ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ
ΠΟΙΗΤΙΚΗ
Πλατωνυτἀ ζητήματα Μ
Γ “ .Ι
:ΦΦΝ*‹Νο› ή
ο `
Ι
_
ζ ο
καα<.ια¬ἑαάὰααα.±ὲ·
#ΣθΣθΣΡἱ#×·ι..ΚϋΧ#Χ·Χ·Σ#Π #×#ι®×
1 ια:·ι¬ι¬ιι·ι·:α=1ἶ}
ξ Υ
ιἶ__
Ἐκὅόσεις Άρμός
` . _ _¬ ¬ ` `· ¬ .ηὴ ~7 »Δ¬
× . 7 7
ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ
Φιλοσοφία Ποιητική. ΙΞΒΝ 960'ΪἸΟΖΟθΘ
© Στέλιος ”Ρἀμ.φος, Παλαιὰ Πεντέλη ,Αττικἦς
© Γιὰ τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα: ,Εκδόσεις (Αρμός, Σεβαστουπόλεως Ἰ54, ΜΒ 26 ,Αθῆναι
Κεντρικὴ διάθεσις: Βιβλιοπωλεῖο Παρουσία, Σόλωνος ΕΜ, ἸΟΘ 80 ”Αθῆναι, τηλ. 3θἱὕἸἴ±7
ΣΤΕΛΙΟΥ ΡΑΜΦΟΤ
ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ
ΙΙΟΙΗΤΙΚΗ
Πλατωνικἀ
ζητήματα
Ο :ΦΦ*σἹ*σ'ὔυ›`
Ο Ο
Ι Ι Ξ
·Χ·ΖΦΧεΧΠΦΧα9Χ1Κα̃±Κ· Ο·
3<&
Χ»
„` Ή.
Φ ὉἹ
Β]Ω;·Ζ·Χ·ι®ΧΪΧΦΧ·Χ·Β#ιΠ·Π·
)¦ ω
Κεια¬ι¬.ι·ιοιι·.ι·1α̃α̃= '
_....__....._.._...
'Εκδόσεις Άρμός
,Αθἦναι ΙΟΟΙ
§ 'ΗΙΘ
νι» ·ι
Μ ¦ |
ἄ
Ϊ Νἶ
ἔσω
ἱἔἑἐ
Ρεω
› κι
ἔἴε ἦἕἔ
....
`
×
`ἐ
_ ¬ε
Ηκκη̨̃ῦη̨κ/
¬εΩἔψ
Μἦἐὀ
Λω̃η̃ὥ ΠΑ
ι κ¬ ηῃ· ί /ι ι ,
ἔ κ Ξ τς
Μ' Ι ήν! ι/ .
/
'ί
/¬. ,ςκτι εἴ!
, ι ζ
ΠΡΟΟΙΜΖΟΝ
Μετα τόσων αἱώνων ὲπιμονη άνάννωσι, μιαέρνασίαπερὶ της πλατω
νικής μεταφυσικής φαίνεται έκ τῶν προτέρων καταδικασμένη ναμὴν
προσκομίση κάτι νέο, πρα̃νμα το όποῖον δεν εμποδίζει έν τούτοις
φιλοσόφους καἱ σχολιαστας να ὲμμένουν στὴν κοπιαστική των προ
σπάθεια. Με ταμενάλα έρνα ποτὲ δὲν τελειώνουμε!Μεταξυ ὴμω̃ν καὶ
αὐτῶν ύπάρχει ἕνας δεσμός αδιάλυτος, νιατἱ ἐκεῖακριβωςμποροῦμε
να αναζητήσωμε τα νόημα τῶν απαντήσεων μας στα ὲρωτήματα ποὺ
θέτει ὴ ιδια ή απαίτησί μας νια τα απόλυτο.
Προσπάθησα να φωτίσω τα πλατωνικα στερέωμαμε ύπομονετι
κὴ ανάννωσι ω̃ρισμένωνχωρίων, η επικοινωνίαμε τα όπσϊα, σημασι
ακὴ παρα συστηματική, καλύπτει το ούσιῶδες τῶν διαλόνων. Ἱἰ
αναζήτησί μου, έπομένως, δεν είναι ἱστορικὴ καὶ δεν μπορούσε να
είναι, διότι ὴ ἱστορικὴ επιστήμη ταξιθετεῖ τα αντικείμενό της σε
δεδομένο σύστημα αξιῶν, ένω̨̃ τα έρνο, ως ερμηνεία της άνθρωπίνης
περιπέτειας, δημιουρνεί αξίες καἱ ύπερβαίνει κατ' αὐτὸν ταν τρόπο
τὶς ἱστορικὲς συνθήκες είς τἱς δποῖες είδε τα φῶς. Κάθε ἔρνο έχει
ωρισμένη ημερομηνία νεννήσεως, αλλα η σημασία του δὲν αντιστοιχεί
σὲ ἱστορικὴ κατάστασι. _
“Εαν ή αληθεια του̃ έρνου δεν ακολουθῇ τα νενονότα, ὴ ακολουθη
τέαμέθοδος δὲν μπορείνα εἶναι αρχαιολονικὴ εἴτε αναλυτική. Ζήτησα
τὴν ιρυχὴ του̃ πλατωνικού κειμένου καἱ στὴν προοπτικὴ αὐτὴ απέφυ
να σκόπιμα να ανατρέξω είς τὴν ενδιάμεσο παράδοσι. Τα κείμενο
εἶναι συνχρόνως αντικείμενο καἱ φῶς· ως αντικείμενο προσφέρεται
σὲ ανάλυσι, αλλα τ' αποτελέσματα ένας ἐνχειρήματος τοῦ είδους αύ
τοῦ πάσχουν απὸ τα έννενη̃ ελαττώματα τοῦ επιστημονικού πνεύμα
τος, ἱσχυροῦ στὴν μελέτη τω̃ν λεπτομερειών, αλλα ανίσχυρου στὴν
θεώρησι του̃ όλου καἱ του̃ λόνου της υπάρξεως του. Ἡλονιωσύνη και
τα εύρος της βαραίνουν εμμέσως στὴν ανάννωσι του̃ έρνου: τα θέμα
δεν είναι ν' ανατάμωμε νια να ννωρίσωμε, αλλα ναμεθέξωμε στα φῶς
ποὺ παραχωρεῖ τὴν ενότητα της θέας.
Πρόθεσίς μου είναι ν' αναζητήσω στὸν Πλάτωνα τὸ ἴδιον τῆς
ι
κ
Κε φε
» κς
\
8
ΦιΛσ›:οΦιΑ ΠοιΗτικΗ ι
ελληνικης πνευματικότητος. Ύπὸ τὸ φως της πνευματικότητος αὺ
τὴς, ποὺ τὴν σημαδεύει ὴ ὺπεροχὴ του̃ ιρυχικου̃ στοιχείου, ή προβλη
ματικὴ του̃ Φιλοσοφου βεβαιώνεται πολὺ ὀιαφορετικὴ απο εκείνη τὴν
ὁποία μας ὀιὁάσκουν συνήθως. Ἐκκινώντας απο τὴν δικαιοσύνη ώς
ὀιαφάνεια, ὁ Πλάτων προσπελάζει τὴν ανθρώπινη πρα̃ξι ὺπὺ το φυχι
κὺ πρῖσμα, αναγνωρίζει στὴν αθανασία τὴν εστία τὴς ελευθερίας και
αντιλαμβάνεται τὴν γνωσι ώς πνευματικὴ μεταμόρφωσι στὴν ὅημι
ουργικότητα, χαρακτηριζομένη απο τον ιδιο αῖωνία της Ἑλλάδος
νεότητα. Προκειται για φιλοσοφία ποιητική, η ὁποία επιφέρει αὐτο
γνωσία καὶ αντικαθιστά τὴν ὁεσποτεία του̃ ὲμπειρικου̃ μελειτουργικὴ
σχέσι. Σ' αὐτὸ τὸ σημείο μας ὀίὅεται ὴ θεμελιακὴ αντίληιρι, ὴ πιο
ίσχυρὴ ροπὴ του̃ πλατωνισμου̃, αλλα μας ὅίὅεται ἑπίσης ὁ προορι
σμὺς τοῦ ἑλληνισμοῦ. Ἱἰ αίφνιὀιαστικὴ εἰσαγωγὴ στο πλατωνικὸ
σύμπαν μέσῳ του̃ 'Ηρακλείτου καὶ οἱ αναφορες στον χριστιανισμὺ
καὶ τὴν θεολογία των Ἑλλήνων Πατέρων τη̃ς Ἐκκλησίας, ὺπογραμ
μίζουν ακριβως τὴν ὺφισταμένη συνέχεια αιτήματος ζωής για τὴν
αλήθεια καὶ το πνεῦμα, ποὺ σημειώνει απο χιλιετιῶν τὸν ὁρόμο του̃
ἑλληνικου̃ πολιτισμοῦ και αποτελεῖ το ὲξέχον χαρακτηριστικό
του.
Ἀκόμη μια ἑρμηνεία, θα ποῦν _ ἕνας πλατωνισμὺς μεταξὺ τὴς
απειρίας των ὲνὁεχομένων ομολόγων του. Το δέχομαι. Δὲν ἔχει σημα
σία να ανακαλύφωμε τον αὺθεντικὸ Πλάτωνα· σημασίαἔχει να πλου
τίσωμε απο τὴν πρόσβασι σὲ ἕνα ἔργο ποὺ ὺπαρχει στὴν ὺπερβατική
του αλήθεια ανεξάντλητο. 'Ηανάγνωσι δεν ολοκληρώνεται
μὲ κάποι
αν άντικειμενικὴ γνω̃σι, ολοκληρώνεται ὅταν αναρωτιόμαστε για
ὲμα̃ς τοὺς ιΰιους, ήτοι με μιαν ανοιξι ἑαυτοῦ. Ὁ επίλογος μιας προ
σπαθείας κατανοήσεως ὁὁηγεῖ πάντοτε στὴν απορία ποὺ προκάλεσε
τὴν ιδια τὴν προσπάθεια.
“Η μουσικὴ του̃ Ἡρακλείτου
Κ
„ ‹
ν
Τα αποσπάσματα του (Ηρακλείτου πιστέψουμε τοὺς δοξογρα
φους, είναι ράκη ἑνὸς αίνιγματικοὔ γραπτοὕ, που καὶ ὁ τίτλος του
ακό αποτελοὕσε “δ στ\ν Α αιότ τα αντικεί ενο ατε όνων
μη › η η Υ) Ρχ Υ) › μ ρμ
συζητήσεων. Περὶ φύσεως είναι ὁ τίτλος ποὺ προτιμουν ὅσοι, ευαί
σθητοι στὸν ίωνικὸ ὑλοζωισμό, αναγνωρίζουν στὸ πρόσωπο του
Ἱἱρακλείτου τὸν διάδοχο τῶν φιλοσόφων της Μιλήτου _ είκόνα
ελαχιστα πειστική, ἐὰν την παραβαλωμε με τα κατάλοιπα του.
Ἀκριβὲς οἰάκισμα πρὸς στάθμην βίου, προδίδει ἐξ όίλλου μιακατανόη
#`# | .Ν Ϊ | Ιν ,
σι της σκεφεως του εφεσιου σοφου τόσο επηρεασμένη απὸ την
Ἱ ” $| ~
στωικη φιλοσοφία, ωστε ευλογα να αποκλείεται αδίστακτα. Μου
σαι, ἔνας αλλος τίτλος, ποὺ ή παραδοσι αποδίδει στὸ γραπτό του,
εἶναι απίθανα ἄπορος, για να γίνη δεκτὸς χωρίς αντιρρήσεις.
Ί' Ν 'Έ' | Η Ψ Ζ
Εἔινριι τυχαιο αραγε, οτι οι δυσκολίες μὲ τὸν Ηρακλειτο αρχί
ν Ν | Κ , Ν
ζουν απο τον τιτλο του ‹‹ ι λιου›› του· Η α ανία του τίτλου δὲν
Ἱ
φανερώνει αμηχανία ὡς πρὸς τὸ κείμενο; Τί αλλο μπορεί να συμ
| | \ , Ϊ \ Ἰ τω
βαινη; Δεξιωμενα στην απορια μας, τα αποσπάσματα του ”Ηρα
'Υ Ἡ Ἡ Ν Ϊ
κλείτου δεν ειναι δυνατον να συγκεντρωθουν παρὰ ὑπὸ την αιγίδα
της ίδιας της απορίας. Κάθε αλλο, συνεπῶς, παρα υπόθεσι φιλολο
γική, ή διαμάχη περὶ τὸν τίτλο τοϋ αποκρύφου καὶ βαθυστόχαστου
αὐτοῦ ἔργου δεν στερεῖται φιλοσοφικής σημασίας. Μολονότι καθό
λου αποφασιστική για να κατορθώση κανείς να τὸ προσπελαση,
) Ν \ | | | 3
αποτελει κατα καποιον τροπο μια ένδειξι, ή ὁποία, χωρίς να κατα
κερματίζη τὸν στοχασμὸ του σοφοὔ ἐκεῖ ὁδηγεῖ παντοτε ή ανα
γνωσι ποὺ μένει στην ἐξηγητικη τῶν καθεκαστων, ἐπιτρέπει την
πρόσβασι στὸ φιλοσοφικό του σχέδιο. Δεν θα εμπιστευόταν ποτὲ
κλιξ : « |λ‹‹Η:λ .ιι πθ
σε ε εις τυχαρπαστες τον τιτ ο ο ρακ ειτος. ενας αν ρωπος
Ι Ώ Ἡ \ 'Ξ' | ϊ Ι Χ \ Η \
σαν αυτον θα ειχε τιτλοφορησει το γραπτό του με το ιδιο του το
(ηο
Ωκ
έ
Ἡμουσικὴ τοῦ ἹΙρακλείτου είναι μερος τῶν παραδόσεών μου (ίθ73 ίθ7!ι) στὸ
Φιλοσοφικὸ Τμημα τοῦ Πανεπιστημίου τῶν Βενσὲν (Παρίσι). Πρωτοδημοσιεύθη
κε στὸ γαλλικὁ περιοδικὸ Τεκιυτεε (τευ̃χος Ί2 ίδ/ίθ75), απ, όπου καὶ μεταφρα
ζω, ακολούθησε δὲ ή πρώτη ελληνικη ἔκδοσι τὸ Ἰἔῃθ. (Η μεταφρασι προϋποθέτει
ἔνα διαχωρισμὸ τῶν σημασιῶν καὶ τῶν λέξεων, ποὺ ὁ (Ηρακλειτος μόλις ανακα
λι τ ι Ή Ι ,ν \ ι Ι ι \ Ν Ν ν τ
υπτει και που δεν παυει εκτοτε να επιβεβαιωνεται σαν δραμα της πραξεως και Ω
. ι
σὰν διέξοδος της ιστορίας.
ί
ΊΖ
Η Ε) | Ϊ | Θ \ Ν Ϊ |ξ Σ Ν'
οραμα. ικασια αστηρικτη, α μου αντιτα ουν. υμφωνω.
πρόσθετα ὅμως ὅτι, κι αν ακόμη κατείχαμε τὸν ακριβη τίτλο,
συναντοόσαμε παρόμοιες δυσκολίες προκειμένου να τοϋ αποσπα
ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΊἹΚΗ
σωμε πλατότερο νόημα.
Ξ' έ.
`σΩ\ Ο
κ
εε
Β Ι Ι 7 Ά ι ἕ ι̃
Απο τους προτεινομενους τιτλους, Μουσοι ειναι ο πιο σκοτει
Χ Β ` 7 7 Ώ \ Ε! \ | Ἄ Ἱ { $
ι ο πιο αλλοκοτος. Αυτο ομως το σκοταδι κι αυτη η αλλοκο
,ΦΘ
99
| 9 Χ Ε | \ ῦθ | /
μας κανουν ακρίβως να Ὁπθψίαζωμασῖε Την αἱ) Ξνΐίκοΐηΐα
του. Γεύσεως καθαρα ὴρακλειτικης, δηλώνει τὴν έπίκλησι του ἐμ
πνευσμένου πρὸς τὶς Μοὔσες καὶ ταυτοχρόνως τὸ γεγονὸς της έμ
πνεόσεως. Ύπαινίσσεται ὅμως καὶ κατι ἄλλο: παραπέμπει στο
„ \ ἔ \ Ν 3 | Ἱ Ι Κ Ζ '| \
ιδιο το υλικο της εμπνευσεως _ τον λοχον. Ο λογος, οπως καλα
| Ώ ~ ί| Ἱ \ \ | β ¬ .τε ἔ |
ξερουμε, αποτελει ενα απο τα θεμελιωδη ζητηματα του Ηρακλει
του. Νοητὸς ὡς υλικο της ἐμπνεύσεως, δεν εἶναι δυνατον να υπαρχη
ὡς σημα, διαφέρει ἑνὸς τρόπου τοϋ λέγειν, μιας αρχεγόνου διατυ
πώσεως τοῦ είναι. Μποροὔμε ὡστόσο να σκεφθοὕμε τὸν λόγο τοῦ
«Η λ 2 ι › λ Ι πΕ ι 8 | ι λ Ν ι
ρ κ ειτου μη οντο ογικα, χομε το ικαιωμα να μι ουμε για
προσωκρατικὴ φιλοσοφία αντιπαρερχομένη τὸ Εἶναι, μετα τὸν Νί
τσε και τὸν Χαιντεγγερ; Στὴν περίπτωσι αὐτὴ, τί γίνεται μὲ τὸν
πλατωνισμὸ και τὴν μεταφυσικὴ ποὺ ἐδημιούργησε, Τί γίνεται μὲ
τὴν φιλοσοφία της ἐποχῆς μας, γαλουχημένη μὲ τὴν ίδέα μιας ριζι
κὴς ρὴξεως μεταξυ τῶν πρώτων στοχαστῶν της 'Ελλαδος καὶ της
| 6. } Ϊ Ω Ν ΟΝ |
συνολης μετασωκρατικης φιλοσοφιας, Και η μοιρα της Δυσεως,
|
Και ὁ ἑλληνισμος,
Αυτα τα ἐρωτὴματα βέβαια ὁδηγου̃ν πολὺ μακρια. Πελώρια,
ἐαν τὰ συγκρίνη κανείς μὲ τὶς σκέψεις που τα προκάλεσαν, τα
αναφέρω ἐδῶ απερίσκεπτα, διότι θα μποροὔσαν νόμιμα να τεθοὔν,
έφ” όσον ὅμως εἶχε προηγουμένως συγκεντρωθη τὸ απαραίτητο
ὑλικὸ για ένα εγχείρημα αὐτῶν τῶν διαστάσεων. Τὸ σχέδιο τοῦτο,
.Ν ` \ ( Ι 3 'Ν Β
που ξεπερνα κατα πολὺ τις δυνάμεις ενος ερευνητου, μόνο ως ανά
πν ( Β. Ἱ
γνωσι της ελληνικης φιλοσοφίας απὸ τοὺς Προσωκρατικοὺς μέχρι
τὸν Πλωτῖνο μέχρι τοὺς Έλληνες Πατέρες της Ἐκκλησίας,
ίσως εἶναι πραγματοποιὴσιμο, ανάγνωσι προσηλωμένη στὸ ἴδιο
τὸ γεγονὸς της φιλοσοφίας καὶ ευαίσθητη στὴν προοπτικὴ ἑνὸς
αὐστηρου̃ στοχασμου̃ μὲ αντικείμενο τὴν φιλοσοφικὴ ἐμπειρία. Στα
πλαίσια αὐτοῦ τοϋ σχεδίου τοποθετεῖται τὸ παρον δοκίμιο. ,Εκείνο
λοιπὸνβποὺ ένδιαφέρει δὲν εἶναι ὴ ίστορικόφιλολογικὴ ερμηνεία
της σκέψεως τοϋ ”Ηρακλείτου, μολονότι τόσο ὴ ἱστορία τῶν ίδεῶν
όσο καὶ οἱ κατακτήσεις της φιλολογικῆς επιστήμης θα ληφθοῦν
κατα τὴν διαδρομὴ υπ, ὅψιν. Δεν βλέπω, αλλωστε, πῶς θα απέφευ
γε κανείς τους φοβεροὺς σκοπέλους του̃ κειμένου τῶν αποσπασμά
Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΕΙἹὉΥ ί3
των, χωρίς νὰ προσφύγῃ στα φωτα τους. Σκοπός μου δὲν εἶναι νὰ
έπαναλάβω τὰ σεπτα λόγια του̃ σοφοϋ: σημασία ἔχει, καθὼς θα
ἔλεγε ὁ ίδιος, στὸ λόγο καὶ τὴν πρᾶξι του, να αναλογισθου̃με τὶς
πρωταρχὲς τὴς ἑλληνικης πνευματικότητος, ποὺ αποτελουν. τὴν
κληρονομια του̃ 'Ηρακλείτου καὶ ὑφαίνουν τὸ πεπρωμένο μας.
”`Ας δεχθούμε λοιπόν, για να μὴν χάσωμε τὸν εἰρμὸ τὴς αρχικὴς
αναπτύξεως, ὅτι Μου̃σαι εἶναι ὁ ξητούμενος τίτλος. Στὸ σημεῖο
7 | Η | Ω { ΟΝ | ` | Ν·
αυτο, ομως, παρουσιαζεται η εξης δυσκολια: για ποιες Μουσες
πρόκειται; Διότι πέρα τοῦ αναμφισβητὴτου ὑπαινιγμοὔ γιὰ τὴν
7| ` | | ` Β· \ 'Ϊ Ϊ | εν Ν
εμπνευσι, δεν βλεπωποια θα μπορουσε να ειναι η θεσι των Μουσων
τὴς καθιερωμένης θρησκείας, σὲ ένα γραπτὁ που δὲν κρύβει τὴν
έχθρότητα καὶ τὴν περιφρόνησί του πρὸς τὸν 'Όμηρο καὶ τὸν ®Ησί
οδο, τοὺς ἐκλεκτοὺςτου παραδοσιακου πανθέου. Θα πρέπη να αντι
μετωπίσωμε τὸ ενδεχόμενο μιᾶς μεταθέσεως περιεχομένου αύ
τὴ εἶναι αναμφίβολα ὴ ρύθμισι τοϋ αποσπάσματος 32 (ἔν τὸ σοφὸν
μοϋνον λέχεσθαι οὐκ ὲθέλει καὶ ὲθέλει Ζηνὸς ὅνομα) πού, αν καὶ αναγνω
ρίξη στὸ ῖὲν τὸν θεό, αφὴνει ἐν τούτοιςνὰ έννοῆται, ὅτι τὸ όνομα τοϋ
Διὸς θα ὴταν δυνατὸν να σημαίνη τὴν νέα θεότητα. Πολιτικὴ; Μαλ
λον ἔνα πρῶτο βὴμα πρὸς τὴν απελευθέρωσι του̃ σημαίνοντος θα
έλεγα, ανακάλυψι τὴς σημειότητος, ὴ ὁποία ὁδηγεῖ τὸν ”Ηράκλειτο
πέρα τῶν πραγμάτων καὶ τῶν λέξεων. ”Η ἴδια παρατὴρησι ἰσχύει
καὶ για τὶς Μούσες: εμπνέουν τὸν ”Ηράκλειτο στὸ μέτρο που ἀνὴ
κουν εἰς τὸν κόσμον του. Σὲ τοῦτο τὸ σύμπαν, ὅπου ὁ νόμος εἶναι
ἔργο μιας Σοφίας (τὸ σοφόν) _ νόμος ποὺ εἶναι Λόγος καὶ Πυ̃ρ, οἱ
συλλήψεις αύτὲς τοῦ θείου παίρνουν τὴν θέσι των αρχαίων Μουσῶν,
ένῷ μια νέα μουσικὴ ύποκαθίσταται στὴν προαιώνια ποίησι ποὺ
ἐμπνέουν.
Στὸ θέμα τοῦ τίτλου άλλα νὰ προσθέσω δὲν ἔχω
Μούσες του̃ Ἱἱρακλείτου: το σοφόν, ὁ λόγος, το πυ̃ρ. Καθως χωρις
...
ου
ο
σκ
ο
μουσικὴ Μου̃σες δὲν ύπάρχουν, καθὼς τὸ τραγούδι τὸ κάνει ὁ σκο
: σ ι ι ι : ι λι ι | ιι θ:λ ι \
πος, αυΐη Την μ.ΟὉσίΧη πρεπε! απα Οί να σφὉρίξΟὉμ.ε, αν Ξ ωμε να
ὑψωθοϋμε στὶςΜοῦσες, τὴν ἱερὴ μουσικὴ του ”Ηρακλείτου γραμμέ
νη στὴν λέξι ζονόν. Ξυνόν, ὴ αλληλεγγύη τῶν όντων ποὺ πάσχουν τὸ
σοφόν ἀρχὴ χωριστὴ απο τὸ είναι καὶ στὴν ταξι ανώτερη, δὲν
θα μπορουσε τάχα να εἶναι ὁ αντίκτυπος του πάθους ποὺ βιώνεται
στα μύχια τὴς ὑπαρξεως,
Τὸ ξυνὸν κατ, αρχὴν εἰκονίζει τὸν πρόξενο ἐπικοινωνίας. ξυνόν
ἐστι πᾶσι τὸ φ,οονέειν: ὁ νοὔς εἶναι για όλους κοινός, διαβάξομε στὸ
απόσπασμα ΜΒ, ὅπου ὴ ἰδέα μιᾶς σοφίας ζωῆς υψώνεται σὲ δεσμὸ
τῶν χωριστῶν φύσει και αντιτιθεμένων μεταξύ τους ατόμων. Τὸ
Ἰέι ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗἹἹΚΗ
ο×` 9„
Ρὶ
Ο»
Ο
πασμα ίθδ: ξυνὸν νὰρ αρχη καὶ πέρας ἐπὶ κύκλου περιφερείας
γιατὶ στου κύκλου τὴν περιφέρεια αρχὴ καὶ τέλος συγχέονται),
Ϊ ` , ` ἄ \ “Φ ~ ἰ | \ |
επαναλαμβάνει την αυτη εκδοχη του ξυνου, οδηγωντας στην σκε
Γ| < \ Ἱ Ε 9 | \ Ώ | 7 \
ψι οτι η συνοχη και η ιδιαιτεροτης δεν εἶναι ασυμβιβαστα εις τους
κόλπους της ένότητος. Καὶ στα δύο αποσπάσματα τὸ ξυνον ανα
: κ κ 9 κ σ | τι ΦΝ
φερεται σε μια εσωτερικη επικοινωνια, ενα ρευμα ὑπόγειο, τὸ
ὁποῖο διασχίζει τὶς χωριστὲς ατομικότητες καὶ τὶς συνενώνει.
Τίποτε δεν προδίδει στὶς αἰσθὴσεις τὴν όπαρξι αυτου του ρεύ
ματος, ποὺ ασύλληπτο απεργάζεται παντου τὴν αφανη αρμονία
της μαρτυρίας τοϋ αποσπάσματος 54 (αρμονίη ατρανὴς ιρανερη̃ς κρείτ
των). ,Εαν τα συνεχόμενα δεν ηταν αντίθετα, θέμα έπικοινωνίας
δ` θ\ Κ Ν Η δ\ θ\ Κ Ν θἰ , θ| 3 \ \ Ἰ
εν α υπηρχε, οπως εν α υπηρχε εμα αντι εσεως, εαν τα αν
τίθετα ὴταν απλῶς ένάντια μεταξύ τους. ὶἶι̃πί αὐτὴ τὴν ἔννοια,
τὸ ξυνον δὲν ὁρίζει μόνον τὴν συμπτωσι τῶν αντιθέτων, αλλα καὶ
αυτό είς τὸ όποῖον τα αντίθετα συμπίπτουν, μία ενότητα δηλαδὴ
περιέχουσα πλέον του̃ συνόλου τῶν μερῶν της. .Η ίδέα της κοι
νωνίας περιλαμβάνει τὶς ὶδέες του ἑαυτοῦ καὶ του̃ αλλου· έαν όμως
{ ( | Ί. ἶ Ϊ 'Ν Ώ
η ετεροτης ειναι ετεροτης της ανάγκης _ ατομικότης, τότε ποιά
είναι ὴ οὐσία του ἑαυτοῦ;
Μια ακόμη εἰκόνα τὸ απόσπασμα 80: εἰδέναι δὲχρη τον πόλε
μον ὲόντα ξυνόν, καὶ δίκην ἔριν, καὶ γινόμενα παντα κατ, ἔριν καὶ χρεών
(
πια για μία κατηγορία, ὴ ὁποία τονίζει τὸν ένοποιητικὸ απλως
χρειάζεται να ξέρη κανεὶς ότι ό πόλεμος εἶναι κοινωνία καὶ
δικαιοσύνη έρις, κι ότι τα πάντα γίνονται κατ, έριδα καὶ χρεία). Τὸ
ξυνον βρίσκεται έδῶ ὡς κατηγορούμενο του πολέμου. Δὲν πρόκειται
χαρακτηρα του πολέμου° τα συμφραζόμενα φορτίζουν τὴν σχέσι
πόλεμος ξυνον με όλο τὸ θρησκευτικό βάρος τῶν λέξεων χρεών, δίκη
καὶ ἕρις, δεδομένου ότι ό πόλεμος δὲν εἶναι ξυνὸς παρα ἐφ, όσον ὴ
3! \ Ψ Ι | \ ` ἔ Ϊ ( | Ἱ \ ἕ Ἱ |
ερις και η δικη ταυτιζονται. Για να υπαρξη ωστοσο αυτη η εξισω
σις, πρέπει τὸ παραδεδομένο νόημα εἴτε της ἔριδος εἴτε της δίκηςνα
άλλάξη. Πράγματι, ὴ ἔρις ἐδω εἶναι δίκη, διότι μὲ «δίκη»
Οκ
·Ηρά
κλειτος δεν έννοεῖ τὴν ὀμηρικὴ ( Ἱλιαδος Ἰ8. ἸΟ7) καὶ τὴν ὴσιόδειο
(Ἐρνων 2748) φυσικὴ τάξιν, της ὁποίας ὁ βιασμός τιμωρείται
αναπόφευκτα. Στὴν δίκην, ὴ ἰερότης τοῦ εἶναι έχει αντικατασταθη
από τὴν ταξι της αρμονίας καὶ τοϋ μέτρου, τάξι ἐγκόσμιο που
αγκαλιάζει τα πάντα. Καμμία δύναμις, οὔτε ὁ ίδιος ὁ ὴλιος, δεν
μπορεί να βιάση τὸ μέτρο ατιμώρητα, βεβαιώνει μὲ τὸν πιὸ έπίση
μο τρόπο τὸ απόσπασμα θα ( Ἱἰλιος ναρ οὐχ ὑπερβησεται μέτρα· εἰ δὲ
μη, Ἐρινύες μιν Δίκης ὲπίκουροι ἐξευρησουσιν), κι αὐτοὺς που κρύβουν
τὴν αληθεια του μέτρου τους περιμένει ὴ Δίκη, προοιωνίζεται τὸ
οι
Η
οε
Ο
ι Η Μοι·Σ1κΗ τοι· ΗΡΑκΑειΤον 15
πασμα 28 (όοκέοντα νὰρ ό όοκιμώτατος νινώσκει ιρυλάσσει· καὶ
κ κ κ π ~ κ ι κ Χ 'Ξ'
μεντοι και Δικη καταληιρεται ιρεοόων τεκτονας και μαρτορας). Δεν ειναι
πλέον ὁ βιασμὸς της φύσεως τῶν πραγμάτων ποὺ κολάζεται, εἶναι
ἕ δ \ , ` \ ἔ | \ \ |
η εκτροπη απο την αρμονιακαι το μετρο. Ἐὰν δὲν υπηρχε τὸ μέτρο
(ταυ̃τα =μέτρα), οἱ άνθρωποι (ἀπ. 23: Δίκης όνομα οὐκ ἐὶν ηόεσαν εἰ
ταῦτα μη ἦν) θὰ ὰγνοοὔσαν και της Δίκης ἀκόμη τὸ ὅνομα. Αὐτὴ
Η ἕ \ \ 'Ξ' Σ! Ϊ Η 7 | Η Ν
ομως η μεταβολη δεν ειναι ουτε τυχαια ουτε αυθαιρετη. εργο του
ὶΗρακλείτου, στηρίζεται στὴν συνωνυμία τὴς όίκης καὶ τοϋ χρεών,
Ἡ ( )| , | ?| ἔ Ι | ` Ώ } .Ν 7
που ο ιδιος εθεσπισε. Οταν η ὁικη δηλωνει την αντιθεσι της εσωτε
ρικὴς συνοχης τῶν πραγμάτων πρὸς τὴν ἀκινησία μιᾶς τάξεως φυ
Ν ΙΙ Ν Ν θϊΐ 8
σικης και ιερης, πως οι ηταν υνατὸν νὰ μὴν έπέρχεται σὰν τιμω
ρια; Καὶ. πῶς θὰ ὴταν δυνατὸν νὰ μὴν επέρχεται σὰν τιμωρία, ὀὶν ὅχι
ὡς σύμφυτη των πραγμάτων άναγκαιότης, μὲ ἄλλα λόγια ὡς ἀναγ
καιότης χρέους και δικαίου; Μὴν πάη ὁ νου̃ς μας στὸν )Αναξίμαν
δρο.
Ε | ¶ Ἱ # Η | ` Ἄ Γ Ἡ |
Η όικη και το χρεων του προυποθετουν μιαν αδικια αρχεγονη,
της ὁποἰας ὴ ἐπανόρθωσι συνιστά τὴν φθορά, ιδέα ανύπαρκτη στὸν
!Ηράκλειτο, ποὺ σκέπτεται τὸ ειναι μὲ ὅρους δικαιοσύνης τοὔ μέ
τρου καὶ. τὴς άφθαρσίας. «Αὐτὴ ὴ τάξι», λέει στὸ ἀπόσπασμα 30
(κόσμον τόνὅε, τον αὐτὸν ἀπάντων, οὔτε τις θεῶν οὔτε ανθρώπων ἐποίησεν,
αλλ” ην ἀεὶ καὶ ἔστιν καὶ ἔσται πῦρ αείζωον, απτόμενον μέτρα καὶ ἀποσβεν
νύμενον μέτρα), αὴ ἴδια γιὰ ὅλα τὰ ὅντα, δεν εἶναι ἔργο οὔτε κάποιου
θεοῦ
3| 7 | Υ \ 'Ρ Ι ` 'Ξ' \ \ 'Ξ'
ουτε ανθρωπου, αλλα ηταν παντοτε και ειναι και θα ειναι
Χ 7 Ι ` Ἄ | \ | \ | Υ | \ \
φωτια αειζωη, που αναβει με μετρο και σβηνει με μετρο». Για τον
\ \ Κ |
,Αναξίμανδρο και τον Ηρακλειτο, τὸ χρεών, προερχόμενο έκ τοῦ
χρη, ποὺ αποδίδει τὸ υποκειμενικὸ αἴτημα μιᾶς διευθετησεως, ση
μαίνει τὴν ἀναγκαιότητα τοὕ χρέους· έαν ὅμως γιὰ τὸν Μιλησιο ὴ
ἀναγκαιότης αὐτὴ συνιστά τὴν πορεια τῶν ὅντων πρὸς τὴν φθορά,
για τὸν ,Εφέσιο δηλώνει τὸ έρεισμα τοὕ ἀενάου γεγονότος τοϋ
Εἶναι. (Η δίκη δὲν εἶναι πιὰ ἀνταπόδοσι, εἶναι δικαιοσύνη τὴς ἀρ
μονιας και του μέτρου, ὴ ὁποία επιτρέπει στὸν ”Ηράκλειτο νὰ
| Η { | Ί' Ι ? ` \ Ν Η Ἱ κ |
βεβαιωνη οτι ο πολεμος ειναι ξυνος. Αυτο θα πη οτι το ξιινον φερει
| \ , | 7 |
μεσα
διευκ
του την ιδεα τὴς επικοινωνιας τῶν ὅντων στὸ μέτρο, δὲν
ρινίζει ἐν τούτοις ὑπὸ ποιαν ἔννοια τὸ μέτρο εξασφαλίζει τὴν
έπικοινωνία.
Χ ¶ | Ἰ
Στο ερωτημα αυτ
οκ
ὁ ”Ηράκλειτος απαντά ὡς ἑξὴς (ἀπ. Μέι):
ζὺν νόῳ λένοντας ἰσχορίζεσθαι χρὴ τῷ ξονω̨̃ πόντων, όκωσπερ νόμῳ
πόλις, καὶ πολὺ ῖσχυροτέρως. τρέφονται νὰρ παντες οὶ ἀνθρώπειοι
νόμοι ὑπὸ ἑνὸς του̃ θείου· κρατεί νὰρ τοσου̃τον ὁκόσον ὲθέλει καὶ
ὲξαρκεῖπα̃σι καὶ περινίνεται (Γιὰ νὰ ἔχη νοὔ ὁ λόγος μας πρέπει
νὰ ἰσχυριζώμαστε απ” τὸ κοινὸ τῶν πάντων, καθὼς ἀπὸ τον
ίθ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ
νόμο η πόλι κι ἀκόμα ἰσχυρότερα. Διότι οί νόμοι οί ἀνθρώπι
νοι όλοι, ἀπὸ τὸν ένα τρέφονται τὸν θεὶο· γιατὶ τὸ κράτοςτου
εἶναι όσο τὸ θέλει καὶ γιὰ τὰ πάντα ἐπαρκεῖ καὶ τὰ ύπερβαί
νει).
Τὸ ἀπόσπασμα είναι δομημένο κλιμακωτά. ὶΗ κυρία πρότασις
(ξὺν νόῳ... ῖσχυροτέριος) στηρίζεται σὲ μίαδεύτερη ( τρέφονται... θείου)
πιὸ περιωρισμένη, στηριζομένη μὲ την σειρά της σὲ μίατρίτη (κρα
τεἰ.. περιχίνεται) ἀκόμη στενώτερη. (Η ἐσωτερικη συνοχη αύτῶν
τῶν θέσεων, ποὺ ἐξασφαλίζεται ἀπὸ τὸ γάρ, δίνει στὸ σύνολο τοϋ
ἀποσπἀσματος ένα ὔφος προτάσεως ἀδιαμφισβητητου ἀποδεικτι
κοϋ χαρακτηρος. Διαβάζοντάςτο, παραδείγματος χάριν, κατ, ἀντί
στροφη ἔννοια, έχομε: ό θείος νόμος κρατεί τόσο όσο θέλει, εἶναι
ἀρκετὸς γιὰ τὰ πάντα καὶ τὰ ύπερβαίνει καὶ γιὰ τὸν λόγο αύτὸν
ἀπὸ τὸν ένα, θεῖο, τρέφονται όλοι οί νόμοι τῶν ἀνθρώπων. Γιὰ νὰ
έχη, άρα, νου̃ ό λόγος μας, πρέπει νὰ ἰσχυριζώμαστε ἀπ” τὸ κοινὸ
τῶν πάντων, καθὼς ἀπὸ τὸν νόμο η πόλι κι ἀκόμα ίσχυροτέρα. Τὸ
συμπέρασμα εἶναι πὼς τὰ διάφορα μέρη τού ἀποσπἀσματος βρί
σκονται σὲ καθολικη ἐπικοινωνία μεταξύ των. Καθως βεβαιώνει
ένα ἄλλο ἀπόσπασμα του̃ (Ηρακλείτου, τὸ ἀπόσπασμα θθ (οδος ἄνω
κάτωμίακαὶ ὡυτή), η άνοδος εἶναι κάθοδος καὶ η κάθοδος άνοδος, βε
βαίωσι η ὁποία, μαζὶ μὲ την άλλη του̃ ἀποσπἀσματος "ὶθδ (ἀρμονίη
ἀφανὴς φανερη̃ς κρείττων), βρίσκει έδῶ μιὰ έμπράγματη ἀπόδειξι. ”Η
διάρθρωσι τού ἀποσπἀσματος είναι ένα ύλικὸ πολύτιμο γιὰ όποιον
ἐνδιαφέρεται νὰ κατανοηση τὸν τρόπο τού (Ηρακλείτου. Γιὰ νὰ
διατυπώσῃ ὁ σοφὸς της Ἐφέσου την σκέψι του, δεν χρησιμοποιεί
στην περίπτωσι αύτη, ὡς συνηθως, τὶςἐξωτερικὲς δυνατότητεςτης
γλώσσας (τό λογοπαίγνιο, ἐπὶ παραδείγματι), ἀλλὰ προσφεύγει
στην συλλογιστικη. .Η συνοχη τῶν μερῶν τοῦ ἀποσπἀσματος εἶναι
ἀσύγχυτη, ἐπειδη ἀκριβῶς τὸ πρῶτο μέρος ἀπορρέει ἀπὸ τὸ δεύτε
ρο καὶ τὸ τρίτο, καὶ ἐπειδὴ τὸ τρίτο στηρίζει τὸ δεύτερο καὶ τὸ
πρῶτο. Βρισκόμαστε ἐπὶ τὰ ίχνη τοῦ ξυνοῦ; Πολύ πιθανόν. Ἐὰν
συμβαίνη όμως κάτι τέτοιο, ἐὰν τὸ ξυνὸν δηλώνη την ἀσύγχυτη
ένότητα, θὰ ηταν ἀναχρονισμὸς ὰράγε νὰ ύποστηρίξη κανεὶς ότι
φέρει ηδη χαραγμένα έπάνω του τὰ διάσημα του ἐλλόγου,
”`Ας|πάρωμε τὰ μέρη τοῦ ἀποσπἀσματος ένα πρὸς ένα κι ὰς τὰ
συλλαβισωμε:
ξὺν νόῳ λέγοντας ἰσχυρίζεσθαι χρὴ τῷ ξυνω̨̃ πάντων, ὅκωσπερ νόμῳ
πόλις, καὶ πολὺ ῖσχυροτέρως (Γιὰ νὰ ἔέχη νου̃ ό λόγος μας πρέπει
νὰ ἰσχυριζὡμαστε ἀπ” τὸ κοινὸ τῶν πάντων, καθὼς ἀπὸ τὸν
νόμο η πόλι κι ἀκόμα ίσχυρότερα).
Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΕΙΊὉΥ
Δ Ἰ7
Σ, αὐτὴ τὴν διπλη πρότασι (ξὺν νόῳ... ξυνω̨̃ νόμῳπόλις), της
ὀποίας θέσι εἶναι ὴ πρώτη φράσις καὶ είκόνισμα (ὅκωσπερ)ὴ δεύτε
ρη, τοὺς νουνεχεῖς στὸν λόγο τους παριστξι ὴ πόλι, ένῷ ὁ νόμος
(νόμῳ) αποδίδει τὸ ξυνόν. Πῶς έννοεῖται αὐτὴσχηματοποίησι; Τί
{ Ν < { Ϊ | 'Ϊ Ϊ ` Ἱ | ον
υπονοει ο Ηρακλειτος βεβαιωνοντας οτι αυτοι που θελουν νου
στὸν λόγο τους ὁφείλουν νὰ μιμου̃νται τὴν πόλι καὶ πῶς αντιλαμβά
νεται τὴν ὸμοιότητα μεταξὺ του̃ ξυνοῦ καὶ τοῦ νόμου;
,Αρχίζομε ἀπὸ τὴν πόλι. Είκόνα διαλεγμένη γιὰ νὰ διευκρινίση
τὴν ίδέα τῶν «νουνεχῶν στὸν λόγο τους», ὴ πόλις δεν αναφέρεται
, Ν θ Ἄ | Π \ $| | Ι ` \ 3| Ν |
εδω σ ετουτη η την αλλη πολι προκειται για την εννοια της πολε
ως, γιὰ τὴν ενότητα τὴς ὁποίας τὸ συγκεκριμένο περιεχόμενο δὲν
πρέπει να συγχέεται με τὸ πνεῦμα ποὺ τὸ ὑποστηρίζει. Τὸ συγκε
Ἱ. \ \ Ϊ Ν Έ | Υ
κριμένο περιεχόμενο ειναι το καθεστως καὶ το πνευμα ο νομος εν
γένει. Ἐπειδὴ ὁ νόμος στὸν ὁποῖο ἀναφέρεται ὁ Ἱὶράκλειτος εἶναι
ὁ νόμος έν γένει, ὁ λόγος ποὺ ζητεί τὴν μίαπνευματικότητα μπορεί
νὰ ὶσχυροποιηθῇ ἀπὸ τὸ κοινο τῶν όλων καὶ ὴ πολιτείανὰ δίνη στὴν
πόλι δύναμι.
Έ ( | Ν \ ) | \ Ἰ | Ϊ \ `
Ο Ηρακλειτος καλει τους ανθρωπους να εμπνεωνται απο την
τάξι τοῦ ἑνὸς καὶ τοϋ μέτρου, ταξι τοϋ νόμου ἐπὶ τὴς ὁποίας έδρα
ζεται ὁ γραπτὸς λόγος καὶ στὸ όνομα της οποίας ὀφείλουν νὰ τὸν
όπερασπίξωνται, ὅπως (ἀπ. 44: μάχεσθαιχμὴ τον δῆμον ὑπὲρ τοῦ νόμου
ὅκωσπερ τείχεος) υπερασπίζονται τὰ τείχη. "Οτι ὁ γραπτὸς νόμος,
ὡς ἀρχὴ τάξεως καὶ μέτρου, τρέφεται ἀπὸ τὸν θεῖο, είναι αναμφι
σβὴτητο· ὅτι θὰ μποροὔσε ὅμως νὰ ὑπολογίζη σέ αὑτὸν ὡς καθε
στώς, εἶναι κάτι ἀπολύτως ξένο πρὸς τὸν ὶΗράκλειτο, ποὺ ξέρει
ὅτι (απ. ἸΟΖ: τω̨̃ μὲν θεῷ καλα πάντα καὶ αναθα καὶ δίκαια, ἄνθμωποι δὲ α
1 Μ 0 # Η Η Ι ` Ϊ \ Η 'Ϊ ς Ν \
εν αδικα υπειλ ασιν α δε δικαια ‹‹ ια τον θεο ολα ειναι ω αια καλα
Ἱ
καὶ δίκαια, ένῷ οὶ ὸίνθρωποι ἄλλα θεωρου̃ν ἄδικα καὶ ἄλλα δίκαια».
ΣἹ | Ι | Ἱ Ϊ δ\ Θ \ Έ ετ· \ Π Έ Ϊ
ε μια τετοια περιπτωσι κακος νομος εν α υπηρχε και ο Ηρα
\ \ Έ' | Ι \ \ | \ Ἡ Η \ |
κλειτος δεν θα ειχε κανενα λογο να τα βαζη με την ιδια την πολι
του. «Οί Ἑφέσιοι, όσοι εἶναι έφηβοι καὶ ὁίνω», θὰ πῇ στὸ ἀπόσπα
σμα ἸΖἸ (ἄξιον 'Εφεσίοις ἠβηδὸν ἀπάνξασθαι πα̃οι καὶ τοῖς ἀνήβοις τὴν
πόλιν καταλιπεϊν, οίτινες Ἑμμόδωμον ἄνδρα ἑωυτῶν ὀνήιστον ὲξέβαλον
φάντες· ἠμέων μηδὲ εις ὀνήιστος ἕστω, εἰ δὲ μή, ἄλλῃ τε καὶ μετ' ἄλλων),
«ἀξίζει νὰ κρεμασθοὕν ανεξαιρέτως όλοι καὶ πόλι νὰ μείνῃ στὰ
| , Ἡ \ \ | | Ἰ | Ἡ Έ Ϊ
παιδια, αυτοι που τον καλυτερο τους εξορισαν, τον Ερμοδωρο,
λέγοντας: καλύτερος νὰ μὴν ὑπάρχῃ άνάμεσά μας, ἀλλιῶς νὰ πάη
7 Ν Έ Ἱ Ι| \ #9 \ | | 'Ἡ 'Ϊ
αλλου, και με αλλους». Θα μιλουσε με τετοιον τροπο, αν ηταν
πεπεισμένος ὅτι ό γραπτὸς νόμος «τρέφεται» κατ” οὐσίαν ἀπὸ τὸν
θεϊο, Άπαγγέλλεται ὅχι στὸ απόσπασμα αὐτὸ καταδίκη της
2 Φιλοσοφία ποιητική
Ι8
Φιλοεοοιλ Ποικτικιι
δημοκρατίας ὡς καθεστῶτος αλλεργικου̃ σε ό,τι δὲν εἶναι κομμένο
στα μέτρα του̃ πλήθους; (Ο ”Ηράκλειτος υπήρξε ένας δεδηλωμένος
αριστοκράτης, ποὺ ή περιφρόνησί του για τὸν ὅχλο έμεινε παροιμί
ώδης. “Αφησε την πόλι καὶ πηρε τὰ βουνά, όπου ἔζησε σχεδὸν μέχρι
τέλους· έγραψε ἕνα βιβλίο ἑφτασφράγιστο, γιατὶ ήθελε ελάχιστοι
μόνο έκλεκτοὶ να τὸ πιάνουν στα χέρια τους· λέει (απ. 49): «Για
μένα ένας άριστος αξίζει μυρίους» (είς ἐμοὶ μύριοι, ἐὰν ἄριστος ῇ). (Ο
αριστοκρατισμός του ὡστόσο δεν εἶναι ὁ αριστοκρατισμὸς του̃ πα
τρικίου, εἶναι ὁ ἑνοκρατισμὸς τοῦ φιλοσόφου. ὶΟ ιῖριστος υπερτερεί
ανεξαρτήτως της κοινωνικής του συνθήκης: άριστος εἶναι, υπογραμ
μίζει τὸ απόσπασμα ΖΘ (αὶρευ̃νται γὰρ ἔν ἀντὶ ἀπάντων οἰἄριστοι, κλέος
ἀένοον θνητω̃ν· οὶ δὲ πολλοὶ κεκὀρηνται ὅκωσπερ κτἠνειι), όποιος διαλέ
γει τὸ έν κι ὅχι τὸ πληθος, ὁ (απ. 28: ὁοκέοντα γὰρ ὁ ὀοκιμώτοτος
νινώσκει φυλάσσει· καὶ μέντοι καὶ Δίκη καταλήψεται ιμευὁῶν τέκτονος)
γνώστης καὶ φύλακας τῶν αληθινῶν αξιὥν, ὁ τιμημένος τῶν θεῶν
καὶ τῶν ἀνθρώπων στην ζωή καὶ τὸν θάνατο (απ. 2ἔ›: μόροι γὰρ
μέζονες μέζονας μοίρας λανχάνουοι καὶ. θθ: νέκυες νὰρ κοπρίων ὲκβλητό
τεροι). Ἀριστοι, παραδείγματος χάριν, θὰ εἶναι όσοι στραφοῦν πρὸς
τὸ ξυνὸν πάντων καὶ έμπνευσθοϋν ἀπὸ την ενότηταποὺ μοιράζει. (Η
ἐξουσία εἶναι γι, αὐτούς! ”Η ἐντολή ἑνὸς νόμου ποὺ φέρνει στην
πόλι την μοναδικότητα τοῦ θεοῦ της ἑνότητος, δὲν θαταν κατὰ
συνέπεια υπακοή στην θέλησι τοῦ ἑνὸς καὶ ἀρίστοο; Αυτη εἶναι η
θέσι του̃ αποσπάσματος 33 (νόμος καὶ βουλῇ πείθεοθοι ἑνός). (Ο
γραπτὸς νόμος συνεπῶς, δὲν τείνει κατ” ανάγκην πρὸς τὸν θεῖο° δεν
αποκλείεται μάλιστα, όπως ή πείρα της δημοκρατίας δείχνει, να
έπιχειρήση καὶ να τὸν ανατρέψη. ”Ετσι, ὁ (Ηρακλειτος δὲν ευνοεί
τοὺς νόμους τῶν ανθρώπων παρα ὑπὸ μίαν έντελῶς συγκεκριμένη
έννοια: ὡς μορφες τάξεως, αρμονίας καὶ μέτρου τους δέχεται ασυ
ζητητί· ὡς γραπτοὺς νόμους τους κρίνει με αυστηρότητα.
”Αλλά νέο ερώτημα τώρα ἐὰν ή πόλι καταφεόγη στὸν νόμο
για να αποφύγῃ την αναρχία καὶ τήν ὕβρι, πῶς ίσχυρίζονται από τὸ
ξυνὸν ὅσοι επιδιώκουν λόγο νοημοσύνης;
Μεταφράζομε τὸ ξὺν νόῳ λέγοντας «γιὰ να ἔχη νοῦ ὁ λόγος
μας». Γιατί όμως τόση έπιμονη στὸν τρόπο του λέγειν καὶ γιατί
ἐτυμολογικά, ίΗ αλήθεια εἶναι πὼς τὸ ζυνὸν δεν φωτίζεται απὸ το
ξὺν νόῳ· ξὺν νόῳ προέρχεται απο τὸ ξυνόν, δὲν τὸ παράγει. ί
(Ηρακλειτος καλεῖ όσους θέλουν να μιλουν ξὺν νόῳ, να ἐνισχυθοὔν
απο τὸ ξυνον καὶ δημιουργεί ἔτσι μια «έτυμολογία», ή ὁποία διευ
κρινίζει τὸνόημα της προσκλήσεώς του. ,Εαν θέλετε νοϋ στὸν λόγο
σας (ζὺν νόῳ), τονίζει, πρέπει νί ακολουθήσετε τὸ ἑνοποιὸ πνεῦμα
Ο|
Η Μοι·Σ1κΗ τον Ηνλκλειτον 49
Ν | οι ~ π Ε ~ Η Ἡ 'Ἡ Έ |
των παντων (τω ξυνῳπαντων). Ο νους ομως δεν ειναι η πνευματικο
της τῶν λαϊκῶν ἀοιδῶν τοϋ κοινοϋ λόγου (βλ. τὰ αποσπάσματα Υ
ῦθ: ὲξαπάτηνται οί ὅνθρωποι προς τὴν ννω̃σιν τω̃ν φανεμω̃ν παραπλησίως
Ὁμήρῳ, ὅς ἐγένετο τῶν Ἑλλήνων σοφώτεμος πάντων. ἐκεῖνον τε ναρ
παῖὅες φθεῖραςκατακτἠνοντεςὲξηπιίτησαν είπὅντες· ὅσα εἴδομεν καὶ ὲλάβο
μεν, ταυ̃τα ἀπολείπομεν, ὅσα δὲ οὔτε εὶοομεν οὔτ' ὲλάβομεν, ταῦτα φέρομεν·
ὕἶ: διδάσκαλος δὲ πλείστων Ἱἰσίοὅος· τοῦτον ὲπίστανται πλεῖστα εἰδέναι,
ὅστις ἠμέρην καὶ εύφμόνην οὐκ ὲνίνωσκεν· ἔστι ναμ ἕν° ίθἔι: τίς νὰρ αὐτῶν
νόος ἢ φρήν; δήμων αοιὅοῖσι πείθονται καὶ ὅιὅασκαλῳχρείωνται ὁμίλῳ οὐκ
εἰὅότες ὅτι «οἱ πολλοὶ κακοί ὐλίνοι ὅὲ ἀναθοί»° ίθθ: .Ηρακλειτος ἐπέ
πληξεν Ἡσιόδῳ... ώς ἀννοου̃ντι φύσιν ἡμέρας άπάσηςμίαν οὐσαν) οὔτε η
πολυμάθειια τῶν σοφῶν (βλ. τὰ αποσπάσματα 35: χρὴ ναρ εὐ μάλα
πολλῶν ίστορας φιλοσόφους ἄνὅρας είναι· ἔιθ: πολυμαθίη νόον ἔχειν οὐ
διδάσκει· Ἡσίοὀον νὰρ αν ὲὅίὅαξε καὶ Ποθανόμην αύτίς τε Ξενοφάνεά τε καὶ
Ἑκαταῖον° ίΖθ(;): Πυθανόρης Μνησάρχου ἱστορίην ἠσκησεν ἀνθρώπων
μάλιστα πάντων καὶ ὲκλεξάμενος ταύτας τὰς συννραφὰς ὲποιήσατο ἑαυτοῦ
» ι ι ι ι ι ιι κ κ ›ι /
σοφιην, πολυμαθιην, κακοτεχνιην). Και στην μια, οπως και στην αλῇτ
περίπτωσι, ὁ νοὕς, αἰχμάλωτος όντας τῶν αἰσθησεων, εἶναι αδύνα
τον νὰ ξεπεράσῃ τὸν κατακερματισμὸ είς τὸν ὁποῖο η πολλαπλότης
τῶν πραγμάτων καὶ η άταξία τους τὸν καταδικάζει. (Ως πνευματι
κότης τοῦ μέτρου καὶ της ἑνότητος, η πνευματικότης του̃ ξυνοῦ
ταυτίζεται με την πνευματικότητα τοῦ λόνοο. Πῶς όμως θὰ μπο
Η ίὅ | \ Ν Υ \
ρουσε ενας λογος να διεκδικῃ αυτη την πνευματικότητα ἐὰν δὲν
συνέπιπτε μὲ τὸν λόγο η, όπως θὰ τὸ ἔλεγε ὁ ἴδιος ὁ <Ηράκλειτος,
ἐὰν δεν ηταν ἕνα ὁμολονεϊν; Χρειάζεται νὰ ἐννοησωμε τὸ ξὺν νόῳ
κατ” ἀναλογίαν πρὸς τὸ ὁμολονεῖν, ὅπως ἐπίσης χρειάζεται νὰ ἔχου
με ὑπ, όψι μας, ότι ὁ τελευταίος αὐτὸς όρος ὰναφἐρεται σὲ μιὰ
τηιέσι πολὺ πιὸ βαθειὰ ἀπὸ την «συμφωνία» μὲ την ὁποία συνηθως
τὸν ἐ ου̃ ε. Τὸ ἀπόσπασ α ῦθ στοὕ οποίου τὸ κέντ ο ίσκεται
Ϊ
Ἡ Ω λ ~ Έ λ\ δ δ Ϊ , ` Π ` Ἱ 7? ,Α |
το ομο ονειν, ειναι πο υ ι ακτικο απο αυτη την αποψι. ‹‹ κουγον
τα τὸν λό ο κι ὅ ι ἐ ένα οὐκ ἐ ου̃, ἀλλὰ τοῦ λὅ ου α̃κούσαντα ›› λέει
Ἱ
τὸ ἀπόσπασμα, «ὀμολογία μὲ την σοφία (ὁμολονεῖν σοφὅν) εἶναι
5 ` | 9 Ν # Γί .Ϊ ?| Ἐ | \ Έ |
(εστιν) να λες (εννοειται. λενειν). ολα ειναι ενα». Η σχεσι την οποια
ἕ | Ἰδϋι { ΚΗ Ι δ\ Ἱ· { | Ϊ
υποβαλλει ε ω ο ρακλειτος εν ειναι η συμφωνια. προκειται
μᾶλλον γιὰ την ὁλοκληρωτικη προσχώρησι τῶν ἀνθρώπων σὲ ἕνα
σύμπαν σημασιῶν, ποὺ δὲν ἔχουν οἱ ἴδιοι δημιουργησει. Αύτη η
π οσ ώ σι θὰ συνιστούσε ἴσω ία συναίνεσι ἀλλὰ κατὰ κανένα
ρ χ ρη ι ι ι
τρόπο μιὰ συμφωνία. ”Η κοινωνία τοϋ λόνοο περνα ἀπὸ την παρα
δοχη τοῦ νοηματός του κατὰτὸν ἴδιο τρόπο ποὺ η βοηθεια τοῦ ξυνοῦ
ἐγγυᾶται την πρόσβασι σὲ μία πνευματικότητα ἑνοποιὸ καὶ ὑπέρ
20 ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ
τερη. Γιὰ νὰ μιλούμε ξυν νόῳ χρειαζόμαστε τὴν ένίσχυσι (ἰσχυρίζε
σθαι) του̃ ζυνου̃· λέγοντας ότι τὰ πάντα εἶναι ένα, μιλούμε τὴν
γλῶσσα (ὁμολονεῖν) τὴς Σοφίας. Καὶ στὶς δύο περιπτώσεις ὁ (Ηρά
κλειτος ἀπαιτεῖ καὶ θεσπίζει μιὰ σχέσι ύπακοὴς, σχέσι γιὰ τὴν
ὁποία τὁ απόσπασμα 2 (δεῖ ἔπεσθαι τῷ ξυνω̨̃: πρέπει νὰ ακολουθού
με, νὰ υπακούωμε στὸ ξυνον) μιλάει ἀνοιχτὰ καὶ τὴν ὁποία ὁ ίδιος
θεωρεῖ ὡς τὴν βασιλικὴ ὁδὁ πρὸς μιὰν ἀληθινὴ πνευματικότητα. .Η
ὑπακοὴ τὴς πνευματικότητος αύτὴς μᾶς ένδιαφέρει.
Στὴν φράσι: «γιὰ νὰ έχη νού ὁ λόγος μας πρέπει νὰ ίσχυριζώ
μαστε απ, τὸ κοινὁ τῶν πάντων», όπου τὁ ὶσχυρίζεσθαι άποτελεῖ τὴν
προϋπόθεσι ὲνὁς ἐννόου λέγειν, ξὺν νόῳλένοντας σημαίνει: μιλώντας
νὰ ἀποβλέπωμε στὁν νοῦ, δηλαδὴ στὁ ξυνόν, νὰ ἔχωμε καρφωμένο
τὁ βλέμμα στὴν ἀρχὴ ποὺ ενώνει τὰ πάντα. Εἶναι φανερὁ πὼς ὴ
νοημοσύνη συμπίπτει μὲ τὴν συνείδησι τὴς ἐνότητος καὶ. αντιτίθε
ται πρὁς τὴν σποραδικὴν ἀντίληφι τῶν πραγμάτων, γιὰ τὰ ὁποῖα,
σύμφωνα με τὸ ἀπόσπασμα ἸΟ7 (κακοὶ μάρτυρες α̃νθρώποισιν οφθαλ
ροὶ καὶ ώταβαρβάρους ψυχὰς ὲχόντων), μαρτυρου̃ν ὴ όρασι καὶ ὴ ἀκοὴ
τῶν ξένων πρὁς τὁν λόνο ἀνθρώπων. Τὸ όραμα τῶν πραγμάτων
ἐκτὁς μέτρου καὶ ἑνότητος, ίσοδυναμεῖ μὲ τὸν ἄνευ νοῦ λόγο τῶν
ἀνοημόνων (ἀξύνετοι) τού ί (τοῦ ὁὲ λόνου τοῦὁ” ὲόντος ἀεὶ ἀξύνετοι
νίνονται ἄνθρωποι καὶ πρόσθεν ἢ ἀκου̃σαι καὶ α̃κούσαντες τὸ πρῶτον· νινο
μένων νὰρ πάντων κατὰ τὸν λόνον τόνόε ἀπείροισιν ἐοίκασι, πειρώμενοι καὶ
ἑπέων καὶ ἕρνων τοιούτων, ὁκοίων ένω ὅιηνευ̃μαι κατὰ φύσιν διαιρέων
ἕκαστον καὶ φράζων ὅκως ἔχει, τοὺς όὲ ἄλλους ανθρώπους λανθάνει όκόσα
ὲνερθέντες ποιου̃σιν, όκωσπερ όκόσα εὕόοντες ἑπιλανθάνονται) καὶ. 34
(ἀξύνετοι ἀκούσαντες κωφοῖσιν ὲοίκασι· ςράτις αὺτοῖσιν ,ααρτυρεῖπαρεόντας
ἀπεῖναι) άποσπάσματος. Οί ἀξύνετοι, γιὰ τους ὁποίους κάνουν έπί
σης νύξι τὰ ὰποσπάσματα Ζ (διο δεῖ ἕπεσθαι τῷ [ξυνῷ.] του̃ λόνου ό'
ὲόντος ξυνοῦ ζώουσιν οἱ πολλοὶ ώς ὶόίαν ἔχοντες ιρρόνησιν), ὕί (ού ξυνια̃
σιν ὅκως όιαιρερόμενον ἑωυτῷ ὁμολονέει /ὴ: ξυρφέρεταη̨̃ · παλίντροπος /ὴ:
παλίντονος/ ὰρμονίη ὅκωσπερ τόξου καὶ λύρης) καὶ 72 (ςὅ μάλιστα διηνε
κῶς ὁμιλου̃σι λόγῳ τω̨̃ τὰ ὅλα όιοικου̃ντι, τούτῳ όιαιρέρονται, καὶ οἶς καθ'
ἡμέραν ὲνκυροῦσι, ταῦτα αὐτοῖς ξένα φαίνεται), δὲν στερούνται φυσικὴς
εύφυίας, ἀλλὰ τοὺς λείπει ἐκείνη ὴ βαθύτερη νοημοσύνη, γιὰ τὴν
ὁποία ὴ θέασι του̃ ξυνου̃ εἶναι όρος έκ τῶν ῶν ούκ άνευ καὶ τὴν ὁποία
περιγράφει τὁ απόσπασμα ί, ἀναφερόμενο στὴν ἀντίθεσι τῶν αξυνέ
των πρὁς τούς ξὺν νόῳ λἑνοντας, που έκπροσωποὕνται ὰπὁ τὸν ἴδιο
τὸν ”Ηράκλειτο. Τὸ σημαντικὁ σ, αὐτὴ τὴν περίπτωσι δεν εἶναι ὴ
κατάφασι του̃ λόνου· τὁ σημαντικὁ είναι ὴ ἀνθρώπινη στάσι που
ἀντιστοιχεῖ στὴν ἀναγνώρισί του. «Τέτοιος όντας ὁ λόγος πάντοτε
Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΕΙἹὉΥ
Ζὶ
~ Η Ι ~ Ι Σ Ζ Ι Ι Ἰ | ` 9 | ( )|
(του ὁε λογου τουό εοντοςαεὶ)››, αρχιζει το απόσπασμα, «οι ανθρωποι
γίνονται ἀνοὴμονες (ἀξύνετοὶ γίνονται ἄνθρωποὶ) καὶ πρὶν τὸν ἀκού
σουν (καὶ πρόσθεν ἢ α̃κοῦσαὶ) κι ἀφοῦ τὸν ἀκούσουν γιὰ πρώτη φορά
(καὶ ακούσαντες τὸ πμῶτον)››.
Τ\ ξ| { Ϊ | Ἱ' Ϊ 8 | ¶| \ |
ο ερω, η μεταφρασις μου ειναι α οκιμη εχω τους λογους
μου ὼστόσο καὶ τους ἐκθἑτω ἀμἑσως. (Η πρότασι βεβαιώνει τὴν
ἀντίθεσι λόγου καὶ ἀνθρώπων, είσἀγοντας ταυτόχρονα καὶ τὶς ἀντι
θέσεις που τὴν στηρίζουν (ὲόντος _ γίνονται· ἀεὶ _ καὶ πμόσθεν ἢ
ἀκου̃οαι καὶ ακούσαντες το πρῶτον· του̃ὅ” ἀξὐνετοὶ). ,Απο τὶς ἀντιθέ
σεις αὐτὲς ὅμως, ὴ τρίτη καὶ ὴ τέταρτη εἶναι, φιλολογικῶς, εξαιρε
τικὰ προβληματικές. Ἀεί, τὸ ἐπαναλαμβἀνομε ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ
ΰ | \ Ν· Ϊ Ϊ | $| \
Αριστοτελους, θα μπορουσε καλλιστα να προσδιοριζῃ ειτε τον
λόγο εἴτε τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὰ δύο μαζί, ἐνῷ ὴ δεικτικὴ ἀντωκ/
νυμία του̃όε, μόνο στὸν λόγο θὰ ὴτο δυνατον νὰ παραπέμπη. Στὴν
πρώτη ἀντίρρησι ἀπαντῶ ότι ὁ ἐπιρρηματικὸς προσδιορισμός αεί,
όπως αποδεικνύεται ἀπὸ τὸ ἀπόσπασμα 30 (κόσμον τόνδε, τὸν αὐτὸν
ἀπάντων, οὔτε τις θεῶν οὔτε ανθρώπων ἐποίησεν, ἀλλ' ἦν ἀεὶ καὶ ἔστὶν καὶ
ἔσταὶ πῦμ ἀείζωον, ἀπτόμενον μέτρα καὶ ἀποοβεννύμενον μέτρα), προσιδι
ἀζει σὲ ὅ,τι βρίσκεται ἐκτὸς γενέσεως καὶ φθορᾶς, δηλαδὴ στὸν
λόγο κόσμο. «Προτοὕ ἀκούσουν τον λόγο κι ἀφοῦ τὸν ἀκούσουν γιὰ
πρώτη φορά», ἔχει ἕνα χρόνο ἐντελὥς διαφορετικο ἀπὸ τὸ αεί, ποὺ
δεν γνωρίζει οὔτε «πρὶν» οὔτε ‹‹μετἀ››7 οὔτε μιὰ «πρώτη φορὰ››
ἑπαναλαμβανομἐνη ἀενἀως. 'Όσο γιὰ το τοῦόε, θὰ παρατηροὕσα
ότι ὴ λεξι αὐτὴ δεν αναφέρεται ὑποχρεωτικὰ πάντοτε σὲ κάτι ἰδιαί
τερο, ἀλλὰ ότι δηλώνειτἐπίσης σπανίως, εἶναι ὴ ἀληθεια τὴν
σχέσι ἐξαρτὴσεως πρὸς ἕνα γένος. Τὸ απόσπασμα 88 (ταὺτὸ τί ἔν:
ζῶν καὶ τεθνηκος καὶ [τὸ] ὲγρηγομὸς καὶ καθεῦὀον καὶ νέον καὶ γηραιόν·
τάδε γὰρ μεταπεσόντα ὲκεῖνό ἐστὶ κα̃κεῖνα πάλιν μεταπεοόντα ταυ̃τα) ἐπι
βεβαιώνει πὼς ὁ Ηρακλειτος δεν ἀγνοεῖ αὐτὴ τὴν χρὴσι του τοῦόε.
.Η ἐξἀρτησι τῶν όντων ἀπὸ τὶς κατηγορίες τοὕ ζωντανοὕ καὶ του̃
νεκρου̃, του κοιμισμένου καὶ .τοῦ ξύπνιου, του νέου καὶ του γηραιοὔ,
δεν δηλώνεται με τὸ τόόε τοῦ ἐν λόγῳ ἀποσπἀσματος; “Οτι τὸ τοῦόε
ἀποδίδει στον λόγο τὸν χαρακτὴρα του̃ ξυνοῦ εἶναι, νομίζω, σαφές.
Ἀξόνετοὶ δεν σημαίνει εκείνους οἱ ὁποῖοι κωφεύοντας στὸν λόγο τοῦ
ἐναντιώνονται; 'Ο λόγος του αποσπάσματος 2 δὲν χαρακτηρίζεται
ξυνός;
ΙΗ βεβαιότης ὅτι μεταξὺ του̃ ξυνοῦ καὶ τῶν ἀξυνέτων υπάρχει
ἀντίθεσι, εἶναι τὸ όφελος της φιλολογικἦς αὐτῆς παρεκβάσεως. Δεν
πρέπει ὡστόσο νὰ μᾶς διαφεύγη, ότι πρόκειται γιὰ ἀντίθεσι ίδιότυ
πη: τὸ ἀντίθετο τῶν α̃ξυνέτων δεν εἶναι ὁ ξυνός, ἀλλὰ οἱ ξυνετοί, λεξι
22 ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΊἹΚΗ
ανεόρετη στὸν (Ηρακλειτο. ”Η διαπίστωσι αὐτή δὲν δημιουργεῖ
παντως προβλήματα, διότι ή ανορθοδοξία τής αντιθέσεως ποὺ μας
απασχολεῖ εἶναι μεστη νοήματος. Τὁ ξυνὸς παραπέμπει στην φύσι
μιας ένοποιοὔ αρχης καὶ στὸ ἔργο της·
συνθήκη της ακοινωνησίαςτῶν ανθρώπων
τι
α Ο
Ωι.
μεα
| Ϊ | \
ξυνετοι αποδιδει την
, \ \ , | |
υτη την αρχη, συνθη
κη την ὁποία δεν συνειδητοποιου̃ν, παραδέρνοντας έτσι στην μιζέ
ρια μια̃ς απατηλης γνώσεως καὶ πράξεως. Δὲν έχω την πρόθεσι νὰ
ἑρμηνεόσω την δεδομένη συνθήκη ὡς πτῶσι οὔτε να διαγνώσω σ”
αυτην ένα απόλυτο χωρισμό. ”\Αν και διαφορετικὁ απὁ τα στοιχεια
τῶν φιλοσόφων τής Μιλήτου, τὁ ξυνὸν δεν διαφοροποιεῖται τοῦ
)| 2 Ϊ | | \ (Ι \ 9 #9 7 \ \
οντος. Ο Ηρακλειτος βλεπει την υπαρξι να εξαρταται απο μιαν
αρχή νοητήγ βλέπει ότι αυτή ή ἐξαρτησι εἶναι δικαιοσύνη, την έννο
εῖ όμως σαν νόμο καὶ ταξι: ανοίγεται στὁ έπέκεινα μέσα στην
Ν εν Ί' { | Ν' 1 Ζ | Ἱ ἶ |
σφαιρα του Ειναι. Η συνθηκη των αξυνετων ξεπερνιεται, ο Ηρα
κλειτος εἶναι πεπεισμένος γι” αυτό, ὅταν συνειδητοποιήσωμε (εἰδέ
ναι) την πραγματικότητα τοῦ ξονου̃, ξεπερνιέται σε μιαν αλλη γνῶ
σι καὶ πρα̃ξι, που εἶναι απόρροια αυτης τής συνειδητοποιήσεως, τὁ
λέγειν ξὺν νόῳ του αποσπάσματος Μέι την διήγησιν του αποσπα
σματος Ἰ. ‹‹”\Αν καὶ τα πάντα γίνονται κατα τὸν λόγο τοῦτο», θα πῇ
στην συνέχεια αὐτοὔ του αποσπάσματος, «οί ανθρωποι μοιάζουν
ανίδεοι ὅταν καταπιανωνται μὲ λόγους καὶ ἔργα σαν αὐτὰ τα ὁποῖα
πραγματεύομαι, διακρίνοντας τα ένα πρὁς ένα κατα την φύσι τους
και ὀνομαζοντας τα τέτοια που εἶναι». Διήγησις, ὁ λόγος που κυρώ
νει την ενότητα καὶ αποκλείει την συγχυσι, εἶναι μια αλλη καταφα
σι του λέγειν ξὺν νόῳ, εἶναι τὸ λέγειν ξὺν νόῳ στην πρᾶξι.
”Οπως τὁ λέγειν ξὺν νὁῳ, ἔτσι και ὁιήγησις ὁνομαζει την πρα
γματικότητα της θειότητος του λογου και ένεργοποιεῖ την αλήθεια
( | | \ Ϊ \ 7 | \
της. Ως τροπος «του λεγειν και του πραττειν την αληθεια, με
9 | Ν Ι Ν
επιγνωσι της φυσεως των πραγματων», εἶναι κατα τὸ απόσπασμα
Μ2 (σωφρονεῖν ἀρετὴ μεγίστη, και σοφίη ἀληθέοι λέγειν και ποιεῖν κατὰ
φύσιν ὲποιΐοντος) τέχνη (σοφίη)· ὡς έκφρασι του έργου της Σοφίας (το
σοφόν) της συνοχής του όντος στην αρμονία καὶ τὁ μέτρο,
ὀνομαζει, έαν κρίνουμε απὁ τὸ απόσπασμα έιλ (ἔν τὸ σοφόν, ὲπίστα
σθοι γνώμην, ὁτέη ὲκυβέρνησε πάντα διὰ πάντων), τὸ πνευμα (γνώμην)
ιν ~ \ Ἄ Ν Ε | \ Ν Ἱ \ Ν Η \
του σοφοο και αποτελει ομολογιον. Δεν μιλουμε για το θειο, οπως θα
\ Ἱ | κ
μιλούσαμε για ὁποιοδήποτε ἄλλο πραγμα το αποσπασμα 47 (
Ε
Φ»
εῖκῇ περὶ τῶν μεγίοτων ουμβαλλώμεθο) εἶναι ἑπ, αὐτοῦ κατηγορηματι
κό. .Η σχέσι μεταξὺ θεοῦ καὶ ανθρώπου δεν περικλείεται στήν
αντίληψι καὶ τὸν συγχρονισμὁ τὁν ὁποῖο ή τελευταία συνεπαγεταιγ
γι, αὐτὸ (βλ. τὸ απόσπασμα ἔιθ: τήν τε οῖήσιν ἱερὰν νόσον έλεγε και
Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΒΙΤΟΥ 23
Α.,
τὴν όρασιν ψεύδεσθαι) περνα πάντα σε μια σκέψι τρελλὴ (οι̃ὴσις
καὶ ποτὲ από τὴν όρασι. “Εργο τοῦ λόγου εἶναι ὴ δικαιοσύνη καὶ η
όμολονία δὲν εἶναι γνῶσι παρὰ στὸν βαθμό που τὴν ύπηρετεῖ. Έπει
δὴ όμως πρόκειται για σχέσι, μόνο ὡς ἄνευ όρων αναγνώρισι τὴς
μεγαλειότητος του̃ λόνου εἶναι ἐφικτὴ, καὶ κατ) έπέκτασι, ὡς μονο
μερὴς σχέσι. ,Εξ ού ὁ ἰσχυρισμὸς (ῖσχυρίζεσθαι) τῶν νουνεχῶν τοῦ
λόγου° έξ ού ὴ δικαιοσύνη τοῦ λέγειν καὶ τοῦ πράττειν αύτοὕ. ὶΟ
κανὼν τὴς δικαιοσύνης τού Ἱἱρακλείτου δεν εἶναι ὴ ἰσότης· τὴν
δικαιοσύνη του θεμελιώνει ὑποταγὴ τοῦ ἀνθρώπου στὸ θεῖο (απ.
Μ: πα̃ν ἑρπετὸν πληνῇ νἑμεται), ποὺ σαν φωτια ἐπουράνια (απ. θἔι: τὰ
πάντα οἱακίζει Κεραυνός) κυβερνα. ”Ο ”Ηράκλειτος δὲν εἶπε (απ. 78:
ἦθος νὰρ ανθρώπειονμὲν οὐκ ἔχει ννώμας, θεῖον δὲ ἔχει) πὼς εἶναι θεῖος ό
νοὔς (γνώμη) κι όχι ανθρώπινος καὶ πὼς (απ. 86: αλλα τῶν μὲν
θείων τα πολλά, καθ” ‹Ηράκλειτον, απιστίῃ όιαφιιννάνει μὴ νιννώσκε
σθαι) τὸ θεῖο μᾶς διαφεύγει ἐπειδὴ δὲν του̃ ὑποτασσόμεθα (α̃πιστίῃ);
<Ο ἔννους λόγος σὰν όιήνηοις μόνο κι όμολονία μπορεῖ να ύπαρξη καὶ
ὴ δυνατότης αὐτὴ μεταφράζει ακριβῶς τὸν ρόλο του̃ ἰσχυρίζεσθαι.
Δὲν θα ύπὴρχε ἰσχυρισμός, δεν θα ύπὴρχε ἔννους λόγος, έὰνὴ σχέσι
μεταξὺ θεοῦ καὶ ανθρώπου αντιστοιχοῦσε σὲ μία ἐξίσωσι· για να
ἔχωμε ἰρχυρισμό, πρέπει νὰ ὺπάρχῃ μια σχέσι ανισότητος με χρόνο
διαχρονια. (Ο Ηρακλειτος έφθασε στὴν ανισότητα χωρὶς να μπῇ
στὴν διαχρονία, πρᾶγμα ποὺ δεν τὸν ὲμπόδισε όμως να ἱδῇ, ότι τὸ
ανθρώπινο πνεὔμα θα ὴταν στὴν σχέσι αύτὴ μια ἔμπνευσι κι ό
εμπνευσμένος ένας φιλόσοφος προφήτης, Πρσφὴῃσμὸς δὲν εἶναι
ὴπραγματικότης μιᾶς γνώσεως, ποὺ δεν πηγάζει από καμμία συν
θὴκη ανθρώπινη καὶ δὲν ἑκφράζεται από κανένα ανίερο λόγο,
ΜΑς περάσωμε
στό δεύτερο μέρος του̃ αποσπάσματος:
τρέφονται νὰρ πάντες οἱ ανθρώπειοι νόμοι ὑπὸ ἑνὸς τοῦ θείου. (Διότι
οὶ νόμοι οἱ ανθρώπινοι όλοι, απο τὸν ένα τρέφονται, τὸν θεῖο),
προωρισμένου να θεμελιώοὴ τὸ ὅκωσπερ νόμῳπόλις (καθὼς απο τον
νόμο ὴ πόλι) τὴς αρχὴς.
Πρῶτα μια προκαταρκτικὴ παρατὴρησις: αύτὸ τὸ μέρος τοὔ
αποσπάσματος δεν έρχεται σαν φυσικὴ συνέπεια τῶν προηγουμέ
νιρν· πηδα ἕνα ένδιάμεσο. (Ο (Ηρακλειτος λέει: «Για να ἔχὴ νου̃ ὁ
λογος μας, πρεπει να ισχυριζώμαστε απ” τὸ κοινὸ τῶν πάντων,
καθὼς από τὸν νόμο ὴ πόλι, κι ακόμα ἰσχυρότερα». Αἰσθανόμενος
όμως ότι πρέπει να αἰτιολογὴσῃ τὸ παράδειγμά του, προσθέτει:
«Διότι οἱ νόμοι οι ανθρώπινοι όλοι, από τὸν ένα τρέφονται, τὸν
θεῖο», χωρὶς ὡστόσο να διευκρινίζη ἐὰν ὴ έπεξὴγησι αφορα τὸ ὅκω
σπερ τὸ ξὺν νόῳ λένοντας. Μιλάει για τοὺς νόμους για τὸ ζυνον ὁ
24 ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ
±Η Ι ‹Ο « 4 # | ι ι 8
ρακλειτος, συνετος αναγνωστης κομπιαζει μπροστα στο ι
φορούμενο. Κατα τὸ παράδειγμα, η πόλι ίσχυρίζεται από τὸν νόμο·
, Ϊ Η Ι ? Ϊ | ΙΝ Ϊ
τρεφόμενοι απὸ τον θειο νομο, οι ανθρώπινοι νομοι της επεξηγησε
, Ἄ θ \ \ Ϊ ` \ |
ως αντιστοιχούν σ αυτους που θελουν να μιλουν με νου. Προκειται
, : . τ· :
για αθώα ασάφεια αραγε,
ΩΗ αρχη τοῦ αποσπάσματος, όπως ξέρουμε, πραγματεύεται τα
δεδομένα ἑνὸς ἐννόου λόγου· ακολουθεῖ ένα επιχείρημα για να την
στηρίξη, αλλα τὸ επιχείρημα αὐτὸ παρουσιάζει τὸ εξης χαρακτηρι
στικό: αναφέρεται στην φύσι τῶν πραγμάτων που συγκροτούν αύτα
τα δεδομένα. Με τὸ δεύτερο μέρος του̃ αποσπάσματος, τόνος καὶ
τόπος τοϋ λόγου αλλάζουν: ἐκεῖ παραίνεσι, έδῶ καταφασι· ἐκεῖ η
ενότητα της πόλεως, ἐδῶ η συνοχη τοϋ κόσμου. Δὲν εἶναι τὸ δεύτε
ρο μέρος τοῦ αποσπάσματος τὸ ὁποῖο έξαρτᾶται απὸ τὸ πρῶτο,
αλλα τὸ αντίστροφο· καὶ δὲν εἶναι σχέσι της πόλεως καὶ του
Ϊ \ Ὁ | \ ἔ | Ἱ Ἡ Έ | Ν ι π
νομου που ενδιαφερει τον Ηρακλειτο, αλλα η σχεσι των ξυν νοῳ
λεχόντων μὲ το ξυνόν. .Η σχέσι της πόλεως καὶ τοῦ νόμου φωτίζει
\ | Ν # Ι Ρ Η ἕ | Ἱ\ 'Ξ' Ι|
το νοημα του λεχειν ξυν νοῳ. Οπως η πολι δεν ειναι αθροισμα
ατόμων αὐτὸ εἶναι σίγουρα στρατόπεδο συγκεντρώσεως, αλλα
κατα κανένα τρόπο κοινότης ανθρώπων, όπως η κοινωνικότης
έγκειται στην σχέσι τοῦ ανθρώπου με μια τάξι ποὺ δεν ένυπάρχει
στο άτομό του, ἔτσι καὶ η αληθινη πνευματικότης δὲν εξαρταται
απο μια γνῶσι η ὁποία αναφέρεται στα πράγματα, αλλα απὸ
άνοιγμα στην ἑνότητά τους. Μια σχέσι τριῶν, αὐτὸ θεωρεῖ ὡς
πνευ ατικότ τα ὁ ”Η άκλειτο καὶ ειναι τὸ νό α.
μ
, | 'πε 3 #ν Β. | | `
Στην ιδεα του ισχυρισμου, του πρωτου μερους, το δεύτερο
μέρος του αποσπάσματος προσθέτει την παρομοίωσι της τροφῆς
(τρέφονται). .Ο είδοποιημένος αναγνώστης δεν θα έχαρακτηριζε πο
τὲ ανεπιφύλακτα αύτη την εὶκόνα ὡς ρητορικὸ ξεχείλισμα. Ξέρει
καλα αυτό ότι τὸ π οσωνύ ιο Σκοτεινό δεν δόθ κε άνευ λό ου
Ἱ
\ { | Έ, ( Ϊ \ ἸΪ Ἑ| ? Ἱ , Ϊ
στον Ηρακλειτο κι οτι η σκεψι του δεν εχει οχι απο ιδιοτροπια
αλλα απο βαθύτητα την προφάνεια του κοινού νού.
Οί ανθρωποι που θέλουν να ἔχη νου ό λόγος τους ἐπικαλοὔνται
την βοηθεια του̃ κοινοὔ τῶν πάντων, ένῷ οἱ πόλεις ίσχυρίζονται
από τὸν δημιουργό τους καὶ φύλακα νόμο, τρεφόμενο, ὡς ανθρώπι
νο, απὸ τὸν ένα νόμο θεῖο καὶ μόνο. Το ἱσχυρίζεσθαι μᾶς μεταφέρει
απο τὸν πληθυντικὸ τῶν ανθρώπων στην ενότητα τοῦ παντός· μὲ το
2 β Ϊ \ θ | _ 9 \ \ θ ` Ν { \ Ν
τὶ
οκ
τρεφσνται συμ αινει το αντιστροφο: απο τον ενικο του ενος περνου
\ \ | Ἱ \ \ | , 3! Π?
με στον πληθυντικο του πληθους. Αυτο το πηγαιν ελα εχει σημα
σία° περιγράφει την σχέσι τῶν πραγμάτων καὶ του ενός, ύψώνοντάς
την σὲ κανόνα ύπάρξεως. ὶΗ σχέσι μεταξυ ανθρωπίνων νόμων καὶ
Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΕΙΤΟἹ' 25
θείου νόμου δὲν αναπαράγει στὸ κοινωνικό πεδίο την σχέσιη ὁποία
διαμορφώνεται ἐπὶ ὀντολογικοῦ έπιπέδου μεταξυ λόνου καὶ όντων,
Στὸ απόσπασμα ίθ8 (ὁκόσων λόνους ἠκουσα, οὺόεὶς άιρικνεῖται ἐς τοῦ
το, ιὅστε νινώσκειν ότι σοςοόν ἐστι πάντων κεχωρισμένον), ὁ (Ηρακλειτος
βεβαιώνει τὸ κεχωρισμένον της μίας καὶ θείας Σοφίας (βλέπε καὶ
1 ν σ ι ι υ ι ι : 7 κ κ
το αποσπασμα 32 στην σελιδα ίδ) απο τα πραγματα για την
ὶεραρχικἠ τους σχέσι κάνει λόγο τὸ απόσπασμα ἔιί (βλέπε στην
σελίδα 22) τα αποσπάσματα ίθ (συνόιριες όλα καὶ οὐχ όλα, συμφερό
μενον ὀιαφερόμενον, συναόον ὁιαὀον, καὶ ἐκ πάντων ἱὲν καὶ ἐξ ἑνὸς πάντα)
καὶ θ7 (ό θεὸς ἡμέρη εὐφρόνη, χειμτὸν Θέρος, πόλεμος εἰρήνη, κόροςλιμός.
ἀλλοιοῦται όὲ ὅκωσπερ (πῦρ›, όπόταν συμμινῇ θυώμασιν, ὀνομόζεται
καθ” ἡδονὴν εκάστου) δὲν αφηνουν καμμία αμφιβολία ότι η κοσμικη
ταξι εἶναι έργο της θεότητος. Πῶς όμως η Σοφίακυβερνα, αὐτὸ θα
τὸ π” τὸ απόσπασ α Μέι καὶ θα τὸ έκ άσ ” πα ο οίωσι τό
. Ϊὶ
Ν | Ν ~ \ | # Ό | ἱ
τροφης. Θρεμματα του ξυνου, τα πραγματα (παντα) υπαρχουν ως
κόσμος· η συνοχη τους είναι έργο της αρμονίας καὶ τοῦ μέτρου
(λόγος ξυνός), αρμονίας καὶ μέτρου που έρχονται ὡστόσο απ” έξω.
Πάντα σημαίνει πάντα τα ἐόντα (τὸ κάθε τι) καὶ δηλώνει τὸν χὥρο της
ἔ | Ϊ \ \ ἔ Ν ` | | , ` Ϊ · Η Ἱ
υπαρξεως απο τον οποιο δεν ξεφευγει τιποτε, αλλα ο οποιος δεν
είναι έν. Τὸ ἔν δὲν ανηκει στα πράγματα· εἶναι η ταξι (κόσμος) καὶ
θ ` Ά \ | Ϊ | Η
η ομορφια (κοσμος) που στεφανωνουν τα πραγματα, τα όποια κυ
βερνα ὁ κεραυνός. 'Η ἑνότης είναι χάρισμα τοϋ ενός, ποὺ δὲν ταυτί
ζεται μὲ τὸ Εἶναι, χωρὶς πάντως να ὑπαρχη κι αλλιῶς. .Ο χὥρος
της ἑνότητος τῶν αντιθέτων βρίσκεται πια μακρια μας: από την
έσι ετα ὺ τῶν π α άτων καὶ τΝ ενότ τό των λιστ ίσα ε
Ἱ
ανεπαίσθητα στην σχέσι μεταξὺ τῶν πραγματων καὶ του̃ προξένου
αὐτης της ἑνότητος, μεταξὺ της τάξεως του̃ Εἶναι καὶ τοῦ θείου
που την χαρίζει. Ἐὰν όμως η ένότης τῶν όντων καὶ ὁ παράγων
αὐτης της ἑνότητος δὲν εἶναι τὸ ἴδιο, έαν δεν εἶναι τὸ θεῖο της
τάξεως του̃ όντος, τότε μὲ ποιόν τρόπο υπάρχει καὶ πῶς συλλαμ
βάνεται;
(Ο .Ηρακλειτος απαντά:
κρατεῖ γὰρ τοσοῦτον όκόσον ὲθέλει καὶ ἐξαρκεῖ πιι̃σι καὶ περινίνεται
(γιατὶ τὸ κράτος του εἶναι όσο τὸ θέλει καὶ για τα παντα
έπαρκεῖ καὶ τα υπερβαίνει),
άπαντα δηλαδη καταφασκοντας την θειὀτητα του̃ θείου. Εἶναι
τελευταία του λέξι, τὸ θεμέλιο καὶ τὸ πληρωμα όλων όσων έξέθεσε
στους δύσκολους λόγους που μίλησε για τοὺς ξὺν νόῳ λέγοντας, τὸ
ξυνὸν πόντων, τους ανθρωπίνους νόμους, τὸν θεῖο νόμο καὶ την σχέσι
τους. Πρέπει να ἑννοησωμε τὸ ξυνὸν ὡς μόνο νόμο καὶ θεῖο, συντη
Ζθ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΊἹΚΗ
ρητικὸν καθε ἑνότητος, είτε γιὰ τὴν ἑνότητα της πόλεως πρόκειται
εἴτε γιὰ του Εἶναι· πρέπει όμως επίσης νὰ λογαριαζουμε ότι ὴ
| Ϊ Ἱ .Ν Ν Ν
θειοτης του συνισταται σε τουτο: κρατει κατὰ βούλησιν, αρκει γιὰ
τὰ πάντα και τὰ υπερβαίνει (Ο (Ηρακλειτος δεν αναφέρεται πλέον
στο θείο μὲ είκόνες° στὴν τελικὴ αὐτὴ διατύπωσι τὸ προσεγγίζει
στὴν θειότητα του καὶ ἐπειδὴ ακριβῶς τὸ προσεγγίζει ὡς τέτοιο, ὁ
κοινὸς λόγος αποδεικνύεται ανίκανος νὰ τὸ ἐκφραση. Τὸ θεολογεῖν
δεν βεβηλώνει τὸ θεῖο, όπως συνέβη μὲ τον ”Ομηρο καὶ τὸν ”Ησίο
θ , ` Ι 3 | ` \ 9 | Ί'
δο· ο ευλαβικος λογος ονομαζει και δεν ονομαζει, ειναι αὐτὴ ὴ
| ) Ι Ν 7
ταλαντευσι (ανχιβασιη) του αποσπάσματος ἸΖ2, ὁ χρησμὸς που
9 ε ›ι 7 ι ~» ± ¬ › _ ›ι Ι
(απ. 93: ο αναξ, ου το ,ιιαντειον εστι το εν Δελφοις, ουτε λεχει οὔτε κρὐπτει
ἀλλὰ σημαίνει) δεν φανερώνει τίποτε, δεν κρύβει τίποτε, αλλὰ λέγον
τας κρύβει και λέει αποκρύβοντας. Θεολογῶ σημαίνει μιλῶ τὴν
γλῶσσα της Πυθίας πού, όπως ὴ Σίβυλλα τού αποσπάσματος 92
(Σίβυλλα μαινομένῳ στόματι αχέλαστα και ἀκαλλώπιστα καὶ αμύριοτα
ι ι › Ν ο Ν Ν Ν „ ς ,
φθεγγομενη χιλιων ετων εξικνειται τη φωνη δια τον θεον), «λέει μὲ
Ἡ λ | |
το μανιασμενο στομα της λογια σκληρα, γυμνὰ κι αγέλαστα, δια
ι ι ι ι ι ι ι ι \ \ \
περνωντας τις χιλιετιες| με την φωνη της, χαρι στον θεο που την
\ |
εμπνεει», σημαινει δεξιωνομαι την θεια μεγαλειότητα σὲ μίαν αδυ
ναμία, τρἑμω καὶ τρέμουν μα αὐτὸ τὸ δἐξιμο, προφητεύω.
Τὸ θεῖον ἐξουσιαζει απεριόριστα (κρατεῖ ὁκόσον ὲθἑλει), χωρὶς
νὰ ἔχη τίποτε κοινο με τὴν τυφλὴ δύναμι, διότι τὸ κρατος του
ἔρχεται απο μία θέλησι. (Η ύποταγὴ των θεῶν της παραδοσιακης
| \ ) | \ Φ | Ἱ ἰ
θρησκειας στην Αναγκη, δεν υπαρχει στον Ηρακλειτο. ,Αλλα το
θεῖο δεν εἶναι μόνο δύναμι, εἶναι αὐταρκεια ἐπίσης καθεαυτὸ κι
ἐπαρκεια (ὲξαρκεῖ) γιὰ τὰ όντα, γενναιοδωρία που επιτρέπει νὰ
διακρίνωμε τὸ αληθινό νόημα της υπερβολὴς (περινίνεται) του:
υπερβαίνοντας όλα, τὸ θεῖο ἐξουσιαζει καὶ μεριμνα γιὰ το πᾶν.
Καμμία ὁμοιότης με τοὺς θεοὺς της καθιερωμένης θρησκείας, τίπο
τε το κοινο μὲ τὶς εἰδωλολατρίες τὴς ἐποχῆς του! Θὰ ἔπρεπε μὴ
{ εν σω
πως νὰ υποθέση κανείς, κατὰ το προηγούμενο των Πατέρων της
› ι ι › ι Ν ›
Βκκλησιας, καποια «ευαγγελικη προπαρασκευη», ”Ασφαλως όχι.
Θ \ Ί' Η |θ | \ | ` | Ν Έ Ϊ
α ειχε ομως κα ε δικιο να διακρινη στην σκεψι του Ηρακλειτου
ἕνα απὸ τὰ πρῶτα σκιρτηματα τού φιλοσοφικου̃ μονοθεϊσμοῦ τῶν
ἔ | \ Ϊ | Η 3 Ν θ
Ελληνων, που τοσο συνεβαλε, εξι αιωνες αργότερα στὴν γἐννησι
7
τοῦ χριστιανισμού. Το απόσπασμα θἶ αφηνει καθαρα νὰ φανῇ ότι ὁ
'Ηρακλειτος δὲν ἔχει κατὰ νου ἕνα θεο ἐπιφανιο° είς τὶς μεταφορὲς
θ υσ Ἄ Ν
καὶ τὶς εικόνες των αναφορων του σ, αὐτὸ τὸν θεό, δὲν διαγράφον
ται οἰ γραμμες ἑνὸς σώματος, που ὑπὸ τὸ ἔνδυμα της παντοδυναμί
Ηὶ Ν Ἰ | \ εν ` Ν | Ἱ
ας η της αθανασιας θα περνουσε για θειο. Πανισχυρος, αρκετὸς
Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΕΙἹὉΥ 27
ἀπολύτως καὶ γενναιόδωρος, φύσις υπέροχη καὶ δεσπότης προστά
της, ὁ θεὸς τοῦ .Ηρακλείτου δίνεται μόνο στὰ ἔργα του μαρτυρί
ες πραγματικότητος της δικης του ὰπουσίας, ἔργα ποὺ καλοὔν
στὸ ἔργο τὸν ὀίνθρωπο, ἔργο που κάνει διάφανη τὴν ἀπουσία. ‹‹ ,Εὰν
δεν ἐλπίζῃς, δεν θὰ βρης ποτε τὸ άνἐλπιστο, ὰνεξερεύνητο καὶ
Ώ | ` Έ' | Έ ( | , 1 Ι Η 5!
απροσιτο που ειναι», λεει ο Ηρακλειτος (απ. Ἰ8: εαν μη ελπηται,
α̃νέλπιστον οὐκ ὲξευρήσει, ἀνεξερεύνητον ὲὸν καὶ ἄπορον). Το θεῖον είναι
«ἀνέλπιστο», όχι γιατὶ δεν θὰ δοθη ποτὲ στὸν ὰνθρωπο, ἀλλὰ διότι
{ 9 Ϊ ` .Ϊ \ | )| Ἱ ?
η επικαιροτης του θα ειναι για μας παντα αινιγμα. «Το βαθος του
Εἶναι (φύσις) ὰγαπὰ νὰ κρύβεται» (ούσις κρύπτεοθαι φιλεῖ). Αύτὸ τὸ
\ ” Ϊ 3| Ν Ἱ Ϊ | | Ω
κενο ομ
άναμονὴ ε
Θ
ι¬ια̃ι̃
<
Ρ
Ο ανθρωπος μπορει να το γνωριση περιμενοντας. Η
ι η εμπειρία τοῦ υπερβατικού χαρακτῆρος του θείου, ὴ
Ν Νε:
εμπειρία της αἰωνιότητος διὰ του χρόνου του εργου. 'Ο ἄνθρωπος
γεμίζει τὴν ημέρα καὶ τὴν ὰνανεώνουν τὰ ἔργα του· ειναι κι αὐτὸς
σὰν τὸν ὴλιο του ὰποσπάσματος θ (ήλιος νέος ὲφ“ ἠμἑρῃ ὲστίν) «νέος
κάθε μερα» καὶ τὸ καινούργιο του είναι μία νεότης καὶ ἕνα ξεχείλι
θ Η 5 Ι Έ” ΓΙ \ Ἱ | \ Ϊ | Κ
σμα. ‹‹ Η υπαρξι (αιων) ειναι ενα παιδι που παιζει με τα ζαρια· η
βασιλεία ἀνηκει τοῦ παιδιου» (ἀπ. 52: αῖών παῖς ἐστι παίζων, πεσσεύ
ων· παιὁὸς ἡ βασιληίη). Το αἰώνιο παιδὶ του̃ .Ηρακλείτου δεν υπομέ
νει τὸν χρόνο· χρόνος του εἶναι ὁ χρόνος του ἔργου. ”Ο άνθρωπος
ὁφείλει νὰ ξηση τὸν χρόνο του ἔργου σὰν αὐτὸ τὸ παιδί, όπως
, | \ Ϊ κ # Ἱ \ Ν | \ \ Ϊ
οφειλει να μιλαη ξυν νοῳ και να δρα συμφωνα με την βαθύτερη
οὐσία (ὅιαιρέων κατα φύσιν) τοῦ Εἶναι, ἀπό όπου τὸ ἀνεύρετο γνἐφει.
7 \ ί'| Ι \ \ } | | | 6' |
Εαν ολα γινωνται κατα την θεια θελησι, τοτε ποθος του θειου
είναι ὁ τρόπος που ὁ ἄνθρωπος άναλαμβάνει τὸ βάρος τηςκαταγω
Ν Ώ \ #| Ι \ 'Ϊ θ | Ε
γης. Επειδη ομως η καταγωγη ειναι απεριγραπτη, η δημιουργία
ἀποκαλύπτεται μοναδικός μας προορισμός καὶ ύφη μας τὸ δρα̃μα:
Θ | \ 3! Θ \ Ώ Η
ειοτης στον αν ρωπο, θα αποφανθη ὁ Ἱἰράκλειτος στο ἀπόσπα
σμα ίίθ, εἶναι ότι μπορεῖ νὰ θἐλη (ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων).
Ι | !| Η ἔ | Ό Ἡ `
Θα μου προσαψουν ισως οτι οι σκεψεις αυτες πανε πολυ μα
ϊ \ Η | Ξ Χ Ι Χ | Χ Χ
κρια και οτι βρισκονται μαλλον εκτος τοπου και χρονου. Δεν θα
παραπέμψω στὰ ὰποσπάσματα, τὰ ὁποῖα
Έ
ως
Η
ὶς ερμηνείες που
ἐπιδέχονται θὰ δημιουργούσαν ὰπλούστατα ἕνα φαύλο κύκλο. Ση
Ϊ 7? ` 8 'Ν { | Ν ¦| Ν Ν
μασια εχει να αμφισβητηθη η νομιμοτης της ιδιας της μομφης.
Κάθε ἔνστασι άναχρονισμου̃ βασίζεται στὸ αίτημα μιᾶς πιστότη
Ν 7 ζ Η
τος πρὸς τὸ ρημα, αίτημα τὸ όποιον ἐνἐχει μὲ τὴν σειρά του μιὰ
, θ ` Ϊ ` \ Ν
αντίληψι χρόνου εξαιρετικα προβληματικη. Το παρον του κειμένου
καὶ τὸ παρον του̃ ερμηνευτου̃ διαχωρίζονται, η μόνη δυνατὴ δε
ἐνἐργεια συνίσταται στὴν ὰρχαιολογικὴ ὰποκατάστασι ἑνὸς άνε
κλητου παρελθόντος στὸ δικό μας παρόν. Περιττὸ νὰ τονίσω, ότι σ,
28
ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ
αυτη την προοπτικη η ἀνἀγνωσι ἑνὸς κειμένου οὔτε σὰν ίδιοτροπία
Η \ Ν
Νε Γ
θὰ μπορουσε να δικαιωθη, γιὰ νὰ μην πω ότι θὰ ηταν πρακτικὰ
ἀδιανόητη. Εἶναι περιττό όμως έπίσης νὰ σημειώσω, ότι χωρίς τὸ
\ ` \ Ι Ώ \ Έ
παρελθον το παρον νεκρωνεται. Εαν υπἀρχῃ χρόνος, αὐτὸ δὲν
σ Ν σ : Ν
__
οφείλεται στην επαναληψι του παρόντος ηἑπανάληψι προυποθέ
π Ι θ: ν ι 8 | π Ν ι φ ±
τει αλλωστε μια ελησι αλλα ιοτι εργο του παροντος ειναι η
καρτερία τοῦ παρελθόντος στὸ μέλλον τὸ ὁποῖο προετοιμάζει. ΦΟ
, Ϊ \ | ` , | , Ϊ \ Ἱ | κι
αρχαιολόγος που διαστελλει το αντικειμενο απο τ ν ενε εια του
| Π Ἱ 3 | ` \ θ Ϊ γ]#`# \ρ.Υ
πνευματος ερχεται σε αντιφασι με τον εαυτο του. Πωςνα διατηρη
Ν \ \ Ϊ \ Ρ|
Ι οω
θη το παρελθον εις το παρόν, οταν το παρον εἶναι η πρόθεσι της
› : Ι ι
επικειμενης διατηρησεως, Το κείμενο, βέβαια, δεν λέει ὁτιδηποτε,
δεν λέει ὥστόσο οὔτε καὶ κάτι. Στὸ γραπτὁ ‹‹μιλξι›› μόνο τὸ νόημα
ένος λό ου είπω ένου Αὐτὸ δεν θὰ π” πὼ ὁ δ ' ' ' '
Υ ΐμ ,
η ε ημιονεγοει η εποχη
του κτλ., μας ειναι αδιαφορα, αλλα οτι μνημειωμένα στὸ κείμενο
συγκροτοῦν έναν παλλόμενο κόσμο με τὸν ὁποῖο ὁ δικός μας συνδι
αλέγεται καὶ μέσα στὸν ὁποῖο δοκιμάζεται. Ζητῶ τὸ νόημα ένος
ἀποσπἀσματος
του̃ (Ηρακλείτου δεν σημαίνει ότι προδίδω την
ίστορικη πραγματικότητα με την ὁποία συνδέεται, ἀλλὰ ἀντιθέτως
ιν υ : ι 2 ι › κ Ν κ ι ς ὰ
οτι αναγνωριζω πως η πραγματικοτης αυτ ζ και πως υπα ει
δυνἀ ει "Οτι _ ἀναζίτ σι ίνεται ` τὰ ί η ηὰ δ θέ Ξχ
μ . η η η γ με αμεσα που ια ετουμε ειναι
Ι «Ι κ 1 7
Ν
προφανές·
οτι τα μεσα αυτὰ θὰ ηταν δυνατόν νὰ μας κάνουν νὰ
Ν ` Ψ | | \ Ἱι
παραλογισθουμε
δεν ειναι καθολου βε αιο. Θα ταν πα αλο ι
: : 'ί # ι β ι κ η ι Νρ ι Υ
σμος, δηλαδη, να χαρακτηρισωμε
υπερβατικο τον θεο του Ηρα
κλείτου καὶ νὰ ἐπιχειρησωμε νὰ τον σκεφθοῦμε ὡς τέτοιον, (Ο
ὁΗρἀκλειτος ἀγνοοῦσε ὁπωσδηποτε την λέξι «ὁπέρβασι», ἀλλὰ εἶ
| Ϊ Ϊ Η \ } | \ , \ ·
χε σιγουρα την διαισθησι οτι στον κοσ ο ασιλευει ια α
4 : υ |θ κ κ 0 θα̃ Ν μ β | μ η
οποια, αντι ετα με τις υπο εσεις των προηγουμένων φιλοσόφων,
διαφέρει καὶ ξεχωρίζει (βλ. ἀπόσπασμα ίθθ στην σελίδα 25) ἀπὸ
Ἡ | Ν Η Ρ? .Ϊ Ν
υω
το συμπαν της υλης, οπου ειναι παρουσα ὡς ταξι. Χρησιμοποιουμε
` ?| θ Ι \ \ Ἱ | Χ
τον ορο «υπερβασι» για να εννοησωμε αυτη την ἀρχη, όχι ἐπειδη τὁ
| Ν· Ϊ |
κειμενο του Ηρακλειτου παραπέμπει σε έναν κόσμο ἀποκλειστικὰ
| Ϊ \ | ξ Ϊ , Ν \ Ἱ Ἰ | \
δικο του, αλλα διοτι ο λογος του αποτελει μια δυνατη απαντησι σε
κάτι που μα̃ς βασανίζει. Δεν ὑπἀρχει κατανόησι κειμένου που νὰ
μην εἶναι αυτογνωσία. Κατανοοὕμε, ἄρα, στον ὰΗρἀκλειτο όχι τὰ
ὁλικὰ καθέκαστα που συγκρατοῦν την ἀρχη του ἀλλὰ ἐκεῖνο το
Ἱ
ὁποῖο στὸν λόγο του συγκροτεῖ τὸ σημεῖο συναντησεως τοῦ δικοἰὅ
του κόσμου καὶ του δικοῦ μας. Γι, αὐτὸ όνομἀζω «ὁπέρβασι» την
Ἱ \ Ν | \ θ Ἰ \ ` \ Ώ
αρχη του Ηρακλειτου και γι αυτο δεν τον προδίδω. Στον όρο
θ θ } \ } Ώ
«υπέρβασι» αναπνεει μια διαισθησι αρχέγονη, χωρισμένη ἀπὸ το
\ Ν | | ` ( ,
γεγονος της γεννησεως της· δεν εἶναι η αρχη η «ὑπέρβασι», είναι η
Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΕΙἹὉΥ 29
ἀναπαραγωγη της. “Η ἀρχη παρουσιάζεται καὶ τελειώνεται στην
ἀναπαραγωγή της. Εἶναι μάταιο συνεπῶς νὰ περιμένῃ κανεὶς μιὰ
έπανάληψι στην ἀναπαραγωγη, γιατὶ προτοὕ γίνη μέσον η τελευ
| Ύ 3! Χ 3! \ Ι ΰ \ Ο! Ἱ Ω |
ταια ειναι εργο, το ανοιγμα στο μελλον απο ενα παρελθον υφασμε
νο μὲ νόημα.
”Ας ξαναπιάσουμε ὅμως τὸ διάβασμα. ”Απὸ τ
Μό μάθαμε ὅτι τὸ ξυνὸν εἶναι έργο του̃ θείου κι ὅτι τ
οι
ο ρ.
(ηἔ Η
ο`
Ο
πασμα
ργο αυτο
| \ ,ξ| Ν Ε? , Ἱ \ Θ Ν Ἱ Ἱ 8 Ϊ
σημαινει την ε αρτησι του ιναι απο το ειον και την ιαφορα
\ | \ Ἱ' \ Ἰ | 2 θ\ 8 Ι \ |
μεταξυ θειου και Ειναι. Το αποσπασμα α ειξη τις συνεπειες
αὐτοῦ τοϋ μαθηματος καὶ θὰ τὶς ἀντιπαραθέση στην άμεση ἀνθρώ
πινη πραγματικότητα:
διο δεῖ ἔπεσθαι τω̨̃ /ζυνῷ.] τοῦ λόνου ὁ'
ων.
Όι
Ώ
τος ξυνοῦ ζωουσιν οι
πολλοὶ ώς ἰδίαν ἔχοντεςφρόνησιν (γι, αὐτὸ πρέπει νὰ υπακούωμε
\ Ϊ ¶\ \ Ϊ Ι | Έ \ Ν· `
στο [κοινο.] Αν και ο λογος εἶναι κοινος, οι πολλοι ζουν σαν
Ο.
Χ
νὰ ἔχη τον νου του αθένας τους).
, ) | ,
Το απόσπασμα αρχιζει επιτακτικά: πρέπει νὰ ὑπακούωμε στο
κοινό. (Όπως προκύπτει ὅμως ἀπὸ την παρουσία τοῦ συνδέσμου
ὀιό, η ἐπιταγη αὐτη ἔχει εὶσαχθἦ ὡς επακόλουθο μίας γενικωτέρας
προτάσεως, η ὁποία καταφάσκει την θειότητα τοῦ κοινου̃ ¬ την
| \ τν Ϊ | { \ | Ν |
θεσι δηλαδη του αποσπάσματος Μέι. Η στενη σχεσι των δυο κει
μένων, έδωσε την ευκαιρία στους ἑλληνιστὰς ποὺ ἀναζητου̃ν την
εω Ν ( Ώ
ενότητα των ἰποσπασμἀτων του Ηρακλείτου, νὰ εἰκἀσουν ότι
συνἀπτονται. ατὰ πόσον η είκασία αυτη ἀνταποκρίνεται ὅχι
στην πραγματικότητα ἔχει μικρη σημασία· τὸ οὐσιωδες εἶναι ὅτι,
Ή Ἡ | Β | Ι \ \ Ἄ | \ Ι
κι αν ακομη η καταστασι του κειμενου δεν θα μας επιτρεψῃ ποτε να
ἀποκαταστησωμε μία ἑνότητα η τουλάχιστον νὰ σιγουρευτουμε
πὼς κάποτε ὑπηρξε, οἱ στοχασμοί του εἶναι παρόντες στὰ ἀποσπά
σματα. Ἐὰν συνεπῶς διαβάζωμε τὸ ἀπόσπασμα 2 μετὰ τὸ Μέι δεν
εἶναι γιὰ νὰ συνεχίσουμε μιὰν ὡρισμένη παράδοσι, ἀλλὰ γιὰ νὰ
ἐμβαθύνουμε στὸ ερώτημα του̃ ξυνοῦ ὑπὸ τὸ φῶς της σχέσεως τῶν
δύο ἀποσπασμάτων. Πρέπει νὰ ὑποτασσώμαστε στὸ ξυνὸν γιατὶ
εἶναι ὁ θεῖος νόμος. Το μαντεῖο τῶν Δελφῶν δὲν συνιστοῦσε έπίσης
ὑπακοη στὸν θεὸ (θεοῦ ἕπου);
(Ο ”Ηρἀκλειτος δὲν ἀναφέρει σὲ τί συνίσταται η ὑπακοη του
ἀνθρώπου στὸν θεό· ἀφηνει τὸ ζητημα ἀναπἀντητο, χωρὶς ὡστόσο
νὰ διακόψη την σκέψι του. ‹‹`ὶΑν καὶ ὁ λόγος εἶναι κοινός», προσθέ
τει εὐθὺς ἀμέσως, «οὶ πολλοὶ ζουν σὰν νὰ ἔχῃ τον νου του ὅ καθένας
τους». Τί σημαίνει αὐτὸς ὁ ἑλιγμός; Θὰ ηταν ἀτοπο νὰ υποστηρί
ξωμε ὅτι πρόκειται γιὰ έπιδέξια ἀνατροπη τῶν παραγγελμἀτων
της ἐπίσημης θρησκείας εἰς ὅφελος ἑνὸς λόνου θεοῦ. ”Η άρχη του
» Ρ
ξὅθ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΊἹΚΗ
θ | Ϊζ νδ | δ \ ( Ιθ ,δ|
αποσπασματος στηρι εται η η στην, εκτη υποτι εται, ι εα μιας
θεότητος διαφορετικης άπο τοὺς θεοὺς της καθιερωμένης θρησκεί
ας: το απόσπασμα ί βεβαιώνει πὼς όλα γίνονται κατὰ τον λόγο
μέτρο, ποὺ είναι κοινος παντοὔ, καὶ το απόσπασμα ίίἔι είδοποιεῖ
ότι αὐτοὶ ποὺ θέλουν νου̃ στον λόγο τους πρέπει νὰ προσφὺγουν στο
| Μ\ „)\)\ λ| ( Ἱδ| ἶ ` | θ Ν· Η ι̃ἰδ · θα̃ \ Κ
ξονον. ε α α ογια η ι εα ενος νεου εου εχει η η ριχ η και η
ὺπακοη στον θεο αὺτὸν προδιαγράφεται μὲ τοὺς όρους ἰσχυρίζεσθαι
\ Ρ _ Ω ( | ` \ Ψ Ι | \ Ϊ
και ομολονειν. Ο Ηρακλειτος δεν θα ειχε κανενα λογο λοιπον να
Ϊ | ) Ή \ \ , Ι §\ ` „ \ 7 Ϊ \ {
επανελθη σ αυτη την ιδεα, αν δεν ενοιωθε την αναγκη να ολοκλη
| \ | \ \ Έ' Ϊ Ι \ Έ Ν Ϊ
ρωσῃ την σκεψι του και δεν ειχε την προθεσι να οδηγηθη στις
| | | | ` \ 9 | |
συνεπειες της. Κανενας καινουργιος θεος δεν επιβάλλεται θεσπι
ζοντας την ὺπεροχη του ὡς προς τοὺς ἄλλους θεοὺς καὶ ορίζοντας
ὰπλῶς ὡς ὺπακοη την στάσι τῶν ἀνθρώπων ὰπέναντί του. Δὲν
ὺπάρχει θρησκεία ἐκτὸς της ὰπορίας τοῦ κακου̃ καὶ το κακο εἶναι
\ \ Έ | ἕ Υ \ Ν 3 θ | \ 2
για τον Ηρακλειτο η ανυπακοη των αν ρωπων στον λογο.
άπόσπασμα 2 η ὰνυπακοη στον λόγο .εμφανίζεται ὡς χωρι
σμος και ο χωρισμος ονομάζεται: ἰδίαν, ἰδιαίτερη στον καθένα. Γιὰ
\ ί | \ 'Έ' Ϊ | \ | \ < Ϊ Ν Ϊ
τον Ηρακλειτο το Ειναι υπαρχει σαν ταξι και η ταξι νοειται μονο
σὰν συνοχη καὶ συνάφεια. Κεχωρισμένη εἶναι η άρχη του̃ παντός, ένῷ
στον κόσμο, το έργο της, ο χωρισμος καταργεῖται. ”Ο χωρισμος
τῶν όντων ειναι συνώνυμος της διαστροφης _ η ὰκοσμία του̃ κό
σμου. Διεστραμμένοι εἶναι αὺτοὶ ποὺ ζου̃ν «σὰν νὰ εἶχε τον νοὺ του
ο καθένας τους», καὶ ἄλλοι ἐπίσης, έκεῖνοι οί παλαιοί, ποὺ άπο
κάποια ὡρισμένη ἀ(προσδι)όριστη άρχη δημιουργοὺσαν μιὰν
ὰπειρία πραγμάτων καὶ κόσμων προωρισμένων νὰ φθίνουν. ,Ελάχι
στοι διαφεύγουν τὶς λοιδορίες τοῦ (Ηρακλείτου και εἶναι οἱ ἄριστοι·
αὺτος ὅμως ο μικρος άριθμός, ἀρκεῖ γιὰ νὰ φέρη στο φῶς καὶ την
φύσι του̃ κακοὺ καὶ το μυστικο της τάξεως του̃ κόσμου.
) ( ( "Ο Χ 'Ϊ
Τὰ πράγματα έχουν λοιπον ως εξης: Το ξυνον ειναι η άόρατη
κοινωνία τῶν όντων και η αίτία της, η ενέργεια μιᾶς ἀρχης ποὺ
διαπερνά ἀδιακρίτως τοὺς πάντες καὶ τὰ πάντα, ένῷ έλάχιστοι
μόνο την ὰναγνωρίζουν καθ, ἑαυτην. (Η άναγνώρισι του̃ ξυνοῦ δεν
." .Μ ,| Η \ | ~ ! Σ! | \
εχει την καθολικοτητα του ξυνου του ιδιου· οι ανθρωποι, λεει με
ἀποστροφη ο ”Ηράκλειτος στο ἀπόσπασμα 29 (βλ. σελ. ί8), έκτος
3 | \ | κι
άπο σπάνιες εξαιρεσεις που διαλεγουν το έν εναντίον του πληθους,
χορταίνουν την πεῖνα τους σὰν ζῷα. (Η ἀναγνώρισι καὶ η ὺποταγη
στο ξυνον ὰποτελεῖ την έξαίρεσι και όχι τον κανόνα· εἶναι ένα κα
τόρθωμα ποὺ μόνο οί ὁίριστοι μποροῦν νὰ έπιτελέσουν. ”Η ἀηδία
καὶ η περιφρόνησι ποὺ χαρακτηρίζουν την στάσι του προς το πλη
εἴν ` | Ν | .Π ? Ϊα
θ δ ι αι κα ποι πνευ ατο κλειστ τα εω ιδ ολο ι υ
Μ
εἴ
ιο
Ν ο Ν
Η ΜΟΥΣΙΚΗ ἹὉΥ ΗΡΑΚΛΕΙΊὉΥ
οι
>)
>|
Ωω
σκ
Χ
σικης επιλογης, ρηξι αγανακτησεως εν
8 ` \
απαθ π οστα στ
|
ς καταστ ο ὲς ποὺ συσσω ε
ο
ιΙ`ι
το
ο
Η
3ί
οῖος δεν μένει
Η Ι| Χ
Ουν α νθία Και ηἔ μ· Ρ Ε Ρ Φ Ρ υ η Υ
θ , Ϊ .Ν , θ | {Υ) | αν ` Έ `
η απληστια των αν ρωπων. παρχει συνεπως μια ηρακλειτικη
«ὴθικη». Θὰ ὴταν ἀδόνατον νὰ μὴν χρησιμοποιησωμε
αυτό τὸν όρο,
έστω κι άν έπρεπε νὰ τεθῇ ἐντὸς εἰσαγωγικῶν. ΩΗ ηθικὴ αὐτὴ
βέβαια έπεται, δὲν προηγείται της ὀντολογίας, όπως συμβαίνει μὲ
τὸν Σωκράτη, καὶ οπωσδηποτε δεν τὴν ξεπερνά τὴν συμπληρώνει
ὡστόσο κι αὐτὸ έχει τὴν σημασία του, γιὰ όποιον θὰ ὴθελε νὰ
7 Ϊ \ Ϊθ \ | \ δ! Ϊ Ή | Ϊ δ
εξεταση κατα βα ος το νοημα που ινει ο ρακλειτος στην ανυπα
κοὴ του ἀνθρώπου πρὸς τον θεό. Ἐὰν ὁ ἄνθρωπος χάνη τὸν δρόμο
του, αὐτὸ δὲν θὰ πῇ ότι πέφτει θὔμα ἑνὸς πεπρωμένου ὰναπότρε
πτου, άλλὰ ότι ἐπιλέγει κακά. Στους ἀρἰστους του άποσπάσματος
29 Κ { Ν , | Ω ~ \ Ε| Ο { | ,
, οι οποιοι επιλέγουν (αιρευνται) το εν, ο Ηρακλειτος αντιπαρα
θέτει (ἀπ. ί2θα: μὴ ὲπιλοίποι ὑμα̃ς πλοῦτος Ἑφέσιοι, ἴνῷ ὲξελένχοισθε
πονηρευόμενοι) τὴν άπληστία τῶν συμπατριωτών του και τὴν ἐπιθυ
μία (ὲθέλουσι) της θανάσιμης πλησμονης τῶν ἀνθρώπων του άπο
σπάσματος 20 (γενόμενοι ζώειν έθέλουσι μόρους τά ἔχειν, μᾶλλον δὲ ἀνα
παύεσθαι, καὶ παῖὅας καταλείπουσι μόρους γενέσθαι). Τόσο στὴν μία ὅσο
και στὴν άλλη περίπτωσι πρόκειται γιὰ έκλογὴ, όπου ὴ γνῶσι καὶὴ
άγνοια γνῶσι και άγνοια έφικτὲς ἐξἴσου γιὰ όλους παίζουν τον
ρόλο τους. Τὸ κακὸ δὲν διάλεξε τὸν άνθρωπο· τὸ διάλεξε ὁ άνθρω
πος. Τὸ κακὸ μπηκε στὴν ζωη μας ἐπειδὴ ὁ άνθρωπος υπάρχει
δ | "Ο \ ἔ Ι ' ` Υ \ | , Ἡ | Ἄ
ιαλεγοντας. χι γιατι η εκλογη ειναι το κακο, αλλα διοτι επιθυ
μία και έκλογὴ συνταυτίξονται και διότι πόθος τυφλὸς εἶναι ὁ πό
θος του ἀνεπιθόμητου. 'Όταν ὁ Ἱἰράκλειτος λέει (άπ. βὅ: θυμῷ
μάχεσθαι χαλεπόν· ΰ νὰρ ἄν θέλῃ ψυχῆς ω̃νεῖται) πὼς δύσκολα τὰ βγάζει
κανεὶς πέρα μὲ τὴν καρδιά του (θυμῷ), ἐπειδὴ γιὰ ό,τι θέλουμε (ἱὶ
Ν Η θα ) δ| ‹ , _ ) \ ζ Ϊ ~ | ` \
γαρ αν ε ῃ ινουμε ωνειται την ωη μας (ψυχης), βεβαιωνει με τον
τρόπο του ότι ὴ ζωὴ και ὁ πόθος εἶναι άλληλένδετα καὶ θέτει κατὰ
συνέπεια στὸν άνθρωπο τὸ δίλημμα νὰ ποθῇ τὸ έν και νὰ θεώνεται
(άπ. 25) νὰ χορταίνῃ τὴν πεῖνα του όπως νάναι καὶ νὰ άποκτηνώ
νεται στὴν κραιπάλη (ἀπ. 29). Στον πόθο σημειώνεται τὸ άνοιγμα
του ἀνθρώπου πρὸς τὸ καλύτερο, που εἶναι πάντοτε άλλο, αὐτὸ
Η \ 7| 'Ξ' \ \ , | \ ι̃| Ν |
ομως το αλλο ειναι για τους ανθρωπους το αλλο της θελησεως,
δ λ δ\ ` | ΠΟ \ Θ | Θ \ Έ | (
η α η το χειροτερο. σο το πο ουμενο α ειναι πραγματα, η
ω ί τονί ει ὁ <Η άκλειτο (άπ. Μθ: άνθ ώποις ίνεσθαι ὁκόσα θέ
Ϊ
λουσιν οὐκ ἄμεινον), δὲν θὰ πηγαίνη ποτὲ στὸ καλύτερο, ἀκόμη κι άν
οι άνθρωποι έφταναν τὰ όνειρά τους (ὁκόσα θέλυυσιν). 'Ο άνθρωπος
μεθα με τὰ πάθη του καὶ χάνει τὸν ἑαυτό του, τρεκλίζοντας όμως
στὸ μεθύσι του (ὰπ. Μ7: ἀνὴρ ὁκόταν μεθυσθῇ, ιἰίνεται ὑπὸ παιὅὸς α̃νή
32
ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗἹἹΚΗ
βου σφαλλόμενος, οὐκ ὲπαΐων ὅκη βαίνει, ὑνρὴν τὴν ψυχὴν ἔχων) «δὲν
ξέρει που πάει, αφηνοντας ένα παιδὶ να ὁδηγῇ. ”Η ψυχη του εἶναι
υγρὴ πια καὶ σβησμένη». ·
Ποιό εἶναι τὸ αντίδοτο τὴς θλιβερὴς αυτης πραγματικότητος;
”ὶΑν όλα όφείλονται στὴν αγνοια, εἶναι προφανές ότι ὁ ανθρωπος
δὲν εἶναι αοπλος, ότι μπορεῖ να τὴν υπερνικηση με μια γνῶσι αυθεν
τικὴ κι ότι ὴ γνῶσι αὐτὴ εἶναι θέμα παιδείας. Μόνο του τὸν παρα
στρατημένο μὴν τὸν αφηνουμε, προειδοποιεῖ τὸ απόσπασμα 7Ἰ
(μεμνὴσθαι δε καὶ. του̃ ἐπιλανθανομένου ῇ ἡ ὁὁὸς ἄνει)· τὸ λάθος του
εἶναι πὼς ξέχασε (τοῦ ὲπιλανθανομένοο) καὶ ὴ ληθη τοῦ ὕπνου (απ. Ἰ)
εἶναι λησμονια του ενός. 'Εαν ὁ κοιμισμένος έχει ένα κόσμο δικόν
του, διαβάζουμε επίσης στο απόσπασμα 89 (τοῖςὲνρηνορόσιν ἕνα καὶ
κοινὸν κόσμον εἶναι, τῶν δὲ κοιμωμένων έκαστον είς ῖΰιον αποστρέ
φεσθαι), ό κόσμος του ξύπνιου εἶναι σχέσι, κι αν ὁ ανθρωπος θέλη
με νου να μιλα καὶ να πρέπει να βρίσκεται πάντοτε έγρὴγο
ρος καὶ ποτὲ κοιμισμένος. «Ξυπνὴστε», θα ὴταν ὴ θετικὴ ἐκδοχὴ
του αποσπάσματος 73 (οὐ δεῖ ὥσπερ καθεύὁοντας ποιεῖν καὶ λέγειν),
«ακολουθὴστε τὸ ξυνόν, ξεκόψτε απὸ τὸνκόσμο τῶν αίσθησεων,
ζητηστε τὸ ένα». (Η υπακοὴ στὸν θεό, όπως τὴν ἐννοεῖ ὁ ὶΗράκλει
τος, εἶναι ανοιγμα στὸ ξυνον· ὁ νους κάθε ἑνὸς χωριστα εἶναι ρηξι μὲ
τὸ ξυνὸν κι αυτου του είδους οί νοημονες, οὶ αξύνετοι.
Στόχος της κριτικης του αποσπάσματος Ζ εἶναι οἱ ἀξύνετοι. .Ο
ἀξύνετος δρα (καὶ μιλα) αγνοώντας τὴν προέλευσι καὶ τὸν προορι
σμὸ της ίδιας του της πράξεως: πρα̃ξι σὲ ρηξι απόλυτη με τὴν ταξι
υ¬ο | Ν. ἶ | | πω
του κόσμου καὶ μὲ τὴν δυνατοτητα της υπαρξεως της, πραξι φευ
γαλέα σαν τὸ όνειρο, που λησμονου̃με ανοίγοντας τα μάτια. Ἐὰν
υπάρχη σα ,αὐτὸ τὸν κόσμο συνοχη, έαν τα αντίθετα συμπίπτουν,
αυτό εἶναι ἔργο μιας αρχὴς, που δεν είναι αντικείμενο, αλλα που
υω Π|
διαπερνα τα αντικείμενα κι ετσι τα συνενώνει. Μ, αὐτὴ τὴν βαθύ
τερη ενότητα έρχονται σὲ ρηξι οί ἀξύνετοι, αὐτὴ δὲ ὴ ρὴξι χαρακτη
| Ε | Ρ \ } Έ
ριζεται ως κωφοτης (απ. 34, βλ. σελ. 20) και περιγράφεται σαν
ασυνειδησία (απ. 72: βλ. σελ. 20). Δεν χωρεῖ αμφιβολία πὼς οι
αξύνετοι συμμετέχουν ἐνεργῶς στα γεγονότα του κόσμου (απ. 75:
Ι | .ο π κ
τους καθεοὀοντας οἶμαι ό <Ηρακλειτος ερνατας εἶναι λέγει και συνερ
νοὺςκτῶν ἐν τω̨̃ κόσμῳ νινομένων). Τί να περιμένη ὅμως κανεὶς απ,
αυτούς, ὅταν παρουσία τους εἶναι απουσία, καὶ πῶς να έπιδιώ
ξουν μία ἐν λόγῳ ζωὴ, όταν ὴ θέλησί τους εἶναι παγιδευμένη στὴν
αυταπάτη, Αυτα όλα, βέβαια, συνιστοὕν αρνητικὴ τοποθέτησι ὡς
πρὸς τους ἀζονέτους μαλλον ὡς πρὸς τὸ στερητικὸ α του όνόματός
των. Ξέρουμε ότι οί α̃ξύνετοι βρίσκονται σε ρηξι μὲ τὸ ξυνόν,
Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΤ , 33
ἀλλὰ γιὰ τὸ περιεχόμενο της ρηξεως αότὴς άγνοου̃με τὰ πάντα.
,Αγνοου̃με, χωρὶς νὰ είμαστε καταδικασμένοι στὴν άγνοια. Αὐτὸ
τὸ ὁποῖο συγκροτεῖ τὴν ρὴξι, ό (Ηρακλειτος δεν τὸ αφηνει νὰ σβὴση
στὸ σκότος των άρνητικῶν διατυπώσεων που συναντὴσαμε μέχρι
τώρα° τό όνομάζει στό απόσπασμα όί, καὶ νά ποιὰ εἶναι τὰ λόγια
του:
οὐ ξυνια̃σιν ὅκως ὀιιιφερόμενον ἑωυτῷ ὁμολοχέει /ὴ: ξυμφέρεταη̨̃·
παλίντροπος /ὴ: πιιλίντονος] ὰρμονίη ὅκωσπερ τόξου καὶ λύρης
(Δὲν έννοου̃ν πως διαφερόμενο συμφωνεῖ με τὸν εαυτό του
συμπίπτει με τὸν ἑαυτό του] ὰρμονία στὴν έναντιότητα
στὴν ἔντασι], όπως του̃ τόξου καὶ τὴς λύρας).
Τὸ ὰπόσπασμα εἶναι άναμφισβητητα αὐθεντικό, ἀλλὰ τὸ κεί
μενο αβέβαιο ὡς πρὸς τὶς λέξεις ὁμυλογέει καὶ παλίντροπος. Οἱ έλλη
νισταὶ έχουν μοιραστη κ ὑπάρχει καμμία ελπίδα νὰ συμφωνη
Ω
..Μ
Θα
0,.
6
σουν. “Αλλοι δέχονται τὸ κείμενο όπως μας παραδόθηκε από τὸν
Ἱππόλυτο· άλλοι στὴν θέσι τοῦ ὁμολονέει διαβάζουν ξυμφέρεται καὶ
άντὶ παλίντροπος, πα/ὶίντονος· άλλοι, τέλος, διαβάζουν ξυμφἑρετοιι άλ
λὰ διατηροῦν τὸ παλίντροπος. Περιττό νὰ τονίσω, ότι όσοι παίρνουν
μέρος σ” αὐτὴ τὴν συζὴτησι εἶναι άριστα ὡπλισμένοι, ότι τὰ έπι
χειρὴματά τους είναι βάσιμα κι ότι τόσο τό παραδεδομένο κείμενο
κ κ α : ο: κ ‹ ι | „
και τα συμφραζόμενα του οσο και οι σχετικές μαρτυριες εχουν
ελετ θΝ έξαντλ τικά Πε ιττὸ έπίσ νὰ πὥ ότι δεν έ ει β εθΝ
μ η η η · Ρ ηἔ )(_ Ρ Ὁ
| Λ· | 7? Ἰ \ Ώ κι Ν
λυσι του προβληματος οχι απο ανικανότητα των ἐρευνητων, άλλὰ
δ ό \ "δ \ | δ\ ` 7 | Ο! δ | | ,
ι τι το ι ιο το προ ημα εν το επιτρεπει. ι υνατοτητες μας, εν
| | , | Υ | Ἑ ¶ Ν
τουτοις, παραμενουν ακομη ανεξαντλητες. Ο περιορισμός της
, | \ \ Ι Ψ ι`ι
ερευνης στις φιλολογικες μεθοδους ειναι έκ των προτέρων καταδι
κασμένος. ‹Η δουλειὰ τοῦ φιλολόγου εἶναι νὰ μας προμηθεύση ένα
› Κ |
ακριβες κείμενο· γιὰ νὰ φέρη όμως εἰς πέρας τὴν προσπαθειά του,
6 : ` | Ν ε Ν π :
υποχρεωνεται να κανη χρησι ιδεων που φωτίζουν τὸ κρινόμενο κεί
3 \ Ϊ |
μενο,)αλλα πο|υ ταυτοχρόνως προλαβαίνουν τὴν πραγματικότητά
\ \ | Η αν
του. Αποφασιζει δηλαδη για το νοημα του κειμένου προτου τὸ
άποκαταστὴσῃ καὶ δημιουργεί, έτσι, ένα φαυ̃λο κυκλο, που τὸ όπο
τάσσει στὶς ἰδέες μας ἀφοῦ τὶς μεταβάλη σε συμφραζόμενά του,
υ | ε Ν › | κ κ › λ › ι ›
αντι, ακριβως, επεμβαινοντας, να το ελευθερωνη απο τὶς ιδέες μας
καὶ νὰ τὶ έ πλουτίζ διὰ τοῦ κει ένου Έ ιβάλλ ” `
(Ξ) με Ώ μ . π εἴΟίί συνεπως μία
Ι Ν κ : Ν
διαφορετικη μεθοδος. πρεπει να στραφουμε στο λεγειν του κειμέ
Ή Ν |
νου, κι αν χρειασθη, να καταφυγουμε έπιπλέον σὲ όποιαδὴποτε
άλλη ενέργεια θὰ μποροὕσε νὰ ίσχύσῃ συμπληρωματικά, στὴν λεξι
κολογικὴ, δηλαδη, γραμματικὴ, ὑφολογικὴ συντακτικὴ άνάλυσι,
με δυό λόγια στὰ μέσα της φιλολογικὴς ἐπιστὴμης. Μνημειωμένο
3 Φιλοσοφία ποιητική
δίι ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΊἹΚΗ
Ἱ' \ \ Ν Ἡ | Η Ϊ
δεν ειναι το γεγονος της υπαρξεως του κειμενου,
Ω.
>·'
>1
9|
Ο.
>'
οε
·ἔ
ος του
Α, ` `λ” ” ισ ασί ια δι ιαὐτ\κλού ν””
υτο το εγειν εχε ημ αγ μ ς κ ο α μαστε ακροα
ον 'Ϊ Ϊ , πωσ
σθουμε. Θα ηταν δυνατον νὰ εμπιστευθη κανεις στὴν γραμματικὴὴ
τὴν έτυμολογία ένα τέτοιο σχέδιο, Διότι τὸ ζὴτημα δεν εἶναι «νὰ
Ϊ ) Ϊ Η Ϊ Ϊ Ϊ Ϊ \ \ | Η
μιληση ελευθερα» ενας λογος θαμμενος κατω απο το βαρος του
νοὴματος που εμεῖς του̃ αποδίδουμε, δεν πρόκειται για τὴν «απε
λευθέρωσι ένος λόγου» αἰχμαλώτου τὴς λὴθης, ἀλλὰ για τὸ ἴδιο
μας το ἄνοιγμα στὴν ρίζα, ὁίνοιγμα που τὴν κάνει ένα κόσμο μᾶλλον
ερχόμενο παρὰ χαμένο για πάντα. Βεβαίως τὸ σχέδιο αὐτὸ χωρὶς
Ϊ Ἱ Ϊ \ Ϊ Ϊ Π Μ \
κείμενο παραμενει ουτοπικο, το κειμενο όμως τὸ οποιο θα χρησι
μοποιὴσωμε δὲν εἶναι ἀντικείμενο ἀλλὰ νόημα, πρᾶγμα που θέλει
Ἱ Ν ἘΪ Ί , Ϊ Ϊ Ν σ¬ι
να πῃ οτι η αποκαταστασι του ἐξαρταται ἀπὸ τὴν κατανόησι της
ν Ν
σημασιας των λεγομένων του.
Το απόσπασμα θί συγκροτείται απο δύο προτάσεις: μια θέσι
κατ, ἀρχὴν καὶ έν συνεχεία τὸ εἰκόνισμά της. Περιγράφοντας τὴν
Ϊ { { | ἕ 7 Ϊ \ Ϊ Ώ Λο
θεσι ως αρμονια, η εικονα την φωτιζει ως κατάστασι και της προσ
φέρει ένα πεδίο ἀσκὴσεως πού, έπιτρέποντάς της να ξεδιπλωθὴ,
μας εὐκολύνει ταυτοχρόνως να τὴν προσεγγίσουμε. (Η θέσι πρέπει
νὰ διαβασθὴ υπο το φῶς τὴς ἀρμονίας καὶ ὴ ὰρμονία νὰ ίδωθὴ υπο το
πρῖσμα τὴς παρομοιώσεως του τόξου καὶ τὴς λύρας. ”Η διασταύ
ρωσι όμως τὴς θέσεως καὶ του είκονίσματος και ὁ ἀμοιβαῖος φωτι
Ϊ ` 'Ξ' < Ν { ΰ | Ν ) ιν
σμος των, δεν ειναι απλως η αφετηρια της αποκαταστάσεως του
αποσπάσματος· εἶναι κυρίως ό χῶρος που θὰ πραγματοποιηθὴ ὴ
συνάντησι με τὸν ‹Ηράκλειτο ὴ, καλύτερα, ό χωρος στον ὁποῖο ὴ
\ \ Ἱ
συνάντησι με τον Ηρἀκλειτο θὰ συμπέση με τὴν ἀποκατἀστασι
τοῦ αποσπάσματος. Πρέπει λοιπὸν να διαβάσωμε ὁμολονέει μαζι μὲ
τὸν Ἱππόλυτο ξυμφέρεται μὲ τὸν Πλάτωνα, καὶ πρέπει νὰ κρατὴ
\ 7 Ν Ι
σωμε το πιιλιντροπος ὴ μὴπως παλιντονος θὰ ὴταν ὴ πρέπουσα διόρ
θωσι·
{ 7 , ` Η Ρ Ι Ηλ Ν Ι \ ¶' 'Ν
Η επιλογη του ομολονεει η του ξυμφερεται δεν ειναι συνεπως
υπόθεσις καθαρῶς φιλολογικου̃ ἐνδιαφέροντος. ,Ανάλογα με τί θὰ
ἀποφασίσωμε, τὸ νόημα τὴς φράσεως αλλάζει σημαντικά, ἀλλαγὴ
` θ Ϊ δι̃ , δΪδ Ἡ 'Ϊ ` Ϊ Ϊ Ϊ Ϊ
την οποιαν εν απο ι ει σε ολο της το πλατος η μεταφρασι. Το.
«Δὲν έννοοὔν πῶς διαφερόμενο συμφωνεῖ (ὸμολογέει) με τον ἑαυτό
του», ὴχεῖ περίπου όπως τό: «Δὲν εννοουν πῶς διαφερόμενο συμπί
πτει (ξυμφέρεται) με τὸν ἑαυτό του». ”Ο,τι ξεχωρίζει τὸ ὸμολονέει
, ` ` Ι θ Ϊ υω
απο το ξυμφερεται, η καταλυτικὴ ενέργεια της μεταφράσεως, που
{ | \ Ϊ ` θ Ϊ ` Ϊ 4`σ ( Ϊ \
ομαλυνει τα παντα, το εξανεμιζει. Στο στομα του Ηρακλειτου, το
ὸμολονεῖν δεν εἶναι καθόλου αθώα έκφρασι, εἶναι, όπως ξέρουμε
όίλλωστε, ένας φιλοσοφικὸς «όρος», μιὰλέξι τὴν οποία χρησιμοποι
Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΕΙΊὉΥ δέ1
εῖ για να δηλώση τὴν σχέσι θεου καὶ ανθρώπου._Τὁ ὁμολονεῖν του
(Ηρακλείτου δεν σημαίνει τὴν συμφωνία έν γένει, αλλα αὺτὁν τὁν
τρόπο του̃ λέγειν καὶ τοῦ ὁπάρχειν ὁ ὁποῖος, αντίθετα με τὶς
ασυνάρτητες σκέψεις καὶ λόγους τῶν ἀξυνέτων, θρέφεται άπὁ τὁ
νόημα του̃ Εἶναι. Το ξυμφέρεσθαι πάλι εἶναι ένας «όρος» ποὺ περι
γράφει τὴν ενότητα τῶν αντιθέτων καὶ ὁ ὁποῖος, όπως τὸ συνάιριες
(δεσμοί), τὁ συναὁον (αρμονικό) καὶ το σομφερὁμενον (συμπίπτον),
του αποσπάσματος ἸΟ (βλ. σελ. ΖΒ), δὲν έχει άλλο πεδίο ασκησεως
απὁ τὴν περιοχὴ του̃ Εἶναι _ τὁν κόσμο. ὁἶίπάρχει λοιπὁν μεταξὺ
τῶν δύο «όρων» μία αβυσσος, τὴν ὁποία ἐκ πρώτης όψεως δὲν
συνειδητοποιοὔμε, ξεγελασμένοι απὁ τὴν συνωνυμία του ὁμοῦ καὶ
του ξύν, ποὺ δὲν αφηνει να φανῇ καθαρα ὴ ὲτερότηςτῶν σφαιρῶν εἰς
τὶς ὁποῖες αναφέρονται τὁ ὁμολογεῖν καὶ τὁ ξυμφέρεσθαι. Γι” αὺτὁ καὶ
μία ὁρθὴ προσέγγισι του κειμένου δεν τείνει απλῶς να διευκρινίση
τὁ νόημα αὐτῶν τῶν δύο λέξεων, όπως ακριβώς ὺπάρχουν στα
αποσπάσματα του (Ηρακλείτου, αλλα να φωτίση τὁν ρόλο τους, ὡς
φιλοσοφικῶν νεολογισμῶν, στὴν θεωρία της ένότητος τῶν αντιθέ
των καὶ της ὺπακοης στὸν θεό.
Τὸ ὁμολονεῖν, όπως δίνεται στο απόσπασμα θθ, καθὼς τὸ ῖσχυ
ρίζεσθαι του̃ αποσπάσματος Μέι, τὁ ἔπεσθαι του̃ αποσπάσματος 2
τὁ πείθεσθαι του αποσπάσματος 33, αποδίδει μια σχέσι ἑτερονομίας
καὶ περιγράφει έπὶ πλέον τὁν τρόπο μὲ τὁν ὁποῖο ὁ ανθρωπος θα
μπορουσε να τὴν αναλάβη. “Εχω ηδη μιλησει για τὸ ομολονεῖν καὶ
δεν θα πρέπῃ να φαίνεται διόλου παράδοξο ότι τὁ θεωρῶ ὡς αρχαι
κὴ ἔκφρασι του προφητισμοῦ. ”Η σχέσι όμως ποὺ περιγράφεται στὁ
απόσπασμα ὁί δεν εἶναι ὴ του αποσπάσματος θθ. ,Αντὶ της έτερο
νομίας έχομε κάτι τὁ ὁποῖο διαφοροποιείται απὁ τὁν ἑαυτό του,
ξαναβρίσκοντάς τον καὶ πάλι στὴν κίνησι του ,ίδιου του̃ διαφέρειν
ὶδέα ἐξαιρετικα προσφιλὴς στὸν ἹΙράκλειτο καὶ ῶραῖα δοσμένη με
τὶς παρομοιώσεις του̃ τόξου καὶ της λύρας. Αὺτὸ τὁ διαφέρειν, ποὺ
δὲν χωρίζει αλλα αφηνει τὴν ενότητα να αναβλὺση στὴν αλλαγη,
αὺτὁ τὁ διαφέρειν, λοιπόν, είναι τὁ κύριο θέμα μιας ὁλόκληρης σει
ρα̃ς αποσπασμάτων, τα ὁποῖα πέρα οἱασδηποτε προβληματικης
τοῦ ὁμολονεῖν, αναγγέλλουν τὴν ένότητα τοῦ διαφερομένου με τὸν
ἑαυτό του. Να ὺπενθυμίσω πὼς τα αποσπάσματα 8 (τὸ αντίξουν
συμφέρον καὶ ὲκ τῶν διαφερόντων καλλίστην άρμονίαν [καὶ πάντα κατ' ἔριν
νίνεσθαη̨̃) καὶ ἸΟ προβάλλουν τὴν ἴδια ἰδέα με τὁ πρῶτο μέρος του
αποσπάσματος ὅί; Να έπικαλεσθῶ τὶς είκόνες τῶν αποσπασμά
των ὕθ (νναφείῳ ὁὅὸς εὺθεῖα καὶ σκολιὴ μία ἐστὶ καὶ ἡ αὐτὴ) καὶ θθ: Το
γναφεῖο ποὺ μένει απαράλλακτο παρα τὴν εὺθεῖα καὶ σπειροειδὴ
δθ
ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ
κίνησί του, καὶ τὴν ανοδοκάθοδο που εἶναι μία οδός; Αυτες
είκόνες οί οποίες, σαν κάθε είκόνα στὸν ‹Ηράκλειτο, συνιστοὔν
ζωντανές έννοιες, δὲν εκφράζουν τὴν ἴδια ίδέα με τὸ δευτερο μέρος
του αποσπάσματός μας; Δεν δείχνουν ότι όλη του όντος ειναι τὸ
γίγνεσθαι καί ότι γίγνεσθαι εἶναι τὸ νόημα τὴς καρτερίας τοὕ όν
τος, όπως σχηματίζεται στὴν απόστασι που χωρίζει το δν απο
έκεῖνο τὸ ὁποῖο τείνει να γίνη, (Υπάρχει εκτος της καρτερίας άλλο
ί νεσθαι ανά εσα στο εἶναι ὔνο α του̃ τό ου του̃ αποσπάσ ατο
Υ Υ μ
~ 7 # ›| Ι .Ν ` Ι ` \ | |
48 (τῳ ουν τοξῳ ονομα βίος. ερχον ὀε θανατος) και την πραγματωσι
του (ἔργον) και υπαρχει αλλο νόημα για τὴν ζὴτησι τοϋ ἑαυτοῦ, που
διεκδικεί το απόσπασμα ίθί (ἑὅιζησαμην ἐμεωυτόν), απο το νόημα
Ν 3 \ \ 3/ Ν Κ (
του ἔργου, Αυτο το γίγνεσθαι εχει κατα νου ο Ηρακλειτος, μιλών
τας για διαφοροποίησι του̃ ἑαυτοῦ (ὅιαφερόμενον ἑωυτῷ), γίγνεσθαι
`”ι” δ”α ου̃όποίυ”λίσ λί ·”λ ~”Αλλ
που εινα ενα ραμ ,τ ο η υ ις εγεται. ομο ονειν. ο
το δραμα τοϋ Ειναι, άλλη ὴ λυσις του. Τὸ διαφερόμενο γίνεται για
να ανα εθ”° ὁ ολο εῖν, αντιθέτω είναι < είσοδο στο δ δι αδια
Ρ Ὁ ι
Β: | \ #\# ` 3 | ` \ | \ \
της λυσεως. Το δραμα δεν εξελισσεται ποτε σε τραγῳδια με το
ὁμολονεῖν καὶ υπ, αὐτὴ τὴν ἔννοια εἶναι παιδιάστικο παιχνίδι. Το
ὁμολονεῖν, όμως, προϋποθέτει τὴν γνῶσι, γνῶσι του̃ ενωτικου δε
σμοὕ τῶν πάντων και κοινου πανταχου̃ λόγουμέτρου τοϋ Εἶναι.
Αὐτὴ γνῶσι λείπει απο τα ατομα του αποσπάσματος ὕί κι αὐτὴ
ὴ έλλειψι προκαλεῖ τὴν αγνοια τους. (Ο (Ηρακλειτος δεν λέει: «Δεν
ἑννοου̃ν», αλλα «Δεν ἐννοου̃ν τὸ ξυνόν». ”Οπως τὸ ξὺν νόῳ λένοντας,
Ο
χε
έτσι καὶ το οὐ ξυνια̃σιν εἶναι ένα λογοπαίγνιο, τὸ ὁποῖο περιγράφει
τὴν σχέσι μας με το ξυνόν, σχέσι βασισμένη στὴν αναλογία του̃
ανθρωπίνου πνεύματος καὶ του θείου λόγου. .Η σύμπτωσι συνεπῶς
τῶν αντιθέτων εἶναι ὴ ενότης του̃ ξυμφέρεσθαι, ἐνῷ τὸ ὸμολοχεῖν το
Κ | ( Κ | \ Η | Η ! Σί Η\
ορίζει ο Ηρακλειτος στον ανθρωπο, δεδομενου οτι ο ανθρωπος, αν
κρίνωμε απο το απόσπασμα 72, εἶναι αὐτὸς που βρίσκεται κοντα
στὸν λόγο ἐκ φύσεως καὶ τὸν εγκαταλείπει. Έαν το είναι διαφέρε
ται, ὥστε να διατηρὴση τὴν ταυτότητά του στὴν ξυμφορα, ό ανθρω
πος δημιουργεῖ για να υφωθῇ στον θεο ὡς πνευματικότης. Το δια
φερόμενο άρα ὁμολονέει ξυμφέρεται εαν εἶναι ὁ λογος ὴ, αντιστοί
χως, ὴ ταυτότης του̃ όντος. Αυτο όμως που άγνοοἶ›ν οί ανθρωποι
του̃ αποσπάσματος ὅί δεν εἶναι ὴ ίκανότητά τους να ομολογοὔν,
7 \ { ( Ϊ Ϊ { | | \ Ϊ \ πε , | \
αλλα η ενοτητα η οποια διαφυλασσεται στην αλλαγη του ιδιου και
της οποίας ὴ αναγνὡρισι όδηγεῖ στο ὁμολονεῖν. Τουτο στα ,Αρχαία
λέγεται: οὐ ξυνια̃σιν ὅκως ὀιαφερόμενον ἑωυτω̨̃ ξυμφέοεται.
Μένει να αποφασίσουμε για τὴν αλλη απορία του̃ κειμένου:
πρέπει να διορθωθὴ τὸ παλίντροπος σε παλίντονος; Με αλλα λόγια: ὴ
Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΕΓΓΟΥ 37
αρμονία του (Ηρακλείτου είναι αρμονία στην ἐναντιότητα στην
ἔντασι;
,Απο την στιγμη που τὸ δευτερο μέρος του άποσπάσματος είκο
νίζει τὸ πρωτο, η αρμονία πρέπει νὰ είναι παλίντροπος παλίντονος
ῖ | ΰ \ Κ Ι Ν ¶ Μ \ \ Ἄ | \ Ἱ
αναλόγως εαν η καταφασι του αυτου στην διαφορα εκφραζεται με το
Ώ! Ἄ | Π \ Σ/ ἰ ' | { | 9 | ` Ν
ενα επιθετο η το αλλο. Ϊ παρχει ωστοσο αναλογια μεταξυ της συμ
πτώσεως του διαφερομένου με τὸν ἑαυτό του, άφ, ενός, καὶ της άρ
μονίας (παλιντρόποο/ παλιντόνου) του τόξου καὶ της λυρας, ἀφ”
"νι
<·|
Ι
ε
(Η ) | Ἄξ , \ \ δ Ϊ Δ Ϊ |
ρου, απαντησι ε αρταται απο το ιαφερομε ο. ιαφερε αι κατι
Η | { Μ Ν ?|
συγκεκριμένο η πρόκειται γιὰ διαφοροποιησιν εαυτου γενικως, Οτι
Ε Ω 7 Ν \ \
η πρώτη υπόθεσι δεν ευσταθει, φαίνεται καθαρα άπο την συζητησι
περὶ του όμολογέει καὶ του ξομιρέρεται: ὁ ”Ηράκλειτος δὲν σκέπτεται
την διαφοροποίησι κάποιου πράγματος, άλλα την διαιροροποίησι ἐν
γένει. (Η ταυτότης του είναι χάνεται στὸ γίγνεσθαι καὶ διαιωνίζε
Ἄ { { ×`σ Ν
ται στην απώλειά της. Η ενότητα των άντιθέτων δεν αντιστοιχει
σε κάποιον τρόπο υπάρξεως, δεν εἶναι ουτε χειροπιαστὸ τὸ γίγνε
σθαι οὔτε η ἐξοικείωσι μὲ ό,τι ἐπίφοβο το γίγνεσθαι αυτό περιέχει.
Στὶν ὲνότ τα τῶν αντιθέτων ὁνο ά εται τὸ ἀκατονό αστο ω ὶ
. Χ
` | Ἰ \ \ Ἄ τω
να βγαινη απο την ανωνυμία. ”Οταν μι
›)
εε
ροτ
ὶΗράκλειτοςγια ενότη
τα ἀντιθέτων (βλ. παραδείγματος χάριν τα αποσπάσματα Ί5: εἰμη
γὰρ Διονύσῳ πομπην ὲποιου̃ντο καὶ ὕμνεον άσμα αἰόοίοισιν, άναιὁέστατα
εὶργαστὶ άν· ώυτὸς όὲ Άίὁηςκαὶ Διόνυσος, ὅτεωμαίνονται καὶ ληναϊζοοσιν·
δί: πυρος τροπαὶ πρῶτον θάλασσα, θαλάσσης ὁὲ το μὲν ημισυ γῆ, το δὲ ημι
συ πρηστἠρ. (γῆ) θάλασσα όιαχέεται καὶ μετρέεται εἰς τον αὐτὸν λόγον,
οκοῖος πρόσθεν ἦν ἢ γενέσθαι γη· 38: ψυχηισιν θάνατος ὕόωρ γενέσθαι, ὔόα
τι δὲ θάνατος γῆν γενέσθαι, ἐκ γης δὲ ὕδωρ γίνεται, ἐξ ὕόατος όὲ ιροχή· Β7
(βλ. σελ. ίΘ)° 58: οί ἰατροί, τέμνοντες, καίοντες, ὲπαιτέονται μηδὲν άξιοι
μισθὸν λαμβάνειν ταὺτὰ ὲργαζόμενοι· 62: άθάνατοι θνητοί, θνητοὶ άθάνατοι,
ζῶντες τον ὲκείνων θάνατον, τον όὲ ὲκείνων ,θίον τεθνεω̃τες· 78: ζῇ πῦρ τον
γης θάνατον καὶ άηρ ζῇ τον πυρος θάνατον, ὕδωρ ζῇ τον άέρος θάνατον, γῆ
τον ὕόατος· 77: ιμυχῆισι τέριμιν ἢ θάνατον ὑγρηισι γενέσθαι. ζη̃ν ημάς τον
ὲκείνων θάνατον καὶ ζη̃ν ὲκείνας τὸν ημέτερον θάνατον· 88: ταὐτὸ τ' ἔν:
ζῶν καὶ τεθνηκος καὶ /το] ὲγρηγοροςκαὶ καθεῦόον καὶ νέον καὶ γηραιόν· τάόε
γὰρ μεταπεσόντα ὲκεῖνά ἐστι κάκεῖνα πάλιν μεταπεσόντα ταῦτα· ΜἸ: νου̃
σος ὑγιείην ἐποίησεν ηόὺ καὶ άγαθόν, λιμὸςκόρον, κάματος άνάπαυσιν), δεν
άναφέρεται σε κάποια συνθηκη υπάρξεως, ἀλλὰ στὸ εἶναι ὡς εἶ
ναι πρὸς τὸ άλλο. Αυτη η χωρὶς παρουσία ἑνότης εἶναι ὁ θεός. ‹‹”Ο
θεός», διαβάζομε στὸ άπόσπασμα Θ7 (ὁ θεος ημέρη εὐφρόνη, χειμων
θέρος, πόλεμος εἰρήνη, κόρος λιμός, άλλοιου̃ται δὲ ὅκωσπερ ίπῦρ›,
όπόταν συμμιγῇ θυώμασιν, ονομάζεται καθ' ηὅονην ὲκάστου), «εἶ
88 ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΊἹΚΗ
ναι ὴμέρα καὶ νύχτα, χειμωνας καλοκαίρι, πόλεμος καὶ εὶρηνη, κο
ρεσμὸς καὶ λιμός, μεταμορφώνεται δε σὰν τὴν φωτιά, ὁποία ἀνα
\ 3 εν
κατεμένη με θυμίαμα παίρνει τὸ όνομα που της δίνει ὁ καθένας».
