Δημήτρης Κωτσάκης
ΟΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΤΑΞΕΙΣ ΚΑΙ Η ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΥ
1
ΜΕΡΟΣ 1
Κοινωνικές Τάξεις και Ανθρώπινες Σχέσεις
Σχόλια σε δύο υποσημειώσεις
Σχόλιο 1
Η συγκρότηση της κοινωνίας σε κράτος και οι ταξικές αντιθέσεις
Ένγκελς. Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους. Πρό-
λογος στην πρώτη έκδοση του 1884
2
.
«Σύμφωνα με την υλιστική αντίληψη, το καθοριστικό στοιχείο στην ιστορία είναι
σε τελευταία ανάλυση: η παραγωγή και η αναπαραγωγή της άμεσης ζωής. Αυτή
όμως με τη σειρά της έχει διπλό χαρακτήρα. Από τη μια η παραγωγή των μέσων
συντήρησης (…) Από την άλλη μεριά η παραγωγή των ίδιων των ανθρώπων, η α-
ναπαραγωγή του είδους»
Υποσημείωση του Ινστιτούτου Μαρξ – Ένγκελς – Λένιν της Μόσχας
«Εδώ ξέφυγε από τον Ένγκελς μια ανακρίβεια, όταν βάζει το ένα πλάι στ’ άλλο
την αναπαραγωγή του είδους και την παραγωγή των μέσων συντήρησης σαν τους
όρους που καθορίζουν την εξέλιξη της κοινωνίας και των κοινωνικών καθεστώ-
των.»
Ποια είναι η «ανακρίβεια»;
Ότι «ο υλικός τρόπος παραγωγής είναι ο κύριος παράγοντας που καθορίζει την
εξέλιξη της κοινωνίας και των κοινωνικών καθεστώτων».
1. Οικονομία και Ηγεμονία
Η θέση του Ένγκελς, στην οποία ασκεί κριτική η υποσημείωση, είναι η βάση της σκέ-
ψης που παρουσιάζεται εδώ για την εξέλιξη της συγκροτημένης σε κράτος κοινωνίας.
Καθοριστική στην κοινωνική εξέλιξη είναι η διαλεκτική σχέση ανάμεσα στην οικονο-
μία, και την ηγεμονία. Όπου οικονομία είναι ο τρόπος παραγωγής της κοινωνικής
ζωής, στην οποία εμπεριέχεται η «παραγωγή των μέσων συντήρησης», και ηγεμονία
είναι ο τρόπος αναπαραγωγής του κοινωνικού συστήματος. Καθώς κοινωνικό σύ-
στημα είναι το σύστημα των κοινωνικών σχέσεων και η ολότητα των υποκειμένων
τους, η ηγεμονία αναπτύσσεται ως διαλεκτική σχέση ανάμεσα στην ιδεολογία, που
είναι ο τρόπος αναπαραγωγής των κοινωνικών υποκειμένων και την πολιτική,
που είναι ο τρόπος αναπαραγωγής των κοινωνικών σχέσεων. Και με αυτή την
1
Τα κείμενα που ακολουθούν είναι Σημειώσεις από συζητήσεις στο διάστημα Νοέμβριος 2012 – Μάιος
2013. Το Μέρος 1 είναι το περιεχόμενο της ομιλίας στην 5
η
από τις «7 Συζητήσεις πολιτικής προετοι-
μασίας: Έθνος και Πολιτική» στο Nosotros, στις 10 Απριλίου 2014.
2
Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Ένγκελς. Διαλεχτά Έργα. Τόμος Β. Εκδοτικό της ΚΕ του ΚΚΕ. Αθήνα 1951
σ. 191
2
ιδεολογικοπολιτική έννοια, η ηγεμονία είναι ο τρόπος «παραγωγής των ίδιων των
ανθρώπων» κατά την έκφραση του Ένγκελς.
Οι δύο όροι της διαλεκτικής που μόλις είδαμε, η οικονομία και η ηγεμονία, συν-
δέονται κυκλικά ως καθοριστικοί παράγοντες στη διαλεκτική της κοινωνικής εξέλιξης,
έτσι ώστε ο λεγόμενος «κύριος παράγοντας» να μην είναι παρά μία ιστορικά μετα-
βαλλόμενη στίξη στον κύκλο των καθορισμών. Το ίδιο, επίσης, συμβαίνει και στο ε-
σωτερικό της ηγεμονίας: η καθοριστικότητα της ιδεολογίας στην πολιτική ή της πολι-
τικής στην ιδεολογία είναι ιστορικά μεταβαλλόμενες στίξεις στον κύκλο των εσωτερι-
κών στην ηγεμονία καθορισμών. Αν η υποσημείωση ασκεί κριτική στον Ένγκελς γιατί
παραβλέπει τον «κύριο παράγοντα» της κοινωνικής εξέλιξης, εδώ ασκείται κριτική
στην υποσημείωση γιατί παραβλέπει τη διαλεκτική της κοινωνικής εξέλιξης.
Παρένθεση. Να υποθέσουμε ότι οι συντάκτες της υποσημείωσης γνώριζαν βέ-
βαια τον πρόλογο του Μαρξ στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας (το 1859) αλλά δεν
γνώριζαν την επιστολή του Ένγκελς στον Μπλοχ (το 1890) ή δεν της έδωσαν σημασία;
Ο Μαρξ
3
λέει στον πρόλογο: «Το σύνολο των παραγωγικών σχέσεων αποτελεί το οι-
κονομικό οικοδόμημα της κοινωνίας, την υλική βάση, επάνω στην οποία υψώνεται
ένα νομικό και πολιτικό εποικοδόμημα (…) Ο τρόπος της παραγωγής της υλικής ζωής
καθορίζει την εξέλιξη της κοινωνικής πολιτικής και διανοητικής ζωής εν γένει». Και ο
Ένγκελς
4
, εκθέτοντας τη θέση ότι «σύμφωνα με την υλιστική οπτική της ιστορίας, ο
καθοριστικός παράγοντας της ιστορίας είναι, σε τελευταία ανάλυση, η παραγωγή και
η αναπαραγωγή της πραγματικής ζωής» —να σημειώσουμε το «παραγωγή και ανα-
παραγωγή»— λέει στον Μπλοχ: «Τίποτε περισσότερο από αυτό δεν υποστηρίχτηκε
ποτέ από τον Μαρξ ή εμένα. Τώρα αν κάποιος το αλλοιώνει αυτό λέγοντας ότι η οικο-
νομική στιγμή είναι ο μόνος καθοριστικός παράγοντας, αλλάζει αυτήν την πρόταση σε
μια χωρίς νόημα, αφηρημένη, ασυνάρτητη φράση». Και καταλήγει: «Αν κάποιοι νεό-
τεροι συγγραφείς δίνουν μεγαλύτερη σημασία στην οικονομική διάσταση από ότι της
αρμόζει, ο Μαρξ και εγώ ευθυνόμαστε σε έναν βαθμό. Έπρεπε να τονίσουμε αυτήν
την βασική αρχή απέναντι στους αντιπάλους που την απέρριπταν και δεν είχαμε πά-
ντα τον χρόνο, τον χώρο ή την ευκαιρία να δώσουμε τη θέση που ανήκει και στους
άλλους παράγοντες που αλληλεπιδρούν »
Λίγο μετά την κατά το Ινστιτούτο «ανακρίβειά» του, ο Ένγκελς λέει ότι στη θέση
της «παλιάς κοινωνίας που βασίζεται σε συγγενικές ενώσεις», μπαίνει «μια καινούρια
κοινωνία οργανωμένη σε κράτος, που οι κατώτερες ενότητές του δεν είναι πια συγγε-
νικές ενώσεις, αλλά τοπικές ενώσεις, μια κοινωνία όπου το οικογενειακό καθεστώς
κυριαρχείται ολότελα από το καθεστώς της ιδιοκτησίας». Σε αυτήν την κοινωνία, συ-
νεχίζει ο Ένγκελς, «αναπτύσσονται ελεύθερα οι ταξικές εκείνες αντιθέσεις και οι ταξι-
κοί αγώνες, που αποτελούν το περιεχόμενο όλης της ως τώρα γραπτής ιστορίας». Και,
ως προς την ιστορική αρχή των ταξικών αντιθέσεων, λέει ότι «η πρώτη ταξική αντίθε-
ση που εμφανίζεται στη ιστορία συμπέφτει με την ανάπτυξη του ανταγωνισμού του
άντρα και της γυναίκας στη μονογαμία και η πρώτη ταξική καταπίεση με την καταπίε-
ση του γυναικείου φύλου από το αντρικό»
5
3
Κ.Μαρξ. Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας. Μτφρ Γ.Δούμα και Π.Πουλιόπουλου. Νέοι Στόχοι. Αθήνα
1971. σ. 13
4
Marx Engels. Collected Works Vol.49. International Publishers. New York 2001. σ. 34
5
Στην Καταγωγή της Οικογένειας, Ατομικής Ιδιοκτησίας και Κράτους, ό.π σ.255.
3
Συμφωνώντας με αυτά, θα εστιάσουμε στις ταξικές αντιθέσεις και στο πως αυτές
συνδέονται με την κυριαρχία του καθεστώτος της ιδιοκτησίας στο οικογενειακό
καθεστώς. Με την διευκρίνιση ότι ό όρος οικογενειακό καθεστώς αντιστοιχεί εδώ
στο, ιστορικά πρωτογενές σε σχέση με το καθεστώτος της ιδιοκτησίας, κοινωνικό συ-
νεχές που εκτείνεται από την ένωση των ανθρώπων που συγκροτούν την οικογένεια
έως την πολιτισμική συνομάδωση των οικογενειών που συγκροτεί την εθνότητα.
2. Οι ταξικές αντιθέσεις
Από τη διαλεκτική της κοινωνικής εξέλιξης απορρέουν δύο μορφές ταξικών αντιθέσε-
ων. Η μία αναπτύσσεται στον τρόπο παραγωγής της κοινωνικής ζωής, την οικονο-
μία, όπου καθοριστικές σήμερα είναι οι αντιθέσεις που γεννάει η αναδυόμενη από
την ιδιοκτησία κεφαλαιοκρατική κυριαρχία και, συμπληρωματικά, η τεχνογραφειο-
κρατική κυριαρχία. Η άλλη μορφή ταξικών αντιθέσεων αναπτύσσεται στον τρόπο
αναπαραγωγής του κοινωνικού συστήματος, την ηγεμονία. Οι αναδυόμενες από
το καθεστώς ιδιοκτησίας οικονομικές αντιθέσεις τρέπονται σε ηγεμονικές στη σύν-
δεσή τους με τις αναδυόμενες από το οικογενειακό καθεστώς πρωτογενείς αντιθέ-
σεις. Καθοριστικές ανάμεσα σε αυτές είναι οι αντιθέσεις που γεννούν η εθνοκρατική
και η ανδροκρατική κυριαρχία. Όπου εθνοκρατική είναι η κυριαρχία της άρχουσας
εθνότητας, ή των συναρχουσών εθνοτήτων σε ένα κρατικά συγκροτημένο έθνος.
Μια αναγκαία διευκρίνιση στις σχετικές με την ηγεμονία έννοιες του έθνους και
της εθνότητας. Η εθνότητα είναι ένας πολιτισμικά συγκροτούμενος κοινωνικός σχη-
ματισμός, που ορίζεται από έναν κοινό τρόπο επικοινωνίας συναρτημένο με μία
συλλογική μνήμη, και εστιάζει σε μια φαντασιακή κοινή καταγωγή και έναν συνδε-
δεμένο με αυτήν ιστορικό προορισμό, που οδηγούν σε μια μορφή συναδελφοσύ-
νης. Το έθνος, από την άλλη πλευρά, είναι η πολιτισμική συγκρότηση του κοινωνι-
κού σώματος του κράτους. Το έθνος παραλαμβάνει μετασχηματίζοντας τα προηγού-
μενα χαρακτηριστικά της εθνότητας και προσθέτει τα ακόλουθα: την εδαφική επι-
κράτεια, τους ισχύοντες σε αυτήν κρατικούς νόμους και την επιβαλλόμενη από αυ-
τούς επίσημη γλώσσα. Επιγραμματικά, μπορούμε να πούμε ότι το έθνος είναι η οι-
κονομική σύνθεση και η ηγεμονική υπέρβαση των εθνοτήτων στην εδαφική
επικράτεια ενός κράτους. Με την έννοια αυτή, η διάκριση έθνος – εθνότητα είναι
μια μορφή της διάκρισης κοινωνία – κοινότητα.
Και μία συμπληρωματική διευκρίνιση για τη σχέση θρησκείας και ηγεμονίας.
Η θρησκεία είναι καθοριστική στην κρατική ολοκλήρωση του συνεχούς εθνότητα-
έθνος. Η θρησκειοποίηση της πίστης είναι κεντρική στην ηγεμονική υπέρβαση των
εθνοτήτων κατά την κρατική συγκρότηση του έθνους και, σε αυτήν την κατεύθυνση, η
θρησκεία διαπερνάει τον κοινό τρόπο επικοινωνίας που καθορίζει την εθνότητα. Το
κράτος και η θρησκεία είναι ιστορικά ισοδύναμα. Δεν υπάρχουν κράτη χωρίς θρη-
σκεία και θρησκείες χωρίς κράτος. Ας μη γίνει σύγχυση ανάμεσα στην ισοδυναμία
θρησκείας και κράτους και τη διάκριση εκκλησίας και πολιτείας στη θεσμική συ-
γκρότηση του κράτους. Τελική διευκρίνιση: ως ισοδύναμη του κράτους, η θρησκεία
στην ιστορική της εξέλιξη είναι πολυθεϊστική, μονοθεϊστική και αθεϊστική.
Σε όλες τις ταξικές αντιθέσεις, κεντρικές είναι οι σχέσεις αποκλεισμού από τους
όρους παραγωγής της κοινωνικής ζωής και αναπαραγωγής του κοινωνικού συστήμα-
τος. Αυτές οι σχέσεις αποκλεισμού, σύμφωνα με όσα λέγονται εδώ, δίνουν την ταξική
μορφή στις κοινωνικές αντιθέσεις. Οι υπό την κεφαλαιοκρατική και την τεχνογρα-
φειοκρατική κυριαρχία εργάτες (εργαζόμενοι και άνεργοι), οι υπό την ανδροκρατική
4
κυριαρχία γυναίκες, και οι υπό την εθνοκρατική κυριαρχία αλλοεθνείς (γηγενείς και
μετανάστες), συγκροτούν κοινωνικές ομάδες αποκλειόμενων από τους όρους παρα-
γωγής της ζωής και αναπαραγωγής του συστήματος, η σύνδεση των οποίων ορίζει την
ταξική συνύπαρξη των αποκλεισμών. Οι αποκλεισμοί αυτοί διαφέρουν βέβαια μεταξύ
τους. Και διαφέρουν σημαντικά από τον έναν πολιτισμό στον άλλο. Αλλά, με έναν ι-
διαίτερο κάθε φορά τρόπο, συνυπάρχουν σε όλους τους κρατικούς πολιτισμούς της
νεωτερικότητας.
3. Βιοπολιτική παραγωγή: η ιστορική σύνθεση των μορφών της ταξικότητας
Έχει ιδιαίτερη σημασία για την ταξική συνύπαρξη των αποκλεισμών το σύγχρονο
ιστορικό πέρασμα από την βιομηχανική παραγωγή στην βιοπολιτική παραγωγή της
κοινωνικής ζωής, και το συνακόλουθο πέρασμα από τον βιομηχανικό εργάτη στον
κοινωνικό εργάτη.
Ας μη μείνουμε στην ιστορική αυτή ανασυγκρότηση της εργατικής τάξης. Αρκεί
να ειπωθεί ότι στο πλαίσιό της, η ταξική συνύπαρξη των αποκλεισμών, εργασιακών,
κατά φύλο και εθνοτικών, κινείται προς τη σύνθεση των μορφών της ταξικότητας.
Ως προϊόν της ταξικής αυτής σύνθεσης, ο κοινωνικός εργάτης δεν περιορίζεται στην
παραγωγή της κοινωνικής ζωής, εκτείνεται στην αναπαραγωγή του κοινωνικού συ-
στήματος: την «παραγωγή των ανθρώπων». Αυτή είναι η βάση της σύνθεσης των
μορφών της ταξικότητας, συνέπεια της οποίας είναι ότι ο χαρακτηρισμός «κοινωνικός
εργάτης» αποδίδεται σε κάθε άνθρωπο που υφίσταται τον κοινωνικό αποκλεισμό από
τις αντικειμενικές δυνατότητες παραγωγής της ζωής και αναπαραγωγής του συστήμα-
τος. Ο ταξικός τόπος του κοινωνικού εργάτη είναι η πόλη, όχι το εργοστάσιο που ήταν
ο τόπος του βιομηχανικού εργάτη.
Μια παρατήρηση για την έννοια που έχει εδώ ο όρος «κοινωνική τάξη». Οι κοι-
νωνικές τάξεις ήταν κεντρικό θέμα στις συζητήσεις κατά την παγκόσμια κοινωνική
κρίση —γενικά κοινωνική όχι οικονομική— της δεκαετίας του 1970. Χαρακτηριστικά,
στις διαλέξεις του για τις κοινωνικές τάξεις, ο Γκιρβίτς
6
λέει ότι «Πάνω από εκατό χρό-
νια κύλησαν από τότε που ο Κάρολος Μαρξ έθεσε με οξύτητα το πρόβλημα των κοι-
νωνικών τάξεων. Πρόβλημα που είχε γίνει, κατά τη γνώμη του, ιδιαίτερα επίκαιρο με-
τά την εξάλειψη όλων των επιβιώσεων του παλαιού καθεστώτος». Ενώ, γενικά, όπως
έλεγε ο Οσόβσκι
7
, «από το δεύτερο μισό του 18
ου
αιώνα και μετά η ιστορία του όρου
“κοινωνική τάξη” είναι ένα ενδιαφέρον θέμα για τους κοινωνιολόγους». Ιδιαίτερα
σημαντική, στην ιστορία αυτή, είναι η προσέγγιση του Ινστιτούτου της Μόσχας. Και
είναι ιδιαίτερα σημαντική σήμερα η αντίθεση προς αυτήν την προσέγγιση, δεδομένου
ότι στη σημερινή παγκόσμια κοινωνική κρίση, που διαδέχτηκε την κρίση του 1970, το
πρόβλημα των κοινωνικών τάξεων τίθεται πάλι με οξύτητα.
