ΕΠΙΤΡΟΠΗ Ι Σ Τ Ο Ρ Ι Κ Ο Υ ΑΡΧΕΙΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΝΕΟΛΑΙΑΣ ΣΠΥΡΟΣ I. ΑΣΔΡΑΧΑΣ, ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΙΑΝΝΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟς Ε. ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗς
© 1997, ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΝΕΑΣ ΓΕΝΙΑΣ Αχαρνών 417, τηλ. 2532465, Fax. 2531420 ISBN 960-7138-19-8
ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΟΥΛΟΥΡΗ
ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΨΕΙΣ ΤΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΤΗΤΑΣ Γυμναστικά και Αθλητικά σωματεία
1870-1922
ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΝΕΟΛΑΙΑΣ 32 ΚΕΝΤΡΟ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ Ε.Ι.Ε.
ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΝΕΑΣ ΓΕΝΙΑΣ
ΑΘΗΝΑ 1997
Στην λαθρεπιβάτιδα του συγγραφικού ταξειδιού
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Κάθε βιβλίο έχει τη δική του μικρή ιστορία, κομμάτι λιγότερο σημαντικό της προσωπικής ιστορίας του συγγραφέα. Ε ν δ ε ί ξ ε ι ς για σταθμούς, συναπαντήματα, διαδρομές διανοητικές, μπο αναγνώστης μέσα στις γραμμές του κειμένου η σε κάποιες ίδιο το ταξίδι παραμένει όμως άγνωστο, ί σ ω ς και αδιάφορο έξαλλου μή αυτή ενδιαφέρει περισσότερο τον συγγραφέα όταν, με το στα χέρια, ανατρέχει στα γιατί και στα πως της ερευνάς το Δεν μπορώ να χρονολογήσω με ακρίβεια το πρώτο μου ενδιαφ αθλητισμό. Αν και δεν υπήρξα φίλαθλος με τη στενή ένν ως πήγαινα σε στάδιο η γήπεδο να παρακολουθήσω αγώνες, ρον για τις αθλητικές ειδήσεις και το αθλητικό θέαμα. Διέθετα στοιχειώδη ενημέρωση σε αθλητικά ζητήματα έ τ σ ι ώστε η και τα ονόματα ξένων και ελλήνων αθλητών να μην α π ο υ σ ι ά ζ ο υ ν από μου λεξιλόγιο, όπως συνέβαινε με πολλούς συναδέλφους μου. αυτό το κίνητρο για την επιστημονική μου ενασχόληση με τον πρώτες σχετικές ερευνητικές υποθέσεις άρχισαν να διαμορφώνονται στ της εκπόνησης της διδακτορικής μου διατριβής για τη συγκρότ της εθνικής ταυτότητας μέσω του σχολείου και ειδικότερα μέσ της γεωγραφίας. Εκεί επισήμανα τον συμπληρωματικό ρόλο της οποία καλούνταν να προσφέρει τα μέσα για την πραγμά οραμάτων με τη διάπλαση εύρωστων σωμάτων και με την καλ αρετών του καλού στρατιώτη (αυταπάρνηση, υπακοή, κα δελτίων και φωτοτυπιών ξεκίνησε λοιπόν από τη γυμναστική της λειτουργία τον περασμένο αιώνα. Η ανάγνωση εντούτοις της γραφίας, κυρίως της αγγλοσαξονικής, με οδήγησε στο δρόμο των σπ κοινωνικής ιστορίας τους. Στη μακρά διαδρομή που κατέληξε συνιστώσες —η ιδεολογική και η κοινωνική— συμπορεύτηκαν σε μια όσο το δυνατόν πιο σφαιρική αντιμετώπιση των αθλητικών και πρακτικών στην Ελλάδα του περασμένου αιώνα. Ταυτόχρονα, η Ελλάδα ζούσε τον πυρετό και πολιτικές διαστάσεις της διεκδίκησης
της Ολυμπιάδας. Οι συμβο να διοργανώσει ηΑ θ ή ν
Ολυμπιακούς Αγώνες της εκατονταετίας συναντούσαν ερωτήματα αναζητήσεις της δικής μου ερευνάς. Η συγκυρία αύτη εξάλλο ρία για μια σειρά από εκδόσεις, κυρίως λευκώματα, με θέμα ρία, ένα χώρο μάλλον αδρανή και παραμελημένο ως τότε. Οπωσδήποτε, ρία των Ολυμπιακών Α γ ώ ν ω ν δεν αποτελούσε τον πρώτιστο στόχο μου. Παρακολουθώντας όμως τα σύγχρονα γεγονότα, όσα αφορμή τη νέα Ολυμπιάδα —την απώλεια της αρχικά, την ανάκτ τέλει— συνειδητοποίησα, ακολουθώντας τη διαπίστωση το μυστικός σκοπός της ιστορίας, το βαθύ της κίνητρο, είναι η ερμ νικότητας». Αυτόν το «μυστικό σκοπό» υπηρετεί λοιπόν και μ που αναδιφά τις απαρχές της εμφάνισης της γυμναστικής νεότερη Ελλάδα.
Η αντιφατικές πορείες: αφενός, την αδιαφορία, η οποία προέρ την αρνητική τους αξιολόγηση ως μη σημαντικών στοιχείων πολιτισμικών διαδικασιών, και που κατέληξε στην αποσιώπηση αυτής από την κοινωνική και πολιτισμική ιστορία. Στη στάση εξάλλου και η θέση των διανοουμένων, κατεξοχήν της Αριστεράς, π σαν τα σπορ ως παράγοντα αλλοτρίωσης των μαζών άλλα τρόπο ζωής, ανάξιο για τους ανθρώπους του πνεύματος. Αφετέρου ιστοριογραφικό ενδιαφέρον για τα σπορ και τον αθλητισμό διαποτί συγκινησιακή συμμετοχή του θεατή, του οπαδού ή του αθλητικο ακολουθούν τους κανόνες της επιστημονικής ιστορίας. Η ρισε και τη θέση των σπορ ως ερευνητικού αντικειμένου, κυρίως στην Ε και μέχρι πρόσφατα στη Δυτική Ευρώπη και την Αμερική. Τα σπορ ζουν από την κοινωνική και πολιτισμική ιστορία του νεότερου κόσμου άλλα κάνουν αισθητή την παρουσία τους σε συγγράμμα αφήγησης, όπου κυριαρχεί η λατρεία της επίδοσης. Το γεγονό σπορ αποτελούν πλέον έναν κοινωνικό θεσμό με μαζικό και διεθ με σημαντική βαρύτητα στην καθημερινή κουλτούρα (αθλητικέ αθλητικό θέαμα, αθλητικές διαφημίσεις κλπ.) συσκοτίζει το ισ και επιτρέπει τους αναχρονισμούς. Στην ελληνική περίπτωση επιπ τερο ιδεολογικό περιεχόμενο που έχει αποκτήσει ο αθλητισμός εξα ε θ ν ο κ ε ν τ ρ ι κ ή ς ερμηνείας του θεσμού των σύγχρονων Ολυμπιακών Α θορίζει τόσο τον προσανατολισμό όσο και το ύ φ ο ς των σχετικών
Η Ελλάδα θα μπορούσε να είναι για τον ιστορικό μια πολλαπλή π η αρχειακή ερευνά καταρχάς, μέσα σε αρχεία κατεστραμμένα,
λανθάνοντα, παρουσιάζεται σαν μια γοητευτική, αν και συχνά τεια. Η σχετική βιβλιογραφία, άλλοτε σιωπηλή άλλοτε φλύαρη, α γεμάτη σε μεγάλο βαθμό από ανακρίβειες και στερεότυπα, δεν π απαραίτητο πρώτο σκαλοπάτι πριν από την ανάλυση. Οι σιω βλώσεις απαιτούν πρωτίστως να γίνει ένα έργο υποδομής, με στέρε και καταγραφή των ίδιων των γεγονότων. Ταυτόχρονα, η να είναι ερμηνευτική και να μην εξαντλείται σε ένα στείρο προϋποθέτει την εξαρχής διαμόρφωση ενός θεωρητικού πλαισίο να δοκιμαστούν τα τεκμηριωτικά δεδομένα. Η παγίδα που εν ται σε παρόμοιες απόπειρες ελέγχου των θεωρητικών κατασκευών επειδή οι ερευνητικές υποθέσεις προκύπτουν σε μεγάλο βαθμό γραφία, δεν ταιριάζουν απολύτως —κάποτε και καθόλου— για την ελληνική κοινωνική και πολιτισμική πραγματικότητα. κρύβει επίσης εν τέλει —η καταρχάς— μια προσωπική πρόκλησ από μια γυναίκα ενός κοινωνικού θεσμού που έχει συνδεθ ανδρικό τρόπο ψυχαγωγίας άλλα και με την ίδια την ανδρική ταυτότητα
Η ρία του νεότερου ελληνικού αθλητισμού. Η επιλογή των συγκεκριμένω ορίων ( 1870-1922) υποδηλώνει μια θέση και μια υπόθεση. Επιθ αναδείξει την ιστορικότητα των σπορ και να διαφοροποιηθεί που αντιμετωπίζουν το παιχνίδι και κατ' επέκταση τα διού) ως διαχρονικό δομικό στοιχείο του ανθρώπινου πολιτισμού. δεύτερον, να ελέγξει το ερευνητικό δίλημμα της συνέχειας ηα παραδοσιακά παιχνίδια στα σύγχρονα σπορ κατά τη μετάβαση σιακή στη σύγχρονη κοινωνία. Ως προς την ελληνική πραγματικότ τία του 1870 αφενός και η Μικρασιατική Καταστροφή αφετέρου σημαίνουσες αλλαγές τόσο για το σύνολο της κοινωνίας όσο κα σμό. Μέσα στη δεκαετία του 1870 σημειώνονται οι πρώτες ασυν θειες για ίδρυση αθλητικών σωματείων, εντός και έκτος ελληνικού κ τότε μπορούμε να μιλάμε επομένως για οργανωμένη άσκηση, αν τους εκπαιδευτικούς θεσμούς. Το 1922 επίσης αποτελεί το για την αλλαγή της φυσιογνωμίας του ελληνικού αθλητισμού: κυρίως ως θέαμα, διευρύνεται η κοινωνική του βάση, εμφανίζε ημερήσιος τύπος, ενώ αλλοιώνεται ο συσχετισμός δυνάμεων ρων σπορ. Στο εξής, το ποδόσφαιρο θα είναι ο αδιαφιλονίκητος πρωτα σύγχρονης σύλλογοι,
Η ιστορίας των σπορ στην Ελλάδα. Τότε δημιουργούνται ο κάποιοι από τους οποίους δρουν μέχρι σήμερα, καθιερώνονται
πρώτοι αθλητικοί θεσμοί και η αθλητική γραφειοκρατία, συ τική νομοθεσία και κωδικοποιούνται οι κανόνες της αθλητική κατασκευάζονται ιδιαίτεροι τόποι άθλησης στις πόλεις, το αθλητικό κτά περιοδικότητα και προσελκύει ένα συνεχώς διευρυνόμενο όμως, η παρουσία των σπορ στην Ελλάδα του 19ου αιώνα αντανακλά τη δ κή ευρύτερων κοινωνικών και πολιτισμικών αλλαγών. Φαίνεται εμφάνιση και εξάπλωση της σωματικής άσκησης ως μέσου ψυχαγωγίας κ στηριότητας της σχόλης συνδέεται με την ανάπτυξη και διεύρυνση αστικής τάξης και την ανάπτυξη των πόλεων άλλα και με μια σειρά γικούς μετασχηματισμούς ως προς την αξία του σώματος. Το γε ότι η ενασχόληση με τα σπορ γίνεται στο πλαίσιο του αθλητ ανταποκρίνεται στη θέση που κατακτά το φαινόμενο της τωσης στη ζωή των ανερχόμενων μεσαίων στρωμάτων σε ολόκληρη του 19ου αιώνα. Το σωματείο εκφράζει τόσο τις πολιτικές α ρισμού όσο και ένα νέο κώδικα συμπεριφορών που συμπυκνώνει αξιών της αστικής τάξης: ισότητα, ανδρισμός, ελεύθερος χρόν Το αθλητικό σωματείο δεν είναι μόνο τόπος σωματικής προσφέρει επίσης τη δυνατότητα ανάπτυξης μιας νέας μορφής οποία διακρίνεται για τον τυπικό, δημόσιο και θεσμοθετημένο
Με βάση τις διαπιστώσεις αυτές, η ανάλυση που ακολουθεί κινηθεί σε πολλά επίπεδα, όπως περιγράφεται στην Εισαγωγή. ρακολουθείται η εξέλιξη των αντιλήψεων σχετικά με τη σωματική άσκη τη δημιουργία του ελληνικού κράτους ώστε να φανεί η μετάβαση ρία και την αμφισβήτηση στην αποδοχή και την εδραίωση. Η συνδέεται άρρηκτα με τις κυρίαρχες απόψεις ως προς τους σκοπούς της αγωγής γενικότερα. Δεδομένου ότι η άθληση παραπέμπει τα, τα επιχειρήματα που στοχεύουν στη νομιμοποίηση της δεν μπορού αφορούν είτε στη διάπλαση είτε στην ψυχαγωγία των νέων. Ο θεσμοί αποτελούν, μέσα απ' αυτό το πρίσμα, τον πρώτο χώρο υπο αντιλήψεων άλλα και πρακτικών. Η επισκόπηση αυτή επιτρέπε διάκριση ανάμεσα στη γυμναστική και τα σπορ, μια διάκριση απαραίτητη την κατανόηση της λειτουργίας των αθλητικών σωματείων αλ της ιστορίας του αθλητισμού. σπορ και μέσα στήρια. τρόπους
στην Ελλάδα, τόσο μέσα από τις πρώιμες, μη οργανωμένες από τους πρώτους αθλητικούς θεσμούς, δηλ. τους αγώνες και τα Μας ενδιαφέρει κυρίως να ορίσουμε τη μετάβαση απ ψυχαγωγίας, μέσω των αναμετρήσεων σωματικής ρώμης και δεξ
στο πλαίσιο του πανηγυριού, στους σύγχρονους τρόπους αθλητικής πρακτικής και του αθλητικού θεάματος του σταδίου και Από την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων μάλιστα, μπορούμε να λουθήσουμε τη συνεπή πορεία θεσμοθέτησης του νέου ημερολο κών συναντήσεων, την κωδικοποίηση και εξειδίκευση τους, τη νων διεθνούς ισχύος άλλα και την ίδρυση εθνικών αθλητικών θεσμών, Σύνδεσμος Ελληνικών Γυμναστικών και Αθλητικών Σωματείων (Σ και η Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων (Ε.Ο.Α.). Στις αρχές του 20ού α αθλητισμός γίνεται πεδίο σύγκρουσης κοινωνικού κύρους και εμπλέκεται στη δίνη του Διχασμού.
εξέλιξης των μη επαγγελματικών σωματείων βάσει της σχετι της σχέσης με την κεντρική εξουσία. Όπως ήδη σημειώθηκε, τ τείο δεν μπορεί παρά να αντιμετωπιστεί ως τμήμα της ευρύτε των εθελοντικών οργανώσεων στον ελληνικό χώρο και, συν λειτουργία του υπόκεινται στους ίδιους θεσμικούς περιορισμούς είδη σωματείων. Αυτό ισχύει κατεξοχήν για τη σύνταξη των οποία ακολουθούν ένα κατά βάση ενιαίο και τυποποιημένο ζουν τη λειτουργία του σωματείου με βάση τις φιλελεύθερες αρχ των μελών και του αντιπροσωπευτικού συστήματος. Η με ίδιων των καταστατικών αποδεικνύει τα κοινωνικά όρια —φύλ αρχής της ισότητας. Αυτός είναι και ο στόχος της αποδελτίω καταστατικών αθλητικών σωματείων για την περίοδο ως το 1900 χθούν οι μηχανισμοί αναπαραγωγής των κοινωνικών ανισοτήτων έξω από το σωματείο καθώς και τα μέσα εμπέδωσης και διατήρησ νικής ταυτότητας. Ε π ί σ η ς , μέσα από την ανάλυση των σκοπών των να διαφανούν οι κοινωνικές λειτουργίες της σωματικής άσκησ σεις της με την εθνικιστική ιδεολογία. Τέλος, επιχειρούμε να φωτίσο πτυχές της σωματειακής ζωής που είναι κρυμμένες από το ορθολο κό πρότυπο του καταστατικού: τις ανθρώπινες επαφές με τις αρμονικ κρουσιακές τους όψεις, τις φιλικές σχέσεις, τα οικογενειακά δ τροπήματα ενδεχομένως που επιτρέπει η συναναστροφή όχι μό αλλά και σε έξω-αθλητικές συναντήσεις στο πλαίσιο πάντα τ
από την ανάλυση τεσσάρων αθλητικών σωματείων της πρωτε ομάδας ειδικών σωματείων. Πρόκειται για τον Πανελλήνιο Γ γο, τον Εθνικό Γυμναστικό Σύλλογο, τον Όμιλο Ερετών Πειραιώς, Αντισφαίρισης Αθηνών (τότε, Lawn Tennis Club) και τους π
περιηγητικούς συλλόγους. Η επιλογή υπαγορεύτηκε εν μέρει κ κριτήρια: πρόκειται για συλλόγους που δρουν και σήμερα και δ αρκετά ενημερωμένο αρχείο για τη δράση τους από τον προηγούμ Είναι όλοι τοποθετημένοι στην περιοχή της πρωτεύουσας (Αθή και, επομένως, η δράση τους μπορεί να αναλυθεί σε συνδυασμό του σημαντικότερου ελληνικού αστικού κέντρου. Επιπλέον, έχ δραστηριότητες, ασχολούνται με διαφορετικά σπορ και, όπως φαίν ρώνουν διαφορετικές μερίδες της ελλαδικής αστικής τάξης. Η με ρίζεται σε κοινά ερωτήματα αλλά η επεξεργασία των τεκμηρίων ακολουθεί φορετικούς κατά περίπτωση δρόμους. Σε γενικές γραμμές, αν ρη ταυτότητα του κάθε συλλόγου και τα στοιχεία που τη συγκροτού μικό και ανθρώπινο μέγεθος του σωματείου, η κοινωνική και ηλικι των μελών, η άσκηση εξουσίας στο εσωτερικό του (διοίκηση και αθλ και σε σχέση με ευρύτερα πολιτικά δίκτυα, οι κανόνες λειτου της σωματειακής ζωής (σύστημα ποινών και πειθαρχικών οι τόποι και οι συχνότητες της ενδοσωματειακής,της διασωματειακής ε ν δ ο α σ τ ι κ ή ς κοινωνικότητας.
Η αδιαφορία που κατά κανόνα χαρακτηρίζει τη συντήρηση τερα τεκμηρίων που αφορούν σε όψεις της ιστορίας, οι οποίες θεωρού μαντες ή «ταπεινές», αποτέλεσε το σημαντικότερο εμπόδιο στη δ παρούσας ερευνάς. Αλλά ακριβώς επειδή προσέκρουσα πολλές φορ αδιαφορία και τη δυσπιστία των ανθρώπων, είναι μεγαλύτερη η ευ για όσους, γνωστούς και αγνώστους, διευκόλυναν απλόχερα την Πρώτα απ' όλα τις διοικήσεις και τους αφανείς εργάτες των τεσσάρων που ά ν ο ι ξ α ν τα αρχεία τους (Πανελλήνιο Γ.Σ., Όμιλο Ερετών Ε θ ν ι κ ό Γ.Σ., Όμιλο Α ν τ ι σ φ α ί ρ ι σ η ς Αθηνών) και με φιλοξένησαν σ τους. Έπειτα, την Επιτροπή Ολυμπιακών Α γ ώ ν ω ν και τον Σύνδεσμο νικών Γυμναστικών και Αθλητικών Σωματείων που επίσης μου ε συμβουλευθώ ό,τι έχει διασωθεί (ή έστω είναι προσιτό) από την καθ την ι σ τ ο ρ ί α του αθλητισμού δραστηριότητά τους. Ειδικότερα, στον Πανελλήνιο, ο κ. Ζ. Κοκορόγιαννης στον Εθνικό, ο κ Όμιλο Ερετών, οι κ. Αχ. Λάιος και Ελ. Σκιαδάς στον Όμιλο Αντισφαίρι η κ. Σοφία Φραγκούδη για το αρχείο του Πανιώνιου, ο κ. Α. Μι αρχείο και τη βιβλιοθήκη του πατέρα του Ηλ. Μισαηλίδη, ο κ. Θ. βιβλιοθήκη της Διεθνούς Ολυμπιακής Ακαδημίας, ο κ. I. Καπάτος της Ε.Ο.Α., οι κ. I. Πετρίδης, Δ. Μπαγέρης και Χ. Ζανιάς στον Σ.Ε
κ. Δ. Μποντικούλης στα διαφορετικά
στο στάδια
Αθλητικό Μουσείο του Δήμου Α θ η ν α ί ω ν της πρωτογενούς ερευνάς.
συνε
Αρχειακής Εταιρείας, όταν σχεδιάζαμε ένα μεγάλο ερευνητικό πρ την ιστορία του αθλητισμού και των Ολυμπιακών Αγώνων, υπήρξε τον προβληματισμό και την τεκμηρίωση της δικής μου ερευνά γραμμα, λόγω της αδιαφορίας για χρηματοδότηση, να μην πραγματοποιή τέλει. Οι συζητήσεις όμως με τον Ν. Παντελάκη, τον Αλ.Κράο Οικονόμου, την Ελ. Φουρναράκη και τον Γ. Κόκκινο βρίσκουν τη στην παρούσα εργασία. Η ερευνά των δύο τελευταίων εξάλλο κή στην εκπαίδευση, η οποία εκπονήθηκε επίσης στο πλαίσιο του I.A.Ε τελεί τον α ν α γ κ α ο ί συνομιλητή μου. Τέλος, πολλοί είναι οι φίλοι μαν στη βιβλιογραφική ενημέρωση και την περιπέτεια της συγγρα στά θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Αλ.Πολίτη και τον Β. Τσοκ «φίλαθλα» δελτία τους, τον Δ. Α. Σωτηρόπουλο, για τη συμβολή σέγγιση της κοινωνιολογικής προβληματικής, τον Τρ. Σκλαβενίτη, μο αναγνώστη και γενναιόδωρο κριτή, καθώς και τα άλλα δύο μέλ πής του I.A.Ε.Ν., τον Σπ. Ασδραχά και τον Γ. Γιανουλόπουλο, που γ ακόμη φορά μου εμπιστεύθηκαν τη διεκπεραίωση μιας έρευνας. Α θ ή ν α , Δεκέμβριος
199
ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ Ε.Ο.Α. Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων Π.Α.Ε.Α. Ποδηλατική και Αθλητική Επιθεώρησις της Ανατολής Σ.Ε.Α.Γ.Σ. Σύνδεσμος Ελληνικών Αθλητικών και Γυμναστικών Σωματείων ΦΕΚ Φύλλο Εφημερίδος της Κυβερνήσεως BJSH British Journal of Sports History IJHS International Journal of the History of Sport
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ HOMO SAPIENS ΕΝΑΝΤΙΟΝ HOMO LUDENS
Το 1971 ο Eugen Weber διαπίστωνε ότι «η παράξενη καχυποψία, έωςκαιαντιπάθεια, που δείχνουν ακόμη και τώρα οι άνθρωποι των γραμμάτων και της σπουδής γιατηνέρευνατωνπιο ταπεινών εκδηλώσεων της σωματικής δραστηριότητας αξίζει απόμόνη της μια ξεχωριστή μελέτη» 1 . Πράγματι, το σώμα και οι λειτουργίες του θεωρούνταν ότι ανήκαν στη δικαιοδοσία των φυσικών επιστημών, ενώηπαράδοση του δυτικού ορθολογισμού υπαγόρευε μια ριζική τομή μεταξύ σώματος και πνεύματος. Η διχοτομία αυτή, που υπαινισσόταν άλλωστε το πρωτείο του πνεύματος, απέδιδε το μεν σώμα στο βασίλειο της φύσης το δε πνεύμα σ' εκείνο του «πολιτισμού». Συνεπώς, το σώμα εμφανιζόταν στερημένο από κάθε κοινωνική σημασία και ιστορικότητα 2. Η διασκέδαση, το παιχνίδι, ο συγκινήσεις, οι «ανορθολογικές» και «ασυνείδητες» τάσεις των ανθρώπων εξαιρούνταν από το ερευνητικό στόχαστρο μιας επιστήμης που περιοριζόταν στις «σοβαρές» και «ορθολογικές» πλευρές της ζωής. Μέσα σ' αυτό το πλαίσιο της δυαδικής δομής και του συστήματος αξιών της δυτικής σκέψης, τα σπορ ερμηνεύονταν ως μια ασήμαντη δραστηριότητα για τον ελεύθερο χρόνο, προσανατολισμένη στην ευχαρίστηση, αντίθετη προς την πνευματική δημιουργία και χωρίς οικονομική αξία. σπορεκδηλώνεται μόλις στις δεκαετίες 1970 και 1980, ανταποκρινόμενο αφενός σεμιαδιευρυμένη σύλληψη της κοινωνικής ιστορίας και αφετέρου στη διόγκωση 1. Eugen Weber, «Gymnastics and Sports in Fin-de-Siècle
Historical Review
2. Πβ. J. Hargreaves, «The Body, Sport and Power Relations» στο J. Hörne, D. Jary, A. Tomlinson (εκδ.), Sport, Leisure and Social Relations, Λονδίνο 1987, σ. 13 3. Πρόκειται για τα έργα των Jennie Holliman (1931), Foster Rhea Dulles (1940)και John Rickard Bett (1974), σε ό,τι αφορά την Αμερική. Βλ. σχετικά Robert Lewis, «American Sport History: A Bibliographical Guide», American Studies International 29/1 (Apri Από το χώροτης κοινωνιολογίας, αξίζει να αναφερθούν τα ονόματα των Anthony Giddens, (1961), Roger Caillois (1961)και Gregory P. Stone (1955). Για τους Ν. Eliasκαι Ε. Dunning βλ. παρακάτω.
American
76 (Φεβρ. 1971), σ. 70.
France: Opium of the Cla
της παρουσίας του επαγγελματικού αθλητισμού στα μαζικά μέσα ενημέρωσης Παρακολουθεί συνεπώςαλλαγές πουσυντελούνται τόσο στο χώρο της επιστήμης όσο και στην κοινωνία, επιβεβαιώνοντας μ' αυτόν τον τρόπο την παρατήρηση του Max Weber ότι « οι πρόοδοι στη σφαίρα των κοινωνικών επιστημών είναι ουσιωδώς συνδεδεμένες με τις αλλαγές σε ζητήματα πολιτισμικής πρακτικής» 4. Ακόμη και στη Βρετανία, όπου τα σπορ κατέχουν αναμφίβολα μια ξεχωριστή θέση απότονπερασμένο αιώνα, η ιστορική κάλυψη του αθλητισμού δε συμβαδίζει με τους ρυθμούς. αύξησης του κοινωνικού του αντικρίσματος. Αλλά ούτεκαιη κοινωνιολογία φαίνεται να ασχολήθηκε σοβαρά με αντίστοιχα θέματα, θεωρώντας τα περιθωριακά και υποβαθμίζοντας τη δυνατότητα αναλυτικής τους προσέγγισης. Η κοινωνιολογία του ελεύθερου χρόνου, θέμα εξίσου παραμελημένο από τα κυρίαρχα ρεύματα της κοινωνιολογικής ερευνάς. Η αύξουσα βαρύτητα του ελεύθερου χρόνου στις σύγχρονες κοινωνίες, με τη μείωση του εργάσιμου χρόνου ως συνέπεια των συνδικαλιστικών διεκδικήσεων και την εμπορευματοποίηση του χρόνου πο αποδεσμεύθηκε,καιηανάδυση τωνκαταναλωτικών κοινωνιών όπου το δικαίωμα στονελεύθεροχρόνο και την κατανάλωση παραχωρείται σε πολλούςαλλά, και αφαιρείτα υποκουλτούρας, υπαγόρευσαν σχεδόν αναπόφευκτα θε σμούς στο χώρο της κοινωνιολογίας. Το 1975 η νέα τάση επικυρώνεται μετην ίδρυση της Εταιρείας Σπουδών για τον Ελεύθερο Χρόνο (Leisure Studies Association), καθιερώνοντας έτσι ένα νέο κλάδο με συνείδηση της ιδιαιτερότητας του5. Η πρώτη αυτή φάση,πουτοποθετείται στη δεκαετία του 1970, χαρακτηρίζεται απότημερικότητα και αποσπασματικότητα των προσεγγίσεων αλλά συχνά και απόέναιδεαλιστικό θεωρητικό υπόβαθρο που υποστήριζε τον «αυτόνομο» χαρακτήρα του ελεύθερου χρόνου6. Οι αναλύσεις αυτές συνδέονταν επιπλέονμετην ανανέωση του ενδιαφέροντος για τη διαδικασία εκβιομηχάνισης και πρόβαλλαν τηνάποψηότι η μετάβαση από μια ζωή επικεντρωμένη στην εργασία προς μια ζωή επικεντρωμένη στη σχόλη ήταν το «φυσικό» αποτέλεσμα της προϊούσας εκβιομηχάνισης7. Συγγενείς μ' αυτές τις απόψεις είναι εκείνες πουεξετάζουν, και με ιστορική προοπτική, τον ελεύθερο χρόνο ως «συμπλήρωμα»ή«αντιστάθμισμ
5. Η τάση αυτή συνδυάστηκε —όπως συνήθως συμβαίνει όταν δημιουργούνται νέοι ερευνητικοί χώροι—με την εμφάνιση νέων, εξειδικευμένων περιοδικών: Leisure Studies και J of Leisure Research. Αντίστοιχα εμφανίστηκαν αργότερα περιοδικά και για την ιστο 6. 1 Iß. J. Home, D. Jary, A. Tomlinson (εκδ.),ό.π., σ. 3. 7. C. Rojek, Capitalism and Leisure Theory,
σπορ: Sozialgeschichte des Sports, International Journal of
106.
4. Max Weber, The Methodology
of the Social
Sciences,
Νέα Υό
Λονδίνο και Νέα Υόρκη, Tav
σμα» της εργασίας, και οι οποίες εξαρτώνται αναπόφευκτα από την ήδη ανεπτυγμένη κοινωνιολογία της εργασίας 8.
ριστική ως προςτην ανάπτυξη της κοινωνικής ιστορίας. Με εμφανείς τις επιρροές ευρωπαίων ιστορικών όπως ο Ε. Ρ. Thompson, ο Eric Hobsbawm και ο Fernan Braudel, το ερευνητικό ενδιαφέρον στρέφεται προς νέες θεματικές περιοχές, όπως την ιστορία των γυναικών, των μαύρων, των πόλεων, την ιστορία του εργατικού κινήματος και την ιστορία του αθλητισμού και των σπορ, ενώ οι θεωρητικές προσεγγίσεις εμπλουτίζονται από την προβληματική ομόρων επιστημών, κυρίως της κοινωνιολογίας και της ανθρωπολογίας. Το δοκίμιο του Roland Barthes για την πάλη, του Foucault για τις στάσεις απέναντι στο σώμα, του Huizingaγιατο στοιχείο του παιχνιδιού στην κουλτούρα, του Norbert Elias για τη «διαδικασία πολιτισμού» αλλά και του Clifford Geertz για το «βαθύ παιχνίδι» είναι κάποια απότα έργαπουεπηρέασαν τηνανάπτυξη τηςκοινωνικής ιστορίας του αθλητισμού. Το γνωστό έργο του Ηuizinga Homo Ludens, δημοσιευμένο το 1938, αναλύει το στοιχείο που κατεξοχήν θεωρείται ότι χαρακτηρίζει την αθλητική δραστηριό τητα, το παιχνίδι. Ο ίδιος ο Huizinga δεν προχωρεί σε παρόμοιες ταυτίσεις· αντίθετα, ανακαλύπτει τοστοιχείο του παιχνιδιού σε κάθε πτυχή της κουλτούρας, ακόμη και σ εκείνες που ορίζονται ως «ανώτερες», όπως για παράδειγμα η θρησκεία, η ποίηση, ο νόμος. Ο πολιτισμός στο σύνολο του νοείται ως παιχνίδι 9. Ο Huizinga απορρίπτει κάθε βιοψυχολογική ερμηνεία, η οποία μπορεί να φωτίσει μεν σε ένα βαθμό τα κίνητρα και τα αποτελέσματα του παιχνιδιού αλλά είναι ανεπαρκής για την κατανόηση της φύσης και της σημασίας του. Παρόλο που υπάρχει μια μακρά παράδοση στοχασμού σχετικά με το παιχνίδι, ο Homo Ludens α ποτελεί ένανσημαντικό σταθμό για τη νεότερη σκέψη, εντάσσοντας το παιχνίδι σεμιαιστορία της κουλτούρας. Το παιχνίδι αντιμετωπίζεται, συνεπώς, ως συμπεριφορά που εμπεριέχει ελευθερία από περιορισμούς και κατά τούτο έχει συμβάλει σημαντικά στην ανάπτυξη του πολιτισμού, εφόσον αυτή η ελευθερία είναι απαραίτητη γιατηνκαινοτομία και κατ' επέκταση για τη δημιουργία της κουλ-
8. Πβ. μια παρουσίαση των κοινωνιολογικών θεωριώνγια τον ελεύθεροχρόνοκαι τη σχόλη, μαζί με επιλογή κειμένων σε μετάφραση: Αλεξάνδρα Κορωναίου (επιμ.), Κοινωνιολογία ε λ ε ύ θ ε ρ ο υ χρόνου, μετάφρ. Κική Καψαμπέλη - Γιάννης Σταυρακάκης, Αθήνα, Νήσος, 19 9. «Δεν ήταν δύσκολο να δείξουμε ότι ένας ορισμένος παράγοντας παιχνιδιού λειτούργησε εντονότατα σ' ολόκληρη την πολιτισμική εξέλιξηκαι ότι παρήγαγε πολλές από τις θεμελιώδεις μορφέςτου κοινωνικού βίου. Τοπνεύμα της παιγνιώδους άμιλλας είναι, ωςκοινωνικόορμέμφυτο, παλαιότερο από τον ίδιο τον πολιτισμό και εμποτίζει ολόκληρη τη ζωήσαν πραγματικό ένζυμο. [...]οπολιτισμός, στις αρχικέςτου φάσεις, παίζεται. Δεν γεννιέται από το παιχνίδι σαν λείπει το χώροτου παιχνιδιού»: Johan Huizinga,Ο άνθρωπος και το παιχνίδι, Στέφανος Ροζάνης, Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος), Αθήνα 1989, σ. 257.
(μετάφρα
κουλτούρας 10.Ηθεωρία του Huizinga προκάλεσε κριτικέςκαιαμφισβητήσεις απότις οποίες οισημαντικότερες αναφέρονται στην παραγνώριση της οικονομικής λειτουργίας του παιχνιδιού αλλά και, κυρίως, στη σχέση μεταξύ πραγματικότητας και παιχνιδιού —η οποία ορίζεται από τον Huizinga ως αντιθετική 11.
παιχνίδι» θα επιτύχει να περιγράψει, τριανταπέντε χρόνιααργότερα, αυτή την απλήκαιταυτόχρονα πολυσχιδή σχέση παιχνιδιού και κοινωνικής πραγματικότητας 12. Με βάση το παράδειγμα των κοκορομαχιών στο Μπαλί, δείχνει πωςμια κοινωνία σκέφτεται και αναπαριστά τον εαυτό της, πως «διαβάζει την εμπειρία της». Όλο το δίκτυο των συγγενικών και κοινωνικών συμμαχιώνκαιαντιπαλοτήτων, η κοινωνική ιεραρχία επίσης, παρουσιάζονται δραματικά και μεταφορικά σε μια «συλλογικά αποδεκτή συμβολική δομή». Η συμμετοχή στο παιχνί στοιχήματα, η νίκη, το χρήμα, οι συγκινήσεις δεν συνεπάγονται καμία άλλαγή στις κοινωνικές θέσεις· η κοινωνική κινητικότητα υπάρχει μόνο ως αίσθη όχιωςπραγματικότητα. Το παιχνίδι νοείται συνεπώςσανέναςαπότουςπο καθρέφτες μιας κοινωνίας, εκεί όπου μπορεί να αναζητηθεί η ερμηνεία της. Οι ανθρωπολογικές μελέτες πάντως που ακολούθησαν ήταν μάλλον σχηματικές και πρότειναν αναλύσεις που υπερτόνιζαν ένα μοναδικό ερμηνευτικό παράγοντα (π.χ. τη θρησκεία) 13, με στόχο μια γενικευτική εξήγηση για τα παιχνίδια και τα Παρά τις ερμηνευτικές αδυναμίες, η επικοινωνία της ανθρωπολογίας με την ιστορία διεύρυνε σημαντικά τις προσεγγίσεις, κυρίως των παραδοσιακών παιχνιδιών, και επέτρεψε τη διεπιστημονική ματιά σε ένα από τα θεωρούμενα ως «συνολικά κοινωνικά γεγονότα» 14.
το 1966 ως το 1971 και τα οποία δημοσιεύθηκαν συγκεντρωμένα, μαζί με το 1986 στον τόμο Quest for Excitement, δενοριοθετούν απλώς
11. Ο Eugen Fink αναλύει τη σχέσηαυτή ωςσυμβιωτική, μελετώντας τη συμβολική λειτουργία του παιχνιδιού, ενώοJacques Ehrmann θεωρεί ότι το παιχνίδι καιηπραγματικότητα αποτελούν ένα και το αυτό πρόβλημα, γιατί το παιχνίδι δε συμβαίνει απομονωμένο ή σε αντίθεση με την υπόλοιπη πραγματικότητα. Βλ. Robert Anchor, «History and Play: Johan Huizinga and his Critics», History and Theory 17 (1978), σ. 63-93. 12. Cl. Geertz, The Interpretation of Cultures, Λονδίνο, Fontana Press, 1 σ. 412-453. 13. Πβ. Marc Auge, «Football. De l'histoire sociale à l'anthropologie religieuse», Le Débat 19 Φεβρουάριος 1982, σ. 59-67. Παρόλο πουστο άρθρο αυτό οAugé προτείνει την ανάγνωση του ποδοσφαίρου, ωςθεάματος κυρίως, μέσα απότο ερμηνευτικό σχήμα της ανθρωπολογίας της θρησκείας, δενπροχωρεί σε κάποιες υποθέσεις εργασίας ούτε καν σεμια συνεκτική ερμηνευτική απόπειρα. 14. «Sport, religion et violence. Débat entre Alain Ehrenberg, Roger Chartier et Marc Augé», Esprit 125, Απρίλιος 1987, σ. 67.
10. Πβ. Ε. Dunning, The
Sociology
of Sport.
A Selection
of Readings
προηγούμενες ερμηνευτικές προτάσεις ως προς το παιχνίδι αλλά στην ουσία εφευρίσκουν ένανέο αντικείμενο 15. Η ρήξη με την προηγούμενη παράδοση εντοπίζεται στην απόρριψη μιας «οικουμενικής» αντίληψης για τα σπορ, η οποία αναγνώριζε τηνύπαρξη τους σε όλες τις κουλτούρες, αρχαίες και σύγχρονες, ευρωπαϊκές και μη, και στη διαπίστωση, αντίθετα, τηςασυνέχειας ανάμεσα στα παραδοσιακά παιχνίδια και το σύγχρονο αθλητισμό. Τα ιδιαίτερα γνωρίσματα των σύγχρονων σπορ μπορούν να συνοψισθούν, κατά τους Elias και Dunning, στη μείωση της βίας, στην ύπαρξη ενιαίων κανόνων που κωδικοποιούν τις πρακτικές, στηναυτονόμηση του παιχνιδιού (και του θεάματος του παιχνιδιού) σε σχέση με τις πολεμικές η τελετουργικές αναμετρήσεις. Τα σπορ τοποθετούνται συνεπώς στη μακρά διάρκεια της «διαδικασίας του πολιτισμού», η οποία συνίσταται στη βαθμιαία εσωτερίκευση ενός δεδομένου βαθμού αυτο-ελέγχου καιευπρέπειας (gentility). Η διαδικασία «εξαθλητισμού» (sportization) δεν είναι δυνατή παρά μόνο σε μια κοινωνία όπου «οι πολιτικές εντάσεις έχουν ειρηνική και κανονισμένη μορφή, οι ομάδες που μετέχουν στις διαμάχες γιατηνεξουσία αποδέχονται την ισότητα των ευκαιριών ως πολιτικοί δράστες και υπακούουν σε κανόνες κοινά αποδεκτούς» 16.Τοιστορικό πλαίσιο αυτών των μετασχηματισμών τοποθετείται στην Αγγλία του 18ου αιώνα, όπου τόσο τα σπορ όσο και το κοινοβούλιο εκφράζουν την ίδια αλλαγή στη δομή εξουσίας και στην κοινωνική έξη εκείνης της τάξης που αναδείχθηκε μέσα από τους προηγούμενους αιώνες ως κυρίαρχη. Οι έριδες για την εξουσία χαρακτηρίζονται πλέον από τη μείωση της βίας ενώτο κοινωνικό πρότυπο συμπεριφοράς για τις ανώτερες τάξεις βασίζεται στην αξία της ευγένειας (civility). Η αν και προέρχεται από το χώρο της κοινωνιολογικής θεωρίας, αποκαλύπτει το ευρύ φάσμα επαφής ανάμεσα στην κοινωνιολογία και την ιστορία τουαθλητισμού που τα σπορ και τον αθλητισμό προηγήθηκε της ιστορικής έρευνας, κυρίως λόγω της μαζικότητας και εμπορευματοποίησης των σπορ και, συνεπώς, της αύξουσας παρουσίας τους στη σύγχρονη κοινωνία. Η ανάλυση της οργανωμένης σωματικής δραστηριότητας εντάχθηκε στα ευρύτερα κοινωνιολογικά ρεύματα των θεωριών του εκσυγχρονισμού και του νεομαρξισμού, χωρίς ωστόσο να αποφεύγονται σχηματοποιήσεις και μονοδιάστατες θεωρήσεις. Η θεωρητική συμβολή της κοινωνιολογικήςέρευναςτων σπορστην ιστορικήανάλυση συνίσταται κυρίως στηνυπόθεση ότι τα σπορ δεν είναι απλώς μια σωματική δραστηριότητα αλλά «μια κοινωνική διαδικασία μέσω της οποίας παράγονται πολιτισμικά σημαινόμενα» 17. 15. Πβ. τον πρόλογο του Roger Chartier στη γαλλική μετάφραση του έργου:Sport tion. La violence maîtrisée , Παρίσι, Fayard, 1994, σ. 7-24. 17. Richard Holt, Sport Press, 1990, σ. 359.
16.Στο ίδιο ,σ. 22.
et civi
and the British.
A Modern
History
,Οξφ
Η για μια κοινωνιολογία των σπορ, γνώρισε σημαντική κριτική, κυρίως απότους νεομαρξιστές κοινωνιολόγους, για τη θεωρητική ενσωμάτωση εκ μέρους της στοιχείων λειτουργισμού, εξελικτισμού και περιγραφισμού19.Οιαδυναμίες της θεωρίας αποκαλύπτονται από τις προτάσεις των ερευνητών που πλαισιώνουν το Κέντρο Σύγχρονων Πολιτισμικών Σπουδών (cultural studies)καιτην«αναπτυξιακή» κοινωνιολογία του R. Gruneau20. Οι θεωρίες αυτές, με γκραμσιανές αναφορές21, εμμένουν στην έννοια της κοινωνικής διαίρεσης και διαμάχης αντί γι' αυτήν της ομαλής μετάβασης, στο ρόλο του κράτους και της κρατικής εξουσίας στις σύγχρονες κοινωνίες, στους περιορισμούς που επιβάλλει η καπιταλιστική κοινωνία, ενώ επιχειρούν να αποφύγουν τις παγίδες μιας ατομιστικής ή δομιστικής ανάλυσης 22.Αυτόπουαξίζει ναεπισημανθεί είναι ότι οι νέες αυτές τάσεις δεν απεμπολούντηνιστορική ερμηνεία, η οποία αντίθετα, όπως και στη θεωρία των Elias και Dunning, διατηρεί την αναλυτική της δύναμη. Η που χρόνια, γύρω από τη χρονική τομή του 1980. Με εξαίρεση τη γερμανική ιστοριογραφία, που είχε ήδη προσφέρει δείγματα παρόμοιας ενασχόλησης23,η
18. Η θεωρία αυτή ονομάζεται «μορφική» (figurational) επειδή βασική της θέση είναι ότι η κοινωνική ζωή μπορεί να γίνει αντιληπτή ωςμια σειρά από «μορφώματα» (configurations), δηλ. δομέςαπό αμοιβαία εξαρτώμενα άτομα. Ηίδια τάση περιγράφεται εξάλλου ωςκοινωνιολογία της «διαδικασίας», σύμφωνα μετο έργοτου Ν. Elias Η Διαδικασία Πολιτισμο
Prozess der Zivilisation, 1939). Βλ. την ελλ. έκδοση: Η εξέλιξη του πολιτισμού.
κές και ψ υ χ ο γ ε ν ε τ κ ιέ ς έ ρ ε υ ν ε ς , μετάφραση Έμη Βαϊκούση, τ. Α'-Β', Αθήνα, Νεφέλη, 1997 19. Βλ. J. Horne, D. Jary, «The Figurational Sociology of Sport and Leisure of Elias and Dunning: An Exposition and a Critique» στο J. Hörne, D. Jary, A. Tomlinson,ό.π., σ. 86-112. Πβ. επίσης Ε. Dunning - Chris Rojek (εκδ.), Sport and Leisure in the Civilizing and Counter-Critique, Λονδίνο, Macmillan, 1992. Massachusetts Press, 1983. Η ανάλυση του Gruneau ανήκειστον ευρύτερο χώροτης θεωρίας της «δόμησης» (structuration theory) του Anthony Giddens. 21. Πρόκειται κυρίως για το έργοτου John Hargreaves και της Jennifer Hargreaves. Βλ. J.
Hargreaves, Sport, Power and Culture: A Social and Historical 20. Πβ. R. Gruneau, Class, Sports , and Social Development,
Amherst, T
Britain, Καίμπριτζ 1986και Jennifer Hargreaves (εκδ.), Sport, Culture and Id 1982. 22. Πβ.την κριτική παρουσίαση της γραμσιανιστικής ανάλυσης για τα σπορ στο D. Harris,
From
Analys
Λονδίνο, Routledge, 1992. Βλ.επίσης την απάντηση των οπαδών της «μορφικής» κοινωνιολογίαςστην κριτική των νεομαρξιστών: Chris Rojek, «The Field of Play in Sport and Leisure Studies», στο E. Dunning - Chris Rojek (εκδ.), ό.π., σ. 1-35.
23. Βλ. C. Diem, Weltgeschichte des Sports und des Leiberziehung,
Class
Struggle
to the Politics
of Pleasure.
The
Effects
of
Ueberhorst (εκδ.), Geschichte der Leibesübungen, Βερολίνο - Μόναχο - Φραγ und Wernitz, 1980. Πρόκειται πάντως για την ιστορική προσέγγιση όχιτης ανάπτυξης του
αγγλοσαξονική καιστησυνέχεια η γαλλική ιστοριογραφία εισάγουν τη θεω κή συζήτηση και την εμπειρική έρευνα μόλις στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Ακόμη και οι γενικές ιστορίες πουμελετούντις αντίστοιχες κοινωνίες του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, περίοδο όπου η παρουσία των είναι πλέον αισθητή και αντανακλά τη δυναμική των κοινωνικών αλλαγών, παραβλέπουν αυτή την πτυχή της κοινωνικής και πολιτισμικής πραγματικότητας. Τη σφαιρική αυτή ματιά κομίζει ο Eric Hobsbawm, ο οποίος, αν και δεν αφιέρωσε μια αυτοτελή μελέτη στα σπορ,πρόσφερε ένα πειστικό ερμηνευτικό σχήμα παρ ζοντας τα σπορ ως στοιχείο νεοτερικό —μια από τις «εφευρημένες παραδόσεις» της καμπής του 19ου αιώνα, παράγοντα διάκρισης και συνοχής ταυτόχρο την ευρωπαϊκή μεσαία τάξη 24 .
γραφίας του αθλητισμού στο γερμανικό και αγγλοσαξονικό χώρο, ίσως γιατί για τη γαλλική κοινωνία οι αθλητικές δραστηριότητες δεν κατείχαν τη θέσηπο απότιςαρχέςτου19ου αιώνα ήδη για τη Γερμανία η Turnbewegung (γ κίνηση) και για την Αγγλία τα σπορ. Δεν είναι εντούτοις τυχαίο ότικαιστη Γαλλία η θεωρητική συζήτηση ανοίγει από την κοινωνιολογία. Η μικρή μελέτη του Pierre Bourdieu το 1978 με θέμα «Πώς μπορούμε να είμαστε σπορτίφ; για πρώτη φορά στη γαλλική βιβλιογραφία ζητήματα σχετικά με την ιστορ σπορ την οποία αντιμετωπίζει ως «ιστορία σχετικά αυτόνομη», ενώ επιχειρεί και κάποιες πρώτες ερμηνείες με βάση το σχήμα της κοινωνικής προσφοράς και ζήτησης: «να εξετασθεί το σύνολο των αθλητικών πρακτικών και κατανάλωσης που προσφέρονται στους κοινωνικούς παράγοντες [...] ως μια προσφορά π σμένη να απαντήσει σε μια συγκεκριμένη κοινωνική ζήτηση» 25. Οι βασικές θέσεις του Bourdieu συμφωνούν με τις αντίστοιχες των συναδέλφων του Elia Dunning και τις κυρίαρχες τάσεις της κοινωνιολογίας των σπορ της δεκαετίας του 1970. Η ιστορική ερμηνεία είναι επίσης παρούσα, εφόσον τα σπορ αν τωπίζονται ως ένα σύνολο «κοινωνικών πρακτικών εντελώς ιδιαίτερων» πουδεν μπορούν να αναχθούν «στο απλό τελετουργικό παιχνίδι η στην εορταστική ψυχαγωγία». Διαφέρουν συνεπώς από τα παραδοσιακά παιγνίδια και είναι προϊόν κοινωνικών, οικονομικώνκαιπολιτισμικών αλλαγών. Παρόλοπουτο άρθροτου Bourdieu μπορεί να θεωρηθεί το πρώτο που παρουσιάζει τις ερευνητικές αναζητήσεις
αθλητισμού στο πλαίσιο της σύγχρονης βιομηχανικής κοινωνίας, όπως είναι η περίπτω αγγλικών ερευνών,αλλά της ιστορίας του γερμανικού γυμναστικού κινήματος ( Turnbewegung σε συνδυασμό με τον γερμανικό εθνικισμό. 24. Ε. Hobsbawm, «Mass - Producing Traditions: Europe, 1870-1914» στο E.Hobsbawm- T. Ranger (εκδ.), The Invention of Tradition, Καίμπριτζ, Cambridge University 288-289, 298-303. Πβ. του ίδιου, The Age of Empire 1875-1914, Λονδίνο, Nicolson, 1987, σ. 179-183. 25. P. Bourdieu, «Comment peut-on être sportif?», Questions de sociologie ,Π 1980, σ. 173-195.
για το θέμα, το πρώτο κείμενο που θα αποτυπώσει τους σύγχρονους προβ τισμούς και θα καταστρώσει ένα πρόγραμμα γι' αυτό που θα μπορούσε να είναι μιαιστορία τωνσπορείναι το άρθρο των Roger Chartier και Georges Vigare δημοσιευμένο το 1982 26 . Μέχρι τη δεκαετία του 1970 εξάλλου, αλλά και αργότερα, παράλληλα με τις νέες τάσεις, καλλιεργείται μια «πολεμική ιστορία» του αθλητισμού, δημοσιογραφικού περισσότερο χαρακτήρα —κάποιες φορές και αυστηρά ιστοριοδιφικού— η οποία εξαντλείται στην καταγραφή των αθλητικών αναμετρήσεων και επιδόσεων, διανθισμένη με ανεκδοτολογικές περιγραφές για κάποιο σημαντικό αθλητικό σύλλογο η για επιφανείς αθλητές. Ο επικός χαρακτήρας της αφήγησης και η αγιογραφικού τύπου βιογραφία, στοιχεία που διακρίνουν και τον αθλητικό τύπο, αποτελούν τα γνωρίσματα και αυτής της ιδιότυπης ιστοριογραφικής παραγωγής. Εκτόςαπότηναθλητική μυθολογία, μια ομάδα έργων, κυρίως την τελευταί δεκαετία και για λόγους προφανείς, ασχολείται με τις εμπορικές όψεις της αθλητικής δραστηριότητας 27. Οι συγγραφείς παρόμοιων έργων προέρχονται κατά κανόνα από το χώρο του αθλητισμού —συχνά είναι κάτοχοι σημαντικών διοικητικών θέσεων σε αθλητικά σωματεία η στις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες— η είναι δημοσιογράφοι28. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ Ηανάπτυξη τηςιστοριογραφίας του αθλητισμού στην Ελλάδα δεν είναι ξάρτητη, όπως είναι φυσικό, από τις διεθνείς και εγχώριες εξελίξεις των κοινωνικών επιστημών. Η καθυστέρηση της ένταξης των σπορ στη θεματική της ιστορίας και της κοινωνιολογίας αποτελεί συνεπώς αναπόφευκτο σύμπτωμα καιτης ελληνικής βιβλιογραφίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν δημοσιεύματα σχετικά με τον αθλητισμό, τη γυμναστική και τα σπορ ήδη από τα τέλη του προηγούμενου αιώνα. Το έναυσμα δόθηκε στην ουσία με την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων και την επιλογή της Αθήνας ως πρώτου τόπου για τη
26. R. Chartier, G. Vigarello, «Les trajectoires du sport. Pratiques et spectacle», Le Débat 19 (Φεβρ. 1982), σ. 35-58.Τοάρθροτου Ρ. Bourdieu, ό.π., ενέπνευσεσεμεγάλο βαθμό και τους Chartier και Vigarello, όπωςοιίδιοι σημειώνουν. Στη Γαλλία πάντως, σημαντική θέση κατέχουν οιανθρωπολογικές μελέτες για τα σπορ(M. Augé, ΑΙ. Ehrenberg, J. - P. Callède χρόνια, εξάλλου, παρατηρείται εκδοτική δραστηριότητα στην ιστορία των σπορκαι της γυμναστικής με κέντρο την Λυονκαι τον εκεί καθηγητή Pierre Arnaud. 27. Πβ. Ε. Pessen, «Life, baseball and the intellectuals», Reviews in American H (1992), σ. 111-116και R. Renson, M. Lämmer, J. Riordan, Practising Sport History, nal HISPA Seminar, Institute of Physical Education of the Catholic University of Leuven, December 5-8, 1986, Sankt Augustin, Academia Verlag Richarz, 1987. 28. Πβ. όσα γράφει στην εισαγωγή του οRichard Holt, Sport and Society in Mo Λονδίνο 1981, σ. 1-2.
διεξαγωγή τους. Έτσι, παρόλο που και νωρίτερα επισημαίνονται μελέτες που παρουσιάζουν, έστω και αποσπασματικά, την ιστορία της γυμναστικής, το 1896 αποτελεί την ουσιαστική αφετηρία για μια παρόμοια δραστηριότητα. Έκτοτε, απόπειρεςιστορικήςσύνθεσης, εκλαϊκευτικής η μη μορφής, σημειώνονται σταθερά, με πυκνότητες που μια εξαντλητική απογραφή θα μπορούσε να μας περιγράψει 29 . Η βιβλιογραφική αυτή παραγωγή παρουσιάζει αναμενόμενες ανισότητες, εφόσον ούτε ξεχωριστό κλάδο συγκροτεί ούτε οι συγγραφείς της προέρχονται από έναν συγκεκριμένο επιστημονικό χώρο. Αλλωστε, στο μεγαλύτερο μέρος της δεν έχει καν επιστημονικό χαρακτήρα. Ως γυμναστικής, τις μονογραφίες για ένα συγκεκριμένο σπορ —συνήθωςαπότα δημοφιλέστερα κάθε εποχής— η για κάποιον αθλητικό σύλλογο, τις τοπικές αθλητικές ιστορίες. Ένας σημαντικός αριθμόςέργων,εξάλλου,αναφέρεται στη αρχαιότητα καιστους αρχαίους αθλητικούς αγώνες. Παρά τις προφανείς διαφορές και αποκλίσεις, τόσο θεματικές όσο και ποιοτικές, μεταξύ όλων αυτών των έργων,είναι δυνατό να επισημανθούν .κάποια κοινά χαρακτηριστικά, τα οποία επιτρέπουν και τη συνολική αποτίμηση. Πολύ σχηματικά, η ιστοριογραφία της φυσικής αγωγής στην Ελλάδα έως τα πολύ πρόσφατα χρόνια διακρίνεται από: α') ερασιτεχνισμό, β') έλλειψη αυτονομίας, γ') απουσία θεωρητικού προβληματισμού και δ') ελληνοκεντρισμό. Ο ερασιτ κής αγωγής οφείλεται στην καθυστέρηση με την οποία οργανώθηκε η γυμναστική εκπαίδευση στηνΕλλάδα 30 , στην περιθωριακή θέση, ακόμη και απουσία, ειδικού κλάδου ιστορίας της γυμναστικής και του αθλητισμού στο πλαίσιο αυτής της εκπαίδευσης, αλλά και στην έλλειψη επαφής με την επιστήμη της ιστορίας. Πράγματι, οι συγγραφείς παρόμοιων έργων δεν έχουν καμία σχέση με την ιστορική επιστήμη, ούτε ως προς την επιστημονική τους κατάρτιση ούτε ως προς την επαγγελματική τους θέση. Είναι κατά κανόνα γυμναστές, καθηγητές της γυμναστικής στη μέση εκπαίδευση η στις γυμναστικές ακαδημίες, κάτοχοι κρατικών θέσεων με αρμοδιότητες σχετικές με τη διδασκαλία της γυμναστικής η, σπανιότερα, διοικητικά στελέχη του αθλητισμού. Η εξοικείωση με τις μεθόδους, τα αναλυτικά εργαλεία και τα προβλήματα της ιστορικής έρευνας είναι μηδαμινή έως ανύπαρκτη. Από το χώρο της ιστορίας, της αρχαιολογίας η, πάντως, μιας λογιοσύνης που
αυτή, καταγράφονται 449 δημοσιεύματα απότα οποία 35αποτελουν ιστορικές μελέτες για τη γυμναστική και τον αθλητισμό. 30. Βλ.ε8ω σ. 48κ.εξ.και για τον όρο «φυσική αγωγή» ειδικότερα, σ. 58, σημ. 44.
τζος, Ελληνική
29. Η μόνη συστηματική βιβλιογραφία δημοσιευμάτων σχετικών μετη γυμναστική και τον αθλητισμό εκδόθηκε το 1934και καλύπτει την περίοδο 1829-1934: Ευάγγελος Γ. Καλφ
Γυμναστική Βιβλιογραφία, 1829-1934,
Θεσσαλονίκη 1934. Γ
δεν σχετίζεται με τη σωματική άσκηση, προέρχονται ωστόσο κάποιοιαπόεκείνους που ασχολούνται με την ιστορία της γυμναστικής στηναρχαιότητα, τους αρχαίους Ολυμπιακούς Αγώνες και τους αρχαίους αθλητικούς θεσμούς. Η ιδιαίτερη βαρύτητα που έχει για τη νεοελληνική συνείδηση η αρχαιότητα προσδίδει σ' αυτό το κομμάτι της ιστορίας του αθλητισμού μια ξεχωριστή λειτουργία. ιδιαίτερα μετά την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων και τη διοργάνωση τους στην Αθήνα το 1896, εγκαθιδρύεται η έννοια της συνέχειαςσεένανεπιπλέον τομέα του εθνικού βίου 31. Κατά συνέπεια, η ιστορία της φυσικής αγωγής ξεκινάει από την αρχαιότητα και, κατά τούτο, εγγράφεται αρμονικά στο κυρίαρχο έκτοτε ρεύμα της εθνικής ιστοριογραφίας. Σε πλήρη αναλογία με τη γενική ιστορία της Ελλάδας, η ιστορία του ελληνικού αθλητισμού ανασυνθέτει τη διαχρονική συνέχεια της σωματικής άσκησης των Ελλήνων, προσθέτοντας σταδιακά ακόμη και τις λιγότερο « αθλητικές» περιόδους, όπως το θεοκρατούμενο Βυζάντιο. Είναι αξιοσημείωτο ότι τα στάδια αυτά παρακολουθούν απολύτως τους ρυθμούς ένταξης των αντίστοιχων περιόδων στην εθνική ιστοριογραφία: πρώτα η Τουρκοκρατία και μετά το Βυζάντιο.
μια ιστορία του αθλητισμού «από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ' ημάς», θεμελιωμένη στην έννοια της συνέχειας. Στην ουσία πρόκειται γιαμια γενεαλογία της σωματικής άσκησης, η οποία ανακαλύπτεται ως ιδιάζον εθνικό χαρακτηριστικό σε κάθε ιστορική περίοδο. Το ιστοριογραφικό αυτό σχήμα παρακολουθεί αναμφισβήτητα ανάλογες ερμηνευτικές προτάσεις από τη δυτικοευρωπαϊκή ιστοριογραφία του αθλητισμού, όπου επίσης οι σύγχρονοιαγώνες,και κυρίως κάποια είδη σπορ, θεωρούνται ότι προέρχονται από μεσαιωνικά παιγνίδια. Η έννοια της εξέλιξης, η αναζήτηση της «αρχής» των φαινομένων, που χαρακτηρίζουν γενικότερα τη δυτικοευρωπαϊκή ιστοριογραφία της εποχής, μεταφέρονται mutatis mutandis στη σύγχρονή της ιστορία τουαθλητισμού. σταλλώνεται γρήγορα, η ιστορία του ελληνικού αθλητισμού βρίσκει την πρώτη συνολική έκφρασή της στο έργο του Ευάγγελου Παυλίνη Ιστορία της Γυμναστικής, πουδημοσιεύεται το 1927 32 . Το έργο αυτό αφενός συνοψίζει και συνθέτει τις 31. Τιςαπόψειςαυτές για τη συνέχεια της σωματικής άσκησης στον ελληνικό χώροαπό την αρχαιότητα ωςτην Επανάσταση τις βρίσκουμε διατυπωμένες σε συνοπτική μορφήκαι με συντομία στο λόγο πουεκφώνησεοΣπ. Λάμπρος στα εγκαίνια του γυμναστηρίου του Πανελληνίου Γ.Σ.στις 8 Ιανουαρίου 1895: « Επί τοις εγκαινίοις του Γυμναστηρίου του Πανελληνίου Γυμναστικού Συλλόγου», Λόγοι και άρθρα, Αθήνα 1902, σ. 241-245. 32.Τοέργογνώρισε πολλές επανεκδόσεις. Τυπώθηκε μάλιστα καιτο 1953από τον οργανισμό Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων. Πριναπότον Παυλίνη καιοΧρυσάφης είχε δημοσιεύσει μελέτες για την ιστορία του ελληνικού αθλητισμού αλλά δενείχε προχωρήσει σεμια συνολική σύνθεση.
απόψειςπουείχαν εκφραστεί από το τέλος του περασμένου αιώνα και αφετέρου κληροδοτεί μια συγκεκριμένη ερμηνευτική πρόταση για επόμενες μελέτες. Η παρουσίαση, συνεπώς, του σχήματος που προτείνει ο Παυλίνης περιγράφει στην ουσία την κυρίαρχη τάση στην ιστορία του ελληνικού αθλητισμού έως σήμερα. ζήτημα της συνέχειας, υιοθετεί τη διάκριση μεταξύ γυμναστικής —την οποία ορίζει ως «συνειδητήν χρησιμοποίησιν της κινήσεως προς διάπλασιν καιπροαγωγήν του ανθρώπου»33— και παιγνιδιών και αγωνισμάτων. Χάρη σ' αυτή τη διάκριση μπορεί να διαπιστώσει ότι η περίοδος μετά την κατάργηση των Ολυμπιακών Αγώνων το 394 μ.Χ. και ως την ίδρυση του ελληνικού κράτους χαρακτηρίζεται μεν από μια αδιαφορία ως προς τη γυμναστική αλλά ότι συνεχίζονται τα αγωνίσματα και ο θαυμασμός προς τη σωματική ρώμη. Η συνέχεια συνεπώς εντοπίζεται όχι στη «γυμναστικήν συνείδησιν» αλλά στα παιγνίδια και τα αγωνίσματα, τα οποία στο ύστερο Βυζάντιο έχουν και δυτικοευρωπαϊκή προέλευση. ΓιατηνεποχήτηςΤουρκοκρατίας, οι κλέφτες προτείνονται ως το πρότυπο της σωματικής αρετής. Ωστόσο, η ανάπτυξη του Παυλίνη είναι πολύ περιορισμένη γι' αυτή την περίοδο, επειδή και η ελληνική ιστοριογραφία δεν έχει ακόμη ασχοληθεί συστηματικά με την Τουρκοκρατία. συνέχειας επιτρέπουν, στο χώρο της ιστορίας τουαθλητισμού, τηνεπιβολήτης ακόλουθης εικόνας για τη σωματική άσκηση των Ελλήνων κατά τηνεποχήτης οθωμανικής κυριαρχίας:
« Αλλά μήπως και οι πρωτεργάται της εθνικής μας παλιγγενεσίας δεν ήσαν όλοι αθληταί; Φύσει, όχι μόνον θέσει, αθλητικοί ήρωες, οι αρματωλοί και οι κλ του '21 ετρεχαν, πηδούσαν τα βουνά και τα λαγκάδια, έριχναν το λιθάρι σε απόσταση βολής, πραγματοποιούσαν ασφαλώς τα πλέον απίθανα ρεκόρμετη σωματική ανδρεία τους. Έτσι η εθνική αυτοσυνείδησις ξύπνησε μέσα στη φυλή μας με τους πρωταθλητάς του '21. Κι αυτοί οι ίδιοι —άγνωστοι και γνωστοί ήρωες— ακολουθούσαν πιστά κι' ασυνείδητα την απ' αιώνων παράδοσι του Ε λ ληνικού θρύλου, σαν σιδερένιοι κρίκοι μιας ίδιας αλυσίδας...» 34. ται ως η καθεαυτό συνέχεια του αρχαιοελληνικού γυμναστικού ιδεώδους. Η σωματική άσκηση στην περίπτωση των κλεφτών θεωρείται πως έχει σκοπό την «τελειοποίησιν και εξευγένισιν» του σώματος και ότι αποτελεί το μέσογιατην εθνική αναγέννηση και ακμή 35 . Στο θαυμασμό για τα ωραία σώματα καιτην 33. Ε. Παυλίνης, Ιστορία της γυμναστικής, 34. Αθηνά Κ. Σπανούδη, Ο αθλητισμός
1906 (β' εκδ.), σ. 182-203. Η α' έκδοση, το 1896.