Ε/ Έ | 3! θ \ ξ ,
Οπως η φωτια, ετσι κι αυτος ο αθέατος, ὰνώνυμος, ἀλλὰ παντα
χου παρὼν θεός, παίρνει τό όνομα που του δίνει τὸ πληθος, σὰν ένα
πρᾶγμα μέσα στὰ πράγματα. (Ο Ξενοφάνης έχει ἐξεγερθὴ ὴδη
εναντίον της καρικατοόρας αυτης του θεοῦ καὶ ό ὶΗράκλειτος θὰ
τὸν χειροκροτηση. Θὰ προχωρὴση μάλιστα ἀκόμη περισσότερο,
Υ \ θ σ`ι 7 .ν Ν. Β.
καὶ απο τὴν ενότητα των αντιθέτων θὰ όδηγηθη στὴν ίδέα του θεου
ὡς δικαιοσύνης καὶ μέτρου. Ἐὰν ὁ θεὸς εἶναι δικαιοσύνη τότε
ὑπάρχει στὸ γίγνεσθαι ὡς κόσμος κι έτσι «μᾶς κατοικεί καὶ τόν
κατοικου̃με». Θεωρώντας τὸ γίγνεσθαι ὡς ποινὴ τὴς ὰδικίας του
ι : ιν ‹ ο : ,
υπαρχευϋ Θπωἐ Ο Αναξιμανδρος, παραβλέπομε (απ. 80, βλ. σελ.
ίἔι) τὴν δικαιοσύνη του κόσμου, που έγκειται στὸ γίγνεσθαι. Τὸ
Ι Ν 'Ρ' Ν ι Ν
γιγνεσθαι των όντων ειναι ὴ δόξα του ενός. 'Η έκπτωσι του ενός σὲ
ο ι ‹ : ι Ι › .„. Ν ,
ατομικες υπαρξεις θα σημαινε, αντιθέτως, τὴν ‹‹πτωσι›› των όντων,
\ \ | ` | κι Ν
το δε γιγνεσθαι τον κολασμο τους. Πως θὰ υπηρχε κόσμος, σκέπτε
· , Ν › Ν
ται ο (Ηρακλειτος, εὰν τὸ θειο δεν ὴταν συγχρόνως ἐπέκεινα κι εδω
: ‹ ιν ε Ν ,
κατω, Η ενστασι αφορα σίγουρα τὸν )Αναξίμανδρο. Ἑιὰν όμως ό
| | \ , ῖ Αυ
Μιλησιος διαπραττη μιαν αδικία εις βάρος του κόσμου, ό ,Εφέσιος
) σο
αδικει τὴν υπέρβασι, τὴν ὁποία έν τούτοις συνέλαβε σὰν καλωσύνη.
Ἐφ, όσον πρόκειται περὶ τάξεως, ὁ θεὸς του̃ ”Ηρακλείτου είναι
όμηρος του Εἶναι. Ἐὰν ὑπάρχη λοιπόν, γιὰ νὰ ξαναγυρίσουμε στὸ
ὰρχικό μας έρώτημα, μιὰ ὰναλογία μεταξὺ διαφερομένου καὶ ὰρμο
νίας (παλιντρόπου παλιντόνου), πρέπει νὰ τὴν ζητησωμε στὴν ένό
τητα που τό διαφερόμενο συγκροτεῖ με τὴν αλλαγη του. Αὐτὸ όμως
κ : κ : ,
το γιγνεσθαι, καθως δειχνουν τὰ ὰποσπάσματα δί καὶ 88, όπου ὁ
Ζ | .Ν Ἱ Ι |
Ηρακλειτος μιλα για τροπην (μετατροπὴ) καὶ μεταπτωσιν (μεταλ
λαγὴ του Είναι), ενέχει μία όλικὴ μεταμόρφωσι, ὴ ὁποία σημαδεύει
βαθειὰ τὸν χαρακτηρα της ὰρμονίας. ”Η παλίντροπος άρμονία αποδί
δ Ἱ >σ Ϊ \ Ἱ Γ \ \ \ , Ϊ \
ει ακριβως τουτη την αντιληψι και δεν θα επιδεχοταν την παραμι
\ λ λ \ 8 | ¬\ ἕ θ | \ , |
κρη φι ο ογικη αμφισβητησι, αν ο Ηρακλειτος δεν επεστρατευε
τὴν εἰκόνα του̃ τόξου καὶ της λύρας γιὰ νὰ υποστηρίξη τὴν θέσι του.
(Η έννοια της ἐντάσεως, που υπάρχει στὴν λειτουργία του̃ τόξου
κ Ν : ο π π Ν ,
και της λυρας, ενισχυει την έκδοχὴ του παλιντονος καὶ ένθαρρύνει
τὴν διόρθωσι του ὰποσπάσματος. ,Αλλὰ ὴ ἔντασι δεν έχει κανένα
στοιχειο τροπὴς καὶ μεταπτώσεως. ”Η ὰρμονία του̃ τόξου καὶ της
| \ , | \ |
λυρας δεν οφειλεται στην λειτουργια του ὡς τόξου καὶ λύρας, ἀλλὰ
κ ι Ν ε Ν › ε
στο γεγονος της αλλαγης των. Αυτὴ ὴ ὰλλοίωσι ειναι ὴ μουσικὴ καὶ
ι Ι κι Ν ι 9 ' Ν
ο θανατος. Ας θυμηθουμε το απόσπασμα 48, όπου ὴ ενότητα της
Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΥ 39
ζωης καὶ του θανάτου είκονίξεται μὲ τὴν ταυτότητα του όνόματος
(βίος) καὶ. τοῦ έργου του. «Τὸ τόξο ὀνομάζεται ζωὴ (βίος)››, λέει,
«τὸ έργο του εἶναι θάνατος». (Η ἔνδειξι αὐτοῦ τοῦ αποσπάσματος
παρουσιάζει ὁλοκάθαρα τα στοιχεῖα της ὴρακλειτείου αρμονίας.
”Οτι τό παλίντροπος αρμονίη είναι όμηρικὴς προελεύσεως, φαίνεται
αναμφισβητητο· ότι ὴ προέλευσι όμως αὐτὴ έξουδετερώνεται με
τὴν ὑποκατάστασι της έναντιότητος του̃ τροπος στὴν έντασι του̃
τονος, είναι ἐκτὸς πάσης αμφιβολίας έπίσης. ”Ο (Ηρακλειτος δα
νείσθηκε τὴν είκόνα του από ταπαλίντονα τόξα (τόξα με κυρτωμένες
άκρες από τὸ τέντωμα) του ςομὴρου καὶ έπλασε μία λέξι κομμένη
στα μέτρα τὴς δικὴς ,του ίδέας. Για να ὑπαρχῃ αρμονία πρέπει
μοῖρα τῶν όντων να είναι ὁ διαφορισμὸς όχι ὡς αργία αλλα ὡς
γεγονὸς τοῦ έργου τους. Τὸ τόξο γίνεται θάνατος· όπως όμως
χωρὶς τόξο ὁ θάνατος εἶναι ανέφικτος, τὸ τόξο χωρὶς τὸν θάνατο
εἶναι αδιανόητο. ”Η λύρα γίνεται μουσικη· όπως όμως χωρὶς λύρα
μουσικὴ δεν ὐπάρχει, ὴ λύρα χωρὶς τὴν μουσικὴ εἶναι αδιανόητη. .Η
αρμονία είναι παλίντροπος καὶ ὴ διαφοροποίησι (ὴ αλλοτρίωσι) ἑαυ
τοῦ μια εὐλογία. Τί είρωνεία για τους φανατικους τοῦ Ηρακλείτου
συγχρόνους μας, ποὺ έπιμένουν να καταργησουν τὴν αλλοτρίωσιί
Τό θετικό στοιχεῖο του̃ ξυνου̃ ποὺ αναζητούσαμε, αὐτὸ ποὺ οί
ἀξύνετοι δεν συλλαμβάνουν, είναι ὴ αρμονία τῶν αντιθέτων. .Η αρ
μονία του̃ (Ηρακλείτου ὡστόσο, δεν είναι κάτι αὐτονόητο. .Η περι
γραφὴ του αποσπάσματος ὅί θα ίκανοποιου̃σε ένδεχομένως τὶς
διαλεκτικές μας ροπές, ὑπὸ τόν όρο ότι θα αποτελοῦσε τὴν μοναδι
κὴ ὴρακλείτειο μαρτυρία ἐπὶ του προκειμένου. Δεν ὑπαινίσσομαι
τὸ απόσπασμα 8, τὸ ὁποῖο, έαν δεν εἶναι μια αριστοτελικὴ σύνοψις
τῶν αποσπασμάτων όί καὶ 80, δεν προσθέτει έν πάση περιπτώσει
τίποτε τὸ καινούργιο στα δεδομένα του̃ αποσπάσματος όί. Σκέ
πτομαι τὸ απόσπασμα όἔι, ένα απόσπασμα αναμφισβητητως αό
θεντικό, ποὺ δεν διακρίνει μόνο σὲ φανερὴ καὶ αφανὴ τὴν αρμονία,
αλλα ποὺ βεβαιώνει ἐπὶ πλέον τὴν ὑπεροχὴ της δευτέρας ἐν σχέσει
μὲ τὴν πρώτη. ‹‹ .Η αφανὴς αρμονία (άρμονίη αφονής)››, λέει, «υπερέ
χει της φανερὴς (φανερῆς κρείττων)››. Φωτίζεται ὴ αρμονία τῶν αν
τιθέτων από τὶς ὶεραρχημένες αρμονίες τοῦ αποσπάσματος όἔι;
”Η λέξι ἀρμονίη ξέρουμε ότι προέρχεται απο τὸ ρὴμα ἀραρίσκω
(στερεώνω, συνδέω) καὶ ότι δηλώνει τὴν συμφωνία, τὴν συνάφεια,
τὴν σόνδεσι. Τὸ νόημα καὶ ὴ έτυμολογίατης λέξεως εἶναι κρυσταλ
λινα, αλλα δὲν ερμηνεύουν οὔτε βοηθοὔν να κατανοησωμε τὴν αρμο
νία του̃ (Ηρακλείτου. Έαν στὶςλέξεις μιλου̃σε τὸ εἶναι τους όλα θα
ὴσαν απλα καὶ ὴ ἐτυμολογία θα ἔδινε τό κλειδὶ για κάθε δυνατὴ
40 ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ
προσπέλασι τῶν αρχεγόνων κειμένων. Στην περίπτωσι όμως ποὺ
το παν θα ὺποτασσόταν στο κείμενο, δὲν θα ὺπηρχε δημιουργός, η
/ \ ` , | | ` \ Η \ | Ϊ ›
κατανοησι δεν θα ειχε κανενα νοημα και το ιδιο το κειμενο θα ηταν
καταδικασμένο είς θάνατον. ,Αλλα μεταξὺ της αρμονίας του λεξι
κοὺ καὶ της αρμονίας τῶν αποσπασμάτων. σχέσι δεν εἶναι καὶ
τόσο στενη όσο φαίνεται. ”Η ὰρμονίὴ του ”Ηρακλείτου διαφέρει απο
μία οποιαδηποτε ένωσι, εἶναι ένωσι, κατ, αρχην. αντιθέτων καὶ
κατὰ δεύτερο λόγο ἔνωσι αθέατη, μη όντας δε τρόπος ὺπάρξεως.
εκφράζει κυρίως την έννοια της ταυτότητος τοὺ Εἶναι, ποὺ έγκει
ται στ`ν <ο\ του παντό .Α ονικ\ δεν εἶναι όνο λοιπὸν α πα ου
η Ρ η ίἔ· ρμ η μ η Ρ
σία του κόσμου. αλλα πρωτίστως τὸ γίγνεσθαι της ὺπάρξεως.
”Αφανης εἶναι η αρμονία του̃ όντος ποὺ τείνει στο αλλο και ὡς
τέτοια υπερέχει της ταξεως τῶν πραγματων του κόσμου. ,Εαν
όμως η αρμονία συνιστα το Εἶναι κάθε όντος. τότε πῶς εἶναι αθέα
τη; Γιατί δηλαδη η ἐσχάτη πραγματικότης των όντων δεν ὺπόκει
ται είς την αντίληψι;
Κ Κ | Ί” | ` 7 ΰ ί 9 Ν
Ο Ηρακλειτος ειναι πεπεισμενος πως οι αισθησεις αδυνατουν
Μπ
να συλλάβουν την πραγματικότητα του οντος ὡς αλλαγη. Στὸ από
σπασμα ἴιθ σελ. 22) δηλώνει ότι η σκέψι εἶναι θεία κατοχη κι
ότι η ὅρασις ψεόδεται. Οί ἀξύνετοι του αποσπάσματος ί. καίτοι
ακοὺνγ εἶναι ανίκανοι να ἐννοησουν τον λογο και οἱ ἀξύνετοι του
αποσπάσματος δα (βλ. σελ. 20) παρομοιάζονται με κωφοός· οἱ
Π „ \ ΡΜ Υ| 3 ) ×`# Έ” \ | Υ ; Ν
απιστοι ουτε να μιλουν ουτε ν ακουν ειναι σε θεσι (απ. 20: ακουσα:
: 1 # .ν .9 3 8 \ Χ | \ Ψ 7 \ \
ουκ επιοτιιμενοι ουὁ ειπειν). ενῳ για τις βαρβαρες ψυχές τ αυτια και
τα ματια είναι κακοὶ μάρτυρες (α
ἔί
ίθἶ. βλ. σελ. 20). .Υπαρχει
Ν /1 „
βεβαίως η θέσι του αποσπάσματος Οία (ὀφθαλμοὶ γὰρ των ω̃των
ἀκριβέοτεροε μάρτυρες), κατα την οποία τα ματια είναι ακριβέστεροι
μάρτυρες απο τί αυτια καὶ η παράδοξη διαβεβαίωσι του αποσπά
σματος ὕὅ (ὅοων ὅψις ἀκοὴ μάθησις, ταυ̃τα ἐγὼ προτιμέω: αυτα ποὺ
| Ἄ Ν | Ἱ Ἡ Ν \ | \
Ἡ βλεπουμε. ακουμε, γνωριζουμε. αυτα προτιμω). που κλονιζουν την
σιγουρια μας για την ἐχθρότητα του ”Ηρακλείτου προς τὶς αίσθη
3 | \ Ε \ \ Η | Η ι 9
σεις. Εν τουτοις το πρωτο. υπο την προυποθεσι οτι ειναι αυθεντι
ρ ι , υ : κ ι ‹ κ : % κ 8 »
κογ δεν ειναι απαραιτητο να θετη υπο αμφισβητησι την ευτελεια
3 | ` | \ , | \ Η
των αισθησεων _ θα μπορουσε μαλιστα να αναφερεται σε αλλα
συμφραζόμενα· όσο για το απόσπασμα 55, αὐτὸ θα ηταν δυνατόν να
Ώ Ν Ι Ϊ \| Ι \ υπ ἕ
ερμηνευθη διαφορετικα. Πραγματι δε. διαβάζοντας το οσων ως
αφαιρετικη της συγκρίσεως, έχομε: «από αυτα ποὺ βλέπουμε,
ακουμε, γνωρίζουμε. προτιμω εκείνα». δηλαδη τα πραγματα ποὺ
,| \ ) '¦ , | | 1| Ἱ Ϊ Ϊ Π ` |
ουτε να ιδη ειναι εις θεσιν κανεις, ουτε ν ακγουση ουτε να συλλαβη.
Το γεγονὸς ότι η αφανης αρμονία υπερέχει της φανερης, δεν ἐξηγεῖ
Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΥ
τὸν λόγο αυτὴς τὴς προτιμὴσεως,
ἕιί
Οί αἰσθὴσεις λοιπὸν απατου̃ν _ αὐτὸς εἶναι ὁ λογισμὸς του
(Ηρακλείτου. ”Οχι ὅμως ὀλόκλὴρος, αν προσέξωμε τί ακριβῶς λε
ει. Εἶναι αξιοσημείωτο ότι στα αποσπάσματα ὴ κριτικὴ τῶν αίσθὴ
σεων συνδεεται πάντοτε με τὴν κριτικὴ τῶν ἀξυνέτωνὴ του πλὴθους
ἐν γένει, κριτικὴ που (απ. λθ) προϋποθέτει τὴν δυνατότὴτα μιᾶς
ἔλλογὴς ὁράσεως, ακοὴς, ομιλίας κ.λπ., ὴ οποία αντιπαρατίθεται
στὴν ασυναρτὴσία των ανθρώπων με τὶς «βάρβαρες ψυχές». Οί
αίσθὴσεις απατουν όταν ζὴτουμε πράγματα τα ὁποία τὶς ξεπερ
νοῦν. (Ο κόσμος απλώνεται μπρός μου! Βλεπω τα δένδρα, ακούω
τον όίνεμο° ἐκεῖνο που μου διαφεύγει καὶ δεν το αίσθάνομαι είναι ο
νόμος του. Πῶς να ακούσῃς τὸν λόγο καὶ πῶς να ίδὴς τὴν φωτια που
θ : ι Ν σα̃ κ οι \ Ι λ κ κ ›: τ·
ερμαινει το παν, οταν το ενα δεν λεει τιποτε και το αλλο ειναι
αφανὴς αρμονία; 7Αγκαλιάζοντας με τα μάτια τον κόσμο τὸν στα
ο
ματουμε, κι ακούγοντας τὸν λόγο μὲ τί αυτια φερνόμαστεκ σαν τὸν
βλάκα τοῦ αποσπάσματος 87 (βλὰξ ἄνθρωπος ἐπὶ παντί λόγῳ ἐπτοῆ
σθαι φιλεῖ), ἔτοιμο ἐκπλαγὴ ὁτιδὴποτε κι αν ακούσὴ. λΟ άνθρω
πος που εμπιστεύεται στις αίσθὴσεις πέφτει πάντοτε θὕμα τὴς
προφάνειας. ”Οχι ἐπειδὴ αὐτὸ που βλεπει εἶναι ψευδές, αλλα διότι
ν ι . \ Ν | ` ) | | Η
το παν δινεται στὴν αντιλὴψι σαν ακινὴτὴ παρουσια. Οπως τ
ίλὅ:
ακινὴσία
κριθαρόζουμο (κυκεὼν) χαλάει αν δεν το ανακατἐφωμε
κυκεὼν ὅιίστοιται (μὴ) κινούμενος), ἔτσι καταστρέφει καὶ ὴ
ε
ει
Ωω Ο”
τὴν τάξι του κόσμου. (Η προφάνεια τὴς παρουσίας εἶναι λοιπὸν
Ϊ 'Μ 9 | ` θ \ Ἱ ×`× { 3 | θ
παγίδα τὴς αντιλὴψεως και επειδὴ ακριβως ὴ αντιλὴψι βρισκεται
διαρκῶς παγιδευμενὴ στὴν ακινὴσία τὴς παρουσίας, ὁ άνθρωπος
δεν μπορεί να εμπιστεύεται στὶς αἰσθὴσεις του. ,Ασυμβίβαστος με
τὸν χρόνο τῶν μεταμορφώσεων του Είναι, ό χρόνος τὴς παρουσίας
δεν συμβιβάζεται με τὸν κόσμο του̃ ”Ηρακλείτου, που καίγεται σὰν
\ \ \ Υ Ν , | \ θ ' Ϊ \ | Ν
τὴν φωτια στους αιωνες, αναβει και σβὴνει κατα το μετρο του
κ Ν { Ἰ Ϊ | Α0
λογου. Μπορει ὴ ακινὴτὴ παρουσια τὴς αντιλὴψεως να αγκαλιάσῃ
τὴν φλεγόμενὴ διάρκεια του Εἶναι;
,Εαν υφίσταται μια παρουσία, εἶναι, συμφωνα με τὸ απόσπα
σμα Ζθ (ἄνθρωπος ἐν ευ̃φοόνῃ φάος ἄπτετο: ἑαοτῷ [ἀποθοινῶν] αποσβο
σθεὶς όψεις, ζῶν ὁὲ α̃πτετα: τεθνεῶτος εὕόων, /οι̃ποσβεσθεὶς όιγ/εις], ὲγρηγο
,οιὺς ἄπτεται εὕὅοντος), ὴ παρουσία τὴς νύχτας, κι αν υφίσταται μια
θεα, είναι (απ. Ζί: θάνατός ἐστιν όκόσα ὲγερθέντες όρέομεν, ὁκόσοι ὅὲ
εὕὅοντες ὕπνος) ὴ θεωρία του αθεάτου γίγνεσθαι του όντος. λΗ πα
ρουσία εἶναι αίνιγμα, αυτό προκύπτει απο τὴν ριζικὴ ασυμμετρία
του̃ εἶναι καὶ του φαίνεσθαι, του ὀνόματος του̃ τόξου και τὴς υπάρ
ξεώς του. (Ο ”Ηράκλειτος διετύπωσε θαυμαστά τὸν αίνιγματικὸ
ἔιΖ
ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ
χαρακτὴρα του̃ φαινομένου
Ο
Η
ο|
ι Ω”
7ὶ
όσπασμα θθ, μὲ τούτα τὰ λό
για: ὲξαπάτηνται οί ἄνθρωποι προς την ννωσιν των φανερων παραπλησίως
Ὁμήρῳ, ΰς ἐγένετο τῶν Ἑλλήνων σοφώτερος πάντων, ὲκεῖνόν τε γὰρ
παῖὁες φθεϊρας κατακτείνοντες ὲξηπάτησαν εῖπόντες· ὅσα εἴὀομεν καὶ ὲλά
βομεν, ταυ̃τα ἀπολείπομεν, ὅσα ὁὲ οὔτε εἴὅομεν οὔτ” ὲλάβομεν, ταῦτα φέρο
μεν. «Οἱ άνθρωποι», λέει, «ξεγελιῶνται μὲ τὰ φαινόμενα σὰν τὸν
”Ομὴρο, που ὴταν ὁ σοφώτερος τῶν ·Ελλὴνων. Αύτον λοιπὸν κάτι
παιδιὰ που σκοτῶναν ψεῖρες, τὸν ξεγέλασαν λέγοντας: (ὅσα εἴδαμε
καὶ πιάσαμε τὰ διώξαμε κι ὅσα οὔτε εἴδαμε οὔτε πιάσαμε τὰ ἔχου
με πάνω μας”››. Στὸ αἴνιγμα των παιδιών δίνεται τὸ 'αἴνιγμα τοῦ
Εἶναι. Αἰνιγματικὸ ἀπὸ τὴν φύσι του, τὸ Εἶναι φανερώνεται κρύ
βοντας, κρύβεται φανερώνοντας° άφαντο με τὴν παρουσία του βρί
σκεται ἐν τούτοις ἐδῶ, παρον στὴν φανἑρωσί του. Το αἴνιγμα εἶναι
\ Ι Ἡ ` | , | , \ ) | \
ΤΟ φαινθμενθ και σαν ΤΞΤΟΕΟ ανΐισΐεκεΐαἰ. ΞΕς Την ανΐιληψἱ.. να
δ | \ ` , | Η \ › |
εμπιστευεται κανεις στις αισθὴσεις, οταν το Ειναι κατακλυζεται
ἀπὸ μὴΕἶναι, Πῶς νὰ στρἑψῃ σὲ κάτι τὴν ματιά του, ὅταν αὐτὸ τὸ
| \ Κ | ` | Ἱ | θ Ώ
«κατι» εἶναι μια αρμονια και μαλιστα αθεατὴ; Η αφανὴς ὰρμονία,
ἔργο του θείου πνεύματος, ὲννοεῖται, ὅπωζςὺν νόῳ συλλαμβάνει τὸ
ξονύν. (Ο ἄνθρωπος βλέπει κι ὰκούει με τὴν βοὴθεια τοῦ πνεύμα
τος· βλεπει κι άκούει αὐτὸ που ξεπερνώντας τὴν παρουσία τὴν
κυβερνά. ”Οποιος «βλέπει» τὸν δεσμὸ τῶν άντιθἐτων δεν θὰ ξεγε
\ Ϊ \ Η |
λασθῇ ποτε σαν τον Ομὴρο. Γνωριζοντας πὼς ὴ παρουσία εἶναι
Υά \ Θ, 7 θβ. \ ` | Χ | Κ
αινιγμα, δεν αφε ῃ ποτε στὴν ματια του και ξεροντας πως
7| \ / \ ,Β θεν θ\ | \ | Ϊ Θ
αινιγμα δεν περιοριζεται να ι ω ῃ, α κλεισῃ τα ματια και
μαντἐψῃ.
<·!
Ως Οτ
ἕ Ω | \ | \ ( | \ 9 Ϊ
Οι αξυνετοι δεν συλλαμβανουν τὴν αρμονια στὴν εναντιοτὴτα.
αὐτὴ εἶναι ὴ θετικὴ ἔκφρασι τὴς ρὴξεώς των μὲ τὸ ξυνόν. ”Οχι ὅμως
καθαυτὸ θετικὴ, διότι τὴν ἴδια τὴν ρὴξι τὴν διατυπώνομε ὰρνητικὰ
` Ώ ` ον
ὰκό .Μετα απὸτ νπε ιπλάν σι που α ἐστοί ισε ” άνα ότ σι
χ η η
. Ν Ν Ν . ν
ενὸς θετικου προσδιορισμου των αξυνετων, ὴρθε ὴ στιγμὴ νὰ όλο
κλὴρώσουμε τὴν ἐκκρεμὴ εἱσἐτι μελέτη τοῦ άποσπάσματος 2. Τὸ
μυστικὸ τὴς ρὴξεως μεταξὺ ξυνοῦ και ἀνθρώπων βρίσκεται στὴν
ἰδιωτικὴ χρὴσι τὴς σκέψεως (ἰὀία φρόνηοις). Ζώντας με τὴν ὰντίλὴ
ψι τῶν πραγμάτων, οι πολλοὶ δεν μποροῦν νὰ πλὴσιάσουν στὸν
| Ν Ω \ \ ΙΪ | \ | ` Ϊ | αν
κοσμο του ενος και ετσι μενουν για παντα κουφοι στὴν σοφια του
λόγου, τυφλοὶ στὴν λάμψι τὴς φωτιᾶς. Τὸ ὰνθρώπινο πνεῦμα εἶναι
άνευ νου̃, ἔξω ἀπὸ τὴν πνευματικότητα τοῦ κοινου̃ τῶν πάντων
(ζυνου̃). ”Ο νοῦς άνὴκει στους ‹‹ἰσχυρούς» τοῦ ξυνοῦ καὶ ὑπό αὐτὴ τὴν
ἔννοια πρόκειται γιὰ ἔμπνευσι κι ἔκστασι. Ἱὁίαεἶναι μιὰ πνευματι
κότὴς (φρόνησις) δἐσμια τὴς άντιλὴψεως, ὴ ὁποία μεταβάλλει τὸν
Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΥ 43
άνθ ωπο σε σκλάβο του πα όντο (Η κοινότ του νου δεν σ αί
Ρ Ρ §· ηἔ ημ
πω | Ϊ | \
νει τίποτε γιὰ τὸν ὴδονιστὴ άνθρωπο του παροντος· ανικανος να
σκεφθῇ καθὼς εἶναι, δὲν άντιλαμβάνεται ότι στὸν νου ἐνεργεῖ
δύναμι που ακατάπαυστα εἰσδόει στα πάντα καὶ ὴ οποία δεσπόζει
του Εἶναι, οδηγώντας το συνεχῶς στὴν ενότητα. ΩΗ ἀδικία εἶναι
μιὰ άγνοια καὶ μιὰ ἀνυπακοὴ καὶ ὴ ἀνυπακοὴ δὲν μένει άτιμώρητη.
1 1 ~ Ι _ ,Ρ Ι 7 | Ν
Το μη ὅυνον ποτε πωςαν τιςλαθοι; (απόσπασμα ίθ). Μπορει κανεὶςνὰ
αν , Ϊ Ἱ \ ` | ` |
κρυφτῃ απ αυτο που ποτε του δεν σβηνει,
Το διάβασμα του̃ ἹΙρακλείτου δεν τελειώνει ποτὲ. Θα μπο
ρουσε ν” ἀρχίση στὸ σημεῖο που φθάσαμε καὶ νὰ εἶναι ολότελα νέο.
Ἱ Ἱ Ϊ Ϊ \ 9 | Ϊ Ϊ |
(Ο στοχασμος που εμψυχωνει τα αποσπασματα μενει απεριγρα
Η \ .Ϊ \ ·ι\ Ἡ \ |
πτος, οχι γιατι ειναι σκοτεινος η εκθαμβωτικος μεχρι τυφλώσεως,
: ι ι › : : ι λ | › ρ ι
αλλα ως απολυτως διαφανος. Στο τελος καθε αναγνωσεως τον
ξαναβρίσκομε άχραντο καὶ ἄθικτο, διαθέσιμο στὴν ερμηνεία. Τυ
ραννικὰ πλούσιο καθὼς εἶναι, τὸ κείμενο του ”Ηρακλείτου κατανο
εῖται ἐπί ἄπειρον καί, υπ, αὐτὴ τὴν ἔννοια, εἶναι άναχρονιστικὸ ως
{ Ν
πρὸς τὴν εποχη του καὶ ως προς τὴν ἐποχὴ ἐκείνου ὁ όποιος επιχει
ασ \ \ Ϊ Ϊ λ | \ Ν | |
ρει να το ερμηνευση. Δεν θελει να πη τιποτε· θελουμε νὰ εκφράσω
με αυτό που λέει. 'Έτσι ὅμως τὸ σκεπτόμαστε καὶ δὲν τὸ σκεπτό
μριστε, είναι καὶ δὲν εἶναι, καὶ στον βαθμο που συνειδητοποιοῦμε
Ν ι Ν Ν οι ι ι Ι
την καταστασι, κατανοουμε και μας κατανοουμε. Οπως ο Ηρα
| | Ἡ \
κλειτος δεν εκανε τιποτε χωρις να διεκδικὴση τον ἑαυτό του, ό
ε : Ϊ ο : υ π κ Ν › Ν ι ι Ν
αναγνωστης του οφειλει εξ ισου να δεσμευθη, αλλιως ο λογος του
σοφου̃ θὰ μείνη γι” αὐτὸν άπροσπέλαστος. Τί άλλο, όμως, κάτι
τέτοιο μπορεῖ νὰ σημαίνη, άν όχι ότι τὸ νόημα συνοδεύει τὸ Εἶναι
κι ότι τὸ ἔν συγκροτεῖ σημασία, χωρὶς το ίδιο νὰ εἶναι παρόν, ”Ενας
ι › λ ι ι σι ι ι σ
θεος αθεατος, κεχωρισμενος παντων, ενας χωρισμος χωρὶς οροση
? | ` Ϊ Σ !
μα και ορια, μια ταυτοτης στον χωρισμο. Στην κινησι αυτη, όπου
\ Πλλ Ί' , | 'Ν \ Ἱ ι\ λ | Ἡ |
το α |ο ειναι επισης! ον και το ον δεν διαφερεται απολυτως, στρι
\ | Ϊ |
μωγμενη στην απορια που δημιουργησε, η σκεψι παραβιάζει τὰ
Ρ? | Τλ .Π Ν 7 Ϊ §\ ` ?| .Ϊ } αν
ορια της. ο ον ειναι ακινητο η το αλλο ειναι αλλιως,
Ἐδὥ, τὸν λόγο παίρνει ὁ Παρμενίδης καὶ κατόπιν ὁ Πλάτων.
Τὸ δαχτυλίδι του̃ Γύψη
Περιπλάνησι σ” ἕνα μυ̃θο του̃ Πλάτωνος
=Ξ\
(Η Πολιτεία είναι διάλογος περὶ δικαιοσύνης, τὸ σύμβολο της κοι
νωνίας δικαίου. Κοινωνίαύφίσταται ότανη δικαιοσύνη εἶναι δεσμός
τού συνόλου καὶ πόθος τῶν ἀτόμων, πόθος που μένει άνεκπληρω
τος ἐὰν άγνοούμε την ούσία της καὶ την κατάστασί της. ὶἶπάρχει
καθαρη δικαιοσύνη; Ἱι̃πάρχει ἐγγύησι ότι την εννοούμε ὀρθά;
(Ολοκληρωμένη γίνεται η περὶ δικαιοσύνης συζήτησι στὸ δε
ζω
τερο βιβλίο της Πολιτείας, όταν ὁ Γλαύκων παίρνη τὸν λόγο γιὰ νὰ
| ` Κ | Ἱ Θ Γ \ Ϊ Ϊ
δηλωση πως ο διάλογος μεταξυ ρασυμαχου και Σωκράτους τον
άφησε άνικανοποίητο καὶ νὰ προτείνη στὸν δεύτερο την κατὰ βάθος
ἄ ξ| ζ Ι 9 λ } θ „δ \ Ω |λ |
ε ετασι του ητηματος, ανα αμβανοντας ο ι ιος τον ρο ο συνηγο
ρου τού διαβόλου. ”Ο Σωκράτης συμφωνεῖ καὶ ὁ Γλαύκων ὰρχίζει
μὲ ἀναφορὰ την προἑλευσι της δικαιοσύνης. (Η δικαιοσύνη, ίσχυρί
ζεται, εἶναι προϊόν άδυναμίας, διότι ἐὰν εἶχαν δίκαιοι καὶ άδικοι
ἐ ασ αλισ έν τὶν άτι ω σία θὰ ἔκαναν όλοι τὰ ει ότε α ἐ
> Ρ Υ .
Ϊ \
κληματα γιὰ να κορἐσουν την φιληδονία τους., (Η δικαιοσύνη συνε
Ν ι ι 7 | κ : κό π Ι ε ι κ
πω δεν ανταποκ ινεται σε καποια καθα υ ικ διαθεσι αλλα σε
ρη χ η ›
ι Ν Ι 9 ι › '
βιασμο της θελησεως, ειναι συμβιβασμος πού επιτρέπει την δύσκο
λη συνύπαρξι τού συλλογικού μὲ το άτομικὸ καὶ τίποτε άλλο. ὶΗ
ὰπόδειξι που θὰ φέρη ὁ Γλαύκων γιὰ νὰ στηρίξη την θἐσι του, εἶναι
ο .μύθος τού Γύγη (Πολιτείας Βὕθἀ δθθβδ):
ΕΟ Γύγης ηταν βοσκὸς τού τότε βασιληα̃ της Λυδίας, όταν
κάποτε, μετὰ ραγδαία βροχη καὶ σεισμό, ράγισε η γη κι άνοι
| \ Ν 7 Έ $| Ἱ |
ξε χασμα στο σημειο ακριβως που εβοσκε το κοπαδι του
›¬
Η
..αφνιασμἐνος ἀπὸ τὸ θέαμα, κατεβαίνει στην τρύπα κι ἀνά
μεσα σὶ άλλα θαυμάσια βλεπει, διηγούνται, ἕνα χάλκινο άλο
γο, κούφιο, μὲ κάτι μικρὰ άνοίγματα ὰπ, όπου περνα το κεφά
ι Ι κ 9 ετ π Ι 9 Ν ι π
λι του και τι να ιδη. ενας νεκρος κειτοταν εκει μεσα, ετσι
τούλάχιστον ἔδειχνε, πολύ μεγαλύτερος ἀπὸ κανονικὸν ἄν
! | Ϊ (Ι \ | \ | \ ὁ
θρωπο, ολογυμνος, μ ενα χρυσο δαχτυλιδι στο χερι, που
ΙΟ Γύγης καὶ τὸ δαχτυλίδι του ηταν θεμα τῶν πανεπιστημιακῶν μου παραδόσεων
στὸ Παρίσι (Βενσὲν) την χρονιὰ ίΘ7ί ἸΘ72. Μεταφράζωγιὰ την ελληνικη ἔκδοσι
(ίθ77) άπο τὸ γαλλικο πρωτότυπο, εἰςτο ὁποῖο ἔχω κάνει ὡρισμενες δευτερευού
σης σημασίας διορθώσεις καὶ προσθηκες καὶ ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἔχω αφαιρέσει όλο τὸ
τ ι ι ι Ν ι γ ι \ ι
υλικο που υπηρετούσε σκοπους καθαρα διδακτικούς.
Διαβάζεται σὰν παραμύθι.
ἔιἔ
ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ
Γ | ` .πι \ Ν Ό \ 7\| \ Ρ \
υγης το πηρε και βγηκε. ταν σε ιγο καιρο οι βοσκοι
μαζευτηκαν,
όπως συνηθιζαν κάθε μηνα, να ἑτοιμάσουν άνα
φορὰ στὸν βασιλέα για τὰ κοπάδια του, κατέφθασε κι ἐκεῖνος
Ϊ ` |\ ,Ε Ν \ \ θ| Ϊ \
φορωντας το δαχτυλιδι. κει λοιπον που κα οταν με τους
”λλ ”στ ψ κ τ\ τί τ\ ί δ λδ \
α ους, ε ρι ε α α υχη ην πετρα του αχτυ ι ιου προς
τα μέσα κι έγινε ὀίφαντος στους συντρόφους του, που άρχισαν
να μιλουν γι, αὐτὸν σὰν νὰ εἶχε φυγει. ”Εκπληκτος στρίβει το
| \ \ Η Ἱ | |
δαχτυλιδι προς τα εξω κι αμεσως φανερωθηκε. ,Αντιλαμβά
νόμενος το γεγονός, ξαναδοκιμάζει για νὰ βεβαιωθῇ ότι τὸ
7
, \ \
δαχτυλίδι έχει πράγματι αυτη την δύναμι, οπότε, για μια
ἀκόμη φορά, γυρνώντας το πρὸς τα μέσα συμβαίνει νὰ εξαφα
νίζεται, νὰ εμφανίζεται δε γυρνώντας το πάλι πρὸς τα έξω.
9 #`# |
ιν
Αφου σιγουρευτηκε, τὰ καταφέρνει να περιληφθη στην ἀντι
| \ ` Ι \ | Ν
προσωπεια που θα πηγαινε στο παλατι κι ἑκει ξελόγιασε την
βασίλισσα, σκότωσε με την βοηθειά της τόν βασιληὰ κι άνέ
{ 7
βηκε ο ίδιος στον θρόνο.
{ | Ζ , Ν ` 9 | \ Ϊ
Η συνεχεια της Πολιτείας αποτελει μιαν απαντησι στα λογια
τουτα, που κυριολεκτικά την σημαδεύουν. (Ο Πλάτων άλλωστε δεν
τὸ κρύβει· το υπενθυμίζει μάλιστα στο τέλος του διαλόγου (ΘἸΖΒ).
ον \ Ϊ Ρ/ | δ| ( | Ν
Ν
Που την βρισκει ομως τετοια υναμι ο λογος του Γλαόκωνος, Πως
γίνεται να ἐπιβάλη στὸν Σωκράτη μία τόσο μακρά καὶ έπίπονη
έξερεύνησι σὰν της Πολιτείας;
‹Ο Γλαυκων αναπιάνει καὶ τοποθετεῖ ό θά τ\ν συ ίτ σι του
η
πρώτου βιβλίου περὶ δικαίου καὶ άδίκου. Εἰς το βιβλίο αυτό, του
{ ,
\ Ϊ | | Ὁ
οποίου η οργανικη ένταξι στον υπολοιπο διαλογο έχει κατά κόρον
συζητηθη, εξετάζονται τα πλεονεκτηματα
της δικαιοσύνης ἐν σχέ
σει προς την άδικία. (Ο διάλογος μεταξυ Θρασυμάχου καὶ Σωκρά
τους καταληγει στὸ συμπέρασμα ότι η δίκαιη ψυχη θα εὐτυχηση,
ἐνῷ η άδικη είναι προωρισμένη
νὰ δυστυχηση. Καθως όμως ὁ ίδιος
ο Σωκράτης το παραδέχεται (δθδίο), τὸ συμπέρασμα αὐτὸ δὲν ειναι
διόλου ἰκανοποιητικὸ
καὶ ἀναλαμβάνει είς τὸ άκέραιο την ευθύνη
κι $ | ἔ | \ Ν ἕ | Ύ |
της αποτυχίας. Ο δρομος που πηρε η συζητησι ηταν πραγματι
| | Ν \ Ν ἔ | Ν | 1
λανθασμενος°
επρεπε πρωτα να ζητηθη η φυσι της δικαιοσυνης (το
δίκαιον ΰ τίποτό ἐστίν) καὶ κατόπιν, ὑπὸ τὸ φῶς της έρεόνης αυτης, να
ἐξετασθῇ ἐὰν εἶναι άρετη κακία. Πῶς νὰ έκφρασθῇ κανείς για τὸ
ποιόν της δικαιοσύνης, όταν άγνοη την οὐσία της,
Ω ¬ | 'Ξ' | Ἡ \ Ν | | Η Χ
Ο Σωκρατης ειχε παψει πια να μιλά· πιστευε μαλιστα οτι δεν
θὰ δινόταν συνέχεια στην συζητησι. (Η άτμόσφαιρα ηταν τεταμένη
Γ! Ν· \ \ , αν
στὸ άκροατηριο κι ολοι κρατουσαν μια σιωπη αναμονης καὶ ἀμηχα
νίας. Αὐτην άκριβῶς την στιγμη παρενέβη ὁ Γλαυκων, για να ξανα
το ΔΑκτι·ΛιΔι τον Γιτιι 49
θέση μὲ σταθερότητα καὶ θέρμη το θέμα υπὸ συζητησιν. «Σωκρά
τη», λέει (3θ7ει), «σου άρκεῖ νὰ φαίνεται ότι μᾶς έπεισες θέλεις
όντως νὰ μᾶς πείσης πὼς η δικαιοσύνη εἶναι ὁπωσδηποτε προτιμό
, Ν ( | ` Ϊ
τερη άπό την άδικία,» «”Οντως», απαντα ο Σωκρατης, για να προ
) \ 'Ν Ϊ
σθέση εὐθυς άμέσως: «Θὰ ηθελα να σας πείσω εὰν ηταν στὸ χέρι
μου». «Τότε», ἀπάντησι του Γλαυκωνος «τὸ θέλημά σου δεν
γίνεται». Και ό διάλογος ξαναρχίζει.
.Ο λό ο του Γλαυκωνο έ ει δυνα ι διότι έκ άζει τ`ν κατ,
γ ίἕ ἔ χ μ φβ η
Ϊ ι Ι Ϊ | 9 κι
ἐξοχην σωκρατικη στασι. Τοποθετώντας το ζητημα επί καθαρως
φιλοσοφικης βάσεως, ὁ νέος αντιδρά στον Σωκράτη που ἐγκαταλεί
πει την διδασκαλία του, όπως θὰ ταίριαζε σί ένα πραγματικο μαθη
,
τη του. (Η σωκρατικη ιδέα υποχρεώνει! ”Απὸ την στιγμη που ό
Σωκράτης κηρύσσει ότι η φιλοσοφία είναι τρόπος ζωης καὶ όχι
συσσώρευσι γνώσεων, όφείλει πρῶτος αὐτὸς νὰ άκολουθηση μέχρις
| Ι |
εσχατων την διδασκαλια του, μεχρι κωνειου. "Αν η συζητησι μὲ τὸν
Θ ασυ α ο άτυ σε ταίει ό Σωκ άτ διότι «ά σε» τὸ π α
ι η › φη Ρ
\ Ϊ \ . | ` | Ν ρω
γματικο θεμα και ριχτηκε στις κουβεντες του συνομιλητη του «σὰν
τὸν λιμάρη που όρμξι σ, ό,τι κι άν του προσφέρουν» (δθἴὼ), «άφη
\ \ \ 7 Ν \
σε» την φιλοσοφια για να επιδοθη στην πειθώ. Πρέπει υπό αυτό τὸ
πρῖσμα νὰ ἐξετάσωμε την στάσι του Γλαυκωνος, καθὼς καὶ ὅλη
την σκηνοθεσία στὸ έν λόγῳ σημείο του διαλόγου, σκηνοθεσία όπου
ὁ Πλάτων δεν θέτει, προφανῶς, υπο άμφισβητησι τον Σωκράτη
προσωπικῶς, γιατὶ ό Σωκράτης ηπιε τὸ κώνειο, ἀλλὰ κάθε επόμε
νο φιλόσοφο, του ἱδίου συμπεριλαμβανομένου. ”Η άντίδρασι του
Γλαυκωνος ἀποτελεῖ μιὰ πλατωνικη προειδοποίησι προς την φιλο
σοφία, γιὰ τὸν υπέρτατο κίνδυνο που την άπειλεῖ: νὰ γίνη όργανο
έ ουσία καὶ νὰ κλείσ .
ἔ ῃ
Τὰ σχετικὰ μὲ την παρέμβασι του Γλαύκωνος καὶ ό έμμεσος
έλεγχος τῶν φιλολόγων καὶ τῶν σχολιαστῶν, οί ὁποῖοι έθεσαν ζη
τημα σχέσεων του πρώτου βιβλίου της Πολιτείας με τὸ υπόλοιπο
μέρος της, υποχρεώνουν σε ὼρισμένες έξηγησεις, που ἀφορουν την
άνάγνωσι τῶν πλατωνικῶν διαλόγων έν γένει. Τὸ πρόβλημα της
Ν Ν , . Ν
ἑνότητος του κειμένου της Πολιτειας αποκτα κατ, αυτό τὸν τρόπο
σημασία παραδειγματικη. Συμφωνα μὲ τὸν χαρακτηρισμό του Σω
κράτους ίδἔΐἶει), τὸ πρῶτο βιβλίο συγκροτεῖ τὸ προοιῖαιον του διαλό
γου. Δὲν έχει σημασία ἐὰν ό Πλάτων τὸ συνέθεσε σκοπίμως άδέξια
έν συγκρίσει πρὸς τὰ υπόλοιπα ὰν «τὸ τράβηξε ἀπὸ τὸ συρτάρι»·
τὸ ουσιῶδες εἶναι ότι του όρίζει μιὰ θέσι στην οἰκονομίατου διαλό
γου καὶ ότι η θέσι αυτη εἶναι προειδοποίησι πρὸς κάθε μέλλοντα
| Ϊ ) Η "Φ \ \
μεταφυσικό, προλεγομενα σ ενα δραμα με θέμα το ,Αγαθό και
# Φιλοσοφία ποιητική
θθ
ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ
ὴρωες τους ανθρώπους. ,Από αύτὴ τὴν άποψι, τό πρῶτο βιβλίο τὴς
Πολιτείας
συνδέεται με τα επόμενα όργανικά, αλλα ὴ «ὀίποψι»
αὐτὴ ζητεί διευκρινίσεις.
Ἐὰν ὴ ἱστορικὴ καὶ ὴ υ̃φόλογικὴ ανάλυσι διαπιστώνουν ασυμ
φωνία μεταξύ του πρώτου καὶ τῶν άλλων βιβλίων τὴς Πολιτείας, κι
αν διαπίστωσι αύτὴ μαςκάνει να τό θεωροϋμε κάτι σαν παραβλά
στημα τοῖ› οποίου ὴ θέσι στὴν οίκονομία τοῖ› διαλόγου δεν ανταπο
κρίνεται σὲ καμμία ίδιαίτερη ανάγκη, αυτό τό χρωστόυ̃με σε μία
πρὸ πολλοῦ διαμορφωμένη αντίληψι περὶ τῶν πλατωνικῶν διαλό
γων, ότι δηλαδὴ πρόκειται για «λογοτεχνικό είδος», περιωρισμένο
στὸν ρόλο απλού υπηρέτη του̃ νοὔ. ,Αλλα ό Πλάτων δὲν όδηγὴθηκε
αναίτια στον τρόπο αύτὸν τὴς έκφράσεως ό διάλογος δεν είναι
τὼιθεειειι κατα τα αωκοατικα. ποότυπα., καταγοαφὴ συἔητησεων
όπου αναπτύσσονται
τα θέματα τὴς φιλοσοφίας του̃ διδασκάλου
του, εἶναι ὴ σκηνοθεσία καὶ ὴ δραματοποίησι ενός λόγου που θέλει
να υ̃πάρχη ὡς λαλια ταυτοχρόνως καὶ αληθεια. (ίπ, αύτὴ τὴν έν
νοια σκηνοθεσία συγκροτεῖ. τὴν κρυφὴ αλλα σταθμισμένη όιφι τῶν
λεγομένων, το ζωντανό μα σιωπηρό σχόλιο, τὴν ακύρωσί τους. (Η
ζητησι του̃ απολύτου αποδεικνύεται δραμα είς το ὁποῖο οί ίδέες
πορεύονται σημειωμένες σὲ πρόσωπα, μεταγραφόμενεςσε χειρονο
μιες, σε επιφωνηματα, σὲ κινησεις. ”Ο Πλάτων δημιουργεί τοὺς ,
διαλόγους του ακολουθώντας πιστα τοὺς κανόνες τὴς αντιστίξεως:
{ | 3 | Ν Ξ Ν
Ε
η κατακόρυφη αναπτυξι των ιδεων συνεργάζεται με ένα περιβάλλον
όριζόντιο, έλευθερώνοντας σαν χῶρο τό ίδιο του τό μειδίαμα.
(Ο διάλογος εἶναι εξαιρετικα σύνθετο ἔργο στο ὁποῖο δραματι
\ |
κο καὶ πεζό, σοβαρό καὶ εύτράπελο, απόκρυφο καὶ φανερό συγχω
: › ι 4 1 ισ Ν 7
νευονται. Αλλα η πρωτη υλη του κράματος ειναι ὴ είρωνεία, μια
Ν ιι ι | π ι ι
Ν
δηθεν αγνοια και μια αγνοια, μια ιλαρότης καὶ μία σπουδὴ του
| ` ( κι
τεχνίτη, που νοιώθει ότι ύπερτάτη γνωσι εἶναιὴ αφέλεια τὴς αγνω
σίας κι ότι τό δρᾶμα τὴς άγνοιας εἶναι ευτυχία. ίΗ είρωνεία εἶναιὴ
ι Ι κ « λ ›
Ν
πηγη των διαλόγων και συγχρόνως ό έσχατος λόγος ένος ποιητη
πολυφωνικων συμφωνιῶν, όπου τό λεγόμενο ακυρώνεται στὴν ίδια
τὴν διαδικασίατου̃ λέγειν. <Η αληθεια που κατακτου̃με στόν διάλο
: ι λ › ι ι ιν Ν ± ,ι |
γο συμβαινει να ξεχειλιζη απο τους όρους της αποκαλύψεως της,
τ υ: 8 Ι
Ν
ειναι εργο απροσδιοριστου προελεύσεως. Τό όλον της αληθείας
αναβλύζει απο τὸ ὀιὰ τοῦ διαλόγου, από ένα κενό του̃ όπόίου ό
λό \ σ ” ` ” “ ` ' ° | ·|
γος δεν διαι̃ χιζει πρτε εντελριςπο διαστημα. 9 λόγος, 0,
δηλωνεται απο ενα πεδιο που τα ορια του μενει διαρκωςνα διευκρι
Β. Υ ,Ϊ Ν# Ϊ υ`σ
νισθόυν, ειναι εργο δημιουργου ελλείψεως, της όποίαςὴ σκηνοθεσία
"® Β. | Υ Ν ,
του πλατωνικού διαλόγου αποτελει τὴν αινιγματικὴ μαρτυρία.
Ξ
ἹὉ ΔΑΧΊΎΛΙΔΙ ΤΟΥ ΓΤΓΗ θί
Νὶ Ϊ | Η \ |
Ας επιστρεψωμε ομως στο κειμενο.
{ | | \ | ` , | \ Α· , |
Ο Γλακων θετει στον Σωκρατη το ερωτημα περι της ουσιας
της δικαιοσύνης και περὶ τῶν ἐπιπτώσεών της στην ψυχη, ζητών
| #`# ΐ| , | Ω Ϊ
τας του μιὰ πειστικη ἀπαντησι· προτού ομως αρχισῃ ο διαλογος,
, ί ὰ θίσι που ὁ Σωκ άτ ὁ είλει νὰ άν ίψ · (Η
αναπτυσσει την ε ρ ης φ ατρε η.
| Π | Ἱ' Ϊ | Η Ν 7
δικαιοσυνη, υποστηριζει, ειναι καθαρη συμβασι, προιόν της ανθρω
, | Ν Ϊ \ ΙΝ ( Ἰ |
πίνης αδυναμιας, πραγμα εύκολο να δειχθη. Η αποδειξι θὰ εἶναι,
όπως είδαμε, ὁ μυθος του Γύγη. .
(Ο Πλάτων καταφεύγει στὸν μυθο σκοπίμως συχνότατα, ὅταν
σκοπεύη μακρύτερα ἀπ” όσο η διαλεκτικη τοῦ επιτρέπει. Έκεῖ που
Ω ` Ι Ϊ Γ| Ἱ Η | ἄ| Ν ( Έ |
η διαλεκτικη καταθετει τα οπλα, εκει πλαθει ενα μυθο. Ϊπαρχει
δ λ δ\ \ \ δ λ \ Η ` | .Η 3 | θ |
η α η για την ια εκτικη ενα μη περαιτερω, απαντησι εγγιζει
τον πυρῆνα της πλατωνικἦς μυθολογίας. 'Ο μὔθος που παίρνει την
β· Ϊ \ Ώ | Ώ Ν
θεσι του λογο δεν εἶναι αυθορμητη αντίδρασι ἑνὸς πρωτογόνου νου
ἐναντίον του κόσμου, ἀλλὰ ἔργο τοῦ πνεύματος ποὺ φέρει ἐπάνω
του τὶς αναφορές του. (Η άδυναμία της διαλεκτικης καὶ έν γένει τοὕ
λόγογυ δὲνγθέτειγγὡς όριο του̃ έλλόγου τὸ παράλογο, θέτει τὸ ὑπέρλο
| _. | θ
γο. Ο λογος εχει εκ φυσεως την δυναμι της καθολικοτητος, η
| Η ) | | κι
καθολικοτ ς ο ως αυτ ,έ κλειστ στὸνὁ ίζοντα του όντο ὑπά
?
θ )|
χει ως εννοια.
”Η διαφορὰ μεταξὺ συστηματικοὔ λόγου καὶ πλατωνικου̃ μυθο
λογηματος ἀντανακλἦι την ἀρχέγονη διαφορὰ μεταξύ ἱστορικοὔ καὶ
, Β' "Ψ , | !
ανιστορικου, χρονικου καὶ αχρονου. Τὸ ιστορικὸ ἑμφανίζεται μὲ τὸν
χρόνο, δίνει στὸν χρόνο την σημασία ὁρίζοντος της υπάρξεως ὁ
Νθ , ΘΪ .Ϊ | | (Η ! | 9 Ἱ κι ΝΝ
μυ ος αντι ετως ειναι στασις χρονου. ολοψυχη ευχη του ιτσε,
νὰ ἐντυπωθῇ στὸ γίγνεσθαι ὁ χαρακτηραςτου Εἶναι, πραγματοποι
εῖται μὲ την ἱστορία, ἐνῷ στὸν μὔθο άρχη καὶ τέλος συγχέονται
στην συγχὡνευσι αίωνιότητος καὶ χρόνου. (Ο μὔθος εἶναι κατ, αὐτὸ
τὸν τρόπο ἀληθεια καὶ δυνατότης συνάμα αληθειας, σημα και δυνα
τότητα σηματος, ἀπόλυτη ἔκφρασι της συμφωνίας μεταξὺ ὁμιλου̃ν
τος ἀνθρώπου καὶ άρρητου. Συνεπως ὁ πλατωνικὸς μυθος δὲν εἶναι
πιὰ παραμύθι, εἰκονογραφημένο άφηγημα προωρισμένο νὰ κάνη
αν \ Ἱ Ϊ )| ` 9 | \
κτημα κοινο μια δυσκολη σκεψι, ουτε παιδαγωγικη ηθικολογια, και
έπ, οὐδενὶ λόγῳ πρόκειται γιὰ μηχανισμό άσφαλείας. Δηλώνοντας
κάτι τὸ ὁποῖον προϋπάρχει της γεννησεως και έπεται του θανάτου,
αποκαλύπτει μιὰ προοντολογικη διάστασι τοῦ κόσμου καὶ ἐγγυα̃
\ | | Έ ἕ έ \ .οι
ται το ξεδιπλωμα της ως ιστοριας. Με τὸν μυθο η άρχη καὶ τὸ
τέλος δὲν ἔχουν πλέον σχἑσι αίτίου προς αίτιατὀ, καθιστάμενα
γένεσι καὶ έσχατολογία. ”Ως γένεσις, ὁ μυθος δημιουργεῖ ἀπὸ τὸ
ι Ν | ι Ν ς·
μηδὲν ενὸς νοητου τόπου τὸ γενεθλιο έδαφος του Ειναι· ὡς έσχα
ἶ›2
ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΊἹΚΗ
τολογία συνδυάζει τὁ Εἶναι μὲ τὸ μηδὲν ποὺ ξεχειλίζει τὁ γίγνε
σθαι του συνόλου του, τὸ συνδέει μὲ τὁν πόθο του νὰ υπάρχῃ. Διότι
ὴ πλατωνικὴ έσχατολογία δὲν συνιστά τὴν ὰπλὴ ἐξαγγελία του
τέλους τῶν χρόνων, τὴν κατάφασι ἑνὸς ἄνωθεν προσδιορισμου τὴς
ἱστορίας, εἶναι ὴ πρόσβασι στὸ υπερουράνιο βασίλειο τῶν ίδεῶν καὶ
του ,Αγαθου ὴ θεωρία.
Οί πλατωνικοὶ μυθοι ἀνὴκουν λοιπόν ειμενοι πέρα του
λόγου, στὸν χῶρο τὴς προφὴτείας. Καθεαυτοι άποτελουν εἰκόνες
χωρὶς ὰντίκρισμα, σὴμεῖα τὰ ὁποῖα, γιὰ νὰ μιλὴσω τὴν γλῶσσα
ἑνὸς άλλου ”]ἶ.λλὴνα, οὔτε όνομάξουν, οὔτε άποκρόβουν, ἀλλὰ λένε
| | | ” ιν Ϊ | { ) | `
κρυβοντας, κρυβουν λεγοντας οψεις του αθεατου. Η επιθεσι τὴν
ὁποία έξαπολύει ὁ Πλάτων εναντίον τῶν ποιὴτῶν καὶ τῶν μιμὴτῶν
ἐν γένει στὴν Πολιτεία, όφείλεται ἀκριβῶς στὴν ίδέα του εμπνευσμέ
| \ Π \ \ Ν Ἰ
νου λογου που έχει για τον μυθο, ιδέα ταυτοχρόνως άποκαλυπτικὴ
του πῶς ὁ ίδιος έννοεῖ τὴν «καλὴ» μίμὴσι. Γιὰτὸν μιμὴτὴ ὁ ὁποῖος,
προσκολλὴμένος
καθὼς εἶναι στὰ φαινόμενα, ένσαρκώνει με τὸν
έντονὡτερο τρόπο τὁν άνθρωπομέτρο του Πρωταγόρα, ἀλὴθεια
στὸ ὁν εἶναι ὴ ὅψι του, μέτρο του δὲ τὰ μάτια· άντίθετα γιὰ τὸν
Πλάτωνα, που ἐννοεῖ τὸν θεὁ ὡς μέτρο πάντων, ὴ ποίὴσι είναι
| Τ\ Ι δ\ ” \ Ν Ϊ , |
παραλὴρὴμα. ο παραλὴρὴμα εν εχει να πῃ τιποτε αλὴθεια του
εἶναι ὁ δεσμὸς ποὺ άποκαθιστζι μεταξυ θεου καὶ ἀνθρώπων, ὴ ρὴξι
μὲ τὴν ίερότὴτα του όντος, τὸ γεγονὁς τὴς ἐσωτερικότὴτος. ”Ο
ἐρωτικός, ὁ προφὴτικός, ὁ ποιὴτικὁς λὴρος, μ” ένα λόγο ὴ έμπνευ
σι, εἶναι πετάγματα τὴς ψυχὴς πρὸς τὶς ἰδέες ψυχαγωγία. Τὸ
παραλὴρὴμα είναι μοίρα μεταξυ υψους καὶ βάθους καὶ συνείδὴσι
αὐτὴς τὴς μοίρας, ὴ ταπείνωσι του βάθους ἐνώπιον του ὕψους, ὴ
γενναιοδωρία του ὕψους πρὸς τὸ βάθος.
Στὸ πλαίσιο του διαλεκτικου δράματος, ὁ μυθος συγκροτεῖ ένα
ιν , |
Ωω·
χωρο ὁλότελα ιδιαιτερο· εἶναι ὴ στάσις του δράματος ποὺ έπιβε
βαιώνει τὁ άνέκπτωτο του έπέκεινα στὁν λόγο, τὁ διάλειμμα ὅπου
τὰ πρόσωπα του διαλόγου άποσόρονται, ὴ ἐπὶ σκὴνὴς είσοδος του
αίωνίου τὴ μεσιτεία του ποιὴτουφιλοσόφου,Φςιςλοςσοφίαφκαὶ
μυθος
δὲν συνιστουν πιὰ κόσμους άντίθετους: ὁ μυθος μετέχει τὴς φιλοσο
Ξ”
ωσ
Χ
φίας ὡς νᾶμα και πεπρωμένο του πνεύματος καὶ υπερασπίζεται τὸ
ἀπόλυτο εναντίον τὴς ἱστορίας, ένῷ ὴ άπομύθευσι φανερώνεται
άφιλοσόφὴτὴ.
”Ως υψιστο ἔργο ποιὴτικὁ (μενίστημουσικὴ) ὴ φιλοσο
φία είναι μυθοπλασία·
ποτὲ συλλογιστικὴ (Φιιίὅωνος θίυ).
ΤΟ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙ ΤΟΥ ΓΤΓΗ ὅθ
Εἶναι μὲν γὰρ αὑτὸν ποιμένα θητεύοντα παρὰ τω̨̃ τότε /Ιυοίας ἄρ
χοντι, ὅμβρου δὲ πολλοῦ γενομένου καὶ σεισμοῦ ρανῆναί τι τῆς γῆς
καὶ γενέσθαι χάσμα κατὰ τον τόπον ῇ ἔνεμεν· ἱοοντα δὲ καὶ θαυμά
σαντα καταβῆναὶ καὶ ἰδεῖν ἄλλα τε δὴ ἱὶ μυθολονοῦσιν θαυμαστὰ
καὶ ι̃ππον χαλκοῦν, κοΐλον, θυρίδας ἔχοντα, καθ” ἑὶς ὲνκύιμαντα
ἰδεῖν ἐνόντα νεκρόν, ώς φαίνεσθαι, μείζω ἢ κατ“ ἄνθρωπον, τοῦτον
δὲ ἄλλο μὲν ἔχειν οὐδὲν, περὶ δὲ τῇ χειρὶ χρυσοῦν ὁακτὐλὶον, ον
περιελομενον ἐκβῆναὶ.
Πρωτα πρωτα ο μὔθος μας κατατοπίζει γιὰ τον Γύγη: ηταν ἔνας
βοσκος τοῦ τότε βασιληἄ της Λυδίας. (Η ζωη του, η ἱστορία του,
το παρουσιαστικό του, ὁ χαρακτηρας του, δεν ενδιαφέρουν την πη
γη μας. ”Ολο κι ὅλο μαθαίνουμε ὅτι ο Γύγης ηταν βοσκος τοῦ
παλατιου̃, αὐτη ὅμως οποτυπώδης πληροφορία ἔχει γιὰ μᾶς ση
μασία: το μυθολογικο ολικο εἶναι προϊον μιᾶς επεξεργασίας βά
θους,\εἰς την οποία το πνεῦμα οποβάλλεται προκειμένου νὰ λάβη
μορφην λογου.
'Ο βοσκος (ποὶμήν) εἶναι τύπος τον οποίον ὰπαντου̃με συχνὰ
στοὺς διαλόγους, ὅπου δίνεται ὡς πραγματικότης συγχρόνως καὶ
σύμβολο, ὡς «φροντιστης» κοπαδιοὔ καὶ ὡς ποιμἐναςθεος ἄν
θρωπος. Στον Πλάτωνα η όίσκησι ἑνος επαγγέλματος, υπο την
ἔννοια της ὰναληψεως εὐθυνῶν στοὺς κόλπους της κοινωνίας, πα
ρασημαίνει μᾶλλον επισημαίνει, είναι σχἐσι πρωτίστως καὶ μετὰ
σημα. Γι, αοτο καὶ ἐπαγγἐλματα λειτουργηματα του̃ πλοιάρχου,
του̃ στρατηγοϋ, τοῦ παιδοτρίβη, του̃ άρχοντα κ.λπ., τὰ δέχεται ὡς
πραγματικότητες μαζὶ καὶ ὡς σύμβολα, ἐν συσχετισμῷ δηλαδη
προς την ὶδεώδη κατάστασι ἀπὸ την οποία προκύπτουν.
καθημερινη συναναστροφη του̃ βοσκου̃ εἶναι η ὀίμορφη, ἐπιτη
ρούμενη καὶ χειραγωγουμἐνη ὰγελαία μάζα. ”ὶΑν καὶ οδηγος του̃
κοπαδιοὔ ὰδιαμφισβητητος, χωρὶς ὅμως καμμία ἐλευθερία νὰ κα
ταπνίξη καὶ καμμία ὰνταρσία νὰ φοβηθῇ, ο βοσκος εἶναι κατὰ βά
θος αὐθἐντης χωρὶς υπηκόους, ψευδοβασιλἑας (Κριτίου ίθθοο)
ψευδοθεός τίεἶναι ο άληθινος θεος ὰν μη ψυχῶν κύριος; ὑποχεί
ριος της δυνάμεώς του. ,Αλλοι (Πολὶτικοῦ 27θε) δεν είναι μόνον
βοσκος ποὺ μεταχειρίζεται βίαστικα το κοπάδι του, εἶναι καὶ
Οσ Ο”
| < !| Ν | \ 'Η , Ι Ϊ
τυραννος, ο ανθρωπος της δυναμεως και της αδικιας. Καταφευγον
τας στην ὡμότητα καὶ την αὐθαιρεσία, ο τύραννος άναπαράγει ἐπὶ
Ν7 ἰδ Χ | Ν Ν Κ \ Ν
κοινωνικου επιπε ου την σχεσι του βοσκου προς τα ζῳα του: μιὰ
συνεννόησι της οποίας η γλώσσα συνίσταται σὲ ξυλιές. ”Ωστόσο η
βία ἐν ὀνόματι της επικοινωνίας, δεν είναι η άμεση καὶ ὐπέρογκη
θα
ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ
συνἑπεια κάθε ιδεα ποὺ θ ε εται απὸ ταν ανά κ να `ν α ίν
§ Ρ φ η Υ η μη φη Ἡ
\ ἔ | \ 9 Ϊ \
ἐκτός τὴς τίποτε καὶ που αγωνιζεται να επαναφερῃ στους κόλπους
τὴς καὶ να ἐνσωματώσῃ ὁτιδὴποτε θα μπορουσε να συνιστά μιαν
ἐλευθερία,
Τὸ Ϊξ \ Ϊ ὸ ν\ ` \ ! Ν Ν λ#`# Ε λ
ε αιρετικο αυτ γεγο ος για το οποιο μας μι α ο π ατωνι
κός μυθος, συντελεῖται, λοιπόν, μπροστα στα μάτια ἑνὸς βοσκου,
μπροστα δὴλαδὴ σε κάποιον που ἔχει πρακτικα αποβάλλει τὴν
9 | | Ν | |
εσωτερικοτὴτα
χαριν της δυναμεως. Νεροποντὴ, σεισμός, χάσμα,
εἰσάγουν στὴν αφὴγὴσι μιαν ατμόσφαιρα κατακλυσμικὴ· συνθέτουν
ξένα τόσο εντυπωσιακό προανάκρουσμα φυσικὴς αναστατώσεως,
που ό Πλάτων το περιγράφει μὲ όρους κοσμογονικούς. Καὶ γενέσθαι
χάσμα: κι άνοιξε ὴ γὴ, γράφει. Ἱἰται μὲν πρώτισταΧάος νἑνετἴ Πρῶτα
πρῶτα λοιπὸν ἔγινε Χάος, λεει απο τὴν πλευρά του ὁ ”Ησίοδος
στὴν Θεανσνίαν (στ. Μθ), αρχίζοντας να άφὴγὴται πῶς ό κόσμος
εννίθ κε Χάο δ λώνει ταν απύθ εν ό ` ” θ α
γ νη ευ ιι μητεπαιτοβαεαροιτην
άβυσσο, τὸ κενό, συνδέεται δὲ με τὸ ρὴμαχαίνωκαι με τό ουσιαστι
κό του χάσμα, που δηλώνουν ἑπίσὴς τὸ κενό καὶ τὸ βάραθρο ἑνὸς
| ,Θ Μ\ ` 3| Ι | Κ (Η Ϊ Ι
χασκοντος βα ους. ε την εκφρασι χασμαμενα ο σιοδος (Θεανονι
ας στ. 740) όρίξει τον Τάρταρο, το υποχθόνιο βάραθρο όπου βγαί
νουν οἱ ρίζες του κόσμου καὶ βρίσκονται φυλακισμἐνοι οί Τιτάνες,
βάραθρο κυκλωμἐνο άπὸ χάλκινο τεῖχος (χάλκεισν ἔρκσς), που φυ
λουν πιστα (Θεσνσνίας στ. 725ίἶξἔὅ) ὁ Γυὴς να γράφαμε «Γύ
γὴς», ακολουθώντας τα μισά μας χειρόγραφα καί, ίσως, τὸν Πλά
τωνα,, ό Κόττος καὶ ὁ Βριάριος, οἱ τρεις ἑκατόγχειρες. Ύπάρχει
Π \ Ἑ | !| Ἱ ( \ Ν { | Έ \
ετσι στον Ησιοδο ενα μυθολογικό υλικο του οποιου ὴ πλατωνικη
ἱστορία αποδίδει το ουσιῶδες: υποχθόνιο χάσμα, Τιτάνες, χάλκινο
τεῖχος καὶ πόρτες αφ, ενός· χάσμα, γίγας, χάλκινο άλογο αφ) ετε
Φ Ϊ Η { ( | \ ἔ | Ἱ' \ |
ρου. αινεται οτι ο Ησιοδος και ο Πλατων ειναι κατα καποιο
: Ι κ ` ολλι ε: Ν Γ: Π Ν να
τροπο συνενοχοι για το α οκοτο οραμα του υγὴ. ως ομως,
\ λ ι\ \
Στις μυθικες ὴ θρὴσκευτικες κοσμογονίες ὁ κατακλυσμὸς σὴ
μαίνει πάντοτε τὴν στιγμὴ μιάς βαθειάς ρὴξεως στους κόλπους του
7 'ΐ ` § \ \ Σ Ι
όντος, ειναι το υπερφυσικο γεγονος που εξαλείφει τον υπάρχοντα
\ } | | ` 9 | Ϊ Ν κι
κόσμο για να ανοιξῃ δρομο στον ερχόμενο _ το σημειο μηδεν τὴς
υπάρξεως, τὸ Είναι εκτός χρόνου, γυμνό καὶ τεταπεινωμένο. Σὲ
παρόμοια ατμόσφαιρα αρχίζει ό μυθος του Γύγὴ: άνοιξε χάσμα κι
ἔδειξε πὼς ὴ γὴ αναπαύεται σὲ βάθος αμἑτρὴτο. Κάτω απο τὸν
τιποτένιο βοσκότοπο, ἔνας άλλος κόσμος απλώνεται στα ματια του
ἐ β όντ του Γυ · =α νιασ ενο από τὸ θεα α (Ἰὁόντα ὀὲ καὶ
μ Ρ η ἴη· _· φ Ρ· ἔ μ
Ζ | \ | Ἱ | |
θαυμασαντα), λεει το κειμενο, καὶ δεν παραλειπει μαλιστα να υπο
γραμμίσῃ για τί λογὴς ξάφνιασμα πρόκειται. Τὸ ξάφνιασμα του
ΤΟ ΔΑΧἹΎΛΙΔΙ ΤΟΥ ΓΥΓΗ ὕὅ
Γύγη εἶναι μία ἔκπληξι καὶ μιὰ θέλησι γνώσεως, ἀφοῦ μόνο κάτι
οω 5 Ι Ω `
έκτακτο τὸν κάνει νὰ θαυμάζη. (Η προτεραιότης του ιὁοντα ως προς
τὸ θαυμάσαντα στὸ κείμενό μας δεν εἶναι τυχαία: το ξάφνιασμα τοϋ
Γί ” θί στὸ βλέ α άντίδ ασι έν όψει τοῦ έξαι ετι υγη ειναι προσ ηκη μμ , ρ ρ
κι Υ Ἰ Ϊ Ϊ ? Ϊ 'Ν Ϊ
κου, πρώτη εμφάνισι αυτοσυνειδησεως στην ιστορια του σκεπτε
σθαι. Αύτὸ τὸ θαυμάζειν δεν έχει τίποτε κοινο με τὸ θάμπωμα του̃
ιλοσό ου Θεαιτίτου ίὕὅὀ που είναι πάθος, διάθεσι τῶν ατιῶν
φ φ 9
σ`σ 84 \ \ Ϊ #`· 9 #`# { \
της ψυχης προς την θεωρια του Αγαθου. Ο φιλοσοφικος θαυμα
Ϊ Ϊ Ϊ
σμὸς δεν προσθέτει στην θέα, εἶναι περισσεια θεας, καταστασι
έκτο ἑαυτοῦ ἔκπλ ξις κι άνατ ί ιασ α ( ίκη), που όνο άπο
ἔ
ἑρωτικὸ παραληρημα μποροῦν κατὰ Πλάτωνα (Φαίὁρου 2/Δθςὶ
ΖΒ2ο) νὰ προέλθουν. Τὸ ξάφνιασμα του̃ Γύγη είναι ἑντελῶς διαφο
ρετικό: πηγάζει ἀπὸ τὸ έκτακτο, εἶναι άρχη δράσεως, ύπολογι
σμός, θέλησι δυνάμεως. Σπρωγμένος άπ, το ξάφνιασμα τουτο, ό
Γύγης θὰ κατέβη στην τρύπα καὶ θὰ ἰδη (καὶ ἰδεῖν), θὰ γίνη θεατης
τῶν μυθικῶν καὶ τῶν θαυμασίων. Θαυμάσανταμοθολογου̃σιν, το ένα
πηγαίνει με τὸ άλλο καὶ τὰ δύο εξαρτώνται άπὸ τὸ ἰδεῖν. Για τὸ
μάτι η έξαίρεσι κυκλώνει άπλῶς τον κανόνα, συγκροτεῖ μιὰ διαφο
ρὰ στούς κόλπους του̃ ὁρατού καὶ του̃ λεγομένου: άλλο γιὰ την
λο ικὶ τ” ταυτότ το δεν ύπά ει καὶ τὸ πα α ύθιτιθασσεύειτὸ
Υ
θαυμάσιο, εἶναι ὁ θρύλος του.
«Βλέπει», λοιπόν, κι ἀνάμεσα στα θαυμάσια διακρίνει ένα
χάλκινο άλογο. Κούφιο (κοῖλον) καθως εἶναι, το άλογο θυμίζει Δού
ειον ”Ιππο θὰ πο οῦσε ὡστόσο νὰ εἶναι υλακὶ δ καὶ νΝ α. *Η
Ρ 3 Ϊ ` ἶ Ϊ › Ϊ \ Ϊ (Ϊ 'Ϊ Ἰ "Ϊ
διαμονη. Ολα ειναι ενδεχομενα και ο μονος εις θεσιν να μας πληρο
| › Ν ¬κ Ν κ Ν ε ιι ·;·
φορηση αγνοουμε αν ζη και κοιμαται η αν ειναι νεκρος. Στην δευτε
Ἄ Ϊ Ϊ Ϊ Ϊ
ρη περίπτωσι αποκλείεται να μαθωμε τιποτε· να ταραξουμε παλι
τὸν ύπνο ἑνὸ ί αντα ένα Θεό έ ει τί θα πο οὕσε νὰ δι ς Υ Υ ι
στοι ί ὶ”Α ά κεσθοὔ ετότε σὲὅτι λέπου ε σ, αὐτὸ τὸ εύτι , 9 6
κο άλογο, κούφιο, γεμᾶτο μικρά ἀνοίγματα, που άφηνουν νὰ περά
ση κανεὶς τὸ κεφάλι καὶ τὸ χέρι του μέσα, να ἰδη καὶ νὰ πάρη, καὶ
στὸν γίγαντα που κανένας δὲν ξέρει ὁὶν εἶναι νεκρὸς κοιμάται. Κι
αύτὰ όλα ὑπογείως, σε μιὰ τρύπα που άνοίχτηκε μετὰ ραγδαία
ο ` καὶ σεισ ό ἐκεῖ που ἔ οσκε τὰ ζῶα του ό Γύ .
Ἱ
Σὲ ένα άλλο ποί α του̃ ‹Ησιόδου τὸ Έ ακαὶ Ἡ έ αι, ἱστο
7
ρου̃νται ὁ βίος καὶ η άκολουθία τῶν διαφόρων θνητῶν γενῶν, τὰ
ὁποῖα έζησαν στην γη άπο τότε που υπάρχει. Πρόκειται γιὰ πέντε
γένη: τὸ χρυσου̃ν, τὸ άργυρου̃ν, τὸ χαλκούν, το ηρωικὸ καί, τέλος,
\ δ #9 , \ Ω Ν 7 Ϊ ( (Η Ϊ δ Ϊ ΓΪ 9 Ν Τ\
το σι ηρουν, εις το οποιο ανηκουν ο σιο ος, ο υγης κι εμεις. ο
χρυσο γένος καὶ τὸ ηρωικὸ έζησαν έν δικαιοσύνη· τὸ ἀργυρὸ καὶ τὸ
Βθ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ
άλκινο στὶν ύ ιν. Οί π ωτοι όταν πέθαναν ἔ ιναν δαί ονε ἐπι
χ › ε μ ἔ
? |
χθόνιοι, οι δεύτεροι ὺποχθονιοι· στοὺς μὲν ὁ Δίας ἔδωσε τιμη καὶ
ευτυχία, ἐνῷ στοὺς ἄλλους ὥρισε νὰ μείνουν στὰ σκοτάδια. Τὸ
Ώ Ἱ Ϊ Ϊ Ι Νο
αργυρό γενος «ψυχεςνηπιες» (στ. ίθλ) όσο ζουσαν καὶ κατώτερα
#” ` Ι Η Ι
πνεύματα (δεύτεροι) μετα θανατον καταστράφηκε απὸ την άμε
τρη ύβρι (ὕβρις ἀτάσθαλος), ποὺ ἔκανε τοὺς ανθρώπους νὰ ρίχνωνται
, | Ϊ “ Ϊ Η Ό ` \ ,| |
αδιακοπα ο ενας στον αλλο (στ. ἰδἴι) κι απο την αρνησι τους (στ.
ίθἶ) ,νὰ τιμησουν τοὺς θεούς. Τὸ χάλκινο, άνθρωποι ‹‹τρομεροὶ καὶ
πανίσχυροι» (ὀεινοὶ καὶ ὔβριμοι), μὲ χάλκινα όπλα καὶ σπίτια (στ.
Ἰθθ) καὶ «μὲ τὸν νού τους στην ύβρι καὶ τοὺς σκοτωμοὺς» (στ.
ίἴιθ Ἰἔιθ), πολεμούσαν ακατάπαυστα, ώσπου ἐξοντώθηκαν μετα
ξύ τους. Αύτὸ ποὺ τοὺς ἀφάνισε ηταν η πολεμικη ὺπερβολη: θέλη
\ Έ | ` | δ Η ` θ |
σαν να υποταξουν τα παντα στα οπλα τους να υποκαταστ σουν
π ι ι ι σ ι σ π ι , κ κ ‹ ιη
στην θεια ταξι την δυναμι, να αναδείξουν την δυναμι σε υπερτατο
νόμο. ”Οσο γιὰ τὸ σιδηρούν γἐνος, πρόκειται περὶ κράματος άμε
# κ : ,Εδω οι ·;· σ ι ε » | Α ο
τριας και μετρου. ω ολα ειναι διφορουμενα, γιατι η επιβιωσι η η
απώλεια τού γένους αύτού ἐξαρτα̃ται άπο τὸ κατὰ πόσον θὰ ἐπι
| ἕ δ | Ἄ Ϊ ,δ Ϊ Ϊ ζ | Ή ( \ |
κρατηση η ικαιοσυνη η η α ικια στην ωη του. οριστικη νικη
της ύβρεως, δηλώνει ἑμφατικὰ ὁ ποιητης”(στ. Ἰ7θ κ.ἑπ.), σημαίνει
την συντέλεια τού γενους μας: θὰ ἔρθῃ ἔνας καιρός, όπου οὶ ἄνθρω
ποι θα γεννιωνται γεροι καὶ δεν θὰ φοβούνται θεό, τὰ παιδιὰ δεν θὰ
ἔχουν κανενα δεσμό με τοὺς γονεῖς των καὶ μόλις ἐκεῖνοι γεράσουν
θὰ νοιώθουν γι, αὐτοὺς περιφρόνησι. Σ, ἔνα τέτοιον ὺπἐρογκο κό
σμο, νομοθἐτες θὰ εἶναι η βία καὶ η δύναμι, οί κακοποιοὶ θὰ εἶναι
, ? ” Ϊ · ἕ Η \ \ Ι Ι \ θ „
απ ολους σεβαστοι., ο ορκος δεν θα δεσμευη κανενα και ο αξιος
πουθενὰ δὲν θὰ βρίσκῃ ἐναντίον τού κακού καταφύγιο.
Ώ \ Ν Ν Ν οω ο
Ο παραλληλισμός του μύθου των γενων καὶ του μύθου του
Γύγη, φέρει εἰς φῶς το ὺπόγειο ρεύμα ποὺ διασχίζει το πλατωνικὸ
| Ἱ \ \ Ϊ |
παραμύθι, αυτη την ησιοδειο άτμόσφαιρα η ὁποία, ὰνεξαρτητως
Ν Ν Ν γω ι : ε ~
της θεματικης συνεισ ορας του Ηροδοτου ( Ιστο ιων Ι θἸ2
\φ,| ιιὉ.Π'ιι
μονη μας επιτρεπει να εισχωρησωμε στο πνευμα του. λατων
Υ Ϊ | Ά
άλλωστε εμπνέεται συχνα, άμἐσως (Κρατυλου θθἶε ὅθβε καὶ Πολι
' ἔι 8 ἔιθθ " ὶ ί ` ` ' ”
τειας θ ε ει) η εμμεσως (στην «φοινικικη» παραδοσι των
τριῶν τάξεων της Πολιτείας ἔιλἔιὀ Ζιἰθο καὶ στὸν μύθο τού Πολιτι
κοῦ, όπου συμβαίνει η αὺτη ἔκπτωσι γενεῶν γιὰ την ὁποία μιλά τὸ
Π Ρ Γ Ϊ \ \ ( #`# σ`σ κι
Έργα και Πμεραι), απο τον ησιόδειο μυθο των γενων. Ἐμπνἑεται
ὺπὸ μίαν ὼρισμἑνη ἔννοια, ἐντελῶς κατ, ἀρχην, θὰ ἔλεγα. Έὶὰν το
όραμα τού Γύγη φαίνεται νὰ ἔχη ἔνα προηγούμενο, τὸ πλαίσιο
δηλαδη τού ”Ησιόδου στὸ ὁποῖο άνηκαν άρχικὰ τὰ στοιχεῖα τού
πλατωνικού μύθου, τὸ προηγούμενο αύτὺ άφηνει ἐν τούτοις ὀίθικτο
ΤΟ ΔΑΧΤΤΛΙΔΙ ΤΟΥ ΓΤΓΗ Β7
τὸ νέο σύνολο που πε ιλα άνει έ τὶν σει ά του τὰ ἐν λό ω
ι
Υ .
στοιχεία. Χωρίζοντας ἀπὸ τὸ άρχικό τους περιβάλλον, τὰ ὺποχθό
| Ώ Ώ Έ ἙΝ ιω
νια θαυμάσια ξεκόβουν ταυτοχρονως απ την ριζα καὶ προσχωρουν
σὲ μιὰ καινούργια σημασία· είναι σημειότητεςποὺ ὴ παρουσία τους
σὲ μιὰ διαφορετικὴ οὶκονομία ἐπιτρέπει βαθυτέρα ἐπὶ έπιπέ
δου σημασιῶν, χωρὶς ὼστόσο να συνεπάγεται καὶ τὴν συντριβὴ τοῦ
Ν Ἰ \ \ Έ Ν |
πολιτισμου απο τον οποιο ξεχωριζουν. Αύτὰ ποὺ προκάλεσαν τὸν
θαυμασμὸ του Γύγη συγκαταλέγονται όλα στὴν ὴσιόδειο άπεικόνι
Ν ιι ἰ λ κ τ : ι : ι ελ ι ι ι
σι της υβρεως. ο χα κος ειναι μετα ο υβριστικο, το υ ικο με το
σο | \ Ο Ι
οποιο οὶ Γίγαντες κατασκευάζουν τα όπλα τους (Θεονονιας στ.
ἸΒΒ ί8θ) καὶ οἱ άνθρωποι τοῦ χαλκίνου γένους τὰ όπλα τους καὶ
Ϊ 3 | | Ώ | Ϊ ἕ | Ψ Ϊ | Ἑ Ι
τα οικ ατα τους. Οι Γι αντε και οι Τιτανε ειναι επισ υπα
Ϊ Ἱ Έ , Υ Ϊ ς Ι πς ρλ
ξεις υβριστικες η ονομασια Τιταν (Θεονονιας στ. 2072ίθ) το
λέει όπως ύβριστικὸς πρέπει νὰ εἶναι ὁ άνθρωπος τ”ς τ ύπας
` ε 3 λκ Η :θ ` › ι Ν δη Ρ
στην υπερβο η του μεγε ους του, την αναισχυντια της γυμνιας του
καὶ τὸ διφορούμενο τὴς συνθήκης του ὡς νεκρού κοιμισμένου,
θνητοὔάθάνατου. Δὲν υπάρχει μέτρο ἐκεῖ όπου ύπνος καὶ θάνατος,
θνητὸς καὶ άθάνατος συγχέονται, κανένα μέτρο δεν χωράει στὴν
Ϊ Γά , \ Ϊ Ι
νυχτα: Ϊπνος και Θανατος (Θεονονιας στ. Ζίί ΖἸ2) είναι παιδιά
της Νύχτας.
Μολονότι ὁ Πλάτων άντλεῖ τὸ ύλικό του ἀπὸ τὸν κόσμο του
(Ησιόδου, ὁ κόσμος αύτὸς δεν ύπεισέρχεται στον δικό του. 'Η
ὴσιόδεια ύβρις συνδέεται μὲ τὸ συμφέρον· ὴ ίδέα του ,Αγαθοϋ είναι
ὴ ψυχὴ του πλατωνισμοὔ. (Η δίκη καὶ ὴ ὕβρις στὴν υπηρεσία τοῦ
| ` Ν \ \ Ἄ \ Ν· οω
συμφεροντος δεν ξεπερνούν ποτε την ηθικη της διαγωγης· προσδε
δεμένες στὸ ”Αγαθὸ συγκροτούν τὴν ηθικὴ πραγματικότητα. 'Η
ὴθικὴ εἶναι το τέλος του̃ συμφέροντος καὶ ὴ ἔλευσι του ί,Αγαθοἶ›
άπολύτως. Στὸ σύμπαν ἐτοὔτο τὸ δάνειο ύλικὸ του̃ ὶΗσιόδου χάνει
τὸ άρχικὸ βάρος του, τίθεται στὴν ύπηρεσία της νέας σημασίας κι
Π Ἱ .Ϊ | | Ν Ρ
ετσι δεν ειναι πλεον τροπος ύπάρξεως της ύβρεως ἀλλὰ μίμησι
ἀπολύτου ύβρεως, άναπαραγωγὴ στοιχείων τῶν οποίων τὸ πρωτό
τυπο ύπερβαίνει το είναι τους καὶ ταυτοχρόνως τὸ σύνολο της
συνθέσεώς των. Στά πλαίσια της νέας σημασίας, ὴ ὴθικὴ της δια
γωγης καὶ ὴ πολιτικὴ τὴς ίσορροπίας ποὺ άπορρέει, συνιστούν πά
ρεργα μιᾶς πολιτικὴς ἐντελῶς διαφορετικης ἀπὸ τὴν πολιτικὴ του̃
Ἱ εν Φ· Ν .Μ | Ἱ νω
συμφέροντος, εννοω της «πολιτικης» της δικαιοσύνης. Βντελως
Β. Ϊ Ϊ \ ( Ϊ Ν |
διαφορετικης, διοτι εαν η πολιτικη του συμφέροντος είναι κυρίως
βία, ὴ «πολιτικὴ» τὴς δικαιοσύνης είναι τὸ πέρα της βίας. 'Η «πο
λιτικὴ» της δικαιοσύνης ὡς πέρα τὴς βίας λέγεται: φιλοσοφία.
<Ο Πλάτων παίρνει ἀπὸ ἐδῶ κι ἀπὸ ἐκεῖ καὶ ὁ ἑλληνισμὸς κατ,
Β8 ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗἹἹΚΗ
έξο ὶν συνδυάζει· τὰ πάντα εἶναι δεύτε ο έ ι Το καταπλ κτικὸ
κι ε χ ε η
ὅμως μί αὐτὸν τὸν άνθρωπο εἶναι ὅτι δεν άναταξινομεῖ ὰπλῶς,
ἀλλὰ άνακαλύπτει νέους κόσμους, ὰνεύρετους στὸ ύλικὸ που δανεί
ζεται. Νόμος γιὰ την περίπτωσί του δεν είναι τὰ δεδομένα, είναι η
ἔμπνευσι τοϋ τεχνίτη που τὰ κινεῖ. Παράξενη τέχνη! ἹΟ πόθος του
ἀπολύτου κάνει τὸν πολυπράγμονα νὰ ἑμψυχὡνη τὰ πράγματα με
\ ΠΪ | Τ\ ΰ Ϊλ Ἱ. ἕ ,δΪ \ Ε ?δ| Ί Ἱ Ϊθ
το αγγιγμα του. ο απο υτο ειναι οι ι εες και οι ι εες η αλη εια
του ὅντος ὡς σημασία. (Η ὰφάνεια έπιτρέπει στὸν ”Ηρόδοτο την
\ Ν Ἰ Η \ Ϊ Ϊ \ Ϊ ` Ϊ 3 κι
προσβολη της αιδους που ανεβασε τον Γυγη του στον θρονο, ενῳ
στὸν ”Ησίοδο η ὕβρις φανερώνεται καρπὸς της εξουσίας, χωρὶς ἐν
τούτοις καὶ οὶ δυό τους νὰ ξεπερνοἶιν τὸ «μη προσβάλλεις» το
«μάθε τὰ ὅριά σου», που παραπέμπουν έκ νέου σὲ ένα συσχετισμὸ
Ϊ Ϊ Ϊ , Ϊ , Ϊ
δυναμεων, εν τελευταια αναλυσει εξαρτωμενο άπὸ την προσβολη
ι π | Ν ι ε Ν ι κ ι ι κ
και την θελησι της δυναμεως. Ο φαυλος αυτος κυκλος σπαζει στο
φῶς της δικαιοσύνης, οπότε μέτρο έξουσίας παύει νὰ εἶναι η δύνα
μις· τὸ ερώτημα ὅμως περὶ δικαιοσύνης γίνεται η ζητησι ἑνὸς καθ,
ἑαυτοῦ, μιὰ σχέσι άλλη με τον κόσμο, που διευρύνει ἀπείρως τους
( Ϊ \ , Ϊ Ϊ Ϊ ΐ οω
ορίζοντες και ανανεωνει τους μυθους. Η ζητησι του νοηματος ὡς
ἔρευνα του ὰπολύτου εἶναι το άρρητο που κατακλύζει τον πλατωνι
κὸ μῦθο καὶ ἐμποτίζει τὰ δάνεια μέχρι καταλύσεως αύταρκείας, γιὰ
να τα αποκαταστηση σε μια αναμυθευσι. Η αρχη δεν ζητειται στὰ
δεδομένα, δὲν εἶναι πλέον ἱστορικη· ζητείται πρὸς την κατεύθυνσι
τῶν σημασιῶν, δημιουργεῖται. Εἶναι νοητὸ διαφορετικὰ το ἑλληνι
κὸ θαυμα,
¬ ›
Συλλόγου όὲ γενομένου τοις ποιμέσιν εἰωθότος, ὶγ ὲξαγγέλλοιεν
κατὰ ,αη̃να τῷ βασιλει̃ τὰ περὶ τὰ ποίμνια, ὰφικέσθαι καὶ ὲκεϊνον
ἔχοντα τον ὅακτὐλιον· καθήμενον οῦν μετὰ τῶν ἄλλων τυχεῖν τὴν
σφενὁόνην του̃ δακτυλίου περιαγαγόντα προς ἑαυτὸν εἰς τὸ εἴσιυ
τῆς χειρός· τούτου ὅὲ γενομένου αφανῆ αὐτὸν γενέσθαι τοῖς παρα
καθημένοις, καὶ όιαλέγεσθαι ώς περὶ οὶχομένου. Καὶ τὸν θαυμάζειν
τε καὶ πάλιν ὲπιιαηλαφω̃ντα τον ὀακτύλιον στρέψαι ἔξὀο τὴν σφεν
ὅόνην, καὶ στρέιααντα ςοανερὁν γενέσθαι.
Λίγες ημέρες εβδομάδες μετὰ την περιπέτεια που εἶχε, αφηνον
τας κοπάδι καὶ μοναξιά, ὀ Γύγης πηγαίνει νὰ συναντηση τους συνα
δέλφους του, τους άλλους βοσκούς του παλατιου, που μαζεύονταν
κάθε μηνα γιὰ νὰ έτοιμάσουν την τακτικη τους ὰναφορὰ πρὸς τὸν
Ϊ \ \ Χ | Ν | Ϊ Κ
βασιλεα, σχετικα με την καταστασι των ζῳων. Καταφθανει λοιπον
ΤΟ ΔΑΧἹΎΛΙΔΙ ΤΟΥ ΓΓΓΗ 59
στην συνέλευσι (σύλλογος) καὶ κάθεται μαζὶ μὲ τοὺς άλλους. ὶΟ
σύλλογος προϋποθέτει πλησίον που ό δεσμός τους δεν εἶναι ούτε
κοινότης χώρου κάθε ένας έρχεται ἀπὸ τὸ μέρος του ούτε έκ
τῶν πραγμάτων κοινότης, άλλα κοινότης νοηματος, κοινωνικότης.
Η συνέλευσις τῶν ποιμένων εἶναι λοιπὸν γιορτη καὶ όχι ρουτίνα,
Ε | 7 πω
ημερα αναψυχης καὶ συναντησεως καὶ λόγου. Μιὰ τέτοια ημέρα ὁ
Γύγης βρίσκει τους συναδέλφους του, άλλα τούτη την φορα δὲν
είναι ό πάλαι ποτε θεόφτωχος Γύγης, γιατὶ φοράει τὸ πολύτιμο
χρυσο δαχτυλίδι που εἶχε πάρει άπο τὸ χέρι του̃ γίγαντα.
”Ενα πολύτιμο ἀντικείμενο, ένα χρυσὸ δαχτυλίδι, ένα κόσμημα,
5 : σ › : ι › κ Η 2 2 ι π
αξιζει κατ εκτιμησιν. Η αξια προυποθετει παντοτε τον αλλο,
άναγνωρίζεται. Εἶναι βέβαιο πὼς ὁ Γύγης δεν φορα τὸ δαχτυλίδι
όταν όσκ τὰ ῶα του " κι άν τὸ ο δι τὸ αί εται όνο του ιότι
Ὁ . 77 φ Ρ. Χ Ρ μ 9 7
›: Ν ο ι ι Ι ι Ι: ... Ν
αισθησι της αξιας το κοπαδι δεν εχει καὶ άδιαφορει παντελως γιὰ
\ | ιν
το δαχτυλιδι καὶ γιὰ κάθε λογης κόσμημα. (Ο θαυμασμός δὲν εἶναι
Ν ι : π ‹ Ἱ
της αγελης ουτε η μεταφυσικη. Ειναι δηλαδη μεταφυσικη ένα χρυσό
δαχτυλίδι, ένα κόσμημα;
Τ\ Ι Ι κ Χ | ι Ι Φ
ο κοσμημα δειχνει σαν να προσθετη στον φορεα του. Αντα
ποκρίνεται στην άνάγκη του βλέμματος να προσηλωθῇ, να συνδυά
ση την θέα μὲ την φανέρωσι, εἶναι συμπληρωμα άξίαςκαὶ ὁμορφιᾶς
καὶ σημασίας. ”Αλλὰ στὸ μέτρο που τὸ φανέρωμα προυποθέτει την
| \ | Ν
θεα, το κοσμημα κυριαρχει στην φανέρωσι καὶ τὸ βλέμμα κυριεύει
τὸ μάτι.
”Ενα χτυπητὸ παράδειγμα έξουσίας του̃ βλέμματος δίνει ὁ
”Ομηρος, ίστορώντας πῶς πλάνεψε τὸν Δίαη ”Ηρα, η γυναῖκα του.
”Η τρωικη ὁρμη, λέει ( Ἱλιάὅος Χίν, στ. ίὕδ κ.έξ.), έκανε πια τους
,Αχαιούς νὰ καταρρέουν, ὁπότε ὁ Ποσειδὼν έσπευσε νὰ τους βοη
2 υ ι π ι Ν σ | ι
θηση. ΝΑπο την κορυφη του Ολύμπου όπου βρισκόταν η ”Ηρα, τον
ει ε ει εο ω συ ονω και τον ιανα α εσα του π
δ¬δμε¥χΡ ε"Δί`είηι# .αεατη
ι ο κ ι ο ·= ο Ν
ρωντας απο τα υψη της Ίδας, που καθόταν, την ἀνυπακοη του
Ψ Ν 7 | Ν
αδελφρυ του. Αντιλαμβανομενη την κρισιμότητα της καταστάσε
ι 9 1 ι Δ | Ν ε
ως και θέλοντας να αποτρεψη μια επεμβασι του Διός, η οποία θὰ
ι × Ν ι Ν
έθετε τον Ποσειδωνα ἐκτὸς μάχης, η |Ηρα στολίσθηκε καὶ πηγε
: ι π ›Ίδ ι ι κ ο | λ ι ι Ν |
αμεσως στην α για να τραβηξη επανω της το βλεμμα του θειου
συζύγου, να του̃ ἀνάψη τὸν πόθο καὶ νὰ του φέρη κατόπιν έναν ύπνο
\ \ \ .Μ Ἰ.
γλυκσπου να πάρη άπο τὰ μάτια του τὸ πεδίον της μάχης. Το ειπε
και το εκανε. ι
Τὸ στόλισμα της ”Ηρας άνοίγει ζητηματα που δεν έξαντλουν
\ Ν κι
ται με μια,ς, διότι δεν μεταμορφώνει απλως την θεα σέ παρουσία
ι̃ | ` | \ ‹ |
εκπαγλη, αλλα μετατρέπει επισης την λαμψι σε υποσχεσι μοναδι
θθ
ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ
ΠΟΙΗΤΙΚΗ
κότητος,
κατοχης
του̃ άπείρου.
”Η κατοχη του απείρου,
νὰ ποιὰ
Έ' { Ϊ Ϊ Ϊ Ν Ϊ \ Ϊ \ Ϊ `
ειναι η βαθυτερη
ουσια της γοητειας,
το βλεμμα που κυριευει το
Ν Ϊ Ϊ Η
Ϊ Ί' \ Ϊ
μάτι. ”Η λάμψι του κοσμηματος
ως χωρος γοητειας
ειναι το τιμη
Ν
κ Ι ι 2
2 ν
μα του άθέατου που επιτρέπει
την θεα. Ως υπόσχεσι ενός άπολύ
του ενθαδικου̃,
ἀλλὰ ὡς ὑπόσχεσι
μόνο, η γοητεία εἶναι όλοκληρωσι
Ν Ϊ ` ΙΪ
\ \ (
ον
κατακτητικου
ποθου. Την ιδια στιγμη που η γοητεία της πλησμο
ον Ϊ \ Ϊ \ Ϊ
νης καταλυει
τον ποθο, την ίδια στιγμη φανερώνεται
απελπισία.
Θέλει λοιπὸν προσοχη το στολίδιγ γιατὶ ἐὰν όντως γοητεόη, τότε τί
σχέσι υπάρχει μεταξὺ θέας καὶ γοητείας καὶ ποιὰ είναι η σχέσι
Ϊ
παρουσίας
καὶ θεάς;
Στην διηγησί του ό ”Ομηρος άποκαλεῖ
την ”Ηρα δολοφρονέου
σα, δόλια. Δολοφρονέουσα
απευθύνεται
στην ,Αφροδίτη
γιὰ νὰ της
δανεισθῇ την τρυφερότητα
καὶ τὸν πόθο (βλ. άν., στ. ἸΘ7) καὶ δολο
φρονέουσα
μιλά με τὸν Δία (βλ. άν., στ. 300). Συνδεδεμένος
με την
φρόνησιν, την πρόθεσι της σκέψεως, ὁ δόλος δείχνει την ὑπουλότητα
όποιου δεν είναι ό λόγος του, αὐτοῦ που προδίδει την ἑμπιστοσύνη
τοῦ άλλου, που μίλα γιὰ νὰ παραπλανηση
τὸν συνομιλητη του. (Η
'Ήρα εἶναι όολοφρονέουσα
γιατὶ σκεπάζει ἀντὶ νὰ φανερώνη
με τὸν
Ϊ Ἱ Ϊ
\ Ί' Ϊ Ϊ
λογο τις προθεσεις
της: καθως ειναι υστεροβουλη
επιτυγχάνει
τὸν
στόχο της μόνο διὰ της άπάτης. (Η φενάκη τοῦ λόγου ἀντιστοιχεῖ
στην γοητείατου̃ κοσμηματος,
διότι όπως η γοητεία του̃ στολιδιου,
πίσω ἀπὸ την υπόσχεσι ἑνὸς τώρα κι ἐδῶ ὰπολύτως
άδόνατουγ η
Ϊ Ϊ , Ϊ ) Ϊ
δολιοτης κρυβει απωθημενην
αθωοτητα. Το κόσμημα είναι στολίδι
Ϊ \ Ϊ Κ Ϊ
συγχρόνως
και διαθεσι· ως στολιδι συμβάλλει στην φανέρωσι,
ως
Ϊ
Η \ ΏΪ 9 εν Ϊ
διαθεσι μαρτυρει
για ενα αλλιως. Εξ οῖὕ καὶ η ἐκθαμβωτικη
του
Κ Ϊ θ Ϊ \ Ϊ
μαρμαρυγη.
Η λαμψι αιχμαλωτιζει
το βλεμμα μὲ την δόξα της,
Ϊ \ < Ἰ Ϊ Ϊ \ Ϊ Ϊ ΠΪ ` Π
αλλα η αιχμαλωσια
αυτη αφηνει αθικτη την εσωτερικότητα
που τὸ
υποφέρει.
,Βαν η γοητεία του̃ βλέμματος εἶναι ληθη τοό νόστου, η
Ϊ \ Ϊ Ϊ Ϊ `
αὶγλη το ξεχειλιζει
απευθυνομενη
στην καταγωγη του τὸ μάτι.
Το κόσμημα μαγεύει καὶ ξεγελα γιατὶ δεν εἶναι ὰπλη ἐκδοχη της
παρουσίας
συμβάλλει
όπωσδηποτε
στην παρουσία τῶν όντων, άλ
\ θ
Ϊ Ϊ ΏΪ
Ϊ \ Ϊ < Ϊ 1 Χ
λα η συμβολη
του δειχνει οτι παρουσια δεν ειναι η φανερωσι (αλη
θεια), που πεισματικὰ
προσπαθησαμε
νὰ άναδείξωμε
σε μεταφυσι
κὶ πε πτουσία
καὶ ότι το στολίδι δεν π οσθέτει σ” αὐτὸν που τὸ
Ϊ
φορα. “Ωστε η παρουσία καὶ η θέα δεν έχουν αυτάρκεια; Συλλαμβά
(
Ϊ Ἡ Ϊ
Ἱ ¬` Ϊ Ϊ Ε
νεται η παρουσια
με μια μας ματια η πρεπει ταχα νὰ υποθέσωμε
κάποιαν
ἄλλη ὀπτικη, διαφορετικη
άπο εκείνη του̃ βλέμματος,
η
ὁποία πηγαίνει
πολὺ πιὸ μακριὰ ἀπό την θέα καὶ την φανέρωσι;
Στηνκίἱσθητικἠ
του ( Ἡἔννοια του̃ Ώραίου, τ. Ι, σελ. 327 επ. της
› δι Ζ ι _ ) Χ: λ οξ ιζ ι
: ξι
εκ οσεως
ουρκαμπ
, εγκε ε ετα ει την συμφωνια μετα υ
Ο.
ΤΟ ΔΑΧΤΙΔΛΙΔΙ ΤΟΥ ΓΥΓΗ θι̃
συγκεκριμένου ίδεατου̃ καὶ της έξωτερικης του πραγματικότητος
άπο την άποψι της τέχνης. Καίτοι πεπερασμένος ὁ άνθρωπος, σκέ
πτεται, εἶναι εἰς θέσιν νὰ φθάση τὸ άπειρο. ”Οντως, τὸ ίδιο τὸ
γεγονὸς της ἐργασίας εἶναι σὲ τέτοιο βαθμὸ διαβρωμένο ἀπὸ την
σκοπιμότητα, ὥστε νὰ μην νοηται χωρὶς αυτην. ”Η σκοπιμότης
άποτελεῖ διαδικασία μεταρσιώσεως του̃ όντος, συστατικὸ στοιχεῖο
Ε | Ψ Ἱ Χ | Ω Η 7 | 9!
της οποιας ειναι και το στολισμα, ως εκφρασι ανιδιοτελειας εναντι
της πραγματικότητος. Το στολίδι ὁμοριραίνει κι ἐλαφρώνει, κάνει
νὰ λησμονου̃με τις θλιβερὲς δουλεῖες της ζωης, χωρὶς ωστόσο καὶ
νὰ τὶς καταργῇ, δημιουργώντας έτσι ένα αυθεντικό ίδεῶδες άσχετο
πρὸς την άνεξαρτησία του̃ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸ περιβάλλον του και
στηριζόμενο στην πραγματοποίησι μιάς υλικης άφθονίας που νὰ
δ | \ ζ| Ἄ Ἱλ Θ Ι \ , |
του επιτρεπῃ να ηση εν ε ευ ερια και ειρηνῃ.
< Ϊ | Ν· | \ 3 | Β Χ Χ Ι
Ο ρολος του κοσμηματος στην αντιληψι αυτη που συνδυάζει
την άρνητικότητα με τὸ άπειρο, είναι ὁ 'ίδιος που διαδραματίζει
` Ω 2 | | Ν 'Ϊ Ά Γ |
στην Ιλιαδα. Μεσον γοητειας της Ηρας η δυνατοτης συγχυσεως
τοϋ περατου̃ μὲ τὸ άπειρο, το κόσμημα εἶναι ἐδῶ κατὰ βάθος συμ
πληρωμα. κι όπως στὸν ”Ομηρο η γοητεία του̃ στολιδιοὔ προϋπο
Ά Ἡ | Ν | Ἡ | \
θετει την κυριαρχια του βλέμματος στο ματι, γιὰ τον Χέγκελ το
| \ \ | Ἱ ρω
πέρας συγχέεται με το άπειρο, αφου προηγουμένως τὸ άπειρο ἐκ
| \ Ν \ | .Ν σω ο¬ι Ν
πεσ σεπ α α. Στα πα ασκ νιατ π ο λ ατικ αυτ κινει .
ς ημ ηἔ ηἑ
ται ένας θάνατος που μὲ άπειλεῖ άδιάκοπα καὶ ένα περιβάλλον που
\ . δ λ | , λ\ \ δ λ | \ < _. Ι , ζ|
Ξ με υπο ου ωνει, απει η και ου εια τις οποιες μονο εργα ομενος,
,ι › Ι Ν ι ε : ι
/ι αρνουμενος, μπορω να αντιμετωπίσω. Η ἐργασία εἶναι δαπάνη,
κ/ δι ι ι κ ι ι ν Έ : ·;· Ι Ι τ· ‹
. οσιμο, αλλα το δοσιμο ως αρνητικοτης ειναι κατοχη. Τι ειναι η
προσφορὰ που ληγει σὲ κατάκτησι, ὰν μη άπώλεια του̃ άλλου στὸ
,Εγω τοῦ δότη; Τί εἶναι αὐτὸ ὰν όχι πληρωσι ἑνὸς κλεισίματος που
τελειώνει την ἱστορία; Τρέφομαι γιὰ νὰ μην πεθάνω° ἰδου η άφετη
Ι Ν Ε Ν Η \ | Ί' , \ ) Ν Ι
ρια του εγελιανισμου. Ομως το ζητημα ειναι αυτ ακ ιβως
, Ϊ \ Β· ` \ \ θ | Η ` \ η | ρ \ ρἶ]
αφετηρία. δεν ζω για να μην πε ανω, οπως και δεν τρωγω για να
ζησω· πεθαίνω ἀπὸ πείνα, πεθαίνω ἀπὸ άδυναμία νὰ παραμείνω
ει
στὸν ἑαυτό μου. (Η πεῖνα δὲν άποτελεῖ αρνησί μου καὶ τὸ στολίδι
δεν καταλόει τὸ άχθος του̃ πεπερασμένου μου. Είτε πρόκειται
ῶστόσο γιὰ γοητεία και πλάνη εἴτε γιὰ χρησι τῶν πραγμάτων
«θεωρητικη», το στολίδι μαρτυρεῖ κατά κύριο λόγο την περίσσεια
του Εἶναι καὶ την περίσσεια της δόξης του, όπως αυτη σημειώνεται
στην διασταύρωσι δύο βλεμμάτων, στὸ ὀπτικὸ πεδίο του ματιου.
Στον χῶρο αὐτόν, ποὺ δεν υπάρχει τίποτε νὰ ἰδη κανεὶς καὶ νὰ
πάρη, τὸ βλέμμα άποδεικνύεται σκιὰ της
οκ
Ό
άσεως και η όρασι
παραδίδεται στὸ μάτι ελεύθερη άπο τὸ βάρος τοῦ βλέμματος.
62
ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΊἹΚΗ
(Ο Πλάτων εἶχε απόλυτη συνείδησι του̃ ὀπτικου̃ πεδίου τοῦ
ματιού καὶ της μοναδικότητός του από πολὺ νωρίς. Σε ἔνα χωρίο
Ν , Ι : Ν : ν Ν
του Αλκιβιαδου (ί32ο ίδδβ), όπου τα λογια του Σωκρατη ηχουν
σαν μεταφυσικη όφθαλμολογία, είναι κατηγορηματικός: τὸ μάτι
γνωρίζεται από ματι καὶ τό «γνῶθι σαυτόν», ὡς γεγονός της ἐσω
τε ικότ το συνιστᾶ τὶν π α ατικότ τα τ” θέα αύτῖ . Τὸ
η ι .
\ Ϊ ΕΪ Ϊ \ ` Ϊ , \ , Ϊ
πλατωνικο ματι, ενα ματι που δεν βλεπεται αλλα αναγνωριζεται
στην κόρη ἑνὸς αλλου ματιοό, αύτό τὸ μάτι λοιπόν δεν φεύγει τὸ
Εἶναι. Στην συνάντησι δύο ματιῶν τό νόημα κατακλύζει τα πρά
γματα, πού δὲν εἶναι πια αντικείμενα κατοχης, χρησεως καὶ κατα
ναλώσεως γιατὶ γίνονται κόσμος. (Ο κόσμος, ταξι συγχρόνως καὶ
κόσμημα, η αρμονία του̃ όντος καὶ τὸ στολίδι, αποτελεῖ αφετηρία
Γ , Ϊ Ἡ Ν
καὶ όριο για την αρνητικοτητα και την γνωσι, τό σύμπαν όμως που
δημιουργεῖ, η χρησιμοθηρία καὶ η δύναμις δὲν τὸ προσβάλλουν.
Προτου̃ κατοικηθη καὶ χρησιμοποιηθῇ, τό Εἶναι αγιάζεται ανάμε
\ \ Ϊ \ Ϊ .Ϊ ἶ Ϊ Ν Ν (
σα σε δυο ματια. Το κοσμημα ειναι η δοξα των ματιων, η μαρτυρία
οω Ν Ν Ϊ Ϊ
του αγιασμού της υπαρξεως.
Βυθισμἐνη στην αφθονία του̃ κοσμηματος, η παρουσία κατα
κλύζεται από ἕνα κόσμο τὸν ὁποῖο καμμια εμπειρία δὲν εἶναι σε
θἐσι να περιγραφη. (Ο άνθρωπος αναλαμβάνει κεκοσμημενος την
γύμνια του, κατ, αρχην ἐπειδη ἔχει ἔναν αλλο απέναντί του καὶ
κατὰ δεύτερο λόγο διότι εἶναι στόν κόσμο. Γύμνια καὶ κόσμημα
σημαίνουν ότι στην ακρη του̃ κόσμου βρίσκεται η αφετηρία του κι
!Ϊ Ϊ ` Χ Ϊ \ \ \ Ν \ Ν
οτι χρειαζεται να τον διατρεξουμε για να την βρουμε. Προ της
( | Ἱ' ΙΪ Ν Ἱ \ Ν Ϊ Ἐ δ | Ἱ Ϊ
υπαρξεως ειναι ενα δια και προ της λεξεως ο ιαλογος. Η γυμνια
μου σημειώνει τὸ πέρασμα ἑνὸς αλλου ματιοό, είναι απόδειξι ότι τό
κόσμημα δεν προσθέτει σ, αὑτὸν που στολίζεται κι ότι δεν κολα
κεύει. ,Αντιτιθέμενες πρὸς την είλικρίνεια, η κολακεία, η γοητεία
\ Ϊ Ϊ Ϊ ,Ε \ ` \ , Ϊ 3 Ϊ \
και η πλανη συγκλινουν. αν με την ειλικρινεια αναβλυζω στον
λόγο, η κολακεία εἶναι λόγος που βγαίνει απ” τό στόμα μου χωρὶς
Ζ Ϊ λ Ἱ' Ϊ
ωστοσο καὶ να ειναι δικος μου.
Τὸ κόσμημα οὔτε την γυναῖκα κολακεύει. ”Η γυναῖκα βρίσκε
ται στολισμενη στό στοιχεῖο της, γιατὶ η ὀμορφια εἶναι θηλυκότη
τα, μοῖρα της γυναίκας καὶ όχι ἔννοια. ,Ομορφια εἶναι η επιφάνεια
του̃ θηλυκοό. Πάνω κι από δεξίωσι, γυναῖκα είναι πρό πάντων
η̨̃| \ Ϊ ? Ϊ ` Ϊ Ό 9 Ϊ
εκθεσι, δηλαδη προσφορα, ευφορια και ξεχειλισμα. Ως επιφανεια
της γυναίκας, η όμορφια ύπάρχει ύπό τόν όρο ότι καποιος αλλος,
ἔνας αντρας, μπορεῖ να την χαρη. Παραδίδοντας την γυναῖκα στὸν
ἄλλο, η όμορφια αποκαλύπτεται είλικρίνειά της. Τὸ στολίδι καθαί
Ϊ ¦ 7 \ Υ Ϊθ ΡΪ Ϊ \ Φ· \ Θ .__
ρει το κατ εξοχην ακα αρτο ον, μεταβαλλει την γυναικα σε αυμα
ΤΟ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙ ΤΟΥ ΓΥΓΗ 83
\ Ώ Σ Ἱ Ἱ |θ δὶ Ἱ” δ|λ Η | )| |λ_
και γι αυτο κατα βα ος εν ειναι ε εαρ ουτε φαρμακο ουτε φι
.Μ 9 Ϊ Ν Ω
τρο. Τὸ θαυμα άποκλείει τὴν επίδειξι καὶ η γυναικα ως θαυμάσια
δεν εἶναι έπιδειξίας
.Η γυναῖκα όμορφη είναι γιὰ τὰ μάτια. 'Όπως τὸ μάτι καθρε
φτίζεται στὸ μάτι, έτσιείκονίζεται ὴ γυναῖκα στὴν ἀγάπη μας, στὸ
σκοτισμό μας μπροστά στο θαυμα της: σέ ένα άλλο μάτι γεννιέται
το θαυμάσιο. Διανοουμένη δεν είναι ὴ γυναῖκα στὸ στοιχεῖο της,
στοιχεῖο της εἶναι ὴ ὁμορφιά, ὴ έκθεσί της στὸν άλλο. Στὴν ωραιό
\ Ϊ 3 Ἐ ¬\ Ϊ \ §| ΰ ` |
τητα δεν διακρινω αδυναμια η κατι το ευθραυστο, αλλα παθητικο
τητα θεμέλια, που δεν ἰεραρχεῖ ποιοτικῶςτὸν άντρα καὶ τὴν γυναῖ
κα οὔτε άναφέρεται σὲ κάποια μειονεξία μυικὴ ὴ ὴσσονα νοημοσύ
Έ | Ν | 'Ϊ θ .Ω Κ
νη. Η παθητικοτης της γυναικας ειναι ο χαρακτηρας της, η παθηε
τικότ τα τ” Ν ” παθ τικότ τα τ” .ί α αὐτὴ Ω διάθεσι του̃ ι ·›
πάσχειν που μόνο τὸ άρχαῖο πάθος μπορεῖ νὰ ἐκφράζη. Τίποτε
θ | , ,
παθιασμένο δεν υπαρχει σ αυτὴ τὴν διάθεσι, καμμία πληγὴ καὶ
Ϊ Ρ Έ | Ν | `
κανενα ξεσκισμα: η παθητικοτης της γυναικας δεν εἶναι ψυχολογι
7 | Γ ¦
κὴ, εἶναι μεταφυσικὴ καὶ σημαινει ότι εάν ὁ άντρας παραδομένος
στὸν λόγο του δημιουργῇ, ὴ γυναῖκα δοσμένη στὴν σιωπη της εἶναι
θ Χ |
η δημιουργια.
Δὲνι̃ἐμφανίζει λοιπὸν καὶ δεν παραπέμπει τὸ κόσμημα, βρί
Ἰ Ν | Ϊ | \ Νο Ν
σκεται εδω καὶ φερει επεκεινα, εἶναι το παραστράτημα των ματιων
καὶ ὴ περιπέτειά τους. ”Αποκαλύπτοντας μιά σημασία στὴν έμπει
ία ἀπ όσιτ ” αί λ του οιά ει υστί ιο. Ὁ ύστ πα αιτεῖ Ϊ
ται της έμπειρίας του και της ἐμπειρίας έν γένει γιὰ μιὰ θέα που
μόνο τὸ άθέατο προσφέρει. Τὸ μυστηριο άφοσιώνει τὴν ὕπαρξι καὶ
| \ \ Ϊ Ἱ Ϊ \
μεταμορφώνει τὴν σχεσι μας με τον κοσμο σε σχεσι λειτουργικη
\ \ Ϊ | \ Ι Ω Ϊ ά/ |
που τον αγιαζει στην διψα ενος ασβηστου ποθου.
, \ \ | ` | | 'Εθ Ἰ Ϊ \ | \ | Ἱ
Αλλα το ματι που κοιταζει, Τι ειναι αυτο το ματι, Το ματι που
μὲ δέχεται στὴν λάμψι της προβολης μου είναι ὴ πραγματικότης
ον Ν | Ἡ
της περισσείας της παρουσιας μου. Το κόσμημα δεν εἶναι ὴ παρου
\ { 9 Ϊ Ϊ Ν
σία μου, δεν εἶναι η αναπαραστασις μου, εἶναι ὴ μαρτυρία μιας
παρουσίας που δὲν ἔχω «μπροστά στὰ μάτια μου» και που υπάρχει
Γ 3| Ἱ
σὰν γύμνια καὶ σάν υπακοη. Όποιος χαρίζεται στό αλλο μάτι εκτί
θεται στὴν γύμνια του, άναγνωρίζει μία άπόστασι καὶ υποκλίνεται
στὴν άρχη· αὐτὸς που θεωρεῖ ἀπὸ τὸ ὕψος του έλκεται ἀπὸ τὴν
Ν › : `
διαφάνεια των όντων. Κεκοσμημενος προσφέρομαι στὴν θεωρία
Γ ) ` | \ Ν. `
ἑνὸς ύψους, που ὁ ουρανος μονο θα μπορουσε να παραστἠσῃ, ὁ
Ἱ \ ἔ | , Ϊ )
ουρανός, αυτό το αχανες, ερωτηματικο καὶ ακίνητο μάτι που δὲν
\ | ? 3 | Ν |
καρφώνει μα άγκαλιαζει η αφθονια του κοσμου. Κεκοσμημένος
κι ἐκτεθειμένος στὸν οὐρανὸ καθρεφτίζομαι στο άθέατο ()4λκιβιά
θέ
ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ
ὅου ίδδο), ειμαι ὴ ἀνταύγειά του. ”Οπως τὸ ὀίρρητο εἶναι γιὰ νὰ
μιλούμε,
έτσι το ὰθέατο ύπάρχει γιὰ νὰ βλέπωμε. Στὴν ὀπτικὴ
Ι Ϊ
, Ἱ
αὐτὴ αύθεντικὴ
θεωρία, τὸ ματι πλεον δέν διακρίνει επειδη ἀνακα
λύπτει.
Ἐκεῖ που φέγγει το ἀθέατο, ἐκεῖ οδηγεί τὸ στολίδι. Τὸ σύνολο
πνεῦμα του μύθου μας στὸν χαρακτὴρα αὐτὸν του κοσμηματος ἀνα
παύεται στὸ είναι του ιὰ το ατι. Το σ αντικώτε ο έδῶ δὲν
Ἱ
είναι ότι ὁ Γύγης κατέχει το χρυσὸ δαχτυλίδι, ἀλλὰ ότι τὸ δαχτυλί
δ δ| \ δ| \ Ἱ Ϊ ,ΘΪ ΤΪ Ψ ? ` | ,
ι εχει την υναμι να τον κοινη α εατο. ι κι αν αυτο συμβαινῃ εν
ὰγνοία του, ὰν γιὰ τὸν ἴδιο καὶ γιὰ τους ἄλλους τὸ δαχτυλίδι εἶναι
ὰπλὸ κόσμημα προωρισμένο
στὸ βλέμμα; ”Έφθανε ὴ συνέλευσι τῶν
βοσκῶν, ὴ παρουσία τῶν ἄλλων, γιὰ νὰ φανερωθὴ ο βαθύτερος
οι ακτ” α του δα τυλιδιου καὶ νὰ ἀναστατωθ” Ω ωὶ του Γύ .
ἶὶ η Ἱὶ γη
Μ, αὐτὴ τὴν ἀθώα κίνησι, το συμπτωματικὸ
στριφογύρισμα του̃
δαχτυλιδιου̃,
που συνέδεσε τὸ στολίδι μέ τὴν ἀφάνεια, μιὰ περιπέ
τεια ὰ ί ει ιὰ τὸν Γύ πε ιπέτεια στὶν οποία πα έσυ ε τὰν
Θ | \ ? ¶
η ρ Ρ η
Έ | | |
ανθρωποτητα
και ειναι η δικη μας. Τι γινεται ῶστόσο μέ τὸ δαχτυ
ιν ` \ Ώ
λίδι του Γύγη καὶ με την εξουσία του στὰ φαινόμενα, ποιὰ είναι ὴ
Ϊ
Ϊ ` Ϊ Ϊ | | , | \ , Ϊ ί \
σχεσι κοσ η ατος και αφανειας· Να μια ερωτησι που αξιζει/κανεις
\ ` έξ μ Ἱ Έ \ 9 Ϊ \ |
Η
να την σκέπτεται και να την ξανασκεπτεται,
το κρισιμο σημειο
στὴν ὰνάγνωσι τοὔ πλατωνικου̃ μύθου.
”Οπω έλε α π ίν κεκοσ ένο είναι όποιο ο αει τὰν ύ
›
ἔ φ ρ η Υ
{ , | , ` ` |
μνια του. Η οικειοτης αυτη μεταξυ κοσμηματος καὶ γύμνιας, δεί
χνει ότι πρῶτα βρίσκομαι
απέναντι σ” έναν ἄλλο καὶ κατὰ δεύτερο
λόγο στὸν κόσμο. Το κόσ η α έκτρέπει τὰ άτια ἀπὸ τὶν ὅ ι του̃
|
\ \ Β· , μΝμ 7 Ν \ , μ ~ ξϊ] | ψ `
κοσμου και δια της εκτροπης αυτης, που ισοδυναμει στο βαθος με
τύιρλωσι, ὀδηγεῖ στὴν πηγὴ τὴς οράσεως, τὸ ἀθέατο. Το κόσμημα
ὰναδεικνύει
τὴν γύμνια διότι αὐτὸ ποὺ προσθέτει γιὰ τὸ βλέμμα
π οσ έ εται στὸ ἀτι. Σ σ ένο στὶν πε ίπτωσ αύτὶ εἶναι τὸ
η
Υ) .
| ` ,| \ | ς 9 \ | , |
βλεμμακαι οχι το ματι. Η αληθινη θεα, ελευθερα βλέμματος, εἶναι
προνόμιο τῶν ματιῶν κι έχει σὰν θέαμα τὴν φάνεια μιᾶς γύμνιας
που κι αὐτὴ τὴν κοιτάζει. Τὸ κόσμημα ἀποδεικνύει ότι πηγὴ πα
Ἱ' Ν Η Ι Ί'
ρουσίας δέν ειναι τὸ φως καὶ οτι η παρουσία ειναι γύμνια. ,Αληθεια
δέν εἶναι ὴ παρουσία ἀλλὰ ὴ γύμνια μου, ὴ δόξα μου καὶ όχι
δ Ι | \ Ϊ Γί Ϊ \ Ώ "Φ \ 9 Ϊ
ιαθεσι μου στο βλεμμα. Ενα ματι με αποκαθιστα στην αληθεια
μου, σέ ένα μάτι ἐκτίθεμαι στὴν γυμνότητά μου.
”Η γύμνια είναι έργο του ἀθεάτου, αὐτὴ εἶναι ὴ πρότασι μέ τὴν
οποία έχομε τώρα νὰ κάνουμε. Εἶναι δυνατόν νὰ ἀνηκη στὸν Πλά
τωνα ὴ πατρότης μιᾶς τέτοιας ίδέας; (Υπάρχει στους διαλόγους
Έ
|
του μιὰ φράσι, κάποιος υπαινιγμός, ένα χωριο ὁποιοδὴποτε που νὰ
'ΤΟ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙ ΤΟΥ ΓΤΓΗ θθ
ἐδραιώνῃ τόν αμφίβολο πλατωνισμὺ αυτης της θέσεως,
Στόν Γορχία (ό2δεο), πρόδρομο διάλογο της Πολιτείας, ό Σω
κράτης αφηγείται στὸν Καλλικλη ένα μυ̃θο, όπου γίνεται λόγος
επίσης γιὰ κόσμημα, γύμνια καὶ αθέατο τὸν μῦθο τοῦ ”Αδου. Οί
αποφάσεις ποὺ ὥριζαν την μοίρα τῶν ἀνθρώπων μετὰ θάνατον
ησαν τόσο άδικες, όταν ό Ζεὺς ανέβηκε στὸν θρόνο, ὥστε, κατα τόν
μυ̃θο, χρειάσθηκε να ἐπέμβη αύτοπροσώπως για νὰ σταματηση τό
κακό. Καθὼς οἱ δικασταὶ ησαν ζωντανοὶ κι έκριναν ζωντανοὺς αν
θρώπους, πολλοὶ με ψυχὲς βρωμερὲς αλλα πάγκαλα σώματα καὶ
απίθανα πλούτη τοὺς ξεγελου̃σαν καὶ κατώρθωναν να πανε στα
Μακάρια νησιά, μολονότι άξιζαν την σκληρότερη τιμωρία. Προκει
μένου λοιπὸν να χτυπηση την αδικία, ό Δίας αφαίρεσε από τοὺς
ανθρώπους την γνῶσι της στιγμης τοῦ θανάτου των καὶ διέταξε να
κρίνωνται νεκροὶ από νεκρούς, διότι μόνο νεκροὶ μποροῦν να θεω
ροὕν τὶς ψυχες στην απόλυτη γύμνια τους καὶ να αποφαίνωνται
αλάνθαστα. ,Αφου καταργηθηκαν λοιπὸν τα προσχηματα ηρθε η
δικαιοσύνη.
Πρόκειται μηπως για την μαρτυρία ποὺ αναζητούσαμε, Δεν
γίνεται λόγος έπίσης γιαςξτὸ κόσμημα την γύμνια καὶ την σχέσι με
τὸ αθέατο, ποὺ δίνεται στόλκείμενο μὲ πρόσωπο θανάτου, Σίγουρα.
”Η θεματικη αὐτη όμως συγηένεια δὲν αρκεί γιανα ύποστηρίξη μια
συνάφεια βαθύτερη ανάμεσα στὸ δαχτυλίδι του̃ Γύγη καὶ τα στολί
σματα του̃ Γορνίου, δεδομένου ότι ὺπάρχουν ὶκανα στοιχεία ποὺ
βεβαιώνουν περὶ τοῦ αντιθέτου καὶ τα ὁποῖα δεν εἶναι δυνατόν να
παραβλέψη κανείς. ,Αναλογίζομαι με τί περιφρόνησι αντιμετωπί
ζονται στόν μὔθο του̃ ”Αδου όλα όσα φέρουν οἱ άνθρωποι ἐπὶ πλέον
της ψυχης, συμπεριλαμβανομένων τῶν σωμάτων καὶ τῶν μελὥν
τους. Τίποτε δὲν θυμίζει τὸ ἐγκώμιο του̃ κοσμηματος, ποὺ έκανα
πιό πάνω° όλα φέρνουν στόν νου̃, αντιθέτως, τοὺς λόγους του̃ Φαί
ὅωνος (θἔιοθδό) για τόν λυτρωτικὺ χωρισμό της ψυχης καὶ του̃
σώματος ποὺ εἶναι ὁ θάνατος, λόγους ποὺ η οὐσίατων ὺπάρχει ηδη
στὸν Γοργία, λίγο μετα (52Ζιὶτ›ὀ) τὺ χωρίο τοὕ μύθου μας. ,Ενδύμα
τα, σώματα, στολίδια, όλα εἶναι μια μηχανη ποὺ πνίγει την ψυχη, η
φυλακη ό τάφος της. <Ο μὔθος του̃ ”Αδου αρνείται ό,τι δὲν είναι
ψυχη, ό,τι εμποδίζει την γύμνια° τό αρνείται καὶ τὸ απορρίπτει.
,Αντίθετα με τό δαχτυλίδι του̃ Γύγη, ποὺ ως περίσσεια της ὺπάρ
ξεως αφαιρεί από τὸ βλέμμα για να προσφέρη στὸ μάτι καὶ την
γυμνώνει, τα παρεπόμενα καὶ τα στολίδια του̃ Γοιηιίου καταλύουν
την γύμνια καὶ απωθοῦν την ψυχη. ”Ετσι, αν η ψυχη δεν ὺπάρχη
παρα μόνο στην γύμνια, η γύμνια συντελεῖται στόν θάνατο.
5 Φιλοσοφία ποιητική
θθ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΊἹΚΗ
”Η υ νια εἶναι ὁ θάνατος διδάσκει ὁ υθος του ”Αδου. ”Ο ιτὸ
Ἱ
| Ν Ἑ | \ | Ν Ἱ | Κ 3/ , \ ·
τελος της υπάρξεως, το τελος του ανθρωπου ως οντος, αλλα ο
χωρισμός της ψυχης καὶ του σώματος. Αυτη η ἰδἐα, κεφαλαιώδους
σημασίας γιὰ τὰ επόμενα, άναπτυσσεται ἑκτενῶς, όπως εἶναι γνω
στό, στὸν Φαίὁωνα. Νεκρός, διαβάζουμε σ) αὐτὸ τὸν διάλογο, εἶναι
όποιος ξεμονάχιασε τὸ σῶμα του (αὐτὸ καθ” αὐτὸ) καὶ ξεμονάχιασε
την ψυχη του (αὐτὴ καθ, αὐτήν). Πρόκειται γιὰ κάτι περισσότερο
άπὸ ὰπλὸ ω ισ ό διότι διακυ ευεται ί ἴδια Κ άλίθεια. (Η άλί
› η η η η
Θ Ἄδὕε δλ θ Ν Ό ` ` Θ! Η\ `\ , Ι Ἱ Η |
εια ε ω εν εξαρταται απο την εα η την ακροασι, δεν εχει τιποτε
κοινὸ μὲ τὶς αἰσθησεις, εἶναι υπόθεσι του νου που γίνεται ψυχη στην
Ἰ | | \ ` | ἕ \ \ 7 | Ἄ Ι \ Ν
ενεργεια του. Γιανα φθαση η ψυχη την αληθεια, οφειλει να χωρισθη
Ἄ Ἱ \ Ν , \ \ { Ἱ \ Ν Ἱ 9 Ϊ \ .Ϊ
απο το σωμα. Επειδη δε η ψυχη που ζητει την αληθεια δεν ειναι
ὁποιαδηποτε, ἀλλὰ η του φιλοσόφου, καί δεδομένου ότι ό φιλόσο
Ν \ Ι
φος υποχρεουται να βαδιση την υπαρξί του γιὰ την άληθεια μέχρις
εσχάτων, μόνο τὸν χωρισμὸ της ψυχης καὶ του σώματος, την άσκη
σι στον θάνατο, μπορεί νὰ ἐπιδιώκη καὶ νὰ χειροκροτη. (Ο θάνατος
εἶναι κάθαρσις καὶ υπ, αυτη την ἔννοια (Φτιίὅωνος θίἶοεἰ) χωρισμός.
(Η ἄδἰ Ν Ϊ \ Ϊ θ Ϊ 'Ξ' 7| | 3 Ϊ
ι εα του ατωνος για τον ανατο ειναι οχι μονο ασυμβιβα
) \ ¬\ , \ ,
στη μὲ τὶς διάφορες ορθολογιστικες η επιστημονικες αντιληψεις,
ἀλλὰ καὶ ἐκ διαμέτρου άντίθετη με κάθε σχετικη φιλοσοφικη άντί
ληψι της συγχρόνου Δύσεως. Με «κάθε άντίληψι» ἑννοῶ τὶς φιλο
σοφίες του Χέγκελ καὶ του Χάιντεγγερ, ἐπειδη με τὸν Χἐγκελ καὶ
τὸν Χάιντεγγερ η ευρωπαϊκη φιλοσοφία γίνεται άπολογία του θα
νάτου, φιλοσοφίαότου πεπερασμενου, όπου μιλάει ὁ θάνατος. Ἐὰν
ό Πλάτων θεωρη την φιλοσοφία ὡς άσκησι στὸν θάνατο (μελέτη
θανάτου), γιὰ τους δυο γερμανους φιλοσόφους, ὁ θάνατος, εννοούμε
νος ὡς γνῶσι κατανόησι, συγκροτεῖ την στιγμη είσβολης του
8 \ Ἄ \ Εἰ' (Η Ν Ώ λ | \ δῖ Ν θ |
μη ενος εις το ιναι. γνωσι ανα αμβανει το μη εν του ανατου
καὶ η κατανόησι τὸ συλλαμβάνει ἀκόμη άνεκπληρωτο, με άφετηρία
ί κ : Ν ‹ π κ | ` Ι | κ
δηλαδη τον χρονο της υπάρξεως που τεινει να φθινη. Πειθηνιο στην
ἰδἐα της ἱστορίας, τὸ βλέμμα τους επιχειρεί νὰ άγκαλιάση τον
ελληνισμό ὡς φάσι του γίγνεσθαι, ὡς «ἐποχη», παρακάμπτοντας
την άσυμβίβαστη με τὸν θάνατο πλατωνικη άπορία άπο την ὁποία
πηγάζει η πορεία του πνεύματος καὶ η ἱστορικότης του Εἶναι.
Δοσμἐνος στην ζητησι του «ἐπἐκεινα της φιλοσοφίας», ὁ
Χάιντεγγερ βυθίζεται στην «ὀντοθεολογία της Δύσεως» και άπο
κρυπτογραφεῖ τὸ πεπρωμένο της, ξεκινώντας άπο την πρᾶξι γεννη
σεώς της. Πρῶτος ὁ Πλάτων, μᾶς βεβαιώνει, ἔθεσε την άληθεια ὡς
παρουσία καὶ συνεπῶς ὡς θέα. ΚΗ ἱστορία μας άπορρἑει ἐν τῷ
συνόλῳ της ἀπὸ τὸ πρωταρχικό αυτό γεγονὸς καὶ κάθε προσπάθεια
ΤΟ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙ ΤΟΥ ΓΤΓΗ θ?
κατεδαφίσεως ὀφείλει κατ, άρχὴν να φωτίζῃ τὴν ἐσχάτὴ του πρα
γματικότητα. Σ, αὐτὸ τὸν κόσμο όπου θάνατος καὶ άνυπαρξία συμ
πίπτουν, ο ἄνθρωπος φεύγει κάθε ἐνεργό του πραγμάτωσι, καθορι
ζόμενὴ άπο το δυνατον γενέσθαι, καὶ ὁρμἄ στὴν άναυθεντικὴ ὔπαρ
ξι του̃ ὼρολογιακοὕ χρόνου. (Η κατανόὴσι του̃ Εἶναι εξαρτάται
Ν Ί' Ἱ Ν
ἀπὸ τὴν κατανόὴσι του «ειναιγιὰτονθάνατο» καὶ οδηγει σὲ μιὰ
ὕπαρξι αὐθεντικὴ, πεπερασμένὴ κι ἐγκόσμια, διαποτισμένὴ άπο τὸ
άναμενόμενο γεγονὸς του̃ μὴδενος τοϋ θανάτου.
,Αντιλα ανό ενο τον θάνατο καὶτὶν ά ν τικότ τα ἑνιαῖα ὁ
Ἰ
Χἐγκελ ἐπίσὴς ἀντιπαρέρχεται τὴν πλατωνικὴ θεωρία. Στον Πρό
λσχο τὴς Φιιινομενολογίας τοῦ Πνεύματος, όπου ὴ προβλὴματικὴ του̃
θανάτου καὶ τὴς άρνὴτικότὴτος ἔχει ὴδὴ διαγραφὴ κατὰ τρόπο
άποφασιστικὸ για τὸ επόμενο ἔργο του, ὴ άλὴθεια δεν εννοείται κι
Ἄ | | ἕ Ϊ | , \ \ { ) | ( Ϊ
εκφραζεται μονο ως υποστασι, αλλα και ως αντικειμενο. Η εγελι
ανὴ υπόστασι περικλείει ταυτοχρόνως τὸ Εἶναι άμεσότὴτα καὶ
Η Ϊ \ \ 'Ϊ Ϊ )| | \ ` 3! \
ο,τι γνωριζομε για το Ειναι, δεν εχει σχεσι με το ον, που μενει στὴν
ταυτότητά του, τὴν σιωπὴλὴ, παθὴτικὴ φύσι. Το όν εδραιώνεται
στὴν ταυτότητά του, τίθεται όμως ἐν σχἑσει προς τὴν ὔπαρξι, με
§| Ϊ Ω } Η
αλλα λογια εδραιωνεται στο γίγνεσθαι. Το ὸν ξεχωρίζει άπο τὸ
εἶναι του ἐν τῷ γίγνεσθαι καὶ γινόμενο ἰδρυεται ὡς άρνὴτικότὴς. (Ο
ἄνθρωπος γίνεται το ειναι του τὴ μεσιτεία του̃ πνεύματος, τὴς
πράξεως καὶ του λόγου, καὶ ὴ οὐσία του εἶναι διαλεκτικὴ (μεσιτευ
μενὴ) μᾶλλον παρὰ φυσικὴ. Μέτοχος υποστάσεως ὁ ἄνθρωπος
υπάρχει ὡς ἔργο καὶ τὸ ἔργο ὡς πρᾶξις άρνὴσεως, πρἄξις θανάτου.
(Η ἱστορία άρχίζει μὲ τὸν θάνατο, ενα θάνατο ἄγνωστον στους
Έὶλλὴνες που, ἐὰν δεχθου̃με τὸν ΧέγκελτὴςΑἰσθητικῆς( Ἡ,ὁωμαντι
κὴ τέχνη, τ. Π, σελ. ί3ΖιΒ τὴς εκδόσεως Ζουρκαμπ), άγνοοὕσαν
τὴν άρνὴτικότὴτα καὶ ἐννοοὕσαν θετικά τὸ Ειναι. Για τὸν ”Ελλὴνα,
βεβαιώνει, υπάρχει μόνο ο φυσικὸς κόσμος μὲ τὸν ὁποῖο ταυτίζεται
ο ἄνθρωπος, ἔτσι όμως λογαριάζει τὴν άρνὴτικότὴτα καὶ τον θάνα
το ὡς ἀφὴρὴμἑνὴ μετάβασι ἀπὸ το Είναι είς τὸ μὴΕἶναι, ὡς κατά
λυσι τὴς ἄμεσὴς πραγματικότὴτος. (Η άγνοια ἐν τούτοιςτὴς άρνὴ
| ἔ δ λ | | θ \ Κ \ Ἡ δ | (Η
τικοτὴτος εν υπο ὴ ωνει μια βα εια ιστορικὴ ασυνει ὴσια,
? | 5 Ϊ \ Η ¬\ \
ιστορια ανὴκει σε ενα ον θνὴτο θανατηφόρο, εἶναι ο θάνατος που
θρέφεται με θάνατο, ὴ κίνὴσι του̃ πνεύματος το ὁποῖο διαιωνίζεται
άρνούμενο.
"Ολα τοὕτα τὰ ἐπι ει ί ατα ιὰ του ”Βλλ νε καὶ τονά
χ Ρημ Υ § η ἔ φἶὶρη
| Ϊ \ 5 | \
μενο τροπο που αντιλαμβανονται τον θάνατο, δὲν εὶναι ὡστόσο
διόλου πειστικά. ὶἶπάρχει σ, αὐτὴ τὴν περίπτωσι κάτι ἐνοχλὴτικό,
κάτι που ἐνοχλεῖ τὸν ἴδιο τον Χἑγκελκαὶ που ο γερμανός φιλόσοφος
88 Φ1Αο›;0Φ1Α Πο1Ητ1κΗ
δὲν μπορεί να παραβλἐψη. Πρόκειται για ἔναν ”Αθηναῖο του Βου
αἰὥνος, ἔνα τυπο κοντόχοντρο με μάτια βοιδίσια καὶ μύτη πλακου
τση, που περνουσε τον καιρό του συζητώντας μὲ όποιον τυχαινε,
“ ίζ ` ”ξ” ”λλόκοτ απο ία· «Τί εἶναι Θ σύ α υ
εκφρα οντας την ε ης α η ρ . , ρα μ χε, η
ξ Ϊ {
δικαιοσύνη;››· «τί εἶναι η ὀμορφιά, η αρετη, η φιλία, τὸ κουράγιο;››.
υω .ἰθ · | (
(Ο ταραξίας του απολύτου πνεύματος ειναι ο Σωκρατης, καὶο
| \ | \ \ ΓΪ \ Ν \ ` 3
Χεγκελ που μιλωντας για τους Ελληνες δεν μπορουσε να τον απο
σιωπηση, όπως δὲν μπορουσε ἐξ αλλου καὶ να ἐπιμείνῃ, μόλις καὶ
μετα βίας τὸν αναφέρει, για να ξαναγυρίση ἐν σπουδῇ στην ανάπτυ
οω υ`σ } 3 \ θ Ϊ .Ϊ Ϊ Ν Ν
ξι της δικης του σκεψεως. Αλλα ο Σωκρατης ειναι Αθηναίος των
κλασικῶν χρόνων, σύγχρονος του Ευριπίδου καὶ τῶν σοφιστῶν,
ακροατης του Περικλη καὶ θυμα της δημοκρατίας, «κάποιος» που
` ` , \ |
βίωσε την κλασικη εποχη κι ἔδωσε νεο βάθος στην αθανασία. Θα
υπηρχε αραγε συνείδησι ἑαυτου, ἕνα υποκείμενο διάφορο του Εἶναι,
Η θ ( | Ν Ϊ | Κ
αν η υποστασι του ανθρωπου ηταν φυσικη; Διότι τί να σημαίνουν οι
ερωτησεις του Σωκράτη, αν μη την νηψι του ἀνθρώπου μέσα στο
Ύ” ΰ \ θ Ν , \ \ Ἄ | \ , |
Ειναι, Αυτο ενοχλεί, αυτο το ανεξελεγκτο και απεριληπτο στοι
εῖο το σωκ ατικὸ πνευ α που π οκαλεῖ καὶ τ`ν ἰστο ία και τ`ν
ι 7)
λο ικί καὶ που δεν ακυ ώνει απλῶς ὲ την υπα ί του τ\ν ἰδἐα
ν Ι
ἑνὸς υποζυγίου πνεύματος τῶν νόμων του συνόλου γίγνεσθαι, αλλα
ἐξουθενώνει επίσης καὶ την ίδἐα του αρνητη νου, ἐγγυητου της
Ν Ν . . Ν
υποταγης των ανθρώπων στην ιστορία. Πως συμβιβάζεται πρά
ατι ὲ τὸν Σωκ άτ καὶ τον Πλάτωνα που ἐπι ενουν στ`ν ἔνδον
Ϊ
πραγματικότητα καὶ εἶναι οι υψηλότερες κορυφὲς του ελληνισμου,
| θ θ Ϊ \ 'Ν ρἔ.
μία πνευματικότητα η οποια καταφασκει την ταυτότητατου Ειναι;
Τί ἔχει να πη κανεὶς για μια κλασικη ”Ελλάδα απο την οποία ὁ
Σωκ άτ π ακτικα αποκλείεται καὶ πῶ να ιλίσ ια αινο ε
ἶθ μ
.Ν Ϊ Η \ Ν | Η Ἄ , ιν
νολογία του πνευματος, οταν το πνευμα δινεται ολο εξ αρχης, μια
\ \ ` \ Ἐ
και καλη και για παντα,
,Εν αντιθέσει προς τὸν Χέγκελ και τὸν Χαιντεγγερ, ό Πλάτων
διαβλἐπει στον θάνατο τὸ ἐπεκεινα του ανθρωπίνου πεπερασμἐνου,
\ , | Ν ) | | ` Ϊ Ι \ | \
την αποδειξι της αθανασιας. Πιστευει πως ο θανατος δεν φερνει το
μηδέν, αλλα την αφθονία ἑνὸς τόπου υπερουσιου, που η ελευθερω
| \ Ϊ › \ \ \ | Ω \ \ \ Ν
μενη ψυχη ξαναβρισκει. Εαν με τον θανατο η ψυχη και το σωμα
χωρίζουν, τότε η ζωη εἶναι μελέτη θανάτου η, όπως θα λέγαμε αλλι
ῶς, προετοιμασία για την αίωνιότητα. ”Οταν η κενη συνείδησι του
Ν ε ο Ν Ν Ν ν
μεταφυσικου θανάτου η αναδίπλωσι της ψυχης του Φιιιὅωνος
(8θο) υποκαθίσταται στὸ μηδὲν του φυσικου τέλους, μια αίωνιό
της αντικαθιστα την ανυπαρξία, μια αδιάλειπτη ἐγρηγορση παίρνει
` θ| Ν λ |θ Δ |θ \ Ϊ 8 | )\ εν \ ἔ λ λ
την εσι της η ης. η ηκαιεκμη ενισισυντε ουνται σαν ο οκ η
ΤΟ ΔΑΧΤἹΆΙΔΙ ΤΟΥ ΓΥΓΗ θθ
ρωτικὲς ρὴξεις της ψυχης με τὴν σημασία. Τί είναι ὴ ψυχὴ του̃
Φαίδωνος καί του Φαίὁρου, άν μὴ το άπόλυτο μέσα μου καὶ τὺ ὺπε
ρουράνιο; Τί ό ψυχισμός, άν μὴ ταραχὴ ποὺ σπέρνει στο παρόν μου
\ 3 Ι \ Ϊ Ϊ | Κ , | ` Ν
το αιωνιο και που καθε προσπαθεια να «αναλυσω» θα καταντουσε
φτώχαιμα άξιοθρὴνητο, "Η λαχτάρα τὴς ψυχῆς γιὰ τὴν ρίζα δὲν
προέρχεται ἀπὸ το αίτημα μιᾶς λογικὴς συνυπάρξεως του πρὶν μὲ
τὸ τώρα, ἀλλὰ ἀπὸ άνάγκη νὰ νοιώσῃ καὶ πάλι τὸ ρίγος (φρίκη) ποὺ
μαρτυρεί πὼς ὺπάρχει γιὰ τὴν αίωνιότητα. ”Απὸ τὴν στιγμη, δια
βάζουμε στὸν Φαίδωνα (Πιοὀ), ποὺ συλλαμβάνομε κάτι χωρὶς νὰ τὸ
ἀναπαραστὴσωμε καὶ του̃ δίνουμε σὰν ὁρίζοντα ένα ἀπόλυτο, άπο
αὐτὴ τὴν στιγμὴ έχομε το δικαίωμα να μιλοὺμε γι, άνάμνησι.
ίΑνάμνησι είναι ὴ ἀγνωσία ποὺ μιὰ σχέσι ψυχικὴ δέχεται ὡς γνῶσι.
Καὶ τὸ «γνῶθι σαυτόν», ὴ ἐπιστροφὴ σὲ\ό,τι πρωταρχικό ὺπάρχει
μέσα μου, κι αὐτὸ ἀκόμη στὸν ψυχισμό θὰ συντελεσθὴ. Δὲν πρέπει
ὴ ψυχη, γιὰ νὰ θυμηθούμε τὸν Ἀλκιβιάὀη (ίδδβ), νὰ στραφῇ σὲ μιαν
άλλη ψυχη, νὰ ζητηθὴ στὴν ἴδια τὴν γύμνια της, ὁὶν θέλῃ νὰ γνωρίσῃ
τον ἑαυτό τηἐἐ
,Ενώπιον
του̃ κριτοὔ μου γυμνώνομαι, άλλά ὴ διάθε
ση τὴς γυμνότητος είναι ὴ ἀφάνεια ἑνὸς θανάτου: θάνατος εἶναι ὴ
γύμνια μου.
Βρισκόμαστε πάλι μπροστά στὴν γύμνια καὶ το κόσμημα, ποὺ
αὐτὴ τὴ φορὰ όμως συμπίπτουν. Μόνο ὡς παρεπόμενο τὸ κόσμημα
κρυβει τὴν γύμνια. ”Ως περίσσεια ὺπάρξεως σημείωσι τοῦ άθεά
του επάνω μου εἶναι άλλη γύμνια, γύμνια θανάτου, κάτι σὰν τὸν
'Άδηφιλόσοφο τοῦ Κρατύλου (έιθδε ἔιθἐὺ), ποὺ άσύλληπτος ἐκ
φράζει μίακαθαρότητα, μιὰκαλωσύνη καὶ μιὰ σοφία, εἶναι θάνατος
καταλυτὴς του̃ θανάτου. ,Αντί καθαροὺ συνεπὥς μηδενός, ὁ πλα
τωνικὸς θάνατος εἶναι ἑπανάκτησι ἀθωότητος καὶ συγχρόνως ὺπερ
τάτη γενναιοδωρία. Πεθαίνω ἀπὸ άδυναμία νὰ κρατηθῶ στὸν ἑαυτό
μου, έλεγα προηγουμένως· πεθαίνω παραδιδόμενος σ, έναν ἄλλο
άθέατο, θὰ πρέπῃ τώρα να διευκρινίσω. Καὶ ἐπειδὴ πεθαίνω ἐγὼ κι
ὁ ὲαυτός μου χωρίς το ,Εγω κάνει τὴν ψυχη μου, ὁ θάνατος σημαί
νει το ἴδιο τὸ γεγονὸς τὴς ἐσωτερικότητος, μιὰ ρὴξι βαθειά μὲ τὰ
στοιχεῖα του̃ ἀπολύτου Έγὼ καὶ μία άνοιξι ἑαυτοῦ πρὸς τὸν άλλο.
'Ο μεταφυσικὺς θάνατος εἶναι ὴ ευτυχία μιᾶς άλλοτριώσεως, κι ὁὶν
ό φιλόσοφος ὺπάρχη γιὰ τὸν θάνατο, τὸ πεπρωμένο του δὲν το
χρωστξι στὴνγ ἀποδοχὴ ι̃οῖῦ πεπερασμένου, ἀλλὰ σὲ άνάγκη βαθειά
γυμνιας, σε ενα ριζικο ασυμβιβαστο μεταξὺ του̃ προσωπικου του
συμφέροντος καὶ του̃ λόγου του.
(Ο θάνατος συνεπως εἶναι άφάνεια στὸ μέτρο ποὺ ὴ τελευταία
είναι ἐσωτερικότης. (Ως έσωτερικότης, ό θάνατος άποτελεῖ τὴν
70 ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ
ακένωτη πηγη μιᾶς παραδόσεως πού, από τὸν Πλάτωνα στὸν
Πλωτῖνο καὶ από τὸν Πλωτῖνο στὸν ”Αγιο Ἱωάννη της Κλίμακος
καὶ μέχρι τους ησυχαστὰς τῶν τελευταίων βυζαντινῶν αὶώνων,
μορφώνει τὸ θεμέλιο ίδεῶδες καὶ την κυρίαρχη πρακτικη του̃ προ
Ν Α4 θ Ν \ \ |
χριστιανικού καὶ χριστιανικου ὀρθοδόξου ελληνισμσυ. Σε μια σχεσι
όπου οἱ όροι ἀντὶ νὰ συμπληρώνωνται αδειάζουν ό έναςτὸν άλλο, η
γύμνια του̃ θανάτου είναι συνθηκη απαραίτητη, προκειμένου τὸ
πνεῦμα νὰ συσταθῇ σὲ ἐσωτερικότητα: πρέπει νὰ αντλησω μέσα
μου γιὰ νὰ στραφῶ στὸ ανέκφραστο. ίΑναδιπλώνομαι καὶ σωπαίνω
γιὰ ν” ακουστη έγκαταλείπω τὸν ἑαυτό μου γιὰ νὰ με κατοικηση.
