλ., στο ίδιο, 735218­73604), ομιλεί και παλι, για το παίγνιο αυτό αλλά ¬ για πρώ­

­

­

386

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Ο

ΠΛΑΤΩΝΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΩΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑ

387

είναι το παιχνίδι; Το παιχνίδι

μόις είναι πια οικείο: κάθε φοοόι βούλησης διαλλαγής, εκκαλύπτεται ως εικόνα επιτακτικότητας,

τη φοοα αναλυτικά, τοποθετώντας στο πλαίσιο των κινήσεών του και τη σκληοή επιτακτικότητα (739ει3­ε6)· τέλος, κλεινοντας κυοιολεκτικα το λόγο αυτόν του νομοθετείν, παοαβόιλει και παλι, για τελευταία φοοόι, την όλη ποοσπόιθεια με

­

καθε φοοόι βούλησης επιτακτικότητας γίνεται με τέτοιο τοόπο ώστε να εκκαλύπτει από κοινού με την ποογενέστεοη την εικόνα της διαλλαγής, στο πλαίσιο των ήδη γνωστών κανόνων του

­

­

πολο/νίοο οω­Εού› τοοἔ οποίοοἔ οτο οη μείο οωτο οοτλώἔ επλγοοο ψόυμε, αφόὐ τόυς εχόυ με ήδη διεξόδικα ποανμαι̃ῖευθει. Ποοκεγτοω για τοοο χογνονεο εκείνοοο που) παο ογοχήν, ομγλοον

ένα πα"χνίὀι° (βλ”°(πΟίὸ“)° ©6809­96985)· Σχετικα με το παίγνιο αυτό, θα ποέπει να έχει πλέον φανεί, χόιοη κυοίως στο τελευταίο κεφαλαιο, ότι οι κινήσεις του είναι υπολογισμένες να υπηοετούν το στόχο επίτευξης της οοθής παοόιστασης της διαλλαγής, και παοόιλληλα, κατ7 αυ­ τόν τον τοόπο, συγκοοτούν αυτό που θα αποτελεί τον πυοήνα της ενότητας του έογου. Τόσο η θέση που ευοίσκονται οι παοατηοήσεις του αλλου λόγου τις οποίες ποιοουσιασαμε οσο και το πεοιεχόμεγό τους, τόσο τα σημεία όπου αναφέοεται η ποοτεοαιότητα της σωφοοσυνης όσο και όιλλα στοιχεία που καταγοόιψαμε απο­ τελούν ασφαλείς ενδείςεις οι οποίες συνεπικουοούν την ενότητα αυτή. * Ως γνωστό, οι όοοι αήθης, θαυμαστόν, παοαπέμπουν στο άτοπον (βλ. σημ. Ι 3Ζ)· ποόκειται όμως για θετικό ως ποος τη διαλλαγή όιτοπο, στους αντίποδες του αονητικού, το οποίο ποοηγουμένως πεοιγοόιψαμε από αφοομή το κείμενο 799ει×ι­ 8θ3ε1. Επίσης: το παίγνιο αυτό, όπως το πεοιγοόιψαμε και το οποίο αφοοόι το όλο λογο του πλατωνικού φιλοσοφουντος υποκειμενου, μας βοηθα να κατανοήσουμε το πώς λέγεται όταν το φιλοσοφούν υποκείμενο ομιλεί για το αονητικό όιτοπο ότι με την ολοκλήοωση της ανέλιξης του φιλοσοφικού του λόγου θα υπόιοξει ίσως επίλυση του αονητικού ατόπου (βλ. 799εΔι­7). ** Τέτοια στοιχεία είναι: (ὶ)η επίγνωση του φιλοσοφούντος υποκειμένου και ο οι μέοοοε τον οητιι̃ ονοφοοά οτι εποινέοκοτοι στο ίδιο Θέμο (: παιδεία' βλ­ 659ο9­ιὶ1)·(ιι) η επίγνωση ότι επανέοχεται σε ένα θέμα, ενώ εν τω μεταξύ είχε συζ τ”σει καποιο αλλο (· Λακεδαί ων· βλ 68Ζε8­11)·(ὶἰἰ) επαλίθευσ τ η η ' μ ' η η η ηἐ ποόθεσης να ολοκληοώσει στη συνέχεια ένα θέμα (: δίκες και κωδικοποίηση ποινικόι κολάσιμων ποόιξεων· για την ποόθεση, βλ.768ο8­ό1·για την επαλήθευσή ιης, εκ, ιινιωωιχα, οεεε­οετινοετε 9380/οειε­9558, 7718 κεγ­ ςινγιελος, αλλά όχι τελευταία από αποψη σημασίας για το ζήτημα που μας απασχολεί, είναι η ποαγμόιτευση του οίνου: ία) υπόιοχει η επίγνωση (βλ. 6428) ότι μποοεί να ποοκληθούν αντιδοόισεις από τον ποώτο λόγο πεοί οίνου (βλ. 637ο6­64ΖειΤ) όπως και όντως ποοκλήθηκαν (βλ. σημ. Ι Ζ5θ)· (β) υπόιοχει η απαντηση στι η ποαγμόιτευση αυτή είναι οογανικα συνδεδεμένη με αυτήν της μουσικής και της παιδείας (βλ. 64Ζε3­7) ισχυοισμός που είδαμε να επαληθεύεται στο 1.Ζ.Ζ.1. και 1.2.3: (γ) αναφαίνεταιη αναγκη να επαναλόιβειαυτή την απαντηση, μετόιτο τέλος του τέταοτου λόγου πεοί οίνου, πεοίμέθης (βλ. 673ό1θ­674ο8), στο χωοίο 702ει.

σε ηθική, ψυχολογική και αισθητική γλώσσα για αυτό το οποίο

ομιλούν οηλοοή για τη ουγκοοτηοη τηἔ παοάοταοηἔ τηἔ ολοιλλοο όι̃η συνέχεια, Οι κανόνες αυτοί αφού μας παλεόόυν να λα­ βοη̨με οοβαοα οῃς' οψη την οηοία μίας παοαοταοηςς αυτο οημαί­ νεο τη ὁνάςνονση σε κάθε παοάσταση μεταξύ ἘΟΌ τι αοτἠ βοολεταν τίνοἔ Ξω̨άνματος εννοω ίδνα όντως εννόνα νάνονν λόγο
ν”ής°

απο" Η ανῃκεωμενο επῃει̃) ηἐ ΈΟΌ παιγνιοἰ)

λ ,

,

,

Σὲ

,

,

που πεωγθαφουμε'

,

,

­

­

­

την εκπῖωση της παοαστασηε τηο Εαλλαγηοι Βηγουνται την Οωῃα Τηἔ κο" λίοοοοίζοον την οπέοβαοή τηἔ ωἔ οομμετοον επποκτυ κότητας Μαι διαλλαγής. ΤΟ Οΰμμετοόν αυτό εκτενώς πεοιγοα­ φοοχο οτο πλοω̃ονο τοο λογου τοο πλογτωνγκοο φγλοοοφοὐντοο οπο­ νενμένον μέσα από Ήἔ τοείε ενφάνσενς Έον: την π©οβΟλή μναἔ θέσ ναν τ,θ , ά λό θ ,σ /ηε τηἐ Οὶν ε ηἑ ηἔ° η μεταφοος γο ῳαἐ ε ης απο το οποοοοοο στο γελο[ο± την ποαγμοπεοοη μλοἔ εννοωοἔ με ένα Έ@όπΟ πόυ να ενισχύει την επιτακτικόιηι̃α Φιαι με ένα όιλλό που να ακυοώνει την ενίσχυση αυτή. Τέλος, ομιλούν για το ίδιο αοτό σο ετ ον, να το σο ετ Ον αοτά Μαθώ τά π Οι α_ μμ Ω Υ μμ Ο Ωη Ο γμ τεύονται την ενότητα του παιγνίου αυτού και τα όσα αφοοούν τη ,λ , λ , , λ βΟΌ ηση τοσο του φι Οσοφοωποο Ὁποχειμενοἰ) _ ΈΟΉ π ατο)­ νοοοο φιλοοοφοοντοε νπονοιμένοο ¬ πον που̃ἑει το ποίννιο οοοο όόό και τόυ υπσκειμένόυ φιλόόόφόόντός ή όχι _ πόυ ΤΟ παοα­ κολοοθείς Μενά από νην πε@νν©αφή των κννήσεων ναν των κανόνων πον
ω

δ

,

7

,

,

­

,

,

,

­

τω̨̃ δ[επ0Όν_ε©μηνεΉΟΌν° το εοω­σημα που τελει̃παβο ποοβαλλει αφοοά το πλέον οεμελλώοεἔ· ΠοΈε› κοο Ή Ήλεοου̃ζελ Το πλοῖωνοίο φιλόόόφόΰν Ώπόκείμενοι αλλά καν κάθε οποκείμενο __ φλλοοοο φούγ ή οχί ­_ ποος τη βοὐληοη αίοεοης του οποίοη αγοίγεί το

388

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Η

κι

Ι)Ε8ΙΒΕ ΑΝΠ ΤΒΑΟΕΒΥ

389

παίγνιο αυτό το πλατωνικό φιλοσοφουν υποκείμενο; Μετά όλα όσα ποαγματευτήκαμε στη μελέτη μας αυτη μποοουμε να ποοβου­ με στη δοκιμη μιας απάντησης: Κεοδίξει, όταν επιτυχει την οοθη παοάσταση της διαλλαγης· όταν δηλαδή η παοάσταση απεικονίςει όντως αυτό που της ζητείται να απεικονίζει· και τι ζητείται να απεικονιἴςει η οοθή παοάσταση της διαλλαγης, η για να μεταφεοθουμε εξ ολοκληοου στην αισθητική γλώσσα ο πλα­ τωνικός φιλοσοφικός λόγος ως αντίτεχνη των ποιητών τοαγωδία; Την επίτευξη της ποοάσπισης της αξιολογικής ποοτεοαιό­ τητας της διαφοοάς. Το συμπέοασμα στο οποίο κατέληξε η μελέτη μας αυτη είναι ότι το πλατωνικό φιλοσοφουν υποκείμενο κατοο­ θώνει τελικά την επίτευξη αυτου του στόχου που εξ αοχης το ίδιο είχε θέσει. Η μελέτη μας, επίσης, διαπίστωσε ότι η επίτευξη αυτή έχει τη μοοφή εμβολης του πλατωνικου φιλοσοφικου λόγου στην τάξη των συμβάντων ανάδυσης και πληοωσης της επιθυμίας, τα οποία λαμβάνουν χώοα κατά την ποοεία ανέλιξης του ατομικού και συλλογικού βίου μέσα σε μία πολιτεία που θεμελιώνεται, και επομένως τα πάντα θεμελιώνει, στην εικόνα του πολέμου. Από την άποψη αυτη, η εικόνα της συγγενείας μιας διαφεοομένης θα αποτελεί την ποωταοχικη εικόνα, την εικόνα ­ θεμέλιο για τη ουγκοότηση αλλά και επίτευξη της παοάστασης της διαλλα­ γης, παοάστασης ποωταοχικης σημασίας, καθως αυτη είναι το μοναδικό μέσο επίτευξης ­ έκφοασης της ποοαναφεοθείσας εμβο­ λης στο ενδουποκειμενικό πεδίο. Και για να επανέλθουμε στο οι­ κείο πλέον παίγνιο του πλατωνικου φιλοσοφικου λόγου στο συγ­ κεκοιμένο έογο που μας απασχόλησε, τους Νόμους: Επάνω σε αυ­ τη την εικόνα διαδοαματίξεται, και για όποιον θέλει θα διαδοα­ ματίξεται, το παίγνιο αυτό, για το οποίο, μετά τα όσα μόλις ση­ μειώσαμε σχετικά με τις φοοές των κινησεών του, δε μας ξενίξει όταν λέγεται ότι, από ποώτη άποψη, είναι κάτι άηθες και θαυμαστό, αλλά ότι, σε ένα δευτεοο επίπεδο, αυτό του αναλογι­ σμου και της εμπειοίάς, είναι όπως υπεοθετικά λέγεται

λές

­ ­

ε
Α

ΠΕΒΙΒΕ ΑΝΒ ΤΒΑΟΕΠΥ ΤΗΕ υΑδΤ ΡΕΑΤΟΝΙΟ ΑΝΤΗΒΟΡΟΕΟΘΥ
ΣΠΜΜΑΗΥ
Αοοοτόἰυς το ΡΙειτο, εἰυοο τυο ννυοΙο οί υιιιυευ Ιἰίο υτ οτυοτ ννοτόε, τυο όνυειιυἰοε οί τυο ἰυττο­ειιυη̨̃οοτὶνο ειτοε οευ υο οΧειυίυ­ ο‹:Ι ἰυ τυο υςυτ οί ονουτε οί οιυρτγὶυς ειυά τορΙουἰευιυουτ οί ρίοειειιτο, υτ τυο υςυτ οί τυο ερροειτειυοο ειυά τορΙουἰευυτουτ οί άοεὶτο, ειυό

­

­

­

­

­

­

γ

Ή

ξ

γ

τ

οοθό.

­

­

εἰυοο τοειεου, Ρίοειειιτο ειυά ρειἰυ τειυο ει όοοἰείνο Ρεττ ὶυ τυἰε Ρτοοοεε, οουοοτυ ίοτ τυο ὶυττο­ειιυγοοτἰνο ειτοει τε τυο άἰεοουτεο­οουοοτυ ίοτ τυοεο τυτοο ίοτοοε, τυο άἰεοοιιτεο ννυὶου ιιΙτυυειτοΙν υειε ουἰγ ουο ουτοοτ, τυειτ οί τυο ρτοοοεε ὶυ ννυἰου τυοεο τυτοο ίοτεοε ρὶεγ ει άο­ τοτιυἰυίυς τοΙο: τυο ερροειτευεο ειυό τορΙουἰευυτουτ οί όοείτο; τυοτο­ ίοτο Ρεττ Ουο οί τυίε ετιιάν ἰε ουτιτὶοά "Ι)οεἰτο”, ὶυ οτάοτ το εὶγςυἰίν τυειτ τυο ίἰυεΙ ουτοοτ οί τυἰε Ρειττ τε ἰόουτἰοειΙ ννἰτυ τυο ίυτεΙ ουγοοτ οί τυο Ρτυυειἰ οουοοτυ οί τυο Ιειετ ΡΙειτουὶο ειιττυτοροίοςγ, ννυὶευ τε τυο όοίουοο οί τυο ιυίίοτουοο υτ τυο ὶυττο­ειιυτοοτὶνο ειτοει; τυετ υτοευε: οουοοτυ το ειουἰονο τοοουεὶυειτὶου. Ιυοἰοοό, τυο ίοιιυάειτἰου οί τυο Ιεετ ΡΙετουἰο ειυτυτοροὶοςν, εε ρτοουιυυοά ἰυ τυο υτττοευιετοτν ιυεοοιιτεο το Ζιαινε, ἰε οουοοτυ το αοίουεἰ τυο ευίίοτουοο. Ιτ τε τυου οΧρΙειίυοεΙ τυειτ τυἰε εουοοτυ τειυοε τυο ίοτιυ οί ειουίονοιυουτ οί τυο τοοουοἰυειτἰου οί οΙοιυουτε ννυὶου τυευο ιιρ τυο ευίίοτουοο. ι̃λίυειτ, τυοιιςυ, ειτο τυο ετοειε οί τοίοτουοο οί τυο ευίίοτουοο, ειυἀ τυιιε εΙεο οί τυο εουεοτυ ίοτ ἰτε όοίουοο εε ειυ εττοτυρτ το εουὶονο τοοουοἰυειτίου? Τυο υττοτ­ευυ]οοτίνο­εουνουτἰο­ υειὶ ροΙἰτὶοειΙ ετοε, ειυα εΙεο ειυοτυοτ ουο ίυουιεἰοό ἰυ τυο ρουτἰοεἰ ουο

390

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ιο ¬ι ι

ΠΕΞΙΚΕ ΑΝΠ ΤΚΑΘΕΠΥ

391

τΙιιιε οηἱειἱἔὶιιε ἱτ: τἱιο ἰιιττο¬ειιἱη̨̃οοτἱνο ειτοει; ὶιι ἱειοτ, τἱιο Ιειττοτ ὶε Ρτοοἱειὶιιιοὸ το οο τἱιο ιιιοει Ρτἱτιιειἱ: Πιο ρτἰΠιειΙ οοιοοτ οἱ τΙιο Ιειετ Ρἱει­ τοιιἰο ειτιτΙιτοΡοΙο8γ ὶε τἱπο ροἱὶογ οιι Πιο εοΙἱ εε οοιιοοτιι ἱοτ τἱπο εἰο­ ἱοιιοο οἱ Πιο εἰὶἱἱοτοιιοο, Ηιειτ ὶε, εε ἱἱιο Ρτοἱ›Ιοιιι οἱ ειοἱιὶονἰιιἔ το­ οοιι‹:ὶΙἱειτὶοιι. Τἱιὶο ιιονν Ροἱἰογ οιι Πιο 8οΙἱ οροιιε ιιρ ει ρτοἱοιιιιὀ ΒτοειοΙι Ι›οιΙι ννἰτἱι οειτἱὶοτ ΡΙειτοιιἱο τΙιοιιἔΙιἱι ειἱιὀ ννὶ°ιΙι ΡΙειτο' 5 οοιιτοιιιροτειτγ οιιἱτιιἱειἱ εἱτιιειτἱοιι; ὶιι ἱ›οτΙι οειεοε τἱιο ροΙἱογ οιι τἱιο εοὶἱ ἱο ορἱτοπιὶκὀ ογ Πιο εἰὶοτιιἱιι "ιτιειετοτ οἱ γοιιτεοἱἱ” (ωιοατεῖν ἑοιι›του̃››) . ΤΙ1ο άἰε­ οοιιτεο οἱ τἱιο ιιοιν Ρἱετοιιἰο ροἱὶογ οιι τἱιο 5οΙἱ ἱε ειοοοιιιρειιιὶοὀ ϋγ ειη ἱιῃειἐο, ει ιιονν ιιιιειἔο, τἱιειτ οἱ Πιο εοἱἱ "ειε Πιο ἱειιιιἱΙγ ειτ νειτὶειιιοο ννἱτΙι ἰτε‹:Ιἱ”. («ξυγγένειοιν μίαν ὁιοια̨5εοομένην››). ΤΙιἰε ιιονν ἱτιιειἔο το­ ρἱειοοε τἱιο οειτὶἱοτ ροΙἰογ οιι τἱιο εοἱἱ Ιὶιιἱςοεἰ το Πιο ρτονἰοιιε ειιιὀ ιιονν εἰονειἱιιοἀ ἰἱιιειἔο οἱ ννειτ, ειιι ἰιιιειἔο οἱ ννἱιἰοἱἱ ὀορὶοτὶοιι οἱ Πιο ἰιιττο­ ειιϋιοοτἱνο ειτοει ειε ειιι ειτοει οἱ ινειτ ννειε ειιι οΧρτοεεἰοιι. Τἱιἰε Πονν ἰιιιειἔο ἰε ιιιετ ειεἰιπιοοττειιιτ ειεἰτε ρτοὀοοοεεοτ; ἱιιὸοοεἰ ννο ιιιειγ εειγ τΙιειτ ΡΙειτο ννειε το ειττοιιιρτ το ιιεο Ηπἰε ιιονν ἱιιιειἕο το οετειΙ›ΙἱεΙι τἱιο εοΙιἰονοιτιε:ιιτ οἱ Ιιἱε ἔοειἱ, τἱιειτ ἰε, τοοοιιοἰὶὶειτὶοιι ννἱτὶι τοὲειτεἰ το Πιο εοΙἱ. Αιιὀ οιιοο ειἔειὶιι οοιιοοτιιὶτιἔ τἱιο εοἱἱ, τἱιο εοοἱονοιιιοοτ οἱ το­ οοιιοὶἱὶειτὶοιι ὶ11 Πιο ὶιιττο­ειιοιοοτὶνο ειτοει. νΨΙιἱοΙι ἱοτοοε τοοΙ‹ ρειττ ιιι τἱιο ννειτ ἱιι τἱιο ὶιιττο­ ειιϋιοοτἱνο ειτοτι? Αιιεἰ τἱιοτοἱοτο: ννἱιειτ ἱοτοοε ννοιιΙ‹ἰ οοιιετἱτιιτο Ηιειτ ννΙιἰ‹:Ιι ὶε τοοιιἱτοὀ: τἱιο ειοΙιἰονοιιιοιιτ οἱ τοοοιιοἱ­ Ιἱειτἰοιι? Ρἱιιειἱἱγ: ἱοτ ννἱιὶοἱι ἱοἱοοε εΙιοιιΙὸτΙιοτο ἱιο οοιιοοτιιὶο οτεἰοτ το ειοἱπἰονο τοοοιιοὥειτὶοιι ἱιοτννοοιι Ηιοιιι? ΡΙειτο'ε ρεγοΙιοΙοι¿1οειΙ ἀὶεοοιιτεο Ιοεοε ιιο τἰιιιο ἰιι ιιειιιιἰιιἔ τἱιοιιι: τοειεοῃ, ρἱοειειιτο εἱιεἰ ρειὶιι. Ηοννονοτ, τἱιο Ρ8γοΙιοΙοἐἰοειΙ ὸἱεοοιιτεο ὀοοε ιιοτ οοιιτοιιτ ἰτεοΙἱ ννὶτἱι ιιιοτοἱγ ιιειιιιὶιιε τἱποτιι: ἰτ ὀοειἱε, το εοηιο ωἱτοιιτ, ννὶτἱι ει ιιιιιπιἱιοτ οἱ τἱιο ρτο­τοοιιὶεἰτοε ἱοτ ειοἱιἰονὶιιἔ τοοοιιοἰἱὶειτἱοιι. Υοτ τἱιὶε άὶεοοιιτεο ἱε ιιοτἱιὶιιἔ οποτε τἱιειιι οιιο οοηιροοοιπ οἱ τἱιο ὸἰεοοιιτεο τοἱοτἱἰἱιἔ το τἱιο ἰιπττο­ειιἱη̨̃οοτἱνο ετοει: τἱιο οτἱιοτ οοηιροτιοοτ ἱε τἱιο ιιιοτειἱ ὸὶεοοιιτεο ννΙιὶοΙι ἱε ειἱεο οἱοεοἱγ τοἱειτοὀ το Πιο ΡεγοΙιοΙοἔὶοειΙ άἰεοοιιτεο. Τἱιο ιιιοτἱιοὀοἱοἔὶοειἱ ρΙειοἱιιἔ ἱὶτετ οἱ τἱιο ιιιοτειἱ ὸἰεοοιιτεο, τἱιο Ρἱειτοιιὶο ἀὶεοοιιτεο οιι νἰττιιο, ἰε τοιιιἰοτοὀ Ιοἐἱτἰιιιειτο ειἱτοτ τἱιἰε Ιειετ τοιτιειτἱς.

­

1

Η

ει Βοττοτ Ι‹ιιοννΙοσΙἐο οἱ τἱιο ἱειοτοτε ννἱιἰοἱι ττει‹1ὶτἱοιιεΙΙγ οροτειτοὀ ὶιι Πιο ἱιιττο­ειιοιοοτἱνο ειτοει, ειιιὀ ννΙ1ὶοΙι εΙιοιιΙὀ ιιειτιιτειἰἱγ ϋο τοοοἔιιὶκεἰ ειιιά τειἱςοἱι ἱιιτο εοοοιιἱιτ ετ Πιο οιιἱεοτ Βγ τἱιο εἰὶεοοιιτεο ινΙιὶοΙι ἰε οοιιοοτιιοὀ ινὶτΙι τἱιο ειοἱἱἰονοιπιοιιτ οἱ τοοοτιοἰἱὶειτὶοη, εο τἱιειτ ἱτ ννὶΠ ειιοεοῳιοῃτἱγ Βο ειοἱο το ρτοροεο ννειγε οἱ εὶοειἱἱιιἔ ννὶτΙ1 τἱιοιτι ιη οτεἰοτ το ειοἱιἰονο ὶτε ἔοειἱ: τοοοιιοὶἱὶειτὶοιι. Οιιο ευοἱι ἱειοτοτ, ὶιιὀοοὀ τἱιο ιιιοετ ἱιιιιιἱειιιιοιιτειἱ, ἰε τΙιο ορἱτειοτἰο τοειεοιι; τἱιἰε τοειεοιι, ννἱιἰοἱι οοιιιιιιειιιιἰε τἱιο ὸὶἱἱοτοοοο ννἰτἱι Πιο ΙιοΙρ οἱ τἱἱο ιιιοτεἱ ὸἱεοοιιτεο ειιιά οἱ Ιεινν, ειἱἱοινε τἱιο ὀἱἱἱοτοιιοο το ὸοεΙ οιιἱγ ννἱτΙι τἱιειτ ννἱιὶοἱι ἱε ἱιιοἱιιὀοεἰ ἰιι τἱιο οτςἰοτ οἱ τἱιο ορἰἱειοτὶο τοειεοῃ; Πιο ορὶτειοτἱο εοοἱοτὶοε οἱ ἱοειτ ειιιεἰ Ρειἰιι οοιιιιιιειιιά Ηιειτ οἰτἰΖοιιε εΙιοιιΙὸ ειἱννειγε τειετο ἱοειτ ειιιοἰ Ρειἱιι εο ειε το οο ειι̃οἱο το οορο ννἱτἰι ννειτ ννἰτἱι Πει­ τιιτο, ιλιἰτἱι οτἱιοτ ΡοοΡ1ο,ννὶτΙι τἱιο εοἱἱ; ειιιὀ εἱιιοο ρἱοειειιτο ἱο ἱ›‹­:γοτι‹ὶ Πιο οτὀοτ οἱ τἱιἱε τοειεοιι, ειϋετἱιιοιιοο ἱτοτο ἱτ ἰε οοι1ιΠ1ει11εἰο‹ἰ,ννΙιοτΙιοτ ιΤιἱΙ‹:ὶΙγ (τορτοειοἱι ­ «ψόγοο», ιιιοὀοετγ ­ «οιἰὀὼ;››) οτ οτΙιοιννἱ8ο (Ρο­

Τἱιο Πιοτειἱ ὸἰεοοιιτεο οοιιττἰοιιτοε το

Ϊι
ι

ΙΜΙἘΙΘ8).