35. Βλ. Α. Θ. Σπηλιωτόπουλος, Οι Ολυμπιακοί Έλλησι, Ρωμαίοις, Βυζαντινοίς
Αγώνες διά των Αιώνων. και Φράγκοις. Αρματωλικοί
Αθήνα, Ο.Ε.Σ.Β., 1953, σ. 381. σύγχρονη θρησκεία, Αθήνα
Οι αγώνες π και Νεώτερ
κορμοστασιά των κλεφτών ανακαλύπτεται η λατρεία του κάλλουςτωναρχαιοελληνικών αγαλμάτων. Σε παρόμοια έργα, ανιχνεύεται έτσι μια διαφοροποιημένη αντίληψη για την Ελληνική Επανάσταση, εκείνη που τη συνδέει με τη σωματική και όχι αποκλειστικά με την πνευματική αναγέννηση του ελληνικού έθνους. Οι κλέφτες θεωρούνται πρωτίστως ως αθλητές, γνήσιοι απόγονοι —και γι' αυτό το λόγο— των αρχαίων ολυμπιονικών. Γίνονται λοιπόν ο κρίκος της συνέχειας ως προς ένα από τα σημαντικότερα συστατικά στοιχεία τουαρχαιοελληνικού πολιτισμού, τη σωματική άσκηση και τους αθλητικούς αγώνες. γία προς αυτή, η εθνική αθλητική ιστορία ανακαλύπτει —σωστότερα κατασκευάζει— μία μία τις ψηφίδες του αφηγήματος της συνέχειας. Μετά το λιθάρι και το πήδημα των κλεφτών ανακαλύπτεται ο βυζαντινός ιππόδρομος. Αναπαράγεται κατ' αυτό τον τρόπο ως τις μέρες μας, παρά τα χρόνιαπουέχουνπαρέλθει και τα νέα δεδομένα της ιστορικής έρευνας, το ξεπερασμένο σχήμα μιας πορείας της σωματικής άσκησηςαπότη Μινωική Κρήτη ως σήμερα, όπου συμφύρονται αντιφατικές εκδηλώσεις και πρακτικές, όπως είναι οι αρχαίοι αγώνες, τα λαϊκά παιχνίδια, οι συλλογικοί τρόποι ψυχαγωγίας, η γυμναστική και οι σύγχρονοι Ολυμπιακοί Αγώνες.
σης και εξάπλωσης των σπορ και της γυμναστικής στην Ελλάδα θα πρέπει να απελευθερωθεί απότα ιδεολογήματα και τα στερεότυπα του παρελθόντος —και του παρόντος— και να επιχειρήσει να προτείνει μια πειστική ερμη εγγράφεται στομεθοδολογικό πλαίσιο της κοινωνικής και πολιτισμικής ιστορίας. Σεμιαπαρόμοια προσέγγιση, και δεδομένου ότι τα σπορ δεν αποτελ κλειστικά στοιχείο ιδιάζον μιας συγκεκριμένης στο χώρο και το χρόνο κοινωνίας, είναι χρήσιμα τα πορίσματα που κομίζει η ήδη ώριμη δυτική κοινωνιολογική και ιστορική έρευνα. Η χρήση του συγκριτικού πλαισίου θα συμβάλει να φωτίσουμε τόσο τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής περίπτωσης όσο και τη συμμετοχή της στους ευρύτερους μετασχηματισμούς της ευρωπαϊκής κοινωνίας. Οι βασικές έννοιες, έννοιες-εργαλεία, που θα χρησιμοποιήσουμε στην ανάλυσή μας είναι η κοινωνικότητα, η εθελοντική συσσωμάτωση και ο ελεύθερος χρόνος.
ΣΩΜΑΤΕΙΑΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΝΕΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΤΗΤΑΣ
Η κοινωνικότητα, πέρα από τους ορισμούς που συνηθίζουν να δίνουν τονίζοντας την πανανθρώπινη η την ατομική διάσταση, μπορεί ναεφαρμοστεί σε συγκεκριμένες ανθρώπινες ομάδες και να ποικίλλει ιστορικά. Θεωρώντας ως ιστορική κατηγορία έναν όρο δανεισμένο από τη συλλογική ψυχολογία, θα πρέπει να ερμηνεύσουμε την κοινωνικότητα ως το αποτέλεσμα συγκεκριμέν
κων, οικονομικών και εν τελεί ιστορικών σχέσεων . Ως ερευνητικό αντικείμενο η κοινωνικότητα, στον ενικό η τον πληθυντικό, έχει απασχολήσει τους κοινωνιολόγους από τις αρχές του αιώνα και, πιο πρόσφατα, τουςανθρωπολόγους.Η Σχολή του Σικάγο, μελετώντας το αστικό φαινόμενο, ασχολήθηκε συστηματικά με την κοινωνικότητα, αναλύοντας τις οικογενειακές και φιλικές σχέσεις καθώς και τις σχέσεις γειτνίασης. Μέσω παρόμοιων μελετών, η κοινωνικότητα απέκτησε έναν «περισσότερο εμπειρικό ορισμό που επιμένει στο κοινωνικό περιεχόμενο των σχέσεων»37. Στις περισσότερες αναλύσεις δεν περιέχεται, αφετηριακά η συμπερασματικά, κάποιος ορισμός της κοινωνικότητας. Στην πραγματικότητα, θεωρείται ως «αυτονόητος» και, πάντως, οι ορισμοί που δίνονται είναι πάντα εξαιρετικά ευρείς. Ενδεικτικός είναι, για παράδειγμα, ο ορισμός που προτείνει η Claire Bidart: «[κοινωνικότητα είναι] το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων, πραγματικών και βιωμένων, που συνδέουν το άτομο με άλλα άτομα με διαπροσωπικούς και/η ομαδικούς δεσμούς»38. Η κοινωνικότητα προσδιορίζεται απόμια σειρά από συνδεόμενες και αλληλεξαρτώμενες μεταβλητές, όπως π.χ. η ηλικία, το φύλο, το επάγγελμα. Οι απόπειρες ταξινόμησης και κατηγοριοποίησης των διάφορων μορφών κοινωνικότητας έχουν"οδηγήσει, τους κοινωνιολόγους κυρίως, σε κάποιες τυπολογίες πουμπορούννα αποδειχθούνχρήσιμες και σε μια ιστορική μελέτη. Η πρώτη διάκριση, η οποία κατεξοχήν είναι εφαρμόσιμη στη μελέτη των σωματείων, είναι μεταξύ τυπικής και άτυπης η οργανωμένης και αυθόρμητης κοινωνικότητας. Οι κοινωνικές σχέσεις που αναπτύσσονται στο πλαίσιο των εθελοντικών συσσωματώσεων εγγράφονται στην κατηγορία της τυπικής και οργανωμένης κοινωνικότητας. Η δεύτερη διάκριση αναφέρεται στον συλλογικό (δηλ. ομαδικό) η στον ατομικό (δηλ. διαπροσωπικό) χαρακτήρα της κοινωνικότητας, διάκριση εξίσου λειτουργική για την ανάλυση των σχέσεωνπουμπορούννα αναπτυχθούν μεταξύ των μελών μιας δεδομένης ομάδας, που μπορεί επίσης να είναι ένα σωματείο. Η τρίτη διάκριση, η οποία ωστόσο είναι δύσκολο να εφαρ36. M. Agulhon, Le cercle dans la France bourgeoise 1810-1848.
sociabilité, Παρίσι, A. Colin, 1977, σ. 8-11,και του ίδιου, «Introduction. La sociabilité est objet de l'histoire?», στο Ε. François (επιμ.), Sociabilité et société bourgeoise Allemagne et en Suisse 1750-1850..., Παρίσι, Éditions Recherche sur les Civ 13-22. 37. Claire Bidart, «Sociabilités: quelques variables», Revue Française de Sociolo (nov.-déc. 1988), a. 621. 38.Στο ίδιο ,σ. 623. Αντίστοιχα, οι Etienne François και Rolf Reichardt δίνουν τον ακόλουθο ορισμόπουυιοθέτησαν στη δική τους έρευνα:«ηκοινωνικότητα [...] περιλαμβάνει τις συγκεκριμένες μορφές,τους τρόπους (modalités),τις δομέςκαι τις διαδικασίες της κοινωνικοποίησης και της ώθησηςσεεπικοινωνία που διασχίζει όλοτο πεδίο της κοινωνικής πρακτικής, ανάμεσα στην οικογένεια αφενόςκαι το κράτος και τα συγκροτημένα σώματα (κόμματα) αφετέρου». Ε. François - R. Reichardt, «Les formes de sociabilité en France du milieu du XVIII1- siècle au milieu du XIXe siècle», Revue d'histoire moderne et contemporaine 34 (juil
Étud
εφαρμοστεί στηνιστορική ανάλυση, στηρίζεται στην «ένταση» των σχέσεωνπουαναπτύσσονται μεταξύ των προσώπων39. Σε μια συγχρονική η διαχρονική προσέγγιση της κοινωνικότητας σε συνδυασμό με το φαινόμενο της εθελοντικής συσσωμάτωσης, η πυκνότητα της παρουσίας των σωματείων είναι δυνατό να θεωρηθεί ως ένας δείκτης κοινωνικότητας τυπικής, δημόσιας και θεσμοθετημένης. Θα μπορούσαμε μάλιστα ναυποστηρίξουμε ότι αυτά είναι και τα χαρακτηριστικά της «νέας», νεοτερικής κοινωνικότητας σε αντιδιαστολή με την παραδοσιακή, που χαρακτηριζόταν αντίστοιχα από τοάτυπο, ιδιωτικό και ανοργάνωτο, χωρίς βεβαίως αυτό να σημαίνει ότι η παρουσία τυπικών μορφών κοινωνικότητας ακυρώνει την ύπαρξη, παράλληλα, άτυπων μορφών, όπως είναι για παράδειγμα το καφενείο η, στο χωριόκαιστη γειτονιά, το κουρείο. Γι' αυτό το λόγο άλλωστε η pub θεωρείται στην Αγγλία του 19ου αιώνα ως η«εθελοντική συσσωμάτωση του εργάτη», ενώ ο Π. Νιρβάνας γράφει το 1910: «Ό,τι είνε δια τον Άγγλον το χομ, το σουΐτ χομ, είνε διά τον Έλληνα το καφενείον» 40. Χώρος ανδροκρατούμενος, όπου ανθούσαν οι πολιτικές συζητήσεις, γίνονταν οικονομικές συναλλαγές αλλά επίσης σύχναζαν λογοτέχνες και δημοσιογράφοι, το καφενείο αποτελεί για την Ελλάδα της περιόδουπουεξετάζουμε τον σημαντικότερο ίσως χώρο ανδρικής άτυπης κοινωνικότητας για όλα τα κοινωνικά στρώματα. Το καφενείο μάλιστα, όπως έχει υποστηρίξει ο Maurice Agulhon, εμφανίζει συγγένεια με το σωματείο και συχνά συγχέεται μαζί του, στα μικρότερα αστικά κέντρα, όπου μπορεί να προσφέρει το χώρο για την κοινωνική επαφή μιας σταθερής πελατείας 41. Το καφενείο και το σωματείο συγκροτούν αυτούς τουςενδιάμεσουςχώρους όπου μπορούν να αναπτυχθούν κοινωνικοί δεσμοί «διαφορετικοί από εκείνους που χαρακτηρίζουν την οικογένεια αφενός η από εκείνους που επιβάλλουν οι δομές εξουσίας αφετέρου» 42. Αλλωστε, όπως και στο σωμα τείο, «αν και οι εντός καφενείου σχέσεις μπορεί να αντανακλούν γνωρίσματα εξωτερικά του καφενείου [π.χ. κοινωνική τάξη], ωστόσο αυτές οι εξωτερικές ιδιότητες έρχονται να καταγραφούν σ' ένα πεδίο σχέσεων που ανήκουν στο καφενείο, που καταρχάς διαμορφώνονται μέσα σ' αυτό και σύμφωνα με έναν κώδικα που προσιδιάζει αποκλειστικά στο καφενείο» 43. Έτσιηαντίθεση ανάμεσα στον
39. Για την εφαρμογή αυτών και άλλων διακρίσεων ως προςτους διαφορετικούς τύπους κοινωνικότητας, βλ. Claire Bidart, ό.π., σ. 624-626. 40. Π. Νιρβάνας, «Μάϊ σουΐτ χομ!», εφ. Εστία, 25 Ιουλίου 1910στο Γ. Παπακώστας,
Φιλολογικά σαλόνια και καφενεία της Α θ ή ν α ς , β' εκδ., Αθήνα, Εστία, 1991, σ. Για την Αγγλία, βλ. P. Bailey, Leisure and Class in Victorian England. Ratio the Contest for Control, 1830-1885, Λονδίνο 1978, σ. 171.
41. M. Agulhon, Le cercle..., ό.π., σ. 54-57. 42. Hélène Desmet-Grégoire - Fr. Georgeon (εκδ.), Cafés d'Orient revisités, 1997, σ. 20. 43. Ευθ. Παπαταξιάρχης, «Ο κόσμοςτου καφενείου. Ταυτότητα και ανταλλαγή στον
εμπορικό, δημόσιο και ανοιχτό χαρακτήρα ενός καφενείου και τον μη κερδοσκοπικό, ιδιωτικό και κλειστό ενός σωματείου, είναι μάλλον επιφανειακή γιατί στην ουσία και οι δύο χώροι είναι μάρτυρες της ίδιας, καινούριας, μορφής κοινωνικότητας. Στα όρια του ιδιωτικού και του δημόσιου, τα σωματεία, οι μικρές ομάδες, χτίζουν τους δικούς τους τοίχους και διαγράφουν το χώρο δράσης τους μέσα στην πόλη. « Η ιδιωτική ζωή πρέπει να είναι κλεισμένη με τοίχους» έγραφε το λεξικό του Littré στα μισά περίπου του περασμένου αιώνα 44. Ανάλογη είναι καιη λειτουργία των σωματείων μόνο που οι τοίχοι είναι πλέον έξω από την οικογένεια. Η οργάνωση σε μικρότερες η μεγαλύτερες ομάδεςαποτελεί εξάλλουμια μορφή αντίστασης απέναντι στην πολιτική εξουσία και τον κοινωνικόέλεγχοκαι λειτουργεί αντισταθμιστικά και μονωτικά προς το εθνικό κράτος, με την αναζήτηση συλλογικών ταυτοτήτων άλλων απ' αυτήν που επιβάλλει το έθνος-κράτος. «Στα δημοκρατικά έθνη μόνο μέσω της συσσωμάτωσης μπορεί να εκφρασθεί η αντίσταση του λαού απέναντι στο κράτος», έγραφε ο Alexis de Toqueville στο περίφημο έργο του Η Δημοκρατία στην Αμερική 45.ΟToqueville, θαυμαστής του αμερικανικού πολιτικού συστήματος, θεωρούσε την εξάπλωση της σωματειακής οργάνωσης στην Αμερική ως κατεξοχήν εκδήλωση της αρχής της ισότητας που χαρακτήριζε την εκεί πολιτική και κοινωνική ζωή. Οι εθελοντικές συσσωματώσεις των πολιτών είχαν λοιπόν, σύμφωνα με τον Toqueville, καθαρά πολιτική λειτουργία, εφόσον αποτελούσαν το μοναδικό αντίβαρο προς τον αυταρχισμό του κράτους. Η Αμ ήπειρος, από την Αγγλία ως τη Ρωσία, γνώρισε στα μέσα του 19ου αιώνα μια καταπληκτική εξάπλωση της σωματειακής ζωής. Το «συνεταιριστικό πνεύμα» αποτελούσε τοπνεύμα (Zeitgeist )του προηγούμενου αιώνα 46. Η «κοινωνία πολιτών» λοιπόν —δηλ. το δίκτυο των εθελοντικών οργανώσεων που μεσολαβεί ανάμεσα στοάτομο καιτοκράτος— δραστηριοποιήθηκε και πολιτικοποιήθηκε σταδιακά όλο και περισσότερο. Υπό την επίδραση των ιδεών του Διαφωτισμού, αυτή η«κοινωνία πολιτών» σήμαινε «το πρότυπο της οικονομικής, κοινωνικής και ανδρικό συμποσιασμό», στο Ευθ. Παπαταξιάρχης - Θ. Παραδέλλης (επιμ.), Ταυτότητες
φύλο στη σύγχρονη Ε λ λ ά δ α . Ανθρωπολογικές προσεγγίσεις,
44. Dictionnaire , 1863-1872. Η παραπομπή στο Michelle Perrot (επιμ.), Histoire privée , τ. Δ', Παρίσι 1987, σ. 307. 45. Α. de Toqueville, Democracy in America, τ. II, Νέα Υόρκη, Vintage Books, χ Βλ. τώρα και την ελληνική έκδοση:Η δημοκρατία στην Αμερική, μετάφρ. Μπάμπης Λυ δης, εισαγωγή Γ. Μανιάτης, Αθήνα, Στοχαστής, [1997], 46. Α. M. Banti - Μ. Meriggi (εκδ.), Elites e associazioni nell'Italia de Storici 77 (agosto 1991), σ. 359. Σύμφωνα μετον Jonathan Barry, οιεθελοντικές συσσωματώ σεις ανέλαβαν ρόλο κλειδί στη διαμόρφωση της μεσαίας τάξης ήδηαπό τον 18ο αιώνα: «The Making of the Middle Class? Review Article», Past and Present 145 (nov. 1994), σ. 199
Αθήνα 1992, σ.
πολιτικής τάξης που επρόκειτο να κάνει για όλους πραγματικότητα τηναρχήτης νομικά ρυθμιζόμενης ατομικής ελευθερίας ξεπερνώντας τηναπολυταρχία, τα προνόμια γέννησης και την εκμετάλλευση του κλήρου»47. Βεβαίως, στο πλαίσιο της ευρύτερης αυτής εξάπλωσης του συνεταιριστικού πνεύματος διαπιστώνονται διαφορές μεταξύ των ευρωπαϊκώνκρατών ως προς το πολιτικό περιεχόμενο της σωματειακής δράσης, σύμφωνα με τους ιδιαίτερους κοινωνικο-ιστορικούς παράγοντες, τις οικονομικές δομές και τους κρατικούς θεσμούς. Στην societas civilis καιηανάδειξητης διάκρισηςανάμεσα στο κράτος (και τα στρατ τικά, αστυνομικά, νομικά, διοικητικά, παραγωγικά και πολιτισμικά όργανά του) και τον μη-κρατικό τομέα, δηλ. τη ρυθμιζόμενηαπότηναγορά, ελεγχόμενηαπό ιδιώτες και εθελοντικά οργανωμένη κοινωνία πολιτών, σε βασικό στοιχείο της σκέψης του προηγούμενου αιώνα εντοπίζονται από τα τέλη του 18ου αιώνα. Σύμφωνα με τον John Keane, η μετατροπή αυτή δεν οφειλόταν τόσο σε οικονομικούς παράγοντες —την ανάπτυξη του καπιταλισμού— αλλά σε μια μάλλον πολιτική εξέλιξη, το φόβο του κρατικού δεσποτισμού, που αποτελεί συστατικό στοιχείο των ιδεών που εκφράζονται γύρω από την ιστορική τομή της Γαλλικής Επανάστασης 48. Α ν ωστόσο η εθελοντική συσσωμάτωση αποτελούσε τη θεσμική βάσηγιανα εκφραστούν τα ιδεώδη της ορθολογικής επικοινωνίας και κοινωνικότητας καιτα πολιτικά αιτήματα χειραφέτησης, ήταν ταυτόχρονα σαφή τα κοινωνικά όρια —φύλου και τάξης— ως προς την εφαρμογή της φιλελεύθερης αρχής της ισότητας. Στην πρακτική τους έκφραση, οι χειραφετικές υποσχέσεις του φιλελευθερισμού καθώς και η συνάλληλη προτεσταντική ηθική ενσωμάτωσαν τις αρχές ιεραρχίας και αποκλεισμού της τάξης και του φύλου49. Ο τύπος σωματείου λοιπόν που κυριαρχεί στον 19ο αιώνα είναι εκείνος που έχει οριστεί στη γερμανική βιβλιογραφία ως bürgerlicher Verein, συσπείρωνε δηλ. κατεξοχήν την α τάξη και εξέφραζε αστικές αξίες: τις αρχές της ισότητας και της ατομικότητας, με παράλληλη περιφρόνηση προς τα προνόμια της καταγωγής και του status. Τα σωματεία αυτά, παρόλο που προωθούσαν την ιδέα της τυπικής ισότητας, απλώς αναπαρήγαν τιςδιαφορές κοινωνικής Ισχύος που ήδη υπήρχαν στο εσωτερικό της
κοινωνίας, επιβεβαιώνοντας και εδραιώνοντας την αστική κυριαρχία 5 0 .
48. John Keane, «Despotism and Democracy. The Origins and Development of the Distinction Between Civil Society and the State 1750-1850», στο Civil Society and the State. Perspectives , Λονδίνο - Νέα Υόρκη, Verso, σ. 35-71. 49. Βλ. Η. Μ. Wach, «Civil society, moral identity and the liberal public sphere: Manchester and Boston, 1810-40», Social History 21/3 (oct. 1996), σ. 281-303. 50. Christiane Eisenberg, «Working-Class and Middle-Class Associations. An Anglo-German
Bourgeois
47. J. Kocka, «The European Pattern and the German Case» στο J. Kocka-A. Mitchell (εκδ.),
Society in Nineteenth - Century Europe,
Οξφόρδη,Berg, 1
Oι εθελοντικές συσσωματώσεις πρόσφεραν κάτι παραπάνω από τη δυνατότητα να περνάει κάποιος τον ελεύθερο χρόνο του μεταξύ φίλων. «Έπαιξαν ένα ρόλο κλειδί στη διαμόρφωση και παγίωση των κοινωνικών σχέσεων μεταξύ των πλουσίων και ισχυρών της σύγχρονης βιομηχανικής κοινωνίας της πόλης, δημιούργησαντηναλληλεγγύητηςομάδας, έπλασαν μια συνείδηση τάξης και ρύθμισαν την αφομοίωση των"νέων ανθρώπων" των ανώτερων τάξεων» 51. Η εθελοντική συσσωμάτωση λειτουργούσε επιπλέον συμπληρωματικά προς την ιδιωτική άτυπη συνάντηση (σε σπίτια) για την εκδήλωση της αστικής κοινωνικότητας στην κοινωνία της πόλης. Οι ελίτ των πόλεων είχαν καθημερινές επαφές στο σπίτι, τη δουλειά, τη σχόλη, οι οποίες ενίσχυαν τους δεσμούς που αναπτύσσονταν και τις ιδέες που εκφράζονταν στις τυπικές οργανώσεις. Όλοι αυτοί οι τόποι εμπέδωναν κοινωνικά δίκτυα που παρήγαν κώδικες αξιών και συμπεριφοράς αλλά και επαγγελματικές η οικογενειακές συμμαχίες 3'2.
τηςανδρικήςαστικής κοινωνικότητας, ήταν ανεξάρτητες από το κράτος και επιδίωκαν συγκεκριμένους ειδικούς στόχους. Η συνήθης κατηγοριοποίηση που προτείνουν άλλωστε οι μελετητές στηρίζεται στις λειτουργίες και στους στόχους τους 53. Μια αρκετά πειστική τυπολογία, την οποία υιοθετεί και ο Vernon L. Lidtke54, διακρίνει τις εθελοντικές συσσωματώσεις, με βάση τη λειτουργική αξία που θεωρούνται ότι έχουν για τα μέλη τους ως συλλογικότητα, σε πέντε τύπους α') σωματεία που επιδιώκουν την «απόλαυση μέσω της συμμετοχής και της επίδοσης», δηλ. σωματεία των οποίων οι βασικές δραστηριότητες είναι τα σπορ, ο χορός, το τραγούδι κ.τ.ό., β') σωματεία όπου πρώτιστη αξία είναι η κοινωνικό τητα και όπου οι διάφορες δραστηριότητες αποτελούν απλώς το μέσογιαεπικοινωνία μεταξύ των μελών55, γ') σωματεία των οποίων η σημασία εντοπίζεται στο συμβολισμό πεποιθήσεων και ιδεολογιών, δ') σωματεία που προορίζονται κυρίως γιατηνπαροχή υπηρεσιών και ε') εκείνα με κύρια λειτουργία την εκπαιδευτική, Comparison, 1820-1870», στο J. Kocka - Α. Mitchell (εκδ.),ό.π. ,σ. 151-178. Πβ.και Α. Μ. Banti, «Der Verein», στο Η.-G. Haupt (εκδ.), Orte des Alltags. Miniaturen aus Kulturgeschichte , Μόναχο, C. H. Beck, 1993, σ. 105-110. 51. A. Cardoza, «Tra casta e classe. Clubs maschili dell'elite torinese, 1840-1914», στο A. M. Banti - M. Meriggi (εκδ.),ό.π., σ. 363-364. 52. Η. Μ. Wach,ό.π., σ. 284. Λονδίνο, Garland, 1986, σ. 7-9.
54. V. L. Lidtke, The 53. Βλ. D. J. Pugliese, Voluntary associations. Culture. An annotated bibliography, Alternative Socialist Labor
-Νέα Υόρκη, Oxford University Press, 1985, σ. 24.Τοσχήμα αυτό προέρχεται από επεξεργασία του σχήματος που προτείνουν οιCharles Κ. Wartiner και Jane Emery Prather, «Four Types of Voluntary Associations», Sociological Inquiry 35 (Spring 1965), σ. 138-148. 55. Η κοινωνικότητα αποτελούσε πάντως εξέχουσα λειτουργία για σχεδόν όλους τοùc τύπους σωματείων.
in Imperial
δηλ. την παροχή στα μέλη τους ευκαιριών για μάθηση. Η τυπολογία αυτή, παρά τιςαδυναμίες της, φωτίζει την ποικιλία των σημασιών που μπορούσε σωματειακή ζωή για τους μετέχοντες. Από την άποψη της πολιτικο-κοινωνικής λειτουργίας του εξάλλου, ο τύπος του σωματείου που περιλαμβάνει καιτοαθλητικό σωματείο δίπλα σε άλλες οργανώσεις όπως π.χ. τα φιλανθρωπικά σωματεία, οι φιλεκπαιδευτικοί σύλλογοι, οι πολιτικές λέσχες, τα αναγνωστήρια κλπ., διακρίνεται από τέσσερα βασικά χαρακτηριστικά: α') οργανώνει άτομα που τυπικά θεωρούνται ίσα, δεν χαίρουν ιδιαίτερων προνομίων και μετέχουν στη λειτουργία του σωματείου με την ατομική τους ψήφο, β') επιδιώκει μόνο περιορισμένους στόχους, γ') οι δραστηριότητές τουαποτελούν αυτοσκοπούςκαι δενστοχεύουν σε μια ευρύτερη επιρροή έξω από τον κύκλο των μελών, δ') η γραφειοκρατία του παραμένει ασθενής και η διοίκηση ασκείται από προσωπικό που κατά κανόνα δεν πληρώνεται και προέρχεται από τα μέλη του 56.
ανερχόμενων μεσαίων στρωμάτων, των οποίων εξέφρασε τις πολιτικές αξίες και το νέο κώδικα συμπεριφορών. Ο πολλαπλασιασμός και η εξάπ νέου τύπου κοινωνικής οργάνωσης, συνδέθηκε επιπλέον στενά με την ανάπτυξη των πόλεων αλλά και τη νέα οργάνωση του χρόνου.
ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΧΡΟΝΟΣ: ΧΡΟΝΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ;
Η ιστορία του ελεύθερου χρόνου και της σχόλης57 συναρτάται, όπως κό, με την ιστορία της εργασίας. Α ν δεχθούμε μάλιστα την άποψη της διπλής διάστασης της εργασίας τόσο ως οικονομικής όσοκαιωςπολιτισμικής δραστηριότητας, τότε η ιστορική μελέτη της σχόλης μπορεί να συμβάλει σημαντικά στην κατανόηση της εργασίας, της οποίας η έρευνα μέχρι πρόσφατα είχε εγκλωβιστεί σεμιαοικονομιστική λογική. Παραπληρωματικές είναι εξάλλου οι πρ τωναντιλήψεων σχετικά με την εργασία αφενός και τον ελεύθερο χρόνο Ο τρόπος με τον οποίο ορίζεται σε κάθε εποχή η εργασία, ποιές είνα ψεις και οι αξίες που τη συνοδεύουν και, αντίστοιχα, πότεαναδύεται ηέννοιατου ελεύθερου χρόνου, πως ορίζεται αυτός και πως καταναλώνεται από τις διάφορες κοινωνικές ομάδες, αποτελούν σημαντικές παραμέτρους μιας παρόμοιας ανάλυσης.
56. Ch. Eisenberg, ό.π., σ. 153-154. 57.Μετη λέξη «σχόλη» αποδίδεται ο αγγλικός όρος «leisure» καιογαλλικός «loisir», ενώ ως«ελεύθεροςχρόνος» μεταφράζονται οι όροι «free time», «spare time»και «temps libre». Σ γερμανικά οι δύο όροι συμφύρονται σεέναν: «Freizeit». Για την απόδοση των αγγλικών και γαλλικών όρων, βλ. και Αλεξάνδρα Κορωναίου, ό.π., σ. 129-130. Κατά την εποχήπουκαλύπτει η παρούσα μελέτη, è όρος που επικρατεί είναι «σχολή».
Ανθρωπολογικές μελέτες —του M. Godelier συγκεκριμένα— έχουν δείξει ότι η έννοια της «εργασίας γενικά», διακεκριμένης δηλ. από τις ατομικές μορφές της και έξω από άλλες δομές όπου ήταν ενταγμένη (συγγένεια, θρησκεία, πολιτική), αναδύθηκε στηΔύση στα τέλη του 18ου αιώνα. Επισημαίνουν επίσης ότι παρατηρούνται αλλαγές στο λεξιλόγιο που συνοδεύει την εργασία: από συμφραζόμενα πόνου και υποβάθμισης διαπιστώνεται η μετάβαση σε λέξεις που υποδηλώνουν αξιοπρέπεια και τιμή 58 . Το «έθος του καθήκοντος, της εργασίας καιτηςαποταμίευσης» 59 αποτελεί πράγματι τον πυρήνα του νέου συστήματος αξιών που κυριαρχεί στην Ευρώπη του 19ου και του α' μισού του 20ού αιώνα. Ο χρόνος της εργασίας επιβάλλεται άλλωστε ως κυρίαρχος κοινωνικός χρόνος, όπως ακριβώς κυριαρχούσε ο ιερός χρόνος στις παραδοσιακές και πρωτόγονες κοινωνίες. Από τον 19ο αιώνα συνεπώς και σε συνδυασμό με την ανάπτυξη του βιομηχανικού καπιταλισμού, ο εργάσιμος χρόνος επιβάλλεται ως πρωταρχικός ρυθμιστής όλων των άλλων χρήσεων του χρόνου. Η απραξία και το άσκοπο χάσιμο του χρόνου είναι αντικείμενα ηθικής καταδίκης. Η ται για μια σημαντική πολιτισμική αλλαγή που αφορά στη συνείδηση του χρόνου και η οποία παρατηρείται κατά τη μετάβαση στη σύγχρονη βιομηχανική εποχή. Η πολιτισμική αυτή αλλαγή συνδέεται με τη σειρά της με μια τεχνολογική τομή που έχει προηγηθεί και της οποίας η σημασία δεν θα πρέπει να υποτιμηθεί: το ρολόι. Από τον 14ο αιώνα, εμφανίζονται τα ρολόγιατωνεκκλησιώνκαιτα δημόσια ρολόγια. Γύρω στο 1800έχουνπολλαπλασιαστεί τα ρολόγια τσέπης και τοίχου, παρόλο που δεν γνωρίζουμε ακριβώς ποιοί τα είχαν 60. Η μεγάλη διάδοση των ρολογιών μέσα στον 19ο αιώνα είναι εκείνη που εξασφάλισε πάντως στο νέο σύστημα αντίληψης του χρόνου γενική ισχύ και εφαρμογή. Η αλλαγή α από στον τεχνίτη», οι πουριτανοί ηθικολόγοι, προβάλλοντας με νέα έμφαση την ηθική αξία τηςφιλοπονίας και καταδικάζοντας την τεμπελιά, «πρόσφεραν σε κάθε άνθρωπο τον δικό του εσωτερικό μετρητή του χρόνου»61. Έτσι, σύμφωνα με τον 58. Μ. Godelier, «Mémorandum pour une enquête sur le travail et ses représentations», Μάρτιος 1980 (δακτυλόγραφο), σ. 5, 12-19. Πβ. και το κλασικό έργοτου Max Weber,
προτεσταντική ηθική και το Πνεύμα του καπιταλισμού,
Κάλβος, χ.χ., κυρίως σ. 62-72, 167-174. 59. Η έκφραση ανήκει στον Christian Lalive d'Epinay. Βλ. Αλ. Κορωναίου, ό.π.,σ. 84. 60. Ε. P. Thompson, «Time, Work-Discipline and Industrial Capitalism», Past and Present (Δεκ. 1967), σ. 63-66' βλ. και ελλ. μετάφρ. Ε. Π. Τόμσον, Χρόνος, εργασιακή πειθ βιομηχανικός καπιταλισμός, μετάφρ. - επίμετρο: Β. Τομανάς, Θεσσαλονίκη, Νη εκδ.). 61. Στο ίδιο ,σ. 87. Πβ.και Max Weber, ό.π.
μετάφραση Δημ. Κού
Ε. P. Thompson, η εσωτερίκευση της νέας αντίληψης του χρόνου και μιας νέας εργασιακής πειθαρχίας από τον 18ο αιώνα, που προκάλεσε σοβαρέςαλλαγές στα εργασιακά ήθη —νέες πειθαρχίες, νέα κίνητρα—, θα πρέπει να συνδεθεί μετην εξέλιξητηςπουριτανικής ηθικής στο πάντρεμά της με τον βιομηχανικό καπιταλισμό. Πράγματι, «από τότε που ο χρόνος έγινε η αφηρημένη μονάδα υπολογισμού για κάθε ανθρώπινη πράξη, απέκτησε νόημα η σκέψη της διαίρεσης του χρόνου, της εξοικονόμησης του χρόνου, της χρήσης του χρόνου ως μέτρουγιατην απόδοσηκαιτηςαυστηρής οριοθέτησης του "ελεύθερου" χρόνου από το χρόνο εργασίας» 62. Η α τμήμα γενικότερων μετασχηματισμών που περιγράφονται με την έννοια του εκσυγχρονισμού και της νεοτερικότητας και συνδέεται με μια σειρά από σημαντικές τεχνολογικές, οικονομικές και πολιτισμικές αλλαγές. Ως σημαντικότερη, που περικλείει και πολλές άλλες, προβάλλεται η εμφάνιση και εξάπλωση της μεγάλης βιομηχανίας, που οδηγεί —στα τέλη του αιώνα— στη μείωση τουημερήσιου χρόνου εργασίας μέσω εξορθολογιστικών μέτρων, μέσω της εισαγωγής δηλ. μεθόδων επιστημονικής διαχείρισης και ακριβούς μέτρησης και σχεδιασμού της παραγωγικής διαδικασίας (τεϋλορισμός) 63. Ακόμη λοιπόν κι αν δεν δεχθούμε την ερμηνευτική άποψη που θέλει τη σχόλη να προσδιορίζεται αντιθετικά προς την εργασία, για να εκτιμήσουμε τη θέση πο κατέχει ο ελεύθερος χρόνος, με τον αντικειμενικό και υποκειμενικό ορισμό του και γιαναγράψουμε την ιστορία του, είναι απαραίτητο να γνωρίζουμε τη θέση που, διαζευκτικά η παραπληρωματικά, κατέχει ηεργασία. ΓιατηνΕλλάδα, «ητων ονομάτων επίσκεψις» θα μπορούσε να αποδειχθεί για μια ακόμη φορά χρήσιμη. Φυλλομετρώντας το Λεξικό του Κουμανούδη, συναντούμε για παράδειγμα τη λέξη «εργατικότης» πρώτη φορά το 1851 64 . Να μια αρετή για την οποία θα μπορούσε να επαινεθεί ένας Έλληνας από τα μισά του αιώνα και εξής, χωρί ωστόσο αυτό νασημαίνει ότι δεν θα μπορούσαν και πριν απ' αυτό το όριο να υπάρχουνάλλεςλέξεις για παρόμοιες αρετές. Και όμως το 1892, ο Γάλλος Gaston Deschamps σημειώνει με τα μάτια του δυτικού παρατηρητή γιατους Έλληνες: «Η γλώσσα τους ονομάζει την εργασία με τη λέξη δουλειά, που σημαίνει δουλεία» 65. Είναι πιθανό ότι κι ο ίδιος αγνοούσε την προέλευση της
kultur
62. G. Huck (επιμ.), Sozialgeschichte 63. Στο
in Deutschland
ίδιο
W. W. Norton, 1967 (α' εκδ, 1911). Α λ ώ σ ε ω ς 1980. μέχρι των
, σ. 12. Βλ. F. W. Taylor, The Principles
, Wuppertal, Peter Hammer Verlag, 1980, σ. 14.
νέων λέξεων
der
Freizeit.
Untersuchungen
of Scientific
Manag
64. Στ. Α. Κουμανούδης, Συναγωγή
καθ'
ημάς χρόνων
Ο δ ο ι π ο ρ ι κ ό
(1900), προλεγόμενα Κ. Θ. Δημαράς
Ο κόσμος
υπό των λογίων
πλασ
65. G. Deschamps. Η Ελλάδα
σήμερα.
1890.
του Χαριλάο
αντίστοιχης γαλλικής λέξης «travail» από το λατινικό tripalium που ήταν όργα βασανισμού (τσουγκράνα με τρία δόντια). Το εποχής υπήρχαν λέξεις αντίθετες προς την εργασία 66 και συνακόλουθες συμπεριφορές σχετικοποιεί την άποψη περί ασυνέχειας μεταξύ προβιομηχανικής και βιομηχανικής εποχής και αναδεικνύει ως παραπλανητική τη διχοτόμηση μεταξύ, αντίστοιχα, μιας «κουλτούρας του πανηγυριού» και μιας «κουλτούρας της σχόλης». Η διαπίστωση αυτή δεν ακυρώνει εντούτοις την ταυτόχρονη αναγνώριση της πραγματικής μετάβασης που παρατηρείται κατά τον 18ο αιώνα καιτην οποία ο Peter Burke ορίζει ως «εφεύρεση του ελεύθερου χρόνου». Ο Burke θεωρεί βεβαίως ότι η μετάβαση αυτή δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο με τον βιομηχανικό καπιταλισμό. Με βάση τις θεο>ρίες του Elias περί «εκπολιτισμού» και του Foucault περί «πειθαρχίας», η έννοια του ελεύθερου χρόνουαντιμετωπίζεται ως αντίδραση απέναντι στην «πειθαρχημένη κοινωνία», απέναντι στη διαδικασία επιβολής ρυθμιστικών κανόνων (regulation) στη δυτική κοινωνία από τον 13ο ως τον 18ο αιώνα. «Στην "πειθαρχημένη κοινωνία"», γράφει ο Burke,«ακόμηκαιτο παιχνίδι πρέπει να υπακούει σε κανόνες που ορίζουν πότε, πως και μεταξύ ποίων είναι επιτρεπτό. Καθώς ο ελεύθερος χρόνος γινόταν όλο και πιο οργανωμένος και θεσμοθετημένος, οι άνθρωποι τον αντιλαμβάνονταν περισσότερο ως έναν ξεχωριστό τομέα παρά ως παύση μεταξύ περιόδων εργασίας. Καθώς η δουλειά γινόταν λιγότερο ψυχαγωγική και οι ώρες εργασίας καθορίζονταν αυστηρότερα, υπήρχε μεγαλύτερη ανάγκη για τις μη-ωφελιμιστικές δραστηριότητες που ονομάζουμε "σχόλη"» 67 . Ως αναλαμβάνει γιατους δικούς της ανεξάρτητους στόχους, οποίοι κι αν είναι αυτοί, και εφόσον απουσιάζουν άμεσες υποχρεώσεις —εργασιακές, οικογενειακές, θρησκευτικές, κοινωνικές68. Θα πρέπει ωστόσο να είμαστε επιφυλακτικοί απέναντι στην αξιολογική επένδυση του ελεύθερου χρόνου ως χρόνου ελευθερίας καιν συνυπολογίζουμε το πλέγμα των κοινωνικών καταναγκασμών που μπορούν να περιορίσουν η και να κατευθύνουν τη δράση των ύποκειμένων69. Στο πλαίσιο Τ ρ κ ιο ύ π η , 53.
μετάφρ. Α. Δαούτη, πρόλογος - σχόλια Α. Νικολοπούλου, Αθήνα, Τροχαλία, 1992
66. Π.χ. οι λατινικές otium και vacatio, οιιταλικές festa, giuoco, passatempo, zione κλπ., οι γαλλικές divertissement, oisiveté, loisirs, recréation κλπ feast, holiday, pastime, entertainment κλπ.
67. Βλ. P. Burke, «The Invention of Leisure in Early Modern Europe», Past and Present (Febr. 1995), σ. 136-150. To παράθεμα στις σ. 149-150. 68. Μ. R. Marrus (εκδ.), The Emergence of Leisure, Νέα Υόρκη κ.ά., Harpe 1974, σ. 4. 69. Κυρίως ηαμερικανική κοινωνιολογική σχολή, επηρεασμένη από την αμερικανική ιδεολογία
εξάλλουτουδιακριτού αυτού κοινωνικού χρόνου, ο οποίος χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερες κοινωνικές πρακτικές και δραστηριότητες, εμφανίζονται νέοι κοινωνικοί κανόνες και διαμορφώνονται νέες κοινωνικές σχέσεις70. Ηεμφ σχόλης συνιστά συνεπώς, κατά κοινή παραδοχή κοινωνιολόγων και ιστορικών, μια σημαντική αλλαγή, τόσο σημαντική μάλιστα ώστε ο όρος «επανάσταση», πουμεδιαφορετικά επίθετα έχει κατά καιρούς χρησιμοποιηθεί για να δηλώσει ιστορικές ρήξεις, να παρουσιάζεται τώρα σε συνδυασμό με τον ελεύθερο χρόνο. Η«επανάσταση τουελεύθερουχρόνου» δηλώνει λοιπόν την αλλαγή που συντελείται κατά το πέρασμα από την προ-βιομηχανική στη βιομηχανική κοινωνία (αλλά και κατά τη διάρκεια αυτής της τελευταίας) ως προςτηναντίληψη καιτην οργάνωση του χρόνου. Η δημιουργία ενός ελεύθερου χρόνου για τις μεσαίες και, στη συνέχεια, για τις εργατικές τάξεις, η ομογενοποίηση του χρόνου, η τυποποί ηση του διαχωρισμού εργασίας και σχόλης συνεπάγονται αλλαγές στην οργάνωση της κοινωνικής ζωής αλλά και στην ίδια τη δόμηση του αστικού χώρου(μετη δημιουργία ιδιαίτερων, ιδιωτικών αλλά και δημόσιων χώρων όπου καταναλώνεται ο ελεύθερος χρόνος).
Στο χρονικά πλαίσια της οικονομικής και της κοινωνικής ζωής.Ηεργασία καιη σχόλη δεν συνυπάρχουν πλέον, συγκεχυμένες, όπως στις προβιομηχανικές κοινωνίες, σε ένα καθημερινό και ετήσιο κυκλικό σύστημα εναλλασσόμενων απασχολήσεων, αλλά είναι σαφώς διαχωρισμένες βάσει μιας ευθύγραμμηςαντίληψης του χρόνου. Στις παραδοσιακές και πρωτόγονες κοινωνίες υπήρχε πράγματι στενή σχέση μεταξύ αγροτικού κύκλου και λειτουργικού έτους. Η εργασία, λόγω των εκκλησιαστικών εορτώναλλά καικλιματολογικών λόγων, ήταν ασυνεχής, ενώ δεν υπήρχε σαφής διαχωρισμός μεταξύ εργασίας και μη-εργασίας. Η εργασία φαίνεται πως, στο πλαίσιο αυτών των κοινωνιών, θεωρούνταν συλλογικό καθήκον, έργο ηυπηρεσία πουπροέκυπτε από μια καθορισμένη κοινωνική σχέση. Επιπλέον, δεν υπάκουεστορυθμό του ρολογιού αλλά στις απαιτήσεις του κάθε εργου7'. Αλλά και οι μορφές ψυχαγωγίας —αναπόδραστα σχεδόν, θα λέγαμε— διαφέρουν ριζικά απ' αυτές της προηγούμενης περιόδου. Στη μεσαιωνική Δ. Ευρώπη, εκφράζουν την προ-βιομηχανική αντίληψη του χρόνου και στο μεγαλύτερο μέρος τους αντανακλούν τον ιστό των σχέσεων συγγένειας και γειτνίασης μεταξύ των ανθρώπων. Ένα μέρος των μεσαιωνικών διασκεδάσεων είναι προφανή προϊόντα μιας κοινωνίας οργανωμένης για τον πόλεμο (τοξοβολία, πάλη, ξιφομαχίες ιππέ ων), άλλες συνδέονται με οικονομικές ανάγκες (κυνήγι, ιπποδρομίες) καιάλλες
για περί ατομικής ελευθερίας και ισότητας, ταυτίζει τον ελεύθερο χρόνομε τη 70. Σύμφωνα με την ανάλυση της Nicole Samuel. Βλ.στο ίδιο, σ. 81. 71. «Work and Leisure», Past and Present 29 (Dec. 1964), σ. 51-52.
ερμηνεύονται μόνο με τους όρους της περιοδικής ανακούφισης και «απελευθέρωσης» μέσα σε μια αυστηρά ιεραρχική κοινωνία (Saturnalia η Γιορτές των Τρελών κλπ.) 72 . Αντίθετα, οι μορφές ψυχαγωγίας που κατακτούν τη Δύση κατά τον 19ο αιώνα αφενός προέρχονται από νέες τεχνολογίες και νέες κοινωνικές ομαδώσεις καιαφετέρου εμφανίζονται ωςπροϊόντηςατομικής ελεύθερηςεπιλογήςπου χαρακτηρίζει τη βιομηχανική κοινωνία. Βεβαίως η μετάβαση από τον homo ludens της παραδοσιακής κοινωνίας στον ατομιστή θαμώνα του σύγχρονου κόσμου δεν έγινε εν μια νυκτί. Οι ξένοι ιστορικοί ανιχνεύουν τις αρχές του σύγχρονου ελεύθερου χρόνου στη βικτοριανή Αγγλία, σε μια δηλ. ώριμη βιομηχανική κοινωνία 73 . Το πλέγμα των ισχυρών αλλαγών που διάβρωσαν την αγγλική κοινωνία από τον 18ο αιώνα υπέσκαψε την υλική καιπολιτισμική βάση του παραδοσιακο τρόπου ζωής και οδήγησε στη σταδιακή κατάρρευση του παλαιού προτύπου λαϊκής διασκέδασης74. Από τα μέσα του 18ου αιώνα εξάλλου, οι λαϊκές διασκεδάσεις βρίσκονται, στην Αγγλία τουλάχιστον, στο στόχαστρο ενός νέου πουριτανισμού. Η προτεσταντική άποψη υποστήριζε πως αν η διασκέδαση επιτρεπόταν εν τέλει, θα έπρεπε να είναι ορθολογική, να προετοιμάζει το σώμα και το πνεύμα γιατηνεργασία καιναμην είναι αυτοσκοπός75. Έναν αιώνα αργότερα, περί τα μέσα του 19ου, η ιδεολογία της «έντιμης εργασίας», της «ορθολογικής» χρήσης του χρόνου και εν τέλει της ηθικά αποδεκτής, ελεγχόμενης ψυχαγωγίας δεν είχ
αντίπαλο. Παρά τη διαταξική, όπως φαίνεται, ισχύ αυτής της ιδεολογίας καιτην προϊούσα εσωτερίκευση της πειθαρχίας (χρόνου και εργασίας) από τις εργατικές τάξεις, στο επίπεδο των πρακτικών επιβιώνουν παλαιοί τρόποι συμπεριφοράς και διασκέδασης, κυρίως στο χώρο της άτυπης κατανάλωσης του ελεύθερου χρό νου έξω από κάποιο θεσμικό πλαίσιο. Εκτό κού καπιταλισμού, η ανάπτυξη των πόλεων αποτελεί έναν επιπλέον παράγοντα που συνδέεται με την εμφάνιση της σύγχρονης σχόλης. Στοιχεία όπως η αύξησ τουμηεργάσιμου χρόνου, η εμπορευματοποίηση της σχόλης και οι συνακόλουθες καταναλωτικές συμπεριφορές ανήκουν στο αστικό περιβάλλον. Οι οικονομικές λειτουργίες μιας πόλης και το πολιτισμικό της προφίλ συναρτώνται λοιπόν άμεσα με την αύξηση του ελεύθερου χρόνου και του ποσοστού που καταλαμβάνει στο σύνολο των δραστηριοτήτων του αστικού πληθυσμού. Εάν επιλέξει κάποιος έναν ευρύ ορισμό του ελεύθερου χρόνου, δείκτες της παρουσίας του μπορεί να είναι οι 72. Στο ίδιο, σ. 53-54. 73. Πβ. πάντως και τις αντιρρήσεις του P. Burke, Cambridge University Press, 1973.
75. T. Mason, Association 74. R. W. Malcolmson, Popular Football
Recreations
in English Society
Society
ό.π.
1700-1
Press, 1980, σ. 10. Για την παρακμή των παραδοσιακών τρόπων λαϊκής διασκέδασης, βλ. D. Α. Reid, «The Decline of Saint-Monday 1766-1876», Pastand Present 71 (Μάιος 1976),σ. 7
and English
1863-1915,
Μ
δυνατότητες αναψυχής (συναυλίες, περίπατοι, εντευκτήρια, βιβλιοπωλεία, παιχνίδια, σπορ), η πώληση προϊόντων πολυτελούς κατανάλωσης, τα έργαυποδομής και εξωραϊσμού της πόλης(ασφαλτόστρωση και φωτισμός των δρόμων, ύδρευση κλπ.), η αρχιτεκτονική των οικιών. Η διάδοση δημόσιων χώρων όπου καταναλώνεται ο ελεύθςρος χρόνος προϋποθέτει εξάλλου την ύπαρξη μιας εύπορης και σχετικά μεγάλης τοπικής ελίτ, η οποία έχει τη δυνατότητα να χρηματοδοτήσει την ίδρυση παρόμοιων χώρων, για να εξασφαλίσει μια άτυπη επαφή, της οποίας τα όρια ελέγχει με το οικονομικό φράγμα (τιμή εισιτηρίου). Όπως η εργασία έτσικαιησχόλη χρησίμευε στην ενίσχυση των κοινωνικών διακρίσεων. Έχει εξάλλουεπισημανθεί ότι η δημιουργία ενός ελεύθερου χρόνου για τις κατώτερες τάξεις σήμαινε αυτομάτως και μια διαμάχη για τον έλεγχό του, πλάι στον ήδη κεκτημένο έλεγχο του παραγωγικού χρόνου. Όπως εύστοχα σημειώνει ο Peter Bailey, «ο ελεύθερος χρόνος ήταν ένα από τα μείζονα σύνορα της κοινωνικής αλλαγής στον19ο αιώνα και, όπως τα περισσότερα σύνορα, ήταν έδαφοςπου πολλοί διεκδικούσαν»76. Χαρακτηριστική προς αυτή την κατεύθυνση είναι η περίπτωση τουεργατικού αθλητισμού στηδιπλή του εκδοχή, οργανωμένου είτε από τους εργοδότες (ομάδες συγκροτούνται στα μεγάλα εργοστάσια, της Peugeot, Renault κλπ.αρχικά, και έπειτα απόμεσαίες και μικρές ακόμη επιχειρήσεις) είτε από τα εργατικά κόμματα 77 . Στη δεύτερη περίπτωση συνδυάζεται με το δικαίωμα στον ελεύθερο χρόνο. Στη Γαλλία, η Αθλητική Ένωση του Σοσιαλιστικού Κόμματος ιδρύεται το 1907 (μετά την ενοποίηση των σοσιαλιστών το 1905). χρόνος, 8 ώρες ύπνος) αποτελούν βασικό σύνθημα των εργατικών διεκδικήσεων, οι οποίες, πλάι στις αμοιβές και τις συνθήκες εργασίας, τοποθετούν με αύξουσα βαρύτητα το δικαίωμα στον ελεύθερο χρόνο78. Αργότερα θα προστεθεί καιτο δικαίωμα στις διακοπές, και τα δύο ως τότε προνόμιο των μεσαίων και ανώτερων τάξεων. Η «αναζήτηση της σχόλης», που παρατηρείται στις εργατικές κινητοποιήσεις των αρχών του 20ού αιώνα, δεν αντανακλά τόσο τη διεκδίκηση της ανάπαυσης (μετηνπαραδοσιακή έννοιατων συχνώναλλά ακανόνιστων εθελοντικών απουσιών από την εργασία) αλλά μάλλον την επιθυμία για μια νέα κατανομή τουεργάσιμουκαιμηεργάσιμουχρόνου: μια ενιαία και συμπιεσμένη εργάσιμη μέρα με μεγαλύτερες, πιο προβλέψιμες και πιο συνεχείς περιόδους προσωπικού
78. Πβ. και Α. Λιάκος, Εργασία και πολιτική στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου. Το Γραφείο Εργασίας και η ανάδυση των κοινωνικών θεσμών, Αθήνα, Ίδ
76. P. Bailey,ό.π., σ. 5. 77.Για τις γερμανικές εργατικές αθλητικές ενώσεις(Arbeiter-Turnvereine), βλ. V. L. Lidtke, ό.π., σ. 22-23, 33-34.
Παιδείας της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, 1993, σ. 253-259.
χρόνου79. Ο ελεύθερος χρόνος αποκτά συνεπώς την αμφίσημη διάσταση της χειραγώγησης αφενός και της χειραφέτησης αφετέρου. Εντούτοις, θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί με επιφύλαξη η έννοια του κοινωνικού ελέγχου που χρησιμοποιήθηκε εν εκτάσει από την αγγλική βιβλιογραφία για να ερμηνεύσει την υιοθέτηση του νέου συστήματος αξιών και των νέων μορφών ψυχαγωγίας από τις εργ τάξεις. Η μονόπλευρηαυτή ανάλυσηπουσχηματοποιεί τις ταξικές συγκρούσεις ωςεκμετάλλευση των«αδυνάτων» από τους «ισχυρούς» και επομένως υπερ μά τη δυνατότητα επιβολής τρόπων σκέψης και συμπεριφοράς από την αστική στην εργατική τάξη —με τη μορφή κοινωνικού ελέγχου— δεν είναι πειστικ διερεύνηση λοιπόν των μορφών αναψυχής των κατώτερων τάξεων αφενός και των ελίτ αφετέρου είναι προτιμότερο να μη γίνεται αυτόνομα και στο εσωτερικό κάθε διακριτής κουλτούρας ούτε να εξαντλείται στο σχήμα της μονόδρομης εξάρτησης της κουλτούρας των «κατώτερων» τάξεων —επομένως «παθητικής»— απ αντίστοιχη των«ανώτερων», άλλα να υπολογίζει τη δομή της κοινωνίας ως συνόλου, τις γενικότερες τάσεις της κοινωνικής αλλαγής και τις αδράνειες των νοοτροπιών ως προς την υποδοχή του καινούριου81. ΣΠΟΡ ΚΑΙ ΑΣΤΙΚΗ ΤΑΞΗ
Δεν υπάρχει εντούτοις αμφιβολία ότι κατά τον 19ο αιώνα η εργασία και η σχόλη όχι μόνο διακρίνονται από μια παραπληρωματική σχέση, όπως ήδη περιγράφηκε, αλλά νοηματοδοτούνται αντιθετικά για να τονίσουν τις κοινωνικές διακρίσ
79. G. S. Cross, «The Quest for Leisure: Reassessing the Eight-Hour Day in France», Journal of Social History 18 (1984), σ. 202. Στα μέσα του 19ου αιώνα, η διεκδίκηση των λ ωρώνεργασίας δεν συνδεόταν ακόμη με το δικαίωμα στη σχόλη, μπορεί όμωςνα θεωρηθεί, σύμφωνα με τον Sebastian de Grazia, ως η αφετηρία για την εξέταση της μετάβασης στη σύγχρονη σχόλη. S. de Grazia, «Of Time, Work and Leisure», στο M. R. Marrus, ό.π., σ. 71. Το βιβλίο του S. de Grazia, Of Time, Work and Leisure εκδόθηκε το 1964 (Νέα Υόρ Anchor Books). 80. Βλ.την κριτική του G. Stedman Jones, «Class expression versus social control? A critique of recent trends in the social history of "leisure"», History Workshop Journal 4 σ. 162-170. Πβ. επίσης J. Κ. Walton - J. Walvin (εκδ.), Leisure in Britain 1780-1939 ster University Press, 1983, σ. 3,και J. A. Mayer, «Notes towards a Working Definition of Social Control in Historical Analysis», στο S. Cohen - A. Scull (εκδ.), Social Control and th Historical and Comparative Essays, Οξφόρδη,Blackwell, 1983,οοποίοςεσ κυρίως στις μελέτες που ερμηνεύουν τις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις της αστικής τάξης ως προσπάθειες κοινωνικούελέγχου. 81.Τηναδυναμία ενόςαπλουστευτικου ερμηνευτικού σχήματος ωςπροςτις σχέσεις ανάμεσα στην κουλτούρα των κυρίαρχων τάξεων και την κουλτούρα των «υπάλληλων τάξεων» εδειξε αιώνα, μετάφρ. Κ. Κουρεμένος, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 1994.
άλλω
Thorstein Veblen σ' αυτήν ακριβώς τη διχοτομική διάκρισηανάμεσα στηνεργαζόμενη και την «αργόσχολη» τάξη αναφέρεται στο γνωστό έργο του Η Θεωρία της Αργόσχολης Τάξης που εκδόθηκετο 1899. Χρησιμοποιώντας μιαανθρωπολογ κού τύπου ανάλυση, περιγράφει τα χαρακτηριστικά αυτής της «αργόσχολης» τάξης, με ευθεία αναφορά στη σύγχρονή του αμερικανική αστική τάξη. Αντίστοιχα, ο Stendhal είχε γράψει για την υπεροχή που κατείχε στη γαλλική κοινωνία του Παλαιού Καθεστώτος «η τάξη των αργόσχολων ανθρώπων (gens des loisirs) [...] η οποία μόνη είχε αναλάβει τη διακυβέρνηση υπό τη διεύθυνση ενός βασιλιά» 82. Σύμφωνα με τον Veblen, η επιδεικτική κατανάλωση υλικών αγαθών καιη«επιδεικτικήσχόλη», δηλαδή η μη παραγωγική κατανάλωση του χρόνου, αποτελούν διακριτικά στοιχεία συμπεριφοράς των ανώτερων τάξεων των οποίων βασικές ασχολίες είναι ηάσκησηπολιτικής εξουσίας, ο πόλεμος, τα θρησκευτικά καθήκοντα και τα σπορ. Η προβολή αντιπαραγωγικών συμπεριφορών εκ μέρους αυτών των τάξεων με στόχο, τη συμβολική κατοχύρωση της κοινωνικής τους ανωτερότητας μπορεί να επισημανθεί, για παράδειγμα, στη χρήσητουμπαστουνιού. Ενώ η πρώτη του χρήση είναι για περιπτώσεις αναπηρίας, η «αργόσχολη» κατά τον ορισμότου Veblenτάξη το χρησιμοποιεί «διακοσμητικά» για να δηλώσει ότι τα χέριααυτού πουκρατά το μπαστούνι δεν χρησιμοποιούνται για κάποιον παραγωγικό σκοπό. Το μπαστούνι αποτελεί, υπ' αυτήν την έννοια,ένασύμβολο της σχόλης83. Η νουμε τα συλλογικά αναγνωριστικά σημάδια της ανερχόμενης αστικής τάξης, τα οποία συνθέτουν ένα νέο ιδιαίτερο στυλ ζωής και ένα, επίσης νέο, πρότυπο κα νάλωσης του ελεύθερου χρόνου. Σ' αυτά τα στοιχεία κοινωνικής συνοχής και διάκρισης ταυτόχρονα για την αστική τάξη ο Eric Hobsbawm κατατάσσει, εκτός απόάλλεςιδιαίτερες συμπεριφορές και πρακτικές, την εκπαίδευση και τα σπορ. Η σύνδεση των δύο τελευταίων στα αγγλικά public schools είναι η προφανής επιβεβαίωση αυτής της θεωρητικής θέσης. Η σποραλλά ηδιάδοση τους ήταν ταχύτατη και στις άλλες χώρεςτηςευρωπαϊκής ηπείρου και στην Αμερική. Στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα μάλιστα τα σπορ θεσμοποιούνται τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο με την αναβίωσ τωνΟλυμπιακώνΑγώνων.«Στηνπραγματικότητα», σημειώνει ο Ε. Hobsbawm, «η εξαιρετική ταχύτητα με την οποία κάθε μορφή οργανωμένου σπορ κατέκτησε τηναστική κοινωνία μεταξύ 1870 και αρχών της δεκαετίας του 1900 υποδηλώνει 82. Mémoires d'un touriste,
de recherche d'histoire sociale de l'Université de Picardie, 1983, σ. 10. 83. Th.Veblen,The Theory of the Leisure Class, Fairfield N. J, Augustu 265 (ελλ. μετάφρ. Γιώργου Νταλιάνη, επιμ. Φ. Ρ. Σοφιανού, Αθήνα, Κάλβος, 1982).
mard (επιμ. ), Oisiveté
et loisirs
dans les sociétés
τ. Β', Παρίσι 1981, σ. 175. Η παραπομπή στο
occidentales
au XIXèm
ότι ικανοποιούσε μια κοινωνική ανάγκη που ξεπερνούσε κατά πολύτηνάσκηση στο ύπαιθρο»84. Τα σπορ ανταποκρίνονται πράγματι τόσο στη νέα μορφή κοινωνικότητας που αναδύεται μέσα στον προηγούμενο αιώνα όσοκαιστηνκοινωνικά διαφοροποιημένη χρήση του ελεύθερου χρόνου. Ως προς το πρώτο θα αρκούσε να σημειώσει κανείς α') την ανάδειξη των σπορ σε δημόσιο θέαμα που απευθυνόταν σε ένα συνεχώς διευρυνόμενο τμήμα των μεσαίων τάξεων —και στη συνέχειατωνεργατικών, β') το γεγονός ότι έφερναν σε επαφή ανθρώπους ισοδύναμου κοινωνικού status, τους οποίους δεν συνέδεαν άλλοι κοινωνικοί η οικονομικοί δεσμοί και γ' ) τη συμμετοχή των σπορ σ αυτό το νέο πρότυπο βίου και συμπεριφοράς των μεσαίων τάξεων 85. Ως προς το δεύτερο, πέρα από το οικονομικό φράγμα που προσδιορίζει την κοινωνική απήχηση για σπορ όπως το τέννις η η ιππασία π.χ., η βασικότερη παράμετρος κοινωνικής διαφοροποίησης είναι ο ερασιτεχνισμός. Είναι προφανές ότι κανένας ερασιτέχνης δεν θα μπορούσε να διαπρέψει σε ένα σπορ παρά μόνο αν διέθετε πολύ περισσότερο ελεύθερο χρόνο για εξάσκηση απ' ό,τι μπορούσαν τα μέλη των εργαζόμενων τάξεων, εκτός βεβαίως αν πληρώνονταν. Ο ερασιτεχνισμός είχε το πλεονέκτημα ότι ένωνε τις μεσαίες τάξεις μετηναριστοκρατία και επιπλέονότι απέκτησε θεσμικό κύρος μέσω των Ολυμπιακών Αγώνων.
Η λοιπόν φαινόμενο νεοτερικόπουδενθαπρέπει να ενταχθεί σε μια γενεαλογία της σωματικής άσκησης. Αντανακλά τις νέες μορφές κοινωνικότητας πουδομούντη συλλογική ζωή και οι οποίες συνδέονται με τις κοινωνικές και δημογραφικές αλλαγές πουπροκάλεσαν η αστικοποίηση και η εκβιομηχάνιση. Εξαρτάται επίσης από μια σειρά αλλαγών στο επίπεδο των στάσεων και των νοοτροπιών ως προς την αντίληψη για το σώμα, ενώ"μετέχει στην ευρύτερη ιδεολογική αλλαγή της υποβάθμισης της ανισότητας της θέσης (état) σε όφελοςτηςανισότητας της αξίας (mérite)86. Ο περισσότεροι άνθρωποι χρησιμοποιούν μέρος του ελεύθερου χρόνου τους για να μετάσχουν η για να παρακολουθήσουν αυτές τις μη βίαιες διαμάχες (αναμετρήσεις) σωματικής δεξιότητας και δύναμης που ονομάζουμε "σπορ";» 87 .Ηαπάντηση πουοίδιος δίνει βρίσκεται στη θεωρία της «διαδικασίας πολιτισμού» (civilizing process), μια θεωρία η οποία εντούτοις βρίσκει την εφαρμογή της σε μια κοινωνία πολύ διαφορετική από την ελληνική του 19ου αιώνα. Για την Ελλάδα του περασμένου αιώνα, η εμφάνιση του αθλητικού σωματείου και η εξάπλωση της σωματικής άσκησης και των σπορ αποτελούν χωρίς αμφιβολία φαινόμενα
84. Ε. J. Hobsbawm, The Age of Empire 1875-1914, ό.π.,σ. 183.
85. E. J. Hobsbawm, «Mass-Producing Traditions: Europe, 1870-1914»,ό.π. ,σ. 298-300. 86. «Sport, religion et violence...», Esprit, ό.π.,σ. 67. 87. Ν. Elias,ό.π., σ. 19.
νεοτερικά που συνδέονται όμως με τους ιδιαίτερους μετασχηματισμούς τηςελληνικής κοινωνίας. Τα αίτια και οι διαδικασίες μένει να διερευνηθούν. Άλλωστε, όπως εύστοχα σημειώνει ο Clifford Geertz, «οι κοινωνίες, όπως και οι ανθρώπινες ζωές, περιέχουν οι ίδιες την ερμηνεία τους. Απομένει να μάθουμεπωςνατις προσεγγίζουμε» 88.
88. Clifford Geertz, «Deep Play: Notes on the Balinese Cockfight», The Cultures , Λονδίνο 1993 (α' εκδ.1973), σ. 453.
Interpretation
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ « Απεδέχθημεν την θρησκείαν της γυμναστικής» Η εξάπλωση της σωματικής άσκησης
ΚΕΦΑΛΑΙΟ A' Η άσκηση του σώματος. Εκπαιδευτική πράξη και διάπλαση της νεότητας
ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΣΠΟΡ: ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΠΙΚΑΛΥΨΕΙΣ
Η διάκριση της σωματικής άσκησης σε γυμναστική και σπορ, παρά τα συχνά συγκεχυμένα τους όρια στον 19ο αιώνα, αποτελεί κάτι παραπάνω από μεθοδολογικό εργαλείο. Η ανάπτυξη των δύο αυτών δραστηριοτήτων υπήρξε αναμφίβολα παράλληλη —και επάλληλη— αλλά η ιδεολογική και κοινωνική τους εμβέλεια διαφορετική. Η διαφορά που συνήθως επισημαίνεται είναι ότι η γυμναστική παρέπεμπε στις αξίες της πειθαρχίας και της συλλογικότητας και απέκτησε γρήγορα απήχηση στα κατώτερα στρώματα ενώ τα σπορεμπνέονταν απότη φιλελεύθερη ιδεολογία και τον ατομικισμό και περιορίζονταν στις εύπορες κατηγορίες του πληθυσμού, επιβεβαιώνοντας τη συμφωνία μεταξύ κοινωνικών και αθλητικών πρακτικών. Η γυμναστική εξάλλου κατεξοχήν χρησιμοποιήθηκ μέσο αγωγής — εκτός από τη Βρετανία όπου τα σπορ ανέλαβαν αυτό το ρόλο στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού ιδεώδους που καλλιεργήθηκε στα public schools.