Ας δούμε, συνοπτικά, την προσέγγιση του Ινστιτούτου. Η εργατική τάξη ως «τάξη
καθεαυτήν», για να χρησιμοποιήσουμε μια γνωστή διάκριση του Μαρξ, έχει καθαρά
οικονομικό χαρακτήρα, από τον οποίο αναδύεται το λεγόμενο «αυθόρμητο» των πο-
λιτικών της κινήσεων. Και αποκτάει ιδεολογική και πολιτική συνείδηση μόνο μέσα
από την κομματική της συγκρότηση σε «τάξη για τον εαυτό της» —μέσα από το «κόμ-
μα της τάξης», που αποτελεί τον τόπο της ταξικής συνείδησης.
6
Ζωρζ Γκυρβίτς. Μελέτες για τις Κοινωνικές Τάξεις. Gutenberg. Αθήνα 1976. σ.69
7
Stanislaw. Ossowski. Η Ταξική Δομή στην Κοινωνική Συνείδηση. Κάλβος. Αθήνα 1973. σ.170
5
Κατ’ αντιπαράθεση με τα παραπάνω, σύμφωνα με όσα λέγονται εδώ για τη σύγ-
χρονη μορφή της εργατικής τάξης, η «τάξη καθεαυτήν» καλύπτει το σύνολο της παρα-
γωγής της ζωής και αναπαραγωγής του συστήματος. Δηλαδή, η «τάξη καθεαυτήν»
αναπτύσσεται σε ολόκληρο το φάσμα της οικονομίας, ιδεολογίας και πολιτικής. Σε
αυτή τη βάση, η «τάξη για τον εαυτό της» είναι το αποτέλεσμα της άμεσης συλλογι-
κής συνείδησης που αποκτά η «τάξη καθεαυτήν» με τις ιδεολογικοπολιτικές κοινω-
νικές αντιθέσεις και αγώνες μέσα από κοινωνικές συλλογικότητες που αναπτύσσονται
σε όλον τον κοινωνικό χώρο. Δεν υπάρχει ένας ιδιαίτερος τόπος της ταξικής συνείδη-
σης, κομματικός ή άλλος.
Μια διευκρίνιση στην έννοια του όρου κοινωνική συνείδηση, μορφή της οποίας
είναι η ταξική συνείδηση. Στην οπτική του Μαρξ, όπως γίνεται κατανοητή εδώ, υ-
πάρχουν δύο επίπεδα της κοινωνικής συνείδησης. Το πρώτο επίπεδο είναι η σύνδεση
της προσωπικής συνείδησης του Εγώ με τη συλλογική συνείδηση του Εμείς στο
ψυχοκοινωνικό συνεχές. Το δεύτερο επίπεδο είναι η μέσω της ιδεολογίας κοινωνική
σύνθεση των κατά κοινωνική ομάδα συγκροτούμενων συλλογικών συνειδήσεων.
Θα αναφερθούμε εδώ στη σύνθεση αυτή με τον όρο ιδεολογική συνείδηση, με
μία παρατήρηση. Σε βασικά κείμενα του Μαρξ, οι όροι «ιδεολογία» και «ψευδής συ-
νείδηση» είναι συνώνυμοι. Εδώ, ο όρος «ιδεολογία» έχει το διαφορετικό νόημα που
είδαμε πριν: ιδεολογία είναι ο τρόπος αναπαραγωγής των κοινωνικών υποκειμένων.
Το νόημα αυτό της ιδεολογίας συνδέεται με την ψευδή συνείδηση μέσω της ιδεολογι-
κής συνείδησης ως εξής. Ψευδής συνείδηση είναι το ψεύδος, ως μέρος της ιδεολο-
γικής συνείδησης αναγκαίο στη διατήρηση των κοινωνικών σχέσεων.
4. Ο πόλεμος: η διιστορική σύνθεση των τρόπων της ταξικής κυριαρχίας
Αρχή της συγκρότησης της κοινωνίας σε κράτος και της αναπαραγωγής του κράτους,
είναι ο πόλεμος, ενδοεθνικός («εμφύλιος») και διεθνικός. Στο βάθος, ο πόλεμος
—ο ενδοεθνικός κυρίως— είναι αυτός που συνθέτει τους τρόπους της ταξικής κυρι-
αρχίας στην αναπαραγωγή του κοινωνικού συστήματος και την παραγωγή της κοινω-
νικής ζωής.
Υποδειγματικό στην πολεμική σύνθεση των τρόπων της ταξικής κυριαρχίας είναι
το πνεύμα του φασισμού
8
. Στην αρχή του, το φασιστικό πνεύμα συνθέτει την εθνο-
κρατική με την ανδροκρατική κυριαρχία στο χώρο της ηγεμονίας, όπως εκφράστηκε
στο Φουτουριστικό Μανιφέστο. Στο ιδεολογικό αυτό κείμενο, γραμμένο το 1909, δι-
ακηρύσσεται ότι: «θα υμνούμε τον πόλεμο —τη μόνη υγιεινή του κόσμου— τον μιλι-
ταρισμό και τον πατριωτισμό» και ότι «θα περιφρονούμε τις γυναίκες». Στην ολοκλή-
ρωσή του, το φασιστικό πνεύμα συνθέτει την εθνοκρατική και ανδροκρατική κυριαρ-
χία με την κεφαλαιοκρατική κυριαρχία, όπως απαιτεί η διαλεκτική σχέση ηγεμονίας
και οικονομίας. Χαρακτηριστική της φασιστικής αυτής ολοκλήρωσης είναι η οικονομι-
κή εκδοχή των αρχών της «ανισότητας» («οι άνθρωποι έχουν διαφορετική απόδοση»)
και της «ιεραρχίας» («αυταρχική εξουσία στη βάση, απόλυτη υπευθυνότητα στην κο-
ρυφή»), που ανέπτυξε ο Χίτλερ στη Λέσχη των Βιομηχάνων το 1932. Με βάση τις
αρχές αυτές, ο εγγενής στην κεφαλαιοκρατική κοινωνία οικονομικός δεσποτισμός
συνδέεται με τον πολιτικό δεσποτισμό, που αναδύεται από τη διαλεκτική των δύο
8
Βλ. Δημήτρης Κωτσάκης. Σημειώσεις για τον Φασισμό. Στο Σημειώσεις της Στέπας. Τεύχος 3. Εκδόσεις
των Ξένων. Θεσσαλονίκη 2013.
6
συμπληρωματικών αστικών πολιτειακών καθεστώτων: την αστική δημοκρατία, ως
«κανονικό» καθεστώς, και την αστική δικτατορία, ως καθεστώς «έκτακτης ανάγκης».
Σχόλιο 2
Ανθρώπινες σχέσεις: ελευθερία του προσώπου και συλλογικότητα.
Μαρξ. Το Κεφάλαιο. Τόμος Πρώτος. Μέρος Πρώτο. Κεφάλαιο Πρώτο: το Εμπόρευμα
9
.
«Μέσω της αξιακής σχέσης (…) το σώμα του εμπορεύματος Β γίνεται ο καθρέφτης
του εμπορεύματος Α.»
Υποσημείωση του Μαρξ
«Από ορισμένη άποψη με τον άνθρωπο γίνεται ό,τι και με το εμπόρευμα. Μια και
δεν γεννιέται με έναν καθρέφτη, ούτε σαν φιλόσοφος της σχολής του Φίχτε: “Εγώ
είμαι εγώ”, ο άνθρωπος καθρεφτίζει τον εαυτό του σε έναν άλλο άνθρωπο». Με
αυτό το καθρέφτισμα ο άνθρωπος αναφέρεται στον άλλον άνθρωπο «σαν προς
όμοιό του» και «αναφέρεται στον εαυτό του σαν προς άνθρωπο», δηλαδή με αυ-
τόν τον τρόπο ο άνθρωπος υπάρχει «σαν μορφή εμφάνισης του γένους άνθρω-
πος».
Σε αυτή την υποσημείωση φαίνεται η οπτική του Μαρξ για τις ανθρώπινες σχέσεις.
Αλλά, σε αντίθεση προς αυτήν, υπάρχει η οπτική των ιδεολόγων της ιδιοκτησίας για
τις ανθρώπινες σχέσεις. Θα τα δούμε με τη σειρά: πρώτα την οπτική των ιδεολόγων
της ιδιοκτησίας και μετά την οπτική του Μαρξ.
1. Η οπτική των ιδεολόγων της ιδιοκτησίας
Σε ό,τι λέγεται εδώ, ιδιοκτησία είναι η σχέση αποκλεισμού από τη χρήση. Με την
έννοια αυτή, η ιδιοκτησία δεν είναι σχέση ανθρώπου προς αντικείμενο. Είναι σχέση
ανθρώπου προς άνθρωπο. Η κεφαλαιοκρατική κυριαρχία προϋποθέτει δύο μορφές
ιδιοκτησίας. Την ιδιοκτησία των αντικειμενικών δυνατοτήτων, παραγόμενων (κεφά-
λαιο) και μη-παραγόμενων (γαιοκτησία). Και την ιδιοκτησία των εξαντικειμενισμένων
ικανοτήτων (μισθωτή εργασία).
Τρεις είναι οι αρχές με τις οποίες η ιδεολογία της ιδιοκτησίας προσεγγίζει τις αν-
θρώπινες ικανότητες. Αρχή-1: εξαντικειμενισμός των ικανοτήτων. Αρχή-2: ιδιοκτη-
σία των εξαντικειμενισμένων ικανοτήτων. Αρχή-3: εμπόριο των ιδιόκτητων ικανοτή-
των. Μια σημαντική παρατήρηση στην πρώτη αρχή. Ο άνθρωπος, ως πρόσωπο, δεν
έχει ικανότητες, είναι ικανός. Με αυτή την έννοια, ως προσωπικές ικανότητες, οι
ανθρώπινες ικανότητες δεν είναι εμπόρευμα. Η τροπή τους σε εμπόρευμα προϋποθέ-
τει τον εξαντικειμενισμό τους. Αλλά ο εξαντικειμενισμός των ικανοτήτων ισοδυναμεί
με τον εκπραγματισμό του προσώπου. Και ο εκπραγματισμός του προσώπου —κατά
την προσέγγιση που μεταφέρει ο Μαρξ στην υποσημείωση που συζητάμε εδώ— συ-
νιστά την αλλοτρίωση του ανθρώπου, την μετάλλαξή του ως υποκειμένου της αν-
θρώπινης ελευθερίας.
9
Καρλ Μαρξ. Το Κεφάλαιο. Τόμος Πρώτος. Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή. Αθήνα 1978. σ.66
7
2. Η οπτική του Μαρξ
Ας δούμε τώρα τις ανθρώπινες σχέσεις από την οπτική του Μαρξ —του Μαρξ όχι του
μαρξισμού, των μαρξισμών για την ακρίβεια, που είναι θέμα άλλης συζήτησης. Από
αυτήν την οπτική βλέπουμε δύο αντίθετες κατευθύνσεις ανάπτυξης των ανθρώπινων
σχέσεων. Ανθρωπολογικά πρωτογενής, με την οποία αρχίζει η κοινωνική ζωή και στην
οποία συνεχώς επιστρέφει, είναι η κατεύθυνση ανάπτυξης σχέσεων συγκρότησης του
κοινωνικού υποκειμένου σε πρόσωπο. Σε αντίθεση με αυτήν είναι η ιστορικά εξελισ-
σόμενη, και κυρίαρχη σήμερα, κατεύθυνση της ιδιοκτησίας: η κατεύθυνση της αλλο-
τρίωσης του ανθρώπου, με την ανάπτυξη σχέσεων εκπραγματισμού του προσώπου.
Το βαθύτερο νόημα της υποσημείωσης του Μαρξ, μέσω της οποίας βλέπουμε
εδώ την οπτική του για τις ανθρώπινες σχέσεις, είναι ότι «ο άνθρωπος καθρεφτίζει
τον εαυτό του σε έναν άλλο άνθρωπο». Αλλά τι είναι το «καθρέφτισμα»; Σύμφωνα με
όσα λέγονται εδώ, το «καθρέφτισμα» είναι αυτό που συγκροτεί το υποκείμενο σε
πρόσωπο. Δηλαδή —αυτό δεν το λέει ο Μαρξ αλλά είναι στο πνεύμα των όσων λέει—
το «καθρέφτισμα» είναι η παρουσία του Εγώ στον Άλλο και η αναγνώρισή του
από αυτόν. Το κοινωνικό υποκείμενο συγκροτείται σε πρόσωπο τη στιγμή της ανα-
γνωρισμένης παρουσίας του μέσα στις σχέσεις του με τους άλλους
10
. Τελικά, το «κα-
θρέφτισμα» είναι η συγκρότηση του υποκειμένου σε πρόσωπο.
Φτάνουμε έτσι, στη θεμελιώδη διαφορά ανάμεσα στο πρόσωπο και το άτομο.
Άτομο είναι το ατομικό υποκείμενο της ιδιοκτησίας. Η τροπή ενός υποκειμένου σε
άτομο είναι η αρχή της αλλοτρίωσης —η αρχή του εκπραγματισμού του προσώπου.
Άτομο είναι το εκπραγματισμένο πρόσωπο.
3. Ελευθερία του προσώπου
Συμπέρασμα. Η ανθρώπινη ελευθερία είναι ελευθερία του προσώπου. Αλλά με
ποια έννοια της ελευθερίας; Την επικούρεια έννοια, που μελέτησε ο Μαρξ στη διδα-
κτορική του διατριβή: την «παρέγκλιση» από την νομοτέλεια, την «πρώτη και κυριό-
τατη αρχή της δημιουργίας» όπως λέει ο Χαράλαμπος Θεοδωρίδης στο βιβλίο του για
τον Επίκουρο
11
.
Η ανθρώπινη ελευθερία είναι αναίρεση της κοινωνικής αναγκαιότητας. Είναι η
κοινωνική δύναμη αλλαγής των σχέσεων: η σύνθεση της αντικειμενικής δυνατότη-
τας και της υποκειμενικής ικανότητας αλλαγής των κοινωνικών σχέσεων. Είναι αυτό
που οδηγεί στην 11
η
από τις θέσεις του Μαρξ για τον Φόιερμπαχ
12
: «Οι φιλόσοφοι
έχουν απλώς εξηγήσει τον κόσμο με διάφορους τρόπους, αυτό που έχει σημασία εί-
ναι να τον αλλάξουμε».
Αλλά η ελευθερία του «να αλλάξουμε τον κόσμο» έχει και μία άλλη έννοια, αντί-
θετη με την επικούρεια έννοια της αναίρεσης της αναγκαιότητας, τη στωική έννοια
της συνείδησης της αναγκαιότητας. Με αυτήν την έννοια, δεν είναι ελευθερία της
αλλαγής του κόσμου, αλλά ελευθερία συμμετοχής στην αναγκαία αλλαγή του. Κα-
θώς, όπως έλεγε ο Κικέρωνας, «εκείνον που θέλει οι μοίρες τον οδηγούν, εκείνον που
δεν θέλει τον σέρνουν». Ή, όπως έλεγε ο Χίλφερντινγκ «είναι ένα πράγμα να αναγνω-
ρίζουμε μια αναγκαιότητα και άλλο πράγμα να εργαζόμαστε για αυτήν την αναγκαιό-
10
βλ. Δημήτρης Κωτσάκης. Κεφάλαιο Δεύτερο Η αναστοχαστική πράξη. Μέρος 2.3 Ανάλυση των σχέ-
σεων. Στο: Συλλογικό. Αναστοχαστική Πράξη. Ο αποκλεισμός στο σχολείο. Νήσος. Αθήνα 2010.
11
Χ. Θεοδωρίδης. Επίκουρος. Εκδόσεις του Κήπου. Αθήνα 1966. σ. 366
12
Καρλ Μαρξ – Φρ. Ένγκελς. Η Γερμανική Ιδεολογία. Τόμος Πρώτος. Gutemberg. Αθήνα 1979. σ. 45-48
8
τητα». Ο Χίλφερντινγκ, ένας από τους πρώτους και σημαντικότερους μαρξιστές θεω-
ρητικούς, το έλεγε αυτό στον πρόλογο του Βιβλίου του για το χρηματιστικό κεφάλαιο,
αναφερόμενος στον μαρξισμό ως τη «θεωρία των νόμων κίνησης της ιστορίας» που
οδηγούν στην «αναγκαιότητα του σοσιαλισμού»
13
.
Οι μαρξισμοί είναι θέμα μιας άλλης συζήτησης, όπως είπαμε. Ας μείνουμε στον
Μαρξ και την επικούρεια έννοια της ελευθερίας που συνδέσαμε εδώ με την υποση-
μείωσή του. Με αυτήν την έννοια, η ανθρώπινη ελευθερία είναι η ουσία της συγκρό-
τησης του κοινωνικού υποκειμένου σε πρόσωπο. Και, ως εκ τούτου, η ανθρώπινη ε-
λευθερία είναι ελευθερία του προσώπου. Η λέξη «ουσία» έχει εδώ το νόημα που
της δίνει ο Μαρξ σε μια άλλη θέση του για τον Φόιερμπαχ, την 6
η
: «Η ανθρώπινη ου-
σία δεν είναι μια αφαίρεση που ενυπάρχει μέσα στον μεμονωμένο άνθρωπο. Στην
πραγματικότητά της είναι το σύνολο των κοινωνικών του σχέσεων».