Τἰιθ

τΘ8ι1Ιτ

οἱ ειιοἱι

ει

Βττειτοἔγ ἱε Ποτ Πιο

ιιοιι­τειετὶιιἔ οἱ

ά

­

­

Ρἱοειειιτο; ἱτ ἱε εοιιιοτἱιἱιιἔ οΙεο, εοιτιοτἱιἱιιὲ οΧττοι1ιοΙγ ι1οἕειτἱνο,ννΙιοεο ειϋτοἔειτὶοτι ννειε το Ισο ει πιειὶη ειἰιιι οἱ τἱιο Ιειετ ΡΙειτοιιἰ‹: ειιιτἱιτοροἱοἔγ. Τἱιο τοειιΙτ οἱ τἱιὶε εττειτοἔγ ἰε ειιττοἱιὀοτ το τΙιο Ιιιετ οἱ Ρἱοειειιτο (‹‹ἀκοὁιτειοι ἠὀονη̃ η̨››), ὶιι Πιο ερεοο ειιιὀ τιιτιο ννΙιοτο τἱιογ τειἱςο ρἱειοο ϋογοιιὀ Πιο Οοιιιιιιειιιὀ οἱ τἱιο ει̃ἱοοοιιτεο οἱ ἱοειτ ειιιὀ Ρειἰιι; Ιειετὶγ, τἱιο τοειιἰτ ἰε το ερἱὶτ ει ροτεοιι ἰἱιτο τἱιο οιιο οοιιιιιπειιιεἰοεἰ Βγ τἱιο εἰἰοοουτεο οἱ ἱοειτ ειιιεἰ ρειἱιι, ειιιεΙ τἱιο οιιο ἱιογοιιὀ τἱιο οοιιιιιιειιιὀ οἱ τἱιἰε ἀὶε­ οοιιτεο ννΙιο ειιττοιιὀοτε το Πιο Ιιιετ οἱ ρἱοειειιτο. ΤΙ1ο ρειτειιιιοιιιιτ ιιιοτειἱ νειΙιιο οἱ Πιο Ιειετ Ρἱειτοιιἰο ειιιτἱποροἱοἔγ ἰε τοοοιιοϋἰειτἰοιι; ειιιεἰ τΙιο ἱἰτετ ετορ τοννειτάε ειοΙιἰονὶἱι8 Ηιἰε ἰε: τοοοἔιιἰ­ τὶοιι οἱ οοτἱι τἱιο οχἰετοιιοο οἱ τἱιὶε νοτγ ερἱὶτ, ειιιὀ ἰτε τιοἔειτἰνἰτγ; τἱιο οἱιειτἔο οἱ τἱιο ορἱτειοτὶο τοειεοιι ειτιὀ εἰἰεοοιιτεο ειε Βοἰιιἔ τοεροοεἱϋἱο ἱοτ τἱιἰε ερἱὶτ; Πιο ἱοιιιιὸειτἱοιι οἱ τἱιο ονοτοοιιιὶιπἔ οἱ τἱιο ορἱτειοτἰο τοειεοἱι ειἱιεἰ ἀἰεοοιιτεο, ογ τἱιο ειἱιειιιὀοιιἱιιἔ οοτΙι ογ τἱιἱε εἰὶεοοιιτεο, τἱιο ὀἱεοοιιτεο οἱ ρειἱιι) ειιπὶ ϋγ Πιο ειιττοιπἰοτ το τἱιο Ιιι5τ οἱ Ρἱοειειιτο οἱ Πιο τοΙοε τἱιογ Ιιεινο ιιιιὀοἱτειἱςοτι ννὶτΙι τἱιο ἱτειιιιοννοτἱς οἱ Πιο ροἱοιιιἰο ὶιιιειἔοτγ, τἱιο τοἱοε οἱ ειὀνοτεειτὶοε, ειιιὀ τἱιο ειοοορτειιιοο οἱ

­

­

392

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΠΕΒΙΚΕ ΑΝΠ ΤΚΑΘΕΠΥ

393

τοἱοε τἱπογ Ιπενο ιιιπἰοττεἱςοη ννἱτΙ1ἰῃ τἱἱο ἱτεεἱοννοτἱς οἱ τἰτιο εονν ἱτεεἔο, εοοορτεεοο οἱ τΙπ‹: ἱεοτ τἱπετ τἱπογ οοῃετὶτιιτο “ε ἱειτιϋγ ετ νετἰεεοο ννἰτΙ1ὶτεοΙἱ”. Υοτ Ιἱονν ἰε τἱἱὶε το οο εοἱπἱενεά? Τἱπο ρεγοἱποἱοἔἰοεἱ εἰὶεοοιιτεο οἱἱοτε τἱπο ἱἰτετ οἱοοποιἱτε οἱ ε τερἱγ το τἱπὶε εὶἰἱἱἱοιιὶτ ῳιοετἰοη. Τἱἱο ετεττἱοἔ­ροὶοτ ἱοτ εοὶπἱονἰοἔ τοοοοοἱἱἰετὶοε ἱε τἱπο ἰεττο­ευἱη̨̃οοτὶνο ετοε ἰε τἱἱο ττεῃεἱοτοπετἱοε οἱ τἱπε ορὶτεοτἱο, τεεἱπ («ὅἰοιι.ο;››) τεεεοε ἰητο ε ωἰὶά («ποα̃ος››) οεο, ννἱἱἱοἱπ ννἱΙΙ οο εἰἔοεἱἱοεἱ ογ τὶπο εοοορτ­ ειποο οἱ τοοοοοἱἱἰετἰοε εε ε Ρετεηποιιιπ νεἱιιο. Βιιτ Ιπονν ννἰἱἱ τΙ1ε ιπὶἱὸ τοεεοο οἱειπεἔο το οοενογ τΙ1ὶε ἱητοτιτὶοοεϋτγ ἱοτ τοοοοοἱἱἰετἱοε το τἱἱο οτΙ1οτ τεεἱπ ἱοτοοε, ΡΙοεεετο εοὀ ρεὶε? Ηονν, ὶιπ οτἱποτ ννοτεὶε, ννὶΠ ἱτ ειιοοοοὀ ὶε ἔοττἱοἕ τἱπο οτΙ1οτ(“τὸ ἔτεοον”), ρΙοεευτο εεεὶ Ρεἱε, το Ισο τοοοιποἱἱοεἰ ννἰτἱπ ὶτ? Τἱἱο ι11ἰΙ‹1 τεεεοο εοεἀε ἱεετνεητε“ ὶε οτεἰοτ το εοἱιἰονε ἰτε Βοεἱ, εε Ρἱετο ἰε ουἱοἱς το τεοοἐιπὶεο. 8ο ννἱιο ετο τἱποεο ἱεοτνεοτε' το οε? Ιτ εοοπιε τἱἱετ τΙπο εἰἱεοουτεε οε ὀτὶἱἱἱςἱἱνὲ, ννΙ1ὶοΙ1
τἱπο

Με

ἱοΙΙοννε τἱπο ρεγοΙ1οΙο<ἐὶ‹:εΙ οοο, Π1ἱ‹¿Ι1τ Ρτονὶεἰο εε εεεκνοτ. Τἱπο άἱε­ οοιιτεο οο εἰτἱεἱςἱεἔ Ιοεὀε ιιε το τἱπο οοοοἰιιεὶοε τΙ1ετ ὀοΧε, τἱπετ ἱε, ε ἱυιἱοτὶοιπ οΙοεε­ιἱγ Ιἰι1Ι‹ο‹ἰ το τἱἱο ὶἱῃεἔὶεετὶοο, ἱε τΙπο Κογ οοοοορτ ἱοτ τἱπο οτιιοἱεἱ εοἱἱὶτγ το εοἱπἰονο τοοοι1οἰΙἱετἰοι1 οοτννοοε ΡΙοεειιτο, ρεἱε εεὀ τἱπε Π1ἱΙεὶ τοεεοο, εηἀ οοοεοῳιοητἱγ ἱοτ τΙ1ο ονοτεΙΙ εοἱἱὶενοιοοτιτ

οἱτοοοι1οἰΙἰετἱοι1ἰ11τΙ1οἰοττο­εεἱη̨̃εοτἰνο ετοε. Μοτε ερεοἰἱἰοεἱἱγ, Η10 ὀοΧε (εετἱοἱρετἱοε/οΧρεοτετἰοε) οἱ Ρεὶε εηἀ τἱἱε άοΧε οἱ ρἱοεειιτο ννουἱό Ιοεὀ οε το τἱπο τοοοιἱοἱἱἰετἱοη οἱ ρἱεεειιτο εεεἰ Ρεὶη ἱ›οτΙ1 ννὶτἱπ οεοἱπ οτἱἱοτ εοά ἱε τοΙετὶοε το τοεεοε. Τἱπιε τἱπο ἱοπεἔἱοετἰοιἱ ἰε ε οτἰτἰοεΙ ἱεοτοτ τἱπετ οοενογε τἱἱο ἱῃτοητἱοοεἱἰτγ οἱ τἱἱε ιτ±ἱΙ‹ἰ τοεεοιπ, ννΙ1ἰοΙπ ἱε ἱιιιἱὀεηποετεἱ το τΙ1ο ἱοττο­ειιοἱοοτἰνο ρτοοοεε οἱ τοοοιπου̃ἱε­ τὶοε, το Ρἱεεειιτο εῃὀ Ρεἱε. Τἱπο τοειιὶτ οἱ εοοοωρἱὶεϋἱοἑ τἱπε εοἱἱἰονοιηοετ οἱ τεοοοοὶἱἰετἰοε ἰε τἱἱο ἰεττο­ειιοἱοοτὶνε ετοε ἱε τἱἱο τειπἱονεἱ οἱ τἱπε εἱοτοιοοοτἰοεοὀ ερἱἱττἰεὲ οἱ ε Ροτεοε; Ιἱο οοεεοε το οο ε οοεἱἱἰοτἰοο; Ιπο ἱε Ιοεἰ ἱτοοπ τἱπο ἰἀοῃτἰτγ οἱ ε εΡΙἰτ ροτεοο το τἱἱετ οἱ ε ροτεοο τυἱοεὶ ογ ιιοἱτγ, το Βοἱεἐ οεο εε ε τΙπἱεΙ‹ἱη8/εοτὶεε εἔοιπ οἱ το‹:οι1οἰΙἰετὶοε. ΤΙ1ο οἱοοἱεοἱε οἱ ὀἰἱἱοτοεοο/εὀνοτεὶτγ τοεπεἰο, οιιτ τἱἱογ ἱιενο Βἱοἱςοε τἱπτοιιἔἱε ἱτοιππ

Η

;

Η

Ξ

Η

ε

Η

'
Η

Η

Ϊ

Η

Ξ

τεοοοοὶἱἱετἰοιπ εεὀτἱιοἱιι1εἔοἰτεοοοι11Ρεηἱοε:τΙ1ο "ἱεεπἱἱγ ετ νετἱεε­ τΙποἱεἱΙεΧἱἱ›Ιο οτ ιιοοοεεἰἱηἔ Ιποτοτοιπἰε τοεεἰο ἱι̃οΧὶἱ›Ιο, ἰ.ο. ὀἰἱἱοτοοοο (διοιφοοὰ). Ιἱ εΙΙ τΙ1ετΙ1εε οοοε εεἰεὶ ιιρ το τἱἱἰε Ροἱητ τοἱοττοὀ το τἱεο ῳιοετἱοιπ εε το ννΗετ ἱε τΙ1ο Ρἱοοοεε οἱ τεοοιιοὶἱἱετὶοῃ, ονοιγτἱἱὶοἔ τἱπετ ἱο1Ιοννε ειιε1ε1ετἰΖεε τΙ1ο εττοιερτ το εοεννοτ τΙ1ο οιιοετὶοτι εε το ννἱπετ οοοετἱ­ τιιτοε τἱἱε τορτοεοετετἱοο οτ τοοοοω̃ἱετἱοο. ΤΙ1ε εττοιπἱρτ το τορἱγ το τἰπἰε εμιοετἱοο ὶε οΧρτοεεοὀ τἱπτουἔε τΙ1ο Ιεετ ἀἰεοοιιτεο οο τἱπο ἰοττο­ ειιἱη̨̃οοτἰνο ετοε, ννἱἱἱοἱἱ τοἱοτε το τΙ1ο Ιενοἱ οἱ οοοοοτε το εοἱἱἰονο το­ ‹:οι1‹:ἱΙἱετὶοι1, Ποτ ΙἰΙ‹ο τἱπο ρτονὶοιιε τννο οἱεοοιιτεοε (τἱἱο ε1οτεΙ οιπο εεὀ τἱπο ρεγοεοἱοἔἱοεἱ οοε) ἱο ὼοοτγ, ουτ ὶἱι ἱεοἱ; εοἀ τΙπἱε ὶε τἱἱο ὀἰεοοετεο οο οὸιιοετὶοε. Ιο τἱἱο οοοτοΧτ οἱ τἱπὶε ἀἰεοοιιτεο Ηπετο ὶε οΧτοι1εὶνο τοἱοτεοοε το τἱπο ἱοτοοε οἱ ἱΙ1ο ἰοττο­ευοη̨̃οοτἱνο ετοε εηεὶ το τἱποὶτ οροτετἰεἔ ηποοἱἱεοἰεἱοε, ννἱπἱοἱπ οὀιιοετἱοε ννοιιἱὀ ἔο οο το υεο ἱε οτὸοττοεοὶεἰονοἱτε8οεΙε:τΙ1οεοΙ1ἰονοἱῃοοτ,ἱτιἱεοτ,οἱτοοο11οἰΙἰετἰοε. Ιε ρτὶοοὶρἱε τὶπε εἰἱεοοιιτεο οῃ οεἰιιοετἱοε ιιιπὶετἱἰοοε ειπἰ τοἱε­ ἱοτοοε τΙ1ο ἱιιεὀεεἱοετεἱ τοἱο οἱ τΙ1ο ἱεπεἔἱοετὶοο ἰε τοἱετἰοο το τἱἱο οοἰιιοετἰοτιεἱ ρτοοοεε οἱ εοἱπὶονὶεἔ τοοοι1οἱΙἱετἱοΠ. ΤΙ16: ῳιοετἱοε ετἱ­ εεε εε το Ιπονν ἱετ τἱἱο ερρεετεεοο οἱ ἰεἱεἔἰῃετὶοε ἰο Ηπο εοτνἱοο οἱ τοοοεοἰἱἰετἰοε ὶε τοοοτεἰεὀ ννἰτἰπἰε τἱπο ἱτεωοννοτἱς οἱ τΙ1ἰε εἰἰεοοιιτεο; εεε εἰεοο ννε ετε ερεεἱςἱοἔ οἱ ἱεπεἔἰιπετὶοο, ει̃οοε ειιοἰπ ε τορτοεεετε­ τἱοε οἱ τοοοιἱοἰἱὶετἰοτι, τἱἱετ ὶε το εεγ, ευοἱε εε ἰεπεἔο οἱ τοοοοοἱἱἰε­ τἰοο, οΧὶετε? ΤΙπο εεεννοτ Βἱνοο ογ τΙ1ο Ρἱετοοἰο ὸἱεοοιιτεο ἰε τἱπετ ειιοἱπ ε τορτοεοετετἰοε οἱ τοοοεοἱἱἱετἰοιπ ὀοοε εΧὶετ, εεὀ τἱἱετ τἱἱἱε τορτο­ εοοτετἱοε ννὶΠ Βο ςὶοτοτεεἱοοεὶ τἱπτοιιἔο τἱπε ὀἱεοοετεο οε τἱπο εεετἱἱο­ τἰο, εοἀ Ηπο υεο οἱ τἱἱο Ιεεἔυεἔο οἱ τΙ1ο εοετἱποτἱο. Ηονν ἱε τἱπὶε ειπεννοτ Πιδῖἰἶἰθὐ? Το Βοἔἰε ννἱτΙ1, εοοοτὸὶοἔ το ΡΙετο°ε νἰονν, τἱἱο εοετἱἱοτἱο εοοορτοὀ ογ Ιπὶε Ιεετ εετΙπτοροΙοἔγ, τἱπο εονν εοεὼοτἱο, οεη οροτετο Ποτ οοἰγ εε εε εὲεοτ οἱ ΡΙοεειιτο, Ιἱἱςο τἱπο οοτινοοτὶοεεἰ εοετἱἱοτἰο, οιιτ εΙεο εε τἱπο ηπεἰη εεοοτ ἱε τἱπο οὀιιοετὶοιπεἱ Ρτοοοεε οἱ εοἱἱἰονὶεἔ τεοοεοἱἱἱετἰοη οε τΙαο Ιονοἱ οἱ τἰπο ἱἰτετ ὶηἱειπτ οοεεοἱοιιεοοεε, τΙ1ο Ιονοἱ οἱ ρἱοεειιτο εεά ρεἰιπ, εοὀ οοοεοῳιοι1τΙγ εε τἱπο ἱιιι1‹1εη1οι1τεΙ εὀυοετἰοε ἱοτ τἱαο
σο ννἱτΙ1ἱτεοΙἱ”;

­

­

394

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΠΕΒΙΚΕ ΑΝΙ) ΤΚΑΘΕΠΥ

395

ΠοΙΠονοιΠοΠτ οτ τοοοΠοίΙίΠτίοΠ ΒοτννοοΠ τοΠεοΠ, ρΙοΠεΠτο ΠΠ‹ί ΡΠὶΠ.

οί Ρτο‹:ὶΠοίΠἔ τορτοεοΠτΠτίοΠε ἰε ΠΠ Πττ οί Ρτο‹.ἰΠοίΠΒ ίΠ1Πἔο8 (ίαινε), τίίο ίιιΠ‹ίΠΠ·τοΠτΠΙ τοΙο οί τΠο ρίοτΠτο­Π1ο­ Πωιγ Πε Π8οΠτ οί τίοείτο (Ρἢἰἰεἔπιε), τΠο Πονν ΠΠΠΙ Πίἔίίίγ είἔΠἰίίοΠΠτ
Τίπο τοΠΠΠ‹ίοτ τΙ1Πτ τίπο Πττ

ο‹ΠιίνΠΙοΠοο

(βαννε) ΙοΠ‹ί το ΠΠοτΙ1οτ ‹ίΠΠοΠείοΠ οί τίίο Ποετίίοτίο ίΠ τΠο οοΠτοΧτ οί τΙ1οΙΠετ ΡΙΠτοΠἰο ΠΠτΠτοροΙο8γ. Ιτ ὶε τΙΠε ‹ίίΠ1οΠεἰοΠ οί τΠο Ποετίιοτίο τΠΠτ οΙΠτἰίἰοε, οΠ τίιο οΠο Ι1ΠΠο, ννίπγ τΠο Πονν Ποετίίοτίο ίε τΙοετίΠοεΙ το ίιιΠοτὶοΠ Πε ίίτετ οτἰιιοΠτἰοΠ οὀΠοΠτὶοΠ τΠΠτ ίε ίΠΠ‹ίΠιΠοΠτΠΙ το τίπο
ΠοΙΠονοΠποΠτ

οί τΠο (ρτοτο)

Ποετίποτίο ννίτίί τΠο Πτιτεο­τΠΠτοτΠΠΙ οΠοτΠ

(ΠΙτοΠογ τοοοτἀοὰ ίΠ Ρἰαϋεἰπιττ) οί τίπο ΠΡροΠτΠΠοο οί τΠο τΠοιΠοτγ­ ρἰοτυτο οί ΡΙοΠεΠτο, τΙ1ο ΠΡΡοΠτΠΠοο οί εὶοείτο, το ίσο Ποοο1ΠρΠΠἰοτί Ισγ τί1ο ΡΠὶΠίΠΙ οΧροοτΠτὶοΠ (‹ίοΧΠ) τΠΠτ τίπίε τοΙ;›ΙοΠίεΙΠΠοΠτ ννἰίί Ποτ Πο ΠττΠἰΠοτΙ; τΠίε τΠτοΠτοΠοεΙ τννο­ίοίὀ ρΠὶΠ οΠ1ΡτγἰΠἔ, Πί›εοΠοο οί ρίοειειιτο, ΠΠτΙ Πο Πορο οί οοΠΠΠ8 τορΙοΠίεΙΠΠοΠτ ¬ Ιοειὀε, ΠοοοτὀίΠἔ

­

ὶτ ίε οΠιΡΠΠείΖοεἰ

τΙ1Πτ ἰτ ννἰίί Πο ΠΠ Ποετίίοτίο οί ‹:ΙΠίΙγ Ιὶίο. Ξο ννΠΠτ ἱε τίτίε οτίποτ ‹ίίΠ1οΠεὶοΠ οί τίτο Ποετίίοτίο? Τίτο Πονν Ποετίποτίο, Πε ΠοετΠοτίο­ΠΠΠΒἰΠΠτγ, ννὶΠ Ποτ ΙοΠ‹ί το ΠΠ ΠΠΠἔἰΠΠτγ τοΡΙοΠὶεΙΠΠοΠτ οί ὀοείτο, το Π εΠττοΠεἰοτ το τΠο Ιιιετ οί ρΙοΠεΠτο, τΠτοΠἔΠίΠτοινΠΙε ίΠ τΠο οΧΡοτίοΠοο οί τΠο ΙΠϋοτίοιιε, ΠοΠ­ ΠοεὶοΠἰ8τίο οΡὶτΠοτἰο εἰειἰίγ Ιἰίο, Πε ΠΠΡΡοΠοι:Ι ννίτίί τΠο οοΠνοΠτίοΠΠΙ Ποετίίοτἰο ννΙΠ‹:Π ννειε ΠΠ οΧρτοεείοΠ οί τΠο ερΙίττὶΠἔ οί Π ροτ5οΠ; τΠο Πονν Ποετίποτίο ννίΠ ἔὶνο τοοοΠ‹:ὶΙὶΠτο‹:Ι ρΙοΠειιτο τίποιιείπ οΧροτίοΠοο ϋιιτ Π εΙΠίΙγ Ιίίο ννΙΠοΠ ννίίί Ποτ Πνοίεὶ ρΙοΠειιτο; ίΠε.τοΠτἰ, ΙΠ ὀΠίΙγ Ιὶίο ντο Ποοτί το ίΠεἰετ οΠ τΙΠε ὶτ ννὶΙΙ ΠΠνο ί›οοΠ τοοοΠοὶΙἰΠτοεΙ ννίτΠ ίτ. ΡοἰΠτ, ὶτ ὶε ρτοοίεοίγ ί›οοΠιιεο τΠο εἰ8Π οί Π ‹ίΠίΙγ Ιἰίο τΠΠτ εἰοοε Ποτ Πνοἰὀ ΡΙοΠεΠτο Βιιτ ΠΠΠ ί›οοΠ τοοοΠοίΙίΠτο‹ί ννίτΠ ἰτ ίε τΠΠτ τΠο εΙΠίΙγ Ιἰ­ ίο ὶΠ ροὶΠτ Ιοτε τίίο Ποετίποτίο­ΠΠΠ8ίΠΠτγ ίΠΠοτίοΠ τίίτοιιείί ίτ, τίίτοιιἔίπ τίίο τίειὶίγ Ιἰίο οί τίίο ΠΠΙ‹;ὶ τοΠεοΠ, ΠΠΠΙ Ποτ ίΠ τΠο ίΠτοτνΠΙε ὶΠ τΠο εΙΠὶΙγ Ιίίο οί τΠο ορίτειοτὶο τοΠεοΠ; Ποννονοτ, τΙΠε Π1ΙοννΠΠοο ίε Π ί›Πεὶο Ρτοτο­ εμιὶεἰτο ίοτ ΠοΠίονίΠἕ Π ΠΠἰτγ τΠΠτ ννίίί ἕονοτΠ Π ροτεοΠ'ο Ιἰίο. ννο Ροτεὶοτ Π Ιίττίο ΙοΠ8οτ νν1τΠ οτιτ οΧΠΠΠΠΠτίοΠ οί Πονν ίΠτ τΠο Ποετίιοτἰο­ΠΠΠείΠΠτγ ἰε Ποτίνειτοτί ΠΠΠΠΒ ἰΠτοτνΠΙε ὶΠ τΠο ορίτειοτίο ὀειὶίγ Ιὶίο οτ ΙΠ τΠο τοΠΙὶτγ οί τίίο ΠΠΙὀ τοΠεοΠ7 ννο οΠΠ ίοΠονν τΠο ὀγΠΠΠΠοε οί ί›οτΠ τΠο ΠΠΠἔίΠΠτἰοΠ ΠΠοΙ τΠο τοΙΠτίοΠε1ΠΡ οί τΠο ίοτοοε ἰΠ τΠο ἰΠττο­ ευίη̨̃οοτίνο ΠτοΠ. ΤΠοτο 18, ΙΠ ΡΙΠτο, ΠίΠΠεὶΠΠ1οΠτΠΙΠεειιΠ1ΡτίοΠ ννΙΠοΠ εειγε τΠΠτ Π ΡοτεοΠ ννίείποε ίοτ ρίοειετιτο, Ποτ ΡΠΙΠ; τΠο Πί›εοΠοο οί τίίο Ποετίποτίο­ΠΠΠείΠΠτγ ίτοΠ1 τΠο τοΠΙίτγ οί εἰΠίΙγ Ιίίο είἔΠίίίοε τίίο οΠεο

οί τοοοΠοἰΙἰΠτἰοΠ

­

­

Ε

τ

ΠΠτ;ἰ

οΠ τΠο οτίίοτ, τΠο τοΠ8οΠ ννΠγ

ἰε τΠο ΠΠΠτ;ο οί ννΠτ, τΠο ρτΠΠΠΙ ΠΠΠ<ἐο οί ΠΠ ἰΠ1ΠἐίΠΠτίοΠ ἰΠ τΠο εοτνἰοο οί τοοοΠοίΙὶΠτίοΠ ννίίί Πο τΠΠτ οί "τΠο ίΠΠΠΙγ
τΙ1ο οΡίτΠοτἰο τοΠεοΠ
Πτ

το ίιιΠοτἰοΠ ίΠ τίίο εοτνίοο οί τΠο ΠΠτίοίρΠτίοΠ οί ρίοειειιτο; τΙΠ5 ΠΠτἰοίρΠτίοΠ ίε τίτο ί›Πεἰε ίοτ τίίο εΠοεοοΠοΠτ Ποτιιετί οτ ΠΠΠἐὶΠΠτγ τΠετο οί ρΙοΠειιτο. τίίο ΡτΠΠΠΙ ΠΠΠΒο οί ΠΠ ἰΠ1ΠἔίΠΠτἰοΠ ίΠ τίίο εοίνίοο οί

(ὀοΧΠ) οί ρΠίΠ ίΠ τΠο ἰιΠΠ<¿ίΠΠτἰοΠ; ίτ ίε οΙοΠτ τΠΠτ ἰΠ τΙΠε ‹:Πεο τίίο ἰιΠΠἔἰΠΠτἰοΠ εοτνοε τΠο ροτεἰετοΠτ ορίτΠοτίο τοΠεοΠ οί τΠο ΠνοὶεΙΠΠοο οί ρίοειετιτο. Ιτ εἰοοε Ποτ ΠΙΙονν ἰτεοίί, ΠΠΠΙ/οτ ὶε Ποτ Πίίοννοὀ ϋγ τοΠεοΠ,

το τΠο ίΠΠεΙΠΠ1οΠτΠΙ Πε8ιΠΠρτὶοΠ, το τΠο ΠοΠ­ΠρΡοΠτΠΠοο οί τίίο Π1ο1Ποιγ­ρὶοττιτο εο τΠΠτ τΠο ρΠίΠ ὀοοε Ποτ ί›οοοΠ1ο τννο­ίοίτἰ. ννΠοΠ τίοοε τΙΠε οοοτιτ? ΨΠοΠ τίίοτο ἰε οιΠΠἰροτοΠοο οί τΠο ΠΠτίοἰρΠτἰοΠ

Ιί

νΠτίΠΠεο ννίτἰπ ίτεοΙί”, τΠο ίιιΠ‹:ΙΠΠ1οΠτΠΙὶΠπΠ8ο

­

Τίίἰε
ΙίΠτἰοΠ
ί

ίΠ1Π8ο ίε,

Ιί

Πτ τΠο

οί τοοοΠ‹:ἰΙὶΠτίοΠ. οί οοιιτεο, τΠο ρτΠΠΠΙ τορτοεοΠτΠτἰοΠ οί τοοοΠοί­ Ιονοί οί τίίο τοΙΠτἰοΠεΙΠΡ οί τοΠεοΠ ννίτίπ ΠΠΠἐίΠΠτίοΠ.

Ηοννονοτ, εἰΠοο τοοοΠοίΙίΠτἰοΠ ιΠοΠΠε ΠΙτΠΠΠτοΙγ ΠΠὀ Πϋονο ΠΠ το­ ‹:οΠοἰΙίΠτἰοΠ ννίτίπ ΡΙοΠεΠτο, τΠο ΠοΧτ οιιοετἰοΠ οοΠοοτΠ5 εοιΠοτΠίΠἔ Πίεο οΧρτοεεο‹ί οΠτΙίοτ, οΠΙγ Πονν ίτ ίοοιιεοε οΠ ίτε ϋειεἰο τοτΠ1ε: ννΠΠτ
ννἰΙΙ ίσο τΠο τορτοεοΠτΠτὶοΠ

νοτεοίγ,
Βιιειἑο

οί τΠο

τοοοΠοίΙἰΠτὶοΠ

οί τΠο τοοοΠοίΙίΠτοεί ρΙοΠειιτο ΠΠὀ οοΠ­ οί τοΠεοΠ ννίτίπ ρΙοΠεΠτο? ΕνοτγτΙΠΠ8

τΠΠτ ΠΠε το τίο ννὶτίπ

Ιί

οί τΠο Ποετίιοτίο ΠΠὀ ίτε οτίτοτὶει; οί τίίοεο, ννο εΠΠΙΙ ειιΠΠΠΠτίεο

τίίἰο τορτοεοΠτΠτίοΠ ννίΠ ϋο οΧΡτοεεο‹ί ἰΠ τΠο ΙΠΠ­

τΠο 1Ποετ‹:τΠοίΠΙ: τΠο τοΡτοεοΠτΠτἰοΠ ΠΠὸοτ οΧΠιΠἰΠΠτίοΠ ννἰΙΙ Ιίεινο το τἰορίοτ Π ιΠοτΠΙίτγ τΠΠτ ννίΙΙ Ρτονοίςο Π ίοοΙὶΠ8 οί ρΙοΠειιτο τΠΠτ ὀίίίοτε

ίτο1Π τίίο ρΙοΠεΠτο ἕἰνοΠ Ισγ τΠο Π8τοοΠ1οΠτ ννίτίί τίιο οτείοτ οί τίίο ορἰτετοτίο τοΠεοΠ/τίὶεοοιιτεο; τΠο τοΙΠτίοΠεΙΠρ οί τοΠεοΠ­Πποτειίίτγ το ΡΠΙΠ ΠΠεἰ ΡΙοΠεΠτο, οί ρΠίΠ το τοΠεοΠ ΠΠ‹ἰ ρίοειετιτο, οί ρΙοΠεΠτο το ΡΠἰΠ ΠΠςΙ τοΠεοΠ7 ννίΙΙ Πίεο ΠΠνο το ίσο οοΠνογοεἰ ἰΠ τίίο τορτοεοΠτΠ­

τἰοΠ, εο τΠΠτ ΠΠ ονοτΠΙΙ ΠοΠ­ορίτΠοτίο οτὀοτ,

Π

ΠοΠ­ορὶτΠοτίο τορτο­

ί'
396

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΒΕΗΒΕ ΑΝΒ ΤΚΑΟΕΠΥ

397

' τἰ ο Π ο ί τοοοο­ εοοίετίοο, οεεγ οο ετίεἰοοεὶ εο εε το εοΗιονο τ Ια ο ό οριο οἰΙίετίοο. Βὶηοο τΙπο οτὶτοτίε οοοετὶτιιτὶτιἔ τοοοεοἰὶἰετίοο, εε ἰτ Ιίεε οοοο οτὶοίίγ ἀοεοτίοοεὶ, ετο τΙπο οτὶτοτὶε οί τΙ1ο εοετίίοτὶο, ννο οοιιίεἰ τεοτοίοτο εεΥ τΙ1ετ τοοοοοἰὶἰετίοῃ ερροετε τΙ1τοιι8Ιπ ἰτε εοετὶποτὶο το­ ρτοεοοτετίοη· τἰπὶε οίοεεε, ιιΙτίιοετοΙγ, τΙ1ετ ε τοΙετίοοεΙπὶρ Ιπεε οοοο εοοορτοὸ οοτννοοε τἰπο οποοποοτ ρεττε οί τΙ1ο τορτοεοοτετἰοο ειιοίπ τίίετ εε εοεΙο8γ το ε ρτἰι11εΙνεΙιιο τοοοοοὶίίετἰοε, ννἰΙΙ οο εοοἰενοά; τίίίε τοοοι1οὶΙίετίοι1 Ιπεε εε ἰτε τορτοεοοτετίοο Ηεο εοετ Ι] οτιο τορτοεοο ­ τ ε τἰοο εοοἰ ίτε οτίτοτὶε. Το ειπε ιιρ. τΙ1ο εοετίποτιο, εε τίίο τορτοεοιπτετιοιπ οί τοοοοοι“Ι”ιε­ τίοο ἰο ‹ἰείΙΥ Ιἰίο › τεοειπε τΙ1ετἰτε τονεεἰοποετ ίο τΙ1ο οοιιτεο οί Ηπὶε Ιίίο οοωη̨ωτθε _ ἰΠ Η­16 ΟΟΠἙΘΧἘ Οῃῃθ ὀΥΠ8ῃἹἰο8 ννθ ῃα̃νθ ὥ5ω88θὀ _ Η
7

Α
ΖΘΠΘ

ΘόΟΡῖ

ρτοΙἰΠ1ἰοετγ ετορ το Πεο Ρτοοίοίίίε τοἔετὀἰῃἐ τῇε οοῃοθω το ῖἰι̃θ τορτοεοῃτετίοῃ οί Π­χ;ΟῃΟἰῃ8ῃΟΠ Β ῃι̃θ ὀθωεῃὀ ἰοϊ ΟΜ­ “ΕΟ ΌΘ εονοτῃοςὶ ΒΥ εῃ ίὸθῃη̨ῳ ΜἹΟΒΘ ΠΉΠΠ Ϊθᾶωτθ ΜΗ Βθ
Οί ὼθ ΓΘΡΓΘΒΘΠΜΠΟΠ Οί
ΤΘΘΟΠΘΙΙΙΘΠΟΠΞ ΌΠἙ ἙΠΙ8

ΗΟΟΘΡΜΠΟΘ

°

Σ

τίοο

ΦΗΘἙΘΠΘΘ­ Τίι̃ο Ονοτοοοίίοἔ οί τίίο ρτοοΙεΠι Ιίοε ὶο τΙ1ο τοεπἰοεἰοτ ῖἰι̃α̃ῖ ἰὀθοίἰι̃γ α̨ιιε τορτοεοοτετἰοε οί τοοοοοϋἰετὶοε, τίίο τορτοεοῃτε­

ΒΘΜΘΠΟΠ Ι8› εὼΘνΘ ΘΠ, 8Π ΘΧΡτοεειοο

οί τίίο οοῃοεῃι̃ το α̃θΐθῃὀ τῃθ

τορτο­

οί τίιιε ιάοοτιτγ, ίε εοείεοτιο·

Πι̃1Π1οεἰ5, Πποτοίοτο

·

Η

εἰἔο, εο εοτιιεἰ οΧΡτοεείοη­τορτοεοοτετἰοο οί τοοοοοιΤ1ε τί οο; Π1 Οτθ­ ονοτ εε τίπο τορτοεοοτετιοε οί τοοοοοὼετίοο ιτι εἰειὶγ Ι1ίο, τίπο εεε­ Ηίθη̨ Ηι̃θτ τῇθ Θττᾶἰῃωθῃτ Οί ΪΘΟΟΠΟΠΙΗ­ τῇθῇο ὶ8 τῇθ ΟΠΙΥ ννειδ/) ἰῃ η̨οῃ ΟΘΠ Βθ η̨ῃὀθτῃοοὀ ϋγ Βῃεῃοἔγ 88 ῃι̃θ α̃οῃὶθνθῃι̃θῃτ Οἱ α̃ῃ ᾶω­
ε

.

