The Wayback Machine - https://web.archive.org/web/20140717205408/http://www.scribd.com:80/doc/218741377/%CE%A0%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CF%8E%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%9C%CF%80%CE%B1%CE%BB%CF%84%CE%AC%CE%BA%CE%BF%CF%82-%CE%95%CF%81%CE%BC%CE%BF%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%AF%CE%B4%CE%B5%CF%82
P. 1
Παναγιώτης Μπαλτάκος - Ερμοκοπίδες

Παναγιώτης Μπαλτάκος - Ερμοκοπίδες

Ratings: (0)|Views: 220|Likes:
...
...

More info:

Published by: Προμήθειος on Apr 17, 2014
Copyright:Traditional Copyright: All rights reserved

Availability:

Read on Scribd mobile: iPhone, iPad and Android.
download as PDF, TXT or read online from Scribd
See more
See less

05/25/2014

pdf

text

original

Ερμοκοτιιδεε

 
§

|

κεἀμμαΤα

Πσνσγὡττπε. Με­ιοτι̃τὀ κοε
¬
ι ι

\

δ

.

.

ΒΛΛΗΝι̃ΚΙ·| ΛΟΤ`Ο'ΓΒΧΝι̃Α

ΠΑΝΑΜΩΦ1­ιΣ ΜΠΑΛΦΑΚΟΣ

Ερμοκοττάδες

ΑΟΓΟΤΕΤΧΝΤΑ / Μγθ­ΤΣΤΟΡἹΑ
ΔΤΕΥΘΥΝΣΗ. ΑΡ ΗΣ ΜΑΡΑΓΚΟΠΟΨΑΟΣ
·

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΠΑΑΤΑΚΟΣ

Διόρθωση κ ειμένου ΟΛΓΑ ΣΒΑΛΑ Σελιὀοιιοίηοη ενλιιιιελιλ ΣιλινιλιοΑΑΟΨ Εξώφυλλο κΩΣιλΣ ΧονΧονλΗΣ

ΜΠΑΑΤΑΚΟΣ Οορχτἰἔλιτ © 2005 «ΒΛΑΗΝΤΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤ Α Α Ε » ­ ΠΑΝΑΤἹΩΤΗΣ κόσμο τον όλο σε γλώσσα ελληνική την για
. .

ἔἑ
ΜΥΘΙΣΤΟ ΡΗΜΑ

και χωρίς την αναγκη ρήτραι; Η Πνευματική ιδιοκτησία αιιοκτόται χωρίς καμια διατυτιωαη κατα το Ν. 2387/20 (ὀιιως έχει απαγορευτικης των προαβολών της. Εὶιιιαημαίνεται Παντως ότι Σύμβαση της Βέρνης (τιου έχει τροιιοτιοιηθεί με το ΙΝ. 2ι̃2ι̃/95 και ισχυει σήμερα) και κατα τη Διεθνή η αι­ιοθήκευση σε κατιοιο σύστημα κυρωθεί με το Ν. ΤΟΟ/ΤΘἹ5) απαγορευεται η αναδημοσίευση, τρόπο ἡ μορφη. τμηματικά διάσωσης και γενικο η αναιιαραγωγἡ του ιιαρόντος έργου, με οποιονδήποτε χωρίς γραπτη αδειο του εκδότη. ιι ιιεριληιιτικα, στο πρωτότυπο η σε μεταφραση η αλλη διασκευή,

Ηκδόσεις ‹‹Τι]ΑΑΗΝι̃ΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΕ» 3830058 Βμμ. Μτιενακη 59, ἹΟΘ 8ι̃ Αθήνα. Τηλ. 2ι̃0 380ι̃800 ­ ἴοκ: 2ι̃0

ΒΑ: Μίλα κ
Φ

ν

λγ

Βιβλιοπωλεία
Ο Ο

Γ. Γενναδίου Β, ι̃θθ 78 Αθήνα. Τηλ.­Τακ: 2ι̃0 38ι̃'ἶ82θ

.

2Τ03333θ”7Τ Χρ. Ααδα ΘΑ, Τ05 θι̃ Αθήνα. Τηλ.: 2Τ033?›30Τ0 ­ Τακ: Τηλ.: 2ι̃0 320240 Αθηνα. 59, ι̃ 0 5 5, Πεσμαζόγλου Στοά Ορφέως. Στοά Βιβλίου,

Ζωοδ. Πηγής
Φ

Ο

2Ἱ0 38ι̃Τ00Τ Τ. Τ0ὕ ΒΤ Αθήνα. Τηλ.: 2ι̃0 3302033 ­ ἴεικ: 23ι̃0 500034 Μοναστηρίου ἹΒΒ, 54 62? Θεσσαλονίκη. Τηλ.: 2500 500035 ­ Τακ: ίεικ: 2θι̃0 222072 Μαιζώνος ι̃ & Καρόλου 32, 202 28 Πατρα. Τηλ.: 2θι̃0 520384 ­

Κεντρική διαθεση

& Τζαβέλλα

ΒΑΑΗΝΤΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
ΤΒΒΝ 960­442­288­Χ

ΑΘΗΝΑ 2005

Ν

­:
4" .τ
4

Ψ

ς

τ..
1

ι

” “

ύη̃τῖλ­ἐ·λ ἔ|.„« .ξμε

­·

κ

μἔ
τ

Ι;

τ

×:ι̃
λ

λλξ

\

Εὶυχάριστίες
Η

._
ά

λῖῖκ

ν

/Μ..
._ζ.

ο­Ρ.:„:_:¬

\1%ς,;­Η

Α

|

Βυχοιρτστίες οφείλω στην κ. Φάνη Λάμυρου, ντο την «τεχντκἡ» υΠσ­

στηρτξη, τοι σχόλτοι κου ττς δτορθωττκές Πάρεμβάσετς.
Βῖμου τδτάῖτερο υυοχρεωμένος στην κ. ΔέσΠοινο Γιοννοκο­

Πούλου,

γτοι

όλες ττς Πληροφορίες κοτ ττς συμβουλές στο οστρολο­

ντκά θέμοτο. Με άνεση κου σιγουριά ΠερτΠλάνάτοπ εκεί Που μόνο η
φάντοισίά μττορεί νά φτάσει

Ως Προς το θέμο του «ύφους» ελΠίζω νά 1κοινοΠοίησά ττς οΠου­

τήσετς της κ. Αλέκος Δήμου.

Γιά την κ. ΆσΠο Χοστώτη νο Πω άράγε ευχορτστώ; Θο οιρκούσε; θά άρκούσε, ευίσης, ένο οΠλό «ευχορτστώ» ντο την κ. Ευογγελῖά
Στάμάτέλλου;
Τέλος, ντο την οινΐχνευση κου την κάτόΠτευση του Πεδίου της μά­
χης στη Σφοικτηρΐά, ευχσρτστώ τον άνθυΠάσΠτστή (ΟΥΚ) Κώστο Ζέρ­
βά, τον ονθυυάσυιστή (ΟΥΚ) Δημήτρη Κουτσούκο κοι τον ονθυΠο­
σΠ1στή (ΟἩΟ Χάράλομυο Τομάρά. Δεν εγκάτάλείΠουν.

Στον Πατέρα μου

φ

Ν

ο

Μ

Το Πρώτο Πρανμα Που έκανε

Θεός είνατ η αναττη· έττεττα έρχετατ το αίμα.
ο
Γ. ΣΕΦΒΡΗΣ

«Ο

Στρατής Θαλασσινός αναμεσα στους αγόιττανθους»

Περιεχόμενο

Α| Λήδα
Β/

......................................................... ..
........................................................... ..

Πύλος

23

Π Κρυπτεῖο
Δ' Μέγορο
ΕΥ

Αγότπη

ΣΤ' Ολιγορχι̃κοί
Ζ' Μέτων ........................ ..

Η' Αστέρες ...................................................... ..
Θ' Βρμοκοιι̃ίδες
Ρ

Ανόθων

.............

..

ι̃Α/ Πονσέληνος

ΙΒ' Μηνύσεις

........ .

.

Τεύκρος ................... .. ι̃Δ' Ανολγησῖο
ι̃Ε¦' Θυσῖο ......................... ..

ι̃ἴ”

ι̃ΣΊ” Φτλονίκη
ι̃Η| Λύττη

............... ..

ι̃Ζ/ Απολογτσμός
............................... ..

ΚΗΦΑ/\Αι̃Ο Α|
Μἔτίνὲ

«Τα αγόρτα Που μαστιγώνοντατ, μέχρτ θανατου

Πολλές φορές, στο ναό της Ορθῖας Αρτέμτδος... αντέχουν, Παραμένουν χαρούμενα κατ ζωηρα κατ
δταγωνίζοντατ ντα τη νίκη μεταξύ τούς7 Ποτος αΠ° αυτούς δηλαδη, θα αντέξετ Περισσότερο κατ κα­ λύτερα στα χτύΠηματα. Αυτός Πού δτακρΐνετατ

Παίρνει μεγαλη δόξα. Ο δταγωντα­μας αΠοκαλεΐ­ τατ «διαμαστῖνωση» και γίνετατ καθε χρόνα»
ΠΛί)γΊ`ΑΡΧ()Σ,

Τα Παλατό των Αακεὅατμονίων ετύτηδεύματα, 40

εγραφε η επιστολη, «μια θαλασσα ιιλατια και ακύμαντη, βαθια και ανόθευτη, θαλασσα αγατιης ασητιτης, ανένδοτης, λυτρώτικής. Δγαιιης ανενδοίαστης. Πλέώ τιλησίστια και τιλεώ γαληνεμένη με τη ζωή μου όλη αφημένη στα χέρια σου. Δεν αντατιοκρίνεσαι, το βλέηω, αλλα αυτό εμένα δεν με ενοχλεί, ούτε με αιτο­ τρέτιει. Δεν αηοζητώ την αντατιόκρισή σου. Ἑἰίναι ειιιθυ­ μητή, αλλα όχι αναγκαία. Ζω για να σί αγαιιώ, όχι να σε αιιο­ λαμβανώ. Είναι αρκετό αυτό, είναι δημιουργικό, είναι αιιό­ λυτο, σαν τη σιώτιή σου Που με τυλίγει. Δεν είσαι εδώ, κο­ ντα μου, αλλα η σιώιιή σου αυτή, τόσο ηχηρή, είναι Παντα ιιαρουσα, δίηλα μου, γύρω μου, Παντου είναι, την ακουω ξε­ καθαρα, γιατί ξερω ότι είσαι εκεί, καιιου εκεί, σε μέρος αγνωστο, αλλα υτιαρκτό, είσαι εκεί, είμαι κι εγώ εκεί, κοντα σου, και όλη σου η ύτιαρξη δονείται ατιό τον τιαλμό της αγα­ ιιης μου για σενα. Δεν μιιορείς να ξεφύγεις. 'Ρο ξερω και το ξέρεις. Μην αντιστεκεσαι. Είναι ματαιο. Δεν είμαι ένα σώ­ μα Που ορέγεται το δικό σου, αλλα κατι τιολυ διαφορετικό, κατι ανώτερο και ανεξήγητο, ένα σύνολο είμαι ατιό αισθή­ ματα και αντιλήιμεις, αιθέρας ιιια, καθαρή συνείδηση, φώ­ τισμενη ατιό την ακαταλυτη Παρουσία σου. Δεν μηορείς να με προσιιερασεις, ούτε να με διαγραιμεις. Ηίναι Πολύ αργα τώρα γι) αυτό. Νόμιζα ότι με εχεις αιιορροφήσει ολόκλη­

«Π

λαο Σα

ινιιΑ ΘΑΑΑΣΣΑ ΑτΑιιΗΣ››,

ιιει

βη

801]

7

αλλά δεν είνα] έπῃ ενώ έχω Οηι̃ορροφήσει̃ εσένα όχγ ” εμένο Σε έχω Οτῖορροφήσει̃ είσω δι̃κός μοιν σε κ0τέ_
>

δεν Πονόω Στη θύρο υτνομονής σε Π8ρ]μέ_ χω Σ | Μοκόρων θα συναντηθούμε» νω. τη νησ , , ε Αυτός δεν ητάν μάθημενος σε τετοιο λογιά. Νικηι̃ηἔ
­ ­
ω

.

7

κάΠοιος σάστισμένος έφηβος σε άνοζήτηση άγάΠης, δεν κ κ κ ειχε νιωσει Ποτε τετοιο άγάΠη γιά άλλον άνθρωΠο, ογάΠη ξάφνική κάι άνάιτιολόγητη δεν του είχε Προσφερθει Ποτέ ογάΠη σον κι άυτήν, γλυκερή κάι μελιστάλάχτη, ούτε κάν
×

×

π

π

π

×

ήτον στη «διάμάστιγωση», σε ηλικιά δεκοεννεά ετων, ημι­ , , | ×_ θονης βγηκε άΠο τη δοκιμάσιά κάι ο ηχος άΠο το κροτά , , κ ε λισμά του μάστιγιου άντηχουσε άκομο στ άυτιά του. Κοι ε τ ζ 'Γι θά Πει «Π λεω σε μιά την εΠιστολη. τάζε κοι ξάνάκοιτάζε θόλοσσσ ονάΠης.» Τ] σημοΐνεγ αυτό. Δεν νῃόρχεγ Κομμγό θάλασσα ονόῇης Περίτεχνες Μκῃκές ωι̃ερβολέςγ δεν ΠΩ
ά
Ζ

ε

×

ά

ω

χ

7

×_

×

7

7

ά Ἐ η Έ ρ| τ μ ζ: ηῖ) κάι εΠω υνά γ ιά τ ηδ ω στον στ άτωνά εΠτο ονων ρ |7 λἑρ Πηκε στο στράτοΠε ο οΠως ο οι τε ά του εν τον μ ι η μη ρ είχε οκουμΠήσει Ποτέ ι ούτε τότε ούτε μετά δεν τον ειχε “δέ Ψ ει Ποτέ δεν Υ ίνοντάν ουτά στ Π ΣΠά Ο τ η› δεν Ιι̃ άξε Ο ε τι ΧΟ" θά Πει μητρικό χάδι, σωμάτικό ή λεκτικό, άγνωστο ήτον γι) άυτόν, όΠως κοι γιά τους άλλους όλους, άγνωστο στο στρά­
Έ

άΠότ

ηἔνητ έά ρ
7

ο

υ°

ά

ούάυτό ονΠ

σε

οιάεσκλ

>

>

7

κοτάλάβάινε όΠως δεν τις κοτάλάβοινε κάνένάς άΠό εμάς. Ανῶι̃η άλλωστε Πο κῶι̃ονον ννωρίζει̃ς μ8_ μήνες μόνο ονόῃι̃η έναν όννωστογ Δεν μΠΟ_
λ

7

7

λ

ΒόΠεδΟι μέλςρι̃ το είκοσθ άγνωστο μει̃ό στη Ο­υζυγι̃κή ζωή= άφού σεβάσμό ζητούσε άΠό τη γυνάίκά του κάι σεβάσμό άυτή του έδειχνε, σεβοσμό, φροντίδά κάι άΠοδοχή, Πλήρη

ε ζ ” ' "Γι ει δου ς ογάΠη εινοι άυτη·› Αγάιιη Υιθ ρουσε νά το οεχθει. , την Πάτρἱδά του, νοι, το κάτάνοουσε. Ολοι οι Στιάρτιάτες , | ×_ το κοτάνοουσάν, ογάΠη γιά το ζευγάρι του στην εκτιάι στον δευση μῃό οΠό δεκοτέσσῳο Χρόνι̃ο συνύῃορξης
ά
ω

,

|

·

7

×

ά

7

ε στροτώνά, το κάτάλάβάινε, δεν ητον οΠλη ογάΠη άυτη, δεν , ά | ε τους άγάΠούσε μονο, την Πάτριδά του η το ζευγάρι τθϋι , , | ήτον τουτισμενος μάζι τους, ο ερωτάς εκδηλωνοτάν γιθ , ά / | Η κάΠοιον άλλον, κάΠοιον ξενο, μάς ελεγάν, εμεις, άντιθε
× × ×

,

|

ε

τά, δεν άγάΠάμε ο ενάς τον άλλον, εμεις ειμάυ̃ι̃θι Ο ελ/σοι , , οτ , / ε κάι ο άλλος, ενά, μιά μονάδά, ετσι ηξερε, βιωμάι̃ικη 8"/Ολ Π , τούτιση των Πολεμιστων μετάξυ τους, οχι συνοισθημάτι­ | , , , | ε κη, άγάιιη, ομως, άΠο μιά ξένη γυνάικο, ογάΠη άΠο μ ιάν άγνωστη, μιά Αθηνάίά ετάιρά, άυτό δεν μΠορουσε νο το Ονῃληφθεί αντίδοτο μοναξι̃άς είνα] έρωτος, Κανω σδύνομων ουτός όμωα̨ Ούκ μονοξι̃ό σι̃σθω
ά ά
×

,

,

|

του τον Πά οτονο οκ ο ι άυτο ά ά ο ι ιά ς η ° ηρ Ε: γ ° Χ γ κάτι άλ ο κάτι άφύσικο μιά ξένη δηλάδή Που τον κοιτο­
τ ι

άΠοδοχή άλλά τίΠοτά άλλο όχι φυσικά άγάΠη τι θά Πει ο γ άΠ η> Ποιδιά στ ν Πόλ όθελάν νο Π ρ οσ‹Ρ έ ρ ουν οι σύ ζ υ­ η η Ιλ γοι, υγιή Ποιδιά, όχι ογάΠη ο ένος στον άλλο, τι νο την κά­ νουν την ογάΠη, σε τι θά ωφελούσε το κοινωνικό σύνολο, το σύνολο Που ά οΠούσον κάι οι δύο άλλον δεν το ά ά­ |γ η μ| ιουσάν ­σκε‹ τ ον άνο­ τά τάυτ ενοι ιτου3 ενο Ι Ρ οτ η ν ΙΟΡ μοζ άΠ ο ο ιο του συνο ου τον οι οικο ενειε στ Πο τ μ Θ ετσι άυτοι ε ο έ γ στο ςβ ω ΚΝ ηό οτ ἶλδρΠά­ η7 δ άισ άνοτάν Μ: δ άηδόιλδἶ) λλγ μ ενο
°
7

°

ό

κ

ρ

ά

ά

ω

×

×

ε με ο γ ισ μ ενο ε μμ ά μ ε Πυ ρ ετο στο οι ά κυ ρ ιευ ε­ μ νη άΠο ενά δάιμονιο Που άυτη το ονομάζε «ερωτά» άλλά
ι
> >

°

°

°

°

ΰ

ε νότάν, ούτε κοτάφυγιο άνάζητουσε, Πολεμιστης ητον?
ω

,

,

ΟΧι̃

×

ουτός δεν ένιωθε στην άρχή τίΠοτά τέτοιο, Πάρά μόνο συ­ μΠονοιο, άυτο ένιωθε, συμΠονοιά γιά το Πάθημά της ξενης, ήθελε νά την βοηθήσει, ήτάν υηοχρεωμένος νά την βοη­ θέσει άλλά δεν ε ε ε Ποιοντ όΠο όσο Πε ισσότε ο η ηξ ρ μ ρ ρ ρ
ό
° °

>

Πει

[

ι̃ἶ ]

τον βοοθοοσο τοσο Ποολσσονοοο οοτή βοθι̃ζοι̃ῦον στην Κο­ τολλι̃ιμίι̃ τηο› Ποοοοομένο σ, οοτονι Χωοἴο οοτοο νο το θέ­ λει, οιχμόιλωτή του, ολλο ουτό τον στενοχωρουσε, τον στε­ νοχωροοοε Πολύ, μεχρι Που η στενοχώριο ορχισε νο νῖνοτ τοι ενοχλητική, νο νίνετοι ετιώδυνη, εΠιονε τον εουτό του νο σκεφτετοι ουτήν, τη Λήδο, νο σκεφτετοι ουι̃ήν Ποολσ­ σοτοοο οσο οσο οκοφτοῖον σον οοοστολἠ οσον οολοσο νο την σκοφνοτολ μολλο ονολνο νο μοῃο του νο Ποοσῖ κο] οο­ το ίσως νο είνοι ο «έρωτος», Που λένε οι Αθηνοίοι, δεν το
ἠξοοο ομωο οον νο
Ποτέ μοΧολ Ἐοτοι οον μΠο­ οοοοο νο το ονοννωοίσἢ Ή ήνον οοονο οοῖον ένο σονοῖ­ σθημο ολλόκοτο ήτον, ἴοωο οΧοο οολοσολ νο τον οοοποοοί μοι, ιυιθυριζε μεσο του, γι, ουτό Κολοῖοοο ν) οντλοοοσω όΠως εχω εκΠοιδευτεί, με σκληρότητο κοι βιοιότητο, κάθε εκτροῃή έτσι ΠρεΠει νο οντιμ8ι3€0ΠἶζΘι̃οι̃7 μοο. έλονονι σκληρο κοι βίοιο, ενοντιο Ποντο στο μονοδικό σος εχθρό,
οθέο νλώοολ

θηρίο του Πολέμου κοτοσκεύοζε η Πόλη, όχι ευοίσθητους εροστες γυνοικείων ψυχών, δεν ήτον δυνοτόν νο ξεπέσει υόυυ, μου ευτυ­

Δεν τον Πίστειμο. ΈβλεΠο μΠροστο μου ένον ονθρωΠο ρηυυγμέχ/υ_ Ο Πυρυληρημυῃκός του λόγου δυο ήτυν λυ­

κωνικός. Δεν μιλούσομε εμείς ετσι. Τοροχή έδειχνον το λό­ νιο του. Φοβότον ότι μοχετοι σε ογώνο Που δεν μιιορεί νο κερδίσει. Η Ποροδοσή του στη Σφοκτηρίο, η οιχμολωσίο, Ο βυρυς υρυυμοῃσμός στη Μονῇνει̃οη̨ η Οωομάκρυνση (Μό
τη Σιτορτη, τον είχον γονοτίσει. Πόιλευε νο γίνει ουτό Που ήτον κοΠοτε, ολλόι εβλεΠε ότι χάνει τη μοχη. Το γλυκόλονο

της ετοίρος, Πρωτόγνωρο νι' ουτόν, τον Ποροσερνον σε ενο Περιδίνισμο ευοισθησίος κοτολυτικό.Ήξερε το σωστό κοι ῃροσῃοθοοσε με όλη τη δύνομη της τμμχής του νυ το υλυ­

τον Πιο εΠικίνδυν0, τον Θοοι̃ο σοο τον ΐολο› μην οσοζητοτ σε την ονοΠη› νο οίμο ονοζητἠοτο σον Κοσο Κο] τον Πο­ νο› θο μοΐνονο μονη­ιο κοθηλωμένολ στον κοσμο των θνοτ ι̃ώνν τον κοσμο τηο οφθολμοσοτοο σλοέο σκλών θο μείς νετε, ονδρείκελο κοι ονδροΠοδο θο γίνετε, ον δεν νικήσε­ τε τον εουτό σος κοι ουτό οκρι̃βώο έοοοοο νο Κονολν ένο] ήτον μοθημένος, ολλο οοομο οον οθέο νο ολολέξολ› οοτοο ήτον 0 δρομοο του Πο­λομι̃στοι οονον θο οκολοοθοοσο ολ Πολεμιστές δεν ερωτευοντοι νονοἶκοον μοο ολονονν ο έοοστ τος οφορο τις ψοΧοο› Γι ηοονή νο σώμοτον οι̃ Πολομλσνοο ερωτευοντοι ο ενος τον όιλλο κοι όλοι μοζἴ τον Κἴνοονο› την έξοιμη της μοχης, τίΠοτο ολλο, όχι νυνοίκες, μοι Ἑοοο θε­ ους, όχι νυνοίκες, οντικείμενο Πρόσκοιρης ηδονής κοι φο­ ρείς τεκνοτιοιίος, ουτό είνοι οι νυνοίκες, θηρίο ονήμοοο›

Ποιήσει. Αντιστεκότον, Πορο την ΠροτροΠή της ετοίρος «μην οντιστεκεσοι, είνοι μοτοιο». Κοτολοβοινο οτι κινδύ­ νευε νο χοσει την ιμυχή του. Ο εσωτερικός του διολογος σύντομο θο στομοτουσε, οφου στον εουτό του δεν μΠο­ ρουσε νο Πει ιμεμοτο κοι η ολήθειο ήτον Πολυ δυσβοστοχτη γιο τις οντοχές του. Μόλις ουτό συνεβοινε, θο ετιέλενε την υυτυκυυνίυ συν μόνη δι̃έξοδοη̨̃ 8Π8]δή έτσ] ήταν μοθημένος

κονει. ¬ Σε Πιστεύω, του είΠο. θυμοσοι ουτή την ιστοριούλο, την «Οδύσσειο», Που την διηνουντοι οι Ίωνες μετοξυ τους γιο νο ονοΠληρώνουν την ελλειψη βιωμάτων, θυμοσοι Πώς ιιεροσε ο Οδυσσεος μΠροστόι οΠό τις σειρήνες, δεμένος οφικτο στο μεσιονό κοτόιρτι, Που τώρο κονεις το ίδιο, ολλο ιι̃δετος. Περνος κι εσύ μΠροστο οΠό τις σειρήνες. Η ονάΠη σου γιο την Πόλη, η ογοΠη σου γιο τους συντρόφους στην ιτκΠοίδευση κοι τη μοχη είνοι το μόνο Που σε συνκροτεί.
νο

[ιο]

[ι̃θ]

Όλοι εκτιαιδευτήκαμε για τη στιγμή Που εσύ ζεις τώρα. Όλοι κοιμηθήκαμε Πανω σε στρώμα αΠό καλαμια, στερη­ θήκαμε την τροφή, Πεινασαμε, κλέφαμε για να φαμε, συλ­ » ληφθηκαμε. μαστιγωθηκαμε ανελεητα» ολοι ζι̃ι̃σαμε λιτα
»
» » » »

νο Πω

­Καιηαναοί/Γ
ολήη̨̃εῖῖ
;

Ησύ δεν θα

Ο]ΕΞνοφ.(ἐρο δα δδἐσω̨ Δεν θο ;ρθεΠε] ρασι ας εν α Πει την α ή εια; σλήθεκϊ Καλύτερο Κοτολ .

ς

­

Ζ

Οσῇδο Παρά
. ,

Ολήθῃα έτσι̃ δεν

και αηέριττα. σιωιιηλα. αναμένοντας να έρθει αυτή η ώρα η μαγική να Περασουμε αδετοι μηροστα αΠό τις σειρήνες. Σε Πόσους. όμως, αΠό μας φανηκαν τόσο ευνοϊκές οι Μοίρες, όσο σε σένα; Σε Πόσους δόθηκε μια τέτοια ευκαιρία, ένα τέ­ τοιο Προνόμιο. μια Πραγματική δοκιμασία της ιμυχής; Ζη­
7

| , θνῃμθτωαιαη μου αΠο τους Εφορους; Το σκέφτεσαι; ε ­ Δ εν ερωτευτηκες καμμια ξένη γυναίκα . Τ η δ ου λ εια ” Κἀνει̃ς .Γη δ λ ε . ου εια Που σου ανε εσε η Πό η. σικε­
. ,

εἰ όῃ ἐρωκύτηκο μ. ΪΟ ενη

νΠν(Ἡ}ίΟ, ΠΟΠ]

εἴ ετ όθογ ­Α Ψ .8 μα θν Ο"/οφε­ ,μ
Ο

είναι

η

|

λευω. Αν βγεις νικητἠε σ' αυτή την μαΧη ο κόσμος των θνη­ ένα τών θα γίνει για σένα Παρελθόν. Είσαι αδετος Πανω σε | Πλοίο Που συνεχίζει την Πορεία του, την ώρα Που εσυ σει­ εσαι ολόκληρος, βλέΠοντας και ακούγοντας τα Παντα. Οι κωηηλατες είναι στα κουτιια με τα αυτια βουλωμένα και κω­
φ

εμοίμ Υμι̃ μας και για ολη την ΠελοΠοννησο, θα έχει χαθεί. , . Δ εν μΠορουμε να αΠοτυχουμε σ αυτη την αΠοστολή, ακό­ , μη κι αν ΠρεΠει να υΠομεινεις τον ερωτα μιας ξένης.
7

λ

Χρεἐοζοἶοσω ΠΩ Σωστα λἶς ΟΠ ὲ[]ἶ:ρἶ)ἶρσ(::ΐΖἶι̃ἕνῃζηἕἑἶη̃ζῷῖ· κυριαρχησει στη ικε ίαφ ο Πό­
­

.

Πηλατούν με ορμή. Πλοία δικό σου είναι ο χρόνος και η αΠό­ σταση. Αν αφήσεις το χρόνο να κυλήσει αηρακτος αν αφή­ σεις την αΠόσταση να μεγεθυνθεί, το μαυλιστικό τραγούδι σιγα σιγα θα χασει τη δύναμή του, θα ατιομειωθεί, θα σβή
°

ως με Θρωτευτηκε ομως; Ειναι Πολυ Περίεργο. Δεν , . εκανα τιΠοτα για να την Πεισω, να την Παρατιλανησω, να την
.

Π

.

,

φ

Παρασυρω, τιΠοτα αηολυτως. Ημουν μονο ο εαυτός μου.

.

.

.

/

σει. μέχρι Που καΠοτε δεν θα το ακους Πια. Είσαι δυνατός. .Εχεις Περασει τόσες και τόσες δοκιμασίες. Καμμία ξένη δεν μΠορεί να σε αΠοσΠασει αΠό την αΠοστολή σου καμμία ξέ­ νη δεν μΠορεί να σου Παρει Πίσω αυτό Που η Πόλη σου έδω σε την ιμυχή του Πολεμιστή. Πιστευω αΠόλυτα σί εσένα. Τι ΠρέΠει να κανω· ρώτησε. Χρειαζόμαστε τις Πληρο­
7
®

ίσως αυτο φταιει. Θυμασαι τι αΠαντηΔσε η Γοργώ, η Κόπίοι̃ο Λεωνίδα Φζυγος , ου την ρωτη­ σε γκπί' ίοὶτλόκὀἴνι ες ΘΧΟΙΝ ι̃ααα μεγα η ε ουσία Πανω

.

,

ε

­ε

7

.

Α

άνδρες
.

Τηίἔ αΠαντησε: «Γιατι ειμαστε οι μονες Που γενναμε „ . ανδρες››7 αλλα τι σχεση εχει αυτο;
φ

,

Π

φ

φορίες. Είναι αναγκη να συνεχίσω να βλέιιω τη Αήδα. Αλλα σου είΠα: δεν μΠορώ να ξεηέσω τόσο χαμηλα. Όταν γυρί­ σουμε στη Σηαρτη θα γίνω Περίγελως σ" όλο το στρατώ­ να. Δεν θα μΠορώ να σταθώ Πουθενα. ­ Γιατί· Στο Πλαίσιο της αΠοστολής σου είναι η σχέση σου με την εταίρα. ίΕΠαινο θα λαβεις, όχι χλεύη.
7
Α

­

6

. η Αηδα σί εσενα. ­ . Εχει. Αυτο, ειδε
φ

Ψυχή

ΡΟΒ

Εναν Πραγματικό αν­ αλλο με μια μικρή αμυχή ευαισθησίας χαραγμένη στην
. .
_

,_

Τἶ ει̃νωἕωω Που λες; το ενστικτο της, ες με την Πεί­ , ρα της, με τα ματια της φυχης της, αυτό είδε. Μια μικρή . αλαμΠη ευαισθησίας. Αυτή η αναλαμΠή σε συνδυασμό με ε . η δμνσμη της ΨμΧΠΩ σαυ, την Προσέλκυσαν. Τρυφερότη­
_
ΕΠΟΕΞ

ΞῖἘΞ)ἶΞςῃΠἕ±1; ῖεοι̃σθῃσι̃ο;
.

[20]

[Ή]

το οΠό τον οδύνομο, τι νο την κάνουν οι γυνοίκες; Αυτός θο τους Πάρει Περισσότερο οΠό όσο μΠορεί νο τους δώ­ σει. Το ισοζύγιο θο είνοι γι" ουτες ορνητικό. Δεν συμβοί­ νει το ίδιο με ενον άνδρο σον κι εσένο, όμως. Το μίγμο της

δυνομης Που σου εδωσε η εκηοίδευση της Πόλης κοι της ευοισθησίος Που σου Προκάλεσε η ζωή, είνοι γι' ουτήν οκο­ τονίκητο/Βτσι φοίνετοι. ­ Εῖσυ βλεΠεις Πάνω μου κάΠοιο ομυχη ευοισθησίος; ­ ΒλεΠω. Δεν το θεωρώ Ποράλογο. Αυτά Που Περοσες ητον Περισσότερο οΠό όσο η Πόλη σε εκΠοίδευσε νο οντέ­ χεις. Ποράδοση, οιχμολωσίο, βορύς τρουμοτισμός κοι μο­ κρόχρονη οΠουσίο οΠό τη Σηάρτη, είνοι Πάρο Πολλά. Οι δι­ κοί σου σε θεωρούν Πεθομενο, μη το ξεχνάμε. ­ Αν υΠάρχει, όμως, ομυχή Πρέτιει νο την κλείσω. ­ Νοι, Πριν γίνει Πληγη χοίνουσο κοι Πυορροούσο. Θο ξονοδείς τη Δηδο, φυσικά. Θο οντέξεις τη δοκιμοσίο. ι̃ἱὶί­ νοι άνοιξη τώρο. Στις ορχές του κολοκοιριού οι Αθηνοίοι εί­ τε θο ξεκινήσουν γιο την εκστροτείο είτε θο τη μοτοιώ­ σουν. Σε κάθε ΠερίΠτωση η δικη μος οΠοστολή θο έχει λη­ ξει. Δεν θο ξονάρθεις Ποτέ στην Δθἡνο. Ο χρόνος κοι η οΠό­ στοση θο κλείσουν την Πληγη. Έχεις βιώσει, άλλωστε, την
εμΠειρίο Πληγών Πολυ βοθύτερων. ­ Όχι, είιιε, με το βλέμμο χομηλωμενο. Αυτη είνοι η βο­
θύτερη. Έὶμεινο εκεί νο τον κοιτάζω άφωνος, οδυνοτώντος νο Πι­ στέψω ουτό Που εβλεΠο. Βίχε κοτοφερει το οκοτόρθωτο. ῖἶιρωτεύτηκε μίο νυνοίκο κοι, μάλιστο νυνοίκο ξένη, όχι ΣΠορτιάτισσο. Πώς έγινε ουτό; Αιιορουσο. Δέκο χρόνιο Πριν, ότον φτάσομε στην Πόλο, δεν θο οΠορούσο κοθόλου, ολλά οΠό τότε μεχρι σημερο συνέβησον Πολλά, Πάρο Πολλά.
[22]

ΚΕΦΑΛΑὉ Βι

ΉΥΑΟΣ

«...κι οι Αθηνοίοι (στην Πόλο) είχον Πάρει θάρρος

την ολοφάνερη οριθμητικη τους υηεροχη κι εθίσν σλγό σλγό συνηθίσει νά μη βλέιιουν Πιο τους οντιιιάλους τους τόσο φοβερούς όσο Πριν... ότον το ηθικό τους ήτον Πεσμένο, εΠειδη θο οντιμετώηιζον Δοκεδοιμόνιους...››
ΟΠ”
ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ7

Ιστθρἴυ̃ Δί 34

Ο άλειμμένοι με λάδι, κολύμιιησον γυμνοί κάτω οτιό την
ο

ι

Δνο ιτικοΣλΧι>οινοι

ειλοτεε ο Λυοίμοχος κοι

Μελων,

ετιιφάνειά της θάλοσσάς, ονοιτινέοντος με το κοιλοδουλε­ μένο κάλάμιο, ιιου είχον κόψει άιιό το κοντινό έλος. Στη μέση του ο κάθένάς είχε τυλιγμένο σφιχτά ένο σκοινί. Στην άκρη κάθε σκοινιού7 ήτον δεμένοι δυο μεγάλοι κοτάμοιυροι οσκοί, γεμάτοι τρόφιμοι. Κολυμιιούσοιν οργά κοιι στοιθερά, Προς τη βορειοονάτο­ λική οκτή της Σφοκτηρίος, άιτοφεύγοντοις κάθε κίνηση Που θά δημιουργούσε τον οηοιονδήιιοτε Πάφλοσμό, ιιροδίδο­ ντάς τους. Η θάλάσσοι ήτον άκύμοντη κάι η νυχτο οσέληνη. Οι οθηνοϊκές τριήρεις ήτάν εκεί, εβδομήντο ιιλοίο συνολι­ κά, το ένο κοντά στο άλλο, με τις άγκυρες ριγμένες, σε όλο το μήκος της νότιος, της οινοτολικής κοιι της βόρειος οκτής της Σφοικτηρίοις, δημιουργώντος οισφυκτικό κλοιό γιο τους άτιοκλεισμένους οτιλίτες μάς. Η τιρόσβοση στη Σφάκτηρίο άι­ιό τη δυτική Πλευρά, οτιό το ι̃όνιο δηλοιδή, ήτάν άδύνοτη γιά τους νυχτερινους κολυμβητές, λόγω της μεγάλης οηό­ στάσης κοιι του έντονου κυμάτισμου. Το νησί είνοι μοικρό­ στενο, με μήκος 20 στάδιο Περίτιου. Έὶτσι οι τριήρεις οιτιεί­ χον μετσξύ τους λιγότερο οηό μισό στάδιο. Αυτό το μικρό κενό εκμετάλλευοντοιν οι είλωτες, κάθε βράδυ, γιο νο με­ τοφέρουν τρόφιμο στη Σφοικτηρίοι) ιιάίρνοντοις σον οντάλ­
[2δ]

λαγμα την ΠολυΠόθητη γι) αυτούς ελευθερία. Οι Αθηναίοι τοξότες, Πανω στις τριήρεις, ακούγοντας τον Παραμικρό, έστω, ήχο ή βλέΠοντας και την Πιο ασήμαντη κίνηση στην θαλασσα, εκτόξευαν δεκαδες βέλη. Κατω αΠό την εΠιφα­

ήταν, βέβαια, εχθρική γι, αυτούς, οχύρωσαν το ύψωμα Που βρίσκεται στο βόρειο ακρο του όρμου και Περίμεναν. Έμείς,
για να τους εμΠοδίσουμε να χρησιμοΠοιιήσουν σαν βαση

νεια του νερού, βέβαια, ο κίνδυνος για τους κολυμβητές μας ηταν μειωμένος, αλλα όχι ανύΠαρκτος. Τα εχθρικό Πλοία, εξαλλου, ήταν αγκυροβολημένα Πολύ κοντα στις ακτές του νησιού. Έτσι, όταν οι κολυμβητές έβγαιναν αΠ” το νερό για ν) ανέβουν στα βραχια, οι τοξότες εξαΠέλυαν τα βέλη τους και Παλι, Προκαλώντας Πολλα θύματα, τόσο στους είλωτες Που μετέφεραν τα τρόφιμα, όσο και σ” εκεί­
νους Που τα Παραλαμβαναν στη στερια. Φυσικα, τα τρόφιμα αυτα δεν εΠαρκούσαν για τουςβτε­Σ μας. Ούτε το
Ἐ­Εἰε­ι¬ἔ­εΞ~¶3τΕἶΕ5~·ἑ1@5!­9Πἕἔἔἰλἕ]ίῖμένρυς„ρΠλίτγες

εξόρμήσής τους το νησί της Σφακτηρίας, Που κλείνει τον όρμο της Πύλου, είχαμε αΠοβιβασει οί αυτό τετρακόσιους

γλυφό γερό μιας μικρής Πηγης αρκούσε/Υστερα αΠό εβδο­ μήντα μία μέρες αΠοκλεισμού όλοι τους είχαν σχεδόν αΠι­ σχνανθεί και η μαχητική τους ικανότητα ήταν Πια μειωμέ­ νη. Χωρίς τους είλωτες θα είχαν ήδη Πεθανει αΠό Πείνα. Ο Αυσίμαχος και ο Μέλων Παρέδωσαν τα τρόφιμα, αγνο­ ωντας τα βέλη Που εκτόξευαν οι Αθηναίοι τοξότες. ΜΠήκαν Παλι στο νερό και γλίστρησαν κατω αΠό την εΠιφανεια του. ΚατακοΠοι βγήκαν στην αμμώδη ακτή, δίΠλα στο στρατό­ Πεδό μας. Ήταν η εβδομηκοστή Πρώτη νύχτα Που έκαναν την ίδια διαδρομή, αλώβητοι. Ξεκουραστηκαν για λίγο στην Παραλία και μετα κίνησαν για το στρατόΠεδο, να δώσουν αναφορα. Σε λίγο θα ξημέρωνε η εβδομηκοστή δεύτερη μέ­ ρα Πολιορκίας. Ήταν το έκτο έτος του Πολέμου. Έντελώς τυχαία οι Αθηναίοι, Που έΠλεαν για την Κέρκυρα και τη Σι­ κελία, είχαν ναυλοχήσει στην Πύλο και λόγω τρικυμίας με­ ρικα Πλοία τους αΠοκλείστηκαν εκεί. ΈΠειδή η Περιοχή
[ΖΘ]

είκοσι οΠλίτες. Οι Αθηναίοι καλεσαν σε βοήθεια το στόλο τους Που ήταν στη Ζακυνθο και εμείς το δικό μας, Που βρι­ ακόταν στη Αευκαδα. Έγινε ναυμαχία. Οι Αθηναίοι, καλύ­ ΕΒΡΟ] Κοι εμτιειρότεροι αΠό εμας στη θαλασσα, εΠικρατη­ σαν.Έτσι οι τετρακόσιοι είκοσι οΠλίτες μας αΠοκλείστηκαν στη Σφακτηρία. Ζητήσαμε, αμέσως, διαΠραγματεύσεις για να κανουμε ανακωχή. Οι Αθηναίοι δέχτηκαν, με τον όρο ότι όσα δικα μας Πλοία είχαν Παραμείνει ανέΠαφα θα Παραδί­ δονταν σί αυτούς για όσο διαστημα διαρκούσαν οι δια­ ιιραγματεύσεις. Οι διαΠραγματεύσεις τελείωσαν χωρίς οι Αθηναίοι να δεχτούν τη σύναψη ειρήνης. Ζητήσαμε την εΠι­ στροφή των Πλοίων μας, Που είχαν κρατήσει ως ενέχυρο, αλλα αυτοί αρνήθηκαν να τα αΠοδώσουν, λέγοντας ότι εί­ χαμε δήθεν Παραβιασει την εκεχειρία. Έτσι μείναμε χωρίς ατόλα, αι μαχες ξαναρχισαν και οι τετρακόσιοι είκοσι οΠλί­ τες αΠοκλείστηκαν οριστικα. Πέρασε έτσι, χωρίς καμμία αλλη εξέλιξη, διαστημα μεγαλύτερο αΠό δύο μήνες. Οι Αθηναίοι, όλον αυτό τον καιρό, γυρόφερναν το νησί ασταματητα, χωρίς να κανουν αΠόβαση. Οι οΠλίτες και οι ιιοξότες τους ετιέβαιναν στα Πλοία, αλλα δεν αΠοβιβαζονταν στο νησί. Άλλωστε, δεν ήξεραν Πόσοι δικοί μας οΠλίτες ήταν στρατοΠεδευμένοι μέσα στο δασος της Σφακτηρίας. Ο φόβος, λοιΠόν, τούς αΠέτρεΠε, αλλα οι θεοί ήταν με το μέρος τους. Μία τυχαία Πυρκαγια κατέκαιμε το δασος του νησιού και η δύναμή μας αΠοκαλύφθηκε. Ήταν εκατόν
[27]

ογδόντά «όμοιοι» κοι διοκόσιοι σοράντο Περίοικοι, όλοι βο­ ρύ Πεζικό, δηλοδή. Πεινοσμένοι κοι διιμοσμένοι έΠρεΠε τω­ ρο νο οντιμετωΠίσουν κοι τον ήλιο του κολοκοιριού, οφού
δένδρο Πιο δεν υΠήρχον. Οι Αθηνοίοι είχον συγκεντρώσει Πάνω στο Πλοίο οκτά­ κόσιους οΠλίτες, οκτοκόσιους τοξότες κοι δύο χιλιάδες ιμι­ λσύς. Φυσικά, στην οΠόβοση θο χρησιμοΠοιούσον κοι τους κωΠηλάτες, όΠως έκονον Πάντο. Πορί όλο ουτά δίστοζον νο οΠοβιβοστούν/Ηξερον ότι είνοι οδύνοτη η διάρρηξη κοι
ονοτροΠή της δικής μος φάλογγος σε μάχη κοτ) οντιΠορά­ τάξη. Όσος κοι ον ήτον ο οριθμός των Οτιλιτών ἘΟΌΩ δεν μΠορούσον νο νικήσουν σε μάχη σωμο με σώμο.Έτσι διά­ λεξον ένο άλλο είδος μάχης, τη μάχη των δειλών, τη μάχη
οΠό οΠόστοση, τη μάχη, δηλοδή, χωρίς κομμίο σωματική εΠοφή, μιο μάχη γιο την οΠοίο οι δικοί μος οΠλίτες δεν

χομε εκεί κοι εξόντωσον ολόκληρη την ενωμοτίο μος τριά­ ° ντο άνδρες συνολικά, Πριν οι δικοί μος Προλάβουν νο Πιά­ σουν κολά κολά το όΠλο τους. Η κίνηση ουτή έγινε, φυσι­
κά, οντιληΠτή οΠό το κύριο σώμο της δύνομής μος, Που

ήτον ούτε εκΠοιδευμένοι ούτε εξοΠλισμένοι. Το σχέδιο των Αθηνοίων ήτον οΠλό κοι γι) ουτό σοφό δεν Σχέδιο νικηφόρο ονομφισβήτητο. Αυτούς, άλλωστε, τους ενδιέφερε η τήρηση κάΠοιου κωδικο Πολεμικής ηθι κής. Τους ενδιέφερε μόνο η νίκη. 'Γι νο την κάνουν τη σω­ μοτική εΠοφή, οφού μΠορούσον νο νικήσουν χωρίς ουτή ΣκοΠός του Πολέμου είνοι η νίκη, όχι η εΠίδειξη ονδρείος Στην Πύλο διδοχθήκομε, Πικρά κοι εΠώδυνο, το μάθημά ουτό. Οι Αθηνοίοι νίκησον, άλλά δεν Πολέμησον. Οι οΠλίτες μος Ποροδόθηκον, χωρίς Ποτέ νο ηττηθούν. Έίνοι Ποράδο ξο, άλλά έτσι έγινε. Λίγο Πριν ξημερώσει η εβδομηκοστή δεύτερη μέρο οΠο κλεισμού, οι Αθηνοίοι οΠοβίβοσον ξοφνικά στο νότιο άκρο του νησιού τους οκτοκόσιους οΠλίτες τους. Αυτοί ονεβη
7
ί

»

κον τρέχοντος το μικρό ύιμωμο μέχρι τΟ φυλάκιο
[28]

ΠΟΠ ελ

βρισκότον στο κέντρο ΠερίΠου του νησιού, κοντά στην Πη­ γή, εΠειδή κάΠοιος οΠό τους οΠλίτες μος Πρόλοβε νο εκτο­ ξεύσει ένο φλεγόμενο βέλος, ειδοΠοιώντος τους άλλους γιο την οΠόβοση. Αμέσως σήμονε συνογερμός κοι οι οΠλίτες ετοιμάστηκον νο σχημοτίσουν φάλογγο, με μέτωΠο Προς το νότο. Οι Αθηνοίοι, όμως, δεν Πλησίοσον. Πορέμεινον νό­ τιο κοι ονέμεινον την οτιόβοση όλης της δύνομής τους. Ηκτός οΠό τους ιμιλούς, τους Πελτοστές, τους τοξότες κοι τους σφενδονήτες, οΠοβιβάστηκον κοι το δύο τρίτο των κωηηλοτών, οκτώ χιλιάδες άνδρες Περίιιου. Οι τριήρεις έμεινον με μιο σειρά κωΠηλοτών μόνο. Έτσι η συνολική δύνομη των Αθηνοίων κοι των συμμάχων τους έφτοσε τους ένδεκο χιλιάδες εξοκόσιους άνδρες, ενώ οι δικοί μος ήτον Πιο μόνο τροκόσιοι ενενήντο. Ανολογίο Πολύ δυσμε­ νής γιο μος, ένος Προς τριάντο Περίιιου κοι, μάλιστο, τριά­ ντο Έλληνες, όχι βάρβοροι, όΠως στις ΘερμοΠύλες κοι τις Πλοτοιές, άρο άνδρες ελεύθεροι, με υιμηλό φρόνημο κοι κολό εξοΠλισμό. Ωστόσο, οι οΠλίτες μος ήτον εκΠοιδευμέ­ νοι νο μάχοντοι ενοντίον οντιΠάλων Που υΠερτερούσον οριθμητικά ' Ούτε τους φόβιζε ουτό ούτε τους Πτοούσε. Ητον ολοι μεγολωμένοι με τη φράση: «Μη ρωτάτε Πόσοι εί­ νοι, ολλά Πού είνοι». Η Πόλη, όμως, τους είχε εκΠοιδεύσει γιο νο μάχοντοι, όχι νο μη μάχοντοι. Έτσι, σάστισον ότον είδον ότι οι Αθηνοίοι οΠλίτες δεν Ποροτάσσοντον γιο νο » κ τους οντιμετωΠισουν, ολλο γυροφερνον στο υιμωμοτο. Αδύνοτο νο κοτολάβουν γιοτί γινότον ουτό, ενώ ο ήλιος
°

»

»

[29]

ανέβαινε σιγά σιγά και η ζέστη μέσα στις ΠανοΠλίες άρχι­ ζε να γίνεται αφόρητη. γιτοιμιάστηκαν τι Πρόκειται να συμ­ βεί όταν είδαν τους ιμιλούς με τα ακόντια στο χέρι, τους το­ ξότες Κω Ἑους σφεγ/δΟνήἙες να Χωρίζονται σε λόχοιις των διακοσίων Περίτιου ανδρών και να Παρατάσσονται στα Πλευρά και στα νώτα της δικης μας φάλαγγας, Περικυκλώ­ νοντάς την εντελώς. Βρέθηκαν έτσι τριακόσιοι ενενήντα ΣΠαρτιάτες ανάμεσα σε ένδεκα χιλιάδες εξακόσιους Αθη­ ναίους και συμμάχους, χωρίς καμμία διέξοδο. 'Τότε ηταν Που οι Αθηναίοι οιιλίτες σχημάτισαν φάλαγγα, ατιέναντι στη δικη μας· ούτε αυτη τη φορά, όμως, οΠιτέΘῃΚογ_ Οι δικοί μας, βλέτιοντας ότι η κατάσταση χειροτερεύει, συ­ σΠειρώθηκαν, σχηματίζοντας φάλαγγα, ενώθηκαν, ώμο με
ώμο, συμΠιέστηκαν σε μια ενιαία μάζα Πολεμιστών και ασΠί­ δων, έψαλαν τον Παιάνα, άρχισαν να κτυΠούν τις ασΠίδες με

φαλαννα, ωωναζανταα «αλαλαλδ τανἠθηκρ ρμαρααι ανω ω ααλτιτέα Πίσω ακρλβωα ααα τααα αττλττρα ρατναν ραθμα αρ
αλη
Π

αμωα έκαναν τα Πρωτα βήματα ακα­ τοντάδες βέλη και ακόντια τούς έιιληξαν αΠό Πλάγια και Πί­
τα μααατκή τααα­ Μαλται

τανναημένατ κατ Παρλτρρανημέναλ ααα τααα αλ” Αααα μαατ Ψτλαί των Αθηναίων ρτΧαν αναλαβατ αρααττ αλήτ­ τανταα τη (ραλαννα ααα μαζτκα­ Η ατττθααη ήταν αδύνατα να αανωθατρτ έτατ­ Ο Εἶταταααα ατέταξα αμέαωα αναατραφή Κατ τι τραλαννα Ιανἠθηκθ δραμαΐα Πρας τους ψιλούς Που βρίσκο­ νταν στα νώτα τας, ενώ οι αυλητές έτρεχαν στα Πλάγια για να
αω­ Ολ Ψτλατι
αλ

τους οΠλίτες Που αντέστρεφαν. Οι ιμιλοί, αμέσως, υΠοχώρησαν τρέχοντας. Ήταν, φυ­ Αθηναίοι
μη Ποδοιτιατηθούν αΠό

α|κα› Πα­λα αλαωρατρρατ ααα τααα αττλττρα μαα› αφαα αατρ |\ραναα ρτΧαν› αατρ αααἶδα, Ούτε θώρακα. Ήτσι η φάλαγγα μας
ήταν αδύνατα να τααα ττραλαβατ­ Βλέττανταα α Βατταααα αττ αλ ιιχθροί υΠοχωρούσαν διέταξε στροφή Προς τα δεξιά, αφού οι
ταξατρα αανέΧτζαν ααα ακρτνη την αατραθαναη να βαλλαυν

τα ξίφη, βαδισαν «σημειωτόν», σηκώνοντας το γόνατο ιμηλά, όΠως ήταν εκΠαιδευμένοι να κάνουν, και Περίμεναν τη δια­

ταγη για εΠίθεση. Ο ΒΠιτάδας, ο εηικεφαλης αξιωματικός, διέταξε έφοδο και ο σχηματισμός, με βάθος οκτώ ανδρών και Πλάτος σαράντα οκτώ, ετοιμάσθηκε να συγκρουστεί με τους οκτακόσιους Αθηναίους οΠλίτες. Η Παράταξη των Αθηναί­ ων, όμως, Παρέμεινε αμετακίνητη. Καμμία νευρικότητα. Αυ­ τό εξέΠληξε τους δικούς μας. Ήξεραν ότι οι αντίΠαλες φά­ λαγγες σείονταν κυριολεκτικά όταν η δική μας Πλησίαζε. Ο φοβος τις διέλύε, Πολλές φορές Πριν καν συγκρουστούμε. Με τους Αθηνοίους, όμως, 6" συνέβοινε τιῃοτο Ἑέτοιο Εη̨̃ξοκο­
λοοθούσαν να κοιτούν αγέρωχα, σαν να συμμετείχαν σε άσκηση, όχι σε μάχη κανονικη. Γιατί αυτό;Ακατανόητο ήταν, αλλά Ο] Οῃχῇες μας δεν μΠΟρούσογ να Κάνουν οῃοώς, Πορο
μόνο να εΠιτεθούν. Ο Βτιιτάδας κατέβασε το δεξί του χέρι και

ααταματητα­ Μαλται αμωαι Π φαλαννα Ιανήθηαρ εναντίον τους, αυτοί, εΠίσης, υΠοχώρησαν τρέχοντας, ενώ ταυτόχρονα
ω Ψι̃λρἶ ρττανήλθαν αρ θέση βαλἠα ααναλθζανταα ανρναΧλητατ

την αξακαντλαη·

Ήτατ αααα

Κατ αν

ατρρφαταν

τι Φαλανναι

Θ

τλθρόα ατταΧωραααρ› Χωρίς ααωλρτααι αφαα αμρτα δεν αταθέ­
ταρρ ρται̃βαλα αττλαι αατρ ακανττα› αηλααἠι αατρ τόξα) Ούτε
ρτρρναανρα­ Η ωαλαννα βαλλαταν ααναλωατ Χωρίς να ρααρρί να αντιδράσει. Μόνη διέξοδος ήταν η δρομαία έφοδος Προς

την αντίστοιχη φάλαγγα των Αθηναίων οΠλιτών, έτσι ώστε οι
δύο δυνάμεις να εμιιλακούν αξεδιάλυτα, εμΠοδίζοντας τους

ταξόταα Κατ τααα ακαντλατέα ταα ρΧθραα να ξθκαθαρἴααυν τους στόχους τους. Οι δικοί μας ΠροσΠάθησαν να κινηθούν

ιιί αυτόν τον τρόΠο, αλλά, φυσικά, οι Αθηναίοι οΠλίτες υΠο­
[Ἡ]

[30]

Χώοηοον κου οτολυθηκον› οφηνοντοο τη οτκη υοο ῳολοννο χωρίς αντίΠαλο, βαλλόμενη συνεχώς.
Ο Εἶιι̃ιι̃όοοη δτέτοξο το οΧηυοττοι̃­το τοτοονώνου› οΠοτ­ δή τα Πλήγματα από Πλάγια και Πίσω ήταν θονοτηφόρον ολ·

λά οι διαταγές δεν ακούγονταν Πια. Οι στρατιώτες του
οΧθοου ουολτοζον Κυολολοκτυίοϋ ουνοττοουένοτ οΠο την οΠλ·
τυΧτο τηο τοκττοηο τουο› βλέΠοντοο οτ] η νίκη Κοτο Λοκο οοτυοντων Πληοτοζο ητον Πλέον ολλοφοονοο οΠο την ονο­ ΠοντοΧο θετικη ντ ουτουο οξέλτξη τηο υοΧηο­ Το τοτοονω­ νο οΧηυοττοτηΠο ουοτίολο Ποτ οτ οοΠτοοο ΠολυΠτον Πτο ολοο ττο Πλουοέον ολλο έτοτ η τονητυίοτητο του οΧηυοτ]­ σμού χάθηκ8 Θντελὡη­ Οι ουλητοο οθωοοτοοτοτ οΠωο ητον› οΐλον οξοντοοθοτ ολο] οΠο το βέλη­ Χωοτο υουοτκη οτ ουίοῖ υοο οον υΠοοουοον νο Πολουηοουν› ο βηυοττουοο τουο έγινε άρρυθμος και ο συντονισμός της Φόλοννοο Χοθηκο­
Η μονη Υτοοτη Που ννοοοτζον ητον ο Πολουοο­ Κου ντοοτη

‹›ιιοίο βρίσκονταν έξι μόνο οΠλίτες. Το φυλάκιο αυτό βρι­ ιικάταν στο ψηλότερο και βορειότερο σημείο του νησιού. Η φωτιά δεν είχε Πλησιάσει εκεί. Ετσι, η υΠοχώρηση έγινε ιιιιντεταγμένα, αλλά με Πολύ αργό βηματισμό, αφού το τε­ ῳόγωνο, σον ῃοράωξη, εμΠοδΐζεγ7 υΠΟΧρ8ωτ]Κά› Ἑην Κίγη­
ση. Σ, αυτή

την υΠοχώρηση, ο ἙἶιΠιτάδας σκοτώθηκε. Ανέ­ λαβε την αρχηγία του σχηματισμού ο αμέσως αρχαιότερος
αξιωματικός, ο ι̃ΠΠαγρέτας. Αυτός, βλέΠοντας ότι θα εξο­ ντωθούν όλοι αν συνέχιζαν να κινούνται αργά σε ανώμαλο ιι̃δαφος, αναμεσα στα αΠοκαΐδια, διέταξε δρομαία υΠοχώ­ ρήση. Ο σχηματισμός διαλύθηκε και άρχισαν να τρέχουν ολοι με όσες δυνάμεις τους είχαν αΠομείνει, για να φτάσουν στο βορεινό φυλάκιο· κι ήταν αυτή η φυγή χειρότερη και αιιό το θάνατο ακόμη. Φυσικά, τα βέλη και τα ακόντια συ­ νέχιζαν να τους Πλήττουν χωρίς διακοΠή, αφού οι Αθηναίοι, ιμιλοί και τοξότες, τους ακουλουθούσαν τρέχοντας. Φτάνοντας στο φυλάκιο, διαΠίστωσαν, λανθασμένα, ότι και ο ι̃ΠΠαγρέτας είχε σκοτωθεί, ενώ αυτός ήταν μόνο ιιραυματισμένος, αλλά αναίσθητος, ανάμεσα στους σκοτω­ μένους. 'Γην ηγεσία ανέλαβε ο τρίτος στη σειρά αξιωματι­ ιτός, ο Στύφων. Οι οΠλίτες ήταν Πια κατάκοΠοι, τραυματίες οι Περισσότεροι, αιφνιδιασμένοι αΠό τη δυσάρεστη εξέλιξη. Οι Αθηναίοι Πλησίασαν, αλλά τώρα Πλέον οι βολές αΠό τα ιιλάγια και τα νώτα δεν ήταν εφικτές, αφού η μορφολογία του εδάφους δεν εΠέτρεΠε κάτι τέτοιο. Δεξιά αΠό το φυ­ λάκιο, όΠως το αντίκριζαν οι Αθηναίοι, στα ανατολικά του δηλαδή, υιιάρχει γκρεμός, Που φτάνει μέχρι τη θάλασσα, με ύψος λίγο λιγότερο αΠό ένα στάδιο, ενώ το έδαφος έχει ιῖντονη κλίση Προς τα αριστερά, δηλαδή δυτικά, και είναι κα­ λυμμένο με Πυκνή χαμερΠή βλάστηση, άρα αΠράσφορο για
[33]

χωρίς μουσική δεν γίνεται.

Ήυονον οτονητοτ ΠοοοΠοθώντοο νο οντοεουν το Πληνυο­ το› υέΧοτο οτου οΠοφοοτοουν οτ οξτοη­τοτυίοτ ττ ΠοέΠοτ νο ντ­ νοτ Η οτοΧτη Που οθίο οΠουοτνοτ οΠο τη φτοττο Που λτνοο μος ρες Πριν 8ίΧ8 κοψει το οοοοοι οηκτονοτον οΠο την τονηοη το­ οίον Χτλτοοων οτοοτΠοτών7 με οΠοτέλοουο η οτυοοφοτοο νο Θἶνοι ΟΠΟΠντΠττκη ντο τους οτκουο υοο Που βοτοκοντον οτο κέντρο του Ποοίου τηο υοληο­ Η Κοτοοτοοη ντνοτον οΠολΠλ­

οτυίη Ποτ οτ οττώλοτοο ΠολλοΠλοοτοζοντον­ Η οΠοοτοοη βοληο του ειςθρου ητον υυίοη› οοο η τοΧυτητο Που οτΧον το βολη κο' τα ακόντια μεγάλη. Τα ακόντια, ειδικά, διαΠερνούσαν τον θώ·
το κοονοο Ποοκολώντοο ολλοΠολληλοο οΠώλ·οτοο­ Μην υΠοοώντοο νο κονοτ οτοφοοοτυίοτ ο ΒΠττοοοο ολο­ Ἑυ̃ἔθ υΠΟΧῶοηοη Ποοο το βοοολο φυλοκτο του νηοτου› οτο
οοκο
Ποτ

[32]

μετωῃῃςἡ οιῇθεσή. Οι εχθροί, ωστόσο, Προοηαθηοον νο ειιιτεθούν μετωηικα, νομίζοντας ότι οι οιμοί μοοο οξοττίοο

τῶν 0Πωλοτών Κο] τηο Κοττωοηοο θο Κομφθομν εύκολο· Το έδαφος, φυσικα, δεν ευνοούσε τον σχηματισμό φαλοννοιο, ούτε αΠό οιοτοοο. ούτε οττο ομοο­ Έιτοτ τι μοΧτΙ οκφμλίοτη­ κε σε μεμονωμένες μονομοΧίοο› οττο οττοίοο οτ οτκοί μοοο οττωο ἠτον ονομονομονοο οτοκοοτηοον­ Η μοΧη οτομοτηοο­ Οι οττλίτοο μοο νομτζον οτ] η μέοο οΐΧο τολοτώοοτ έκονονο ομοοο λοθοο­ Ο οτττκοφολήο των Μοοοἠνκον φμνοοωνι Πομ είχαν συμμαχήσει με τους Αθηνοίομοο ζἠτηοο την οοοτο οττο τους στρατηγούς, Πήρε ένα τμήμα αΠό τοξότες και ψιλθύο, ανέβηκε στις τοιηρειο μοι τομο οττοβίβοοο οτη βοοοτοονοτ τολμώ οκτἡ τομ νηοτομο οκτή οττοκοημνηο Πομ οτ οτκοί μος
οον οίΧον οκοφτοτ τοο Πτθονή τοττοθοοίο οττοβοοηοι θεωρώ­ ντοο την οττοοοι̃τη­ Ποονμοττ οττο την οκτή ομτή ήταν οομτ

εηεδίωκαν την αιχμαλωσία όχι την εξόντω­ ση των οΠλιτών μας, αφού είναι βέβαιο ότι αν συνέχιζαν τη μαχη ή έστω την Πολιορκία, όλοι οι δικοί μας θα σκοτώνο­ νιγαν ή θα Πέθαιναν τις ετιόμενες μέρες αΠό δίιμα. Οι Αθη­ ναίοι, όμως, δεν το ήθελαν αυτό. Δεν ήθελαν να δημιουρ­ γήσουν αλλες Θερμοπύλες. Μια τέτοια νίκη τούς ήταν ελα­ χιστα χρήσιμη. "Ρο αντίθετο ήθελαν. Να ατιομυθοηοιήσουν τις Θερμοηύλες σ” όλη την Βλλαδα.
ἐγιικαθαρο ότι

νατο να ανέβουν στο λοΦο βοομφοοτωμένοτ οττλττοοο οτ Ψττ λοί, όμως, και οι τοξότες ανέβηκαν, χωρίς νο νίνομν ονττ ληΠτοί αΠό τους δικούς μας, οι οΠοίοι ούτε Προς το οκοίο
Προς τον γκρεμό δηλαδή, είχαν στραμμένη την Ποοοοὶίἠ τους, ούτε μηοοούοαν να οομν Ποοο το βοοοι̃οονοτολλκό

οεοιυιοο υου οχυοου. υου υουο οοουβο οι θεο­ οι ιιιλοί ενέ· βηκαν με δυσκολία ανοίγοντας μονοΠατι στη θαμνώοη βλο­

αυτός­ να αντιληφθεί τι συνέβαινε. Οι Αθηναίοι δέχθηκαν την ιιιιοστολή αγγελιοφόρων με την ΠρούΠόθεση ότι οι αγγελιο­ φόροι αυτοί θα ήταν δικοί τους, όχι δικοί μας. Δεν μας ενο­ χλούσε αυτό, αφού έτσι κι αλλιώς δεν θα μΠορούσαν να δια­ βασουν το μήνυμα. Οι αγγελιοφόροι τους Προσηαθησαν, βέ­ βιιια. Μόλις έφυγαν αΠό το στρατόΠεδό μας, ξεδίτιλωσαν την

Το κύριο σώμα του στρατού μας, ενώ συνέβαιναν αυτα, Πα­ μιῖμενε στρατοηεδευμένο αΠέναντι, στη βόρεια ακτή του όρ­ μου, ανήμηορο νζ αντιδρασει, αφού Πλοία δικα μας δεν υΠήρ­ χαν Πια στην Πύλο. Ο Στύφων ήταν Πλέον υιιοχρεωμένος να ζητήσει οδηγίες αΠό τον Πολέμαρχο, Που αναγκαστικα Παρα­ ιηρούσε την εξέλιξη της μαχης αΠό αΠόσταση, ανήμΠορος ­κι

ι­=·ιυαο.ιειΔ.οο.ιοο.,.υου..ο±ον­εω̨ε Μ.υ.ουυο­
γραφαν τα μεμονγωμέγωαῃγρϋαμματα ηου ρησανσναγσυνθέσουν τις­λέξεις, ωγἔογ Μόνο Ο ΚόἙΟΧἑ)έ της ίἐγος
Μέβλεηαῇγωγκαι

ειπιχεί­

στηση με μονόκοττοο μοΧοίοοο­ Ότον έφτοοον οτην Κοομτ φή του γκρεμού κινήθηκαν δυτικα, Πέρασαν Πίσω αΠό το Οχυρό κο] μῃό έστρῃμογ νότια και βρέθηκαν βοοοιοομττκο

όμως, ήταν αδύ­

Ήτοι Π ομνομή μοο ἠτον ξονο κυκλωμένη, βαλλόμενη σχεδόν αΠό Παντού.
οττο τομο οττλίτοο μοο­

Ποολτ

Οι Αθηνοτοτο ωοτοοοο οτομοτηοον ξοφντκοο Ποοο την Πλειονεκτικη τουο θέση, ξοφντοζοντοο Κο" Πολτ τομο οτ
Κομο μοο­ Ἡοτοτλον κήομκο μοι ζήτηοον Ποοοοοοη·

Ήτον

ιιιινω στην οΠοία είχε τυλιχτεί για να γραφτεί τομή­ νιιμα, μτιορούσε να το διαβασει. μια τους αλλους τα γραμμα­ ια ήταν μόνο γραμματα, χωρίς να σχηματίζουν λέξεις. Το μήνυμα έγραφε: «Οι Λακεδαιμόνιοι σας διαταζουν να μη κανετε τίΠοτα ατιμωτικό». Ο Στύφων το διαβασε και το νκιιιμε αμέσως, χωρίς να Πει λέξη σε κανέναν για το Περιε­
[35]

[34]

χόμενό του/Ητσί, οί οΠλίτες ογνοούσον το μἠνυμο. Ο Στύ­ φων τους δίέτοξε νο Ποροτοχτούν. Ποροτόχτηκον, ενώ οί Άθηνοίοί τους Ποροκολουθούσον οΠό οΠόστοση βολής τό­ ξου. Ο Στύφων τους μίλησε με ουτό ΠερίΠου το λόγίο: Άνδρες ενόρετοί! Άνδρες γεννοίοίἰ Λοκεδοίμόνίοί! Ση­ μερο Πολεμησοτε με τρόΠο οντοξίο των Προγόνων σος. Πο­ λεμήσοτε οΠένοντί σε οντίΠολο υΠέρτερο ορίθμητίκόί, οντί­ Πολο όξίο οΠό στροτίωτίκη οηοηίη. Ο θουμοσμός μου γίο σος
‹<

μος ­τόσο μεγολο όσο σημερο­ ούτε ο Πόλεμος Προδίογρο­

φότον μοκρόχρονος, όσο ο τωρίνός. Ιίρίνω ότί ΠρέΠεί νο μεί­ νουμε ζωντονοί. μέχρίς ότου η Πόλη μηορέσεί νο Πετύχεί την

ίίίίελευθέρωση μος. με οντολλογη ή όίλλο τρόΠο. Πίστεύω ότί Πο Προσφέρουμε μεγολύτερη υΠηρεσίο στους δίκούς μος, ον οἡμερο Ποροδοθούμε, Πορόί ον σκοτωθούμε όλοί/Βχουν ολ­
λοξεί οί κοίροί. ΠρέΠεί νο Προσορμοστούμε, ον δεν θέλου­ με νο εξοφονίστούμε. Οί κονόνες του Πολέμου έχουν μετο­
βληθεί. Μη φοβόστε την οτίμωση. Θο Ποροδοθείτε. ολλόί σος δίοτόζω εγώ νο Ποροδοθείτε, δεν Ποροδίδεστε με τη θέλη­
οή σος. Ξέρω ότί είνοί η Πρώτη φορό στην ίστορίο της Πόλης

είνοί βοθύς κοί οΠερίόρίστος. ολλό ουτό δυστυχώς δεν ορκεί. Ξέρετε ότί η Πόλη δεν συγχωρεί την ηττο. Η Πόλη σος εκ­ Ποίδευσε γίο νο εηίκροτείτε οΠένοντί σε κοθε οντίΠολο7 ολ­ λό στο Πεδίο της μόίχης, όχί στη φυγη. Οί Άθηνοίοί κοί οί σύμ­ μοχοί τους δεν μοχοντοί. Ηκτοξεύουν, εξοκοντίζουν, ολλόί δεν Πλησίόζουν. Σε Πόλεμο δείλών δεν μΠορούμε νο Πολεμη­ σουμε. Ούτε εκΠοίδευμένοί είμοστε γίο τέτοίου είδους Πό­ λεμο, ούτε εξοτίλίσμένοί. Το ξίφος ξεχωρίζεί τους γεννοίους οΠό τους δείλούς. Το βέλος κοί το οκόντίο όχί. Ο Πόλεμος

ίίου γίνετοί κότί τέτοίο. Ηίνοί ονήκουστο, ολλό κοί ονογκοίο. ἰίὶίνοί Πρωτοφονές, ολλό εΠίβεβλημένο. Θο οφησετε, τώρο,

κίι̃τω τίς οσΠίδες, κόίτί Που κονένος Πρόγονός σος δεν έχεί κόνεί Ποτέ μέχρί τώρο. Ότον εΠίστρέίμετε, όμως. στη ΣΠόρ­ τη οΠελευθερωμένοί, θο τίς έχετε Πολί μοζί σος. θο τίς ΠΟ­
ροδώσετε στίς μητέρες σος χωρίς ίχνος ντρσΠής»_

δίορκεί ηδη έξί χρόνίο κοί οί θεοί μόνο γνωρίζουν Πόσο οκό­ μο θο δίορκέσεί.Έχουμε οίίομείνεί εδώ εκοτόν είκοσί “όμοί­ οί” κοί εκοτόν εβδόμηντο δύο Περίοίκοί. Η οΠώλείο εκοτόν είκοσί οκτώ οΠλίτών σε μίο μόνο μέρο είνοί γίο την Πόλη οβόίστοχτη. Μόνο στίς Θερμοτίύλες χοσομε Περίσσότερους όνδρες σε τόσο λίγο χρόνο. Ποτέ όίλλοτε. Η λείίμονδρίο είνοί
ο

μονοδίκός μος οντίΠολος, όχί οί Άθηνοίοί. ἱἰίμοστε Πόλη ολίγόίρίθμη. Άτίό ουτό μόνο κίνδυνεύουμε. Ρίο τη Σττόίρτη, οί δίοκόσίοί ενενηντο δύο οΠλίτες, Που οηομένουν τώρο στη Σφοκτηρίο, είνοί Πολύτίμοί. Τρόφίμο κοί νερό δεν έχουμε Πίο. Βίμοστε Περίκυκλωμένοί, χωρίς δίέξοδο. Στίς Θερμο­ Πύλες έγίνε οκρίβώς το ίδίο. Βκείνοί δεν Ποροδόθηκον, βέ­ βοίο, ολλό τότε ούτε η λείιμονδρίο οΠοτελούσε κίνδυνο γίο
[Βθ]

Δεν μίλησε κονείς. Τί νο Πούν; Ήτον οδύνοτο νο ομφί­ οβητησουν τη δίοτογη του οξίωμοτίκού τους. Έτσί ήτον μοθημένοί. Άλλωστε, οί οξίωμοτίκοί μος δεν είνοί κόίτί ξε­ χωρίστό οΠό εμός. ΟΠλίτες είνοί Που ονδρογόίθησον στη ίίίι̃χη, οΠλίτες με ευθυκρίσίο, Που η Πόλη οΠοφόίσίσε νο τί­ μήσεί με οξίώμοτο. Ποίος νο τους ομφίσβητήσεί; Ο Στύφων γύρίσε κοί κοίτοξε το σολΠίγκτη. Ε)Πίκρο­ ίούσε σίγη οΠόλυτη. ΣΠορτίότες κοί Άθηνοίοί έμενον όλοί οφωνοί, οφού γίο όλους το θέομο Που οντίκρίζον έφτονε ο το όρίο του οδίονόητου. ΣολΠίσμο γίο «Πορόδοση» δεν ίίίίἡρχε φυσίκό. Έἔτσί ο σολΠίγκτης σήμονε: ‹‹ΌΠλο οΠο­ Νὑσοτε, όΠλο οΠοθέσοτε». Άφησον όλοί κοτω τίς οσΠίδες, ίίί δόροτο κοί το ξίφη. έβγολον το κρόνος, τον θώροκο κοί
[37]

τις Περικνημίδες. Έμειναν εκεί ακίνητοι, ντυμένοι Παντα
με τον ερυθρό Πολεμικό τους χιτώνα, αλλα γυμνοί Πια στην ψυχή, σκοτεινιασμένοι, με τα χείλη σφιγμένα, το Πρόσω­ Πο αυλακωμένο, τυλιγμένοι στη σιωΠή τους, ηττημένοι και μολοντουτο ζωντανοί, κατι ανήκουστο γι” αυτούς, ζωντανοί δίΠλα στις Παρατημένες ασΠίδες, τις ασΠίδες Που τους εί­ χε εμΠιστευτεί η μητέρα τους, όλες με το ερυθρόχρωμο Λ ζωγραφισμένο Πανω τους. Έμειναν δίΠλα στις ασΠίδες, το μόνο τείχος της ατείχιστης Πόλης μας, βαθουλωμένες και χαραγμένες αΠό τα Πλήγματα Που είχαν αντέξει μ' αυτές οι Προκατοχοί τους, έμειναν όλοι εκεί, ερειτιωμένοι, λοξοκοι­ ταζοντας το γκρεμό στ, αριστερα τους, αλλα ανήμΠοροι να Παρακουσουν τη διαταγή, σκληρα εκιιαιδευμένοι αΠό εφτα
χρονών γι) αυτόν ακριβώς τον σκοΠό, να μην Παρακούν Πο­ τέ τις διαταγές, όΠοιες κι αν είναι. Έμειναν γι) αυτό εκεί, Παντα υΠακουοι, αλλοι αΠ) αυτούς όρθιοι, με το βλέμμα κα­ τεβασμένο και αδειανό, αλλοι γονατιστοί, κλαίγοντας σιω­
Πηλα. Σιγή αΠόκοσμη εξακολουθούσε να εΠικρατεί σε όλο

ΚΒΦΑΛΜΟ Ρ,

ἔέΡδιζΠ'”ΓΒι̃Α

,δ , νόμος αυτός Πῃτόσσει̃ Παντα το ι ιο Πραγ­ μα, δεν τους εΠιτρέΠει δηλαδή να εγκαταλείηουν το Πεδίο της μαχης, όσο κι αν είναι το Πλήθος

ΜΚΟ,

Ο

του ελίθρού' ονῇθεω τους εῃβόλλειι Παραμένο­ ποθ οκλονητοι στκι̃ Υραμμές τους, να υι̃ι̃ερι·
σχυσουν ή να σκοτωθούν»
ΗΡοΔοι·οΣ, Ζή, Πολυμνιο, ι0Δ

το Πεδίο. Σε λίγο τους είχαν αλυσοδέσει. Μεταφέρθηκαν στην Αθήνα και φυλακίστηκαν. Την Πρώτη μέρα της φυλακισής τους, ο Στύφων, χρησιμοΠοι­

ώντας τις αλυσίδες του, αυτοκτόνησε. Το υΠόλοιΠο στρατευμα, όσοι, δηλαδή, είχαν Παραμείνει, ανήμΠοροι, στην ακτή αΠέναντι αΠό τη Σφακτηρία, εΠέ­ στρειμε στη ΣΠαρτη. Αναμεσα τους και εγώ. Ο Λυσίμαχος και ο Μέλων, οι δυο είλωτες, στεφανώθηκαν ενώΠιον όλου του στρατευματος. Αυτοί ήταν οι μόνοι νικητές στην Πόλο.

ΑΠελευθερωθηκαν και ζήτησαν, αμέσως, να κσταταγοόν στην ΙίρυΠτεία, τη μυστική υΠηρεσία του σΠαρτιατικου στρατού. Το αίτημα τους έγινε δεκτό.
[38]

φτηνές κοι χυδοίες δικοιολονίες τους δεν με ενδιο­ φέρουν. Τι θο Πεί "διοτοχτήκομε”; Γι) ουτό τους εκΠοί­ δευσε η Πόλη; Γιο νο υΠοκούουν σε Ποράνομες διοτονες; |·)Πέλεξον τον εύκολο δρόμο. Όχι τον δρόμο του Ηροκλή. ίίέρδισον Πρόσκοιρο τη ζωή τους. ολλά εχοσον μόνιμο την ιμυχή τους. Ποροδόθηκον στο στροτό των εμΠόρων, των βιοτεχνών, των κολλιτεχνών, των φιλοσόφων κοι των Ποι­ ητών. Στο στροτό των Αθηνοίων7 ον είνοι δυνοτόν! Η Πό­ λη Πάσχει οΠό λειτμονδρίοἔ λενε. Γιοτί νο χάσει εκοτόν εί­ κοσι “ομοίους”; Γιοτί νο χάσει εκοτόν εβδομήντο δυο Πε­ ρίοικους; Πώς θο τους ονοηληρώσει; Αστείοι εΠιχειρήμοτο. 'Γρόφιμο είνοι, άρονε, οι Πολεμιστές γιο νο τους συντη­ ρούμε; Ποιος είνοι ο σκοΠός του Πολεμιστή, ον όχι ο θά­ νοτος στη μάχη; Η Πόλη, άλλωστε. δεν στηρίχτηκε Ποτέ στο Πλήθος των ονδρών της. Πάντοτε έΠοσχε οΠό λειιμονδρίο, δεν Πάσχει μόνο τώρο. Στο γόητρο κοι τη φήμη της στη­ ρίζετοι η Πόλη. Στη φήμη Που δημιούργησον οι οΠλίτες της εκείνοι. Που ορνήθηκον νο ρίξουν τις οσΠίδες σε Περιστά­ σεις Πιο δυσκολες οΠ7 ουτές της Σφοκτηρίος. Αν οι εκο­ τόν είκοσι Πορεδωσον το όΠλο στην Πόλο, τι εΠρεΠε νο κά­ νουν οι τριοκόσιοι του Λεωνίδο; γΠάρχει σύγκριση; Νομί­ ςω όχι. Ούτε σύγκριση υΠάρχει, ούτε δικοιολονίο. Αιτιολό­
Η­Π

‹‹Π

Αελλοοτικλιν. ετό λντο εεΡΩ ινιοινο. Ποροὁοθηκοιν. Οι

γία υΠάρχει μόνο για την Πράξη τους: η διαταγή. Πράγμα­ τι υΠήρχε διαταγή. Το δέχομαι. Τι είναι ισχυρότερο, όμως; Η διαταγή ή ο νόμος, Ο νόμος είναι σαφής. "Οταν αντικρί­ σετε τον εχθρό, όταν Παραταχθείτε αΠέναντί του, Πρέτιει να νικήσετε ή να σκοτωθείτε”. Αυτό δεν λέει, Γιατί, λοιΠόν,

υτιόκουσαν στην Παράνομη διαταγή; Συντάραξε την Εῖλλά­ δα ολόκληρη η Παράδοσή τους, όΠως ξέρετε. Κανένας δεν το Πίστευε στην αρχή, ούτε οι Αθηναίοι οι ίδιοι. Όταν οι "όμοιοι” μεταφέρθηκαν σιδηροδέσμιοι στην Αθήνα, οι Αθη­ ναίοι Πλησίαζαν τους αιχμαλώτους και τους άγγιζαν για να διαΠιστώσουν ότι είναι αληθινοί. Δεν είχαν ξαναδεί ΣΠαρ­ τιόιτη αΠό κοντά. Καταλαβαίνετε τι σημαίνει αυτό, Ο μύθος διαλύθηκε σαν αραιή Πρωινή ομίχλη. Τόσα χρονια, τοοος κόΠος, τόσο αίμα, χάθηκαν όλα σε μία μόνο μέρα. Τι να Πω γιί αυτούς; Αηδία και οργή με διακατέχουν, μολονότι έχουν Πια Περάσει δέκα χρόνια αΠό τότε. Πάντοτε Πίστευα ότι οι Περιουσίες τους έΠρεΠε να δημευθούν και οι ίδιοι να εξο­ ριστούν για να μη μολύνουν τους υΠόλοιΠους. Φοβάμαι ότι όσες νίκες κι αν κατακτήσουμε Πια στο Πεδίο της μάχης, η Πόλη δεν θα είναι Ποτέ η ίδια, μετά την Παράδοση στη Σφακτηρία. Κρατώντας αυτούς ενεργούς, μέσα στο στρά­ τευμα, δεν θα τους δώσουμε Πίσω την ιμυχή τους, αλλά αντίθετα θα χάσουμε κι εμείς τη δική μας. Αυτή είναι η
άΠοιμή μου.››
Ο Κλεοσθένης σταμάτησε. Οι άλλοι τέσσερις έφοροι δεν

της τιμής, αλλά της σκοΠιμότητας, μόνο Που εμείς δεν το είχαμε, τότε, αντιληφθεί. Πίχαν Περάσει δέκα χρόνια αΠό τα γεγονότα στην Πύλο και έξι χρόνια αΠό την αΠελευθέρωση των αιχμάλωτων οΠλιτών μας, μετά τη «Νικίειο» ειρήνη, όΠως την αΠοκαλούσαν. Πρόσκαιρη ειρήνη, ωστόσο. Ο Πο­ λεμος συνεχιζόταν για δέκατη έκτη χρονιά. Οι «όμοιοι» Που αΠελευθερώθηκαν τότε, είχαν Πολεμήσει όλοι στη μάχη της

μιλούσαν. Τι να Πουν άλλωστε, Είχαν Περίιιου την ίδια άΠο­ ψη. Δεν συμφωνούσα. ΌΠοιος δεν Προσαρμόζεται, εκλοι­ Πει. Αυτός είναι ο νόμος της ζωής. Μέχρι την Παράδοση στη Σφακτηρία, η Πόλη δεν είχε Προσαρμοστεί στους νέους

κανόνες του Πολέμου. Π μάχη δεν γινόταν Πια στο Πεδίο
[42]

Μαντίνειας, Πριν αΠό τρία χρόνια. Πολέμησαν στην Πρώ­ τη σειρα, τη σειρά των «Προμάχων», αφού και η Πόλη ήθε­ λε να αΠαλλαγεί αΠό αυτούς και εκείνοι να ξεφύγουν αΠό τις τύψεις τους. Αρκετοί είχαν σκοτωθεί, άλλοι τραυματί­ σθηκαν βαριά. Πολέμησαν με λυσσώδη μανία, όΠως ήταν φυσικό. Μετά τον ελιγμό Που ΠραγματοΠοίησε ο Αγις, ο βασιλιάς, εΠέΠεσαν στην αθηναϊκή φάλαγγα αΠό Πλάγια θέ­ ση και την κατέκοιμαν κυριολεκτικά. Πήραν Πίσω το αίμα της Σψακτήριας, όχι, όμως, τη ντροιιή. Για την Πόλη ήταν ιιια εξιλεωμένοι. φυσικά. Στην Πραγματικότητα, όμως, το στίγμα της Παράδοσης Παρέμενε χαραγμένο Πάνω τους, ακόμα και μετά τη μάχη της Μαντίνειας. Όσο εφικτό ήταν να αφιερωθεί στον αθηναϊκό Παρθενώνα ιέρεια Που είχε ουνευρεθεί με άνδρα, άλλο τόσο εφικτό ήταν να δεχτούμε εμείς αυτούς σαν όμοιούς μας. Οι ίδιοι το ήξεραν, φυσικά. ἰιἶκαναν τα Πάντα για να εΠανορθώσουν το ανετιανόρθωτο, γνωρίζοντας ότι αγωνίζονται σε μάχη χαμένη Πριν καν διε­ ξιιχτεί. Ωστόσο, Πρόσιιαθόύσαν. Δεν ήξερα για Ποια λόγο με είχαν καλέσει οι έφοροι. Η ουζήτησή τους είχε ήδη αρχίσει, όταν έφτασα στην οικία του Κλεοσθένη. Πίχε κληθεί και ο αρχηγός της ΚρυΠτείας, ιι Πύρυτος, άρα κάΠοιος σοβαρός λόγος ΠρέΠει να υΠήρ­ χιτ. Δεν με αΠασχολούσε, όμως, αυτό. Η άδικη μοίρα του
[43]

Άγι, του φιλου μου και αδελφού μου, με αΠασχολούσε Πα­ νω αΠ) όλα. Η συζήτηση για τη Σφακτηρια ειχε ξαναξύσει την Πληγή. Με τον Άγι ειχαμε μεγαλώσει μαζι, αΠό εΠτα ετών ειμαστε ζευγαρι στην εκΠαιδευση. Χωρισαμε σε ηλι­ κια εικοσι ενός ετών, στην Πόλο. Δυτός αιχμαλωτιστηκε, εγώ γύρισα στη ΣΠαρτη. Μόλις οι Δθηναιοι μετέφεραν τους αιχμαλώτους στις τριήρεις και αΠέΠλευσαν για τον Πειραια, ανεβήκαμε όλοι στη Σφακτηρια για την ταφή των Πεσό­ ντων. Έψαξα αλλόφρων αναμεσα στις σορούς μήΠως τον βρω, αλλα ο Άγις δεν ηταν εκει. Δυστυχώς δεν ειχε σκσ­ τωθει στη μαχη. Ο Ἀγις ήταν αιχμαλωτος. Δλυσοδεμένος. ΔΠελΠιστηκα.Έ]νιωσα ασφυξια. Το σώμα μου βαρυνε αφύ­ σικα. Σταματησα να σκεφτομαι. Έχασα την αισθηση του Πε­ ριγυρου. Ο εσωτερικός μου διαλογος σταματησε αΠότομα. Δεν ειχαμε εκηαιδευτει για ένα τέτοιο κτύΠημα. Ο θανατος, ναι, ηταν αΠοδεκτός και ο θανατος στη μαχη Πιο αΠοδεκτός ακόμα, αλλα η αιχμαλωσια, όχι, ήταν αδιανόητη και κανεις Ποτέ δεν μας Προετοίμασε για ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Δεν μΠορούσα να το συνειδητοΠοιήσω. Ο Άγις, ο Πιο Περήφα­ νος αΠό όλους τους συνομηλικους μας, ο Άγις Που έΠια­ νε ταύρο αΠό τα κέρατα και τον καθήλωνε, ο Ἀγις Που ονει­ ρευόταν να οδηγήσει ανδρες γενναιους σε μαχη νικηφόρα, | | | | ο Άγις, ο μόνος φιλος Που ειχα Ποτε, ηταν τωρα δεμενος μέσα σ' ένα Πλοιο εχθρικό. Βιχα σαστισει, όΠως όλοι οι αλ­
λοι. Γονατισα.

ουνεφέρω. «Δεν φταις, εσύ, Άγι», του έλεγα. «Η Πόλη σε εκ­ ιιαίδευσε για να μαχεσαι εναντιον φαλαγγας. Αν ειχες Πα­ ραδοθει σε μια τέτοια μαχη δεν θα υΠήρχε καμμια δικαιο­
λογια. Στη Σφακτηρια, όμως, τι καλύτερο μΠορούσατε να κανετε; Δεν έΠρεΠε να σας στειλουν εκει. Βαρύ Πεζικό Πα­

μικρό στενόμακρο νησι ειναι αχρηστο. Ούτε να ιιαραταχτειτε σωστα μΠορούσατε, ούτε να ελιχθειτε, ούτε να Προστατευτειτε αΠό τους τοξότες και τους ακοντιστές. '|'ο δικό σας Παθημα έγινε μαθημα για την Πόλη. Σχηματι­ υαμε, ετιιτέλους, μοναδες αΠό ψιλούς, αξιοΠοιώντας έτσι και τους ειλωτες. Δεν Πήγε χαμένη η ΠροσΠαθεια σας. Προ­ οφέρατε υΠηρεσια, μολονότι το κόστος για σας ειναι δυ­
νω σε ένα

ωβαστακτο» Με ακουγε αμιλητος. Δτιευθυνόμουν σε έναν ανθρωΠο Που ζούσε Πια σε δικό του κόσμο. Σ” έναν κόσμο ντροηής. Οταν έμαθε ότι εΠικειται μαχη με τους Αθηναιους και τους Δργειτες, η μαχη της Μαντινειας, το ΠρόσωΠό του φωτι­

Βκεινος έμεινε στην αθηναϊκή φυλακή τέσσερα χρόνια. ΗΠέστρεψε στη ΣΠαρτη, σωματικό και ψυχικό ρακος. Η ακινησια της φυλακής ειχε μειώσει την Πολεμική του ικα­ νότητα, ενώ το ψυχικό αλγος, ο Πόνος, βαθύς και κοφτερός σαν το μαχαίρι, του έτρωγε τα σωθικα. Δεν μΠόρεσα να τον
[44]

υθηκε. Εὶιδα Παλι το χαμόγελό του. Πολέμησε διΠλα διΠλα με το Βρασιδα, το ζευγαρι του στη Σφακτηρια και την αιχ­ μαλωσια. Σκοτώθηκαν και οι δύο. ­ Γιατι μιλαμε, όμως, γι, αυτούς, ειΠα, μΠαινοντας στη συζήτηση. 'Γι νόημα έχει Πια; Άλλοι σκοτώθηκαν στη Μα­ κ ντινεια, αλλοι αλλου και οσοι ζουν εχουν Πλεον εξιλεωθει| ιῖιιειτα αΠό τόσες και τόσες μαχες και δοκιμασίες. ­ Μιλαμε γι” αυτούς, ειΠε ο Ηύρυτος, εΠειδή έχουμε το­ ιιοθετήσει ένα ακόμα ζευγαρι της ΚρυΠτειας στην Αθήνα. ­ Και λοιΠόν, ­ Το ζευγαρι Που εΠιλέξαμε ειναι αΠό αυτούς. ­ Ποιοι ειναι; ­ Ο Άγις και ο Βρασιδας.
» »
× ×

»

[45]

Έμεινα άναυδος. Οι άλλοι άρχισαν να γελάνε βλέτιοντας την κατάΠληξή μου. «Δεν σκοτώθηκαν στη Μαντίνεια,
όΠως εσύ νομίζεις», συνέχισε ο Βύρυτος. «Τραυματίστηκαν σοβαρά κι οι δυο. Τους Πήραν οι Σκιρίτες και τους μετε­ φεραν σε κάΠοιο καταυλισμό τους εκεί κοντά, για να τους

σμενσ]
Π

σ

ενάά Πάνω στσν άλλά ηλημμμμι̃σμένοι στο αίμα.