Ηανά αθλητικών σωματείων και η εισαγωγή της γυμναστικής στην εκπαίδευση απ λούν λοιπόν φαινόμενα αλληλένδετα των οποίων την πορεία μπορούμε να παρακολουθήσουμε μέσα στον 19ο αιώνα και μετά τη δημιουργία του ελληνικού κράτους. Λόγω της ιδιάζουσας βαρύτητας που είχε στην ελληνική πνευματική ζωή η κλασική Ελλάδα, η ανάπτυξη του αθλητισμού συνδέθηκε πολύπιοέντονα απ' ό,τισεάλλεςευρωπαϊκές χώρες με την κλασική αθλητική παράδοση. Έτσι, τα αθλήματα πουκαλλιεργούνται και ο χαρακτήρας των πρώτων αθλητικών σωματείων εμπνέονται σε μεγάλο βαθμό από την αρχαιοελληνική παράδοση. Αντίστοιχα, τα πρόσωπα που θα πλαισιώσουν και θα υποστηρίξουν τηνανάπτυξη του αθλητισμού συνδέονται κατά τις πρώτες δεκαετίες με την εκπαίδευση. Η τική άσκηση εξάλλου θα στηρίξει τη νομιμοποίηση της στην παιδαγωγική της αναγκαιότητα καιγι' αυτό θα παρουσιασθεί κατεξοχήν με τη μορφή της γυμναστικής και όχι των σπορ. Με τα χρόνια, και ως τη στιγμή της εμφάνισης της οργανωμένηςάσκησης,οιπρώτοι
υποτυπώδεις αθλητικοί θεσμοί: τα γυμναστήρια και οι αγώνες. Ταυτόχρονα σημειώνονται αλλεπάλληλες απόπειρες εισαγωγής της σωματικής άσκησηςστα σχολεία. Μέχρι τη δεκαετία του 1870, συνεπώς, οι σωματικές ασκήσεις,που δύσκολα θα μπορούσε να υποστηριχτεί ότι αποτελούν ένα αυτόνομο πεδίο δραστηριότητας, αναζητούν και σταδιακά αποκτούν την ηθική τους νομιμοποίηση. Από το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα και κυρίως μετά το 1880, η σχολική γυμναστική αναπτύσσεται παράλληλα και σε επικοινωνία με την οργανωμένη άσκηση (γυμναστική καισπορ)πουκαλλιεργείται από τους αθλητικούς συλλόγους ΑΝΤΙΒΑΣΙΛΕΙΑ ΚΑΙ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟ ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ
Κατά τις πρώτες δεκαετίες μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, η ανατροφή των παιδιών είναι μάλλον μονομερής και εντοπίζεται σχεδόναποκλειστικά στην πνευματική καλλιέργεια του νέου ανθρώπου, παραγνωρίζοντας όχι μόνο την άσκησηαλλά καιτηνυγιεινή του σώματος. Έτσι, παρόλο που σύμφωναμετο Β.Δ. της 6/18 Φεβρουαρίου 1834 προβλέπονται «δις της εβδομάδος σωματικαί γυμνασίαι», φαίνεται ότι, λόγω της ανεπάρκειας των δασκάλων για τη διδασκαλία της γυμναστικής αλλά και της έλλειψης κατάλληλων χώρων, το μάθημα αυτό δε διδάχθηκε ποτέ. Μετά την κατάργηση του Διδασκαλείου το 1864, άλλωστε επισημοποιείται η απουσία κάθε φροντίδας για ειδική εκπαίδευση των δασκάλων1. Με την ανασύσταση του Διδασκαλείου το 1878, το μάθημα αρχίζει πλέον να διδάσκεται στα δημοτικά σχολεία από τους δασκάλους πουαποκτούν μια πληρέστερη κατάρτιση 2.
την οργάνωση και το πρόγραμμα διδασκαλίας των Ελληνικών σχολείων κα γυμνασίων, όριζε: «Εις το διάστημα τωνωρώντηςαναπαύσεως καιτωνημερών της διακοπής οι μαθηταί επιδίδονται υπό την επίβλεψιν των διδασκάλων εις γυμναστικάς και άλλας ασκήσεις»3. Φαίνεται, πράγματι, πως τα πρώτα εκείνα 1.Για μια σύντομη επισκόπησητης ιστορίας της γυμναστικής στα σχολεία ωςτο τέλος του 19ου αιώνα, βλ.την εισηγητική έκθεσητου υπουργούτων εκκλησιαστικών και της δημοσίας εκπαιδεύσεως Αθ. Ευταξία: ΦΕΚ Α' 255, 20 Νοεμβρίου 1899. Μέρος της έκθεσης αυτής δημοσιεύθηκε επίσης στο περιοδικό Ε θ ν κ ιή Α γ ω γ ή , τ. Α' (1899), σ. 363-364, με τον τίτλο «Αι γυμναστικαί πρόοδοι εν Ελλάδι». Επίσης, όλη η σχετική με τη γυμναστική νομοθεσία καταγράφεται στο έργοτου Ευ. Γ. Καλφαρέντζου, Περίληψις γυμναστικής 1933, Θεσσαλονίκη 1937. 2. Σύμφωνα με το πρόγραμμα του Διδασκαλείου το 1878 το μάθημα της γυμναστικής περιλαμβάνει ελεύθερες ασκήσεις, τακτικές ασκήσεις, γυμναστικές παιδιές, ενόργανη γυμναστιπρογράμματα της Μέσης Ε κ π α δ ίε υ σ η ς
κή και κολύμβηση. Βλ. Δ. Αντωνίου, Τα
1929), τ. Β', Αθήνα, I.A.Ε.Ν, 1988, σ. 78. 3. Β.Δ. «Περί του κανονισμού των Ελληνικών Σχολείων και Γυμνασίων», ΦΕΚ
( 1 8
87, 31
χρόνια ύπαρξης του ελληνικού κράτους εκδηλώθηκε μια στοιχειώδης μέριμνα για τη διάδοση της γυμναστικής. Η φεται καταρχάς στο Ορφανοτροφείο της Αίγινας: «Εις το ορφανοτροφείον υπήρχε και διδάσκαλος της γυμναστικής κατά τον Γερμανικόν τρόπον όλα σχεδόν τα ορφανά εγυμνάζοντο, και ο διδάσκαλος, και άλλως άνθρωπος χρηστός και τίμιος, εγνώριζε καλώς το έργον του- αλλ' απεβλήθη εις τέλος· διότι δεν ηθέλησε να ορκισθή ότι ο Καποδίστριας διά την οποίαν αυτός ο ίδιος πονηρώς και κακοβούλως έπλασεν εταιρείαν του Ηρακλέους εζήτει όρκον παρά πάντων των υπαλλήλων οποιωνδήποτε, και εστερήθησαν ούτω τα ορφανά και της εις την υγείαν αναγκαίας γυμναστικής» 4.
Το διεύθυνση του γερμανού γυμναστή Κορκ, που περιλάμβανε όλα τα τότε γυμναστικά όργανα, ενώ στη συνέχεια λειτούργησαν γυμναστήρια στην Αίγινα, τη Σύρο και την Αθήνα5. Στάλθηκε επίσης στο Μόναχο ο Γεώργιος Παγών γιαναειδικευθεί στη γυμναστική και όταν επέστρεψε, ανέλαβε αφενός τη διδασκαλία της γυμναστικής στο Διδασκαλείο της Αίγινας και αφετέρου δημοσίευσε το πρώτο ελληνικό γυμναστικό σύγγραμμα, την Περίληψιν της Γυμναστικής, πο 6 το 1837 . Ο λητον πώγωνα», δεν ασχολήθηκε μόνο με τη γυμναστική υπό τη στενή έννοια, αλλά και με την κολύμβηση και την πεζοπορία, οδηγώντας συχνά τους μαθητές του σε μακρινές εκδρομές7. Η Περίληψις της γυμναστικής βασίζεται σ νικά εγχειρίδια των Guts Muths και Jahn και εισηγείται τηναναγκαιότητα της ισόρροπης ανάπτυξης πνεύματος και σώματος τόσο για τα αγόρια όσοκαιγιατα κορίτσια, σύμφωνα με το ακόλουθο αξίωμα: «Εκπαίδευε τον άνθρωπον προς εφικτήν ωραιότητα και εντελεστάτην χρησιμότητα του σώματος, ως υπηρέτου
του πνεύματος» 8 . Κατά τον Παγώντα, «η γυμναστική υπάρχει εργασία έχουσα
6. Βλ. [I. Ε. Χρυσάφης], Η σωματική αγωγή και η στρατιωτική τας και η ενδεικνυομένη ο ρ γ ά ν ω σ ι ς αυτών, Αθήνα 1925 (Δελτίον κών και Δημοσίας Ε κ π α ι δ ε ύ σ ε ω ς , Παράρτημα 15), σ. 6-8.
Δεκ. 1836,άρθρο 14. (= Δ.Αντωνίου, ό.π., τ. Α', 1987, σ. 87-88). 4. εφ. Α θ η ν ά 133, 26 Ιουλίου 1833, σ. 535. 5. Βλ.ε δ ώ , σ. 93-95.
προπαίδευσ Υπουργείο
7. Πβ. Ιω. Κονδυλάκης, «Αναβίωσις της Γυμναστικής», Ενώ Διέβαινα. Χρονογρ τα, Αθήνα 1916, σ. 20-23.Τοκείμενο έχειγραφεί τον Ιανουάριο του 1897. Ευχαριστώ κι απ' αυτή τη θέση τον Αλέξη Πολίτη πουτο έθεσευπόψημου. 1837, σ. 4.
8. Γ. Θ. Παγών, Περίληψις της γυμναστικής... προς χρήσιν των
πρόσχημα την τέρψιν και χαράν της νεολαίας» 9 και αποτελεί απαραίτητο συστατικό στοιχείο της αγωγής των νέων. Έχοντας εκπαιδευτεί στο Μόναχο, ο Παγών ήταν φυσικόναέχειεπηρεαστεί από γνωστό ως Turnbewegung. Ήδη από τον 18ο αιώνα, με το κίνημα τωνΦιλανθρωπιστών, του οποίου ηγούνταν ο Johann Bernardi Basedow,επιχειρήθηκεμια μεταρρύθμιση του σχολικού προγράμματος με την εισαγωγή της σωματικής άσκησης.Ταμαθήματα εναλλάσσονταν με γυμναστική, παιχνίδια και εκδρομέ Στα τέλη του 18ου αιώνα, ο Johann Cristoph Guts Muths θα συγκροτήσει, με βάση αυτή την παράδοση, το πληρέστερο ως τότε σύστημα φυσικήςαγωγήςγια το σχολείο 10. Ο Friedrich Ludwig Jahn είναι ωστόσο εκείνος που, στιςαρχέςτου 19ου αιώνα, θα μετατρέψει το σύστημα αγωγής του Guts Muths σε κίνημα «εθνικής αναγέννησης» σύμφωνα με το πνεύμα του Fichte. Στη Γερμανία συνεπωςηTurnbewegung δενπεριορίστηκε στο χώρο της εκπαίδευσης. Έγινε χείο της γερμανικής κουλτούρας και αναδείχτηκε σε μείζονα πολιτικό παράγοντα καθ' όλο τον 19ο αιώνα. Οι πολιτικοί στόχοι του κινήματος βεβαίως δεν ήταν ούτε ενιαίοι ούτε ομοιογενείς και σύντομα δημιουργήθηκαν διαφορετικά ρεύματα στους κόλπους του, που ορίζονταν από μια συντηρητική και από μια φιλελεύθερη τάση 11. Η εξαγωγή των Turnen 12 προς άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως π.χ. στην Ελλάδα, δεν σήμαινε προφανώς και διατήρηση της πολιτικής τους λειτουργίας. Στην Ελλάδα αντιμετωπίστηκαν λοιπόν ως σύστημα αγωγής, και ακόμη κι αν η γυμναστική συνδέθηκε αργότερα με στρατιωτικούς στόχους, αυτό συνέβη κατεξοχήν μέσα στο πλαίσιο της σχολικής εκπαίδευσης. Ωστόσο, κάθε πρώιμη κίνηση για ανάπτυξη της γυμναστικής, πουε κε στα χρόνια της Αντιβασιλείας, υπό την επίδραση ακριβώς της ζωηρής γυμναστικής κίνησης στη Γερμανία, καταδικάστηκε σε πλήρηαδράνεια εξαιτίας του «ακράτου της εποχής εκείνης Λογιωτατισμού» και της μονομερούς καλλιέργειας των γραμμάτων 13. Αλλωστε οι πρωτοβουλίες του Παγώντα αντιμετώπιζαν τη καχυποψία η, στην καλύτερη περίπτωση, την έκπληξη των Αθηναίων. « Ο κόσμος εθεώρει ματαίας τας ασκήσεις του και τας περιεφρόνει, σχεδόν όπως περιε-
13. Βλ. I. Χρυσαφής, Οι σύγχρονοι διεθνείς και Π. Μανιτάκης, 100 χρόνια νεοελληνικού
10. Βλ. P. C. Mcintosh - J. G. Dixon - A. D. Munrow - R. F. Wilietts, Landmarks in th of Physical Education, Λονδίνο, Routledge and Kegan Paul, 31981, σ. 117-118. 11.H. Ueberhorst, Geschichte der Leihesübungen, τ. Ε', Βερολίνο-Μόνα 1980, σ. 257. 12.Μετον όροαυτό δηλωνόταν το σύνολο των σωματικών ασκήσεων, κυρίως οιασκήσεις με όργανα άλλα και ηπεζοπορία, η ξιφασκία καιηκολύμβηση.
Ολυμπιακοί αθλητισμού
9.Στο ίδιο,
σ. 1.
α γ ώ ν ε ς , Αθήνα 1930, σ 1830-1930, Αθήνα 19
περιεφρόνειτωνσαλτιμπάγκων τα κυβιστήματα» 14. Η ταύτιση της γυμναστικής με την ακροβασία προκαλούσε την περιφρόνηση, εφόσον η επίδειξη που περιεχόταν στις ασκήσεις-θέαμα των σύγχρονων πλανόδιων αθλητών χαρακτηριζόταν ως χυδαία αλλά και γιατί η σωματική δύναμη θεωρούνταν φυσικήιδιότητα των εργαζόμενων τάξεων. Γι' αυτό άλλωστε και οι απόπειρες επιβολής της γυμναστικής επιχείρησαν να εγκαθιδρύσουν μια κοινωνική απόσταση από τις λαϊκές σωματικές ασκήσεις15. Μόνο το 1848 εντοπίζεται πρόσκληση του Όθωνα προς τον τότε υπουργό τωνεκκλησιαστικών καιτηςδημοσίας εκπαιδεύσεως να συντάξει σχέδιο διατάγματος «περί εισαγωγής καταλλήλου γυμναστικής εις άπαντα τα σχολεία του κράτους». Η πρόσκληση περιέχει και στοιχειώδεις οδηγίες ως προς το χαρακτήρα αυτής της εκπαίδευσης: «εκείνα τα γυμνάσματα μόνον, τα οποία συντείνουσι μεν εις την διατήρησιν καλής υγείας και ισόμερον ανάπτυξιν απάντων των μελών του σώματος, δεν φέρουσιν όμως χαρακτήρα παλαιστρικών και εντέχνων γυμνα σμάτων, μάλλον επιτηδείων εις την εξαγρίωσιν του ήθους, ή την καλήν των παίδων αγωγήν» 16 . Στις επόμενες δεκαετίες, μπορούν να καταγραφούν οι αθλητικοί αγώνες που έγιναν στο περιθώριο της πρώτης Ζάππειας Ολυμπιάδας το 1859 και η «ειδική σχολή υπαξιωματικών προγυμναστών» που ιδρύθηκε στην Αθήνα το 1860 17 . Την ίδια μάλιστα χρονιά, το 1860, δημοσιεύθηκανκαιΟδηγίαι διά την διδασκαλίαν της γυμναστικής. Ο ΙΑΤΡΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΣΩΜΑΤΙΚΗΣ ΑΣΚΗΣΗΣ Κατά τη διάρκεια αυτής της πρώτης περιόδου αναπτύσσεται ένας λόγος ευνοϊκός γιατηνεισαγωγή της γυμναστικής στο σχολικό πρόγραμμα, με επιχειρήματα
14. Ιω. Κονδυλάκης, ό.π., σ. 21. Χαρακτηριστικά είναι ότι το βιβλίο του Παγώντα δεν αξιοποιήθηκε στην εκπαίδευση όπως φανερώνει το γεγονός ότι το 1848 υπήρχαν ακόμη 775 αντίτυπα στην αποθήκη της Β. Τυπογραφίας απότα 1.500των οποίων την εκτύπωση είχε χρηματοδοτήσει η κυβέρνηση. Βλ. Τρ. Ε. Σκλαβενίτης, Η Σχολική Βιβλιοθήκη το 19 1995, σ. 170. Άλλωστε η επανέκδοση που πραγματοποιείται το 1855 αποτελεί μικρή μόλις επιτομή 16 σελ. της πρώτης έκδοσης.Γ. Θ. Παγών, Επιτομή εκ της Περιλήψεως στικής, Αθήνα 1855.
Η Βιβλιοθήκη του Γυμνασίου και του Ελληνικού Σχολείου Ναυπλίου
15. R. Hubscher - J. Durry - Β. Jeu (εκδ.), L'histoire en mouvements. e-XX e siècle), française (XIX Παρίσι, A. Colin, 1992, σ. 40.
Le sport
16. Γενικά Αρχεία του Κράτους, Οθωνικό Αρχείο, φ. 66. 17. Της σχολής αυτής απόφοιτος ήταν και ο Νικόλαος Πύργος,οοποίος σπούδασε στη συνέχεια οπλομαχία στη Γαλλία και μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα υπήρξε, μαζί μετον I. Φωκιανό, διδάσκαλος της γυμναστικής στην πρώτη κρατική σχολή γυμναστών. Βλ. [I. Ε. Χρυσάφης], ό.π., σ. 10.
που διαγράφουν τις αντιλήψεις σχετικά με την ωφέλεια και τη σκοπιμότητα τη σωματικής άσκησης. Διατυπώνονται τότε απόψεις,πουθαεπαναληφθούν με μεγαλύτερη πυκνότητα στις επόμενες δεκαετίες και που θα συγκροτήσουν, μετασχηματιζόμενες και μαζί με άλλες, το ιδεολογικό περίβλημα της αξιολόγησης του σώματος και, κατά συνέπεια, της άσκησής του. Η αξιολόγηση της σωματι κής άσκησης στηρίζεται στη σύνδεση τηςμετηνεκπαίδευση, εμμένοντας στη διαμορφωτική λειτουργία της γυμναστικής για τους μαθητές και τους νέους γενικότερα. Παρόλο λοιπόν που αναγνωρίζεται η υπεροχή του πνεύματος έναντι του «ευτελούς τούτου σαρκίου», η ευρωστία και υγεία του σώματος θεωρούνται απαραίτητες για το συμφέρον της πολιτείας «υπό την έποψιν την πολιτικήν και καθαρώς πατριωτικήν». Η γυμναστική στο σχολείο στοχεύει, σύμφωνα μ' αυτή τηνάποψη,στην«ευρωστίαν και ρώμην του σώματος του πολίτου, αντιθέ προς την υγιεινήν και ιατρικήν φροντίζουσα εν γένει περί της ευεξίας του σώμαί Ά. τοςτουανθρώπου»
τηνεποχήωστόσοκατεξοχήν από την ιατρική επιστήμη και οπωσδήποτε δεν είναι τυχαίο ότι δύο από τα πρωιμότερα σχετικά κείμενα έχουν γραφεί από γιατρούς. Φαίνεται πως ο γιατρός Γρηγόριος Καλλιρρόης είναι ο πρώτος που εξέδωσε βιβλίο υγιεινής με ιδιαίτερα κεφάλαια για τη σωματική άσκηση.Οι Παραγγελίαι περί υγείας και μακροβιότατος, πουτυπώθηκαν σ 1829, είναι το πρώτο, απ' όσο γνωρίζω, βιβλίο που πραγματεύεται διεξοδικά την ιατρική αναγκαιότητα της γυμναστικής, προτείνοντας μάλιστα συγκεκριμένα είδηάσκησηςόπως η πεζοπορία, η ιππασία, η κολύμβηση και το κυνήγι. Συνοψίζει εξάλλου σε μια πρώιμη εποχή τα επιχειρήματα υπέρ της γυμναστικής πουθα ακουστούν συστηματικά στην Ελλάδα μόλις προς τα τέλη του αιώνα:
«[η γυμναστική] δίδει δύναμιν και χάριν εις το σώμα, προξενεί σταθεράν υγείαν, συνειθίζει τον άνθρωπον εις τους κόπους, και εις τας μεταβολάς του καιρού, διπλασιάζει την γενναιότητα, σβύνει όλα τα πάθη, και ανάπτει μόνον τον έρωτα της δόξης και της πατρίδος, και αν δεν ωφελή εις τα πολιτικά ήθη, σχηματίζε όμως αληθείς πολίτας, και υπερασπιστάς της πατρίδος, αξίους νααντιπαρατάττωνται προς τον εχθρόν, και να φυλάττουν ανενόχλητον την πατρίδα των. [...] προφυλάττει τον άνθρωπον από τα ελαττώματα και τας αταξίας της οκνηρίας, συνειθίζει τον πτωχόν και δυστυχή να υποφέρη τους κόπους και να εργάζεται
και παιδεύσεως, οΚ. Φρεαρίτης επισημαίνει την παράλειψη της γυμναστικής, σημαντικού στοιχείου της αγωγής και προτείνει την εισαγωγή της σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, απότο δημοτικό ωςτο Πανεπιστήμιο. Πανδώρα 5 (1854-5), σ. 526-527. Στο παρά υπογραμμίσεις ανήκουν στον συγγραφέα.
19. Γ. Καλλιρρόης, Παραγγελίαι περί υγείας και μακροβιότατος
18. Στη βιβλιοκρισία του για το έργοτου Δ. Σ. Στρούμπου Το μέλλον
ήτοι
περί
ανα
Έ
Παρόμοια είναι και τα επιχειρήματα ενός άλλου γιατρού και καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, του Γ. Α. Μακκά, ο οποίος το 1855,στηνεπέτειοτης ίδρυσης του Πανεπιστημίου, θα εκφωνήσει «Λόγον περί Γυμναστικής». Ο Μακκάς συνδέει με μεγαλύτερη έμφαση τη γυμναστική με την εκπαίδευση υπογραμμίζοντας ότι «αύτη και αληθώς είναι και παρά τοις αρχαίοις πάντοτ' εθεωρείτο ου μόνον ως μέρος πολύτιμον και αναπόσπαστον της τελείας παιδείας τουανθρώπου, άλλα και μέρος της ιατρικής αυτής» 20. Η γυμναστική μπορεί πράγματι, σύμφωνα με το σουηδικό παράδειγμα που επικαλείται ο Μακκάς, να χρησιμεύσει τόσο στην προληπτική όσο και στη θεραπευτική ιατρική. Η ταυτόχρονη και αρμονικήανάπτυξη τουπνεύματος και του σώματος και για τα δύο φύλα,μετην εισαγωγή της γυμναστικής στο σχολείο και το στρατό και την ίδρυση δημόσιων γυμναστηρίων, παρουσιάζεται συνεπώς στον Λόγο αυτό ωςαρχήεπιβεβλημένη από την αρχαία και τη σύγχρονη ιατρική. Η αξιολόγηση της σωματικής άσκη θα στηριχθεί σε ένα συνδυασμό ιατρικών και παιδαγωγικών επιχειρημάτων που στις πρώτες δεκαετίες θα στοχεύουν περισσότερο στην ατομική βελτίωση ενώ προς τα τέλη του αιώνα θα υπηρετούν συλλογικές αξίες. Μετά την πτώση του Όθωνα, τον Δεκέμβριο 1862, εισάγεται με ψήφισμα της προσωρινής κυβέρνησης του Δ. Βούλγαρη η γυμναστική στα γυμνάσια καιη οπλασκία στο Πανεπιστήμιο 21. Με το ίδιο ψήφισμα, δημιουργείται η Πανεπιστημιακή Φάλαγγα, ένοπλο σώμα φοιτητών που διοικούνταν από τους καθηγητές του Πανεπιστημίου και ήταν επιφορτισμένο με την τήρηση της τάξης στην πρωτεύουσα 22. Είναι χαρακτηριστικό το σκεπτικό που αιτιολογούσε το ψήφισμα του 1862: «Θέλοντες να θεραπεύσωμεν την μεγίστην βλάβην της σπουδαζούσης νεολαίας, ην κατεδίκασε το παρελθόν να διάγη βίον αντίθετον προς τον προορισμόν του ελευθέρου πολίτου και επιβλαβή εις τας σπουδάς του μαθητού». Ένα χρόνο αργότερα, ο Επαμεινώνδας Δεληγιώργης, σε λόγο του προς την Εθνοσυνέλευση, απέδωσε την παραμέληση της σωματικής αγωγής σε εσκεμμένη ενέργεια
θεραπείαι συνήθων τινών και αιφνίδιων παθημάτων ε ρ α ν σ ιθ ε σ ία ι
Βενετία 1829, σ. 246, 273. 20. «Λόγοςτου Καθηγητού Γ. Α. Μακκά, περί Γυμναστικής», Πανδώρα
και σεαυτοτελές τεύχος: Γ. Α. Μακκάς, Λόγος περί
γαλλικά τις Questions
κατά τους αρχαίους τελείας παιδείας, Εκφωνηθείς εν τω Πανεπιστημίω Αθήνα 1855. Μαζί μετα έργα του Καλλιρρόη και του Μακκά θα πρέπεινα κατατάξουμε και το μικρό φυλλάδιο ε ν ό ςάλλου γιατρού, του Α.Ζωηρού,οοποίος αρκετά αργότερα εκδίδει στα
d'hygiène publique. II. De la gymnastique dans
γυμναστικής
6 (1855-6), σ.
του σώμα
Κωνσταντινούπολη 1869,άλλα και τη διατριβή του Ηροκλή Βασιάδη De Veterum Graec Gymnastice..., Βερολίνο 1858. 21. Δ.Αντωνίου, ό.π., τ. Α', σ. 163-164. 22. Η Πανεπιστημιακή Φάλαγγα διαλύθηκε το 1864 για να επανασυσταθεί δέκα χρόνια πολιτικοί
αργότερα. Βλ. πρόχειρα Χ. Λάζος, Ελληνικό
αγώνες,
Αθήνα, Γνώση, 1987, σ. 139-157.
φοιτητικό
κίνημα
1821-1973.
Κο
του απολυταρχικού καθεστώτος σε βάρος της νεολαίας καιτουελληνικούλαού, εφόσονοινέοι θα έφτιαχναν ακριβώς τη δύναμη και την αλκή του εθνους23. Σύμφωνα με το ψήφισμα του 1862, ως διδάσκαλοι της γυμναστικής, ελλείψει εξειδικευμένων, ορίζονται υπαξιωματικοί και στρατιώτες του σώματος των πυροσβεστών. Η γυμναστική εκπαίδευση συνοδεύεται από αγώνες και αυτό παραπέμπει τόσο στα αρχαιοελληνικά όσο και στα σύγχροναευρωπαϊκά πρότυπα της νεοελληνικής εκπαίδευσης. Προβλέπεται συνεπώς ετήσιος αγώνας της γυμναστικής, όπου θα απονέμονται έπαθλα στους νικητές, χωρίς ωστόσο να προσδιορίζεται το είδος η η αξία τους.
σης24 η για το αν έγιναν ποτέ αυτοί οι αγώνες. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι αγώνεςδενέγινανεφόσονούτε το διάταγμα που θα προσδιόριζε τον κανονισμό της διεξαγωγής τους φαίνεται να εκδόθηκε ποτέ ούτε στη σχετική βιβλιογραφία υπάρχει κάποια ένδειξη. Ωστόσο, οι μαθητές των γυμνασίων έχουν τη δυνατότ τα να γυμνάζονται, χάρη στη λειτουργία του δημόσιου γυμναστηρίου, τουοποίου δημοσιεύεται ο κανονισμός το 1868. Δυνατότητα χρήσηςτου γυμναστηρίου έχουν επίσης οιμαθητές του Ελληνικού σχολείου και του Πανεπιστημίου. Ο χαρακτήρας της σωματικής άσκησηςείναι ήπιος και δε συνδέεται άμεσα με τη στρατιωτική προετοιμασία. Αυτό τουλάχιστον προκύπτειαπότο άρθροτου κανονισμού που αποκλείει τις«λίαν αθλητικές» και τις «βίαιες εν γένει και επικίνδυνες ασκήσεις» 25 . ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΕΣ ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ Το 1871ωστόσο εισήχθησαν υποχρεωτικά οι στρατιωτικές ασκήσεις στα γυμνάσια και στα Ελληνικά σχολεία για τους μαθητές άνω των 14 ετών και η διδασκαλία τους ανατέθηκε στους ανθυπασπιστές του στρατού. Η στρατιωτική άσκηση θεωρείται, σύμφωνα με το αντίστοιχο βασιλικό διάταγμα, ωςτοαπαραίτητο
την
Ο
23.«Τοπαρελθόν επεβουλεύετο συστηματικώς μεναλλ' υπούλωςκαι, το πλείστον, αφανώς πατρίδα ημών [...] Ουχ ήττον συστηματικώς απέφευγενηπεσούσα βασιλεία την σωματικήν άσκησιν της νεολαίας, ούτε εις το συμφέρον αυτής ως δυνάμεως αποβλέπουσα, ούτε εις το συμφέρον αυτής ωςκορυφήςτου εθνικούπολιτισμού' διότι αμφότερα απήτουν την σύγχρονον άσκησιν του σώματος και της ψυχήςτου λαού»: Εφημερίς των Φιλομαθών 11 (1863), σ. 24. Φαίνεται πως έγιναν κάποιες προσπάθειες για την εισαγωγή της οπλασκίας στο Πανεπιστήμιο, το οποίο προμηθεύθηκε εκατοντάδες σπάθες γερμανικού τύπου καιοιφοιτητές ξεκίνησαν την εξάσκηση υπότην επίβλεψη του Ν. Πύργου,πουπρόσφερετις υπηρεσίες του δωρεάν. αρχικός ενθουσιασμός όμως εξέπνευσε σύντομα και τα σπαθιά τάφηκαν στα υπόγεια του Πανεπιστημίου απ' όπου ανασύρθηκαν 30 χρόνια αργότερα για να δωρηθούνστον Πανελλήνιο Γυμναστικό Σύλλογο. [I. Ε. Χρυσάφης], ό.π., σ. 11. 25. Δ.Αντωνίου, ό.π., τ. Α', σ. 188-189.
τητο συμπλήρωμα της πνευματικής ανάπτυξης για την ανατροφή ελεύθερων πολιτών, χρήσιμων στην πατρίδα 26. Κορύφωση της επιβολής στρατιωτικού χαρακτήρα στην εκπαίδευση αποτελεί αναμφίβολα ο «Στρατιωτικός κανονισμός των μαθητών των γυμνασίων του κράτους», το 1876, σύμφωνα με τον οποίο όλα τα γυμνάσια αποτελούν σώματα «στρατιωτικώς συντεταγμένα». Οι μαθητές είναι υποχρεωμένοι να φορούν στολή καθ' όλη τη διάρκεια της μαθητείας τους και υπάγονται σεκανόνες αυστηρής πειθαρχίας στη συμπεριφορά τουςεντόςκαι εκτός σχολείου 27. Για μια ακόμη φορά ωστόσο, μεγάλη απόσταση χώριζε το γράμμα του νόμου από την εφαρμογή του. Ένα μόλις χρόνο μετά, το 1877, διακόπτονται οι στρατιωτικές ασκήσεις «της καταστάσεως του στρατού μη επιτρεπούσης ν' αποσπώνται δι' αυτάς αξιωματικοί και υπαξιωματικοί» 28. Συνεπώς, παρά τη λεπτομερή νομοθεσία, στην πραγματικότητα οι στρατιωτικές ασκήσεις δεν εισήχθησαν στη μέση εκπαίδευση η, πάντως, η εισαγωγή τους υπήρξε ατελής και ατελέσφορη. Κάτι ανάλογο ισχύει και για τη γυμναστική, για την οποία απουσιάζει κάθε νομοθεσία μετά το 1862. Το 1880 ωστόσο, επί κυβερνήσεως Χ. Τρικούπη, δημοσιεύεται διάταγμα που ορίζει τηνυποχρεωτική διδασκαλία της γυμναστικής στα γυμνάσια, την οποία αναθέτει σε γυμναστές που
στήρια καθώς και σε πυροσβέστες 29. Το διάταγμα αυτό συμπληρώνεται στην ουσία από το διάταγμα «Περί γυμναστηρίων», που δημοσιεύεται το 1882, το οποίο προβλέπει την ίδρυση γυμναστηρίου σε κάθε γυμνάσιογιατηνάσκησητω
26. Στο ίδιο ,σ. 192-193. Για την εφαρμογή του διατάγματος εκδόθηκαν δύοεγκύκλιοι που καθόριζαν τις λεπτομέρειες της διδασκαλίας των στρατιωτικών ασκήσεων. Βλ. στο ίδιο, σ. 194-198. Πβ. εξάλλου τις προτάσεις του Δ. Σ. Μαυροκορδάτου, την ίδια χρονιά, για εισαγωγή της γυμναστικής στα σχολεία ωςτη βάση της «στρατιωτικής του έθνουςανατροφής»: Υπομνη27. Δ. Αντωνίου, ό.π., τ. Α', σ. 206-221. Ο Κανονισμός κυκλοφόρησε σεαυτοτελές τεύχος, του οποίου εκτός από την έκδοσητων Αθηνών(1877) γνωρίζω, χάρη στην πληροφορία του Χ. Λούκου,και την έκδοσητης Σύρου: Υπουργείον των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, Στρατιωτικός Κανονισμός των μαθητών μάτων περί της εκπαιδεύσεως του λαού, Αθήνα 1872 (β' εκδ.), σ. 34, 49, 66.
Σύρος, τυπ. Γρηγορίου Κανέλλου, 1877. 28. Αθ. Ευταξίας, «Εισηγητική Έκθεσις», ΦΕΚ Α' 255, 20 Νοεμβρίου 1899, σ. 941. Πρόκειται για την εγκύκλιο 7865/25 Οκτωβρίου 1877 «Περί διακοπής των στρατιωτικών ασκήσεων». Βλ. Δ.Αντωνίου, ό.π., τ. Α', σ. 222. 29. Στο ίδιο ,σ. 224-225. Η διδασκαλία της γυμναστικής στα γυμνάσια ξεκινά με την ανόργανη γυμναστική «ωςπροπαρασκευαστικήν της διά γυμναστηρίων μηχανημάτων εισαχθησομένης ασκήσεως»: Εγκύκλιος 3928 (17Μαΐου 1880) του Υπουργείου των Εκκλησιαστικώνκαι της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως προςτους γυμνασιάρχες. Ευχαριστώ τον Τρ. Σκλαβενίτη πουμουγνωστοποίησε αυτή την εγκύκλιο. Μετά το 1880 φαίνεται πάντως πωςσεκάποια γυμνάσια διορίστηκαν γυμναστές οιοποίοι είχαν εκπαιδευτεί στο Δημόσιο Γυμναστήριο που λειτουργούσε απότο 1868. Βλ.εδώ, σ. 94.
των Γυμνασίω
μαθητών 30, προσδιορίζει τη διδασκαλία της γυμναστικής σε τρεις ώρες την εβδομάδα και εξισώνει βαθμολογικά τη γυμναστική με τα δευτερεύοντα μαθήματα 31. Τηνεπόμενηχρονιά εξάλλου επιβάλλεται η υποχρεωτική σωματική άσκησηκαι στους μαθητές των Ελληνικών σχολείων 32. Η σειρά αυτών των μέτρων φαίνετ πωςαποφέρεικάποια αποτελέσματα, έστω και βραχυπρόθεσμα, εφόσον την 15 Μαΐου 1883 έγινε στο Κεντρικό Γυμναστήριο η πρώτη γυμναστική σχολική επίδειξη με συμμετοχή των Α' και Γ ' γυμνασίων, του Α' Ελληνικού σχολείου και του Διδασκαλείου, την οποία παρακολούθησαν ο πρωθυπουργός και ο υπουργός παιδείας 33.
τικές ασκήσεις, οι οποίες, σύμφωνα με το πρόγραμμα του 1884, ορίζονται να γίνονται στις δύο τελευταίες τάξεις του γυμνασίου ανά τρεις ώρες την εβδομάδα 34 . Η εφαρμογή του μέτρου προσκρούει αυτή τη φοράστηνανταπόκριση των μαθητών. Με εγκύκλιο προς τους γυμνασιάρχες το υπουργείο των εκκλησιαστικών και της δημοσίας εκπαιδεύσεως, τον Απρίλιο 1884, επισημαίνει την «ελλιπεστάτην φοίτησιν» των μαθητών στη στρατιωτική εκπαίδευση 35. Αλλάκαιοι Οδηγίες για τη διδασκαλία των στρατιωτικών ασκήσεων που αποστέλλονται στις στρατιωτικές αρχές λίγους μήνες αργότερα αποκαλύπτουν ότι «αι ανάγκαι της στρατιωτικής υπηρεσίας και ο ανεπαρκής αριθμός των υπαρχόντων ανθυπασπιστών του πεζικού δεν επιτρέπουσι τον διορισμόν ανθυπασπιστών ως προγυμναστών» στα γυμνάσια και αντ' αυτών θα διορίζονται ανθυπολοχαγοί 36.Η
30. Το πρώτο σχολικό γυμναστήριο που ιδρύθηκε ήταν του Βαρβακείου Λυκείου. Βλ. Ε. Παυλίνης, Ιστορία της γυμναστικής, Αθήνα, Ο.Ε.Σ.Β., 1953, σ. 402. 31. Για πρώτη φορά τώρα οβαθμός της γυμναστικής συμψηφίζεται με τους υπολοίπους. Δ. Αντωνίου, ό.π., τ. Α', σ. 228-229. Βλ.και στο ίδιο, σ. 230. 32. Β.Δ. 24 Ιανουαρίου 1883 «Περί γυμναστικής των μαθητών των ελληνικών σχολείων»:
στο ΐ8ιο, σ. 231. Πβ. και σ. 232.
33. Ε. Παυλίνης, ό.π., σ. 403-404. Στην ίδια εκείνη συγκυρία δημοσιεύθηκαν και κάποια απότα πρώτα εγχειρίδια γυμναστικής, και τα δύοαπό τον Ν. Πύργο.Τοπρώτο, Παιδαγω ανόργανος γυμναστική, εκδόθηκε το 1878 από τον Σύλλογο προς διάδοσιν τω γραμμάτων (αρ. 24)και επανεκδόθηκε το 1880.Τοδεύτερο, συνέχεια του πρώτου, Παιδαγωγική η μ ο ιρ γ α ν κ ιή γυμναστική, εκδόθηκεεπίσης το 1880(αρ. 46). 34. Δ.Αντωνίου, ό.π., τ. Α', σ. 233-234. Οι μαθητές βαθμολογούνται στις στρατιωτικές ασκήσεις μεδύο βαθμούς, έναν για τη «δεξιότητα και επίδοσιν» και έναν για την «πειθαρχικήν διαγωγήν», οι οποίοι συνυπολογίζονται στην τελική βαθμολογία. Προβλέπεται και πάλι η ομοιόμορφη ενδυμασία —μόνο κατά τις ασκήσεις ωστόσο— την οποία οι άποροι μαθητές αποκτούν με δαπάνη του δημοσίου. Οι στρατιωτικές ασκήσεις εισάγονται υποχρεωτικά μόνο στα γυμνάσια, αλλά «εφ' όσον είναι εφικτόν», το μάθημα μπορεί να εισαχθεί με βασιλικ διάταγμα και στην τρίτη τάξη των Ελληνικών σχολείων. 35.Στο ίδιο, σ. 237-238. 36.Στο ίδιο, σ. 264-266.
νομοθεσία της κυβέρνησης Τρικούπη για τη στρατιωτική εκπαίδευση, που παρουσιάζεται πυκνή στα χρόνια 1883-1884, ολοκληρώνεται με τη δημοσίευση του Στρατιωτικού Κανονισμού των μαθητών των γυμνασίων 37 που είναι αντίστοιχος με τον Στρατιωτικό Κανονισμό του 1876. σχολεία γνώρισε κριτική και αντιδράσεις. Ο I. Χρυσάφης, πολύαργότερα, θα αποδώσειαυτή τηνεπιλογήσε«προχείρους πατριώτας» 38, οι οποίοι θέλησαν να μιμηθούν το γαλλικό παράδειγμα των σχολικών ταγμάτων, που εισάγεται στη Γαλλία μετά την ήττα της στο γαλλογερμανικό πόλεμο και στο πλαίσιο της πολιτικής της Revanche 3 9. Οαπόηχοςτου γαλλογερμανικού πολέμου είναι πράγματι αισθητός στην Ελλάδα, τουλάχιστον στο λόγο περί εκπαιδεύσεωςπου διατυπώνεται αμέσως μετά. Το 1876 ο Ι. Αργυριάδης, επιθεωρητής των γυμνασίων και Ελληνικών σχολείων της Αθήνας, επικρίνοντας κι αυτός τη στρατιωτική εκπαίδευση, επισημαίνει ότι η γυμναστική αρκεί για τη στρατιωτική προετοιμασία των μαθητών ενώ οι στρατιωτικές ασκήσεις είναι «λίαν επιβλαβείς»: «Και τί άλλο δια της εις τα σχολεία εισαγωγής της γυμναστικής καιτηςτων σωμάτων ασκήσεως [...] τί άλλο σκοπείται, ή η προπαρασκευή εις την μετά ταύτα ειδικωτέραν στρατιωτικήν και εν όπλοις άσκησιν, ώσπερ τούτο εν τοις πρωσσικοίς μάλιστα σχολείοις επιτυγχάνεται;» 40. ότι με την εκπαίδευση πρέπει να επιδιώκεται η αρμονική ανάπτυξη σώματος και πνεύματος κατά το αρχαίο πρότυπο αλλά και τις νεότερες παιδαγωγικές αντιλήψεις 41 , είναι συχνά ανταγωνιστικές προς εκείνες που συνδέουν τη γυμναστική με τη στρατιωτική προετοιμασία. 37.Στο ίδιο ,σ. 271-278. Ο Στρατιωτικός Κανονισμός του 1884,σεαντίθεση με αυτόν του 1876,δεναναφέρει τις πειθαρχικές ποινέςπουεπιβάλλονται στους μαθητές πουτυχόν υποπίπτουν σε παραπτώματα ενώ περιγράφει με κάθε δυνατή λεπτομέρεια τη στολή πουείναι υποχρεωμένοινα φορούν. 38. [I. Ε. Χρυσάφης], ό.π., σ. 15-16. Εναντίον των στρατιωτικών ασκήσεων και υπέρτης διδασκαλίας μόνοτης γυμναστικής είχαν ταχθεί, όπως φαίνεται, οιγυμναστές της εποχής.Πβ.
Ευ. Παυλίνης, «Το έργον του Φωκιανού» στο Ι ω ά ν ν η ς Φωκιανός 1845-1896. έ κ δ ο σ ι ς επί τη συμπληρώσει τριακονταετίας από του θανάτου
gymnastique
στών, 1926, σ. 16. 39. Στρατιωτική κατεύθυνση στη γαλλική γυμναστική είχε δοθεί από τις αρχέςτου αιώνα απότον Amoros. Ο Amoros, ισπανικής καταγωγής, διηύθυνεστο Παρίσι απότο 1834ωςτο 1857ένα γυμναστήριο όπου διδασκόταν μια γυμναστική ακροβατική και στρατιωτική σύμφωνη μετις αρχές πουείχε διατυπώσει στο εγχειρίδιό του Nouveau manuel complet nos jours
40.Ι. Αργυριάδης, Έκθεσις Φωκιανός...,
Α ν α μ ν η σ τ κ ιή του,
, Παρίσι, PUF, 1996, σ. 212-215.
περί
et morale
(1830). Βλ. D. Laty, Histoire των εν Αθήναις
de la gymnastique
en
1889: Ι ω ά ν ν η ς
του σ χ ο λ κ ιο ύ έ τ ο υ ς 1875-6, [Αθήνα 41. Βλ. π.χ. τις απόψειςτου I. Φωκιανού όπως διατυπώνονται σε λόγο πουεκφώνησετο
ό.π.,σ. 33-36.
Γυμνασίων
και Ε λ λ η ν ι κ ώ ν
Η σωματικής άσκησηςσεολόκληρη την Ευρώπη είτε άμεσα, μέσω των στρατιωτικών ασκήσεων, είτε έμμεσα, μέσω της γυμναστικής και των σπορ. Έτσι, στα αγγλικά public schools ηκαλλιέργεια των σπορ δεν στόχευε μόνο στη διαμόρφ ση εύρωστων ανδρών της ανώτερης τάξης αλλά και στην προετοιμασία των αξιωματικών πουθαδόξαζαν «το έθνος και την Αυτοκρατορία» 42. Σαφέστεροι είναι οι στόχοι της γερμανικής Turnbewegung ,ηοποία την περίοδο εκείνη (κυρίω μετά το 1880) έχει προσλάβει αποκλειστικά συντηρητικά χαρακτηριστικά και διαβρώνεται από τον αντισημιτισμό. Το γυμναστικό κίνημα του Spiess που προωθείται από το πρωσικό κράτος προτείνει τις Ordnungsübungen, δηλ. ασκήσ έτσι Εντούτοις, η πιο καθαρή σύνδεση φυσικής αγωγής και στρατιωτικής προετοιμασίας παρατηρείται στο γαλλικό εκπαιδευτικό σύστημα, τοοποίο αποτέλεσε και το πρότυπο για την μετά το 1880 σχετική νομοθεσία στην Ελλάδα 44 . Ο θεσμό των «σχολικών ταγμάτων» νομοθετήθηκε το 1882 στη Γαλλία για να σβήσε άδοξα δέκα χρόνια αργότερα. Ηταν ένα «πατριωτικό λάθος», σύμφωναμετην αναδρομική εκτίμηση ενός υποστηρικτή των σπόρ45. Για την περίοδο 1871-1914 πάντως, στη Γαλλία δεν υπήρχαν αμφιβολίες ως προς τη χρησιμότητα της σωματικήςάσκησης.Περιλαμβάνοντας, εκτόςαπότην καθεαυτό γυμναστική, καιασκήσεις σκοποβολής καθώς και στρατιωτικές ασκήσεις, η σχολική γυμναστική εκπαίδευση αποσκοπούσε στη «βελτίωση των ιδανικών ιδιοτήτων που ήθελαν να αναπτύξει ομαχόμενος στρατιώτης» 46. Ο μυώδης, καλοσχηματισμένος άνδρας, έτοιμοςναυπερασπιστεί την πατρίδα του, αποτελεί στην καμπή του 19ου αιώνα το νέο πρότυπο που αντικαθιστά προοδευτικά το ρομαντικό πρότυποτουχλωμού, φιλάσθενου και πνευματικά καλλιεργημένου νέου.
43. P. C. Mcintosh - J. G. Dixon - A. D. Munrow - R. F. Willetts, ό.π. ,σ. 131-132. 44. Παρά τις πρώιμες βαυαρικές επιδράσεις, η Ελλάδα ακολουθεί τη Γαλλία ωςπρος το χρονολόγιο εξάπλωσης της σωματικής άσκησης. Παρουσιάζει δηλ. παρόμοια καθυστέρηση, σε σχέση τουλάχιστον με την ανάπτυξη της γυμναστικής σεάλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως Σουηδία, Τσεχία, Ελβετία. Ο όρος «φυσικήαγωγή» εξάλλου δενέχεικαθιερωθεί κατά την περίοδο πουεξετάζουμε —υποθέτω πωςδενσυναντάται καν— άλλα αποτελεί υστέρα μετάφραση τω αντίστοιχων ξένων όρων «physical education»και «éducation physique»,πουόμως σημαίνουν «σωματική αγωγή». 45. E. Weber, ό.π., σ. 75. 46. M. Spivak, «L'éducation physique et le sport français, 1852-1914», Revue d'histoire moderne et contemporainelk ( Ιαν.-Μάρτ. 1977), σ. 40.Για την πρώτη περ γυμναστικής στη Γαλλία (18ος αί. - 1870), βλ. ]. Defrance, «Esquisse d'une histoire sociale de la gymnastique (1760-1870)», Actes de la recherche en sciences sociales 6 Laty, ό.π.
American
42. Ε. Weber, «Gymnastics and Sports in Fin-de-Siècìe
Historical Review
76 (Φεβρ. 1971), σ. 97.
France: Opium of the Clas
«Το κίτρινον χρώμα του προσώπου επεζητείτο ως προκαλούν την συμπάθειαν [...] Η ζωή δεν έπρεπε να είνε περισσή και αλλοίμονον, αν το ροδαλόν χρώμαήη καλή σωματική συγκρότησις επρόδιδαν την περίσσειάν της. Αντελαμβάνετο αμέσως κανείς ότι πρόκειται περί ατόμου αγροίκου, το οποίον δεν δύναται νααισθανθή τίποτα από ασπασμούς των αγγέλων προς τα αστρα» 47. Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΤΩΝ ΓΥΜΝΑΣΤΩΝ
Το 1884 αποτελεί πράγματι σημαντικό σταθμό για τη διδασκαλία στικής, εφόσον αφενός ιδρύεται Σχολή Γυμναστών προορισμένη να παράγει εξειδικευμένους πλέον δασκάλους και αφετέρου αναγράφεται οριστικά η γυμναστική στο πρόγραμμα μαθημάτων του Ελληνικού σχολείου και των δύο τάξεων του γυμνασίου (3 ώρες την εβδομάδα) 48.
μια εκπαίδευση από το 1880 απαιτούσε, όπως είναι προφανές, την ύπαρξη εξειδικευμένου διδακτικού προσωπικού που θα μπορούσε να τη διδάξει.Τοέργοαυτό δεθαμπορούσαν να ασκήσουν ούτε οι πυροσβέστες ούτεοιαξιωματι στρατού, όπως είχε γίνει στο παρελθόν. Έτσι, το 1882 αφενός και το 1884 αφετέρου θαλειτουργήσουν δύο τεσσαρακονθήμερες σχολές γυμναστών: η πρώτη λειτούργησε ανεπίσημα υπό την εποπτεία του I. Φωκιανού και με εκπαιδευτή τον οπλοδιδάσκαλο Ν. Πύργο' η δεύτερη ιδρύθηκε με το διάταγμα της 9 Ιουνίου 1884 με διευθυντή και διδάσκαλο τον I. Φωκιανό49. Στα χρόνια εκείνα σχηματίσθηκε και ο πρώτος πυρήνας γυμναστών, που θα στελεχώσουν αργότερα σχολές και σωματεία. Φαίνεται πάντως ότι ο γυμναστής δεν έχαιρε κοινωνι ρισης άλλα και ούτε αποτελούσε ακόμη διακεκριμένη επαγγελματική κατηγορία. « Ο εις γυμναστής μετά τον άλλον ετρέποντο εις επαγγέλματα μάλλον προσοδοφόρα και αξιοπρεπέστερα κατά την κοινήν αντίληψιν» 50. ενδιαφέρον για τη στρατιωτική προετοιμασία των μαθητών με νέα νομοθετήματα
Μ ε τ ά την ανάληψη της εξουσίας από τον Θ. Δ η λ ι γ ι ά ν ν η , συνεχίζεται το
47. Ε. Παυλίνης, «Το εργον του Φωκιανού» στο Ι ω ά ν ν η ς Φωκιανός..., ό.π.,σ. 14. 48. Στις δύο ανώτερες τάξεις του γυμνασίου οι μαθητές, εφόσον είναι άνω των 14 ετών, ασκούνται στις στρατιωτικές ασκήσεις. 49. Βλ. Δ.Αντωνίου, ό.π., τ. Α', σ. 39-40 και τ. Β', σ. 118-120. Tο 1887, με το νόμο ,ΑΧΙΑ', διορίζονται γυμναστές και βοηθοί των γυμναστικών ασκήσεων στα γυμνάσια και στα Ελληνικά σχολεία. Ο μηνιαίος μισθόςτων γυμναστών ανέρχεται σε120 δρχ.:στο ίδιο, τ. Α', σ. 298-299. Με την ίδια εξάλλου ημερομηνία, 20 Δεκεμβρίου 1887, δημοσιεύεται ο νόμος ,ΑΧΗ' «Περί του κεντρικού γυμναστηρίου» στο οποίο λογίζεται προσαρτημένη ησχολή γυμναστών. Στο γυμναστήριο μπορούννα ασκούνται εκτός από τους εκπαιδευόμενους γυμναστές οι φοιτητές του Πανεπιστημίου καθώς και άλλοι πολίτες: στο ίδιο, τ. Β', σ. 137-138 50. [I. Ε. Χρυσάφης], ό.π., σ. 20.
τα. Το νέο στοιχείο που εντοπίζεται τώρα είναι η παιδαγωγική μέριμναγιατους μαθητές που ασκούνται στις στρατιωτικές ασκήσεις. Το γεγονός ότι η στρατιωτική εκπαίδευση παρέχεται από αξιωματικούς, οι οποίοι δεν είναι εξοικειωμένοι μετιςπαιδαγωγικές αρχές της επιβολής της τιμωρίας και της διαμορφωτικής επίδρασης του εκπαιδευτικού έργου, επισημαίνεται από εγκύκλιο του υπουργού Α. Ζυγομαλά προςτους γυμνασιάρχες. Οι γυμνασιάρχες ορίζονται συνεπώς υπεύθυνοι για τον έλεγχο της συμπεριφοράς των αξιωματικών απέναντι στους μαθητές ώστε να μην υπερβαίνουν το δίκαιο και το μέτρο κατά τηνεπιβολήτων τιμωριών, να μεταχειρίζονται γλώσσα ευπρεπή και να τηρούν στάση αξιοπρεπή 3 '. Οι ελλείψεις του στρατού επιβάλλουν ωστόσο την αναβολή των στρατιωτικών ασκήσεων στα γυμνάσια που βρίσκονται εκτός Αθηνών52. Οι στρατιωτικές ασκήσειςθακαταργηθούν οριστικά το 1893.
γυμναστικής μοιάζει να είναι πλέον κοινός τόπος. Το 1889 ο υπουργός παιδείας της νέας κυβέρνησης Τρικούπη, Γ. Θεοτόκης, υποβάλλει νομοσχέδια στη Βουλή μετα οποία εισάγεται η γυμναστική και στο δημοτικό σχολείο: «η διδασκαλία αυτής άρχεται από της πρώτης ημέρας της εις το σχολείον φοιτήσεως των μικρών Ελληνοπαίδων και αποτελευτά την τελευταίαν της απ' αυτού αποφοιτήσεως αυτών». Σύμφωνα με το αναλυτικό πρόγραμμα για το εξατάξιο δημοτικό, η γυμναστική κάλυπτε 24 ώρες την εβδομάδα (4 ώρες σε κάθε τάξη), καταλαμβάνοντας τη δεύτερη ως προς τον αριθμό των διδακτικών ωρών θέση μετά τα ελληνικά 33. Συντάκτης των νομοσχεδίων ήταν ο Χαρίσιος Παπαμάρκος, αλλά τα νομοσχέδια δεν ψηφίστηκαν.
ευνοούσαντηνανάληψη πρωτοβουλιών εκ μέρους του κράτους για την εκπαίδευση γυμναστών. Αντίθετα, ο Πανελλήνιος Γυμναστικός Σύλλογος —προφανώς λόγω της προεδρίας του I. Φωκιανού, ο οποίος στο παρελθόν είχε αναλάβει παρόμοιο έργο— ίδρυσε το 1891 σχολή γυμναστών και σχολή γυμναστριών. Η φοίτη στη μεν πρώτη διαρκεί ένα σχολικό έτος (1 Οκτωβρίου έως 1 Ιουλίου), στηδε δεύτερη ένα εξάμηνο (1 Φεβρουαρίου έως 10 Αυγούστου). Στη σχολή γυμναστών διδάσκονται ιστορία της γυμναστικής, παιδαγωγία της γυμναστικής, πειραματική φυσική, υγιεινή, στοιχεία ανατομίας και φυσιολογίας, στοιχειώδεις θεωρητικές 51. Δ.Αντωνίου, ό.π., τ. Α', σ. 283-284. Μετο βασιλικό διάταγμα της 12 Φεβρουαρίου 1886 εξαλλου διορίζεται γενικός επόπτης των στρατιωτικών ασκήσεων,οοποίος έχειτη γενική εποπτεία της στρατιωτικής εκπαίδευσης των μαθητών σε όλοτο κράτος: στο ίδιο, τ. Α', σ. 286-287. Γενικός επόπτης θα διορισθεί εκ νέουαπό την κυβέρνηση Τρικούπη, με παρόμοιες αρμοδιότητες: νόμος, ΑΨΈΓ ' (22 Μαρτίου 1889),στο ίδιο, τ. Α', σ. 300-301. 52. Εγκύκλιος 16517 (20 Νοεμβρίου 1885),στο ίδιο, τ. Α', σ. 285.
53. Χαρ. Παπαμάρκος, Α ν α λ υ τ ι κ ό ν
των
αρρένων...,
Αθήνα 1890, σ. 83-84.
πρόγραμμα
των
μαθημάτων
... δημοτικού
γνώσεις περί κολυμβητικής, όλα τα είδη των γυμναστικών ασκήσεων και κολύμβηση, ξιφασκία, περιγραφή των διαφόρων γυμναστικών οργάνων και φωνητική μουσική54. Στη σχολή γυμναστριών προσφέρονται λιγότερες γνώσεις με έμφαση στη ρυθμική γυμναστική, η οποία θεωρείται προφανώς ότι αρμόζει περισσότερο στη γυναικεία εκπαίδευση 55. Η σχολή γυμναστριών λειτούργησε ως το Νοέμβριο 1891 και φοίτησαν σ' αυτήν περί τις 40 μαθήτριες από τις οποίες πήραν το δίπλωμα της γυμνάστριας 34 56 . Η άσκηση των μαθητριών γινόταν σε μια από τις αίθουσες του Ζαππείου 57. Η λειτουργία της σχολής διακόπηκε προσωρινά για να επαναληφθεί τον Φεβρουάριο 1893 με ανωτάτη επόπτρια την Αικ. Λασκαρίδου και διευθύντρια την Κατίνα Αθανασίου 58. Αντίθετα, η σχολή γυμναστών δε λειτούργησε. Το κό Γυμναστήριο, παρόλο που δεν είχε επισήμως παρόμοια δικαιοδοσία. Μετά το 1880, οι γυμναστές που διορίστηκαν σε κάποια γυμνάσια, σύμφωνα με τη νέα νομοθεσία, είχαν εκπαιδευτεί στο Δημόσιο Γυμναστήριο, το οποίο δραστηριοποιείται εκείνη την εποχή και σε άλλους τομείς, εφόσον το 1889 διοργάνωσε και γυμναστικούς αγώνες. Η μναστικής και, ευρύτερα, της σωματικής άσκησης των μαθητών αποκαλύπτεται και μέσω μιας σειράς άλλων πρωτοβουλιών, οι οποίες άλλοτε καρποφορούν και άλλοτε παραμένουν στο επίπεδο των προθέσεων. Ο Πανελλήνιος, για παράδειγμα, αποφάσισε την ίδρυση «Κήπου των Παίδων», δηλαδή γυμναστηρίου για παιδιά ηλικίας μέχρι 15 ετών και «Γυμναστηρίου Θηλέων», αλλά η απόφαση αυτή δενπραγματοποιήθηκε 39. Ο Εθνικός Γυμναστικός Σύλλογος, που ιδρύθηκε το 1893, εθεσε ως πρώτο στόχο του τη «σωματικήν ανάπτυξιν της ελληνικής 54. «Κανονισμός της Σχολής Γυμναστών της ιδρυθείσης υπότου υπόπροστάτη τη Α.Β.Υ. τω Διαδόχω Πανελληνίου Γυμναστικού Συλλόγου», 13 Νοεμβρίου 1892, Αρχείο Π.Γ.Σ. 55. «Κανονισμός της Σχολήςτων Διδασκαλισσών της Γυμναστικής της ιδρυθείσης υπότου υπό προστάτη τη A.B.Y, τω Διαδόχω Πανελληνίου Γυμναστικού Συλλόγου», 13 Νοεμβρίου 1892, Αρχείο Π.Γ.Σ. 56. Την 18Μαΐου 1891 δεκαπέντε μαθήτριες της απευθύνουν με επιστολή τους προς τον πρόεδροτου Π.Γ.Σ. το αίτημα να τους δοθούνδωρεάν εισιτήρια για την παρακολούθηση των πρώτων αγώνων του Π.Γ.Σ. 57.ΤοΜάρτιο 1891,ηεπί των Ολυμπίων και κληροδοτημάτων επιτροπή είχε παραχωρήσει μια αίθουσα του Ζαππείου «προςασκησιν γυμναστριών [...]υπότον όρον,ότι ούτε επί των τοίχων ούτε επί του δαπέδου της παραχωρηθησομένης αιθούσης θα προσαρμοσθώσιν μόνιμα γυμναστήρια, ούτε άλλη τις θα προσγένηται επί τούτων βλάβη»: Επιστολή 4 Μαρτίου 1891 (αρ. πρωτ. 95) προς Π.Γ.Σ, Αρχείο Π.Γ.Σ. 58. Βλ. «Πρακτικά Διοικητικού Συμβουλίου Πανελληνίου Γυμναστικού Συλλόγου», Συνεδρίαση 10η, 29 Δεκεμβρίου 1892. 59. Βλ. Πανελλήνιος Γυμναστικός Σύλλογος, Ε π ε τ η ρ ς ί 19 0 2 1 9 0 3 , Αθήνα 1903, σ. 5.
νεολαίας» και οργάνωσε το 1898 τους πρώτους παιδοεφηβικούς αγώνες. Παιδοεφηβικούς αγώνες τελεί σταθερά κάθε χρόνο άλλωστε και ο Πανελλήνιος60. ΤΟ ΕΡΓΟ TOT ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΕΥΤΑΞΙΑ ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη γυμναστική φανερώνει το έργο του Αθ. Ευταξία, όταν διηύθυνε το υπουργείο παιδείας 61. Το 1893, όταν αναλαμβάνει για πρώτη φορά το υπουργείο, ο Αθ. Ευταξίας ιδρύει «ειδική γυμναστική σχολή» όπου η φοίτηση διαρκεί ενάμισι χρόνο και μπορούν να εγγράφουν απόφοιτοι του διδασκαλείου η του γυμνασίου ηλικίας 20 έως 26 ετών 62. Η σχολή λειτούργησε τα χρόνια 1897-1899, άλλα χωρίς μεγάλη επιτυχία, κυρίως λόγωτουχαμηλού μορφωτικού επιπέδου και της έλλειψης θεωρητικής μόρφωσης των μαθητών της 63 . Στη σχολή, εκτός από θεωρητικά μαθήματα (ιστορία και παιδαγωγία της γυμναστικής, ανατομία, φυσιολογία και υγιεινή κ.ά.), διδάσκονταν επίσης: «ανόργανος και δια κινητών οργάνων γυμναστική», «γυμναστική επί ακινήτων οργάνων», «αθλητικαί ασκήσεις», «επιχώριοι και ξέναι παιδιαί», «οπλομαχητική», «στρατιωτικαί ασκήσεις και βολή», «πορείαι, κολυμβητική και κωπηλασία». Ηεπιλογήτωναθλημάτων φαίνεται ναπαρακολουθεί με συνέπεια τις δραστηριότητες των αθλητικών σωματείων τα οποία δρουν την ίδια εποχή στον ελλαδικό χώρο. Πράγματι, τα αθλήματα που περιλαμβάνονται κατεξοχήν στις δραστηριότητες των σωματείων τότε είναι η γυμναστική, ο κλασικός αθλητισμός, η σκοποβολή, η πεζοπορία, η κολύμβηση64. γυναικεία γυμναστική. Σύμφωνα με το διάταγμα της 30 Μαΐου 1898 «περί εξετάσεως υποψηφίων γυμναστριών», το υπουργείο τωνεκκλησιαστικών καιτης δημοσίας εκπαιδεύσεως χορηγεί δίπλωμα γυμνάστριας σε πτυχιούχους δασκάλες
60. Βλ.ε δ ώ , σ. 219. 61. Πβ. και το επαινετικό για το έργοτου Ευταξία άρθροτου Θ. Αποστολόπουλου, δικηγόρουκαι συγγραφέα διδακτικών εγχειριδίων: «Η γυμναστική εν Ελλάδι», Το π α δ ιε υ τ ι κόν σύστημα εν Ελλάδι, Αθήνα 1902, σ. 223-227 (αναδημοσιεύεται απότην εφ. Και Απριλίου 1900). 62. Δ. Αντωνίου, ό.π., τ. Β', σ. 180-185. Το διάταγμα, εκτός από τον οργανισμό της σχολής γυμναστών, περιέχεικαι κανονισμό του κεντρικού γυμναστηρίου. Χαρακτηριστικό είναι τα πνεύμα της πειθαρχίας πουδιέπειτη συμπεριφορά των γυμναζομένων. Σύμφωνα μετο άρ 9, «εις ουδένα των ασκουμένων επιτρέπεται να συνδιαλέγηται εν τω γυμναστηρίω μετά των συμμαθητών αυτού μεγαλοφώνως ή χαριεντίζηται, να σκώπτη και να λοιδορή». 63. Η λειτουργία της καθορίστηκε με τον «Κανονισμόν της εν Αθήναις ιδρυμένης ειδικής γυμναστικής σχολής» (Β.Δ. 14 Δεκεμβρίου 1897),στο ίδιο, τ. Β', σ. 191-193.Για τους αποφοίτους της Σχολής αυτής, πουαποτελούν τη δεύτερη στην ουσία γενιά γυμναστών μετά τους μαθητές του Φωκιανού, βλ. ΠΑΕΑ 3 (1900-1901), σ. 2. 64. Πβ.ε δ ώ , σ. 195.
1. Η γυμναστική σχολή του 1 8 9 8 .
ή μαθήτριες του διδασκαλείου θηλέων65, εφόσον εξετάζονταν επιτυχώς σε συναφή θεωρητικά μαθήματα καθώς και στην ανόργανη και ενόργανη γυμναστική καιστη διδασκαλία παιχνιδιών και ασκήσεων σε μικρές μαθήτριες 66. Από το 1897 την εκπαίδευση γυμναστριών είχε αναλάβει το εκπαιδευτικό τμήμα της Ενώσεως Ελληνίδων, δημιουργώντας μια τάξη με θεωρητικά και πρακτικά μαθήματα για τις υποψήφιες γυμνάστριες 67 και καλύπτοντας έτσι το σημαντικό κενό ως προς τη γυμναστική εκπαίδευση των κοριτσιών. Από το 1902 εισήγαγε μάλιστα το σουηδικό γυμναστικό σύστημα και ίδρυσε πλήρες γυμναστήριο σύμφωναμετο σουηδικό πρότυπο. Το σουηδικό σύστημα για την εκπαίδευση των μαθητριών του θα εισαγάγει από το 1904 και το Αρσάκειο Παρθεναγωγείο 68. Συνεπώς, η κρατική μέριμνα για την επιβολή της σωματικής άσκησηςστα σχολεία ακολουθεί στην ουσία την ιδιωτική πρωτοβουλία, όπως εκδηλώνεται μέσα από τις δραστηριότητες των φιλεκπαιδευτικών και των αθλητικών σωματείων άλλα και των ιδιωτικών σχολείων 69. Ο Πανελλήνιος Γυμναστικός Σύλλογος, που από τη στιγμή της ίδρυσής του συνδύασε τη δράση του με εκπαιδευτικό και φιλανθρωπικό έργο, οργάνωσε το 1898 σχολικούς αγώνες, όπου έλαβαν μέρος όλα τα δημόσια και ιδιωτικά εκπαιδευτήρια μέσης και δημοτικής εκπαιδεύσεως της Αθήνας και του Πειραιά. «Αϊ χιλιάδες των μαθητών των ρηθέντων εκπαιδευτηρίων», αναφέρεται στην Επετηρίδα του Π.Γ.Σ., «εξετέλεσαν ενσυναγωνισμω μετ' άκρας ρυθμικότητος και κανονικότητος διαφόρους συντακτικάς ασκήσεις ενοργάνους και ανοργάνους και έψαλαν διάφορα ασματα» 70.