ε

ε

ε

_

ε

7

7

τορτοεοοτετἰοο ἰο τΙ1ο ὶοττο­ειιοη̨̃οοτὶνο ετοε. Ι11 Ρεττ Οοο ννο Ιίενο οΧεε1ὶοο‹ί τῃθ ΟΟΠΟΘΪΠ οί ΗΝ Ρωοῃἰο τεουἔίίττοἔετἀίεἔ τὶπο εοεὶονοιπὰοοτ οί τοοοοοίίἰετὶοτι, εε τίπο ίοτιτιε­ τὶοο οί ε τίποοτοτἰοεί ρτοροεἰτἰοο οοιίοοτοἰοἕ τΙπο τορτοεοο τ ετί οη ο τοοοοοἰΙίετὶοι1. Ιο Ρεττ Τννο τίπο εοοιιεὶ ὶε ἰιπνοετίἔετοοἰ; τίπε οοῃοετῃ οί τΙ1ο Ρίετοοἰο τεοιιἐίπτ ίοτ ίΙ1ἰε τορτοεοοτετἰοο το οο εοὶορτοὀ ογ εΠ οἰτἰεοοε. ΤΙ1ὶε οοοοοτο οτοετοε ρτοοΙοο1ε, εε τ ῃ ο Ρ1 ε τ οοίο ῃι̃οιι 8 Μ
τἰποτὶο
°

ί

ἰτεοίί εοΙ‹ι1οννΙοὼ¿οε· τίπο ρτοοΙοιτιε εοὀ τΙπο εττοιπερτ το ονοτοοοεο ί οεορ Βγ, Ό ιι τ ε1 εο τίποιο οοτ οοίγ ετο τοίετοὀ το ΡΙετοοὶο ροΙὶίὶοεΙ Ρ Μ τίποεπεείνοε οοοετίτιιτο εηοτίιοτ ρτοοΙοι11 τοἔετεἰἰοἔ τίεο ὀοεεὶὶοοίς ἰη
ρΙ1ἰΙοεορΙ1ἰοεΙ‹ἰἰεοουτεο εοοὶ τίπο ἀοεὀἰἰοοίε ἰιπ τίπο ννὶΠ οί τίπο ΡΙε­ τ ο εκ ὼεοοωεε; Ρ1ετο εεεεε1ίνε11ω‹1εο‹±τε1ε ρωο1‹εείει1±ε ετεε οί τίίο εοετεοτὶο, εε Ιπο οεΙΙε τίίε ρίίίίοεορίεἰοεί εὶὶεοοιιτεο τίπετ οτοετοε ιοεορ Ηο ι ε1 Ρτοοὶοιῃε οιιτ είεο ττἰοε το ονοτοοοεο ίοοιε, Ιπἰε 1 εετ ρ Μ εἰὶεοοιιτεο ννΙ1ἰοΙ1 οΧειοίι1οε ίτεοὶί ίτοοε εε ει1τΙ1τοΡοΙοεἰοεΙ ροίοτ οί νὶονν, “ττεἔοεἰγἦ εεὸ ὶί ὶε ρτοοἰεοὶγ τὶπίε Ρίετοεἰο ιιεο ο Ε τΙι̃ ο τοτοπ "Ττεἐο‹ίγ” τίιετ ννθ ῃᾶνθ ωιζθῃ 88 τῃθ ῃῃθ οί ΡΗΠ Τννο οἱ ΪΜ8 8ωὸΥ_
τΙ1ο

ΜΗ εἰννεγε υορίγ τἰπο ὼίίοτοεοο. Ηοννθνθῖ, Πεο τοεείοἀοτ τΙ1ετ τΙ1ο τορτοεοοτετίοο οί τοοοοοἰίὶε­ τίοο ιε ι11ιο1οε1ε εἰοεε Ποτ Ιοεὸ οοίγ το τΙπο ονοτοοοπἰοἔ οί τΙ1ὶε ρεττί­ οιιίετ ρτοοΙοι11; ίτ είεο εοεοίοε υε το Ιίενο ε οοττοτ Ι‹οοννΙοεΙἐε οί τῇο έ' ' Ι€ἰο1ε“τ1ίγ οίτοοοηο1Ιιετ1οε,ίο υηιπἰοτετεοὀ Ιεονν τοοοοοἰΙἰετἰοο ίε Ππεοἰο Ξὶἴῖἕ1ΙΠἑΙί)ίθ ΙΠ ἶίι̃θ ΙΠί1”Ο·$Πί)]θΟίΙνθ θ.Ι`θΕὶ Οί ΕΙΗΙΙΥ Ηί­θ τίι̃ῖθὶἰἕίι̃ ΗΙΘ ΞΙΘΒ· τΙ1οτιο τορτοεοοτετίοη; τΙ1εοΙ‹ε το τΙ1ο οοοἰοε οί Ηπο οοΠνο11τίοΠεΙ εοε­ Ηποτιο οί Ιειε οτε, Ρίετο ιε εοίο το εἰοευἐεετο Ππιηεοειε εε Ηπο το Ρ τοεοο­ τετιοη οί τοοοοοιίιετίοο, ειοοο Ιοιιοοειε οεο τοοετεοίιείί ε ροτεοίϊε ΪΘΘΡΟΠΘΘ “ΕΟ Γίι̃θ οίίποτ (ίποτοτοτι) οηο οΧρτ‹­:εεἰοη οί ννΙ1ἰοΙ1 ίε ὀοειτο ιη εΙειΙγ Ιίίο. Τίίο ε1111ιιΙτεοοουε ιεΙο11τ1ίιοετιο11 οί τΙ1ο εοετίίοτίο, εΠ‹:Ι τίίοτοίοτε τίπο τορτοεοτιτετίοη οί τοοοοοἰϋετίοο νν1τΙ1 ὼθ η̨̃ἴτ Οί ΡΤΟ€ἰΠ0ἰΠ8 Πι̃ι̃εεοε (‹‹εἰ%οιστικὴ››), Ι1οΙρε ιιε το ἐείο εε ονοτι οΙοεοτ ιιοὀοτετεοὼηἔ οί τίπο ®ιεΙοοτιτγ° οί τοοοῃη̨ίῃᾶῃοῃ: τῃθ 8" Οί ΡΓΟῦΙΗΟἰΠε Πι̃ι̃εεοε ἰε εεεοοἰετοὀ ννἰτίπ ΙοοΙ‹ἰι1ἔ, εοεἰ Ιοοίςίοἔ (ΒΧ­ οτορτε τίπο ειἔη ίτοοπ τίίο εἰοπιίοετιοε οί τίίο ειἐειίίοὀ· ιτ Π1εΙ‹οε ίτ ε ίοἰῃἰῃἔἑ (ΒΥΠἸΌΟΙ), Ηποτοίοτο ε εγ111Ι›οΙ,οίίτεοΙίεοεἰ οί τίπο οτίποτ οί ίνωθίι̃ ΟΠΘ θΧΡτοεείοη ὶε ςἰοείτε ΤΙἹ18 ΡἰοωΓθ_Πι̃81ς¿Π8 ΗΜΜΥ ΟΪ ΜΟΚ­
7

­ εἔεἰη εοοοτὀὶοἕ το Ρἰετο (οί. Οτατχἰωε) ­ ίε ίτ
)

εοοοτοἰιοἔ το ΡΙετο,

τΙπο

εοετίίοτιο

­

ε

.

­

­

­

Με

ΜΉΦΠ 00·ΘΧ18τε ννπϋ

το ΡΙΉΟ, ΨΙΗἹ ι̃ίι̃ο τοεννείςοῃιηεἑ οί τίι̃ε 1ῃ18ἕ1Π3_ τίοε, εοὀ υίτωπετοίγ οί οἱοειτο νν1τΙ1 ε τοεννεΙ‹οι1ι±1ἔ οί εοεεἰτινοοοεε. ΡΟΠΟΨἱΙ1ε Πι̃ίε ωςεῃείῃετίοῃ Οί τῃθ η̨̃ὀθῃτἰτδκ Οί ΓθοοΠΟΠἰ8ΠΟΠ
ΤΘΙΘἘΘΦ 80001” ΘΙΙΠ8
7

Φο ὼεσουτεθ εεε ίυὀεθῃκετε

18

οΙοεεΙγ

ννΙ1ετ

τίίτουἔο τΙ1ο ὀιεοιιεειοο οί τίιο οετυτο οί ἰτε εοετΙ1οτἰο τορτοεοοτετίοε τοιῃειοε ετο τίπο ΡτοοΙοι11ε τοοοτιοοοεἰ οετΙιοτ τοἔετοἰιοἐ τΙπο

έ

±

398

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Ζ

`

ΠΕΒΙΚΕ ΑΝΒ ΤΚΑΘΕΠΥ

399

ειεὶορτίοΠ
οΠΙτ τΠεΠ
ΗἹΘΠἹ'

οί

τίκι

ρτοΠ1οιΠετΠειτ ειτε: ΠΠιοΠ ιΠοτο όὶίίὶ­ τοοοΠοίΙὶειτὶοΠ οΠ‹­: ννΙ1ἰοΠ οοΠετἰτΠτοὀ ΠποτοΙγ ει ρτοΙὶιΠὶΠετγ ετορ το

­

Ηονν ίε ίτ ειΠτὶοἰΡειτοὀ τίίειτ τίιο ὀὶεοοιιτεο οΠ ειΠ ο‹:Ιιι‹:ετὶοΠ ειΠΠοὀ Πτ τοοοΠοὶΙὶειτίοΠ ννἰΠ Πο ὀοειίτ ννἰτΠ? ΡΙειτο°ε νίονν ἰε τίιειτ τίπίε ἀίεοοιιτ­ εο εἰποιιίεἰ Ποτ Βο τειΙ‹οΠ ειε Ιεινν, ειε το εὶο εο ννοιιίεἰ οο εΙο‹¿τει‹1ειτὶοΠ οί τοοοΠοίΙὶειτίοΠ: οί τΠο ‹:οΠοοτΠ το εὶοίοΠοΙ τΠο ‹:ὶίίίοτοΠοο, ειο ίτοιΠ τΠο δίατεεκαακ ίτ ἰε ω̃τοειὀγ Ι‹ΠοννΠ τίιειτ τΠο Ιεινν οειΠΠοτ εἰοΠΙ εειτὶείειοτοτἰὶγ ννἰτΠ τΠο ἀὶίίοτοΠοο; ΠοΠοο τΠειτ ννΙΠοΠ εἰοοε Ποτ ὀοεὶ εειτὶείοοτοτἰὶγ ννὶτΠ τΠο ‹1ὶίίοτοΠοο, ννΙΠοΙ1 Π1ειΙ‹οε Ιίίο ἰιΠροεεὶὶ›Ιο το ίσο οΠεΙιιτοεὶ, οειΠΠοτ Πο ιιεοὀ ίοτ τΠο ειὀορτὶοΠ οί τΠο τοΡτοεοΠτειτίοΠ οί τοοοΠοἰ­ ΙίειτὶοΠ­εἰοίοΠοο οί τίίο ὀὶίίοτοΠοο. Υοτ ειί τίίο εειιΠο τὶΠπο, ετ εοιΠο οτΠοτ ροἰΠτ ὶΠ Πὶε ὀἰεοουτεο, ΡΙειτο οοΠεὶὸοτε τὶπειτ τίπο ειοετὶποτὶο το­ ΡτοεοΠτειτίοΠ οί το‹:οΠοίΙὶειτἰοΠ εΠοιιΙὀ Πο τειΙςοΠ ειο Ιεινν. ΤΙΠιε ὶΠ τΠο ίὶτετ ρίειοο ννο Πεινο ει ίοτΠ1 οί ορίτειοτίο τΠοΠ8Πτ οί τοοοΠοὶΙίειτὶοΠ, ειΠά ΠΠ­:Π ννο εἰἰεοονοτ τΠο ειρροειτειΠ‹:ο οί τγρί‹:εΙ ίοτΠ1ε οί ορίτεοτὶο ίἰποιιἐἰπτ. Ξο ννίπειτ ἀοοε Ηπο ΡΙειτοΠὶο ρΠἰΙοεοΡΙΠείΠΒ ευὶη̨̃οοτ εοοΙ‹ το ‹1οοΙειτο τΠτοιιἐΠ ΠΠ ΗΠ8? \ΝΙ1γ τίπίε τννο­ίοίἀ ειΡροειτειΠοο οί τΠο ορἰ­ τειοτίο τΠοΠἕ¿Πτ, οοερἰτο τΠο ρτοεοΠοο οί τίπο ΠΠΜ εἰἰεοουτεο ννΙΠοΠ ἰε οοΠοοτΠοεὶ ειὶσοιιτ τίπο ίοτΠ1ειτἰοΠ οί τΠο τορπ­:εοΠτειτἰοΠ οί τοοοΠοἰ­
ΙίειτἰοΠ
Πεειιτοε Πε οί ἰτε ΠοΠ­ορἰτεοτἰο ρτοεοΠοο? Τίκ: ειΠεννοτ ννὶΙΙ Πο ίοιιΠ‹1 ίί ννο τοιΠοΠπΙσοτ τΠετ τίπἰε ΠΠΜ εὶἰε­ οουτεο οι̃ονὶεοε ΠΠ Πτιεἔο, ει Πίοτειίἰτγ, ει ρεγοΙ1οΙοἔγ, ΠΠ οεΙΠοειτ1οΠ, εο τΠειτ ει εοοὶοτγ Ππειγ οΧίετ τίπειτ ἰε οοΠετίτιιτο‹ἰ ίΠ τίιο ρτοεοΠοο οί τοο­ οΠοὶΙίειτίοΠ ¬ οοΠεοοιιοΠτΙγὶΠ τἰπο ειΙ:›εοΠοο οί τὶπο ορὶτειοτίο τΠοΠἔΠτ. Ενοη×τΠὶΠἔ ὀονὶεοεἰ ογ τΠο Ππὶίεὶ ὀὶεοουτεο τονοεὶε ίίίο οοΠοοτΠ ίοτ ὶτε Ρε­:ΠΠΠΠοΠ‹:ο; Ποννονοτ, τΙΠε ροτεὶετοΠί ‹:οΠοοτΠ οί τίίο ιΠἰΙεἰ εὶίε­ οοιιτεο, οί τΠο ἀίεοοιιτεο οί τοοοΠοίΙίειτἰοΠ, ἰΠ τΠο ὸὶεοΙοε1Πἔ ρίοεοΠοο οί ὶτεοΙί ειΙοΠο, ἰΠ τΠο οΠἀ ‹ΙοεὶἔΠειτοε οΠΙγ ἰτε ορίτειοτὶο Πττίτιιεἰο
ειΠ‹:ἱ

ὶτ ἰε ίοτιΠοεἰ τΠτοιι8Π τΠο νὼοίο ὀίεοοιιτεο οΠ τοοοΠοἰΙίειτίοΠ: τίίο ορίτειοτἰο οίαειτειοτοτ οί τίπο ροτΠπειΠοΠτ ρτοεοικο οί τοοοΠοίΙίειτίοΠ. ΤΙΠε οΧρΙἰοἰτ τοίοτοΠοο ειΙεο Πειε ειΠοτΙ1οτ ιΠοειΠίΠ8: ἰτ ρτοοἰἰοτε ννΙπειτ ννοιιίεἰ ἰΠ ίειοτ Πανο ΠειρΡοΠοεΙ, ννίίοτο τΠο Ηποοτγ οΠ τοοοΠοὶΙἰειτίοΠ­
·

Ε
Η

τονοειΙιΠοΠτ

‹:ἰΘίοΠοο οί τΠο εἰίίίοτοΠοο ννοιιΙὀ Πεινο Ιο‹3Ι= τΠο ρτοοοεε οί ίτε ρτε­ 06081 ειρρΙἰοετὶοΠ Πειά ί›ο8ΠΠ; ὶτ ρτοεἰίοτε τΠειτ ίτ ννουίὀ οο οΠο 1Ποτο

ἰί

Ιί ΗΠ8 ἰε εο, ίί Ηποεο Ρτοί›ΙοιΠ8 ὀο ειρροειῃ ννίίειτ ὀοοε τίπο ΡΙειτοΠἰο

οί τίίο ορἰτειοτίο.

ίοτΠ1ειτὶοΠ οί τΠίε τίἕίπτ τορτο8οΠτειτ1οΠ οτ τε­:οοΠοἰΙὶειτίοΠ. ΤΙπο ΡΙΠ­ τοΠἰο ρΙΠΙοεοΡΙΠείΠἔ ειιίη̨̃οοτ ἰτεοΙί ἰε ‹:μιίοΙ‹ το ρτονἰὀο ειεευτεωοοε
τἰπειί τΠο ννΠοΙο ρΠίΙοεορΙΠοειΙ

ίοτ τΠο ΡτοεοΠοο οί τοοοΠοίΙἰειτἰοΠ, οοΠεοοΠοΠίΙγ οί ονοτοοΠΠΠἕ ορίίειοτὶο ὼειτειοτοτ οί τΙΠε ννἰΠ. δο: τί8ΠτΠοεε οί τίπο τορτοεοΠτει­ τἰοΠ οί τοοοΠοὶΙίειτίοΠ ννίΙΙ Πεινο το Πο ει ιΠίΧτιιτο, ει εγΠἹΠ1οττγ (‹‹σὺμ­ μετοον››) οί τοοοΠοίΙίειτίοΠ ΠΠΠ οί τΠο ορίτειοτίο ννειγ οί εἰοἰΠ8 ειΠ‹:Ι τίΠΠΙ‹ίΠἐ. Τίπο τοΠΠ “ττει8ο‹:Ιγ” ὶε ειρρΙἰοεΙ το τΠο ΠἔΠτΠοεε οί τΠο το­ ρτο8οΠίειτἰοΠ οί τοοοΠοἰΙὶειτίοΠ; τὶπἰε. ἰε τίπο Πονν εοτίοιιεΠοε5 (‹‹σπου­ δοιῖον››), τΠο τἰνΠΙ ειττ οί τίίο οοΠνοΠτἰοΠειΙ ττειἔοεἰγ, ννΙΠοΠ Πειε, ειοοοτὀἰΠἔ το Ρίειτο, Ιοετ ίτε εοτὶοιιε οίίειτειοτοτ α̃υετ οοοειιιεο οί τΠο
ννίΙΙ
τΙ1ο

οοιιτεο εΠοΠΙ‹ὶΙ ονοτοο1Πο τΠο ΡοτεὶετοΠτ νν1ΙΙ οί τονοειΙιΠοΠτ­ΡτοεοΠοο οί τοοοΠοἰΙίειτίοΠ; τίπ: ννί1Ι ίοτ τορτοεοΠτειτίοΠ οί τοοοΠοἰΙἰειτἰοΠ ννὶΙΙ τοτΠΠὶΠ, ουτ ειτ τΠο εειΠ1ο τὶΠ1ο τΠοτο ννὶΙΙ Πο ει ρτο5οΠοο οί ΠοΠ­το­ 00Π0ἰΙἰειίὶ0Π ννΙΠοΒ ννἰΠ ειίεο Πο ε εὶ8Π οί ονοτοοΠΠΠἔ τΠο ροτείετοΠτ

ρΙΠΙοεορΠὶε1Π8 ειιίη̨̃οοτ ειιεἔοετ, ειίτοτ τΠο τοοοἔΠὶτίοΠ τΠειτ τΠο ροτ­ είείοΠτ ννὶΙΙ ίοτ τοοοΠοἰΙίειτὶοΠ ἰε ειοτιιειΙΙγ ει ίοειρροετειΠοο οί τΠο ορί­ ίειοτὶο τίίοιιἔίπτ? Τίπο ΡΙΠΙοεορΠίεἰΠ8 ειιίη̨̃οοτ ευἔἔοετε τΠειτ τΠο εὶἰε­

ίΠο ροοτε' οοΠοορτίοΠ

εἰἰεοοιιτεο οί Ιῳιινε ίε τἰπἰε Πνεί ειττ οί οί ττειἐοἀγ; τΠο ῳιοετίοη τΠειτ τοουἰτοε ίυτὼοτ

ὶΠ οτίποτ ννοτ‹ἰε7 τοννειτἀε ίοννειτὸε νὼειτονοτ ὶε Ποτ ΠΠΙΠ ὸὶοοοιιτοο ννίιετονοτ ὶε ορίτειοτἰο τίποιιἔίίτ οτ, ίΠ ειΠγ ονοΠτ, ‹ἰὶίίοτοΠτ ίτοΠπ τΠὶε ἀὶεοοιιτεο. ΤΠο τννο­ίοΙ‹:ἰ ειρροειτωοο οί τΠο ορὶτειοτὶο ὀοοε ΠοτίΠΠἔ Πποτο τΠειΠ τοίοτ οΧρΙἰ‹:ἰτΙγ το ννὶπατ Πειε ειίτοειἀγ οοοΠ ειιἐἐοετοἀ, τίπειτ

­

οΧειΠΠΠειτὶοΠ 18 ννΠοτΠοτ τΙΠε ννοτΙ‹ ἰε τοειΙΙγ τΠο Πονν ττοἔοεἰγ, τΠο Πονν οοΠοορτὶοΠ οί ττειἐοεὶγ, τΠειτ ὶε, τΠο τὶ<ἐΙ1τ τορτοεοΠτ;ιτίοΠ οί τοοοΠ­ οὶΙἰειτίοΠ; ίΠ οτίποτ ννοτὀε, ννίίοτίποτ, τΙΠοΠἔΙ1 τΠο ἀίεοουτεοε οί τίπο ΡΙΠΙοεορΙΠεὶΠἐ ειιὶη̨̃οοτ ὶΠ βαινε εΠ ειοετίποτὶο οτεἰοτ ἰε ειὼίονοοἰ, ει ΠΠΧτιιτο, ει εγΠπΠποττγ οί τοοοΠοίΙίειτίοΠ ειΠοἰ τΠο ορὶτειοτἰο, οί τὶπο ορί­ τειοτὶο ειΠεΙ τοοοΠοἰΙὶειτίοΠ.

ἔι

ί

Α

400

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΠΕΒΙΚΕ ΑΝ1) ΤΚΑΟΕΠΥ

ΦΟ1

ουτ ειττοοπρτ το οοεννοτ Φο εὼονο οιιοετὶοο, Φο ίίτεττ1π1ι1ἔΦειτ ννο ίίτιὀ. ουτ ὶε Φειτ Φο νν1πο1ο ὀὶεοουτεο οί Δαινε οοηπρτἰεοε τννο ὀἰε­ οοοτεοε: Φο Φεοουτοο οί τοοοοοϋίειτίοο οοο Φο Φεοουτεο οί Φο ορὶτοοτὶο. Τ11ο εμιοετὶοιπ ὶε Φοτοίοτο Βονν ίοτ εΦ οΧοΦἰΠοίὶοΠ οί Φοεο ονο Φεοουτεοε οοτίίίίοε Φο οίοτοΦοοτίοοο‹1 εγΦΦοτο|. ΟοΦ­ Ρ1οτἰοι1 οί οι Βτὶοί οΧει1τιἰι1οτὶοι1 οί Φο ο1οΦοι1τε οί Φο εἰὶεοουτεο οί τοοο11οἰΙὶοτἰοΠ ειηὸ Φο ὸὶεοοιιτεο οί Φο ορίτειοτίο Ιοειεὶε το Φο οοο­ ο1ιιεὶοο Φοτ Φο ὀὶεοοιιτεο οί Φο Ρ1οίοι1ἰο ρ1πἰ1οεορ11ίεὶι1ἔ ειιίη̨̃οοτ 111 Εαινε, ειε οι εὶίεοοιιτεο οί Φο ορἰτειοτὶο οοὸ τοοοι1οί1ὶοτἰοο, ίε ει εγΦΦο­ το οί Φο ορίτοοίίο οοὀ τοοοοου̃ίοτίοο, οοο ίε Φοτοίοτο. Φ ίοοτ. τοηὀοτοεἰ Ιοἕίτίίῃοτο νΦοη ίτ ρτοο1οἰΦε Φειτ ίτ 1›οΦ ὶε ειηὸ οἰοίἰοοε Φο οονν ττοοοογ. Φο τίνοί οτί οί οοονοοτίοοω̃ ττοοοὀγ. Το οο Φοτο εροοίίίο, Φίε εγιππηποττγ τει1‹οε οῃ Φτοο οΧρτοεεἰο11ε: Φο ίἰτεί 18 Φο εγιίποποττγ οί Φο ορὶτοοτὶο εΦ‹1 τοοο11ο11ὶοτὶοη οε Φο ρτοεοιπτοίἰοο οί 1:›οΦ οι Ροίίιτ οί νίονν ειοεἰ ὶτε οΠτἰΦοεἰε; Φο εοοοοὀ ίε Φο εγιπποποττγ οί Φο ορἰτειοτὶο ειίιὀ τοοοι1οὶ1ἰειτἰοη ειε Φο Ρτοεοητοτἰοη οί οι ροἰοί οί Φοί Φο 1Φο Φοτ οί οΧοεοοτοτίοο νίονν Φ ευοο ο Φοοοοτ το Φο εοτἰοοε Φοοουτεο ίε ττοοοίοττοο ίτοΦ Φο οοτοοοτγ οί Φο οοτοοοο οί Φο τίοίοοἰοοο; οοο Φο Φίτο ίε Φο εγΦΦοτο οί Φο ορὶτοοτἰο ειοοὶ τοοοηοϋἰειτίοο ειε Φο οἰἰεοιιεεἰοπι οί εροοὶίὶο οοοοορτε (ἔοὸ, εου1), οιπ Φο οιπο Ιποοὸ Φ ευοΙ1 οι ννειγ ειε το οοττοοοτοτο Φο ορίτειοτ1οΦουἔ11τ, Φο Φοτοτἰο οί Φο ορἰτειοτίο, οοἀ οιπ Φο οΦοτ 111 ει εὶὶίίοτοτιτ ννογ νΦ1ο11 οεΦοο1ε Φἰε οοττοϋοτοτίοο. Ατ Φο εοιίίο τίτοο οιιτ τοεοειτὼ Ιποε τονοο1οεΙ Φειτ Φοτο ἰε εΦοΦ­ οτ Φεοοιιτεο οί Φο ΡΙειτοι1ἰ‹: ρ11ὶ1οεορ1πὶε1οἔ ειιίη̨̃οοτ, Ισοεἰὀοε Φειτ οί Φο ορὶτοοτίο Φεοοιιτεο ει11‹1 Φο Φεοουτεο οί το‹:οι1οί1ἰειτ1οΠ; Φἰε οὶἰε­ οοιιτεο ειρροοτε το 1:›ο ειννειτο οί Φο ίῃτοτρτοτειτίνο ῳιοετὶοοε ρτονο1‹­ οὀ 'υγ Φο οο­ρτοεοιποο οί Φο ὀὶεοοιιτεο οί Φο ορίτειοτίο ειοὀ Φο Φε­ οοιιτεο οί τοοοοοἰ11οτὶο11, ειιπἰ ἀοο1οτοε Φειτ Φὶε οο­Ρτοεοῃοο εοο1‹ε το εειτἰείγ Φο Ρτοτοομιὶείτο ίοτ Φο τ1ἐ11Φοεε οί Φο τορτοεοῃτειτίοῃ οί τοοοι1οί11οτίοο. Τ11ίε Φεοοιιτεο ίε ιι1τ1ΦειτοΙγ ο1οεο1γ το1ειτο‹;1 το Φτοο Φεη̨̃οτ ΡτοΒ1οΦε: το Φο ρτο1›1οΠι ειε το Ιίονν ίοτ Φο νν11ο1ο εἰὶεοουτεο οί Φο ρ1·1ὶ1οεορ11ὶε1οἕ ευὶἠοοτ Φ Εαινε ίοτιπίε ει υοίτγ; το Φο ρτο1σ1οΦ
111

οί Φο ννἰ11 οί Φο Ρ1111οεορ11ἰεἰῃε¿ ειιι̃η̨̃οοτ Φοτ υτίοτε Φἰε ἀἰεοουτεο οι Ρτο1›1ο1ῃ ννῃὶὼ 1188 το (10 ωἰτῃ τῃθ θΧ8ΠΙἰΠ8η̨οΠ οί τῃθ Μο (Μ.
1ποτ1ΖοΠε

­

ίοίοοτ 11οτ1ΖοΠε οίτωε ‹:11εοοιι±εο,ε‹› 88 το ί1Π‹1 οιιτ ίῃ »ν1ι1Φ οίτοοεο Φο υν111 Φειτ ε1ο111ονοε τονοοοῃοῃτ ιιΙτ1Φοτο1γ 1›ο1οῃ8ε; οῃοὶ

ζ

51

1
1

­

­

Φεοοιιτεο οί Φο Ρ1οτοι1ὶο ρ11ί1οεορ111εὶΠ8 ειιίη̨̃οοτ. Τ1πὶε Ιειετ ρτο1›1οΦ Φοοι1εΦειτ Ρ1ειτο ειοοορτε ειε ει ίοοτ Φοτ Φο οί/111 το οὼὶονο τοοοίιοἰ11οτἰοΠ, οε ὶτ ορροειτε εε ει ροτεἰετοοτ ο1ορ1ογιτ1οῃτ οΠ1γοί1τεο1ί,1εΡτο1ο‹;τοε1 οε οι τονοωωοοτ οίορίτοοτίοτοουἕοττο Φο τοοἰρίοίιτε οί Φὶε ‹1ορ1ογΦοητ, το Φο ΜΗ το οῃοὶοο οί τῃωθ τθοῳἰ­ οιπε. Τοιιε, Ιωνίῃἔ ωτοοογ ωοῃτίοῃοο Φοτ Φο ροτείετοῃοο το οοοορτ Φοτοίοτο Φο τοοοΠοί1ἰοτ1οι11ε οη οΧρτοεεἰοίι οί ορίτειοτἰο Φουἔίπτ εἰοἔτειὀοτἰοο οί τοοοίιο11ίειτἰοΠ ­¬ οῃὀ Ιπονὶοἔ Φο11ί1ο11οὀΦειτ οι11γ Φο εγηπωοττγ οί τοοοηοϋἰειτίοίί ειοεἰ Φο ορίτοοτὶο Ιοειὀε το Φο τίἔοτ τορτοεοοτοτἰοῃ οί τοοοΠοὶ1ὶειτ1ο11, Ρ1ειτο εογε 1πο1οεινοεἰτιιΡ το Φο νν111 οί Φο τοοίρίοοτ οί Φίε ὼεοοιιτεο ννοοτοοτ το Φοοεο Φο ορποοτίο

Ιοετ ουτ Ποτ Ιοοετ 111 τοτωε οΕ1τε1ιοΡοτωΠοο,τ111ε εϋεοοιιτεο 18 ο1οεο1γ το1οτο‹:ὶ το Φο ΡτοΒ1οΦ οί Φο ννί11, ο1ποὶοο, οί Φο τοοίρίοῃτ οί Φο

­

τ11οο81π.τ11ο ±οοοΠο111οτ1οΠνν111ο111τεὶοὲτοοοοτο ορ1τοοτ1οτοοιι811τ,οι

Ι

1

Φο οττοίῃωοοτοίτοο ίίἔίπτορτοεοῃωτίοῃ ο1±οοοΠο111οτ1οΠ. Αίτοτ ο11 Φειτ Ιποε οοοιπ εοἰὀ, Φο εττιιοτιιτο οί οιιτ ετιιεἰγ Φοτο οοεί1γ ιιηεἰοτετοοο.
.
;

νν111

οο

1

Ι)Ε8ΙΚΕ
1.1.