Γι̃άεΐ δεν μάθάμε άστε άει̃ σώθηκάν; Γιατί δεν εΠε­
σσμ

σεσεψάν άκάμά στη Σηάρτηἐ
σι̃ Σκι̃μἶεεά μάά ει̃άάησΐησαν μήνες Άνῖσ κά] σ Βράσῖδάά εηεζησάν­ Ξέραμε βέβαια σε' δεσμά ελάμν άμεση άφσά σε σλάφσσεσκη Περίπτωση η μάνάμεεεηση θά εσεηἐνε άσ σάσ σώμάεα δεν είχαν ανευ­ μεωεί­ Σκεφεηκάμά άμάσσι νά εάμά άφησσμμε στη Σκιρίτι­ άάι νι̃ά νά μάθσμν νά μι̃λάνε κά] νά φεράνται όΠως οι Σκι­

τ Όηωά
σ

είηάι

μεεά άῃ

ΠεριΠοιηθούν. Αν δεν λάβαιναν άμεση ιατρική βοήθεια θα Πεθαιναν και οι δύο αΠό αιμορραγία. Δεν Προλαβαίναμε να τους μεταφέρουμε στη ΣΠάρτη. Όταν φύγαμε και τους αφήσαμε Πίσω, στη Σκιρίτιδα, εμείς νομίζαμε ότι είναι Πε­ θαμενοι. Οι Σκιρίτες εκαναν τα Πάντα για να τους θερα­ Πεύσουν και τα κατάφεραν. Μας εστειλαν μήνυμα μήνες μετά τη μάχη ότι οι δύο οΠλίτες είναι Πλέον καλά στην

μμιεάι με σκσηά νά τσμά Χσησλμσηοι̃ησσμμε μετά σε αΠ0­ άνσλη­ Όηάσσ ξεμεκἔι σά άμι̃έθ τκῖ Περι̃ῃτώσελά σι̃ Κάνάνεη

υγεία τους. Τότε σκεφτήκαμε να τους χρησιμοτιοιήσουμε σε αΠοστολή της ΚρυΠτείας. ­ Πώς τραυματίστηκαν; Ήριξαν την ασΠίδα; ΌΧ] βέβοι̃α Το αντίθετο.

­ Ποιος ήταν δεξιά;
Στην ΠροσΠάθειά του να Προστατεύσει το Βρασίδα ΠαραΠάτησε σε μία Πέτρα και η ασΠίδα μετακινή­ θηκε λίγο Προς το ορι̃στερόῇ Αμέσως Ο Αθηνοΐος ΟΠΜΠΉ7
~ Ο Άγις.

σμννενεἶε; ταυς ννωρίζσμν άῃ είνάλ ζωντσνσά Ούτε κανένας άλλσσι εκτάά άάά εμενά› τσμά εφάμσμά εκεἴνηά εηά Χσσνι̃άά Και τους Πα­ ίάσ νάμενσμσ εφάμσμά σλ σησίσλ τσ ηληρσφσμηθηκαν μόλις χμνς. Οι Άγις και Βρασίδας έμειναν στη Σκιρίτιδα για ένα χρονο ΠερίΠου. Οι συγγενείς τους ειδοιιοιήθηκάγ όῃ είνα]
Ο]

άσάλάλείάά είνά] ησλά σμστηρσῖ­

Ούῖε

άννσσάμενσι̃­ Δεν “εσμσ ελσμμε ηελ στ] σΚΟτώθηΚάν› σμτει °°!ά·)ά› σελ είνάι̃ ζωνεάνάΐ­ Την ίάλά ηλησσφάμηάη έχει και ιι σύζυγος του Ἀγι. Όταν οι δύο οιιλίτες εγιναν τελείως κα­
εσάς σλάτάξάμε νά μετάκλνηθσύν σσό τη Σκλμῖείδά στα Μ®“νάμά› ωά Σὶσμίεεσ φμσμάά­ Αηά εκεί ηηνάν στην Αίγινα
λά
ι

αΠέναντί του) τον κτύΠησε στον λαιμό, τραυματίζοντάς τον. ΈΠεσε, και νόμισαν ότι έχει Πεθάνει. Μόλις το είδε αυτό ο Βρασίδας έκονε ένο βήμα εμτφός αΠό τη φόχογγο γω νο

ιιι μετά στην Κνίδο. Στην Κνίδο Παρέμειναν ενα χρόνο

ΠΒ­

Πλήξει τον Αθηναίο Που είχε τραυματίσει τον Άγι. Έτσμ εμεινε αΠροστάτευτος και δέχθηκε Πλήγμα στο αριστερό Πλευρά. Ο θώρακος διατρήθηκε, αυτός έΠεσε και θεωρή­ θηκε Πεθομένος· ­Οταν τελείωσε η μάχη ΟΙ Σκι̃ρίτεα̨ όΠως
Πάντα, Πήγαν να λαφυραγωγήσουν τους Πεσόντες αντιΠά­ λους και ανακάλυψαν τους δύο δικούς μας ημιθανείς, Πριν Προλάβουμε να ασχοληθούμε εμείς μαζί τους. Ήταν Πε­

μμίσμ­ Ήμάθάν νά Ἑσηλκά ηθη κά] εθλμάι εμαθαν το τοΠι­ ι ιι ιδιωμα και την Προφορά. Πριν αΠό μερικούς μήνα; ζή­

5

σιάάν νά άηάσΧσληθσάν ωά βάηθητι̃κσἴ σί ένα αθηναϊκό μιιωρικό Πλοίο. Με το Πλοίο αυτό έφθασαν στον Πειραιά.
θά” μμε ηάρσμενσμν σσην Αθηνά·

ῃάτί τά ηλησσφσμσάμά]
(

άλά άμεάἐ
Ο

λά

φάνεκἱ σε άΠσσἙσλη› σηάντησε

Βάμμτσε­

αει

ηη

­ Τι οτιοστολή;
στην Αθήνσ­ Ο Άνκι̃ ἡτσν τσ ζεσνσσ] σου στην εκσσίσεσσηι σν θσμσμσ] Κσλσ­

τ ΑΠσστσλή
­Ήτον.

­ Πότε χωρίσοτε; / ­ Στην Πυλο χωρισομε. ­ Γιοτί; ­ Στη Σφοκτηρίσ, όυως θυμόσσι̃, δεν σνέβηκσν σμλνείθ
×

λόΧΟΒ σλλσ

έγινε κλήρωση σσσ σλσσσ τους λσὶίσσσ· Στην
ΠΟΙΟ

κλήρωση σστή Χσσρλστήκσμσ­ Οσσέλι̃στε Κσι̃όλσβσ νλο λόνο έγινε κλήρωση.

τ Τ]

μοχη της Μοντίνειος; _ 'Γην ίδιο τιου είχομε κοι στην εκτιοίδευση.

σΧέση είΧ(­σε σσσ την σσσλεσθέρωσἡ τον μέλρλ τη

» Ι κ κ οκριβειο τον τροτιο σκειμης ουτων των ονθρωτιων. Οι δικοι μος, λοιτιόν, συνεχίζουν ονογκοστικο νο εμφονίζοντοι ως μιιοικοι, ορο ουσιοστικο ιιορομένουν έξω οι­ιό την ολιγορ­ χική ετοιρίο, στην οηοίο έχουν τιροσκολληθεί. Γιο νο ξε­ ιικροσουν ουτή τη δυσχέρειο έκονον δυο ηρογμοτο. Πρώ­ ιο οιιί όλο ζήτησον κοι τιέτυχον νο εργοστουν ως ειιιστο­ ιι·ς στο κτήμοτο του ειτικεφολής της ετοιρίος, κοηοιου Μέ­ ιωνος. Αυτοςτο Μέτων, οσχολείτοι ιδιοίτερο με την οστρο­

μιιολίτες τους. Έτσι νομίζω τουλάχιστον, κοι θο με εξέ­ ιιληττε το οντίθετο, τιορότι εμείς δεν έχουμε Πολιτικές φο­ ιρίές στην τιόλη7 κι έτσι δεν μσορουμε νο εκτιμήσουμε με
|
»

ντι κοτι τέτοιο, οφου οι ολιγορχικοί ονοιιουν την τιοτρίδο ιωυς Περισσότερο οιιό όσο μισουν τους δημοκροτικούς συ­

λωγίο. ΘεωρείτοίδοΔκεορυδφοίοςἈθσησνο­ίσςσο”ο*τρολοΓνοΓς.Διο_

ζί

_ Τώρα λσι̃Πσν› βρίσκετσλ σι̃ην Αθήνσϋ ως μέτσι̃κσσι μσ­ μθ ἙΟ Βρσσίσσ­ Πρσσι̃ι̃σθησσνί σσμφωνσ μσ Ήσ σσηνίεθ

μιίνοω̨θνδστην ονρσοικίοστουστΣέδχσἶινῖρσιλι̃κή σχέση μ, ουτον,

ηου έλοβον, νο εισέλθουν σε μίο οτιό τις «ετοιρίες» των ολι­

ἐιιοσκεδοζουν μοζί μερικο βροδιο, ολλο ουτό είνοι όλο. Μο­ ηότνόόν Κόττότόό Πληρόφόόίόότ όλλό ότό όόεό Χόετόζόμόότό
γιο νο σχημοτίσουμε ιιλήρη εικόνο σχετικο με τις ειιιχει­ ρήσεις Που σκοτιεύουν νο διεξογογουν οι Αθηνοίοι το κο­ .\‹›κοίρι. Ξέρουμε ότι ετοιμάζουν εκστροτείο στη Σικελίο) μι· την Προτροτιή των δημοκροτικών κοι ιδιοίτερο του Αλ­ τιβιοδη. Δεν ξέρουμε. όμως, λειιτομέρειες γιο την ειιιχεί­ 'τόση όότή. Ετ/νότττότ όττ η κότόκτηόη της Στκελτόό όΠό τους Αθηνοίους θο οδηγήσει τον Πόλεμο σε οδιέξοδο γιο 'Μό Βίνότ Οότόόόΐτητο νο Οῃοτρέψοη̨μέ οιιτή την τιροοτιτι­ τη. Στον κυκλο των φίλων κοι ομοτροτιεζων του Μέτωνος ιινριλομβονετοι κοι μίο ετοίροτ η Λήδο. Αυτή είνοι η ευνο­ ωιιμενη του οστρολόγου. Γιο κολή μος τύχη, μόλις η ετοίρο νιἱιι: τον Άνι, έδειξε νι) ουτόν ένο ιδιοίτερο ενδιοφέρον, ορ­ όόόντόό μτό ότττμόνη ότόότκόότό Πόόόόγγτόόό τόό' Αυτός

νσίυ̃θκών σσν σρνσνσίσ μέλη› σλλσ μέὶίρι̃ τώρα αυτό στό” ότότότΐό ότν δέχεται μέ­ ΘΠΚΘ 0δύνοτΟ_ Η συγκτκότμόνη

Αθηνοίους οριστοκρότες, Οΐιό Πλσσσι̃σσσ σνθρώσσυθ μ8 ϋψηλή μσσψωσην Πρσσσν Πσσ σι̃ σι̃κσί μσσ σσλῇσς δεν σλσ­ θέτουν. Όσο κι ον τιροσηοθήσουν θεωρώ ότι δεν θο μτιο­
σέσσσν Πσσσ νσ σνσσσίθσσν Πλήρωσ στσν Κύκλο των Αθη” νοίων ολινορχικών. Αιιό την ολλη μεριο, τιολιτ οι ονθρωηοι

τσι̃κσσσ­ ΒΠΙΠ­λέσνι σι̃ ετσι̃ρίσσ σστέσ σσνκρστσσντσλ σΠό

σστσδ σλ σλι̃νσσΧσίσί› μσσρσί νσ είνσ] φι̃λσλσκωνσίὥ μσσ­· ρεί νο ετιιθυμούν τ0ν ι̃ερμοιι̃ισμσ ­Εσυ Πσλέμσυ Κω την
σσνσλσλλσνἡ μ) σμσσι σσῖσ σμωσ δεν σημσίνσλ στ] θσ σέΧΟ_

ντσν σῃσ σσξελσ Ἑσσσ κσλϋσσκσσσϋσ σν σ Άνλσ Ισ σ ΒΡσσί“ δος τους οιιοκολυτιτον την ιδιοτητο τους. Δεν μτιορεί νο γί­
[48]

[49]

μας ειδοτιοίησε και του είιιαμε να αΠοδεχτεί την Πρόκληση. Η εταίρα καταγεται αΠό την Κόρινθο, αλλα ζει στην Αθήνα Πολλα χρόνια. Οι Αθηναίοι την αηοδέχονται Πλήρως. ῖἕὶίναι μορφωμένη, εκλεΠτυσμένη, μαγισσα της ηδονής ΚΟ] Ἑηίι̃ λαγνείας, όΠως την Περιγραφουν ο Άγις και ο Βρασίδας. Χρειαζεται Προσοχή, βέβαια. ΜΠορεί να δουλεύει για τους Κορίνθιους, κατι Που δεν μας ενοχλεί, μΠορεί για τους Δθη­ ναίους, μΠορεί για όλους, μΠορεί για κανέναν. Δεν ξέρουμε και σίγουρα ΠρέΠει να μαθουμε. ­ Ποιοι είναι οι αγγελιοφόροι και Που διαμένουν, ­ θυμασαι τους δύο είλωτες Που είχαν αηελευθερωθεί μετα τα γεγονότα στη Σφακτηρία, τρν Δυσίμαχο και Ἐθν Μέλωνα; ­ Τους θυμαμαι. ­ Μετα την ατιελευθέρωσή τους ενταχθηκαν στην Κρυ­ Πτεία. Οι οικογένειές τους Παρέμειναν, φυσικα, εδώ, αλλα σστσι σταλθῃκσγ στη Νααηακτο, στους Μεσσήνιους λιΠο­ τακτες Που κατοικούν εκεί, δήλωσαν και αυτοί λιΠοτακτες και Παρέμειναν στη Ναύηακτο για δυο­τρία χρόνια/Εὶδιναν αναφορα συνέχεια και όλες τους οι Πληροφορίες ετιιβεβαι­ ώθηκε Πως ήταν ορθές. Έτσι τους φέραμε για ένα χρόνο ΠερίΠου στη ΣΠαρτη για να μη χασουν την εΠαφή με τους οικείους τους, δώσαμε νέες οδηγίες και τους στείλαμε στις Αχαρνές. Βκεί, βέβαια, εμφανίστηκαν ως Μεσσήνιοι, αΠό τη ΝαύΠακτο. Εἔργαζονται στα κτήματα της Περιοἔίήθ Π8τ ριστασιακα. Αλλαζουν συνέχεια τόΠο διαμονής και εργα­ οίας. Δεν γνωρίζουν Ποιοι ανδρες της Κρυητείας βρίσκο­ νται στην Αθήνα. Η εΠικοινωνία τους γίνεται μέσω γρα­ Πτών μηνυματων Που αφήνονται σε Προκαθορισμένο ση­ μείο. Η διαδικασία της εΠικοινωνίας είναι αρκετα ΠερίΠλο­
[50]

Δεν χρειαζεται να την γνωρίζεις αΠὁ τωρα, αλλα να εί­ σοι βέβαιος ότι και η αυθεντικότητα των μηνυματων είναι ωιιιιιφαλισμένη και η ανωνυμία του Άγι και του Βρασίδα. Ο
ι¬

ιι.

ιιιοίμαχος και ο Μέλων Παραλαμβανουν τα μηνύματα και ιι ιινιις αΠό αυτούς Πηγαίνει μέχρι τον ι̃σθμό για να τα Πα­
ριὼιίισει στη φρουρα μας εκεί, Παραλαμβανοντας ταυτό­ ηιονα τα μηνύματα Που στέλνουμε εμείς Προς τους Άγι
Παραμένει στην Αθήνα, Παραμο­ ιιοντας και ελέγχοντας το σημείο εΠικοινωνίας για κα­ Ποιο νέο μήνυμα. Τότε εγώ σε τι Χρεισζσμσι;
ι
­

αι Βρασίδα, ενώ ο αλλος

ι

Χρειαζεσαι. Το καλοκαίρι Πλησιαζει. Άρα Πλησιαζει και ­­ χρόνος της σικελικής εκστρατείας των Αθηναίων. Οι εξε­ \ιΙ,ι·ις θα είναι Πια ραγδαίες. Η αΠόσταση Στιαρτης­Αθήνας, ιιυγιι̃λη. Μέχρι να έρθει ο αγγελιοφόρος, να λαβει οδηγίες αι να ειιιοτρέιμει στον ισθμό, μεσολοβεί σημαντικό χρο­ ι ιι­.ιι διαστημα. Μηορεί, έτσι, να μείνουμε Πίσω αΠό τις εξε­ ιιιρις. ι¬ι7 αυτό θέλουμε να στείλουμε έναν αξιωματικό κο­­ ι ια στην Αττική με γενικές οδηγίες και διαταγές, ωστε ο ,μονος μεταξύ της Πληροφόρησης και της εντολής Προς
ι

συντομευτεί αισθητα. Γι) αυτό θα Πας μια Μέγαρα. Είναι Προτιμότερο, κρίναμε, να εγκατασταθείς οι­ οαμμαχη Πόλη για να έχεις ανεση κινήσεων. Οι αγγε­
ισως δύο οΠλίτες να

ιιοφόροι θα αναφέρουν σ” εσένα. Εσυ, Παλι, θα ατιευθύνε­ ­ιιιι ‹ι” εμας, μόνο αν το κρίνεις αΠαραίτητο. Σε καθε Περί­ ιιιωση, όμως, έχεις την εξουσιοδότηση να αΠοφασίζεις κα­ ια την κρίση σου και να μας ενημερώνεις μετα τη λήιμη της ιιιιοφασής σου.
­

Ποιες είναι οι γενικές οδηγίες, Να αιιοτραηεί η σικελική εκστρατεία με καθε μέσο και,
[Βι̃]

ον ουτό δεν είνοί εφίκτό, νο εκδηλωθεί με τετοίον τρόΠο, ώστε νο είνοί Προδίονενρομμενη η οτίοτυχίο της.

κοί ΝΑΡ. Η Πρωτη είνοί οΠοροίτητη νίο την εΠίκοίνωνίο σκυ­ σου με το ζευγάρί στην Αθηνο. Αυτοί έχουν την άλλη τάλη με τον ορίθμό ΝΑΒ. Η σκυτάλη με τον ορίθμό ΝΑΡ θο χρησίμοΠοίείτοί νίο την εΠίκοίνωνίο μί εμενο. ­ Βίδίκότερες οδηγίες εΠίκοίνωνίος· ­ Ο Αγίς κί ο Βροσίδος ορχίζουν κάθε μηνυμο τους με λέξη της οτίοίος το Πρώτο νράμμο είνοί «ο» κοί το κλείνουν με λεξη της οίίοίος το τελευτοίο νράμμο είνοί «ν». Αυτό συ­ νεΠάνετοί ότί η Πρώτη κοί η τελευτοίο λέξη μΠορεί νο μη συνδέοντοί νοημοτίκά με το υΠόλοίΠο κείμενο. Αν δείς μη” νυμο Που δεν εχεί ουτά το χοροκτηρίστίκά θο ξέρείς ότί οΠό οί δύο άνδρες μος είνοί οίχμάλωτοί κοί νράφουν κάτω
κ
7

­ Μάλίστο. ­ Θο Πάρείς μοζί σου δυο σκυτάλες, με ορίθμηση ΝΑΒ

ίίίυτο οΠολύτως νί) ουτη την οντίμετάθεση, οφου γίί ου­ υ›ν„ ετσί κί ολλίώς, όλο το νράμμοτο θο βρίσκοντοί σε άτο­ ίη κοί οκονόνίστη σείρά. Αντίθετο, μόλίς εγώ τυλίξω Πι̃ λωμίδο Πάνω στη δίκη μου σκυτάλη ΝΑΡ, βλέΠοντος την Μ Νμετοθεσηχ θα ξέρω ότί ἙΘ μηνυμο είνοί ουθεντίκό. Ιἴίστεύείς ότί μΠορεί Ποτέ νο γράψω ΠοροΠλονητίκη ίίιστολη κάτω οΠό Πίεση κοί νο την οΠοστείλω; 'Ρο Πίστεύω. Αν σε βάλουν στον τροχό, οργό ή γρήγο­ μίί, θά υίίοκυψείς. Ρίο την οκρίβείο θο υΠοκύιμείς ορνά) γίη » | ί ίίί τους δωσείς την εντυΠωση οτί κοτοφερον νο σε «σῃότ
ί
ίε
ί

»

Πυίίν». Μολίς Πίστεηίουν οτί το Πετυχον, εσύ θο γράῳείς το

Πίεση. Αν κάτί τέτοίο συμβεί θο μος είδοΠοίησείς ομεσως. Θο Η δίκη μος εΠίκοίνωνίο θά νίνετοί με οντίστοίχο τρόΠο. οντίνράφείς το μηνυμά τους, ον οΠοίτείτοί) κοί μετά θά Προσθετείς το δίκά σου σχόλίο η εκτίμησείς, ον υΠάρχουν. , Μόλίς, όμως) τυλίξείς τη δερμάτίνη λωρίδο στη σκυτάλη ΝΑΡ κοί ορχίσείς τη συννροφη του δίκοό σου μηνυμοτος νο το στεί­ η την οντίνροφη του δίκου τους μηνυμοτος νίο

ί ίηίενο Που θελουν, τυλίγοντος την λωρίδο κονονίκά Πά­ τω στη σκυτάλη ΝΑΡ, κάτω οΠό την Ποροκολούθηση των λθηνοίων. Δεν θο οντίμετοθεσείς όμως το νράμμοτα Θο ίμίίιίίείς την Πρώτη κοί την τελευτοίο λεξη, όΠως ῃρογμο­ ΗΜ' ΠΟΘΠΗ νο γροφούν. Χωρίς οντίμετάθεση. Έἔτσί, ουτοί , ε ς ς ίί ίι |›λεΠουν ενο κείμενο οΠολυτο φυσίολονίκο, ενω) ομως, / ε · ς ς ί ς ίί ίί ςερω οτί είοοί οίχμολωτος κοί θο οντίδροσω ονολονο. Ο Αυσίμοχος κοί ο Μελων έχουν ενημερωθεί; Νοί. Θο σε συνοντησουν στην οίκίο του Πάτροκλου, ίου Θτροτηγού των Μενορεων. Εκεί θο δίομένείς. Ποτε ΠρεΠεί νο είμοί στο Μενορο;
λ

×

ω

ω

­

_

λείς σ) εμενο, θο οντίμετοθετείς το Πρώτο κοί το δευτερο νράμμο της Πρώτης κοί της τελευτοίος λεξης, θο ορχίζείςῃ θά δηλοδη, τίς λεξείς ουτές οΠό το δευτερο νράμμο τους, συνεχίζείς με το Πρώτο, μετά το τρίτο κ.ο.κ. Ρίο| Ποράδείν | | / μο η λεξη «Αθηνά» θο νροφετοί «Θοηνο» κοί η λεξη «Πολη» του θο νροφετοί ί‹ΟΠλη». ῖἑἔτσί, ον κοΠοίος Πορεί στο χερίο τη λωρίδοη̨ χωρίς τη σκυτάλη, δεν θο μΠορεί νο κοτολάβεί
χ
ω
ω

Ζε το­είε μερες Αν χρείοστεί νο Πάω στην Αθηνο; Θο φροντίσουν οί Μενορείς νίί ουτό. Ο Ανίς κοί
λθθἔ έΧΟϋν ηδη

Ο

Βρο­

χ

χ

χ

λάβεί το μηνυμο ότί σε τρείς μερες Θα βρε "'° "Μ" οξλωμοτίκός στο Μεγορο. Ξέρουν, εΠίσης, ότί μΠο­ .συν νο Πονε εκείνοί στο Μένορο) ον υΠάρξεί τετοίο ονά­ ίί ί η νο κολεσουν τον οξίωμοτίκό στην Αθηνο. Ξθρελ Ο Άνίς ότί εγώ είμοί ο οξίωμοτίκός;
ί
Δ

Ι

ίδῖ]

[53]

­ Όχι, δεν το ξέρει. Χρειάζεσαι κόΠοιον οΠλίτη να έρ­
θει μαζί σου ως βοηθός ή Προτιμάς να Πας μόνος σου, ­ Μόνος μου. ­ Σου θυμίζω ότι οι Αθηναίοι δεν έχουν οργανωμένη υΠη­ ρεσία εΠιφορτισμένη για ν” ατιοφεύγουν την είσοδο ξένων στην Πόλη τους, αντίθετα αΠό ό,τι εμείς. Για την ακρίβεια δεν ασχολούνται καν με την αΠοτροΠή ενός τέτοιου ενδεχόμε­ νου, ούτε ο δικός μας θεσμός της ξενηλασίας ισχύει στην Αθήνα. ΟΠοιοσδήΠοτε είναι ελεύθερος να μΠει στην Πόλη ή να βγει αΠό αυτήν. Στο σώμα της Πόλης μΠορείς να διεισ­ δύσεις, στην ιμυχή της, όμως, όχι, όΠως ξέρουμε. Δεν έχουν ΚρυΠτεία, αλλά διαθέτουν μια Πολύ καλά οργανωμένη υΠη­ ρεσία, υΠεύθυνη για την τήρηση του νόμου και της ευταξίας στην Πόλη τους. Ειτιικεφαλής αυτής της υΠηρεσίας είναι δέ­ κα «αστυνόμοι», Πέντε για την Αθήνα και Πέντε για τον Πει­ ραιά. Οι δέκα αστυνόμοι είναι διοικητές των αστυνομικών οργάνων, τα οΠοία αηοτελούνται αΠό ΠερίΠου τριακόσιους άνδρες, στην Πλειοιμηφία τους Σκύθες και Θράκες, δούλοι. Αυτοί οι δούλοι ονομάζονται «τοξότες», εΠειδή είναι οΠλι­ σμένοι με τόξο. Τα καταλύματά τους είναι γύρω αΠό τον Άρειο Πάγο. Δεν έχουν κανένα λόγο να ασχοληθούν μαζί σας, εάν δεν Παραβιάσετε κάΠοιον αΠό τους νόμους της Πόλης. Αν συλληφθείτε, όμως, για κάΠοιον τυχαίο λόγο ΠρέΠει να έχετε κάτι να Πείτε σχετικά με την Παρουσία σας στην Αθή­ να. Ο Αγις, ο Βρασίδας, 0 Αυσίμαχος και ο Μέλων έχουν τέ­ τοιο λόγο Παρουσίας στην Πόλη. Βσύ δεν έχεις. Αρα, Πρέ­ Πει να σκεφθείς κάτι και αυτό το κάτι να είναι Πειστικό. ­ Αν τυχόν αΠαιτηθεί η Παρουσία μου στην Αθήνα, θα συνεννοηθώ με τους Μεγαρείς, και θα δημιουργήσω έναν Πειστικό λόγο.
[54]

Γύρισα στο στρατόΠεδο να Προετοιμαστὡ για την ανα­ χωρησή μου, χαρούμενος. Μία ακόμη μοναχική αΠοστολή ήταν αυτό ακριβώς Που εηιζητούσα. Παράλληλα, όμως, η ιιρ‹›οΠτική της συνάντησης με τον Αγι, τον Αγι Που, όΠως ολοι, τον νόμιζα, Πεθαμένο, τον Άγι τον Παιδικό μου φίλο ι­.αι αδελφό, τον Αγι για τον θάνατο του οΠοίου είχα θρη­
νησει Πολύ, ήταν μια ΠροοΠτική Που με γέμιζε με ατιρό­ ομενη χαρά και ευεξία. Ξεκίνησα για τα Μέγαρα το ίδιο βρά­ ου. ΠερΠατούσα και νόμιζα ότι σχεδόν δεν Πατάω στη γη.

[55]

ΚΒΦΑΛΝΟ Δ/

«Δύο είναι οι τρόιιοι έκτιάίδευοης κάι ηθικής διά­

Δ

ηοιδάγώνησης: η διδάσκάλίά με τά λάγισ κάι η έμιιράκτη εξάσκηση. Οι άλλοι νομοθέτές, έχο­ ντάς διάφορέτικη άντιληιμη ως Προς άοτό, άιιο­ φάσισάν, έιιιλέγοντάς τον ένο τρόιιο, νά Πάρο­ λέίιμουν τον άλλο· έτσι οι Λάκέδάιμόνιοι κάι οι Κρήτες έκιιάιδέάουν βιωμοτικά, ενώ οι Αθηνάί­ οι κάι οι άλλοι όλοι, σχεδόν, οι υτιόλοιτιοιέἰἔλλη­ νες, ειιιβάλλουν μέ τους νόμους όσοι ιιρέιιέι νά ιιράττέι κάνεις η νά μην Πράττέι, ολινωρώντάς γιά τη βιωμάτικη έκιιοίδέοοη»
» »

ιΩΣιιτιο›:, «Κοτά Ατιιωνος» 2, ι̃Τ3

ιοιν ιεοινιο ινιλει με τη «Θερατινη», μία ενω­ Βμοτία του λόχου μου. Πηγαινε εκεί για να αντικατα­ στησει μιαν αλλη ενωμοτία, Που θα ειιέστρεφε στη Σιιαρ­ ιη, έΠειτα αΠό εξαμηνη Παραμονή στον ι̃σθμό. Συνέχισα μόνος μου μέχρι τα Μέγαρα. Ήμουν Παντα σε εδαφη της ||ελοΠοννησιακης Συμμαχίας, αρα κίνδυνος δεν υΠηρχε. Μετέφερα μόνο τις δυο σκυταλες, το ξίφος και εφεδρικό
ινιεΧΡι

λλιελ

ρουχισμό.

Μετα την αιχμαλωσία του Άγι στην Πόλο, είχα συμμε­ τασχει σε δύο αΠοστολες της ΚρυΠτείας, δρώντας Παντα μόνος μου. Ο βαθμός του Πεντηκόνταρχου μου είχε αΠο­ νεμηθεί μετα τη μαχη της Μαντίνειας, εηειδη είχα οδηγή­ σει, με το βαθμό του ενωμοταρχη, τότε, την ενωμοτία ­­‹Αμυκλαι››, τη δεξια ενωμοτία του λόχου μου, στην κυκλω­ τική κίνηση Που είχε ως αΠοτέλεσμα την ΠλευροκόΠηση της αθηναικης Παραταξης. Τότε ήταν Που είδα για Πρώτη φορα τον τρόμο και το φόβο του θανατου στα ματια των αλ­ λων, των Αθηναίων, καθώς εμείς Προσεγγίζαμε, με βημα ρυθμικό, φωναζοντας διαρκώς «αλαλα», βροντώντας τα Πό­ δια κατω, του αυλού να μας συνοδεύει, καλυμ­ μένοι μέσα σ) ένα σύννεφο σκόνης, αΠαλλαγμενοι αΠό κα­ θε αίσθηση φόβου, τελείως ελευθεροι αΠό τα ανθρώΠινα. Ο φόβος των Αθηναίων οΠλιτών μ” εκανε να τρομαξω. Γιατικ
[59]

φοβούνταν τόσο Πολύ ένα φυσικό φιιινιηιενο, όιιως είναι ο θανατος; ”Γι εκιτιαίδευση τους είχε δοθεί, Μου φανηκε Πε ρίεργο αυτό Που έβλεΠα, Περίεργο και ακα τανόητο, αρα τρο μακτικό. Αφού δεν ήταν εξοικειωμένοι με την ιδέα του θα νατου, τι την ήθελαν τη μαχη; Αμέσως μετα τη μαχη της Μαντίνειας και την Προαγω γή μου έφυγα για την Αττική. Γιγκατασταθηκα στις υΠώ _ ρειες της Παρνηθας, κοντα στο φρούριο της Φυλής και κα τέγραφα τις δραστηριότητες των Αθηναίων. Η δραση μου ήταν κυρίως νυχτερινή. ”Γην ημέρα κοιμόμουν ή κυνηγού σα στην Παρνηθα. Έζησα μόνος για έξι μήνες ΠερίΠου ”Γρεφόμουν με το κυνήγι, ζούσα σαν αγρίμι. Όσες Πληρο φορίες συγκέντρωνα τις Παρέδιδα ο ίδιος στον εΠικεφαλή Ἱ της δύναμής μας, στον ισθμό, και αμέσως μετα εΠέστρεφα Παλι στην Παρνηθα. ῖἶιίχα συνηθίσει Πια να ζω μόνος μου Δεν αισθανόμουν καμμία έλλειφη ανθρώΠινης Παρουσίας. Κανένα κενό. Μου αρεσε αυτό. Γιατί μου αρεσε, όμως, Ζευγαρι με ανδρα για τη μαχη ζευγαρι με γυναίκα για την κοινωνία. Αυτό ήταν το δόγμα της Πόλης. Μοναχική Πορεία στην ζωή δεν ΠροβλεΠόταν Για να Πολεμούμε αΠοτελεσματικα έΠρεΠε να έχουμε συ νοχή στην φαλαγγα. Για να έχουμε συνοχή στη φαλαγγα ” έΠρεΠε ο καθένας να Προστατεύει Πρώτα το διΠλανό του και μετα τον εαυτό του, αρα η «ταύτιση» των Πολεμιστών μεταξύ τους, ανα ζεύγη, ήταν αναγκαία. Φιλαυτία και αυ _ / ταΠαρνηση δεν συμβιβαζονται. Ο καθενας όφειλε να χαθε ] μέσα στον αλλο, να αηορροφηθεί αΠό τοναλλο, τόσο ώστε να φτασει να νοιαζεται Περισσότερο για εκεινον, Παρα για τον εαυτό του. Το ίδιο, ΠερίΠου, συνέβαινε και με τις γυ ναίκες. Ψυχική ταύτιση με αυτές δεν ζητούσε η Πόλη, ούτε
Γ

ι·μωτα, αγατιη και αλλα τέτοια ανούσια συναισθήματα ζη­ ιοιι̃σε· τα ζευγαρια, όμως, ανδρών και γυναικών ήταν ακα­

ιιιλυτα δια βίου, έτσι ωστε να διευκολύνεται η Προσφορα ιιγιών Παιδιών στην Πόλη, χωρίς, όμως, οι ανδρες και οι γυ­ ιαίκες να είναι αιχμαλωτοι ο ένας του αλλου. Κανένας λό­ γης δεν υΠήρχε γι, αυτό· αφού έρωτας δεν υΠήρχε, αρα δεν ιιιιήρχε ζήλεια. Η μοιχεία δεν αΠαγορευόταν και η Πρό­ οκαιρη εναλλαγή συζύγων Οργανωμένη ιαιινωνλίαδ ήταν, τότε, η Σιτιαρτη, όχιτυχαία συγκατοίκηση μεμονωμένων οικογενειών. Η οικογένεια, για μας, δεν σή­ μιιινε κατι το ιδιαίτερο, αφού μόνη Πραγματική οικογένεια μας ήταν η Πόλη συνολικα. Έτσι, οι οινύτιανδροι Πολεμι­­ ιι τες, αΠό μια ηλικία και μετα, ήταν στη Σηαρτη αντικείμε­
χλευασμού. ίίλση Προσφορα κα̃αιγγκγαχχείχγανγνστη/μαχη, η ιιιιροθυμία τους για τεκνοΠοιία, τους έθετε στο Περιθώριο. Χιιιρίςω̨ζιἶαθιδδιδα ηλτιόληδ δενθμτιορούσε να ειιιβιώσει. Αντικοι­ νωνιικούς τους θεωρούσαν τους ανύηανδρους και χειρότε­ μη κατηγορία αΠό αυτή δεν μτιορούσε να υιιαρξει. Ήμουν ήδη τριαντα ετων και ανύΠανδρος. Έ]Πειτα αΠό 2­ ι χρόνια θα αρχιζαν εναντίον μου οι ψίθυροι και λίγο μετα οι ιμίθυροι θα γίνονταν βοή, οχλσγωγία, Που θα μζ έζωνε ιμιό Παντού. Δεν μζ ένοιαζε, όμως. Τουλαχιστον δεν μ) ένοι­ ιιιγιτ ακόμα. Μετα την εξαφανιση του Αγι έκρινα ότι η μο­
να

7

­

ιιιζια ήταν Πιο ελκυστική, Πιο γοητευτική
οι ‹ινθρωΠοι.
·

αΠό καθε αλλη

»

×

»

×

μαμουσία, ανδρική ή γυναικεία.ΈΠαιμαν να μζ ενδιαφέρουν , κ | | κ Ουτε τη συντρσφια τους ηθελα, ουτε την αγα­
μη τους αναζητουσα, ουτε
,

ια

την οΠοιανδηΠοτε σωματική ί του ί γι, ιιιιφη, με εξαιρεση μονο τη ι ονικη, τη συζυγο μονη ανθρῶιιινη Παρουσία Που μου θύμιζε το συνοδοιηό­ ε μο της Παιδικής, εφηβικής και νεανικής μου ηλικίας. Γι) αυ­

[60]

[δι]

τό οΠ0ζητούσο τιο μονοχικέο οιηοοτολέο κοι, όσο Πορέμε­ νο στη Σῃάρι̃η κστοῃςούσο στο σψοευ̃όῃεὁοα̃ αφού χωρίς

Αυνοοο­ Ή μηΠοοο ετνοτἐ Δεν μΠοοουοο νο ξεοτολυντο­ Ακο· ιι›ιιθ‹›ύσο Πιο ενστικτώδη εσωτερική Πορείο, Περο οΠό τον
τ|υ`νΧο τηο λοντκηο Ποτ ουτο οεν ητον οοοοτο­ Ή μηΠτοο ιιι ον; Μήηως, Πόλι) σκεφτόμουν Πολύ, Πιο Πολύ οτι” όσο

σύζυγο δεν εττιτρεττῖότον νο εχω οικίο. Η/εμΠειρίο στις ύιῖώρειες της Πόιρνηθος με είχε φερει στο όριο μιοη συ­ νεχόμενης διονοητικής εκστοσης. Η οηούσίο Προσώτιων ήτον λύτρωτική. Πλησίοζο κοθήμερινόι τις εσχοτιες της ον­ θρὡτιινης οντίληψης, εκεί Πού ορχίζει ο κόσμος των ηρώ­ ων. Η σύνομιλίο με τον εουτό μομ είχε βοθύνει, ήτον ειλι­ κρινεστερη, Πιο οιτιοδοτική. Στη μονοξιό δεν οτιόρχει ιμεμο. Όλες οι τμεύδοισθήσεις ονοιιρούντοι κοι μενει μόνο η ολή­ θειο, γυμνή, οροτή, Προσενγίσιμη κοι δύσβοστοκτη. Έῖβλε­ Πο γωνιές της ιμοχής οδιόροτες κοι όννωστες μέχρι τότε. Ήτον ούτος, ορογε, ο δρόμος τού Ηροκλή, ο δρόμος της ορετής; Κοι εκείνος μόνος του Πορεύότον, χωρίς ύΠοστύ­ λωμο. Το οΠοστιολώμοτο είνοι οτιοροίτητο μεχρι νο στοθείς στο Πόδιο σού, σκεφτόμουν. Ότον ονδρωθείς Προγμοτι­ κό, ότον ορχίσει νο φωτίζετοι μεσο σού η Προγμοτικότητο, η Πορείο Προς τους θεούς δεν μΠορεί Πορό νο είνοι Πορείο μονοχική. Δεν ύηορχούν βοήθειες εκεί. Ούτε δοσκολομ ού­­ τε μοθητες. Ποιος νο σε βοηθήσει; Κόθε συνδρομή ον­ θρώΠινη σε φερνει Πίσω) οντί νο σε Προωθεί. Ἑὶίνοι οντι­ κοινοκοκή μκιτετοκιονττομμηιΝοτηζο›νοι.Τιολλο μηο­ ρούσο νο κόνω, όμως; Ανόιτιη κοι ενδιοφερον γιο μεμονω­ μενοιις ονθρωηοιις δεν μΠορούσο νο δείξω, με μόνη εξοί­ ρθση φυσικά, τον Άγι̃ϋ Ο λόγω) ξθκόθοροα̨ Ήμουν μοθη­
μένος νο ονοτιώ ορχές, οξίες κοι ιδονικόι, νο ονοηώ την Πόο λη ολόκληρη, σον ενιοίο σύνολο, όρο το συγκεκριμένο ότο­ μο, εκτός οτιό τον Άνι, κινούσον το ενδιοφερον μου όχι
εξοτομικεύμενο7 ολλόι σον μερη ούτής της ολότητος. Δεν εί­ νοι οντικοινωνικό ούτό, σκεφτόμουν κοθώς βόδιζο γιο το
[ΘΖ]

Μοζοτον; «Αν την ώοο τηο μοΧηο οτίεφθεττε Πώο νο οΠο· ψυνετε το οοου Που εΠεοΧετοι, το δορυ ουτό θο σος χτυ­ ιιηοικι», μος ελενον. «Δεν Προλοβοίνετε νο σκεφθείτε. Η το­
«ι

νο­ιιτο εηελευοηο του Πληνμοτοο ετνοτ Πτο νρηνοοη οοο τον οΧεοτοομο τηο οττοφυνηο­ Ρτ ουτο μη οκεφτεοτε­ Αντε υιιοο”τε Ποτν οΚεφτεττε› ολλοτώο Θο οκοττοθεττε­» Όλη η ετο Ποτοευοη μοο ο", ουτο οΠοοΚοΠουοε­ Σκληοηι οτμοτηοη λίοτ Πητονη ΠοοΠοοοοτίευη ντο την ενοτυςτὡοη οντίοοοοη οΠε­ ιιιντι στο χτύηημο Πού ερχότον. Οι οσκήσεις σ” ούτό οτιε­ ιτυηον­ Στην υΠοκοτοοτοοη τηο οκετυηο οΠο το ένστικτο­ το τι ζωη δεν ουνεβοτνε Κοττ οτοτιοοοετυάο· Ζουοομε λιτο Ποτ οοι̃λημενον μοκρτο οΠο μοτοτεο οττολουοετο Κοτ ολοηοτεο ηοονεο ντο νο μΠοοουμε νο ονττοοουμε οτο Πληνμοτοι το Πληνμοτο τηο ζωηον με τον τοτο ενοτυίτώοηι ολ­λο οοθο τοο­ Πο­ «Μονο Που ο Κυοτοο ονττητολοο οοο οτη ζωη οεν ετνου ιυηοτοο ολλοο ολλο ο εουτοο οοο ο τοτοοα̃ο μοο ελενον­ «Θο θοοοντοτείτε Πολυ μεΧοτ νο τον κοθυΠοτοξετε› ον το Κο· οκυέρετε Ποτέ ΣκεΠτόμενοιδενι±Πορείο:νο οιηετύχε­ ΠΝ ηώντοο μΠοοεττε· Μη οκεΠτεοτε Πολυ› ζηοτε Πολυ­ Αλ­ ­\οοο› η μοΧη είνοτ Χομενη­» Αυτο ηξεοον ουτο Πτοτευο. ολ· .Μι τώρο σκεφτόμουν Περισσότερο οΠό όσο εΠρεΠε κοι ού­
ι

Πι με ονηΘυΧΟύοΘ­

Ὁτον εφτοοο οτο Μενοοοι ενκοτοοτοθηκο οτην ουοο
του Ποτοοκλου Ποτ Πεοτμενο­ Οι Μενοοείο τυοουοον τουο

Αίυι̃νοτουοι τοτοίτεοο μετο το «Μενοουίο Ψητολομοει Που Πο­ ι”`μΠοοτζε την εμΠοοτΚη τους οοοοτηοτοτητο οΠο το οθη­

[θἔ]

ναῖκα λίμανία. Όση βοήθεία χρείαζόμουν, ήταν δίατεθεί­ μένοί να μου την Προσφέρουν αΠλόχερα, αλλα Προς το Πα­ ρόν δεν χρείαζόμουν καμμία βοήθεία. Τους είΠα ότί θα έρ­ χονταί συνεχώς αγγελίοφόροί αΠό τη Θήβα, αΠοκρύΠτο­ ντας την Πραγματίκή Προέλευση των αγγελίοφόρων, καί το μόνο Που ήθελα ήταν τροφή, ένδυση καί υΠόδυοη γί” αυ­ τούς, αν το ζητούσαν. Οί δύο αΠελεύθεροί, ο Λυσίμαχος καί ο Μέλων, ήρθαν Πραγματί την εΠόμενη μέρα, λίγες ώρες μετα το ξημέρω­ μα. Τους θυμόμουν Πολύ καλα αν καί είχαν Περασεί δέκα χρόνία αΠό τα γεγονότα στην Πύλο. Αυτοί, βέβαία, δεν με θυμούνταν. Τότε ήμουν ένας νεαρός οτίλίτης αναμεσα σε μερτκές εκατονταδες αλλους. Δεν είχαν κανένα λόγο να με θυμούνταί. Βκείνοί, αντίθετα, ήταν οί ήρωες της εκστρα­ τείας ολόκληρης. Όλοί Παραταχθήκαμε ενώΠίόν τους γία να τους στεφανώσεί ο βασίλίας. Ήταν αναλώοίμοί, γίζαυ­ τό τους στείλαμε εβδομήντα μία νύχτες συνέχεία στη Σφα­ κτηρία, μόνο Που αυτοί αρνήθηκαν να αναλωθούν, εκ­ Πλήσσοντας τους Παντες. Τους ρώτησα γία την καταστα­ ση στην Αθήνα, γία τίς συνθήκες δίαβίωσής τους, γία τυ­ χόν κίνδυνο αιτοκαλυφης, είτε των ίδίων είτε των σημείων εττίκοίνωνίας, αλλα οί αΠαντήσείς τους ήταν καθησυχαστί­ κές. Μου έδωσαν τη δερματίνη λωρίδα με το μήνυμα του Άγί καί του Βρασίδα. Την τύλίξα στην σκυταλη ΝΑΒ κατ
δίαβασα:

νωηματίκή αΠοιμη, αλλα αηαραίτητη γία τη δίασφαλίση της υυθεντίκότητας του μηνύματος. Πήρα μία αγραφη λωρίδα, ίην τύλίξα γύρω αΠό τη σκυταλη καί έγραφα:

ί<Συγκεντρώστε Πληροφορίες γία τη σχεδίαζόμενη ίερο­ ουλία. Ο Βρασίδας να έρθεί στα Μέγαρα, μόλίς λαβετε το μηνυμα».
Ο Λυσίμαχος καί ο Μέλων Πήραν τη λωρίδα καί έφυγαν αμεσως, γία να την τοΠοθετήσουν στο σημείο εΠίκοίνω­
τ

ίας. Η τοΠοθέτηση αυτή θα γίνόταν, φυσίκα, τη νύχτα.
ο

«Αρχίζουν Προετοίμασίες γία σίκελίκή εκστρατεία. Βντεί­ τ τ νεταί η αντίθεση των ολίγαρχίκών. Λήδα αναφερεί συνεχείς

συσκέψεις. Προετοίμαζουν ίεροσυλία γία την αΠοτροΠή της εκστρατείας. Ορθόν». Η λέξη «ορθόν» ήταν, φυσίκα, εκτός του κείμένου αΠό
[64]

Βρασίδας θα δίαβαζαν το μήνυμα ξημε­ ρωματα καί, λογίκα, ο Βρασίδας θα ερχόταν στα Μέγαρα το Πρωί της εΠόμενης μέρας. Ήτσί, ακρίβώς, έγίνε. Έφτασε λίγο Πρίν το μεσημέρί. .\ί·ν τον θυμόμουν Πολύ καλα/Ηταν ένα χρόνο μίκρότερος υίίό εμένα. Άλλη ίλη στην εκΠαίδευση, αλλος λόχος στην ί ίυλο. Στην Πρώτη μαχη Που έλαβε μέρος αίχμαλωτίστηκε, υίίως καί ο Άγίς. Δεν φαίνονταν, όμως, Πανω του τα ίχνη ίης αίχμαλωσίας. Ήταν ακμαίος σωματίκα, ακμαίος ψυχί­ ί­.‹ί. Μου έκανε εντύΠωση αυτό. ¬­ Σε βλέΠω σε καλή κατασταση, είΠα. ­ Βίμαί σε καλή κατασταση, αΠαντησε. Αλλίώς δεν θα μίίορούσα να συνείσφέρω γία την εΠίτυχία της αηοστολής. |·Ιίμαί υηοχρεωμένος να δίατηρώ το σώμα καί την ιμυχή μου υγίή. Δίαφορετίκα, θα αΠοτύχω. Η Πόλη, όμως, δεν μίίορεί να δεχθεί την αΠοτυχία σε μία τέτοία αττοστολή. Αν οι Λθηναίοί ετίίκρατήσουν στη Σίκελία, αν καταβαλουν τους Ἡίρακούσίους, ο Πόλεμος γία μας θα έχεί χαθεί. Η ΣΠαρ­ τη θα μετατραΠεί σε μία αΠο τίς Πολλές Πόλείς της Αθη­ ναϊκής Συμμαχίας, φόρου υΠοτελής στους Αθηναίους. Τί, αυτό είμαί σε καλή κατασταση καί θα Παραμείνω σε καλή
ο

ίίὶίοί

Ἀγίς καί

[65]

κατασταση, μέχρι να τελειώσουμε. Μετα, όταν γυρίσουμε στη Σηαρτη, εκεί Πια θα έχω Παλι την Πολυτέλεια της στε­ ναχώριας, των τύψεων και της ντροτιής. "Γώρα όχι. ­ γΠοκλίνομαι μΠροστα σίαυτή την αντίληψη. Χαίρομαι για σένα, Βρασίδα. γΠοθέτω, όμως, ότι ο Άγις δεν ασΠα­ ζεται τις αΠόψεις σου. ­ Όχι. Αυτός είναι κλεισμένος στον εαυτό του, μονολο­ γεί, καταθλίβεται, κατατρύχεται αΠό εμμονές και οι τύψεις τον ταλαιΠωρούν ασταματητα. Δεν μΠορεί να αΠοδεχθεί την Παραδοση στη Σφακτηρία. «Άφησα κατω την Ου̃ιι̃ίδα και Παρέμεινα ζωντανός», λέει. «Για Ποιο λόγο; Γι αξία έχει η ζωή μου Πια, Όταν φεύγαμε για την Πύλο, στην Πρώτη εκστρατεία Που θα συμμετείχα, η μητέρα μου, δίνοντας μου την ασΠίδα, είΠε: “ο Πατέρας σου την έφερνε Παντα Πί­ σω. Να την φέρεις κι εσύ, αλλιώς να μη γυρίσεις καθόλου” Βγώ γύρισα με την ασΠίδα, μετα αΠό τέσσερα χρόνια, Ολ­ λα η μητέρα μου αρνήθηκε να την Παραλαβει. Την θεω­ ρούσε μιασμένη. Μόνος μου την κρέμασα στον τοίχο. Τα ίχνη της ατίμωσης είναι Παντα ανεξίτηλα Πανω μου. Δεν έσβησαν στη Μαντίνεια. Δεν θα σβήσουν Ποτέ. Η κόρη Που έγινε γυναίκα, δεν μΠορεί να ξαναγίνει Παρθένα. Το ίδιο ισχύει και για μένα». Αυτα λέει. ­ Βσύ Πώς αντιδρας; ­ ΠροσΠαθώ να τον συνεφέρω, ΠροσΠαθώ να του εξη­ γήσω ότι αυτή είναι σταση αντικοινωνική, σταση εγωιστι­ κή, η Πόλη σε έχει συγχωρέσει, του λέω, η Πόλη σε έστει­ λε σε αΠοστολή, τι Περισσότερο θέλεις για να ησυχασεις, μη βασανίζεσαι Πια, αρκετα βασανίστηκες. Δεν δείχνει να κα­ τανοεί, όμως, αυτούς τους συλλογισμούς. «Η Πόλη με έχει συγχωρέσει», λέει, «αλλα εγώ δεν έχω συγχωρέσει τον εαυ­
[δδ]

ιο μου, δεν μου αρκεί η συγχώρεση της Πόλης, υιιακουσα οι· ιιαρανομη διαταγή, τίΠοτα δεν με αΠαλλασσει αΠό αυ­
ιο. ΟυδέΠοτε θα ατιαλλαγώ αΠό τις τύψεις, αδικα μου φέρ­ ιιιικαν οι Μοίρες, αλλα κι εγώ δεν ανταηοκρίθηκα καταλ­

ιιιλα, δεν έΠρεΠε να Παραδοθώ, ήταν λαθος μεγαλο». "Γο­ νιςω και ξανατονίζω ότι η σταση αυτή είναι εγωιστική, αρα αντικοινωνική κι αυτός είναι ο μόνος ισχυρισμός μου Που οι­ιχνει κότιως να τον σιινεφέρνω ­ ”Γι συμβαίνει μ” αυτή την εταίρα, τη Δήδα; ­ Εὶίναι αναμεικτη η εικόνα Που έχω. Καλή και κακή. Το ι­,ιιλό είναι ότι αντλούμε Πολύτιμες Πληροφορίες αΠ) αυτήν ιη γυναίκα, το κακό ότι ο Άγις Παρασύρεται όλο και βαθύ­ ωρα σε μία συναισθηματική φόρτιση εΠικίνδυνη τόσο για ιων ίδιο όσο και για την ατιοστολή μας. ε Πες μου τι ακριβώς στιμβοιινεῃ ­ Δαβαμε εντολή να Προσεγγίσουμε και να διεισδύσου­ μι· σε μία αΠό τις εταιρείες των ολιγαρχικών. ­Τι είναι οι εταιρείες; ­ Όμιλοι, μυστικές ομαδες ολιγαρχικών, με Πολιτικα κί­ νιιτρα και βλέψεις. Ασχολούνται μόνο με την υΠονόμευση ιιις Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Τελικό στόχο, έχουν, φυσι­ ι­κι, την καταληψη της εξουσίας. Είναι φιλολακωνες. ῖ:ἶΠι­ ἱιιωκουν τον τερματισμό του Πολέμου. Γιατί είναι φιλολακωνες, Πιστεύουν ότι το δικό μας Πολίτευμα δεν είναι δημο­
Δ.

τμιιι,·ιιςό_
.

Γιατι το Πιστεύουν

Οιτιτό; Ιη̨̃ιντιι

ανόητο,

­Ίσως εΠειδή διατηρούμε το θεσμό της βασιλείας. ­ Δεν ξερουν ότι οι δύο βασιλείς είναι μόνο εΠικεφαλής του στρατού και αΠλα μέλη της Γερουσίας, χωρίς αλλες
[θ?]

εξουσίες; Δεν ξέρουν ότι υΠόρχει η ΑΠέλλο κοι κάθε ση­ μοντική οΠόφοση ΠρέΠει νο ληφθεί εκεί, ­ Το ξέρουν. Ξέρουν, όμως, ότι στη ΣΠόιρτη δεν υΠόιρ­ χουν Πολιτικές Ποροτόιξεις. Κυβερνούν η Γερουσίο κοι οι Ήφοροι χωρίς οντιΠολίτευση
έ ' ” ι Νου υλλυ Ο] Γερυυσι̃υυτεδ κου Ο] Βφοροι̃ εκλεγολ/το οΠό την ΑΠέλλο. "Γι ολιγορχικό έχει ουτό; _ τ η έ έ ί ί διο­ Τυι̃υτυι υλλυ υυυυυςἶ υτσι̃ τους συμφερει̃ κου ετσι̃ δΐδυυλυ υῃ η Πόλη μυς) δηλυδήι ευ/Ου υλι̃γυρχυςἠ Βξυῃη ρετεί ουτός ο ισχυρισμός τις δικές τους Πολιτικές εΠιδιώ­ ξεις. Γνωρίζουν ότι δεν οντοΠοκρίνετοι στην Προγμοτικό­ τητο, ολλόι Πορ” όλο ουτό εΠιμένουν. Αυτοί, όμως, είνοι Πλουσιοι, είνοι οριστοκρόιτες. Στη Στιορτη ουτε Πλουσιοι υΠορχουν, ουτε οριστοκροτες. Μονη οριστοκροτίο Που δεχόμοστε είνοι η οριστοκροτιο της ορετης.

Πώς) όμως) εε]σΟρρΟΠ0ύντΟῃ Οριθμηῃκύ με τους Πολλούς μη Πλούσι̃ουςἑ

Ο]

λίγο] Πλού­

_

=

·

ε

| τ διομορφωνοντος υΠερ τους, τελικο, την ιι̃ιιοιμη ονθρώΠων Που ονηκουν σε όλλες κοινωνικές τάξεις | | , | | οιιο τη δικη τους. Βτσι, εΠιβιωνουν Πολιτικο κοι εΠιβιω­ νουν με τέτοιο άνεση, ώστε νο οΠειλούν οκόμο κοι με κο­ ωλυση Δημοκροτίσςῶ
ω

| νο ιι·οροΠλονουν,

Δεν εξισορροΠούντοι. Οι ολιγορχικοί είνοι λιγότεροι. ίὺχουν, όμως, τη δύνομη του Πλούτου στο χέριο τους. Άρο μιιορούν νο δελεόιζουν, νο Ποροσέρνουν, νο εξονοροζουν,
|

­

­ Ποιο είνοι θέμο Ποιδείος,

Άρο, είνοι Θέμο Ποιδείος.

Η Οωοφυγή της Ποροωλόνησης

Π0λλών_

Αιπό δεν

Μῃες; Ο] Πλούσι̃οι̃, έχοντος τη δύναμη του Πλούτου) Ποδη­
γιετούν Πολιτικό τους όλλους. Άρο, η Ποιδείο των Πολλών υίνοι Πλημμελής Πολιτικό, νι' ουτό κοι η Ποροιιλόνησή τους Ρἱνω εφι̃κτή Προκῃκό.

Αρετη στη ζωη> υρετη συι̃ υυχη· Αυτυυς εΚλ8γΟυμε° τους ενο­ ρετους. Ί”ι σχεση εχει το δικο μος Πολιτευμο με τις δικες τους
Πολπυδευ υῃοψει̃ςἔ Πυλες ευ/Ου υῃυψει̃δ Ἑυυς: Πρυγμοτυ

­ Πολύ οΠλές. Οι Πλουσιοι μονο δικοιουντοι νο κυβερ­

νυυν· Αυτη ευ/Ο" η κυρι̃υ Πολπυςη τους θεση Ολο το αλλο Που λενει γι̃υ νυ συσκυτι̃σουν την Πρυγμοτυςοτητου ει̃νου φτιοσιδωμοτο, ωροιοΠοιηση φτηνη Που δεν Πειθει Πορο έ έ έ ' μονο εκεινους Που εχουν ίν. Θέλουν συμφερον νο Πειστου
νο εΠιβόλουν στους συμΠολίτες τους ένο Πολίτευμο Που θο

κοι την Ποιδείο την ελέγχουν οι Πλουσιοι, οιιότε τι νόημο έχει νο συζητόιει κονείς γι) ουτήν; "Γην κο­ τουθυνση, τον τόνο, τον Προσονοτολισμό της Ποιδείος, τον δίνουν ουτοί, οι οριστοκρότες, όρο οι Πολλοί δεν έχουν κομ­ μία διέξοδο. Βίνω Πολῃῃκοί οῖχμόλωτοι̃. Το ονῃλομβονομω ε Βυτυχως Που στη δι̃κη | μας Πολη
ω ω

­ Νοι, ολλο

συμφερυνυυ Ἑων ίυγων 8υκυτυστυἘων° σε βάρος των Πυλλώνι υυτών Που με μυ] Μξη ουοκολου­ ντοι «δημοκροτικοί».
Ἑυ

8ξυΠηρ8τ8] μονο

” Μλυυυλ/του υυτυδ Ο] δυο Πυρυυυξεκυ ­ Μισούντοι θονόσιμο. Βίνοι ικονοι νο φτοσουν σε εμ­
φυλλο Πυλευυ·

δεν υτιορχουν νομίσμοτο, ορο δεν υΠορχουν ουτε Πλουσιοι ουτε φτωχοί. Αλλιώς θο είχομε κοτοντησει κι εμείς σον τους Αθηνοίους. Χωρισμένοι σε δυο Ποροτόιξεις. ΣυμΠολί­ ιιτς Που φοτριόζοντοι κοι ολληλομισούντοι. Ηίνοι Πορολο­ γιομός. Πολιτικη βορβορότητο είνοι ουτό. Δεν μΠορώ νο το κοτονοήσω. Μίσος ενοντίον του γείτονόι σου, του συγγε­ νους σου, του οδελφού σου, μόνο κοι μόνο εΠειδή έχει όλ­

[δδ]

[69]

λες Πολιτικές αΠόφεις, Τι νόημα έχει, Πιατί κατοικούν στην ίδια Πόλη, ­ Δεν είναι μίσος εξαιτίας των διαφορετικών αΠόιμεων. Αυτή είναι η εξωτερική, η εμφανής Πλευρα του φαινομέ­
νου. Μη σε ξεγελαει. 'Ρο μίσος οφείλεται στα διαφορετικα οικονομικα συμφέροντα Που έχει ο καθένας τους. Αυτα εί­
ναι Που τους οδηγούν σε αντικρουόμενες Πολιτικές θέσεις, δηλαδή σε εμφύλιο σΠαραγμό. Άρατορχρήμα και η συσσώρευσή του δημιουργούν το

την αναληψη κινδύνου στο εμΠόριο και τη ναυτιλία. Κατι

­

Πρόβλημα.

ότι είχε δίκιο ο Λυκούργος, όταν αΠαγόρευε, ουσιαστικα, το χρήμα στη ΣΠαρτη. Πίχε δίκιο, εΠιβαλλοντας νομίσματα τόσο μεγαλα ώστε να είναι αΧρη­
στα.

­ Ακριβώς. ­ γΠοθέτω, λοιΠόν,

­ Δίκιο είχε όταν εΠέβαλλε την Περιουσιακή ισότητα, την

ισότητα των κλήρων. ΠρέΠει να ζήσεις στην Αθήνα για να καταλαβεις Πόσο δίκιο είχε. Οι ανθρωΠοι αυτοί έχουν την Περίεργη μανία να θεωρούν σημαντικούς εκείνους Που έχουν Περισσότερα χρήματα αΠό τους αλλους. Οι Πλούσιοι, αντί για χλευασμό, εισΠραττουν καταξίωση και Πανδημη αναγνώριση. Το γεγονός ότι κατέχουν μεγαλύτερη μερίδα της Πόλης σε σχέση με αλλδυς συ­ του τουφδενΰφαίνεταιναΪενοχλεί κανένανβακἶἶμα και

ειἔίιἶοἶςζ­Που στερούνται τα στοιχειώδη αγαθ”αἶΠαρακο­ λδἦντδαςΔδαδΠοθίείςδτη ματαιηδσυσσώρευσή τους στη δι­
Πλανή οικία.

καταξίωση των Πλουσίων θα είχε μια καΠοια λογική αν Περιοριζόταν οί εκείνους Που δημιούργησαν τον Πλούτο τους με ΠροσωΠική εργασία, με σοφές εΠιλογές ή
η

­ Αυτή

τέτοιο θα το καταλαβαινα καΠως. Πιο όσους, όμως, κληρο­ νόμησαν τον Πλούτο των γονέων τους, γιατί υΠαρχει κο­ ταξίωση, Δεν ξέρω. Το βέβαιο είναι ότι υΠαρχει. Θαυμαζουν τα ιιαιδια των Πλουσίων, ενώ εμείς αντίθετα δεν οΠοδίδουμε καμμία ιδιαίτερη τιμή στα Παιδια των εναρετων συμΠολι­ τών μας, αν αυτα δεν αΠοδείξουν έμΠρακτα ότι φέρουν εΠαξια το Πατρώνυμό τους. Η κατοχή Πλούτου ασκεί μια ιιαραξενη γοητεία στο αθηναϊκό Πλήθος. ΌΠως εμας μας συγκινούν και μας Προσελκύουν οι ανδρείοι και οι εναρε­ τοι, έτσι και αυτοί καθηλώνονται ενώΠιον των Πιο Πλού­ σιων, αλλα και των Πιο σοφών. Σοφών σε τι, ­ Σοφών σε γνώση. "Γι γνώση, Γνώση χωρίς εμΠειρία; Θεωρητική γνώση; Δεν αΠαιτείται εμΠειρία. Αρκεί η γνώση. ­ Γνώση χωρίς εμΠειρία, Πώς γίνεται; ­ Γίνεται. Αυτοί έτσι Πιστεύουν. Ποιητές και φιλόσοφοι είναι οι ήρωές τους, ακόμα και αν αυτοί στην ΠροσωΠική τους ζωή Πολύ αΠέχουν αΠό τον εναρετο βίο, όΠως εμείς τον εννοούμε. Βέβαια, υΠαρχουν και εξαιρέσεις. Ένας στρα­ τηγός τους, ο Θουκυδίδης, σε δυσμένεια τώρα, ασχολείται με τη συγγραφή των Περιστατικών του Πολέμου. Αυτός, σί­ γουρα, έχει εμΠειρία. Ένας αΠό τους σοφούς τους, ο Σω­ κρατης, λένε ότι έχει Πολεμήσει, ενώ στην ΠροσωΠική του ζωή ακολουθεί εναρετα ίχνη, αντίθετα με τους αλλους. ­ Πίναι Περίεργα όλα αυτα. Δεν έχω Παει Ποτέ στην Αθή­ να, αρα με δυσκολία τα κατανοώ. Πλούτος χωρίς μόχθο, σο­ φία δίχως αρετή, τι νόημα έχουν,

­

­

­ ­

/|/Π~`_/.­­¬....„..μ­·­­

Η

ή

””`τ`

­

ι

ΠΟ]

[Ἡ]

­ ῖΐιίναι διαφορετική η κοινωνία τους αΠό τη δική

μας.

την εταιρεία Παρακολουθούμε, γνωρίζοντας ότι όλες οι ολι­

Πολύ διαφορετική. ­ Οι εταίρες τι θέση έχουν σ' αυτή την κοινωνία, ­ Πρωταρχική. Εὶίναι εΠαγγελματίες του έρωτα. Προ­ σφέρουν αγαΠη έναντι αμοιβής. ­ Άρα ψεύτικη αγαΠη, εΠίΠλαστη. ­ Ναι. Φυσικα. Δεν ενοχλεί, όμως, αυτό κανέναν. ­ Ποιο είναι το όφελος αν σ" αγαΠούν εΠειδή Πληρώνεις,
αν σε αγαΠούν χωρίς να σε σέβονται,

αφού και η ζωή η ίδια ψευδαίσθηση είναι, αρα η Πληρωμένη αγαιιη, μια ψευδαί­ σθηση μέσα στην ψευδαίσθηση. ­ Ασφαλώς. Δεν μΠορούν, όμως, να κανουν αλλιώς. Οι γυναίκες τους είναι έγκλειστες στις οικίες, σε αντίθεση με τις δικές μας. Δεν βλέΠουν το φως του ήλιου. Όργανα τε­

­ Βίναι ψευδαίσθηση ζωής. ­ ΔιΠλή ψευδαίσθηση, λοιΠόν,

κνοΠοιίας, ελασσονος ηδονής και οικιακής εργασίας είναι οι γυναίκες τους. Δεν έχουν καμμία κοινωνική καταξίωση, αντίθετα με τις γυναίκες στη ΣΠαρτη. Δεν τις σέβονται οι Αθηναίοι. ­ Σέβονται τις εταίρες Που Πληρώνουν, αλλα δεν σέβο­ νται τις συζύγους, Που οι ίδιοι εΠιλέγουν για συντρόφους ζωής; ­ Βίναι Παραλογο, αλλα είναι έτσι. ­ Αυτή η εταίρα, η Αήδα, τι σχέση έχει με τον Αγι, ­ Μονομερής σχέση λατρείας είναι. ­ ΑΠό την Πλευρα της; ­ Ναι. Ο Άγις την Πλησίασε μόνο και μόνο για την αΠό­ σΠαση Πληροφοριών. Ηίναι η <<εΠίσημη» εταίρα της εται­ ρείας του Μέτωνος, ενός ολιγαρχικού αστρολόγου. Αυτή
Α

γιιρχικές εταιρείες είναι συνδεδεμένες μεταξύ τους, αρα η ιιαρακολούθηση μίας αΠό αυτές είναι ικανή να μας δώσει ιιιιφείς ενδείξεις και για τις υΠόλοιΠες. Ξέρεις ότι ο Αγις εί­ ναι ιδιαίτερα ελκυστικός για τις γυναίκες, αρα σκεφτήκαμε ότι αυτός θα ήταν ο Πιο καταλληλος για την Προσέγγιση της ι·ταίρας. Φοβόμασταν ότι μια επαγγελματίας σαν κι αυτήν δεν θα του έδινε καΠοια ιδιαίτερη σημασία, αλλα συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Έτσι, τουλαχιστον, φαίνεται. Η γυ­ ναίκα Παρασύρθηκε ξαφνικα σε μία δίνη συναισθηματων ιιρωτόγνωρων σ, εμας. Ο Άγις έγινε μέσα σε λίγες εβδο­ μαδες το Παθος της ζωής της. ΠρέΠει να είχε ζωή στερη­ μένη, αλλιώς δεν εξηγείται τέτοια συμΠεριφορα. ῖἰίναι εί­ κοσι ετών. ­ Ο Ἀγις τι έκανε; ­ Βκμεταλλεύτηκε, όΠως ήταν φυσικό, την Περίσταση για να αντλήσει όσο το δυνατόν Περισσότερες Πληροφορίες. Σχηματίσαμε Πλήρη εικόνα για τη δραστηριότητα της συ­ γκεκριμένης εταιρείας. ­ Ποια είναι η δραστηριότητα; ­ Οι ολιγαρχικοί αντιτίθενται σφοδρα στη σικελική εκ­ ιιτρατεία και σχεδιαζουν ενέργειες για την αΠοτροΠή της. Η εταιρεία του Μέτωνος, για την ακρίβεια, σχεδιαζει αυ­ ιιές τις ενέργειες, με βαση αστρολογικές Προβλέψεις και οι ιιΠόλοιΠες εταιρείες ετοιμαζονται για την υλοΠοίηση των ενεργειών Που Προτείνει ο Μέτων. Προετοιμαζουν μια Πρα­ ζη ιεροσυλίας, τέτοια ώστε να συγκλονίσει την Πόλη ολό­ κληρη, αΠοτρέΠοντας την εκστρατεία. Δεν γνωρίζουμε ακό­ μα τι ιεροσυλία θα είναι αυτή. ισχυρίζονται ότι η εκστρατεία στη Σικελία θα αΠοτύχει, εΠειδή αυτό δείχνουν οι αστρο­
['73]

[72]

λογικές τους Προβλέψεις. Έτσι, λένε, η Πόλη τους θα κα­ ταστραφεί και αυτοί θα αναλαβουν την εξουσία σε μία Πό­ λη κατεστραμμένη και υΠόδουλη σ” εμας, όχι μια Πόλη ακ­ μαία, όΠως σήμερα. Άλλοι, Παλι, φοβούνται, χωρίς να το ομολογούν, ότι η εκστρατεία θα Πετύχει, αρα η Πόλη τους θα κερδίσει τον Πόλεμο και η εξουσία των δημοκρατικών θα γίνει ακαταλυτη. Δεν το θέλουν αυτό. ­ Δεν θέλουν τη νίκη της Πόλης τους; ­ Όχι, αν αυτό ενισχύσει τη θέση των Πολιτικών τους
αντιΠαλων.

­ Πίναι αΠίστευτο. Εἔίσαι σίγουρος; ­ Σίγουρος. Οι διηγήσεις της Δήδας είναι λεΠτομερείς,

αλλα και όλη η ατμόσφαιρα Που εΠικρατεί στην Πόλη συ­

χ

/
Κ

­ Προτι­μουν„“δηλαδη, να ηττηθειη Πολη τους Παρα να | θιγουφνταδικα τους Πολιτικα και οικονομικα συμφέροντα, Π­ Ναι, αυτό Προτιμούν. ῖἶ)ζΔγιδς έχει την ίδια εκτίμηση μέ εσένα, ως Προς το θέ­ μα αυτό; ­ Την ίδια ακριβώς. ­ Ο Άγις μΠορεί να βοηθήσει; ­ Δύσκολη η κατασταση του. Βξακολουθεί να είναι βυ­ θισμένος στις τύψεις του και ΠεΠεισμένος ότι η μοίρα ήταν αδικη γι” αυτόν, όΠως σου είΠα. Πνώ, λοιΠόν, βρισκόταν σ, αυτή την κατασταση, δέχθηκε μια ξαφνική εΠίθεση αγαΠης, αγαΠης χωρίς όρια, χωρίς φραγμούς, ανελέητης. Φοβαμαι ότι έχει αΠοδιοργανωθεί καΠως.
Π

νηγορεί Προς αυτή την κατεύθυνση.

σκέψεων, συναισθηματων και καταστασεων Που δεν μΠο­ ρεί ούτε να αντιληφθεί, ούτε να αντιμετωΠίσει. Τα λόγια της εταίρας είναι Πιο δυνατα αΠό την αντοχή του. Παρα­ υύρεται. Είναι μαθημένος να αντέχει τις κακουχίες, αλλα την καλοσύνη Πώς να την αντέξει, Είναι Πολύ δύσκολο αυ­ τό. Ποιος τον δίδαξε κατι τέτοιο; Η εταίρα τον εξυψώνει, τον κανει να νιώθει ξεχωριστός, ανώτερος, σχεδόν ημίθε­ ος. Τον Περιβαλλει με λατρεία, όχι αγαΠη αΠλή. Δείχνει Πα­ ραδομένη σ, αυτόν, όλη της η ύΠαρξη Παραδομένη, όχι μό­ νο το σώμα της, είναι μια ψυχή Παραδομένη, συλημένη αΠό τον Άγι, αιχμαλωτη. ΠροσΠαθεί αυτός να αντισταθεί, αλλα χωρίς εΠιτυχία ακόμα. ­ ΑνταΠοκρίνεται στον έρωτα της εταίρας; ­ ΑνταΠοκρίνεται τόσο όσο αΠαιτείται για να διατηρηθεί η εΠαφη μαζι της και η ροη των Πληροφοριών. Στην ουσια δεν ανταΠοκρίνεται, αλλα βασανίζεται γι' αυτό. Κανει μέ­ σα του αγώνα μεγαλο. Πριν αΠό μερικές μέρες, μαλιστα, διέκοψε την εΠαφή για να δοκιμασει τον εαυτό του, να δο­ κιμασει κι αυτήν. Αμέσως έλαβε εΠιστολή, η οΠοία τον συ­
γκλόνισε. ­ Δεν είναι ώρα για Παιχνίδια. Ποιος του είΠε να διακό­ ψει την εΠαφή, Χρειαζόμαστε τις Πληροφορίες. Πες του να έρθει αύριο εδώ. Μαλιστα, αΠαντησε ο Βρασίδας.

­

­ ΚαΠως;

­Έχει αΠοδιοργανωθεί. Δεν γνωρίζει Πια τα όρια του ορ­ θού και του λαθους. Βίναι Παρασυρμένος σζ ένα στρόβιλο
[74]

Πδ]

ΚΒΦΑΛΑΙΟ Β/

ΑΓΑΠΗ
«Κάθε ηδονή κοιτ λύτπη εῖνοτ σον ένα καρφί που κοθηλώνετ την ψυχή στο σώμο, την Προσδένετ μ' συτό, την κόινετ εξόιρτήμόι του κου νομίζει̃ (η ψυχή) ότι̃ 8ίνο1 τόχο οληθτνό ουτό Που το σώμα

υήσγορεύει»
ΠΛΑΤΩΝ,

«Φαίδων» 838

Η τα Μέγαρα. Ο Άγις εξακολουθούσε να είναι βαρύς και

ιΧΑΜΒ κΑΘιΣΗι ΚΑΤΩ αι­ιό

ένα μικρό Πεύκο, λίγο έξω αιιό

Μισθυμος. 'Τον κοίταζα τιαντα αμίλητος. Είχα διαβασει την νιιιστολή της εταίρας, είχα ακούσει το τιαραληρηματικό λο­ γιδριο του. Προστιαθούσα να καταλαβω τι του συνέβαινε, αλλα ήταν αδύνατον/ῖῖιτιρετιε να μιλήσω. Δεν ήταν κατι συ­ νηθισμένο αυτό. Δεν συνηθίζαμε, δηλαδή, να συζηταμε,

υιιειδή τιιστεύαμε ότι η χρήση των λέξεων τιεριορίζει και ιιυσκοτίζει την ουσιαστική ετιικοινωνία, τη διανοητική ειιι­ ιαιινωνία, την ετιικοινωνία των ιμυχών. Όταν φτανεις στο σημείο να χρειαζεσαι τη συζήτηση, τη συνομιλία, για να ειιι­ ιαιινωνήσεις με τον αλλο, η Πραγματική ειιικοινωνία έχει ιιιιο τύχει και γι) αυτό ακριβώς αιταιτείται τιια η χρήση του ιιιιοκαταστατου, της λεκτικής ειιικοινωνίας. Η γλώσσα εί­ ναι χρήσιμη και αιιαραίτητη μόνο για τα ατιλα: «δώσε αυτό» η "ιιαρε εκείνο». Αυτές είναι σκέψεις, τιου μιιορείς να τις νκφρασεις λεκτικα. Όταν, αντίθετα, ή ετιικοινωνία εισέρ­ χυται σε βαθύτερα νοήματα, η χρήση της γλώσσας ατιοδει­ ιινύει ότι τους συνομιλητές χωρίζει διανοητικό και ιμυχι­ κό κενό· αφού ατιέτυχαν να αντιληφθούν ο ένας τον αλλον ωιιοιαστικα, καταφεύγουν, υιιοχρεωτικα, στη χρήση των λέ­ ¦_ι·ων. Σωματική έκφανση, όμως, ατιοτελούν οι λέξεις. Όταν οι ιμυχές δεν ετιικοινωνούν, αρκεί η ετιικοινωνία των σω­
[79]

μοτωνὲ Πι̃οτοοονμε οΧΒ νν οοτο μι̃λομο λΐνο Κολ μοο Κο­ οι̃νοοοον Πολλοἶ νομίζοντοο ολο οοοκοπολ νι̃ο Ποοοτονο­ νι̃οοο ή οοονομΐο Χοἠοηο Πι̃ο νλοοοοοο­ ΆλλοΒ οολΒ μοο ετιοινούν με φρόσεις όιιως: «Το λοκωνιζειν εστί φιλοσο­
φοίν»· Ούτε Ψονοίϋ ομωο μοο Ποέοολι οοῖο έοολνοο· ΒΚ· τιοιδευόμοστε κοι διοβιώνουμε έτσι ώστε νο ενερνούμε σον μιο ψυχή, κοτορνώντος ή οιιομειώνοντος την ονο­

στην τιλονη της λεκτικής ειιικοινωνιος, γιο νο ονοιιτύξου­ με, μετοξυ μος. μορφές συννενόησης οιονοητικής, ουσιο­ στικής, ψυχικής, τιέρο οτιό τους φρογμους Που θέτουν οι λέξεις. ῖοιἶχ ουτό δεν έχει νόημο νο με®οοκομ_σε.ις,.„έρχε.ι.νόη­ κοι τιρέτιει νο με νιώ­ μο νο με οειςἶ Θο χρησιμοτιοιήσουμε τις λέξεις μόνο σον οφορμή, οον οκκίνηοη, οον οφοτηοίο.

νκοοοτητο Ροοο οῃοτομένηο Χοἠοηο των λέξεων νλο τη με­ τοξο μοο οοι̃κοι̃νωνΐον Αοι̃ό εἶνοι̃ όλα Τώρου οοωοο οῖην τιερίιιτωση του Ἀγι, η ουσιοστική ειιικοινωνῖο μος, γιο
Πρώτη φοοο› οΐλο διοκοοοΐ οοο νονονοι̃ο Κοονοφονἠ Κοι̃ νι̃ο Ἑοοο οοο› οοο ἠτον οοοοοΐτητο νο Χοοοι̃μοοολήοοομο λέ­ ξεις. ιιροστιοθώντος νο υιιοκοτοστήσουμε ένο διολονο διο­

Πες μου. λοιτιόν, τιρώτο οτι” όλο, η σχέση σου ουτή με την ετοιρο εινοι σχέση βιωμοτική/Βτσι θο την σνόμοζες; Βινοι βιωμο; ­ Όχι βέβοιο. Τι βῖωμο; Προλοβοίνει νο γίνει βιωμοτική μιο σχέση σε τόσο μικρό χρονικο διοστημο; Ἐῖῖνοι οδύνο­
τον­ ΤοΕ_Ξω̨..]ἑ9ι.ἶλλλωστ8ι

­ Συμφωνώ.

νοητικό, τιου φοινοτον νο έχει διορρονει οτιό το γενονότο. Ούτε ενώ μηοροη̨̃σο, με μιο μοτιο, νο οντιληφθώ τι του συ­ νοβολνο οοτο οοι̃δοο μοοοοοοο νο με κονολ νο Κοοολοβοο· Ἀρο έιιρετιε νο κοτοφύγουμε στις λέξεις, ευτελίζοντος κο­
Πωο το οοίοοοο

ιιοοοοοο] χο] Ποζο;
λοΧ]οτον_

ῃοο­ δεγ Πρρϋξφθέξολ μονθ χρονο) οοώ οονψοοοοχοι Αοο ομένο τοο­

­ Τότε τι είνοι; Αγουη/Βρωτος; Πώς θο το ονομάσουμε;
Δ

Τ] οίνοο ογοῃη κο] Π οίνο] έοοποο;

οι̃ο οοι̃κοι̃νωνἱοο μοο› ολλο οον νλνοτον ολ­

­ Δεν ξέρω τι είνοι. Τις λέξεις ξέρω μόνο, όχι σε τι οντι­
σ

λιώς.
_ Ἡ οοο οομβοΐνοι̃ὲ οώτηοο· Τ] οΐνοι̃ οοῖο Ποο βλὡνοι̃οἐ Πώς λένετοι; Ποιο είνοι η ιιερινροφή τοϋ, Ποιο Π εοἴοοοοή

τοιχούν. Ουτε έχω ογοιιήσει Ποτέ κονένον, ουτε έχω ερω­ τευτεί, ον υιιορχει μετοξύ τους κοτιοιο οιοφορο. Δεν μιιο­

ρώ νο κοτονοήσω τη σημοσιο ουτών των λέξεων. Δεν

την

του στην ψυχή σου; Μίλησέ μου. τ Δον ξοοω› Ανηοΐλοοι μου οοοντηοο­ Ποονμοτι̃κο οον ξέρω. Βινοι ιιρωτόννωρο. Πώς νο το ιιερινρόψωἐ Γνοοοίζολο ότι το λόγιο δεν μπορουν νο ιιροσδιορΐσουν κοι νο τιερι­
ο

έχουμε διδοχτεΐ, ουτε την έχουμε βιώσει. ¬ Βλέιιεις, λοιιιόν; Πώς θο συζητήσουμε γιο κοτι τιου οεν κοτονοουμε; Ποιες λέξεις θο χρησιμοποιήσουμε; Τι θο ωι̃μοίνω η κάθε λέξη; Αν δεν αρχίσουμε 0Π› ουτα η συζή­
τηση δεν μτιορεῖ νο ξεκινήσει κον. Δεν έχουμε μοθει νο συ­

νοοΨοον οοτο οονολοθἠμοῖο οοτο βλώμοτο­ Η νλοοοοο οί­ νοο Πολύ οοονομη μοοοοτο οτην Ποονμοῃκοῖητο­ Όοωο ξέρεις τιολύ κολο, είνοι δυσκολο, ον όχι οουνοτο, νο ετιι­ κολνωνἠοελ Κονοίο Χοοοι̃μοοολώντοο μονο λέξοι̃ο­ Γι̃,οοτο› ολλωοῖο μοο έμοθον νο μλλομο λίνο­ Γι̃ο νο μη Ποοοομο
[ΒΘ]

ζητάμε. Έχουμε μοθει νο οντιλομβονόμοστε. ­ Συμφωνώ, οίοοο Αο οοίοοομο χοι̃οοχο τον έοωτο οον
ψυχική έλξη κοι ειιιθυμίο γιο κοτιοιον ολλο κοι την ονοτιη σον έλξη κοι ετιιθυμιο οχι μόνο ψυχική ολλο κοι σωμοτική.

[8ι̃]

ἙΟ

Ειξοτοοοντοτ ωοοοίοϋ οτ οΧοοοτο Ποο οτι̃μτοοονοοντοτ οΠο δεσμό τοϋ οἴμοτθίη̨̃­ ­ Άρα, συμφωνούμε, ότι ο «έρωτας» θα αφορα τις ψυχές

­ θυμασαι τότε, στην εκΠαίδευση, σε ηλικία έντεκα ι· ι.ι£›ν, όταν μας μαστίγωσαν αφού μας συνέλαβαν για κλο­
Νη

ϋροφήῳ

μονο› ενω Π «ονοΠΠ» ττο ΨοΧέο κοτ το οωμοτο­ Νοι, ΘΪΠΟ.

­

ετοοττοηιι ττ οτνοτἐ _ Ήοωτοο τολοτωμονοο­ Ήοωτοο Ποο ολοκληρώθηκε­ Ήοωτοο Ποο οον Χοοτοζοτοτ τΠο› οωοο οτ οοο οοωτοομένοτ εΐνσι Πλέθν ένο­ ΉΧΟΙΝ τουτιοτεἶ­
Π

_ Τοτε

_ Τ] τοΧοοτ οΠ› οοτο ντο μοο τοοο οοοἐ _ Η ει̃οοτι̃ση», τι ολλο νο τοΧοοἩ
Π «ονοΠΠ» Κο] ο «έρωτος» τοτνοον Ποοο ττι̃ν τοοττοΠ› οΠοοκοΠοον οτην «τοοττοΠ»› ολλο οον οτνοτ

_ Βννοοτο οττ

<<τ0ύτιΟΠ»;

_ Ατίοτβωο­

Ότον

οτ

οοο οοωτοομένοτ φτοοοον οτην

ετοοττοηιδ οτον Πλέον οτνοτ Ι­Πο ΨΠΧΠ οτ οοο οωμοτοτ ο «έοωτοο» οΧοτ οκΠλΠοωοοτ τον οκοΠο τοο­ Δον οΠοοΧοτ Χωτ οοο νν οοτον Πτο­ Δον μΠοοοτο νο οΠτθομοτο τον οοοτο οοο­ Βΐνοι Π0ρόλΟγ0.
_ Αοτο οημοτνοτ οττ οοο ονθοωΠοτ οτ «τοοττοτι̃» οον ζτι· λεύουν ο ένας τον όιλλον, δεν εχθρεύονται, δεν μισούνται, ούτε καν Πρόσκαιρα ή στιγμιαία, δεν έχουν αντιτιθέμενες

Ήταν Πολλα τέτοια Περιστατικά. Δεν θυμαμαι σε Ποιο ιικριβώς αναφέρεσαι. Θα σου θυμίσω. Μας αφησαν, καλοκαίρι, δυό μέρες νιιοτικούς και ύστερα μας έστειλαν στις υιιώρειες του Ταύ­ γιττου με την εντολή «κλέιμτε για να φατε>>.Έ}Πειτα αΠό αρ­ ιτι·ι.ή Περιτιλόινηση φτασαμε σε μια αγροικία ειλώτων. Ήταν μεσημέρι και υΠοθέσαμε ότι όΠοιοι βρίσκονταν μέσα στην ιιγρσικία αυτή, αΠοκαμωμένοι αΠό την Πρωινή εργασία και ιιιιοχαυνωμένοι αΠό τη ζέστη, θα είχαν οΠοκοιμηθεί. Πλη­ ιιιιι̃σαμε έρΠοντας, μΠήκαμε Προσεκτικό, φτάσαμε στο ση­ μιτίσ Που ήταν τα τρόφιμα, Πήραμε μερικα αΠό αυτό και αρ­ χισαμε, νυχοΠατωντας, να κατευθυνόμαστε Προς την έξο­ δω. Δεν είχαμε δει κανέναν, ούτε μας είχε δει κανείς. Ησύ, ομως, γύρισες ξαφνικό και Πρόσεξες κόιΠοιο γλύκισμα, δί­ ιιλα στα τρόφιμα. Ε)Πέστρεηιες για να το Πόιρεις. Σού έκα­ να νόημα αΠοτρεΠτικό, αλλα με αγνόησες νεύοντας «μην ανησυχείς». Όταν Πήρες το γλύκισμα και στρόιφηκες Πόιλι ιιρρς την έξθδθ, Π οτλωττοοακοτι άκουσε και ξύΠνησε_ Ξύ­ "νησε ΚΟ" Ο σύζυγός της, μας έτῃοσσγ με φωνές κο] βργ­
οιιῖς, μας έδειραν, μας έδεσαν χειροΠόδαρα και ειδοΠοίησαν την ΙίρυΠτεία, όΠως ήταν υΠοχρεωμένοι. Ήρθαν οι δικοί μας και μας Πήραν αμέσως. Μεταφερθήκαμε στο στρατό­
ιιιεδο. Σε όλη τη διαδρομή μου έλεγες: ‹‹Συγνώμη, Αγησίλαε,

νο­ νοτκο› Χωοτο οοτο νο ονοΧλοτ ΚοΠοτον οΠο τοοο οοο› Πονοον και Πόισχουν κοινό, ονειρεύονται και ελΠίζουν κοινό, είναι,
Π

οΠτθομτοο› μΠοοοον νο Ποθοον τον τοτο ονοοο

την

τοτο

οΠλοοή› οΠωο οτΠοο7 ολοκληρωμένο] οο μτο ΨοΧΠ Ποο οοι Κτμοζοτ ομΠοτοτοο οο οοο οωμοτο­ Αοτο μοο λοο5

­ Αυτό.

δεν θα δείξω αλλη φορόι βουλιμία. Συγνώμη, Αγησίλαε, συ­ γνωμη». Όταν φτασαμε, με έδεσαν Πρώτο στους Πασσόι­
λους και ξεγύμνωσαν την Πλατη μου για το μαστίγωμα. Τό­ ιι: εσύ Πέταξες τον χιτώνα, έτρεξες, με αγκόλιασες σφικτό.

_ Πες μοο ένο Ποοοοολνμο­ Πωο οΠέοΧοτοτ Ριοτἶ οσο Κο] ενώ Θἶμοοτο οο ετοοττοηιλἐ

Π

«τοοττοηλλἐ

[82]

[83]

κοι άρχισες νο φωνάζεις: «ίῖιμένο μόνο μοστινὡστε, όχι τον Αγησίλοο. Δεν φτοίει ουτός. Εὶγώ φτοίω». Δυο άνδρες χρει­ άστηκον γιο νο σε οΠοσΠάσουν οΠό Πάνω μου. Φώνοζες, έκλοιγες, ήσουν σε υστερίο. Σε έδεσον σε ενο δένδρο Πο­ ροδίΠλο, γιο νο μη τους ενοχλείςφ ενώ εσυ συνεχιζες νο κλοις κοι νο φωνάζεις. Αμέσως μόλις σε εδεσον, εβνολον το ξίφη μΠροστά σου κοι έστρειμον την οιχμη Προς το εδο­
φος, σε ένδειξη σεβοσμου γιο την Πράξη σου. Ο άρχων, Που Ποροκολουθούσε σιωΠηλός, κράτησε σημείωση γιο τη συ­

υμωοίο­ Αυτοί: Κοίτοξο τον οοΧοντο› οίοο ον] οον υοήμΧο υνμίομοοη κου μου ουἀντηυε: «Τμἱη̨̃ὶί?ἔίἶἴοἴἕἶυἑιἶἐομοοτινοι· ‹)ξἔ (3νἔ1οτο]Δοο5;ΔΡ ορχοη̨̃ν κρίνει ότι λειτουργεί­ δοτίοτἔδίιεσμο. Δεν ιιιι`ι1ιο„σΜον_\μονάδο. Η εκΠοίδδε·υοη
μΧοί οομοοίοῖξοοἶιοφοεφορη̨̃οῇτοη̨ιιςωδυφο “δρ μοστιγωβη̨μοφφοη̨̃η̨φ
Ο

'ίνας θα Πονάει στο σώμο Ιίοἢο ολλοο
υνοὲη̨̃­Η
δρ
Δ
Π

_ Ποοοο φορές ζήσομε

τέτοιο Περιστοτικά στην εκΠοί­

οουοηἐ

μΠεριφορά σου. Στη συνεχειο διέτοξε: ‹<ΔιΠλἠ μοστίγωση στον Ανησίλοο. Ο Άγις οτιμώρητος››/Βτσι δεχτηκο τέσσε­ ρο κτυΠημοτο, οντί γιο το δυο Που ΠροεβλεΠε ο κονονι­ σμός γι, ουτἠ την ηλικίο κοι γονάτισο οΠό τον Πόνο κοι την οιμορρογίο. Πίστευο ότι στο δυο κτυΠήμοτο δεν θο γονο­ τίσω κοι Πράγμοτι άντεξο μέχρι το δευτερο, ολλά το τρίτο κοι το τέτορτο με γονάτισον. Την ώρο Που με έΠοιρνον ημι­ λιΠόθυμο γιο Περίθολφη, άκουσο, σον σε όνειρο, τον άρ­ χοντο νο λέει: «ΔιΠλό συσσίτιο κοι στους δυο γιο μιά βδο­
μάδο». Θυμάσοι τώρο; Θυμάμοι. Ότον σε Πήρον σηκωτό γιο το θεροΠευτή­ ριο, εγώ είχο μείνει οΠοσβολωμένος. Δεν έκλοιγο Πιο. Αδυ­

_ Αμέμοητοο­

λοιΠον› Που υΠοοΧοι ονομοοο οί ομονο κοι οί υοένο μυοοουμο νο το ονομοοουμο ιιμουτιοἰμ­ Μοοοουμο υηλοδήι νο ιοΧυοιοτουμο οτι Π φράση «οινάμεσο σί εμενο μου Ο) οσένο» οον έΧει Κονένο νοημο νιο μοο­ Βίνοι μονο ένο υχήμο νιο ΠΊ οιουκολυνοη μου λονου› οΦου› ουοιοοι̃υόοο υνομεοο οί ομένο κοι οί οοένο οον υΠοοΧοι Κονένο Κονον 'μοι ώοτο νο Χωοέοοι Π λέξη εονάμεσο». Μτιορούμε νο Που­ μυ ότι μοῖοξυ μοο έΧοι Κοτορνηθεί το «ονάμεσο».
_ Μοοοοὐμθ, Πράνμοτι. _ Μυοοουμο νο Γιούμ8 το ίδιο γιο σένο κοι τη Δήδο; _ ΌΧΒ οον μοοοούμθ­ _ Ριοτί δ8ν μιιορούμε; _ Δον υΠοοΧουν βιὡμονο­ _ Τι υΠοοΧοι3 _ γΠοοΧοι μονο ένο κύμο έρωτά, ιιλοτύ κοι θερμό, Που
μυ

τ Αυτο

­

νοτον νο κοτολάβω τι είχεσυμβεί. Αντί γιο κολό σου είχο κάνει κοκό. Γιο Ποιο λόγο; Ρώτησο τον έφηβο, τον εΠιστά­ τη μος, δεν θυμάμοι το όνομά του) ολλά ουτός δεν οΠά­ ντησε. Τον ξονορώτησο: <‹ι̃¬ιοτί διΠλη μοστίγωση στον Δγη­ σίλοο; Αφου εγώ έφτοιγο, νιοτί νο μοστιγωθεί ουτός κοι γιο μένο;›› "Ρον ρώτησο κοι τον ξονορώτησο μεχρι νο μου οΠο­ ντησει: «Το ίδιο είνοι». Μόνο ουτό. Μιο φράση. «Το ίδιο εί­ νοι». ΑΠόρησο/Ητρεχο γυρω γυρω κοθώς Περιιοτούσε κοι συνέχισο νο τον ρωτώ εΠίμονο7 διοκινδυνευοντος μιο νεο
[84]

κοτοκλυζοι­ Έοωτο ου) ουῖήν­ _ Οοίοομιι̃ ότι έρωτος είνοι η εΠιθυμίο γιο ψυχική συ­

νυνωοη· _ Νοι, ουτό είνοι.
_ Μονο ουῖο οοιθυμοί ουνἡἐ Τον ιμυΧιΚἠ συνένωση;

[85]

νεύρθσης­

_|ΟΧί/Βχείς δίκίο. γΠάρχεί κοί είίίθυμίο σωμοτίκης συ­

ξερείς Πολυ κολά. Αν, ωστόσο, ουτή ήτον Πογίδευμένη με κάΠοίον άλλο, θο οίσθονάσουν την ίδίο λυΠη Που οίσθάνε­
"Ο" τωροἔ

Δ Άρη αυτό Που σε κοτοκλύζεί είνοί ένο κυμο <<ονάΠης››. _ Νοί, (χυτό είνοί. Πράκείτοί νίο κάτί εντελώς Πρωτά­ γνωρα̨ οηως κοτολοβοίνείς. Δεν μου εχεί συμβεί Ποτέ με­ Ρίο­ Χρί τώρο κάτί τετοίο. Πώς μΠορώ νο το οντίμετωΠίσω; τί συμβοΐνει̃ αυτό; ίηστῖ μία ξένη, μίοί άγνωστη, εΠίθυμεί ξοφνι̃κό κοί σνοίτίολόγητο νο συνενωθεί μοζί μου, οφου Φωτός είνοί Ο σκοῃός της ογάΠης; Ή μηΠως δεν είνοί; Αυ­

­ Ορίσομε άτί ουτό θο το ονομάσουμε «ΟΥόΠη»· ­ Νοί, ετσί ορίσομε.