"Η απόστασι πού δοξάζει τὸ ἐπέκεινα κι ἐγὼ πού με την γύμνια
μου την αναλαμβάνω, ίδού οί όροι της αδύνατης σχέσεως ὁ
πόθος της αποστάσεως. ΩΟ πόθος αύτὸς διαφέρει από τόν τραυμα
Ν Ψ . Ν
τισμὸ της απουσίας, ειναι η λάμψι μιας πληρότητος κι ἑνὸς πλού
του που μόνο η γύμνια θὰ μπορουσε νὰ διεκδικηση. ,Αληθινὸς
σ¬ι ( | Ν Ϊ \ 3 ιν
πλουτος εἶναι η γυμνια του δοτη, ποτε τὸ έχει του ἰδιοκτητη, καὶ
θάνατος εἶναι τὸ χάρισμα. `
| Ί' | 3 Ἱ θ | \ Ἡ Ν Χ
(Ο θανατος ειναι χάρισμα, αυτη η φρασι που ηχει σαν παραδο
ξολόγημα είσβάλλει στην άφάνεια καὶ την φωτίζει. Δεν πρόκειται
γιὰ θέα άκατόρθωτη, αλλὰ γιὰ διαφάνεια, ἐπειδη η αφάνεια της
γύμνιας μόνο ὡς δόσις ύπάρχει. ,Αθέατος στην γύμνια μου, ἐκτε
θειμένος στὰ μάτια ἑνὸς άλλου, εἶμαι διάφανος. Καμμία ὀντολογι
κη προτεραιότης δεν ίσχύει στην σχέσι διαφάνειας. Στην ὀντολογι
, Ι ἶ Ϊ ἕ 8 | #¬ ἕ | Ν
κη άφάνεια ανηκει η καλυφι, η αποκαλυιίιι της οποιας συντελειται
ὡς ὶστορικη μοῖρα μιᾶς ζωης πού τείνει πρὸς τὸν θάνατο. ,Αλλα
προτου̃ γίνη ὁ θάνατος έσχάτη δυνατότης της ύπάρξεως εἶναι η
αδυναμία μου, καὶ τὸ μηδεν πού φορῶ η ψυχη μου, τὸ κενό της
Ν ἕ \ | | \ Γ/ \ Ϊ
γύμνιας του δότη. Η προσφορα μονο διασχιζει την υπαρξι προς το
έπέκεινα, χωρὶς αύτὸ νὰ γίνεται απλη άρνησι του̃ όντος· όμως δίνω
σημαίνει προσφέρω αδιάκοπα κι όλα, «όλα» ὑπὸ την έννοια ότι η
ίδέα ό φόβος του̃ θανάτου εἶναι δικη μας μιζέρια. Πεθαίνει κανεὶς
από αγάπη καὶ ό πραγματικός θάνατος εἶναι άνάλωμα _ η κράτάιὰ
ώς θάνατος ἀγάπη του̃ Ἄσμάτος Άσμάτων. Τὸ κράτάιὰ ώς θάνατος ἀγάπη
δεν σημαίνει πὼς η αγάπη είναι δυνατη σὰν τὸν θάνατο, αλλὰ ὁυνάτὴ
σὰν θάνατος, πὼς ό θάνατος δὲν είναι η τελευταία μου δυνατότητα,
| \ Ω , | Ν \
ό ἀναπόφευκτός μου έκμηδενισμος, καὶ πως η αγαπη μπορει να
παλαίψη μὲ τὸν θάνατο καὶ νὰ τόν νικηση. Ἐὰν τὸ κράτος του̃
θανάτου δεν αφηνει τίποτε νὰ παραμείνη στὸν ἑαυτό του κι ὰνη
αγάπη εἶναι έκστασι πρὸς τὸ αλλιῶς, τότε η αγάπη εἶναι δύναμι
θανάτου ὡς προσφορὰ ἑαυτοῦ, προσφορὰ που βρίσκεται πέρα του̃
ΤΟ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙ ΤΟΥ ΓΥΓΗ
μπορῶ καὶ του θέλω.
Ἡ
το Γύγης λοιπόν, γιὰ νὰ ξαναπιάσω τὸ νήμα του̃ μύθου μας,
καταφθάνει στην συγκἐντρωσι τῶν βοσκῶν φορώντας τὸ χρυσὸ δα
χτυλίδι καὶ άγνοὡντας ὁλότελα την μαγική του ίδιότητα. Θὰ κατα
λάβῃ ὡστόσο άμἑσως μετὰ περὶ τίνος πρόκειται, όταν γυρνώντας
\ Ι ` | Ν \ \ | , Ν \
κατα τυχη την πετρα του δαχτυλιδιου προς τα μεσα εξαφανισθῃ και
οί διπλανοί του μιλήσουν γι, αὐτὸν σὰν νὰ εἶχε φύγει. Γιὰ μιὰ
ἀκόμη φορὰ θὰ μείνῃ άναυδος με τὸ θαυμα, τώρα όμως προκαλεί
οκ
Την Χαΐαΰΐασί
Υ! ` | τν Ἱ | \ Χ Μ
ιδιος, το δαχτυλιδι του ανηκει και το στριιρογυρνα
Η \ Ι Ε δ! | Ι Ν Ἱ ἰ |
με ΤΟ χερὶ. ΤΟΚ), Τ] Ὁναμὶ ΤΟΟ ΞΥΕΨΞΤΟΠ. μοίρα ΤΟΚ) ΤΟ Οί ωνίθ
μα ἀνάμεσα στὸ άθέατο ὡς συμπλήρωμα καὶ ὡς άφθονία
ναιοδωρία καὶ ὡς τσιγγουνιά. ὶΑναλαμβάνω τὸ δίλημμα
βάνω τήν μοῖρα της άφάνειας, σημαίνει διαλέγω. Ἀλλὰ τ
λίδι δὲν κάνει τὸ διάλεγμα, τὸ διάλεγμα εἶναι θέμα τοῦ Εὶύγη
καθὼς μάλιστα εἶναι αυτεξούσιος, ὁ θεὸς δεν εὐθύνεται:Αὶτίαἑλομέ
νου· θεος ἀναίτιος.
ς γεν
ο ἐξ, °/
εε/Ξ°
9
Χ
<·ὶ
Ω
λαμ
Καὶ τοῦτο ὲννοήοαντα ἀποπειρα̃οθαι τοῦ δακτυλίου εῖ ταύτὴν ἔχοι
τὴν δύναμιν, καὶ αὐτῷ οὕτω ξυμβαίνειν, στρέςοοντι μὲν εἴσω τὴν
σφενὀόνὴν ἀὀήλῳ γίγνεσθαι, ἔξω ὀὲ ὅὴλῳ· αἰοθόμενον δὲ εὐθὺς
ὀιαπράξασθαι τῶν αγγέλων γενέσθαι τῶν παρὰ τὸν βασιλέα· ὲλθόν
τα δὲ καὶ τὴν γυναῖκα αὺτου̃ μοιχεύσαντα, μετ' ἐκείνὴς ὲπτθέμενον
τῷ βαστλεῖ ἀποκτεῖναι καὶ τὴν ἀρχὴν κατασχεῖν.
Η ἱστορία μας άρχίζει μὲ τὸ ξάφνιασμα (θαυμάσαντα) που κατεβά
Ἱ
ζει τὸν Γύγη στὸ χάσμα· ὅταν γυρνώνταςτὸ δαχτυλίδι του αργότε
ρα γίνεται αόρατος, νοιώθει καὶ πάλι τὸ ἴδιο συναίσθημα (καὶ τὸν
θαυμάζειν τε). Καὶ στήν μία καὶ στήν ἄλλη περίπτωσι ὅμως, τὸ
ξάφνιασμα λειτουργεῖ σὰν κίνητρο πειράματος καὶ γνώσεως κι ὁ
Γ Ι | Έ \ Ϊ Ϊ Ν Ν |
υγης βλεπονταςτην μαγικη εξουσια του δαχτυλιδιου ξαναδοκιμα
ζει γιὰ νὰ ἐπιβεβαιώσῃ. .Ο θαυμασμὸς αὐτὸς είναι τὸ πρῶτο βημα
κι υ¬σ “Ο \ \
γιὰ νὰ θεματισθη τὸ ὰθεμάτιστο, ή άντίδρασι του νου μπροστα σε
ὅ,τι δὲν πιάνει, μιὰ θέλησι ἐπανακτήσεως που θυμίζει την αὐτοσυν
είδησι της ἑγελιανής φιλοσοφίας. .Η κάθοδος στην τρύπα καὶ τὸ
πείραμα σκοπεύουν στην ἐκλογίκευσι, επειδή ὅμως στηρίζονται σὲ
ἕνα θαυμασμό διιρορούμενο, δὲν κατορθώνουν νὰ ὁλοκληρωθοὕν: ὁ
Γύγης κατεβαίνει νὰ ίδῇ καὶ συναντά τὰ θαυμάσια παίρνει το δα
χτυλίδι νὰ τὸ φορέσῃ, ἀλλὰ τὸ κόσμημα εἶναι κάτι πάρα πάνω ἀπὸ
στολίδι γιατὶ τὸν κάνει άόρατο. Τὸ θαυμαστό άντιστἐκεται
72 ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΊἹΚΗ
στὴν πρακτικὴ γνῶσι της χρησεως καὶ ὴ άφάνεια εἶναι ἐπὶ πλεον
της ἀπουσίας. ”Οπως άκριβῶς το θαυμάσιο δεν ἐκλογικεύεται ἐὰν
ύποβιβασθ” σὲ στολίδι ετσι καὶ ” ά άνεια ἑνει άνεξάντλ τ ὼ
Ϊ) ι γὶ φ μ η η ς
ασ \ Ϊ Αι \ Ϊ
προσδιορισμός του μη ορατου. Το αορατο βλέπει χωρὶς νὰ φαίνεται
καὶ άντιστοιχεῖ άκριβῶς στὸ ζεύγος φανερὸς/ἀφανὴς του̃ πλατωνικού
κειμένου, ποὺ περιγράφει τὴν δύναμι τοῦ δαχτυλιδιοῦ, όπως εκδη
λώνεται ἐν ἀγνοία του Γύγη· ὅταν όμως αύτὸς δοκιμάζη καὶ γίνε
, | Ἱ \ 1 Η , /
ται αορατος, τοτε το φανερος/αφανης εξαλείφεται καὶ τὴν θἐσι του
παίρνει τὸ ζεύγος ὀῆλος/ἄὅηλσς, που ἐντελῶς άπροσδόκητα ὁ Πλά
των άνεβάζει ἐπὶ σκηνης. Για νὰ επαναλαμβάνεται ἐν τούτοις τὸ
φανερὸς/ἀφανὴς στὸ ὅῆλος/ἄὁηλος σημαίνει ότι τὸ άθέατο δὲν είναι
ὰπλ” ἀπουσία ότι ς απουσία δεν ἀντιστ έ ει τὶν πα ουσία κι ότι ›
Ρ Ψ *Ι Ρ
\ εν | Ἄ | | \ ( το
δια της παρουσιας εκφραζεται κατι που η χαιντεγγεριανὴ ἔννοια
του̃ όντοςἐνόψει εἶναι άνίσχυρη νὰ περιγράψη στὴν ούσία του.
Στὸ ὁη̃λος/ἄδηλος υπάρχει κάτι ούσιῶδες: τὰ ἄὁηλα. Πρόκειται
\ \ | ` \ Ϊ Ϊ | \ \ \ Τ
ια ια λε ι που δεν ινεται να πα α λε ω ε και που δεν ειναι μ· Υ Ρ μ· _
| Ν ~ ' ~ ν Ν
συνωνυμο των ἀφανων, όπως τὰ ὀηλιι ἐξ άλλου δεν άντιστοιχουν στὰ
ανε ὰ που δίνονται στα άτια. (Η λέ ι ανε ά ε αιώνουν οί φ Ρ μ φ Ρ ·
ὲλλ νισταί ά ο απ ά ατα ανα ε ό ενα άπ” εύθεία εἰ τὶνά ε ¬ . Ρ μ ς ς η μ·
, Ϊ Ϊ Ν· \ 5! | Έ |
ση εμπειρια, ενῳ τα αὁηλιι σημαινουν οτιδηποτε σκιάζει τὴν ματια
Ἱ \ Ν Ἄ | · ς οι
με την θεα του και του οποίου η προσπέλασι άπαιτει μιὰ καθαρό
τητα νου̃, που μόνο ὴ ἔμπνευσι θα μπορουσε νὰ ἐξασφαλίσῃ. Στὸν
Η 3 # Η
Ομηρο ( Οὅυσσειας 22.ίθἶ›) αὅηλος δηλώνει τὸν άπροσδιόριστο καὶ
όταν στὸν Οῖὀίποὅα τὐ αννο στ. 475 ὁ δολο όνο τοῦ Λαΐου α α
ρ Ψ ἔ Χ Ρ
| Ἱ \ \ Ϊ Η 1 # 7
κτηριζεται απο τον χορο ως αὁηλος ανηρ, άκαθόριστος άνθρωπος,
αὐτὸ δεν σχετίζεται μὲ τὸ γεγονὸς της άπουσίας, άλλὰ παραπέμπει
Ἱ Ϊ | Ν Υ | | Ἰ
στην αφανεια της ελλειψεως ταυτοτητος. Γι αὐτὸ καὶ θὰ καταφύ
γη στὸν Τειρεσία, τὸν τυφλὸ μάντη θεωρὸ τοῦ άθεάτου, τὸν μόνο
7? ` | \ :| ) Ν· ( Ἰ | \ | \ \ |
άξιο να νοιωσῃ τα αὅηλα, ενῳ ο Οιδιπους που βλεπει με τα ματια
του καὶ ἔλυσε τὸ αίνιγμα της Σφιγγὸς (τὰ ἀφιινη̃), φανερώνεται
τραγικά ὁ κατ, ἐξοχὴν τυφλός.
Το π ί α α λοιπὸν του̃ Γύ Ψ 9 ίδ ` δίλ
ε ρ μ γη ηταν αντι ρασι στο ι ημμα
Ἱ , } Β. | ) Ν
μεταξυ αφανειας της απουσιας καὶ αφανείας της ἐσωτερικότητος,
που άποδίδουν οὶ όροι ἀφάνεια καὶ ἀὁηλὀτης. Έπισημαίνοντας τὴν
διαφορα τῶν δύο αύτὥν λέξεων δὲν βιάζω τὰ πράγματα. Στὸ τέ
ταρτο βιβλίο της Πολιτείας (432ὶ›) τὴν βρίσκομε ὁλοκάθαρα στὴν
άκόλουθ άσι ὶ ὁποία καὶ κλείνει κάθε ἐνδε ο έν συ ίτ σι › η
χ μ· η η η
| | \ | \ |
σχετικα: «πρεπει να κυκλωσουμε τον θαμνο», λέει ὁ Σωκράτης
στὸν Γλαύκωνα, «καὶ νὰ προσέχουμε μὴ μᾶς ξεφύγη ὴ δικαιοσύνη,
πού όταν χαθῇ δὲν θὰ μπορουμε μετὰ νὰ τὴν βρουμε (καὶ ἀφανισθεῖσα
`
ΤΟ ΔΑΧΤΤΛΙΔΙ ΤΟΥ ΓΥΓΗ 73
ἄδηλος γἐνηται)››. Βέβαια ό Γύγηςκινὴθηκε αύθόρμητα, χωρὶς όμως
αὐτὸ νὰ σημαίνῃ ότι δὲν αντέδρασε στὶς δύο έκδοχὲς τὴς αφανείας
κι ότι, παρὰ τὴν προτίμησι που έδειξε γιατὴν αφανεια τὴς απουσί
ας, οἱ δύο αύτὲς ὲκδοχὲς δεν παρακολουθου̃ν στο ὲξὴς τὴν ζωὴ του.
(Ο Χάιντεγγερ δεν μᾶς έδίδαξε πὼς τὸ Παρών (Βειεοἰτι) ἔχει ένα
τρόπο υπάρξεως είς τὸν ὁποῖο ὴ κατανόησι προηγεῖται της γλώσ
σηἔἔ
,Ενώπιον του̃ διλημματος τὴς αφανειας, ό
συνηθως: θέλει να ὲκλογικεύσῃ τὸ αγνωστο·
‹
$ὶ·›¬
ι σε
×ζ
0.5
Χ
ς αντιδρα ως
υριεύση! ὶ
,Ξ .
Ώ | | ` || )| | | \ Ϊ
αντιδρασι του δεν εχει αλλο νοημα: πειραματιζεται για να χειρα
γωγὴση «γιὰ νὰ ἰδὴ κατὰ πόσο τὸ δαχτυλίδι ἔχει όντως αὐτὴ τὴν
δύναμι», γιὰ να κατακτὴση μὲ αλλα λόγια τὴν παρουσία. «Θεατὴς
καὶ αθέατος θὰ κυριαρχὴσω στὸ πᾶν», πρέπει να σκέφθηκε. Μολον
, ` \ σ¬σ
ότι όμως επέλεξε καθαρα την αιρανεια της απουσίας, δεν κατώρθω
σε νὰ ακυρώση τὴν αφάνεια τὴς ἐσωτερικότητος. Καὶ όταν ακόμη
, | θ Ἄ | \ | Ϊ 'Ϊ Η Ν | Ἱ 'Ϊ \
ελεγχεται η αφανεια δεν παυει να ειναι ενα θαυμα, διοτι δεν ειναι το
ιν \ Ἱ Ι Ϊ \ Έ Π | \ Ἄ| \ \
θαυμα που ελεῃςεται αλλα οι επιπτωσεις που εχει στο Εἶναι. Το
θαυμα προμηθεύει στὸ Εἶναι κυρίως τὸ νόημα χωρὶς να έπιδρα
, .ερ
μηχανικὰ ἐπάνω του, καὶ υπ αὐτὴ τὴν ἔννοια συνιστα τὸ αναπαλ
λοτρίωτο στοιχεῖο τοὕ ανεκπτώτου τὴς ἀὀηλότητος στὴν ἀφάνεια.
ὶΑπραγματοποίητη ἄρα ὡς καθαρὴ απουσία, ὴ αφάνεια εἶναι μυ
! | \ | \ \ Ώ
στηριο προωρισμενο για μυημενους, γιατην ευτυχισμένη αὐτὴ συν
θὴκη τὴς απαθειας στὴν οποία ὁ Γορνίας (ἔιθ2ε494) αναφέρεται
Ι Ι Ω Ι 'ἱ' |
και η οποια ειναι πληροτης.
Το θαῦμα καὶ τὸ μυστὴριο ανηκουν στὸν αὐτὸ κόσμο σημασιῶν
καὶ ἑπικοινωνοῦν μεταξύ των. Τὸ ρὴμα μύω, απ, όπου προέρχεται
τὸ μυστὴριο, σημαίνει κλείνωτὰ ματια τὸ στόμα, αποδίδει δὲ τὴν
ρὴξι μὲ τα έξω καὶ τὴν αναδίπλωσι, που κάνουν τὸ μυστὴριο τόπο
αποκαλύψεως, ἑνῷ τὸ πραγματικο γεγονὸς διὰ του̃ όποίου εισέρχε
ται στὸν κόσμο ὴ θεία βούλησι, ἐννοὥ τὸ θαύμα, στηρίζεται όλότε
λα στὴν ψυχικὴ δαπάνη του̃ θαυμάζειν, δαπάνη χωρὶς αὶτία αντικει
μενικὴ. ”Η μόνη δυνατότης που ανοίγεται μπροστα στὸ μυστὴριο
καὶ στὸ θαυμα εἶναι ὴ στροφὴ προς τα μέσα, όχι ὴ ψυχολογικὴ
ἐσωτερικότητα, αλλα ό τρόπος υπάρξεως που φέρει τὰ διάσημα
του απολύτου. Τὸ θαύμα καὶ τὸ μυστὴριο συναντὥνται χάρι στὴν
ἐσωτερικότητα καὶ ὴ έσωτερικότης βυθίζει τὶς ρίζες της στὸ ανέκ
πτωτο του̃ ἐπέκεινα. Έν τούτοις ὁ Γύγης ἔκλινε πρὸς τὴν αφανεια
τὴς απουσίας, προτίμησε τὴν ἐξουσία απο τὴν έσωτερικότητα. Θα
ἔπρεπε νὰ τὸν βγαλη κανεὶς απο τὴν ἱστορία του, γιὰ νὰ αναγαγη
τὴν του μὲ τους αλλους σὲ οὐσία τὴς ἐσωτερικότητος. Τὸ
74 ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ
γεγονὸς ότι βλέπει χωρὶς νὰ φαίνεται ἀναπαρἀγει, πράγματι, τὸν
βαθύτερο χαρακτηρα της ἐσωτερικότητος, ἀλλὰ προτού τον δε
χθοῦμε ως τυπολογία, ὁ Γύγης ὺπἀρχει ὡς ἄνθρωπος με σάρκα καὶ
ὁστἀ καὶ χρησιμοποιεῖ την ἀφάνεια γιὰ νὰ κυριαρχηση στοὺς ἀλ
λου κάτι σὰν έ ελιανὸ π όσωπο τὸ ὁποῖο, πα ὰ τὶν παντοδυνα
Ἱ
Ν . Ν
μία της εξουσίας του, εξαρταται ἀπολύτως ἀπὸ τὰ πρόσωπα ποὺ
βεβαιώνουν κι ἀναγνωρίζουν την ἐξοχότητἀ του. (Η ἀφάνεια ποὺ
{ | \ | Έ' Ϊ Ϊ \ 7
ρεπει στην δυναμι ειναι ανισχυρη χωρὶς τους άλλους ποὺ βλέπουν
Ξ Ϊ κι κι Ν
καὶ η ἀπόστασι την οποία αναγνωρίζομε στὸ σχημα της ύπακοης
των εἶναι ἀπάτη καὶ κρύψιμο.
Μπορούμε νὰ σκεφθου̃με τὸν Γύγη ὺπὸ τὸν όρο νὰ ξεκινησωμε
Η 3 | 9 Έ'
ὸ διφορούμενο της αφανειας του: απὼν ειναι κρυφὸς σὰν το
μυστικό· κλεισμένος στὸν εαυτό του εἶναι έσωτερικότης. (Ως λογι
| θ Ν
κη καὶ ψυχισμὸς ταυτοχρονως, ο Γύγης προσωποποιει τὸν έσωτε
ρικὸ διχασμό του̃ ἀνθρώπου, ποὺ ὁ Πλάτων προσπαθεῖ νὰ ὺπερνι
κηση ζητώντας δικαιοσύνη. ὶΗ ἱστορία του εἶναι δοκιμασία τοῦ
ἀνθρώπου καὶ ἰδίως τοὺ συγχρόνου μας. κατὰ βάθος, μεταξὺ της
μαγικης ἐξουσίας τοῦ δαχτυλιδιου̃ καὶ της πλέον προηγμένης τεχνι
κ” τῶν” ε ῶν α δεν ὺπἀ ει ύ πα α ικ ` δια ο ά διότι τὸ
Ἱ
αύτόματο, όπως ἀκριβῶς τὸ δαχτυλίδι, δημιουργεί ἀποτελέσματα
χωρὶς νὰ λογοδοτῇ γιὰ την παραγωγικη διαδικασία, δεν προεκτεί
νει πιὰ τὸ χέρι καὶ κατ” αύτο τὸν τρόπο παύει νὰ μεσολαβη ἀνάμε
σα στην φύσι καὶ τὸν άνθρωπο, ἀναλαμβἀνοντας την ἀντίθεσί τους
καὶ ξεπερνώντας την σε ένα τόπο νοητό, του̃ οποίου μόνο σχέσεις
ἀπαρτίζουν την ούσία. Με την σύγχρονη τεχνικη η ἀνθρωπότης
πο εῖ θαυ άσια νὰ καταστ α ” ολοκλ ωτικἀ όπω πο εῖ έ
μ Ρ . ›
Π Ώ Ἄ | ` Ί' \ \ Ϊ Ν 9 \ Ώ | \ 9!
αλλου ν αφηση το Ειναι και να υψωθη εις το απολυτο στην εκστασι
μέσα του̃ έργου. Καθως όμως η τεχνικη καθ, ἐαυτην δεν λυτρώνει
\ 7| , \ \ | Έ Η \ , | `
τον ανθρωπο απο τον διχασμό του ως οντος με εσωτερικοτητα και
)| ` Πδ |λ Ϊξ θ Ν \ νδ \ δ Ϊ Ἡ ξ \
οντος μει ιοτε εια, ε ω ει τοι ιο το ιφορουμενο στον παρο υσμο
εν | Ϊ ( | ¶ Ἡ | , κι \ \ Ώ
μιας ὺπαρξεως η οποια, επειδη τεινει ακριβως προς την εξουσία,
συντρίβεται ἀπὸ τὸ βάρος τῶν ἐπιτευγμάτων καὶ τῶν ἐλπίδων της.
Πληρώνουμε τὶς δυνατότητές μας, όχι τὶς ἀδυναμίες μας. ”Οσο
περισσότερη δύναμι έχει ὁ άνθρωπος τόσο γονατίζει, τόσο μεγαλύ
τερη δίψα γιὰ δύναμι καὶ τόσο μεγαλύτερη ἀνημπόρια τὸν κατέχει,
μέχρις ότου τὰ αύτόματα, τὸ πρόγραμμα δηλαδη καὶ τὰ δεδομένα
9 | Ἄ ἔ | Ἱ | Κ ` \ \ |
του, αναλαβουν εξ ολόκληρου την πρωτοβουλια. αι θα την παρουν
\ | Η\ \ , Ϊ | Ϊ | Ι Ν οω
την πρωτοβουλία, ας μην αμφιβαλωμε. Τοτε, Τοτε ο μυθος του
Γύγη ἀποκαλύπτεται σε όλη του την προφητικη διἀστασι καὶ μᾶς
προτείνει τὶς ἀπορίες του: ὺπἀρχει δικαιοσύνη στην εποχη της ἀπο
9ο
7!
Ο!
ἢ
ΤΟ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙ ΤΟΥ ΓΤΓΗ 75
λύτου εξουσίας της τεχνικὴς; ”Βχει νόημα νὰ μιλοὔμε γιὰεσωτερι
κότητα, όταν ὁ άνθρωπος προβάλλει καὶ άπολιθώνει τὴν όπαρξί
του στὶς μηχανές, οί ὁποῖες σιγάσιγὰ μεταβάλλονται σε κόσμο
αυθόπαρκτο; Ύπάρχει ένα επέκεινα τὴς τεχνικὴς καὶ τὴς δυνάμε
ωἑἐ
(Ο Γύγης επωφελείται της δυνάμεως του δαχτυλιδιοῦ, ξέρον
τας ότι άθέατος μπορεί νὰ κάνη ὁποιοδὴποτε έγκλημα καὶ νὰ μείνη
άτιμώρητος, ἀλλὰ γινόμενος πλάνος, δολοφόνος, σφετεριστὴς,
ἀποδεικνύει πὼς εσχάτη καταφυγὴ τὴς ἀδικίας εἶναι ὴ ὰφάνεια.
ΒΕ Ν Ω Ο | Ν Ν Ἱ ί Η Ι Ι Ν
ξη”ΥΟὉμΟί.ὶ. Υ) Οίφανεὶα ΤΟΟ μθσΐὶκθυ, ΤΟ Χρυψὶμθς Οχι ΤΟ περα Της
ςηο
Ρὶ
φανειας, το Ν εκεινα του Εἶναι. Το ὕφιστο με πληγώνει καὶ ὴ
1 _· ›ι Νο: Φ › Ι Ι Ν
πληγη μου ειναι ερως του υψους του, η ασυγχυτη σχεσι του πόρου
Ν # |
καὶ της πενιας. Πληγωμένος εἶμαι ὴ μαρτυρία ἑνὸς άθεάτου που
διαφέρει άπὸ τὴν άφάνεια της δυνάμεως καὶ τὸ ὁποῖο άφὴνει τὸ
ίχνος του σὰν εσωτερικότης καὶ ψυχὴ καὶ άπάθεια.
Π Ν· \ |ξ \ λἴ { )λ|θ Ἰ |θ \ Μ
ροτου να τραβη η το β εμμα η α ὴ εια εκτι εται στο φως
” ”λ| υ 'Η θεα ποὺ ά ελεῖ τὶν ὰ έ α άναξ τεῖ πίσω ίπὶ ὶ
τουηιο. μ ηημρ η αοτην
παρουσία τὸ δν καὶ μεταμορφώνεται σε όργανο εξουσίας. Τὸ δν
στὴν άφάνεια εἶναι κίνδυνος, ἀλλὰ ὴ φανἐρωσι δεν εἶναι σχεσι ὀπτι
κὴγ είναι ὴ διαφάνεια τὴς ὴμέρας που τὸ υποχρεώνει νὰ εγκαταλεί
ψ τ\ν \ νὶ Κ | θ | ξ Ή ,λ |θ
η η, μ α το και α ῃ ως τροπος υπαρ εως. ε ευ ερη
| Ϊ 9 Ϊ \ Ϊ \ Ἡ Υ
θεας αληθεια ανοιγει στον ηλιο και αντὶ νὰ παραπέμπη τὰ όντα τὸ
ένα στὸ ἄλλο τὰ ἀφὴνει νὰ λούζωνται σὲ ένα υπεροχο χρυσο φῶς.
(0 Ϊ Ν , | Η Ἱ Έ' | Β? \ Η Ἄ \
τοπος της αληθειας ουτε στο Ειναι βρισκεται ουτε στο ον, αλλα
\ | \ Ἱ | Ἰ | Ϊ Ϊ , `
στην σχεσι με μια σημασια αρχεγονη, στον ποθο του Αγαθου που
ἀποτελεῖ τὴν πρώτη ὕλη τὴς κοινωνίας καὶ λεγεται δικαιοσύνη.
Δ\ § | 7! Ν | 7 \
εν υπαρχει ενας πρωτος δικαιος απο
πὴγαζε ὴ εννοια της δικαιοσύνης κι οὔτε υπάρχει περιεχόμενο της
··|
“οτ
έ
ἶ Ν } | \
οποιο ενδεχομενως θα
δικαιοσύνης: δικαιοσυνη εἶναι ὴ κοινωνία ὡς ψυχισμός ὁ έρως του
7
,Αγαθου, ὁ θείος ἔρωτας.
Μόλις φαινόμενος (μόχις ὁρ‹ι̃σθαι)7 ὁ ὴλιος φωτίζειιτὴν εσωτε
ρικότητα, άπαιτεῖται δε ὰναστροφὴ της σύνολης ψυχὴς (περιανωνὴ
τῆς ψυχῆς), όχι άπόκτησι γνώσεωνγ γιὰ νὰ τὸν δουμε. “Η εσωτερι
κότης δεν δέχεται τὸ ἀθέατο σὰν τὴν ὑποκειμενικότητα, ποὺ ἀγκα
λιάζει τὸ Είναι ὡς κεφάλαιο, πρόκειται γιὰ λύσι τὴς υπάρξεως ὴ
ελευσι τὴς ὁποίας θὰ ὴταν μοιραία γιὰ τὴν ἱστορία του Γύγη καὶ
τὴν δικη μας. Παύω νὰ βεβαιώνωμαι στὴν φιλαυτία, δεν στεροῦμαι
| Ἱ Ν 2
καὶ δεν θελω τίποτε, σημαίνει την «θεωρία» της Πολιτείας καὶ τὴν
) ) Ν , | \ Ἡ \
δι αυτης επανοδο σε μια προπτωτικη άθωότητα, τὴν μόνη ίσως
` \ \ | Η
δυνατη διέξοδο για την συνθηκη του τεχνοκρατουμενου ἀνθρώπου,
7θ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗἹἹΚΗ
συνθηκη που ἐξηγγειλε ὁ Γύγηςκαὶ ἐξεπληρωσε μέχρι παροξυσμοὕ
η έποχη μας. ”Οτι τὸ αίτημα εσωτερικοτητος σχηματίζει τὸν μα
καριο τόπο όπου ὁ κλασικὸς καὶ ὁ βυζαντινὸς ἑλληνισμὸς τέμνον
¶· , | 9 | \ |
ται, ειναι αναμφιβολο. Αναμεσα στον δεσμωτη του σπηλαίου, που
| Ἱ
θα ίδη αφου μεταμόρφωση πρῶτα την ψυχη του, καί τὸν ὁίγιο, που
\ Χ δ \ 7| ` , |
‹‹ ετα τὸν Θεὸ θα δε θ” σαν τον Θεο τον ιδιο του ανθ ωπου ››
μ· Ϊ)
›
| | \ Ἄ Θ | Ϊ , ` \ | · Ώ!
διοτι μονο σε αν ρωπους λυτρωμενους απο το βαρος τους ο αλλος
ι ε Ν Ν ¦
φανερώνεται ως κατ” ουσίαν εἰκόνα του Θεου, η σύγκλισις ειναι
πλέον βεβαία. Μεταξύ των υφίσταται ένας δεσμὸς βαθύτερος απ
την σχέσι αναλογίας καὶ ὁμοιότητος, μια ἀλληλοπεριχώρησις, όπως
οκ
έλεγαν οί ”Βλληνες Πατέρες, η ὁποία επ, οὐδενὶ λόγῳ καταφασκει
την συμπληρωματικότητα τῶν μερῶν, αλλα δηλώνει μια συνοχη
ίκανη να διαιωνίζεται ακίνητη συγχρόνως κι ἐπίκαιρη, καὶ περιγρα
φει τὸν τρόπο που ξετυλίγεται ὁ πολιτισμός μας, μία μεταδοσι
έδραιωμένη στην δημιουργικην ἑρμηνευτικη καὶ δεδομένη ὼς παρα
δοσι.
,Απο τὸ διφορούμενο του̃ δαχτυλιδιοὕ στα αδιέξοδα τοῦ μετα
βιομηχανικοὔ πολιτισμοῦ μας, η απόστασι δὲν είναι μεγαλη. Πολυ
Ϊ Ἱ \ \ Ἱ | \ | Ϊ \ , Ϊ
νωρις, απο την Αρχαιότητα, το βαρυ, φιληδονο και απροσωπ
”ω αϊκὸ κ ατο θα αντιπα ατα θ” στ`ν Πολιτεία, ακολουθού εν
Ρ μ· .
από ένα ὼρισμένο πνευμα που θεραπεύει την αποτελεσματικότητα
Ἡ Ν Χ \ 7! Ι Ν Ι Χ Ν |
Ο
Ο
και μεριμνα για τις αμεσες συνεπειες των σκεψεων και των πραξε
ών μας. “Η ἄδολη πλατωνικη θεωρία εἶναι ακατανόητη καὶ αφόρη
τη για τὸν (Ρωμαίο, ποὺ δεν πιστεύει παρα στην καταστροφικη
ἰσχυ τῶν μηχανων καὶ την σοφία της διοικησεὡς του. ”Αργότερα,
κατα τὸν Μεσαίωνα, η αντίθεσι αυτη θα γίνη πρόξενος τοῦ Σχίσμα
{ Ν Π | Ἱ | ( Ι Ϊ
τος: ο Θωμας Ακινατης και μαζι του η λατινοφωνη Χριστιανοσυ
νη, μεταβαλλουν τὸν Θεό σὲ οὐσία καὶ τρέπονται πρὸς την καταφα
τικη θεολογία, η ὁποία ὡδηγησε την Καθολικη ,Εκκλησία στην
ἐκκοσμίκευσι και την Δύσι στὸν ἐφιαλτη της κοινωνίας της ευημε
ρίας. Οί ”Ελληνες Πατέρες καὶ η ,Ορθόδοξη Ἐκκλησία θα έπιμεί
νουν αντιθέτως στὸν νηπτικὸ αποφατισμό, σέ μία στασι όπου
ι
Ο
νοὕς, αντὶ να κινηται θετικα πρὸς τὸν Θεό, παραιτείται απο τὸν
Η | Ϊ \ , | Ϊ Έ | .Ν |
ιμπεριαλισμο του. Για την ορθόδοξη θεολογια η θεωρια του θειου
φωτὸς προϋποθέτει βαθεια μεταμόρφωσι του πνεύματος, μιαν αλ
λη περιανωνὴ τῆς ψυχῆς, ὥστε τὸ χαος ποὺ χωρίζει τὸν Δημιουργὸ
απὸ τα δημιουργηματά του να αναληφθη απο την θεία χαρι. .Ο
ὀρθόδοξος αποφατισμὸς δὲν διακρίνει στον Θεὸ καποιο δν απειρο,
Σ \ Ι Έ ! 9 Ι \ Ἱ | 'ΐ Ι 7 Ν
αλλα μια ετεροτητα ανεκπτωτη σε ουσια, ειναι προσκλησι ηθικης
Χ Η 9 | | \ Έ | 9 | |
και οχι οντολογιας, βιος που ως γενναιοδωρια απολυτη πλανιεται
ΤΟ ΔΑΧΤΤΛΙΔΙ ΊὉἹ” ΓΥΓΗ 77
όντως σὰν φάντασμα πάνω άπ, τὴν κοινωνία της πλησμονης των
καιρὥν μας.
Οὶ Νέοι Χρόνοι δὲν διαφεύγουν τὴν μοῖρα τοϋ Γύγη. Τώρα
θ | \ | "Φ |
όμως τὸ διφορούμενο αναφαινεται στους κολπους του συγχρονου
κράτους, στὴν ἴδια του τὴν προσπάθεια νὰ διοικήση τὸ πα̃ν κατὰ τὰ
κελεύσματα τῶν άπροσώπων άναγκῶν του. Κατάχρεο στο κράτος
τὴς ”Ρώμης καὶ τὴν ἐκκοσμικευμένη Ἐκκλησία, τὸ σύγχρονο κρά
Ν | \ \ \ . Η
τος συγκροτειται σὲ ταξι παγκόσμια, σαν να μην υπηρχαν πλέον
άνθρωποι καὶ σὰν νὰ ύπηρχε άπόλυτος διαχωρισμός μεταξὺ της
εύθύνης των καὶ τῶν πράξεών τους. ”Οπως συνέβη καὶ μὲ τὴν
τεχνική, τὸ κράτος κατέληξε νὰ ύποδουλώση τὸν δημιουργό του, ὁ
ὁποῖος ύψώνοντας τὴν ὶσχὺ σὲ κανόνα υπάρξεως έξορίσθηκε άπό
μέσα του γιὰ νὰ παραδοθῇ στὴν άντικειμενοποιημένη ἐξουσία τῶν
διοικήσεων. Εἴτε ύφίσταται εἴτε όχι τὸ Εἶναι, μᾶς συνθλίβει ὁπωσ
δήποτε σὲ μία σχέσι άδύνατη μὲ τὴν άνώνυμη μεγαλειότητά του,
άφοῦ διεκδικεῖ τὴν άπόλυτη προτεραιότητα στὴν σχέσι μας έναντι
πάντων, χωρὶς νὰ ἔχη πρόσωπο. Θὰ διαλέγαμε τὴν δύναμι άντὶ
δικαιοσύνης, ἐὰν τὸ Εἶναι έτεινε στὸ ἀλλιὥς;
Εἶναι λοιπὸν προφανές, ότι ούτε ὁ ἀναρχικὸς αύθορμητισμὸς
ούτε ὴ φωτισμένη κρατικὴ δεσποτεία άποτελου̃ν διέξοδο γιὰ τὶς
παροῦσες συνθηκες· διέξοδος εἶναι ὴ Πολιτεία, ὴ κοινωνία δηλαδὴ
που άντλεῖ τὴν οὐσία της άπό μιὰ ὴθικὴ ἀρχὴ καὶ ποὺ τὴν ένσαρκώ
νει. Στρέφομαι στὴν Πολιτεία άνταποκρινόμενος στὸ θεμελιακὸ αἴ
πημα της ἴδιας της δομὴς του ψυχισμου, αἴτημα που άπαγορεύει
τὴν όντολογικὴ θεὡρησι τὴς κοινωνίας καὶ τὸ ὁποῖο εἶναι άδύνατον
τὸ κράτος ὡς κράτος νὰ μὴν τὸ προδώση. Τὸ κράτος προστατεύει
καὶ καταπιέξει συγχρόνως, ύπ” αὐτὴν δὲ τὴν έννοια οὔτε ὴ άντίθεσι
πρὸς τὴν τάξι του ούτε ὴ άποδοχή της μποροῦν νὰ μὴ συνιστου̃ν
προϊδεασμοὺς καὶ νὰ μὴν εἶναι συνεπὥς ἐκφράσεις του̃ διπλού του
χαρακτηρος. ”Η πολιτική, διότι περὶ πολιτικής πρόκειται όταν μι
λοὔμε γιὰ προϊδεασμούς, εἶναι άνίκανη νὰ άντιμετωπίση τὸ διφο
ρούμενο του κράτους, εἶναι έκ φύσεως κρατικὴ καὶ διφορούμενη,
τὴς ἐπαναστάσεως συμπεριλαμβανομένης. ,Εὰν ἐπανάστασι εἶ
ναι έκ τῶν προτέρων καταδικασμένη νὰ καταλάβη τὴν ἐξουσία
καὶ νὰ μεταβληθὴ σὲ ἐξουσία καταπιέσεως νά καταρρεύση ὡς
άναποτελεσματική, τότε κάθε ἐπανάστασι εἶναι άντεπαναστατική.
Πῶς νὰ προτείνη λοιπὸν κανεὶς πολιτικές λύσεις στὰ προβλήματα
του κράτους, ἀφοῦ ὴ πολιτικὴ μοιράζεται μαζί του τὶς άντιθέσεις
του καὶ τὰ άδιέξοδά του,
ὶὶὶποστηρίξουν ότι το σύγχρονο κράτος κατορθώνει νὰ ύπερνι
78
ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ
κηση τὶς κρίσεις του χάρι στὸν καθολικό του χαρακτηρα κι ὅτι
επομένως ἔχομε νὰ διαλέξουμε μεταξυ τυφλης υποταγης κι ἀπελ
πισμένης ἐξεγέρσεως. Είτε υπερ ὅμως είτε κατά του κράτους τα
χθουμε δεν επιλέγουμε την δικαιοσυνηγ γιατὶ η δικαιοσυνη του κρά
3 | \ \ θ Ἄ `
τους δεν αντιπροσωπευει παρα μια ωρισμένη ισορροπία στην λει
τουργία τῶν κοινωνικῶν θεσμῶν. Δικαιοσυνη καὶ κράτος δικαίου
δὲν σημαίνει τὸ ἴδιο καὶ άν τὸ κράτος προυποθετῃ κοινωνία, γιατὶ
κοινωνία καὶ κ άτο ε αίω δεν είναι το ίδιο ί κοινωνία είναι τὸ
› γὶ
9 Ν | \ ';# ,
έργο της δικαιοσυνης. Το κράτος καθ, ἑαυτὸ δεν ειναι δίκαιο ουτε
θὰ γίνη ποτὲ άφί ἑαυτοῦ· εἶναι ὅ,τι εἶναι ἐν σχέσει πάντοτε προς
| δ Μ Ω Ε | \
την κοινωνια, ενῳ οι οποιεσδηποτε θεσμικες μεταρρυθμίσεις δεν
Ϊ \ Ϊ Ἱ Ϊ .Ν | | .Π
προκειται να μεταβαλουν τα δεδομενα του προβληματος διοτι αν
\ Υ Ν \ \ | 3 | \ Ἰ \ `7
και αναγκαιες και συχνα πολυτιμες, απεχουν πολυ απο την δικαιο
συνη. (Η δικαιοσυνη είναι το νημα της ζωης κι ὅχι περιεχόμενο
δικανικῶν ὅρων, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο σημαίνει ὅτι η ἔλευσί της δὲν θὰ
ἐξαρτηθη ποτὲ άπο τὸν νόμο.
‹ | το \ ?| 'Ν Ϊ | |
Η Πολιτειαειναι το οραμα της επερχομενης δικαιοσυνης κα
αυτη την ἔννοια άκριβῶς ἔχει αυτοδικαίως την θεοι της σὲ τουτο
τὸν λόγο. Το νόημα ἑνὸς κράτους που μιμεῖται τὸ ουράνιο άρχἐτυ
πο εἶναι τὸ νόημα της ζωης που άναπαυεται στην ἐσωτερικὀτητα.
¶ | 'Ϊ 8 \ ¶| Ϊ , | δ \ Ἱ `
Η Πολιτεια ειναι ουτοπικη οχι ως απραγματοποιητηγ αλλα επειδη
υποκαθιστά στὸ γηινο τὸ ίδανικὸ καὶ δὲν άναζητεῖ την δικαίωσί της
στὰ ἐμπειρικὰ δεδομένα ἑνὸς χώρου. ὶὶπάρχει άλλη φαντασία της
Σ Ν , ` 3
ουτοπία ἀπὸ τὶν άνοι ιτου ανθ ώπου στο άπόλυτο άπο τ`ν άνοι
ν γὶ
ξί του στην ίδἑα του υΑγαθου που λάμπει ἐπἑκεινα του Εἶναι
Ἱ
Διαποτισμενη ἀπὸ ἐσωτερικὀτητα, η πόλι της ουτοπίας διαφεύγει
τῶν άντιθέσεων που ξεσκίζουν τὸ κράτος καὶ ὶδρυεται στην διαρκη
σχἑσι μὲ τὸ ,Αγαθὸ που εἶναι η δικαιοσυνη. Στην σχέσι αυτη ὅπου
ὅλα υπάρχουν στὸ φῶς, η άφάνεια δὲν εἶναι πια διφορουμενη καὶ ὁ
Γυγης εξαφανίζεται γυμνὸς κι εκτεθειμένος στὸν άλλο.
.Ψ
ιΟ
:|ω
'Η ἑξορία τω̃ν ποιητών
'Ένα πλατωνικὸ παράδοξο
Στὸν τυφλὸ ήρωά της, τὸν ”Ομηρο, ή (Ελλάδα χρωστάει τὸ φῶς
ἑνὸς άδολου λόγου. Ποιητική διδασκαλία του̃ (Ομήρου ήταν ή γεν
ναιοδωρία τοῦ λόγου. Δεν ἐνδιαφέρθηκε νὰ φυλάξη ζηλότυπα τὸ
μυστικὸ τῶν συμβόλων μιᾶς ίερής καὶ άμετάδοτης γνώσεως° ζήτη
σε νὰ ἑστιάση στήν κοινή γλῶσσα τὸν λόγο τού θεου. Αύτή εἶναι ή
προέλευσι τής ὸμηρικής ποιήσεως καὶ ή μοῖρα της! ”Αν καὶ ὸ λόγος
δὲν βρίσκεται πλέον στὰ χέρια του μάντη, ή νύχτα έν τούτοις τὸν
συνοδεύει. 'Ο ”Ομηρος θὰ μείνῃ γιὰ πάντοτε ὁμὴ ὁρῶν, ή ζωντανή
μαρτυρία μιᾶς σκοτεινής προϊστορίας τής ποιήσεως, ποὺ συμμετέ
χει στήν ἱστορία της καὶ στὸ ἑωθινό της μεγαλείο. ”Ο 'Όμηρος
ύπήρξε ήρωας διότι κατώρθωσε νὰ τραβήξη τὸν άνθρωπο ἀπὸ τὸ
όσιο: δὲν έβεβήλωσε τὸ όσιο, ἀλλὰ ἐλευθέρωσε τὸν κόσμο ἀπὸ τήν
σιωπή του. Αὐτὸς που δεν ἐγνώριζε τὸν ήλιο παρὰ ὡς όνομα, έκανε
τὸ όνομα φῶς. ”Η ποίησί του, δυνατή καὶ βαθειὰ μέχρι σημείου νὰ
παρασύρῃ στήν λήθη έναν ὸλόκληρο προομηρικὸ ἑλληνισμὸ καὶ νὰ
δημιουργήσῃ έναν άλλο κόσμο, φέρνει τὸ ὸν μὲ τὸν λόγο στὸ φῶς.
Ποίησις είναι ή έκτακτη πραγματικότητα που πλάθει ὁ λόγος. Σ,
αύτὸ τὸ στερέωμα, όπου ή έμμονή ἑνὸς βλέμματος ἀδιάκοπα
στραμμένου πρὸς τὸν ήλιο (ὁρα̃νγφάος ἠελίοιο) μετρα τήν διάρκεια
τής ύπάρξεως, τὰ πάντα λούζονται στήν λάμψι του ὀνόματός των.
Τὰ πάντα ἐκτὸς τοῦ ὀνόματος! Τὸ όνομα προτοῦ νὰ φωτίσῃ συσκο
τίζεται.
,Αλλὰ ὁ Ποιητής δὲν είναι ήρως ἐθνικὸς άναμφισβήτητος. Με
γάλες φωνὲς 'Ελλήνων ύψώνονται εναντίον του, αὐτοὶ οὶ όλιγόπι
στοι φιλόσοφοι ποὺ ἀμφιβάλλουν γιὰ όλα καὶ πρὸ πάντων ὸ Πλά
Α?
κ ›
των, στὸ πρόσωπο του̃ ὸποίου ὁ ”Ομηρος συναντά τον σκληροτερο
ι ι ‹ ι 8 ι 4 › ι ι » | ι #
αντιπαλο. οι ποιηται ιωχνονται απο την Πολιτεια. Η χειρονομια
(Η ὲξορἴα τῶν ποιητῶν ήταν θέμα τῶν πανεπιστημιακῶν μου παραδόσεων στὸ
Παρίσι (Βενσὲν) γιὰ τὸ έτος ἸΘἩ ίθ72, ἀλλὰ εἰσαγωγή (Τὸ δαχτυλίδι του̃
Γύχη) χρόνισε κι έτσι τὸ πρόγραμμα έμεινε στὰ χαρτιά. (Η ἐργασία ὡστόσο δὲν
πήγε χαμένη: τὸ δεύτερο ἐξάμηνο τοῦ ίθἶθ τής έδωσα οριστική μορφή, πρόσφατα
δὲ είχα τήν εύκαιρία νὰ τήν γυρίσω στήν γλῶσσα μας ἐν ὅφει δημοσιεύσεως
(ἸΘἹ8).
Τὸ παρὸν κείμενο δὲν έχει αὐτονομία καὶ επομένως δὲν διαβάζεται μόνο του.
,Ακολουθῶ τὰ πλατωνικὰ γραπτὰ όχι γιὰ νὰ ἑρμηνεύσω τήν σκέψι καὶ νὰ διευκο
λύνω τήν κατανόησι, ἀλλὰγιὰνὰ μοιραστῶ τὶς δυσκολίες ποὺ κρύβουν. 'Η αίωνιό
της ἀνήκει στὰ ἔργα ποὺ μᾶς ξεπερνούν.
6 Φιλοσοφία ποιητική
82 ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΊἹΚΗ
του Πλάτωνος δεν εἶναι πυροτέχνημα· ἐπιμελως προετοιμασμένη
, \ 7
και προμελετημενη, συνοψίζει αυτο που ονομάζομε πλατωνισμό.
Ο ἄ , \ { πω
Όμως ένας αποκλεισμός ως θεμέλιο της πόλεως, καὶ κατ, επέκτα
σιν της φιλοσοφίας, δεν εἶναι οὔτε πρα̃γμα εὔκολο οὔτε κὁὶν απλη
σκέψι, ἀφοὔ ουδεμία ἐγγύησις υφίσταται, ότι δεν πρόκειται με την
| 9 Υ οι
σειρά του νὰ γίνη αντικείμενο αναθέματος. Πως νὰ μην κατηγορη
0`£ ( { |
θῃ ο πλατωνικος διαλογος ως φαντασιοκοπια καὶ φευδομίμησι; Με
ἄλλα λόγια: πῶς να ἀποτραπῇ νέα δίκη τοῦ Σωκράτους έν περι
πτωσει εξορίας των κατηγορων του;
Οἱ ποιηταὶ θὰ κριθοῦν ἀπὸ ένα δικαστηριο με είσαγγελέα τὸν
πιὸ σοφὸ καὶ τὸν πιὸ δίκαιο άνθρωπο που ὑπηρξε ποτέ: ὁ Σωκρά
της ἀσκεῖ τὸ λειτούργημα του δημοσίου κατηγόρου της πλατωνι
κης πολιτείας καὶ υπ, αυτη την ίδιότητα θὰ ἐκφέρη έπισημως, πρὸς
τὸ τέλος του̃ διαλόγου (ΘΟΘΘ κ.έπ.), την ἀπόφασί του. Μπορεί ὁ
σ: ι 3· ε Ν
Ομηρος να ειναι ο μεγαλύτερος ποιητης καὶ ὁ πρωτος τραγικός,
θὰ πη ἀλλὰ δὲν έχει θέσι στην πόλι όπου μόνο ὕμνοι στους θεους ' Ϊ
ι › : ι υ : › | 7 ε | | \ 9
και εγκωμια στους αξιους επιτρεπονται. Η ποιησι πρεπει να εξο
ρισθῇ, διότι η ἀπόλαυσι την ὁποία προσφέρει προκαλεί πάντοτε
όδύνη καὶ φέρνει ἀδικία. (Ο Σωκράτης δεν θὰ ἀπαγγείλη ὼστόσο
την ετυμηγορία του ὡς όίποψι αὐστηρῶς προσωπικη, ἀλλὰ θὰ έπι
καλεσθῇ καὶ την αυθεντία τηςπαραδόσεως, εξηγώντας στους συνο
μιλητάς του ότι η διαμάχη μεταξὺ φιλοσοφίας καὶ ποιησεως είναι
πολυ παλαιὰ (παλαιαμέν τις διαφορα φιλοσοφία τε καὶ ποιητικῇ), δεν θὰ
διστάση μάλιστα να δώση μία τελευταία ευκαιρία στην ποιητικη,
νὰ ἀποδείξη ὅτι έχει δικαίωμα υπάρξεως στὸ άστυ. Σίγουρος γιὰ
ι : ι ι 8 ι ι › ρ \ \ 9
την κρισι του, θα προτιμηση ασυζητητι την ευελιξιακαι την επιφυ
λακτικότητα, προκειμένου νὰ κατηγορηθῇ για ἀγροικία καὶ σκλη
ρότητα (μὴ καί τινα σκληρότηταἡμῶν καὶ ἀνροικίαν καταννῷ), ἐμμένον
τας βεβαίως είς την θέσι του.
,Β κ κ ι ι › : ι
πικαλουμενος την παραδοσι και επαναλαμβάνοντας τις κα
τηγορίες τῶν ποιητῶν, ὁ Σωκράτης μιλά ἐξ ὀνόματος της φιλοσο
φίας. ,Αγνοοῦμε την προέλευσι καὶ τὸ πλαίσιο τῶν μαρτυριῶν τὶς
ὁποῖες ἀναφέρει ὁ Πλάτων (δΟ7ὶ›ο) γιὰ νὰ δείξη ότι η διαμάχη
ι : ι ι τ ι
μεταξυ φιλοσοφιας και π|οιησεως ειναι παλαιά, γνωρίζομε όμως
Ν Ν κ
αυτα που οι αρχαιρι φιλοσοφοι καταμαρτυρουσαν στην ποιητικη
Β. 6' ( 8?
θεολογια του Ομηρου και του Ησιόδου. (Ο ισενοφάνης λόγου
: ι π κ 9 : ι υ | Ν ς | ς „
χαριν, για να μην ονομασω τον Αναξιμανδρο, του οποιου το απειραν
είναι ἀρχη ἐκ διαμέτρου ἀντίθετη πρὸς τὸν ἀνθρωπομορφισμὸ της
καθιερωμένης θρησκείας, ὁ Ξενοφάνης λοιπὸν ἀρνεῖται τους θεους
ιν { | τν
του Ομηρου καὶ του ”Ησιόδου (ἀπ. ίί) καὶ κηρύσσει τὸν μονο
Η ΕΞΟΡΙΑ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ δία
θεϊσ ό απ. 23 . ”Ο θεό του απ όσιτο καθ, ἑαυτὸν ια τὸν νου̃ μ › Υ
εν 3 Ϊ Ἰ' \ Έ \ Υ Ϊ Ϊ Ή
του ανθρωπου ( 34 , ειναι σαν ολικη ασαλευτη συνειδησι (απ.
Ζἔι), ποὺ θέτει το ον εις κίνησιν μὲ τὴν ἐνέργεια απλωςτου πνεύμα
τός της (απ. Ζὕ). Αυτο τὸ κρᾶμα παντοδυναμίας καὶ στασεως,
αποδίδει τὴν καθολικότητα τὴς θείας παρουσίας καί, ὅπως έχει
αν ) Ν Ϊ Ϊ #`# Ω ΑΔ
τονισθη, αποτελει μία πολυτιμη συνεισφορα της ελληνικης φιλοσο
\ _· Ϊ 7
φίας στον μονοθεισμο. Απεριόριστος στὴν οὐσία του αλλα παντα
χοῦ παρών, ὁ θεὸς αὐτὸς εἶναι τὸ πνεῦμα που ἐμψυχώνει τα ὅντα,
αν καὶ τα ξεχειλίζει μὲ τὴν μεγαλωσύνη του. Τα ἴδια θα παρατη
ρου̃σε κανεὶς για τον ·Ηρακλειτο, του οποίου ὴ ἐχθρότης έναντίον
Ν Ν Ν Ν Ϊ
των ὀπαδων τὴς παραδοσιακης θρησκειας έμεινε παροιμιώδης (απ.
εν Έ
ἔι2, θθ, Β7) καὶ του οποίου τὸ φιλοσοφικὸ σχέδιο αποβλέπει να
αντικαταστησῃ τὶς αρχαίες δοξασίες μὲ μια θρησκεία πνευματική.
,Αδιαλλακτος πολέμιος κι αὐτὸς του̃ ανθρωπομορφισμου̃, αρνεῖται
\ ) Ϊ
στους ανθρωπους τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ἐξουσία να δίνουν στὸν θεὸ
οποιοδηποτε σχημα (απ. 70, 79, 83) καὶ αναγνωρίζει τὴν αυθεντία
ἑνὸς υπερβατικου νοὔ (απ. ί, 2, 32, 33, έιί, θέι, ἸΟΒ, ίίἔι), ποὺ
Ἡ λΝ \ , ΘΪ ( | Ἰ "\ ΰ Ϊ
αντανακ αται στην α εατη αρμονια (απ. ), προιον αναλωσεως
Υ Ἱ §Ϊ Ν )| δ { Ϊ Υ \ σε \ ,
επ απειρον του οντος (απ. θ7). Ο Πλατων θα μπορουσε να επικα
λεσθΝ τὶν απέ θεια τῶν ποι τῶν π ὸς τὶν θ σκεία απέ θεια που Δ
Ϊ
Ϊ 9 Ϊ .Ϊ ίἶ Ϊ Ἱ Η { Ϊ ,
γεμιζε αγανακτησι ενα Δενοφανη και εναν Ηρακλειτο, αλ
απέφυγε. :Έ]τσι έθεσε τὴν αντίθεσι φιλοσοφίας καὶ ποιησεως σὲ μια
Ϊ .Ν \
βασι κοινη, που υποκαθιστουσε στην πληρη διαστασι τὴν αντιπα
ραθεσι\τοὔ διαλόγου\καὶ ἐπὶ πλέον ἐπέτρεπε να λυθῇ ὴ διαφορα
τους με ασφαλεια. Δεν πρόκειται πια για διαμάχη, οπότε ὁ καθεὶς
, Ϊ >Ι σ\σ σ¬σ
απαλλασσεται των συνεπειων της τοποθετησεώς του· πρόκειται,
αντίθετα, για τὸ ξεπέρασμα ὁποιασδὴποτε διαμάχης, αναλαμβα
νοντας τὶς εὐθῦνες μας απέναντι στὴν ζωὴ. Ύπ, αὐτὸ τὸ πρίσμα
Πολιτεία υπερβαλλει καθε πολιτειολογικὴ θεματογραφία, κάθε ἐμ
\ Ϊ 'Ν Ϊ ( 0 #
πειρικη προσπελασι της κοινωνιας. Ως ομιλια, ὡς ἐγγύτης δηλαδὴ
Φ' Ι 9 ·¬· 9 . κ » τ
και λογος, η κοινωνια ειναι ταξεως ηθικης, η δε ποίησι θα ειχε θέσι
στὴν κοινωνία ὡς ὴθικὴ, αφου̃ προηγουμένως απεδείκνυε τὴν ὁσιό
τητα του χαρακτὴρος της (θθἶὀ). Ἑφ, όσον όμως ὴ ποίησι αδυνα
νυ \ Ϊ \ ΪΪ Ϊ Ϊ \ Ϊ
τει να δικαιωση την υπαρξι της και να δειξη ὅτι συνδυάζει το
τερπνὸν μετα του ὡφελίμου (θθίἶὀο), είμαστε υποχρεωμένοι να
κ › : ` ι κ ›: Ι κ ι ›
την εγκαταλειψωμε: με βαρεια καρδια ισως, παντως να την εγκα
ΡΪ \ Ν Ϊ \ | \ \
ταλειψωμε, ωστε να μην μας κυριευση το παθος και να μὴν κατα
ιν ¶ ¦ Ϊ ΑΙ κι
στραφη η ακεραιοτης της ψυχης (θθθο).
20 Σωκρατης καὶ ὁ Γλαύκων κατέληξαν στὸ συμπέρασμα ὅτιὴ
ι τικὶ ποί ιδὶ ὁδ ” ὶ αλίθ Π λ ίθ "
μ μη η ησ εν ηγει στην α η εια. εριπ ανη ηκαν ομως
×Ω„
=Ρ'
>1
Ωκ
<Ι
| Οκ
δό ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ
πολὺ μέχρι νὰ φθάσουν σί αυτο το σημεῖο: ξεκίγησανουζητώντας
πε ὶ δικαιοσύν ς, ίδρυσαν κατοπιν ένα κράτος και διεμορφωσαν την
κοἶνωνία του,ηἐν συνεχεία έξητασαν είς βάθος τὴν παιδεία τῶν
φυλάκων του, γιὰ νὰ δεχθοὔν ἐν τέλει τὴν αληθεια ὡς όρο πραγμα
τώσεως της δικαιοσύνης, όρο γιὰ τον οποίο θὰ ηταν δυνατον νὰ
ἐγγυηθη μιὰ κυβέρνησι φιλοσόφων καὶ κανεὶς άλλος. (Η αληθεια,
συμφώνησαν, εἶναι προνομία του̃ φιλοσόφου, διότι αὐτὸς μόνο μπο
ρεῖ νὰ τὴν άντικρύση, αυτος μόνο δεν ξεγελιέται απο τὴν μίμησι καὶ
το είδωλο. (Η δίκη τῶν ποιητῶν θὰ εἶναι επομένως δίκη της μιμη
σεως.
ι Το δέκατο βιβλίο της Πολιτείας δὲν ανακεφαλαιὡνει ὰπλῶς
όσα είπώθηκαν στο δεύτερο καὶ το τρίτο σχετικὰ με τὴν μίμησι. (Η
προβληματικὴ αγγίζει ἐδῶ ένα γενικο καὶ ὑψηλότερο ἐπίπεδο· ἐκεῖ
το θέμα εἶναι ὴ παιδεία, αλλὰ ἐπειδὴ το νόημα της παιδείας μένει
προς το παρον αδιευκρίνιστο, η σχετικὴ συζητησι έχει χαρακτηρα
κατὰ κάποιον τρόπο προσωρινό. Ἐὰν πρόκειται όντως γιὰ οὐσια
στικὴ καταδίκη της μιμησεως, τότε θὰ πρέπη νὰ διαβάσωμε τὴν
κριτικὴ της ποιησεως του δευτέρου καὶ του τρίτου βιβλίου μὲ αφε
τηρία τὰ πορίσματα του̃ δεκάτου καὶ όχι αντίστροφα. ”Η κριτικὴ
τῶν ποιητὥν συνδέεται μὲ το ζητημα της παιδείας· δεδομένου
όμως ότι ο Πλάτων δεν επιδιώκει μιὰ ὡρισμένη κοινωνικὴ μεταρ
ρύθμισι, ἀλλὰ μεταστροφὴ της σύνολης ψυχης προς το ”Αγαθό, ὴ
σύνδεσι αὐτὴ φανερώνεται δευτερεύουσα καὶ παράγωγη. (Η πλα
τωνικὴ ζητησι της μιμὴσεως κατέχεται απο τὴν σχέσι πραγματι
κότητος καὶ ψυχης (τῇ ψυχῇ περὶ τὰ ὅντα ψεύὁεσθαι, δ82ὶ›), ὴ οποία
καὶ καθορίζει τὰ υπόλοιπα προβληματα. (Η ποίησι αξίζει νὰ ἐξορι
σθη ὡς μιμητικὴ, ἐνῷ ὴ μίμησι εἶναι καταδικαστέα στο μέτρο ποὺ
βλάπτει τὴν ψυχη καὶ τὴν εμποδίζει νὰ φθάση τὴν πραγματικότητα
η τελευταία γίνεται απρόσιτη διότι παρεμβάλλεται ὴ είκόνα
της. Το μιμητικο στοιχεῖο στὴν ποίησι εἶναι ὴ αντίθετη προς τον
λόγον (δθλο) ὑπόστασί της ὡς λέξεως, το γεγονος ότι παράγει είκο
νίζοντας καὶ συνεπῶς ὴ πραγματικότηςκαὶ ὴ λειτουργία της παρα
γωγης αὐτης. ”Οταν έργο του λόγου εἶναι ὴ παραπομπη, τότε
έχομε άναπαράστασιν ζδθδο) καὶ άντικατάστασι της πραγματικό
τητος με το εἴδωλό της. Δὲν εἶναι ο λόγος καθ, εαυτον απαράδεκτη
μίμησι, αλλὰ η χρησι της δημιουργικης του ἐνεργείας, ὴ οποία
επιτρέπει στον ποιητὴ νὰ ὑποκατασταθη σὲ οτιδηποτε καὶ νὰ κρύ
ψη το πρόσωπό του (δθδε δθἴιὀ).
Για τὴν ποιητικὴ πρα̃ξι ὡς δυνατότητα αποκρύψεως, ο Πλά
των θὰ μιληση στο τέλος της Πολιτείας, όπου θὰ διατυπώση οριστι
Η ΒΞΟΡΙΑ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ 85
κα καὶ μὲ καθαρα φιλοσοφικὸ τρόπο τό κατηγορητὴριό του. .Η
Πολιτεία πραγματεύεται όμως περὶ δικαιοσύνης, περὶ τελειότητος
δηλαδὴ του̃ κοινωνικοῦ ανθρώπου, ὴ ὁποία ἐξαρτᾶται ὁλοκληρωτι
κα απὸ τὸ ὴθος τὴς ψυχὴς. Τί ἐπίδρασι χρειάζεται ν” άσκὴση κανεὶς
στὴν ψυχὴ, ὥστε να τὴν στρέψῃ πρός τὴν δικαιοσύνη; αναρωτιέ
ται ὁ Πλάτων, ὴ αναφορά του δὲ στὴν παιδείατοποθετεῖ ἐπὶ ἐπιπέ
δου θεσμῶν τὴν σχέσι μεταξὺ ψυχὴς καὶ κοινωνίας, πρᾶγμα ποὺ θα
τοϋ ἐπιτρέψῃ να διαμορφώση φύλακες τὴς πόλεως καὶ να ἱδρύση
ταξι δικαιοσύνης. ὶο σύγχρονος αναγνώστης δὲν πρέπει να αναζη
τὴση κάποια πλατωνικὴ αἰσθητικὴ, όπως τὴν αντιλαμβανόμαστε
τοὐλάχιστον σὴμερα· ὀφείλει να μεταφέρη στα δεδομένα του τὴν
οὐσία ἑνὸς λόγου, ποὺ αντιμετωπίζει τὸν άνθρωπο ὡς ψυχὴ καὶ ποὺ
συνδέει τὴν μοῖρα του μὲ τὴν διαφάνεια του. (Η ποίησι για τὴν
ὁποία κάνει λόγο ὁ Πλάτων εἶναι σύστημα γνώσεως σὺν τὴν εκπαι
δευτικὴ του πρακτικὴ, ένῷ στὴν ποίησι του̃ καιροῦ μας εκφράζεται
ὴ ψυχὴ ἑνὸς ατόμου. (Ο ἐκπαιδευτικὸς χαρακτηρας τὴς αρχαίας
ποιησεως διαφεύγει συνὴθως από τόν αναγνώστη τὴς Πολιτείας καὶ
ὴ ασυνειδησία αὐτὴ του̃ προκαλεῖ πάντοτε σχεδόν πάντοτε αμη
χανία για τὴν καταδίκη τῶν ποιητῶν. ,Από τὴν ,Αρχαιότητα κι
όλας οὶ ανθρωποι (σκέπτομαι τὸν Πρόκλο) νοιώθουν τὴν ἴδια αμη
χανία, όφειλομένη ἐπίσης σὲ ασυνειδησία τὴς πνευματικὴς ανατρο
πὴς ποὺ επέφερε ό πλατωνισμός, ανατροπὴς ὴ ὁποία μετεμόρφωσε
την παραδοσιακὴ παθητικὴ ἐκπαίδευσι σε ξὴτησι τὴς αληθείας καὶ
ἐλευθέρωσε τὴν ποίησι από τὴν μνημοτεχνικὴ λειτουργία ποὺ τὴς
έπέβαλε ὴ αρχαϊκὴ κοινωνία. Οί. αρχαῖοι ὴταν κι αὐτοὶ ανίκανοι να
έρθουν στὴν θέσι τού Πλάτωνος καὶ να συλλάβουν τὴν ἱστορικὴ
ίδιομορφία στὴν ὁποία ανταποκρινὀταν καταδίκη τῶν ποιητῶν.
.Η ύπαρξι όμως συγκεκριμένων συνθηκῶν δεν μας ἐπιτρέπει κατα
κανένα τρόπο να περιορίσωμε τὴν καταδίκη αὐτὴ στὸ θεωρητικό
ἐγχείρημα μιᾶς ἐκπαιδευτικὴς μεταρρυθμίσεως, να χάσουμε δὲ όλο
τὸ μεταφυσικό βάρος καὶ τὸν πλου̃το ποὺ παρουσιάζει διερεύνησι
τὴς μιμὴσεως, τὴς αληθείας καὶ του̃ ψεύδους, δηλαδὴ τὴς δικαιοσύ
νης. Ἑπειδὴ ὴ ποίησι παριστάνει τὴν γνῶσι μᾶλλον ἐπειδὴ στρέ
φει τόν άνθρωπο στὸ φαινόμενο, ὁ Πλάτων τὴν θεωρεί ψυχικό δη
λητὴριο μὲ αντίδοτο μόνο τὴν κάθαρσι (ἴιθόε ἔιίθβ). Αὐτό σημαί
νει (ἔιθόειΒ) ότι ὴ ποίησι μειώνει τόν ανθρωπο, ότι τὸν κάνει να
ανατρέχῃ διαρκῶς σὲ κάποια δάνεια δικαιοσύνη καὶ κάποια ξένη
ίατρικὴ, ελλείψει δικὴς του (ἀπορία̨ οἰκείων) ίατρικὴς καὶ δικαιοσύ
νης, καὶ ότι όδηγεῖ στὴν κοινωνία τὴς αδικίας.
,Αλλα για ποιὸ λόγο ὴ αὐτογνωσία δὲν συμβιβάζεται μὲ τὴν
86 ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ
μίμησι; Ἐὰν ὁ Πλάτων ἐννοῇ τὴν μίμησι ὡς ὰπομίμησι, ὴ βιαιότης
του μένει ὰνεξηγητη, ἀφοῦ τὸ κακο δεν εἶναι καὶ τόσο μεγάλο.
Γιατί ὴ άπομίμησι νὰ εἶναι έπίφοβη, Κι ἄν, καθὼς βεβαιώνει στὴν
Πολιτεία (θθδὶο 48), ὁ άνθρωπος μπορῇ ἐξ αίτίας της νὰ γίνη κα
κός, πῶς ἔχει τέτοια δύναμι ὴ μίμησι, Είμαστε ύποχρεωμένοι συνε
πῶς, νὰ ζητησωμε στὴν μίμησιν μιὰ σημασία κρισιμωτέρα καὶ εὐ
ρυτέρα της ἀπομιμησεως, προκειμένου νὰ κατανοησωμε τὸν Πλά
οι | ι κ ι ι Ι °·° Φ
τωνα. Οτι προκειται για λεξι σκοτεινη και διφορουμενη είναι,
νομίζω, σαφές, διότι στὸ ἔργο του̃ Πλάτωνος δὲν άντιμετωπίζεται
παντού μὲ τὴν ἴδιαν αύστηρότητα, δὲν εἶναι καταδικαστέα πάντα.
Στὸν Κρατύλο διεξάγεται ὁλόκληρη έρευνα σχετικὰ μὲ τὴν μίμησι
χωρὶς τὸν έλάχιστο μειωτικὸ χαρακτηρισμό, ένῷ πολύ συχνὰ στους
διαλόγους (βλέπε παραδείγματος χάριν Ἱππίου Μείζονος 287εὶο,
Πρωτανόροο 326, Φαίὅωνος ίθὅὶκ Μενεξένοο 283ε, Πολιτείας 532ο
καὶ ὅἔιἶὀ, Θεαιτήτοο ίίι8ὀ) τὸ ρημα ,αὶμου̃μαι ἔχει τὴν ἔννοια προ
φιλοσοφικη «συμμορφώνομαι». Θὰ πρέπη νὰ ὑποθέση κανεὶς ότι
στὸ ἔργο τού Πλάτωνος συντελεῖται κάποια διεύρυνσι άναστροφὴ
του̃ ὰρχικοῦ νοὴματος τού όρου, γιὰνὰ έξηγηθῇ καὶ νὰ κατανοηθῇ ὴ
δυσμένειά του πρὸς τὴν μίμησι, διεύρυνσιὴ ὰναστροφὴ συνδεδεμένη
μὲ τὴν πορεία της πλατωνικης σκέψεως, όχι με τὴν έτυμολογίακαὶ
τὴν προϊστορία της μιμησεως.
ΩΟ Πλάτων έξετάζει τὴν μίμησι στὴν προοπτικὴ της παιδείας
καὶ ακριβέστερα της παιδείας τῶν φυλάκων. ,Από τὸ δεύτερο κι
όλας βιβλίο τηςΠολιτείας (δ7ἶ›σ δ7θσ) τὰ πράγματα είναι ξεκάθα
ρα, όπως ξεκάθαρη εἶναι ἑπίσης (δίδα) ὴπροβληματικὴ της δικαι
οσύνης (πρὸς το κατιὁεῖν οῦπερ ἕνεκα πάντα σκοποῦμεν, ὅικαιοσύνην τε
καὶ ἀὁικίαν τίνα τρόπον ἐν πόλει νίννεται), ὴ ὁποία στηρίζει ταυτοχρό
νως τὴν ζὴτησι περὶ παιδείας καὶ τὸ σύνολο έργο. Ἐὰν ὁ ερύλαξ
πρέπη νὰ είναι πρᾶος καὶ μεγαλόθυμος (πόθεν οἴμα πρα̃ον καὶ μεναλό
θυμον ἦθος εὑ,οήσομεν;), επιβάλλεται νὰ γνωρίζωμε καὶ πῶς θὰ γίνη
(θρἑιμονται δὲ δὴ ἡμῖν οῦτοι καὶ παιὁευθήσονται τίνα τρόπον;). <Ο Πλά
των θεωρεῖ τὴν παιδεία ὡς ψυχικὴ διάπλασι καὶ πρὸς αὐτὴ τὴν
κατεύθυνσι θὰ ζητηση μὲ τὸν τρόπο του, ἐπιχειρώντας δηλαδὴ ἐκ
τῶν ένδον τὴν άνατροπὴ τῶν ύφισταμένων σημασιῶν. Μολονότι
δέχεται τὴν ἐκ παραδόσεως έκπαίδευσι (δ7θο), ὴτοι τὸν συνδυασμο
γυμναστικης καὶ μουσικης, ὴ λεπτομερὴς έξέτασι τῶν δύο τελευ
ταίων (δ7θε ἔιθδσ καὶ ἴιθδο ἔιίθὶσ) δείχνει ότι άποβλέπουν στὴν
ψυχικὴ οἰκοδομη. Ἐὰν όμως τὰ περὶ ψυχικης διαπλάσεως καὶ έκ
ορόισεως όινὴκουν στὴν δικαιοδοσίατὴςμουσικης, τότε, μαζι με την
μελωδία, τὴν αρμονίακαὶτον δυθμό, στὴν 'ίδια δικαιοδοσίαανὴκουν
Η εΞοΡ1Α ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ 87
καὶ οἱλόνοι, τίθεται δὲ τὸ ἐρώτημα τί είδους λόγος ανταποκρίνεται
στήν παιδεία τῶν φυλακων τήςΠολιτείας. ,Οφείλουμε απαραιτήτως
να ξέρωμε ποιόν λόγο πρέπει να δεχθούμε: τὸν αληθή τὸν ψευδή,
καὶ μεταξὺ τῶν ψευδῶν λόγων τοὺς καλοήθεις τοὺς κακοήθεις,
ποὺ εἶναι ένσυνείδητοι; ”Οσα γνωρίζομε για θεούς, ήρωες, ανθρώ
πους, καὶ θρέφουν τήν ψυχή μας, δεν τα χρωστου̃με στοὺς λόγους;
”Απὸ τὸ δεύτερο βιβλίο προοιωνίζεται ή συζήτησι τοῦ δεκατου.
Έαν ψευ̃δος τής ψυχής είναι ή αγνοια, ψευ̃δος τῶν λόγων εἶναι τὸ
ἴνδαλμα. Τὸ ἴνδαλμα αναπαύεται στήν δυνατότητα του̃ μιμἠματος,
τὸ ὁποῖο δὲν συνιστα καθαρό ψεὕδος. Τὸ ψευ̃δος τής ψυχής εἶναι ή
αγνοια· έξαρταται από τὸ μίμημα, τήν αναπαράστασι. Τὸ κακό
ψέμα (377ἀε) απεικονίζει σφαλερα (ὅταν εἰκάζῃ τιςκακῶςτῷλόνῳ),
σαν τὶς ζωγραφιές ποὺ προδίδουν τὸ αντικείμενό τους (ιὅσπερ νιια
φεὺς μηδὲν ὲοικότα νράφων οἶς αν ὅμυιαβουληθῇ νριἱιχιαι). Μεταξὺ δηλα
δή του̃ αντικειμένου καὶ τής κακής του αναπαραστάσεως, ὁ Πλά
των εἰσαγει μία διαφορα ή ὁποία προϋποθέτει ὁμοιότητα καὶ ανομοι
ότητα, ἐνέχει δὲ τήν διακρισι όντος καὶ φαινομένου. ”Η διακρισι
αὺτή θα ἐμφανισθή καθαρα αργότερα, δὲν παύει όμως να βαραίνη
στήν συζήτησι τού δευτέρου βιβλίου τής Πολιτείας, για να μήν ανα
φέρω τὸ τρίτο, ὅπου σχεδὸν αποκαλύπτεται, χωρὶς ὡστόσο θεματι
κα να κυριαρχήση.
Τὸ τρίτο βιβλίο τής Πολιτείας συνεχίζει καὶ ἐμβαθύνει τὸν
έλεγχο τής ποιήσεως καὶ τής μιμητικής, ὁποία βρίσκεται διαρκῶς
παροῦσα πίσω απὸ τα λεγόμενα. Αύτή τήν φορα ὅμως δὲν πρόκει
ται για τὸ περιεχόμενο, αλλα για τὸν τρόπο, τὸ κυρίως πεδίο τής
μιμήσεως. Διότι, κλείνοντας τήν συζήτησι ὡς πρὸς τα ἐγκώμια
τῶν θεῶν καὶ τῶν ήρώων κι αναγνωρίζοντας ότι ὺφίσταται ένα
ψέμα ὡφέλιμο (δ82ο καὶ ΒΒΘΒ), ὁ Σωκρατης προχωρεί (3Θ2ο) στὸ
κατ, ἐξοχήν ακανθῶδες πρόβλημα τοῦ τρόπου (λέξις). Δὲν τὸν απα
σχολεῖ πλέον τὸ περιεχόμενο (ὁίτε λεκτέον), αλλα ή μορφή (ώς λεκτέ
ον). ΩΗ ἔννοια τής μιμήσεως αρχίζει να ξεκαθαρίζη: χῶρος της
είναι ὁ τρόπος καὶ ποιητικός τρόπος εἶναι ή αφήγησι παρόντων
μελλόντων γεγονότων, ή απλή (ἀπλῇ ὀιηνήσει) μιμητική (ὁιὰ μιμή
σεως) μικτή (ὅι' ἀμφοτέρων) διήγησι (3Θ2‹:ὶ). ”Οταν έχουμε απλή
διήγησιν ίὅθδει), ὁ ποιητής μιλάει σὲ πρῶτο πρόσωπο (αὐτὸς ὁ
ποιητὴς) καὶ δὲν ἐπιχειρεῖ να μας πείση ότι εἶναι καποιος αλλος (ώς
ἄλλος τις ὁ λένων ἢ αὺτός)· μιμούμενος (ΒΘΒΒ) προσπαθεί να μας
δημιουργήση τήν ψευδαίσθησι ή ψευδαίσθησι εἶναι παραλλαγή
του κοινοὔ νοῦ (ὅόζα) ότι δέν είναι αὺτὺς μα αλλος ποὺ μιλαει. .Η
διαφορα μιμητοὺ καὶ ποιητού τής απλής διηγήσεως ἔγκειται σὲ
88 ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ
τούτο, ότι ὁ πρῶτος ζδθδο) παριστάνει τὸν δεύτερο (ὁμοιου̃ν αὐτὸν
ἑκάστῳ ῦν ἄν προείπῃ ώς ἐροῦντιι), ότι δηλαδὴ υποδύεται ἄλλον (ω̃ς τι
ἄλλος ω̃ν), ἐνῷ ὁ δεύτερος ἀναφέρει ὰπλῶς τὰ λεχθἑντα εἴτε τὰ
μεταξὺ τῶν λόγων διατρέξαντα ίδθδθ). ”Η φωνητικὴ ἐκφραστικὴ
(κατὰ φωνὴν ἢ κατὰ σχη̃μα) άκριβὥς «ἐξομοίωσις» (ὁμοιοῦν), άποτε
λεῖ κατὰ τὴν γνώμη του Σωκράτη μίμησιν (δθδο) καὶ ύπ” αὐτὴ τὴν
ἔννοια ὁ ποιητικὸς λόγος είναι ἐξ άρχὴς μιμητικός. (Η μίμησι εἶναι
ο : ι Ι ι κι ι π 9 Ι ›
αποκρυψι, σε περιπτωσι δε που ο ποιητης εμενε απαράλλακτος (ει
~ Ο Ν Ι # \ Ἱ οι
μηὀαμου εαυτον αποκρυπτοιτο), δεν θα τὴν χρησιμοποιουσε στὰ ποιη
ματα καὶ τὶς άφηγησεις του, άφοὔ ὁ λόγος του θὰ ὴταν άπλὸς
(δθδὀ).
(Η άντιπα άθεσι τΝ ι τικ” ποιίσεω στ\ν ὰπλ” διί σι 7)
η η ηγη ›
άντιπαράθεσι συνοδευόμενη ἀπὸ ὑποτίμησι τὴς μιμὴσεως ὴ ὁποία
καὶ ταυτίζεται μὲ άπόκρυψι, εἶναι προφανής. ,Απόκρυψι ὅμως δὲν
εἶναι Κ ἐσ άτ δυνατότ κάθε αδικία δὲν εἶναι Ω συ κάλυ ι τοῦ Ὁ Χ ηἐ Ω»
*Ι Υ 9
, κι
όντος καὶ ὴ εξουσία του φαινομένου; (Ο Σωκράτης δὲν διατυπώνει
ἀκόμη αὐτὰ τὰ ἐρωτηματα, ἀλλὰ συσχετίζει σαφῶς τὸ φαινόμενο
μὲ τὴν μίμησι, στηριζόμενος στὴν μεταμφίεσι τὴν οποία συνεπάγε
ται ὴ μιμητικὴ ἐργασία τὴς ποιητικὴς τέχνης. Δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ
Έ \ σ`σ
ἐκθέση, ως φαίνεται, την στερεότητα της ζητὴσεώς του κι ἔτσι
άποφεύγει σκοπίμως νὰ στραφῇ πρὸς αὐτὴ τὴν κατεύθυνσι. Είχε
Π „ | Ἡ | 'Ν | \ κι
αλλωστε ηδη τονισει (3θ2:ιο), εξηγωντας πως ταιριαζει να μιλου
με γιὰ τους θεούς, τοὺς ὴρωες κ.λπ., ότι του ὴταν αδύνατο νὰ ορίση
κάτι σχετικο γιὰ τους ανθρώπους, ἐν άγνοία τὴς δικαιοσύνης καὶ
«τῶν πλεονεκτημάτων ποὺ προσφέρει άφ” ἑαυτὴς στὸν πραγματικο
ι . Ν
η τὸν ἐπίπλαστο δίκαιο». (Η εξιχνίασιςτης δικαιοσύνης θὰ πληρώ
` , | λἴ .Ν Π λ | Ϊ | , \ δ! \ Η
ση τα εννεα βιβ ια της ο ιτειιις, αφηνοντας εις το εκατο το εργο
σ¬σ #50 ×`σ | Ϊ
της συναγωγης των συμπερασμάτων. Ο Πλάτων φυλάει γιὰ το
τέλος του διαλόγου τὴν τελευταίατου λεξι, ὁὶν καί ἔχη ἐξ άρχὴς τὴν
ίδέα του, δὲν σπεύδει ὡστόσο νὰ τὴν ἐκφράση, προτού διατρέξῃ τὸν
δρόμο ποὺ θα τὴν ἔκανε πειστική. "Ομως ἀπὸ τὸ τρίτο κι όλας
βιβλίο, για νὰ μὴν πῶ ἀπὸ τὸ δεύτερο, τὰ στοιχεῖατὴς αποδιοπομ
παία ι ίσεω είναι δεδο ένα καὶ συνο ί ονται στ`ν δαι ονικ`
η μ· η
Ώ | 9 | \ Ϊ θ
ικανοτητα αποκρυψεως που διαθετει η ὁμοιότης. Μολονότι ὴ όμοι
ότης δὲν ἐξετάζεται ἐδῶ ὀντολογικά, τὸ γεγονὸς καὶ μόνο (δθὅίσ)
Γ Ν Ἱ
Ι 7
ότι ὴ μίμησι μπορει να κομματιάζῃ (κιιτακερματισθαι) τὸν άνθρωπο,
άποδίδοντάς του γνωρίσματα ποὺ δὲν εἶναι δικά του, ἀρκεῖ γιὰ νὰ
διώ ὁ Πλάτων ἀπὸ τὸ άστυ του ποι τὰ 3988Β ἑ τὰ λό ια ΪΪ
ἔ › μ Υ
τὰ ὁποῖα θὰ χρησιμοποιὴση καὶ στὸ δέκατο (θθθε θθ7ει). Τὰ δύο
βιβλία ἐξορκίζουν τὴν φθαρτικὴ σύγχυσι όντος καὶ φαινομένου στὴν
Η ΕΞΟΡΙΑ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ θθ
άνθρώπινη ψυχή. Αύτη η σύγχυσι έχει κάτι «επιπλέον» (πλείω ἔτι,
σε Π Ι Ψ ` | Ϊ , λ| \ 9 |
) μιας εξοριας απο καπριτσιο, κατι «επιπ εον›› που εμφανιζει
την μίμησι, άπὸ κοινοϋ μὲ την σοφιστικη τοῦ Σοφιστοῦ την λογο
Ν Ι Έ δ | 9 \ \ Ν
γραφία του Φαιδρου, ως ιδιαιτερα όψι ἑνὸς πολυ πιο σημαντικού καὶ
ἐξαιρετικὰ σπουδαίου ζητήματος, ἐννοῶ της δυνατότητος ή της
, Ι Ω | | ·
αδυναμιας υπάρξεως δικαιοσυνης.
Δὲν πρέπει νὰ λησμονούμε ότι η Πολιτεία εἶναι διάλογος περὶ
Ϊ Η {
δικαιοσυνης καὶ οτι η διαφορὰ δικαιοσύνης καὶ άδικίας συνίσταται,
| Ϊ σο
γιὰ νὰ ἐπαναλαβω την επιχειρηματολογία του Γλαύκωνος (θθθε
δθίὀ), εἰς τὸ εξης: πρώτη είναι καλωσύνη, ἐνῷ ή ἄλλη φαίνεται
χωρὶς νὰ εἶναι. «ΕΟ άδικος όφείλει νὰ κατευθύνη ἐπιδέξια σὰν
τεχνίτης δεινὸς (ὥσπερ οἱ δεινοὶ δημιουρνοὶ) τὶς πράξεις του παρα
| Ι! # \ Ν
μενοντας αγνωστος (λανθανετω)››, θα πῃ, ‹‹... διότι εσχάτη άδικία
εἶναι νὰ δείχνη δίκαιος (εσχάτη ναρ αδικία δοκείν δίκαιον είναι) καὶ νὰ
μην είναι (μὴ ὅντα). ”Ο δίκαιος, ὰπλὸς καὶ γενναιόδωρος
Ρ ~ Η ~ 3 / \ Ι · Ϊ | ` `
(απλουν και νενναιον), επιδιωκει, καθως λεει ο Αισχυλος, να μην
φαίνεται (οὐ δοκεῖν), ἀλλὰ νὰ εἶναι άγαθός (ἀλλ' εἶναι ἀναθὸν ὲθέλον
τα). Τὸ φαινόμενο, άρα, δεν εἶναι γι, αύτόν (Ἀφαιρετέον δὴ τὸ δο
κεῖν)››. ”Η ἐπίθεσι της Πολιτείας εναντίον τῶν ποιητῶν στρέφεται
επομένως κατὰ της δυνατότητος που έχουν νὰ κρύβωνται, ἐνῷ η
Υ | · ` Β. |
άπόκρυψι απορριπτεται ως πηγη του φαινομενου. ,Αδικία ἐκτὸς
του φαινομένου δεν υφίσταται, σκέπτεται ὁ Πλάτων, κι άν επιβάλ
λεται ή δημιουργία κοινωνίας δικαίου, πρέπει πρὸ πάντων νὰ κα
ταργηθῇ τὸ φαινόμενο. Γίνεται ὅμως κάτι τέτοιο, ὅταν εἶναι τὰ
πάντα φαινόμενο, Καταλύεται, ἔστω, ή φαντασμαγορία τού φαινο
Ν 6 2 ι ι Ν 9 ι »
μένου, ὅταν θεωρηται ως υπερτατη αξία της εκπαιδεύσεως (το πει
θειν, βλ. Γορνίου ἔιἔ›2ὀ κ.ἑπ.) καὶ άποκορύφωμα τής παιδείας ἑνὸς
άνθρώπου (Πρωτανόρου δδθε: Ἡνου̃μαι, ω̃ Σώκρατες, ὲνὼἀνδρὶ παιδεί
ας μένιστον μέρος εἶναι περὶ ὲπω̃ν δεινὸν εἶναι), .Η άπάντησι τού Σω
κράτη θὰ εἶναι νὰ ὶδρύσῃ την πολιτεία της τάξεως καὶ της ὰρμονί
ας, πολιτείακυρίως χωρὶς κρύψιμο καὶ χωρὶς άδικία. Πολὺ γρηγορα
Ϊ | \ , Ν { Η .Ν κι
το κρυψιμο θα απορριφθη ως εργο του ποιητου καὶ καθεστως στηρι
| ` ΰ \ Ν \ Ϊ \ Ἐ
ζομενο στην απατηλη γνωσι που κατεχει και διαθετει, ἀλλὰ η αίτι
ολογία του̃ διοικητικοῦ αύτου̃ μέτρου θὰ εἶναι καθαρὰ φιλοσοφική.
, .
(Η άπαγόρευσι πληττει τους ποιητὰς στὸν βαθμὸ ποὺ διδάσκουν τὰ
φαινόμενα καὶ ένσαρκώνουν την κατεστημένη άπόκρυψι. (Ο Πλά
των θεωρεῖ τὸν σοφιστή, τὸν ρήτορα, τὸν ραψωδό, τὸν ποιητή, ὡς
| Ἡ | Ν· Υ | \ \ | 6· 3
παραδειγματα αντιληψεως της αληθειας κατα τα μετρα του ανθρώ
) | Ν \ Χ | ς | Ο
που, αντιληψεως τρομερης και αποκρουστεας οπωσδηποτε γιὰ ένα
φανατικὸ σὰν αύτὸν της δικαιοσύνης. Οἱ παραλληλισμοὶ φαίνονται
θθ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ
Σ! | 7 | ἶ | \ \ \ |
ισως παραδοξοι, οφειλονται ωστοσο στο πολιτικο και ποιητικο του
αίσθητηριο, συνοψίζουν τὸ θεσμοθετημένο ψευ̃δος καὶ ανοίγουν τὸν
Ϊ ` ` 9 | | \ \ | \ 'Έ'
δρομο προς μιαν αληθεια συνδεδεμένη με την δικαιοσυνη. Θα ηταν
παράτολμο νὰ δεχθῇ κανείς ὅτι ὅ Πλάτων ἐνεργεῖ ἐδῶ ποιητικὰ καὶ
ὅτι κατηγορούμενοι εἶναι τὰ πρόσωπα ἑνὸς δράματος τὸ ὁποῖο
συνθέτει ὁ ίδιος; ,Αρκεί νὰ μην μας διαφεύγη η ούτοπικη ύφη της
Πολιτεία καὶ θὰ ανα νω ίσω ε ὀίκοπα στὸν διαλο ο αὐτὸν ένα ἔ ο
Υ ΡΥ
` Ν
τέχνης, που τα ἐπὶ μέρους στοιχεια του δὲν παραπέμπουν στὰ
πραγματα, αλλὰ συγκροτούν τις συμβολικές των προεκτάσεις,
Ώ | \ Ν \ ἔ 9 `
αποκαλυπτοντας το μοιραιο στο υπαρκτό. Βαν η ψυχη έρχεται στὸ
ι κ Ν : › κ ς ,
προσκηνιο δια της σχεσεως αληθειας καὶ δικαιοσύνης κιαν τὸ αίτη
μα ακριβως της ψυχικης αφυπνίσεως μεταβάλλει την παιδεία σε
έ ευνα ασυ ί αστ ὲτὰν έτοι ι τικὰ νῶσι πο ου ε να
η μ μη η Υ › μ Ρ μ
πάρωμε κατὰ γράμμα την δίκη τῶν ποιητῶν χωρίς νὰ απορρίψωμε
τὸν ορίζοντα της;
ΙΟ Πλάτων βάλλει αναμφιβόλως ἐναντίον τῶν ποιητῶν, μολον
ότι οί έ αι έσει που εἰσά ει στὰν Πολιτεία καὶ αλλου έννοῶ τὰν
Υ γἰ › Ὁ
Ι Ν | \ \ | , | | Ν
απλη διηγησι και την θεια επιπνοια, φαινεται νὰ μαρτυρουν υπερ
Ψ Ν Ν 2
μίας ωρισμένης ἐκλογης έκ μέρους του, ἐκλογης η οποία απαλύνει
την ὅδυνηρη ἐντύπωσι της ὅλοκληρωτικης καταδίκης. ,Απο την
πλατωνικη πολιτεία διώχνεται ὅμως ὅ ”Ομηρος, ὅχι ὁ τυχὼν μιμη
της, καὶ γι, αὐτὸ ξεσπαει ένα σκάνδαλο που εἶναι αδύνατον νὰ
κουκουλωθῇ. Γιατί επέλεξε τὸν δύσκολο χῶρο της ποιησεως προ
κειμένου νὰ χτυπηση την μίμησι καὶ ὑπὸ ποίαν ἔννοια ὅ ”Ομηρος, ὅ
ι Ν ‹ κ Ρ ι Ρ » |
παιδαγωγος της Ελλάδος (Πολιτειας θθὅε: ως την Ελλαδαπεπαιὁευ
κεν οῦτος ὁ ποιητής), ἐκφραζει το αδιέξοδο της παρακμης του αστε
ως, !Ως ὅργανο γνώσεως, ὡς έκπαιδευτικὸς θεσμός, η ποίησι είκο
νί ει θαυ ασια την κ ίσι ” ὁποία ύπονο εύει τ`νἐ ύ ωσι του̃ αν
μ· η
| Ἱ | ρ
θ ωπου και ταυτο ονω π οσ έ ει τὸ κατάλλ λο έδα ο ιὰ ένα
φ ἔ Υ
Ϊ | #9 , #`ι Β· Ϊ | ¦ κι
εγχείρημα συνολικης ανατροπης των υφισταμένων αξιων, χωρίς νὰ
περικλείη τους κινδύνους της πολιτικης πράξεως. Την ἐποχη του̃
Πλάτωνος, οί κρατοῦσες αξίες στηρίζονταν σε μία ὡρισμένη αντί
ληψι περὶ ὅντος, αντίληψι ὁποία συνέχεε ὅν καὶ φαινόμενο και
ὡδηγοὔσε ὅπως ὅδηγεῖ αλλωστε παντοτε στην αδικία, έφ,
Η \ Ν Ϊ , Ϊ
οσον δεν παρείχε κριτηριο αληθειας. Έαν, καθὼς σκέπτεται ὅ
Πλάτων ὰ α ία α τυ εῖ πε ὶ ια απολύτου υπά εω τότε ω
ι η ἔ Ρ ἔι χ
Ϊ Ώ | ` \ Ν σ¬ι
ρὶς δυσκολια εντοπιζει κανεις το σημειο της ἑκπτώσεως στην μίμη
σι, ὅταν μαλιστα εἶναι ποιητης, μπορεί εύκολα νὰ συνθέση ένα
Ϊ .Ν Ρ/ ( |
φιλοσοφικο δράμα, οπου η μιμησι νὰ ύποκύπτη στὸ κρατος της.
\ Ϊ 3| Η \ Η 7! .Ϊ
Το φαινομενο, οχι ομως και οντως ον, ειναι μίμημα, η δε δημι
Η ΕΞΟΡΙΑ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ Θί
ουργία ὁμοιωμάτων μίμησις. Λίγο πρὶν γράψη τὴν Πολιτεία καὶ
χωρὶς τὴν παραμικρὴ προκατάληψι, ὁ Πλάτων άντιμετωπίζει τὸ
θέμα τὴς μιμησεως στὸν Κρατύλο. ,Εκεί έρευνά τὴν ὀντολογικὴ της
κατάστασι καὶ ἐπιχειρεῖ νὰ τὴν ἐννοὴση εἰς βάθος, συζητώντας τὴν
θεωρία του Κρατύλου, ὁ ὁποῖος υποστηρίζει (383ὶ›) τὴν ταυτότητα
ὀνόματος καὶ πράγματος, καὶ τὴν ἄποψι του Ἑὶρμογένους, ό ὁποῖος
δέχεται (δβἔιἀ) τὸν καθαρὰ συμβατικὸ χαρακτὴρα του ὀνόματος.
,Αλλὰ τὰ δύο αὐτὰ ὰξιώματα, που άνταποκρίνονται στὶς γνωσιο
λογικές κατακτὴσεις τῶν πρώτων φιλοσόφων, ὁδηγουν σὲ ἀδιέξοδα
χωρὶς νὰ βοηθοῦνται τὰ ἴδια. ”Η τῶν ὀνομάτων ὁρθότης θέτει ένα
έρώτημα άλυτο γιὰ τους υπερμάχουςτὴςπροσωκρατικὴς σκέψεως,
τὸ έρώτημα περὶ τὴς φύσεως του εἰδώλου. ἹΙ ὕπαρξι του λάθους
ἀποδεικνύει ότι τὸ όνομα καὶ τὸ πρᾶγμα διαφέρουν, ἐνῷ τὸ γεγονὸς
τὴς συμβάσεως άπαιτεῖ μιὰ πρόγνωσι (έιδδο), ὁποία ὑπερβάλλει
τὴν περιοχὴ τῶν ὀνομάτων καὶ υποχρεώνει τον διαλεκτικὸ νὰ ζητὴ
ση τὴν οὐσία τους στὴν άμυδρὴ πραγματικότητα του μὴ όντος
μιμησεως. Είτε περὶ ζωγραφικὴς πρόκειται εἴτε περὶ γραφὴς, περὶ
ποιὴσεως περὶ ὀνόματος, ὁ Πλάτων ἔχει κατὰ νοῦ τὸ μὴ δν καὶ
διαπράττει πατροκτονία. Τὸ λάθος, τὸ δρα̃μα τὴς υπάρξεως, μαρ
τυρου̃ν ότι τὸ μὴ δν είναι γεγονός, μᾶς ώθου̃ν δέ νὰ προσπελάσωμε
τὸ μυστηριό του. ,Αγνοώντας τὸ λάθος, οὶ φιλόσοφοι τὴς άρχὴς
βρίσκονταν σε άδυναμία νὰ ἐγκύψουν στὸν ίδιο τὸν λόγο τους καί,
πρᾶγμα πολὺ σημαντικό, ὴ σκέψι έτσι παρέμενε δέσμια τοῦ ἑαυτοῦ
της, ἀφοῦ δὲν μπορουσε νὰ άναδιπλωθὴ καὶ συνεπῶςνὰ ἀνοίξη. Γιὰ
νὰ προσεγγίση τὸ όντως όν, ὁ Πλάτων ξεκινά ἀπὸ τὸ μὴ όν. Δὲν
ἔχει καμμία σημασία ἐὰν έν τέλει το κατορθώνη στὸν Σοφιστήν·
οὐσιῶδες εἶναι ότι τὸ ζήτημα τὸν βασάνιζε πολὺ πρὶν μὲ τὶς μορφές
που έπαιρνε καὶ τὶς ἀπορίες που ὰδιάκοπα προκαλου̃σε. Χωρὶς τὸν
Σοφιστὴν ἴσως τὰ πάντα νὰ έμεναν μετέωρα, ὁ διάλογος όμως αὐτὸς
φανερώνει μιὰ μεγάλη πορεία, που χρονολογείται ἀπὸ τὸ φιλοσοφι
κό του ξεκίνημα. ”Ο Πλάτων άντιμετωπίζει τὸ ερώτημα περὶ του
εἶναι καὶ τὴς άληθείας ὑπὸ τὸ πρῖσμα τὴς άδίκου καταδίκης του
Σωκράτους, ἐνεργεῖ δὲ μὲ τὴν πρόθεσι νὰ άπαλείψη τὴν ἀδικία.
Αυτο σημαίνει ότι ὀφείλει νὰ έντοπίση το ὀντολογικὸ θεμέλιο τὴς
ἀδικίας, τὴν ομοιότητα δηλαδὴ καὶ τὶς ένσαρκώσεις της δοξασία,
ζωγραφικη, ρητορικὴ, σοφιστικὴ, ποιητικη, νὰ τὸ έρευνὴση καὶ
τ τ ν
να το φωτιση.
ὶΗ συζὴτησις του̃ Κρατύλου περὶ τὴς ὀνομάτων ὀρθότητος τοπο
θετεῖται σ” αὐτὸ τὸ πλαίσιο καὶ βεβαίως δεν άποτελεῖ γλωσσολογι
κὴ πραγματεία ὴ, ἐὰν δεχθοὕμε πὼς εἶναι, πρόκειται γιὰ είκόνισμα
92
ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗἹἹΚΗ
του τεραστίου πλατωνικου προβληματοςγ ποὺ συχνότατα στους
διαλόγους περιγράφεται ὡς μίμησις. (Ο ὁνοματοθέτης, διαβάζομε
(έιμὼ), μιμεῖται διὰ του̃ ὀνόματος (μεμίμὴται τῷονόματι), ὁ δὲ Πλά
των θὰ μᾶς ώθηση ἀκριβῶς στὴν απορία τὴς μιμὴσεως. Έπιμένω
σε τουτο τὸ ἔργο όχι ἐπειδὴ περιέχει άποφασιστικὴ κριτικὴ τὴς
μιμησεως, άλλα διότι παρέχει τὴν πλέον ἀμερόληπτη διαπραγμά
τευσι που ὁ Πλάτων επεχείρησε ποτε ἐπὶ τοῦ θέματος, προσπα
θώντας να τὸ σκεφθῇ καὶ νὰ τὸ έντάξη σε μία φιλοσοφικὴ προοπτι
κη, ὥστε νὰ εἰσχωρηση στὴν καρδια του προβληματος. Καρδιά δὲ
Ι Ί' \ , | \ | ` ?| | |
του προβληματος ειναι να εκλειψη το λαθος σε εναν κοσμο ταγμενο
στὸ φαινόμενο και νὰ σωθὴ το φαινόμενο. Διότιὴ μίμησι δεν ἐμφα
νίζεται ἐδῶ ὡς άποδιοπομπαῖος τράγος και πρόξενος κάθε κακου,
Σ \ Έ 7! ) | \ | Μ Η Ι
αλλα ως οργανο επικοινωνιας και γνωσεως (ονομα αρα ὁιὁασκαλικον
τίἐστιν ὅρνανον καὶ ὁιακμιτικὸν τη̃ς ουσίας, δ88Β0), εργαλείο όπωσδὴ
¦| · ) { Ν 'Ν
ποτε αμφίστομο, δεδομένου οτι ως εικόνα υπηρετει και τὸ ψευδος.
{ , Ϊ \ Ἱ. , | Η Ϊ θ | Ν \ ) |
Η εικονα δεν ειναι αθωα οσο φαινεται· ενεχει στοιχεια που αξιζει
\ \ Ϊ \ \ Ϊ Ν , | |
να τα προσεξωμε και τα οποια εν τουτοις λανθανουν.
Τὸ όνομα μιμεῖται για να δείξῃ (ὅὴλου̃ν, ἔι22‹ἰο) και υπ”
9
σε
Η
ὀο
τὴν έννοια εἶναι δήλωμα (ἔι2δεΒ). Το ὀρθόι̃ τὸ άληθινὸ όνομα φανε
ρώνει (ςοανερά, ἔι22ὀ° ὁὴλοῦν, ἔὥδε· ἑνὅείξεται, ἔι28ε) τὴν φόσι (οῖόν
ἐστι) του όντος μέσῳ της ὁμοιότητος (ώς ὁμοιότατ' ἄν, ἔι2δε· κατα
Η Ο Ά Ϊ .Ν | Ί' Ἑ
τὴν ομοιοτὴτα, ἔ±2ἔι‹;ἰε). Κριτηριο της μιμησεως ειναι ὴ ὁμοιότης, η
δὲ εἰκόνα (εῖκών) συνιστά πιστὸ άντίγραφο (ἀφομοίωσις, έι2ἔιιἰε).
‹Η 5 θκ | 9 διδ ›| κ 9 Ι οι Ν ιζ
ορ η μιμησι απο ι ει ετσι στο αντικειμενο ο,τι του ταιρια ει
καὶ τοῦ μοιάζει (ἢ αν ἑκάστῳ τὸ προσὴκον τε καὶ τὸ ὅμοιον αποὁιὀω̨̃),
ἐνῷ ὴ άνακριβὴς (οὐκ ὀρθήν) τὸ παραποιεῖ. ”Η είκὀνα ἐν τούτοις
((ι32εεἰ) δεν διπλασιάζει τὸ ὅν, ἀλλὰ άναπαράγει τὸν τύπο του,
δηλαδὴ τὸ καλεῖ. (Ο διπλασιασμὸς θα τὴν έκανε κάτι αυθόπαρκτο
(διττὰ νὰρ ἄν που πανυ νένοιτο) καὶ όχι είκόνα, τὸ ὁποῖον σημαίνει πὼς
ὴ όρθότητά της δεν έξαρτᾶται άπὸ τὴν άκριβὴ ἀπόδοσι τῶν εξωτε
ρικῶν χαρακτὴρων του̃ όντος (ἄλλην χρὴ εἰκόνος ὀρθότὴτα ζὴτεῖν... καὶ
υκ ιι ~
οὐκ ἀνανκάζειν, εαν τι ἀπῇ ὴ πμοσῃ, μὴκέτι αὐτὴν εικόνα εἶναι), ἀλλὰ ἀπὸ
τὸ κατὰ πόσον διατηρεῖ (ἐνῇ) τὸ οὐσιὥδες του γνώρισμα (τύπος,
ἔιδἔε). ,Απο τὴν στιγμὴ που (ἔιδδει) τὸ χαρακτηριστικὸ αὐτὸ γνώ
ρισμα ὑπάρχει στὸ εἰκόνισμα (ὅταν ναμ τουτο ὲνὴ), τὸ ἀντικείμενο
δηλώνεται (λελέξεταί νε το πμανμα), ἀκόμη κι αν όλα τα διακριτικά
του γνωρίσματα λείπουν (κἐὶν μὴ πάντα τὰ προσὴκοντα ΩΗ είκόνα
λοιπόν, καὶ επομένως τὸ όνομα, δηλώνει (ὅὴλιομα) μὲ τρόπο συμβα
τικὸ τὰ ἰδιαίτερα γνωρίσματα τῶν πραγμάτων (ἔιδδβιἰ) καὶ εἶναι
ι ι ι ιι ι ι ι .. .. ι ι ι .ι
καλη
οι
Θ
οσον τα ε πε ιε ει (καλω οταν παντα κακ δε οταν
3 7
Η ΕΞΟΡΙΑ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ 93
ἀποδίδῃ ένα μικρὸ μέρος τους (κακῶς δὲ ὅταν ὸλίχα). Ζητούμενο
σω Ϊ
στην ἐν λόγῳ ἔννοια της εἰκόνος εἶναι η δυνατότης γνώσεως την
ὁποία ἐγγυᾶται καὶ τὸ εἶδος γνώσεως τὸ ὁποῖο προτείνει. "Η οἱ
Ώ | Ί' | ) Έ | ἔ λ | | Ϊ ξ |
εικονες ειναι πραγματα ο , οποτε η π ανη μενει ανε ηγητη,
“` ' Ν “” ί ἐδββ) .πότε ί π ό νωσι ποὺ
η αποτελουν προιοντα συμβάσεως, ( , ο η ρ γ ,
κατ” άνάγκην προηγεῖται, μένει έξ ἴσου μυστηριώδης. ΩΗ γνῶσι
Ί' , (
ὡστόσο την ὁποία προσφέρει εἰκόνα ειναι αβέβαιη _ ο κοινὸς
Ν Ω θκ ό # ·ἰ. Ἄ| ` Ϊ ῖλ'Θ Η\ ` δ` )
νους (σρ η οξα) ειναι ασχετος προς την α η εια, αν και εν απο
κλείεται νὰ συμπέσουν τυχαῖα° η αληθεια υπερβαίνει σαφὥς τὰ
όρια της ἀναπαραστατικης ακριβείας (ὀρθότης), πού η σύγχρονη
$ | | Ϊ Έ?
φιλοσοφία ἐπικρίνει μὲ ιδιαιτερη σφοδροτητα, παραβλεποντας οτι
§ Ϊ \ 9 | ` } ` Ϊ δ |
ακριβεια και αληθεια κατα Πλατωνα δεν ταυτιζονται , ιοτι
Ἰ .Ν \ Ρ| Ν Ϊ | ~ Έ | |
α ου συστατικος ο ος της ομοιοτητος είναι η συμβασις προκύπτει
φ\ , | Π \ ρ \ “Θ \ )| | ξ Ξ
μια εικονα ασταθης και ευ ραυστη. Με αλλα λογια, ο υποκειμενι
\ Ν | Ν
κὸς χαρακτηρ της συμβασεως καὶ της ὁμοιότητος δὲν ἐξασφαλίζει
Ϊ | \ 3! ` | 3 | \ ` Ώ |
καμμια προσεγγισι στα ιδιαταπραγματα εμποτιζει δε την εικονα.
Γ ` \ Ϊ / Ϊ Ϊ Ϊ Ν ? 7 \ |ζ \
ια να ισχυη η συμβασι, η γνωσι πρεπει να στηρι εται στην πρα
| Ϊ 'Ϊ Ἱ Ϊ ἔ | Η .Ϊ
γματικοτητα, να ειναι αναμνησις. Αναμνησι ομως δεν θὰ ειναι στὸ
έξης η έτοιμη γνὥσι (μάθησις) που προσφέρει η είκόνα, ἀλλὰ η
άνακάλυψι (εὕρεσις) που ἀνατρέπει τὰ καθιερωμένα (πεπιστευκότα,
440) η δημιουργία του̃ νου̃, ἑστίαςκαὶ ὑπερβάσεως τοῦ διαλεκτικου̃
λ: 3 ιΗ δ λ κ Ν 9 ι ι 3 | Ν ‹ 1
ογου. ια εκτικη κυριαρχειται απο την ενεργεια του ρηματος,
Ἱ Ν Ν ( | |
την ὁρμη της ψυχης, καὶ η φρασι (λογος) ἐπιβάλλεται στο όνομα,
| | \ Η 7 | ? Ν 0 ε! ?
δειχνοντας έτσι πως η μαθησις καλυπτει, ενῳ η ευρεσις αποκαλύπτει.
,Ε \ Ζ Η | ,δ λ | ζ ` | θ \ Η ἔ 8 Ϊ
αν η εικονα ε ιπ ασια ε τα πραγματα, α ειχαμε οπωσ ηποτε
Ϊ Ἱ \ | (
μαθησι, επειδη όμως τα φανερωνει, ως μόνος τρόπος δείξεως μένει
Η Ν ιν .¬ι
η ἀποκάλυψι. (Η ἀνάμνησι εἶναι οραμα ψυχης καθαρης, γνωσι ποὺ
άντιπαρέρχεται την άντίληψι τῶν αίσθησεων και που μᾶς ὁδηγεῖ
Ἱ Ϊ |
στο επεκεινα.
Πῶς ἐννοεῖται τὸ ψέμα, όταν λόγος εἶναι η συμπλοκη τῶν
Ἰ Ιν { | Ν
ονομάτων καὶ των ρηματων που συγκροτει μιὰ φράσι; (Ο ψευδης
λόγος, γράφει ὁ Πλάτων στὸν Σοφιστήν (Ζἔὶἶἔὀ), δηλώνει ὡς διαφορὰ
(θάτερα) του̃ ύποκειμένου την ταυτότητα (ώς τὰ αὐτὰ) καὶ ὡς ὅν
(ὔντα) τὸ μη όν (μὴ ὅντα). Ψεύδος είναι η ἔκπτωσις τοϋ άλλου στὸ
Υ ` Ἱ Ρ | ¬\ Ἱ | \ |
ίδιο, το γεγονος ότι σκεπτομαστε η αναφερομε μη οντα (2ὅΟ‹:). Τὸ
ψεὕδος προϋποθέτει μῖξι του̃ όντος μὲ τὸ μη ὅν ῖξιν Ω ὁποία
Ἄ σε Ἄ Ι | 7 |μ Η η ` `
αποτελει αδιαμφισβητητη πραγματικοτητα, δεδομενου οτι το μη
ι ¬ ε Ν › ν
ὸν συγκροτει την ετερότητα των όντων, καθὼς βρίσκεται ὅιεσπαρμε
νυν (2θ0Β) καὶ κατακερματισμένον (258ὀ) στὶς σχέσεις των. ”Η εἰκό
να έχει τὸ κακό ότι απορρίπτει την είκόνα, ότι άρνεῖται ἀνένδοτα
94
ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ
Ν Η
\ Η ` 7| { Η \ 1! | \
την υπαρξι μη οντος. Η εκπτωσι του αλλου στο ιδιο γινεται σαν
παιχνίδι (παιδια, 23ἔιὶ:›), ένα παιχνίδι που αγαπου̃ν οἱ σοφισταὶ καὶ
Ο | \ | | Κ . | | ` /
Οί ποιηται, την μονη τεχνη η οποια παραγει τα παντα (μιςι̃ τέχνῃ
πάντα ποιεῖν) καὶ λέγεται μιμητικη. (Η μιμητικη βασίζεται στην
ἔ β | Ώ Ἰ Η ¶ | \ Ι
φαντασίωσι, η οποια εφ οσον αποκλείει την ετερότητα, τείνει να
πω ` Ν . | Ἡ \ ἔ |
ταυτισθ διατ ς ο οιο ο ιας ε το υπα ον να τὸ αναπα αστό
Δ Ϊ
ση αὐθυπόστατο κι έκθετο στα μάτια του̃ προφιλοσόφου ανθρώπου.
Δεν θα είχαμε κατὰ κανένα τρόπο ταύτισι ὀνόματος καὶ πράγμα
τος, είκόνος καὶ πραγματικότητος, έαν δὲν βλέπαμε τὸ όν αντικει
μενικά. Ἐξ οἶ› καὶ τὸ νόημα της παρεκβάσεως του Σοφιστου̃ (2ἔι2ο
2ἔιἶ›ε) σχετικα με τὶς αρχαῖες ποσοτικές ὀντολογίες. Τὸ Εἶναι ὡς
μέγεθος ποσοτικὸ (ποσόν τι νὰρ ὅν, 2ἔ±δἀ) γεννα την όμοιότητα
χωρὶς να την δέχεται καθ, έαυτην κι έτσι περιπλέκεται στην αξεδι
άλυτη αντίφασι της δημιουργίας εκ του όντος, όχι ἐκ τοὕ μηδενὸς
(2ίΘΒ). Είκόνα είναι η σιωπηρη άναγνώρισι μιᾶς ποιότητος ποὺ
δα Ν κ δι θι κ Ν \ κ ν ± Ν ,Ι
εν μπορει και εν ελει να δεχθη την στατικη αντιληψι του οντος,
ανεξαρτητως της ἰδεαλιστικης ὑλιστικης της προελεύσεως. “Ο
λόγος ὑπάρξεως καὶ η καταγωγη της είκόνος είναι η ποιὀτης, η
Ν $ “
ὁποία όμως αδυνατει να εισχωρηση στην είκόνα, διότι η τελευταία,
ΰ Ώ Η ϊ Ἱ Ι Έ Χ ν| \ 7 | | Ί'
εφ οσον δεν αναγνωρίζεται ως μη ον, το απαγορευει. Τι ειναι
ὡστόσο η ποιότητα, αν μη τὸ γεγονὸς της υπάρξεως ὡς σχέσις
δυνάμει (2ἰι8ει καὶ Β), Τί είναι τὸ δν ὡς δύναμις αν όχι αξία, (Υπ,
9 \ \ Ν Ι Έ | Ἄ Χ 9 | |
αυτη την εννοια δεν υφισταται ανατροπη αξιων, θελησι δημιουργι
ας, που νὰ μην βεβαιώνη τὸν πλατωνισμό. ,Αξία, κατα τὸ Συμπόσι
Ό
<
(2Οόὶ›) καὶ τόν Σοφιστὴν (2ίΘειὀ), εἶναι η μητρα του έργου, κάτι
που η μίμησις αγνοεί παντελῶς καὶ τὸ αρνεῖται. ”Αχίλλειος πτέρνα
Η | Ί' Η εν { Ν \ Ἡ
της μιμησεως ειναι οτι θεωρεί ως πραγμα το ὸν καὶ παραγνωρίζει,
Ἱ Η\ , |δ δ\ , δ Ά \ 8 \ Ιθ ΨΗ
συνειδητα η ασυνει ητα εν εν ιαφερει, το υναμικο βα ος του.
μίμησι επομένως είναι είς θέσιν να έπιτελέσῃ τὸ πᾶν καὶ να μην
, Ν ε4 Β Υ
δημιουργηση τὸ ελάχιστο, γιατὶ της διαφεύγει τὸ οὐσιωδες, η αξία
\ ἕ | \ | Ϊ |7\ \ Ρ/ ξ Μ | δΐ 8 δ\
στην οποια τα παντα οφει ουν την υπαρ ι. ας γοητευει ε, επει η
Α· Ι \ }
τείνει ακριβως να αναπαραγη την αξία, μολονότι περιορίζεται να
έπαναλαμβάνη τα έξωτερικα γνωρίσματα τῶν όντων, χωρὶς να
υψώνεται, χωρὶς να φθάνη στην υπέρτατη πραγματικότητα καὶ αρ
σ¬: , 3 σ`ι
χη τους. ”Η γοητεία της εικόνος οφείλεται στὸ μυστικό του μη
χ \ | \ Η Λι Ν
όντος που φέρει, μυστικό που κυκλωνει το ὸν καὶ μας καλει να τὸ
| | { Ν 00 , | Ω | Ν
αποκρυπτογραφησωμε μεσῳ ημων των ιδίων. Η προελευσι της
Ώ | .Ϊ | β ? | \ ? | \ 7 | › \
απατης ειναι διαφορετικη. η εικονα δεν αναφερεται στην αξια, αλλα
παραπέμπει στὸ σημαινόμενο καὶ μας φυλακίζει στὶς αίσθησεις.
Δ\ 7| \ Η , | \ | Ἱ Η Χ
εν έχομε πια ενα απολυτο που διατρέχει το πραγμα, εχομε μια
Η ΕΞΟΡΙΑ ΤΩΝ Πο1ΗτοΝ 95
σχετικότητα ποὺ τὁ συγκροτεῖ. Δεχόμενοι τὸ μὴ δν ὡς πραγματι
κό, του αναγνωρίζομε τὴν απαραμείωτη ἰδανικὴ διαστασι, ὴ ὁποία
έπιτρέπει νὰ θέτωμε τὁ ζητημα του̃ όντος μὲ αφετηρίατὴν διαφορα
ὴ αξία καὶ όχι τὴν ὁλικότητα, να μὴ μας ἐξαπατα δὲ ὴ προοπτικὴ
ποὺ σκοπεύει τὸ 5Αγαθὸ καὶ κατακλύξει τὸ γηινο μὲ τὸ λογιστικὁ
φῶς τὴς αντικειμενοποιημένης τελειότητος.
Ν α ` | \ , Ϊ Ϊ
Σκεπτόμενος διαρκως να εισαγάγη στο άστυ το απολυτο και
| \ Ώ Ϊ Ἱ Ἱ , Ϊ Ἱ Ϊ Ϊ Ἱ
συνδυάζοντας την αξια με την αληθεια, ο Πλατων διακρινει στην
ποιητικὴ μίμησι τὴν προτεραιότητα της απολαόσεως, ὴ ὁποία έμ
ποδίζει τὸ φῶς να εἰσχωρηση στὴν ζωὴ τῶν ἀνθρώπων. (Η εἰκόνα
είναι τόσο πληρης πραγματικότητα, ὥστε ὁ θεατὴς δὲν αίσθάνεται
\ , Ϊ Ϊ
ανάγκη να στρέψη τὁ βλέμμα του στην αληθεια. Προκειται όμως
Ϊ \ Χ Ϊ \ Κ Ἰ Π Ϊ \
για τὴν αποκλειστική μας σχεσι με το φαινομενο και υπ αυτη την
ἔννοια για καταδίκη στὸ απεριόριστο καὶ τὸ αόριστο. 'Η αὐθεντικὴ
δημιουργία εἶναι ὡστόσο αξίωσι καὶ για τοῦτο βρίσκει στηριγμα
στὸν πόθο του̃ απολύτου, τὁ συνώνυμο της αληθείας. Οἱ ποιηταὶ
ἐξορίζονται διότι ὁ Πλάτων θεωρεῖ μεγίστη μουσικὴ τὴν ανακάλυ
ψιν της αληθείας. Πράττω θα πῇ φέρνω στὸν κόσμο τὁ φῶς τοϋ
έπέκεινα καὶ όχι αναπαράγω τὴν δημιουργία ἐρὴμην τοῦ αίωνίου
φωτός. ”Ο φωτισμὁς της υπάρξεως μὲ τα δεδομένα εἶναι σκοτισμὸς
\ "# Ν \ \ Ϊ
καὶ διασκεδασμος του νυκτερινου φωτὸς που την περιβαλλει. ”Η
Υ Ϊ Ϊ )Ϊ Ϊ Ϊ Ἱ' Ϊ ,Ϊ Ι \ Ν! , Ν \
απομιμησι δεν εχει αξια, ειναι κατι αφυχο εκτος του Αγαθου και
τὴς αληθείας.
θ Ϊ )Ϊ δ Ν ` ΰ Ϊ \ \
Ο συγχρονος ανθρωπος εννοει την εικονα πολυ διαφορετικα
από τὁν Πλάτωνα. Ταυτίζομε τὴν εἰκόνα μὲ τὁ είδωλο καὶ χρησι
μοποιουμε τὴν συνωνυμία τους για να ανατρέψωμε τὸν πλατωνι
σμὁ καὶ να κατεδαφίσωμε τὴν μεταφυσικη. Συχνά, ὅταν τὁ ίνδαλμα
δηλώνει μια μορφὴ ανυπόστατη (Λύσιὁος 2ίθοιἰ, Φαίδωνος δία, Τι
μαίου Ἡε, Νόμων θθθὁ), ὴ συνωνυμία αὐτὴ φαίνεται αναμφισβήτη
τη, ὅταν έν τούτοις εἶναι εἰκόνισμα (βλ. Πολιτείας 3820 καὶ θ32ὶ›,
Σοφιστοῦ 2ἔιθε καὶ Ζίἔιο, Τιμαίου ἶίὁ) καὶ διαθέτει με τὁ πρότυπο
κοινὸ χαρακτὴρα, τότε ὴ συνωνυμία ασφαλῶς δεν ὁπάρχει. 'Η δεύ
τερη τούτη διάστασι του̃ ίνδάλματος εἶναι τὸ αντίτυπο. Μεταξὁ
ἶδ Ϊ λ \ Ἱ Ϊ θ Ϊ ` δ Ϊ Θ \ Πλ Ϊλ
ει ω ου και αντιτυπου υφισταται σαφης ιακρισι, α ε εγα μα ι
στα αντίθεσι, καθὼς διαφαίνεται απὸ ένα γνωστὁ χωρίο της Πολι
τείας (382Βο). ”Οταν κανεὶς ψεύδεται (τὸ ἐν λόγοις μίμημα), διαβα
ζουμε, μιμεῖται τὸ αληθινό ψεὔδος τὴν αγνοια (τὸ ὲν ψυχῇ ψευ̃όος
αγνοια), μίμησι ὴ ὁποία καθ, έαυτὴν δὲν αποτελεῖ καθαρὁ ψευ̃δος
(οὐ πάνω ιῖκρατον ψευ̃ὀος) καὶ ὴ ὁποία, ὡς μίμησι του ψεύδους της
ψυχης, έγινε ἐκ τῶν υστέρων είδωλο (καὶ ὕστερον γεγονὸς ει̃υ̃ωλον).
θθ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ
Είδωλο εἶναι αὐτὴ ὴ ψευδὴς (ἀνομσίωςμιμήσασθαι, 388‹:) έξωτερι
ι : : | ι ε ι υ Ν κ ι
κη απομιμησι (Κρατυλου ), την οποια εκπροσωπει κατα τον
πλέον τυπικὸ τρόπο ὁ ποιητὴςτὴςΠολιτείας (βλ. ὅθθὀ καὶ θθὶὺ) καὶ
γιὰ τὴν οποία θα καταδικασθὴ. Τὸ άντίτυπο έξ άλλου άποδίδει (βλ.
Παρμενίδου ίδδει) μια σχέσι μεταξὺ πραγμάτων καὶ ἰδέας, δηλώνει
δὲ μᾶλλον προέλευσι (Οὐκ ἄρα ὁμοιότητι τιι̃λλα τῶν εἰὅῶν μεταλαμβάνει,
ἀλλά τι ἄλλα δεῖ ζητεῖν ςὅ μεταλααβάνει: ὶΗ μετοχὴ τῶν είδῶν δὲν εἶναι
προιον ὁμοιότητος καὶ γι” αὐτὸ πρέπει νὰ ζητὴσωμε άλλον τρόπο
μεθέξεως) παρα διπλασιασμό ( Ὁρας οῦν, εὕ Σώκρατες, ὕση ἡ απορία
ὲάν τις ώς εἴδη ὅντα αὐτὰ καθ' αὐτὰ ὁιορίζηται: Βλέπειςλοιπόν, Σωκρά
τη, τί δυσκολίες δημιουργοὕνται, όταν όνομάσωμε εἴδη τὰ όντα ποὺ
υπάρχουν καθ, έαυτά,). Στὴν ἀμφισημία τὴς εἰκόνος παίζεται ὴ
θεωρία τὴς μετοχὴς, ὥστε, ἐὰν δν σημαίνη μέθεξι στὶς ίδέες, τὸ μὴ
όν δηλώνει αὐτὸ ποὺ δὲν μετέχει ποσῶς. ,Αφετηρία τὴς μεθέξεως
δεν εἶναι ωστόσο σχέσι ὶδέας καὶ πράγματος, σχέσι τὴν ὁποία
3 | | , ` { | , \ . , \ Ου· |
εξασφαλιζει καποια εξωτερικη ομοιοτης, αλλα η αναφορα του αν
τιτύπου στὶς ίδέες. ΩΟ παράγωγος χαρακτὴρ τοῦ ἀντιτύπου θεμελι
ώνει τὴν μετοχὴ τῶν όντων εἰς τὰ αἰώνια πρότυπα.
"Ο ς 9 | ,Ϊ ὶ \ { | δ\ Ϊί | θ)
πως η εικονα ετσι και η μιμησι εν α οκηρυσσεται κα
ἑαυτὴν ἀπὸ τὸν Πλάτωνα, ποὺ τὴν ἐννοεῖ καὶ τὴν χρησιμοποιεῖ
κατὰ τὴν παραδοσιακὴ της σημασία καὶ ταυτοχρόνως κατὰ τὴν
ίδέα του. (Η προπλατωνικὴ μίμησις δηλώνει μιὰ ἀμοιβαία σχέσι,
” ¦ ?| Η Ϊ Ἱ )| \ , Ϊ 7 |
οπου ο ενας ορος φωτιζει τον αλλο και αντιστροφα. Αναγνωριζον
τας προτεραιότητα στὸ ἀντικείμενο τὴς μιμὴσεως, ὁ Πλάτων θέτει
άνά εσα στο δν καὶ τὸ αινό ενο τὶν δια ονία συνδυά οντα δὲ
› ἔ
τὴν προβληματικὴ τὴς μιμὴσεως μὲ ἐκείνη τὴς μεθέξεως, προσθέ
|
τει στὴν δεύτερη μία διαστασι ἐσχατολογικὴ. ”Οσα ἀναφέρει ἐπὶ
του προκειμένου ὁ ,Αριστοτέλης στὸ θ87ὶ› ίθ ίἔι τὴς Μεταφυσικῆς
έχουν βαρύτητα καὶ καθιστοῦν σαφὲς ότι ὴ πλατωνικὴ συμβολὴ
στὴν ἀντίληφι τὴς μιμὴσεως έγκειται στὴν ὶεραρχικὴ σχέσι τὴν
ὁποία είσάγει μεταξὺ άρχετυπου καὶ φαινομένου. Βέβαια ὴ ὀντολο
γικὴ προσπέλασι τὴς πλατωνικὴς πολώσεως τὴν παρεμόρφωοσε,
τὴν φτώχυνε ὁπωσδὴποτε καὶ μᾶς παρέσυρε ἐπὶ αίῶνες. Κανεὶς έν
τούτοις δεν θὰ μπορουσε νὰ ὺποστηρίξη πειστικὰ ότι ὁ ,Αριστοτέ
λης παρερμηνευσε τὸν δάσκαλό του: τὸν διάβαζε απλως στο φῶς
τῶν ίδικῶν του ἰδεὥν, πρᾶγμα ἀσφαλῶς παραπλανητικό, ἀλλὰ καρ
ποφόρο καὶ νόμιμο, ἐὰν τὸ έξετάσωμε ὑπὸ τὸ πρῖσμα τὴς δημιουρ
γίας. Οἱ ἑρμηνεῖες του εἶναι συχνα παράλογες, όπως δείχνει τὸ
έναντίον του Πλάτωνος στρεφόμενο άτυχὲς ἑπιχείρημα του τρίτου
ἀνθρώπου, ἐπιχείρημα ποὺ ὁ τελευταῖος εἶχε ὴδη έγείρει καὶ άνα
ι
ι
Η εεοΡ1Α ΤΩΝ ιιοιιιτοιν 97
σκευάσει τρεῖς φορές, σὲ διαλόγους τοὺς ὁποίους ὁ Σταγειρίτης
έγνώριζε θαυμάσια. ”Οταν κατανοοῦμε την μίμησι μὲ τὸν τρόπο
πω 3 Ϊ Ί' \ \ , | '| Ϊ 7 |
του Αριστοτελους, ειναι σαν να αναγνωριζωμε οτι οι ιδεες διπλα
σιάζουν ὁίνευ λόγου τα φαινόμενα, ὅτι πρόκειται γιὰ ἀληθινὸ σόμ
παν, άντιπαρατιθέμενο κατὰ κάποιον τρόπο ίιλικῶς στὸν εὐτελη
κόσμο μας. ”Ομως στους κόλπους της πλατωνικης ἐσχατολογικης
προοπτικης, ὁ χωρισμός τῶν ίδεῶν δεν ἀντιστοιχεῖ σὲ ἄλλον υπερ
κεί ενο καὶ ἀλ θινὸ κόσ ο σ αίνει άντίθετα ότι τὰ πάντα εἶναι 7
σχετικα ὡς πρὸς την απόλυτη τους προέκτασι, ότι ὁ άλλος κόσμος
εἶναι Ω οῖ α” ί Ἐὶντὸὶὶνέδιπλ σί ζ τὰπ Ι τ δὲ θὶ
η μ ρ ετουτου. α ο α ια ε ραγμα α, ν α
ὑπΝ ε πλέον ίτ α νώσεω ἀνα νίσεως ”` ἀλ θείας διότι θὰ η ι ι
τ κι ι κ ι ι ι ει κ ‹ ›ι ί ι ι
ηταν ολα δεδομενα, μαζι δε με το «ολα» και ο ανθρωπος, που θα
τὸν άπορροφοῦσε τὸ παρόν. Τὸ νόημα τοῦ μη όντος ὡς ἑτερότητος
δίνει τὸ νόημα της μεθέξεως, καὶ ὁτιδηποτε σκεπτόμαστε τίθεται
ἐν σχέσει πρὸς τὸ άλλο, τὸ ὁποῖο εἶναι ὁρίζων του αν καὶ δὲν
υφίσταται ὡς όν. Το ἄλλο δεν επιτρέπει στὸ δν νὰ συγκροτείται σε
ὁλότητα· τὸ δν προσδιορίζει άποσπασματικὰ καὶ πρόσκαιρα τὸ
“λλ (Η λ Χ Θ | 'Γ' 3| Ν | ( |
α ο. π ατωνικη υπερβασι ειναι αιτημα μιας περισσειας υπαρ
ξεως (βλ. Φαίὀωνος θἶιο, Πολιτείας ὕθθὶι, Φιλήβου Ζθἀ), τὸ υπέρτατο
αίτημα αὐτοθυσίας (Συμποσίου Ζθἕἔειά), που ὁδηγεῖ στην απόλυτη
ὀμορφιά.
Γνω ί ω θα πΝ λοιπόν κατὰ Πλάτωνα στέ ωτου οὐσιώ , Δ Ἱ Ἱ
δεις όρους του̃ δέοντος. .Η μίμησι δεν βλάπτει καθ, ἑαυτην (Φαί
ὅρου Ζἔιδὀ), βλάπτει όταν σκεπάζῃ καὶ άφανίζη τὸ όν, δεχόμενη τὸ
φαινόμενο ὡς πρότυπο. (Η πλατωνικη κακη μίμησι ανταποκρίνεται
στην τάσι τῶν συγχρόνων καλλιτεχνών να άναπαριστοὕν την πρα
γματικότητα «ὅπως εἶναι», παραγνωρίζοντας τὸ γεγονὸς ότι μία
| Ν Σίδ 7 Ν δ\ Ω | $| Θ` ἔ |
πραγματικοτητα του ει ους αυτου εν υπαρχει ουτε α υπαρξη
ποτέ ότιέ ο ενὰκάνω επάντοτε ετὶνείκόνατ” π α ατικό › μ μ η ηἔ Υμ
\ Ρ/ ` | 9 \ Ώ σ`ο
τητος και οτι, κατα συνεπεία, εαν επιθυμουμε νὰ ἐμβαθύνωμε,
› ι τ· ›ι Ν Ν ιι Ν ι ‹ ι ι κ
αυτο ειναι εργο τ ς ψυ ης εργο του πνευ ατος. Η εικονα δεν
) | \ Ἱ η | χ 9, \ \ , | μἔ | ` \ |
αναπαραγει το αντικειμενο, αλλα την αορατη αρμονια που το συνε
ει λ. Γο ίου ἔιθέι485 Φαίὀωνος ίθθΠΟ Πολιτεία Βθ7ε › › ς
5θ8ε καὶ ὕθθὀ) καὶ τοῦ ἐπιτρέπει την φανέρωσι. ”Ανακαλύπτομε
τὸ μυστικο της φανερώσεως, ὅταν εἰσάγουμε τὸ δρα̃μα στο αίσθητὸ
καὶ ὅχι αναγνωρίζοντας δικαιώματα στην ὁμοιότητα. Μεταξυ πρά
\ Ν Ν \ |
γματος και του χαρακτηρος του, μεταξυ σφαιρικοτητοςκαὶ κύκλου,
μεσολαβεῖ ένα κενὸ τὸ ὁποῖο μόνο η δημιουργικη πρᾶξι πληρώνει.
Αὐτὸ σημαίνει ὅτι η μίμησι δὲν εἶναι δουλικη ἀπομίμησι καὶ ότι
Ἱ Π | Ν ον
φέρνει το απολυτο στην τάξι του κόσμου. ”Η μίμησι μιμειται τὸ
7 Φιλοσοφία ποιητική
98 ι ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ
νοητό, τὸ ,Αγαθό, η δὲ μίμησι του ,Αγαθου, τὸ ὁποῖο ὁ Πλάτων
θεωρεί (Πολιτείας όθθὸ, Φιλήβου όἔιο όόει) ὡς άρχη δημιουργίαςκαὶ
εὐταξίας, δὲν άναπαριστὰ τὰ κινηματα καὶ τὰ σχηματατης άγαθό
7 Ἱ' , | Ν : Ι Ι
τητος, αλλὰ ειναι «επιμέλεια ψυχης» ( Απολογιας Ζθε, Φαιδωνος
ίίἶ›ὶ›ο). .Η καλη μίμησι συνιστά ἑπίσης πρα̃ξι καὶ έπειδη κάθε
νων Ϊ Ν Ἄ Ν
πραξι στὸν Πλάτωνα εἶναι μιμητικη, χρωστα τον χαρακτηρα της
στὸ μιμητέο _ τὶς ίδέες.
Τὰ προηγούμενα δὲν φωτίζουν ὰπλῶς την άντίληψι τοῦ Πλά
τωνος περὶ είκόνος, ἀλλὰ έξηγοὔν καὶ την διφορούμενη στάσι του
ἀπέναντί της. Μπορεί νὰ καταδικάζη κανεὶς τὶς εἰκόνες καὶ νὰ τὶς
Ν | ΠΙ \ \ |
χρησιμοποιῃ συγχρονως απλετα, χωρις να διακρινητὁ ὰντίτυπο
` Έ Ι| Ἐ \ | λ
άπο το ειδωλο; Πραγματι, το θεμα στην περίπτωσι αὐτη δὲν εἶναι
νὰ καταργηθουν οἱ είκόνες, ἀλλὰ νὰ κατανοηθῇ τὸ ανθρώπινο πράτ
Ϊ Ε | | `
τειν διαφορετικα. Ο Πλατων δεχεται την όπαρξι ὡς ἀναβαθμὸ καὶ
ῖ| { Ι { Ϊ , | \ , Ϊ , | Ν
οχι ως τελος. Π λυσσαλεα επιθεσι που εξαπολυει εναντιον των
σοφιστῶν, ὀφείλεται έξ ὁλοκληρου σὲ τοῦτο: ὁ σοφιστης ταυτίζει
,
την ὼραία παρθένα μὲ την ομορφιά, άγνοώντας ότιη είκόνα έχει νὰ
κάνη μὲ την ποιότητα καὶ ότι η πορεία ἀπὸ την είκόνα στην ποιό
τητα εἶναι προνόμιο της ψυχης. .Η πλατωνικη είκόνα συμβολίζει,
Ϊ \ ‹ Ϊ ` οι
κατὰ κάποιο τροπο, τον εαυτο της, την μοιρα της, η ὁποία συνδέε
ται μὲ τὸν κόσμο τῶν ίδεῶν. Εἶναι αυτονόητο πὼς ὁ ίσχυρισμὸς ότι
η φιλοσοφία τοῦ Πλάτωνος πνίγει τὸν αίσθητὸ κόσμο σ” έναν ἄλλο
φανταστικό δεν εὐσταθεῖ. Πίσω άπό την θεωρία τῶν χωριστῶν
ὶδεὥν καὶ την σαθρότητα τοῦ φαινομένου, βρίσκεται μία ἐξαιρετικὰ
πρωτότυπη ὰντίληψι τοϋ συμβόλου, ὰσύλληπτη γιὰ όποιον έρμη
, Ϊ Ϊ \ , { κι
νεύει τον χωρισμὸ οντολογικα: δεχομενοι το ιδεατὸ ως θεμέλιο του
φαινομένου, δεν έννοουμε καθόλου ότι τὸ τελευταῖο παραπέμπει
άλλοὕ, ἐννοου̃με ότι άναφερόμενο στην ίδανικη του προοπτικη,
Ν { | { κι
ὰποκαλύπτει τὸ νόημα της υπαρξεως ως δικης του υπάρξεως. Ἐφ,
Ἱ # 'Ν Ό , ἕ
όσον άναπαράγει τον τυπο της ουσίας του ανεξαρτητως οιασδηποτε
έξωτερικης ὁμοιότητος, οίασδηποτε άπεικονίσεως, έκφράζει δηλα
υω Χ \ \ , \ \ \ Έ \ Ἰ
δη μιὰ κίνησι ψυχης απο το αισθητο προς το νοητο καὶ την επιστρο
, | \ \
φη έν συνεχεία στην αφετηρια της για να την φωτίσῃ. Εἶναι πολυ
σημαντικό νὰ μην λησμονου̃με ποτὲ τὸ δίδαγμα του Σοφιστου̃, ὁ
ὁποῖο ε αιώνει τὸ ὀντολο ικὁ άνυπόστατο τ” είκόνο π οσθέ
Ἱ
τει όμως ότι τὸ μη όν υπάρχει καὶ ότιπρωτοτυπία του συνίστα
ται νὰ εἶναι άλλιῶς. 'Η πλατωνικη εἰκόνα δεν έμφανίζεται ὡς
π ωτότυπο πάντω είναι πε ισσότε ο ὰντίτυπο πα ὰ εἴδωλο.
Ρ ι
9 ξ | Ϊ | Υ
Ἐὰν τὸ είδωλο υποδηλωνη εγκοσμια σχέσι καὶ επιφέρει σκοτισμὸ
Ν Ι \ Σ Ι Ή ¬\ | \ Ι Ο | \
του νοηματος, το αντίτυπο, η αν θελετε το συμβολοι αποδιδει την
Η ΕΞΟΡΙΑ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ θθ
σχέσι ανθρώπου καὶ σημασίας. Μεταξυ όντος καὶ μοίρας του̃ όντος
\ Ν Ι
θ υ στ τ θ` ' δ` ' ` α 2 ί α αι συνεπω πάντοτε ένα κενό, αὑπαρχη ε παντοτε μια
ὑπέρβασι την ὁποία το παιχνίδι ούδέποτε θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ
3 'Λ ` δ |σ Ή Έ | Ώ | Ἱ |
α μηση η να ,εκ ικη η. υπερβαο ανηκει στα προνομια
Ν Ν κ Ν Ν ε Ν Ν | υ
της ψυχης και της δημιουργικης ορμης του πνευματος. Οταν βε
βαιώνωμε ότι πραγματικότης τοῦ είδώλου εἶναι ὁ καθρέφτης καὶ
ότι, κατὰ συνέπεια, η εἰκόνα εἶναι προϊον ἑνὸς παιχνιδιου̃, παρα
γνωρίζομε ότι μόνο γιατην ψυχη υπάρχει είδωλο καὶ ότι τὸ παιχνί
δι διεξάγεται μεταξὺ θεατοὕ καὶ είδώλου, μεταξὺ μάλιστα τοῦ
θεατοὕ καὶ της ψυχης του, όχι τοῦ είδὡλου καὶ του̃ καθρέφτη του.
'Αναγνωρίζοντας τὸν καθρέφτη ὡς πραγματικότητα τοῦ είδώλου,
Ϊ Ἱ Ϊ \ \ \ |
προσφευγομε στην |συνειδησι γηα να την κοιμησωμε, σὰν τὸν Νάρ
¦ Ἱ | \
κισσο που ηθελε τοσο να κοιταζη την μορφη του στο νερό, ὥστε
{
πνιγηκε. Ο Πλάτων δὲν μάχεται την εἰκόνα, δὲν ἑχθρεόεται τὸ
ι ι ι | ,
παιχνιδι καὶ την ανώδυνη χαρά (χαρα αβλιιβης), ἀλλὰ γνωρίζει (Φαι
ι Ι Ν Ν ι
όρου Ζὕὕὀ) πως καθρεφτης του ἑραστου εἶναι ο ἐρώμενος, πὼς
( Ἀλκιβιάὀου ἰδδεΒ) τὰ μάτια κοιτιοὔνται στὰ μάτια τοῦ αλλου καὶ
πὼς στὸ βάθο τοῦτο ὁ καθ έ τ έν ι ί ίλλ Σ ὶ ίλ 9 γἐ αφ, ης μ \ε \ασυ| ηπτος. την φαυ η
Ν Ν ι
ισοτητα της συμφωνιας των εικονων με ταπραγματα, αντιπαραθέ
\ Ϊ Αι
τει την ανισότητα καὶ την ασυμφωνία ἑνὸς ἐρωτικου ληρου, ἐλευθε
: ε κ ι ι ,Ν
ρωμενου απο την καταθλιπτικη πραγματικότητα της ίδεολογίας
·~· ·· ι ιι σ ι ›
της μοιρασιας, που ανοιγει δρομο σε ο,τι ευτελεστερο καὶ άγριο
5| ἶ Η θ
εχει ο ανθρωπος. Η προτεραιότης (ὀντολογικη;) εἶναι γιὰ τὸ παι
χνίδι στειρότητα, ἐνῷ τὸ γεγονὸς ότι έμφανίζεται ὡς μίμησι της
| 'Ν 80 ι·¬σ
δημιουργιας, δείχνει πόσο εξαρταται ἀπὸ την ίδέα της αρχης ποὺ
Ν ι υ » ·: › ε ›
ζητουσε να εξαφάνιση. Το παιχνίδι δεν ειναι ούτε αρχη ούτε κατά
λυσι αρχης, εἶναι μετάθεσι της ὑπερβάσεως καὶ όχι χειραφέτησι
7 7 Ὁ | Ἰ \ Ϊ | νἱι
απ αυτην.\ Εαν επρόκειτο ἐξ αλλου γιὰχειραφέτησι θὰ ηταν ἔργο,
δηλαδη και παλι υπερβασι.
® Ν ·< Ν ε Ν
Η καταδίκη των πριητων ξεπερνα τὰ όρια της ἐπιστημολογίας
¬ "' Ν Ἡ ) | \ |
η της αισθητικης, που απο καιρο επιμένουμε να θετωμε. Περὶ
ι : ε κ ει | .. Ν
Ωραιου ο Πλατων εχει μιλησει στὸν Φαιὀρον, περὶ έρωτος του
{ | \ Ζ , "Ι θ
Ωροιιου στο Συμποσιυν, ενῳ η ἐπιστημολογικη κριτικη, στην ὁποία
ι › Ι τ ›ι ι ι ι Ν
συχνα επιμενομε, ειναι ασχετη με την αναμνησι ὡς ευθεια μεταβα
σι απο τὰ αίσθητὰ στὰ νοητά, απο τὰ φαινόμενα στὶς ίδέες. Στην
Π κι κι
εμμεση γνωσι της μιμησεως, ὁ Πλάτων δὲν αντιπαραθέτει την
1 ' | ι ο κ ε
αναμνησι ως ανωτερη επιστημονικη προοπτικη, ἀλλὰ ὡς σχέδιο
σαφῶς ἐσχατολογικης ψυχαγωγίας. Εἶναι αδύνατον νὰ ὑπάρξη δι
καιοσύνη, ἐὰν η ψυχη δὲν πνευματοποιηθῇ καὶ ὑπὶ αυτη την ἔννοια
ι : : ε Ν ... Ν
η παιδεια γινεται ευγενισμὸς της ζωης διὰ της καθαρότητος. (Η
ιΟ0 ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠοιιιΤικΗ
\ 7 Χ 7! , Ν Κ | Η
πολεμικη αυτη εχει ασφαλως γνωσιολογικες προεκτάσεις, οπως
άλλωστε καὶ αἰσθητικὲς, τόσο όμως ὴ γνῶσι τὴς αληθειας όσο καὶὴ
χαρὰ τὴς όμορφιᾶς, ἰσχύουν κατὰ τὴν συμβολὴ τους στὴν σωτηρίαὴ
τὸν καθαρμὸ τὴς φυχὴς καὶ δὲν λαμβάνονται υπ” όψιν παρὰ ὡς
ενδείξειςτὴς αρμονίας καὶ τὴς αταξίαςτης. ,Βαν μὲ τὴν έξορία τῶν
ποιητῶν είχαμε απλῶς έφαρμογὴ ἑνὸς γνωσιολογικου̃ ἰδεαλισμου̃
μιας αἰσθητικὴς φιλοσοφίας, ὴΠολιτείαθὰ ὴταν όχι μόνο ακατανόη
τη, αλλὰ χωρὶς αμφιβολία αδύνατη. Προυπόθεσι γιὰ νὰ έμβαθύνη
κανεὶς στο ύπέροχο αύτὸ ἔργο εἶναι νὰ μὴ λησμονὴ ὅτι ὴ κριτικὴ
τὴς μιμὴσεως συνδέεται με τὴν ζὴτησι τὴς δικαιοσύνης. Θα§π`ἔιη°γ
νὰ έμποδίζη τὴν δικαιοσύνη ὴ μίμησις, για νὰ τὴν μάχεται ὁ Πλάι
των. Το κατηγορητὴριό του ἔχει αντικείμενο τὴν πραγματικότητα
ὡς αξία κι έγινε περιβόητο απο τὸ παράδειγμα τῶν τριῶν κλινῶν
εὶς το ὁποῖο θεμελιώνεται (Πολιτείας ΒΘΘὔθδὀ) καὶ τὸ ὁποῖο εἶναι
καιρος νὰ διαβάσωμε.
ΕΠ μίμησις δεν χωλαίνει ὡς αντίγραφο. Τὰ πάντα στὸν Πλάτω
να, ἐξαιρέσει τῶν ίδεῶν, εἶναι αντίγραφα καὶ οἱ πάντες, απο τὸν
δημιουργὸ μέχρι τον ζωγράφο, εἶναι μιμηταί. Τὸ έπίφοβο στὴν
μίμησι εἶναι ὁ βαθμος τὴς αγνοίας τὸν ὁποῖο ενέχει καὶ ὁ τρόπος
ποὺ καλύπτει τὴν αγνοιαῖη̨̃ (Ο κίνδυνος τὴς μιμὴσεως διευκρινίζεται
μὲ αφετηρία αύτὴ τὴν διαπίστωσι, πρᾶγμα πού ό Πλάτων θὰ βάλη
τὸν Σωκράτη νὰ κάνῃ, προκειμένου νὰ ἐκφέρη τὴν ὁριστικὴ του
απόφασι. ‹‹”Εχεις νὰ μοῦ πὴς τί εἶναι ὴ μίμησι (Μίμησιν ὅλως ἔχοις
ἄν μοι εἰπεῖν ὅτι ποτ' ὲστίν); Γιατὶ δεν βλέπω που ακριβῶςκατατείνει
(οὐδὲ νάρ τοι αὐτὸς πανο τι ξοννοῶ τίβούλεται εἴναι)››, έρωτα ὁ τελευ
ταῖος τὸν Γλαύκωνα ίἔιθὕο), προτού περάση στὴν κρίσιμη συζήτη
σι, προωρισμένη νὰ ύποστηρίξη τὴν ἑξορία τῶν ποιητῶν ἐπὶ φιλο
σοφικοῦ ἑπιπέδοικἐἶναι προφανὲς ότι απο τὴν στιγμὴ ποὺὴ μίμησι
χάνει τὸ παραδεδομένο της νόημα, πεδίο συζητὴσεως γίνεται ὁ
κόσμος τῶν ίδεῶν,δ‹Η προπλατωνικὴ ἔννοια τού ρὴματος ,αιμοῦμαι
εἶναι, ς γνωστόν, «ακολουθῶ τὸ πρότυπο», «συμμορφώνομαι»,
αλλὰ στὸ πλαίσιο τὴς θεωρίας τῶν ὶδεῶν, ὴ έννοια αύτὴ υφίσταται
βαθεια ἐσωτερικὴ μεταμόρφωσι, μέχρι σημείου νὰ δηλώνῃ τὴν δη
μιουργία εὶκόνων (βλ. Σοφιστου̃ 2θῦ}:›), ποὺ μοιάζουν με τὴν πρα
γματικότητα χωρὶς νὰ εἶναι. Έδῶ μίμησι αποκτα τὴν καθαυτὸ
φιλοσοφικὴ της διάστασι καὶ ὴ αντίδρασι του̃ Πλάτωνος απέναντί
της κατανοεῖται. ”Οπως έπίσης βεβαιώνεται ότι ὴ παρόρμησί του
εἶναι κυρίως ἐσχατολογικὴ καὶ κατὰ δεύτερο λόγο γνωσιολογικὴ
αἰσθητικὴ. Αύτὸ άλλωστε γίνεται ολοφάνερο, ὅταν ὁ Σωκράτης,
αμέσως μετὰ τὴν ἐρώτησι περὶ μιμὴσεως, προχωρεῖ στὴν νέα ἔρευ
εκ
Η ΕΞΟΡΙΑ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ ίθί
να (θθθε), ξεκινώντας απὸ τὴν κατ, ἐξοχὴν μεταφυσικὴ διαίρεσι
(ἐκ τῆς εῖωθυίας μεθόδου: από τὴν συνήθη μέθοδο, εἶναι ὴ έκφρασί
του) μεταξὺ ενικου̃ (ἔν ἕκαστον) είδους καὶ πλήθους (τὰ πολλά).
Προυποθέσεις της ἐν λόγῳ διαιρέσεως εἶναι ὴ αναγνώρισι της αθα
νασίας καὶ ὴ ἐπιμέλεια τὴς ψυχης, τὴς ὀποίαςὴ μοῖρα, όπως τὴν
ὶστορεῖ ὁ παμφύλιος ”Ηρ, φωτίζει αναδρομικὰ τὴν Πολιτεία. Κάθε
προσέγγισι της μιμήσεως, μὲ αφετηρίατὴν μετάθεσι ποὺ έπέτρεψε
στὸν Πλάτωνα να οίκειοποιηθῇ τὴν αρχαίκὴ αὐτὴ ἔννοια καὶ να τὴν
μεταδώση στοὺς αἰῶνες, εἶναι συνεπῶς θεμιτή.
‹Η πρώτη μίμησι αλλοιώνεται αφ, ής στιγμης ὁ Πλάτων είσα
ει ὡςφιλοσοῳκὸ αξίωμα ταῃ ὕπαρξι του̃ ἑνὸς καὶ του πλήθους, Φ
Ϊ 8 Ϊ ,δΐ Ϊ Ϊ ΤΪ | Ϊ Ϊ ἴζ
ην ιακρισιι εαςκαιςφαινομενου. α κρεββατια και τα τραπε ια
Ν Ϊ ετ· 9 | Ν Ν
ποὺ βλέπουμε μαρτυρουν (ὕθθε) περι της ιδεας του κρεββατιου,
αν 9 Μ αν Ἰ Ι
περὶ της ιδέας του τραπεζιου, εις τρόπον ὥστε κάθε ὅημιουρνος, είτε
Ϊ Ϊ Ϊ | Ι
για τον θεο προκειται (στὸν Τιμαιον Ζθε, παραδείγματοςχάριν) είτε
για ὁποιονδήποτε χειροτέχνη, να ατενίζη τὴν ἰδέα (πρὸς τὴν ἰδέαν
Ι Ϊ Ϊ Ἱ Ϊ Ϊ ” Ϊ |
βλεπων θθθὶσ) ια να επιτελεσ το ε οτου Χω ι π οτυπο × Υ Ϊ) ΡΥ · Ρ ς Ρ › χω
Ϊ Ϊ Ϊ Ϊ Ϊ Ϊ Χ | , Ϊ Ϊ Ϊ | Ϊ
ρις την μοναδικη αυτη και εσχατη αναφορα που το προοριζει, το
φαινόμενο εἶναι ανέφικτο, ὴ εἰκόνα καὶ τὸ όνομα ανώφελοἔΪ' Κτίσμα
| Ϊ | Ϊ | | Ϊ Ϊ
μεσα στα κτισματα, το όνομα συσχετιζει την ιδέα μὲ τὸ φαινόμενο
Ϊ θ $ 9 Ϊ Ϊ Υ! .Ϊ Ι Ἡ Ἱ | , | Ϊ 'Ϊ
και υπ αυτη την εννοια ειναι μιμησις. ιδεα εν τουτοις δεν ειναι
ἔννοια, οὔτε προϋπόθεσι της υπάρξεως τῶν όντων: εἶναι ή απόλυτη
| Ϊ | Ϊ ιν Ν
διαστασι που ξεχειλιζει την παρουσία τους, τὸ φως στὸ ὁποιο τὸ
Ϊ Ϊ Ϊ ΗΪ , | Δ | Ϊ { | .ΩΪ Έ Ἱ |
παρον και το ον αποβλεπουν. ιολου παραξενο επομενως αν η ιδεα
μετὰ βίας διακρίνεται, αφου (Σοφιστοῦ 25ἔιει) άλλοτε ὴ αφάνεια
3 |λ Ϊ Ν \ )|λ)\ Ϊ | Μ ξΪ !δ| Ϊ |
οφει εται στο φως και α οτε στο σκοτος. ετα υ ι εας και πρα
ΝΪ Ἱ | Ϊ ¶| | Ϊ υωσ
γματος (η εικονος) δεν εχομε συμπτωσιν το πραγμα ἐπ” οὺδενὶ
λόγῳ συνιστά ακριβες αντίγραφο της ὶδέας, αλλα ἔντασιν της
Ϊ | θ Ἱ Ϊ Ϊ , | ΝΔ
οποιας η οντολογικη περιγραφη εναποκειται στὴν θεωρία της μι
! Ϊ } | Ϊ | Ϊ Β. Η _
μησεως) Η τελεια μιμησι θα|πρεπη να δημιουργη ενα καινούργιο
Η 3! ἰ| { | Έ'
απολυτο· το αὅωλον, οπως δειχνει καὶ η λεξι, ειναι ατελές, τείνει
πρὸς τὸ εἶὀος. 'Η σωκρατικὴ δήλωσι (θθθὺ καὶ 5θ7ε) ότι οὐδεὶς
χειροτέχνης εἶναι είς θέσιν να κατασκευάση ίδέα έχει αὐτὸ τὸ νόη
μα. ”Η δημιουργία τῶν ίδεῶν, δημιουργία αναμφισβήτητα ἐκ τοῦ
μηδενός, καίτοι άλλης τάξεως απὸ τὴν δημιουργίατῶν όντων, εἶναι
θεῖο προνόμιο (θθἶοιἰ).