Ρ/ΙΗΤ ΟΝΕ

Τ1ιο ονο1υοτίνο ρτἰοτἰτγ

τθοοῃοἰῃη̨̃ῃοῃ.
1.2.
1_2_1_

ΡΤΟΙἩ

ῃι̃θ Πῃα̃ἔθ Οί ννω το Πι̃θ ἰωειἔθ οί .ὼθ

οί

Φίίοτοιποο εμιει οοῃοοτῃ

ΕΟΓ

η̨̃ωῃῃγ ετ να̃ῇωοθ ννἰὼ Μάο

νῃωθ

1ὶοοοΠοί11οτ1οῃ οῃά ςὶοοίτο

1.2.2.

Κοοεοο, Ρ1οοειιτο

εΦ‹1

ρειἰῃ

402

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ
τΙ1ο ρΙτειττι1ειΙ‹οο οί Ηπο ορὶτειοτὶο ειιτὸ οί τοσου­ οἰΙἰειτἰοι1 Εεἱιιοειτὶοο: τΙ1ο τορτοεοιττετὶοη οί τοοοι1οὶΙὶειτἰοι1 ἰιπ εἰειἰὶγ Ιἰίο αιιει οοετηοτίο

ἶι

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

403

1.2.1.1.
1.2.3.

ννἰιτο:

Ι

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
ΡΑΗΤ ΤΙ/Ι/Ο

ΤΒΑΟΕΠΥ
21'
2.2.
ΒΘΟΟΠΟΠΜΗΟΠ 88 88881108 ΟΕ ΗΝ Ροθτέ ΟΟΠΟΒΡἘΙΟΠ ττειἔοεἰν οτιὀ ίοιιηαειτὶοιτ οί τΙ1ο τὶνειΙ ττειἔἰο ειττ οί ΡΙειτο

8

Οί
. .Ι

Για όλα τα έογα τον Πλάτωνα χοησιμοποιηθηκαν οι εκδόσεις: Ρἰατοπἰε Ορετα, οεἰ. Ι. Βιιτηοτ (ΟΧίοτὸ: Ο.Π.Ρ., 201978), ν. Ι­Ιν. Ρἰατοκἰιν Πἰαἰοἕἰ Θα. ΟΡ. Ηοτττιειηιπ (Πρεἰε: Τοιιοιτοτ 1877­1880)
ν­Ι

Ιἱι­:οοι1οἰΙἰ:±ιτἰοι1 8110 ορὶτειοτὶο τΙ1οιι8Ιττ: τΙ1ο εὶὶεοοιιτεο
ΡΙειτο11ἰο ρΙ1ἰΙο5ορΙ1ἰ8ἰι1ἔ ειιοῇοοτ εε ττειἔοὀν

οί τΙπο
4
.

νι

Πηγές βιβλιογοαφιας για τον Πλάτωνα, εκτός των αλλων, αποτέ­ λεσαν οι ακόλουθες εονασιες:
Οηοτηἰεε Η.: "Ρἰειτο 1950­1957, βαετταιπ 4 (1959) 8­308, βωεττωτη 5 (1960) 323­648. Βτἰεεοιτ Ι.. : "ΡΙειτο 1958­1975” βαετιτιττι 20 (1977) 5 ­ 304. Βτἰεεοιτ Ε., Ιοειιπηὶὸὶ Η.: "ΡΙετοι1 1975­1980” βιιετπωπ 25 (1983) 31­
307.

Πἰκτἰαἰιν Ν βατκὺτεἰἰἰε

ι

“ΡΙειτοΠ 1980­1985” £ωετπι›π 30 (1988) 11­285. "Α‹ἰεΙοιπΙει ἐι ΡΙειτοΙ1 1950­1957 (Μιετιτυπ 4 [1959], 5 [196Ο]), Ξι ΡΙειτοιπ 1958­1975 (Εωετπιπι 20 [1977]), οτ ἑι ΡΙειτ­ οίι 1958­1975 (βιιετιτικτ 25 [1983])” .Ειιετττικτ 30 (1988) 286­ 294. : “ίἔοττἰἔοηἀει ἑι ΡΙε±τοι1 1980­1985 (Ιτιετπικτ 30 [1988] 11­ 294)” Ι.αετ›·ιικτ 31 (1989) 270­271. Ι±:ι̃:›οΙ Μ. :Ζἶ2ατρτέ.νεκτ εἰεε τταναια ειιτ Ρἰατοπ εκ Ακτετἰη̨ιιε (Ωιιει̃οοο: Εεε Βὀἰτἰοοε Ετοηοηπἰῃ, 1975). Ιἰοεοηιηονοτ ΤΩ.: “ΡΙειτο11ἰο 8οΙ1οΙειτεΙ1ἰρ: 1945­1955 ” Οἰαεεἰσαἰ ΙΙ/εεἰω̨̃ 50 (1956­1957) 173­201, 209­211. 8Ι‹‹­ιιηρ Ι.Β. (1976): "ΡΙειτο” (Οτεεσε απεἰ Ποκτε. Νειν διιτνενε ἐκ Με Οἰαεεἐσε 10) (ΟΧίοτεἰ: Πειτοηὸοῃ Ρτοεε, 1976).
:
:

404

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

405

"Βιὶὼοτ ίιϋοτ ΡΙειτοιι Ζ. ννοτΙ‹ο ὶιπ οΠἔΙἰεοΙ1οτ Βρτειὼο” Ρἰτἐἰοεορἰτἰεσλιε Παπά­εεἢαιι, Βεἰἰτε/2 2 (Τϋβὶηςοη: Μοὶττ, 1961). Ρἰατο Βἰὺἰἰοἕταρἢν Ζ9ὅὅ­1992. ΙοτοτΠειτΙο11ειΙ ΡΙειτο δοοἰοτν, 1992. Ελλιπής ειναι η ελληνισιή βιβλιονοαφία του ΒΑ. Τονειτ (Ελληνική βιβλιογοαφια πεοι του Πλάτωνος. Από της πτώσεως της Κωνσταντινουπόλεως μέχοι ση̃μεοον (1453­1978)” Πλά­ των 42 [199Ο] 53­84). Τέλος, για τους Νόμους ειδικα, λάβαμε υπ” οψη μας το έονο: Βειυοὀοτε Τ.Ι.: Βιὀἰἐοἕταρἰτν οκ Ρἰατο) ε λαινε 1920­1970, ινἰτἰτ αεἰσἰἰ­ τἰοκα! εἐτατἰοπα̃ τλιτοιιἔἰτ Μαν 1975 (Νονν ΥοτΚ: Αττιο Ρτοοε, 1976)
Μειοειοεο Ε.Μ. (1961):
νε

Α(ἴΡ|τ: Ατσἰτἰν/τα Οεεεἰτἰελιτε ιἰετ Ρἰτϋοεορλιἐε Α7Ρ|α.·/Ιππεττσαπ Ιοιιῃταἰ ο/Ρἢιἰοἰοἕν Β/Ι(}Β: Βιιἰἰετι̃π α̃ε Ζ'/Ιεεοσἰαἰἰοπ Ο. Βιιεἰέ
δΡ(τ: Οἰαεεἰεαἰ Ρἰτέἰοἰοἕν ΟΩ: δἰαεεἰσαἰ Ωιιαττετη̨̃ι (ΪΗ: Οἰαεεἰσαἰ Πενἰενν ΕΑ: Εχεἕεεἰιτ ακιἰ Αηςιικτεπτ. δπιεἰἰεδ ἐκ Οτεεἰτ Ρἢἰἰοεορὴν Ρτεεεπταἰ
το Ο. Ι/Ιαετοε, οὀε

Ε.Ν.Ι1οε­:,Α.Ρ.Ι). ΜοιιτοΙειτοε,Β.Μ.Ιἰοττν

Ι:
.Ελ

(

(Αεοοο: Χ/επι θοτοιιω, 1973). ΕΑ(ἕΡΙτ: Εεεανε έτι Ακσἰεκτ Οτεεἰτ Ρἢἰἰοεορἰτν ΠΙ· Ρἰατο, οάε Ι. Ρ. Αιττοιτ, Α. Ρτοιιε (ΑΙΒειην: ΒΠΝΥ Ρτοεε, 1989). ΡΡΡΒ: Ραεετε ο/Ρἰατοἔτ Ρἰτἰἰοεορἰτν, 661. Ψ. ι̃λ(οτΙ‹ιτιοἰετ‹:τ, Ρἰιτοπεεἰε) ειιρρ. νοΙ. ΙΙ (Αεεοῃ: νειιπ (ὶοτοιιηπ, 1976). ΗΣΡΗ· Ηατναπἰ δτιισἰἰεε ἐκ Οἰαεεἐεαἰ Ρ|τΖΖοΖο8ν ΧΗΙ· .ἴοιιῃταἰ ο)"τ|τε Ηἰετοτν ο/ἰοἰεειε ]ΗΡ|τ: ἰοιιτπαἰ ο[ τἢε Ηἰετοτν ο¦Ρ|τἰἰοεορ|τν ΙΗΣ: Ιοιιτπαἰ ο/Ηεἰἰεπἰσ δτιιεἰἰεε ΙΡΗ: Τἰτε ἰοιιῃταἰ ο/Ρἢἰἰοεορἰτν ΙΡΝΡ: Ιοιιτπαἰ οἰε Ρενσἰτοἰοἕἰε Νοτκταἰε ετ Ρατὴοἰοἔἰη̨ωε ΜΗ· Μτιεειικτ Ηα̃νετἰσιικτ ΡΒΑΩἈΡΙΔ· Ρτοσεεάἰπἕε 0/ τἰτε Βοετοπ Ατεα δοἰἰοα̨αἰωτπ έκ Απεἰεκτ Ρἢἰἰοεορἢν, οεὶε Ποειτγ, ΠΟ. 8Ι1εττὶ11 (ΙτειηΙ1ειττι, Ν.Υ., ν.ν (1989) Εουὸοο: Πτιἰνοτεὶἰν Ρτοεε οί Ατιτοτἰοει: 1991 1992 ν.νΙ (1990). ΡΒ Ι/Ι/Α: Ρἰατο οκ Βεαιιτν, Ρῖἄεαἶοκτ, απιἰ τἰαε/Ιπε, οιὶε Ι. ΜοτεινοεὶΙ‹, ΡΗ.

ΙΙ.

­

­

406

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΑΑΜΗΡΗΛΛΗΣ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

407

Το1111‹ο (Τοτοννει, Ν..1.: Βονν111ει11ἀ ει11‹1 Ε1ττ1ο11ο1α,

1982).

Πὁ: Πεοίὁικαιοσύνης, εκο. Κ. Βουδούοη; (Αθήνα: Ελληνική Φι­ λοσοφική Ετανοεία, 1989). ΡΗΜ : Τἰαε Ρεκεοπ ααα Με Ηαπκαπ Μίκα: Ιεεαεε Μ Απεἰεκἰ ααα Μοαετπ Ρλἰἰοεορλχ οε1.(]. (}111(ΟΧίο1‹1, 199θ). Ρ|1Ω.·Ρἰ1ἰἰο8αρ|αΖ‹:α! Ωααττεψ Ρ|1}ἰ.· Ρλιἰἰοεορλιἰσαἰ Ιἔενἰειν Ρἰώἶ· Τλιε Ρἰαἰἰοαορλιν ο/δοενατεδ. Α εοἰἰεστἰοπ ω̨̃ετἰτἰεαἰ εεεανε, οο. (1. νωετοε. (Νενν Υο11ς: ΒΟΗΗΙΘΗΘΥ7 1971)
Ρἰατο: Ρἰατο. Α εοΖΖεε1ἰοπ ο/ εατἐεαἰ εεεανε, οὀ. (1. ν1Ηετοε (Νονν Υοτις: οοη̨υιθαυγ, 1971). ν.1, Η. ΡΡΡ: Ρἰατο, Ρορρετ ακα Ροἰἰιι̃εε, ο‹1. Β. Βει1111›1οιΗ¿11 ((ἶει1111›τ1‹18ο: Ηοίίοτ, 1967). Ρ8: ν1ειετοε Ο., Ρἰατοκἰε δτααἰεε (Ρ1111οοτο11: Ρ1111οοτο11 Πῃἰνοτεἰτγ Ρτοεε, 21981). ΠΕΟ: Ηεναε αεα Ειααε; Οπεω̨μω Β|αΜ.·Η|1εΜ2„εε|1ε„σ Μαἄεαῃα̨ ῇλν ΡληΖ0Ζ0ἕἰ€_ }ἶ114εΙα:}ἔενἰειν α]"ΜεταΡλι)›εἰεε

Αοτοτι Η.Β. (1967): “ΤΙ1ε Α1Ιο8οε1 Ρειεο1ε111 οί ΡΙΗτο" ΡΡΡ 38­48. ΑΙΙΗΙΙΙ 1. (21963): Τλιε Κεραὺἰἰε ο/Ρἰατο (θαωοτὶὀἐο ετ Με Π111νοτ­ εΙτν Ρτωε. 21963). ν.Ι.ΙΙ. Ατ11‹1Ηε Α.\Ν.Η. (1960): Μεατ απαἶ Βεεῃοκεἰὺἰἰἰτν. Α δαιαν Μ Οτεεἰτ
1/αἰαεε (ΟΧίοτε1: (]1ειτο11‹1ο11 Ρτοεε, 1960). (1970): Ρτοκα Με Μααν το Με Οκε (Ιτ11ειοει, Ν.Υ. Πῃἰνετεὶτγ Ρτοεε, 1970).
ΑΙ1ο11
:

(]οτ11ο1Ι

1

}ἰΡ|1:Πεναε Ρλ1ἰΖοεο]Μἰααε ΙἕΡ|υ4: Ηεναε αε Ρλιἰἰοεορἰαἰε Αηεἰεῃῃε ΤΑΡλιΑ: Τταπεαετἰοπε ααα Ρνοεεεαἰκἕε α] Με Ααιεαεαπ Ρλιἰἰοἰοἕἰεαἰ Αεεοεἰατἰοπ Π(ἶΑΤ|1: Παἰπἕ Με Οεατἰνεκἰπε Μ Τἰαεταρν. οὀ. Β. \λ(ειττο11 (15ο11‹1ο11
ίἔειτιϊοοττει: (ῖτοο111 ΗΘΙ111, 1984). Ψεκ: Ψυχανάλυση και ελληνική κουλτούρα, Ι). Α11Ζ1οιι, Φο. Καοα­ πανου,1.Ο11111›ε1τ.Α.Οτθεῃ,Ν_ΝΜΟλα(ὀῃ€7 Α_ Ποταωά­
81161

(1960): "ΤΙ1ο Βοοτειτἰο Ρειτει‹1οΧ”!ΗΙ 21 (1960) 256­265. Α11ε1ε:1εο11 99.19. (1955): "Τὶπο Ι111ρο1τεΗ‹:ε οί Ι)ει111ο111ε11 Τ11οοτγ 111 Ρ1ε1Ἐο,8 Τ11οι1811τ” ΤΑΡΗΑ 86 (1955) 88­102. (1966): ΕΜΟΗ ακα Εαμεατἰοπ Μ ζἰτεεἰτ Μαα̃ἰε. Τ116: ενἰαεπεε οῇυοεττν ακα ρλιἐἰοεορλιν (θειτιὼτὶεἰἐε, Μειεε: Ηειτνειτεὶ Π111­

ΒΕ.

Ανδοόν1κου Μ. (1952): Ο Πλάτων και 17 τέχνη (Θεσσαλονίκη, 1952).
ΑΠΠ98 1·

νΘΤ$ἰῖΥ ΡΤΘΘ8, 1966)­

(1981):/1” Ιῃἶἴοάμσἶἰθῃ

Ρωἴολδ ΒΙΘΡΜΜΟ (ΟΧΪΟΠ1: 018­

Α11το11

(1982): "Ρ1±ιτο ο11τΙ1ο Ττ1ν1ει11τγ οί Ι51το1ειτΗ1ο””ΡΒι̃/164 1­28. Ι.Ρ. (1962): "δοτοο Ι)1ο11γ81Η11 Ιἰοἰοτοῃοοε 111 τ11ο Ρ1ειτο111ο

ΙΘΙΙ€1ΟΙΙ ΡΙΘ58, 1981)­

νου, μτφα̨ Μ. Φ@αγκόπου1ο€(Αοηνα. Ραππα, 1983).

ΒΙεΙοἔ.υοε°° ΟΙ 58 (1962) 49­55. Ανωνυμου: Περί υψους (Ι.ο118111υε ο11 τ11ο 8111›11111ο), ττειῃε. ΧΝΒ. Ιἰοοοττε (θειοϋτὶὸἔο: ΟΠ. Ρ., 1899). Α11Ζ1οιι Π. (1983): «Ο Οιὀίπους ποιν από το σύμπλεγμα ή πεοί της ψυχαναλυμκή; εομηνείοις των μύθων» Ψεκ 11­64. Ατο11οτ­Η111‹1 ΚΙ). (1894): Τλιε Ρααεαο ο/Ρἰατο (1.ο11‹1ο11 ειτιὀ Νονν
Υο11‹:
Μειο1τ1111ει11

1894).

Ι

9

ι


Ζ

408

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΑΗΣ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

409

3

(21973): Τἰιε Τιινιαειιε 21973).

ο/ Ριαιο

(Νονν ΥοτΙ‹:

Ατιιο Ρτοεε,

Ξ

Αοιστοτέλους: Πεοί ποιητικής (Αιτειοιἰε. Ροειιεε), οεὶ. Π.νν.Μιοειε
(ΟΧΙοτ‹1:ΟΙειτο11εΙοι1 Ρτεεε, 1968). : Πολιτιποι̃ (Τλιε Ροἰιιιω: ο/ Αιτετοτἰε), οὀ. ι̃λ(.Ι.. Νοννιηειη

(ΟΧίοτι1: Οἰετοοὀοῃ Ρτοεε,1887­1902): Ι­ΙΙ (1887), ΙΙΙ­Ιν (1902). Αετἰιιε Π.Ρ.(1956): βεκιεοπ Ρἰιιιοιιιειιπι (ΒοΙ1Π: ΗειΙ›οΙτ, 1956), ν.Ι,

ΙΙ.

1

|

ΑτΙ‹ἰιιε .Ι.ι̃λ(.Η. (1934): Ιπιεπτιη̨ι Οιιισιεπι ιιι Αιιιἰαιιιη̨ι Ι· (Ρνεελ (ίῖειηιοτἰεἰἕο: ΟΙΙΡ., 1934). Βειϋιιτ Π. (1985): "8ιιτ Ια Νοτὶοιι ‹1" °ΙιηΙτειτἰοτι' εὶειιιε Ιοε Βοοττἰιποε Εετϋότὶηυοε ιὶο Ιει (ὶτὸοε οΙειεεὶοιιε” ΠΕΟ 98 (1985) 72­92. Βειιηοτουἐἰπ Β. (1967ει): "ΡΙειτο" ε Μοιἰοτιι Ρτἰοιπὶε ειηεὶ Ειιοηπἰοε”
ΡΡΡ 3­19. (1967Ι5): “ΡΙειτο' ε ΡοΙΙτἰ‹:ειιΙ Αι1ειΙοἔὶοε”ΡΡΡ 152­169. ΒετΙ‹οτ Ε. (21960): (ἶιεεἰτ Ροἰιτισιιἰ Τλιεοηι. Ρἰαιο απιἰ Ιιιερτετἰεοεεεοιε (Εοιπἰοη: ΜοτΙ1ι1ο11, 21960) Βειττονν Ιἱ. (1975): Ρἰαιο, ιιιιἰιιαιταιιιεινι αιιιἰ εα̃ιιοαιιοιτ (Ιεοιπἰοτι ειιπἰ Βοετοιπ: ΙὶοιιτΙοεΙἐο ειικἰ Κεἔειιι Ρειι1,1975), (1976): Ρἰαιο αιιτἰ Εοἴιιοαιιοιι (Ι.οιπ‹1οι1: Ιἱουτ­100186 ειικὶ Κε­
1976). (1983): ”ἶΡΙειτο°ε (ὶτοετεετ Αοοιιεειτὶοη ειιἔειἰιπετ Ροετηι” Οαιιατἰιαιι ἰοιιπιαἰ ο/ Ρἰιιιοεορἰιν, ειιρρ. νοΙ. 9: Νενν Εεεανε οπ Ρἰαιο, ειἰε Ρ.Ι. ΡοΙΙετιετ, Ι. Κὶιιἐ ­ ΡειτΙονν ((}ιιοΙρΙ1, Οιιτειτὶο: ΤΙ1ο Πιιἰνετεὶτγ οί Οειηἐετγ Ρτοεε, 1983) 39­62. (1986): "ννἰοο ειιπεἰ Οιιιἰιιιτειε οί τΙ1ο οιηοτἰοιπε ὶιπ ΡΙειτο"ε βαννε” ΠΩ 36 (1986) 421­437. (1992): Τιιιἔισ Ρἰεαειιτεε: Ατιειοιἰε οιι ρἰοτ αιιοἶ ειτιοιιοπ (Ρτὶιιοοτοιι: Ρτἰοοοτοιι Πιπἰνετεὶτγ Ρτοεε, 1992). ΒοΙΙ‹;ι1εΡ ΟΝ. (1935): “Ιὶω̃ιἔὶοιπ ιη ΡΙειτο“ 5 8τειτοε”, στο διιιτἰιεε ιιι (ῖνεεἰτ Ηεἰιἕιοιι, οὀε ΟΜ. 8ι11οττει1Κο, (}.Ν. ΒοΙΚτιειΡ
8811 ΡΘΠΙ,

4

1

ξ

λ

Η

ι

ΒοΙίἰοτο

13.8.

λ

Η

Ι

Ρ

(Ειιἔοηο: Πιιὶνοτεἰιγ οί Οτοἕοη ΡυΙ›ΙΙ‹:ειτἰοι1, 1935) 28­43.

Υ

Βοῃειτεὶοτο 8. (1984): Τἰιε Βειιιἕ ο/ιλιε Βειιιιιη̨̃ὶιἰ (Ο11ἰοει8ο:ΤΙπο Πηὶ­ νοτεὶτγ οί (3Ι1ὶοει.<¿ο Ρτοεε, 1984). Βοτιηειπ 8. (1991): "8οοτειτοε από (]ειΙΙΙοΙοε οιπ ΡΙοειειιτο” Ηινοιτεειε 36 (1991) 117­140. ΒΙΙΙΙΒ Ιε. (1920): "ΟΙειιιευΙειο ειιπἱ ΡΙε1το11ἰο (]Ι·ιτοΠοΙοἐγ” Τἰιε ἰοιιπιαἰ ο/Ρλιἰἰοἰοἔν 35 (1920) 225­256. Βοιιδοὐοη Κ.Ι. (1970): Ψυχή και πολιτεία Ἑοευνα επίτης πολιτι­ πἠς φιλοσοςιιιος του Πλάτωνος (Αθήναι: Βιβλιοθήκη ΣΝ. Σοιοιπόλου, 1970). Βουοβέοη Κ.Ι. (1955­1956): «Παιδιά και παιδεια» Επιστημονιπἠ Επετηοιη̨̃ της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημιου Αθη­ νών 2 (1955­1956) 469­526. (21966): Πλάτων παιΑθήναι (Αθήναι: Ελληνικη Ανθοωπι­ οτινιη Εταιοειοι, 21966). Βογειιιοό Ρ. (1937): λε σιιἰτε ιἰεε Μιιεεε σποτ Ζεα ρἰιιιοεορἰιεε (ῖτεεε (Ρειτὶε: Ε. ὀο Βοοοειτὀ, 1937). (1951): “ΡΙ:±ιτοιι οι Ιο Χ/ἰι1”Β/ΙΟΒ 3ἐ:ι11ο εότ. Πο 4 (1951) 3­19. Βτειηοειοοἰ Α. (1989): "Ιιιετὶοο, ννειτ ειηὀ ο1νΙΙ ννειτ ιο ΡΙειτο°ε. Ζπιινε 624ει­ 630ο” Πὁ 86­94. Βτειπὀτ Β. (1977): “ι̃λ?εΙ1τ‹·: ιιιπὶ ίεΙεοΙ1ο Αίίεοτε 1111 ι:›Ιειτοι1ὶε‹:Ιπειι” ΡλιιΖεὺιιεΑ(ῖΡ|ι 59 (1977) 1­18. Βτεηεὶινοοὀ Ι.. (1976): Α ΡΙ/οιτἰ Ιιιοἶεχ το Ρἰαιο (Ιποὀε: λλ/.Ο Μειηογ, 1976). (1990): Τ|ιε Οἰτιοιιοἰοἕν ο/ Ριαιολε Βιιιἰοἕιιεε (Οεηὼτἰὀἔο: (3.Π.Ρ., 1990). Βτὸε Υ. (1968): Ιπι Ρενελιοἰοἕιε είε Ρἰαιοιι (Ρειτἰε: Ρ.Π.Ρ., 1968). Βτἰεεοη Ε. (1974) :Ι.ε ιπέιιιε ειἰλαιιιτε οἴιιπε Ζτι ειιτισιιιιε οιιιοἰοἔιιμιε ιἰιι Τιινιέε τἰε Ρἰαιοιι (Ρειτὶε: Ειἰἰτἰοιπε ΙίΙἰι1οΙ‹εὶοο1‹, 1974). Βτοοἰιειτὀ ν. (Ζ1966): Ζἶιιιιἰεε σιε ρλιιιοεορἰιιε αιισἰεπιιε ει οἶε Ρλιιιο­ εορἰιιε ισιοτἰεπιε (Ρειτἰε: ντὶιπ, 21966). Βτοοε Η..Ι.Μ. (1951): "ΡΙειτο ειιιὸ Αττ”λ/ίπειποενπε 4 (1951) 113­128. Βτιιιτὼειιιἔὶπ Κ8. (1962): Ρἰιιιο /οι ιἰιε Μοτἰειιι Αἕε (Νονν ΥοτΙ‹: ΟτοινοΙΙ ­ (]οΙΙὶοτ, 1962).

410

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

411

Βιιτγ1ἰ.θ.(1926):Ρ!ατο. Τ?ιεΕανν.σ (Ι.οι1εὶο1π:Ηοἰοε­ι11ειι1ι1,1926),ν.Ι,ΙΙ. (1937): “Τὶπο τοοοιγ οί οάοοειτὶοη ὶο ΡΙειτο'ε Εαινε”ΗΕΟ 50 (1937) 304­320. (21988): Τ|αε Ρἢἰἰεὺωε ο/Ρἰατο (8ειΙο1Ή,Ν. Ηειι1πρεΙπ1το:Αγοτ Οοιορειογ ΡιιΙ›ΙὶεΙ1οτ8, 21988). ΒιιτοΙ1οτ 8.Η. (31902): Ατέετοίἰεζν Τἰαεοη̨» ο/ Ροετφ ειπε! Ρἐκε Απ (Εοπα̃οκ: Μαεπιἰἰἰαπ, 31902). Οειίτῃε Η. (1949):ΕεἔαΖΡ!α2!οεορ|π)»/τοῃπ Ρἰατο το Ηεἔε! (ΒειΙτἰι1ποτο: Ι οΙ1οε ΗοΡΙ‹ἰ118 Ποὶνοτείτγ Ρτοεε, 1949). Οει1οΡΙσοΙΙ Ε. (1867): Τίιε Σορἰπετεε απεἰ Ροἰἰτέσιιε ο/ ΡΖατο (ΟΧίοτ‹1:
ΟΙειτοΠ‹1οιπΡτοεε, 1867).

Γοαμματά Θ. (1990): «Δίαδω±οισίοι σύνταξη;­διαδικασία σύμβα­ σης· η “διαλεκτική” της θεατοική; επικοινωνίοιῳ Διαβά­
ζω 234 (1990) 57­62.
4

(ῖτοιῃοἰο Ι.Μ. (1963): Απ Εχακππατἰοκ ο/ Ρἰατοὶν Ποσττἰπεε (Νονν
Οτοεε

ΒΕ., ΙΝοοΖΙογ ΑΙ).
111ὶΙΙειι1,1964).