65. Δ.Αντωνίου, ό.π., τ. Β', σ. 194-196.Για την εκπαίδευση των διδασκαλισσών ωςτη δεκαετία του 1890, βλ. Σιδηρούλα Ζιώγου-Καραστεργίου, Η Μέση Ε κ π α δ ίε υ σ η των κο τσιών στην Ελλάδα (1830-1893), Αθήνα, I.A.Ε.Ν., 1986. Μέριμνα για τη σωματική των κοριτσιών —εκείνων πουφοιτούν στα δημόσια σχολεία μέσηςεκπαιδεύσεωςτων αρρένων— λαμβάνεται επίσης το 1920: Νόμος 2476 (24 Ιουνίου 1920). Δ.Αντωνίου, ό.π., τ. Α', σ. 637. 66. Δ.Αντωνίου, ό.π., τ. Β', σ. 194-196. 67. Πρόεδρος του Εκπαιδευτικού Τμήματος της Ενώσεως των Ελληνίδων ήταν ηΑικατερίνη Λασκαρίδου, ηοποία διηύθυνεαπότο 1892και τη σχολή γυμναστριών του Π.Γ.Σ., ενώ στο υπόλοιπο διοικητικό συμβούλιο εμφανίζονται μερικές από τις πιο γνωστές κυρίες της αθηναϊκής κοινωνίας (Ε. Κετσέα, Β. Αγελάστου, Α. Π. Κουντουριώτου, Άννα Σπ. Λάμπρου κ.ά.). Βλ. ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 224. Ο Π.Γ.Σ. εξάλλου παραχωρεί το 1898το γυμναστήριο του για την άσκησητων μαθητριών του Παρθεναγωγείου του Συλλόγου των Κυριών: «Πρακτικά Δ.Σ.του Π.Γ.Σ.», συνεδρίαση 75η, 18 Δεκεμβρίου 1898.Το1899, μαθήτριες από 6έως14 ετών καθώς και 32 υποψήφιες δασκάλες γυμναστικής γυμνάζονται σε αίθουσα του Ζαππείου που τους έχει παραχωρηθεί, με γυμνάστρια την Ελπίδα Τσοντάκη. 68. [I. Ε. Χρυσάφης], ό.π., σ. 44-45. 69. ιδιωτικά σχολεία παρουσιάζονται, προςτα τέλη του αιώνα, να εξοπλίζονται μεγυμναστήρια και να συγκροτούν ομάδες με τις οποίες μετέχουν στις αθλητικές συναντήσεις. Πβ. ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 232. 70. Πανελλήνιος Γυμναστικός Σύλλογος, Ε π ε τ η ρ ς ί 1902-1903, Αθήνα 1903, σ. 11.
να επιβεβαιώσει τη βαθιά αλλαγή στην αντιμετώπιση της σωματικής άσκησ που παρατηρείται λίγο πριν από την εκπνοή του 19ου αιώνα. Η εγκύκλιος εισάγει στα γυμνάσια εκδρομές το απόγευμα της Πέμπτης που είναι αργία για τα σχολεία. Το σκεπτικό της επιβολής του μέτρου παρουσιάζει ενδιαφέρον εφόσον επικυρώνει την αξιολόγηση του σώματος ως «πιστού και αχώριστου θεράποντος του πνεύματος» και ως «μόνου μέσου επικοινωνίας του εν ημίν πνεύματος μετά του περί ημάς κόσμου». Η όλη επιχειρηματολογία εξάλλου επαναλαμβάνει κοινούς τόπους των κυρίαρχων αντιλήψεων της εποχής, συνδέοντας τις εκδρομές με την υγεία, αλλά και βασικά σημεία της νέας παιδαγωγικής θεωρίας που προτείνει την καλλιέργεια της αυτενέργειας και της παρατηρητικότητας μέσα από την άμεση γνώση του κόσμου, «του μεγάλου τούτου βιβλίου των πραγμάτων». Η επαφή με τη φύση και η σωματική άσκησηπαρουσιάζονται επιπλέον ως τα ηθικά αντίδοτα προς τη μαλθακότητα των «εν τοις καφενείοις διατριβών, τοις κέντροις τούτοις της αργίας και της σήψεως»71. Η διάκριση αυτή ανάμεσα στο καφενείο και το ύπαιθρο —η το γυμναστήριο, σε άλλες περιπτώσεις— ως χώρο ατομικής καισυλλογικής ψυχαγωγίας αποτελεί βασική συνιστώσα του λόγου που στην καμπή του αιώνα, αλλά και αργότερα, προβάλλει τη σωματική άσκησηως αξία. στα χρόνια 1898 και 1899, αμέσως μετά τη διοργάνωση των Ολυμπιακών ΑγώνωνστηνΑθήνα το 1896 και την αναβίωση στις συνειδήσεις του αρχαίου κλέους, αλλά και την ήττα στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897. Πράγματι, η πιο συντονισμένη προσπάθεια για την εδραίωση της γυμναστικής ωςαναπόσπαστου τμήματος της εκπαιδευτικής διαδικασίας σημειώνεται ακριβώςαυτή την εποχή και ανήκει στην πρωτοβουλία του υπουργού παιδείας Αθ. Ευταξία. Μέσα στο κλίμα της απογοήτευσης και της κριτικής, κατεξοχήν απέναντι στηναποτελεσματικότητα της εκπαίδευσης, που επικράτησε τότε στην Ελλάδα, ψηφίστηκε ο νόμος , Β Χ Κ Α . ' «Περί γυμναστικής και γυμναστικών και αθλητικών αγώνων» και δημοσιεύτηκε το Β.Δ. «Περί της διδασκαλίας της γυμναστικής εν τοις σχολείοις της Δημοτικής και Μέσης Εκπαιδεύσεως και εν τοις Διδασκαλείοις εκατέρου σχολικοί αγώνες παρέχουν μια επιπλέονευκαιρία για τον παραλληλισμό της νεότερης μετην αρχαία Ελλάδα: «Κατά τούτους ανεπαρεστάθη είκών της αρχαίας ζωής και κινήσεως και συνυφάνθη δεσμός τις της παλαιάς ευκλείας και δόξηςτης πατρίδος ημών προςτο εύελπι μέλλον αυτής». « Η Δημοτική Εκπαίδευσις εν Ελλάδι κατά το 1900»,Ε θ ν κ ιή Α γ ω γ ή ς (1901), σ. 4. 71. Δ.Αντωνίου, ό.π., τ. Α', σ. 378-382. Απόψεις για την ωφέλεια των σχολικών εκδρομών διατυπώνουν ο Εμμ. Λυκούδης («Μαθητικά ταξείδια», Ε θ ν κ ιή Α γ ω γ ή 4 (1901), σ. 177-179) και ο Γ. Μπουκουβάλας («Αι σχολικαί εκδρομαί», στο ίδιο 5 (1902), σ. 109-110). Πβ. επίσης και το κύμα ίδρυσης εκδρομικώνκαι περιηγητικών σωματείων απότην καμπή του αιώνα: εδώ, σ. 362-6.
ρου φύλου»72. Σύμφωνα με τη νομοθεσία του 1899, η γυμναστική ορίστηκε πρωτεύον και υποχρεωτικό μάθημα σε όλα τα σχολεία κάθε βαθμίδας, από το δημοτικό ως το Πανεπιστήμιο. Δημοσιεύεται τότε για πρώτη φορά και αναλυτικό πρόγραμμα της γυμναστικής, ανόργανης καιενόργανης73,ενώοιεκδρομές,που ορίζεται πλέον να γίνονται κάθε μήνα, αποκτούν χαρακτήρα καθαρά γυμναστικό —και όχι εκπαιδευτικό, όπως πρόβλεπε η εγκύκλιος του 1898— με στόχο την άσκηση των μαθητών στην πεζοπορία' 4. Η ρο στόχο, όπως συνάγεται από τους στόχους της νέας ρύθμισης, που είναι «η ανάπτυξις τωνσωματικών και η εν ακμή διατήρησις των ψυχικών δυνάμεων,ηεν τη καρτερία έξις και η δια τον στρατιωτικόν βίον προπαρασκευή των νέων»75. Ωστόσο,αυτή τηφορά, το πρόγραμμα των σχολείων δεν περιλαμβάνει στρατιωτικές ασκήσεις. Μόνο για τους φοιτητές προβλέπεται η οπλομαχητική στα δύο πρώτα έτη της φοίτησής τους. Η έμφαση του προγράμματος τοποθετείται σε δύο καινοτόμα, για την ως τότε νομοθεσία, στοιχεία: τα παιχνίδια 76καιτους αγώνες. Τα φιλοπατρίας, ήτις εν τούτω κυρίως συνίσταται, εν τω υποτάσσειν την ιδίαν τη κοινή βουλήσει»77. Το συλλογικό πνεύμα, η πειθαρχία σε κανόνες και η ισότητα απέναντι στους νόμους του παιχνιδιού συγκροτούν αυτό το «κοινοτικόν συναίσθημα» που προετοιμάζει την κοινωνικοποίηση των μαθητών. Η ωφέλεια των παι-
72.Στο ίδιο, τ. Α', σ. 396-410. 73.Στο ίδιο, τ. Α', σ. 411-422. Η διδασκαλία της γυμναστικής καλύπτει τρεις ώρες την εβδομάδα σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες. Οι ώρες αυτές θα αυξηθούνσεπέντε για τα Ελληνικά σχολεία και τα γυμνάσια το 1900,μετο νέοαναλυτικό πρόγραμμα το οποίο υπογράφειονέοςυπουργόςπαιδείας Σ. Στάης (στο ίδιο, τ. Α', σ. 423-428),για να μειωθούνεκνέου στα επόμενα προγράμματα, του 1901 και 1903(στο ίδιο, τ. Α', σ. 431-435). 74. Βλ.στο ίδιο, τ. Α', σ. 397, 410.Στην τροποποίηση του διατάγματος, επί υπουργίας Σ. Στάη, ορίζεται ότι οι εκδρομές αυτές γίνονται μόνοτα απογεύματα της Πέμπτης και για να ασκηθούν οιμαθητές «εις διαφόρους παιδιάς»: Β.Δ. 22 Οκτωβρίου 1901,στο ίδιο, τ. Α', σ. 431-432. 75. Νόμος,ΒΧΚΑ', άρθρο 1, ό.π. 76. Η παιδαγωγική αξία των παιχνιδιών, παρόλο πουαπουσιάζουν από τη νομοθεσία περί σχολικής γυμναστικής, είχε επισημανθεί ήδη στο Ε γ χ ε ρ ιδ ίο ιν σχολειακής γυμναστικής 1893)από τον I. Ε. Χρυσάφη, οοποίος και αφιέρωσεένα τμήμα του βιβλίου του, εκτός από την ανόργανη και οργανική γυμναστική και την κολυμβητική, στην περιγραφή «παιδιών». 77. Αθ. Ευταξίας, «Εισηγητική Έκθεσις»,ό.π., σ. 942.ΟΕυταξίας είχε διατυπώσει τις απόψεις του για τη γυμναστική εκπαίδευση στην Ελλάδα από τον Ιανουάριο 1899. Βλ. Α Ευταξίας, «ΗΓυμναστική», ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 128-130. Η εισηγητική έκθεση δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως τον Νοέμβριοτου ίδιου έτο πτυξη των πρώτων εκείνων θέσεων. Τον Ιούλιο δημοσιεύτηκε εξάλλου και ο νόμος, ΒΧΚΑ'.
παιχνιδιώνανιχνεύεται εξίσου στοατομικό επίπεδο, προσφέροντας «αληθή χαράν καιαναψυχήν» αλλά καιυγιεινή άσκηση στα μικρά παιδιά, διαμορφώνοντας χαρακτήρες και καλλιεργώντας την ευστροφία του πνεύματος. Τα παιχνίδια και τα αθλήματα πρέπει να έχουν «εθνικό» χαρακτήρα, δηλαδή να προέρχονται από τιςεπιτόπιεςπαραδόσεις η από την κοινή παράδοση της Τουρκοκρατίας 78, η οποία ήδη, με την ανάπτυξη της λαογραφίας και την αναβίωση των Ολυμπια Αγώνων, έχει ενταχθεί στη συνέχεια που ενώνει τους αρχαίους ολυμπιονίκες με τον Σπύρο Λούη. Έτσι, η συνύπαρξη στο σχολείο των παραδοσιακών αθλημάτω μετηνεότερη γυμναστική εξυπηρετεί την αρμονική μετάβαση από τη λαϊκή άσκησηκαιψυχαγωγία στη σύγχρονη έντεχνη γυμναστική 79. μετηναναβίωση τωνΟλυμπιακώνκαιτονκλασικιστικό προσανατολισμό της εκπαίδευσης 80. Η θεσμοθέτηση των αγώνων γίνεται σε δύο επίπεδα: α') στο σχολικό, όπου οι εξετάσεις της γυμναστικής προσλαμβάνουν αγωνιστικό χαρακτήρα και γίνονται σε δημόσιο χώρο (στην Αθήνα, στο Παναθηναϊκό Στάδιο) 81 , και β') στο εθνικό, με τη διοργάνωση ετήσιων πανελλήνιωναγώνωνστηνΑθήνα.Με κεντρικό σύνθημα το «αιέν αριστεύειν», ο αθλητισμός εμφανίζεται ως το αντίβαρο προς «υλικές απολαύσεις», που έχουν μεγάλη απήχηση στη νεολαία. Αποτελεί 78. Παρόμοια είναι και ηάποψητου Δ. Βικέλα οοποίος, την προηγούμενη ακριβώς χρονιά, σε επιστολή του προςτον πρόεδροτου Ποδηλατικού Συλλόγου Αθηνών Μιλτ. Νεγροπόντη, υποστήριζε ότι οαθλητισμός θα διαδοθεί πολύευκολότερα στην Ελλάδα μέσωτων παραδοσιακών παιχνιδιών όπωςοδίσκος, οδρόμος,το άλμα, ητοξευτική, η σφαιρομαχία, η αμπάριζα, ακόμη και ησφεντόνα. ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 106. 79. Χαρακτηριστική είναι ηοξεία κριτική του Ευταξία προςτον διάδοχο του στο υπουργείο παιδείας Σ. Στάη, οοποίος εισηγήθηκε την εισαγωγή των αγγλικών παιχνιδιών κρίκετ και ποδοσφαίρου στα ελληνικά σχολεία. «Όλα τάχει η Ζαφειρίτσα, μόν' ο φερεδζέςτης λείπει!», σχολιάζει ο Ευταξίας, παρατηρώντας επίσης: «ημείς [...] οι οποίοι στερούμεθα ακόμη και γυμναστών και γυμναστηρίων και γυμναστικών οργάνων, θέλομεν να εισαγάγωμεν ειςτα πτωχά μας σχολεία κατά προτίμησιν τας οθνείας και πολυδαπάνους Αγγλικάς παιδιάς!». Αθ.
Ευταξίας, ΤοΥπουργεο ίν της Παιδείας. Πως λειτουργεί σήμερον...,
«Ακροπόλεως»), Αθήνα 1900, σ. 36-37. Απολύτως σύμφωνες με τις απόψειςτου Ευταξία είναι οιθέσειςτου Εμμ. Λυκούδηπουθεωρεί ότι «αι εθνικαί παιδιαί δενδύνανται να εισάγωνται και να εγκλιματίζωνται έξωθεν,όπωςτα αντικείμενα του εισαγωγικού εμπορίου, αλλ' έχουν την γένεσιν αυτόχθονα, απορρέουν εξ αυτής της ψυχήςτου λαού, εκτων παραδόσεων και των έξεων αυτού». Εμμ. Σ. Λυκούδης, «Οι σχολικοί αγώνες», Ε θ ν κ ιή Αγωγή 4 (1901), σ. 113116. Συλλογή «δημωδών» παιδιών δημοσιεύειστην ίδια ακριβώς συγκυρία καιοΚ. I. Σφάγγος:
Σχολικαί παιδιαί, Αθήνα 1900. της
(α
ων .., Αθήνα 1893, σ. 29-30. 81.Για τους σχολικούς αγώνες, βλ. εδώ, σ. 126.
Αλέξ. Α. Παπανδρέου, Ιστορία
80. Η γυμναστική ανήκει στο κλασικό πρότυπο αγωγής το οποίο προτείνεται προςμίμηση στους νεότερους Έλληνες, ώστε να αναδειχθούν αντάξιοι των αρχαίων προγόνων τους. Π
αρχαίας Ελλάδος ... προς χρήσιν των
δ
λεί άλλωστε αυτό το κεντρικό επιχείρημα στο λόγο περί σωματικής άσκησηςπου κυριαρχεί την ίδια εποχή σε ολόκληρη την Ευρώπη. Στην Αγγλία, οι ορθολογικοί τρόποι ψυχαγωγίας αντιδιαστέλλονταν προς την έλλειψη πνευματικ χαρακτήριζε την pub 82. Μέσα στο ίδιο ιδεολογικό πλαίσιο, στην Ελλάδα, το καφενείο εμφανίζεται ανταγωνιστικό προς το γυμναστήριο ως προς την κατανάλωση του ελεύθερου χρόνου, συμβολίζοντας εξίσου ανταγωνιστικές αξίες. «Οι νεοι μας δανδήδες, οι ερασταί του καφενείου» 8,5 προτρέπονται από έντυπα της καμπής του αιώνα να εγκαταλείψουν την αδράνεια και τη χαύνωσηκαιναασκηθούνστούπαιθρο.
στηνοποία δικαίωμα εγγραφής είχαν απόφοιτοι του Πανεπιστημίου η τές που είχαν συμπληρώσει δυο χρόνια σπουδών, κάτω των 25 ετών 84. Αλλοι όροι εγγραφής, σχετικοί με τη σωματική διάπλαση, θατεθούντο 1909 με το νόμο ,ΓΥΛΗ': «ανάστημα ουχί μικρότερον του 1,65 του μέτρου και σωματική διάπλασις κανονική και αρτία, επισήμως μεμαρτυρημένη υπό του εν τη σχολή των γυμναστών διδάσκοντος ίατρού» 85. Ως προς το περιεχόμενο της εκπαίδευσης που προσφέρεται στη Σχολή Γυμναστών, παρατηρείται ο ίδιος συνδυασμός θεωρητικών και πρακτικών μαθημάτων με μικρές παραλλαγές. Η πιο ενδιαφέρουσα καινοτομία του νέου οργανισμού του 1910 είναι η εισαγωγή της διδασκαλίας των εθνικών χορών, πλάι στις «επιχωρίους και ξένας παιδιάς» 86.
εγγράφεται στοίδιο ιδεολογικό πλαίσιο με την πρόκριση των «εθνικών» αντί για τα εισαγόμενα παιχνίδια. Ήδη το 1899 εγραφε ο παιδαγωγός Μιλτ τσάνος: «Οι εθνικοί χοροί οι τέλειον παραμεληθέντες και κακή τη μοίρα χλευαζόμενοι
82. Βλ. D. Α. Reid, «The Decline of Saint-Monday 1766-1876», Past and Present 71 1976), σ. 99. 83.εφ.Καιροί, 25 Δεκεμβρίου 1902. «Σχολείον του θάρρους και του ανδρισμού» χαρακτηρίζεται το γυμναστήριο από τον Τηλέμαχο I. Καράκαλο: Μελέτη περί της εις τον ε λ λ
στρατόν εισαγωγής των γυμναστικών α σ κ ή σ ε ω ν ,
84. Αργότερα, μετο νόμο ,ΓΥΛΗ' (1909),έγιναν δεκτοί και κάτοχοι απολυτηρίου γυμνασίου ήάλλου ισότιμου σχολείου. Πβ. Δ.Αντωνίου, ό.π., τ. Α', σ. 40και τ. Β', σ. 227-228. Στ πρόγραμμα μαθημάτων της Σχολής, επαναλαμβάνονται τα μαθήματα πουπροβλέπονταν κα για τη Σχολήτου 1897,εκτός από τις στρατιωτικές ασκήσ και την κωπηλασία, ενώπροστίθεται «Περί κατασκευής, πήξεωςκ ρων κινητών και ακινήτων γυμναστικών οργάνων και μηχανημάτων»: Β.Δ. 10 Αυγούστου 1899 «Περί οργανισμού της Σχολήςτων Γυμναστών», στο ίδιο, τ. Β', σ. 205-209. Η Σχολή, υπό διεύθυνσητου Σ. Πέππα, λειτούργησε ωςτο 1917. 85. Στο ί δ ι ο , τ. Β', σ. 227-228. 86. Στο ίδιο, τ. Β', σ. 233-237. Επανέρχεται εξάλλου η σκοποβολή καιη«στοιχειώδη στρατιωτική προάσκησις».
τχ. Α', Αθήνα 1900, σ. 116.
χάριν του άνευ χάριτος νεωτέρου στροβίλου και των άλλων αηδών επεισάκτων ξένων πρέπει και πάλιν να ισχύσωσι και περιληφθώσιν εις το πρόγραμμα των αγωνισμάτων - πρέπει ούτοι να εισαχθώσιν εις πάντα τα σχολεία και πρέπει να μάθωμεν πάντες να χορεύωμεν αυτούς» 87.
Η ηοποία δίνει το προβάδισμα στις «αθλητικές παιδιές» (δηλ.τα σπορ)έναντι της γυμναστικής, θα πρέπει να συνδεθεί επιπλέον με τη σταδιακή επιβολή του βρετανικού προτύπου εκείνη την εποχή στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης και τις νέες αξίες πουαναδύονται καικυριαρχούν. «Μέλημα υγιεινής για τους μεν, νέα παιδαγωγική για τους δε, τα σπορ συνενώνουν τους υποστηρικτές μιας σωματικής καιηθικήςαναγέννησης τωνελίτ καιτουςπρωταγωνιστές της ηθικής της δύναμης» 88 . Έτσι, στο συμβολικό επίπεδο, τα σπορ αντανακλούν τις θεωρίες του κοινωνικού δαρβινισμού και του «αγώνα για τη ζωή» που προβάλλουν τις φυσικές ανισότητες και αναπτύσσουν την ηθική των «δυνατών». Παράλληλα ανταποκρίνονται σε μια ηθική των «νικητών», σύμφωνα με τις δημοκρατικές αξίες, οι οποίες προωθούν την αξιοκρατία της άμιλλας. Τα σπορ θεωρούνται λοιπόν ότι αναπτύσσουν την προσωπική πρωτοβουλία, τη θέληση, την εγκαρτέρηση, την ψυχραιμία και την ταχύτητα της απόφασης 89. Οι νέες αυτές ιδιότητες που χάρη στα σπορ κοσμούν τη φερέλπιδα νεότητα των αρχών του 20ού αιώνα συναντούν άλ λωστε τις στρατιωτικές ικανότητες των οποίων η επιδίωξη δεν εγκαταλείπεται.
ΣΚΟΠΙΜΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΗΣ ΚΑΙ Ε Ι Σ Α Γ Ω Γ Η ΤΟΥ ΣΟΥΗΔΙΚΟΥ Σ Υ Σ Τ Η Μ Α Τ Ο Σ
Το στρατιωτικό πνεύμα που συνοδεύει τη διδασκαλία της γυμναστικής μοιάζει άλλοτε ναυποχωρεί από το σχολικό πρόγραμμα και άλλοτε να εκδηλώνεται, συχνά σε βάρος της σωματικής διάπλασης και της υγείας —πουαπωθούνται σε
ένα δευτερεύοντα ρόλο. Έ τ σ ι το πρόγραμμα του 1 9 0 0 δεν κάνει καμία νύξη για
τη στρατιωτική προετοιμασία αλλά ορίζει ως στόχο της διδασκαλίας της γυμνα στικής στο σχολείο την «εύρυθμον ανάπτυξιν και ενίσχυσιν του σώματος των νέων, την εξέγερσιν του θάρρους και της πεποιθήσεως τούτων εις εαυτούς» 90 ενώ, αντίστοιχα, το 1907, αρκετά χρόνια μετά την κατάργηση των στρατιωτικών ασκήσεωνστα σχολεία, εισάγεται η σκοποβολή στα γυμνάσια και στις δύο ανώτερες τάξεις των Ελληνικών σχολείων 91.
87. ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 115. 88. R. Hubscher - J. Durry - Β. Jeu (εκδ.),ό.π., σ. 72.
89.Στο ίδιο,
90. Δ.Αντωνίου, ό.π., τ. Α', σ. 429. 91.Στο ίδιο, σ. 566-567. Είναι εντυπωσιακή η σύμπτωση, για μια ακόμη φορά, της χρόνο-
σ. 71.
Μέσης Εκπαίδευσης «όπου τούτο δυνατόν» προβλεπόταν ήδη από το νόμο ,ΒΧΚΑ' (1899), φαίνεται όμως πως δεν είχε ως τότε εφαρμοστεί 92. Το 1905 ο Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, πρόεδρος και ιδρυτής του οποίου ήταν ο Δ. Βικέλας, είχε αποφασίσει σε συνεδρίασή του να προωθήσειτην«εισαγωγήν της διδασκαλίας της Σκοποβολής ως μέρους απαραιτήτου της σωματικής αγωγήςτωνΕλληνοπαίδων» 93. Όταν το 1907 νομοθετηθεί η σχολική σκοποβολή, ο Σ.Ω.Β. θα προσφέρει έπαθλο για τους σχολικούς σκοπευτικούςαγώνες 94ενώ ο Παρίσης Μπελλένης, πλούσιος έμπορος της Αιγύπτου, θα δωρήσει τητο ποσό για την ανέγερση Σκοπευτικής Σχολής σε οικόπεδο δίπλα στον Ιλισσόπουπαραχωρεί η Επιτροπή των Ολυμπίων. Η Σχολή θα ονομαστεί απότο όνομα του χορηγού Μπελλένειος. Η Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων συγκροτεί από το 1907 ειδική Επιτροπή Σχολικής Σκοποβολής95, που επιβλέπει τη λειτουργία της Μπελλενείου, ενώ σε αλληλογραφία της με το υπουργείο παιδείας διατυπώνει τη βεβαιότητα ότι σύντομα η σκοποβολή θα εισαχθεί και στα δημοτικά σχολεία. Την άποψη αυτή συμμερίζεται και ο Γ. Δροσίνης σε άρθρο του την ίδια χρονιά στη Μελέτη, όπου προτείνει αφενός τη διδασκαλία της σκοποβολής σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης από το δημοτικό ως το Πανεπιστήμιο και αφετέρου σειρά μέτρων εκτός σχολείου για τη σκοπευτική άσκηση των πολιτών κάθε ηλικίας. Στην εκτός σχολείου διάδοση της σκοποβολής καίριος θεωρείται ο ρόλος των συλλόγων. Σύμφωνα με τον Δροσίνη, είναι απαραίτητη «η ενίσχυσις των σκοπευτικών εταιρειών δια της κυβερνητικής προστασίας και η των κατά τύπον ομοιόμορφον, ει δυνατόν, εντεύθεν και πέραν των ορίων του
χρονολογίας μετις εξελίξεις στο γαλλικό εκπαιδευτικό σύστημα. Το 1907, ο υπουργός παιδείας Aristide Briand μεσειρά εγκυκλίων του επιβάλλει τη δημιουργία σχολικών σκοπευτικών συλλόγωνσεόλα τα δημόσια εκπαιδευτικά ιδρύματα. R. Hubscher - J. Durry - Β. Jeu (εκδ.),ό.π., σ. 47. 92. Άρθρο 9.Τοίδιο άρθροπροέβλεπεκαι τη διδασκαλία της κολύμβησης και της κωπηλασίας. 93. Έγγρ. 11028/18 Ιαν. 1907, Σ.Ω.Β. προς Ε.Ο.Α., Αρχείο Αλληλογραφίας Ε.Ο.Α. Στις αρχές του 20ου αιώνα, οΣ.Ω.Β. επιδεικνύει ιδιαίτερη φροντίδα για τη σωματική άσκηση και μέσωτων εκδόσεώντου, κάποιων τητος τών Νέων».Η Γυμναστική του I. Χρυσάφη (1905),Οι Αγώνες(1906), Παιδιαί Draper, Οι μέλλοντες στρατιώται του Baden-Powell συγκαταλέγονται στις εκδόσειςτ Ηενασχόληση του Σ.Ω.Β. με τη σχολική σκοποβολή εντοπίζ Σ.Ω.Β., Χρονικά της τεσσαρακονταετές 1899-1939, Αθήνα 1939, σ Το 1906, εξάλλου, σε σύσκεψηπου Κεντρικής Γυμναστικής Σχολής σύμφωνα μετο σουηδικό πρότυπο. Στο ίδιο, σ. 42. 94.Τα έπαθλα πουδίνονταν στους μαθητές ήταν κυνηγετικά όπλα. Το 1914 προσφέρθηκε και ένα ποδήλατο ωςέπαθλο. 95. Αρχείο Αλληλογραφίας Ε.Ο.Α.
2-3. Σχολικοί αγώνες στο Παναθηναϊκό Στάδιο (1900).
ελευθέρου Κράτους», άλλα και «η προσθήκη εις πάντα Σύλλογον γυμναστικόν και Όμιλον αθλητικών παιδιών μικρού σκοπευτηρίου προς άσκησιν των μελών του» 96 . γυμναστικής. Η Ελλανόδικος Επιτροπή των σχολικών αγώνων που έγιναν στην Αθήνα υπέβαλε εκείνη τη χρονιά έκθεση, με την οποία πρότεινε την εισαγωγή του σουηδικού γυμναστικού συστήματος στην Ελλάδα καθώς και ένα πλήρες σύστημα σχολικής σωματικής αγωγής, το οποίο περιλαμβάνει την παιδαγωγική γυμναστική, την αγωνιστική και τα παιχνίδια 97. Και η μεν παιδαγωγική γυμναστική θεωρείται, σύμφωνα με την έκθεση, ότι «απεργάζεται ασφαλώς τους υγιείς, ευτάκτους και καλούς άνδρας, τους νομοταγείς πολίτας, τους πειθαρχικούς στρατιώτας, τας υγιείς και καλάς συζύγους και μητέρας, τας ακμαίας και ανανεουμένας εις ζωήν και δράσιν γενεάς», η δε αγωνιστική, συμπληρωματική προς την πρώτη, «αναπτύσσει το πνεύμα της μαχιμότητος, του γενναίου και ανδρικού συναγωνισμού, τον πόθον της Νίκης και την διά των ιδίων μέσων απόκτησιν αυτής αλλά και την καρτερίαν και ευψυχίαν εν τη αποτυχία» 98. Τα παιχνίδια, τέλος, στα οποία δίνεται ιδιαίτερη σημασία στο πλαίσιο και άλλων εκπαιδευτικών συστημάτων, θεωρούνται ότι παρέχουν «τέρψιν, χαράν καιευχαρίστησιν», «εξημερώνοντας» έτσι και τους δυσκολότερους παιδικούς χαρακτήρες. Η βασική ωφέλεια της παιδιάς έγκειται, κατά τους συντάκτες της έκθεσης, στο ότι «προφυλάσσει τους παίδας από την πρόωρον μίμησιν των ανδρικών συνηθειών, τας κοινάς έξεις και την ανηθικότητα διά της παροχής τερπνής και υγιεινής συνάμα ασχολίας κατά τας ώρας της σχολής»99. μναστικών και σκοπευτικών συλλόγων και ομάδων προσκόπων» και «περί ιδρύσεως γυμναστηρίων, σκοπευτηρίων κλπ.» τον Φεβρουάριο και τον Αύγουστο του 1915 αντίστοιχα 100. Σύμφωνα με τη νέα αυτή νομοθεσία, ενισχύεται η θέση της σκοποβολής με τον λεπτομερή προσδιορισμό του περιεχομένου της διδασκαλίας της και την τέλεση σκοπευτικών εξετάσεων και αγώνων μεταξύ των σχολείων. Αφετέρου, όλα τα σχολεία της μέσης εκπαίδευσης, δημόσια και ιδιωτικά, θεω-
96. Γ. Δροσίνης, «Η σκοπευτική άσκησις του Έθνους», Η Μελέτη, 1907, σ. 94-102. Το
Χρονικά..., ό.π.,σ. 47. 97. Έκθεσις της επί 98.Στο ίδιο, σ. 2, 3. των εν Αθήναις σχολικών α γ ώ ν ω ν κατά το 1907
Ε π τ ιρ ο π ή ς , [ Αθήνα 1907]. Μέλητης Επιτροπής ήταν οιΜ. Νεγρεπόντης, Αλ. Μερκάτης Μ. Στελλάκης, Αλ. Ραγκαβής, Φ. Γεωργαντάς, Γ. Μπαλτατζής, Αθ. Ζίνης, Σ. Ρωσσέτης.
Ε λ λ α
99. Στο ίδιο, σ. 14. Ως καταλληλότερα θεωρούνται τα παιχνίδια «διά της σφαίρας», ωςπ ενδεδειγμένα «και εξ εθνικών παραδόσεων». 100. ΦΕΚ Α' 76, 21 Φεβρουαρίου 1915και Α' 270, 1Αυγούστου 1915.
θεωρούνται ότι αποτελούν γυμναστικούς και σκοπευτικούς συλλόγους και ομάδες προσκόπων. Σκοπός είναι να συμπληρωθεί η «διανοητική διδασκαλία» μεμια πρακτικότερη που θα τρέψει τον «ιδιωτικόν βίον των παίδων [...] προς τας υγιείς καιανδρώδειςέξειςκαιτα χρηστά ήθη». Καινοτόμο στοιχείο, σε σχέση με προηγούμενα νομοθετήματα, είναι η εισαγωγή του προσκοπισμού και των αρχών του στη διδασκαλία της σωματικής αγωγής. Ο προσκοπισμός είχε άλλωστε ήδη αρχίσει νακατακτά με γοργούς ρυθμούς την αστική κοινωνία της πρωτεύουσας μετηνυποστήριξηκαιτηςβενιζελικής κυβέρνησης101. Το διάταγμα του Φεβρουαρίου 1915 αναφέρει αναλυτικά τις αρχές του προσκοπισμού τις οποίες οφείλουν να τηρούν οι μαθητές (άρθρο 7) καθώς και ένα ευρύτατο πρόγραμμα διδασκαλία τόσο θεωρητικό 102 όσο και πρακτικό 103 με στόχο τη «ρύθμισιν» του ιδιωτικού βίου των μαθητών αλλά και τη «μόρφωσιν του χαρακτήρος» και τη «δημιουργίαν ούτως ισχυράς βουλήσεως και πνεύματος πρωτοβουλίας και αυτενεργείας» και την«προςτονμετέπειτα στρατιωτικόν βίον βαθμιαίαν εξοικείωσιν και προπαρασκευήν κατά ενιαίον σύστημα και μέθοδον». Είναι προφανές ότι η στρατιωτική προετοιμασία αποτελεί έναναπότους βασικούς στόχους της σχολικής σωματικής αγωγής αλλά το περιεχόμενο της έχει αλλάξει απότονπροηγούμενο αιώνα. Στην ουσία η στρατιωτική προετοιμασία δε σημαίνει πλέον την εκμάθηση δεξιοτήτων απαραίτητων στο πεδίο της μάχη αλλά τηδιάπλαση χαρακτήρων έτοιμων να πειθαρχήσουνκαινααγωνισθούνκαι σωμάτων ικανών να ανταποκριθούν σε συνθήκες πολέμου104. Οι σχολικοί αγώνες, εξάλλου, οργανώνονται έτσι ώστε να μην οδηγούν τα παιδιά στην αλαζονική διεκδίκηση της ατομικής διάκρισης και νίκης αλλά στην «εκτέλεσιν του καθήκοντος».
101. Ο προσκοπισμός ιδρύθηκε το 1908απότον στρατηγό Baden-Powell.Απότην αρχή είχε έντονο εθνικιστικό προσανατολισμό, υιοθετήθηκε απότα μεσαία και ανώτερα κοινωνικά στρώματα και απευθυνόταν στα αγόρια. Βλ. πρόχειρα J. R. Gillis, Youth and History. and Change in European Age Relations 1770-Present, Νέα Υόρκ 1974, σ. 145-148. Στην Ελλάδα εισάγεται το 1910από τον Αθ.Λευκαδίτη, καθηγητή της γυμναστικής στο εκπαιδευτήριο Μακρή, και γνωρίζει γρήγορα ενθουσιώδη ανταπόκριση, όπως και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Πβ. Π. Δ. Καγκελάρης, Α θ α ν ά σ ο ις Λευκαδίτης 18 δ ιρ υ τ ή ς του ε λ λ η ν ι κ ο ύ προσκοπισμού, Αθήνα 1972.Για την εξέλιξητου προσκοπ Ελλάδα, βλ.Ησαΐας Ησαΐας, Ιστορία του ελληνικού προσκοπισμού, τ. Α', Αθήνα 1949. 102. «Σύντομοι και απλαί αφηγήσειςεκτης συγχρόνου πολεμικής και στρατιωτικής ιστορίας της Ελλάδος και της λαογραφίας» (άρθρο 4, παρ. 6). 103. Κολύμβηση, κωπηλασία, σκοποβολή, εκδρομές, αγώνες, εθνικοί χοροί και τραγούδια κ.ά. 104. Πβ. Γαρεάτης, « Η Γυμναστική», Το Δημοτικόν Σχολείον (1901-1903), Καράκαλος, « Η Γυμναστική ειςτο Κράτος και τον Στρατόν», ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 131-133. Το παράδειγμα της Γερμανίας αποτελεί για μια ακόμη φορά το σημείο αναφοράς για ες συνδέσεις.
Παράλληλα, η γυμναστική εμφανίζεται να προετοιμάζει για πολλούς κοινωνικούς ρόλους: τους άνδρες ως υγιείς και νομοταγείς πολίτες, τις γυναίκες ως υγιείς και άξιες μητέρες. Οι γυμνασμένες και υγιείς γυναίκες «θέλουσι παράγει ομοίους βλαστούς και κατά την υγείαν και κατά την διάπλασιν του σώματος». Σε κείμενα της εποχής παρουσιάζεται πράγματι ως επιτακτικότερη η ανάγκη να γυμνασθούν τα κορίτσια, γιατί, σε αντίθεση με τα αγόρια, «ως εκ του χαρακτήρος των η εξ αγωγής [...] διέρχονται τον πλείστον χρόνον εν σχολείοις ή οικίαις καθήμενα η εν θρανίοις, η εργαζόμενα χειροτεχνικώς η παίζοντα κλειδοκύμβαλον κτλ.» 105 . Σε πλήρη αναλογία με την κριτική που ασκείται στη σχολαστική και ανθυγιεινή εκπαίδευση των αγοριών, επισημαίνονται οι ελλείψεις της γυναικείας σωματικής αγωγής: στενοί και σκοτεινοί χώροι άσκησης, μονομερήςάσκησηπου δεναναπτύσσει συνολικά το γυναικείο σώμα αλλά και καταστρέφει την«σωματικήν της γυναικός καλλονήν» 106. παλαιότερο γερμανοελβετικό σύστημα που διακρινόταν από τα φορητά γυμναστικά όργανα και τα συμπλέγματα, εισάγεται επισήμως το 1909, με το νέο αναλυτικό πρόγραμμα της γυμναστικής για τα σχολεία αρρένων και θηλέων δημοτικής και μέσης εκπαιδεύσεως107. Επιχειρείται εξάλλου, μέσω εγκυκλίων, η εξασφάλιση στη γυμναστική κύρους ανάλογου μεαυτό πουέχουντα υπόλοιπαμαθήματα, ώστε να μη μειώνεται η σημασία «της τε γυμναστικής και των διδασκόντων αυτήν εις την συνείδησιν των μαθητών» 108 . Το 1899, σύμφωνα με τον I. Χρυσάφη, ούτε 500 μαθητές από τους 30.000 που είχε η πρωτεύουσα δεν πήγαιναν στα γυμναστήρια 109. Για την αδιαφορία αυτή ευθύνονταν και οι γονείς οι οποίοι έβλεπαν με δυσπιστία την καινούρια «μόδα» της γυμναστικής και θεωρούσαν άσκοπη δαπάνη τα χρήματα για την
105. Χριστίνα Ν. Κορδογιάννη, «Περί γυμναστικής και ιδία, περί σχολικής γυμναστικής σουηδικού συστήματος», στο Τ. Ζευγώλης, Κυκλαδικόν Η μ ε ρ ο λ ό γ ι ο ν 1908, Ε ρ μ ο ύ π ο 1907, σ. 80. 106. Βλ. Κ. Α. Οικονομίδης, «Η γυμναστική εν τοις σχολείοις των θηλέων», ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 343-346. 107. Βλ. Δ. Αντωνίου, ό.π., τ. Α', σ. 568-599. Το επόμενο αναλυτικό πρόγραμμα για τη γυμναστική δημοσιεύεται το 1925,επί κυβερνήσεως Θ. Πάγκαλου. Υπέρ της κατάργησης του γερμανικού και της εισαγωγής του σουηδικού γυμναστικού συστήματος είχε ταχθεί καιηΧριστίνα Ν. Κορδογιάννη, πουείχε πάρει το πτυχίο της γυμνάστριας από το Αρσάκειο: «Περί γυμναστικής...», ό.π., 77-83. 108. Εγκύκλιος 1262/9890 (27 Ιουνίου 1912) «Περί εξομοιώσεως των γυμναστών προς τους λοιπούς λειτουργούς της μέσηςεκπαιδεύσεως»,στο ίδιο ,τ. Α', σ. 602-603. Πβ. εγκυκλίους 5900/21 Μαρτίου 1912 και 12626/27 Ιουνίου 1912 στο Υπουργείον των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, Η Γυμναστική. Τεύχος Α', Αθήνα 70-72. 109. I. Χρυσάφης, «Μελέτη περί γυμναστικής», ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 298.
άσκηση (συνδρομή σε γυμναστήριο και κατάλληλα ρούχα)110. Η γυμναστική ανήκεάλλωστε στα μαθήματα εκείνα που υποτιμώνταν αφενός από τους μαθητές —λόγω της διαδικασίας βαθμολόγησής τους κυρίως— καιαφετέρου απότους άλλους καθηγητές της μέσης εκπαίδευσης, που αντιμετώπιζαν τους γυμναστές ως υποδεέστερους. Είναι χαρακτηριστικό ότι σύμφωνα με τη στατιστική του 1911, υπήρχαν μόλις 40 γυμναστές σε ένα σύνολο 1.511 δασκάλων και καθηγητών,ενώοιδαπάνες για τη γυμναστική ανέρχονταν σε 57.600 δρχ. τη στιγμή που γιατα γραφικά έξοδα των σχολείων του κράτους διαθέτονταν 46.645 δρχ.111.
παρακολούθηση της γυμναστικής που επέβαλλε ο νόμος ,ΒΧΚΑ'. Την πρώτη χρονιά εφαρμογής του μέτρου (1899-1900), «ενεγράφησαν [στο Ακαδημαϊκό Γυμναστήριο] —αναγκασθέντες υπό του νόμου προφανώς— εν όλω πεντακόσιοι φοιτηταί, εκ των οποίων 67 πρωτοετείς και 32 δευτεροετείς μόνον εφοίτησαν, 50 δε τριτοετείς και τελειόφοιτοι. Και εις τας εξετάσεις προσήλθον 65 δευτεροετεί —διότι πάλιν εξηναγκάσθησαν υπό του νόμου, ο οποίος ως γνωστόν υποχρεοί τους δευτεροετείς μόνον— δηλαδή 33 επί πλέον, οι οποίοι δια πρώτην φοράν κατά την ημέραν των αγώνων επάτησαν το πόδι των εις το Γυμναστήριον» 112. Το 1907 μάλιστα, ξέσπασαν βίαια επεισόδια που προκάλεσαν τηνεπέμβασητης αστυνομίας, όταν οι φοιτητές αντέδρασαν στη νέα διάταξη πουεπέβαλλεως απαραίτητη προϋπόθεση για την προσέλευση στις εξετάσεις την υποχρεωτική ανεξαιρέτως παρακολούθηση των μαθημάτων της γυμναστικής στο Ακαδημαϊκό Γυμναστήριο. Τα επεισόδια αυτά έμειναν γνωστά ως τα «Γυμναστικά» 113. ρονταν για τη διάδοση της γυμναστικής στη νεολαία ήταν ότι «η γυμναστική και οαθλητισμός παρημελήθησαν μέχρι τινός. [...] παρά τω λαώ και τη νεολαία δεν
110. «"Καινούριες μόδες κι' αυτές τώρα' γυμναστικές, τρεχάματα, σκίσιμο βρακιών και στραπατσάρισμα ρούχων, δραχμές κάθε μήνα στους Συλλόγους, φανέλλες και παπούτσια κι' από διάβασμα ας πηκι'άλλος. Πρόοδος κι' αυτή! Εμείς βρεαδερφέστον καιρό μας δενείχ τέτοιους μπελάδες και δεν εχαθήκαμε πάλι!", ανακράζεις εν οργή και δικαία αγανακτήσει αγαθέ μου pater familiae». I. Χρυσάφης, «Η Γυμναστική. Αφιερούται εις τους Έλληνας γονείς», ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 153. 111. [I. Ε. Χρυσάφης], ό.π., σ. 36-37. 112. ΠΑΕΑ 2 (1899-1900), σ. 182. Σύμφωνα μετο Β.Δ. «Περί εξετάσεων ειςτην γυμναστικήν των δευτεροετών φοιτητών του Εθνικού Πανεπιστημίου και των μαθητών της Β' τάξεως της Σχολής των Βιομηχάνων Τεχνών» (31 Ιαν. 1900), οι φοιτητές πουδενείχαν υποστεί εξετάσεις στη γυμναστική δεν μπορούσαν να προσέλθουν στις πτυχιακές εξετάσεις. Υπουργείον των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, Η Γυμναστική..., σ. 102-105.
113. Βλ. Ελ. Σκιαδάς, 100 χρόνια νεώτερη ελληνική πιακών Α γ ώ ν ω ν 1896-1996, Αθήνα 1996, σ. 185-188. ολυμπιακή ιστορία.
έτυχονυποδοχήςοίαν ήλπιζέ τις» 114 . Η αιτία ανευρίσκεται στη λανθασμένη και στρεβλή ιδέα που υπήρχε ως προς το χαρακτήρα και τους στόχους της σωματικής άσκησης.ΟΑγγελος Φέτσης, γυμναστής στο Βαρβάκειο καιεκδότηςενόςαπό τα πρώτα αθλητικά περιοδικά, της Νίκης, έγραφετο 1909: «ο λαός μέ εσχάτων και νυν έτι ουδέν άλλο εφρόνει περί γυμναστικής και γυμναστηρίου ή ότι χρησιμεύουσι προς εκμάθησιν ακροβατικών τινών κινήσεων χρησίμων τοις αγοραίοις θαυματοποιοίς» 115. ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΕΣ ΓΥΜΝΑΣΤΕΣ Η κριτική αυτή προέρχεται κατά κανόνα από εκείνους που ασχολούνταν επαγγελματικά με τη γυμναστική, είτε διδάσκοντας σε σχολεία είτε εργαζόμενοιστα γυμναστήρια των αθλητικών συλλόγων. Η κανονική λειτουργία της Σχολής Γυμναστών αλλά και η αλλαγή στην αντιμετώπιση της γυμναστικής πουεπιταχύνθηκε και επιβεβαιώθηκε με τους Ολυμπιακούς του 1896, επέτρεψαν στα τέλη του αιώνα τη δημιουργία στους λειτουργούς της γυμναστικής μιαςεπαγγελματικής συνείδησης. Έτσι, το 1899 ιδρύθηκε ο Σύνδεσμος των Ελλήνων Γυμναστών «σκοπόν έχων την διαρρύθμισιν Ελληνικού Γυμναστικού Συστήματος καιτην προαγωγήν του γυμναστικού κλάδου» 116. Ποδηλατική και Αθλητική Επιθεώρησις της Α ν α τ ο λ ή ς σχολιάζει το γεγονός: «Ομολογουμένως ήτο απαραίτητος η ίδρυσις του Σωματείου τούτου προς υποστήριξιν των δικαίων αξιώσεων των καλών τούτων δημοσίων υπαλλήλων, προς ους τοιαύτην αστοργίαν η Πολιτεία απέδειξεν, αποστερήσασα αυτούς πασών των κατά χρονικάς περιόδους υλικών αποζημιώσεων άστινας ειςτους λοιπούς υπαλλήλους αυτής παρέχει, και παραχωρούσα μόνον γλίσχρον τι μισθάριον,μηεπαρκούν ούτε προς ευπρεπή ενώπιον των μαθητών των παρουσίαν» 117.
Στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, η εκπαίδευση των γυμναστών διέπεται πλέον από κανονικότητα και συνέχεια. Η Σχολή Γυμναστών που είχε ιδρυθεί το 1899 λειτούργησε κανονικά ως το 1916-1917 και παρήγαγε 209 γυμναστές 118 . Το 1918, η Σχολή μετασχηματίστηκε σε Διδασκαλείο Γυμναστικής,
116. ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 327. Πρόεδρος εξελέγη ο Σωτ. Πέππας, τότε διευθυντής του Κεντρικού Γυμναστηρίου, ενώ πάρεδρο μέλος ήταν η Κατίνα Αθανασίου, καθηγήτρια της γυμναστικής στο Αρσάκειο. Πβ.και το καταστατικό της « Ενώσεως Ελλήνων Γυμναστών εν Αθήναις», ΦΕΚ Α' 163, 21 Ιουνίου 1904. 118. Δ.Αντωνίου, ό.π., τ. Α', σ. 40. Διευθυντής ήταν ο Σ. Πέππας.
11 7.Στο ίδιο.
έτος Α', αρ. 1, Ιαν. 1909, σ. 2. 115. Στο ίδιο.
114. Άγγ. I. Φέτσης, «Η "Νίκη" προςτους φιλάθλους αναγνώστας αυτής», περ.Η Νίκη,
τριετές για τα αγόρια και διετές για τα κορίτσια, κατά το πρότυπο του γυμναστικού Ινστιτούτου της Στοκχόλμης 119. Το πρόγραμμα διδασκαλίας αντανακλά ακριβώς τις εξελίξεις ως προς το περιεχόμενο της γυμναστικής εκπαίδευσης, περιλαμβάνοντας —πέρα από γνώσεις που περιέχονταν ήδη στα προγράμματα της Σχολής Γυμναστών— «μηχανική και φυσιολογία των ασκήσεων», «ορθοπεδ κή και θεραπευτική γυμναστική, τρίψι και κινησιοθεραπεία», «προσκοπισμό». Η γυμναστική συνεπώς παύει να νομιμοποιείται αποκλειστικά μέσω της συμβολής της στη στρατιωτική προετοιμασία αλλά προσκτάται το κύροςτηςεπιστημονικής γνώσης, συνδεόμενη με την παιδαγωγική και την ιατρική.
ισχύ για πολλά νοσήματα. Κυρίαρχη είναι η άποψη για την προληπτική της χρησιμότητα, ιδίως ως προς νόσους που συνοδεύονται από υψηλά ποσοστά θνησιμότητας όπως π.χ η φυματίωση 120. Η θεραπευτική γυμναστική ήταν γνωστή στην Ελλάδα από τις αρχές του 20ού αιώνα. Το Μάιο του 1901 είχε εισαχθεί θεραπεία των διαστροφών της σπονδυλικής στήλης και των δυσμορφιών του κορμού μέσω της γυμναστικής στο γυμναστήριο του Πανελληνίου 12'. Η καινοτομία αυτή βρήκε θετική ανταπόκριση στην κοινωνία της εποχής, όπου ήδη εμφανιζόταν κυρίαρχος ο λόγος περί υγείας του σώματος. Στην εφημερίδα Καιροί τοάρθρομε τίτλο «Όχι πλέον καμπούρηδες» τονίζει τα αγαθά της μεθόδου: «Το ζήτημα είναι ότι η καμπούρα θεραπεύεται και ότι αν αφήσωμεν οι Αθηναίοι την πολιτικήν των σύρτα φέρτα από το γραφείον εις το καφφενείον, ημπορούμε νααποκτήσωμεν ωραία κορμιά, μέσα εις ένα γυμναστήριον, ότι αν ευρεθή κάποιος να εδρεύση ένα ορθοπεδικόν τοιούτον και διά τας δεσποινίδας, όπως υπάρχουν εις την Ευρώπην, τα ωραία σώματα των Ατθίδων δεν θα είνε σπάνια και ότι μαζί με την καμπούραν θα λείψουν από τον τόπον μας τα κινεζικώς κιτρινόχροα πρόσωπα παιδιών, νεανίδων, ανθρώπων, που διατρέχουν την ηλικίαν του σφρίγους και του κάλλους» 122.
κών, εφόσον στο διετές Διδασκαλείο θηλέων προετοιμάζονται για δασκάλες της γυμναστικής στα σχολεία μέσης εκπαίδευσης των θηλέων. Οι διαφορές μεταξύ των δύο τμημάτων του Διδασκαλείου —αγοριών και κοριτσιών— εντοπίζοντα στα αντικείμενα τηςδιδασκαλίας, τα οποία προσαρμόζονται αντίστοιχα στην
119. Στο Διδασκαλείο γίνονταν δεκτοί κάτοιχοι απολυτηρίου γυμνασίου ή άλλου ισότιμου σχολείου και οιαπόφοιτοί του διορίζονταν ωςκαθηγητές γυμναστικής στα σχολεία της μέσης εκπαίδευσης: στο ί δ ι ο , τ. Β', σ. 300-303. Διευθυντής ήταν οI. Χρυσάφης. Το1920το Διδασκαλείο της Γυμναστικής έγινε διτάξιο για αγόρια και κορίτσια: στο ίδιο, τ. Β', σ. 354. 120. Πβ. Κ. Α. Οικονομίδης, «Υγεία και μακροβιότης», ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 205-206, 305-306. 121. Πανελλήνιος Γυμναστικός Σύλλογος, Ε π ε τ η ρ ς ί 1902-1903, Αθήνα 1903, σ. 12. 122. εφ. Καιροί, 1901.Τοάρθρουπογράφεται με τα αρχικά Δημ. Δημ.
ανδρικήκαιτηγυναικεία «φύση» και τον κοινωνικό ρόλο κάθε φύλου. Από την εκπαίδευση των γυμναστριών απουσιάζει συνεπώς κάθε γνώση σχετικήμετη στρατιωτική προετοιμασία, ενώ προστίθεται η «νοσηλευτική και παιδοκομία». σον «λογίζεται ως φίλαθλον αθλητικόν σωματείον», εκπροσωπείται στο Σύνδεσμο των Ελληνικών Αθλητικών και Γυμναστικών Σωματείων και μετέχει στους Πανελλήνιους και Ολυμπιακούς αγώνες 123 . ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΟΣ
Σεεπίπεδο θεσμών, εκτός από το σχολείο, ο στρατός αποτελεί επίσης ένα χώρο όπου κατεξοχήν αναπτύχθηκε και καλλιεργήθηκε η σωματική άσκηση. Η σύντομη ανασκόπηση που προηγήθηκε έδειξε εξάλλου τις πολλαπλέςεξαρτήσεις του εκπαιδευτικού απότο στρατιωτικό θεσμό ως προς τη σωματική άσκηση: α') οι στόχοι και το περιεχόμενο της σχολικής γυμναστικής προσαρμόζονται στη στρατιωτική προετοιμασία του εθνους· β') οι διδάσκαλοι της γυμναστικής, ελλείψει εξειδικευμένων,προέρχονται για πολλές δεκαετίες από το στράτευμα. Αντίστοιχα μπορούμε να ανιχνεύσουμε τις, ασθενέστερες, εξαρτήσεις του στρατού απότοσχολείο: η πρόοδος της σχολικής γυμναστικής, έτσι ώστε να αναδειχθεί καινααναγνωρισθεί ωςεπιστημονικήγνώση, επιτρέπει την εισαγωγή της στη στρατιωτική εκπαίδευση. Το 1890 εκδόθηκαν από το Υπουργείο Στρατιωτικών δύο εγχειρίδια, ένα για τη γυμναστική και ένα για την οπλομαχητική, πιστές μεταφράσεις των αντίστοιχων γαλλικών 124. Το μεν εγχειρίδιο της γυμναστικής περιείχε κανονισμούς εφαρμοσμένης γυμναστικής, γυμναστικής ευκαμψίας, κολύμβησης, πυγμαχίας, ραβδομαχίας, το δε εγχειρίδιο της οπλομαχητικής τη διδασκαλία του ξίφους ασκήσεως και της σπάθης. Παρόλο που τα συγκεκριμένα εγχειρίδια είχαν την έγκριση του Υπουργείου Στρατιωτικών και προορίζονταν κατεξοχήν για το στράτευμα, η οπλομαχητική δεναφορούσεαποκλειστικά στηστρατιωτική εκπαίδευση. Ο ίδιος ο Ν. Πύργος, που μετέφρασε αυτά τα δύο εγχειρίδια, είχε εκδώσει από το 1872 τη δική του Οπλομαχητική, πουαποτελούσε εράνισμα απόγαλλικά αντίστοιχα βιβλία. Η οπλομαχητική, που συνίστατο στην ξιφασκία και τη σπαθασκία, δεν απευθυνόταν μόνο στους αξιωματικούς αλλά θεωρούνταν απαραίτητη για τη λύση ζητημάτων τιμής μέσω της μονομαχίας 125.
124.Ε γ χ ε ι ρ ί δ ι ο ν γυμναστικής εγκεκριμένον υπό του Κου επί των Στρατιωτικών Αθήνα 1890' Εγχειριδιον οπλομαχητικής εγκριθέν υπό του Κου επί των Στρατιωτ
123. Δ.Αντωνίου, ό.π., τ. Β', σ. 319.
Υπουργού, Αθήνα 1890. Μεταφραστής ήταν ο Ν. Πύργος. 125. Βλ.εδώ, σ. 98.
Μεμονωμένες περιπτώσεις εισαγωγής της γυμναστικής στο στρατό επισημαίνονται στο τέλος της δεκαετίας του 1890, όταν στο δεύτερο πυροβολικό σύνταγμα καταρτίζεται εξοπλισμένο γυμναστήριο ενώ οργανώνονται και αγώνες μεταξύ των στρατιωτών 126. Η επιχειρηματολογία που συνοδεύει αυτή την πρωτοβουλία εναρμονίζεται πλήρως με τον κυρίαρχο πλέον λόγο για την εθνική σκοπιμότητα της σωματικής άσκησης των νέων γενικά και την ηθική ωφέλεια απότηνκατανάλωση του ελεύθερου χρόνου με αθλητικές δραστηριότητες. «Η Γυμναστική εισαγομένη εις τον στρατόν θα αποδώση εις αυτόν τονπροορισμόν του και θα αναβιβάση αυτόν εις την περιωπήν, αφ' ης πολλά λάθη πολιτικά καιεθνικαί ατυχίαι τονκατεβίβασαν. Εν τη σωματική ασκήσει ο στρατιώτης θα εύρη την προσήκουσαν κατά τας ώρας της σχολής τέρψιν και θ' αποκτήση την χάριν και την ευκαμψίαν και την εξωτερικήν επίδειξιν, ήτις θα χαρακτηρίση αυτόν λεβέντην και παλληκαρόπουλο και όχι κουφόνι και μπαρμπάτσικο. Εν αυτή θ' ανεύρη νέον και άγνωστον είδος ψυχαγωγίας ανυψούν το φρόνημα, εδραιούν την πειθαρχίαν, εμβάλλον αυτοπεποίθησιν, δημιουργούν τον στρατιωτικόν χαρακτήρα και απεργαζόμενον την εθνικήν ανατροφήν» 127.
Χάρη στη γυμναστική, ο στρατιώτης θα διοχετεύσει τον ελεύθερο χρόνο του —ο οποίος συνήθως σφραγίζεται από «θλίψιν και ανίαν»— σε μια υγιεινή και σύμφωνη με τους κανόνες της ηθικής δραστηριότητα, και όχι στην οινοποσία ήσε επικίνδυνες συναναστροφές «εν τοις γνωστοίς καταγωγείοις συμφυρμούτων οπλιτών» 128. Αλλά και στο μέτωπο, στα χρόνια του πολέμου, θεωρείται ότι «η καλλιτέρα, η πρακτικωτέρα και η ευγενεστέρα ψυχαγωγία διά τον Στρατιώτην είναι να καταγίνεται ούτος εις τας αθλητικάς ασκήσεις και τας αγωνιστικάς παιδιάς» 129. Τα χρόνια 1921-1922 στη Μ. Ασία διοργανώνονται αγώνες μεταξύ των στρατιωτών, πολλοί από τους οποίους ανήκουν σε αθλητικούς συλλόγους του ελληνικού κράτους, και των αθλητών των συλλόγων της Σμύρνης130. δευση των ελλήνων στρατιωτών ανέθεσε σε ειδική επιτροπή, με εισηγητή τον I, Χρυσάφη, τη σύνταξη νέου κανονισμού γυμναστικής για το στρατό. Ο κανονισμός αυτός ετοιμάστηκε την ίδια χρονιά με βάση το πρόγραμμα της γυμναστικής γιατα σχολεία, που είχε δημοσιευθεί το 1909, και που εισήγαγε το σουηδικό γυμναστικό σύστημα. «Τότε το πρώτον εδοκιμάσθη και παρ' ημίν», γράφει ο I.
126. ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 150· 2 (1899-1900), σ. 14-16. 127. Στο ίδιο 2 (1899-1900), σ. 15. 129. περ. Η Νίκη 3 (1922), σ. 13. 130. Πρόκειται για αθλητικούς και ποδοσφαιρικούς αγώνες. Βλ. ενδεικτικά Η Νίκη (1922), σ. 12-13, 104-105, 120-121.
128. Στο ίδιο.
3
Χρυσάφης 131, «η κοινή συνεργασία διά την σωματικήν αγωγήν σχολείου και στρατεύματος».
του δημόσιου συμβολικού λόγου, αυτού που αρθρώνεται στις σχολικ σεις, τους επετειακούς εορτασμούς, τις γυμναστικές επιδείξεις και τους σχολικούς αγώνες. Οι τελετουργικές πρακτικές, που χαρακτηρίζουν άλλωστε γενικότερα τις δημόσιες επετειακές άλλα και τις αθλητικές εκδηλώσεις, χρησιμεύουν στη δημιουργία μιας «ισχυρής συλλογικής αναπαράστασης της κοιν πολιτικής τάξης», η οποία στηρίζεται σε μια συμβολική γλώσσα και επικαλείται τη νομιμοφροσύνη των πολιτών 132. Για την εκπαίδευση ειδικότερα, νής η φρονηματιστική λειτουργία του συμβολικού λόγου των δημόσιων σχολικών εκδηλώσεων καθώς και το περιεχόμενο και οι ιδεολογικές συνδηλώσεις του. Ενδεικτική είναι η περιγραφή του σχολικού εορτασμού της 25 Μαρτίου 1900:
«Κατά την 25 Μαρτίου 165.000 αγνοί ελληνόπαιδες επλημμύρισαν τους ναούς και οιονεί καταθέσαντες τον όρκον της προς την πατρίδα αγάπης προ μετηνάδολονψυχήν των υπέρ του μεγαλείου αυτής, μεθ' ο εν στρατιωτ καιενπατριωτικοίς άσμασι παρήλασαν εις τας πόλεις, κώμας και διαπιστούντες ότι η γενεά αυτών έσται κρείσσων των προγενεστέρων.Ηπροτης Μητροπόλεως δε των Αθηνών παράταξις πέντε μυριάδων μαθητών των δημοτικών σχολείων με τας σημαίας και τα τύμπανά των και η μετά πατριωτικών ασμάτων διέλευσις αυτών με ήθος και βάδισμα στρατιωτικόν διάτωνκυριωτέρων της πόλεως οδών ανερρίπισε τας χρηστάς περί του μέλλοντος της πατρίδος ελπίδας, αςατυχούς πολέμου έκβασις είχε μοιραίως συναρπάση»133. στρατιωτικού προτύπου, επιτρέπουν στα τέλη του αιώνα την υπαγωγή του εκκλησιαστικού στον εθνικό λόγο. Δεν πρόκειται απλώςγιατηναναγνώριση της προτεραιότητας της εθνικής έναντι της θρησκευτικής αγωγής στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού συστήματος, διεργασία που φαίνεται να έχει ολοκληρωθεί μέσα
131. [I. Ε. Χρυσάφης], ό.π., σ. 54. Είχε προηγηθεί ο νόμος ,ΓΥΒ' «περί στρατιωτικής προπαιδεύσεως» το 1909, που όριζε την τριετή προετοιμασία πριναπό την κατάταξη στο στρατό μεασκήσεις γυμναστικής και σκοποβολής, οοποίος παρέμεινε ανεφάρμοστος. Το1906, εξάλλου, είχε αποφασιστεί η ίδρυση στρατιωτικής σχολής γυμναστών. Π. Μανιτάκης, ό.π., σ. 195, 197-8,και Σ.Ω.Β., Χρονικά..., ό.π.,σ. 42.
132. Βλ. John Hargreaves, Sport Popular Sports in Britain, , Power and Culture. Καίμπριτζ 1986, σ. 12. A Social
and Histor
133. «Η Δημοτική Εκπαίδευσις εν Ελλάδι κατά το 1900», Ε θ ν κ ιή Α γ ω γ ή 4 (1901), σ. 3-4. Πβ.και «Περί καθιερώσεως ημέρας εορτής της Εθνικής Σημαίας καθ' άπαντα τα σχολεία των αρρένων του Κράτους (22 Σεπτεμβρίου 1908)», Παιδαγω 227-229.
στη δεκαετία του 1880 134 . Πρόκειται για την αποδοχή της προτεραιότητας τω εθνικών, ελλαδοκεντρικών, συμφερόντων από τους ίδιους τουςεκπροσώπουςτης Εκκλησίας. Παρόλο που το ζήτημα απαιτεί μεγαλύτερη διερεύνηση, είναι χαρακτηριστικές οι απόψεις του Νεκτάριου Πενταπόλεως για τη γυμναστική. Με βάση τη διαπίστωση ότι «ου καιρός του καθεύδειν αλλά του γρηγορείν, μη άλλοι ανθ'ημώνστήσωσι τα τρόπαια εν τη Ανατολή, ήτις κλήρος έλαχε τη Ελλάδι» 130 , θεωρεί τη σωματική άσκηση ως μέσο επίτευξης των εθνικών στόχων. Η σύμμετρη ανάπτυξη της ψυχής και του σώματος, που υποστηρίζει, έρχεται προφανώς σε αντίθεση με τον μέχρι πρότινος κυρίαρχο λόγο της Εκκλησίας ως προς την προτεραιότητα της ψυχικής καλλιέργειας και την ασημαντότητα της σάρκας Ηαλλ τομέα των ηθών και των νοοτροπιών ως το γύρισμα του 19ου αιώνα. Στις αρχές του αιώνα μας, η αξία της σωματικής άσκησης έχει πλέον εδραιωθεί με μια σειρά απόεπιχειρήματα κοινά σε ολόκληρη την Ευρώπη που ζούσε την προετοιμασία καιτηνεμπειρία τουΜεγάλου Πολέμου. Εθνικές διεκδικήσεις που θέτουν το γυμνασμένο σώμα στην υπηρεσία της πατρίδας, ιδεολογικοί μετασχηματισμοί που αναδεικνύουν το νέο ανδρικό ιδεώδες, σωματικό πλέον παρά πνευματικό, νέε αισθητικές αντιλήψεις ως προς το κάλλος, νομιμοποίηση των σπορ ως στοιχείου της ψυχαγωγίας μιας ανερχόμενης αστικής τάξης, συμπλέουν με τη νομοθετική κατοχύρωση του μαθήματος της γυμναστικής στην Ελλάδα ως απαραίτητου στοιχείου για τη διάπλαση της νεότητας. Γύρω από το σχολικό θεσμόδεναναπτύσσεται μόνο η σχετική επιχειρηματολογία για τη φυσικήαγωγήκαιτη σκοπιμότητα της 4 οργανώνεται επίσης ένα δίκτυο ανθρώπων και θεσμώνπουασχολούνται αποκλειστικά η κατεξοχήν με τον αθλητισμό και τη γυμναστική. Οι
άνθρωποιαυτοί είναι οι ίδιοι νέοι, όπως εκείνοι που αναλαμβάνουν την ίδρυση αθλητικών συλλόγων, η ενδιαφέρονται για την άσκηση —και εν τέλει τη δια δαγώγηση— των νέων. Κάποιοι είναι γυμναστές, οι οποίοι αποκτούν επαγγελματική συνείδηση από την καμπή του 19ου αιώνα, άλλοι εκπαιδευτικοί και άλλοι, τέλος, εκπρόσωποι της αθηναϊκής ελίτ, που εντάσσουν και τον αθλητισμό στη δημόσια δράση τους. Ο χώρος αυτός, που αναπτύσσεται έξω από και δίπλα στο σχολείο, αποκτά τη δική του δυναμική, κατά παράδοξο τρόπο μέσααπόμια νομοθεσία που αφορά πρωτίστως στην εκπαίδευση (το νόμο ,ΒΧΚΑ' του 1899) καισεάμεσηεξάρτηση απότηνκρατική εξουσία. Αυτό Ισχύειεντούτοις γιαένα μέρος της αθλητικής δραστηριότητας, εκείνο που συνδέεται με τη γυμναστική και τον κλασικό αθλητισμό. Τα σπορ έχουν τη δική τους κοινωνική και ιδεολογικ
λικών εγχειριδίων, Αθήνα, Ι.Α.Ε.Ν, 1988, σ. 68-88. 135. Πενταπόλεως Νεκτάριος, «Περί γυμναστικής», Ε λ λ η ν ι σ μ ό ς 4 (1901), σ. 318-322.