Ἐὰν ὁ ἐργαζόμενος στὴν προοπτικὴ τῶν ὶδεῶν εἶναι δημιουρ
| Ϊ { 80 Έ Ν Ν
γος, τίθεται το εξης ερώτημα (θθθ‹:): δημιουργει ὁ μιμητὴς των
δια όρων έργων· Με τὸ ἐ ώτ μα τοῦτο ” συζ”τ σι του δεκάτου
ἶι Ν Ι ε Ρ η ι ην η η: ε Ν
βιβ ιου της ο ιτειας εισερχεται στην κρισιμη φασι της. Αφου
ἸΟ2 ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΊἸΚΗ
περιέγραψε τὸν δημιουργὸ καὶ υπέδειξε τὰ γνωρίσματά του
κράτης καταπιάνεται μὲ τὸν μιμητη, πρᾶγμα ποὸ. ἐν συνεχε
.¬,ο~
..ΩΜ
.Φ
ΩΘ
κ
τοῦ ἑπιτρἑφῃ νὰ προσεγγίσῃ τὴν μίμησι. (Ο μιμητὴς εἶναι ικανος
νὰ παρουσιάζῃ νὰφτιάχνη μάλιστα ό,τι ἐγκόσμιο καὶ ὑποχθό
Ν | | ϊ · | Χ Τ , Γ
νίθί ζωα, φυῖα, Χαΐασκευες, ΤΟΥ ΞΟΕὉΤΟ ΤΟὉ. Δεν Ξίναί Ξργαΐης
απλόςίὅηριουρχός) , ἀλλὰ τεχνίτη
μὲν τρόπῳ. ὕθθὀ) παράγει τὸ πᾶν (
Π
\Ω¬τι
Νο
σο·
<:4
οῖος κατὰ κάποιο τρόπο (τινι
των ποιητής). Αὐτὸς ὸ τρόπο
Ω
\ ἰσχύεγι γιὰ τὸν καθένα, άρκεῖ νὰ|παρη ἕνα καθρέφ:τη|(κάτοπτρον) καὶ
να τον στρεψη παντου (περιφερειν πανταχῃ), τα εργα του όμως
(ὅθθε) θὰ είναι φαινόμενα, ἀνυπόστατα (οὐ μέντοι ὅντα νέ που τῇ ἀλη
θεία̨ . Φαινόμενο ἄρα δὲν σημαίνει ἕνα κίβδηλο ἀντικείμενο, ἀλλὰ
ὅ,τι δεν ἀποτελεῖ καθαυτὸ πηγὴ της υπάρξεως του. Φαινομενικὸ
είναι στὸ είδωλο τὸ πεποιημένο στοιχεῖο και ἄν ὁ Πλάτων χαρα
·· οι
κτ ίζ ` ἰθτὸ” αινό εν δ`νθ` ` ” ” ” ηρ ῃ το α σ η ως φ μ ο, ε α πη οτιτο αρνειται ενας
"Ελληνας δὲν θὰ σκεφτόταν ποτὲ κάτι τέτοιο, θὰ πῇ ότι τὸ θεω
ρεῖ π ράγωγο καὶ δευτερει̃ῖον ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴ ὴ ὁποία τὸ προορί
Ϊ \ Ϊ | \ | Ἱ | ( |
ζει. Χωρις τις ιδεες, χωρις προτυπο ιδανικο, ο κοσμος θὰ ὴταν
ἀδιανόητος ὴ, άν μὴ ἀδιανόητος, τοὑλάχιστον “αὐθαίρετος καὶ χαώ
δ Μὶ "Μ λ| Ϊ Ϊ Έ | \ || Ϊ Ω , Θ \ 7
ης. ε α α ογια η σημασια υπερβαινει το ον, που ως αισ ητο εκ
φύσεως μεταφέρει τα υπεραισθητὰ στὸ πεδίον τοῦ γίγνεσθαι. 'Ἐκ
πτωσι τὥρ ἰδεων δεν υφίσταται, διότι αποτελουν τὴν μοῖρα των
Ώ | Κ \ αν Ν \ Κ Ά Ε
εικονων. Ο κατασκευαστης του κρεββατιου και ο ζωγράφος ο
Ό οποίος τὸ ζωγραφίζει παράγουν φαινόμενα, ἐπειδὴ ὅμως διαφέρει ό
τρόπος, ὴ μελέτη τοῦ τρόπου θὰ διευκρινίση τὴν σχέσι τους.
ςἔἑιρόπος παραγωγὴς εἶναι στοιχεῖο του κειμένου του ὁποίου ὴ
κατανόησι ἔχει κεφαλαιώδη σημασία γιὰ τὸ θέμα μας. Προσδιορί
ζοντας τὸν τρόπο υπάρξεως τῶν φαινομένων, ὸ τρόπος παραγωγὴς
τὰ διακρίνει μεταξύ τους. ,Απὸ τὴν ί ' ” ίκ
(ὅθθο) στὸν Σωκράτη συνάγεται ότι ὁ τρόπος δεν εἶναι ὁιπλῶς μη Θ
Ϊ | , ` | Ι ` ` | Ϊ |
χανη, μεσον, αλλα σημαινει κυριως το πῶς, τον τροπο υπάρξεως.
«(0 ζωγράφος», ρωτά ὁ τελευταίος, «κατασκευάζει ἐπίσης τρόπον
τινὰ κρεββάτι (τρόπῳ νέ τινι και ὁ ζωνράφος κλίνην ποιεῖ);›› Γλαόκων:
οί, φαινομἐνην νε και οῦτος (Ναί, ὁμοίωμα κρεββατιου̃ κι αὐτός).
\ Ν Η ἔ | Ἱ' | Ε Ι | σω
Βαν δεχθουμε οτι η ποιησι ειναι κατασκευη, ο τροπος δηλωνει πως
άρχει ἕνα πρᾶγμα. Ὁ τρόπος άποδίδει τὴν γένεσι ὡς σχἑσι κτί
σκ
Η
σματος καὶ κτίστου, όχι ὡς ἀνάπλασι τὴς ὔλης, περιγράφει τὴν
.. . , Ν Ν
διαδικασία της ουσιώσεως, ποὺ έφερε τὸ πραγμα στὸ φως. 'Η ιδέα
τὴς μεταβάσεως ἀπὸ τὸ μὴ ὸν στὸ ὅν (βλ. Συρποσίου 2Ο5}:›, Σοιριστου̃
Ζίθὸ), κυριαρχεῖ στὴν πλατωνικὴ ἀντίληψι του ποιεῖν, μετάβασι ὴ
ὁποία εἶναι ἔργο ἑνὸς δημιουργοῦ, ἑνὸς ποιητικου̃ νου, γιὰ νὰ θυμη
Η ΕΞΟΡΙΑ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ ι Ἰθἶὅ
θου̃με τὸν Φίληβον (23ὀ). ”Ο τρόπος γεννησεως κάθε πράγματος
φανερώνει την αξία καὶ την φύσι του νου τούτου, δεδομένου ότι
3 \ | \ | Η Εἰ \ | Ν |
αυτος καθοριζει την ταξι των οντων. Στην κλιμακα των τ οπ
Ἱ Ν ` ‹ | )| ` Ν ` Β
αντιστοιχει. μια ιεραρχια εργων και δημιουργων με κορυφαιο ση
μεῖο την οὐσία του κρεββατιου̃ (ὅ ἔστι κλίνη), το εῖὀος του ἱὁέα.
'Ό ω αὐτὸ τὸ κ ε άτι οναδικὸ στ`ν οὐσίατου εῖναιπε υτευ έ
μ ἔ ι ι
9 | Ι Η Ν Ἄ Ἄ Ώ Ἱ Ἱ Ἱ Β/
νον, απολυτη δημιουργια του θεου (θίῃο), υπ αυτη δε την εννοια Φ
εἶναι π α ατικὸ καὶ σι εύειστὸν ει οτέ ν ὡ π ότυπο. Τὶ
η
ἰδεατὸ κρεββάτι δὲν πολλαπλασιάζεται (ὕἔῃο) οὔτε φυσικὰ εἰδω
λοποιεῖται, πρᾶγμα ποὺ αναγκάζει τὸν ξυλουργὸ νὰ κατασκευάση
ένα όμοίωμα (τὶ τοιοῦτον οῖον τὸ ὔν, ῦν δὲ οὐ, ὕἰῃε), ἀφοῦ εἶναι
Υ | ` Έ | ` Ι| \ | Ν "Δ
αδυνατο να αναπαραγαγη το ιδιο. Το κρεββατι του ξυλουργου εῖναι
σκιὰ ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ ἰδεατό κρεββάτι (ἀμυὀρόν τι τυγχάνει δν
πρὸς ἀλήθειαν, θίῃε). 'Άρα ὁ τρόπος δηλώνει την προέλευσι και την
δικαίωσι ένὸ π ά ατο τ`νπ οϋπόθεσιτ” ετα άσεω ἐκ του̃
Υ › Ρ μ έ
\ || Ἱ | \ \
μη οντος στο ον· εἶναι δεσμός με την άρχη, μεσιτεία, μεταστροφη,
| , | \ ἔ | | θ
στροφη, εκτελεσι και επομενως τεχνη. Ο Πλάτων θὰ ζητηση καὶ θὰ ι
κρίνῃ τὸν μιμητη ἀπὸ τὸν τρόπο διὰ του ὁποίου παράγει.
Β ` \ | Η , Ι \
Ήχομε λοιπον την δημιουργια της ουσιας, την δημιουργία ὡς
\ | | \ \ | { \ \ {
κατασκευη και τελος την μιμητικη δημιουργια. Η διαφορα και η
Ι | ··< 3 Ν 7 Ἰ εν | Ν | Ε ` Ϊ Ϊ
ιεραρχησις των τριων αυτων ταξεων εργων, βασιζεται σεηνσαπο
στασι που χωρίζει την κατασκευη καὶ την μίμησι ἀπὸ την πραγμα
| ι Ν 3 | | 'Ά Κ Ἱ |
τικοτητα της ουσιας. ,Οντως, αν ο ξυλουργος έχει στραμμένο διαρ
Ν | ` 9 | | Ν
κως το βλεμμα του στην ιδεα, προτυπο του ζωγράφου εἶναι τὸ ν
κ ε άτι τοῦ ξυλουργοὔη ”Η προπλατωνικη μίμησις μετατρέπεται
ἐδῶ σε ομοιότητα, γεγονὸς που ὁ Πλάτων κατορθώνει νὰ συνοψίση
` | Ἱ \ \ , Ϊ
καπα τροπο μοναδικο με τον ακόλουθο τρόπο ίὕθέἶε): αὀνομάζειςὴ
` Ἱ 1 _ \ Φ· \ Ἡ αν
την
καλειςν), θαΞ¬η_,Δ.1ο
γματικότ το έ ” (τον τοῦ τρίτου ἄρα νεννήματος ἀπὸ τη̃ς
φὐσεως)››. ”Απόρροια τούτου εἶναι ότι στὸ πρόσωπο του̃ ποιητου̃
δικαιώνεται η μίμησι, τὸ ὁποι̃ον σημαίνει πὼς τὸ ἔργο μένει άδι
( ο¬ο
καίωτο, διότι μόνο οι ἰδέες συνιστουν λόγο υπάρξεως. Τὸ ἐπικίνδυ
.οιοστην μίμησι εἶναι άκρι_βὥς_¿η_αὐθυπαρξί.α καὶ αὐτοτέλειαμμιὰ
ςεὁντκιλογικη δυνατότης_μὲ ηθικὸ έπακόλ .Όπως ὁ
μιμητης, έτσι καὶ ὁ τύραννος άπέχει τρει̃ς φορες ἀπὸ τὸν ὀλιγαρχι
κὸ ἄνδρα (ἶ›87ο), τριπλα̃ τρει̃ς φορες ἀπὸ την καθαρη ηδονη (θ87ἀ),
που εἶναι γιὰ κάθε άνθρωπο η κατοχη του ὑπερτάτου (βέλτιοτον)
καὶ τοῦ πιὸ προσωπικου (οἱκειοτάτου) άγαθου καὶ ποὺ την άπολαμ
βάνομε όταν η ψυχη άκολουθη την ἀληθεια (ῦδθε) 'Η ι τικὶ
ὲυχηεἔχἕι τὸ κακό ότιεβρὶακει δικαὶωσι στὰ εἴδωλα καὶ στὶς ἰδέεςηῇδ δ
ίθἔι ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ
(Ὁ ὅτι προσκολλαται στὰ πράγματα καὶ τὶς κατασκευές (ὕΘ8ὶι) στὰ
| Μ \ )| Ϊ 3| , \ | Γ| \ | Χ
,__
ῃιραινομενα και οχι στα οντα. Αυτο σημαινει οτι στον Πλατωνα το
θέμα της ἡδονἡς δὲν είναι τόσο άπλὸ ὅσο νομίζουμε κι ὅτιἡ μοῖρα ί
της άληθείας καὶ του̃ ὶνδάλματος έξαρτᾶται άπὸ τὸν διευκρινισμό
του. λθ Πλάτων δεν γράφει τυχαῖα μετά τὸν Σοφιστὴ τὸν Φίληβο,
ποὺ εἶναι πράγματι ὁ διάλογος τἡς ἡδονῆς καὶ διευθύνεται πάλι
ἀπὸ τὸν μειδιῶντα καὶ εἴρωνα ἐκεῖνο Σωκράτη που ξέραμε προτοῦ
νὰ γραφῇ ὁ Παρμενίὁης, ὅπως δὲν είναι ἐπίσης τυχαίο, ὅτι ἡ ἔρευνα
τοῦ Φιλήβου μᾶς ξαναφέρνει στἡν ζἡτησι του Γορνίου καὶ της Πολι
τείας περὶ της σχέσεως ἀγαθοῦ καὶ ἡδονἡς, δείχνοντας έτσι τἡν
συνέχεια καὶ τἡν συνοχἡ της πλατωνικἡς σκέψεως. ”,Ηι ι
καιὡνεται έμφανιζομένη ὡς πραγματικότης, χωρὶς νὰ εἶναι. ”Η
° ον τ ε ι›»·· ι τπτ Τ Ν αθ σ π' κ Ια:
έκ
Ἐ
Ἱἶ
5
„·Ο
ε 1 οι ι ` τα : ·. : .· ι _.
α̨τεεεειπτει αει±<±ελι±τεε.αἑ=οἶθετεε2ι,..Φνχη ×<×= ×αταφεννει στην τ
ι εχει την αναγκητης αυ υπερβασεως, δεδομενου ὅτι είκονίἶ
ζει τον κόσμο° κάτι τέτοιο είναι φύσει άδύνατον,
εἶίἶΩ_©#.έΖΖΕά1ῃ_
(ἶ›98ειὶ).
'Η φαντασμαγορία της μιμησεως δὲν συμβιβάζεται μὲ την παι
δεία της πλατωνικἡς πολιτείας, που άποσκοπεῖ νὰ μεταμορφώση
τἡν σύνολη ψυχη, οδηγώντας την στἡν ἀληθεια (αληθείας ἄπτεσθαι,
θθθο). 'Η τέχνη, σκέπτεται ὁ Πλάτων, έχει μία ὅψι φοβερἡ με
ὀλέθριες ψυχικὲς συνέπειες _ την διάστασι μἡ ὅντος, που δίνει τὰ
ω Χ ! \ Ἡ Ώ | Ἱ Η ΰ ` Χ |
πρωτεια στην ηδονη και εκτρεπει τον ανθρωπο απο την ζητησι του
άπολύτου, όπου δικαιώνεται. Περὶ του μη όντος θὰ μιλἡση έκτενως
στὸν Σοφιστή.
(Η τέχνη, διαβάζομε σ, αὐτὸ τὸν διάλογο (2ίΘειὁ), διαιρείται
ἀφ” ἑνὸς μὲν σε ποιητική, μέρη τἡς ὁποίας εἶναι ἡ γεωργία, ἡ μηχα
νικἡ, ἡ μιμητικἡ καὶ κάθε ἐργασία έν γένει, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ άπὸ ένα
προηγούμενο μη ὅν είς τὸ ὅν (μὴ πρότερον τις ΰν ὕστερον εἰς οὐσίαν
ἄνῃ), άιρ, ἑτέρου δὲ σε κτητική, που περιλαμβάνει τἡν σοφιστικἡ,
κάθε μοριρἡ γνώσεως (εἶδος τὸ τη̃ς χνωρίσεως), χρηματικοῦ κέρδους,
πάλης, θἡρας, ὅ,τι δηλαδη δὲν παράγει (ὅημιουμχεῖ οὐδὲν) καὶ εἴτε
νέμεται μὲ λόγια πράξεις τὰ υπάρχοντα εἴτε τὰ υπερασπίζεται
έναντίον οὶασδἡποτε έπιβουλἡς. (Ο σοφιστἡς άγρεόει πλουσιόπαι
δα (νέων καὶ πλουσίων ἔμμισθος θηρευτὴς) καὶ έμπορεύεται άσύστολα
τα πνευματικά (ἔμπορός τις περὶ τὰ της ιμυχης μαθήματα), δείχνει κα
τάφορτος γνώσεων (ἐπιστήμων πολλων φαίνηται, 2328), ένῳ άσκει
μιὰ τέχνη (μια̃ς δὲ τέχνης ονόματι προσανορεύεται). ,Απὸ που άντλεῖ
άραγε την θαυματουργικἡ του δύναμι, Πῶς δημιουργεῖ την πεποί
θησι ότι αὐτὸς μόνο κατέχει τα πάντα καὶ ὅτι εἶναι στὸν κόσμο ὁ
σοφώτερος, ΩΟ Σοφιστης συναντά την Πολιτεία, ὅταν μελετά την
Η ΕΞΟΡΙΑ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ ίθὅ
\ί \ ` , Θ Ι ` Ώ Ϊ Θ \ | , | \
μιμητικη για να εμβα υνῃ στην απατη. α πρεπη εν τουτοις να
Αι ΟΝ \ ,
τονισθη ότι το πλαίσιο της ζητὴσεως εἶναι καθαρα ανθρωπολογικό.
(Ο σοφιστὴς αποτελεῖ δημόσιο κίνδυνο διότι ασκεῖ ἐμπορία ψυχῶν
(ψυχεμπορική), τὴν πνευματικὴ αὐτὴ συναλλαγὴ που κάνει τὴν ψυχὴ
να αρρωσταίνῃ. .Η ασθένεια στὴν ὁποία αναφέρεται ὁ Πλάτων
είναι ἡ ἄννοια, δὲν πρόκειται ὼστόσο για ἔλλειψι γνώσεων, όπως
θέλουμε να πιστεύωμε, παρασυρόμενοι απὸ τὴν σύγχρονη ἔννοια
του̃ όρου. Στὸν Πλάτωνα ὴ αγνοια εἶναι ακούσια (2280), είναι
διαστροφὴ (κακία) καὶ κακία (πονηρία), νόσος που ὁφείλεται σὲ ψυχι
κὴ αταξία (στάσις) καὶ ἐπιδἑχεται μόνο μια θεραπευτικὴ αγωγὴ,
μια πνευματικὴ καθαρσι (περὶ τὴν διάνοιαν καθαρμόν, 22%), ἱκανὴ να
ἐξοβελίση τὴν απάτη (δόξης ἐπὶ ὲκβολήν, Ζθθὶο· δόξας ὲξελών, Ζθθὀ)
μὲ τὸνςγδιαλεκτικὸ ἔλεγχο (2θίὶ›).
Εἶναι σίγουρο, ὁ συσχετισμός μάλιστα απάτης καὶ κρατουσὥν
κοινωνικῶν σημασιὥν τὸ αποδεικνύει, νομίζω, ἐπαρκὥς, ὅτι ό σο
φιστὴς αποτελεῖ για τον Πλάτωνα τὸ σύμπτωμα βαθειᾶς πνευμα
τικὴς κρίσεως του̃ αστεως. Στὸ πρόσωπό του αμφισβητεῖται τὸ
κοινωνικό πράττειν, ὁ τρόπος που διαμορφώνεται καὶ βεβαιώνεται
ὴ κοινωνία καθημερινά. (Η κρίσι αὐτὴ ταράξει τὴν ψυχη, υφίσταται
δὲ ὡς φρεναπάτη. Ἑφα όσον ὴ ψυχὴ δὲν ἔχει συνείδησι τὴς αγνοίας
σο ἔ \ 60 οο
της καὶ ὴ τελευταία θεωρειται (228οεἰ) ως παραδρομη της ψυχης
στὴν ζητησι τὴς αληθείας (ὲπ' ἀλἠθειαν δρμωμένης ψυχῆς. παραφόρυυ
συνέσεως νιννομένης), ἔπεται (22θο) ότι αγνοεῖ όποιος δὲν ξέρει
, Ἱ Ν Ϊ , | Ἱ Η Ι ~ 5 | Η
αλλα φρονει το αντιθετο (το μη κατειδοτα τι δακειν ειδεναι). Βπεται
ακόμη, ότι μόνο ὡρισμένη διάθεσι ψυχῆς ἐπιτρέπει στὸν άνθρωπο
να ίδὴ τὴν αληθεια κι ότι, κατα συνἐπειαν, ὴ σχέσι αληθείας καὶ
Ν δ\ Ψ , | Ή Φ \ δ\ , Ν ( λΝ \ ,λ|
ψυχης εν ειναι αντικειμενικη. υχη εν αγνοει απ ως την α η
θεια, αγνοεῖ κυρίως ἐδῶ ἔγκειται ὴ αἰτία τοθ σφάλματος (δι” οϋ
κινδυνεύει πάντα ὅσα διανοία̨ σφαλλόμεθα γίγνεσθαι πα̃σιν), τὴν αγνοια
Ἡ Ἡ | λ \ , δ|δ ` θ \ Έ Ν 'Ν Ν ( με
της. απατη οιπον απο ι ει την εσωτερικη ρηξι της ψυχης, ρηξι
τὴν ὁποία δημιουργεῖ ἐπιβάλλει μὲ τὴν προσκόλλησί της στὸ
Ἄ \ \ Ϊ | ἙΗ , | Ν. 9 | δ\ Ψ
εμπειρικο και το μεταβαλλομενο. αξιωσι της απαξιας εν ειναι
μόνο λάθος, εἶναι κατα μείζονα λόγο αποδοχὴ καὶ απόρριψι ταυτο
χρόνως τἦς θελὴσεως, αφορμὴ δὲ συγκρούσεως στὴν ψυχικὴ ενδο
χώρα, ὶκανὴς να καταστρέψη καθε μορφὴ ποὺ προορίζεται να εδραι
› ι › ‹ μ κ σ
ώση τὸ άστυ καὶ να στηρίξη τὴν όπαρξι. Εαν η ζωη χωρὶς την αξία
εἶναι ανέφικτη, τότε αξία κατ, ἑξοχὴν είναι όποια είσάγει στὴν
ψυχὴ τὸ μέτρο, καίτοι απειρη κατ, ουσίαν καὶ μέγεθος. Τὸ μέτρο
δὲν αναφέρεται στὴν παθολογικὴ ασφάλεια τὴς αντικειμενοποιὴσε
Η Ν απ. | #`σ "Δ
ως, αλλα στὴν παραφορα του ἐκστατικου πεταγματος της ψυχης
ιοε ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙ ΗΊἹΚΗ
\ ` ΰ |
προς το απολυτο.
”Η πλατωνικὴ κριτικὴ της μιμὴσεως ἀντὶ νὰ ἀπορρίπτη τὸ μὴ
ὅν, δέχεται τὴν πραγματικότητά του. Πρέπει νὰ διανύσωμε τὴν
πραγματικότητα του μὴ ὅντος γιὰ να συλλάβουμε τὸν σοφιστὴ καὶ
γιὰ νὰ βρῃ ὴ ψυχὴ τὴν παλαιά της ἑνότητα. ”Η πραγματικότης
αὐτὴ στεγάζεται στὴν αδιέξοδη μορφὴ (ἄπαρον είδος, Ζδθὀ) τὴς
εἰκόνος° ὴ εἰκονοπλασία εἶναι εἰὅωλοποιικἠ, εἰκονοπλάστης δὲ υ σο
φιστὴς, ένας θαυματοποιὸς (νόης) καὶ μιμητὴς (Ζδὅε). Καθὼς υπο
θέτει τὴν ὁμοιότητα, ὴ μίμησι δὲν μπορεί παρὰ νὰ εἶναι παιχνίδι,
τὸ παιχνίδι που κάνει τὰ πάντα ένα (εἰς ἔὲν πάντα συλλαβών, 23ἔιΒ).
Τ\ Ά Η | 'Ξ' § Ο Ι Ο \ ΙΙ Ἡ 9 Ι Ἱ
ο εν της μιμησεως ειναι η εικονα. Αναφορα ομως στην εικονα θα
3 \ \ \ Η Σ Ἡ Ἄ Ἡ 3| 'Ι' \ \
πῃ αναφορα στο μη ον, αναφορα εις το αρρητο. Ειναι δυνατον να
| \ \ \ ἱἰ \ Χ Χ ΠἹ'< | Έ Ἡ |
μιλαη κανεις για το αρρητο και να μὴν αντιφασκῃ, Η ειδωλοποιια
(24Οὀο) γεμίζει τὴν ψυχὴ μὲ φαντάσματακαι τὴς προσφέρει τροφὴ
τὸ μὴ ὅν, ὅχι μὲ τὴν έννοια του τίποτα, ἀλλὰ ὡς ουσία της ἀνυπαρ
ξίας. καταργώντας τὸ ὅν, μίμησι προκαλει τὸ αδιέξοδο τοῦ υφι
σταμένου μὴ ὅντος. ”Η συνείδησι του ἀδιεξέδου καὶ ὴ ανάγκη νὰ
ξεπερασθὴ, υποχρεώνουν τὸν Πλάτωνα νὰ δείξῃ ἐναντίον τὴς λογι
κὴς (βιάζεσθαι, Ζἔιίιἰ), ὅτι τὸ μὴ δν υπὅ μία ὡρισμένη σχέσι (κατά τι)
υπάρχει κι ὅτι τὸ δν κατὰ κάποιο τρόπο (πῇ) δεν υπάρχει. Ἐὰν
ὅμως δεχώμαστε ὅτι υφίσταται μὴ ὅν, τότε ποιὸ εἶναι τὸ νόημα του
ὅντος; .Η όντολογικὴ ἀπορία δὲν συσκοτίζεται στὸ έπακρο;
.Ο Πλάτων ὁρίζει (247ο) τὸ ὅν δυνατότητα σχέσεως ζὅύναμις):
υπάρχει μόνο ὅ,τι σχετίζεται ἐνεργητικὰ παθητικὰ μὲ κάτι άλλο
(κοινωνία, 2ἔι8Β). Έφ, ὅσον ὅμως τὸ ὅν δίδεται ὡς σχέσι, τὸ μὴ δν
δεν είναι καθαρὸ μηδέν, ,ἀλλὰ (2ὅ8ειο) ὁ χωρισμός (ὅιάλυσις) καὶὴ
διαφορὰ (θάτερον) που σόγκροτου̃ν τὸ ἀλλιῶς (2ἶ›7ὶ›) καὶ αναδεικνύ
ουν τὅν λόγο συμπλοκὴ εἴὀῶν (2ὕθἀε). Τὸ μὴ δν επομένως λέγεται,
ὴ έκφρασί του δὲ εἶναι τὸ ψεὔδος (2θθο). Τὸ φευδος, προϋποθέτει
κρᾶμα ὅντος και μὴ ὅντος, βεβαιώνει ὁ Πλάτων στὸν Σοφιστὴ καὶ ὁ
λόγος του έχει μεγάλη σημασία, διότι ὡς άντίπους τὴς ἀληθείας
Η
δὲν τίθεται πλέον τὸ μὴ ὅν, τὸ άντίθετο του οντος, ἀλλὰ ὴ διαφορὰ
ὴ τὸ άλλο του. ,Από τὴν στιγμὴ που υπάρχει ψευδος, υπάρχει
\ ` \ ς | Ἑ | ι̃ Η Ρ Σ Ι
ἀπάτη και ἀπὸ την στιγμη που υπαρχει απατη, τα ειὅωλα, οι εικονες
καὶ τὰ φαντάσματα εἶναι παντου. ΙΗ πλατωνικὴ ἔννοια του ψεύδους
πηγάζει ἀπὸ τὴν συνύπαρξι, τὸν νόμιμο καὶ ἀναπόφευκτο δεσμό
του ψεύδους, τὴς ἀπἀτης καὶ τὴς είκόνος. 'Όταν τὸ μὴ ὅν δεν
μετέχῃ (μὴ ἀναμειννύμενον) στὴν σκέψι καὶ τὸν λόγο, έχομε ἀλὴθεια,
οκ
φη
>°'
δηλώνει εάτης ξένος (2θθΒο)° ὅταν μετέχῃ ἔχομε λάθος (δόξα
τε ψευὁης
Χ
αι φεῦδος (και λαχος). Το λάθος καὶ τὸ ψευ̃δος εἶναι
.Η ΕΞΟΡΙΑ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ ἸΟ7
σκέψεις λόγοι ὰνυπόστατοι (τὸ τα μὴ ὅντα ὁοξάζειν ἢ λένειν). ”Η
παραδοχὴ ότι τὸ ψευ̃δος συνιστά ἔκπτωσι τοῦ άλλου στὸ ἴδιο, άντα
ποκρίνεται απολύτως στὸ πνευμα του̃ Πλάτωνος, ἀπαιτεῖ όμως
μιὰ προηγουμενη κατανόησι του μὴ όντος, άσυγκρίτως δυναμικώ
τερη καὶ πλουσιώτερη ἐκείνης τῶν πρώτων φιλοσόφων τῶν υλο
κρατῶν καὶ τῶν ἰδεαλιστῶν του Σοφιστου̃. Το πλατωνικὸ ψευ̃δος
αναγνωρίζει στὸ μὴ δν τὴν διάστασι θετικὴς ὰξίας. Πράγματι, ὡς
Σ| δ \ 3| { $ | 7 | Ϊ `
κραμα οντος και μη οντος, η εικονα εξασφαλιζει την διαλεκτικη
| ΰ \ \ $ |θ Ἱ Π , |θ ` Π Ν δ 'Ϊ
μεταβασι απο την αλὴ εια στο ακρο αντι ετο, το οποιο δεν ειναι
πιὰ ὰρνητικότης, ἀλλὰ διαφορά, καὶ του ὁποίου ὕπαρξις ἐπιτρέ
` Ϊ \ Ἡ | Υ \ \ Ἄ | \ |
πει τον λογο και την σκεψι. Αυτο που απησχολησε τον Πλατωνα κι
ἔγινε ἀφετηρία της ἐρεύνης του ὴταν τὸ λάθος· ὰπο το λάθος πέρα
σε στὴν ζὴτησι τὴς ἀληθείας καὶ τὴν προβληματικὴ τὴς παιδείας.
(Η λησμοσόνη στὴν λήθη ἔχει νὰ κάνη με τὴν ὰνάμνησι, εἶναι δὲ
πτῶσι πλάνη στὸν χῶρο του μὴ όντος καὶ όχι ἔλλειψι παντογνω
σίας. Τὸ μὴ όν υπάρχει, το φαινόμενο υπάρχει, νά ὴ ίδἐα τοῦ Πλά
κ
ἱἔ.
τωνος,
{ , | Ἡ \ Ν Ἱ | .Ν Ϊ
ο αδιακοπος διαλογισμος περι της ουσιας του φαινομε
νου συγκροτεῖ τὸν πυρὴνα του̃ ἔργου του. ,Αντιλαμβάνεται (2ὅ2ἀ)
Ἱ | Ί π Ἡ \ .ν Ι Έ Ν | Ἄ Ἱ \ Ζ
τον λογο ως ὁηλωσι που δεν ονομαζει απλως κατι, αλλα το περαινε:
στὴν συμπλοκὴ τῶν ὀνομάτων καὶ τῶν ρημάτων τὴς φράσεως, κα
τορθώνοντας ἔτσι νὰ ὑπερνικὴσῃ τὴν άντίθεσι είκόνος καὶ πράγμα
( Έ | Ἱ 3 | \ Ἰ .Ν \ .Ν Ι \ ?| 3!
τος, ηγοποια δενταφηνει να ιδουμε το ψευδος. Περας, το οριο, εχει
κάτι ἐπὶ ,πλέον του̃ ὀνομάζειν, που περιγράφει ἔνα πρᾶγμα χωρὶς νὰ
, |
του εμφυσηση πνοή. ”Ως περιορισμὸς ὁ λόγος εἶναι ποιότης (ποιόν
τινα αὐτὸν εἶναι ὅεη̃ Ζδ2ε) καὶ ὴ ὀντότης σχἑσι ἐν εἴδει μορφὴς (αρμο
νἠ, 2θ2ὀ). (Ο λόγος ὡς σύνθεσι ὀνομάτων καὶ ρημάτων υπονοεί ότι
τὸ ”ὁν εἶναι ἀξία (ποτόν, Ζθδε), ἐ
| \ Ἱ || Ο Η 1 Ι
(θατερα) με το ιδιο (ως τα αυτα),
είναι ψεὕδος (2ὅ3ἀ).
Η<
Φ· ε
Ί:
ὁ λόγος που ταυτίζει το ἄλλο
Υ Ή 4 Μ ` \ Η Μ
η ον (μη οντα) με το ον (οντα),
Εἶναι δυνατον τὸ μὴ ”ὁν νὰ ταυτίζεται μὲ τὸ ὅν; Αὐτὸ ἀπεργά
ζεται ὴ ὁμοιότης. ”Η ὁμοιότης είναι ὴ ἐπισφαλέστερη ὀντολογικὴ
κατηγορία (ὀλισθηρότατον νένος, Σοφιστοῦ Ζδίει) διότι καλύπτει τὰ
| 9 Ϊ Ἱ | 9 Ν Π | δ Ν , χ ¬^ 3
παντα, αληθεια και ψεμα, αφου αποδιδει ακριβως (εικων) η ανα
κριβὥς (φάντασμα) τὸ σχῆμα του όντος (2878). 'Η μίμησι τὴς
._ \ Ι | \ , | κι
μορφης δεν εχει προοπτικη, με αποτελεσμα νὰ ἐπέρχεται ρηξι με
ταξὺ όντος καὶ ὁμοιώματος. Το ομοίωμα εἶναιἑπιτυχὲς ἐὰν ὰντλῇ
άπο τὴν πραγματικόἶὴτα τοῦ όντος, διαφορετικὰ καταδικάζεται νὰ
| \ | | Ἄ \ ` \ { | \ Ω | , |
μεινῃ για παντα σκια. Αλλα για να υπαρξη τοομοιωμα απορρι
πτει άκριβῶς τὸ μὴ ὅν¬, χρειάζεται νὰ ἔχη παρουσία, νὰ δείχνη
αυθεντικό καὶ διαρκὲς μὲ τὸν τρόπο του, τὴν μαγεία δηλαδὴ και τὴν
108 Φ1ΑοΣοΦ1Α Πο1Ητ1κΗ
γοητεία· ὀφείλει νὰ ἀναλάβη μία ὀντότητα που δὲν διαθέτει, έφ,
ὅσον έλλείψει δικὴς του ὰξίας εἶναι ἀνυπὀστατο. ”Ομως ὴ αληθεια
Π | Έ. | Ν ΰ \ ` \ θ | .Μ \ σο
ὡς αξια ειναι θεμα ψυχης, εαν δε το ομοιωμα ζητῃ να στηριχθη
) | , (
στὶν υ Ι αυτο συ αινει επειδὶ τελευταία ἐ ανί εται ἰδιαίτε Ἱ
ρα εύαίσθητη στὶς πλάνες τὴς είκόνος.
Ϊ Ἱ Ι \ ` ἶ Ϊ | \ θ Ν | Γ/
Η ψυχη ξεγελιεται και δεν ειναι εις θεσιν να ιδη καθαρα, οταν
λησμονῇ τὴν οὐράνιά της προέλευσι καὶ μιαίνεται ἀπὸ τὸν συγχρω
Ν | Ν ` 9
τισμό της μὲ τὸ σωμα. Φθανει μολαταυτα την αλήθεια, στὸ μέτρο
\ ` | ι
που τὸ έπιθυμητικο καὶ το θυμικο της πραύνονται καὶ ἐπηρεάζον
ται ἀπὸ τὸν νοῦ. Ἑν περιπτώσει ἑπικρατησεως καὶ κυριαρχίαςτου
μιαροῦ στοιχείου ἐπὶ του θείου, αὐτὸ που περιμένει τὴν ψυχὴ εἶναι,
# ( .Ν
κατὰ τὴν Πολιτειαν (5896), η πανάθλια ζωὴ του τυράννου. Τὸ θέμα
τὴς μιμὴσεως δεν επανέρχεται στὸ δέκατο βιβλίο ἀπὸ άδολεσχία
εἴτε ἰδεοληψία του Πλάτωνος, ἀφοῦ μάλιστα προηγείται ὁλοκλη
, | Ν .Ν | 0`σ Ν
ρωμένη αναπτυξι περὶ του τυραννικου ὰτομου καὶ του χαρακτηρος
του, οὔτε εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ τύραννος καὶ ὁ ζωγράφος ἀπέχουν ἐξ
ίσου ἀπὸ τὴν αληθεια καὶ τὴν αύθεντικὴ ὴδονη. (Η μίμησι σπέρνει
\ \ \ Ϊ \ \ Η | Γ/ Ι
στην ψυχη την ληθη και την υβρι. Φαινεται οτι μεταξυ νοητειας καὶ
απάτης υφίσταται στενὸς δεσμός (θθβὀ), του ὁποίου έπισημαίνουμε
τὰ ίχνη ὴδη στὸ 38ίε καὶ τὸ ἔιίδο, δεσμὸς ὀφειλόμενος είς τὴν
.Ν Ον· \ | θ εν Ω 9
επέμβασι της βλαβερας και νοθου ηδονης. Ο άνθρωπος δέχεται τὸ
μὴ δν ὡς άλὴθεια ὅταν τὸ ἐπιθυμητικὸ τὸ θυμικό του σαγηνεύων
ται, γι” αὐτὸ στὴν ζωγραφικὴ ἀναπαράστασι δὲν τίθεται ζητημα
κι , ` Ἄ Β. Ἑ } \ |
πραγματικης, αλλα εικονικης επιστημης και γνωσεως (θθθοεἰ).
Στὴν περίπτωσι αὐτὴ ὴ ὴδονὴ προέχει του πνεύματος καὶ εισάγει
θ
Π
θριαμβευτικά, ως πρωτεύουσα, τὴν ἀδικία στὸ άστυ.
Τί νόημα έχει ὴ ὰντιπαράθεσι γνώσεως καὶ μιμὴσεως στὴν
εν ον \ | Ἱ , κι
δίκη των ποιητων; Θα καταλαβωμε την απόφασι του Πλάτωνος, ὴ
ὁποία ειναι απείρως βαθύτερη ὰπ, ὅ,τι δείχνει, ὰπαντώντας σε
τοῦτο τὸ ἐρώτημα. Έὶάν, ἀντὶ νὰ προσεγγίζῃ τὴν άλὴθεια, ὁ μιμη
Ώ | \ \ | Σ| Ώ
τὴς πλάθῃ εικονισματα (θθθε), για να δωσῃ οψιν αληθείας στὸ
ἔργο του πρέπει νὰ καταφύγη σὲ τέχνασμα. (Ο ζωγράφος θὰ χρησι
Ϊ \ | (
μοποιὴση τὰ χρώματα και τα σχηματα (θθίε)· ο ποιητὴς τὸ μέτρο,
{ \ ( | |
τὸν ρυθμὸ καὶ την αρμονια, τροπους φύσει πολύ γοητευτικοὺς
(θθίθ). Γυμνὰ τὰ νοηματα δεν λένε τίποτε. ”Η σχέσι ίδεῶν καὶ
ποιὴσεως (θθί) ἀντιστοιχεῖ στὴν σχέσι τὴς φρεσκάδας, που εἶναι
παροδικὴ, καὶ του προσώπου, που καταβάλλεται μὲ τὸ πέρασμά
τ ς.
η "Ο \ | \ θ ? Θ \ { θ| \
ταν τα χρωματα και ο ρυ μος υποκα ιστανται στην πραγμα
τικότητα, ὴ άπόλαυσι ποὺ προσφέρουν αίχμαλωτίζει τὸν θεατὴ καὶ
Η ΕΞΟΡΙΑ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ ι̃θθ
πληττει τὴν ψυχικὴ του αρμονία. Δὲν θὰ ἐμβαθύνω ἐδῶ στὴν πλα
τωνικὴ ψυχολογία ἐπιφυλάσσομαι νὰ τὸ κάνω σε επομένη ἔρευ
να° άρκοῦν οὶ γενικές της γραμμες γιὰ νὰ φανῇ ότι ὴ ὰντίθεσι
άληθείας καὶ μιμησεως σημαίνει άρνησι τὴς προτεραιότητος του
νου στὸν χῶρο τὴς ψυχῆς μας. (Ως δημιουργία ἐκ τοῦ μὴ όντος στὸ
όν, ὴ τέχνη περιλαμβάνει μία ροπὴ (ὁρμή) που ἐξαρτᾶται άπο τὴν
ελευθερα βούλησι, κι όπως ὴ τελευταία δεν ύποτάσσεται στὴν αύ
θεντία του̃ λόγου (λονιστικόν), γίνεται πρόξενος δεινὥν καὶ όδυνῶν
γιὰ τὸν άνθρωπο. Νὰ γιατὶ ὁ Πλάτων θεωρεί τὴν μίμησι παιχνίδι
καὶ όχι σπουδὴ (παιὀιάν τινα καὶ οὐ σπουὁὴν τὴν μίμησιν, θΟ2ὶ›). Δεχό
μενοι όμως πὼς ὁ μιμητὴς βρίσκεται ἐκτὸς πραγματικότητος,
ἀφοῦ είναι στὴν ἐξουσία του̃ φαινομένου, δεν ἐξαντλουμε τὸ ζητη
μα, ἐὰν δὲ μας ὶκανοποιουν τὰκεκτημένα τὸ ἐγκαταλείπομε ὴμιτε
λ| ) | \ νλλ Ϊ \ , ιν \ Ι Ν ψ Ν \
ες ο . μενει το α ο μισο, που αφορα την σχεσι της υχης και
πω Ν Ϊ \ Π
του όντος, τὸ ὁποιο ο Πλάτων θα ερευνηση μεταφέρονταςτὸ παρά
δειγμα τῶν τριων κρεββατιῶν στὸ πεδίο τὴς γνωσιολογίας. Μπο
| Ἱ Έ |
ρεῖ ὁ ζωγράφος νὰ σχεδιαση το ηνιο (θθίο) καὶ τὸν χαλινό, θὰ
κατασκευάσουν ὡστόσο ὁ σαμαρας καὶ ὁ σιδηρουργός, ἐνῷ μόνο ο
Η
.εμ
ὶππέας γνωρίζει πῶς πρέπει νὰ γίνουν, διότι τὰ χρησιμοποιεῖ.
Ἑίπομένως στὰ τρία κρεββάτια άναλογου̃ν τρει̃ς τέχνες: ὴ χρηστι
κὴ, ὴ ποιητικὴ καὶ ὴ μιμητικη (χρησομένην, ποιήσουσαν, μιμησομἑνην,
θθίὀ), τέχνες που βασίζονται στὴν χρεία ἑνὸς πράγματος, τόν λει
τουργικό του δηλαδὴ προορισμό, καὶ ὰνταποκρίνονται σε τρεῖςτρό
πους γνώσεως: τὴν ἐπιστημη, τὴν ὁρθὴ δόξα καὶ τὴν άγνοια
προσαρμογὴ στὸ φαινόμενο. Οἱ τρεῖς αύτοὶ τρόποι φανερώνουν τὶς
ἀρετὲς (χρηστών) καὶ τὰ μειονεκτὴματα (πονηρῶν) τῶν όντων
(θθίο καὶ θΟ2ειΒ), άντανακλοὔν μὲ άλλα λόγια μιὰ συνολικὴ ψυχι
κὴ διάθεσι καὶ μία ἐπιλογη. Διότι στὴν τριπλὴ τούτη γνῶσι ἀντι
προσωπεύονται τὰ τρία μέρη τὴς ψυχῆς, ζητεῖται δὲ (θθ2ο) ποιό
ἀκριβῶς ἀπὸ ποία. ”Η άπάντησι δὲν εἶναι δύσκολη καὶ ὁ Πλάτων
θὰ τὴν δώση χωρὶς νὰ κοπιάση (θθ2ο θθθθ). (Η μίμησι ἀπὸ τὴν
φύσι της είναι γιὰ τὶς αίσθησεις, ἐπειδὴ όμως ὁ ψυχισμός μας εἶναι
άδύνατος δὴ ἡμῶν τῷ παθἠματι τη̃ς φύσεως), κάθε όπτικὴ ὰπάτη
(πλάνη τῆς όψεως) τὸν συνταράζει (ταραχὴ ὲν τῇ ψυχῇ), ὁ νους δίνει τὰ
πρωτεῖα στὴν ἀμετρία καὶ ὴ ἀμετρία διὰ τὴς μιμησεως τὸν υπο
τάσσει. ”Οταν διχάζεται ὴ ψυχὴ (στάσις, θθδιἰ), ὁ άνθρωπος σπα
ράσσεται.
ὶΗ ποιητικὴ ποὺ μιμεῖται ὴθελημένες άθέλητες ὰνθρὡπινες
πράξεις καὶ ὴ ζωγραφικὴ που καλλιεργεί τὴν ὁμωνυμία τῶν εἰκό
νων καὶ τῶν όντων φέρουν τοὺς ίδιους καρπούς, διότι ἀναγνωρίζουν
ίίθ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗἹἹΚΗ
στὸ ἐπιθυμητικὸ καὶ τὸ θυμικὺ τὴς ψυχὴς ὺπεροχὴ έναντι τοὺ πνεύ
ματος (θθδο) καὶ τὰ ενισχύουν. ”Η πρᾶξι αὐτὴ ὴ ὁποία θεραπεύ
ει τὰ πράγματα έχει γιὰτὸν Πλάτωνα τὴν σημασία τὴς ὁμοιότη
τος, δεδομένου ότι προκαλεί στὴν ψυχὴ τὴν ἴδια διασπαστικὴ διαδι
κασία. Αίχμάλωτος βιαίων παθῶν, ὁ άνθρωπος τὴς δράσεως είναι
γεμάτος ὰντινομίες ποὺ τον ξεσκίζουν (θθδὸ), ἐνῷ ὴ ποιητική, ὡς
άναπαράστασι τὴς πράξεως, ἀδυνατεῖ νὰ τραπὴ πρὸς τὸ γαλὴνιο
καὶ φρόνιμο ὴθος τὴς ψυχὴς (φρόνιμόν τε καὶ ἠσύχὶον ἦθος, θθἔιε). Τὸ
ὴθος αὐτό, ἴδιο πάντοτε κι άπαράλλακτο, εἶναι σχεδὸν άμίμητο,
στὴν περίπτωσι δὲ ποὺ κανεὶς τὸ μιμεῖται, εἶναι δύσληπτο (θθἔιε)°
ὴ ποιητικὴ στρέφεται διαρκὥς προς τὰ πάθη τῶν πράξεων, ποὺ
ἑπιδέχονται άβίαστη μίμησι (θθθε) ἐπειδὴ ὰκριβῶς τὶς ἐκφράζουν.
'Όταν τὸ οίκεῖο είναι άμίμητο, μιμούμαστε αλλότρια πάθη (άλλο
τρίου πάθους μίμησις, θθἔιο) καὶ εἰσχωροὺμε άπὸ ἐκεῖ στὴν περιοχὴ
τὴς ψυχὴς ποὺ ἐπικρατοῦν οί ταραχὲς καὶ οί θύελλες του̃ άλόγου.
Δὲν βασιλεύει πλέον στὴν ψυχὴ ἡ οἰκειοπρανία (ἔιδέιο), ὴ αρμονία
εκείνη ποὺ ἀντανακλά τὴν ίσορροπία της, ἀλλὰ ἡ αλλοτριοπρανμοσύ
νη (4όἰιὶπ), ὴ προσκόλλησι στὴν πρακτικὴ, ὴ ὁποία δὲν ἀφὴνει τὸν
άνθρωπο νὰ συγκεντρωθὴ ίἔιἔιδἀο) καὶ νὰ ζὴσῃ ἀπὸ μέσα του, σὰν
τὸν φιλόσοφο του̃ ἐνάτου βιβλίου τὴς Πολιτείας.
(Η διαδικασία τὴς φθορᾶς, ὴ ὁποία ὀφείλεται στὴν μιμητικὴ
ποίησι, περνά ἀπὸ τὴν μίμησι τὴς πράξεως, ποὺ ίθθθἀ) προκαλεὶ
τὴν στάσι στὴν ψυχὴ. .Η μίμησι τὴς πράξεως (θθθιὶ) μᾶς ταυτίζει
με τοὺς πάσχοντες καὶ ὁ ποιητὴς, ποὺ γεννά μέσα μας τὶς πιὸ
δυνατὲς συγκινὴσεις, κάνει νὰ νοιώθουμε ἀκόμη καὶ χαρά. (Ο μηχα
νισμὸς είναι ὰπλός: ὺπὸ τὸ πρόσχημα ότι ὶστορεῖ ξένα πάθη, ότι δεν
εἶναι ντροπὴ ὴ συμπάθεια, άνοίγομε τὴν ψυχὴ μας στὰ αὶσθὴματα
τοὺ άλλου, όταν όμως ὴ εὺαισθησία μας θρέφεται με τὸν ξένο πόνο,
τότε πῶς νὰ τὴν τιθασεὺσωμε στὸν δικό μας; ”Η μιμητικὴ ποίησι
(θθθιὶ) ποτίζει καὶ θρέφει τὰ πάθη, ἐνῷ ὥφειλε νὰ τὰ ξηραίνη (ὅέον
αυ̃χμεῖν), καὶ τὰ θρονιάζει μέσα μας (καὶ ἄρχοντα ἡμῖν καθίστησὶν)
ἀντὶ νὰ τὰ ὺποτάξη (ὅέον ἄρχεσθαι) γιὰ νὰ καλυτερέψωμε καὶ νὰ
εὺτυχὴσουμε, όχι νὰ χειροτερέψουμε καὶ νὰ δυστυχὴσωμε (ἴναβελτί
ους τε καὶ εὺὅαιμονέατεροι ἀντὶ χειρὀνων καὶ α̃θλιωτέρων νιννώμεθα).
Εἶναι σαφὲς ότι ὴ ζὴτησι τὴς Πολιτείας άναφέρεται στὴν διά
πλασι τὴς ψυχὴς ἐν όψει μεταμορφώσεώς της καὶ ὅτι ὁ Πλάτων
χρησιμοποιεῖ τὴν μιμητικὴ ποίησι ὡς παράδειγμα γιὰ νὰ δείξη τὸν
κίνδυνο τοῦ φαινομένου. ,Αλλα συγχρόνως ὴ τροπὴ τὴς έρεύνης καὶ
πρὸς τὴν ὰντίθετη κατεύθυνσι γίνεται αναπόφευκτη, διότι το
'Ωραίο μένει πάντα ὴ δόξα (ὲκφανέοτατον) τοῦ ἑπέκεινα καί, κατὰ
Η ΒΞΟΡΙΑ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ ίίί
Πλάτωνα, ὴ ἀληθινὴ ποίησι σκοπεύει διαρκως νὰ τὸ φθάση. Ἐὰν
τὸ φαινόμενο καὶ ὴ μίμησις ρυπαίνουν τὴν ψυχή, ἐὰν ὴ ψυχὴ καθαι
ρεται μόνο ἐν ἐγρηγόρσει, ύφίσταται μιὰ ποιητική, ὴ ὁποία νὰ
ἀντιπαρατάσσεται στὴν μιμητικὴ ποίησι; Ἄικριβέστερα: ύπάρχουν
στὴν Πολιτεία λείψανα, ίχνη καθαρτικὴς ποιήσεως, που νὰ ὁδηγου̃ν
στὸν ένθουσιασμὸ του Φαίόρου;
'Η ἐξορία τῶν ποιητῶν ἐν συνδυασμῶ μὲ τὸν έρωτα τού 'Ωραί
ου, θεωρούμενο ὡς κάθαρσι, ίσοδυναμεῖ μὲ ἀποδοχὴ μίας «καλής»
ποιήσεως, ἐνῷ ὴ «καλὴ» ποίησι, όπως καὶ ὴ «καλὴ» μίμησι, έχουν
ἐξαιρετικὴ σημασία γιὰ νὰ κατανοήσωμε τὸν πλατωνισμό, δεδομέ
νου ότι παρουσιάζουν τούς δυὸ κόσμους χωριστοὺς κι ὲνωμένους,
τὴν δὲ σχέσι των έργο τού ἀνθρώπου. ”Ο Πλάτων όμως ἀναφέρει
στὴν Πολιτεία σχετικά, ότι δεκτὴ γίνεται μόνο ή ἀπλη̃ ὅιήνησι
ὰπλός λόγος. (Ο λόγος αὐτός, δὲν είναι έν τούτοις τόσο ὰπλός και
τόσο ὀίχρωμος, όσο φαίνεται ἐκ πρώτης όψεως. Τὸ ὁμηρικὸ χωρίο
που παραφράζει ὡς παράδειγμα ό Πλάτων (βλ. Πολιτείας δθδό
δθἔὼ), δείχνει ότι γνώρισμα του «ὰπλοῦ λόγου» εἶναι νὰ μὴν ταυτί
ζεται ὁ ποιητὴς μὲ τὰ πρόσωπα τοῦ ἔργου του, νὰ κάνη ἑπομένως
τὴν μίμησι καὶ τὴν ἀπόκρυψι ἀνέφικτες. ‹‹ Ἐὰν πράγματι ὁ “Ομη
ρος», τονίζει, «έλεγε πὼς ὁ Χρύσης ήρθε μὲ τὰλύτρα τὴς κόρης του
νὰ ὶκετεύσῃ τούς ,Αχαιούς καὶ ίδίως τοὺς βασιλείς, συνέχιζε δὲ όχι
σὰν νὰ ήταν ὁ Χρύσης, ἀλλὰ παραμένοντας ὁ 'Όμηρος (μὴ ώς Χρύ
σης νενόμενος ἔλενεν, ἀλλ” ἔτι ώς Όμηρος), καταλαβαίνεις ότι δὲν θὰ
ύπὴρχε πιὰ μίμησις, ἀλλὰ ὰπλὸς λόγος (οἶσθ' ὅτι οὐκ ἄν μιμησις ἦν,
ἀλλὰ ἀπλῆ διήνησις)››. <Η ὰπλότης του̃ λόγου δὲν δηλώνει κάτι άχαρο
ὴΠολιτεία ἀναγνωρίζει τόν ρυθμό, τό μέτρο καὶ τὴν ὰρμονία του
λόγου καθ, ἑαυτά, ἀλλὰ έπισημαίνει τὸν μὴ μιμητικό χαρακτηρα
κάθε ποιήσεως ὴ ὁποία προορίζεται νὰ διαπλάσῃ φύλακεςφιλοσό
φους, είναι δὲ ἄσχετη πρὸς τὴν άμέλιστη ποίησι (ποίησις ιμιλὴ) τοῦ
Φαίδρου (Ζ78ο) καὶ τὸν πεζὸ λόγο (λόνῳ ψιλῷ) του̃ Μενεξένου (2δθὶ›
ο), τοϋ Συμποοίου (λίὕο), του Φαίὅροο (2θ2ο) τῶν Νόμων (θθθὀ),
ποὺ μεταφράζουν κυριολεκτικὰ τὴν γύμνια τοῦ λόγου, δεν κατορ
θώνουν ὡστόσο νὰ εκφράσουν τὴν ὰπλότητά του. ”Η σαφήνεια του̃
ὰπλοὔ λόγου δεν γίνεται προβληματικὴ ἐπειδὴ ύπονοεῖ τὴν ἀμεσό
τητα, ἀλλὰ διότι τὸ σύνολο ἔργο του̃ Πλάτωνος διαψεύδει κατηγο
ρηματικὰ τὴν γραμματικὴ ερμηνεία του όρου του. Ἐὰν ὁ Πλάτων
θεωρῇ τὸν ὰπλὸ λόγο ὡς αίσθητικὸ ίδεῶδες, τὸ ίδεῶδες αύτὸ πρέ
πει νὰ κυριαρχῇ στὴν σύνθεσι τῶν διαλόγων, ὴ ὁποία ὁπωσδήποτε
ἀπέχει πολύ της ὰπλότητος. Ἑξ ού ὴ περιπλοκὴ ἀλλὰ καὶ τὸ
ένδιαφέρον του̃ ιιὰπλοὕ λόγου» γιὰ τὸν προσεκτικό ἀναγνώστη,
Ό
.οε
ι
|
Μ2 ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ
περιπλοκὴ καὶ ἐνδιαφέρον που θίγουν τὴν ἴδια τὴν ἔννοια του̃ διαλό
γου. Ύπάρχουν δύο ενδεχόμενα: ὁ «ὰπλὸς λόγος» εἶναι πυροτέ
χνημα καὶ ὴ Πολιτεία κωμῳδία, ἐμποτίζει τοὺς διαλόγους παρὰ
τὸν συνεχὴ διασκορπισμὸ τοϋ συγγραφέως των στα πρόσωπα ποὺ
ανεβάζει ἐπὶ σκηνὴς. Στὴν περίπτωσι κατα τὴν ὁποία ὴ πρώτη
ἐκδοχὴ απορρίπτεται, εἶναι προφανές ότι στὸν «απλό λόγο» έχουμε
Ω Η Ι \ \ Υ Ι \ Ν Ἡ |
ειρωνικα διατυπωμενη την πλατωνικη αντιληψη περι της ουσιας
Ν | ιι 9κ ι ε ` Ι νι ι ·ιι 2
της ποιησεως. Οντως, εαν το «απλος» σημαινη «αμεσος» και αν η
αμεσότης δεν ανὴκει στὸν ἐκφραστικὸ τρόπο τοῦ Πλάτωνος, πρέ
πει να υποθέσουμε πὼς αντιφάσκει πρὸς ἑαυτὸν να ἐπιδιώξωμε
διαφορετικὴ ερμηνεία καὶ κατανόησι του όρου.
Ἀπλου̃ς σημαίνει στὸν Πλάτωνα τὸν «απλό» καὶ τὸν «αληθινό»
ὴ «απόλυτο», χωρὶς να γίνεται πάντα σαφὴς ὴ διάκρισι τῶν νοημά
των. ”Οταν ό Καλλικλὴς παρατηρὴ στὸν Σωκράτη (Γοργίου ΒΟΖΘ)
πὼς ὴ ἐρώτησίς του σχετικα μὲ τους ρὴτορες καὶ τα έργα των δεν
είναι απλὴ (οὐχ ἀπλου̃ν ἔτι τοῦτο έρωτας), εἶναι αναμφισβὴτητο ότι τὸ
«απλοῦν» χρησιμοποιείται μὲ τὴν αρχικη του σημασία· όταν πάλιὴ
Διοτίμα κάνη τὸν Σωκράτη να λέη (Συμποσίου Ζθθει) π ὶ άνθρω
ποι θέλουν ἐξάπαντος (άπλοῦν ἐστι λέγειν) τὸ αγαθό, ια λέξι
δηλώνει τὸ «αληθινό» «απόλυτο». ὶΗ άμφισημία του̃ άπλοῦς πα
ρουσιάζει μία αξιοπρόσεκτη ίδιομορφία: ὴ δεύτερη έννοια άποτελεῖ
φιλοσοφικὴ διεύρυνσι τὴς πρώτης, διεύρυνσι ὴ ὁποία βεβαίως φθά
νει μέχρις αποχωρισμοῦ, ἐπιτρέπει ἐν τούτοις τὴν ἐπικοινωνία καὶ
τὴν μετάβασι από τὴν μία στὴν ἄλλη. ”Η σημασία λοιπὸν του όρου
αὐτοῦ ἔχει μια κινητικότητα που ἐπιτρέπει στὸν Πλάτωνα να τὸν
χρησιμοποιὴσῃ μυστικά, ὥστε νὰ απευθύνεται συγχρόνως σὲ μυη
μένους καὶ σὲ αμύητους. Ἡ ἀπλῆ ὁιἠγησις προσφέρεται σὲ τέτοιο
φωτισμό, καίτοι δημιουργεί τὴν ἐντύπωσι ότι αφορα τὸν πεζό λό
γο, διότι πολλα μαρτυροϋν περὶ τοῦ άποκρύφου χαρακτὴρος τὴς.
,Ανεξαρτήτως κυριολεξίας τοϋ «απλοὔς» καὶ του̃ όμηρικοὔ παρα
δείγματος, ὴ δομὴ καὶ ὴ μορφὴ τοϋ διαλόγου ὑποχρεώνουν τὸν
αναγνώστη να αμφιβάλῃ για τα φαινόμενα καὶ να πηγαίνη είς βά
θος. ”Απὸ τὴν στιγμὴ πουγἐκφράζεται διὰ παρενθέτων προσώπων,
στα ὁποῖα καὶ δίνει τὸν λόγο, ὁ Πλάτων θέτει ἐντὸς είσαγωγικῶν
όσα δηλώνει μὲ μεγάλη φωνὴ για τὸν «απλό λόγο». 'Ο διάλογος
εἶναι μᾶλλον σκηνοθεσία παρὰ ἔκθεσις απόψεων, τὸ άδειασμα του̃
χρόνου σὲ ένα παρὸν στημένο ἐξ ὁλοκλὴρου απο τὸν συγγραφέα. (Ο
Πλάτων δὲν πεζογραφεῖ: εἶναι ὁ ποιητὴς φανταστικῶν διαλόγων,
όπου όλοι μιλουν καὶ κανένας, πρωταγωνιστου̃ν δὲ ἐλεύθερα πλά
σματα ἑνὸς πανταχου̃ παρόντος καὶ αφάντου πνεύματος. (Ο διάλο
5 ιἔ”
Ρ: Ο
Οα̃
Η ΕΞΟΡΙΑ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ ΜΒ
γος δεν αποτελεί μίμησι καὶ ό «απλός λόγος» όπερβαίνει την ακομ
ψη αφηγησι, δεδομένου ότι τό παρόν τῶν συνομιλητῶν, συμπερι
λαμβανομένου του̃ Σωκράτη, μετέχει στα λεγόμενα καὶ δεν εἶναι
φυσικό πλέον. Στόν διάλογο έγγράφεται σειρα πεπρωμένων· έπο
μένως η με την αναπαράστασι καὶ η ζητησι της ὶδέας ποὺ την
προορίζει συνιστα φυσικη του ροπη. ”Η μίμησι εἶναι δέσμια τοῦ
παρόντος της, ἔνῷ ὁ πεζός λόγος δεν ἔχει να κάνη μὲ τόν ὑπερβατι
κό χαρακτηρα του̃ διαλόγου. ”Ο χαρακτηρας αὐτός μόνο από μια
μυστικη πτυχη της ὰπλη̃ς διηχήσεως μπορεῖ να ἐκπορεύεται, μόνο μὲ
μια βαθύτερη προσπέλασι του̃ άπλου̃ς εἶναι δυνατόν να φωτισθη. ”Ε,
λοιπόν! 'Η προσπέλασι τούτη εἶναι ἐφικτη καὶ νόμιμη, τό δὲ ἔργο
τοῦ Πλάτωνος προσφέρει τα απαραίτητα σημεῖα αναφορας, ὥστε
να την κατορθώσωμε χωρὶς βιασμό του̃ κειμένου.
Στό Βἕἔθὀ της Πολιτείας ό θεός αποκαλείται ἀπλοῦς, ἐνῷ λίγο
πιό κάτω (382ε) τὸ ἀπλοῦν καὶ τὸ ἀληθὲς χρησιμοποιοὕνται ὡς συνώ
νυμα έπίθετά του. ΩΗ απλότης εἶναι (38θὶ› δ82ε) τό κατ, ἐξοχην
θεϊκό διακριτικό, ποὺ διαφοροποιεῖ τόν αληθινό θεό ἀπό τα είδωλα
καὶ τόν αναδεικνύει αὶτία καλου̃. Ἐπὶ ανθρωπίνου επιπέδου θεία
απλότης γίνεται απλότητα ψυχης (Πολιτείας όίίό), ἡ ἀρετὴ ἡ φυνὴ
της ψυχης ποό κάνει τόν άνθρωπο όμοιο μὲ τόν θεό (ἐνθ. άν. όίδὶα,
Θεαιτἠτου ί7όὶ›). Μόνο οὶ όμοιοι πλησιάζουν (Συμποσίου ίθόὶκΠολι
τείας ί±2ό‹:), η δὲ προσέγγισι αύτη είναι φιλία (Λὐσιὁος Ζίἔιὶο) που δεν
καταργεῖ την ἀπόστασι, αλλα δημιουργεῖ μεταξύ τους ἔνα δεσμό
αδιάσπαστο καὶ καθαρτικό (Πολιτείας δίίε). 'Η απλη γυμναστικη
καὶ μουσικη ἔχουν στόχο (ἔιθἴὼ καὶ ε, όίθο καὶ ἔιίίεἔιἸ2ε) την
ψυχικην κάθαρσι την ψυχικην αρμονία (θίίβ), στην καθαρτικη
δὲ συνθηκη της απλότητος (δθθε) καὶ μὲ την συνδρομη του̃ «απλοὔ
λόγου», θὰ διαπλάσουν τόν άδολο άνθρωπο οὔτε διπλό οὔτε πολ
λαπλό (3θ7ε), ό ὁποῖος θα γίνη φύλακας της Πολιτείας. Θα ηταν
παρακινδυνευμένο να ποῦμε ότι η ἔννοια της φιλοσοφίας, ότι ἐτυμο
λογία της δεν εἶναι πλέον κατα τόν Πλάτωνα η αγάπη της σοφίας
εἴτε η σοφία της αγάπης, άλλα η όμοίωσι μὲ τόν θεό της ψυχικης
καθαρότητος, ὁμοίωσι ποὺ ἔχει αναγάγει σὲ σκοπό της ζωης; .Ο
,Απόλλων τοῦ Κρατύλου (ἔιθἔιἴιθθει) δεν εἶναι ὁ ὰπλοῦς θεός, ὁ κα
θαίρων καὶ ἀπολούων τα κακα της ψυχης καὶ του̃ σώματος, θεός της
μαντικης καὶ της μουσικης καθὼς καὶ της ἰατρικης καὶ της τοξοβο
λίας, “Ισως παρατηρησῃ κανεὶς πὼς όλα τούτα δεν ἔχουν σχέσι μέ
τόν «απλό λόγο» καὶ πὼς ό όρος αὐτός λέει ακριβως ό,τι λέει, αλλα
θα πρέπη τότε να άποδείξη ότι εἶναι ἐντελῶς ξένος πρός την πλα
τωνικη προβληματικη της ψυχικης καθάρσεως, πρᾶγμα ὁπωσδηπο
8 Φιλοσοφία ποιητική
Μό
, |
τε αδυνατο
Ὁ άπλους λόγος, ποὺ ενσαρκώνει τὸ αἴτημα της καθάρσεως στὰ
ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ
πλαίσια τῆς παιδείας των φυλάκων, αντιτίθεται στὸν ποικίλο, ὁ
ὁποῖος βλάπτει τὴν ψυχὴ καὶ επιτρέπει στὸν μιμητὴ νὰ κρύψῃ τὸ
πρόσωπό του (Πολιτείας ?›Θ3οιὶ). Μεταξύ τοῦ ρὴματος κρύπτω καὶ
τὴς ἐννοίας τῆς σκιιι̃ς υπάρχει τέτοια συνάφεια, ὥστε νὰ τὰ χαρα
κτηρίζωμε άνέτως ὡς συνώνυμα ὴ περίπου. (Η σκιὰ περιγράφει ἕνα
αδιέξοδο του̃ φωτὸς ἐξ αἰτίαςτῆς παρεμβάσεως κάποιου ἑμποδίου,
καὶ .κατ
γματα, το ἕνα ἀπὸ τὴν Πολιτείαν (έι32‹:) καὶ τὸ ἄλλο άπο τὸν Φίλη
αφη
Η
έκτασιν τὴν ἀφάνειαν του όντος ὑπὸ σκιάν. Δύο παραδεί
βον (βδει), δείχνουν καθαρὰ τὴν οίκειότητα τὴς σκιάς καὶ τὴς άπο
κ ύ εως: ιὰ νὰ ” κανεὶς τ`ν δικαιοσύν άνα έ ει τὸ π ῶτο ι
Ϊ
Ϊ
π έπει νὰ δια ίσ ἔναν τόπο ὲπίσκιον καὶ ὁύσ ατον, δεδο ένου ότι .
μ
Ϊ | \ | 1 \ ` | |
τον κρυβει το σκοτάδι (σκοτεινος) και τον κανει δυσδιερευνητο·
Θ' ” λδ θ ἶ δ
εαμα του η ονο ὴρα ε ναι, κατὰ τὸ εύτερο, τόσο γελοῖο, ὥστε οι
άγαθοὶ κάνουν τὰ πάντα γιὰ νὰ τὸ σκεπάσουν (ἀφανίζοντες) καὶ να
Η
.Οτ
μ
τὸ κρύφουν (κρύπτομεν) στὴν νύχτα (νοκτὶ ὀίὀοντες), σὰν νὰ μὴν
ἔπρεπε νὰ ἔρθῃ στὸ φῶς (ώς φῶς οὐ δέον ὁριι̃ν αὐτά). Κρύπτειν δηλώνει
λοιπὸν τὴν άφαίρεσι του φωτὸς ὴ, γιὰνὰ μιλὴσωμε τὴν γλῶσσα του
Πλάτωνος, τὴν παραδοχὴ ὡς προτύπου του γίγνεσθαι, τουτέστι
τὴν μίμησι, ἐνῷ ὴ σκιά, άρα τὸ είδωλο καὶ τὸ μὴ όν, περιγράφει μιὰ
ὀντολογικὴ στἑρησι καὶ όχι μιὰ πραγματικότητα άνυπόστατη. ”Ο
μιμὴτὴς ἀποκρύπτει ὑπὸ τὴν ἔννοια ότι ἐνεργεῖ διὰ των αίσθὴσεων,
οὶ ὁποῖες παρεμβαλλόμενες μεταξὺ αύτου καὶ τὴς ἰδέας εμποδίζουν
τὸ φωτεινὸ βλέμμα τὴς ψυχὴς νὰ φθάση τὴν άλὴθεια. ”Η μίμησι
κρύβει διότι άναγνωρίζει στὸ φαινόμενο τὸν τόπο φανερώσεως τὴς
άληθείας του όντος, ἑνῷ (Πολιτείας Βἶῃὀ) τὸ ἀγαθὸ εμφανίζεται
στὴν καθαρὴ (ιῖκρατο) μίμησι, μίμησι άταίριαστη μὲ τὰ κατώτερα
ψυχικὰ μέρη. Το ρὴμα κρύπτω (βλ. ἐπίσης Ἀντινόνης, στ. 532 καὶ
Τραχινιῶν, στ. 474) ὰποδίδει τὴν άρνησι τὴς άληθείας (τὸ ρῆμα
λανθάνω, ἐξ ού ή λήθη τοῦ αλήθεια, σημαίνει ‹‹κρύβομαι››), μὲ άλλα
λόγια το ιαευ̃ὀος. Ὁ λόγος, βεβαιώνει ὁ Κρατύλος (ίθβο), είναι οι
πλου̃ς: αληθής τε καὶ ψευδής· ὡς άληθὴς εἶναι «λεῖος καὶ θείος, ζὴ δὲ
μὲ τους θεούς», ἐνῷ στὴν ἀντίθετη περίπτωσι «μένει κάτω μὲ τὸ
πλῆθος, τραχὺς καὶ τραγικός». Τὸ πολλαπλό, τὸ ποικίλο, εμποδίζει
τὴν ψυχὴ νὰ στραφῇ στὶς ίδέες, ἀπὸ τὴν στιγμὴ μάλιστα ποὺ ὁ
λόγος είναι ψυχαγωγία (Φαίόρου 27Ἰο), ὰπλότης τὴς ἐκφράσεως
ἀνταποκρίνεται στὴν ὰπλὴ φυχὴ, ὴ δὲ ποικιλίατης στὴν ἀντίστοιχη
ψυχικὴ συνθὴκη (ποικίλος ποικίλῃ... ἀπλοῦς απλῇ, Φαίὁρου 277ε καὶ
Πολιτείας ἔιβλίαο). Ἐν τοιαύτη ὅμως περιπτώσει, ἐὰν (Πολιτείας
38Ζε) ὁ
.Ωσ
Η
Η ΕΞΟΡΙΑ ΤΩΝΠΟΙΗΤΩΝ ίίὕ
λὸς λόγος εἶναι όντως αυθεντικός (ἀπλοῦν καὶ ἀληθές),
πρέπει να θεωρηθῇ προφητεία (Κρατὐλου ίιθῦο), μιὰ διάθεσι λογου
που ὀνομάζει το ἄρρητο, μιὰ ἐκστατικὴ κοινωνία μὲ τὸ ἐπέκεινα.
'Η πλατωνικὴ μουσικὴ εἶναι δημιουργικὴ ἔμπνευσι ἐπειδὴ ρέπει
προς τὸ άπόλυτο καὶ ὡς έκ τούτου δεν μπορεί νὰ ἔχη τὸ τέλος τὴν
οὐσία της στὴν ἀναπαράστασι.
.Η απλη ὁιήχησις δηλώνει λοιπὸν τὴν ποίησι τῶν ἰδεῶν και ὁπο
βάλλει τὸν ἐνθουσιασμὸ του̃ Φαίδρου, ὁ ὁποῖος άνευ τὴς ἐμπνεύσεως
τῶν Μουσῶν (2έὥο) θὰ έμενε γιὰ πάντα παραποίησι. (Ο Πλάτων
ἑνεργεῖ ὡς παιδαγωγός, όχι ὡς αἰσθητικός, καὶ άνοίγει στὴν Πολι
τεία τὸν δρόμο γιὰ τὴν ποιητικὴ του Φαίὁρου. που άνταποκρίνεται
καὶ προεκτείνει τὸ θεῖο δωρο (θείαμοιρα) του Ἱωνος ίδδἔιο) καὶ τὴν
θεία ἐπίπνοια των Νόμων (7ίθοά), προϋποθέσεις κάθε αὐθεντικης
τέχνης. Μολονότι συχνὰ ἀντικείμενο παρανοὴσεων καὶ παρεξηγή
σεων, ὴ ποιητικὴ αὐτὴ ευτύχησε ἀνὰ τους αἰωνες. Με τὴν έπίδρασι
τοῦ νεοπλατωνισμοὔ, ὅπως μαρτυρεῖὴ πλωτινικὴ πραγματείαΠερὶ
του̃ καλου καὶ τὸ άνώνυμο ἔργο Περὶ ὕιρους, γίνεται αἰσθητικὴ θεωρία
καὶ ἀπὸ ἐκεῖ κυριαρχεῖ έντελῶς στὴν τέχνη τοϋ Μεσαίωνος (ἰδίως
τὴν βυζαντινὴ), μέχρι τὴν ἰΑναγέννησι. 'Η τεραστία ἐπιτυχία τὴς
Ποιητικη̃ς του̃ ,Αριστοτέλους κατὰ τους Νέους χρόνους, δὲν κατορ
θώνει νὰ τὴν διώξῃ άπὸ τὸ ἰστορικὸ προσκὴνιο. Δίνει τὁ μεγάλο
έργο τοϋ Γκρέκο, περνά στὴν καντιανὴ αἰσθητικὴ καἰ τὸν ρωμαντι
σμό, γιὰ νὰ καταλὴξη στὴν ποἰησι τοϋ Χαίλντερλιν, τὴν νιτσείκὴ
μέθη καὶ τὴν χαϊντεγγεριανὴ ἑρμηνεία τὴς ὀμορφιᾶς ὡς άνθἰσεως
του̃ όντος, έπηρεάζοντας βαθειὰ τὴν σύγχρονη τέχνη, καἰ φανερώ
νεται έτσι ὴ μακρινὴ ἀλλὰ ρέουσα πάντα πηγὴ αὐτῆς τὴς βιαίας
άντιδράσεως στὸν ἀναπαραστατικὸ ρεαλισμὁ τὴς ἰΑναγεννὴσεως,
ὴ ὁποία κορυφώνεται με τὸ προφητικὁ καὶ ἀποκαλυπτικὸ ἔργο τοῦ
Ντοστογιέφσκυ. ”Ο τελευταίος δεν άπαρνιέται τὴν δυτικὴ λογοτε
χνικὴ παράδοσι, γιὰ νὰ συνθέσῃ μυθιστορηματα όπου πρωταγωνι
στοῦν οἱ ἰδέες; Δεν έγκαταλείπει τὴν άντικειμενικότητα γιὰ νὰ
είσχωρηση στὸ σκοτεινὸ πεπρωμένο του̃ όντος, που φωτίζεται ἀπὸ
άθέατο φῶς, ”Ο ρεαλισμός είναι ἰσχυρὸς καὶ θαυμάσιος, τείνει
όμως νὰ δημιουργὴ νὰ καταστρέ‹ρῃ, τὴν μορφὴ, ὴ ὁποία δὲν
μπορεί νὰ δαμάσῃ τὶς ὑποχθόνιες δυνάμεις που δροῦν μέσα της.
ἰΑλλὰ πρόθεσί μου δὲν εἶναι νὰ ὁποστηρίξω ότι ὁ Πλάτων έχει
ὡρισμένη αἰσθητικὴ ἀντίληψι _ τὸ ἔχουν δείξει άλλοι πρὸ πολλοῦ
καὶ τὸ θεωρὥ κεκτημένα προτίθεμαι νὰ έρευνὴσω τὸ παράδοξο τὴς
εξορίας τὴς ποιητῶν, όπως ἐμφανίζεται στὴν Πολιτεία. (Η πλατω
νικὴ αἰσθητικὴ δὲν εμποδίζει νὰ εἶναι άνεπιθύμητος ὁ ”Ομηρος
Ἰίθ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ
\ | \ Ϊ \ Ϊ ,θ Ϊ Ϊ ` | Η Ϊ
στην πολι και μαλιστα για λογους η ικους. Αυτο σημαινει οτι ο
Πλάτων δὲν ξεχωρίζει τὸ 'Αγαθό ἀπὸ τὸ ”Ωραῖο κι ότι επικρίνει
την μίμησι επειδη ἀκριβῶςτὰ διαχωρίζει. ΩΗ όμοριριὰ ὡς αὐτοσκο
\ Ψ Ἱ Ν \ Ϊ Ἱ | \
πος ειναι κενο σχημα, πομ θελει να παριστανῃ την πραγματικότητα
εν 7 { ,
και καταντα να γινεται απατη. Πως η αισθητικη συνδέεται μὲ την
\ Ι Ν Ρ
ηθικη και γιὰ ποιὸ λογο· πως συνεργάζονται γιὰ να διαπλάσουν ένα
\ ` › | $| 3 ` Ω 9 Ϊ #`0 ρ \ \
δεκτικο και ελευθερο ανθρωπο, ιδου η απορια της Πολιτειας και το
πλαίσιο στὸ ὁποῖο η ποιητικη μίμησις θὰ καταδικασθη. .Η τέχνη
ἐδῶ δὲν εἶναι αὐτοσκοπός, ἀφοῦ ζητείται η ψυχικη καθαρότητα,
ποὺ συνενώνει τὸ ὑψηλότερο καὶ τὸ πιὸ χαμηλό. Ἐὰν ὑπὸ ὡρισμέ
νες συνθηκες η τέχνη βλάπτει, τότε ἐναπόκειται στην διαλεκτικη
καὶ όχι στην αίσθητικη νὰ δείξη ὅτι δεν εἶναι τέχνη. ”Οτι δεν πρό
κειται ἐν πάση περιπτώσει γιὰ την αληθινη τέχνη του Φαίὁρου.
Ἑ \ \ | | { | Ν \
Αλλα με ποιο τροπο η τεχνη παραποιει την πραγματικότητα και
μιαίνει την ψυχη τοῦ ἀνθρώπου, Βρισκόμαστε πάλι άντιμἑτωποι με
\ | \ \ |
το φαινομενο και την μιμησι.
Ὁ Ϊ θ|λ _ Ἱ , δ | ` Ἱλ |θ \ \ |
μιμητης ε ει να απο ωση την α η εια κατα την μαρτυρια
Ν· ) / Η Ν Ϊ ( σο
των αισθησεων, οπως ζητει να θεμελιώση τὸ ωραιο στην αίσθητικη
ἀπόλαυσι. Πράττω όμως (Κρίτωνος 48ο, Εὐθοὁήμου 278ο) σημαίνει
Ν κ ι : › Ν <
δρω για το καλο, εφαρμόζω την άληθεια, καὶ τουτο η μίμησι, ως
, | δ\ \ Ἱ | Ὁ | | \ Ἐθ \
αυτοσκοπός, εν το αντεχει. ατων μεμφεται κατα βα ος τον
μιμητη ἐπὶ ὀρθολογισμῷ, διότι άρνεῖται την ενότητα της προοπτι
Α· | ` , Ν Ἱ / Ε
κης πραξεως και αρκειται να ιρτιαχνη μορφές. Η μίμησι είσάγει
μιὰ ὀντολογικην ίσότητα, ἔνα συγχρονισμὸ της αρχης και της άκο
λουθίας, που ἐπιτρἑπει στὸ κάθε τι νὰ ἐξηγῇ οτιδηποτε και υψώνει
τὸν άνθρωπο σὲ μἑτρρ τῶν πάντων, ἀκόμη καὶ του̃ θεοῦ. Θὰ μπο
Ν ι ι ι | Ν Ν ε | Ν
ρουσε κανεις να διαβαση την,δικη των ποιητων ως δικη της λογο
"® Ν Ϊ \ \ δ |
κρατιας, πραγμα το οποιον αποκαλυπτει την θεολογικη αφετηρια
#`# 'ν Β' , | Β. Ϊ | Β. { Ϊ
της πλατωνικης πολεμικης εναντιον του Ο ηρου του Ησιοδου
\ Ν Η 'Ν Θ Ϊ , | !Ε\ { Ρ |μ Ν 7 .τε Ἡ |
και της λαικης ρησκειας εν γενει. αν η ουσια του θεου εντυπωνε
ται στὸ νόημα της υπάρξεως καὶ ὁ άνθρωπος πλάθεται κατ, είκόνα
τοῦ θεου, τότε ὁ Πλάτων ἔχει κάθε λόγο νὰ ἐπιτίθεται. Με την
) | Ν Ν . { \ Ι Ν·
εξορια των ποιητων, η ελληνικη συνείδησι έρχεται σὲ ρηξι μὲ την
ίερότητα τῶν όντων και άρχίζει νὰ ἀποσπᾶται ἀπὸ τα εἴδωλα. 'Ο
πλατωνικὸς θεός, ὡς άγαθὸς κατ, οὐσίαν καὶ απλός (Πολιτείας3798
ἑπ.), δεν συμβιβάζεται μὲ κανένα τρόπο φυσικης υπάρξεως καὶ
¦ Ν δ \ , εω
διαφέρει εντελως απο τὶς ανθρωπομορφικὲς θεότητες της θρησκεί
ας τοὕ (Ομήρου. (Η απλότης του θεοῦ ονομάζει το ἐπέκεινα, ἐνῷ
τὸ είδωλο γοητεύει καὶ άπατά. (Η ἐξουσία του̃ φαινομένου στηρί
\ ` | Ν. 9 | { ( | , | \
ζεται σε μια θεολογια της αναγκης, η οποια αποκοιμιζει την ψυχη
Η ΕΞΟΡΙΑ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ Μ7
καὶ τὴν φθείρει (38Ζει έπ.). ”Ο μιμητὴς δεν θα έμενε καρφωμένος
στὰπ α Μνδ 'τ τὶ ,θανασίατΝ ψ Ν (Η λ ρ γματα, εα εχο αν ηνα ης υχης. π ατωνι
κὴ θρησκεία προϋποθέτει τὴν αθανασία τὴς ψυχῆς καὶ υπ” αὐτὴ τὴν
ιο Ν Ν Ἰ
ἔννοια αποτελει τὸ πρωτο σκιαγράφημα θρησκείας της ελευθερίας,
\ | \ | Ϊ Ν 3 | ἹΑθ |
το ελλισ ακαικατιπε ισσοτε ο του ευα ελιου. ανασια
Ρ· Υ
` 'Γ { | 3 Ἄ $| Ό \ Ω | Ν
δεν ειναι η διατηρησι επ απειρον, αλλα η πραγματικοτητα της
περισσείας της υπάρξεως. Οί θεοὶ τῶν αρχαίων, ένα είδος αθανά
των καὶ (σχεδον) παντοδυνάμων ανθρώπων, ὴταν ἐκ φύσεως λυ
τρωμένοι από τὸν πόνο ίδανικὁ αὐτοὔ ποὺ υποφέρει μὲ το πεπε
Η \ \ Π
ρασμένο του (ὴ τείνει προς την ελευθερία), αλλα που εἶναι ανίκανος
νὰ συλλάβῃ τὸ άπειρο μὴ ποσοτικά. Ὁ Πλάτων, αντίθετα, βλέπει
στὸν θεὸ τὴν ἐνσάρκωσι της καλωσύνης, εἰσάγει δὲ τὴν ίδέα της
θεώσεω ὼ ανάλ ιτ” ὀδύν ς π οσε ί ει τὸ νό ατου̃ όντο
ς ἔ Υ) ι η
Ϊ | | \ Ἱ Ί \ Ἡ Ν \ , | |
ηθικα. Πρεπει με τὴν ψυχη να υπερβουμε την αναγκη, σκεπτεται,
να αναπτύξωμε στὴν κοινωνία μία διάστασι ἐρωτικη, όπου ὁ αλλος
δὲν θα ὑπενθυμίζει τὸ πεπερασμένο, αλλα τὴν απεραντωσύνη μου.
Στὸ βασίλειο της αναγκαιότητος (Πολιτείας Βθθο) αντιστοιχεῖ μία
κλειστὴ ψυχη, αντίθετη πρὸς τὸ πνευμα τὴς κοινωνίας, ὴ ὁποία
γεννιέται μὲ τὸν συνάνθρωπο, όταν εἶναι για μας πληρότητα καὶ
πω θ \ θ Ν \ \ Η Ν
πλουτος. Αυτ ν ακ ι ως τ ν πλευ α του κοινωνειν ” ί σι αδυ
ι η
κο \ \ θ| \ ζ | \ | \ \ ? | ο¬σ
νατει να την ιξη και επομένως δεν συμβιβάζεται με την ιδεα της
ψυχης καὶ της αθανασίας της. Έφ, όσον (Πολιτείας θθθὶαο) ὴ μίμη
{ Ν πω
σι δικαιώνει τὰ γεγονότα, ο λόγος κρατει. Εἶναι ληθη της ρίζαςκαὶ
απαντά σὲ μια ανάγκη κατοχης, αδιάφορη κι έχθρικὴ πρὸς τὴν
ψυχικὴ έξύψωσι. (Ο μιμητὴς στρέφεται έξω για να αὐτὸ ποὺ
έχει μέσα του, ανάγει δὲ τα αίσθὴματα σὲ αντικειμενικὴ πραγματι
κότητα, ταυτίζοντας ἔτσι δεδομένο καὶ πεπρωμένο. Δὲν εἶναι διό
| 8 Η \ \ , / | Ω δ Η Ϊ | Ι
λου παρα οξο οτι με την αντιληψι τουτη ο ηγειται σε μια τυφλη,
ίαι καὶ αν ίθικ π α ι. ”Αξιο ί το είναι τὸ υστικὸ ” νό α
η
Ν Ν ` | Έ ἔ \ Ϊ , Ν \ | \
των οντων και ό ι υλικ πα ουσια τους. Εδω στ ν εθ που
Ϊ
βιώνουμε τα βάθη τὴς ὑπάρξεως καὶ που ὀνομάζομε συγκίνησι, ὴ
τέχνη καὶ τὸ κάλλος σμίγουν. ,Αληθινὴ μίμησι εἶναι ὴ ἐμπειρίατῶν
οὐσιῶν, μολονότι ὴ λέξι ν‹‹έμπειρία›› δηλώνει κάτι περισσότερο καὶ
| Π \ πω
κατι λι ὡτε ο απο τ`ν πλατωνικὶ ετο ὶ του απολύτου. Έ πει
μ·
| | | Ϊ | , Ν ¶ | ιν Ώ Ν
ρια σημαινει αμεση αντιληψι, ενῳ η θεα των ιδεων είναι πάντοτε
αποσπασματικὴ καὶ ατελης, όπως δείχνουν σαφέστατα το ὅσον ἐν
ὅέχεται (Πολιτείας θθίο) ὴ το εἰς το ὁυνατὸν ανθρώπῳ (θθθιὶ). (Η καλὴ
| 'Ξ' | , Ν Ι | Ν Ν ρω
μιμησι ειναι τεχνη ενθουσιασμου, ένας τροπος «φυγης» της ψυχης
π ὸς τα άνω ένα εἶδος ικτό όπου ό ο ιὰ ίνεται ακ ι ῶ αὐτὶ
7 7
{ |
η πορεια.
418 ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ τιοιΗτ1κΗ
ὶΗ μίμησι ποὺ δέχεται ὁ Πλάτων δὲν βασίζεται στην αναπαρά
στασι, αλλα στὸ όραμα του απολύτου, την ἑξύψωσι. ΕΟ καλος μι
μητης περνα απὸ τὸ φαινόμενο στὸ ὅν, έγκαταλείπει την αναπαρά
στασι. Εἶναι νωστὸ άλλωστε Κ ατύλου (±32ὶ›εἰ ότι κατα τὶν
Ύ
› *Ι
κι | ( ) \ Ἰ | 9 ο`›
ἄποψι του Πλατωνος η ορθη απεικονισι δεν αναπαράγει ακριβως τὸ
αρχέτυπο, αλλα αποδίδει τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του (τύ
πος), ὸίποψι ποὺ ἐπιβεβαιώνεται πανηγυρικα μὲ τὸν Σοφιστὴ (23δο
π , 'ὅ'
Ζθθο) καὶ τοὺς Νομους (θθ8ὀε). (Η αληθινη τέχνη δὲν ειναι κατα
κανένα τρόπο αποτύπωσι (Πολιτείας 3Θ7ει καὶ θθθει) καὶ τοῦτο ση
μαίνει ότι παραπέμπει στὸ απόλυτο για να διεισδύση στὸ όν. ,Βαν
η τέχνη εἶναι τεχνικη, τότε η μίμησι γίνεται μέσον έπιβολης τῶν
ανθρωπίνων μέτρων στον κόσμο καί, όπως ὁ Πλάτων τὸ εἶδε θαυ
μάσια (Πολιτείας θδδθο), αὶτία καταστροφικῶν ξεριζωμάτων καὶ
χαοτικῶν καταστάσεων. (Η μίμησι ὡς όργανο εἶναι λησμονιά, βέ
Ἰ Ἱ , \ , κι
βηλο βλέμμα πρὸς ό,τι υπάρχει, καὶ γι αυτο δὲν ανηκει στὶς Μου
σε ποὺέ ουν τέ α (Θεαιτ”του ίθίὸ τ`νΜν οσύνη (Η νί ι
ί
Ἱ Ν Ϊ
συνοδεύει την ψυχη, καὶ αν το είδωλο στερειται αθανασίας καὶ
ψυχης, έαν η ἐρωτικη κι ένωτικη φυχικη ὅρασι πνίγεται στὸ φαινό
μενο, εἶναι έπειδη η σημασία δεν συμφιλιώνεται μὲ την υπολογιστι
ιω Ν Έ ¶ | 7 | ΰ
κη ματια του μιμητη. Η αληθεια χωρὶς έρωτα μενει ασύλληπτη,
ένῷ η ἔλλειψι έρωτος καὶ η απιστία στην αθανασία της ψυχης
τοποθετοὔν τὸν μιμητη στοὺς αντίποδες του διαλεκτικοὺ φιλοσό
φου. Καταδικάζοντας την μίμησι ὁ Πλάτων διαμαρτύρεται για την
προπέτεια του̃ ανθρώπου να διπλασιάση τὺ όν καὶ να θεοποιηθη
έτσι μὲ την τεχνικη καὶ την δύναμι. Με τὺν πλατωνικὸ μιμητη
κάνει την έμφάνισί του ὁ ὺπεράνθρωπος, διότι απο την στιγμη ποὺ
διπλασιάζει την πραγματικότητα καὶ την κάνει αὺτάρκη, δημιουρ
γεῖ την ίδια την οὐσία του μηδενισμοὔ _ ένα κόσμο χωρὶς σκοπο
\ \ λ Ϊ ΉΑ \ Ν ξ |ζ λ \ Η ἕ Ἡ ῖξ |ζ
και χωρις ογο. ςμη μας αφνια η οιπον οτιο μιμητηςε ορι ε
7 Ν Ἡ Ώ | Ἱ \ | Υ
ται επειδη δὲν οδηγει τους ανθρωπους με την τεχνη του στα αιώνια
πρότυπα, αλλα τοὺς αφηνει στην καθολικη απουσία του̃ νοηματος
καὶ την δουλεία της ανταρσίας. ὶΗ μίμησι συνδέει τὸ πνεῦμα μὲ το
\ ¬\ \ \ | ` | ` Ϊ | Έ' ( \
μη ον και το δηλητηριαζει, το μονο δε αντιφαρμακο ειναι η ψυχικη
άνοιξι. “ίδιον του είδώλου (Πολιτείας θθθε) εἶναι ὁ συγχρονισμός
του̃ αντιγράφου μὲ το πρότυπο, ἐνῷ αναγκαίος όρος κάθε ὀρθης
μιμησεως εἶναι να αναδειχθῇ η ,διαχρονία ποὺ τα συνδέει. ”Ο καλὸς
ζωγράφος (θθίεΙσ) θα σχεδιάση καθαρα τοὺς ανθρώπους, ὥστε να
Ϊ Ι Ζ 1 # 8 | „ Ιδ Η
μοιαζουν θεοι (θεοειὅες τε και θεοεικελον), ιοτι εχει συνει ησι οτι
γνωρίζομε την αληθεια στὸ μέτρο ποὺ είμαστε αληθεια καὶ ότι
βλέπουμε τὸν ηλιο διότι τα μάτια μας εἶναι απο φῶς (ἡλιοειὁῆ, θθδία
Η ΕΞΟΡΙΑ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ ίίθ
καὶ ὅθθε). ,Εαν θεωρὴσωμε τὴν τέχνη παιχνίδι, τότε παιχνίδι εἶναι
ὴ ἔντασι μεταξυ όντος καὶ δέοντος, ὴ δὲ τέχνη ροπὴ πρὸς τὶς ἰδέες
(βλ. Πολιτείας θθ2ὶ:›, Σοφιστου̃ ΖδἔιεΒ, Πολιτικοῦ Ζθδο, Νόμων 7θθὶ1
καὶ 88θόΘ), μὲ άλλα λόγια κάθε αλλο παρα αύτοσκοπός, όπως ό
μιμητὴς θέλει να νομίζη. Στὴν μίμησι κρύβεται τὸ θέμα τοὔ έργου,
θέμα τὸ ὁποῖο έρευνα ὁ Πλάτων καὶ για τὸ ὁποῖο θα έκφραση τὴν
σκέψι του, απευθυνόμενος στους συγχρόνους του καὶ στους αὶῶνες
που μέλλεται να έρθουν. 'Η ποιητικὴ μίμησι του̃ προσφέρει τὸ
ίδεῶδες παράδειγμα για να δείξη τὸ δράμα τὴς δημιουργικὴς ψυχὴς
καὶ νὰ προειδοποιὴσῃ τὸν άνθρωπο ότι απειλείται από τὴν γειτνία
σι τεχνικὴς καὶ δημιουργίας. ὶΗ ποίησι αναφέρεται πάντοτε στὸ
πεδίον τὴς παραγωγὴς καὶ του̃ ἔργου, αποκαλύπτει δὲ τὴν αέναη
ἔντασι μεταξὺ τὴς ψυχὴς καὶ τὴς πράξεως. Κατανοητὴ δεν γίνεται
ὴ μίμησι ὑπὸ τὸ φῶς απλῶς τὴς ὶεραρχίας τῶν όντων, αλλὰ κυρίως
από τὸ δρᾶμα τὴς ψυχὴς στα πλαίσια τὴς ἐν λόγῳ ὶεραρχίας. ὶΩς
προσαρμογὴ τὴς φυχὴς στὸ παρόν καὶ σύγχυσι ορίων, ὡς χίμαιρα
καὶ απάρνησι τὴς αληθείας, ὴ μίμησι εἶναι μίασμα.
Εἶναι ὀλέθρια ὴ μίμησις. Σαν ὶερὴ γνῶσι, σαν μαγικὴ κατοχὴ
με τὴν λέξι του̃ πράγματος, ένεργεῖ καταλυτικα είς βάρος τὴς αλη
θείας καὶ τὴς δικαιοσύνης. Μετατρέποντας τὶς αξίες ἑνὸς πολιτι
στικου οίκοδομηματος σε κοινόχρηστα σύμβολα, ὁ μιμητὴς γίνεται
απόλυτος κύριος τῶν σημασιῶν του. Τὸ είδωλο προεκτείνει ένα
τελετουργικό τυπικό καὶ καθηλώνει τὴν ύπαρξι στὸν χειρισμό που
τὸ παράγει. Περίεργη σύμπτωσι τὴς πνευματικὴς κρίσεως τῶν
χρόνων του Πλάτωνος καὶ τὴς έποχὴς μας! ”Οταν ὁ Πλάτων κατα
δικάζη τὴν μίμησι, χτυπα κι αὐτὸς τὸ σύστημα τοῦ θεάματος· ἐκεῖ
αποβλέπει όταν ύποκαθιστζι με τὸ ἔργο του στὴν συντὴρησι τὴς
μορφὴς τὴν δημιουργικὴ παράδοσι. (Η μιμητικὴ ἐπιτυγχάνει μια
ταύτισι μὲ τὸ αντικείμενο, ὴ ὁποία φυλακίζει τὴν φυχὴ στὴν μορφὴ
καὶ δὲν τὴς ἐπιτρέπει να πετάξη. Μὲ τὴν έξορία τῶν ποιητῶν ὁ
Πλάτων ἐλευθερώνει τὴν παράδοσι απὸ τὴν μορφὴ καὶ στὴν θέσι
του̃ πολιτισμού τὴς γραφὴς βάζει τὴν δημιουργία. ,Απόδειξις τὸ
ἔργο του: τὰ δύο πρόσωπα, οὶ δύο φυχὲς που προϋποθέτει ὁ διάλο
γος, αποκλείουν τὴν ἔτοιμη μνημονικὴ γνῶσι, σημεῖο ὅτι ὴ φιλοσο
φία εἶναι πόθος (φιλία) του ίδανικοῦ, πόθος αντίθετος στὴν κατα
κτητικὴ καὶ απατηλὴ σοφιστικὴ γνῶσι. (Η πάλη τὴς φιλοσοφίας
έναντίον τὴς αρχαικὴς συνειδὴσεως εἶναι υπ, αὐτὴ τὴν έννοια πάλη
τοῦ πνεύματος ἐναντίον τὴς ταυτίσεως μὲ τα πράγματα. <Η κυρι
αρχία τὴς γραφὴς ἐπὶ του̃ λόγου ίσοδυναμεῖ μὲ κυριαρχία του̃ κατε
στημένου στὴν ψυχη, με κυριαρχία τὴς κοινωνίας στὸν άνθρωπο δια
ἸΖΟ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ
τὴς τεχνικής γνώσεως. ‹Η θεωρία τῶν ίδεῶν αντιπαραθέτει στὴν
παθολογία τὴς ταυτίσεως τὴν αθανασία της ψυχης, ὴ ὁποία όχι
μόνο ἐπιτρέπει να αποφύγωμε τὴν κυριαρχία ἑνὸς συστήματος αξι
ῶν ἐπὶ τοῦ ατόμου, άλλα παρέχει ἐπὶ πλέον τὴν δυνατότητα γενέ
σεως τοὕ προσώπου. (Η πλατωνικὴ διακρισι μορφής (λέξις) καὶ
περιεχομένου (λόγος) τῆς ποιητικης ἐκφράσεως, ἑλευθερώνει τὸν
ανθρωπο από τὶς κρατοὔσες αξίες καὶ αποτελεῖ ταυτόχρονα προϋ
πόθεση της δημιουργικότητος. 'Έχει μεγάλη σημασία τὸ γεγονὸς
ότι βρισκόμαστε σήμερα ἐνώπιον κοινής έξαρσεως τηςτεχνικής καὶ
τῆς τυποποιήσεως, τῶν ὁποίων ὴ ὑλικὴ συνθήκη καὶ ὴ δόναμις
όφείλονται στὴν διοίκησι καὶ τὴν βιομηχανία. ὶΟ ἄνθρωπος του̃
συστήματος, ὁ υπηρέτης τῶν αντικειμενικῶν καὶ αφηρημένων έπι
διώξεων τὴς γραφειοκρατικής ὁργανώσεως, έχει ὡς προοπτικὴ τὴν
πρᾶξι του, έτσι όμως ταυτίζεται με τὸ καθιδρυμένο καὶ άναβιώνει
τόν έφιάλτη ποὺ ό Πλάτων κατέλυσε μὲ τὸ έργο του. Είμαι αφελὴς
θιασώτης αὐτῆς της φιλοσοφίας μήπως ὴ έξοδος τής ανθρωπότη
τος απὸ τὴν σημερινὴ κρίσι της συνδέεται μὲ τὴν βαθύτερη κατανό
ησι τοῦ πλατωνισμοὔ;
·
”Η καλὴ μίμησι είναι μέθεξις. ,Αλλα για να έχωμε μέθεξιν χρει
άζεται μία ψυχή, ἐνῶ ὁ μιμητὴς ζητεῖ τὴν μορφὴ αντὶ της οόσίας.
ΚΟ χωρισμός του̃ ποιητή από τὸ σῶμα του, ή καθαρσι δηλαδὴ της
ψυχής του, εἶναι αναγκαίος όρος της αληθοὔς ποιήσεως, διότι
μέθεξι υφίσταται ὡς κοινωνία καὶ όχι αὐτὸ διδάσκει ὁ Παρμενί
ὅης ὡς ἐξωτερικὴ όμοιότητα. ”Ο καθαρα τροπικός χαρακτηρας
της σοφιστικης, τὴς ρητορικης, τὴς μιμητικης έν γένει τέχνης, συγ
κροτεῖ καὶ τὸ αδιέξοδό της. ”Η μίμησι ὑποβιβάζει τὴν ὶδέα σὲ
ἔννοια, κάθε μετοχὴ στὴν ὁποία θα ήταν χίμαιρα (Πολιτείας ὕἔῃο,
Παρμενίὅου ί32εΒ), ἐφ, όσον απαιτεί διαρκῶς αλλη έννοια για να
τὴν θεμελιὡσῃ. ”Η έξωτερικὴ ὁμοιότης επιτρέπει στὸ σωματικὸ
στοιχεῖο (Παρμενίὅοο ίδδε) να φθασῃ ένα λογικό απόλυτο, όχι όμως
καὶ μία ίδέα. (Η μίμησι ὡς ὁμοιότης προδίδει πραγματιστικὴ αντί
ληψι της ίδέας, ποὺ ἐγείρει νόμιμα τὴν ἔνστασι τοῦ τρίτου ανθρώ
που, βρίσκεται δὲ από τὴν φύσι της έν αδυναμία να ὑψωθῇ στὶς
ίδέες, ἐπειδὴ πρόκειται για ταξι διαφορετική. (Η ὶδεατὴ στάμνα
δὲν εἶναι μία στάμνα, αλλα ὁ χαρακτηρας της σταμνας, είς τρόπον
ὥστε οί ὑλικὲς στάμνες να διπλασιάζωνται ἐπί ἄπειρον, όχι όμως
καὶ ή ὶδεατή, της ὁποίας ή μέθεξι γίνεται έν είδη αναφορας.
Μιμου̃μαι αντιγράφοντας με λόγια πράξεις ένα αλλο (Πολι
τείας δθδο). ”Η μίμησι εἶναι ὁμοίωσις καὶ ἀπόκρυιμις. ”Η όμοίωσι θα
ήταν ανέφικτη έαν δεν ὑπηρχε στὴν μίμησι άπόκρυψις. Στοὺς προ
Η ΕΞΟΡΙΑ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ
Χ ί | δ\ Η Η Κ λ \ | Ώ λ Ν
πλατωνικους η μιμησι εν εχει ορια η π ατωνικη μιμησι αποτε ει
ΙΖἸ
προσχώρησι σὲ μία διαφορετικη πραγματικότης, ὀντολογικῶς
ἀνωτέρα. .Η ὅμοιότης μου με το ξένο πρότυπο προϋποθέτει την
διαφορά μας κατ. οὺσίαν. Τὸ είδωλο είναι σὰν τὸ παράδειγμα. Δεν
ὺιρίσταται μίμησι χωρὶς ὁμοιότητα, ὅπως δὲν ὺφίσταται μίμησι
\ ` Ρ' Ί | Ϊ Ί Κ |
ἐκτὸς φαινομένου. Το γεγονος οτι η μιμησι βασιζεται στην ομοιο
Ι Π
τητα (3Θ3ο καὶ Βθἔοὶο) καὶ ὅτι ἀφετηρία της τελευταιας δεν εἶναι
έμπειρικη, μὰ η ίδεατη πραγματικότητα, έπιτρέπει στὸν Πλάτων
νὰ διακρίνῃ μεταξὺ καλης καὶ κακης μιμησεως (Φαίὅρου Ζὅί, Τιμα
*Ι
α
Ι
ου 92ο, Νόμων δὅ8ὶα) καὶ νὰ κατορθώση ὥστε η πραγματικότηςκαὶ
τὸ φαινόμενο νὰ συνυπάρξουν στην τέχνη σὰν μικτὸ είδος ἔρως.
Τὸ ἰδεῶδες της ὅμοιώσεως πρὸς τὸν θεὸ στηρίζεται στὸν έρωτα,
ποὺ εἶναι ὅ ίδιος ὅμοίωσι, θὰ ένδιέφερε δὲ νὰ σημειωθῇ ὅτι οί
”Έλληνες Πατέρες της Ἐκκλησίας τὸ πηραν άτόφιο, άιροὕ προη
γουμένως ἐσφράγισε τὸ εὺαγγελικὸ μηνυμα μὲ την ίδέα τοῦ Ϊὶίοὔ _
αὺθεντικης είκόνος του̃ Πατέρα. ”Αρκεῖ, παραδείγματος χάριν,
<
ὰναφέρη κανεὶς τὸν ”Αγιο Γρηγόριο Νύσσης, ὁ ὁποῖος στὸ Πεμ:
.Ως
κατασκευῆς τοῦ ἀνθρώπου (κεφ. 5) βεβαιώνει ὅτι η θέωσις δεν συνι
ν¬σ ) ` ἕ } ) \ | Ϊ , | Ή Ἱ
στα εξωτερικη ομοιοτητα, αλλα καθαρότητα και απαθεια, η ν
{ | ` Ν ( \ Ν $ | | Ν ¦
θ
Οί
υπεν υμιση τους τρεις υπερ των εικονων λογους του Αγίου ,Ιωάν
νου του̃ Δαμασκηνοὔ, ποὺ άκολουθοῦν ἀκριβῶς την πλατωνικη διά
κρισι μεταξὺ καθαρτικης μιμησεως καὶ ἀπομιμησεως. ”Η εἰκόν
δ\ Ἱ' Η | \ .Ν Ν , Ϊ (Ϊ Ϊ |
Οί
εν ειναι υπομνημα, παραπομπη του πιστου εις το αγιο αρχετυπο,
δεν συμβολίζει την βασιλείατῶν οὺρανῶν, 'Ο Φαῖὅρος (2όΟ) δείχνει
καθαρὰ την πλατωνικη ἀντίληψι της καλης μιμησεως (ὁμοίωσις
Ι ) Ι
μετάβασι στην ίδανικη πραγματικότητα καὶ ὅχι άναπαραστασι
του̃ ὺλικοὔ κόσμου, συνοψίζει δὲ θαυμαστὰ την βαθειὰ συγγένει
Ἰ | λ Ϊ Ἱ |
Οί
της λατρείας τῶν εικονων με την αναμνησι, ὅπου οὶ ψυχές άνοίγον
| $ ` , Ϊ ” Ω \ , Ν | Ώ | Ρ! κι Ω ισ
ται στο απολυτο: οταν οι ψυχες ιδουν μια εικονα ιδεας (οταν των εκει
Ω | Η |
ομοίωμα ιόωσιν), γραφει, σαστίζουν καὶ γίνονται ἐκτὸς ἑαυτῶν (ἐκ
πλήττονται καὶ οὐκέθ” αὐτῶν νίννονταἠὶ (Η ὅμοιότης χαρακτηρίζεται
9 Ἡ \ 9! 'Ι' Κ | ! § | | ` `
απο Την Ξνΐασί Ξίναί Καί φαίνεσθαι, η ΟΤἙΟΕΕΧ πρθσὶδὶαζεί σΐα μίκΐα
καὶ μαρτυρεί ὅτι μοῖρα του̃ ἀνθρώπου εἶναι νὰ ὺψώνεται στὸ ἄπει
ρο. Τέλειος δεν εἶναι ὁ λογικός, ἀλλὰ ἐκεῖνος ποὺ έγινε φῶς·
διάφανος ποὺ ὺπερβαίνει τὸ μέτρο (μεῖζον παντὸς μέτρου), γιὰ ν
θυμηθου̃με τὸν λόγο του̃ Πλωτίνου (Ι Θ. 9, Ἰ8Ζί), τοῦ ὁποίο
Ως Ο··
Ο
άπόηχος στοὺς δικούς μας καιροὺς εἶναι τὸ ντοστογιεφσκικὸ «ξεπέ
ρασα πάντα τὸ μέτρο».
Ψ 3 Ί Υί Ο Η , Ν Ἡ 7| \ Η
Ο ισχυρισμος οτι οι Ελληνες αγνοουσαν το απειρο και οτι
Ι | Ἱ Ν \ Γί ! ΰ | | `
ανεγνωρίζαν Τα ΤῖρωΤΞία σε ενα περας ανΐίλίεὶμενὶκθ, δείχνεί νΟί
κ
ί22 ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ
παραβλέπωμε πὼς τὸ πλατωνικὸ ,Αγαθὸν βρίσκεται ἐπέκεινα της
ούσίας, πὼς τὸ μαντεύουμε ὰπλῶς (μαντευτέον, Φιλήβου θὀει) καὶ
πως τὸ νόημα της ύπάρξεως ἔγκειται ἐν προκειμένῳ στην ὁμοίωσι
ϊ Ἱ Ἡ Ί Ἡ 8 Ι 1 Η Ν # Ο! |
με τον θεο κατα το υνατον. Το απειρον του Φιληβοο, οπου συνηθως
αναφερόμαστε για να ύποστηρίξωμε αύτη την όίποψι, δηλώνει ἐν
τούτοις τὸ ποσοτικως απροσδιόριστο ὡρισμἑνης ποιότητος (Ζόε
¶· , ` \ } | Ϊ | , | ` Η
Β), ειναι αυτο που σημερα λεμε ακαθοριστο. Αντιθετα το οριο
| Ψ , , Ἱ | Ϊ Ν ` \ οι
(περας) ειναι εξ αρχης ιδεατο, αποτελει το καθοριστικό στοιχειο,
την αναφαίρετη ποιότητα ίδεων καὶ πραγμάτων, καὶ ὡς ἐκ τούτου
Ἄ| 7 Ν !| | ( , | θ Ϊ Έ'
ΟΟΤΞ ΟίνΤίΚΞί.μ.ΞνΟπΟίΞί ΟὉΤΞ δίδεΐαί ως Οίνΐίκείμδνθ. Ο
.¬
ω
ί
υ
Οσ
εες ειναι
αρχη ὁρισμοὔ, τὸ δὲ γεγονὸς της ύπάρξεως (χένεσις εἰς ουσίιιν, Ζθὀ)
..ι ν 2 Ν
προιον εισχωρησεως του πἑρατος στὸ άπειρο, είσχωρησεως
ὁποία σὰν αλλο φῶς δημιουργικό, φέρνει στὸν κόσμο ἔνα όν ζωντα
νὸ καὶ παναρμόνιο (32ειΒ). 'Ο Πλάτων δὲν είναι άλλωστε ὁ μόνος
μεταξὺ τῶν συγχρόνων του πού αντιλαμβάνεται ἔτσι την γἐνεσι: η
ελληνικη γλυπτικη, αίφνης, δὲν μορφὡνει την ύλη μὲ σκοπὸ να την
λυτρώση απο τὸ βάρος της; ”Η λέξις ἄνιιλμιι προέρχεται ἐκ του̃
ἀνάλλσμαι (δοξάζομαι, ύψώνομαι), αντιτάσσεται δὲ στην είκόνα
(βλ. Τιμαίσυ 37ο) ὡς ίερὸ είκόνισμα (Φαίὁρου 2ύ2ὀ). ”Η μορφη εξυ
φώνει στοὺς 'Έλληνες καὶ τὸ ἔργο ὰρμονίζει. Δὲν ύφίσταται, βε
βαίως, καθ, ἑαυτην° εἶναι πάντα μορφη ύλης καὶ γι, αὐτό, ανάλογα
ἐὰν η μορφη αφορα στὶς ίδέες ταπράγματα, τὸ φαινόμενο διασώ
ζεται καταστρέφεται μὲ, την μίμησι. Ποίησι δὲν εἶναι ὁ ρυθμός, ὁ
λυρισμός, η δεξιοτεχνία, αλλά ὁ ἐμποτισμὸς της ύλης με φῶς, η
δημιουργία ἑνὸς κόσμου. (Η εἰκόνα ὡς νεκρη φύσι εἶναι τὸ βάρος
της ψυχης· ὡς μορφη ζώσα καὶ ἔμψυχος (Φαίὁρου 276) εἶναι κάθαρ
σι. ΩΗ δίκη τῶν ποιητῶν περικλείει μια προφητεία τού Πλάτωνος,
πού ἐκπληρώνεται σημερα απο τὸν άρρωστο πόθο της άδειας μορ
φης, μὲ τὸ ακατάπαυστο θρυμμάτισμα της ψυχης μας. Προφανως
ηξερε πὼς τὸ κενὸ τού Θεού τὸ καλύπτουν τα είδωλα καὶ πὼς τα
είδωλα είναι ψυχοκτόνα.
Κ , Ἱ | Χ Ώ 04 { | \ | › Ϊ
Η αληθινη ποιησι δεν αναπαριστά επομενως τα οχηματα, αλλα
εκφράζει αύτὸ πού εμπνέει στὰ όντα τὸ νόημα καὶ τὸ χάρμα τους.
Ή λ\ | λ Ϊζ \ }δ#\< Ἡ ¶ 3 | δ\ θ Ν \
κα η μιμησι π ησια ει το ε ω με το επεκεινα, εν υπηρετει τις
, Ι Ἱ \ Ἰ | \ ι | Κ , ά
αισθησεις και τα αισθηματα και ειναι λειτουργικη. Η αναπαρα
| ` \ 8 ` \ } | \ Ϊ \
στασι χωριζει την ψυχη απο την εικονα και μεταβαλλει την τελευ
ταία σὲ αύτοσκοπό. (Η καλη μίμησι εἶναι ερωτικη, διότι ὁ ἔρως
εἶναι ἐπίσης συνάντησι του̃ ἐδῶ μὲ τὸ πέρα. Πρόκειται για ἐπί
πνοια καὶ ταπείνωσι, ἑνῳ η μίμησι δείχνει ότι ξεπερνα τὸ καθρέ
φτισμα γιὰ νὰ γίνη παράθυρο στὸ αίώνιο, πού απο πέρα μας νεύει.
Η ΕΞΟΡΙΑ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ Ἰ23
Ν ιε Νη Ν
Μεταξυ της είκόνος αὐτου του οράματος και του ιδιου του ὁράμα
τος παρεμβαίνει τὸ ὲξαίφνης, άπροσδόκητη εἱσβολὴ του̃ άπολύ
του, γιὰ τὴν οποία μιλουν τὸ Συμπόσιον, ὁ Πιιρμενίὁης καὶ ὴ Ἑβὁόμη
Ἑπιστολὴ καὶ ὴ οποία φωτίζει τὴν ριζικὴ διαφορά τὴς ματιάς τοϋ
ζωγράφου άπὸ τὸ βλέμμα τοθ έμπνευσμένου δημιουργου: ὁ ένας
χωρίζει μὲ τὴν μίμησι νύχτα καὶ φῶς διὰ του̃ φωτὸς ὁ άλλος βγαί
νει στὴν νύχτα. Δὲν πρέπει, άρα, κανεις νὰ ἐκπλὴσσεται, έαν στὸν
. ι ν ν . ι ι ι .
׬
Μενωνιι θθοεἰ) και κυριως στον Ἱωνα και τον Φαῖὁρον, γιανα παρα
πέμψω ὅπου βρίσκομε τὶς χαρακτηριστικώτερες άναφορὲς σ, αὐτὴ
τὴν ἰδέα, οἱ ποιηταὶ θεωροῦνται θεόπνευστοι, ἐὰν τὸ νόημα τὴς
ποιητικης τέχνης εἶναι κατὰ βάσιν καθαρτικό. Το ἀνατρίχιασμα
στὴν θέα του ”Ωραίου (Φοιίὁρου ΖΒἸ) ὴ άντίθεσι (Μένωνος 98ο
τέλος) ἐπιστὴμης καὶ θείας δωρεάς (θείαμοῖρα), άποδεικνόουν ὅτι ὴ
έπίπνοια διαφέρει ἀπὸ τὴν λογοκρατούμενη ὴ μιμητικὴ ποίησι.
Βεβαίως ὴ ποίησι ὡς έμπνευσι εἶναι παμπαλαία, άλλά ὁ προπλα
τωνικὸς ποιητὴς άπαγγέλλει κάτι που δεν του̃ ἀνὴκει, ἐνῷ ὁ μουσι
κὸς άνδρας τοῦ Πλάτωνος ὁ δαίμων του̃ Σωκράτους άποτελεῖ,
πα ὰ τὰ αινό ενα έσωτε ικ` πίεσι καὶ ὅ ιἰδιαίτε θεότ τα φ μ· › Ρ η χ βη Υ)
δ ιου εῖ διότι π οσε ί ει τὸ ‹Ω αῖο σε ία έντελὥ δικέ του ημ· Υ γγ
μ § η
προσπάθεια. ”Ο Πλάτων δεν ἐξορίζει τὸν ποιητὴ γιὰ νὰ έπανέλθη
στὴν χρησμῳδία ὁμάντης και ὁ ποιητὴς, ὡς δημόσιοι λειτουργοί,
καταλαμβάνουν τὴν πέμπτη και τὴν έκτη θέσι στὴν ιεραρχία τῶν
πεπρωμένων του̃ Φαίὁρου (2έι8οο), ἀλλὰ γιὰ νὰ έξάρη τὸν ένθου
σιασμό, γιὰ νὰ έλευθερώσῃ στὸν άνθρωπο τὶς δημιουργικές του
δυνάμεις
εἶναι μιιν
ματος κα
αίῶνος συρράπτει
τὸν Πλά
.. ερ
ἐξ ο° Οσ
ε ένα
Ως τε
ἔῖ ἐς
Θε
ὲὶ
γο
\
Τωνα ΤΟΥ
έμπνεύσεως (Ἰωνος ὅδθβε) δὲν είναι γνῶσι,
φῳδὸς ὁφείλει νά συλλάβη τὸ πνεῦμα του ποιὴ
| Ἄ \ Ϊ ( \ \ .Ν |
αγγειλη. Εαν ο ραψῳδος προ του πεμπτου
τειν), ὴ πνευματικὴ προσπάθεια συνιστά γιά
απαραίτητο ὅρο τὴς ποιητικὴς τέχνης καὶ τοῦ
λόγου ἐν γένει. (Η ποίησι σαγηνεύει μὲ τὴν ὀμορφιά (Ἱωνος ὅδδὀ
Βδἔιε), ἐπειδὴ μόνο τὸ ξεχείλισμα του̃ ὼραίου έχει τέτοια ἐξουσία
και τέτοιο προνόμιο. ”Η προσαρμογὴ στὴν άμεση πραγματικότη
τα, ὴ δεξιότης που άπορρέει, δεν ἐπιδρου̃ν στὴν ψυχὴ θετικά, συμ
βάλλουν μάλιστα κατά δύναμιν νὰ βυθισθῇ ὁριστικὰ στὴν ληθη
ὅπου βρίσκεται. Ποίησι εἶναι ὴ ὁρμὴ τὴς ψυχῆς πρὸς τὸ άπόλυτο,
ὅχι τὸ καθεστώς του, ὴ τέχνη ποὺ βυθίζεται στὰ άδυτα καὶ διεγεί
ρει τά στοιχεια τὴς υπάρξεως, ένα παιχνίδι χαράς χωρὶς θλιβερά
έπακόλουθα (Πολιτείας δὅἶβ καὶ Νόμων θθ7ε), ὴ άφθονία του̃ άγα
θοὔ καὶ ὴ καθολικὴ εὐφροσύνη που ἀπολαμβάνει ὁ τέλειος μουσι
κός. "Ηδη στὸν /Ιάχητα (ίβδὀ) ὁ Πλάτων άποκαλεῖ μουσικὸ ὅποιον
ίἔἰι ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ
} Ϊζ \ ζ | ` ` | Η | \
εναρμονι ει την ωη του και την σκεψι του, οποιον βιωνει την
Ἄ \ Ϊ ` ἶ Ϊ ΟΖ Ζ Ρ 7 1 Ο | |
αληθινη ελληνικη αρμονια (ηπερ μονη Ελληνικη εστιν αρμονια), παρο
μοια με τὴν αρμονία τῶν θεῶν (Πολιτείας 38%), ποὺ καταλύει
ερχόμενη ψεὕδος καὶ αδικία. Ἐὰν ὁ λόγος πλάθη τὴν ψυχὴ (Φαίδρου
| Ϊ \ !| Ϊ Ν Ο Ώ
ἴἶίὀ), τοτε πρεπει να εχη ζωντανια (ενθ αν. Ζθἔιο), ποὺ δεν σημαί
νει ότι χρειαζεται μιὰ τέλεια μορφη, αλλὰ νὰ ὺπάρχῃ έν ὀνόματι
καὶ έν όψει του̃ απολύτου.
'Ο πλατωνικὸς λόγος προϋποθέτει ὡρισμένη αντίληφι τοῦ
θ \ ` κι
ὶΩραίου, αποκαλύπτει δε την σχέσι ὶΩραίου καὶ ,Αγαθου. Διότι
μεταξὺ ,Αγαθου̃ καὶ ”Ωραίου έχομε ἐσωτερικὸ δεσμό ποὺ βασίζε
ται στὴν ωφέλεια. .Η τέχνη δὲν δίνει τὴν ωφέλεια ποὺ δίνουν τὰ
πραγματα, αλλὰ φέρνει σὲ ἐπαφὴ τὴν ψυχὴ με τὶς ίδέες, χωρὶς νὰ
Ἰ | \ \ , \ \ \ \ κι
επιβαλη την μεν εις τις δε και να δημιουργη κατάστασι ἐκμεταλ
| ῆϊ | Ν Ρ Ν
λευσεως η κυριαρχιας. Αύτὺ θὰ πη ότι το νόημα της ὼφελείας
ι ει κ ι Ν ι Ν ι Ν ι ι
μεταβάλλεται κι οτι (στο πλαισιο της θεωριας των ιδεων θα πρεπῃ
.Ν ¶| )|
να την ερμηνευωμε ως πληρότητα του οντος. Αιτημα στὴν περί
› κ κ τ κ κ ι ·;·
πτωση αυτη δεν ειναι το χειροπιαστο πλεονεκτημα, ειναι μιὰ ανω
‹ κ ι ι ε | ·;·
τερα υπαρξξις; Χωρις πνευματικη προοπτικη η τεχνη ειναι καπρί
| Ϊ |
τσιο που δεν ενδιαφερει. Η τεχνη συλλαμβάνει τὴν ὶδανικὴ διάστα
Ν Ι ι Ν ›ι 3 : κ
σι τωνγπραγματων, την μριρα τους, κι ετσι ανακαλύπτει την όμορ
Ν Ϊ 3
φια και την δημιουργει. Βεβαια πρεπει να γνωρίζη κανεὶς τὸ ωφέλι
μο ὥστε νὰ τὸ ἐπικαλεῖται, αὺτὸ όμως δὲν δυσκολεύει τον Πλάτω
να, γιὰ τὸν ὁποῖο ωφέλεια είναι ὁ ἄνθρωπος νὰ μοιαση στον θεό, νὰ
ανθίση τὸ ατομο πέρα τοῦ φυσικού καὶ τοῦ αναγκαίου, ὴτοιὴ ἐλευ
: ε π κ Ν Ξ» Ν › Λ κ
θερια. Αυτο το πνευμα ακριβως εκπροσωπει το δικό του δημιούρ
{ | { Ϊ 'Ξ' \ Π |
γημα: ο διαλογος. Ο διαλογος ειναι το εργο τεχνης ποὺ ὁ Πλάτων
Ἄ `
αντιπαραθέτει στην τραγῳδία, σὲ κάθε τέχνη ὴ ὁποία καθηλώνει
\ 7 \ 'Λ \ \ | 'ὅθ
τον ανθρωπο στο ον και το παθος· ειναι φαντασία, μίμησι, αλλὰ
τείνει νὰ ανοίξη τὴν ψυχὴ μὲ τὴν έρωταπόκρισι. Ἐδῶ ὁ Πλάτων
καὶ ὁ Νίτσε συμπίπτουν: αναγνωρίζουν μεγαλύτερη αξία στὴν τέ
Ἰ \ \ , \ | ἔ \ \ Ν Ε! (
χνη απο την εμπειρικη πραγματικοτητα υπο την εννοια οτι η δημι
Ἐ ¬\ Ἡ | Ν Ἐ|7\ ἔὁ ΝΝ |ζ || λ ον
ουργικοτης η ερως ερεχει της υ ης. ιτσε νομι ει οτι πο εμα
` | , \ , Ϊ | | τν
τον Πλατωνα, αλλα κατ ουσιαν μαχεται τὸν πλατωνισμὸ των απο
λιθωμένων ίδεῶν, στὸν ὁποῖο κατέληξε ὴ σχολαστικὴ φιλοσοφία,
| \ Ω Ι Ν $ |
συνδυάζοντας την ερμηνεια του Αριστοτελους με τὴν λογικη της.
: Ν ι νι › Ν ,
Ευτυχως, θα ελεγα, διότι πιθανον νὰ μὴν έφθανε ἐκει ποὺ έφθασε,
ἐὰν ὴξερε πως οὶ πλατωνικὲς ίδέες εἶναι μοῖρα καὶ όχι αφηρημένη
Ν )|
ὺπόστασι του οντος. .
Οί φύλακες της Πολιτείας δὲν μιμου̃νται (δθἔιε), ὥστε νὰ παρα
| | Β. Ἄ | \ 3| Η \ Ἱ Ϊ Ι
ενουν στυλο ατε τ ελευθε ια στο αστυ οταν δε εν ανα κ
μ· ι Υ ἶὶ
Η ΕΞΟΡΙΑ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ
Ν Νε:
ΊΖΒ
μιμουνται, χρειάζονται πρότυπα του υψους των και όχι περιτρίμ
ματα, μην τύχη καὶ ξεπέσουν (ἴναμὴ ἐκ τῆςμιμήσεως του εἶναι απολαύ
σωσιν). 'Η μίμησι ταυτίζει μὲ τὸ ησσον (Πολιτείας δθόὀ και θθθει
\ ς Ϊ | 7 | ‹ Η Ἰ | ` |
και ως εκ τουτου απορριπτεται. Ο ανθρωπος οφειλει να φθαση τ
Ο°\×
απόλυτο, νὰ χωρισθῇ από τὸ σῶμα (Φαίὀωνος θόἶοεἰ), ποὺ τὸν ἐμ
| 1! δ Ω \ \ , | \ 9 |
ποδίζει να ἰδῇ καθαρα (ενθ αν. θθίσ) και να αναγνωριση το ιδανικΟ
του. Τὸ έργο αὐτὸ αρμόζει στην καλη μίμησι, της ὁποίας μικτη
φόσις δείχνει ότι δὲν ὑπάρχει θεατὸ χωρὶς άθέατο, νοητὸ χωρες
Έ | \ Ϊ | θ \ Ϊ
απερινόητο, εγκοσμιο χωρις υπερβατικο. Ο πλατωνικος σοφος ει
ναι ἐλεύθερος και κοινωνικός άνθρωπος, ὁ ποιητης τοῦ πόθου γιὰ
\ Ϊ | Ν Ν Ρ| \ Ν | Ϊ Ι
το απολυτο, των μυθικων υμνων και των θεοπνευστων λογων (Φαι
ὁρου Ζθθὀο). Ἐὰν κάθε τι γίνεται ὁτιδηποτε (Ζθίὀο), τότε δεν
έχει νόημα η ὔπαρξι. Ύιπάρχει λοιπὸν κατ, ανάγκην ένα μη περαι
τέρω στην μίμησι, μία ἐσχάτη αληθινη αναφορά. ,Εκτός αληθείας,
η ὁποία δίνει τὸ μέτρο στὰ πράγματα, καὶ η μίμησι ακόμη εἶναι
Ωυ
<
Ϊ Έ Ώ | Η Ώ | | Η 3| \ Η
εφικτη. Η εικονα, οπως ο λογος, κλεινει ενα απειρο που η μιμη
τικη τέχνη αδυνατεῖ νὰ άναλάβη καὶ νὰ ἐκφράσῃ, ἑπειδη άντὶ νὰ
προβάλη την ὀμορφιά, όνομάζει τὸ απόλυτο μὲ όρους τοῦ όντος
(Πολιτείας ἔιθίο και 472ὀ). “Ετσι ὁ Σωκράτης τοῦ Φαίὁρου (237) θὰ
μιληση πρῶτα κουκουλωμένος (ἐνκαλυψάμενος), ὥστε νὰ τελειώνη
σύντομα τὸ λογύδριο και νὰ μην ντροπιαστῇ (ὑπ' αἰσχύνης) στὸν
συνομιλητη του, ἐνῷ άργότερα (2ἔιθ}›) θὰ κάνη την παλινῳδία το
ξεσκέπαστος (γυμνῇ τῇ κεφαλῇ) στὸ φῶς. ”Ως ρητωρ θὰ γίνη θέατρ
Ὁ
Ο
ἑνὸς λόγου που δὲν τὸν αφορα· ακολουθώντας τὸν δαίμονα του θὰ
δώση λόγο καὶ μαζι θὰ δοθῇ. (Ο λόγος του δὲν εἶναι πλέον μέσ
ἐπικοινωνίας οὔτε παρουσία τοῦ παρόντος του, άλλα η θέσι το
ο
ΰ
άλλου μέσα του, η ἔκθεσί του στὸν άλλο. Θα μετατρεπόταν ὡστό
σο η φενάκη σὲ διαφάνεια ἐὰν τὸ όν άντιδροὕσε στην έσωτερικότη
τα; Τὸ φαινόμενο μεταμορφώνεται διότι η αληθεια του τὸ ξεπερνα,
\
διότι εἶναι τόσο τὸ φῶς της, ὥστε τίποτε πλέον δὲν μένει κρυφΟ
ἐδῶ κάτω. ”Η ηδονη της τεχνικης πρακτικης διαφέρει από την
άτυπτη ηδονη του̃ Τιμαίου (θθοό), ἔχει κάτι αβυσσαλέο, δεδομένοΟ
ότι δεν εἶναι δημιουργικη. Οφειλεται ὁπωσδηποτε στην φόσι της
ψυχης καὶ εἶναι αδύνατο νὰ ἐξαλειφθῇ ἑντελῶς, ὁ νου̃ς όμως μπορεί
να την γονιμοποιηση. (Η μίμησι προσφερει άπόλαυσι του̃ ησσονος,
πρᾶγμα τό ὁποῖο ἐν τούτοις δὲν συνεπάγεται ότι αξίζει να καταρ
γηθη _ ὁ Πλάτων τὸ άρνεῖται στην Πολιτεία απερίφραστα, προσθέ
τει μάλιστα ότι η διαλεκτικη, ότι η ἐποπτεία τῶν ίδεῶν ἑξουδετε
ρώνει τὸν κίνδυνο της πρακτικης γνώσεως καὶ έπιτρέπει στὸν άν
θ κ κ Ν η ι Ν ε Ν Ν
ρωπο να την χρησιμοποιῃ, οπως ακριβως η γνωσι της άληθείας
Ί2θ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΊἹΚΗ
ἐπιτρέπει στοὺς άρχοντες τὴς πόλεως νὰ ψεύδωνται άτιμώρητα
(ξ)/ἶἶὀ καὶ 38θὶ›ὀ) καὶ άκαταίσχυντα.
Τὸ ,Αγαθὸ ὡς καλωσύνη εἶναι κοινωνικότης καὶ ὡς ὴδονὴ
εγωισμός. Δὲν εἶναι παράδοξο ὅτι ὁ Πλάτων (Γορνίου όιθἴὼ) άπο
καλεῖ πολιτικὴ τὴν ψυχολογία κι ὅτι πιο κάτω (ὅθίε 5Ο2ὀ) στὸν
ἴδιο, διάλογο θεωρεῖ τὴν ὴδονὴ ἐκτὸς του ,Αγαθοῦ άπαράδεκτη. ι
Πιστεύει πὼς ὴ καθαρότης άποτελεῖ τὸν σκοπὸ τὴς ὺπάρξεως καὶ
ύπ, αὐτὴ τὴν ἔννοια πρωταρχικό του μέλημα εἶναι ὴ ψυχὴ. Έιρ”
όσον ἀρετὴ θὰ πῇ κάθαρσι (Φαίὅωνος θθε), τὸ καλύτερο ποὺ ἔχει νὰ
κάνη ὁ άνθρωπος, άν θέλη νὰ εὐτυχὴση, εἶναι νὰ άσχοληθὴ μὲ τὸν
κόσμο του (οἰκειοιιροηιία). ,Απὸ τὴν ἐποχὴ ποὺ γράφει τὸν Χαρμίὔη, ὁ
Πλάτων ἔχει σαφὴ άντίληψι τού θέματος (ίθίὶσ ὶθδὶ›)Σ οίκειο
πραγία καὶ ἑγωκεντρισμὸς εἶναι διαφορετικά, ἐνῷ (ίθίὀ) ὴ πρᾶξι
καὶ ὴ αύτεπίγνωσι δὲν άντιφάσκουν. Διακρίνει μάλιστα μεταξὺ
πράττειν καὶ ποιεῖν, ταυτίζει δὲ τὸ πρῶτο μὲ τὴν όμορφιὰ καὶ συνδυ
άζει τὸ δεύτερο με τὸ κατασκεύασμα, γιὰ νὰ καταλὴξη βεβαιώνον
τας πὼς ὴ αύθεντικὴ πρᾶξι δημιουργεί άγαθὰ (τὰς τῶν ἀνιιθῶν ποιή
σεων πράξεις, ίθδἀ) καὶ πὼς κάθε άγαθὸ εἶναι ἔργο τού πνεύματος
(ίθδε). Διαγράφεται ὴδη τὸ βαθύτερο νόημα τὴς οίκειοπραγίας
καὶ τὴς σοφίας, ὅπως θὰ ὀλοκληρωθῇ άργότερα στὴν Πολιτεία
(όιδδὶιὀ), ὴ δικαιοσύνη δηλαδὴ καὶ ὴ ἐσωτερικότης. Οἰκειοπραγία
εἶναι ὴ συμφιλίωσι με τον ἑαυτό (φίλον νενόμενον ἑαυτῷ), ὴ ψυχικὴ
άρμονία ποὺ εγγυάται συνειδητὴ καὶ ἐνδιάθετη σχέσι μὲ τὸν άλλο,
σχέσι ὴ ὁποία δὲν καθορίζεται άπὁ κάποια άφῃρημένὴ ¬τὸ ἑκάστῳ
ὀφειλόμενον τὴς λαϊκὴς Θέμιδος κατηγορικὴ προσταγὴ. Ο
Πλάτων, καὶ ὀρθά, δεν καταπολεμζι τὴν αύτοβεβαίωσι, χωρὶς τὴν
ὁποία κάθε ἐπικύρωσι τὴς ύπάρξεως θὰ ὴταν άνἐφικτη μάχεται
τὸν ἐγωισμὸ ποὺ άρνεῖται τὸν ἐγωισμὸ τῶν άλλων, γιὰ νὰ ἐπιβληθὴ
ὡς τύραννος, άδιἐξοδο πάθοςὴ τερατώδηςθέλησι άπορρίψεως παν
τὸς ἐγωισμοῦ. ”Η πλατωνικὴ δικαιοσύνη, ὅπως δείχνουν οἱ λέξεις
ὲνῇ καὶ ὲνόν (Πολιτείας ἔιδδὶσό), στηρίζεται στὴν ψυχικὴ άνοιξι, πη
γάζει ἀπὸ τὸ προσωπικὸ βάθος (εἶς οὔν) του̃ άτόμου (ἔιδδε), ποὺ
συγκροτεῖ ἐν σμικρογραφία τὸ ἄστυ (ἔιδὅο). 'Όταν άντλοὕμε ἀπὸ
μέσα μας, ὁ νόμος περιττεύει (ἔι28ὶ›). (Ο άνθρωπος γίνεται δίκαιος
καὶ διάφανος ἐξερευνώντας τὴν ενδοχώρα του, τὴν ψυχη του. Ζη
τώντας τὸ άγαθὸ καὶ ἐπιμελούμενοι τὴν ψυχὴ πρὸς αὐτὴ τὴν κατεύ
θυνσι ἀσκοῦμε οίκειοπραγία, ὴ δὲ άνιδιοτἑλεια ὁδηγεῖ στὸ ὺπέροχο
(Φαίὅρου 270). Τί διαφορά ἀπὸ τὴν λεγόμενη κοινωνικὴ δικαιοσύνη
τὴς ἐποχῆς μας, ὅπου κυριαρχεί ὴ ὶδεολογία τὴς μοιρασιᾶς, καὶ τί
άνωτερότητα! (Ο νόμος τὴς ζούγκλας, διότι νόμος τὴς ζούγκλας
¦ν·
Η εεονιλ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ
127
αντικειμενικός ὺποκειμενικὸς αδιάφορο εἶναι πάλη τῶν
συμφερόντων, μπορεῖ νὰ καταλύση την ζούγκλα;
Ἐὰν ὺπαγόρευε τὸν νόμο ένα πνευματικό αίτημα καὶ όχι ὺλικη
ἐπιταγη, ὶδανικὸ της παιδείας θὰ ηταν ὁ αύτόνομος άνθρωπος,
σκοπός δὲ της τέχνης η ὰπομάκρυνσι από τὸ φαινόμενο καὶ η ὺπέρ
βασι της χρησιμοθηρίας καὶ της ανάγκης. ὶΗ πλέον μορφοκρατού
μενη καὶ η πλέον αφηρημένη τέχνη έχει ένα πνευματικὸ προορισμό
Ν Ν |
.Ϊ
ποὺ την ξεπερνα κάθε πραξι, καθε όντότητα δεν ειναι τίποτε
χωρὶς τὸ νόημα η την ὶδέα ποὺ την καταξιώνει, είς τρόπον ὥστε
η σκόπευσι νὰ συνδυάζη πάντοτε απὸ την φύσι της τὸ ωφέλιμο μὲ
\ Ἄ | ( | Ϊ |
το ευχαριστο. Η σκοπευσι τουτη εἶναι η μιμησι καὶ η δύναμί της
Ι (
|
τὸ κάλλος ποὺ φανερωνει. Η μίμησι, λέει ὁ Πλάτων (Πολιτειος
θθίὺ), γοητεύει αφάνταστα (μεγάλη κήλησις), αλλὰ ποιὰ εἶναι η
προέλευσι αὐτῆς της γοητείας, σε τί ὀφείλεται; Θὰ μπορούσαμε νὰ
διαβάσωμε την δίκη των ποιητῶν ὡς διαμάχη γιὰ την καταγωγη
του ὡραίου, καταγωγη την ὁποία νωρὶς ὁ Πλάτων διέστειλε ( Ἱππί
ου Μείζονος Ζθθε δθέιειι) από τὶς ακουστικὲς όπτικὲς απολαύσεις
(τὸ δι' ἀκοη̃ς τε καὶ ὅιμεως ἠὅὐ), διότι ἐν τοιαύτη περιπτώσει, ἐὰν μία
έκ τῶν δύο αὶσθησεων δημιουργούσε τὸ ὡραῖο, η αλλη ἐκ τῶν
πραγμάτων έπρεπε νὰ αποκλείεται. Οἱ αὶσθησεις, ὡς πηγη του̃
ὼραίου, ακυρώνονται αμοιβαῖα, γιὰ νὰ μην πῶ ότι ακυρώνουν ἐπί
σης κάθε ἔργο ὡραῖο έξ αἰτίας της σημασίας του, κάθε πρᾶξι
Ν .
.
ὡραία. (Η όμορφιὰ των αισθησεων, είτε περὶ θεάματος πρόκειται
εἴτε περὶ ακροάματος, εἶναι κατ” ανάγκην ἐνἐργημα ούσίας κοινης
~ .Υ 7 ~ 3 Σ 2 # Ρ Ά \ ?| 9 Ι #9 Ν· Π αν
(τῃ ουσια̨ τῃιεπ αμφοτεριι επομενη) και οχι ουσιας της μιας εκ των δύο
(τῇ δὲ κατὰ τὰ ἔτερα ἀπολειπομένη μή). Αύτη η οὐσία όμως ειναι τὸ
”Αγαθό, η ανυπόθετη αρχη έπέκεινα του̃ όντος, διότι δεχόμενοι ὡς
Ἐ Ν Ϊ Ν !| \ .Ν 7 Ν θ { Ν
ωραιο την ηδονη της οψεως και της ακοης, οι οποιες προσφέρουν
τὶς καθαρότερες (α̃σινέστατοι) καὶ υψηλότερες (βέλτιστοιι) απολαύ
σεις, δεχόμαστε ὡς ὀμορφιὰ την ηδονη ποὺ ὡφελεῖ (ἡδονὴν ω̃φέλι
μον) καὶ αντιστοιχει στὸ φῶς τοῦ ηλίου. Ποὺ σημαίνει ότι ω̃φέλιμον
Ύ. ? Ἑ | Ν , Ν Η ~ 5 1 Ρ
ειναι η αιτια του αγαθου (το ποιοον τανοιθον) κι ότι ὁ δημιουργός καὶ
τὸ ἔργο του`διαφέρουν. “Αρα τὸ φαινόμενο ἔχει μιὰ γοητείακαὶ μιὰ
,
.Ν , | ,
ο ο ια που δεν του αν κουν αλλὰ π οέ ονται από τὶν ετο ί
φ η ·› Ρ Ρχ
γὶ μ χη
του στό εἶδος, απὸ τὸγγεγονὸς ότι ὺπαρχει ὡς συγκεκριμένη μορφη.
{ | { { |
Η τεχνη υφισταται επειδη η πραγματικοτης δεν εἶναι έπαρκης καὶ
η ὀμορφιὰ συνιστά την πραγματικότητα μιᾶς πληρότητος ποὺ δεν
εἶναι σαρκώδης. 'Όταν λοιπὸν ανάγωμε τὸ κάλλος σὲ έργο της
όψεως, διπλασιάζομε τὸ όν καὶ τὸ περνου̃με σὰν θέαμα στην ἱστο
ρία του̃ κόσμου. 'Η πρᾶξι δὲν εἶναι πιὰ δρα̃μα, χάνει τὸ βαρος της
ι
ἸΖ8 ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗἹἹΚΗ
καὶ γίνεται θεατρικὴ, με επακόλουθο να χωρισθῇ τό αγαθό από τὴν
απόλαυσι. ”Η όψις, θα προσθέση ὁ Πλάτων αργότερα (Πολιτείας
θθ2οεἰ), ἔχει τό κακό ότι σπέρνει στὴν ψυχὴ ζιζάνια, παρουσιάζον
τας ὡς γεγονός τὴν ὁποιαδὴποτε φαντασμαγορία, ποὺ αντὶ να τὴν
αφυπνίζη τὴν πνίγει. ”Ο χωρισμός τηςὴδονὴς καὶ τοῦ ἀγαθοῦ γεμί
ζει τὴν ψυχὴ με χάος, τό φαινόμενο ὑποκαθίσταται στὸ όν καὶ τό
ὡραῖο γίνεται ίδιότης.
(Η καλὴ μίμησι ζητεί τὴν ψυχὴ τῶν πραγματων. Τό φαινόμενο
εἶναι ανθρώπινο έργο, όποταγμένο ἐξ αρχης είς τό νόημα. ”Οσο δεν
ὑποδύεται τὴν πραγματικότητα, όσο αποδίδει τὴν οὐσία του̃ όντος,
τό φαινόμενο έχει μια νόμιμη θέσι στὴν πόλι. Αὐτό τό επιτυγχάνει
ὡς μόρφωσι, ένσαρκώνοντας δηλαδὴ τὶς ἰδέες δημιουργώντας
ὑπαρξεις μὲ προσδιορισμό τό απόλυτο. Τό βαθύτερο νόημα τὴς
φαντασίας εἶναι μόρφωσι του̃ αμόρφου, μα αλλα λόγια καλὴ
μίμησι. Πιστεύω ότι ό Πλάτων σκέφθηκε πολὺ προτοό ἐπιλέξη τα
παραδείγματα της ακοὴς καὶ της όψεως για να φωτίση τό ὡραῖο:ὴ
ακοὴ καὶ ὴ όψις ἐπειδὴ προσλαμβάνουν διαθέτουν μορφοπλαστικὴ
δύναμι, οότως ὥστε στό απείκασμα να χαόρώμαστε ό,τι δημιουργι
κό καὶ ανθρώπινο, ποτὲ τό δανειο στοιχεῖο. Η είκόνα, ὡς δημιούρ
γημα, μεσολαβεῖ μεταξὺ τοῦ όντος καὶ της περισσείας του, ὑπό
αὐτὴ δὲ τὴν ἔννοια η όμορφια εἶναι ό μόνος τρόπος να λάμψη
απόλυτο μέσα στόν κόσμο. Για τοῦτο ὴ ποίησι δὲν έχει σκοπό να
προσφέρη απλῶς τὴν γοητεία καὶ τὴν απόλαυσι της μορφὴς οἱ
όποῖες περιορίζουν, αλλα κυρίως να όδηγὴση τόν ανθρωπο αποφα
σιστικα πέρα του̃ πάθους. Έφί όσον τό ποιητικό ἔργο, κάθε δημι
ουργικὴ πρα̃ξι έν γένει, αποτελεί αὐτοσκοπό, δεν έχει θέσι στὴν
πλατωνικὴ κοινωνία, που μὲ τὴν λαχτάρα τοῦ αλλιῶς_ ιδου τό
νόημα της έξορίας τῶν ποιητῶν καὶ τῶν μιμητῶν τὴςΠολιτείας. (Η
αληθινὴ ποιητικὴ πρᾶξι πληρώνει τόσο απόλυτα τὴν όπαρξι, ὥστε
ὴ θέα, ὴ θεωρία, ξεπερνα τόν ἑαυτό της καὶ γίνεται έρωτας. 'Ο
Πλάτων πρῶτος συνέλαβε, κι αὐτό θα παραμείνη στοὺς αίῶνες
κατακτησι ανεκτίμητη για τὴν ανθρωπότητα, ότι ὴ ψυχικὴ ανοιξι
ὐπερέχει του̃ λόγου, αλλα έκτός συνειδησεως εἶναι ανέφικτη διότι
ακριβῶς ὴ συνείδησι τοῦ απολύτου ὑψώνει τόν ανθρωπο σε ατομο
χωρὶς να τόν συντρίψη, αὐτὴ του̃ επιτρέπει να διαχωρίζη τόν έγωι
σμό από τὴν αξιοπρέπεια του. Σκοπός δεν εἶναι να έλευθερωθῇ τό
θηρίο στό ανθρωπο, εἶναι αὐτός να ἐλευθερωθῇ από τό θηρίο, να
βρὴ τό δικό του πρόσωπο. Τί θὰ ὀνομαζαμε απώλεια προσώπου αν
μὴ τὴν συμμόρφωσι μὲ τό ξέφρενο παθος καὶ τὴν τυφλὴ αναγκαιό
τητα; <Η πλατωνικὴ παιδεία θέλει να φέρη στὴν μοῖρα της όλης μια
<·|
σοκ
Η ΕΞΟΡΙΑ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ ἸΖΘ
ἐλευθε ία νὰ τ δώ τε ὰ καὶ νὰ τὰν κάν νὰ πετάξ σὰν ψυ ὰ
Ρ › ηἑ σῃ Ψ Ρ *Ι Ἡ Ὁ Χη
\ Ἱ | θ Ι Η \ $| Ν , Ϊ
που ενθουσιαζεται. Η Πολιτεια φιλοτεχνει την ανοιξι του ανθρω
που στοὺς ἄλλους, ὸίνοιξι η ὁποία ὑφίσταται κι ἑκδηλώνεται ὡς
δικαιοσύνη. Καὶ τί μαγεία, τί θαυ̃μα ὑπέροχο καὶ ἀναπἀντεχο! Στὸ
φῶς της δικαιοσύνης η ἐξορία τῶν ποιητών γίνεται θερμη δεξίωσι,
ἐνῷ η τέχνη την ἴδια στιγμη μπαίνει γιὰ πάντα στην πόλι. Καὶ
πράγματι, καθαίροντας τὰ πάθη ἀπὸ την ὕβρι γιὰνὰ τὰ προσαρμό
~ , ` \ \ \
σουμε στὸν νου, συνδἑομε τὸ αισθητο με το πνευματικο καὶ ἀναγνω
ρίξομε ρητῶς τὸν μικτὸ χαρακτηρα του̃ ἀγαθοῦ σὲ τοῦτο τὸν κό
Ρ| θὶ | , Ϊ , | Ω Φ|λ Ε, Ϊ { Ον {
σμο, οπως α κανη ανοιχτα αργοτερα ο ι ηβος. ις το εξης ο
Πλάτων θὰ μπορῇ νὰ δηλώνῃ (θ2ειἰ), ὅτι χωρίς την μαντεία καὶ
την μίμησι, χωρὶς την τέχνη ἐν γένει (καὶ μουσικήν... στοχάσεώς τε καὶ
Ώ Η Ϊ ' ` ,Ι Ο ~ Ο Ά
μιμηοεως μεστην οῦοαν), ο βιος θα ηταν ἀβίωτος (ειπερ γε ημων ο βιος
ἕοται καὶ ὁπωσουν ποτε βίος), και νὰ κρατῇ τὸν λόγο του.
9 Φιλοσοφία πωητική
Ὁ
(Η καλἡ ψυχὴ καὶ τὸ ἄλλο της
'Υπόμνημα στὸν Φαῖὀρο του̃ Πλάτωνος
|
ίΑδικία γιὰ τὴν πλατωνικὴ δικαιοσύνη εἶναι τὸ ἑσώψυχο κακό.
Αὐτὸ τὸ κακὸ ἔχει ριζικὴ διαφορὰ με τὸ τραγικό παρελθόν του, τὴν
τιμωρία δηλαδὴ της ὔβρεως ἀπὸ τους ώργισμένους θεούς. Το τρα
γικὸ εκφράζει τὴν σύγκρουσι τυφλης μοίρας καὶ ἐλευθερίας· προει
δοποιεῖ τον άνθρωπο ὅτι μὲ τὶςπράξειςτου ξυπνά τὶςπιο ἐπίφοβες
καὶἐ θ ικὲ δυνά ει του̃ ὅντο ὅτι ς θετικότ τά του εἶναι άπα Ϊ
τηλὴ, προειδοποίησι βεβαίως μὲ αίωνία ίσχύ, άνίκανη ὅμως νὰ
καταπολεμηση τὸν κίνδυνο τὸν ὁποῖο ἐπισημαίνει. ὶΟ τραγικός
όίνθ ωπο εἶναι καταδικασ ένο στὶν αὶσ ύλειο σο ία του πάθου
Ρ φ ς
(τω̨̃ πάθει μάθος, Ἀναμέμνονος στ. ί77), που δὲν θὰ του χαρίση ποτὲ
πρόσωπο. ”Η σοφία του ἐλἑου καὶ του φόβου μένει στὰ ὅρια του
πάθους, γιὰνὰ μὴν πῶ ὅτι ὁδηγεῖ ὰπλῶς στὴν μετριοπάθεια (μέτρον
` α̃λ ›: Θ, 3 θ ( | ἕ | Ἱ | λῖ
το βε τιστυν, εν αν. στ. , η οποια υποκυπτει στις βιαιες, π ην
δημιουργικὲς δυνάμεις τὴς τραγικὴς υπάρξεως. .Η διαφορα τραγι
κοϋ καὶ πλατωνικού κακού εἶναι επομένως πολύ πιὸ βαθειὰ άπ, ὅ,τι
αίνεται· ίσκεται σα ῶ πέ α οὶασδίποτε συν 'θου διαστάσεω
Ί
καὶ καθὼς ανατρέπει ὡρισμένο τρόπο ζωης, άναγγέλλει συγχρόνως
7 Έ , 04 οω
τὴν έλευσι ενὸς νέου κόσμου. Αναγνωρίζοντας αὶτία του κακου
τους θεοὺς καὶ άναζητώντας στὴν ἀνθρώπινη ὕβρι τὸν λόγο της
Π .Ν Ϊ Η 9 | ) Κ
οργης των, σημαινει οτι εκ προοιμιου αποκλείομε οιονδήποτε πα
ράγοντα ἐλευθερώσεως του̃ προσώπου στους κόλπους της ἀρχαϊκης
| Ϊ , Χ Π | 9 Ρ
κοινωνιας· σημαινει επίσης κατ αντιστροφη έννοια, ότι ὴ ἐλευθερία
ἔναντι της κοινότητος καὶ τοῦ όντος προϋποθέτει κοινωνικό καὶ
αύτόνομο άτομο, ἐλλείψει του ὁποίου ὴ ὁλοσχερὴς καταστροφὴ τοῦ
κι |
συνόλου καὶ του προσώπου γινεται αναπόφευκτη. .Ο Πλάτων ἐπι
χειρεῖ ἀκριβῶς νὰ λυτρώση τὸν άνθρωπο ἀπὸ τὸ στοιχεῖο του̃ πά
θους, καὶ τουτο ὁδηγεῖ ἀσφαλῶς σὲ θρησκεία χωρὶς φθονεροὺς καὶ
κακούς θεούς, σὲ άλλη κατανόησι του ἀνθρώπου, σὲ θεολογία καὶ
, Θ | Ϊ ` \ Θ | Ν Έ Ϊ \ Ν .