ΥοτΚ: ΤΙπε Ηιιηπειοἰτἰοε Ρτοεε, 1963), ν.Ι, ΙΙ. (1964): Ρἰατοίε Ηεριιἰοϋτ: (Εοοὸοο: Μειο­

1

νὶττιιοε ειηει̃ ΡΙειτο°ε Μοτειὶ ρεγοΙ1οΙ­ ο8γ”Ρ|αΩ 38 (1988) 186­200. ΟειτεοιπΑ. (1986):Ετοε.· ΤίιεΒ2ι°τετεινεετ(Ρτὶῃοοτοο: Ρτἰ11οοτοοΠτιὶ­ νοτεὶτγ Ρτοεε, 1986). (ῖΙ1ειεο Α.Η. (1933): "Τἰπο ἰοί1ιιοοοο οί Ατοοοὶεη Ιοετὶτιιτίοιπ ιιροο τΙ1ο Εαυνε οί ΡΙειτο” Η8Ρ|ι 44 (1933) 131­192. Οοοττιὶεε Η. (1953): “Ιἰονἰονν οί ΜϋΙ1ετ (1951)” (ῖποκαοπ 25 (1953)
(ἔειττ Π. (1988): “ΤΙ1ο Ο1ττΙἰοειΙ

367­379. (1957): “Τίκ τοΙειτἰοο οί τΙπο Τἰκπαεω το ΡΙειτο°ε Ιειίοτ εΙ1ειΙο.‹ἐυοε”Α7Ρ!α 78 (1957) 225­266. (3ΙπειηπΙ›η× Ε. (1932­1934): Ρἰατοκ. Εα Πέριιὑἰἰη̨ωε (Ρειτὶε: Εεε Βοὶἰοε Εοίίτοε), ν.Ι. (1932), ν.ΙΙ (1933), ν.ΙΙΙ (1934). ΟοΙΙὶΠἔννοο‹:ἰ Ιζ.(}. (1925): “ΡΙειτο'ε ΡΙ1ἰΙοεορΙ1γ οί Αττ” Μἰκεἰ 34 (1925) 154­172. Οοτιπίοτὀ Ρ.Μ. (1912): "Ρεγοϋοὶοἔγ ειιπἰ 8οοίει1 8ττυοτιιτο 111 016: Ηεριιὺἰἰσ οί ΡΙειτο” ΟΩ 6 (1912) 246­265. (41956): Ρἰατοίε Οοεκωἰοὁψ (Εοοὀοο: ΙὶοιιτΙοὸἔο ειιπἀ Κοἔειο ΡειιιΙ, 41956). (21967):Τ7ιε Πκινίἰττεπ Ρίιἰἰοεορίιμ απα̃ οτίιετ Εεεαγε (Οειιπ
Ιστὶεἰἔο:

Οτοεεοπιο Ιὶ.Η.8. (1937): Ρἰατο Τοεἰαχ (Εοοὀοο: Ποννὶο ΒοοΙ‹5, 1937). Οιιείιοπειο ΚΕ. (1958): Τἢεπιρεἰα. ΡΖατοἰε Οοκσερτἰοπ ο/Ρ|α2Ζο.νορ|α)› (ΟΙ1ειροΙ ΗΙΙΙ: ΤΙἹΘ Ποἰνοτείτγ οί ΝοττΙπ ΟειτοΙὶΠει Ρτοεε, 1958). Ουττίυε ΕΚ (1953): Ειιτορεαπ Εἰτετατωίε ακα! τίιε Εατἰτι Μἰα̃οἰἰε Αἔεε, ττειηε. ΙΜΙΙ. ΤτειεΙ‹ (Νονν ΥοτΙ‹: ΡειτιτΙ1οοι1 ΒοοΙ‹ε, 1953). ΠοΙειττο Α. (1935): Εεε σοπσερτἰοκε α̃ε Ζ® εκτἰαοωεἰωκπε ‹:|αεΖ Ζε.: ρἰαέἰοεορίιεε ρτέεοεπιτἰη̨ιιεε (Ρετίο, 1935). Ιῦοιοειιπ ΤΙ1.(1942): Εε Τεκαοἰἔπαἔε οἰΆ›·Ζδτοτε εωτ δοστατε (Ρετἰε: Εοε ΒοΙΙε:ε Εοτττοε, 1942). Ποηπειπκὶ Ν. (1975): "ΡΙειτο ειιπὀ ίΙ1ο Ρειὶοτοτε” Ρἰαοεπὺσ 29 (1975) 1­
20.

_

Ν

ΟΙΙΡ., 21967).

ΙΙ 119­131.

(1971): “ΤΙ1οΠοοττἰοο οί Ετοε 111 ΡΙειτο'ε 8μκαροε2ιιυι”ΡΖατο
.

σε Μειτἰἔῃεο Α. (1951): Ικταἕέκατἰοκ ετ Πἰαἰεστἰα̨ιιε. Εεεαἰ .πιτ Ζ' εχ­ ρτεεεἰοπ άι: .φἰτἰπιεἰρευ Ζ) ἰκταἔε εἰακε Ζεε α̃ἰαἰοἔιιεε είε ΡΖατοπ (Ρειτἰε: Εεε ΒοΙΙοε Εοτττοε, 1951). Ποοποε Ιἰ. (1939): Τὴε Ρίιἰἰοεορίιγ ο/ΡΖατο (Νονν ΥοτΙ‹: Θοτὶοτκ­:τ°ε, 1932). Ποττἰεἰει Ι. (1972): "Εει ρΙ1ειτι11ειο1ο σο Ρ1ειτοι1”, στο Εε σἰἰεεέκπἰπατἐοπ (Ρειτἰε: 8οιιὶΙ, 1972) 71­196. (1987): 'ὉΙποτει”, στο Ροἐἰτἰἰἰα (Ιἶτιιὀοε οίίοττοε ὲι Ι.­Ρ. νοτιπειτιτ [Ρειτ1ε: Ιἶὸὶτίοοε εἰο Γ Ι3οοΙο ὀοε Ηειιιτοε Ιἶτιιὀοε σο Βοἰοοοοο Βοοὶω̃οε, 1987]) 265­296. Ι)οεοΙ1οιιΧ Μ. (1980): Ρἰατοπ οιι Ζε /ει: ρὴἰἰοεορἢἰα̨ωε (Ρειτὶε: Εοε Βο11οε Εοτττοε, 1980).

412

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

413

Βοεοοιτὼοε Μ. (1984): Το ίὁιο και το άλλο, μτφο. Λ. Κασσίμη

(Αθήνα: Ρτευιἰε,1984). Ι)οερΙειηε1 Μ. (1985): Τἰιε Εάιιοιιιιοη ο/Πεειτε: Ρἰιιιο ιιηεἰ τἰτε Ρἰτιἰο­ εορλιν ο/Ηεἰιἔιοη (Τοτοτιτο. Βιιίίειὶο, Εοικἰοο: Πιπὶνοτεἰτγ οί Τοτοῃτο Ρτοεε, 1985). Δεσποτόπουλου Κ. (Ζ1980): Η πολιτικη ςοιλοσοφίοι του Πλάτωνος (Αθήνα: Παπαζήσης, 21980). οσε ΡΙει‹:οε 13. (1929): Πιιε /οηηιιΖε Ρἰατοιτιοιεηηε ιἰε Πέοιιιτοιιοε
(Ρειτὶε: Εοε Βο1Ιοε Εοτττοε,1929). (1951): Ριιιιοιτ, Εεε Εοιε (Ι ­ Χ/Ι) (Ρειτὶε: Εοε ΒοΙΙοε Εοτττοε, 1951), ν.Ι, ΙΙ. ΠονοτουΧ Ο. (1966): "Τἰπο οΧρΙοὶτειτὶοΙι οί Αιτιοὶἔυἰτγ Ιτι Ρἰιπὀειτ" Β|ιΜ 109 (1966) 289­298. (1970): “Τ11ο Ρεγ‹:1ποτΙποτειργ8οοι1ο 111 Ειιτὶρὶ‹1οε”Βιιοο|τιιε' ΖΗΞ 90 (1970) 35­48. (1976): Πτειιηιε ιη Οιεελ Τταἕεάν (ΒοτΙ‹ο1ογ ειοἀ Εοε Αηἔελοε: Πιτὶνοτεὶτγ οί Οω̃ἰίοτιπὶει Ρτοεε, 1976). σε ντἰοε ΟΙ. (1952):/Ιηιιειλιεηεε Ηεάινινιιε.Ρορρε#ε αιιιιοἰτ οτι Ρἰιιιο (Ατοετοτσεσι: ΝοττΙπ­Ηο11ειο‹1 Ριι1›Ιἰε1π1ιπἐ, 1952). (1969): Α Οοιηιηειιτιιηι οιτ ιἰιο Ρλιιιεοἶιτιε ο/Ρἰιιτο (Α111ετοτ­ εἰειοπ: Α.Μ. Ηειοὶςοττ, 1969). Πὶὲε Α. (1927):Αιιιοιιι ιἰε Ρἰιιιοη (Ρειτὶε: Ο. Βοει鱋:11οε11ο, 1927). (1935): Ριιιιοη. Ροἰιτιηιιο (Ρειτὶε: Εοε Βο1Ιοε Εοτττοε, 1935). (1941):ΡΖοιοιι. Ρ!/ιιἰὲοε (Ρειτἰε:Εοε ΒοΙ1οε Εοτττοε, 1941). (1951): “ΙΠττο‹1υοτἰοι1”. στο Ρἰιιιοη, Εεε Εοιε (Ι­ΜΙ) (Ρειτὶε: Εοε Βο11οε Εοτττοε, 1951), ν.Ι, ν­Χοὶὶἰ. (1956): Ριοτοη. Εεε Εοιε (νΙΙ­ΧΙΙ) (Ρειτἰε: Εοε Βο11οε Εοτττοε, 1956). Ι)ὶο1ε Η. ­ Κτειιοτ 97. (1960): Πιο Ριαἕηιειιτο άετ Ι/οτεοἰσιιιιἰτετ (Βοτ1ὶι1: ι̃4|οὶεΙ111ει11εο11ο, 1960). Ποεἰὸε Ε.Ιὶ. (1945): "ΡΙοτο ειι1‹3Ιτ11οΙττειτ1οιτει1”7Η.8” 65 (1945) 16­25. (1951): (ι̃τεεἰσε αιιά ι/το Ιτπιιιοηιιἰ (Βοτ1‹Ιογ ειιτεὶ Εοε Αοἔο­ Ιοε: Πηὶνοτεἰτγ οί (3ειΙὶίοτΠ1ει Ρτοεε, 1951).
Η

Ϊ

1

1

(1959):ΡΖιιτο. (ῖοῃςιιιε (ΟΧίοτ‹1: ()1ειτοι1‹Ιο11Ρτοεε, 1959). Ποττοτ Κ. (1982): ΡΖαιο'ε Ρλιαεάο. Αη Ιητεηοτειοτἰοη (Τοτοοτο: Ποὶνοτεὶτγ οἱ Τοτοιπτο Ρτοεε, 1982). Βονοτ Κ.Ι. (1974): Οτεεἰσ Ροριιἰιιτ Μοπιἰιη̨ι ιη ιἰιε τιηιε ο/ΡΖιιιο ιιιιο' Ατιειοιἰο (ΟΧίοτσ: ΒΙειο1‹ννο1Ι, 1974). (1978): Οτεεἰτ Ηοιηοεεχιιιιἰιιν (Εοιπἱοο: ΠιιοΚννοττΙ1, 1978). (1980): ΡΖιιιο. δνιηροειιιιη (θειττϋτὶεἰἔο: (].Π.Ρ. , 1980). Βιιοοειῃ Ιὶ. (1978): "Οουτεἔο 111 Ρ1ειτο°ε Ρτοτιιἕοπιε” Ρλιτοηεειε 23 (1978) 216­228. Ι)γΙ›11‹οννε1‹ἰ ΙΟ. (1970ει): “ΡειΙεο ΡΙοειειιτο ειτιὀ Ηπο Ρἰτιἰεοιιε” Ρητο­ ηεειε 15 (1970) 147­165. (1970ο): "ΜὶΧοὀ ειοὀ Ρε11εο ΡΙοειειιτο ἰο 016: Ρἰτιἰεὑιιε: Α

Ιι̃ορ1γ”Ρ|ιΩ 20 (1970) 244­247.
Πγεοο Μ. (1976): "Κοοννὼὀἔο ειιπὶ Ηοἀοιπὶειτι ἰιπ ΡΙει°ιο”ε Ρτοιιι­ ¿ιοτιιε”7Η.5” 96 (1976) 32­45. Ε1ὶει‹1ο Μ. (1981): Ποάνιιοιτείά πάνω στην ιστοοιο των θρησκειών, μτφο. Ε. Τσοὐτη (Αθήνα: Χοιτζηνωιολή, 1981). ΕΗειε Ι. (1984): Ρἰάιοἰε Βο/εποε ο/ Ροετη̨ι (Εοικἰοο: ΜοοΠιἰ11ειΠ
Ρτοεε, 1984). ΕΙεο ΟΡ. (1957): Αιτετοιἰελε Ροειισε. Τ|τε Αῳητοιιι (θειιτπὶπὶεἰἕο, Μειεε: Ηοτνετεἱ Ποἰνοτεἰτγ Ρτοεε, 1957). (1958): “Ιηπὶτειτἰοο” ὶη 010 Ρὶίτο Οοιττιιτγ” (]Ρ|ι 53 (1958) 73­90. Αἀσοοσοοπ, στο ίὁιο, 245. Εο1η1ειΠιιοΙ Μ. (1895): Εεεαι ειιτ Ζ' οτολιεειιηιιε Οτοοοιιε (Ρειτἰε: Ηειὼοττο, 1895). Εη81ειιπΙ Ε.Β. (1921): Τλιε Ετιινε ο/Ρἰτιιο (Μεοὼοετοτ: Μεωὼοετοτ Ποἰνοτεἰτγ Ρτοεε,1921), ν.Ι, ΙΙ. Ετἱίει ΟΡ. (1937): “ΑΙΔΩΣ ιιοο νοτννειιπὶτο Βοἔτἰἱῖο ὶιπ Πποτ Ει1τνν1οΙ11ιιΠ8 νοη Ηοιτιοτ ϋἰε Ποτι1οΙ‹τὶτ” Ρἰιἰἰοἰοἕιιε. δυρ­ ρ1οι11ο11τιιΠπ ΧΧΧ.2 (1937). Ειιοοο ΙΡ. (1990): ΤΙτε Τιαἔοάν ο/Ροἰιιισιιι Τηεοιν (Ρτἰοοοτοη: Ρτὶιπ­
οοτοιπ Πηὶνοτεὶτγ Ρτοεε, 1990). Ευοιπίδου: Αλκηστις (Ειιιητιάεε. Αἰοεειιε). οεἰ. Α.Μ. ΠΘΙΘ (ΟΧίοτὀ:

1

414

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

415

ΟΙειτοηε1οῃ Ρτεεε, 31966).

(1964): Ρἰατο. ν. Η.

Ρειτἰε

].Α. (1950): “Ιε

Ρ1ειτο°ε ει οειετο ετετο Βειεοὀ

οη τειοἰεΙ ὀὶί­

ίοτει1‹:εε?” ΟΩ 44 (1950) 38­43. Ρεττἰηἔτοιπ Β.(1944):Οτεε|‹ δσἰεπεε (Νενν Υοτ1‹:ΡοΠἕιιὶι1. 1944). Ροτϋοτ Ι. (1913): “Ποτ Ρυετϋα̃ἔτὶἱί ὶῃ ΡΙειτοι1ε (}‹:ε‹­:τΖοι1” Νειιε Ιαἰυὺα̃σἢεηι̃ϋ α̃αε Παεεἰεεἢε ΑΖι°εττιικπ 31 (1913) 338­349. Ροττειτἰ θ.Ιὶ.Ρ. (1987): Ρἐετεπἰπἕ το Με Οέσαάαε. Α δτιωἰμ ο/ΡΖιπο'ε Ρἰωεεἰπιε (Οειηπϋτἰὀἔο: ().Π.Ρ., 1987). (1992): Ἄἰσπιεἰα εε Νουτοω̃ε ἰῃ ΡΙειτο°ε Ρτοταἔοπιε”
ΡΒΑΟ/1Ρ!α 115­140.

(1969):Ρ4410. ν­ΙΠ­ Ρτιιτἰἔοτ Ρ. (1930): 1.εεΜ)›τ7ιεε εἰε ΡΖατοκ (Ρειτἰ5: ΑΙοε›.11, 1930). θειὀετιποτ Η.­Ο. (1980): Βἰαἰοἔαε απιἰ Ζ)2αΖεοτΖσ.· Εἰἔἰπ Ηεππε­ ῃωϊἰυ̃α̃ἰ δϊπεἰἰῶ” 074 Ρἔα̃ΐῶ ΠΘΠ8. ΡΏ­ 81111111 (Νθνν ΗΘνΘΠ 81161 Εοῃὀοῃ: ΥειΙΘ Πιπἰνοτεὶτγ Ρτοεε,198Ο). (ἶτειἐειτἰῃ Μ. (1969): "ΤΗΘ Ριιτροεο οἱ Ρ1ειτο7ε Ρτοταἔοταε” Τ/ΙΡΙΏ4
100 (1969) 133­164. (ι̃ει1Ιορ Π. (1960): “Ττιιε ειῃὀ ΡειΙεο ΡΙοειειιτε:” ΡΗΩ 10 (1960) 331­ 342.

Ροετιιἐἰὲτο Α.Ι. (21932): ΖΧ πἰεα! Ηεἰἰἔἰεια εἰεε Οτεεε ετ Ζ Ενακἔἰἰε (Ρειτὶε: Ι. θειϋειὶεἰε, 21932). (1949): Ζ.α Βένέἰατἰοκ 67) Ηετκαὲε Ττἐειπέἔἰετε (Ρειτὶε: Ι. (ὶει15ει1‹1ει,1949), ν.Π.
°

3)

(31967): Οοπτετπρἰατἰοπ ετ νἐε σοκτεκαρἰατἰνε εε!οπ Ρἰατοπ (Ρειτἰε: ντὶιπ, 31967).

Ρὶοὶεἰ ΟΏ. (1967): "ΟΠ Μἰειιι1εὶοτετειιπΙὶ11.α̨ ΡΙειτο” ΡΡΡ 71­84. Ρὶηὀὶειγ Ι.Ν. (1974): ΡΖατο. Τἰαε Π/τἰττεπ απαἴ Πτινντἰττεκ Ποσττὲκεε (Εοιπἰοῃ: Βοιιτ1οε1ἕο ειιπὀ Κοἔειῃ ΡειιιΙ, 1974). Ρἰτο 97. (1934): Τἰαε Ρἰατοπἐσ Εεἔεπιἰ (Νονν ΥοτΙ‹: 8οτἰ15ι1ετ'ε, 1934). Ροειτ Ρλδλίὶ. (1915): “ΑΠτΙποΡοι11ετιγ οί (}τοε:1‹ 8τειτιιοε, Ι. ΤΜ ὀοοττὶιπ: 01016 Οειι1οι1”7Η5' 35 (1915) 225­259. Ροιιοειιὐτ Μ. (1984): Ηἰετοἰτε είε Ια εεχιιαἄτά ν.ΙΖ· Πεαἕε εἰεε Ρἰαἰεἰτε (Ρειτὶε: (ὶει11ὶι11ειτεΙ, 1984). (1986): Οιλέξεις και τα πη̨άγματα, μτφη̨. Κ. Παπαγιώη̨γη (Αθήνα: Γνώση, 1986). ΡοΧ Α. (1945): Ρἰατο/οτρἰεαειιτε (Εοῃὀοῃ: Ι. Μιιττειγ,1945). ΡτειΠ1‹ 8. (1947): "Ε‹1ιιοειτἰο11 οί 9170111011 ειοοοτὀἰηἔ το ΡΙετο”. στο Εοἀἐο (1947) 287­308. Ρτοὀο Ι). (1985): “Βιι111ΡοΙετὶΙεΙ‹ὶιΥε Ρ1οειειιτοε: Ττιιε: ειηὀ Ρεὶεε: Ρ1ω8η̨τθ5 ὶῃ Ρ1ειτο°ε ΡΜΖεΖ›μ£” Ρῇωῃεδἰδ 30 (1985) 151­180_ Ρτ1ε:‹11ὲὶι1‹1ετ Ρ. (1958): Ρἰατο, ττειτιε. Η. Με:γοτΙ1οί1ἶ (Ι.οι1ὀ.οτι: Κοιιτ­ Ιεεἰἐο ειι1εἰΚο.α̨ειι1Ρ:±1υ1, 1958), ν.Ι.

Ώ

(1961): 'Ίιιετὶοο ειῃεἰ ΗοΙἰΠοεε 111 ΡΙειτο”ε Ρτοτα¿>οτα.ε” Ρἢτο­ πεεἰε 6 (1961) 86­93. (1964): αΤ1ιο Βοοτειτὶο ΡειτειὸοΧὶητΙ1οΡ×οτα8ο#α.ν”Ρἢτοπεεἰε 9 (1964) 117­129. (1965): “Ιττιειἔε ειιπἰ Ιἱοειὶὶτγ ὶτι ΡΙειτο'ε }ἰ®εριιὑΖΖ‹:”Α(ῖΡ!α 59 (1977) 1­18. (1975): Ρἰατο. Ρἰααεεἰο (ΟΧίοτὀ: (Πειτεῃὀοῃ Ρτοεε. 1975).

ίὶειυὀἰιπ ΟΙ. (1989): "ΙΧ ἰτιεοτὶρτἰοτι: τοωετῳιοε ευ: Ιει ὀέοοιπ­ εττιιοτὶοη εἰιι ΡΙειτοι1ἰετιπο Ρετ Ι. Ποττἰ‹1ει”ΖἔΡΡι/4 7 (1989) 79­
99.

Ι/

Η

(

Ν

(1990ει): °Ἑεοτὶο Ι)1ΕίὶοἰΙἰοτ: Ιο εγετὲτιπε εἰωπε Ιε Ηπόοτἰε ρΙειτοιπὶ‹:ὶοΠηο εἰο Ι' ἑιωο εε:ΙοΠ Γ ὶητοτρτοτειτὶοτι ὸο Μ. ίὶιιΘτουΙτ”Ρ|ατοκεεἰε 35 (1990) 47­82. (19901›): Ρἰατοπ ετ Γαη̨̃υἰααὸετ (Ρειτὶε: Ρ.Π.Ρ., 1990). (ὶοτιποτ Ε. (1951) : "ΙΠττοε1ιιοτἰοι1”. ΡΖατοπ, Εεε Εοἰε (Ι­ΧΙ) (Ρετἰε: Εεε ΒοΙΙοε Ροτττεε), ν.Ι. Χνὶν­οοἰ. θοτεοῃ ΗΡ. (1989): “ΡΙειτο οι1 νὶττιιε, Ιί1ιοννΙο‹18ο ει1‹:ἰτΙ1‹: Πω̃τγ οί
ΘΟ0€1ΠΘ88”ΕΑ(?Ρ|Φ 85­100.

11

1

(1990): (ἔοεἰ απαἴ ξἕτεεἄ Ρ|αΖΖοεορΡη̨› (Ι.οΙ1‹1οι1 ειιπἰ Νονν Υοτ1‹:ΙὶοιιτΙε:εΙἔα̨, 1990). (ὶἰἔοῃ Ο. (1954): “Πω Εἰκἰεἰτιικἔ εερτα̃σὴ εἰ” ίἔεεειεε Ρἰατοπε” ΜΗ 11 (1954) 201­230. θοἰὀεοὶωπὶὀτ Ψ. (1947): 1.6 ραταα̃ἰἕππε εἰαπε Ζα εἰἐαἰεστἰα̨ιιε ρἰατο­

1

116

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΑΑΜΗΡΗΛΑΗΣ

Ι

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

417

η1ε1εηηε(Ρε1118;Ρ:Π_Ρ_¦ 1947)

(1938): δσἢοἰἰιι Ρἰατοπἰεα (ΡοΗ11εγΙνε111ε: Α111ο1ἰοειΗ ΡΙ1ἰΙο­
Ιοἑ­ἑΙ9ΕΙΙ
Ι

(1948): 'Ἑε Ρ1οΒ1ὲ111ο εἰε: 19 ττεἔειὀἰο εΙΙ ειρτὀε ΡΙει1ο11”}ἕΕ(ἴ 61 (1948) 19­61 (Ζ1963): βεε άἰαἰοἔπεε οἰε Ρἰατοκ. δττωστιιτε ετ Μέτἢοάε σἰἰα­ Ζθη̨ηόμε (ΡἩ18: Ρ_11_Ρ_) 21963)
(}οΠιὶ)τἰ0Ι1 Ε.Η. (21962): Αττ 111161 Πἰιιεἰοκ. Α 91111211 ίπ τὴε ρεγσἰιοἰοἔχ ο/ρἰστοτἰαἰ τεῃεεεκτατἰοπ (Εοιπἰοῃ: ΡΙ1ειο‹1ο11 Ρτοεε, 21962). ΘΟΗΡΗΖ ΤΗ ς51955)± σως Τκεηωδ. Α Ηωοῳ 01 σως Ρωω­ α̃ορἰιχ, 119118. (ὶθ. Βοτγ (Ι.ο11‹1ο11: Ι. Μ1ι1τεγ,51955), ν.ΙΙ, ΠΙ. ΘΟΟΗΗ11 Τ_1η̨̃_ (1921): ::Ρ181ο:8 Ηθς1Οῃ181Ή„ /11191) 112 (1921) 25­39
ΟοεΙ111ἔ

Α8899Ι9ΙΙ9ΙΙ› 1938)· (1944): Μοέτα, Ηιτε, (ῖοοώ ακαἴ Εν!!

211

ίῖτεεἰτ

ῖ71οιι¿×|1τ

1

((:9ΙΙΙΙ9Ι”Ι(Ι89› Μ988: ΗΗΙΎΗΙ9 ΠΠΙν9Ι9ΙΙ)Ι ΡΙ988› 1944)· Οτοῃο Ι). (21965): Ο1εε|‹ Ροἰἰτἰσαἰ Ρ|1ἰΖοεορ!ι)›.· Τ|1ε ἰκταἕε ο/ κιαπ

111

1

Τῇμσἄάἰα̃εὅ 999' ΡΜΙὉ (ΟΙΙΙ0989 999 Ι­ΟΙΙΕΙΟΠΙ ΤΙἹΘ ΠΠΙ· ν9Ι8ΙΙ)' ΟΙ ΟΙΙΙ9989 ΡΙ998› 21965) 0191 Ο­Β· 0952): “Α9 Ι9 919 Ι19999Ιἰ<±"ΡΙ11Ι9999Ι19 27 (1952) 992· 310­ (ι̃11εννοΙὀ ΟΙ1.Ι5. 11.: 8699­Κποινἰεα̃ζςε έκ ΡΖατο'.1 Ρη̃αεα̃πιε (Νενν Ηεινοη

].Ο.Β. (1959): "Ρε1Ιεε ΡΙε:ειειιτε:ε: Ρἰιἰἰεὺω 35ο­4115” Ρἢτο­
ῃεῃδ
Δ

(1959) ΔΔ­53_
1

999 ΙΦΙΚΙΟΠ: Υ­ΘΙΘ ΠΠΝΘΤΘΙἙΥ ΡΙΘ88, 1986)­ (ι̃τοτε: Θ. (31875): Ρἰατο αποἰ 21119 οϊὴετ οοκῳακἰοπε 0)” δοἰσατεε
Οτιιι̃σο

(1961): "Ρε1τΙ1οτ ΚοΗ11γ οτι ΡειΙεο ρΙοειε1ιτεε” Ρἢτοπεεἰε 6 (1961) Δ1­Δ5_ (1973): Ρἰατο (Εο11εὶοΗ ει11ἐΙ Βοετοη: Βοιιτὶεὸἔο ειτιὀ Κοἕειῃ Ρ9111) 1973)
ς1975)±Ρ1αω. Ρ1ωε1Μ ςοΧ1ο±(1± οια̃τθωοη̨ Ρτθεε, 1975). Οοε11ῃἕ 1.Ο_Β_, ΤΘΜΟΓ Ο_@_νν_ (1982): 11118 898818 0” Ρχεωμἴε
(ΟΧΕΟΠ1 @181θῃ(1Οῃ
ΡΪΦα̃€6ἰ0:
1910887

ίὶ.Μ.Α.

(Ι­99999: ΜΠΙΙΘΥ,3Ι875)7ν­Ι) ΙΙ7 ΙΙΙ·
(1927): "ΡΙειτο°ε ΤΙ1οοτγ
Π111τγ

οί Βοειιτγ”

Μοπἐετ 11

(1927) 269288· (1933): “ΤΙ1ε: Βττιιοτιιτεὐ
Ι

οί

τΙ1ε:

Ρππαἕοταε” (ΪΩ 27

ίὶιιοτοιιὶτ Μ. (1924): "Ι„ε: ΧοΙ1ντ‹­:

0939) 203­207

1168 11011:

6119

ἀετῃἰὸτε

1011116:

1:16:

1982)

Ιει ΡΙ1γε1‹1ι1ε ρΙε1το111ο1ο1111ε:”ΗΕ(? 37 (1924) 27­78.

(1990): “ΤΙ10 ΗΘὀ0111‹: Οει1οιιΙυε 1111110 Ρτοταἕοπιε 91111 1116: Α 8019117” ]ΗΡ|1 Ζ8 (1990) 115­116. θοιιΙεὶ Ι. (1955): Τἢε ΠενεΖορ11ιεπ1ο/ΡΖα1ο›ε Ετἰπσε ((ἔει1111:›τ1εΙ8ε: (ῖ.Π.Ρ., 1955). θοιιΙεἰ Τ. (1963): Ρἰατοκἰσ Ζ.ονε (Ι„ο11εΙο11: 1ὶοιιτ1οτΙἔο ειιπὶ Κοἐεῃ
198111)

09119? Ν· (1965)Ι ΜΓΙ99 ΙΠτ9ΙΡΙ9Ι9ΙΙΟΙΙ 99 £Ν9 ΟΙΙ9 13998 ΨΙ098 νν1Ι1ἰ118Ιγ)111 ΡΙειτο°ε Πἰεὶοἐιισε” Ρὴτοπεεἰε 10 (1965) 82­96.

(1968): ΤΙ99 1968).