Χειραφέτηση
Σύμφωνα με τα παραπάνω, η πραγματικότητα της ανθρώπινης ελευθερίας είναι
το σύνολο των σχέσεων μέσα στις οποίες το κοινωνικό υποκείμενο συγκροτείται σε
πρόσωπο. Κατ’ αντίθεση, η πραγματικότητα της αλλοτρίωσης του ανθρώπου είναι
οι σχέσεις απώλειας της ελευθερίας μέσω του εκπραγματισμού του προσώπου.
Αλλά η απώλεια της ελευθερίας δεν είναι ποτέ πλήρης. Ο εκπραγματισμός δεν
είναι κατάσταση του προσώπου. Είναι μια κίνηση στη δυναμική της συγκρότησης και
αποσυγκρότησης του προσώπου. Σε αυτό, άλλωστε, οφείλεται και η δυνατότητα ανα-
τροπής των σχέσεων εκπραγματισμού: στο ότι η ελευθερία του προσώπου δεν μηδε-
νίζεται.
Η χειραφέτηση, η κίνηση ανασυγκρότησης του προσώπου και ανάκτησης της
ελευθερίας του, δεν δημιουργεί σχέσεις ελευθερίας εκ του μηδενός. Η πράξη της χει-
ραφέτησης είναι μια πράξη ελευθερίας που δημιουργεί ελευθερία. Το κεντρικό ση-
μείο εδώ δεν είναι το κενό της ελευθερίας, αλλά η ύπαρξη της ελευθερίας που
πραγματώνεται με την πράξη της χειραφέτησης.
4. Συλλογικότητα
Η ελευθερία του προσώπου —ως προσώπου— προϋποθέτει τη συλλογικότητα. Αλλά
όχι μια οποιαδήποτε συλλογικότητα. Η ελευθερία του προσώπου προϋποθέτει εκείνη
τη συλλογικότητα που διασφαλίζει τη δημιουργικότητα. Η δημιουργία είναι το
πραγματικό περιεχόμενο της ελευθερίας.
Εδώ είναι η θέση να ειπωθεί το εξής σημαντικό για τα εγχειρήματα χειραφέτη-
σης. Εγγενές πρόβλημα της χειραφέτησης είναι ο φόβος της ελευθερίας. Και, συ-
γκεκριμένα, ο φόβος της δημιουργικής συλλογικότητας που προϋποθέτει η ελευθερία
του προσώπου. Ο φόβος της δημιουργικής συλλογικότητας πηγάζει από την αδυναμία
υπέρβασης των συλλογικοτήτων που κυριαρχούν στην κρατικά συγκροτημένη κοινω-
νία. Οι συλλογικότητες αυτές είναι ηγετικά συγκροτημένες συλλογικότητες, οικογε-
νειακές, εθνοτικές, πολιτικές ή θρησκευτικές, με μια κοινωνική δύναμη ηγεσίας ανα-
παραγόμενη στις κυρίαρχες συλλογικότητες των χώρων της εκπαίδευσης, του αθλητι-
σμού, της τέχνης και της επιστήμης. Χειραφέτηση δεν είναι η απόκτηση της ελευθερί-
ας, αυτό είναι το τέλος της χειραφέτησης. Χειραφέτηση είναι η μάθηση της ελευ-
θερίας.
13
Rudolf Hilferding. Finance Capital.Routledge & Kegan Paul. 1985. p. 23
9
ΜΕΡΟΣ 2
Ο ταξικός ανταγωνισμός και η δυναμική του κοινού
1. Ο ταξικός ανταγωνισμός
Ο Κάουτσκι, σε ένα κείμενο δημοσιευμένο το 1905
14
, συζητούσε «αν το Κομμουνιστι-
κό Μανιφέστο είναι απαρχαιωμένο» μετά από «εξήντα χρόνια εξαντλητικών πολιτι-
κών και κοινωνικών επαναστάσεων όχι μόνο στην Ευρώπη αλλά στη γη ολόκληρη».
Αφού ξεκαθάρισε ότι «δεν θα υπήρχε μεγαλύτερο σφάλμα από το να βάλουμε στο
Κομμουνιστικό Μανιφέστο την ετικέτα του ιστορικού εγγράφου», αναγνώρισε ότι
«δεν θα μπορούσαν να έχουν περάσει εξήντα χρόνια χωρίς να αφήσουν το σημάδι
τους». Και το σημάδι ήταν ότι το προλεταριάτο δεν είχε πια τη θέση που περιγράφε-
ται στο Μανιφέστο, σύμφωνα με την οποία «ο εργάτης βυθίζεται όλο και πιο βαθιά
κάτω από τις συνθήκες ύπαρξης της ίδιας του της τάξης». Εξήντα χρόνια μετά, ο εργά-
της είχε μια σαφώς καλύτερη θέση, που για τον Κάουτσκι οφείλεται στον ταξικό α-
νταγωνισμό. Αυτός είναι ο όρος που χρησιμοποίησε.
Ο όρος ανταγωνισμός ήταν κοινός στις συζητήσεις για τις ταξικές αντιθέσεις της
εποχής εκείνης. Η συγκεκριμένη έννοια με την οποία ο Κάουτσκι αποδίδει τον χαρα-
κτήρα του ανταγωνισμού στους εργατικούς ταξικούς αγώνες είναι προβληματική.
Συνδέεται με την σοσιαλδημοκρατική κατεύθυνση του μαρξισμού, που οδήγησε τον
Μαρξ στη δήλωση ότι δεν είναι μαρξιστής. Σήμερα, εκατόν δέκα χρόνια μετά από το
κείμενο του Κάουτσκι, η επανάληψη της αναφοράς στον ταξικό ανταγωνισμό από άλ-
λες μαρξιστικές κατευθύνσεις είναι συγχυτική.
Ας μην μπούμε σε αυτή τη συζήτηση. Η αναφορά στον Κάουτσκι έγινε εδώ γιατί ο
ταξικός ανταγωνισμός για τον οποίο μιλούσε, έχει δύο έννοιες ως προς τις οποίες εί-
ναι ιδιαίτερα σημαντική η σημερινή μας θέση: την οικονομική και την ιδεολογικοπολι-
τική. Ας τις δούμε χωριστά.
Οικονομικός ανταγωνισμός
Ακολουθώντας τη σκέψη του Μαρξ, θα πρέπει να δούμε την οικονομική έννοια του
ταξικού ανταγωνισμού από την οπτική της θεωρίας της αξίας. Συγκεκριμένα, ανταγω-
νιστικό είναι το μοίρασμα της αξίας του προϊόντος ανάμεσα στην αξία των παραγω-
γικών δυνάμεων, και την υπεραξία. Όπου η αξία των παραγωγικών δυνάμεων, δια-
χωρίζεται σε αξία των παραγόμενων αντικειμενικών δυνατοτήτων παραγωγής, που
εμπίπτει στην κεφαλαιοκρατική ιδιοκτησία, και αξία των εξαντικειμενισμένων εργατι-
κών ικανοτήτων παραγωγής, που εμπίπτει στην εργατική ιδιοκτησία. Η υπεραξία,
που είναι το υπόλοιπο της αξίας του προϊόντος μετά την αφαίρεση της αξίας των πα-
ραγωγικών δυνάμεων, διανέμεται στο κεφάλαιο —που παράγει την υπεραξία— κα-
θώς και τη γαιοκτησία και την πολιτεία, που ελέγχουν τους φυσικούς και κοινωνι-
κούς, αντίστοιχα, όρους παραγωγής. Υπάρχουν έτσι οι ακόλουθες τρεις μορφές οικο-
νομικού ανταγωνισμού.
1. Η πρώτη και θεμελιώδης μορφή, είναι ο ανταγωνισμός για το μοίρασμα της αξίας
του προϊόντος στην εργατική τάξη και τους φορείς της κεφαλαιοκρατικής και, συ-
μπληρωματικά, της τεχνογραφειοκρατικής κυριαρχίας. Μια σημείωση σε αυτήν την
συμπληρωματικότητα είναι αναγκαία εδώ. Ο Μαρξ, στον τρίτο τόμο του Κεφάλαιου,
14
Karl Kautsky. Internet Archive. 1904: To What Extent is the Communist Manifesto Obsolete?
10
εξετάζοντας τον «σχηματισμό των μετοχικών εταιριών»
15
αναφέρεται σε αυτές ως
«μετατροπή του πραγματικά ενεργού κεφαλαιοκράτη σε απλό διευθυντή, διαχειριστή
ξένου κεφαλαίου, και των ιδιοκτητών κεφαλαίου σε απλούς ιδιοκτήτες, απλούς κεφα-
λαιοκράτες του χρήματος». Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο «απλός ιδιοκτήτης» εισπράττει
τον «τόκο και το επιχειρηματικό κέρδος» ενώ ο «πραγματικά ενεργός κεφαλαιοκρά-
της» εισπράττει ένα μέρος της αξίας της εργατικής δύναμης «γιατί ο μισθός του διευ-
θυντή είναι ή πρέπει να είναι απλός μισθός εργασίας, μιας ορισμένης μορφής ειδι-
κευμένης εργασίας». Κρίσιμος στην ανάπτυξη της θεμελιώδους μορφής του οικονομι-
κού ανταγωνισμού είναι ο διττός χαρακτήρας των ανταγωνιστικών προς την εργατική
τάξη φορέων της κεφαλαιοκρατικής-τεχνοκρατικής κυριαρχίας: η κυριαρχία ασκείται
συμπληρωματικά από ιδιωτικούς και πολιτειακούς φορείς.
2. Τον ανταγωνισμό ανάμεσα στην εργατική τάξη και τους φορείς της κεφαλαιοκρα-
τικής και τεχνοκρατικής κυριαρχίας, ακολουθεί ο ανταγωνισμός στο εσωτερικό της
κεφαλαιοκρατικής κυριαρχίας: ο ανταγωνισμός ανάμεσα στο κεφάλαιο, τη γαιοκτησία
και την πολιτεία για το μοίρασμα της υπεραξίας σε κέρδος, πρόσοδο και φόρο. Και,
στη συνέχεια, ο ανταγωνισμός στο εσωτερικό του κεφάλαιου, για το μοίρασμα του
κέρδους σε τόκο του χρήματος και επιχειρηματικό κέρδος διαιρούμενο, με τη σειρά
του, σε κέρδος των παραγωγικών και των εμπορικών επιχειρήσεων.
3. Σε συνέχεια με τους δύο προηγούμενους ανταγωνισμούς, υπάρχει ο οικονομικός
ανταγωνισμός στο εσωτερικό της εργατικής τάξης. Πρώτο. Ο ανταγωνισμός ανάμεσα
στους άνεργους για την είσοδό τους στον χώρο της εργασίας. Δεύτερο. Ο ανταγωνι-
σμός ανάμεσα στους εργαζόμενους για το ύψος των μισθών στην ιεραρχία των επαγ-
γελματικών ειδικοτήτων, από τον ανειδίκευτο εργάτη έως το υψηλόβαθμο στέλεχος
των επιχειρήσεων, τον «πραγματικά ενεργό κεφαλαιοκράτη» ως προς τον οποίο συ-
μπίπτουν οι δύο πρώτες μορφές του ταξικού ανταγωνισμού. Τρίτο. Τελευταίος και
ιδιαίτερα σημαντικός στη σύγχρονη πολιτισμική παγκοσμιοποίηση, είναι ο έμφυλος
και ο εθνοτικός ανταγωνισμός για την είσοδο στον χώρο εργασίας και τη θέση στην
ιεραρχία της εργασίας.
Όλοι οι παραπάνω οικονομικοί ταξικοί ανταγωνισμοί αποτελούν μια αδιαίρετη
ενότητα, στην οποία ο ένας στρέφεται εναντίον όλων, σε μία κλιμακούμενη ένταση
που κορυφώνεται σε περιόδους οικονομικής κρίσης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της
αδιαίρετης ενότητας των ταξικών ανταγωνισμών, στο σημερινό οικονομικό σύστημα
της κυριαρχίας του χρηματικού κεφάλαιου, είναι η ως προς το μοίρασμα της υπεραξί-
ας, κεφαλαιοκρατική ανάγκη για αυξημένη ανταγωνιστικότητα του επιχειρηματικού
κέρδους απέναντι στον φόρο, ως αντιστάθμισμα της, καθοριστικής για το σύγχρονο
σύστημα, εσωτερικής στο κέρδος αυξημένης ανταγωνιστικότητας του τόκου απέναντι
στο επιχειρηματικό κέρδος. Το αποτέλεσμα είναι η μειωμένη ανταγωνιστικότητα του
κοινωνικού μισθού, ο οποίος αποτελεί τμήμα του φόρου. Όλα αυτά, βέβαια, ισχύουν
στο πλαίσιο της αξιακής θεωρίας του Μαρξ, σύμφωνα με την οποία η συνολική αξία
του προϊόντος, το μοίρασμα της οποίας γεννάει τον ανταγωνισμό, είναι κοινωνικά κα-
θορισμένη και δεν είναι προϊόν του ίδιου του ανταγωνισμού: η αξία του προϊόντος
είναι ο αφηρημένος χρόνος εργασίας που είναι κοινωνικά αναγκαίος για την παρα-
γωγή του προϊόντος.
15
Καρλ Μαρξ. Το Κεφάλαιο. Τόμος Τρίτος. Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή. Αθήνα 1978. σ.550-3
11
Αυτή λοιπόν, στο πνεύμα της σκέψης του Μαρξ, είναι η οικονομική έννοια του
ταξικού ανταγωνισμού, στην οποία οφείλεται η άνοδος και η πτώση της κοινωνικής
θέσης του εργάτη, για την οποία μιλούσε ο Κάουτσκι το 1905, αναφερόμενος ιστορικά
στην άνοδο της κοινωνικής θέσης την εποχή εκείνη.
Ανταγωνισμός για την ηγεμονία
Περνάμε στη δεύτερη έννοια του ταξικού ανταγωνισμού: την ιδεολογικοπολιτική έν-
νοια του ανταγωνισμού για την ηγεμονία. Πριν μπούμε στη σημερινή εκδοχή της έν-
νοιας αυτής, ας δούμε τη διάσταση στην οποία επικεντρώνεται ο Κάουτσκι, και η ο-
ποία έχει ιδιαίτερη ιστορική σημασία.
Γυρνώντας στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, ο Κάουτσκι διαβάζει: «Το Κομμουνι-
στικό Κόμμα παλεύει μαζί με την αστική τάξη όταν αυτή δρα με επαναστατικό τρόπο
ενάντια στην απόλυτη μοναρχία, τη φεουδαρχική αριστοκρατία και τη μικροαστική
τάξη». Στο σημείο αυτό το Μανιφέστο αναφέρεται στη Γερμανία της εποχής εκείνης,
και ο Κάουτσκι σχολιάζει: «(ο Μαρξ και ο Ένγκελς) περίμεναν μια αστική επανάσταση
στη Γερμανία (…) αντίστοιχη με την αγγλική επανάσταση του δέκατου έβδομου και τη
γαλλική επανάσταση του δέκατου όγδοου αιώνα». Και καταλήγει: «πίστευαν ότι στην
ανοδική τους κίνηση τα προλεταριακά στοιχεία όλο και περισσότερο θα αναγνώριζαν
και θα ανέπτυσσαν τον ανταγωνισμό τους με την αστική τάξη». Με αυτόν τον «αντα-
γωνισμό», «η προλεταριακή επανάσταση και η κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από
το προλεταριάτο θα ακολουθούσε αμέσως την αστική επανάσταση, όχι ως αποτέλε-
σμα ενός πραξικοπήματος, αλλά χρόνων, ίσως δεκαετιών, επαναστατικών αγώνων».
Συμπέρασμα. Στις παραπάνω ιστορικές συνθήκες υπήρχε ένας ταξικός ανταγωνισμός
για την ηγεμονία. Το ερώτημα είναι αν στις σημερινές συνθήκες υπάρχει ένας ανάλο-
γος ανταγωνισμός.
Από μια οπτική, ριζικά διαφορετική από την οπτική των όσων λέγονται εδώ, δίνε-
ται θετική απάντηση στην ερώτηση. Κατ’ αυτήν την οπτική, η σημερινή κρίση, αντι-
στοιχεί στην κρίση της δεκαετίας του 1930. Συνεπώς, υπάρχει ένας ιδεολογικοπολιτι-
κός ταξικός ανταγωνισμός για την ηγεμονία στο νέο κοινωνικό κράτος: το κράτος στο
οποίο οδηγεί η έξοδος από την σημερινή κρίση. Στον ανταγωνισμό αυτόν, για να μι-
λήσουμε στο πνεύμα του Κάουτσκι, η εργατική τάξη και η κατάκτηση της πολιτικής
εξουσίας από το κόμμα της θα ακολουθήσει την αστική τάξη, όχι ως αποτέλεσμα ενός
πραξικοπήματος, αλλά κάποιων χρόνων —εδώ δεν θα χρειαστούν δεκαετίες— κοινο-
βουλευτικών αγώνων.