Πονίδευμένη είδίκά μί εσενο, όχί εΠείδή είνοί Πογίδευμενη νενίκότερο.

_ γτωθέτω

­ Άρο τη λυΠάσοί, εΠείδή είνοί

όχι

­ ΨΠοθέτω νοί. ­ ΜηΠως, λοίΠόν, η λύΠη ουτη υΠοκρύΠτεί κάΠοίο οί­
οκρίβωςἱίίου σε οΠοΠρο­

οδηση τρίλουτίος, μήΠως, δηλοδη7 σε νοητευεί ο|υτη η Πο­ γίδευση της, σε κονεί|νο οίσθονεσοί δίοφορετίκος, ονώτε­
ρος, ίδίοίτερος, κοί είνοί ουτο,

τό Που εμείς Ονομάζουμε οηγάηη» τουτίζετοί άρονε μ, ου­ Ἑό Που εκείνη θα Ονὀμοζε «ΟγόΠη»; Μητίως ουτη εχεί κά­
Πίο Πεζό, Πίο χυ­ Ποίο άλλο σκοΠά, Πίο οΠλοίκό, Πίο ευτελη7

δοίο; ι̃ἔὶίνοί Προγμοτίκη η εΠίθυμίο της; Βίνοί είλίκρίνής; τίΠοτο οτίολυτως Δεν έχεί ΠΡουΠάρξελ Πόνοη̨̃ κόΠος η οίμο, δεν έχε] Προυηάρξεί, Πέρο οΠό μίο ονεξήνητη, δίκη της, 8Πι̃θΠμῖΟ· ΑΠό Πού οττορρέεί η εηίθυμίο ουτη; Ηίνοί οκο­ είνοί η Προέλευση της; Δεν μος εμοθε κο­

τονόητο. Ποίο νείς Ποτέ (πη Στἴόρτη Πώς Πρέῃεί νο συμηερίφερόμοστε
οίΠένοντί σ› ένο τετοίο γεγονός. _ Πώς συμτίερίφερεσοί, λοίΠάν; 'Γί οίσθάνεσοί, οφού μό­ νο γω συνω̃σθημο μΠΟρΟύμε νο μίλάμε; Βίωμοτίκή εμΠεί­ ρω δεν υΠόρΧει̃7 ότἱως συμφωνήσαμε.

Αι̃σθόνομω ΜΠΠ.

_ΛύΠη γγ ουι̃­ήν_ Ι­η̨̃ίνοί Πονίδευμενη. ­Αυτά δεν είνοί οστείο. Δεν είνοί κοθόλου οστείο. Η λύ­ Πη είνοί συνσίσθημο κοί το συνοίσθημο, κάθε συνοίσδημο, είνοί γίο μος κοτάστοση της ψυχης Πολυ εΠίκίνδυνη, οΠως
[86]

­ Δυτίη νίο Ποίον; Ρίο τον εουτό σου;

σονοίτολίζείί η φίλουτίο, δηλοδη, όχί η λυΠη συγκεκρίμέ­ νο; ΜήΠως Πίσω οΠά τη λυΠη κρύβετοί ενωίσμάς, κάτί χεί­ ρότερο κοί οΠό τη λυΠη οκόμο; Νο Πώς η ετοίρο μΠορεί νο σε Ποροσύρεί, χωρίς νο το κοτολάβείς, έξω οΠό το όρίο της ςοοης Που εχουμε τοχτεί νο ζουμε σον|ΣΠορτίοτες, νο σε κονεί οτομίστη κοί οντίκοίνωνίκά, εΠίκίνδυνο νίο τους άλ­ λους, ολλά κοί γίο τον εουτό σου τον ίδίο. ­ Δεν μΠορώ νο το οΠοκλείσω ουτό Που λες. Μη ξεχνάς οτί Ποτε κονείς δεν εδείξε οί εμάς ονάΠη η ερωτίκή δίάθε­ ση, κονείς Ποτέ δεν μος Πρότείνε κάτί τέτοίο, ολλά κοί ίεμείς οί ίδίοί ουτε «οίγάΠη›› Προσφέρομε ο ένος στον άλλο, ουτε οΠά «έρωτά» κοτοληφθήκομε, ολλά άλο ουτά, Που το ονομάζουμε «τουτίση», ξεΠηδησον οΠό τον Πόνο, τον κάΠο κοί το οίμο, εμφονίστηκον Προοδευτίκά, σον κοτάστοση βίωμένη, όχί σον συνοίσθημο, άχί σον κοτοσκευη του μυο­ λου, εμφονίστηκον χωρίς κομμίο δίονοητίκη ΠροΠορο­ υκευη η συμμετοχη) δεν σκεφτηκομε τίΠοτο, ουτε οίσθον­ ίὶηκομε τίηοτο, ολλο|η βοσονος της εκΠοίδευσης, οβοστο­ κτη οΠως ητον, μος εδεσε οσφυκτίκο κοί ονεΠίστροφο τον
[87]

ένο με τον άλλο, όΠως κοι όλους τους άλλους δίΠλο μος. «ΑγάΠη››, όμως, κοι «έρωτο» κονένος δεν έδειξε σ” εμάς, σε όλη τη ΣΠάρτη, ουτε άνδρος, ουτε γυνοίκο. Δεν ΠροβλέΠε­

μιιτισμένο γυνοικείο σώμο. Ί”ίΠοτο το ιδιοίτερο. Την οΠο­ οιίχομοι, δεν την Ποθώ. ­ Πώς συμΠεριφέρετοι ουτη κοτά τη συνευρεση; Ἑΐιίνοι

τοι ουτό, όΠως σωστά είΠες, οντίθετο, μάλιστο, η εκδηλω­ ση μιος τέτοιος εΠιθυμίος Προς ένο μεμονωμένο άτομο οΠοκλειστικά θεωρείτοι οντικοινωνικη συμΠεριφορά. ­ Βίνοι οντικοινωνικη συμΠεριφορά ονομφισβήτητο. Ότον ζεις σε οργονωμένη κοινωνίο δεν μΠορείς νο οΠο­ μονώνεσοι στις ονάγκες σου, νο στρέφεσοι Προς ένο μό­ νο άνθρωΠο γιο νο κολόιμεις τις ονάγκες ουτές, νο εΠιθυ­ μείς ουτόν κοι κονένον άλλον, νο ζηλεύεις κοι νο εχθρεύ­ εσοι ουτους Που Πιθονόν νο τον εΠιθυμησουν εΠίσης, λες κοι είνοι εχθροί, όχι φίλοι, όχι συμΠολίτες, ολλά οντίΠολοι Που εΠιτίθεντοι στον οΠομονωτισμό σου. Γι” ουτό, άλλω­ στε, ε“ΠιτρέΠετοινο οντολλάσσουμε συζυγους,.γιἶ ουτό δεν οΠ‹:ἦορεΔόετοι η μοιχείο στη ΣΠάρτη. Αλλιώς δεν θο ήμο­ στονησυγκροτημένη κοινωνίο, ολλά μεμονωμένο ονδρόγυ­
νο σε τυχοίο συγκοτοίκηση.
¬ Δεν διοφωνω. Γι) ουτό, οκριβώς, δεν μΠορω νο κο­ τονοήσω τη μονομονίο της ξένης γιο μένο. Αφού δεν μΠο­
ρω νο την κοτονοήσω, δεν ξέρω Πώς νο την οντιμετωΠί­
σω. Πώς νο Πολεμήσω οντίΠολο Που δεν γνωρίζω; ΜΠορώ

ιοι̃ιι το ξεχωριστό, ­­ Αρχικά νομίζεις ότι ογκολιάζεις ένο χέλι. Ξεγλιστρά­
συστρέφετοι, ομύνετοι δήθεν, οΠωθεί χολορά, Πορομι­ ορνουμενη την εΠοφη. Σιγά σιγά, όμως, όσο η έντο­ ιιη ονεβοίνει, διοφοροΠοιείτοι, υΠοκύΠτει θελημοτικά, Πο­ ροδίνετοι, μέσο σε μιο Πλημμυρίδο ονοστενογμών, εκφρά­ ιινων λοτρείος κοι εΠίμονων Ποροκλησεων γιο την Πρό­ κληση Πόνου. ΑΠοσβολώνετοι, τελικά, χάνετοι κάΠου έξω ιιιιό το όριο της Προγμοτικότητος, Ποθιοσμένη, κυριευμέ­ νη οΠό βίοιους σΠοσμούς, έχοντος μετοτρέιμει κοι τον Πό­ νο οκόμο σε Πρόσθετο Ποράγοντο ηδονής. Το χέλι μετολ­ λοσσετοι σε βδέλλο. Μόνο έτσι μΠορώ νο το Πορομοιάσω. Δεν υΠάρχει άλλος τρόΠος. ΣυμΠεριφέρετοι Πάντο σον Πορ­ Νίινο Πρωτάγγιχτη. Σον Πορθένο σε βιοσμό κρυφά εΠιθυ­ ρητό. Σε οφηνει με μιο γεύση βίοιης κοτάκτησης. Βξυυμώ­
νι.

λοιτι,

νιιοοι.
όλο ουτό, κάθε φορά το ίδιο, Κοθόλου. Ποιος Πολεμιστής κουράζετοι οΠό τη βίοιη ιοιτάκτηση, 'Ρο οντίθετο κουράζει. ­ Φέρετοι άρογε έτσι σε όλους; ­ Δεν ξέρω. Φοντάζομοι όχι. Λογικά ΠρέΠει νο Προσορ­ μύζει τη συμΠεριφορά της ονάλογο μ” ουτόν Που έχει οΠέ­ νιιντί της. Δεν μΠορεί κοι δεν χρειάζετοι νο φερθεί το ίδιο ιι” ιῖνον έφηβο ή σ” ένον ηλικιωμένο. ­­ Σωστά. Σε ελκύει ουτη η συμΠεριφορά της; Σε Πορο­ ιιιιρει; Σε σογηνευει; Όχι. Το λόγιο της με Ποροσύρουν μόνο. ”ΓίΠοτο άλλο.
ε

­ Δεν είνοι κουροστικό

νο οντιστοθὡ στο κοκό, σζ ουτό Που εμφονίζετοι ως κο­ κό κοι το ονογνωρίζω ως κοκό, ολλά Πώς νο οντιστοθώ στο κολό; Τώρο μοθοίνω. ΔντιμετωΠίζω μίο ογάΠη οκο­

Ἑόβλῃτη

­ γΠάρχει θέμο φιληδονίος; Την Ποθείς σωμοτικά; ­ Όχι. Δεν υΠάρχει τέτοιο Θέμο. Όχι φιληδονίο.
Σ

Βῃγθυμῖο σωματική;

­ Όχι διοφορετικἠ οΠό την εΠιθυμίο γιο κάθε κολοσχη­
[88]

­­

[89]

Λόγια υμνητικα, λατρευτικα, Παρακλητικα. Πρωτακουστα για μένα. Είναι ετιίμονα, συνεχή, ατελείωτα, μαυλιστικα. Για μοο Που οογ έχουμε Πο] Ποτέ τέτοιο λογιο «λοτοοίοο», ού­

_

γιιοθέτω. Οι Παρακλήσεις της για την Πρόκληση

Πό­

νοο Και η ηδονή της αΠό τον Πόνο αυτό μΠορούν να οδη­ γησουν τον αδύναμο, αρα τον ανεξέλεγκτο, στην υΠέρβαση

τε έχουμε ακούσει λόγια σαν κι αυτα αΠό κανέναν, είναι κα­ τι το καθηλωτικό. _ Πώς μοκη̨̃ζει̃α̃ χΟ,Πόν7 συνοχι̃κα ουτό το βίωμο Ἑης ου­
νεύρεσης με την εταίρα; ­ Θυμασαι στη Μαντίνεια όταν διακόιμαμε την Προέλα­ ση, με τα ξίφη αιμασσοντα και τους Αθηναίους αφανισμέ­
γουοὀ
`

Στο φόνο­ Φανταζομαι, αμωο, ατι αυτό το ξέ­ ρει καλα η ίδια η ενστικτωδώς το αντιλαμβανεται και γι' αυ­ τό θα αΠοφεύγει τέτοιες μεθοδεύσεις, όταν συνευρίσκε­
νων ορίων­

_ Θυμομοο

­ ΚαΠως έτσι είναι. Ποσοτικα, βέβαια, η μαχη είναι μέ­
γεθος ασύγκριτο, αλλα Ποιοτικα τα δύο βιώματα Προσο­ μοιαζουν. Η έξαψη είναι ΠερίΠου της ίδιας υφἠς. _ Με ολος Πο γογοῇςοο; _ ΌΧἹ, βέβοιο Μονο μλ αυτην. Με τις αλλες είναι εμΠει­ ρία κατώτερης έντασης. Δεν μΠορεί να συγκριθεί ούτε Πο­ σοτικα ούτε Ποιοτικα. Πρόκειται μόνο για εκτόνωση. Καμ­ μία σχέση με τη μαχη. Με τις αλλες γυναίκες, η ευεξία Που δημιουργεί η μαχη μένει αΠρσσέγγιστη. ­ Στη μαχη, όμως, υΠαρχει εχθρός. Δεν είναι Παιχνίδι. Στη μαχη θέλεις να σκοτώσεις. Σε φέρνει η εταίρα σ, αυ­ τη την κατασταση, σου δημιουργεί μια τέτοια εΠιθυμία, ­ Ναι. Εκεί ακριβώς σε φτανει. Στα όρια του φόνου. Πρέτιει να συγκρατηθείς για να μη σκοτώσεις, να μη σκο­ τώσεις αυτη την ίδια δηλαδη, κατι Που, αλλωστε, σε Παρα­ καλεί και σε Προκαλεί να το κανεις. ­ Άρα, για να ειιανέλθουμε σ) αυτό Που λέγαμε Πριν, θε­ ωρώ αδύνατο να δείχνει την ίδια συμΠεριφορα σε αλλους, αδύναμους χαρακτηρες, γιατί θα κινδύνευε θανασιμα.
[θθ]

ιο' με οδύνομοοο­ ­ Αυτό είναι το λογικό. Βσένα σ' έφερε Πραγματικα στο οημείο να θελεις να σκοτώσεις; ­ Ναι. Όλες τις φορές. ­Ήταν εύκολο να συγκρατηθείς, Ήταν εύκολο να μην
"ορόσεκἰ το οριο; ­ Ϊιἶύκολο ήταν. Μη ξεχνας ότι έχουμε εκΠαιδευτεί να
οιοκοοιυ̃ολωοχμἱμίορμονο οιοτονἠ την οοοέλοοα μοο,.οιι̃ον η αντίΠαλη φαλαγγα διασἶίαστθεί,ηαφσύθαΠαγορεύεται να κα­ ταδι­ώίκουμε δειλούς, Πο­υωμαςδέχουν γυρίσει την Πλατη. Το

μενει μετέωρο, με το ξίφος υιμωμένο. Αφού μιιο­ ρώ το ενα, μιιορώ και το αλλο, Πολύ Πιο εύκολα μαλιστα, νιατί αλλο η μαχη, αλλο η ουνεύρεση με γυναίκα. _ Την θεωρεία διεστραμμένη; ­ Την θεωρώ διαφορετική. Κοινωνικα, η διαφορετικό­ ιιιι­Εοχη̃οημαίνει διαστροφή, το ξέρουμε αυτό. Είναι θέμα μειοψηφίας. Και εμας, αλλωστε, οι υΠό­ λοιηοιίἔἶλληνεεβμαξηθεἶιρούν διεστραμμένους συνολικα, ειιειδη οι έφηβες κυκλοφορούν ημίγυμνες στην Πόλη, για να ελκύσουν τα αγόρια και οι Παντρεμένες μΠορούν να ανταλλαγούν Πρόσκαιρα αΠό τους συζύγους τους. Εῖίναι οιοοτοοφι̃κο οοτο; ~ Όχι, δεν είναι. Εἶίναι κοινωνικη αναγκη. ­ Βιιιτιλεον, μην ξεχναμε ότι και η δικη μας συμΠερι­
Χέρι μοο

ιι αι

[θι̃]

Φορα αυέναντ] οτ]ς νυνα]κές θα υυορουοέ αυο τους αλ· λους Ίἔὶλληνες να θεωρηθεί «διαφορετική».

­ Πραγματι. Εσύ πώς της φέρθηκες;
_ Μέ

μισό, θα έπρεπε, λογικα, να την αναγνωρίσεις και εσύ, όχι μονο οοτή_

β]α]οτ]ι̃τα κα] οέβαουο› ουως οτ]ς ο]κές μας νυ· ναίκες. Πώς αλλιώς να της φερθώ,
_ Αυτα ουοος› οέν έ]να] οαν τ]ς ο]κές μας νυνα]κές­ Μην

­ Ποιος είναι ο σκοπός σου, όμως,
οτῃ ζωή εννοώ

_ Υῃοθέττο νοτ

Ἀγι; Ο σκοπός σου

­ Να ακολουθήσω το δρόμο του Ηρακλή, τι αλλο να εί­

ςέΧνας οτ] έΧέ] ουνέυρέθέ] μέ υολλους ανορές οταν Αθήνα­ Άλλοι από αυτούς, οι χυδαίοι, θα της φέρθηκαν με βιαιό­

ναι; Να ξεφύγω για παντα από τον κόσμο των θνητών. _ Μονος οδο;

τ]ι̃τα› Χωρ]ς οέβαομοι αλλο] ]]αλ]› ο] οέ]λο]› θα φέρθηκαν μέ σεβασμό, χωρίς βιαιότητα. βιαιότητα, όμως, και σεβασμό μαζί δεν νομίζω ότι θα έχει συναντήσει πολλές φορές. ­Ίσως. Μπορεί να είναι και αυτή μία από τις αιτίες της μονομανίας της για μένα.
ι

­ Μαζί μλ εσένα. Γιατί ρωτας τα αυτονόητα,
_ Τώοο οτοοτ οτο δρομο τοο Ηροχλήτ _ ΌΧΙ δον οίμοτ _ Γτοτί δεν δίοοτ;

­ Ποια αλλη θα μαορουαέ να έ]να]5

­ Στο δρόμο

αυτό δεν υπαρχει αγαπη. Δεν προσφέρε­

ται αγαπη. Μόνο κόπος και πόνος υπαρχει και αγαπη για

Φ”

τς..

_ Δέν ξέρω­ Άκουσα μ]α μέρα κατ]ο]ον αυο τους οοφ]­

]

ι

ι

οτές› Που ]]έρ]τρ]νυρ]ζουν τους ολ]νο]ρΧ]κους› να λέέ] Ι­]]α ]οτορ]α› οτ] ο] ανθρτουοτ ταΧα› ήταν καυοτέ ανορονυνα› οΧ] ανορές κα] νυνα]κές ςέΧτορ]οτα› ένα (Ρυλοι ο]ι̃λαοή› οΧ] ουοτ αυτος έ]να] οαυέρα­ Ο Δ]ας7 ουοοςι έλένέ ο οοαυοτἠςτ αυο· | φαα]οΘ καααι̃α να τους Χοαρ]οέ] κα] Πρανματ] τους Χώρ]οέ οέ ανορα κα] νυνα]κα κα] τους αφηοέ να Πορέυοντα] οτη ζωή ανέξαρτητα ο ένας ααο τον αλλο› μέΧρ] να τους οοθέ] καποτε η ευκαιρία να ξαναβρεθούν. Κατι τέτοιο νομίζω ότι εννοούσε. Έτσι, όταν αυτα τα δύο ξεχωριστα τμήματα της ίδιας οντότητας τύχει ποτέ να ξαναβρεθούν, αναγνωρίζο­

τους αλλους που επιλέγεις εσύ, όχι αγαπη από αλλους που σε επιλέγουν εκείνοι. Η δική μας «ταύτιση» δεν προσεγγί­

ζεται μέσα από διαδικασίες αγαπης και έρωτα, τρυφηλές δηλαδή διαδικασίες, αλλα από ατραπούς απόμερες, δύσβα­ τες, σκληρές και επώδυνες. Αν μας προσφερθεί αγαπη

αναιτιολόγητη, αγαπη χωρίς αιτία, αγαπη χωρίς σκοπό, η αγαπη αυτή θα είναι αποπροσανατολιστική, τραγούδι των οειρήνων θα είναι. Ύποπτη αγαπη. Το γνωρίζω. Δεν έχω
Χοοοτ το λοντκό

μοο

_ Τοτε ντοτί δεν ονττδοοο ονολονο; _ Αντιδρω. Βλέπεις να μην αντιδρώ;

Κ/

ντα] ααα ένατ]κτο κα] έτυθυμουν την έυανέντοοή τους μέ τη σφοδροτητα που οι ανθρωποι ονομαζουν «έρωτα».
_ Λές να ο]να] αυτή ]ι̃ Πέρ]Πτοοο]Ἱ της λήοαςἐ ­Ίσως. Πώς να ξέρω;

Αντιδρας, αλλα δεν νικας. Παλεύεις με τον εαυτό σου, ολλο δεν οτῃκοοτοτο

­

­ Αν ο σοφιστής είχε δίκιο και η Λήδα είναι το αλλο σου
[92]

επικρατήσω. Περίμενε. Δεν μιλαμε για μαχη τε­ λειωμένη. Εὶίναι μαχη που εξελίσσεται. θα νικήσω. _ Το ολοίζω
[93]

­ θα

­ Δεν θέλω

να ακούσω

τι ελιτίζεις για το μέλλον, αλλα

τι Πιστεύεις για το Παρ σνη ­ Πιστεύω ότι και γι, αυτήν ακόμα την αναιτιολόγητη αγαΠη της Αήδας καΠοια εξήγηση υΠαρχει. ΚαΠοια αιτία
και καιτοιος σκοΠός. Σίγουρα Πρόκειται για έργο των θεῶν, όΠως καθετί αλλωστε.Ίσως είναι καΠοια Πρόκληση και Πει­ ρσσμσσ Πσσ Πσέσει̃ νσ σνῃμστωσίσσι̃σθ ίσως) σσλγ, νσ σε νο" μι̃σ σι̃κἠ της ενσῃκτώσησ Πσσσσμηση συνένωσης μσ­

_ Βέβοίον οἴνοί Κο] κορν ολλο­ Μίλομο νι̃ο ομνένωοη με γυναίκα, για σχηματισμό ζευγαριού με γυναίκα, κατι τελεί­

ξένο νιο Πο ομοοο μοο ομνἡθοι̃οοι Κονι̃ ξένο νίο το νοο­ νροοῖο μοοι νιο Πι̃ ονοοη μοο οοένονμ ορο ζωή­ Βοβοι̃ο ορν ονοι̃βοίνοι̃ οτο νομο μνο Ἑέτοι̃ο ομμοορμρορο­ Ο νομοο ορν μμονορομοι̃ ρητο ονο τονοι̃ο ζομνορωμο­ Η Πολη› ομοοοι οον το ευνοεί. Είναι ξεκαθαρο το γιατί. Είμαστε μια αδελφότητα ιιολεμιστών. Πολεμαμε ο ένας δίΠλα στον αλλο, σε κλειστή
ολο

ζί σου, καθοδηγημένη Παντα

αΠό τους θεούς, για μια σχέ­

ση όιιως αυτή του Ορφέα και της Ευρυδίκης. Δεν μΠορώ να ξέρω. Είναι Πολύ νωρίς ακόμα. Ο χρόνος και η αΠόστα­ ση θα δείξουν. Ἱ”ίΠοτα ψεύτικο, τίΠοτα ΠοταΠό και χυδαίο, δεν μΠορεί να αντέξει στο χρόνο. Αν η εΠιθυμία της είναι μόνο σωματική, αν είναι εΠιθυμία εγωιστική, αν αγαΠαει τον εαυτό της Περισσότερο αΠό εσένα και τις δικές της ανα­ γκες θέλει να καλύψει, χρησιμοΠοιώντας εσένα σαν υΠο­ στύλωμα, αυτό δεν μΠορεί να αντέξει χρονικα, θα βρω κό­

νη Κο]

μοροτοξη­ Βξορτοτοι οοολμνο ο ένοο οοο τον ολλο οτη μο· Π ομνοΧή οληο τηο ρρολοννοον ορο ΙἹ οοίβΐωοη Πι̃ο Πο·

λίμϋ οίνο] οξοοίρολίομονη μονο ον οι Πολομίοτοο μοΧονῖοι̃ μνο ζομνο­ Αμτή οΐνο] μνο ονονκη κοινωνικα οΧΒ ομωοι ρο­
Π ομνοομντήροοη­ Ρίο νο νι· Μιοομμο το ένοτμαο τηο ομροομνῖήρηοηο Προμοι̃ νο ορ­ μομμο τοοο κοντο ο ένοο μο τον ολλοι ώοτο Π ντοοῃοο» μοο να εξασφαλίζει ότι ο καθένας δεν θα μεριμνα Πρώτα για τον καυτό του, αλλα για τον αλλον, εΠειδή ο «αλλος» και ο «εαυ­ τος» του ταυτίζονται. Αυτό είναι το αηοτέλεσμα του δικού

μη ίρμομςή­ Φμοι̃κή Ἑοοη οίνο]

Ποιον αλλο για να Πετύχει τον σκοΠό της, αν ο σκοΠός αυ „ τός είναι εφήμερος και ευτελής. Αφησε την να Περιμένει χρόνια και χρόνια. Μόνο τότε θα μαθεις την αλήθεια. Αν τό­

μοο «ορωνον Δεν μΠορΧο] Χμοοι̃οΉι̃το› μΠορΧο] μονο οξο·

τε, ύστερα αΠό καιρό, η εΠιθυμία της για σένα Παραμένει αναλλοίωτη, αν η ματια της είναι και τότε τόσο φλογισμένη όσο τώρα, αν η σκέψη της είναι κατειλημμένη ακόμα αῃό τη μορφή σου, μορφή διαφοροηοιημένη Πια αΠό τον χρόνο, αν η ψυχή της είναι ακόμα Παραδομένη σ, εσένα, μακρια αΠό την Πρόσκαιρη έλξη των σωματων, τότε ίσως έχεις βρει την Ευρυδίκη σου. Αυτό Πιστεύω. Είναι Πολύ Πρόωρο, τώρα, για να έχω αΠοψη, είναι Πρόωρο για να έχεις κι εσύ
αΠοψη. _/Βχεγς σίχγσ είσσ

νν'ομοο­ Δον μΠορΧο] οοομοτι̃κή οΠοφή› μΠορΧοι̃ ΨμΧ]κή ομορροφηοο τομ ονοο οΠο τον ολλο Κο] η οοομοῃκή οοο· (Ρο μολοζοι μρ Ποιοι̃κο Ποϋένΐοι οο Χώρο ονορι̃κο­ Βλοίζω να τα θυμασαι όλα αυτα. ΑείΠεις αΠό τη Σιιαρτη Πολλα χρό­ νια. Φοβαμαι για σένα. Η φύση ευνοεί τη συνένωση ανδρών και γυναικών, δεν την αΠοτρέΠει, γι” αυτό και η Πόλη δεν την εΠικροτεί, βέβαια, αλλα την αηοδέχεται. Κοινωνικό είναι
οΧρηοτη› ολλο Κοι̃οοικοοτοο οον ρίνοι̃ι οφοο οίνο] οΧοοη (ρο­ οοοἶι οΧ] οφοομοι̃­ Βίνοι̃ Πράγματι Πρωτόγνωρο για μας να δοκιμασει κανείς εμΠειρία «ταύτισης» με γυναίκα, αλλα σί­ γιιυρα ούτε να σε αΠοτρέψω μΠορώ, ούτε να σε εΠικρίνω γι°

[94]

[Θὅ]

ν

ουτό. Αν ο χρόνος κοι ο Πόνος μετοτρέιμουν τη σχέση ου­ τη σε σχέση βιωμοτικἠ, όχι Πιο ένον οΠλό Ποροξυσμό του μυολού, σχέση ευιβεβοιωμένη κοι κοτοξιωμένη χρονικο, μΠορεί μ, ουτήν, τη Δήδο, νο Πορευτείτε Προς τη νησο των Μοκόρων. Δεν μΠορώ νο το οΠοκλείσω. Γιο νο γίνειγ όμως)

κε‹ι›ΑΛΑιο

Στ

ουτό ΠρέΠει Πρώτο ουτη νο μετοτροΠεί οΠό γυνοίκο Που Ποθεί σε ηρωίδο Που υΠομένει. ­ Σ" ουτή την ΠερίΠτωση εσυ τι θο κονεις; ­ "Γι νο κόνω; Θο Πορευτώ μόνος μου κοι θο σος Περι­ ' Ποτε, ον φτοσετε Ποτε. μενω εκει. Αν φτοσω ­ Δεν νομίζω ότι θο χρειοστεί νο γίνει κοτι τέτοιο. Αδυ­

ΟΛι̃Τ°ΑΡΧι̃ΚΟΙ
ζουν μετοξυ τους όλοι ίσοι κοι με ίση Περιουσίο, εΠιδιώκοντος νο Πρωτευουν στην ορετή. Κοι λένε Πως ότον κόιΠοτε ουτό... γύριζε οΠό τοξίδι... χομογέλοσε κοι είΠε σ” ουτους Που ήτον μοζί του Πως η Λοκωνική ολόκληρη μοιό­ ζει με χώρο Που ονηκει σε οδέλφιο...».
<<...κοι νο
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ,

νοτον νο σε οφἠσω μόνο σου. ­ Αδύνοτον νο σε εμΠοδίσω, ον κρίνεις ότι ουτός ο δρό­ μος είνοι γιο σένο ο Πιο κοτολληλος. Εσύ εΠιλέγεις. ­ 'Το γεγονός ότι το σώμο της είνοι μιοσμένο βλέΠω ότι
το ογνόησες. ­ Είνοι μέγεθος οδιοφορο. Δεν υΠορχουν μιοσμένο σώ­ μοτο, υΠόρχουν μιοσμένες ψυχές. Έτσι δεν μοθομε;

«Βίοι Πορολληλοι», Λυκούργος,

'?

μόθομε. ­ Δγνόησέ το, λοιυόν, κι εσυ. Δεν υΠορχει τέτοιο θέμο. Τι οξίο έχει το σώμο;

­Έτσι

[96]

ΙΝΑΙ ΠΑΡΑΔΟΞΟ»,

έίτιε

ο

Πυφίλητος. «Βίνοι ιιοροδοξο

«­Η ένος ηλίθιος, μέθυσος, ροθυμος ή οιτοτυχημένος στη
ζωή νο έξισώνέτοι με το σοφό, τον ενορετο, τον ονδρέίο,

ειιιτυχημένο. Μόνο στη Δημοκροτίο μτιορέί νο γίνει ου­ τό. Δεν υτιόρχει ισότητο στη φύση. Όχι τυχοῖο. Ητιιλογή των θεών εΐνοι ουτή. Μόνο στην Πολιτική οντΐληιμη των δη­ μοκροτικών συνοντός μιο τέτοιο έννοιο. Την ισότητο. Όλοι υ̃χουμέ στην Εῖκκλησίο του Δήμου μίο ψήφο. Ίσο δικοιώ­ μοτο, δηλοδή, ολλό όνισές υτιοχρέώσεις στην κοινωνίο. Αυ­ τό σημοίνει Δημοκροτιο. Οι άχρηστοι κοι οι χρήσιμοι έξι­ ιιω̃νοντοι στο δικοιώμοτο, ολλό η ονισορροηίο στις υιιο­ χρεώσεις τιορομένέι πόντο. Αυτές ονήκουν μόνο στους χρήσιμους, τους έργοτικούς, τους ονδρέίους. Όλο το βο­ μη της τιολιτείος ουτοι το φέρουν. Βάρη φορολογικό, βο­ ρη στροτιωτικο, βορη διοικητικό. Οι ολλοι φέρουν μόνο το βάρος της ψήφου τους κοι ουτή έίνοι, δυστυχώς, ισοβορής μι: την ψήφο των ενόρετων, την ψήφο των ικονών. Γιοτί ουτό· Γιοτΐ ένος τρογωδός τιου όλη η Πόλη θουμοζέι κοι _­_`_Ψ#„β_ῇ__`­.„¬_¬________„..#„______„_„__`_¬__„"___ __” υιιοινέί ι­ιρέτιέι νο έχει την ίδιο Πολιτική μῇέῇέῇνο ζη­ ιιιο$¿9,ωΙ1ΩΜΔσέ_ρφνέτοι στη λόστιηφιςοι­έιςλιηορει γιο έλεημο­ ιιυνη, οφού Πρώτο σσοτολησε την τιεριουσιο του στις ηδο­ νιλῖςφμόοιὑτο ηοίγνιο; Βἶνοι σωστό ουτόἶἶἶιίνοι δικοικδἶι̃ἔὶΐνοι φυσικό ή οφύσικο; Αδύνοτον νο κοτολοβω τη λογική των
τον
7

[99]

δημοκρατικών. Δικαιώματα σε όλους, ναι, το καταλαβαίνω, είναι λογικό, αλλά δικαιώματα σύμφωνο με τις υηοχρεώ­ ­ σεις τους και την Προσφορά τους. Ανάλογα δικαιώματα, δη ­ λαδή. Αλλιως δεν Πρόκειται για ισότητα. Ρήση μετγαχείρι Μ ί τη̨.̃ ισότητα, α Μ αχσε ανισοτη δεν οδηγεί ΜΑΝ"­" >___/..η̨τηγ \\\\­­¬τ__σε σἐι̃ των άνι σων Ἡμὴἴεἢ λλσβ Μεγαλύτερη ανισότητα αΠ” αυτήν δεν μΠορει να ου α ει κ χ ί­ ο ανθρώΠινος νους. Η Δημοκρατία είναι Προκρούστεια νη της Πολιτικής. Κόβει τα Πόδια των ενάρετων και αυξά­ νει τεχνητά το μέγεθος των ανίκανων και των ΠοταΠῶν. λλ χ Εξαιρέσεις, όΠως ο Περικλής, υΠάρχουν, α ά ειναι μονο
ο
¬
·
­Υ
Δ

έστσσ

νι̃σ νσ σσσκτήσσσν Πσι̃σσίσ ι̃κσνή νσ ι̃σσσ βνσλσι σσό

Ιιην σμσθσι̃σ­

·

τε­ ιιρακοσιομεδιμνους και τις αλλες τάξεις Που έχετε στην Αθήνα είναι εΠιλογή των θεών· ­ Τίνος άλλου ;

,

­ Γιατί αυτό; ­ Βίναι εΠιλογή των θεών. ­ Η κατάταξη των Πολιτών σε Πεντακοσιομέδιμνους

_

Ζ

εξαιρέσεις, όχι ο κανόνας. Είναι αΠογοητευτικό». ­ Ναι, αλλά, Παράλληλα, είναι αΠοτελεσματικό, είΠε ο τχ ΠΟΙΟ θ ς Βρασίδας. Πώς αλλιώς μΠορεί να 6 ιοικη ει η Πο η, ί ω άλλο μΠορεί να είναι το κριτήριο εΠιλογής των αρχοντ ν, αν όχι η ψήφος των Πολιτών, ­ Ποιος ΠιστοΠοιεί ότι η Πλειοψηφία εχει δ ίκιο; ­ Ποιος ΠιστοΠοιεί ότι έχει άδικο; ­ Κριτες ΠρεΠει να είναι μόνο οι σοφοί και οι ενάρετοι. Αυτοί, αΠοκλειστικά, μΠορούν να κρίνουν, με αυ θ εντικό­ τητα, το δίκι̃ο Κω ἙΟ όδγκα ­ Ποιος αναγορεύει τους σοφούς και εναρετους σε σο ­ φούς και ενάρετους; Ποιος τεκμηριώνει τη σοφία και την
­ ”

άλλες Πόλεις; Μόνο στη ΣΠάρτη δεν ισχύει η κοινωνική διαφοροΠοίηση , εΠειδή ετσι εΠελεξαν οι θεοί για Μι̃ σσνκεκρι̃μένη Πόλη. Τι σημασία εχει, Στη δική μας ῃό­ λη αυτή ήταν η εΠιλογή τους και αυτήν ΠρέΠει να σεβα­ ιι ιούμε ­ Κάθε αντίθετη ΠροσΠάθεια δεν είναι μόνο ασέβεια αλλά κάτι Παραιτάνω , είναι Παραλογισμός. ΆνθρωΠοι χωρίς γνώση καλούνται να Πάρουν ατιοφάσεις Που ΠρουΠοθετουν ννώση­ Τώρα, για Παράδειγμα, ψηφίζουν για τη σικελική εκστρατεία μη έχοντας την Παραμικρή ιδέα για τη γεωγρα­ φική θέση της νήσου , την αΠόστασή της αΠό την Αθήνα την στρατιωτική ισχύ των Συρρακουσίων ή το κόστος του
ι

­ Ποιες

Γίσι̃ῖί σε άλλες

Πσλσι̃σ σσν ]σΧύει̃ σστσ;

η

αρετή τους,

και το μη σοφό, το ενάρετο και το μη ενάρετο. ­ Ποιοι γνωρίζουν; ­ Οι χειρώνακτες όχι. Αυτοί δεν γνωρίζουν. Δ εν έχουν την Παιδεία Που αΠαιτείται για να γνωρίζουν. ­ Γιατί δεν έχουν την Παιδεία; ­ Δεν έχουν ούτε τα χρήματα ούτε το χρόνο Που χρειά­
Π00]

­ Αυτοί Που γνωρίζουν τη διαφορά ανάμεσα στο σοφό

ιινισιριίιιοτοε­ σαιτ όλα αυτό ψηφίζουν και οτιοφοστζοον. Δημοκρατικοί, όΠως ο Αλκιβιάδης , τους χαϊδεύσυγ το Ου­ τιά, τους κολακεύουν, τους γοητεύουν με φτηνά ρητορικό σλἡμστσ Κσι̃ ψ8ὐτικες υΠοσχεσεις· και αυτοί, οι αφελείς ψηφοφόροι, Πείθονται, ενδίδουν, υΠοχωρούν και γίνονται φανατικότεροι αΠό τους δημαγωγούς, ξεΠερνώντας τους ιιι· ενθουσιασμό , γνήσιο ενθουσιασμό , τον ενθουσιασμό της τ ί ” της αηλοϊκστητας ψηφίζουν υΠερ αγνοιας. Με το σθενος ί Μισ. κστσστσσφήσ ἙΟΠΩ­ Ημείς τα βλέΠουμε όλα αυτά και ιινατριχιάζουμε. Η δική τους καταστροφή θα μας άφηνε
Α

­

ε

Ε

ΠΟΠ

αδίαφορους, αν δεν ήταν ταυτόχρονα καί δίκή μας κατα­ σι̃ρθφή. ΖΟύμ8 Οι̃ην ἶδι̃Ο| Πόλη. ΑΙΠΣΟΪ μθζ ΠΟρΟΟέρνΟΠν ΟΕ! Πορεία αφανίσμού. ΠρέΠεί να μείνουμε αΠραγοί; ΠρέΠεί να
στσκσμσστσ σμήλσνστ σσΡστηΡ1ι̃τέτἱΞΑΠσΡστσΞ Σε βλέττω νσ σνσρωτλέσσλ­ Γτστΐἐ Γλστῖ ετσσλ εδώ; Στ ετστρσίσ σλτνσΡΧλ­ κών βρίσκεσαί. Ρία Ποίο λόγο εκηλήσσεσαί με τα λόγία

­ Ε]Πανερχομαί, ρωτώντας, Ποίος κρίνεί ότί καΠοίος αλ­ λος είγςῃ ογοητοο Κοί Πώς το κρίγεί; Με Ποίο ίςρπήρίο;
ΌΠοίος δίαφοροΠοίείταί στην αντίληψη καί τη συ­ μπερίφορα αΠό το σύνολο των συμΠολίτών του μΠορεί, νομίζω, να θεωρηθεί ανόητος. Βύκολα ξεχωρίζεί ο ανόητος. _ Αν η οῃόκλγση οῃό τη νοηῃκή αντίληψη των ῃολλών Οεωρείταί ανοησία, το κρίτήρίο είναί Πλείοψηφίκό. Οί Πολ­ λοί, λες, ότί καθορίζουν Ποίος είναί ανόητος καί Ποίος όχί. ΠρέΠεί, όμως, να είναί ετσί; Εσύ είΠες Πρίν ότί τίΠοτα δεν υεκμηρίώνεί Πως η γνώμη των Πολλών είναί ορθή. Αν αυ­ τό ίσχύεί στην Πολίτίκή, γίατί να μην ίσχύεί καί στην κοί­ νωνία, Ποίος μας βεβαίώνεί ότί δεν είναί ο ανόητος Πίο κο­ ντα στην αλήθεία, Παρα εμείς οί μη­ανόητοί, Ποίος μας βε­ βαίώνεί ότί μία Πίθανή αύξηση του αρίθμού των ανόητων, Πέρα αΠό τα Πλείοιμηφίκα όρία, δεν θα καταοτήσεί Προο­ δεοτῃςό τους ονοητοη̨ς μη­ογοητοη̨ς; καί τους μη­ονόητοη̨ς ανόητους, αφού το Πλείοιμηφίκό κρίτήρίο θα έχεί αντί­ στραφεί; Αν δεν αΠοδεχόμαστε τη Δημοκρατία στην Πολί­ τίκή, γίατί ΠρεΠεί να την αηοδεχθούμε στην κοίνωνία;
_ Εη̨̃υφυολόνημο είναί η̨ῃτό Που λες) αλλά δεν έχεί σχέση

­

μου;

­ Δεν έχω αντίρρηση σε αυτα Που λες. Πίναί λογίκα. Ρία

να βαθύν8ί, όμως, η συζήτηση, να γίνε] Πι̃σ ζωντσνή› σρσ
Πτσ Χσἠστμηω νσ βνσσν σσμσσσσσμστσ στέσσσϋ λκσνσ νσ

Χρηστμσσσσσν στην σντλμσλσσ με τσσσ σημσκσστλκσσσ ντ αυτό καί μόνο σε Προκαλώ λεκτίκα. Μην Παρεξηγεία τη

στσση μσσ­ Άλλωστε σνώ μέτστκσσ σίμστ­ Η στκή σσσ σσ· λη είναί το Πρόσκαίρο καταφύγίό μου. ΣκοΠός μου είναί να ετίίστρέιμω καΠοτε στην Κνίδο, τη δίκή μου Πόλη. Όταν θα

Οθγκθντρώυ̃ω ἙΟ ΧρήμΟἙΟ ΠΟΠ ΟΠΟι̃`ΕΟύνι̃ΖΟι̃ γι̃υ̃ ἘΟΠΚ; δι̃ΚΟ­ στίκούς αγώνες Που με Περίμένουν εκεί, θα φύγω αμεσως. ­ Δίκαστίκούς αγώνες γία Ποίο λόγο; νηαρχεί Περίουσίακή δίαμαχη με τον ετεροθαλή αδελ­ φό μου. Πίναί Πανίσχυρος στην Κνίδο.Έχεί υφαρΠαξεί όλη την Πατρίκή Περίουσία. Δεν είχα κανέναν τρόΠο αντίμετώ­

­

με την Πραγματίκότητα. Άλλωστε, η φυσίκή ταξη των

Πίσής του Παραμένοντας εκεί. Δεν έβρίσκα δουλεία ΠΟΠ· θενα, ούτε ενίσχυση αιίό κανέναν. Ρί) αυτό ήρθα στην Αθή­
να.

ίίραγματων ευνοεί Παντα τους δυνατούς. Δεν είναί θεμα μόνο ευφυΐοςᾶ ολλό κο] δύνομης Όῃως στη φύση ετῃκρο­

­ Άρα ανήκείς στην ίδία ταξη μί εμας καί Πρόσκαίρη μό­ ­ ΠλΠίζω. Πες μου, όμως, κατί. Βίίίες Προηγωλμένωσ
_ Νστ­ Βτνσλ ξσκσθσρσ­ Νσ τσ κσνστ ττ τσ στκσΐωμσ Ψή­

νο είναί η κακοτυχία σου.

ότί ο ανόητος δεν Πρεηεί να εχεί δίκαίωμα ψήφου.
φου;

τεί καί εΠίβαλλεταί ο ίσχυρότερος οργανίσμός, έτσί καί στην κοίνωνία λογίκό είναί να εΠίκρατεί η ταξη εκείνη Που κατέχεί την οίκονομίκή ίσχύ, αρα καί την ίσχύ της γνώσης. κρίτήρίο, λοίΠόν, της Πολίτίκής εΠίβολής ΠρέΠεί να είναί η δύναμη· καί Πραγματίκή δύναμη, μόνίμη καί στέρεη, έχουν μόνο οί Πλούσίοί. Γίατί να φτασουμε σε νοητίκές κατα­ οκευές καί ωραίοΠοίήσείς, γίατί να εξωραΐσουμε αυτό Που
ΠΟΒ]

Πθῖ]

από τη φύση είναι δοσμένο, Δεν νομίζω ότι χρειαζεται. Μό­ νο ο πλούτος δίνει κοινωνική ισχύ πραγματική, αρα φυσι­

κή αναγκαιότητα είναι οι πλούσιοι να υπερέχουν πολιτικα, αφού υπερέχουν οικονομικα. Προς τι η διαφοροποίηση; Γιατί να κατέχει αλλος την οικονομική πρωτοκαθεδρία και αλλος την πολιτική, Δεν το καταλαβαίνω. Για την ίδια πό­ λη δεν μιλαμε, Μια τέτοια διαφοροποίηση αποτελεί περιτ­

τή και ματαιη πολυτέλεια. Αργα ή γρήγορα αυτοί που υπερ­ τερούν οικονομικα θα επικρατήσουν και πολιτικα, είτε έμ­ μεσα, με παρένθετα πρόσωπα, είτε αμεσα. Γιατί, λοιπόν, η αντιπαλότητα και ο αλληλοσπαραγμός, Παραδέχομαι, βέ­

βαια, ότι οι πλούσιοι πρέπει να κατέχουν γνώσεις τόσες ώστε να μπορούν να διοικούν αποτελεσματικό. Πέρα από αυτό, όμως, δεν βλέπω γιατί πρέπει να κανουμε αλλη πα­ ραχώρηση. Γνώση ναι, συνδιοίκηση με τους εκπρόσωπους

της αγνοιας, όχι. Δεν το δέχομαι. ῖἶιίναι αφύσικο. Ύστερα, υπαρχει μια πλανη στην Αθήνα, μια πλανη που ένας μέτοι­ κος, όπως εσύ, είναι αδύνατο να την αντιληφθεί.
_ Τ] Πλύγῃ; _ Δεν πρωτοστατούν οι φτωχοί στην παραταξη των δη­ μοκρατικών. Ψέμα είναι αυτό. Αυτοί που αποκαλούνται δη­

μοκρατικοί, όπως ο Αλκιβιαδης, είναι στην πραγματικότη­ τα πλούσιοι εξωμότες. Πλούσιοι που στραφηκαν εναντια στην ταξη τους, χωρίς, βέβαια, να παραιτηθούν από τον πλούτο που κατέχουν. ”Γι δημοκρατικό έχει αυτό, Ολιγαρ­ χικοί και δημοκρατικοί πολιτικοί, είμαστε όλοι πλούσιοι. Βί­ δες κανέναν από τους θήτες να κυριαρχεί στην Αθηναϊκή Δημοκρατία; Μόνο κωπηλατες στις τριήρεις είναι αυτοί.
Δεν έχουν τις γνώσεις που απαιτούνται για να σταθούν στο βήμα και να απευθυνθούν στην εκκλησία του Δήμου,

εκτός, φυσικα, από μερικές εξαιρέσεις. Για ποια Δημοκρσ­ τία λοιπόν μιλαμε; Μία ομαδα πλουσίων χρησιμοποιεί τη Δημοκρατία για να επιβληθεί σε μία αλλη ομαδα πλούσιων, τη δική μας. Όσοι μας κατηγορούν ως «ολιγαρχικούς» είναι πιο ολιγαρχικοί από εμας. ­ Δεν νομίζω ότι στόχος τους είσαστε εσείς. Πρόοχή­ μα πρέπει να είναι αυτό. Δεν θέλουν να επιβληθούν σε εσας, ουσιαστικα. Γιατί να σας επιβληθούν; ἰἰσας δεν σας φοβούνται. Δεν κινδυνεύουν από εσας. Τους θήτες φο­ βούνται και τις αλλες χαμηλές ταξεις, που είναι πολυπλη­ θέστερες από εσας. Αυτούς θέλουν, λογικα, να ποδηγετή­ σουν χρησιμοποιώντας το τέχνασμα της Δημοκρατίας. Αυ­ τό καταλαβαίνω. ­ Μπορεί να είναι κι έτσι. ­ Αν είναι έτσι, εσας τι σας βλαπτει; Να τους βοηθατε πρέπει, όχι να τους πολεματε. ­έΑαθος. Όταν ανοίξει οεασκός του Αιόλου, δύσκολο με­ τα`να/περιορίσεις ή να κατευθύνεις τουςανέμους. Αυτοί αυτό κανουν. Ανοίγουν τον ασκό του Αιόλου στην πολιτική. Δίνουν το δικαίωμα στους πολλούς να ζουν με την φευ­ δαίσθηση ότι διοικούν. Αργα ή γρήγορα θα προσπαθήσουν αυτή την ψευδαίσθηση να την μετατρέψουν σε πραγματι­ κότητα. ­ ”Γι κακό έχει αυτό; Αν οι πολλοί αποκτήσουν διοικητι­ κή ικανότητα γιατί να μη διοικήσουν; ­ Γιατί η διοίκησή τους, ακόμα και αν πετύχουν ποτέ να αναρριχηθούν στην εξουσία, θα είναι παντα επηρεασμένη από την αγνοια που φέρνει η έλλειψη πραγματικής παιδεί­ ας και τη στρέβλωση που συνεπαγεται η μακρόχρονη στέ­ ρηση και η συνακόλουθη βουλιμία.
[ι̃θδλ

[ι̃04]

Γνοῇ στρέβλωσηἐ
Ο οχχαα όταν αφαθαι ελεύθερος και ανεΠηρέαστος, θα

ματων. Γι, αυτό, ακριβώς, χρειαζεται η δική μας Παρέμβα­ ση. Προστατευουμε τα συμφεροντα μας, ναι, το ομολογώ,
όλλό Τό Πόόότότόμόμμό όι̃ότηρώντόό Πι̃ν Πόλη λόλίμόή Κόι̃ ακμαία, αλλιώς κινδυνεύουμε εμείς οι ίδιοι με οικονομικό

αποφασίσει σύμφωνο με τα κατώτερα ένστικτα του. Η λο­ ννκή του οχχοα είναι λανική αλιαιικη και Παρορμητική. 'Γο αναμαχι τααο θα κοιτάξουν να γεμίσουν και τις ηδονές τους
Π‹ονΟΠΟι̃ήσΟυν. .ΠΠΟἘΟ άλλο­

μαρασμό. Η Παρουσία μας ωφελεί τους Πολλούς, δεν τους βλαΠτει. Αν εμείς εκλείψουμε Πολιτικα, αλλοι, λιγότερο ενα­

Δον μοοοει

αν­να

ναν αχλα να ξειιηδησουν ηγέτες με

ανώτερα ιδανικό και μακρόΠνοα σχέδια, .. Πώς, Κολακεύοντας το Πλήθος και ζητώντας να σε ψηφίσω σύρεσοι̃ (πη ΜσΠη μοζί Ἐοο­ Δον ονοβαζαι̃α έναι
θ

ρετοι, θα μας αντικαταστήσουν. Οι φτωχοί θα Παραμείνουν φτωχοί, αλλα σε μια φτωχότερη, σε μια κατεστραμμένη Πό­
λη; Γμό φτωΧόἴ› λόι̃μόλϋ όόό όήμόόόϋ με μόΐόό Χόλόότόόό όΧ]

το εΠίΠεδο των Πολλών, αλλα κατέρχεσαι στο δικό τους. Αλ­ λιώς γιατί να σε ψηφίσουν, Εὶίναι στερημένοι, αρα αΠοφα­ σισμένοι. Ζουν αιχμαλωτισμένοι αΠό Παθη χαμερΠή και Πο­ τοοον Δεν αααρχαι ανατααῃ ψυχης σ) αυτούς. Δεν μΠορείς να τους βοηθήσεις αν Προέρχεσαι αΠό την ταξη τους και ­ Η ον οοονοτον­ εξαρτασαι αΠό την ψηφο τους. ιν ­ Ποια είναι η λύση, λοιΠόν, Ολνγορχνκή δι̃οκυβέρνησην Π οχχο; Μονο οσοι Κανέ­
Χαιιν τη γνώση, αρα και την αρετή Πιό. Πόλμϋι̃Κόό› όσοι έχαιιν ευρύτερη Θέαση της Πόλης και των αναγκών της, μό­ νο αυτοί μσορούν να διοικήσουν, να κατευθύνουν το Πλή­ ­ ε × τ ­ Θαα να το εξυψωσουν Περα αΠο τα ορια Που θετουν οι υλι
×

καλύτερη. Γι) αυτό μαχόμαστε τους αριστοκρατες Που φό­ Ρόόόν τό μόνόόό μόμ όημόκόότι̃κόό μόνο κό” μόνό Υι̃ό νό κόλόκόόόόμν Ήό μόζόό μφόόμόζόντόό την όμόόόλέή τόμό­ Αυτοί ψεύδονται. Εμείς λέμε την αλήθεια. Αυτοί ΠροσΠοι­ ούνται ότι ταχα είναι δημοκρατικοί, εμείς δεν καταδεχόμα­ στε κατι τέτοιο. Η σταση μας είναι έντιμη και ειλικρινής, εί­ τε αρέσει είτε δεν αρέσει. ΜΠορεί να φαινόμαστε αντιλαϊ­ κοι, χωρις να ειμαστε, αλλα, σιγουρα, δημαγωγούς δεν μΠο­ ρεί κανένας να μας ονομασει. Γι” αυτό μισούμε τον Αλκι­ βιαδη/Ενας ανθρωΠος Που Πρόδωσε την κοινωνική του τα­ ξη είναι αξιόΠιστος, 'Τι τον εμΠοδίζει να Προδώσει και Πα­
ΑΒ

Κέα ανανκεα ) να ιιςανοῃοιησουν, τελικα,

τις αναγκες αυτές, δημνουργών/ως γι̃ο Ἑην Αθἡνο ολοκληρη μνο μοίρα καλα­
ταρα ααα τη σημερινη. Διαφορετικό, η Πόλη θα Παρακμασει, η οικονομική της ισχύς θα αΠομειώθεί, τα μνημεία της θα καταΠέσουν και η ελευθερία των Πολιτών της θα χαθεί. Οι

­ Δεν δια φ ωνώ σ” αυτό ι είΠ8 0 Βρασιδας. ” ­ Γιατί να διαφωνήσεις, Ημείς δεν κρύβουμε τίΠοτα. Δεν

δῃμαγωγοί θα βλαψουν, σίγουρα, αυτούς Που τώρα κολα­ κεύουν μόνο Που αυτοί, οι Πολλοί, δεν έχουν τη δυνατό­ τητα να ι­ιραβλέψαιιν την ανατιόδραστη Πορεία των Πραν­
7

εξατιατούμε κανέναν. Θέλουμε να διατηρήσουμε και να ετιαυξήσουμε την Περιουσία μας, σε μια Πόλη Που ευημε­ ρεί. Οι αριστοκρατες δημοκρατικοί τι ακριβώς θέλουν; "Γην εξουσία μόνο. Αυτήν ορέγονται και είναι Πρόθυμοι να Πα­ ραιιλανησουν τους Παντες για να την κατακτησουν. Στην μόόόμόθόι̃ό ῖόμό όμτη εμ/όμ λκόνόί νό Πόόόόόόόμν την Πό­ λη ολόκληρη στο γκρεμό. γΠόσχονται Πλούτη αμύθητα, με­
ΠΟΠ

ιιοει

τά την κοτοκῖηοο τηο Σοίολίοο­ Αοομθονοντολ εκεί Πομ ο οΧλοο ΠοοΧολ­ ΣΠΊ βομλίμῖο­ Όλο] νομίζομν οτί ξοφνι̃κο κολ μοζι̃κο θο ΠλομἘΐοομν› ον Ιι̃ Σι̃κολίο κονοληφθοί­ Κονοΐο οον σκέΠτετάι το τεράστιο κόστος της εκστροτείοο ο την Πλ­ θονοοηνο οτνοο­ Τ] θο νίνολ ον οΠοτοΧοι̃ η οκοτοοτοίοἐ Πολ­ οο θο οἱνοι̃ οι̃ ομνοοοι̃οο νλο την Πολη, νι̃ο το νομτοίή τηο

δύνομη, νι̃ο νο ομΠοολο› νι̃ο το οομοοι̃ο τομοίοἐ Η Πολη νώ° ρά οκμάζει εΠειδη ηγείτάι στην Αθηνοῖκῆ Σομμολίίο· Ολ σϋμμοΧι̃Κοο Πολοι̃ο Πληοώνομν φοοο κο] οΐνοι̃ ο φοοοο ου­ τός Που μος βοηθάει νο Ποοομονομμο λοΧμοοῖ­ Αν το Χοο­
μοοο νων ολλοον›

ιιροσΠοθώντάς, χωρίς λόγο, νο γίνουν Πλουσιότεροιγ το χά­ νουν όλο. Αυτοίγ όμως, λειτουργούν έτσι σε οτομικό εΠί­ ιιεδο κοι δικάίωμά τους είνοι νά κάνουν ό,τι θέλουν) όσο δεν εΠηρεάζουν τη ζωη των άλλων. Τώρο, όμως, μιλάμε γιά την Πόλη ολόκληρη. Η Αθηνά είνοι μιά Πλούσιο Πόλη. Μιά ηγετιδο Πόλη. Γιά Ποιο λόγο νά διάκινδυνεύσει; Γιά νά Πε­ τύχει τι; Ηίμάστε στην κορυφή. Ίἰχουμε την Πρωτοκάθε­ δρίο. Πόσο Πιο ψηλά νο Πάμε; Πρέηει, λένε, νο κάτολύ­

ομμμοΧο)νι ονομοτοοομν νο οίοοοομν στην Αθἠνο, Π οι̃κονομίο οηο Ποληο θο Κονοοοοοοολ­ Γλοι τί, όμως, Πληρώνουν οι σύμμάχοί μος άυτό το φόρο; Εΐνοι̃ η άγάτιη τους γιά μος Που τους ωθεί η οι ῖοίοοοι̃ο μοο Πομ
Ἐοον

τους εξονογκάζουν, Περι̃ι̃ρι̃νμοίζοντοο το λλμονλο τομο›
ότον η κοτοβολή Ἑοο φοοομ Κοθμοτοοοίὲ Αν οι τοι̃ήοοι̃ο ομ­ Ἐοο Κοτοοοοοφοον οτο Σοίολΐο Ή θο ομοοοΐοολ το ολοκοτ Πἠ ροης των χρημάτων στην Πόλη μοοἐ Τομο το λομο ολο άυτά, ολλά μάτοιο. Η μονίο του εύκολου Πλουτισμού τούς έχει κάτάκυριεύσει. _ Ο φτωχός ξερει ότι δεν θά γίνει Πλούσιος ον δεν διο­
7

­ Σωστά. Κοι ο Πλούσιος, όμως, ξέρει γότι̃ δεν νἶνοί Ποτ

Ψ

τε φτωΧοο› Ποοο μονο ον ολοκι̃νομνοοοοι̃­ Ο φτωὶέοο οοίτ διώκει τη διοκινδύνευση γιοτί δεν έχει τίιιοτά νά χάσει, ενω οίνολ ο Ο Πλοοοίοο οοοφομνοι̃ τη οι̃οκι̃νοονομοο νι̃οτί ομνο βέβοιοι σο νοο­ μόνος τρόιιος νο το χάσει όλο. Ανοφέρομοι,

μονες άνθρώηους, όχι σε άφελείς. νΠάρχουν άφελείς φτω­ χοί Που νομίζουν ότι θά γίνουν κάΠοτε Πλούσιοι συσσω­ ρεοονι̃οο ΨμΧΐο› ολλο μΠοοΧομν κοι̃ οφολοίο Πλοοολολ Πομ

τάλύσουμε; Γιάτί νά διοκινδυνεύσουμε; Κολύτερο νά συ­ νάψουμε ειρήνη μάζί τους τώρο Που είμοστε δυνάτοί κοι ομέσως μετά νά άνοτιτύξουμε τις εμπορικές μάς σχέσεις μ' άυτούς. Τ`ιάτί νο Πολεμάμε κάι νά σκοτωνόμοστε άφού μιιορούμε νο εμιιορευτούμε; + Νάι, ολλά εσύ είΠες ότι άν οι φτωχοί δεν διοκινδυνεύ­ οουν δεν θά γίνουν Ποτέ Πλούσιοι. Άρά λογικό είνοι νο εΠι­ διώκουν τη σικελική εκστροτείά, άφού με τη διοκινδύνευ­ ση άυτη μιιορούν νά ολλάξουν τη μοίρο τους. ω Γγο οτομγκή δγοκγνδύνευση μίλησα, όχγ συλλογγκή. Αυ­ τήν ΠρεΠει νο ετιιδιώξουν, όχι νο διάκινδυνεύσει η Πολη ολόκληρη γιο το δικό τους κοι μόνο κάλό. Εἶγώ γιοτί νο διά­ κινδυνεύσω την Περιουσίο μου; Ποιος ο λόγος; ­ Σε κάτάλάβάίνω, είΠε ο Βράσίδάς. γΠάρχει7 όμως, κά­ τι Που με Πάράξενεύει. Θουμάζετε7 άκούω, το κάθεστώς της ΣΠάρτης, άλλά ξεχνάτε ότι κοι εκεί όλοι οι Πολίτες ϋχουν μιά ψηφο) όιιως στην Αθηνά, ενώ Πλούσιοι δεν υΠάρ­ χουν, ούτε κοινωνικές τάξεις. 'Γι το θάυμάστό βρίσκετάι σλ ουτό;

οομμο τη Π8λ0Ποννησιάκη Συμμάχίά. Κάι γιοτί νο την κο­

­ Το είΠά ηδη. Αυτοί έχουν, Πράγμάτιγ μιά ψήφο
[ι̃θθ]

Ο

Κο­

θιῖνος στην ΑΠέλλά7 είνάι όλοι εξομοιωμένοι Πολιτικά, ολλά

[ι̃θδ]

είνοι, εΠίσης, εξομοιωμένοι κοι σ) όλο το άλλο. Έὶχουν την ίδιο Περιουσιοκή κοτάοτοση, ζουνε όλοι με τον ίδιο τρό­ Πο, τρέφοντοι με το ίδιο φογητό στο συσσίτιο, έχουν οκρι­ βώς τις ίδιες υΠοχρεώσεις. Όλοι. Δεν υΠάρχουν εξοιρέσεις. Δεν υΠάρχουν ούτε Πλούσιοι ούτε φτωχοί. Άρο γιοτί νο μην έχουν κοι το ίδιο Πολιτικά δικοιώμοτο; "Γο βρίσκω φυσιο­ λογικό κοι δικοιολογημένο. Αφύσικο είνοι ουτό Που συμ­ βοίνει στην Αθήνο. Ανισότητο οικονομική, ισότητο Πολιτι­
κή. 'Γι νόημο έχει; Εὶίνοι κοροϊδίο. ­Αν, ομως, ζούσες στη ΣΠάρτη ή ον το σΠορτιοτικό κο­ θεστώς εφορμοζότον στην Αθήνο το Πλούτη σου θο εΠου­ ον νο υΠάρχουν. Δεν θο ήσουν Πιο Πλούσιος. ­ Μου είνοι οδιάφορο, οφού κονενος άλλος δεν θο ήτον Πλούσιος, ετιίοης. ῖἶικεί, στη ΣΠάρτη, εχει κοτοργηθεί η εν­ νοιο του Πλούτου. ι̃ἶιδώ όχι. Βκεί δεν μΠορείς νο διοκριθείς συσσωρεύοντος Πλούτο, εδώ μΠορείς. 'Τι άλλο νο κάνω, λοι­ Πόν, Η Πόλη με οφήνει ελεύθερο νο διοκριθώ σ) ενον το­ μεο, τον οικονομικό, κοι μόλις διοκριθώ, μόλις ξεχωρίσω, με εξομοιώνει Πολιτικά μ, ουτούς Που οΠέτυχον στον ονώ­ νο γιο τη συσσώρευση Πλούτου. Γιοτί; 'Ρο βρίσκεις λογι­ κό, Πώς είνοι δυνοτάν Πετυχημενοι κοι οΠοτυχημενοι στον οικονομικό οντονωνισμό νο εξομοιώνοντοι στην Πολιτική;
Δεν είνοι δίκοιο. ­ Σε κοτολοβοίνω. Ο Βροσίδος τελείωσε τη διήνησή του. 'Γου είχο ζητήσει νο μου εκθέσει τις οΠόιμεις των ολιγορχικών. Είχε έρθει στο Μεγορο, μόνος του, γιο το σκοΠό ουτό. Ρωτούσο γιο τους ολινορχικούς, όχι, βέβοιο, οΠό Περιεργειο. Αν δεν ννω­

Νζρθβλέψεις

τις κινήσεις του, άρο δεν μΠορείς νο τον

Πο­

λἰμήσει̃ς

οΠοτελεσμάτικάη̨ῖ­Ση̨ῖἶίάδ­μοςόδη διάκριση ολιγορχικών δημ0κροτικωνδδενησήμοινε τίΠοτο. Δεν μος ενδιέφερε ΚΟ" Π Θντυι̃οράθεσή τους. ῖ¬ιο μος Αθηναΐοι̃ ήων κο] 0] μεν κο]

δε κοι σον Αθηνοίους τους οντιμετωΠίζομε, ονεἔόρτηι
οΠό

τις Πολιτικές τους θέσεις. Δεν μΠορούσομε νο κο­ νσνοήσθϋμε, όμως, Πώς νινότον ουτό, Πώς νινότον, δηλο­
να

δή, μεσο στην ίδιο Πόλη, Πόλη σε Πόλεμο, νο υΠάρχσυν δύο

θνῃκρουόμδνεθ ΚΟΠ Ολληλομισούμενες Ποροτάξεις. Αδια­ νόητθ μος φοινότον, άρο εΠρεΠε νο κοτοβάλουμε Προσῃός θείο νιο νο οντιληφθούμε τι οκριβώς συνεβοινε. Κοτονο­ ω̃ντοἔ Θυι̃ἠ την Προνμοτικότητο, κοτονοώντος τις οιτίες "ΟΝ την Προκολούσον, μΠορούσομε νο χοράξουμε την ΠΟ­ λῃῦι̃κή 110€; ουένοντι στην Αθηνοῖκή Πολιτείο, μιο Πολιτεία θκῃρθμένῆ, όρο μιο Πολιτείο ήδη νικημέν/η) όσος Χρόνος Κω αν Χρει̃οζότον νιο νο τεκμηριωθεί η ήττο της.

ρίζεις άριστο τον οντίΠολό σου, ον δεν υΠοκοτοστήσεις Πρόσκοιρο τη σκέψη σου με τη δική του, δεν μΠορείς νο

[ι̃ι̃θ]

[ι̃ι̃ι̃]

ΚΕΦΑΛΑὉ Ζ|

ΜΒΦΩΝ

«...επε1δη δεν μηορούσον να εξηγήσουν με το λόγο τις όυλες μορφές κατ ττς Πρώτες αρχές, ττς ττροσέγγτσαν μέσω των αρτθμώνἔῖῦτστ αυτό Που

λένετατ ενότητα, ταυτότητα, ισότητα, το αΐττο της σύμπνοτας κατ της συμττόθετος των τπόντων7 Που μένετ παντα ΐδτο κατ αναλλοίωτα, το ονόμασαν
ένα...»
Π0ΡΦΥΡ1ΟΣ,

«Πυθανόρου βίος» 50

είπε ο Μέτων. «Δεν υτιαρχει καμμία «­Ε] αμφιβολία. Ελατε να δείτε». Πήρε ένα ραβδί ιιλησία­ σε την αμμοδόχο και αρχισε να σχηματίζει τον αστερισμό της Παρθένου. Πλησιασαμε όλοι και είδαμε το σχήμα:
ιΝΑι ΞΕΚΑΘΑΡΟ»,

/) όεη̨̃έιιι έξι;/το
τί.­ιιίιιιντί

δι

ιι

Θ

0 ὀιςὲ

ὶίἦἴ

[ι̃ι̃δ]

«Προσέξτε τώρα», είΠε. «Αυτό Που βλέΠετε είναι ο αστε­ ρισμός της Παρθένου, αλλα στη θέση καθε αστέρα θα ση­ μειώσω τώρα μια Πόλη της Αττικής, της Βοιωτίας και της Εύβοιας. Δείτε το αΠοτέλεσμα»:
Κήρινθος
Ανθηδών

κτίσεις την Αθήνα Πανω στον γμηττό για να ακολουθήσεις
Πιστα το σχήμα του αστερισμού. Ωστόσο ο συμβολισμός νο­ μίζω ότι είναι Προφανής. Κατι ήξεραν οι πρόγονοί μας.

Χαλκίς
Θ,

ηβο

"Γαναγρα

›‹ημ<ι̃ιι<ευ­.εεε,έδεφεε ιεκεεεεειεκό ειιε­,Π<×ρθέν0υ την εύνδι”α_ἶόίΤΠρμή,”Αυτός είναιο και των συγκεκριμένουαστερισμού. Ο ταξιδιωτών. Γι” αυτό λη Πόλη μας, Που έχει ­όΠως βλέΠε­ τε­ εξέχουσα θέση στο σχήμα, είναι ισχυρή στο εμΠόριο και στη θαλασσα. Δεν είναι μόνο η Πόλη της Αθηνας. Δεν έχει μόνο την εύνοια της θεας, έχει και του Ερμή την εύνοια. Ταξίδι χωρίς την εύνοια αυτή δεν μΠορεί να Πετύχει. Η σι­ κελική εκστρατεία χωρίς την εΠίνευση του Ερμή δεν γίνε­ ται να λήξει νικηφόρα. Αλλα δεν είναι μόνο αυτό. Προσέξτε τα γραμματα της λέξης “Παρθένος”», είΠε και Πλησίασε Πα­ λι την αμμοδόχο γραφοντας:
να έχουν

ιι]

Μέγαρο

Πλευσίς

ι̃ΰ

Αθἡνο

Βθι̃ι̃θθθδδθ

ΠΑΡΘῖἕ]ΝΟΣ=Φι̃Π
'70

2Οθ=5ι̃5

Σαλαμίς

Ακριβώς κατω αΠό τη λέξη «Παρθένος» έγραψε:

ῖῖιΡΜΗΣ=Τ'Νι̃¬
Αίγινα
Β

ι̃θθ

­ίθ

8

2θθ

=

353

«Αυτή είναι η αΠοτύΠωση του αστερισμού στη γη», είΠε, ενώ εμείς κοιταζαμε αΠοσβολωμένοι. «Ασφαλώς υΠαρχουν διαφορές. Η αΠοτύΠωση είναι συμβολική, όχι ακριβής, αφού η γεωγραφική ιδιομορφία καθε τόΠου δεν θα εΠέ­

«Αν αΠό τον αριθμό

ΦΠΞ1

(5ι̃5)», συνέχισε, «αφαιρέσετε

τον αριθμό ΡΝΓ (353) το αΠοτέλεσμα είναι ο αριθμός ΡΞΒ (ι̃Θ2). Τι είναι, όμως, το ΡΞΒ», αναρωτήθηκε, γραφοντας:

τρεΠε Ποτέ το κτίσιμο των Πολεων σε αΠολυτη συσχετιση | | , | με τη θεση των αστερων. Δεν μΠορεις, για Παραδειγμα, να

Ι

,

Ι

ΜΗΔΒΝ Αι̃¬ΑΝ=ΡΞΒ 4Ο84δδΟΟι̃?›ι̃5θ=ι̃θΖ
[ΠΠ

ί ιιε ]

Κλΰο] οληο τησ ονοονο]οο= Που θσ Κσνουμσο οτοο· ΌΧ] τυφλή κου ονόητυ ι̃οροσυλΐοι αλλά νουθεσία συγκεκριμένη ΚΟ] τΘΚμ]ι̃μ]ωμέν]Ἱ­ Κοτοστοοφο ντοο› κο]]ο]ο νυΧτσ› τ]σ ]τρμσ]]‹έο Στἠλοοο οτ]ο]οή νυΧτοο]νή ο]νο] η κυο]οοΧ]ο του Βομή στον οστοο]συο τηο Ποοοένου› ο]νο] ξοκοθοοο ουτο Που θο Γ]οτυΧουμο· ΌΧ] μονο η Πολη θα στερηθεί την εύνοια του θεού, αλλά Πολύ Περισσότερο, όσοι μΠορούν να διαβάζουν τα σημεία θα καταλάβουν ότι η σικελική εκστρατεία υΠερβαίνει το μέτρο του αναγκαίου και του εφικτού. Ούτε αναγκαία είναι ούτε εφικτή­ «ΜΙΤ δέν άγαν», λοιιιόν. ο Χουοοο φ=
ἘΟ
ι

­ Αυτό, λοιτιόν, είνοι

τα λόγια σου. Βίσαι Πολύ νέος ακόμα. Δεν ξέρεις. Ακούστε κι εσείς οι υΠόλοιΠοι, όχι μόνο για να μάθετε τι συμβαίνει, όσοι

δεν ξέρετε7 αλλά Πολύ Περισσότερο για να μη σας μΠαίνουν τέτοιες Περίεργες ιδέες, όΠως αυτή του Αγάθωνος. Αν συγκρίνει κανείς τους κίονες του Παρθενώνα με την

κατακόρυφο θα διαΠιστώσει ότι έχουν μια μικρή, ασήμαντη, ουοκλτοο Ποοο το οοτοτοουςο του νοου. Ξέοοτο ττ οηυου/οτ ουτο; Ο Ποοθονώνοοτ ττοοτοττττυίου τοίγοτυτυοοτυτοτοοτοήο­ Η
κλίση των κγόνων εἶζγὅἱ τέτοια ώστε οι νοητές ευθείες τους ναἶιυνάντἦνται“σῖ:”ύψος δέκα σταδίξον ακριβῷς. Μέχρι εκεί οοθξονεται ηνοητή Πυραμίδα. 'τι σημαίνει, όμως, ο αριθμός δέκα; Θυμήσου, Αγάθων, τι λένε οι Πυθαγόρειοι: ι̃0 = ι̃ ­ι­ 0 = ι̃. Η δεκάδα και η μονάδα, δηλαδή, ταυτίζονται. Μη ξε­ χνάτε, ειιίσης, ότι η μονάδα και η δεκάδα ισούνται με τη λεξη τιν, αφού και ν = το, αρα 5 + 5 = ετ = ιο = ι. ο ένας, λοιΠόν, θεός, ο μοναδικός, ο Δίας ο ίνιμιστος, αυτός

της φοο" σοοο Ανοονο­4ΜτΙ|νουτ]οοβολλοτο­ Αυτο το υηνυμο οο τουο οτο]λουμο­ Αυτή ο]νσ] τι Ποοτοοττή μοο Ποοο την Πο' λη) τι Προτροτιή μας Προς τους διιμοκροτικούετ τον Αλκι­ βιάδη και ἘΟΠΩ Φἶλθυο του, Που μοο οοηνουν ολους οτην καταστροφή. Καταλαβαίνετε;
Που. ]σουτο]] μο ]›ο2 Ποουτου· Αυτἦοοοίο] οοονονο]ο
,
»
»

με

_ Αν­ ομωσ θέλουμε νο] οτοοήοουυο την Πολη ουο τη δύναμή της, είΠε κάΠοιος ολιγαρχικός, ο Αγάθων, δεν είναι τα αγάλματα του Βρμή Που ΠρέΠει να θιγούν, αλλά τα αγάλ­

ιιου όλα τα Περικλείει, αυτός αΠό τον οΠοίο όλα εκΠορεύ­ ονται, ο ένας και ανεΠανάληΠτος θεός, ταυτίζεται στη γλώοοο των οοτθυών με τη οοκοοοτ οοο με το υονοοο. Η
ΜΟΝΑΣ7 ομοοο, τοουτοτ

με 40 .τ 70 + 50 + γ .Ρ 200 = Βοτ οοο με

μοτο της Αθηνοο κο] ο Πσοθονώνοο ο ]ο]οο· Αλλκοο το οΠο“ τέλεσμα θα είναι Περιομισμένθ­ ­ Δεν είναι έτσι, αΠάντησε ο Μέτων. ΑΠορώ Που τολμάς να ξεστομίζεις μια τέτοια φράση. Αθηναίοι είμαστε, Αγάθων. Αγατιάμε την Πόλη μας: Περι̃σσοτεοο οσο τουσ οημοκοοττ
Κους­ Δεν θσ την οκθομο­λ]ώσουμο μονο] μσσ ν]ο νο την στο­

τις 360 μοίρες του ζωδιακού συν τον εαυτό της, Περικλεί­ οντος έτσι τα Πάντα. Αλλά είναι και κάτι άλλο. Ο αριθμός 'Ο τοοουνουτί με τη λέξη Αφ/\ΑΣ οφου γ _.. 300 4. 30 Ή .τ 200 = "Ω = 5 + 3 + 2 = γο­ Αυτο ου/οι ο Ποοθενώντ Δεν υυοοχοτ

σουμο μοτο ουσ την Κστοστροφή­ Τ] νοημο θσ ετλο μ]ο το τοκ] ενέοντυοὲ Ξέοο]5,|τ,], ἔτνοτο"Πο,ο.οον(ογ.ο.οἔ Νου]ζο]ο οτ]
υοο]ΐἔ]το]Υ]ο.ένγσ'σΠλσ νσο› οττωο τοσο] κο] τοσο] ολλοτ Δεν έΧο]ο μυηοο] στο τυ]ουσ]ν]οτΜυστήο]σ κο] ουτο› ]στοἱεξ]ι̃νο]

τίποτα τυχαίο στο ναό. ἱῦίναι το υΠοστύλωμα της Πόλης ολόκληρης, ένα κατασκεύασμα εναρμονισμένο με τη φύ­ οη όλη, ένα ανθρώΠινο δημιούργημα Που το διατρέχει η ίδια Πνοή ζωής Που διατρέχει το σύμΠαν συνολικά. ΑναΠέ­ μιιει δέηση Προς τους θεούς και αΠοδέχεται τη δική τους θετική ενέργεια. Αυτό κάνει. Αν βλάιμουμε το ναό, βλά­

[ῃδ]

[ι̃ι̃θ]

πτουμε την πόλη ανεπανόρθωτα. Μη ξεχνάτε, επιπλεον, ότι το άθροισμα των κιόνων του μαζί με το άγαλμα της Αθηνάς μάς δίνουν τον αριθμό ΠΔ. Κοιτάξτε τι σημαίνει το ΠΔ, εί­
πε. πλησιάζοντας Πάλι την σι±ι±0δό›‹0±

­

­ Καταλαβαίνω, είπε ο Αγάθων, ότι θα διατηρήσουμε την
εύνοια της Αθηνάς και θα χάσουμε την εύνοια του Ερμή. "Γι

Α

διαφορά έχει;

­ Μεγαλη όιαφορα. Σκέψου ότι η φράση ο οεοε ισοόυ­

ο ε Α

θιδι̃
ο

Α

ι̃ίθ8δθι̃=84
Η
Ν

ο

Α

=

ΠΔ

ναμεί με τον αριθμό Τ'ΝΔ, δηλαδή 354, ενώ η λεξη ΕΡΜΗΣ μετον αριθμό τΝΔ,6ηλα6η,εεε,αφοο±
Ο
70
να

ΘΕΟΣ=ῖ¬ΝΔ
θ
5

Αυτός

αριθμός, το 84, είναι ίσος με το άθροισμα των
Α

200

=

ΒΒΔ

'Ϊ ακολουθιών: ι̃­ι­(Ἡ­2)ι­(ι̃­ι­2­ι­θ)+(ι̃­ι­2+3·ί·4)+(ι̃­ι­2­ι­3­ι­4­ι­δ)­ι­(ι̃­ι­2­Ρ τυ­ 3+4+5+6)­ι­ (Ή­2+3¬ι­4+5+Θ+7)=84. Ο αριθμός 7 δεν είναι

ενώ
Ε
5

χαίος, αν σκεφθείτε, μεταξύ άλλων, ότι επτά είναι οι σοφοι που αναγνωρίζονται πανελλἡνια,ηδε λέξη «Σοφία» ισούται

|
Ρ

Μ

Η

Σ

= =

ΡΝΡ
363

με

φράση, όμως, ΘΕΑ ΑΘΗΝΑ ταυτίζεται, όπως σας είπα, με το αν 84, με τον αριθμό, δηλαδή, των κιόνων του Παρθενώνα, προσθέσεις τα γράμματά της. Αν, αντίθετα, τα πολλαπλα­ σιάσεις το αποτέλεσμα είναι: ΘΧ5Χι̃Χι̃›‹9Χ8κ50κι̃=ι̃Θ2.ΟΟ0, άρα
ι̃οο­000 φορές

τεπειόή 2οο+ιο+6οο+ιο+ι=ιει=ι+ε+ι=ιε=ι+ε=ι.Η

ιοο

40

ε

εοο

Χρυσός ορι̃θμόίϋ το δω· Αυτό σημαίνει Ο αριθμός των κιόνων του ναού. Δεν είναι, όμως, μόνο αυτά. Ο Παρθενών κτίστηκε και για έναν ακόμα σκοπό: να εκφράζει το καλό. Είναι «καλός», επειδή ακριβώς ο αριθμός των κιόνων του είναι 84. Το γι­
Ο
Π

Άρα ο Ερμής είναι «ο θεός ­ι̃». Ελάσσων θεός, δηλαδή. Καμμία σχεση με την Αθηνά, τη θεά της πολεμικής σοφίας, την προστάτιδα της πόλης. Ούτε μπορούμε, ούτε πρέπει να θίἔ.0ϋμ8 την Αθηνά. Ξεχάστε το αυτό. Μη πλησιάζετε τόν
Δ
,

γ

νόμενο των γραμμάτων της λέξης «καλός» είναι Κ. Α. Λ. Ο. Σ. =20›‹3ΟΧ70κ2ΟΟ=8.400.Ο0Ο, άρα εκατό χιλιάδες φορές ο αριθ­ μός των κιόνων του ναού, αφού 84›‹ι̃00.000=8.4Ο0.000. Γι" αυ­

?

Δ

ζ

ζ

Παρθενώνα. Θέλουμε να ωφελήσουμε την πόλη, όχι να την βλάιμουμε ριζικά και αμετάκλητα. ­ Δεν πείθομαι, είπε ο Αγάθων. ­ Νύχτα θα γίνει η ενέργεια, συνεχισε ο Μετων αγνοώ­ ντας τον Αγάθωνα, αφού η κυριαρχία του Ερμή στον αστε­ ρισμό της Παρθένου, σας θυμίζω ότι είναι νυχτερινή. Πρέ­

ιιει, όμως, να επιλέξουμε νύχτα πανσέληνου. Θα σας πω
ό

τό, λοιπόν, Αγάθων, συνέχισε ο Μετων, δεν πρέπει να πλη­ σιάσουμε τον ναό. Καταλαβαίνεις; Θα μπορούσα να συνε­ χίσω ώρες ολόκληρες απαριθμώντας τους συμβολισμούς που κρύβει ο Παρθενών, αλλά δεν νομίζω ότι απαιτείται.
Ειεοι

Α

γιατί.

Α

Α

Δ

Δεν πείθομαι, επανέλαβε ο Αγάθων. Η διήγηση του Αγι με είχε καθηλώσει. Καθόμασταν, ένα βράδυ, στην οικία του Πάτροκλου και μου ανέλυε το σχε­
¬

ιιειι

διο των σλιγαρχικών. Ιῦίχε Παρακολουθήσει, μαζί με τη Λή­ δα, μια συνάντηση των φίλων του Μέτωνος στην αγροικία.

Δεν τον άφησαν να Παρευρίσκεται καθ' όλη τη διάρκεια, εΠειδή δεν ήταν, τυΠικά, μέλος της εταιρείας, του είχαν, όμως, αρκετή εμΠιστοσύνη ώστε να του εΠιτρέΠουν να μΠαινοβγαίνει στην τραΠεζαρία. Όσα δεν άκουσε ή δεν κα­ τάλαβε τα συμπλήρωσε και τα εξήγησε η Λήδα αργότερα. Ο Ἀγις κράτησε σημειώσεις για όλα. Τώρα το σχέδιο των ολι­ γαρχικών ήταν για μας σαφές. Σε όλη τηγἑτίη̨̃ήνα ύηήρχαν τμερικές εκῳῳιτάδες μικρές ορθογώνιες στήλες, στις γω­ „„„„„„„__/ ..ε..„„Μ.\“,„^.­.­„.ε­__„__„_._____`ι̃ Μ ἡ\\ γγίες τον δρόμων κυργίωςζϋμ­ε την κεφαλή του Βρμή στην κο­ό ρυφή τους. Αυτές τις κεφαλές του ”Ββ`μή““σκόΠευαν να τε­ μαχίσουν οι ολιγαρχικοί, ΠροσΠαθώντας, συμβολικά, να στείλουν στους δημοκρατικούς το μήνυμα Που ο Μέτων εί­ χε Περιγράιμει. Αυτή ήταν η ιεροσυλία Που σχεδίαζαν. Άρα μΠορούσα να στείλω τώρα το δικό μου μήνυμα στη ΣΠάρ­ τη και να αναμείνω τις οδηγίες. Έγραψα λοιΠόν: «Περικο­ Πή Βρμών κεφαλών. ιεροσυλία συμβολική» και έλαβα λίγες μέρες μετά την αΠάντηση: «Παρατηρείτε, μη συμμετέχετε».

κεσλλλιο ιι
ΑΣΤΒΡΕΙΣ

«Ουράνιοι αστέρες, της μαύρης νύκτας τέκνα αγαιιητά, Που Περιφέρεσθε με δίνες κυκλοειδείς γύρω αΠό το θρόνο, φωτοβόλοι, Πύρινοι, Πάντα γεννήτορες των Πάντων, μοιραίοι, σημάδια κάθε μοίρας, εξουσιαστές της τύχης των θνητών».
οι>Φικοι νινιινοι, «Άστρων θυμίαμα»

ἐι­=

Φ*

ΠΖ2]


ὶἑ
ι
_

ἴι̃.
Φ

τι

εἰ'

, , , | την ενεργεια μας», ειΠε ο Μετων. «Προκειται για κ κ κ κ κ ενεργεια καταχθονια, μυστικη, συνωμοτικη. Δεν χρειαζεται να την εξωραΐσουμε, ούτε μΠορεί να εξωραῖστει. Βίναι μια κακή ενεργεια, μια ιεροσυλία. Θα τεμαχίσουμε αγάλματα θεού. Δεν είναι αστείο. Αν θέλουμε η ενέργεια αυτή να Πε­ τύχει, αν θελουμε να φέρει το αΠοτέλεσμα Που Προσδο­ κούμε, ΠρεΠει να ενεργήσουμε όταν η Σελήνη εισέλθει στο
<<
μ

ΘΑ εΠιλι¬ιεονινιιτ των εΠοινιεΝΠ Ννκτλ με Πανσεληνο για

γε

ἔἶ

ἔ:

,

ζώδιο του ΣκορΠιού, έχοντας, μαλιστα, σε νύχτα Πανσέλη­ νου, τη μεγαλύτερη δύναμή της. Ἐο“ἐωΗδι·οώτρΩυΜἕΜκορβΠιού αρμόζει σε Πράξεις σαν αυτή Που σχεδιάζουμε. Δεν χρεια­

για αυτα Που δε,ν`ε,ι,ν,αι τα ερμητικα κειμενα τα αΠοκρυφα, ­~ η̃,­„,„.Δ_Μ___ Παρακθδλδύθηση και ο συ­ τα
5
ἔε

ζ τἶαν­αλύδωρδαυτδἶλδη̨ ̃­ιναι ,__„__„~%„ά__„`___„....„„ .......... ,ΔΔΜ­·­­­τ.,

ανα­ςρεδρουν
ι

ι

συμΠεριφορας και των ζωδίων, για αιωνες τωρα, εχει δωσει, Πια, συμΠερασματα αλανθα­ στα. ΠρεΠει να με Πιστέιμετε. Μιλαμε για μια Πανσέληνο Που ΠραγματοΠοιείται στον αξονα 'Γαύρου­ΣκορΠιού, αρα η συγκεκριμένη ενεργεια μας είναι Προορισμενη να μείνει στην ιστορια. Γενιές και γενιές θα την συζητανε, χωρίς να μΠορούν να αντιληφθούν την αιτιολογία ή τη σκοΠιμότη­ κ κ κ » | τα της. Μονο εσεις θα ξερετε. Να θυμοσαστε οτι τα γεγο­ νότα Που σηματοδοτούνται αΠό τον ΣκορΠιό και τον "Γαύ­
σιἶε­ἦι\σμδς_θτη®ςθδανθρώΠινης
%

Ά

%

|

×

4.