αν ρωπολογια ξενες προς τις εογονιες του Ομηρου και του Ησι
Ἡκαλὴ ψυχὴ καὶ τὸ ἄλλο της, όπως καὶ Ἡμουσικὴ τοῦ Ἡρακλείτου, ηταν θέμα
τῶν πανεπιστημιακών μου παραδόσεων στὸ Παρίσι (Βενσἑν) τὸ ἔτος ί973 ίίῃὀ,
δημοσιεύθηκε δὲ στὸ περιοδικο Πότε (τ. 8/ίθβθ). Μεταφράζω γιὰ τὴν ἑλληνικὴ
ἔκδοσι ΠΘ78) ἀπὸ τὸ γαλλικὸ πρωτότυπο καὶ σημειώνω ὅτι «ὑπομνὴματα» ώνό
μαζαν οἱ ,Αρχαίοι τὰ ἑρμηνευτικὰ σχόλια, ύπονοου̃σαν δὲ ἔνα λόγο, ποὺ κρατεί τὸ
πνεῦμα τοῦ άναγνώστου σὲ ἐγρὴγορσι.
134 ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ Πο1Ητ1κΗ
όδου. Στην περιπέτεια αύτη δὲν θὰ βρεθῇ μόνος:
δόσεις καὶ οἱ προσωκρατικοὶ στοχασταὶ του προσφερ
ο
...
ιος
το
Θ
ικὲς παρα
ουν γενναιό
δωρα βοήθεια, ἀλλὰ ή προσπάθεια ἔχει τέτοιο μέγεθος, ὥστε η
συνδρομή τους νὰ παραμένη ὰπλὁ προηγούμενο του ποιητικού του
ἐγχειρήματος, έγχειρήματος του̃ ὁποίου η θεωρία της ψυχης ἀπο
τελεῖ στιγμη μεγάλη.
(Ο κοινωνικὁς καὶ ελεύθερος ἄνθρωπος είναι ἰδεῶδες τὁ ὁποῖο
θ` Ν ,δ| \ Θ". ἕλλ Ϊ Δ\ Ό |ζ
α μπορουσε α ιστακτα να χαρακτηρισ η ε ηνικο. εν ισχυρι ο
{ Έ \ Υ
μαι πὼς ο ελληνικος πολιτισμὁς έτεινε ὡς σύνολο πρὸς αύτη την
κατεύθυνσι, ἀλλὰ ότι ἑμπνευσταί, ότι παράγοντες τούτου του̃ ἰδεώ
δους, ποὺ μέχρι σήμερα διεκδικούμε ἀλλὰ δὲν πλησιάζομε, υπήρξαν
οί φιλόσοφοι, κυρίως ὁ Πλάτων, ὁ ὁποῖος, σὰν φτασμένος τεχνίτης,
` Υ/ , Ἄ | | \
το εθεσε εις ενεργειαν, κατωρθωσε δε νὰ έπηρεάσῃ τὸ ἑλληνικὸ
.. ι . Ν . ε
πνευμα καὶ δι αυτου την υφήλιο και νὰ του προμηθεύση τὰ
ἀπαραίτητα μέσα γιὰ νὰγσυνεχίση. Με τὸν Πλάτωνα ἀρχίζει ή
, Ϊ | αν
ἀνήκουστη αναστάτωσι, που οί επομενοι αίωνες ἀκόμη περαίνουν.
Τὸ ἔ ο του *ταν ὁ σπε ατικὀς, ὁ ὲνὀιάθετο λό ο , ὁ ὁποῖο ὲ τὸν
7 ς έ μ
: ν ε _ ε
χριστιανισμὁ γινεται λογος προφορικος καὶ κάνει όντως εφικτή την
ένωσι της ἀνθρωπίνης θελήσεως μὲ την θεία. Οἱ περιπέτειες της
διαδρομής του̃ ἀνθρώπου πρὁς τὸ ίδεὥδες αὐτὸ είναι πασίγνωστες,
συχνὰ δὲ καταθλιπτικές, δεν ἔχομε πάντως άλλη διέξοδο: κίνδυνος
Ν | Κ κι
της έλευθεριας είναι η ἐλευθερία, ένῳ ή τυραννία ύπερισχύει ἐκμε
ταλλευομένη τὁν φόβο του χάους καὶ της διαλύσεως, που ἀπεργά
θ Ν
ζεται η άναρχουμένη αύ αιρεσία ὑπὸ τὸ πρόσχημα του ἀπολύτου
αύτοκαθορισμοϋ, γεννιέται ὅταν δὲν ψάχνουμε τους λόγους της
υπάρξεως μέσα μας, ἀλλὰ σὲ ὡρισμένη συνθήκη καὶ τάξι, η ὁποία
προσφέρει βεβαίως ἀσφάλεια, εἶναι ὅμως καταπιεστικη καί σκοτώ
δης.
'Αλλά η ἐλευθερία, καὶ ἐννοὥ τὁ καθεστως της δημιουργικότη
τος, όπου ίδέα της έτερονομίας ἔχει δευτερεύουσα σημασία, ή
,λ Θ | λ ` δ|ζ ` \ Ϊ | λ| Ἱ \ Ἰθ
ε ευ ερια οιπον συμβα ι ει με την ψυχη τι εω, με την α ανα
σία, που της δίνει αύτοκυριαρχία καὶ αύτάρκεια, τὸ ἀνεκτίμητο
δωρο του Πλάτωνος στὸν δυτικὁ πολιτισμό, ὁ ὁποῖος στηρίζεται
στην ύπερτάτη ἀξία τοῦ προσώπου. Σήμερα που ή ἐπιστήμη της
ψυχής ἀγγίζει βάθη ἀμέτρητα, θὰ ήταν παρακινδυνευμένο νὰ πλη
σιάση κανεὶς την πλατωνική ψυχολογία μὲ προθέσεις διάφορες του
{ Ν Ϊ , | Ιά \ , | Η Ω |
ιστορικού. Πιστευω εν τουτοις οτι δεν εἶναι αδυνατο, οτι ο κοπος
δ\ | Χ | | Π | ! | Η \ Ἱ
εν προκειται να παη χαμενος, αφου τοσο η ψυχολογια οσο και η
Ϊ Ϊ | \ | | ` Ψ \
ψυχαναλυσι αναγνωριζουν στο προσωπο του Πλατωνος τον ιδρυτη
καὶ νόμιμό τους πατέρα. ςθ μόνος τρόπος άλλωστε νὰ ἐμβαθύνωμε
Η ΚΑΛΗ ΨΥΧΗ ΚΑΙ ἹὉ ΑΛΛΟ ΤΗΣ ίδὕ
στὴν σύγχρονη ψυχολογία, ὥστε νὰ ξαναβρῇ τὸ νόημα πουιἔχασε
κ κ ο ς | τ ν Ν ` $ # ##
κατα την εργαλειοποιησι της, ειναι να στραφουμε στην αρχη, οπου
καὶ φυλάγεται τὸ μυστικὸ του̃ προορισμου̃ της. Οἱ ἐπιστῆμεςχωρὶς
λόγο υπάρξεως δὲν ἀποτελου̃ν ἐπιστῆμες, τόνισε ὁ Πλάτων στὴν
, ο ι ι ν
Πολιτεια (ὅδδὶοο), καὶ οὶ φιλόσοφοι το επαναλαμβανουν κατα κορον
δικαίως. Θα μελετήσω λοιπὸν στὰ επόμενα τὴν πλατωνικὴ ψυχο
λογία, γνωρίζοντας ότι τὸ μυστικὸ τῶν μεγάλων συλλὴψεων δὲν
παραδίδεται ποτὲ ἐξ ὁλοκληρου στὸν ἀναγνώστη, ἔστω κι άν πρό
, ι › 4 ον ε ι ν
κειται γιὰ τὸν άριστο, γνωρίζοντας όμως επισης, οτι η ιστορια
εἶναι πλοκὶ ἐπὶ έ ου ἀποκαλύ εων ἑνὸ άπολύτου υστικοὔ.
γὶ Ρ· Ρ .
,Εξετάζω τὸν ὕθο του Φαίὅ ου καὶ ίδιαιτἐ ω τὰ πε ί α ω ία
Ρ· Ρ Ρ ἔ Ρ φημ χ Ρ
ο¬ο κι Ρ
περὶ άθανασίας καὶ εὶκόνος της ψυχης (2ἔιἶ›‹:ὅ Ζἔιθθθ), χωρια
κρίσιμα γιὰ νὰ κατανοὴσωμε τὴν πλατωνικὴ σκέψι, ὶκανὰ νὰ προσ
Π \ \ \
φέρουν τροφὴ ἐπ” άπειρον στον πιο ἀπαιτητικο καὶ τὸν πιο πλούσιο
στο ασ ὸ ἑνὸ ἑπα κού καὶ συ όνου άνα νώστου.
Ρ·
ὶί) μυ̃θος του̃ Φαίὁρου βρίσκεται στὸν δεύτερο λόγο τοῦ Σωκράτη,
Ἱ \
που άρχίζει (2ἴ±4) με άναφορα στὴν θεία μανία καὶ σκοπεύει νὰ
Ρ Ρ ` Ρ Ϊ Λ ἙΟ Σ | )| ,Ϊ | ` \
αποδειξη την ωφελεια της. ωκρατης εχει ηδη μιλησει για τις
τρει̃ς πρῶτες μορφες της μανίας ἐν συντομία _ τὴν μαντικη (μαντι
κὴ /μανικἠ), τὴν μυητικὴ ἔκστασι τῶν καθαρτικῶν τελετῶν (μανία
ὲ ενο έν καὶ π ο τεύσασα... καθα ῶν τε καὶ τελετῶν τυ οῦσα καὶ ίά
τὴν ποιητικὴ μανία (ἀπὸ Μαυσῶν κατοκωχή τε καὶ μανία) , ὅταν,
ἀντὶ νὰ περάση άμέσως στὴν τέταρτη, τὴν ἐρωτικὴ μανία, ἀνοίγει
μιὰ μεγάλη παρἐνθεσι (24ἶ›ὶ:› Ζἔιθἀ) καὶ ἐκθέτει τὰπερὶ ψυχης. .Ο
Ι Ϊ 'Ϊ | Ρ Ν \
Πλατων, καθως ειναι γνωστο, αδιαφορει για τὶς γεωμετρικὲς συν
θέσεις, δεχόμενος άποκλειστικὰ τὴν μουσικὴ αρμονία, ποὺ ὶδιάζει
στὴν ζὴτησι της αληθείας. ”Ο ποιητικὸς οἶστρος παίρνει τὴν μορφὴ
Ρ υ¬σ Ο
ἀψὴφιστα. Με τὴν παρἐνθεσι αυτὴ κλείνει εντελως φυσικὰ ό,τι
αφορά στὸν εύεργετικὸ χαρακτηρα της θείαςκατοχης καὶ περνοὕμε
στὴν τετάρτη μανία: ὡς θεία καὶ επομένως κατ” ούσίαν ἀγαθὴ, ὴ
\ Ν \
Ο Ά
ἐρωτικὴ μανία δεν μπορει να συνδυάζεται μὲ πλεονεκτήματα (ωφε
λεια) του ἐραστου̃ του̃ ἐρωμένου, διότι ἀποβλέπει στὴν ὑψίστη
εύτυχία τους (ἐπ' ευ̃τυχἰα τῇμενίστῃ). Τὸ ὁποῖον σημαίνει πὼς ὁ ἔρως
δὶ | \ | | Χ Ρ | Ν Ώ |
εν περιοριζεται κατα κανενα τροπο στην απολαυσι των αισθησεων
\ \ Ρ Ἱ 9 | Ν Ρ | \ \ Ρ
και πως σκοπευει την εξυψωσι των ερωτευμενων. Για να γινη
ὡστόσο δεκτό τοῦτο τὸ ίδεῶδες, για νὰ ἐπικρατηση ὁ καθάρσιος
ἔρωτας είς βάρος του γενετησίου ὰπλῶς φυσικού, χρειάζεται
Ν κι "Α Ψ ` ϊ { Ω / Ν | . δ`
γνωσι της ψυχης. υχη ε ναι η εστια της μανιας , η ε κατα
νό σι του ἔ ωτος π οϋποθἐτει εἴδ σι τ”ς ούσίας τ ς. ,Αλλά ὁ δε Υὶ Ρ Ρ η η γὶ
ίδθ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ
μ Ν Ν
σμὁς μεταξὺ φύσεως του̃ ερωτος καὶ φύσεως της ψυχης πρέπει νὰ
δειχθῇ καὶ ὁ Πλάτων δὲν θὰ διστάση νὰ τὸ πράξῃ. .Η ἀπόδειξι θὰ
είναι μυθικὴ καὶ λογικὴ, ὥστε νὰ ἀγγίξη τὸν ἀναγνώστη του καὶ νὰ
τὸν πείση συγχρόνως· λογικὴ κατ, ἀρχὴν καὶ ελεύθερα ἀναπλασμέ
νη κατόπιν, όπου βλέπει κανεὶς καθαρά, τὴν θρησκευτικὴ καὶ ἐσχα
τολογικὴ σημασία ποὺ τὴς ἀποδίδει.
,Αφετηρία τὴς πλατωνικὴς ἀποδείξεως (ἀρχὴ ἀπσὁείξεως, Ζἔὥοό)
είναι ὴ ἀθανασία τὴς ψυχῆς. Πρόκειται όντως γιὰ ἀπόδειξι ὑπὸ τὴν
αυστηρότερη ἔννοια του̃ όρου, τὴν ὁποία καὶ μεταφράζω ὡς ἑξὴς:
Πᾶσα φυχὴ εἶναι ἀθάνατη. Διότι τὸ αυτοκίνητο είναι ἀθάνα
το· ἐνῶ ἐκεῖνο που κινεῖ καὶ κινεῖται ἀπὸ ἄλλο, όταν παύη ὴ
κίνησι, παύει νὰ ζῇ. Μόνο λοιπὸν ό,τι κινεῖται ἀφ, ἑαυτοῦ,
ἐπειδὴ είναι ὁ ἑαυτός του, κινείται ἀδιάκοπα, ἀποτελεῖ δὲ γιὰ
τὰ ἄλλα κινούμενα πηγὴ καὶ ἀρχὴ τῆς κινὴσεως. 'Η ἀρχὴ
ομως είναι αγέννητη° γιατὶ κάθε τι που γεννιέται ἔχει κατ,
ἀνάγκην προἑλευσι, όχι όμως καὶ ὴ ἀρχὴ· ἐὰν ὴ ἀρχὴ εἶχε
προἑλευσι, δὲν θὰ ύπῆρχε ἀρχὴ. Έπειδὴ λοιπόν είναι ἀγέννη
τη, πρέπει νὰ εἶναι καὶ ἀδιάφθορη· διότι ὰν ἐκλείψη βεβαίως ὴ
ἀρχὴ, οὔτε πρόκειται κάτι νὰ τὴν γεννὴση, οὔτε αὐτὴ νὰ γεν
νὴσῃ ὁτιδὴποτε, ἀφοῦ τὰ πάντα χρειάζονται ἀρχὴ. ίΑρχὴ τὴς
κινὴσεως εἶναι συνεπῶς αὐτὸ που κινεῖ τὸν ἑαυτό του· καὶ
τοῦτο δεν μπορεῖ νὰ χαθῇ οὔτε νὰ γεννηθῇ, χωρὶς ό κόσμος καὶ
ὴ ζωὴ νὰ καταρρεύσουν καὶ όλα νὰ μείνουν ἀσάλευτα, μὴ
ἔχοντας τρόπο κινὴσεως γιὰ νὰ ὑπάρξουν ἐκνέου. Ἄιλλὰ όταν
ἀθάνατο ἀποδεικνύεται ἐκεῖνο ποὺ κινεῖ τὸν ἑαυτό του, μπο
ρου̃με νὰ πουμε ἀνεπιφύλακτα ότι αὐτὴ είναι οὐσία καὶ ὁ
ὁρισμὸς τὴς ψυχῆς. Διότι κάθε σῶμα ἔξωθεν κινούμενο είναι
άψυχα ἔμψυχο, όποιο κινεῖται αυτοδύναμα ἀπὸ μέσα του, ἐφ,
όσον ἔτσι είναι ὴ φύσι τὴς ψυχῆς. Ἐν τοιαύτη όμωςπεριπτώ
σει, ἐὰν μόνο αὐτὸ τὸ ὁποῖο κινεῖ τὸν ἑαυτό του είναι ψυχὴ,
τότε κατ, ἀνάγκην ὴ ψυχὴ θὰ εἶναι ἀγέννητη καὶ ἀθάνατη.
(Η ἀπόδειξι ἀκολουθεῖ τρία στάδια: τὸ πρῶτο (‹‹Διότι τὸ αυτο
κίνητο... ἀρχὴ τῆς κινὴσεως››), ὡς μείζων πρότασις, είσάγει σαφὴ
διάκρισι μεταξυ αὐτοκινὴτων καὶ ἑτεροκινὴτων, διάκρισι στὴν
ὁποία ἀνάγει τὴν εἰδοποιὸ διαφορὰ θνητῶν καὶ ἀθανάτων. Γιὰ τὰ
πρῶτα τὸ τέλος τὴς κινὴσεως συνεπάγεται λὴξι τὴς ὑπάρξεως· τὰ
δεύτερα, ὡς ἀρχὴ τὴς δικὴς των κινὴσεως, ἀθανατίζονται. ,Από τὰ
ἀνωτἑρω προκύπτει δεύτερο στάδιο τώρα (ι‹ὶΗ ἀρχὴ όμως εἶναι
ἀγέννητη... γιὰ νὰ υπάρξουν ἐκ νέου››), ότι τὸ αύτοκίνητο είναι
Η ΚΑΛΗ ΨΥΧΗ ΚΑΙ ἹὉ ΑΛΛΟ ΤΗΣ Ι37
› σ ι ο ω ε ο σ ε | 5 σε δι ι 8 ω
αγεννητο και αποτελει ως εκ τουτου αρχη, εκεινο δηλα η στο οποιο
τὰ πράγματα όφείλουν την ύπαρξί των. Που σημαίνει ότι τὸ αγέν
` 'Ι ἕ | .Ψ , Β· \
νητο είναι αναπόδραστα αφθαρτο και οτι η καταλυσι της αρχης θα
ἰσοδυναμου̃σε μὲ τέλος τῶν πάντων, ἐφ, όσον η πηγη της υπάρξεως
ἐξέλιπε. .Η αναφορὰ τῶν προηγουμένων προτάσεων στην οὐσία
σε. Ν Ν· \ Ϊ | Ν , δ | ,Α \ ”
της ψυχης, συνιστα το τριτο σταδιο της απο ειξεως (‹‹ λλα οταν
αθάνατο αποδεικνύεται ἐκεῖνο που κινεῖ τὸν ἑαυτό του... η ψυχη θὰ
είναι αγέννητη καὶ αθάνατη››): ὡς αὐτοκίνητη, αγέννητη καὶ άφθαρ
τη, η ψυχη είναι αθάνατη.
,Αξίζει νὰ παρακολουθησωμε
απο κοντα την αὐστηρη αύτη
συλλογιστικη. 'Όχι γιὰ νὰ ἐπαληθεύσωμε την απόδειξι, αλλὰ για
νὰ εἱσχωρησωμε στην πιὸ μυστικη της σημασία. Ἑνδιαφέρει συνε
πῶς νὰ θυμηθούμε ἐν προκειμένῳ, μὲ ποιὸν τρόπο ὁ Σωκράτης
παρουσιάζει (2ΖιθΒο) τὸ θέμα της ψυχης ὡς απάντησι στὸ ‹‹θεωρη
τικὸ φόβητρο» τοῦ Λυσίου, ὅπου η φιλία του ἐχέφρονος κρίνεται
προτιμότερη απο ἑνὸς παθιασμένου. ,Ακολουθώνταςτην αποψι του̃
! | | Η Η Η Ἱ 'Γ \ Ι! Ν Ώ κι
ρητορος, δεχομαστε οτι ο ερως δεν ειναι προς ωφελος του εραστου
καὶ του ἐρωμένου· στην αντίθετη περίπτωσι πρέπει νὰ αποδείξου
ε (ἀποὀεικτέον) ότι ” ἐ ωτικὰ ανία είναι θεῖο δῶ ο σταλ ένο
9
προς ὑψίστη εύτυχία των έραστων. .Αλλα μία απόδειξι του̃ εἴδους
αὐτοῦ δὲν μπορεί νὰ ἰσχύη κατὰ πάντων: ἐὰν πείθῃ τους σοφους
_ Ά Ἡ Ι \ !| \
(σοφοις πιστη), δεν συμβαινει το ιδιο και
τι:
.,„,„
·¬ι
.9·
κ
ριτικὰ πνεύματα
(ὁεινσῖς ἄπιστος). Γι' αὐτό, θὰ προσθέση, εφ όσον ένδιαφέρει νὰ
αποφύγωμε τους σκοπέλους της, χρειάζεται ὀρθη αντίληψι περὶ της
φύσεως της ψυχῆς (ψυχῆς φύσεως πέρι), ἐξετάζονταςτὰ πάθη καὶ τὰ
ἐνεργηματά της (ῖὁόντα πάθη τε καὶ ἔργα)
,Βαν ὁ λόγος του̃ Λυσίου, μὲ τον ὁποῖο βρισκόμεθα αντιμέτω
ποι ἐξ αρχης του̃ διαλόγου, είναι τὸ φόβητρο που θὰ πρέπη νὰ
αψηφίσωμε, στὰ ιικριτικὰ πνεύματα» εύκολα αναγνωρίζει κανεις
τους σοφιστάς, που απαιτουν λογικὲς αποδείξεις γιὰ ό,τι σχετικὸ
μὲ θεούς, ἐνῷ οἱ «σοφοί», ἀνοιχτοὶ στην ηθικη προσπέλασι τῶν
θείων (23θό), αποκρούουν κάθε παρόμοιο αίτημα. Τὸ θέμα του
Ζἔιθ, τὸ ὁποῖο ἀκολουθεῖ την ἀπόδειξι της αθανασίας καὶ ὅπου ὁ
Πλάτων ἐπιχειρεῖ νὰ περιγράψη την ψυχη ὡς φυσικη ὀντότητα,
στηρίζεται ἐδὥ πάνω: τί πραγμα είναι η ψυχη, λέει στο χωρίο αὐτὸ
ὁ Σωκράτης, χρειάζεται οπωσδηποτε θείακαὶ μεγάλη αφηγησι γιὰ
\ \ Π Ν Ἄ \ Χ \ ΰ Γ Ν εν | Ι Ν Η
να το ιδουμε, αλλα για να εξηγησωμε πως μας φαινεται, αρκει ενας
ανθρώπινος καὶ πιο σύντομος λόγος. (Επομένως η απόδειξι της
αθανασία τ`ν ὁποίαπ οβάλλει στ`ν υθικὰ αντίλ ψι τ” ψυ Ν §› η Ρ η μ η η ηἔ χηἐι
δὲν είναι κατὰ κυριολεξίαν απόδειξι, ἐὰν έξετασθῇ στὸ πλαίσιο της
Ἰ38 ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ
περὶ ψυχης παρεμβολης. Εἶναι μαλλον κατ, εύφημισμόν
είρωνεία, μολονότι ὁ αὐστηρὰ διαλεκτικός τηςχαρακτὴρας μ
ὰναμφισβὴτητος. 'Όταν ὅμως δεν ὶσχύη γιὰ όλους, ὅταν προορ
ν πο ε
< ἔ
Ωο
τζε
ται για οσους εἶναι ὲτοιμασμένοι νὰ τὴν δεχθούν, μπορούμε νὰ
μιλούμε γιὰ ὰπόδειξι ὑπὸ τὴν λογικὴ ἔννοια του όρου; Νομίζωπὼς
ὴ ὰπόδειξι της αθανασίας, μὲ τὴν ὁποία αρχίζουν τὰ περὶ ψυχῆς,
άποτελεῖ καὶ αύτὴ μέρος ἑνὸς κατ, ούσίαν μυθικού διηγὴματος,
καλύτερα: θρησκευτικού, καὶ τοῦτο θὰ πῇ ότι νοεῖται ἀποκλειστικὰ
κ ι : κ
ὡς θεολογικὴ άπόδειξι, ποὺ χρησιμοποιεί τις λογικες μεθόδους
δικούς της σκοπούς καὶ στὴν προοπτικὴ μιᾶς διαδρομὴς ὡρισμέ
για
νης.
”Ο Πλάτων φαίνεται ὴδη ἑγνώριζε ότι μεταξὺ πίστεως καὶ σκέψε
ως δὲν ὑφίσταται ἀντίθεσις, ὰφοὔ ὴ τελευταία ἀναλύει συνθέτει
τὰ προσιτὰ άνθρωπίνως. Το ρὴμα ὁείκνομι, ἐξ άλλου, σημαίνει ‹‹
φα
: ι: κ : ι κ ι ο | ι α Ι
νερωνω», εχει να κανη δε με την αποκαλυψι των αρχαιων μυστηρι
ων, όπως δείχνει ὁ στενὸς δεσμός του μὲ τὴν πίστιν, τὴν ἑσωτερικὴ
Ἱ Ρ/
κατάφασι. .Ο Πλάτων μᾶς εὶσάγει στὸ αἴνιγμα τὴς ψυχῆς με ενα
λόγο μυητικό, θρησκευτικό καὶ μυθικό γιὰ πὴν άκρίβεια, λόγο ὁ
( Ν Ν \ , | Ϊ λ ἕ \ \ |
οποιος νοηματοδοτει την «αποδειξι» του. Βασιλικη οδος να συλλα
\ ` Υ Ιλλ Ψ Χ Κ \ Ηι̃ Θ! Έ | Ἄ
βη κανεις το ασυ ηπτο, ειναι να στραφῃ προς το ον κα εαυτο, ν
Ώ | δϊ Ψ | ὸ | ὑπ| ξ Ι
αφησῃ ε κατα μερος τ ν ροπ αρ εως του.
Γιὰ όλα τοῦτα ὁ Φαῖὀρος παρέχει μιὰ μαρτυρία ρητή, τὸ χωρί
ον ΖΖΘΙΆ Ζδθεθ, που φωτίζει ἄπλετα ὅσα ἐξέθεσα καὶ τους προσ
δίδει χαρακτηρα ἐδραίας καὶ φιλολογικὰ τεκμηριωμένης προτάσε
ως. ὶΟ Σωκράτης καὶ ὁ Φαῖδρος φθάνουν στὶς όχθες του̃ Ίλισσου̃,
όταν ὁ τελευταίος, γοητευμἐνος ἀπὸ τὴν διαφάνεια τῶν νερῶν
τὴν εὶρηνικὴ όμορφιὰ τοῦ τοπίου, ρωτά τὸν σύντροφό του,
Π 9 , Ν \ Ϊ | ἔ \ 3 |
όντω σ εκεινο το ε ο ὰ πα εοΒο έα τ ν Ω ειθυια σύ
Ἱ
μὲ τον μὔθο. ”Ομως ὴ ἀρνητικὴ ἀπάντησι τοῦ Σωκρατους δεν
κ
και
ε ι
εαν
ωνα
Ι ι ~
'ΓΟὉ
ἀρκεῖ καὶ μὲ τὴν ἔπαρσι νεαρου ἀκροατου εὶκονοκλαστικων σοφι
| | Ϊ | , \ | `
στικῶν διδασκαλιῶν, προσθετει δευτερα ερωτησι: ‹‹ Αλλα πες
›μα
\ | | ΰ | Ἄ \ Ρ Ο? Έ Ἱ Ι
τον Δια, Σωκρατη», επιμενει, «εσυ πιστευεις οτι ο μυθος αυτος
Ἱ“ Ὁ | : ι 3 κ κ | Τ Ι κ ~ κ ι
ειναι αληθεια; ( Αλλ ειπε προς Διος, ω Σωκρατες, συ τουτο τομυθολ
ονυ
μα πείθει ἀληθὲς εἴναπ) Στὸ ερώτημα τουτο ὁ Σωκράτης δεν θὰ ἀπο
υ¬ο | 'Ϊ \ 00 , Ἰ Ἄ Ν. \ 9 κι
κριθῃ μονολεκτικα, οπως θα μπορουσε· αντ αυτου θα εξηγηθῃ
τὸ θέμα τῶν μύθων, εἰς τρόπον ὥστε ὁ νέος νὰ ὶδῇ τὴν γελοιότ
Ν 9 Ι Ι κ Χ Ι Ν ο λΙ ο: Ψ
Της Ξπαρΰεως ΤΟὉ και Την μαΐαὶθΐηΐα Της ΞΟΚΟ Κας ΟΤΓΟὉ
γιὰ
ητα
ειχε
παραδοθη, ὑπὸ τὴν ἐπὴρεια των καινων ὶδεων, στὶς ὁποῖες ὴταν
\ , | Ρ | |
τόσο προσκολλημἐνος. ”Ο μυθος δεν εκλογικευεται ατιμωρητι, διο
τι ἔνα τέτοιο ἐγχείρημα θὰ εἶχε ὡς ὰποτἐλεσμα νὰ παραιτηθοὔμε
ἀπὸ τὴν αυτογνωσία, νὰ ὰρνηθου̃με μ, άλλα λόγια ἐκεῖνο ποὺ ἀνὴ
Η κΑΑΗ ΨΥΧΗ κΑι το Αλλο τιιε
θ Ο ” δ κει στὸν κά ε ένα μας. ἱέξηγησειςτου εἴ ους αὐτοῦ, θὰ άπαντηση
λοιπὸν είρωνικά, ἔχουν τὸ γοῦστο τους, χρειάζονται ωστόσο άν
θρώπους ἰκανους και άκάματους, οἱ ὁποῖοι καὶ δὲν θὰ πετύχουν ἐν
τέλει πολλά. Τὸ βρίσκω γελοῖο, ἐνῷ δὲν καταφέρνω νὰ γνωρίσῳ
Ώ | ` „ Ἱ Ϊ \ Ὁ | ΰ | \ Κ
εμενα τον ιδιο, να σπουδαζῳ τα αλλοτρια. Αφηνω λοιπον κατα
μέρος τὰ παραμύθια και δέχομαι τὰ όσα σχετικα παραδίδονται
(πειθόμενος δὲ τω̨̃ νομιζομένῳ περὶ αὺτῶν)· μὲ ἀπασχολεῖ ὁ εαυτός μου
καὶ όχι οί μύθοι.
θ , Ϊ 'Ν | | εν Ἄ Ν \ Ἱ
Η απαντησι του Σωκράτους δειχνει πως εννοει την ζωντανη
σχέσι μὲ τὸν μύθο ὁ Πλάτων. Δεν ὰναζητεῖ κάποιο λογικό ἱστορι
κὸ υπόστρωμα, πρᾶγμα τούλάχιστον χιμαιρικό, άλλὰ θεωρεῖ τους
θ 9 Ϊ \ | \
μύθους οριακές εμπειριες, που δινουν στην πραγματικότητα τὸ μέ
τρο της. Πρέπει νὰ παίρνωμε τὸν μῦθο επομένως κατὰ γράμμα, νὰ
| \ Ν 3
τὸν διαβαζωμε, νὰ τον κατανοουμε, νὰ τὸν πιστεύουμε, όχι ὡς
οι { \ | 00 Ἄ \ θ
σημαινον ενος σημαινομενου κρυφου, αλλα ως πνευματικη δημιουρ
γία της ὁποίας τὸ νόημα συνιστά μέρος του παρόντος μας. Προσ
χωροὔμε στὸ νόημα τοῦ μύθου χωρὶς νὰ διακρίνωμε τὸ νόημα άπὸ
τὸν μὔθο. ,Ανοίγοντας τὸν διάλογο μὲ τὸ περίεργο αὐτὸ παρένθετο
| \ , | Έ | θ
χωριο που ανεφερα, ο Πλατων εκθέτει ἀπερίφραστα την μυθολογι
\ < ` Ν ρ 9 ` \ θ Ϊ Ϊ 8 | Ν Ἄ | \
κη υφη του Φαιὀρου, απο την οποια η αποδειξι της αθανασιας δεν
μπορεῖ νὰ ἐξαιρεθῇ, καὶ υποβάλλει διακριτικὰ τὸν τρόπο προσεγγί
σεως τοῦ ἔργου του υπ, αὐτὸ τὸ πρῖσμα. 'Απο την στιγμη που
συγκροτεῖ σημασία, ὁ μύθος μετέχει στὸν λόγο, προτρέπει, γιὰ νὰ
Ἄ | \ | \ 9 Ϊ 'Ν αν
ακριβολογησω, τον λογο στην ευφοριατηςπνευματικης ἐλευθερίας.
Ἡ 8 Ϊδ ξ Ν ,Θ | Ν Ν Ἱ ΐζ 3 1 Ο δ £
απο ει ι της α ανασιας της ψυχης, αρχι ει (αρχη απο ειξεως)
μὲ τούτη την φράσι:
ιμυχὴ πα̃σα ἀθάνατος.
Εἶναι ἐντυπωσιακό, θὰ προσέθετα μάλιστα αποκαλυπτικό, ότι
ὁ θεϊκὸς χαρακτηρας της ἐρωτικης μανίας άποδεικνύεται, ἀφοῦ
προηγουμένως καταδειχθη η ὰθανασίατης ψυχης, τὸ ὁποῖον σημαί
νει πὼς ὁ πλατωνικὸς έρως καθορίζεται άπο την αθανασία. Χωρις
ο 1 4 ν ι τ Ι : ι: ι
αθανασια
ἐννοουσε
Ο~ο
ερως θα ηταν σχεσι συμπληρωματικοτητος, οπως τον
,Αριστοφάνης του̃ Συμποσίου, προσαρμογη εἰς τὸ όν
ΰ
υποταγη στὸ κατεστημένο και όχι πορεία του ἀνθρώπου προς τὸ
ἀπόλυτο, θεωτικη ἐκπληρωσι του̃ προορισμού του. Ο Πλάτων
διακρίνει στον άνθρωπο μιὰ θεία όψι καὶ γι, αὐτὸ παιδεύεται μὲ την
ὰθανασία της ψυχης, στην ὁποία, όπως φαίνεται ἀπὸ τὸν μυ̃θο του
Φαίδρου, ἀποδίδει διάστασι ἐντελὥς ἐσχατολογικη. Βεβαίωςτὸ ζη
τημα δὲν ἐμφανίξεται ούτε γιὰ πρώτη φορὰ οὔτε γιὰ μόνη στὸν
Φαϊὀρο: μὲ τὸν Γοργία (ἔιδδεΒ) ἔχομε ηδη τὰ πρῶτα σημεῖα παρεμ
ΙΒΘ
ε
`ι
ίόθ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ
φεροῦς προβλὴματικὴς, ποὺ βασίζεται στὴν όρφικοπυθαγόρειο
παράδοσι· ὁ Φαῖὁρος (θθο82ο) είναι ακόμη σαιρέστερος, ἑνῷ μὲ
τὴν Πολιτεία (τέταρτο, ένατο καὶ δέκατο βιβλίο), απορία περὶ τὴς
αθανασίας γίνεται καθαρα πλατωνική. Στὸ ἔργο αὺτό, παρὰ τοὺς
δισταγμοὺς τοῦ δεκάτου βιβλίου, ὴ ψυχὴ παρουσιάζεται ὡς κάτι
σύνθετο καὶ ὴ αθανασία της θα πρέπη νὰ ίδωθῇ από αὺτὴ τὴν
σκοπιά. (Ο Φαῖὁρος συνιστά τὴν κρίσιμη ἐκείνη στιγμή, ποὺ θὰ
κατοχυρώσουν ὁ Φἰληβος (έμμέσως), ὁ Τίμαιος καὶ οἱ Νόμοι: ὴ ψυχὴ
είναι γαθάνατη. ι
(ἶἶπροβλὴματικὴ τὴς αθανασίας συμβαδίζει μὲ τὴν θεωρία τῶν
ὶη̨̃ ίδεῶν, ποὺ κανει ἐξ ίσου ἐπίσημη ἐμιράνισι στὸν Φαίὅωνα (74οεἰ).
Μόνο ὴ ψυχὴ μπορεῖ νὰ κατοικῇ τοὺς δύο κόσμους εἶναι συγγενὴς
τῶν ίδεῶν (ίἶἔιὀε) καὶ ταυτόχρονα σύνθετη, κάτι λιγώτερο δηλαδὴ
απὸ ίδεατὴ καὶ περισσότερο απὸ ἐνσώματη. Ἐὰν ὅμως οἱ ανθρώ
πινοι πόθοι πιστοποιουν τον σύνθετο χαρακτηρα της ψυχης, τὸ
πρᾶγμα δὲν είναι καθόλου απλο μὲ τὴν θειότητά της. ΩΗ απόδειξι
τὴς αθανασίας έγκειται σὲ τοῦτο: νὰ περιγράψωμε τὴν φύσι τὴς
·.νι
ψυχὴς, χωρὶς καμμία αναφορα στὸν κόσμο του οντος. Εἶναι συνε
πῶς απόδειξις κατ, εὺφημισμόν, γιὰ νὰ μὴν πῶ παιχνίδι φαντα
σία. Μὲ τὴν αθανασία τῆς ψυχῆς, ὴ θεωρία τῶν ίδεῶν ἐπαληθεύεται
ἐκ τῶν πραγμάτωνὲψ
ο
Ζητείται λοιπὸν νὰ δειχθῇ η ορθότητα τὴς θέσεως ότι πασα
ψυχὴ είναι αθάνατη, θέσεως ποὺ ἔχει προκαλέσει ατελείωτες συζη
τήσεις, αποφασιστικής σημασίας γιὰ τὴν διευκρίνισι της πλατωνι
κὴς σκέψεως. ,Από φιλολογικὴς απόψεως, ὴ κατανόησι τοῦ κειμέ
νου τὴς αποδείξεως καὶ τοῦ μύθου τὴς ψυχὴς συνδέεται μὲ τὴν
ακόλουθη δυσκολία: ψυχὴ πα̃σα σημαίνει «πασα ὴ ψυχὴ» «πα̃σα
ψυχὴ» έν γένει; Μ, ὀίλλα λόγια: τὸ πα̃σα είναι μεριστικὸ αθροιστι
κό; Στὴν πρώτη περίπτωσι έχομε ατομικές ψυχές· στὴν δεύτερη
ποὺ ἐνστερνίζεται ὴ πλειοψηφία τῶν ἑρμηνευτῶν πρόκειται
περὶ τής ψυχῆς τοϋ κόσμου. Δεχόμενοι τὶςατομικές ψυχές, δεχόμα
στε τὴν προσωπικὴ αθανασία, απαραίτητη για κάθε έσχατολογία,
αλλα ανίκανη να έξηγήση τὴν διατακτικὴ ἐνέργεια τὴς πλατωνικής
ψυχῆς· δεχόμενοι τὴν ψυχὴ του̃ κόσμου καλύπτομε τὸ αίτημα τὴς
διατακτικὴς ψυχῆς, αποκλείομε ὅμως τὴν δυνατότητα τὴς προσω
πικὴς αθανασίας. (Η πρώτη παραδοχὴ είναι καθαρῶς ὴθικὴς καὶ
θρησκευτικὴς τάξεως· ὴ ἄλλη ανταποκρίνεται σὲ μιὰ κοσμολογικὴ
προβληματική, ξένη πρὸς τὴν έσχατολογικὴ διάστασι του̃ θέματος,
ὴ ὁποία στὸν Πλάτωνα καὶ ίδίως στὸν Φιιιὁρο εἶναι ἐξέχουσα. Βρι
| \ θ \ Πέ θ Ϊ
σκομαστε σε οριστικο οντως αδιεξοδο,
Η ΚΑΛΗ ΨΥΧΗ ΚΑΙ ΤΟ ΑΛΛΟ ΤΗΣ Ἰέιί
1 οι Η 9 ` 3
Τὸ ψυχη πασα του Ζἔὥοὕ έγινε προβληματικό ἐξ αιτίας ἑνὸς
άλλου ψυχὴ πα̃σα, ποὺ συναντοἱι̃με στην ἑπομένη σελίδα, στὸ 2έ±θὶ›7
του Φαίὀρσυ. Ἐκεῖ διαβάζομε ότι «πᾶσα ψυχη φροντίζει σύνολο τὸ
ἄψυχο (ιαυχὴ πα̃σα παντὸς ὲπιμελεῖται του̃ ἀψύχσυ)››, ἀλλὰ τὸ νέο ψυχὴ
πα̃σα εἶναι άβέβαιο. Στὸ κριτικὸ υπόμνημα παραδίδονται τρεῖς δυ
νατὲς ἐκδοχὲς της ἐν λόγῳ ἐκφράσεως: ψυχὴ πιι̃σα, ποὺ μεταφράζε
ται «κάθε ψυχηυ· πα̃σα ή ψυχή, ποὺ σημαίνει «η ψυχη όλη››· ἡ ψυχὴ
_ θ 7 ,
πασα, μεθερμηνευόμενο «σύνολη η ψυχη». Η δεύτερη εκδοχη απορ
ρίπτεται άπὸ τοὺς εκδότες ὁμοφώνως μὲ κριτηρια ὺφολογικά, ἐνῷ
στὶν συντ ιπτικί τους πλειο ία δέ ονται την τ ίτ άκολουθών
Ἱ
τας τὸν Τζ. Μπάρνετ, ό ὁποῖος διορθώνει τὸ κείμενο της δευτέρας
θ \
στηριζόμενος στην τρίτη. Η ἐκδοχη αὺτη, συνεπης πρὸς τὰ πλα
τωνικὰ συμφραζόμενα, δίνει: σόνολη η ψυχη (ή ψυχὴ πα̃σα) φροντίζει
ὅλο τὸ ὁίψυχο (παντὸς ὲπιμελεῖται τοῦ ἀιαύχσυ), καὶ κατ, αὐτὸ τὸν
τρόπο ὡς ψυχη φέρεται η κοσμικη. ”Οσο γιὰ την πρώτη ἐκδοχη, την
, | Ρ! | , Ϊ Ϊ | 9 υ`ι
αρχαιότερα ολων, χρονολογουμενη απο τον τριτο αιωνα μ.Χ., υἰο
θετημένη άπό τὸν Πλωτῖνο (ΠΙ 4, 2.ί, Ιν 3, ί.33) καὶ τοὺς νεο
πλατωνικοὺς ἑρμηνευτὰς του διαλόγου, μολονότι συμπίπτει μὲ τὸ
ψυχὴ πα̃σα ἀθάνατος του̃ Ζέὥοθ, παρουσιάζει, ἐκ πρώτης όψεως τοὺ
λάχιστον, τὸ μειονέκτημα νοηματικης άσυνεπείας, δεδομένου ότι
«κάθε ψυχη» δεν ἔχει την φροντίδα γιὰ «όλο το ὁίψυχο», άλλὰ γιὰ
ένα ὡρισμένο (ΖΖ/Ϊεἶ›Θ).
Εἶναι προφανές, ὅτι η λύσι του προβληματος ἐξαρτα̃ται ἀπὸ
την χρησι της λέξεως πα̃σα, η σχετικη όμως ἐξέτασι ἀπὸ τὸ Ζἴὥο
Ώ| \ \ | ` Ϊ | , ρ
εως το Ζ47ο, δεν αίρει το αδιεξοδο: αφ” ἑνὸς μὲν διαπιστώνουμε ότι
ό |Πλάτων χρησιμοποιεί: την ἀντωνυμία αυτη μεριστικὰ (κάθε ψυ
. | ,
χη), ταυτοχρόνως δε αποδεικνυεται οτι μεταχειριζεται τὶς εκφρά
Ι ο Ρ 8 ~ Ἰ Ν· Η
σεις ψυχη πασα /η|ψυχη πασα αδιακρίτως, πραγμα τὸ ὁποιο συνέβαι
' Β· \ Ί' \
νε κατα κανονα τοτε που η γλωσσα δεν ειχε να κάνῃ μὲ ὰφῃρημένες
έννοιες. Πῶς έξηγεῖται ὡστόσο ἀδιάκριτη αὐτη μεταχείρισι, ὅταν
η πιστη μετάφρασι του ψυχὴ πα̃σα εἶναι «κάθε ψυχη» καὶ του ἡ ψυχὴ
~ ἔ , υ¬σ
πασα «σύνολη η ψυχηυ; Στὸ ερώτημα τουτο, οἱ εκδότες ποὺ γρά
φουν ή ψυχη πα̃σα δὲν εἶναι είς θέσιν νὰ απαντήσουν. Ἐὰν όμως η
, Ν Ἱ | Ϊ
γραμματικη αναλυσι αδυνατει να συντρεξῃ τον διστακτικὸ καὶ άμη
χανο άναγνώστη, θὰ πρέπῃ κατ, άνάγκην νὰ άκολουθησωμε άλλη
ἑρμηνευτικη ὁδό: μὲ άφετηρία την γενικώτερη ίδέα του κειμένου,
,
όπου παρουσιάζεται αμφίβολη φράσι, νὰ ζητἡσωμε ἔναν όποιον
δηποτε προσδιορισμό ὅσον άφορα τὸ πα̃σα, διότι ὰν η χρησι του̃
ψυχὴ πα̃σα /ἡ ψυχὴ πα̃σα δὲν έχει γιὰ τὸν Πλάτωνα ἔννοια, τὸ αἴτιο
της ὰδιαφορίας του θὰ βρίσκεται οπωσδηποτε κάπου στὰ συμφρα
ί42 ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΊἹΚΗ
| Ἱ δ\ \ \ | | (Η | , \ Χ (8 Ν \
ζομενα, μαζι ε και το νοημα της. σκεψι αυτη με ο ηγει στο
χωρίο τοϋ Φαίὀρου (2ἴ±θὶ›7οθ), ὅπου η ψυχη βάζει τάξι παντού,
ὅταν τελεία καὶ πτερωτη (τελέα μὲν ούν οΰσα καὶ ἑπτεμωμένη) κυκλο
φορεῖ στους ούρανούς, εἴτε ἐμψυχώνει καὶ κινητοποιεῖ ὅταν πέ
φτουν τὰ φτερά της (πτερορρυήοαοα) καὶ καταληγει σὲ κάποιο γηινο
σῶμα (σῶμα χήινον λαβου̃σα), γιὰ νὰ του̃ ἐμφυσηση ζωη (ζῷον το
ξύμπαν ὲκλήθη, ιμυχὴ καὶ σῶμα πανέν).
Τ\ | Ἰ \ 3 | \ ` Ι \ Ϊ Ἡ
ο κειμενο αυτο εμφανιζει την ψυχη παντα σε σχεσι με τ
οκ
ἄψυχο, σχέσι ἐπιμελείας (ὲπιμελειται παντος του ιὶιμύχου), ἑπιστασίας
(περιπολει πάντα οὐμανὸν) καὶ ἐξουσίας (ὅιοὶκει πάντα τὸν κόσμον),
ὅταν πετάη στὰ ούράνια, ἐμψυχώσεως καὶ κινητοποιησεως, μετὰ
την πτῶσι της. (Η ψυχη μεριμνὰ γιὰ τὸ ἄψυχο, εἶναι η πηγη της
κι Υ Χ < \ ? , | ` | \ ? Ν \
ζωης, αλλα υπο ποιαν ιδιοτητα, Το χωριο μας, που ακολουθει τα
περὶ φύσεως καὶ είκόνος της ψυχης, άφηνει ἀναπάντητο τὸ ερώτη
μα. Τὰ περὶ φύσεως καὶ εἰκόνος της ψυχης καθιερώνουν τὰ πρωτεῖα
της τελευταίας ἐν συγκρίσει. πρὸς το ὅν, «αποδεικνύοντας» την
άθανασία καὶ ἐξαίροντας τὸν θεϊκό τηςχαρακτηρα, ὁ ὁποῖος ἐξηγεῖ
την διοικητικη καὶ ἐποπτικη λειτουργία της ψυχης στὸν ούρανὸ καὶ
τὰ ἔργα της ἐδῶ κάτω. Πῶς ὅμως μιὰ τέτοια ἐργασία δευτέρου
0σ Θ \ Ν \ Ύ Ϊ Ιθ Θ | Έ Ϊ Ἱ \ 8 |
χεριου α μπορουσε να ειναι υπο εσις εια, αν η ψυχη ιευθυνῃ
τὸ ὸίψυχο, ἀνίκανο νὰ φροντίσῃ τὸν ἑαυτό του, ἐὰν δὲν είναι παρὰ
ταξιθέτης καὶ ταξινὀμος του̃ τυφλου̃ καὶ άτάκτου ὅντος, τότε σε τί
? | ἶ } Έ \ .Ψ .τε \ \ οω
οφειλεται η θειοτης της, Η συμβολη της ψυχης στην ζωη του
σύμπαντος δὲν πρέπει νὰ ξεπερνα τὸ ἐπουσιῶδες,
Λίγες γραμμες παρακάτω (2θ4οἔι κ.ἑπ.) βρίσκομε ὅ,τι χρειά
ζεται γιὰ την λύσι τοῦ αὶνίγματος. Πρόκειται γιὰ τὸ σημείο ἐκεῖνο
του̃ Φαίὁμοο, ὅπου ὁ Πλάτων ἀναφέρεται στὸν ρόλο τῶν φτερῶν γιὰ
νὰ κρατιῶνται οἱ ψυχὲς στὰ ούράνια, είσάγοντας ἔτσι τὸ θέμα της
πτώσεώς των. ,Αφου δηλώση πὼς τὰ φτερὰ ἀνυψώνουν ἐκ φύσεως
ὅ,τι ἔχει βάρος καὶ τὸ πηγαίνουν πρὸς τὸ μέρος των θεων, περνάει
στην πορεία των ψυχων, που περιγράφει σὰν ούράνιο μπαλέτο μὲ
κορυφαῖο τὸν Δία ( Ὁ μὲν δὴ μέγας ἠγεμῶν ἐν οὐρανῷ Ζεύς), ὁ ὁποῖος
προπορεύεται (πρῶτος πορεύεται) στὸ φτερωτὸ άρμα του (
πτηνον α̃ρμα), ταξιθετώντας τὰπάντα καὶ ἐποπτεύοντας (ὅιακοομων
ως
Ἀ
αύνων
πάντα καὶ ὲπιμελοὐμενος). Τὸν συνοδεύει στρατιὰ θεῶν καὶ δαιμόνων
συγκροτημἑνη σὲ ἔνδεκα τμήματα (τω̨̃ δ” ἔπεται στρατιὰ θεῶν τε καὶ
δαιμόνων, κατὰ ἕνὀεκα μέρη κεκοσμημένη), με ὸδηγὸ άρχηγὸ ἀπὸ ἕνα
θεό, ὁ ὁποῖος ἐκτελεῖ τὸ ἔργο του (πράττων ἔκαστος αὐτῶν το αὐτοῦ),
άκολουθούμενος ἀπὸ κάθε ψυχη που τὸ μπορεῖ καὶ τὸ θέλει (ἔπεται
ὀὲ ὁ ἀεὶ έθέλων τε καὶ δυνάμενος).
\ 1 9 Ι υ: Φ Ι
Στο χωρ
στερέωμα, ἀπολαμβάνοντας τὰ ὺπέροχα θεάματα ποὺ προσφέρει
Η ΚΑΛΗ ΨΥΧΗ ΚΑΙ ΤΟ ΑΛΛΟ ΤΗΣ ίἴιδ
ιο αυτο, οπου οι ψυχες τῶν θεῶν περιδιαβαίνουν τὅ
καὶ φροντίζοντας κάθε τι, τὸ ἔργο της ψυχης είκονίζεται ὅπως
ακριβως στὸ προηγούμενο, πραγμα τὸ ὁποῖο επιτρέπει νὰ ἐμβαθύ
#`# Ϊ Ι Ἡ
νη κανεὶς στὸ νόημα ποὺ του δίνει ο Πλάτων. Έὶχομε όντως την
ψυχη τού Διός, η ὁποία προπορεύεται τοῦτο άντιστοιχεῖ στὸ
περιπολεῖ του̃ 2Ζ±θὶ2›7οθ καὶ φροντίζει (ὲπιμελεῖται) ὅλα (πάντων)
τὰ οὐράνια σώματα, τακτοποιώντας τα (ὀιακοσμεῖ) προσεκτικα.
,Αλλὰ στην σύμπτωσι τῶν εἰκόνων καὶ τῶν λέξεων, προστίθεται
κάτι καινούργιο: ὁ Ζεὺς καὶ οἱ άλλοι θεοί, σὺν τὶς ψυχὲς ποὺ τοὺς
συνοδεύουν, παρουσιάζονται ὡς άτομικὲς ψυχές, ἐπειδη δὲ κάθε
θεὸς διεκπεραιώνει τὰ ἀνειλημμἑνα, ἔπεται ὅτι τὰ πάντα εἶναι πλη
θος καὶ όχι συναίρεσι ὅλων στὸ ἕνα του̃ σύμπαντος. Ἱὶπάρχουν
ι ι ι ιι ι ν 2 | ι ι
πολλὲς ψυχες και πολλα εργα. Ειναι, αλλωστε, ο μονος τροπος να
μιληση κανεὶς καὶ νὰ κατανοηση την πτῶσι της ψυχης: δὲν πέφτειη
| | Κ \ \ | , \ \ \ |
χ Ν
ψυχη του κοσ
τους. ”
Θ
Ο
0,.
Ὁ
ει
ι
μου, πεφτουν οι ψυχες που χανουν επαφη με τον θεο
\ Κ Ν Ἡ | Ι ί \ \ Ν Κ
ημα στο οποιο οφειλομε απαντησι, για να βρεθη το
ζητούμενο, εἶναι τοῦτο: Γιατί νὰ διαδραματίζη ρόλο φροντιστοὔ,
Ν \ Ἰ Θ ιν ΰδ \ Ε Ζ | Β Ἡ Ν Ν `
δ!.Ο!.κ”ηΤΟὉ καί Επί ΞωρηΤΟὉ ει ικα Ο Ξυς Ο Τῖαῖηρ Των θεων Την
\ \ Ω Η ΰ |
στιγμη που ο
είκόνα πομπη
την ψυχη του̃
7
9
ι αλλες ακολουθιες εἶναι επίσης ψυχές, Καὶ πρὸς τί η
‹ κ κ 2 ο Ν : ι 8 # κ
οι υ ε που πο ευονται α ου εαν επ οκειτο ια Ϊ Ἱ
Υ
κόσμου τούλάχιστον άρκοῦσε η ψυχη του Διὸς νὰ
: κ' : Ν : ι ` ι › : :
καθιση στο κεντρο του συμπαντος, για να το εμψυχωνη, Διοτι
ούσιὥδες δεν εἶναι νὰ δείξωμε ὅτι πρόκειται περὶ ἀτομικὥν ψυχὥν
Ἡ | |
{ | \ ιν Ϊ \ 7 |
ο Πλατων θα μπορουσε θαυμασια να εξατομικευση την ενεργεια
της κοσμικης
οω 3 θ | Ὁ \ \ Ι \
υχης κατ οικονομιαν αλλα να διευκρινισωμε την ψ 3
ἔννοια της άτομικότητός των, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο συνδυάζεται μὲ την
περιγραφη της οὺρανίας παρελάσεως. ”Ο τρόπος ποὺ κατανοεῖ ὁ
Πλάτων τὸ ἔργο της ψυχης θὰ μποροὔσε ἐδὥ νὰ ξεκαθαρίση καὶ η
ἀμφιβολία περὶ του ψυχὴ πᾶσα / ἠ ψυχὴ πα̃σα νὰ διαλυθῇ. ”Η ψυχη
φωτίζεται ἀπὸ την λειτουργία της.
(Η ψυχη του̃ Φαίὀρου εἶναι πολυπράγμων: μεριμνὰ γιὰ τὸ άψυ
χο, προσπαθεῖ νὰ βυθίση τὸ βλέμμα της στὸν ὺπερουράνιο τόπο.
Εἶναι, άς ποῦμε, μεσιτεύουσα άρχη, μεταξὺ αὶσθητοὕ καὶ νοητου̃
κοσμου. Εαν το αισθ το ι ”ταιτὶ ίδέε οἱδύο κόσ οιπ ἑπεινὰ
Φ μ
πλησιάζουν μἑσῳ τρίτου. Μιλῶ βέβαια καταχρηστικῶς περὶ μεσι
| \ Ι 7 | | \ 3 Ἡ \ Ι \ 9 |
τειας, διοτι εν τοιαυτη περιπτωσει το αισθητο θα ειχε την αιωνιο
τητα τῶν ἰδεῶν, δεδομένου ὅτι οἱ ίδἐες του Πλάτωνος εἶναι ὅροι
Κ | Ν Η \ \ 9 Ι Ε \ Ν ` θ
υπαρξεως των οντων. Για την ακριβεια, η ψυχη συγκροτει το αι
ίέιέ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ
σθητὸ ὡς ὀντότητα, ἐργαζεται να τὸ τελειώση, καὶ φέρνοντας το
έτσι κοντα στὸ απόλυτο, τὸ αγιαζει. Ἐδῶ έγκειται τὸ νόημα του̃
διακοσμητικου καὶ διοικητικου της ρόλου: δεν πρόκειται περὶ μη
χανικης λειτουργικης διευθετησεως, αλλα περὶ ευγενισμοῦ, περὶ
δημιουργικης μεταπλασεως της χαώδους ὕλης. Διακοσμῶ, κατα
Πλάτωνα, δὲν σημαίνει. απλῶς διατασσω· σημαίνει κυρίως μορφο
ποιῶ, δίνω ὀντότητα στὸ αμορφο καὶ τὸ ατακτο, που στερείται
δικης του υποστασεως. Ψυχη εἶναι υπ, αυτη την έννοια ὁ λόγος
υπαρξεως του αμορφου, η ζωοποιὸς δυναμις η ὁποία τὸ σχηματί
ζει. Δὲν σκέπτομαι την ψυχηἐντελέχεια του ,Αριστοτέλους, διότι
ταυτίζεται μὲ τὸ όν (Θα υπηρχε αραγε σύγκρουσι συνειδησεως καὶ
ἐπιθυμίας, έαν η ψυχη ηταν όντως ἐντελέχεια; Θα υπηρχε φαντασία
καὶ ποίησις,)° θεωρῶ σημαντικο καὶ ἑπεῖγον να ἑμβαθυνωμε στην
πλατωνικη ψυχη. Είναι γνωστὸ πὼς ὁ πλατωνικὸς νου̃ς, ένα είδος
Διὸς του̃ κειμένου μαςχσχετίζεται αποκλειστικα με τὸ νοητό, ανί
κανος για ὁποιαδηποτε αμεση σχέσι μὲ τὸν αὶσθητὸ κόσμο.„ἶΑλλα
γιανα μην ξεχωρίζουν οί δυο κόσμοι απόλυτα καὶ να καταδικάζεται
ὁ ανθρωπος σὲ διηνεκη καὶδαμετακλητη ἐξορία, χρειασθηκε μια
ζωης, ὁποία να ἐξασφαλίζη την επικοινωνία τους. ”Η αρχη
αυτη ὁ Φαίδων ίθὅο, η Πολιτεία θίί, ὁ Φοῖὁρος Ζἔὥο, ὁ Τίμιιιος
36637Β, οὶ Νόμοι 89588ΘΘιὶ, τὸ βεβαιώνουν ὁμόφωνα είναι η
αθανατη ψυχη, η υποδοχη του πνευματος καὶ ὁ σχηματοδότης
υλης, αρχη απεργαζομένη τὸ αίσθητὸ μὲ τὸ παθος της καὶ την
καθαρσί της. Οὶ ατομικὲς ψυχές αποτελουν λοιπὸν κατα καποιο
τρόπο την προέκτασι καὶ ἐκδηλωσι της ψυχης του κόσμου· έαν
ὅμως η μία ἐμψυχώνει καὶ τακτοποιεῖ τὸ ὁίψυχο ἐν τῷ συνόλῳ του,
οὶ αλλες, ακριβέστερα οἱ ανθρώπινες, τὸ θεώνουν, σπαζοντας ἔτσι
τὸν αἰώνιο καὶ κολασμένο κύκλο τῶν μετενσωματώσεων (βλ.
Φαίὅρου Ζἔιθε) καὶ οδηγώντας στὸ ὶδεῶδες του «αἰσθητου θεου (θεὸς
αἰσθητός), είκόνα του̃ νοητοὔ (εἰκὼν νοητου̃)›› του Τιμαίου. 'Η ὶεραρ
χία καὶ η ταξι δὲν προσιδιαζουν μόνο στον ουρανο καὶ τὸν αίσθητὸ
κόσμο, αλλα καὶ στην ατομικη ψυχη. θα έλεγα μαλιστα ότι, όπως
δείχνει σαφέστατα η υφη της ψυχης του Τιμοίοο καὶ τὸ τέταρτο
βιβλίο τηςΠολιτείας, τελευταία αποδίδει ταυτόχρονα την πολιτει
ακη καὶ την κοσμικη ταξι. Οί ατομικές ψυχὲς καὶ έκείνη του κόσμου
στην ἐσωτερικη τούτη σχέσι συμπίπτουν, η κίνησι ὡστόσο τὶς δια
φοροποιεῖ. ”Ο Ζεὺς κατ, αυτη την έννοια δὲν συμβολίζει στην φαν
τασία της οὐρανιας πομπης την ψυχη του κόσμου, αλλα τὸ θεῖο
μέρος της ψυχης, τὴν ἀρἰστην ψυχὴν του δεκατου βιβλίου τῶν Νόμων
(8θ7ο καὶ 8980). ,Όντας ασυμβίβαστος ὁ νοῦς μὲ τὸ πληθος, προσ
Η ΚΑΛΗ ΨΥΧΗ ΚΑΙ ΤΟ ΑΛΛΟ ΤΗΣ ΜΒ
ωποποιεῖται εδω ἀπὸ τὸν Δία. 'Ότι ὁ Ζεὺς είναι βασιλευς των
θεῶν, του ούρανου καὶ της γης, ὁ δὲ νους φιλοσοφικὴ δηλωσι της
βασιλείας του, τὸ πιστοποιεῖ ὁ Φίληβος (28οε), ὁ ὁποῖος άναφέρ
Ξ
ται στον νοὕ καὶ τὸν χαρακτηρίζει «βασιλέα στὸν κόσμο καὶ τὴν γη
μας (νοῦς ἔστι βασιλεὺς ἡμῖν οὺρανου̃ τε καὶ νη̃ς)››, ταξιθέτη (συντάττου
σαν ὁιακοσμεῖν) καὶ κυβερνητη τους (ὀιακυβερνα̃ν), πρᾶγμα πού, ἐὰν
πάλι λογαριάση κανέναςτὸν Τίμαιο (δἰιο), άναδεικνύει τὸν πλατωνι
κὸ δημιουργὸ σὲ μυθικό ἰσοδύναμο τοῦ νου, ἀρχὴ προγενεστἐρα της
ψυχης του̃ κόσμου ψυχὴ πλημμυρισμένη ἀπὸ τὴν δικη της δια
φάνεια, ὴ ὁποία σκορπίζει τὴν καλωσύνη της διαπερνώντας τὴν
Π \ Ν
υλη σαν πνευμα.
Τὸ ψυχὴ πα̃σα ἀθάνατος καὶ τὸ ψοχὴ πιι̃σα παντὸς ὲπιμελεῖται τοῦ
αιαύχοο, ἔχουν επομένως κοινὴ ἀναφορά, η ὁποία δὲν είναι «κάθε
υ ὶ›› είτε ‹‹σύνολ ” υ '›› ἀλλὰ κάτι που πε ιλα άνει καὶ τὰ
Ἰ
\ Η
δύο χωρὶς νὰ διατυπώνεται: πρόκειται περὶ τοῦ είδους ψυχη
όπως το εἶδε ὁ Πλωτίνος (Ιν 3, 7. ίἔι ίθ), ὁ Ἱἔὶρμείαςκαί, άκολο
θώντας τὸν τελευταίο, ὁ Λέων ὶΡομπὲν στὴν ἔκδοσι τοῦ Φαίὅρ
ποὺ μᾶς ἔδωσε, γιὰ ό,τι εἶναι ψυχη. Τί κυβερνά όντως τὰ σώματ
ὰν μὴ ὡρισμένη ψυχη; Είτε «κάθε ψυχὴ» εἴτε ‹‹σύνολη ὴ ψυχη», δὶ
ην
Ὁ
0!)
αι
εν
ἔχει μεγάλη σημασία· καὶ οὶ δύο ἐκφράσεις εἶναι άπόλυτα νόμιμες,
γιὰ μιὰ σκέψι ἀκόμη ελεύθερη ὰπὸ τους καταναγκασμους της συ
στηματικης ορολογίας, σκἑψι ὴ ὁποία τείνει νὰ ὰποδείξη τὴν ἀθα
νασία της άτομικὴς ψυχης, κινουμένη στὸ πεδίο της ψυχης ἐν γένει.
(Ο Πλάτων είναι πεπεισμένος ότι υπάρχει άτομικὴ ψυχη: ὴ μνημ
Ο
νικη του θεωρία, ὴ ψυχὴ ὡς βιβλίο στὸν Φίληβο (38ε) καὶ ὴ κηρόχυ
τη ψυχὴ του̃ Θεαιτἠτου ζίθίοό), τὸ δείχνουν, νομίζω, ἐπαρκῶς, τὸ
ἐπικυρώνουν δὲ τὰ νερὰ του̃ ποταμού ὶΑμελη καὶ η ληθη που φἐ
Ρ
νουν σε όσους πίνουν. Δεν υφίσταται ἀπρόσωπη μνημη οὔτε άθα
Ἱ
νασία γενικως.
Πα̃σα ψυχὴ λοιπὸν εἶναι άθάνατη, λέει ὁ Πλάτων, κι ἐπιχειρεῖ
νὰ τὸ άποδείξη, πραγματευόμενος ό,τι κατὰτὴν κρίσι τουὶπροσιδι
άζει στὴν άθανασία:
τὸ νὰρ αύτοκίνητον ἀθάνατον· τὸ ὅ” ἄλλο κινοῦν καὶ ὑπ” ἄλλου κινού
μενον παῦλαν ἔχον κινἠσεως, παυ̃λαν ἔχει ζωῆς. Μόνον δὴ τὸ αὐ
κινου̃ν, ἄτε οὐκ απολεῖπον ἑαυτό, οὔποτε λήνει κινούμενον, αλλα και
τοῖς ἄλλοις ὅσα κινεῖται τοῦτο πηνὴ καὶ ἀρχὴ κινήσεως.
Η
.©×
9 Ι | Έ | §
,Αθάνατο είναι το αύτοκίνητο, ιδου, βεβαιωνει ο Πλάτων,
ΙΟ Φιλοσοφία ποιητική
*Ι
ίὀθ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ
ἀφετηρία κάθε δυνατης κατανοησεως της άθανασίας. Τὸ αυ̃τοκίνὴτον
η τὸ άεικίνὴτον, διότι στὸ σημείο αὐτὸ τὸ κείμενο είναι αμφίβολο.
Δεχόμενοι ουσία της αθανασίαςτὸ αυτοκίνητο, δὲν ἐννοοῦμε ὡστό
σο τὸ ἀεικίνητο. ,Αθάνατο είναι τὸ άεικίνητο, διαβάζει ὁ Κικέρων
καί η πλειοψηφία τῶν συγχρόνων ἐκδοτῶν· άθάνατο είναι τὸ αυτο
κίνητο, παραδίδει ὁ πάπυρος τῆς Ὁξυρρύγχου καὶ τὸ ἐνστερνίζεται
ὁ Λέων ”Ρομπέν, άκολουθώντας τον νεοπλατωνικὸ σχολιαστη (Ερ
μεία. Κατα τὸν ”Ρομπέν, ὁ ὁποῖος βασίζεται στὰ δύο σκέλη της
ἀποδείξεως, όπως συνοψίζονται στὶς τελευταῖεςφράσεις του̃ Ζἔὥό,
ὁ Πλάτων θεωρεί τὸ αυτοκίνητο ὡς αίωνία άρχη της ίδίαςκινησεως
καὶ ἐκείνης τῶν άλλων· οἱ περισσότεροι ἐκδότες, ἀφ” ἑτέρου, ὁπο
στηρίζουν, ότι άν καὶ η γραφη αὐτοκίνὴτον συμφωνεί μὲ ὡρισμένες
ἐκφράσεις τοῦ Πλάτωνος, τὸ αὐτὸ αὐτὸ κινοῦν: τὸ κινούμενο άφ”
ἑαυτοίᾶ (2ἔ±ὕὀ7ίἔ), παραδείγματος χάριν, δὲν καταργεῖ πάντως την
λογικη του̃ κειμενου ἐν τῷ συνόλῳ του. Κατ, αὐτοὺς η φράσι αῦτοκί
νὴτον ἀθάνατον συνιστά ἐλάσσονα πρότασι τοῦ έξης συλλογισμοὔ:
ψυχη εἶναι ἀθάνατη, αθάνατο εἶναι τὸ ἀεικίνὴτον /αὺτοκίνὴτον, άρα η
ψυχη εἶναι α̃εικίνὴτον/ αὐτοκίνὴτον. ,Αλλά το αυτοκίνητο, ίσχυρίζον
ται, δεν έχει θέσι στην έλάσσονα πρότασι, διότι η τελευταία έξαρ
τᾶται ἀπὸ την μείζονα. ,Εξ άλλου, προσθέτουν, ὁ όρος αὺτοκίνὴτον
δικαιολογεῖται ἀπὸ τις προτάσεις τὸ αὐτὸ κινου̃ν... οὕποτε λήνει κινού
μενον (ό,τι κινείται άφ, ἑαυτοῦ... κινεῖται αδιάκοπα, 2έιθ‹:8Θ) καὶ
ιῖτε οὐκ ἀπολεῖπον ἑαυτό (έπειδη εἶναι ὁ εαυτός του, 2ἔὥ‹:8Θ), δηλα
δη ἀπό ἐκφράΝσεις οί ὁποῖες είναι μέρος του συμπεράσματος, όχι
ολοκληρου του συλλογισμου, και έτσι δέχονται την γραφη ἀεικίνὴ
τον. Η
Βρίσκω την γραφη αὺτοκίνὴτον ὁρθη και προσχωρῶ στην μειο
ψηφία τῶν ὲρμηνευτῶν που την δέχονται, κατ, ἀρχην διότι τὸ χωρίο
περὶ του ὁποίου πρόκειται, ἐπί ουδενὶ λόγῳ άποτελεῖ πραγματικη
λογικη πρότασι (γιὰ τὸν «άποδεικτικὸ» χαρακτηρα του κειμένου
έχω ηδη έξηγηθη), οὔτε είναι δυνατον νὰ τὸ έκλάβωμε ὡς τέτοια,
ἐν συνεχεία ἐπειδη η έννοια της αὐτοκινησίας εἶναι αὐθεντικὰ πλα
τωνικη, καθως μαρτυρεί ένα έκτενὲς χωρίο τῶν Νόμων (8θ5ει
ἔἔθθβ), φιλολογικὰ άδιαμφισβητητο και παράλληλο πρὸς ἐκεῖνο του
Φαίὀρου, χωρίο στὸ ὁποῖο η ψυχη ὁρίζεται ὡς τὸ ἑαυτὸ κινεῖν (αὐτὸ
ποὺ κινεῖ τὸν ἑαυτό του) και τὴν ὀυναμἐνὴν ιιὺτὴν αὐτὴν κινεῖν κίνὴσιν
(κίνησι αὐτοδύναμη)· τέλος φιλοσοφικὸ ἐπιχείρημα διότι κατὰ
ι ε | Ν Ι τ › τ · › τ ι ›| ι :
την αποδειξι του Φαιὁρου, η ουσια της αθανασιας δεν εχει να κανη
με την αίώνια κίνησι της ψυχης, ἀλλὰ μὲ τὸν χαρακτηρα της ψυχης
ως πηγης της κινησεως. Καθε συζήτησι περὶ άθανασίαςκαὶ πτώσε
._3.
Η ΚΑΛΗ ΨΥΧΗ ΚΑΙ ΤΟ ΑΛΛΟ ΤΗΣ
ίἴ/Ϊ
ως τὴς ψυχῆς, ποὺ παραβλέπει ότι πρόκειται περὶ πηγῆς τὴς κινη
σεως, στερεῖται νοηματος. "Οσο γιὰ τὸ ἀρχαϊον της μαρτυρίας τοῦ
Κικέ ωνο δὲν θὰ π έπ πιστεύω νὰ θεω ”ται άπο ασιστικὸ
ρ ςσ
. ν ι
επιχείρημα ὑπὲρ της γραφης αεικίνητον, καθ, όσον μάλιστα ὁ συγ
α έα εἶναι Λατῖνο . Ξἑ ου ε πόσο ὺπέ ε αν ἀπὸ τὸ π ακτικὸ ΥΡ φ ἔ
φ
Ρ Η Ν | \ ( \ \ | |
πνευμα των ίΡωμαιων τα ελληνικα στην λατινικη τους μεταφρασι
καὶ. πῶς ὴ ίδέα της αὐτοκινησίας ἐξέπεσε στὴν ίδέα της μηχανὴς,
\ | Ν | `
που κατώρθωσε νὰ ριζώσῃ στην συγχρονη γλωσσα, δειχνοντας με
ποιὸν τρόπο το περιωρισμένο ἀλλὰ ὰπτὸ νόημα τὴς μηχανικὴς
κινησεως, ἑξαφάνισε σχεδὸν ὁλοκληρωτικὰ τὴν ἀρχικὴ σημασία τὴς
αότοκινησίας.
.Η υ ` εἶναι άθάνατ διότι τὸ αὐτοκίν το είναι ἀθάνατο. Αὐ Υ)
Ἄ Ν ( Ϊ | Ν , | |
τὸ τὸ διάγραμμα ακολουθει η αποδειξι της αθανασίας, διαγραμμα
που καθιστά ἐμφανὲς ότι ὁ λόγος στρέφεται περὶ. τὴν αὐτοκινησία.
Ϊ
( | Ἡ Η .Ε Γ Β Ι
”Ϊ πό αὐτὴ τὴν ἔννοια, η φρασι το ναρ αυτοκινητου αθανατον (διότι τὸ
αὐτοκίνητο είναι άθάνατο) εἶναι κρίσιμη γιὰ τὸ κείμενο ποὺ διαβά
ζομε: μπορουμε νὰ σκεφθοϋμε τὴν ἀθανασία, μᾶς λέει, μὲ αφετηρία
τὴν αὐτοκινησία.
(Η αὐτοκινησία παραπέμπει στὴν κίνησι, τὸ περιεχόμενο τὴς
| \ )| ) | , Φ~4 Ἄ
όποιας δεν εχει γίνει αντικειμενο εννοιολογικης επεξεργασίας ἀπὸ
τὸν Πλάτωνα. Ύπὸ μαθήσεως... καὶμελέτης κινήσεων οὐσῶν (μὲ μαθη
τεία... καὶ. όίσκησι, που είναι κινησεις), διαβάζομε στὸν Θεαίτητο
(ί§θὶ›)· καὶ παρακάτω, στὸν ἴδιο διάλογο (ί8ί‹:): καλεῖς επομένως
κίνησι τὴν μετατόπισι καθὼς επίσης τὴν στροφὴ ἐπὶ τόπου (ἄρα
κινεῖσθαι καλεῖς. ὅταν τι χώραν ἐκ χώρας μεταβάλλῃ ἢ καὶ ἐν τῷ αὑτῷ
στρέφητακ) ”Ο Παρρενίὁης (ί38ο) ἐξ άλλου τονίζει: αῦται χαρ μόνα:
κινήσεις (δηλ. τὸ φέρεσθαι καὶ ιὶλλοιοῦσθαι), μ” ἄλλα λόγια: αὐτὲς εἶναι
οί μόνες κινησεις (δηλ. ὴ γένεσι καὶ. ὴ μεταβολη), ἐνῷ ὁ Κρατύλος
(ἔι2θο) ὁρίζει τὴν κίνησι ἔτσι: (ή κίνησις) ἴεσις βούλεται εἶναι... ή δὲ
ἀ ` απο τοῦ κίειν... τοῦτο ὁ' ἐστὶν, ἰέναὶ 2 κίν σι εἶναι ετά ασι...
Ι?
προέρχεται δὲ ἀπὸ τὸ κίειν, που σημαίνει κατευθύνεσθαι).
,Από τὰ παραθέματα αὐτὰ συνάγεται πως ἴδιον τὴς κινὴσεως
δ\ '¦' ἔ | \ | 9 | , \ · Ϊ | , ”
εν ειναι η μετατοπισι σε καποια επιφανεια, αλλα η ανελιξι εν οψει
άλλου. Ἱἰμάθησὶς (μαθητεία) καὶ ἡ μελέτη (ὀίσκησι) δὲν συνιστοὕν
κινίσει ὑπὸ τὶν ἔννοια τ” ετατοπίσεως° στ`ν ἐτυ ολο ία του̃
Υ
Ι , ' | θ } .
Κρατυλου αυτό γίνεται σαφεστερο: η κινησι δίνεται ως κατεύθυνσις
(ἰέναι), τὸ δὲ ὶέναι, στὸν ἴδιο διάλογο (ἔιίθε 4208), ἐμιρανίζεται
μήτρα τοῦ πόθου (ζαερος), ἀπὸ τὸν δωρικὸ τόπο μῶσθαι του̃ ὁποίου
προέρχεται, κατὰ τὴν ἀνάλοσι του Σωκράτους (ἔιθθει), ὴ όνομασία
τῶν Μουσῶν. .Θ πόθος ἀναπαριστξι τὴν φορὰ της ψυχῆς πρὸς τὶς
Μ8 ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗἹἹΚΗ
› | ι ο : ι α ι 9 : ι : ι ο : κ
ιδεες και αποδιδει μια κινησι με αιτια και στοχο το απολυτο. Το
Ι κ κ › τι ο· › ›| Ν κ κ ν
φερεσθαι και το αλλοιουσθαι ειναι, εξ αλλου, παρεμφερη και δεν επι
δέχονται την ἔννοια της μετατοπίσεως. Ἱἰ κίνησις ἐδὥ βρίσκεται
ἐκτὸς χώρου. Μόνο στὁν Θεαίτητο άποκτζι πράγματι τὁν χαρακτηρα
μετατοπίσεως, ἀλλὰ καὶ πάλι ὁ όρος χώρα δὲν σημαίνει τὁ πεδίο:
χώρα εἶναι αὐτὸ εἰς τὸ ὁποῖο κάτι ηρεμεῖ, ὅπου ἐγκαθίσταται καὶ
άναπαύεται. ”Ηχώρα διαφέρει του ενιαίου καὶ άφηρημένου πεδίου,
Ψ Ν \ :
ειναι χωρος συγκεκριμένος, που στηρίζει άδιαλείπτως κάθε όν. Το
βλέπομε καθαρὰ στην φράσι του Πλάτωνος: ὅταν τιχώραν ὲκ χώρας
Ι | Ϊ | | δ ` { , Ν
ρεταβαλλῃ (όταν κατι αλλαζη χωρα). Αυτη η ιδέα της κινησεως
άντιστοιχεῖ στην αὐτοκινησία καὶ υπονοεί μιὰ πρώτη κίνησι ένδο
θεν καὶ μία δεύτερη έξωθεν _ την μετάβασι άπὁ χώρα σὲ χώρα.
ι ε : ι ε : : ι ι ι ι ρ
Χωρις αυτοκινησια`δεν υφισταται κινησι, χωρις ψυχη δεν υπαρχει
ζωη, σκεπτεται, και τουτο δεν έχει να κανη με το άεικίνητο, που θὰ
πο οὔσε νὰ ὁ είλετδαι σὲ άλλ ά ί ”Ιδ ” ψ Ν δὶ ” ” μ ρ φ η ρχη. ιον της υχης εν ειναι η
| Ί \ \ | 3! 00 Η Ω 9
κίνησι υπο την συγχρονη εννοια του ορου ηκοσμικη ψυχη άλλω
στε μένει ὰκίνητη, ἀλλὰ τὸ γεγονὸς της αὐτοκινησίας. ,Ακόμη κι
ὀὶν τὁ πρωτότυπο εἶχε ἀεικίνητον, θὰ έπρεπε νὰ διαβάσωμε αὐτυκίνη
τον, που ὁρίζει την κίνησι κατὰ βάσι ὡς ἔνδοθεν, σὰν διαδρομη η
Η | \ Έ Ν Ι ΙΙ Ύ | Ό | 7! Ο
οποια δεν οδηγει πουθενα, ενα ειδος κινουμενης ακινησιας οπως
)
παλμὁς καὶ τὸ ρῖγος του Φιίὅρου (2ἶ›ίε). (Η κίνησι αὐτη ἔχει άναμ
φίβολα χρόνο, άλλὰ μη γραμμικό. 'Η νεότης δὲν εἶναι ηλικία έκτὁς
χρόνου; ὶἶιπάρχει στην ἔνὁοθεν κίνησιν κάτι άκαριαῖο, ξένο, ὡς άσυν
εχές, πρὁς τὁ νυ̃ν του̃ παρόντος, μιὰ ἐξωχρονικη στιγμη, άπὸ την
ὁποία κατάγεται η κίνησι καὶ ὁ χρόνος. Τὸ έξωχρονικὁ δεν ταυτίζε
κ κ 3 Ι Φ : Ν Ι κ 9 2 ι
ται με το αιωνιο· ειναι στασις του χρονου στην αιωνιοτητα, χωρις
Ἱ \ | ` Η 7 | \ Ι Ϊ 3 |
να την κλεινη. Δεν καταργει, αναλαμβάνει τον χρονο. Η αθανασια
ἔχει, ίσως, τοῦτο τὸ νόημα: ὅτι ὁ χρόνος ἔχει τέλος κι ότι τὸ τέλος
` , | { ι̃
του δεν εἶναι αιωνιοτης. Η αθανασία εἶναι· η αἰωνιότης δὲν εἶναι.
(Η άθανασία μπορεί θαυμάσια νὰ εἶναι κόλασι, του̃ ,Αρδιαίου, ὰς
πουμε, της τεχνητης καρδιάς τῶν γιατρῶν τοῦ καιροῦ μας, πρό
| , Ν
κείται ὡστόσο γιὰ μαρτυριο, αφου άπαγορεύει στους άνθρώπους νὰ
| Έ 9 | | , ` ` \ | , Ἱ `
πεθανουν. Ο αθανατος μετριεται κι αυτος με τον θανατο, αλλα τον
άντιμετωπίζει ὡς άδυναμία άνυπαρξίας, όχι ὡς άδυναμία υπάρξε
ως. ὁΗ πλατωνικη κίνησι, λοιπόν, φαίνεται άλλοίωσι, τὸ πέρασμα
άπὁ μία κατάστασι σὲ άλλη καὶ όχι η τοπικη διαδρομη. ”Ομως ση
αὐτη την περίπτωσι, πῶς ἐννοεῖται η αυτοκινησία της ψυχης, την
ὁποία ὁ Πλάτων θεωρεῖ συνώνυμο της άθανασίας,
"Ολο τὁ δεύτερο μέρος του κειμένου άφιερώνεται σὲ τουτο τὸ
ζητημα καὶ άποσαφηνίζει την πλατωνικη άντίληψι της αὐτοκινησί
σε
Ο
Η ΚΑΛΗ ΨΥΧΗ ΚΑΙ ΤΟ ΑΛΛΟ ΤΗΣ Ἰίιθ
ας: «μόνο λοιπὸν ό,τι κινεῖται ἀφ” ἑαυτοῦ», υπογραμμίζεται, «ἐπει
δὴ είναι ὁ ἐαυτός του, κινεῖται άδιάκοπα». ”Ο,τι κινεῖται ἀφί ἑαυ
τοῦ, δεν ἐγκαταλείπει τὸν ἑαυτό του (οὐκ ἀπολεῖπον ἐ‹ιυτό)· μί άλλα
λόγια, αὐτοκίνητο εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο κινούμενο δὲν γίνεται, ὑπ,
αὐτὴ δὲ τὴν ἔννοια είναι ἀθάνατο, ποὺ σημαίνει ότι γίγνεσθαι καὶ
κίνησι κατ, άνάγκην δὲν συμπίπτουν. (Η κίνησι εἶναι γίγνεσθαι ἐφί
όσον δὲν πηγάζει άφ, ὲαυτης, εφ, όσον ξετυλίγεται γιὰ νὰ ὑπάρξη,
σὰν τὴν ζωὴ που δὲν ἔχει δικά της ἐρείσματα. 'Όταν στερὴται
ά ” καὶ τέλου Κ κίν σι τότε δὲνἔ ο ε ί νεσθαι. Γιὰ νὰ πα α
ἔ η › μ Υ Ρ
κολουθίσω ε τὶν σκέ ι τοῦ Πλάτωνο οὐσιῶδε εἶναι νὰ `ν κα
ν μη
κι θ
τανοηθη η κίνησις ποσοτικά. "Η ποσότης ενώνει ἀδιάσπαστα τὸ
γίγνεσθαι με τὴν κίνησι, άλλά τότε ὴ ἰδἐα τὴς κινήσεως φανερώνε
ται ίσχνὴ καὶ ἐνδεής. (Η λύσις τὴς κινήσεως καὶ του̃ γίγνεσθαι
ἐκφράζει γιὰ τὸν Πλάτωνα τὴν ἔννοια τής ζωής, είκονίζει μίαπρα
γματικότητα παλλόμενη άνεξάντλητα. Αὐτὸ ἐξηγεῖ καὶ τὴν ίδιαί
τερη ἔμφασι με τὴν ὁποία γράφει: ἐκεῖνο ποὺ κινεῖ καὶ κινεῖται ἀπὸ
άλλο, όταν παύῃ ὴ κίνησι, παύει νὰ (παυ̃λαν ἔχον κινἠσεως, παυ̃λαν
ἔ ει ζω” . “Ετσι τὸ ὰ αὺτοκίν τον ἀθάνατον σ αίνει: ὅ τι κινείται
# ν
, ( Νο 'ν
αφ εαυτου είναι αθάνατο, βρίσκεται διαρκως ἐν κινήσει, δὲν στα
ματξι νὰ Τί λέει ὡστόσο αὐτὴ ὴ ίδέα της ζωῆς; Τί νόημα θὰ
μπορουσε νὰ ἔχη,
ὶΗ πλατωνικὴ κίνησι εἶναι πορείαπρος κάτι άλλο, αὐτὸ δὲ προς
οῖο τείνουν τὰ όντα άποτελεῖ τὸν προορισμό ίδέα τους. .Η
κινησι επομένως άποδίδει τὴν τάσι πρὸς ἕνα τέλος άπειρο, μια
| Ν
προοδο διαρκως συντελουμένη ὡς ἐσωτερικὴ τελειότητα καὶ ποτὲ
ὼς φυγὴ πρὸς τὰ ἔξω. Ἐὰν φέρεται ὴ ζωὴ πρὸς τὶς ίδεες, τότε
κανένα φαινόμενο δεν μπορεί νὰ κατέχη τὸ τέλος του. Καλύτερα: ὴ
| Ν
ζωὴ υφισταται χάρι στὶς ίδέες. Έπειδὴ άκριβωςὴ ζωὴ είναι όρεξις,
τὴν νοιώθουμε ανάσα καί, όπως ὁ Πλάτων, τροφή. Οἱ ψυχὲς του
Φιιἰὀρου (2ἴιθόε, Ζἔιἶὸ, Ζἔιδὶσο) δεν τρέφονται θεώμενες τὸ ἀπόλυ
Τομ.,
ι
ίδέα τοῦ Πλάτωνος περὶ άθανασίας τὴς ψυχης, ἐν άντιθέσει
προς τὴν ἐκ παραδόσεως θρησκεία των (Ελλήνων καὶ τὶςθρησκείες
της ἐποχῆς του γενικά, εἶναι μοναδική. ΩΗ αθανασίακατ, αὑτὸν δὲν
Ι ι ν : Ν Μ ε ο : ι ε \ ¬
δηλωνει την ουσια της ψυχης ως απολυτο, διαφορετικα δεν θα ειχε
ἀνάγκη τροφής οὔτε θὰ κινδύνευε νὰ πἑση, ἀλλὰ τὸ ἀνεξάλειπτο
ίχνος του̃ άπολύτου στὸ εφήμερο, τὴν επάρκεια ἑνὸς όντος ἐν ἐνερ
| σω \ Ν , ` Ϊ Ἄ
γεια διηνεκη, που ζη απο το επἐκεινα καὶ προορίζεται νατὸ φθάση.
θ Ϊ , , Ἱ Ϊ ¶| Ι ` , πω
Ϊπ αυτη την εννοια η πλατωνική αθανασία δεν σημαίνει απλως
Ι οι. π ω Ν : ” ι : κ ι ι : ι‹
καποιαν αιδιοτητα της φυσικης ταξεως αντιληψι για την οποιαη
Η
` Ο,
οη
Ρ!
Ἰθθ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ
προσωκρατικὴ λατρεία τῶν ψυχῶν ἐπαρκεῖ ἐντελῶς, οὔτε τὴν
\ Σ \ εν Ἰ | \ δ | 7 \
μετεμψύχωσι καὶ την ηθικη της ανταποδοσεως που απορρεεαϋαλλα
τὴν κατανόησι του ἀνθρώπου ὡς ὅντος πνευματικού. Με τὸν Πλα
| Ἱ , | ? Ἱ Ἱ | \ Π
τωνα η ψυχη αρχιζει να αποδεσμευεται απο την φυσι και τὴν ολο
κληρωτικὴ αρχαϊκὴ κοινότητα, για να στραφῇ μέσα της. Έδῶ ἔγ
κειται ακριβως η ἰκανότητα της να ἐπιστρέψη και παλι στὸν ουρα
| Ε Ἡ Ἱ Η \ 'Ϊ | Υ | ι̃ ` 'Ν Ο/
νο, υπο τον ορο να ειναι φιλόσοφος. Αθανατη ψυχη θα πη οτι
Ν”
Ν Ν θα
κορύφωμα του οντος είναι τὸ πνευμα κι ὅτι τὸ πνευμα στηρίζει και
φέρει μια συνείδησι, σημαίνει τὴν ενέργεια του νου καὶ μεταθέτει
στα ἐγκόσμια τὸ υπερβατικό του ἔργο, ἑρμηνεύοντας ἔτσι τὴν
ύπαρξι ὡς θέλησι. .Η ἐσὡτατη ενότητα ψυχης καὶ κινησεως γίνεται
στὸ σημείο αὐτὸ καταφανης: ὴ ψυχὴ εἶναι κίνησι ὡς θέλησις, ὡς
πόθος, ένῷ ηδη τὸ ακούσιο κατέχει θέσι στὸ θεληματικόἔι7,Αλλὰ
ὴ
μακαριότης, ὁ λυτρωτικὸς νόστος στὴν ουράνια πατρίδα,·δὲν
έρχε
ται ακούσια καὶ για τουτο ὴ αθανασία συνδέεται μὲ τὴν αυτοκινη
σία. (Η θέλησι ὡς κίνησι υπονοεῖ ὅτι ὴ τελευταία εἶναι έπιθυμία,
ὅτι κινητηρια δε καὶ δημιουργικὴ δύναμι του ὅντος εἶναι ὁ έρως.
Ύφίσταται χάσμα μεταξὺ αυτοκινητου καὶ αεικινητου ψυχης,
ἐπειδὴ ακριβῶς η δεύτερη δὲν απομακρύνει καθόλου τὸν πλατωνι
σμὸ από τὴν ψυχολατρεία, ἐνῷ η πρώτη αποτελεῖ μεταβασι απὸ
τὸν φυσικο ανθρωπο στὸ πρόσωπο. Πίσω απὸ τὴν πλατωνικὴ θεω
ρία της αυτοκίνητης καί αθανατης ψυχης, διαγράφεται αχνα τὸ
ίδανικὸ του ἐλευθέρου ατόμου: έαν ὴ ψυχὴ τιμωρεῖται
επιβραβεύ
εται, τὸ χρωστα στὴν αθανασία, που ἐπιτρέπει να διατηρῇ ένα
πρόσωπο την ηθικη του ύπόστασι μετα θανατον και κατ, αυτό τὸν
τρόπο νὰ ἐπιβιώνῃ. 'Αθανασία καὶ ατομικότης συμπορεύονται. ”Η
αθανασία μᾶς παρέχει τὴν δυνατότητα να θεμελιώσουμε
μία μονι
στικὴ αντίληψι στὸν ὁίκρατο δυίσμὸ καὶ υψώνει τὸν ανθρωπο σὲ
απόλυτη αξία, τὸ ὁποῖον σημαίνει ὅτι ἐφυ ὅσον δὲν προορίζεται να
διαιωνισθη βιολογικα, οὔτε πρόκειται να μὴν θέλη να ζηση, του
αναγνωρίζει πληρη ανεξαρτησία απὸ τὸ κοινωνικὸ καὶ τὸ φυσικό
του περιβάλλον. Στὸ ὅνομα της αναγκαιότητος
κανομε όλα τὰ έγ
κληματα (βλ. Πολιτείας 57ίὀ, 5758, θίθο), διότι αρνούμενοι τὴν
αθανασία, αρνούμεθα τὸ καλὸ καὶ τὸ κακό. Για τὸν προσηλυτο του
πεπερασμένου, η ψυχρὴ φυσικὴ ηθικὴ εἶναι νόμος καὶ ευγενέστερος
νόμος ὴ κακουργία. 'Η αθανασία τείνει στὴν ἐντέλεια (Πολιτείας
δίδειΙσ) καὶ ὡς έκ τούτου ὁρίζει σκοπὸ της υπάρξεως τὴν ἐλευθε
ρία, ὅδηγεῖ δὲ στὸν προσηνη καὶ υπεύθυνο ανθρωπο χωρὶς αυτὴν
αναγνωρίζομε τὴν βασιλεία τῶν συνθηκῶν, που γεμίζει τὶς ψυχές
απελπισία στὸ αδιέξοδο της ὀργανωμένης μακαριότητος, πληρω
Η ΚΑΛΗ ΨΥΧΗ ΚΑΙ ΤΟ ΑΛΛΟ ΤΗΣ ίὀί
μένο μὲ μιὰ ὀριστικὰ χαμένη ἐλευθερίακαὶ μιὰ ἀπέραντη ὑποταγη.
Ἡ Ω δ \ Ν Ώ λ | δδ | ` , Ι (Η } | ζἶ
η ονη των απο αυσεων εν φερνει και ευτυχια. ευτυχια ειναι
\ , | Ϊ Ι { ἶ | Ϊ
καρπός ανωτερας πνευματικοτητος (Πολιτειας ὅθίἀ), η οποια δεν
ἀφηνει νὰ ὰναπαυθῇ η συνείδησι (ένθ. άν. Β88‹:589ἀ) ἐὰν εἶναι
Ι ΗΛ | 9 | Ἱ \ Ἰ | Ν Ν Ω |
προξενος η μαρτυς αδικιας. Με την αθανασια της ψυχης, ο Πλατων
διαγράφει τὶς ὑποκειμενικὲς προϋποθέσεις της δικαιοσύνης, που θὰ
ἐπιτρέψουν στους μεταγενεστέρουςνὰ άντιπαρέρχωνται την νομικη
ἐπιταγη. (Η πίστι στην άθανασία είναι ἄνευ όρων παράδοσι στὸ
Ν .Ν θ | ἶ 9 Ϊ Ι \ Ι 7 Ν |
πνευμα, του οποιου η ενσαρκωσι δινει την ψυχη. Εδω βλεπομε
καθαρα τὸ ψυχολογικό υπόβαθρο της καταφορᾶς του εναντίον τῶν
ποιητῶν καὶ τῶν μιμητὥν: η γοητεία τοῦ ψεύδους έγκειται στην
ἀπόκρυψι καὶ ὁ μιμητης εἶναι χωρὶς νὰ εἶναι, διότι ὁ Πλάτων ἐννοεῖ
\ Π! · | ἔ Ἱ | ἔ | \ 9 / θ
την υπαρξι ως μεθεξι, η δε μεθεξις υποθετει την αναμνησιν. Ο
μιμητης ἀγνοεῖ την προσφορά, ἀγαπα πάνω ἀπὸ όλα καὶ όλους τὸν
ἑαυτό του, υποτάσσει στην δικη του συνείδησι της ζωης την ἴδια
τὴν
4/ Ν Δ Ω | 9 Ν ` | \ \ ἔ 3 \ ο¬ο
ζτ Πρωτος ο Πλατων επιχειρει να συλλαβη την ψυχη ως αρχη της
ὲιεττε κ Ν ι ± ι π σ ι
ζωης και τηςκινησεως, τοσο στο συμπαν όσο και στὸν άνθρωπο. (Η
Ψ | Ν Ν .ν κ | 1 κ ~
ψυχη. έτσι. γινεται πηγη της ἔωηε της ίιηηιη κινησεωε ιηηιη ἔωηε)
καὶ μορφοπλαστικη δύναμι της παθητικης ὕλης. {Η ψυχη εἶναι αὐ
τοκίνητη ὡς αυτενέργεια, διότι η ποιητικη ουσία προϋποθέτει αὐ
θ | θ Ἰθ Ϊ 9 | , Ν ` , Ϊ \
τοκα ορισμο. Η α ανασια αποδιδει ακριβως την αυθορμησια και
την πνοη, πρυ κικηοὕν την ψυχη καὶ ὁρίζουν την φύσι της. Ἐὰν η
7| \ Έ , \ | Ι \
κινησι εχη τελος, η ψυχη, ως αρχη κινησεως, βλεπει στην τελείωσι,
σὲ μία πραγματικη προσέγγισι του αίσθητοῦ καὶ τοῦ νοητου̃. ,Αθά
νατος δεν εἶναι ὁ κλινικὥς ἀείζωος, είναι όποιος άναγνωρίζει την
ὕπαρξί του κυρίως ὡς πνεῦμα. 'Η ψυχη έμφυσξι την ζωη κατ, εἰκό
να της, που σημαίνει ότι τὸ πνεῦμα εἶναι πηγη της ζωης, ότι μόνο
τὰ έργα του̃ πνεύματος εἶναι δικά μου. Βαθύτερο νόημα του πλα
τωνικου̃ δυίσμου̃, κάθε δυϊσμου̃ ἐν γένει, είναι τὸ αίτημα καὶ η
δυνατότης ἀνοίξεως του̃ ἑαυτοὔ, μὲ την ὁποία ὰγγέλλεται η ζωη
του̃ πνεύματος. 'Η ζωη αὐτη δὲν είναι κατάκτησι, ἀλλὰ ἀπελευθέ
Ἱ | | ετ. , Ν , 9 | | Π .
ρωσι και συνξαντησι περα του εγωισμου μας. Εφ όσον όμως η ψυχη
.τε Ω , ἰ
θετει εκτος εαυτου καθε τι που υπαρχει, τότε δὲν αθανατίζονται οι
,δ| νδ , | ,λλ\ ` | Ὁ 8 \ \ `
ι εες, η η αιωνιες, α α τα φαινομενα. ημιουργος με την παν
τοδυναμία του, δὲν μετέχει στὸ ἀπόλυτο ὡς όν;
Ϊ Ἰ | Ρ| 9 | , \ Ϊ , | Ν· σε
Μενει ακομη ενα ερωτημα. εαν η αυτοκινησια της ψυχης δη
λώνη πληρότητα ζωης, τί θὰ πῇ ‹‹ό,τι κινεῖται άφ” ἑαυτοῦ, κινεῖται
άδιάκοπα››; Τί νόημα ἔχει η συνωνυμία της αὐτοκινησίας μὲ την
ἀδιάρρηκτη ἐσωτερικη συνοχη της ψυχης; ”Ο Πλάτων θὰ ἀπαντηση
452 ΦιΛοΣο‹ι›ιΑ ιιοιιιτικιι
Ε.
τ ι
Ωω
ω ρξ
›·
μὲ τὴν ἀμέσως ἑπόμενη φράσι: «ἀποτελεῖ δὲ γ λα κινούμενα
πηγὴ καὶ ἀρχὴ τὴς κινὴσεως», που εκθέτει στον αναγνώστη τὴν
πεμπτουσία του̃ προβληματισμοὔ του, δεδομένου ὅτι ὲτεροκίνητα
εἶναι τὰ υλικὰ σώματα. Γιὰ ένα προσωκρατικό, τὸν ,Αλκμαίονα
παραδείγματος χάριν, ὴ ἀθανασία τὴς ψυχὴς έχει νὰ κάνη μὲ τὸ
γεγονὸς ὅτι δὲν υπόκειται στὸν ἑκμηδενισμὸ του̃ θανάτου, ένῷ ὁ
Πλάτων κατανοεί τὴν ἀθανασία με ἀφετηρία τὴν ταυτότητα ψυχὴς
καὶ κινὴσεως, ταυτότητα ὴ ὁποία συνδέει τὴν ψυχὴ, ὑπὸ τὴν ἔννοια
τὴς μορῷοπλαστικὴς δυνάμεως, με τὴν ίδέα τὴς ζωὴς, ὡς κίνησι
τοϋ ἀμόριρου πρὸς τὴν μορφή. Ἐὰν πράγματι ὴ ψυχὴ εἶναι συνώνυ
μο τὴς ζωὴς, εἶναι ὡς πηγὴ κινὴσεως° ἐὰν ὅμως γιὰ τὰ σώματα
γίγνεσθαι καὶ κίνησι συγχέωνται, ὴ ψυχὴ ἀντιπροσωπεύει τὴν κίνη
σι χωρὶς γίγνεσθαι, μιὰ καθαρὴ κίνησι, καὶ συνιστά κατὰ συνέπεια
πηγὴ καὶ ἀρχὴ τὴς ζωὴς. Τί εἶναι ὡστόσο μιὰ πηγὴ τὴς ζωὴς ποὺ
υπερβαίνει τὰ πράγματα; Τί σημαίνει νὰ έρχεται ὴ ζωὴ ἀπὸ άλλου;
Πρόκειται γιὰ ἀπορίες που γεννιῶνται ὁλωσδιόλου αὐθόρμητα καὶ
έξετάζονται στὴν συνέχεια του κειμένου.
Ἀρχὴ δὲ ἀγένὴτον· ἐξ ἀρχὴς γὰρ ανάγκη πα̃ν το γιγνόμενον γίγνεσθαι,
αὐτὴν δὲ μὴδ' ἐξ ἑνός· εἰ γὰρ ἔκ του ἀρχὴ γίγνοιτο, οὐκ ἄν ἐξ άρχὴς
γίγνοιτο. Ἐπειδὴ δὲ ἀγένὴτόν ἐστιν, καὶ ἀδιάφθορον αὐτὸ ανάγκὴ
είναι· ἀρχὴς γὰρ δὴ ἀπολομένὴς, οὔτε αὐτὴ ποτε ἔκ του, οὔτε ἄλλο ἐξ
ὲκείνὴς γενήσεται, εὶπερ ὲξ ἀρχὴς δεῖ τὰ πάντα γίγνεσθαι. Οὕτω δὴ
κινὴσεως μὲν ἀρχὴ το αὐτὸ αὐτὸ κινοῦν· τοῦτο δὲ οὔτ, ἀπόλλυσθαι
οὔτε γίγνεσθαι δυνατόν, ὴ πάντα τε οὐρανὸν πᾶσαν τε γένεσιν συμπε
οοῦσαν στὴναι, καὶ μήποτε αῦθις ἔχειν ὅθεν κινὴθέντα γενὴσεται.
(Η άρχὴ εἶναι ἀγένητη. Καὶ ὴ αὐτοκίνητη ψυχὴ είναι ὅπως
Ἱ
ξέρομε, ἀρχὴ, καθότι, ὁὶν καὶ προέλευσι πάντων, ἀγένητη. ”Αρχὴ,
βεβαιώνει ὁ Πλάτων, δὲν εἶναι τὸ στοιχεῖο, ὴ ἀδρανὴς ὅλη, ἀλλὰ ὴ
ψυχὴ, ὴ κίνησιμ Νὰ συνεννοούμεθα: ἀρχὴ ζωὴς, τὸ ὁποῖο σημαίνει
ἀδυναμία τὴς ὅλης νὰ ἐμφυσὴση ζωὴ καθ, ἑαυτὴν, νὰ γεννὴση.
Χωρὶς τὴν ψυχὴ ὡς ἀρχὴ κινὴσεως καὶ τὸ γίγνεσθαι είναι ἀνέφικτο.
.Η αὐτοκίνητη ψυχὴ είναι ποιητικὴ ἀρχὴ καὶ υπ, αὐτὴ τὴν ίδιότητα
βρίσκεται ἐκτὸς γίγνεσθαι."
. Θέμα τοῦ κειμένου μας δὲν εἶναι προφανῶς ὴ φυσικὴ προέλευ
σι τῶν ὅντων, ἀλλὰ ζωὴ. ”Η φράσι: ‹‹ὴ ἀρχὴ ὅμως εἶναι ἀγένητη»
(ποὺ θὰ μπορου̃σε κάλλιστα νὰ ἀνὴκη σὲ προσωκρατικὸ φιλόσοφο,
ὑπὅ τὴν προϋπόθεσι ὅτι ὴ ἀρχὴ θὰ ἀφοροῦσε στὴν ὑπόστασι τῶν
Η ΚΑΛΗ ΨΥΧΗ ΚΑΙ ΤΟ ΑΛΛΟ ΤΗΣ Ἰὅδ
πρατιάτων), ἀναφέεεταί στον ἀρχὴ Τῦε ἔωἦετ Τὴν ψυχή Δὲν πρό·
κειται πλέον γιὰ τὸν ὑλικὸ κόσμο, άλλὰ γιὰ την έμψυχο ύλη. Μετα
ξυ διατάξεως καὶ έμψυχώσεως υπάρχει ούσιώδης διαφορά, διότι
στην πρώτη περίπτωσι τὰ ὅντα άποτελοῦν λεπτομέρειες ἑνὸς πε
λωρίου άρχιτεκτονηματος, διεπομένου βέβαια ἀπὸ κάποια υπερβα
τικη διάνοια, η ὁποία κατανοεῖται ὼστόσο ὀντολογικά, ένῷ τὰ
ἔμψυχα δροῦν, πάσχουν, με μιὰ λέξι ζουν. Στον διάκοσμο του σύμ
παντος η σημασία έρχεται ἀπὸ την δομη· η έμψύχωσι ὑπονοεῖ ὅτιη
σημασία προηγείται τοῦ όντος. Τὸ ον προσφέρεται ὡς νόημα, όχι
Κ Ώ ` | Ϊ Ν ) | \ Ϊ
ως ε πειρικη πραγματικοτης και τουτο επικυρωνεται και αποδει
| μ \ \ | \ \ Ν Ν \ Ν |
κνυεται με τον θανατο, τον χωρισμο της ψυχης και του σωματος.
Ἐὰν μὲ γένεσι οἱ .Έλληνες εννοουν την μόρφωσι του ὰμόρφου,
{ \ Ϊ Ν , } Ό | Ϊ | Ἰ
η ψυχη αποτελει αναμιριβολα εξαιρεσι, διοτι καιτοι αρχη, εἶναι
9 θ
υ¬σ
άτομικη καὶ συγχρόνως αγένητη. Ο ἑπαναστατικὸς χαρακτηρας
οι αν
Έ
της πλατωνικης ψυχολογίας εἶναι διάφανος: η ψυχη δὲν είναι άρχη
Ι | \ \ | | Η , Ϊ 9 \ {
καθοσον δινει μορφη σε μια πρωτη υλη, αλλα κι αυτο εἶναι ριζι
κώτερο και βαθύτερο ὡς άρχη κινησεως καὶ επομένως ζωης, ὡς
Λ Σ! Ϊ | Ἡ || | Η· | Ϊ \ Ύ
το ιδιο το γεγονος, με αλλα λογια, της σημασίας. Η ψυχη ειναι
ἀγένητη ὡς γεγονὸς της σημασίας και ὑπ” αύτη την ἔννοια άποτε
λεῖ άρχη. Δεν πρόκειται λοιπὸν γιὰ άρχη η ὁποίαπαρέρχεται, ἀλλὰ
) ) \ Ἡ | . \ , Ν θ .Μ 1
γιὰ κατ εξοχην αρχη, επειδη ακριβως υπερέχει του όντος.
Ἀθανάτου δὲ πεφασμένοο τοῦ ὑφ” ἑαυτοῦ κινουμένου, ψυχῆς οὐσίαν τε
καὶ λόγον τοῦτον αὐτόν τις λέχων οὐκ αἰσχυνεῖται. Πα̃ν χὰρ σῶμα, ςὕ
μὲν ἕξωθεν το κινεῖσθαι, ἄψυχον· οὅ δὲ ἔνὀοθεν αὐτῷ ἐξ αὑτοῦ, ἔμψυ
χον, ώς ταύτης οῦοης φύσεως ψυχῆς. Εἰ δ' ἔστι τοῦτο οὕτως ἔχον, μὴ
ἄλλο τι εἶναι το αὐτὸ ὲαυτο κινοῦν ἢ ψοχήν, έξ ἀνάγκης ἀγένητόν τε
καὶ άθάνατον ψοχὴ αν ει̃ὴ.
, .Ν ¶| Η 7 | 'Ϊ ` , | , ` `
Αφου εδειξε οτι αθανατο ειναι το αυτοκινητο, επειδη δεν γεν
νιέται οὔτε πεθαίνει, στὸ τελευταιο αύτὸ μέρος της «άποδείξεως»,
ὁ Πλάτων βγάζει τὰ περὶ ψυχης συμπεράσματα. Έάν, σκέπτεται,
Ἱ | ση οι
άθάνατο εἶναι τὸ αυτοκινητο, οὐσία της ψυχης εἶναι η άθανασία,
διότι η αύτοκίνητη ψυχη ὰνηκει στὰ λεγόμενα «έμψυχα» σώματα,
ἐνῷ τὰ ἑτεροκίνητα στὰ «άψυχα». ”Ως αύτοκίνητη, η ψυχη εἶναι
, Ι
κατ” άνάγκην ὰγέννητη καὶ αθανατη.
Ἐιδῶ δὲν ύπάρχει κανένα καινούργιο στοιχεῖο έν σχέσει πρὸς τὰ
προηγούμενα, ἐκτὸς ἀπὸ κάτι που ὁ Πλάτων είσάγει ὰθόρυβα: την
διευκ ίνισι ότι ” υ ὰ εἶναι σω̃ ασὰν τὰ άλλα ὲτ`ν δια ο ὰ τ” 7
ίὅἴι ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΊἹΚΗ
αύτοκινησίας της, πραγμα τὸ ὁποῖο φωτίζει εἴτετὸ πάρουμε ὡς
μεταφορὰ εἴτε κατὰ γράμμα τὸ νόημα του̃ πα̃ς καὶ βεβαιώνει ὅτι
ἀναφέρεται σὲ άτομα τὰ ὑπονοεῖ, ἐπικυρώνοντας ἐξ ὁλοκληρου
την ερμηνεία του ψυχὴ πα̃σα με «κάθε ψυχη». ”Εχομε λοιπὸν δύο
εἴδη ὅντων: τὰ αύτοκίνητα καὶ τὰ ἑτεροκίνητα, ὅσα ζου̃ν δηλαδη
ἀπὸ μέσα τους κι ἐκεῖνα στὰ ὁποῖα η ζωη ἔχει δοθη. Εἶναι άξιοση
μείωτο πὼς στην διευκρίνισι αύτη, ὁ Πλάτων μιλά άποκλειστικὰ
περὶ σώματος. Σῶμα είναι τὸ είδος που δέχεται δύο γένη _ τὰ
3 \ | }
ἔμψυχα καὶ τὰ άψυχα. Ταγενη μεταξύ των συγκρούονται, υφίσταν
ται ὅμως σὰν σῶμα. ,Αλλα η αύτοκίνητη ψυχη μπορεί νὰ εἶναι
σῶμα; Καὶ τί σημασία θὰ εἶχε νὰ τὸ πιστοποιησωμε, ἐὰν δὲν πρό
κειται, βέβαια, γιὰ ἀστεῖο;
Κ Ἡ | \ Η Ἱ , Ϊ Η | θ `
Η αυτοκινητη ψυχη εχει την ιδιοτυπια οτι βρισκεται εκτος
γίγνεσθαι, ὅτι δεν γνωρίζει γἐνεσι καὶ φθορά. ”Ο εύθύγραμμος χρό
πν \ ~ κο αν Ν
νος της πτώσεως δεν καταργει τὸν κυματισμὸ της ψυχης, ὁ ὁποιος
{ Ν | \ Ἰ 7 ( | Ἱ Ἰ | Ϊ θ \ {
απλως δοκιμαζεται, δεν εκπιπτει ωστοσο σε επιπεδο χρονο. Εαν ο
θάνατος εἶναι χωρισμὸς της ψυχης καὶ του̃ σώματος, τότε λυτρώ
Ι , \ \ Κ
νει· δεν ἑκμηδενίζει τὸ ὅν, αλλα το αγιάζει, τὸ ἐλευθερώνει άπὸ τὸν
ζυγὸ της γραμμης. (Η ψυχη μπαίνει στὸν χρόνο γιὰ νὰ βγη καὶ νὰ
ἐπιστρἐψη στὰ ούράνια, κατ” αὐτὸν ὅμως τὸν τρόπο η πτῶσι της
δηλώνει μᾶλλον τὸ τέλος του̃ χρόνου παρὰ τὸ πεπερασμἐνο μας.
Τὸ «ἐνσώματο» της πλατωνικης ψυχης ἔχει λοιπὸν εξαιρετικη
φιλοσοφικη σημασία. (Η ψυχη πέφτει ἐξ αἰτίας του «σώματος», ἐν
τούτοις ἔτσι κάνει νὰ νικησωμε τὸν χρόνο, ἀφοῦ προηγουμένως
πατησωμε τὸν θάνατο. Τὸ τέλος δεν είναι πλέον τέλος, παράλογος
Ἡ Ν θ Ϊ 'Ξ' { , | οι
καὶ φοβερὸς ἐκμηδενισμος της υπαρξεως, ειναι η εξοχοτης μιας
σημασίας η ἐλευθερία ἑπέκεινα. .Η ‹‹σωματικότης›› της ψυχης
είναι θἑσι ἀντιφατικη καὶ σκανδαλώδης. Σωματικὸ δὲν σημαίνει
θνητό; Αύτὸ πρέπει τώρα νὰ κατανοησωμε, διαβάζοντας τὰ μετὰ
την άπόδειξι της ὰθανασίας (Ἡιθεδὶσδ), ὅπου ὁ Πλάτων εκθέτει
μὲ τὸν τρόπο του περὶ τί λογης «σώματος» πρόκειται.
'Όσον άφορά λοιπὸν την άθανασία της [δηλ. της ψυχης] ἀρκε
τά· άς που̃με τώρα καὶ πῶς εἶναι: καθ, ἑαυτην, χρειάζεται
| ` |
ὁπωσδηποτε θεία καὶ μακρὰ περιγραφη· ὅπως την φανταζο
μαστε, ανθρώπινο καὶ πιὸ σύντομο λόγο. 'Έτσι θὰ μιλησωμε.
`ὶΑς την παρομοιάσωμε λοιπὸν μὲ σύμφυτη ἐνέργεια ζεύγους
Ν ( | \ ) (
πτερωτων ίππων καὶ ηνιοχου. Τὰ μεν άλογα καὶ οἱ ηνίοχοι
τῶν θεῶν είναι καλοί, με τὰ πάντα καλά, τῶν δὲ υπολοίπων
Ώ | Κ \ Ν } 9 Ρ| Κ (δ Ϊ δ θ! δ|
αναμικτοι. αι πρωτα απ ολα ο ο ηγος μας ιευ υνει υο
άλογα, ἐκ τῶν ὅποίων τὸ ἕνα ὡραῖο καὶ καλὸ κι άπο τέτοια
Η ΚΑΛΗ ΨΥΧΗ ΚΑΙ ΤΟ ΑΛΛΟ ΤΗΣ
Ἰ55
στοιχεια, τὸ δὲ άλλο αντίθετο κι απὸ ἐνάντια· εἶναι λοιπόν,
κατ, ανάγκην, έπίπονη καὶ δύσκολη στὴν περίπτωσί μας ὴ
ὴνιόχησις.
”Η μυθικὴ αὐτὴ εἰκόνα τῆς ψυχὴς μας μεταφέρει σὲ ἄλλην
μ
Ἱ αν Ἰ |
ατμόσφαιρα, συγκρινομένη με τὴν απόδειξι της αθανασιας της.
Πρόκειται περὶ καθαρῶς φανταστικὴς διηγὴσεως, μὲ ὁρατὲς καὶ
αόρατες προθέσεις. Μολονότι ὁ Πλάτων έκθέτει τί εἶναι ὴ ψυχη. τ
λεγόμενά του αντιστέκονται, διότι, καθώς τὸ δηλώνει ό ἴδιος,
ανθρώπινος λόγος δεν μπορει να φωτίση τὴν ψυχὴ καθ, ἑαυτὴν,
αλλα μόνο ὁ θειος. Τὸ πρᾶγμα δεν εἶναι τόσο εόκολο, όσο μὲ τὴν
απόδειξι τὴς αθανασίας· ζητεῖται ὴ εικόνα τὴς ψυχῆς, καὶ αν ὴ
απόδει ι εἶναι στα έτ α τοὕ ανθ ωπίνου νου Ω πε ι α ` τὸ μ
ο
ἔ | δ Ἄ Ϊ \ { | Ί' | , \
υπερβαινει. Γι αυτο και ο Πλατων ειναι τοσο επιφυλακτικος
προ
κειμένου νὰ αναφερθῇ στὴν ψυχὴ, τόσο εὐφάνταστος προκειμένου
` \ Ψνθ Α) ` \ \ |λ δ` , Ν \ δ |ξ \
για τον μυ ο του. υτη την φορα μα ιστα εν αρκει να ει η την
| 'Ν Ν ` \ , | \ | \ \ συγγενεια της ψυχης με τις ιδεες, να βεβαιωση χωρις περιστροφες
τὴν ουράνια φύσι της, ὑποχρεοὔται να ἐξηγὴση ἐπίσης πῶς πέφτει
και ποια εἶναι ὴ μοῖρα της, νὰ βυθομετρὴση τὴν οὐσία τὴς ψυχῆς, να
.
Ν
διακινδυνεύσῃ μιὰ μυθικὴ απεικόνισι, ποὺ θα του ἐπιτρέψῃ να οίκο
δομὴση τὴν έσχατολογία του. “Ερχεται λοιπὸν αντιμέτωπος
με τὸ
| Ν Ν \ Ν Ν Ν Ϊ | Η Κ |
ζητημα της καλης και της κακης ψυχης, που μολις εθιξε ο Φαιὀων
\ 3 | \ \ θ \ ` Ν ) \ \ ~
ΘΒΒ και επανε ετα ει τ ν υ υπο τοπ ισ α αυτο στον Φαιὁ α.
›
η Χ.
μ· Ρ
Ο.. 9.
Περὶ μὲν ου̃ν αθανασίας αὐτῆς ἱκανῶς· περὶ δὲ τη̃ς ἰὀέας αὐτῆς ω̃ὀε
λεκτέον· οῖον μέν ὲστι, πάντῃ πάντως θείας εἶναι καὶ μακρα̃ς διηγήσε
ως, ςό δὲ ἕοικεν, ἀνθρωπίνης τε καὶ ἐλεἱττονος· ταύτῃ υὕν λέχωμεν.
Με τὴν φράσι αὐτὴ ὁ Πλάτων περνα από τὴν απόδειξι τὴς
αθανασίας στὸ παράδοξο τὴς ψυχικὴς οὐσίας. ,Αλλα ὁ λόγος του
δὲν εἶναι απλὥς καὶ μόνο μεταβατικός, διότι ὑπὸ μίαν ἔννοια καθο
ρίζει τὰ όσα πρόκειται να εἰπωθοὔν καὶ ετοιμάζει τὸ έδαφος για
τὴν ἔκθεσί τους. Δὲν εἶναι επομένως τόσο διάφανος, όπως θα νομί
ζαμε ἐκ πρώτης όψεως. Οι δημιουργοὶ δεν λένε πάντοτε ό,τι έννο
οὕμε συνὴθως μὲ τὶς λέξεις που χρησιμοποιουν για να ἐκφράζων
ται. Τό ὶὅέας, αἴφνης, δὲν σημαίνει ἐδῶ εἴὀος, καθὼς τὸ μεταφρά
ζουν, από όσο ξέρω, ὁμόθυμαγ αλλα εικόνα, πραγμα τὸ ὁποῖον έχει
επιπτώσεις τόσο στὴν ανάγνωσι του̃ χωριου, όσο καὶ στὴν κατανό
ησι τὴς πλατωνικὴς τακτικὴς. Κατ, ἀρχὴν ό Σωκράτηςγ στὸν δεύ
τερο λόγο του, δὲν ὑπαινίσσεται διόλου τὴν ιδέα τὴς ψυχῆς, διότι
ίὅθ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ
σκοπεύει νὰ τὴν είκονίση. ”Ϊλστερα, μὲ τὴν ἀπόδειξι τὴς αθανασίας
διὰ τὴς αύτοκινησεως, ὴ φύσι της ψυχῆς ορίζεται άναμφισβὴτητα,
ἀφοῦ όντας ἐκτὸς γίγνεσθαι, δὲν ἔχει τίποτε κοινὸ μὲ τὸ ὑλικὸ
σῶμα. Βρίσκομε τέλος ύφολογικὰ ἑπιχειρηματαύπὲρ της προφιλο
σοφικὴς χρήσεως του ἰόέας στὸν Φαίὅωνα (ίθβε, ίθθὶι, ΜΟΒ) καὶ
κυρίως σὲ ένα παράλληλο χωρίο της Πολιτείας (Β88 κ.ἑπ.), όπου ὴ
έκφρασι είκόνα πλάοσαντες δίδεται ὡς συνώνυμο του̃ πλάττε τοίνυν
μίαν ἱδέαν (588ο) καὶ ανταποκρίνεται στο πλάττομεν οὔτε ἰὁόντες οὔτε
ἱκανῶς νοήσαντες του̃ Φαίὁρου (Ἡιθο), που φωτίζει το ὲοικέτω (άς τὴν
παρομοιάσωμε) του 2ἔιθ.
,Επίσης τὸ ὁιηνἠσεαις, στὴν ιρράσι θείαςείναι καὶ μακρει̃ς ὀιηνἠσεως,
έχει τὴν ἔννοια «έκθέσεως» καὶ όχι της «ἐξηγησεως», πού, ἀνακρι
βῶς ὁπωσδὴποτε, συνηθίζομε, δεδομένου ότι τὸ θείαςμακρα̃ς / ἀν
θρωπίνηςὲλάττονος (δηλ. ὁιηνήσεως) ἀναφέρεται στὸ ω̃ὁε λεκτέον καὶ
ταύτῃ οῦν λένωμεν. Βεβαίως ἡ ὅιήνησις σημαίνει καὶ έξὴγησιν, παρό
μοια ὡστόσο άπόδοσι δεν είναι ἐδῶ ὴ ὰρμόζουσα, λόγῳ ἐναντίων
συμφραζομένων. “Οχι δὲ μόνο ἐξ αἰτίας τῶν συμφραζομένων, ἀλλὰ
καὶ του̃ τρόπου με τὸν ὁποῖο ὁ Πλάτων χρησιμοποιεῖ τον όρο στὴν
Πολιτεία, όπου ἀπλῆ διήνησις (ὁ ὰπ ος λόγος) εἶναι ὴ μόνη δεκτὴ
μορφὴ ποιὴσεως. Μὴ λησμονούμε ὅτι θὰ ἱστορηση τὸν μύθο τὴς
ψυχης ὡς ποιητὴς, οπότε ἡ ὅιήνησις περιβάλλεται μὲ τὴν σημασία
τὴς Πολιτείας. ”Ο πλατωνικὸς άφηγητὴς δεν μιμεῖται, διότι δὲν
υποκαθίσταται πουθενά· ἐκιρράζει ὰπλῶς μιὰν άλὴθεια, σὰν τὸν
Σωκράτη τοῦ Φαίὅρου, ὅταν ξαναπαίρνη τὸν λόγο ὑπὸ τὴν πίεσι του
δαιμονίου του, χωρὶς αὐτὸ νὰ ένέχῃ καμμίαπαθητικότητα, ἐφ, όσον
ἀναφέρει τὶς δικές του ανακαλύψεις. .Ο φιλοσοιρικὸς μυθος, ὡς
ὰπλὴ διηγησις, ἐπιτρέπει στὸν άνθρωπο νὰ ἀρθρώοὴ τὸ ἑπέκεινα
καὶ νὰ μὴν τὸ έκλογικεύση.
›'
Ἐοικέτω ὅὴ ξυμφύτῳ δυνάμει ὑποπτέρου ζεύγους τε καὶ ἠνιόχου.
Αύτὴ τὴν εἰκόνα της ψυχης δίνει ὁ Πλάτων μὲ λίγακαὶ ἀνθρώ
πινα λόγια στὸν Φαῖδρο. Θὰ πρέπῃ νὰ τὴν διαβάσωμε ὑπὸ τὸ φῶς
τοῦ ἰὀέας (Ἡιθοἔι) καὶ τοῦ οὅ δὲ ἔοικεν Ωἔιθαὅ), που υποβάλλουν τὴν
ἀκολουθητέα μεθοδολογικὴ γραμμὴ, ἀλλὰ προηγουμένως χρειάζε
ται νὰ σταθούμε στὴν ἴδια. Δ
'Η ψυχὴ ἀναπαριστᾶται ὡς σύνθετη, φτερωτὴ καὶ ούράνια
ὕπαρξι. Δεν είναι πλέον άπλῆ, όπως άλλοτε στον Φαίὔωνα (7θο)° ἐὰν
έβλεπε άποκλειστικῶς καθαρά, θὰ ὴταν θεὸς τούλάχιστον συννε
Η ΚΑΛΗ ΨΥΧΗ ΚΑΙ ΤΟ ΑΛΛΟ ΤΗΣ Ι57
ρ "Ι , #9 \ Ϊ \ !| ι̃| Έ | \ 3|
νης των ιδεων και παντοτε στο υψος των. Οντας ηνιοχος και αλο
γα, συγκροτεῖ τώρα μιὰ ίεραρχικη δομη, καθὼς πιστοποιεί τὸ ἄρ
χων _ποὺ δηλώνει τὸν ηνίοχο_ καὶ η περιγραφη του̃ τετάρτοΟ
βιβλίου της Πολιτείας. 'Όμως δὲν ἔχει σημασία ότι στερείται της
κι 9 αν ἔ , |
ὰπλότητος των ιδεων _ο Πλάτων εξ άλλου ποτὲ δὲν την θεώρησε
ίδέα_, ἀλλὰ ότι εἶναι φτερωτη καί, σύμφωνα με την εἱκόνα, ἔχει
βάρος. Τὸ βάρος της ψυχης επιβεβαιώνεται πάρα κάτω (2ἔιθὀ) άπ
Φο
δ ”Φὅ
`
τὸ ί ιο τὸ κείμενο τουι οί ρου, με την εξης φράσι: πέφυκεν ἡ του
πτεροῦ δύναμις τὸ ὲμβριθὲς ἄχειν ἄνω (τὰ φτερὰ ἔχουν την δύναμι νὰ
Ἱ Ϊ Η )| | , Ϊ \ θ \ , |
ανυψωνουν ο,τι εχει βαρος). Εικονιζεται λοιπον η ψυχη ενσωματη,
ἐπειδη διαθέτει ἐν τούτοις φτερά, δὲν ἀνηκει στὸν κόσμο μας: τὰ
φτερὰ την κάνουν νόθο οὐράνιο όν.
Έπιμένω σύ αύτη την εἰκόνα διότι φέρει την πλατωνικη άντί
ληψι περὶ ψυχης. Δὲν προτίθεμαι νὰ την ἑρμηνεύσω ὡς σύμβολο·
συγκροτεῖ μιὰ πραγματικότητα καὶ ὀφείλει κανεὶς νὰ την προσπε
λάση ὡς τέτοια. Κάθε λογισμός, κάθε κατανόησι του̃ μύθου της
ψυχης, γίνεται ἐφικτη με άφετηρία την πραγματικότητα της εἰκό
νας της. ”Η είκόνα ηδη σχολιάζει τὸ είκονιζόμενο, μεταφράζει τὸ
Ό | ` Θ | Κ | | | | , | Ἡ
ακινητο σε ιστορια. Ο Πλατων ξερει τι κανει απεικονιζοντας την
ψυχη. ”Η ἀοριστία της παραστάσεως ὡς πρὸς την ἔννοια του̃ ζεύγους
\ Ω 5 Η 3
_πρόκειται,για δύο η περισσότερα άλογα _ η ὡς πρὸς την ἔννοια
τοῦ ὑποπτέρου_ η διευκρίνισι πᾶσιι πτερωτὴ εμφανίζει όλη την ψυχη
\ 7
τε ωτί ὅ ι όνο τα άλο α καὶ τὸν ά ατ λάτ _ εἶναι ε ονό Ϊ
η Ϊ
ἀλλὰ δεν εμποδίζει καθόλου νὰ εἶναι σαφης ἐν συνόλῳ. ,Απὸ την
στιγμη ποὺ ἀρχίζει την διηγησι μὲ είκόνα, καὶ η εἰκόνα ἐν προκει
μἐνῳ εἶναι ὅ,τι καλύτερο θὰ μπορουσε νὰ δώση ὁ ἀνθρώπινος λό
γος, ἐκεῖ πρέπει νὰ ζητησωμε άπάντησι στὸ αίνιγμα της ψυχης καὶ
σω σν , | Χ
της μυστικης της ουσιας. Επιβάλλεται νὰ ἐξετάσωμε την πλατω
νικη εὶκόνα όπως εἶναι, όχι ὡς άλληγορία, που θὰ πῇ ότι μιλά ἀφ,
ἑαυτης _ ἔνα εἶδος σημαίνοντος τὸ ὁποῖο δὲν παραπέμπει σὲ κανέ
να ξένο σημαινόμενο. Χρειάζεται νὰ την πάρωμε κατὰ γράμμα,
ὥστε μὲ τὰ ἐναύσματα που δίνει νὰ άρθοὕμε στὸ πνεῦμα της. Νὰ
φθάσουμε όμως μὲ άλμα, διότι μεταξὺ είκόνος καὶ πραγματικότη
Ἱ Ἱ
\
\ Έ Ϊ Η Ἰ \ ¦
\ Ϊ \
τος δεν υφισταται αλλη επαφη απο το δημιουργικο πεταγμα, με τ
ὁποῖο πληρώνεται τὸ μεταξύ των χάσμα.
.Η ψυχη τοῦ Φαίὀρου δεν θυμίζει σε τίποτα τὸν καπνὸ το
ο
Ὁ
ὶθμηρου την ζῶσα ἀναθυμίασι του ςΗρακλείτου. Καὶ η ψυχη τῶν
πυθαγορείων δεν ἔχει ἄλλη συγγένεια μαζί της ἐκτὸς της άφθαρσί
ας, μιᾶς άφθαρσίας ἐντελῶς φυσικης. (Η πλατωνικη ἐπανάστασι
συνίσταται σὲ τουτο, ότι πέρα της άθανασίας καὶ της οὐρανίοΙ)
ίἔ›8 ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ
προελεύσεως, ὴ ψυχὴ εἶναι ίδιαίτερη άπτὴ πραγματικότης: προτού
πέση σὲ σῶμα ἔχει τὸ «σῶμα» της, είς τρόπον ὥστε ὴ πτῶσι νὰ
είναι μᾶλλον φυλάκισι παρὰ έσωτάτη ἑνότης. ΚΗ άντίθεσι γίγνε
σθαι καὶ ὶδεῶν εἶναι αύθεντικὰ πλατωνικὴ καὶ δεν ἀποκλείει τὸ
σωματικὸ ἀπὸ τὸ ούράνιο, ὅπως δείχνει ὴ εἰκόνα της ψυχης καὶ ὴ
μοῖρα της. ”Ο ἀνταγωνισμὸς της ψυχὴς καὶ του σώματος προκύπτει
άπὸ αὐτὴ τὴν άντίθεσι καὶ τὴν κατοπτρίζει, ἐὰν ὅμως ὴ ψυχὴ ηταν
μιὰ ζωτικὴ δύναμις της τάξεως τοῦ όντος, δὲν θὰ ὑφίστατο έμψυχο,
διότι τὰ πάντα θὰ παρέμεναν κλειστὰ στὸν ἑαυτό τους. ”Οταν ὴ
ζωὴ νοῆται ὡς όρεξις, ὴ ψυχὴ φανερώνεται ὁίνοιξι στὸ άλλο, έτσι
ὅμως άποκτά άτομικότητα, μεσολαβεῖ δὲ κανονικά μεταξὺ οὐρανου̃
καὶ γης, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο μόνο ένα μυθικὸ καὶ θρησκευτικὸ όραμα
μπορεῖ νὰ τὸ συλλάβῃ. Τὸ «βάρος» λοιπὸν της ψυχης άναγγέλλει
ἐλάφρωμα τοῦ όντος στὸν πόθο του ἐπέκεινα, πόθο ἐκπληρούμενο
ὡς τρόπον ζωης (βίος), του̃ φιλοσόφου παραδείγματος χάριν του̃
προφὴτου του̃ ἐραστοῦ. (Υπάρχει στὸ σημεῖο αύτό, ένα ίσχυρὸ
πλατωνικὁ προαίσθημα του χριστιανισμού, άπηλλαγμένου ἀπὸ τὴν
ἐνοχὴ πού ὁ μονοθεισμὸς του̃ άπολύτως άλλου κατώρθωσε νὰ του
μεταδώσῃ καὶ πού, μὲ τὴν άνυπαρξία στὸν τελευταίο της ἀθάνατης
ψυχης, γινόταν ἀναπόφευκτη καὶ ὀλέθρια. (Η άμεσότητα της χρι
στιανικης σωτηρίας δὲν εἶναι επακόλουθο τὴς άθανασίας; ,Εδῶ
βρίσκεται το μυστικο της πλατωνικὴς παραστάσεωςτης ψυχης καὶ
τὸ μσιραῖο βάθος της.
(Η πλατωνικὴ ψυχὴ ἔχει σῶμα, όπως κάθε ζῶο έχει ψυχη. .Η
σωματικότης της ψυχης άποδίδει. ένα βάρος άπο τὸ ὁποῖο ούτε οὶ
ψυχὲς τῶν θεῶν άπαλλάσσονται. Καὶ γιατί νὰ άπαλλάσσωνται, ἐφ”
όσον δὲν εἶναι ὶδέες; ”Η ψυχὴ τῶν θεῶν δὲν πέφτει όχι ἐπειδὴ της
λείπει τὸ βάρος, ἀλλὰ διότι στερεῖται άρνητικότητος, διότι δεν έχει
κανένα στοιχεῖο άντίθετο στὴν ἐσωτερικὴ της άρμονία. 'Ο προορι
σμός της ψυχῆς, καὶ έννοῶ τὴν θεωρία τῶν ίδεῶν, μένει άνεκπλὴ
ρωτος ὅχι λόγῳ βάρους, ἀλλὰ ρηξεως μὲ τὸν κόσμο τους, εἶναι δὲὴ
ρῆξι τούτη προϊον κακοποιου̃ έπιδράσεως τοῦ άλόγου μέρους της.
(Η ούράνιος ζωὴ καὶ τὸ βάρος δὲν εἶναι άσυμβίβαστα, ἀφοῦ ούτε οἱ
ψυχές τῶν θεῶν, οὔτε όλες άπαραιτητως οί ψυχὲς που τὶς συνοδεύ
ουν πέφτουν, κατὰ τὸν μῦθο τοῦ Πλάτωνος. Αύτὁ δείχνει πὼς ὴ
«σωματικότης» δὲν άναφέρεται σὲ κάποια ύλικὴ τάχα φύσι της
ψυχης, άλλά στὸν μεσιτευτικό τηςχαρακτηρα, ἐξ αἰτίαςτοῦ ὁποίου
υψώνεται πέφτει, άναλόγως τῶν περιστάσεων. 'Η πλατωνικὴ
εὶκόνα της ψυχης εἶναι δραματικὴ μᾶλλον παρὰ άλληγορικὴ, παρι
στάνει τὸ πεπρωμένο καὶ ὅχι τὴν μορφη της. “Ετσι δὲν έρχεται
Η ΚΑΛΗ ΨΥΧΗ ΚΑΙ ΤΟ ΑΛΛΟ ΤΗΣ ίἕὅθ
καθόλου σὲ άντίθεσι μὲ τὴν ἰδέα τὴς ὰπλἦς ψυχης τοῦ Φαίὁωνος
στὸν διάλογο αὐτὸν ὁ Πλάτων έχει διαιρορετικὴ προοπτικὴ καὶ
έξετάζει τὴν σχέσι του πνεύματος μὲ τὰ αίώνια άρχέτυπα, οὔτε
άναιρεῖ ὅσα παραθέτει ὁ Τίμαιος γιὰ τὴν δημιουργία της, τὴν στιγμὴ
μάλιστα που ὁ Φαῖὅρος καὶ άλλοι διάλογοι άποδεικνύουν πληθωρικὰ
τὴν άθανασία της, δεχόμενοι ὅτι εἶναι άγένητη καί άνόλεθρη. ξΗ
δημιουργία τὴς ψυχῆς είς τὸν Τίμαιο καὶ ὴ σωματικὴ της ὑπόστασι
στὸν Φαῖὁρυ, δὲν πηγάζουν ἀπὸ ἀνάγκη νὰ δοθῇ μυθικὰ λογικὴ
διάστασι στὸ παράδοξο τὴς διπλὴς της ουσίας; Ἐὰν όντως ψυχὴ
ὴταν σῶμα, δὲν θὰ συνελάμβανε τὰ νοητὰ καὶ συνεπῶς κάθε πνευ
ματικὴ της λειτουργία θὰ ὴταν ἀνέφικτη, ὅπως καί κάθε έξοδος
πρὸς τὸ ἐπέκεινα, ὴ ὁποία θὰ μπορουσε νὰ γίνη μόνο λόγῳ συγγε
νείας μὲ τὶς ἰδέες (Φιιίδωνος 79ε8Οί›) καὶ τὴς συναφου̃ς πρὸς αὐτὴν
ὑπερβολης τοῦ αίσθητοῦ (Τιμαίου δἔὼ). ,Αλλὰ (Ἀλκιβιάὁσυ ίδθεο)
ὴ. ψυχὴ είναι τὸ πνεῦμα που άρχει τοῦ σώματος, ὁ δὲ άνθρωπος
είναι ψυχὴ. (Ο Πλάτων ὴταν υποχρεωμένος
νὰ δώση στὴν ψυχὴ
σωματικὴ ὅπόστασι καὶ νὰ περιγράψη τὴν σχέσι της με τὸ ὅν ὡς
περιεχομένου πρὸς περιέχον, γιὰνὰ δηλώσῃ πὼς εἶναι κάτι ξεχωρι
στὸ καὶ νὰ θέση τὶς προϋποθέσεις μιᾶς ἑσχατολογίας,
που νὰ μὴν
ὰπορρίπτη τὸ αἰσθητό, ἀλλὰ νὰ τὸ ἐνσωματώνη,
νὰ τὸ κάνη μορφη.
ΩΟ Πλάτων άντιτίθεται σὲ κάθε άξίωσι τὴς ὅλης καὶ ὅταν βάλλει
έναντίον τοῦ σώματος (Φαίὅωνος θἔιο επ.) ἔχει κατὰ νοὕ τὸ βάρος
τὴς ψυχῆς. ”Η άξία (τιμὴ) εἶναι τὸ μεγάλο του ὅπλο, ένῷ ὴ αδυνα
μία τοῦ ἀψύχου νὰ ἐξυψωθῇ, τοῦ χρησιμεύει ὡς σημεῖο στηρίξεως
γιὰ νὰ τὸ άναιρέση. 'Η άξία μοριρώνει τὴν ὕπαρξι καὶ σέ αὐτὴν
άποβλέπει μονάχα ένας πόθος (ὔρεζις, θὅε) καὶ μιὰ πρᾶξι ποιητικὴ
(τεῦξις, θθει). .Ο χωρισμὸς της ψυχης καί του σώματος δὲν νοεῖται
παρὰ στὸ φῶς μιᾶς ἀξιολογίας, μιᾶς μεταιρυσικὴς τὴς δημιουργίας.
Ποιότης είναι τὸ πάθος τῆς ὅλης, ὴ ὁποία ἐνσαρκώνει (Τιμαίου ἔιθε
ὅ2Β) τὴν ὰρνητικὴ, άτακτη καὶ χαώδη ἀρχὴ. ”Η ψυχὴ δὲν εἶναι
ποσότης· πέφτει καὶ καταλαμβάνει τὸ άψυχο, ὴ ὔλη ὅμως δὲν δια
βρώνει τὴν πνευματικὴ της οὐσία, πρᾶγμα που τὴς ἐπιτρέπει νὰ
ὰποκτὴση ἐνδεχομένως καὶ πάλι φτερὰ καὶ νὰ ξαναγυρίση γιὰ πάν
τα στὴν ουράνια πατρίδα.
Τὸ βάρος τὴς ψυχης είκονίζει μία άμεση καὶ μοιραία συνέπεια
τὴς άτομικότητός της, τὸ φορτίο τὴς ἐλευθέρας βουλὴσεως, ὴ χρὴσι
τὴς ὁποίας τὴν κρατα στὸν οὐρανὸ τὴν κάνει νὰ πέφτη. Διότι ὁ
πόνος τὴς ψυχῆς ἔρχεται ἀπὸ τὸν πόθο του άπολύτου, ἀπὸ ένα
αίτημα τελειότητος καί πληρότητος, που δίνει κάποτε ἀντίθετα
άποτελέσματα _ τὴν ἀναρχία, ὰς ποῦμε, της ρηξεως με τὸ νόημα,
ίθθ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΊἹΚΗ
όταν τὸ τελευταίο μᾶς ξεφεύγη. Η είκόνα τοῦ Φαίὁρου υπερβαίνει
.Μ | { | | { #9 , `
σαφως τὸν ἑαυτό της. Βεβαια οι ίδιοι παράγοντες οδηγούν εις την
πτῶσι καὶ σώζουν· η ψυχη ἀναπτύσσει στόν κόσμο μιὰ ἐνἑργεια
ὰ ιοθαύ αστ τὰν δύνα ι του πνεύ ατος, τὸ ούσιῶδες πάντως δεν
7
Ἡ \ | Ἐ εω Η \ ·
εἶναι αύτη η οίκονομία, ἀλλὰ το γεγονος ὅτι τοσο η πτωσι οσο και η
σωτηρία προϋποθέτουν τὸ δρᾶμα της ἱστορίας. ,Εξ ού καὶ η ἰδιαι
τέρως ἐπίκαιρη διαπίστωσι που συνάγεται: η ούσία της αυτοδύνα
μης καὶ ἀθάνατης ψυχης συμπίπτει με τὸ γεγονὸς της ύπάρξεώς
της· ως άτομο καὶ ὡς πνεῦμα η ψυχη ἀνταποκρίνεται στὸν ἄνθρω
πο, κατ” αύτόν όμως τον τρόπο η ύπαρξι του ἀνθρώπου στηρίζει
την οὐσία του καὶ φανερώνεται ἐκστατικη. Ἐὰν η ψυχη εἶναι άρχη
Ν | | \ ς \ Ν Ν Ψ
ζωης, η αύτονομια της σημαινει πως η πηγη της ζωης ειναι πνευ
ατικὶ καὶ πὼ ὁ ἀνθ ωπο είναι κατὰ τὰν υ ί του.
μ
\ , | Ἱ | ( ον
Το αυτεξουσιο δεν συμβαδιξει ωστόσο μὲ τὸ πνευμα, (Η σκέψι
δὲν ὁδηγεῖ κατ, εύθεῖαν στην ἐκλογη; (Ο Πλάτων τὸ ξερει καὶ τὸ
λ| , | Ἀὅ ) , εν , |ζ ΙΙ |
εει απεριφραστα αι ωνος ει , αφουβαγνωρι ει οτι πραττομε
ἐπειδη ἀκριβῶς ζητούμε τὸ καλύτερο (ἡ τοῦ βελτίστου αἱρεσις). 'Ως
πνευματικη ενεργεια, η ψυχη δὲν εἶναι καθ) αὐτό, ἀλλὰ γιὰ τὸ άλλο·
είναι κυρίως είδος μοριροποιητικό, θεία δύναμις δαίμων καὶ όχι
συνείδησι; Δυστυχία επομένως του̃ ἀνθρώπου είναι τὸ σῶμα νὰ
ἐπιβληθῇἶστην ψυχη, νὰ ἀγνοῇ την ψυχη καὶ νὰ την λησμονησῃ. 'Η
βασιλεία του κόσμου καὶη εύτυχία δεν συμβιβάζονται, διότι η ψυχη
ηευτυχία εἶναι δικη της ρἐπει ἐκ φύσεως πρὸς την ἐλευθερία.
Το παράλογο βίωμα τοῦ ἀπείρου ἀπὸ την περατότητα είναι οί
συμφορὲς της ψυχης. “Ο πόθος του ,Αγαθοὔ προκαλεί τὸ κακό,
κακό ἀποδεκτὸ ἐν όνόματι μιᾶς θεωτικης σωτηρίας, βασιζομενης
στην δημιουργικότητα της ἐλευθέρας θελησεως ἡτευ̃ξις του̃ ὅντος
(πρόσβασι στην ἀληθεια μὲ τὸ ἔργο), ἀντίστοιχη καὶ μάλιστα υπέρ
τερη της ἐπιθυμίας του ἀπολύτου (Φαίὅωνος θὅοθθει), αὐτὸ ἀκρι
βῶς δὲν σημαίνει, καὶ ὁδηγουμένης προφητικὰ (Φαίὀωνος δίἀ
82η) πέρα της συμβατικης κοινωνικης ἀρετῆς καὶ της δικαιοσύνης
ἐν ἀνελευθερία, που ταιριάζουν κατὰ τὸν Πλάτωνα στὶς κοινωνίες
των μυρμηγκιὥν καὶ των μελισσῶν, τῶν ὁποίων ὁ σύγχρονος άν
θρωπος ζη την ἀδυσώπητη πραγματικότητα ἐκεῖ ὅπου τὸ ὁλοκλη
ρωτικὸ κράτος του ἀφαιρεῖ βάναυσα κάθε εύθύνη, άναλαμβάνοντας
νὰ ὀργανώση την εύτυχία γιὰ λογαριασμό του.
Τὸ κακὸ γεννιέται στην ψυχη, η ὁποία ἔλκεται ἀπὸ τ ,Αγαθό
ἀλλὰ δεν κατορθώνει νὰ ύψωθη στην τελειότητα. Τὸ θἑλγητρο του̃
ίΑγαθοἶ› δεσμεύει την θἐλησι, τὸ δε κακό εδρεύει στην θέλησι καὶ
όχι στο σῶμα. (Ο Πλάτων θεωρεί τὸ κακὸ προϊστορικό, ότι προη
οω
Η ΚΑΛΗ ΨΥΧΗ ΚΑΙ ΤΟ ΑΛΛΟ ΤΗΣ ίθί
γεῖται του πόνου στὸν ὁποῖο χρωστουμε τὴν συνείδησι, φαντάζεται
δὲ τὴν βουλητικὴ ψυχη, σύνθετη, φτερωτὴ καὶ ουράνια ὕπαρξι. Το
κακὸ πονάει τὴν ψυχὴ χωρὶς νὰ τὴν καταστρέφει (Πολιτείας θθθε
ἑπ.), πρᾶγμα που ἀποδεικνυει ότι της ἀνὴκει καὶ ότισύνθετη φύσι
της δὲν ἀντιφάσκει πρὸς τὴν ἀθανασία. Ἐὰν τὸ κακο ὴταν καρπός
περιστάσεων, ἐὰν δὲν ὴταν ὁ άνθρωπος πρόξενος του κακοὔ του, θὰ
υπηρχε λόγος νὰ γίνη φιλόσοφος γιὰ νὰ λυτρωθῇ, ”Ο δεσμώτης του
Φαίὁωνος (82ε83) ευθύνεται έξ ὁλοκληρου γιὰ τὶς ὰλυσίδες του,
ἐνῷ ὴ μοῖρα κάθε ἀνθρώπου (Πολιτείας θλρἶιἰο) είναι ζητημα δικης
του ἐκλογὴς. Το κακὸ εἶναι ἀποτυχημένη αὐθυπέρβασι, μιὰ έκπτω
σι τοῦ ἀπείρου, ὅπου ὴ ευτυχία ταυτίζεται μὲ τὶς ὐλικὲς ἀπολαύ
σεις, τὶς ὁποῖες ό Πλάτων δὲν ἀρνεῖται, καθως μαρτυρεί ὁ Γορνίας
καὶ ὁ Φίληβος, ἀλλὰ ἀπλῶς ἀναστέλλει, ὥστε νὰ συστὴση ἱεραρχία
της πράξεως, ίκανὴ νὰ οδηγηση τους ἀνθρώπους στὸ υπέρτατο
ἀγαθό. Κακό, ἀδικία, στέρησι του ,Αγαθοὕ, τὰ θεωρεί συνώνυμα.
(Η άδικη ψυχὴ είναι φορευς μηδενός, παρουσιάζει χτυπητὴ ὁμοιό
τητα μὲ τὸ σῶμα καὶ υπ, αὐτὴ τὴν ἔννοια (Πολιτείας ἔιδέιο ἔιἔὥὶι),
ἀλλὰ μόνο υπ, αὐτὴ τὴν ἔννοια, ὴ ὴδονὴ ἀποτελεῖ ψυχικὴ ἀρρώστια.
Σῶμα εἶναι τὸ καθωρισμένο, που παρασύρει τὸν άνθρωπο στὸ αὐτὸ
καὶ τὸν ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸ καλύτερο. (Ο φιλοσοφικὸς ἀσκητισμὸς
τοῦ Φαίὁωνος δὲν ὑπονοεῖ καὶ άρνησι του κόσμου: είναι ὴ ἀπόδειξι
καὶ δοκιμασία της έλευθερίας, ἀφοῦ ὁ Πλάτων δἔν θέλει τον κόσμο
κακό, ἀλλὰ μόνο ἀβέβαιο καὶ δευτερεύοντα. Τὸ θέμα επομένως δεν
είναι ὴ ὴττα του σώματος, είναι ὴ υπαγωγὴ του κατωτέρου μέρους
της ψυχῆς στὸ άνώτερο, ἐν όψει τὴς καθαρτικης περιαγωγὴς, στὴν
ὁποία ἀποδίδει τόση σημασία ὴΠολιτεία (5Ἰ8οο καὶ θλλο). (Ο
ἀγὼν κατὰ της έξάρσεως του φαινομένου ἔχει τὴν ἔννοια ἀντιθέσε
ως στὸ πνεῦμα ποὺ ὁριοθετεῖται ἀπὸ τὴν ὕλη, μόνο δὲ ένα ποιητικὸ
φῶς θὰ μπορουσε νὰ ὰγιάση καὶ νὰ έλαφρώση τὸ φαινόμενο. “Ο
ὰγιασμὸς τοῦ φαινομένου ἐγκοσμιώνει τὸ έπέκεινα καὶ μὲ τὸν ἀλη
θινο ἀσκητισμὸ ἔχομε τὴν άσκησι στὸν θάνατο της κατὰ πνεῦμα
ζωης. Η ελευθερία γέννα τὸ κακό, ἀλλὰ ὴ πρᾶξι δὲν τὸ ἀνατρέπει,
διότι οί συνέπειές της είναι ἀπρόβλεπτες. ΩΗ υποχρέωσι του̃ ἀν
θρώπου της πράξεως νὰ καταφεύγη συνεχὥς σὲ διάφορα μέσα καὶ
νὰ ξεχνά ἐντελὥς τὸν ἀρχικό του προορισμό, εκφράζει σαφέστατα
τὴν ἀπολυτοποίησι του φαινομένου ὡς πεμπτουσία της πτώσεως.
'Η πρᾶξι εἶναι υποχείρια τῶν καταστάσεων τὶς ὁποῖες δημιουργεί
καὶ δεν μᾶς δίνει αὐτὴ τὸ ἀνθρώπινο γνώρισμα, ἀλλὰ ὴ ἑγκοσμίωσι
του ἀπολύτου, που συντελείται μὲ το ἔργο. ,Έργο εἶναι ὴ δεξίωσι
του ἐπέκεινα, το πεδίο ὅπου ὴ ἐλευθερία καὶ ὴ πρᾶξι συναντῶνται
Ι Ι Φιλοσοφία ποιητική
ΙΒΖ
ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙ ΗἹἹ ΚΗ
χωρὶς νὰ ανταγωνίζωνται,
ὅπου ὁ ἑγωισμὸς δὲν ἑμποτίζει την πρα
ξι. Το ἔργο εἶναι η κατα ἑξοχην δικαίωσι της πνευματικης ζωης· η
ὕπαρξι καὶ η λειτουργία του δείχνουν πως αν η ανώτερη ζωη καθ,
θ
Ξα
Ἱ Ὁ Ι Ό Ϊ | | , \ Ἄ | ΐ
υτην ενεχει εξυψωσι, τοτε μονο εσωτερικη εξελιξι, μονο πνευμα
\ Ϊ Ι Ϊ | \ Ν Υ \ Κ \ Ν ,Ϊ
τικη αναπτυξι υπαρχει. Στο σημειο αυτο η προβληματικη του ερ
“ΥΟ
Ν Ο | Ἡ \ \ Ϊ Η θ
κου. Αντιμετωπιζω το κακο δεν σημαινει οτι καταφερνω ν
σί)
υ διασταυρώνεται μὲ την προβληματικη της ψυχης καὶ του̃ κα
Ω
τὶ
κ οκ
μβιβάζω μὲ τὸ καλο πάσῃ θυσία, αλλα ότι εἶμαι είς θέσιν να
θ | \ | Ν ~ \ Ἡ |
επαναλαβω την πατροκτονια του Σοφιστσυ και να διατυπωσω θετι
κα την δουλικη καὶ φθαρμἑνη θέλησι η ὁποία συγκροτεῖ τὸν αρνητι
|
ΚΟ
\
ΤΟ
του χαρακτηρα. Τὸ κακὸ νοεῖται ἐν αναφορα πρὸς τὸ ίδανικὸ που
υπερβαίνει καὶ τὸ ὁποῖο κρατάει πάντα από μιαπρᾶξι ποιητικη.
ΩΗ διαρκῶς ανανεούμενη παρουσία τοϋ ἔργου προϋποθέτει θεωρία
νο , αν \ { Ἰ , \ \ .Ο { Γ | ¶ \ Ι
των ιδεων και υπ αυτο το πρισμα η ελευθερια γιατρευει την θελη
ΰί.
Κ \ Χ 9 ! \ Ν Χ \
Η πλατωνικη ψυχη απεικονιζει το πνευμα μας τα φτερα
'Γ Ώ | ` Ἱ Π 2 | | Ἡ
ειναι η θελησι και τα αλογα οι προσδιορισμοι της, σημαινει δε
Έ
›
Ξπ
πὼς ὁ νοῦς είναι κατ” αρχην βούλησι καὶ όχι αντίληψι. Η βούλησι
7 \ Ϊ
ικρατεῖ της νοησεως, διότι αντλεί μὲν η τελευταία απο μεσα της,
\
ζητεί όμως τὸ Άγαθὸ ἔξω. Τὸ ”Αγαθὸ δὲν κάνει ὡστόσο χωρις
νόησι, δεδομένου ότι η τυφλότης της θελησεως συγχέει τα πάντα
Κα.ὶ δεν ὁδηγεῖ πουθενά. (Η ψυχη αθανατίσθηκε χάρι στην ίδέα τοῦ
3! | Ἱ | ` \ \ | Ν |
αλλου κοσμου, εξατομικευθηκε δε με το πεπρωμενο της πτωσεως
κα
ψυ
\ Ν | Η \ \ Ἱ | \ | 9 | | Ε
ι της σωτηριας. Βαν το αιωνιο δεν πεφτει ελλειψει χρονου, η
χη πέφτει αλλα δεν χάνεται. ,Αθανασία καὶ αίωνιότης δεν ταυτί
( Ἱ Ἱ' | 7| '| Θ | “ 3| { ,Θ |
ζονται. η ψυχη ειναι θεια, οχι ομως εος, οπως αλλωστε η α ανασια
τῶν θεῶν καὶ αίωνιότης τοϋ ίΑγαθοῖ›” διαφέρουν. 'Η ψυχη
ταυτοχρόνως
την αθανασία καὶ τὸ γίγνεσθαι, ρίχνει δὲ μὲ την πτῶ
σί
πε
της τὸ ἄλλο στὸν κόσμο. Τὸ παράδοξο της ατομικης αθανασίας
ρικλείει καθ, εαυτο την δυνατότητα της πτώσεως καὶ της λυ
τρώσεως, του̃ πάθους καὶ της αναστάσεως. Τὸ ουράνιο πέφτει στην
τη
\ Ν Ι ` , Ϊ Ι Ἱ Νὶ Ἱ \ θ Ν
και μπορει δυναμει να επιστρεψη, θεωνοντας το ον εις το οποιο
κατοικεῖ αυτη την ἐσχατολογικη προοπτικη ανοίγει ὁ Πλάτων.