Η αντίθετη οπτική, δηλαδή όσα λέγονται εδώ, δίνει αρνητική απάντηση. Η σημε-
ρινή κρίση, ως κρίση της παγκόσμιας αγοράς, δεν είναι επιστροφή στην κρίση της δε-
καετίας του 1930 που ήταν, επίσης, κρίση της παγκόσμιας αγοράς. Η κρίση εκείνη, η
πρώτη από της τρεις έως τώρα παγκόσμιες κρίσεις της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας,
οδήγησε στον κρατικό καπιταλισμό, με τις δύο ιστορικά πρότυπες μορφές του: τον
καθαρά κρατικό καπιταλισμό, τον αυτοαποκαλούμενο «υπαρκτό σοσιαλισμό», και
τον μεικτό ιδιωτικό-κρατικό καπιταλισμό, στον οποίο αντιστοιχεί το κοινωνικό κρά-
τος, το αποκαλούμενο και «κράτος πρόνοιας». Η δεύτερη παγκόσμια κρίση, η κρίση
της δεκαετίας του 1970, ήταν η κρίση του κρατικού καπιταλισμού, η έξοδος από την
οποία αποκατέστησε τον ιδιωτικό καπιταλισμό, στην κατεύθυνση που όρισε η νεο-
φιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση. Το ότι το κοινωνικό σύστημα που προέκυψε είναι
σε κρίση σήμερα, την τρίτη κατά σειρά παγκόσμια κρίση, δεν συνεπάγεται την επι-
στροφή στο ΄30. Η κεφαλαιοκρατική έξοδος από τη σημερινή κρίση ολοκληρώνει, δεν
12
ανατρέπει, το προϊόν της προηγούμενης κρίσης. Στις σημερινές συνθήκες, δεν υπάρ-
χει ιδεολογικοπολιτικός ταξικός ανταγωνισμός για ένα κοινωνικό κράτος.
Παρένθεση για τον κινηματικό λόγο.
Με δεδομένη την απουσία ενός ιδεολογικοπολιτικού ταξικού ανταγωνισμού σήμερα,
δεν είναι συγχυτική η εμφάνιση των όρων «ανταγωνιστικότητα» και «ατομική ελευ-
θερία» —«ατομική» ελευθερία, όχι ελευθερία του «προσώπου»— που αναδύονται
από το ιδεολογικό βάθος της μεταμοντέρνας νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας στον σημε-
ρινό ιδεολογικό και πολιτικό λόγο, και φτάνουν έως και τον κινηματικό λόγο; Δεν θα
ήταν καλύτερα η κεντρική αναφορά να είναι στην (ενδο) ταξική αλληλεγγύη και όχι
στον (δια) ταξικό ανταγωνισμό; Μια αλληλεγγύη συμπληρωματικά αμυντική και επι-
θετική στο πλαίσιο των ταξικών αγώνων; Αλλά το χειρότερο έρχεται όταν λέγεται ότι
το «ανταγωνιστικό κίνημα» είναι στο εσωτερικό του ένα «κίνημα αλληλεγγύης». Πώς
θα μπορούσε να εκφραστεί με απλά λόγια η θεωρητικά στέρεα βιωματική γνώση ότι
η συνοχή ενός κοινωνικού σώματος θεμελιωμένου στην ανταγωνιστικότητα και τον
ατομισμό δεν είναι συνοχή αλληλεγγύης αλλά αυταρχισμού —ήπιου, ίσως, πλην όμως
αυταρχισμού; Και, μάλιστα, ενός αυταρχισμού τόσο ισχυρότερου —γιατί δεν μπορεί
να παραμένει για πολύ ήπιος— όσο περισσότερο στερείται των μορφών της «φανε-
ρής εξουσίας»;
Τα περί «φανερής εξουσίας» είναι λόγια του Μπακούνιν, όπως τα αναφέρει ο
Ντεμπόρ στην «Κοινωνία του Θεάματος»
16
. Ο άνθρωπος που ήξερε περισσότερο από
κάθε άλλον το θέμα, ο Μπακούνιν, μας λέει ότι μια εξουσία «χωρίς εμβλήματα ή τίτ-
λους ή επίσημες θέσεις» θα είναι «ισχυρότερη επειδή δεν θα έχει καμιά από τις εμ-
φανίσεις της εξουσίας». Βέβαια, εκείνος προωθούσε αυτή τη μορφή εξουσίας όταν
έλεγε ότι «πρέπει να είμαστε οι αόρατοι ηγέτες που θα καθοδηγούμε την επανάστα-
ση όχι μέσα από οποιαδήποτε μορφή φανερής εξουσίας αλλά μέσα από τη συλλογική
δικτατορία της ένωσής μας».
Από την άλλη πλευρά, όσοι, εμφορούμενοι από το πνεύμα που αρμόζει στην ε-
λευθερία του προσώπου και τη δημιουργική συλλογικότητα, θέλουμε όχι την
ηγεσία των ανθρώπων αλλά τον συντονισμό των πράξεών τους, όλοι εμείς απαιτού-
με οι όποιοι ηγέτες, αυτόκλητοι ή ετερόκλητοι, προσωπικοί, συλλογικοί, πολιτικοί ή
θρησκευτικοί, να είναι ορατοί. Και απαιτούμε η όποια εξουσία, από όποιους ασκεί-
ται, όπου, όταν, με όποιον τρόπο, με όποια μέσα και για όποιον λόγο ασκείται, να εί-
ναι φανερή.
2. Η δυναμική του κοινού και ο ταξικός ανταγωνισμός
Ανταγωνισμός για την ηγεμονία
Είδαμε, ως αρνητική απάντηση στην ερώτηση του ταξικού ανταγωνισμού για την ηγε-
μονία, ότι σήμερα δεν υπάρχει ο ανταγωνισμός αυτός ως προς το κοινωνικό κράτος.
Μήπως όμως υπάρχει κάποιος άλλος; Μήπως η δυναμική του κοινού, όπως δια-
μορφώνεται μέσα από την οπτική του σύγχρονου κοινωνικού κινήματος, είναι ταξικά
ανταγωνιστική;
Η απάντηση είναι και εδώ αρνητική. Η αστική τάξη, εν γένει και ιδιαίτερα στη
σημερινή ιδεολογικοπολιτική της ανάπτυξη, είναι καθαρά εχθρική προς ένα κοινό
16
Guy Debord Archive – Marxists Internet Archive. 1967: The Society of the Spectacle. §91.
13
στην κατεύθυνση του σύγχρονου κοινωνικού κινήματος. Και αυτό το κοινωνικό κίνη-
μα, ως κίνημα της νέας εργατικής τάξης —της τάξης της κοινωνικής εργασίας— με
στόχο το κοινό, κινείται σε καθαρή και άμεση αντίθεση προς την αστική τάξη. Η
απουσία του ανταγωνισμού είναι συμμετρική, ο ανταγωνισμός απουσιάζει και από
τις δύο τάξεις, που αναπαράγονται σε ιδεολογική και πολιτική αντίθεση και αγώνα,
όχι ανταγωνισμό, μεταξύ τους. Δεν υπάρχει ταξικός ανταγωνισμός για την ηγεμονία
σε μία κοινωνία που συγκροτείται με βάση τη δυναμική του κοινού. Η θέση ενός τέ-
τοιου ανταγωνισμού απορρίπτεται εκατέρωθεν γιατί, απλά, ο στόχος του κοινού
δεν είναι κοινός στόχος, κάθε τάξη έχει το δικό της κοινό. Και γιατί ο ταξικός αντα-
γωνισμός είναι ταξική αντίθεση και αγώνας με κοινό στόχο, όπως είδαμε στα δύο ι-
στορικά παραδείγματα.
Οικονομικός ανταγωνισμός
Αλλά αυτή η ιστορική υπέρβαση του ταξικού ανταγωνισμού αναφέρεται στην ηγεμο-
νία αποκλειστικά. Μόνο ως προς την ηγεμονία ο ανταγωνισμός απουσιάζει συμμετρι-
κά από τις σημερινές τάξεις. Αλλιώς έχουν τα πράγματα με την οικονομική έννοια του
ταξικού ανταγωνισμού. Ο οικονομικός ανταγωνισμός είναι εγγενής στην ταξικότητα,
δεν αίρεται παρά μόνο με το τέλος των τάξεων. Η τάξη της εργασίας αποκτά το χρη-
ματικό ισοδύναμο των όρων αναπαραγωγής της μέσω του οικονομικού ανταγωνι-
σμού. Και αυτό έχει όλη την πολυπλοκότητα που είδαμε πριν. Η ανταγωνιστικότητα
του κοινωνικού εργάτη, όπως και του προκάτοχού του βιομηχανικού εργάτη, στρέφε-
ται προς όλα τα μέρη της τάξης που ασκεί την κεφαλαιοκρατική κυριαρχία, αλλά
στρέφεται επίσης και προς τα μέρη της δικής του τάξης. Και αν δεν φροντίσει ο ίδιος ο
κοινωνικός εργάτης για τον εσωτερικό στην τάξη του ανταγωνισμό, θα συνδράμει η
ηγεσία της κεφαλαιοκρατικής κυριαρχίας σ’ αυτό. Όπως, παραδειγματικά, συμβαίνει
με την όξυνση του ενδοταξικού εθνοτικού ανταγωνισμού, ο οποίος μειώνει την αξία
της εργατικής δύναμης και, συνεπώς, αυξάνει την υπεραξία.
Συμπέρασμα. Δεδομένου ότι ο οικονομικός ανταγωνισμός είναι εγγενής στην τα-
ξικότητα, το μόνο που μπορεί να κάνει η εργατική τάξη γι’ αυτόν είναι να τον μειώσει
στην ενδοταξική του διάσταση. Αλλά και αυτό έως ένα όριο και κάτω από ορισμένες
ιδεολογικοπολιτικές συνθήκες. Μην ξεχνάμε ότι δεν υπάρχουν καλές τάξεις, το καλό
είναι η κατάργηση των τάξεων. Ο κοινωνικός στόχος της εργατικής τάξης είναι η υ-
πέρβασή της ως τάξη καθεαυτήν και για τον εαυτό της: το τέλος της εργασίας ως ανα-
γκαίας μισθωτής δραστηριότητας, το πέρασμα στην ελεύθερη δημιουργική πράξη.
Από την άλλη πλευρά, όχι ενδοταξικά αλλά διαταξικά, ο οικονομικός ανταγωνι-
σμός είναι η προϋπόθεση ύπαρξης του μισθωτού εργάτη. Η μείωση της οικονομικής
του ανταγωνιστικότητας, ατομικής και συλλογικής, συνεπάγεται την πτώση της κοι-
νωνικής του θέσης: η έλλειψη επαρκούς οικονομικής ανταγωνιστικότητας του μισθω-
τού ισοδυναμεί με τη φτώχεια.
3. Η έννοια του κοινού
Ποιο είναι λοιπόν το κοινό, ως προς το οποίο διατηρείται μεν ο εγγενής στην ύπαρξη
των τάξεων οικονομικός ανταγωνισμός, αλλά αναιρείται ο ιδεολογικός και πολιτικός
ταξικός ανταγωνισμός για την ηγεμονία;
Σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν πριν, στο ιστορικό πλαίσιο της βιοπολιτικής παρα-
γωγής η εργατική «τάξη καθεαυτήν» εκτείνεται σε όλο το φάσμα της οικονομίας, ιδε-
ολογίας και πολιτικής. Σε αυτήν τη βάση, η «τάξη για τον εαυτό της» είναι προϊόν της
14
άμεσης συλλογικής συνείδησης που αναπτύσσεται μέσα από τις ιδεολογικοπολιτι-
κές κοινωνικές αντιθέσεις και αγώνες στο σύνολο της «τάξης καθεαυτήν». Η «τάξη για
τον εαυτό της» είναι η ιδεολογικά συνειδητή «τάξη καθεαυτήν», σύμφωνα με την έν-
νοια που δώσαμε στην ιδεολογική συνείδηση.
Στην ταξική του διάσταση, το κοινό υπάρχει ως προς την τάξη για τον εαυτό της.
Σε αυτή τη βάση η δυναμική του κοινού είναι προϊόν της ταξικής ιδεολογικής συνεί-
δησης. Και ως προς αυτήν το εργατικό κοινό αντιτίθεται στο αστικό κοινό. Στη συνέ-
χεια, θα δούμε τον ορισμό του κοινού με βάση τις έννοιες του τρόπου επικοινωνίας
και του δημόσιου χώρου.
17
Δημόσιος χώρος
Βασική για την κατανόηση του δημόσιου χώρου είναι η γκραμσιανή θέση ότι, συγκρο-
τούμενη σε κράτος, η κοινωνία διχάζεται σε ιδιωτική κοινωνία και πολιτική κοινωνία,
έτσι ώστε το κράτος να είναι η σύνθεση των δύο. Προσεγγίζουμε τη σύνθεση αυτή με
βάση τη διαλεκτική του κοινωνικού χώρου, που αναπτύσσεται σε δύο επίπεδα. Πρώ-
τα, είναι η γενική διαλεκτική στον χώρο του κράτους: ιδιωτικός / πολιτικός χώρος.
Ακολουθεί η ιδιαίτερη στον κάθε κρατικό χώρο διαλεκτική. Στον ιδιωτικό χώρο, η δια-
λεκτική προσωπικός / συλλογικός χώρος. Στον πολιτικό χώρο, η διαλεκτική χώρος
των πολιτών / πολιτειακός χώρος.
Προκύπτει έτσι το τετραμερές του συγκροτημένου σε κράτος κοινωνικού χώρου:
προσωπικός χώρος, συλλογικός χώρος, χώρος των πολιτών, πολιτειακός χώρος.
Από το τετραμερές του κοινωνικού χώρου αναδύεται ο δημόσιος χώρος, ως σύνθεση
του συλλογικού χώρου με τον πολιτικό χώρο. Και, στο εσωτερικό του δημόσιου χώ-
ρου, σχηματίζεται ο κοινός χώρος, ως ενότητα του συλλογικού χώρου με τον χώρο
των πολιτών σε διπλή διάκριση: από τον προσωπικό χώρο, σε ό,τι αφορά τον συλλο-
γικό χώρο, και από τον χώρο της πολιτείας, σε ότι αφορά τον χώρο των πολιτών. Με
την ανάδυση του δημόσιου χώρου, γεννιέται μια νέα διαλεκτική: ανάμεσα στον προ-
σωπικό και τον δημόσιο χώρο. Οι δύο διαλεκτικές διαφέρουν στην καταστατική τους
αρχή. Η διαλεκτική ιδιωτικός / πολιτικός χώρος, είναι διαλεκτική της κρατικής εξου-
σίας. Η διαλεκτική προσωπικός / δημόσιος χώρος είναι διαλεκτική της ανθρώπινης
επικοινωνίας. Παρατήρηση. Η κοινή αναφορά στην «αντίθεση» ιδιωτικό / δημόσιο
παραβλέπει τη διπλή αυτή διαλεκτική, είναι συγχυτική των δύο αντιθέσεων: προσω-
πικό / δημόσιο και ιδιωτικό / πολιτικό. Το δημόσιο και το ιδιωτικό δεν αντιτίθενται,
επικαλύπτονται στο συλλογικό.
Οι δύο διαλεκτικές του κοινωνικού χώρου είναι συμπληρωματικές στη σημερινή
κοινωνία. Αλλά έχουν μια σημαντική ιστορική διαφορά. Η διαλεκτική της ανθρώπινης
επικοινωνίας προϋπάρχει, συνυπάρχει και έπεται της διαλεκτικής της κρατικής εξου-
σίας. Το τελευταίο έχει ιδιαίτερη σημασία. Η ελευθερία του προσώπου, κεντρική σε
όσα λέγονται εδώ, αναπαράγεται στον προσωπικό χώρο. Η συλλογικότητα, που απο-
τελεί προϋπόθεση της ελευθερίας του προσώπου, ολοκληρώνεται στον δημόσιο
χώρο. Η επικοινωνιακή διαλεκτική προσωπικός / δημόσιος χώρος είναι καταστατική
αρχή της θεμελιωμένης στη συλλογικότητα ελευθερίας του προσώπου. Στη διαλεκτική
17
Για τον ορισμό του κοινού και την έννοια του τρόπου επικοινωνίας που οδηγεί σε αυτόν, βλ. Το Κοινό
και η Δημοκρατία στο Δημήτρης Κωτσάκης 3 και 1 Κείμενα. Εκδόσεις των Συναδέλφων. Αθήνα2012.
Για τον δημόσιο χώρο βλ. στο ίδιο. Δημόσιος Χώρος: χώρος των πολιτών, χώρος των ιδιωτών.
15
αυτή, ο καθοριστικός όρος στη δυναμική της υπέρβασης του κράτους είναι ο κοινός
χώρος ως το διακεκριμένο από την πολιτεία μέρος του δημόσιου χώρου.
Τρόπος Επικοινωνίας
Κεντρική στην κατανόηση του κοινού είναι η έννοια του τρόπου επικοινωνίας. Ως
τρόπος επικοινωνίας εδώ εννοείται η ενότητα των κοινωνικών σχέσεων και των
κοινωνικών δυνάμεων (ικανοτήτων και δυνατοτήτων) που είναι αναγκαίες για την
πραγμάτωση των σχέσεων. Με αυτή την έννοια, ο τρόπος επικοινωνίας παραπέμπει
σε ό,τι συνήθως λέγεται «πολιτισμός» ή «κουλτούρα». Εδώ οι όροι «τρόπος επικοινω-
νίας», «πολιτισμός» και «κουλτούρα» είναι συνώνυμοι, με τις νοηματικές διαφορές
που αντιστοιχούν στις διαφορές κλίμακας, ξεκινώντας από τον οικουμενικό τρόπο της
ανθρώπινης επικοινωνίας σε μια δεδομένη ιστορική περίοδο και καταλήγοντας στον
τρόπο επικοινωνίας δύο ανθρώπων σε μια δεδομένη στιγμή.
Στην κλίμακα της συγκροτημένης σε κράτος κοινωνίας, η παραπάνω έννοια του
τρόπου επικοινωνίας, είναι γενίκευση της μαρξικής έννοιας του τρόπου παραγωγής,
που είναι η σύνθεση των σχέσεων παραγωγής και των παραγωγικών δυνάμεων, έτσι
ώστε να μπορούμε να δούμε τον κατά Μαρξ τρόπο παραγωγής ως τον τρόπο της οι-
κονομικής επικοινωνίας και, κατ’ επέκταση, ως «οικονομικό πολιτισμό».