[ι̃ϊδ]

ρο , τα δύο Πιο σταθερό ζώδια του ζωδιακού Ϊ είτε αυτά είναι γεγονότα θετικά είτε αρνητικά μένουν Πάντα στην ιστορία και καθορίζουν τις εξελίξεις. , | , | Μαλιστα, η αΠοκοΠη των Ηρμων θα ξεκινησει αργα τη νύχτα, λίγο Πριν το ξημέρωμα, εΠειδή εκείνη την στιγμή κοκεργέτης Πλανήτης Κρόνος βρίσκῇοι̃ τώρα στο ίδκ) ζώδι̃ο τη\/Ήλι̃ο θο εμφοχ/;στεΐ Πρώτος στον Ορίζο­
7
Ρ

Κάτω αΠό

την εω̃δροση του

Κρόλ/ΟΠ7 Ουδείς θα

μας ονυ­

Ζ

7

ντα, ενώ ο Ήλιος θα φανεί λίγο μετά. "Γην στιγμή Που ο Κρόνος θα ξετφοβόλλει̃ μέσα βαθύ σκοώδι̃ τόω
Α

ακριβώς θα ξεκινήσουμε, εΠηρεασμένοι αΠό την ενέργεια ε ­ αρσενικου και δυσμενους Πλανήτη, Πριν ο Ηλιος ανατειλει, Πριν φανεί το φως του και η φωτοβόλος δύναμή του ενερ­ γοΠοιηθεί. Όταν οι Αθηναίοι ξυΠνήσουν, όταν οΉλιος φω­ | τ ε ε ε τισει την Πολη ολοκληρη και φανερωθουν οι αΠοτροΠαιες , , ε ε ­ ενεργειες Που εγιναν τη νυχτα, τα Παντα θα εχουν τελειω­
χ
×
× ×

ληφθεί ΚΟ" Ουδείς θα μας 'θμῃοδίσει Ελίνα] βέβωο ουτό7 Δεν Ηῃορχει κανενος φοβος' Γι, αυτό λοιΠόν θα εΠιλε ου ε τ συ κεκ ι έν νύ τα ξ μ η γ ρ μ η Χ για να δράσουμε. Ελπίζω να αντιλαμβάνεστε αυτό Που σας ειΠα. Για μενα ειναι, βεβαια, λυΠηρο να κανω τετοιους υΠο­ λογισμούς. Θλιβερούς υΠολογισμούς. Θα Προτιμούσα να εί­ ναι υΠολογισμοί θετικοί για την Πόλη όχι αρνητικοί αλλά δεν γινεται. ΒλάΠτουμε για να ωφελήσουμε μετα. Τι αλλο να κάνουμε; Οι δημοκρατικοί δεν θελουν να καταλάβουν. Ούτε τα λο ικά εΠι ει ί ατα τού Πείθουν ια το άταιο νδ, ιμ­ τι
7
7

7

7

ι

Την ίδι̃ο νύχῖο όμως

Αφροδίτη

οστέρος

Αληβ]ιόδη,ς„έΧθι̃ μοιιέψει̃ Βΐνοι̃ οῃλστευτφξ/Είγα̨δ ξη̨̃Ϊθ,ρωΠ0δ μό” νο ενα ολι α ικό Που Πα ασΠόνδ σε Πα ασύ ει όλ ΥΜΡΧ Ω ηθ ρ η τ η ν Πο στ η ν καταστ ρ ο . Που η φη βρ ε ω και οΠου στα ω εξηγώ τα σημεία, αλλά κανείς αΠό αυτούς δεν ακούει. Νο­
ἙΠΞΞΙΑΩΕΩ9­Ἑἕία̨¶?.,ῳτε Ο]­ωῳνοί'
7

Ἑου

Κω­

λους και της ομορφιάς, ο θηλυκός Πλανήτης, βρίσκεται Ταύρο όρο εξουσι̃όζει̃ Κρόνο βρίσκετε" Κ]
7

μιζουν οτι μετά την κατάκτηση της Σικελιας, η ΠελοΠον­ ν σιακ ί Συ α Χ ία θα καταθέσει τα όΠλα. Ἐἰίναι ανό το και ανεφικτο. Τα σημεια ειναι τοσο αρνητικα οσο δεν γινεται
άλλο θα σος 8ξηγήσω° Πλανήτης του Πολέμου είναι ο Άρης, όΠως ξερετε Πολύ καλά. Μόνο αφελείς και αμύητοι αρχίζουν Πολεμικές εΠι­ χειρησεις οταν ο Αρης δεν ειναι ευνοικος. Ποιος ο λογος να
μη Περι̃μένεκι̃ἱ Ο Άρης ακολουθώ Ἑώρο ονόδρομη Πορθίο στο στερέωμα. Πορεία αντίθετη Προς τη φορά του ζωδια­
Ολ/όδρΟμη7 βέβΟ"ο7 ονόδρομη γω' μας Που ατ ού ε αΠό τ η γἶλ ό Χ ι ανάδ ρ ο μη αντικει ενικά αλ­ ρ ηρ μ μ 7! α Παντω ανα ο ε τον ανα ο ο Ποια τυ ἦ ρ μη . |ρη ρ Χη μΠορει να εχει η εκστρατεια; Αλλα δεν ειναι μονο αυτο. Αυ­ τή την εΠοχή ο Άρης βρίσκεται στο ζώδιο του Ζυγού, ζώ­

αυτός στον ;Γαύρο. Η Αφροδίτη, όμως, βρίσκεται τώρα σε δυσχερή θέση. Καίγεται αΠό τον Ήλιο, με μία μόνο μοίρα αΠόσταση αΠό αυτόν. Θα είναι αδύναμη η Αφροδίτη εκεί­ νο το βράδυ άρα η δύναμη του Κρόνου ανεΠηρέαστη_ Ήτσ] το κάλλος ευχερέστατα θα καταστραφεί Αλλιώς τα αγάλ­ ματα αυτά δεν είναι ευκολο, ανεμΠόδιστα και ατιμώρητα, να τα θίξουμε όλα μαζί την ίδια στιγμή Αγάλματα θεού εί­ , , χ , | , χ ­ ναι, οχι θνητων. Οταν ο Ηλιας φανει, οταν γινει γωνιακος , χ | ε ανατελλοντας στο οριζοντα και εισελθει στον Πρωτο οικο του ζωδιακού, τότε μόνο θα μΠορέσουν οι Αθηναίοι να δουν το κάλλος συντετριμμενο. Μέχρι εκείνη την στιγμή,
ω

κού Φο"/ομενικό

Πα

δίο Που δεν του ταίρίαζεί καθόλου, αφού σ) αυτό κυρίαρ­ χεί η θηλυκή, η νωχελίκή Αφροδίτη. Ο Άρης στον Ζυγό εί­ νο] οδύνομοα̨ Δεν μῃορεί να γίνεί αΠοτελεσματίκός ή ενερ­ νίίτίκος νί° αυτον Που Προκαλεί Πολεμίκέε εαίχείρίίσείε σε μία τέτοία Χρονίκή Περίοδο. Άρα, Π κατασταση του Πμρι̃ναμ ῃλονἠτῃ, του Άρη, είναί τώρα η χείρότερη δυνατή. Η αΠου­ σίο εύνοι̃σς Ἑου Άρη γω μας σημοίνεί αντίστοίχα ότί οί

η̨̃


Δ

Ύ

τετραγώνου με το Δία καί γί” αυτό δεν του εΠίτρέΠεί οΠοί­ αδήΠοτε ευνοϊκή νία μας εΠίρροή». Έὶτσί, ΠερίΠου, Περίέγραιμε ο Άγίς το λογίδρίο του Μέ­
νωνοε­
ναα

Δ

αίχε κρατίίσεί Ο­ίίμείώσεία βεβαία Πρ0Φασίζόμε­ φι̃λαμαθαα αφαμ δι̃αφαρατι̃κα θα ήταν αδύνατα να θα· ματαί όλες αυτές τίς αστρολογίκές λεΠτομέρείες. Οί αλ­

έ

λοί ολίγαρχίκοί, μου είΠε, είχαν ακούσεί τον Μέτωνα σίω­
ζ

Συρρακούσίοί, Που θα αμύνονταί, βρίσκονταί σε Πλαανα· κῃκἠ θέση. Εῃνω τόσο ξωώθορο, Που αΠορεί κανείς γία Ποίο λόγο οί δημοκρατίκοί αρνούνταί να το αΠοδεχθούν. Πώ να τους εξηγήσω ότί ο Άρης βρίσκεταί τώρα στη ζώ· νη ίἶης εκλείΠτίκής, Που ονομαζεταί κεκαυμένη οδός; Θα

.

Ιμι̃λαδ με έκδηλο ταν θαμμααμα Καλ την αΠαααΧή στα βλέμμα τους. "Ρον Πίστευαν αΠόλυτα. Δεν είχαν κανέναν ενδῖἔἶσμό γία την Πίστότητα των εΠίχείρηματων καί των
αμα

±

καταλαβουν, 'ι̃η̨̃ψνα τίοεί ο σαρκασμός του, Ο Άρης στο Ζυγό κατω αΠό την ίήξλεῷεείτἢετοί η Αφροδίτη «κοίίένη» στό τη σύνοδό της με τον ήλίο είναί συνδυασμός θανααι̃μαα νι̃α όΠοίον, αΠερίσκεΠτα, τολμήσεί τώρα να ξεκίνήσεί Πολεμί­ κές 8ΠγΧ8]ρήσ8κ,­ Μη ξεχνάμε, άλλωστε, καί τίς Πίθανές αρ­ νητι̃κές εΠΠπώσ8]ς Που θα φέρε] η έκλείῳη του ήλίου, Που ακολουθεί·

εξηγή ωΠ@¬κ „ί­

­ Άλλα σημεία αρνητίκα υΠαρχουν, ρώτησα. ­ νΠαρχουν, αΠαντησε ο Άγίς. Ρώτησαν το μαντείο τί

έψαών ταμ­

ΠρέΠεί να κανουν καί η Πυθία αΠαντησε με έναν Πολύ Πε­
.
ε

ε

γ

,

α Χρη· σμός, αλλα μην μΠορώντας να κανουν δίαφορετίκα έστείλαν μία τρίήρη στίς Κλαζομενές καί έφεραν την ίέρεία του ναού

 Σ·‹ἔΖἔ8ν Καταλαβανν Φαααςαί Ή αήμαίνα

ρίε μΠε1Φα.εωίαΦααΑαίίν.αε­τα­εε­με

Έψαξα με αγωνία τον ουρανό γία να δω μήΠως ο μεγα­ λύωρος ευμενής Πλανήτης, ο Δίας, θα μΠορούσε να βοη­ θήσεν Δεν Πῃόίρχεί, όμως, τέτοία ΠερίΠτωση. Ο Δίας αυτή την εΠοχή βρίσκεταί στο ζώδίο της Παρθένου, αρα σε θέση αδυναμίας, έχοντας, μαλίστα, καί αυτός αναδρομη Πορεία. ίσχυρός είναί ο Δίας στο αντίκρίστό ζώδίο, τους Ιχθείς, όχί στην Παρθένο. Καμμία εύνοία, λοίΠόν, αΠό τον Δία. ίΟΠως ξέρετε, τέλος, στο ζώδίο της Παρθένου κυβερνήτης είναί ο το Δία, Που κίνεί­ Ερμής, αρα αανόα Θξουυ̃ίαζεί Πρόσκαίρα το] τώρα εκεί­ Δι̃σμορφώνεγ Ο Βρμή; μία συγκλίνουσα όψη

Δ

Ξ

γ

της Αθηνας. Όταν αυτή έφτασε, ούτε οί Αθηναίοί ήξεραν τί να της Πουν, ούτε εκείνη καταλαβαίνε γίατί την καλεσαν. Μέσα στη γενίκή αμηχανία καΠοίος σκέφτηκε να την ρω­ τήσεί το όνομα της. «Ησυχία», αΠαντησε αυτή. Οί δημοκρα­ τίκοί ανατρίχίασαν. "Γην έστείλαν κακήν κακώς Πίσω στίς Κλαζομενες καί ΠροσΠαθησαν να αΠοσίωΠήσουν το γεγο­ νός. Φυσίκα δεν τα καταφεραν. Οί ολίγαρχίκοί το έμαθαν αμέσως καί ξεσηκώθηκαν. «Αυτό είναί το μήνυμα» είΠαν. «Η Πολη ΠρεΠεί να μείνεί ήσυχη. Αλλίώς τί νόημα έχεί ένας χρη­ σμος γία|την κλήση στην Αθήνα μίας τυχαίας ίέρείας αΠό μία τυχαία Πόλη, ἴ"ίατί να ονομαζεταί "Ησυχία”; Ο χρησμός δεν θα μΠορούσε να είναί σαφέστερος. Τί αλλη αΠόδείξη θέ­
ααα]

ίίεεί

λετε, Μείνετε ήσυχοί, συμβουλεύεί η Πυθία». Αυτα λένε οί ολίγαρχίκοί, αλλα κανείς δεν τους ακούεί.

_Βσύ

Ή Γῃσγεύεκς

_ τησ το Χρησμὀ;

γία το χρησμό. Ρία την ερμηνεία Που δίνεί 0 αστρολόγος στην κίνηση των αστέρων θέλω να μαθω τί Πί­
στεύεγςγ

­ Όχί

γία την κίνησή τους στο στερέωμα, γία τίς γωνίες μεταξύ τους, γία την ΠροοΠτίκή της κίνησής τους. Σκέφτομαί καί κατί ακόμα, Πίο σημαντίκό. Ποία είναί η εΠίδραση των αστέρων στην ανθρώΠίνη ψυχή; Η ύλη μΠορεί, βέβαία, να εΠηρεασεί την ύλη, είναί αναμφίσβήτητο, μΠορεί, όμως, η ύλη να εΠηρεασεί την ιμυχή; Δεν ξέρω. ΑΠορώ Πώς αυτοί

στους συμβολίσμούς των αρίθμὡν ή την εΠίδραση των
αστέρων.

­ Μόνο στο αίμα Πίστεύω. Στο αίμα καί στον Πανο, όχί

Πόλεων. Με αίμα καί Πόνο. ΑΠό την αλλη Πλευρα, βέβαία, δεν μΠορεί τόσοί νοήμονες καί μορφωμένοί ανθρωΠοί να σφαλλουν ομαδίκα. Κατί υΠαρχεί, είτε μας αρέσεί είτε δεν

­ Σωστα/Εὶτσί γραφεταί η μοίρα των ανθρώΠων καί των

μας αρέσεί. ¬ Ναί. Κατί υΠαρχεί, αλλα έργο των θεών είναί, όχί των ανθρώΠων. ΜΠορούν οί ανθρωΠοί μόνοί τους, χωρίς θεία μεσολαβηση, να ερμηνεύουν αυθεντίκα τη βούληση των θε­ ών; ι̃ῖἑίναί σωστό αυτό; Ρία τους χρησμούς δεν υΠαρχεί αντί­ στοίχη αΠορία, αφού η Πυθία μεσολαβεί αναμεσα στους

θνητούς καί τον ΑΠόλλωνα. Η ίέρεία εκστασίαζεταί Πρώτα καί μετα αΠοκαλύΠτεί. Δεν χρησμοδοτεί σε νηφαλίότητα. Όταν Παραληρεί, έχεί ξεφύγεί αΠό τα ανθρώΠίνα. Με την βοήθεία του ΑΠόλλωνα βλέΠεί Πέρα αΠό τα όρία του χρό­ νου. Ο Μέτων Ποίος είναί, Ποία είναί η αυθεντία του; Ποί­ ος είναί αυτός Που αΠοδίδεί στους αστέρες συγκεκρίμέ­ νες ίδίότητες; Ποίος γνωρίζεί καί Ποίος τεκμηρίώνεί τίς ίδίότητες αυτές/Υστερα, Παλί, η κίνηση των αστέρων, στη λεΠτομέρεία της, είναί ανεξίχνίαστη με γυμνό ματί, αρα αΠορώ Πώς είναί δυνατόν να έχεί αυτός τόση βεβαίότητα
[ι̃θθ]

έχουν τέτοία σίγουρία. Ποίος τους βεβαίώνεί ότί η ιμυχή δεν μΠορεί να ξεφύγεί αΠό τον εναγκαλίσμό καί την εΠί­ δραση της ύλης, Ε)ΠίΠλέον, η εΠίδραση των αστέρων στην ανθρώΠίνη ψυχή είναί ίδία γία τους Παντες; Βίναί ταυτό­ σημη γία όλους τους ανθρώΠους ή δίαφέρεί αΠό ανθρωΠο σε ανθρωΠο; Οί δείλοί καί οί ανδρείοί, οί δείλές καί οί αν­ δρείες φύσείς, δεν μΠορεί Παρα να έχουν δίαφορετίκή συ­ μΠερίφορα κατω αΠό τίς ίδίες ακρίβώς συνθήκες καί εΠί­ δρασείς. Αυτό είναί το λογίκό. Ας υΠοθέσουμε, εΠίσης, ότί ένας συγκεκρίμένος Πλανήτης έχεί τίς ίδίότητες Που του αΠοδίδουν οί αστρολόγοί. Ας υΠοθέσουμε ότί η κίνησή του, έτσί όΠως την εκτίμούν καί την ΠροβλέΠουν αυτοί, είναί η ορθή. Ποία είναί η συνέχεία, Αν ένας Πλανήτης, σε συ­ σχέτίση με αλλους, μΠορεί να εΠηρεασεί, Προς μία ορίσμέ­ νη κατεύθυνση έναν ανθρώΠο ή Πολλούς ανθρώΠους, μία ίίόλη ολόκληρη, εύλογα ΠροκύΠτεί το ερώτημα: Πώς γίνε­ ταί αυτό; ΑΠτό ή ορατό δεν είναί. Αρα, Πώς γίνεταί; Αν Πα­ λί είναί υΠαρκτό, μολονότί αόρατο καί αΠροσέγγίστο γία μας, γίατί δεν μΠορεί να γίνεί καί το αντίθετο; Γίατί, δηλα­ δή, η βούληση Πολλών ανθρώΠων μαζί, αρα καί η μοίρα τους, εΠηρεαζονταί αΠό τους Πλανήτες, αλλα δεν μΠορούν αντίστοίχα οί Πλανήτες να εΠηρεαστούν αΠό την ομονοού­ ρα βούληση των ανθρώΠων; Ποίος το αΠοκλείεί; Τί είναί, αλλωστε, οί αστέρες, Θεοί ή ενεργούμενα θεών; Αν είναί θε­

[ι̃θι̃]

οτ ηαοαμένούντ φύσαίοϋ ανοηηοέαστοτ

αττο

την αθοωτηνη

αι Πραξη συλλογικής μαγείας, ένα «ολοκαύτωμα», αλλα,

βούληση­ Αν› ανττθοτα› οτνατ ονοονούύονα θοων› οσωο στ στούω› ττ ομηοοτζοτ τον οσηοοασύο τούοἐ Ττ ομττοοτζοτ οητ λαοη› τη Ι­ακοη έστω σκτοοηη τησ Ποοοταο τοσο αν έναο ημτθοοω οηωο ο Ηοακληο η μτα Πολη ολοΚληοη› αύτο σολ­ θύμούνἐ Μηοοούμο να το αττοκλοτσούμοἐ ­ Βτνατ ακοατα ανττληΨη› οτηα› αλλα οον μττοοούμο να την ασοκλοτσούύο­ Ίσωοί αλλωστοι να οτνατ αύτο το ηοαν­

όχι ολοκαύτωμα ανθρώΠων, «ολοκαύτωμα» αγαλματων. Θα

ιιλήξουν, θα Προσβαλουν ένα θεό, θα ιεροσυλήσουν, ώστε το αΠοτέλεσμα να είναι γι, αυτούς βέβαιο.Αυτό Πανε να κανουν. ­ Πιστεύεις ότι θα γίνει; ­ Σου είΠα. Μόνο στο αίμα Πιστεύω. Χωρίς θυσία αίμα­
τος αΠοτέλεσμα δεν υΠαρχει. Χρειαζεται θυσία αιματηρή,

ματαίο νοημα των θύστων­ Γταττ να ηνούσούν› ξαωνύαλ ανομοτ οηοτοη θύσταζοτο την κορη σούἐ Πωσ ντνοτατ αύτοἐ Εὶίναι ο ανθρώΠινος Πόνος και το αίμα Που εκτρέΠουν τον
οτ

δική σου θυσία ή θυσία των ανθρώΠων Που αγαΠας Περισ­ σότερο αΠό εσένα τον ίδιο. Θυσιαζοντας αμνοερίφια τι αΠο­ τέλεσμα μΠορείς να έχεις; Μικρό το κακό. Μικρό το κόστος Εης Οπγώχει̃ος, της στέρησης· Η «θυσίο» 0γ0χμότων7 Πήσης)

σύνκοκοτμένο ηλανητη σού ολένΧοτ τούο ανέμούο η ο θοοο σύντανοττατ κατ οτνοτ την οντοληἐ Δον μηοοω να ξέρω· Ανι Πολη μτα μοναλη ομαοα ανθοωηων› μτα Πολη ολοκληοη› ένας λαός, εΠιθυμούν κατι συγκεκριμένο και το εΠιθυμούν
Πολύ, αν έΧούν κοταασοτ κατ Πονοσοτ

συνέΠειες μΠορεί να έχει; Είναι μαλθακή και ανέξοδη μέ­ θοδος, δειλή μέθοδος, ακίνδυνη, σαν αυτές Που συνηθίζουν οι Ίωνες. Συμβολική. Οι ανθρωΠοι αυτοί έχουν μανία με Πως συμβοχι̃σμούςγ Κγνούνωγ στο όργσ της Πραγματικό­
τι

ντ αύτο› αν οΧούν θα

σωστοί, Φανταζούατ οττ η ομαοοηοτημονη βούληση τούς μττοοοτ να οκτοοτύοτ την ττοοοτα ονοο ηλανητη τοσο ωστε η εΠιθυμία τους να υλοιι̃οι̃ηθθί­ _ Άοα› οσο μοναλύτοοη οτνατ σο έκταση η θύοτα› οσο Πο οτσσοτοοοο ο ανθοωτανοο ηονοο› τοσο σηύανττκοτσοη θα είναι η εκτροΠή των Πλανητών.

­ γΠοθέτω νατ­ Το βοτστίω λοντκο­

διαζουν οι ολιγαρχικοί, σε κατι τέτοιο αΠοσκοΠεί. Αυτό θέ­ λούν να οηττύΧούν­ Να ανατοέτύούν την σοοοτα των Ποαν­ ματων› να οκτοοψούν την ττοοοτα των ττλανητων› ματατωνοί νταο την οκστοατοτα­ Ποοστταθούν να οηηοοασούν τη βού­ ληση των σύύηολττων τούον οηηοσαζοντασ ηοοηνούμένωοι την ηοοοτα των ηλανητων Πού Καθοοτζοτ τη βούληση αύτη·
Π32]

_ Άοα, η καταστροφη των οοματκων κοωαλων› Πού σΧο

τητας, αλλα δεν τολμούν να την Προσεγγίσουν ουσιαστικα. 'Γην Προσεγγίζουν συμβολικα. Με συμβολισμούς, όμως, ού­ τε την αλήθεια Πλησιαζεις ούτε τη μοίρα σου μΠορείς να αλλαξεις. Τη μοίρα των αλλων σε καμμία ΠερίΠτωση. "Γι θα ιιει «στερούμε τον αστερισμό της Παρθένου αΠό τη δύνα­ μη του ῖἕ)ρμή››; 'Γι θα Πει αφαιρώ αΠό το δι̃ὀ το 353 και το αηοτέλεσμα είναι ι̃Θ2; 'Γι αξία έχει να αΠεικονίζει κανείς στη γη έναν αστερισμό ολόκληρο χτίζοντας τις Πόλεις σε αντί­ στοιχα σημεία; Όλα αυτα είναι μεθοδεύσεις των αδύναμων, Βωφυείς; αλλά οτελέσφορες. Δεν σημαίνουν τίΠοτα και δεν εΠηρεαζουν τίΠοτα. Αντιστοιχούν στον κόσμο των σκιών και αυτόν αφορούν αΠοκλειστικα. Η Πραγματικότητα μένει ανεΠηρέαστη αΠό τέτοια καμώματα. Μόνο το αίμα εΠηρε­ αζει Πραγματικα. Αν θέλεις να σώσεις την Πόλη ολόκληρη ιιρέτιει να θυσιασεις ένα μέρος της. Να το θυσιασεις ου­
Π33]

σίαστίκα, όχί συμβολίκα, με αρίθμοσοφίες καί λεκτίκα τε­ χνασματα. Θυμασαί το Λεωνίδα στίς ΘερμοΠύλες; Θυμασαί Πόλη θα υηοδουλωθεί στους Πἐρσες», το χρησμό; Πή­ ελεγε, «είτε θα χασεί αρ­ θυσίασε  νίδα­ς­δκαίψγίδ αυτό εμείνεΜεκεί.λΔεν νακία ούτε αρχίσε να γραφεί σύμβολα σε αμμοδόχο, να κα­ ταστρεφεί αγαλματα ή να κανεί μαθηματίκούς υΠολογί­ σμούς καί συμβολίκές Πραξείς. Αίμα εδωσε καί αίμα δίε­ σωσε. 'Γο δίκό του αίμα Πρόσφερε θυσία καί το αίμα των τρίακοσίων, δίασώζοντας το αίμα της Πόλης ολόκληρης. Σ, αυτή την αντίληψη ζωής Πίστεύω. Όλα τα αλλα είναί ίωνί­ κές φαντασίώσείς, Πλανη καί ψευδαίσθηση ζωής.

­ Δεν νομίζω. Εὶφόσον οί Πλανήτες είναί εκεί, στον ου­
ρανό, εφόσον η κίνησή τους είναί ορατή καί Προβλέψίμη

«Ἐη

καί οί ίδίότητές τους δεδομένες καί Παραδεκτες, γίατί να μη κανείς Πρόβλεψη; Οί θεοί τα δημίουργούν όλα, αρα οί θεοί έδωσαν καί τη δυνατότητα της Πρόβλεψης. Μην ξε­ χνας, αλλωστε, ότί κί εμείς, σε καθε μαχη, λίγο Πρίν ξεκί­ νήσουμε την Προέλαση, θυσίαζουμε ερίφία καί Παρατη­

 ς­Γυ̃ίλαταψίψες,

ρούμε τα σΠλαχνα τους, ψαχνοντας γία τους οίωνούς. Ο λενε, ότί σγέβολε Πολλές φορές

­ Συμφωνώ, είΠα.

­Ύστερα, Πίστεύω ότί υΠαρχεί μία ίεροσυλία χείρότε­
ρη αΠό την αΠοκοΠή των Βρμών. Η μεθοδευμένη εΠίλογή της στίγμής είναί ίεροσυλία. Ψαχνουν Προσεκτίκα να βρουν

την έφοδο μεχρίς ότου οί μαντείς του ανακοίνώσουν ότί οί οίωνοί είναί αρίστοί. Ηπίλογή της στίγμής δεν ήταν αυ­ τό; Γίατί δεν αναλαμβανουμε καί εμείς το τίμημα της κα­ θε εΠίλογής μας χωρίς να καταφεύγουμε στους οίωνούς; 'Γί δίαφορετίκό κανουν οί Ίωνες αστρολόγοί; ­Ίσως εχείς δίκίο, είΠε σκεφτίκός, αλλα εΠείδή το κα­ νουμε καί εμείς δεν σημαίνεί ότί είναί σωστό.

το χρονίκό εκείνο σημείο Που ευνοεί μία συγκεκρίμενη Πραξη καί μόνο τότε ενεργούν. Εὶίναί αυτό σωστό; Δίκαί­ ούταί ο ανθρωΠος, ο θνητός, να ενεργεί έτσί; ΑΠόΠείρα υΠοκαταστασης του έργου των θεών είναί αυτό. Νομίζω ότί οί ενεργείες μας ΠρέΠεί να γίνονταί σύμφωνα με τη λογί­ κή. Όχί Παρατηρώντας την κίνηση των Πλανητών. ΒΠίλε­ γείς το χρόνο της ενεργείας με βαση τη λογίκή σου εκτί­ μηση καί αΠοδέχεσαί το τίμημα της ετίίλογής σου. Αυτό εί­ ναί το σωστό. Δίκή σου η εΠίλογή, δίκή σου καί η ευθύνη. Αλλίώς, υΠοκλέΠτείς τη βούληση των θεών καί αυτό τίμω­ ρείταί. Δεν μΠορείς να Προοδεύσείς ετσί. Δεν μΠορείς να ανελίχθείς. Μενείς καθηλωμένος στον κόσμο των θνητών μέχρί να μαθείς να αναλαμβανείς το τίμημα της καθε εΠί­
λογής σου.

[Β­Ι]

[ι̃θδ]

ΚΒΦΑΛΑἘΟ Θ|

ἘΏΡΜΟΚΟΠἙΔΗΣ

«Στη δτόρκέτο των Προετοιμοσῖων ουτών, όλες οι μορμόιρτνες στήλες του Ερμή Που υττήρχον στην Αθήνο (οτ γνωστές τετράγωνες στήλες που σε μεγάλο ορτθμό, σύμφωνο με το τοτυκό έθτμο, είνοι στημένες μπροστά στο Πρόθυρο των ιδτω­ ττκών κοτοικτών κοι σε ιερό) βρέθηκαν μέσο σε

μιο μόνο νυχτο με το ττρόσωττό τους οκρωτη­ ριοσμένα»
οονκνΔτΔΗΣ, Ιστορία

ΣΊ”

27

Φ Πιο Σιιιεινσε ΣνινεΡτΑτΠΣ του Μέτωνος είναι καΠοιος
.

.

.

`

ιι­·

.ε μὲ

ζώ

Υ
ο

Ξ

ιι

Βυφίλητος», είΠε ο Άγις. «Αυτός ρυθμίζει τις εΠιχει­ κ » ρησιακες λεΠτομερειες. Ενας εμΠορος ειναι και δεν μΠο­ κ κ κ κ ρω να καταλαβω Πως αΠεκτησε τις οργανωτικες γνωσεις Που φαίνεται να έχει. Ο χρόνος Που διαθέτει για την οργόι­ νωση της εΠιχείρησης είναι τόσος, ώστε αΠορεί κανείς Πώς βρίσκει τη διαθεση να ασχολείται και με τη δουλεια του.» ­ Βίναι αφοσιωμένος στο σκοΠό του; ρώτησα. ­ ΑΠολύτώς. Όλη την ημέρα ασχολείται με την εΠιχεί­ | » ρηση αυτη. Οργανωνει τα Παντα. ­ Ο αφοσιωμένος βρίσκει Παντα χρόνο. Βφευρίσκει και Παρόιγει χρόνο, εΠιμηκύνει τον χρόνο, Προκειμένου να Πε­ τύχει το σκοΠό του. Για τον αφοσιωμένο ο χρόνος είναι Πό­ ντα αρκετός. Όλα τα Προλαβαίνει. Δεν με εκΠλησσει το γε­ γονός. Τι έχει οργανώσει; ­ Ξέρω μόνο τις γενικές γραμμές και το Περίγραμμα του σχεδίου του. Καθημερινό, σχεδόν, τον Παρακολουθεί ο Λυ­ σίμαχος, μετα τη σχετική εντολη Που του δώσαμε. Ο Λυ­ σίμαχος Παρακολουθεί τον Βυφίλητο και ο Μέλων Παρα­ κολουθεί τον Λυσίμαχο, για καλυιμη και Προστασία. Έτσι οι Πληροφορίες Που έχουμε γι'αυτό το θέμα Προέρχονται αΠό τρεις Πηγές: τη Λήδα, τις δικές μας συζητήσεις με διαφο­ ρους ολιγαρχικους και την Παρακολούθηση του Βυφίλητου.
«
× × ×
» »

×

[ι̃θθ]

­ Ποι̃ο

είνα] το σχέδγό του;

αγαλματα στο κεφαλι. Μόνο ένα κτύΠημα ο καθένας. Δεν
Χαϋαζατα] η Πληαηα α]]αΚα]]η τηα Καφαληαα αλλα αηλώα α τεμαχισμός ι ο ακρωτηριασμός. Η ενέργεια θα είναι ακαρι­
α]α κα] ν], αυτα ακίηβώα τα Κτμηημανα θα α]να] μανα ααα , | , » κ σε καθε αγαλμα. ΒΠιΠλεον, το καθε κτυΠημα θα ειναι δυ­
Ζ

­Έχουν συγκεντρώσει μια δύναμη 300 ΠερίΠου ανδρών. Όλοι τους είναι ολιγαρχικοί, έμΠιστα μέλη των εταιρειών,
ενωμένοι μεταξύ τους με δεσμούς συγγενικούς και δε­ σμούς φι̃χίος μσκροχρονγουςη ­ Ηνωμένοι και με κοινα συμφέροντα, φανταζομαι. ­ Ναι. Το κοινό συμφέρον τούς ενώνει ακαταλυτα. Γι' αυτό δεν υΠαρχει μέχρι τώρα καμμία διαρροή. ­ Γνωρίζουν όλοι αυτοί τι ακριβώς Πρόκειται να γίνει; ­ Όχι, βέβαια. Γνωρίζουν ότι κατι θα γίνει αλλα δεν ξέ­ ρουν τι είναι. Ο Μέτων τους έχει αφήσει να εννοήσουν Πως σύντομα θα εΠιχειρηθεί καΠοια κίνηση για την αΠοτροΠή της σικελικής εκστρατείας. Τους όρκισε να μη μιλήσουν σε κανεναν και φυσικα αυτοί δεν είναι αφελείς για να κανουν κατι τέτοιο. ΒλέΠουν μια κινητικότητα, δεν ξέρουν σε τι οφείλεται ή Πού αΠοσκοΠεί, αλλα μΠορούν να υΠοθέσουν. Γνωρίζουν, αλλωστε, ότι υΠαρχει Παγια Πρόθεση καταλυ­ σης της Δημοκρατίας και διερωτώνται για τη μέρα και τον τρόΠο αυτής της ενέργειας. Ο Μέτων έχει γνωστοΠοιήσει το Πραγματικό σχέδιο μόνο σε τέσσερα ατομα. "Γη Λήδα, τον Εὶυφίλητο, Που έχει δική του εταιρεία, τον Χαρμίδη και τον Καλλία, Που είναι μέλη της εταιρείας του Μέτωνος. ΑΠό αυτούς, φυσικα, δεν υΠαρχει καμμία διαρροή, εκτός, βέ­ βαια, αΠό τη διαρροή της Δήδας Προς εμένα.
Δ

νατό αλλα «κοφτό», για να μη ξυΠνήσουν οι Περίοικοι. Αμέ­
αααα

μανα η τατααμαληα αμααα θα φαανα] Πααηανώνταα

νααναϋ αλλα αΧ] ταέΧανταα› ν]α τα αηαμανα αναλμα­
Χαανα­

Όλη

η

α]αα]Καα]α α]να] Παανααμμαῃαμένη να α]ααΚααα] αλαΧ]ατα

τ Τα

ναεα

Έ]

Χαα]αζατα]5

_ Όηωα ξααα]α› η ααταναμηςη αηπηαηαη ατην Αθηνα ν]·

νετα] ααα Σκαθαα αΠλ]αμέναμα μα Ἑαξα­ Αν› λα]ηαν› Παρα­ ατα] ανανκη α] αμνωματαα θα Χαηα]μα]]α]ηααμν τα Ἑαξα εναντίον των αστυνομικών οργανων. Βέβαια η εντολή Που
]]ααΚα]]:α] να μαμα ααθα] θα α]να] ααφηα] αηαφμνη καθε α]μ]_
μαΧ]αα­ Β]να] Πααῃμαμααα να ]]αααμα]να] ένα αναλμα ατα· μαχιστο Παρα να εμΠλακούν σε μαχη. Τα Παντα ΠρέΠει να

ναλα]ώαα]]ν μα μμαακααητα κα] ἙαΧατη]ϋα­ ]Ξ·]να] ηαααταα· Χμαα ν]7 αμτααα να μη ν]ναμν ανῃληηνα] Κατα μη α]ααΚα]α τηα νύΧταα› αατα φ]]α]Κα να αμλληφθααν­ Πααηα] α] Αθη­
να]α] να αντ]κα]ααμν αλα τα ναναναα τα ]]αω]› μα τα Πρώ­ να ααααα ταμ ηλ]αμι ν]α ταμα αατααλανμαααα λαναμα ηαμ ηαη
ααα

Πογο είνα] συγκΰκργμένο το σχέδγο;

­ Πότε θα γνωστοΠοιηθεί στους τριακόσιους ο Πραγ­

αΧαα

αναφέρω

­ Οι 300 ανδρες θα χωριστούν σε ομαδες των τεσσαρων
ατόμων. Καθε ομαδα θα αναλαβει τον τεμαχισμό τριών­τεσ­ σαρων αγαλματων. Δύο ατομα καθε ομαδας θα έχουν Πέ­ λεκυ και τα αλλα δύο θα είναι οΠλισμένα με τόξο ο ένας και ξίφος ο αλλος. Οι δύο με τους Πελέκεις θα χτυΠούν τα

μαῃκαα αμαΧαα5 _ Λ]να Πα]ν ξεηανηαα] η α]]]Χα]αηαη­ Θα αμνκανταωθααν αλα] ατα θέατρα ααα Δ]ανααα]]› ανη ναῃα κλπύ τηα Ακρα­ ]]αληα› Χα]α]αμανα] ηαη αα αμαααα­ Θα φταααμν ακα] έναν μα] κα] ααα] Π]α η καθε αμααα θα Παρα] αηα ναν Ε]μφ]λη]?α›

[ι̃λθ]

[μίι̃]

τον Χαρμίδη και τον Καλλία τις οδηγίες Που της αντιστοι­ χούν, σχετικα με τα αγαλματα Που θα τεμαχίσει. ­ Δεν είναι εΠικίνδυνο γι, αυτούς να συγκεντρωθούν όλοι μαζί στο θέατρο του Διονύσου; Δεν κινδυνεύουν να αΠοκαλυφθούν Πριν καν ξεκινήσουν; ¬ Δεν κινδυνεύουν καθόλου. ΑΠορώ, μαλιστα, για Ποιο λόγο χρειαζονται οι δύο Προστατες σε καθε τετραμελή ομα­ δα . Οι Α θηνα ίο ι δεν είναι εξοικειωμένοι μ ε το σκοταδι, αντί­ θετα μ' εμας. Ο στρατόςἶτδυς δενῃδίανοείται καν τη διεξα­

ε

και ο Μέλων. Κινούνται λίγο Πριν το ξημέρωμα για τη γέ­ φυρα του Κηφισού, αφήνοντας και Παίρνοντας μηνύματα. ­ Άλλο σημείο εΠικοινωνίας μέσα στην Πόλη δεν έχετε; ­ Όχι. Μόνο στη γέφυρα του Κηφισού, σύμφωνα με τις οδηγίες. γΠαρχει μόνο ένα αλλο σημείο για εΠικοινωνία αναγκης. Αν για Πέντε μέρες συνέχεια δεν υΠαρξει μήνυμα στη γέφυρα, οι δύο αΠελεύθεροι έχουν εντολή να Πανε στη

γωγ ίί­νών εΠιχείρησεων,ίοίύτᾶκΠαιδεύονται φυ­

δυτική θύρα των Μακρών Τειχών, στην ι̃ερα Οδό, να με­ τρήσουν δέκα λίθους δεξια στην εσωτερική Πλευρα του τεί­ χους και να ιμαξουν εκεί για ένα κύκλο χαραγμένο Πανω
στην Πέτρα. Αν το σημείο αυτό έχει σχηματιστεί, λήγει ο συ­ ναγερμός. Διαφορετικα ΠρέΠει να διερευνήσουν τι έχει συμβεί και αν έχουμε συλληφθεί να καταβαλουν καθε Προ­ σΠαθεια για να μας αΠελευθερώσουν. Αν κατι τέτοιο είναι ανέφικτο ή αν έχουμε σκοτωθεί, η εντολή είναι να Πανε
αμέσως στον ίσθμό για να δώσουν αναφορα και μετα να γυ­

σικα γι' αυτό. Νυχτερινή Πορεία και μετακίνηση δεν Προ­ βλέΠονται. Οι Αθηναίοι φοβούνται τη νύχτα. Δικαιολογη­ μένα την θεωρούν οίκο κακών Πνευματων και αδικαιολό­ γητα την αΠοφεύγουν. Το σκοταδι είναι εχθρός τους. Δεν κυκλοφορεί κανείς στους δρόμους. Ακόμα και τα αστυνο­ μικα όργανα αΠοσύρονται, αφού δεν υΠαρχει τίιιοτα να αστυνομεύσουν. Μόνο στρατιωτικές φρουρές υΠαρχουν, αλλα στις Παρυφές της Πόλης, στα τείχη, για την αΠοφυγή τυχόν εχθρικού αιφνιδιασμού. Μέσα στην Πόλη ούτε στρα­ τιωτική Παρουσία έχω Παρατηρήσει, ούτε αστυνομική. ­Έχετε κανει νυχτερινή ανίχνευση, ­ Πολλές φορές. Πηγαίνουμε στη γέφυρα του Κηφισού τη νύχτα, για να αφήσουμε τα μηνύματα. Βκεί είναι, όΠως σου έχω Πει, το σημείο εΠικοινωνίας με τους δύο αγγελιο­ φόρους μας. Βίναι τελείως ακίνδυνη αυτή η μετακίνηση και η ανταλλαγή μηνυματων, αφού στους δρόμους, υΠαρχουν μόνο μερικές Παρέες μεθυσμένων, αλλα κι αυτοί ακόμα δεν κυκλοφορούν Ποτέ μετα τα μεσανυχτα. Τις μεταμεσονύ­ χτιες ώρες όλα είναι ήρεμα/Βτσι οι δικές μας κινήσεις γί­ νονται Παντα τις ώρες αυτές. Το ίδιο κανουν ο Αυσίμαχος

ρίσουν στην Πόλη Περιμένοντας το νέο ζευγαρι. ­ Αν αυτοί συλληφθούν ή σκοτωθούν, ­ Εὶίτε συλληφθούν είτε σκοτωθούν, εμείς ΠρέΠει μόνο
να διαΠιστώσουμε

τι έχει συμβεί, χωρίς να διακινδυνεύ­

σουμε τη θέση μας καθόλου, ειδοΠοιώντας αμέσως μετα για την αντικαταστασή τους. ­ ΠροβλέΠεται ΠροσΠαθεια αΠελευθέρωσής τους αν έχουν συλληφθεί; ­ Όχι. ῖίὶίλωτες είναι. ­ Δεν είναι είλωτες. Βίναι αΠελεύθεροι. ­ Εὶίναι είλωτες Που έχουν αΠελευθερωθεί. Δεν φταίμε εμείς αν αυτό είναι σήμερα το δίκαιο του Πολέμου. Κι εμείς είλωτες θα ήμασταν αν είχαμε ηττηθεί αΠό αυτούς ή αΠό
αλλους.
Π43]

[ι̃­Ω]

ακρίβώς αναφέρουν οί οδηγίες. Έχουμε δίακίνδυνεύσεί Ποτέ «όμοίους», γία να σώσουμε αΠελεύθ8­

­ Σου λέω ό,τί
Π

ρουςἑ

Ὁλι̃­ Δίκι̃ο ελενἔ­ Ηίμεσεε Πολύ λΐνολ νι̃ε Κόεί εεεθίθ­ ΑΠΟρώ7 Παντως, ακόμα καί τώρα γία Ποίο λόγο αυτοί οί δυο όνθρωΠοί κίνδυνειμαν καί κίνδυνεύουν τόσο Πολύ γία μας. ­ Δεν κίνδυνεύουν γία μας, κίνδυνευουν γία τον εαυτό τους. Εὶίναί εραστές του κίνδυνου. φίλοκίνδυνοί. Δεν τους ενδίοίφέρεί γίο Ποίθν κι̃νδυνεύ0ϋν› ορκεί νο εΧΟυν κόἴίοι̃ε κίνητρο δίακίνδυνευσης. Τους αρέσεί έτσί. Αυτή είναί η Πα­ ζωη τους. Μόνη Πατρίδα τους είναί ο κίνδυνος καί αλλη τρίδα Πίο αγαΠημένη δεν υΠόρχεί γί, αυτους. Νομίζω ότί
μΠορείς να καταλόβείς Πώς αίσθόνονταί. ­ ΑΠόλυτα. Δίκίο έχείς. Αν σκέφτονταί έτσί αΠοκλείεταί γία Ποί­ να Προδώσουν. Αν Πατρίδα τους είναί ο κίνδυνος, Ον να την ῃραδώααυκῃ ­ Με τα σχέδία των ολίγαρχίκών τί θα κανουμε; Θα Πα­

Πράγματα ξέρω γί” αυτόν. Ασχο­ λείταί με την είσαγωγη σταρίου αΠό την ΑίγυΠτο καί την ΠροΠοντίδα. Έὶχεί δίκό του φορτηγό Πλοία. Πίναί έμΠορος καί Πλοίοκτήτης. δηλαδή. Ηλίκίας 28­30 ετών. Κληρονόμη­ σε τη δουλεία καί τα Πλούτη του Πατέρα του, αλλό φαίνεταί Πως δεν τα σΠατόλησε σε όσκοΠες αΠολαύσείς καί Πλαδα­ ρη ζωη, όΠως όλλοί Πλούσίοί Αθηναίοί. Πίναί συγκροτημέ­ νος χαρακτηρας. μίλόεί λίγο, είναί αΠοφασίστίκός. ­ Άρα είναί εΠίκίνδυνος. Όλα αυτό Που λες δείχνουν όν­ θρωΠο με ίσχυρη ΠροσωΠίκότητα. ΜΠορεί να Πόρεί Πρω­ τοβουλίες καί μΠορεί να χρηματοδοτήσεί τίς Πρωτοβουλίες του αατέα

­ Καταλαβαίνω. Λίγα

ακραίες. Οί Πολίτίκές του θέσείς εννοώ Μισεί τους δημακρατίκούς. Πίστεύεί αΠόλυτα ότί η εξουσία θα έΠρεΠε να ανηκεί μόνο σ, αυτούς Που έχουν Παίδεία τέτοία, ώστε να μΠορούν να την δίαχείρίστούν, να ανηκεί, δηλαδη, η εξουσία στους σαφούς, αρα στους Πλού­
σίους, αφου μόνο αυτοί έχουν τη δυνατότητα να χρηματο­ δοτησουν μία Πραγματίκή Πρόσληψη γνώσεων. ­ Αρα, είναί Πρόγματί εΠίκίνδυνος. ΠρέΠεί να τον Πα­ ρακολουθησετε Προσεκτίκό, γία να δείτε Ποίες είναί οί εΠα­ φές του καί Ποίες οί Προθέσείς του. ­ Πολύ καλό, είΠε ο Άγίς. Έφυγε. Αρχίσα να γραφω το μήνυμα Προς τον 81­ῃχε­

­ Οί θέσείς του είναί

ρέμβουμε η μόνο θα Παρακολουθούμε; Τί λενε Οί Οδηνίεεὲ ­ Αναμονη. Παρακολούθηση καί αναμονη. Όχί Παρέμ· νο στεί· βαση­ Αυεό λενε­ Δεν ελω όλλεε Οδηνίεε­ Πρεῃελ χω νέο μήνυμα τώρα ααα ξερουμε όλο το σχέδίο καί θα Πε­ ρίμένουμε την αΠόντηση. Πρίν αΠό αυτό, όμως. θέλω να

εΠανέλθώ σ” ένα σημείο Που δεν το συζητήσαμε καθόλου. Ποίος είναί αυτός ο Αγόιθων; Πίατί δεν Πείθεταί αΠό το σχε­ δίασμό του Μέτωνος; 'Γί σκοΠεύεί να κόνεί; _Φοβασα] καεί; μήΠωει̃ ενερνἠσε] ουνόνομεϋ Πέρα Ουό το

Π Φοβόμοι̃ σχεδίασμό της εταίρείας του. Φοβόμαί μήίίως κόνεί Κόεί. το οΠοίο εμείς δεν θα έχουμε Πληροφορηθεί. Δεν θέλω να μας αίφνίδίόσεί, ουτε γία καλό ουτε γία κακό.

φαλἠς της ΚρυΠτείας, μην ξεχνώντας την αντίμεταθεση των γραμμάτων στην Πρώτη καί την τελευταία λέξη. Το αΠοκρυΠτογραφημένο μήνυμα ήταν: «Άνδρες 300. Τεμα­ χίσμός Πρμών κεφαλών, τη νυχτα της εΠομένης Πανσελη­ νου. Πίθανη αυτόνομη κίνηση αΠό μεμονωμένους ολίγαρ­ χίκούς».
[ΜΒ]

[ι̃λλ]

Έστειλα το μήνυμα στον ι̃σθμό με τους Μεγαρείς αγγε­ λιοφόρους, γύρισαν και μου εΠιβεβαίωσαν την Παράδοση του. Τώρα Πια έΠρεΠε να Περιμένω ΉβλεΠα ότι η κατά­ σταση στην Αθήνα εξελισσάταν γρήγορα. ΑΠό την Πανσέ­
ληνο μας χὡριζαν μόνο δέκα μέρες. Οι Πληροφορίες Που εί­ χαμε συγκεντρώσει ήταν αρκετές, αλλά όχι τόσες όσες θα ήθελα. Τα στοιχεία για τον Αγάθωνα, λίγα. Δεν ξέραμε εΠί­ σης Ποια θα ήταν η εΠόμενη κίνηση των ολιγαρχικών, αν θα

μήνυμα ήρθε τη μεθεΠομένη. Οι αγ­ γελιόφόροι μας ατιό τον Ισθμό μέχρι τη ΣΠάρτη άλλαζαν συνέχεια, Παρέδιδαν ο έναἰστρχ άλλο τη δἱθμόη̨χῃ­­­λἔορί. δαωκαιθφυ­σξικάξ­έτρεχαν­­μέρα γκγάι­ξνύξχτἔἔχιγΠμξόγο μέρα, γινό­ όη̨ἑέοιΆθόηἑίαίοι. διακίνησηλτων τον Πολδύξίήο γρήγορα σε σχέση με κάθε άλλη ελληνική Πό­ λη. Πήρα τη λωρίδα, την τύλιξα στη δική μου σκυτάλη και
Η αΠάντηση στο

διάβασα:

αρκούνταν, δηλαδή. στον τεμαχισμό των αγαλμάτων ή θα Προχωρούσαν σε κάΠοια συγκεκριμένη ενέργεια για την κατάλυση της Δημοκρατίας. Ένδειξη για κάτι τέτοιο δεν υΠήρχε, ούτε, όμως. βεβαιότητα για το αντίθετο. Με όσα εί­ χα ακούσει για τους ολιγαρχικούς και τις Προθέσεις τους μου ήταν δύσκολο να Πιστέιμω ότι θα έκαναν όλη αυτή την ΠροσΠάθεια της ιεροσυλίας μόνο και μόνο για να αΠοτρέ­ ιμουν την εκστρατεία στη Σικελία. Αν Πράγματι δεν τους εν­ διέφερε μόνο το συμφέρον της Πόλης τους, αλλά Πολύ Πε­ ρισσότερο η κατάκτηση της εξουσίας και η διασφάλιση των συμφερόντων τους, ήταν Πιθανή μια αντιδημοκρατική κί­ νηση μετά την ιεροσυλία. Σίγουρα οι δημοκρατικοί θα αντι­ δρούσαν. Μετά την αρχική τους έκΠληξη, θα εΠακολου­ θούσε αντίδραση σφοδρή. Βέβαια για μας ήταν συμφέρον να καταλυθεί η Δημοκρατία στην Αθήνα, αφού οι ολιγαρχι­ κοί είχαν εκφραστεί εΠανειλημμένα υΠέρ της ειρήνης. Γι) αυτό, άλλωστε) οι οδηγίες Προέβλεηαν την Παροχή στήρι­ ξης σ' αυτούς, όχι στους δημοκρατικούς. Δεν συμφωνού­ σαμε, βέβαια, με τις Πολιτικές τους αΠόιμεις. Αριστοκράτες ήταν, άρα ξένοι Προς τη δική μας αντίληψη ζωής. Ἑῦκείνοι μΠορεί να νόμιζαν ότι συμφωνούσαμε μαζί τους, αλλά δεν ήταν έτσι.
[Μό]

«Παρακολούθηση ενέργειας ολιγαρχικών. Διερεύνηση της αυτόνομης κίνησης».

[ΜΤ]

ΚΒΦΑΛΝΟ

Ρ

ΑΤΆΘΩΝ

«Εὶίνατ φανερό τσα μέσα στην πόλη ότι είνατ αδύ­ νατο να ττμό κανείς τον Πλούτο κατ ταυτόχρονα να ττετυχαῖνετ, ώστε οι πολίτες να αποκτούν σε τκανοποιηττκό βαθμό σωφροσύνη, ενώ αντίθε­ τα είνατ ατπαραῖτητο να Παραμελἡσει είτε το ένα είτε το όλλο.›>
ΠΛΑΤΩΝ,

Πωὶπείσ 555Δ

ε λΠλΣ›‹ολον›:ε Πολν ο λτλοαιν και το Πιθανό σχεδιο του. Μην αφήνετε τίΠοτα στην Τύχη, μας έλεγαν στην Κρυητεία. Δεν υΠόιρχει Πιο εΠικίνδυνη θεό ατι” αυτήν. Δου­ λεύοντας σκληρό, εΠίμονα, μεθοδευμένα, με σύνεση και φρόνηση, μΠορείτε να αΠοφύγετε τις συνέΠειες της δρα­ σης της. Περιορίστε μέχρι εκμηδενισμού τις δυνατότητες Παρέμβασής της, γιατί Ποτέ δεν ξέρετε τι Παρέμβαση θα εί­ ναι αυτή. γΠέρ σας ή εναντίον σας; Γι) αυτό με αΠασχολούσε ο Αγόθων. "Γι σκόΠευε να κό­ νει; ΈΠρεΠε να μαθω και όλλος τρόΠος δεν υΠήρχε Παρόι η συνδρομή της Λήδας, αφού στο Βρασίδα ή στον Ἀγι, σε μετοικους, δηλαδή, ο Αγαθών δεν θα μίλαγε Ποτέ. Ζήτησα, λοιΠόν, αΠό τον Άγι να διερευνήσει αν η συνδρομή αυτή θα ήταν εφικτή. Δύσκολο, βέβαια, να αναθέτω σε ΚόΠ0ι0ν Που βρισκόταν στη δική του συναισθηματικό εΠιβαρυμενη κα­ τασταση μια τέτοια αΠοστολή. Πότε, όμως, ενας ΣΠαρτιόι­ της διοικητής υΠολόγισε τη συναισθηματική φόρτιση των ανδρών του Πριν εκδώσει μια διαταγή; Εῖίχαν εκΠαιδευτεί σκληρό και μακρόχρονα ακριβώς γι, αυτό· να αγνοούν δη­ λαδή τον εσωτερικό ή εξωτερικό Πόνο, τις κακουχίες, τον κίνδυνο ή το βαθμό εΠιτυχίας της νίκης και να εκτελούν ιμυχρό και όκριτα τις εντολές. Ήξερα ότι η Λήδα ένα μόνο τρόΠο αΠόσΠασης Πληροφοριών είχε. θα ενοχλούσε αυτό

Μ

[ι̃δι̃]

τον Άγι; Δεν ννώριζο, ολλά ούτε το χρόνο είχο ούτε την Πο­ λυτέλειο γιο τέτοιους ενδοιοσμούς. Έὶτσι έστειλο το μήνυ­ μο κοι ουτός οΠάντησε ομέσως: «Ανολομβάνω οΠοστολη». Σε δύο μέρες είχε τελειώσει. Η ετοίρο έκονε το θούμο της, μοθοίνοντος το Πάντο. Ο Αγάθων μισούσε τους δημοκροτικούς, μισούσε τον όχλο, μισούσε ουτούς Που δεν είχον τη δικη του μόρφω­ ση κοι Ποιδείο, τη δικη του εκλεΠτυομένη οντίληιμη της ζωης, μου είΠε ο Άνις. Γιο τον Αγάθωνο η φτώχειο ισοδυ­ νομούσε με βορβορότητο. ΑΠεχθονότον τους φτωχούς, δεν ονεχότον τους οΠοίδευτους, θεωρούσε ότι όλοι ουτοί οΠο­ τελούσον κοινωνικό όνειδος, μνημείο κοτοισχύνης γιο μιο Πόλη σον την Αθηνά. Θο έκονε το Πάντο γιο νο τους στε­ ρησει τη δυνοτότητο νο συμμετέχουν στη διοκυβέρνηση. «Δεν είνοι δυνοτάν οι χυδοίοι νο ψηφίζουν κοι νο οΠοφο­ σίζουν γιο τη δικη μου ζωη κοι τη ζωή της Πόλης ολόκλη­ ρης», έλεγε. ι̃¬ι7 ουτό διοφωνούσε με το Μέτωνο. Θεωρού­ σε ότι η οΠοκοΠή των Εὶρμών κεφολών ἡτον ένο οΠολό χά­ δι η, έστω, ένο ονώδυνο ράΠισμο γιο τους δημοκροτικούς. Δεν μΠορούσε μιο τέτοιο ενέρνειο νο οΠοτρέιμει τη σικε­ λική εκστροτείο. Φοβότον ότι ον η εκστροτείο ουτη Πετύ­ χοινε, οι θητες, οι φτωχοί, θο διοικούσον την Αθηνά. ι̃¬ι7 ου­ τό Πίστευε ότι η ενέρνειο Που σχεδίοζον οι ολιγορχικοί έΠρεΠε νο είνοι Πολύ Πιο δυνομικη, μιο ενέργειο συγκλο­ νιστικη, τέτοιο ώστε η Πόλη ολόκληρη νο τρίξει συνθέμελο,

δεν ήτον ένος οΠλός νοός, σον τον νοό του Ηφοίστου ή τον νοό του Διονύσου. Δεχότον ο Αγάθων την ονάλυση του Μέ­ τωνος Πάνω σ” ουτό το ζήτημο κοι κοτολάβοινε τη σημο­
σίο του ιερού, μολονότι δεν είχε μυηθεί Ποτέ στο Βλευσί­

νιο Μυστήριο. Δεν τον ενδιέφερον το μυστήριο, τον ενδιέ­ φερε μόνο η οΠτή Προγμοτικότητο. Κάθε ενέργειο Που θο στρεφότον ενάντιο στον Πορθενώνο, όμως, ητον οΠό τη μιο μεριά ονέφικτη ­οφού ο νοός ητον τεράστιος, οντίθε­ το με τις Ἑῖρμοϊκές Στηλες­ κοι οΠό την άλλη εΠικίνδυνη γιο την Πόλη την ίδιο, οφού θο κλονιζότον το υΠοστύλωμο Πάνω στο οΠοίο ο Περικλής είχε σκεφτεί νο την στηρίξει, όΠως υΠοστηριζε ο Μέτων. Δεν ητον οφελης ο Ανάθων. Ήθελε νο εΠιχειρήσει κάτι ευκτοίο κοι εφικτό, όχι ευκτοίο κοι ονέφικτο, Πρόσκοιρη βλάβη ηθελε νο Προκολέσει, όχι

μόνιμη.

εχίχσνυ̃φιε­ ρώσει τη ζωη τους στη Θεά. Αυτές οι ιέρειες, σκέφθηκε ου­
ονολωσιμεές,­ο
Ἄἶρηά”άλυ~τέςΜθάωέΠληττε,

ΣΛτοχ ΜΠου

όχι τον νοό. Το σχέδιό του νητον οΠλό. Μιά νύχτο, μοζί με τους Πιστούς του δούλους, θά ονέβοινε στην ΑκρόΠολη, Που ήτον οφύλοκτη, θο άρΠοζε μίο οΠό τις ιέρειες κοι, Πριν
οι άλλες Προλάβουν νο οντιδράσουν, θο την έσερνε έξω στο

βωμό κοι θο την θυσίοζε εκεί, όΠως ο Αγομέμνων θυσίοσε την κόρη του στην Αυλίδο. θυσίο ονογκοίο, Πίστευε, θυσίο γιο το κοινό κολό, γιο νο τρομοκροτηθούν οι Αθηνοίοι, νο

μοτοιώνοντος τη σικελικη εκστροτείο. Γιο τον Αγάθωνο, η ενέρνειο έΠρεΠε νο στρέφετοι κοτά του Πορθενώνο. Το σύμβολο της Πόλης δεν ητον οι Εὶρ­ μοϊκές Στηλες, ολλά ο Πορθενώνος. Άρο, εκεί έΠρεΠε νο χτυΠησουν, εκεί κοι Πουθενά ολλού. Ο Πορθενώνος, όμως,
ΠΒΖ]

δουν ξεκάθορο Πιο τους οιωνούς κοι νο οΠοφοσίσουν τη

μοτοίωση της εκστροτείος. Αυτό είχε σκεφτεί. ΠερίΠτω­ ση οΠοκάλυιμης του δεν υΠηρχε, οφού οι υΠόλοιΠες ιέρει­ ες μέσο στο σκοτάδι κοι στη σύγχυση, κλειδωμένες στο κο­ τολύμοτά τους οΠό τους δούλους, δεν θο μΠορούσον ού­
[ι̃δθ]

τε να αναννωρίσρυν ούτε να Περτνρόιμουν το δρόστη. Βί­ χε εκμυστηρευτεί, είΠε στη Αήδα, το σχέδτό του κατ σε με­ ρτκό ακόμα μέλη της ετατρείας κατ κανένας τους δεν δτα­ φωνούσε. "Γην ενέρνετα, όμως, θα την έκανε μόνος του, χω­ ρίς τη συνδρομή όλλων. Ούτε συνερνότες ήθελε, ούτε συ­ νενόχους. Αυτό μετέφερε ο Άντς. Δεν μου όρεσαν όλα αυτό. Δεν μου όρεσαν καθόλου. Σί­
νουρα η Πρόξη Που σχεδίαζε ο Ανόθων ήταν Πτο καίρτα κατ Πτο αΠοφαστσττκή αΠό την αΠοκοΠή των Εὶρμαϊκών Στη­ λών. Ήμουν σίνουρος όττ μτα ενέρνετα τόσο σημαδτακή, τό­ σο βόναυση, τόσο τερόσυλη, θα αΠέτρεΠε Πρόνματτ την εκ­ στρατεία. Βέβατα, δεν υΠήρχαν οτ αρτθμολοντκές κατ αστρο­ λοντκές ΠρουΠοθέσετς Που είχε Περτνρόιμετ με τόσο λε­ Πτομερετακό τρόΠο ο Μέτων. Η θυσία τέρετας, όμως, θα

νος Πρόβλημα δεν θα υΠήρχε. Τώρα, όμως, ννωρίζαμε. Η στωΠή μας κατ η ανοχή μας θα σήματναν συνενοχή. 'Το ίδτο συνέβατνε, βέβατα, κατ ντα ττς Βρμαϊκές Στήλες, αλλό όλλο ήταν ο συμβολτκός ακρωτηρτασμός μτκρών μαρμόρτνων στηλών ενός ελόσσονος θεού, όΠως τον αΠοκαλούσε ο Μέ­ των, όλλο η θυσία τέρετας της Αθηνός. "Ρο αίμα έκανε όλη τη δταφορό. ΑνθρώΠτνη θυσία δεν ΠροβλεΠόταν Πτα στη θρη­

ήταν ντα τους Αθηναίους νενονός Πρωτόφαντο, βόρβαρο, καταλυττκό. Η Πόλη ολόκληρη θα φρτκτούσε. Αθήνα λενό­ ταν η Πόλη, Προς ττμή της θεός Αθηνός είχε ονομαστεί έτστ. Κατ τέρετα αυτής της θεός θα θυσταζόταν στο βωμό. Η αΠο­ τελεσματτκότητα της ενέρνετας ήταν βέβατη, αρκούσε όμως αυτό ντα να αΠοδεχτούμε κατ εμείς μτα τέτοτα ΠροοΠττκή; Η Αθηνό δεν ήταν μόνο Προστόττδα της Αθήνας, ήταν, Πο­ λύ Περτσσότερο, θεό της Πολεμτκής σοφίας. Ημείς έτστ την ξέραμε κατ έτστ την ττμούσαμε. Ο Πτο σημανττκός ναός στην Πόλη μας ήταν αυτός της Χαλκτοίκου Αθηνός. Στην Αθ­ηνόντζτρ­οσεύχανταχν,Πόντο.οτ αξτωματτκοί μας Πρτν αΠό τη
μόχη καττηδτκήτης­συνδρομήννζητούδσαν ντα να οδηνήσουν μεδύνεση καίηδτΠοφαστσττκότητα τους οΠλίτες μας στη νί­ κη. ΜΠορούσαμε να δεχτούμε, στωΠηλοί κατ όΠρανοτ, τε­
ροσυλτα σε βάρος της,

σκεία μας. ΊἰΠρεΠε να αφήσουμε τον Ανόθωνα να μας νυ­ ρίσετ Πίσω στην εΠοχή του Τρωϊκού Πολέμου; Όσο κατ αν φατνόταν ωφέλτμη ντα τη ΣΠόρτη η Πρόξη αυτή, ντα μένα ίσχυε το αντίθετο. Συμμετοχή έμμεση στην τεροσυλία αυ­ τή θα αΠέβατνε καταστροφτκή ντα την Πόλη. Έὶτστ Πίστευα. Αλλο η θυσία ζώων, όλλο η θυσία ανθρώΠων. ῖἔὶίνατ Πολύ Πτο αΠοτελεσματτκή η ανθρώΠτνη θυσία, αλλό τελτκό ο θύτης βρίσκετατ αρνό ή νρήνορα στη θέση της μέλτσσας, όταν αυ­ τή κεντρίζετ το θύμα της, κατ χόνετ ταυτόχρονα τα εντόσθτό
της. Κερδίζετς Πρόσκατρα, ηττόσατ μόντμα/Ηταν αφέλετα να Περτμένετ κανείς ωφέλετα αΠό μτό τέτοτα Πρόξη. ΜΠορούσαμε, σκέφτηκα, να ννωστοΠοτήσουμε την Πρό­ θεση του Ανόθωνος σττς αθηναϊκές αρχές, αλλό κόττ τέτοτα δεν θα είχε κανένα νόημα. Αυτός θα αρνούνταν την Πρό­ θεσή του κατ μόρτυρας εναντίον του δεν υΠήρχε. ΚόΠοτος
όλλος ολτναρχτκός θα υλοΠοτούσε κόΠοτα αντίστοτχη τερο­ συλία, την ώρα Που ο Ανόθων θα εμφαντζόταν σε δημόστο ή τδτωττκό χώρο, μΠροστό σε Πλήθος συμΠολττών του, ντα
να αΠοφύνετ κόθε ΠροσωΠτκή εμΠλοκή. Αλλωστε, Ποτος θα

Αν δεν είχαμε Πληροφορηθεί ττς Προθέσετς τού Ανόθω­

έκανε την καταννελία, Θα όρχτζαν, αμέσως, ανακρίσετς κατ εμείς οτ ίδτοτ θα κτνδυνεύαμε να αΠοκαλυφθούμε με ττς ανακρίσετς αυτές. Μόνη λύση, λοτΠόν, ήταν η εκτέλεση του τερόσυλου. Ο

[ι̃θ4]

[ι̃όδ]

Λυσίμαχος και ο Μέλων μτιορούσαν ευκολα να φερουν σε Πέοοο οοῖή Την οΠοοτολἡ› Χοι̃ι̃ολμοοολώντοο τοξο νι̃ο νο μολώοοον Εον Κίνοονο Πιο ούλλΙι̃Ψηο­ Δεν μοοοούοοο ομωο› να τιαρω μια τέτοια ατιόφαση μόνος μου. Ήστειλα μἠνομο στη Στιαρτη, όσο Πιο αναλυτικό μιτορουσα. Η ατιαντηση ήρ­
θε δύο μέοοο μονο­ Το μἠνομο ήῖον λι̃το κο] οοφοο οοωο ιίαντα: «Θεα της πολεμικής σοφίας». Η τύχη του Αγαθωνος είχε κριθεί. Εὶιδοτιοίησα το Λυσί­

μοΧο·Έοωοο οτολλοίο νι̃ο την κονοοοο Ἑοο Ανοθοονοοι Ἑο Ποοοοολοοῃκο τοο› Πο οονήθολέο τοοι το κοθἴι̃μοολνο του τιρόγραμμα, ότιως μου τα είχαν αναφερει ο Άγις και ο Βρα­ σίδας. Τόνισα στους δυο νεοδαμώδεις ότι έηρεηε να ατιο­ φύγουν καθε σωματική ετιαφή με το θύμα, όχι μόνο για να
μολώοοον την Πι̃θονοοι̃το οὐλλοψήο τοοοι ολλοϋ Ἑο Πιο ΘΠ­ μαντικό, ειιειδή για μας: Π οωμοι̃ικἠ οοοφή Κο] η μοΧη οοο κοντα, η μαχη με ξίφος, ετιιτρεηόταν μόνο όταν ο αντίιίλα­ ος ήταν αξιος τιμής. Σκοτώναμε αιιό κοντα μόνο αυτόν αιιό τον οτιοίο θα δεχόμαστε και να σκοτωθούμε. Ανδρείους και

Βηέστρεψαν την ετιόμενη μέρα αηορημενοι. Ο Αγαθών, μου είτιαν, είχε αναχωρήσει, οικογενειακώς, για την Έφε­ σο, ότιου είχε συγγενείς. Κανένας δεν ήξερε αν η αναχώ­ μηση αυτή ήταν μόνιμη ή Πρόσκαιρη. Η οικία του ήταν κλει­ στή και οι δουλοι του είχαν αναχωρήσει μαζί του, Δεν μιίορούσα να καταλαβω τι είχε συμβεί. Η ιεροσυ­ λία ατιοτρατιηκε, βέβαια, αλλα πώς; Μόνο εγώ και οι νεο­ δαμώδεις γνωρίζαμε το σχέδιο. Κανενας αλλος. Ποιος τον ειδοιίοίησε αυτόν, λοιπόν; Οι Λυσίμαχος και Μέλων αιτο­ κλείεται, αφού ο Αγαθών είχε αναχωρήσει τιριν δοθεί σ7 αυ­ τούς η εντολή εκτελεσής του. Ο Ἀγις και ο Βρασίδας δεν γνώριζαν τίτιοτα, αρα δεν γνώριζε ούτε η Λήδα. 'Γι συνέβη λοιτιόν, Η απορία μου λύθηκε ατιό τον Άγγ. Ήστει̃χο μήνυ­ μα ρωτώντας τον αν γνώριζε κατι. Μου αιιαντησε ότι ο Αγαθών είχε φύγει ξαφνικα από την Αθήνα επειτα αηό την έντονη τιροτροιιή του Μετωνος. Ο αστρολόγος του είσε· «Φεύγεις αμεσως. Βίτε για την Ήφεσο, είτε για τον Άδη. 'Γι ῃροτιμάς¿» Ο Αγόθωγ Προῇμησε την Έφεσα

εναρετους τους τιλησιαζαμε και συγκρουόμαστε μαζί τους. Τους αλλους, όχι. Για τους δειλοός, τους ανεντιμους, τους δόλιους, τους καταχθόνιους, τιροβλειιόταν μόνο εκτέλεση αιίό ατιόσταση, με ακόντιο ή βέλος. Αυτες ήταν οι τιαραδό­ σεις μας και ο Αγαθων δεν ανήκε, βεβαια, σί αυτούς τιου θα μτιορουσαμε ποτέ να θεωρήσουμε αξιους τιμής. Άρα, οι ατιελευθεροι δεν ετιρει­ιε να τον τιλησιασουν, ουτε να του » κ ειιιτρεψουν να τους δει, αφου η δικη μας ηθικη ανωτερο­ τητα ατιέναντι σα έναν τετοιο ανθρωιιο ήταν τόσο μεγαλη, ώστε να μην τον αφήσουμε να μας αντικρίσει καταματα. | κ κ κ Ημουν σαφής τιανω σ αυτα, τα ακουσαν με Προσοχη και
»
× ×
7

Ἡ,

ε

×

»


­ν

εφυγαν χωρις κανενα σχολιο.
οδο]

|

|

|

ε

ιἔ ἶο ἐΐ

κ

.

ιιείι

κτΦΑΛΑίο ίΑ|

ΠΑΝΣΒΛΗΝΟΣ
«Σηκώθηκε νωρίς (ο Δίοκλείδης), γιατί έκανε λά­ θος στην ώρα.Ήταν ττανσέληνο‹;.Όταν έφτασε στο Πρόηυλο του Δίονυσου, είδε ανθρῶτπους να κατεβαίνουν αττό το ωδείο Προς την ορχήστρα του θεατρου...»
ΑΝΔΟΚΙΔΗΣ,

Περί των μυστηρίων 38

®

ίἐ
ἔ ί ἑ

ι

Έ

της Πάνσεληνου.Ήτάν μήνάς Δελχίνίος, Που οί Αθηνάίοί τον ονομάζουν Θάρ­ γηλίώνά. ΉβλεΠά κάθε βράδυ το φεγγάρί νά γεμίζεί κάί εΠί­ κοίνωνούσά με τον Άγί κάί το Βράσίδά κάθημερίνά. Ότάν ελάβά το μήνυμά Που έλεγε «Αυρίο βράδυ», τους είδοΠοί­ ησά άτί θά Πάω κί εγώ εκεί. Δεν άντεχά νά μείνω στά Μέ­ γάρά, ενώ στην Αθήνά θά εξελίσσοντάν γεγονότά ίστορί­ κά. Ούτε σωστό ήτάν νά δίοίκεί κάνείς άΠό άΠόστάση. Αυ­ τή είνάί δίοίκηση των δείλών. Γί, άυτό στο ίδίο μήνυμά τους ζητουσά νά ερθουν το εΠόμενο Πρωί στά Μεγάρά γίά κ » κ κ νά εΠίστρειμουμε μάζί στην Αθηνά. Μονος μου δεν ητάν δυνάτάν νά είσέλθω στην Πόλη, άφού δεν είχά Πάεί Ποτε κάί δεν ήξερά Πώς νά κίνηθώ κάί τί κάτεύθυνση νά Πάρω. Δεν υΠήρχε ΠερίΠτωση άΠοκάλυιμης κάί συλληιμής μου, άφου η Πόλη άυτή είνάί Πολυάνθρωηη, άντίθετά με τη δίκή μάς. Έτσί, εκάτοντάδες, άν όχί χίλίάδες άνθρωΠοί είσερ­ χοντάί κάί εξέρχοντάί κάθημερίνά κάί έλεγχος στίς είσό­ δους δεν υΠάρχεί. Δύνάμή τους κάί άδυνάμίά τους είνάί άυ­ τή η ελευθερίά κάί η άνεση, άλλά στη συγκεκρίμένη Περί­ κ κ κ Πτωση ως άδυνάμίά το εκλάμβάνά κάί θά το εκμετάλλευσ­ μουνά άνάλογά. » κ κ κ Ηρθάν, λοίΠον, το ετίομενο Πρωί στά Μεγάρά, με ενη­ κ κ κ μερωσάν γίά την κάτάστάση Που εΠίκράτουσε στην Αθηνά,

Η

κΡίΣίίνίΗ ΝΥΧΤΑ ΠλίίΣίλ2ίε. Η νυχτά

×

»

#

ί
ί

ΗΘΗ
.

ἔί ί

γία τίς Πυρετώδείς στρατίωτίκές Προετοίμασίες, τη συγκέ­ ντρωση εφοδίων, την ΠερίΠοίηση των Πλοίων, τη συνεχί­

ρούσα να καταλάβω γία Ποίο λόγο οί Αθηναίοί αντί να κα­ ταΠίέσουν, να συνθλίιμουν, να εξαλείιμουν αΠό την ψυχή

ζόμενη Πολίτίκή δίαμάχη καί την ετοίμότητα των ολίγαρ­ χίκών γία τη νυχτερίνή εΠίχείρηση. Αμέσως μετά ξεκίνή­ σαμε. Αίγο μετά το μεσημέρί φτάσαμε στην Αθήνα. Ε}Πείδή η συγκέντρωση των ολίγαρχίκών θα γίνόταν στο θέατρο του Δίονύσου, στην νότία κλίτύ της ΑκρόΠολης, Πήγαμε εκεί γία να εξετάσουμε το χώρο καί να εντοΠίσουμε σημεία αΠόκρυιμης. Οί άλλοί γνώρίζαν την Περίοχή, εγώ, όμως, όχί. Βίδα τον Παρθενώνα γία Πρώτη φορά. ἰἶ)ντυΠωσίάστηκα. Δεν μου φάνηκε γία ναός, αλλά γία ζωντανός οργανίσμός Παλλόμενος. Ακολουθώντας την οδό ΤρίΠόδων φτάσαμε στο Ωδείο Που είχε χτίσεί ο Περίκλής, δίΠλα στο θέατρο. ΜΠροστά στο Ωδείο, σε μίκρή αΠόσταση ήταν το ΠρόΠυ­ λο καί λίγο Πίο Πέρα ο ναός του Δίόνυσου. Δεν ήταν μεγα­ λος ναός, ούτε εΠίβλητίκός. Ίσως συναίσθάνονταν οί Αθη­ ναίοί ότί η λατρεία του Δίόνυσου ήταν στην Πραγματίκό­ τητα λατρεία του κακού, λατρεία των κατώτερων ανθρώ­ Πίνων ενστίκτων, ενστίκτων χαμερΠών, χυδαίων, καθηλω­ τίκών. Ϊἶίμείς θεωρούμε ότί ο «δίονυσίασμός» σημαίνεί ανά­ δυση καί ανάδείξη του θηρίου Που κρύβεταί μέσα σε κάθε άνθρωΠο, του θηρίου Που εμείς ονομάζουμε «Πλάνη». ΑΠε­ λευθέρωση του δαίμονα, αΠοδοχή καί αναγνώρίσή του εί­ ναί ο <‹δίονυσίασμός.» Γί, αυτό δεν έχουμε στη ΣΠάρτη ναό του Δίόνυσου, ούτε αΠοδεχόμαστε αυτόν το θεό, ούτε το θέατρο αΠοδεχόμαστε, Που είναί κτίσμένο, στην Αθήνα, δί­ Πλα στον ναό του Δίόνυσου, αφού δίονυσίακές είναί οί κα­ ταβολές του· ούτε το θεό Έρωτα αΠοδεχόμαστε, εΠείδή εί ναί θεός συγγενής με το Δίόνυσο. Γί' αυτό, λοίΠόν, καθά μουν ακίνητος εκεί καί Παρατηρούσα το ναό καί δεν μΠο

τους αυτό Που ο Δίόνυσος εκΠροσωΠούσε, την κατωτερό­ τητα καί την υΠοδούλωση στα ένστίκτα, αυτοί έκαναν το

αντίθετο: τίμούσαν το θεό αυτόν καί δίοργάνωναν Προς τί­ μήν του τα Παναθήναία, την Πίο σημαντίκή γίορτή τους, γίορτή οργίαστίκή, ατίελευθερωτίκή, όΠως υΠοστήρίζαν, γίορτή Πρόσκαίρης αΠοδέσμευσης αΠό τα κοίνωνίκά δε­ σμά, γίορτή χαράς καί ζωής. Έὶτσί έλεγαν αυτοί. Δέσμίοί, λέ­ γαμε εμείς, ενστίκτων καί Παθών Πολύ Πίο δεσμευτίκών αΠο την κοίνωνίκή Πραγματίκότητα, το νόμο καί την ηθίκή, αφού όλα αυτά έργα των ανθρώΠων είναί, μεταβλητό, μΠο­ ρείς να τα αγνοήσείς ή να τα αΠοφύγείς, δεν είναί κάΠοίο μεγάλο κατόρθωμα αυτό, ενώ δεν μΠορείς εύκολα να αγνοήσείς τον εαυτό σου, έργο θεϊκό, δεν μΠορείς να νί­ κήσείς τον εαυτό σου, όχί μόνο όταν ο οίνος σε κυρίεύεί, αλλά καί χωρίς αυτόν, ίδίως χωρίς αυτόν, όταν τα αρχέγονα Πάθη καί οί ζωώδείς ορμές μείνουν ανεξέλεγκτα καί αΠε­ ρίόρίστα. Αυτός είναί ο δύσκολος δρόμος, Πίστεύουμε εμείς. Να νίκήσείς τον εαυτό σου. Ούτε Πάγία ηθίκή υΠό­ σταση μΠορεί να οίκοδομηθεί δίαφορετίκά, ούτε ο κόσμος των θνητών μΠορεί να υτίερκεραστεί χωρίς την υΠοδού­ λωση των ενστίκτων στο Πνεύμα, αφού γία να φτάσείς τους θεούς ΠρέΠεί να εΠίτύχείς έργο θεϊκό, να εΠίβληθείς, δηλαδή, στο δίκό τους δημίούργημα, τον εαυτό σου τον ίδίο, άρα ο Δίόνυσος, υΠοδείκνύοντας τον αντίθετο δρόμο, δεν ήταν τίΠοτε άλλο Παρά ένας θεός­τροχοΠέδη, ένας δευ­ τερεύων θεός, σταλμένος αΠό το Δία γία̃ αυτόν ακρίβώς τον ‹›κοΠό: την ΠαρεμΠ­όδίση της ανάρρησης των ανθρώΠων στη χώρα των θεών, ένας θεός­αντίβαρο στον ημίθεο Που
ΠΕΒ]

ίι̃θἔ]

εμείς λατρεύουμε σαν θεό, τον Ηρακλή, αΠοφεύγοντας κα­ θε «διονυσιακή» εκδήλωση, όχι μόνο θρηοκευτικα, αλλα και κοινωνικα, στην καθημερινή μας διαβίωση. Γι” αυτό, λοι­ Πόν, στεκόμουν εκεί στο ΠρόΠυλο και Παρατηρούσα το ναό, Παρατηρούσα και σκεφτόμουν, τι εΠιδιώκουν, ακρι­ βώς, αυτοί οι ανθρωΠοι, οι Αθηναίοι, τι θέλουν, τι Προσδο­ κούν αΠό τη λατρεία του Διόνυσου, Δεν τους είχα για αφε­ λείς, αρα τι Προσδοκούν, τι αλλο Παρα την αιώνια καθήλω­
ση στον κόσμο των θνητών, κόσμο ατελή και υΠοδεέστερο σο σχέση με τον κοσμο των θεών, τι αξία έχει ­σκεφτό­

εξίας. Έὶτσι κι αλλιώς, βέβαια, ό,τι κι αν είχαν στο μυαλό τους, Περίεργα και δυσνόητα ήταν για μας όλα αυτα. Δεν μηορείς να εξευμενίσεις το θηρίο αφήνοντας το να σο κυ­ ριεύσει, έστω για λίγο. Αυτό Πιστεύουμε. Ούτε διαλείμμα­

Πρώτη φορα έβλεΠα ναό του, είχα ακούσει, όμως, στη Σιιαρτη Πολλές συζητήσεις για το θέμα αυτό, μας αΠασχολούσε έντονα αυτή η ‹<διονυ­ σιακή» μανία των Αθηναίων, μας αΠασχολούσε ο εκστα­ σιασμός τους στα Παναθήναια, εκστασιασμός αΠό κατα­ Ποση οίνου και συμμετοχή σε οργιαστικές τελετές, όλες ανώδυνες, αρα ατελέσφορες, σε αντίθεση με τη μαχη, τη δι­ κή μας οργιαστική τελετή, εΠικίνδυνη, ειιώδυνη, αιματηρή, αρα λυτρωτική και αΠοτελεσματική, μόνιμα όχι Πρόσκαιρα. Εκτός, Παλι, σκεφτόμουν, αν σκοΠός τους ήταν η κα­ θυΠόταξη του θηρίου με την Πρόσκαιρη αΠελευθέρωοή του αΠό τα έγκατα της ιμυχής, με την σύντομη αναρρηοή του σε κυρίαρχο και οδηγό του ιμυχισμού τους, έτσι ώστε η κα­ θημερινή του Πίεση να εκτονώνεται και να μειώνεται ελεγ­ χόμενα η ετιίδρασή του. Μήτιως οι Αθηναίοι ΠροσΠαθούν να εξευμενίσουν το θηρίο αφιερώνοντας του ναούς και διορ­ γανώνοντας γιορτές; Δεν ήξερα. ΜΠορεί να ήταν αυτή η Πρόθεσή τους, δεν μΠορούσα να τους κακολογήσω, κατι θα ήξεραν, δεν μΠορεί ακριτα και σΠασμωδικα να ενεργούσαν, ούτε αΠό αΠλή εηιδίωξη μιας βραχύχρονης και ματαιης ευ­
[ι̃θάι]

μουν­

η λατρεία του Διόνυσου,

εξαιρέσεις εΠιτρέΠονται. ἶ'ι” αυτό αΠό μικρα Παι­ δια ζούσαμε σκληρα, λιτα, στερημένα, ΠροσΠαθώντας να κυριαρχήσουμε ολοκληρωτικα σε ό,τι κατώτερο είχαν εμ­ φυτεύσει μέσα μας οι θεοί, σε ό,τι γήινο και εφήμερο, τη φιλαυτία, τον εγωισμό, την τρυφηλότητα, τη ραθυμία, την ασκοΠη λαγνεία, τον Διόνυσο τον ίδιο. Δύσκολο είναι αυ­ τό, δύσκολος είναι ο δρόμος του Ηρακλή, δρόμος της Αρε, τής, όχι της Κακίας, δρόμος λυτρωτικόο, αλλα δεν είμαστε, βέβαια, τόσο ικανοί όσο εκείνος για να τον ακολουθήσουμε ατομικό και αυτόβουλα, γιί αυτό ΠροσΠαθούσαμε συλλογγ­ κα, όχι μεμονωμένα, στηρίζοντας ο ένας τον αλλο, υΠο­ στυλωμα ο ενας του αλλου, σε ζευγαρια, σε ενοσμοτίοο, σο λόχους, σαν Πόλη συνολικα, ανδρες και γυναίκες μαζί. Ξέ­ ραμε ότι μόνο οι εξαίρετες και Προικισμένες φύσεις μΠο­ ρουν να ακολουθήσουν μοναχική Πορεία, έτσι μας έλεγαν οι γεροντότεροι, οι αλλοι δεν μΠορούμε, μόνος του οι/ηφό­ ριζε ο Ηρακλής τις ατραΠούς του ΟλύμΠου, αλλα οι υΠό­ λοιΠοι έχουμε αναγκη ο ένας τον αλλον, γι) αυτό ζούσαμε ομαδικα στο στρατοτιεδο, αΠό ετιτα ετών μέχρι εξήντα, γι° αυτό τρώγαμε την ίδια τροφή, φορούσαμε την ίδια ενδυ­ μασία, διασκεδαζαμε μαζί, Πολεμούοαμε μαζί, Παντα όλοι μαζί, Ποτέ μόνοι, Προσηαθώντας να ξεΠερασουμο το σξο­ Πέραστο, τον κόσμο των θνητών, να τον ξεΠερασουμε στο­
τα, ούτε

θερα, σίγουρα, ανεΠίστρεΠτα.

Αυτα σκεφτόμουν, ενώ ο Αυσίμαχος και ο Μέλων βρί­ σκονταν ήδη στο Περιστύλιο του ναού, ειδοΠοιημένοι αΠό
[ι̃θδ]

το μηνυμο Που τους είχο στείλεί. Στάθηκον κάτω οΠά ένο Πεύκο, στο νότίο του νοου κοί Περίμενον εκεί συζητώντος οδίάῳοραη̨ χωρίς να μας μίλανα ή να μας καίτανα Είχαν μα­ ζί τους λίγο τρόφίμο κοί ένο μίκρό εγχείρίδίο κρυμμένο κάτω ατίό το ενδύμοτά τους. Νερά υΠηρχε σε μίο μίίῳη κρηνη Πολυ κοντά στο νοό. Μόλίς νυχτωνε θο κρύβοντον Πίσω οΠά τους κίονες κοί θο Ποροκολουθουσον οΠό εκεί όλες τίς ενέργείες των ολίγορχίκών. Οί Πληροφορίες μας ητον σοφείς. Λίγο μετά το μεσάνυχτο οί μυημένοί στο σχέ­ δίο ολίγορχίκοί θο έρχοντον στο θέοτρο οΠά την οδό Τρί­ Πάδων, όχί οΠό άλλη κοτευθυνση, έτσί ώστε, όΠοίος τυχόν Πλησίοζε οΠά κοτευθυνση δίοφορετίκη, νο θεωρείτοί μη μυημένος κοί νο οντίμετωΠίζετοί ονάλογο. Θο έφτονον σε μίκρἐς αμαδας αχ] μαζι̃κας θα Πααναύααν μαραατα ααα να Ωδείο καί θα ανηφααίζαν τη μίκρή αααατααη μέχρί την αρ­
χήστρο του θεάτρου. Εῖκεί θο τους Περίμενε ο Βυφίλητος, με μερίκούς οκόμο ολίγορχίκους της ετοίρείος του Μέτω­ νος. Κάθε ομάδο θο μάθοίνε τον στόχο της, Ποίες, δηλοδη7 Βρμοϊκές Στηλες θο κοτέστρεφε κοί ομέοως θο έφευγε γίο
νο τον υλοηοίησεί. Φύγαμε ααα τα ναό ταμ Δι̃ανμααα Παρῃαμήααμα μέχρι

κατ ανηφορίααμε λίνο αΚομα› ομναντηοαμε εναν οτενο› αλ·
λα ηερτηοτημενο ορομο­ Ο Βραοτοαο μομ ετηε οτί οτ Αθη· νοίοί οΠοκολούσον το δρομίσκο ουτόν <‹ΠερίΠοτο», εΠείδη

ηερτεβολλε ολο το μψοομο τηο Αμροηοληο Κανονταο εναν Πλήρη κύκλο γύρω του. Λίγο Πίο Πάνω ητον η σΠηλίά. Αυ­
Δ

τη η τοηοθεοτα οτην είοοοο› ακρτβώα τηο οηηλταο μομ τρα­ νίίκε ίδονίκή. Μτίορούσομε νο δουμε οΠό εκεί όλο όσο θο γίνοντον στην ορχηστρο του θεάτρου, χωρίς κονείς νο μΠο­ ρεί να μαα αντίλΙίΦτ8ί, οίφού οί Πτυχῶσείς του βράχου κοί Τί Βίυ̃αδθς της ΟΠηλίάς θο μος εκρυβον. Ποράλληλο μΠο­

ί

αν

ροοοαμε να οταφονομμε ηροο τρελο κοτεμθμνοετο είτε Προς τα κάτω, Προς το θέοτρο δηλοδη, είτε δεξίά, Προς το Πρθτίὐλαίοί, είτε ορίστερά, Προς τη βόρείο κλίτυ της Ακρό­ Πολης. ίδονίκη τοΠοθεσίο λοίΠόν. 'Ρο είΠο στους άλλους. Συμφώνησον. Ψάξομε Προσεκτίκά γίο νο δούμε ον υΠηρ­
Χαν ίΧνη βηματτον οτη Χαμηλη βλαοτηοη Ττομ Καλαητε το έδοίφοο αηο τον «ηερτηατο» μεΧρτ την ετοοοο τηο οηηλταο­

ο

την ορχηστρο του θεάτρου κοί τίς λίγες σείρές μορμάρίνων εδωλίων Που την Περίέβολλον. Πίσω οΠό ουτές, ομφίθεο­ τρίκά, το έδοφος είχε δίομορφωθεί κοτάλληλο γίο νο δεχθεί είίολληλες σείρές ξολίνων Καθίαματων, νία ταμς Θαααές
Που Ποροκολουθούσον το θεοτρίκά δρώμενο. Κοίτώντος βαρεία καί ψηλα Προς την Ακμόῃαληγ είδα ας αῃαατααη μία
ε

Δεν μηηρλε ττηοτα αηολοτωο­ Δεν ανεβοίνε Κανεναο εκεί­ Ο Βραοτοαα ηηρε την τροφη Κατ το νερο ηομ εηίαμε φερετ μοίζί μος, Πηγε στην είσοδο της σΠηλίάς κοί το έκρυψε εκεί. Κίνηθηκομε δυτίκά Προς το ΠροΠύλοίο, το Περάσοίμε, είαήλθαμ8 στο χώρο της ογοράς κοί ονομείχθηκομε με το
ηληθοο; ηερτμενονταα να νμΧτώαεί­ ΣκοΠός μος ήτον μόνο η Ποροκολούθηση των γεγονό­ των. 'ΓίΠοτο άλλο. Κομμίο συμμετοχη. Οί οδηγίες Που είχον
οοθετ ατομο οοο νεοοαμώοεία ηταν ίοίεα ακρίβώα­ ΌΦείλαν νο Ποροκολουθησουν μόνο το νυχτερίνά δρώμενο κοί νο

σου ΠερίΠου στοδίου, στίς υΠώρείες οκρίβώς του βράχου,

μίο μίκρη σΠηλίά. Ανέβηκο Προς το εκεί κοί οί άλλοί δυο με οκολούθησον. Μόλίς ΠροσΠεράσομε το ξύλίνο κοθίσμοτο

ς

μη μετακτνηθοον αηο τον ναό τομ Δίανύααττ εκταα αν μηηρλε μεναλη ανανκη η Καττ εξαίρετίκο Καί αηροβλεητο­ Φμαίκαί οφείλαν να ατίαφύγθυν, μα καθε τρόίίθ τη σύλλη­

[ι̃θθ]

Χ

[ίθΐ]
εε

ιμη τους.