134. Βλ. Χριστίνα Κουλούρη, Ιστορία και γεωγραφία στα ελληνικά σχολεία ( Γνωστικό αντικείμενο και ιδεολογικές προεκτάσεις. Α ν θ ο λ ό γ ι ο κειμέν
λειτουργία, σε σχέση πάντως αν όχι με τη διάπλαση, οπωσδήποτε με την ψυχαγωγία της νεότητας.
4. Οι πρωταθλητές της Γυμναστικής Εταιρείας Πατρών (1910).
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'
Ακροβάτες, γυμναστές και ολυμπιονίκες: Απότους λαϊκούς αγώνες στην επιδίωξη του ρεκόρ
ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΑΙ ΠΛΑΝΟΔΙΟΣ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ Οι μέχρι σήμερα ιστορικές προσεγγίσεις της άθλησης και των σπορ ταλαντεύονται μεταξύ δύο ερμηνευτικών εκδοχών: αφενός, την ιστορική συνέχεια του αθλητικού φαινομένου από την παραδοσιακή στη σύγχρονη κοινωνία ήαφετέρου, την εμφάνισή του σε σχέση με την ανάδυση της βιομηχανικής κοινωνίας. Η πρώτη εκδοχή —η οποία συνήθως αντιμάχεται το ιστορικό πρωτείο της Βρετανίας— υποστηρίζει την ομαλή μετάβαση από τα παραδοσιακά παιχνίδια στα σύγχρονα σπορ (π.χ. ότι το τέννις προέρχεται, στη Γαλλία, από το γαλλικό παιχνίδι paume). Η δεύτερη εκδοχή θεωρεί, αντίθετα, ότι τα σπορ αποτελούν φαινόμενο νεοτερικό, αναπόσπαστα συνδεδεμένο με την αστικοποίηση και τη βιομηχανική κοινωνία. Σύμφωνα με τη δεύτερη εκδοχή, μια σειράαπόουσιώδηχαρακτηριστικά διακρίνουν τα σπορ από τα παραδοσιακά παιχνίδια. Το σημαντικότερο είναι ότι, ενώ τα παραδοσιακά παιχνίδια εντάσσονται σε έναν ευρύτερο κύκλο εορτασμού και διασκέδασης, συνήθως θρησκευτικού χαρακτήρα, τα σπορ διακρίνονται για την αυτονομία τους. Οι αθλητικές συναντήσεις πολύ γρήγορααποκτούν το δικό τους ημερολόγιο, ανεξάρτητο από θρησκευτικά και πολιτικά γεγονότα. Σε αντίθεση, εξάλλου, με τα παραδοσιακά παιχνίδια, τα σπορ «υπακούουνσεαυστηρούς κανόνες, που εφαρμόζονται ενιαία και ομοιόμορφα από τους μετέχοντες σε χώρους προσδιορισμένους και κατάλληλους»'. Σύμφωνα με τον ορισμό που έδωσετο1968 ο Michel Bouet, «τα σπορ είναι μια θεσμοποιημένη δραστηριότητα της σχόλης, με πρωταρχική συμμετοχή του σώματος, στηριγμένη σε αυστηρά εξειδικευμένεςδομές, η οποία ασκείται ανταγωνιστικά και ως αυτοσκοπός, με βασική επιδίωξη την επίτευξη της επίδοσης» 2. Ωστόσο, ακόμη κιανυιοθετήσουμε
1. R. Hubscher - J. Durry - Β. Jeu (εκδ.), L'histoire en mouvements. Le sport
e-XX e siècle), française (XIX Παρίσι, Armand Colin, 1922, σ. 11. 2. Ο ίδιος οPierre de Coubertin είχε δώσειτο 1922τον ακόλουθο ορισμότων σπορ:«Τα σπορ είναι ηκαθ' έξινκαι οικειοθελής καλλιέργεια της έντονης μυϊκής άσκησης, πουστηρίζεται στην επιθυμία της προόδουκαι μπορεί να φτάσει ωςτον κίνδυνο». Και οιδύο ορισμοί, στο ίδιο σ. 10.
σουμε τη δεύτερη εκδοχή —που είναι άλλωστε και η θέση αυτής της μελέτης— και θεωρήσουμε ότι οι δύο μορφές σωματικής δραστηριότητας έχουν τελείως διαφορετικούς στόχους γιατί ανταποκρίνονται σε διαφορετικά στάδια της εξέλιξης της κοινωνίας, δεν θα πρέπει να παραγνωρίσουμε το γεγονός ότι συχνά συνυπάρχουν και μάλιστα στο πλαίσιο της ίδιας εορταστικής ευκαιρίας. Συχνότερα πάντως συμπίπτουν στο χρόνο αλλά όχι στον τόπο: ακολουθούν δύο παράλληλες, ανεξάρτητες πορείες που ανταποκρίνονται κατά κανόνα στο διαχωρισμό πόλης και υπαίθρου, λαϊκών και μεσοαστικών στρωμάτων. Εξετάζοντας συνεπώς την εμφάνιση των σπορ στην Ελλάδα τον 19ο αιώνα, θα πρέπει καταρχάς να διερευνήσουμε εάν και κατά πόσο αποτελούν συνέχεια παιχνιδιών και αναμετρήσεων σωματικής ρώμης που προϋπήρχαν στο πλαίσιο της παραδοσιακής ελληνικής κοινωνίας· αν τα σύγχρονασπορεξοβελίζουν, ενσω ματώνουν η συνυπάρχουν με τις παραδοσιακές μορφές άθλησης· ανκαιπωςη εμφάνιση και εξάπλωση τους συνδέονται με τον εκσυγχρονισμό της ελληνικής κοινωνίας και την άνοδο της αστικής τάξης. Μας ενδιαφέρει επιπλέον να περιγράψουμε τη διαδικασία θεσμοποίησης των σπορ και του αθλητισμού γενικότερα, την κωδικοποίηση των κανόνων που διέπουν τη διεξαγωγή τους, τις κοινωνικές και πολιτικές παραμέτρους που διατρέχουν την οργάνωση τους. Η αστικό χώρο δεν μάς επιτρέπει να τεκμηριώσουμεεπαρκώςτιςυποθέσειςτης μετάβασης, της αλλαγής η της συνέχειας. Η έλλειψη μελετών η η σιωπή των πηγών δεν μεταφράζεται προφανώς σε ιστορική παθητικότητα. Οι σκόρπιες πληροφορίες που υπάρχουν φανερώνουν ότι στο πλαίσιο των πανηγυριών που γίνονταν με την ευκαιρία κάποιας θρησκευτικής γιορτής διεξάγονταν και αθλητικοί αγώνες.Οιαγώνεςσυνήθως περιλάμβαναν το πήδημα, το τρέξιμο, την πάλη, το δρόμο με άλογο, το σημάδι, το λιθάρι. Στους νικητές δίνονταν χρηματικά βραβεία και συλλέγονταν και με δίσκο εισφορές από το κοινό.Οιαγωνιζόμενοιανήκαν σε κατώτερα κοινωνικά στρώματα, κάποιοι μάλιστα —σε περιοχές υπό οθωμανική κυριαρχία— ήταν δούλοι οθωμανών αρχόντων. Στα πανηγύρια, οιαγώνεςαποτελούσαν στοιχείο ψυχαγωγίας συμπληρωματικό προς το χορό, τη μουσική, το τραγούδι. «Ο δε ανδρικός κόσμος», στο πανηγύρι των Αγίων Αντωνίων, στην Αγιά, στα μισά περίπου του 19ου αιώνα, «διήρχετο τας ώρας του ως επί το πολύ εκεί οπού ήσαν μουσικά όργανα και άσματα και χοροί, τα οποία ιδιαιτέρως είλκυον ωςδιά μαγείας τους νέους· ούτοι προθύμως έσπευδον εκεί χάριν ψυχαγωγίας όπως λησμονήσουν τους κόπους και τας μέριμνας του βίου ευφραινόμενοι πέριξ βαρελιού οίνου και ψητού αρνίου, και χορεύοντες υπό την σκιάν πλατάνου» 3.
3. Θεόδ. Χατζημιχάλης, Ένα πανηγύρι στα χρόνια της σκλαβιάς, εισα λεια Γιάννη Α. Σακελλίωνος, Αθήνα 1975, σ. 103. Ο Χατζημιχάλης άρχισε να γράφει το κείμενο του το 1926. Παρόμοιες μαρτυρίες υπάρχουνκαι για άλλες περιοχές. Πβ. π.χ. Γ. Α.
Ηένταξη τωναθλητικών αγώνωνστηνευρύτερη θρησκευτική εορτή, στο τοπικ πανηγύρι, προκύπτει ακόμη και από περιγραφέςπου,υπότηνεπίδραση της λαογραφικής μόδας του τέλους του 19ου αιώνα, επιδιώκουν να προβάλουν τη συνέχεια από την αρχαιοελληνική αθλητική παράδοση4. Σε δημοτικά τραγούδια, όπου η διήγηση μάς φέρνει «κοντύτερα στην καθημερινή ζωή»5, οι αναμετρήσεις στο «σπαθί» και στο «λιθάρι» μοιάζουν να ανήκουν σε τρέχουσες συνήθειες στο πλαίσιο εορτών της αγροτικής κοινωνίας: Μια μέρα και μιαν εορτή, και μιαν λαμπρήν ημέρα, βγήκαν να παίξουν το σπαθί, κι έριχναν το λιθάρι 6.
Από τον Fauriel, τα αγωνίσματα αυτά περιγράφονται ως πολεμικές ασκήσεις, χρήσιμες για την προετοιμασία των κλεφτών για τον πόλεμο7. Είναι δύσκολο να χαράξουμε τα όρια ανάμεσα στη σκοπιμότητα και χρησιμότητα αυτών των «ασκήσεων» και το στοιχείο του παιχνιδιού που, με τη μορφή της ατομικής αναμέτρησης, εμπεριείχαν. Στις πολεμικές κοινότητες και ομάδες των αρματολών και των κλεφτών, όπου η βία ανάγεται σε αξια 8, μπορούμε να υποθέσουμε πάντως ότι η διασκέδαση που επιζητούνταν ήταν συχνά βίαιη εφόσονανήκειστο σύστημα αξιών και το πολιτισμικό πρότυπο που αυτές οι κοινότητες αναπτύσσουν. Αλλωστε, μήπως δεν ισχύει η διαπίστωση του Roger Chartier ότι «όλες οι κοινωνίες παράγουν κοινωνικές μορφές εντοπισμένες, ιδιαίτερες, συμπτωματικές, μετιςοποίες αναπαριστούν τονεαυτό τους, επιδεικνύοντας και αποκρύπτοντα ταυτόχρονα τις σχέσεις που τις δομούν»9;
Μέγας, Ε λ λ η ν ι κ έ ς γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας, εισαγωγικό σημείω κλής, Αθήνα, Οδυσσέας, 1988, σ. 191-192· Σταμ. Α. Αποστολάκης, Αθλητισμός και
φει ο Παχτίκος, ονομάζοντάς τους ο ίδιος «Ολυμπιακούς», είναι παρόμοιοι με αυτούς που γίνονται σεάλλα πανηγύρια την ίδια εποχή.Στην περιγραφή του είναι καθαρή ηπροσπάθεια να αποδειχτεί ησυνέχεια από την αρχαιότητα. Ημικρή (19 σελ.) μελέτη του Παχτίκου αναδημοσιεύεται σεφωτομηχανική ανατύπωση στο Παράρτημα του Δελτίου Κέντρου Μικρασ Σπουδών 11 (1995-1996). 5. Αλ. Πολίτης (επιμ.), Κλέφτικα, Αθήνα, Έρμης, 1981, σ. 122. 6. «Η Διαμάντω», στο ίδιο, σ. 123. 7.Στο ίδιο, σ. 152-155. 8. Βλ. Σπ. I. Ασδραχάς, Σχόλια, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 1993, σ. 174. 9. «Sport, religion et violence. Débat entre A. Ehrenberg, R. Chartier et M. Auge», Esprit 12 (avril 1987), σ. 69.
νίσματα στην Κρήτη στα χρόνια της Τουρκοκρατίας (Με σύντομη αναφορά Κρητικής Πολιτείας), ανάτυπο από την Κρητική Ε σ τ α ί (περ. Δ' - τ. 2), Χανιά 19 και Ν. Κ. Χριστοδούλου, Ο Γυμναστικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης «Ο ξις του α θ λ η τ ι σ μ ο ύ εν Θεσσαλονίκη, Θεσσαλονίκη 1927, σ. 5-6. 4. Βλ. Γ. Δ. Παχτίκος, Ολυμπιακοί α γ ώ ν ε ς εν Βιθυνία. Πραγματεία α ν α γ ν ω σ θ ε σ ία εν Α θ ή ν α ς ι Συλλόγω των Μικρασιατών «Η Ανατολή», Αθήνα 1893.Ο
Μετά τη δημιουργία του ελληνικού κράτους, εκτόςαπότουςαγώνεςπου διεξάγονται στα επαρχιακά πανηγύρια, πλανόδιοι αθλητές, ολόκληροι θίασοι συχνά, περιοδεύουν στα αστικά κέντρα. Πρόκειται κυρίως γιαακροβάτες και αθλητές τηςάρσεωςβαρών ντυμένους με κατάσαρκα πλέγματα, που κρατούσαν μεγάλα ρόπαλα σε απομίμηση του Ηρακλή. Λόγω της εμφάνισής τους, οι θίασοι αυτοί τωνπλανόδιων αθλητών ονομάστηκαν συλλήβδην «ρόπαλα» 10. Στην Αθήνα, έδιναν παραστάσεις τις γιορτινές μέρες ξεκινώντας από την πλατεία των ανακτόρων όπου έβγαινε για να παρακολουθήσει ο Όθων με την αυλή του. Οι παραστάσεις αυτές συνέχισαν ως τα τέλη του 19ου αιώνα τουλάχιστον αλλά φαίνεται πως σταδιακά εξέπεσαν σε θέαμα που απευθυνόταν στις κατώτερες μόνο τάξεις. Το 1887 ο Μιχαήλ Μητσάκης, κάνοντας σαφή διάκρισηωςπροςτο είδος της διασκέδασης που επέλεγε η ανώτερη τάξη, η μέση τάξη και ο λαός (σύμφωνα με τη δική του ορολογία), εντάσσει τον πλανόδιο αθλητισμό μεταξύ των μέσων ψυχαγωγίας του «λαού»: «Αλλοτε δε [ο λαός] εξίσταται προ των τολμηρών ακροβατικών γυμνασμάτων πειναλέου τινόςαθλητού, ηχειροκροτεί τα θανατηφόρα πηδήματα δεκαετούς κορασίου, η διαρρήγνυται καγχάζων προτων τερατωδών μορφασμών ειδεχθούς παληάτσου» 11. εμφανιστεί στην ελληνική κοινωνία. Στο ίδιο κείμενο συναντούμε άλλωστε τη λέξη «σπορτ» σε μεταφορική χρήση. Στην Αθήνα λειτουργούν γυμναστήρια και
να διακριθεί η νεοτερική δραστηριότητα (γυμναστική καισπορ)απότον πλανόδι αθλητισμό πουστόχευε στο βιοπορισμό των αθλητών μέσω της παροχής ψυχαγωγικού θεάματος. Πράγματι, ενώ οι παραδοσιακές μορφές άθλησης συνυπάρχουν με τα σύγχρονα σπορ κατά τον 19ο αιώνα, είναι δύσκολο να ισχυρισθούμε ότι υπάρχει οποιαδήποτε συνέχεια μεταξύ τους. Πέρα από το στοιχείο του θεάματος και τη σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ δρώντος και θεατή, τα οποία μπορούν να ανιχνευθούν και στις δύο περιπτώσεις, επισημαίνονται ουσιώδεις διαφορές που δημιουργούν την εικόνα μάλλον της τομής παρά της εξελικτικής σχέσης. Ο Allen Guttmann κωδικοποίησε τα χαρακτηριστικά που διακρίνουν τα νεότερα σπορ από τις παραδοσιακές σωματικές αναμετρήσεις: ισότητα, έλλειψη θρησκευτικού στοιχείου, εξειδίκευση, γραφειοκρατική οργάνωση, εξορθολογισμός, ποσοτικοποίηση, επιδόσεις (ρεκόρ)12. Για τους μετέχοντες εξάλλου,τους sportsmen ,τα σπορέχουνμιαδιαφορετική κοινωνική και ιδεολογική λειτουργία σε σχέση με τα παραδοσιακά παιχνίδια: παίρνουν τη μορφή του δημοκρατικού
11. Μ. Μητσάκης, «Το θέρος»,στα Πεζογραφήματα, Columbia University Press, 1978, σ. 26-55.
12. Allen Guttmann, From Ritual to Record.
10. I. Χρυσάφης, Οι σύγχρονοι
διεθνείς
Ολυμπιακοί
α γ ώ ν ε ς , The
Nature
Αθήνα, Νεφέλη, 1988, σ. 7
of Modern
Αθήνα 1930, σ. 30,
ανταγωνισμού καιυπηρετούναστικές αξίες (αξιοκρατία, ισότητα, αλληλεγγύη, υγεία).
ται με την προηγούμενη η την παράλληλη αθλητική δραστηριότητα. Αντίθετα, τα σπορ και ο αθλητισμός εισάγονται κατά μίμηση είτε του δυτικού είτε του αρχαιοελληνικού προτύπου. Στη μεν πρώτη περίπτωση, είναι ενδεικτικό ότι η εισαγωγή τους γίνεται πρωτίστως σε περιοχές που είχαν επαφές με τη Βρετανία, όπως τα Επτάνησα, η από ξένους που ήταν εγκατεστημένοι σε αστικά κέντρα. Η δεύτερη περίπτωση αφορά στην αναβίωση των αρχαίων αγώνων με εξέχον παράδειγμα τις Ζάππειες Ολυμπιάδες.
Η ιδέα της αναβίωσης των αρχαίων αγώνων κυκλοφορούσε ευρύτερα απότη δεκαετία του 1830, όταν σημειώνονται και οι πρώτες αποτυχημένες απόπειρες προς αυτή την κατεύθυνση 13. Η αναβίωση των αρχαίων αγώνων ανταποκρίνεται στο κυρίαρχο ιδεολογικό κλίμα στην Ευρώπη και την Ελλάδα τον περασμένο αιώνα, που εμποτίζεται με το θαυμασμό για την αρχαία Ελλάδα και το πρωτείο του παραδείγματος της. Στην Ελλάδα, ο θαυμασμός αυτός ξεπερνά κατά πολύ αρχαιολατρικές στάσεις της σύγχρονης Δυτικής Ευρώπης γιατί συνδέεται μετην ίδια τη νεοελληνική ταυτότητα. Έτσι, η μίμηση των αρχαίων προγόνων θεωρείται ως απαραίτητη προϋπόθεση για την πρόοδο των νεοελλήνων απογόνων τους. Η μίμηση δεν περιορίζεται στην τέχνη η γενικότερα την πνευματική δημιουργία αλλά περιλαμβάνει κατεξοχήν τυπολατρικά στοιχεία όπως η γλώσσα (μίμηση τηςαρχαίας ελληνικήςμέσω της καθαρεύουσας) η ήθη και συνήθειες των αρχαίων Ελλήνων. Μέσα σ' αυτό το ιδεολογικό κλίμα, ήταν σχεδόναναπόφευκτο να
13.Το1835,οτότε υπουργόςτων Εσωτερικών Ιωάννης Κωλέττης πρότεινε στον Όθωνα τη διοργάνωση ετήσιων πανελλήνιων εορτών κατά το πρότυπο της αρχαιότητας (Ίσθμια Νέμεα, Πύθια, Ολυμπιακοί) για να τιμάται η αναγέννηση της Ελλάδας με την Επανάσταση
του 1821. Βλ. Κ. Αθ. Διαμαντής, Πρότασις καθιερώσεως α γ ώ ν ω ν κατά το πρότυπον των εορτών της αρχαιότητος ε θ ν κ ιώ ν κατά
νάριου» προσφοράς εις τον καθηγητήν Ν. Β. Τωμαδάκην [Α θ η ν ά , ΟΓ'-ΟΔ'], Αθήνα 1973. Το 1837, με Β.Δ. οριζόταν να τελούνται δημόσιοι αγώνες «ονομαστί δε η ιπποδρομία, η πάλη, ο δρόμος, ο δίσκος, πηδήματα, ακοντίσματα, εθνικοί χοροί και άλλα γυμνάσματα» στα πλαίσιο της τελετής βράβευσης όσων είχαν διακριθεί στον τομέα της γεωργίας και της βιομηχανίας. νικητές των αθλητικών αγώνων, εκτός από τα βραβεία πουθα είχαν οριστεί, στεφανώνονταν με στεφάνι δάφνης. Β.Δ. «Περί συστάσεως επιτροπής υπότο όνομα "επιτροπή επί της εμψυχώσεως της εθνικής οικονομίας"», ΦΕΚ 5, 9 Φεβρ. 1837. Την επόμενη χρονιά επίσης, ο δήμος Λετρίνων (κοντά στην αρχαία Ολυμπία) αποφάσισε την ανασύσταση των αρχαίων Ολυμπιάδων. Βλ. Γεώργιος Π. Εμ. Γιαννόπουλος, «Η επανίδρυσις των Ολυμπιακών Αγώνων. Η πρώτη ιδέα», ΔΙ EEE 9 (1926), σ. 576-577.
επετείων το έ τ ο ς 1
οδηγηθούν κάποιοι από τους λόγιους της εποχής στην ιδέα της μίμησης των αρχαίων αγώνων—στοιχείο αναπόσπαστο του κλασικού πολιτισμού—, ιδέα που για παρόμοιους λόγους κυκλοφορούσε την ίδια εποχή και στη Δυτική Ευρώπη. Αλλά, ενώ ως προς την ιδέα καθεαυτήν δε φαίνεται να υπήρχαν ιδιαίτερες διαφωνίες, τα προβλήματα ανέκυπταν ως προς την εφαρμογή της. Οι κυρίαρχες εκείνη την εποχή αντιλήψεις σχετικά με τη σωματική άσκηση και η μονομερής καλλιέργεια των γραμμάτων που στόχευε αποκλειστικά στην ανάπτυξη του πνεύματος συνέβαλαν προφανώς στην αποτυχία ανασύστασης των αγώνων μέσα στην πρώτη δεκαετία μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους 14. Ίσως αυτή η στάση ερμηνεύει το γεγονός ότι οι τέσσερεις Ολυμπιακοί Αγώνες που, σύμφωνα με τηνεπιθυμία τουΕυαγγέλη Ζάππα, διοργανώθηκαν στην Αθήνα από το 1859 ωςτο1889 δεν ήταν αγώνες του σώματος, αλλά αγώνες του πνεύματος 15. Αυτοί οιαγώνες,γνωστοί ως Ζάππειες Ολυμπιάδες, ονομάστηκαν «Ολύμπια», «ως εκ της πολλής ομοιότητός των προς τους περιωνύμους αρχαίους ολυμπιακούς αγώνας» 16.Αποτελούσαν όμως στην ουσία βιομηχανικές εκθέσεις όπου παρουσιάζονταν τα επιτεύγματα στους διάφορους τομείς της οικονομίας και στο περιθώριο τους γίνονταν και αθλητικοί αγώνες. Ο πια του 1870, διατύπωνε με σαφήνεια τη σχέση των αρχαίων Ολυμπιακών ΑγώνωνμετιςΖάππειες Ολυμπιάδες: « Εάν συγκρίνωμεν τους αρχαίους εκείνους πανηγυρικούς αγώνας προς τους καθ' ημάς τιθεμένους, ευρίσκομεν ουσιώδη τινά διαφοράν αυτών προςαλλήλους,προερχομένην εκ τούτου, ότι εις άλλα μεν πράγματα απενέμετο τότε η μεγίστη αξία, εις άλλα δε απονέμεται νυν. Κατά μεν τους αρχαίους αιώνας, ότε οι άνθρωποι άνευ χρειών επινοητών έζων φυσικωτέραν και απλουστέραν ζωήν και ήσαν υπό τηςέννοιαςτουδικαίου, δυσαγωγότεροι, χειροκρατικώτεροι δε και ετοιμότεροι
14. Πβ.και εδώ, σ. 50-51. 15. Ο Α. Ρ. Ραγκαβής, θεωρώντας ότι η πρόταση του Ευ. Ζάππα για αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων«ήτον ήκιστα πρακτική και ουχί αυτού του γελοίου απέχουσα», ανέλαβενα τον πείσει για την προτεραιότητα των πνευματικών αγώνων. Για να μην απορριφθεί όμως τελείως η ιδέα του Ζάππα, πρότεινε ταυτόχρονα «να διαρκή εκάστη Ολυμπιακή έκθεσις τέσσαρας εβδομάδας, και αι τέσσαρες μεταξύ Κυριακαί ν' αφιερώνται εις διασκεδάσεις λαού, συνισταμένας κατά τας μεντρεις πρώτας εις αγώνας γυμνικούς, δρόμον, πάλην, άλμα δίσκον, οπλασκίαν, ιπποδρόμιον, την δε τετάρτην εις διαγωνισμούς μουσικούς, ποιητικούς και δραματικούς» (ηυπογράμμιση, δική μου). Α. Ρ. Ραγκαβής, Απομνημονεύματα, τ. Β', 1895, σ. 378-379. Για τις πρώτες Ζάππειες Ολυμπιάδες βλ. I. Χρυσάφης, «Οι πρώτοι Ολυμπιακοί ΑγώνεςενΑθήναις (1859)»,Ημερολόγιον της Μεγάλης Ε λ λ ά δ ο ς 3 (1924), σ 327-337και του ίδιου, «Οι δεύτεροι Ολυμπιακοί Αγώνες εν Αθήναις (1870)»,στο ίδιο 4 (1925), σ. 261-276. 16. Εγκύκλιος 118, 8Αυγ.1869 «Περί τελέσεως των Ολυμπίων κατά τον Οκτώβριο του 1870έτους», Βασ. Διατάγματα ... διά το 1870, χ.χ.
εις χρήσιν της βίας, η ρώμη και των σωματικών δυνάμεων η ανάπτυξις είχον φυσικώ τω λόγω μεγίστην αξίαν [...] Διό εις την σωματικήν άσκησιν απέβλεπον κυριώτερον οι πανηγυρικοί των αρχαίων αγώνες [...] Εις δε τους καθ' ημάς χρόνους, ότε διά του χριστιανισμού η εξημέρωσις των ηθών προεχώρησεν, [...] η ρώμη και των σωματικών δυνάμεων η αθλητική ανάπτυξις απέβαλον μέγα μέρος της προτέρας αυτών αξίας [...] αντί επιδείξεως ρώμης,ευκαμψίας καιευκινησίας σωματικής προετοιμήθη η επίδειξις υπεροχής εν τέχναις ωφελίμοις εις τον ανθρώπινον βίον και εν επιστήμαις φωτιζούσαις και οδηγούσαις τας τέχνας εις την πορείαν των» 17.
Η των Ζάππειων Ολυμπιάδων, σε σημείο πουστα τελευταία Ολύμπια, του 1888 ναμηγίνουν καθόλου αθλητικοί αγώνες παρά μόνο την επόμενη χρονιά, με πρωτοβουλία του Ιωάννη Φωκιανού, στο Κεντρικό γυμναστήριο που ο ίδιος διηύθυνε. Εντούτοις, δενμπορούμε να παραβλέψουμε το γεγονός ότι σε όλα τα προγράμματα των Ολυμπίων περιλαμβάνονται και αθλητικοί αγώνες και ότι αυτοί συνήθως τελούνται, είτε εν μέρει είτε με μικρή συμμετοχή είτε και με πλήρη αποτυχία. Το 1859, το πρόγραμμα των αγώνων περιλαμβάνει το άλμα, το δρόμο, το δίσκο και την πάλη. Τα αγωνίσματα δρόμου συγκεκριμένα είναι το στάδιο βουποδών, ο δίαυλος και ο δόλιχος, αγωνίσματα προφανώςακατανόητα καιγιατους ίδιους τους μετέχοντες. Παρόμοια είναι καιτα αγωνίσματα τωνΟλυμπίων του 1870. Γενικά, τα προγράμματα των ΖάππειωνΟλυμπιάδωναποπνέουνένα κλίμα αρχαιολατρικής αναβίωσης, που δεν είχε καμία σχέση με τη σύγχρονη Ελλάδα. Ενώ υπήρχαν λαϊκά αγωνίσματα στο πλαίσιο των πανηγυριών, νέα αγωνίσματα «εξετάφησαν από τα λεξικά και ετέθησαν και πάλιν εις χρήσιν»18. Οιαντιδράσεις απέναντι στοπρωτόγνωρο θέαμα των αθλητικών αγώνων ήταν ποικίλες: από άλλους θεωρήθηκαν ως απόδειξη της αρχαιοελληνικής καταγωγής των νεότερων Ελλήνων 19 , άλλοι τους χαρακτήρισαν «διακωμώδησιν της Αρχαι τητος» 20. Εντούτοις, οι Ζάππειες Ολυμπιάδες υπήρξαν ο πρώτος αθλητικός θεσμός που κωδικοποίησε κανονισμούς αγώνων και καθιέρωσε τη διοργάνωση τους, έστω και κατά μίμηση της αρχαιότητας. Το πρωτόγνωρο θέαμα —κυρίως λόγω τω 17. Φ. Ιωάννου, «Λόγος Ολυμπιακός ... κατά την Β' εορτήν των ... Ολυμπίων...», στο
του 1870. Περίοδος Δευτέρα ... Μέρος Πρώτον,
18. Εγκύκλιος 118, 8Αυγ.1869 «Περί τελέσεως των Ολυμπίων κατά τον Οκτώβριον του 1870έτους», Βασ. Διατάγματα... διά το 1870, ό.π. 19. Βλ. Δ. Χρηστίδης, «Λόγοςαπαγγελθείς υπότου αντιπροέδρου της Επιτροπής των
Ολυμπίων ... την 14 Μαρτίου 1871...», στο Ολύμπια του 1870. Περίοδος
Ολύμπια
Αθήνα 1872
Δεύτερον ..., Αθήνα 1872, σ. 220-221 και Π. Εμ. Γιαννόπουλος, «Λόγος εναρκτήριος ... 4 Μαΐου 1875» στο Ολύμπια του 1875. Περίοδος Τρίτη ..., Αθήνα 1878 20. I. Χρυσάφης, ό.π., σ. 103.
Δευτέρα
αθλημάτων πουπεριέλαβε το πρόγραμμα— περιγράφηκε και σχολιάστηκε από τον Τύπο. Ένας μεγάλος αριθμός θεατών (25.000-30.000, το 1870) παρακολούθησε τους αγώνες ενώ διατυπώθηκε, στην αρχή μάλλον πειραματικά αλλά στη συνέχεια θεσμοθετημένος, ένας δημόσιος συμβολικός λόγος που συνόδευε ένα σχετικά καινοφανές δημόσιο θέαμα. Τα αρχαιοελληνικά συμφραζόμενα του λόγου ήταν σαφή. Δεν πρόκειται μόνο για τα ονόματα των αγωνισμάτων. Οι ελλανοδίκες, ο γυμνασιάρχης, οι αλυτάρχες, οι αγωνοδίκες, ο κήρυκας είναι όλοι πρόσωπα εμπνευσμένα από την αρχαιότητα. Τα βραβεία επίσης ήταν στεφάνια ελιάςκαι κλάδοι δάφνης και ελιάς, ο γνωστός κότινος. Η ενδυμασία των αθλητών εξάλλου γιαμεντα πρώτα Ολύμπια ήταν «χιτών βραχύς εζωσμένος περί τηνοσφύν»,για δετα δεύτερα «κατάσαρκον πλέγμα [...] ζώμα και πέδιλα ανδρείκελον έχοντα χρώμα» 21. Οι αγώνες ονομάζονταν γυμνικοί αλλά δεν ήσαν: το «ανδρείκελον» χρώμα της ενδυμασίας μιμούνταν ωστόσοτο γυμνό σώμα. Η μίμηση τηςαρχαιότητας περιέλαβε μάλιστα σε κάποιες περιπτώσεις στοιχεία εντελώς ξένα προς τιςαντιλήψεις καιτιςαξίες τουσύγχρονου κόσμου. Το πιο χαρακτηριστικό είναι η προσπάθεια συνδυασμού των αθλητικών αγώνων με θρησκευτικέςεορτές.Η πρώτη απόπειρα καταγράφεται στα Ολύμπια του 1870 όπου ο κανονισμός ορίζει: «Των αγώνων προηγείται θρησκευτική τελετή εν η γίνεται ευχή εις τον Θεόν υπέρ της των αγώνων ευοδώσεως προς ωφέλειαν και δόξαν της Πατρίδος, υπέρτουαοιδίμου αγωνοθέτου Ευαγγ. Ζάππα και υπέρ της των αγωνιζομένων ύγείας» 22.
Η παρουσία του σύγχρονου κόσμου επιβεβαιώνεται από τα σύγχρονα αθλήματα που εισάγονται αλλά και από άλλα επιμέρους στοιχεία που ανήκουν στο νεότερ αθλητισμό, όπως για παράδειγμα η έννοια του φιλάθλου (amateur). Τα π Ολύμπιατου1859 περιλάμβαναν, εκτός από τους «δημοτελείς γυμνικούς αγώνας», και «ιπποδρόμιον εγχωρίων ίππων» 23. Στις ιπποδρομίες εφαρμόστηκε για πρώτη φορά η διάκριση των αγωνιζομένων σε φιλάθλους και επαγγελματίες. Στην πρώτη κατηγορία, ως φίλαθλοι, αγωνίστηκαν «οι επιθυμούντες κ.κ. αξιω ματικοί και όσοι των πολιτών η ξένων είχον προς διασκέδασιν αυτών ίππους», ενώ ως επαγγελματίες αγωνίστηκαν «οι μετερχόμενοι το εμπόριον των ίππων, οι αγωγείς, αμαξηλάται κ.λ.π.» 24 . Για τη συμμετοχή στους γυμνικούςαγώνεςδεν απαιτήθηκε αντίθετα ηφίλαθλος ιδιότητα. Ο αγώνας ήταν «χρηματίτης» καιοι μετέχοντες οπωσδήποτε δεν είχαν καμία εξοικείωση με το αθλητικό πνεύμα και τονερασιτεχνισμό τουsportsman. Όπως σημειώνει η εφημερίδα Αιών, «εκ 21. «Προγράμματα και Κανονισμοί των Ολυμπιακών Αγώνων γυμνικών τε και λεμβοδρομικών»,Ολύμπια του 1870 ..,ό.π.,σ. 57, 58, 59.
22. Στο 24. Στο
23. I. Χρυσάφης, ό.π., σ. 29.
ίδιο, σ. 44.
ίδιο,
σ. 57.
πτωχού Λαού εισίν οι αγωνιζόμενοί' αγωνίζονται ίνα διασκεδάσωσιν ημάς!» 25 . ΗΑυγή έγραφεότι αγωνίστηκε «εις αόμματος επαίτης» και η Αθήνα, αντιπ ραβάλλοντας τους αγώνες αυτούς προς τους αρχαίους, σημείωνε: «Και μάγκαις εβάλαμεν ν' αγωνισθώσι» 26. Αλλά και στα σαφώςεπιτυχημένα Ολύμπιατου 1870, οι μετέχοντες στους αγώνες ανήκαν στις κατώτερες τάξεις, όπως προκύπτει από τα επαγγέλματα των νικητών —όσα καταγράφονται. Σύμφωναμετη μαρτυρία του Ευ. Παυλίνη, ήταν «εργατικοί και χειρώνακτες» γιατί «οι νέοι της καλυτέρας κοινωνικής τάξεως δεν έστεργον να ασχολούνται περί την γυμναστικήν»27. Εξαίρεση αποτελούν οι τρεις φοιτητές που αναδείχτηκαν νικητές στην «αναρρίχησι επί κάλω» 28. «Του Σταδίου εγκαταλειφθέντος ελευθέρου [...] εις την βάναυσον αξίαν των απαιδεύτων» 29στουςαγώνεςτου1859 και του 1870, ο Ιωάννης Φωκιανός που ανέλαβε τηδιοργάνωση των αγώνων για τα τρίτα Ολύμπια του 1875 προσπάθησε να προσελκύσει μορφωμένους νέους για να προβληθεί η αξία της άθλησης. Γι' αυτό και στον «Κανονισμό Προσωρινού Γυμναστηρίου των Ολυμπίων» (1874), τοοποίο ιδρύθηκε για την προετοιμασία εκείνων που επρόκειτο να λάβουν μέρος στουςαγώνες,οριζόταν ότι γίνονταν δεκτοί μόνο φοιτητές και μαθητές των γυμνασίων άνω των 17 ετών 30. Η Εφημερίς έγραφε: «Οι αγώνες ούτοι εφέτος ανυψούνται πολύ διότι η κατερχομένη εις αυτούς τάξις των νέων είναι πολυτιμοτέρα βεβαίως και παρέχει αξιομίμητον παράδειγμα ταις νέαις γενεαίς [...] πάς αγωνιστής εντοις Ολυμπίοις υποτίθεται ότι θα ήνε νέος των γραμμάτων ητου σχολείου τουλάχιστον» 31.
λο που εν τέλει δεν έγιναν, ιπποδρομίες, αμαξοδρομίες, λεμβοδρομίες, κολύμβηση και σκοπευτικούς αγώνες. Ο εκσυγχρονισμός των αγώνων προτείνεται καιαπό τον Αιώνα: «Ευελπιστούμεν ότι [...] εις τους αγώνας των προσεχών Ολυμπί θα προστεθώσιν οι νεώτεροι της επί σκοπόν βολής,τουξιφισμού,τουσπαθισμού, τουλογχισμού,οιιππικοί αγώνεςκαιτα γυμνάσια της εθνοφυλακής, όπως ανταποκρίνωνται τα Ολύμπια προσφορώτερον προς το πνεύμα της αρχαίας Ελλάδος καιτουαειμνήστου αγωνοθέτου αυτών» 32. Στους αγώνες του 1875 ο Φωκιανός προσέθεσε αγώνες «εκ της νεωτέρας γυμναστικής άνευ βραβείων», δηλαδή από τη γερμανική οργανική γυμναστική: «άλμα υπέρ το δίζυγον, άλμα διάτουμονοζύγ
25. Αιών 1827, 16 Νοεμβρίου 1859. 26. I. Χρυσάφης, ό.π.,σ. 37-41. 27. Ευ. Παυλίνης, «Το εργον του Φωκιανού», Ι ω ά ν ν η ς 28. I. Χρυσάφης, ό.π., σ. 78-79.
29. Στο
Φωκιανός...,
ό.π.,σ. 14.
30.Στο ίδιο, σ. 92-93. 31.Εφημερίς 135, 15 Μαΐου 1875. 32. Αιών 2620, 16 Νοεμβρίου 1870.
ίδιο,
σ. 104.
γου, ακριδωταί κινήσεις εν τω διζύγω» κλπ. 33. Είναι εντούτοις ενδιαφέρουσα η διαφορετική αυτή τη φορά αντίδραση της εφημερίδας Αιών. «Ευχόμεθα άλλοτε κρείττων να γίνη σκέψις περί των κατά τα Ολύμπια τελουμένων αγώνων, καταστώσι δε ούτοι πρακτικώτεροι. Οπόσον μεγαλοπρεπές, οπόσον σοβαρόν, οπόσον εθνικόν θα ήτο το θέαμα, οπόσον ηθέλομεν τιμηθή ενώπιον των ξένων, εάν χθες, αντί να παρουσιάσωμεν εν τω Σταδίω δωδεκάδα ανδρών, ασκηθέντων εις αγωνίσματα, άτινα οι κοινότατοι των σχοινοβατών εκτελούσι σήμερον, παρουσιάζομεν λόχους παιδιών στρατιωτικώς συντεταγμένων, γινωσκόντων την χρήσιν των όπλων της σήμερον, η τάγματα εθνοφυλακής, ήτοι πολιτών ενόπλων, καλώς ενδεδυμένων, ησκημένων εις την χρήσιν των όπλων και εις τας στρατιωτικάς κινήσεις, πυροβολιστάς τελείους και ιππείς αξιομάχους. Θέαμα τοιούτον βεβαίως ήθελε συγκινήσει τας ψυχάς πάντων, ήθελε προκαλέσει τον σεβασμόν του πλήθους και ήθελε καταστήσει τους παρισταμένους ξένους δικαιοτέρους εις τας περί ημών κρίσεις των, ενώ τα χθες γενόμενα, και από των Ελλήνων και από των Ξένων, απέσπασαν κρίσεις δυσμενείς, προυκάλεσαν δε μειδιάματα προσβάλλοντα την Εθνικήν Φιλοτιμίαν» 34. Πλήρως εναρμονισμένο με τον κυρίαρχο εκείνη την εποχή χαρακτήρα της γυμναστικής, που συνέδεε τη σωματική άσκηση με τη στρατιωτική προετοιμασία, το σχόλιο του Αιώνα επικυρώνειτη γενική ακόμη δυσπιστία απέναντι στην άσκοπη,μηχρησιμοθηρικήάσκησητου σώματος. Η υπόθεσηαυτή επιβεβαιώνεται εξάλλου από τη μικρή συμμετοχή στους αγώνες του 1875. Μόνο 24 νέοι «των γραμμάτων» μετείχαν στους αγώνες, αν και μεταξύ των ονομάτων μπορούμε να διακρίνουμε, φοιτητές ακόμα, μετέπειτα προσωπικότητες της αθηναϊκής ζωής, όπως τον Σπ. Μερκούρη, τον Γ. Δροσίνη, τον Κ. Μηλιώτη Κομνηνό, τον Μάρκο Μίνδλερ κ.ά. της σωματικής άσκησης,αλλάζει καιηκοινωνική σύνθεσηεκείνων πουασχολούνται με τη γυμναστική και τον αθλητισμό. Στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1889, οι οποίοι έγιναν στο Κεντρικό Γυμναστήριο με πρωτοβουλία του Ιω. Φωκιανού, διαπιστώνουμε —εκτός από την επικράτηση του γερμανικού γυμναστικού συστήματος 35— την κυριαρχία των φοιτητών και των μαθητών, άλλων γνωστών από τη μετέπειτα δράση τους (όπως ο Χρ. Μπρισιμιτζάκης) καιάλλων από γνωστές αθηναϊκές οικογένειες (όπως ο Αναστ. Φιλαδελφεύς). Νέα αθλήματα προστίθενται, εξάλλου, όπως η άρση βαρών, τα οποία ωστόσο δεν διαφοροποιούν το συνολικό πνεύμα των αγώνων που ακολουθεί ακόμη τη γερμανική
33. I. Χρυσάφης, ό.π., σ. 90. 34. Αιών 3133, 19 Μαΐου 1875. 35.Οιαθλητές ήταν «σωστοί γερμανοί» καιτο γυμναστήριο έμοιαζε με «γυμναστήριον της Γερμανίας», σύμφωνα με την Ε σ τ α ί. Βλ. I. Χρυσάφης, ό.π., σ. 123.
σχολή. Στοιχείο εκσυγχρονισμού είναι η στολή των αθλητών. Το μακρύ λευκό παντελόνι, το λευκό υποκάμισο «μετά λαιμοδέτου» και η γαλάζια ζώνη36 αντικαθιστούν στις δύο τελευταίες Ζάππειες Ολυμπιάδες τους αρχαϊκούς χιτώνες και τα «κατάσαρκα πλέγματα» που ήταν οι στολές των ακροβατών. Συνεπώς, ήδη πριν από την εναρξη της δεκαετίας κατά τηνοποία ανασυστάθηκαν οι Ολυμπιακοί Αγώνες, μέσα από τον τριακονταετή θεσμό των Ζάππειων Ολυμπιάδων έχει αναδειχθεί —στοιχειωδώς έστω— μια αγωνιστική παράδοση που από την αρχαιολατρική έμπνευση οδηγήθηκε στην ενσωμάτωση στοιχείων του σύγχρονου αθλητισμού, συναρμοσμένων κατεξοχήν με τη γερμανική γυμναστική πρακτική. Η αγωνιστική αυτή παράδοση διοχετεύτηκε, με τη φροντίδα των ανθρώπων που πρωτοπορούσαν στην αναγνώριση της αξιας της σωματικής άσκησης και των πρώτων φιλάθλων, στους αγώνες που πυκνά πλέον οργανώνονται μέσα στη δεκαετία του 1890 και με κορύφωσητους Διεθνείς Ολυμπιακούς του 1896. Παράλληλα, η άθληση κατακτά τον δικό της ιδιαίτερο χώρο μέσα στην πόλη: το γυμναστήριο, το στάδιο και, αργότερα, το γήπεδο. ΤΟΠΟΙ ΑΘΛΗΣΗΣ
Είτε με κρατική φροντίδα είτε με ιδιωτική πρωτοβουλία, η άθληση απέκτησε από τηνεποχήτωνπρώτων, πρώιμων προσπαθειών για την καθιέρωσή της τους δικούς της χώρους. Οι χώροι αυτοί είναι τοποθετημένοι μέσα στα αστικά κέντρα, εφόσον η μεν ανάπτυξη της γυμναστικής συνδέεται με τους εκπαιδευτικούς θεσμούς η δε εμφάνιση και εξάπλωση των σπορ ακολουθεί τους ρυθμούς αστικοποίησης και εκσυγχρονισμού. Η δημιουργία ιδιαίτερων χώρων άθλησης ευνοεί ή επικυρώνειτηνκαθιέρωση της σωματικής άσκησης ως αυτόνομης δραστηριότητας στο πλαίσιο των ασχολιών των κατοίκων της πόλης. Με την πάροδο του αιώνα και στο μέτρο που διαμορφώνεται και ορίζεται η έννοια του ελεύθερου χρόνου και της σχόλης, οι χώροι αυτοί θα αποτελέσουν έναν από τους «τόπους» της κατανάλωσης του ελεύθερου χρόνου, πλάι σε άλλους —εξίσου εξειδικευμέ νους— όπως το θέατρο, η όπερα, το αναγνωστήριο, το καφενείο. Η θέση των χώρων άθλησης μέσα στον πολεοδομικό ιστό είναι επίσης σημαίνουσα, σύμφωνα μετηδιάκριση σε «κέντρο» και «περιφέρεια» αλλά και σύμφωνα με την κοινωνική διαστρωμάτωση κατά συνοικίες.
να, Σύρος) δεν ανταποκρίνονταν σε μια πραγματική κοινωνική ζήτηση. Λειτούργησαν με κρατική η κοινοτική υποστήριξη αλλά για βραχύ χρονικό διάστημα ακριβώς λόγω του μειωμένου έως ανύπαρκτου ενδιαφέροντος για τη σωματική άσκηση.Στοπλαίσιο της προσπάθειας πουκαταγράψαμε στο προηγούμενο κεφά
36.Στο ίδιο,
σ. 118.
κεφάλαιο γιατηνεισαγωγή του γερμανικού γυμναστικού συστήματος στα χρόνια της Αντιβασιλείας, τα γυμναστήρια αυτά εξοπλίζονται με τα γυμναστικά όργανα που χρησιμοποιούσαν οι Turner (δίζυγα, μονόζυγα, τραπέζια, αιώρες κλπ.) γερμανική παράδοση παραμένει ισχυρή αλλά ποικίλλεται από τη δεκαετία του 1870 με τη συγγενή της ελβετική παράδοση μέσω του Ελβετού Λουδοβίκου Μπορέλ. Ο Μπορέλ, ο οποίος είχε αρχικά κληθεί απότον Βασ. Βούλγαρηγιανα διδάσκει γυμναστική στο Παιδαγωγείο του, υπήρξε ο εισηγητής της «παιδαγωγικής η καλαισθητικής γυμναστικής», που εκτελούνταν με κινητά όργανα (αλτήρες, κοντούς, κορύνες, σιδηρές ράβδους κλπ.) με τη συνοδεία τραγουδιών η μουσικής και περιλάμβανε πολύπλοκες ασκήσεις, τα περίφημα «συμπλέγματα» 37. "Ως τη δεκαετία του 1870, μοναδικό κρατικό γυμναστήριο στην Αθήνα ήταν το Δημόσιο Γυμναστήριο 38. Αυτό το γυμναστήριο είχε ιδρυθεί αρχικά απότη βασίλισσα Αμαλία, το 1858, απέναντι από το τότε Υπουργείο Στρατιωτικών καιστηθέση του μετέπειτα Πτωχοκομείου 39, για να γυμνάζεται ένας ακόλουθός της. Το 1860 το γυμναστήριο διατέθηκε για τη γύμναση φοιτητών και μαθητών καιαργότερα καιπολιτών με εισιτήριο 20 λεπτά. Τη διεύθυνση τουανέλαβε ο Γερμανός Ottendorf. Το 1868 πήρε τον τίτλο του «Δημόσιου Γυμναστηρίου» και δημοσιεύτηκε ο κανονισμός του. Εκτός από τον Ottendorf, ορίστηκε ως διδάσκων καιοΠαγών αλλά και οι δύο αντικαταστάθηκαν αργότερα από τον μαθητή τους Ιω. Φωκιανό40. Μετά την εμπειρία των δεύτερων Ζάππειων Ολυμπιάδων (1870), η επιτροπή που είχε αναλάβει τη διοργάνωση των αθλητικών αγώνων41 αποφάσισε ναιδρύσει δημόσιο γυμναστήριο δίπλα στο Στάδιο. Ηαπόφαση αυτή όμως δεν πραγματοποιήθηκε κι έτσι ο Ιω. Φωκιανός χρησιμοποίησε το ήδη υπάρχον δημόσιο γυμναστήριο για την προετοιμασία των αθλητών της τρίτης Ολυμπιάδας. ΤοΔημόσιο Γυμναστήριο, χάρηστον ζήλο του Φωκιανού, ήταν το μοναδικό κέντρο σωματικής άσκησης, η οποία ωστόσο περιοριζόταν τότε «εν μικρά μερίδι της Αθηναϊκής νεολαίας» 42.
37.Στο ίδιο, σ. 113, σημ. 1.
38.Εκτός από το γυμναστήριο των Πυροσβεστών πουλειτουργούσε στο χώροτης Παλαιάς Βουλήςκαι οπού ασκούνταν και, λίγοι, πολίτες υπότην καθοδήγηση των πυροσβεστών. Βλ. Π. 39. Το γυμναστήριο βρισκόταν απέναντι από το σημερινό Βυζαντινό Μουσείο, επί της λεωφόρου Κηφισίας (τώρα Β. Σοφίας) στη γωνία της οδούΠλουτάρχου. 40. Π. Ν. Μανιτάκης, ό.π., σ. 15, 16. 41. Η επιτροπή αποτελούνταν από τους Κ. Βουσάκη, Φίλιππο Ιωάννου και Γ. Παπαδόπουλο και μετά το τέλος των αγώνων υπέβαλε έκθεση όπου επισήμαινε τις ελλείψεις της γυμναστικής εκπαίδευσης και πρότεινε μέτρα θεραπείας. [I. Ε. Χρυσάφης], Η σωματική
γή και η στρατιωτική προπαίδευσις της νεότητος Ν. Μανιτάκης, 100 χρόνια νεοελληνικού α θ λ η τ ι σ μ ο ύ 1830-1930,
Αθήνα 1962,
1925 (Δελτίον Υπουργείου Εκκλησιαστικών και Δημoσίαc Εκπαιδεύσεως, Παράρτημα 15), σ. 13-14. 42.1. Χρυσάφης, «Γυμναστική Επιθεώρησιςτης τελευταίας δεκαετίας 1888-1898», ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 118.
και η ενδεικνυομένη
α
τερα μετονομάστηκε σε «Φωκιανός». Πρώτος του διευθυντής ορίστηκε ο Λ. Μπορέλ και το 1879, μετά το θάνατο του, ανατέθηκε η διεύθυνση στον Ιω. Φωκιανό, ο οποίος παρέμεινε σ' αυτή τη θέση ως το θάνατο του (1896) 43 . όπου οι νέοι φίλαθλοι της εποχής επιζητούσαν να βελτιώσουν τη φυσική τους κατάσταση και την υγεία τους. Το γυμναστήριο ήταν ένας χώροςαναψυχής και συνάντησης και, για τους γυμναζόμενους, ένας τόπος σχόλης που λειτουργούσε συμπληρωματικά η εναλλακτικά προς άλλους. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ. Μίνδλερ, «εκείνο ήτο το καφενείον μας, το ζαχαροπωλείον μας, το ουζοπωλείον μας, το ντάνσιγκ μας, το φάϊ-βο-κλόκ» 44. δεκαετίας του 1870 τα ιδιωτικά γυμναστήρια που ανήκαν στους γυμναστικούς συλλόγους. Τα γυμναστήρια αυτά αποκτούν τη θέση τους στη ζωή της πόλης μετά τη δημιουργία αθλητικών σωματείων με διάρκεια ζωής και οργανωμένες εγκαταστάσεις. Είναι η περίπτωση, για παράδειγμα, των γυμναστηρίων του Πανελληνίου Γ.Σ. στο Πεδίο του Αρεως και του Εθνικού Γ.Σ. κοντά στους Στύλους του Ολυμπίου Διός αλλά και των εγκαταστάσεων του Ομίλου Αντισφαίρισης (τότε Lawn Tennis Club) ακριβώς δίπλα από τον Εθνικό και απέναντι απότοΖάππειο. Στην Αθήνα, τα γυμναστήρια αυτά εγκαθίστανται στις παρυφές η λίγο έξω από τα όρια της πόλης. Η λεωφόρος Κηφισίας (τώρα Βασ. Σοφίας), η οδός Πατησίων και η περιοχή γύρω από το Στάδιο είναι οι περιοχές όπου τοποθετούνται, στα τέλη του αιώνα, οι ιδιαίτεροι χώροι προορισμένοι για την άθληση45. ακούς του 1896, είναι χώροςάσκησηςκαι διεξαγωγής αγώνων46. Παρόμοια είναι καιηχρήση του Ποδηλατοδρομίου του Φαλήρου,του οποίουηδιαχείριση —όπως καιτουΣταδίου— ανήκει στην Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων. Το Ποδηλατοδρόμιο χρησιμοποιήθηκε κατά τα πρώτα χρόνια μετά την ίδρυσή του (1896)
43. Π. Ν. Μανιτάκης, ό.π., σ. 21. Κατά το διάστημα 1875-1879οΦωκιανός εργάστηκε Θεσσαλονίκη ως διδάσκαλος των μαθηματικών και της γυμναστικής στο Διδασκαλείο του Συλλόγου προς διάδοσιν των ελληνικών γραμμάτων. Π. Σ. Σαββίδης, «Ιστορία της Γυμναστικής, 1833-1901»,Αθλητικόν Λεύκωμα, Αθήνα 1901, σ. 5. 44. Μ. Μίνδλερ (πρόεδρος ΣΕΑΓΣ), « Αναμνήσεις», στο Ι ω ά ν ν η ς Φωκιανός..., ό.π.,σ. 45.Στην οδόΜουρούζη μετέφερε το 1910το γυμναστήριο του οΔιαγόρας απότου Μακρυγιάννη όπου λειτουργούσε κατά την προηγούμενη διετία (1908-1910). Και το γυμναστήριο του Εθνικούεξάλλου, πριννα μεταφερθεί απέναντι από το Ζάππειο, βρισκόταν στη συμβο οδών Βασ. Σοφίας και Κουμπάρη. Στην οδό Πατησίων είχε το «ασκητήριόν» του οΠ κός Όμιλος (1908),και το «ιππευτήριό» του ο Ιππικός Όμιλος (Πεδίο του Άρεως). 46. Το Στάδιο είχε χρησιμοποιηθεί ως τόπος διεξαγωγής των αθλητικών αγώνων των Ζάππειων Ολυμπιάδων το 1870και το 1875.
κυρίως για ποδηλατικούς αγώνες και Ιπποδρομίες, αλλά πολύ σύντομα, και καθώς το ποδόσφαιρο άρχισε να κατακτά την ελληνική κοινωνία, έγινε ο κατεξοχήν τόπος των ποδοσφαιρικών συναντήσεων. Με τη δημιουργία ποδοσφαιρικών συλλόγων εξάλλου, άρχισαν να εμφανίζονται και τα συνοικιακά γήπεδα (Γουδί, Αλεξάνδρας), τα οποία ήταν τοποθετημένα σε μια μεγαλύτερη ακτίνα από το κέντρο της πόλης απ' ό,τι ήταν τα γυμναστήρια των αθλητικών συλλόγων. κτησαν, με τη δημιουργία των δικών τους ιδιαίτερων γυμναστικών και αθλητικών σωματείων, και ιδιαίτερους χώρους άθλησης. Ο Πειραιάς ειδικότερα και το Φάληρο είχαν τις εγκαταστάσεις των κωπηλατικών και ναυτικών σωματείων ( Όμιλος Ερετών, Ναυτικός Όμιλος Φαλήρου), εκεί που και οι Αθηναίοι κατέβαιναν για περίπατο και αναψυχή τους πιο ζεστούς μήνες του χρόνου. πόλης47. Στην Πάτρα υπήρχε δημόσιο γυμναστήριο από το 1884 στο χώρο του σημερινού Δικαστικού Μεγάρου, το οποίο εξυπηρέτησε και τον Παναχαϊκό Γυμναστικό Σύλλογο ως το 1895πουαπέκτησετο δικό του γήπεδο στα Ψηλαλώνια. Γυμναστήριο στα Ψηλαλώνια απέκτησε (με ενοίκιο) και η Γυμναστική Εταιρεία Πατρών το 1895 48 . Επειδή συνήθως υπήρχε ένας μόνο γυμναστικός σύλλογος σε κάθε επαρχιακή πόλη, το ειδικό του βάρος ήταν οπωσδήποτε ανάλογο με εκείνο γραφεία τους σε κεντρικά σημεία της πόλης. Ελλείψει δημόσιου γυμναστηρίου, το γυμναστήριο του τοπικού συλλόγου ήταν τοποθετημένο σε περίοπτη και κεντρική θέση μέσα στα μικρότερα αστικά κέντρα. ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΣΠΟΡ: ΙΠΠΑΣΙΑ, ΞΙΦΑΣΚΙΑ, ΣΚΟΠΟΒΟΛΗ Εκτός από τα γυμναστήρια που στοχεύουν κυρίως στην καλλιέργεια της γυμναστικής και του κλασικού αθλητισμού, λειτουργούν παράλληλα ιδιαίτεροι χώροι γιατηνάσκησησεειδικά σπορ. Γύρω στα μισά του αιώνα, λειτουργούν στην Αθήνα ιδιωτικές σχολές οπλομαχίας (δηλ. ξιφασκίας) όπου δίδασκαν διάφοροι βαυαροί οπλοδιδάσκαλοι καθώς και ιταλοί και πολωνοί πρόσφυγες, ενώ ο Νικόλαος Νέγρης είχε διαθέσει είκοσι χιλιάδες δραχμές για την ίδρυση γυμναστηρίου ξιφασκίας και Ιππασίας «προς εξάσκησιν των Ελλήνων εις τα δύο ταύτα πολεμικά γυμνάσια και συγχρόνως προς έντιμον περίθαλψιν των εκεί διδασκόντων και εργαζομένων αξίων τωόντι ελληνικής συμπαθείας γενναίων Πολωνών»49. Ήδη 47.Αυτό ισχύει, για παράδειγμα, για την Ανδρίτσαινα, τη Χαλκίδα, την Κύμη και την Καλαμάτα. Βλ. Δελτίον Σ.Ε.Α.Γ.Σ. 1 (1901),αρ. 3. Πάτρα, Αχαϊκές Εκδόσεις, 1994, σ. 91-98.
49. 1. Χρυσάφης, Οι σύγχρονοι 48. Βλ. Ν. Ε. Πολίτης, Ο πατραϊκός αθλητισμός, τ. Α'. Η πρώτη διεθνείς..., ό.π., σ. 22.
δεκαετία
5. Από την Οπλομαχητική του Ν. Πύργου (1872). απότο1843 μαρτυρείται η πρώτη —σύμφωνα με τα μέχρι τώρα διαθέσιμα στοιχεία— Ιπποδρομία στην Αθήνα. Ονομάζεται «Μέγα Ολυμπιακόν θέαμα Ιππασίας» και οργανώνεται στην πλατεία Αγίου Θεοδώρου (τώρα Κλαυθμώνος) από την Εταιρεία Ιππασίας και Γυμναστικής που διευθύνεται από τον Άγγελο Ρωμανίνη 50. Ιπποδρομίες έγιναν εξάλλου, όπως ήδη αναφέρθηκε, και το 1859 στο πλαίσιο των πρώτων Ζάππειων Ολυμπιάδων. Η —λίγο αργότερα— της σκοποβολής δεν φαίνεται να συνδέεται με μια συνειδητήαξιολόγησητηςσωματικής άσκησης αλλά ούτε ακόμη με το πρότυπο του sportsman. Καιτα τρία αυτά σπορ συνδέονταν με τη στρατιωτική προετοιμασία και γι' αυτό αποτελούσαν πρακτικές κατεξοχήν τωναξιωματικών. Ημενιππασία
50. Μέγα Ο λ υ μ π ι α κ ό ν θέαμα Ιππασίας ημερήσιον ειςτην πλατείαν του Α γ ο ίυ Θ Ε τ α ρ ια ί Ι π π α σ α ίς και Γυμναστικής, διευθυνομένη παρά του κ. Α γ γ έ λ ο υ Πέμπτην 13 Μαΐου 1843 περί τας 5'1/2μ.μ. (μονόφυλλο). Ιπποδρομίες έ Ζάκυνθο το 1835. Βλ. Λ. Ζώης, «Ιππικοί αγώνες ενΖακύνθω το 1835»,εφ.Ελπίς 1489,1904. Επρόκειτο για την αναβίωση μιας παράδοσης κοινήςστη Δ. Ευρώπη,των «έφιππων διαδορατισμών», που ονομάζονταν στη Ζάκυνθο «γκιόστραι». Οι αγώνες αυτοί, κατά τους οποίους οι αριστοκράτες, έφιπποι,επιχειρούσαν να καταρρίψουν ήναδιαπεράσουν αντικείμενα, γίνονταν την Πέμπτη της Τυροφάγου απότο 1651 ως το 1739. Βλ. λήμμα «Γκιόστρα» στο Λ. Χ. Ζώης, Λ ε ξ κ ιό ν Ι σ τ ο ρ κ ιό ν και Λ α ο γ ρ α φ κ ιό ν Ζακύνθου, τ. Α', Αθήνα 1963, σ. 131-132.
σία καλλιεργούνταν «κατ' ανάγκην, διότι αποτελούσεν ακόμη κυριώτατον μέσον συγκοινωνίας, αλλά και χάριν κοινωνικής διακρίσεως και κοσμικής εμφανίσεως» 51 . Η δε οπλομαχία η οπλομαχητική, που περιλάμβανε την άσκησηστο ξίφος και τη σπάθη, θεωρούνταν απαραίτητη για τη λύση ζητημάτων τιμής μέσω της μονομαχίας. «Το έθιμον της αυτοδικίας, όσω βάρβαρον και αν υποτεθή, κατέστη πανταχού αναγκαία τις συμπλήρωσις του νόμου, άνευ της οποίας ο κοινωνικός βίος ήθελε καταντήσει αφόρητος ένεκα της ύβρεως και της αγροικίας», διαπίστωνε στο εισαγωγικό σημείωμα της Οπλομαχητικής ο Εμμανουήλ Ροΐδης 52 . Στοιχείο της αριστοκρατικής κουλτούρας, μέσα στον 19ο αιώνα η μονομαχία ενσωματώθηκε στον κώδικα ηθικής της αστικής τάξης: «πρόσφερε στο άρρεν μέλος της αστικής τάξης (Bürgertum) την ευκαιρία να αποδείξει την προσωπικ του ακεραιότητα, την τιμή του και τον ανδρισμό του» 53 . Η μονομαχία λοιπόν, αν καιαπαγορευμένη απότονόμο, φαίνεται πως αποτελούσε και στην Ελλάδα, όπως στην υπόλοιπη Ευρώπη, διαδεδομένη πρακτική για την «τιμωρία ύβρεως ιδιωτικής διαφευγούσης τον πέλεκυν του νόμου»54. Πρώτα παραδείγματα μονομαχίας στην Ελλάδα καταγράφονται από την εποχή του Καποδίστρια και επαναλαμβάνονται μέσα στη δεκαετία του 1830, αποτελώντας όμως ακόμη μάλλον περιθωριακό τρόπο λύσης των διαφορών55. Η άσκηση στο ξίφος και τη σπάθη ξεπερνούσε συνεπώς την αυστηρά στρατιωτική προετοιμασία αλλά και την ίδια τη σωματική άσκηση και αποτελούσε στοιχείο της κοινωνικής ζωής. Τόσο η ιππασία όσο και η ξιφασκία εξυπηρετούσαν συνεπώς κάποια πρακτική σκοπιμότητα. Φαίνεται άλλωστε πως εκείνη την εποχή θεωρούνταν ακόμη σχεδόν σκανδαλώδες να χάνει κάποιος το χρόνο του με ασκήσεις χωρίς πρακτική
51. Π. Ν. Μανιτάκης, ό.π., σ. 12.
52. Ν. Πύργος,Οπλομαχητική.
και
53. Ute Frevert, «Honour and Middle-Class Culture: the History of the Duel in England and Germany», στο J. Kocka - A. Mitchell (εκδ.), Bourgeois Society in Nineteenth-C Οξφόρδη, Berg, 1993, σ. 234. 54. Ν. Πύργος,ό.π., σ. ζ'. Πβ.και Θ. Δ. Χρυσοχοίδης, Μονομαχητική, Αθήνα 189 55. Σημειώνεισεπρωτοσέλιδο άρθροπερί μονομαχίας ηεφ.Αθηνά (ip. 200, 28 Νοεμβρίου 1834): «Η δικαιολογημένη αύτη μονομαχία λοιπόν ουδ' εις τους Έλληνας αλλ' ουδ' εις τας Ελληνικάς Κυβερνήσεις ήτο γνωστή. Πρώτον παράδειγμα είδομεν τας επί της ειςτην Ναυπλίαν φρουραρχίας του κυρίου Έψδεν,τον μονομαχικόν θάνατον του δυστυχούς νέου Βασιλειάδου. Ο Κυβερνήτης ακολούθως κατέτρεξε το πράγμα, αν και απόκαιρόν εις καιρόν δενέλλειπαν τοιαύται προκλήσεις». Μέχρι το τέλος του αιώνα, συνεχίζονται οι μονομαχίες αλλά οισοβαρότερες γίνονται πλέον μεπιστόλι. Ο Ν. Πύργος αναφέρει εκείνες πουέγιναν «μεταξύ των στρατηγών Σούτσου και Κορωναίου, των υποναυάρχων Σαχτούρη και Σταματέλου, του δικηγόρου Μανιατάκη μετά του ανθυπολοχαγού Σοφιανού,ημεταξύ των δύο πρώην πρωθυπουργών κ.κ. Δ. Ράλλη Κωνσταντοπούλου, των Συνταγματαρχών Ν. Σμόλενιτς και Βασιλειάδου, των κ.κ. Αλφρέδ βέηκαι ιλάρχου Πιερράκου Μαυρομιχάλη», Ν. Πύργος, «Περί μονομαχίας», ΠΑΕΑ 1 (1898-9) σ. 372-373. '
Ξιφασκία
και Σπαθασκία,
Αθήνα 1872, σ. θ'.