Ας σταθούμε λίγο στην κατά γένος και διαφορά ανάλυση της έννοιας του τρόπου
επικοινωνίας. Τρόπος επικοινωνίας είναι η ενότητα των κοινωνικών σχέσεων και δυ-
νάμεων. Κοινωνικές δυνάμεις είναι η ενότητα των υποκειμενικών ικανοτήτων και των
αντικειμενικών δυνατοτήτων πραγμάτωσης των σχέσεων. Αντικειμενικές δυνατότητες
πραγμάτωσης των σχέσεων είναι οι κοινωνικές δυνατότητες και οι φυσικές δυνατότη-
τες πραγμάτωσής τους. Φυσικές δυνατότητες, συγκροτημένες σε φυσικό χώρο, είναι η
υλική ενέργεια και το φυσικό της πεδίο. Φυσικό πεδίο είναι η κατά τη θεωρία της
σχετικότητας ενότητα έκτασης και χρόνου.
Σύμφωνα με την ανάλυση αυτή τρείς είναι οι θεμελιώδεις όροι του τρόπου επι-
κοινωνίας: (1) οι κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων, (2) οι υποκειμενικές ικανότητες
πραγμάτωσης των σχέσεων και (3) οι αντικειμενικές δυνατότητες ενεργοποίησης των
ικανοτήτων, οι οποίες διακρίνονται σε (3α) κοινωνικές δυνατότητες (3β) φυσικές δυ-
νατότητες. Κριτική παρατήρηση. Ο φυσικός χώρος δεν είναι το «δοχείο» της κοινωνι-
κής ζωής αλλά η φυσική διάσταση των αντικειμενικών δυνατοτήτων πραγμάτωσης
των κοινωνικών σχέσεων —πραγμάτωσης της «ανθρώπινης ουσίας», για να επιστρέ-
ψουμε στην 6
η
θέση για τον Φοϊερμπαχ.
Το κοινό
Ο όρος «κοινό» αναφέρεται εδώ στον κοινό τρόπο επικοινωνίας. Τίθεται αμέσως το
ερώτημα: ποιο είναι το υποκείμενο του κοινού τρόπου επικοινωνίας; Για την απάντη-
ση χρειαζόμαστε την έννοια του κοινωνικού χώρου. Μιλήσαμε πριν για τη διπλή δια-
λεκτική του κοινωνικού χώρου, την ανθρωπολογικά πρωτογενή διαλεκτική της αν-
θρώπινης επικοινωνίας και την ιστορικά αναπτυσσόμενη διαλεκτική της κρατικής ε-
ξουσίας. Βλέπουμε τώρα την έννοια του κοινωνικού χώρου σε σχέση με τον τρόπο ε-
πικοινωνίας —την γενική έννοια του κοινωνικού χώρου, που προϋπάρχει, συνυπάρχει
και έπεται του συγκροτημένου σε κράτος κοινωνικού χώρου.
Κοινωνικός χώρος είναι ένας τρόπος επικοινωνίας και η ολότητα των επικοινω-
νούντων ή, αντίστροφα, μια κοινωνία ανθρώπων και ο τρόπος επικοινωνίας τους.
Δηλαδή, ο κοινωνικός χώρος περιέχει τους τρείς θεμελιώδεις όρους του τρόπου επι-
16
κοινωνίας όπως τους είδαμε παραπάνω, στους οποίους προστίθεται ένας ακόμη:
(4) η κοινωνία των ανθρώπων ως ολότητα των επικοινωνούντων. Συνοπτικά, κοινωνι-
κός χώρος είναι μια κοινωνία ανθρώπων, οι σχέσεις τους, οι κοινωνικές δυνάμεις
πραγμάτωσης των σχέσεων και ο φυσικός χώρος των δυνάμεων. Μπορούμε τώρα να
απαντήσουμε στο ερώτημα του υποκειμένου: το υποκείμενο του κοινού τρόπου επι-
κοινωνίας είναι η ολότητα των επικοινωνούντων σε έναν κοινωνικό χώρο. Και ιδιαίτε-
ρα, στο πλαίσιο τη συζήτησης για την ταξικά συγκροτημένη σε κράτος κοινωνία, το
υποκείμενο του κοινού τρόπου επικοινωνίας, ως υποκείμενο του κοινού, είναι το σύ-
νολο των ανθρώπων του κοινωνικού χώρου ενός κράτους.
Για την κατανόηση του υποκειμένου του κοινού στις σύγχρονες ιστορικές συνθή-
κες χρειαζόμαστε τη διάκριση ανάμεσα στο πλήθος και τον λαό. Η συγκρότηση της
κοινωνίας σε κράτος, γίνεται σήμερα σε συνθήκες υπέρβασης του έθνους-κράτους σε
ένα —ατελές ακόμη, πλην όμως αποτελεσματικά αναπτυσσόμενο— υπερεθνικό κρα-
τικό σύστημα. Για την κατανόηση της υπέρβασης αυτής από την οπτική του υποκειμέ-
νου, χρησιμοποιούμε την έννοια του «πλήθους» ως προς το κράτος εν γένει
κρατώντας την έννοια του «λαού» για το έθος-κράτος. Με την έννοια αυτή, ο λαός
είναι η πολιτική διάσταση του έθνους, ενώ το πλήθος υπερβαίνει το έθνος: προϋπάρ-
χει, συνυπάρχει και έπεται του έθνους.
Δεν μπορούμε να δούμε εδώ το θέμα αυτό ούτε ως προς τις έννοιες του λαού και
του πλήθους ούτε και ως προς την —ιδιαίτερα σημαντική σήμερα— ρητορική χρήση
της έννοιας του λαού. Ας μείνουμε σε έναν συνοπτικό ορισμό του πλήθους, με βάση
την Σπινοζική έννοια του όρου, σε συνδυασμό με την έννοια του κοινωνικού χώρου
που είδαμε πριν και την Αριστοτελική έννοια του πολιτεύματος
18
. Πλήθος είναι το σύ-
νολο των ανθρώπων ενός κοινωνικού χώρου συγκροτημένου σε κράτος, η δύναμη των
οποίων, μέσω της συναίνεσής τους, ορίζει το κράτος σε κάθε πολίτευμα, μοναρχικό,
ολιγαρχικό και δημοκρατικό, ορθό ή παρεκβατικό, και μέσω της πολιτικής τους δρά-
σης ορίζει το κράτος, με ορθό ή παρεκβατικό τρόπο, στο δημοκρατικό πολίτευμα.
Με βάση αυτήν την έννοια του πλήθους, μπορούμε να ορίσουμε το κοινό ως ε-
ξής. Το κοινό είναι ο κοινός τρόπος επικοινωνίας που συγκροτεί το πλήθος σε
δημόσιο σώμα. Η πολιτισμική έννοια του κοινού (στον ενικό), όπως ορίζεται εδώ,
είναι κριτική προς την οικονομική έννοια των κοινών (στον πληθυντικό), την «πορο-
κεντρική» έννοια. Κατ’ αυτήν την έννοια, τα κοινά είναι οι «κοινοί πόροι», δηλαδή, οι
αντικειμενικές δυνατότητες παραγωγής της κοινωνικής ζωής που εμπίπτουν σε κοινή
ιδιοκτησία.
Η πολιτισμική προσέγγιση του κοινού δεν παρακάμπτει την ιδιοκτησία. Την ε-
μπεριέχει, αλλά κριτικά προς τον ποροκεντρισμό. Ο τρόπος επικοινωνίας, όπως τον
είδαμε, συνθέτει τις κοινωνικές σχέσεις με τις υποκειμενικές ικανότητες και τις αντι-
κειμενικές δυνατότητες πραγμάτωσης των σχέσεων. Στο επίπεδο των αντικειμενικών
του δυνατοτήτων ο κοινός τρόπος επικοινωνίας, υπάρχει ως κοινή κτήση. Τι είναι
όμως η κοινή κτήση;
Στο τετραμερές του κοινωνικού χώρου αντιστοιχούν τέσσερα είδη κτήσης:
η ατομική ιδιοκτησία, στον προσωπικό χώρο, η συλλογική κτήση, στον συλλογικό
χώρο, η δημόσια κτήση, στον χώρο των πολιτών και η κρατική ιδιοκτησία, στον πολι-
τειακό χώρο. Χαρακτηριστικά παραδείγματα της συλλογικής κτήσης είναι η μετοχική
εταιρία και ο εργατικός συνεταιρισμός. Ατελές αλλά ενδεικτικό παράδειγμα κίνησης
18
Για αυτήν την έννοια του πλήθους βλ. Το Κοινό και η Δημοκρατία ό.π
17
προς τη δημόσια κτήση είναι ο κατά το άρθρο 24 του Συντάγματος περιορισμός της
κρατικής ιδιοκτησίας των δασών κατά τον οποίο «απαγορεύεται η μεταβολή του προ-
ορισμού (τους)». Σε αυτή τη βάση, κοινή κτήση είναι, στην ενότητά τους, η συλλογι-
κή κτήση και η δημόσια κτήση. Δηλαδή, δεδομένου ότι κοινός χώρος είναι η ενότη-
τα συλλογικού χώρου και χώρου των πολιτών, κοινή κτήση είναι η κτήση των κοινωνι-
κών και φυσικών αντικειμενικών δυνατοτήτων του κοινού χώρου.
Συμπέρασμα. Το κοινό ως κοινός τρόπος επικοινωνίας που συγκροτεί το πλήθος
σε δημόσιο σώμα είναι: (1) κοινές σχέσεις, πχ είναι όλοι ίσοι απέναντι στον νόμο,
(2) κοινές υποκειμενικές ικανότητες, πχ μιλάνε όλοι την ίδια γλώσσα, (3) κοινή
κτήση αντικειμενικών δυνατοτήτων, κοινωνικών και φυσικών, πχ είναι όλοι μαζί
ως κοινωνία (δημόσια κτήση) ή κατά μέρος ως κοινότητα (συλλογική κτήση), ιδιοκτή-
τες των μέσων παραγωγής της κοινωνικής ζωής. Με αυτήν την πολιτισμική έννοια, το
κοινό έχει πλήρη ταξικό χαρακτήρα, οικονομικό, ιδεολογικό και πολιτικό, ιδιαίτερο
για κάθε τάξη. Άλλο είναι το κεφαλαιοκρατικό κοινό και άλλο το εργατικό κοινό.
Υπάρχει ταξική αντίθεση στον κοινό τρόπο επικοινωνίας. Και, σε αυτό το πλαίσιο, κά-
θε ιδεολογικοπολιτική ταξική προσέγγιση ορίζει το δικό της κοινό.
Το κεντρικό οικονομικό θέμα στο εργατικό κοινό, όπως αναπτύσσεται στο σημε-
ρινό κοινωνικό κίνημα με αρχή την κοινωνική οικονομία, είναι ο συνεταιρισμός και η
κοινή κτήση: συλλογική και δημόσια. Σε αντιδιαστολή, το κεντρικό οικονομικό θέμα
στο κεφαλαιοκρατικό κοινό, με αρχή την αγοραία οικονομία, είναι η μετοχική εται-
ρεία και η ιδιοκτησία: ατομική και κρατική.
4. Η υπέρβαση του ταξικού ανταγωνισμού
Φαίνεται τώρα καθαρά ότι ο ταξικός ανταγωνισμός περιορίζεται στην οικονομική δυ-
ναμική του κοινού. Η ιδεολογικοπολιτική του δυναμική, δεν είναι ταξικά ανταγωνιστι-
κή, η κάθε μια από τις δύο τάξεις έχει το δικό της κοινό. Σε αυτόν τον μη ανταγωνι-
στικό ιδεολογικοπολιτικό χαρακτήρα του κοινού, ως τον κύριο χαρακτήρα του, επικε-
ντρώνεται η κριτική που παρουσιάζεται εδώ στην ποροκεντρική προσέγγιση του κοι-
νού και την ανταγωνιστική προσέγγιση του κοινωνικού κινήματος. Καταλήγουμε συ-
νοψίζοντας την κριτική σε τρία σημεία.
Πρώτο σημείο
Η κοινή κτήση δεν έχει ως αντικείμενο τις καθοριζόμενες από την αγορά δυνατό-
τητες παραγωγής —τους λεγόμενους «πόρους». Το αντικείμενο της κοινής κτήσης, ως
μέρος του κοινού, είναι οι αντικειμενικές δυνατότητες παραγωγής της κοινωνικής
ζωής ως κοινωνικά συγκροτούμενης ολότητας και όχι ως αθροίσματος αγοραίων
θραυσμάτων. Τι είναι το «νερό» ως «πόρος» αποσπασμένος από την γη και τον αέ-
ρα; Πότε θα ωριμάσουν οι αγοραίες συνθήκες για να γίνει και ο «αέρας» που ανα-
πνέουμε οικονομικός «πόρος»; Όταν θα γίνει αυτό, η πολιτεία θα δίνει επίδομα ανα-
πνοής σε όσους δεν θα έχουν την δυνατότητα να αγοράσουν τους αναγκαίους «πό-
ρους»;
Το πέρασμα από τους κατακερματισμένους αγοραίους πόρους στις ολικές κοινω-
νικές δυνατότητες, συνεχίζεται με το πέρασμα από τη διάκριση δυνατοτήτων και ικα-
νοτήτων στην ενότητα των δυνάμεων. Συγκεκριμένα, από τον αγοραίο διαχωρισμό
των αντικειμενικών δυνατοτήτων, που εμπίπτουν στην κεφαλαιοκρατική ιδιοκτη-
σία, και των εξαντικειμενισμένων ικανοτήτων, που εμπίπτουν στην εργατική ιδιο-
18
κτησία, περνάμε στην κοινωνική σύνθεση αντικειμενικών δυνατοτήτων και υποκει-
μενικών ικανοτήτων που συνιστούν τις δυνάμεις του κοινού.
Δεύτερο σημείο.
Η κριτική του κοινού ως προς τον αγοραίο διαχωρισμό των ικανοτήτων από τις
δυνατότητες δεν περιορίζεται στην κοινωνική σύνθεση ικανοτήτων-δυνατοτήτων στις
δυνάμεις του κοινού. Δηλαδή η κριτική δεν μένει στο πέρασμα από τους αγοραίους
πόρους στις κοινωνικές δυνάμεις. Συνεχίζει με το πέρασμα από την κεντρικότητα
των δυνάμεων, στην κεντρικότητα των σχέσεων στην συγκρότηση του τρόπου επι-
κοινωνίας. Το καθοριστικό στο εργατικό κοινό, που είναι ένας νέος, υπό διαμόρφω-
ση, τρόπος επικοινωνίας, είναι οι κοινωνικές σχέσεις. Σε αντιδιαστολή, το καθορι-
στικό στο κεφαλαιοκρατικό κοινό, που είναι ένας διαμορφωμένος τρόπος επικοινω-
νίας, είναι οι κοινωνικές δυνάμεις.
Η θεωρητική αυτή θέση έχει ιδιαίτερη πρακτική σημασία. Η πράξη συγκρότησης
του εργατικού κοινού είναι, πρώτα και κύρια, πράξη ανάπτυξης σχέσεων. Η ανάπτυξη
των δυνάμεων έπεται: είναι η ανάπτυξη των κοινών δυνάμεων που απαιτεί η πραγ-
μάτωση των αναπτυσσόμενων σχέσεων του κοινού. Πρώτα, δημιουργούμε σχέσεις
συνεργασίας. Και αυτό γίνεται με τις υπάρχουσες δυνάμεις. Μετά, μέσα στις σχέσεις
συνεργασίας, δημιουργούμε τις κοινές δυνάμεις που τους αντιστοιχούν, αναπτύσσο-
ντας τις υπάρχουσες δυνάμεις, μετασχηματίζοντας τις παλιές και δημιουργώντας νέες.
Τρίτο σημείο.
Η κριτική στη θέση της προτεραιότητας των κοινωνικών δυνάμεων στον ορισμό
του κοινού, είναι, σε τελευταία ανάλυση, κριτική στον οικονομισμό. Ως «οικονομι-
σμός» εδώ εννοείται η καθοριστικότητα των οικονομικών σχέσεων παραγωγής της
κοινωνικής ζωής στις ιδεολογικές και πολιτικές σχέσεις αναπαραγωγής του κοινωνι-
κού συστήματος. Το κεντρικό θέμα της κριτικής στον οικονομισμό, είναι ότι η κριτική
δεν οδηγεί στην αντίστροφη καθοριστικότητα, την καθοριστικότητα της ηγεμονίας
πάνω στην οικονομία. Αρνείται και τις δύο καθοριστικότητες, σύμφωνα με όσα είπα-
με στην αρχή για τις μεταβαλλόμενες στίξεις στον κύκλο των καθορισμών ανάμεσα
στην οικονομία και την ηγεμονία.
Αλλά σήμερα τίθεται και ένα άλλο κεντρικό θέμα: η υπέρβαση της ίδιας της δια-
λεκτικής οικονομία / ηγεμονία, στην οποία θεμελιώνονται οι δύο εναλλακτικοί καθο-
ρισμοί. Η διαλεκτική αυτή, που διέπει όλη την ιστορία του κράτους από τη συγκρότη-
ση της κοινωνίας σε κράτος έως τη συγκρότηση της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας σε
έθνος- κράτος, μετασχηματίζεται στο σημερινό ιστορικό πλαίσιο. Ο μετασχηματισμός
είναι συνέπεια της μετάβασης του κεφαλαιοκρατικού κοινωνικού συστήματος από το
έθνος-κράτος και τη διεθνή αγορά, στην παγκόσμια αγορά και το υπερεθνικό κρατι-
κό σύστημα. Η μετάβαση αυτή αλλάζει τον κοινωνικό χαρακτήρα της ηγεμονίας. Στα
αναπτυσσόμενα σήμερα υπερεθνικά κρατικά συστήματα της παγκόσμιας αγοράς, η
κλασική ηγεμονική σύνθεση ιδεολογίας – πολιτικής, δίνει τη θέση της στην νέα ηγε-
μονική σύνθεση οικονομίας – ιδεολογίας.