ἱἰηίκοίνωνία μεταξύ των δύο ομάδων δεν θα υΠηρχε κατά τη δίάρκεία της νύχτας, αφού κάτί τετοίο ού­ τε αναγκαίο ήταν ούτε ακίνδυνο. Αναφορά θα εδίναν λίγο μετά τα ξημερώματα στη γεφυρα του Ιίηφίσού. Αν γία οΠοίοδηΠοτε λόγο δεν ημουν εκεί εΠρεΠε να Πάνε στον
ίσθμό καί να αναφερουν στον ενωμοτάρχη Που βρίσκόταν στο σημείο εκείνα Πρόθεσή μου ήταν να εΠίστρειμω το ταχύτερο στα Με­ γαρα γία να στείλω μηνυμα στη ΣΠάρτη. Αλλωστε δεν ηξε­ ρα την αττίκη δίάλεκτο, δεν μΠορούσα να μίλησω με αθη­ ναϊκη Προφορά, άρα όσο Περίσσότερο Παρεμενα στην Αθη­ να, τόσο μεγαλύτερος ήταν ο κίνδυνος αΠοκάλυιμης καί σύλληψης μου. Αν τα γεγονότα εηεβαλλαν κάΠοία δίαφο­ ρετίκἠ ετίίλογη δεν το γνώρίζα εκείνη τη στίγμη. Η αγορά ήταν Πολύβουη. Πολίτες, δούλοί, στρατίώτες, αστυνομίκοί, εμΠοροί καί γεωργοί Πηγαίνοερχονταν καί συμφύρονταν ακατάΠαυστα. Φυσίκά, δεν μας εδίνε κανε­ νας σημασία. Αν τυχόν χρείαζόταν να μίλησω, αν, δηλαδη, κάΠοίος μου αΠεύθυνε τον λόγο, οί άλλοί δύο θα εξηγούσαν ότί ήμουν μετοίκος αΠό την Ἑίνίδο καί είχα ερθεί Πρόσφα­ τα στην Αθήνα, άρα δεν ήμουν εξοίκείωμενος με το τοΠίκό ίδίωμα. Προτίμησαμε να «κρυφτούμε» μεσα στο Πλήθος, Παρά σε κάΠοία αΠομονωμένο σημείο της Αθήνας, ξερο­ ντας ότί αυτός ο τρόΠος Προφύλαξης, σε μία τετοία Πόλη, ήταν ασφαλεστερος. Οί τοΠίκες αρχες δεν ηταν υΠοιμία­­ σμενες γία την Παρουσία μας, άρα εκεί στην καρδίά της Πό­ λης, στην αγορά, μέσα στην οχλαγωγία καί τη συνεχη κί­ νητίκότητα των Πάντων δεν υηηρχε γία μας κανενας κίν­ δυνος. Αντλούσαμε Πληροφορίες χωρίς να κίνδυνεύουμε. 'Ϊ'ίΠοτα στην Πόλη δεν Προμηνυε αυτό Που εΠρόκείτο να
[ι̃δβ]

συμβεί το βράδυ. Όλοί συζητούσαν μανίωδώς γία τη σίκε­ λίκἠ εκστρατεία, τίς Προετοίμασίες, την τεράστία συγκε­ ντρωση στόλου, στρατού καί εφοδίων, τίς Προοητίκες της νίκης, την κατάκτηση της Σίκελίας ολόκληρης, τον Πλού­ το καί την ευμάρεία Που θα εφερνε στην Αθήνα η εκστρα­ τεία αυτή. Οί ολίγαρχίκοί είχαν δίκίο. Η Πόλη ολόκληρη εί­ χε εκστασίαστεί θεωρώντας σαν βεβαίο αυτό Που ηταν μό­ νο εΠίθυμητό. Αογίκη ενασχόλησης με τυχερά Παίγνία είναί αυτή, όχί λογίκή Πολέμου. Παράτολμοί ήταν οί Αθηναίοί, όχί, όμως, αΠο ανδρεία. Ήταν Παράτολμοί αΠό άγνοία καί βουλίμία. Στη δίκη μας Πόλη ίσχυε ακρίβώς το αντίθετο. Ήμασταν Πολύ εΠίφυλακτίκοίαΠεναντί στους Πολεμους καί τίς εκστρατείες, γίατί όλη μας τη ζωή την Περνούσαμε Προ­ ετοίμαζόμενοί μόνο γί” αυτό, άρα είχαμε βίώσεί αΠό μίκροί τον Πόλεμο σε κάθε του Πτυχἡ καί λεΠτομερεία καί γνω­ ρίζαμε τίς αΠρόοΠτες δυσχερείες Που εμφανίζεί καί τα Πί­ κρά, Πολλές φορες, αΠοτελεσματά του. Ημείς ήμασταν εηαγγελματίες του Πολεμου. Αυτοί ήταν εμΠοροί. Προσ­ δοκούσαν το κερδος καί τα μάτία τους γυάλίζαν αΠό την Προσδοκία της αΠόκτησής του. Όλοί οί εμΠοροί ετσί είναί καί γί” αυτό άλλωστε εμΠορεύονταί. Ρία τους Πολεμίστές δεν είναί το ίδίο. Ο Πολεμίστης Πολεμάεί αΠό εξαναγκασμό καί αυταΠάρνηση, ο εμΠορος εμΠορεύεταί αΠό αρεσκεία καί ωφελίμίσμό. Ο ενας δίακίνδυνεύεί τη ζωή του, ο άλλος την Περίουσία του. Ο ενας δαΠανά αίμα, ο άλλος χρήμα. Γί, αυτό οί εμΠοροί Παίρνουν Πίο εύκολα Πολεμίκες αΠοφά­ σείς. Οραματίζονταί το κερδος Περίσσότερο αΠό εμάς Που ΠρούΠολογίζουμε το ανθρώΠίνο κόστος. Έὶτσί, γία τους Αθηναίους ο Πόλεμος Που μεσολαβούσε μεχρί τη βεβαίη, γί7 αυτούς, αηοκομίδή των κερδών, φαίνόταν μία ασήμαντη λε­

[ι̃δθ]

Πτομοοολο­ Η οκοτμη τομο οτνο ομοκοττοτοῖ οοο το βομλτ μίο. Πόσοί οΠό ουτούς θο ζούσον γίο νο οΠολούσουν το τυ­

χόν κερδη της Πόλης τους; Δεν φοίνότον νο τους οΠοσχο­
λοτ Κοθολομ ομτοί Ποοο μονον μοομίομο ολο οώφοονοτϋ

τον Νμοοϋ Πομ ολ ολλολ ολομ ομοοοω ομνοοοομονοτ οοο την Ποοοτττμοῆ τηο. νίκηο, τομο οννοοοοον οτοοοτκττκο­ Όλο το οττονομμο μοίνομο οτην ονοοο κοί οτομο Χώοοοο νοοω οτο οοτήν­ Ότον οολοοο νο βοοοτοζολ Κο] ο ονοοο νο ερημώνεί σίγο σίγο, οκολουθησομε την οδό των 'ΓρίΠόδων με κοτεύθυνση νοτίοονοτολίκη. Φτόνοντος στο θεοτρο του
οττοοο

σεκτίκές κίνήσείς, χομηλωμένοί, ερηοντος σχεδόν, ονεβη­ κομε μεχρί την είσοδο της μίκρης σηηλίός. Βρήκϋμε Σκοτ το τροφίμο κοί τον νερό στο σημείο Που το είχε οφἠσεί 0 Βροσίδος. Αυτός έλεγξε ον η τόξη με την οΠοίο το είχε το­ Ποθετήσεί ήτον ολλογμενη7 ον κοί τετοίος κίνδυνος δεν υΠηρχε, οφού ίχνη οΠό βημοτο, εκτός οΠό ουτό του Βρο­
σίδο, δεν είδομε. ΔείΠνησομε σίωΠηλοί) Ποροτηρώντος Πο­ ντο όλη την Περίοχη, κολυμμενοί οΠόλυτο οΠό το σκοτόδί

Δτονμοομ οτοἠλθομο οτο Ποοοολι̃ο› οίοομο τοοο οοο νεο· οομώοοι̃ο οτοι̃μομο νο λοβομν ττο Ποοκοθοοτομονοο θοοοι̃ο τομο Κο] Κτνηθήκομο βοοολοομτμςο Ποοο το Ποοοολολο­ Λίο νο Πολν οοο το Ποοοολοοο ομνοντἠοομο τον «ΠοοίΠοτο»­ Στομμομο οοξτο› μο Κοτοοθμνοη ονοτολοοἦ Κοτοῃτοοοντοο ολη τη νοττο κλττο τοο Ακοοττοληο­ Βτοκοοτοοοο οττολμτη ηοομτο­ Σμνοὶοοομο βοοτζοντοο ονοτολτκο­ Ποοοοομο το Χολκομονοίο κο] το νοο τομ Αοκλοτοοο­ Είλο Πι̃ο νμΧτώοοΒ ολλό ητον Πονσέληνος, ορο η οροτότητο κολη. Φτοσομε Πο­ νω οΠό το θέοτρο του Δίόνυσου. ΚοτοΠτεύοντος Πολί ολό­ κληρη την Περίοχη δεν δίοΠίστώσομε την οΠοίοδήΠοτε κί­ νηση. Ούτε Πολίτες, ούτε οστυνομίκοί. Ο Λυσίμοχος κοί ο Μελων, ονόμεσο Πίο στους κίονες του νοού, δεν φοίνοντον, ολλό κοί στον οκόίλυΠτο χώρο νο είχον Πορομείνεί, Πόλί δεν
θο τοοο βλέττομο οφοο Π οοοοτοοοί οο ομθοτο νοομμήί έφτονε το ενο στόίδίο ΠερίΠου. Μείνομε οκίνητοί) οφου­

της σίίηλίος 'Οτον τελείώσομε, Πορομείνομε εκεί, στην εί­ σοδο της οῃῃλίόο γίο λίγο κοί μετό κοίμηθήκομε ετσί ώστε δύο νο κοίμούντοί κοί ενος νο Πορομένεί όγρυτίνος, μοί­ ροζοντος τον χρόνο της ονοηουσης γίο νο έχουμε κοί οί τρείς την ίδίο ΠερίΠου ευεξίο κοτο την κρίσίμη ώρο. Μέχρί το μεσονυχτο εΠίκροτούσε οΠόλυτη ησυχίο. ΜΠορούσομε νο δούμε κοθορο το Ωδείο, την ορχηστρο του θεότρου, το Ποροσκήνίο, το μορμόίρίνο Πρώτο εδώλίο, το ξύλίνο κοθί­ σμοτο των θεοτών κοί τίς δύο Προσβόσείς Προς την ορχη­ στρο, την ονοτολίκη, οΠό την Πλευρο του Ωδείου κοί τη δυ­ τίκη, οΠό το ΠροΠύλοίο. "Ρο νοό του Δίόνυσου, Πίσω οΠό τη σκηνή του θεὀτροιχ 6" τον βλέῃομε καθαρό­ Η οτγόστο­
ση ήτογ μεγάλη. Βτίίπλεον, λόγω της κοτωφερείος του

νκοοοτἠκομο Ποοοοοθήοομο νο οξοκοτβτοοομμο ον οοήο·
κοντο Κοοοτο ονθοώοτνο Ποοομοίο­ Ποοι̃μένομο έτοτ ντο οοκοτἠ ώοο­ Ότον ολο βοβοτώθητίο οτ] κονονοο οον μττήο­ χε γύρω μος, ενευσο στους ολλους δύο κοί με Ορνέο Προ·
Χο

εδάφους, ῃ σκηνή μος εκρυβε ενο μερος του νοού. Στην Ορχήοτρο τού θεόίτρουγ μίσό στοδίο οτίόστοση Περίηου, θο μτίορούσομε νο δίοκρίνουμε τον ορίθμό των ονθρώί­των Που θο Προσερχοντον, όχί, όμως, κοί το ΠρόσωΠόί τους. Αρκετῇ ώρο μετό το μεσόνυχτο, ότον ο Κρόνος έγίνε οροτός στο στερέωμο, όρχίσε η κίνητίκότητο, όΠως οκρί­ βώς το είχε σχεδίοσεί ο Μετων. Μίο ομόδο οκτώ οτόμων εμφονίστηκε οΠό την Πλευρό του Ωδείου. Αμίλητοί, εφτο­ σον στο Πρώτο εδώλίο κοί κόθίσον εκεί. Η οκουστίκη του

ἴι̃ΐθ]

[ι̃νι̃λ

τ ›

θεατρου ήταν τέτοια, ώστε οι θεατές ακόμα και των τελευ­ ταίων καθισματων να ακούνε τις φωνές των ηθοποιών, εμείς, όμως, είμαστε ένα τέταρτο του σταδίου πιο ιμηλα, αρα οι φωνές από την ορχήστρα έφθαναν σε μας σαν ηιί­ θυρος. Οι οκτώ συζητούσαν μεταξύ τους, αλλα εμείς δεν καταλαβαίναμε, βέβαια, τι έλεγαν. Μετα από λίγο αρχισαν
να έρχονται οι υπόλοιποι. Σε

Ξέραμε, βέβαια, ότι όλοι αυτοί είχαν πολεμήσει, είχαν στρα­ τιωτική εμπειρία, αλλος λιγότερο, αλλος περισσότερο, αλλα για μας δεν έπαυαν να είναι έμποροι, όχι στρατιώτες. Όταν όλοι οι αλλοι έφυγαν, οι οκτώ επικεφαλής σχηματισαν και αυτοί δύο τετραμελείς ομαδες. Η μία έφυγε προς το Ωδείο,

μικρές ομαδες 8­ι̃0 ατόμων

έφταναν στην ορχήστρα του θεατρου, όλοι ανεξαιρέτως από την πλευρα του Ωδείου. Κανένας δεν ήρθε από τα νότια ή τα ανατολικα, όπως το είχαν προσυμφωνήσει. Μολονότι ερασιτέχνες ενεργούσαν επαγγελματικα. Ο Βρασίδας κρα­ τούσε σημειώσεις για τα παντα. Όταν τελείωσε η προσέ­ λευση και όλοι συγκεντρώθηκαν στο θέατρο, υπολογίσαμε, ότι, πραγματι, είχαν προσέλθει τριακόσια ατομα συνολικα. Χωρίς να χασουν χρόνο, σχηματισαν οκτώ σειρές, μπροστα από καθε έναν από τους συνωμότες που είχαν έρθει πρώ­ τοι. Έτσι σχηματίστηκαν οκτώ σειρές με 9 τετραδες η κα­ θε μία. Μία τετραδα έμεινε μπροστα στην σκηνή, χωρίς να εντασσεται σε καμμία από τις οκτώ σειρές. Ίσως εφεδρική τετραδα, ίσως τετραδα από επόπτες. Καθε τετραμελής ομα­ δα πλησίαζε στο εδώλιο εκείνο στο οποίο καθόταν ο ολι­ γαρχικός που αντιστοιχούσε στη σειρα της, έπαιρνε τις οδη­ γίες που της αναλογούσαν και έφευγε για να ακρωτηριασει τις Βρμαῖκές Στήλες που της είχαν ανατεθεί. Ακολουθούσε η επόμενη και μετα η επόμενη μέχρις ότου όλες οι ομαδες, μαζί και η εφεδρική, έφυγαν, ακολουθώντας τώρα όλες τις δυνατές κατευθύνσεις, είτε ανατολικα, είτε δυτικα, είτε νό­ τια, αναλογα, προφανώς, με το στόχο που είχε δοθεί στην καθεμια. Όλοι αναχώρησαν με ταξη και ηρεμία, γεγονός που μας εξέπληξε, απρόσμενο για ανεκπαίδευτους πολίτες.

ακολούθησε τελείως διαφορετική πορεία σε σχέση με όλες τις υπόλοιπες. Δεν κατευθύνθηκαν αυτοί ού­ τε δυτικα, ούτε ανατολικα, ούτε νότια, αλλα αντίθετα, αρ­ χισαν να ανεβαίνουν τον κεντρικό διαδρομο του θεατρου, αυτόν που το χώριζε σε δύο ίσα μέρη. Κινήθηκαν, δηλαδή, βόρεια και ανηφορικό, αρα κατ' ευθείαν προς τη σπηλια στην οποία βρισκόμασταν εμείς. «Κανόνες μαχης», είπα αμέσως. Πήραμε τα εγχειρίδια, γίναμε ένα με τους βρα­ χους, συσπειρωθήκαμε, καλυμμένοι παντα στο σκοταδι και έτοιμοι για όλα. Να μας δουν ήταν αδύνατον, αφού βρισκό­ μασταν λίγο μέσα από την είσοδο της σπηλιας, σε σημείο που το φως της σελήνης δεν έφτανε. Να είχαν αντιληφθεί την παρουσία μας ήταν μαλλον απίθανο. Ουδείς μπορού­ σε να γνωρίζει ότι ήμασταν εκεί. Το πιο πιθανό, λοιπόν, ήταν πως μόλις οι ολιγαρχικοί έφταναν στον «περίπατο», λί­ γο πανω από το θέατρο, θα ακολουθούσαν αυτόν το δρο­ μίσκο, ανατολικα ή δυτικα, για να φτασουν, στο δικό τους αντικειμενικό σκοπό. Έτσι ακριβώς έγινε. Οι τέσσερις ανδρες ανέβηκαν αμί­ λητοι μέχρι τον «περίπατο» και έστριψαν δεξια ακολουθώ­ ντας ανατολική κατεύθυνση. Μπροστα πήγαιναν οι δύο με τους Πελέκεις, τρίτος ήταν Ο τοξότης Και τελθυταίος ΟΗ­ τός με το ξίφος. Τα πρόσωπα τους φανηκαν καθαρα στο φως του φεγγαριού, αφού η απόσταση που μας χώριζε τώ­ ρα από αυτούς ήταν πολύ μικρή. Εγώ δεν τους γνώριζα, βέ­
η αλλη, όμως,

ίι̃ἶἔ]

Π73]

βοιο, τους γνώριζον, όμως, οι όλλοι δύο κοι ομέσως ση­ μείωσον το ονόμοτόι τους: Εῖυφίλητος, Χορμίδης, Κολλίος,

Βύφημος. Μόλις οι ολιγορχικοί οΠομοκρύνθηκον μισό ΠερίΠου στόιδιο, βγήκομε οΠό τη σΠηλιόι, οφού Πρώτο διοΠιστώσο­ με ότι δεν υΠήρχε κομμίο ονθρώΠινη Πορουσίο τριγύρω μος. Ακολουθήσομε τον ‹‹ΠερίΠοτο» Προς την κοτεύθυνση Που είχον Πόιρει οι ολιγορχικοί, ονοτολικόι, δηλοδή, βοδίζο­ ντος οργόι κοι Προσεκτικό. Δεν τους βλέΠομε, οφου ο δρό­ μος οκολουθώντος την κομΠή του λόφου, δεν ήτον οροτός Πορόι γιο μερικό Πόδιο μόνο. Προχωρήσομε λίγο οκόμο κοι κοτεβήκομε κόΠοιο χωμόιτινο σκολοΠοτιο Που οδηγούσον στην οδό ”ΓριΠόδων, χωρίς νο ξέρουμε ον ουτή ήτον η κο­ τεύθυνση Που είχον Πόρει οι τέσσερις όινδρες. Ακριβώς στο σημείο συνόντησης ουτού του κοτηφορικού κλιμοκωτού μονοΠοτιού κοι της οδού ”Γ'ριΠόδων βρισκότον μιο Βρμοί­ κή Στήλη. Ο Ἀγις κοι ο Βροσίδος στομότησον. Μου είχον δείξει το Πρωί Βρμοϊκές Στήλες στο χώρο της ογορόις, ολ­ λο η ολήθειο είνοι ότι μέσο στο σκοτόιδι δεν κοτόλοβο ότι βρισκόμοστον μΠροστόι σε μίο οΠ” ουτές. Πλησιόισομε. Το ΠρόσωΠο του ογόλμοτος είχε οκρωτηριοστεί. Όλη η δεξιό Πορειόι, η μύτη κοι το στόμο έλειΠον κοι το οΠοκομμένο τμήμοτο βρίσκοντον στο έδοφος. Το όγολμο είχε Πορο­ μορφώθεί εντελώς. Προχωρήσομε. Στρίιμομε οριστερόι στην οδό 'ΓριΠόδων, Πηγοίνοντος οΠό σκιόι σε σκιόι, λίγο Πιο γρήγορο τώρο, ολλό Προσέχοντος Πόντο την κόιθε μος κί­ νηση. Μόλις διονύσομε μισό στόιδιο ΠερίΠου τους είδομε. Μείνομε οκίνητοι. Οι τέσσερις όινδρες Πλησίοσον μιο Βρ­ μοϊκή Στήλη. Είχε ύφος τρίο ΠερίΠου Πόδιο κοι Πλόιτος λι­ γότερο οΠό ένο. Στη μέση του ορθογωνίου ήτον ένος φολ­

λός σε στύση κοι στην κορυφή η κεφολή του Εὶρμή. Οι ολι­ γορχικοί Πλησίοσον τη Στήλη γρήγορο κοι οποφοσιστικό. Ο Πρώτος κτύΠησε, χωρίς κονένον ενδοιοσμό, με ένο κο­ φτό, ξερό κτύΠημο την Πορειόι κοι τη μύτη του ογόιλμοτος,

συνεχίζοντος την Πορείο του. Ο δεύτερος οκολούθησε χω­ ρίς χρονοτριβή κοτοφέροντος ένο Πιο δυνοτό κτύΠημο, στο ίδιο οκριβώς σημείο. Το ΠρόσωΠο του ογολμοτος ουσιο­ στικόι εξοφονίστηκε. Το δεύτερο Πλήγμο ήτον τόσο δυνο­ τό, ώστε, λογικό, όλο η κεφολή ΠρέΠει νο οΠοκόΠηκε οΠό τη βόιση της, χωρίς, ομως, νο Πέοει στο έοοφοο Οι ολλοι δύο με το τόξο κοι το ξίφος οκολουθούσον σε μικρή οΠό­ στοση, χωρίς νο συμμετέχουν στην οΠοκοΠή. Δίχως κομ­ μίο χρονοτριβή οι ιερόσυλοι Προχώρησον λίγο βήμοτο Πιο κότω. ΔίΠλο σε μίο κρήνη βρισκότον μιο όλλη Ερμοϊκή Στήλη. ΗΠονέλοβον τοχύτοτο την ίδιο διοδικοσίο, οκρωτη­ ριόιζοντος το ΠρόσωΠο. Συνέχισον στην οδό 'ΓριΠόδων, ολ­ λό δεν είχε Πιο κονένο νόημο νο τους οκολουθούμε. Ό,τι θέλομε νο δούμε το είχομε δει. Δεν υΠήρχε λόγος νο διο­ κινδυνεύσουμε όιλλο. Στομοτήσομε κοι γυρίσομε Πίσω. Πή­ ρομε Πόιλι τον «ΠερίΠοτο», Περόσομε το ΠροΠύλοιο, εισήλ­ θομε στην ογορόι κοι συνεχίσομε στην οδό των Πονοθη­ νοίων, βοδίζοντος Πιο ορκετό γρήγορο. Δεν υΠήρχε κομμίο ένδειξη ονθρώτιινης Πορουσίος, ολλόι όλες οι Ιῖιρμοίκές Στή­ λες Που συνοντούσομε ήτον οκρωτηριοσμένες, οΠό τις ομόδες των ολιγορχικών Που είχον Προηγηθεί. Μόλις Πε­ ρόσομε τον Κερομεικό κινηθήκομε οκόμο Πιο γρήγορο. Φτόισομε στο τείχη της Πόλης κοι κρυφτήκομε εκεί, σε μίο συστόιδο δένδρων Περιμένοντος νο ξημερώσει γιο νο ονοί­ ξει η Πύλη. Ήδη είχε ορχίσει νο χορόζει. Μόλις η Πύλη της ι̃ερόις Οδού ονοιξε κοι οι Πρώτοι ογρότες εισήλθον στην Πό­

ίι̃ΐέί]

ίι̃ΐδ]

λη, εμείς βγήκαμε καί κίνήσαμε γία την αγροίκία του Με­

ζ

τωνος.

ἑη̨̃ἐ

Μετων δεν ήταν εκεί. Ούτε η Λήδα. Μόνο οί δούλοί υηήρχαν, αλλα αυτοί δεν ήξεραν Πού είναί ο κύρίός τους. Ο Άγίς έφυγε Παλί γία την αγορα, με σκοΠό να αναζητήσεί τον Μετωνα καί να συλλεξεί Πληροφορίες γία το κλίμα Που εΠί­ κρατούσε. Έἱμείνα με το Βρασίδα. ίΒΠρεΠε να συναντήσω τους δύο νεοδαμώδείς γία να μαθω τί είχαν δεί αυτοί. Πε­ ρίμεναν, όΠως τους είχα είδοΠοίήσεί, στη γεφυρα του Κη­ φίσού. Με το Βρασίδα κατευθυνθήκαμε Προς το σημείο εκείνο. Όταν Πλησίασαμε στη γέφυρα, Παντα γεματη Πε­
Ο

του. Βαδίζοντας Πίσω του, αΠό καΠοία αΠόσταση, δίαΠί­ οίυ̃ωοαν οτί Πήρε το δρόμο γία το Λαύρίο. Βίχε Πία ξημε­ ρώσεί καί η κίνηση ήταν αρκετή. Ο άγνωστος συναντήθη­
Κε με κόῃθι̃θν άλλο, Που είχε μαζί του δύο αλογα. Άρχίσαν

νο συζηῖόνε­ Ο] δίκθί μας Πλησίασαν, αδίαφορα, καί μΠή­ καν στη συζήτηση, ρωτώντας γία την κατεύθυνση Προς το

­Π

Λαύρίο, με το Πρόσχημα οτί καί εκείνοί Πήγαίναν Προς τα εκεί­ Κότίοίο σῃγμή ρώτησαν τον άγνωστο νο εουε Πε] εε όνομά τομ. Αίίαντησε Πως λεγεταί Δίοκλεἰδῃα̨
ίγ

ζούς, ίΠΠείς καί καταφορτες εμΠορίκες αμαξες, ο Βρασίδας εμείνε λίγο Πίσω καί εγώ κατευθύνθηκα Προς το σημείο

συναντησης. Ο Λυσίμαχος καί ο Μέλων στεκονταν στο δυτίκό ακρο της γεφυρας, υΠοκρίνόμενοί ότί Περίμεναν καΠοίον Που θα ερχόταν αΠό την κατεύθυνση της Βλευσίνας. Μίλήσαμε γία λίγο, όρθίοί. Βίχαν δεί, μου είΠαν, τους ολίγαρχίκούς να συ­ γκεντρώνονταί στο θεατρο, αλλα δεν ήξεραν τί ακρίβώς εί­ χε συμβεί στην ορχήστρα, αφού η σκηνή καί τα Παρασκή­ νία τούς έκρυβαν τη θεα. Βίδαν την αναχώρηση των τε­ τραμελών ομαδων, αλλα δεν ακολούθησαν καΠοία αΠ7 αυ­ τες, αφού δεν είχαν οχετίκή εντολή. Παραμένοντας στη θε­ ση τους, όμως, δίαΠίστωσαν οτί καΠοίος Που, Προφανώς, δεν ανήκε στους συνωμότες, Πλησίασε Προσεκτίκα στο
ΠρόΠυλο του ναού καί έμείνε εκεί κρυμμένος Πίσω αΠό έναν κίονα. Ο άγνωστος Παρεμείνε στο ίδίο σημείο μεχρίς ότου όλες οί ομαδες αΠοχώρησαν. Μετα εφυγε καί αυτός

.

Β

,

×


ζ

Παίρνοντας νότία κατεύθυνση αρχίκα. θεώρησαν σκόΠίμο να τον ακολουθήσουν γία να δίαΠίστώοουν την ταυτοτητα

[ι̃?β]

[ι̃'??]

κ

ι

3

κοΦΑΛΑιο ιο

τ

§

ΜΗΝΥΣΕΗΣ

«Στη συνέχετο υηοβλήθηκε δεύτερη μήνυση. Ζούσε εδώ κάποιος μέτοικος, ο Τεύκρος, που

έφυγε κρυφό γιο το Μέγορο κι οηό εκεί Πληρο­ φόρησε τη Βουλή ότμ ον του ενγυότον ομνηστίο, θο ονολάμβονε την υηοχρέωση νο κόνετ οηοκο­ λύψεκ; ντο το μυστήριο, νο κοτογγείλει, δηλοδή, όσους ηηρον μέρος σ” ουτο...»
ΑΝΔΟΜΔΗΣ,

Περί των μυστηρίων ι̃ὅ

4

| » βως ετχε συμβετ. Δεν τττστευαν σε αυτο ττου εβλετταν. Δεν ήταν μόνο ανήκουστο ή ττρωτόγνωρο. Ήταν κόττ ττολυ χετ­
»
»

ΤΗΝ ΠΟΛΗ ΟΛΟΚΛΗΡΗ, μόλτς ξημερωσε, ειττκρότησε σύγ­ χυση κατ τταντκός. Οτ Πολίτες έστεκαν όναυδοτ μττροστό σττς Βρμαϊκες Στήλες, ανήμττοροτ να ανττληφθούν ττ ακρτ­
» »

Σ

±

ρότερο. Ήταν ανεξήγητο. Στην Πόλη της λογτκής συνεβατ­ νε κόττ τταρόιλογο. Αυτός ο τταραλογτσμός τους είχε σαστί­
'

Ι

§

σετ. Ηταν μαθημενοτ να αττοδεχοντατ δύο μόνο αττίες γτα όλα τα γεγονότα, φυστκότ η κοτνωντκότ, τη βούληση των θε­

»

»

ών κατ τη λογτκή. Τα ευεξήγητα ήταν λογτκα, τα ανεξήγη­ » » τα θεϊκα. Η τεροσυλτα, ομως, αττορροτα της βουλησης των
» » »


γτ

τ

θεών δεν μττορούσε να είνατ. Αυτονόητο αυτό. Δεν το συ­ ζητούσαν καν. Άρα έμενε η λογτκήἔῖἔὶττρεττε να υττόρχετ μία λογτκή εξήγηση γτα την αττοτρόττατη ττρόξη ττου αντίκρτζαν τα μόττα τους, έττρεττε να υττόρχετ αττία κατ σκοπός, αλλό τε­ τοτα εξήγηση δεν μττορουσαν να βρουν. Μεζεμένοτ σε ομό­ δες μπροστα σττς Βρμαῖκές Στήλες, όρχτσαν στγό στγότ, μό­ λτς ξεττερόστηκε η αρχτκή τους εκττληξη, να συζητόνε εντο­ να γτα τα αίττα της ττρόξης, ενώ ταυτόχρονα ττληροφορού­ νταν την έκταση της τεροσυλίας, μόθατναν, δηλαδή, όττ ηα­ ρόμοτα καταστροφή είχε συμβεί όχτ μόνο στη συγκεκριμε­ νη Εὶρμαῖκή Στήλη ττου ο καθένας τους αντίκρτζε δίττλα στην οτκία του ή λίγο τταραττερα, αλλα σε όλη την Αθήνα.

[ι̃βι̃]

Όταν συνειδητοΠοίησαν την ολότητα της Πράξης, άρχισαν, σε έξαλλη κατάσταση, να συρρέουν στην αγορά, ζητώντας εξηγήσεις αΠό τους άρχοντες, εξηγήσεις Που εκείνοι δεν
μΠορούσαν, βέβαια, να δώσουν. 'Γο Πλήθος εξαγριωμένο άρχισε να τα βάζει με όλους και με όλα. Τα Πάντα τούς έφταιγαν και όλοι ήταν υΠεύθυνοι,

δὴ

δημοκρατικοί, ολιγαρχικοί, βουλευτές, στρατηγοί, ο Αλκι­ βιάδης, ο Νικίας, όλοι. Δεν ήξεραν, όμως, εναντίον τίνος να στραφούν. Ποιον να καταδιώξουν; Ποιον να κατηγορή­
σουν, να δικάσουν και να καταδικάσουν, Αμήχανοι μΠροστά

στο ανεξήγητο, φοβισμένοι, ΠροσΠαθώντας να ερμηνεύ­ σει ο καθένας τους την ΠερικοΠή των Ηρμών με το δικό

του τρόΠο, άλλος σαν οιωνό, άλλος σαν αΠόΠειρα κατάλυ­ σης της Δημοκρατίας, άλλος σαν ένα ακόμα «αστείο» του Αλκιβιάδη και των φίλων του, συνέχιζαν να συζητάνε έντο­ να, έτοιμοι για όλα. Φυσικά, την Πραγματική αιτία και τον εΠιδιώκόμενο σκοΠό αΠοκοΠής των κεφαλών δεν μΠο­ ρούσαν να τον εντοΠίσουν. Οι συλλογισμοί του Μέτωνος ήταν γι, αυτούς αΠροσέγγιστοι. Ποιος θα τους εξηγούσε την αφαίρεση «Παρθένος» ­ «Ερμής» = Μηδέν άγαν; Ποι­ ος θα τολμούσε να εμφανιστεί και να αναΠτύξει τέτοια εΠι­ χειρηματολογία, χωρίς να αυτοκαταδικάζεται ταυτόχρονα; Ίἔ}βλεΠα, ξαφνικά, ότι όλη η ενέργεια των ολιγαρχικών στη­ ριζόταν σε λανθασμένη βάση. ΠροσΠαθούσαν να Περάσουν ένα μήνυμα Που ήταν αδύνατον να γίνει αντιληΠτό. Μόνο οι μυημένοι το γνώριζαν, αλλά οι μυημένοι δεν τολμούσαν να το εξηγήσουν στο Πλατύ κοινό. Αρα, Ποιο το όφελος, σκεφτόμουν. ΚάΠοιος ήρθε, τρέχοντας, στην αρχή της οδού ΊλριΠό­ι δων, εκεί Που είχαμε σταθεί για να καταγράψουμε τις αντι­

δράσεις των Πολιτών. Όλοι συγκεντρώθηκαν γύρω του, για να ακούσουν τι είχε να τους Πει. Αυτός άρχισε να φωνάζει και να χειρονομεί, λαχανιασμένος, δείχνοντας Προς κάΠοια κατεύθυνση, λέγοντας ότι μιά ῖἶιρμαϊκή Στήλη, μία και μό­ νη σί ολόκληρη την Αθήνα, δεν είχε καταστραφεί. Ποια εί­ ναι η στήλη, ρώτησε μανιασμένα το Πλήθος. «Αυτή Που βρί­ σκεται μΠροστά στην οικία του Ανδοκίδη», αΠάντησε ξέ­ Πνοος ο δρομέας. «Αλλά μην Πάτε Προς τα εκεί», συνέχι­ σε, «γιατί ο Ανδοκίδης έχει εξαφανιστεί. Δεν θα τον βρείτε». Κίνησαν όλοι για το Πρυτανείο, ζητώντας αΠό τους άρ­ χοντες διευκρινίσεις, αΠαιτώντας τη λήηιη μέτρων, την αΠοκάλυιμη και την τιμωρία των ενόχων ­ του Ανδοκίδη Πρώτου αΠ” όλους. Οι άρχοντες, αιφνιδιασμένοι κι εκείνοι στην αρχή, άρχισαν σιγά σιγά να αντιδρούν. Βγήκε ανακοί­ νωση εΠικήρυξης και ασυλίας. Ε}Πικήρυξης για τους ενό­ χους, ασυλίας για όσους τους κατέδιδαν. Πολύ σωστό αυτό σκέφτηκα. Για μια Πόλη Που λατρεύει το χρήμα, τι άλλο θα μΠορούσε να είναι Πιο αΠοτελεσματικό; Σίγουρα μερικοί θα κάμΠτονταν, θα κατέδιδαν, θα συκοφαντούσαν, Ποιος, όμως, θα ξεχώριζε την αλήθεια αΠό το ψέμα, Ποιος θα αΠέρριΠτε τη συκοφαντία, Ποιος θα αντιλαμβανόταν την Πι­ θανή συνωμοσία; Η οσμή του χρήματος, αλλά και οι οξυ­ μένες Πολιτικές αντιΠαραθέσεις, σίγουρα θα οδηγούσαν σί αυτή την κατεύθυνση, έλεγα μέσα μου, την κατεύθυνση του ιμέματος, της υΠερβολής και της διαβολής. Δεν μί ενδιέφεραν, όμως, τα εσωτερικά Προβλήματα των Αθηναίων. Αυτό Που με ένοιαζε, Πρώτα αΠ, όλα, ήταν η αΠοστολή μηνύματος στη ΣΠάρτη για να σχηματίσουν οι έφοροι και η ΚρυΠτεία μια σαφή εικόνα για τα γεγονότα. ΑΠό τη γέφυρα του Κηφισού είχαμε εΠιστρέιμει στην Πόλη.

[ι̃θῖ]

[ι̃θθ]

Συναντηθήκαμε με τον Αγί, σε Προκαθαρίσμένο σημείο. Ο Μέτων καί η Αήδα ήταν άφαντοί. Ούτε άλλα μέλη της εταίρείας είχε βρεί. Έγραψα το μήνυμα καί το έδωσα στο Βρασίδα γία να το μεταφέρεί μέχρί τη γέφυρα του Κηφί­ σού, Που Περίμεναν Πάντα ο Αυσίμαχος καί ο Μέλων. Το
μήνυμα ήταν: «ΠερίκοΠή Εἔρμών Κεφαλών. Σύγχυση. ΒΠί­ κήρυξη ενοχων. ΑυτοΠτης μαρτυρας. Δίερευνουμε». Ε)ίΠα στο Βρασίδα τίς κωδίκές λέξείς αναγνώρίσης καί του Πε­ ρίέγραιμα το Αυσίμαχο λέγοντας του ότί αυτόν έΠρεΠε να βρεί, αγνοώντας τον άλλον αΠελεύθερο καί σζ αυτόν μόνο να δώσεί την εντολή μετάβασης στα Μέγαρα. Ο Μέλων, μην Παίρνοντας καμμία εντολή, θα Παρέμενε στο ίδίο ση­ μείο, αναμένοντας νέες οδηγίες. Εὶίχα τονίσεί καί στους δυο τους, Πως μόλίς λάβουν εντολή Παραμονής κοντά στη γέ­ φυρα ΠρέΠεί ο ένας να βρίσκεταί Πάντα εκεί, ημέρα ή νύ­ χτα. Όφείλαν να φροντίσουν τα θέματα δίατροφής καί ύΠνου με τέτοίον τρόΠο ώστε κάΠοίος αΠό τους δύο να εί­ ναί συνέχεία δίαθέσίμος. Αν ο χρόνος Παραμονής τους στο σημείο αυτό μάκραίνε, έΠρεΠε να αναζητήσουν εργασία στους Πλανόδίους μίκροΠωλητές αγροτίκών Προϊόντων Που συγκεντρώνονταν κάθε Πρωί στα δύο άκρα της γέφυ­
ρας.

Α

Ο

είχε λάβεί μέρος στα γεγονότα. Μόλίς η Πληροφορία αυτή έφτασε σε όλους τους συγκεντρωμένους ο αναβρασμός μεταβλήθηκε σε οργή. Ζητήθηκε αΠό τους αστυνόμους να συλλάβουν τον Τεύκρο καί τους υίίοδείχθηκε η οίκία του. Αυτοί έφυγαν τρέχοντας γία να γυρίσουν μετά αΠό λίγο άΠρακτοί. Ο Τεύκρος, είΠαν, έφυγε, ξημερώματα, γία τα
Μεγαρα. Οί άρχοντες αΠοφάσίσαν αμέσως την αΠοστολή αντί­ ΠροσωΠείας, γία να έλθουν έτσί σε εΠαφή με τον Τεύκρο, ζητώντας του τίς Πληροφορίες Που Πίθανόν είχε. Η αντί­
ΠροσωΠεία σχηματίστηκε καί έλαβε εντολή αναχώρησης γία το εΠόμενο Πρωί. "Ρα Μέγαρα ήταν, βέβαία, εχθρίκή Πό­ λη γία τους Αθηναίους, άρα οί αΠεσταλμένοί έΠρεΠε να εί­ ναί Πολύ Προσεκτίκοί. "Ρα Πέντε μέλη της αντίΠροσωΠείας αΠοφάσίσαν να συνεδρίάσουν το αΠόγευμα γία να Προε­ τοίμαστούν όσο το δυνατόν καλύτερα. Άρα, έκρίνα ότί έΠρεΠε καί εμείς να φύγουμε γία τα Μέγαρα, ώστε να μί­ λήσουμε με τους Μεγαρείς Πρίν φτάσουν οί Αθηναίοί. Το
είΠα στον Ἀγί. Συμφώνησε, φυσίκά, αλλά ταυτόχρονα το βλέμμα του ΠερίΠλανήθηκε στο χώρο. Εἔνστίκτωδώς, ασυ­ ναίσθητα, σάρωσε με μία ματίά το Πεδίο της αγοράς ολό­ κληρο, αναζητώντας μία είκόνα Που δεν ήταν εκεί. Γυναί­ κες δεν υΠήρχαν στην αγορά. Βίδα την ανησυχία αΠοτυ­ Πωμένη στο ΠρόσωΠό του γία Πρώτη φορά αΠό τότε Που η εΠίχείρηση ξεκίνησε. Δεν είΠε λέξη, αλλά δεν χρείαζόταν. ΜΠορούσα να καταλάβω χωρίς να μίλήσεί. Κί αυτός, όμως, μΠορούσε να καταλάβεί. Ήξερε ότί ήξερα. Ούτε εγώ μίλη­
σα. 'Γί να του Πω άλλωστε;

Ϊ.

Ϊ
Ϊ
.
.2

έφυγε καί εμείς συνεχίσαμε να Περίδία­ βαίνουμε την αγορά της Αθήνας. Φήμες είχαν αρχίσεί να δίαδίδονταί. Φήμες αντίφατίκές, άλλες λογίκές, άλλες Πα­ ράλογες. ίΟλη η Πόλη βρίσκόταν σε αναβρασμό. Κρυμμε­ νοί μέσα στο Πλήθος, Παρακολουθούσαμε με Περίέργεία, δήθεν, τίς έντονες συζητήσείς, χωρίς να συμμετέχουμε σζ αυτές. Μία ομάδα Πολίτών υΠοστήρίξε ότί κάΠοίος μέ­ τοίκος, ο Τεύκρος, ήξερε τους ενόχους, εΠείδή καί ο ίδίος
Ο Βρασίδας

τε

ἴγ

Ο

ῖ¿

Ακολουθήσαμε την οδό των Παναθηναίων με σκοΠό να βγούμε αΠό την Πόλη. ΠερΠατούσαμε αμίλητοί με το βλέμ­
[ι̃θδλ

[ι̃8­Ι]
6

μα κατεβασμένο, σκετιτικοί, Προβληματισμένοι. Αυτός για

μια εικόνα Που δεν είδε, εγώ για την εικόνα Που έβλειια. Όταν νόμιζα Πως είναι Πεθαμένος είχε γεννηθεί μέσα μου, για Πρώτη φορά, η αντίληψη μιας μοναχικής, Πλέον, Πο­ ρείας στη ζωή, αντίληψη Που εμΠεδώθηκε και γιγαντώθη­ κε το χρόνο της Παραμονής μου στην Πάρνηθα. ΒλέΠοντάς τον Πάλι, η αίσθηση της μοναχικότητας δεν ξεΠεράστηκε, ούτε αλλοιώθηκε, αλλά Πέρασε στο Περιθώριο. Τώρα εΠα­ νερχόταν. Βαδίζαμε δίΠλα δίΠλα, όΠως αμέτρητες φορές στο Παρελθόν, αλλά ένιωθα ότι η ακατάλυτη ενότητά μας εί­ χε αυτή τη στιγμή διασιιαστεί. Δεν ήμασταν, Πρόσκαιρα, μια ψυχή Που δοκίμαζε εμΠειρίες σε δύο σώματα, αλλά μόνο δύο φίλοι αγαΠημένοι, δυο φίλοι Που συμΠορεύονταν. Δεν είναι το ίδιο. Αυτός σκεφτόταν αυτήν, τη Λήδα, αυτή του έλειΠε, όχι κάτι άλλο, κι εγώ σκεφτόμουν ότι, τελικά, η Πιο ασφαλής Πορεία στη ζωή, η μόνη σίγουρη, είναι Πορεία ερη­ μική, αυτοτροφοδοτούμενη, Πορεία μοναχική, χωρίς να έχεις ανάγκη κανένα και χωρίς να σ” έχει ανάγκη κανείς, Πορεία ασφαλής, Που τέλος έχει την Ποδηγέτηση των εν­ στίκτων, το ξεΠέρασμα της Πλάνης, τη θέαση Πέρα αΠό τα όρια του ορατού κόσμου, στη χώρα του αΠείρου. Οι άν­ θρωΠοι, σκεφτόμουν, έρχονται στη ζωή μόνοι, φεύγουν μό­ νοι και στο μεταξύ διάστημα ζουν με την ψευδαίσθηση ότι δεν είναι μόνοι. Γιατί; Μόλις μΠήκαμε στο στρατόΠεδο, μι­ κρά Παιδιά, μας είΠαν «αΠό σήμερα δεν θα είστε Ποτέ μό­ νοι». Στους κοιτώνες μας ήταν γραμμένη Πάντα η ίδια φρά­ ση: «Ποτέ μόνοι». Το «ζευγάρι», η ενωμοτία, ο λόχος, μια αδελφότητα Πολεμιστών, συμΠαγής, δεν σε άφηναν να υΠο­ ψιαστείς καν ότι υΠήρχε δυνατότητα μοναχικής Πορείας. Τώρα, όμως, αυτό το βίωμα Πήγαινε να ανατραΠεί, να αντι­

κατασταθεί αΠό ένα άλλο, ισχυρότερο, Πιο δυνατό, γιατί ένα είδος αδυναμίας είναι, συλλογιζόμουν, να χρειάζεσαι Πάντα την Παρουσία ενός άλλου για να ανταΠεξέλθεις στις δυ­ σκολίες της ζωής, Ποιες δυσκολίες, άλλωστε, αν Πλάνη εί­ ναι η ζωή, Πλάνη είναι και οι δυσκολίες της, γιατί να μη μΠορείς να τις αντιμετωΠίσεις μόνος, αγαΠώντας Πάντο­ τε βαθιά αυτούς με τους οΠοίους Πορεύτηκες, το «ζευγάρι» σου Πρώτα αΠ” όλα, αλλά άλλο η αγάΠη και άλλο η μοναξιά, είναι δύο διαφορετικά Πράγματα, το ένα δεν αΠοκλείει το άλλο, και αγάΠη μΠορείς να νιώθεις και μοναχική Πορεία να ακολουθείς, όΠως τώρα Που βαδίζαμε μέσα στο Πλήθος, μόνοι, αΠορροφημένος ο καθένας αΠό τις σκέψεις του, έχο­ ντας ξεχάσει Πρόσκαιρα το σκοΠό της μετάβασης μας στην Αθήνα, αΠρόσεκτοι, κάτω αΠό τα όρια της εΠιφυλακής Που αΠαιτούσαν οι Περιστάσεις. ΧτύΠησα τον Άγι στον ώμο. Γύρισε και με κοίταξε. «Βντάξει», είΠε. «Είμαστε σε αΠοστολή. Έχεις δίκιο». Δεν χρειάζονταν άλλα λόγια. Με μια αΠλή κίνηση μΠορούσαμε να εηανέλθουμε στην Πραγματικότητα, ξεχνώντας ο κάθε­ νας το δαίμονα Που τον βασάνιζε, μια γυναίκα εκείνος, τη μοναξιά εγώ. Δεν χρειαζόταν μεγάλη ΠροσΠάθεια, γιατί Πα­ ρεκτροΠή μικρή ήταν αυτή Που βιώναμε, ΠαρεκτροΠή αΠό τη ζωή Που είχαμε μάθει να ζούμε, ΠαρεκτροΠή του μυα­ λού, άρα εύκολα αναστρέψιμη/Ρ].τσι συνεχίσαμε την Πορεία μας Πιο Προσεκτικοί, Παρατηρώντας τα Πάντα, δείχνοντας ανήσυχοι για όσα συνέβαιναν στην Πόλη, όχι εφησυχασμέ­ νοι, όΠως Πριν, όχι αδιάφοροι, καταγράφοντας στο μυαλό μας ό,τι βλέΠαμε, έτοιμοι για κάθε αντιξοότητα Που μΠο­ ρούσε να Προκύψει, δύο ΣΠαρτιάτες Πολεμιστές ή μάλλον ένας ΣΠαρτιάτης Πολεμιστής, μία ενιαία οντότητα, έτσι

[ι̃θθ]

[ι̃θἶ]

όΠως θα έΠρεΠε να είμαστε, διασχίζοντας μια Πόλη εχθρι­ κή, διασχίζοντας έναν κόσμο εχθρικό, στηριγμένοι ο ένας στον άλλο, συναγερμένοι, αλλά ταυτόχρονα ήρεμοι και αΠο ­ φασισμένοι. Φτάσαμε στη γέφυρα του Κηφισού. Ο Βρασί­

Δ

δας ήταν εκεί. Του έγνειμα να μας ακολουθήσει. Βάδισε Πί­ σω μας, σε κάΠοια αΠόσταση και όταν μετά αΠό λίγο αΠο­

Δ" μΠ0μΟύσε› όμωθ› νο μη σμμμετόσὶω̃λ στην Περμίολι̃ή

Πρωί, Ομέσως μετά την ιεροσυλία, άγρυιινος, φοβισμένος, ανήσυχος Φοβόταν › τους είΠε › ότι η Πράξη του θα αΠοκα­ λυΠτόταν και οι συνέΠειες θα ήταν γι” αυτόν αναΠόδραστες.
·

μακρυνθήκαμε αΠό την Αθήνα μας Πλησίασε και συνεχί_ οομο ολο] οοζί την Ποοοίο νι̃ο το Μένοοο­ Στο νέφοοο οφ
χε Παραμείνει μόνο ο Μέλων, αφού Περνώντας δεν τον κοι­ ταξα καν, άρα η εντολή Που είχε λάβει εξακολουθούσε να ισχύει. Όταν φτάσαμε στα Μέγαρα ήταν Πια μεσημέρι. Πή _ Ι γαμε στην οικία του Πάτροκ χ ου. Η κει× Π χ ηροφορη θ ηκαμε

τις εξελίξεις.
Ο Τεύκρος, μας είΠαν, καταγόταν αΠό τα Μέγαρα. Ζού­

σε μόνιμα στην Αθήνα Πολλά χρόνια και, μολονότι μέτοι­ ×_ κος, είχε καταφέρει, εξαιτίας του Π χ ουτου Που συγκε ντρωσε, να γίνει μέλος της εταιρείας του Ηυφίλητου. Ταυ­ τόχρονα, όμως, διατηρούσε δεσμούς με την Πόλη του και, μάλιστα, διατηρούσε δεσμούς στενούς, αφού ήταν αυτός Που διακανόνιζε τη διακίνηση Προϊόντων αΠό και Προς τα Μέγαρα, με αθηναϊκά Πλοία. Μετά την ψήφιση του μεγα­ ρικού ιμηφίσματος και την αΠαγόρευση κάθε εμΠορικής δραστηριότητας των Μεγαρέων αΠό τα αθηναϊκά λιμάνια, ο φοοκοοο κοτοοθωοο νο οξοοφοχίοο, το οονέχι̃οη τηο οοο_ οτοοι̃οτοτοο οοτήο χοθοοίο, χωρίο ο, οομοκοοῃκοί νο ον"
×

Α:

των Βρμίμ­κών Κεφολώλῶ αφού όλο] 0] εμῃορι̃κοί Ἐοϋ συ· νεργάτες › αυτοί Που τον βοηθούσαν να κρατάει ζωντανό το εμΠόριο των Μεγάρων, όλοι μέλη της ίδιας ολιγαρχικής εταιρείας, είχαν λάβει μέρος. Αυτός τι να τους έλεγε; Αν δεν συμμετειχε θα τον θεωρουσαν εξωμοτη και καθε συνερ­ γασία μαζί του θα σταματούσε, διακόΠτοντας έτσι τη συσ­ σώρευση Πλούτου γιζ αυτόν και ευμάρειας για τα Μέγαρα. Αν συμμετείχε, όΠως και έκανε, ο κίνδυνος αΠοκάλυιμης και σύλληψης ήταν μεγάλος. ΑΠοφάσισε να συμμετάσχει, λοιΠόν, φεύγοντας, όμως, αμέσως μετά για τα Μέγαρα, μέ­ χρις ότου η κατάσταση ομαλοΠοιηθεί. Δεν ήξερε ότι η φυ­ γή του ήταν ήδη γνωστή στους Αθηναίους. Ούτε ο Πάτρο­ κλοθ το ήξερε, Θλλό το έμθθε 0Πό εμάς. Δεν ήξεραν, εΠίσης ότι οι Αθηναίοι ετοιμάζονταν να στείλουν αντιΠροσωΠεία στα Μέγαρα, ζητώντας αΠό τον Τεύκρο να καταθέσει και να
ΟΠΟΚΟΜΨΒΤ όσο γνώρλζε·

Ήσι̃ι̃ει̃λμ αμέσως μἠνμμμ σῖη ΣΠόρτη› Χμησι̃μομοἶώντμθ Μεγαρέα αγγελιοφόρο. ῖ¬νωστοΠοίησα το Περιστατικό. Σκε­
Πτόμουν ότι ήταν τόσο μεγάλος ο αριθμός αυτών Που είχαν συμμετάσχει στην ιεροσυλία, ώστε ήταν αδύνατον ένας, έστω, να μη λιηοιμυχήσει, είτε ομολογώντας τα γεγονότα σε τρίτους είτε Παραδεχόμενος την ενοχή του με σκοΠό την ασυλία. Αφού οι Αθηναίοι είχαν αΠοφασίσει την αΠαλλαγή αΠό κάθε κατηγορία όΠοιου τυχόν ομολογούσε την συμμε­ τοχή του στο έγκλημα, ο Τεύκρος δεν κινδύνευε. Αν, μάλι­ στα › αΠοφάσιζε να καταγγείλει τους ιερόσυλους, η καταγ­
=

ληφθούν τίΠοτα αΠολύτως. Ήταν, λοιΠόν, ένα άτομο ικανό, οργανωτικός, μεθοδικός, διεισδυτικός, μου είΠε ο Πάτρα κλος. Η συμμετοχή του στην ολιγαρχική εταιρεία και η ο ρά­ οη τοο το Ποοονούμονο βοοοο οον ήτον ννοοονο οτοοο Μο
γαρείς. Τα αΠοκάλυηιε ο ίδιος, ερχόμενος στα Μέγαρα Πρωί

.

Α

ίιεει

.

ΠΒΘ]

γελία αυτή όχί μόνο θα ήταν χωρίς συνέπείες γί, αυτόν, αλ­ λα πολύ περίσσότερο θα του απέφερε καί χρηματίκα οφέλη. Στην οίκία του Πατροκλου οί Μεγαρείς συσκέπτονταν.

Ημείς παρακολουθούσαμε. Αμίλητοί, απλοί παρατηρητές. Γί, αυτούς η ευκαίρία να εκδίκηθούν τους Αθηναίους φαί­ νόταν μοναδίκή. Ανέλπίστο δώρο. Ήταν όλοί σε έξαιμη. Φώ­ ναζαν καί χείρονομούσαν ενθουσίασμένοί, ενώ ο Τεύκρος παρακολουθούσε αμήχανος. «Θα γίνείς ήρωας στην Αθή­ να», του έλεγαν, «αλλα πρώτα απ” όλα θα γίνείς ήρωας στα Μέγαρα, την πατρίδα σου, χωρίς οί Αθηναίοί να το ξέρουν. Θα τους ανακατέιμείς με τίς καταγγελίες σου. Ο ένας θα στρέφεταί εναντίον του αλλου καί όλοί κατα του Αλκίβία­ δη». «Τί σχέση έχεί ο Δλκίβίαδης;» ρώτησα ιμίθυρίστα τον Πατροκλο. «Δεν έχεί», μου αποκρίθηκε. «Ημείς θα τον κα­ νουμε να έχεί, με φευδείς καταγγελίες εναντίον του». «Ρία την περίκοπή των Βρμών;>> ξαναρώτησα. «Όχι Ρία τα μυ­ στήρία». «Ποία μυστήρία;» ξαναρώτησα. «Τα Ηλευσίνεία Μυστήρία. Θα τον κατηγορήσουμε ότί τελούσε τα μυστή­ ρία ίδίωτίκα, με ομαδα φίλων του, με σκοπό να τα δίακω­ μωδήσεί. Βίναί βαρία κατηγορία. Δεν θέλουμε να ηγηθεί αυ­ τός στη σίκελίκή εκστρατεία. ι̃ἶἔίναί τόσο ίκανός, ώστε μ” αυ­ τόν αρχηγό η εκστρατεία θα μπορούσε να πετύχεί. Τί" αυτό θα τον συκοφαντήσουμε, ώστε οί Αθηναίοί να τον παρα­ πέμψουν σε δίκη, αντί να τον στείλουν στη Σίκελία. Μόλίς ο Τεύκρος καταγγείλεί όσους έλαβαν μέρος μαζί του στην περίκοπή των Εὶρμαίκών Στηλών, μερίκοί από αυτούς θα συλληφθούν καί θα ομολογήσουν. Έτσί η αξίοπίστία του Τεύκρου θα ανεβεί στα ύψη, αρα καί οί ιμεύτίκες καταγγε­ λίες του κατα του Αλκίβίαδη θα γίνουν καί αυτές πίστευτές. Βίναί τοοο οῃλο», οίῃο ο Πάτροκλος,
[ι̃θθ]

Βγήκα έξω. Ἀρχίσα να βαδίζω πέρα δώθε. Δεν μπορού­ σα στην αρχή να σκεφτώ. Δεν μπορούσα να συγκεντρω­ θώ. Το μυαλό μου είχε αδείασεί από καθε σκέψη. Μία αί­ σθηση αποξένωσης με πλημμύρίσε. Τί δουλεία έχω εγώ εδώ; Πού βρίσκομαί, Τί είναί αυτό που κανω, Τρόμαξα. Η σύγχυσή μου κόντευε να μετατραπεί σε πανίκό. Ήθελα να φύγω, να τρέξω, να παω καπου μακρία, αλλα πού, πού να παω, όπου κί αν πήγαίνα τίποτα δεν θα αλλαζε. Δεν μου εί­ χε ξανασυμβεί αυτό. Ήταν ένα βίωμα αλλόκοτο/Ενίωθα ότί δεν ανήκω εκεί, δεν έπρεπε να είμαί εκεί· εκεί, όμως, βρί­ σκόμουν, εκεί καί πουθενα αλλού καί ήταν αυτό ακρίβώς, η αίσθηση του αποκλείσμού, που μ” έκανε να ασφυκτίώ, αί­ σθανόμουν σαν καποίος να είχε αφαίρέσεί τον αέρα γύρω μου, βρίσκόμουν σε ένα κενό αέρα, αγωνίζόμουν να ανα­ πνεύσω, αλλα τα καταφερνα με δυσκολία. Ποίος είμαί, απο­ ρούσα.Ένας Σπαρτίατης πολεμίστής, αμαθητος σε τέτοίες δολοπλοκίες καί συνωμοσίες. Η προδοσία με αηδίαζε. Τη μαχη ορεγόμουν καί την αντίπαραθεση με τον εχθρό, πρό­ σωπο με πρόσωπο, όχί έτσί, όχί μ' αυτόν τον εμετίκό τρό­ πο δίεξαγωγής του πολέμου, χωρίς κώδίκα τίμής, χωρίς ηθίκή, την ηθίκή του πολέμου, έτσί όπως εμείς την ξέραμε, όχί δεν το ήθελα αυτό, αλλα τί μπορούσα να κανω, Ο πα­ τέρας του Αλκίβίαδη ήταν πρόξενος της Σπαρτης στην Αθήνα. Ο Αλκίβίαδης είχε φροντίσεί γία τους αίχμαλωτους οπλίτες μας στο χρονίκό δίαστημα που αυτοί παρέμεναν στην Αθήνα. Ήταν ο γενναίότερος καί ευφυέστερος από τους Αθηναίους στρατηγούς, όπως είχα ακούσεί. Ήθελα να τον αντίμετωπίσεί η πόλη μου στο πεδίο της μαχης, όχί να τον εξαφανίσουν οί δείλοί με ιμεύτίκες κατηγορίες. Δεν μπορούσα, όμως, να κανω τίποτα. Οί Μεγαρείς ήταν απο­

[ι̃θι̃]

φασισμένοι και τρόΠος να τους αΠοτρέιμω δεν υΠήρχε.Ανε­ ξάρτητη ήταν η Πόλη τους, όχι υΠοτελής στη ΣΠάρτη, αντί­ θετα με τις Πόλεις της Αθηναϊκής Συμμαχίας, Που ήταν φό­ ρου υΠοτελείς στην Αθήνα. Αρα, η εξουσία μου εκεί ήταν μηδαμινή. Δεν είχε νόημα να ΠροσΠαθήσω καν, αφού στην αρχή δεν θα καταλάβαιναν τι τους λέω, στη συνέχεια, όμως, όταν άρχιζαν να καταλαβαίνουν, θα γέλογαν, θα σάρκαζαν, θα λοιδωρούσαν και αυτό δεν μΠορούσα να το ανεχθώ· ήξε­ ρα ότι η άγνοια εκεί Πάντα οδηγεί, στο σαρκοσμό, άρα Προ­ τιμότερη ήταν η σιωΠή. Δεν μΠορούσο να συνομιλήσω με αυτούς τους ανθρῶΠους, ήταν αδύνατον, γι, αυτό βγήκα έξω και Περηατούσα, αναλογιζόμενος Πια αυτά Που εΠρό­ κειτο να γίνουν, χωρίς, ευτυχώς, τη δική μου συμμετοχή. Ο Άγις, βλέΠοντας ότι αργούσα να εΠιστρέιμω, ήρθε και με βρήκε ύστερα οΠό λίγο. «Τι έγινε,» με ρώτησε. «Εῖίναι τό­ σο Πικρή η γεύση της συκοφαντίας,» «Με ενοχλεί η Προ­ δοσία Πρώτα αΠ, όλο», του είΠα. «Αυτός, ο Τεύκρος, ζούσε μαζί με τους ολιγαρχικούς, ήταν φίλος, σύντροφος και αδελφός με αυτούς όσο τους είχε ανάγκη, και τώρα ετοι­ μάζεται νο τους καταγγείλει στους Αθηναίους, για να σωθεί αυτός οΠό έναν κίνδυνο Που δεν έχει εμφανισθεί ακόμα, να εισΠράξει τα μήνυτρα, να αΠαλλογεί οΠό κάθε κατηγορία και να εΠιστρέιμει στην Αθήνα ασφαλής, συνεχίζοντας την εμΠορική του δραστηριότητα, για όφελος δικό του και των Μεγάρων. Όσοι καταγγελθούν είναι βέβαιο ότι θα καταδι­ κοστούν σε θάνατο. Αξίζει τον κόΠο; 'Τόσο αίμα γιατί, Δεν είναι μάχη εδώ. Στη μάχη όλοι είναι ισότιμοι.Έ]χεις εκΠαι­ δευτεί εσύ, έχει εκΠοιδευτεί και ο αντίΠαλος. Μάχεσαι εσύ, μάχεται και άλλος. Οι ευκαιρίες είναι ίσες. Τώρα, όμως, μι­ λάμε για ΠισώΠλοτο χτύΠημα. Δεν υΠάρχει καμμία δικαί­
ΠΘ2]

ωση, όΠοιος κι αν είναι ο σκοΠός. Το “μέσα” δεν ΠρέΠει να ατιμάζουν τον σκοΠό, έτσι δεν είναι;Έ}τσι δεν μάθαμε;»

«Έτσι μάθαμε», αΠάντησε. ‹‹ῖ¬ι› αυτό, λοιΠόν, με αρρωστοί­ νει η σκέψη της Προδοσίας, ενώ η ιεροσυλία με αφήνει αδιάφορο, αφού οι ολιγαρχικοί σχεδίασαν την ενέργειά τους Προσεκτικά, ανέλαβαν τον κίνδυνο και τώρα κορΠώνονται την ασφάλεια της ανωνυμίας, αφού ούτε εΠ” αυτοφώρω τους Πιάσανε, ούτε μετά την Πράξη μΠορούν να αΠοκαλυ­ φθούν, λόγω του σωστού σχεδιασμού τους, εκτός αν τους καταδώσει κάτιοιος Τεύκρος, ο δικός τους Εφιάλτης, ένα μηδενικό, δηλαδή, ένας ασήμαντος εμΠοράκος, Που δεν αρ­ κείται στην Προδοσία, αλλά οΠοδέχεται, Πέρα αΠ7 αυτό, να Προχωρήσει και σε συκοφαντία σε βάρος του σημαντικό­ τερου Αθηναίου, του Αλκιβιάδη. Εὶίμαι βέβαιος ότι η συκο­ φαντίο αυτή θα φέρει οΠοτέλεσμο, εΠειδή σε μια Πόλη σαν την Αθήνα, με τόσες εσωτερικές αντιΠαλότητες και έριδες, είναι σίγουρο ότι ο Αλκιβιάδης θα έχει Πολλούς και σημα­ ντικούς εχθρούς». «Έχει», μου είΠε ο Αγις.

ΠΕΒ]

κεολλλιο ιιιλ
'ΡΒΨΚΡΟΣ

·

«Ποια σχέση έχω όμως εγώ με τέτοια λόγια και έργα;... Θα ήταν στ) αλήθεια φοβερό αν οργῖζεστε μαζί μου για τα σφάλματα όλλων και, ενώ γνωρι­ ζετε τη συκοφαντΐα των εχθρών μου, τελικό να τη θεωρήσετε αυτή ισχυρότερη αιιό την αλήθεια»
ΑΝΔΟΙΩΔΗΣ,

Περί των μυστηρίων 30

είπαν στον "Ρευκρο « οί αΠεσταλμενοί των Αθηναίων. «Την κατέθεσε ο Αν­ δρόμαχος, ο δούλος του Πολεμαρχου. Δεν αφορά, όμως, η μήνυση αυτή τίς κεφαλές των Βρμών. Αφορα τα μυστηρία. Ο Ανδρόμαχος, αφού εξασφόλίσε Πρωτα την ασυλία του με αΠόφαση της Βουλής, κατήγγείλε ότί στην οίκία του Που­ λυτίωνος τελουνταν μυστἠρία ίδίωτίκόί, με Πρωταγωνίστή τον Αλκίβίόίδη, τον Νίκίόίδη καί τον Μέλητο. Τα Παρακο­ λουθούσαν Πολλοί. Ένας αΠό αυτούς) ο Πολύστρατος, έχεί ηδη συλληφθεί, ενώ οί όίλλοί καταζητούνταί». Τα ονόματα αυτών Που μηνύθηκαν, είΠαν οί αΠεσταλμένοί, είναί: Αλ­ κίβίόδης, Νίκίόίδης, Μελητος, Αρχεβίαδης, ΆρχίΠΠος, Δίο­ γένης, Πολύστρατος, Αρίστομενης, Οίωνίας, Παναίτίος. «Αυτοί όλοί θα δίκαστούν γία τη δίακωμώδηση των μυ­ στηρίων», συνέχίσαν οί Αθηναίοί, «καί αΠό σενα θελουμε να τεκμηρίώσείς με την καταθεση σου αν Πρόγματί γίνόταν μία τέτοία δίακωμώδηση, Ποίοί συμμετείχαν στίς Παρανο­ μες τελετές καί τί γνωρίζείς γία την ίεροσυλία σε βαρος των Ερμών Κεφαλων». Ο 'Τεύκρος είΠε, φυσίκόί, ότί Πρώτα αΠ° όλα τον ενδίέ­ φερε η εξασφόίλίση της ασυλίας του καί οί Αθηναίοί αΠόί­ ντησαν, Πρόθυμα, Πως είχαν εξουσίοδοτηθεί αΠό τη Βουλη γία την Παροχη της ασυλίας αυτής. Ήταν Πέντε, όλοί με Πε­

|

Β

Χεί νΠοελΠοεί

ΗΔΗ ίνίίλ ΜΠί×ίνΣΗ»,

[ι̃θἶ]

ριιιοιημένο ρουχισμό, αοΠλοι και φανερα αΠοφασισμένοι να φέρουν την αΠοστολή τους σε Πέρας. Δημοκρατικοί, φυ­ σικα, όΠως μου είΠε ψιθυριστα ο Άγις. Ο Τεύκρος χαρη­ κε για την ασυλία Που του Πρόσφεραν. Ζήτησε να μαθει αν θα υτιήρχε αμοιβή για την καταγγελία του. Μόλις ο φόβος εξαφανίστηκε αΠό την ψυχή του, βγήκε στην εΠιφανεια η δίψα για το χρήμα. Η αΠαντηση Που έλαβε στο ερώτημα του ήταν θετική. Αμοιβή θα έΠαιρνε οΠωσδήΠοτε, αφού το ΠροέβλεΠε ο νόμος, δεν ήξεραν, όμως, να του Πουν Ποιο ύψος θα είχε αυτή η αμοιβή, Πριν αΠοφασίσει σχετικα η Βουλή. ΒΠειτα και αΠό αυτό η γλώσσα του Τεύκρου λύθη­ κε, όλες οι Προσχηματικές εΠιφυλαξεις του εξαφανίστηκαν και αρχισε, εΠίσημα, τη διατύΠωση της καταγγελίας του. Οι Μεγαρείς Παρακολουθούσαν αμίλητοι, όΠως και εμείς. Ο Τεύκρος εΠιβεβαίωσε τη συμμετοχή του Αλκιβιαδη στη διακωμώδηση των μυστηρίων, χωρίς κανένας να τον έχει ρωτήσει ειδικα για το θέμα αυτό. Αμέσως μετα καταγ­ γειλε για τον ίδιο λόγο τους: Φαίδρο, Γνιφωνίδη, ι̃σόνομο, Ηφαιστόδωρο, Κηφισίδωρο, Διόγνητο, Σμυνδιρίδη, Φίλο­ κρατη, Αντιφώντα, Τείσαρχο, Παντακλέα και, βέβαια, τον εαυτό του. Χωρίς κανέναν ενδοιασμό, με σταθερή φωνή, βλέμμα ευθύ και αγέρωχο, σαν να έκανε καΠοιο μεγαλο κα­ τόρθωμα, ο Προδότης κατέδιδε τους ανθρώΠους Που τό­ σα χρόνια τον θεωρούσαν φίλο τους, για να γλιτώσει τη ζωή του και να συνεχίσει τη ματαιη συσσώρευση αχρείαστου Πλούτου. Κτηνωδία αδιανόητη, σκεφτόμουν. Τι ανθρωΠοι είναι αυτοί, Αυτοί Που σχεδίασαν και αυτός Που εκτέλεσε μια τέτοια ΠοταΠή Πραξη τι ανθρωΠοι είναι; Ήμουν εγώ στον ίδιο χώρο μζ αυτούς; Γιατί, Ήθελα να φύγω, να βγω έξω Παλι, να αΠομακρυνθώ, αλλα δεν μΠορούσα.Ήμουν σε
[ι̃θβ]

Τ

Ϊ
Κ

γγ

αποστολή και η αΠοστολή αΠαιτούσε να βρίσκομαι εκεί, αμετακίνητος. Ο Άγις με κοίταζε εΠίμονα, βλέΠοντας τι αι­ σθανόμουν. Του έγνεψα καθησυχαστικα, σαν να του έλεγα: «Μην ανησυχείς, δεν θα κανω τίΠοτα αΠολύτως. Συνεχίζω». Η μήνυση του Τεύκρου για τα μυστήρια ήταν σύμφω­ νη με την Πραγματικότητα, όΠως μΠορούσα να αντιληφθώ αΠό τις Περιγραφές του, εκτός φυσικα αΠό την εΠιβεβαί­ ωση της συμμετοχής του Αλκιβιαδη, Που ήταν Πέρα για Πέ­ ρα ψεύτικη. Τ`ια τις Βρμαϊκές Στήλες, ο Τεύκρος δεν κα­ τέθεσε μήνυση όσο ήταν στα Μέγαραίῖἕἔφυγε μαζί με τους Αθηναίους αντιΠροσώΠους, αφού δεν είχε Πια τίΠοτα να φοβηθεί, με σκοΠό να καταθέσει τη μήνυσή του αΠ” ευθεί­ ας στη Βουλή. Μαζί τους ξεκινήσαμε και εμείς για την Αθή­ να. Οι Πρέσβεις δεν μας έδωσαν καμμία σημασία. Μας εί­ χαν δει να Παρακολουθούμε τις συζητήσεις, νόμιζαν ότι εί­ μαστε Μεγαρείς, φίλοι του Τεύκρου και δεν ασχολήθηκαν μαζί μας καθόλου, όΠως ακριβώς είχαμε υΠοθέσει. Ο Τεύ­ κρος δεν ήξερε ούτε Ποιοι είμαστε, ούτε γιατί βρισκόμα­ στον εκεί. Δεν συνταξιδεύαμε, αλλωστε, μαζί του μόνο εμείς, αφού τον ακολούθησαν κι αλλοι Μεγαρείς, Που είχαν καΠοιον ΠροσωΠικό λόγο μεταβασης στην Αθήνα. Η μετα­ κίνησή μας έγινε με αμαξες Που Προμήθευσαν οι Μεγαρείς. Αργα το αΠόγευμα, ξεκούραστοι, φτασαμε στην Αθήνα και ακολουθήσαμε όλη την κουστωδία Αθηναίων και Μεγαρέ­ ων μέχρι την Αγορα. Το Πλήθος εκεί εξακολουθούσε να εί­ ναι συγκεντρωμένο και εξαγριωμένο. Ο Τεύκρος Παρου­ σιαστηκε στο Βουλευτήριο, ζήτησε αδεια για την καταθεση μήνυσης και μόλις η αδεια του δόθηκε, καταγγειλε για την ΠερικοΠή των Βρμών Κεφαλών τους: Ηυκτήμονα, Γλαύ­ κιΠΠο, Βυρύμαχο, Πολύκλητο, Αντίδωρο, ΧαριΠΠο, Θεό­

[ι̃θθ]

δωρο, Αλκισθένη, Μενέστρατο, Βρυξίμαχο, Βυφίλητο, Βυ­

ρυδάμαντα, Φερεκλή, Μέλητο, Τιμάνθη, Αρχίδαμο και Τε­ λένικο. Στην ουσία, δηλαδή, ο Τεύκρος, με την καταγγελία του αυτή ­όΠως μου εξήγησε ο Αγις­ εξολόθρευε μιά ολό­ κληρη ολιγαρχική εταιρεία, την εταιρεία του Βυφίλητου, του συντονιστή, δηλαδή, όλης της ενέργειας. Αμέσως μόλις τα ονόματα των ι̃7 ανδρών γράφτηκαν στον κατάλογο, οι αστυνόμοι ξεκίνησαν για τη σύλληφή τους, αλλά εΠέστρε­ φαν με μερικούς μόνο αΠ” αυτούς, αφού οι υΠόλοιΠοι, εγκαίρως ειδοΠοιημένοι όΠως φαίνεται, είχαν Προλάβει να

ι

Α

Ϊ

εξαφανιστούν. Όταν Πια βράδιασε και η αγορά άρχισε να αδειάζει φύ­ γαμε και εμείς. Πήγαμε Πρώτα στη γέφυρα του Κηφισού. Βρήκαμε εκεί το Μέλωνα να Περιμένει. Του έδωσα το μή­ νυμα σχετικά με τις καταγγελίες του Τεύκρου και ξεκινή­ σαμε αμέσως για την αγροικία του Μέτωνος. Θα κοιμόμουν εκεί μαζί με τους άλλους δύο. γΠοθέσαμε ότι ο Μέτων δεν θα βρισκόταν στην αγροικία, αλλά και αν βρισκόταν δεν θα άλλαζε τίΠοτα ως Προς τη φιλοξενία μου, όΠως μου είΠαν ο Άγις και ο Βρασίδας. Πράγματι, όταν φτάσαμε εκεί, δια­ Πιστώσαμε ότι ο Μέτων έλειΠε. Οι δούλοι μας είΠαν ότι Πέ­ ρασε για λίγο το αΠόγευμα, αλλά έφυγε Πάλι βιαστικός. ‹ι̃Ι·|ρθε κανένας άλλος,» τους ρώτησε ο Άγις. «Όχι», αΠά­ ντησαν αυτοί. Μόνο η Αήδα, είΠαν, είχε έρθει το Πρωί και
ρωτούσε ακριβώς το ίδιο με εμάς, αν, δηλαδή, Πέρασε κα­ νείς. Της αΠάντησαν αρνητικά και έφυγε αμέσως. <‹ΒίΠε Πού θα Πάει;›› ρώτησε ο Άγις, Πριν Προλάβω να τον κοιτάξω εΠιτιμητικά. ΑΠέφυγε το βλέμμα μου και συνέχισε: «Πριν το μεσημέρι ήταν ή μετά;» Οι δούλοι αΠάντησαν ότι δεν τους είΠε Πού θα Πάει, ούτε αν θα εΠέστρεφε και Πότε. Δεν
[ΖΟΟ]

,

Ϊ

¿

.

Τ

ι

Α

θυμόντουσαν αν είχε έρθει Πριν το μεσημέρι ή μετά, θυ­ μόντουσαν, όμως, ότι Πήγε στα καταλύματα του Αγι και του Βρασίδα, έμεινε για λίγο εκεί και βγαίνοντας έφυγε. Ο Αγις κινήθηκε, αμέσως, προς το δωμάτιό του. Τον ακολουθήσαμε. Κάτω αΠό τα κλινοσκεΠάσματά του ήταν η εΠιστολή. Την Πήρε, την διάβασε βιαστικά και μου την έδωσε. «Πού είσαι; ­έγραφε­ δεν μΠορώ να σε βρω Που­ θενά, έχεις χαθεί, αλλά δεν ανησυχώ. Ξέρω ότι δεν μΠορείς να με ΠροσΠεράσεις, όΠως το ξέρεις κι εσύ. Αύριο το αΠό­ γευμα θα είμαι Πάλι εδώ, στην αγροικία. Θα σε Περιμένω». «Αύριο το αΠόγευμα θα είμαστε όλοι στην αγροικία», είΠα, «αλλά μέχρι τότε έχουμε δουλειά να κάνουμε. Πρώτα αΠ” όλα φαγητό και ξεκούραση και αύριο το Πρωί εΠιστροφή στην Αθήνα. Θα συγκεντρώσουμε τις τελευταίες Πληρο­ φοριές και θα ξεκινήσουμε μεθαύριο για τη ΣΠάρτη. Η αΠο­ στολή μας στην Αθήνα τελειώνει αύριο. Δεν έχουμε Πια λό­ γο Παραμονής εδώ. Γυρίζοντας στα Μέγαρα, θα στείλω μή­ νυμα στην ΚρυΠτεία ότι εΠιστρέφουμε και αν δεν υΠάρξει αρνητική αΠάντηση θα ξεκινήσουμε για την Πόλη μας. Γι” αυτό, Ἀγι, άρχισε να διαχειρίζεσαι το θέμα της Αήδας. Αύ­ ριο θα είναι, ίσως, η τελευταία φορά Που θα την δεις. Δέξου τον Πόνο αΠό τώρα και αΠορρόφησέ τον, όΠως θα έκανες
για ένα τραύμα στη μάχη. Να Περάσει ο Πόνος στο αίμα, δεν με νοιάζει αυτό, αλλά να φύγει αΠό το μυαλό. Αυτό είναι Που ΠρέΠει να κάνεις και αυτό θα κάνεις. Αλλη λύση δεν υΠάρχει για σένα. Αν δεν καταΠιείς τον Πόνο, αν τον αφή­ σεις να σε νικήσει, θα ΠρέΠει να μείνεις για Πάντα στην Αθήνα, ξεχνώντας τη σύζυγό σου, Που σε έχει για Πεθαμέ­ νο, ξεχνώντας τη μητέρα σου, τους συγγενείς σου, το Βρα­ σίδα, εμένα, τη ΣΠάρτη ολόκληρη. Ξεχνώντας τη ζωή σου.
[2Οι̃]

±

ι


Μ

Θα είναι σον να αλλαζεις δέρμα. ΜΠορείς να ξεριζώσεις το

Ξ

δέρμα σου και να σχημοτίσεις αλλο; ΠρέΠει να το κανεις, Αυτό σκέιμου. Αξίζει τον κόΠο για μια γυναίκα, όΠοια και αν είναι, όΠως και αν σου φέρεται;» «Τα σκέφτομαι όλα αυτα» είΠε εκείνος. «Ούτε μΠορώ, ούτε ΠρέΠει να αλλαξω ζωή. Αυτό Που λές θα κανω και το ξέρεις, γι, αυτό μιλας έτσι.

Κ

Δεν νουθετείς, ούτε διαταζεις, αλλα μου λες το αυτονόη­ το· μαθε, όμως, ότι ο Πόνος είναι δυσβαστακτος». «Ηίναι δυ­ σβαστακτος, γιατί Παραβίασες τον κανόνα, αφήνοντας το μυαλό σου να εγκλωβιστεί σέ ένα συναίσθημα, να δημιουρ­ γήσει μόνο του ένα συναίσθημα, ένα νεφέλωμα, δηλαδή, χωρίς αντίκρισμα στην Πραγματική ζωή, μια οφθαλμαΠατη. Γι” αυτό μας έλεγαν στην εκτιαίδευση ότι ΠρέΠει να ζού­ με, όχι να αισθανόμαστε. Το βίωμα είναι μόνιμο, το συναί­ σθημα Πρόσκαιρο, το βίωμα είναι υΠαρκτό, γεννημένο αΠό τη ζωή, το συναίσθημα είναι τεχνητό, κατασκευασμένο αΠό την Πιο αδύναμη Πλευρα του εαυτού μας. Έλεγξέ το τώ­ ρα, Παρ” ότι το αφησες αδικαιολόγητα ανεξέλεγκτο. Εἔίναι δύσκολο αλλα και αναγκαίο, εΠώδυνο αλλα και ατιαραίτητο. Διαφορετικα εμείς θα ξεχασουμε εσένα και εσύ εμας. θα ζήσεις όλη την υΠόλοιΠη ζωή σου χαμένος μέσα σε μια θερμή γυναικεία αγκαλια, σαν μωρακι Που δεν έχει ακόμα αΠογαλακτιστεί. Αυτό θέλεις; Γι) αυτό κόΠιασες, αγωνί­ σθηκες, Πολέμησες και ματωσες, Αυτός είναι ο δρόμος του ΣΠαρτιατη Πολεμιστή;» ΑΠαντησε αρνητικα, με το κεφαλι σκυμμένο. Φαγαμε και κοιμηθήκαμε χωρίς αλλα λόγια. 'Γο Πρωί, ξεκούραστοι, ξεκινήσαμε για την Αγορα. Ο Αγις βαδιζε μΠροστα, ακμοίος, αγέρωχος, ατρωτος. Ο αγώ­ νας, ο εσωτερικός του αγώνας, εξελισσόταν καιεξελισσό­ ταν καλα. Η κρίσιμη μέρα της τελικής αναμέτρησης με την
[ΖΟ2]

εταίρα, αρα η κρίσιμη μέρα της αναμέτρησης με την αδύ­ νομη Πλευρα του εαυτού του, είχε φτασει. Βλέηοντας τον αισθανόμουν ότι θα τα καταφερνε. Θα έβγαινε νικητής εύ­ κολα ή δύσκολα. βρισκόταν σε κατασταση εσωτερικού Πο­ λέμου και ήταν Πολεμιστής, αρα Πορευόταν Πιο σε ένα Πε­ ριβαλλον Πολύ οικείο γι) αυτόν και Πολύ αγαπητό. Το Πλήθος ήταν Παλι συγκεντρωμένο στην Αγορα, χω­ ρισμένο σε μικρές ομαδες, συζητώντας, εΠικρίνοντας, αΠαιτώντας. Ένα νέο όνομα ακουγόταν: Διοκλείδης. Ο αγνωστος Που είχαν δει στο ΠρόΠυλο του ναού του Διονύ­ σου οι δύο απελεύθεροι ηταν τώρα εκεί, είχε βγει αΠό τη σκια και την καλυιμη της νύχτας και συγκινημένος, όΠως έλεγε, αΠό τη συμφορα της Πόλης, έκανε και αυτός τη δική του καταγγελία. Γνώριζε, είΠε στους αρχοντες, εκείνους Που κατέστρεψαν τις κεφαλές των Βρμών. Ήταν Περίηου τριακόσια ατομα. Κατέθεσε ότι τους είδε με τα ματια του. Βίχε, είΠε, ένα δούλο Που εργαζόταν στο Λαύριο και έΠρε­ Πε να Παει εκεί για να εισηραξει το αντίτιμο της εργασίας του δούλου. Σηκώθηκε, όμως, νωρίς, γιατί έκανε λαθος στην ώρα και βαδιζε στο φως του φεγγαριού. Όταν έφτα­ σε στο Πρότιυλο του ναού, είδε ανθρώΠους να κατεβαίνουν αΠό το Ωδείο Προς την ορχήστρα του θεατρου. Φοβήθηκε, εΠειδή ήταν Πρωτόγνωρο τόσοι ανθρωΠοι να είναι μαζε­ μένοι εκεί, τέτοια ώρα/Ετσι κρύφθηκε Πίσω αΠό έναν κίο­ να και Παρακολουθούσε. Οι Πολίτες ήταν χωρισμένοι σε ομαδες. Αναγνώρισε αρκετούς αΠό αυτούς στο φως της σε­ λήνης. Αφού τα είδε όλα αυτα, έφυγε μόλις το θέατρο αδει­ ασε και Πήγε στο Ααύριο. Χθες το βραδυ γυρίζοντας αΠό το Λαύριο έμαθε για τον ακρωτηριασμό των Εὶρμών. Αμέσως καταλαβε ότι αυτό ήταν έργο εκείνων των ανθρώΠων. ῖΞ)Πι­
[ῖἐθθ]

στρέφοντας, μαλιστα, Πληροφορήθηκε ότι είχε διοριστεί στην ερευνητική εΠιτροΠη και ότι τα μήνυτρα ανέρχονταν σε ι̃0Ο μνες. Συναντήθηκε, ειΠε, αμέσως μετα με ενα γνω­ στό του, τον Ει̃ύφημο, τον αδελφό του Καλλία και διηγηθη Κε ο> ουτον οοο είχε δεν την Ποοηνουμονη νυχτον Ο Βυφο
μος τον Πηγε αμέσως στην οικία του Αεωγόρα, Πατέρα του Ανδοκίδη. Ἑ]κεί ηταν συγκεντρωμένοι μερικοί αΠό αυτούς Που είχε αναγνωρίσει στο θέατρο του Διονύσου, αλλα και αλλοι Που δεν τους γνώριζε. 'Γου είΠαν ότι αν αΠέκρυΠτε όσα είδε, εκείνοι θα του έδιναν δύο ταλαντα, αντί για τις ι̃ΟΟ μνες του Δημοσίου. Αυτός αΠαντησε ότι θα το σκεφτόταν, αλλα έκρινε, σημερα το Πρωί, ότι έΠρεΠε να Προχωρησει στην καταγγελία, αΠό υΠοχρέωση στους θεούς και στην Πό­ λη. Έἕτσι κατέθεσε καταλογο των ανδρών Που είχε διακρί­ νε] την Ποουεοοομενη νυχτον Πετῃλομβονοντοο ουνολνκο
σαραντα δύο ατομα, με Πρώτους τον Μαντίθεο και τον Αιμε φίωνα, Που ήταν βουλευτές και βρίσκονταν εκείνη την οτγνμή οτο Βουχευτήογοτ Ήνο βουχευτήον ο Πείοονοοοον Ποοτοι̃νε νο ονεβοοουν

·

,ἶ

τανείο, με αρμα, για να δειΠνήσει. Τα σαραντα δύο ατομα,
Που μηνυοηκονι οεν μυοοεοομο νο νο Πληοοφοοηθουμο ολο· Ακουοομο μονο νι̃ο τους Χοομι̃οηι Τουοοοι Νλοουοι Καλλία, Βύφημο, Φρύνιχο, Βυκρατη, Κριτία. Ο Ανδοκίδης,

εΠισης, βρεθηκε τελικα, τον συνελαβαν και τον εκλεισαν

φυλοκή μοζί με τους ολλουο· Ήτονι Π]ο'> οῃονουμο· Το έργο μος στην Αθήνο Πίονευο ότι έχει τελειώσει. Δεν χρειαζονταν αλλες Πληροφορίες. Η τύχη των ιερόσυλων δεν μας ενδιέφερε, ούτε μΠορούσα­

με η ουοουε νο' κονουμε μου ν] ουνουο· Ευςολνο Που εοίο | # # | ) νι̃ο μος οημοοι̃ο ητον μονο η ουςελυυι̃ οκστοοτελο Κοι̃ νι̃ αυτό δεν μιλούσε κανείς. Όλη η Πόλη είχε Πια σαν μόνο θέ­ μα ενασχόλησης τη σύλληψη και την τιμωρία των ενόχων για την ιεροσυλία και τη διακωμώδηση των μυστηρίων. Το σχεδιο του Μετωνος φαινοταν να εχει αΠοτυχει. Κανενας δεν καταλαβε το κρυμμένο νόημα της ιερόσυλης ενέργειας,
Ζ

Κονένοο οεν έβνολο νο ουμυέοοομο «μηδέν ονον»ι ολο] θεωρούσαν τη σικελικη εκστρατεια σαν γεγονος αναΠο­

στον τροχό όσους είχαν κατηγορηθεί, για να ομολογήσουν και να γίνουν γνωστοί οι ένοχοι Πριν νυχτώσει. Μόλις το οκουοον ουτο ο Μοντίθεοο Κο, ο Αψεφίων Πήνον κο, κο_ θτοον οτο βωμό, Ποοοκολώντοο νο μην υττοβληθουν οτο

τρεΠτο και ασχολούνταν μόνο με το κυνηγι των ενόχων. Γιατί έγινε, λοιΠόν, όλα αυτή η συνωμοσία, αναρωτιόμουν.

μαρτύριο του τροχού, αλλα να Προτείνουν εγγυητές και να δικαστούν. 'Ϊ'ο αίτημα τους, εΠειδη ήταν βουλευτές, έγινε δεκτό. Η Βουλη αΠοφασισε να συλληφθούν όλοι όσοι κα­ ταγγέλθηκαν αΠό τον Διοκλείδη και να υΠοβληθούν στο μαρτύριο της «φαλαγγας», για να ομολογησουν και να υΠο οείξουν ουνενοχουον Ο Δγοκλείοηο θεωρήθηκε οωτήοοο τηε Ποχοε, οτεφονώθηκε με ονθο κου οοηνήθηκε οτο Που_

Τ' είχε ου] ο Μέτων μολετώντοο το άστρο; Μεουδοἱι μονοι Αθηναίοι ιμέλλιζαν ότι οι οιωνοί δεν ήταν Πια αριστοι, αλ­ λα το Πληθος τους αγνοουσε και αυτοι αΠο φοβο δεν εΠε­ μεναν. Αρα, συμΠέραινα ότι η εκστρατεία στη Σικελία δεν υΠηρχε ΠερίΠτωση να ματαιωθεί και εμένα αυτό μόνο μ” ενδλεφερε­ ΑΡΧΠΥΟΩ, έλεγαν οι Αθηναιοι, θα Παρεμενε ο Αλ­
Μβι̃άοηςν ομως εοςο Ποοουοφοολοτεί· Ο] κοτηνοοίοο ενο” ντίον του θα εξεταζονταν μετα την εΠιστροφη του εκστρα­ τευτικού σώματος. Τους ενδιέφερε Πρώτα αΠό όλα η νίκη στη Σικελία και μετα οτιδηΠοτε αλλο. γΠοιμιαζόμουν ότι
[2Οδ]

[ἙΟΑ]

οι εχθροί του Αλκιβιάδη είχαν σχεδιόσει αυτή την εξέλιξη, κ × κ κ για να μΠορεσουν, κατα τη διαρκεια της αΠουσιας του, να

Προετοιμόσουν μια βέβαιη καταδίκη. Ακουσαμε ότι το ίδιο φοβόταν και ο Αλκιβιάδης, αλλά ο φόβος του αυτός δεν τον αΠέτρεΠε αΠό την αρχηγία του εκστρατευτικού σώματος. Έτσι, έκρινα ότι έΠρεΠε να εΠιστρέιμουμε στην αγροικία, να Πληροφορηθουμε εκεί ό,τι ηξερε ο Μέτων για τις εξε­ λίξεις και την εΠόμενη μέρα να Παμε στα Μέγαρα. Δεν υΠἠρχε λόγος να διακινδυνεύσουμε αλλο με την Παρουσία μας στην Αθήνα, ούτε υΠἡρχε, εΠίσης, λόγος να συνεχίσει | λ× ι ο Ἀγις να βασανιζεται με ψευτικα και εΠιΠλαστα δι ημμα­
×

ΚΕΪΦΑΛΑΪΟ ΪΔί

ΑΝΑΛΓΗΣΉΑ

τα. ΈΠρεΠε να γυρίσει Πια στη ΣΠόιρτη.

θυμἀσω Πως είσω ηθωίοι̃όθ σ, ένα δρόμοι όΠως το θέλει ο δημιουργός του, αν είναι σύ­ ντομο σε σύντομο, αν είναι μεγαλο σε μεγαλο.
«ΝΟ

Αν θέλει να Παριστόινεις το φτωχό, να δέχεσαι τον ρόλο με αληθοφόινεια και συνέΠεια· το ίδιο και αν θέλει να Παριστανεις τον ανόιηηρο, τον όρ­ χονται και τον αΠλό Πολίτη, γιατί δικια σου αρ­ μοδιότητα είναι να Παίζεις καλό το ΠρόσωΠο Που σου δόθηκε. Η εΠιλογἠ όμως του ΠροσώΠου δεν ανήκει σ, εσένα»
ειιικφιΠοΣ, Εγχειρίδιο, 27

[ΖΟΒ]

Σ

ε

Ι

Η

των κλοιεινιειντι ΑΠεΝλΝτι ινιον με το σώμα γερμένο Προς τά εμΠρός, το Πόδιά ενωμένοι κάι τους άγκώνες

ἔκ
­ι
έ
4

ι
Ξ

το

4

ι

ε
:7
Π·
.νι ,ι σ

..Μ

,Λ Α


.·τ
.