ωφέλεια 56. Παράλληλα, οι δύο αυτές δραστηριότητες αποτελούσαν στοιχείο κοινωνικής διάκρισης. Σε αντίθεση με τη γυμναστική, πουαντιμετώπιζε ακόμητη δυσπιστία και την περιφρόνηση η θεωρούνταν —στην καλύτερη περίπτωση— ότι είχε απλώς παιδαγωγική και υγιεινή σκοπιμότητα, τα δύοαυτά «αριστοκρατικά» σπορ αναπαρήγαν το κυρίαρχο αισθητικό πρότυπο του εύπορου κομψού νέου για τον οποίο είχε μεγαλύτερη αξία η διατήρηση της καλής φυσικής κατάστασης και του ευθυτενούς σώματος παρά η ίδια η μυϊκή προσπάθεια και η σωματική δύναμη. Η κών και των ανώτερων στρωμάτων και εξυπηρέτησε μαζί με την ξιφασκία το έθιμοτηςμονομαχίας, δεν διατήρησε την ίδια κοινωνική αίγλη. Ηέκπτωσητης σκοποβολής οφείλεται μάλλον στην προοδευτική εκλαΐκευση και διάδοσή της σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα μέσω της αμεσότερης σύνδεσης της με τη στρατιωτική προετοιμασία αλλά και τη σχολική εκπαίδευση 57. Ο πολλαπλασιασμός των σκοπευτικών συλλόγων εξάλλου από την καμπή του 19ου αιώνα, σε αντίθεση με το ολιγάριθμο των οπλομαχητικών και ιππικών ομίλων, είναι ένας επιπλέον δείκτης για την κοινωνική διαφοροποίηση της σκοποβολής. Γύρω στο 1870 εντούτοις, οι σκοπευτικοί είναι οι πρώτοι —σύμφωναμετα ως τώρα διαθέσιμα στοιχεία— αθλητικοί σύλλογοι που εμφανίζονται στο ελληνικό κράτος. Το 1869 ιδρύεται ο Κερκυραϊκός Σύλλογος Ριπής με πρόεδρο τον Δ. Μ. Βότσαρη, αρχηγό του Στρατού της Επτανήσου, και το 1870 η Εταιρεία της επί σκοπόν βολής στην Αθήνα, που είναι και ο μοναδικός αθλητικός σύλλογος που θα μετάσχει στο Συνέδριο των Συλλόγων το 1879. Το 1877 δημιουργείται επίσης έναςβραχύβιος Όμιλος Σκοπευτών στην Πάτρα. Ο Κερκυραϊκός Σύλλογος Ριπής συνδέει σαφώς τη δράση του με τη στρατιωτική προετοιμασία: «Ο Σύλλογος θέλει φροντίζει περί της διαδόσεως της ιδέας της συστάσεως ομοίων Συλλόγων Ριπής και αλλαχού του Κράτους, προς ανάπτυξιν του στρατιωτικού εθνικού φρονήματος και παρασκευήν τελειοτέρας οργανώσεως των αμυντικών δυνάμεων του Έθνους»58. Από το υψηλό κόστος εγγραφής και συνδρομής (30 δρχ. η εγγραφή και 36 δρχ. η ετήσια συνδρομή) συνάγεται επίσης ότι η σκοποβολή περιοριζόταν εκείνη την εποχή σε μια κοινωνική ελίτ. Η διάρκεια ζωήςκαιη δράση αυτών των συλλόγων δεν μάς είναι γνωστή. Για τον αθηναϊκό σύλλογο ο Γ. Δροσίνης γράφει ότι «απέτυχε και διελύθη η μόνον εντός των Αθηνών περιορίσασα 56. Πβ. R. Hubscher - J. Durry · Β. Jeu (εκδ.),ό.π., σ. 39. 57.Για την εισαγωγή της σκοποβολής στο σχολείο, βλ. εδώ, σ. 69-72.
58. Καταστατικόν Κερκυραϊκού Συλλόγου Ρ ι π ή ς ,
κυκλοφόρησε αρχικά σε μονόφυλλο μεήμερομηνία 3 Ιουνίου 1869και περιλάμβανε 35 άρθρ Στη συνέχεια, το καταστατικό αυτό τροποποιήθηκε ώστε να περιλαμβάνει 29άρθρα μ διάφορες απότο αρχικά σχέδιο.Τοδεύτερο αυτό καταστατικό έχειημερομηνία 18 Ιουνίου 1869 και τυπώθηκε σεανεξάρτητο φυλλάδιο των 8 σελ. (Μπενάκειος Βιβλιοθήκητης Βου
Κέρκυρα 1869,άρθρο 3.
σασα την ενέργειάν της πρώτη " Εταιρεία της επί σκοπώ βολής", η ιδρυθείσα εν στιγμή ενθουσιασμού υπό του αειμνήστου Ιωάννου Μεσσηνέζη και άλλων πολιτευτών» 59. Φαίνεται λοιπόν πως οι πρώτοι σκοπευτικοί σύλλογοι που ιδρύθηκαν γύρω στο 1870, με την πάροδο του χρόνου, περιέπεσαν σε αδράνεια. Έτσι, η ίδρυση της Πανελλήνιας Σκοπευτικής Εταιρείας το 1899 εγκαινιάζει μια νέα φάση για τη σκοποβολή60 που δεν αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης. Η Πανελλήνια Σκοπευτική Εταιρεία ήταν «η αναβίωσις εκ της αυτής σποδού της εκλειψάσηςΕταιρείας της επί Σκοπόν Βολής, ης και κληρονόμος της περιουσίας υπήρξε δυνάμει διατάξεως του Καταστατικού εκείνης» 61. Κληρονόμησε επίσης την περιουσία (όχι μόνο χρηματική άλλα και σε όπλα) της Εθνικής Εταιρείας 6
μούς. Η ενασχόληση με την ξιφασκία γίνεται ιδιωτικά, σε ειδικές σχολές, και δεν ιδρύονται σχετικοί σύλλογοι ως τις αρχές του 20ού αιώνα 63. Μοναδικό σωμα τείο που καλλιεργεί την ξιφασκία, ο Όμιλος των Φιλόπλων που ιδρύεται το 1888 «υπό την προεδρείαν του εξίσου διαπρεπούς εν τε τη ιατρική καιτητων
59. Γ. Δροσίνης, «Η σκοπευτική άσκησις του έθνους», Η Μελέτη, 1907, σ. 96. Ως συνιδρυτές αναφέρονται οιΑλ.Κουμουνδούρος, Χαρ. Τρικούπης, Θεόδ. Δηλιγιάννης, Σ. Καραϊσκάκης: «Η Πανελλήνιος Σκοπευτική Εταιρία», Η Νίκη 1, Ιαν. 1909, σ. 11. 60. Αξίζει να επισημανθεί η διαφορά της ελληνικής περίπτωσης απότην αντίστοιχη γαλλική της ίδιας περιόδου. Στη Γαλλία, παρόλο πουηανάπτυξη του αθλητισμού υπάκουσε σε αργούς ρυθμούς, κατά την τελευταία τριακονταετία του 19ου αιώνα είναι εντυπωσιακός οπολλαπλασιασμός των σκοπευτικών εταιρειών. Ο ελληνικός αλυτρωτισμός ωστόσο δενείχε στο χώρο του αθλητισμού τον αντίκτυπο πουείχε στη Γαλλία ηατμόσφαιρα της μετά 1870 Revan 61. Σ.Ε.Α.Γ.Σ.,Η μ ε ρ ο λ ό γ ι ο ν 1910..., Αθήνα 1910, σ. 66. 62. Νοίκιασε επίσης και επισκεύασε το Σκοπευτήριο της Καλλιθέας. Η αύξηση των μελών της υπήρξε ραγδαία: από 49 μέλη το 1899,εφθασε τα 390 το 1905και τα 600 το 1910. Π. Σ. Σαββίδης, Λεύκωμα των ... Ο λ υ μ π α ικ ώ ν Α γ ώ ν ω ν 1906, Α θ ή ν α 1907, σ. 148-149 Σ.Ε.Α.Γ.Σ.,ό.π., σ. 68. Τοέργοτης Π.Σ.Ε. θεωρήθηκε εξαρχής «εθνικό»,στα χνάρια της Εθνικής Εταιρείας. Με εισήγηση του Παύλου Μελά, «του από της ιδρύσεωςτης εταιρίας υπάρξαντος ενόςτων δραστηριωτάτων ιδρυτών αυτής», ηΠ.Σ.Ε. πρόσφερευλικήκαι χρηματική βοήθεια στον Μακεδονικό Αγώνα, ενώίδρυσε τμήματα σεπόλειςτης Ελλάδας και της Κρήτης. «Η Πανελλήνιος Σκοπευτική Εταιρία», ό.π., σ. 11-12. 63. Το 1906 ο I. Ν. Γεωργιάδης διαπιστώνει ότι η ξιφασκία είναι «ελάχιστα διαδεδομένη» στην Ελλάδα. I. Ν. Γεωργιάδης, «Τα εκ της ξιφασκίας αγαθά», στο Κ. Μ. Κατσαρας, Η
Ελλάς κατά τους διεθνείς Ολυμπιακούς Α γ ώ ν ε ς 1906,
ως κέντρα της ξιφασκίας αναφέρονται μόνοηΑθηναϊκή ΛέσχηκαιοΠοδηλατικός Σύλλογος καθηγητές ξιφασκίας οΌθων Ηλιόπουλος και ο Λέων Πύργος, γιοςτου Ν. Πύργου. Αίθουσες οπλομαχητικής διατηρούσαν επίσης ο Πανελλήνιος Γ.Σ. και ο Εθνικός Γ.Σ.ΠΑΕΑ 2 (18991900), σ. 114, 135, 140. Από τα σωματεία ξιφασκίας που έχω εντοπίσει, ο Όμιλος της Οπλομαχητικής ιδρύθηκε το 1908( Φ Ε Κ Α' 299,10 Δεκ. 1908),οΣύλλογος προς διάδοσιν κ ενίσχυσιν της οπλομαχητικής εν Ελλάδι «το Ξίφος» το 1907 ( ΦΕΚ Κ' 222,6 Νοεμ. 1907)κα Οπλομαχητικός Σύνδεσμος Αθηνών το 1917 (Καταστατικόν του Οπλομαχητικού Α θ η ν ώ ν δ ιρ υ θ έ ν τ ο ς τω 1917, Αθήνα 1917).
Αθήνα 1906, σ. 17. Το
όπλων επιστήμη κ. Χρήστου Ράλλη» 64 . Το 1896 ο Όμιλος θα συγχωνευθεί με την Αθηναϊκή Λέσχη, «κοινωνικό εντευκτήριο με αιρετά μέλη» 65 , που είχ θεί το 1875 και η οποία συσπείρωνε τους εύπορους άνδρες αστούς της πρωτεύουσας66. Η ίδρυση της Αθηναϊκής Λέσχης σηματοδοτεί άλλωστε την είσοδο στην ελληνική κοινωνία του αγγλικού προτύπου κοινωνικότητας και ψυχαγωγίας που ήδη κατακτούσε την υπόλοιπη Ευρώπη. Μετά τη συγχώνευση της με τον Όμιλο των Φιλόπλων, η Αθηναϊκή Λέσχη θα διατηρήσει για αρκετά χρόνιατην κλειστικότητα και τα πρωτεία στο «ευγενές» σπορ της ξιφασκίας. Στο κτήριο της λειτούργησε ειδικό τμήμα οπλομαχίας «πλουτισθέν διά τελείων όντως όπλων, αιθουσών αναπαύσεως, αποδυτηρίων, λουτήρων, εν ω γνωστοί Γάλλοι οπλοδιδάσκαλοι εκάστοτε αφειδώςμισθοδοτούμενοι, διηύθυναν τας ασκήσεις» 67. Στην καμπή του 19ου αιώνα άλλωστε, για τους θαμώνες της Αθηναϊκής Λ η ξιφασκία θα λειτουργεί συμπληρωματικά προς την ιππασία και το τέννις γιατα οποία ήδη θα έχουν δημιουργηθεί ξεχωριστά σωματεία.
Παρά την πρώιμη εμφάνισή τους, η ιππασία και η ξιφασκία δεν εντάσσονται στη σύγχρονη αντίληψη για τα σπορ παρά μόνο προς τα τέλη του 19ου « Η λέξη είνε παλαιά, αλλά το πράγμα κάπως νέον διά την Ελλάδα», έγραφετο 1898 ο Α. Γ. Ξ. Τυπάλδος. Και προχωρώντας στον αναγκαίο ορισμό: «Σπορτ σημαίνει σύνολον ψυχαγωγιών, προ πάντων εκείνων αίτινες σκοπούσιτηνανάπτυξιν της μυϊκής δυνάμεως, της επιτηδειότητος και του θάρρους»68. Την ίδια εποχή το Λεξικόν Εγκυκλοπαιδικόν των Μπαρτ και Χιρστ ορίζει εξάλλου ως εξήςτηνεοτερική δραστηριότητα: «Σπορτ (αγγλιστί) σημαίνει παίγνιον, διασκέδασιν, κυρίως δε την εν υπαίθρω και συνδεομένην μετά σωματικής ασκήσεως, οίον το κυνήγιον, η αλιεία, ο δρόμος, η ιπποδρομία, το κολυμβάν, η κωπηλα γυμναστική, η ποδηλασία και τα νεώτερα παίγνια τα κυρίως εν Αγγλία το κατ' αρχάς καλλιεργούμενα ως το τέννις, η ποδόσφαιρα κ.ά.». του αιώνα αμετάφραστη και έτσι παρέμεινε ως τις μέρες μας. Οι λόγιοι της εποχής, αποδεχόμενοι τη νεοτερικότητα και του πράγματος και της λέξης, επιχείρησαν περιγραφές και ορισμούς. Ο Δ. Βικέλας θεωρεί ως συγγενέστερη τη
λεύκωμα,
64.Η Ελλάς κατά
65. Γ. Ν. Αιγιαλείδης, Το χρονικό της Α θ η ν α κ ϊή ς σ τ κ ιο ύ σωματείου μέσα σ' έναν αιώνα
Αθήνα, Εστία, 1896, σ. 122.
τους
Ολυμπιακούς
Α γ ώ ν α ς
του
1896.
Πανελλήνιον
εικονογρα
66. Η Λέσχη ήταν άβατο για τις γυναίκες ωςτο 1920. Η είσοδος νέων μελών υπόκεινταν σε αυστηρούς ελέγχους.Τηνπρώτη δεκαετία, τα μέλη της ανέρχονταν περίπου σε200και στο τέλος της πρώτης εικοσαετίας είχαν αυξηθεί σε300.Η Α θ η ν α κ ϊή Λέσχη, 1875-1975
τεύχος
Λέσχης. Η ιστορία ενός (1875-1975), Αθήνα 1975.
κ ο ι ν ω
67. Π. Σ. Σαββίδης Λεύκωμα ..., ό.π., σ. 148. 68. Α. Γ. Ξ. Τυπάλδος, «Σπορτ», ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 117.
στην εκατονταετηρίδα
της Α θ η ν α κ ϊή ς
Λέσχης,
Αθήνα 1976.
λέξη «παίγνιον», ενώ χρησιμοποιεί και τον όρο «αθλητικά παίγνια» 69. Τους ορούς «παιδιά» και «αθλητικαί παιδιαί» προτιμά ο I. Χρυσάφης70. Ο τελευταίος αυτός όρος είναι μάλλον εν χρήσει στις αρχές του 20ού αιώνα και από τους επίσημους φορείς. Ως Γιατί προφανώς δεν εισάγεται μόνο η λέξη. Ο τρόπος ζωής και ο κώδικας ψυχαγωγίας της δυτικής αστικής τάξης, που περιλαμβάνει και τα σπορ, εισάγεται στην Ελλάδα και υιοθετείται από τα ανώτερα και, στη συνέχεια, τα μεσαία στρώματα. Πρόκειται για μια σημαντική αλλαγή στην κοινωνική έξη των ανθρώπων και της κοινωνίας που συναποτελούν που δεν ερμηνεύεται με τη μιμητική εισαγωγή ξένων προτύπων. Προφανώς και στην Ελλάδα υπήρχε η ανάγκη για μια ορθολογικά οργανωμένη, λιγότερο βίαιη καιωστόσο ευχάριστη ανταγωνισ κή σωματική αναμέτρηση, που συνδεόταν με τους γενικότερους μετασχηματισμούς της ελληνικής κοινωνίας κατά το τελευταίο τρίτο του 19ου αιώνα71. Είναι άλλω γυμναστική —για την οποία το ενδιαφέρον προϋπήρχε— και τα σπορ, οπού το μεν πρώτο θεωρείται μάθημα και συνδέεται με την εκπαίδευση το δε δεύτερο παραπέμπει στη διασκέδαση και την τέρψη. Απολύτως συνειδητή είναι επιπλέον η ταξική διάσταση του σπορ, «το οποίον είνε», σύμφωνα πάλι με τον Α. Γ. Ξ Τυπάλδο, «η κυρία ενασχόλησις των πλουσίων και αέργων εν Ευρώπη»72. Ο ΕΡΑΣΙΤΕΧΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΤΟΥ ΠΑΙΧΝΙΔΙΟΥ Η διάκριση αυτή της ενασχόλησης με τα σπορ από οποιαδήποτε πρακτική χρησιμότητα, στην ουσία δηλ. η αντιδιαστολή της προς την ίδια τηνέννοιατης εργασίας, αποτελεί καιτον πυρήνα της θεωρίας του ερασιτεχνισμού, που καθόρισε τη λειτουργία των πρώτων αθλητικών συλλόγων, των αθλητικών θεσμών και, κυρίως, των Ολυμπιακών Αγώνων. Η θεωρία αυτή, αριστοκρατικής καταγωγής και συγγενής προς την καλλιτεχνική δημιουργία 73, υποδηλώνει ότιηευχαρίστηση βρίσκεται στην ίδια τη διεκπεραίωση της αθλητικής πράξης, καθιστώντας τα σποραυτοσκοπό. Περισσότερο από «αστικό» δόγμα,οερασιτεχνισμός αποτελούσε προσαρμογή παλαιότερων αριστοκρατικών παραδόσεων τιμής και στυλ 69. ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 106. 70. Στο ίδιο ,σ. 332-333. 71.Για τη γρήγορη εισαγωγή του αγγλικού προτύπου στις υπόλοιπεςδυτικές κοινωνίες, βλ. Ν. Elias, «Introduction», στο Ε. Dunning - Ν. Elias, Quest for Excitement. Sport Civilizing Process, Οξφόρδη,Blackwell, 1986, σ. 24. 72. Α. Γ. Ξ. Τυπάλδος, «Σπορτ», ό.π. 73. Πβ. Ρ. Bourdieu, «Comment peut-on être sportif?», στο Questions de Sociologie, Minuit, 1980, σ. 178-179.
που συνιστούσαν το ιδεώδες της «υπεροχής χωρίς προσπάθεια». Μεταξύ των ασκουμένωνοερασιτεχνισμός προϋποθέτει ένα τύπο σχέσεων που ορίζονται από το λεγόμενο «fair-play», δηλ. μια αναμέτρηση κόσμια και «πολιτισμένη», βασισμέ νη σε κανόνες. Τα βασικά συστατικά στοιχεία του ερασιτεχνικού ήθους μπορούν συνεπώς να συνοψιστούν κατά πρώτον στο παιγνίδι «για διασκέδαση» και δευτερευόντως στο «fair-play», στην οικειοθελή αποδοχή κανόνων και στην ανιδιοτελή (χωρίς χρηματική ανταμοιβή) συμμετοχή 74.Αυτή ακριβώςηαντίληψη γιατη διαφορά ερασιτέχνη (φιλάθλου) και επαγγελματία διακρίνεται και στον σχετικό ορισμό που δίνει σε μετάφραση η Ποδηλατική και Αθλητική Επιθεώρησις τ Ανατολής το 1898: «Φίλαθλος είναι εκείνος, όστις έχων τα μέσα προς το ζην (περιουσίαν ή εργασίαν) επιδίδοται εις τινα άσκησιν διά τέρψιν ή υγιείαν. Επαγγελματίας δε ο επιδιδόμενος εις τας σωματικάς ασκήσεις, ίνα πορισθή εξ αυτών τα προς το ζην»75. Η απότηδιάδραση ποικίλων πολιτισμικών αλλαγών που σημειώνονται αρχικά στη Βρετανία και στη συνέχεια —κάποιες απ' αυτές, παράλληλα— στην ηπειρωτική Ευρώπη.Οιαξίες πουεμπεριέχονται στηναθλητική άσκησηκαιοιαξίες των κυρίαρχων τάξεων στο τέλος του 19ου αιώνα είναι απολύτως ομόλογες76. Η αλλαγή τωνστάσεων απέναντι στο σώμα γενικότερα και στην πνευματική και σωματική υγεία ειδικότερα, ο επαναπροσδιορισμός του ανδρισμού και η νέα αντίληψη για την ανδρική ταυτότητα, η επίδραση των εξελικτικών και βιολογικών θεωριών του Δαρβίνου και του Spencer, η άνοδος του ατομικισμού σε συνδυασμό μετηνανάγκη γιακοινωνική συνοχή είναι κάποιες από τις παραμέτρους που προσδιορίζουν την ανάπτυξη της ιδεολογίας του ερασιτεχνισμού 77. Ως είχε διευκρινιστεί με σαφήνεια στη Βρετανία 78. Ο όρος «ερασιτέχνης» εμφανιζόταν ως συνώνυμος του gentleman. Όπως έγραφε ο Pierre de Coubertin το 1890, επιχειρώντας να εισαγάγει τη νέα αντίληψη στη Γαλλία, «αυτός ο ερασιτέχνης [...] δεν υπάρχει ακόμη στη Γαλλία παρά σε εμβρυακή κατάσταση· τον συναντά-
74. Ε. Dunning, «The Dynamics of Modern Sport: Notes on Achievement-Striving and the Social Significance of Sport», στο E. Dunning - Ν. Elias,ό.π., σ. 214. 75. ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 149. 76. Βλ. R. Chartier - G. Vigarello, «Les trajectoires du sport», Le Débat 19 (févr. 1982), σ. 4 77. Βλ. R. Holt, Sport and the British. A Modern History ,Οξφόρδη 1990, σ. 87. 78. Στην Αγγλία, ο όρος «amateur» με αναφορά στα σπορδενχρησιμοποιείται πριναπό το 1855 περίπου. Ε. Glader, Amateurism and Athletics, Νέα Υόρκη, Leisure Press, 19 τις απόπειρεςορισμούτου ερασιτέχνη στην Αγγλία, βλ. Eugene Α. Glader, A Study of Ama sm in Sports, University of Iowa, May 1970 (δακτ. διδ. διατριβή), σ. 95-155. Πβ.και Ε. Du «The Dynamics of Modern Sport...», ό.π., σ. 216.
με στην Αμερική και στην Αγγλία, στην Αγγλία κυρίως, στις γραμμές αυτής τηςαρκετά ανοιχτής αστικής τάξης όπου μπορεί να ανήκει κάθε άνθρωπος καλής ανατροφής, και"καλής ανατροφής" σημαίνει το μείγμα νομιμοφροσύνης, διάκρισης και ευγένειας που συγκροτεί αυτό που ονομάζουμε gentleman»79. Η δήλωνε εκείνον που αγαπά η προτιμά κάτι, και στη Γαλλία κατέληξε να σημαίνει τον βαθύ γνώστη (connoisseur) των καλών τεχνών 80. Σε αυτή την έννοια μάς παραπέμπει και η λέξη «ερασιτέχνης» που καταγράφεται στα ελληνικά γράμματα ως μετάφραση της ξενικής «dilettante amateur» για πρώτη φορά το 1887 81 . Γιατηνεφαρμογήτηςέννοιαςστα σπορ,προτιμήθηκε στα ελληνικά η λέξη «φίλαθλος», ενώ για τη μετάφραση του «amateurisme» χρησιμοποιήθηκαν οι όροι «ερασιτεχνισμός» (1894), φιλαθλισμός (1895) και φιλαθλητισμός (1896) 82 . Παρόλο που ο ερασιτεχνικός αθλητισμός αποτέλεσε τμήμα της«επιδεικτικής σχόλης» που εξασφάλιζε τη συμβολική υπεροχή της «αργόσχολης τάξης» και επομένωςδενστόχευε, όπως επισημάνθηκε, σε κάποια πρακτική ωφέλεια, αναζητήθηκαν προς τα τέλη του αιώνα τα επιχειρήματα που θα του απέδιδαν μια σκοπιμότητα, ηθικής κυρίως φύσης. Τα σπορ θεωρήθηκαν λοιπόν ότι καλλιεργούσαντησωματική ευρωστία αλλά και το χαρακτήρα τωνασκουμένων.Ηάποψη που κυριαρχούσε στα τέλη του 19ου αιώνα ήταν ότι συνέβαλλαν στην εμπέδωση ενός«ανδρικούπνεύματος» τόσο στους ασκούμενους όσο και στους θεατές 83. Η αντίληψη αυτή ανταποκρινόταν στηναλλαγή πουείχε συμβεί στη Δυτική Ευρώπη (και την Αμερική) ως προς τα ιδεώδητουανδρισμού:«ηαλλαγή απότο ανδρικό στερεότυπο που συνδέεται με τη ζωή της κοινότητας και τιςαρετές της ανδρικήςψυχής στο ανδρικό στερεότυπο τηςατομικής επίδοσης καιτουανδρικού σώματος» 84.Ηκυριότερη αλλαγή εντοπίζεται πράγματι στηνάνοδοενόςσωματικού ιδεώδους του ανδρισμού. Η δεξιότητα— είναι προφανήςστηναθλητική άσκησηκαιαναμέτρηση καιέχει διαταξικό χαρακτήρα. Πέρα από τις κοινωνικές διαιρέσεις, τα σπορ «ως θέαμα καιωςπρακτική παίζουν κεντρικό ρόλο στη διατήρηση τηςανδρικήςκοινωνικότητα
εται στο P. de Coubertin, Textes
79. Άρθρο δημοσιευμένο στη Hevue
82. Στο ίδιο .Ο Δημ. Βικέλας προτίμησε ωστόσο να μημεταφράσει τον όροτο 1895. 83. Βλ. Th.Veblen,The Theory of the Leisure Class, Fairfield N. J., Augus 261. Α'έκδοσητο 1899. 84. E. Anthony Rotundo, «Body and Soul: Changing Ideals of American Middle-Class Manhood, 1 770-1920», Journal of Social History 16 (φθιν. 1983), σ. 23. Η υπογρά
80. Ε. Glader, Amateurism and Athletics, ό.π.,σ. 96. 81. Σ. Α. Κουμανούδης, Συναγωγή νέων λέξεων...,
των κειμένων: Norbert Müller, χ.τ., Weidmann, 1986, σ. 545-550. Το παράθεμα στη σ. 547
choisis,
Athlétique,
Tome
II.
25 Ιουλίου 1890, σ. 378-393. Αναδ
Olympisme,
εισαγωγή-επιλο
τητας» 85 . Ο πιο εκλεπτυσμένος «ανδρισμός» του ερασιτέχνη gentleman συμφύρει τη σωματική ανδρεία με την ευγένεια και την αβρότητα απέναντι στις γυναίκες «Ταξικές και φυλετικές αξίες αναμειγνύονται για να δημιουργήσουν κοινωνικά διακεκριμένους τρόπους για να παίζει και να παρακολουθεί κάποιος»86.
κατώτερων τάξεων. Ο αποκλεισμός αυτός επιτυγχανόταν περισσότερο μέσω των περιοριστικών διατάξεων που εμπεριέχονταν στα καταστατικά ως προς τι εγγραφές νέων μελών και μέσωτων αυστηρών κανονισμών ως προς την αποδοχή χρημάτων για τη συμμετοχή σε αθλητικές αναμετρήσεις και όχι τόσοαπότη σαφή ταξική διάκριση στον ορισμό του ερασιτέχνη. Γιατί «ο ερασιτεχνισμός ήταν δημοκρατικός στη θεωρία άλλα όχι στην πράξη» 87. Ο ερασιτεχνισμός αποτελούσε συνεπώς στοιχείο της ιδεολογίας μιας βρετανικής ελίτ καταγωγής και πλούτου. Παρόλο που είναι δύσκολο να υποστηρίξουμε, ακολουθώντας τον John Hargreaves88, ότι η αστική τάξη, της οποίας οι αξίες ενσωματώνονται στον ερασιτεχνισμό, είχε ένα πραγματικό «ηγεμονικό σχέδιο»κοινωνικούελέγχουεπί της εργατικής τάξης, είναι εντούτοις βέβαιο ότι οι τρόποι παιχνιδιού ήταν κοινωνικά διακεκριμένοι. Τα ερασιτεχνικά αθλητικά σωματεία της Βρετανίας απέκλειαν όχι μόνο εκείνους που είχαν αγωνιστεί για χρήματα η είχαν διδάξει επ' αμοιβ κάποιο άθλημα αλλά και όσους ασκούσαν χειρωνακτικό επάγγελμα. Ο αποκλεισμός αυτός δικαιολογούνταν με το επιχείρημα ότι εκείνος του οποίου ο καθημερινός τρόπος ζωής απαιτούσε σωματική ικανότητα κατείχε εξαρχής ένα πλεονέκτημα στις αθλητικές αναμετρήσεις που ακύρωνε τον γνήσιο ανταγωνισμό 89.
κετά νωρίς, πριν ακόμα το περιεχόμενο της έννοιας αποσαφηνιστεί στη Δυτική Ευρώπη. Όπως ήδη αναφέρθηκε, το 1859 στις πρώτες Ζάππειες Ολυμπιάδες, οι διαγωνιζόμενοι στην ιπποδρομία κατατάχθηκαν σε δύο κατηγορίες, τους φιλά θλους και τους επαγγελματίες. Οι ιππικοί αγώνες φαίνεται πως αποτελούσαν, πράγματι, το μόνο άθλημα όπου εφαρμοζόταν αυτή η διάκριση,εφόσονκαιτο 1883, στις ιπποδρομίες που προκηρύσσει η Ιππική Εταιρεία, οιgentlemen riders αποτελούν ειδική κατηγορία στην οποία ανήκουν οι εταίροι της Εταιρείας καιοιενενεργεία αξιωματικοί του ελληνικού στρατού 90. Δεν διαθέτουμε ωστόσο
85. R. Holt,ό.π., σ. 365.
in Britain, ηγεμονίας. for
86. Στο ίδιο, σ. 366. 87. Στο ίδιο, σ. 117. 88. J. Hargreaves, Sport, Powerand 89. Βλ. P. Bailey, Leisure
Καίμπριτζ 1986.Ηανάλυση του Hargreaves στηρίζεται στη γκραμσιανή έννοια
and Class in Victorian England. Rational
Culture:
A Social
and Historical
An
Control, 1830-1885, Λονδίνο, Routledge and Kegan Paul, 1978, σ. 131. 90. Προκήρυξη των αγώνων της Ιππικής Εταιρείας στην Ε φ η μ ε ρ δ ία 196, 15 Ιουλίου
Rec
μέχρι στιγμής μαρτυρίες για τη χρήση της διάκρισης σε άλλες αθλητικές συναντήσεις ως τους Ολυμπιακούς του 1896. Στα καταστατικά των αθλητικών συλλόγων που μάς είναι γνωστά δεν αναφέρεται παρόμοιος όροςγιατηνέγκρισητης εγγραφής νέων μελών η για τη συμμετοχή σε αγώνες. Το ζήτημα δεν φαίνεται να απασχολούσε ιδιαίτερα όσους ασχολούνταν με τον αθλητισμό ως τη δεκαετία του 1890, δεδομένου μάλιστα ότι οι περισσότεροι —και οι σημαντικότεροι— σύλλογοι που είχαν ιδρυθεί μέχρι το 1895 προέρχονταν από την πρωτοβουλία γυμναστών, δηλ. επαγγελματιών δασκάλων της γυμναστικής, με εξέχον παράδειγμα τον Πανελλήνιο. Το πρώτο αθλητικό σωματείο που ενέταξε τον ορισμό του φιλάθλου στο καταστατικό του και έθεσε ως απαραίτητη προϋπόθεση εγγραφής τη φίλαθλη ιδιότητα ήταν ο Αθλητικός Όμιλος Αθηνών που ιδρύθηκε το 1895 από τον Κωνσταντίνο Μάνο. Σύμφωνα με το εν λόγω καταστατικό, «θεωρείται φίλαθλος πάς ο ουδέποτε μετάσχων αγώνος ανοικτού εις τους τυχόντας, ουδέ αγωνισθείς διά χρηματικόν βραβείον, η διά χρήματα, εξ οιασδήποτε πηγής και αν προέρχονται ταύτα, η προς εξ επαγγέλματος αθλητάς, και όστις εις ουδεμίαν περίοδον του βίου του υπήρξε καθηγητής η μισθωτός παραινέτης σωματικών γυμνασμάτων. Πάς ο μη τηρών τους όρους τούτους θεωρείται "εξ επαγγέλματος" (professional). Πάς δε σύλλογος περιέχων μέλη εξ επαγγέλματος αθλητάς, έχει χάση την ιδιότητα του φιλάθλου και δεν δύναται να διαγωνισθή προς τον Όμιλον» 91 .
ανέπτυξε ανώνυμα στην εφημερίδα 7ο Άστυ 9 2, θεωρούνται ως επαγγελματικά όλα τα γυμναστικά σωματεία πουαριθμούνμεταξύ των μελών τους επαγγελματίες γυμναστές. Χαρακτηριζόμενα ως επαγγελματικά τα σωματεία αυτά δενθα είχαν το δικαίωμα να μετάσχουν στους Ολυμπιακούς του 1896. Κυρίως όμως ο αποκλεισμόςαφορούσετα δύο μεγαλύτερα αθηναϊκά γυμναστικά σωματεία, τον Πανελλήνιο και τον Εθνικό, τα οποία προφανώς στόχευαν σε μια διάκριση των αθλητών τους το 1896. Ο πρόεδρος του Πανελληνίου I. Φωκιανός και ο δ τής του γυμναστηρίου του Εθνικού I. Χρυσάφης αντέδρασαν με άρθρα τους στον ημερήσιο τύπο,υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι ο αποκλεισμός ως μη φιλάθλων των γυμναστών αφορούσε τους ίδιους ως άτομα και όχι και τους συλλόγους στους οποίους ανήκαν93. Το θέμα πήρε μεγάλες διαστάσεις, εφόσον σχετιζόταν με
1883. Η «Ιππική Εταιρία της Ελλάδος» είχε ιδρυθεί το 1882: Β.Δ. περί εγκρίσεως του καταστατικού της εν Αθήναις ιδρυθείσης εταιρίας υπότην επωνυμίαν «Ιππική Εταιρία της Ελλάδος» (14 Μαΐου 1882), ΦΕΚ 80, 19Αυγ.1882, σ. 433. 91. «Κανονισμός του Αθλητικού Ομίλου Αθηνών», ΦΕΚ Γ' 103,25 Οκτωβρίου 1895. 92. Στο φύλλο της 9ης Οκτωβρίου 1895. Το καταστατικό του Αθλητικού Ομίλου Αθηνών είχε ψηφιστεί απότα ιδρυτικά μέλη στις 6 Οκτωβρίου 1895.Τοάρθροτου Μάνου αναδημοσιεύει ο I. Χρυσάφης, Οι σύγχρονοι διεθνείς..., ό.π.,σ. 262-263. 93. Για τη διαμάχη γενικά, βλ.στο ίδιο, σ. 261-284.
τη συμμετοχή της Ελλάδας στους αγώνες που θα γίνονταν στην πρωτεύουσά της, και ζητήθηκε η γνώμη της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής. Η απάντηση καθησύχασε τους ελληνικούς συλλόγουςπουήδη λειτουργούσαν, περιορίζοντας το χαρακτηρισμό «εξ επαγγέλματος» σε άτομα.
Διεθνούς Αθλητικού Συνεδρίου στο Παρίσι. Στο Συνέδριο αυτό, τοοποίο αποφάσισε και την ανασύσταση των Ολυμπιακών Αγώνων, δόθηκε ο ορισμός του ερασιτέχνη και καθορίστηκαν οι κανόνες της συμμετοχής στους Ολυμπιακούς Αγώνες με βάση ακριβώς την αρχή του ερασιτεχνισμού. Εντούτοις, πολλά ζητήματα ήταν ακόμη ανοιχτά καθώς υπήρχαν διαφορές μεταξύ των χωρών και τηςαθλητικής τους πρακτικής. Ο ορισμός λοιπόν του 1894 δεν ήταν τελεσίδικος καιαναθεωρήθηκε αρκετές φορές στη συνέχεια από τη Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή. Εξάλλου, ο de Coubertin θεωρούσε ότι αυτό που είχε σημασία ήταν το πνεύμακαιόχιτογράμμα του ερασιτεχνισμού και ήταν αντίθετος με μια στενή ερμηνεία του 94. Έτσι, η διαμάχη που ξέσπασε στην Ελλάδα ανάμεσα στον Κ. Μάνο που υποστήριζετην«κατά γράμμα» εφαρμογή των κανονισμώνκαιτουςυπολοίπους πουεπέμενανστο«πνεύμα» ανταποκρινόταν σε μια γενικότερη σύγχυση ως προς το περιεχόμενο της έννοιας άλλα και στην έλλειψη τοπικής παράδοσης. Υπέκρυ πτε επιπλέον μια κοινωνική σύγκρουση ανάμεσα σε μια ανώτερη και μια μεσαία αστική τάξη. Μέχρι την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων, η ανώτερη τάξη δενασχολούνταν μετονκλασικό αθλητισμό ούτε με τη γυμναστική αλλά ήταν προσανατολισμένη προς τα σπορ —την ιππασία, την ξιφασκία και τη σκοποβολή. Αντίθετα, ο χώρος της γυμναστικής και των αθλητικών αγώνων κατέχονταν από τους εκπροσώπους μιας μεσαίας τάξης, κυρίως γυμναστές αλλά και άτομα πο συνδέονταν με την εκπαίδευση η το στρατό καθώς και φοιτητές του Εθνικού Πανεπιστημίου. Αλλωστε και ο Μάνος προσπάθησε να διαχωρίσει τελείως τη γυμναστική από τον αθλητισμό, καταργώντας στο γυμναστήριο του συλλόγου
του 9Γ ' τις γυμναστικές ασκήσεις και εισάγοντας αποκλειστικά την εξειδίκευση σε
συγκεκριμένο άθλημα. «Διότι δι' εμέ», έγραφε, « Ολυμπιακοί Αγώνες είναι μόνον οι εν τω Σταδίω τελούμενοι, και ιδίως μόνον το πένταθλον. Το ακροβατικόν των επί μονοζύγου και διζύγου και κρίκων γυμνάσεων και η ασχημία της ποδηλατοδρομίας ομολογώ ότι ουδόλως με συγκινούν. Αναγνωρίζω την χρησιμότητα της γυμναστικής διά την απαραίτητον παρασκευήν του σώματος και εκτιμώ το ποδήλατον ως άριστον διαμετακομιστικόν μέσον" αλλά νομίζω ότι ο ολυμπια κός κότινος πρέπει να είναι η θεία αμοιβή ευγενεστέρων άθλων» 96. 94. Βλ. P. de Coubertin, Textes choisis..., ό.π.,σ. 544, 545-547, 565-567. 95. Στον Αθλητικό Όμιλο Αθηνών παραχωρήθηκε κατ' αποκλειστικότητα για προετοιμασία των αθλητών του το Δημόσιο Κεντρικό Γυμναστήριο.
96. Κ. Μάνος, «Μετά τους αγώνας», Η Ελλάς 1896..., ό.π.,σ. 129. κατά τους Ολυμπιακούς αγώνας
το
ακολουθούσετοβρετανικό παράδειγμα της ερασιτεχνικής άθλησης, οι δε αθηναϊκοί γυμναστικοί σύλλογοι ήταν πιο κοντά στο γερμανοελβετικό σύστημα που στόχευε στην παιδαγωγική ωφέλεια της σωματικής άσκησηςσεατομικό και εθνικό επίπεδο. Χαρακτηριστική είναι η αντίδραση του I. Φωκιανού απέναντι στον Κ. Μάνο: «Διά της στάσεως και του δημοσιεύματος σας τί ζητείτε; η Ελλάς να ομόση πίστιν, να πολιτογραφηθή Αγγλίς και να προσέλθηυπότην σκέπην σας εις τους αγώνας ως υποτεταγμένη δούλη σαθρών θεωριών;»97. αριστοκρατικήν τάξιν των Αθηνών» 98 και κατόρθωσε, χάρη και στην εύνοια του Διαδόχου, ο Αθλητικός Όμιλος να γίνει το κατεξοχήν κέντρο της προετοιμασίας των αθλητών για τους Ολυμπιακούς του 1896. Στους προκριματικούς αγώνες που οργάνωσε, το κοινό έδινε το κοινωνικό στίγμα του Ομίλου. Σύμφωναμεμια περιγραφή της εποχής, «ολίγος κόσμος της ανωτέρας τάξεως, αρκετοί νέοι φέροντες μονόκλ και οι ενδιαφερόμενοι διά τα σπορτ των Παρισίων, ολίγαι κυρίαι λεπταί, διυλισμέναι, με το άρωμα το εκλεκτόν της αριστοκρατίας [...] Όλοι οι παρευρισκόμενοι [...] κύριοι ωμίλουν γαλλικά, διεσταύρουν γυμναστικούς όρους γαλλιστί, γαλλιστί εφιλοφρόνουν τας κυρίας, γαλλιστί εμέτρων τα βήματα καιτα μέτρα των διαγωνιζομένων»99. τερη αστική τάξη επιχείρησε να μονοπωλήσει τη συμμετοχή και να παραγκωνίσει εκείνους που επί χρόνια ασχολούνταν με τους αθλητικούς αγώνες. Κίνητρο της ήταν προφανώς η διεθνής αίγλη των αγώνων και η φιλοδοξία της να συμπαραταχθεί με τους εκπροσώπους του δυτικού ερασιτεχνισμού. Το ενδιαφέρον άλλωστε αυτής της «αριστοκρατικής τάξης» για τον κλασικό αθλητισμό υπήρξε καθαρά συγκυριακό και μετά το 1896 ασχολήθηκε με ενθουσιασμό με τα νεοτερικά σπορ, όπως το ποδήλατο και το τέννις. Στη συγκυρία της αναβίωσης ωστόσο, ο ερασιτεχνισμός υπήρξε, και στην ελληνική περίπτωση, το μέσο και η πρόφασηγιατην κοινωνική διάκριση και τον κοινωνικό αποκλεισμό.
98.Στο ίδιο, σ. 282 και 279 αντίστοιχα. Ο Κ. Μάνος το 1896 ήταν 27 ετών. Γ στρατηγού Θρασύβουλου Μάνου και της Ρωξάνης Μαυρομιχάλη είχε σπουδάσει στη Λειψία και στη Χαϊδελβέργη. ΤονΜάιο του 1893 είχε υπάρξει, για λίγες μέρες, δάσκαλος της αυτοκράτ ραςτης Αυστρίας Ελισάβετ. Στις αρχές του 20ούαιώνα θα υπηρετήσει ωςδήμαρχος Χανίων (1901-2),θα μετάσχει στον Μακεδονικό Αγώνα και στη συνέλευση του Θερίσου (1905)και θα εκλεγεί βουλευτής Αττικής (1909,1911). Το 1913,το αεροπλάνο όπουεπέβαινε,θα πέσει στον Λαγκαδά και θα πεθάνει σε ηλικία 44 ετών.
99. ΣΤΟ ίδιο, σ. 282, 283.
σύγχρονοι
97. Άρθρο του I. Φωκιανού στην Ε φ η μ ε ρ δ ία
διεθνείς...,
ό.π.,σ. 269.
(12 Οκτ. 1895), στο I. Χρυσάφης,
Οι
χρηματικά βραβεία όπως γινόταν, για παράδειγμα, στις Ζάππειες Ολυμπιάδες μετάλλιο, ένα δίπλωμα και ο κότινος καθιστούσαν τον αγώνα «στεφανίτη» και επικύρωναν το ερασιτεχνικό πνεύματου οποίουτα προαπαιτούμενα είχε καθορίσει η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή. Ο Αλέξ. Φιλαδελφεύς, με ενθουσιασμό, ύπογραμμίζει τη σημασία του ερασιτεχνισμού το 1896: « Εάν ήτο χρυσός ή τι άλλο εκ πολυτίμου ύλης το έπαθλον οίος εξευτελισμός διά τοευγενέςτουαγώνος και το ιδεώδες της αμίλλης! Ο αγών ο στεφανίτης, θα ήτο χρηματίτης και το Στάδιον θα μετεβάλλετο εις χρηματιστήριον. Οι Ολυμπιονίκαι θα ηρώτων εις τί είδους νόμισμα θα επληρώνοντο και θα ηρεύνων από βαθέος όρθρου το δελτίον του χρηματιστηρίου διά να μάθωσι την διαφοράν του συναλλάγματος και την τιμήν του φράγκου!»100 Η ΑΝΑΒΙΩΣΗ ΤΩΝ ΟΛΥΜΠΙΑΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ: ΜΙΑ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ, ΕΝΑ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΘΕΑΜΑ
Το γεγονός της αναβίωσης των Ολυμπιακών Αγώνων έχει πολλές σημασίες κα πολλές συνέπειες, οι οποίες κυρίως δεν αφορούν —παρά την ευρέως διαδεδομένη άποψη—στηνπρωτοτυπία της σύλληψης και της εκτέλεσης. Αλλωστε, όπως ήδη φάνηκε, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη κυκλοφορούσε η ιδέα της αναβίωσης και οργανώνονταν αγώνες κατά μίμηση των αρχαίων πριν απότηνπρωτοβουλία του de Coubertin. Η σημασία της πρωτοβουλίας του de Coubertin εγκειται στη διεθνοποίηση των αγώνων σε αντίθεση με όσους είχαν οργανωθεί ως το 1892 στις διάφορες χώρες, οι οποίοι είχαν τοπικό χαρακτήρα όπως και οι αρχαίοι Ολυμπιακοί. Από το 1896 λοιπόν καθιερώνεται ένας παγκόσμιος θεσμός με τετραετή κανονική επανάληψη που θα αποτελέσει συστατικό στοιχείο του σύγχρονου κόσμου και θα συνδεθεί —αναπόφευκτα προφανώς— με τους πολιτικούς, οικονομικούς και ιδεολογικούς μετασχηματισμούς του 20ού α ώνα. Το μεγαλειώδες θέαμα των σύγχρονων Ολυμπιακών —όλο και πιο επιτηδευμένο και επεξεργασμένο— συνιστά επίσης μια από τις νεότερες τελετουργίες κοσμικού χαρακτήρα, που αντικαθιστούν σε ένα βαθμό τις θρησκευτικές τελετουργίες της παραδοσιακής κοινωνίας. Μήπως δεν είναι άλλωστε οι σύγχρονοι Ολυμπιακοί Αγώνες μια από τις «εφευρημένες παραδόσεις» της νεοτερικής κοινωνίας και του διεθνούς συστήματος των εθνικών κρατών, σύμφωναμετον Ορισμό του E. Hobsbawm101; καταρχάς στη συγκυρία του τέλους του 19ου αιώνα, που θα μπορούσαν να συνο100. Α. Φιλαδελφεύς, «Η ήμερα της απονομής των επάθλων», στο Η Ελλάς κατά 101. Πβ. Ε. Hobsbawm • Τ. Ranger (έκδ.), The
Ολυμπιακούς.., ό.π.,σ. 128.
τους
Invention
of
Tradition...,
ό.
συνοψιστούν στιςακόλουθες:α') η διοργάνωση των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών στην Αθήνα συνέβαλε στην αναβίωση της ιδέας του αρχαίου κλέους και ενίσχυσε στο φαντασιακό επίπεδο, τη συλλογική αυτοεικόνα, τροφοδοτώντας τα αλυτρωτικά οράματα - β') η αναβίωση λειτούργησε επιταχυντικά γιατηνανάπτυξη του αθλητισμού στην Ελλάδα τόσο στο χώρο της εκπαίδευσης και της διδασκαλίας της φυσικής αγωγής όσο και στο χώρο της οργανωμένης άσκησης μέσω των αθλητικών συλλόγων γ') από τους Ολυμπιακούς του 1896 αρχίζει στην ουσ «θεαματοποίηση» των σπορ και του αθλητισμού, παρόλο που η μαζικότητα του 1896 δεν επαναλαμβάνεται πριν από τη Μεσολυμπιάδα του 1906" δ') διατυπώθηκε ένα σύστημα διεθνών κανόνων λειτουργίας των αθλητικών θεσμών και διεξαγωγής των αγώνων που θα διέπει στο εξής τις ανάλογες διαδικασίες στην Ελλάδα - ε') επικράτησε η εξειδίκευση των αθλητών ενώ η επιδίωξη της επίδοσης έγινε ο βασικός στόχος της σωματικής άσκησης,κυρίως στο χώρο των σωματείων που καλλιεργούσαν τον κλασικό αθλητισμό" στ') ο αθλητισμός έγινε διακύβευμα της πολιτικής εξουσίας και χώρος πολιτικής διαμάχης, όπου συγκρούστηκαν η κεντρική εξουσία και ισχυρές κοινωνικές ομάδες που έλεγχαν τους νεότευκτους αθλητικούς θεσμούς (τον Σ.Ε.Α.Γ.Σ. - Σύνδεσμο Ελληνικών Αθλητικών και Γυμναστικών Σωματείων και την Ε.O.A. - Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων).
στα τέλη Μαρτίου με αρχές Απριλίου 1896 με τη συμμετοχή 36 ξένων και 29 ελλήνων αθλητών 102 . Η έναρξη των αγώνων ήταν προγραμματισμένη γιατη Δευτέρα του Πάσχα, 25 Μαρτίου. Την Κυριακή του Πάσχα, 24 Μαρτίου 1896, υπό καταρρακτώδη βροχή, έγιναν στο προαύλιο του Σταδίου τα αποκαλυπτήρια τουανδριάντα τουΓεωργίου Αβέρωφ. Χάρη στη γενναία χορηγία τουγιατην αναστήλωση τουκατεστραμμένου αρχαίου Σταδίου, το όνειρο της αναβίωσης τωνΟλυμπιακώνΑγώνων γινόταν πραγματικότητα. «Ήτο φανερόν ότι η απλή περιέργεια είχε μεταβληθή πλέον εις ψυχοπάθειαν, ότι η απλή προσδοκία
102. Υπάρχουν πολλές περιγραφές των Ολυμπιακών Αγώνων του 1896, σύγχρονεςμετο γεγονός. Από τις αυτοτελείς παραθέτω όσες χρηστιμοποίησα: Οι Ολυμπιακοί Α γ ώ ν ε ς 776
Léon
π.Χ. — 1896. Μέρος Α '. Οι αγώνες εν τη αρχαιότητι υπό Σπ. Λάμπρου και Ν. Π προλόγου υπό Τιμ. Φιλήμονος. Μέρος Β'. Οι Ολυμπιακοί α γ ώ ν ε ς 1896, υπό Τιμ. Φιλήμονος, Ν. Πολίτου και Χαρ. Α ν ν ί ο υ (μετά γαλλικής μεταφρ
Αθήνα, Εστία, 1896" I. Ε. Χρυσάφης, «Οιπρώτοι διεθνείς Ολυμπιακοί Αγώνες εν Αθήναις (1896)»,Ημερολόγιον της Μεγάλης Ε λ λ ά δ ο ς 5 (1926), σ. 283-304.
εν Α θ ή ν α ς ι πρώτων διεθνών Ολυμπιακών α γ ώ ν ω ν , Αθήνα 1896" Κ. Πα (έκδ.), 7ο δεκαήμερον των Ολυμπιακών αγώνων.., Αθήνα 1896' Α. Αργυρός, Οι πρώτοι Α θ ή ν α ς ι διεθνείς Ολυμπιακοί α γ ώ ν ε ς του 1896..., Αθήνα 1896" D. Georgiades, Le olympiques à Athènes, Παρίσι 1896" Η Ελλάς κατά τους Ολυμπιακούς α γ ώ ν α ς του
Olivier),
Αθήνα 1896" Α. Γ. Γάγαλης - Μ. Ε. Καζής - Σ. Κ. Ιωαννίδης, Περιγρ
είχεν υψωθή εις φρόνημα», γράφει για τη μέρα εκείνη ο καθηγητής της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Σπυρίδων Λάμπρος103.
στη μαγεία μιας πρωτόγνωρης σε θόρυβο, ένταση και ενθουσιασμό γιορτής Εβδομήντα χιλιάδες κόσμος, γράφουν οι εφημερίδες, πλημμύρισαν την πόλη, φωνάζοντας, χειρονομώντας, διασκεδάζοντας. Η Σταδίου, οι πλατείες Ομονοίας και Συντάγματος, φωταγωγημένες «διά τόξων εκ φωτοβολίδων αεριόφωτος» 104 . Στο περιθώριο των αγώνων, παραστάσεις αρχαίων δραμάτων, φιλαρμονικές, λαμπαδηφορία 105. Στο Στάδιο, το αδιαχώρητο, ιδιαίτερα την πρώτη και την τελευταία ημέρα των αγώνων. Γεμάτο και το Ποδηλατοδρόμιο του Φαλήρο χωρητικότητας 7.000 θεατών, που είχε κατασκευαστεί ειδικά για τους αγώνες.
Ποδηλατοδρόμιο είναι στοιχεία συστατικά των αγώνων, σχεδόν εξίσου σημαντικά με την άμιλλα και τις επιδόσεις των αθλητών. Ο εξορθολογισμός και η εξειδίκευση πουχαρακτηρίζουν τα σύγχρονα σπορ δεν περιορίζονται στουςαγωνιζομένους αλλά επεκτείνονται και στους θεατές. Καταρχάς πρόκειται γιαμια διάκριση των ρόλων ανάμεσα σε όλο και περισσότερο εκπαιδευμένους αθλητές καισεόλο και περισσότερο μη ασκημένους θεατές 106 . Πρόκειται επιπλέον για την άτυπη, διατύπωση των κανόνων της συμπεριφοράς του θεατή, οι οποίοι αποτελούν το συμπλήρωμα του «fair-play» του αγωνιστικού χώρου. Τα πάθη των θεατώνέπρεπεσυνεπώς να ελεγχθούν με αυστηρούς κανόνες,ανάλογους μετους κανόνες του παιχνιδιού. Ο σεβασμός του παίκτη για τον αντίπαλο, που υπαγορευόταν από το πνεύμα του «fair-play», αντιστοιχούσε στηνεπιδοκιμασία του θεατή για την αντίπαλη ομάδα, όταν έπαιζε καλά. Δημιουργήθηκε λοιπόν με εθιμικό τρόπο μια «κουλτούρα του θεάσθαι», χωρίς αυτό να σημαίνει ωστόσο ότι η συμπεριφορά των θεατών ήταν ομοιογενής και κανονικοποιημένη.
βεβαίως πρωτόγνωρο. Οπωσδήποτε όμως δεν ήταν συχνό και δεν προσείλκυε μεγάλο αριθμό θεατών. Η κοινωνική σύνθεση του κοινού παραμένει επίσης απροσδιόριστη, εκτός από τις περιπτώσεις που γνωρίζουμε την τιμή του εισιτηρίου η που οι αθλητικές συναντήσεις γίνονταν σε κλειστούς χώρους (γυμναστήρια συλλόγων, γήπεδα τέννις κλπ.). Οι Ολυμπιακοί του 1896 εντούτοις λειτούργησαν καταλυτικά για την προσέλευση κοινού. Μεγάλος αριθμός θεατών ταξίδευσ 103. Σπ. Λάμπρος, «Τα αθλητικά και γυμναστικά αγωνίσματα εντω Σταδίω», Λόγοι Άρθρα, Αθήνα 1902, σ. 717.
104.Οι Ολυμπιακοί Α γ ώ ν ε ς 776 π.Χ. - 1896. Μέρος Β'..., ό.π.,σ. 24.
και
105. Η λαμπαδηφορία έγινε το βράδυ της 31ης Μαρτίου με συμμετοχή στρατιωτικών σωμάτων, εμποροϋπαλλήλων, φοιτητών, μαθητών. 106.Για τα χαρακτηριστικά και τη συμπεριφορά του σύγχρονου θεατή αθλητικών αγώνων, βλ. Α. Guttmann, Sports Spectators, Νέα Υόρκη, Columbia University Press, 1986, σ.
απότηνεπαρχία αλλά καιαπότα εκτόςΕλλάδας ελληνικά κέντρα γιανα παρακολουθήσει τους αγώνες. Για παράδειγμα, κάθε μέρα μεταξύ των θεατών υπολογιζόταν ότι υπήρχαν γύρω στους 2.000 Πατρινοί, ενώ την ήμερα του Μαραθωνίου έφθασαν τους 3.000 107 . Η τιμή του εισιτηρίου ήταν μάλλον υψηλή σύμφωνα με τα δεδομένα της εποχής108 και οι οργανωτές τη μείωσαν για τη μέρα του Μαραθωνίου, όταν το ενδιαφέρον του κόσμου είχε κορυφωθεί. Εκείνη τη μέρα άλλωστε «είχεν ερημωθή η πόλις εντελώς και μόνον οι ασθενείς έμενον εις τας οικίας των» 109 . Όσοι δεν βρήκαν θέση στο Στάδιο είχαν συγκεντρωθεί κατ μήκος της διαδρομής και κυρίως από την είσοδο της πόλης ως το Στάδιο.
παστικό του θεάματος. Υπήρχαν σίγουρα αθλήματα πολύ πιο συναρπαστικά πουθαμπορούσαν να προσελκύσουν το ενδιαφέρον του κοινού. Από τις σύγχρονες περιγραφές προκύπτει ότι το κίνητρο του «θεάσθαι» δεν συνδεόταν μετον αθλητισμό καθεαυτόν αλλά με το εθνικό συναίσθημα. Όταν αγωνιζόταν έλ αθλητής, ηπαρουσία του κοινούήταν πυκνότερη και η συμμετοχή του ζωηρότερη. Όταν, στην πάλη, χρειάστηκε να αγωνιστεί Έλληνας εναντίον Έλληνα ακούστηκαν «φωναί αποδοκιμασίας». «Κατήφεια και απογοήτευσις» εκδηλώθηκε όταν ο Αμερικανός Γκάρετ νίκησε στη δισκοβολία τον Παρασκευόπουλο. Αντίθετα, δάκρυα, χειροκροτήματα, μαντήλια και καπέλα στον αέρα συνοδεύουν τις ελληνικές νίκες 110. Ο Μαραθώνιος λοιπόν, πολύ πριν από την έναρξη των αγώνων, απέκτησε χαρακτήρα εθνικό. «Σχεδόν αφ' ης ημέρας ερρίφθη το πρώτον η ιδέα των Αγώνων, πάντες εν Ελλάδι εις αυτό και μόνον εξ όλων των αγωνισμάτων απέβλεψαν κατά πρώτον. Βαθμηδόν δε και κατ' ολίγον εκαλλιεργήθη και ερριζοβόλησεν η ιδέα ότι Έλλην έπρεπεναείνε ο νικητής του Μαραθωνίου δρόμου. [...] Όσον επλησίαζεν η ημέρα τουαγώνος,τόσον ήξαυνε το φλογερόν του λαού ενδιαφέρον και τόσον εκραταιού το παρ' αυτώ ο πόθος όπως Έλλην και ουχί ξένος αναδειχθή νικητής. Όθεν υποσχέσεις πολλαί και αμοιβαί ήρξαντο προκηρυσσόμεναι. Ξενοδόχοι, ράπτα κουρείς και άλλοι επαγγελματίαι εδημοσίευον δηλώσεις εις τας εφημερίδας, υποσχόμενοι ότι παρείχαν δωρεάν εις τον ευτυχή νικητήν του Μαραθωνίου δρόμου, εάν ήτο Έλλην, την εκ του επαγγέλματός των υπηρεσίαν, οι μεν επί ωρισμένον χρόνον, οι δε ισοβίως· έτεροι, δε έτασσον αμοιβάς ή δώρα» 111. Μέσα σ'αυτό το κλίμα είναι κατανοητό γιατί η νίκη του Λούη πανηγυρίστηκε τόσο έξαλλα και γιατί προκάλεσε τέτοια συγκίνηση. Πέραν του ότι ο Λούης
111. Στο ίδιο, σ. 74-75.
108.Οι Ολυμπιακοί α γ ώ ν ε ς - Μέρος Β'..., ό.π.,σ. 61. 109. Η Ελλάς κατά τους Ολυμπιακούς.., ό.π.,σ. 115. 110. Βλ.Οι Ολυμπιακοί α γ ώ ν ε ς - Μέρος Β'..., ό.π.,σ. 59, 72, 85.
107. Ν. Ε. Πολίτης, ό.π., σ. 131.
6. Δ η μ ή τ ρ ι ο ς Τόφαλος.
υπήρξεοπρώτος αθλητής-ήρωας, ένα πρότυπο που θα κυριαρχήσει μέσα στον 20ό αιώνα, υπήρξε κυρίως ένα εθνικό σύμβολο, από εκείνα που η «μικρά Ελλάς» χρειαζόταν για να κατοχυρώσει, και στα μάτια των ξένων, το ένδοξο παρελθόν της 112 . Η μαζικότητα της παρακολούθησης των αγώνων του 1896 συνεπώς δεν σήμαινε αυτομάτως και την καθιέρωση του αθλητικού θεάματος γενικά. Αυτό αποδείχτηκε στησυνέχεια, όταν ο πρώτος ενθουσιασμός εξέπνευσε και όταν οι αγώνεςδενείχαν διεθνή αλλά τοπικό χαρακτήρα. Δεν είναι τυχαίο ότιηανανέωση του ενδιαφέροντος και η μαζική παρακολούθηση αγώνων παρατηρούνται μόλις το 1906 με την οργάνωση της Μεσολυμπιάδας στην Αθήνα 113. ΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΩΝ ΣΤΑΔΙΩΝ Ως το 1906, η διοργάνωση Πανελλήνιων Αγώνων και η πιο συστηματική λειτουργία αθλητικών θεσμών καθώς και το μεγαλύτερο ενδιαφέρον του Τύπου για τις αθλητικές ειδήσεις είχαν καθιερώσει το αθλητικό θέαμα —έστω και αν δεν ήταν μαζικό— και είχαν δημιουργήσει τη φήμη γύρω από κάποιουςαθλητές που διακρίνονταν για τις επιδόσεις τους. Έτσι, αν ο Λούης ήταν άγνωστος στο αθηναϊκό κοινό ως την ώρα της νίκης του, δεν συνέβαινε το ίδιο με τον Τόφαλο, ολυμπιονίκη της άρσης βαρών το 1906. Ο πανελληνιονίκης και παγκόσμιος ρέκορντμαν της άρσης βαρών «διά μιας χειρός και δι' αμφοτέρων» στους Πανελλήνιους Αγώνες που είχαν γίνει τηνπροηγούμενη χρονιά 114. Ο επιβλητικός του όγκος και οι επιδόσεις του είχαν δημιουργήσει γύρω από το όνομά του μια φήμη που άγγιζε τα όρια του μύθου και που κατέληξε στη γνωστή παροιμιώδη έκφραση. Στη Μεσολυμπιάδα του 1906 λοιπόν, το κοινό πήγε στο Στάδιο για να δει τον Τόφαλο να κερδίζει. Ο αντίπαλός του, ο Ούγγρος Στάινμπαχ, αντιμετώπισε τη συκοφαντία, τηναποδοκιμασία έωςκαιτο
112. Βλ. μεταξύ άλλων το ποίημα του Αργύρη Εφταλιώτη, «Ωδήστον Λούη τον πρώτο νικητή της πρώτης Νέας Ολυμπιάδος», στο Η Ελλάς κατά τους Ολυμπιακούς.., ό.π.,σ.
121-122.
113. Μαζική παρακολούθηση αγώνων παρατηρήθηκε κατά τους σχολικούς γυμναστικούς αγώνες του 1900στο Στάδιο όπου όμως η είσοδος ήταν ελεύθερη: «Tο Στάδιον ανέζησε μετά τεσσάρων ετών νέκραν και ερήμωσιν,και ήτο η εορτή εκείνη μία αναβίωσις των Ολυμπιακών αγώνων». ΠΑΕΑ 1 (1899-1900), σ. 157. Ωστόσο, ένας σημαντικός αριθμός των θεα (πάνω από 5.000) είχαν πληρώσει για να παρακολουθήσουν τους αγώνες, όπως προκύπτει από τα έσοδα της Ε.Ο.Α. «Πρακτικά Ε.Ο.Α.», συνεδρ. 14 Μαρτ. 1903. 114. Π. Σ. Σαββίδης, Πανελλήνιον Λεύκωμα, Αθήνα 1905, σ. 52. Περισσότερα σ τον Δημ. Τόφαλο, γιο εύπορου πατρινού επιχειρηματία, και την αθλητική του σταδιοδρομία,
Ν. Ε. Πολίτης, Ο πατραϊκός
Παναχαϊκής,
Πάτρα, Αχαϊκές Εκδόσεις, 1997.
αθλητισμός.
Β'. Από την εποχή
του Τόφαλου
μίσος των θεατών 115. Ο Τόφαλος, όπως και ο Λούης, ήταν εθνικός ήρωας 116, συμβόλιζε την ελληνική υπεροχή επί των άλλων εθνών. Και αυτή η λειτουργία του πρωταθλητή ως εθνικού ήρωα υπερκαλύπτει —στην πρώιμη αυτή φάση αν πτυξης του ελληνικού αθλητισμού— το καθεαυτό πρότυπο του πρωταθλητή, του ήρωα δηλαδή της ατομικής επίδοσης και της υπεροχής μέσααπότονανταγωνισμό, που θα κυριαρχήσει στη διάρκεια του 20ού αιώνα.
πάνω στο οποίο κτίζεται και εφευρίσκεται μια σύγχρονη μυθολογία, μετους θεούς και τα κατορθώματά τους: η αθλητική μυθολογία. Σ' αυτή τη μυθολογία, ο ήρωας, το εξαιρετικό άτομο, κατέχει κεντρική θέση. Στην ουσία αποτελεί τη συγκεκριμένη έκφραση όλης της λογικής των σπορ, η οποία συνίσταται στην ανάδειξη τουκαλύτερου και στην προβολή της εξαιρετικής επίδοσης. Ταυτόχρονα όμως προϋποθέτει μια σειρά από σημαντικές αλλαγές στην κουλτούρα του σώματος. «Τα σωματικά περιγράμματα, οι σιλουέτες των ανθρώπων, δεν ποικίλλουν τόσο σύμφωνα με τις ανατομικές διαφορές ενός δεδομένουπληθυσμούόσο σύμφωνα με την ποικιλία των σωματικών αναφορών από μια κοινωνία σεμια άλληκαιαπόμιαεποχή στην επόμενη» 117 . Έτσι και η απεικόνιση καθώςκαιη εξύμνησητουγυμνασμένου ανδρικού σώματος που εμφανίζονται στην Ελλάδα στην καμπή του 19ου αιώνα είναι στοιχεία νεοτερικά και σηματοδοτούν μια σημαντική αλλαγή στις νοοτροπίες.
αθλητών, είτε μέσω της λογοτεχνικής περιγραφής είτε μέσω της φωτογράφ τους. Και ο μεν Λούης φωτογραφίζεται σταθερά με την εθνική ενδυμασία, σχεδόν αποσυνδεόμενος πλήρως από τη σωματική επίδοση και επιβεβαιώνοντας τη θέση του ως εθνικού συμβόλου. Έχει εξάλλου ενδιαφέρον ότι για τους δημοτικιστές ο Λούης αποτελεί επιπλέον την ενσάρκωση της αγνής αγροτικής ζωής, που διακρίνεται από το πρότυπο του επιτηδευμένου διανοούμενου της π ρ ω τ ε ύ ο υ σ α ς 1 1 8 .