{ ` \ Ψ Ι \ Ι | ( | (
Η πλατωνικη ψυχη ειναι ξενη προς καθε ζωοδοτειρα υποστασι, η
ὁποία συνεχίζει μετα θάνατον· απαντα σὲ αίτημα κατ, ἐξοχην μη
λογικό, μάλιστα θρησκευτικό, καὶ διαγράφει μία ἔννοια ζωης ανε
ξάρτητη, άσχετη με τὸν ὀργανισμό, αντιπροσωπεύει δηλαδη την
Ν
Ν Ν"
δυνατότητα της ἐσωτερικότητος του πάθους καὶ του εργου.
οκ
Ὁ
ίΗ είκόνα της ψυχης συμπληρώνεται με τα εξης λόγια, που
ίζουν κατὰ κάποιον τρόπο την μοῖρα καὶ τὸ δρᾶμα της:
Η ΚΑΛΗ ΨΥΧΗ ΚΑΙ ΤΟ ΑΛΛΟ 'ΓΗΣ ίθξὶ
Θεων μὲν ούν ίπποι τε καὶ ἠνίοχοι παντες αὐτοί τε ἀναθοὶ καὶ έξ
αγαθω̃ν, τὸ δὲ των ἄλλων μέμικται. Καὶ πρῶτον μὲν ἡμῶν ό αρχων
ούνωρίόος ἠνιοχεῖ· εὶτα των ἴππων ό μὲν αύτω̨̃ καλός τε καὶ αναθος
καὶ έκ τοιούτων, ὁ ὅ' ἐξ ἑναντίων τε καὶ ὲναντιος· χαλεπὴ ὅὴ καὶ
όύσκολος ἐξ αναγκης ή περὶ ἡμᾶς ἠνιόχησις.
Οἱ φυχὲς τῶν θεῶν εἶναι παναγαθες τέλειες σὲ όλα τους,
οὶ δὲ αλλες μικτές. Το ζητημα του̃ κειμένου, δὲν αφορα, βέβαια,
στην φύσι τῶν θεϊκῶν ψυχῶν: εἴτε τὶς αποτελούν δύο μέρη σῶμα
καὶ νοἶις τέλεια, σὲ τέλεια αρμονία εἴτε τρία Τιμαίου ἔιθὀε
καὶ Νόμων δθἔιο, ἔἔθθοιὶ ἑπ.), ἔχει μικρη σημασία. (Ο Πλάτων
συνηθίζει να γραφη, χωρὶς να τὸν απασχολη η συνοχη ἑνὸς συστη
ματος, για τὸν απλούστατο λόγο, ότι ποτὲ δὲν επεχείρησε να οίκο
δομηση δικό του. ,Αξίζει ἐν τούτοις να σημειωθῇ, πὼς μὲ την
ύπαρξι θείων φυχῶν, επίσης φτερωτῶν καὶ ατομικῶν, διευκρινίζε
ται η αντίληφί του περὶ «σωματικότητος» της ψυχης. Διότι τί εἶναι
η απολύτως αγαθη «σωματικότης», αν μη απλη ύπαρξις, αποφασι
στικα στραμμένη στὶς ίδἑες; Θα πρἑπη μηπως να είκασωμε, ότι η
ἐλευθερία προσιδιαζει στην θεία ψυχη; κατα κανένα τρόπο! (Η
θεία ψυχη χαίρεται μια ἐλευθερία στους κόλπους τού ίΑγαθοὔ,
ανώτερη απο την πρώτη ἐλευθερία της ἑκλογης μεταξὺ καλού καὶ
κακού· δεν κυριαρχεῖται απο την αναγκαιότητα, ἐξ ἴσου απου̃σα
στην ποιητικη πραξι τῶν ανθρώπων. ΩΟ Πλάτων δὲν ασχολείται ἐν
προκειμἐνῳ με όλα τούτα τα θέματα: δὲν τὸν ἐνδιαφέρει να δείξη
την είδοποιὸ διαφορα τῶν φυχῶν, αλλα την μεταφυσικη σημασία
της μικτης των ούσίας, πυρηνα, ὡς φαίνεται, της ἐπαναστάσεως
που προκάλεσε ὁ ίδιος στὸ θέμα της ψυχης.
,Ήχομε λοιπὸν τὸν ἡνίοχο, που χαρακτηρίζεται αρχοντας (αρχων,
Ζἔιθρ), κυβερνητης (κυβερνήτης νου̃ς· ιμοχη̃ς κυβερνήτη μόνῳ θεατῇ νςυ̃,
2!/ἶσ τα βελτίω τη̃ς διανοίας, 256), καὶ αντιστοιχεί στὸ ανώτερο
στοιχεῖο της ψυχης· ἔχομε τὸ καλο καὶ ὼραῖο ἄλογο (ι̃ππος καλός τε
καὶ αναθὸς καὶ ἐκ τοιούτων), ἐραστη της τιμης, της σωφροσύνης, της
αίδου̃ς καὶ της ὀρθότητος (τιμῆςἐραστὴς καὶ σωφροσύνης καὶ αὶὀου̃ς καὶ
αληθου̃ς δόξης, Ζὅδὀ), ύπάκουο στα ὁρίσματα του̃ πνεύματος (απλη
κτος κελεύσματι μόνον καὶ λόγῳ ἡνιοχεῖται, Ζὕδιἰ), που ἐνσαρκώνει την
αρετη του αγαθού· ἔχομε τέλος τὸ ανημερο αλογο (ι̃ππος ἐξ ὲναντίων
τε καὶ ὲναντιος), ποὺ δὲν γνωρίζει φραγμὸ στὶς ανάγκες του, ὀγκῶ
δες, μαύρο, αὶματῶδες, σύντροφο της αλαζονείας καὶ της ύβρεως
(πολύς... μελανχρως... ὕφαιμος, ὕβρεως καὶ αλαζονείας ὲταῖρος, 2§3ο),
ἐνσαρκωσι τού ίδιου τού κακού. 'Η τριμερης αύτη διαίρεσι της
ιίθἴι . ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΊἹΚΗ
ψυχῆς (τριχῇ ὀιείλομεν ψυχὴν ἑκάστην, Ζὅδο), συμπίπτει πληρως μὲ
την διαίρεσι της Πολιτείας (ἔιξδθε ἔιἔιἔιο), όπου η ψυχη ἔχει ἔνα
λ \ | Ά ) Ψ| Θ Ἱ δν ) ` '| 9 \
ογικο μερος ονιστικον , ενα υμικο υμοει ες και ενα ορεκτικο
,Υ 7 θ Ϊ )
(επιθυμητικον), διαίρεσι η οποία επαναλαμβάνεται στὸ ὕδθὀὕδδιι
Ἱ Ἡ Κ | Ώ Ν Ρ? )| ` |
και την οποια εικονογραφει (ἶ›88 ὅθθο) ενας ανθρωπος με κεφαλια
ημέρων καὶ άγρίων θηρίων (ἡμέρων δὲ θηρίων ἔχοντος κεφαλὰς κὐκλῳ
καὶ άνρίων). ”Η τελεία ψυχη, όπως καὶ η τελεία πόλις (η τελευταία
επίσης χωρίζεται σὲ τρει̃ς τάξεις ἀνθρώπων: τους άρχοντες, τους
ύλακε καὶ του πα α ω ού ἐπιτυ άνουν ὁι ονία τῶν ε ῶν › γχ Ρμ μ Ρ
Ϊ \
καὶ πραγματωνουν την δικαιοσύνη ὡς οίκειοπραγία.
Ώ ` \ \ Ι
Απο την στιγμη κατα την ὁποίαη ψυχη έχει «βάρος», ὡς φύσει
μεσιτεύουσα, δυνάμει ἔχει καὶ κακό. 'Όπως είδαμε, οί κοινωνικὲς
8 : ι Ν κ κ Ν Ν 5 ι ι κ Ν
απαγορευσεις δεν προκαλουν το κακο της ψυχης, αλλα το κακο της
ψυχης προκαλεῖ τὸν νόμο. Τὸ πλατωνικὸ κακο εἶναι ύπεριστορικό,
ύφίσταται πρὸ της πτώσεως καὶ προηγείται του̃ πόνου. Δεν πρό
κειται για μοιραίο άποτέλεσμα δουλείας, πού, ἐπιβεβαιὡνονταςτὸ
πεπερασμένο τοῦ ἀνθρώπου, ἀναπαράγει άπλοϊκὰ την άντίθεσι
Ἑ | \ . | \ ? | ΰ | Υ Ν \
αναγκαιοτητος και ελευθεριας στην ιστορικη της εκδοχη, αφου δε
την ερμηνεύσει ὡς «πολιτισμοπάθεια», προτείνει τελικα μιὰ λύσι
οὶκονομίας· πρόκειται, άντιθέτως, γιὰ άρχέγονο κακό, τοῦ όποίουη
ψυχαναλυτικη θεωρία, η διεισδυτικώτερη ἀπὸ τὶς ὶστορικίζουσες,
άν καὶ ἐξ ἴσου περιωρισμένη, άδυνατεῖ νὰ συλλάβη τὸ βάθος. Τὸ
κακὸ της ψυχης ὡς «ἀπωθημένη επιθυμία», που «επιστροφη» της
Β. \ Ἰ | .Μ ΡΜ \ Ἱ | ›`»
συνιστα την ουσια του ψυχισμου και τον παράγοντα της γενετησίας
λειτουργίας, δεν εξηγεί ἔνα πρᾶγμα: τὸν άπολύτως προσωπικό χα
ρακτἦρα της ἐρωτικης σχέσεως. ,Εαν η γενετησια λειτουργία καὶ
` \ Η .Ν | Ν
το τυφλο ενστικτο του θανατου ταυτίζωνται, γιατί μας ενδιαφέρει
ό συγκεκριμένος άλλος, αύτὸ ἐκεῖνο τὸ πρόσωπο, (Ο ἐρώμενος,
ἔστω φαντασματικός, δεν δείχνει πως η γενετησια σχέσι εἶναι μᾶλ
\ Ἱ ) Ἱ |
λον προσφορα παρα αλαζονικη σπαταλη; Καὶ η δωρεά, η ψυχικη
ὡ ι ότ τα δὲν είναι τὸ αύθεντικὸ ύλικὸ κάθε δ ιου ία ·
μ ν ημ· ΡΥ ἔ›
{ ) Ϊ \ )| Ν , |
Η ανθρωπινη φυχη εχει συνεπως αρνητικοτητα, βάρος συναρ
μοσμένο με τὸν νου̃ (νὁησις), υπ” αύτη δε την ἔννοια παρουσιάζει
ἔντονη κλίσι πρὸς τὰ κάτω. Στὸ χωρίο της είκόνος τα πράγματα
μένουν άδιευκρίνητα, ὁ μυθος όμως ἐν τῷ συνόλῳ του δεν άφηνει
άμφιβολία: τὸ κακὸ της ψυχης μας δὲν ἔχει νὰ κάνη μὲ την σωματι
κη της ὑπόστασι οὶ ψυχὲς τῶν θεῶν δεν διαφέρουν, ἀλλὰ μὲ τὸ
ε ονὸ ότι έ εται δια κῶ π ὸ τὸ ἀκάθα το ἐ αἰτία του̃ ι
, Ρ ς Ρ › έ Η
". "' , \ | Ί' Κ θ | εν ιν
κτου της χαρακτηρος. Βαν καθαροτης ειναι η αρμονια της ψυχης,
ἶ ¬ Ι αν
οπότε θὰ είχαμε κάθε δικαίωμα να μιλουμε για πνεύματικη σωμα
. Η ΚΑΛΗ ΨΥΧΗ ΚΑΙ ΤΟ ΑΛΛΟ ΤΗΣ ,ιοε
τικότητα πολὺ κοντὰ στὴν άθανασία, μίανσις, καὶ ξἐρομε πὼς γιὰ
τὸν Πλάτωνα μιαρὸ είναι τὸ άνόσιο καὶ τὸ άδικο, μίανσις λοιπὸν
.Ϊ ` , | ί | 8 λ δ\ Ν Ν Ϊ , ΘΝ Ϊ
ειναι το αντιστροφο, η τασι η α η της ψυχης να επιβεβαιω η στο
πεπερασμένο, ὴ κλίσι της πρὸς τὸ ἄπειρον, τὴν σκοτεινὴ καὶ ὁίμορφη
ἀρχὴ της ὴδονὴς. Σ, αὐτὴ τὴν μοιραία προσηλωσι όφείλεται ὴ συν
θηκη μας, συνθήκη στὴν ὁποία ὴ κλίσι προς το ἄπειρον ὑπεισἐρχεται
Ί Ἄ \ ἔ Ν· , \ Ϊ || ¦ Η , ` Ώ |
ως εσωτερικη ρηξις., Επειδη ο ανθρωπος επιθυμει, επειδη εντοπι
ζει τὸν πόθο του, χάνει τὸν ἑαυτό του καὶ ξεριζώνεται. Δὲν μετα
τρἐπεται ἀτιμωρητὶ τὸ πάθος σὲ ἔλλειψι χωρὶς νὰ πέση ὁ ἄνθρωπος
θυμα ἀκόρεστης πείνας, που ὴρεμεῖ μόνο με τὴν κατάρρευσι. ”Αρα
τὸ κακο της ψυχης είναι ανάγκη ποὺ τὴν σημαδεύει, τὸ γεγονὸς
ὅτι βαδίζει πρὸς τὸ ,Αγαθὸ συνεχῶς επιλέγοντας. ”Η βιβλικὴ ἰδἐα
τὴς ἐξορίας του̃ ,Αδὰμ δὲν εἶναι παρόμοια, ,Ασφαλὥς, με τὴν μι
κρὴ ὅμως διαφορά, ὅτι ὴ Εὔα άπατηθηκε, ἐνῷ ὴ άπάτη ὴ υλικὴ
άπόλαυσι συνιστου̃ν, κατὰ τὸν Πλάτωνα, ἐκλογὴ της ψυχὴς καὶ δεν
ἔρχονται ἀπ” ἔξω, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο θὰ εἶχε ἀποτέλεσμα ἔνα αίώνιο
πάθος. Καταστρεφόμαστε στὴν ἐλευθερία που ἔρχεται
πνεῦμα μας καὶ μᾶς άνθρωπίζει.
ρε
ῖὶ
Ο
π ι
ΤΟ
'Υπάρχει στὸ ἔνατο βιβλίο της Πολιτείας (θβθο θ8ίε), μιὰ
άλλη περιγραφὴ τὴς ἀνθρώπινης ψυχῆς, σχετικὴ αὐτὴ τὴν φορα μὲ
τὶς ὴδονὲς που άντιστοιχου̃ν στα διάφορα μέρη της. Το βιβλίο του̃
το τὴςΠολιτείας άναφέρεται στὴν ψυχολογία τοϋ τυράννου, ό ὁποῖος
ενσαρκώνει τὸ ἀχαλίνωτο μέρος της ψυχῆς ἐν θριάμβῳ, καὶ ὴ περι
γραφὴ εἶναι επομένως πολύτιμη γιὰ νὰ κατανοὴσωμε τὴν είκόνα
του̃ Φιιίὁρου. Τα τρία εἴδη ὴδονῶν, ποὺ ὁ Πλάτων χαρακτηρίζει
άρχὲς (ἀρχοιί), εἶναι: ή σοφία, ή τιμὴ καὶ το κέρδος, οἱ δὲ ἀνθρώπινοι
τόποι στοὺς ὁποίους άνταποκρίνονται, ὁ φιλόσοφος, ὁ φιλόνικος καὶ ὁ
ἀφιλοκερὀής. ”Η διαφορὰ με τὸ τέταρτο βιβλίο, ὅπου ὴ ἐπιθυμία
ἀνηκει στὸ ὲπιθυμητικόν, ἔγκειται σὲ τοῦτο, ὅτι ἐδὥ κάθε μέρος της
ψυχης ἔχει καὶ τὸν πόθο του, ὥστε ὴ πραγματικὴ διάκρισι τῶν
Ν ί . ι ι ι ι Ν ι ι
μερων και η ιεραρχικη των συγκροτησι να συμφωνουν με την ποικι
λία καὶ τὴν ἱεραρχία τῶν ποθουμἐνων. Ἐὰν λοιπὸν τὸ ἔργο τοῦ
ὴνιόχου παρουσιάζεται «επίπονο καὶ δύσκολο», δὲν όφείλεται άπα
ραιτητως στὸ σύνθετο τὴς ψυχῆς, άλλὰ στὸ γεγονὸς ὅτι ἔνα μέρος
της τείνει προς τὴν ὅβρι καὶ ὑποτάσσει κατὰ τὶς περιστάσεις τα
υπόλοιπα. Κακό της ψυχῆς εἶναι ὴ κλίσι πρὸς τὸ άκάθαρτο, σημαί
νει δὲ πὼς ὁὶν καὶ δὲν πρόκειται γιὰ ‹‹καλὴ μὲ τὰ πάντα καλά», ἐν
τούτοις μπορεί άσφαλῶς νὰ σωθὴ ἐδῶ καὶ τώρα καθαιρόμενη, φω
τίζοντας δηλαδὴ τὴν σκοτεινη της πλευρά με τὸ πνεῦμα. (Η «σω
ματικότης» δὲν προκαλεῖ τὴν πτῶσι της ψυχῆς, ἐὰν ὅμως ψυχὴ
ίθθ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΊἹΚΗ
ὴταν ὴ πνοὴ τῶν παλαιῶν, ούτε πτῶσι θὰ εἴχαμε, ούτε άλλη άθανα
σία ἀπὸ τὸν ὁμηρικῶν σκιῶν. (Η σύνθετη ψυχὴ βάζει τὴν θεωρία
τῶν ίδεὥν στὴν ζωη μας καὶ ὁδηγεῖ σὲ ψυχικὴ άναμόρφωσι. Μετα
ξὺ της ὁμηρικὴς καὶ της πλατωνικὴς ψυχης υπάρχει ἔνα χάσμα, τὸ
ὁποῖο μόνο μὲ μια ἐπανάστασι θα ηταν δυνατόν νὰ γεφυρωθὴ, ἐπα
νάστασι ποὺ ἐπραγματοποίησε ὁ Πλάτων εἰσάγονταςτὴν ἐσωτερι
κότητα στὸν πνευματικὸ κόσμο τῶν Ἑλλήνων. “Ετσι άποδεσμεύ
θ
θηκε ο “Έλληνας ἀπὸ τὸ περιωρισμένο καὶ προσκολλημένο σὲ ἔνα
είδος ζωης φυσικὴς καὶ άκίνητης άρχαϊκὸ παρελθόν του. Χωρὶς τὴν
ἐσωτε ικότ τα Κ άθανασία πού ὅπω δεί νουν οἱ είκόνε τ” › › ν ς χ ς ης
| Η | Ν Ν
καθαροτητος, της λευκοτητος καὶ του φωτισμου δηλώνει τὸ άραίω
μα της ὕλης, θὰ ηταν άδιανόητη. ”Η ίδἐα της άθανασίας εκφράζει
\ \ θ | Α. .Ψ
την ποιητικη εσωτερικοτητα, τὴν διαρκη ἐπαφὴ του ἀνθρώπου μὲ
\ Ι : κ ι . ,
την ψυχη του, βασιζεται δε στην πεποίθησι ότι η σωτηρία έρχεται
› κ ι › π κ π σ κ ι : ‹ ρ | Ν ,
απο την ελευθερια και οχι απο την δυναμι. Η εικονα του Φαιὁρου
εἶναι μιὰ ἐπιτυχημένη προσπάθεια να συλληφθῇ ὴ ψυχὴ ἐκτὸς της
φύσεως καὶ νὰ σπάση ὴ δεκτὴ μέχρι τότε μεταξύ των ἐξάρτησι.
Α, Χ θι̃ \ Υ λ| | ` Η \ 3! ( |
υτο α το επιτε εση, βεβαιως, σε ολη την εκτασι ο χριστιανισμός,
ἀποδίδοντας ὅμως ὁ Πλάτων στὴν ψυχὴ δικη της ύπόστασι, άνα
νω ί ει ”δ στὶν ά ` τ” ω” ἕνα ε ω ιστὸ π οο ισ ό που € Χ Ρ Ρ Ρ Ρ· ›
άνοί ει τὸν δ ό ο: · υ ` ετα αίνει ἐπέκεινα του ὅντο καὶ υπ,
Υ Ρ μ· η η μ §
αύτὴ τὴν ἔννοια εἶναι άπόλυτη Οἱ ψυχὲς μπορεῖ νὰ φροντίζουν
\ ,Ϊ Θ | θ Ϊ \ \ δ| Έ | | \
τα αψυχα, ρεφονται ωστοσο με τις ι εες. Ο Πλάτων σκοπευει το
όντως ὅν, τὴν κατ, ἐξοχὴν ζωη. Εἶναι τυχαῖο ότι μὲ τὴν αθανασία
περιγράφεται (Φαίὅρου Ζἔιθὶαεἰ) ὴ άέναη ἑνότης της ψυχης καὶ του
Ι Ἡ δ Π 7 Ά 9 σωα
σωματος (τον αει χρονον ξυμπεφυκοτα), ενῳ με τὴν θνητότητα δηλώ
| Ν
νεται ὴ ὰρμογηπους μετὰ τὴν πτωσι; ”Αθανασία δὲν σημαίνει ἐξ
αλλου επιστροφη στὴν προπτωτικὴ κατάστασι, ἐπιστροφὴ ὴ ὁποία
συντελεῖται μὲ τὴν θέα της ἀληθείας καὶ θεμελιώνεται στὴν άλλη
λεγγύη ψυχης καὶ ἰδεῶν; Ἐφ, όσον οἱ ίδἐες ἔχουν κοινὸ λόγο ύπάρ
\ ` \ Ϊ \ Ἱ \ \ Ν ιη
ξεως με την ψυχη και χωρις αυτες δεν μπορει νὰ μιλουμε γιὰ εκείνη
(ἴση ἀνάχκη πιῦτά τε εἶναι καὶ τὰς ἠμετέρας ψυχὰς πρὶν καὶ ἡμᾶς χεχονέναι,
καὶ εἰμὴ ταῦτα οὐδὲ τάδε, Φαίὅωνος ἶθε), τότε ὴ ύπέρβασι εἶναι εμμέ
νεια καὶ ὡς ἐμμἑνεια συνιστά τὸ γεγονὸς τὴς ἐσωτερικότητος. (Η
ἀληθεια εἴτε ἔρχεται σὰν ὁίνοιξι, καὶ τότε τὸ πνευμα ἐμποτίζει τὸ
Ψ ,Ι Ϊ θ | )| Ϊ | \ ζ \ οω |
Ειναι, αρα το αγιαζει, ειτε ως μεριμνα, δηλαδη υποταγη του αν
θρώπου στὸ Εἶναι καὶ επομένως ύπαρξι ταγμένη γιὰ τὸν θάνατο.
Μύησ: στὸ φως
Τὸ όραμα τῆς ἀλἡθειας
:.±7
· 2 κ :× _ '
. . μ '
. ' ν >'
. . . Ι· 6
ΝΔ . β Δ Ι Δ
. Σ ·
, .
« 7
/ . ‹ ` _?
.› .
ὶΗ πλατωνικη ψυχολογία ἀποβλέπει ἀναμφίβολα στην θεωρία τῶν
ίδεῶν, στὸν θεωρητικό βίο ἐν γένει, θὰ παρατηρου̃σε ἐν τούτοις
κανείς, ὅτι η σωτηρία της ψυχης ὡς θέα εἶναι άκριβῶς τὸ ὅριο τοῦ
ελληνικου πνεύματος καὶ θὰ τὸ χαρακτηριζε επομένως παθητικὸ
καὶ λογοκρατούμενο. Λάθος! Τὸ «λάθος», βέβαια, χρειάζεται διευ
κρίνισι _ τί λέω, μελέτη ίδιαίτερη που ἀφηνει την περιοχη της
ψυχολογίας καὶ ἀνοίγεται στὸ ἐρώτημα της ἀληθειας. Ἐναπόκει
ται στην άληθεια νὰ φωτίσῃ την ψυχολογία. Καὶ μὲν πλατωνικη
άλίθεια είναι όντως θεα ατικί, ἀλλὰ ί θέα; ”Η θέα ἀνίκει στὰ η
ί·'· η η η
μάτια; ”Ο Πλάτων φαίνεται νὰ άπαντά άρνητικά. ,Αντὶ άλλης
ὅμως έξηγησεως, άφηγεῖται τὸν μύθο τοῦ σπηλαίου (Πολιτείας
ὅὶἕιει Βῃε).
Σὲ μία ύποχθόνια φυλακη, βρίσκονται άνθρωποι ἔγκλειστοι
οι ρε
Ρὶ ει
ο×
| | Ἱ Ἰ | \ | \ |
παιδια, καθηλωμένοι και ανικανοι να στρεψουν το κεφαλι,
ειδη τους ἐμποδίζουν τὰ δεσμά. Κάποιος πυρσός, άναμμένος μα
κ ι π ε α Ν ι τ Ν ι ε Ι 6 #
κρια και ψηλα, ρίχνει φως πισω τους, ενῳ στο ενδιαμεσο υπαρχει
Ν Ν ς
ένα πέρασμα, κατὰ μηκος του οποίου υψώνεται μικρὸς τοίχος, σὰν
σκηνη καραγκιόζη. ,Απο ἐκεῖ περνοῦν συνεχῶς πολλὰ άτομα καὶ
μιλώντας μη, μεταφέρουν διάφορα ἀντικείμενα,
ἀλλὰ οἱ δεσμῶ
ται στὶ ν κατάστασι που ίσκονται δὲν λέπουν πα ὰ τὶ σκιέ οί
9 ἔ›
ὁποῖες προβάλλονται στὸν ἀπέναντι τοῖχο, τὶς παίρνουν δὲ γιὰ τὰ
ἴδια τὰ πράγματα. Κάποτε ὅμως λύνουν έναν άπὸ αύτούς, τὸν
{ | \ θ#`# Ἱ | ` | \ | Ἱ Κ |
υποχρεωνουν να σηκω η, να στρεψη το κεφαλι, να βαδιση, να υψω
ση τὰ μάτια στὸ φῶς: ύποφέρει μὲ ὅλα τοῦτα καὶ η μαρμαρυγη τὸν
Υ Ϊ \ Ϊ \ Ἱ | Ν 7
εμποδιζει να διακρινη τα αντικειμενα, των ὁποίων έβλεπε προη
γουμένως τὶς σκιές. ”Ενας άνθρωπος του είδους του, γιὰ νὰ μην
τυφλωθῇ, έπρεπε νί ἀρχίση ἀπὸ τὶς σκιές, νὰ περάση στὰ πράγμα
τα, νὰ κοιτάξη κατόπιν την σεληνη καὶ τὰ άστρα καὶ τέλος τον ἴδιο
τὸν ηλιο στην δόξα του. Θὰ κατέληγε έτσι στὸ συμπέρασμα, ὅτι
Ἱἰμύησὶ στὸ φῶς (πρώτη ελληνικη έκδοσις τὸ ἸΘ78) ηταν θέμα τῶν πανεπιστημι
ακῶν μου παραδόσεων στὸ Παρίσι (Βενσέν), τὸ έτος ὶθ7Ζ ἸΘ73. Στην πλατωνι
κη θεωρία της άληθείας εἶχαιάφιερώσει ὡρισμένα μαθηματα δύο χρόνια πρίν, ἀλ
δὲν μποροὔσα νὰ μη
‹
. (η.
Ρὶ
>|
ρα
ανέλθω καὶ μάλιστα ὅσο γινόταν πιὸ διεξοδικα, αφοῦ
ν ι ι ι Ν ι ι Ι Ν . Ν
προκειται για το Α και Ω καθε μεταφυσικης και την πετρα του σκανδάλου της
φιλοσοφίας. Μεταφράζω πάντοτε ἀπὸ τὸ γαλλικὸ πρωτότυπο.
ἰ7θ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ
Υ | ` , \ Έ μ Ἱ Η Ρ! Ο ) | Ν Έ |
αιτια και αρχη των ορατων ειναι ο ηλιος, οτι οι αληθειες της υπο
γειας φυλακης εἶναι ανυπόστατες καὶ θὰ προτιμοῦσε νὰ ὑποφέρη
κ
τα
πάνδεινα παρὰ νὰ ἐπιστρέψη. Ἐὰν παρὰ ταυ̃τακατέβαινε καὶ παλι
στην σπηλιά, έπρεπε δὲ εἰς τὸ έξης νὰ κρίνῃ τὶς σκιὲς καὶ νὰ συνα
γωνίζεται τους ἄλλους δεσμῶτες προτου̃ ἐξοικειωθῇ μὲ τὸ σκοτά
δι, θὰ προκαλοὔσε σίγουρα τὰ γέλια τουςκαὶ θὰ τοῦ παρατηροὕσαν
Ἡ \ | | 8 3 | Ἡ | Ἡ Χ Χ Ἡ
πως τα ματια του χαλασαν εξαιτιαςτης αναβασεωςκαι πως δεν α
| \ Ι ` ` | θ \ } | Ώ Ν
ξιζει τον κοπο κανειςνα δοκιμαση. Εαν μαλιστακαποιοςεπιχειρου
Ἱ \ | ` \ \ | \ Ν \ ` Χ
σε να τους λυσῃ, γιανα τους τραβηξῃ στο φως, μπορουσαν δε να τον
πιάσουν στὰ χέρια τους καὶ νὰ τὸν σκοτώσουν, θὰ τὸν σκότωναν.
.Ο υθο τ σπ λια τὸ πιὸ ακουστὸ κεί ενο στὶν ὶστο ία
Ϊ
ΑΔ | .Ϊ \ ` 3 | Θ
της φιλοσοφιας, ειναι ποιητικος συμβολισμος (απετκασον, θίἔιιι· δί
κόνα, ὕἴἶε) της σχέσεώς μας μὲ την αληθεια. Κάθε ποιητικη εἰκό
| 9 \ Ι | | Ἱ' |
να, ξερομε απο τα χρονια του Πλατωνος, ειναι διφορουμενη: παρα
| Χ Π Ι | \ | \ | \ \
πἰμπεὶ σΤΟ αμεσως σημαὶνθμενθ καί ΤαὉΤΟχρΟνΟί σε ΧΟΕΈἹ. πθὶ) Το
υπερβαίνει. (Η καλη μίμησι προβάλλει στὸ δν τὸ φῶς τοῦ απολύ
} | ` \ Ϊ | \ Υ \ |
του, ελευθερωνει δε μια απροσδιοριστη και εξωλογικη ,διαστασι
τοῦ σημαίνοντος καὶ κατ, αὑτὸν τὸν τρόπο τὸ αναπλάθεί 'Ο Πλά
| | | Ώ
των κάνει ποιητικη χρησι τῶν εἰκόνων, προκαλωντας μια θεα εκ
τῶν ἔνδον, ὅπου τὸ αντικείμενο καὶ ὁ μυθος του δὲν ξεχωρίζουν.
“Εργο της καλης μιμησεως εἶναι νὰ περιλάβῃ τὸ μυστήριο στην
γνῶσι. Συγγράφει ἑπομένως κατὰ της γραφης καὶ εἰκονίζει έναντί
ον τῶν εἰκόνων ὡς καλὸς μιμητης. ΙΗ καθιερωμένη ρητορικη εἶναι
βλαβερη καὶ κακη, υφίσταται όμως μία καλη ρητορικη· η ζωγραφι
κη ἐπίσης, υφίσταται ἐν τούτοις μία καλη ζωγραφικη. Στὶς φαινο
μενικα αντικρουόμενες αὐτὲς θέσεις, διακρίνει κανεὶς τὸν διπλό
χαρακτηρα αντικειμενικό καὶ συμβολικό που αναγνωρίζε
| ` Ρ| \ ` ιό: Ἑ \ Ν
Πλατων στην υπαρξι, και την διφυια ενος θεσμου πολιτισμου και
±¬
κοο
θεσμοθέτη ποὺ απορρέει, διφυΐα η ὁποία μὲ την σειρά της έξηγεῖ
γιατί η μία δὲν αναιρεῖ κατ, ανάγκην την αλλη: τὸ διφορούμενο
Ν δρ | Ν ι Ν Ν
εἶναι προϊόν των υο κοσμων της θεωριας των ἰδεων καὶ συνιστα
Ϊ | \ , | \ |
δραματικη της διατυπωσι. Δεν ενδιαφερει συνεπωςνα ξεπερασωμε
την πλατωνικη αμφιλογία, αλλὰ νὰ την αναλάβωμε ἐξ ὁλοκληρ
αφου τὸ υπερβατέο διατηρειται, ὡς γνωστόν, στην ενέργεια της
ου,
υπερβάσεως. (Η αμφιλογία είναι δυστύχημα γιὰ τὸν αντικειμενικό
καὶ αὐτάρκη λογισμό, εὐτυχία γιὰ την ψυχη της ψυχης μας, την
θέλησι. ίΑνειλημμένη ένσαρκώνει την μετάβασι απο τὸ γίγνεσθαι
στὸ αίώνιο, σημαίνει δὲ πὼς η ἱστορία εἶναι κατι απατηλό καὶ πὼς
δόξα εἶναι τὸ μη ὅν, του̃ ὁποίου η πραγματικότητα ὀνομάζεται
αλλο.
ΜΥΗΣΙ ΣΤΟ ΦΩΣ ί7ί
(Ο μυθος του̃ σπηλαίου είναι ὁ μυθοςτης άληθειαςτου̃ βλέμμα
τος, η όντολογικη χίμαιρα ὡς προέλευσι της θέας. Χίμαιρα, διότι
θὰ πρέπη νὰ έχης γυρισμένη την πλάτη στὸ φῶς, σὰν τους δεσμῶ
τες του Πλάτωνος τὸν σύγχρονο άνθρωπο, που θεωρεῖ την ὅρασι
ίδίωμα τοῦ ματιού καὶ την ὁπτικη μηχανικη της άναπαραστάσεως,
γιὰ νὰ μην άντιλαμβάνεσαι ὅτι η θέα εξαρταται άπό αύτό, ὅτι
άποτελεῖ την σιωπηρά της προϋπόθεσι. Κατὰ την ὰναπαράστασι
τὸ βλέμμα έπιβάλλεται στὸ φῶς καὶ. η έννοια ύποτάσσει την σημα
σία. (Η άναπαράστασι σφετερίζεται τὸ φῶς.
ὶΗ σύγχρονη ὀπτικη τοῦ ματιού δὲν μᾶς κληροδοτηθηκε ἀπὸ
την ἑλληνικη φιλοσοφία. ”Η άρχαία ὸπτικη διαφέρει ἀπὸ την δικη
μας, ὅπου τὸ μάτι γίνεται ὅργανο: ἐκεῖ βλέπει τρόπον τινὰ το φῶς,
τὸ δὲ μάτι μετέχει της θέας στὸ μέτρο που τὸ ἴδιο εἶναι φῶς. (Η
ίδέα τοῦ διαπύρου ὀφθαλμοὔ βρίσκεται στὶς άπαρχὲς της πνευματι
κης παρουσίας της Ἱδλλάδος. Την συναντοῦμε συχνὰ στὸν ”Ομηρο,
αίφνης στην 'Ιλιάδα (ίέι. θέ.)θἔὥ), ὅταν ὁ Ζεὺς προσπαθῇ νὰ πεί
ση την ὁμόζυγο νὰ πλαγιάσουν στην κορυφη της ”Ιδας: ‹‹ ”Ηρα››, της
λέει, «μην φοβάσαι νὰ σὲ ίδη θεὸς ἄνθρωπος στὸ χρυσο σύννεφο
που θὰ σὲ τυλίξω. Ούτε κὰν ὁ ”Ηλιος (Ἱἰλιός περ), που βλέπει τὰ
πάντα (ού τε καὶ ὀξὐτατον πέλεταὶ φάος εῖσοράασθαὶ)››° έπίσης ὅταν ὁ
,Αχιλλεὺς φορῇ την καινούργια πανοπλία (ἔνθ. ἀν. ίθ. θθθθθθ)
καὶ «τὰ μάτια του (οί ὅσσε) λάμπουν σὰν φωτιὰ (λαμπέσθην ώς εἴτε
πυρὸς σέλας)››. Κατὰ τὸν Ἑμπεδοκλη θέα καὶ. θέρμη συμβαδίζουν:
θέα είναι τὸ ὰπαύγασμα (φῶς δ' ἔξωὅιαθρῷσκον ὅσον ταναώτερον ἦεν:
η φωτιὰ περνα έξω, ὅσο μακρύτερα γίνεται, ἀπ. 84), ἐνῷη 'Αφρο
δίτη έχει φτιάξει τὸ μάτι μὲ καρφιὰ έρωτικά (άπ. 86 καὶ. 87).
Τέλος ὁ Πλάτων καὶ ὁ ,Αριστοτέλης μιλου̃ν, ὁ ένας (Τιμαίου ἔιθβ)
γιὰ φώσφορα ὅμματοι (μάτια ἀπὸ φῶς) (Πολιτείας θθ8ί› καὶ θθθε)
ἠλιοειὀῆ, ἠλιοειὅέστατα (ύφης ηλιακἦἔὶ,
και ὁ άλλος (Περὶ ψυχῆς
έιίθο2έ± καὶ Περὶ αῖσθἠσεως έιθβίπίθ) περὶ έντελεχείας τοῦ διαφα
νοἶ›ς, θεωρεῖ μ, άλλα λόγια τὸ φῶς πρόξενο της ὁράσεως.
(Η ἑλληνικη ὀπτικη δὲν εἶναι διοπτρικη· ἀγκαλιάζει βεβαίως τὸ
ὅν, ἀλλὰ δὲν διώχνει την νύχτα ἀπὸ μέσα του. Γιὰ την διοπτρικη η
νύχτα εἶναι σκοτεινιά, ὅπου δὲν βλέπομε τίποτε, ούτε κὰν τὸ σκο
τάδι, καὶ. αὐτὸ άποτελεῖ ένα λόγο ἐπαρκη γιὰνὰ την έξοβελίσῃ. .Η
νύχτα στην ἑλληνικη ὀπτικη ὅχι μόνο κάνει σῶμα μὲ τὸ φῶς η
ημέρα τῶν άρχαίων Ἱδλληνων άρχιζε τὸ σούρουπο, ἀλλὰ εἶναι
καὶ άρχη του. ‹‹ ”Απὸ το Χάος», γράφει ὁ ὶΗσίοδος (Θεονονίας, στ.
ί2?› ί2έι), «γεννηθηκαν ὁ ”Βρεβος καὶ η μαύρη Νύχτα. Και ἀπὸ την
Νύχτα πάλι (Νυκτὸς ὁ' αῦτ”) βγηκαν ὁ Αίθέρας καὶ τὸ φῶς της
472 Φ1ΑοΣοΦ1Α ΠοιΗτικΗ
'Ημέρας (Αὶθήρ τε καὶ Ἡμέρη ἐξενένοντο)››. Αύτ
Ν οι»
Οκ
ὅ Ω Ηράκλειτος το
Ι ε ι ι κ Ν ι : ε π
λεει ως εξης, στην σκοτεινη ρησι του αποσπάσματος Ζὅ. ‹‹ Ο αν
θρωπος την νύχτα, ὅταν σβηνουν τὰ μάτια του, δίνεται στὸ φως
(ἄνθρωπος έν εὐφρόνῃ φάος ἄπτεται ὲαυτῷ ἀποσβεσθεὶς όιμεὶς)››. ”Οσο
γιὰ τὸν Ἱἰμπεδοκλη, άκολουθεῖ κι ἐκεῖνος τὸν ἴδιο δρόμο: (Η νύ
< , .Ϊ Ϊ \ | \ | Ϊ
χτα, φρονει (απ. ), ειναι κλεισμενη στα ματια και περιβαλλει με
νερο την διάπυρη κόρη (λεπτῇσιν (Έ) όθόνῃσὶ λοχάζετο κύκλοπα κού
ρην... αἴόί ὕόατος μὲν βένθος ἀπέστενον όμφιναέντος), ὥστε ὅταν έρχε
ται τὸ φῶς, νὰ σμίγουν τὰ στοιχεία. ®Η ὅρασι γιὰ την ‹‹σικελικη
μούσα» εἶναι τοῦ φωτὸς ἐσωτάτη ὰρμογη μὲ την νύχτα, οί δὲ Πλά
των καὶ ,Αριστοτέλης θὰ μείνουν στην ἴδια γραμμη. Σκότος κατὰ
Νο | ( #`# .Ν
τὸν πρωτο (Τιμαιου 670) εἶναι η σύγχυσι της θέας καὶ του σώματος
(τό μὲν ὁιακρὶτικὸν τῆς όψεως λευκόν, το όί ὲναντίον αὐτοῦ μέλαν) καὶ
ἀποδίδει την ἀρχέτυπο ἔννοια ἑνὸς άρκτικοῦ ζευγαρώματος. ”Η
νύχτα ὡς στέρησις φωτὸς (τὸ σκότος οὐ χρωμα ἀλλὰ στέρησὶς φωτός,
Περὶ χρωμάτων 7θίὶ› 23), εἶναι κατὰ τὸν δεύτερο προϋπόθεσι του
φωτίσματος. Στην όπτικη αύτη, ὅπου μαζὶ με τὸ φῶς είσ
βάλλει ὁ χρόνος στο σύμπαν, η νύχτα ἐμφανίζεται ὡς ὁίχρονη άρχη
\ | Ϊ \ Ϊ Θ | “δ \ | Ϊ
και δινεται μονο σε αν ρωπους του ει ους της, τον προφητη λογου
χάριν τὸν φιλόσοφο. Προφητη φιλόσοφο, διότι τὸ παρὸν ὰρχίζει
καὶ τελειώνει μὲ την νύχτα. (Η νύχτα, ὅταν δεν αντιτίθεται στο
Ν ων
φως, μαρτυρει οχι μόνο τυφλότητα καὶ άγνοια ἐκ μέρους μας, ἀλλὰ
Νμ Ν
καὶ μιὰ περίσσεια του οντος, της ὁποίας η ζητησι κλώθει την ἀν
θρώπινη μοῖρα.
Π δ|δ Χ Η Ἡ | | Κ \
αρα ι οντας την ορασι στα ματια, ταυτιζομαστε με τους
άνθρώπους της σπηλια̃ς. Δεν πρόκειται, βέβαια, ὰπλῶς περὶ ἐγ
| θ \ » Ἰ \ Ϊ | ¶ , |
κλειστων: η φυλακη ειναι αποκλεισμός της υπαρξεως στην απουσια
του σχεδίου, ἐνῷ αὐτοὶ «βρίσκονται ἐκεῖ άπό παιδιὰ (ἐκ παίδων
όντας), μὲ τοὺς αὐχένες καὶ τὰ σκέλη δεμένα (ἐν όεσμοῖς καὶ τὰ οκέλη
καὶ τοὺς αὐχένας), ὥστε νὰ μένουν άκίνητοι (ιὅστε μένειν τε αὐτοῦ) καὶ
νὰ βλέπουν μόνο μπροστὰ (εἰς τε το πρόσθεν μόνον ό,οα̃ν)››. Γνωρίζουν
: ο: › | σ Ν κ | λ ν κ κ ›:
μονο ο,τι αισθανονται. ακουνε και βλεπουν καλα, αλλα δεν εχουν
άμεση άντίληψι τού φωτὸς καὶ τῶν ὅντων. Καταδικασμένοι νὰ τὰ
άγνοου̃ν, θυμίζουν τὸν σύγχρονο άνθρωπο, που καθηλωμένος καὶ
ἀπορροφημένος ἀπὸ τὸ θέαμα στην κλιματισμένη κινηματογραφικη
σπηλιά, ἀφηνεται στὰ μάτια του, σὰν νὰ ηταν αύτὰ η προϋπόθεσι
κι | \ Ν θ| θ \ \ | \ .Ϊ θ Αι
της παρουσιας και της εας. Η σπηλια στο σκοταδι θα ηταν απλως
ὑποχθόνιο κάτεργο, χωρὶς τίποτε ίδιαίτερο. !Ωστόσο καὶ ὰλλόκοτη
εἶναι (ὀίτοπον λένεις εἰκόνα, δίδει), ἀλλὰ καὶ φοβερη: η αἴσθησι γίνε
7 Ν , Ι Κ \ | ἄ | Ἡ ΰ Χ
ται εκει αυτοσκοπος, η δε σχεσι αδυνατη. Η οπτικη των φυλακι
ΜΓΗΣΙ ΣΤΟ ΦΩΣ ί7δ
σμένων ἔχει χαρακτηρα αντιλὴψεως καὶ ὡς ἐκ τούτου εἶναι δέσμια
τῶν σκιῶν. Σκιαδὲν γίνεται ὴ φωτεινὴ έκπομπὴ ποὐ στερὴθηκε τὸν
προορισμό της; Οί άνθρωποι αὐτοὶ λοιπὸν βρίσκονται στὴν διάκρισι
Ἱ \ 9 Ϊ , Ν Ν | Έ Η \ | |
ενος αχαριστου οπτικου παιχνιδιου, διοτι οι ησκιοι δεν βλεπουν. Τι
σημασία έχει αν ὴ άντίληψι τάσσεται στὴν ὑπηρεσία του̃ σώματος
καὶ τὸ αργὸ βλέμμα τῶν σκιῶν μένει στὴν υπηρεσία του̃ ἑαυτοῦ
Ἱ Ϊ | Έ θ! | Γ/ ,δ Ν· | `
του, Και τα δυο υπο ετουν μια υλη α ρανη «προσλαμβάνουν» το
δεδομένο, ὅχι τὸ άλλο, λογικὴ δὲ τὴς ἐν λόγῳ προσλὴψεως εἶναι ὴ
Ι | Ν | \ Ἱ' Ό ἔ Ν | \ ἔ |
τρελλα. Πονος της τρελλας δεν ειναι η ρηξι συνειδησεως και υπαρ
ἔεωε
Ξἔἔ”
<ε
Ω.
7
>°
α ὴ απώλεια του̃ ἑαυτοῦ στὴν αέναη δεξίωσι του ίδιου.
Εδῶ ἔγκειται ὴ παραφροσὐνη (ἀφροσύνη, ὕίὕο) τῶν δεσμωτῶν,
” ὴ απελευθέρωσί τους (λύσις τῶν δεσμών) χαρακτηρίζεται από
Πλάτωνα· ῖοσις.
!Η λύσις τῶν δεσμῶν έν τούτοις δὲν αρκεῖ για ν
4 Ξ.
Ωκ
ζ
θρωποι του̃ σπηλαίου. Πρῶτο βημα πρὸς τὴν α
Ωω
ο (πμ
>)
ευθερωθοὕν
πελευθέρωσι
ειναι να μάθουν ὅτι ὴ ὅφι δὲν αποτελεῖ ἔργο του̃ βλέμματος, ότι τὸ
βλέμμα εξαρταται ἀπὸ τὸ φῶς τοῦ ὴλίου. Ἐλευθερία σημαίνει ὐπ,
αὐτὴ τὴν έννοια μία θέα στὴν ὁποία μετέχει ὁ σύνολος ἄνθρωπος
καὶ ὅχι τὴν απεριόριστη δυνατότητα της πράξεως. Οὐσιῶδες δὲν
εἶναι ὁ δεσμώτης να αποκτηση ακριβἦ άντίληψι τῶν αντικειμένων,
αλλα (θίὅο) να λυθῇ (λυθείη), να σταθῇ όρθιος (ἀνίστασθαι), να γυρί
ση τὸ κεφάλι (περιάνειν τὸν αὐχένα), να βαδίσῃ (βαὅίζειν) καὶ να κοι
τάξη τὸ φῶς (πρὸς τὸ φῶς ἀναβλέπειν), με ένα λόγο ὴ ένεργοποίησι
όλης τὴς υπάρξεως καὶ ποτὲ ὴ ματια ὴ γνῶσι. Τὸ θέαμα τῶν
ὴσκιων δὲν εἶναι ακόμη ὅρασι, διότι οὶ αρχαῖοι ”Βλληνες θεωροῦσαν
τὴν σκια σβησμένο φῶς (πολλοὶ δα ἀνη̃λθον, ὲκτυφλωθέντες σκότῳ,
λαμπτη̃ρες ὲν ὁόροισι ὅεσποίνης χάριν: καὶ στὴν φωνὴ της βασίλισσας
άναψαν πλῆθος πυρσοί, ποὺ τὸ σκοτάδι τοὺς εἶχε σφαλίσει τα μά
τια, Χοηφόρων, στ. ῦδθ537) καὶ τὴν ὅρασι συνάντησι δὐο βλεμμά
των, ὀφειλομένη στὴν καθοριστικὴ συμβολὴ ἑνὸς τρίτου ὅρου της
ὀπτικὴς σχέσεως. ‹‹”Ας ανηκη ὴ ὅψι στα μάτια ( Ἐνούσης ἐν ὔμμασιν
ὅιρεως)››, γράφει ὁ Πλάτων (Πολιτείας ἶ›θ7ὀο), «καὶ ὁὶς κοιτάζωμε
ὅσο θέλουμε· ας εἶναι τὸ χρῶμα στα πράγματα (παρούσης δὲχρόας έν
αὐτοῖς)° έαν δὲν συμβληθῇ ένας τρίτος παράγων (νένος τρίτον), ἐπὶ
τουτου καμωμένος (ῖὅία ἐπ' αὐτὸ τοῦτο πειρυκός), να ξἐρης πὼς τα
μάτια δεν θὰ ἰδοὕν τίποτε καὶ τα χρώματα θα μείνουν αόρατα (ἦτε
ὅιρις οὐδὲν ὅιρεται, τά τεχρώματαἔσται αόρατα) ››. Αὐτὸς ὁ τρίτος παρά
γων εἶναι τὸ ὴλιακὸ φῶς (φῶς).
ΩΗ φωτια ποὺ ἐκπέμπουν τα μάτιακι ενσωματώνεται στὸ φῶς,
συνιστα τὴν αρχὴ τὴς οράσεωςκαὶ θεμελιώνει τὴν πλατωνικὴ ὀπτι
474 ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ
κὴ (βλ. Τιμαίου έτὅει ἐπ.). ”Η ἀρχὴ αύτη, νέα κάθε μέρα, γίνεται
ένέργεια ὁπτικὴ ὅταν συναντά φωτεινὲς εκπομπες της ίδίας τάξε
ως, τὶς μεταδίδει στὸ σῶμα καὶ τὶς κάνει νὰ εἰσχωρησουν στὴν
ψυχη. Χρῶμα (χρόα) δεν εἶναι στὸν Τίμαιο (θ7ο επ.) ὴ φλόγα τῶν
σωμάτων (φλόγα σωμάτων) καὶ στὸν Μένωνα (ἶβὀ) τὸ αίσθητό (αἰ
σθητός), σύμμετρο πρὸς τὴν ὅψι (ὔψει σύμμετρος) ρευμα (ἀπορροἠ)
τῶν σχημάτων; ”Η συνάντησι αὐτὴ πραγματώνεται μόνο στὸ φῶς
της ὴμέρας. 'Έτσι τὸ ρημα βλέπω, κεφαλαιώδους σημασίας γιὰ τὸν
μῦθο τοῦ σπηλαίου, δηλώνει τὸ φῶς ποὺ έκπέμπουν τὰ μάτια καὶ
τὴν αντίστοιχη συγχρόνως ψυχικὴ κατάστασι. Συνοδευόμενο ἀπὸ
ίθετο ὁρθότερον, ἐπίθετο ουδέτερο μὲ λειτουργία ἐπιρρὴμα
τος, τὸ ρὴμα τοῦτο δὲν έχει πλέον τὴν έννοια καθαρᾶς ἐνεργείας,
ἐπειδὴ ὴ φωτιὰ τὴν ὁποία μεταφέρει τὸ ρευμα τοῦ βλέμματος
έξαρτᾶται ἀπὸ ὡρισμένη φυχικὴ διάθεσι, που ἐμποδίζει τὴν πρᾶξι
της θέας. “Οταν ὁ Πλάτων παρατηρῇ (Πολιτείας ῦἰὅὀ) πὼς ὁ δε
σμώτης που έλευθερώθηκε βλέπει καλύτερα, δὲν ἐννοεῖ ὅτι βελτιώ
θηκε ὴ ὅρασί του, άλλὰ ὅτι στρεφόμενος πρὸς όντα άληθινώτερα
(πρὸς μᾶλλον ὅντα τετραμμένος) εἶναι είς θέσιν νὰ ὶδῇ τὴν φυσικὴ πηγὴ
του φωτός, ὅπου ὅλα φανερώνονται. Έπίκεντρο του μύθου της
σπηλια̃ς δὲν εἶναι ὴ άντίληψι μιὰ τέτοια προσπέλασι ὀφείλεται
σὲ ἐπίδρασι της συγχρόνου ὀπτικης, παραμορφώνει έντελῶς τὴν
όπτικὴ τῶν αρχαίων, φτωχαίνει θλιβερὰ τὸν μυθο καὶ προκαλεῖ
έσφαλμένη ἑρμηνεία του πλατωνισμοὕ, ἀλλὰ ὴ θέα καὶ οὶ συνθη
κες υπο τὶς ὁποῖες έπιτελεῖται. ”Ετσι, ὅταν ὁ δεσμώτης ἐλευθερώ
νεται (ὅίὕο) καὶ τὸν υποχρεώνουν νὰ σηκωθῇ, νὰ γυρίσῃ τὸ κεφάλι,
νὰ βαδίση, νὰ κοιτάξη τὴν δάδα, ὅλα τοὔτα τὸν κάνουν νὰ υποφέρη
καὶ οὶ μαρμαρυγὲς (καὶ διὰ τὰς μοιρμαρυχὰς) τὸν έμποδίζουν ν” άντι
κρύση τὰ άντικείμενα, που έβλεπε τὶς σκιές των προηγουμένως. (Η
άνταύγεια τῶν πραγμάτων καθ” ἑαυτῶν (ὅίὅο) θὰ τὸν θαμπώση,
ὅπως θὰ τὸν θαμπώση ὴ λάμφι του φωτός, έφ” ὅσον υποχρεωθὴ νὰ
τὸ κοιτάξῃ άπί ευθείας (πρὸς αὐτὸ τὸ φῶς βλέπειν). Γιὰ τους ”Ελλη
νες καὶ ίδίως τὸν Πλάτωνα, δεν υπάρχει τίποτε ὰπλῶς παθητικό·
ὅλα, συμπεριλαμβανομένων τῶν ματιῶν, εἶναι ὅφεις ποὺ βλέπουν
καὶ βλέπονται, καθὼς δείχνουν στὸν 'Όμηρο ( Ὁὅυσσείας έι. ίὅθ καὶ
Ἰ7. 39) τὰ δύο πανέμορφα φῶτα (ὀίμφω φάεα καλά) οἱ βολὲς τῶν
ματιῶν (ὀφθαλμῶν βολαί), τὰ μάτια δηλαδὴ καὶ τὸ βλέμμα τους, τὸ
ξύνειιμον ὔμμα (ἀδελφικὸ πρόσωπο) τὸ ὁυσθέατον ὅμμα (θλιβερό
θέαμα) στὸν Σοφοκλὴ (Αὶι̃ιντος, στ. 977 καὶ ίθθἴι). Ὁψις δεν εἶναι
τὸ βλέπειν μαζὶ καὶ τὸ βλέπεσθαι; ”Ο ἐραστὴς τοϋ Φαίὁρυυ (Ζὅἔὼ)
δὲν θαυμάζει τὴν έμφάνισι του έρωμένου, άλλὰ τὸ φῶς που άκτινο
Η
Ο.
(ηω
Ρὶ
Μι·ΗΣι Στο ΦΩΣ
` 476
βολεῖ (καὶ εἶδον τὴν ὅψιν τῶν παιδικῶν ἀστράπτουσιιν), δὲν τὸν βλέπει
σὰν ἀντικείμενο, ἀλλὰ θωρεῖ τὴν έρωτικὴ του ὅψι (ὲρωτικὸν ὅμμα,
2536:). (Η πλατωνικὴ θέα δὲν ὁδηγεῖ ποτὲ στὸν ὁλοκληρωτισμὸ τὴς
συγχρόνου ὀπτικὴς. “Οταν μὲ κοιτου̃ν δὲν ἐπαληθεύεται ταυτότης
μου, ἀλλὰ κοκκινίζω καὶ τὰ χάνω. (Η ὅρασι είναι ἀπληστία, βλέμ
μα που δὲν ὑποφέρει τὸ βλέμμα, ἐνῷ ὴ θέα μᾶς έκθέτει στὸ φῶς
κάποιου άλλου ματιοϋ καὶ στὴν ζεστασιά του. (Η θέα εἶναι άνάγκη
φωτός, τὸ φῶς ὅμως δὲν χρειάζεται τὴν θέα, ἐπειδὴ δὲν έχει ἀνάγ
κην φωτός. ,Εξ οὕ καὶ ὴ δυσκολία νὰ ίδοὔμε τὸν άλλο στὰ μάτια.
Ἐὰν όντως τὸ βλέμμα δὲν εἶναι ὰρπάγη, τότε έκεῖνος τὸν ὁποῖο
κοιτάζω εἶναι φιλοξενούμενος καὶ όχι αίχμάλωτος. Ἑὶπομένως μὲ
τὴν θέα δὲν καταργὥ ὅ,τι μὲ χωρίζει ἀπὸ τὸν άλλο, άντιθέτως τὸ
ὰναλα άνω έ ὁλοκλί ου υ ικά. ,Έτσι ό ω τὸ ἰδεῖν δὲν εἶναι μ ηρ χ μ (Ξ
ὁρμὴ ψυχικὴ μὲ ουσιαστικὸ τὴν ἰὀέαν; Καὶ έν τοιαύτη περιπτώσει,
έχομε τὸ δικαίωμα νὰ θεωροῦμε τὶς ἱδέες του Πλάτωνος άφηρημέ
νες έννοιες ἀντικειμενικὲς προϋποθέσεις τὴς υπάρξεως,
, ὅ Η Ϊ | \ { | | · Ἄ Ϊ \ Ϊ
Εφ οσον η θερμη και η θεα προσεγγιζουν, η οπτικη δεν γινεται
μετρητικὴ, οὔτε ὁ χρόνος συσσώρευσι παρόντων. Στὴν όπτικὴ τὴς
ψυχὴς δὲν χωρα ὴ ἀκρίβεια του βλέμματος, διότι τὸ ψυχικό όραμα
είναι πα άδοσι ποτὲ ἀντίλ ι. ”Ηέ ουσίακ ύ εται λέποντα καὶ ν η Ρ ἔ
ὁ Γύγης μπορεί νὰ κοιτάζῃ χωρὶς νὰ δεσμεύεται. Ἐὰν ὴ ἱστορία
τ” σπ λια̃ εἰκόνι ε ὰπλῶ τὶν υ ὰ ατιὰ τοϋ ὁ θοὔ λό ου θὰ ηἔ η ζω η χρη μ Ρ Υ ›
Ί' \ ` ` Ν | Ν σω
ηταν κοινη μυθικη μεταγραφη του παραδειγματος της γραμμης.
”Αλλὰ δὲν συμβαίνει κάτι τέτοιο. ”Οταν ὁ Σωκράτης υποδεικνύη
στὸν Γλαύκωνα θίθβ ὅτι ” είκόνα του̃ σπ λαίου π έπει νὰέ α *Ι *Ι Ρ Ψ Ρ
μόζεται (προσαπτέον) στὰίπροηγούμενα (τοῖς ἕμπροσθεν λενομένοις),
διευκρινίζει μάλιστα πὼς ὴ φυλακὴ ἀντιστοιχεῖ στὸν ὁρατὸ κόσμο,
τὸ ῶ τοῦ πυ σοῦ στὸ ῶ τοῦ ”λίου τὸ ὁὲτου̃πυ ὁ ὲν ‹ιὐτ”π ὁ τ~ φ ς ρ φ ἔ η /) ἔ Ζ? ρ ς ί?
τοῦ ἡλίου δυνάμει) καὶ ὴ ἀνάβασι του̃ δεσμώτη στὴν άνοδο της ψυχῆς
πρὸς τὰ νοητά, μὲ «προηγούμενα» δὲν έννοεῖ τὸ παράδειγμα τὴς
γραμμὴς, ὅπου δεν ἀναφέρεται τίποτε σχετικὰ μέ τὸ ἔργο τοϋ ὴλί
ου, ἀλλὰ τὴν δικὴ του περιγραφὴ του̃ ,Αγαθοὔ (ὕθβοΒΟΘΒ).
,Ασφαλώς τὸ παράδειγμα τὴς γραμμὴς έχει έπίσης τὴν θέσι του
στὴν ὑπόδειξι: ὁ όρατὸς κόσμος καὶ τὸ σπὴλαιον ἀποδίδουν τὴν
ἀντίθεσι νοητῶν καὶ αἰσθητῶν τὴς διχοτομίας του̃ παραδείγματος,
ἀλλὰ στὸν πλατωνικὸ μὕθο υπάρχει κάτι περισσότερο καὶ. εἶναι τὸ
οὐσιῶδες, τὸ φῶς, που ὁ ρόλος του εἶναι πρωταρχικὸς έν συνδυα
Ν Χ Ἱ | Ν 8 Ι \ \ Η Έ Ἱ | Ν
σμῳ με την πορεια του εσμωτου προς τα ανω. Η ιδεα της σκλη
ρης καὶ άποτόμου ἀναβάσεως (τραχείας τη̃ς ἀναβάσεως καὶ α̃νάντους)
δὲν έκφράζει τὴν προσὴλωσι του̃ βλέμματος στὰ φαινόμενα, ἀλλὰ
ί7θ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΊἹΚΗ
την δέσμευσι της σύνολης ύπάρξεως πέρα των ἐπιταγῶν μιᾶς
ὀίσκοπης καὶ χαμένης ματιᾶς. Ἐὰν επρόκειτο ὰπλῶς γιὰ την κα
τεύθυνσι τοῦ βλέμματος, ἀρκοῦσε νὰ κάνη στροφη ὁ δεσμώτης χω
ρὶς νὰ ἑλευθερωθη. Χρειάσθηκε ὡστόσο νὰ τὸν λύσουν, νὰ βαδίση
Ἱ
νὰ άνεβη, νὰ ίδη° έφθασε μάλιστα νὰ ξανακατέβη! Νὰ ἐπιμείνῃ
κανεὶς περισσότερο στὸν κατ, ἐξοχην άντιοπτικὸ χαρακτηρα τοῦ
μύθου της σπηλιᾶς;
ἕ | Ϊ Ώ' \ Κ | ` \ | \
Ο Πλατων δεν επλασε την ιστορια του για να προτεινη στον
ὰναγνώστη μιὰ πιὸ ζωντανη καὶ παιδαγωγικώτερη παραλλαγη του
συμβολισμου̃ του̃ ηλίου καὶ του̃ παραδείγματος της γραμμης, εῖναί
μάλιστα εὔγλωττη ἀπὸ τούτη την άποψι η άδιάλειπτη μελέτη που
Ἄ | ! | \ \ \ 7| |
της επεφυλαξαν οι φιλοσοφοι κατα τη διαδρομη των εικοσι πεντε
Π Ι \ | | \ | 7 | \ \ \
αιωνων που μας χωριζουν. Μενει να γινουν ακομη πολλα για να
χαρουμε τὰ πλούτη του μύθου, μολονότι δεν παρουσιάζει κανένα
άπὸ τὰ φοβερὰ αίνίγματα, ποὺ άφθονοῦν στὸ παραμύθι, ὁὶς πουμε
$
τοῦ ,Ηρός, καὶ τουτο ἑπειδη θεωρεῖται είκόνισμα τῶν τελευταίων
σελίδων τού έκτου βιβλίου της Πολιτείας. 'Ο μυθος της σπηλιᾶς δεν
σκοπεύει ὅμως νὰ ἑκλαϊκεύση τὸν συμβολισμὸ τοϋ ηλίου καὶ τὸ
παράδειγμα της γραμμης, εὶκόνες ἐξ άλλου καὶ τὰ δύο, ἀλλὰ νὰ τὰ
δραματοποιησῃ: χωρὶς την ὁρατότητα που προσφέρει καὶ την ζε
στασιὰ ποὺ σκορπὰ, ὁ ηλιος παραμένει άρχη υπερβατικη, πρῶτο
κινούν καὶ ὑπέρτατος πόθος, σὰν τὸν άριστοτελικὸ θεό· χωρὶς την
δύσκολη άνοδικη πορεία του δεσμώτη, η γραμμη θυμίζει όργανό
γραμμα μιᾶς φυσικης καὶ ἀμετάθετης ὶεραρχίας της άγνοίας καὶ
της γνώσεως, γίνεται τυπολογία τῶν διαφόρων ἐπιπέδων της είδη
ιςι 3 ὶν 9 Ι ‹
μοσύνης, όπου η μετάβασι ἐκ του ενος εις το αλλο αποκλειεται. ΟΙ.
| Ἰ | \ ! | Ι |
ταλαιπωριες της αναβασεως και οι κινδυνοι της καθοδου ζωντανεύ
ουν τὸν συμβολισμό τού ηλίου καὶ τὸ παράδειγμα της γραμμης
$
άναδεικνύουν τὸν ηλιο πηγη του φωτὸς καὶ του οντος, την δὲ γραμ
Κ Ο Η \ Χ §Α θ | ΠΟ δ` 9 Ν \ | ` Ηδ \
μη οδο προς το γα ο. τι εν αρκει να κοιταζης τα ι ια τα
πράγματα γιὰ νὰ βλέπης καλά, ἀλλὰ πρέπει νὰ σὲ βλέπῃ καὶ ”
Η Ί' | Ἰ | Η ἰ Ι 9 Χ Ἡ | \
ηλιος, ειναι κατι αναμφισβητητο οτι η θεα αυτη ενεχει «σκληρη κα
,¬σΟ
άπότομη» ἀνάβασι καὶ μιὰ έπικίνδυνη κάθοδο ἐκ νέου, εἶναι η και
νοτομία της πλατωνικης ὀπτικης, τὸ μυστικὸ του̃ σπηλαίου. Μέσα
στην ύπόγειο φυλακη, οί δεσμῶτες βλέπουν όπως οί ζωγράφοι της
Ἄεναγεννησεως, οί ὁποῖοι προβάλλουν τὰ όντα στὸ ποσοτικὸ φυσι
κὸ άπειρο, γιὰ νὰ συναγάγουν κατόπιν ἀπὸ την σωματικότητα την
πραγματικότητα την ἔννοιά τους. (Η ὰπελευθέρωσι του φυλακι
σμένου καὶ η ὀπτικη της άναβάσεως που άπορρέει, συνιστούν δια
μαρτυρία ἐναντίον του̃ μεσολαβητικου̃ βλέμματος καὶ έναλλακτικη
ΜΤΗΣΙ ΣΤΟ ΦΩΣ Ί77
λύσι. Ἑλκόμενος διὰ της βίας πρὸς τὰ έξω, ὑποφέροντας καὶ ἐξέ
Ν 1 δ | Ω
γειρόμενος ποὺ του φέρονται έτσι, πάντως ἀναρριχομενος, ο φυλα
| Ϊ Ἰ |
κισμένος δεν εἶναι πλέον κάτι ένδιάμεσο: άναλαμβανει τον εαυτο
του ὡς σχέδιο, τάσι ἐν σχέσει πρὸς τὴν ὁποία τὸ παράδειγμα της
Ν ` Έ | | \ `
γραμμης μεταβάλλεται σὲ κλίμακα και η διοδευσι της σε καθαρτικη
ἀνάβασι πρὸς τὸ ,Αγαθό
Μ\ Ἱ „ Ν· | \ \ Σ| δ| Ἡ | Ν
ε την ανοδο του δεσμωτη και την εισο ο του στον κοσμο του
φωτός, τὸ παράδειγμα τὴς γραμμης αποκτα μία διάστασι πού δὲν
, Ν (
εἶχε προηγουμένως: γίνεται αύτὸ ἐξ αιτίας του ὁποίου η ύπαρξι
παύει νὰ εἶναι παραλογισμὸς καὶ ἐμφανίζεται δρᾶμα. Θὰ πρέπη νὰ
πά ω ετὸ δ ᾶ α ὲτὶνἀ ικὶ σ ασίατῶςδ άσεως, ὡς ὶστο ία.
μ Ἱ Ϊ 9 \ | , ρ 9 `
Όχι όμως ἱστορία σὰν περιπλάνησι, αλλα~σαν προοδο απο μια
ἀρχὴ σὲ ένα τέλος. ”Η διαπίστωσι πὼς δεν είμαι ό,τι έπρεπε, ύπο
δ λώνει συ όνω ία πτωτικ” καὶ ία εταπτωτικὶ κατάστασι
7) ι
, ( Ο ασ υν
έχει τὴν έννοια ότι η ιστορία διαρκει όσο καὶ τουτο τὸ ξέσκισμα. Τὸ
δ δι α τ” άνόδου τοϋ δεσ ώτ είναι ” ὶστο ία τ” λ' εω του̃
μ
σω Ο 7 9 \
δ ά ατο ένω ὁ ίλιος πα α ένει στὰύ εκθα ωτικο καὶ κυ ί
, ι
αρχος, γιὰ νὰ μοῦ ύπενθυμίξῃ ότι τὸ δρᾶμα έχει τέλος καὶ ὅτι τὸ
τέλος αύτὸ δὲν μετέχει στὴν οίκονομίατὴςγραμμης. 20 ὴλιος είναι
σκοτεινὸς χωρὶς τὰ όντα, ἀλλὰ τὰ όντα χωρὶς τὸν ὴλιο είναι κόλασι.
ὶΗ κόλασι βρίσκεται σαφῶς σὲ τοῦτο τὸν κόσμο καὶ ὁ χρόνος τὸν
ὁποῖο ἀκολουθεῖ δὲν καταλήγει. ὶΗ κόλασι εἶναι τὸ σπηλαιο. Μὴ
πως οὶ μεγαλύτερες τιμές (τιμαί), έπαινοι (ἔπαινοι) καὶ βραβεῖα (νέ
ρα), δὲν ἀποδίδονται (ὅίθὀ) στὸν φυλακισμένο ποὺ διακρίνει καλύ
τερα τὶς διαβατικὲς σκιές (τὰ παριόντα), που συγκρατεῖ ζμνημονεὐον
τι) άκριβῶς τὶς προηγούμενες ὴ επόμενες συμπορευόμενες (ὅσα
π ότε α αὐτῶν και ὕστε α εἰώθει και ἄ α πο εὐεσθαι είναι δὲ εἰ θέσιν
7
νὰ μαντέφη (άπομαντευομένῳ) τὶς έρχόμενες (τὸ μέλλον ἦξειν),
Τὸ φῶς ἐπιτρέπει τὴν θέα καὶ όχι τὸ μάτι. ”Ορασι ἐκτὸς του̃
ωτὸ δὲν ύ ίσταται διότι θέα καὶ ῶ δια έ ουν καὶ όσο σπου
φ ἔ ι
δαῖα νὰ εἶναι τὰ μάτια μας, ὴ νύχτα τὰ τυφλώνει. Τὸ φῶς μᾶς
χαρίζει τὴν θέα, κάνει νὰ βλέπουμε καὶ νὰ μᾶς βλέπουν. .Στὴν
τελολο ικὶ καὶ υθικὶν κοσ ο ονία τοῦ Τι αίοο 670 στὶν ετα
Ϊ
φυσικὴ ὁπτικὴ τὴς Πολιτείας (ὅΟ7β ἑπ.), τὸ φῶς εἶναι παράγων
διαφορᾶς: ὴ λειτουργία του εἶναι διακριτικὴ καὶ χρῶμα του τὸ
άσπ ο. Τὸ άτι συνδέεται ὲ τὸν νοῦ ἐπειδὶ ὁ τελευταῖο είναι
Ρ ι ἔ
ένέργεια, η δὲ θεία νόησι γίνεται τὸ ἄπειρον ὅμμα (ἀπέραντο μάτι)
τῶν ὀρφικῶν, είς τὸ ὁποῖο ἀντιστοιχεῖ ένα ἀθέατο φῶς, σὰν τὸ
ἀφεννὲς φῶς τοῦ Οἰδίποὀος ἐπὶ Κολωνω̨̃ (στ. ίὕἔιθ), πού βρίσκεται
πέρα του άντικειμενικου καὶ της ψυχολογίας έτσι φωτίζεται
Ι2 Φιλοσοφία ποιητική
178 ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ Πο1ΗΤ1κΗ
ὸίπλετα ὴ βίαιη ἀντίδρασι ἑνὸς 'Ηρακλείτου (απ. ὅἴι, ὅὅ, ὕθ) κατὰ
της ψευδοθετικότητος της ὸράσεως, τοῦ Ἑπιχάρμου (ἀπ. Ω), τοῦ
Παρμενίδου (ἀπ. ί, στ. 3437) ὴ τοῦ Ἑμπεδοκλέους (α 4, στ. θ
ἑπ.), τοϋ <Ομὴρου (Ἱλιάὅος θ. ί27) καί τῶν τραγικῶν έπίσης,
καλεῖ δὲ τὸν άνθρωπο σὲ πνευματικὴ ένωσι μὲ τὸν θεό. Τίποτε δὲν
μένει κλειστὸ στὸν ἑαυτό του κάτω ἀπὸ τὸ φῶς τοῦ ὴλίου: ὁ ὴλιος
διαθέτει καὶ πλησιάζει, είναι ἀρχὴ της ὰληθειας προφάνεια
ἐκείνου ποὺ φωτίζεται καί ὴ ἴδια ὴ φάνεια. «Καὶ δὲν είναι αληθεια»,
θὰ π” ὁ Σωκ άτ ς (Πολιτείας ὅθβίο) «ὅτι ὁ ”λιο ὁ ὁποῖο δὲν είναι , › ἔ
ὴ ὅρασι (καὶ ὁ ήλιος ὅιμις μὲν οὐκ ἔστιν), ἀλλὰ ὴ αίτίατης (αἴτιοςὅ' ω̃ν
αὐτῆς), φανερώνεται στὴν ὅρασι (ὁρα̃ται ὑπ' αὐτῆς τιιὐτης);›› ,Αδιανό
τ ω ὶ τὰ καθ' αὐτά, ποὺ λούζονται στὸ ῶ τοῦ ”λίου 2 πλατω η
›
Ἡ Ἄ |θ 7 | \ ὅ Ἡ Ἡ | Ἱ . \ κι
νικη αλη εια εισβαλλει στο ν, για να τονιση την υπεροχη του
ἐπέκεινα. Θὰ πρέπη νὰ θεωρηται ἔκστασι τοῦ όντος καὶ όχι λογο
κρατικὴ άκρίβεια τοῦ βλέμματος, άκατάσχετος πόθος πρὸς τὸν
ὺπερβατικὸ κόσμο τῶν ίδεῶν. ”Αντικρύζω τὴν ὰληθεια ἐπειδὴ ὴ
ψυχη μου εἶναι σχεδὸν ἰδέα (Φαίὁωνος ἴθε καὶ ίθθιἰ), ἐπειδὴ τὰ
μάτια μου ἔχουν φύσι ὴλιακὴ καὶ όχι διότι μπορῶ ὰπλῶς νὰ βλέπω.
{ Ἱ | \ δ | \ Ἱ | Ϊ \
Η ψυχη διασκεδάζει την αντιληψι και καθως βρισκεται κοντα στην
ἰδέα, κάνει τὴν ἀληθεια ἔργο μουσικοϋ φιλοσόφου.
Στὴν ὰποκάλυψι της ὰληθείας καὶ τὴν πνευματικὴ δημιουργία,
ι ι ι ι οι › ι ι ι » | Ν
ο Πλατων αφιερωνει εναν εξαισιο διαλογο. το Συμποσιον. Θεμα του
δ | Ϊ ἶ θ )| ἶ δὶ Ἰ | Ν θ \ Ἡ
ιαλογου τουτου ε ναι ο ερως, η ε αναβασι του Σωκράτους προς το
κάλλος θυμίζει έντονα τὴν άνοδο τοῦ δεσμώτου της σπηλιᾶς. Δὲν
εἶμαι ὁ πρῶτος ποὺ έπισημαίνει τὴν ὁμοιὀτητα τῶν δύο διαλόγων
Ό Ψ \ \ Ν ` ,Ϊ | \ Ϊ \ Ώ Ι "Φ
σ αυτο το σημειο· θα ηθελα μονο να διαβασω την αναβασι του
δεσμώτου ὑπὸ τὸ φῶς της έρωτικης μυησεως, στὴν ὁποία είσὴγαγε
ἔ | Ἱ | | Ε .Μ Ν ον \ Ώ
η Διοτιμα τον Σωκράτη. Βεβαια ο μυθος της σπηλιας δεν επανα
λαμβάνει τὸν λόγο τῆς Διοτίμας, παρουσιάζουν ὡστόσο μιὰ τέτοια
συγγένεια, ποὺ σαφηνίζει πῶς σκέπτεται ὁ Πλάτων τὴν αληθεια
καὶ μας νομιμοποιεί νὰ προσπελάσωμε τὸν ένα διὰ τοῦ άλλου.
.Ο έρως εἶναι πόθος μιᾶς περίσσειας, ἐκφροίζει δὲ έναν άνθρωπο
` | Ϊ Ν ον .Μ 7 Ν. \ \ Ϊ
που φερει τα σημεια του ψυχισμου. Αγαπουμε με την ψυχη μας,
{ | .Ϊ Ν \ 9 | (| Ν· \ , \ Γ
οποια ειχε δει τις ιδεες, οταν πετουσε στον ουρανο (Φαιόρου 2ἔι8ο
ε). 'Ο έρως μοιάζει της ψυχης (Συμποσίου 2θ3οό) καὶ ὁ μικτός του
χαρακτὴρας ἀποδίδει ἀκριβῶς ένα τρόπο ὺπάρξεως μεταξὺ ούρα
νου̃ καὶ γης. Βἴναι εὺτυχία καὶ πόνος, πληρότης και στέρησις άδυ
ναμία κατοχης του πραγματικοῦ αντικειμένου καὶ θέλησι νὰ τὸ ἔχῃ
γιὰ πάντα° είναι έραστὴς ποτὲ ἐρωμένος, ταυτιζόμενος δὲ μὲ τὸ
ποθούμενο, πληρου̃ται καὶ αὺτοκαταλύεται. Τὸ έρώμενον άρα δὲν
Η..
ΜΥΗΣΙ ΣΤΟ ΦΩΣ ί7θ
Ν
«κα
ειναι καὶ προκαλει επομένως κάθε άλλο παρὰ κορεσμγὸ ἀντικειμενι
κόν. Δὲν πρόκειται, ὅπως ὴθελε ὁ ίΑριστοφάνης, περὶ του̃ αίτημα
τος ἀκεραιότητος καὶ· άναπαραγωγὴς, που καθηλώνει τὸν άνθρωπο
στὴν φόσι, ὅσο περὶ ἀφέσεως του ἑαυτοῦ καὶ κυριολεκτικὰ άποκα
λύψεως του̃ άλλου. (Ο έρως δικαιώνει τὴν ἀτομικότητα, πρᾶγμα τὸ
ὁποῖο φέρνει ψυχικὴ κάθαρσι καὶ πλάθει τὴν συνείδησι τοϋ κοινωνι
κοὔ άνθρώπου. Τί εἶναι ὴ ιριλαυτία ὀὶν μὴ άρνησι τὴς άπολύτου
ῖ | #8 Ϊ ¬\ 7 | Ϊ Ν | θ Ἱ
αξιας του συνανθρωπου η εγωισμος, και πως διακρινεται ο εγωι
\ Ἡ Χ \ | .Α \ Έ $| Κ Ἡ Χ
σμος απο το προσωπο, αν μη ως εργο, Η μετοχη του θνητου στο
ἀθάνατο πατα στὴν ἀγάπη του έργου.
Δὲν εἶναι τυχαίαὴ ἑπιμονὴ του Πλάτωνος (Συμποσίου 204 ἑπ.
`ἕ
Ἱ θ| Ν Ν Η λΝ \ Ϊ , θῖ Ν )| Ζ Ν \
στο εμα του εργου, οταν μι α για τα αγα α του ερωτος. ητει να
διευκρινίση τὴν κατ, ἀρχὴν ἔννοια τοῦ «άγαπῶ», τὴν ροπὴ δηλαδὴ
Η \ Ώ Ϊ \ \ Χ Η
ενος ανθρωπου προς το πραγματικο η νομιζόμενο δικό του καλό καὶ
τὴν επιθυμία του πρῶτα νὰ τὸ ἀποκτησῃ, μετὰ δὲ νὰ τὸ κατέχη γιὰ
| ξ Ἄ | , Ἰ |
παντα. Η αγαπη εν ευρεια
εςηι.
<
<
Ο
ία καλύπτει κάθε εἴδους δραστηριό
Ἄ \ Ν Ἄθ αν υ¬σ Β· , ` Ἱ 'Ϊ
τητα, απο του α λητου μεχρι του χρηματιστου, αλλα δεν ειναι
έρως. Τὸ αὐτὸ ὶσχύει καὶ γιὰ τὴν λέξι «ποίησις», τὴν δημιουργικὴ
ένέργεια που ὁδηγεῖ τὸ μὴ δν είς τὸ όν: ὅλες οί τέχνες ἔτσι εἶναι
¬‹‹ποίησις›› καὶ όλοι οί χειροτέχνες «ποιηταί», ἀλλὰ στὴν πραγματι
κότητα ὁ όρος του̃τος δηλώνει μόνο τὴν ποιητικὴτέχνη, όπως μόνο
ὁ τεχνίτης τοϋ λόγου όνομάζεται «ποιητὴς». Τὸ νόημα τὴς διευκρι
νίσεως καὶ ὴ έπιλογὴ τοῦ παραδείγματος ἔχουν ίδιαιτέρα σημασία:
η πρώτη αίρει κάθε ἀμφιλογία ἀπὸ τὸν ἔρωτα, διὰ τὴς ἐννοίας τοῦ
θ ί ὶ ” ” ” θ ” ὶ ὶ ί ί ί “ “
πο ητεου ως κατοχης του αγα ου την οποια εισαγει (αναθων ἐπιθυ
# 2 \ Ι | \ Σ | Ν Ν \ Π
μια, θἶκὶ) το δευτερο φωτιζει το αντικειμενο του ερωτος, το εργο
λλλ ” ”Τ μ” ὸί α όγια του έραστου. ὸ παράδειγμα τὴς ποιήσεως άνοίγει
νέο κεφάλαιο στα λεγόμενατου̃ Σωκράτους, διότι τρέπει τὴν ζητη
σι πρὸς τὴν ἀνθρώπινη πρᾶξι καὶ τὴν συνδέει μὲ τὸν στόχο καὶ τὸ
ἔργο τοῦ ἑραστοὔ. (Η ποίησι ὡς οὐσιαστικὸ καὶ ὡς ρὴμα εἶναι αὶτία
της δημιουργικότητος του έρωτα. .Ο έρως γίνεται δημιουργὸς ὡς
ἐνέργημα ἐν σχέσει πρὸς τὸ κάλλος (τόκος ἐν καλω̨̃, Ζθθὶσ). (Ο Πλά
των χρησιμοποιεῖ τὸ παράδειγμα τὴς ποιήσεως, ποὺ θα συνοδεόση
διακριτικα τὸν λόγο της Διοτίμας μέχρι τέλους, μὲ τὴν πρόθεσι νὰ
δώσῃ στὸν ἔρωτα διαστάσεις δημιουργικότητος, αλλά, περιορίζον
τας τὸ εὐρότερο νόημα, εἰσάγει κατὰτρόπο ἀποφασιστικὸ τὴν ποι
ητικότητα στὶς συγκεκριμένες πράξεις καί, μέσῳ αὐτῶν, ὴ δημι
ουργία ριζώνει στὸ άνθρώπινο ἔργο. (Η ποίησι θὰ γίνη δημιουργία
κατ, έξοχὴν καὶ ὴ δημιουργικότης αυθεντικὸς προορισμὸς κάθε
ένεργὴματος, προετοιμάζοντας μ, αὐτὸ τὸν τρόπο τὴν ἰδέα τὴς
Ἰ80 ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ
δ | | θ | Ϊ | Ω | Η \ Ϊ
αθανασιας που, ως γενεσι στο καλλος, ενωνει ερωτα και ποιησι.
”Η γένεσι στὸ κάλλος, γένεσι κατα τὸ σῶμα καὶ κατὰ την ψυχη
(καὶ κατὰ το σῶμα καὶ κατα τὴν ψοχήν, Ζθθ), δὲν είναι κάτι αὐτονόητο
καί, καθὼς παρατηρεί ὁ Σωκράτης, χρειάζεται να μαντέψῃ κανείς
Ι _ \ Ἱ | | Ὁ Μ | ( |
(μαντειας ὅειται), για να καταλαβη τι ακριβως σημαινει. Η δυσκολια
ἔγκειται στὸ έν καλω̨̃, αδιευκρίνιστο ακόμη ὅταν η Διοτίμα τὸ προ
φέρη, αρχίζει ὅμως να διασκεδάζεται, αφ) ης στιγμης η ίέρεια έξη
γεῖ (2θθὀ), πὼς άσχημο καὶ θεῖο διίστανται, ἐνῷ τὸ ὡραῖο καὶ τὸ
θεῖο αρμόζουν (ἀνάρμοστον ὅ' ἐστὶ τὸ αὶσχρὸν παντὶ τῷθείῳ, το ὁὲ καλὸν
ἀρμόττον). Ποὺ θα πῇ ὅτι ὁ αληθινὸς έρως μεταμορφώνει τὸ θνητὸ
σὲ αθάνατο καὶ ὅτι η αθανασία έχει να κάνη μὲ την γενναιοδωρία
καὶ την δημιουργικη ένέργεια. .Ο τόκος ἐν καλω̨̃ δηλώνει μία γένεσι
μὲ στόχο την περίσσεια τοῦ ὅντος, μιὰ ποίησι η ὁποία διαιωνίζει
την ὔπαρξι ὡς πνευματικη παραγωγη δημιουργία. Κλειδί γιατὸν
λόγο της Διοτίμας καὶ κυρίαρχη ίδέα στὸ Συμπόσιον είναι ὁ έρωτας
που αθανατίζει καὶ. αναγεννα στην περίσσεια (2θ8ο 209). Το
ἐπικείμενο παρόν, δεν ακολουθεί στην προοπτικη αύτη ένα παρὸν
παρελθόν, τὸ μέλλον αποδεικνύεται πόθος καὶ ὁ χρόνος του εμπρό
θετος (2θθοά). Στα ἑλληνικὰ ὁ μέλλων είναι διάρκεια τοϋ παρόν
τος στην πρόθεσι καὶ ὅχι τὸ επόμενο παρόν, ὅπως συμβαίνει με τὸν
` | Ζ Ε ` \ \ ἶ | \ σο
λατινικό μελλοντα. Η ελληνικη ψυχη δεν υποφέρει το στιγμιαιο
άπειρο. Παροδικη εὐτυχία σημαίνει απώλεια του̃ απολότου καὶ
δύστηνη θέλησι, δεδομένου ὅτι έναπόκειται στην συνείδησι να κα
τανοηση καὶ νὰ παραμερίση τὶς αίτίες της έν λόγῳ απωλείας. ὶΟ
ἔ ω ἐπ εάζει τὶν υ ` διὰ τ” συνειδίσεω ὅποτε δὲ ” τελευ
Ί
ταία δυστυ εῖ, αποδ ᾶ τὸ απόλυτο. (Η ένεσι είναι διά κεια 9
ι ?
¦ \ \ )| { Ϊ , / Ώ 9 \ \ Ϊ
αυτη την εννοια η δημιουργια αθανατιζει (2θ7‹ἰ), μ αυτο τον τρο
πο (ταύτῃ τῇ μηχανῇ, 2θ8Β) τὸ θνητὸ μετέχει στὸ αθάνατο (θνητὸν
αθανασίας μετέχει) καὶ τὸ σωμα καὶ. τα πάντα (καὶ σῶμα καὶ τα̃λλα
πάντα). Ἐὰν ὅμως η αναπαραγωγη ἐξασφαλίζη την διάρκεια του̃
·· Ν Ν , .
σώματος, η πνευματικη αθανασία είναι ἔργο των ποιητων (και οι
ποιηταὶ πάντες γεννήτορες) καὶ απο τοὺς τεχνουργοός, εκείνων ποὺ
ἐφευρίσκουν (καὶ τῶν ὀημιουρνῶν ὅσοι λένονται εὐρετικοὶ εἶναι, Ζθδε
Ζθθε).
”Ω δαί ων ω δὲν εἶναι απλῶ ἐνδιά σ ὅ ι ί ς μ , ρ ς ς με ος, εινα κυριως
Ἄ | ( ` ` Ϊ | ` Ϊ
οντοτητα ενοποιος (2θ2ὀε και 2θ3ει), απεργαζομενη την συμπα
θεια τῶν πάντων. 'Όπως ενώνει η ψυχη τὶς ίδέες μὲ τὸν άνθρωπο,
έρως μέσα του ἑνώνει την σκέψι μὲ την πρᾶξι, εἶναι δημιουργικη
πορεία πρὸς τὸ έπέκεινα. Δια τοῦ ωραίου ὁ έρως μας είσάγει στὸ
απόλυτο, τὸ δὲ ὡραῖο αποδίδει κατὰ Πλάτωνα (Φιλήβοο θἔιε) την
Ο.
ΟἹ1
μον
ΜΥΗΣΙ ΣΤΟ ΦΩΣ ί8ί
··›:
συμμόρφωσι του οντος πρὸς τὸ τέλος του, τὸν αίνιγματικὸ μέσα
\ Ι ¦ | \ \ Ώ |θ \ ` "Φ { Ϊ
δεσμο καθε υποστασεως με την αλη εια που την ξεπερνα. Η ψυχη,
δείχνει τὸ Συμπόσιον, εἶναι κυριώτατα έρως, ὅχι λογισμός, ἑπομέ
νως η ἑνοποιητικη της ένέργεια φέρνει καρπούς υλικους καὶ πνευ
ματικούς, ητοι είρηνικη συνύπαρξι δύο ὅντων στὸν αύτὸ χὥρο. (Ο
έρως εἶναι η μόνη δύναμις ποὺ αποσπα τὸν ανθρωπο απὸ τὸ Ἑιγώ
του καὶ για τοῦτο ὑπερνικα την ύλικη αντίστασι. Μόνο σὲ μια
| , Ϊ | 9 | 9 | Κ | ,Ϊ Ἱ Ρ
κοινωνια ατομων γινομαι αξια απολυτη. Ο Πλατων εχει επιγνωσι
της ούσιώδους αύτης διαστάσεως τού έρωτος: «ὅταν τὸ κυοὕν», θα
γραφη στὸ Συμπόσιον (2θθἀ), «πλησιάζῃ κάτι ὡραῖο (ὅταν μὲν καλω̨̃
προσπελάζῃ τὸ κυυυ̃ν), ὶλαρύνεται, ψυχη του ξεχειλίζει απὸ εύφρο
σύνη (ΰὶεών τε νίννεται καὶ εὐφραινόμενυν ὁιαχεῖται), γεννα καὶ γονιμο
ποιεῖ (καὶ τίκτει τε καὶ νεννα)° ὅταν ὅμως πλησιαζη κάτι ασχημο
(ὅταν δὲ αῖσχρςῦ), τότε σκοτεινιαζει καὶ δυσφορεῖ καὶ συσπειρώνεται
καὶ απομακρύνεται καὶ κλείνει (σκυθρωπόν τε καὶ λυπούμενον συσπει
ρα̃ται καὶ αποτρέπεται καὶ ανίλλεται), καὶ δὲν γονιμοποιεῖ (καὶ οὐ νεννη̨̃),
αλλα συγκρατεί τὸν γόνο του καὶ υποφέρει». (Ο έρως τούτος δὲν
είναι έλλειφι (2θθε), εἶναι χαρα ανοιξιάτικη, ανθησι στην διαχυσι
» ε ›ι Ν ο ι ον κ 1 ι ι
(ὅιαχυσις). Ο ερως της ελλειψεως τοποθετει την αγαπητικη σχεσι
στὸν χωρο τοϋ αίσθητοὕ καὶ ἐπιφέρει απώλεια του αλλου, ὁδηγεῖ δέ
στην αδιέξοδη ακολασία τὸν πουριτανισμό. ὶΗ γενετησια σχέσι
α { Ϊ { 7 "Δ η̨ ρ
ερχεται οπωσδηποτε ως επιστέγασμα του έρωτος, χωρὶς όμως την
διαρκη παρουσία του̃ τελευταίου γίνεται ανικανότης καὶ έκλείπει.
,Εαν ὁ Πλάτων δέν προτίθεται να καταργησῃ τὸ φαινόμενο αλλα
να τὸ σὡση, τότε, καὶ τούτο είναι τὸ βαθύτερο νόημα του̃ πλατωνι
κοὔ έρωτος, ὁ έρως που μπορεί να δίνη τέλος στὸν έγωισμό, φανε
ρώνεται ὅρος της γενετησίας σχέσεως. Ὁ τόκος ἐν καλῷ ὡς αφεσι
ἑαυτοῦ έχει ένα καὶ μόνο στόχο: την αέναη κατοχη του̃ αγαθού, την
κοινωνία δηλαδη τῶν δύο κόσμων. ”Ο έρως πλησιάζει τὸ αίσθητὸ
στὸ νοητό, ποὺ ὅταν εἶναι χωριστα ὁδηγοῦν τὸν ανθρωπο στην
ε ι › ι ν Ν κ ι ι ι κ
ανελευθεριοτητα, αθανατιζει εδω και τωρα το θνητο στην καθαρτι
κη γενναιοδωρία τοῦ έργου.
(Ο Η Ἱ” ` ` δλ Ϊθ ἔ δ\ Η Θ Ώ |
ερως ειναι για την α η εια, ο ε αν ρωπος αναγνωρίζεται
( Ϊ Ϊ | Ν )
ως προσωπο στην συνειδησι της αληθείας. ”Ο πλατωνικὸς ἐραστης
ανεβαίνει στην αληθεια χρησιμοποιώντας την διαλεκτικη (ὥσπερ
ὲπαναβαθμσῖςχρώμενον, Συμπυσίυυ 2ίίο), η θεωρία ὅμως της αληθεί
. Ν „ Ν
ας είναι υπόθεσι καθαρού πνεύματος, ποὺ αποτελει τὸ μάτι της
ψυχης (Συμποσίυυ 2ί2ει, Πολιτείας 52θἀε καὶ ὅδδα). ΩΗ κοσμικότης
τοὕ έρωτος έπιτρέπει στὸν Πλάτωνα να ξεκινηση απο τὸ αίσθητὸ
για να ύψωθῇ στὸ νοητό, να αντιπαραθέσῃ δέ την ἐμπειρίατης θέας
ἱ82
ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗἹἹΚΗ
καὶ τὴν ὅρασι ὁ Φιιῖὅρος (2θ52ἶ›θ) δεν περιγράφει τὸν ἐρωτικὸ
δεσμό ὡς θέα; στὸν φιλοσοφικό του ἀγὥνα. (Η μόὴσι τοϋ ἐρω
τευμένου θὰ καταλὴξὴ στὴν ἐνορατικὴ (Συμποσίου 2Ἰθὀ) και ἀπο
λύτως ξένὴ πρὸς τὰ λογικὰ σχὴματα (ΖἸ ἸεΒ) ἀποκάλυψι τοῦ
”Ωραίου. Μόνο ἔτσι θὰ τοϋ δοθῇ νὰ δὴμιουργὴ πραγματικότητες
\ Η Ώ δ ἰλ θ Ν δ\ Ἄ | | ¦| δ λ ,λλ\ \
και οχι ιν α ματα, αφου εν εγνωρισε καποιο ιν α μα α α τὴν
ἀλὴθεια. Τὸ ”Ωραῖο δὲν φανερώνεται ὡς όν παρὰ ὡς θάμβος, ὡς
ἀλίθεια καὶ καθα ότ τα τ” ὁποία ” θέα εἶναι κατὰ τὸν Γο ία τ`ν ηἔ ς η
Ρ? ,Ϊ
ἀλἠθειαν σκοπω̃ν πειράσομαι τῷ ὔντι ώς ἄν ὁύνωμαι βέλτιστος ιὔν: θεω
ρώντας τὴν ὰλὴθεια θὰ προσπαθὴσω, κατὰ τὸ δυνατόν, νὰ γίνω
όντως καλύτερος, θ2θἀ) ψυχικὴ ἄνοιξι. ”Η πλατωνικὴ θεωρία ἐπο
μένως δὲν εἶναι μετεωρισμός· ὁδὴγεῖ ἀπὸ τοῦτο τὸν κόσμο στὸν
Ι/ , , \ \ \ Ἑ Ϊ \ | ΰ \ | ,
αλλο, μ αυτὴ τὴν δὴμιουργικὴ ορμὴ, που μονο ενορατικὴ συλλὴψι
του̃ ἀπολύτου δύναται νὰ προκαλὴ.
Β | Ώ Ι Ν .λλ Ν | λ | | ιν
ρισκομαστε ενωπιον τὴς ε ὴνικὴς βιβ ου γενεσεως, τὴς μο
ναδικ” αὺτΝ α τυ ία ποὺ ωτί ει ἄπλετα τ`ν θεω ία τῶν
ηἔ ηἑ μ Ρ Ρ Θ φ
η Ρ
ἰδεῶν, ὴ ὁποία κακῶς ἑρμὴνεύεται ὡς παθὴτικὴ καὶ λογοκρατουμέ
| Ν ¶
νὴ. 'Η ἐποπτικὴ θεασι του ἐπέκεινα, ὡς έρως εἶναι παραγωγικὴ.
.Ο $| | Ι! | \ Ν Χ Ἡ Ἡ | Η \
ερως δεσμευει οχι μονο τον νου, αλλα τὴν συνολὴ υπαρξι προς
τὴν κατεόθυνσι τὴς ἀφθονίας τοῦ όντος καὶ δεν ἀποκροόει τὸν ὺλικὸ
| \ \ \ \ θ | \ \ \ 9 | (Δ |ζ
κοσμο παρα για να τον κα αρὴ και να τον εξυψωσὴ. ρμονι οντας
τὴν πρα̃ξι πρὸς τὸ όραμα τοῦ ἀπολύτου, ὁ ἐρωτευμένος μπορεί νὰ
μεταμορφωθῇ καὶ νὰ μεταμορφώσὴ τὸν κόσμο, ἐφ, όσον τὸν άπα
ολεῖὁ σκοπὸ τ” ὺπά εω καὶό ικυ ίω τὰ έσα. Τὸ πολλὰ ” σχ
πτοίησις ὴποίησις γέγονε περὶ τὸ καλόν, διὰ τὸμεγάλης ιόὅῖνος ἀπολύ
ειν τὸν ἔχοντα (στὴν θέα τὴς όμορφιᾶς, καταλαμβάνεται ἀπὸ απίθα
νὴ δὴμιουργικὴ ἐνέργεια, διότι αὐτὸς ποὺ τὴν κατέχει λυ
τρώνεται ἀπὸ τοὺς φοβεροὺς πόνους τὴς γέννας) τοῦ 2Οθὀε·, σὴ
μαίνει πως ὴ θεωρία εἶναι παραγωγὴ καὶ τἀνάπαλιν. Διαφορὰ βα
θμοῦ μεταξὺ θεωρίας και πράξεως δὲν ὺφίσταται κατὰ Πλάτωνα:
ὡς παραγωγός καὶ παραγωγὴ εἶναι ὁμοιογενη̃, όπως ἀκριβῶς τὸ φῶς
καὶ ὴ θέα. Στὴν παθὴτικότὴτα ἔναντι του̃ νοὴματος, ποὺ κὴρόσσουν
οἱ ἄλλοι συμποσιασταί, ὁ Σωκράτὴς ἀντιπαραθέτει τὴν ἰδέα τὴς
δὴμιουργικὴς ἱστορικότὴτος. Χωρις τὸν ἔρωτα, χωρὶς τὸν πόθο
μιᾶς περίσσειας τοϋ όντος καὶ τὴν προσπάθεια τὴς σόνολὴς ὺπάρ
εω νὰ τὰν θάσ ὰ ὰλ ίθεια του̃ έπέκεινα θὰ ἔ ενε ὁπωσδ ίποτε ἔ Ψ . υ
ἀπροσπέλαστὴς _ είναι τὸ αίώνιο μὴνυμα τούτου τοῦ διαλόγου.
7 \ Η Έ | Ν Ἰ Θ | Η | \ Ϊ | \
Εαν ομως ὴ θεωρια τὴς αλὴ ειας προυποθετὴ τὴν αναμνὴσι και
τελευταία ἐπαναφέρει ένα όραμα ποὺ ἔχει ξεχασθὴ, τότε ὴ ψυχὴ
, | Ν \ 3 'Ϊ
προσφέρεται στὴν αποκαλυψι καὶ θεωρει μὲ το έργο. ,Αφ, ὴς στι
ι ζς.
ΜΤΗΣΙ ΣἹὉ ΦΩΣ Ἰ83
... ‹ ι ε ι : ι Ν ι _
γμης η ψυχη δημιουργει σημασιες, θεωρια και πραξι συμπιπτουν
ὅταν εἶναι παθητικη, ητοι απλὥς πρακτικὴ καὶ χρησιμοθηρικη, ὴ
πραξι ὑστερεῖ της θεωρίας και συνεπῶς αποτελεί μίμησι. Δὲν ίσχυ
ρίζομαι ὅτι τὸ σύμπαν τῶν ἱδεῶν είναι ἔργο μας, ἀλλὰ ὅτι βρίσκομε
\ ( Ώ οω
τον εαυτό μας μὲ τὴν αδιακοπη παραδοσι του πνεύματος στὸ ἔργο,
| ἔ · | Ι
παραδοσι η οποια ταυτοχρόνως επιτρέπει ψυχικό δεσμὸ με τὸν
|
συνανθρωπο. ”Η αθανασία καὶ ὴ πληρότης συμπίπτουν μὲ τὴν ὅλο
κληρωσί μου ὡς προσωπικότητος στὴν κοινωνία τῶν ατόμων. Στὸ
μέτρο ποὺ οἱ ανθρωποι δέχονται ὁ ἔνας τὸν αλλο, ὁ ἔρως παύει να
είναι, \ας πούμε, μυστικός, δὲν καίει σὲ μια ψυχὴ πλημμυρισμένη
~ Ν Ν' , 9 ) σ¬σ
απο το φως του επέκεινα, αλλὰ ανθίζει στὴν ανοιξι του Ἐγὼ πρὸς
τοὺς ἄλλους.
“Η αληθειαωςἔργο. του̃ π ×ι ΠΜ, ε
να, ἀλλὰ στὸν Παρμενίδη. "Οπως συναγεται απο τις τελευταῖες
, Ἱ $| Ε ρω Η .αι
επισῇι̃μοναεἐ ῳευνεε, ὁ Έλληνας της αρχαικης περιόδου τοποθε
ιρ ι ι ι κ Η Ν
τει την αληθεια στο γενικώτερο σύστημα της μεταδόσεως καὶ της
: | : υ Ν ι Ι | ι ... Ν
ηιροσδιδει δυο σημασιες|εκ των οποιων καμμια δεν προηγειται της
. '_ 3" | Ν |
αλλης. την εννοει προφανεια της υπαρξεως των όντων καὶ προφα
νεια|της δηλώσεώς των. Ἑξυπακούεται πως σα αύτὴ τὴν περίπτω
'Ν | Ν \ Ϊ
σι μονο μια διαταραχη της μεταδοσεως μπορει να θιξῃ τὴν αληθεια,
ι υ : ι ι Ν Ν °
δἑαταραχη οφειλομενη σε συγχ'μσι του\ πομπου με τὸ μεταδιδόμενο
¬· ι
ειτε σε χωρισμό των. Επειδηομωςτα σημεια που προσλαμβανειὴ
Ν ι · : ‹ :
αντιληψι δεν συγκρρτουν κριτηριο σταθερο της προφανειας, η μετα
δοσις ταρασσεται αδιακοπα και ὴ αληθεια καταφεύγει στὴν σχέσι
| κ | ‹ ι κ Ι ι ι | ε
σημειου καυνοηματος, η |οποια θεμελιωνεται πλεον στον λογο. η
ζητησι της αληθειας δεν εχει εις τὸ εξης αφετηρία τὴν προφανεια,
αλλα τὴν όνομασία του όντος καὶ τοῦτο προκαλεῖ βαθεια ανατροπὴ
στὸν πνευματικό κόσμο τῶν αρχαίων Ἑλληνων. .Η ανατροπὴ αύ
τη, που προετοιμάζει ὁ (Ηρακλειτος, ἐπιτελεῖται μὲ τὸν Παρμενί
› ι ι ι Ν 0 9 ιι.
δη. Βαν για τον πρωτο η αμφισημία των λέξεων αναπαύεται στὴν
ι ι ε : ι ι κ | Ν
αθεατη αρμονια, την οποια μονο ὴ ατομικὴ προσπαθεια μπορει νὰ
| ε Ι ο ι ο |
δηλωνῃ εκαστρτε εις την ουσια της, μὲ τὸν δεύτερο ὴ αληθεια
γινεται ασφαλης και μεταδοσιμη γνῶσι (απ. 8, 50θί), θεμελιω
| ι › : Ν Ν Ν
μενη στην ενεργεια του νου. “Η ανακαλυψι του Παρμενίδου αποτε
ιι ι › υ ι ι ›: ι |
λει υπ αυτη την εννοια απαντησι στὸν ΊΙρακλειτο, είναι ὡστόσο
\ Ρα. Ϊ | Ϊ | θ |
καρπός του ιδιου αιτηματος. Ο Βλεατης αναγνωρίζει ὅντως στὸν
ανθρωπο μια ικανοτητα γνώσεως ανεξαρτητως ἑμπειρικῶν δεδο
| ` θ | | Ϊ \
μενων, τῖην οπρια στηριζει με το λογικὸ δίλημμα: τὸ δν είναι, τὸ μὴ
ον δεν ειναι (απ. 2, 2 καὶ 8, ἸΖἸ8), ανοίγοντας ἔτσι εύθέως τὸν
| | ' κο
μεχρι τοτε αβατο δρόμο της σκέψεως. 'Η παρμενίδειος αληθεια
35
Ξ
ἶε
.$¬
` Μ
ξη̨̃ι
Φ
53·
ἔἔ.
°Τ¬
, .ι
η̨̃ἔ
π
Ξι
εϋτ
±
Θ.
Ἰ8ἔι ΦΙΛΟΣΟΦΧΑ ΠΟΙΗἹἹΚΗ
| \ | Β ί | | δ| Ἡ \ | Ϊ `
βρισκεται στην σκεψι, η οποια παλι συν εεται με την κρισι και την
λογικὴ αντίφασι. Κανένα στοιχεῖο τὴς φύσεως, νερό, αέρας, φωτι
:
α7
δὲνἔ ει τὶν δύνα ινα πε ιλα αύτὶ τὶν αλ 'θεια που αντιπ οσω Χ η . ¬
) / | 3 "Δ | ` Ί' Ν
πεύει τὴν αφαιρεσι καθε αισθητὴς πραγματικοτητος, το ειναι του
πνεύματος στὸ ὁποῖο αντιτασσεται τὸ μὴ είναι. Ἐπειδὴ όμως ἐδῶ
τὸ Εἶναι καὶ τὸ μὴ Εἶναι δὲν συγκροτοῦν αρχες διαφορετικές, ἔ
Ρ
` Ἄ ? | \ | δ { \ Ν |
χονται σε αντιθεσι μονο στα πλαισια ενος λογικου διλὴμματος,
Η 3! \ | \ 1! ϋἴ { \ Ἡ ›| ,
οπου εχομε να διαλεξουμε μεταξυ οντος η ενος μη οντος (απ. 8, ίθ)
ρα
ἕὶ
απροσπέλαστου καὶ ανέφικτου ( Ζ, 78).
.Η αλήθεια τοϋ Παρμενίδου διαφέρει απὸ τὴν αλήθειατῶν θνη
τῶν (δόξα βροτῶν), κρᾶμα φωτὸς καὶ σκότους (απ. ί, δί· Θ, ί κ
3ἔι), κατα τοῦτο, ότι δεσμός τὴς μὲ τὸ όν εἶναι ἠπίστις, ὴπειθώ,
ἐσωτερικὴ καταφασι, ὴ κατανόησι (απ. 2, 4· 8, Ἰ2 ίδ καὶ Ζθ28
| Ἱ Ϊ | ( |Ψ \ Η \ β |
Κριτήριο τὴς αληθειας γινεται η σκε ι και οποιος το καταλα αιν
τπὀ ἶἔ
εἰ.
9 | , | \ 'Π , | \ || ` Ἱ
επιλεγει αυτοματως το ον εναντιον του μη οντος. Κατα τον Παρ
μενίδη μπορούμε να σκεφθοϋμε μόνο τὸ όν. Τὸ απόσπασμα 2 (στί
χοι 25) βεβαιώνει απερίφραστα ότι ὁ δρόμος τη̃ς πειθυυ̃ς, ὴ κατα
νόησι μ” αλλα λόγια ότι τὸ όν είναι καὶ τὸ μὴ δν δεν ειναι, αποτελΞί
τὸ στοιχεῖο διὰ του ὁποίου ὴ σκἐψι (νοησαι) συνάπτει ἐκ των ἔνδον
τὸ όν (ὲὸν) μὲ τὴν αλήθεια (ἀληθείη). Ύποκείμενο καθε κατηγορή
ματος είναι βεβαίως τὸ όν (βλ. απ. 8), επιλέγει ὡστόσο ὁ ἔλλογος
ἄνθρωπος. Στὴν κρίσι αντιστοιχεῖ ὴ ἐλευθερία καὶ απὸ τὴν τελευ
ταία προέρχεται ὴ ταραχὴ του νου ποὺ όνομαζουμε δόξα. 'Η δόξα
εἶναι σκέψι χωρὶς τὴν πειθώ (πίστις)' όχι ὴ αναπαραστασι του̃ μὴ
όντος, αλλα ὴ παθητικὴ συγκαταθεσι (εἶναι φιλολογικα αναμφισβή
τητο καὶ γενικῶς αποδεκτό, ότι ὁ όρος αὐτὸς ανήκει στὶς λέξεις με
ρίζα τὸ *δεκ, έξ οὕ καὶ δέχομαι), μία πεποίθησι γνώμη χωρὶς
κατανόησι. Ἐὰν ὴ δόξα ὑπονοου̃σε γνὥσι του̃ μη οντος, εφ οσον
*Ι
θεα προτίθεται να διδαξῃ στὸν κουρο τὴν δόξα καὶ τὴν αλήθεια (απ.
ί, 2830), θὰ έπρεπε να ἔχωμε μία παρμενίδειο θεωρία του μὴ
όντος, όπερ αδύνατον (απ. 2, 7 8). ΙΗ αλήθεια συνεπῶς διερμηνεύΞὶ.
τὴν ἔλευσι τῶν πραγματων στὸν λόγο, τὴν θέσι καὶ διάθεσι τοῦ
| \ Η \ 'Γ | Ἡ Ι \ Ώ
κοσμου, καθως ομως το ειναι συνδεει τις λεξεις και συγχρονως δὴ
| \ Η Ἡ \ Θ |λ ΰδ \ λ! Ν \
λωνει την υπαρξι, εκτος αυτου μα ιστα ου εις ογος μπορει να
{ | \ Χ Ώ | Ν Ν Η Χ Ἄ |
υφισταται, με την ανακαλυψι της λογικης αποδειξεως ανακαλυψα
\ Κ | (Η Φ Ἱ / Ν θ | 7
με και τον συλλογισμο. ιστορικη σημασια του ευρηματος απ
ε
δείχθη μὲ τὸν χρόνο τεραστια: έφερε στὸ φως τὴν θεωρητικὴ ἐπι
στήμη καί, λυτρώνοντας τὸ όν απὸ τὸ βαρος του, εμπιστεύθηκε στὸ
πνεῦμα τὴν ἐξύψωσι του ανθρώπου δια τοϋ ἔργου. ”Ο Παρμενίδὴς
ανεγνώρισε στὴν λογικὴ μια έξοχη ἐκδήλωσι τοϋ πνεύματος, χωρὶς
ΜΓΗΣΙ ΣΤΟ ΦΩΣ ι̃8ἶ›
νὰ τὰ ταυτίζη τὸ ποίημά του μᾶς παραδίδει (βλ. απ. ί) μία
διδαχὴ θεϊκή, ζήτησε ἐν τούτοις νὰ βγάλη ὁλικὰ συμπεράσματα
γιὰ τὸ πνευμα καὶ ὡδήγησε έτσι τὸ ἔργο του στὸ αδιέξοδο.
Στὸ Τί λέμε σκέψι; καὶ τὴν Εἰσιινωνη̃ στὴν Μεταφυσική, ὁ Χάιν
τεγγερ μεταφράζει τὰ αποσπάσματα 3 (τὸ γὰρ αὐτὸ νοεῖν ὲστίν τε καὶ
εἶναι: γιατὶ εἶναι τὸ ἴδιο σκέψι καὶ ὅν) καὶ θ, /ί (χρὴ τὸ λέγειν τε νοεῖν τ'
ὲὸν ἔμμεναι: πρέπει νὰ λέμε καὶ νὰ ἐννοοὔμε πὼς εἶναι τὸ ὅν) απο τὸ
ποίημα τοῦ Παρμενίδη, αποδίδει δὲ τὸ νοεῖν με τὴν φράσι «συλλαμ
βάνω τὸ ἐμφανιζόμενο αφήνοντάςτοστὸνἑαυτότου», τὸ θεωρεῖ
μὴ ἐννοιακὴ προσπέλασι του όντος. Κατὰ τὸν Χάιντεγγερ τὸ νοεῖν
δηλώνει σύμπαν χωρὶς ύποκείμενα, αντικείμενα καὶ κρίσι) σύμπαν
ποὺ ἐνσαρκώνεται στὸ ἔν (τὸ εἶναι τοῦ όντος) καὶ τὰ δοκουντα (τὰ
ὑποκείμενα του̃ γίγνεσθαι όντα), αντιστέκεται δὲ στὶς φιλοσοφι
κὲς αντιλήψεις τὶς ὁποῖες μᾶς κληροδότησε αργότερα ὁ πλατωνι
σμός. Ἐὰν γιὰ τὸν Παρμενίδη τὸ ῖἑν καὶ τὰ δοκοῦντα συνανήκουν
αμοιβαία, τὸ δὲ νοεῖν έκφράζει τὴν σχέσι τους, ὁ Πλάτων θέλει τὴν
πραγματικότητα ύπεραισθητή, τοποθετεῖ στὸν χῶρο τῶν αἰσθήσε
ων τὰ όντα καὶ αναθέτει στὴν ίδέα ρόλο συνδέσμου ανάμεσα στὸ
ἐνθάδε καὶ τὸ ἐπέκεινα. Ὁ ἐννοιακὸς χαρακτηρας καὶ ὴ μεσιτευτι
κὴ λειτουργία τῶν πλατωνικὥν ίδεῶν ήταν, πάντοτε κατὰ τὸν γερ
μανὸ στοχαστή, ή αίτία της ἐκπτώσεως του̃ σκέπτεσθαι σὲ κρίνειν,
στὴν έκπτωσι αὐτὴ θὰ πρέπῃ νὰ ζητήσωμε μάλιστατὴν ἔλευσι της
αναπαραστάσεως, δηλαδὴ τὴν προέλευσι τὴς δυτικής μεταφυσικής.
”Αλλὰ τὰ πράγματα δεν εἶναι τόσο ὰπλᾶ όπως εμφανίζονται.
Τὸ νοεῖν, που προέρχεται απὸ τὸ ρημα νέομαι (φθάνω, πετυχαί
νω, επιστρέφω), δὲν εἶναι άγνωστη περιοχὴ γιὰ τὴν φιλολογικὴ
επιστήμη. Στὸν 'Όμηρο θὰ πῇ συλλαμβάνω διὰ τοῦ νου̃ ( Ἰλιὰς 3.
Ζί καὶ 22. ίδθ), είσχωρῶ μὲ έκτη αἴσθησι στὴν βαθύτερη ύπόστασι
τῶν ὅντων° δηλώνει ὡρισμένο εἶδος γνώσεως, ανώτερο τοῦ ἰδεῖν καὶ
του̃ γιννώσκειν, τὸ ὁποῖο θὰ χαρακτηρίζαμε διαισθητικό. ςΗ ὁμηρι
κὴ σημασία του̃ νοεῖν ύπάρχει, βεβαίως, στὸν Παρμενίδη, παρουσι
άζεται ὅμως επίσης μία νέα διάστασι της λέξεως, τὸ «σκέπτεσθαι»
μὲ τὴν ἔννοια του̃ «κατανοεῖν». Τὸ νοεῖν τοῦ ποιήματος δεν ἔχει
σχέσι μὲ έλλογο αναπαράστασι, οὔτε προβάλλει τὰ όντα στὸ Εἶναι,
αλλὰ επισημαίνει τὸ ἔργο τοῦ πνεύματος7 που αντὶ νὰ ταυτίζῃ τὰ
πράγματα νὰ τὰ έξαφανίζη ένῷ παρουσιάζονται, τὰ δέχεται στὴν
προφάνειά των. Πρόκειται γιὰ μάτι ἐπὶ πλέον, τὸ ὁποῖο δὲν προση
λώνεται στὰ πράγματα, αλλὰ τὰ αγκαλιάζει καὶ ἔτσι τὰ κατανοεί.
”Ολες οὶ μεταγενέστερες αντιλήψεις περὶ πνεύματος, βρίσκονται
ήδη ἐν σπέρματι στὸ νοεῖν του̃ Παρμενίδου. Τὸ πνεύμα (νόος) προσ
486 ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ
εγγίζει ὅ,τι κρύβεται σὲ κάθε ἐντύπωσι (ἀπεόντα, απ. 4, Ἰ), για νὰ
τὸ φανερώση (παρεόντα), καὶ κατ” αὐτὸ τὸν τρόπο ὴ σκέψι γίνεται
δύναμι διεισδυτικὴ (ἀμηχανίη, ανικανότητα, γράφει τὸ απόσπασμα
θ, Β, για νὰ δηλωση τὴν απορία τῶν αδαῶν θνητῶν, ποὺ τρεῖς
στίχους πιὸ κάτω χαρακτηρίζονται ἄκριτα φῦλει, συνονθύλευμα
αβούλων καὶ ανοητων) έν εἴδει κατανοησεως (απ. 2, 7 καὶ 8, Ἰ7).
”Αλλα οὶ ἐνδείξεις τοῦ όντος, ποὺ συλλαμβάνει ὴ νόησι, αποτελούν
καθ, έαυτὲς μαρτυρία ἑνὸς αρχεγόνου δεσμού μεταξὺ νοὔ καὶ ὺπάρ
ξεως, δεσμού ὁ ὁποῖος βασίζεται στὴν πνευματικότητα της ὁράσε
ως καὶ αποληγει στὴν ταυτότητα τὴς σκέψεως καὶ τοῦ Εἶναι (απ.
3· θ, ί° 8, δόιδθ). Εἶναι καὶ νόησι ταυτίζονται ὑπὸ τὸν όρο ὅτι τὸ
πρῶτο συγκροτεῖ ενότητα καὶ ὴ δεύτερη πνευματικὴ αληθεια. Τοὺ
το σημαίνει πὼς τὸ δν δεν νοεῖται ἐκτὸς της ἑνότητος, πὼς ὴ σκέψι
κάνει ανέιρικτο τὸ ανόητο καὶ πὼς ὴ σχέσι αληθείας καὶ νοῦ είναι
ἐσωτερικη, ὁ δὲ Παρμενίδης ρητὰ αναφέρεται στὸ απόσπασμα 5.
«Μοῦ εἶναι αδιάφορο (ξυνὸν δὲ μοίὲστιν)››, λέει, ‹‹απ, ὅπου νί αρχίσω
(ὁπόθεν ἄρξωμαι), αφού θα ἔρθω καὶ παλι στὸ ἴδιο σημεῖο τόθ: γὰρ
πάλιν ι̃ξομα: αῦθις)››. Για τὸν Παρμενίδη, όπως καὶ για τ ”Ηρά
κλειτο άλλωστε, τὸ ξυνὸν (κοινὸ πάντων) συνδέεται μὲ τὴν σφαιρι
κότητα τοῦ όντος ποὺ καὶ οἱ δύο πρεσβεύουν. Τὸ απόσπασμα Β του̃
Παρμενίδου θυμίζει τὸ ίθδ τοῦ ἹΙρακλείτου, κατὰτὸ ὁποῖο ὴ αρχὴ
καὶ τὸ τέλος στὴν περιφέρεια του̃ κύκλου ταυτίζονταιι ”Αλλά, πιο
σημαντικό, ὁ λόγος τοῦ (Ηρακλείτου εἶναι ὁ ίδιος ξυνός (απ. 2), πιὸ
σημαντικὸ διότι τὸ απόσπασμα του̃ Παρμενίδου αναφέρεται στὸ
ὲὸν (ὅν). ”Ο τελευταῖος συνάπτει τὴν είκόνα της κυκλησεως απο
κλειστικα μὲ τὸ ὲὸν (απ. 8, 42 ἕιἔι) καὶ τὴν προφάνειά του ὴ ἀλήθεια
(απ. ί, 29καὶ 8, ίδο θί), ὴ δὲ οίκειότηςτης αληθειαςκαὶ τοὔ ὅντος
ὁφείλεται ακριβῶς στὴν σφαιρικότητα τὴν οποία ὺποδηλώνει τὸ
ξυνόν. Στὴν προοπτικὴ αὐτὴ, ὅπου ὴ ὺπεροχὴ της ὺποτἀξεως προσ
φέρει τὴν ἑδραία ὺλικὴ βάσι, ὴ ενότητα τοῦ όντος αποδεικνύεται
αναγκαῖος όρος της σκέψεως καὶ της αληθείας, έκεῖνο ἄνευ τοῦ
ὁποίου τὰ πάντα έκπίπτουν σὲ δόξα. ,Απέναντι στὸ νοεῖν καὶ τὴν
αλήθεια, ή δόξα έμφανίζεται ατελείωτη καὶ ὁίναρχη περιπλάνησι
(πλάνη, απ. θ, Βθ καὶ 8, δέ), διότι ἀρχὴ καὶ τέλος τοῦ όντος εἶναιὴ
ένότης ποὺ προσδίδει τὸ νόημα. Τὸ νοεῖν (νέομαη̨̃ κατ, αὐτὸ τὸν
τρόπο αποδίδει τὴν πορεία ποὺ ὁδηγεῖ απο τὸ ὲὸν εἰς τὸ ἔν, εἶναι
νόστος. ”Ο νόστος (νέομαη̨̃ ὅμως τοϋ όντος είς τὸ έν, δὲν εἶναι ὁ
δρόμος της πλατωνικῆς θεωρίας, θεωρίας τοῦ ἑνὸς καὶ σωστικὴς
αμελείας τοϋ φαινομένου;
Καθὼς τίθεται απο τὴν αλήθεια καὶ συλλαμβάνεται δια τοῦ νου̃,
οκ
</`
ΜΥΗΣΙ ΣΤΟ ΦΩΣ
Ἰ87
ν διαθέτει ἑαυτό μὲ τὴν θέσι του, ὴ ὁποία βασίζεται στὴν
(Η πίστις, συγκατάθεσι στὸ νόημα τοῦ όντος, όπως ὁ πλατω
νικὸ έ ω έ ουν τὸν ἄνθ ωπο στὸ ἀπολύτο καὶ υπ, αὐτὶ τ`ν ίἕ ἔι
ἔννοια βρίσκονται σὲ στενὴ έπικοινωνία κληρονομιά, φαίνεται,
πυθαγορικὴ, τὴν ὁποία ἔχουν έπισημάνει οἱ ὶστορικοὶ καὶ ἑπιβε
βαιώνουν τὰ κείμενα. Πράγματι στὸ ποίημα του̃ Παρμενίδου (άπ.
Ο Ι 7 , αν
8,' ί35), μόνο η ἀληθης πιστις προσπελάζει τὴν αλὴθεια του όντος·
τὸ Συμπόσιον περιγράφει τὴν ἀνάβασι πρὸς τὸ ὶΩραῖο, ὡς πόθο
άπολύτου υπάρξεως. Τὸ ”Ωραῖο (καλὸν) τοῦ πλατωνικοῦ διαλόγου
έμφανίζεται στὸ θάμβος τὴς δόξας του (Ζίθε 2ίΠ›)° ό νέος (κου̃
μος) ὁρμξι πρὸς τὸ φῶς (ἐς φάος) καί, ἀφοῦ διασχίση τὰπαλάτιατὴς
Νύχτας (δώματα Νυκτός), συναντά τὴν θεὰ (ἀπ. ί, ίὶ2ί), άγγέλ
λοντας πρῶτος αὐτὸς τὴν μελλοντικὴ ἄνοδο τοϋ δεσμώτη. <Η φανέ
ρωσι τὴς ἀληθείας ἐκ θεοῦ ὴ ἀπὸ θεόπνευστο, είναι έπίσης κοινὸ
χαρακτηριστικό Πλάτωνος καὶ Παρμενίδου: ἐὰν στὸ ποίημα του̃
Πα ενίδου ιὰ θεὰ εταδίδ τὶν σο ίατ στὸν νέο ποὺπ οο ί μ· μ Ϊ) η φ ηἕ Ρ Ρ
ζεται νὰ τὴν δεχθῇ, στὸ Συμπόσιον ένα πρόσωπο θεῖο, ὴ ἱέρεια καὶ
προφὴτις Διοτίμα, αναλαμβάνει ἐπίσης νὰ μυὴση τὸν Σωκράτη στὰ
έρωτικά. Πέρα τὴς φραστικὴς συμπτώσεως, ὑφίσταται ένα κοινὸ
πνευματικό αἴτημα, νὰ διασωθὴ ὴ άληθεια τὴς υπάρξεως διὰ τὴς
Ν ι υ ι Ι 1 Η ,
προσφυγης στο ιδανικο, αίτημα το ὁποιο θεμελιώνει τὴν σχέσι πι
στεως καὶ ἔρωτος. Έὶξ οὕ ὁ ἀπέραντος πλοὕτος τὴς όψεως, που
ἑνώνει μέσα της τὴν ὴμέρα μὲ τὴν νύχτα καὶ άνασυρει ἀπὸ τὸ
σκοτάδι τὸ δν με τὴν βοὴθεια του̃ ὴλίου. Τὸ φῶς ποὺ προβάλλει
Π! \ | Ν | 9 | \ δ λἰ ` | `Τ` |
οψι στην μεση της νυχτας αυγαζει και ια υει τα σκοτη. ο ξερου
με άλλωστε: ὁ 'Έλληνας βλέπει κατὰ βάθος μόνο τὸ φῶς, καὶ ὁὶν
ζητῇ τὴν ἀλὴθεια ἀγαπά τὴν ὀμορφιά, δὲν τὸ κάνει γιὰ νὰ προ
σαρμοσθῇ στὸ αἰσθητό, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὸ ὰγιάσῃ στὸ ἀπολύτως του.
Προτου̃ φέρη τὸ δν στὸ παρόν, τὸ φιλοσοφικὸ φῶς τὸ έμψυχώνει.
ι : Ν › Ν ι ·· ι : ι ‹ Ν ι
Η θεωρια των ιδεων δεν είναι ωστοσο τοσο ,απλη παραλλαγη
τοϋ πα ενιδείου νοεῖν, ποὺ τείνει νὰ συλλά τὸ άθο τοϋ ὅντο .
Ώ ε ε
Θεωρία καὶ νόησι μαρτυροῦν άσφαλῶς τὴν ἴδια πικρία, τὴν ἴδια
ἄρνησι συνθηκολογὴσεως ἐναντίον τὴς ἀληθείας τῶν αὶσθὴσεων,
ἐὰν όμως γιὰ τὸν Παρμενίδη ἐξέγερσι παραμένει ἀκόμη δρᾶμα,
γιὰ τὸν Πλάτωνα, τὸ δρἄμα ὁδηγεῖ σὲ ένα τέλος. Τὸ έρωτικὸ πέτα
γμα πρὸς τὴν άπόλυτη όμορφιά, έχει νὰ κάνῃ μὲ τὴν ὑπέρβασι τοῦ
πεπερασμένου. ,Αγγίζει τὸ τέλος (σχεὅὸν ἄν τι ἄπτοιτο τοῦ τέλους),
θὰ γράψῃ ὁ Πλάτων στὸ Συμπόσιον (Ζί Π›), όποιος ξεκινώντας ἀπὸ
τουτο τὸν κόσμο (ἀπὸ τουὀε) υψώνεται στὸ ὶΩραιο καθ, ἑαυτό ίὲκει
νο τὸ καλόν) καὶ άρχίζει νὰ τὸ βλέπη. Τὸ τέλος τοϋ όντος δὲν εἶναι
;|··ὶ
Ω:
Ρο
Ι88 ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗἹἹΚΗ
ε Ν
ἐκ δενισ ό ἀλλὰ ξι ὲτὸν α ικὸ όνο ἴ δ \ ί
μη μ· ἔν ρη μ γρ μμ χρ ι ε σο Οἔ σε κοσμο
διαφορετικό. Πεθαίνω ἐπειδὴ δὲν εἶμαι περατότὴτα, γίνομαι δὲ
δὴμιουργὸς γιὰ νὰ ξεπεράσω τὴν πτῶσι. Τὸ μὴ δν υφίσταται και
λέγεται άλλιῶς.
Τὸ τέλος υπάρχει έπέκεινα τὴς ουσίας, ἐπέκεινα δὲ τὴς οὐσίας
βρίσκεται τὸ ,Αγαθό. Τὸ ,Αγαθό δὴλαδὴ δὲν είναι ίδέα; (Ο Πλά
των δὲν μιλά κατ, έπανάλὴψιν καὶ απερίφραστα για τὴν «ιδέα τοῦ
,Αγαθου̃››, τὴν αίτία, όπως έξὴγεῖ (Πολιτείας ὅί7ο), κάθε ὀρθοὕ και
ὡραίου (ἡ πάντων ὁρθῶν τε καὶ καλῶν αἰτία), τὴν δέσποινα (κυρία) καὶ
χορὴγὸ του̃ νοὔ καὶ τὴς άλὴθειας (ἀλήθειαν καὶ νοῦν παρασχομένη); (Ο
\ Η
πειρασμός να δεχθὴ κανεις τὸ ”Αγαθὸ ὡς ίδέα, ακολουθώντας τὸ
Ι ·· ι ι ι Ν ι ι , „
παραδειγμα του Χαιντεγγερ, ο οποιος στὴν Πλατωνικη θεωρια της
› » ι ε ι ‹ τι · ι ιι ›
αληθειας το ερμὴνευει ως Ριναι |του συνολου οντος ὴ, γιὰ νὰ χρὴσι
Ν . Ν
μοποιὴσω τα λογια του, ως «ιδεα των ιδεων», εἶναι μεγάλος. Ἐὰν
τὸ ,Αγαθό εἶναι ίδέα, έστω ὴ κορυφὴ τῶν ίδεῶν, τὸ ὲπέκεινα τη̃ς
. ν . Ν
ουσιας πρεπει ν αποτελὴ ρὴτορικὴν ὑπερβολὴ, προωρισμένὴ να
έξάρὴ τὴν ἱεραρχικὴ συγκρότὴσι του νοὴτου̃ κόσμους άλλά ἐν τοιαύ
τὴ περιπτώσει μπορουμε νὰ μιλοῦμε για τέλος τὴς υπάρξεως μόνο
‹ ι ι ι Ν ι Ν
υπο τὴν τοσο προσφιλὴ στὴν δυτικὴ φιλοσοφία έννοια του ἐκμὴδενι
σμοῦ. Πῶς ὅμως ὁ ὴλιος τὴς παρομοιώσεως και τὸ ,Αγαθό τοϋ
φιλοσοφικοῦ τὴς σχολιασμοὔ (Πολιτείας 5088 ΒΟΘΒ) δίδονται ταυ
τόχρονα ὡς πραγματικότὴς καὶ πέρα οἱασδὴποτε πραγματικότὴ
Ν Ἡ Ν ` , | Ν , | Ν 3 Ν
τος; Πως εξὴγειται το αθεατο τὴς ιδεας του Αγαθου, που κυριαρ
.. ι Ν Ν ι ` Ν | ι ι ε ι
χει στον μυθο του σπὴλαιου και πως συμβιβάζεται με τὴν ορατοτὴ
τα τῶν ίδεῶν; Μόνο ἐὰν δὲν δεχθου̃με τὸ ,Αγαθό ὡς ίδέα καὶ τὴν
ίδέα ὡς ἀπλὴ προϋπόθεσι τὴς άναπαραστάσεως, τὰ σκοτεινὰ αὐτὰ
σὴμεῖα διευκρινίζονται, τότε ὅμως τὸ ἔργο του Πλάτωνος δεν εἶναι
κατ, ἀρχὴν ὀντολογία.
,Α # Ν # # Ν Χ Ι τ ε: ε νδι 5
φετὴρια τὴς ερμὴνειας του αιντεγγερ ειναι οτι ὴ ι εα απο
δίδει, κατὰ ὡρισμένο τρόπο, σὲ επίπεδο σκέψεως τὸ ἔργο του̃ ὴλί
ου, που φέρνει τὸ δν είς τὸ φῶς. Τα ὅντα δίνονται στὴν προφάνεια
(εἴὁος), ἀλλὰ οὐσία τὴς προφανείας εἶναι «τὸ καθαρὸ γεγονὸς τὴς
)λλ | ¬\ ¦δ| ΠΟ \ Ν Ν !λ| Ὁ Ϊ \ θ|
ε αμψεως» ὴ ι εα. πως το φως του ὴ ιου επιτρεπει τὴν εασι,
έτσι ὴ ίδέα παρουσιάζει τὰ όντα, ὥστε να μὴν συλλαμβάνωμε τίπο
τε χωρὶς να τὸ βλέπουμε _ σ” αὐτὴ τὴν προοπτικὴ έξετάζει ὁ
Χάιντεγγερ τὶς πλατωνικὲς ίδέες. ”Η θέα ὡστόσο ἑνὸς ”Ελλὴνος
δὲν ἀντικειμενοποιεῖ, υφίσταται μάλιστα στὸν Πλάτωνα μία άκρι
βὴς γνῶσι7 που όνομάζεται ὀρθὴ δόξα (ὁρθὴ άντίλὴψι) καὶ άντιπα
έ Τ Ι· τ\ 'Ν Ν ,δ Ν (Η Ϊ θλ 8 |ξ εε θ | Ϊ Ν
ρ ρχε α ο φως των ι εων. ορ ὴ ο α προυπο ετει απλως
κοινὸ νοῦ καὶ δεν συγκροτεῖ κυριολεκτικά φιλοσοφικὴ άλὴθεια, διό
ΜΥΗΣΙ ΣΤΟ ΦΩΣ
Ἰδθ
τι δὲν ἀπαιτεῖ προηγουμένη θεωρία τῶν νοητῶν. Αυτο όμως δὲν
έμποδίζει νὰ εἶναι τόσο ἀκριβὴς, ὥστε ὁ φορέας της νὰ λαμβάνῃ
μετὰ θάνατον τὶς άνταποδώσεις τῶν δικαίων, μολονότι χωρὶς καμ
μία έγγύησι, ὅσον ἀφορξι τὴν όρθὴ έπιλογὴ τὴς μελλοντικὴς του
ζωὴς (βλ. Πολιτείας θίθὶαε). (Η αὐθεντικὴ γνῶσι (ὲπιστήμη) ἀνα
παύεται στὴν ἀνάμνησι, τὴν διαλογικὴ πορείαὴ ὁποία συνδέει τὴν
ὀρθὴ δόξα μὲ τὴν ψυχὴ (βλ. Μένωνυς θδει) καὶ θεμελιώνει ἔτσι στὰ
θ Τ ”
νοητὰ τὸν αίσ ητὸ κόσμο. ὸ πλατωνικὸ φως εξασφαλίζει ευστά
θεια τοῦ φαινομένου στὸ γίγνεσθαι, ὴ δὲ παρουσίατὴς ὁποίας γίνε
ται πρόξενος, εἶναι άσχετη με κάποια δυνατότητα ὰντιλὴψεως,
διότι, όπως ἀποδεικνύει ὴ ὕπαρξι τὴς όρθὴς δόξης, ὴ ἀκριβέστερη
ὅρασι δὲν φέρνει άληθινὴ γνῶσι. Ἑμποτισμένος μὲ τὴν καρτεσιανὴ
όπτικὴ, ὁ Χάιντεγγερ άδυνατεῖ νὰ παρακολουθὴσῃ τὸν Πλάτωνα,
γιὰ νὰ μὴν πῶ ὅτι τὸν κακοποιεῖ. Ἐὰν οἱ φωτεινὲς ἀπορροὲς συναν
τῶνται στὸ φῶς τοῦ ὴλίου, ὴ θέα στὸ φῶς του̃ πνεύματος συνδέεται
μᾶλλον μὲ τὴν ψυχικὴ καθαρότητα, παρὰ μὲ τὴν φανέρωσι του̃
ἀντικειμένου. Δὲν έμποδίζει τὴν όρασι ὴ αὐτοαπόκρυψι του ὅντος,
ἀλλὰ ὴ σκιὰ ποὺ ρίχνει ὴ όγκηρότης ἑνὸς πράγματος, τὸ μεταξὺ
συνειδὴσεως καὶ πηγὴς του̃ φωτὸς παρεμβαλλόμενο πάχος τοϋ πα
ρατηρητοῦ, σκιὰ ὴ οποία συσκοτίζει τὸ ἀντικείμενο καὶ τὸ ἐξαφανί
ζει. Δὲν βλέπομε ἑπομένως τὶς ὶδέες ἀπὸ τὸ φῶς ποὺ ἐκπέμπουν,
„ \ | Ἡ
τοι στ ν δο α του α
Ἱ
>'
7
Ωμ
ρο
·θ
ου προηγουμένως άπορρίψομε ό,τι
ἐμποδίζει τὴν διάχυσι του φωτὸς καὶ άναγνωρίσομε στὴν ψυχὴ τὰ
δικαιώματά της εἰς τὴν θέα. ”Η ἱδέα ὡς προϋπόθεσι παρουσιάσεως
προδίδει έντονη σχολαστικὴ ἐπίδρασι στὴν χαϊντεγγεριανὴ προ
βληματικὴ. ΩΟ γερμανός φιλόσοφος ὀφείλει στὴν σχολαστικὴ του
συγκρότησι τὴν ερμηνεία τὴς πλατωνικὴς ἀληθείας ὡς ἀναπαρα
στάσεως, άπ, ὅπου καὶ θὰ ὁρμηθὴ γιὰ νὰ ἐξετάση τὸ ὀντοθεολογι
κὸ πεπρωμένο τὴς Δύσεως. “Οταν όμως ὁ πλατωνισμὸς τὴς παρου
σίας εἶναι σχολαστικὴς ἐμπνεύσεως καὶ ὁ ελληνισμός ποὺ ἀπορρέει
δευτέρου χεριου̃, δεν θὰ ὴταν προτιμότερο νὰ έρευνὴσωμε εἰς βάθος
τὸν πολιτισμὸ τὴς ,Αναγεννὴσεως ὑπὸ τὸ φῶς τὴς πολλαπλᾶ χιλιό
χρονης ἑλληνικὴς πνευματικότητος,
Κατ, ὰναλογίαν πρὸς τὴν ὀπτικὴ τὴς έποχὴς, ἠ ἰὅέα σημαίνει
(βλ. Πολιτείας 5076 θθδε) τὴν ὁρασιμότητα (ή τοῦ ὁρα̃σθοιι δύναμις)
καὶ τὴν ὅρασι (ἡ του̃ ὁριι̃ν αῖσθησις), σημαίνει τὸ ὑπερβατικὸ δν καὶ
τὴν μετοχὴ στὴν ὑπερβατικότητά του. Τὸ ρὴμα μετέχω ὰποδίδει
άκριβῶς τὴν εμπειρία τὴς όψεως ἐπὶ μεταφυσικοὕ ἐπιπέδου, ἀντι
στοιχεῖ δὲ στὸ ὲστίν, δηλωτικό τὴς υπάρξεως καὶ συνδετικὸ στοι
χεῖο τὴς γλώσσας, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἐξαρτᾶται ὴ σχέσι του̃ υποκειμέ
190
ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗἹἹΚΗ
νου μὲ τὸ κατηγορούμενο. Κάθε ίδέα ανταποκρίνεται σὲ ένα φαινό
μενο, ὅσο ὅμως συγκεκριμένη κι αν είναι, δὲν γίνεται αίσθητη. Στην
πλατωνικη ίδέα, η ὁποία προσδίδει ἑνότητα στὰ πράγματα, βρί
σκεται η προϋπόθεσι της ατομικότητος ηδιαλεκτικη καὶ η διαι
ρετικη μέθοδος ίδιαίτερα, δὲν ὁδηγοῦν απο τὸ γενικὸ στὸ ατομικό,
δὲν αναδεικνύουν την μοναδικότητα σὲ κριτήριο και αξίατηςυπάρ
ξεως; και τοϋ ὑποκειμένου, δεδομένου ὅτι ὁ ανθρωπος φθάνει τὸ
απόλυτο μόνο διὰ τῆς έσωτερικότητος.
Ἐφ, ὅσον ὅμως η πορεία
τοῦ ὑποκειμένου πρὸς την τελείωσι συνδέεται ὸ αγαθό, τὸ
Άγαθό, ποὺ κάνει διαθέσιμα τὰ πάντα χωρὶς νὰ εμφανίζεται, θὰ
μποροὔσε νὰ εἶναι ίδέα;
Έ
..σρ
··ὶ
Τὸ θέμα του̃ ,Αγαθοῦ ανακύπτει ὅταν ὁ Σωκράτης αρχίζη νὰ
πραγματεύεται (Πολιτείας θθ2 ἑπ.) τὰ της παιδείας τῶν φυλάκων
καὶ αναφέρει (ΒΟΒΒ) ὅτι πρέπει νὰ είναι φιλόσοφοι (τοὺς ακμιβεστά
τους φύλακας ςοιλοαόφους δεῖ καθιστα̃ναι). «Θα πρέπη νὰ τους δοκιμά
σωμεφσὲ πολλες ἐπιστῆμες», διευκρινίζει (θθδο), «ὥστε νὰ φανῇ
εαν ειναι καταλληλοι για τὶς ὑπέρτατες γνώσεις (μέγιστα μαθήμα
τα)››. Τα μέγιστα μαθήματα θὰ γίνουν σὲ λίγο (ὅθἔιιἰ) «η υπέρτατη
γνῶσι», της ὀποίας τὸ αντικείμενο τίθεται ὐπεράνω της δικαιοσύ
νης, υπαινίσσονται δὲ την ίδέα τοὕ ,Αγαθοὔ. ‹‹ (Η ίδέα του̃ ,Αγαθοὔ
είναι η εὐγενέστερη καὶ ανώτατη γνῶσι (ή του̃ αγαθου̃ ἰὅέα μέγιστον
μοίθήμα)››, βεβαιώνει ὁ Σωκράτης (5058), ‹‹η δικαιοσυνη μάλιστα
καὶ οἱ αλλες αρετές, σα αὑτην χρωστοῦν την χρησιμότητα
(χρήσιμα)
καὶ την ὼφελιμότητά τους (ω̃φέλιμα)››. Και γιὰ νὰ μην ὑπάρξη
αμφιβολία, θὰ προσθέση: «Πιστεύεις πράγματι, πὼς αξίζει νὰ κα
τέχη κανεις ὁτιδἠποτε ἐὰν δὲν είναι αγαθὸ νὰ γνωρίζη τὰ πάντα
(πάντα τᾶλλα φμονεϊν) χωρίς νὰ ἔχη κατὰ νοὔ τὸ αγαθό, νὰ αγνοῇ δὲ
τὸ καλὸ καὶ τὸ ὼραῖο (καλὸν ὅὲ καὶ ἀγαθὸν μήδὲν φμονεῖν);››
”Ο προνομιακὸς χαρακτηρας της ίδέας τοῦ ,Αγαθοὔ ἔγκειται
ἑπομένως σὲ τοὔτο, ὅτι κάνει τὰ όντα και την γνῶσι έπωφελη.
Ύποκαθιστώντας
τὶς σκιὲς είς τα πράγματα, η απόκρυψι τοῦ φω
τὸς τρελλαίνει και γεμίζει ἐγωπάθεια τοὺς δεσμῶτες. ”Η μοναξια
της σκιᾶς ενσαρκώνει την έρημίατηςὑπάρξεως. Τὸ >Αγαθὸ ὡφελεῖ
ὡς αξία καὶ η έκλογη ποὺ η τελευταία συνεπάγεται αποτελεί την
πρώτη ανθρωπίνη αντίδρασι έναντίον της πτώσεως, τὸ αρχέγονο
στοιχεῖο του̃ προβολικοῦ χρόνου. .Η ἐκλογη (βλ. Φιλήβοιι 32ο καὶ
δθο) κυοφορεῖ τὸ μέλλον στὸ ὁποῖο ἐλπίζει. (Επομένως η φανέρωσι
της αληθείας θὰ συντελεσθῇ ὡς αξία καὶ ὅχι αντίστροφα. Θὰ μπο
ροὕσε νὰ πάρῃ κανείς ένα ὁμοίωμα δικαιοσύνης γιὰ την Δικαιοσύ
νη, δὲν θὰ διάλεγε ὅμως ποτὲ τὸ ψευδὲς αγαθὸ αντι τοϋ ,Αγαθοῦ,
ΜΥΗΣΙ ΣἹὉ ΦΩΣ
ίθῖ
υποστηρίζει ὁ Σωκράτης (Πολιτείας θθθἀ), γιὰ νὰ έξαρη την ηθικη
καὶ νὰ τονίση την φιλοσοφική της προτεραιότητα.
Βἴτε θεωρησω
3 | Ἄ | Ϊ 9 |
δικαιοσύνη τὸ συμφέρον μου, είτε ανακηρυξω αληθειατην ισχυ μου,
αν
ασ Ϊ 9 | Ϊ Η | ς
η δυστυχία της πτώσεως ἐξακολουθει. Η αληθεια με ελκει διοτι η
μεταβολη με τυραννα καὶ υπ, αυτη την ἔννοια συνδέεται μὲ την
| Ϊ , | Ϊ !| , Ϊ { Ἄ | 9 | Ϊ |
προσπαθεια να αγαθυνω την υπαρξι. Βαν η αληθεια ενεχει αποκα
λ θ λ | δΪ Ε Θ | '| Ν | ,λλΪ Ϊ Ν
υψι, η τε ευταια εν υπο ετει ενα φως φυσικο, α α την του
,Α αθοὔ δια ανεια. λΗ αποδο ὰ τ” πα ουσία εἶναι ε αίωσι
Υ
7 ¶|
ταυτότητος καὶ όχι ανοιξι.
Τίποτε δὲν νομιμοποιεῖ ὀντολογικην ὲρμηνεία του̃ πλατωνικου̃
θ .Ν Ἄ Ἱ Ε| Ϊ Ϊ Ί' Ϊ | Ϊ Ϊ { Ν Ϊ Ϊ
Αγαθου. Εφ οσον Αγαθο ειναι το τελος προς το οποιο τεινουν τα
όντα γιὰ, νὰ ξεπεράσουν την πτῶσι τους, δὲν βλέπω μὲ ποιὸν τρόπο
θὰ ηταν ίδέα, ὑπὸ την ἔννοια «παραγοντος φανερώσεως της προφα
νείας» καὶ της ὁρατότητος ἐν γένει. Τὸ ,Αγαθὁ ὡς ιδέα, ὡς ἰδέα
τῶν ἰδεῶν, αντιβαίνει προς τὸ ασυμβίβαστο του̃ φωτός, που ἐκχω
σε Ϊ Ι Ϊ | Ϊ τν Ἄ Ϊ |
ρει την παρουσια στα πραγματα, και της αθεατης του προελεύσε
ως, καταργεί αυθαίρετα την διαφορα τους, είς την ὁποία ὁ Πλάτων
ἐπέμεινε τόσο καὶ σκόπιμα. Θα πρέπῃ νὰ ἔχωμε πάντα κατὰ νοὔ,
ὅτι ὁ Σωκράτης θεωρεῖ την ίδέα του̃ ,Αγαθου̃ (Πολιτείας θθ7ὀ) ὡς
θεμελιώδη χαρακτηρα (ὅ ἔστιν) κάθε καλοὔ πράγματος, όχι αὐτοῦ
που ετέ ειστὸ ί νεσθαι αλλα τοὕπ οο ισ οὔ ” ιδέα του. «Μα ι
ἔ
αρκεῖ νὰ μιλησης γιὰ τὸ ,Αγαθό, όπως (καν ιὅσπερ) μίλησεςγιὰτην
δικαιοσύν τὰν σω οσύν κ.λπ.›› δ λώνει ὁ Γλαύκων θθθἀ
Ἱ
Ϊ
θ
„ · Ι Ϊ ΟΝ' , Ϊ , Ν Ϊ 3 Β. Ϊ Ϊ
ωστε ο Σωκρατης να συγκατατεθη, αλλα εκεινος θα αρνηθη και θα
έκφρασθῇ ὅπως γιὰ ένα φαινόμενο, σὰν νὰ περνοὔσε στην ίδέα τοῦ
, Ν Ε Ϊ ΝΟ | ΉΪ | | | |
Αγαθου η σιωπη του λογου: ‹‹ Ας κανωμε κατι καλυτερο, φιλοι
Θ Ϊ Ἱ | ΗΪ , Ι Ϊ Ϊ Ϊ Ϊ μου», α απαντηση ( ε), «ας αφησωμε προς το παρον την
ουσία τοῦ ἀγαθοῦ (αὐτὸ μὲν τίπστ' ἐστὶ τἀχιιθὸν ὲάσω,αεν)° αίσθάνομαι
ὅτι επε να πλέον ά οι αίνεται τι δυνά ει α καὶ ότι δὲν
.
μ· μ
σω
| Ὁ Ϊ Ϊ
Ι μπορουμε νὰ φθασωμε αυτη την στιγμη την αντίληφι ποὺ έχω
σχηματίσει. Θα σας μιλοὔσα ὅμως ευχαρίστως,
ἐὰν ἐπιμένετε, γιὰ
έκεῖνο που θεωρω παραβλάστημα (ἔκγσνον) του̃ αγαθοὔ καὶ του
μοιάζει περισσότερο διαφορετικα, να σταματησωμε».
(Η απαντη
σι του̃ Σωκ άτου εἶναι ὑ ίστ σ ασίας ιὰέ ας διότι δεί νει Ί
καθαρὰ πὼς η ίδέα τοῦ ἀγαθοῦ, έν αντιθέσει πρὸς τὶς άλλες ίδέες,
| Ἱ Ὁ | θ | Ϊ Υ | #9 Ώ 6. Ϊ
μενει κατ ουσιαν ασυλληπτη. Το απροσιτο του Αγαθου, που κα
ταξιώνεται μὲ τον αμέσως επόμενο (θθ7ει θθθβ) συμβολισμό τοῦ
ηλίου, θὰ ἐπιβεβαιωθῇ τελεσίδικα στὸν Φίληβσ. Κατα τὸν ὅψιμο
αὐτὸν διάλογο, ὁ θεῖος νου̃ς θεία οὐσία υφίσταται αλλιῶς (ἄλλως
πως ἔχειν, 22ο) και συνεπῶς μποροὔμε απλῶς νὰ μαντέψωμε (μαν
ἸΘΖ
τευτέον, θἔιε)
.τί
ου
ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗἹἹΚΗ
› κ › ι | κ Ή κ : οὶ
Αγαθο καθ εαυτο, ποτε να το γνωρισουμε, οπως
Ψ δ \ Ϊ \ θ | Ϊδί δ | Ι
α υνατουμε να το συ αβωμε με μια μονο ι εα, ιοτι χρειαζονται
τρει̃ς (εἰ ,ιιὴ μια δυνάμεθα ὶὀέα τὸ ἀγαθὸν θηρεῦσαι, αύντρισι λαβόντες.
κάλλει καὶ συμμετρία καὶ ἀληθεία̨ λέγωμεν ώς τοῦτο οἶον ”Η ίδέα του
,Α θ Ν Θ \ Ἱ ΠΕ Ν / ( θ| Ν Π· Ιὅ
γα ου, κα ως το ν της τεταρτης υπο εσεως του αρμενι ου,
που διεισδύει στὰ άλλα χωρὶς νὰ συνταυτίζεται, βρίσκεται ἐπέκει
να καὶ δίνεται στὸ φῶς της οίκείας αγαθότητος στὸν έρωτά μας
γι' αυτην, στὸν ἔρωτά μας γιὰ τὸ θαυμαστὸ (αγαστόν, λέει ὁ Κρατύ
λος ἔιίθυ) ε , ρχ
ο|
ὅ τι υπά ει.
'Ότι η ἰδέα του ,Αγαθου δεν εἶναι ίδέα σὰν τὶς αλλες, ὁ Πλάτων
\ Ϊ ἔ | \ Η | | Ν Ι
το γραφει ολοκαθαρα σε ενα πασιγνωστο χωριο τηςΠολιτειας (ὅθἔἔε
θθθει), ὅπου οί ἐκφράσεις «ίδέα τοῦ ”Αγαθοῦ (ἡ τοῦ ἀγαθοῦ ἰὁέα)››
καὶ «φόσις του ,Αγαθοῦ (ή τοῦ ἀγαθοῦ ἕξις)›› χρησιμοποισυ̃νται αδια
κρίτως θὰ έπρεπε επίσης νὰ προσθέσωμε τὸ ἀγαθοῦ ὶιέα (ἔκφρασι
του ίΑγαθου), που ὁ Κρατύλος (ἔιί8ε) συνδέει με την υποχρεωτικό
τητα (τὸ ὁέον), προκειμένου νὰ δηλωθῇ έν γένει η πραγματικότης
του καὶ όχι νὰ χαρακτηρισθῇ η ἴδια η φόσι του. Ἐὰν ἰδέα του
$Α θ 'Ψ .Ϊ ἶ εν , | Ό Ϊ | Ἱ Υ
γα ου ηταν απλως ιδεα, η αληθεια θα ηταν αυτόφωτη καὶ δεν θὰ
χρειαζόταν τὸν ηλιο. Εἶναι όμως ηδη γνωστό τὸ χωρίο αυτό,
κεφαλαιωδες γιὰ νὰ παρακολουθησωμε την πλατωνικη σκέφι, τὸ
ε ε α Ν /±/ Ν
δείχνει αναμφισβήτητα, πὼς η αληθεια δὲν νοειται εκτὸς του ηλια
κου φωτός. Μεταξυ γνώσεως καὶ πραγματικότητος (ὲπιστἠμη καὶ
αλήθεια), φωτεινότητος ἑνὸς πράγματος καὶ της θέας του (φῶς τε καὶ
να Ἰ ` | | Ι
οψις), υφίσταται η αυτη αναλογια σχεσεων, ήτοι σαφης διαχωρι
Ϊ Ν | Η \ | \ Ϊ | θ \ ( |
σμος των δυο ορων και συγκλισι που εξασφαλιζει η κοινη ηλιακη
Π | Κ | , \ \ 'Υ Ἱ θ Ἰ Ἄ Η Έ | ,
τους υφη. Η συγκλισι αυτη θα ηταν αντιληψι εφ οσον η θεα αγνο
οῦσε τὸ φῶς, εφ, όσον υπηρχε αφ, ἑνὸς τὸ ἀντικείμενο καὶ αφ,
θ | ` | , \ ( \ εν \ Ἄ 0`σ \ Έ \ Ἰ |
ετερου το ματι. Αλλα η μεν γνωσι δεν αφορα στο αισθητο αντικει
μενο, γνωρίζει δὲ η ψυχη καὶ όχι τὸ μάτι. (Η ρησις του Φιλήβοι
(δθο), κατὰ την ὁποία ἐκτὸς της ψυχης η γνῶσι καὶ η νόησι εἶναι
αδύνατες (Σοφίαμὲν καὶ νοῦς ἄνευ ψυχῆς οὐκ αν ποτὲ γενοίσθην), αποτε
λεῖ θεμελιῶδες αξίωμα του Πλάτωνος. ”Η γνωστικη ἰδιότης της
ψυχης σημαίνει ότι κάθε αυθεντικη συνείδησι αναγνωρίζει τὸν
υπερβατικὸ χαρακτηρα του απολυτου. ‹Η γνωσι επομένως της
αληθείας περνα απὸ την ὀίνθησι ψυχῆς, όχι απὸ ταυτισι μὲ τὸ αντι
κείμενο. ”Οταν η γνῶσι γίνεται υπόθεσις ματιὥν, πῶς εἶναι ἐφικτη
| Ϊ 80 , | \ ΝΔ | θ Ἡ |
μια παιδεια ψυχικης ελευθεριας και πως συμβιβαζεται η αντιληψι
μὲ την αθανασία της ψυχης καὶ την θεωρία του έπέκεινα; Συνδέον
τας την γνῶσι με τὸ ηλιακὸ φῶς, ὁ Πλάτων ἐξαρτα την αξία της
ἐπιστήμης απὸ τὸν ηθικό της χαρακτηρα. ςἴπὶ αυτη την ἔννοια η
ΜἹΉΣΙ ΣΤΟ ΦΩΣ ίθδ
γνῶσι φανερώνεται έξύψωσι καὶ η διαφάνεια της υπάρξεως αλη
θεια.