Μ
Κ

5

ι

οι κι

στηριγμένους στους μηρούς, λίγο Πιο Πάνω οιΠό τσ γάνοτά. Κράτούσε το ΠρόσωΠό της με το δυο της χέριά. Σκυμμέ­ νη έτσι με κοίτοιζε άΠό κάτω Προς τά Πάνω, με τά νάλήνιο μάτιά της εντοΠισμένά σ, εμένά. Σ, ένο άτυΠο κάι σιωΠη­ λά Πάιχνίδι των βλεμμάτων είχε Πάρει στάση εΠιφυλάκτι­ κή, στάση άμυντική. Με τά μάλλιά της τράβηγμένο Προς το | | | | | » Πισω κάι το ΠροσωΠο ολο άΠοκάλυμμενο, εμοιάζε με φιδι ονάΠάυμένο Πρόσκάιρά. Έινο φίδι Που δεν ήθελε νά εΠιτε­ » | θει, άνάΠάντεχά κάλοσυνάτο. "Γην κοιτοζοι κι ενω στο μάτιοι, στο βάθος των μάτιών, εκεί Που φωλιάζει η άλήθειοι, Προ­ σΠάθώντάς νο διάκρίνω το ΠρόσωΠό της Πίσω άΠό το Προ­ » κ » κ σωΠειο, άλλο δεν ητάν ευκολο, κάθολου ευκολο, οι εκλάμ­ ιμεις, εκεί στο μάτιά της, άλλοζάν συνεχώς, τά σΠινθιρί­ κ » σμοιτά άλλοιωνοντον σε εντάση κάι χροιά, τά οιλλοίωνε άυ­ κ » κ κ κ κ τη, τά άλλοιωνε εΠιτηδες, ειχε φάινετάι άυτη τη δυνάμη, κ κ Που δεν την ειχά ξάνάδει σε νυνάικά, ΠροσΠάθουσε νά άΠο­ φύνει τη διερεύνηση, νο ξεφύγει οιΠό την ενάτένιση, άλλά χωρίς νά στρέψει άλλου τη μάτιά της, δεν ήθελε νά ηττηθεί, ήθελε νά νικήσει, νο νικήσει εμένά, τον νεοφερμένο, τον άγνωστο/Βνιωσά, έτσι, νά ΠεριΠλοινιέμάι άσκοΠά μέσο στά μοιτιά της, δεν μΠορουσά νά ξεδιάλυνω την Πράγμάτικοτη­
×

»

»

»

»

×

×

»

×

»

[?ΟΘ]

ι

τα, να την ξεχωρίσω αΠό το ψέμα, να ξεχωρίσω το καλό ή

ιι

το κακό, ένιωσα σιγά σιγά να χάνω ελαφρά την αίσθηση του Περιβάλλοντος καιι την αίσθηση του χρόνου, να βιώνω μια εμΠειρία αλλόκοτη, δεν μΠορούσα, όμως, να αΠοτραβηχτώ, ούτε ήθελα κάτι τέτοιο, αλλά δεν ήταν αυτός ο σκοΠός μου, νίκη ή ήττα, αυτός ήταν ο δικός της σκοΠός, όχι ο δικός
μου· σκοΠός μου ήταν μόνο η διάγνωση των κρυμμένων

δἶ

ι

ι

της σκέιμεων και συναισθημάτων, έβλεΠα, όμως, ότι αΠο­ τυγχάνω και δεν ήθελα αυτό να το Παραδεχθώ, δεν ήθελα να σταματήσω, μέχρις ότου ο Άγις, Που τον ένιωθα να Πάλ­ λεται ολόκληρος δίΠλα μου τόση ώρα, κοιτώντας Πότε εμέ­ να και Πότε αυτήν, με διέκοψε λέγοντας: ­ Άφησέ την, Αγησίλαε. Δεν είναι εύκολο να την κατα­ λάβεις έτσι. 'Γην κουράζεις, όμως, Πολύ. Χάνει δυνάμεις τώ­ ρα, δυνάμεις Που δεν μΠ0ρεί να αναΠληρώσει εύκολα, ενώ εσύ μΠορείς. Άφησέ την, καλύτερα, να μιλήσει. Θα κατα­ λάβεις Περισσότερα. Γύρισα και τον κοίταξα, ενώ η Λήδα, αΠεγκλωβισμένη Πια αΠό τη ματιά μου, έσκυβε ακόμα Πιο Πολύ Προς το δά­ Πεδο, ξεφυσώντας με ανακούφιση. ­ Εἕντάξει, του είΠα. Ξέρεις τι ΠροσΠάθησα να κάνω. Δεν υΠήρχε κακή Πρόθεση. ­ Το ξέρω, είΠε. Δεν διαφωνώ. ΠροσΠάθησα κι εγώ να κάνω το ίδιο, όταν την Πρωτοείδα. Δεν είναι, όμως, σαν τις δικές μας γυναίκες. Η ζωή Που έζησε μέχρι τώρα την έχει αναγκάσει να κρύβεται. Δεν μΠορείς να διαΠιστώσεις την αλήθεια μόνο και μόνο διερευνώντας το βλέμμα της. Με μια ΣΠαρτιάτισα θα τα κατάφερνες, μζ αυτήν όχι. Βίναι μά­ ταιο. Μη συνεχίζεις. Μας κουράζει όλους χωρίς λόγο. Η Λήδα είχε έρθει αΠό ώρα στην αγροικία, όΠως έγρα­
[2ι̃θ]

Πλ

λ

ί

φε στο γράμμα της, και μας Περίμενε, Περίμενε, δηλαδή, τον Άγι και τον Βρασίδα, όχι εμένα, αφού για τη δική μου Παρουσία δεν γνώριζε τίΠοτα. Ο Βρασίδας μόλις την είδε, ζήτησε την άδεια να ασχοληθεί με την Περιμετρική φύλα­ ξη του χώρ0υ, ΠΟΟσέΧΟντΟἔ μήιι̃ωίἔ κόΠ0]Οθ ονῃῃθύμητοθ εμφανιστεί. Πρόσχημα ηταν αυτό. Στην Πραγματικότητα δεν ήθελε να είναι Παρών στη συζήτηση Που υΠοιμιαζόταν ότι θα ακολουθούσε, μια συζήτηση Που αυτόν τον άφηνε αδιάφορο. Έτσι, στο δώμα της αγροικίας ήμασταν μόνο ο Ἀγις, η Λήδα κι εγώ. 'Γην κοίταξα Προσεκτικά. Μια αέρινη Παρουσία ήταν, με καλοσχηματισμένο, λεΠτό σώμα, αΠρό­ σμενα Πλούσιο στήθος, καστανά μαλλιά, άιμογο ΠρόσωΠο, ματια λαμιιιιρίζαντα, θεληματικό χαμόγελο, μια καλλονή αιιιεγάδιαστη. Αδύνατο να μην εΠικεντρωθεί εΠάνω της κά­ θε ανδρικό βλεμμα, Δεν γέμιζε, όμως, τον χώρο με την Πα­ ρουσία της. Δεν ήταν Πληθωρική. Το αντίθετο. Λφαιρούσε ανεΠαίσθητα το ενδιαφέρον αΠό οτιδήΠοτε άλλο γύρω της, εμηιμχο ή άιμαχα και α° ανάγκαζε, τελικα, να Προσεξεις μό­ νο την ίδια. Ήφτανες σ' αυτήν αφαιρετικά, αφού αντιλαμ­ βανόσουν αΠό ένστικτο, με μια γρήγορη ματιά, Πως δεν εί­ χε καμμία λογική να κοιτάξεις κάτι άλλο, όταν εκείνη ήταν Παρούσα. Αυτή την εντύΠωση μου έδωσε, όταν την είδα. Κά­ θισα αΠέναντί της αμίλητος, μας σύστησε ο Άγις, την χαι­ ρέτησα ευγενικά, δεν έφταιγε, άλλωστε, σε κάτι, δεν είχα κά­ τι να της καταμαρτυρήσω και έτσι ΠροσΠάθησα μόνο να διε± ρευνήσω την ΠροσωΠικότητά της, κοιτώντας την στα μάτια, Πρόκληση Που αυτή αΠοδέχτηκε με ένα ελαφρά μειδίαμα, Που έμεινε αναλλοίωτα όση ώρα την κοίταζα και με κοίταζε. ­ ῖἔὶσύ, λοιΠόν, είσαι ο άλλος, μου είΠε, μόλις ο Ἀγις διέ­ κοιμε τη μονομαχία των βλεμμάτων.

[Ζι̃ι̃]

­ Ποιος άλλος, είΠά άΠορημένος. ­ Ο άλλος. Ο άλλος του εάυτός. Ο σκληρός, ο σκυφτός.
άφοσιωμένος, ο άΠρόσιτος. ­ "Γι θά Πει άυτό; Αφοσιωμένος σε τι; » » κ | ­ Ξέρω Ποιοι εισάστε, ειΠε, κάνοντάς μάς νά άνάτριχιά σουμε κάι τους δύο. ­ Ποιοι είμάστε, ρώτησε ο Ἀγις. ­ Ξέρω. Γιά την άκρίβειά δεν ξέρω, άλλά μΠορώ νά υΠ‹›­ θέσω, με βάση, άυτά Που ξέρω. ­ Τι ξέρεις; ρώτησά. ­ Έίμάι Κορίνθιά, όΠως γνωρίζετε. Έχω γεννηθεί στην Κόρινθο κάι η μητέρά μου κάτοικεί μόνιμά εκεί. Η Πόλη μου είνάι σε Πόλεμο με την Αθήνά, χρόνιά τώρά. Ζητήθη­ κε η βοήθειά μου κάι δεν θά ήτάν Ποτέ δυνάτόν νά την άρ­ νηθώ. Ό,τι Πληροφορίες συγκεντρώνω, τις διάβιβάζω στους δικούς μου. Αυτοί με ειδοΠοίησάν ότι είνάι Πολύ Πι­ θάνο ΣΠάρτιάτες της ΚρυΠτειάς νά βρισκοντάι στην Αθηνά κάι μου έδωσάν την εντολή νά τους βοηθήσω με κάθε τρό­ Πο, άν τυχόν τους συνάντήσω κάι τους άνάγνωρίσω. Κι­ νουντάι Πάντά σάν «ζευγάρι», μου είΠάν. Έτσι, ότάν είδά
ο
»
×

Ϊ

.

,

ἶ®

Δ

Ϊ
Π

γγ

ιι

»

×

ι
Α
Δ

×

άΠοΠνέεις μιά δύνάμη άγνωστη σε μένά μέχρι τώρά,'μιά δυνάμη Που δεν ήτάν δυνάτόν νά μη Πάράτηρήσω. Η ερω­ τική σου συμΠεριφορά, εΠιΠλέον, είνάι τόσο διάφορετική, ώστε άυτό κάι μόνο θά άρκοίισε γιά νά με βάλει σε υΠο­ ιμιες. ­ Αυτά Που λες δεν είνάι άστείά Πράγμάτά, της είΠά. Δεν Πάίζουμε, Αήδά. Δεν είνάι Πάιχνίδι άυτό Που κάνου­ με εδώ. Έχουμε μάθει νά μη κρυβόμάστε Πέρά άΠό τά όριά του άνάγκάίου, γι' άυτό κάι δεν διστάζω νά Πάράδε­ χτώ ότι άυτό Που νομίζεις γιά μάς είνάι άλήθειά. Έίμάστε, Πράγμάτι, άυτοί Που υΠοιυιάζεσάι, άλλά άΠό τη στιγμή Που Πάράδέχομάι κάτι τέτοιο, είνάι άδύνάτο νά σε άφήσω νά κι­ νηθείς ελευθερη κάι μάκριά μάς, όσο είμάστε άκόμά στην Αθήνά. ­ Δεν υΠάρχει κάτι Που θά με ικάνοΠοιούσε Περισσότε­ ρο, είΠε γελώντάς. | κ ­ Δεν μιλάμε συνάισθημάτικά τωρά. ­ Το ξέρω, άλλά το άΠοτέλεσμά είνάι άκριβώς το ίδιο. ­ Θά έρθεις μάζί μάς άυριο το Πρωί μέχρι τά Μέγάρά κάι μετά είσαι ελεύθερη να ῃος όΠ0υ θέλεια̨
× ×

τον τρόΠο με τον οΠοίο λειτουργουσάν ο Αγις κάι 0 Βρά­ σίδάς, υΠέθεσά, άΠό ένστικτο ίσως, ότι άυτοί ήτάν οι ΣΠάρ­­ | | τιάτες της ΚρυΠτείάς. Η εΠιμονη κάι των δυο, άλλωστε, κάι ιδιάίτερά του Ἀγι νά μου κάνουν ερωτήσεις γιά κάθετί Που άφορουσε την ετάιρείά του Μέτωνος, νομίζοντάς ότι είμάι μόνο μιά άφελής ετάίρά, εμηέδωσε την άΠοιμη μου άυτη. ­ Δεν σε έχω γιά άφελή, είΠε ο Αγις. ­ Δεν σκόΠευά νά σε Προσβάλω, άΠάντησε η Αήδά. Άλλωστε θά άνάγνώριζά ότι δεν είσάι ένάς άΠλός μέτοικος άκόμά κάι άν δεν με είχες ρωτήσει άΠολυτως τίΠοτά, άφου
Ζ

­ Με μεγάλη μου χάρά θά ερχόμουν όχι μόνο μέχρι τά Μέγάρά, άλλά κάι μέχρι τη ΣΠάρτη. | ι | ι­. . ­ Αυτο δεν γινετάι, ειΠά. :.εχνά τη ΣΠάρτη.

ςὲ

ἔξ

Έιάτί άΠάντάς εσύ, είΠε συνοφρυωμένη. Έιάτί δεν άφήνεις τον Ἀγι νά μιλήσει; Δεν έχει άυτός φωνή; ­ Έίνάι το ίδιο. Έίτε εκείνος μιλήσει είτε εγώ, είνάι άκρι­
βώς το ίδιο.

­

­ Το είχά άκουσει άυτό Που λες κάι δεν το Πίστευά. Έί­

ε

5.

χά άκουσει ότι λειτουργείτε σάν Διόσκουροι, άλλά δεν το εί­ χο δει Ποτέ νο συμβαίνει κάι τώρά Που το βλέΠω μΠροστά

×

[ὶι̃ῖ]

[2ι̃?›]

τ

ι

μου μένω καταΠληκτη.Ήξερα αΠό την Πρώτη στιγμή ότι ‹› Άγις και ο Βρασίδας ενεργούν και φέρονται σαν αδέλφια,
όχι αΠλοί φίλοι, δεν είναι, όμως, ταυτισμένοι ο ένας με τον αλλον, μΠορούσα να το καταλαβω αυτό αΠό μικρές λεΠτ‹›­ μέρειες, αδιόρατες, και Παντα αΠορούσα γιατί δεν βρίσκε­ ται μαζί με τον Άγι ο αλλος, αυτός με τον οΠοίο ο Άγις ταυ τίζεται, αφού ξέρω ότι εσείς για «ταύτιση» μιλατε, για «ταύι
Ξ

αυτα Που λες, αλλα δεν μΠορώ να τα δεχτώ ακριτα, είΠε. «”|”αύτιση» ανδρα με ανδρα τι νόημα έχει και τι σχέση έχει με την «ταύτιση» ανδρα και γυναίκας; Γιατί το
ένα αΠοκλείει το αλλο; ­ Δεν το αΠοκλείει, είΠε ο Άγις. Κανείς δεν είΠε ότι αΠο­ κλείεται η «ταύτιση» αυτή. Είναι εφικτό και αΠοδεκτό, Πα­

­ Ακούω

τιση» αναμεσα στα αγόρια Που μεγαλωσαν μαζί σαν ‹‹ζευ­ γαρι», αΠό την Παιδική τους ηλικία. 'Γώρα βλέτιω ξεκαθα ρα τι σημαίνει «ταύτιση». Του έχεις αφαιρέσει τη φωνή. Βαλαμε τα γέλια κι εγώ και ο Άγις. Μίλαγε με χαρη και κομψότητα, με βεβαιότητα αΠόλυτη, για κατι Που αγνοού­
σε 8γτελώς_

Ἀγις. Δεν μΠο­ ρείς να νιώσεις Πώς ενεργούμε, το καταλαβαίνεις διανοη τικα, αλλα δεν Περναει στο αίμα σου, είναι αδύνατο να γίνει
αυτό, γιατί αν Πέρναγε δεν θα έκανες την Παρατήρηση Που έκανες. Μη στεναχωριέσαι, όμως. Μόνο όΠοιος έχει ζήσει σαν κι εμας μτιορεί να καταλαβει ότι σκεφτόμαστε, εκφρα ζόμαστε, ενεργούμε και αντιδρούμε σαν μοναδα, όχι σαν
δυαδα. Κανενας αλλος δεν μΠορει να το αντιληφθεί. ΟΑγη σίλαος δεν κανει και δεν λέει κατι Που εγώ δεν θα ήθελα να
Ξ

­ Δεν μου έχει αφαιρέσει τίΠοτα, είΠε ο

­

_¿

Πω ή να κανω. Αδύνατον να λειτουργήσει έτσι ακόμα κι αν

γ

το ήθελε. Δεν μΠορεί να στραφεί εναντίον μου, ούτε εγώ εναντίον του. Δεν γίνεται. Μην Προσηαθείς να το αναλύσεις διανοητικα ή να το κατανοήσεις με την δύναμη του μυαλου σου, γιατί μια τέτοια Προσέγγιση είναι ατελέσφορη. Δεν έχεις Παραστασεις σχετικές, δεν έχεις ζήσει έτσι, δεν έχεις «ταυτιστεί» με κανέναν Ποτέ, αρα μην ΠροσΠαθείς. Αηοδι· ξου το χωρίς να το κατανοείς. Είναι έτσι.

Ό

γγ;

ραλληλα, όμως, είναι σΠανιο και σχεδόν αδύνατο στα στενα χρονικα Πλαίσια της ανθρώιιινης ζωής. ­ Γιατί; Ποιος το λέει αυτό; ­ Ημείς ξεκιναμε τη διαδικασία της «ταύτισης» Πολύ νω­ ρίς. Σε ηλικία μολις εΠτα ετών. Τα αγόρια μεγαλώνουν συμ­ βιώνοντας μέσα σε αΠίστευτες αντιξοότητες και κακουχίες, Που δένουν το ένα με το αλλο, αναΠόδραστα και αναΠότρε­ Πτα. Σε ηλικία 20 ετών, όταν μΠαίνουμε στη φαλαγγα, το δέ­ σιμο είναι τόσο ισχυρό, ώστε θεωρείται για μας αδιανόη­ το, για την ακρίβεια είναι το μέγιστο κακό, ο ένας να σκο­ τωθεί και ο αλλος να ζήσει. Όλοι αγωνίζονται για να μη σκοτωθεί ο διΠλανός τους. Γι) αυτό η σΠαρτιατική φαλαγ­ γα είναι ανίκητη σε ανοικτό Πεδίο, σε ευθεία αντιΠαραθεση. Κανένας οΠλίτης δεν σκέφτεται τον εαυτό του. Μαχονται Πρωτα ο ενας για τον αλλον και ολοι μαζι για την Πολη. Πρόκειται για αυταηαρνηση Πέρα αΠό τα ανθρώΠινα όρια. Εὶτσι η σΠαρτιατική φαλαγγα δεν χανει Ποτέ τη συνοχή της, δεν αΠοσυντίθεται, δεν υΠοχωρεί, όσο κι αν είναι το Πλήθος του εχθρού, αλλα Προχωρεί σαν ένας ανθρωηος, μέχρι ότου νικήσει ή εξοντωθεί ολόκληρη. ­ Στις Θερμοηύλες έτσι έγινε, ­ Περίτιου έτσι. Βκεί σκοτώθηκε ο Λεωνίδας, αρα όλοι οι υΠόλοιΠοι δεν θα δέχονταν τίΠοτα αλλο Παρα την ίδια μοίρα με τ0 βασιλια τους.

ε·

ιετιι

ί

ιειει

Αγις, δεν εξυπηρετεί τους σκοπούς της πόλης, γι) αυτό και δεν ενθαρρύνεται. Οι γυναίκες δεν μαχονται. Αλλος είναι ο σκοπός τους στη ζωή. "Γα ανδρόγυνα στη Σπαρτη, έτσι κι αλλιώς, θα γεννήσουν υγιή παιδια, αφού οι ανδρες γυμναζονται συνεχώς για τον πόλεμο και οι γυναίκες για την ευγονια. Αρα η «ταυτιση» ανδρα και γυναίκας δεν μπορεί να δώσει στην πόλη καποιο πρόσθετο πλεονέκτημα. Ό,τι θέλει, δηλαδή, να παρει η πό­ λη από τα ανδρόγυνα, το παίρνει, χωρίς να απαιτείται το «ερωτικό» τους δέσιμο, ή «ταύτιση». Μην ξεχνας, αλλωστε, ότι η Σπαρτη είναι κοινωνία­αδελφότητα. Το ατομικο συμ­ | | | | φερον δεν απασχολει κανεναν. ι̃ἔῖτσι, για μας, η αλογιστη κ » και υπερβολική μεγεθυνση της προσωπικης ευτυχιας με­ μονωμενων ατόμων δεν εξυπηρετεί το σύνολο, αλλα τ‹› βλαπτει, αφού διαταρασσει το κλίμα της αδελφότητας. ­ Γι” αυτό σας λένε «όμοιους», » » κ ­ Και γι, αυτο. Βιμαστε «ομοιοι» σε ολα. 'Γην περιουσια, τον τρόπο ζωής, τη σκληραγώγηση, τις αντιλήψεις. Αφού, λοιπόν, είμαστε όμοιοι σε όλα και όλοι λειτουργούμε σε ζευ­­ γαρια, δεν είναι δυνατόν καποιος να ξεφύγει από τον κανόνα και να δημιουργήσει ζευγαρι με γυναίκα, ακόμα και αν εί­ ναι η σύζυγός του, αφού αυτόματα αυτός θα επαυε να είναι «όμοιος» με τους αλλους, θα έπαυε να είναι ενας Σπαρτιατης πολεμιστής, θα διαταρασσε την ενότητα του συνόλου, αρα θα επρεπε να αποβληθεί από την ομαδα, να εξοριστεί, για να μη χαλασει την ταξη και τη συνοχή των υπολοίπων. ­ Βλεπω, Αγι, είπε αυτή, ότι λες τα λόγια που περίμενα να ακούσω από τον Αγησίλαο. Δεν είσαι εσύ που μιλας τώ­ ρα, είναι ο Αγησίλαος.
× × × ×

­ Οι γυναίκες, ­ Η «ταύτιση» με γυναίκα, είπε ο

τ

­ Αυτό ακριβώς προσπαθώ να σου εξηγήσω. Δεν έχει
καμμία διαφορα ποιος από τους δύο θα μιλήσει, αφού τα λόγια που θα ακουστούν θα είναι ακριβώς τα ίδια. Δεν απογοητεύομαι. Στενοχωριεμαι. Πίστευα ότι επει­ τα από τόσο καιρό θα είχα καταφέρει να σπασω τη μεμ­ βρανη της σκληρότητας που σε καλύπτει, θα είχα καταφέ­ ρει να εισδυσω στην ιμυχη σου, να αγγιξω τον ευαισθητο πυρήνα του χαρακτήρα σου, καλα κρυμμένο πίσω από το θώρακα και την ασπίδα, που η πόλη σε έμαθε να κρατας. Διαπιστώνω, όμως, ότι δεν καταφερα τίποτα απολύτως. Ό,τι και να μου λες εσύ, εγώ βλέπω πως μιλας με τη γλώσ­

­

Α

Ζ.

Ξ

;
5

δὲ

»

ι

.

δική σου. Δεν μπορείς να το καταλα­ » » βεις, αλλα η αληθεια ειναι οτι δεν μιλας εσυ τωρα, Αγι. Δεν κ κ κ μιλαει ο Αγις που ξερω, αγαπω και θαυμαζω. ­ Δεν με ξέρεις πραγματικα, γι“ αυτό εχεις αυτή την εντύπωση, είπε ο Αγις. Τοσο καιρό στην Αθήνα δοκίμαζα, μαζί σου, τα ακραία όρια της αδυναμίας μου. Ακροβατού­ κ κ κ » » σα διπλα σου, οπως ενα γυμνο σαλιγκαρι ακροβατει πανω στην αιχμή του ξίφους, κινδυνεύοντας να κοπεί στα δύο. Αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί. Δεν είμαι εγώ αυτός. Ρεν­ νήθηκα και ανατραφηκα για να γίνω πολεμιστής, όχι ερα­ στής. ­ Είναι ο Αγησίλαος που σε γύρισε πίσω στον κόσμο των πολεμιστών, τον κόσμο χωρίς ανθρωπια, εκεί που ήσουν όταν σε πρωτογνώρισα, απόμακρος, περίκλειστος, απομονωμενος, μακρια από καθετί ανθρώπινο. Σε τραβηξα στη χαρα, σε γυρίζει στη λύπη. ­ 'Γι είναι «ανθρωπια», ρώτησα. ­ Η φυσιολογική ζωή αναμεσα στους ανθρώπους, η προ­ σφορα αγαπης και η αποδοχή αγαπης, αυτό είναι ανθρωπια.
σα του αλλου, όχι τη
»

κ

×

×

»

×

×

»

×

×

ιειει
γ

[επι
4

ι

Εσείς ζείτε Πέρο οΠό το ονθρώΠίνο. ΕἸκΠοίδευμένοί φορείς θονότου. Αυτό είσοστε. "Ρον έΠίοσο τρυφερό οΠό το χέρί, γλύκονο την ιμυχή του, έδωσο όλο το οΠόθεμο ογόίΠης Που είχο μέσο μου, σΠοτόλησο τη δύνομή μου όλη γίο νο τον τροβήξω σίγόί σίγό κοί οΠολόί στη χώρο των ονθρώΠων. Νό­ μίζο Πως το είχο κοτοφέρεί, ερχεσοί, όμως, εσυ τώρο κοί το χολος όλο.

#

εε
λε

­ "Γί σχέση έχουν οί θεοί; ­ Ποίος έδωσε την ζωή στους ονθρώΠους; ­ Ο Δίος.
­Έἔσφολε; ­ Δεν έσφολε κοθόλου. ­ Τότε, γίοτί εσυ την ορνείσοί; Γίοτί ορνείσοί νο δεχτείς κοί νο οξίοΠοίήσείς το δώρο των θεών, Η όίρνηση της ζω­ ής δεν είνοί υβρίς, Δεν είνοί Προσβολή γίο εκείνον Που μος την χόρίσε; ­ Γίοτί, όμως, μος τη χόρίσε; ΒλέΠείς το γεγονός, ολλό οδίοφορείς γίο την οίτίο κοί τον σκοΠό του. ­ Ποίος είνοί ο σκοΠός κοτόί τη γνώμη σου, ­ Η εξυιμωση. 'Γί όλλο είνοί η ζωή Πορόί μίο δοκίμοσίο Που οΠοσκοΠεί στη μοθηση, όχί, όμως, μόνο στη μόθηση γνώσεων, Που μόνη της είνοί όσκοΠη κοί μότοίη, ολλο στην οξίοΠοίηση εμΠείρίών, έτσί ώστε ο όνθρωΠος νο κοτευθύ­ νετοί Προοδευτίκό στο δρόμο της ορετής, το μόνο δρόμο Που οδηγεί, τελίκό, στον κόσμο των θεών, ψηλό στην κο­ ρυφη του ΟλυμΠου, κοσμο μονίμο, οχί Προσκοίρο, οΠως ο κόσμος των ηδονών κοί των οΠολούσεων Που εσυ οΠο­ δεχεσοί. Δεν σε κοκίζω ούτε σου εΠίτίθεμοί. Δεν έχω τέτοίο δίκοίωμο, ουτε τέτοίο ενδίοφερον. ΌΠοίο ζωή σου δόθηκε, ουτήν ΠρεΠεί νο ζήσείς, εΠίδίώκοντος μεσο οΠο τη συγκε­ κρίμένη σου Πορείο νο κοτοκτήσείς την ορετή στο μέτρο Που σου είνοί δυνοτό. Ούτε μΠορώ νο σε ολλοξω, ούτε θε­ λω. Εμείς οκολουθουμε το δρόμο των Πολεμίστών, γίοτί ουτόν ξέρουμε, ουτόν κοτονοούμε, σ” ουτόν μεγολώσομε. Πίστεύουμε ότί η ζωή μος χορίστηκε, Πρόγμοτί, όχί όμως γίο νο την χορούμε, ολλό γίο νο την υΠερβουμε, γίο νο ονε­ βουμε ένο σκολοΠοτί ψηλότερο στην κλίμοκο της δημί­

­ 'Γί χόίλοσο, ­ Χόλοσες τη ζωή γίο την οΠοίο τον Προόρίζο, ζωή χο­

ί

γίοτί εσύ, είνοί φονερό, ότί, όΠως όλοί σος, δεν ονήκείς στη ζωή, δεν ονήκείς στον κόσμο ουτό,
ρός κοί ευτυχίος,

δεν συγκοτολέγεσοί ονόμεσο στους ονθρῶΠους, ονήκείς κόίΠου ολλού, δεν ξέρω τί είνοί ουτό, το είχο δεί στον Άγί ότον τον Πρωτογνώρίσο, όρο το ονογνωρίζω, δεν ξέρω, όμως, τί οκρίβώς είνοί, Πορομένεί ονεντόΠίστο γίο μένο, ολλο σίγουρο δεν είνοί ζωή.

Ι

­ 'Γί είνοί «ζωή», ­ Εἱσύ νο μου Πείς τί είνοί «ζωή», όχί εγώ. Εγώ ζω, εσύ
#

οχί. Βγω ξερω, εσυ οχί.
λο νο είνοί,

έ
ΐ

. ‹

­ Μελέτη κοί ΠροΠοροσκευή θονότου είνοί η ζωή, τί όίλ­

­ Πολύ ωροίο. Συγχορητήρίο. Αν η «ζωή» είνοί μελέτη

ί

κοί ΠροΠοροσκευή θονότου, δίερωτώμοί ο θόνοτος γίο σος τί είνοί, ­ Θόρο δίοφυγής οΠο τη χώρο της Πλονης, ουτήν Που εσύ οΠοκολείς χώρο των ονθρωΠων. ­ ΒλέΠείς, λοίΠόν; Αυτό οκρίβώς Που ελεγο. Δρνείσοί τη ζωή κοί γί” ουτό ενοχλείσοί Που ουτός όρχίσε νο ονοίγεί λί­ γο το μότίο του κοί νο την οτενίζεί ολόφωτη, όΠως μος την εδωσον οί θεοί.


Ζε

·

Π

:,

ί

[2ι̃8]

[2ί9]

ουργίας. ΣκοΠός της ζωής δεν είναι μόνο η χαρά, όΠως εσύ νομίζεις. ΣκοΠός της είναι η εκηαίδευση. Βίμαστε μαθητές στο σχολείο των θεών. Γελώντας μόνο και αΠολαμβάνοντας δεν μαθαίνεις. Ούτε είναι εφικτό αυτό, άλλωστε, αφού η ζωή η ίδια δεν θα σου το εΠιστρέψει. Αυτές είναι οι δικές μας αΠόιμεις. ΑΠόηιεις και τίΠοτα άλλο. Ούτε αντικειμενι­

κοτητα διεκδικούμε, ουτε το αλαθητο. Δεν θελουμε να Πει­ σουμε κανέναν, ούτε να σώσουμε κανέναν Πείθοντάς τον. Εὶσύ Πιστεύεις κάτι διαφορετικό. Ηίναι ολοφάνερο και σε­ βαστό. ΜΠορεί να έχεις εσύ δίκιο και εμείς άδικο. Δεν ξέ­ ρουμε. ΜΠορεί, Πάλι, να έχουμε και εμείς δίκιο και εσύ. Τί­ Ποτα δεν αΠοκλείει, δηλαδή, ο δρόμος του Διόνυσου και ο δρόμος του Ηρακλή, δρόμοι διαφορετικοί οΠωσδήΠοτε, να καταλήγουν και οι δύο στην κορυφή του ΟλύμΠου. Κάθε δρόμος, αν τον ακολουθείς με συνέΠεια, υΠομονή και αγνή τη σκέψη, μΠορεί να είναι λυτρωτικός. Μη ζητάς, όμως, να Παρασύρεις στο δικό σου δρόμο κάΠοιον Που ξεκάθαρα βλέΠεις ότι δεν ανήκει εκεί. Αυτό είναι Προσηλυτισμός, μια ανέντιμη Προσιιάθεια ει­ιέμβασης στη συνείδηση του άλλου. Δεν μΠορούμε να σε αφήσουμε να το Πετύχεις. Δεν έχεις τέτοιο δικαίωμα, αφού, μάλιστα, το κίνητρό σου είναι ωφε­ λιμιστικό. ­ Διερωτώμαι γιατί αναφέρεσαι αΠαξιωτικά στις αΠο­ λαύσεις και τις ηδονές. Δεν είναι και αυτές δοσμένες αΠό τους θεούς; ­ Βίναι. Δεν τις αρνείται κανείς μας. Ούτε ο Αγις τις αρ­ νήθηκε, όταν εσύ του της Πρόσφερες. Μόλις, όμως, γευ­ τούμε το γλυκό αΠόσταγμά τους, έχουμε τη φρόνηση και τη δύναμη να αντιληφτούμε ότι ο δρόμος των αΠολαύσεων δεν είναι Παρά μια ακόμα δοκιμασία, τελικά Πικρή, αν δεν

Ξ”

Ξ

Ο

Ο

τον εγκαταλείψεις έγκαιρα. Αυτό Πιστεύουμε. Ποιος είΠε ότι εμείς αρνιόμαστε τις ηδονές, Κάθε άλλο. Δεν είναι κα­ θόλου έτσι. Τις δοκιμάζουμε όλες και μόλις τις δοκιμά­ σουμε τους γυρίζουμε την Πλάτη για να μην Πιαστούμε αιχ­ μάλωτοι, όΠως τιαθαίνουν όλοι οι άλλοι, Που δεν έχουν τη δική μας αντίληψη ζωής και τη δική μας εκΠαίδευση. Αυτό ειναι ολο. ­ Γιζ αυτό εΠιτρέΠεται η μοιχεία στη ΣΠάρτη, ­ Και γι, αυτό. Μοιχεία συμφωνημένη ανάμεσα στον μοι­ χό και το σύζυγο της μοιχαλίδας, τι μοιχεία μΠορεί να είναι, Σου είΠαμε και Πριν: η ΣΠάρτη είναι μια αδελφότητα, άρα η μοιχεία, έτσι όΠως την εννοείτε εσείς, είναι μια έννοια άγνωστη σ' εμάς. Δεν εΠιτρέΠεται στη ΣΠάρτη η δική σας μοιχεία, η κρυφή, αλλά η δική μας, η φανερή, εΠιτρέΠεται. Δεν Πρόκειται για Πράξη αΠαξιωτική κοινωνικά, όΠως σζ εσάς, αφού είναι συμΠεριφορά Που, όταν γίνεται με μέτρο, η Πόλη την εΠιδοκιμάζει, για Πολλούς λόγους. Ούτε οι σύ­ ζυγοι των συμηολεμιστών μας Που σκοτώθηκαν στη μά­ χη ΠρέΠει να μείνουν ανικανοΠοίητες για Πάντα, ούτε η Πό­ λη χωρίς Παιδιά. ίΟταν υΠάρχει μέτρο Πρόκειται για ηδονή αΠοδεκτή, εΠειδή είναι ηδονή χρήσιμη κοινωνικά. ­ Αρα να υΠοθέσω ότι εσύ και η σύζυγος του Άγι θα βρεθήκατε Πολλές φορές μαζί, αφότου ο Άγις εξαφανίστη­ κε, είΠε κοιτώντας λοξά τον Αγι. ­ Βρεθήκαμε Πολλές φορές μαζί και Πριν ο Ἀγις εξα­ φανιστεί, αΠάντησα. ­ Αρχίζω να καταλαβαίνω, είΠε αυτή σαστισμένη, κοι­ τώντας Πάλι τον Αγι, Που μισογελούσε. Πιστεύεις, συνέ­ χισε, δήθεν αδιάφορα, ότι ο Άγις ξεΠέρασε, μ” εμένα, το μέ­ τρο Που η Πόλη σας θεωρεί αναγκαίο και αΠοδεκτό;


ε

ιεεοι

,

ιεειι

­ Όχι δεν το ξεΠέρασε ακόμα. Δεν υΠαρχει τώρα θέμα
μέτρου. Δοκιμαζει μια εμΠειρία, αυτό είναι όλο. Αν, όμως, εξακολουθήσει να σκέφτεται εσένα, αν εγκλωβιστεί στη μο­ νομανία Που συνεΠαγεται ο έρωτας για μια γυναίκα, θα αρ­ νηθεί συνολικα τον τρόΠο ζωής για τον οΠοίο η Πόλη τον εκΠαίδευσε. Θα αρνηθεί τη ζωή του την ίδια, αφού θα Πρέ­ Πει να μείνει για Παντα στην Αθήνα ή στην Κόρινθο. Ησύ δεν μΠορείς να έρθεις στη ΣΠαρτη μόνιμα, ούτε τα διαζύ­ για είναι αΠοδεκτα στην Πόλη μας. Η φανερή και Πρόσκαι­ ρη μοιχεία ναι, τα διαζύγια όχι. Η μοιχεία, αλλωστε, αΠο­ τρέΠει εντελώς τα διαζύγια, εξουδετερώνοντας την αναγκη τους. Μ, εσένα, όμως, δεν θα Πρόκειται, βέβαια, για μοιχεία Πρόσκαιρη, αλλα για μια μόνιμη κατασταση, αΠόλυτα Προ­ σβλητική για τη σύζυγο τού Άγι και ξένη για τα ήθη μας. Η διγαμία, φυσικα, δεν εΠιτρέΠεται. Άρα; Καταλαβαίνεις τώ­ ρα, Είναι θέμα κοινωνικό, όχι θέμα αγαΠης, όχι συναισθη­ ματικό. Το συναίσθημα ΠρέΠει να υΠοκύιμει στη λογική. Αυτό ξέρουμε, αυτό έχουμε μαθει να κανουμε. Δεν εξετα­ ζουμε αν ο Άγις σ' αγαΠαει ή όχι, ούτε αν μΠορεί να αγα­ Πήσει μια γυναίκα, κατι Που εγώ αμφισβητώ, εΠειδή ξέρω ότι κανένας μας δεν μΠορεί. Αυτό Που μας αΠασχολεί εί­ ναι η αδυναμία του να σε αΠοδεχτεί κοινωνικα και η αΠρο­ θυμία του να βαλει το συναίσθημα Πανω αΠό το λογική, αν τέτοιο συναίσθημα θεωρήσουμε ότι υΠαρχει. ­ γΠαρχει, είΠε, γι' αυτό και διερωτώμαι τι θα κανει αΠό συναισθηματική αΠοφη. ΆνθρωΠος είναι, όχι αγριο θηρίο. ­ θα Πονέσει, αφού είναι ανθρωτιος, τι αλλο μΠορεί να κανει; Θα Πονέσει και θα αΠοδεχθεί τον Πόνο. Όλη η αν­ θρώΠινη ζωή έτσι είναι. Μια συνεχής αΠοδοχή του Πόνου και αντίστοιχη χαρα, Που γεννιέται αβίαστα αΠ, αυτήν ακρι­
ἔθζ­

βώς την εΠιτυχημένη αΠοδοχή και αΠορρόφηση του Πόνου.

Ημείς εκΠαιδευτήκαμε ειδικα γι) αυτόν τον σκοΠό. Τ'ι° αυ­ τό η ζωή μας είναι τόσο σκληρή και τόσο στερημένη, ατιό την Παιδική μας ηλικία. Οι χαρές Που δοκιμαζουμε είναι με­
γαλεα, αλλα δεν έχανν Καμμία σχέση με τις μικρθχαρέα ΠΟΠ Προκαλούν οι αΠολαύσεις και οι ηδονές, δεν είναι χαρές του

έ

σώματος εκτονωτικές, αλλα χαρές της ιμυχής λυτρωτικές, αφού ξεΠηδούν Πηγαία μετα το ξεΠέρασμα της δοκιμασίας του Πόνου, Που Πρώτα η εκΠαίδευση και μετα η ζωή γεννα συνεχώς. Ο Πόνος θα έρθει. Σε όλους έρχεται, αλλα μόνο
Κ

Υ

εμείς Θίμσσπ έγκωρο Προετοι̃μοσμένοι̃ Υι̃ο νο τον Ονῃμθτ τωΠίσουμε. Ο Πόνος εξαγνίζει. Δεν είναι κατι κακό. Μοχλός εξύιμωσης είναι και ο Άγις το ξέρει. θα το δεις και εσύ.
στέρηση θα σαρώσει τον εσωτερικό σου κόσμο, θα εξουδετερώσει όλες τις αμυνες του σώματος, θα σωματοΠοιηθεί σιγα σιγα και το σώμα σου ολόκληρο θα διΠλωθεί στα δύο, θα καμφθεί, θα ασθενήσει. ῖἶιίσαι αμαθητη στην αΠόρριιμη. γιτοθέτω ότι κανένας αν­ δρας δεν σζ έχει αΠορρίιμει μέχρι τώρα. Κανένας δεν είχε τη δύναμη, τα κίνητρο ή και τα δύο μαζί. Ο Ἀγις τα έχει και θα τα χρησιμ0Ποιήσει. Όχι εναντίον σου. Μην το Παρεις έτσι. γΠέρ σου θα είναι τελικα. Θα Παρεις ένα μαθημα ανεκτί­ μητο για σένα. Η αλαζονεία και η έΠαρσή σου αΠέναντι στους ανδρες θα ισοΠεδωθούν. θα διαΠιστώσεις με κατα­ Πληξη ότι δεν είναι όλοι Παιχνίδια στα χέρια σου. Είναι αΠα­ ραίτητο αυτό για να Πρσχωρήσεις ΠαραΠέρα, ιδιαίτερα αν εξακολουθείς να Ποθείς τον Ἀγι. Θα διδαχτείς το μαθημα της υΠομονής, όχι λεκτικα και θεωρητικα, όΠως έγραψες στο γραμμα σου, με τη φραση «στη θύρα της υΠομονής σε

¬

­ θα Πονέσεις Πολύ τώρα. Η

τ Τι

θα δω;

Ό

γε

#

Ρ

ιεεει

ιεεει

Περιμένω», αλλα έμΠρακτα, βιωματικα, έτσι όΠως τα μα­ θήματα ΠρέΠει να ειναι. Αν συνεχισεις να τον αγαΠας με τη δύναμη και την ένταση Που τον αγαΠας τώρα, δεν μΠορει για σένα να χαθει. Δεν γινεται αυτό. Η αγαΠη ειναι δύναμη ακαταλυτη, αρκει να έχει διαρκεια, όΠως η αγατιη Που δένει εμας, τους ΣΠαρτιατες, μεταξύ μας/Υστερα αΠό καιρό Πο­ λύ θα συναντητειτε. Αν συνεχισεις να αγαΠας τον Ἀγι όΠως τώρα, τα δικα μας «ζευγαρι», αναμραα α° εμένα και α° αυτόν, θα ξεΠεραστει αναγκαστικα. Δεν θα διαρραγει, δεν γινεται αυτό, αλλα θα μεινει Παντα σαν γλυκια αναμνηση. Για να κερδίσεις, όμως, ένα τέτοιο τρόΠαιο θα ΠρέΠει να Περιμέ­ νεις Πολύ, Παρα Πολύ, και να αγαΠας Πολύ. Μη φοβασαι το χρόνο. Δεν υΠαρχει τέτοιο μέγεθος. Γέννημα του ανθρώ­ Πινου μυαλού ειναι, Προιόν Πλανης και αυτός. Όσο Περισ­ σότερο αγαΠας, τόσο ευκολότερα θα Περασει. Θα ειναι το Πέρασμα του σιγαλό και αΠόμακρο, δεν θα σέ ενοχλήσει. Σωστα Πρόσθεσες στο γραμμα σου τη φραση «στη νήσο των Μακαρων θα συναντηθούμε». Για να φτασεις, όμως, εκει, ηρωίδα Πια, για να νικήσεις το θανατο, ΠρέΠει να κου­ ραστεις Πολύ. Δεν αρκούν τα γλυκόλογα, ούτε οι ερωτικές ΠεριΠτύξεις. Κατέβασε το κεφαλι και έμεινε για λιγο ακινητη, ανα­ σαινοντας βαρια. Το βλέμμα της ειχε στενέιμει. 'Γο Πρόσω­ Πό της ολόκληρο έμοιαζε με το ΠρόσωΠο Πυγμαχου μετα αΠό ισχυρό χτύΠημα. Η μικρή εταιρα έμεινε για λιγο έτσι, ενώ ο Πόνος Πλημμύριζε αργα αλλα σταθερα, ααν δηλητη­ ριο, όλο της το κορμι. Μετα, γύρισε και κοιταξε τον Άγι λέ­ γοντας: ­ Γιατι Άγι; Γιατι ΠρέΠει να γινει έτσι, Ἑὶιναι μια διαδι­ κασια μακαβρια, αΠόκοσμη, εξοντωτική. Για Ποιο λόγο,
[224]

Ϊ
1

χ

Μιιορεις Πραγματι να με ξεΠερασεις με εΠιχειρήματα λο­ γικα; Ήξερα ότι εισαι δυνατός, Πιο δυνατός αΠό όΠοιον αν­ δρα ειχα γνωρίσει μέχρι τώρα, αλλα τόση δύναμη, ικανή να αγτισταθει στο Παθος μου για σένα, ειναι δύναμη ανεξήγη­ τη. Δεν την ειχα υΠολογισει, δεν Πιστευα ότι υΠαρχει, δεν μΠορούσα να τη φανταστώ. Ούτε τώρα το Πιστεύω, αλλα τα λόγια Που λέει ο φιλος σου με κλονιζουν. Δεν μτιορεις να με ΠροσΠερασεις μόνος σού. Με τον Αγησιλαο μαζι ισως τα καταφέρεις, μόνος σου αΠοκλειεται. ­ Δεν θα σε ΠροσΠερασω, αΠαντησε ο Άγις. Μη το θέ­ τεις έτσι. Δεν Πρόκειται να ανταγωνιστούμε σε αγώνα δρό­ μου για να σε ΠροσΠερασω. Δεν θα γινει κατι τέτοιο. Θα ζή­ σομμε ο Καθένας τη ζωή Που μας έχει δοθει όσο μΠορούμε καλύτερα, αιιοζητώντας έτσι να Προσεγγισουμε το ειιιιιθδθ εκεινο της αρετής Που ειναι αΠαραιτητο για να ανεβούμε λι­ γο ψηλότερα, λιγο Πλησιέστερα στην κορυφή του ΟλύμΠου, ξεκινώντας αΠό τις υΠώρειες, Που βρισκόμαστε τώρα. Δεν θα βαδισουμε διΠλα διΠλα, όΠως εγώ με τον Αγησιλαο, θα βαδισουμε χωριστα, αλλα η κατεύθυνση θα ειναι κοινή. ΠρέΠει να το αντέξεις. Αν μετα το τέλος της σύντομης Πα­ ρουσιας μας στον κόσμο των θνητών τα συναισθήματα σου για μένα εξακολουθούν να Παραμένουν ιδια, τότε Πια θα ει­ μαστέ μαζι για Παντα. Αυτό ειναι όλο. ­ ΑΠορώ, ειΠε η Δήδα, γιατι μιλατε Παντα για τα δικα μου συναισθήματα, κι όχι για τα δικα σου. Για Ποιο λόγο μό­ νο τα δικα μου συναισθήματα ειναι σε αμφισβήτηση και ΠρέΠει να δοκιμαστούν; Δεν μΠορώ να το καταλαβω αυτό. ­ Σου το ειΠα έμμεσα, θα σου το Πω και αμεσα για να εί­ μαι σιγουρος ότι θα το καταλαβεις, ειΠε ο Άγις. Είναι τα δικα σου συναισθήματα Που κρινονται, εΠειδή μόνο εσύ

[Ώδ]

Πήνο νο ξοωονω ντο λίνο› νο μσω σο ονον κοσμο Ψοοτσίω τον κοσμο των σσνοτσθσμο­ των κοτ στον σ σοοοοσίο τοσ Ανσσίλοοτϋ το ομολονω› οοτσ σοο με οσονοωοοσ στην σοονμοττκοτητο­ Βμοίο οον οτμο­ στο μοθσμονοτ σε σσνοσσθσμοττκοο ωοοτίσσκο Λσοο­ Το αντιθετο. Δεν καταλαβαίνουμε, καν, τι σημαίνει αυτή η λε­
οΧοτο σσνοτσθσμοτοω οΧτ ονω­

ἶξ

σου είΠα ότι δεν κρίνουμε τα συναισθήματό σου, λαθος κό­ νεις. Να τα καταργήσουμε θέλουμε, όχι να τα κρίνουμε, να

φύγουν αΠό το μυαλό και να Περόσουν στο αίμα, αυτό θε­ λουμε να κανουμε, δεν θέλουμε να αισθανεσαι, θελουμε να ζεις, και γι” αυτό σου Προτείνουμε να ακολουθήσεις το μό­ νό όρόμό Πόμ όνόίγότόγ μῃόόότό όόμ7 Ἑό όρόμό της μῃό­

ξσ›σλοξσ«σσνοσσσΠσο­Βκσοω̃οοτοκομοοσοτσκωοσοτ οτο ντο οστον οκοτβωο το σΚοσο› νο οσοφοονοσμο οσλοοο
το σονοτσθσμοττσμσ νο σσοκοομο μονο σττο οτοτονοο των

μονήςκαιτηςεΠηωνήςκαιαυτόςοδρόμος,οβπομαΠκός
είναι ο μόνος Που μΠορεί να σε οδηγήσει στο αηοτελεσμα
Που Ποθείς. Ο Πόνος δεν είναι συναίσθημα, είναι καταστα­

ονωτοοσσ/ΚοτστοοοκονονοοτσολσΨΚήο›σοτσσοτοολλο­ Βίνστ οοονοτο νο ολλοξω τωοο­ Ολ σΧοσοτο μοοι οσωο σοσ
στσσ ο Ανσστλοοω στνοτ σΧοσστο βτωμοτσίοοτ βνοτνοσν

οσο μοκοοΧοονσ Κοτνσ σοοοίοβ
ντο

οΧτ

μέσο οσο σσνοτσθσμοτλομοι

οοτο οτνο] σΧοσοτο οσολστοο› σΧοσοτο οωομοτωσσο του ονοο οσο τον ολ­λο› σΧοσοτο οθτκτοο οσο τον Χοονο σ την τοσνωνσοῆσσμβοσκοτστο­Δσνμσοοοομσνοτμολωσοομο›
οον μσοοοοι̃­το νο σσνκοοοστοομο λσκτσίο σ σοοστσίοτ

ση.Δενεήναισκέῳη,εΝαιζωή.ΤἩ°αυτότονεπΠδκοκουμε σαν συνεκτικό ιστό αναμεσα σε δύο ανθρώηους Που θέ­ λουν να Πορευτουν μαζί. Η εΠιθυμία σου είναι ευλογημε­ νη αΠό τους θεούς, αν την εηιδιώξεις μ, αυτό τον τρόηο, τον βιωματικό, όχι τον συναισθηματικό. Αντίθετα, αν εΠι­ μείνεις στην Προσηόιθειό σου να ικανοΠοιήσεις την εΠιθυ­ μκισου·αὑρα,όμεσα,Προκαλώνταςο®εμενα­Πιδρασυκή αλλαγή ζωής Που ο Αγησίλαος σου Περιέγραιμε, τότε Πια θα
εήκηιήαεπΠθυμκιΠουεπηδποκεκη̨ναικανοτκηήσεκςμετρό­

ονοονοοτσ:σον”μονοοο κοτσον”μονοοο σοοοσομοστο στσ ζωσ›οΧλσον οσοοο Εσο›τωοο7σοοσσοθοσἔνο σοοω­ σωοσσοτο σο οοτή τη μονοοο› οθολο σοο θολοτο νο μοο οτ οτοοσοτω νο μοο οσονοωοοοτο οκοί σοσ ήμοστον σοτν οσο την σλσσο των σστο οτων› μονοο τοο ο Κοθ·­ονοο› ολλο οοτο› Λσοο› οίνοτ οκοτοοθωτο· Κονονοο θνστοο σον θο μσοοοοσο να το Πετύχει, μη στεναχωριεσαι, δεν είναι ΠροσωΠική σου
οσοτοΧτο› μην το κοτνοτο οτστ οσλωο σοοσοτ νο ονττλστ

ΠοἱΠονυσωκό,κιαυτόεγά›δενμΠορώιωιτοδεχθώ.Λα­
τρεία του Διόνυσου δεν υΠόρχει στη ΣΠόιρτη. Μέθη, μεθη συναισθηματική, κόθε είδους μεθη και αΠελευθέρωση των ενστίκτων εμείς δεν τα γνωρίζουμε. Δεν είμαι μαθημένος σε τέτοιον τρόηο ζωής, δεν τον ανέχομαι, δεν μΠορώ να τόν όκολόμθήσω Καταλαβαίνεις, ­ Καταλαβαίνω αυτό Που λες και ΠροσΠαθώ να τα κα­ τανοήσο›βαθύτερα,εσύ,όμως,δενκαταλαβαυ̃ωης,ότιφευ­ γόντόό με όφήνόγό μόνη ό° όνό Κόόμό ξόνό κόγ όΧθόμ‹ό› όνό
κόσμο ανδρικό, αδηφόγο για το κορμί μου και την ψυχή μου, ένα κόσμο αΠόμακρο για μενα και αιιρόσιτο, τον κό­ όμό Πόμ με ότόξε η μητόρό μόμ να ζω κό] εγώ τόν όμόόό­
[22?]

ωθοσἔοττσσνοντσσοοίωσλοονομτιονωτοοσ(σσοοσονο›τσ δύναμη δύο ανθρώΠων Που λειτουργούν σαν ένας, αλλό δεν
ηττσθσκοω οον οσοοΧ·°σ θομο νίκσο ο σττοο­ Αστο σου σοο λέω οτνοτ οττ σοοσοτ νο ολλοξοτο σοοοτο› νο εοωονοτο στνο σιγό αΠό το συναισθηματισμό Που σε βασανίζει, γι' αυτό
[22θ]

χθηκα μόνο από αναγκη. Παι̃α αρετή να εΐαδι̃ώξω εταμ Πώς θα βρω τη δύναμη να μααμεἶνωὲ Πώε. θα αε ακαλαμ·
θἡσω¿

λ


λα ε

Δεν χρείαζεταί να Κανει̃α τἴααεα αλλα Παρα να εἴααι̃ α εαυτός σου, να παραμείνείς αγνή στην ίμυχή καί αμόλμντη­
Η ιμυχή είναί το παν. Αν αμεα Παραμείνεί αννή› η Χρήση του σώματος, αναγκαία γία να επίβίώσείς κοίνωνίκα, είναί μέ­

­

εγώ θα συνεχίσω μόνος καί αυτός μαζί μ' εσένα. Δεν υπαρ­ χεί κανένα Πρόβλημα. Τρία χρόνία τον θεωρούσα πεθαμέ­ νο, αρα έχω συνηθίσεί πία στην ίδέα της μοναχίκής πορεί­
ας. Μην ανησυχείς γία μένα. Το δίκό σου παθος γία τον Άγί

Ϊ

γτ

Α

γεθος αδίαφορο. Μη σε απασχολεί. Κρατα την ιμυχή σου κα­ θορή οῃό το δηλητήρίο τηα αι̃αβαλήα, Ήι̃α εαι̃βαλήα νης ζή· λεγοςγ του εγωίσμοό ή της αλαζονείας καί συνέχίσε να αγα­
πας. Αυτό είναί όλο. Μϊίαρεἴα ανεῖα να με ακαλαμθήαεία· Αν

σηματοδοτεί ταυτόχρονα καί την απόσταση που σε χωρίζεί από αυτόν. Αυτή την απόσταση πρέπεί να καλύιμείς με τον τρόπο που σου υποδείκνύουμε, αν θέλείς πραγματί να ταυ­ ῃστεῖς μαζί του

ί

­ Καί τώρα είμαί ταυτίσμένη μαζί του, αλλα εσύ δεν το

ί

βλέῃείς
ζ

­ Δεν είναί έτσί καί θα σου δώσω ένα παραδείγμα γία να

το θέλείς φυσίκα. ­ Δεν υπαρχεί και̃υ̃ί αλλα Παμ να θελω Περι̃ααατερα­ Δ Τότε φαντάσου ότί είσαί τώρα επτα χρονών καί τώρα, μόλίς, αρχίζεί γία σένα η δίαδίκασία της εκπαίδευσης. Δεν

ἔὶ

ί

καταλαβείς τί εννοώ. ­ Σε ακούω, είπε, με φωνή, που είχε αρχίσεί πία να σβή­ νετ

μπορούμε να είμαστε μαζί αν δεν αμντανίαταύμε αι̃αν ἶαι̃α ρυθμό καί γία να γίνεί αυτό πρέπεί να κοπίασείς, να στε­ ρηθω̃ς κο] γο ῃογέσείς, όσο έχουμε πονέσεί εμείς. Αλλίώς
θα παραμείνουμε δύο ανθρωααι̃ ἔεναι̃­ Τα ερωτίκα Παθαα
λε

ί

Κ

παντα φευγαλέα όταν δεν αμνααεύει̃ι̃αί ααα Πανα ΨμΧήα› δεν αρκεί γία να ενώσεί μανι̃μα δύο ανθρώαααε­ Χρει̃αζεταλ κατί πολύ βαθύτερο καί μονίμότερο, κατί που το δίνουν μό­ γο ο πόνος καί ο χρόνος. ­ Αν κατί τέτοία αμμβεἶ. Ἡ θα ααανἶνει̃ α Ανι̃ι̃αἶλααα; ­ βγώ δεν είμαί αντανωνι̃ατήα. ααα. εΐαα­ Δεν μΠαρΧεί τέτοι̃ο θέμα Δεν ίίοθώ τον Αγί ερωτίκα γία να βλέπω εσέ­
να ανταγωνίστίκα­ Ο Ἀνκϋ όαωε εσύ είαερϋ είναί α αλλαε

Ν

Ν

Ξ

Αγίς είναί σ, ένα κλείστό δωμα­ τίο καί περίμένεί. Πού θέλείς να είσέλθείς στο δωματίο αυ­ τό, κρούείς τη θύρα καί ο Άγίς ρωταεί «Ποίος είναί», Τί θα οῃογτήσεία̨ ­ 'Γί ν' απαντήσω, είπε, χωρίς να προσέχεί πία τί ρω­ τούσα, έχοντας χασεί την επαφή με τη συζήτηση που κα­ ναμε. «βγώ είμαί, η Λήδα», θα πω. "Γί αλλο να απαντήσω; ­ Αυτή είναί πραγματί η μόνη απαντηση που μπορείς τώρα να δώσείς, αλλα, αν απαντήσείς έτσί, η θύρα θα πα­ ραμείνεί κλείστή. Ο Αγίς δεν θα ανοίξεί. ­ Γίατί; Εσύ τί θα απαντούσες στο ερώτημα «Ποίος εί­
γσί»¿

­ Ας υποθέσουμε ότί ο

μου εαυτός. Δεν είναί δμναεαν να Παθώ ταν εαμεα μου­ Η δίκή του ανέλίξη είναί δίκή μου χαρα καί δίκή μου ανέλί­ ξη ταυτόχρονα. Ανκαααι̃ι̃ε Χρει̃ααι̃ι̃εί να βααἴααμμε Χααρι̃αναί
[228]

Ϊ,

ζ

ί

Θα απαντοασα «Βίμαί εσύ» καί η θύρα θα ανοίγε αμέ­ σως. Ησό δεν μπορείς να κανείς ακόμα κατί τέτοίο. Βίσαί «εδώ» καί αυτός είναί «εκεί». νπαρχεί κενό αναμεσα σας, μί­ κρό κενό, αλλα κενό καί το κενό αυτό πρέπεί να γεμίσεί.

­

λ

[229]

Όχι με το συναίσθημα. Δεν αρκεί αυτό. Δεν μΠορείς να Πε­ τύχεις τίΠοτα έτσι. Η εΠιθυμία σου είναι ιερή, αλλα αΠοτε­ λεί μόνο την αφορμή για την Πορεία Που ΠρέΠει να ακο­ λουθήσεις. θα Περιμένεις και όλα θα γίνουν όΠως ΠρέΠει. Έμεινε στην ίδια θέση, με το βλέμμα της καθηλωμενο
στο οοῃοδο, ένα σωματικό ρακος, μια ύΠαρξη ρημαγμένη αΠό το χτύΠημα Που δεχόταν, με σκέψεις και συναισθή­ ματα ασυντόνιστα, σαν χαμένη, με αΠομειωμένη τώρα όλη

Ό

λι, όπως στην οοχἡ, ολλσ τώοο το μονολο ομορφο μοττο τησ,

υγρα Πια, είχαν χασει τη γαλήνη και την αταραξία τους. 'Γώ­ ρα Πλέον δεν κρυβόταν. Ήταν Παραδομένη. Στο βαθος των

την ΠερίλομΠρη Ομορφλἀ ΠΝ σον έναίζ λύΧνΟΩ ΠΟΠ ι̃3ρ8μ0· σβήνει, με το σώμα της συρρικνωμένο και το ΠρόσωΠό βουτηγμένα στην αΠόγνωση, ολόκληρη Πια ένας λυνμόἔ
ανεκδήλωτος. Γύρισα και κοίταξα τον Αγι. Ήξερε τι ΠρέΠει να κανει. Δεν την Πλησίασε, δεν την αγκαλιασε, δεν την φίλησε. Λόγια συμτιόνοιας ή συμΠαθειας, μόνο τον Πόνο της θα μεγαλω­ ναν. Η γυναίκα ζούσε ένα δραμα, για το οΠοίο ήταν αΠροε­ τοίμαστη. Η σταση του Άγι δεν ήταν γι, αυτήν Παρα μια αΠλή αΠόρριφη, ωραιοΠοιημένη κατω αΠό ΠερίΠλοκα λε­ κτικα σχήματα και Περίεργες αντιλήψεις. Για καθε γυναί­ κα έτσι θα ήταν. Όλα τα λόγια Που της είχαμε Πει, όλες οι
εξΙι̃νήσ8ι̃§› όλες Ο] δι̃ευκρι̃νίσεκι̃ δεν ήταν νι̃ο εκθίνη ἘΪΠΘ· τα αλλο Παρα λόγια, κενα και αδιαφορα, όΠως Παντα είναι τα λόγια, κατι Που εμείς ξέραμε καλα και Πιστευαμε αΠολυτα. Δεν μΠορούσε, όμως, να γίνει διαφορετικα. Αδύνατο να της εξηγήσουμε Πιο Παραστατικα ότι δεν υΠήρχε θέμα αΠόρρι­ ῳής, υττήρχε μόνο θεμα Προσαρμογης. Τωρα εΠρ8Π8 να Πε­ ριμένει και να αΠορροφήσει τον Πόνο της στέρησης. Μεγα­
λο μαθημα γι, αυτήν, μενόλθ Θμυόδι̃θ, ίσως Οξωέροστθ­ ΘΘ αντεχε· Δεν μΠορουσα να ξέρω. Ο Άγις βγήκε αΠό το δω­
7

.

,

ί

ἔὲ

.

ΑΔ

ματιο αθόρυβα. Μείναμε μόνοι, εγώ κι αυτή. Με κοίταζε Πα­
ί

ματιών της φώλιαζε Πια ο τρόμος, ολοκαθαρος τρόμος γι) αυτό Που είχε συμβεί και φόβος γι° αυτό Που θα ακολου­ θούσε. Θυμήθηκα τους κοιτώνες μας στον στρατώνα με την οτῃνρσφή «Ποτέ Πιο μόνοι», ονοοτημένῃ στοοο τοτχοοο Βγώ και ο Άγις δεν θα ήμασταν Ποτέ μόνοι, αυτή, όμως, θα ήταν. Την λυΠήθηκα και ενοχλήθηκα γι' αυτό. Όχι συναι­ σθηματισμός, είΠα μέσα μου. Αφού είναι αναγκαίο να γίνει έτσι, έτσι θα γίνει. Αυτός είναι ο μόνος δρόμος. Αλλιώς μέ­ νουμε Παντα δέσμιοι Παθών και συναισθηματων Που ικα­ νοΠοιούν Πρόσκαιρα, αλλα αΠοΠροσανατολίζουν μόνιμα. Δεν της ταίριαζε, αλλωστε, η λύΠη. Δύναμη είχε αρκετή. Αν ακο­ λουθήσει, σκέφτηκα, την Πορεία Που της υηοδείξαμε, της ΠρέΠει θαυμασμός, αν δεν την ακολουθήσει της ΠρέΠει κα­ τανόηση. ΑύΠη σε καμμία ΠερίΠτωση. Η Αήδα σηκώθηκε. Αργα, αλλα όχι σταθερα, βγήκε αΠό το δωματιο. Όλα είχαν τελειώσει. Αφησα να Περασει ένα μι­ κρό διαστημα και την ακολούθησα. Κατευθύνθηκε σε μια γωνια του κήπου καταφυτη. Ήταν Πια ημίφως. Πλησίασα αθόρυβα. Αναμεσα στα φυτα, αθέατη, η νεαρή εταίρα, μόνη Παλι σί ενα κοσμο εχθρικο, με τα οΠλα της αγαΠης της όλα εξουδετερωμένα, ανήμΠορη, εξουθενωμένη αΠό την αφύ­ σικη αναλγησία μας, είχε γονατίσει, κρατούσε σφιχτα το στομαχι με τα δυο της χέρια και έκανε, αθόρυβα, εμετό. "Γην αφησα εκεί μόνη. Χωρίς αχρηστα λόγια Παρηγοριας. Αυτό ήταν το σωστό. Τ'ια μια στιγμή την αγαΠούσα. Δεν ήξε­ ρε Πόσο. Αυτή αγαΠούσε τον Αγι και εγώ αγαΠούσα αυτήν για τον ίδιο ακριβώς λόγο. Όλα έγιναν όΠως έΠρεΠε να γίνουν.

οσοι
τ

ιεειι

κτ:‹1›ΑΑΑίο

τε

ΘΥΣι̃Α
«Κί αν έχεί Πίστέιμεί κανείς πως η αφαίρεση της Προστασίας των θεών εττίφέρεί καηοίο αυτόματη βλάβη, με τη θυσία τους Πείθεί καί εηαναφέρεί την ευμένείόι τους, οποτρέτίοντας τη στέρηση... Αν όμως γίνει μία ατελής θυσία, το αηοτέλε­ σμα φτανεί μέχρις ενός σημείου, αλλά δεν μπο­

ρεί να ττροχωρήσεί τταραΠέρα.»
ί

ΙΑΜΒΛΙΧΟΣ,

Περί μυστηρίων Α44,

Η 2ι̃Ο

ί

4

ί
ί

ί

1

ί

ί

ί
Ε

ί

Μ σίδος. Ο Μέτων συνοδευότον οτιό το γιο του. Ο Άγις

ειλ Αιιο λιτο εοτλεε ο Μετων. Μος ειδοιιοίησε ο Βρο­

μος σύστησε. Ο οστρολόγος εδειχνε νο βρίσκετοι σί ενο δι­ κό του κόσμο. Δεν ήτον στενοχωρημενος, ούτε τιονικόβλη­ τος. Φοινότον νο κοτονοεί τις εξελίξεις, χωρίς νο τις οτιο­ δέχετοι. Δεν έδειχνε τόσεις φυγής. Βρισκότον σε μιο κοτό­
στοση ελεγχόμενης σύγχυσης. Αυτή την εντύιιωση μου έδωσε. Γιο τη δική μου ιιορουσίο δεν έδειξε νο ενδιοφέρε­ τοι ιδοίτερο. Του ορκούσε ότι ήμουν οιιοδεκτός οι­ιό τον Ἀγι κοι τον Βροσίδο, τους οιιοίους θεωρούσε δικους του ον­ θρώτιους. Συγκεντρωθήκομε στην τροτιεζορίο, οφού τιλη­ σίοζε τιιο η ώρο του φογητου. Η Λήδο οιιουσίοζε. Ηίιιε στους υτιηρέτες ότι είνοι κουροσμένη κοι θέλει νο κοιμηθεί. Ίἰτσι, στο δείτινο, ιιορό την οτιωθητική οσμή της κόιιιορης, τιοροκοθήσομε ο Μέτων, ο γιος του, Αντισθένης, ο Άγις, ο Βροσίδος κοι εγώ, όλοι με χομηλωμενο βλέμμο κοι λιγομί­ λητοι, ο κοθενος γιο τους δικούς του λόγους. Ο Μετων σκε­ φτότον, ιιροφονώς, τις συνετιειες της ιιρόιξης ιιου σχεδίοσε οστρολογικόι, ο Αντισθένης, νεορός στην ηλικίο, είκοσι ενός ετών μόλις, ονολογιζότον τη μοίρο ιιου τον Περίμενε στη Σι­ κελίο, ο Βροσίδος ξεροντος ότι θο φεύγομε την όλλη μέρο, ήτον τορογμενος γιο την ειιιστροφή στη Σιιόρτη, μετό οτιό τρίο χρόνιο, ο Άγις ονομετρούσε τις δυνόμεις του κοι την
[235]

αντοχή του σε σχέση με τη Λήδα και εγώ σκεφτόμουν, για μία ακόμη φορό, ότι ασφαλέστερη τελικό οδός στη ζωή εί­ ναι η μοναχική, χωρίς εξαρτήσεις αΠό κανέναν, κατι αντί­ θετο με όλα όσα είχα ζήσει μέχρι τότε και όσα είχα διδαχτεί, γεγονός Που με ενοχλούσε αφανταστα. Κλεισμένος, έτσι, ο καθένας μας στον εαυτό του, Περιμέναμε κόΠοιον να αΠό­ σει την σιωΠή, κόΠοιον να μιλήσει, για να ξεφύγουμε λίγο αΠό τη βαρυθυμία Που μας τύλιγε και μας έΠνιγε σαν βρόγ­ χος. Μίλησε Πρώτος ο Βρασίδας, ο λιγότερο βαρύθυμος αΠ®
όλους. ΑΠευθύνθηκε στον Μέτωνα ρωτώντας τον: Ε]Πιτυχία ή αΠοτυχία; Πώς θα χαρακτήριζες, τελικό, την ενέργεια σας; Πετύχατε το αΠοτέλεσμα Που θέλατε;

­ Θα σου αΠαντήσω. Εἶίχαμε υΠολογίσει ότι η ενέργεια
μας είτε θα εκτιμηθεί αΠό τους Αθηναίους σαν κακός οι­ ωνός, σαν μήνυμα των θεών για τη ματαίωση της σικελικής

­

εκστρατείας, είτε θα εκληφθεί αΠό τους θεούς σαν ύβρις ΤΠΕ: Πόληα, ααναλικα, και θα οδηγήσει στην καταστροφή ταα εκατρατευτικού μας σώματος στη Σικελία, αφού δεν μηαραί να είναι όλλη η αΠόντησή τους. Αν, δηλαδή, οι όν­ θρωΠοι, οι Αθηναίοι, αΠοτύχουν να εκτιμήσουν σωστό το μέγεθος και τη σημασία της ιεροσυλίας, ματαιώνοντας την εκστρατεία, υΠοχρεωτική θα είναι η Παρέμβαση των θεών και η αΠοτυχία της εκστρατείας λόγω ύβρεως. Αυτό ήταν
το σχέδιο.
'

Αξιζε τον κόΠο η θυσία τόσων ανθρώΠων; ­ Η ειιιτυχίο ή αηοτιιχία, όῃωα καθετί άλλο στη ζωή, 8ι. ναι ζήτημα εκτίμησης, ζήτημα Που μΠορεί να εξεταστεί μό­ νο υΠοκειμενικό, αΠόντησε αυτός. Η δική μου γνώμη είναι
ότι όσα σχεδιόσαμε Πέτυχαν Πέρα για Πέρα. Πρώτα αΠ° όλα, ο ακρωτηριασμός των Ερμών ολοκληρώθηκε και όλες οι κεφαλές καταστράφηκαν, εκτός αΠό μία. Αυτό το σκέλος ήταν εηιτυχημένο αιιόλυτα, αλλα δεν φανταζομαι ότι ρωτός γι, αυτό. ­ Όχι, ρωταω για τις συνέΠειες της Πρόξης, ως Προς την αΠοτροΠή της σικελικής εκστρατείας και για την αΠοκό­ λυιμη εξήντα, αν δεν κανω λαθος, δικών σας ανθρώΠων, όλ­ λοι αΠό τους οΠοίους έχουν ήδη συλληφθεί και Πιθανότατα θα εκτελεστούν, ενώ όλλοι διέφυγαν και θα ζήσουν εξόρι­ στοι για την υΠόλοιΠη ζωή τους, μακριό αΠό τις οικογένει­ ές τους και την Πόλη τους. Γι' αυτό τα δύο σκέλη της εΠι­ χείρησης ρωταω/Βγιναν όΠως είχαν ΠροϋΠολογιστεί, Είναι σύμφωνα με τους αρχικούς σας σχεδιασμούς;

­ Η Πρώτη εΠιλογή σας, η ματαίωση, δηλαδή της σικε­

λικής εκστρατείας, δεν φαίνεται ότι μΠορεί να υλοΠοιηθεί
Πια­

_ Πραγματι. Οι δημρκρατικοί ενδιαφέρονται Περισσότε­
ρα για τη αωτηρία της Δημοκρατίας, Παρα για τη σωτηρία της Πόλης. Έὶτσι, δεν ασχολήθηκαν καθόλου με την ορθή ερμηνεία της Πρόιξης μας. Το μήνυμα «Μηδέν όιγαν», Που ΠροσΠαθήσαμε να τους στείλουμε με τελετουργικό και μυ­ στικιστικό τρόΠο, δεν έγινε αντιληΠτό ή έγινε αντιληΠτό και αγνοήθηκε.

Α

τ

Α

`

Δεν Θἶναι̃ φϋαι̃κό αυτό; ρώτησα­ Δεν είναι Φυσικό να αγνοήσουν ένα μήνυμα ολοφόνερα κατασκευασμένο αΠό ταας Παλιτικσύς τους αντιΠαλους, όχι σταλμένο αΠό τους θεούς, ένα μήνυμα Που θα μΠορούσε να εκφραστεί λεκτι­ κα, με ευθύτητα, όχι ιεροτελεστικό, με αΠόκρυφο τρόΠο, ­ Βκφρόιστηκε λεκτικό και τίΠοτα δεν έγινε. ­ Αφού το αγνόησαν τη μία φορό γιατί να μη το αγνοή­ σουν και την εΠόμενη,
Π

ιεεει

ιεειι
ι

­ Δεν είναι το ίδιο. Η δύναμη του εκφραστικού μέσου εί­
ναι Πολυ διαφορετικη τωρα. Δεν θα εΠρεΠε να το αγνοησουν. ηηοτί όχκ
»
»

κ

κ

κ

. . , . . αρνητικα, τους θεους και ζηταμε τη δικη τους συνδρομη » κ » για τη ματαιωση της εκστρατειας. Η Παρεμβαση τους ει­ ναι αναΠόφευκτη. Κλήθηκαν, με τον καταλληλο τρόΠο, αρα θα ανταΠοκριθούν. Κλήθηκαν Προσβλητικα, αρα αντίστοιχη και Πολύ Πιο έντονη θα είναι η Παρέμβασή τους. ΌΠοιες, μικρές έστω, Πιθανότητες εΠιτυχίας και αν είχε η εκστρα­ τεία, τώρα έχουν εκμηδενιστεί. ΌΠοιος είναι μυημένος στα Ελευσίνια Μυστήρια το καταλαβαίνει αυτό καλα. Η ύβρις θα αΠαντηθεί. Δεν μΠορώ να εξηγήσω Περισσότερα, ούτε Πρέ­ Πει, αφού μιλαω σε αμύητους. ς ς ­ Μα, ειναι μια υβρις στοχευμενη, μια υβρις υΠολογι­ σμένη, όχι ύβρις αλαζονείας ή ματαιοδοξίας, αλλα ύβρις σκοΠιμότητας. Είναι σαν να ΠροσΠαθείτε να εξαναγκασε­ τε τους θεούς να συμμαχήσουν μαζί σας. Το θεωρεις εφι­ κτό; ­ Είναι εφικτό για δύο λόγους. Πρώτα αΠ' όλα έχει Προ­ σφερθεί θυσία. Οι 60 ανδρες, Που αναφέρατε, και μερικοί ακόμα Που καταγγέλθηκαν ή θα καταγγελθούν, είναι το αναγκαίο τίμημα για το όφελος Που Προσδοκούμε. Οι αν­ δρες αυτοί είναι αξιοι καθε τιμής. Όλοι ήξεραν ότι υΠήρχε κίνδυνος αΠοκαλυιμης και όλοι αΠοδέχθηκαν τον κίνδυνο, γιατί δεν ανέχονταν να βλέΠουν την Πόλη τους έρμαιη στις κ διαθέσεις ενός όχλου αχαλίνωτου και χυδαίου. Ξέραμε οτι θα συμβεί αυτό, το ξέραμε όχι μόνο αστρολογικα, αλλα και με βαση την κοινή λογική. Καταβαλαμε καθε δυνατή Προ­ σΠαθεια για να μειώσουμε τον αριθμό όσων τυχόν αΠοκα­
»
»

­ ΕΠειδή γνωρίζουν Πια ότι εμείς εΠικαλούμαστε, έστω

Σ

,.ὲ

.

ι


­

θα
Ε

`

Ζ

η

λυφθούν και φαίνεται ότι το Πετύχαμε, αλλα η θυσία μερι­ » κ κ κ κών δεκαδων, ηθελημενη και αΠοδεκτη αΠο εμας ολους, ει­ ναι η συνεισφορα εκείνη Που κατοχυρώνει την Πραξη μας στα ματια των θεών. Το αίμα των συλληφθέντων είναι το » | | | | Προσκλητηριο για τη θεϊκη Παρεμβαση. γστερα, υΠαρχει κ κ κ κ και κατι ακομα. Οι θεοι δεν θα Παρεμβουν εξαιτιας της δι­ κής μας ύβρεως, Που είχε χαρακτήρα αΠοτρεΠτικό και Πα­ ρακλητικό, ήταν σκοΠευμένη, όΠως λες, αλλα εξαιτίας της συνολικής ύβρεως, Που χαρακτηρίζει την Πόλη ολόκληρη. ­ "Γι εννοείς, ­ Εννοώ ότι η Αθήνα διαΠραττει τώρα διΠλή ύβρι. Πρώ­ τον, ξεκιναει μια εκστρατεία Που είναι ολοφανερα Πανω αΠό το όριο Που το μέτρο εΠιβαλλει, κατι Που εμείς τονί­ σαμε με τη φραση «Μηδέν αγαν». Η υΠέρβαση του μέτρου, όΠως ξέρεις, είναι Παντα ύβρις και Παντα τιμωρείται. 'Ρο δεύτερο είναι ότι η Πόλη έχει διχαστεί βαθια, σε δύο μερί­ δες Πολιτών, τους δημοκρατικούς και τους ολιγαρχικούς, » κ Που αλληλομισουνται βαθυτατα. Ενω ειμαστε σε Πολεμο με τους ΠελοΠοννήσιους, εμείς Προστιαθούμε ο ένας να βγα­ λει το ματι του αλλου, κατοχυρώνοντας την Πολιτική του Παραταξη για το χρονικό διαστημα Που θα ακολουθήσει τη λήξη του Πολέμου. Κανένας δεν ενδιαφέρεται Πραγματικα για τη νίκη ατιέναντι στη ΣΠαρτη. Ενδιαφερόμαστε για την εΠικρατηση της Παραταξής μας, μόλις ο Πόλεμος τελειώσει, είτε με νίκη είτε με ήττα. Αυτή είναι μια Πρωτοφανής υΠέρ­ βαση του μέτρου, αΠίστευτα μεγαλη ύβρις και δεν μΠορεί κ να μεινει ατιμωρητη.
»

×

×

×

×

×

×

»

Η

­ Άρα; ­ Άρα, η σικελική εκστρατεία όχι μόνο θ, αΠοτύχει, αλ­
Μ
Θ,

οΠΟτύΧ8λ

με τρόΐίο Ποτωἰώδη
Ρ239]

ΚΟ"

Ολέθρι̃ο Υπ] την Πό·

ιεεει

ι

­ιι

λη. Δεν Πρόκειται μόνο για τη δική μου αστρολογική εκτί­

μηση, αφού οι αστρολογικές εκτιμήσεις είναι κι αυτές υΠο­ Κ8ι̃μ8νι̃ΚέΩ„ όΠωΩ Κ(1θ8ι̃Ξἶ ΕΟ Ονθρώῖιι̃νθ, αλλά για κάτι ΠΟ­ λύ Περισσότερο, για βεβαιότητα Πρόκειται ως Προς την αΠαντηση των θεών, μια αΠαντηση αναγκαία, ανελέητη και αναΠότρεΠτη. ­ ῖἶισύ τι θα κανεις; ρώτησε ο Ἀγις. ­ 'Γι να κανω; αΠαντησε αυτός. βγώ έχω Περασει Πια την ηλικία στρατευσης. Θα μείνω εδώ και θα Παρακολουθώ ανήμΠορος την καταστροφή Που θα φέρει η μωρία των δή­ μοκρατικών. Ο γιος μου, όμως, θα Πληρώοέι βαρύ τίμημα, αν δεν κανω κατι για να τον βοηθήσω. ­ 'Γι μΠορείς να κανεις, _Έχω σκεφθεί κατι Πολύ ακραίο, Παραλληλα, όμως, Πο­
λα αααταλααμαααία­ Μι̃α μέρα αρα/ ξακλνἡααλ η ακατραἙαία›
θα βαλω φωαα α, αααή την ανραααα κα] θα την καψω αλα­ Κληρη. Αφθύ, έἙσι̃, ΚΟἙ0σἘρέψω ένθ Οημθνι̃ι̃κό Π8ρΙΟΠΟι̃Ο­

Ξ

γ

ἶ®

κό μου στοιχείο, θα Παρουσιαστώ στους στρατηγούς, θα διεκτραγωδήαω την κακαι̃ϋχΐα μου Καλ θα τους ζητήαω να αΠαλλαξουν το γιο μου αΠό τις στρατιωτικές του υΠοχρ8­ ώσεις, για να μΠορέσει να με βοηθήσει σέ αυτή τη δύσκολη στιγμή. Για να γλιτώσω τη ζωή του Παιδιού μου, θα κατα­ στρέψω την αγροικία μου. Χωρίς θυσία, δεν μΠορείς να αλ­ λαξεις το Προδιαγεγραμμένο και εγώ αυτή τη ούγκεκριμέ­ γη Θυσία θα Προσφέρω στους θεούς για να αΠ0φύγω ταν Πιθανότητα θανατου ή αιχμαλωσίας του γιου μου στη Σι­ κελία. Πολύ λίγοι θα γυρίσουν αΠό εκεί. 'Γο δείΠνο είχε τελειώσει. Το ίδιο και η συζήτηση. Δεν εί­ χΟμ8 Π όλλθ να ΠΟύμ8 μ8 ἘΟν Μέι̃ωνα. Οι Πληρ0φΟρἶ8ς ΠΟΠ έδινε δεν είχαν στρατιωτική αξία/Ηταν εκτιμήσεις, αστρο­
[Ζ­ΙΟ]

χ

Δ
θα

λογικές ή μυστικιστικές, αλλα σε καθε ΠερίΠτωση, μόνο εκτιμήσεις. Γεγονότα δεν υΠήρχαν. Άρα, δεν είχε νόημα να Χαγοη̨με αλλο τον κοιρο μοο_ Ζητήοομε εογεγικα την αδειο του για να αΠοσυρθούμε στα καταλύματα μας και μας την έδωσε με μια κίνηση του χεριού. βγώ και ο Βρασίδας Πή­ γαμε στο δωματιο Που χρησιμοΠοιούσαν με τον Άγι, ενώ ο Άγις ζήτησε τη συγκαταθεση του Μέτωνος για να κοιμηθεί στο δωματιο της Λήδας. Ο Μέτων, κατακοΠος και Προβλη­ ματισμένος αΠό τις εξελίξεις, του είΠε ότι δεν είχε ούτε την εΠιθυμία ούτε τη δύναμη να συνευρεθεί με τη Λήδα τη βρα­ δια αυτή, αρα δεν υΠήρχε καμμια αντίρρηση γιί αυτό Που ο Ἀγις ζητούσε. Βίδα τον Ἀγι να αΠομακρύνεται. Δεν ανησύχησα. Κίν­ δυνος λοξοδρόμησης για το φίλο μου δεν υΠήρχε Πια. Ήταν, Παλι, όΠως Πριν αΠό την Παραδοση στη Σφακτηρία. Αγέρωχος, αΠοφασιστικός, ανελέητος με τον εαυτό του, όρο σκληρός: με τους όλλοη̨ο, ένος Σῃορτιότης: «όμοιος», ότιως όλοι μας. Ούτε λόγια συμΠόνοιας θα της έλεγε, ού­ τε θα δοκίμαζε να την Παρηγορήσει. Ρια Ποιο λόγο να το κα­

νει/Ηξερε ότι δεν υΠαρχει ανθρωΠος αξιολύΠητος. «Μη λυ­ Παστε κανέναν» μας έλεγαν, κι αυτό δεν αφορούσε μόνο τη
μαχη, αφορούσε τη ζωή γενικα. «Μη λυΠαστε κανέναν και Πρώτα αΠό όλα μη λυΠαστε τον εαυτό σας, γιατί η λύΠη εί­

°

ναι συναίσθημα και το συναίσθημα διαστρεβλώνει την Πραγματικότητα. Μη λυΠαστε κανέναν, γιατί ο καθένας έχει τη μοίρα του και Ποιοι είστε εσείς Που θα λυΠηθείτε γι, αυ­ τό Που σχεδίασαν οι θεοί; Μη λυΠαστε, γιατί ο Πόνος του αλλου μΠορεί να είναι και η σωτηρία του και αξιοζήλευτο είγοι οη̨τό, όχι οξιολύῃητο_›› Γι, οη̨το ο Άγιο θο οτιοχοιρε­ τούσε τη Λήδα Περνώντας ένα βραδυ μαζί της, χωρίς να

[2­ίι̃]

καμφθεί, χωρίς να υΠοκύφει στα λόγια της, τη σαγήνη της,
τα θελνητρα τησ› Χαίρίσ να αφεθεί στα ματαία Καί Πρα­ σβλητίίία νία εκείνη σίίναίσθημα τησ λαΠησ­ Ήταν Πία ατραατασ› ανίκητασ αΠα αίίτην› τα εβλεΠα ξείίαθαραν σφί· Χτανκαλίαζαταν με τη Σείρηνα Χωρίσ να ενκαταλείΠεί τα τα­ ξίδι για την ίθακη, ακολουθούσε ακλόνητος τη δική του Πο­ ρεία, στο Πλοίο με τους συντρόφους, ανέγγιχτος αΠό το τραγούδι, αν και αδετος, με τα αυτια ελεύθερα, ακολου­
ία

σταση. Παρ“ ολα αυτα, ο Ἀγις για να μας διασφαλίσει και αΠο αυτή την ελαΧιστη Πιθανότητα κοιμηθηκε μαζί τησ Προσφέροντας της, Παραλληλα, χαρα σωματική, Που γι' αυ­

τόν ήταν ΠανομοιότυΠη με καθε αλλη φορα, γι, αυτήν, όμως, ήταν Πέρα για Πέρα σημαντική και ιδαίτερη. ­ 'Γι έγινε; τον ρώτησα. ­ Αυτό Που υῃέθεω Κω κόῃ Πσροῃόνω

­Δῃλοδή;
ι

θαίίσε Πία μανα τη δίκη ταμ Παρεία Καί ηταν η Σείρηνα Παμ θα ανανκαζαταν να αλλαξεί τη αίκη τησ ίίατείίθμνσην να Πα· ίμεί να τραναμαα τα τραναααί τησ Πλανησ› να Πεσεί στη θα· λασσα, να κολυμΠήσει στα βαθια, μόνη, ακολουθώντας ένα Πλοίο Που αΠομακρυνόταν Πλησίστιο, χωρίς ο Ἀγις να κοι­

ί

Ζ

1

ι

λ
ζ

­ΈἔΧει καταρρεύσει τελείωσ. Αν κοιταξεισ τα ματια τησ› βλεΠεις τη φλόγα της ζωής έτοιμη να σβήσει. Έχει κοΠεί η ανασα της. Είναι τρομαγμένη. Αισθανεται μόνη και αΠρο­ στατευτη. _ Δεν είναι, όμως, οξι̃ολύῃητη Δεν τη βλέῃεγς έτσι

ταζεί Πίσω, ααίαφαρασ νία α›τί είΧε ηαη σμμβεί› βεβαίασ νία την Κρίση ταμ› βεβαίασ νία την αΠαφαση ταμι Χωρίσ ενααίι ασμό, χωρίς οίκτο, σίγουρος ότι ακολουθεί το δύσβατο δρό­ μο της αρετής, ένα δρόμο μακρύ και εΠίΠονο Που η Λήδα, αν ηθελε, μπορούσε και αυτή να ακολουθήσει.
Ξημερτασε­ Βταίμαστηκαμε­ Ο Άνίσ ηρθε στα αωματία μασ› ακμαίασ Καί αίίαμΠτασ› ατίωσ ακρίβώσ ηξερα ατί θα εί·
ναι­ Μεναντασ αλα τα βρααμ με την Ληαα αΠετρεΠε καθε Πραατίτίκη αμτακτανίασ τησ› κατί Παίί αεν θελαμε σε Καμ·

­ Όχι, κανένας δεν είναι αξιολύΠητος. Θα το ξεΠερασει.
μιιορει να βγει
αΠ, αυτην ισχυ­

ι
ί

Θα αντεξει τη δοκιμασια και

ρότερη. Το εύχομαι και το ελΠίζω.

λ.

γ

­Έἱκλαιγε, ­ Όλη την νύχτα/Εὶκανε έρωτα με δακρυα στα ματια και
ί

ι

μία ΠερίΠταίση· Παραλληλα› αμωσι αΠετρεΠε Καί τη μίκρη› έστω, Πιθανότητα καταδοσής μας στις αθηναίκέα αρχέσ, νία λόγους αντεκδίκησης. Είχαμε ακούσει ότι το ερωτικό Πα­
θασ μΠαραασε να φτασεί σε ακρατητεσ› αεν Πίατεααμε›

όταν τελειώναμε ξεσΠούσε σε λυγμούς ακατασχετους. Δεν μΠορούσα να τη συνεφέρω. Ό,τι και να της έλεγα οι λυγμοί συνεχίζονταν μέχρι Που κουραζόταν Πια και εΠεφτε αΠοκα­ μωμένη στην κλίνη. Κοιμόταν για λίγο ή μαλλον Παραδερνε μεταξύ ύιινου και εγρήγορσης, τιναζόταν βίαια αΠό όνειρα βασανιστικα και με Παρακαλούσε, Πότε με τα λόγια, Πότε με το βλέμμα, να ολλόξω γνώμη κο" νο την ῃάρω μαζί μου στη
ΣΠαρτη. Δεν γίνεται αυτό της έλεγα, δεν μΠορώ να εΠιστρέ­ ιμω στην Πόλη μου μί εσένα μαζί, ΠρέΠει να με καταλαβεις,

όμως, ότι αυτή ηταν η Περίητωση τησ Ληαασ› αΧί εΠείαη τα Παθασ τησ ηταν αμελητεα› Καθε αλλα μαλιστα, αλλα εΠεί°
αη Κρίναμε ατί θα ηθελε να Κανεί κακα μανα σ, μεναι αΧί

σταν Άντ κατί› Παμ› αμαίσν ηταν αδύνατα σί αμτη την Περί·
[242]

είναι κατι το αδιανόητο για μας, αν με αγαΠας όσο λες, Πρέ­ Πει να έρθεις λίγο στη δική μου θέση, να αντιληφθείς ότι για μένα αυτό Που ζητας είναι Πέρα για Πέρα αδύνατο, μου ζη­
[243]

τας να αλλαξω ζωή και δεν μπορώ να το κανω αυτό, «τότε να αλλαξω εγώ ζωή» μου απαντούσε, αλλα της εξηγούσα ότι αυ­ τός, ακριβώς, είναι ο δρόμος στον οποίο την κατευθύναμε, να αλλαξει ζωή τής υποδεικνύαμε, αλλος τρόπος δεν υπαρ­ χει, αν θέλει να είναι καποτε μαζί μου πρέπει να αλλαξει τον τρόπο της σκέψης της, να αλλαξει τις συνήθειές της, να κα­ τανοήσει ότι υπαρχουν ανδρες πιο ισχυροί από κείνη και αυ­ τα όλα δεν γίνονται από τη μια μέρα στην αλλη, θα περασουν χρόνια και χρόνια υπομονής και προσπαθειας, αλλα αν τα κα­ ταφέρεις, της έλεγα, ο Αγησίλαος σου εξήγησε ποιο θα εί­ ναι το μέλλον, ο δρόμος του Ορφέα και της Ευρυδίκης είχε τραγική καταληξη γιατί ο Ορφέας γύρισε να κοιταξει την αγαπημένη του πρόωρα, αυτό θέλεις να κανω κι εγώ για σέ­ να, τη ρωτούσα, δεν σε ωφελεί κατι τέτοιο, διδαξου από το μύθο, διδαξου, αγωνίσου και αναμεινε. Αυτα τα λόγια της έλεγα, αλλα ξέρεις ότι τα λόγια πολύ μικρή αξία έχουν, έδει­ χνε να τα κατανοεί πρόσκαιρα και αμέσως μετα με αγκαλια­ ζε και παραδινόταν παλι σε λυγμούς εξοντωτικούς/Ετσι πέ­ ρασε όλο σχεδόν το βραδυ. Αίγο πριν ξημερώσει κοιμήθηκε εξαντλημένη και μπόρεσα να κοιμηθώ κι εγώ. ­ Δεν πιστεύω να της έδωσες υποσχέσεις που δεν μπο­ ρούν να τηρηθούν; ­ Καμμία υπόσχεση. 'Γι υπόσχεση να δώσω; Σ' αυτή τη ζωή δεν μπορεί να υπαρξει δικαίωση γι” αυτήν. Είναι ξε­ καθαρο. Πρόκειται για αγαπη ματαιη, αδιέξοδη κοινωνικα.
Π

7

σει. Άλλωστε, εμείς θα φύγουμε βαδίζοντας γρήγορα και θα έχουμε περασει τα όρια της Αττικής, πριν αυτή προλα­ βει να φτασει στην Αθήνα. ­ Ναι, δεν νομίζω ότι υπαρχει τέτοιος κίνδυνος. 'Το λο­

Α,

γικό είναι να μείνει εδώ. 'Γι να έρθει να κανει στα Μέγαρα; Δεν θ, αλλαξει τίποτα γι) αυτήν και το ξέρει. Καλύτερα ο αποχωρισμός μας να γίνει εδώ, σζ ένα περιβαλλον που της είναι οικείο. θα αντέξει ευκολότερα το πλήγμα εδώ, παρα
στα Μέγαρα.
¬

­ Ενδιαφέρεσαι παντα, βλέπω.

Ενδιαφέρομαι. Δεν τη λυπαμαι, αλλα ενδιαφέρομαι. Δεν μου έχει κανει, αλλωστε, καποιο κακό. Εγώ μπορεί να της έκανα κακό, εκείνη όχι. Γι' αυτό ενδιαφέρομαι. Δεν εί­
ναι παραλογο.

­ Σωστα, είπα. Ορθό και δίκαιο είναι αυτό που λες, αλ­

λα πες μου κατι ακόμα: ήταν καποια στιγμή εκνευρισμένη
ἶέ

μαζί σου, εξοργισμένη, κακιωμένη, σου επιτέθηκε φραστι­ κα, σε κατηγόρησε, σε πρόσβαλε, ­ Όχι. Καθόλου. Δεν υπαρχουν αυτα. Το βλέμμα της ήταν καθαρό και απαλλαγμένα από καθε τέτοια εικόνα, η έκφρασή της ήταν παντα παρακλητική και παραπονετική, όχι επιθετική. Στα ματια της έβλεπα μόνο αγαπη. ­ Μήπως κανεις λαθος; ­ Όχι, δεν κανω κανένα λαθος. ίΕτσι ήταν όπως σου το
λέω.