Ρ|9ΙΖ990ΡΙ9)Ι

ΟΪ 80679199 (ΙΏΙΊΕΙΟΙΙΙ Μ99ΙΙΙΙΙΙ9ΙἸ›

1963)
ί
Ι

(1964): ”Ρ1ειτ0”8 Ηοετἱὶἰτγ το ει1τ”Α1:Ζοπ 3 (1964) 11.1, 70­91: (1990): Τἰαε Αιισἰετπ Ωιιαττε! ἰ›εΙ1νεεκ Ροετψ απεἰ Ρἢἰἰοδορἢγ (Ρτ111οε:το11, Ν.Ι.: Ρ1111οοτο11 ΠΗ1νε1ε1τγ Ρτοεε,1990). θοιιὶεἰῃοτ Α.)Ιν. (1967): Επτετ Ρἰατο (Εο11εΙο11: ΒοιιτΙοὸ8ο ει11εΙ Κα̃εθῃ 198111) 1967) (ὶὸτ9ε:111ει1111ε Η. (1960): Βεἰπα̃ἕε .ειιτ Ικτεῃυτετατἰοπ νοκ Ρἰατοπε Νοκωἰ. Ζε:το111ειτει25 (Μ1111οΙ1ο11:Βοο1‹, 1960). οωθῃθ ννε. (1918) 9181018 Ηθω 01 1>οθ11­Υ” Η51911 29 (1918) 1­75.

(1971): ΙΈΟΟΙΗΙΘἘ ΤΙΙ98Ι8 29 Ρ(ΟΙ98ΟΙ99 3589­9” Ρ(Ι99Ι9Ιχ 25 (1971) 118­123. ίὶιιὼτἰο 9ν.Κ.Ο. (1971): "ΡΙετο°ε νὶοννε ο11 1116 Νειτυτο οί 1116: 80111”
ΡΙΩΙΟ

ΙΙ 2301243­

­

(1975):/Ι ΗΙΜΟΙΤ ΟΪ 09999 ΡΙ1ΙΙ999ΡΙ9)Ι› 7·
9199 Ι9Ι9 6ΙΙ9ΙΟ8ιΙ9­9­

Ινἴ ΡΖ9ἴ9› #18 999”

(1978): Α Ηἰετοφ

Ε9(Ζἱ9(Ρ9Ι”Ι9α̃ (Ο9ΙΙ9ΙΙΙΙ989: Ο·Π·Ρ·› 1975)· 0/ (}τεε|‹ Ρἢἰἰοεορἢγ, ν.ν: Τἰπε Ζατετ Ρἰεπο
111

Ι

9"9ΙΙ|99Α99¿Ι9Ι19)Ι(Ο9ΙΉΙ9ΙΙ989: Ο­Η­Ρ­› 1978)­
ΗΞΙΟΚΪΟΙΗ1

Β. (1913): “ΤΙ1ο Μοεἰὶίὶοειτὶοῃ οί ΡΙειΗ

ΡΙειτο"ε Κε­

Ι

99Ι›Ι1σ”(?Ω 7 (1919) 265972­

11

1

418

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

419

(1928): "Ηο‹1ο11ἰεΠ1 111 Ρ1ειτο°ε Ρτοτιι¿:οπιε”δΩ 22 (1928) 39­
42.

1

(1936): “Ρ1ειτο”ε 1110151117' ΟΩ 30 (1936) 4­9. (1946): "ΜοτειΙ ονὶ1 ειυοἰ ὶἔηοτειυοο 111 ΡΙειτο°ε ΕτΙ11οε.” ΟΩ 40 (1946) 118­120. (1952): Ρἰιιιου̃ Ηιιιετἰιω ((]ει111οτ1ε18ο: ().Π.Ρ., 1952). (21958): Ρἰιιιοζτ Εκιιήιιιιιιτιοιι ο/Ρἰεοειιτε (θειιυοτὶὀἕο ειτ τΙ1ο

1
1

Ποὶνετεἰτγ Ρτοεο, 21958). ΗειΙΙ ΚΝ7. (1963ει): ΡΖιιιο ιιιιεἰ Με Ιιιιἰινιτἰιιιιἰ (ΤΙ1ο Ηειἐυε: Μ.
ἶΙη̨̃11οΙΙ, 1963). 196315): "Ψυχή εε εἰἰίίοτουτὶειτεεἰ ιιιυτγ 111 Με ρΙ11ΙοεορΙ1γ οί ΡΙειτο” Ρἰιτοιιεειε 8 (1963) 63­88. (1981): Ρἰιιιο (Εοοἀοη: ΑΙ1ο11 ειιπἰ Πυννἰιπ, 1981). Ηει11ὶννο11 81. (1991): "ΤΙ1ο ἰιυροττευοο οί ΡΙειτο ουεἰ ΑτΙετοτΙο Ιοτ ΑοετΙ1οτ1οε”ΡΒΑ(?ΑΡ!ι 321­348. Ηει1ροτ111 ΠΜ. (1991): “Ρ1ειτο ειυὀ Μο Μοτορυγεὶοε οί Πεεἰτο” ΡΒΑΟΑΡΒ 27­52. Ηειιυρτοη (3. (1989): "Ρ1ειτο'ε Εειτοτ Α11ειΙγε1ε οἱ ΡΙοειειιτο” ΕΑΟΙΜ 41­49. (199Ο): Ρἰειιειιιε, Κιιοινιεειἔε, οι/ιτἰ Βειιιἔ. Απ Αιιιιη̨̃ιειε ο/ ΡΖα£ο›ε Ρἢἰἰεοιιε (Α1οειι1γ: 8ΙΙΝΥ Ρτοοε, 1990). Ηειτὀἰο )λΙ.Ρ.Ιὶ. (1936): Α δτιιτἰν Μ Ρἰοιο (ΟΧΙοτ‹1 οτ Με ΟΙειτοτ1‹Ιο11 Ρτεεε, 1936). Ηειτο ΚΜ. (1991): "ΡΙειτο”, στο Ροτιιιιἰειε ο/ Τ|τοιι¿Μι (ΟΧἱοτὸ: ο.υ.Ρ.. 1991) 1­84. Ηοττἰουὀ ­ Βννειυυ Ι. (1951): "ΡΙειτο εε Ροοτ: Α (]τἰτἰοει1 Ιυτοτ­ ἱτοτειτ1ἶτι7'Ρ|;ιΖοεο]ἐ›/ιν 26 (1951) 3­18, 131­141. Ηεινο οο Ε.Α. 1963 :Ριε οεε τοΡιιτο ΟΧΙοτ‹1: Β1ειο1‹ννο1Ι, 1963). Ηοτωουη Α. (1972): Πιττειειιεἰιιιιτἔειι Ζιι Ρἰιιτοιτε Αιιῇἄιειιπἔ νοκ ιἰει Ηειἰοιτε. Ειιτ Βειττιιἔ Ζίιήτ νειειιι̃τιτἰκιεε τἰεε ρἰιιιοιτιεεἰτειτ Τκἔεκάοεῃήΐεο. Ηγροιυιποῃπειτει 35 (θὸττὶοἔοη, 1972). Ηοοτυ1έ ΚΚΑ. (1967): "ΙΝοίι1εὶ ΡΙειτο Μονο Αρρτονοεἰ οἱ Με Νειτἰουειὶ­$οοἰειΙ181 δτειτο? ΡΡΡ 2Ο­36.

,

Ι. (1991): "Κο­τοειεἰὶ118 Ρ1ειτο: ΤΙ1ο ΡτοΙ›Ιοη1 οί ΡΙειτο11Ιο ΟΙ1τουοΙοἐγ” Ρἰιοειιιζιε 45 (1991) 189­214. Ηυειττ Ρ. (1967): Ζ.ε νοειιοιιἰιιιιε ιἰε Ζ, ιιιιιήνεε ριη̨ιεἰτοἰοἔτοιιε ιἰακε Ζ' οειινιε οἴε Τἰτιιενιἰιτἰε (Ρειτὶε: ΚΙΙ11ο1‹ε1εο1‹, 1967). Ηίι1Ζ1ι1Βει Ι. (1949): Ηοιπο βιιιἰειιε. Α εττιιἰν ο[ Με Ρἰιιν Εἰεκιειιτ Μ Οιιἰτιιιε (Ιοοικἰου: ΙἰοιιτΙε‹:1,<ἐε ειυὀ Κοἔειυ Ρειιι1, 1949). Ηυτεὼουεο Β. (1984): "ΡΙειτο ου τ11ο ΕΠ1οτὶο11ε”Ριοεεεεἰιιτ,ςε ο/ Με Αιτετοιεἰιοιι δοειειν 58 (1984), ευρο. νο1., 81­96. ΗγΙειι1εΙ ΠΑ. (1965): Ειοε οιττἰ Ρ#ιιΖοεορΡι)ι.·/1 ετιιοἰν ο/ΡΖιιτο›ε δνκιρο­ ειιιήι (Τ11ο Ρε11ι1εγ1νο111ει δτειτο Πυίνετεὶτγ, ὀἰεε., 1965). (1968): “Εοω;, Επίθυμίοι, ειηεἰ Φίλίοι 111 ΡΙειτο” Ρἰιιοιτεεἰε 13 (1968) 32­46. Ιτννὶιπ Τ. (1977): ΡΖοιο 19 Μοτο! Τἰιεοη̨ι. Τἰτε Εαιη̨̃ι αιιιἰ Μιιἰιἰἰε Πια­
Ηονν1ειι1‹1

Ζοἔιιεε (ΟΧΙοτε1: (ῖ1ειτο11εΙο11 Ρτοεε, 1977).
1
1

Ι

Ιωαννίδη Κλ. (1973): Ρυθμός κοιι οιοιιονιο. Η ουσίοι τής μουσικής κοιι του χοοου στήν Πλατωνική ποιιὁείοι (Λευκωσία, 1973). Ιειοἐοτ Ψ. (1945): Ριιιιἰεια: Με Ιτἰειιἰε ο/ Οιεεἰτ Οιιἰιιιιε ΠΙ· Τἰτε εοιι­ /Ιἰετ ο/ ειιἰιιιπιι ιτἰεαἰε Μ Με Αἕε ο/Ρἰιιιο, ττειοε. Ο. Ηἰ,<¿Ι1οτ,
(ΟΧΙοτ‹1: ΒΙοο1‹ννοΙ1, 1945).

.Ιει11ειννογΟ.(1992):°°Αττε ειυεἰ Οτειίτε

111

Ρ1ειτο ειυὀ ()οΙ1ἰυ.<¿ννοοὀ7'

Τἰιε

Ιοιιοιιιἰ ο)"/1εεΜετιεε τικτἰΑιτ Οττιειεήι 50 (1992), 45­54.
Ι

Ιευιυειὶτο Η. (1951): Πιοιινεοε. Ηιειοιιε Μι ειιἰιε είε Βιιεε!ιιι„σ (Ροτἰε:
Ρειγοτ, 1951).

Ι

ΙοΙγ Η. (1974): Ζ.ε Ηειινεκνεικειιι Ρἰαιοπιοιεπ : Ιζοἕοε, Ερἰετεοιε, Ροἰἰε
ςΡ811ε±νυΠ, 1974). Ιοεορἰπ 91/.(ἱ.Β. (1935): Εεειινε Μ Αιιειειιτ ειπε! Μοιἰεοι Ρ#ιιΖοεο¿Μν (ΟΧΙοτ‹1: ΟΙειτετιι̃1οι1 Ρἕοεοἐ 1935). Ιοννοττ Β., Οειι11ροο1Ι Ε. 1894 : Ρ ιιιοἰε Ιἔεριι ισ Χίοτὀ: (ἶ1ειτο11­ (Ιου Ρτοεε, 1894), ν.Ι, ΙΙ, ΙΙΙ. ΚειΙ1ι1()11. (1987):“Ρ1ειτο'εΤ11οοτγοΙΙ)οεἰτο”ΗΜειιι 41 (1987) 77­1Ο3. (1976): "ΡΙετο ο11τ1πο Πυὶτγ οί Χ/1ττιιο”ΡΡΡ|ι 21­39. Ιίοικουοη Κ.Ι. (1987): Γενετική του θεάτοου (Αθήνα: Μοιυοομ­ μόιτης, 1987).

Ι

1

1

'

420

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

421

Β' (1988): παλὐἶἰά ὁἰαμάἴη πωὴσης κα! φἰλοσθφω̃ῶ μτφο. Δ. Ιακωβ (Αθηνα: Αωτος, 1988). Κειτει1›ειτΖει1‹1­Ροτ‹111‹1Η.(1988):“Μοο11ει111ετηε ο18οο1α1Οοι1ττο1ἰη
ΚΘΠΠΜΙἙ

Κτιοὼ Ψ. (1960): Βιε Στια/Βεετἰιπιπιικξςεπ ιιι Ρἰιιτοιιε Νοινιοἰ. 11 ΡΜ1 11 8τ εἰ­ 23 Ψ­ Β ά .Η
­ ­

Κ1ειε­

19663) 07180 Β

Η ΙΘΠ

(

168

ᾶῃ

ΘΠ

α̃ῖτα̃εεο

ΜΜ” Αωἰν 11" Βθ°|"·®“”°ἰ δ®Ζἰ°ω"Ζ0·®®Ρ|"€= νοι' ν (1988) 182486' Καοαπανου Φ., Ποταμιανου Α. (1983) :«Γλωσοα, Επιθυμια» Ψεκ
Ρ 181098
8υΡΡ“

Κοιιετ Η. (1954): υιε Μινιωια ιη αει/ιιιιιιεε. Νιιωιιιιιῃιιιιιἑι οιν­
ετεἰἰιιιιὶα̨ Ααεάιιισἰτ (Βετο: Ρτειι1ο1‹ε, 1954). ΚΟΜΜΠ ΕΑ' (1976): ΗΡΙΗἙΟΠΚ Εονθΰ ΡΡΡῇ 53­69­

65­118.

Καστοοιαδη Κ. ( 1985):
Ραππα, 21985).

Η φαντασιακη

θεσμιση της κοινωνιας,

Κουοέτα Δ. (1975): «Η φὑσις του ονεἰοου κατά Πλάτωνα κα1 ΡΪθΠὀ»3σΈο Ψυχανάλυσια̨ Ψυχἰατῳχή] Νευοολω̨ἰαα (ΕΜΜ­
νιον εξ ερευνών και μελετών) (Αθήναι: Παοισιόινος, 1975)
351­ 354

μτφθ Σ' Χαλωφ Γ' Σπαντω̃ωῃμ Κ' Σπανῃδακη (Αθηνα:

(1992): «Οι διανοούμενοι κα) η ιστοοία» Το Βήμα 6.1Ζ1992.
°
_

ΚΗΠΪΠΜΠΠ νν'(1968)“ Τωἔθώ) ω̃ῃά Ρ|"ΖΟ“ςΟΡω (θἔπὸθῃ ΟΠΒ7 | Β®®Μ®997ς1968)·

ΝΥ”

Κτἰετονα 1. (1988): Στην αη̨χἠ ήταν η αναπη. Ψυχανάλυση και 1 9 . α πιστη. μτφο. Ε. Μελοπουλου (Αθηνα: Ανοα,1988). Κιι‹:11ειτε1‹ἰ Ρ. (1949): Εεε Οἰιεινιἰιιε ιἰιι διινοιν ιἰιιπε Ζεε ιἰετιιιετα

οιιιιοἔιιεδ ιιε ειιιιοῃ ςΡ8±18±Ρ.υ.Ρ.. 1919).
(1960): 'Ἑει οοηοορτὶοῃ ‹1ο Γ ειττ θε Ια ωοειιτο ε1ειΠε1ο Ροἰἰτι­ α̨ωθ» ΒΑΟΒ 4ὲΙῃθ Βέτ. (1960) 459480­
ΕΟΠνΗἰΠ:Ε(1ΜοΠ8Ν8ΠννθΙ8θΠ8, 1971)·
ΚαΙ111

Κελεσω̃οΌ_Γαἶ”ανΟΌ Α'|(1982): εννοια) τηἕ σωτηθἰαἶ στην π/Ψ­ τωνιοιη πολιτικη φιλοσοφια (Αθηναν: Ακαδημια Αθηνων, 1982). . Κοοοεὀγ (1963). Πε Αντ 0/ Ρειειιαειοιι ιιι Οιεεεε (Ρτωοοτοο.
. .

(1971): Αερεετε αἶε ἰιι δρεειιἰιιτιοπ Ρἰιιτοιιιειειιιιε (Ρειτιε/
9

.

.

.

­

ΡΠΠΟΘἙΟΠ ΠΠ1νθΪ81τΥΡΤθ88° 1963)“ Κ9Π99 Α· (196Θ)ζ'Ιἶ9199 ΡΙΘΦΠΪ99 19 199 ΡΗΙΕΕΒΠ8: Α ΒΘΡΙΥ το Μτ θοεθιπἔ Ρὴτοπεειε 5 (1960) 915­52 Κοτ1οτε1(ὶ.Β. (1953). Ρτοτειεοτειε αοοττιιπο οῇιιετιοο ειπα νιττιιειῃ 1110 Ρνοταἔοταα ο1Ρ1ει'το”Π­Ιδ 73 (1953) ΑΖ­915

Η. (1941­1942): “ΤΜ ττιιε: ττειἔοαγ: ο11 τ11ο το1ειτἰοηε11ἰρ οειωεεῃ οωας Τωἐεειν ωω Ριεωιι 1: Ηεειι 52 (19ιι1)1­ιο, Π Η­9Ρῇ 53 1942) 37­88. Ε8ίοΠτ8ἰΠθ Α­ (1902): Δε Ρωδἱἴ (Ζ, αρἴὲδ Παω” 6) Αήδἰοἶε (ΜΠ8.
ΑΙΟΗ
Π7

ιι

1902
Ρ8τἰ8/Ι#θ8 Β 611 θε ΕΘἙΠΘ8, 1981)·
­

·

·

·

·

_

99

ΚΘΠΙΒ Ε” (1977):

ΒΙἹΘἘΟΠΟ ωω ν18Π8ΙΑ1ἀ81Π Θτθθοθ εωὀ Βοωθ στο Οοκιινιιιιιἰεατἰοιι Απε ίπ τἰιε Αιιεἰειιι 1/1/οτἰιζ οὀε Ε. Α.
°

1.ει1τειι1‹:ο

ΒΘΙΙΉΠΠΠ

Υ. (1981): Ιζιι ιὲἰιεοτιε ρἰαιοιιιειειινιε ιἰε ία Ποχα (Μοι1ττόει1/

Η8νθ1οοΚ° 1' Ρ' ΗΘΪΒΙἹΌΘΠ (Νθνν ΥΟΤΚ: ΗΕΜΙΠ88 Ηου5θ°

1977) 121­134.

Ιεὶιπ

­ Ετιττει1ἔο Ρ. (1958): ΒΘ8

Κ1ο111 1.

.

Οἴεἕἄ Ρα̃ἱῃἶἰῃἔ (Ιαθκὶθἶἰ. ΒΠ117 , (1977). Ρἰιιτοε Ττιἰοἔν. Τἰιειιετειΐιιε, Τἰιε δορἢιετ, αιιιἰ Τἰιε
ΡΖα̃ἶΟ α̃ῃὔἰ
. .
.

.

.

.

.

τῇθῖθ·

­Θ ὸΙΠ_οΙἹ (188 ΨΟΤτ›› Ηθῃῃθδ ΡΙ (1970): ΤΜ Τῇεωργ Ο) Με Η/Οκ! ἰῃ Οωωἰωἰ Α„[ἰ(]“ἰη̨|7

"Πὶο ρ1ειτουἰεο11ε Ιὶειτἰοι1ει1ὶεἰετιιι1ἔ αετ ι Ετίιοὀιιοἔ ὀοτ Ρεγο11ο¬ ρτοὼιιῃἐ (ΕΠΩΙΔΗ) υηα αιο

ΤΜ ΠΠἰνθτ8ἰτΥ Οί ΟΠ­ 0880 ῖθ88° ' Κ1οεΚο Ο. (1986): Τἰιε Βενεἰοριπεκτο/Ρἰατο εΡο!ιτιειιΖ Τἰαεοη̨ι (Νονν
ΥΟΪΚ ΗΜ Εοῃὸοῃ: Μθτ1ι̃ΠθΠ° 1986)'

δἴαἶθι̃ἔῃαῃ ἱἔἔἔἶα̃ἔο ᾶῃὀ Εοῃὀοῃ:

Λακάν

ττειαε. ΕΞ. Κατθοτ, .1.Μ. 811ειτρ (Νονν Ηεινοιπ ειπα Εοοὸοῃ: Υ 910 Πιπἰνοτεὶτγ Ρτοεε, 1970). Ζ. (1982): Το σεμινάα̨ο του Ζα%Λα%άν. Βιβλῶ Χ) ΟΖ τέσ­

σεοις θειιελιακές έννοιες της ψυχανάλυσης (1964), μτφο.

422

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

423

Α. Σκοιοπαλέζοη (Αθηνα: Ράππα, 1982) Λοιμποέλλη Δ.Ν. (1990): «Η έννοια της ὁιοιφοοάς και η πολιτικη τέχνη στον Πολιτικό του Πλόιτωνοι», στοΗ πολιτική και ο πολιτικός, εκὁ. Κ.Ι. Βουδου̃οη; (Αθηνα, 1990). (1996); «Από τον πόλεμο στη ὁῃςχλλαγή Λόγο€7 φαντασία κοιι πάθη στον ὐστεοο Πλάτωνα» (υπό έκδοση). Εειτεοο (ἕ.)1ν.Ιὶ. (1951): "Τ11ο ΡΙειτο11ἰ‹: εγοοιπγιηε Δικαιοσύνη ειικἰ
ΣωφΩοσὐνη°°Α1Ρι) 72 (1951) 395­Δ,1ιι_ ΕκηιΙοτ Ι„Β. (1964); 771€ Βαῃη̨ε ιη/1ῃ6·ἰεῃι Οἴθεη̨θ (11)ῃς1Οῃ; Β18ο1ς7 1964). Ι.ειΖοε ΟΠ. (1989): “Εοε ὀοιικ τόρότὶτἰοηε ου Ιο οοιιρε εΙοιιΒ1ο ὀιι ¿›Ιιαηκιι|ς0ῃ°° ΗΡΑ/1 7 (1989) 101­127

(1953): Ρἰιιτοἰε Τἢεοιν ο[Αι·ι (Εοοὀοο: Ιἰοιιτ1οὀἔο ειηὀ Κο­
8911 13991.
149118

1953)­

ΑΑ­

Ι9ΟΠ18

(1988): “Β9ν19νν 91 ΜΩ· Ν1188999111 (1986)) 61011 83 (1988). 361869­ Ρ. (1945): [ιω̃ Μέϊα̃Ρἢ0Γ€$ 618 ΡΖα̃ιὉΠ (Ρ8ῖ18Σ ΒΘΒ ΒΘΙΙΘΒ Ι9θῖ­
1198.

1945)­
ΟΡ€Γ9)› 99·

Λ91111199|9111

Πεθί Οθχἠσεωἔ (ἶψἰΰἶα̃ῃἰ (Οκἰοω: Ο.Η.Ρ., 1980), ν.ΙΙΙ.
1.

ΜΒ­

Μ991999

Ευοοἰοοἰ

(1958): Ζκι Ρειιεέε Ροἰιιια̨ιιε ιἰε Ρἰσιτοιι (Ρειτὶε: Ρ.Π.Ρ., 1958). (1897):
111€

1=919819)^'81ς1)1ν·

ιιιι Ασεοιιιιι ο/Ρἰατοα̃ δινἰε αιισἰ ο/ιἔιε εἰιιοτιοἰοἕν ο/Με νντιτ­
1118­1

01181” 91141 61018111

0711114119)­ς1×Οἐ'Ι£›

1141111

ΟΚ. (1989): Πε­σοιιιιιιιιἔ Ρἰιιιο. Α (ἶοισιριιτει Αιιαη̨̃ιεἰε 0)" Ρἰιιιοἰε δινἰε (θκίοτἀ: ΟΙετο11‹1ο11 Ρτοεε, 1989). ιω ι.Μ. (1966) ··Ριιιι.±ι›ιι135116­1ο::Ριιιοιιωι.ς 11 (1966), 31­34. Ιὶοεεε­ιε Ο. (1992): 'Όοτοτηοητετγ ση Ροττειτὶ (1992)" ΡΒΑΟΑΡΗ 141­
Εοεὶἔοτ
148.

Ι­Π (1953): °°ΒοεεοΠ ετκὶ Βεε±τε°° Ριιιιοιοριη 28 (1953) 111123­ Μειο1‹οΠΖἰο Μ.Μ. (1981): Ρἰαιο οιι Ριιιιἰεἰιιιιειιι (ΒοτΙ‹οΙογ, Ι..Α.,
Μειϋοττ
1­9119911: Π111ν91811§' 91 Ο911191 1119 131985. 1981)­ ΜειΙοοΙΠπ Ι. (1962): “Τ11ο11ηο ειηὀ τΙ·1ο Οεινο” Ρἰιτοιιεειε 7 (1962) 38­45.
1

(Νθνν ΥΟΤΚ 1897)­

91111 Β91111)ἔ1§': 1­9118111­9119

019911

91111 1191

Εονὶοεοο ΚΒ. (1953): Ιιι Πε/ειισε ο/ Ρἰιιιο (θειιηϋτὶὀἔο: Ηειτνειτο Ποἰνοτεὶτν Ρτεεε, 1953). Εογε )Ν.Α.Ιἰ. (1971ει): “ννειε Ρ1ειτο Νοο­ΡοΙἰτὶοειΙ?” Ρἰιιιο ΙΙ 166­173. (1971Β); "ΑΠ Α1τθτ111Οη̨811τ°° Ρἰαιο 11 184­186 Λιγνάδη Τ. (1988): Το ζώον και το τέρας (Αθηνα: Ηοόδοτος, 1988).

Μωι̃υννειἰεὶ Β. (1975): “Ικιετ ιιηεἰ Τερἰοτκεἰτ Ζιιιη 8οὀειι1Ι‹Ιὶο11οι1 νοτ­ Ι1ὲΙτηἰ5 Ζννοὶοτ ΑΙ›εο1111ἰττε ἰτι Ρ1ειτοηε Ρτοιαἕοιαε” Ρἢτοιιεειε
20 (1975) 2260­

ωῃτοκκ ΤΜ. (1946) “Τικ οο1¬)ι›.4Π(1ο 11118811] Ριωο” υῃινωιι) 0): δαΖη̨̃”οιιιια Ριιὺἰισαιιοιιε ἰιι ΟΖαεεἰσαΖΡΙιἰ!οΖοἔν 13 (1946) 121­
16Ζ.

Μητουκ Η­ (1973): Τοειε ὀιαλέἐειε. κτφο Γ. Γκλάοντον (Αθηνα:
Μετ1‹υε
1

Ρόμβοῶ 1973)­ ΒΑ. (1971): “Τὶαο ΠἰειΙοοτ1ο

οί Ετοε ἰο

τΙαε:

δνκιροειιιικ”

ΒΑ. (1964): Μιιειαιἰ Τἢοαἔἰατ ιιι Αιισιειιι (ἔτεεσε (Νονν ΥΟΙΚ 81161 Εοοὀοο: 0019111918 Ποἰνοτεἰτγ Ρτοεε, 1964). Εἰνἰοἐετοοο Κ. (1946): Ρἰατο αιιοἰ Μοιἰειιι Ειἰιισειτἰοιι, (θεηποτἰὀἔο:
Ι.ὶρρι11ει11

Ρ1910 Π 132·143­ ΜοΕευ811ΙὶΠ Α. (1969): "Α Νοτο σο 118180 ΡΙοειειιτοε ὶτι τΙπο Ρἰιιἰεὑιιε”

γ

(].Π.Ρ., 1946) Εοἀἕο ΚΟ. (1947): Ρωιοη̨̃ Τιι̃ωω̨ 0) Εἄηωῃοῃ (μοῃὀοῃ: Κθἔα̃ῃ
Ρειιι1,1947). (21950); Ρωιοη̨̃
7716073) Ο)°Ε1)ηη̨_ς

ΠΙΩ 19 (1969) 57·61­ ΜοΠὶ11Β 19.] . (1987): Πιιιἰεκνπιιιεἰἰιιὅι Ρἰιιτο (ΟΧἱοτὀ:
Μὶ11οτ

Ο.ΙΙ.Ρ., 1987). Μ.Η.]τ. (1980): Τἰιε Ρἢιἰοεορἢετ ιιι Ρἰατοϋ διαιεειιιαιι (ΤΙ1ο

(ιοῃὀοῃ:

11Οη̨τ1θη̨1ἔθ

ΗΠΩ1

Κοἔειῃ ΡΗΠ17 21950).

Ηειἐιιο: Μ. Νη̨̃11οΗ, 1980). Μοϋοτἰγ Ψ. (1944): Ρἰιιτο 5 δοιισερτιοιι ο)"Ειἰιιαιιιοιι αιιεἰ ιιδ Μεακἰκἔ /οι ιο­α̃ιιν (Ι.οῃε1οι1, ΝΎ., Τοτοοτο: Ο.Π.Ρ.. 1944).

1

­124

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

425

Μο11ι1ο 1. (1978): “Ρ1ειτο οτι

τ1·1ο

ί)ο1τιρ1εΧὶτγ

οί τ1πο Ρεγο11ο”/1ΟΡ|τ

ΜιιτΡ11γ Ν.1ὶ. (1951): Τἢε Ιτιτεφτετατἰοπ

ο/ Ρ!ατο'ε Ηεραὺἰἰσ

(ΟΧ­

60 (1978) 1­28.

(1981): ΡΖατο'ε Τἢεοη ο/ Πκεἰεκπαπιἰἰκἕ (1.οηεΙοι1: Τ1πσ Πηὶνοτεὶτγ οἱ ννἰεοοηεὶη Ρτοεε,1981). Μοταιυε Ρ. (1955): "Ιω 'πιἰιηοεἰε' ὀειτιε 108 Ηπέοτἰοε ειηοἰοτιηοε ‹:1ο1ει ἀειοεσ. ‹1ο1ει ιηυεἰσιιο οτ σε Ια ροόεἰσ” ἔτατἰεε ίἔἰαεεἰααεε 23 (1955) 3­13. Μοτανοεἰο 1. Μ. (1989): "Ηοτεο1ὶτιιε ετ τ11ο Οτοεετοεὀε οί Ρτο­ εοοτειτὶο Τ11ουἔ11τ”, στο Ιοπἰαπ Ρἰτἰἰοεορἰαχ εὀ. Κ..1. Βοιι­

ίοτεὶ: (ῖ1ειτσικ1οι1 Ρτοεε, 1951).
Μυ11οι1

Ψ. (1982): Οἔιοτεἰα: Ρἰκαἶατ από Παπσε (Ρτὶηοοτοτι: Ρτὶη­
οοτοο Πιιἰνοτεὶτγ Ρτοεε, 1982).