115.Τηνπροηγουμένη της αναμέτρησης, διαδόθηκε η φήμη ότι ο Στάινμπαχ ήταν επαγγελματίας αθλητής. Για την άγρια αντίδραση του κόσμου, βλ. Π. Σ. Σαββίδης, Λεύκωμα ... 116. Ο ολυμπιονίκης μπορεί να είναι, εκτός από εθνικός,και τοπικός ήρωας. Είναι ηπερίπτωση του Νικ.Ανδριακόπουλου, αθλητή του Παναχαϊκού Γ. Σ.,πουαναδείχτηκε ολυμπιονίκηςτο 1896στην «αναρρίχησι επί κάλω». Η υποδοχήπουτου επιφύλαξε η Πάτρα κατά την επιστροφή του αγγιζε τα όρια της αποθέωσης. Βλ. σχετικά Ν. Ε. Πολίτης, Ο πατραϊκός
αθλητισμός. Ολυμπιακών α γ ώ ν ω ν 1906, ό.π.,σ. 39-43.
148. Ανάλογη ήταν ηυποδοχήτων πατρινών αθλητών πουδιέπρεψαν στη Μεσολυμπιάδα του
1906. Ν. Ε. Πολίτης, Ο πατραϊκός αθλητισμός. Β'..., ό.π.,σ. 53-55. 117. PK. Perrot, Le travail des apparences. Le corps féminin XVIII
Α'. Η πρώτη
δεκαετία:
1891-1900,
Πάτρα, Αχαϊκές Εκδόσε
1984, σ. 9. 118. Βλ. το ποίημα του Αλέξ. Πάλλη, «Λούης (αλίμονο!)», στο Ταμπουράς
e-X
και κ ό π α ν ο ς ,
Εθνικό σύμβολο και σ αυτή την περίπτωση, αλλά προσαρμοσμένο προς τις αξίες της φυσικής ζωής και του νεοελληνικού λαϊκού πολιτισμού που προβάλλουν ο δημοτικιστές. Η εξωτερικήεμφάνισηαποτελούν άλλωστε βασικά ιδεώδητηςευρωπαϊκής αστικής τάξης του τέλους του 19ου αιώνα. Πρόκειται για μια βαθιά αλλαγή —ήδη από τα τέλη του 18ου αιώνα— προς μια «ηθική και αισθητική της αυθεντικότητας» πουεξισώνειτηναλήθεια μετηφύση και επιδιώκει την «ειλικρινή εμφάνιση»119. Σεαντίθεση λοιπόν με την αισθητική της αριστοκρατίας, που στόχευε στον εξωραϊσμό της εξωτερικής εμφάνισης με περούκες και καλλυντικά που χρωμάτιζαν το πρόσωπο, η αστική τάξη επιλέγει τη φυσικότητα και συνεπώς τα καλλυντικά προϊόντα που συμβάλλουν στη διατήρηση της επιδερμίδας. Η αλλαγή του αισθητικού προτύπου ανιχνεύεται στην εικόνα του ημίγυμνου γυμνασμένουαθλητή ο οποίος φωτογραφίζεται —στην Ελλάδα, από τις αρχές του 20ού αιώνα— αυτοπεποίθηση γιατοσωματικό του κάλλος. Πράγματι, συναντάμε όλο και πιο συχνά φωτογραφίες είτε μεμονωμένων αθλητών είτε ομάδων συλλόγων που φωτογραφίζονται γυμνοί από τη μέση και πάνω επιδεικνύοντας τους καλογυμνασμένους μυς τους. Έχουν προηγηθεί, από τους Ολυμπιακούς του 1896, οι γλαφυρές περιγραφές τωναθλητών πουπαρομοιάζονται, μέσα στην αρχαιολατρική φρενίτιδα, μετους αρχαίους ολυμπιονίκες και τα κλασικά αγάλματα. «Ο Βερσής ιδίως μετοαπερίγραπτον εύπλαστον κάλλος του εφηβικού του σώματος φαίνεται άγαλμα εξόχου τέχνης ζωογονηθέν»120, έγραφαν για τον τρίτο ολυμπιονίκη της δισκοβολίας Σωτήριο Βερσή. Το αρχαιοελληνικό παράδειγμα επιστρατεύεται ως μηχανισμός νομιμοποίησης και στην περίπτωση του σύγχρονου αθλητισμού, ο οποίος ωστόσο καινοτομεί εναρμονιζόμενος με τις νεότερες αστικές αξίες. Το νέο αισθητικό πρότυπο θέλει το σώμα πιο λεπτό, πιο σφριγηλό, πιο ανδρικό. Γιατί δεν υπάρχει αμφιβολία ως προς το φύλο του νέου αυτού προτύπου. Η Μεσολυμπιάδα του 1906 θεωρήθηκε «μεγάλη πανήγυρις του κάλλους και της ανδρικής ρώμης»121. Η αθλούμενη γυναίκα είναι απούσα έξω από τους τοίχους των Παρθεναγωγείων και των ειδικών σχολών. Ντυμένη, εμφανίζεται να αθλείται μόνοστουςαγώνεςαντισφαίρισης, όπου το 1906 η Ελλάδα αναδεικνύει και γυναίκα ολυμπιονίκη. Την ίδια χρονιά, η εμφάνιση εκτός συναγωνισμού της ομάδας των Δανίδων γυμναστριών προκάλεσε στην Αθήνα ένα μικρό σκάνδαλο αλλά και τον ενθουσιασμό τουκοινούγιατοκαινοφανές θέαμα. «Είναι συμπαθείς πάσαι, παρά την φυσικήν [Λίβερπουλ] 1907, σ. 88-89. Ευχαριστώ κιαπ' αυτή τη θέση τον Αλέξη Πολίτη πουτο έθεσε υπόψη μου. 119. Ph. Perrot, ό.π., σ. 139-140.
120.Οι
121. Π. Σ. Σαββίδης, Λεύκωμα
Ολυμπιακοί
αγώνες
776 π.Χ.
... 1906,
- 1896...
ό.π.,σ. 125.
Μέρος
Β' ..., ό.π., σ. 59.
ψυχρότητα των υπερβορείων, και φιλομειδείς προχωρούν προς τον στίβον [...] Φέρουν λευκόν περιστήθιον, με ελεύθερον τον λαιμόν και το στέρνον, βραχείαν εσθήτα μέχρι του γόνατος φθάνουσαν και αφίνουσαν να διαφαίνωνται κνήμαι νευρώδεις και τορνευταί, έχουσαι όλη την χάριν ην προσδίδει εις το γυναικείον σώμα η Σουηδική γυμναστική [...]Καιυπότηνέκπληξιντουκοινούάλλαι μεν εκτελούν επί τωνδιαφόρων οργάνων της Σουηδικής γυμναστικής ασκήσεις ευκινησίας αλλά και ασκήσεις δυνάμεως»122. Οι ελληνίδες γυναίκες θααργήσουννα κατακτήσουν τους στίβους και αυτό συμβαίνει μετά το τέλος της περιόδου που εξετάζουμε εδώ 123 . Και στην υπόλοιπη Ευρώπη πάντως, ως τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο τουλάχιστον, κυριαρχεί το ιδεώδες του ανδρικού, αθλητικού κάλλους, απολύτως συμβατό με τον θριαμβεύοντα δαρβινισμό που ήθελε τοαρσενικόανώτερο από το θηλυκό για λόγους «φυσικής επιλογής».
προβολή των νέων ηρώων των σταδίων συνέβαλε ο τύπος. Δεν υπήρχαν ακόμη τότε στην Ελλάδα αθλητικά έντυπα, εκτός από κάποιες μεμονωμένες και βραχύβιες απόπειρες: η Ποδηλατική και Αθλητική Επιθεώρησις της Ανατολής (1898-1901) που εκδίδεται από τον Ποδηλατικό ΣύλλογοΑθηνών124,καιΗ Νίκη (1908-1912 και 1922-1928), που εκδίδεται από τον γυμναστή Αγγελο Φέτση 125 . Προς τα τέλη της περιόδου που εξετάζουμε, κυκλοφορούν επίσης ο Ολυμπιονίκης (1919-1920), δεκαπενθήμερο «αθλητικόν περιοδικόν»,οΦίλαθλος, «εβδομαδιαία εικονογραφημένη επιθεώρησις», της οποίας εκδόθηκαν μόνο δύο φύλλα (1922), καθώς και ο Σύντροφος (1920-1922), περιοδικό της Χ.Α.Ν που περιέχει πολλή αθλητική ύλη. Πολλά είναι επίσης τα προσκοπικάέντυπα, τα οποία αφιερώνουντμήμα της ύλης τους στον αθλητισμό 126 . Εντούτοις, δεν κυκλοφορούν ακόμη αθλητικές εφημερίδες και μόνο προοδευτικά οι μεγάλες αθηναϊκές ημερήσιες εφημερίδες καθιερώνουν ειδικές στήλες με αθλητικές ειδήσεις. Η
ένταξη πάντως των αθλητικών ειδήσεων στην ύλη των εφημερίδων μαρτυρεί και τοαυξανόμενο ενδιαφέροντωναναγνωστών γιατοναθλητισμό. Ηέλλειψηεξειδικευμένου αθλητικού τύπου ως τη δεκαετία του 1920 127 και η σχετικά περιορισμένη
126. Βλ. Μάρθα Καρποζήλου, Ελληνικός νεανικός τόπος (1830-1914). Καταγρ να, I.A.Ε.Ν., 1987 και Κ. Τσικνάκης, Ελληνικός νεανικός τόπος (1915-1936). Κ
123. Στον Σ.Ε.Γ.Α.Σ. η ειδική τεχνική επιτροπή αθλητισμού γυναικών δημιουργείται το 1928,ενώτο πρώτο επίσημο γυναικείο τμήμα στίβου στον Πανελλήνιο το 1932. 124. Βλ.εδώ, σ. 368. 125. Βλ.εδώ, σ. 76.
122.Στο ίδιο, σ. 28.
Αθήνα, I.A.Ε.Ν., 1986.Στα τέλη του 1922, εξάλλου, φαίνεται πωςάρχισε να εκδίδεται στην Κωνσταντινούπολη ένα δεκαπενθήμερο αθλητικά περιοδικό,το πρώτο εκτός ελληνικού κράτους πουέχωεντοπίσει ως σήμερα, οΑ θ λ η τ ι σ μ ό ς . 127. Μέσα στη δεκαετία του 1920 εκδίδονται οι πρώτες αθλητικές εφημερίδες ενώπυκνώνουν
σμένη παρουσία των αθλητικών ειδήσεων στα ημερήσια έντυπα περιορίζει τις εκτεταμένες σχετικές περιγραφές σε μείζονα αθλητικά γεγονότα, όπως ήταν οι Πανελλήνιοι Αγώνες και οι δύο Ολυμπιάδες της Αθήνας. Κατ' επέκταση, οι ηρωϊκές μορφές των σταδίων είναι λίγες και συνδέονται πάντα με το εθνικό κλέος ΕκτόςαπότονΛούη και τον Τόφαλο, ο Τσικλητήρας, ολυμπιονίκης στους ΟλυμπιακούςτουΛονδίνου (1908) και της Στοκχόλμης (1912) στο άλμα εις ύψος και στο άλμα εις μήκος άνευ φοράς, είναι η τρίτη περίπτωση αθλητή-ήρωα. Μετηνεπιστροφήτου από τη Σουηδία, ο κόσμος τον σηκώνει στα χέρια και τον οδηγεί στον Πανελλήνιο, το σύλλογο του. Ο Σουρής υμνεί το θρίαμβο με το γνωστό έμμετρο ύφος του: Τί χαρά που την επήρα μα και για τον Δόριζα Μια φυλή ξεφυλισμένη και καραβοτσακισμένη που και τούτη την κοιλιά έχει μόνη της δουλειά. Σήμερα θυμάται πάλι σεβαστάς προγόνων θήκας και σηκόνεται και ψάλλει νέους Ολυμπιονίκας 128.
Ο όσο γιατί, ακριβώς μετά την ανάδειξή του σε ολυμπιονίκη το 1912, πέθανε από μηνιγγίτιδα ενώ υπηρετούσε ως λοχίας στον στρατό στη διάρκεια του πολέμου129. Στο πρόσωπο του Τσικλητήρα συναντήθηκαν λοιπόν ο αθλητής που δοξάζει την πατρίδα του στον διεθνή στίβο των Ολυμπιάδων και ο γενναίος στρατιώτης που θυσιάζει τη ζωή του για τη δόξα της πατρίδας. Στα χρόνια του πολέμου, ο ηρωισμός μεταφέρεται από το στάδιο στο μέτωπο. Λεπτομερείς καταγραφές
νουν αισθητά τα αθλητικά περιοδικά έντυπα. Η ΈνωσιςΑθλητικών Συντακτών θα ιδρυθεί το 1928. Στην Αγγλία αντίθετα το πρώτο εβδομαδιαίο αθλητικά έντυπο εμφανίστηκε το 1820 ενώ μέσα στη δεκαετία του 1880οιαθλητικές σελίδες καλύπτουν σημαντικό μέροςτου ημερήσιου και εβδομαδιαίου τύπου. Τ. Mason, Association Football and English
Μπράιτον, The Harvester Press, 1980, σ. 187 κ.εξ. 128. «Κι' ο Φασουλής ενλύρα/περί του Τσικλητήρα», Ρωμηός 28 Ιουλίου 1912. Ο Τσικλητήρας είχε γεννηθεί στην Πύλοτο 1888και είχε σπουδάσει στην Εμπορική Ακαδημία του Ρουσσόπουλου. Πανελλήνιος Γ.Σ. 1891-1991, Αθήνα [1991], σ. 176. Ο Μιχάλ αθλητής του Εθνικού,είχε αναδειχθεί δεύτερος ολυμπιονίκης στον ελεύθερο ακοντισμό στο Λονδίνο. 129. Πολλά αποκόμματα εφημερίδων σχετικά μετο θάνατο του Τσικλητήρα υπάρχουν στο αρχείο του Πανελληνίου, του οποίου οΤσικλητήρας ήταν αθλητής. Βλ. επίσης, «Κώστας Τσικλητήρας. Μετά 15 ετη», Α θ λ η τ κ ιό ς Κόσμος 75, 6 Οκτ. 1927, σ. 20.
Socie
των αιχμαλώτων, τραυματιών και πεσόντωναθλητών παραλληλίζουν το ανδρικό σθένος που απέκτησαν αγωνιζόμενοι στο στίβο με την ηρωισμό που επέδειξαν στο πεδίο της μάχης' 30. Αλλωστε, τα σπορ γενικότερα χρησίμευαν —και χρησιμεύουν ακόμη— ως «συμβολικές αναπαραστάσεις ενός μη βίαιου, μη στρατιωτικού ανταγωνισμού μεταξύ των κρατών» 131, μια συμβολικήαναπαράσταση του πολέμου. Ο τη-ήρωα του έθνους στο σύγχρονο εξατομικευμένο πρότυπο του πρωταθλητή είναι ο Δημήτριος Καραμπάτης. Γεννημένος στη Σμύρνη το 1898, νικητής στα 100 μ. και 110 μ. εμπόδια στους IH' Πανιώνιους αγώνες το 1918, αναδείχτηκε πρώτος νικητής σε τρία αγωνίσματα και δεύτερος σε ένα στους τελευταίους αγώνεςπουέγινανστηΣμύρνη το 1922 καταρρίπτοντας και το παγκόσμιο ρεκόρ στηνελληνικήδισκοβολία. Την ίδια χρονιά, στο Παναθηναϊκό Στάδιο, στέφθηκε πανελληνιονίκης σε δύο αγωνίσματα 132. Πέρα από τις επιδόσεις, ο Καραμπάτης προβάλλεται κυρίως ως αισθητικό πρότυπο. «Η εμφάνισις του Καραμπάτη εις το παναθηναϊκόν στάδιον, γράφει αθηναϊκή εφημερίς, προυξένησε κατάπληξιν κα θαυμασμόν εκ μέρους του κοινού. Όταν ο ωραίος, ο πλαστικός, ο αρχαϊκός Καραμπάτης ανήλθεν επί της βαλβίδος, όλοι εις το Στάδιον, όλοι,εξέσπασαν εις ενεπιφώνημαθαυμασμού» 133. Ίσως γι' αυτό το λόγο ο Καραμπάτης να είναι από τους πιο φωτογραφημένους αθλητές των αρχών του 20ού αιώνα. Από διαφημι στικό φυλλάδιο που κυκλοφόρησε για την αναγγελία του «Μεγάλου Αθλητικού Διαγωνισμού του Ολυμπιακού Αθλητικού Συλλόγου Σικάγου» το 1925 πληροφορούμαστε ότι χρησίμευσε «λόγω της αρμονικής διαπλάσεως του σώματος του καιτηςΕλληνικωτάτης μορφής του ως μοδέλλον υπό των καλλιτέρων καλλιτεχνών του κόσμου». Δεν ξέρουμε αν ο Καραμπάτης αμειβόταν για παρόμοιες δραστηριότητες. Σίγουρα πάντως, αφότου ήλθε στην Ελλάδα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, παρουσιάζει μια πολυσχιδή δράση γύρω από αθλητικά θέματα, η οποία δεν αποκλείεται να ήταν επικερδής. Αρθρογραφεί, για παράδειγμα, σε πολλά αθλητικά εντυπα του Μεσοπολέμου ενώ συνδέει το όνομά τουκαιμετη διαφήμιση. Μετά από αγώνα πυγμαχίας που έγινε τον Ιανουάριο 1925, καταχωρίζεται στην εφημερίδα Βραδυνή ηακόλουθηδιαφήμιση: « Ο πρωταθλητής μας κ. Δημ. Καραμπάτης, ο οποίος έθεσεν εκτός μάχης τον αντίπαλόν του κ. Δημητρίου εις τον πρώτον γύρον καθ' όλην την διάρκειαν της προπονήσεώς του έτρωγε βούτυρον, γάλα, αυγά, κρέμα, ρυζόγαλον και εν γένει
130. «Οι ήρωες», εξώφυλλο στο τχ. 2 (Φεβρ. 1922) του περ.Η Νίκη. 131. Ν. Elias, «Introduction», στο Ε. Dunning - Ν. Elias (έκδ.),ό.π.,σ. 23.
132. Βλ. Χ. Σ. Σολομωνίδης - Ν. Εμμ. Λωρέντης, Πανιώνιος 133. Στο ίδιο ,σ. 127.
Αθήνα 1967, σ. 82,109,127 κ.ά.
Γυμναστικός
Σύ
7. Δημήτριος Καραμπάτης.
8. Σπύρος Λούης.
όλα τα γαλακτερά εις το Γαλακτοπωλείον «Ένωσις Παραγωγών», γωνία Προαστείου και Γαμβέττα. Πάντως, εκ παραλλήλου με την γερήν γροθιά του,καιη καθαρά τροφή συνέτεινε διά τον θρίαμβον» 134.
Από τους πρωτεργάτες, όπως φαίνεται, για την εισαγωγή της πυγμαχίας (boxe) στην Ελλάδα 135 , μέλος του Δ.Σ. του Πανιωνίου, πρωταγωνίστησε επίσης στην πρώτη απεργία των αθλητών το 1924 136 . Η συνολική του δράση δηλώνει ότι πρόκειται για αθλητή για τον οποίο ο πρωταθλητισμός αποτελεί βασική ιδιότητα με την οποία συνδέονται όλες οι υπόλοιπες, σε αντίθεση με προηγούμενους αθλητές πουείχαν κατά βάση άλλο επάγγελμα και ασχολούνταν δευτερευόντως μετοναθλητισμό. Ηεπιλογήαυτή φανερώνει και την ανάπτυξη μιας ιδιαίτερης συνείδησης της ταυτότητας του αθλητή που οδήγησεστηναπεργιακή έκρηξητου 1924 137 και στη σύμπηξη δικών τους ενώσεων όπως είχαν κάνει παλαιότερα οι γυμναστές 138. Η ανάπτυξη της ιδιαίτερης αυτής ταυτότητας συνδέεται οπωσδήποτε
το
την
Ο
134. Το απόκομμα απότην εφ.Βρα8υνή, χωρίς ημερομηνία, βρίσκεται στο αρχείο του Πανιωνίου. Απόάλλο απόκομμα, της εφ.Ελεύθερος Τύπος (4 Ιαν. 1925), πληροφορούμαστε χρόνο διεξαγωγής του αγώνα. Αντίστοιχη διαφήμιση, με πρωταγωνιστή τον Τόφαλο, συναντάται σε πατρινές εφημερίδες του 1908. Ν. Ε. Πολίτης, Ο πατραϊκός αθλητισμός. ό.π., σ. 188-189: «— Πώς απέκτησε τις τεράστιες δυνάμεις του ο πρωταθλητής του κόσμ Τόφαλος; — Με το να πίνει από τα έξοχακοκκινέλια κρασιά, τα πωλούμενα από τον Ντίνο Αθανασίου ειςτο υπόγειονΚοντογούρη (οδός Κανακάρη αρ. 107)και προς πόσο νομίζεις; προς 30 λεπτά ηοκά!». 135. Τον Σεπτέμβριο 1924 ιδρύθηκεη« Ένωσις Πυγμαχίας Αθηνών»της οποίας αντιπρόεδρος ήταν οΚαραμπάτης. Ο ίδιος φέρεται ότι εξέδιδε περιοδικό με τίτλο Η Πυγμαχία, οποίου δενέχωεντοπίσει αντίτυπα. Τοboxe είχε εισαχθεί απότο 1923στον Πανελλήνιο. «Τ boxe ενΑθήναις», Α θ λ η τ κ ι ή Επιθεώρησις 2, Ιούλιος 1923, σ. 15. 136.Ηαπεργία έγινεμε αφορμή τους προκριματικούς για τους Ολυμπιακούς του 1924 από αθλητές πουήταν δυσαρεστημένοι μετην Ε.O.A.και τον Σ.Ε.Α.Γ.Σ.Οιαθλητές διοργάνωσ δικούς τους προκριματικούς αρνούμενοι να μετάσχουν στους αγώνες πουδιοργάνωσε ηαρμόδια επιτροπή. Βλ. εφ. Η Καθημερινή, 31 Μαρτίου 1924 και 7 Απρ. 1924. Τελικά, η Ε.Ο απέκλεισε τον Καραμπάτη απότην εθνική ομάδα και εκείνος μετέσχε στους Ολυμπιακούς στο Παρίσι με δικά του έξοδα. 137. «Πρέπεινα καταλάβουν όλοι των ότι οιαθληταί δενείνε λούστροι ούτε μορμολύκεια», έγραφε σεεπιστολή συμπαράστασης οΔ. Βασιλόπουλος. Βλ.«Ηαθλητική απεργία» και «Διά απεργίαν των αθλητών», εφ. Ε μ π ρ ό ς , 4 Απρ. 1924. Στις αρχές του αιώνα, ερασιτέχνες αθλητές είχαν στραφεί εξάλλου προςτον επαγγελματισμό, όπωςοΛουκάς Λαμπίρης, Γυμναστικής Εταιρείας Πατρών, αλλά καιοίδιος οΔ. Τόφαλος μετά το 1908. Ν. Ε. Πολίτης, 138.ΤονΦεβρουάριο 1920 ιδρύθηκε η Ένωσις Ελλήνων Αθλητών Στίβου (απόφαση εγκρίσεως του Πρωτοδικείου Αθηνών αρ. 581, 4 Μαρτίου 1920) με πρωτοβουλία του Παν. Παρασκευόπουλου. Η Ένωσηαποτελούσε ανασύσταση του παλαιότερου Συνδέσμου των Ελλήνων Αθλητών που εμφανίζεται μία μόνο φορά με έγγραφο του προςτην Ε.Ο.Α.τον Απρίλιο
πατραϊκός αθλητισμός. Β'..., ό.π.,σ. 71-82.
ποτε με τους μετασχηματισμούς που υφίσταται ο ελληνικός αθλητισμός μετά το 1922: κυρίως, τη μαζικότητά του που επιτρέπει —και μέσω του Τύπου— την ανάδειξη αθλητικών ειδώλων. Οι άθλοι των νέων αυτών ηρώων είναι τα ρεκόρ. ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΚΑΙ Η ΕΠΙΔΙΩΞΗ ΤΗΣ ΕΠΙΔΟΣΗΣ
Στην Ελλάδα η καταγραφή των ρεκόρ εισάγεται από το 1896.Στοεξήςοι επιδόσεις των αθλητών μετρώνται τόσο σε πανελλήνιο όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο 139 . Η έννοια του ρεκόρ συνδέεται με μια από τις όψεις των νεότερων σπορπουτα διακρίνουν από τα παραδοσιακά παιχνίδια, την ακριβή μέτρηση, την ποσοτικοποίηση, θα μπορούσαμε να πούμε με αδέξια ελληνικά. «Record» σημαίνει άλλωστε «καταγράφω». Η ακριβής μέτρηση της επίδοσης με αριθμούς (δευτερόλεπτα, μέτρα, βάρος κλπ.) με στόχο τη βελτίωσή της γίνεται ένα είδος μανίας που διατρέχει τόσο τους ίδιους τους αγώνες όσο και την περιγραφή τους.
περασμένου αιώνα. Ο Βερναρδάκης πρότεινε τη λέξη «κρατιστεύματα» 140, ο Σπ. Λάμπρος, με βάση τον Λουκιανό, τη λέξη «μέτρον» 141 ενώ και το «υπερβατόν» καιτο«υπέρωρον» θεωρήθηκαν ότι θα μπορούσαν να αποδώσουν την έννοια 1 4 2 . Εν τέλει επικράτησε η λέξη «επίδοσις» αλλά παράλληλα με την αγγλική «record», η οποία χρησιμοποιήθηκε και στις άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες.
ποικίλες και αντανακλούσαν τη διαμάχη ανάμεσα στουςυποστηρικτές τουαγγλικής προέλευσης αθλητισμού και τους, κατ' επάγγελμα συνήθως, υποστηρικτές της γερμανικής η σουηδικής γυμναστικής με παιδαγωγικούς στόχους.ΗΠοδη λατική και Αθλητική Επιθεώρησις της Ανατολής, έντυπο αθλητικού (δηλ.
σκόπευε,όπωςφαίνεται, στην αποστολή όσοτο δυνατόν περισσότερων αθλητών στους Ολυμπιακούς της Αμβέρσας, παρακάμπτοντας τους αρμόδιους για την επιλογήφορείς, κυρίως την Ε.Ο.Α.αλλά και τον Σ.Ε.Α.Γ.Σ. Προκήρυξε μάλιστα και Παναθηναϊκούς Αθλητικούς Αγώνεςγια τις 30και 31 Μαρτίου (έγγραφο προς Πανελλήνιο Γ.Σ., 29 Φεβρ. 1920και απάντηση ου Πανελληνίου, 14 Μαρτίου 1920, Αρχείο Π.Γ.Σ.). Οι αγώνες δενέγιναν, και σύντομα, λόγω των προφανών αντιδράσεων, η Ένωση περιήλθε σεαφάνεια για να επανεμφανιστεί, με νέα διοίκηση, στην απεργία του 1924. Βλ. Π. Ν. Μανιτάκης, 100χρόνια..., ό.π.,σ. 347-34 428. 139. Εισάγεται τότε ηέννοιατου ρεκόραλλά δεναρχίζει αμέσως ησυστηματική καταγραφή των επιδόσεωντων ελλήνων αθλητών. 1906, σ. 53.
140. Κ. Μ. Κατσαράς, Η Ελλάς κατά τους διεθνείς Ολυμπιακούς 1906, α γ ώ ν α ς 1906, 141. Π. Σ. Σαββίδης, Λεύκωμα ...Ολυμπιακών α γ ώ ν ω ν ό.π.,σ. 12.
δάς, 100 χρόνια
1907 («Πρακτικά Ε.Ο.Α.», Γ ', 66η συνεδρίαση, Απρίλιος - Μάιος 1907' πβ.και Ελ.Σκιανεώτερη ελληνική ολυμπιακή ιστορία...,
ό.π.,σ. 223-22
Α
142. ΠΑΕΑ
1 (1898-9), σ. 263.
sportif) σωματείου, προτείνει ως μέσο για την «αναζωπύρωσιν της γυμναστικής καιτουαθλητισμού» την«σύστασιν εν Ελλάδι επιδόσεων (records) αίτινες εν άπαντι τω πεπολιτισμένω κόσμω προ πολλού έχουσι συσταθή εις όλα τα αθλητικά αγωνίσματα» 143. Στο ανώνυμο άρθρο, τα ρεκόρ και η αναγνώριση ελλήνων πρωταθλητών (recordmen), με τις απαραίτητες τιμές εκ μέρους των αρμόδιων αρχών, θεωρούνται ότι θα ενισχύσουντηνάμιλλα καιθαενθαρρύνουντουςαθλητέςναβελτιωθούν. Αντίθετα, οι γυμναστές —με κύριο εκφραστή τον I. Χρυσάφη—υποστηρίζουν ότι ο ανταγωνισμός και η άμιλλα με στόχο το ρεκόρ λειτουργούν καταστρεπτικά για την ανάπτυξη της σωματικής αγωγής. Από το 1896, γράφει ο Χρυσάφης, «δ νεώτερος αθλητισμός, ήτοιη εις το έ π α κ ρ ο ν επίδοσις εις εν και μόνον α θ λ η τ ι κ ό ν αγώνισμα, οάγνωστος παρ' ημίν μέχρι της εποχής νης, εισήλασεν ακάθεκτος εις τα Ελληνικά γυμναστήρια, συνεισαγαγών πάσαν τηναθλητικήν αμετρίαν καιτηνυπερβολήν»,πουοδήγησε στην «αγοραπωλησίαν τωναθλητών, τονπεριορισμόν της όλης δράσεως των Συλλόγων εις την παντί τρόπω συγκρότησιν και συντήρησιν ενός μικροθιάσουαθλητών, οοποίος ειςτους ετησίους Πανελληνίους αγώνας ν' ασφαλίζη το έπαθλον και όλην εν γένειτηνάλογον αυτήν παρεκτροπήν από του κυρίου σκοπού της σωματικής αγωγής» 144 . Παρά τις αντιρρήσεις του Χρυσάφη και των συναδέλφων του εντούτοις, η διεξαγωγή αγώνων, η προπόνηση των αθλητών γι' αυτούς και η διεκδίκηση της νίκης όχι μόνο για την ατομική τους δόξα αλλά και για το γόητρο της ομάδας τους, αποτέλεσαν βασικά στοιχεία τουελληνικούαθλητισμού απότιςαρχέςτου 20ού αιώνα. Αποτέλεσμα, ένας οξύς ανταγωνισμός ανάμεσα στους συλλόγους και κυρίως ανάμεσα στους δύο σημαντικότερους εκείνη την εποχή, τον Πανελλή νιο και τον Εθνικό 143 . Αγώνες αρχίζουν να οργανώνονται συστηματικά στην Ελλάδα στην ουσία μετά το 1899. Τη συλλογική μέθη του 1896 την είχε διαδεχθεί το αίσθημα της εθνικής ταπείνωσης το 1897. Αδράνεια χαρακτηρίζει τη «σκοτεινή» χρονιά της ήττας, παρά τη σημαντική για την εξέλιξη του αθλητισμού ίδρυση του Συνδέσμου των Ελληνικών Αθλητικών και Γυμναστικών Σωματείων (Σ.Ε.Α.Γ.Σ.). Θα
ό.π., σ. 28-29. Η υπογράμμιση, του συγγραφέα. 145. Για τις μορφέςπουπήρε αυτός οανταγωνισμός, βλ. εδώ, σ. 282-3.Στα καταστατικά 1900 (άρθρο 27)και του 1912 (άρθρο 29)του Πανελληνίου Γ.Σ. αναγράφονται οιαπαιτούμενες επιδόσειςτις οποίες αν επιτύχει ένας αθλητής βραβεύεται απότον σύλλογο μεαργυρό μετάλλιο και ανακηρύσσεται πρωταθλητής του συλλόγου. Καταστατικοί του Πανελ
Γυμναστικού Συλλόγου..., Αθήνα 1900 και Καταστατικόν
143. Στο ίδιο ,σ. 185. 144. [I. Ε. Χρυσάφης], Η σωματική
αγωγή
και η στρατιωτική
προπαίδευσις
Συλλόγου..., Αθήνα 1912.Μεστόχο την προετοιμασία αθλητών κυκλοφορούνεξάλλου εγχειρ δια προπονητικής, όπως για παράδειγμα εκείνο πουεξέδωσεηΧ.Α.Ν.: Α. Ε. Marriott, Ό8ηγοα αθλητού, Αθήνα 1920.
του Πανελλην
χρειαστεί η επέμβαση του κράτους με το νόμο ,ΒΧΚΑ' για να δοθεί κανονική και επαναλαμβανόμενη, δηλ. θεσμική, μορφή στις αθλητικές συναντήσεις. Α ν εξαιρέσουμε, βεβαίως, τους αγώνες που γίνονταν στο πλαίσιο των αθλητικών συλλόγων, οι οποίοι όμως είχαν περιορισμένη εμβέλεια και περιορισμένη παρουσία θεατών. Από τη στιγμή της δημιουργίας του Σ.Ε.Α.Γ.Σ. αλλά και με δεύτερο πόλο τηνΕπιτροπήΟλυμπιακώνΑγώνων, η τυπική επαφή μεταξύ των αθλητικών και γυμναστικών σωματείων μέσω των αγώνων αποκτά επίσημη και θεσμοθετη μένη μορφή, που περιορίζει και την πρωτοβουλία των επιμέρους συλλόγων. Τα είδη των αγώνων (πανελλήνιοι, διεθνείς, τοπικοί, interclubs, match κλπ.), ο χρόνος και ο τρόπος διεξαγωγής τους, η συγκρότησητηςελλανόδικηςεπιτροπής,τα βραβεία, τα ρεκόρ, οι προϋποθέσεις συμμετοχής σωματείων καιαθλητών καιμια σειρά από άλλα ζητήματα προσδιορίζονται με ακρίβεια 146 . Απονέμεται εξάλλου απότονΣ.Ε.Α.Γ.Σ. τόσο το βραβείο της συλλογικής εργασίας στους Πανελλήνιους Αγώνες (από το 1910) 14 ' όσο και το έπαθλο της Νίκης στο σωματείο που συγκέντρωσε τις περισσότερες πρώτες νίκες (από το 1897) 148 .Ηαυστηρή αυτή οργάνωσηπουδιέπεται από λεπτομερή νομοθεσία, καταστατικά και κανονισμούς αγώνων προσδίδει σ' αυτόν το μοντέρνο τρόπο ψυχαγωγίας που λέγεται σπορ όλ αυτά τα διακριτικά γνωρίσματα που τον διαφοροποιούν από το παραδοσιακό παιχνίδι. Η αναζήτηση της νίκης αποτελεί άλλωστε επίσης ένα χαρακτηριστικό τωνσπορπουτα διακρίνει από τα παραδοσιακά παιχνίδια οπού και μόνη η συμμετοχή συνιστούσε στοιχείο διασκέδασης. όσον στους ετήσιους πανελλήνιους αγώνες που θεσπίζεται να γίνονται τις τρεις τελευταίες ημέρες της Διακαινησίμου στο Παναθηναϊκό Στάδιο επιτρέπεται να μετέχουν μόνο τα σωματεία που έχουν ενταχθεί στο Σύνδεσμο. Ο Σ.Ε.Α.Γ.Σ. προσδιορίζει εξάλλου το ήμισυ περίπου των μελών που συγκροτούν τις ελλανόδικες επιτροπές τόσο των πανελλήνιων όσο και των σχολικών αγώνων. Τέλος, τα σωματεία δεν επιτρέπεται να διοργανώσουν δικούς τους αγώνες τρεις μήνες πριν καιτρειςμήνες μετά τους Πανελλήνιους Αγώνες. Τα σωματεία πουδιακρίνονται
146. Ο Σ.Ε.Α.Γ.Σ. κατατάσσει τους αγώνες σεεξικατηγορίες ανάλογα με το είδος και το φορέα πουτους οργανώνει. Σ.Ε.Α.Γ.Σ.,Ε σ ω τ ε ρ κ ιό ς κανονισμός και γενικοί κα νων, Αθήνα 1910,άρθρο 26. 147. «Καταστατικόν Σ.Ε.Α.Γ.Σ.» (30 Σεπτ. 1910), ΦΕΚ λ' 86, 15 Απρ. 1911,άρθρο 37. 148. «Καταστατικόν Σ.Ε.Α.Γ.Σ.» (25 Ιαν. 1897), ΦΕΚ Β' 25, 27 Φεβρ. 1897,άρθρο 17. Τοέπαθλο άρχισε να απονέμεται από τους Πανελλήνιους του 1904 και αθλοθέτης ήταν ο Πέτρος Καλλιγάς. Σ.Ε.Α.Γ.Σ., Η μ ε ρ ο λ ό γ ο ιν 1910..., Αθήνα 1910, σ. 128. Το βραβείο της Νίκης καταργήθηκε το 1920και το χάλκινο άγαλμα της Νίκης παρέμεινε πλέον μόνιμα στον Πανελλήνιο πουτο είχε κατακτήσει επί 13 συνεχείς αγώνες. Εφ. Καιροί, 5 Φεβρ. 1920, σ. 2 «Πρακτικά ... Σ.Ε.Α.Γ.Σ.», σ. 85.
ται κατά τους Πανελλήνιους Αγώνες απολαμβάνουν χρηματικής επικουρίας αντί γιαάλλοβραβείο 149.
πτομερώς ο τρόπος τέλεσης των ετήσιων πανελλήνιων αγώνων και οι αντίστοιχες αρμοδιότητες Σ.Ε.Α.Γ.Σ. και Ε.O.A. 150 . Η προκήρυξη, το πρόγραμμα και ο προϋπολογισμός των αγώνων υπάγονταν στη δικαιοδοσία του Σ.Ε.Α.Γ.Σ. αλλά η τελική έγκριση ανήκε στην Ε.Ο.Α. που μπορούσε να επιφέρει τις τρ που ήθελε στο αρχικό σχέδιο του Συνδέσμου. Σύμφωνα με το αν καταστατικό του Σ.Ε.Α.Γ.Σ. το 1900, οριζόταν επίσης η διοργάνωση κάθε δύο χρόνια των « Ολυμπίων» στην αρχαία Ολυμπία 151, αγώνων όμως που δεν τελέστηκαν ποτέ. Αλλά και ο θεσμός της Μεσολυμπιάδας, που καθιερώθηκε μετά τηνάρνησητηςΔ.Ο.Ε. για μόνιμη τέλεση των Ολυμπιακών στην Ε ατόνησε μετά την πρώτη και μοναδική Ολυμπιάδα του 1906. Παρόλο που το θέμα επανερχόταν στις συνεδριάσεις της Ε.Ο.Α. κατά τις προβλεπόμενες χρονιές (1910, 1914 και 1922) και συντάσσονταν προγράμματα και προϋπολογισμοί, καμία Μεσολυμπιάδα δεν έγινε στην Αθήνα μετά το 1906 153 . άλλοιαγώνεςπουθεσμοθετήθηκαν κατά την ίδια περίοδο ήταν οι σχολικοί αγώνες (στην ουσία γυμναστικές επιδείξεις και εξετάσεις στη γυμναστική) 154, τα
149. Νόμος,ΒΧΚΑ' «Περί γυμναστικής και γυμναστικών και αθλητικών αγώνων» (10 Ιουλ. 1899), ΦΕΚ Α' 141, 12 Ιουλ. 1899,άρθρα 29, 31, 34, 43. 150. Β.Δ. «Περί Πανελληνίων Αγώνων» (3 Ιαν. 1900), ΦΕΚ Α' 3, 5 Ιαν. 1900. 151. «Καταστατικόν του Συνδέσμου των Ελληνικών Αθλητικών και Γυμναστικών Σωματείων», ΦΕΚ Β' 17, 8 Απρ. 1900,άρθρο 1β'. 152. Κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων του 1896, ο Γεώργιος Α' πρότεινε να καθιερωθεί η Αθήνα ως μόνιμος τόπος τέλεσης των αγώνων. Το 1899 μάλιστα ο νόμος ,ΒΧΚΑ' (άρθρο 37) όριζε ότι η Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων «μεριμνά περί της ανά τετραετίαν εξακολουθήσεως των Ολυμπιακών Αγώνων, των τελεσθέντων εν έτει 1896». Ο Coubertin ωστόσο επέμενεστην αρχική απόφαση της Δ.Ο.Ε.για περιοδική τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων σε διαφορετικές πόλειςτου κόσμου. Ήδηάλλωστε είχε ορισθεί το Παρίσι ως τόπος τέλεσης της δεύτερης Ολυμπιάδας, το 1900,και οελληνικός νόμοςαντιμετωπίσθηκε με δυσφορία αλλά και ειρωνεία στο εξωτερικό. Τότε οδιάδοχος Κωνσταντίνος πρότεινε ωςσυμβιβαστική λύση την τέλεση μεσολυμπιάδων στην Αθήνα. 153.Για τις σχετικές συζητήσεις, βλ. «Πρακτικά της Ε.Ο.Α.», συνεδρ. 10 Μαρτ., 25 Μαρτ., 15 Σεπτ., 22 Οκτ. 1909, 9Μαΐου, 19Μαΐου, 7 Νοεμ., 14 Νοεμ., 10 Δεκ. 1913και 22 Μαΐου, 23 Οκτ. 1921. 154. Σχολικούςαγώνες διοργάνωνε απότο 1901και ωςτο 1922καιοΠανιώνιος στη Σμύρνη μετη συμμετοχή των εκεί ελληνικών σχολείων. Βλ. Χ. Σωκρ. Σολομωνίδης - Ν. Εμμ. Λ της, Πανιώνιος Γυμναστικός Σύλλογος, Αθήνα 1967, σ. 50-54.Στην Ελλ μέσης εκπαίδευσης θεωρούνταν φίλαθλα γυμναστικά σωματεία καιοιμαθητές τους πουείχαν συμπληρώσει το 17οέτος μπορούσαν να μετέχουν στους Πανελλήνιους Αγώνες ως αθλητές.
Ελευθέρια (ετήσιοι σκοπευτικοί αγώνες από το 1910) 155 , τα Σωτήρια (απότο 1899) 156 , οι παιδικοί και εφηβικοί αγώνες του Εθνικού Γ.Σ. (από το 1898), αγώνεςγιατηναπόκτηση ειδικών βραβείων (όπως ο αγώνας ανωμάλου δρόμου 12 χλμ. προς τιμήν του βασιλέως της Ιταλίας η το κύπελλο που πρόσφερε ο πρίγκηπας Γεώργιος για αθλητικούς αγώνες μεταξύ των Σχολών του Πανεπιστημίου) 157 καθώς και διασωματειακοί (inter-clubs) αγώνες για ειδικάσπορπου οργανώνονται περιοδικά από αθλητικούς συλλόγους (ιππικοί, ναυτικοί, σκοπευτικοί κλπ.). Εκτός ελληνικού κράτους, οι γνωστότερες αθλητικές διοργανώσεις, στιςοποίες μετέχουν και σύλλογοι από την Ελλάδα, είναι οι Πανιώνιοι στη Σμύρνη, οι Αιολικοί στις Κυδωνιές, οι Παγκύπριοι στη Λευκωσία και τη Λεμεσό, τα Σάμια στη Σάμο και οι Παναιγύπτιοι στην Αλεξάνδρεια. Εξάλλου, οι ση μαντικότεροι από τους ελληνικούς αθλητικούς συλλόγους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μετείχαν τόσο στους Πανελλήνιους όσο και σε άλλες αθλητικές διοργανώσεις των ελλαδικών συλλόγων. Αντίστοιχα, βεβαίως, σύλλογοιαπότο ελληνικό κράτος —κυρίως ο Πανελλήνιος και ο Εθνικός— μετείχαν στουςεκτός κράτους αθλητικούς αγώνες.
τλητική. Γνωρίζουμε τους αγώνες που τελούνταν στους χώρους που βρίσκονταν υπότηδικαιοδοσία της Ε.O.A. (Στάδιο, Ποδηλατοδρόμιο, Σκοπευτήριο Καλλιθέας, Μπελλένειος Σκοπευτική Σχολή), στο Κεντρικό Γυμναστήριο, στο Ζάππειο, καθώς και με την πρωτοβουλία των μεγαλύτερων συλλόγων. Τοπικοί αγώνες, μακριά από την πρωτεύουσα, και εσωτερικοί αγώνες μεταξύ των μελώνενόςη δύο γυμναστικών και αθλητικών συλλόγων είναι λιγότερο γνωστοί. μετοχής συλλόγων,"αθλητών και θεατών) γίνονται βεβαίως χωρίς αμφιβολία στην πρωτεύουσα 158. Και σε άλλες πόλεις (Βόλο, Λάρισα, Τρίκαλα, Πάτρα, Σπάρτη,
Νόμος 2476 «Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των νόμων ΒΧΚΑ', ;ΓΥΛΗ' "περί γυμναστικής κλπ."», ΦΕΚ λ' 199, 4 Σεπτ.' 1920. 155. Τα Ελευθέρια ιδρύθηκαν με το νόμο ,ΓΧΛ<Γ (16 Map. 1910. ΦΕΚ Α' 106, 19 Μαρτίου 1910) για να τιμάται η επέτειος της Ελληνικής Παλιγγενεσίας. Οιαγώνες θα τελούνταν σεδιαφορετική πόλη κάθε χρόνοκαι δικαίωμα συμμετοχής είχαν μόνο Έλληνες έως 30ετών (απότο 1912,έως40). Βλ. νόμος,Γ^ΠΓ ' «Περί τροποποιήσεως διατάξεών τίνων του ΓΧΛ7' νόμου "περί Ελευθερίων"» (13 Ιαν. 1912), ΦΕΚ Α' 12, 14 Ιαν. 1912.Τα βραβεία ήταν χρηματικά: 10.000 δρχ.για τον πρώτο νικητή, 2.000για τον δεύτερο και 1.000για τον τρίτο. Τα πρώτα Ελευθέρια έγιναν στο Ρίο και τα επόμενα στο Βόλοκαι τα Τρίκαλα. 156. Από τον Πανελλήνιο Γ.Σ.για τον εορτασμό της διάσωσης του Γεωργίου Α'και της κόρης του Μαρίας από δολοφονική απόπειρα. Βλ.εδώ, σ. 217. 157.Οιαγώνες μεταξύ των Σχολών του Πανεπιστημίου προκηρύχτηκαν για πρώτη φορά το 1908. «Πρακτικά Ε.Ο.Α.», τ. Γ '", συνεδρ. 14 Φεβρ. 1908. 158.Οισημαντικότεροι αγώνες πουγίνονται εκτός ελληνικού κράτους είναι οιΠανιώνιοι στη
Τρίπολη) οργανώνονται αγώνες όπου προσκαλούνται και σύλλογοι της πρωτεύουσαςαλλά δενέχουντην αίγλη και την απήχηση των πανελλήνιων συναντήσεων. Μια περίπτωση αγώνων με ετήσια περιοδικότητα που δεν οργανώνονται από μεγάλο σύλλογο ούτε σε ένα από τα μεγάλα αστικά κέντρα είναι οι αγώνες του Αθλητικού Συλλόγου του χωριού Βούρβουρα Κυνουρίας. Εντούτοις, δεν θα πρέπει να προβούμε σε βιαστικά συμπεράσματα ως προς τη διάδοσητουαθλητισμού στηνεπαρχία ησεευρύτερα κοινωνικά στρώματα. Η πρωτοβουλία για την ίδρυση του συλλόγου δεν προήλθε από τους κατοίκους του χωριού αλλά από «ομάδα νέων παραθεριζόντων», οι οποίοι είδαν τον αθλητισμό ως μέσο εκπαίδευσης των χωρικών:
« Επειδή ο παλληκαριζόμενος νέος των χωρίων μας εννοεί καλώς ότι αί διά ψύλλου πήδημα ανδραγαθίαι κατά της ζωής του πλησίον δεν είναι το μόνον μέσον, όπως ακουσθή το όνομά του και ίκανοποιηθή η φιλοδοξία του,αφ'ουκαιορίπτων τον δίσκον και ο πηδών καλώς τόσον πολύ τιμώνται και ακουστοί γίνονται εις τα πέριξ. Εντεύθεν η φιλοδοξία των νέων μας θέλει τραπή επί τα ευγενέστατα ιδεώδη της περί το σώμα επιμελείας και αι δάφναι του παλληκαρισμού ταχέως θέλουσι μαρανθή» 159.
δοση των Ολυμπιακών Αγώνων και περιλαμβάνουν πολλά αγωνίσματα. Ενδεικτικά, οι Πανελλήνιοι του 1906 περιλάμβαναν 26 αγωνίσματα: δρόμοι 100 μ., 5 αγγλικών μιλίων, 400 μ., 800 μ., 110 μ. μετ' εμποδίων, άλμα επί κοντώ, άρσις αμφισφαίρου δ' αμφοτέρων των χειρών, πάλη ελληνορωμαϊκή, δισκοβολία ελληνική, άλμα τριπλούν, λιθοβολία, άλμα εις ύψος μετά φοράς, άρσις αλτήρος δι' εκατέρας χειρός, ακοντισμός, σφαιροβολία, άλμα εις μήκος μετά φοράς, αγών πορείας βάδην 1.500 μ., διελκυστίνδα, άλμα απλούν άνευ φοράς, γυμναστικόν πένταθλον, αθλητικόν πένταθλον, μαραθώνιος δρόμος,αγώνομάδων, αναρρίχησις επί κάλω, άλμα εις ύψος άνευ φοράς. Εκτός από τους πανελλήνιους αθλητικούς αγώνες, διοργανώνονται κάθε χρόνο μετά το 1904 160 οι πανελλήνιοι αγώνες σκοποβολής, οπλομαχίας, αντισφαίρισης Σμύρνη,τους οποίους οργανώνει κάθε χρόνοοΠανιώνιος και όπου μετέχουν τα σημαντικότερα ελληνικά αθλητικά σωματεία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της Ελλάδας. Υπολείπονται πάντως, από άποψη συμμετοχής αθλητών, των Πανελληνίων. 160. Οι Πανελλήνιοι συνεχίζονταν και κατά τα χρόνια του πολέμου και του διχασμού. Δεν έγιναν μόνο το 1915 και το αθλητικοί αγώνες στο Στάδιο «ίνα μηνεκρωθή πάσα αθλητική κίνησις». «Πρακτικά ... Ε.Ο.Α.», τ. ΣΤ', συνεδρ. 21 Μαρτ. 1919. Ο λόγος της αναβολής των αγώνων του 1919 ήταν ότι υπήρχαν ελάχιστοι μη στρατευμένοι αθλητές. «Πρακτικά... Σ.Ε.Α.Γ.Σ.», σ. 82. Αντίστοιχα, το 1916 υπήρχαν μόνο 79μηστρατεύσιμοι αθλητές πουθα μπορούσαν να μετάσχουν στους προγραμματιζόμενους Πανελλήνιους: Στο ίδιο, σ. 67.
159. ΠΑΕΑ (1898-9), σ. 19. Πβ.και στο ίδιο, σ. 323.
σης, ποδηλασίας και οι ναυτικοί πανελλήνιοι αγώνες (κολύμβηση και κωπηλασία). Πανελλήνιοι ποδοσφαίρου θα γίνουν πρώτη φορά το 1906ενώ,αντίθετα, η ποδηλασία παρακμάζει και οι τελευταίοι πανελλήνιοι αγώνες ποδηλασίας κατά την περίοδο που εξετάζουμε γίνονται το 1911 και μάλιστα με τη συμμετοχή ενό μόνο αθλητή. Η ακμή του ποδοσφαίρου τοποθετείται από τη δεύτερη δεκαετία του20ούαιώνα. Νέοι ποδοσφαιρικοί σύλλογοι ιδρύονται τότε στην Αθήνα και στον Πειραιά (καθώς και στη Θεσσαλονίκη αλλά και σε μικρότερα επαρχιακά κέντρα), ενώ ήδη το ποδόσφαιρο αποτελεί κεντρική δραστηριότητα πολλών εκτός ελληνικού κράτους συλλόγων, όπως ο Πανιώνιος και ο Απόλλων Σμύρνης, ο Ηρακλής Θεσσαλονίκης και το Πέρα Κλουμπ Κωνσταντινουπόλεως' 61. Στα χρόνια του πολέμου και του διχασμού, όταν μειώνεται γενικά η αθλητική κίνηση, οι μόνοι αγώνες που καταγράφονται στο αρχείο της Ε.Ο.Α. είναι ποδοσφαιρικοί αγώνες μεταξύ των ήδη ιδρυμένων ποδοσφαιρικών συλλόγων της πρωτεύουσα αλλά καιμεομάδες του αγγλικού ναυτικού. Για παράδειγμα, το 1918, όταν δεν καταγράφεται κανένας άλλος αγώνας, στην Αθήνα τουλάχιστον, διοργανώνονται αποκλειστικά ποδοσφαιρικοί αγώνες. Το 1920στουςΟλυμπιακούςτης Αμβέρσαςθαμετάσχει για πρώτη φορά και ελληνική ποδοσφαιρική ομάδα που συγκροτήθηκε από αθλητές αθηναϊκών, πειραϊκών και σμυρναϊκών σωματείων. Ποδοσφαιρικοί, αλλά και αθλητικοί, αγώνες διοργανώνονταν τα χρόνια 19211922 στο μέτωπο της Μ. Ασίας μεταξύ των στρατευμένων αθλητών απότο ελληνικό κράτος και των αθλητών της Σμύρνης και άλλων μικρασιατικών πόλεων 162 .
δοσφαίρου στο ελληνικό κράτος. Εκεί γινόταν η προπόνηση των παικτών, επίσημοι και ανεπίσημοι αγώνες. Εκτός από τους αγώνες μεταξύ ομάδων συλλόγων που οργάνωνε ο Σ.Ε.Α.Γ.Σ., γίνονταν επίσης αγώνες μεταξύ σχολείων και μετα ξύ πανεπιστημιακών σχολών. Τα ιδιωτικά σχολεία και η Νομική Σχολή φαίνεται πως είχαν εκείνη την εποχή τις υψηλότερες ποδοσφαιρικές επιδόσεις. Διοργανω τές ποδοσφαιρικών αγώνων ήταν επίσης οι πρόσκοποι163 και η Χ.Α.Ν., που είχε θεσμοθετήσει ειδικό κύπελλο για το «ωραίον και ανδρικώτατον αυτό παιχνίδιον» 164 . Οι ποδοσφαιρικές αναμετρήσεις είναι εξάλλου οι πρώτεςπουχρωματίζονται
στοιχεία βιβλία: Ν. Κ. Χριστοδούλου, Ο Γυμναστικός η εξέλιξις του αθλητισμού εν Θεσσαλονίκη,
161. Για τον αθλητισμό της Σμύρνης και της Θεσσαλονίκης διαθέτουμε δύο πλούσια σε
Εμμ. Λωρέντης, Πανιώνιος Γυμναστικός Σύλλογος, Αθήνα 1967. Αντίθετ σμότης Κωνσταντινούπολης, δενυπάρχει μέχρι στιγμής κάποια παρόμοια μελέτη. 162. Βλ. περιγραφές στο περ. Η Νίκη (1922).
163. Η.Ησαΐας, Ιστορία του ελληνικού προσκοπισμού, τ. Α', Αθήνα 1949, σ. 81.
Σύλλογος Θεσ/νίκης «Ο Θεσσαλονίκη 1927 και Χ. Σ. Σολομωνίδη
164. περ. Σύντροφος Ì9, Ιαν. 1921, σ. 5. Στο ίδιο περιοδικό,έκδοσητης Χ.Α.Ν., δημ ονται περιγραφές και αποτελέσματα των αγώνων.
ται από τις τοπικές ταυτότητες. Ήδη το 1908 γίνεται ματς μεταξύ των μικτών ομάδων Σμύρνης και Αθηνών165. Ωστόσο, μορφή ανταγωνισμού προσλαμβάνει μόνο η ποδοσφαιρική αναμέτρηση Αθήνας και Πειραιά, που ξεκινά αρχικά ως σύγκρουση τοπικών τους ομάδων για να προσλάβει το χαρακτήρα της σύγκρουσης των δύο πόλεων. Το 1922, η Ένωσις Ποδοσφαιρικών Σωματείων Ελλάδος διοργανώνει αγώνες μεταξύ των μικτών ομάδων Αθήνας και Πειραιά 166. Η διεκδίκηση της «κούπας» από τις δύο αντίπαλες πόλεις χρωματίζεται με πάθος και φανατισμό, τόσο που ο ποδοσφαιριστής του Πειραϊκού Συνδέσμου Μήτσος Βλαστός, από το μέτωπο, να αναφέρεται συνεχώς σ' αυτή την αναμέτρηση 167. ούτε την ταχύτατη και μαζική διάδοση του ποδοσφαίρου, παρόλο που η εμφάνισή τους προηγείται στην Ελλάδα. Μόλις τρεις έως πέντε σύλλογοι μετέχουν στους πανελλήνιους αγώνες της οπλομαχίας, της ποδηλασίας και της κωπηλασίας και κολύμβησης. Λίγο υψηλότερη είναι η συμμετοχήστους σκοπευτικούς αγώνες ενώ, αντίθετα, το τέννις διατηρεί τον αποκλειστικό του χαρακτήρα. Σχεδόν όλοι οι πανελλήνιοι αγώνες αντισφαίρισης γίνονται στις εγκαταστάσεις του Lawn Tennis Club Αθηνών και μεταξύ των μελών του. Αλλά και οι πανελλήνιοι αγώνες οπλομαχίας γίνονται στην αίθουσα του Συλλόγου Οπλομαχητικής «το Ξίφος» (τουλάχιστον τα χρόνια 1909-1911)" 58 . Σπανιότερα, εμφανίζονται αγώνεςγια το 1908) 169 , το hockey (πρώτος αγώνας το 1911). Αγώνες μπάσκετ και βόλεϋ γίνονται για πρώτη φορά το 1921 στα Παναθήναια, που οργάνωσαν από κοινού ο Πανελλήνιος και ο Εθνικός 170 . Η μεγαλύτερη συμμετοχή συλλόγων και αθλη-
165. Η ομάδα των Αθηνώναποτελούνταν από αθλητές των συλλόγων Πανελληνίου Γ.Σ., Εθνικού Γ.Σ.και Πειραϊκού Συνδέσμου καιηομάδα της Σμύρνηςαπό αθλητές του Πανιων Νίκησε η Σμύρνη με 3-1. 166.Απότην Αθήνα μετείχαν οισύλλογοι Γουδή, Πανελλήνιος και Αθηναϊκός και απότον Πειραιά, ο Πειραϊκός Σύνδεσμος, η Πειραϊκή ΈνωσιςκαιοΌμιλος Φιλάθλων. Η Νίκη, έτος Γ', περ. Β', τχ. 9-10, Σεπτ.-Οκτ. 1922, σ. 167.
167. Γ . Ζεβελάκης, « Γ ρ ά μ μ α τ α από το μέτωπο του ποδοσφαιριστή Μήτσου Βλαστού
(29.10.1920 - 9.5.1921)», Η Λέξη 112 (Νοέμ.-Δεκ. 1992), σ. 830-841. Βλ. επίσης και Β. Καρδάσης, « Ολυμπιακός Πειραιώς: ένα αρχείο, μια ιστορία», Ί σ τ ω ρ 9 (Δεκ. 1996), σ. 59-86. 168. Αρχείο Ε.Ο.Α. 169. Στη Μεσολυμπιάδα του 1906 είχε γίνει εκτός συναγωνισμού επίδειξη στο άγνωστο σποραπό τη σουηδική ομάδα. Π. Σ. Σαββίδης, Λεύκωμα... 1906, ό.π.,σ. 117.Τα περισσ αθλήματα δεν μεταφράζονται αμέσως μόλις εισάγονται στην Ελλάδα αλλά διατηρούν την ξενική ονομασία τους — κάποια, μέχρι σήμερα άλλωστε. Τοwater-polo δεν συναντάται καθόλου ως «υδατοσφαίριση» κατά την περίοδο πουεξετάζω και το ίδιο ισχύειγια το basket-ball, το volley-ball, το cricket, το hockeyκαιτο boxe. Γι'αυτό το λόγο, χρησιμοποιώ τις ξένες ονομασίες στις οικείες θέσεις. 170. Αρχείο Πανελληνίου Γ.Σ.Οικανονισμοί για τα περισσότερα σπορ (ποδόσφαιρο, χόκευ.
αθλητών παρατηρείται σταθερά στους ετήσιους πανελλήνιους αθλητικούς αγών Παναθηναϊκό Στάδιο, οι οποίοι και παρουσιάζουν πλεόνασμα στον οικονομικό τους απολογισμό. Πράγματι, τα διαθέσιμα στοιχεία για τις εισπράξεις των χρόνων 1904-1911 απότουςΠανελλήνιους Αγώνες επιβεβαιώνουν τη σημαντική, αν και κυμαινόμενη, προσέλευση του κοινού171. Το πλεόνασμα κυμαίνεται από 709,1 δρχ. το 1910 (χαμηλότερη τιμή) ως 10.607,1 δρχ. το 1905 (υψηλότερη τιμή). Η διακύμανση των εισπράξεων παρακολουθεί τη συγκυρία και η σημαντική άνοδος κατά το 1905 θα πρέπει να αποδοθεί στην προετοιμασία της Μεσολυμπιάδας καιτην αντίστοιχη ενίσχυση της αθλητικής κίνησης. Οι τιμές των εισιτηρίων στις αρχές του20ούαιώνα παρουσιάζονται σταθερές, με μέσο όρο τη 1 δρχ., ενώ στους Πανελλήνιους Αγώνες γίνονται εκπτώσεις για τους φοιτητές καιτουςαξιωματικούς. Συχνά μάλιστα ολόκληρες κερκίδες και μεγάλος αριθμός εισιτηρίων παραχωρούνται δωρεάν από την Ε.Ο.Α. για μαθητές, στρατιώτες, ορφανοτροφεία, τους «εργάτας της θαλάσσης» κλπ. 1 ' 2 επειδή προφανώς, παρά τη σχετικά μεγαλ τερη προσέλευση, το Στάδιο παρέμενε πάντα κατά ένα μεγάλο μέρος άδειο. Οι κατώτερες τάξεις δεν φαίνεται να διέθεταν ακόμη χρήματα για την παρακολούθηση αγώνων και η παρουσία τους ως θεατών σε αθλητικές συναντήσεις συνδέεται με την απλή περιέργεια και εφόσον δεν χρειάζεται να πληρώσουν το αντίτιμο ενός, ακόμη και φθηνού, εισιτηρίου. Είναι χαρακτηριστικό το σχόλιο για τους ετήσιους αγώνες του Ποδηλατικού Συλλόγου Αθηνών στο Ποδηλατοδρόμιο όπου στη β' θέση «η είσοδος είχεν αφεθή ελευθέρα εις πάντας, ένεκα δε τούτου πλήθο πολύ είχε συρρεύσει και ουχί ολίγαι γυναίκες των κατωτέρων τάξεων»: «Αριστον το μέτρον τούτο διότι παρέχεται η ευκαιρία εις τον λαόν όπως παρακολουθών τους αγώνας να αναπτύσσεται και αγαπά πλειότερον τον αθλητισμόν» 173. στικών και αθλητικών αγώνων, σε αντίθεση με τη μικρή του προσέλευσησεάλλα είδη αγώνων, και η σχετική εκλαΐκευση του κλασικού αθλητισμού σε σχέση με τα σπορ,πουπαραμένουν ακόμη το αποκλειστικό δικαίωμα μιας αστικής ελίτ, θα πρέπει να αποδοθούν στο ιδιαίτερο εθνικό περιεχόμενο που αποδίδεται στον αθλητισμό τουστίβου και την εκγύμναση της νεολαίας. Όπως σε ολόκληρη την
γκολφ, μπάσκετ, κρίκετ, τέννις) είχαν μεταφραστεί απότον I. Χρυσάφη και δημοσιευθεί στην ΠΑΕΑ ήδηστα χρόνια 1898-1900. 171. Βλ. τα στοιχεία πουπαρατίθενται στο: Υπουργείον των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, Γυμναστική Τεύχος Α΄, Αθήνα 1912, σ. 129. Ενδεικτικά ότι στους Πανελλήνιους του 1904 τα έσοδα ανέρχονταν σε 34.589,95 δρχ.και τα έξοδα σε 30.835,95 δρχ. «Πρακτικά Ε.Ο.Α.», συνεδρ. 14 Δεκ. 1904. 172. Πολλά σχετικά έγγραφα για τους αγώνες του 1907, 1908, 1909, 1920στο Αρχείο της Ε.Ο.Α. 173. ΠΑΕΑ 2 (1899-1900), σ. 211.
Ευρώπη «η άνοδος των σπορ πρόσφερε νέες εκφράσεις του εθνικισμού μέσα από τηνεπιλογήητηνεφεύρεσηιδιαίτερων "εθνικών"σπορ» 1 7 4 ,στηνΕλλάδα η σύνδεση του εθνικού παρόντος με το εθνικό παρελθόνκαιηεπιβεβαίωση της εθνικής ιδιαιτερότητας έγιναν μέσω του κλασικού αθλητισμού. Ο νέος θεσμός τωναναβιωμένων ΟλυμπιακώνΑγώνων υπήρξε καθοριστικός προςαυτή την κατεύθυνση.
Ολυμπιακώντου1896. Αγώνες μεταξύ επαγγελματιών δεν καταγράφονται στα επίσημα αρχεία, γι' αυτό το λόγο γνωρίζουμε μέχρι στιγμής μόνο τους ποδηλατικούς και τους λεμβοδρομικούς επαγγελματικούς αγώνες, οι οποίοι εντάχθηκαν στον Πίνακα 1. Οι πληροφορίες είναι όμως ελλιπείς και άνισες, δεδομένου ότι ειδικά για την ποδηλασία διαθέτουμε πλούτο στοιχείων για την περίοδο 1898-1901, χάρη στην Ποδηλατική και Αθλητική Επιθεώρηση της Ανατολής, ενώδενσυμβαίνει το ίδιο με άλλα αθλήματα. Σύμφωνα με τους κανόνες του ερασιτεχνισμού, τα βραβεία που δίνονταν στους αγώνεςδενμπορούσαν να είναι χρηματικά. Εκτός από στεφάνια ελιάς και δάφνης, οι νικητές λάμβαναν επίσης ως έπαθλα διάφορα αντικείμενα αξίας, όπως ασημένια κύπελλα η μετάλλια, ρολόγια, χρονόμετρα, όπλα (στους σκοπευτικούς αγώνες) κ.ά. Για να διαφυλαχθεί ο ερασιτεχνικός χαρακτήρας τωναγώνωναπαγορευόταν στους αθλητές να πουλήσουν τα αντικείμενα που είχαν λάβει ως έπαθλα και να πάρουν χρήματα μ' αυτό τον τρόπο. Χρηματικά βραβεία επιτρέπονταν μόνο σε ιππικούς και σκοπευτικούς αγώνες 175 . Σύμφωνα με τον κανονισμό του Σ.Ε.Α.Γ.Σ. θεωρούνταν φίλαθλος «πάς όστις ουδέποτε ηγωνίσθη αντί χρη ματικού βραβείου, εκτός εις Σκοπευτικούς και Ιππικούς Αγώνας, ή χρημάτων εξ οιασδήποτε πηγής και αν προέρχωνται ταύτα, ή προς αθλητάς εξ επαγγέλματος, και όστις ουδέποτε ημείφθη χρηματικώς διά σωματικήν τουάσκησιν,εξήσκησεν ή προεπόνησεν άλλους επί μισθώ ή επρομηθεύθη καθ' οιονδήποτε τρόπον χρήματα εκ των επάθλων των αγωνισμάτων εις α διεκρίθη, και ουδέποτε μετεχειρίσθη όργανα και είδη αγωνιστικά επί σκοπώ διαφημίσεως του οικείου εργοστασίου. Ο φίλαθλος δικαιούται να δεχθή μόνον κατ' έγκρισιν και υπό τον έλεγχον του οικείου Συνδέσμου τα χάριν του ταξειδίου και της διαμονής εν τη ξένη πόλει έξοδα, αλλά και ταύτα ουχί ως αποζημίωσιν, δια τον απολεσθέντα ερ μον χρόνον, αλλά διά την έκτακτον δαπάνην εις ην υποβάλλεται μεταβαίνων εις Αγώνας μακράν του τόπου της διαμονής του» 176 .
174. Ε. Hobsbawm - T. Ranger (έκδ.),ό.π., σ. 300.