Η νέα ηγεμονία δεν θεμελιώνεται στην ιδεολογικοπολιτική ενότητα της αναπα-
ραγωγής των υποκειμένων και των σχέσεων, αλλά στην οικονομικοϊδεολογική ενότη-
τα της παραγωγής της ζωής και αναπαραγωγής των υποκειμένων. Αναπτύσσεται πα-
ράλληλα με το τέλος της διάκρισης ιδιωτικής / πολιτικής κοινωνίας και τη συνακόλου-
θη φθορά της πολιτικής που συνοδεύει το τέλος του έθνους κράτους. Δεν θα ήταν
δυνατόν να ασκηθεί η υπερεθνική οικονομική εξουσία αν ήταν υπό πλήρη πολιτικό
19
έλεγχο στο εθνικό επίπεδο. Αυτή είναι η βάση της τρέχουσας πολιτειακής μετάβασης
από το καθεστώς της εθνικής αστικής δημοκρατίας στο καθεστώς της υπερεθνικής
ολιγαρχίας του πλούτου: Η εθνική πολιτεία υπάρχει, στο κέντρο της σύγχρονης τρια-
δικής πολιτείας (υπερεθνικής-εθνικής-τοπικής) αλλά δεν είναι καθαρά πολιτική:
υπάρχει ως ένα διακεκριμένο ιδιωτικό-πολιτικό τμήμα της κοινωνίας που διαχειρίζε-
ται τις υποθέσεις του υπερεθνικού κράτους.
19
Η δυναμική του κοινού, στην τάξη της κοινωνικής εργασίας στον σύγχρονο κόσμο,
συγκροτεί τον τρόπο επικοινωνίας που οδηγεί στην υπέρβαση του κεφαλαιοκρατικού
τρόπου παραγωγής της ζωής και αναπαραγωγής του συστήματος, όχι με την επιστρο-
φή στους μεταρρυθμιστικούς τρόπους του 1930, σύμφωνα με μια κατεύθυνση, ή τους
επαναστατικούς τρόπους του 1905, σύμφωνα με μια άλλη. Οι τρόποι αυτοί ανήκουν
στην ιστορία. Οι κατευθύνσεις που πηγάζουν από αυτούς δεν έχουν πολιτική διάστα-
ση σήμερα, είναι «ιδεολογικές» με την μαρξική έννοια της ψευδούς συνείδησης. Με-
ταρρυθμιστική ή/και επαναστατική, η αλλαγή του σύγχρονου κόσμου ακολουθεί άλλο
δρόμο.
ΜΕΡΟΣ 3
Συλλογικότητες Συνεταιρισμένων Παραγωγών
Εκτέθηκαν πριν σε αντίθεση μεταξύ τους τα δύο κεντρικά οικονομικά θέματα στα τα-
ξικά κοινά. Στο εργατικό κοινό, με αρχή την κοινωνική οικονομία, το κεντρικό θέμα
είναι ο συνεταιρισμός και η κοινή κτήση: συλλογική και δημόσια. Στο κεφαλαιοκρατι-
κό κοινό, με αρχή την αγοραία οικονομία, το κεντρικό θέμα είναι η μετοχική εταιρεία
και η ιδιοκτησία: ατομική και κρατική. Θα εστιάσουμε εδώ στις δύο αυτές μορφές της
οικονομικής συλλογικότητας, συζητώντας τις θέσεις του Μαρξ για την κάθε μία και
την αμοιβαία τους σχέση.
I
Εταιρείες και Συνεταιρισμοί: από τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής στον συ-
νεταιριστικό τρόπο παραγωγής.
Μαρξ. Το Κεφάλαιο. Τόμος Τρίτος. Τμήμα V. Κεφ. 27. Ο ρόλος της Πίστης στην κεφα-
λαιοκρατική παραγωγή
20
.
Στο κείμενο αυτό ο Μαρξ εξετάζει το πιστωτικό σύστημα με τρείς τρόπους, διατυπω-
μένους ως εξής: « Ι. Αναγκαία η δημιουργία του, για να κάνει δυνατή την εξίσωση του
ποσοστού κέρδους ή την κίνηση αυτής της εξίσωσης πάνω στην οποία βασίζεται ολό-
κληρη η κεφαλαιοκρατική παραγωγή. ΙΙ. Μείωση των εξόδων κυκλοφορίας. ΙΙΙ. Σχη-
ματισμός μετοχικών εταιρειών.»
Το κείμενο εξετάζει κυρίως τον τρίτο τρόπο αναπτύσσοντας την αντίθεση μετοχικών
εταιρειών και συνεταιρισμών. Ακολουθούν κεντρικά σημεία της αντίθεσης.
19
Για τη «φθορά της πολιτικής», την «πτώση της αστικής δημοκρατίας» και την «τριαδική υπερεθνική
πολιτεία» βλ. Δημόσιος Χώρος: Χώρος των Πολιτών, Χώρος των Ιδιωτών. στο 3 και 1 Κείμενα.
20
Καρλ Μαρξ. Το Κεφάλαιο. Τόμος Τρίτος. Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή. Αθήνα 1978. σ. 549 - 557
20
Μετοχικές Εταιρείες Κεφαλαιούχων
1. Με τον «σχηματισμό μετοχικών εταιρειών», το κεφάλαιο «παίρνει άμεσα τη
μορφή κοινωνικού κεφαλαίου (κεφαλαίου άμεσα συνεταιρισμένων ατόμων) σε αντί-
θεση προς το ατομικό κεφάλαιο, και οι επιχειρήσεις του εμφανίζονται σαν εταιρικές
επιχειρήσεις σε αντίθεση προς τις ατομικές επιχειρήσεις». Οι μετοχικές εταιρείες α-
ποτελούν «την κατάργηση του κεφαλαίου σαν ατομικής ιδιοκτησίας μέσα στα πλαίσια
του ίδιου του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής».
2. Βασική αρχή των μετοχικών εταιρειών είναι ότι «η λειτουργία είναι χωρισμένη
από την ιδιοκτησία του κεφαλαίου, επομένως και η εργασία είναι εντελώς χωρισμένη
από την ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής». Ο χωρισμός της λειτουργίας από την ιδιο-
κτησία του κεφαλαίου έχει την ακόλουθη συνέπεια. «Αναπαράγει μια νέα οικονομική
αριστοκρατία, παράσιτα νέου είδους, με τη μορφή σχεδιαστών, ιδρυτών και απλώς
ονομαστικών διευθυντών. Ένα ολόκληρο σύστημα αγυρτείας και απάτης σχετικά με
τις ιδρύσεις, την έκδοση μετοχών και το εμπόριο μετοχών. Πρόκειται για ατομική πα-
ραγωγή χωρίς τον έλεγχο της ατομικής ιδιοκτησίας».
3. Η μετοχική εταιρεία «είναι αποτέλεσμα της ανώτατης ανάπτυξης της κεφαλαιο-
κρατικής παραγωγής». Και αυτό έχει ιδιαίτερη ιστορική σημασία: «είναι αναγκαίο
σημείο περάσματος για την ξαναμετατροπή του κεφαλαίου σε ιδιοκτησία των παρα-
γωγών, όχι όμως πια σαν ατομική ιδιοκτησία ξεχωριστών παραγωγών, αλλά σαν ιδιο-
κτησία συνεταιρισμένων παραγωγών, σαν άμεσα κοινωνική ιδιοκτησία».
4. Τελικά, η μετοχική εταιρεία «είναι η κατάργηση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου
παραγωγής μέσα στα πλαίσια του ίδιου του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής,
και γι' αυτό είναι μια αυτοαναιρούμενη αντίφαση, που πριν απ' όλα παρουσιάζεται
σαν απλό μεταβατικό σημείο προς μια νέα μορφή παραγωγής».
5. Και πως γίνεται αυτή η κατάργηση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής
από αυτόν τον ίδιο; Γίνεται καθώς, μέσω των μετοχικών εταιρειών, «η απαλλοτρίωση
επεκτείνεται από τους άμεσους παραγωγούς στους ίδιους τους μικρότερους και
στους μεσαίους κεφαλαιοκράτες», δεδομένου ότι: «η απαλλοτρίωση είναι η αφετη-
ρία του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής» και «η πραγματοποίησή της είναι ο
σκοπός του και, μάλιστα, σε τελευταία ανάλυση σκοπός του είναι η απαλλοτρίωση
όλων των ατόμων από τα μέσα παραγωγής, που με την ανάπτυξη της κοινωνικής πα-
ραγωγής παύουν να είναι μέσα ατομικής παραγωγής και μπορούν να είναι μόνο μέσα
παραγωγής στα χέρια συνεταιρισμένων παραγωγών και επομένως κοινωνική τους ι-
διοκτησία, όπως είναι επίσης κοινωνικό τους προϊόν».
Συνεταιρισμοί Παραγωγών
Παράλληλα με την κατά τον ίδιο τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής «αυτοαναι-
ρούμενη αντιφατική» κατάργησή του με τις μετοχικές εταιρείες των κεφαλαιούχων,
επιτελείται και η καθ’ υπέρβασή του κατάργηση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου πα-
ραγωγής με τους συνεταιρισμούς των παραγωγών. Η κατάργηση αυτή, αναπτυσσόμε-
νη καθ’ υπέρβαση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, είναι μεν συνεπής (μη
αντιφατική), αλλά χωρίς ορισμένες προϋποθέσεις δεν είναι και μη αυτοαναιρούμενη.
21
6. «Τα εργοστάσια των συνεταιρισμών των ίδιων των εργατών είναι, μέσα στα
πλαίσια της παλιάς μορφής, το πρώτο ρήγμα στην παλιά μορφή» Και αυτό γίνεται
«παρ' όλο που φυσικά παντού, στην πραγματική τους οργάνωση, αναπαράγουν και
είναι υποχρεωμένα ν' αναπαράγουν όλες τις ελλείψεις του υπάρχοντος συστήματος».
Αυτό το «ρήγμα» καθιστά τους συνεταιρισμούς μια συνεπή μορφή κατάργησης του
κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής. Και οι συνεταιρισμοί των παραγωγών αποτε-
λούν ρήγμα στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής γιατί «μέσα στα πλαίσιά τους
έχει αρθεί η αντίθεση ανάμεσα στο κεφάλαιο και στην εργασία».
7. Οι συνεταιρισμοί όμως είναι μόνο ένα ρήγμα —δεν ανατρέπουν τον κεφαλαιο-
κρατικό τρόπο παραγωγής. Η αντίθεση ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία αίρε-
ται από τους συνεταιρισμούς «μόνο στη μορφή, γιατί οι εργάτες σαν συνεταιρισμός
είναι οι ίδιοι ο κεφαλαιοκράτης του εαυτού τους, δηλαδή χρησιμοποιούν τα μέσα πα-
ραγωγής για την αξιοποίηση της δικής τους εργασίας». Και αυτός είναι ο λόγος για
τον οποίο η συνέπειά τους στην κατάργηση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγω-
γής για να είναι μη αυτοαναιρούμενη απαιτεί ορισμένες προϋποθέσεις. Τίθεται το
ερώτημα ποιες είναι αυτές. Το ερώτημα είναι πώς ένας συνεταιρισμός παραγωγών
δεν αυτοαναιρείται μετατρεπόμενος σε μια μορφή μετοχικής εταιρείας κεφαλαιού-
χων, πώς αυτοί που γεννιούνται ως «κεφαλαιοκράτης του εαυτού τους» δεν ανα-
πτύσσονται σε κεφαλαιοκράτη των άλλων.
8. Το ερώτημα δεν αμφισβητεί το ότι η αντικαπιταλιστική συνέπεια του ρήγματος
είναι καθοριστική, με την έννοια ότι «τα εργοστάσια των συνεταιρισμών δείχνουν πως
σε μια ορισμένη βαθμίδα ανάπτυξης των υλικών παραγωγικών δυνάμεων και στις α-
νταποκρινόμενες σ' αυτές κοινωνικές μορφές παραγωγής, αναπτύσσεται και διαμορ-
φώνεται με φυσική αναγκαιότητα από τον ένα τρόπο παραγωγής ένας καινούριος
τρόπος παραγωγής».
Ο Μαρξ επανέρχεται στο θέμα αυτό στην Ιδρυτική Διακήρυξη της Πρώτης
Διεθνούς
21
. Αναφερόμενος στο «συνεταιριστικό κίνημα» και «ιδιαίτερα στα συνεται-
ριστικά εργοστάσια», λέει ότι «η αξία των μεγάλων αυτών κοινωνικών πειραματισμών
είναι αδύνατο να υπερεκτιμηθεί» καθώς «στην πράξη, κι όχι με επιχειρήματα» απέ-
δειξαν ότι «όπως η δουλειά του σκλάβου, όπως η δουλειά του δουλοπάροικου, έτσι
και η μισθωτή εργασία δεν είναι παρά μια μεταβατική και κατώτερη κοινωνική μορ-
φή, που είναι προορισμένη να εξαφανιστεί μπρος την συνεταιριστική εργασία, που
εκπληρώνει το έργο της θεμελιακά, με ρωμαλέο πνεύμα και χαρούμενη καρδιά».
Βέβαια, έως ότου απαντηθεί στην πράξη το ερώτημα των προϋποθέσεων της μη-
αυτοαναιρούμενης συνέπειας των συνεταιρισμών που τέθηκε παραπάνω (§7) θα ε-
παναλαμβάνεται αυτό που ο Μαρξ εκθέτει στην συνέχεια του επαίνου των συνεταιρι-
σμών στην ιδρυτική διακήρυξη: «καλοδιάθετοι ευγενείς, φιλάνθρωποι αστοί φαφλα-
τάδες και μια χούφτα πονηροί πολιτικοί οικονομολόγοι μετατράπηκαν μονομιάς σε
εκθειαστές του ίδιου εκείνου συστήματος συνεταιριστικής εργασίας που είχαν προ-
σπαθήσει να το πνίξουν στη γένεσή του, που το είχαν χλευάσει σαν ουτοπία ονειρο-
πόλου και που το είχαν αναθεματίσει σαν αίρεση σοσιαλιστή».
9. Το κεντρικό θέμα στις παραπάνω παρατηρήσεις του Μαρξ είναι οι εντός του κε-
φαλαιοκρατικού συστήματος «κοινωνικές μορφές παραγωγής» που ορίζουν το πέρα-
21
Καρλ Μαρξ. Ιδρυτική Διακήρυξη της Διεθνούς Ένωσης των Εργατών. Στο Μαρξ – Ένγκελς Διαλεχτά
Έργα. Τόμος Α. Εκδοτικό της ΚΕ του ΚΚΕ. Αθήνα 1951. Σ.440-451
22
σμα από τον κεφαλαιοκρατικό στον συνεταιριστικό τρόπο παραγωγής. Ποιες είναι οι
μορφές αυτές; Το «εργοστασιακό σύστημα» και το «πιστωτικό σύστημα»: «Χωρίς το
εργοστασιακό σύστημα, που ξεπηδάει από τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής,
δε θα μπορούσε να αναπτυχθεί το εργοστάσιο του συνεταιρισμού και, ακόμα λιγότε-
ρο, χωρίς το πιστωτικό σύστημα, καθώς αποτελεί την κύρια βάση για τη βαθμιαία με-
τατροπή των κεφαλαιοκρατικών ιδιωτικών επιχειρήσεων σε κεφαλαιοκρατικές μετο-
χικές εταιρίες, προσφέρει εξίσου τα μέσα για τη βαθμιαία επέκταση των επιχειρήσε-
ων των συνεταιρισμών πάνω σε περισσότερο ή λιγότερο εθνική κλίμακα. Τις κεφα-
λαιοκρατικές μετοχικές επιχειρήσεις πρέπει να τις βλέπουμε εξίσου, όπως και τα ερ-
γοστάσια των συνεταιρισμών, σαν μεταβατικές μορφές από τον κεφαλαιοκρατικό
τρόπο παραγωγής στο συνεταιριστικό τρόπο, μόνο που στις πρώτες η αντίθεση έχει
αρθεί αρνητικά και στα δεύτερα θετικά».
10. Το «πιστωτικό σύστημα» με την έννοια αυτή, ως εσωτερική στο κεφαλαιοκρατικό
σύστημα κοινωνική μορφή που συνδέεται με το πέρασμα από τον κεφαλαιοκρατικό
στον συνεταιριστικό τρόπο παραγωγής, έχει διπλό χαρακτήρα: «Τα διπλά χαρακτηρι-
στικά που ενυπάρχουν στο πιστωτικό σύστημα, από την μια μεριά αναπτύσσουν στο
πιο καθαρό και κολοσσιαίο σύστημα παιχνιδιού και αγυρτείας τα ελατήρια της κεφα-
λαιοκρατικής παραγωγής, τον πλουτισμό με την εκμετάλλευση ξένης εργασίας και πε-
ριορίζουν όλο και περισσότερο τον αριθμό των λίγων που εκμεταλλεύονται τον κοι-
νωνικό πλούτο. Από την άλλη μεριά, όμως, δημιουργούν τη μεταβατική μορφή σε
έναν άλλο τρόπο παραγωγής —αυτή η διπλή ιδιότητα είναι που δίνει στους κύριους
κήρυκες της Πίστης, τον Λώου και τον Ισαάκ Περέϊρ τον ευχάριστο μικτό χαρακτήρα
του αγύρτη και του προφήτη.»
11. Στο πνεύμα των παραπάνω παρατηρήσεων του Μαρξ, με το νόημα που αποκτούν
στο σύγχρονο παγκόσμιο κεφαλαιοκρατικό σύστημα που βρίσκεται τα τελευταία χρό-
νια σε κρίση, οι συζητήσεις για εναλλακτικό χρήμα και εναλλακτικό πιστωτικό σύστη-
μα έχουν ιδιαίτερη θέση στις συζητήσεις για την κοινωνική οικονομία ως οικονομία
των συνεταιρισμένων παραγωγών. Χωρίς την παράλληλη ανάπτυξη του πιστωτικού
συστήματος που τους αντιστοιχεί, δεν είναι δυνατή η ανάπτυξη συνεταιρισμών των
παραγωγών —των κατ’ ουσία συνεταιρισμών, όχι των οικονομικών σχημάτων που κα-
τά τους νομικούς τύπους φέρουν το όνομα «συνεταιρισμός».