Μϋ11οτ (1. (1951): δτατἰἐεπ Ζω αεκ ρἰατοκἰεσἰαεκ Νοκτοἰ
Βο‹:1‹, 1951).
Νει1‹11ἰ1‹ἰειιπ

(Μϋηὼοῃ:

(1. (1973): “Τ11ο Ρἰτετ δοοτειτἰο Ρειτειε1οΧ”|ΗΡ1ι 11 (1973)

1­17.
Νο11ειΙ11εε

Α. (1982): “Ρ1ειτο σο ὶιηἰτειτὶοιπ αηεἰ Ροοττγ 111 Ηεραὺἰἰσ 10”

ὸοιιτἰε (Αὼοηε, 1989) 256­269.
Μοτσειιι Ι. (21967): Ιαα σοπετιαετἰοπ τἰε
(Η11ε1οε1ποἰι11:
Ζ'

ΡΒ1/Ι/Α 47­78.

ἰτἰεαἰἰεκτε Ρἰατοπἱσἰεπ
1

θοοτε Ο1ιηε, 21967).

Μοττονν (}.1ἰ. (1935): δταεἰὶεε ίπ τὴε Ρἰατοπἰε Ερἰαἰεε (Πτϋειτει, 111ὶι1ο1ε: Τ1κ: Πηἰνοτεἰτγ οί 111ἰι1ο1ε, 1935). (1953): "Ρ1ειτο°ε οοηοορτὶοη οἱ Ρετειιαεὶοη” ΡΜ? 62 (1953) 234­250. (1960ε): Ρἰατα̃ε (ἶτεταπ (ἶἰη̨ι Α Ιτἰετοασαἰ ἰκτεφκετατἐοκ ο/Με Ζ.α»νε(Ρτ1ηοε:τοι1:Ρτὶιποοτοη Πιπὶνοτεὶτγ Ρτοεε, 1960). (19601›): "Ατ1ετοτ1ο"ε οοπιωοιιτε ση Ρ1ειτο'ε Εαινε, στο Ατἰετοτἰε ακα Ρἰατο έτι τἰιε Μἰτἰ­/οιιττἄι Οεππιητ (Ρειροτε οί τησ 8γ1τ1Ροεἰιιτι1 Ατ1ετοτο1ἰουι11 [ΟΧίοτὀ, 1957]). οσε Ι. Πϋτἰηἔ, ΟΕ1. Οννση (θὸτσοοτε, 1960) 145­162. (1971): “Ρ1ετο εισα τ1πο 1ἰυ1ο οί Εεινν” ΡΖατο Π 144­165. Μοττ1ογ Β. (1988): Πέεἰτ ετ α̃ιῇῖέτεπσε ιἰαπε Ζα ττατἰἰτἰοπ ρΖα£οκἰ‹:ἰεακε (Ρειτὶε: ντἰΠ,1988). Μοιιτεορου1οε Ε. (1959): £α τκαεἰαιτε τἰαπε Ζ° οεαντε οἰε Ρἰαταα (Ρετ1ε:Ρ.Π.Ρ., 1959). Μυἔ1οτ Ο1ι. (1960): Ισα ρἰτγεἰατιε είε Ρἰατοπ (Ρειτἰε: Κ1ἰ11ο1‹ε1‹­:‹:1‹,
1960).

(1989): «Ηθτπη κατ ποίηση στο δέκατο βτβλίο της Πολι­ τειας» Πὁ 332­340. Νοττ1οε111ρ 1ἰ.Ε.(Ζ1901):£εστατεεΖα Ζἰιεἄεραὺἰἰσ ο/Ρἰτπο (1.οηε1οΠ:
Μειοιηἰ11ειιπ. 21901).

Ντκολαῖδη Ν. (1983α): «Μύθος και γοαφη. Μέσα στοοσέγγτση; του ψυχτκου̃ μηχαντσμοὐ» Ψεκ 235­255. (1983β): «Το μηνυμα της ὀταφοοας» Ψεκ 219­233. (1983γ): «Ποωτο­οτὁίπους κατ οτδτποδετσποτημένος Οτδίπους. Μτα μεταλλαξη στο υπεο­εγώ. Απ' αφοομη το 'Ὁτδίπους χωοίς σύμπλεγμα” του 1. ­ Ρ. νετι1ειητ›› Ψεκ
191­218.

1

Μιιεηἰοτ Β. (1930): Εε .τεπε εἰα καστ ΘΕΙΟΣ εἢε: Ρἰατοπ (Ρειτἰε: ντἰη,
1930).
Μιιτ‹1οο11 1. (1977): Τἰτε Ρἰτε ααα' Με Ξακ: Π/ἢγ Ρἰαεο Βαπἰεἰιεαἴ τἰιε Απἰετε (ΟΧ1οτ‹1: Ο.Π.Ρ., 1977).

(1986): Η αναπαράσταση (ψυχαναλυττκό ὀοκίμτο) (Αθή­ να: Ραππα,1986). Νοττ1π Η. (1966): Ξορὴτοεγπε (Ιτ11ειοει: Οοτηο11 Πηἰνοτεἰτγ Ρτοεε, 1966) Νιιεε1›ειιιι11 Μ. (1984): “Ρ1ειτο σο Οοιητηοιπειιτει1›111τγ εισα Ποοἰτο" Ρτοσεεάἰπἔε ο]'τ1ιε/Ιτἰετοτεἰἰαπ δοεἰεεγ 58 (198­1), ευρρ. νο1., 55­80. (1986): Τ1ιεΡταἔἰΖἰι°)× ο/ίῖοοτἰπεεα· Ζ.ιιε|‹απα̃Ε£|αἰ‹:ε ίπ Οτεεἰτ Τταὅταἰχ ακα Ρἰαἰἰοεορἰη» (θειηοτἰὀἔο: (].Π.Ρ., 1986). (1991): “ίἱοιηιηοητειτγ οη Ηει1ρετ1η (1991)” ΡΒ/1Ω4Ρ!ι 53­
72.
Ο°

Βτὶοη Μ. (1957): "Ρ1ατο ειηὀ
863ο2­864157”

τ11ο

Όσσα (ζοιπεοὶοιτοοἔ βαινε

ΤΑΡΜ 88 (1957) 81­87.

426

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΑΑΜΗΡΗΑΛΗΣ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

427

(1958): "Μοεἰοτῃ ΡΙΙἰ1οεορΙΙγ ειιπἰ ΡΙειτοΙΙΙο Ετ1ΙΙοε”|ΗΙ 19 (1958) 451­472. (1961): “ΤΙΙΘ 'ίεΙΙΙει0γ° ΙΙΙ Ρτοταἔοπιε 349Ι)­350€” ΤΑΡΙΙΑ 92 (1961) 408­417. (1967): 77τε δοεπττἰε Ραταεἰοχεε ακεἰ Με Οτεε|‹ Μἰτιιἰ (ΟΙΙειρο1 ΗΙΙΙ: Ποἰνετεἰτγ οί ΝοττΙΙ (]ειτοΙΙτΙει Ρτοεε, 1967). ΟετοΙΙίΙοΙ‹1 Ε.Ν. (1982): Γοηττε, Ματτετ απτά Μτπά. Τἰττεε δτπτπεἰε Μ Ρἰατοϋ Μεταρἢνεἰεε (ΤΙΙΘ Ηειἔιιε: Μ. Ν η̨̃1Ιο1ί, 1982). Οετννω̃ὸ Μ. ( 1977): "Ρ1ειτο οΙΙ Εεινν εῃὀ Νειτιιτο”, στο Ιπτετρτετατἰοπτ 0)" ΡΖω3ο, εὀ. ΗΡ. ΝοττΙΙ, Μκετποενπε. 8ιιΡρΙεΙτΙοΙΙτιιΙΗ 50 (1977) 41­63. Οννεη (}.Ε.Ε. (1953): "ΤΙΙΘ ΡΙει‹:ε οί τ1Ιε Τἰκταειω ΙΙΙ Ρ1ειτο”ε ΠΙΑ­ Ιοἔυοε” ΠΩ 47 (1953) 79­95. Παναγόπουλου Α. (1981): Πλάτων και Κρήτη (Αθήνα: Ελληνική Ανθοωπτοττκή Ετοιτοείοτ, 1981). ΡΗΙΙ8Ιο Τ.Ι1. (1976): "ΤΙΙΘ ΡοΙἰτἰοΗΙ ΡεγοΙΙοΙοἔγ οἱ Ιἰε1ΙἔΙοΙΙ ΙΙΙ ΡΙειτο°ε Ζταννε” Τἰτε Ατττεττσαττ Ροἰἰτἰεαἰ δεἰεκεε Πενἰειν 70 (1976)
1059­1077. (1980): Τἢε Εαινε ο/Ρἰατο (Νενν ΥοτΙ‹: Βειεὶο ΒοοΚε, 1980). Ποιπαγτώογη Κ. (1987): Πεοίμέθης (Αθήνα: Ροές, 1987). Ποιποινοὐτσου ΕΠ. (1971): Το θρησκευτικό βτωμα στον Πλάτωνα

Ρὶερετ Ι. (1964): Ζτονε επτά Ικερέπιτἰοπ. Α δττιεἰν ο/Ρἰατοζτ Ρἢαεεἰττιε, ττειΙΙε. Βειιπἰ ΟΙ. 1ΝΙΙΙετοΗ (Ιοοηεἰοιτ: Ρεὼοτ ειιπὀ Ρειοοτ, 1964). Ρἰότεττ Μ. (1974): Ρἰατοπ ετ Ζα είτε ἐτεεη̨τιε. Τἰτέοτἰε ετ τέαἰἰτέ εἰαπε Ζα Οοπετἰτωττοκ α̃ε Ἑοἰε” (ΒτιΙΧε1Ιεε: Ρειὶειὶε ὀεε Αοειἀέιτιἰοε,
1974).

Ρορρετ ΚΚ. (41962): Τλε Ορεκ δοεἰετν απα̃ ἰτε Επεκτἰεε, Ζ· Τἰτε δρεἰἰ ο]"ΡΖατο (1.οΙΙε1οΙΙ: Ι­ἱουτΙοὸ8ο ειτιὀ Κεἐεῃ ΡΗΗΙ. 41962). Ροετ ΕΑ. (1929): "ΤΙΙΘ Ρτοὶυάεε το Ρ1:Ιτο°ε Ζταινε” ΤΑΝΙΑ 60 (1929)
5­24. (1930): ­"8οΙΙΙε ΕΙτΙοΙΙ‹1ειτΙοΗε οί ΡΙειτο°ε Ζταννε” ΤΑΡΗΑ 61 (1930) 29­42. Ποτοιμτόινου Α. (1983): «Ψυχαναλυττντές σκέψεις γὐοω από την "Ποομἠθετοι” του Αισχύλου» Ψεκ 257­291. Ρτὶεο Αλλἰ (1989): Ιτονε αττιἰ Ρττεκάεἢψ Μ Ρἰατο αττεἰ Αττετοτἰε (ΟΧίοτ‹1: Ο.Π.Ρ., 1989). (1990): “ΡΙετο ειΙΙ‹1 Ρτειιει̃” ΡΗΜ 247­270. ΡτιΙεἰΙΙοΙΙΙοειυ Ο. (1965): βα Πακεε Οτεεα̨ιιε Ατπἰη̨ιιε (ΡΗΙΙε: Εὀἰ­ τἰοῃε ἀιι Ο.Ν.Κ.8., 1965). Ιἰειῃεἰειὶὶ Ι.Η. (1970): Ρἰατο. Βτακταττετ ο/ Με Ιτη̨̃ε ο/ Κεαεοιτ (Νενν ΥοτΙ‹: ΟοΙΙΙηΙΙ›Ιε ΠΙΙΙνετεΙτγ Ρτοεε,1970). ΒΗΗΚΙΗ Η.Π. (1962): “Ρὶειτο ΗΙΙ‹:ὶ ΙΙΙΗΗ τἰπο ριιρροτ” Επτττοε 60 (1962) 127­131. (1964ει): “Ιυ̃τοωττ/νἰεΙοΗ εε ΡΙΙΙΙοεοΡΙΙΙοειΙ ωοἀὶίὶοτ ΙΙΙ ΡΙειτο”ε Περιιὺἰἰε”ΕπΜοε 62 (1964) 75­83. (1964ο): Ρἰατο αττιἰ Με ΙΙτα̃ἰνΙεἰιιαΖ (Εοηὀοη: Μετ1ΙυοΙΙ, 1964). Ιὶεοε Ι). Α. (1957): "ΒὶρειττΙτΙοΗ οί τ1Ιο εοιιΙ ΙΙΙ Με ΕειτΙγ Αοειεἱειττγ”

(Αθήνα : Δωδώνη, 1971).
Ρειτοιπ

Η.Ι. (1921­1922): “ΡΙειτο“ 8 ΤΙΙοοτγ οί εἰκαο1α”Ρτοεεειἰἰκ¿Ιε

0/ Με Αττετοτεἰἰαπ
104.

δοεἰεη̨η̨ Νονν 8οΙΙοε, 22 (1921­1922) 69­

Ροιιιτοτ Τ.Μ. (1970): "ΡειΙεο Αιττἰοὶρειτοτγ ΡΙοειευΙοε: Ρἰτέἰεὺωε 3683­ 4186” Ρἰττοπεεἰε 15 (1970) 166­178. (1971): “ΤΙΙοιΙἔΙΙτ ειΙΙὀ Πεεὶτε ΙΙΙ Ρ1ειτο” Ρἰατο Π 96­118. (1973ει): "8οοτειτοε οΙΙ νἰττυε ειυὀ Μοτὶνειτἰοιτ” Ε/Ι 133­151. (19731Ι): “ΤΙΙε ΠΗΙτγ οί νὶττιιε” ΡΜ? 82 (1973) 35­68. Ροτ1‹ἰΗε .Τ.Β. (1990): Ικταἔεε 0/ Μονεκτεπτ απα̃ σἰαττεε ἐκ Αηεἰετττ Οτεεἰτ/1ττ.·/Ι α̨ιιαἰἰτατἰνε αρρτοαεἰτ (Πηὶνοτεἰτγ οί \λ(ἰεοοΙΙεΙΙΙ, ὀἰεε., ΑΙΙΙΙ Ατϋοτ: ΠΗΙΙΙ. ΜἰοτοίΙ1ΙΙΙ ΙΙΙτετΙΙΗτΙοΙΙειΙ, 1990).

ΙΗ5' 77 (1957) 112­118. Κονετὸἰιτ Ο. (1945): Δα Ζἔεἰἰἔἰοπ ιἰε
οο Βοοοειτὀ, 1945).
ΒΘΧΙΙΙΘ

Ζα

Οτε Ρἰατοπτεεπττε (Ρειτἰε: Ε.

ΙΕ. (1959): Πεἰἰἔἰοπ Μ Ρἰατο ωταἶ Ει̃εετο (Νονν Υοτ1‹: Ρ1Ιἰ1οεορ1ΙΙοεΙΕἰοτΗτγ, 1959). Βὶο1Ι:Ιτ‹1εοΗ Η.8. (1990): “ΜοειευτοΙΙΙοΗτ, ΡΙοειειιτο ειοεἰ ΡτειοτΙοΗΙ 8‹:ἰοΗοε ΙΙΙ Ρ1ειτο'ε ΡτοπΙἔοταε”|ΗΡἰι 28 (1990) 7­32.

438

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Β111Λ1οτΡΑΦ1Α

129

Κἰετ Ι.Μ. (1960): “Τ11ε Οτὀοτ οί

Ρ”

οετιυε

.

14 1960) 207 221

τ11ο 158τε›1

1)181ο8ιιοε
.
.

οί

1

Ρ18το”

(1989): “Αϋουτ

τ11ο 111οο111ρ1οτο11οεε

οί

ον8τ18ρ
»

1581998811

(

­

οτ111‹:8181181ο›¿811ο‹1υ1το111ο11τε111Ρ18το°εΙ5αινε”Πὁ386­390.

ἕ)1964)ἰἑἘἶ "'17 ΡΜ"
Ο
1888
Ζ19®
'

Κ

ΘΟΙ. 1990
1881118111”
8

:"Ρ1111οεοΡ11γ,

Εονο,

811ε1Μ8‹111ε:εε

ΡΗΜΖΖ7­246.
1910880­

(ΤΟΓΟΜΟ: ΠΠΜΉΒΠΥ 01 ΤΟΪΟΜΟ

11Ξἔ8›8811(ο. (1989): 811810, Η81ο1118Π1

8118 8111081

Βἰττοτ 85):Ρ|ατοε (ἶεεε2Ζε (8οἰο11τ18 Χ/ο1188Α81ο11/1985). 1188181. (1933):Ρ18ω8 Ρ88898 (Ρ8±18:15θ8Βθ11θ818ι1±θ8, 1913). (21938): Ρἰατοκ. 118 19888881 (Ιἶ8ι11ε: Με Βο11οε Εετττοε, 21938).

Ε/1(}Ρίι 27­­10
.

Η/8

Β"58θ11Β·(1962).°Ιἔἶ070/ ΘΜ”
811ε1Π11νν111,

ΗΜ

(1967): „ΡΙ1ΠΟ80ΡΙἹΥ θῃὀ ΡΟΙΜΟΒ.. ΡΡΡ 109434.

962).

“ΜΡ

ἡ Ε (1 .Ο ΑΠ 7 ( Οῃ ΟΠ ' θῃ

ἐ)1ἶἶ¿1?:1ἑἕ4)Τ|”0”ε ΡΖ“[Ο”'"ί"”€ α̃θ
(21968)±Ρ18±8ῃ
1ὶο1›111εο11
ς1>8±18± 11.11.19.,

Ζ

Α”"”" (ΡΜ:
Οοτ11ο1Ι

21968).

Β. (1941): Ρἰατο 8 Εατἰἰετ Πἰαἰεστἰε (ΙτΙ18‹:8, Ν .Υ.: Πηἰνοτεὶ Ρτοεε 1941).

'
.

(1971): "Ρ18το'ε 8ορ818ί1ο11 οί 1ὶε±85ο11 8118 1988118” Ρἰπο­ πεειε 16 (1971) 38­48. . , . . 1ὶο11111εο111 Τ. Μ. (1970). Ρἰατο 8 Ρεμα̃ιοἰοἕγ (Τοτο11το. Π111νο1ε1τγ οί
1ὶο11‹1ο

1
1
1

1.

(1977). Μύθος, 81818. 1. Ράλλη, Κ. Χατςηεεημοο ,1971 . (Αθηνα Εθμἶι̃ς ) Βγ18 Ο. (1966): Ρἰατο 1 Ρτοἔτεεε ((ῖ81111:›τ1ὸἔ8: Ο.11.Ρ., 1966). ; °° ' Κ.Κ. Ρ 41962 ” ΡΡΡ 85­90. (1967) Βθνκἶἶ οἱ ΟΡΡθτ( )­ 8811‹ονο1 8τ (1 (1986) Τ188οε1γ 81181118 ΕεΙυ‹:8τ1ο11 οί 1110 1)ε111οε: Α .Μ Ηθ, Β το Ρ18τΟ„ Θϊεἀ ΤΜ θά ακό) ΡΟ­ 11 ο ε οερ· , 8 9 ΪΚΘΙ (ΙΕοε Α118 61 Θε: ογ 811 Ζἰτἰεαἰ Τη̃εοη̨ὁ οὀ. 1.Ρ. Ε111›811 (Βε: Πῃἰνθτῇτγ Οἱ ΟΘΜΟΪΠΗ Ρϊωε, 1986) 274803­
11811888
1

ΚΚ.

Ε. (1925): Ρεμείιε: 7718 διιἰτ ο/δοιιἰε απιἰ Βεἰἰε/ἐκ Ιπκυτοτταἰἰη̨» αυιοκἕ Με Οτεεἐε, 118118. 9ν.Β.Η1111ε (Ι5ο11‹:1ο11: Κοἔ811 Ρ8ιι1,

ΟΪΟΠἙΟ

ΡΜ* 1970)·

ε8Π188

ο. (1964): 91118 80018110 Ρ8188οΧ8$„ 19811 73 (1964) 147­161. (1971)· "Ρ18το)ε Ρτοταἔοταε 8118 ΕΧΡ18118τ1ο11ε οί 9νο81‹­ 8„ ἑω. 264 298

.Ο Μό Ηὴθἶοη̃σἱ Α . ΖΟ. Ο τι κοιεπ τεεσε ( 8111­ .81 88, Μ8εε.. Η8τν81‹1 Π111νο1ε1τγΡτ8ε$, 1975). 1ἰο5ο11 1. (1979): “Ρ18το®ε Μγί11 οί τ11ε Ιἰονοτεοεἰ Οοε111οε”}ἱΜετα 33

ΒΟΠΠΠ 1925)· 1. (1975):Μα

Υϋτἰὀ

Μ­
Τ]
'

ΒΙΗΟΙΜΘΙΙ7 1988)

(1988). Ρἰατο _απσἰ Ετειι.
·Ζ3
_

Χοτ. 81ινο 18· εοπεε ο/ 1. ονε( οτα·
Ο
Ο
(19

..Μ
66921728

Ρ1
8

Ε

Η

8

Η­Μ Ι
Ζ

88Ϊἔθ8Πῖὲ:ἶ|ὲ3'2(11ἶἶἐ2ἔἶ19Ξἐ(
Δ

ΗΥ Θ

Κο8ο11 81. (1959): 'Όο11111Β1νοοε1 8118 Θ1ο‹:1‹ Αοετ118τ1‹:ε” Ρἢτοπεεἰε 4 1959 135 148

(

1979 59 85

ων

87

)

_

(192Ζ­192311): "8ο118
8
‹1ο 8

811‹1 1981108

88 8 ίυ11οτ1ο11

οί τίιο 81881”

Η

) _ ' (1968): Ρἰατο 19 δχκιροεἰιικπ (Νενν Η8νο11
(
Π111νοτεἰτγΡ16εε, 1968).

8118 Εο11‹1ο11:

Υ81ο

Η

ΗΠΠ

ἢ [Ζ Ρ Ν “ 8 86" Ι 19" 8 3" ®"7( 8" Υοτ1‹811ε11.ο11ε1ο11:1ὶοιιτ1οὀ8ο, 1988). Βοεε Π. (1951): Ρ!ατο8 Μεση» ο/Ιαἴεαε (ΟΧίοπ1: Ο181811ὀο11 Ρτοεε, 1951). Βοεεεττὶ Ε. (1988): “Ε1ὀ111ο11τε 8' 8118 111ο181ο η̨̃υτἰεἰὶῳιο ‹1811ε 188 15019 88 Ρ18τοι1”/Ιτσίιἰνεε ιἰε Ρἰιἰἰοεορἰτἰε άι: Πτοἰτ 33 (1988) ΖΖ9­242.
Ζ)

(1988): Πω Ω

αἴἴεἰ

Μ

Ρῇι̃ο

Ϊ
1

Ηιὺ!9ε11|οιιτπαΖΖ1 (19ΖΖ ­192 3) 493­502 1962 · “Τ11ο εττιιοτυτο οί τ11ο εοι11 8118 τ11ο ετ8τ8 111 ΤΡΙ8ἐΟ',8(£αΜ),ζ Επιῃω 60 (1962) 37­55. „ 8 (1 Ρ] τ . Ε ων: Α 8 οε (1968). Τ11ο οο18τ1ο 19818 οΧοε 111 96 1968 421­434. 859 ­869.118 εῃῃθδο., ἕἕ ΖΖ Μ Ο ἰ­ οοῃι̃ῃι̃ἶηὶτᾶη ΟΠ 8 ετιπ οί 8 ετ (1972). Νοτοε ο11 τ11ο Μεινε οί Ρ18τ τωτε ο/ Οἰαεεἐεαἰ δτωα̃ἰεε. Βυ11οτ111 8ιιρΡ1ο111811τ Ζ8 (1972). (1973): "Ρο11ο1οἔγ 8118 Εε‹:118το1οἔγ 111 Ρ18το°ε Τἰκπαειιε 8118
.
1

Ι”

Εαινε” ΟΩ 23 (1973) 232­244.

430

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΑΑΜΙΙΙΗΑΑΗΣ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

431

(21975): ΡΖατα. Τἰω βαυνε, τΙειΙ1ε1ετ1ο11 ειΙ1εΙ 1Ι1ττο‹1υοτἰοΙΙ (ΗειτΙ11οΙ1‹1ε Ινοττ11:Ρε:Ηἔιι1Ι1, 21975). (1991): Ρἰατοἰτ Ρεκαἰ (Ϊοαἶε: ττασἰἰτἰαπ, σοκττονεπψ, ααα τε­ /ακα ἰπ Οτεεἰσ Ρεκαἰοὅφ (ΟΧἙΟΙΙΙ: (31ειΙο11ε1ο1Ι Ρτσεε, 1991).
·

8ενειΙΙ Π. (1964): “8‹­:1ί­ΡΙοὀ1‹:ειτ1οΙ1 111 Ρτοταἕοταε 330­331” Ρἰττο­ πεεἰε 9 (1964) 130­135. 8‹:Ι1ειοΙ‹­:Ι Β. (1953): "Π 1τ1Ι1έτειΙΙο ὀ.1ει1οοτἰεΙιιε: εἰοε 1.028 εἰε ΡΙειτοΙ1 οτ
εει

εἰἐῃἰἱὶοετἰοη ΡΙ111οεορ1ΙΙ‹ΙιΙο” ΗΡΙ1 143 (1953) 379­412.

(21969):£α Ωαεετἰοπ Ρἰατοπέσἰεκπε (ΝοΙΙ‹:1ΙἑιτοΙ, 21969). 8ο111ρροτ 13.97. (1963): "ΜἰΙ11‹:ε1ε 111 τ11ο Αττε 111 Ρ1ειτο“ε Δαινε” |οιια1αΖ ο/ Αεετ/αετἰεε ακα Αα Οατἰσἰαπ 22 (1963),199­
202.

(1945): "ΤΙΙΘ Πεο οἱ Βτειεο ΒιΙε1ΙΙε:εε το Ροτττεγ ΕΙ1Ιο­ τ1οΙ1 111 ΟΙΘΘΙΙ Ττειἔσιἰγ”/1|Ρ|1 66 (1945) 377­397. 811011­τγ Ρ. (1914): "Ρ1ειτο'ε βαινε ει11ε1 τ11ο Ποὶτγ ο1ΡΙΗτο°8 Τ11οιιΒ1Ιτ” €”Ρ!1 (1914) 345­369. (1933): 14/Ριατ Ρἰατο Σαἐεἰ (Ο111‹:ειἔο: ΤΙΙ6: ΠΙΙ1νοτεΙτγ οἱ (]111οειἔο Ρτοεε,1933). (21968): Τἰαε Παπ): 0)" Ρἰατοϋ Τὴοαἕἰατ (Ο1Ι1οειἔο: ΤΙΙΘ ΠΙΙΙ­ νοτεὶτγ ο1(3111οει.α̨ο Ρτοεε, 21968). 81ε1ΙΙε11 Μ.Ι. οτ ΗΙ. (1991): δοακεε α/ Πτατπατἰσ Τ|1εοη× Ζ· Ρἰατο το Οοπἔτενε (()εΙΙ11›τἰἀὲ‹:: Ο.Π.Ρ., 1991). 811‹οε ΕΕ. (Ζ1969): Τ/σε Οαεεἰσ 1/ῖειν 0/ Ροετη (Νονν Υοτ1‹ 81111
81118161 13.13.

Ρ.­Μ. (1947): Ζἶτααεε εαπ Ζα /αὺαἰατἰοπ ρἰατοπἰσἰεκπε (Ρειτὶε: Ρ.Π.Ρ., 1947). (1948): "1ἰ6:Ι1ΙειΙαυ0ε ειιτ Ιει τοοΙ11αιιε: εἰο Ιει τορέτἰτὶοιπ εὶαηε Ιε Ρ!1έαοκ”ΚΕΟ 61 (1948) 373­380. (1950): "Ρ1εΙτοΙ1 οτ Ι” 11166: εἰ” ε:Χρ1οΙετ1οΙΙ Ρ1ΙειΙΙ11ειοο­ ‹:1γΙΙειΙΙ11εμιε”|ΡΝΡ 43 (1950) 279­281. (21952): Ρἰατοκ α Γ απ είε εαπ τεκτρε (Ρειτὶε: Ρ.Π.Ρ., 21952). 8οΙΙννε1τΖοτ Β. (1934): “Μ1Ι1ΙΘε1ε 11110 ΡΙ1ειΙΙταε1ει” Ρ|1ΖΖοΖο8ιιε 89 (1934) 286­300. (1953): Ρἰατοπ ααα εἰἰε ὺἰἰαεκιἰε Κακετ αετ Οαεεἰιεπ (Τϋ­ ΙΙΙΙΙΒΗΙΉ Μ.Ν18ωεγθΙ, 1953). 8οο‹1ε:1 ΗΕ. (1987): Βἰαἴεεἰε ακα Μγτἰι έκ Ρἰαταε δτατεεπιακ ((}ὸττΙ11ἔοΙΙ: να1Ι‹1οΙΙ1Ιοοο1‹ ιΙΙ1ε1 ΙἱιιρΙοοΙ1τ, 1987). 8οοΙΙΙΙοον 8. (1988): Ρ!ατο'ε Μεταρὴμεὶεε ο/Εααεατἰοπ (ΕοΙ1ὀοΙΙ ειΙ1ε1 Νονν ΥΟΙΚ: ΙὶοιΙτ1‹:‹1.<¿ο, 1988). 8ὀο11ειΙΙ Ε. (1930): Ζ.α αακεε ἔτεσααε απτέαιιε (Ρειτὶε: Ε. 06 Βοοοειτἀ,
8ο11ι111Ι

ξ

Ι.οΗ‹1οΙΙ: Βειτηοε ειιπἰ ΝΟΒΙΘ. ΜΘΙΙΙΗΘΗ, 21969). 81ΙνοΙτ11οτ11ο Μ.Ι. (1973): "ΜΙ1ΙταΙὶεΙ11 111016 13ειννε?” .$Ὁ 49 (1973) 29­38. 811Ι1οΙ1 Β. (1978): Μἰκα ακα Μααπεεε ίπ Απεἰεπτ (ἰτεεοε: Με σἰαεεἰεαἰ τοοτε ο/ πιοαεαι ρεγσἢέατψ (Νονν ΥοτΙ‹: (]οΙΙ1ε1Ι ΠΙ11νε;Ιε1τγ
Ρτοεε, 1978).
81ΙΙο1ει1τ

1

1

ΤΑ. (21967): Α Ηἐετοψ Ο/ Οτεεἰε Ροἰἰτἰσαἰ Τἰαοιιἔἰιτ (Ι3οΙ1ε1οΙ1:

.