Υ

'Γι να υποσχεθώ;

­ Ξύπνησέ την τώρα, γιατί πρέπει να φύγουμε. Αν δεν

­ Περίεργο, είπα. Πολύ περίεργο. Εγώ θα μπορούσα να

3

θέλει να έρθει μέχρι τα Μέγαρα δεν πειραζει. Κίνδυνος απο­ καλυιμής μας δεν νομίζω ότι υπαρχει. Η καταδοσή μας εί­ ναι το τελευταίο που θα μπορούσε τώρα να την απασχολή­

φερθώ έτσι σ' εσένα και εσύ σε μένα, αν βλέπαμε ότι ο αλ­ λος μας προδίδει, μας εγκαταλείπει. Αυτή πώς τα κατα­ φέρνει; Πώς καταφέρνει να είναι το βλέμμα της τόσο αγνό, αρα η ψυχή της αγνή, γεματη αγαπη, σε μια τέτοια περί­

[επι
νι

ιελτι

ι

σταση; 'Το γυναικείο ΠαράΠονο μεταλλάσσεται γρήγορα σε εηιθετικότητα. βγώ αυτό ξέρω. Πώς αυτή δέχεται μια τέ­ τοια αΠώλεια χωρίς οργή, Είναι ανεξήγητο. Τώρα Που το λες, και μένα ανεξήγητο μου φαίνεται. Μηορεί να γεννηθεί τόσο γρήγορα Πραγματική και βαθιά αγάΠη σαν αυτή Που αναητύσσεται ανάμεσα σί εμάς έΠειτα

­ Έτσι νομίζω. ­ θα Περιμένουμε, λοιΠόν, και
17

θα δούμε για Πόσο διά­

­

,

Λ

αΠό τόσα και τόσα χρόνια συμβίωσης και τόσες δοκιμασίες; Αν γίνεται αυτό, είμαι βέβαιος ότι η Λήδα θα Περάσει αλω­ βητη τη δοκιμασία του χρόνου και της αΠόστασης. ­ ΜΠορεί, είΠα. Η γυναίκα αυτή με έχει εκηλήξει αφά­ νταστα. Βίναι δυνατή, αλλά Παράλληλα αγνή, συνδυασμός σΠάνιος, για να μη Πω αδύνατος, αφού εμείς ξέρουμε κα­ λά ότι η δύναμη, αν μείνει ανεξέλεγκτη, φέρνει αλαζονεία και η αλαζονεία δεν ελέγχεται, είναι ανεξέλεγκτη σαν τον Πανικό και γεννά διαστροφή, απομακρύνοντας κάθε ίχνος αγνότητας. Λυτή είναι νοήμων, είναι καλλιεργημένη, είναι έμΠειρη κοινωνικά, αλλά Παράλληλα, μου λες ότι διατηρεί σζ αυτή τη δύσκολη Περίσταση το βλέμμα της καθαρό και αμόλυντο αΠό την εηίδραση της κακίας. «Κακία» λεγόταν η μία αΠό τις δύο γυναίκες Που συνάντησε στο δρόμο του ο Ηρακλής, μην το ξεχνάμε. ­ Ακριβώς. Βμφανίστηκε, όμως, μΠροστά του με το ψευδώνυμο «Βυδαιμονία». ­ Ναι, και η άλλη γυναίκα λεγόταν «Αρετή». Άρα η αρετή είναι το αντίθετο της κακίας και όΠοιος δεν ακολουθεί τον ένα δρόμο, το δρόμο της κακίας, λογικά ακολουθεί το δρό­ μο της αρετής. ­ Σωστά. Άρα αν ή Λήδα δεν μιιορεί να δείξει αυτή τη στιγμή την Παραμικρή κακία αΠέναντί μου σημαίνει ότι, ως Προς εμένα, ακολουθεί το δρόμο της αρετής.

°

5

στημα θα μΠορέσει να σταθεί Πάνω σ' αυτό το δρόμο, Που εμείς ξέρουμε καλά Πόσο δύσβατος είναι. ­ Θα δούμε, είΠα. Ήμασταν έτοιμοι για αναχώρηση. Ο Βρασίδας, Πιο έτοι­ μος αΠό όλους, είχε τακτοηοιήσει τα Πράγματα όλων μας, αφού αυτές οι συζητήσεις σχετικά με τη Λήδα τον άφηναν αδιάφορο. Μας Περίμενε στον κήΠο. ΠροσΠάθησε να βρει το Μέτωνα για να τον αηοχαιρετήσουμε, αλλά οι υΠηρέτες του είΠαν ότι κοιμαται. Ο Άγις Πήγε να αΠοχαιρετήσει τη Λήδα. ΜΠήκε βιαστικά στο δωμάτιό της και βγήκε ύστερα αΠό λίγο. Πίσω του φάνηκε η Λήδα. Έμεινε ακίνητη στη θύρα κοιτάζοντας Προς εμάς. Το βλέμμα της ήταν αΠλανές, σαν χαμένη έμοιαζε, το ΠρόσωΠό της καταρρακωμένο αΠό τη στεναχώρια και την αύΠνία, η ύΠαρξή της όλη ρημαγ­ μένη. Ο Ἀγις Προχώρησε Προς την έξοδο της αγροικίας χω­ ρίς να κοιτάξει Πίσω, Προσηαθώντας, για να Παρομοιάσω τα μικρά Προς τα μεγάλα, να αΠοφύγει το θανάσιμο λάθος του Ορφέα στον Άδη. Ο Βρασίδας τον ακολούθησε. Ο Άγις βά­ διζε με το κεφάλι ψηλά, χωρίς ίχνος ενδοιασμού στην κί­ νησή του, με τη σκληρότητα και την αδιαφορία Που είχα­ με όλοι στο βλέμμα όταν αρχίζαμε την Προέλαση στη μάχη. Ήταν Πάλι Πολεμιστής. ΠροσΠαθούσε να κατανικήσει εχθρό αόρατο, αλλά εΠικίνδυνο και τα κατάφερνε Περίφη­ μα. Ήταν Πάλι ο Άγις Που ήξερα, ο Άγις Που αγαΠούσα, χωρίς κανένα χάσμα Πια στο χαρακτήρα του, κανένα κενό, αραγής, ο Ἀγις των Παιδικών και εφηβικών μας χρόνων,

ακέραιος. Πίσω του η Λήδα δεν έκλαιγε. Εὶίχε Περάσει η ώρα των

[ΖΛΘ]

[Ἡἶ]

Ϊ

δακρύων. Κοίταζε εμένα, όχτ τον Άντ Που αΠομακρυνόταν κατ στα χέρτα της κρατούσε το μόνο όΠλο μου της αΠέμε­ νε, μτα εΠτστολή, την κρατούσε κατ την έτετνε ελαφρά Προς το μέρος μου, με ύφος Παρακληττκό, ΠροτρέΠοντας με, αμί­ λητη, να την Πότρω. Πλησίασα. Ήταν ήρεμη, αδετασμένη αΠό καθε σωματτκή τκμαδα, αφημένη αΠρόθυμα σττς Μοί­ ρες Που καθόρτζαν σοφα τη ζωή της κατ τη ζωή όλων μας. ­ "Γτ είνατ αυτό; την ρώτησα Προσχηματτκό. ­ Μτα εΠτστολή ντα τον Αντ, μου αΠόιντησε. Σε Παρακα­ λώ να του τη δώσετς. ­ θα του τη δώσω, είΠα, Παίρνοντας στα χέρτα μου την εΠτστολή. Χαρηκα Που σε ννώρτσα, Αήδα. Ξέρω Πώς ατ­ σθανεσατ ντα μένα, αλλα δεν λυΠόματ ντ, αυτό. Δεν λυΠό­ ματ ντα κανέναν ­ ντα σένα, ντα τον Αντ, ντα μένα κατ την αναμτξή μου στη σχέση σας. Όλα έντναν όΠως έΠρεΠε να νίνουν. ­ Δεν θα Πείραζε να λυΠασατ, αΠότντησε. ἶ'τατί να μη λυ­ Πασατ; Ἀξτα λύΠης είματ κατ το βλέΠετς. Ί'τ κακό έχετ να λυ­ Πόσατ; Οτ θεοί δεν λυΠούντατ; ­Όχτ. Οτ θεοί εκΠατδεύουν. Δεν λυΠούντατ. Ο δασκαλος δεν λυΠατατ το μαθητή, αλλτώς ττ δασκαλος θα ήταν; Μό­ νο ο καλός μαθητής κατανοεί το εσωτερτκό μεναλείο κατ τη

τ

θρώΠους. Αυτόν τον ερεβώδη τρόΠο ΠροσΠαθούμε να αΠο­ κρυΠτονραφήσουμε, ντα να ακολουθήσουμε το δτκό τους δρόμο, να συντοντστούμε μαζί τους. Κτνούντατ Πέρα αΠό τη
δτακρτση καλού κατ κακού, Που δεν είνατ τίΠοτα αλλο Πα­ ρό μία ακόμα ανθρώΠτνη κατασκευή, Πλανημένη όΠως τό­

σες αλλες.

­ Ο μόνος δρόμος Που οδηνεί στους θεούς είνατ ο δρό­

μος της αναΠης. Ενώ αυτό ξέρω. κ κ να οδηνετ ­ Δεν υΠόρχετ, νομίζω, ένας μόνος δρομος στους θεούς. Ο δρόμος της αναΠης, Που δεν τον ννωρίζω, ΠρέΠετ να είνατ ένας δρόμος αΠό τους Πολλούς, όχτ ο μο­ ναδτκός.Αλλό Ποτας αναΠης ο δρόμος, 'Γης Πρόσκατρης, της Περτσταστακής, της ωφελτμτσττκής, Ποτας αναΠης;

­ Της αναΠης. Μία είνατ η αναΠη.
­­

Αν μτλας ντα την ανόΠη έτστ όΠως εμείς την εννοούμε, νατ, θα συμφωνήσω μαζί σου όττ είνατ δρόμος ντα το θεό. Αν μτλας ντα εφήμερα, εΠτκερδή κατ ανεΠτβεβαίωτα συνατ­ σθήματα, αδοκίμαστα στο χρόνο, δεν μΠορώ να συμφωνή­
σω.

­ ΒλέΠω όττ ο

Αντς έφυνε χωρίς να νυρίσετ να κοτταξετ

Ν

Πίσω.

σκοΠτμότητα ενός αυστηρού δασκάλου. ­ Βίνατ αΠότνθρωΠο αυτό Που λες. ­ ῖἰίνατ σύμφωνο με την Πρανματτκότητα. ­ Ιῖὶίνατ υβρτσττκό. Ανοτκτίρμονα κατ ανόλνητα κτήνη εί­ νατ οτ θεοί; Αυτό θέλετς να Πετς; Αυτό Πτστεύετε; ­Όχτ. Καθε αλλο. Το αντίθετο συμβαίνετ. Ελεήμονες κατ φτλεύσΠλαχνοτ είνατ, αλλα με το δτκό τους αΠοτρόΠατο, μυ­ στηρτώδη κατ αδτότννωστο τρόΠο, ακατανόητο ντα τους αν­
[248]

­ Αυτό έντνε υΠέρ σου κατ όχτ εναντίον σου. ­ Παραξενη αντίλητμη έχετε ντα το «υΠέρ» κατ το «ενα­

ντίον». ­ Σου είΠα. ΠροσΠαθούμε να αΠοκρυΠτονραφήσουμε κατ να ακολουθήσουμε ττς μεθόδους των θεών. Δεν είνατ καλές, ούτε κακές, είνατ μόνο αΠοτελεσματτκές.

έΠαρση. Παρατηρούμε τα ότΠετρα σημότδτα της Παρουσίας
[Ζ­ίθ]

­ ΜήΠως είνατ κατ αυτό ύβρτς; ­ Όχτ. Με ταΠετνοφροσύνη κατ ευλόβετα το λέω, χωρίς

των θεών στη γη, ΠροσΠαθώντας να τα ιχνηλατησουμε και να τα ακολουθήσουμε. Αυτό είναι όλο. Δεν είναι ύβρις. "Γι θα έΠρεΠε να κάνουμε, άλλωστε, Δεν ΠρέΠει ο μαθητής να μιμείται τον δάσκαλο, Τι άλλο ορέγεται Περισσότερο ο μα­ θητης Παρά την εΠιτυχημένη αΠοφοίτηση; Ποιος θέλει να εΠαναλάβει τα ίδια μαθήματα ξανά και ξανά; Ο κακός μα­ θητής χαίρεται Πρόσκαιρα, εΠειδή αΠοφεύγει την βάσανο της εκμάθησης, αλλά τελικά Ποιο είναι το όφελός του, Αυ­ τό λέω. ­ Εἱίναι τόσο σκληρό αυτό Που λες, όσο δεν μΠορείς να φανταστείς. ι̃ῖιίναι Πέρα αΠό τα όρια της ζωης Που μας έχει δοθεί. Σ” αυτη τη ζωη, την ανθρώΠινη, θα ΠροσΠαθησω να κρατήσω ζωντανό τον Άγι, με τη δύναμη της σκέψης μου Πια και σαν συνδετικό ιστό, ανάμεσα σ, εμένα και αυτόν, θέ­ λω να χρησιμοΠοιήσω αυτή την εΠιστολη. Δώσ” του την, σε Παρακαλώ. Έτσι κι αλλιώς θα με βλέΠει συνέχεια στα όνει­ ρά του. Εκεί, ευτυχώς, εσύ δεν μΠορείς να Παρέμβεις. ­ Βντάξει. θα τη δώσω. Αυτό Που είΠες για τα όνειρα δεν το σχολιάζω, γιατί Πράγματι ο χώρος αυτός ανήκει στους θεούς και δεν είναι δική μου δουλειά να Παρέμβω εκεί. κ Δεν ειχε νοημα να συνεχισω αλλο αυτη την συζητηση. Ανηκαμε σε κόσμους διαφορετικούς και η λεκτική εΠικοι­ νωνία μάς αΠομάκρυνε Περισσότερο. Πηρα την εΠιστολη και έστρεψα την Πλάτη φεύγοντας. Προχώρησα λίγα βη­ ματα, μέχρι την έξοδο της αγροικίας και γύρισα να κοιτάξω Πίσω, αφού εγώ δεν δεσμευόμουν αΠό το Πάθημα του Ορ­ φέα. Αυτη έστεκε ακόμα εκεί. Σαν μια οΠτασία μου φάνη­ κε, ένα νεφέλωμα φωτεινό, μια Παρουσία θετική, χωρίς ίχνος έντασης ή αγωνίας στα μάτια, με ύφος αΠορημένο,
κ
×

3

ῖξ
®

»

»

κ

θά

ί
Σ
,

αλλά ήρεμη και εφησυχασμένη. Έτσι όΠως την είδα για τε­ λευταία φορά δεν μου έδωσε την αίσθηση της νικημένης, αλλά της νικητριας. Δεν ηξερα γιατί. Οι άλλοι δύο είχαν Προχωρησει. Βαδίζοντας αρκετά Πί­ σω τους, άνοιξα την εΠιστολη και άρχισα να διαβάζω: «Η θλίψη μου δεν σχολιάζεται με λόγια, είναι ακατάγρα­ Πτη και αΠερίγραΠτη, δεν τη νιώθω, αλλά βουλιάζω μέσα της, κατακλύζει ανεξέλεγκτη όλο μου το σώμα και την ιμυ­ χη μου ολόκληρη, μια ψυχη Που Πάλλεται Πάντα για σένα, ΠροσΠαθώντας ταυτόχρονα να εΠιβιώσει, να μην αΠοσυ­ ντεθεί, βυθισμένη όΠως είναι στην αΠόγνωση, συντριμμέ­ νη αΠό την αΠουσία σου, αΠουσία Που δεν την Περίμενα, δεν την είχα υΠολογίσει, ήταν αΠρόβλεΠτη, γι, αυτό εΠώ­ δυνα έχει κατακλύσει όλο τον χώρο γύρω μου, καθετί Που αγγίζω την Περιέχει, καθετί Που βλέΠω την τονίζει, ό,τι ακούω τη θυμίζει, δεν μΠορώ να ξεφύγω, Άγι, η αναΠνοή μου είσαι και τώρα Που ξέρω Πως θα φύγεις, αΠορώ Πώς ακόμα αναΠνέω, ως Πότε θα αναΠνέω χωρίς το βλέμμα σου να ωραιοΠοιεί την ύΠαρξή μου όλη, αΠορώ, αλλά δεν Πρό­ κειται να Παραιτηθώ, δεν θα φύγω αΠό τη ζωη, αφού ξέ­ ρω ότι αυτό δεν το εγκρίνεις, θα μείνω και θα υΠομείνω, / οΠως εσυ το θελησες, θα υΠομεινω μεχρις οτου βρεθεις Πάλι κοντά μου, είτε σ) αυτή τη ζωή είτε μετά τη ζωή, κά­ Ποτε θα γυρίσεις και θα είναι η αγάΠη μου Που θα σε έχει φέρει Πίσω, μόνο η αγάΠη μου, Που δεν έχει όρια, δεν έχει φραγμούς, είναι άΠειρη και γι“ αυτό ανίκητη, είναι Πιο δυ­ νατή αΠό τον Πόνο, τον καλοδέχομαι τον Πόνο, γιατί είναι σταλμένος αΠό σένα και εσύ ξέρεις, είμαι σίγουρη ότι ξέ­ ρεις, είμαι βέβαιη για τις εΠιλογές σου, ο Πόνος θα υΠοκύ­ φει στην αγάΠη, δεν μΠορεί να γίνει αλλιώς, έτσι θα γίνει,
× ×

»

»

»

×

ΏΒΟ]

ί25ι̃]

έτσι το θέλω κοι έτσι θα γίνει, θα σε ξαναφέρω στη ζωή μου, όσο και αν χρειαστεί να Περιμένω, θυσιόζοντος τα Πό­ ντα για σένα. Όταν αρχισα να ξεκλειδώνω μία μία τις θύρες
Που οδηγούν στην ιμυχή σου, όταν είδα το ασήκωτο βαρος

του Πολέμου Που είναι στοιβαγμένα εκεί, ήξερα Πως το δι­ κό σου φορτίο είναι δικό μου ΠεΠρωμένο. Η σκληρότητα Που βλέΠω τώρα στο βλέμμα σου, μια σκληρότητα Που δεν σου ανήκει, δεν είναι δική σου, εΠίκτητη είναι, ένα εΠίχρυ­ σμα Που η Πόλη σού Πρόσθεσε, θα μολακώσει και θα καμ­ φθεί αΠό τη φλόγα της αγόιΠης, όΠως μολακώνει και κό­ μΠτεται το μέταλλο στη φωτιό. Βίμαι Πυρό ανθρώΠινη Που φλέγεται μόνο για σένα και έτσι θα Ποραμείνω. Ήρθες σ, εμένα έχοντας Πόιρει τις αΠοφόσεις σου. Ο ίδιος δρόμος Που σε έφερε κοντό μου, τώρα σε οΠομακρύνει. Τιμόις τις αΠοφόσεις αυτές και τις τιμώ κι εγώ μαζί σου, αφού στον ίδιο δρόμο βαδίζω. βαδίζω μόνη. "Γα αστέρια όλα έχουν για μένα σβήσει και μένεις εσύ, αστέρι μόνο, μένεις εσύ, αστέ­ ρι λαμΠρό, να φωτίζεις τον κατασκότεινο ουρανό μου και είναι η μοναξια μου τώρα διαφορετική, ο Πόνος διαφορε­ τικός, ο Πόνος της εΠίγνωσης είναι, όχι μόνο της στέρησης, γιατί τώρα ξέρω ότι υΠαρχεις, ξέρω ότι είσαι εδώ, κατω αΠ, τον ίδιο ουρανό, κοντό μου, και η τμυχή μου αΠελευθερω­ μένη Πια Πλανιέται στον οιθέρα, ιμιθυρίζοντός σου μυστικα καλέσματα, εκεί Που κανείς δεν μΠορεί να μας ακούσει. Κι αν έχεις το βλέμμα στραμμένο αλλού δεν Πειρόιζει, θα εμφανίζομαι μέσα στην οχλύ των ονείρων σου και εκεί, ανενόχλητη αΠό καθετί το ανθρώΠινο, θα ΠεριΠοιούμαι τις Πληγές της ψυχής σου, θα σε φροντίζω, θα σε αγαΠώ, μέ­ χρις ότου εξευμενίσω τους χθόνιους θεούς, Πείθοντόις τους να μας αφήσουν να βρεθούμε μόνιμα εκεί Που ανήκουμε

ί

Πραγματικό. Στη νήσο των Μακόρων. Άνδρα μου και αστέ­ ρι μου, για μας δεν υΠαρχει τέλος”. Στόθηκα λίγο. Ωραία λόγια σκέφθηκα. Πολύ ωραία λό­ για. Αν ο χρόνος τα μετουσιώσει σε Πραγματικότητα, αν ο συναισθηματισμός εξαλειφθεί και μολοντούτο η γυναίκα αυτή Ποραμείνει αμετακίνητη στην αντίληψή της για τον Ἀγι, τότε Πια όλα θα έχουν τελειώσει γι' αυτούς τους δυο.
,

γ

Οι θεοί τούς Περιμένουν.
ι

ῖἔ]Πιταχυνα για να Προλαβω τους ΠροΠορευόμενους. Με

είδαν να Πλησιόζω και κοντοστόθηκαν. Ο Άγις, ιμυχρόι, αλ­ λα όχι αδιαφορα, με ρώτησε: ­ Σου έδωσε εΠιστολή; ­ Μου έδωσε. Τη θέλεις;

­ Όχι, κρόι̃υ̃ησέ την εσύ­ ­ Αν είναι να την κρατήσω εγώ τι νόημα έΧει3 Κϋλύτε·

τη σκίσω. ­ Μην τη σκίσ8ιΩ­ Κρόι̃ησέ την, αλλά όταν σου Ἐην ζη­ τήσω μη μου τη δώσεις. Συγκατένευσο, κοταλοβαίνοντας αμέσως τι ήθελε να Πει.
ρα να

Κ

[εεε]

Ε2531

Υ

Ι

ι

ι

ι

κια‹ι›ΑΛΑιο ιΣι¬/

ΦΙΛΟΜΚΗ
ι
4

«Από
ι

τις δύο αντίθετες δυνάμεις την καλύτερη

ι

την ονόμαζε μοναδα, φως, δεξιό, ισο, Παραμένον και ειιθύ ενώ τη χειρότερη ονόμαζε δυόιδα, σκο­ τάδι, αριστερό, όινισο, τιαρασυρόμενο και στρογ­ γυλσ»
Ζ

ι
ι

τιοι><ι›νι>ιοΣ,
ι

Πυθαγόρου βίος 38


ὶ ἰ

ιι Ή

ι ι

ιιί

_

Θ ­ Ναι. Είναι βέβαιο. Θα ξεχασω τώρα καθετί Που έχει

Α τ:ΞΑκολονοΠΣι¬1ιΣ

να μαχεσαι, λοιΠόν, Άγι,

σχέση με τη Λήδα, αλλα αργα ή γρήγορα η σκέψη της θα ξαναρθει. Τότε θα σου ζητήσω την εΠιστολή και εσύ δεν θα μου τη δώσεις. Όσο Πιο έντονα στη ζηταω, τόσο Πιο έντο­ να θα αρνείσαι, όΠως ακριβώς, για να κανω έναν Παραλλη­ λισμό, Περιγραφει ο Όμηρος την αντίστοιχη, σχεδόν, στα­
ση του Οδυσσέα. Θα σου ζητήσω την εΠιστολή, θα αρνη­ θείς, θα συνέλθω γρήγορα και μετα μΠορεί Παλι να βρεθώ

ι

Χ

στην ιδια κατασταση, οΠοτε αναλογη διαδικασια θα εΠανα­ ληφθεί, μέχρις ότου καταφέρω να κυριαρχήσω οριστικό σ° αυτό το συναίσθημα. 'Οταν Πια κυριαρχήσω, όταν το κατα­ βαλω αμετακλητα, όταν καθε εΠιρροή του εξαλειφθεί και εί­ μαι εγώ Που το ελέγχω, όχι αυτό εμένα, τότε όλα θα είναι δυνατα. Τώρα όχι. Άρα η μαχη συνεχίζεται και θα κρατήσει χρόνια. Χαρηκα. Αυτός είναι ο Πραγματικός Άγις, είΠα μέσα » » » » κ μου, καθως βαδιζαμε για τα Μέγαρα. Πρωτος στις ασκη­ σεις, Πρώτος στην ξιφομαχία, Πρώτος στις Πορείες, αφε­ γαδιαστος, ισχυρός, ο καλύτερος συμΠολεμιστής και φίλος Που μΠορούσε κανείς να έχει.Έ}βλεΠα ότι η εΠιστροφή του στην Πραγματικότητα, η αΠομακρυνσή του αΠό τον κόσμο της Πλανης, ήταν ραγδαία και αΠοφασιστική, όλες του οι
κ
» » »
×

[25?]

οοωτοοτκέο οονομοτοι οφοττντομένοοι οονκοντοώνοντον Κο] κ ; κ × κ κατευθυνονταν σ αυτον τον σκοπο. Γιμοιαζε με γιγαντα
»

ι̃¬

νομα και συνεχίζεις τόσο αποφασιστικα που πραγματικα με | |

που ξυπνούσε από λήθαργο. Ήταν σαν να τον έχουν μαγέ­

ψει και σιγα σιγα τα μαγια λύνονταν, από την ακαταλυτη δύ­ ναμη της ψυχής του. Αυτή την εντύπωση μου έδινε. Δεν

Ζ

συνερχότανοολα,δένἔύπνονε,μόνο,από­υιλήθαργοιοα
να επιστρέψει στην κατασταση εγρήγορσης που ήταν πριν,

Φ

αλλα πολύ περισσότερο, προχωρούσε παρακατω, χρησιμο­

ποιούσε, δηλαδή, την εμπειρία που συσσώρευσε, για να κα­
νο] ένο βήμο οκομο Ποοο την οτοοττο τηο οοοτήο· Δον του αρκούσε η εκπαίδευση που έπαιρνε από τους θεούς, αλλα

­ Γιατί σε έχω εκπλήξει; Τώρα πια είμαι αυτός που γνω­ ρίζεις, όχι καποιος έφηβος αποχαυνωμένος στη θέα μιας γυναίκας. Τώρα χρησιμοποιώ την εμπειρία για να εξελιχθώ περαπερτῳιωιως πρεπεινα κανουμετκικαθετπγπσταση. Βίμαι παλι ο Άγις. ­ Το βλέπω και η χαρα μου είναι απερίγραπτη. _ Το ξέρω Μή Χήίρομοή γγ ήήτήι

εχεις εκῃλήξει

­ Πες μου, όμως, όταν μπήκες στο δωματιο της Λήδας,
σήμερα το Πρωί, Ή
Ἐήή

είῃεή; Πωσ ήταν ή τελωτοίή σου

αυτοεκπαιδευόταν επιπρόσθετα, δεν μαθαινε μόνο από το παθημα του, αλλα το εκμεταλλευόταν για τη συνέχιση και

λέξη και ποια η δική της; Όταν εσύ έφυγες, αυτή μου φή­ νηκε γαλήνια και εφησυχασμένη.

την ομβοθονοη τηο οτοτοτοοοοήο τοο­ Ακολοοθούοει Πολτ την ττοοοτο τοο Πολομτοτή› οῃτοο Π Πολη τον οίΧο οτοοξοτ­ κ κ ­ Πως εγινε αυτο; τον ρωτησα. Η μεταστροφη σου ειναι τόσο ξαφνική και βαθια που, καλα καλα δεν την πιστεύω. "Γι
× ×

­ Μίλησα επιθετικό, για πρώτη φορα. Βπιτέθηκα, όχι μό­

»

×

νο επειδή το πίστευα, αλλα και για να την ισορροπήσω συ­ | ναισθηματικα, να υποφερει λιγοτερο, μπαινοντας πια σε

έκονεοἑ
_ Δεν έκονο ττττοτο μονοο μου­ Μοτοτοφοοούνη μοτοτ ζ ζ * * ξυ μας δεν χρειαζεται. Παραδερνα αναμεσα στο ορθο και το
ζ

¦

·ι

.

λαθος, μέχρις ότου εμφανίστηκες εσύ. Ανεπηρέαστος όπως

ήσουν από τη δική μου πλανεμένη κατασταση, αμέτοχος,
έοοοοο έξω οττο το νοφέλωμοι Πτοω οτην Ποονμοττκοτητο­ Ζούοο οο ονοτοο Πού Κο" μου· λιστικό. Καταλαβαινα ότι είναι όνειρο, όνειρο απατηλό, αλ­
ορο με το μοολο Κοθοοοι
μ7
γτ

τα

διαδικασία τύψεων. Οι τύψεις θα τη συνεφέρουν καπως. Γιατί κανεις έτσι; της είπα. Οδύρεσαι για μια καταστροφή που εσύ η ίδια προκαλεσες. Ήξερες ότι είμαι παντρεμένος, κ κ κκ κ ηξερες οτι ειμαι απο αλλη πολη, τη Σπαρτη μαλιστα, και παρ” όλα αυτα αφέθηκες ηθελημένα σ° ένα συναίσθημα αδιέξοδο. ”Γην αλλη γυναίκα, τη σύζυγό μου, τη σκέφτηκες, Γιατί θα ζπρεπε να της προκαλέσεις πόνο; Γιατί να βελτιώ­ σεις τη δική σου ζωή, καταρρακώνοντας τη δική της, Πού βρήκες αυτό το δήςοήωμή κή] ήογο νομίζει̃ή όῃ θα ήταν, Ἑε­
»

×

»

λα δεν μπορούσα να ξυπνήσω. Ήσουν εσύ που με ταρα­

Β

Κούντι̃οοο κο" μο οονέφοοοο­ Μοτο ολο ήτον εύκολο­Ήμουν
Πολ] ενώ­ Αοτο οίνοτ ολο­

­ Όχι, δεν είναι αυτό όλο. Εγώ σε έφτασα μέχρι σζ ένα

οημοτο­ Το οημοτο ττι̃τἱ οφοττντοηο­ Μοτο οονέλθοοο οοτο·

λικα, το όφελος αν πετύχαινες το σκοπό σου, 'Εχεις ανο­ λογιστεί την απαντηση που θα λαβαινες καποτε ειπα τις Μοίρες; Η χαρα σου δεν θα είχε εξισορροπηθεί μόνο με αντίστοιχη λύπη, αλλα θα είχε υπερκεραστεί κατα πολύ. Ό,τι κερδίζεις προκαλώντας θλίψη και πόνο, θα απαντηθεί
[ΖΒΘ]

[ΞΖΒΒ]

ί

με θλίιμη καί Πόνο υΠερτερο. Νομίζείς ότί σε εγκαταλείΠω, αλλα δεν είναί ει̃ι̃σι̃­ ΉΧΘΩ Πσλύ σνενή θέοση της ζωής­ Στην Πραγματίκότητα σε Προστατεύω αΠό δείνα δυσβό·
σταχτα, δείνα αναΠότρεΠτα, μόνο Που εσύ δεν τα βλεΠείς να ερχονταί, Παρασυρμένη αΠό ένα συνσι̃σθημαι̃ίκό στρσ­ βίλίσμα, Που το αΠοκαλείς «έρωτα» καί σε τυφλώνεί τόσο ώστε να μην αντίλαμβανεσαί την Πραγματίκότητα. Με Ποίο δίκαίωμα αΠοΠείρασαί να αλλαξείς τη ζωή μου, μόνο καί μόνο γία να ίκανοΠοίήσείς μία Πρόσκαίρη εΠίθυμία σου; Νόμίζες ότί μΠορείς να με νίκήσείς, αλλα δεν με ήἔερες, νό­ μίζες ότί είμαί σαν όλους τους αλλους, έτοίμος να υΠοκύ­ ῳω στην Πίεση της αγαηης, αλλα εκανες λαθος, γίατί δεν γνώρίζες τίΠοτα γία μένα, τίΠοτα γία τη ζωή μου, την εκ­ Παίδευση Που έχω δεχτεί, τη νοοτροΠία Που μου εχεί εμ­ φυσήσεί η Πόλη Που με αναθρεφε. Μή στενσχωρίεσαί. Συλ· λογίσου. Σταματα να ενεργείς σαν Πανέμορφη Σείρήνα καί γίνε γυναίκα αΠλή. Όταν τα καταφέρείς μϊίσρεΐ Παλί να συ­ ναντηθούμε. «Δεν είδα Ποτέ τον εαυτό μου σαν Σείρήνα», μου είΠε με βλέμμα χαμηλωμενο. «Σε είδα εγώ ετσί», της ΟΠόνἙηΟΟ «Κω θίνθι̃ Οθι̃ῖό ΠΟΠ έχθι̃ σημΩΟίΟ, όχι̃ ἘΟ Πώς Βί· δες εσύ τον εαυτό σου. ΠροσΠαθησες να με βγαλείς αΠό την Πορεία μου γία λόγους ωφελίμίστίκους, δίκούς σου, αδίαφορώντας γία τη δίκή μου ζωή, τη ζωή των συγγενών μου, των φίλων μου, της συζύγου μου. Αν θελείς να στη­ ρίξείς τη ζωή σου Πανω στα συντρίμμία της ζωής αλλων, αν τα θεμελία της ζωής σου είναί βουλίαγμενα στο δακρυ αθώων καί στηρίγμένα στο Πόνο τους, ΠρεΠεί να ξερείς ότί καί το εηοίκοδόμημα σαθρό καί ετίώδυνο θα είναί. Σκεφου. Δεν αρκεί να αίσθανεσαί, ΠρέΠεί καί να σκεφτεσαί. Όταν η λογίκή καί το συναίσθημα συμβαδίζουν καί συνεργαζο­
[ΖΒΟ]

νταί, ο ανθρωΠος βαδίζεί στο δρόμο της αρετής. Όταν το συναίσθημα εηίκρατεί καί καταλύεί τη λογίκή, ο δρόμος της αΠώλείας είναί αυτός Που ακολουθείταί. Μη στενοχω­ ρίέσαί τώρα γία τίς δίκες μου εΠίλογες, ούτε γί' αυτες των θεών. Ξανασκέίμου τίς δίκες σου εΠίλογές καί δίόρθωσε την Πορεία σου». ­ Τί είΠε;

­ "ΓίΠοτα. "Γί να Πεί; Ήσκυιμε το κεφαλί, εμείνε αμίλη­
­

Ν

τη, την αΠοχαίρετησα καί έφυγα. 'Οταν την είδα να στεκεταί στη θύρα καί να με κοίτα­ ζεί, μου φανηκε να εχεί ύφος νίκήτρίας, όχί νίκημενης. ­ ΜΠορεί. Δεν ξερω γίατί. Με αΠασχολεί αυτό Που λες καί θα ΠροσΠαθήσω να βρω την εξήγηση/ίσως καί εκείνη να βασανίζόταν αΠό τύψείς καί η σταση μου να τη βοήθη­
σε να ίσορροΠήσεί καί να συνείδητοτίοίήσεί Ποίον δρόμο ΠρεΠεί να ακολουθήσεί, αν Πραγματίκα θελεί να είμαστε κα­

Ν

Ποτε μαζί. Ίσως Πίστεύεί ότί σ” αυτόν τον αγώνα, τον μα­ κρόχρονο καί δυσκολο, θα είναί, τελίκα, εκείνη η νίκήτρία. ΜΠορεί να είναί ετσί. ­ ίοῃως: ίςοί γο είγη̨μ τώρα την ξεχνάμε τη Λήδα κο] την

αφήνουμε Πίσω. 'Γώρα βαδίζουμε το δρόμο της εΠίστρο­ φής, βαδίζουμε το δρόμο γία τη ΣΠαρτη, το μόνο ασφαλες μας καταφύγίο, εκεί Που Προβλήματα όΠως αυτό Που αντί­ μετώΠίσες στην Αθήνα δεν υΠαρχουν. ­Έι̃τσί είναί. Πότε θα φύγουμε αΠό τα Μέγαρα, _ Αυρίο το Πρωί, εκτός αν εχεί φτασεί μήνυμα αΠοτρε­ ῃτίκό, θα μείνουμε γία λίγο στον ι̃σθμό, μήΠως υΠαρχεί καί­ίοίο μηνυμα εκεί καί αμεσως μετα θα ξεκίνήσουμε γία τη ΣΠαρτη. ­ Οί δύο αΠελεύθεροί Που είναί;
[2θι̃]

­ 'Τους είδοΠοίησα να ξεκινήσουν αύρίο τα ξημερώματα
αΠό την Αθήνα, να μην Περασουν αΠό τα Μέγαρα, αλλα να

Οί ανδρες της ενωμοτίας εκεί, βλέηοντας τον Άγί καί

Πανε στον ι̃σθμό καί να μας συναντήσουν εκεί.

­ ΜήΠως γί' αυτούς υΠαρχεί αλλη δίαταγή; ­ Όχί. Ηγώ αΠοφασίζω καί γί> αυτούς, αρα έρχονταί μα­
βλεΠω Πία κανενα λόγο Πα­

ε

ζί μας στη ΣΠαρτη, αφού δεν

ραμονής τους στην Αθήνα. Αν υΠαρχεί αλλη δίαταγή στον ι̃σθμό δεν ξερω. ­ Δεν ΠρέΠεί να Παρακολουθήσεί καΠοίος τον αΠόΠλου του αθηναῖκού στόλου, να καταγραφεί τον αρίθμό των Πλοί­ ων, τη δύναμη των οΠλίτών Που θα εΠίβίβαστούν, την ημε­ ρομηνία του αΠόΠλου καί καθετί σχετίκό; ­ γΠαρχεί αλλο ζευγαρί της ΚρυΠτείας στον Πείραία, εί­ δίκα γία το σκοΠό αυτό. Μου είΠαν να μην ασχοληθώ κα­ θόλου με το συγκεκρίμενο θέμα, ούτε να Πλησίασουμε στον Πείραία. ­ Ηνταξεί. Όταν φτασαμε στα Μέγαρα, ρώτησα τον Πατροκλο αν έχεί λαβεί καΠοίο μήνυμα γία μενα. Μου αΠαντησε αρνη­ τίκα, τον ρώτησα αν υΠαρχεί καΠοία νεότερη Πληροφορία γία τα γεγονότα στην Αθήνα καί μου είΠε ότί η κατασταση εξακολουθούσε να είναί συγκεχυμένη, με αλληλοκατηγο­ ρίες δημοκρατίκών καί ολίγαρχίκών, μηνύσείς, δίκες καί καταδίκες. Ο Αλκίβίαδης, όμως, Παρα τη σκευωρία Που εί­ χαν εξυφανεί εναντίον του οί Μεγαρείς, ήταν ακόμα εΠί­ κεφαλής του εκστρατευτίκού σώματος, αν καί Πολίτίκα αηοδυναμωμενος Πία. Άλλες εξελίξείς δεν υΠήρχαν. Την εΠομενη το Πρωί ρώτησα Παλί αν είχε φτασεί αγγελίοφόρος αΠό τη ΣΠαρτη. Η αΠαντηση ήταν αρνητίκή. Ήτσί ξεκίνή­ σαμε γία τον ι̃σθμό.
[ΖΒ2]

τον Βρασίδα, σαστίσαν τελείως. Όταν συνήλθαν αΠό την εκΠληξή τους, συγκεντρώθηκαν όλοί γύρω τους ΠροσΠα­ θώντας να μαθουν τί ακρίβώς είχε συμβεί. Οί δύο αΠελεύ­ θεροί, εΠίσης, ήταν εκεί καί μας Περίμεναν. Μου είΠαν ότί είχε ερθεί δίαταγή είδίκα γίί αυτούς, να μην εΠίστρειμουν στη ΣΠαρτη, αλλα να Πανε Πρώτα στο Άργος, γία ενα μή­ να ΠερίΠου, να συγκεντρώσουν καΠοίες συγκεκρίμενες Πληροφορίες καί αΠό εκεί να εΠίστρέί.μουν στη Στίαρτη. Βί­ ναί λίγο εΠίκίνδυνο αυτό, τους είΠα, αλλα χαμογέλασαν καί οί δύο χωρίς να Πουν λέξη. Αφού ο κίνδυνος ήταν η μόνη τους Πατρίδα, δεν τους ένοίαζε ούτε Πού θα Πανε ούτε γία
Ποίο σκοΠό.

Μείναμε στον ι̃σθμό γία το γεύμα καί αμέσως μετα ετοί­ μαστήκαμε γία αναχώρηση.ΆΠοχαίρετήσαμε φίλους καί συ­ μΠολεμίστες Πρίν ξεκίνήσουμε. Λίγο Πίο κατω, στο σημείο εκείνο Που ο δρόμος Προσεγγίζεί καΠως την Πόλη της Κο­ ρίνθου, κοντοσταθήκαμε. Μακρία, στο βαθος, στίς υΠώρεί­ ες ενός λόφου, αναμεσα στίς ελίές, μία γυναίκα Πανω σε αλογο, στεκόταν ακίνητη. ΠροσΠαθήσαμε να δίακρίνουμε το Π­ρόσωΠό της, αλλα η αΠόσταση ήταν Πολύ μεγαλη. Άυ­ τή έβλεΠε τρείς ΣΠαρτίατες, αφού φορούσαμε Πία την στρατίωτίκή μας ενδυμασία καί ο ερυθρόχρωμος μανδύας μας ανέμίζε καθώς βαδίζαμε. Εκείνη, δηλαδή, ήξερε Ποίοί είμαστε, εμείς όχί. Ο Βρασίδας με ρώτησε αν ΠρέΠεί να κα­ τευθυνθεί Προς τα εκεί, αλλα του αΠαντησα αρνητίκα. Η γυ­ ναίκα είχε αλογο, αρα αν ήθελε να τον αΠοφύγεί θα το έκα­ νε Πολύ εύκολα. Άν Παλί δεν ήθελε να μας αΠοφύγεί μΠο­ ρούσε να ερθεί Προς εμας καί να μας Προλαβεί. Καλύτερα να φύγουμε είΠα. Ξεκίνήσαμε καί Παλί, ενώ ο Άγίς εδεί­
[ΖΘΒ]

Ψ

χνε μίο μίκρή τοροχἡ. Ε}Πίτοχύνομε ενστίκτωδώς, σον κό­ τί νο μος κυνηγούσε κοί λίγο Πίο κόίτω γυρίσομε κοί κοί­ τόίξομε Πίσω. Η γυνοίκο ήτον Πόντο εκεί κοί μος κοίτοζε. «Τί κόίνουμε τώρο;» σκεφτηκο. ‹<Φεύγουμε; γΠοχωρούμε; Φοβόμοστε, Μίο γυνοίκο μόνη βρίσκότον Πίσω μος. Μη­ Πως ήτον οί τύιμείς Που μος έκονον νο φερθούμε έτσί, Οί

Σ

4

τύιμείς γίο μίο ζωη Που είχομε εξουθενώσεί χωρίς κονενο οίκτο;›› Στομοτήσομε. Ο Βροσίδος με κοίτοζε. «Πηγοίνε» του είΠο. «Πήγοίνε τρέχοντος». Ξεκίνησε, δίοσχίζοντος όσο Πίο γρηγορο μΠορούσε τους ομΠελώνες Που μος χώρίζον οΠό τίς υΠώρείες του λόφου. Η γυνοίκο έμείνε οκίνητη. Ότον ο Βροσίδος κόίλυιμε σχεδόν τη μίσή οΠόστοση, η γυ­ νοίκο ονεστρειμε κοί χόίθηκε βίοοτίκόί ονόίμεσο στίς ελίές. Ο Βροσίδος γύρίσε κοί με κοίτοξε. Του ενευοο νο εΠί­ στρέιμεί. Δεν είχε κονένο νόημο η κοτοδίωξη, οφου ήτον οδύνοτο ο Πεζός νο Προλόβεί το όλογο. Η γυνοίκο ήθελε νο μος οΠοφύγεί. Δεν μόθομε Ποτε ον ητον η Ληδο, η μητε­ ρο της ή κόίΠοίο τυχοίο Περοστίκή Κορίνθίο. Συνεχίσομε ενώ το σκοτόίδί Πλησίοζε. Προχωρούσομε κοίτόζοντος μό­ νο το εδοφος μΠροστόί μος, με το κεφόλί κοτεβοσμένο, σον κότί νο μος βόροίνε. Ότον εφτοσε η νύχτο δεν δίοκόιμομε την Πορείο μος, ουτε, όλλωστε, ημοστον μοθημενοί νο κόνουμε κόίτί τέτοίο. Βοδίζοντος μέσο στην νύχτο, οίσθονόμοστον Πίο δυνοτοί. Ήτον σον νο δίείσδυομε βοθίόί μέσο στην κορδίό του κο­ κου, ονεΠηρέοστοί οΠ° ουτό, χωρίς ίχνος φόβου, ΠροσΠο­ θώντος νο συμφίλίωθουμε μοζί του, νο το χρησίμοΠοίή­ σουμε γίο τους δίκους μος σκοΠούς, ολλό χωρίς νο το εξευ­ μενίζουμε, όΠως οί Αθηνοίοί. Ούτε νοούς χτίζομε Προς τί­ μην του, ουτε γίορτες κόνομε, ούτε θυσίες Προσφέρομε,
,

­ί

Μ

ί

ί

λ

γ

ί

οτενίζοντός το κοτόμοτο, με σεβοσμό, ολλό χωρίς φόβο, ξέροντος ότί όσο κί ον το Πλησίόζομε δεν θο το συνοντούσομε Ποτε, γίοτί δεν ήτον Προγμοτίκο εκεί, μίο Πλόνη ητον κοί ουτό, μίο Πρόσκοίρη κοί ηθελημενη ονοΠουλο του φωτός τροφοδοτούσε την ιμευδοίσθησή μος γίο την ύΠορξή του, οφού το μόνο Που Πρόγμοτί υΠηρχε ήτον το φως, όχί το σκοτόδί, το φως Που δοκίμοζε τίς οντο­ χες μος. Το σκοτοδί δεν ητον φίλος, ολλό μΠορούσε νο γί­ νεί, ον του έδείχνες ξεκόθορο ότί δεν το φοβόίσοί. Ο φό­ βος το δυνόμωνε, η έλλείιμη φόβου το χολίνογωγούσε. Βοδίσομε έτσί, συνεχώς, μέχρί τη Σκίρίτίδο. Ότον φτόί­ σομε εκεί, ο Ἀγίς κοί ο Βροσίδος Πηγον νο ευχορίστήσουν, γίο μίο οκόμη φορό, την οίκογενείο Που τους είχε φίλοξε­ νησεί γίο ένον ολόκληρο χρόνο. Κοίμηθήκομε γίο λίγο, μος εδωσον φογητό κοί ξεκίνησομε γίο τη ΣΠόρτη γρήγορο γρήγορο, οφού κόθε οδίκοίολόγητη οργοΠορίο εΠέσυρε τί­ μωρίο ουστηρη. Ούτε εμείς, όίλλωστε, είχομε λόγο νο ορ­ γήσουμε. Ρίο τους όίλλους δυο, μολίστο, η εΠίστροφή στη Σηόίρτη, μετό οΠό τρίο χρόνίο κοί ενώ όλοί οί συγγενείς τους νόμίζον Πίο ότί είνοί Πεθομενοί, δημίουργούσε έντο­ νη συγκίνηση Που όσο Πλησίόζομε, Πορόί την Προσηόθείόί τους, δεν μΠορουσον νο την κρυιμουν. Μόλίς Περόίσομε το όρίο της Σκίρίτίδος κοί Ποτἠσομε Πίο τη δίκη μος γη, ο Άγίς κοί ο Βροσίδος έσκυιμον κοί φίλησον το χώμο, ίμίθυ­ ρίζοντος «γίο σενο σεΠτη Λοκεδοίμονο, Ποτρίδο Πολυτίμη­ τη, Ποτρίδο ογοΠημένη, γίο σένο, μόνο γίο σένο». Ότον φτόσομε στον Ιῖίυρώτο, ο Άγίς με Ποροκόλεσε νο Προχω­ ρήσω μΠροστό, νο Πόω Πρώτος στην οίκίο του κοί νο ενη­ μερώσω τη σύζυγό του, την είκοσίδυόίχρονη Φίλονίκη, γίο την εΠίκείμενη όφίξη του. «Πήγοίνε νο την Προετοίμόίσείς»,
ολλόί Πορευόμοστε

ί
ἕί

ίεοίί

ίεοεί

μου είΠε, «μην Παθει κανένα κακό αν με δει ξαφνικα μΠρο­ στα της». Ο Βρασίδας ήταν ανύΠανδρος και τέτοιος φόβος | δεν υΠηρχε.

Προχώρησα. ΜΠαίνοντας στην Πόλη κατευθύνθηκα Προς την οικία του Άγι. Ήταν νωρίς το Πρωί και οι δρόμοι αδειοι. Η Φιλονίκη κοιμόταν. 'Γην ξύΠνησα, τρόμαξε, με αγκαλιασε αιφνιδιασμένη, την αΠομακρυνα μαλακα και της είΠα, όσο Πιο ήρεμα μπορούσα, ότι στην αΠοστολή Που Πή­ γα, στην Αθήνα, διαΠίστωσα ότι ο Άγις δεν είναι νεκρός, δεν σκοτώθηκε στην μαχη της Μαντίνειας, αλλα είναι ολο­ ζώντανος και συμμετείχε στην ίδια αΠοστολή μ” εμένα. Μέ­ σα στη σύγχυσή της, αγουροξυΠνημένη όΠως ήταν, δεν φα­ νηκε να καταλαβαίνει σχεδόν τίΠοτα. Με κοίταζε αΠορη­ μένη, με ύφος αΠλανές. «Άκουσέ με», της είΠα Παλι. «Δεν αστειεύομαι. Ο Ἀγις είναι ζωντανός και σε λίγο θα είναι εδώ μαζί σου. Σήκω και ετοιμασου». Με κοίταξε καλα καλα, αρχίζοντας να συνειδητοΠοιεί τι ακριβώς της έλεγα, ενώ εγώ την είχα Πιασει αΠό τους ώμους και την κουνούσα ελα­ φρα. Ξαφνικα, όταν καταλαβε ότι δεν αστειευόμουν, ούτε αλλωστε συνηθίζαμε να κανουμε τέτοια αστεία, όταν κα­ ταλαβε ότι αυτό Που της έλεγα ήταν αλήθεια, ότι δεν ονει­ ρευόταν, αλλα είχε Πραγματι ξυΠνήσει, τα ματια της Πλα­ τείασαν και φωτίστηκαν, ρίγος σύγκορμο την διαΠέρασε, η αναΠνοή της έγινε αρρυθμη, αρχισε να βγαζει αναρθρες | ζ κραυγες, να ξεροκαταΠινει και να κανει σΠασμωδικες κι­ νήσεις, ΠροσΠαθώντας να εντοΠίσει και να φορέσει τα εν­ δύματα και τα υΠοδήματα της. Με Πυρετώδη τρόΠο, αΠο­ κομμένη Πια αΠό το Περιβαλλον, ζώντας σε αλλον κόσμο, ντύθηκε βιαστικα, χτενίσθηκε Πρόχειρα με τα δακτυλα της και βγήκε στον δρόμο τρέχοντας. Την ακολούθησα. Αλα­
×

φιασμένη, με το βλέμμα ασυντόνιστο, κοιτούσε Προς τα βό­ ρεια, αναζητώντας το γνώριμο βαδισμα και την κορμοστα­ 7 σια του συζύγου της. Όταν τον εντόΠισε, σε μια αΠόστα­ ση ενός σταδίου ΠερίΠου, ξεκίνησε να τρέχει με τόση δύ­ ναμη, ώστε λίγο Πιο κατω σκόνταψε και έΠεσε. Ο Άγις αρ­ χισε να τρέχει. Αυτή σηκώθηκε, όμως, καλογυμνασμένη όΠως ήταν, και συνέχισε την ξέφρενη Πορεία της, ουρλια­ ζοντας αυτή τη φορα, με τα χέρια ανοιχτα, Προτεταμένα, και το σώμα της όλο Πλημμυρισμένο αγαΠη. Ο Ἀγις σταθηκε. Όταν η Φιλονίκη έφτασε κοντα του, έΠεσε Πανω του με όλη της την ορμή, ταρακουνώντας τον βίαια. 'Γην αΠορρόφησε ολόκληρη και έμειναν έτσι αγκαλιασμένοι στη μέση του δρόμου, ενώ οι αΠορημένοι γείτονες είχαν αρχίσει να συ­ γκεντρώνονται γύρω γύρω. Βγώ έμεινα μόνος. Φυσικα δεν με ξέχασαν, ούτε αδιαφόρησαν για μένα. Δεν γινόταν αυτό. Όταν ήρθαν στην οικία, αγκαλιαστήκαμε και οι τρείς μαζί και μείναμε έτσι ακίνητοι, για λίγο, ενώ η Φι­ λονίκη έκλαιγε βουβα. Για εκείνους, βέβαια, ο χρόνος ήταν αφθονος, για μένα όχι. ΈΠρεΠε να Παω στο στρατώνα, να δώσω αναφορα. Ο Άγις μου ζήτησε να γυρίσω Πίσω το
νι

βραδυ. Ήμουν Πια τριαντα ετών, αρα είχα το δικαίωμα να κοιμαμαι εκτός στρατοΠέδου. «Έλα το βραδυ», μου είΠε, «θα Περασουμε όλη τη νύχτα μαζί με τη Φιλονίκη». «Όχι»,

ι

×

αΠαντησα, «έχει να σε δει τρία χρόνια. Καλύτερα να μείνεις | × × κ » κ κ εσυ μαζι της αΠοιμε. Ασε με μενα. θα μεινω στο στρατο­ Πεδο». «Ενταξει», είΠε, «αλλα μόνο για αΠόιμε. Να ξέρεις ότι η θέση σου είναι Παντα εδώ, μαζί μου. Τα των φίλων κοινα.

Δεν είσαι Ποτέ μόνος». «Το ξέρω», είΠα. «Ποτέ μόνος». Αλλα, εγώ ήμουν μόνος. Αυτό αισθανόμουν. Νόμιζα Πως δεν θα με ενοχλούσε, αλλα φαίνεται ότι δεν ήταν έτσι. 'Ξε­
[2δ?]

[ΖΘΘ]

ι

κίνησα για το στρατόΠεδο, βαδίζοντας αναμεσα σε ηλικιω­ μένους, γυναίκες και μικρα Παιδια. Όλοι με χαιρετούσαν και εγώ ανταΠέδιδα, ασυναίσθητα, το χαιρετισμό τους, χω­ ρίς να καταλαβαίνω καλα καλα Που βρίσκομαι, αδειος αΠό σκέιμεις, γεματος αΠό μια Περίεργη και απροσδιόριστη αί­ σθηση σΠοξένωσης_ Σον να Προχωρούσσ μέσα σε Ομυ̃ςλη
Πρωινή, Που με είχε αλλοτριώσει συνολικα. Ίἕὶνιωθα να βα­ δίζω στο κενό, χωρίς να ανήκω Πια Πουθενα, ουτε στην Πό­
λη μου, ουτε στους φίλους μου, ούτε στον εαυτό μου τον ίδιο, διερωτώμουν Ποιος είμαι και αΠαντηση δεν έβρισκα.

Σ

μοοτ ουτἡ η ομττοτοτοι ομυοτοτο οκοτοτυοἶ οτνοτ β·ἶ$βοτο› ολ­

λο ομττοτοτο οονητυοἶι το ττοτοτο μήνυμο τηο υοοονολοο

ολ­

νοτ ντ ουτο Ποουοτ νο το Πολομήοοτο οκλτι̃οο Κο] ον οον μττοοοττο μονο] οοοι Πείτε το οτουο ονώτοοουο οοο› ουτολ ξέρουν Κολυτοοο­ Θο οοο μοοττνώοουν ολυτυΊτοι|μοΧί­υο ότου ο Πόνος του κορμιού υΠερισχυσει συντριΠτικα και το
μυολοι ονονκοομένο βτοτο ουο τον ττονοι οτοοφοτ οτο ντυ­ να και τα ανθοώῃυ/Ο, την Ποουτλοντι̃οο του ὀ]οκόΠτΟντοο οο οοομουο Χτοοτο οτυοτοοφή· Αυτο έλενονι ολου εγωἑθν σκότιευα ν0 ζητήοτο το βοήθοτο Κονονοο ντοττ οτλο οττολυ­ τη την ττουοτθτι̃οη οτ] μονοο μου μοοοουυο Ϊ/Ο' υντλυετω” Πτοτο Κοτ νο ξουοοοοτο ουτή την υοοτοονη κοτοοτοοηι ουοοο τόσες και τόσες αλλες. Φαίνεται, ωστόσο, ότι βαδιζα Πια Πο­
λυ οττοοοοκτοι ήμουν οο ουνΧυοη› μου μτλουοοντο] οον ουοντουοοι οοουου Κουοτοο ουοοο ουοντο μουι Κοτο λοθοοι
Η

Βαδιζα, αλλα δεν ήμουν εκεί ακριβώς, δεν ήμουν εγώ Που βαδιζα, εγώ ήμουν δίΠλα και Πανω, λίγο Πιο Πανω αΠό το σώμα μου, στο δεξιό του; ΚΟ" το Πσροωηροη̨σο Ομήχοχ/ος να

Πορευεται στο δρόμο του Προς το στρατόΠεδο. Αναρωτιό­ μουν Ποιος είναι αυτός Που ΠερΠαταει δίΠλα μου, Ποιος εί­ ναι και τι σχέση έχει μ' εμένα, Ποιος είναι αυτός ο αγέρω­ χος Πολεμιστής, είμαι αραγε εγώ ο ίδιος, τυλιγμένος με το μανδύα του Πολέμου, τον ερυθρόχρωμο, όΠως το αίμα, εί­ μαι εγώ ο ίδιος, με τόση αΠοφασιστικότητα στο βήμα, Πα­ ντα στραμμένος Προς το στρατόΠεδο, λες και η μήτρα Πρμ με γέννησε ήταν αυτή, το στρατόΠεδο, και εκεί μόνο αι­ σθανόμουν γαλήνη και Πληρότητα, αλλα τότε ο Παρατηρη­ τής Ποιος ήταν, Ποιος Παρατηρουσε το σώμα μου να βαδί­ ζει, Ποιος ήμουν εγώ και Ποιος ο Πολεμιστής, διερωτώμουν και αΠαντηση δεν μΠορούσα να βρω. Δεν μου είχε ξανα­ συμβεί αυτό, δεν είχα αλλη φορα τέτοια εμΠειρία, είχα εκ­ Πλαγεί, αλλα θυμόμουν ταυτόχρονα αυτό Που έλεγαν οι αΠόμαχοι, ότι, δηλαδή, αν σας συμβεί Ποτέ κατι τέτοιο, αν νιώσετε ότι βγαίνετε αΠό το σώμα σας και το Παρατηρείτε σαν αΠλοί Παρατηρητές, Προσέξτε Πολυ, δεν είναι καλό ση­

κοτ Π βτοτοτητο τυο υοοοκοουοηο ἡτον οον νο μοξυυνητ σε αΠό όνειρο Που το έβλεΠα με τα ματια ανοικτα. Ο Πα­

Πολομτοτήο οντνον Πολτ ένο­|ΣυνοΧτοο νο βοοτζτοι οον οτοκοτμο την υοοοτο μου› ήξοοοι ομοοοι οτ] κου τι δεν Πήγαινε καλα και έΠρεΠε να το αντιμετωΠισω. Δεν
ο

οοτηοητήο Κοτ

Β

Φοβομουν ουτε οτΧο ονοτουτοτ οΐιο το Ποοτοτοτλκοι κοτο: λοβοτνοι ομτοοι οττ η οτοθηοη τηθ υονοξλόςἶ ἡυυν Πυἱυυςρυ αΠ“ ό,τι νόμτζο μοΧοτ τοτο· Βοίο Ποοουοθήσελ Πολυ: αλλο ένιωθα ότι Χονοο τη μοΧτι̃­ Χτοοτο τον Άν' κου τη (υλλυνυςη θο

ι

ήτον οουνοτον νο ουνολίτοτο­ ­Αυτο ήτον το μηνυμο μου έστελνε ο δαίμονοοι ο οτκοο μου οοτμονοοι Που Ποντοτητον εκεί, Παοοστέκοποο την κοθο μου Κτνηοτιι ουτοο οο ολους
τουο ονθοώυουοι κοτ ουτο το μτινυμο έυοοττο νο το οΠο_
οοΧτώ·

οεει

οδο]

ι‹ι1‹ι›ΑΛΑιο ιΖι

ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ
‹<...είιιε Πως η αιώνια ουσια του αριθμού ειναι η αρχή Που ιιρονοεῖ αιιολύτως για όλο τον ουρα­ νό και τη νη και την ενδιάμεση φύση· ειναι ακό­ μα η βαση της διατήρησης των ανθρώτιων, των θεών και των δαιμόνων»
ιΑΜΒΛιΧον,

Περί του Πυθαγορείου βίου ι̃4'?

3 νο εΦοΡοι, ο ιτνΔΑινιιΔΑΣ κΑι ο Πιλεκλοε, ήταν καθισμε­ νοι αΠέναντί μου. Ανάμεσά τους καθόταν ο Βύρυτος. Αναφορά έδινα στον Εἱυρυτο, αφού αυτός ήταν ειιικεφαλής της ΚρυΠτείας. Οι άλλοι δύο Παρακολουθούσαν για να κά­

τἔ

ί

φι

το

νουν διευκρινιστικές ερωτησεις, όταν το έκριναν αΠαραί­ τητο. ­ Ποια είναι, λοιΠόν, η εκτίμησή σου για την ιερόσυλη Πράξη, με ρώτησε ο Ηύρυτος. Σχεδιάστηκε σωστά; Βκτε­ λέστηκε σωστά; Θα φέρει αΠοτέλεσμα; ­ Σχεδιάστηκε σωστά. Έδειξαν ιδιαίτερη εΠιμέλεια και φροντίδα, δεν άφησαν τίΠοτα στην τύχη, όλες οι λεΠτομέ­ ρειες ήταν Προσεγμένες και δουλεμένες στην εντέλεια. Ήταν τολμηρή Πράξη οΠωσδήΠοτε, αλλά δεν ξέρω, αν η τόλ­ μη Που εΠέδειξαν ήταν Προϊόν θάρρους ή Προϊόν άγνοιας του κινδύνου. Άσκηση ευρείας κλίμακας δεν μΠορουσαν, κ κ κ κ κ βεβαια, να κανουν, εκαναν, ομως, οΠως μου ειΠε ο Ανις, μια μικρή νυχτερινή δοκιμή, χρησιμοιιοιώντας δύο μόνο τε­ τραμελείς ομάδες, με σκοΠό να καταγράφουν τον αΠαι­ | | , | | τουμενο χρονο για την ολοκληρωση της αΠοστολης καθε ομάδας, εξετάζοντας ταυτόχρονα την Πιθανότητα εμφάνι­ σης αΠρόοΠτων. Τελικά δεν μΠόρεσαν να αΠοφύγουν το αΠρόοΠτο και αΠοκαλύφθηκαν Πολλοί αΠό αυτούς, εΠειδή ένας τυχαίος διαβάτης τους είδε ανεμΠόδιστος. Αν είχαν
× ×

ἰ.
4

ί

[Ζἶβ]

φοονττοοτ νο οΚτοτνουν την Ποοτφοουοηοη του Χώρου ου· νκέντοτοοήο τουο Ποοο το νοττοτ Ποοτλουβονοντοο Κο] το ναό του Διονύσου, σαράντα δύο αΠό αυτούς θα είχαν αΠο­

συμβολική. Πρόκειται για ακατανόητη εμμονή. 'Γι αξία έχει να κτίζεις τις Πόλεις με τέτοιον τρόΠο, ώστε να αναΠαρι­ α­υαυν, αι­ιι υηα νηα, ταν αατυριαυα υηα Παρθένου ή καιιαι­
ον άλλο αστερισμό, ΑΠοκτά τόσο εύκολα η Πόλη τη δύναμη
Α

Φύγει τη σύλληψη.
_ Η οκτέλοοο τηο ουτΧοτοΙι̃οτΙο5

Που έχει ο αστερισμός, αν, τυχόν, οι αστερισμοί έχουν κά­

τΈντνο οτοοτο­ Δον οοοτξον Κονένο οτοτονυο
οτοτ

ή ολτνω·

στο βοθι̃­το› βέβοτοϋ Που ενώ μυοοουοο νο κρίνω ουο τη θοοη Που βοτοκουουν κου την Ποοοτο Που οκολουθήοουο­ Όλοο Πλην υτοο› οτ Κοφολοο των Βουών οκοτοττι̃οτοοτηκαν Κοτ ουτο ένοο ολτνοοΧτΚοο οον ουνολήφθο εκείνη τη νυΧτο·

Αυτό σημαίνει, αναμφισβἠτηι̃ά, όι̃τ
γη.

Τι αξία έχει να τεμαχίζεις αγάλματα, Προ­ σΠαθώντας να μειώσεις την υΠοτιθέμενη εΠιρροή του αστερισμού σε μια Πόλη; Αν υΠηρχε τέτοια εΠιρροή, τόσο αΠλά θα τερματιζόταν, Εὶίναι συλλογισμοί αφελείς. Με ξε­ νίζουν. Σε μας ούτε τα νήΠια δεν σκέφτονται έτσι. Αν κά­
Ποια δύναμη;

Π

οκτολοοη ήτον οψο·

Ποιος θέλει να μεταβάλει την Πραγματικότητα, ΠρέΠει να το

­ ΑΠοτέλεσμα θα έχει; ­ Κανένα αΠολύτως αΠοτέλεσμα δεν θα

φέρει

η Πράξη

κάνει με τρόΠο Πραγματικό, όχι συμβολικό. ­Έἱτσι είναι, είΠα, αλλά μην ξεχνάμε τη θυσία. _ Ποιο θυοιο;
η σύλληψη

τουο­ Ήτοτ Πτοτουτο­ Όλη ουτή την οτυΧοτοημοτολοντο Που ονουτυοοουν οΧοττΚο υο την οφοτοοοο της ουνουοο Κου της εύνοιας του Πρμή αΠό τον αστερισμό της Παρθένου

­ Ο Μέτων μας άφησε να εννοήσουμε ότι η αιτοκάλυιμη,

και τη συνακόλουθη κακοτυχία της Πόλης τους στην εκ­ στρατεία, εγώ δεν τη θεωρώ σοβαρή. Δεν είναι λογικές σκέ­ ιμεις αυτές, άρα δεν μΠορούμε και εμείς να τις κρίνουμε λο­ γικά. Είναι εκτιμησεις μυστικιστικές. Δεν σχετίζονται με την Πραγματικότητα, Παρά μόνο υΠοκειμενικά, στην αντί­ ληψη εκείνων Που τις Πιστεύουν. ΑΠοτέλεσμα στον ορατό κόσμο, όμως, δεν νομίζω ότι μΠορούν να φέρουν τόσο εύ­ κολα και τόσο αναΠότρεΠτα, όσο Πιστεύουν οι ολιγαρχικοί. ­ Δίκιο έχεις, είΠε ο Εἶυδαμίδας. Αυτοί οι άνθρωΠοι είναι Πολύ Περίεργοι. Πιστεύουν ότι η ζωη είναι μία ακολουθία συμβολισμών. Νομίζουν, έτσι, ότι ενεργώντας και εκείνοι συμβολικά είναι δυνατόν να μεταβάλουν την Πραγματικό­ τητα, Που εμείς ξέρουμε ότι δεν είναι καθόλου, μα καθόλου,

και η εκτέλεση μερικών αΠό τους ολιγαρχικούς ήταν ῃοομολοιιημένη _ Την ειχε ιιοοβλέψοιι _ Νοιι Δεν ειναι δύσκολο, οτιως λεει αυτός. 'Γην είχε Προβλέιμει και την είχε αΠοδεχθεί, τόσο αυτός όσο και οι αλλοι οῃικεφολής της οῃιχείρηοῃς, _ Ο ιδιος ουνολήφθιυ
_ Όχι

­ ΙίάΠοιος άλλος αΠό τους εΠικεφαλης;
_ Όχι, οΓι° ο,ι;ι ξέρω

_ Τότε τι θυαια ειναι αυτα; Θυαια ειναι να θυαιαζαια αλ. λους; _ Ο Ανομέμνων τι έκανε, _ Ο Λοωνιδος τι έκανε νο ρωτάς, οχι ο Αγομέμνών, _ Ο Λεωνίδας έφτοοε στο οιιοκορύφωμα Πιο φηλά δεν
[2'?δ]

[ΖἩ]

υΠάρχει. Θυσίασε τον εαυτό του, για να σωθεί η Πόλη του. Βίναι στάση ασυναγώνιστη. Άλλο θυσία και άλλο αυτοθυ­ σία. Έχει μεγάλη διαφορά και δεν θα μΠορούσε κανείς να

,

λ

δι̃οφωνήσει̃ σι ουῖό,

­ Ο Αγαμέμνων, βέβαια, για να είμαστε δίκαιοι, είΠε ο
Βυδαμίδας, θυσίασε την κόρη του. Είναι βαρύ το τίμημα αναμφίβολα. Πλησιάζει τα όρια της αυτοθυσίας. ­ Ναι, γι° αυτό και το Προσδοκώμενο αηοτέλεσμα εΠα­ κολούθησε. Ί]Πνευσαν οι άνεμοι. Όσο μεγαλύτερο το τί­ μημα, τόσο μεγαλύτερο το όφελος. Για τους ολιγαρχικούς, βέβαια, συμφωνώ ότι η θυσία μερικών αΠό τους δράστες, ανενημέρωτων μάλιστα, δεν μΠορεί να έχει την ίδια δύνα­ μη με τη Πρόξεγς του Αγομέμνονο ή Ώου Λεωνίδα
¬ ΑΠοτέλεσμα θα έχει σίγουρα, όΠως κάθε θυσία, αλλά

ηροξη τοο μονολοτώοη κοτ ηορολληλο› οηοτολοομοτλκη­ Θο ητον το τοτο ντο τοοο ολτνορΧτΚοοο› ον ο Μοτων τοοο οτ­ Χο Ποτ ονομοοττκο ηοι̃οτ οονκοκρτμονο θο οολληφθοον› οο· τοί δε, Παρά την ΠροειδοΠοίηση, λάβαιναν ηθελημένα μέρος

3

τ

οτην οηηίοτρηοη­ Δον έντνο έτοτ ομωο› ορο η θοοτο τοοο θο Φέρτη μοτρτο οηοτολοομοτο­ Όητοο ο Μέτρον ηροοτοοηοτη· οο τον Ανοθτονο ντο τον κτνοονο ηοο οτοτροΧο οηο ομοο› οτοτ οκρτβώο μηοροοοο νο οτοοηοτηοοτ Κοτ ολοοο τοοο ολ· λοοο οξοτομτκοομονοι ολλο οον το οΚονο› ντοττ τοτε οον θο λοβοτνον μοροο οτην οητΧοτρηοη­ Π Ποτο οτνοτ η οκττμηοη οοο ντο τη οονομη των ολτνορ­ Χτηών οτην Αθηνο› ρώτηοο ο Τηλοκλοο­ ­ Τώρα είναι αΠοδυναμωμένοι Πολιτικά. Οι δημοκρατι­
Κοτ οτηκροτοον ηληρωο­ Ο] ολτνορΧτΚοτ οΧοον ηοντο οτο Χο­

δεν θα είναι ακριβώς το αΠοτέλεσμα Που Προσδοκούν αυ­ τοί, συνέχισε ο Βυδαμίδας. Αν, δηλαδή, σκοΠό έχουν να υΠονομεύσουν τη σικελική εκστρατεία, είναι Πιθανά, αυτό ειδικά, να το καταφέρουν με μια τόσο αιματηρή Προσφορά. Αν, όμως, θέλουν να φτάσουν ακόμα μακρύτερα, να εΠι­ κρατήσουν, δηλαδή, μόνιμα, στην Πολη τους, όχι Πρόσκαι­

λ

την οτκονομλκη τοΧο› ολλο οον μηοροον νο τη μο­ τοοοτώοοον οο ηολτττκη τοΧο­ Αρνο η νρηνορο› βοβοτο› μο τον ένο η τον ολλο τροηο› θο το Κοτοφέροον­
ρτο τοοο
Π

Πώο θο το κοτοφοροονἐ

_ Βηηροοζοντοο οονοτοηοοτο οξονοροζοντοο ηολτττκοοο

τότε θα έΠρεΠε οι σχεδιαστές της εΠιχείρησης να θυ­ σιάσουν τον εαυτό τους, όχι τρίτους.
ρα,

­ Οι τρίτοι αυτοί, ωστόσο, αΠοδέχτηκαν τον κίνδυνο, είΠα. ­ "Ρον αΠοδέχτηκαν, αλλά αΠοδέχτηκαν την Πιθανότητα

τοοο ονττηολοοο οτοοηοτροντοο φημοο οξτοηοτώντοο το Χρημοτο τοοο μο Κοθο θομττο η οθομττο μοοο­ Η Πολη οο· τή είναι ακατανόητη για μας και εΠειδή γνωρίζω ότι κανέ­ νας σας δεν έχει βρεθεί Ποτέ εκεί, δεν εκΠλήσσομαι για την
οηορτο οοο­ γηορΧοτ ένο ηοροοοξο­ Τοητκοϋ ολλοτ οΧοον οτο Χορτο τοοο την οτκονομτκη τοΧο οτην Αθηνο κο] ολλοτ » κ κ | κ κ την Πολιτικη. Στην ουσια, ομως, αυτη η εκτιμηση ειναι λαν­ θασμένη, αφού οι εΠικεφαλής των δημοκρατικών είναι ολι­ γαρχικοί Περιουσιακά και δημοκρατικοί Πολιτικά. Βίναι Πε­
ρτορνο οοτο› ολλο οτοτ οομβοτνοτ Ο οΧλοο ηοοηνοτοττοτ οη­ λαδη, αΠο Πλουσιους και μορφωμενους Πολιτες, χωρις να

κινδύνου, όχι τη βεβαιότητα. Ο αστρολόγος δεν τους γνω­ στοΠοίησε, Πριν ξεκινήσουν, Ποιες είναι ατομικά για τον κα­ θένα οι Πιθανότητες σύλληψης και εκτέλεσης. Ο Λεωνίδας τ τ τ ς τ τ ηξερε οτι ο χρησμος ηταν «ειτε η ΣΠαρτη θα καταστραφειτ είτε θα χάσει ένα βασιλιά στη μάχη». Το γνώριζε αυτό Πριν ξεκινήσει και είναι αυτή ακριβώς η γνώση Που κάνει την

ι

μια

[277]

μΠορεί Ποτέ να αναδείξεί έναν γνήσία δίκό του εκΠρόσωΠο στην εξουσία. Αυτό ονομαζουν «Δημοκρατία», όσο Παρα­ λογο καί αν σας φαίνεταί. Οί ολίγαρχίκοί, μαλίστα, δεν τα θέλουν ούτε αυτό το ιμευδεΠίγραφο Πολίτίκό μόρφωμα. Όχί, λένε. Αφού Δημοκρατία Πραγματίκή δεν έχουμε, γία­ τί να το κρύβουμε, γίατί να το ωραίοΠοίούμε, γίατί να κα­ ταφεύγουμε στο ιμεύδος καί τη συγκαλυψη; ­ Δεν φαίνεταί ανέντίμο αυτό, είΠε ο Πύρυτος. ­ Ανέντίμο δεν είναί, είναί, όμως Πολίτίκα εΠίκίνδυνο γί” αυτούς, ενώ, αντίθετα, η αΠοφη των Πλούσίων δημοκρα­ τίκών φαίνεταί Πίο αΠοτελεσματίκή Πολίτίκα. Ξεγελούν τα Πλήθη ευκολότερα. ­ Ποία σύγκρίση μΠορείς να κανείς αναμεσα στο δίκό τους καθεστώς καί το δίκό μας, ­ Καμμία. Δεν υΠαρχεί αναλογία. Πίναί μεγέθη ασύγκρί­ τα. Εμείς είμαστε όλοί «όμοίοί» Περίουσίακα, ενώ σ) αυτούς η ταξίκή δίακρίση είναί θεσμίκα κατοχυρωμένη, αφού χω­ ρίζονταί, εΠίσημα, σε ταξείς, αναλογα με την Περίουσία Που κατέχουν. ΑΠό εκεί ξεκίνούν όλα καί εκεί τελείώνουν. Δεν μΠορεί να γίνεί σύγκρίση. ­ Σαν Πόλη, όμως, είναί Πλουσίότερη αΠό εμας. ­ Συνολίκα, σαν Πόλη, ναί, είναί Πλουσίότερη, αλλα οί ανίσότητες μεταξύ τους ως Προς την κατοχή του Πλούτου είναί τεραστίες. ­ "Ρο ανέχονταί αυτό; ­ Το ανέχονταί.Έτσί είναί μαθημένοί. Αυτή είναί η κοί­ νωνία τους. Δεν μΠορούν να δίανοηθούν κατί δίαφορετί­ κό. Δεν έχουν αλλες Παραστασείς. Βίναί θέμα Παίδείας. ­ Βίναί αλήθεία ότί η Παίδεία τους είναί μόνο ίδίωτίκή; ρώἙησ8 0 Βνδαμΐδαα

είναί. Αντίθετο μ” εμας Που έχουμε μόνο δη­ μόσία Παίδεία γία τους νέους καί τίς νέες, αυτοί έχουν μό­ νο ίδίωτίκή καί μόνο γία τους νέους. Έῖτσί, συνηθίζουν αΠό μίκρα Παίδία να βλέΠουν την κοίνωνία ατομίκίστίκα, καί θεωρούν την ανίση κατοχή Πλούτου αΠόλυτα φυσίολογίκή. Σε εμας συμβαίνεί ακριβώς το αντίθετο. ­ Πίναί αλήθεία αυτα Που ακούμε γία τον Παρθενώνα; Εὶίναί κατί Περίσσότερο αΠό αΠλός ναός, όΠως οί Αθηναίοί δίαδίδουν, ­ Δεν ξέρω. Ασχολήθηκα ελαχίστα με το ζήτημα αυτό. Κοίτώντας τον ναό αΠό μακρία, αΠό τα ΠροΠύλαία ή τον ναό του Δίονύσου, η αλήθεία είναί Πως νομίζεί κανείς ότί είναί ναός Πολύ μεγαλύτερος αΠό όσο Πραγματί είναί. Αυ­ τή είναί η Πρώτη εντύΠωση. Πέρα αΠό το μέγεθος, όμως, Πίο σημαντίκό είναί ότί ο ναός δημίουργεί στο θεατή μία αί­ σθηση ζωντανίας. Δεν υΠαρχουν ευθείες γραμμές στον Παρθενώνα. Όλες ανεξαίρέτως οί εΠίφανείές του, τα αε­ τώματα, το δαΠεδο, ο στυλοβατης, η οροφή, οί κίονες, είναί ελαφρα κυρτωμένες, ίσως εΠείδή καί στη φύση δεν υΠαρ­ χουν ευθείες γραμμές. Νομίζείς, έτσί, ότί δεν Πρόκείταί γία αιμυχο κτίσμα, αλλα γία ζώντα οργανίσμό. Νομίζείς ότί φυ­ χή ζώσα δίαΠερνα τους κίονες καί τα αετώματα. Αυτό Προ­ σΠαθησαν να κανουν. Να εμφυσήσουν Πνοή ζωής 07 ένα αιμυχο κτίσμα, αλλα με τρόΠο όχί υβρίστίκό γία τους θεούς, όΠως θα εξηγήσω στη συνέχεία. Ο Μέτων έλεγε ότί μόνο οί μυημένοί στα Ηλευσίνία Μυστήρία μΠορούν να κατα­ νοήσουν τα μυστίκα Που κρύβεί ο Παρθενών καί τα μηνύ­ ματα Που στέλνεί σε θεούς καί ανθρώΠους. Μίλησε στον Ἀγί γία καΠοίον «χρυσό αρίθμό», Που ίσούταί με ι̃,6ι̃8 το ι̃/ι̃00, ΠερίΠου, της φρασης «Μηδέν Αγαν». ι̃·?.ίΠε ότί οί ανα­
[ΖΤΘ]

­ Αλήθεία

[Ἡ8]

λογίες του Παρθενώνα στηρίζονται στο χρυσό αριθμό και τον λένε «χρυσό», αΠό όσο μΠόρεσα να καταλαβω, εΠειδή, κατα την αΠοιμή τους, Που είναι Πυθαγόρεια αΠοφη, όλη η φύση είναι δομημένη με βαση τον αριθμό αυτό. Έτσι, καθε ανθρώΠινο δημιούργημα με αναλογίες τέτοιες Που να Προ­ σεγγίζουν το χρυσό αριθμό είναι δημιούργημα όμορφο, εΠειδή ο ανθρώΠινος εγκέφαλος έχει αΠό τη φύση Προικι­ στεί με την ιδιότητα να αναγνωρίζει ως «όμορφο» ό,τι είναι δομημένο με βαση το «χρυσό αριθμό». Αντίθετα, όΠοιο δη­ μιούργημα, κτίσμα, αγαλμα ή οτιδήΠοτε αλλο, αΠομακρύ­ νεται αΠό το «χρυσό αριθμό» είναι ασχημο. Το ίδιο ισχύει και για το ανθρώΠινο σώμα ή το ΠρόσωΠο. Όταν οι αναλο­ γίες των διαφόρων μερών Προσεγγίζουν το ι̃,€5ι̃8, ο ανθρω­ Πος είναι, κατα την κοινή αντίληψη, ευειδής, καλλίγραμμος και ελκυστικός, όΠως και το αντίθετο. Έτσι λένε οι Αθηναί­ οι. Ο «χρυσός αριθμός», Που αυτοί τον Παριστανουν με το γραμμα φ, είναι αριθμός με Περίεργες ιδιότητες, αφού αν ΠολλαΠλασιαστεί με το εαυτό του, δίνει τον εαυτό του συν τη μοναδα, δηλαδή φ+ι̃, εΠειδή ι̃,6ι̃8Χι̃,6ι̃8=2.θι̃8, αρα ι̃,6ι̃8+ι̃. Η συνέχεια είναι εξίσου ενδιαφέρουσα, αφού αρχίζοντας με το φ2 = φ+ι̃, συνεχίζουμε φ8 = φ2+φ, φ4=φ3+φ2, αρα φν = φι·λ+φι·2. Είναι Πολύ Παραξενος αριθμός. Ωστόσο, οι εμφανείς εξωτερικές διαστασεις του Παρ­ θενώνα δεν βασίζονται, κατ' αρχήν, στο χρυσό αριθμό, αλ­ λα στη σχέση 4:9 = 0,444. Ε}Πιτρέιμτε μου, για να το τεκμη­ ριώσω αυτό, να συμβουλευτώ τις σημειώσεις Που κρατησα όταν έκανε τη διήγησή του ο Αγις, γιατί είναι αδύνατο να θυμαμαι τόσους αριθμούς. Συγκεκριμένα, λοιΠόν, το Πλα­ τος του στυλοβατη Προς το μήκος του είναι σε σχέση 4:93, η διαμετρος των κιόνων Προς το μεταξόνιο είναι σε σχέση
[2θΟ]

.

λ

του ναού Προς το μήκος είναι 4:9 και το ύψος του ναού Προς το Πλατος είναι και αυτό ίσο Προς 4:Θ. ­ Το ύφος Προς το μήκος; ­ ι̃σούται Προς 0,ι̃975, αρα είναι ίσο Προς το Πηλίκο της διαίρεσης 42:92. ­ "Γι είναι, όμως, ο αριθμός 0,444, ρώτησε ο Τήλεκλος; 'Γι σημαίνει, δηλαδή, το Πηλίκο της διαίρεσης 4:59, ­ γηοθέτω ότι χρησιμοΠοίησαν στην κατασκευή του Παρ­ θενώνα έναν αριθμό κατω αΠό τη μοναδα, για να σημανουν ότι Πρόκειται για ανθρώΠινο κατασκεύασμα, όχι έργο του θε­ ού, αφού ο θεός, ο ένας και μοναδικός θεός, ο Δίας οίγφι­ στος, ταυτίζεται με τη μοναδα. Έτσι, η χρήση αριθμών ανώ­ τερων αΠό τη μοναδα, ολοφανερο είναι ότι θα αΠοτελούσε ύβρι και θα υΠερέβαινε το μέτρο, καταΠατώντας την αρχή «Μηδέν αγαν». Όσον αφορα το 4, να θυμίσω ότι κατα τους Πυθαγόρειους, όΠως λένε οι Αθηναίοι, η δεκαδα και η μονα­ δα εξισώνονται, εΠειδή ι̃0=ι̃­ι­0=ι̃, αρα ο θεός δεν ταυτίζεται μόνο με τη μοναδα, ταυτίζεται και με τη δεκαδα. Η δεκαδα, όμως, συγκροτείται αΠό τους τέσσερις Πρώτους αριθμούς της, εΠειδή ι̃+2­ι­3+4=ι̃0.Έτσι, βαση του σύμΠαντος κόσμου είναι η τετραδα, αφού αΠό αυτήν συγκροτείται η δεκαδα Που ταυτίζεται με τη μοναδα, αρα ταυτίζεται με το θεό τον ίδιο. Γι" αυτό, αλλωστε, οι Πυθαγόρειοι αρχίζουν την Προσευχή τους με την φραση «Ω Αγία Τετρακτύς, εσύ Που Περιέχεις τη ρί­ ζα της θείας φύσης...». ι̃σχυρίζονται, εΠίσης, οι Αθηναίοι ότι η Τετραδα, η Τετρακτύς, αΠοτελεί τη βαση της εξέλιξης του σύ­ μΠαντος αΠό τη γέννησή του μέχρι σήμερα, αλλα καθε φα­ ση εξέλιξης αΠέχει αΠό την εΠόμενη ι̃,6ι̃803. 'Ρον συλλογισμό αυτό ούτε ο Αγις τον καταλαβε, ούτε εγώ μΠορώ να τον κα­ ταλαβω. Ο Μέτων ανέφερε αΠλα τη φραση αυτή χωρίς καμ­
4:9, το Πλατος

[28ι̃]

μία λογική ή μαθηματική τεκμηρίωση. Δεν ξέρω τι σημαίνει, ούτε μΠορώ να φανταστώ Πώς είναι δυνατόν να εξελίσσεται
το σύμΠαν. Είναι ακατανόητο. Αν, ωστόσο, η φραση αυτή του

Μέτωνος ανταΠόκρίνεται στην Πραγματικότητα, τότε είναι βέβαιο ότι η Πραγματική βαση οικοδόμησης του Παρθενώ­ να δεν είναι το 4, αλλα ο «χρυσός αριθμός», η αρχή και το μέ­ τρο του σύμΠαντος, κατα τους Πυθαγόρειους. Τώρα, αν με ρωτήσετε, τι αξία έχουν όλα αυτα, δεν μΠο­ ρω, βέβαια, να αΠαντήσω. ΌΠως όλοι μας έτσι κι εγώ Πι­ στεύω μόνο στο αίμα. ”ΓίΠοτα αλλο. Δεν μΠορώ, όμως, να κρί­ νω κατι Που δεν γνωρίζω και, Πολύ Περισσότερο, δεν μΠορώ να το κατακρίνω. Σίγουρα είναι ότι ο Παρθενών αΠοτελεί ένα μνημείο συμβολισμών. Αριθμητικών συμβολισμών ισοδύ­ ναμων με αντίστοιχες λέξεις και αριθμητικών συμβολισμών αντίστοιχων με την Παγκόσμια σταθερα δημιουργίας του σύ­ μτιαντος ή τη σταθερα Προσδιορισμού του καλλους και της αρμονίας, το φ δηλαδή, ανεξαρτητα αν μια τέτοια σύλληφη έχει ή όχι καΠοια αλλη αΠοτελεσ­ματικότητα, Πέρα αΠό την αι­ σθητική. Το βέβαιο για μένα είναι μόνο αυτό Που είδα με τα ματια μου. Ο ναός υλοΠοιεί Πραγματι την έννοια του «καλ­ λους», της δίνει υΠόσταση στον χώρο, την αΠοκαλύΠτει στην αίσθηση της όρασης. Κοιτώντας τον βλέηεις το «καλλος». Αυ­ τό το είδα και μΠορώ να το βεβαιώσω. Για όλα τα αλλα δεν έχω αΠοιμη, αλλα μόνο τα αναφέρω. ­ Το «καλλος» καθεαυτό δεν έχει καΠοια ιδιαίτερη ση­ μασία. Το βλέΠεις σε όλη τη φύση. Γιατί να το αναΠαρα­ στήσεις; είΠε ο Εὶυδαμίδας. ­ Γι) αυτούς έχει αξία, φαίνεται, η αναΠαρασταση. Μην ξεχνατε ότι και η θεατρική λειτουργία, στην οΠοία εΠιδίδο­ νται με μανία, είναι λειτουργία αναΠαραστασης, λειτουρ­
[2θ2]

γία μιμητική, αναΠαριστα στιγμές της ζωής, δεν τις δημι­ ουργεί, αλλα Παρ” όλα αυτα, οι Αθηναίοι, χωρίς το θέατρο δεν διανοούνται να ζήσουν. ΑΠορούν, μαλιστα, εΠειδή εμείς δεν έχουμε καν θέατρο και μας θεωρούν αΠολίτιστους για τον λόγο αυτό. ­ Η μίμηση και η αναΠαρασταση του θεϊκού έργου τι νόημα έχει; είΠε Παλι ο Βυδαμίδας. Προτιμότερο είναι να δημιουργείς ζωή, Παρα να μιμείσαι και να εΠαναλαμβανεις. Οι Αθηναίοι το θέατρο το ονομαζουν «δημιουργία», θεατρι­ κή δημιουργία, και δεν έχω ακούσει τίΠοτα Πιο φευδετιί­ γραφο αΠό αυτό, αφού μόνη Πραγματική δημιουργία είναι
η ζωή ή ίδια, όχι τα Προμελετήμένα καμώματα των αθα­

Ποιών Πανω στη σκηνή. Αυτα είναι Παιδιαρίσματα, όχι ενέργειες σοβαρών ανθρώΠων. Όσο, Παλι, για την κατα­ σκευή ΠερίβλεΠτων ναών, αναρωτιέμαι αν οι θεοί αυτό Πραγματι ζητούν και σε αυτό αρκούνται. Αν εκφρασεις το σεβασμό και το δέος σου με Πραξεις εναρετες, αναΠέμιμεις δεήσεις και Προσφέρεις θυσίες σε ναούς Πιο ταΠεινόμορ­

φους, όΠως οι δικοί μας, θα μείνουν, αραγε, ανικανοΠοίη­ τοι οι θεοί, Θα είναι, μήΠως, η εύνοια τους μεγαλύτερη για εκείνους Που κτίζουν λατρευτικα οικοδομήματα «καλλι­ στα», Βίναι τόσο εύκολο και εσωτερικα ανέξοδο να κερδί­ σεις την εύνοια και την Προστασία των θεών; ΜΠορεί να εί­ σαι φαύλος σαν ανθρωΠος, φαύλη να είναι μία Πόλη, συνο­ λικα και, Παρ” όλα αυτα, να έχει την εύνοια των θεών, εΠει­ δή με τα χρήματα Που συγκέντρωσε καταδυναστεύοντας και φορολογώντας τους συμμαχους της κτίζει Περικαλλείς ναούς; Αν είναι έτσι, αν είναι τόσο αΠλό, να το κανουμε και εμείς. Να εγκαταλείψουμε τη στερημένη μας ζωή, να χω­ ριστούμε σε αντιμαχόμενες Πολιτικές φατρίες, να αναζη­
[283]

τούμε ο ένος τη σύζυγο του άλλου μυστικά κοι οφονέρω­ το, κρυμμένοι στο σκοτάδι, νο συγκεντρώνουμε Πλούτο οτομικό ΠολλοΠλάσιο οΠ° ουτόν του διΠλονού μος συμΠο­
λοι̃­ΠοτΠ› νο φοοολονουυο τουο ουυυοΧουο υοο κο] οψου το

­Ίσως.
_ Γιο νο εησνελθουμε λίγο στον οΠολογισμό, είΠε ο Βύ­ ρότόό, θέλω νσ σε ρωτησω, Αγησίλοε, ον κρίνεις ότι η οῃό­

κονουυο ολο ουτο νο το οντολλοξουι̃­το υοτο με ένο Περί· λομΠρο νοό, Που θο κτιστεί με κλεμμένο χρημοτο. Αν είνοι ουτη η διοδικοσίο της λύτρωσης οιιό το δέυ̃μό του Κόσμου
τουτου› ουοτο οτυοοτο οφολοτο Που οον την οκολουθουυο κοι οι Αθηνοίοι είνοι έξυυνοιι
_ Σωοτο ουτο Που λοο οτΠο ο Τήλοκλοτϋ υΠοοΧοτ› ουωοσ

στολή σου ητον οσφολης, ον έγινον λάθη Που θο μΠορού­ σον νο οδηγήσουν στη σύλληψη σος κοι Ποιο ητον το λά­
θη όότό

­ Δεν νομίζω ότι έγινον λάθη. "Ρο σύστημο εΠικοινωνίος,

Που είνοι όΠως ξέρετε το Πιο σημοντικό γιο την εΠιτυχίο

υοτοοοφημίο. Αυτο οον το οξέτοοοο­ Ολ Αθηνοτοτ Ποονυοττ κοτοοκουοζουν έργο τέχνης γιο τους λόγους Που είΠες, ολλά το έργο ουτά θο μείνουν εκεί γιο Πάντο. Δεν φθείροντοι οΠό το χρόνο, ούτε ξε­
Π

κοττ Που οον οκέφτηκοο Κοθολου­ γΠοοΧ<οτ

μιος τέτοιος οΠοστολης, δούλεψε σωστά. Όλο το μηνύμο­ το έφυγον κοι ηρθον γρήγορο, χωρίς νο δημιουργηθεί κο­ νένο Πρόβλημο. Οι δύο οΠελεύθεροι ητον άψογοι στο κο­ θήκοντά τους. Ακολούθησον σωστά τις εντολές, ενσωμο­ τωθηκόν εύκολο στην οθηνοικη κοινωνίο, κινηθηκόν με όνρση στην εχθρικό Πόλη κσι όησιό όιστογη ελσβόν την

Χντουντοτ­ Ολ Αθτι̃νοίοτ υΠοοοτ νο οΚλοτΨουν› ολλο οτ υοτολ· ες, κοιτά το άλλο, δημιουργίες τους, κτιριοκές, έγγροφες η άλ­

λες, θο μείνουν ολώβητες γιο νο θυμίζουν στους Πάντες τη

ουνουη Κοτ τον Πλουτο› υλτκο Κο] Πνουυοτυολ τηο Πολτι̃ο τους. Αντίθετο, ον εμείς εκλείιμουμε, ον η λειψονδρίο οδη­
νήοοτ την Πολη υοο οο οφοντουο ουτο ίΧνοο νοοΠτου Π κτλ· ριοκού μνημείου δεν θο έχουμε οφησει Πίσω. 'Γι θο μείνει;

­ Θο μείνει ο οΠόηχος, οΠάντησε ο Εῖυδομίδος. ­ Ο οΠόηχος; ­ Νοι. Το ελοφρό οεράκι Που κοτεβοίνει θροΐζοντος την

εκτέλεσον άμεσο κοι οΠοτελεσμοτικά. Ο Άγις κοι ο Βρο­ σίδος ενσωμοτώθηκον, εΠίοης, στην οθηνοΐκή κοινωνίο, βρηκόν τις κότόλληλες Πηγες .Πληροφόρησης κοι χωρίς νό Προκολέσουν Ποτέ την οΠοιοδήΠοτε υΠοιμίο, άντλησον ρνκόῖρως όλες τις Πληροφορίες Που η Πόλη ζητούσε Θόμό οοφάλειος δεν τέθηκε ούτε γι) ουτούς ούτε γιο μένο, με μίο μόνό εξόίρεση Πρμ όφείλω νο επισημάνω.