Στὸ βάθος της μεταφυσικης γνώσεως διακρίνεται ανετα τὸ
πρότυπο της ὀπτικης τῶν αρχαίων (Βλληνων, ὁ Πλάτων όμως τὸ
μεταθέτει ἐπὶ φιλοσοφικοῦ ἐπιπέδου, κατορθώνει δὲ νὰ έκφραση μὲ
δύναμι κάτι ἐπὶ πλέον, την ίδέα της διακρίσεως τοῦ ηλίου, αθεάτου
καὶ απροσίτου καθ, εαυτόν, καὶ του̃ φωτὸς που σκορπίζει, ἐπιτε
λώντας κατ, αὐτὸ τὸν τρόπο την δύσκολη καὶ ὑπέρλογη σύνθεσι της
έγκοσμίου ύπερβάσεως. Στα πλαίσια της γνώσεως η αληθεια δὲν
εἶναι ακρίβεια αντιληψεως, αλλὰ αύτόνομη πραγματικότητα τοῦ
όντος, βεβαιώνει ὁ Κρατύλος (τὸ δὲ «ον» καὶ ἠ «οὐσία» ὁμολονεῖ τῷ
αληθεἰ· είναι καὶ ύπαρξι σημαίνουν ό,τι η αληθεια, 42%), τὸ επικυ
ρώνουν δὲ ό Φαίδων (θὅὶι), ὁ Φαῖὅρος (2ἔιθὶ›), η Πολιτεία (έιίἶὅε,
ἶ›θ8ἀο, ὕδθει, ὕδδε, δἶαθο, 5728, ἶ›8ίὶσ καὶ ο, ὅ82ο, 58έ±ό), ὁ Φίληβος
(58ο, Βθο), καθὼς καὶ πολλὰ χωρία αλλων διαλόγων. Τό μαρτυρεί
έπίσης ἡ δόξα (Πολιτείας ἔ›83ὶ:› καὶ ἶ›8θ}:›ο), ποὺ ανταποκρίνεται
στην κενη περιεχομένου έπιστημη τῶν φαινομένων καὶ όχι στην
ανακριβη αντίληψι λάθος. Τὸ είδωλο στερεί από την όψι τὸ φῶς
καὶ απομακρύνει την ψυχη από την αληθεια, διότι εἶναι αδύνατον νὰ
ύψωθου̃με στὸ όντως όν, χωρὶς την συνδρομη του φωτὸς (ἐπί αὐτὸ τὸ
δν μετ' αληθείας ἰέναι, ὅξἴἶὀ). Κατα την ἐμπειρικη παρατηρησι τοῦ
αἰσθητου̃, μεταξὺ αντικειμένου καὶ ψυχης παρεμβάλλεται η συμπα
γης όλη, η ὁποία εμποδίζει τὸ φῶς να φθάση στὸ τέλος του καὶ
έξαφανίζει στην σκιά της τὸ πρὸς γνῶσιν. ”Η σκιὰ σκοτίζει την
αληθεια καὶ αποδεικνύει ότι δὲν πρόκειται περὶ της αληθείας της
κρίσεως, αλλα περὶ της έμφανείας του όντος. (Η αληθεια ένσωμα
τώνεται στὸ όν (Πολιτείας ἶ›8ἶ›ο) καὶ ὡς μέθεξι στὸ απόλυτο τὸ
κάνει νὰ ύπάρχη. (Η πλατωνικη όπτικη αναπαύεται στην σχέσι της
ψυχης με τὸ φῶς καὶ αποληγει στην αντίληψι του̃ όντος ὡς αξίας η
σύγχρονη όπτικη περιορίζεται στην αναπαράστασι, που αντιπαρέρ
χεται τὸ φῶς καὶ ὀφείλει την αξία της στὸ ότι αναπαράγει. 'Όπως
φαίνεται, ἐκτὸς του μύθου της σπηλια̃ς, καὶ από τὸν Φαίὁωνα (ΘΖΒ
καὶ θἶ›ὶ›εὶ), τὸ Συμπόσιον (2ίΟΖίίο), τόν Φαῖὁρο (2Ζ±θὀ 2480),
τὸν Κοατύλο ίέιθθο), ὁ συμβολισμὸς της αναβάσεως εἶναι ίδιαιτέρως
προσφιλης στὸν Πλάτωνα, διότι αποδίδει τέλεια την ἔννοια της
γνώσεως ὡς ἐξυψώσεως. Σὲ μιὰ αξιολογικη προοπτικη, αληθεια
του όντος εἶναι η νοητη πραγματικότης του, πραγματικότης προσι
τη μόνο στην έσωτερικότητα, η ὁποία σὰν θέα ἐκ τῶν ἔνδον μας
μεταφέρει απὸ τὸν κόσμο τῶν αίσθησεων στὸν ἄλλο κόσμο (Πολιτεί
ας θἶὲθει). Ἐσωτερικότης εἶναι ὁ καρπός τοῦ φωτός, ὁ δεσμὸς της
Ι3 Φιλοσοφία ποιητική
ίθἔι ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΊἹΚΗ
των ”Αρχαίων, που ἀπὸ τὰ οὐσία πρώτη καὶ οὐσίαδευτέρα ὑπὀσταστς
προφανείας του όντος μὲ τὴν ενέργεια του ,Αγαθου καὶ ὴ ἀφορμὴ
τὴς ψυχης πρὸς τὸ ἐπέκεινα.
Τ\ ΪΑ θ\ ξ Υ Ϊ \ ξ , Ϊ Ϊ \
ο γα ο ως ουσια και ως ενεργεια, καιτοι υμβολισμος
τοῦ ὴλίου κάνει τὴν διαστολὴ ἐπιβεβλημένη καὶ παρα τὴν μαρτυρία
|ο„
Ο
του ”Αριστοτέλους, μέχρι τὴν νεοπλατωνικὴ ύπαγωγὴ τοῦ νοητοῦ
κόσμου στὸ ”Βν, έπαναλαμβάνουν ἀκατάπαυστα τὴν ίδια ίδέα _
γιὰ νὰ μὴν ἀναφερθῶ στὴν διάκρισι θείας ούσίας καὶ ένεργειὥν των
Ἑλλὴνων Πατέρων της Ἐκκλησίας, στὴν ὁποία καὶ προσέδωσαν
σι ρι
πίθανο θεολογικὸ βάθος, δεν εἶχε τὴν ελάχιστη ἐπίδρασι στὴν
ρμηνεία της πλατωνικης φιλοσοφίας κατὰτους Νέους χρόνους. Τὸ
πρᾶγμα εξηγείται καὶ δείχνει ὁλοκάθαρα πὼς οἱ παράγοντες τὴς
Κ | | \ | Ϊ
ιστοριας φθανουν συχνα μεχρι σημειου νὰ καθορίζουν τὶς πνευματι
κὲ π ουποθέσει τοῦἑ νευτοϋ. Ἐὰν οὶἑ νευταὶδυσκολεύων ἔ
ται σημερα νὰ ἐννοὴσουν τὸ πλατωνικὸ ,Αγαθό, παρὰ τὴν τεραστία
πρόοδο τὴς ἐπιστήμης, τοῦτο ἐν μέρει ὁφείλεται ὁπωσδὴποτε στὴν
παρερμηνεία της ελληνικης ὀπτικὴς, ὴ ὁποία έξ άλλου πρόσφατα
| Η \ 3 Ν | Ν ιν
ωτισθ κε κυ ιω ο ω στο αοιαπε αστο τ σ ολαστικ πνευ › ἔ χ ηἔ
ματικότητος ἀπὸ τὴν δυναμικὴ αὐτὴ ἀντίληψι του ίΑγαθοἶ›, άδια
| \ , |δ \ δ Ϊ ` Θ λ \ θ λ
περαστο που εσημα εψε και σημα ευει την κα ο ικη εο ο
γία, λίκνο τοῦ συγχρόνου δυτικου̃ πολιτισμοῦ. ”Ο πυρετὸς τῶν ίδε
ῶν μᾶς κάνει ίσως νὰ διαβάζωμε ὁτιδὴποτε στὰ κείμενα, ἀλλὰ
ἐπιστημονικὴ ψυχρότητα ὰπέναντι στὸ πνευμα τους τυφλώνει. (Η
σχολαστικὴ έπιλογὴ ἀποτελεῖ ἀπάντησι μεταξὺ πολλῶν δυνατῶν
άπαντησεων σὲ ένα ὁρθὸ αἴτημα: νὰ ὰποδοθῇ στὸν άνθρωπο ἐκεῖνο
ποὺ του στέρησαν οί πλούσιοι κατὰ τὰ ἄλλα Μέσοι αἰωνες. (Η
άπάντησι αύτη, βεβαρημένη μὲ άτελη γνωσι του ἐλληνισμου καὶ
ύποφερόμενη ἀπὸ ένα κρᾶμα πρακτικού ρωμαϊκοὔ πνεύματος καὶ
παγανιστικὴς μέθης της γοτθικὴς ψυχης, ανοίγει νέα ἐποχὴ, τὴν
ὁποία πληρώσαμε, ὀφείλομε νὰ πουμε, μὲ τὸ υπέρογκο τίμημα της
7 Ϊ | \ ( | Ἱ |
απωλειας του Θεού. Ζητωντας να υπερνικησουν την παθητικοτητα
ποὺ εἶχε καταλάβει τὰ πνεύματα ὑπὸ τὴν ἐπηρεια ἑνὸς ὡρισμένου
άσκητικοὔ ίδεώδους, οὶ Νέοι χρόνοι άνεκάλυψαν τὴν δημιουργία,
τὴν συνέδεσαν ἐν τούτοις μὲ τὴν πρακτικὴ όψι της δράσεως καὶ έτσι
απέρριψαν τὴν έμμένεια του Θεοῦ, γιὰ νὰ κρατὴσουν μόνο τὴν
| , | | Ψ Ϊ | | ,
άπρόσιτη του ουσια. Βεβαιως η εμμενεια τῶν θειων ενεργειὥν καὶ
Ϊ \
ὴ δημιουργικότητα, που πάει μὲ τὸ αύτεξούσιο, δὲν εἶναι πράγμα
τα ἀσυ ί αστα· ἄλλον ὁ ταυτισ ὁ του κακοῦ ὲ τὴν θέλ σι
ί
προκαλοῦσε άσυμβίβαστο μεταξὺ της τελευταίας καὶ τὴς ζωης ἐν
Θ Β· ) Ϊ Ϊ |θ 7/ | Ι Ν
εῳ, απεκλειε μαλιστα κα ε αλλη δυνατοτητα σωτηριας του πι
ΜΤΗΣΙ ΣΤΟ ΦΩΣ ίθὕ
στου, ἐκτὸς της ἐσκεμμένης καταργησεως της βουλησεὡς του. Ευ
ρισκομένη σε αδυναμία νὰ αναπτυξη τὴν ὰνθρωπολογικὴ διάστασι,
που η θεμελιωμένη στὴν πνευματικὴ ἐλευθερία θεολογία της περι
εῖχε ἐν σπέρματι, ὴ ἀνατολικὴ Ἐκκλησία έμεινε προσηλωμένη
στὸν μυστικὸ ἔρωτα καὶ τὴν πλημμυρισμένη ἀπὸ ἐσωτερικότητα
| { { | \ ¶| Ἱ , | \ 3| Η ` )|
ψυχη, η οποια δεν εφθασε να ανοιξη στους αλλους, οπως θα επρεπε.
θ Η τν | Ἄ | Ι| \ Ϊ \ |
Η αρνησι της θειας εμμενειας εδινε φαινομενικα λυσι στο προβλη
μα, ἀλλὰ τὸ πρακτικὸ αποτέλεσμα ηταν νὰ υποκαταστησῃ τὸ βασί
λειο της ἀναγκαιότητος στὴν ανθρώπινη ἐλευθερία. 'Όταν τὸ
,Αγαθὸ τίθεται ὡς οὐσία, καθ, ἐαυτὸ παραμένει ἀπρόσιτο καὶ δὲν
προσπελάζεται παρὰ με τὴν λογικὴ κατοχὴ του̃ αίσθητοϋ κόσμου,
του ὁποίου ὴ ἀνάλωσι γίνεται υπέρτατη αξία της υπάρξεως. Στον
εἰλικ ιν”του ἐνθουσιασ ὸ ιὰ τὸν ἄνθ ωπο οἰΝἐοι όνοιὰνεκά
Ρ 7
Ἱ
λυφαν τους ,Αρχαίους καὶ τους ἐρμηνευσαν στὴν δικη τους προο
πτικη, ἀπώθησαν ὡστόσο κάθε τι, ποὺ σὰν τὴν διπλη ἐκδοχὴ τοῦ
πλατωνικου ”Αγαθου̃ δὲν ταίριαζε μὲ τὶς κρατου̃σες τότε ἀντιλη
| ) Ἡ ( { | Ν ` , | | ( \ |
ψεις. Καθε εποχη η οποια διεκδικει την αιωνιοτητα κανει οπωσδη
ποτε τὸ ἴδιο, έτσι ὅμως βαδίζει τὸν δρόμο που τὴν φέρνει ἀνεπαί
σθητα στὸν θάνατο. Πῶς θὰ ηταν γόνιμη μιὰ οἰκειοποίησι, ἐὰν
προηγουμένως δὲν παραδινόμασταν σὶ αὐτὸ που ζητοῦμε νὰ γίνη
δικό μας; Ζου̃με στὸ λυκόφως τῶν Νέων χρόνων καί, καθὼς μας
δοκιμάζει ὴ φοβερὴ ἐμπειρίατης αυτοσκοπου̃ πράξεως, είμαστε είς
θέσιν νί ἀπαριθμησωμε τὰ συμπτώματα της κρίσεως καὶ νὰ παρου
σιάσουμε μιὰν αἰτιολογία της παρακμὴς των, ἀλλά, γιὰνὰ εἴμαστε
ἐποικοδομητικοί, χρειάζεται νὰ ξανασκεφθοῦμε ό,τι παραθεώρη
{ Ώ Κ } ,
σαν κατὰ τὴν ιστορικη τους διαδρομη, ώστε οι σχεσεις αποκαλύψε
ως καὶ δημιουργίας νὰ ὁρισθουν πέρα του πυρετικοὕ πρακτικισμοὔ
\ | Έ { | Ἱδ Ν Ϊ | \ |
και της τυπολατρειας, η οποια α υνατει να συλλαβη το μυστηριο
τ” συναντίσεω ὰνθ ώπου καὶΘεοῦ ἐκτὸ τελετου ία . (Η
ἔ
Ϊ | Ν δ | ¬\ \ Β. \ \ | .Ν Ἄ Ι
εξυψωσι του ανθρωπου η θα συνδεθη με την συνειδησι της ευθυνης
του θὰ παραμείνη ντροπερὸ ψέμα.
,Ε ί όσον τὸ ,Α αθὸ δίνεται στὸ ῶ που σκο πίζει τότ ί φ Υ φ ἔν Ρ › ε η
αληθεια του φωτὸς αποδεικνύεται μαρτυρίατου έπέκεινα, τὸ ὁποῖο
συγκροτεῖ ὡς γεγονὸς ένα κόσμο ὰγιασμένο ἀπὸ τὴν διαφάνεια τῶν
όντων. 'Η ἀνάβασι τοῦ δεσμώτη πρὸς τὸ φῶς εἶναι ἄσχετη μἐ
κάποια ὰπελευθέ ωσι τοῦ λέ ατος δεδο ένου ὅτι τὸ σπουδαιό
Ἱ
τερο συμπέρασμα (συλλονίζοιτο) δἐν είναι πὼς αὐτὴ ὴ σκιὰ ἀντι
στοιχεῖ σὲ ἐκεῖνο τὸ πρᾶγμα, ἀλλὰ πὼς ὴ ὔπαρξι ειναι ἔργο τοῦ
ὴλίου, «ποὺ δίνει (ποιρέχων) τὶς ἐποχἐς καὶ τους χρόνους, που κυβερ
να (ὲπιτροπεὐων) τὸ πᾶν στὸν ὁρατὸ κόσμο καὶ είναι αίτία (αἴτιος),
ι̃θθ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗἹἹΚΗ
κατὰ κάποιον τ όπο όσων έ λεπαν ὁ ἴδιο και οἱ συντ ο οί του 7
στὴν σπηλιά» (θἰθυο). 'Η άπελευθέρωσι του βλέμματος δεν θὰ
έφερνε ποτὲ τὴν κάθοδο ἐκνέου του δεσμώτη στὴν σπηλιά, μιὰ έθε
λουσία ἐπιστροφὴ στὰ σκοτάδια που μόλις άφησε, ἀλλὰ ἐπιθυμία
\ Ώ Ν 3 ` \ | |
νὰ γνωρίση καὶ να ωφεληθη απο την νεα συνθηκη, χωρὶς πρόθεσι νὰ
ξαναγυρίση. (Ο λόγος του Χάιντεγγερ, ότι τὸ ἀποκεκαλυμμένο άνα
σύρει διαρκώς ένα πέπλο του κεκαλυμμένου, ίσχύει γιὰ τὴν ἐπιστή
:`σ 7 9
μη, ὴ ὁποία υποχρεουται νὰ επιλύη ακατάπαυστα τὰ προβλήματα
7 { Ἡ κι
που θέτει ὴ ίδια της η πρόοδος, όχι ὅμως και γιὰ τὴν έπάνοδο του
ἀνθ ώτω» στὴν σπ λιά. Αυτὸ θὰ ανακατε Ν ιὰ νὰ έ τ`ν κα Ρ 7 η ἔ
ῃ Υ φ ρῃ η
λὴ εἴδ σι στου άλλου ιὰ νὰ του άνα είλ πὼ υ άλίθεια εἶναι ι ἔ › Υ γγ ῃ § η η
αν Ν ἕ ` 7 κι
φως τὸ ὁποιο δὲν ορίζεται με αφετηρία τὴν ακρίβεια του βλέμμα
τος καὶ νὰ τους διδάξη πως ὴ μοναδικὴ μαρτυρία περὶ του̃ φωτὸς
βρίσκεται στὴν ψυχικὴ καθαρότητα. Θὰ κατεβὴ λοιπὸν ἀπὸ χρέος
ζὲπ' ἀνανκαῖον, ἶ›2θο), ὥστε νὰ μὴν ἐγκαταλείψη τους ἄλλους δε
σμῶτες στὴν άγνοια καὶ τὴν τυφλωσι, γιὰ νὰ τους φέρη τὸ φῶς τῷ
ὅντι πλούσιος (θ2Ἰο), όχι σὲ χρυσό (οὐ χρυσίου), ἀλλὰ σὲ σοφία και
άρετή (ζωῆς ἀναθη̃ς τε και ἔμφοονος). Στὸν μῦθο του̃ σπηλαίου έχομε
\ | \ Ι Η 7 | \ | 7
την πρωτη και γιατι οχι; έσχατη κριτικὴ καθε οντολογίας, οἱ
δὲ μεταφυσικοὶ λεγόμενοι διάλογοι τὸν προϋποθέτουν μᾶλλον παρὰ
τον ξεπερνου̃ν· υλοποιεῖ τὴν στιγμὴ όπου ὁ Πλάτων ἐπιτελεῖ τὴν
7 {
φιλοσοφική του επανάστασι, ορίζοντας ὡς δέσμευσι τὸ βλέμμα καὶ
ἀναγνωρίζοντάς του ένα χαρακτήρα, που ξεπερνὰ κατὰ πολυ τὴν
Δω Ϊ | { ιν κι 3
αἴσθησι της οράσεως. ”Οπως η διαλεκτική, ως γνωσι του όντος,
υπερτερεί τῶν μαθηματικῶν, ἡ ακρίβεια δὲν άποτελεῖ κατὰ κανένα
τρόπο συνώνυμο της ὰληθείας (Πολιτείας θδλό καὶ Φιλἠβου θἶο
¦ \ 'Ϊ Ἱ Η εν 7 | Ἱ ¦| · 7 \ 7 |
58ο). αληθινο ειναι το οραμα του αρχετυπου και οχι η ορθη απεικο
νισι του πράγματος. ”Η άναπαράστασι μένει καθηλωμένη στὸ πα
ρὸν καὶ τὴς λείπει τὸ υπερούσιο πέταγμα του βλέμματος, που σὰν
τ`ν ἐνέ εια του λ ί ατο στ`ν άσι έλκει τὰν υ υ π ὸ τὸ ῶ Ὁ μ· φ › η χη Ρ ἔ φ §
(ὁλκὸν ψυχῆς προς οι̃λήθειαν, Πολιτείας ἶ›2”/Β καὶ ΒΖΒΒ), πλησιάζοντας
”ι`ν,θ|πνθ|λστ\νθ|
(Ο”θ ζ”`,λ|
ετσ τη αν ρω ι η ε η ισ η εια. αν ρωπος ητει την α η
7| \ \ | 7
θεια οχι προς το συμφερον του, αλλὰ γιὰ νὰ δὡσῃ χαρὰ στὸν θεὸ
(Φαίοροο 273) μὲ τὸν καθαρὸ ψυχικό του βίο (Κρατύλου δθθε καὶ
Φιλήβοο ὕβό). ,Απὸ τὴν ὁμοιότητα καθαρου πνεύματος και ἀληθεί
ας (νου̃ς ὅὲ ήτοι ταὐτὸν καὶ αλήθεια ἐστιν ἢ πάντων ὁμοιύτατόν τε καὶ
ἀληθέστατον: ὁ νους άντιθέτως εἴτε εἶναι ταυτόσημος μὲ τὴν άλή
Υ Ί' Η Ϊ | 7 |
θεια είτε ειναι ο τι ο οιοτατο καὶ αλ θέστατο Φιλ ου θὕὀ ὁ 7 7
7 7
Πλάτων κατώρθωσε νὰ συναγάγη μιὰν ήθικὴ και νὰ υψώση τους
ισχύοντες κανόνες συμπεριφορᾶς σὲ ἐπίπεδο έσχατολογίας.
ΜΤΗΣΙ ΣΤΟ ΦΩΣ ιθἶ
(Ο ηλιος προσφέρει την θέα καὶ συγχρόνως της προσφέρεται.
Ύπάρχει ἄλλη μορφη τοϋ ,Αγαθοὕ, ἄλλη προϋπόθεσι δικαιοσύνης
ἐκτὸς της δωρεας; Ὁ ηλιος φέρνει στὸν κόσμο την δικαιοσύνη, ποὺ
Ν Ω
εἶναι θέρμη καὶ διαφάνεια, θὰ πη ο Σωκράτης στὸν Κρατύλο (έιίδὶι),
γιὰ νὰ προσθέση εύθύς άμέσως ότι μετὰ τὸ σούρουπο τὸ δίκαιο
άφηνει τοὺς άνθρώπους. Ἑωθινη δὲν εἶναι η άνοιξι τοϋ όντος, ἀλλὰ
Ϊ Ἄ| Ν | Ϊ Ο! \ ι
λ δ ”
η ε ευσι της ικαιοσυνης, το οραμα η ληψις αληθείας (Πολιτείας
ὕδθει), ηγουν η θεοληψία (ἔνθ. ἀν. ὕθίε ὕΘ2ὶ›). ”Η άληθεια τῶν
αίσθησεων ὑπὸ τὸ φῶς του̃ ηλίου χάνει κάθε νόημα, διότι τὸ βλέμμα
που ξεχύνεται στὸ ἀπόλυτο φέρνει μεταστροφη της ψυχης καὶ δε
σμεύει ὁλόκληρη την ύπαρξι πρὸς αύτη την κατεύθυνσι. ”Η άληθεια
λάμπει ἐντὸς τοῦ ”Αγαθοῦ τὸ ὁποῖον φανερώνεται ὡς δόσις, άρι
στούργημα δὲ τοϋ φωτὸς εἶναι η δικαιοσύνη της συμπάθειας. Ααμ
ι : : ›| ει ε σ ,
βανομε μονο προσφέροντας, ετσι ομως η αληθεια ειναι θέμα δημι
)
Ι Ν |
ουργιας και το εργο θυσιας. Οικονομιατου έρωτος δὲν ύφίστατατὁ
έρως στερεῖται άνταλλακτικης αξίας καὶ ύπ” αύτη την ἔννοια εἶναι
, έ | "Δ
αναλωσις περα της οἰκονομίας, συμπεριλαμβανομένης
καὶ ἐκείνης
Ν | ὕ `
Β Ί Ν
της δαπανης. Τὸ Αγαθο ύπάρχει καθ” ἑαυτὸ καὶ όχι ως προιὸν
θεοδικίας. (Η θέσι αύτη διατυπώνεται ἀπὸ τὸν Γλαύκωνα στην
άρχη (3ἶ›8}:›) τοῦ δευτέρου βιβλίου της Πολιτείας, χαράζει δὲ μία
τόσο σαφη διαχωριστικη γραμμη μεταξὺ δικαιοσύνης καὶ θεοδικί
ας, ὥστε μόνο η ανιδιοτέλεια τοϋ δικαίου θὰ μπορούσε νὰ την
κατάργηση. Τὸ φῶς έπιτρέπει θεοδικία, ἐπιτρέπει όμως καὶ νὰ
λαχταροὕμε τὸ ,Αγαθὸ γιὰ τὸ ίδιο τὸ ,Αγαθό που εἶναι η δικαιοσύ
νη.
Πρόκειται περὶ τού πλατωνικού μονοθει̃ζσμού; Θὰ άπαντοῦσα
αδίστακτα, ναί. ΕΠ δικαιοσύνη βασανίζει τὸν Πλάτωνα, όπως έβα
| ,| \ Π | | ` \ \ Ν ἔ Η
σανιζε ηδη τον Αισχυλο, μονο που κατα τον πρωτο ο ανθρωπος
εἶναι έκλογη τού ”Αγαθοἶ› καὶ άναλαμβάνει έλεύθερα μὲ την ζωη
) 00 Ν { | 1 Χ Η ·= Ι
του τὸ φορτίο αυτης της υπαρξεως. Αχαθον (αχαν θεισθαι) σημαινει
την περίσσεια τού όντος καὶ ύπ” αύτη την ἔννοια εἶναι αἰτία όχι ὁ
πρόξενος, ἀλλὰ η ἐσχάτη άναφορὰ τοῦ ύλικού κόσμου που φανε
Β: .Ν ) αν \ \ , \ 'Ϊ 9 \
ρώνεται τη μεσιτεία των ιδεων. Το πλατωνικο Αγαθο ειναι αρχη
της ὁποίας η ούσία δεν συμπίπτει μὲ τὶς ἰδέες. Μιὰ ὶδέα έκφράζει
ασφαλως την θεία θέλησι, κατὰ κανένα πάντως τρόπο καὶ την γενέ
τειρα θεία ούσία. ὶθ δημιουργός τού Πλάτωνος προσωποποιεῖ την
ἐνέργεια τού ,Αγαθοἶ›, εἶναι δὲ ὡς έκ τούτου άρχη κάθε όντος καὶ
της σύνολης ύπάρξεως. Ἡπομένως ἀνάμεσα στὸν θεῖο εργάτη τού
ίδανικοὔ κρεββατιού καὶ τον δημιουργὸ τού Τιμαίου δὲν ύφίσταται
άντίφασις, ἀλλὰ διαφορετικο ὰπλῶς ίπεδο έκστάσεως: στην
ςηο
Η
ἸΘ8 ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ
`
`
κ
Ὁ
`
ο
`
§¬
Ος
πρωτη πεεριπτωσι η ενεργειαψεκπορευεται τὴν ούσία° στὴν
Ϊ #`# 9 | Ι
δευτερη η ουσια επεμβαινει δια της ενεργειας της, κατι που άντι
στοιχεῖ στὴν εργασία του ξυλουργοῦ της Πολιτείας. (Ο θεὸς δὲν
Ί' ` Ν Ώ | Ω Ν
ειναι πηγη της ενεργειας του, όπως γίνεται ποιητὴς του κόσμου,
)| Η , Γ \
ετσι ομως εγκοσμιωνεται χωρὶς να άλλοιώνη τὴν οὐσία του καὶ
καθιερώνει τὴν δημιουργικότητα ὡς μετοχὴ στὸ όντως ὅν. Κάθε τι
πού υπάρχει μορφώνεται και διατηρεῖται χάρι στὸ φῶς τῶν αἰωνί
› ρ Ν ι Ν ει ›κ ι ι κ Ν
ων αρχετυπων,`τουτο δε μαρτυρει οτι εχει τὴν τασι να δεχθη μεγα
λυτερη φωτεινη ενεργεια και να φθάση στὴν διαφάνεια προκειμένου
νὰ τελειωθῇ. Ἐὰν ὁ Πλάτων θεοποιῇ τὸ ,Αγαθό, τότε ζωὴ εἶναιὴ
θεία ἐνέ εια και ὁδ εῖ σὲ νέ ίδ θ ” ” δ ί δ ' ργ ηγ α συνει ησι εου, η οποια συν υαζει
Ἱ ? | 'Ψ 7 | \ \ , Ν
την υπερβατικρτητά της ουσιας με την εμμένεια της ἐνέργειας,
Ϊ \ \ | Ν Ν
επιτρεπει δε το καθαρσιο και δημιουργικο πεταγμα της ψυχης. Τὸ
Η \ Ν Ϊ | ) ἔ Έ
ον που στερειται κινησεως παραμενει ες αει φαινόμενο καὶ γι”
Ν Ν κ σ Ν π ι ‹ › κ Ν
ουδεμια ανθρωπινη πραξις μπορει να αγνοη την ψυχη ως αρχη της
Ξ Ρ 7 | ` Ἡ | |
κινησεως, εαν επιδιωκη απολυτηυπάρξι. Ἀαρι στην αθανατη ψυχη,
7 Ϊ \ εε \
η ανθρωπινη θελησι ειναι δυνατον να συναντηση την θεικη καὶ νὰ
\ \ | ἔ \ 7 .Ν
μην την προδωση. Αγιασμος ειναι ένα ύλικὸ σωμα διάτρητο άπὸ
'Ν ` Ν' #`# ( Ώ #
φως. Στο! φως του ηλίου, όπρυ τα μυστικα καταλύονται, ὴ διαφά
νεια του οντος αντικαθιστάτην απόκρυψι, τὸ δὲ τέλος της πτώσεως
συνδέεται μὲ τὴν ἐμμένεια του έπέκεινα, του ὁποίου θεωρία στὸ
Συμπόσιον ερμηνεύεται ὡς δημιουργία, ὡς έρως στὸν Φαῖὅρο και ὡς
δικαιοσύνη στὴν Πολιτεία.
Εἶναι τρελλὸ και τεράστιο έγχείρημα νὰ γίνη ὁρατὸ τὸ άθέατο
ι κ ι κ οι κ ι Ν ,.
και να μεινῃ στο υψος του. Το προγραμμα τηςΠολιτειιις αντιπροσω
πεύει αύτὴνξάκριβῶς τὴν τρέλλα\καὶ τὸ μέγεθος. Ζητώντας τὴν
δικαιοσυνη, ο Πλατων συναντά την θέα και ἐμβαθύνει στὸ θαυ̃μα
του̃ φωτός. Δεν άρκεῖ νὰ άνοίξης τὰ μάτια και να ίδῇς, πρέπει να
έκτεθῇς ἐπὶ πλέον στὸ ὑπερούσιο φῶς τοῦ ὴλίου καὶ νὰ γίνης διάφα
Ϊ Ϊ 'Ϊ Ν Γ| ἶ | δ Κ
νος. Αφ ης στιγμης ομως η διαφανεια εκφράζει τὸ υπερβατικό,
\ \ Ϊ ` ἄ | Έ Ἄ | Ν
τοτε με την οπτικη εμφανιζεται η επιστημη της ἐγγύτητος καὶ
: ε οι Ν . , „
περαιτερω ο ορος της δικαιοσύνης. ΗΠολιτεια αποτελει τὸ έναρ
"' Ν ¶ Κ Ν Ἰ Ν Υ ιω
κτηριο μαθημα της φιλοσοφικης και οραματικης αυτης οπτικης, τὸ
Ϊ Ν Ϊ Ν { | | Ν
βιβλιο της θεας των Ελληνων. Δικαιοσυνη καὶ αληθεια πατουν
ι ι κ π κ 9 ι ·;· ι
στην ψυχη, διοτι καθως ψυχικη ιδιοτης ειναι ὴ όρασι, ψυχικὴ ἀρετὴ
Έ· , (Ϊ Κ
ειναι η δικαιοσυνη (δβδε). Επειδη ομως η πλατωνικὴ δικαιοσύνη
Ϊ { , | Ἱ ( , \ , |
δεν ειναι ισοπεδωτικη, η αληθεια και η οπτικη ακριβεια διαφέρουν.
ἕΗ ῖλ |θ \ · | δ\ θ δ Ν Ω , | \ \ { |
α η εια στην οποια εν ο ηγει η αναπαραστασι και την οποια
9 Ν ε › : Ν Η Ν γ „.
εγγυ·αται η|αθανασια τηςγνωστικης ψυχης, ειναιὴ δόξα της θεωρί
·`^ \ \ \ Έ ,
ας. Η αναμνησι θετει εκτος εαυτης την ψυχη και η εκστατικὴ
Ω
σε
Η
οω
ΜΥΗΣΙ ΣΤΟ ΦΩΣ
Ἰθθ
γνῶσι εἶναι άποκάλυψι διὰ του παραλόγου, που δικαιώνει καθ, όλη
την ἔκτασι την αὶσιοδοξία του Φαίὁρου ὡς πρὸς την θεία μανία.
”Η πα ουσία εἶναι κατὰ Πλάτωνα άσ ετ ὲ τὶν τοποθεσία Ρ › ›
του όντος, διότι στάσι καὶ θέσι προϋποθέτουν μιὰ σύγχρονη ἔννοια
| ( Ϊ | 'Ϊ | ` Ν Ϊ | , Ϊ }
χωρου. Η αληθεια ειναι θερμη και φως στην ψυχη, ουδέποτε αντι
στοιχία του αντικειμένου μὲ την σκέψι, τὸ ἴδιο τὸ πάσχειν καὶ ὅχι ό
λογισμὸς περὶ της ἐντυπώσεως.
ΩΗ ὁρατότης ἑνὸς πράγματος (βλ.
Θεαιτήτου ίὶὕθὀε) αποδίδει τὸ ποιόν του καὶ για τουτο η απορία του̃
)| Ϊ | Ώ ` εν \ { | ἕ Ἡ | Ἡ \ Η οντος δεν λυνεται εαν δεχθουμε πως υπαρχουν οι ιδεες, αλλα οτι
μετέχουν αμοιβαῖα μεταξύ τους. Τὸ νόημα του κόσμου ὀφείλεται
στην οὐσία του, η ὁποία καίτοι πραγματικη δὲν είναι δεδομένη, η δὲ
ἱστορία είναι η συνειδητοποίησι
απο τους ανθρώπους της αὶωνίας
ουσίας των μέσῳ της δημιουργίας. .Η αληθεια φανερώνεται ἀφοῦ
| Ν \ `
|
προηγουμένως βεβαιωθη για την πνευματικη
συμπάθεια έκ μέρους
μας, που σημαίνει ότι αναγκαίοι όροι της γνώσεως εἶναι η φυσικη
συγγένεια της ψυχης μὲ τὶς ίδέες καὶ (βλ. Ἑβδόμης Ἐπιστολῆς 3448)
{ θΐλ Ϊ \ \ δὼ (Υ# | \ ( \ Ν Ν λ η ε ησι της να τις η. ποταγμενη στην ορμη των ψυχων .
»
Ν 9 : τ· π κ ι . Πολιτειας έιθθθ), η ζητησι του απολυτου (ῳ πλησιασιις και μηιεις τῳ
ὔντι ὔντως) εἶναι πνευματικη δημιουργία (χεννήσας νσῦν καὶ άλήθειιιν)
καὶ κατ, αὐτὸ τὸν τρόπο αληθινη γνὥσι καὶ ζωη (ννοίη τε καὶ ἀληθω̃ς
ι̃ Ά {
Έ
και τρεφοιτο). Η πλατωνικη αληθεια ειναι αξία καὶ αναγνωρίζεται
\ ῦἶ
στο εργο.
Τὸ μυστικὸ καὶ η δύναμις της πλατωνικης
θεωρίας έγκειται σὲ
μιὰ ματιὰ που δεν παραλαμβάνει
τὸ φαινόμενο.
Ἐὰν η ματια έπα
,
Ν υν Ν. ναλα άνει εν εἴδει θελ ίσεως τὸ πέτα α τ υ ἐὰν έκτο τ
› η κι \ Ϊ | Ν | Ω
"Δ
ψυχης δεν υφισταται γνωσις, τοτε η πνευματικη
ένέργεια μας μετα
! \ Σ! | \ \ | αν |
φερει στον αλλο Ικοσμο. Κατα τον Σωκράτη του Κριιτολου (ἔιί ίΒ),η
Ι
ι κκ : » Ν ι ~ Ι νοησις, το καθαρο σκεπτεσθαι, δεν σημαινει ποθο του νεου (του νεου
ἐστὶν ἕσις) καὶ δὲν διαγράφει μιαν αντίληψι του πνεύματος ὡς δημι
ουργικης προσπαθείας;
,Εφέ ὅσον τὸ ὶδανικὸ εἶναι αίτημα της
υπάρξεως, πρέπει ν, αγωνισθουμε
γιὰ νὰ τὸ κατακτησωμε.
Στους
κόλπους του αἰτηματος, που περικλείει τὸ ίδανικὸ καὶ τὰ μέσα
` \ ` | { | \ · Ν \ Ἡ | , Ἱ κανεις να το φθανη, η θεωρια και η πραξι δεν αντιτιθενται,
επειδη
ὅμως τὸ δέον εἶναι πιὸ άληθινὸ από τὸ ὅν, ἔχει προτεραιότητα.
”Οχι πὼς καθ” ἑαυτην η πρακτικη εἶναι εὐτελης, αλλα διότι πρα
| Ϊ 'ί' ` Ἄἰ Έ
γματικοτητα της ειναι το αιτημα. Επομένως ὁ Πλάτων δὲν φοβό
ταν την πρᾶξι, φοβόταν την παθητικότητα
ἔναντι τοῦ νοηματος
που έπι έρει, ὅταν ίνεται αυτοσκοπός. Στὶν π ᾶξι αὐτὶ τῶν ι
"# #`# Ν Ἱ |
\
\
μ μητων και των ποιητων θα αντιπαραθεση
την θεωρία, δηλαδη την
Ϊ , \ \ Ώ Θ \ \ \ δ \ Η .Ν ς | μεταβασι απο το αισ ητο στο νοητο ια της ψυχης. ω η σκεψι
ΖΟΟ
ΧΧ
ἶἰ .ἶἰ
_» 5~
Ω· Ρἰ
ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗἹἹΚΗ
ρᾶξι συμφιλιώνονται, ἡ καλὴ μίμησι γίνεται δημιουργικότης
λήθεια ἀδιάκοπη ἀνθρώπινη ἀπάντησι στὴν κλἦσι του̃ θεοὕ.
.σ |
Αιωνια παιδιά
Προφητεία γιὰ τὴν 'Ελλάδα καὶ τοὺς "Ελληνες
. ›: .ἶ.
‹ ` Ε. πα̃/.
. |.;.· „ ΝΠ . `¦ 7.‹
. › ›
ὲ 7, _: ` < *
»
ἱ
Ύ ί ὰ ί του Τι οίου (ΖΖΒ) ί ικ ὰ 'σι π υ
παρχει στο προοιμιον μ μια μ ρη φρα , ο
ὰντιστέκεται καὶ στὸν πιο ἐξοικειωμένο μὲ τίς δυσκολίες τῶν πλα
τωνικῶν κειμένων ὰναγνώστη, γιὰ νὰ μήν πῶ ότι έχει γραφή
ἐσκεμμένα, ὥστε νὰ δοκιμάζεται δεξιοσύνη του. 'Η φράσι αυτή,
\ Ώ | Ἰ | Η ,Αθ Ν Ώ Ἱ 9 δ| ` | ?
την οποια αναφερει ενας ηναιος, αλλα απο ιδει σε καποιον ιε
ρέα Αίγύπτιο, εἶναι ή εξής: ‹‹Σόλων, Σόλων, οἱ ”Έλληνες είστε
αἰώνια παιδιά· δὲν υπάρχει Έλλην γέρος (ΏΣόλων, Σόλων, Ἑλλη
νες ἀεὶ ποῖὅές ὲστε, νέρων ὁὲ Έλλην οὐκ ἔστιν)!›› 'Ότι δεν πρόκειται
περὶ τυχαίου φραστικοῦ πυροτεχνήματος, φαίνεται πολὺ καθαρὰ
ἀπὸ τήν ἐξήγησι που δίνει ὁ ἱερέας μιὰ γραμμή παρακάτω: «ΙΗ
ψυχή σας εἶναι νεανική», θὰ προσθέση, «διότι οὔτε παλαιὰ δοξασία,
ή ὁποία νὰ κρατά ἀπὸ αρχαία παράδοσι, έχετε, οὔτε ἐπιστήμη
ὰσπρισμένη ἀπὰ τὰ χρόνια». Με τὸν λόγο του̃ ἱερέως ὁ ἑλληνισμὸς
κρίνεται στήν οὐσία του, επειδή όμως θίγει τήν οὐσία, ὁ λόγος
αὐτὸς συνοψίζει τήν ίδέα τοῦ Πλάτωνος περὶ ἐλληνισμοὕ: ή Ἱδλλά
δα σημαίνει γι” αὐτὸν τήν νεότητα.
κατὰ τήν πλατωνική σκηνοθεσία ό Τίμοιιος θὰ λάβη χώραν τήν
έπαύριο τήςΠολιτείας. Τὰ ίστορικὰ δεδομένα τοποθετοϋν τήν ήμέρα
\ \ \ \
αὐτὰ εταά κετα όνια καιπολλου διαλό ου ὰ ιε ω ένου στὸ
μ ίἑ
Ν 3 , Ν Ί'
ζήτημα του όντος, δίαλόγους ποὺ αποτελουν ένα ειδος τεραστίας
παρενθέσεως, ή ὁποία συγκροτεῖ ἰδιαιτέρα τάξι ἐντὸς του̃ αὐτοῦ
κόσμου. Τί σημασία έχει ὰν ὁ χρόνος εἶναι είδωλο, όταν ὰλήθεια
του εἰδώλου εἶναι ὁ χρόνος του ἔργου, ὰΗ Πολιτεία πραγματεύεται
τὸ ουράνιο βασίλειο· ὁ Τίμαιος ἔχει θέμα τήν δημιουργία καὶ κατ”
αὐτὸ τὸν τρόπο μᾶς είσάγει στὸ ἐπίγειο βασίλειο, που άκολουθεῖ
ένα πρότυπο ίδεατό. ”Αλλόκοτη φιλοσοφία τής ἱστορίας, όπου τὰ
πάντα ρυθμίζονται έκ τῶν προτέρων σύμφωνα με τὸ σχέδιο τής
Προνοίας, τὰ πάντα σχεδον τὰ πάντα, διότι ή Πρόνοια επιλέγει
ον νρπ γρ ας ηε ριαα·η αεη.
τὰ ὁί θ ω ο ἀνα νω ίζοντί του τὰν ὰλευθε ί νὰ τὰν δι λίξί
Πῶς νὰ ἰσχόη ή δημιουργία τοῦ Τιμαίου γιὰ τὸν άνθρωπο, ὰν μή ὡς
Τὰκίἱώνια παιὔιὰ γράφτηκαν τήν άνοιξι τοῦ ἸΘ73 στὸ περιθώριο τής πανεπιστημι
ακής μου δουλειᾶς. Δύο χρόνια άργότερα, τὸ κείμενο πήρε όριστική μορφή καὶ
πρόσφατα τὸ μετέφρασα γιὰ νὰ ἐκδοθή (ίθρ/8) στήν γλῶσσα μας. ”Αναζητῶ σε
μιὰ φράσι τοῦ Ϊιμοίου τὸ νόημα τοῦ ἑλληνισμοῦ καὶ άπαντῶ ἐμμέσως σε ὡρισμένη
κριτική άμφισβήτησι τής πλατωνικής φιλοσοφίας.
204 ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΊἹΚΗ
άγιασμὸς της υπάρξεως; Οί δύο διάλογοι κοινωνου̃ν, άλλα τὸ ση
μεῖο τὴς ἐπαφης των μένει σκοτεινό. Σ' αὐτὸ τὸ σκότος βυθίζεται ὁ
λόγος του ίερέως.
{ | Ἄ | Ϊ , | Η
Ο Τιμαιος ανοιγει με ανακεφαλαιωσι οσων ειπε τὴν προηγουμέ
νη ὁ Σωκράτης, παρουσία τοῦ Τιμαίου, του Κριτίου, τοῦ 'Ερμο
κράτους και κάποιου άνώνυμου, τώρα άπόντος. (Η ἀνακεφαλαίωσι
αὐτὴ είναι τὸ δραματικό στοιχεῖο ποὺ θα ἐπιτρέψη στὸν Πλάτωνα
νὰ οδηγηση τὴν ζητησι πρὸς νέα κατεύθυνσι, νά έρευνηση δηλαδὴ τὸ
ἐφικτὸ μιᾶς ἰδανικης πολιτείας στὴν ἀντίξοη καὶ σκληρὴ πραγματι
κότητα της κοινωνίας τῶν ἀνθρώπων. ‹Ο Πλάτων ποὺ ξέρει καλά,
μετὰ ἀπὸ όσα έζησε ὁ ἴδιος, ότι χωρὶς μεταστροφὴ της σύνολης
ψυχης ὴ πολιτικὴ στερεῖται νοηματος πρὸς τί νά άσχοληται κα
νεὶς μὲ τους ἄλλους, θὰ γράψη στὴν Ἑβὁόμη 'Επιστολή (δδίβ), ἐὰν
πρόκειται ὰπλῶς να τοὺς βιάζη;, δὲν ἐνεργεῖ έδῶ ὡς άνθρωπος
της δράσεως. Κατεχόμενος ἀπὸ τὸ αἴτημα τὴς ψυχικης μεταστρο
φης, θ” άφηγηθῇ τὴν πιθανὴ ἱστορία της πολιτείας του, άφου̃ προε
τοιμάση τὸ έδαφος μὲ τὴν θεοκεντρικὴ κοσμολογίακαὶ ανθρωπολο
γία του Τιμαίου, σὰν νὰ συνέβαιναν δηλαδὴ όλα στὸν κόσμο κατὰ τὴν
θέλησι ἑνὸς αὐθέντη νου. Τὸ σχέδιο τοὔτο δεν έκτελέσθηκε όπως
εἶχε άρχικὰ συλληφθη, χωρὶς βεβαίως νὰ μείνη καὶ ἀνεκπληρωτο.
Τὸ
γιατ
.Ψ ρε
.Ρί
Ι 5! 7 3 Ι 5 ι̃ \ Ι \ \
ο Πλατων επρεπε ν αφηση αυτο τον διαλογο και να καταπια
Ϊ Ν 2 \ Ι Υ Ν \ |
οσπασμα του Κριτιου που διασωθηκε, εξηγει με σαφηνεια
σθῇ μὲ τὴν συγγραφὴ τῶν Νόμων: προσαρμοσμένη στὶς άπαιτησεις
μιᾶς οἰκονομίας ὑποταγμένης θεματικά στὸν πόλεμο 7Αθηνὥν καί
,Ατλαντίδος, ὴ περιγραφὴ της νέας πολιτείας θὰ ὴταν ὐποτυπώ
δης, πραγμα τὸ ὁποῖο δεν ὀινταποκρινόταν στὶς προθέσεις του. ”Η
Ν Ν Ν | | | \ 7! \ Ώ | Ἄ |
μονη λυσι, φαινεται, που εβλεπε στο αδιεξοδο του αρχικου σχεδιου,
λυσι πέρα κάθε δραματοποιησεως τῶν άναπτύξεων, ὴταν νὰ τὸ
έγκαταλείψη καὶ νὰ οἰκοδομηση ἐλεύθερα τὴν γὴινη Πολιτεία. Κα
7 , Ρ Ό Γ
τώρθωσε έτσι, λοιπόν, να επιτύχη ό,τι ηθελε, κατὡρθωσε όμως
έπίσης νὰ προσδώση στὸ προοίμιο του Τιμαίου ένα βάθος που δὲν
του̃ ηταν ξένο, ἀλλὰ ποὺ ὴ δραματική του λειτουργία τὸ άπέκρυ
ἸἙΤΞ.
ιο
Ρί
Θα μπορουσε κανείς να διαβάση τὸ προοίμιο του̃ Τιμαίου ὡς
| \ Ϊ Ν | Η Ἱ' , | \ Ἱ
ιλογο και προλογο των διαλόγων, ενα ειδος εξεργου που τους
| ! | ¶ ¶ Ε | \ \ \ |
φωτιζει ως συνολο. Αυτες οι σελιδες, που στο πλατωνικο σεναριο
περιγράφονται σὰν παιδικὴ μνημη ξεσηκωμένη ἀπό τὸ ἀκρόαμα
Ν π \ Ί” | Ἱθ Ν Η 7 | Η |
της Πολιτείας, δεν ειναι τοσο α ωες οσο εκ πρωτης οφεως φαινον
Ι \ Ἄ Ι ¶ \ Ψ Ά \ 9 Ι \
ται. Συνδεουν το απολυτο με την ιστορια δια της αναμνησεως και
προκαλοῦν μία ἰστορικότητα στραμμένη διαρκῶς πρὸς τὴν άνιστο
ΑΙΩΝΙΑ ΠΑΙΔΙΑ
Ζθὕ
ρικὴ της καταγωγὴ, ἱστορικότητα
τὴς ὁποίας ὴ πορεία διατηρεί τὴν
ζωντανὴ παράδοσι τοῦ ἑλληνισμοὕ
καἱ ὴ ὁποία μορφώθηκε ἐντὸς καἱ
διὰ τοῦ πλατωνικοῦ ἔργου. ”Οτι ὴ ίδανικὴ πολιτεία εἶναι ἑλληνικὴ
(βλ. Πολιτείας ἔἶθε) με ἱστορικὴ ἐφαρμογὴ της τὴν ”Αθηνα, αὐτὸ
δὲν συνιστά ἐθνοκεντρισμὸ
ἐκ μέρους τοῦ Πλάτωνος.
ΕΗ προτίμησί
του γιὰ τὴν Ἑλλάδα ἐκφράζει άντιθέτως
ὁλοκληρωτικὴ
προσχώ
ρησι στὴν προοπτικὴ
ἑνὸς κόσμου χωρίς σύνορα, ποὺ ὴ φιλοσοφία
χάραξε γιὰ τὴν άνθρωπότητα.
”Η Ἑιλλάδα δεν εἶναι γι, αὐτὸν άφη
ρημένη ἔννοια, ἀλλὰ πραγματικός
υπερουράνιος
τόπος, τὸ φῶς του̃
ὁποίου ἐπιτρέπει, όπως λέει ὁ Κριτίας (ίίθα), «νὰ δίνωμε στους
βαρβάρους ἑλληνικὰ ὀνόματα» χωρὶς νὰ τους ὺποτάσσωμε.
ἱΗ παιδικὴ μνημη του Κριτίου ἔχει θέμα τὴν ἱστορία του πα
ρελθόντος τῶν ”Αθηνῶν, ἱστορία τὴν ὁποία εἶχε μάθει ἀπὸ τους
ἱερεῖς τὴς Σαίδος ὁ Σόλων, κατὰ τὴν έπίσκεψί
του στὴν Αίγυπτο.
Σύμφωνα μὲ όσα φος άφηγηθηκε
ὅταν επέστρεψε,
ὴ κρατοὕσα
άποφις περἱ άρχαιότητος
τῶν ,Αθηνων
δὲν εἶχε καμμία σχέσι μὲ
τὴν αληθινη της ἱστορία. “Οχι μόνο ὴταν χίλια χρόνια άρχαιότερη
ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο ὴ ίΑθηνα, ἀλλὰ οἱ Αίγύπτιοι
μιμὴθηκαν
τὴν
νομοθεσία της, που εἶχε φθάσει στὴν τελειότητα.
Καὶ ὅπως ὴ σω
φροσύνη τῶν πολιτῶν
της ἔδινε τὰ πρωτεῖα
στὴν εἰρὴνη, μὲ τὴν
άνδρεία καί τὴν στρατιωτική
τους κατάρτισι,
ὴ ,Αθηνα εἶχε τὰ
πρωτεῖα επίσης στὸν πόλεμο, μάλιστα σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε κα
τὡρθωσε νὰ σώση τὴν ὑφὴλιο ὰπὸ τὴν βαρβαρότητα,
ἑκμηδενίζον
τας μιὰν ἀγέρωχη γιγάντια δύναμι, που ἀπὸ τὶς ἐσχατιὲς του̃ ,Ατ
λαντικοῦ κατέκλυσε
μὲ τὶς στρατιές καὶ τὰ άρματά της Ευρώπη
καί ,Ασία, γιὰ νὰ τὶς δουλώση. Δυστυχως
τίποτε ἀπ, αὐτὰ δεν
έφθασε στους μεταγενεστέρους,
λόγῳ τοῦ χρόνου καὶ τοϋ θανάτου
όσων τὰ ἔζησαν, οἱ ὁποῖοι ἔφευγαν καί δὲν άφηναν ἴχνη πίσω τους,
διότι ὅποτε άναστηλωνε
ὴ πόλις ἐπἱ τέλους τὸ παρελθόν,
συνέβαι
ναν τεράστιοι
κατακλυσμοί,
ἀπὸ τους ὁποίους ἐπεβίωναν
μόνο
άγράμματοι
βουνησιοι, ἀνίκανοι νὰ μνημειώσουν
γραπτῶς ὸτιδὴ
ποτε, καὶ ἔπαιρναν τὴν ἱστορία στὸν τάφο τους. ,Αγνοώντας
τὸ
παρελθόν τους, λοιπόν, οί 'Έλληνες ἔμειναν τίτὸ παράδοξο;
αίώνια παιδιά.
.Η άγνοια της γραφης καὶ ὴ αίωνία νεότης τῶν Ἱῖλληνων συμ
βαδίζουν. Κανείς ὡστόσο δὲν θὰ μποροῦσε
νὰ μᾶς πὴ άν αὐτὸ εἶναι
κατάρα ὴ ευτυχία ¬στὴν διηγησι του Σόλωνος
δὲν ὑπάρχει ὁ ελά
χιστος υπαινιγμός
καί ἔχει σημασία νὰ τὸ ξέρωμε.
Ἐὰν ὴ άγνοια
της γραφἦς είναι νεότητα, ἔπεται πως χρὴσι της πάει μὲ τὸ
γῆρας· ἐν τοιαύτη όμως περιπτώσει,
γραφὴ, νεότης καί γεράματα
ον.
Ο
Ο
206 ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ
άποκτοὕν μία σημασία εὐρύτατη, αδικαιολόγητη χωρὶς την συνδρο
μη του όλου πλατωνικοὔ ἔργου, συνδρομη νόμιμη άλλωστε καὶ
απαραίτητη, παρὰ την ἐξαντλητικη παρέκβασι που συνεπάγεται.
Ἱῖί ερμηνεία φωτίζει τὸ μέρος με τὸ σόνολο καὶ ἔλκει την καταγω
#¬ Ϊ θ >`× .Ν
γη απο την εννοια του κειμενου ως «ζωντανου ὀργανισμου», την
ὁποία εἰσηγαγε ὁ ἴδιος ὁ Πλάτων στὸν Φοιῖὁρο (2θἔιο). Τὸ ξέρω, οί
παρεκβάσεις δυσκολεύουν αφάνταστα την συνοχη τῶν ίδεῶν καὶ
θέτουν σε δοκιμασία την υπομονη του αναγνώστη· λυπάμαι ποὺ δεν
γίνεται να αποφύγω την περιπέτεια, άλλα μὲ παρηγορεῖ η ανάμνη
Ν | Ά Ν
σι \του|Σωκρατους\(βλ.| Θεαιτητου ί72ό ί7δο), ὁ ὁποιος χαμένος
Ν »
για τριτη φορα στη διαρκεια του λογου του, συνεχίζει απτόητος,
| Ϊ
δηλωνοντας στον καλοπροαίρετο συνομιλητη πως ὁ φιλόσοφος ζη
Ν | \ Ϊ | Ν Ν
τει μονο την αληθεια καὶ αδιαφορει απολύτως ἐὰν ὁ δρόμος είναι
μακρὺς σύντομος.
Περὶ γραφης γίνεται λόγος στὸν Φαῖὁρο (Ζἶἔιο 277‹:), ὅπου ὁ
¬ . Ν Ν Ν Ν
Σωκρατης διηγειται τὸν μυθο της ανακαλύψεώς της άπὸ τὸν Θευθ,
κ : › : Ν Ν Ν Ν Ν
τον θεοποιημενο εφευρετη των τεχνων καί των ἐπιστημων της Αί
# | κ | | κ σ ι ι › ν
γυπτου, προσθετοντας το δικο του σχολιο. Την εποχη που εβασι
λευε στην Αίγυπτο ό Θαμους, λέει, ὁ Θεὕθ πηγε στὸ παλάτι του
στὶς Θηβες, τοῦ έδειξε τὶς τέχνες του καὶ τὸν παρεκάλεσε να τὶς
διαδώση στους Αἰγυπτίους. !Ο βασιλέας ζητησε ἐξηγησεις γιατην
χρησιμότητα κάθε τέχνης καί αναλόγως ἔκρινε. ,Αφου άπεφάσισε
για τὶς διάφορες τέχνες, ηρθε η ὥρα της γραφης, την ὁποία ὁ Θευθ
του παρουσίασε ὡς φάρμακο της μνημης καὶ της γνώσεως. _ ”Οχι,
Θεῦθ, απηντησε τότε, η γραφη είναι ακριβώς τὸ αντίθετο απ, ότι
.
ισχυρίζεσαι. Οἱ φυχὲς θα βουλιάξουν στην λήθη, διότι όσοι μάθουν
να γράφουν θα πάψουν να γυμνάζουν την μνημη τους· αφ” ης στι
". Ι \ Ϊ { Υ | ; 1 Ν 3
γμης πιστευουν στην γραφη, η αναμνησι θα έρχεται εκ των έξω και
όχι άπὸ μέσα τους. ίΗ γραφη δὲν είναι φάρμακο της μνημης αλλα
της υπομνησεως. ”Οσο για την σοφία τους, θα είναι ασφαλῶς απα
τ λ” α ου̃ ” πολυ άθεια τῶν ι λίων θα του δεί ν παντο νῶ
η η› φ Ὁ μ § χ Ϊ) Υ
στες, ἐνῷ αὐτοὶ θα στερουνται κάθε κρίσεως.
Το σχόλγιο του Σωκράτους θα παρακολουθηση την ετυμηγορία
Ν Ν ο κ : '\
του Θαμου. Η γραφη ως υπομνησις, συμπεραινει, φέρνει λησμονια
\ ' Ν ›»
στην ψυχη όσων την χρησιμοποιουν· πρόκειται γιαειὁωλο ενος ζων
τανοῦ κι ἐμψόχου λόγου (λόγος ζῶν καὶ ἔμιμυχος), τὸ ὁποῖο μόνο σὰν
διασκέδασι παιχνίδι δικαιώνεται, κάτι που κάνει τὸν παίκτη να
αναγαλλιάζῃ σὰν τους γεωργοὺς τῶν κηπων του̃ ,Αδώνιδος, ὅταν
: κ › κ ε | π Ι υ νι Ω
βλεπουν σε οκτω ημερες να φουντωνη ένα στειρο φυτὸ καὶ ώριμο
ΑΙΩΝΙΑ ΠΑΙΔΙΑ
207
συγχρόνως νὰ πεθαίνη. ”Αλλὰ ὁ ρόλος τὸν ὁποῖο ἐπιφυλάσσει
στὴν
κ κ υ Ν ι υ κ κ
› › ι Ν ‹ ι γραφη δεν εξαντλειται σ αυτο το σημειο. κατ ουσιαν στειρα, υπο
ὡρισμένες συνθηκες άποτελεῖ θησαυρὸν ὺπομνημάτων
γιὰ τὸν συγ
γραφέα καὶ άνεξάντλητη πηγὴ έμπνεύσεως
γιὰ τους μαθητάς του,
ένα λόγο διαθέσιμο σὲ κάθε άνθρωπο έτοιμο νὰ τὸν δεχθη και νὰ
τὸν μεταδώση. .Ως θησαυρὸς υπομνημάτων„ὴ
γραφὴ εἶναι ευπρόσ
δεκτη στὴν πλατωνικὴ πολιτεία.
Δὲν θὰ έννο έσω ε ποτὲ τ)ν πλατωνικ` ἀντίλ ψι πε ι αι Ν
η μ η
η Υ) ρ Υρ πῦηἔἹ
χωρὶς τὸν σχολιασμὸ του Σωκράτους,
ὁ ὁποῖος οἰκειοποιεῖται
μὲν
τὴν σκέψι του Θαμου, προσθέτει ὅμως τὸν χαρακτηρισμό
του θη
σαυρου υπομνημάτων.
”Οχι πὼς ὁ μυθος δὲν κάνει ὴδη υπαινιγμό
7
άλλὰ ὁ Σωκράτης του δίδει μια φιλοσοφικὴ διάστασι, που θὰ ὴταν
άδυνατο νὰ άνακαλύψη ὁ περιωρισμένος
στὰ δεδομένα του μύθου
άριστος άναγνώστης.
”Η νέα αὐτὴ διάστασι τὴς γραφὴς, εμπλουτι
ζει σε τέτοιο βαθμὸ τὴν προβληματικὴ
του μύθου, ὥστε δικαίωςνὰ Ἑ Ι \ \ | \
| \ Ν / υποψιαζεται
κανεις τον Πλάτωνα για παλινῳδια
σαν του Στησιχο
ρου, που ὁ ἴδιος μνημονευει στὸν Φαῖὁρο (2ἔιδεΒ). Με ποιόν τρόπο
ἕ \ | ! Υ εν |
\ Η \ Κ | η γραφη γινεται θησαυρός, ενῳ προκειται
για ειδωλο και υπομνησι
7 Π .Ν \ θ Ϊ
¬\ ,λ | , δ | \ ως το υπομνημα καταργει ητου αχιστον εξου ετερωνει
το
φαινόμενο; Και άν δὲν πρόκειται περὶ παλινῳδίας,
μηπως πρέπει
νὰ σκεφθουμε κάποια άναστροφη;
,Αλλὰ τότε σὲ τί έγκειται ὴ
\ 7 ¶ Ν Ἱ |
πλατωνικη αναστροφη του ινδαλματος,
"Ας πάρωμε τὰ κείμενα.
”Ο Σωκράτης εισάγει (ἔνθ. άν. 27θὀ) τὴν γραφὴθησαυρὸ
υπο
μνημάτων μὲ τὰ εξης: ‹‹ .Όταν ὅμως συμβαίνη νὰ γράφη, θησαυρίζεΕ
υπομνὴματα (ὑπομνήματιι θησαυριζόμενος),
γιὰ νὰ μὴν λησμονῇ ὁ
Η ` | \ Χ Κ | Ώ Ν \ Η ιδιος στα γεραματα και για οιονδηποτε
ακολουθει τα ιχνη του (κα
Ν.
παντὶ τω̨̃ ταὐτὸν ι̃η̨̃ζνος μετιόντι)››. ”Αλλά... ,Αλλὰ ὁ έν λόγω συγγρα
εὺ δεν εἶναι ὁποιοσδ όποτε· εἶναι «αὐτὸ ποὺ νω ί ει τὸ δίκαιο
φ
Ἱ
τὸ ὡραῖο, τὸ άγαθό», δηλαδὴ ὁ φιλόσοφος.
”Ο Πλάτων έχει κατὰ
νου τὸν φιλόσοφο, ὅταν έπιτρέπη χρὴσι τὴς γραφὴς: μόνο ἐκεῖνος
(ἔνθ. άν. 27θοεἰ) «δὲν παίρνει σοβαρὰ (σπουδῇ) ὅτι θὰ γράψη στὸ
νερὸ (ἐν ὕὁοιτι γράψει) αὐτὰ τὰ πράγματα
και μὲ τὸ καλαμάρι θὰ
σπείρῃ μελάνι μὲ λόγια (μέλιινι σπεῷων ὁιὰ καλάμου μετὰλόγων), που
οὔτε νὰ βοηθουν τὸν ἑαυτό τους έχουν δύναμι (ἀδυνάτων μὲν αὐτοῖς
λόγῳ βοηθεῖν), οὔτε καὶ νὰ διδάξουν ὅπως πρέπει τὴν άλὴθεια (άδυ
νάτων δὲ ίκανως τἀληθὲς ὀιὁάξαι).
'Αντίθετα ειναι φανερὸ ὅτι θὰ
σπείρη καὶ θὰ γράψη (σπερεῖ τε καὶ γράψει) γιὰ διασκέδασι
(παιὁια̃ς
χάριν) τοὺς κήπους μὲ τὰ γράμματα (τοὺς ὲν γράμμιισι κήπους)››. "Ο
διαλεκτικὸς
φιλόσοφος δικαιουται νὰ πλησιάζη τὸ κακὸ ἐπειδὴ
208 ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ
μπορεί να τὸ κάνη πλοϋτο, χωρὶς ποτὲ να πέφτη θὔμα τὴς ίδιας του
τὴς πράξεως.
Παρακολουθὴσαμε (ἔνθ. αν. Ζἶἔιο Ζ7ἶ›ὶ›) τὴν καταδίκη τὴς
γραφης, ὡς απλοἶι έργαλείου ὑπομνὴσεως· βρισκόμαστε τώρα ἐνώ
πιον τοῦ καθορισμοὕ τῶν προϋποθέσεων μιᾶς γραφὴς ανταξίαςτῶν
ἐνασχολὴσεων τοῦ διαλεκτικου̃ φιλοσόφου. Για να παρη θέσι στὸν
κόσμο τὴς φιλοσοφίας, ὴ γραφὴ πρέπει να γίνη ταμιεῖον ὑπομνημα
των, δηλαδὴ αδιάκοπη ἐγρὴγορσι της μνὴμης έν όψει αναμνὴσεως.
.Ο Πλάτων δὲν ακυρώνει τὴν ἐτυμηγορία τοῦ βασιλέως ὴ γραφὴ
εἶναι κατ, ούσίαν συντὴρησι γνώσεων καὶ δὲν ὁδηγεῖ ποτὲ στὴν
αναμνησι, ὁ δὲ ζωντανός λόγος, ποὺ στηρίζεται στὴν διαλεκτικὴ,
παραμένει ασυγκρίτως ανώτερος: ὁ διάλογος εἶναι κυρίως σπορα
τῶν ψυχῶν μὲ τὸν λόγο καὶ λαχτάρα κοινὴ τοῦ ,Αγαθοὔ, ζεστασιά
στὴν ὁποία ὴ γραφὴ αντιτάσσει τὴν ψυχρὴ ὴδονὴ της συσσωρεύσε
ως. Μόνο στα χέρια τοϋ φιλοσόφου ὴ γραφὴ γίνεται χαρα (τὸ χαί
ρειν) καὶ ἠόονὴ αβλαβἠς (Πολιτείας Βὕἶὶι), φρόνιμο παιχνίδι τῶν γε
ρόντων (ἡ τω̃ν πμεσβυτῶν ἔμφμων παιδιά, Νόμων ίἴἶίο καὶ Ρ/θθει)
παιχνίδι απαιτήσεων (πμανματιώὅπς παιδιά, Παρμενίὅου ί37ὶ:›), μ” ένα
λόγο, ἔκκλησι συνεχὴς στὴν ψυχὴ να αντλῇ από τὴν δικη τηςπληρό
τητα καὶ έτσι να μάθη να δίνεται. Πῶς να παγιδευθῇ ό φιλόσοφος
από τὸ φαινόμενο, όταν αὐτὸ δὲν σκοπεύη τὴν θεωρία τῶν ὑπεράνω
καὶ όταν παγίδα έγκειται ακριβῶς στὴν δια του̃ είκονικου̃ σκοποῦ
έξουδετέρωσι; ”Ως χαρα άβλαβὴς τῇ συνδρομῇ τοϋ φιλοσόφου, ὴ
γραφὴ αποτελεί πρα̃ξιν είδημοσόνης (μετα ἐπιστήμης) καὶ ὑπό αὐτὴ
τὴν ἔννοια γίνεται θησαυρός ίιπομνημάτων. ὶΗ γραφὴ στα χέρια του̃
εῖὀότος εἶναι κατὰ τὸν Πλάτωνα ένας θησαυρός, σημαίνει δὲ τὸν
πλου̃το ποὺ δὲν κεφαλαιοποιεῖται καὶ προέρχεται από τὴν γέννα
της ψυχῆς στὴν όμορφια (τόκος ἐν καλω̨̃), τὴν ὁποία περιγράφει
έξοχα τὸ Συμπόσιον. λΗ γραφὴ δεν πλουτίζει ἐπειδὴ απλώνεται,
πρᾶγμα άλλωστε αδύνατο χωρὶς τὴν πρωτοβουλία τοῦ συγγραφέ
ως, πλουτίζει περνώντας στὸν χῶρο τὴς ἐσωτερικότητος ὑπὸ μορ
φὴν άναγνώσεως. (Η φανέρωσι πηγάζει από τὸ νόημα, όχι τὸ όν,
καὶ γι, αὐτὸ ή ὑπόμνησις, προτοῦ μνημειωθῇ, συνιστα δυνατότητα
αδιαλείπτου αναφορας στὴν αρχη, συνδεδεμένης μὲ τὴν διαλεκτικὴ
ἔρευνα. ”Αναστρέφοντας ὁ Πλάτων τὴν γραφὴ, δημιούργησε ένα
σημεῖο αναφορας πρὸς χρὴσιν του̃ εἰδότος, σημεῖο που να μὴν παρα
πέμπη στὴν ὔλη τοῦ λόγου, αλλα στὸ νόημα. Χωρὶς να απωθῇ τὴν
γραφὴ πρὸς όφελος του̃ ζωντανοὕ λόγου, μετέφερε στὴν σχέσι με τὸ
νόημα κάθε δυνατότητα παραγωγἦς καὶ κάθε δυνατότητα έν γένει.
Ὁ λόνος δεν δηλώνει τα λόγια, που ὁ Κρατύλος (έιδἶιὀ ἔιδθὶὲι)
ΑΙΩΝΙΑ ΠΑΙΔΙΑ Ζθθ
παρουσιάζεται ἐδῶ κατηγορηματικός είναι ἀκόμη είδωλο· πρό
κειται μᾶλλον γιὰ πεμπτουσίατοῦ υποκειμένου, ἐνσαρκωμἑνη στην
ρηματικότητα της φράσεως, η ὁποία επενδύει τὸ δν με τὸν χρόνο
καὶ κάνει τὸν χρόνο διακριτικό της ροπης του ἀνθρώπου πρὸς τὸ
απόλυτο. (Ο Πλάτων δὲν χαρακτηρίζει τὸν λόγο ζῶντα ὑπὸ την
ἔννοια τη̃ς λέξεως, διότι γνωρίζει πὼς η ὰμεσότης τῶν λόγων δὲν
ὑφίσταται ἐκτὸς ἐνεργείαςτοϋ λόγου καὶ πὼς ἐκτὸς σημασίας μένει
τὸ σημείο ἀνενεργό. ”Οταν η γραφη θεραπεύη τὸ νόημα, γίνεται ὁ
πιστὸς συνοδοιπόρος που κρατεί την γραμμη τοϋ φιλοσόφου καὶ την
στερεώνει ὡς παράδοσι.
( | , Ϊ Ϊ Ϊ ` 'Ξ' , | Ϊ | \
Η λεξι αυτη, η παραδοσι, δεν ειναι ουρανοπεμπτη υπαρχει στο
πλατωνικὸ κείμενο. (Ο θησαυρός ὑπομνημάτων ίσχύει τόσο γιὰ τὸν
φιλόσοφο, όσο καὶ γιὰ τους μαθητάς του, διότι ἐκείνος γράφει βε
βαια γιὰ δικη του διασκέδασι, ἀλλὰ γράφει καί γιὰ οποιονδηποτε
ὰκολουθεί τὰ ίχνη του: καὶ παντὶ τω̨̃ ταὺτὸν ίχνος μετιόντι. Στὸ μετρο
που η χαρὰ τούτη είναι προσωπικη, η φυγη του παρόντος του ὰπα
Ϊ Έ Ἱ Η , Ν \ Η | \ ί (
λυνεται, επειδη ομως αφορα και αλλους, στρεφεται στο μελλον. Η
γραφη εόχαριστεί χωρίς νὰ ἐπαναπαύῃ, όπως (Φαίὀρου Ζίθό) «οί
κρασοκατανύξεις καὶ τὰ σχετικά», δὲν είναι μάλιστα ἀποκλειστικό
ιν | 3 \ \ | Ϊ |
της του συγγραφεως. Έρχεται λοιπον μια στιγμη, που συνεχισι
του παιχνιδιου̃ ἐν σχέσει πρὸς τὸ πρόσωπο του παίκτη ἐξαρτᾶται
ἀπὸ τους τρίτους που τὸ χαίρονται, ὁπότε η γραφη ἐλευθερώνεται
ἀπὸ την ίστορικη της καταγωγη καὶ προσφέρεται στους μεταγενε
στέρους, οίοσδηποτε δέ, ἀρκεί νὰ είναι φιλόσοφος, ἀπολαμβάνει
σὰν τὸν πρῶτο παίκτη.
.Η πα άδοσι άποδίδει τὰν ίδέα ιᾶ κεντ ικ” σ ασί που
Ρ Ὁ μ· § Ρ ηἔ ημ αἔγ
ενεργεί υλοποιώντας σημασίες παράγωγες. Παράδοσι δὲν γίνεταιη
ἀναπέτασι της γραφης, ἀλλὰ ὁ ζωντανός λόγος που πραγματοποιεί
συνάντησι τοῦ νου μὲ την ἐνεργὸ σημασία, σημασία την ὁποία η
γραφη ἐπιχειρεί νὰ προσηλώση ὁριστικά, χωρίς νὰ τὸ κατορθώνη.
Ώ Ἱ \ | \ ? ) \ \ δ | \
Η γραφη δεν προεκτεινει την γραφη, αλλα την αδυναμια της να
Η | | Ἱ
καταλάβη ενα άρχεγονο κενο, που δὲν ἐπέτυχε μέχρι τότε νὰ πλη
| ,Ε Υ εν 8\ 'Ϊ ἶ | δ | { Ἐ \ δδ Ί” |
ρωση. ν αρχη εν ειναι η γραφη, ιοτι η αρχη εν ειναι, ξαναρχι
ζοντας όμως κάθε τόσο ἀπὸ αδυναμία της, μαρτυρεί συγχρόνως
περὶ τοῦ ἑπέκεινα καὶ βεβαιώνεται ὡς θησαυρός ὺπομνημάτων. 'Η
πλατωνικη ἀναστροφη της γραφης επιτελείται με την ἔννοια της
φιλοσοφικης γραφης, η ὁποία είσάγει στην παράδοσι την ίστορικό
τητα καὶ ενεργοποιεί μιὰν άρχη ἀνυπόστατη, ὑπὸ μορφην ἐκ του
|
μηδενὸς δημιουργιας.
Π \ Ύ ` | Ϊ , | \ ¶ Κ Ν |
Εαν ησαν τα παντα γραμμενα ανεκαθεν δεν θα υπηρχε παραδο
Μ Φιλοσοφία ποιητική
Ζίθ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΊἹΚΗ
σις, δὲν θὰ ὴταν κὰν ἐφικτὴ ὴ διαφορά, ποὺ θὰ ὴθελε ίσως κανεὶς
στὴ θέσι τῆς ἀρχῆς. ”Ολα εἶναι δεδομένα ἀνέκαθεν, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν
ἴδια τὴν πρᾶξι τῆς δόσεως, ὴ παράδοσι δὲ καὶ ὴ παράδοσι τὴς
παραδόσεως όφείλονται στὸ θαυ̃μα της ἀπείρου δωρεᾶς. ”Η ίδέα
τὴς ὀντικοοντολογικὴς διαφορᾶς, τὴς ἀρχὴς ποὺ είναι καθ, ἐαυτὴν
διαφορά, ίδέα ὴ ὁποία στηρίζει τὴν πολεμικὴ τοὔ Χἀιντεγγερ κατὰ
τὴς μεταφυσικης, όπως καὶ τὶς συναφείς πρὸς αὺτὴν κατεδαφίσεις
τῆς πλατωνικῆς φιλοσοφίας, ἀποτελεῖ ἔντονη ἀντίδρασι ἀπέναντι
σὲ ἕνα τεχνητό ἑλληνισμό, ἔργο δῆθεν τοῦ Πλάτωνος, ὁ ὁποὶος
κατηγορεῖται ότι ἀνεκὴρυξε τὴν ὁντικὴ παρουσία ἀρχὴ καὶ ταυτο·
χρόνως τὴν προώρισε στὴν λὴθη. ”Οταν συντηρείται ὴ ἀρχὴ στὸ
παρόν, ὴ παράδοσι ἀκολουθεῖ τὴν ἀτελείωτη ροὴ τῶν στιγμῶν καὶ
ἀντὶ νὰ τὴν προφυλάξῃ τὴν προδίδει. Δεχόμενοι ὡς ἀφετηρία τὴν
διαφορὰ μεταξὺ Εἶναι στερουμένου ὁντικὴς ὺποστάσεως καὶ τῶν
όντων, μποροὕμε εὔκολα νὰ κατηγορὴσωμε καὶ νὰ καταδικάσωμε
τὸν Πλάτωνα ὡς πρωτεργάτη τῆς «όντοθεολογίας» τοῦ παρόντος.
Αὐτὸ όμως ἐπί οὺδενὶ λόγῳ σημαίνει ότι «ξεπερνοῦμε» πράγματι
τὸν πλατωνισμὸ ότι είμαστε περιθωριακοὶ τὴς φιλοσοφίας. ”Η
προβληματικὴ τὴς ὀντικοοντολογικὴς διαφοράς, δὲν εἶναι ξένη όσο
φανταζόμαστε γιὰ τὸν Πλάτωνα, ἀφὴνω δὲ κατὰ μέρος τοὺς νεο
πλατωνικοὺς καὶ τὸν Πλωτῖνο: ὴ ἔκτη ὺπόθεσις τοῦ Παρμενίόου
(ίθθὶσ ίθδὶσ) μαρτυρεί. Τὸ ἀνυπόστατο τοϋ Ἑὶνὸς ὺπὸ τὴν ἔννοια
πράγματος, δὲν συνεπάγεται ἀνυπαρξία· ὴ όπαρξι καὶ ὴ ὺπόστασι
κάθε όντος ποὺ σκεπτόμαστε καὶ ὀνομἀζομε διαφέρουν. Τὸ ἀνυπό
στατο "Εν (ἔν μὴ ἔστι) δὲν εἶναι (οὐκὔν), ὴ ὕπαρξί του μὲ άλλα λόγια
δὲν εἶναι ὀντικὴ. Ἐὰν πραγματικότης τοῦ όντος ὴταν ὴ παρουσία
του, τότε ὴ πρότασι ἔν μὴ ἔστι (τὸ 'Ἑν δεν ὺφίσταται) θὰ ἦταν
παράλογη καὶ ὴ ὺπόθεσι ἀδιανόητη· ἀλλὰ τὸ ἐστὶ δὲν δηλώνει ἐδῶ
παρουσία, ἐνῷ τὸ “Εν είναι κάτι ἀνυπόστατο, ποὺ οὐδέποτε θὰ γίνη
παρόν. 'Η πραγματικότης επομένως τῶν όντων δεν ἑξαρτᾶται ἀπὸ
τὴν ὺπόστασι, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν μετοχὴ σὲ ἕνα κόσμο ποὺ δεν ἔχει
ὺλικὴ παρουσία καὶ τὰ ξεπερνζι «σὲ ίσχὺ καὶ μεγαλειότητα». ”Η
πραγματικότης κάθε όντος όφείλεται έξ ὁλοκλὴρου σὲ τούτη τὴν
μέθεξι καὶ δὲν ἔχει σχέσι μὲ τὸ γεγονὸς ότι τὸ όν γίνεται ἀντικείμε
νο τοὕ βλέμματος. ”Ο Πλάτων προχωρεί ἀκόμη περισσότερο: γνω
ρίζοντας πὼς ὴ όντικοοντολογικὴ διαφορὰ καταργεῖ τὰδιαφέροντα
καὶ πὼς ἐκτὸς ἐνεργείας τῆς ἀνυποθέτου ἀρχὴς, ὴτοι τοῦ (Ενός, τὰ
τελευταία είναι ἀνέφικτα, ἐξαρτὰ ἀπὸ τὴν ὕπαρξι του̃ Ἑνὸς κάθε
δυνατότητα διαφορᾶς. Ἐὰν τὸ "Εν δὲν ὺφίσταται (όγδόη ὺπόθεσις
τοῦ Παρμενίὀου), τότε ὴ διαφορὰ εἶναι χωρὶς διαφέροντα, διότι ἐλ
ΑΙΩΝΙΑ ΠΑΙΔΙΑ Ζ”
λείψει ἑνὸς δὲν υπάρχουν μονάδες γιὰ νὰ γίνουν τὰ ἄλλα. Στὴν
διαφορὰ βεβαιώνονται τὰ ἄλλα καὶ ποτὲ τὰ αὐτά, ὴ ἑτερότης τὴν
σο Ι | ` , |
ὁποία δημιουργει τὸ Ἐν, διαπερνωντας την αμορφια καὶ παραμέ
Ι `
νοντας έν. 'Η διείσδυσι αὐτὴ είναι ἀστραπὴ που φωτίζει τα σκότη
τὴςνύχτας, τὸ ὲξαίφνης τοῦ Συμποσίου (Ζίθε), τηςτρίτηςύποθέσεως
τοῦ Πιιρμενίὁου (ίὀθο ίἔ›7ὶ›) καὶ της Ἑβὁόμης Ἐπιστολῆς (δἔιίὀ),
ὰτοπία (φὐσις ιῖτοπός τις) ἑνὸς χρόνου μηδέν (έν χρόνῳοὐὁενὶ ου̃σα), ὁ
{ σο Ν \ Π \ θ .
οποιος δημιουργει τα όντα καὶ την ιστορία, μολονότι ὁ ίδιος ὐπάρ
χει ἀλλιῶς. Ἐδῶ γεννιέται διαφορά· διαφορὰ που δὲν είναι πλέον
, | Ν Ν Υ εν
ὴ ἀναρχικὴ εξαπλωσι της γραφης ούτε ὴ έξόντωσι της ἑτερότητος
` Ἰ ί Γ
στὴν ταυτότητα, ἀλλα ὴ αμοιβαία των έλξι, έλξι ποὺ ὀφείλεται
στὴν ἐσωτερικότητα καὶ λειτουργεῖ σὰν ζωντανὴ παράδοσι.
\ | Ν | Ϊ Ί' | Ω | ἘΪ |
Το παιχνιδι του Πλατωνος δεν ειναι τοσο απλο, οσο φαινεται
έκ πρώτης όψεως. ”Αθῶο στὰχέρια τοῦ φιλοσόφου, ὅταν πρόκειται
γιὰ τρίτους γίνεται ἐπικίνδυνο καὶ δύσκολο. Πῶς νὰ παίξη κανεὶς
κ οι κ π κ ·ι· : ι : : κ κ
με ενα θησαυρο που δεν ειναι δικος του; Ο Πλατων παντως το λεει
καθαρά: ”Οταν συμβαίνη ὁ φιλόσοφος νὰ γράφῃ, δημιουργεῖ θησαυ
Ἱ Ν
ρο ύπομνηματων για τον ἴδιο καὶ όποιον ἀκολουθει τὰ ἴχνη του.
Π | Ϊ | \ Εἰ { \ \ 80 Ἰ Ϊ Ὁ \
αιζομε κατα συνεπειαν με ενα παιχνιδι που δεν μας ανηκει, αλλα
\ Ἡ , Ν ?| Ἱ Ν· , | Ν Η δ #9 Ἱ' 7
το γεγονος ακριβως οτι δεν μας ανηκει συνιστα ο ο εκ των ων ουκ
)| #`# Ϊ | #9 < | ) `ρ Ἱ "Ο , |
ανευ της ευφροσυνης μας, της υπομνησεως δηλαδη και της αναμνη
σεως. _ ·
Τὸ παιχνίδι τοῦτο εἶναι κατ, ἀρχὴν ἀνάγνωσι, μὲ ἄλλους λό
γους προσωπικὴ διάθεσι ἀπὸ τὸν συγγραφέα καὶ τοὺς μαθητάς του
ἑνὸς θησαυρού, ὁ ὁποῖος ἑπιτρέπει τὴν πρόσβασι σὲ κάποιαν άνω
τέρα γνῶσι. ”Ωςὑπενθύμισις, τὰὑπομνηματα δὲν εἶναι μνημοτεχνι
κη, ἀποτελου̃ν μάλιστα δεσμὸ ὰδιάρρηκτο μεταξὺ του̃ φιλοσόφου
καὶ τὴς ἐπιστήμης του, ὅταν έκεῖνος φθάσῃ στὰ γεράματα καὶ δὲν
μπορεί πιὰ νὰ θυμα̃ται. ”Αλλὰ κατὰ τὸν Μένωνα (θίἶε98), ή ἀνάμνη
Ι Ω 2
σις είναι κυρίως δεσμός, η θεωρητικὴ διαδικασία (λοχισμος), ποὺ
συνδέει (ὅεσμω̨̃) τὴν έμπειρικὴ αληθεια (ὁρθὴ δόξα) μὲ τὴν ψυχὴ καὶ
δημιουργεί έτσι τὴν αύθεντικὴ γνῶσι (ὲπιστήμη). ὶο σύνδεσμος αύ
τὸς δὲν έχει νὰ κάνη μὲ τὴν λογικὴ αίτίου καὶ αποτελέσματος,
ὅπως θέλουν καὶ οἱ δοκιμώτεροι μεταφρασταὶ τοῦ διαλόγου, διότι ὴ
ἐν προκειμένῳ έννοια του̃ όρου λοχικὸς βρίσκεται πέρα του̃ συλλογι
σ ου̃ καὶ τ” αἰτιακ” σ έσεω ποὺ δεν σ αίνουν τίποτε ἄλλωστε
μ ›
Ν Ι Έ Ἱ
στὸ ανωτέρω χωρίο του Μενωνος. Για τον Πλάτωνα καὶ όποιον τὸν
ἀκολουθεῖ λο ικὶ καὶ συλλο ιστικὶ δια έ ουν·π οτ ὔδ λί `
› γη Ϊ η φρ ·ροηωσῃι̃ην
συνάρθρωσι της σκέψεως, ὴ λογικὴ έκφράζει τὴν ένέργεια τοῦ λέ
χειν, ὡς προυπόθεσι τὴςδιαλεκτικὴς ζητησεως. ”Η διαλεκτικὴ είναι
ΖἸΖ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ
Ω.
Ρ!
··ὶ
α ὀα
θεωρητικὴ μέθοδος ὶκανὴ νὰ ὁδηγήση στὴν άρχή, ὰποτελεῖ δὲ
ἀπόδειξι ότι στὴν πλατωνικὴ φιλοσοφία ὴ προτεραιότης άνήκει σε
ένα λόγο μὴ νοοκρατικό, ὁ ὁποῖος δίδεται ὡς ἔργο. Αὐτό, μετὰ τὸν
Μένωνα (ἔνθ. ἀν.), τὴν Πολιτεία (ὅδίε) καὶ τὸν Φαῖὁρο (ἴἶὕὀ 27όει),
θὰ τὸ ὐπογραμμίση έντονα ὁ Θεαίτητος (2ΟΖο): ”Οποιος δεν εἶναι
είς θέσιν, διαβάζομε, νὰ δεχθῇ (ὁέξασθαι) καὶ νὰ δώση (δοῦναι) λό
γον, στερεῖται ἀληθινὴς γνώσεως (ἀνεπιστἠμονα). (Ο λόγος όμως
ποὺ δεχόμαστε καὶ δίνομε εἶναι μία φράσι, ὴ ἴδια ή ἐνέργεια τοϋ
λέγειν, ή ὁποία όχι μόνο δὲν περικλείεται στὸ σημείο, ἀλλὰ καὶ τὸ
σημασιοδοτεῖ. Ἐὰν ὴ άνάμνησι συνδέη τὴν ὀρθὴ δόξα μὲ τὴν ψυχή,
ὐλικὸ τὴς συνδέσεως αὐτῆς είναι τὸ λέγειν τοῦ διαλόγου. Τὸ λέγειν
όμως, ὡς όρος τὴς γνώσεως, δὲν σημαίνει πὼς τὸ άληθινὸ όνομα
της τελευταίας εἶναι δημιουργίακαὶ πὼς ὴ δημιουργίαήταν πάντο
τε ένέργεια τοῦ ρήματος; Τὸ όνομα, θὰ πῇ ὁ Σωκράτης στὸν Κρατύ
λο (ἐ23ἀ), δὲν μιμεῖται ούτε τὸν ὴχο ούτε τὸ χρῶμα ἑνὸς πράγμα
τος, όπως μουσικὴ καὶ ζωγραφική, τὸ όνομα δηλώνει (ὀἠλωσις)
τὴν οὐσία, τὸν ίδεατό του χαρακτηρα (τύπος, ἔιδ2ε), ὁ ὁποῖος, ὡς
ποιότης (ποιόν, ἔι32ὶ›), μόνο μὲ τὴν ὀργανικὴ σύνθεσι (ξύνθεσις) τῶν
όνομάτων καὶ τῶν ρημάτων στὸν λόγο (ἔνθ. άν. ἔιδλὶσ) προσπελάζε
ται. Η ποιότης είσάγει τὸ Εἶναι στὸν χρόνο καὶ δημιουργεί τὸν
λόγο τοϋ ρήματος, ξένο πρὸς κάθε ὰντικειμενικὴ άφῃρημένη ἔννοια
καὶ παρόντα στὸν ὰγῶνα του̃ πνεύματος νὰ ὐφωθῇ ἀπὸ τὸ φαινόμε
νο στὴν οὐσία, ἀγῶνα ποὺ είναι ὁ φυχισμός. 'Η ὀνομασία ὐποθέτει
γνῶσιν πρὸ τὴς όψεως, τὴν πρόγνωσι ἐκείνη τοϋ Κρατύλου (προειὀύσι
τα πράγματα, ἔιδδε), ποὺ μαρτυρεί περὶ της υπάρξεως μιᾶς ὐπερβα
τικής σημασίας, τής ὁποίας ή εὕρεσις εἶναι έργο του̃ λόγου ὴ δὲ
βεβαίωσις δημιουργία.
Οί σχέσεις άναμνήσεως καὶ διαλεκτικὴς ἐν τούτοις έξακολου
θου̃ν νὰ παραμένουν σκοτεινές, ή δὲ συνωνυμία τους δὲν παύει νὰ
ἔχη ἔννοια παραδόξου. Γιατί νὰ ὁδηγῇ στὴν ἀνάμνησι ὁ διάλογος
καὶ όχι ὴ καθαρὴ σκέψι; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ φθάνη κανεὶς μὲ τὴν
έρωταπόκρισι ἐκεῖ ποὺ ὁγστοχασμὸς καὶ ή αἴσθησι ἀποτυγχάνουν,
'Ο Πλάτων δὲν ἀντιμετωπίζει εὐθέως τὰ έρωτήματα αὐτὰ ποὺ
θέτει ὴ προβληματική του, ή άπάντησι όμως θὰ δοθῇ ἀπὸ τὰ πρά
γματα, όπως ἐκ τῶν πραγμάτων ὐποχρεώθηκε νὰ ὰναλάβὴ στὸν
Φαίὁωνα (θθὸ ίοθὶα) τον δεύτερον πλου̃ν του. Διότι, καθὼς διηγεῖται
ὁ ίδιος, οὶ έρευνες τῶν φυσικῶν τὸν είχαν ἑνθουσιάσει στὰ νιάτα
του, γρήγορα ὡστόσο, ἀφοῦ προηγουμένως τὶς ἐφήρμοσε, ένοιωσε
άπογοήτευσι, ἀπεφάσισε νὰ ἐγκαταλείφη αὐτὴ τὴν περιπέτεια καὶ
ρίχθηκε σὲ νέες ἀναζητήσεις. Οἱ προγενέστεροί του έσπούδαζαν
ΑΙΩΝΙΑ ΠΑΙΔΙΑ 2λό
μόνο τὰ αὶσθητὰ καὶ άδυνατοῦσαν ἔτσι νὰ συλλάβουν τὴν νοητὴ
κοσμοποιὸ ὰληθὴ αἰτία τῶν πραγμάτων. *Ηταν επομένως πολὺ
φυσικό, ν, ἀντιληφθῇ άμέσως, ότι ζητώντας τὴν αίτία στὸ πεδίο
τῶν αἰσθὴσεων κινδύνευε ἀπὸ ψυχικὴ τύφλωσι, όπως άκριβῶς κιν
δυνεύουν νὰ χάσουν τὸ φῶς τους οὶ παρατηρηταὶ τῶν ὴλιακῶν
έκλείψεων, όταν, άσύνετα, δὲν τὶς παρακολουθούν στὸ νερὸ σὲ
κάποια στιλπνὴ έπιφάνεια. Δὲν ὺπῆρχε ὰπλούστερη άντίδρασι ἀπὸ
τὸ νὰ ζητὴση τὴν λύσι τοῦ προβλήματος πρὸς τὴν κατεύθυνσι τῶν
νοητῶν (λόγοι), ποὺ χαρακτηρίζουν τὴν γλῶσσα καὶ άποτελουν καθ,
ἑαυτὰ ένεργὸ (ἐν ἔργως) πραγματικότητα, όχι άπείκασμα τῶν ἰδε
ῶν. ”Αφου̃ λοιπὸν δέχθηκε ὡς ἀρχὴ τὸ νοητὸ ποὺ έκρινε εκάστοτε
στερεώτερο, ὅ,τι ὰρμονιζόταν τὸ θεωρούσε άληθινὸ καὶ ό,τι δεν του̃
ταίριαζε ψεύτικο.
(Ο Σωκράτης κάνει μία διπλὴ έκλογη: στρέφεται πρὸς τὶς είκό
νες καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στρέφεται στοὺς λόγους, σὰν νὰ ὴταν συγχρόνως
εικόνες καὶ πράγματα. Στάσι άκατανόητη γιὰ κάποιον διὰ βίου
είκονοκλάστη, κι ἀκόμη πιὸ άκατανόητη γιὰ κάποιον ποὺ θὰ έδινε
τὸ πᾶν νὰ κοιτάξη τὸν ὴλιο καταπρόσωπο! Κατέληξα στὶς είκόνες
ἀπὸ σύνεσι, θὰ δικαιολογηθῇ· γιὰ τὴν ἐξομοίωσι ὅμως τῶν νοητῶν
μὲ τὶς εικόνες θὰ κάνη μόνο τὴν φευγαλέα παρατὴρησι, ότι ὁ συμ
βολισμὸς τὴς έκλείψεως δεν πρέπει νὰ ληφθῇ κατὰ γράμμα, ἐφ”
όσον ὴ νοητικὴ θεώρησι τῶν όντων εἶναι μᾶλλον άμεση εμπειρία
παρὰ γνωριμία τὴς είκόνος των. ”Η παρατὴρησι αύτὴ εἶναι πολύτι
μη· δείχνει πὼςὴ εἰκόνα ἐδῶ σημαίνει γιὰ τὸν Πλάτωνα τὴν νοημα
τικότητα καὶ τὴν φανέρωσι ταυτόχρονα τῶν όντων, πὼς ὶδέα καὶ
ὴ ἔννοια ἑνὸς πράγματος δὲν ταυτίζονται καὶ πὼς ὴ ζὴτησι τῶν
ἰδεῶν άνὴκει στὴν δικαιοδοσία τῶν λόγων. (Ο φιλόσοφος ὁδηγεῖται
διὰ τω̃ν λόγων στὴν γνῶσι, ὴ ὁποία ὅμως δὲν εἶναι έποπτείακαθαρη,
διότι οι τελευταῖοι, ὡς ὺπόθεσι ἐργασίας ὑποθέμενος θὰ πῇ ὁ
Σωκράτης στὸ Ἰθθβὕ, μεσιτεύουν πάντοτε τὴν θέα τοϋ ἀπολύ
του. Προκειμένου νὰ μὴν συσκοτίση τὰ πράγματα, ὁ Πλάτων
έφρόντισε, σὲ τοῦτο τὸ χωρίο του̃ Φαίόωνος, νὰ χρησιμοποιὴση τὸ
ρἦμα σκοπῶ (παρατηρῶ), γιὰ νὰ δηλώση τὴν θέα μέσῳ τῶν λόγων,
ένῷ συνέδεσε τὸ βλέπω μὲ τὴν θέα διὰ γυμνοῦ όφθαλμοὕ. Αύτὴ
θεμελιακὴ γιὰ τὴν κατανόησι τοῦ πλατωνισμοῦ διάκρισι βρίσκει
, \ Ι | \ 7 | ~ .ν π
ισχυρη επιβεβαιωσι στον Αριστοτέλη (βλ. Φυσικης ακροασεως
Ζθἔιὶσἔι καὶ Περὶ γενέσεως καὶ φθορα̃ς δλθειλί), όπου ὁ τύπος λογικῶς
σκοπεῖν τὴν διατηρεί, καθιστά δὲ έμφανὲς ότι ὴ λογικὴ ἐκφράζει τὴν
διαλεκτικὴ καὶ ότι ὴ διαλεκτικὴ εἶναι ἔμμεσος γνῶσι. Δεχόμενοι
τὴν ύπαρξι του ὡραίου καθ” ἑαυτοῦ καὶ άφ” ἑαυτοῦ, του άγαθοὺ,
ΖΜ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗἹἹΚΗ
Ι ` Η 3 Κ \ | Η 3! \ Ι
του μεγαλου και ουτω καθ εξης, δεν σημαινει οτι εχομε στα ματια
η Τ Ἄ ` Ρ/ Ν \ ,λ |θ ` \ | Κ |θ
μας το ειδος, αλλα οτι ζητουμε την α η εια με μια νομιμη υπο εσι
Ω | \ Ἱ ( | Ϊ | Ώ { | | Ϊ
Εργασίας, Κατα Την ΟἹΤΟΕΟ! Ο Χθσμθζ Ξΐθυ̃ΐθς ΟφΕσΤα.Τα!. χαρί. σῖθ
9 Ν Ν Ν Η Ἡ Ἱ \ Ι \ |
αλλιως του. Πως προχωρει ομως κανεις στα τυφλα σε μια τετοια
ὑπόθεσι; Πῶς νὰ δη τὸ ἀθέατο; «Τί θὰ κάνης, Σωκράτη», του̃ λέει ὁ
| Ἱ \ Ν | | \ Υ Ν Ἡ | `
Μενων, «για να βρης (ζητησεις) κατι που αγνοεις απολυτως την
οὐσία του (ὅ τί ὲστιν),›› '
9./`
2! Ξ
<
Στὸ ερώτημα του Μένωνος ὁ Σωκράτης θὰ άπαντηση μὲ μυθο
ωνος 8θΒ8ίιἰ): Θὰ άφηγηθῇ στὸν φίλο του, ὅ,τι εἶχε άκούσει
ρεῖς καὶ ίέρειες «ποὺ μιλοῦν γιὰ τὸ λειτούργημά τους εὐχαρί
(Ψ.
θι̃
στως›› καὶ ἀπὸ ποιητὲς «άληθινὰ θεϊκούς». ”Η ψυχη του ἀνθρώπου
Ἱ' , | , | 3| Ἡ Ι \ \ | ΙΪ
ειναι
λοτε
αθανατη, εδιδασκαν° αλλοτε αφηνει το σῶμα και φευγει, αλ
ξαναέρχεται, χωρὶς ποτὲ νὰ φθαρῇ. Ἐρχόμενη κι ἐπανερχόμε
` Ώ | .Ϊ \ Ἄ | Χ Ν . Η ~ Ι Έ |
νη στα εγκοσμια, ειχε την ευκαιρια να ιδη (εωριικυια γραφει ο Πλα
Των γιὰ νὰ τονίση τὸ άμεσο της θέας) τὰ πάντα καὶ νὰ τὰ συγκρα
τηση. Τί σημασία ἔχει άν κάθε φορὰ ποὺ γεννιέται άπωθεῖ καὶ τὶς
μνημες της! ,Αρκεῖ μία άνάμνησι τὰόντα όλα μεταξύ τους δὲν
συνδέονται; και η ψυχη μας ξαναβρίσκει τὰ υπόλοιπα. ”Η ἔρευνα
καὶ η γνῶσι δὲν είναι παρὰ ἀνάμνησι.
Ἀνάμνησις εἶναι η γνῶσι ποὺ μόλις πρὸ ὀλίγου ζητούσαμε. Εἶναι
{ | , Ν Ἑ Έ Ν \ Νϋ εν Ι ἔ \ Ν \
ο δρομος εκεινος ο οποιος, στις συνθηκες της πτώσεως, οδηγει σε
μιὰ πρώτη χαμένη ματιά. (Ωστόσο κατὰ την άνάμνησι δεν επανα
Ϊ Ο | | , \ { | \ { | Έ `
λαμβάνεται η πρωτη ματια, αλλα η μνημη την οποια η ψυχη διατη
ροὕσ
του,
} \ Ϊ Ϊ Ϊ Ϊ 'Τ )| | Ν Ώ Ϊ
ε απο τοτε. Η αναμνησι ειναι εμμεση προσπελασι του απολυ
η δὲ μεσιτεία ἔργο της διαλεκτικης. Χωρις διάλογο άνάμνησι
δὲν υφίσταται. Με την άνάμνησι, καίτοι ἐν πτώσει στην ληθη, πτῶ
σι ποὺ δὲν θίγει πάντως την οὐρανία φύσι της, η ψυχη ξαναβρίσκει
την μνημη. 'Η ἐπιλησμων ψυχη θὰ μποροὔσε σιγάσιγὰ νὰ ὑπερβῇ
τὶς δυσχέρειες της συνθήκης της τη συνδρομῇ μιᾶς ψυχης «γνωστι
κης»° ὁ πόθος νὰ φθάση στὸ ὔψος αὐτῆς της ψυχης, την υποχρεώνει
σὲ καθάρσια ἐγρηγορσι, η οποία περαίνεται μὲ άνάμνησι. Τὸ ὕψος
της άλλης ψυχης διαγράφεται στην ἀπορίιι της άδαοὕς, στην άμφιβο
λία που της γεννά γιὰ ὅ,τι θεωροὔσε βέβαιο. ”Αμφιβολία εἶναι η
πρώτη άντίδρασι της ψυχῆς πρὸς την ληθη, ἔκδηλη της δυσαρέ
σκεια γιὰ τὸ όν. Χάνοντας όμως κάθε εμπιστοσύνη στὰ όσα βλέπω
καὶ αίσθάνομαι, δὲν τρἐπομαι ἐνστικτωδῶς πρὸς την άνάμνησι, ΩΟ
Μένων (ίἶθε8θἰ:›) τὸ βεβαιώνει μὲ τὸν κατηγορηματικώτερο τρόπο.
.Ο θεσσαλὸς αὐτὸς ἐραστης της φιλοσοφίας εἶχε άκούσει πὼς ὁ
φίλος του ὁ Σωκράτης δεν ἔκανε άλλο ἀπὸ νὰ βρίσκη παντου άδιέ
ξοδα και νὰ ἐξωθῇ τους άλλους νὰ βρίσκουν. Τί διαφορὰ ὅμως
ΑΙΩΝΙΑ ΠΑΙΔΙΑ Ἡθ
μεταξὺ τῶν φημὥν τὴς ,Αθὴνας καὶ αὐτοῦ ποὺ δοκίμασε! Μουδια
σμένος ψυχη τε καὶ σώματι, γεματος άμφιβολίες ἀπὸ τὶς ἑρωτὴσεις
του̃ Σωκ άτ τέ ν α ικίἰ ἔνοιωθε ανίκανο νὰ ἀπαντίσ
Ἱ | ,
σὰν νὰ τὸν ειχε τσιμπὴσει νάρκη, ἐκεῖνο τὸ πλατὺ ψάρι ποὺ αὐτο
στιγμεὶ παραλύει όποιον ἀκουμπα.
Μουδιασμένος λοιπὸν καὶ άνὴμπορος νὰ καταφύγη σὲ έτοιμη
γνωσι, όποιος πέφτει στὴν σωκρατικὴ άπορία εἶναι υποχρεωμένος
νὰ άντληση ἀπὸ μέσα του ὁιὀόναι λόγον, προκειμένου νὰ
Τὴν στιγμὴ αὐτὴν άκριβὥς ὴ άμηχανία, ένα εἶδος λανθανούσης
συνειδὴσεως της άγνοίας του, γίνεται καταλύτης της λὴθης καὶ
| Έ Ἄ Ι ` | Ι Σ Ι κ ι Ζ 'Ϊ
μεταβάλλεται σε επιθυμια να γνωριση. Και εποθησεν το ειὁεναι, ειναι
Ἡ | σ¬4 | Η 5 ` | \ 7 |
το συμπερασμα του Σωκράτη (ενθ. αν. 84ο) για τουτη την αλλαγη.
Η Ψ/ θ .Ν Ώ Ἰ | \ | \ )| \ | Ϊ Ι
Οταν ομως αντλω εξ ιδιων, δεν σημαινει πως εχω ταπαντα εντος
μου καὶ πὼς κερδίζω αὐτὸ τὸ ὁποῖο ὴδη κατέχω; Δὲν σημαίνει πὼς
‹ Ν τ Φ : ο κ ...
η γνωσι ειναι αυτοβεβαιωσι; Εγω Ἐγώ. ,Ασφαλως έτσι θὰ
\ | , Ϊ ἶ , \
εἶχαν τα πραγματα, εαν η ανάμνησι δεν στηριζόταν στὸν διάλογο.
Τὸ ε ονὸ ὅτι
Ο
γ γ ς Ω Πλάτων είσάγει τὸν διάλογο ὡς προϋπόθεσι τὴς
άναμνὴσεως, ὁ θεωρητικός στοχασμὸς θὰ μποροῦσε νὰ προσ
φέρη μιὰ γνῶσιν άπηλλαγμένη άπὸ δυσκολίες σύμφυτες μὲ τὴν
Ι | Χ Ἡ 3! \ \ Χ Ώ | Υ ω
νομιμη παρουσια ενος αλλου, το γεγονος λοιπον αυτο, αποτελει
(η̃ω
ε
ει
σαφὴ προειδοποίησι ἐναντίον κάθε ερμηνείας του σωκρατισμοὕ ὡς
φιλοσοφίας τὴς ταυτότητος. ,Αφετηρία τὴς άναμνὴσεως είναι ὁ
διάλογος, ὴ δὲ έρωταπόκρισι τὴς γνώσεως. (Η βαθύτερη ἔννοια τοῦ
διαλόγου ὡς γνωστικοὕ μέσου έγκειται σὲ τοῦτο, ότι ἐξαρτξι τὴν
ζὴτησι τὴς άληθείας ἀπὸ τὸν δημιουργικο χαρακτὴρα τοῦ λέγειν.
”Ο διάλογος δεν θα εἶχε νόημα, ἐὰν ταυτιζόταν ὴ ψυχὴ μὲ τὸ Ἐγώ,
ποὺ γνωρίζει ἐκ τῶν προτέρων τὰ πάντα καὶ διαθέτει τὴν αὐτονο
μία τὴς έπαρκείας του. Άλλὰ ὴ σωκρατικὴ ψυχὴ εἶναι άθάνατη, ὴ
δὲ ταύτισί της μὲ τὸ Ἑγὼ φαινομένη. Τί εἶναι άθανασία τὴς ψυχὴς,
ὁὶν μὴ ὴ δυνατότης ἑνὸς ψυχισμοῦ χωρὶς Ἑγώ, μιᾶς γύμνιας ποὺ
άκτινοβολεῖ ἀπὸ έσωτερικότητα κι ἑνὸς θανάτου ποὺ μόνο σὰν θεία
καλωσύνη νοείται; Ποια θα ὴταν στὴν πραγματικότητα ὴ τύχη του̃
Ἑγὼ σὲ μια ζωὴ ὅπου ὁ θάνατος ὶσοὔται μὲ διαφάνεια τὴςὺπάρξε
ως καὶ ὴ άδυναμία προηγείται τὴς αὐτοβεβαιώσεως;
Κυριευμένη ἀπὸ δίψα τὴς γνώσεως, ὴ ἐπιλὴσμων ψυχὴ άρχίζει
νὰ διαλέγεται. ὶΟ διάλογος ἀποδίδει τὴν ροπὴ τὴς ψυχὴς πρὸς τὸ
άπόλυτο, ροπὴ της ὁποίας κίνητρο εἶναι ὴ ύποψία καὶ ὁ άλλος τὸ
αίτιο. .Η ψυχὴ ποὺ ξυπνά λαχταρξι τὴν αληθεια, άλλὰὴ άλὴθεια
ὺπάρχει στὴν μέθοδο μὲ τὴν ὁποία τὴν ζητοὕμε. Πρόκειται μηπως
γιὰ συνέπεια της άλληλεγγύης τῶν ψυχῶν μὲ τὶς ὶδέες (βλ. Φαίδω
2ι6 ΦιΑοΣοΦ1Α ΠοιΗΤικΗ
νος 7θε) τῶν λόγων μὲ τα πράγματα (βλ. Τιμαίου Ζθὶα), για μία
πρώτη ας πουμε διατύπωσι της αρχεγόνου συμπτώσεως νοησεως
καὶ νοηματος που, είκοσι πέντε αίῶνες αργότερα ἕγινε αφετηρία
τῶν αναλύσεων του Εἶναι καὶ όνος; αθπωσδίποτε. Έν τοιαύτ
ρ γὶ Ϊὶ
Ι | Β.
ὅμως περιπτώσει, έχομε δικαιωμα να μιλουμε περὶ ‹‹ὀντοθεολογί
ας» της παρουσίας καὶ διαλεκτικης της αναμνησεως ὡς περὶ νέας
)| ιν , >· ` | | ζ ` Ϊ
οψεως των ιδεων, Κατα κανενα τροπο. Ο πλατωνικος διαλογος
πραγματοποιεί ένα μεταφυσικὸ αίτημα ὑπὸ μορφην παιδαγωγίας,
αἴτημα που δὲν αποβλέπει να ἐνσταλάξη στην ψυχη τοῦ μαθητοὕ
μία προκατασκευασμένη γνῶσι για ὡρισμένη αόρατη αληθεια τῶν
πραγμάτων Μένωνος 82ο, ἔιἔιοὁ καὶ Θεαιτήτου ίθίὶσ), ανυπό
στατη κατα τὸν Πλάτωνα, αλλα να την διαθέση στὶς έρωτησεις του
διδασκάλου καὶ (βλ. /Ιάχητος ί87‹:ίο) ανεξαρτητως θέματος της
| \
συζητησεως, να ὁδηγηση τον μαθητη σὲ λογοδοσία για τὸν ἑαυτό
του (διδὀναι περὶ αὐτοῦ λόνον). Πρόκειται, μην αμφιβάλωμε, για γνῶ
\ , \ 7 §
σι πολὺ διαφορετικη απο την παθητικη απομνημόνευσι, την οποία
Ω Έ { πω
οι σοφισταὶ καὶ οι ρητορες καλλιεργουσαν στους μαθητάς των, πο
λὺ διαφορετικη έπίσης απὸ την έπαναληπτικη άνάμνησι τῶν πολι
τισμῶν της γραφης. ”Οχι πὼς η πλατωνικη αληθεια δὲν εἶναι μία
καὶ αἰωνία, αλλα διότι χωρὶς την μετοχη του̃ ψυχισμου̃ στην θεωρία
\ )| 9 | 9 Ν \ 9
της θα εμενε αφανης. Εκεινο που ενδιαφέρει την διαλεκτικη ζητησι
δὲν εἶναι μία ὀρθη απάντησι, ειναι, όπως θα βεβαιωση ὁ Σωκράτης
του̃ Μένωνος (7§ὀ), μια προσωπικη απάντησι του̃ διδασκομένου.
,Αναγκασμένος να αντλησω μέσα μου στρέφομαι στην ψυχη μου,
διότι ξ δυσκολία να διδα θῶ είναι π οσωπικί. Σκοπὸ του διαλό
η
γου είναι να αφυπνηση την ψυχη καὶ να φέρη έν συνεχείατην έσωτε
ρικότητα. Στην περίπτωσι αυτη, ὅπου η απόλυτη γνῶσι καὶ τα
απόλυτα πνεύματα μετροὕν πολὺ λίγο, τα αναμασηματα σοφῶν
Ό Ν \ .ἶθ 9 Ν Ν 'Ξ' θ
ιδεων δεν ειναι ουσιωδες· το ουσιωδες ειναι ο προσωπικὸς λόγος
(Ο Σ | .Ϊ λ | Ϊδ 'Μ λ | 'ΠΑ
μας. ωκρατης ειχε π ηρη συνει ησι του προβ ηματος. ‹‹ ς
α ίσω ε τὸν Γο ία ”συ ο›› θα π” έξ α Ν του διαλό ου (7ίὀ)
φη μ ργ η χ ¬ ἶὶ ρχηἔ Υ
\ | Η | Ρ/ | \ \ | |
στον φιλο του, «αλλωστε λειπει. Ομως πες μου, μα τον θεο, Με
νων, έσυ (σὺ ὀὲ αὐτὸς) πῶς έννοεἴς την άρετη;›› ”Η διαλεκτικη καλεί
κυρίως σὲ αυτογνωσία καὶ έτσι έπιτυγχάνει την ανάμνησι. Δὲν
` Ν
υφίσταται διαλεκτικη ζητησις χωρὶς προσωπικη δέσμευσι των δια
λεγομένων καὶ δεν υφίσταται προσωπικη δέσμευσι χωρὶς λογοδο
7 Η Ι Ζ ( Β.
σία (ὁεχεσθαι και ὅιὁοναι λονον). Η παιδαγωγικη της ἐρωταποκρίσε
ως εἶναι κατα βάσιν ψυχαγωγία, μια ἐρωτικη σχέσι που με κάνει
διαθέσιμο στὸν λόγο του̃ άλλου καὶ προσφέρει τὸν λόγο μου όμηρο
` Ϊ Ϊ \ { \ | \ )| | |
στον δικο του. Εαν η διαλεκτικη τεινη στον αλλο κοσμο, το
(ίβθὀ), τὴν Ἑβὀόμη Ἐπιστολή (3ίιὅθ), καὶ δὲν υπάρχει λόγος νὰ
ΑΙΩΝΙΑ ΠΑΙΔΙΑ 2”
τε ὁ άλλος κόσμος ξεκινα ἀπὸ τὸν συνάνθρωπο καὶ τοϋτο τὴν κάνει
διάλογο, ἐνἑργεια ἐξ ὰποστάσεως ὴ ὁποία υπερβαίνει τὴν άπόστα
σι χωρὶς νὰ τὴν καταλύη.
.Ο Πλάτων άποδίδει τὴν άντίθεσι διαλεκτικὴς καὶ ἑτοίμηςγνώ
σεως μὲ τους όρους εὕρεσις (ὴ ζήτησις) καὶ μάθησις, τὴν προσωπικὴ
άνακάλυψι (ὴ ἔρευνα) καὶ τὴν παραδεδομένη γνῶσι. 'Ότι τὸ ζεϋγος
ζήτησιςμάθησις ἀντιστοιχεῖ στὴν διαφορὰ προσωπικὴς ἐρεύνης καὶ
παθητικὴς γνώσεως, φαίνεται καθαρὰ στὸν Ἀλκιβιάὅη (ίθθὀ), τὸν
/Ιάχητα (ίἔἔθο), τὸν Μένωνα (82ο καὶ ἔἔἔιοό), τὸν Φοιίὅωνιι (ἔἔὅο), τὸ
Συμπόσιον (Πἶκτὶ), τὸν Κρατύλο (δ87ε δ88ο καὶ ἴι38ὶ›), τὸν Θεαίτητο
ἐπιμείνη κανεὶς περισσότερο. “Εχει μεγάλη σημασία ὡστόσο νὰ
ἐξετάση τὶς συνέπειες του συσχετισμου αὐτου γιὰ τὴν πλατωνικὴ
θεωρία τὴς γνώσεως. Δὲν θὰ ὐφίστατο θέμα ζητἠσεως, ἐὰν τὰ ίνδάλ
\
ματα καὶ τὰ ὀνόματα φανἑρωναν τὴν οὐσία χωρὶς άναδρομὴ στὸ
9
ιν Σ Β·
οικουμενικὸ καὶ άμετάστατο βάθος των ιδεων ποὺ τὴν στηρίζει,
οὔτε θὰ υφίστατο θέμα τοϋ (Ενός καὶ τοϋ πλὴθους, ἐκεῖ που ἐμφα
|ζ \ | λ Ν | Αδ \ \ |θ .Ϊ Ϊ Ϊ
νι εται το προβ ημα της γνωσεως. υτο το βα ος ειναι απροσπε
λαστο στὸν λόγο καὶ δίνεται στὴν άστραποβολὴ ἑνὸς ὐπερουσίου
φωτός. ”Η ἔλλογη γνῶσι δεν συλλαμβάνει τὰ σκοτάδια του̃ όντος
\ Ϊ Υ 7| | |
και γι
9
Ο
πὶ
Φ,
ἶη
ου ε ονο τ σι του̃ άπολύτου τὶν ὁποία ὀνο ά ει Ἱ
Ε | 9 | Ν ` Ν Ἡ Η | Η Ι
ο Πλάτων αναμνησι. Μπορει να πη κανεις οτι γνωριζει, οταν η
γνῶσι εἶναι δεσμὸς τοῦ νοὕ μὲ τὶς ίδέες ποὺ τὸν γεννοὔν, ίΑληθινὴ
εγίδὴμοσόνη δεν εἶναι εἰσαγωγὴ στὴν ψυχὴ ὡρισμένης γνώσεως, ὴ
διδαχὴ μιᾶς αυθεντίας ἐν εἴδει ἐντολῶν (βλ. Μένωνος 7θὶο),„εὶναι ὁ
άναπροσανατολισμὸς τὴς ψυχῆς πρὸς τὴν ρίζα, ἀφοῦ λυτρωθῇ ἀπὸ
κάθε ἐξάρτησι ὡς πρὸς τὸ γίγνεσθαι, ὴ ψυχαγωγία μιᾶς συνεχου̃ς
διαλογικὴς πορείας, που ἔχει περιγράφειθαυμάσια ὁ Θεαίτητος. (Ο
λόγος τοϋ Μένωνος (βίὀ), ότι άληθινὴ γνῶσι είναι άνάμνησίι, ἔχει
τοῦτο τὸ νόημα καὶ άκριβῶς ἐδῶ βρίσκεται ὴ σχέσι μαιευτικὴς καὶ
διαλεκτικὴς. 'Όποιος πιστεύει πὼς οὶ άπαντησεις τῶν συνομιλη
τῶν τοϋ Σωκράτους ὀφείλονται στὶς ἐρωτησεις του, παρανοεῖ εντε
λὥς τὸν διάλογο. ὶΩδηγημένος σὲ άντοφία μὲ τὴν ὶδεατὴ πραγμα
τικότ τα ὁ ὰδαὶ άπαντα ἐξ ἰδίων ἐπειδὶ κατα εύ ει έσα του· 7 ι
στὴν άπορία του δὲν βεβαιώνεται ὴ ἀνωτερότὴς τοϋ «είδότος»,
Ἡ \ | ? Ϊ Ν Ν Ἱ | \ Β Ν
αλλα διαγραφεται η συνειδησι του ψυχικου αδιεξοδου το οποιο
δημιουργεῖ μὲ τὴν προσαρμογή του στὸ φαινόμενο. (Η ὰληθινὴ
γνῶσι εἶναι ὁπωσδηποτε ἀνάμνησι. Θὰ πρἑπῃ νὰ ἔχωμε πάντως
κατὰ νου, πὼς ὴ διαλεκτικὴ ζὴτησις άναφέρεται σὲ ὅ,τι άγνοοῦν οί
πάντες καὶ πὼς ὁ διαλεκτικὸς ειναι μαμὴ τῶν ψυχῶν, μὲ συνείδησι
ΖΊ8 ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙ ΗΊἹΚΗ
της άγνοίας του άλλὰ καὶ ὶκανότητα νὰ ἐλέγχη τὰ λεγόμενα του
συνομιλητου (Θεαιτήτου ίὅθὶιό). ΩΟ φιλόσοφος τείνει πρὸς τὴν άνά
μνησι, διότι ὴ ψυχὴ μπορεί νὰ λειτουργη με υποθέσεις (βλ. Μένιυνος
866:87ἰ2›), προσφεύγει δὲ στὸν διάλογο, ἐπειδὴ τὶς έπαληθευει μὲ
ἐρωτὴματα καὶ άπαντὴσεις: ἀποδεικνυονταςτὴν ὀρθότητα ὡρισμέ
νης υποθέσεως (αἰτίαςλογισμός), συνδέομε (δεσμός) τὴν ἐντυπωσι με
τὴν ψυχὴ καὶ θυμόμαστε. (Η άνάμνησι δὲν κατεβάζει τὶς ὶδέες στὴν
γη μέσῳ της έπαναληψεως, ἀλλὰ τὶς κάνει ὰπλῶς νὰ διαφαίνωνται
σὲ μία συνολικὴ προοπτικη (τύπος). Οί ίδέες, όπως καὶ τὰπράγμα
τα, βρίσκονται έξω ὰπὸ τὴν σφαίρα τὴς άναπαραστάσεως, ὴ ὁποία
(βλ. Ἑβόόμης Ἐπιστολῆς 3ἰι2αό) ἀναγνωρίζει τὰ ὀνόματα, τους
ὁρισμους καὶ τὶς εἰκόνες καὶ ἐφαρμόζεται μόνο σ” αυτά. Δὲν υπάρ
χει έπιστημη του φαινομένου, καθὼς δὲν υπάρχει ἐπιστὴμη του
Ι | | Η ΰ | Ύ | \ 7 \ Ἡ Ι
Ξπεκείνα. Βεβαίως Υ) είκονα Ξιναι μιαΥνωσι, 'ΠΟΠ Οίνΐι να πΟίρΟὶ)σ!.Ο(.
\ ¬` Ϊ θ \ \ Ι | \ Ϊ | |
ση το ον καθ εαυτο στην ψυχη, της παρουσιαζει τις ιδιότητες του·
ἡ ζήτησις όμως του όντος δεν μπορεί νὰ άντιπαρέλθη τὴν είκόνα:
μακρόχρονη καὶ ἐπίπονη τριβὴ μὲ τὶς εἰκόνες, γιὰ τὴν ὁποία ὁμιλει
ὁ Πλάτων στὴν Ἑβόόμη Ἐπιστολή (δἔιδε), είναι άναγκαῖος όρος της
γνώσεως, ὴ δὲ καθαρτικὴ της λειτουργία άποτελεῖ τὴν καλύτερη
ἑτοιμασία της ψυχης γιὰ νὰ έπιστρέψη στὴν ουράνια πατρίδα.
.Η στροφὴ συνεπῶς του̃ Σωκράτη στους λόγους έχει μεγάλη
σημασία. ”Ως υποθέσεις, οἱ λόγοι εἶναι όργανα άναβάσεως πρὸς τὸ
ὰπόλυτο, τὴν ὁποία ὴ ἐμπειρικὴ πραγματικότης (ἔργα) μὲ: τὸ βάρος
της δὲν ἐπιχειρεῖ. ,Εκείνο που υποχρεώνει τὸν Σωκράτη του Φαίδω
νος νὰ ἀπορρίψη τὰ ἔργα είναι ὴ συνάφεια τῶν ίδεῶν μὲ τουςλόγους:
όταν άφετηρία της άναμνὴσεως εἶναι υλικότης ὡρισμένου πρά
γματος, θὰ πῇ ότι μένομε προσκολλημένοι στὸ όν καὶ κατ” έπέκτα
σιν στὸ δεδομένο. Γιὰ τὸν Σωκράτη όμως που θέλει νὰ ξεφυγη,
διότι βλέπει πὼς
| \
Ο”
πόθος τὴς υπάρξεως δὲν εἶναι υλικός, κυρίως
ἔχει σημασια να άποδείξη ότι υφίσταται ἑτερότης καὶ ότι στὴν
; Ν 9 Ν ε
ἑτερότητα έγκειται ὴ πραγματικότης των ιδεων. Η ἐκλογὴ ἐπο
μένως τῶν λόγων άνταποκρίνεται στὴν έπιτακτικὴ εκείνη άνάγκη νὰ
μὴν υποβιβάσωμε τὸ ἐκεῖθεν στὸ έδῶ, σὰν τὸν ,Αναξαγόρα, ἀλλὰ
| | Γ
νὰ ζητὴσωμε τὴν σχεσι τους, δεχόμενοι ότι πρόκειται γιὰ χωρι
\ | Ϊ 'Ν | \· \ \ ρ
στους κόσμους. Θα παραιτηθη λοιπον, για να τον ἐπαναλάβω (Φαι
ὁωνο ίθθεό) ἀπὸ κάθε π οσπάθεια ἐξ ί ” ” ' ς , ρ ηγησεως του οντος μεσῳ
τῶν ίδιοτητων του καὶ θὰ ἀκολουθηση ἄλλην ὰποφι, ίσως ἀφελη καὶ
( Μ | | Η \ \ θ Ϊ Γ| 'Ν .Ϊ
απλη παντως στερεη αποψι κατα την οποια ενα πραγμα ειναι
θ Ν, , \ λ , # \ , | 'Ν θ Ϊ ¬\ | Ἱ
ω αιο επειδ ετε ει κοινωνια στ ν ιδεα του ω αιου διοτι το
Ρ μ
Ν | | Ϊ { \ ` \ Ζ \
ὡραιο υπαρχει (παρουσια) μεσα του. Η στροφη προς τους λογους θα
ΑΙΩΝΙΑ ΠΑΙΔΙΑ Ζίθ
¶| Ϊ \ , Ι , 80 θα .Ν \ \ , οω
ελθη ως φυσικο επακόλουθο αυτου του χωρισμου και θα αποτελη
προϋπόθεσι κάθε σχέσεως μεταξὺ τῶν δύο κόσμων.
Ἐὰν ὁ χωρισμός τῶν δύο κόσμων γίνεται γιὰ τον Σωκράτη
Ώ 2 \ ) | \ |
ἀφετηρία ζητησεως, οι λογο: που εξασφαλιζουν την ἐπικοινωνια
τους δὲν εἶναι η ἀληθεια, ἀλλὰ ό,τι μένει στην μνημη ἀπὸ την θέα
της. .Η άνάμνησι δεν περιλαμβάνει δευτέρα έμπειρία του ἀπολό
του· συνιστά μόνο ένεργοποίησι της έντυπώσεως που τὸ ἀρχικὸ
όραμα τῶν ἰδεῶν εἶχε αφησει μέσα μας. Δὲν υπάρχει λοιπόν, γιὰνὰ
εκαθα ί ω ετὰπ ά ατα οὔτεέ άνισιοὔτε ἐπανε άνισιτῶν
Ρ Υμ ι φ . μφ
ἰδεῶν κατὰ την άνάμνησι· ένεργοποιοῦνται τὰ ίχνη ἑνὸς πάθους,
Ϊ Ϊ Η , Ν 7 .Ν { , 1 Ν 3 Ρ 2
μιας αρχικης εγγραφης, ενῳ η αληθεια καθ έαυτην (αυτο καθ αυτο)
εἶναι ανεπανάληπτη καὶ δίνεται μόνο έκστατικὰ (Συμποοίου Ζἰθο
\ 0 | ιν ~ , Ί” \ Η Ώ | 1 κ
και Εβδομης Επιστολης δέιἰοεἰ). Εξ ου το ονομα «ιδεα». Ιὅεα,
όπως και εἶὁος, προέρχεται ἀπὸ τὸ ἰδεῖν, που σημαίνει «βλέπω».
Και τὰ δύο, βεβαιώνουν οί πλατωνισταί, δηλώνουν κατ, άρχην μία
ὁρατη μορφη, κατόπιν τὸ ὁρατὸ πρᾶγμα, μετὰ την ἀληθη φύσι του̃
πράγματος καὶ τέλος ένα κόσμο διαφορετικης ὑφης ἀπὸ τὸν κόσμο
#9 '| Υ Ϊ ρ ῃ | .Ν
των αισθησεων. Ολα αυτα, ὀρθὰ οπωσδηποτε ἐὰν η ιδεα θεωρηθη
ὡς έννοια δεδομένη, ὰφηνουν άνοιχτὸ τὸ ερώτημα της γενέσεως του
όρου καὶ της σημασίας του γιὰ την φιλοσοφία του̃ Πλάτωνος: τί
λόγο εἶχε νὰ είσαγάγη την ἰδέα, ένῷ υπηρχε τὸ ὅ,τί ἐστιν, που
Ἡ | Ι Νο \ 3 ( | Ϊ Ϊ . Η 3 Ϊ , |
απεδιδε ακριβως το καθ αυτο, και το οποιο ουδεποτε εγκατέλειψε;
\ ` Ϊ \ · | Ϊ Ϊ `
Με ποιἔ μυστικο σκὸεπτικρ οφ Πλαἑων δημιουργησε αυτη την μοι
3 | Ϊ Ἱ' Ἱ .Ν { Ι
ραια λε ι για την αν ρωποτητα; ιδεα δεν ειναι καρπος του ορα
ματος δύο χωριστῶν κόσμων που μπορει νὰ ἐπικοινωνοὕν; Δὲν
ὀνομάζει τὸν χωρισμό, συνδυαζόμενη μὲ μιὰ θεωρίατης άναμνησε
Ἱ \ | Ν .Ν ἔ { } \ |
ως και μια θεωρια της ψυχης, η οποια δεν δίδεται μόνο ὡς άθάνατη,
7 \ Ω Ω 2
αλλα (Φαιὀωνος 8θ};›) καὶ ὡς ὁμοιότατη (ομοιοτατον) μὲ την ὰληθεια
τοῦ άλλου κόσμου;
Τὰ ὰνωτέρω σημαδεύουν βαθειὰ την πλατωνικη ἐσχατολογία,
ι κ ‹ : ‹ ι ι κ ι ›: Ν ι : κ ιι
με την οποια η ψμχη συνδεεται στενα και ανευ της όποιας δεν εχει
'Ν | 'Ϊ Ἱ
λογο υπαρςεως. Η προοπτικη της αναμνησεως ειναι εσχατολογι
Η | Ν ` | Ν
κη. Ιῖἰ ψυχη μπορει να ξεπεραση εντελως την συνθηκη της πτώσε
Ἡ |
ως με τις δυναμεις της, διότι έχει οὐρανία προέλευσι καὶ φύσι
σχεδόν θεϊκή. (Η δυστυχία της ψυχης εἶναι τὸ ξερίζωμα καὶ δὲν
θεραπεύεται με προσωρινη ἄρσι της πτώσεως, ἀλλὰ μὲ ὁριστικη
8 | \ \ Ϊ \ , | \ \ κτ. { `
επιστροφη. Για να κατορθωση να επιστρεψη και να ξαναδη, η ψυχη
πρέπει νὰ ἀνακτηση τὰ χαμένα φτερὰ και νὰ πετάξη στὰ οὐράνια.
'Όσα μᾶςγλέει ὁ Φαῖὅρος (2έι8ε ἦἔιθβ) περὶ προορισμοῦ τῶν ψυ
'Ν | , Η
χων, δεν αφηνουν καμμια αμφιβολια: οταν τελειώσουν την πρώτη
220 ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗἹἹΚΗ
ζωη τους (τὸν πρῶτον βίον τελευτήσωσιν), οἱ ψυχες περνουν απὸ κρί
σι, μετὰ την ὁποία αλλες κατεβαίνουν στὸν ”Αδη για νὰ τιμωρη
θουν καί αλλες ανεβαίνουν σε σημείο του ουρανου ευτυχισμένες.
Μετὰ χίλια χρόνια όμως κολασμοὕ καὶ ανταμοιβης, καί οί μεν καὶ
οί δέ (ἀμφότεροι), σκονισμένες όσες ανεβαίνουν απὸ τὰ ἔγκατα, κα
θαρές, εαν δεχθουμε την αφηγησι τοῦ ”Ηρὸς (βλ. Πολιτείας θίἰιὀε),
όσες κατεβαίνουν από τὸν ουρανό, γυρίζουν παλι στὸν κόσμο μας
γιὰ νὰ αρχίσουν καινουργια ζωη. Οί ψυχες επιστρέφουν στὰ αυτά.
“Οχι όλες ὡστόσο, οὔτε πάντα! ,Απο τὸν αίώνιο τουτο γυρισμὸ
ἐξαιρου̃νται ὡρισμένες: όσες τρείς φορες συνεχῶς επιλέγουν φιλό
σοφο βίο (ὲὰν ἕλωντὰι τρὶς ὲφεξῆς τὸν βίον τοῦτον), την τρίτη φορα
φτερώνονται (οὕτω πτερωθεῖσὰι) καὶ φεύγουν γιὰπαντα στὰ ουράνια
(ὰπἐρχοντὰι). Οί ψυχες αυτες θὰ έχουν τὸ προνόμιο νὰ ξαναδουν.
"Ομως «τρείς φορες συνεχως», προυποθέτει συνειδητη επιλογη,
που μόνο η γνῶσι θὰ μπορουσε νὰ ἐξασφαλίση. Αυτη γνῶσι εἶναι
αναμνησι. ”Η ανάμνησι σημαίνει την προσηλωσι στὸ απόλυτο, που
επιτρέπει στην ψυχη νὰ ἐπιλέγη αλανθαστα τὸν βίο του φιλοσόφου.
Θα πρέπη νὰ μην λησμονουμε τί ἐξηγησι δίνει ὁ Πλάτων, σε πα
ράλληλο χωρίο της Πολιτείας (θίθο θ2θει), γιὰ την περίπτωσι της
ψυχης, η ὁποία μολονότι κατέβηκε απο τὸν ουρανὀ διαλεξε την πιὸ
μεγάλη τυραννία. ‹‹”`Αν η περὶ ης ὁ λόγος ψυχη εἶχε ζησει έτσι,
ὥστε νὰ ανεβη επάξια στὸν ουρανό», θὰ πη, «ηταν απο συνηθεια
καί όχι φιλοσοφία (ἔθει ἄνευ ‹νιλοσοςνίὰς)››, δεν τὸ χρωστοῦσε δηλαδη
στην αναμνησι, ἀλλὰ σε πρακτικη ὀρθοφροσυνη. Οί συνηθειες της
προηγουμένης ζωης ὁδηγου̃ν τὶς ψυχες στίς αποφάσεις των (κὰτὰ
συνήθειὰν νὰρ του̃ προτέρου βίου τὰ πολλὰ ὰἰρεῖσθαι).
Μετὰ τὸν μυθο της ψυχης, υπαρχει στὸν Φὰῖὀρο ένα χωρίο
(Ζέιθίατί), κάτι σὰν υποσημείωσι που δικαιολογεί τὸν ίδιαίτερο
προορισμὸ του φιλοσόφου, αναφέρεται δε στην αναμνησι. ,Αφου
εξηγηση πὼς μετὰ την χιλιετίατῶν κολασμῶν καὶ τῶν ανταμοιβῶν
οί ψυχες πρέπει νὰ διαλέξουν την δευτερη ζωη τους, πὼς τότε
ακριβως η ψυχη τοῦ ανθρώπου περνα συ ένα ζῷο, όπως μιὰ ψυχη η
οποία υπηρξε καποτε ανθρώπινη καὶ πέρασε κατόπιν σε ζῷο μπο
ρεῖ πάλι νὰ γίνη ανθρώπινη, καὶ πὼς ὁ ανθρώπινος βίος εἶναι γιὰ τὶς
ψυχες που εἶχαν ατενίσει τὶς ίδέες, ὁ Σωκρατης θὰ διευκρινίση την
θέσι του. (Ο ίδιαίτερος αὐτὸς προορισμός, τονίζει, ὀφείλεται στὸ
ὅτι ὁ ανθρωπος βαδίζει (ξυνιένὰι) σύμφωνα με τὰ λεγόμενα «εἴδη»
(κὰτ” είδος λενόμενον), κινείται δηλαδη νοερῶς (λονισμῷ) πὸ τὸ
πληθος τῶν αίσθησεων πρὸς το ἔν. ”Η ενότης εἶναι ἀνάμνησις όσων
εἶχε δεῖ ἄλλοτε η ψυχη, τὸν καιρὸ που συνώδευε καποιον θεὸ καί
ῇι.
ΑΙΩΝΙΑ ΠΑΙΔΙΑ 22!
παρατὴρου̃σε ἀπὸ ψὴλὰ αὐτὰ που τώρα βεβαιώνουμε πὼς όντως
υπάρχουν. Μόνο ὁ νοῦς του φιλοσόφου (διάνοια γράφει ὁ Πλάτων,
σκεπτόμενος προφανώς τὸν ὴγεμόνα λόγο τὴς ψυχῆς) ἔχει φτερά,
Ν Ν Ν | 9
καὶ τουτο άποτελει πραξι δικαιοσυνὴς, που επιβραβεόει τὴν άκλό
νὴτὴ του προσὴλωσι (ἀείὲστι μνήμη) σ, ἑκεῖνα είς τὰ ὁποῖα άκόμὴ
καὶ οί θεοὶ χρωστου̃ν τὴν θειότὴτά τους. “Οταν λοιπὸν ὁ άνθρωπος
χρὴσιμοποιὴ τα εἴδὴ ὡς ὑπομνήμοτα ἐν όψει άναμνὴσεως, καταλὴγει
( ¬ | ¦| Β· , | \ Γ| Ϊ
ο Σωκρατης, οταν μυὴθὴ απολυτως σε υψιστα μυστὴρια, τότε τε
λειώνεται πραγματικα καὶ ξαναδίνει φτερά στὴν φυχὴ του.
”Η ὑπόμνησις, ήμνήμη καὶ η α̃νάμνησις βρίσκονται καὶ πάλι μπρο
| | Ρ| Ϊ ` \ { "Δ
στα μας. Τωρα ομως γνωριζομε πως τα υπομνὴματα λειτουργουν
σὰν δεσμοί λόγων καὶ πὼς ὴ άνάμνὴσι δεν ἐπαναλαμβάνει τὴν άρχικὴ
άμεσὴ θεωρία τῶν ἰδεῶν, ἀλλὰ εἰσάγει τὸ γίγνεσθαι σὲ ἕνα καθαρο
| ..Ἱ Ν | (
λογισμο, προιον του φωτος τὴς. Ο Πλάτων ἔχει συνείδὴσι όλων
αὐτῶν, τὸ δὲ χωρίο του Φαίὁρου, ποὺ μετέγραψα ελεύθερα πρὸ
ὀλίγου, ἀποτελεῖ μαρτυρία ἀκλόνὴτὴ. Ἐὰν ὴ άνάμνὴσι εἶναι όντως
μύὴσι τὴς ψυχῆς στὸ μυστὴριο του̃ νοὴτοϋ κόσμου, προετοιμασία
γιὰ νὰ ίδὴ τὴν ἀλὴθεια, τὴς οποίας μόνο ἴχνὴ πανάρχαιου οράματος
σώζει μέσα τὴς, πῶς θὰ ὴταν δυνατον νὰ θυμὴθὴ, χωρὶς τὴν συνδρο
μὴ ἑνὸς ίκανοὔ μέσου νὰ τὴν άφυπνὴσὴ, Ύπόμνησις εἶναι τὸ μέσον
ἐκεῖνο ποὺ προσφέρει στὴν ψυχὴ τὰ ἀπαραίτὴτα σὴμεῖα άναφορα̃ς
\ ` 9 εν ) | 'Ϊ \ Ε
για το εγχειρὴμα τὴς αναμνὴσεως. Ειναι προφανες ότι ὴ διαδικασία
αὐτὴ δὲν αρχίζει αυτομάτως, διότι προὴγεῖται ίσχυρὸς κλονισμὸς
7 .Ν ( | \ | Μ
απο τὴν εισβολὴ τὴς ετεροτὴτος στο περικλειστο σύμπαν τὴς ξεχα
σ έν ς ψυ Νς Ἑὶτε ότ ς δεν εἶναι ὰπλῶ κάτι ἄλλο που υπ ί ει
"μ θη , Ἰρ η \ \ ς 3
οσο ὴ απειρια των αναφορῶν που το συγκροτεῖ, άναφορῶν οί ὁποῖες
'Ν ( | ` |
μου υπενθυμιζουν πως βρισκομαι στὸν κόσμο καὶ πὼς ὁ κόσμος
, Ν \ μἶ | Ἰ 7 Ί' .Ν \
ετουτος δεν ειναι δικος μου. Αφ ὴς στιγμὴς, γιὰ να χρὴσιμοποιὴ
κ : Ν ¬ |
σω τα λογια του Σωκράτους (βλ. Φοιιὀωνος 72οΠιό), ὴ θέα κάποι
ου πράγματος (ἄλλο ἰὅω̃ν) μου φέρνει στὸν νου ἕνα ἄλλο (ἄλλο ὲννοή
Ρ| Ϊ \ | Νε \
σης), οπως επι παραδειγματι θυμαμαι τον Κέβὴ κοιτώντας τὴν
9 : Ν : › ι κ κ › : ν λ ι ε ι
εικονα του Σιμια, απο τὴν στιγμὴ αυτὴ, ειτε προκειται για ομοιο
τὴτα (είτε ὅμοιον) εἴτε για ἀνομοιότὴτα (είτε ἀνόμοιον), τὸ ἀποτἐλε
σμα εἶναι κατ, άνάγκὴν (ἀναγκαῖον) ἀνάμνησις.
Μεταξυ λοιπὸν μνήμης καὶ ὺπομνήσεως δὲν υφίσταται άντίθεσι
ἀλλὰ ίεραρχικὴ ὑπαγωγὴ. Ἡμνήμη, όπως καὶ ή λήθη, αφορα στὴν
πτῶρι τὴς ψυχὴς καὶ ὅχι\στ`ὴν τὴν ἴδια. Δὲν θὰ ὑπὴρχε λὴθὴ
{ \ | \
εαν ὴ ψυχὴ ταυτιζοταν με τὴν μνὴμὴ. Η ψυχὴ καθρεφτιζεται στὴν
Ν Ώ 9 | Ν |
μνὴμὴ, αλλα τουτο ενεχει εξεγερσι εναντιον τὴς λὴθὴς, ὴ ὁποία
Ϊ \ ή Ν | Ν ον
στὴριζεται στα δεδομενα τὴς πτωσεως. ”Η πεπτωκυια ψυχὴ θυμα
222 ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗἹἹΚΗ
ται μὲ τήν βοήθεια τής ύπομνήσεως. ”Οταν ὁ βασιλέας παρατηρῇ
στὸν Θεῦθ, πὼἑ
Υραφή
δὲν είναι φάρμακο τής μνήμης ἀλλὰ τής
( | ` , | θ| Ϊ , Ιλ θ\ ϊ θ
υπομνησεως, και του επισημαινει οτι το αποτε εσμα α ε ναι οι
ψυχὲς νὰ λησμονοὕν, τὸ επιχείρημά του ἔχει ὡς άκολούθως: οὶ
άνθρωποι θὰ ἐμπιστεύωνται τὰ κείμενα καὶ ή άνάμνησι θὰ ἔρχεται
από ἔξω, όχι ἀπὸ μέσα, μὲ δική τους προσπάθεια. Στὸ ἐπιχείρημά
` | \ Ν
του ή μνήμη καὶ ή ὰ ίμνησι δεν συγκρούονται· θα συγκρουσθουν
Ώ ) | ( | Ν , | θ Ω |
ὁπωσδήποτε εφ αρξη η καταχρησις της εξουσίας, η οποια
θ\ Ϊ | \ Ϊ Ἡ | Ἄ δ\ | δ\ |ζ Ἱ
α αναγαγη το γραμμα σε ψυχη, επει η τιποτε εν συμβιβα ει την
ψυχή μὲ τὸ γράμμα που θέλει νὰ τήν παριστάνῃ. ”Η γραφή εἶναι
ἐξαίρετο φάρμακο όχι τής μνήμης, ἀλλὰ τής ὑπομνήσεως, ή κατάλ
ληλη ἐκείνη ὑπενθύμισι που κάνει τὶς ψυχὲς νὰ ζητούν τήν οὐράνια
άρχή τους. (Η ὑπόμνησι είναι απαραίτητη γιὰ τήν ἀνάμνησι, διότι,
όπως γράφει ὁ Πλάτων στὸν Φαῖόρο (250), τὰ πράγματα τούτου
του̃ κόσμου (ἐκ τῶνὅε), θὰ σπρώξουν τήν ψυχή νὰ θυμηθῇ τὰ τοῦ
ἑπέκεινα (ὲκεῖνα), κάτι ποὺ ίσχύει βεβαίως γιὰ λίγες ψυχὲς μὲ προ
. Ε , Ψ \
διάθεσι νὰ τὸ κάνουν. Όταν αυτὲς οι ψυχες άντιλαμβάνωνται ὁτι
δήποτε θυμίζει όντα ὑπερουράνια (ὁμοίωμα τῶν ἐκεῖ), ταράζονται
καὶ γίνονται ἐκτὸς ἑαυτῶν (ὲκπλἠττοντιιι), μολονότι άγνοοὕν τί
άκριβῶς συμβαίνει. Με τήν ἐνεργοποίησι τής μνήμης, όλα είναι
ἔτοιμα γιὰ τήν άνάμνησι.
Ο:
θ
< ε
Ο·Ο
Η
Τὸ κέντρισμα της ὑπομνήσεως επαναφέρει τήν νήφουσα μνήμη
στὸ ἔργο της, ὡς ζωντανου συνδέσμου της ψυχης μὲ ό,τι ὑπηρξε
›ι ι ει : . π › : ι : κ ι
αλλοτε και ο,τι πραγματι ειναι. η αναμνησι αποβλεπει στην μνημη,
ή δὲ ὑπόμνησι προσφέρει τὸ ύλικό. ”Η ὺπόμνησις είναι προϊόν συν
αντήσεως τής ψυχῆς, πού δὲν ἔχει βυθισθή ὰνεπιστρεπτὶ στήν λήθη,
μὲ τὸ γίγνεσθαι, ή νοηματοδοσία τοῦ όντος ἀπὸ ἔνα μεστὸ ἐσωτερι
κότητος γίγνεσθαι. Πῶς νὰ χαρακτηρίση κανεὶς τήν μνήμη καὶ τήν
ύπόμνησι ὡς ἀντίθετα, πῶς νὰ ίσχυρισθῇ ότι πρόκειται γιὰ πρά
γματα ἀσυμβίβαστα, ἐφ, όσον ή ἀνάμνησι είναι χωρὶς τήν ὑπόμνησι
άνἑφικτη καὶ μνήμη χωρὶς τήν άνάμνησι είναι άνευ όρων προσχώ
ρησι στὸ γίγνεσθαι, Γιὰ νὰ ἔχωμε τέτοιαν ὰντίθεσι, θὰ πρέπη ή μὲν
άλήθεια νὰ είναι διαρκής παρουσία τοῦ εἴὁους στήν μνήμη, ήγδὲ ὑπό
μνησις συνώνυμο της λήθης. Περιττό νὰ υπογραμμίσω πὼς ὅταν
ρ Ν
εννοουμε τήν μνήμη, τήν ὑπόμνησι καὶ τήν άνάμνησι ὡς ἐπαναφορὰ
τής ίδἑας στὸ παρόν δυνατότητα μνημονικής της άναπαραστάσε
ως, γινόμαστε φερέφωνα της χαῖντεγγεριανής άντιλήψεως περὶ
άληθείας, ἀντιλήφεως ή ὁποία στηρίζεται μὲ τήν σειρά τηςσὲ
καθαρῶς όπτική (μὲ τήν σύγχρονη ἔννοια τοϋ όρου) ερμηνεία τής
πλατωνικής ἀληθείας· καὶ περιττὸ νὰ τονίσω πως όταν ή ίδἐα τής
ΑΙΩΝΙΑ ΠΑΙΔΙΑ
223
αληθείας μεταφέρεται στὸν χῶρο της μνημης, τότε ὑπέρβασι της
μνημης γίνεται ἐμμένεια καὶ ὴ ανάμνησι αποδίδει μία θέα τῶν
νοητῶν όμοια μὲ τῶν φυχῶν του̃ Φαίὀρου (Ζἔιίἶθο), οί ὁποῖες ακο
λουθώντας πειθηνια τὸν χορὸ κάποιου θεοῦ, ανεβαίνουν στὴν ακρη
της οὐράνιας σφαίρας καὶ απολαμβάνουν τὰ ὑπερουράνια. Ἐὰν
ὅμως αληθεια γιὰ τὸν Πλάτωνα σημαίνη μὴ απόκρυψιν, ἐὰν πρό
κειται γιὰ παρουσία τοῦ όντος, μὲ ποιό τρόπο θὰ μποροῦσε νὰ
υπαρξη άλλη ανάμνησι απὁ τὴν έπαναγωγὴ στὸ παρὸν της θέας τοῦ
παρελθόντος, μία ἐσχατολογικὴ ανάμνησι σὰν έκείνη του Φαίὅρου;
.Η κατανόησι της μεταφυσικης αληθείας ὡς μὴ αποκρύψεως δὲν
είναι νόμιμη° αλλὰ δὲν εἶναι πολὺ περισσότερο νόμιμο νὰ θεωρηται
ὴ ὑπόμνησις «προσθηκη» της μνημης καὶ νὰ ταυτίζεται μὲ τὴν
λησμονιά. Πῶς γίνεται η ληθη θησαυρὸς στὰ χέρια τοῦ φιλοσόφου
καὶ πῶς ὁ Σωκράτης δικαιοϋται νὰ λέη, γιὰ να ξαναθυμηθου̃με
τὸν
Φαίὁωνιι (ἶἔὼ), ὅτι η ίσότης τῶν ξύλων, λίθων κ.λπ., μας ὁδηγεῖ
στὸ ίδεατὸ ἴσον; .Η αντίθεσι λήθημνήμη αναπαράγει τὴν αντίθεσι
αλήθειααπάτη, χωρίς ὡστόσο νὰ περιλαμβάνη τὸ ζεῦγος ὑπόμνησις
Φ· οι
ει
νάανη̃σἰς' ὴ καθολικὴ απουσία της μνὴμης είναι ξένη πρὸς τὴν
ὉΞΞ”
τσ: σε
ι̃ι̃
Ε
Ξ±·Θ
ε "ι
Ρ
.Ϊ \ ` Ἡ | Ό Κ Ϊ Έ ( | ` ·ἰ'
ομνησι και την αναμνησι. Καθ εαυτην η υπομνησις δεν ειναι
μπορεῖ, απο τὴν στιγμὴ ποὺ υποκαθίσταται
στὴν ανάμνησι,
η στις ψυχές τὴν λησμονιά, όπως ακριβῶς οί γνώσεις τῶν
ν (μιἱθησις) αποτρέπουν τὸν αναγνώστη ἀπὸ κάθε προσωπικὴ
ζ 8 ?λλ \ Ϊ Θ Ϊ \ |ζ \ | Ϊ θ |
ητησιν, α α στον βα μο που στηρι ει την μνημη γινεται απαραι
τητη καὶ πολύτιμη γιὰ τὴν ανάμνησι. “Οτι ὴ ψυχὴ θα μποροῦσε νὰ
Ώ
\ , Ἱ Π Ν Ε |
επιστρέφη στον ουρανο και νὰ ιδη, όπως ὰλλοτε, τὶς αἰώνιες ίδέες,
ὅτι θὰ μπορουσε νὰ δεχθη τὸ απόλυτο σὲ όλη τὴν δόξα του, δείχνει
σαφῶς πὼς ὴ ανάμνησι εἶναι τὸ τελευταίο βημα πρὸς τὴν αποκάλυ
φι, αλλὰ όχι ὴ αποκάλυψι, καὶ πὼς τὸ αθέατο της αρχης δὲν δημι
ουργεῖ κατ, ανάγκην μιὰ δομὴ συμπληρωματικὴ
καὶ μία σχέσι κατὰ
| 9 Ν ( Π
τὴν ὁποία ὁ λογος νὰ αντικαθιστά τὴν θεωρία. Η ανάμνησι προε
τοιμάζει τὴν αποκαλυψι, δὲν τὴν αντιστρατεύεται,
καὶ τοῦτο διότι
λυτρωμένο απο τὸ βάρος του, τὸ περιεχόμενό της έχει χαρακτηρα
τύπου. Αυτη ὅμως ὴ τυποποίησι ποὺ ανάγεται στὸ άρρητο, δεν
ἐπιφέρει οὔτε αντικειμενοποίησι τῶν ίδεῶν οὔτε έννοιοποίησι τῶν
πραγμάτων· ἐδῶ τὰ πράγματα υφίστανται μὲ όλο τὸ παρελθον καὶ
Π "Φ | \ Ί' \ 1!
τὴν προοπτικη των σε ένα χρόνο του ὁποιου παρον ειναι το εργο.
”Η ανάμνησι δὲν εἶναι αναπαράστασι.
Ἡμνήμη καὶ ή ὑπόμνησις δὲν αντιφέρονται, μᾶλλον παραπέμ
πουν η μία στὴν αλλη, ὴ σχέσι τους δὲν εἶναι αντίστοιχη με της
γραφης και του λόγου. ”Ο λόγος δὲν αποκλείει τὴν γραφη, τὴν
224
ΦιΑοΣοΦ1Α ΠΟΙΗΉΚΗ
πληροί όμως καὶ τὴν γονιμοποιεῖ διὰ τὴς ἀναγνώσεως. (Η ἀνάγνω
σι εἶναι ένέργεια του̃ λόγου καὶ ὡς ενέργεια του λόγου ἀποτελεῖ
τρόπον τινὰ τὸν τελικὸ σκοπὸ της γραφὴς. ”Οταν ὁ Πλάτων (Φαί
ὁρου 27ἶκ:ὶει) μέμφεται τὰ ἔργα της γραφης ότι δείχνουν ἔμφυχα,
έὰν όμως τὰ ρωτὴσωμε ὁτιδὴποτε σιωποὔν ἀξιοπρεπῶς, μιλεί κατ,
αὐτὴ τὴν ἔννοια. ,Αντίθετα, θὰ βεβαιώσῃ στὸν ἴδιο διάλογο (27θ),
ὴ αυθεντικὴ γραφὴ δεν είναι βουβὴ· σημειωμένη στὴν ψυχὴ τοϋ
θεωροῦ των νοητῶν, ρωτᾶ καὶ ἀποκρίνεται σὰν λόγος ζῶν καὶ ἔμ
ψυχος, που πλουτίζει τὸ φαινόμενο μαρτυρώντας περὶ της ἀληθείας
ἀπὸ τὴν ὁποία ἑξαρτα̃ται καὶ μὲ τὴν οποία ποτὲ δεν συνταυτίζεται.
ὶἶὶφίσταται όντως κατὰ τὸν Πλάτωνα μία «καλη» καὶ μία «κακη»
γραφὴ, όπως υφίσταται μία «καλη» καὶ μία «κακη» μίμησι. (Η
«κακη» γραφὴ εἶναι είδωλο, διότι παριστάνει τὰ δημιουργὴματα
χωρὶς νὰ λογαριάζὴ τὴν δημιουργία, ὴ «καλη» δὲ είναι ψυχικὴ ἐγ
γραφὴ, ἐπειδὴ φέρνει στὰ δημιουργὴματα τὸ φῶς της δὴμιουργίας.