3

Βουτ1οὀ8ο εΙ1‹1 Κε­:8ει11 ΡειΙιΙ, 21967) (1952): Ρἰατοἰε: δτατεεκιακ (Ι3ο11ε1ο11: 1ὶοιΙτ1ο‹:ὶ8ο ειΙ1‹1 ΚΘΗΗΙ1 ΡΗΙΙΙ, 1952). 811011 Β. (1981): Η ανακάλυψη του πνεύματος, μτφη̨. Δ.Ι. Ιακώβ (Αθηνα ΙνΙ.Ι.Η.Τ., 1981). 8ο1Ι1ΙεοΙΙ Ρ. (1942): Ρἰατοϋ Τἰαεοἰοἔγ (Νονν ΥοΙ1‹: (ἰοτ1Ιο11ΠΙΙ1νοΙε1τγ
81‹οΙ1ΙΡ 1.13.

Σ

1930).

4

(1962): "θοτἔὶειε εΙ1ε1τ1ΙεΡεγο11ο1οὲγοΙ"τΙ1ε 13οεοε”ΗδΡ|1 66 (1962) 99­155. 8οεο11ε1‹ε Α. (1963): "Ηε­:ε1οΙΙ1εΙΙ1 111 τ1Ιο Ρτατα(ςοταε”]ΗΡἰα Ι (1963)
86881
Ο11.

11

73­79.

Ν

Ρτεεε, 1942). 8ο1ιὶ111ό Ι. (1919): Δα Νοτἐοπ Ρἰατοαἰσἰεπκε α' Ζκτετπιέαἴἐαἰτε εἰακε Ζα ρἰαἰἰοεορἰαἰε αεε αἐαἰοἔαεε (Ρειτὶε: Α1οει11, 1919). 8ὸτ15οΙΙ1 ίὶ. (1966): Μἰκαεεἰε ακα Αα (ΠΡΡεειΙει: Αρροὶϋοτἔε ΒΟΚ­ 11481811, 1966). 8Ρειτε11οττ ΡΕ. (1971): "ΡΙειτο ειε ΑΙΙτΙ­Ρο1ὶτ1οειΙ Τ111Ι11‹ε:Ι” Ρἰατο Π 174183. 8ρΙειἔι1ο ΚΚ. (1984): “Ρ1εΙτο ει1Ι‹1 ()1111ε1το11“ε (ὶει111ε:ε”, στο (ῖτεατ Ροετη» ακα Ρὴἰἰοεορἰπμ δϊαεἰἰεα ἐκ Ηοαοατ 0] Ζ.. 14/οοεἰὸιη,

σ

#1

432

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Ϊ
5

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

433

οὸ.Π.Ε.Οοτ11οτ((ῖΙ11οο, (]ειΙ1ἰοτ111ε:8οΙ1οΙειτε Ρτοεε, 1984)
8τειΙΙογ

ΚΡ. (1975): “ΡΙειτο'ε
εο11111ἔ

2757284

ετευηποοτ

ίοτ

τΙ1ο

ὀἰνἰεἰοο οί τΙ1ο τοει­
εοιιΙ"Ρ|1τοπεεέε
Ι
1

(1956): Ρἢἰἰεὺασ απιἰ Ερἰκοκαἰε, οσε Κ Κ1ἰΒει11εΙ‹γ, Θ. Οεὐοἔοτο, ΑΩ. Πογὀ (Εο11σοΠ:Τ. ΝοΙεο11 εοἀ 80118, 1956). (1961): Τἰπε δορἰαἰετατκἰ τἰαε δτατεεῃωκ, οσε Κ. ΚΙ1Ι5ε111εΙςγ, Ε.
Αι1εοο111οο(Εο1κ1ο11:Τ. ΝοΙεο11 εισα 8ο115, 1961). *(101980): Τἰαε Εαννε, στο Τἰαε ΟοΖ!εστειἰ Πέαἰοὅπεε

ειοεἰ ειρροτὶτὶνο

0161111­:11τε νν1τ11111 1116

20 (1975) 110­128.

ο/ Ρἰατο

(1983): Απ Ιπττοσἰωστἰοπ το Ρἰατοζτ Εαινε (ΟΧίοτ‹:ὶ: ΒΙειοΙ‹­ ννοΙΙ,1983). 8τει11ίοτε1 ΧΜΒ. (1983): (ῖτεε·|‹ Τπιἔεεἰν ακτἰ Με Εκποτἰοπε (Ι3ο11εἰο11: ΙὶοιιτΙοὀἕο εισα Κοἔειο Ρειι1Ι, 1983). 8τοΙσο111ἑ Ι). (1984): “ΤΙ1ο Ρ11γε1οειΙ Κοοτε οί Μονε:111ο11τ. Ρτορειτὶοἐ 1116 οοὀγ ίοτ ειοτιοη” ΠΟ/1Τ1ι 35­60. 8ΪθνθΙ”Ι αΡ1ἱΙ1Ο 81101 Ηι̃θ ΑΓΪ Οἴ ΤΗΤΙΘ”
Βττειιιεε Ε. (1975): Τἰιε Αηςιικπεπτ ακα τἰπε αετἰοκ 0)" Ρἰατοἱε Ιῳιινε (Ο11ἰοει8ο: Πιπὶνοτεἰτγ οί ΟΙ11οειΒο Ρτεεε, 1975).
ΣἩ%9ΌΈ©η

ἰκεἰιωἰἰπἕ Με Δεττενε, οσε Ε. Ηε11111Ιτο11, Η. Οειιτῃε (Ρτ111­ οοτοο: Ρτἰηοοτοο Πηἰνοτεἰτγ Ρτοεε, 101980) 1226­1513. Τ ειγ1οτ Ο(].ι̃Ν. (1976): Ρἰατο. Ρτοτειἔοναε (ΟΧ1οτ‹1: ΟΙειτε11‹1σι1 Ρτοεε,
1976). Τοοιιεειῃ Μ. (1990): “Ισοἔοε 8γ111ροτ1οοε: Ρειττοτηε οί 1116: Ιττειτ1ο11ειΙ 1116 δνκαροεἰιικτἦ 111 ΡΙ1ὶΙοεορΙ11οει1 Ι)τ1111‹1118: ΡΙειτο Οιιτεὶεἰο θα $)1ῃ×ιΡ0_ς[μῃι) Οῃ ἶῇε στο Ις);ῃ׿ΡΟῇ¿·α_· α δ)η×ῃΡΟ,ςἰ¿¿ῃ׿ Μι1ττειγ(ΟΧίοτὀ: ΟΙ:1το11ε1ο11 Ρτοεε,1990) 238­260. Το11Κ1‹υ Ι. (1956): ΤΗε Εναἰαατἰοκ ο/Ρἰεαεανε 211 ΡΖατο'.ε Ετἢἰεε. Αοτει
ΡΙΙΙΙΟΒΟΡΙΙΙΟΗ ΡΘΠΠΙΟΗ
_

(1933) 1497155·

|

2

1

ΧΙ (1956)
_

ιι

Ι­ ( 1949)·Π4ατ(ϋ1|0§ΣυμπΟσ!Ο16 Μτμενον, μεταφοασω̨ 491 εθμ­ην€1α‹(Αθηνα: Ι.Δ­. Κολλαοος, 21949). 1νει11 Ι.Ρ. (1961): ΤΙ1ο Ι1ο‹1ο111ε111 111 ΡΙειτο'ε Ρτοπιἔοπιε” Ρη̃νο­
4
×

2

.

×

9

,

Ι

Ξ,

ΘΡ ΙΠ

ῃεα̃ίδ 6(1961)1Ο_ἦ8­ Θ­ 0988):Ηαο1α1α ελληνικη 11›ανωὁ111 σε σνηναή παθω­ 9840771 ΜΦΩ­ ΒΔ. Ασημομυ̃τη (Αθήνα: Παπαδήμας,

1

Τθτο Μ. (1954): "Ιοο τοτειΙ1τει11ε111ο σο ΡΙετοι1” ΒΑΟΒ 4ὲ:ι11ο εὀτ. (1954) 46­59. ΤΙ1ειΙ1›οτἔ Ι. (1962): “Ρεὐεο ΡΙοειειι1οε”7Ρ|1 59 (1962) 65­74. Ονεετεἰα 1: )ΤΙ1ει1111ει1111 ι̃δἰθ. (1985): "8ροοοΙ1 ειοεἰ 81161106: 111 1116 Α811111­1111101 1025­1029” Ρνοεῃα 39 (1985) 99­118, 221­
237.

ἕειττειιπτ
στο

Ι). (1955): ΡΙστο σε Ι)τ:ι111ειτὶετ ΖΗ8 75 (1955) 82­89. Ι. (1928): Ι1111τειτ1ο11 111 ΡΙειτο ε Ιἰορυωιο” ΟΩ 22 (1928) 16­23.
(1932): "ΡΙΜΟ ΗΜ Ι1Ήἰτ9τ19Π” ΟΩ 26 (1932) 161­169. (1933): “ΡΙε1το ει11‹1 Ι)1ε1ειοτ1οἰε111”Ηετπιατ!1επα 48 (1933) 93­
113.

1988):

Ι

ΤΙ1εεΙοίί Η. (1982): δταα̃ἐεε ἰπ Ρἰατοπἰσ Οἰιτοποἰοἔν

(ΗοΙε111Ι‹1:

8ο­

Ϊ

)

1

0936) “ΟΠ ΙΜΟ: Ι­Μ Χ 8890­4” ΟΩ 30 (1936) 48­54. ΤειγΙοτ ΑΕ. (1928): Α Οοκικιεπταη οκ Ρἰατο Τἰτπαεωε (ΟΧ1ο1‹1:
'11

Τσατσου Κ. (31980): Η νοινωνικἠ φιλοσοφία των αοχαιων Ελλή­ νων (Αθήνα: Εστία, 31980). 1111861 Ε. (1967): "(]ο11το1ι1ροτειτγ Ατιτἰ­Ρ1ειτο11ἰ8111” ΡΡΡ 91­107.
1111118011

οὶοτειε 8ο1ο11τἰειτυ111 Ροιπιπἰοει, 1982). (1989): “ΡΙειτο111ο (ῖΙ1το11οΙοἔγ” Ρὴνοπεεἰε 34 (1989) 1­26.

1

ιο. (1984)± ·:Ρ1ωε111θ
111111

81111

ο1ε11θ8ε±

Α 1ι18ω851ο±1 01 1.σΒ
7,

Ι

αα̃ῖθῃςἰοῃ ΡΓθ$8> 1928)·
(1934):
7716

Ν)

βαινε ο/Ρἰατο (Εο11ὀο11: Ι.Μ. Ποστ, 1934)*. (51948): Ρἰατο. Τἢε Μακ ευπἰ Με ινοτ|‹ (Εοιπἰοο: ΜοτΙ1ιιο11,

,

16
Ξ

519218)

.

Οκ)"οταἶ δτασἰἰεε ΖπΑπσἰεκτΡ1ιἰ!οεορ|1ν, οὀ. 1. Α1111ε1ε (θκίοτὸ Οὶειτοῃὀοῃ Ρτοεε, 1984), ν. ΙΙ, 209­221. α̃ε Ρἰατοπ εἰαπε Ζεε 1.08 νειοἰπουττο Μ. (1954): Ιω ρ|12!οεορ|1ὶεΡοΖ2τἰ‹με . ._ . . . . . (Ι.οιινει1τ1. Ρ1ι15Ι1οειτ1ο11ε Πιῃνοτει τειιτοε σε Εουνειῃ, 1954).

(}οεΙ111ἔ

Οίἱ.

\δ/.Τειγὶοτ Τ|1ε Οτεεἰσ οκ Ρἰεαεατε

στο

434

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

435

νθωθΠἰἶἶ9η̨̃2]·1(11ἕἶἶ5

αΡ1ἶ“·τ0 91 19 1399819” ΜῃΘ|”ω”1/ῃ© 8όΓ­

ΠΙ) 12
_

Εο11εΙοι1: Τ11ο
νν818Ι1

Πῃὶνοτεὶτγ οί ΝοττΙ1

Οε1τοΙἰ11ε1

Ρτεεε, 21988).

ΙἔΖξ5Υ%9›ἕΞΖ7Μ
(1957) 254­Ζ5 8.
°

(1949): Μέ111ε.εἰ.1. ΡΖατο)ε εἰοσττἰκε 0)” αττἰετἐσ ἰκπτατἰοπ απα̃ ἰτε Μεαπιπἕτοαε (Ι5ε:1ὀοι1:ΒτἰΙΙ,1949). (195Ζ): "Ιι̃εινἰονν οί (3.1. εἰε ντὶοε δρεἰ ὑἰἕ Ρἰεπο” Μπε­

ΙΐεὲἶζόἐὲΞἰἶη̨̃ἔἕἔεῖδοἰἶἔἕἶιἰἔοὔῃῖζἐζἰἶἱἐἔἕ (Νθνν
Ρἶθωοῃτῃτοη̨ἔῃ Μονθῃι̃θῃτ” Πη̨/ΙΜ 87­105 (19841σ): "Πτει1τ1ει: Πεὶῃἔ τΙ1ο Ιι11ειἔὶ11ειτἰοτι εε
1
111161

ννειττ9ι1 Β. (1984ει): “Ι)ειι1οο: Πονω̃ορὶιπἕ 8911­1111999

8911­9»

ει 8τε:ρΡ1119­

ῃθῃι̃ωἄῃα̃

891­

7

νθἶῃᾶῃτ ]·_Ρ· 11975):

191989 θτ ΑΡΡ8τ011ο9 εἰειηε Ιει

Τὶπι̃οτἰε
Πο 3

νωἴθ

ΡΙειτο11ι‹:1ο11119 εἰο Ιει Μ1111ε:εὶε”7ΡΝΡ

72 (1975) 133­160.
191110 861:

ΠΟΑΤΙ1 131­155. ννειτιγ ]έἕἶ1(ἶ92ἕ):θἐῖΞΞΣΑεΞ;ι\Ζ1Εἱ‹: 77160791. Α ετιιεἰχ 0)” δαἰἰἰετἐσ απεἰ Αεετἰαετἰε δοπεερτε ἐκ Με ινοτἰσ ο/ Ρἰατο απά Ατἰετοτἰε (ιοῃὀοῃ: Μθῃπιθῃ 1962).
Ρ
11”

ΙΟ

Ι19ἕἔ958):
(

“ΡΙ­11011 91

91091808” ΒΑΘ­Β

9818111919 1‹.Α.Η. (198ο)±,·1Τ11θ Ριη̨̃οθ 011116: Ρ1ωε1Μ1Π 1111018
9181091881, Ρωοηεω 25 (1989) 270­305.
Ν1

(1960): Ρωοῃ· Οῃἴπἰιω Πἴἴέἴαἰἴε (ΡΗΠΘ: ΚΗΠ9Ις8ἱ9919 1960)­ ν1‹:ὶει1­ΝΖ9Πιζἶ)( Ρ:τ.(197ἕ)1Ἱ“Ιἔειτη̨̃ε ΙΧΪΗ1 οίὀτΙ1ο δτατεεκταπ. Τ11ο
(1978) 132­141.

› 15­26·

ννειτεο11 Ο.

ιἐιιι

198

ο

9

ο

911

99

911

οί Η1ετοτγ"|Η5

(1988): Ρἢαπταεἰα ἰπ δἰαεεἰαιἰ Τἰαοωἕἰιτ ((}ειΙννειγ: (}ειΙννειγ Πωνθϊεἰ­[Υ ΡΪΘΒΒἸ 1988).
2 : "Ρ1 ἔΒ9ἕ1ἐ52) ἑιἕἐ
911 εἰ

98

Τ_Β_ ννο1›ετοτΑΠ„

Α1'ιετοτ Ι 9

ειε

Οτιτιοε ο 1 Ο τοο Κ
5 7

νΙ88τ08 0· (1956): αΙΠτΓ9999ἴἰ9Π”› στο Ρἰαἴθἶ Ρἴοἴα̃ἔοἴα̃α̃. 118118. Μ. ί991ἱν9Ιὀ, οεἰ. Ο. νΙειετοε (Νονν ΥοτΚ: Βοϋϋε­Μοττ1ΙΙ, 1956),

Ψοἰεε Κ. (1984): “Τ11ο Ηοὀοῃἰο Οει1ουΙυε 111 Ρ)ωεά0×›]ΗΡ)ι 27 (1989) 511652­
(199Οει):

τΙ1ε:

Ρππαἔοταε ειι1‹ὶτΙ16:

ἐξ
:

α8

:

οοτει ιο

ογνε 89
ΟΪΗΜΗ73

911

Ρ1ει1οι11ο 'Ροεε11111ε111”°,

"Α Κεη̨̃οἰιιὀοτ ­Π
1

το Ρτοίοεεοτε ΟοεΙ1119 ειιπἰ

ΤεγΙοτ”

έἔ957) 2267235;
Οοτα̃τθε ΟΠ

Ζξἐῖ)ἕΞΧἘΓὀἑ
Ζ

Ρ Οεῃα 23 (1969) 71­88­

9

9Ἐ1ξἶΠάΟη̨̃”Ρ1θ887 1975). ειτ ε ο πτιιο ,Ρδ 918­423.
19

ἑδ
_

3Ξ)·
'

ΤΙΊ9 19999999] 98 99 Ο9199ἴ ΟΪ Εονθ
·

Ρὶα̃ἴο”

ἰῇ. τΙ1‹: Ρτοταἔοπιε 9119 1116: 8οΡ111ετ”ε ίὶυειτει11τοο'°/ΙκεἰεκτΡἰαἰἰοεορἰω̨ 10 (1999) 17­39. ννθει Μ1. (1966): Ηωω, Τ1ωΟ8Οῃ)ςο›11οῳ± 9.υ.1>., 1966). 17711119 Β.Α.(1989): Μγτἰι αιπἰ Μεταρἰιγεισε επ ΡΖατο'ε Ρἢαεεἰο (Εο11ὸο11 ει11‹1 Τοτοῃτο: Αεεοοὶειτεεἰ Πῃἰνετεἰτγ Ρτοεεοε,
1771191
.

νοθἔθϋἑ Ε (195©)· ὅἶἐῃ ἙΚΙἘΙΟ ΕΟΪΪΙ Ζε 38 42· Βῷ Θ­Η; εταἔ ωὔοη̨ οπο ακα̃/1πετοτΖε
Ρ1
·
==

219819

#8

­

1.

1989). , . (1946): ΡΖατο ε Τἰαεοη̨κ ο/Μακ (Οειι11Βτκ1997 Μειεε.. Ηετνειτὀ
.

(Βειτο11

η̨ῃἰνθτωγ ΡΓΘΒΘ7 1946)

νο18τΙε11ὀοτ
ν/81811

_

8

Η.­Β. (1960): Με Δω: ιιπεἰ ιἰαε (ῖιιτε
2
.

°

ΠΒΙΗΠΗ

ωτθ

ΠΝΘΓΒΠΥ ΡΓθ88› 1957)­

(ννϋτΖ1:›ιιτ9, 1960).

ὺεέ Ρἰωοκ
97111019

Μ", (η̨ῃἰωἔο δω
1

(51971): Ρἰατοα̃ Μοεἰεῃτ Επεκπἰεε απιἰ Με

77160191 Ο/Ναπιταἰ Εοῃὀοῃ: Τῃθ Πῃὶνθτεὶω̨ Οί Οῃἰοᾶἐο

Ιἀεινε ο/1716 Ναπιτε απεἰ Ριιπστιοπ ο/Ροετη̨

( 1988)­ Με

Ι/9179998

­

­

Οἴ Εῃΰωῃΐῃι̃θῃἴ­ Εα̃ώ) Οτεεἰσ
(Ο11ειρε:1

Η1ΙΙ

9119

Ρῇἴθῃωὼ 4 (1959)

Ρτοεε 51971) ° ΡΑ. (1959): “ΤΙ1ο δτειτιιεοίΒε­:εεοι1111Ρ1ετο'εΡεγοΙ1οΙοἔγ”
511158.

1

436

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

τ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

437

Β.Α.Ο. (1959): “ΡΙοειειιτο ε111‹1 ΒοΙ1οί” Ρτοεεεάἰπἔε ο/ Με Αιἱετοτεἰἐαπ δοεἰειγ 1959, ευρρ. νοΙ. 33. 57­72. ΙΝὶΙΙἰει111ε ().Ι.Ρ. (1974): "Ρ 8180 ΡΙοειειιτ‹:ε” Ρ|12Ζοεο¿Μ2εα! δτιιιἰἰεε 26 (1974) 295­297. ν7ἰ11Ι‹Ιοτ (1990): Τἰιε ΰοκετταἰκτε ο/Πεεἐτε. Τἢε Ακτἢτοροἰοὅγ ο] εεχ απεἰ ἕεπα̃ετ Μ Απεἰεπτ Οτεεεε (Ν ενν ΥοτΙ‹ ει11‹:1 Εοι1‹1οι1:
ν71ΙΙἰω11ε

ΙΙ.

ιι. ΙἰιιρτοοΙ1τ, 1988). (1990): “ΙὶΙ1οτοτ1‹: εε Ι11εττιιοτ1ο11: Α Ιἱοεροοεο το Χ/1ο1‹ετε ο11 ΚΙ1ετοτἰ‹: 111 τΙ1ο Εαινε” Ρἢἑἰοεορἢχ εκεί Κἰιετοτἐε 23 (1990) 125­135. ΖειΙ‹οροιιΙοε Α.Ν. (1975): Ρἰατο οκ Μαη (Ν ενν ΥοτΙ‹: ΡΙ1ἰΙοεορΙ11οειΙ
91 ((ὶὸττὶ11ἔο11:νε11ὀο11Ι1οοοΙ‹

ΙἰοιιτΙοὸ8ο, 1990). ι̃δἰἰηεροετ Α.Ι). (21956): Πιε (ῖεπεεἰε ο)”ΡΖατοΒ: Τη̃οαἔἢτ (Νονν Υο1·Ι‹: 8.Α. ΒιιεεοΙΙ, 21956). 9ν111το11 ΚΙ., Οετοογ Ρ. (1981): "ΡοΙἰτὶοειΙ ΤΙ1οοτγ”, στο Τἰαε Ζ.ε¿>αε)› ο¦ (Ἡεεεε. Α Νειν Αρρπιἰεαἰ, οὀ. Μ.Ι. Ρἰ11Ιεγ (ΟΧίοτ‹:ἰ ΟΙΘ­ τοιπὶοη Ρτοεε, 1989) 37­64. 97181181 Π., Εοει‹:Ι1 8.ν. (1970): "Α ι11ιιΙτὶνειτ1ε1τε ειοειἰγεἰε οί ΡΙειτο11ἰο ρτοεο ε1ι1‹ὶΙ τΙ1γτΙ1τ11” δοΜρι:τετ δτωεἰἰεε Μ Με Ηιικτακἰτἰεε απιἰ
Ι/εΜαΖ Βεἰαανἰοιπ 3 (1970) 90­99. \ΝοΙί1 Ρ. (1989): "Ετοε οτ Εοἔοε: Ξ1 ρτοροο ὀο Ροιιοειὐτ οτ ΡΙειτο11” ΗΡΙ1.­4 7 (1989) 47­78. \ΝοΙἰ11 811. 8. (1961): Ροἰἰτἰεε από Ι/ῖεἰοπ (Ι3ο11εΙο11: (ι̃οοτἕο ΑΙΙΘΙ1 ειιπἰ
Π11νν:ὶι1,1961).

Ι31Ι›τει1γ,1975).

ΖοΙΙοτ Ε. (131931): Οωτἰἰκεε 0/ Με Ηἰετοη̨» ο/ (ῖτεε|‹ Ρἰαέἰοεορἢγ, τον. νν.ΝοετΙε. ττει11ε. Ε.Ἑἱ. Ρε1111ετ (Ιοοτιὀοο: Κοἐειο Ρειιι1. 131931). Ζ‹­:γΙ ΠΙ. (1989): “8οοτειτοε ει11εἰ Ηοε1ο11ἰε111:Ρτοτα¿7οταε 35111­ 358‹1”
1

ΕΑΟΙΜ 5­Ζ5.

1
1)

)

ννοΙΖ Η.(}. (1967): "ΗοεΙοι11ε111 111 1116 Ρτοταἕοταε” ΙΗΡΗ 4 (1967) 205­217. ννοοεἰ Ε.Μ., Ψοοεἰ Ν. (1978): δἰαεα̃ Ιεἰεοἰοὅω̨ ατιιἰ Απεἰεπτ Ροἰἐτἰεαἰ Τἰαεοψ (ΟΧίοτὸ: ΒΙεοΙ‹ννοΙΙ, 1978). ννοοεἰτυίἰ Ρ. (1976): “Βοοτειτοε οι1 τΙ1ο Ρειττε οί ν1ττιιο”Νειν Εεεε" επ Ρἰαεο απιἰ Με Ρτε­δοεππἰεε, οεὶο ΒΑ. 81111101, Ι. Κἰῃἐ ­ ΡειτΙονν (θιιοΙΡΙ1, Οοτειτἰο: Οει11:±1ὀἰει11 Αεεοοἰειτἰοο ίοτ Ρυο­ ΙἰεΙ1ἰ118 111 ΡΙ11Ιο­εοΡΙ1γ, 1976) 101­116. 9ντἰΒΙ1τ ΡΑ. (1916): “Τ11ο ΤοοΙ1ι11οειΙ νοοειΙ1ιι1ειτγ οί Ι)ει11οο ει11‹1 8οι1ἔ” ΟΚ 30 (1916) 9­10. Υοι1 ΚΚ. (1984): "ΕΧΡει11ὀ1ι1ἔ Ηιι111ει11 Ροτοι1τὶειΙ τΙ1τουἔΙ1 Μιιεὶο” ΠΟΑΤΙ1 106­130. Υιι11ἰε Η. (1988): "Α Νενν Οτοοὀ: Ριιι1‹1ει111οι1τει1 ΙἰοΙἰ8ὶουε Βοἰἰοίο 111 τΙ1ο ΑτΙ1ο111ει11 ΡοΙἰε ει11‹1ἱ Ευτὶρἰὀοειη Ι)τειι11ο”Η)›ΡοΜπεΜατα

ι

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

ΤΟΪ ΑΗΜΗΤΡΗ Ν. ΑΛΜΠΡΕΛΛΗ ΒΪΪΪΘΠΜΪΑ ΚΑΙ ΤΡΑΓΩΔΙΑ
ΤΪΟΠΩΘΠΚΗ ΤΟΝ ΜΑΪΟ ΤΟΥ ἰθθὕ
ΣΤΟ ΑΙΘΟΓΡΑΦΒΙΟ ΤΟΪΙ ΑΓΓΕΛΟΥ

Ε

ΒΑΒΪΑΘΕΡΟΪ ΝΙΡΒΑΝΑ 80 ΣΕ ΧΙΛΙΑ ΑΝΤΙΤΪΔΠΑ ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΣΕ 100 ΛΝΤΪΤΪΠΑ ΒΚΤΟΣ ΒΜΠΟΡΙΟΪ­ ΓΙΑ ΑΟΓΛΡΙΛΣΜΟ ΤΩΝ ΒΚΑΟΣΕΩΝ «ΑΩΑΩΝΗ»

.

φίκου̃ λόγου στην ταξη των συμδαντων αναδυσης καί πλἠοωσης της έπίθυμίας, ὡς το τελίκὸ αντίκείμενο τῆς πλέον ποωταοχίκη̃ς μέοίμνας της ὕστατης πλατωνίκη̃ς ανθοωπολογίας, που είναι. ­ θεμελίωδῶς ­η ποοασπίση της δίαφοοας στο ένδοϋποκείμενίκὀ πεδίο·=·ῇ έμδολη αυτης, δέν εἶναί πασα ὁ πυοηνας μίας νέας πολίτίκης πεοί του̃τέαυτοῖμἡ ὁποία δίανοίγεί ένα δαθυτατο οη̃γμα τόσο μέ την ποογενέστεοη πλατωνίκη σκέψη ὅσσ'καί μέ τα συγχοονα του Πλατωνα πολίτίσμίκα δεδομένα. Μέ τὀναὕοο Τη̨ίαγωδία γίνεταί αναῷοοα στα κοίσίμα παοεπομενα της ποωταοχίκη̃ς μέοίμνας της ὕστατης πλατωνίκη̃ς ανθοωπολογίας: στη μέοίμνα ποοασπίσης τη̃ς δίαωοοας ­ μέοίμνα έπίτευζης της δίαλ­ λαγη ς, που λαμδανεί τη μοοῷη δοκίμης επίτευξης μίας αίσθητίκης πα­ οαστασης της δίαλλαγη̃ς μέσα στην καθη μεοίνότη τα του δίου, στη δία­ κοίὅωση τῶν αδίεξοδων του φίλοσοφίκου̃ λόγου ¬ έγγενῶς συνδεδεμέ­ νων μέ τη μέοίμνα ποοασπίσης της δίαφοοας, καί στη στοχαστίκη από­ πείοα υπέοδασης τους· δλα τα στοίχει̃α αυτα θεμελίωνουν την κατηγο­ οία του τοαγίκου, ένος τοαγίκου αντίτεχνου αὐτοῦ τῶνποίητων, που συνίστα την ὁλοκληοωση της ὕστατης πλατωνίκῆς ανθοωπολογίας. Συμῷωνα μέ την ανθοωπολογία αυτη, μετα την έκκαλυψη του ολου λόγουγία την ἐπίθυμία, μετα την έκδίπλωση τη̃ς δουλησης είσδυσης του λόγου αυτου στο ἐνταῦθα, οὔτε το συμδατίκα καθη μεοίνο ουτε το συμδατίκα αίσθητίκό είναί σέ θέση να ποοσφέοουν μία νέα δυνατότη­ : ... : ι ι τα αν­τίμετωπίσης της ανθοωπίνης καταστασης· η αντίμετωπίση αυτη ω" | ι ~ :­ ®·‹4..;®3°57 5: ποοτείνεταί να επίτευχθεί μεσα τ.απ*ο τὴν αντίσυ μι δατίκη είσοδο του αἰσθητίκου̃ ὡς τοαγίκου̃ ­ μέσα στην καθη Ἡ είσοδος αυτή θα δηλὼνεί, δέδαία, κατ° αοχην την ποοσδοκίαη του συμπα­ γου̃ς του ένταυθα να δίαοοηχθεῖ απο τό λόγο γία ἐνταυ̃θα, αλλα καί τοδοχη ὅτί ὁ λόγος γία­τό δίαμοοῷὼνεί τό
τ
¬.

ί

γ

τ

τ

6

ο

ί

ίίκ

ο

τ

σ

σ

Ι

τ

ετ.

ν

..­

έ

± ο ο τ ο 7 9 6 ο 3 ±

ίίίίίίίίίίίίίίίίίίίίίίίί
λ

Ν. Λαμποέλλη ς

You're Reading a Free Preview

Download
/*********** DO NOT ALTER ANYTHING BELOW THIS LINE ! ************/ var s_code=s.t();if(s_code)document.write(s_code)//-->