­ 'Γη Ληόόη ­ Νοι, τη Ληδο. Η γυνοίκο ουτη ισχυρίστηκε ότι ήξερε

κοιλάδο του Ηυρώτο θά φέρνει Πάντοτε μοζί του την ονά­

υνηοη της οοοτήο υοο­ Όλτ ντο ολουο ουωο­ Μονο ουτοί Που θο έχουν εξελιχθεί τόσο, μόνο ουτοί Που θο ονοζητούν, όΠως εμείς, τον ενάρετο δρόμο, μόνο ουτοί θο μΠορούν νο οκούσουν το έμμετρο ιμιθύρισμο. Γιο τους άλλους όλους θο είνοι μίο οκόμο οκοτονόητη β0ἠ.
[284]

Ϊ

ῃόιόι ρίμοστε μοι σμεσως μετά, βλέηοντος την εκῃληξη μόό, διόρθωσε τσ λεγόμενά της, λέγοντάς ότι δεν ηξερε μεν, ολλά υΠοιμιοζότον μόνο Ποιοι είμοστε. Αυτό με ονη­ σόχησρ ιδισίτερο κσι την έθεσο υΠά ειιιτηρηση μεχρι νσ φόνόρμό όΠό την Αθηνό, όν Κω, κότω σῃό τις όόνκεκργ­ μένες Περιστάσεις, δεν νομίζω ότι υΠηρχε ιδιοίτερος κίν­ δυνος κοτάδοσης μος. Αν ξέρετε κάτι γιο τη Λήδο, τώρο Πιο
[28δ]

ΠρέΠεί να το μαθω κί εγώ, μολονοτί δεν έχεί Πλέον σημα­ σία. Ήξερε η Λήδα Ποίοί είμαστε; _ Δεν ήξερε, 8ῖΠ8 Ο Εύρυτοη̨ῃ Αν το ΗΠΟψγοζόἙον7 με βό­
ή το γυναίκείο ένστίκτο, δεν μΠορώ να το γνωρίζω. Η αλήθεία, ομως, είναί οτί δεν ήξερε. Πρίν φύγείς

Κοοο Ποο ορνοζοντον ορην ονροοοο Ἑοο Μέι̃υ̃ωνοο; Μο, Ν αυτή ζούσε εκεί, δίατρεφοταν καί κέρδίζε χρήματα αΠο τη

συγκεκρίμένη ολίγαρχίκή εταίρεία. Γίατί να καταγγείλεί,
Ποίο το οφολοοἐ Η μητέρο τηο ζοι̃ μονι̃ρο οῖην Κορι̃νθο› ορο ονέρνοι̃ο Που οτρέφοτο] έμμοοο Κορο της Κορίνθου δεν θα μΠορούσε Ποτέ να κανείἔνστερα, υΠήρχε καί ο συ­
νοι̃οθημοτοίοο Πορονονῖοο­ Ο] νονοῖκοοτ οοωο ξέροι̃α̃ οί· νοι̃ οοι̃ρροοοῖο οτον έρωτο­ Βρωτοοοντο] Κο] ορον ορωῖοο· τούν δεν βλέΠουν τίΠοτα αλλο, εκτος αΠο τον αντίκείμενο του Ποθου τους. Πίο εύκολο είναί να Πείσείς ερωτευμένη
νονοίκο νο Κοι̃ρηθοΐ με ορΚοοοο› Πορο με ολλον ονορο­ Η Λήδα είδοΠοίησε τους Κορίνθίους γία τη σχέση της με τον

ση τη

λογίκή

σου είΠα οτί η Λήδα είναί Κορίνθία καί η μητέρα της ζεί μο­

νίμα στην Κορίνθο. Σου είΠα οτί μΠορεί να συνεργαζεταί με τους Κορίνθίους, μΠορεί καί οχί. Ήθελα να είσαί υτίοφία­ σμὲνος, αλλο οχί σίγουρος, νίοτί η σίνοοοίο μῃοροοσε νο
σε οδηγήσεί σε λαθη. Το σωστο είναί οτί η Λήδα συνεργα­

®

¿

ζοταν στενοί με τους Κορίνθίους συμΠατρίώτες της.Έ)στελ­ νε συνεχώς Πληροφορίες, με τροῃο ογνωστο σ° ομοσ Οί

ί

Πληροφορίες αυτές, ομως, αναφέρονταν Περίσσοτερο στίς στρατίωτίκές Προετοίμασίες των Αθηναίων, εΠείδή οί Κο­ ρίνθίοί αυτές τίς Πληροφορίες θέλουν. Δεν ξέρω Πώς η Λή­ δα τίς συγκέντρωνε, αλλο ήταν ολες ορθές, αφού το δίκο μας ζευγαρί, Που βρίσκεταί στον Πείραία, έδίνε αντίστοίχες αναφορές. Οί Κορίνθίοί, ενημερωμένοί αΠο εμας, την είχαν είδοΠοίήσεί να Προσέχεί μήΠως αντίληφθεί καΠοίο ζευγα­ οί ξένων στην Αθήνο κσί ον κοῃ τένοίο συμβεί νο Προ­

Ἀνι̃ί οί Κορίνθι̃οί οι̃οοοορι̃οον ομοοτ οοοίοή οοτή ι̃ι̃οοο ρΐοο οι̃ι̃ οοοψι̃οζοτον Πωο Ο ΆΥΚ1 Θἶνοι̃ ΣΠΟΩἙὉἘΠΩ ΚΟΝ 8μ8ίς τοοο Προτρέιρορο νο ονθορρονοον ΠΊ οΧοοΠ οοῖή­ Μονο Που φοΐνοτολ Πωο την ονθορρονον Μνο Πορι̃οοοι̃ορο οοο οοο Χροι̃οζοτον­ Ο Ἀνι̃ο Πώο το Πήγε;
_ Δύσκολο­ Η Ποροδθση στη ΣΦοΚΠίρί0, ή Οίχμαλωυ̃ία

γ

Ε

Λ

μοΚροΧρονΠ οΐίοϋυ̃ίο ΟΠο τη ΣΠύρτη τ0ν Θίχαν θίξεί φυχίκα. Οί αντίστασείς του ήταν μείωμένες. Δέχτηκε μία
Κοι̃
Π

σφέρεί καθε δυνατή βοήθεία. Γί' αυτο, μαλλον, αΠαντούσε τοσο Προθυμα στίς ερωτήσείς Που της έκαναν ο Ἀγίς καί ο Βρασίδας, αν καί υΠοιμίαζομαί οτί, είδίκα γία τον Ἀγί, δεν ήταν μονο αυτος ο λογος. ­Έτσί, ομως, δίακίνδυνεύσαμε εμείς, είΠα. Αφού η Λή­ δα μας υΠοφίαζοταν, τίΠοτα δεν την εμΠοδίζε να αναφέ­ ρεί την υΠοφία της στίς αθηναϊκές αρχες. ­ Ρία Ποίο λογο; Στην Αθήνα μυστίκές καταγγελίες, ευ­ τυχώς, δεν εΠίτρέΠονταί. Θα έΠρεΠε να καταγγείλεί φανε­ ρα καί εΠωνυμα, αλλα να καταγγείλεί Ποίους; Δύο μέτοί­
[28δ]

Λ

ί

Λ

οοΐοτοοτη νι̃ο το οίκο μοο οοοομονο οοίθοοη ονοοηο Κοι̃ η αλήθεία είναί οτί κλονίστηκε. Δεν αμφέβαλε Ποτέ γία το ο(οορο› ορν οΧοοο› οηλοοή, την οΐοθηοη Πι̃ο Προνμοτίκο· τητας, αλλα δυσκολευοταν να εΠίβαλεί στον εαυτο του την ορθή εΠίλογή. Δεν μΠήκε σε Παροξυσμο συναίσθηματίκο,
οον ολλοτρίώθηκο οοωρορι̃κορ οον ορΧι̃οο ξοφνι̃κο νο Το· στεύεί οτί η γυναίκα αυτή είναί τα Παντα γί° αυτον, αλλα, οι̃οτηρώντοο Πλήρη τον έλΘΥΧο Πι̃ο Κοι̃οοι̃ι̃οσηο, 0νέβΟλ8 οονοΧώο τον κρίοι̃ρο ώρο Πι̃ο ονῃοοροθοοηο με την οτοῖ· ρο­ Σ) οοτο οοοι̃ξο Προνροι̃?Β οοονορἶο­ Ανέβολε το ἔοκο·

ί

1

Λ

[28?]

θαρισμα; εΠειδή Προφανώς του αρεσε να βρίσκεται σ) αυτή

την ενδιαμεση εσωτερική κατασταση; Πρωτόγνωρη γι“ αυ­ τόν και δύσκολη; αρα Πέρα για Πέρα ελκυστική. Όταν έφτα­ σα στην Αθήνα; τΟν βρἠκιῖι έτσι όΠ00ς σας τ0ν Περιγρόφω. Χρειαστηκε λίγος χρόνος και λίγα λόγια για να εΠανέλθει » κ / στην ταξη των Πολεμιστων; να εΠανελθει στην οδο της λο­ γικής; αΠοτινασσοντας καθε ίχνος συναισθηματισμοα. ­ γΠήρξε συναισθηματισμός; ­ γΠήρξε λύΠη. ­ Αυτό δεν είναι αστείο. Όταν λυΠασαι; είσαι αιχμαλω­ τος. 'Γο αντικείμενο της λύΠης σου σε έχει αιχμαλωτίσει. Ο Πολεμιστής Που λυΠαται δεν μΠορεί Πια να Πολεμήσει; για­ τί Πρώτα θα λυΠηθεί τον εχθρό και μετα θα λυΠηθεί τον εαυτό του. Αν λυΠηθεί τον εαυτο του οι μαχητικες του ικα­ νότητες θα εκλείιμουν. Δεν είναι τυχαίο ότι η Πόλη μας μα­ θαίνει να μη λυΠόμαστε. ΌΠοιος λυΠαται δεν ανήκει εδώ. ­ Πέρασε αυτό; είΠα. 'Γο συναίσθημα της λύΠης Πέρασε. Δεν υΠαρχει Πια; αλλιώς θα ήταν Πραγματι αιχμαλωτος. Ηί­ δα τον τρόΠο με τον οΠοίο αντιμετώΠισε την εταίρα στο τέ­ λος. Δεν υΠήρχε ίχνος λύΠης; ουτε γι“ αυτήν ούτε για τον εαυ­ τό του. Αν λυΠόταν τον εαυτό του; θα είχε μείνει εκεί. Στε­ ρήθηκε κατι αΠόλυτα ελκυστικό γι) αυτόν; χωρίς να διστα­ σει καθόλου, χωρίς να λυΠηθεί για την αΠώλεια. Αφού κατα­ φερε να μη λυΠαται τον εαυτό του για τη στέρηση Που ο ίδιος Προκαλούσε; ήταν εύκολο μετα να μη λυΠηθεί αυτήν; ξεΠερ­ νώντας οριστικα το εμΠόδιο. Νομίζω ότι τελικα βγήκε ισχυ­ ρότερος αΠό τη δοκιμασία/ΒΠαινος του αξίζει; όχι ιμόγος.Αα­ θη ή Παραλείιμεις σχετικα με την αΠοστολή δεν έκανε.
×

Ρ

ί
.

.

¿

ι
Ζ

λ

ι

ι

ι

Γ

­Ο Β

­ Κανένα Πρόβλημα μζ αυτόν. Ήταν ήρεμος; αΠοφασι­
[288]

ασίδα

·

7

ι

σμένος; έχει ξεΠερασει το Πρόβλημα της Σφακτηρίας; είναι έτοιμος για οΠοιαδήΠοτε αΠοστολή ή μαχη. ­ Ο Ἀγις είναι; Τώρα είναι. Πριν λίγο χρόνο δεν ήταν. Η Παραμονή του στη ΣΠαρτη θα του κανει καλό. Θα συνέλθει τελικα. Νο­ κ κ Ι κ μιζω οτι ειναι ετοιμος για μαχη; οχι ομως για αΠοστολη της ΚρυΠτείας. ­ Εσυ Πώς είσαι; ρώτησε ο Βυδαμίδας. ΌΠως ήμουν. ”ΓίΠοτα το ιδιαίτερο. ­ Εὶίσαι σίγουρος Πως είσαι όΠως ήσουν; Σίγουρος είμαι. Γιατί; ­ Σε είδαμε όταν ερχόσουν. Μας φανηκε ότι ΠερΠατου­ σες εδώ; στη ΣΠαρτη; αλλα το μυαλό σου ταξίδευε. ­ Δεν συμβαίνει τίΠοτα. Πρόσκαιρο είναι αυτό Που εί­ δατε; συμΠτωματικό και ασήμαντο. Είμαι έτοιμος. ­­ ΜΠορείς να οδηγήσεις τις ενωμοτίες σου σε μαχη; Βίναι το μόνο Που εΠιθυμώ. ­ Γιατί; Γιατί ετιιθυμείς μόνο αυτό; Δεν μας αρέσει κα­ θόλου αυτό Που λες. Αν ΠεριΠέσεις σε μονομανία Πολέμου; αν ορέγεσαι μόνο την αιματοχυσία; αν δεν θέλεις να Πα­ ντρευτείς και να ζήσεις ομαλή κοινωνική ζωή; αν δεν θέ­ λεις να βρίσκεσαι κοντα με το ζευγαρι σου; αλλα Προτιμας τη μοναξια; αν γίνεις Πεισιθανατος; μοναχικός; μισανθρω­ Πος και μισογύνης; να ξέρεις ότι θα σου αφαιρέσουμε το αξίωμα σου. Αν συμβαίνει; τώρα; κατι τέτοιο; καλύτερα εί­ ναι να μας το Πεις. Είναι Πολυ εΠικίνδυνο για το λόχο σου ολόκληρο. Οι Πολεμοχαρείς και αιμοδιιμείς αξιωματικοί οδηγούν; συνήθως; τους ανδρες τους στον όλεθρο. Θέλου­ ε α ιω ατικου εντα ένου στο κοινωνικό σύνολο; ό ι εραστές του Πολέμου. Ο Πόλεμος είναι αντικοινωνικό γε­

­

»

×

×

×

­

­

­

ι

[28θ]

γονός. Δεν τον ευνοούμε. Μη μΠείς σι αυτή τη νοητική δια­ δικασία. ΒλέΠουμε ότι δεν έχεις Παντρευτεί ακόμα, Παρά τις Προτάσεις Που σου έγιναν, βλέΠουμε ότι αΠοζητάς μο­

τοί αΠό αντίστοιχες νοητικές ΠεριΠλανήσεις και καταβαρα­
θρώσεις. Είχαν δει, ετιίσης, τους διΠλανούς τους να γίνονται ξαφνικά Πολεμοχαρείς ή μοναχικοί, στάσεις Που η Πόλη δί­ καια θεωρούσε αντικοινωνικές. Δεν Πολεμούσαμε αΠό χαρά, Πολεμούσαμε αΠό ανάγκη. Δεν Πολεμούσαμε για να εξοντω­

γαχικές αιισστσλές και ξέρουμε Πολύ καλά ότι ήταν ιιλήν­ μα για σένα να δεις τον Άγι, Πρόσκαιρα έστω, να έχει Κα· ταληφθεί αΠό τη σκέψη μιας ξένης γυναίκας. Κοίταξε να αῃσρροφήσέις το Πλήγμα αυτό και να βγεις Πιο δυνατός αΠό τη δοκιμασία. Αλλιώς θα σου αφαιρέσουμε αρχικά τή διοίκηση των ενωμοτιών σου και μετά θα σε καθαιρέσου­ με αΠό αξιωματικό. Ηίναι σαφές; _ Σοφές είναι, είΠα, σκύβοντας το κεφάλι. Τίτιοτα αΠό αυτά δεν θα γίνει, όμως. Ανήκω ολόψυχα στο κοινωνικό σύ­ ΥΟΑΟ ΠΟΠ μ8 Ονόθβθιμθ ΚΟι̃ Οθῖό ἙΟ ΚΟΙν0ΟνιΚό Ο”ύνΟΑΟ θα συνεχίσω να υΠηρετώ, καταΠολεμώντας οΠοιανδήΠοτε εσωτερική εκτρσΠή. νΠάρχει εκτροΠή, Πράγματι, αλλα θα την αντιμετωΠίσω. Δεν Πρόκειται να ηττηθώ. Μην ανησυ­ Χειιῦα­ Ηιιια αῖι θέλω να ααιι̃νιααω τις ενωμοτίες μου σε μά­ χη όχι εξαιτίας κάΠοιας μονομανίας Πολέμου, αλλά για να μΠορέσω να εηανενταχθώ κοινωνικά, μετά τις μοναχικές
αΠοστολές Που αναζήτησα.
_ ιι­ινιαξαι› αιιια α Τήλακλαα­ Βλιιιζαιιι­ια να ειναι έιδαι­ Θα

σουμε τον αντίΠαλο, αλλά για να διαφυλάξουμε την κοινωνι­ κή και Πολιτική ιδιαιτερότητα της Πόλης μας. 'ιιο ήξερα κα­
λά αυτό, όΠως το ήξεραν όλοι. ΌΠοιος αγαΠάει τον Πόλεμο,

ι

γ

ι

λ

ι
ί

φανεια α ένα μήνα ιιαριιιαιι νια ιιιι̃ Χαλιααικύτ με αλα ιια Θα­ ρατινέα λόχο. Θα δούμε Πώς θα τα Πας εκεί. Σε εΠιτηρούμε. ­ Πολύ καλά › είΠα. ­ Πού θα κοι θεί αΠό ε; ­ Στην οικία του Άγι.
7

ι

5

γ

­ Καλό αυτό ιαιι̃ι Θ αι να ιζα μηθείς στο στρατόΠεδο.

8

ατι ακαιιαιιαα να και­
ι

Η αναφααα αιΧα αλααλιι̃αωθαι· Έφιινα ααλλανιαμέναα­ Τα έβλεΠαν όλα και τα ήξεραν όλα, γιατί είχαν Περάσει και αυ­

αγαιιάει και το θάνατο, τον αγαΠάει Περισσότερο αΠό τη ζωή, άρα δεν αισθάνεται ικανοΠοιημένος με την κοινωνία στην οΠοία ζει, είναι, δηλαδή, αντικοινωνικός. Βγωιστής. ΟΠλίτης μΠορούσε να είναι κάτιοιαα με τέτοια ανιιλιι̃ιιιιι̃ι αλλα αξιω­ μη̨τιιςός όχι, αφού Οι Οῃλίτες οκολοη̨θούσοχη εγώ Οι η̨ξιωμο­ τικοί έΠαιρναν Πρωτοβουλίες, είχαν μεγάλη ελευθερία κινή­ σεων και μΠορούσαν να οδηγήσουν την ενωμοτία ή τον λόχο ολόκληρο σε αφανισμό. Το ίδιο ακριβώς συνέβαινε με τους μοναχικούς. Όσοι δεν Παντρεύονταν και δεν ζούσαν κοντά με τους φίλους τους, αλλά κυκλοφορούσαν σκεΠτικοί και αμί­ λητοι στο στρατόΠεδο ή την Πόλη, θεωρούνταν και αυτοί εγω­ κεντρικοί, άρα αντικοινωνικοί. Η ΣΠάρτη λειτουργούσε σαν αδελφότητα και αΠέβαλλε αμέσως όΠοιον δεν μΠορούσε να ενσωματωθεί στην αδελφότητα αυτήν. Εὶγώ μΠορούσα, Αυτό Που είχαν δει οι έφοροι ήταν Πράγ­ ατι έτσι όΠω το είδαν. Το έ λεΠα Π ρ ώτο α ε ν ώ. Το ανα­ νώ ιζα, αλλά δεν άθελα να το αΠο άλω εΠειδ ί σαν σκέ με γοήτευε. Αυτό ήταν το λάθος και το Πρόβλημά μου: η σκέ . Βί α α ίσει να σκέ το αι Πε ισσότε ο αΠό όσο χρειαζόταν και έτσι τα ερωτηματικά έρχονταν το ένα Πίσω αΠό το άλλο, αΠανωτά και αναΠάντητα, ωθώντας με σιγά σι­ γή κοντό στο όριο της ῃοροφροσύγηα̨ Τι κάνουμε εμεις
7

.

[ΖΘΟ]

[ΖΘΠ

εδώ, γ]οτί είμοστε εδώ, τ] θο Πε] «οκολουθούμε το δρόμο της ορετης», γ]οτί άρογε τον οκολουθούμε, τ] οξίο έχε] η κ κ κ » εΠ]β]ωση της ΣΠορτης, γ]οτ] ΠρεΠε] νο εΠ]β]ωσε] η Πολη
»
×

ί

κο] Πο]ο μεγάλο κοκό θο γίνε] ον δεν εΠ]β]ώσε], τ] νόημο έχε] ο γάμος κο] το Πο]δ]ά, τ] νόημά έχε] η ογάΠη, γ]οτί Πρέ­ Πε] υΠοχρεωτ]κά νο ογοΠάς κο] νο σε ογοΠάνε κο] τ] κο­ κό θο γίνε] ον ούτε εσύ ογοΠάς κονένον ούτε κονείς σε ογοΠάε], Μόλίς εΠέτρεφο στον εουτό μου τ]ς σκεφε]ς ου­ κ × κ τες ητον σον νο ονοίξε ο οσκος του Α]ολου. Αδυνοτον Π]ο νο συγκροτηθούν κο] οδύνοτον νο οΠοντηθούν όλο ουτά το ερωτημοτο. Τ] οΠάντηση νο δώσω; Μόνο ο] θεοί γνωρίζουν την οΠάντηση. 'Γώρο κοτολάβοίνο γ]ο Ποίο λόγο, ότον ήμο­
× ×

ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Π­Γ

Αἶίἶἶἔτἑ
]

»

<<ΒΠ]τρεΠότον νο ερωτεύετο] κονείς την ψυχή σΠουδοίων ογορ]ών, ολλά η σορκ]κη Προσεγγίση

στον έφηβο], μος ελεγον ο] εκΠο]δευτες «νο ζείτε Πολύ, ολ­ λά νο δίολογίζεστε λίγο. Ο δ]ολογ]σμός είνο] εΠ]κίνδυνη κο­ τάστοση. ΜΠορεί νο γίνε] ονεξελεγκτος κο] ότον ουτό συμ­ κ κ βεί θο σος οδηγησε] στον μονοδρομο, Που ξεκίνοεί με την κοτάθλ]φη κο] κοτοληγε] στην ουτοκτονίο. Μη Πέσετε σ, ουτη την Πογίδο. Αυτοκτονίο σημοίνε] ήττο κο] εσείς γεν­ νηθἠκοτε κο] μεγολώσοτε νίκητες, όχ] ηττημένοί. Μη σκέ­
×

θεωρούντον οίσχρη, εΠε]δή έτσ] θο ερωτευότον σώμά, όχ] την ψυχή. ΌΠο]ος έκονε κάτ] τετοίο ]:]μωρούντον με “οτίμωση” δ]ο βίου»
ἙΟ

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ

7

Το Πολοκί των Αοκεδτυμονίων εΠ]τΙ7 ὅευ Ψ οτο

7

»

1

Ομως, κοΠο]ος εμφονίζοτον νο εΠ]θυμε] το σωμο του ογορ]ού, ουτό το θεώρησε Πράγμο
λ/;
ε

«Α

­

.

,

ΟΙΟχρό...>>
ΞΒΝΟΦΩΝ,

Πτεστε Πολύ, Πολεμηστε Πολύ. Αν δεν κοτοφερετε νο οΠο­ φύγετε τον μέγο εχθρό, την ομφίβολίο, κτυΠηθείτε μοζί του κο] ν]κηστε τον. Κροτηθείτε στοθερά Πάνω στην Πο­ Ι οΠοκλ]ση είνο] εΠ]κ]νδυνη ρείο Που σος χοροζουμε. Κάθε Πολύ. Ότον δείτε το Πρώτο οίμο, στη μάχη, μη σκεφτείτε. Αν σκεφτείτε, οΠομονώστε ομέσως τη σκεφη ουτη, ολλ]ώς θο γίγοντωθεί σ]γά σ]γά κο] θο σος εκτρεφε] ονεΠονόρθω­ κ » » κ το. ΑΠοφυγετε την λυΠη». Αυτες ητον ο] οδηγ]ες, ουτο ε]χο μάθε], ουτά σκόΠευο νο κάνω. Αλλο δρόμο δεν είχο. Δεν κοτοδεχόμουν νο ηττηθώ, ούτε, βεβοίο, κοτοδεχόμουν νο λυΠηθώ τον εουτό μου.
×
×

Αοκεδευμονίων Πολ]τείο Π?

×

×

×

«Η ψυχή του ονθρώττου είνο] οθάνοτη κο] συμ­

βοίνε] άλλοτε μεν νο τελε]ώνε] (η συνεργοσίο της με το σωμο), κάτ] Που ως γνωστόν ο] άν­
θρωΠο] το ονομάζουν θάνοτο, άλλοτε νο ξονογεν­ ν]έτο] ολλά Ποτέ δεν χάνετοτ»
7

»

»

×

ΠΛΑΤΩΝ,

Μένων θι̃β

[ΖΘἘ]

Η θεια διανοητική, μακρόχρονη ΠροσΠαθεια, εΠίμονη και

ΣΠΑΡΤΗ

Αλλλεε, εινιειε οκι. Αυτο βλέιιαμε. Με Προστια­

βασανιστική, είχαμε κλείσει τις εσωτερικές Πληγές ή του­ λαχιστον ελέγχαμε αΠόλυτα την αιμορραγία τους, τόσο εγώ όσο και ο Άγις. Η ζωή μας είχε κυλήσει έτσι όΠως τη θέ­ λαμε. Βκστρατείες, μαχες, Πορείες, εΠιστροφή στη ΣΠαρτη, ανασυγκρότηση και Παλι Πορείες και μαχες χωρίς τελειω­ μό. Οι συνομήλικοί μας έφευγαν ο ένας μετα τον αλλο κι εμείς, Παραξενεμένοι, βλέΠαμε, στο τέλος της καθε μαχης, ότι ήμασταν ακόμα ζωντανοί, αΠορώντας Παντοτε για την ακατανόητη αυτή εΠιλογή των θεών. Μέχρι την ιωνία εί­ χαμε φτασει, καταδιώκοντας και κατανικώντας τους Πέρ­ σες. Η κόΠωση, τα τραύματα, η έξαψη της μαχης, ο Προ­ σμονή για την εΠόμενη μαχη, ο Πόνος για την αΠώλεια των φίλων, λειτουργούσαν κατευναστικα για καθε Παθημα της ιμυχής. Δεν Προλαβαίναμε να κουραστούμε φυχικα, αφού η κόΠωση του σώματος Παντα υΠερτερούσε. Η δική μου τα­ ση για μοναξια, η αντικοινωνική μου ταση, είχε Περιοριστεί, ήταν ελεγχόμενη, δεν με ενοχλούσε Πια. ΑΠό την αΠοστολή στην Αθήνα και μετα Πορευόμουν Παντοτε μαζί με τον Ἀγι, έναν ανθρωΠο Που δεν είχα αγγίξει Ποτέ, ούτε καν φιλικα, ούτε είχα διανοηθεί κατι τέτοιο, ούτε αυτός το είχε δια­ νοηθεί, γιατί δεν χρειαζόταν αυτό, δεν θα Πρόσθετε τίΠοτα,
[295]

μόνο θο οφοίρούσε, τη Φίλονίκη χρησίμοΠοίούσομε κοί οί δύο σον σωμοτίκό κοτοφύγίο, όχί ο ένος τον άλλο, όΠως έκονον άλλοί, σε άλλες Πόλείς. Βοδίζομε Πάντο μοζί, ένίω­ θο, όμως, ότί ο Ἀγίς μου ξέφευγε Πίο, ξέφευγε λίγο, Προ­ χωρούσε ένο βήμο εμΠρός, ολλά ένο βήμο Προς το Πού,
Ποίο ήτον το «εμΠρός» κοί Ποίο το «Πίσω» κοί Ποίο η σωστή

λοβον την εξουσίο, μόνο Που η εΠίτυχίο τους ήτον βροχύβίο,
όΠως οκρίβως η θυσίο τους ήτον Περίορίσμένη. Ο Δίοκλεί­

δης, Που θεωρήθηκε ορχίκά σωτήρος της Αθήνος, μετά οΠο­

κοτεύθυνση, ουτό δεν το γνώρίζο, ολλά έβλεΠο ότί ουτός είχε ξεΠεράσεί Πίο το Πρόβλημο της Λήδος, η φλόγο της ογάΠης δεν μΠόρεσε νο τον κάιμεί, οντίμετῶΠίζε Πλέον τη ζωή φίλοσοφώντος, όΠως οί Αθηνοίοί, κάτί Που δεν με ενο­ χλούσε, μόνο το Ποροτηρούσο, ολλά δεν ήξερο Ποίο θο εί­ νοί η κοτάληξή του, δεν ήξερο τί σήμοίνε κοί Ποίο η οίτίο­ λογίο του, ήξερο, όμως, ότί κοί οί δύο ήμοστον Πίο νίκητές, ορίστίκά νίκητές, οφού ο κοθένος είχε εΠίκροτήσεί στον ΠροσωΠίκό, τον εσωτερίκό του, Πόλεμο, χρησίμοΠοίώντος τον άλλο σον υΠοστύλωμο. Ούτε ο έρωτος, ούτε το οντί­ δοτό του, η μονοξίά, μος είχον κοτοβάλεί. Κοθόμοστον κάτω οΠό μίο γέρίκη ελίά στίς υΠώρείες του λόφου Που κλείνεί, βορείνά, το Πεδίο οσκήσεων κοί συζη­ τούσομε γίο μίο οκόμη φορά. ΧρησίμοΠοίούσομε το λόγίο γίο νο εκφράσουμε, νο Περίγράιμουμε νέες έννοίες, νέες κο­ τοστάσείς, άγνωστες σ, εμάς Πρίν οΠό χρόνίο, άγνωστες κοί οκοτονόητες. Εἔίχε Περάσεί Πίο Πολύς κοίρός. Χρείάστηκε μίο δεκοετίο ΠερίΠου μετά την κοτοστροφή των Αθηνοίων στίς Συρροκούσες, γίο νο κοτοφέρουμε νο τους εΠίβληθού­ με ορίστίκά. Όλες οί Προβλέιμείς του Μέτωνος γίο την εκ­ στροτείο στη Σίκελίο είχον εττοληθευτεί με οκρίβείο. Ο χρη­ σμός γίο την ίέρείο Που ονομοζότον «Ησυχίο» είχε εΠολη­ θευτεί, εΠίσης. Οί ΒρμοκοΠίδες Πέτυχον τον στόχο τους, ολ­ λά μόνο Πρόσκοίρο. Η Πόλη τους ηττήθηκε κοί ουτοί κοτέ­

'

γ

ί

ί

τί

δείχθηκε συκοφάντης κοί κοτοδίκάστηκε σε θάνοτο. Ο Αν­ δοκίδης ουτοεξορίστηκε, εΠέστρειμε, δίκάστηκε, ολλά δεν κοτοδίκάστηκε, εΠείδή Πρόδωσε άλλους ενόχους. Η νίκη μος στον ΠελοΠοννησίοκό Πόλεμο ήτον ονομε­ νόμενη, δεν ομφίβάλλομε Ποτέ γί” ουτήν, ολλά οΠοίτήθηκον είκοσί εΠτά ολόκληρο χρόνίο γίο νο μΠορέσουμε νο γονο­ τίσουμε τους Αθηνοίους ορίστίκά. Η νίκη μος κηλίδωνότον, όμως, οΠό την ονογκοίο τότε, ολλά Ποράλληλο οσυγχώρη­ τη, Ποράδοσή μος στη Σφοκτηρίο. Χωρίς το Λύσονδρο δεν ξέρουμε ον θο είχομε νίκήσεί. Ρίο νο το κοτοφέρουμε έΠρεΠε νο ξεΠεράσουμε την οΠέχθείά μος γίο τον Πόλεμο στη θάλοσσο κοί ήτον, Πράγμοτί, μίο νουμοχίο, όχί μάχη στην ξηρά, Που μος έδωσε τη νίκη. Βίχομε νίκήσεί στον Πό­ λεμο, ολλά, χρόνίο μετά, χάνομε κοθημερίνά τη μάχη της εί­ ρήνης, οφού η Πόλη μετολλοσσότον στοθερά σε κάτί Πολύ δίοφορετίκό οΠ° ουτό Που εμείς γνωρίζομε, οΠομοκρυνό­ τον οΠό τίς Ποροδόσείς της, οΠεμΠολούσε την ιμυχή της. Η εΠίτυχίο στον Πόλεμο έφερε τόσες κοί τέτοίες ολλογές, ώστε η οΠοτυχίο στους μελλοντίκούς Πολέμους νο είνοί βέ­ βοίη. ΒλέΠομε συμΠολεμίστές κοί φίλους νο υΠοκύΠτουν στην έλξη της λογνείος κοί της φίληδονίος, χάνοντος κά­ θε μέτρο. ΒλέΠομε άλλους νο ορέγοντοί τον Πλούτο κοί νο εΠίθυμούν την άσκοΠη συσσώρευση του, οδίοφορώντος γίο τη μοτοίότητο μίος τέτοίος ενέργείος. «Η συσσώρευ­ ση ορετής;» τους ρωτούσομε. «Δεν οντίφάσκεί με τη συσ­ σώρευση Πλούτου», μος οΠοντούσον. «Γίοτί νο οντίφάσκεί, Ποίος είΠε ότί δεν μΠορείς νο είσοί ενάρετος κοί Πλούσίος

τεεεί

,

γ

ίεετί

ί­!

τάυτόχρονά;» «Μο ον εσύ είσάι Πλούσιος», λεγάμε, <<κάΠοι­ ος άλλος θά είνάι φτωχός, οφού ο συνολικός Πλούτος της Πόλης είνάι δεδομενος. Αν η ΣΠάρτη είνοι οδελφότητά Πρε­ Πει ο Πλούτος νο άνοδιονέμετοι συνεχώς, γιο νο είμάστε Πάντο όλοι όμοιοι. Αλλιώς γιοτί νο ζούμε όμοιο; Πώς θά Πο­ λεμάμε όμοιά, ο ένος δίΠλο στον άλλο; "Γι θά υΠεράσΠιζό­ μοστε στη μάχη; "Ρον Πλούτο των λίγων κοι τη φτώχειά των
Πολλών;›› Δεν άΠοντούσον, άφού λογική οΠάντηση δεν υΠήρχε. Σήκωνον τους ώμους κοι οΠομάκρύνοντάν οδιά­

φοροι. Η οΠρόσμενη ευμάρειο, Που είχε φερει η νίκη, κά­ τεφογε το σωθικά της Πόλης, άνέτρειμε τις δομες της, άΠά­ ξίωσε τη νομοθεσίο του Δυκούργου κοι εκάμιμε τις συνει­ δήσεις των Περισσότερων. Δεν ήτον, όμως, μόνο η ευμά­ ρειο, ήτάν κοι η μίμηση. Βκστροτεύοντάς συνεχώς σε όλη την Ϊἔἔλλάδο κοι όλη την ῖωνίο, γιο τόσο κοι τόσο χρόνιο, διο­ μένοντος σε ξένες Πόλεις γιο μεγάλο χρονικά διοστήμοτά,
οι οΠλίτες μος είχον δει τον τρόΠο ζωής των άλλων Βλλή­

νων. Ριοτί εμείς διάβιώνουμε τόσο στερημένο, ονορωτιού­ ντάν. Ημείς, οι νικητές του Πολέμου, ζούμε χειρότερο οΠό

τους ηττημένους. Γιο Ποιο λόγο; Δεν μΠορούσον νο οντι­ ληφθούν ότι είχομε νικήσει στον Πόλεμο, εΠειδή, οκριβώς, ζούσάμε στερημένο κάι οι οντοχες μος ήτον μεγολύτερες
Ι] |
ἙΟ

ΟνἙι̃λΟμβΟ|νΟνἙΟν δ

ΚΟἩ

ΟνΟφωνΟΠσΟν ί

«ἙΟἙ8 ί ΠΟἹΟ ἙΟ

Οφε­ ί
λ

λος;

Γιοτί Πολεμάμε; Γιο

νο είμάστε χειρότερο οΠό τους άλ­

λους;» ΑΠοκρούομε γιο άιώνες την τέχνη, Πλην μουσικής, σον λειτουργίά μιμητική, κοι τώρά υΠοκύΠτάμε σε μίά

;

οντίστοιχη μιμητική διάδικοσίο. Ο Δύσονδρος, ο νικητής στους Αιγός Ποτάμούς, ήτάν ο κύριος φορεάς άυτής της άλλάγής, χωρίς ο ίδιος νο το εΠιδιώκει. Περιβλήθηκε με τόση δόξο οΠό τους συμμάχους
[2θ8]

μος όλους κοι έγινε τόσο διάσημος σε όλη την Ηλλάδο, ώστε ο άνθρωΠος άυτός έχάσε, σχεδόν, το λογικά του. Ονει­ ρεύτηκε νο ολλάξει το Πολίτευμά μάς, βλεΠοντάς ότι, διά­ φορετικά, δεν θά ήτον Ποτε άρχηγός του στροτού, οφού η θ εσιι ί ουτ ιι ί Πο ρ οδοσιοκά ον ιι ίκε στου εβ οσιλείς. Ο Λύσάν­ δρος δεν ήτον ικονοΠοιημένος με τον τίτλο του στροτηγού ή του νάυάρχου. Δεν του άρκούσε ουτό. Ούτε στη Γερου­ σίά ήθελε νά δίνει λόγο, ούτε στους εφόρους, ούτε στους βοσιλείς. Γιο νά Πετύχει, όμως, μιά τετοιο ολλογή κοι νο με­ τάβάλει ένο Πολίτευμο οιώνων χρειοζότάν χρόνο, Πολύ χρό­ νο. Δεν ήξερε ον οι θεοί θά του εδινον το χρόνο ουτό κοι ετσι κάτέφυγε στο Μάντείο, γιο νά Πληροφορηθεί τά μελ­ λούμενο. Ρώτησε, δηλοδή, εκείνο Που δεν έΠρεΠε κονείς Ποτέ νο ρωτάει: «Τι ΠρεΠει νο κάνω γιο νά άΠοφύγω τον θάνάτό μου, νά εΠιμηκύνω, όσο το δυνοτόν Περισσότερο, την Ποράμονή μου στον κόσμο των θνητών, γιο νά μΠορέ­ σω νά εκσυγχρονίσω το Πολίτευμο της ΣΠάρτης,» Αυτό ρώτησε κοι όΠως ήτάν φυσικό οι ιερεις εξογριώθη­ κον με το βλάσφημο ερώτημά, ερώτημά άκυρο κοι Προ­ σβλητικό. Πώς μΠορεί η ιέρειο του ΔΠόλλωνά νά υΠοδείξει τρόΠο οΠοφυγής του ΠεΠρωμένου Που οι θεοί έχουν τάξει γιά κάΠοιον άνθρωΠο; Η οΠάντηση σ' ενο τετοιο ερώτημά εί­ νοι οδύνοτη, άλλά ο Δύσονδρος ήτάν τότε τόσο ισχυρός, Πά­ νελλοδικά, ώστε το Μοντείο εξάνογκάστηκε νο οΠοντήσει οΠό φόβο γιο το κοκό Που θο μΠορούσε νο κάνει ο συμΠο­ λίτης μάς στους ιερείς όλους, άλλά κοι την ιέρειο την ίδιο. Έτσι, η Πυθίο, υΠοχρεωμένη νο οΠοντήσει, χρησμοδότησε: «Σε συμβουλεύω νο φυλοχτείς οΠό τον ΟΠλίτη Που θορυ­ βεί κάι το φίδι, της γης τον Πονηρό γιο, Που έρχετάι ξοΠίσω». Ο Δύσάνδρος Πήρε την οΠάντηση άυτή κοτενθουσιάσμέ­
[ΖΘΘ]

ήταν ααφήα) αλλα αλίμονο αν το Μαντοτο αΠαντουοο υο οαφήνοτα οτουο αοοβοτα­ Όταν το οοώταμα ήταν ακυοα αλλα Π αΠαντΙι̃οΠ έΠοοΠο να οοθοτ οΠοτ­
νοο­ Νοι̃­Πζο οττ ο Χοηουοα

|

Ι

ζ

ατοατηνοα το Μαντοτο αΠα· ντουοο Παντοτο οοθατ αλλα με τοοΠο ουαοουήνουτο Κατ Πα­ οαΠλανΠττκο­ Ο] οτατολττα του Λυαανοοου οον υΠοοοοαν› του· ουςοτ να ανττληφτουν το νοημα του Χοηουου­ Νουτοαν οτ]
Π

οἡ οωτουοο καΠοτοο βαοτλταα

.

«οΠλτττΙα Που θοουβοτ» οτνατ ο ααλτττνκτήα κατ έτατ φοονττζαν›

οττο μαΧοο› να βοτοκοτατ ο Λυαανοοοα οο υακοτνή αΠοατα· οη αΠο τουα οαλτυνκτοα υαα­ Αφολήα οουηνοτα φυατκα­ τλα

Υ

την αΠοφυνΠ οήνυατοα αΠο φτοτ φοονττοαν να οφοοταοουν τον αοΧΠνο τουα με οοουαττνα υΠοοΠυατα τέτοταα αντοΧΠα›
ώστθ τα οόντλα του φτοτου να μην υΠοοουν να τα οτατοήοουν­ Αυτό έκαναν και Πίστεφαν ότι ο Λύσανδρος θα ζήσει αιώνια,
αλλα› βέβατα› οτΧαν κανο] λαθος­ Σο υτα υαΧΠ κατα των ΘΠ­
βαΠον› οττι̃ν Αλταοτα ο Λυαανοοοα οκοτώθτι̃κο αΠο έναν οττλττ τη Που λονοταν Νοολαοοοα κου Πανω οταν αοΠτοα του οτΧο ζω· νοαφτουένο ένα φτοτ ατηα νης τον Πονηοο ντο”­ |Οταν η μαχη | | | | τελειωσε και ολοι οι Σηαρτιατες συγκε­ ντρώθηκαν γύρω αΠό τη σορό του στρατηγού μας, Περίλυ­

Ρ

Υ

αγρότης σαστισε τελείως, τρόμαξε και αρχισε να ψελλίζει: «Δεν βλέΠετε ότι το ιΠΠικό των Θηβαίων μΠόρεσε να δρασει εναντίον σας και να σκοτώσει το στρατηγό σας, εΠειδή εί­ χατε Παραταχθεί σε ομαλό έδαφος, Που διευκόλυνε τις εΠε­ λασεις, αντί να Παραταχθείτε στο ανώμαλα έδαφος Που βρί­ σκεται Πέρα αΠό τον χείμαρρο; Εκεί έΠρεΠε να Πολεμήσετε για να νικήσετε εύκολα, χωρίς αηώλειες. Βδώ Που Παρατα­ χθήκατε, όχι μόνο ηττηθήκατε, αλλα χασατε και το στρατηγό σας. Ο χείμαρρος σας εμΠόδιζε να ελιχθείτε. Πι, αυτό σκο­ τώθηκε ο Λύσανδρος, εΠειδή δεν Προφυλαχθήκατε αΠό τον ΟΠλίτη. ΉΠρεΠε να τον έχετε στα αριστερα σας, όχι στα δε­ ξια». «Ποιος είναι ο οΠλίτης γέρο», τον ρώτησαν εξουθενω­ μένοι οι αξιωματικοί και αυτός αΠαντησε δείχνοντας: κο χεί­ μαρραα ααταα αναμαζαααγ Οῃλίτηα Δεν ακούτε Ἑα θαραβα
Που κανουν τα νερα του; Δεν τον Προσέξατε καν; Κανατε

Ν

λανθασμένη εΠιλογή του Πεδίου της μαχης». Αυτό τους είΠε και όλοι μαζί, αξιωματικοί και οΠλίτες, όλοι Πιστοί στο Λύ­
σανδρο μέχρι θανατου, δακρυσαν, καταλαβαίνοντας Πόσο μι­

τα

Π

Ποτ κατ αττοοηυένοτ ντ αυτο Που οτΧο ουυβοτ Κατέφταοο ένας ηλικιωμένος αγρότης, Που Παρακολουθούοε τη μαχη

ι

αΠό ένα κονττνο λοφτοκο­ ΒλέΠονταα τουα οτκουα υαο 0Πο­ καρδιωμένους αΠό το θανατο του Λύσανδρου, τους είΠε:

ι

κροι και αδυναμοι ειναι αΠεναντι στους θεους. Αυτό ήταν το τέλος του Λύσανδρου, αλλα δεν έΠρεΠε να είναι αναλογο το τελος της Σηαρτης. Αυτό συζητούσαμε με τον Ἀγι, καθισμένοι Παντα στον ίσκιο της ίδιας γέρικης ελιας, εκεί Που συνηθίζαμε να καθόμαστε αΠό τη νεανική, ακόμα, ηλικία μαα Η Πόλη όλα έααγχνα Παααααρμένη ααα αἱ.
%

Ζ

%

#

Ζ

«Αφου τοοο Πολυ θέλατο να ζήοοτ ο οτοατηνοα ααα, Υιατί τον αφήοατο να έΧοτ τον Οαλττη ατα οοξτα τουἐ» Η οοώτηοη οΠο· αο οαν Κοοαυνοο οτουα ανοοοα υαα­ΑνατοτΧταοαν› αφου ολοτ Πξοοαν τον Χοοαυο­ «τί ουτοα νέοοἐ» του οττταν Πτανονταο τον αΠο τουο ώυουο Κατ ταοακουνώνταα τον βτατα­ «Ή ουτοαἐ Ποτοα οτνατ ο ΟΠλττΠο Που βοτοκοτατ οοξταἐ Τ] οννοοταἐ» Ο
[ΒΟΟ]

νη της αλαζονείας και του υλισμού. Οι γυναίκες είχαν αρ­ χίσει να καλλωηίζονται, να φορούν ακριβα ενδύματα, να

γ

χρησιμοΠοιούν κοσμηματα και να εηιδεικνύουν τα Πρό­ σκαιρα καλλη τους σε καθε ευκαιρία. Η εκΠαίδευοη των νέ­ ων είχε χασει την Παραδοσιακή της σκληρότητα. Έβλεηα εφήβους να βαδίζουν στην Πόλη ή στο στρατόΠεδο με το κε­
[30ι̃]

φαλι φηλα, κοιτώντας αφοβα δεξια και αριστερα, κατι Που στις δικές μας μέρες ήταν αδιανόητο, αφού για να μῃ Πέ­ σουμε, ως έφηβοι, στην Παγίδα της έΠαρσης, μας υΠοχρέ­
ωναν να ΠερΠαταμε Παντα με το κεφαλι κατεβασμένο. Τώ­

φαίνονταν Παρωχημένες αστειότητες και Πολύ λίγοι τους έδιναν σημασία. Όλος ο κοινωνικός ιστός της Πα­ λης είχε αλλοιωθεί. Οι ανύπανδροι, αιιως εγώ, δεν τιμω­ ρούνταν Πια, αρα οι γεννήσεις μειώθηκαν και ο αριθμός των «ομοίων» Περιοριζόταν συνεχώς, εΠειδή όσοι σκοτώνονταν στις μαχες δεν ήταν δυνατόν να αντικατασταθούν. Τώρα, όμως, καναμε Πολέμους εΠιθετικούς, όχι μόνο αμυντικούς, όΠως Πριν. Τώρα δεν ήταν οι Πέρσες Που ήρθαν στη δική μας Πατρίδα, αλλα εμείς Που Πήγαμε στη δική τους. Ο Αγή­ σίλαος, ο βασιλιας, Περιέτρεξε την ιωνία ολόκληρη ταΠει­ νώνοντας τον Περσικό στρατό συνεχώς, σ" έναν Πόλεμο, αμως, Που ήταν αδυνατο να έχει για μας ευνοικα τελος. Τι δουλεια είχαμε εμείς στην Ασία; Όσο Περισσότερο νικού­ σαμε, τόσο Περισσότερο ήμασταν νικημένοι, αφού ήταν αδύ­ νατο να κατανικήσουμε τους υΠερΠολλαΠλασιους αΠό εμας Πέρσες, όΠως, εΠίσης, αδύνατο ήταν να αναΠληρώσουμε τις αΠώλειές μας. Έτσι, αναγκαζόμασταν να εξομοιώνουμε συ­ νεχώς Περίοικους και είλωτες, αυξανοντας αριθμητικό τη δύναμη του στρατού μας, με αγτίστοιχῃ, όμως μείωση της μαχητικής του ικανότητας, αφού οι ανδρες αυτοί δεν είχαν Περασει, βέβαια, τη δική μας δεκατετραχρονη εκΠαίδευσή, ­ Τα Παντα γύρω μας καταρρέουν, αργα αλλα σταθερα, είΠε ο Άγις. Η Πόλη αΠοσυντίθεται μέρα με τη μέρα. Οι έφοροι δεν μΠορούν να συγκρατήσουν την ατιοσύνθεση. Γιατί συμβαίνει αυτό; Πού καναμε λαθος, ­ Ίσως ζητήσαμε Περισσότερα αΠό όσα η ανθρώΠινή
ρα, όλα αυτό
[ΒΟΖ]

φύση μηορεί να αντέξει. Ο τρότιος ζωής Που εΠιβαλλει η νομοθεσία του Λυκούργου φαίνεται Πως είναι αντίθετος με την ανθρώΠινη νοοτροΠία. Τι αλλο να σκεφτώ; ­ Ο ανθρωιιος, δηλαδή, είναι φύσει διεφθαρμένος; ­ Είναι Φαααι ααμναμας­ Αναζιι̃τα τα ΠαααΚαιΡα› αΧι τα μόνιμο, το αΠτό, όχι το αΠιαστο, το ορατό, όχι το αόρατο.
Η αδυναμία φέρνει τη διαφθορα. Ο Πλούτος και οι ηδονές είναι για τους κοντόφθαλμους Πολύ Πιο Προσιτα, Πολύ Πιο

αμααα Και Παλμ Πια αΠααατιΚα αΠα τη ατέαιι̃αιι και την εγκρατεια.Έτσι νομίζουν και Πώς να τους αλλαξεις γνώμη;

Στις ιι̃αανας αταααμα καΠαιας αιαξαααμς­ Στις αΠαλααι σεις και την κατοχή Πλούτου σχεδόν καμμία. ­ Στις ηδονές δώσαμε διέξοδο, αλλα Παντα με μέτρο, Πα­
_

ντα με τααιια αλανΧαμανα­ Για τις αΠαλααα8ις αιέξααας Παανματι αςν μΠΠαξα­ Σύμφωνα μα τα ναμα› ακόμα Και αή­ μερα, ο καλλωιιισμός των γυναικών ατιανσρεύεται, η μέ­ θη αιιαγορεύεται, οι χαρές και τα Πανηγύρια είναι Πολύ Πε­ ρισρισμένα, κοινωνική συναναστροφή έξω αΠό το στρατώ­ να δεν υΠαρχει, η ενδυμασία των ανδρών είναι μόνο στρα­ τιωτική και των γυναικών η αΠλούστερη δυνατή. Τι αλλο θέλεις; ΚαΠοτε όλα αυτα θα κούραζαν. Τώρα είναι αυτή η στιγμή. θα έρθουν ήττες ανεΠανόρθωτες και η Πόλη όλη θα μετατραΠεί σε μία μικρή Πολίχνη της Πελοιιοννήσου, όχι Πιο σημαντική αΠό την Τεγέα ή τη Σικυώνα. Αυτό βλέΠω. Ήδη αντέξαμε αρκετα. Τέσσερις αιώνες για μια τέτοια κοι­ νωνική οργανωση είναι Παρα Πολύ. Για την εκτιαίδευση τι
να Πω; Μας έφταναν ατα όρια, τα ΨμΧιΚα Και αωματικα
ια­αι μαλις αιααφαλιζαμα τη αμνατατιι̃τα να ιαναμμαατα οριακα, μας έδιναν ένα σΠρώξιμο και μας Πέταγαν Πέρα αΠό τα όρια μας. Όλη η εκΠαίδευση Παίδων και εφήβων

αριαι

[303]

εκεί αΠοσκοΠούσε. Να κινείσαι με άνεση Πέρα

αΠό τα όριά

σου, αφού αυτός είναι ο μόνος τρόΠος για να νικάς στις μά­

χες και να νικάς στη ζωή, στη διαρκή μάχη για την κατά­ κτηση της αρετής. Τώρα Ποιος ενδιαφερεται για την κατά­ κτηση της αρετής και γιατί να ενδιαφερθεί; Όταν ακουστεί ο ήχος του χρυσίου, Πόσοι μΠορούν να αντισταθούν; ­Έτσι είναι, είΠε, αλλά αΠορώ Πώς εγινε τόσο γρήγο­ ρα αυτή η αλλαγή. Όταν ξεκινούσε ο ΠελοΠοννησιακός Πό­ λεμος, τίΠοτα δεν Προμήνυε ότι θα ηττηθούμε στην ειρήνη Που θα ακολουθούσε. Για τη νίκη στον Πόλεμο ήμασταν όλοι σίγουροι, αλλά για την ήττα στην ειρήνη ανυΠοψίαστοι. ­Όταν ξεκίνησε ο Πόλεμος εμείς ήμασταν ακόμα έφηβοι. Έχουν Περάσει ΠερίΠου Πενήντα χρόνια αΠό τότε. Έίναι Πο­ λύ μεγάλο διάστημα. Σε ηλικία ι̃ὀ ετών δεν μΠορούσαμε να δούμε καθαρά. Η Παράδοση των τετρακοσίων είκοσι στην Πύλο ήταν το σημείο καμΠής. Αυτό βλέΠω τώρα. ΑΠό εκεί και μετά άρχισε η Πτώση. Η αιχμαλωσία τους σήμαινε ότι δεν είμαστε υΠεράνθρωΠοι στρατιωτικά, όΠως όλοι νόμιζαν. Με­ χρι τότε, τόσο εμείς όσο και οι άλλοι, Πιστεύαμε ότι ο ΣΠαρ­ τιάτης Πολεμιστής δεν Πατάετ στη γη, αλλά ίΠταται, είναι Πά­ νω αΠό τα ανθρώΠινα. Στη Σφακτηρία Προσγειωθήκαμε. Μό­ λις, όμως, εΠιστρεψαμε στο εΠίΠεδο του μεσου ανθρώΠου, λογικό ήταν να ακολουθήσουμε και τη μοίρα του. Η νίκη μας στον ΠελοΠοννησιακό Πόλεμο οφείλεται στην κεκτημενη ταχύτητα Που είχαμε αΠοκτήσει έΠειτα αΠό αιώνες συνεχών εΠιτυχιών. Ο Πόλεμος αυτός, όμως, κράτησε Πολύ, είχαμε Πολλες αΠώλειες, αλλά, το σημαντικότερο είναι ότι η εκΠαί­ δευση των εφήβων ατόνισε, αφού οι εκστρατείες και οι μά­ χες μάς αΠασχολούσαν Περισσότερο. Γι) αυτό ο Λυκούργος αΠαγόρευε να Πολεμάμε συνέχεια. Κάτι ήξερε. Έμείς Πολε­
[ΒΟ4]

μήσαμε για 27 χρόνια, με μικρά μόνο διαλείμματα. Νικήσα­ με, αλλά χάσαμε την ψυχή μας. Αυτό είναι όλο. ­ Άρα τι Πετύχαμε τόσα χρόνια, ”|”ι Πετύχαμε ατομικά, εννοώ. Ημείς οι δύο. Ακολουθήσαμε Πιστά όλα όσα είχαμε διδαχτεί, ΠροσΠαθώντας εΠίμονα να αΠοφύγουμε κάθε Πα­ ρεκκλιση, Παρά τις Προκλήσεις. Τα καταφέραμε, αλλά όχι
αΠόλυτα.

­ Μόνο θεοί θα τα κατάφερναν αΠόλυτα. ­ ΜΠ0ρεί, αλλά οι τύψεις υΠάρχουν. Έγώ δεν αντιστά­

θηκα στην Παράδοση και την αιχμαλωσία, καταλύθηκα σχε­ δόν αΠό τη συναισθηματική εΠίθεση της Λήδας και τη συ­ νεθλιψα μετά για να μΠορέσω να ισοροροΠήσω, ενώ εσύ Παρασύρθηκες στο δρόμο της μοναξιάς, αρνήθηκες κάθε γυναικεία Πρόταση, εμεινες ανύΠανδρος, δεν έδωσες Παι­ διά στην Πόλη, συντελώντας στη λειψανδρία της. Έτσι εγι­ νες, βεβαια, αξιωματικός, αλλά δεν σε ψήφισαν για τη Γε­ ρουσία, κάτι Που θα ήταν σίγουρο αν ήσουν Παντρεμενος. ­ Δεν μί ενδιέφερε η Πολιτική. λἴΠοκρύΠτει εΠαρση και αλαζονεία η ενασχόληση αυτή, μία αίσθηση ανωτερότητας υΠοκρύΠτει αΠέναντι στους άλλους, τους Πολλούς, αυτούς Που θέλεις να βοηθήσεις, δήθεν, με την Προσφορά σου. Για να ασχοληθείς με τη βελτίωση της ζωής των Πολιτών και την καθοδήγησή τους, ΠρέΠει να Πιστεύεις ενδόψυχα ότι είσαι καλύτερος αΠ, αυτούς, Πιο ικανός, Πιο έξυηνος ίσως, διερωτώμαι, όμως, μήΠως μια τέτοια αντίληψη μΠορεί να θεωρηθεί υβριστική, οδηγώντας σε ανάλογη τιμωρία. Πι­ στεύω ότι η δραστηριοΠοίησή μου στην Πολιτική δεν θα ήταν τίΠοτα άλλο Παρά ενας έμΠρακτος ύμνος στη μαται­ οδοξία. Δεν θα βοηθούσε σε τίΠοτα την ανέλιξή μου. Για την Πολιτική μΠορεί να έχεις δίκιο, είναι ενασχό­

­

[βθδ]

ληση, αν μη τι αλλο, αδιαφορη, τό ερώτημα, όμωιι̃ι. Πόρο­ μένει: Τι καταφέραμε; Άξιζε τον κόΠο όλη αυτή η μανιώ­ δης ΠροσΠαθεια Που καταβαλαμε, Άλλους εξοντώσαμε σω­

ματικό στις μόχαα, όλλόϋς ΨυΧιΚό στη ζωή­ Τον εουτό μοἔ τον συνθλίιμαμε, εΠίσης, όΠοτε Πρόσιι̃όθηυ̃ό να ἔεφύνει­ Τόσο αίμα και τόση θλίψη γιατί; Ποιο το όφ8λ0Ω5 ­ Ξέρεις Ποιο είναι το όφελος. Ζήσαμε τη ζωή Που μας
δόθηκε ΚΟ" νη ζήσομε Πέρο νι̃ο Πέρα Σϋλλονίσου εκείνους Που δεν εθέον ζωή νλο νο ζήσουν­ ΓΓ Ουτούἔ νο ονορωνλέ· σαι, όχι για μας. ΠροσΠαθήσαμε να μείνουμε Πιστοί σε όσα
δι̃δΟΧτἡΚΩμ8­ Δεν ΟλλοξΟΠλσΈήσομε› δεν Ολλόξσμε κατω· θυνση, Παρα μόνα Πρόσκαιρο εσύι με τη Λήδα ΚΟ" ον8ΠΟί· σθητα εγώ, μένοντας ανύΠανδρος. Δεν ζήσαμε για τα Παρόν,
αλλα θεμελιώσαμε το μέλλον, αυτό Που βρίσκεται Πέρα αΠό

­ Βγώ δεν ξέρω. Είναι σίγουρο ότι θα ζούσα την ίδια ζωή, αν μου δινόταν Παλι η ευκαιρία, αλλα όχι χωρίς εΠι­ φυλαξεις. ­ Γιατί, τι αλλο θα μΠορούσες να κανεις, ­ Ίσως τίΠστα αλλο. ”ΓίΠοτα αΠολύτως. Ωστόσο, όμως,
μια μικρή αμφιβολία, ασήμαντη, αλλα υΠαρκτή, μικρή σαν κόκκος της άμμου, μγο Ομφι̃βολίο βοσονγστι̃κἠ Πορομένεγ

εΠιθετικότητα και αΠέχθεια για όσους ΠροσΠαθησαν, αλ­ λα, αΠό δειλία, δεν τα καταφεραν. Μείναμε συνεΠείς αΠό οξιοῃρέῃεκχ όχγ αῃό Πόθος,

και με ταλαιΠωρεί λίγο. ΔυΠαμαι για τη θλίιμη και τον Πό­ νο Που Προκαλεσα, όχι μόνο στους τρίτους, αλλα και σα εμέ­ να τον ίδιο. Εὶτιιτέλους, καταφερα να λυΠαμαι, όσο μεγαλη οῃόκλιση και αν είνο] αυτό,

τα όρια του όρατόύ κόαμόιι, Πέρα αΠό το σύνορο τον Χρό­ νου. νΠηρετώντας ανεΠιφύλακτα την Παρούσα Πόλη, εΠι­ ζητήσαμε τη μέλλουσα. ΌΠως γεννηθήκαμε έτσι και θα Πε­

της Λήδα;

­ Ώρα είναι να μου Πεις, Παλι, ότι θέλεις την εΠιστολή

θανουμε. ΣΠαρτιατες Πολεμιστές. Έτσι έΠρεΠε να κανου­ με και έτσι καναμε. Ακούσαμε τις γνώμες όλες και τις αΠό­ ιμεις όλων, με ανοιχτό μυαλό και κριτικό Πνεύμα. Δεν αΠορ­ ρίιμαμε καμμία, ούτε, όμως, υιοθετήσαμε καΠοια αΠό αυτές. Γιατί να το κανουμε; Μείναμε Παντα Πιστοί και αμετακίνη­ τοι εκεί Που μας έταξαν οι γονείς μας και η Πόλη Ολόκλη· ρη. ”Γι κακό έχει αυτό; Αν μας δινόταν η ευκαιρία να ξεκι­ νήσουμε Παλι αΠό την αρχή, την ίδια ζωή θα ζούσαμε. Αι­ σθανομαι Πλήρης. Δεν είμαστε ακραίοι, είμαστε συνεΠείς. ­ ΜήΠως ακραίοι στη συνέΠεια μας ή συνεΠείς στην

Ξέρω καλα τι γραφει. Δεν γνωρίζω το ύφος, τις λέξεις ή τις φράσεις, γνωρίζω, όμως, το ῃερι̃εχόμενα

­ "Γι να την κανω την εΠιστολή;

­ Η εΠιστολή, ωστόσο, είναι γραμμένη Πριν αΠό δεκαε­
τίες. 'Γώρα μΠορεί να έχει μνημειακή μόνο αξία. ­ Δεν νομίζω. Όταν η ένταση του έρωτα ξεΠερασει κα­ Ποια όρια, όσα χρόνια και αν Περασουν δεν είναι Περισσό­ τερα αΠό μία μόνο ανθρώηινη μέρα. Έτσι Πιστεύω. _ Λες γο ζει η Λήδα; _ Αῃοκλεἰετογ

ακρότητα μας; ­ Αυτό είναι λογοΠαίγνιο. Μείναμε συνεΠείς, χωρίς μι­ σαλλοδοξία, χωρίς τασεις Προσηλυτισμού των αλλων, χωρίς
[ΒΟΘ]

τον αντέξει;

­ Γιατί αΠοκλείεται; ­ Ο Πόνος ήταν ανώτερος αΠό τις αντοχές της. Πώς να

­ Πήγε στη νήσο των Μακαρων;
[ΒΟΤ]

­ Σίγουρο. ­ Ρίοτί σίγουρο· ­ Ημείς τη στείλομε εκεί.

σου χέρίο. Δίοβόζοντος την εΠίστολή της Προσεκτίκό νο­

­ Πῶς το ξέρείς; ΕΠίκοίνωνεί όΠως Πολίο; ­ Ρ]Πίκοίνωνεί. Όχί συχνό, ολλό εΠίκοίνωνεί. Ξέρείς οτί
»

εΠίκοίνωνίο μέσο οΠό το όνείρο δεν είνοί τόσο εύκολη. Θέλεί τερόίστίο ΠροσΠόθείο κοί Πολλή Προσοχή γίο νο μη χοθείς στον κόσμο ουτό, τον κόσμο των ονείρων, Που είνοί τελείως όγνωστος στους ονθρώΠους. ς Άγί ­ Αν είνοί ετσί όΠως το λες, της έκονες μενοελο δ ωρο, ­ Το μενολότερο. ­Έὶκονες ουτό Που σου είχο Πεί. ­ Μου είχες Πεί νο τη μετοτρειμω οΠο γυνοίκο Που Πο ­
ή

θεί σε ηρωίδο Που υΠομένεί.

­ Ακρίβώς.

Αιπό έκανα λοπῖόν .
7

­ Σε βοήθήσο όσο μΠορούσο. ­ Δεν θο το είχο κοτοφέρεί χωρίς εσένο.
_ Φοβήθηκο ότί όλη η ζωή σου θο Πήνοίνε ωι̃ωμένη· φο ίδι̃ο κο] η δι̃κή της
κ

χομένή Μο­
ί

/ είχες. ­ Δίκίο ­ Τώρο ΠρέΠεί ή Λήδο νο οντίλομβόνετοί ότί η ονολγη­

μίζω ότί οΠοκρυΠτονρόφησο τελίκό τη σκέψη της. κ ­ Ποίο ήτον; ­ ΠροσΠοθουσε νο σου δημίουργήσεί ένο υΠοκοτόστο­ κ το της μοχης νίο νο εξουδετερωσεί, νο ουδετεροΠοίήσεί κοί νο ελέγξεί τήν Πολεμοχορή Πλευρό του εουτού σου, εΠί­ κτήτη κοτό την όΠοψή τής, οΠοκολύΠτοντος ετσί τον Ἀγί Που εκείνη έβλεΠε ή ήθελε νο βλέίίεί. ­ Δεν υΠόρχεί υΠοκοτόστοτο της μόχής. Η μοχή είνοί το υΠερτερο δίεγερτίκό γίο την ιμυχή κοί το οΠόλυτο δίενερτί­ κό νίο το σωμο. Δεν υΠοκοθίστοντοί οί μογίκες στίγμές της Προελοσης ότον όλοί μοζί› οδελφωμένοί › συνεΠορμενοί οΠο τον κίνδυνο, βοδίζουμε Προς το θονοτο, με το σωμο ολόκληρο νο δονείτοί οΠό κόμοτο ονείΠωτής χορός. ­ Σωστό ολλό εκείνη δεν το ήξερε οφού δεν είχε Πολε­ μήσεί Ποτέ. Έὶκονε ό,τί κολυτερο μΠορούσε. Σου έδίνε το Πίο Πλήρες υΠοκοτόίστοτο Που εκείνη νόμίζε ότί μΠορεί νο υΠόρξεί. Γί) ουτό σε όφηνε με τήν οίσθησή της βίοίής κο­ τόκτήσής, νίί ουτό σε εφτονε στο όρίο του φόνου. Δεν ήθε­ λε μόνο νο σου ολλόξεί Πορείο, ολλό, όΠως είνοί λογίκό, ΠροσΠόθησε νο γίνεί εκείνη ή μόνη σου Πορείο στη ζωή.
×

»

=

>

σίο σου τότε δεν ήτον τίΠοτε όλλο Πορό η Πρόσκοίρη εκ­ φονση ενός μόνίμου οίκτου, Πολύ βοθύτερου οΠό την ογό­ Πή, κοθε ονοΠη, την ονόιΠή κόθε είδους κοί μορφής.

Π Δεν το Κότοφερε­ Της άλλαξα εγώ Πορείεϋ Υι̃οτί έτσι̃ έΠρεΠε νο γίνεί Η Πρόθεσή της ήτον ογοθή ί ολλο λόθος η
­

­ ΗλΠίζω νο το έχεί οντίλήφθεί. ­ Πέροσον χρόνίο, Πόντως, γίο νο κοτολόβω τήν Πρό­

εἴῃλογη της­ Π Φίλί ζωήἔ της έδωσ8Ω› φίλε­ Την έστει̃λες στη Χώρο των Δίκοίων. Είχε όλο το χοροκτηρίστίκόι Που χρείόζοντον γίο νο φτόσεί εκεί κοί της έλείΠε μόνο ενο: ο Πόνος. Ο μο­
Πόνοἔ της στέρησηςί Ο εΠί· μΟνΟ§› Ο σϋν8Πή% Ο συλ/8Χήἔ› Ο λυτρωτι̃κόίζ­ ­ Ας ελΠίσουμε ότί κοτολοβοίνεί τί ΠροσΠόθησο νο κονω.
ΚΡόΧρΟ\/Οςι̃

θεσή της ότον συμΠερίφερότον σον χελί κοί σον βδελο κο­ τό την ερωτίκή συνεύρεση, ότον σε Ποροκολούσε νο της Προκολέσείς Πόνο κοί οΠοδεχότον το θόνοτο οΠό το δίκό

Ψυὶθκόἔ Πόν0§›

Ο

ίεοεί

[309]

­ Αν τώρα βρίσκεται εκεί, στη χώρα των Δικαίων, η αντί­
ληιμή της είναι τόσο ΠεΠλατυσμενη, ώστε να αγγίζει σχε­ δόν τα όρια του ατιείρου. Δες να μην καταλαβαίνει;

­ Η Λήδα, όμως, τελείωσε τώρα. Τερματισε, όΠως λες.
Βίναι αλλού. Με εμας τι θα γίνει; "Γι ΠροβλέΠεις; ­ Δεν ξέρω. Ίσως χρειαστεί να ΠροσΠαθήσουμε για μια φορα ακόμα. ­ Γιατί, "Γι λαθος καναμε; ­ Δεν καναμε κανενα λαθος. Όλα εγιναν όΠως εΠρεΠε να γίνουν. ­ Τότε; ­ Ο δρόμος Που μας δόθηκε δεν οδηγεί στο τερμα. Αυ­ τό είναι όλο. Αν είχαμε αΠοτύχει στον δρόμο αυτό, θα εΠρε­ Πε να τον ακολουθήσουμε ξανα. Δεν αΠοταχαμε, όμως. Έτσι Πιστεύω. Άρα θα μας δοθεί η δυνατότητα να δοκιμα­ σουμε στην εΠόμενη διαδρομή, για να μαθουμε καλα το μα­ θημα της αγαΠης. Βίναι το τελευταίο. ­ Δεν βιώσαμε αγαΠη; ­ βιώσαμε, αλλα δεν νιώσαμε, βιώσαμε αλλα δεν εκ­ φρασαμε αγαΠη, Αγησίλαε. ­ Η συμΠεριφορα σου αΠεναντι στη Δήδα δεν ήταν Πρα­
ξη αγαΠης,

­ Σωστα.

­ Το εύχομαι. ­ "Ρο έγραφε αυτό στην εΠιστολή της. ­ "Γι έγραφε, ­ Ότι εχει αΠόλυτη εμΠιστοσύνη στις

εΠιλογές σου,

όΠοιες και αν είναι. Έὶτσι ελεγε. ­ Ορθα, λοιΠόν, δεν τη λυΠηθήκαμε, ουτε τότε ούτε με­ τα/ι̃σως, μαλιστα, να ήμασταν εμείς αξιοι λύτιης αΠ” αυτήν, όχι αυτή αΠό εμας. ­ Κανένας δεν ήταν αξιος λύΠης αΠό κανέναν. Αξίζει μόνο να λυΠασαι αυτόν Που αΠό δειλία μένει Πίσω στο δρόμο Που του δόθηκε, αλλα αυτό ούτε για μας ισχυει ουτε για τη Λήδα. Φανταζεσαι τι θα είχε συμβεί αν τη λυΠόσουν, Καθη­

ι

­

λωμένη θα είχε μείνει εδώ, στο βασίλειο του χώματος και του νερου, στο βασίλειο του Πηλου, μια Πήλινη Παρουσία θα ήταν, όΠως τόσες και τόσες αλλες, φθαρτή και φευγαλέα, αλλα δεν είναι μόνο αυτα, θα είχε καθηλώσει και εμας μα­ ζί της, θα μας είχε εκτρειμει αΠό την Πορεία, Που έΠρεΠε να ακολουθήσουμε, αν είχες ενδώσει σ' αυτό Που εκείνη ονό­ μαζε «ερωτα». Η εΠιμονή της ήταν ανεξήγητη. Διερωτώμαι μήΠως ήταν «ζευγαρι» σου σε καΠοια αλλη Περίσταση. ­ ΜΠορεί. Το έχω σκεφτεί. Αν, όμως, ήταν ετσι, δεν θα έΠρεΠε κατι να θυμαμαι κι εγώ, ­ Δεν νομίζω. Οι γυναίκες είναι Πολύ Πιο ευαίσθητες, Πολύ Πιο Προχωρημένες σε τέτοια ζητήματα. Σ) εμας κα­ θε ευαισθησία, καθε είδους ευαισθησία, καταΠιεστηκε και εξαφανίστηκε αΠό τη σφοδρότητα και τη βιαιότητα της στρατιωτικής εκΠαίδευσης Που δεχθήκαμε.

­ Όχι. Ήταν Πραξη λογικής και υΠολογισμού. Εὶίχε αι­
Πιο αΠοτελεσματικό αΠ, την

τία και σκοΠό.

­Έστω, αλλα δεν είναι αυτό
αγαΠη,

­ Δεν λεω ότι έκανα λαθος. Σωστα έΠραξα, αλλα η Πρα­

ξη μου αυτή δεν έχει καμμία σχέση με την αγαΠη. Πώς μΠορείς να αγαΠας όταν δεν μΠορείς να λυΠασαι, Πώς μΠο­

ρείς να αΠοχωριστείς μόνιμα τον κόσμο αυτό της Πλανης αν δεν μαθεις να αγαΠας με την καρδια, όχι με το μυαλό,

­ Άρα θα εΠανέλθουμε, λες, κρατώντας γραφίδα, όχι ξίφος;
[Βι̃ι̃]

[θι̃θ]

­ Και το Πεδίο της μαχης θα είναι στρωμένο με αγα­
Πανθους;

ἑ Γραφίδα.

­ Με αγαΠανθους. ­ Ποτισμένο με νερό, όχι με αίμα; ­ Όχι αίμα. Όχι αλλο αίμα. ­ Η κλαγγή των όΠλων δεν θα ακουγεται, ­ Δεν θα ακουγεται. ­ Οι οιμωγές των Πληγωμένων, ­ Ας μην Πληγώσουμε αλλους. Φτανει. ­ Θα ήθελες εσυ να ζήσεις έτσι; Μαλακωσε, νομίζω, η

καθε μου εΠιθυμίας, φυσικής ή αφόσικης, εΠειδή έτσι ήταν μαθημένη να κανει, χωρίς Ποτέ να δυσανασχετήσει ή να δυ­ στροΠήσει, χωρίς Ποτέ να ζητήσει κατι Περισσότερο αΠό τη χαρα Που η ίδια αΠολαμβανε Προσφέροντας χαρα σζ εμένα ή τη χαρα Που της έδινα εγώ σε ανταΠόδοση και δεν μΠορώ, μα

ξένη την ψυχή σου. ­ Αν είναι θέλημα θεου, ναι, αν ΠρέΠει, ναι, μΠορώ να ζή­ σω και έτσι. ¬ Εὶγώ δεν ξέρω. Στο θέλημα του θεου θα υΠοκύιμω, φυ­ σικα, και θα ΠροσΠαθήσω να είμαι εΠαρκής στη ζωή Που εκείνος μου δίνει, αλλα δεν θα είναι για μένα τίΠοτα αλλο η ζωή αυτή Παρα μια καλοΠαιγμένη θεατρική Παρασταση. Με ξενίζει αυτός ο κόσμος της αγαΠης. "Γη Φιλονίκη Προ­ τιμώ, όχι τη Αήδα. Τη Φιλονίκη, τη γυναίκα της λογικής, τη

γυναίκα της συνέΠειας, αΠοτελεσματική όσο καθε ερωτευ­ μένη γυναίκα, τη δική μας γυναίκα Προτιμώ, τη ΣΠαρτια­ τισα. Τι έχεις, Πραγματι, να Πεις για τη Φιλονίκη; Σ) αυτήν δεν Προκαλεσες ουτε Πόνο ούτε θλίιμη. ­ Όχι, βέβαια. 'Γι θλίψη να Προκαλέσω, Μου φέρθηκε Πα­ ντα με σεβασμό και ευγένεια, όΠως ήταν υΠοχρεωμένη αΠό τους νόμους της Πόλης. ΣυνεΠής και αυτή, όΠως και εμείς. Ήταν, όΠως το λες, γυναίκα της λογικής, όχι του Παθους. ΣΠαρτιατισα, όχι Κορίνθια εταίρα. Με γλυκύτητα και καλο­ σύνη Παραχώρησε Παντοτε το σώμα της για την ικανοΠοίση
[3ι̃2]

τους θεούς, να σκεφτώ τίΠοτα Πιο αξιαγαΠητο αΠ® αυτό. Δεν Πρόσφερε και δεν ζήτησε Ποτέ Περιττα γλυκόλογα ή ανώφε­ λες χειρονομίες Παθους. Και αυτή έζησε τη ζωή Που της δό­ θηκε, αναζητώντας σζ εμας το αναγκαίο στήριγμα. Δεν είχε δι­ κή της ζωή, είχε τη δική μας. Έζησε μόνο για να Προσφέρει οί εμας, αλλα αυτή δεν είναι μια ζωή δαΠανημένη, είναι ζωή κερδισμένη, ζωή εξόιμωσης, το καθήκον και η αγαΠη Περι­ Πλεγμένα με τρόΠο αξεδιαλυτο. γΠοκλίνομαι στη μνήμη της με ευλαβεια, σκόβω και φιλώ το χώμα Που τη σκεΠαζει. ­ Και σ” εμένα έτσι φέρθηκε, χωρίς να έχει καμμία υΠο­ χρέωση/Ηξερε, βέβαια, Πως ό,τι είναι δικό σου είναι και δι­ κό μου, αλλα υΠοχρέωση αΠό το νόμο δεν είχε αΠέναντι σ, εμένα. Ωστόσο, δέχθηκε Παντοτε τα Παντα με χαμόγελο στα χείλη. Δεν Προσφέρθηκε Ποτέ, κρατώντας τη θέση της, αλ­ λα αΠοδέχθηκε Παντοτε, είτε ήσουν εσυ Παρών είτε όχι. Βκ­ Παιδεότηκε για να ανακουφίζει και να στηρίζει Πολεμιστές και έζησε ευτυχισμένη και Πλήρης κανοντας αυτό ακριβώς για το οΠοίο ταχτηκε. Όσο για τη Αήδα, έτσι όΠως τα λες, δεν ΠρέΠει να στεναχωριέσαι. Προκαλεσες Πόνο και θλί­ ιμη Πρώτα στον εαυτό σου και μετα σ” αυτήν, αλλα είχες ένα σκοΠό και ο σκοΠός αυτός εΠιτεύχτηκε. ­ Αν εγώ ήθελα να αυτομαστιγώνομαι, Ποιος λέει ότι εί­ χα το δικαίωμα να μαστιγώνω αλλους, ίΕΠρεΠε να την αΠο­ θαρρόνω αΠό την Πρώτη στιγμή, έΠρεΠε να κλείσω την Πόρτα βίαια, όχι να την αφήσω ορθανοιχτη και να την κλεί­
[θι̃θ]

σω μετα, όταν οι ψευδαισθήσεις της είχαν εδραιωθεί. Αα­

θος ήταν αυτό. ΠροσΠαθησα να το διορθώσω με το μόνο τρόΠο Που ήξερα, βίαια και αΠοφασιστικα, οδηγώντας την

μέσα αΠό τη λυτρωτική διαδικασία του Πόνου εκεί Που η ίδια ήθελε να φτασει, αλλα δεν ήξερε Πώς. Τώρα είναι εκεί

και Περιμένει και ελΠίζω η Φιλονίκη να είναι μαζί της. ­Αγωνιας αν θα φτασουμε κι εμείς εκεί, ­ Δεν αγωνιώ, αναρωτιέμαι. Η Αήδα είχε σίγουρα αδι­ κο. ΌΠοια ζωή σου δόθηκε, αυτήν ΠρέΠει να ακολουθήσεις, Πιστα και εναρετα. Σ' εμας δόθηκε η ζωή του Πολεμιστή, αρα αυτήν έΠρεΠε να ακολουθήσουμε και να είμαστε καλοί σζ αυτό ακριβώς Που μας έταξαν οι θεοί, όχι σε κατι αλλο, αγνωστο και ξένο. Αν αλλαξεις κατεύθυνση στη μέση της διαδρομής, δεν οδηγείσαι Πουθενα. Αντί να τελειοΠοιηθείς στο δρόμο Που ανήκεις, γίνεσαι μια μετριότητα σε Πορεία Που δεν σου ταιριαζει. Γι, αυτό είχε αδικο η Λήδα, μόνο Που αυτή δεν έκρινε με βαση το δίκιο ή το αδικο, αλλα με αλλα κριτήρια, δικα της. ­ Αρα γιατί αναρωτιέσαι; Θα σου Πω. Αυτό Που οι αλλοι ονομαζουν «έρωτα», τον κοινό έρωτα εννοώ, τον ανθρώιιινο, εμείς δεν τον υΠοιμια­ στήκαμε καν. Μαλλον, εγώ τον υηοιμιαστηκα, εσύ όχι. ΒΠΡΒΠΘΞ ΜήΠ00ς στερηθήκαμε κατι μεγαλειώδες, κατι θεϊ­ κό, κατι Που θα μας έδινε τη δυνατότητα να Προχωρήσου­

­

αναιρείται μόνιμα αΠό τη ζήλια. Μέθη συναισθηματική εί­ ναι ο έρωτας και δεν μου έλειιμε Ποτέ, όΠως ακριβώς δεν μου έλειιμε η Πραγματική μέθη. Δεν μΠορώ να διανοηθώ τον εαυτό μου να χανει τον έλεγχο, είτε συναισθηματικα εί­ τε σωματικα. Με εξοργίζει η ιδέα της μέθης, καθε μέθης. Δεν την ήθελα Ποτέ, ούτε με αΠασχόλησε η στέρησή της. Βίναι το αΠοκούμΠι των αδύναμων και αδύναμος δεν αι­ σθανθηκα σζ όλη μου την ζωή. Αλλο μέγεθος, βέβαια, ασύ­ γκριτο, είναι η αγαΠη, η βαθια και αΠόλυτη αγαΠη, Που ενώ­ νει εμας τους δύο, αΠό την Παιδική μας ηλικία, μια αγαΠη Που κινείται Πέρα αΠό τα ανθρώΠινα, Πέρα αΠό τα όρια της Πλανης Που ονομαζεται «έρωτας». ­ Εγώ τη «μέθη» τη δοκίμασα για λίγο, εΠιδερμικα έστω, και ξέρω καΠως τη γεύση της. Πραγματι κινδυνεύεις να χα­ σεις τον έλεγχο. ΜΠαίνεις σε ένα στροβίλισμα διανοητικό, το σώμα Πλημμυρίζει αΠό μια ακατανόητη και ακατανίκη­ τη ευεξία, αρχίζεις να ξεχνας οτιδήΠοτε αλλο, είναι Πολύ Πε­ ρίεργη κατασταση. Αδύνατο να αντισταθούν οι αδύναμοι, ακόμα και όταν η αντίσταση είναι εΠιβεβλημένη αΠό τις Περιστασεις. ΑνθρώΠινη κατασταση είναι αυτή. ­ Γιατί εμείς τι είμαστε, Στην τετραβαθμη κλίμακα «αν­ θρωτιος, ήρωας, ημίθεος, θεός», τι είμαστε, Δεν είμαστε αν­
θρωΠοι,

με ένο βήμο ΠΟΡΟΠέΟ0 στην ατραηό της γνώσης, χωρίς να αλλαξουμε τη δική μας κατεύθυνση. ­ Δεν νομίζω. ΑΠοφύγαμε τη θλιβερή μονομανία Που Προκαλεί ο έρωτας, αντισταθήκαμε στον αΠομονωτισμό και την ισόβιαι̃αιχμαλωσία του ενός συζύγου αΠό τον αλλο,

αντισταθήκαμε σ' εκείνο το Περίεργο είδος αγαΠης Που
[Ή4]

αγρίμια, Αγησίλαε. Αυτή είναι η αλήθεια. Αν ξεφύγαμε αΠό την κατηγορία των ανθρώΠων και Πλησιαζουμε τους ήρωες δεν το ξέρω. Οι θεοί το ξέ­ ρουν και αυτοί θα μας το Πουν όταν έρθει η ώρα να τους αντικρίσουμε. Αυτό Που ξέρω είναι ότι για τους αλλους αν­ θρώΠους είμαστε ανυηόφοροι και εΠικίνδυνοι. ­ Ποιους αλλους ανθρώηους; Όλη η Πόλη ήταν έτσι, όταν
[θι̃δ]

­ Βίμαστε κοινωνικα

·

ημοονον Πονονο· Μην το ξοΧνοο­Ήνον μοθομο νο φοοομοονο
οΠο ολλοννο Κον οκολομθηοομο το ονοονμονο Πνοτο­

έτσιφερθήκαμε,μόωσΠουεμεκ;γηαμετηοκαλοίμαθητές

ένας λαός, οι νἔἱσσαίοι, Που ισχυρίζονται ότι είναι συγγενείς

μ°εμός7η̨ῃ“;ΣΠορῃότες

­ Όχι μόνο εμείς, αλλα και Πολλοί αλλοι.
_ Πολλον ολλονι νον› μονο
Πονν ο

­ Ποιοι είναι αυτοί, "Γι λαός είναι; Πού έχουν Πολεμήσει, ­ μια την ακρίβεια δεν είναι «λαός», αλλα μία ομαδα Που

μωάΝεΠΠ/ἙΠανκαιοταλευαηοιαΠόεμαςεκλωηωυν,μα­
ζννομονλνοκλοημονκονη ΣΠοονη­

οονθμοο νομο ομνοΧώο

ανήκει σε καΠοιο ευρύτερο φυλετικό σύνολο, τους Εὶβραίους.

ΊηῃωςεημήςονἠκοωμεΟτηνξαληνῃαι̃φυλή7ολλύξεχωρρ

το οΠονοοΨον Κο­ ηνον η Πολη νο μην Κο­ νοοοοοοονΠοοοοομΠκο›οονο κοντοΠοΠΠοΠΚο7ολλονι̃οο· νομη νηο ολη νο κονοονοοφονίπννοο μονο μοΧη›νΠο μοΧη οΠοφοονοννκη› Χωονο οΠνζώννοο­ ννννο μοΧη με ολοννο νομο «όμοιους»ιιεσμένους.”Ητσι,γκινα τη±ηθούν οιΠρόγονοί
ονον νο νννον› οον μΠοοον νο
νονο­ ΤοννλοΧνονον› ομωο› νςολο θο

­Αν οννον

ζουμειηιότουςιηιόλοηιουςίβλληνες,έτσιλένε‹ΠνΒσσακΠ ότι ανήκουν στους Εβραίους, αλλα ζούνε τελείως διαφο­ ρετικα αΠό αυτούς. Ζούνε κοινοβιακα, όΠως εμείς ΠερίΠου. ()ιΗβραυ̃ωεήναιλαόςεμτκηΠκός,αραἱκηιμηορείναέχουν κατπηα συγγένεια μ'εμας Που αΠαγορεύεταινα ασχολη­ θούμε με το εμΠόριο. Για τους Εὶσσαίους, ειδικα, δεν γνω­
ρίζα›κότιση̨γΚεΚριμένο_

θο ηθολο­ Άλλο η νςοννοονοοφη η ονννμη κατα­ ονοοφη› ολλο η οΠοοονθοοη­
μονο­ Ανννο
Π

­ Άρα είναι Περίεργο αυτό Που ισχυρίζονται/νσως εν­

Σμμφωνώι ννονν το οονοο το βλοΠω νο οννννίοννοώνο­

ννον ηοη Πονω οΠο νην Πολη› ονομονοννοο νο ΨννΧοοοονημο

νοούν ότι έχουν συγγένεια μ” εμας κοινωνικα, όχι στρατιω­ τικα. Θα έΠρεΠε, ίσως, να το εξετασουμε, γιατί κανένας αλ­ λος μέχρι τώρα δεν έχει διατυΠώσει Παρόμοιο ισχυρισμό.

νΨ§ΔϋΠΠήΠωνονἩωΧὉΠΠηΨθωώ%ομωονοοώμονηο Λακεδαίμονος.ΔενιιρέΠεινατεμαχκα̃ΠΠ,ενά›ακόικισΠα­
οοζον­ Μνο μοΧη οΠονΡοονοννκη κον μονο το νολοο­

­Νατοεα̃πῶκωμεαννομΖωςόΠέχωκαΠωααΗααλ
λό­Π)βλέῃσ›μ6λλογη̨τήΘονο
Ενω εμείς τελειώναμε τη συζήτησή μας και Πλησίαζε, Πω, η σιγή Που όλα το Περιέχει, Πέρα μακρια, στο Πεδίο

Δεν μ, ονο­

χλεί το τέλος, όλα καΠοτε τελειώνουν, με ενοχλεί η ταΠεί­
νοοοη κον Πονω οΠ7 ολο η ληθη› Πονν η νοΠοννωοη θο φέρον­

_ Ληθη οον θο ννΠοοξον› ννονν ονμοονο μνο Πολη μονοον­ κη­ Δεν μΠοοΧον ολλη οον τη ονκη μοο› οονο θο ννΠοοξον Κο­
Πονο ονννον?ονΧη ονο μέλλον­ Ανννο οννον Ποο
μονν οννον νη βοβονοτηνο ονν

με νοητοοον

Κον

λήθηγκιτηναρετήτους,δενθαυηαρξω.
τονἶννον οννον› ονμοονο μνο Πολη

ληθη ννο νομο Πολομνονοο μοο›

ασκήσεων, οι έφηβοι συνέχιζαν να γυμναζονται. Ήτρεχαν Πανω κατω, λαχανιασμένοι, φώναζαν τα συνθήματα τους, τραγουδούσαν, ίδρωναν και κόΠιαζαν. Έτσι όΠως τους κοι­ ταζαμε, εγώ αναρωτιόμουν αν θα τους δινόταν η ευκαιρία να φύγουν με το ξίφος στο χέρι ή θα τελείωναν και αυτοί τη

ῷρήτουςηλυαωμένοικαιαΠοκαμωμένοταθελατουςκερ
δίζοντας το αΠρόσμενο τρόΠαιο μιας αχρείαστης γαλήνης.

μονοονκηι ον κον ΠοοΧθοο ανδρες της Παλιας μου ενωμοτίας, Που γύρισαν αΠό την Ασία, μου είΠαν κατι Πολύ Περίεργο. νηαρχει, λένε, εκεί

[ἔι̃β]

[ὅι̃ἶ]

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΜΠΑΛΤΑΚΟΥ ΕΡΜΟΚΟΠΙΔΕΣ

ΣΕΛΙΔΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΣΤΟ ΕΠΙΤΡΑΠΕΖΙΟ ΕΚΔΟ­ ΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΩΝ ΕΚΔΟΣΕΩΝ «ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ Α.Ε.››. ΤΑ ΦΙΛΜ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΑΖ ΕΚΑΝΕ Ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΜΗΝΑΣ. Η ΕΚΤΥΠΩΣΗ ΕΓΙΝΕ ΑΠΟ ΤΟΝ Θ. ΔΕΛΗ ΤΟΝ ΑΠΡΙΑΙΟ ΤΟΥ ΖΟΟ6 ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΤΩΝ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ Α.Ε.

#

You're Reading a Free Preview

Download
/*********** DO NOT ALTER ANYTHING BELOW THIS LINE ! ************/ var s_code=s.t();if(s_code)document.write(s_code)//-->