Ἐὰν ὴ πρώτη γραφὴ εἶναι φυχικὴ, τότε υπόμνησι δὲν νοεῖτα
ὡς μνημοτεχνικὴ, ἀφοῦ διαφέρει πολὺ ἀπὸ τὴν ἀπομνημόνευσιν καὶ
ἀποτελεῖ ὡς ἐκ τούτου διεγερτικό της μνὴμης/· (Η ὑπόμνησι, που
μπορεί νὰ εἶναι έξ ίσου προφορικὴ καὶ γραπτὴ (ἔνθ. άν. Ζΰθὀ, ἴἶθὀ
καὶ 277ὶ›), ἐκφράζει μᾶλλον σχέσι τὴς ψυχῆς με τὴν ἑξωτερικότητα
παρὰ μιὰ φυχικὴ κατάστασι, σχέσι ὁποία φανερώνει νέες δυνατό
τητες της σκέψεως, όφειλόμενες όχι στὴν ἔμπειρικὴ συναλλαγη μας
με τὸν κόσμο, ἀλλὰ με τὴν σημασία του. (Η οίκειοποίησι τῶν
υπομνημάτων είναι ἀνάμνησι. (Η γραφὴ δὲν εἶναι «κακη» ὡς ὑπό
μνησις, ἀλλὰ ὡς δεδομένη γνῶσι, ἐπειδὴ δεν συνιστἀ ψυχαγωγία
ίἔνέἶ. άν. Ζθί, Ζἶίἀ). ”Εχει σημασία νὰ μὴν μα̃ς διαφεόγη πὼς τὸ
ὑπομνημα δηλώνει συγχρόνως υπενθόμισι καὶ γραπτὸ σχόλιο, πὼς
ὁ Πλάτων χαρακτηρίζει ὑπόμνημα τὸν Θεαίτητον (ίἔιδει) καὶ πὼς ὁ
Κράντωρ, μαθητὴς του Ξενοκράτους καὶ πρῶτος σχολιαστὴς τοϋ
Πλάτωνος, ώνόμασε τὰ ἔργα του ὑπομνἠματοι καὶ ἐγκαίνίασε ἔτσι
τὴν τιμημένη καὶ μακρὰ παράδοσι τῶν (Ελλήνων σχολιαστῶν, οὶ
ὁποῖοι διέσωσαν καὶ διέδοσαν στους αίῶνες, ό,τι πολυτιμότερο μᾶς
κληροδότησε ὁ ἑλληνισμός. Οί σχολιασταὶ ὅμως δὲν ὴσαν ἀντιγρα
φεῖς, οὔτε τὰ σχόλια ἀντίγραφα. ”Ο ἀντιγραφεὺς μένει ἔξω ἀπὸ τὸ
ἔργο του, ἐνῷ ὁ σχολιαστὴς αὐτοσχολιάζεται. καταγράφοντας τὰ
ὅσα «γνωρίζει», ὁ διαλεκτικὸς φιλόσοφος του̃ Φιιίὁρου παραδίδει
ἔνα σχόλιο γιὰ τὸν προσωπικό του στοχασμὸ καὶ μᾶς καλεῖ ἔτσι νὰ
σκεφθοὕμε. (Ο φιλόσοφος δεν είναι λογογράφος καὶ όπως ὴ προφο
ρικὴ διδασκαλία του είναι ζὴτησι, τὰ γραπτά του δὲν ἀποτελοῦν
προκατασκευασμένες γνώσεις, προωρισμένες νὰ ἀπομνημονευθοὕν,
ΑΙΩΝΙΑ ΠΑΙΔΙΑ
Ζἔὅ
σὰν τὸν λόγο τοῦ Λυσία, ποὺ ὁ Φαῖδρος οφείλει νὰ μάθη ὰπ, έξω.
,Εὰν σκέψι ὴταν κατοίγράψιμο ἀντικείμενο, δὲν θὰ ὺπὴρχε παρὰ
ρητορικὴ καὶ λογογραφία° ἐπειδὴ ὅμως δεν εἶναι ἀντικείμενο ἀλλὰ
ὴ σχέσι του̃ όντος μὲ τὸ γίγνεσθαι, δὲν καταγράφεται, ὁ δὲ διαλε
κτικὸς μνημειώνει γραπτῶς αὐτὸ ποὺ σημαίνει ὴ σκέψι του. Στὴν
προοπτικὴ της ὺπομνὴσεως ὴ ὺπόμνησι γίνεται τύπος ίδεατός, ὁ
ὁποῖος δια κεῖ και εταδίδεται έπί ἄπει ον ἀνε α τίτω υσικ” Ρ Ρ·
Ρ › Ρ η έ φ ηἑ
ὺπάρξεως τοῦ δημιουργοῦ του καὶ ὴ ὰνάγνωσι επιβάλλεται ὡς μοῖ
ρα τιι̃ε νραριι̃ε.
Αὺτὸ τὸ ὁποῖο προσφέρει ή ὑπόμνησις δὲν είναι ἑπομένως μιὰ
| \ \ Ἱ | Ἄ \ Η Ε \ Η Ϊ Ί Ϊ ) Ι
σχεσι με τις ριζες αλλα οι υλικες προυποθεσεις της. Η ψυχη οφει
λει νὰ διατρέξη τὸ ὅν, νὰ ξεπεράση κατὰ κάποιο τρόπο τὴν πτῶσι
της γιὰ νὰ θυμηθῇ. Μόνη ὅμως, χωρίς νὰ βοηθούν τὰ ὺπομνὴματα,
ὴ ψυχὴ ἀδυνατεῖ νὰ φέρη είς πέρας μιὰ τέτοιαπροσπάθεια. Πῶςνὰ
συλλάβη τὴν φυγὴ στὰ ούράνια καὶ νὰ τὴν πραγματοποιηση
βυθι
σμένη στὴν ληθη; ”Η διάβασι τοϋ φαινομένου γίνεται ἐφικτὴ μόνο
| Η Κ | ` ` \ Ν Κ | ἶ { |
μεσῳ των υπομνηματων, με την συμβολη των οποιων, η υλικη του
ὺπόστασι ὺψώνεται στὴν καθολικότητα εκείνη του̃ νοήματος ποὺ
τὸ λυτρώνει ἀπὸ τὸ βάρος της. Τὴν ἴδια στιγμὴ ποὺ τὰ ὺπομνημα
( | \ Ἄ| \ |
τα ετοιμάζουν το εδαφος γιατον διαλογο μὲ τὸ κείμενο ὺπὺ μορφὴν
ἀναγνώρεως,\ άνοίγουν δρόμο καὶ γιὰ ὰνθρώπινο διάλογο. ‹Η ψυχὴ
δεν αρχιζει να βγαινη απο τὸν ληθαργο, όταν συναντὰ ὰμυδρὰ ἐνθύ
μια τῶν παλαιῶν καὶ ξεχασμένων ὁραμάτων, Τὰ βιβλία τῶν ἀν
θρώπων καὶ τὸ βιβλίο τὴς φύσεως συμπίπτουν σὲ τοῦτο, ότι παρα
πέμπουν χωρὶς νὰ άντικειμενοποιουν τὴν παραπομπη. Τὸ ἔργο δεν
μνημειὡνει τὰ λόγια του εργάτη, ἀλλὰ τὸ νόημα του δημιουργικού
λόγου του. ”Ο λόνος ὀνομάζοντας τὴν ὕπαρξι λέει τὴν δημιουργία,
ποὺ δὲν πο εῖὅ ω νὰπ οσα οσθ” στὸ δ ιού ακαὶ νὰ ὺν Ρ· Ρ Ρ· ἔ Ρ Ρμ Ϊ) ημ Ργημ μη
καταρρεύση. ”Η δημιουργία ἑμψυχώνει τὸ δημιούργημα
και ὴ ἀρχὴ
είναι ὺπὸ δημιουργίαν. ,Αληθεια της ὰναμνησεως εἶναι ὴ άληθεια
τῆς διιριρνρτίαε Δὲν θα ὑαιι̃ρχρ γραφὴ έαν τα ψιιρία ἦσαν απλῶι
Ἡ \ θ \ 'Η 'Ν 3! \ \
οπτικη εκδοχη της φωνης, ουτε δημιουργία, έαν το δημιούργημα
Ν ` Ἱ Ϊ ) · Ἄ ο¬ο
αντικειμενοπριουσε
την δημιουργικη ενέργεια. Αυτὴ η ιδέα της
.πα Ϊ αν Ϊ Ϊ Ώ \
γραφης ειναι εντελως ξενη προς την πλατωνικὴ αντίληψι, κατὰ την
ὁποία εἶναι ἀσφαλῶς ειΰωλον τοῦ ζωντανοῦ λόγου, ἀλλὰ μὲ τὸ νὰ
της ἀποδίδη χαρακτηρα ὺπομνηματος, έπιτρέπει τὴν ἀναστροφὴ
κάθε εξωτερικου της στοιχείου. (Η γραφὴ γίνεται ὺπόμνημα διότι
κομίζει άναφορὲς ποὺ ξεπερνούν τὰ δεδομένα τὴς φωνης και τείνουν
πρὸς τὸ νόημα τῶν πραγμάτων, εδρεύουν δὲ στὸ κενὸ ποὺ χωρίζει
τὴν φωνὴ ἀπὸ τὴν έγγραφη της. (Η γραφὴ ὡς υπόμνημα δὲν είναι
Ι5 Φιλοσοφία ποιητική
ΖΖΘ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ
πλέον προσκολλημένη σε κάποια υλικη συνθηκη, αλλά μεταβάλλε
ται σὲ δυνατότητα ἑνὸς άλλου κόσμου προσφερομένη στὸν αναγνώ
στη. Βεβαίως ὁ πλατωνικὸς αναγνώστης εἶναι φιλόσοφος, τὸ ουσι
ῶδες ὅμως έγκειται στὸ γεγονὸς ότι η ανάγνωσι αποτελεῖ πηγη
δημιουργίας. Θα υπηρχε αὐτη η δυνατότης ἐὰν τὸ γράμμα ηταν
αντικειμενοποίησι του̃ λόγου; Με την αντικειμενοποίησι απολιθώ
νεται ὡρισμένη έγχρονία, τὸ υποκείμενο πάντως τοῦ χρόνου μένει
αναντικειμενοποίητο. Τὸ νόημα της γραφης απευθύνεται σὲ όποιον
μπορεῖ να τὸ κάνη δικό του. (Ο αναγνώστης είναι τὸ αγνωστο
, Ι \ | | \ , | ‹ θ Ν \ /
«εσυ». Το κειμενο πλουτιζει τον αναγνωστη, ο οποιος το πλουτιζει
μὲ την σειρά του, καὶ ὑπάρχει έτσι ὡς θησαυρὸς όπομνημάτων.
‹ | : κ ε κ κ ι : Ν › |
Ο Πλατων θετει ταυπομνηματα στην υπηρεσια της αναμνησε
ως καὶ τα προσφέρει στους μεταγενεστέρους πρὸς χρησιν. Έγνώρι
ζε καλά, ασφαλῶς, αὐτὸς ὁ ”Ελληνας, πὼς μὲ τοῦτο τὸ χάρισμα
μοῖρα της ζωης χωρίζει απὸ την μοῖρα τῶν μορφῶν της, πρᾶγμα
που επιτρέπει την έπικοινωνία διαφορετικων ἱστορικων περιόδων
καὶ ζωντανεύει την παράδοσι. Δὲν υπηρξε μη ἑλληνικὸς πολιτι
σμός, ὁ ὁποῖος να μη συνέδεσε άρρηκτα την μοῖρα του μὲ την μοῖρα
τῶν θεσμῶν του. Τὸ μεγαλύτερο δῶρο που ἴσως έκαναν στην αν
θρωπότητα οί ”Ελληνες, ηταν η ζωη της ψυχης πέρα μίας μορφης
δεδομένης. (Ως υπομνηματα οί μορφες παραπέμπουν σὲ μια δυνα
τότητα απόλυτη καὶ ὅπως τα κείμενα ανασαίνουν στὸν λόγο τοῦ
αναγνώστη, έκεῖνες ζωντανεύουν στους πόθους καὶ τα ἔργα τῶν
ανθρώπων. Χωρισμένο απὸ τὸν συγγραφέα του, κάθε κείμενο ἐν
σαρκώνει τὶς αναφορές του· ί όμως δεν σημαίνει πὼς λέει ὁτι
δηποτε, διότι καίτοι ανεξάρτητο απὸ τὸν χρόνο και την πρᾶξι ποὺ
τὸ συγκροτεῖ, η κεντρικη του σημασία τὸ κηδεμονεύει. Τὸ κείμενο
που λέει ὁτιδηποτε, καταργεῖ όλα τα κείμενα, όπως ακριβῶς τὸ
Ω
Ο
Η
Ο!
κείμενο που καταγράφει τὸν λογισμὸ του συγγραφέως καταργεί
όλους τους συγγραφεῖς. Ἑάν, μετα εἴκοσι πέντε αίῶνες πλατωνι
κων ανα νώσεων δια ά ω ση ε α Πλάτωνα αυτό δέν ό είλεται
Υ ι › Ψ
στο γεγονὸς ὅτι ακόμη η σκέψι του μένει άπιαστη, αλλα διότι τὸ
έ ο του πο εῖ νὰ δε θ” απει ία ανασ νώσεων. Τὸ έ ω ”δ τονί
. η
\ \
σει, σχολιάζοντας τον θησαυρο ὑπομνημάτων: δεν κεντρίζει τὸ
\ | Ἱ κι κι
γράμμα στο διάβασμα, κεντριζει το νόημα που ἐπιχειρει γραπτως
να μνημειώση. Τὸ νόημα ὅμως δὲν εἰκονίζει αλλά παραπέμπει· τὸ
3 ( Ν Ἱ"
νό α καθὼ θα έλε ε ο Χουσσε λ ειναι ανα ο ικὸ καὶ συνδέεται
Ϊ Ἰ
ιν ιν Υ
μὲ τὸ ρημα, του ὀποίου η κατ έξοχην δημιουργικη ένέργεια μετα
| λ ` , | Ν λ | \ ›\ |` Έ Β | ΠΕ \ Ω
βαλ ει την εμμενεια της γ ωσσης σε ογο υπερ, ατικο. αν η
γραφη απέδιδε τὸ νόημα, κάθε διάβασμα, η ανάγνωσι μάλιστα έν
ΑΙΩΝΙΑ ΠΑΙΔΙΑ 227
γένει, θα ηταν αδιανόητη καὶ η μοῖρα της ζωης θα ἐξαρτιόταν απο
την μοῖρα της μορφης. Διαβάζω σημαίνει αναλαμβάνω μὲ τὸν ζων
τανὸ λόγο την σιωπη ποὺ μας χωρίζει απὸ μια διατύπωσι, σημαίνει
την ἐκ τῶν ἔνδον ανάμνησι (ἕνὅοθεν αὐτοὺς ὑοϊ αὐτῶν αναμιμνῃσκομέ
νους), η ὁποία κατα τὸν Φαϊὁρο (275) συνιστά τὸ πραγματικὸ φάρ
μακο της μνημης. (Η μετέγχυσι τῶν χρόνων εἶναι ἴδιον τοῦ διαβά
σματος· δὲν ὺφίσταται ανάγνωσι ανεπίκαιρη, όπως δὲν ὺφίσταται
ἐπικαιρότης ποὺ να μην αναφερεται σὲ ακίνητο χρόνο. (Η ανάγνωσι
μεταθέτει τοὺς χρόνους καὶ κάνει ἔτσιτην σηματοδοσία ἐφικτη με
αφετηρία την μετάθεσι· γίνεται η ζωντανη παραδοσι ἐκτὸς της
ὁποίας η ίστορικότης καὶ η συνέχεια εἶναι αδύνατες. Θα ὺπηρχε
παράδοσι χωρὶς την ζωντανη παράδοσι, χωρὶς τα άπειρα διαβά
σματα τοϋ αυτου κειμένου, χωρὶς την μετακένωσι της αχρονίας του
στὸ παρὸν τῶν αναγνωστών, Θα ὺπηρχε ἐς αεὶ διαβαζόμενο κείμε
νο, εαν δὲν ηταν ἐκ φύσεως μαρτυρία τοῦ απείρου,
”Η γραφη συνιστα μαρτυρία, εφ” όσον ὸ συγγραφεὺς εἶναι ηδη
μάρτυς της αληθείας, αύτη εἶναι η πλατωνικη προϋπόθεσι για την
αποκατάστασι της γραφης. Περίεργη επικοινωνία φηφίου καὶ ψυ
χης, ὅπου η ἱστορία ἐπαληθεύει τὸ απόλυτο σὲ ἔνα μυθικὸ συγχρο
νισμό, στηριζόμενο στην ἔντασι μεταξὺ ψυχισμοὕ καὶ αφηγησεως!
Εύκολα διακρίνει κανεὶς στὸ σημεῖο αὐτὸ τὸ φιλοσοφικὸ θεμέλιο
της πλατωνικης μυθολογίας: ὁ μυθος πληρώνει τὸν χρόνο διότι δεν
εἶναι σημεῖο, απλώνει δὲ στὸ φαινόμενο τὸ φῶς ἑνὸς λογικα απερι
ληπτου απείρου· όπως βλέπει ἐπίσης, ότι ἐκτὸς της μυθικοἐρωτι
κης σχέσεως του̃ «είδότος» καὶ τοῦ αδαοὕς, η διαλεκτικη ψυχαγω
γία εἶναι αδιανόητη.
ὶΟ Φαϊὅρος αντιμετωπίζει την γραφη στα πλαίσια της προβλη
ματικης τοῦ μενίστου μαθήματος. (Όπως οί ἐπιστῆμες, μὲ τὶς ὸποῖες
θα παιδευθῇ ὁ μέλλων διαλεκτικὸς φιλόσοφος της Πολιτείας (ὕ33ὶο
ο), εἶναι ανίσχυρες καθ, ὲαυτὲς να φθάσουν τὶς ίδἐες, διότι βασίζον
ται σὲ ὺποθἐσεις ανεξέλεγκτες, ἐφ” όσον δὲν μπορούν να τὶς θεμελι
ώσουν (μὴ δυνάμενοι λόγον ὀιὅόναι αὐτῶν), ἔτσι καὶ η ρητορικη τέχνη
τοῦ Φαίὀρου (277ὶ›ο)εἶναι κίβδηλη, ἐπειδη ὁ λογογράφος αγνοεῖ
την αληθεια τῶν θεμάτων τα ὸποῖα πραγματεύεται, αφού κι ἐκεῖ
νος δὲν εἶναι είς θέσιν να ὺποστηρίξη τα ὅσα γράφει. Δεν εἶναι
χτυπητη η αναλογία αφ, ἑνὸς μεταξὺ αριθμητικης, γεωμετρίας,
αστρονομίας, στερεομετρίας καὶ αρμονίας, ποὺ ετοιμάζουν τὸν
ὺποψηφιο φιλόσοφο για την ὺπερτάτη γνῶσι τηςΠολιτείας, αφ, έ
ρου δὲ της αριθμητικης, γεωμετρίας, αστρονομίας, τῶν κύβων καὶ
ψηφίων, ποὺ κατα τὸν μύθο του̃ Φαίὁρου ἐφηϋρε ὸ Θευθ; Μία κοινη
0,..
=·|
228 ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ
”οπ` π ὸ τὸ ,Α αθό ”` ᾶλλον ” αύτὶ ἀδυνα ία νὰ τὸ θίσου
Ρ η Ρ Θ Υ › η μ Υ) η μ φ α νι
προκαλεί την τελείασυμφωνία τῶν ἐπιστημῶν τηςΠολιτείας (ὅδἰσ
εἰ καὶ τῶν ἐ ευ ἑσεων τοῦ Θευ̃θ λ. Φαίὅ ου Ζίίίιὀε οί ὁποῖε
, ςΐ
ὅταν προστεθῇ διαλεκτικη γνῶσι, συνταυτίζονται. 'Η διαλεκτικη
Ἰ | 'Ϊ \ | Ν. | 1
επιστημη ειναι το κορυφωμα της γνωσεως (βλ. Πολιτείας ὕδἔιε),
χωρὶς αύτην η ηθικη ποὺ ἀπορρέει ἀπὸ τὸ σύμβολο τοϋ ηλίου έξα
νε ί εται καὶ Ι πλατωνικὶ ετα υσικὶ κατα έει. μ η μ φ η θρ
(Η γραφη καὶ οἱ ἐπιστῆμες, λοιπόν, ἐκδιώκονται ἀπὸ τὸ πλα
τωνικὸ σύμπαν, ὡς ψευδης γνῶσι κενη ηθικης σημασίας. ὶΗ στρα
τ ικ` καὶ οὶ δυνά ει που αναπτύσσονται ἐδῶ εἶναι ἐκεῖνε που ηί γὶ μ ἔ
§
ἀπε ά ονται τὶν ἐ ο ία τῶν ι τῶν καὶ τῶν ποι τῶν. ”Η πε ρί Υὶ Ρ μ μη Υ)
ποίθησι ότι μόνο τὸ φαινόμενο προσφερει ἀληθινη γνῶσι, η παραδο
χη της μετρητικης τῶν ἀστρονόμων καὶ τῶν ραψωδῶν (βλ. Πολιτεί
'ν | 'Ξ' σα
ας ὅδθο ὅδίο) ως αληθινης γνωσεως, ειναι στειρα τοποθέτησις,
\ θ Β Ν
την οποία θεραπεύει μόνο ένα ηθικό τέλος. Η ἔννοια της πλατωνι
Β' Ώ )| , Β' \ Ν· \ ) ρω
κης παιδείας εγκειται ακριβως σε τουτο. να αναγνωρισθη στην ψυχη
π οτε αιοτ εναντι των αισθ ατων· εἶναι τ όπο ω” ίο η ημ
ρ ἔ ηἔ ς ›
\ \ | | Ἡ ιν Ν
που δεν χαρακτηριζεται πλεον απο γνωσι του κόσμου, ἀλλὰ ἀπ
αίτημα δικαιοσύνης στὸ ὁποῖο ὑποτάσσεται κάθε σχέσι μὲ τὸν συν
άνθρωπο. ”Ως μαρτυρία του̃ ἀσύλληπτου ἐπέκεινα, η δικαιοσύνη
Ψ , | θ Ϊ κι )
ειναι εσχατη αποδειξις της αληθείας. ΚΟ δεσμώτης ποὺ «είδε» θὰ
ξανακατεβῇ στην σπηλιά, όπως θὰ ξανακατεβοῦν ἔττίσης οί φύλα
κεςφιλόσοφοι (Πολιτείας ἔιδθὀ θἔιθο), γιὰ νὰ αντιμετωπίσουν τὶς
δουλεῖες της κοινωνίας. ,Ιδανικο τοῦ φιλοσόφου δὲν εἶναι νὰ κατἑχη
την ἀληθεια, ἀλλὰ νὰ την είσαγάγη στὸ ὀίστυ ὡς δικαιοσύνη. Βασί
λειο της αληθειας εἶναι τὸ φῶς της δικαιοσύνης, ὅπου τίποτε δὲν
μπορεῖ νὰ κρυφτῇ αύτη είναι κατακλεῖδα της Πολιτείας. (Ο
φιλόσοφος δέχεται την ἀποκάλυψι ὡς ἄνθρωπος της ἀληθείας ὡς
|
δικαιος προσφερει καὶ θυσιάζεται. Με τὸν πλατωνικὸ φιλόσοφο
βρισκόμαστε στον χῶρο της προφητείας καὶ ὁὶν η βασιλεία τῶν
οὐρανῶν την (ξεπερνα, πέ,ρα\ της προφητείας. Οἱ λόγοι καὶ οἱ πρά
ει του δεν οδ ουνται απο τα καθιε ω ένα διότι ” τά ι λ ὁποία ηγ Ρ μ › Ὁ η
κ ι ι κ κ τ ι › Η Ν ,
τον εμπνεει και την οποια ακολουθει πληρουται με την έννοια ποὺ ὁ
ιι ι ι ‹ ι ι | |
ιδιο δινει στ ν υπακο του· οναδικο του κιν τ ο λ. Φαι ου ἔ *Ι *Ἰ Ρ·
*Ι Ρ Ρ
\ Ί' \ , | \ \ Η Ἱ
2736: και 27ἰιὶ›) ειναι να ευχαριστηση τον θεο οσο το δυνατον περισ
σότε ο άλιστα θεω̃ α ιεῖ. Πῶ συ ι ά εται ” ἀλίθεια τῶν αἰ . λί .Ω ς μ Ὁ Ὁ
| Ν ιν
σθ σεων συνώνυ τ ἀλ θεία του συ έ οντο ὲτ`νἀλίθεια ± μη η ἔ μφ Ρ ἐι μ η γὶ
Ν Ϊ \ Έ' Ϊ | Ν θ πω
του φωτος, που ειναι αληθεια της ανιδιοτέλειας; Θὰ υπηρχε δι
καιοσύνη, ἐὰν ἀντὶ νὰ ύπηρετοῦμε δεσπότες πανάγαθους (δεσπόταις
ἀναθοῖς τε καὶ ἐξ ἀναθῶν), προσπαθούσαμε νὰ γίνωμε ἀρεστοὶ
οκ
ΑΙΩΝΙΑ ΠΑΙΔΙΑ 229
είς τοὺς ἀνθρώπους,
.Η γραφη, κατὰ τον Πλάτωνα, δὲν ἔχει θέσι στην προβληματι
κη της δικαιοσύνης, και τοῦτο διότι ὡς είδωλο εἶναι ἑξαιρετικὰ
ίδιοτελης, γιὰ νὰ ὰνθέξη την γενναιοδωρία καὶ την δικαιοσύνη.
Ἐὰν σημαίνη πάντα τὸ αὐτό, ἐὰν χρειάζεται διαρκῶς τὸν πατέρα
της, είναι ἐπειδη τείνει νὰ προσαρμόσῃ τηνψυχη στην συνθηκη της
πτώσεως, χωρίς νὰ καταργηση ούτε την ούσία της ψυχης οὔτε την
πτῶσι. ”Η μέριμνα νὰ ἀναλάβω την συνθηκη μου δὲν ὀφείλεται
στην πτῶσι ἀλλὰ στὸ τέλος της. Χωρις αύτη την μέριμνα, η πτῶσις
θὰ ηταν μία αίωνιότητα παρόντων _ κόλασι. (Η ἱστορία ἀρχίζει
ἀπὸ τὸ τέλος της, τέλος όίσχετο μὲ τὸν θάνατο, που εἶναι ἀκόμη
ἱστορία, η ἱστορία ίσως της ἱστορίας. Τὸ τέλος που γεννὰ την
ίστορία είναι τέλος της ἱστορίας ὡς τέλος τοῦ θανάτου, ὡς τέλος
της γραφης μέσα στὸν λόγο. ”Ο ζῶν λόνος καὶ ἔμψυχος τοϋ Φαίὅρου
(Ζἶθ) δὲν υπερτερεί έναντι της γραφης λόγῳ ὰποκλειστικης συνδέ
σεως μὲ την ὰληθεια του̃ ὅντος, διότι έν τοιαύτη περιπτώσει η
γνῶσι θὰ ηταν ὰναπαράστασι καὶ ὅχι άνάμνησι. (Η ένέργεια του
λέγειν εἶναι η άρχη του̃ τέλους, η φυχικη ἐκείνη έγγραφη έν σχέσει
προς την ὁποία η καθαυτὸ γραφη ἐμφανίζεται δευτερεύουσα. ”Η
ἔννοια τού λόγου ὡς ψυχικης γραφης θεμελιώνεται στὸν χωρισμὸ
τῶν ίδεῶν καὶ ὰναπαύεται στην ἐσωτερικότητα. Διὰ της γραφης ὁ
ἄνθρωπος ἐπιχειρεῖ νὰ κατάργηση την ὰπόστασι, τοῦ διαφεύγει
ὅμως πὼς τὸ ἐγχείρηματοῦτο καταληγει ταυτοχρόνως σὲ θεοποίη
σι της γραφης καὶ άνάληψι της ἀποστάσεως. ”Ο Φαῖὀρος διατηρεί
την υπομνηματικη γραφη στὸ σύμπαν της φιλοσοφίας, δεδομένου
ότι η ύπόμνησις δὲν εἶναι θάνατος έρχόμενος ἐπί άπειρον ἀλλὰ
ἀναφορὰ στὶς ίδέες, όπως ὰκριβῶς η καλλονη της ὡραίας παρθένου
η τὸ θάρρος τοῦ ὰνδρείου στρατιώτη παραπέμπουν στο ὼραῖο καθ,
. ι .ι ι ν ν Ν ι ν . ι Ν ν τ τ
εαυτο η την ιδεα της ανδρειας. Η λαχταρα του φιλοσοφου για το
ὰπόλυτο ἐξουδετερώνει τους κινδύνους του̃ ἰνδἀλματος, τὸ ὁποῖο,
έξαρτώμενο ἀπὸ τὸ ἐπέκεινα, φανερώνεται προϋπόθεσι της ἀνα
μνησεως. ”Η διαφάνεια τοῦ γίγνεσθαι εἶναι η δόξα τοῦ ὰθεάτου.
Τί περιπέτεια γιὰ νὰ δείξωμε πὼςη αίωνία νεότης τῶν Ἑἔλληνων
βασίζεται σὲ άγνοια της γραφης! “Ισως ὰδικαιολόγητη, ἐὰν ὁ λόγος
τοῦ ίερέως μᾶς φαίνεται ὰθῶος άναγκαία όπωσδηποτε, ἐὰν εἴμα
στε πεπεισμένοι ότι δὲν υπάρχει τίποτε ἀθῶο στὰ πλατωνικὰ γρα
πτά. .Η παραβολη της διηγησεως του̃ Σόλωνος καὶ του̃ μύθου της
εύρέσεως της γραφης δείχνει ὅτι, πέρα τῶν κοινῶν θεματικῶν στοι
230 ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗἹἹΚΗ
| | Ι Ί Ϊ | | Ἑ | ~ \
χειων των δυο κειμενων, η αιωνια νεοτης των Βλληνων κρατει για
τὸν ἑαυτό της όλη τὴν δροσια τοῦ ζωντανού λόγου καὶ ὅτι ὴ αίγυ
πτιακὴ σοφία μὴ φιλοσοφική) θρέφεται απο τὴν ἑτοιμασμένη
γνῶσι της γραφης. Έν τοιαύτη όμως περιπτώσει τί νόημα έχει ὁ
λ! Ν Ω | ΜΧ \ θ | \ Ν \ Χ | Ε
Ογθς ΤΟὉ ὶερεως, Ξ Την Οίπανῖησί. σε ΤΟὉΤΟ ΤΟ Ξρωΐημα Ολοκλη
ρώνεται καὶ ὴ παρουσα μελέτη.
.Υπο τὸ φῶςτοῦ μύθου της γραφης,
οκ
>)
Ο»
τα
ος τοὔ ἱερέως ξεκαθα
ρίζει: ὴ ἑλληνικότης σημαίνει τὴν νεότητα του̃ ζωντανού λόγου, ὴ δὲ
γραφὴ τὴν γερασμένη ἐκείνη σοφία της ταυτίσεως μὲ τὸ θεσμικὸ
σύστημα. <Η κατ, αρχὴν ὀρθὴ αὐτὴ διευκρίνισι εἶναι πάντως αρκε
τα σχηματικη, για να είσδύση στὶς μυστικὲς σχέσεις ποὺ ύφαίνουν
τὴν κοινωνία πολιτισμικού στοιχείου καὶ ίστορικου̃, πολύ ακαμπτη,
ἴσω ια να δείξ τ` λ ` “ θ' ` ' ” ς, γ η ις φι οσοφικες προυπο εσεις και συνεπειες της
ἐν λόγῳ κοινωνίας. ”Ο Πλάτων βεβαίως δὲν σκέπτεται τὰ πεπρω
μένα του̃ ίστορικου̃ ἑλληνισμοἰι̃, αλλα προσπαθεῖ. να του̃ απόσπαση
ὅ,τι μοιραῖο ἔχει γιατὴν ανθρωπότητα. ”Αςθυμηθοὕμε τὸ προοίμιο
του̃ Τιμαίου καὶ τὴν ἱστορία του̃ Κριτίου: τὸ ὴπιο κλῖμα τῶν ,Αθη
νῶν, ὴ σοφία καὶ τὸ θάρρος τῶν κατοίκων της, ὴ άψογη κοινωνικὴ
ὀργάνωσι, ανέδιδαν μιαν αρμονία ποὺ ἐπρόδιδε τὴν αγαθοποιὸ πα
ρουσία του̃ Νοὕ. ”Η βαθεια επιθυμίατης πολιούχου ,Αθηνα̃ς, να ίδῇ
τοὺς ανθρώπους τηςπόλεως όσο γίνεται ὀμοίους της, ἔδωσε αναλό
γους θεσμούς, ὶκανοὺς να διαπλάσσουν πολῖτες ἐλεύθερους, ὑποτα
γμένους θεληματικα σὲ μία ταξι της ὁποίας ὴ σημασία τους εἶναι
οίκεία. ,Βαν κατώρθωσαν να νικὴσουν τὴν τεράστια πολεμικὴ μη
χανὴ της ,Ατλαντίδος, της ὁποίας ὴ ὁλοκληρωτικα στρατιωτικὴ
ὀργάνωσι, τὸ ὑπέρμετρο μέγεθος, ὴ σπάνια εύφορία καὶ ὁ απέραν
| \ | \ \ \
τος πλούτος προοριζονταν να στηριζουν το δεσποτικο καθεστως
| \ Σ| \ , | Ἱ \ \ Ἱ Ϊ
των βασιλεων της, που ωφειλαν την εξουσια σε σκοτεινες και επι
φοβες μαγικές τελετές, πρόκειται ασφαλως περὶ θαύματος, αλλα
τὸ θαϋμα εἶναι καρπὸς γενναιοφροσύνης. ”Οταν ὴ ψυχὴ εἶναι απαί
δευτη, μένει δέσμια τηςνύχτας για πάντα, ὴ αρετὴ χωρίζει απο τον
ον \ | \ Ϊ .Ν ( Ν
νου καὶ ὴ δύναμις δεν γνωριζει το μετρο, πραγμα τὸ οποιο αφηνει
Ώ Ν Ἱ | οι
τὴν ύβρι αχαλίνωτη, γεννα την προπετεια καὶ προκαλει ἐκφυλισμὸ
καὶ κατάπτωσι. Πραγματικὸς νικητὴς της ,Ατλαντίδος εἶναι ὴ ἐλ
ληνικὴ παιδεία τὸ προοίμιο του Τιμαίου (ΖέιὀΖὕὀ) δὲν αφηνει αμ
φιβολία, τὸ μοιραῖο δὲ στοιχεῖο που φέρνει στὴν ανθρωπότητα ὁ
πλατωνικὸς ὲλληνισμός, εἶναι ὁ ψυχικὸς βίος.
Οί "Ελληνες εἶναι αίώνια παιδια διότι γεμίζουν τὴν ζωὴ με
τὴν ψυχη τους. <Η ίδέα δὲν εἶναι νέα για τὸν Πλάτωνα, αλλα συνο
ψίζει τὶς αναπτύξεις τοῦ Φαίὅρου καὶ της Πολιτείας, μὲ τὴν βαθεια
ΑΙΩΝΙΑ ΠΑΙΔΙΑ Ζθί
πεποίθησι ότι οὶ κατακτήσεις αὐτῶν τῶν διαλόγων θὰ γίνουν
ανεξάντλητη προγονική κληρονομιὰ του̃ ἐπερχομένου κόσμου. ”Η
λυσσαλέα πολεμική κατὰ του̃ φαινομένου, εἴτε περὶ ποιητικής μι
μήσεως πρόκειται εἴτε περὶ ἐργασίας του̃ λογογράφου, εἶναι αντί
δρασι στὸν κίνδυνο τής λήθης που ὰπειλεῖ τήν ψυχή ή ὁποία ένδεχο
μένως θὰ συμβιβαζόταν με τὸ ἄψυχο. Τὸ δίδειν καὶ δέχεσθαι λόγον,
ὁ ἀναγκαῖος αὐτὸς όρος τής διαλεκτικής, κάνει ἐφικτή τήν ψυχική
σχέσι, όπου ἐκεῖ μόνο έρχεται ή ψυχή σὲ αὐτογνωσία. Ἐὰν υπάρχη
στὁν κόσμο ευταξία, τὁ νόημα δὲν άνήκει στὁ φαινόμενο, γιατὶ
υποθέτει τὸ δν κατειλημμένο ἀπὸ προηγουμένη σημασία, ὁποία
δὲν εὶκονίζεται. Στὁ ἑτυμολογικὁ παιχνίδι του̃ Κρατύλου, αὐτὸ τὸ
βλέπει κανεὶς καθαρά. ”Οταν, παραδείγματος χάριν, ὁ Σωκράτης
έξηγή τὁ όνομα τοϋ Διονύσου (ἔιθθο) ἐκ του̃ ότι δίνει κρασὶ (ὁ
ὅιὁοὺς τὸν οἶνον) ή τὁ όνομα τής Δήμητρας (έθἔὼ) έπειδή δίνει ὡς
μητέρα (ὁιὁσῦσα ώς μήτηρ), τὸ όνομα ἀντὶ νὰ παραπέμπη είς τὁ όν
αναπαράγει τήν συστατική του σημασία καὶ τήν είκονίζει πιστὰ
σὰν διαθεσιμότητα. Ματαίως θὰ ζητήσωμε στὸ φαινόμενο τήν πη
γή του̃ νοήματος: ή ὁρατότης τής ουσίας προηγείται καὶ δεν του̃
άνήκει. Πῶς νὰ ἐμπιστευθή κανεὶς τήν νήψι τής ψυχής εἰς τὸ φαινό
μενο, θὰ μποροὔσε νὰ γίνη τὸ φαινόμενο παράγων ὰναμνήσεως,
όταν ὁρίζεται ἀπὸ τὸ σημαινόμενο; Φυλακίζοντας τήν ψυχή στὸ
γίγνεσθαι τήν καταδικάζομε σὲ μιζέρια καὶ τήν βυθίζομε στήν λή
θης έλευθερώνοντάς την, κάνουμε τὁν βίο ψυχικό. Ψυχή εἶναι ή
πληρότης τής ὁπάρξεως.
Γηρατειὰ καὶ γραφή δὲν συμβαδίζουν κατ, ἀνάγκην. Τὰ γηρα
τειὰ εἶναι τυφλή προσκόλλήσι τής ψυχής στήν γραφή, υποκατάστα
σι δηλαδή τής γραφής στήν ψυχή. “Οτι ή γραφή καθ, ἑαυτήν δεν έχει
τίποτε μεμπτό (οὐκ αῖσχρὸν αὐτό γε τὸ γράφειν λόγους), ἀλλὰ μόνο ή
κακή γραφή καὶ ὁ κακὸς λόγος (τὸ μὴ καλῶς λέγειν τε καὶ γράφειν, ἀλλ'
αῖσχρω̃ς τε καὶ κακῶς), ὁ Φαῖὁρος τὸ λέει ἀπερίφραστα (Ζὁβὀ). Εἶναι
αβάσιμη ή ὑπόθεσι κατὰ τήν ὁποία ὁ Πλάτων εἶναι προκατειλημ
μένος έναντίον τής γραφής διότι δέχεται τόσο τὸν λόγο όσο καὶ τήν
γραφή ὡς φαινόμενα, ἀλλὰ ἐνῷ ὁ πρῶτος σημαίνει άντοχή τής
ψυχής εἰς τὁ γίγνεσθαι, ή δεύτερη εκφράζει ρήξι μεταξὺ ψυχής καὶ
διαρκείας. Τόνόημα βρίσκεται στήν ρηματικότητα του̃ λόγου, ξένη
πρὁς τήν ἀκινησία καὶ τήν τελειότητα τής γραφής. (Η έπικαιρότης
που στερεῖται γραφή εἶναι έργο του̃ ζωντανοῦ λόγου ἑνὸς άλλου,
τοϋ «είδότος», ὁ ὁποῖος άναλαμβάνει κάθε τόσο τήν προσπάθεια νὰ
τήν κάνη νὰ μιλήση καὶ νὰ τής μεταδώσῃ μιὰ θέρμη ἀποκλειστικὰ
δική του. Χωρὶς τήν ἀνάσα τοῦ άναγνώστη, ή γραφή θὰ ήταν ἀνέφι
232 ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ
κτη όχι μόνο ὡς γραφη ἐπὶ γραφης, άλλα καὶ ὡς δυνατότητα γρα
φης ἐν γένει. Τὸ γράφειν εἶναι δημιουργία διότι ἔχει προέλευσι τὸ
άπειρο· τὸ γράμμα είναι τάφος διότι η ρίζα του είναι δεσμῶτις. (Η
άνάγνωσι άποβλέπειγστὸ
άπειρο, τὸ άλλο γραφης, πό δὲ γρά
φειν σχηματιζει τηνγγετεροπητα της. Εαν οι ιδεες δεν ησαν χωρι
στα, η δημιουργια η θὰ ηταν άδύνατη
θὰ εἶχε τελειώσει γιὰ
πάντα, τὸ γράψιμο θὰ ηταν παραλογισμὸς
και η πλουτισμένη
ἀπὸ
την ἐσωτερικότητα ὕπαρξι άδιανόητη. Προδίδεται η, κατὰ τὸν ἱε
ρέα, αἰώνια νεότης τῶν Ἑλλήνων, ὅταν την ἑρμηνεύωμε
ὡς δημι
ουργικη ἱστορικότητα,
Εἶναι σαφές πὼς ὁ ἱερευς τοῦ Τιμαίου δὲν έχει συνείδησι τῶν
λεγομένων του, άλλιῶς δεν θὰ ηταν Αίγόπτιος.
Μην ξεχνοῦμε
ὡστόσο, πως η άθωότης του εἶναι σκηνοθετημένη,
ένα τέχνασμα
με
άπώτερο σκοπό. ”Οταν μιλάη μί αὐτὸ τὸν τρόπο ένας άνθρωπος
προσηλωμένος στὶς χιλιετίες με την γραφη, σημαίνει κάτι, κι όπως
τὰ πάντα στον Πλάτωνα βρίθουν άνομολογητων
προθέσεων,
δὲν
γίνεται νὰ μην μᾶς σταματηση. Τὸ άξιοπρόσεκτο
στὸν διάλογο του̃
Σόλωνος μὲ τὸν ἰερέα είναι ὅτι η άπέραντη μνημη τοϋ Αίγυπτίου
άποτελεῖ θεσμό τοῦ παρελθόντος,
ένῶ η ληθη του ,Αθηναίου δὲν
ὁδηγεῖ κατ, ἀνάγκην σὲ ἐγκατάλειφι
της άρχης. ,Αντικειμενοποιη
μενο, το παρελθον άπλώνεται συνολικὸ και ἀσάλευτο μπροστά στὰ
μάτια του ἑνός· άξιομνημόνευτο,
ἀλλὰ άπροσπέλαστο
γιὰ τὸν άλ
λο, ἀποκαλόπτεται στην προσπάθειά του νὰ τὸ φθάση. ”Η προσπά
θεια τούτη είναι ὁ φυχισμός. Οι ,Αθηναίοι δὲν θὰ νικοὕσαν την
,Ατλαντίδα ἐὰν εἶχαν δεδομένη την άρχη. Τὸ κακὸ της ψυχης δὲν
εἶναι η ληθη· τὸ κακὸ εἶναι η ληθη της λήθης. Πῶςνὰ ζητησωμε την
ρίζα χωρίς νὰ μεταβοὔμε ἀπὸ τὸ νόημα της οὐσίας στην οὐσία τοῦ
νοηματος και πῶς νὰ πραγματοποιησωμε
την μετάβασι,
ἐὰν δὲν
περάσωμε ἀπὸ την χρονικη άρχη; (Η δημιουργία
τοῦ Τιμοιίου, ποὺ
συμπληρώνει την ἐσχατολογία του Φαίὁρου καὶ της Πολιτείας, δεί
χνει καθαρά ὅτι η ληθη εἶναι κατὰ κάποιο τρόπο τὸ τίμημα του
έργου. "Η άμετάστατη μνημη του γραφέα της ,Ανατολης δὲν υπερ
βαίνει την ταξινομία τῶν πραγμάτων και τῶν γνώσεων, ποὺ εἶναι
καταδικασμένη νὰ μην διαβῇ ἐπ, οὐδενὶ τὸ κατῶφλι της ἱστορίας.
Ύπάρχει ἱστορία διότι τὸ τέλος τῶν όντων εἶναι άπόλυτο, η δὲ
πρόσκαιρη πάντοτε καὶ τ ηματικη θέα του πο εῖ νὰ ἀποσπάσ.
την ψυχη ἀπὸ την ληθη. ΗΝΗ ἱστορία δὲν καἔαλύρει την ληθη° τηῖί
άναλαμβάνει
άπλῶς με τὸ ἔργο. Χωρις ληθη δὲν υφίσταται ἀνάμνη
σις. Οί πολιτισμοὶ της γραφης υποφέρουν καὶ καταρρέουν ἀπὸ άδυ
ναμία νὰ ξεχάσουν, διότι η άπόλυτη μνημη εἶναι άρρώστια την
ΑΙΩΝΙΑ ΠΑΙΔΙΑ 233
ὁποία προσπαθουν νὰ θεραπεύσουν μὲ ἀπόλυτο ἐκμηδενισμὸ της
ψυχης. ”Η προσηλωσι της μνημης στὰ περασμένα εἶναι ψυχικη άρ
γία. Τὸ ἔργο δηλώνει ἐκεῖνο τὸ πέταγμα της ψυχης που φθάνει ὥς
τὶς ὰρχὲς ἀλλὰ δὲν κοινολογεῖ τὰ μυστικά τους. 'Η αἰωνία νεότης
τῶν ,Αθηναίων του Τιμαίου, οὶ ὁποῖοι άδυνατοὕν νὰ κυριαρχησουν
στὸ παρελθόν τους, δὲν ἐκφράζει την προϋπόθεσι του ἔργου; ”Ο
λόγος του ἰερέως ξεπερνα τὰ λεγόμενα. Καὶ αυτό τὸ «ξεπερνά»
εἶναι η προσφορὰ του Πλάτωνος, που βλέπει τὰ ἀδιέξοδα της τυ
πολατρικης προσκολλησεως τῶν γραφέων καὶ της ελληνικης προφι
λοσοφικης παιδείας στην παράδοσι, ἀντιπαραθέτει δὲ στην συντη
ρησι της μορφης την παράδοσι της δημιουργίας.
(Ο ὶστορικὸς τῶν ἰδεῶν θὰ μπορουσε νὰ μου προσάφη ὅτι προσ
ποιουμαι πὼς ἑρμηνευω κατὰ γράμμα καὶ βάζω στὸ στόμα τοῦ
Πλάτωνος σκέψεις που δὲν θὰ περνουσαν ποτὲ ἀπὸ τὸ μυαλό του.
Εὔκολη μομφη γιὰ νὰ ξεμπερδευη κανεὶς μὲ τὸν ἀναγνὡστη που
ζητεῖ τὸν ἑαυτό του ἐπιχειρώντας νὰ προσπελάση ἕνα καταγωγικὸ
κείμενο! Ύποθέτομε ὅτι στὸ κείμενο γράφεται η σκέψι καὶ συνάγο
με ὅτι τέλοςτης άναγνώσεως εἶναι νὰ την ἀνακαλυψωμε. ,Αλλὰ δὲν
θὰ υπηρχε θέμα κατανοησεως του κειμένου ἐὰν μετέφερε ἔνα ξένο
περιεχόμενο, καθὼς δὲν θὰ υπηρχε θέμα σημασίας, ἐὰν ό λόγος
περιοριζόταν νὰ δηλώνῃ τὰ πράγματα. ”Οπως τὸ περιεχόμενο της
λέξεως ξεπερνιέται ἀπὸ την σημαντικη του λόγου καὶ ζη μόνο στην
φράσι ὁ Κρατύλος (δἔἔθε ἑπ.), ὁ Θεαίτητος (ίὅὅε) καὶ ό Σοφιστής
(ΖΘΖΒ ἑπ.), τὸ υπογραμμίζουν δυνατά, ἔτσι η γραφη δεν κατα
γράφει την φωνη, ἀλλὰ την σιωπη του λόγου. ”Ας θυμηθουμε ἐδῶ,
γιὰ μία ἀκόμη φορά, τὸν Κρατύλο καὶ τὸν ρόλο της αίσθησεως του
ὡραίου στην διάπλασι τῶν λέξεων: εἴπαμε (ἔιθθὶσ) ψυχἠ ἀντὶ φυσέχη
άπὸ κομψότητα (κομι//ευόμενον) καὶ μετατρὲψαμε τὸ ὀιαϊὸν (διατρέ
χον) σε δίκαιον, προσθέτοντας, γιὰ την καθαρότητα της ἀρθρώσεως
(εὐστομίας ἕνεκα), τὸν ηχο του γράμματος κ· ἀποφανθηκαμε (ἔιίἔιο)
ὅτι τὰ πρῶτα όνόματα σκεπάσθηκαν (κατακέχωσται) καὶ διαστρε
βλὡθηκαν παντοιοτρόπως, ἀπὸ εκείνους που «γιὰ νὰ τὰ όμορφη
νουν›› προσέθεσαν καὶ άφηρεσαν γράμματα. Ἐὰν τὰ γράμματα με
τέγραφαν μόνο ηχους, θὰ μπορουσαν νὰ εκφράσουν την κίνησι
(4280), (Ο γλωσσολογικὸς αυτοσχεδιασμός του Κρατὐλου ἀποκαλυ
πτει τὸν σημαίνοντα χαρακτηρα της γραφης καὶ αυτό καθιστά ἐφι
κτη την ἀνάγνωσι της φωνητικης λεγομἐνης γραφης τῶν (Ελλήνων.
Μεταξυ ἀντιληψεως της κινησεως καὶ φωνητικης της εκφράσεως,
ὅπως μεταξυ της τελευταίας καὶ της γραπτης της μνημειώσεως,
ἔχομε τὸ χάσμα του̃ νοηματος, που δημιουργεῖ ἀλλὰ υπερβαίνει
Ζξἔἔι ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗἹἹΚΗ
πάντα τὴν ἀναπαράστασι. Γιὰ νὰ προσπελάσωμε,
ἄρα, τὴν σκέψι
ἑνὸς συγγραφέως, δὲν χρειάζεται νὰ ἀπομονώσωμε
κάποια φράσι
στὸ κείμενο, ἀλλὰ νὰ ἀνοιχτοῦμε στὴν σημασία ποὺ τὸ έμψυχώνει.
,Ακολουθὥ πιστὰ τοὺς κανόνες τὴς φιλοσοφικὴς ερμηνείας, όπως
θεσπίστηκαν πρὸ πολλοῦ. ὶΗ σοβαρὴ ὥθησι ποὺ ἔδωσαν τὰ ἔργα
τοῦ Χοῦσσερλ καὶ τοῦ Χἀιντεγγερ στὴν σύγχρονη ἑρμηνευτικὴ,
έπιβεβαίωσε πανηγυρικὰ τὶς ἀρχὲς της ὴδη ἐξαιρετικὰ προηγμένης
ἑρμηνευτικὴς τῶν ,Αρχαίων .Ο όρος ἑρμηνευτικὴ εἶναι πλατωνι
κὸς (βλ. Πολιτικου̃ Ζθθὀ), ὴ δὲ ἑρμηνείοι ὡς δημιουργικὴ σόλληψι τοϋ
νοὴματος, πιστοποιείται
κατ, έπανάληφιν ἀπὸ τοὺς διαλόγους: ὴ
ερμηνεία του νόμου (βλ. Νόμων 8Ο2ο καὶ 9Ο7ὀ) σαφηνίζει (ἐξηνοομέ
νους) τὴν σκέψι τοῦ νομοθέτου° ὁ ,Απόλλων, δηλαδὴ τὸ μαντεῖο
τῶν Δελφῶν, εἶναι ὁ πατροπαρἀδοτος
ἑρμηνεὺς (πάτριος ὲξηνητὴς)
τὴς θρησκείας Πολιτείας έ±27ὶ›ο), σὰν τοὺς ἐμπνευσμένους
ποι
ητἀς, ποὺ γίνονται ἑρμηνῆς τῶν θεῶν μὲ τὸἐργο τους Ἱωνος
ὅδἔιοο), καὶ τοὺς ραψωδοός, ποὺ ἐξηγουν στὸ ἀκροατὴριο (ἔνθ. άν.)
τὴν σκέψι (διάνοια) του ποιητου̃° ὁ Ἑὰρμὴς (βλ. Κρατύλοο ἔιθἶο
4088) ὁνομάσθηκε ἀπὸ τὴν ἀποστολὴ του ὡς ἑρμηνέως καὶ ἀπὸ μία
ὁλόκληρη δραστηριότητα
σχετικὴ με τὴν τέχνη τοϋ λόγου, τὴν
ὁποία ἀνεκάλυφε (ΰς τὸ εξοειν ὲμήσατο). .Η ερμηνεία δὲν εἶναι λοιπὸν
κατὰ τὸν Πλάτωνα ὰπλὴ έξηγησις κειμένου ἀλλὰ ἔργο λόγου, μὲ τὸ
ὁποῖο ὁ ἑρμηνευτὴς οἰκειοποιεῖται τὸ νόημα του̃ κειμένου γιὰ νὰ τὸ
μεταδώση. ”Η ερμηνεία θὰ ὴταν ὁπωσδὴποτε
ἐξὴγησις, ἐὰν ὴ γρα
φὴ παρέμενε ἀμετἀστατα εἴδωλο, ξέρομε ὅμως ότι δεν παραμένει
διότι στὰ χέρια τοῦ φιλοσόφου γίνεται θησαυρὸς ὺπομνημάτων
καὶ
προκαλεῖ ὰκριβῶς τὶς μνημες του̃ ἄλλοτε. Αὺτὸ δὲν σημαίνει πὼςὴ
ἑρμηνεία ξεκινἀ ἀπὸ τὸ γράμμα γιὰ νὰ καταληξη στὸ νόημα, ἀλλὰ
πὼς ὴ σύλληψι τοῦ νοηματος περνὰ ἀπὸ τὴν μετεγγραφὴ
του̃ γράμ
ματος σὲ νέο ἔργο ποὺ σκοπεύει νὰ τὸ ἑρμηνεόση.
Δὲν επιμένω
λοιπὸν εἰς τὸ γράμμα γιὰ νὰ καθησυχἀσω
τὸν ἀναγνώστη
ὅσον
ἀφορὰ τὴν ἀκρίβεια της μεθόδου μου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο θὰ έπέτρε
πε νὰ καταχρασθῶ έν συνεχεία τὴς ἐμπιστοσύνης
του καὶ νὰ συνα
γἀγω ὁποιοδηποτε συμπέρασμα,
ἀλλὰ γιὰ νὰ ξαναβρῶ στὴν έρμη
νεία τὸν ἑαυτό μου. ”Η ἑρμηνεία διατηρεῖ σαφῶς τὴν παρἀδοσι, ὴ
παρἀδοσι ὅμως θὰ ὴταν ἀδιανόητη, ἐὰν δὲν επρόκειτο περὶ δικης
μας δημιουργίας. Ἑλληνικὴ παράδοσι εἶναι ένσἀρκωσι του λόνου.
,Απο κάθε τι λείπει ὴ ἐνέργεια ποὺ τὸ έφερε στὸν κόσμο. Κανέ
να όν δὲν ἀποδίδει ἀκριβὥς τὴν πνοὴ ποὺ τὸ γέννησε. Ἐὰν ὴ δημι
ουργία ταυτιζόταν με τὰ ἔργα της, θὰ μετεῖχε του πεπερασμένου
καὶ τὸ δν θὰ έπαιρνε τέλος μαζί της. Βέβαια ὴ δημιουργία βρίσκε
ΑΙΩΝΙΑ ΠΑΙΔΙΑ 23θ
ται ἐν α του κάθε κτίσ ατο ποὺ π οβάλλει ανα ε ό εν σα
θχἶὶ μ· ἔι Ρ φ θ μ Ο
αυτην αδιάκοπα μέχρις απωλείας τοὔ ἑαυτοῦ του, δεν θα υπηρχε
ὡστόσο δ ιου ία αλλα δια κὶ ετα ολὶ του̃ αὐτοῦ ἐὰν τ`ν
γὶ ·› η
| Ἱ Η { | .Ν
περιοριζε το κτίσμα: οπως η δημιουργία μονο ὡς δημιουργία του
όντος υφίσταται, η τελευταία γίνεται ανέφικτη αφ, ης στιγμης
πεδίο της είναι τὸ όν. 'Όσο δημιουργεῖ ὁ ποιητης, τόσο τὸν αδεια
, Ν
ζει η δημιουργια. (Η δημιουργία προτου φέρη στὸν κόσμο οτιδηπο
τε ειναι ἐσωτερικότης καὶ αποτρέπει την ταύτισι τοϋ πλάστη μὲ τὸ
έργο του. ”Αν καὶ παράδοξο, φαίνεται πὼς ὁ εργάτης δυστυχεῖ ὅταν
συνταυτίζεται μὲ τὸ προϊόν της δουλειας του καὶ όχι ὅταν αποξε
νώνεται, όπως ηθελε τόσο επίμονα δέκατος ένατος αίῶνας. ,Εαν
ὁ ἄνθρωπος πραγματὡνεται μὲ τὸ εργο, δεν βεβαιώνεται έν τού
τοις στὸ Ἑγὡ· δημιουργία είναι η αυτοθυσία στην δοτικη οὐσία
τοϋ έργου. Παραδομένο στην δημιουργία τὸ πνεῦμα σημειώνει μὲ
τὸ φῶς του τὸ όν, τὸ έλαφρώνει καὶ τὸ κατοικεῖ, χωρὶς αὐτὸ να
σημαίνη καὶ έξάρτησι απο τὸ αντικείμενο, ποὺ ὡς προσαρμογη στὸ
πεπερασμένο απορρίπτει την ψυχη για να υπηρετηση τὸ Ἑγὼ καὶ.
\ | ζ Ϊ | ῇἶ
τις θελησεις του. Η εξουσια ειναι η πιὸ αποκρουστικη μορφη στην
ἔ | \ Βϋ "Δ
οποια θα μπορουσε να ὁδηγησῃ ὁ φόβος του θανάτου. Ἱστορία δὲν
είναι η περιπέτεια της υπάρξεως, είναι τὸ μυστηριο της δημιουργί
ας, η στιγμη που τὸ πνεῦμα φωτίζεται στην έξοχη ἐκείνη ανιδιοτέ
Ἱ ! | | \ ά εν Β.
λεια, την οποια τοσο καλα αποδιδει ὁ θαυμασμὸς του πλατωνικου
φιλοσόφου. Θα ηταν αφροσύνη να προτείνη κανεὶς την αργία ὡς
οὐσία τοῦ ἔργου; Δὲν τὸ συμμερίζομαι. 'Η αργία τοῦ έργου αφαιρεί
? Η σω
απὸ τὸ ὸν την ὶδιότητα του πράγματος για να τὸ έπαναφέρη στὸν
< | \ | δ ¦| Ι κι
εαυτο του, στην συνθηκη μ αλλα λογια του ποιηματος, που δὲν
νοεῖται ἐκτὸς δημιουργίας. Ἐδῶ τὸ δν δὲν απωθεί, οὔτε υφίσταται
ρηξι μαζί του, η ψυχη αντιθέτως εὶσβαλλει στὸν χῶρο του καὶ αὐτὸ
συνιστα λειτουργία τοῦ κόσμου. Το άπειρο ξεχειλίζει ταπράγματα
καὶ δοσμένο στην δημιουργία τα σφραγίζει αδια̃λείπτως μὲ την
αγαθότητἀ του. Δεν ἔχω κατὰ νοῦ τὸν παλαιο καινοδιαθηκικὸ
μονοθεϊσμό° σκέπτομαι απλῶς τὸν αίσθητὸ θεὸ (θεὸς αἰσθητὸς) τοϋ
Τιμιιίου (θ2ο), τὸν μονογενη υὶὸ (μονοχενὴς ιὔν), είκόνισμα (εἰκιὸν) τοῦ
νοητου̃ πατρός, που με την ὁμοιότητα αὐτη μᾶς ανοίγει τὸν δρόμο
της δημιουργίας. Ἐὰν τὸ νόημα όφείλεται στην ἰδέα της δημιουρ
γίας εὶναι αδύνατο να πηγάζη απὸ τὸ όν. “Οχι πὼς ὁ αίσθητὸς
| Ί· | , \ \ .Ϊ ` \ \ Ι
κοσμος ειναι φαντασιωσι αυτο κανεις Ελληνας δεν θα το ξεστο
› κ ι κ ι 5 4 : ι ο 1 ι ια
μιζε, αλλα η φαντασιωσι, και κατ επεκτασιν η αληθεια, θα εμενε
ανεξηγητη έαν ὁ κόσμος τοὕτος δεν συμβόλιζε έναν αλλο. Το λάθος
Ι
κ
αρχιζει μὲ την δηλωσι, θα γραφη ὁ Πλάτων στὸν Κρατυλο (4326),
εο”
ΖΒΘ
ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ
ΠΟΙΗΊἹΚΗ
εἰσάγοντας την σύμβασι στὸ ὅνομα, που άργότερα,
στὸ ἔκτο κεφά
λαιο τοϋ άριστοτελικοῦ
Περὶ ιρυχη̃ς, θὰ κάνη την ἑμφάνισί του μὲ τ
Ωω
|
# \ | Ν ἕδ | \ 'Ξ' Ἱ , | ἕ |
λεγομενα κοινα. Το νοημα της υ ριας δεν ειναι το αντικειμενο
υδρια,
η δὲ διαλεκτικη
ζητησι καὶ η μαιευτικη
τονίζουν
αὐτὸ άκριβῶς.
Η Η { Ν | 'Ξ' Έ ( | \ δ
|
Οταν ομως ρωτουμε:
«τι ειναι η υδρια;››, δεν αντιλαμβανομαστ
Ξ \ | ξ | \ \ 7 |
Ϊ Β. \ \
τα πραγματα ως κτισματα και δεν αποδιδομε
στην γνωσι την δομη
ἑρμηνευτικης,
άναγνωρίζοντας
συνάμα στην παράδοσι τὸ ἴδιον τη
δημιουργίας;
§
"Ας ἐπιμείνουμε
στὸν Κρατύλο.
.Ο διάλογος
αὐτὸς θὰ διευκρινί
ση ἐνδεχομένως
τὰ παράδοξα
της ἐρεύνης μας καὶ θὰ ἐπιτρέψη
νὰ |
\ \ Κ Ν Β Ι
| Ν ρ
συνεχισωμε
χωρις να τα θεωρουμε
αυταποδεικτα.
Θεμα του Κρατο ¶· Ε Ἄ Θ Χ Ν 3 | Ω
| Η
λου ειναι η ορ οτης των ονοματων,
η προβληματικη
του ομως κα
λύπτει ὅλο τὸ πεδίον της γνώσεως.
.Η γλῶσσα ὑφαίνει
τὶς σχέσει
καὶ η γνῶσι κυρίως εἶναι σχέσι. Δὲν είναι περίεργο
λοιπὸν ὅτι τὶ
ζητημα τράβηξε ἀπὸ νωρὶς την προσοχη
τῶν φυσικῶν
φιλοσόφω
€
ο
ν
καὶ τῶν σοφιστῶν, περίεργες
στὸ ἔπακρο είναι γιὰ τὸν Σωκράτη
οί
άπαντησεις
που ἔδωσαν. Θεωρώντας
την γλῶσσα κοινὸ προϊον τη
συμβάσεως
πιστη είκόνα τῶν πραγμάτων,
την μετέβαλαν
σὲ ὅρ
γανο, σχετικοποιοῦσαν
δὲ την γνῶσι καὶ τὸ ὅν, χωρὶς νὰ πολεμοῦ
§
ν Ι
\ Ἡ ἰθ \ ` ι̃δ Ι Η
ΐ |
| \
ουσιαστικα
το λα ος και την α ικια. Εχομε ωστοσο
δικαιωμα
να
μεταβάλωμε
τον λόγο σὲ ὅργανο, ὅταν η ἐνέργεια
εἶναι πραγματικό
της (38θε), τὸ ὀνομάζειν ρημα καὶ το λέγειν ἕνα είδος πράξεως
(πρα̃ξίς
τις, 38%), η ὁποία συνδέει τους άνθρώπους
μὲ τὰ πράγματα
(περὶ
τὰ πράγματα);
(Η κρίσι της γλώσσης ἔγκειτο ἀνέκαθεν
στὸ γεγονὸ
(Ξ
ὅτι ὁ άνθρωπος δὲν ἔχει συνείδησι
τοῦ άλλου ἀνθρώπου
καὶ ὅτι
δεχόμενος τὸν κόσμο του̃ νοηματος
ὡς φυσικόν,
χρησιμοποιεί
τη
|
ν .Ν \ \ , | \ Ϊ 7
\ (
\
γλωσσα για να ονομαζη,
χωρις να αντιλαμβάνεται
την υπερβατικη
διάστασι
τοῦ λόγου. Θὰ μποροὔσε
θαυμάσια
νὰ εἶναι τὸ ὅνομα
ὅργανο (3888) ἀλλὰ στην ὑπηρεσία
του̃ λόγου, στὰ πλαίσια δηλαδη
της δημιουργικης
ἑνεργείας
της γλώσσης.
Τὸ ὅνομα είναι τύπος το
πράγματος
καὶ γιὰ τοῦτο η λειτουργία
του δὲν ξεπερνά τὰ ὅρια τη
ὲνδείξεως (ἔνὁειξις, 4286 ὁήλωσις, ἔιδδθ), ὁ τύπος ὅμως μαρτυρεῖ
ἶι
9
πὼς η συμφωνία ὀνόματος καὶ πράγματος
δὲν είναι ἐμπειρικη
καὶ
πὼς τὸ πρᾶγμα δίνεται στους κόλπους
της μὲ τον ίδιαίτερό
το
χαρακτηρα
(τύπος). ”Η ποιότης είσάγει τὸν χρόνο στην ὔπαρξι ὡ
ρημα, η δὲ ἐμπειρία της ποιότητος
είναι ὁ ίδεαλισμὸς
της ἐμπειρία
ὡς λογος. (Ο Κρατύλος (ἔιδίὶαο),
ὁ Θεαίτητος
(ίθὅο), ὁ Σοφιστής
Ο
(Ξ
(Ξ
(ΖΘΖΒ), η 'Εβδόμη Ἑπιστολἠ (3έι2ὶ›), το ορίζουν ξεκάθαρα:
λογος
'Ξ' Κ |
2 # , |
\ ? } ειναι η συνθεσι (σομπλοκη,
ξυνθεσις) ονοματων
και ρηματων,
ὁποία ὁδηγεῖ στην ουσία καὶ ἐπιτρέπει ὡς ἐκ τουτου νὰ βρεθη
ἢ
ὀω
ΑΙΩΝΙΑ ΠΑΙΔΙΑ 237
αληθεια καὶ νὰ ἐξαλειφθὴ τὸ λάθος. Στους κόλπους της φράσεως,
Τὸ όνομα πλέον δὲν δείχνει: υπερβαίνει τὸ ἐμπειρικὸ δεδομένο καὶ
\
αναγγέλλει (δήλωμα) τὴν ουσιαστικη πραγματικότητα (ἔιδδὶπε).
”Η αληθεια καὶ τὸ λάθος εὶσέρχονται στὸν κόσμο ὡς ενέργεια,
ἐνέργεια ὴ ὁποία κατὰ κυριον λόγο ανηκει στὸ ρημα εἶναι, δὲ
ἑ>
κςηι.
Οζ
λ
δ
| Ν Τ | \ \ Χ Ν Ώ Ν `
ηματικοτης του ειναι ταυτιζεται με την λαχταρα του Αγαθου. Το
ι ν ι εθ ι τί ι › ι Ν ›| ι ‹
Αγαθθ κρινει Την αι) Ξνΐὶκθΐηΐα Ύ] ΤΟ ανὶ)πΟΟ”ΤαΤΟ ΤΟ!) ΟνΤΟζ, καί η
έργεια του εἶναι δὲν νοείται ἐκτὸς αυτου, όπως επίσης δὲν νοεῖται
άλλος κόσμος, ὴ δικαιοσύνη καὶ ὴ ἱστορία.
Το εἶναι καὶ ὁ χρόνος συγκροτουν τὴν ουσία του πλατωνικου
όνου (Κρατύλου ἔι2ἔ›ε). Ουσία του ζῶντος (ζῷον) εἶναι ὁ χρόνος του,
ιότι τὸ όνομα μετέχει της ουσίας καὶ τὴν φανερώνει με τὴν ἐνέρ
γεια του ρὴματος. ,Αλλα τὸ όνομα δὲν εἰκονίζει τὴν ουσία καθ,
Έ | | Γί ` | \ ἔ \ Υ
ε
δ
αυτην, δεδομενου οτι τα γραμματα και οι συλλαβες αδυνατουν νὰ
ιατρέξουν τὴν απόστασι φαινομένουαρχετυπου,
ἐξ αἰτίαςτου πε
ποιημένου των· τὰ χρησιμοποιουμε (ἔι25ὀ ἔ±Ζθει) ἐν γνώσει της
αδυναμίας μας, πεπεισμένοι ότι αυτό μόνο μπορουμε να κάνωμε
απο τὴν στιγμὴ που αγνοουμε τὴν αληθεια (ἔι2θο). 'Όταν καταφευ
Υ
ο
κατ, ουσίαν ὅἠλωμα, τὸ τελευταῖο εἶναι προϊον συμβάσεως. Τὸ δήλω
ωμε στα φαινόμενα για να φαντασθουμε τὴν αληθεια, τότε τα
ν: 8 | » υ κ ` ›: τη
νοματα αποδεικνυονται ξυνθηματα (ἔιδδε). Εαν το ονομα ειναι
μα γίνεται δεκτὸ κατὰ συμβασιν καὶ τουτο υποθέτει προεμπειρικὴ
γνώσι τῶν όντων (προειδόσι τα πράγματα, ἔι33ει)° ουτε τὸ δηλωμα ἐν
Τ
| Η ! | 'Γ , | \ | \ |
ουτοις ουτε η συμβασι ειναι εις θεσιν να διασχισουν το μεταξυ των
| Ε Ι Χ Κ 3 | Ἱ Ἡ κ | Ι π
κενο και να επικοινωνησουν. Η μεταβασις απο το όηλωμα στο ξυν
θημα καὶ αντιστρόφως, εἶναι ἔργο της ὁμοιότητος (ὅμοια, ὁμοιότης,
ἔιδόιεΒ), τἦς φυσικὴς αυτὴς σχέσεως του σημαίνοντος καὶ του ση
μαινομένου, τὴν ὁποία ίδρυει ἱστορία. Γνωρίζομε χωρὶς νὰ ξέρω
με ακριβως πως αυτὴ δὲν εἶναι ὴ ουσία της ὀρθη̃ς δόξης,, ἐπειδὴ
Τ
Τ
δ
ὸ νόημα προηγείται της ἱστορίας που τὸ ανακαλύπτει καὶ τὸ θέ
ει. ”Η συστασι του σημείου δὲν έχει κατα βάθος τίποτε αυθαίρετο
ιότι ὴ ὁμοιότης ουδέποτε εγκαταλείπει τὴν περιοχὴ του ίδεατου
7
Ν 1 2 Ν ε ν ι # ι ι Ν
πραγμα το οποιον επιτρεπει την συμβασι και την χρησι (ἔθος).
Ύφίσταται νόημα πρὸ τῶν αίσθησεων (ἐὰν οἱ αίσθησεις ὴσαν ατο
| Ω θκ π ι ι| ι ι Ν
μικες, ο κα εις επρεπε να εχῃ και την γλωσσα του), νόημα που
είναι ἔργο ὅλων καὶ κανενός, επιτρέπει δὲ με τὴν σειρά του τὴν
Χ
| \ Η Ἡ . | $ Ι Ι | Ν
οινωνια. Το εθος δεν προυποθετει αντικειμενικη ομοιότητα των
σημαινόντων (ἀπὸ του̃ ἀνομοίου, ἐδθε), λόγῳ του ότι τὸ σημείο στὸν
Πλάτωνα εἶναι ευθυς ἐξ αρχης ίδεατό: αφ, ὴς στιγμης γνωρίζω
, \ Ἱ · Η 8 Ϊ Η οι
αυτο το οποιο ακουω διότι αποτελει προιὸν συμφωνίας (ἔιδἰιε), τὸ
238 ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ
σημαῖνον γίνεται ὁήλωμα καὶ πρόβλημα· χωρὶς συμφωνία ὴ δήλωσις
εἶναι ανέφικτη καὶ χωρὶς δήλωσιν πρα̃ξις ουδέποτε γίνεται πρω
τοβουλία.
Τὸ ρήμα έκφράζει τὴν ένέργεια στὴν γλῶσσα. (Η ένέργεια τοῦ
ρήματος λείπει από τὴν γραφή, ὴ ὁποία σημειώνει τὴν ἔννοια τὴς
λέξεως σὰν νὰ μὴν ὺπὴρχε σύμβασι. Πάντως ἐὰν δὲν συνέθεταν τὸν
λόγο όνόματα καὶ ρήματα, ὴ γραφὴ θὰ έμενε ἐς αεὶ ίδεογραμμικὴ
καὶ ὁ πολιτισμός θὰ ήταν στὰ χέριατῶν γραφέων. (Η γραφὴ εὶναιὴ
γλῶσσα του̃ λέγειν. Τὸ λέγειν είναι ὴ συνεισφορὰ τὴς Ἑλλάδος
στὴν γλῶσσα, ὴνίκη του̃ ρήματος ἐπὶ της ,Ατλαντίδος της σημειω
τικὴς γραφης. ”Ρημα ἐκτὸς του̃ νοήματος δεν ὺφίσταται° χωρὶς τὴν
είσβολὴ της ψυχῆς
στὸ κενὸ τοϋ νοήματος, χωρὶς τὴν χρονοποιὸ
έπέμβασι τοῦ ρήματος, οότε ζῶν λόγος θὰ ὺπἦρχε οὔτε γραφή. (Η
φυχὴ ποὺ περνα από τὴν σόμβασι γιὰ νὰ τὶς ίδέες αναγνωρίζει
τὸν ἑαυτό της στὴν δημιουργία, τὸ δὲ όνομα ποὺ ἔχει ἐγχρονισθῆ
ανταποκρίνεται σε ένα πολιτισμό, ὁ ὁποῖος είσάγει τὴν δημιουργία
στὴν παράδοσι. Ἐὰν τὸ όνομα απεικόνιζε τὰπράγματα θὰ υφίστα
το δημιουργία; Κατὰ ποιόν τρόπο θὰ ανήκε τὸ νόημα στὸ όνομα,
ἐὰν τὸ τελευταῖο δὲν ήταν καταβολὴ καὶ πῶςὴ μορφὴ μπορεῖ νὰ
προηγὴται του̃ νοήματος τὸ ὁποῖον καὶ μορφὡνει, Αὐτὴ εἶναι
αντίρρησι του̃ Σωκράτους (ἔνθ. άν. 4388εἰ) στὴν θέσι του̃ Κρατύ
λου, ποὺ ὺπεστήριζε ότι ή γνῶσι τῶν όνομάτων εἶναι ταυτοχρόνως
τῶν πραγμάτων γνῶσι. Τὸ ὁνομάζειν δείχνει πὼς τὸ νόημα προη
γεῖται τὴς μορφής, πὼς ὴ αναπαραστατικὴ αλήθεια εἶναι τὸ αντίθε
το της δημιουργικής καὶ βρίσκεται στοὺς αντίποδες της πλατωνι
κὴς φιλοσοφίας. Κίνητρο της δημιουργίας εἶναι μιὰ νεκρὴ μορφὴ
καὶ ἔργο της ὴ μόρφωσι τοῦ νοήματος. Ματαίως έπιχειρήσαμε νὰ
ανατρέψωμε τὸν πλατωνισμὸ μὲ μιὰ φιλοσοφία της δημιουργίας
αδιάβροχη στὸ νόημα, όπως έκείνη τοῦ Νίτσε: τὸ αποτέλεσμα ήταν
μία μεταφυσικὴ τὴς δυνάμεως, σὺν τὴν ἐπιβεβαίωσι ότι ὴ φιλοσο
φία ποὺ χωρίζει άπὸ τὸ νόημα, έὰν δεν εἶναι αχαλίνωτος πλατωνι
σμὸς από τὴν ανάποδη, εἶναι τοὐλάχιστον χιμαιρική. Τὸ νόημα
εἶναι ὴ ἰδέα. ”Η γραφὴ παρουσιάζει τὸ μειονέκτημα νὰ ταυτίζη τὸ
νόημα με τὴν μορφὴ διότι βρίσκεται ἐκ φύσεως ἐν αδυναμία νὰ κάνη
πρόβλημα τὸν ἑαυτό της. Ἐὰν ὴ μορφὴ καὶ τὸ νόημα συνέπιπταν,
θὰ ήμασταν καταδικασμένοι σε διηνεκη αφασία έλλείφει συμβάσε
ως. Σύμβασι εἶναι ὴ μηχανὴ καὶ ὴ μηχανὴ ανήκει πάντοτε στὸν
χὥρο του̃ νοήματος ποὺ έπιτρέπει νὰ ὀνομάζωμε καὶ κατ, έπέ
κτασι νὰ ζητοϋμε, χωρὶς ὴ μορφὴ νὰ καλύπτη τὸ πρᾶγμα οὔτε καὶ
τὸ πρᾶγμα νὰ δίνεται στὴν οὐσία του. (Η ανυπαρξία συμβάσεως θὰ
ΑΙΩΝΙΑ ΠΑΙΔΙΑ
239
ἔκανε τὸ νό α νὰ οιάζ ὲ θεία ἐνέ εια κλειστ` στὸν ἑαυτό τ ημ μ Ϊ) μ· ργ Ὁ ηἔ›
ἀλλὰ τότε δὲν θὰ ὑφίστατο δημιουργία.
Έ ί όσον ιλοὔ ε ιὰ ὶστο ία ξ ὶστο ικότ δεν πο εἴ νὰ φ μ μ Υ Ρ ι η ε Ρ ης μ Ρ
κο
\ Ϊ Η ¶ { | `
νοηται παρὰ ὡς δημιουργικη παραδοσι. Η ιστορία ερμηνευει την
αίωνιότητα καὶ ὴ ὶστορικότης προεκτείνει τὴν δημιουργία. ΩΗ πα
ράδοσι ἑπομένως δὲν εἶναι ὰφηρημένη έννοια, εἶναι τὸ πεδίον τὴς
Ι
'_ Ι | \ ξ Ϊ
ιστορίας. ὴ μετὰδοσι ἑνὸς προυπαρχοντος νοηματος και η συλληψι
τ 'Ε' Ἱ εν
ἑνὸς ὑπονοουμένου. (Η ζωντανὴ παράδοσις ειναι το στηριγμα της
Κ | ἕ | 7 } Η \ Ν Ε | |
ιστοριας° η μνημειωμενη αληθεια οταν δεν πεταη ψυχη βουβαινε
ται καὶ ιὰ τουτο ” ετάδοσί τ ,δὲν ὰ ίζει ὲτὶν αί ` ὰλλ` ` › Υ γὶμ ηἔ Ρχ μ· γὶ γρ φγὶ αμε
τὴν δημιουργία. Ζωντανὴ παραδοσι εἶναι ὴ ἱστορικότης τὴς μετα
δόσεως ἐπί ἄπειρον. εἶναι δὲ αυθεντικὰ ἑλληνικὴ· ὴ γραπτὴ παρά
·¦ 3 | Η | Η
δοσι ειναι μορφὴ μὲ προθέσεις απολυτου, ενα εργο οπου δίδονται τὰ
πάντα ἐκτὸς ὰπὸ τὸ ἴδιο τὸ δόσιμο Στὸ μέτρο ποὺ οἱ ἐνέργειεςτῶν
ἀνθρώπων ἀντλου̃ν τὴν σημασία τους ἀπὸ τους ἱδρυμένους θεσμούς,
Ό Ι Ν \ Ἱ | Η Η Ἐ \
η παραδοσι πληροί τον κοινωνικό βιο, οταν ομως οι θεσμοι στε
ροῦνται νοηματος, ὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων ἐπίσης ὰδειάζει καὶ οί
πολιτισμοὶ καταρρέουν ἀπὸ κενότητα. Καμμία μορφὴ δὲν είναι
ἀπόλυτη καὶ καμμία παραδοσι δὲν διατηρεῖται ἐπ” ἄπειρον ὡς πα
| Ν Ν ἔ Ϊ Χ | 7| \ | 1|
ραδοσι της μορφης. Η παραδοσι δεν μεταδιδει ουτε τιςλεξεις ουτε
Ϊ | εν λ| Η \ , | )| Ν Η ,λλ\
το νοημα των εξεων, ουτε την αφηρημένη εννοια των οντων, α α
κάτι στὸ ὁποῖο ὰναφέρονται όλα αὐτά, χωρὶς νὰ τὸ διεκδικοὕν ἐν
τούτοις γιὰ δικό τους. Ἐὰν τὸ νόημα ὴταν πάνω στὴν γραφὴ τὰ
| \ Ν | Ἱ ἕ Ι | \ \ Ί”
κειμενα θα μιλουσαν μονα τους και η μεταδοσι των δεν θα ει ε
| ( Η Ν Ϊ | \ Ϊ | ἕ
νοημα. Η υπαρξι της παραδοσεως σημαινει το αμεταδοτο της
ὰρχὴς στὴν γραφὴ καὶ δείχνει πόσο νόμιμο εἶναι τὸ αἴτημα τὴς
παραδόσεως του ζωντανοῦ λόγου.
Ἑλληνικὴ παραδοσι εἶναι ὴ ἱστορία. ”Η ἱστορία εἶναι παραδοσι
ὡς ὰναφορὰ σὲ κάποιο ἐναρκτηριο γεγονὸς ἐπιτελούμενο στὸν χρό
νο. ”Η πρόσδεσι στὸ παρελθὸν καὶ ὴ κλίσι πρὸς τὸ μέλλον χαρακτη
ρίζουν τὴν μετἀδοσι κάθε ὰρχὴς μὴ έμπειρικὴς· ὴ έμπειρικὴ ἀρχὴ
δὲν έκβάλλει στὸ μέλλον καὶ γιὰ τοῦτο ὴ μετάδοσί της δὲν γράφει
ἱστορία. ”Ο μεταφυσικὸς χωρισμὸς τὴς ψυχὴς καὶ τοῦ γράμματος
ὰποτελεῖ προϋπόθεσι τὴς ἱστορίας, ὴ σύμπτωσί τους δὲ ίστορικό
τητα. ”Η ἑλληνικὴ παραδοσι, ὡς μετάδοσι ψυχῆς, εἶναι ὴ ιστορικό
της της απείρου μεταδόσεως ὑπὸ μορφὴν ὰδιακόπου έκπληρώσεως
της ὰρχὴς. (Η ὀίπειρη μετάδοσι δὲν σημαίνει πὼς ὴ έκπληρωσι τὴς
ὰρχὴς ἰσοδυναμεῖ μὲ ὶστορικότητα μιᾶς μεταβὰσεως, όπου ἀρχὴ
καὶ τέλος ὑποκαθίστανται ὰμοιβαῖα καὶ ὰνακηρύσσουν τὴν μετάβα
σι απόλυτο. ὰλλὰ ότι ὴ ὶστορικότητα τὴς έκπληρώσεως
ὰποδίδει
240 ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΊἹΧΗ
τὴν ἐρμηνευτικὴ τὴς αἰωνιότητος. Βρισκόμαστε στὴν καρδιὰ της
Η Φν | ! Π | 'Ξ' | ` |
πλατωνικης θεωρίας της γνωσεως: η αληθεια ειναι κατι που κατε
χομε ἀλλὰ μᾶς ξεπερνα, κάτι ποὺ εμφανίζεται μὲ τὴν άνάμνησι και
| ` |θ Ή λ |θ , | Η δ\ ) |
χανεται στην λη η. η η επέρχεται οταν εν αναρωτιόμαστε
στὴν πρα̃ξι μας γιὰ ὅ,τι κάνομε, ὅταν ὴ πρᾶξι μας χάνεται στὴν
άγνοια τῶν προϋποθέσεων καὶ τῶν συνεπειὥν της. ”Η κρίσι τὴς
τεχνικης δηλώνει ἀπὸ τὰ χρόνια τοῦ Πλάτωνος (Πολιτείας ῦδδο)
τὴν ρὴξι μὲ τὴν ρίζα. (Η πρα̃ξι ὡστόσο ἐκτὸς παραδόσεως εἶναι
ανέφικτη διότι καθὼς δὲν ὺπάρχει σκοπὸς ποὺ νὰ μὴν περιέχεται
κι θ
ὴδη στὰ μέσα τὰ όποια τὸν επιδιώκουν, ο σκοπός μου μετέχει στὸ
παρελθόν, ποὺ μοῦ προμηθεύει τὰ μέσα νὰ τὸν φθάσω. Έφ” όσον
πρᾶξι προϋποθέτει καὶ δημιουργεί τὴν παράδοσι, εἶναι ποιητικὴ°
ἐφ, όσον τίθεται ὡς ἀρχὴ καὶ αὺτοσκοπός, είναι ληθη.
, | \ Υ \ σν ρω
(Η παράδοσι ενσαρκωνει την επιστροφη του ίστορικου πνεύμα
τος στὴν άνιστορικὴ του ἀρχὴ. Το ίστορικὸ πνεῦμα εἶναι ἔργο τοῦ
πνεύματος, τὸ ὁποῖον σημαίνει ότι πρέπει νὰ διασχίση κανειςτὸ όν,
γιὰνὰ φθάση τὸ απόλυτο. Τὸ πνεῦμα παίρνει μορφὴ γιὰ νὰ φανερώ
ση μιὰν ἀπόλυτη ὀμορφιά° τὴν εγκαταλείπει ὅταν έκείνη γίνεται
θ Ἱ \ Ν Ἱ Ν Ἱ Ϊ Πλ `
αυτοσκοπός και μεριμνα αποκλειστικως να διαιωνίζεται. Αν δεν
νεκρωθὴ ὴ μορφη, ὰν τὸ πνεῦμα ποὺ μαρμάρωσε δὲν λυτρωθὴ ἀπὸ
τὸ ελεύθερο πνεῦμα, ὴ δημιουργία εἶναι ἀδιανόητη. Τὸ απόλυτο
είσέρχεται στὸν κόσμο μολονότι τὸν ὺπερβαίνει. (Ο έρως τοῦ ἀπο
λότου εἶναι έρως της δημιουργίας καὶ δὲν μποροῦμε νὰ πιστεόωμε
στὴν δημιουργία χωρίς νὰ τὴν συνεχίζουμε, ὅπως δὲν εἶναι δυνατὸν
νὰ δημιουργοῦμε και νὰ τὴν άπορρίπτωμε. ”Η δημιουργία δὲν συνέ
βη ὰπλῶς, ἀλλὰ συντελείται ἐπ” ἄπειρον. (Η φιλοσοφία εἶναι μελέτη
θανάτου καὶ ή ,ιιενίστη μουσική _ τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Σωκράτους δὲν
έχουν τίποτε παράδοξο: ὴ φιλοσοφία ὴταν ἐξ άρχης ὁ ίδεαλισμὸς
τὴς δημιουργίας καὶ ὴ γενναιοδωρία τοῦ δημιουργεῖνὴ αίώνια νεό
της της Ἑλλάδος.
Ι6 Φιλοσοφία πυιηπκή
Ύστερόγραφο
Σὲ κάθε ερμηνευτική ἐργασία ή μέθοδος εἶναι ἐξ ίσου σημαντική μὲ
τὰ άποτελέσματα τής ζητήσεως· συνιστά μιὰ πρώτη κατάκτησι
9 \ Ἱ Ω | , Ν ” Ϊ ,Ι 8 | Ϊ | Ϊ
απο την οποια εξαρτωνται ολες οι αλλες, ιοτι ενσαρκωνει την
, | Ν ς Ν \ \ | ` Ἱ Ϊ Ι Ἡ |
αντιληφι του ερμηνευτου για την σχεσι με τις ρίζες. Το προβλημα
εἶναι πῶς νὰ δεχθῇ ένα χαμένο κόσμο στὸν δικό του, νὰ ξεπεράσῃ
δηλαδή τήν ἀπόστασι ποὺ μᾶς χωρίζει, άποφεύγοντας συγχρόνως
τήν νοσταλγική ἐπιστροφή, ὅπου.ὁ γραμμικὸς χρόνος διατηρεῖται
είς τὸ άκέραιο, καὶ κατ, αύτὸ τὸν τρόπο νὰ άναλογισθή τὸ μήνυμά
του.
Π Ν Γ Ϊ \ \ 9 \ \ Ή 9 λ | ΑΠ
ως επιστρέφει κανεις στις αρχες χωρις ν αρχαίο ογηση, υ
τ` ” ἐ ώτ σι κ ύ εται στὸ άνα του̃ άναλο ισ ου̃. Διότιὁ υ ισ ὸ
η
ειναι άναγκαῖος προκειμένου νἐ άνθέξωμε τὶς φοβερές ἀνατροπὲς
που κυοφορεῖ ή ἐποχή μας. Σκέπτομαι τὸν σύγχρονο κόσμο, άπο
φασιστικὰ ἑλληνικόν, παρὰ τὶς ἐπιμιξίες, τὶς ἐπιδράσεις, τὰδάνεια
καὶ τὶς παραμορφώσεις, ένα κόσμο ὅπου ὁ άνθρωπος κινδυνεύει όσο
\ \ Θ Ν Κ \ Ἡ | Ν Θ | | | (
ποτε να συν λιβῃ υπο το βαρος της ωρακισεως του. Βεβαια ο
κίνδυνος δεν εἶναι νέος· νέα είναι ή τρομερή πραγματικότηςτου. (Ο
Πλάτων έχει ήδη πλήρη συνείδησι καὶ τὸ ρῖγος που τὸ όραμα αύτὸ
του̃ προκαλεί, διαπερνά τήν πολεμική του ἐναντίον του ἀνθρώπου
μέτρου της σοφιστικής παιδείας. Είχαμε καὶ τότε τήν ἴδια λατρεία
τής δυνάμεως πειθοῦς δυνάμεως καὶ επομένως πράξεως δυνάμε
ως, τὸν αύτὸ φετιχισμὸ του̃ όντος. Είδωλολατρία είναι ή άπειρη
θέλησι δυνάμεως, ὁ θρίαμβος ἑνὸς ίμπεριαλιστοῦ λόγου. Γνωρίζαμε
όμως ἐπίσης άπὸ τότε, ότι ή ἰδέα τής ἀπείρουςἐξουσίας εἶναι στήν
πραγματικότητα ἀνίσχυρη καὶ ὅτι στηρίζεται άποκλειστικὰ στὸ
ψευ̃δος καὶ τήν βίαω̨̃ Ἐὰν κάθε ἐξουσία εἶναι φύσει πεπερασμένη,
ἀφοῦ δεν νοεῖται χωρὶς τὸ ὅριο, ή άπειρη δύναμι τῆς τεχνικής εἶναι
παραλογισμός τρομακτικός, διότι άγνοεῖ τὸ καλὸ καὶ τὸ κακὸ καὶ
διότι εἶναι δύναμι καταστροφής καὶ δημιουργίας. ”Η άνθρωπότης
ὀφείλει νὰ σκεφθῇ ἐπειγόντωςτήν ἐξουσίαὑπὸ τήν σύγχρονη μορφή
Τὸ Ύστερὁχραφο (”Ανοιξι ἸΘ74 καὶ Σεπτέμβριος ίθ77) κλείνει τὰ μελετήματα
που άφιέρωσα στήν πλατωνική φιλοσοφία, μὲ είσαγωγή τήν Μουσικὴ τυῦ Ἱἰρα
κλεἰτου. «Κλείνει», δηλαδή άνατονίζει.
Μεταφράζω ἀπὸ τὸ γαλλικὸ πρωτότυπο (ίθ78).
Ζέιά
ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ
της τεχνικὴς δυνάμεως, τὸ ἀναγκαῖο δὲ καὶ κατεπεῖγον τοῦ πρά
γματος προτρέπει ἀκριβῶς νὰ στραφου̃με στὶς ελληνικες πηγές. (Η
ἀπελευθέρωσι τοῦ ἀνθρωπίνου πράττειν, τουτέστι ὴ ἐπιστὴμη, δὲν
εἶναι ἔργο τὴς φιλοσοφίας ποὺ τὴν ἀνέλαβε άλλωστε ὺπ” εόθύνη
της; ὶἶατρότητακαὶ εὐθύνη τῶν ὁποί|ων δὲν έχουμε ἀκόμη ἐξαντλὴ
σει τις συνεπειες, όπως δεν κατωρθωσαμε
νὰ δείξωμε τὶς προϋπο
θέσεις.
=α Ι Ι | Δ Ι ν ι ι : ο ι ι _. φνιαστικη συναντησι. ιοτι επανερχομαστε
σε κατι απο το
ὁποῖο οὺδέποτε χωρίσαμε, ποὺ προηγεῖται καὶ έπεται τοϋ παρόν
τος μας. 'Η ἀρχὴ εἶναι αίνιγμα: τὴν ὁνομάζομε,
τὴν φέρουμε, ἀλλὰ
τὸ μυστικὁ τὴς ἀντοχὴς της μᾶς ξεφεύγει. «Η ἀντοχὴ τὴς ἀρχὴς
· | , \ ` Ϊ Ἱ { )| Ρ4 πο εἶναι η| διαρκεια, αντοχη και διαρκεια που η εννοια της γραμμικης
συνέχειας αδυνατει να περιγραφη τὴν οὐσία της. 'Η διαδοχὴ τῶν
παρόντων ὡς ἑπανάληψι τὴς ἀρχης προκαλεῖ μιὰν ἀπομάκρυνσι,
ὅπου ὴ ἀρχὴ πράγματι ἑξαφανίζεται.
Δὲν ὺφίσταται τρόπος νὰ
μεταμορφωθῇ ὴ ριζικὴ ἀσυνέχεια τῶν διαδοχικῶν παρόντων
σὲ
συνέχεια, ὁ δὲ χρόνος θὰ εἶχε ληξει μὲ τὸ ἀρχικὸ νῦν, ἐὰν μεταξὺ
δύο παρόντων δὲν ὺπὴρχε ένας άλλος χρόνος ἀνέκπτωτος
στὴν μέ
τρησι, φέρων καὶ ὺποφέρων τὴν κερματισμένη
ἐγχρονία της καθη
μερινὴς ζωῆς. ”Η ἀρχὴ παρεμβαίνει στὁν χρόνο τὸν ὁποῖο προκα
λεῖ, χωρὶς καὶ νὰ μετέχηιέξ ὁλοκλὴρου: ἀναστέλλοντας
τὸν χρόνο
στιγμιαία, τὴν ὥρα ποὺ! είσβάλλει ἀποσύρεται.
”Η ἀρχὴ δὲν είναι
ἀ ετ ία τ” ονικ” εὺθεία είναι ἀντιθέτω τὸ ό ιο τοῦ όνου. = ἔ Ρ ΧΡ ( Ϊ | Ν.
Ν
.¬
Η ιδεα της δημιουργίας ἀποδίδει ἀκριβως τὁν περιορισμὸ του
χρόνου ἀπὸ τὴν ἀρχὴ, περιορισμό ὁ ὁποῖος σταματὰ τὴν ροη του.
Με τὴν είσβολὴ της ἀρχὴς είς τὸν χρόνο, ὴ ἀέναη ἀκολουθία τῶν νῦν
στὸ ὁλονὲν ἀνανεούμενο παρὁν διακόπτεται,
διότι ὁ δεσμὁς ποὺ
ἀποκαθιστἀ μεταξὺ παρελθόντος
καὶ παρόντος δὲν ἐπιτρέπει με
μονωμένες στιγμές. ”Η ἀρχὴ διατηρεῖται
στὴν ἀναστολὴ τὴςχρονι
.Μ ( "Π , Ϊ | \ ` , ι·¬ι
κηςροης εαν διαιωνιζοταν με την`εναλλαγὴ των παρόντων, ὴ λὴθη
Ἡ , | Ϊ 3 ` θα ηταν αναπόφευκτη.
Εζξω απο την αντοχη της η αρχη εἶναι
θ .Ν Ν σο \
ανυποστατη. Η ληθη της αρχης συνιστα καθαρη φαντασίωσι ἐπει
δὴ ὺποθέτει πὼς ὴ ἀντοχὴ τὴς ἀρχὴς ἀναπαύεται στὴν μετάδοσι,
τὴν ὁποία ἐξασφαλίζει μία πιστὴ παράδοσι.
.Η παράδοσι κατηγο
Ν ,
ρειται επὶ προδοσία λόγῳ προσηλώσεως
στὴν χρονικὴ ἀρχὴ. 'Η
| | Υ Ν
παραδοσι, λενε, αποτελει ὁριστικὴ ἀπάντησι ἀντὶ ἀπείρου ἐρωτη
: ο ι 0 ι
Ν
σεως, κλεισιμο αντι ανοιγματος καὶ κατάλυσι κάθε ἑωθινου στοι
| Ν
ον
χειου της μεταδιδομένης
ἀρχης. ,Αλλα πρόκειται όντως γιὰ παρά
δοσι, όταν ὴ λέξι σημαίνει ἀπλῶς έπανάληφι ἑνὸς ἀρχικοὔ φαινομέ
| Ρἄ ._ { Ἄ ` ( Ώ |
νου; Μονο οταν νοηται η αρχη ως αφετηρια εἶναι δυνατὸν νὰ δημι
ΓΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ Ζὀθ
ουργὴται μία παράδοσι που νὰ συντηρῇ, νὰ μεταδίδη ὴ ἀκόμη νὰ
ἐπαναφέρη τὴν φρεσκάδα της ἀνεπιστρεπτὶ περασμένης ἐνάρξεως.
”Η διατηρησι καὶ μετάδοσι της ἐμπειρικης ἀρχης, καθὼς καὶ
ἐπιστροφὴ σ” αὐτὴν ὴ ὴ έπανάληψί της, δὲν συγκροτου̃ν ξεχωριστές
διαδικασίες διότι συμπίπτουν στὸν κοινὸ παρονομαστὴ του χαμέ
νου χρόνου. Ἐὰν η παράδοσι υποκαθίσταται στὴν ἀρχὴ, τότε ὴ
έμπειρία της ἀρχης ὁδηγεῖ σὲ παράδοσι ἐπαναληψεων, σὲ ένα τρό
πο νὰ φαντάζεται κανεὶς τὴν ἀρχὴ καί, ἑλλείψει δεσμου μὲ τὸ μέλ
λον, νὰ τὴν καταργῇ ὡς ἀρχὴ δρὥσα νὰ τὴν θέτη ὡς ἀπολίθωμα.
(Η παρουσία ὰπλὥς της ἀρχῆς εἶναι τὸ θεμελιῶδες αίτημα που
έφερε στὸ φῶς τὶςπαραδόσεις αυτου του είδους, γιὰνὰ ίκανοποιηθῇ
ὡστόσο πρέπει νὰ ριφθῇ στὸ παρελθον ὴ ἀρχὴ καὶ νὰ παρακαμφθῇ
τὸ ζητημα της ὰντοχης της. Διότι δὲν συναντῶ τὴν ἀρχὴ στὴν
ἀντοχη της έρχόμενος μόνο σὲ ρηξι μὲ μία παράδοσι ὴ ὁποία τὴν
πνίγει, ἀλλὰ καὶ παραιτουμενος ἀπὸ τὴν ἐπανάληφι μια̃ςδἦθεν
κατ” ευθείαν ἐπαφης μὲ τὰ πρῶτα έρωτὴματα. Αὶχμάλωτη του
παρελθόντος, ὴ ἀρχὴ εἶναι λείψανο.
Πῶς έλευθερώνεται ὴ ἀρχὴ ἀπὸ τὸ παρελθόν, Μ” άλλα λόγια:
πῶς τὴν προσεγγίζομε ὁρμώμενοι ἀπὸ τὴν ὰντοχὴ της, Ἑφ, όσον
θεωρὴται ὁ χρόνος κίνησι, ὴ ἀρχὴ θὰ ἀπωθηται στὸ παρελθόν, θὰ
νομιμοποιηται δὲ μόνο μία ἀρχαιολογικὴ μέθοδος. ,Αρχαιολογία
ὅμως εἶναι ὴ ἀνάκτησι της ἀρχης, τὸ ἀδύνατο μιᾶς ἀναμνὴσεως
χωρὶς μνημη. ”Η ἐπιστροφὴ δὲν εἶναι τόσο ὰνώδυνη ὅσο φαίνεται ἐκ
πρώτης όψεως: πρέπει τὸ παρὸν νὰ λάβη υπόστασι, νὰ ἀπαλλαγῇ
κανεὶς ἀπὸ τὸ μέλλον γιὰ νὰ τὴν έπιτυχη. ,Αρκεῖ νὰ ἀνακαλέσωμε,
ὰπλούστατα, μιὰ μνημη κι έτσι ξαναβρίσκομε ένα χρόνο τελειωμέ
νο πρὸ πολλοῦ· νὰ χωρίσωμε κυρίως τὸ παρὸν ἀπὸ τὸ παρελθόν,
τὴν ἀντίληψι ἀπὸ τὴν μνημη. Δὲν ξαναβρίσκω ἐγώ, ἀλλὰ ὴ μνημη
«μου». Πρόκειται γιὰ ἀπέλπιδα προσπάθεια τὴν ευθύνη της ὁποίας
φέρει ἐξ ὁλοκληρου ὴ χιμαιρικὴ γραμμικὴ έγχρονία. Με ποιὰ λογι
κὴ έξακολουθου̃ν νὰ υπάρχουν τὰ περασμένα; παρατηρεῖ πάντα ὁ
άρχαιολόγος, γιὰ νὰ συμπεράνη: ἐὰν έχουν έτσι τὰ πράγματα, ἐὰν
τὸ παρελθὸν χάνεται μὲ τὸ πέρασμά του, δὲν μένει παρὰ νὰ τὸ
ἀναστηλώσουμε. Χωρὶς παρελθὸν δὲν υπάρχει συνέχεια, πιστεύει,
ἀλλὰ γιὰ νὰ υφίσταται ἀρχὴ, γιὰ νὰ μὴν είναι τὸ παρελθὸν ὰδρανὴς
υλη, πρέπει νὰ προσφέρεται στὴν θέα, νὰ μεταφέρεται καὶ νὰ βιώ
νεται ἀμέσως. Σ, αυτὰ συνοψίζεται ὴ ἐπιχειρηματολογία του ἀρ
χαιολόγου. ,Επιχειρηματολογία ἀκλόνητη, όφείλει νὰ ὁμολογηση
κανείς, υπὸ τὸν ὅρο ὅτι τὸ παρελθὸν περνα. Τὸ παρελθὸν ὅμως
πραγματι περνά;
246
ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ
Τὸ παρελθὸν δὲν περνάει, συμβαίνει.
Λέω «συμβαίνει»
διότι
ακριβῶς υπαρχει στὸ διάβα του. ”Η ἔκφρασι «τὸ παρελθὸν συμβαί
| 0¬σ Ν
νει» τονίζει ενα χαρακτηρα
του παρελθόντος
μὲ ίδιαίτερη
σημασία
Ἡ Ν \ Ϊ Ἱ |
Ν 0‹ ον για μας. Το παρελθον που συμβαινει
εἶναι πραξι. Πραξι της ὁποίας
η ενέργεια ασκεῖται στὸ παρὸν καὶ η ὁποία ἐκπληροὔται
στὸ μέλ
: ε ι ›| κ κ ›
ι , λον, διασταυρωσι
ενος οχι πια κιφἑνος όχι ακόμη. Όντας ίχνος
Ν
| Ξ
χ δικου του περάσματος,
το παρελθον συμβαινει
ως μνημη κι έτσι,
: κ κ | › Ν
... , συμφυρτο με το παρον, αποκαθιστά
την ενότητα έκει που όλα δεί
χνουν αποσπασματικὰ
καὶ φευγαλέα.
(Η ἑνότης του παρόντος
εἶναι
ἔργο του παρελθόντος
ποὺ διαρκεῖ ἐν εἴδει συμβάντος.
Τὸ συμπέρα
Ν ν ι Ν :
ε
, σμα του Μπερξονος
και του Χαιντεγγερ
ότι η «αγοραία»
έννοια
του̃ χρόνου πηγάζει απὸ μία αρχέγονη
διάρκεια,
φαίνεται
αναπό
φευκτο. Θὰ ηταν ὅμως άδικο νὰ μην μνημονεύση
κανείς τον Πλά
κ ν λ \ « Ν ε ι Ν ν ν τωνα τον Αριστοτελ
και τον Πλωτινο
οι οποιοιαντι
ετωπισαν
ι , : Ν :η κ ι ›: 7: ι μ ί __
το προβλημα
του χρονου με τον ιδιο τροπο.
Ο πλατωνικος
δυι
σμός, αίφνης, δηλώνει μᾶλλον χρονικη ρηξι παρὰ τοπικὸ χωρισμό,
Ω
Ν , Ν
» Ν η δὲ θεωρία των ιδεων εκφράζει την απωθημένη
μνημη, της οποίας { Ἰ
Ι Σ Ι Ϊ· ο. | ΑΙ | η ενεργοποιησι
(ανοιμνησις) ειναι προυποθεσι
της γνωσεως.
Σκέψι
τ·
:
, και μνημη ειναι κατα τον Πλάτωνα
τοσο δεμένες μεταξύ των, ώστε
η θεωρία του περὶ αληθείας δὲν έχει θέσι γιὰ την αναπαράστασι.
δ
Ν
·~·
ε
Μόνο η κινητοποίησι
της μνημης μπορει νὰ ὁδηγηση
τὸν άνθρωπο
ι : Ν κ Ν ν › › σε στερεη γνωσι και πραξι, διοτι αυτη μόνο έχει την δύναμι νὰ Ϊ
εν .Ν
εισαγάγῃ τὶς ίδέες στην ροη του φθαρτου,
την ἰδεατη ἑνότητα
στην
| ἄ
Ἱ' Ἱ
` | Η\ \ , τεμαχισμενη
αντιληφι. Τι ειναι η πλατωνικη
ληθη, αν μη απόσπασι
του ὅντρς απρ τὸ ηλιακο φῶς; ανάμνησι
εἶναι απελευθέρωσι
της
αρχης ως διαρκεια του παρελθόντος,
ὡς κατακλυσμὸς
του όντος Ϊ \ ι`±
απο φως.
) Ἱ Ω \ \
3
Αλλα η\αρχη δεν ἐλευθερώνεται
απὸ τὸ παρελθὸν
γιὰ νὰ έγκα
"^
5
| , ` ?|
ον
τασταθη στο τωρα. Βνεργοποιημενη
απο ενα παρὸν που ζητεί νὰ , 'Ν
.Ν ρ
7 εκπληρωθη,
ἐμφανίζεται
γιὰ νὰ βυθισθη σὲ ένα χρόνο που δεν ειναι Ἄ Ϊ { , ` 'Ξ'
| ¬ \ 3| ον ακομη. Η αρχη ειναςπεραστικη.
Στο ιχνος του περάσματός
της
3 | #`# §| '¦' μορφωνεται
το αντικειμενο,
η δε αντιληψι
του ιχνους ειναι αναγνώ
Σ | εν Β Ν \ | | Ν ρισι. Ανακαταληψι
της αρχης, Κατακανενα τροπο. Πως νὰ συλλά
Ρ! Ν Να. θ ) ` .Ϊ
βωκμε ο,τι μας ξεπερνα,
Η αρχη ειναι απερίληπτη
διότι προπορεό
Ν
7 \ |
\ | ) εται του μελλοντος, οχι επειδη χανεται
στα σκοτη αμνημονεότων
χρόνων. Αυτὸ δὲν σημαίνει ὅτι πρέπει
νὰ παραιτηθου̃με
απὸ τὸν
#
Ν
Ν γυρισμό, αλλὰ ότι ὡς απλη στροφη ἑκατὸν όγδόντα
μοιρων, ὁ γυρι
#
ι Λ : : ν
ι ν σμος τολμηρος
η μετρημενος
αδιάφορο
δεν προσθετει
σπου
δαῖα πράγματα στην αντιμετώπισι
της αρχης, που μένει αρχαιολο
) 9 \
ΝΔ
'Ν γικη κατ ουσίαν. Για νὰ μην έμπλακουμε
στην περιπέτεια
μιας
ι̃'ΣΊἙΡΟΓΡΑΦθ 247
παραιτήσεως, αλλωστε αδύνατης, είναι αναγκαῖο νὰ ἐγκαταλείψω
με τὴν αρχαιολογία του γυρισμου. Έν τοιαότη περιπτώσει, έφ,
όσον ὴ αναφορα στὴν αρχὴ δὲν έχει τὴν ἔννοια ἑπανευρέσεως ἑνὸς
πρώτου αἰτίου αλλα τὴν θέασι τοῦ νοήματος, εἴτε εἶναι αναμνησι
εἴτε δὲν υπαρχει. Σκέπτομαι τὴν πλατωνικὴ αναμνησι, ποὺ έπιτρέ
πει να έμβαθύνωμε στὸ θέμα της αρχής ὑπὸ τὸ φῶς της έγχρονίας
του̃ τέλους. ”Η αναμνησι είσαγει ένα χρόνο ποὺ δὲν ανήκει στὸ
παρὸν διότι τὸ ἐσχατολογικὸ όραμα τῶν ἰδεῶν ἐπιφέρει μαλλον
ψυχικὴ καθαρσι παρὰ θεωρητικὴ γνῶσι. (Ο χρόνος αντιθέτως της
διαρκειας του ανοίγματος στὸ Εἶναι,τὸν ὁποῖο οὶ σύγχρονοι δια
νοηταὶ αντιπαραθέτουν στὸν χρόνο της ἑλληνικὴς φιλοσοφίας, βρί
Ηδ Ώ ι' \ \ ,δ| λ | Κ τ\
σ)·ίΞΤΟί!. η η Εν σῖῖερμαΐί σΐὶς Χενΐρικες Ε Ξες Της 'ΓΕ Ξ Ταίας. Οί Οί
τὸν ,Αριστοτέλη (Φυσικής ἀκροάσεως Ιν. 2ίθει 3 4), όπως καὶ κατα
τὸν Μπέρξονα,
κεια, ὴ δὲ (ἔνθ.
οκ
οι
#
αντικειμενικὸς χρόνος προέρχεται απὸ τὴν διαρ
223ε Ζθ ἔννοια του όνου εννιέται απὸ τὶν
Ρ Υ Ὁ
Ιδ Ν 5 Ν Ν ~
συνει ησι της εσωτερικής μεταβολης (αδύνατον εἶναι χρόνον ψυχηςμὴ
οὔσης), ένῳ ὁ πλωτινικὸς χρόνος της ἐμμενείας του έπέκεινα ειναι
προάγγελος μακρινὸς αλλα βέβαιος της θεμελιώδους όντολογίας.
νο Ιλ ι ` Ν
φει ω να το πω χωρὶς περιστροφές: ὁ Χαιντεγγερ, καίτοι είση
γεῖται τὴν υπέρβασι της μεταφυσικης, ειναι ουσιαστικα ένας στο
\ 9 Ι \ \ Ν Ι! Ἱ
χαστης νεοπλατωνικης εμπνευσεως. Κατα τον Πλωτινο, οπως και
` \ Ϊ ` Ψ \ { | ( | ρ \
κατα τον Χαιντεγγερ, το Ειναι δεν υφισταται, η παρουσια ειναι το
ίχνος του, ὁ δὲ χρόνος συνιστα τὴν ὁρμὴ του ανθρώπου πρὸς τὸ
απόλυτο, που βρίσκεται μέσα του καὶ τὸν υπερβαίνει. Τί σημασία
7| } Ἡ ( εν ¦ Ν \ | ` ἕ )| σο
εχει εαν ο πρωτος επικαληται τον Πλατωνα και ο αλλος προσπαθη
να τὸν καταλόση, Είτε τὸ θέλομε εἴτε όχι, ή πλατωνικὴ μεταφυσι
| 9
κὴ δὲν εἶναι φιλοσοφια της αναπαραστασεως, καὶ αν στὴν πορεία
τῶν αἰώνων ἔδινε τέτοιαν ἐντύπωσι, προσέφερε συγχρόνως παντο
τε τὴν δυνατότητα να αἴρωνται οὶ παρεξηγήσεις: καθὼς ὴ πλανη
τούτη ερχόταν σὲ διάστασι μὲ τὸ ὲπέκεινα τη̃ς οὐσίας, ὴ φιλοσοφία
ξαναεύρισκε τὸν δρόμο αμέσως ἐξ αἰτίας της. (Ο μεταφυσικὸς δυϊ
σμὸς κατηγορήθηκε για τα χείριστα ανοσιουργήματα καὶ καταδι
κασθηκε° ἑρμηνεύθηκε ὡς φυσικὸς χωρισμὸς ποὺ απαιτεί έμπειρικὴ
υ
αντίληψι, αλλα ὴ αναμνησι μαρτυρεί εναν ὁλικὸ ψυχικό χρόνο καὶ
υπ, αὐτὴ τὴν ἔννοια εἶναι αναγνώρισι. Έν τοιαότη ὅμως περιπτώ
$ \ Γ Έ 3! | Ἡ | Ν \
σει, εαν φανερωνεται ο αλλος κοσμος στην ψυχη, μπορουμε να
ὑποβιβαζωμε τὴν ίδέα της αναμνήσεως σὲ νοσταλγικὴ έπιστροφή;
ιΗ › Ά ·;· Ν
αναμνησι ειναι μαλλον αναγνώρισι παρὰ ανάκτησι, εἶναι
Ϊ | ` ` 9 | ` ) | Ϊ 9 Ἡ \
κινησι του πνευματος που δεν εντοπιζει το αντικειμενο του αλλα το
καλεῖ. Είσαγοντας τὸ αντικείμενο στὸ παρόν, ὁ έντοπισμὁς του
248 ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗἹἹΚΗ
ἀφαιρεῖ τὴν διάρκεια καὶ του προσθέτει βάρος. ,Αστυνομικὴ παρα
κολουθησι υπὸ μορφὴν προστασίας, αίχμαλωσία του χρόνου σὲ ἀνέ
κτατο παρόν, συνωνυμία φυλακης καὶ παρουσίας. (Η ἀντίληψι υπο
θέτει ένα παρελθὸν του ἀντικειμένου ὴδη μακρινὸ καὶ συσπειρωμέ
νο στὸν ἑαυτό του. Διάφορη είναι ὴ συνθηκη της ἀναμνησεως, ὅπου
τὸ ἀντικείμενο έχει λυτρωθη ἀπὸ τὴν ἀντίληψι καὶ μένει στὴν διάρ
κεια. Ἑδῶ ἀντὶ νὰ έπιστρέφω στὴν ἀρχὴ τὴν δέχομαι σὲ έκστατικὴ
σχέσι, τὴν άναγνωρίζω μὰ δὲν τὴν συλλαμβάνω διότι ὴ έπικαιρότης
τὴν κάνει δραστικη, η ἀντοχη τὴς εἶναι δημιουργία. Παράξενο ἀνα
του ἀναλογισμου! Θαυματουργικὴ μεταφορα της ἀρχὴς σὲ ένα πα
ρὸν που τείνει πρὸς τὸ μέλλον, κίνησι ὴ ὁποία καταλυει τὰ όρια
μεταξυ πρὸ καὶ μετά, διασταυρωσι της ἀρχὴς καὶ του τέλους, δημι
ουργία. Τί εἶνγαι δημιουργία, ὁὶνγμὴ τὸ πέταγμα του πνευματογς, που
διασχίζει το ον και βρισκενμτογ επεκεινα; ΟρΝμωντας προς το φῶς,
ειναι απο τα διδαγματα του μυθου της σπηλιας, τὸ πνευμα υποχρε
ώνεται σὲ δουλεία άναγκαία καὶ πρόσκαιρη, γιὰνὰ περάσῃ κατόπιν
στὴν δημιουργία, ὴ ὁποία δεν κινδυνεύει πλέον νὰ φανῇ ἀλλοκοτιά.
Δὲν υπάρχει ἀπολύτως κανουργιο σὲ τουτο τὸν κόσμο· υπάρχει
μόνο εἰσαγωγὴ του παρόντος σὲ δεδομένο πλαίσιο, ὴ διάρκεια του
παρελθόντος στὸ έπιτελουμενο παρόν. 'Η διάρκεια ὅμως του πα
ρελθόντος εἶναι δημιουργία, γιατὶ έαν υφίσταται ἀνέκαθεν τὸ πᾶν,
ἐν τούτοις δὲν υφίσταται ὡς τὸ Παν, ἀλλὰ ὡς υπέρβασί του.
,Επιτρέπεται όμως νὰ μιλουμε περὶ δημιουργίας, όταν ἀπλῶς
ἑρμηνεύωμε; ,Απαντῶ ἀδίστακτα ναί, καὶ άκολουθώντας τὴν σόγ
χρονη ἑρμηνευτικὴ διευκρινίζω ὅτι δὲν ένδιαφέρει ὴ ἱστορικὴ συνθη
κη του κειμένου, ἀλλὰ η σημασία του. (Η σημασία του κειμένου
ξεπερνά τὴν ἱστορία της δημιουργίας του, ὁ δὲ ἑρμηνευτὴς όφείλει
νὰ προκαλέσῃ νέο γεγονὸς γιὰ νὰ τὸ κατανοηση, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο
τὸν ἀποδεσμεύει ἀπὸ τους περιορισμους της ἱστορίας του κειμένου
καὶ τὸν εἰσάγει σὲ μία δυνατότητα υπάρξεως που βγαίνει ἀπὸ τὸ
νόημα. Τὸ κείμενο, βέβαια, δεν λέει ὁτιδἡποτε, οὔτε λέει τίποτε
ὡρισμένο. ‹Ο συγγραφέας ἔχει πάντοτε υπ, όψιν κάτι συγκεκριμέ
νο, καθὼς ὅμως τὸ πραγματικό ἀντικείμενο της προθέσεως εἶναι
ίδεατό, τὸ γραπτὸ έπιβιώνει ἀνεξαρτητωςυπάρξεως του ίστορικου
πλαισίου. Ύφίσταται πάντως μεταξυ του συγγραφέως καὶ του κει
μένου του ένας ἀδιάλυτος δεσμός, η ἐλευθερία ἀπὸ τὴν ὁποία πηγά
ζει τὸ έργο καὶ ὴ ὁποία έκδηλώνεται στὴν δημιουργικότητα της
προσπαθείας νὰ τὸ κατανοησωμε. ,Αντιλαμβανόμενοι έπομένως τὸ
κείμενο ὡς δημιουργία, δὲν σημαίνει ότι ἀποκαλυπτομε τούτην
ἑκείνη τὴν μυστικὴ σκέψι του συγγραφέως, ἀλλὰ ότι τὸ ἀντιμετω
ι·ΣτεΡοΓΡΑΦο
| \ Ό | Ἄ | ` \ 7 | Ἡ
πιζομε με ελευθερια αντιστοιχη προς την ελευθερια που
249
=·|
οκ
τη.
τζ
πμ
<
<
ζἰ
σε. ”Η κατανόησι τοϋ κειμένου στηρίζεται κυρίως στην πνευματικη
ἐλευθερία τοῦ ἑρμηνευτοὔ καὶ όχι στὸ εὕρος τῶν γνώσεών του
9 Π 'Υ Ν Γ Ἱ Ἡ Ι Ω | Ι \ |
Αφ ης στιγμης χωριζεται απο το ιστορικο του πλαισιο, το κειμε
νο του̃ ὁποίου η μορφη εἶναι περιεχόμενο πρέπει νὰ έξαφανισθῇ
"Ενα κείμενο έπιβιὡνει τῶν ίστορικῶν του αναφορῶν ἐφ, όσον τὸ
νόημα ξεπερνα την αντικειμενικη του ὑπόστασι, έρχεται έκ των
έξω _ θὐραθεν, γιὰ νὰ θυμηθώ τον Ἀριστοτέλη. ”Η ερμηνεία δέχε
ται ὀίρα τὸ νόημα ὡς ποιητικη αίτία καὶ ὑπερβατικη αρχη, πρᾶγμα
ποὺ εἶναι δυνατὸν μόνο στην προοπτικητης δημιουργίας. Διαφορε
τικὰ έχομε τὸ αδιέξοδο του Περὶ ψυχῆς, ητοι αδυναμία παραγωγης
ατομικης σκέψεως απο τὸ ὑλικὸ γίγνεσθαι. Ταυτίζοντας την ψυχη
με τὰ όντα (ή ιαυχἠ τὰ ὅντα πώς ἐστι), ὁ ”Αριστοτέλης αποκλείει κάθε
έρώτημα περὶ όντος ἐν γένει καὶ διαμορφώνει ἔτσι μία ἑρμηνευτικη
αρχη σπουδαίας σημασίας, αὐτὸ όμως δὲν εμποδίζει την ψυχη νὰ
σημειώνεται ανεξάλειπτα απὸ την ανικανότητα νὰ αρμονίση την
ὑλικη της ὑπόστασι μὲ την πνευματικη της ὅψι. (Η ὲνότης σκέψεως
καὶ μορφης στην ψυχη, σημαίνει πὼς η τελευταία ἐνεργεῖ διὰ της
δημιουργίας καὶ πὼς με την δημιουργία ἐκφράζεται η ροπη της
πρὸς την ὑπερβατικη αρχη. (Η ἑρμηνευτικη πρωτοβουλία υποθέτει
ένα κείμενο ανεξάρτητο απὸ την συγκεκριμένη πρόθεσι του συγ
α έω αλλὰ τὸ ἐννοεῖ ὡς α τυ ία τΝς δ ιου ικΝ του έλευ Ἰ
θερίας. Δὲν μπορεί νὰ γίνη λόγος περὶ ερμηνείας ἐφ, όσον το νόημα
δὶ Ί' Ω Ἱ \ δὶ δ Ι Ϊ \ , | σω
εν ειναι υπερβατικο και εν συν υαζεται με την ελευθερια του
συγγραφέως. Ἐὰν η πατρότης του κειμένου εἶναι τοϋ συγγραφέως,
ἐὰν τὸ νόημα καὶ τὸ κείμενο δὲν καλύπτωνται ακριβῶς, τὸ νόημα
ποὺ ἔρχεται απὸ ἐλευθερία ἐνσαρκώνεται στὸ ἔργο τοῦ ἑρμηνευτοὕ,
ὁ ὁποῖο εκινα̃ απο τὸ κεί ενο ιὰ νὰ υ ωθΝ ποι τικὰ στ`ν ὑπε .
ἶὶ η η Ρ
` , Ϊ
βατικη αρχη του.
Τὸ εὔρημα νοεῖται μόνο ὡς ανακαλυψι. ”Ανακαλόπτω αὐτὸ
ποὺ μένει στην σκια της προφανείας του. ”Η γλῶσσα δὲν εἶναι νέα·
νέο εἶναι τὸ λεγόμενο. Ένας λόγος νέος, τὸ φῶς ανηκούστου νοη
ματος που είσβάλλει στὸν κόσμο καὶ τὸν μεταμορφώνει, ίδοὺ η
δημιουργία. Μποροὕμε θαυμάσια λοιπὸν νὰ δεχθοὕμε πὼς όλα
υπηρχαν ανέκαθεν, ὑπὸ τὸν όρο ότι τὸ «όλα» συνιστα αέναη δημι
`Ι ια εδ 0 τ Χε: ι : Ν
ουρ για και οτι η ημιουργια ειναι το ιδιο το νοημα της υπάρξεως.
”Ο αληθινὸς δημιουργὸς δὲν διατυπώνει απλῶς στην γλῶσσα τοῦ
Ώ? | | Ώ \ \ , | Ἱ
καιρου του ενα παμπαλαιο προβλημα, αλλα το ανακαλυπτει στην
ζωη του καὶ τὸν κόσμο του. Ύπ” αὐτη την ἔννοια η σύνολη φιλοσο
| { | Κ Κ \ Υ
φια είναι ερμηνευτικη. Ο ερμηνευτης δίδει εντύπωσι μεταφρα
250 ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΊἹΚΗ
στου, «μεταφράζοντας» ὡστόσο μεταγράφει τὸ άδρανὲς σημαινό
μενο στὸ νόημα που απέσπασε καὶ τὸ ζωντανεύει. Γι, αὐτὸ είναι
πιστὸς συγχρόνως καὶ ποιητικός, η ὰπτη ἀπόδειξι πὼς τὸ πιὸ βαθυ
ρίζωμα φέρνει την αὐθεντικώτερη καθολικότητα. ”Η πνευματικη
ἐλευθερία ὁδηγεῖ στὰ άνερεύνητα βάθη κάθε σπουδαίου κειμένου
καὶ επιτρέπει νὰ τὸ ἀνακαλυψωμε, ἀκόμη κι ὁὶν δεν παρουσιάζη ἐκ
3 | Ἰ | ( { 'β'
πρώτης όψεως τιποτε αξιοπροσεκτο. Η ερμηνεία ειναι δημιουργία
διότι τὸ έργο του άναγνώστου στηρίζεται ἀποκλειστικὰ στην έσω
τερικότητα. Τὸ σχόλιο αναφέρεται άσφαλῶς στὸ ηδη υπάρχον, άλ
λα τὸ κατακλυζει ταυτοχρόνως μὲ τὸ φῶς του καὶ έτσι τὸ αναπλά
θει.
(Ο δ ιου ικὸ α ακτΝ α τΝ ε νεία δεί νει ὅτι δὲν ημ ΡΥ ἔχρ γὶρς ηἔ ρμη ἔ χ
Ϊ | ! Ν ` Ψ| Ϊ
έχουμε να κανωμε απλως με ενα κειμενο, ἀλλὰ μὲ τὸ κείμενο ένος
έργου. Τὸ έργο μᾶς κάνει δημιουργικούς. Ἐὰν υπηρχαν μόνο κείμε
Ϊ Ί Ϊ ` .Ϊ | 3| ¬\ , | |
να, η ερμηνευτικη θα ηταν σχεσι ελλογη η αυθαιρετη μαζι τους καὶ
δ` Θ \ Ω | λ| | 7/ Ί Νξ 3| δ Ἐ (Η
εν α υφιστατο π εον συνεχεια ουτε ρη ι, ουτε ημιουργια.
ἑρμηνεία ὡστόσο είναι ποιητικη της παραδόσεως, προϋποθέτει δὲ
ότι η ἀληθεια ὡς θετικη ἑνότης τῶν πραγμάτων βρίσκεται στην
Υ | Ἱ Ν , 7 3 Κ
ανθρωπινη ψυχη καὶ συντελειται προοδευτικὰ εν είδει έργου. Επο
μένως δὲν υπάρχει διαφορα μεταξυ ἔργου της ἱστορίας καὶ αναγνώ
\ 7/ Ν ἔ 8 Χ 3/ Ϊ )
σεως. Στο εργο κατοικει η αιωνιοτης, οχι η πλαστη αιωνιότης ἑνὸς
άκινητου παρόντος χωρὶς διάρκεια, ἀλλὰ τὸ παρὸν που ξεχειλίζει
άπο τὸν ψυχισμὸ του δημιουργοῦ του. Το ἔργο δὲν είναι άποκλει
στικὰ ποιητικὸ αίτιο κάποιου πράγματος απεργάζεται κυρίως την
Ν Σ | \ | #`# θ
μοιρα του καὶ έτσι ἀνοίγει μονο στην ψυχη, αφου ἐκείνη εξασφαλί
9 ` Χ | Ἱ | ,
ζει την μετάβασι απο το γραμμα στο νοημα, εκείνη επιτρέπει στὸ
πνευμα νὰ υψώνεται ἀπὸ τὸ αίσθητὸ στὸ νοητό, για νὰ φωτίση
\ \ | Ν )| \ \ Υ |
σοφα την συνθηκη του εργου και να αποκάλυψη ποιοτικὰ τὸ πεπρω
μένο του. Η ἀπαθὴς καὶ η ὲμποιθἠς χνῶσις τῶν ,Αρχαίων ειναι κάτι
διάφορο, (Ο ἀγαθὸς πλατωνικὸς μιμητης φθάνει τὸν νοητὸ κόσμο
# Ἱ Ἱ Ἱ ( | Ν Ϊ ` Ἱ
(Πολιτειας 5328) και το σωκρατικο υποδειγμα της πολεως δεν ειναι
ἐντελῶς χιμαιρικό (μὴ ποιντάπασιν ἠμα̃ς εὐχὰς εῖρηκέναι, ἕνθ. άν. θἔιθὀ).
"Ομως η γνῶσι αυτη, που υποθέτει ένα πνευματικὸ δεσμὸ μεταξυ
όλων (ἕμψοχος δεσμός, Τιμαίοο 38ο καὶ ἔιίὶσ) καὶ ἐξαρτατην ἀξία του
όντος ὅχι ἀπὸ την άρχαιότητα άλλα ἀπὸ την άπολυτότητά του, η
Ν \ , | \ | Ἄ §| \ 7
γνωσι λοιπον αυτη, δεν στηριζεται εξ ισου στην ατομικη ψυχη καὶ
την ἀθανασία της, Δὲν άναγνωρίζει την ψυχη (βλ. Ἐννεάὁων Ιν 3,
Ἰί. ί7Ζί) ὡς ἑρμηνέα καὶ μεσίτη τῶν δυο κόσμων (οἶον ἑρμηνευτι
κὴ νενομένη τω̃ν τε ἀπ' ἐκείνου εἰς τοῦτον καὶ τῶν τούτου εἰς ὲκεῖνον);
{ \ ξ | , | \ , / 6' , | Ϊ { Ϊ
Η ποι τικ ε τνεια ενε ει τ ν ιδεα τ αλ θεια οποια η η μ· ί
ΪΣΤΕΡ
Ωο
›)
>·'
Ωω
στο
Χ
ΟΓΡΑΦΟ Ζῦί
τὸς του̃ κειμένου εἶναι ανεόρετη.
υπερβαίνει τὸ κείμενο
$Α | \ Κ \ ζ | ` Έ | αν
πορρεει μια ερμηνευτικη βασι ομενη στην εσωτερικοτητα του
αναγνώστου, ὁ ὁποῖος προεκτείνει σχολιάζοντας τὸ παρὸν του̃ κει
μένου στὸ δικό του. Αυτη την ὁδηγητικη γραμμη ακολουθου̃σαν οί
, Ν ) \ 7 | ( Ρ| | Ν )
Αρχαιοι κι αυτην οικειωθηκαν οι Ελληνες Πατε ες της Βκκλ σί
Ἱλλ \ Κ { δ \ \ δ\ , Ν { Ρ ` \η \
ας, α α η ο ηγητικη γραμμη εν εγγυαται υποχρεωτικά και την
9 , ΟΝ Ρ ›¬σ
αισία έκ ασι του ἐ ει Ι ατο όπω δεί νουν σα ω τα παθί α Ἱ
τα της θαυμαστης νεοπλατωνικης ὲρμηνευτικης. ”Ο Πρόκλος, πα
ραδείγματος χάριν, πίστευε πὼς οἱ πλατωνικοὶ διάλογοι ἐνσαρκώ
νουν αἰώνια αληθεια καὶ προσπαθοὔσε να τους ἑρμηνεύση κατὰ
ά α ω ὶ να του αντικει ενοποι ίσ . Ἐπι ει ώντα ό ω να μμ Ρ 9 9 μ *Ι Ἡ Χ Ρ 9 Ρ· 9
9
τους εισαγάγη στην προοπτικη του δίχως να την ανατρέψη, τοὺς
έκανε σύμβολα της νεοπλατωνικης φιλοσοφίαςῇ (Η ἴδια όργιώδης
| 3
φαντασια που επέτρεπε να προσαρμόζη τους διαλόγους στὸν χρόνο
του, του̃ απαγόρευε να ακούη τὸν λόγο τους. Τὸ αὐτὸ ίσχυει γιατην
Ιθ δ Ν ε .: Δ : ›Α : ι ι κ Ν κ ς ρ
με ο ο του αγιου ιονυσιου ρεοπαγιτου, η οποια ζητει να υψω
ση τὸν πιστὸ στὸν νοητὸ κόσμο συμβολοποιώντας
τα αίσθητα (διὰ
τῶν αἱσθητω̃ν ἐπὶ τα νσητά, Περὶ οὑρανίου ἱεραρχίας ἸΖ4), καὶ για την
ἑρμηνευτικη τοῦ αγίου Γρηγορίου Νύσσης, όπως σαφέστατα διατυ
| \ | Η Ι Ν
πωνεται στο Βισς Μωυσεως (δθἔιίἶ). 'Ο τελευταιος πιστεύει έπίσης
Γ
Ϊ Ω
οτι το κειμενο αναφερεται σε μια πραγματικοτητα ανώτερη (προς
τινα υ̃ λοτέ αν διάνοιαν τὸ ά ει λέπει ἐπι ει εῖ δὲ να του απο ἹΨ ιαμ ι Χ Ρ
| Ρ? | Ϊ |
σπαση ενα μηνυμα επικαιρο, παρακάμπτονταςτην ἱστορικη συγκυ
ρία. ”Η μέθοδος αὐτη δείχνει έκπληκτικην ανάγκη δημιουργίας καὶ
` Ν· υ`σ
δημιουργικη δόναμι, μια ὁλικη ψυχικη μετοχη του ἑρμηνευτου στην
ζητησί του· κρύβει ὅμως κι ένα φοβερο κίνδυνο, αναπόφευκτο για
εκ Ι Ν Ν
οποιον χωρίζει τὸ κείμενο απὸ την αληθεια της αναφορας του: ὁ
θ \ · Ἱ Ν
ερμηνευτης που μετατρέπει σὲ είκόνισμα τὸ κείμενο, δεν αργει να
του προβάλη τὶς ίδέες του καὶ νὰ τὸ φιμώση. (Ο εργαζόμενος πρὸς
) ` \ εν
αυτη την κατεύθυνσι ὀφείλει να αναφερθη σὲ κάποιο γεγονὸς που
$\ Ὁ | \ | ` Ν
αναγγελλεται η επαναλαμίἔανεται στο κειμενο και συγκροτει τὸ
νοημα του, αλλα ετσι γνωριζει εκ τῶν προτέρων ταπαντα, κατέχει
ταυτοχρόνως την αληθεια του καὶ την αληθεια τοϋ κειμένου, τὸ
· Ν · |
οποιο ολοκληρωνει μὲ την πίστι του. ”Οταν μορφώνω όίποψι ὡστό
\ \ | κι
σο για το κειμενο ανεξαρτητως του τί λέει, σημαίνει πὼς δὲν υπο
φέρω την αληθεια του, την ἑνδεχομένη του αντίστασι στὸ κατ” ἐμὲ
έδιο τΝ Π ονοία . .Η αλλ ο ικ` ἑ νείαπ οκαλεῖ καθολικ` (Ξ
ηγ Ρ η ρμη Ρ η
Ϊ | 9 Ν \ | Ν
αρμονια ιδεων χωρις καμμια παραφωνία καὶ τουτο ἑπειδη παρα
| \ Κ | ‹ | Ρ|
βλεπει την υλικη τους υποστασι. Οποιος θέλγεται απο την είκόνα
δεν μπορεί να κοιτάξη κατα πρόσωπο τα πράγματα, βιάζει δὲ
252 ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙ ΗΤΙΚΗ
ακόμη καὶ τὴν Πρόνοια. Βλέπει τὰ κεκαλυμμἐνα καὶ τὸ ἐνδιαφέρον
του ἐξανεμίζεται αφ, ής στιγμης τὸ ἀντικείμενο φανερώνει τὸν
ἑαυτό του. ,Εξ οὕ ὴ ανάγκη ἑρμηνευτικὴς αρχὴς, ὴ ὁποία να μένη
στὸ κείμενο αλλα να μὴν καταστρέφη τὴν δημιουργικότητα του̃
αναγνώστη, μιᾶς ερμηνείας ποὺ διατηρεί τὸν ὑπερβατικὸ χαρακτὴ
ρα τοϋ νοήματος καὶ δὲν αποκρούει τὴν ἐμμένειά του.
Πῶς δεξιωνόμαστε τὸν παραδεδομένο λόγο; Στὴν ἐρώτησι
τούτη συνοψίζεται τὸ ἑρμηνευτικὸ πρόβλημα. Για να ἐπιτύχη ὁ
ἑρμηνευτής, ὁφείλει, βεβαίως, νὰ κάνη αὐτὸ τὸν λόγο δικό του·
ἀλλὰ πῶς; Οί ἑποχὲς ακολουθουν ὡρισμένες αρχὲς που τοὺς μετα
δίδονται απὸ τὶς προηγούμενες καὶ αφοὔ ὴ κάθε μία προσθέση τὸ
πνεῦμα της, είς τρόπον ὥστε οὶ μεταγενέστερες να δέχωνται τὶς
πρὶν ποιητικά. Έιρ” ὅσον ὴ δημιουργία εἶναι ὸίπειρη, ή αλήθεια δὲν
είναι ποτὲ ὁριστική. ”Έὶνας πολιτισμός για να αθανατισθὴ πρέπει,
ἐπὶ ποινῇ στειρότητος, να πεθάνη στα ἔργα του, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο
ὶσχύει καὶ για τὸν πολιτισμὸ που τὰ δέχεται. Τὸ δέχεσθαι εἶναι ὴ
δύναμι της αδυναμίας. 'Ο χριστιανικὸς κόσμος διεδέχθη, αίφνης,
τὴν ,Αρχαιότητα, γονιμοποιημένος είς τὸ ἔπακρο απὸ τὴν παιδεία
της. Δὲν ἐννοῶ ότι μεταμφιέσθηκε σὲ χριστιανοσύνη ὴ αρχαία (Ελ
λάς· θεωρῶ πὼς ὁ χριστιανικὸς κόσμος ξεπηδα απὸ τὸν θάνατο του̃
αρχαίου. Αὐτὸ που ενώνει τὶς διάφορες περιόδους τοϋ δυτικου̃ πο
λιτισμοῦ εἶναι ἕνας ζωοποιὸς θάνατος καὶ τοῦτο συνιστά τὴν θεμε
λιώδη συμβολὴ τῶν Ἑλλήνων στὴν παγκόσμιο ἱστορία. (Ως δημι
ουργὸς της ὶστορικότητος τὴν ὁποία ζουμε, ὁ Πλάτων δὲν διεκδικεί
για τὸν άνθρωπο άϊδιότητα, αλλα τὸν θάνατο καὶ τὴν ανάστασι διὰ
τοῦ ἔργου. ὶἶπί αὐτὴ τὴν ἔννοια ὁ ἑρμηνευτὴς προσπελάζει τὸ
κείμενο εἴτε για νὰ επιβεβαιώνεται είς τὸ διηνεκὲς εἴτε για νὰ
πλουτίζη. Οἱ δύο προοπτικὲς βασίζονται σὲ διαφορετικὴ οίκειοποί
ησι τοῦ νοήματος. ,Αναγνωρίζοντας προτεραιότητα είς τὸ παρὸν
του̃ σχολιαστοῦ, ὴ σύγχρονη ἑρμηνευτικὴ ἔχει διπλη ἐνέργεια: σέ
βεται τὸ κείμενο καὶ τὸ εξετάζει καθ, ἑαυτό, αλλα συγχρόνως τὸ
ὑποτάσσει ἐντελῶς στὴν ἑγχρονία τοῦ ἑρμηνευτοῦ, ποὺ γίνεται ὴ
.. |θ #9 | Ϊ (Ω | ΘἹ ἰ | θ | θ`
προυπο εσι του νοηματος του. στοσο α υφιστατο ερμηνεια, α
Ύ θ Ϊ Ἰ | , Ἡ Ἱ θ Ν Ϊ | \ |
ηταν η μεταδοσι εφικτη, εαν δεν υπηρχαν παρα κειμενα; Τα πρα
γματα αλλάζουν όταν ὁ ἑρμηνευτὴς δὲν επιδιώκει αὐτοβεβαίωσι.
Ἐδῶ δὲν π ο άλλει τὸ πα όν του στὸ κεί ενο αλλα αδί ει να τὸ
μ· ›
συναντήση καὶ νὰ υποκλιθῇ στὴν αλήθεια του. "Οποιος θέλει να δῇ
` ἶλ'Θ | \ ( |ζ \ Θ | ΑΏ \ ` λ#
την α η εια πρεπει να ετοιμα εται για ανατο. υτη την με ετη
θανάτου, τὴν άσκησι στὸν θάνατο, ὴ βεβαιωτικὴ οίκειοποίησι οὔτε
σο \ Ἡ Ϊ Ι Π \ \ ΘΒ· Κ Θ Ϊ Ε !| Ν
μπορεί να την υποβαλη ουτε να την δεχ η. α ως η εννοια του
ο
ΤΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ
Ζθθ
ἔργου τὴν ξενίςεικεἶναι ἀσυμβίβαστη μὲ τὸν θάνατο καὶ ἀποτελεῖ
επομενως κατα το ὴμισυ αυθεντικὴ ἑρμηνευτικὴ. (Ερμηνεία καὶ
γἶ2ϊ·¿®λ:ΡΥία συἔπὅἕεύρνξαι,
γίνεται δὲ λόγος περὶ οἰκειοποιησεως
οταν συν ε ε υ ικ ανοι ι ” ' “ \ λ
ίδέα τὴς δημιουργι̃θαἔὴ οἰἔειθι̃ποίησἶ κὰθὰνη̨̃ζιμἔθεθλθυο Χωρις Τθν _ φετερισμος
και η ερμηνεια τεχνικη του.
Στὴν ἑρμηνευπικὴ οἰκειοποίησι πρέπει νὰ προστεθῇ ὡς προοί
μαϊ και ἶίαταλὴςι η ιδεγαγτης παραδόσεως στὸ κείμενο. ”Η παράδοσι
ἔουτηεἶ)εΓν\ σημαινει και υπογρἑωσι νὰ μοιάσρομε στους ,Αρχαίους: ὁ
ν
Ι Ι × |
· ὴ|αναγνωσι δεν σκοπευῃ στο κειμενο το
εργο, η οικειοποιησι μενει ελλογη κατανόησι. ‹Η παράδοσι στὸ
κἕξἱενο συμφιλιωνει την επἑκγαιρδοτητα Τοῦ ἐρμηνεοτου̃ μὲ Τὸν ἀνε
ο ονοτουε ου. ° Ι τ ·× ~
αἰώνιθν ἔλλὰ σὲ καθίὴθτωσι τθἔ ἀῖθρῖνθρτῖθθυἴοῖθθτθὰθθθ ῖι̃ὅθτεθοἔ Τωἴ
νΞυΉχθ› ὡς προσπέλασί Τἦἑ βίζας, υποθέτει μᾶλλον ὰἐλευθεηί ρμηΝ
, ,
ρια του
ίἶναγνωσἶη εἶαντί της"συνθήκης του παρὰ ἔναντι τοϋ κειμένου. ΩΟ
ερμηνευτης ~δεν μπορεί νὰ δικαιώνη τὸ παρόν του μὲ τὸ κείμενο
Οὲπε ναγζητὴ στο κειμενο τὴν πεποίθησί του. "Οπως τὸ κείμενο δὲν
ειναι μεσον θικαιωσεως, ἔτσι καὶ ὴ ὰνάγνωσι δὲν εἶναι ὁμολογία
πἕστεωἐ Στὴν ασκησιπηςγἐλευθερίας, ὡστόσο, ὴ πίστι καὶ ὴ κατα
νοησι συγκλινουν χωγρις να θιγῇ τὸ κείμενο, ἐνῷ ὴ ερμηνεία δὲν
γινεται απομυθευσιη Η πίρτι, κατὰ τὴν παράδοσι στὸ κείμενο, δὲν
ειναι πλεον περιεγομενο ωρισμένης πεποιθὴσεως, ἀλλὰ αὐτὸ τὸ
νοημα της ασκουμενης ελευθερίας. Τί εἶναι πίστις ὰν μὴ παραδο
χὴ εν πνευματικη Νελεμθερία; Ζῶ γιὰ τὴν ἐλευθερία σημαίνει πι
τα
Ρ 9; Θγβα ος και ο απεραντος πλουτος του̃
ὰΐαἶαγξθγἰκου κειμἶνἶυ εωαί Ο μωραῖοἑ
χαρακτηραςτου, ἀπαιτεῖ δὲ
απο τονγ ερμὴνευτη ελευθερία ἔναντι τοῦ ἑαυτοὔ του. 'Η δυτικὴ
φιλοσοφια κριτενοησε πάντα τὴν ὰνἀγνωσι ὡς βεβαιωτικὴ οἰκειο
ποιησι, ποτε ως \παραδοσι, καὶ υπ” αὐτὴ τὴν ἔννοια ὴ σημερινη
εΡμὉνε®Ή3‹η› ἶταργα Την λντρωτικὴ συμβολὴ της, δεν ἀποτελεῖ ἐξαί
ρεοι: γχωγρις το θοσιμο που προϋποθέτει ὴ παράδοσι του ἑρμηνευ
ικαι ο. υ ει ε νευ
ι \
ἐπικαιρότητθ, ἀλλὰ Ξ παράδοθι εθθτθ κεθηεςνἔθἔφεῖἔῖἕ
θἔεθἕιωςί
τθν
λόγο τἦς άρχὴς καὶ ὰποδο ἡ του ὲπνευμ ' Ε ια' εσι σπἶν
δοσί
μου
εἶναι ἐλεύθερὴ ἔπό
μ \ ματικη Ξθεργεια.
ΈΙπαρα:
φασι που ανταποκρινεται στην φωνη
του κειμενου, ειναι η δημιουργικη μου ὰπάντησι στὴν κλὴσι της
Ζὕἔι ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΟΙΗΊἹΚΗ
) Ν 7 | \ | \ δ δ ά λ | \ Ἱ \
αρχης. Οφειλω να μετασχω στον παρα ε ομενο ογο για να τον
ἐννοησω, ἔστω καὶ άν πρόκειται περὶ άποκαλύψεως. Διότι άληθι
\ › | | Ϊ , |θ ) 8 | , δ \ 8 \
νη αποκαλυψι βασιζεται στην ελευ ερη απο οχη μου, απο οχη ια
της ὁποίας μετέχω στην δημιουργία μου, ποὺ άδιάκοπα ἐπιτελεῖ
ται. “Ισως αύτη εἶναι η ἔννοια μαρτυρίας, ὁ Πλάτων ηδη άπέ
διδε (Πολιτείας 52!ιιὶ) στην λέξι ἑρμηνεία. ” ρμηνευτης ποὺ ζητεί
επομένως την ψυχη τοῦ κειμένου πρέπει, πρὶν άπ, όλα, νὰ προσφέ
ρη την' δικη του, τὁ ὁποῖον σημαίνει ότι πρέπει νὰ τὁ προσεγγίσῃ
ΟΡ!
ω ἔ.
\ 9 Ι \ Ν | Π | \ |
στην ελευθερια που του παρεχει η παραδοσι στο κειμενο.
Στάθηκα στὰ μεγάλα θέματα της πλατωνικης φιλοσοφίας για
εε
ε. Ἐ”
τοπίσω τὶς ὁδηγητικἑς της γραμμές, χωρὶς νὰ την ὐποβιβάσω
στημα. Δὲν ύφίσταται πλατωνικὸ σύστημα ύφίσταται μιὰ
βαθεια σύλληψι δύο κόσμων που ἐπικοινωνοῦν χάρι στην ποιητικη
ενέργεια της άθάνατης ψυχης, σύλληψι η ὁποία ἀπὸ διάλογο σὲ
διάλογο, ἀπὸ άπορία σὲ άπορία, φανερώνει τὶς διάφορες όψεις της,
χωρὶς ποτὲ νὰ ἐξαντληται καὶ χωρὶς νὰ χάνεται στους μαιάνδρους
ἑνὸς ὀρθολογιστικοῦ οίκοδομηματος. Σύστημα εἶναι ὁ λόγος ποὺ
...
αύτοδικαιώνεται. Καθως δὲν ύπάρχει ἐκτὸς λό χου σκέψι (Σοφιστου
2630Θ), η ἔρευνα τοῦ είδους αύτοὔ όφείλει νὰ άρχίση ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ
κείμενο καὶ όχι ἀπὸ την φροντίδα συστηματικοποιησεώς του. Ξεκι
νώντας λοιπὸν άπὁ τὸ κείμενο, ἐπιχειρῶ νὰ διευκρινίσω τὰ σκοτει
νά του σημεῖα σύμφωνα με την βαρύτητακαὶ την φιλοσοφικη σημα
σία τῶν διαφόρων λύσεων στὰ πλαίσια του ἔργου, γιὰ να επιστρέ
ψω καὶ πάλι στὸ κείμενο καὶ νὰ τὸ φωτίσω κατ, αύτη την ἔννοια.
Μετέρχομαι δηλαδη την πλατωνικη μέθοδο, η ὁποία ἀπὸ τὸ αίσθη
τὸ ανέρχεται στὁ νοητό, ἀπὸ δὲ τὁ νοητὸ κατἔρχεται ἐκ νέου στὸ
αίσθητὁ καὶ τὸ διαυγάζει. Τὸ κείμενο επομένως ούτε σύμβολο είναι
ούτε άντικείμενο, άλλα ζωντανὁς λόγος (δεῖν πάνταλόνον ὥσπερ ζῷον
ι „ „ .ν υ
συνεστάναι, Φαίὅρου 2θἔι‹:· λύνον ζῶντα και εμψυχον, ενθ. αν. 27θει°
λόνος ἡμῖν ὥσπερ ζῷον, Πολιτικου̃ 2770) _ μαρτυρία του̃ ἔργου
πλατωνικὁ ἔργο, όπως κάθε μεγάλο ἔργο, εἶναι φορεὺς μιας άληθει
Ν ε | Φ δ 2 ν σ ι ι Ν ε
ςἢ
οο
ας, της οποιας η συνει ητοποιησι ελευθερωνει το παρον του ερμη
, \ \ 9 | \ \ | ` Ϊ Ϊ
νευτου απο τα αυτονοητα που το σκιαζουν. Στο διαβασμα κυριως
δὲν μετρα η ετυμολογία τῶν μεμονωμένων λέξεων οὔτε η δομη του
κειμένου, άλλα τὸ βάρος τοῦ κειμένου ὡς σημαντικης ἑνότητος
στους κόλπους του̃ ἔργου. (Η οὐσία της λέξεως βρίσκεται στὁίλέ
γειν καὶ γι, αὐτὸ άκριβως ὁ αναγνώστης δεν μπορει νὰ περιορίζεται
σε γνώσεις που αφορουν την άντικειμενικη όψι τοῦ κειμένου. ,Ακό
Η Ν Ν· Ι \ Ν | Ν
μη καὶ οὶν μας ἔχη παραδοθη άψογα, το κείμενο σιωπα λογῳ της
άποστάσεως που μᾶς χωρίζει καὶ η ὁποία εἶναι άσχετη μὲ την
ΥΣἹἙΡΟΓΡΑΦΟ
Ζὕὕ
ὑλικὴ του καταστασι. Τὰ γεγονότα δὲν ἐξηγοῦν τὴν απόστασι, τὴν
βεβαιώνουν. 'Η απόστασι δημιουργείται στὴν σχέσι μας μὲ τὴν
αρχὴ καὶ όχι μὲ τὴν ροὴ του χρόνου. Γιὰ τοὺς ,Αρχαίους, αίφνης. ὴ
ἑνικότης του̃ σημείου αντιπροσώπευε πολλαπλότητα
νοήματος, είς
τρόπον ὥστε τὸ ρὴμα είναι να συνδέη καὶ νὰ δηλώνη συγχρόνως τὴν
ὕπαρξι, ἠ αλήθεια νὰ σημαίνῃ τὴν ακρίβεια τῶν λεγομένων καὶ τὴν
προφανεια τῶν όντων, καὶ οὕτω καθ, έξης. 'Όμως ὑπὸ τὴν ἐπὴρεια
τὴς διαφοριστικὴς λειτουργίας της κρίσεως καὶ της ὀρθὴς αντιλὴ
ψεως, ποὺ δεσπόζουν στὸν θετικό μας νοῦ, ὴ γλῶσσα έχασε τὴν
αρχικὴ πολυσημία. έγινε δὲ ὀργανικὴ καὶ μονοσημαντη.
Αὐτὴ ὴ
χαμένη πολυφωνία τὴς αρχαίας ὲλληνικὴς συγκροτεῖ μία απὸ τὶς
μεγαλύτερες δυσκολίες του ἐθισμένου στὴν ἐννοιολογικὴ
ακρίβεια
συγχρόνου ἑρμηνευτου̃γ δυσκολία ποὺ ὴ ἐπιστημονικὴ
ἔρευνα αδυ
νατεῖ νὰ ξεπερασῃ. Διότι δὲν ζητείται νὰ ορίση σὲ ποιὰ απὸ τὶς
ἐκδοχὲς τοῦ είναι αντιστοιχεί τὸ εἶναι ποὺ υπαρχει στὸ κείμενο
φιλόλογος θὰ τὸ βρῇ ὁπωσδὴποτε,
αλλὰ νὰ ξαναδώσῃ ζωὴ σὲ μια
ποιητικὴ γλῶσσα καὶ να τοποθετηθῇ ὡς πρὸς αὐτὴν. ΕΟ ἑργαζόμε
νος στὰ πλαίσια της μειωμένης γλώσσας μπορεί τὸ πολὺ νὰ αί
σθανθῇ αὐτὴ τὴν αδυναμία, χωρὶς ὡστόσο νὰ ρωτηση καὶ τὴν μοῖρα
της. (Η ερμηνεία διακρίνεται απὸ τὴν μεταφρασι ἐπειδὴ ακριβῶς
\ | Ἱ | Χ Η \ Κ Ν 9 | Ώ \ \ δεν τεινει να περαση το εργο στο παρον του αναγνωστου,
αλλα να
ἐρευνὴση τὸ πεπρωμένο του παρόντος στὸ φῶς τὴς αρχης. Τούτο
δὲν σημαίνει καθόλου πὼς ὴ ἐργασία τῶν ίστορικῶν καὶ τῶν φιλο
λόγων δὲν εἶναι πολύτιμη καὶ απαραίτητη:
δίχως τὴν συμβολὴ των
ὴ προσέγγισι τῶν ,Αρχαίων θὰ ὴταν κατὰ πολὺ μεγαλο ποσοστο
τυχαία καὶ ασταθὴς, δεδομένου ὅτι κάθε ἑρμηνεία βασίζεται στὴν
$
εε
Ν ' αναγνωσι καὶ προυποθέτει κείμενο. ”Η έπιστημη δίνει ακριβως ένα
κείμενο καὶ μας προμηθεύει τὸ απαραίτητο
ὑλικὸ γιὰνὰ ἑμβαθύνω
με. Ἱἔπομένως ὁ ὲρμηνευτὴς έχει πολλὰ νὰ ὡφεληθῇ απο τὶς ἐργα
.¬ω
|
| $
σίες των ἐπιστημονων, μολονοτι εισέρχονται εμμέσως καὶ ἑπικου
ρικῶς στὴν προοπτικη του. ,Αλλὰ ὡς ἐνδοσκόπησι,
ὴ ἑρμηνευτικὴ
Αι | `
της παραδοσεως στο κείμενο διαχωρίζει
τὸν ἑαυτὸ απὸ το Ἑγὼ
{ Ν \ | \
καὶ οδηγει τον σύγχρονο ανθρωπο σε μία βεβαίωσι λυτρωμένη απὸ
ἐγωισμό, βεβαίωσι ὴθικὴ ποὺ του ἐπιτρέπει νὰ ανατρέχη στὴν τε
χνικὴ καὶ τὴν ἐπιστημη, χωρὶς νὰ αντιπαρέρχεται
τὴν ψυχὴ καὶ
Ϊ ,
Ώ $ | ον
χωρὶς νὰ καταλύη την εσωτερικότητα.
Η επιστημη του Πλάτωνος
δὲν εἶναι αύτογνωσία;
ρο
ὶ
Προοίμων . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . σ=·
.Η μουσικἢ του̃ .Ηρακλείτου . . . . . . . . . . . . . .
=ΞΕ'.····ι̃
οκ
Μύησι στὸ φῶς . . . . . ..
Αἰώνια παιδιά . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .. ›› 20Ἰ
· Ϊστερὀγραφο . . . . . . . . .
χτυλίδι τοῦ Γύγη
ρἱα τῶν ποιητῶν
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
λἡ ψυχἢ καὶ τὸ ἄλλο της . . . . . . . . . . .
| » . `