Καταληκτική ερώτηση: Ποιές είναι οι νομικές μορφές των «συνεταιρισμών» που
δέχονται σήμερα τους «επαίνους» των «φιλάνθρωπων αστών και πονηρών πολιτικών
οικονομολόγων»;
II
Πώς ένας συνεταιρισμός παραγωγών αυτοαναιρείται σήμερα μετατρεπόμενος σε
μια μορφή μετοχικής εταιρείας κεφαλαιούχων και τι σημαίνει αυτό;
Τα δύο σχήματα
1. Συνεταιρισμός των Παραγωγών
● Τα μέσα παραγωγής ανήκουν στους παραγωγούς. Το όργανο αποφάσεων είναι η
Γενική Συνέλευση των Παραγωγών. Ανεξάρτητα από την μορφή της ιδιοκτησίας
των μέσων παραγωγής, στη συνέλευση των παραγωγών κάθε παραγωγός έχει μία
ψήφο.
23
● Η Συνέλευση των Παραγωγών είναι όργανο αποφάσεων και στα τρία επίπεδα
λειτουργίας του Συνεταιρισμού: (1) διαχείριση: λειτουργία της συλλογικότητας στον
κοινωνικό χώρο, (2) διοίκηση: γενική εσωτερική λειτουργία της συλλογικότητας,
(3) εργασία: λειτουργία κατά εργασιακή ενότητα (Τμήμα).
2. Μετοχική Εταιρεία των Κεφαλαιούχων.
● Τα μέσα παραγωγής ανήκουν στους μετόχους. Το όργανο αποφάσεων είναι η
Γενική Συνέλευση των Μετόχων. Σε αντιδιαστολή με τη Συνέλευση των Παραγω-
γών, δεν είναι ένας μέτοχος μία ψήφος αλλά μια μετοχή μία ψήφος. Οριακά, σε μία
συνέλευση μετόχων ένας μέτοχος μπορεί να έχει την απόλυτη πλειοψηφία.
● Σε αντιδιαστολή, επίσης, με τη Συνέλευση των Παραγωγών, η Συνέλευση των Με-
τόχων δεν είναι καθολικό όργανο αποφάσεων. Τη διαχείριση της εταιρείας, τη διοίκη-
ση του προσωπικού και τη διεύθυνση των εργασιών αναλαμβάνουν διακεκριμένα
στελέχη μιας τεχνογραφειοκρατικής ιεραρχίας ανεξάρτητης από τους μετόχους, οι κα-
τά τον Μαρξ «πραγματικά ενεργοί κεφαλαιοκράτες»: οι «managers» (τη διαχείριση),
οι «executives» (τη διοίκηση) και οι «directors» (τη διεύθυνση), ως πυρήνας της τε-
χνογραφειοκρατίας, για την οποία μιλήσαμε στην αρχή.
Ο μετασχηματισμός
Ενώ η οικονομία των συνεταιρισμένων παραγωγών μπορεί να υπάρξει και χωρίς κε-
φαλαιοκρατικούς σχηματισμούς, το αντίστροφο δεν ισχύει: η κεφαλαιοκρατική οικο-
νομία δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς συνεταιριστικούς σχηματισμούς. Η κεφαλαιοκρα-
τική οικονομία εμπεριέχει τις συνεταιριστικές σχέσεις, όπως και τις σχέσεις αυτοαπα-
σχόλησης, ως αναπόσπαστο μέρος του οικονομικού της συστήματος.
Αλλά η για λόγους αρχής ύπαρξη των συνεταιρισμών στην κεφαλαιοκρατική οι-
κονομία (με ότι συνεπάγεται αυτό) δεν αίρει την αντίθεση της κεφαλαιοκρατικής οι-
κονομίας προς τους συνεταιρισμούς. Η κεφαλαιοκρατική οικονομία πραγματώνει την
αντίθεσή της προς τους συνεταιρισμούς των παραγωγών με έναν χαρακτηριστικό για
τον κοινωνικό της χαρακτήρα τρόπο: μετασχηματίζει τους συνεταιρισμούς των παρα-
γωγών σε μετοχικές εταιρείες κεφαλαιούχων. Ο μετασχηματισμός πραγματοποιείται
με τις ακόλουθες κινήσεις.
α. Η πρώτη κίνηση είναι η πρόσληψη μισθωτών προς εκτέλεση βοηθητικών εργα-
σιών υπό τις εντολές των παραγωγών και με τον όρο της μη συμμετοχής των μισθω-
τών, ή της συμμετοχής τους χωρίς δικαίωμα ψήφου, στη Γενική Συνέλευση των παρα-
γωγών.
β. Η επόμενη κίνηση είναι η εγκατάλειψη της κοινής κτήσης των μέσων παραγω-
γής υπέρ της μετοχικής ιδιοκτησίας. Οι παραγωγοί τρέπονται από ισότιμους ιδιο-
κτήτες των μέσων παραγωγής του συνεταιρισμού σε μετόχους του συνεταιριστικού
κεφαλαίου, ανάλογα με τη συμβολή τους στον σχηματισμό του. Ένα νομικό σχήμα της
«συνεταιριστικής» μετοχής είναι η λεγόμενη «μερίδα». Η κίνηση αυτή δεν ανατρέπει,
ακόμη, την ισότητα των μελών του συνεταιρισμού. Τη μετατρέπει, όμως, από ισότη-
τα παραγωγών σε ισότητα μετόχων. Η κίνηση ολοκληρώνεται με τη διανομή του
πλεονάσματος στους μετόχους δημοκρατικά, με τον τρόπο που αντιστοιχεί στον χα-
ρακτήρα της, έως τη στιγμή αυτή, ισότητάς τους.
γ. Ακολουθεί η κίνηση ανατροπής της ισότητας των μετόχων με δύο πράξεις.
Πρώτη πράξη: συγκροτείται μια ιεραρχία διεύθυνσης-εκτέλεσης των εργασιών
24
του συνεταιρισμού. Δεύτερη πράξη: οι υψηλόβαθμοι μέτοχοι αναλαμβάνουν τις δι-
ευθυντικές θέσεις εργασίας στην ιεραρχία ή και, αντίστροφα, οι αναλαμβάνοντες δι-
ευθυντικές θέσεις στην ιεραρχία τρέπονται σε υψηλόβαθμους μετόχους. Η κίνηση
ολοκληρώνεται με δύο τρόπους. Ως προς την αμοιβή της εργασίας, με τη δημιουργία
μιας ιεραρχίας μισθών. Και ως προς το πλεόνασμα, με τη διανομή του στους μετόχους
ανάλογα με την ιεραρχία των μετοχών.
δ. Η επόμενη κίνηση δίνει τη δυνατότητα απαλλαγής των μετόχων από την εργασία.
Η Συνέλευση των μετόχων συγκροτεί μια εργασιακή ιεραρχία, μέσω της πρόσληψης
στελεχών που αναλαμβάνουν τρεις λειτουργίες: τη διαχείριση της εταιρείας, τη διοί-
κηση του προσωπικού και τη διεύθυνση των εργασιών. Τα μέλη της ιεραρχίας αυτής
μετέχουν στη Γενική Συνέλευση του λεγόμενου «συνεταιρισμού» μόνο ως μέτοχοι και
όχι με την ιδιότητα της θέσης τους στην ιεραρχία. Η κίνηση αυτή ολοκληρώνεται με
την πρόσληψη, από την ιεραρχία, μισθωτών εργαζομένων που λειτουργούν υπό τις
εντολές της.
ε. Η καταληκτική κίνηση μετασχηματισμού του συνεταιρισμού των παραγωγών σε
εταιρεία κεφαλαιούχων είναι η κίνηση ολοκλήρωσης της εταιρείας των κεφαλαιού-
χων ως μετοχικής εταιρείας. Η ανατροπή της ισότητας των μετόχων στη λήψη των
αποφάσεων παίρνει, τελικά, τη μορφή της μετατροπής της ισότητας των μετόχων σε
ισότητα των μετοχών: μια μετοχή μια ψήφος.
Παρατηρήσεις
1. Ο εγγενής μετασχηματισμός
Οι δύο πρώτες κινήσεις του μετασχηματισμού του συνεταιρισμού των παραγωγών σε
μετοχική εταιρεία κεφαλαιούχων, η πρόσληψη μισθωτών και η εγκατάλειψη της κοι-
νής κτήσης των μέσων παραγωγής υπέρ της μετοχικής ιδιοκτησίας, καθώς και οι συ-
νακόλουθες κινήσεις της ιεραρχίας των μισθών και της διανομής του πλεονάσματος,
εντάσσονται πλέον στη νομική μορφή των λεγόμενων «συνεταιρισμών».
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Νόμος 1667 του 1986 για τους «Αστικούς
Συνεταιρισμούς». Ενδεικτικά. Άρθρο 2: «Μέλη του συνεταιρισμού» δεν είναι μόνο
φυσικά πρόσωπα αλλά και «Δήμοι, κοινότητες ή άλλα νομικά πρόσωπα δημοσίου ή
ιδιωτικού δικαίου» (τίθεται χωρίς συζήτηση το θεσμικό δικαίωμα πρόσληψης μισθω-
τών). Άρθρο 3: «Κάθε συνεταίρος εγγράφεται για μία υποχρεωτική συνεταιριστική
μερίδα», ενώ παράλληλα επιτρέπεται «απόκτηση από κάθε συνεταίρο έως πέντε (!)
προαιρετικών μερίδων, εκτός από την υποχρεωτική μερίδα» και «προκειμένου για
καταναλωτικούς συνεταιρισμούς, το καταστατικό μπορεί να επιτρέπει την απόκτηση
από κάθε συνεταίρο μέχρι εκατό (!!) προαιρετικών μερίδων, για πιστωτικούς συνεται-
ρισμούς μέχρι χιλίων πεντακοσίων (!!!)». Άρθρο 9: «Το υπόλοιπο των καθαρών κερ-
δών μετά την αφαίρεση των αποθεματικών διανέμεται στους συνεταίρους. (…) Τα μι-
σά από τα κέρδη αυτά διανέμονται ανάλογα με τις συνεταιριστικές μερίδες και τα άλ-
λα μισά ανάλογα με την ποσοστιαία συμμετοχή τους στις συναλλαγές του συνεταιρι-
σμού».
Αυτή είναι μία απάντηση στην ερώτηση που τέθηκε πριν: Ποιες είναι οι νομικές
μορφές των «συνεταιρισμών» που δέχονται σήμερα τους «επαίνους» των «φιλάν-
θρωπων αστών και πονηρών πολιτικών οικονομολόγων»;
25
2. Ο αντίστροφος μετασχηματισμός
Ο μετασχηματισμός της μετοχικής εταιρείας κεφαλαιούχων σε συνεταιρισμό των πα-
ραγωγών. Το παράδειγμα του Ν.1667/1986, Άρθρο 16: «Επιτρέπεται η μετατροπή κά-
θε τύπου εταιρείας σε συνεταιρισμό του νόμου αυτού. Για τη μετατροπή ανώνυμης
εταιρείας και εταιρείας περιορισμένης ευθύνης απαιτείται απόφαση της γενικής συ-
νέλευσης των μετόχων (…) Για τη μετατροπή ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρείας
απαιτείται ομόφωνη απόφαση των εταίρων»
3. «Φιλάνθρωποι» και «πονηροί»
Αυτοί που την εποχή της Πρώτης Διεθνούς «μετατράπηκαν μονομιάς σε εκθειαστές
του ίδιου εκείνου συστήματος συνεταιριστικής εργασίας που είχαν προσπαθήσει να
το πνίξουν στη γένεσή του» έχουν πλέον, μετά ενάμιση αιώνα, ενσωματώσει στην νο-
μοθεσία τον εκθειασμό του συνεταιριστικού συστήματος. Δεν «επιτρέπουν», απλά,
την «μετατροπή» των εταιρειών σε «συνεταιρισμούς» (σε εισαγωγικά) αλλά της πα-
ρέχουν και φορολογικά κίνητρα. Άρθρο 18: «Η ίδρυση συνεταιρισμού, η μετατροπή
εταιρείας καθώς και η εισφορά μηχανικού εξοπλισμού σε αστικό συνεταιρισμό υπό-
κεινται (επί 3 χρόνια μετά την ψήφιση του νόμου) στο ήμισυ των υπό της κειμένης
νομοθεσίας προβλεπομένων τελών ή φόρων» Όπως επίσης «παρέχεται προσωρινή
ατέλεια στις εισαγωγές πρώτων υλών, που πραγματοποιούνται από συνεταιρισμούς
επαγγελματοβιοτεχνών εφόσον πρόκειται να μεταποιηθούν σε έτοιμα προϊόντα στα
εργαστήρια των μελών τους, με σκοπό την εξαγωγή, σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε
φορά διατάξεις για τις βιομηχανικές επιχειρήσεις».
4. Για τους πραγματικούς συνεταιρισμούς.
Αν συμφωνούμε στο ότι, όπως ειπώθηκε πριν, ο κοινωνικός στόχος της εργατικής τά-
ξης είναι η υπέρβασή της ως τάξη καθεαυτήν και για τον εαυτό της, είναι το τέλος της
εργασίας ως αναγκαίας μισθωτής δραστηριότητας και το πέρασμα στην ελεύθερη δη-
μιουργική πράξη, αν συμφωνούμε σε αυτό, τότε έχουμε να πούμε τα εξής για τους
πραγματικούς συνεταιρισμούς.
Τόσο στη γέννησή τους όσο και τώρα, «η αξία των μεγάλων αυτών κοινωνικών
πειραματισμών είναι αδύνατο να υπερεκτιμηθεί», όπως έλεγε ο Μαρξ. Καθώς «στην
πράξη, κι όχι με επιχειρήματα» είναι αυτοί που αποδεικνύουν ότι «η μισθωτή εργα-
σία δεν είναι παρά μια μεταβατική και κατώτερη κοινωνική μορφή» μπροστά στη
«συνεταιριστική εργασία».
Και, μάλιστα, πολύ περισσότερο τώρα, με το πέρασμα από τον βιομηχανικό στον
κοινωνικό εργάτη, που ορίζει την ανασύνταξη της ταξικότητας κατά δύο τρόπους.
Αφενός την υπέρβαση των δύο θεμελιωδών έως σήμερα περιοριστικών όρων στην
παρουσία των τάξεων: τη διάκριση ιδιωτικής / πολιτικής κοινωνίας και την διακεκρι-
μένη ενότητα του κοινωνικού χώρου της παραγωγής. Η κοινωνική εργασία, επεκτει-
νόμενη από την παραγωγή της κοινωνικής ζωής στην αναπαραγωγή του κοινωνικού
συστήματος, δεν περιορίζεται στην ιδιωτική κοινωνία εκτείνεται αδιάκριτα και στην
πολιτική κοινωνία. Και ο κεντρικός χώρος της κοινωνικής εργασίας δεν είναι το εργο-
στάσιο αλλά η πόλη. Αφετέρου, η ανασύνταξη της ταξικότητας ορίζεται από την υ-
πέρβαση της διάκρισης χειρονακτικής και διανοητικής εργασίας σε συνάρτηση με την
συμπλήρωση των μηχανών ενέργειας με τις μηχανές πληροφορίας.
Τελικά, το πέρασμα από τον βιομηχανικό στον κοινωνικό εργάτη είναι πέρασμα
του συνεταιριστικού τόπου από το εργοστάσιο στην πόλη και πέρασμα της συνε-
26
ταιριστικής πράξης από την οικονομία στην ενότητα οικονομίας, ιδεολογίας και πο-
λιτικής.
5. Για την ηγεμονία
Η νέα ηγεμονία, ως ταξική ενότητα οικονομίας-ιδεολογίας αναπτύσσεται με δύο τρό-
πους
● Κεφαλαιοκρατικές ενώσεις μετοχικών εταιρειών παραγωγής της ζωής - αναπαρα-
γωγής των υποκειμένων: ο ηγετικός πυρήνας της ολιγαρχίας του πλούτου
● Εργατικές ενώσεις συνεταιρισμών παραγωγής της ζωής, αναπαραγωγής των υπο-
κειμένων: το θεμέλιο της άμεσης δημοκρατίας.
ΜΕΡΟΣ 4
Κοινωνικές Συλλογικότητες
άμεσα δημοκρατική συγκρότηση και λειτουργία
ΕΠΙΠΕΔΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ
1. Πολιτικό-κοινωνικό επίπεδο
α. Λειτουργία της Συλλογικότητας στο πολιτικό πλαίσιο: Κρατικοί θεσμοί, κυ-
βέρνηση, Τοπική Αυτοδιοίκηση, Κόμματα, Πολιτικές Οργανώσεις, Κινήσεις Πολι-
τών.
β. Κοινωνική παρουσία της Συλλογικότητας
γ. Διαβούλευση-συνεργασία με άλλα κοινωνικά σώματα.
2. Διοικητικό επίπεδο
δ. Γενική εσωτερική λειτουργία της Συλλογικότητας
3. Επίπεδο εργασίας
ε. Λειτουργία κατά Εργασιακή Ενότητα (Τομέας)
στ. Ομαδική ή ατομική εργασία
ΟΡΓΑΝΑ
1. Λήψη αποφάσεων
α. Συνελεύσεις Τομέων
β. Γενική Συνέλευση
2. Διαμόρφωση αποφάσεων
γ. Ομάδες Εργασίας
3. Εκτέλεση αποφάσεων
δ. Επιτροπές
ε. Εκπροσωπήσεις
ΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΑΜΕΣΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ
1 Θεμελιώδεις αρχές
Αυτονομία, αυτοδικία, αυτοτέλεια.
Η Κοινωνική Συλλογικότητα
— συντάσσει αυτόνομα τους κανόνες λειτουργίας της
— καθορίζει αυτοδίκαια την πειθάρχηση των μελών στους κανόνες της
— επιτελεί αυτοτελώς τις εργασίες της στο πολιτικό-κοινωνικό, διοικητικό και εργα-
σιακό επίπεδο.
27
Παρατήρηση-1
Οι αρχές της αυτονομίας, της αυτοδικίας και της αυτοτέλειας, στην ενότητά και
την πληρότητά τους, αντιδιαστέλλουν τη μορφή της Συλλογικότητας που ονομάζεται
εδώ «Κοινωνική» από δύο άλλες παράλληλα αναπτυσσόμενες σήμερα μορφές μη-
κρατικών και μη-ιδιωτικών Συλλογικοτήτων, που θα μπορούσαν να ονομαστούν αντί-
στοιχα «Πολιτικές» και «Εκκλησιαστικές». Ως προς την αντιδιαστολή αυτή, έχουν ι-
διαίτερη σημασία και οι δύο παραπάνω προϋποθέσεις: η ενότητα των τριών αρχών
στην εφαρμογή τους και η πληρότητα εφαρμογής της κάθε μιας από αυτές στην ενό-
τητά τους.
Ελευθερία του προσώπου και συλλογικότητα.
Οι αρχές της αυτονομίας, αυτοδικίας και αυτοτέλειας έχουν
— ως σκοπό την ελευθερία του προσώπου,
— ως μέσο τη δημιουργικότητα και
— ως θεμέλιο τη συλλογικότητα.
Παρατήρηση-2
Ο όρος «Συλλογικότητα» αναφέρεται εδώ στην Κοινότητα, ένα διαπροσωπικά
αναπτυσσόμενο μέρος της Κοινωνίας, που συγκροτείται με βάση τις αρχές της ελευ-
θερίας του προσώπου και της συλλογικότητας συνδεόμενες με τον εξής τρόπο:
η συλλογικότητα είναι το θεμέλιό της Κοινότητας, εξ ου και το όνομά της, ο σκοπός
της οποίας είναι η ελευθερία του προσώπου.
Οι Κοινωνικές Συλλογικότητες στις οποίες αναφερόμαστε εδώ συγκροτούνται για
την άσκηση μιας εργασίας. Η ελευθερία του προσώπου διαμεσολαβείται από τη
δημιουργικότητα στην άσκηση της συγκεκριμένης εργασίας και, μέσω αυτής, από την
ανάπτυξη της δημιουργικότητας γενικά, χωρίς την οποία δεν είναι δυνατή η ανάπτυξη
της ελευθερίας του προσώπου.
2. Συγκρότηση της συλλογικότητας
α. Με βάση τις παραπάνω αρχές, τα Θεμελιώδη συλλογικά όργανα της Κοινωνικής
Συλλογικότητας είναι οι Συνελεύσεις των Τομέων: τα όργανα αποφάσεων στο πρώτο
επίπεδο λειτουργίας της, στα οποία συμμετέχει το κάθε μέλος της Συλλογικότητας ως
πρόσωπο προκειμένου να ασκήσει μια συγκεκριμένη εργασία. Οι Τομείς αποτελούν
τις εργασιακές ενότητες που απαιτούνται για την ομαδοσυνεργατική οργάνωση της
εργασίας —την οργάνωση που αντιστοιχεί στο πνεύμα της συλλογικότητας— στο
πλαίσιο ενός συγκεκριμένου καταμερισμού της εργασίας. Η συλλογικότητα, ως άμεσα
δημοκρατική, οικοδομείται οργανωτικά πάνω στις Συνελεύσεις των Τομέων.
β. Ακολουθεί η Γενική Συνέλευση της Συλλογικότητας η οποία, με βάση τις εισηγή-
σεις των Τομεακών Συνελεύσεων, την κωδικοποίησή τους και την ένταξή τους στη γε-
νική κατεύθυνση της λειτουργίας της Συλλογικότητας, παίρνει τις επιτελικές αποφά-
σεις για τη λειτουργία της και στα τρία επίπεδα: εργασιακό, διοικητικό και πολιτικό-
κοινωνικό.
γ. Η διαμόρφωση των αποφάσεων και των δύο Συνελεύσεων (Συνέλευση Τομέα και
Γενική Συνέλευση) έχει δύο διακεκριμένες και συμπληρωματικές μορφές:
— Προσωπική διαμόρφωση των αποφάσεων. Κάθε μέλος της Συνέλευσης, εάν θέ-
λει, εισηγείται προσωπικά ένα σχέδιο απόφασης.
28
— Συλλογική διαμόρφωση των αποφάσεων. Σε όσα θέματα κρίνει σκόπιμο, η Συ-
νέλευση ορίζει Ομάδες Εργασίας, κάθε μία από τις οποίες διαμορφώνει εισηγητικά
την απόφαση της Συνέλευσης στο συγκεκριμένο θέμα έπειτα από εσωτερική διαβού-
λευση με ή χωρίς εξωτερική συμβολή. Η προσωπική διαμόρφωση της ίδιας απόφασης
από όποιο μέλος της Συνέλευσης θέλει, συμβάλλει συμπληρωματικά στην τελική
μορφή της απόφασης.
Παρατήρηση-3
Η απουσία Ομάδων Εργασίας δεν έχει ως συνέπεια την προσωπική διαμόρφωση
όλων των συλλογικών αποφάσεων —αυτό είναι κοινωνικά αδύνατο— αλλά την εξ α-
ντικειμένου απόκρυψη των εξωτερικών προς τη Συνέλευση παραγόντων διαμόρφω-
σης των αποφάσεών της.
δ. Η εκτέλεση των αποφάσεων κάθε Συνέλευσης στην εσωτερική λειτουργία της
Συλλογικότητας έχει, κατ’ αναλογία με τη διαμόρφωσή τους, δύο μορφές:
— Προσωπική εκτέλεση των αποφάσεων. Κάθε μέλος της Συλλογικότητας υπο-
χρεούται να εκτελεί εκείνες τις αποφάσεις των Συνελεύσεών της που το αφορούν ή να
αναφέρει στη Συνέλευση τους λόγους άρνησης εκτέλεσής τους, δίνοντάς της τη δυνα-
τότητα να αντιμετωπίσει το θέμα. Σε αυτή τη βάση, η Συνέλευση υποχρεούται να ε-
νημερώνει κάθε μέλος προσωπικά για κάθε απόφασή της.
— Συλλογική εκτέλεση των αποφάσεων. Τα συλλογικά όργανα εκτέλεσης των α-
ποφάσεων για την εσωτερική λειτουργία της Συλλογικότητας είναι οι Επιτροπές. Οι
Επιτροπές συγκροτούνται και στα δύο επίπεδα της εσωτερικής λειτουργίας: το διοικη-
τικό και το εργασιακό. Αναγκαίες για τη λειτουργία της Συλλογικότητας είναι οι Διοι-
κητικές Επιτροπές· η Κοινωνική Συλλογικότητα δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς αυ-
τές. Οι Διοικητικές Επιτροπές είναι δύο ειδών: μόνιμη γενική (Γραμματεία) και περιο-
ρισμένης διάρκειας ειδικές (εντός και εκτός της Γραμματείας). Παράλληλα είναι, κατά
περίπτωση αλλά όχι γενικά, αναγκαίο να υπάρχουν και Εργασιακές Επιτροπές.
ε. Εκπροσώπηση είναι η μορφή που παίρνει η εκτέλεση των αποφάσεων της Γενι-
κής Συνέλευσης στην εξωτερική λειτουργία της Συλλογικότητας. Η μέσω της εκπρο-
σώπησης εξωτερική εκτέλεση των αποφάσεων, όπως και η από τα ίδια τα πρόσωπα
εσωτερική εκτέλεσή τους, είναι προσωπική και συλλογική.
3. Η έννοια της εκπροσώπησης
Σε αντίθεση με την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, η Άμεση Δημοκρατία είναι δημο-
κρατία προσώπων. Σε αυτή τη βάση, η εκπροσώπηση της Κοινωνικής Συλλογικότητας
έχει τις δύο ακόλουθες αρχές, από τις οποίες η πρώτη είναι γενική αρχή της εκπρο-
σώπησης, ενώ η δεύτερη ορίζει μια ιδιαίτερη μορφή της.
α. Η αντιπροσώπευση και η εκπροσώπηση αντιπαρατίθενται ως εξής. Η αντιπρο-
σώπευση επιτελείται: σε κάθε κοινωνικό χώρο, για μια χρονική διάρκεια (τη διάρκεια
της αφηρημένης εντολής αντιπροσώπευσης), για κάθε συγκεκριμένο θέμα κατά την
προσωπική συνείδηση του αντιπροσώπου. Η εκπροσώπηση επιτελείται: σε ένα συ-
γκεκριμένο κοινωνικό χώρο, για μια χρονική στιγμή (τη στιγμή μιας συγκεκριμένης
ενέργειας στον κοινωνικό χώρο), για ένα συγκεκριμένο θέμα σύμφωνα με μια από-
φασης της Συνέλευσης.
29
β. Σε συνέχεια με την εκτέλεση των συλλογικών αποφάσεων στην εσωτερική λει-
τουργία της Συλλογικότητας, η εκτέλεσή τους με τη μορφή της εκπροσώπησης στην
εξωτερική της λειτουργία έχει δύο μορφές: την προσωπική και τη συλλογική. Αλλά με
το πέρασμα από την εσωτερική στην εξωτερική λειτουργία, ο χαρακτήρας των δύο
αυτών μορφών εκτέλεσης των συλλογικών αποφάσεων αλλάζει.
— Εκπροσώπηση ενός προσώπου. Κάθε πρόσωπο-μέλος της Συλλογικότητας δεν
είναι εκπρόσωπός της. Οι εκπρόσωποι ορίζονται από τις Συνελεύσεις για την πραγμά-
τωση των τριών όρων της εκπροσώπησης: 1
ο
την εκτέλεση μιας απόφασης της Συνέ-
λευσης σε ένα συγκεκριμένο θέμα· 2
ο
την εκτέλεση της απόφασης αυτής κατά τη
διάρκεια μιας συγκεκριμένης ενέργειας· 3
ο
τον περιορισμό της ενέργειας αυτής σε
έναν συγκεκριμένο κοινωνικό χώρο. Η εκπροσώπηση ενός προσώπου, όπως και η ο-
μαδική εκπροσώπηση, απαιτεί ιδιαίτερη απόφαση της Συνέλευσης.
— Ομαδική εκπροσώπηση. Κατ’ αρχήν, στο πνεύμα της θεμελιώδους αρχής της
συλλογικότητας, η εκπροσώπηση είναι ομαδική. Η συνέλευση ορίζει μια ομάδα εκ-
προσώπων η οποία θα πρέπει να εκφράζει, πραγματικά και συμβολικά, τη Συλλογικό-
τητα στο συγκεκριμένο θέμα. Η εκπροσώπηση του ενός προσώπου αποφασίζεται κατ’
εξαίρεση, όταν η ομαδική εκπροσώπηση δεν είναι δυνατή τη συγκεκριμένη στιγμή
στον συγκεκριμένο χώρο ή όταν είναι υπερβολική ως προς το συγκεκριμένο θέμα.
Παρατήρηση-4
Η απουσία ομαδικής εκπροσώπησης, η καθ’ υπέρβαση των όρων της εξαίρεσης
εκπροσώπηση του ενός προσώπου, έχει δύο αρνητικές συνέπειες: καταστρέφει το
συλλογικό πνεύμα και οδηγεί την ελευθερία του προσώπου στους εγωιστικούς δρό-
μους της άσκησης προσωπικής εξουσίας στα μέλη της Συλλογικότητας. Οι συνέπειες
αυτές κορυφώνονται όταν η εκπροσώπηση του ενός προσώπου δεν είναι απόφαση
της Συνέλευσης αλλά προϊόν της απουσίας απόφασης. Δηλαδή, όταν η Συλλογικότητα
πρέπει, με ή χωρίς απόφαση των Συνελεύσεών της, να εκπροσωπηθεί ενώ δεν υπάρ-
χουν —ενίοτε σκόπιμα— εντεταλμένοι από τις Συνελεύσεις εκπρόσωποι. Στην περί-
πτωση αυτή μέλη της Συλλογικότητας, «αναλαμβάνοντας τις ευθύνες τους», τρέπο-
νται σε αυτοεντεταλμένους εκπροσώπους της —αντιπροσώπους, για την ακρίβεια.
Παρατήρηση-5
Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι η προσωπική εξουσία, ως αντίθετη προς τις αρχές
της Άμεσης Δημοκρατίας εξουσία του ενός προσώπου, δεν είναι πάντα ατομική —δεν
μπορεί να είναι ατομική σε υπερπροσωπικές συλλογικότητες, σε συλλογικότητες που
περιέχουν κοινωνικές σχέσεις πέραν των προσωπικών σχέσεων. Η προσωπική εξουσία
μπορεί να είναι συνολική, δηλαδή εξουσία που ασκείται από ένα άθροισμα ατόμων.
Και μπορεί να είναι συνολική η προσωπική εξουσία χωρίς να είναι ομαδική, δηλαδή
εξουσία που ασκείται από μία οργάνωση προσώπων.
Παρατήρηση-6
Η κατά τον παραπάνω τρόπο ανοργάνωτη συνολική προσωπική εξουσία μπορεί
να περιέχει αντίπαλα αλλά συνυπάρχοντα μέρη, με πολιτικές συνήθως αλλά όχι μόνο
διαφορές. Αλλά μπορεί και να μην διαιρείται σε μέρη —το σύνολο των αντιδημοκρα-
τικά ασκούντων προσωπική εξουσία ατόμων μπορεί να είναι ένα εσωτερικά αδιαίρετο
άθροισμα ατόμων. Στην πρώτη περίπτωση, της διαίρεσης της συνολικής εξουσίας σε
αντίπαλα μέρη, η ανοργάνωτη συνολική προσωπική εξουσία τρέπει τη Συλλογικότητα
σε ένα άτυπο «μέτωπο» σχημάτων εξουσίας. Στη δεύτερη περίπτωση, του αδιαίρετου
30
της συνολικής εξουσίας, η Συλλογικότητα τρέπεται σε ένα ενιαίο σχήμα προσωπικής
εξουσίας, το οποίο —να σημειωθεί αυτό— μπορεί να είναι η επιθυμητή κατάληξη ε-
νός από τα συμβάλλοντα σχήματα στο «μέτωπο» της πρώτης περίπτωσης —ενός σχή-
ματος όχι όλων, και αυτό επίσης έχει σημασία να σημειωθεί.
Καταληκτική παρατήρηση
Το κατά τη διατύπωση του Θουκυδίδη «λόγω μεν δημοκρατία, έργω δε υπό
του πρώτου ανδρός αρχή», στη σύγχρονή εκδοχή της «πρώτης γυναικός ή πρώτου
ανδρός», είναι το αναιρετικό των αρχών της Άμεσης Δημοκρατίας τέλος της. Ένα
τέλος εσωτερικό σε αυτήν, ένα τέλος που δεν της επιβάλλεται έξωθεν αλλά επέρχεται
σε αυτήν από τις εμπεριεχόμενες στην «λόγω» δημοκρατική συλλογικότητα «έργω»
προσωπικές επιθυμίες των μελών της. Και, βέβαια, αυτές οι «έργω» επιθυμίες όχι μό-
νο δεν χρειάζεται να είναι πολιτικά ή ιδεολογικά καθορισμένες, αλλά δεν χρειάζεται
καν να είναι συνειδητοποιημένες.
Το «είμαι πρώτη/πρώτος» και «θα κάνετε αυτό που θέλω, είτε το θέλετε είτε όχι»
υπάρχει πριν, κατά και μετά τη δημοκρατία των αντιπροσώπων ή των προσώπων, συ-
νειδητά και ασυνείδητα. Αλλά υπάρχει επίσης και η συνειδητή άρνησή του: «όχι, δεν
θα κάνουμε αυτό που εσύ θέλεις, θα κάνουμε αυτό που όλοι μαζί θέλουμε».
— Όλοι;
— Ναι, κατ’ αρχήν, όλοι.
— Και όταν αυτό δεν είναι δυνατό;
— Τότε, κατ’ εξαίρεση, γίνεται αυτό που θέλει η πλειοψηφία, αλλά με σεβασμό στη
μειοψηφία.
— Σεβασμό στη μειοψηφία… δηλαδή;
— Αυτό είναι το κρίσιμο στην κατ’ εξαίρεση λήψη των αποφάσεων με πλειοψηφικό
τρόπο. Από εδώ προκύπτει η ενότητα στη διαφορά των εννοιών ομοφωνία και συ-
ναίνεση, στο πλαίσιο της Άμεσης Δημοκρατίας. Το κρίσιμο στην σχέση των δύο είναι
η αρνησικυρία (βέτο). Όταν δεν υπάρχει ομοφωνία και η απόφαση παρθεί πλειο-
ψηφικά, η μειοψηφία, με καταχωρημένη τη διαφωνία της, πρέπει να γίνει σεβαστή.
Δηλαδή, η ειλημμένη απόφαση και οι προδιαγραφές της εκτέλεσής της πρέπει να μην
προσβάλλουν τις αρχές της μειοψηφίας. Το αντίθετο δίνει το δικαίωμα στην άρνηση
επικύρωσης της απόφασης: το δικαίωμα της αρνησικυρίας. Συναίνεση είναι η επικύ-
ρωση των αποφάσεων της πλειοψηφίας από τη μειοψηφία με τους παραπάνω όρους.
Δημήτρης Κωτσάκης.
Θεσσαλονίκη. Απρίλιος 2014