175. Σ.Ε.Α.Γ.Σ, Ε σ ω τ ε ρ ι κ ό ς κανονισμός Σ.Ε.Α.Γ.Σ. στο Δελτίον του Σ.Ε.Α.Γ.Σ.
άρθρο
και γενικοί
κανονισμοί
176. Στο ίδιο ,άρθρο13. Η υπογράμμιση δική μου.
2, 1 Αυγ. 1901, σ. 1.
24.Για τη διάκρισ
α γ ώ ν ω ν ,
Α
συνδυασμό με ένα σύνολο κωδικοποιήσεων που καθορίζουν την πρακτική της αθλητικής αναμέτρησης συγκροτούν ένα σώμα κανονισμών όλο και πιο λεπτομερές και ακριβές δίνοντας έτσι εν τέλει ενιαία και, δυνάμει, παγκόσμια μορφή στα σύγχρονα σπόρ177. Η Ελλάδα ακολουθεί τους διεθνείς κανόνες —άλλωστε όλοι οι κανονισμοί διεξαγωγής των επιμέρους σπορ μεταφράζοντα γλικά είτε από τα γαλλικά— ενώ η οργάνωσητουελληνικούαθλητισμού υπάγεται σε μια σειρά από νεότευκτους θεσμούς και ρυθμίζεται από μια νέα ad hoc νομοθεσία. Κεντρικοί αθλητικοί θεσμοί στις αρχές του 20ού αιώνα, και μέχρι σήμερα, η Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων και ο Σύνδεσμος Ελληνικών Αθλητικών καιΓυμναστικών Σωματείων, οι οποίοι ήρθαν συχνά ωςπροςτα όρια των αρμοδιοτήτων τους αλλά σε σχέση με την ε κή εξουσία, κυβέρνηση και παλάτι. ΠΙΝΑΚΑΣ 1
Α γ ώ ν ε ς
Έτος 1898 4 5 7 8 9 11 Μήνας Αγώνας Παίδων και Παναχαϊκοί Ποδηλατικοί Ποδηλατικοί Ποδηλατικοί
στο ελληνικό
κράτος
1898-1922
οργανωτής Σωματεία εφηβων επαγγελματιών φιλάθλων επαγγελματιών Ε.Γ.Σ. Παν.Γ.Σ. ιδιώτες Π.Σ.Α. Εταιρεία Τροχιοδρόμων Π.Σ.Α. Α.Σ.Β. [90]
Ποδηλατικοί φιλάθλων Αθλητικοί Βουρβούρων Αθλητικοί (Λάρισα) Ποδηλατικοί και δρόμου
1
Εταιρεία [12] Τροχιοδρόμων επαγγελματιών
Σημ. Δενκαταγράφονται οιαγώνες πουέγιναν εκτός ελληνικού κράτους, όπως π.χ. οι Πανιώνιοι, οιΠαναιγύπτιοι καιοιΠαγκύπριοι. Δεν καταγράφονται επίσης μεμονωμένοι ποδοσφαιρικοί αγώνες μεταξύ ελληνικών η ξένων ομάδων πουγίνονται στο Ποδηλατοδρόμιο. —Τα ονόματα των αγώνων δενενοποιήθηκαν αλλά διατηρήθηκε οτύπος πουχρησιμοποιείται σε κάθε περίπτωση. —Στην πέμπτη στήλη καταγράφεται οαριθμός των σωματείων πουέλαβαν μέρος στον αγώνα. Εάν οαριθμός είναι μέσα σεαγκύλες, δηλώνει αριθμό αθλητών που μετείχαν. Στις περιπτώσεις πουυπάρχει διαφορά ανάμεσα στις δηλώσεις για συμμετοχή και τις πραγματικές εντέλει συμμετοχές, προτιμήθηκαν τα στοιχεία των πραγματικών συμμετοχών. Σε περίπτωση, τέλος, διαφωνίας των πηγών, υιοθετείται εκείνη πουθεωρείται ωςηπλέον αξιόπιστη. 177. Πβ. R. Chartier, «Le sport ou la libération contrôlée des émotions», πρόλογος στο Ν. Elias
et civilisation. IM violence maîtrisée,
- E. Dunning, Sport
Παρίσι, Fayar
Έτος
Μήνας 12 12
Αγώνας Κρίκετ (Κέρκυρα) Ποδηλατικοί επαγγελματιών
οργανωτής Σωματεία Π.Σ.Α.
1899 2 3 4 4 5 5 5 5 5 5 5 8 9 11 1900 4 4 5 5 5 9 11 12 1901 1 4 4 4
Π.Γ.Σ. Οπλομαχητικής Πανελλήνιοι σχολικοί Διεθνείς Αντισφαίρισης L.T.C. Ποδηλατικοί (επαγγελματιών) και αθλητικοί (φιλάθλων) Π.Σ.Α. Εξεπαγγέλματος ποδηλατών Ποδηλατικοί και αθλητικοί Π.Σ.Α. Αθλητικοί Ε.Γ.Σ. Αθλητικοί (Σπάρτη) Σ.Γ.Σ. Αθλητικοί-γυμναστικοί (Βόλος) Γ.Σ.Β. Αθλητικοί-γυμναστικοί (Τρίπολη) Σύλλογος Φιλοπροόδων Παίδων και εφηβων Ε.Γ.Σ. Ποδηλατικοί και ποδοσφαίρου Π.Σ.Α. Σωτήρια Π.Γ.Σ. Γ ' ετήσιοι αθλητικοί Βουρβούρων Α.Σ.Β. Γυμναστικοί και αθλητικοί του Β' Πυροβολικού Συντάγματος Αθηνών Αθλητικοί (Βόλος) Γ.Σ.Β. Αθλητικοί (Μαρούσι) Σχολικοί γυμναστικοί Σχολικοί Πατρών Αθλητικοί Ποδηλατικοί φιλάθλων και Αθλητικοί (Πάτρα) Αθλητικοί και γυμναστικοί Θεσσαλικοί (Βόλος) Αθλητικοί, ιππικοί και ποδηλατικοί (Λάρισα) Γυμναστικοί (Σπάρτη) Αθλητικοί (Πάτρα) Γ.Σ.Α. Ε.Γ.Σ.
1 [80]
4[130]
Π.Σ.Α. επαγγελματιών Παν.Γ.Σ. Π.Γ.Σ. Γ.Σ.Β. Σ.Γ.Σ. Γ.Ε.Π.
Λεμβοδρομίες επαγγελματιών (Κύμη)Γ.Σ.Κ. Παίδων Π.Γ.Σ. Α' αθλητικοί (Πανελλήνιοι) ΕΟΑ/ΣΕΑΓΣ 12[126] Κολυμβητικοί-αθλητικοί (Ναύπλιο) [18] Σκοπευτικοί (Κηφισιά) Γ.Σ.Κηφ.
Έτος
Μήνας 4 5 5 5 5 7 8 8 8 9 9
Αγώνας Σχολικοί γυμναστικοί Αθλητικοί Αθλητικοί (Βόλος) Αθλητικοί (Σπάρτη) Σχολικοί γυμναστικοί ( Ολυμπία) Αθλητικοί και γυμναστικοί (Βούρβουρα) Γυμναστικοί (Κηφισιά) Κωπηλασίας-κολυμβητικής (Κύμη) Παγγορτύνιοι Αθλητικοί και Ιππικοί (Λάρισα) Κολυμβητικοί (Πειραιάς) Γυμνικοί και ιππικοί Γυμνικοί και ιππικοί Παίδων και εφηβων Σωτήρια Γυμναστικοί-αθλητικοί (Σκόπελος) Αθλητικοί και ιππικοί (Λάρισα)
οργανωτής Σωματεία Ε.Γ.Σ. Γ.Σ.Β. Σ.Γ.Σ. Α.Σ.Β. Ηρώδης Γ.Σ.Κ. Γ.Σ.Ζ. Φ.Κ./Δήμος Λαρίσης Π.Γ.Σ. Φ.Κ. Ε.Γ.Σ. Π.Γ.Σ. 12[49] Γ.Σ. Σκοπέλου Δήμος Λαρίσης
1902
5 5 5 5 6 9 5 5 5 8 4 5 5 5 8
1903
Αθλητικοί-γυμναστικοί ( Τρίκαλα Γ.Σ.Τ. ) [55] Εφήβων Πειραϊκός Σύν. Παίδων και εφήβων Ε.Γ.Σ. [94] Αθλητικοί και ιππικοί (Λάρισα) Δήμος Λαρίσης Αθλητικοί ανδρών και εφήβων (Λάρισα) Παίδων και εφήβων (Τρίκαλα) Πανελλήνιοι αθλητικοί Σχολικοί γυμναστικοί Αθλητικοί και ιππικοί (Λάρισα) Ιππικός Διαγωνισμός Πανελλήνιοι αθλητικοί Πανελλήνιοι οπλομαχητικής Σχολικοί γυμναστικοί Παίδων και Εφήβων Πανελλήνιοι αγωνιστικών παιδιών (αντισφαίρισης, ποδοσφαίρισης) Πανελλήνιοι αθλητικοί-γυμναστικοί Μ.Γ.Σ.Λ. Γ.Σ.Τ. ΕΟΑ/ΣΕΑΓΣ 8[50] Δήμος Λαρίσης Ι.Ο. ΕΟΑ/ΣΕΑΓΣ 4[71] EOA Ε.Γ.Σ. EOA ΕΟΑ/ΣΕΑΓΣ 8[274] [177]
1904
1905
4 4 4 4 5 3 3
1906
Έτος
Μήνας 3 3 3 3 4 8 9
Αγώνας Πανελλήνιοι ναυτικοί Πανελλήνιοι οπλομαχίας Πανελλήνιοι ποδηλασίας Πανελλήνιοι σκοποβολίας Διεθνείς Ολυμπιακοί Αγώνες (Μεσολυμπιάδα) Ναυτικοί (κωπηλασία, κολύμβηση) Πανελλήνιοι ιππικοί (Λάρισα) Μερικοί αγώνες ποδοσφαιρίσεως μεταξύ συλλόγων Μερικοί αγώνες ποδοσφαιρίσεως μεταξύ σχολείων Δρόμος ανωμάλου εδάφους 6 χλμ. Πανελλήνιοι σκοπευτικοί Προς τιμήν Βασιλέως Ιταλίας Κωπηλασίας Πανελλήνιοι αντισφαιρίσεως Πανελλήνιοι και σχολικοί (αθλητικοί
οργανωτής Σωματεία EOA EOA EOA EOA 5 17[253]
Ο.E.Π. 4 Δήμος Λαρίσης 4 13 EOA EOA Ν.Ο.Φ. EOA και ΕΟΑ/ΣΕΑΓΣ γυμναστικοί) EOA EOA EOA Ε.Γ.Σ. O.E.Π. EOA 4[25] 2 6[70]
1907
2 3-5 3 3 3 4 4 4 4 4 5 7 9 9 10
Πανελλήνιοι οπλομαχίας Πανελλήνιοι ποδηλατικοί Πανελλήνιοι ναυτικοί Παίδων και εφήβων Ναυτικοί Τακτοί ποδηλασίας (handicap) Τακτοί φθινοπωρινοί αθλητικοί (handicap) 10 Τακτοί φθινοπωρινοί οπλομαχίας (handicap) 10-12 Μερικοί ποδοσφαιρίσεως Τ α κ τ ο ί φθινοπωρινοί αντισφαιρίσεως 11 (handicap) 11 Τακτοί φθινοπωρινοί σκοπευτικοί (handicap) 1908 3 3
13[134] 4 3 4 4 3
ΕΟΑ/ΣΕΑΓΣ 3[87] EOA EOA EOA 3 3 4/5 σχολεία
Ηρακλής Αθλητικοί-γυμναστικοί (Ναύπλιο) Διεθνείς σκοπευτικοί (Χανιά) Πανελλήνιες ιπποδρομίες (Λάρισα) Δήμος Λαρίσης Αγών ποδοσφαιρίσεως ΣμύρνηςΑθηνών Πανελλήνιοι σκοπευτικοί EOA 4
Έτος
Μήνας
Αγώνας
οργανωτής Σωματεία
Δρόμος ανωμάλου εδάφους 12 χλμ. EOA 4 3[20] 4 Εφήβων EOA αθλητών σωματείων 4 Πανελλήνιοι αντισφαιρίσεως EOA 4 Πανελλήνιοι και σχολικοί ΕΟΑ/ΣΕΑΓΣ 10[113] 4 Πανελλήνιοι οπλομαχίας EOA 5 4 Πανελλήνιοι ποδηλασίας EOA 3 4 Πανθεσσαλικοί (Βόλος) Γ.Σ.Β. 5 5 Α' αθλητικοί εφηβικοί συλλόγων EOA 2 5 Α' σχολικοί σκοπευτικοί 7 σχολεία 5 Α' φοιτητικοί αθλητικοί EOA 5 Εφήβων και παίδων (Τρίκαλα) ΕΟΑ/ΣΕΑΓΣ 7[63] 5 Πανελλήνιοι ναυτικοί EOA 4 6 Α' σκοπευτικός διαγωνισμός 6 Αθλητικοί E.Π.E. 6, 9 Ναυτικοί Ο.Ε.Π. 4 7 Β' σκοπευτικός διαγωνισμός 9 Water-polo Π.Γ.Σ. Δήμος 9 Α' αθλητικοί (Τρίκαλα) 7[90] Τρικάλων 10 Τακτοί φθινοπωρινοί αθλητικοί (handicap) EOA 4[72] 10 Τακτοί φθινοπωρινοί οπλομαχίας (handicap) EOA 4 Τακτοί φθινοπωρινοί άντισφαιρίσεως 11 EOA (handicap) 11 Τακτοί φθινοπωρινοί σκοπευτικοί EOA 5[23] 11, 12 Μερικοί ποδοσφαιρίσεως συλλόγων 6 1909 1 2 3 3 3 4 4 4 4 5 5 Παίδων και εφήβων Πανελλήνιες ιπποδρομίες (Λάρισα) Μερικοί ποδοσφαιρίσεως γυμνασίων Μερικοί ποδοσφαιρίσεως σχολών Πανεπιστημίου Β' φοιτητικοί αθλητικοί Δρόμος ανωμάλου εδάφους 12 χλμ. Πανελλήνιοι σκοπευτικοί Πανελλήνιοι αντισφαιρίσεως Πανελλήνιοι και σχολικοί Πανελλήνιοι οπλομαχίας Πανελλήνιοι ποδηλασίας Β' σχολικοί σκοπευτικοί Παίδων και εφήβων Ε.Γ.Σ. Δήμος Λαρίσης
12 [47] 3[14] 5[22] 13[203] 5[25] 5[13] 8 σχολεία [133]
EOA EOA EOA ΕΟΑ/ΣΕΑΓΣ EOA EOA EOA Π.Γ.Σ.
Έτος
Μήνας 8 9
Αγώνας Πανελλήνιοι ναυτικοί Ναυτικοί
οργανωτής Σωματεία EOA Ο.Ε.Π. ΣΕΑΓΣ Ο.O.A. EOA EOA EOA Ηρακλής Γ.Σ.Τ. Π.Γ.Σ. Ε.Γ.Σ. EOA Διαγόρας Γ.Σ.Κερ. Γ.Σ.Α. EOA ΣΕΑΓΣ ΣΕΑΓΣ Γ.Σ.Κ.Κ. Π.O.A. Ε.Γ.Σ. Γ.Σ.Β. Π.Ο.Α. EOA EOA EOA EOA ΣΕΑΓΣ EOA ΣΕΑΓΣ ΣΕΑΓΣ ΣΕΑΓΣ ΣΕΑΓΣ Σκ. Έτ. ΣΕΑΓΣ Α.Σ.Β. 5[57] 5
1910
Φθινοπωρινοί οπλομαχίας 1 Οπλομαχίας 3-4 Πανελλήνιοι σκοπευτικοί 4 Ανώμαλος δρόμος 12 χλμ. 4 Πανελλήνιοι αθλητικοί 4 Σκοπευτικοί (Ναύπλιο) 5 Αθλητικοί (Τρίκαλα) 5 Παίδων και εφήβων 5 Παίδων και εφήβων 5 Πανελλήνιοι ποδηλασίας 5 Σχολικοί σκοπευτικοί 6 Αθλητικοί ( Αθήνα) 6 Αθλητικοί (Κέρκυρα) 6 Αθλητικοί (Μαρούσι) 6 Πανελλήνιοι ναυτικοί 6-7 Ελευθέρια (Ρίο) 11-12 Φθινοπωρινοί αθλητικοί 12 Ποδοσφαιρικοί β' ομάδων συλλόγων 2 2 3 3 3 4 4 4 4 4 4 4 5 5 5 5 5 7 8 Κρίκετ (Κέρκυρα) Ποδοσφαιρικοί Σχολικοί ποδοσφαιρικοί Αθλητικοί (Βόλος) Ελευθέρια (Βόλος) Hockey Ανώμαλος δρόμος 12 χλμ. Πανελλήνιοι αθλητικοί Πανελλήνιοι αντισφαιρίσεως Πανελλήνιοι οπλομαχίας Πανελλήνιοι οπλομαχίας Πανελλήνιοι ποδηλασίας Ποδοσφαιρικός Αθήνας-Σμύρνης Πανελλήνιοι hockey Πανελλήνιοι αντισφαιρίσεως Πανελλήνιοι ποδηλασίας Σκοπευτικοί Σχολικοί σκοπευτικοί Πανελλήνιοι ναυτικοί Αθλητικοί και σκοπευτικοί (Βούρβουρα)
7 3[25] 15[219] [200] 3
5 [318] 4
1911
3 2 17[139] 1[4] 2 3 1[1] 1 2 1 5 2
Έτος
Μήνας 8 8 9 9 9-10 10 11, 12
Αγώνας Ναυτικοί Πανθεσσαλικοί (Βόλος) Αθλητικοί (Μαρούσι) Πανελλήνιοι σκοπευτικοί Πανελλήνιοι σκοπευτικοί Τακτοί αντισφαιρίσεως Ποδοσφαιρικοί α' ομάδων συλλόγων
οργανωτής Σωματεία O.E.Π. Γ.Σ.Α. EOA EOA ΣΕΑΓΣ ΣΕΑΓΣ Ε.O.A. EOA EOA EOA EOA EOA EOA ΕΟΑ/ΣΕΑΓΣ EOA Γ.Σ.Α. Φρουρά Αθηνών 14[133] 6 7 3 2 4[31] 20[263]
1912
Ανώμαλος δρόμος 12 χλμ. 3 3 Πανελλήνιοι σκοπευτικοί 3, 4 Πανελλήνιοι και σχολικοί 5 Ελευθέρια (Τρίκαλα) 5 Πανελλήνιοι αντισφαιρίσεως 5 Σχολικοί σκοπευτικοί 8 Πανελλήνιοι ναυτικοί 3 3 3 4 4 4 5 6 6 Πανελλήνιοι αντισφαιρίσεως Πανελλήνιοι ποδοσφαιρίσεως (α' και β' ομάδων συλλόγων) Πανελλήνιοι σκοπευτικοί Πανελλήνιοι αθλητικοί Πανελλήνιοι οπλομαχητικοί Σχολικοί γυμναστικοί διαγωνισμοί Σχολικοί διαγωνισμοί σκοποβολίας Αθλητικοί (Μαρούσι) Ιππικοί Σχολικοί σκοπευτικοί Αθλητικοί Πανελλήνιοι αθλητικοί Σχολικοί σκοπευτικοί Ναυτικοί Ναυτικοί Ποδοσφαιρικοί Πανελλήνιοι Αθλητικοί Πανελλήνιοι σκοποβολίας Σχολικοί
1914
1915 1917 1919
5 5 4 6 8 3 4 5 5 5
ΣΕΑΓΣ ΕΟΑ/ΣΕΑΓΣ Ν.Ο.Φ.
8[125] 11 [155]
1920
ΣΕΑΓΣ Π.Π.Α.Ο.
4 11[180]
Έτος
Μήνας 6 8
Αγώνας Μαθητικοί σκοπευτικοί Ναυτικοί Αθλητικοί ( Αργοστόλι)
οργανωτής Σωματεία
Ν.Ο.Φ. Δήμος Αργοστολίου Χ.Α.Ν.
1921 3 4 4 9 9 11 1922 4, 5 5
Αθλητικοί Κολυμβητικοί ( Αργοστόλι) Α' Παναθήναια Γυμναστικοί και σκοπευτικοί (Μαρούσι) Ναυτικοί Β' Παναθήναια Κολυμβητικοί Γ ' Παναθήναια Ποδοσφαιρικοί Αθηνών-Πειραιώς
[201]
Π.Γ.Σ./Ε.Γ.Σ. 3/4 σχολεία Γ.Σ.Α. Ν.Ο.Φ. Π.Γ.Σ./Ε.Γ.Σ. Π.Γ.Σ. Π.Γ.Σ/Ε.Γ.Σ. Π.Ε.Ε. 5
ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ
Α.Σ.Β. Αθλητικός Σύλλογος Βουρβούρων Γ.Ε.Π. Γυμναστική Εταιρεία Πατρών Γ.Σ.Κηφ. Γυμναστικός Σύλλογος Κηφισσίας Γ.Σ.Α. Γυμναστικός Σύλλογος Αμαρουσίου Γ.Σ.Β. Γυμναστικός Σύλλογος Βόλου Γ.Σ.Ζ. Γυμναστικός Σύλλογος Ζατούνης Γ.Σ.Κ. Γυμναστικός Σύλλογος Κύμης Γ.Σ.Κ.Κ. Γυμναστικός Σύλλογος Κρίκετ ΚερκύΓ.Σ.Κερ.
ρας Γυμναστικός Σύλλογος Κερκύρας Γ.Σ. Τ. Γυμναστικός Σύλλογος Τρικάλων Ε.Γ.Σ. ΕθνικόςΓ.Σ. EOA Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων Ε.Π.Ε. Ελληνική Ποδηλατική Εταιρεία Η ρ α κ λ ή ς Γυμναστικός Σύλλογος «Ηρακλής» Η ρ ώ δ η ς Γ.Σ. «Ηρώδης ο Αττικός» 1.0. Ιππικός Όμιλος
L.T.C. Lawn Tennis Club Μ.Γ.Σ.Λ. Μουσικός και Γυμναστικός Σύλλογος Λαρίσης Ν.Ο.Φ. Ναυτικός Όμιλος Φαλήρου Ο.Ε.Π. Όμιλος Ερετών Πειραιά Ο.Ο.Α. Όμιλος Οπλομαχητικής Αθηνών
Π.Γ.Σ.
Π.Ε.Ε.
Π.Ο.Α.
Πανελλήνιος Γ.Σ.
Πανελλήνιος Ποδοσφαιρικός και Αγωνιστικός Όμιλος Π.Σ.Α. Ποδηλατικός Σύλλογος Αθηνών Παν.Γ.Σ. Παναχαϊκός Γυμναστικός Σύλλογος Σ.Γ.Σ. Σπαρτιατικός Γυμναστικός Σύλλογος Σ.Ε.Α.Γ.Σ. Σύνδεσμος Ελληνικών Αθλητικών και Γυμναστικών Σωματείων Σχ. Ετ. Σκοπευτική Εταιρεία Φ.Κ. Φίλιππος Κοινωνία
Π.Π.Α.Ο.
Ποδοσφαιρικός Όμιλος Αθηνών
Ποδοσφαιρική Ένωσις
Ελλάδος
ΑΘΛΗΤΙΚΟΙ ΘΕΣΜΟΙ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ: Σ.Ε.Α.Γ.Σ. ΚΑΙ Ε.O.A.
Ο Σ.Ε.Α.Γ.Σ. —που μετονομάστηκε σε Σ.Ε.Γ.Α.Σ. το 1928— ιδρύθηκε τον Ιανουάριο 1897, μετά το Πανελλήνιο Γυμναστικό Συνέδριο που είχε συγκληθεί στην Αθήνα με πρωτοβουλία του Πανελληνίου Γ.Σ. Η ιδέαγιατηνένωσητων ελληνικώναθλητικών συλλόγων είχε γεννηθεί στο πλαίσιο της προετοιμασίας τωνΟλυμπιακώνΑγώνωνκαικατά τη διάρκεια των δοκιμαστικών αγώνων που γίνονταν στην Πάτρα για την επιλογή αθλητών. Υπογράφηκε τότε (20 Φεβρ. 1895) ένα πρωτόκολλο με τη σχετική απόφαση για ένωση από τους εκπροσώπους των συλλόγων Πανελληνίου (I. Φωκιανός), Παναχαϊκού, Γυμναστικής Εταιρείας Πατρών, Παναιτωλικού και Εθνικού178. Δύο χρόνια μετά, η αρχική ιδέα της συνένωσης όλων των ελληνικών αθλητικών σωματείων, εντόςκαι εκτός κράτους, κατέληξε στη δημιουργία ενός ανώτερου οργάνου, που θα είχε συντονιστικό ρόλο και θα υποστήριζε αποτελεσματικότερα τα κοινά συμφέροντα τωναθλητικών καιγυμναστικών σωματείων. Οι στόχοι που καταγράφονται στο ιδρυτικό καταστατικό του 1897 περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την «επικοινωνίαν των αθλητικών και γυμναστικών σωματείων επί τω τέλει της δι' αμοιβαίας ηθικήςυποστηρίξεως προαγωγής και ευοδώσεως των υπ' αυτών επιδιωκομένων σκοπών»179. Η Γ.Σ. του Συνδέσμου συγκροτούνταν από τους εκπροσώπους όλων τωνεγγεγραμμένωνσωματείων (ένας εκπρόσωπος ανά σωματείο). Είναι ωστόσο προφανές ότι οι συσχετισμοί δυνάμεων μεταξύ των σωματείων αντανακλώνταν στη σύνθεση του Δ.Σ. και, βεβαίως, ουδείς αμφισβητούσε το πρωτείο Αθήνας και Πειραιά, εφόσον τα μέλη του Δ.Σ. έπρεπε να είναι εγκατεστημένα στην Αθήνα 180. Από το 1902 στο Δ.Σ. μετείχαν, εκτός από τα μέλη που εκλέγονταν κανονικά από τη Γ.Σ., και οι αντιπρόσωποι των σωματείων πο λειτουργούσαν τουλάχιστον για δύο χρόνια και αριθμούσαν περισσότερα από 30
178.Τοέγγραφο,το οποίο δενείδα στο πρωτότυπο του, δημοσιεύεται και σεφωτοτυπία στο Ε π σ ίη μ ο ν Μηναίον Ό ρ γ α ν ο ν του ΣΕΓΑΣ, έτος 32ο, περ. Ε', τχ. 28/132 (Α Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Σπ. Λάμπρου, η ιδέα γεννήθηκε στον I. Φωκιανό «εντη σιδηροδρομικήαμάξη» πουτους μετέφερε για τους αγώνες στην Πάτρα. Εντούτοις, η μαρτυρία του δεν είναι απολύτως σύμφωνη, ούτε ως προς το χρόνο ούτε ως προςτους υπογράφοντες τ πρωτόκολλο. Βλ. Σπ. Λάμπρος, «Προσφώνησις των αντιπροσώπων των Ελληνικών γυμναστικών συλλόγων εντω Πανελληνίω Γυμναστικώ Συνεδρίω», στο Λόγοι και άρθρα, Αθήνα 1902, σ. 246-247. 179. «Καταστατικόν του Σ.Ε.Α.Γ.Σ.» (25 Ιαν. 1897), ΦΕΚ Β' 25,27 Ιαν. 1897,άρθρο 1. 180.Αυτό ορίζεται ρητά μόνο το 1911αλλά είναι προφανές ότι μέλη από τις επαρχίες δεν ήταν δυνατόν να μετέχουν στις συνεδριάσεις του Δ.Σ. Πολλοί επαρχιακοί σύλλογοι εξάλλου όριζαν ωςαντιπροσώπους τους αντεπιστέλλοντα μέλη πουδιέμεναν στην Αθήνα και πουήταν ταυτόχρονα τακτικά μέλη αθηναϊκών αθλητικών σωματείων.
μέλη 181 . Για να αποφευχθεί η μονοπώληση της εξουσίας στον Σύνδεσμοαπόέναη δύο σωματεία, το καταστατικό του 1911 όρισε ότι «δεν επιτρέπεται να μετάσχωσι της Γενικής Συνελεύσεως ως αντιπρόσωποι Σωματείων η μέλη του Προεδρείου πλείονα των τριών μελών Διοικητικού Συμβουλίου οιουδήποτε σωματείου» 182 . Παρά τις φαινομενικά δημοκρατικές διαδικασίες εκλογής των μελών του Δ.Σ. 1 8 3 , αθηναϊκά σωματεία κατάφερναν να κερδίζουν καίριες θέσεις στη διοίκηση εφόσον στη Γ.Σ. μπορούσαν να εκπροσωπούνται με περισσότερες της μιας ψήφους μέσω της εκπροσώπησης με δικά τους μέλη ταυτόχρονα και επαρχιακών η ησσόνων αθηναϊκών σωματείων. Ήδη λοιπόν στις αρχές του 20ού αιώνα, είχαν αναπτυχθεί στοεσωτερικότου Συνδέσμου συγκρούσεις μεταξύ των ισχυρότερων αθηναϊκών σωματείων γιατον έλεγχο της διοίκησης. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε στιγμές κρίσης και όξυνσης της σύγκρουσης αποχώρησαν από τον Σ.Ε.Α.Γ.Σ. τόσο ο Πανελλήνιος (το 1902 όσο και ο Εθνικός (το 1911) 184 . Ο έλεγχος της διοικήσεως του Σ.Ε.Α.Γ.Σ. ήταν πολύ σημαντικός, εφόσον ο Σ.Ε.Α.Γ.Σ. αποτελούσε για όλο το διάστημα που εξετάζουμε τονμοναδικό συλλογικό εκπρόσωπο όλων των αθλητικών σωματείων, εντός και εκτός κράτους και ανεξαρτήτως του σπορ που καλλιεργούσαν. Αντίθετα, στις χώρες της Δ. Ευρώπης λειτουργούσαν παράλληλα ενώσεις κατά είδη σωματείων και δεν υπήρχε ένας ενιαίος φορέας. Από τη θέση αυτή, ο Σ.Ε.Α.Γ.Σ. είχε τον απόλυτο έλεγχο επί των σωματείων, τα οποία ήταν υποχρεωμένα να είναι εγγεγραμμένα στον Σύνδεσμο για να έχουν δικαίωμα συμμετοχής στους Πανελλήνιους Αγώνες. Τα εγγεγραμμένα σωματεία υποχρεούνταν να καταβάλλουν ετήσια εισφορά 30-150 δρχ., σύμφωνα με το καταστατικό το 1897, η οποία μειώθηκε σε 15-75 δρχ. με το καταστατικό του 1900 185 .
ρόλο για τη λειτουργία των αθλητικών σωματείων και το Υπουργείο Παιδείας αναλαμβάνει αρμοδιότητες εποπτεύουσας αρχής πάνω από τον Σ.Ε.Α.Γ.Σ. Σύμφωνα με το νόμο ,ΒΧΚΑ', «διαρρυθμίζει μεν και διευθύνει την εν τοις σχολείοις, εποπτεύει δε και υποστηρίζει την εν τοις γυμναστηρίοις των γυμναστικών και αθλητικών σωματείων συντελουμένην γυμναστικήν παιδείαν» 186. Η σχ 181. Καταστατικόν του Σ.Ε.Α.Γ.Σ., Αθήνα 1902,άρθρο 10. 182. «Καταστατικόν Σ.Ε.Α.Γ.Σ.» (30 Σεπτ. 1910), ΦΕΚ Α' 86, 15 Απρ. 1911,άρθρο 11. 183. Tè Δ.Σ., αρχικά 12μελές, γίνεται 7μελες το 1902 και 16μελές το 1910. Επίσης το 1900 η θητεία του γίνεται διετής από μονοετής που ήταν βάσει του καταστατικού του 1897. 184.Για τους λόγους της αποχώρησης, βλ.εδώ, σ. 255-6, 283.Το1912 είχε αποχωρήσει και ο Όμιλος Φιλάθλων Πειραιώς. «Πρακτικά ... Σ.Ε.Α.Γ.Σ.», σ. 42.
185. Οι διαβαθμίσεις των εισφορώνεξαρτώνταν από τον πληθυσμό της πόλης στην οπο απότον πληθυσμό της έδρας τους. Απότο 1910 όμωςησυνδρομή τους καθορίζεται αναλογικά με τον ελληνικό πληθυσμό της περιοχής. 186. Νόμος ,ΒΧΚΑ', ό.π., άρθρο3.
Υπουργείου και σωματείων δεν εξαντλείται στην παραχώρηση των γυμναστηρίων των συλλόγων για άσκηση των μαθητών και στη συμμετοχή τους κατ' επέκταση στην εκπαιδευτική διαδικασία. Τα σωματεία που προσφέρουν τα γυμναστήριά τους καθώς και εκείνα που διακρίνονται κατά τους Πανελλήνιους Αγώνες απολαμβάνουν χρηματικής επικουρίας καιεπιχορηγήσεων187.Τααντίστοιχα ποσά προσδιορίζονται με νομοθετικές ρυθμίσεις στα χρόνια 1909-1911. Κάθε χρόνο διατίθενται από τον κρατικό προϋπολογισμό 20.000 δρχ. για επιχορήγηση των αθλητικών σωματείων που μετείχαν στους Πανελλήνιους Αγώνες. Από το ποσό αυτό, με 3.000 δρχ. επιχορηγούνται ο ΠανελλήνιοςκαιοΕθνικός καιμε2.000 δρχ. ο Πανιώνιος, ο Παναχαϊκός και η Γυμναστική Εταιρεία Πατρών. Οι υπόλοιπες 8.000 κατανέμονται στα υπόλοιπα σωματεία ανάλογα με τοναριθμότωναθλητών πουπαρουσίασαν στους αγώνες 188 . Η μόνο από τις όψεις του πολύπλοκου πλέγματος σχέσεωνκαιεξαρτήσεων που διαρθρώνεται μεταξύ της κεντρικής εξουσίας ( Υπουργείο Παιδείας και Υπουργείο Εσωτερικών), της βασιλικής οικογένειας, της Επιτροπής Ολυμπιακών Αγώνων, του Σ.Ε.Α.Γ.Σ. και των αθλητικών σωματείων. Οιεξαρτήσεις δεν είναι μονόπλευρες ούτε μόνο θεσμικές. Τις περισσότερες φορές έχουν καθαρά προσωπικό χαρακτήρα και επεκτείνονται σε χώρους έξω από τα αθλητικά πράγματα. Ως το 1909, για παράδειγμα, που καθορίζεται με ακρίβεια το ποσό της
επιχορήγησης προς τα σωματεία και τα κριτήρια κατανομής του, οι πιέσεις προς τοΥπουργείο Παιδείας και ο έλεγχος της διοίκησης του Σ.Ε.Α.Γ.Σ. αποτελούσαν βασικές παραμέτρους για την οικονομική ενίσχυση των σωματείων. Οι καλέ σχέσεις με την εκάστοτε κυβέρνηση θα πρέπει επίσης να επιδιώκονταν για παρόμοιους λόγους. Έτσι η πολιτική στάση των σωματείων, ιδιαίτερα κατά την ταραγμένη περίοδο του Διχασμού, επηρεαζόταν αναπόφευκτα από τις αλλαγές στο πολιτικό σκηνικό. Ο Πανελλήνιος, για παράδειγμα, ενώ το 1916-7 υμνε στην ετήσια έκθεση του Δ.Σ. του τη συμβολή της βασιλικής οικογένειας 189, τ 1919-20 εξαίρει τη συμβολή του Βενιζέλου 190 , για να επανέλθει στην εξύμνηση
187.Στο ίδιο, άρθρα 8, 34. 188. Νόμος ,ΓΥΛΗ' «Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του ΒΧΚΑ' νόμου περί γυμναστικής κλπ.», ΦΕΚ Κ' 284, 5 Δεκεμβρίου 1909,και Β.Δ. «Περί παροχής ετησίου χρηματικής συνδρομής ειςτα ελληνικά γυμναστικά και αθλητικά σωματεία τα μετέχοντα των εκάστοτε τελουμένων Πανελληνίων γυμναστικών αγώνων εντω Παναθηναϊκώ Σταδίω» (26 Φεβρ. 1911), στα Η Γυμναστική. Τεύχος Α'..., ό.π.,σ. 134-135.Για την κατανομή των επιχορηγ χρόνια 1910-1912, βλ.στο ίδιο, σ. 140-141. 1917, σ. 11.
189. Πανελλήνιος Γ.Σ., Έκθεσις 190. Πανελλήνιος Γ.Σ., Έκθεσις του Διοικητικού του Διοικητικού Συμβουλίου διά το έτος Συμβουλίου
1920, σ. 3-4.
διά το έτος 19
του βασιλιά το 1921 191 . Βεβαίως, οι προσαρμογές αυτές δεν θα πρέπει να οφε λονται μόνο σε μια καιροσκοπική πολιτική αλλά είναι πιθανό να καθρεφτίζουν απλώςτηνευρύτερη εναλλαγή στη νομή της εξουσίας. Μέχρι τη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα πάντως και την εκδήλωση του Διχασμού, μια μικρή ομάδα ατόμων φαίνεται να ελέγχει τη διοίκηση του αθλητισμού. Τα πρόσωπα αυτά κατέχουν ταυτόχρονα θέσεις στο Δ.Σ. του Σ.Ε.Α.Γ.Σ., στην Ε.O.A. και στα διοικητικά συμβούλια των σημαντικότερων αθηναϊκών σω ματείων. Ο καθηγητής της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Σπ. Λάμπρος, πρόεδρος του Πανελληνίου στα χρόνια 1896-1898, ήταν επίσης ο πρώτος πρόεδρος του Σ.Ε.Α.Γ.Σ. (1897-1905) και γενικός γραμματέας της Ε.O.A. (από το 1903) ι 9 2 . Ο Μιλτ. Νεγρεπόντης, επίσης μέλος της Ε.O.A. και του Δ.Σ. του Σ.Ε.Α.Γ.Σ. (1899-1905), ήταν ταυτόχρονα μέλος του Δ.Σ. του Πανελληνίου και πολλών άλλων συλλόγων (του Ποδηλατικού Αθηνών, του Lawn Tennis Club κ.ά.) 193 . Ο βουλευτής Μιχ. Στελλάκης, εξάλλου, μέλος για πολλά χρόνια του Δ.Σ. του Εθνικού (γεν. γραμματέας από το 1897-1902 και σύμβουλος στα χρόνια 1904-1907 και 1909-1912), διατέλεσε κι αυτός μέλος τόσο του Δ.Σ. του Σ.Ε.Α.Γ.Σ. (1902-1903) όσο και της Ε.Ο.Α. (1901-1921). Από τα δέκα μέλη της Ε.Ο.Α. που διορίζονται το 1901, οι τέσσερις ήταν ταυτόχρονα και μέλη του Δ.Σ. του Σ.Ε.Α.Γ.Σ.' 94 .
σχέσεις Σ.Ε.Α.Γ.Σ. και Ε.Ο.Α. ήταν μάλλον αρμονικές. Η νομοθεσία είχε ορίσει με σαφήνεια τα όρια των αρμοδιοτήτων των δύο οργάνων τα οποία ήταν απαρα τητο να συνεργάζονται για τη διεξαγωγή των αγώνων. Η Ε.Ο.Α. είχε τη διεύθυνση και τη διαχείριση του Παναθηναϊκού Σταδίου, του Ποδηλατοδρομίου και του Σκοπευτηρίου Καλλιθέας, των βασικών δηλαδή αθλητικών εγκαταστάσεων στην περιοχή της πρωτεύουσας. Κατ' επέκταση, στην Επιτροπή ανήκε και η διαχείριση των εσόδων από τους αγώνες που τελούνταν σ' αυτούς τους χώρους. Ο νόμος την υποχρέωνε ωστόσο να παρέχει το ένα έβδομο των εισπράξεων από τους Πανελλήνιους Αγώνες στο Υπουργείο των Εκκλησιαστικών και της Δη μοσίας Εκπαιδεύσεως και άλλο ένα έβδομο στον Σ.Ε.Α.Γ.Σ. 1 9 5 . Στην αποκλειστική της δικαιοδοσία υπάγονταν «τα αγωνίσματα εκείνα, όσα δεν υπάγονται
193. Βλ.εδώ ,σ. 194. Σπ. Λάμπρος, Πέτρος Καλλιγάς, Μιλτ. Νεγρεπόντης, Μιχ. Στελλάκης. Β.Δ. «Π διορισμοί) επιτροπής επί των Ολυμπιακών Αγώνων» (31 Μαΐου 1901), ΦΕΚ λ' 116, 31 Μαΐου 1901· Σ.Ε.Α.Γ.Σ.,Η μ ε ρ ο λ ό γ ι ο ν 1910..., ό.π.,σ. 27. 195. Νόμος ,ΒΧΚΑ', ό.π., άρθρο43.
Δελτίον
1921, σ. 1. 192. Β.Δ. «Περί διορισμού Επιτροπής επί των Ολυμπιακών Αγώνων» (6 Μαΐου 1903)
της Ε.Ο.Α. 1, 25 Ιαν. 1906, σ. 11-12.
191. Πανελλήνιος Γ.Σ., Έκθεσις
του Διοικητικού
Συμβουλίου
διά το έτος 19
αυτόχρημα εις τα αθλητικά και γυμναστικά, οίον η σκοπευτική, η λεμβοδρομία, η οπλομαχητική, η ιπποδρομία και τα τοιαύτα» 196. Η σωπο της οποίας τα μέλη διορίζονταν με βασιλικό διάταγμα. Πρόεδρος της ήταν ο διάδοχος Κωνσταντίνος ο οποίος και πρότεινε τα ονόματα των μελών. Από τ 1906 τακτικό μέλος της Επιτροπής ήταν ο πρίγκηπας Γεώργιος, ενώ ο Κωνσταντίνος εξακολούθησε να είναι πρόεδρος της και μετά την αναγόρευσή του σε βασιλέα έως ότου, το 1914, την προεδρία της Επιτροπής ανέλαβε ο διάδοχος πλέον Γεώργιος. Ο τρόπος διορισμού της Επιτροπής, η σύνθεσή της αλλά και όληηλειτουργία της καταδείχνουν τη στενή σχέση με το παλάτι. Ως τον Μάιο 1905 όλες οι συνεδριάσεις γίνονται στα ανάκτορα και στη συνέχεια ως το 1917 στα γραφεία της Ε.Ο.Α. 197 , εκτός από λίγες συνεδριάσεις που έγιναν επίσης στ ανάκτορα αλλά καιστα σπίτια του Σπ. Λάμπρου, του Αλ. Μερκάτη και του Π. Καλλιγά 198 . Σχεδόν σε όλες τις συνεδριάσεις ως το 1909 ήταν παρών ο ίδιος ο Κωνσταντίνος ενώ στις επόμενες τον εκπροσωπεί ο γενικός γραμματέας της Επιτροπής Σπ. Λάμπρος. Ο Λάμπρος ήταν γεν. γραμματέας από το 1903 και κατείχε τη σημαντικότερη θέση, μετά τον Κωνσταντίνο, στη χάραξη της πολιτικής της Ε.Ο.Α. Από το 1906, ο γεν. γραμματέας εκπροσωπεί την Επιτροπή «ενώπιον των τε διοικητικών και δικαστικών ή άλλων αρχών» ενώ η Επιτροπή θεωρείται ότι βρίσκεται σε απαρτία εφόσον παρίστανται τρία μέλη της 199 . Στην πράξη λοιπόν, ο ίδιος ο Σπ. Λάμπρος σε συνεργασία με το παλάτι ασκούσε τη διοίκηση και αποφάσιζε για τις ενέργειες της Επιτροπής 200. Η μελών της προσωπικών φίλων και συνεργατών του Κωνσταντίνου καθόρισαν τις
196.Στο ί δ ι ο ,
μεταφέρθηκαν στη Χαρ. Τρικούπη 15και τον Αύγουστο 1914 στην Αραχώβης 8.ΤονΑύγουστο 1917, μετά από διαφωνία με τον ιδιοκτήτη της οικίας της Αραχώβης, τα γραφεία θα μεταφερθούν στο Στάδιο για να ξαναμεταφερθούν το 1919στην οδόΝίκης 11. 198.Τα στοιχεία αντλούνται από τα «Πρακτικά των συνεδριών της Επιτροπής των Ολυμπιακών Αγώνων» που καλύπτουν την περίοδο 1903-1923και περιέχονται σεεπτά χειρόγραφουςκαι δακτυλογράφους τόμους. 199. Β.Δ. «Περί τροποποιήσεως άρθρων του από 3 Ιανουαρίου 1900 Β. Διατάγματος περί της Επιτροπής των Ολυμπιακών Αγώνων»(20 Δεκ. 1906). Το Β.Δ. του 1900 προέβλεπ ότι απαρτία υπήρχεμετην παρουσία εξι μελών απότα δέκα και ότι η Επιτροπή εκπροσωπούνταν από τον Πρόεδρο της. Β.Δ. «Περί της Επιτροπής των Ολυμπιακών Αγώνων» (3 Ιαν. 1900). Βλ. Η Γυμναστική. Τεύχος Α'..., ό.π.,σ. 120 και 115200. Σύμφωνα μετο Β.Δ. «Περί αναπληρώσεως της A.B.Y,του Διαδόχου ωςΠροέδρου της Επιτροπής των Ολυμπιακών Αγώνων»(20 Δεκ. 1906), τον Διάδοχο αναπλήρωνε οΓεώργιοςκαι, εφόσονκαι αυτός απουσίαζε, ογεν. γραμματέας Σπ. Λάμπρος. Δελτίον της Ε.Ο.Α. Οκτ. 1907, σ.
1 97. Τα γραφεία της Ε . Ο . Α . βρίσκονταν επί της όδου Πανεπιστημίου 3. Τον Αύγουστο 1 9 1 0
άρθρο32.
σχέσεις της με τον Σ.Ε.Α.Γ.Σ., από τη στιγμή που άρχισαν να διαφαίνονται τα πρώτα δείγματα ενός διχασμού μεταξύ διαφορετικών πολιτικών τάσεων στο εσωτερικό της ελληνικής κοινωνίας. Από το 1907, με πρωτοβουλία του Μ. Νεγρεπόντη, υπήρχε σύμβαση συνεργασίας μεταξύ των δύο φορέωνπουπαραχωρούσε στον Σ.Ε.Α.Γ.Σ. τη δυνατότητα τέλεσης των αγώνων και για τα αθλήματα εκείνα τα οποία σύμφωνα με το νόμο ,ΒΧΚΑ' είχαν τεθεί υπό την εποπτεία της Ε.Ο.Α. ενώ η Ε.Ο.Α. θα επιχορηγούσε ετησίως τον Σ.Ε.Α.Γ.Σ. με το ποσό των 3.000 δρχ.201 Η ρήξη επήλθε το 1910 και είχε τη μορφή σύγκρουσης αρμοδ οτήτων. Η Ε.Ο.Α. πρόβαλε οικονομικέςαπαιτήσεις ωςπροςτουςαγώνεςπου επρόκειτοναγίνουν από τον Σ.Ε.Α.Γ.Σ. στο Στάδιο, ζητώντας το ήμισυ των ακαθάριστων εισπράξεων. Η απαίτηση αυτή στηριζόταν στο άρθρο 43 του νόμου ,ΒΧΚΑ', το οποίο όριζε ότι «εκ των εισπράξεωνεκτωναγώνωντων τελουμένων εν τω Παναθηναϊκώ Σταδίω υπό Σωματείων, ταττομένων ειςτον Σύνδεσμον των Ελληνικών Αθλητικών και Γυμναστικών Σωματείων καιτη εγκρίσει τούτου, [η Ε.Ο.Α.] αποδίδει εις αυτούς το ήμισυ προς κάλυψιντωνυπ' αυτών γενομένων δαπανών». Βάσει του ίδιου άρθρου, η Επιτροπή ζητούσε όλα τα έξοδατηςδιοργάνωσης των αγώνων να καλυφθούν από τον Σύνδεσμο202. Η άρνησητουΣ.Ε.Α.Γ.Σ. να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της Ε.Ο.Α. οδήγησε στηναναπόφευκτη πλέον καταγγελία της σύμβασης που υπήρχε από το 1907 και στην κατάργηση της επιχορήγησης των 3.000 δρχ.203 Συνέπεια της κατάργηση της σύμβασης ήταν η προκήρυξη ξεχωριστών πανελλήνιων αγώνων το 1911 για τα «ειδικά» αγωνίσματα (δηλ. τα μη αθλητικά) από την Ε.Ο.Α.καιτον Σ.Ε.Α.Γ.Σ. (βλ. Πίνακα 1). Η Ε.Ο.Α. έστειλε στα σωματεία τον Φεβρουάριο 1911 προκήρυξη για την τέλεση πανελλήνιων αγώνων «οπλομαχίας, σκοποβολίας, αντισφαιρίσεως, λεμβοδρομίας και κολυμβήσεως και ποδηλασίας» 204. Ο Σ.Ε.Α.Γ.Σ. αντέδρασε με δική του εγκύκλιο προς τα σωματεία απαγορεύοντάς τους τη συμμετοχή στους αγώνες, όπου υποστήριζε ότι η προκήρυξη της Ε.Ο.Α. «δεν συνάδει προς το πνεύμα του Νόμου, ΒΧΚΑ'». Ως κύριο επιχείρημα προβαλλόταν το ότι η συμμετοχή ήταν ανοιχτή όχι μόνο σε σωματεία αλλά καισε ιδιώτες που είχαν την ιδιότητα του φιλάθλου, την οποία όμως μόνο ο Σ.Ε.Α.Γ.Σ. ήταν αρμόδιος να ελέγχει 203 .
201. Σ.Ε.Α.Γ.Σ.,Η μ ε ρ ο λ ό γ ι ο υ 1910..., ό.π.,σ. 8-9. Βλ. και την αλληλογραφία μεταξύ Σ.Ε.Α.Γ.Σ.και Ε.Ο.Α.το 1907πουοδήγησεστη σύναψη της σύμβασης, στο αρχείο της Ε.Ο.Α. 202. Βλ. «Πρακτικά Σ.Ε.Α.Γ.Σ.», συνεδρ. 25 Οκτ. 1910, σ. [25]-[26], 203. «Πρακτικά Ε.Ο.Α.», συνεδρ. 5 Ιουν. 1910, 10 Ιουν. 1910. 204. Εγκύκλιος 28 Φεβρ. 1911. Σχόλια για τη ρήξη μεταξύ Σ.Ε.Α.Γ.Σ. και Ε.Ο.Α., βλ. [Σημαντήρας], «Σκέψεις επί των Αγώνων. Η αθλητική μας κίνησις», εφ.Ε σ τ α ί 6622, 13 Ιουλ. 1912, σ. 1. 205. Εγκύκλιος 3778/12 Μαρτίου 1911. Η Ε.Ο.Α. απάντησε με δική της εγκύκλιο (αρ.
Η πρώτο επίπεδο ότι αφορά πρωτίστως στα όρια των αρμοδιοτήτων των δύο κύριων οργάνων της αθλητικής γραφειοκρατίας. Και εν μέρει αυτό ισχύει,απότη στιγμή που οι αρμοδιότητες αυτές εκφράζουν και το μερίδιο εξουσίας στη διεύθυνση των αθλητικών πραγμάτων. Δεν είναι εντούτοις τυχαίο ότι η ρήξη συμβαίνει ακριβώς την ώρα της πρώτης ενδοαστικής σύγκρουσης που εκδηλώθηκεμετο κίνημα στο Γουδί το 1909 206 . Ταυτόχρονα, εξάλλου, εκδηλώνεται ρήξη στην ηγετική ομάδα του Ομίλου Αντισφαίρισης Αθηνών, ο οποίος συσπείρωνε τους εκπροσώπους της αθηναϊκής αστικής ελίτ 207 . Η ίδια ομάδα που κατέλαβε την εξουσία στον Όμιλο Αντισφαίρισης το 1909, μετά από σύγκρουση με τον φιλοβασιλικό Αλ. Μερκάτη και την αντίστοιχη ομάδα, βρίσκεται μεταξύ εκείνων που ήρθαν σε ρήξη και με την Ε.Ο.Α. ένα χρόνο αργότερα (Μ. Νεγρεπόντης, Ν. Πασπάτης, Φ. Χρυσοβελώνης). Ο Νεγρεπόντης, μέλος της Ε.Ο.Α. τουλάχιστον ως το 1909 208 , το 1910 είναι αντιπρόεδρος του Σ.Ε.Α.Γ.Σ. και ο Φ. Χρυσοβελώνης, ταμίας. Το 1914, ο Νεγρεπόντης εκλέχτηκε πρόεδρος του Σ.Ε.Α.Γ.Σ. Το Δ.Σ. του Σ.Ε.Α.Γ.Σ. ελέγχεται πράγματι ως το 1922 από τη βενιζελική ομάδα. Στην ουσία, δεν υπήρξε τομή στη διάρκεια ολόκληρης αυτής της περιόδου. Τα ίδια πρόσωπα διοικούν τον Σύνδεσμο κατά τις δύο πρώτες δεκαετίες του20ού αιώνα, χωρίς η κατά καιρούς επικράτηση των βασιλικών να κατορθώσει νααλλοιώσει τη σύνθεσή τους. Αυτό οφείλεται προφανώς στο γεγονός ότι Σ.Ε.Α.Γ.Σ. αποτελούσε εκλεγμένο και όχι διορισμένο όργανο, όπως η Ε.Ο.Α., έτσι ώστε οι πολιτικές αλλαγές να μην επηρεάζουν άμεσα τη διοίκησή του. Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό ότι στις αρχαιρεσίες της 7ης Μαρτίου 1922, ο φιλοβασιλικός Αλ. Μερκάτης καταψηφίστηκε για τη θέση του αντιπροέδρου 209. Ενώηδιοίκηση του Σ.Ε.Α.Γ.Σ. παρέμεινε σταθερή, η σύνθεση της Ε.Ο.Α. ακολούθησε τις πολιτικές αλλαγές που συνέβησαν στην Ελλάδα κυρίως στα χρόνια 1916-1921. Μετά την εκθρόνιση του Κωνσταντίνου και την πλήρη επικράτηση των βενιζελικών, οι αλλαγές στο χώρο του αθλητισμού ήταν σημαντικές. Η
136/21 Μαρτίου 1911),πουενημέρωνετα σωματεία ότι η σύμβαση μετον Σ.Ε.Α.Γ.Σ. είχε λυθεί και επομένωςδενυπήρχεκώλυμα συμμετοχής τους βάσει του νόμου ,ΒΧΚΑ'. 206. Βλ. σχετικά Γ. Θ. Μαυρογορδάτος, « Ο Διχασμός ωςταξική σύγκρουση», στο Μελέτες
και κείμενα για την
207. Βλ. ε δ ώ , σ. 333-6. 208. Ο Νεγρεπόντης δεν ήταν μέλος της Ε.Ο.Α. το 1910 όταν έγινεηρήξημετον Σ.Ε.Α.Γ.Σ.. Δεν γνωρίζουμε πότε και πως αντικαταστάθηκε. Ο Ελ. Σκιαδάς θεωρεί, αντίθετ Νεγρεπόντης ήταν συνεχώς μέλος της Ε.Ο.Α.για τα χρόνια 1901-1927, κάτι πουδενπροκύπτει ωστόσο από τα Πρακτικά της Επιτροπής. Ελ. Σκιαδάς, 100χρόνια νεώτερη ε
ακή
περίοδο
209. «Πρακτικά Σ.Ε.Α.Γ.Σ.», συνεδρ. 7 Μαρτ. 1922,σ. [112]. Επί 24 παρόντων οΜερκάτης έλαβε 9 ψήφους.
ιστορία...,
ό.π.,σ. 214.
σημαντικότερη ήταν η αλλαγή στη σύνθεση της Ε.Ο.Α., στην οποία είχε πλέον λόγο και ο Σ.Ε.Α.Γ.Σ. Σύμφωνα με το νέο νόμο, η Επιτροπή αποτελούνταν από 17 μέλη (αντί 10) από τα οποία τα 7 πρότεινε ο Σ.Ε.Α.Γ.Σ. και άλλα 7 το Υπουργείο Παιδείας. Μόνιμο μέλος της ήταν ο εκάστοτε τμηματάρχης «γυμναστικής και σκοποβολίας» του Υπουργείου Παιδείας ενώαπόέναμέλος όριζαν το Υπουργείο Στρατιωτικών και το Υπουργείο Ναυτικών 210. Πρώτος πρόεδρος της νέας Ε.Ο.Α. εκλέχτηκε το 1918 ο Μιλτιάδης Νεγρεπόντης, τότε υπουργό Οικονομικών του Βενιζέλου, και αντιπρόεδρος è Γεώργιος Αβέρωφ ενώ μεταξύ των μελών της Επιτροπής ήταν ο Δ. Γληνός, ο Ν. Πασπάτης, ο Μ. Ρινόπουλο καιοΒ. Αντωνόπουλος. Η νέα Επιτροπή απέλυσε όλουςτουςυπαλλήλουςπου δούλευαν στις εγκαταστάσεις της 211 και έκανε νέες προσλήψεις. Αντικατέστησε επίσης τονΑλ. Μερκάτη ως αντιπρόσωπό της στη Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή με τον Μ. Νεγρεπόντη 212. Με την επάνοδο του Κωνσταντίνου, αλλάζει εκ νέου η σύνθεση της Ε.Ο.Α.στην οποία περιλαμβάνονται επτά από τα παλαιά της μέλη 213 , ενώ ταυτόχρονα επαναπροσλαμβάνονται οι «διωχθέντες» υπάλληλοι 214. Ενδιαφέρουσα για το κλίμα που κυριαρχούσε είναι η μαρτυρία ενός ύπαλλήλου που ζητάει να προσληφθεί και πάλι το 1921: «Κατ' Ιούνιον δε του 1917 συνελή φθην υπό των οργάνων της καταλυθείσης τυραννίας, ως ενεχόμενος εις τα Νοεμβριανά και τον φόνον Γάλλων ναυτών και εξωρίσθην. Μετά τρίμηνον δε επανήλθον εις την θέσιν μου, διά να απολυθώ μετ' ολίγον υπό της διά νεωτέρου νόμου
210. Νόμος 937 «Περί τροποποιήσεως του άρθρου35του ΒΧΚΑ' νόμουτης 10 Ιουλίου 1899 "περί γυμναστικής και γυμναστικών και αθλητικών αγώνων"», ΦΕΚ Α' 223,11 Οκτ. 1917. Το Τμήμα Γυμναστικής του Υπουργείου Παιδείας ιδρύθηκε μετο Νόμο 1002 «Περί τροποποιήσεωςκαι συμπληρώσεως του νόμου 238 "περί του προσωπικούτων υπαλλήλων του Υπουργείου των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως"», ΦΕΚ Α' 245, 1 Νοεμ. 1917. Τμηματάρχης διορίστηκε οI. Χρυσάφης, κεντρική φυσιογνωμία ωςπροςτη διάδοση της σωματικής αγωγής στην Ελλάδα. Γεννημένος το 1872 στην Αθήνα, ο Χρυσάφης εγκατέλειψε τη Φυσικομαθηματική Σχολήτου Πανεπιστημίου Αθηνών για να ασχοληθεί αποκλειστικά μετη γυμναστική. Ως γυμναστής δίδαξε σε σχολεία της Αθήνας καθώς και στον Πανελλήνιο και τον Εθνικό. Μετεκπαιδεύτηκε στη Σουηδία και πρότεινε την εισαγωγή του σουηδικού γυμναστικού συστήματος και στην Ελλάδα. Υπήρξε επιθεωρητής και γενικόςεπιθεωρητής της γυμναστικής κατά τα χρόνια 1910-1914 και 1914-1917 αντίστοιχα. Το 1896 μετείχε μεανταρτικό σώμα στον αγώνα της Κρήτης για ένωσημε την Ελλάδα. Πέθανε το 1932,εχοντας δημοσιεύσει πολλά έργα για τη γυμναστική και τη διδασκαλία της. Γ. Σαββόπουλος, « Ιωάννης Ε. Χρυσάφης. Ο αναμορφωτής της σωματικής αγωγής», Νέα Εστία 12 (1932), σ. 1191-1196. 211. Απολύθηκαν τρεις υπάλληλοι. «Πρακτικά Ε.Ο.Α.», συνεδρ. 20 Μαρτ. 1918. 212. «Πρακτικά Ε.Ο.Α.», συνεδρ. 5 Φεβρ. 1920. 213. Πρόκειται για τους Σπ. Στάη, Γ. Στρέιτ, Αλέξ. Μερκάτη, Αν.Μεταξά, Μ. Στελλάκη, Πέτρ. Καλλιγά, Στέφ. Π. Ράλλη. Πρόεδρος είναι πάλι οδιάδοχος και αντιπρόεδροι οιπρίγκηπες Γεώργιοςκαι Νικόλαος. Η Επιτροπή περιλαμβάνει τώρα 16 μέλη. 214. «Πρακτικά Ε.Ο.Α.», συνεδρ. 22Μαΐου 1921.
συσταθείσης Επιτροπής των Ολυμπ. Αγώνων. Έκτοτε αι απελάσεις, αι στερήσεις και αι παντοειδείς θυσίαι μου υπήρξαν τα μόνα συστατικά της μέχρι σήμερον ζωής μου» 2 ' 5 . Κατά το διάστημα 1917-1921 τα σωματεία κλήθηκαν, με ειδική εγκύκλιο του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, να διαγράψουν από τον κατάλογο των επίτιμων μελών τους τα μέλη της βασιλικής οικογένειας. Για τα αθλητικά σωματεία, αυτός ο εξαναγκασμός είχε ξεχωριστή σημασία δεδομένου ότι τα περισσότερα, αν όχι όλα, αριθμούσαν μεταξύ των επίτιμων μελών τους μέλη της βασιλικής οικογένειας, η οποία είχε αναμιχθεί ενεργά στα αθλητικά θέματα. Η ανάμιξη της βασιλικής οικογένειας και κατεξοχήν του Κωνσταντίνου είχε οπωσδήποτε πολιτικές σκοπιμότητες ως προς τους χώρους δημόσιας επιρροής του παλατιού, συνδεόταν όμως επιπλέον με την παραδοσιακή ενασχόληση των ευγενώνμετα σπορ. Πέρα από την κατ' ιδίαν άσκηση και ψυχαγωγία με την ξιφασκία, ιππασία, το τέννις και άλλα «ευγενή» σπορ, για τους εστεμμένους της Ελλάδας η αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων πρόσφερε ένα νέο στάδιο δράσης —διεθνούς τώρα— και συνεπώς προσωπικής τους προβολής τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Ο πλήρης έλεγχος της Ε.Ο.Α. και η προσωπική ενασχόληση του διαδόχου με τις εργασίες της αυτούς τους στόχους υποδεικνύουν. Αλλάκαιη εγκύκλιοςτουΥπουργείου Εθνικής Οικονομίας στοχεύει αντίστοιχα στη μείωση του δημόσιου κύρους της βασιλικής οικογένειας, αποκλείοντάς την και από τις ανεπίσημες δημόσιες δραστηριότητές της. « Η δράσις των σωματειακών οργανισμών», γράφει η εγκύκλιος, «δέον να διατελή όσονένεστινανεπηρέαστος από προσώπων μη εχόντων δεδικαιολογημένην συνάφειαν προς τον σκοπόνκαιτα κυρίως μέλη του Σωματείου [...] εκαστος δε φαντάζεται οποίαν επιρροήνθα ήσκει επί των αποφάσεων των Σωματείων και μόνη η παρουσία και συμμετοχή εις τας συζητήσεις γενικής συνελεύσεως μελών της Βασιλικής Οικογενείας έστω και άνευ ψήφου»216. Μετά το 1922, στο δίπολο εξουσίας Σ.Ε.Α.Γ.Σ. και Ε.Ο.Α.θαέρθουννα προστεθούν και οι επιμέρους ενώσεις κατά είδη αθλητικών σωματείων. Μέχρι τότε ο Σ.Ε.Α.Γ.Σ. συσπείρωνε κάτω από τη σκέπη και τη δικαιοδοσία του το σύνολο των σωματείων, γυμναστικών και αθλητικών. Από το 1910 λειτουργούσανστοπλαίσιο του Σ.Ε.Α.Γ.Σ. τεχνικές επιτροπές για τα επιμέρους αθλήματα, οι οποίες στην ουσία υποκαθιστούσαν τις ανεξάρτητες ενώσειςειδικών αθλητικών σωματείων. Λειτουργούσε επίσης δικαστική επιτροπή που εκδίκαζε κατηγορίες κατά σωματείων και αθλητών. Ωστόσο, με την ανάπτυξη των σπορ κατά τη 215. «Αίτησις Ιωάννου Κατζουράκη (17 Φεβρ. 1921) προς το Υπουργείον των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως». Αρχείο Ε.Ο.Α. 216. Εγκύκλιος 26 (26 Ιουλίου 1917) «Περί διαγραφής εκτου καταλόγου των επιτίμων μελών των Σωματείο« των τυχόν εγγεγραμμένων ωςτοιούτων μελών της τέως ήνυν Βασιλικής Οικογενείας». Αρχείο Ε.Ο.Α.
δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα, και κυρίως του ποδοσφαίρου, υπήρξαν πρωτοβουλίες για την ίδρυση παρόμοιων ενώσεων ειδικών σπόρ217. Η πρωτοβουλία του Ναυτικού Ομίλου Φαλήρου και του Ναυτικού Ομίλου Αλεξανδρείας γιατη σύμπηξη Ενώσεως των Ναυτικών Σωματείων το 1920 δεν κατέληξε σε κάποιο αποτέλεσμα 218. Αντίθετα, το 1921 δημιουργήθηκε η Ένωσις Ποδοσφαιρικών Σωματείων Αθηνών-Πειραιώς που το 1922 μετονομάστηκε σε Ένωσι Ποδοσφαιρικών Σωματείων Ελλάδος. Η Ε.Π.Σ.Ε. δραστηριοποιήθηκε αμέσως οργανώνοντας αγώνες στο Ποδηλατοδρόμιο μεταξύ των ομάδωντηςΑθήναςκαι του Πειραιά (βλ. Πίνακα 1). Σύντομα όμως δημιουργήθηκαν προβλήματα ως προς τα όρια των αρμοδιοτήτων της σε σχέση με τον Σ.Ε.Α.Γ.Σ. Σε επεισόδιο που προέκυψε κατά τον αγώναΠειραϊκού Συνδέσμου και Πειραϊκής Ποδοσφαιρικής Ενώσεως το 1922, η Ε.Π.Σ.Ε. επέβαλε χρηματικό πρόστιμο στον Πειραϊκό Σύνδεσμο και δεκαπενθήμερη αποβολή από τους αγώνες του αρχηγού της ομάδας. Ο Πειραϊκός Σύνδεσμος δεν αναγνώρισε ως ανώτερη αρχή «μετά δυνάμεως πειθαρχικής» την Ε.Π.Σ.Ε. και προσέφυγε στον Σ.Ε.Α.Γ.Σ. και την Ε.Ο.Α. 219 . Από το 1896 ως το 1922 συνεπώς, η οργάνωση τουελληνικούαθλητισμού αποκτά τηνκανονικότητα της περιοδικής τέλεσης αγώνων, της κωδικοποίησης των κανόνων του παιχνιδιού και της καταγραφής των επιδόσεων. Η επιδίωξη της νίκης και του ρεκόρ και η έμφαση στη μέτρηση της σωματικής επίδοσης με την επιστημονική ακρίβεια του χρονομέτρου είναι στοιχεία που εξαρχής σφράγισαν τον ελληνικό αθλητισμό. Η διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα, αρκετά νωρίς και πριν ακόμη παγιωθεί κάποια πυκνή αθλητική δραστηριότητα, ενίσχυσε αυτή την κατεύθυνση των αθλητικών σωματείων και παράλληλα πρόσφερε τον κατεξοχήν θεσμό γύρω από τον οποίο οργανώθηκε η αθλητική γραφειοκρατία. Η Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων υπήρξε λοιπόν—καιγια ιδεολογικούς λόγους αλλά κατεξοχήν λόγω του πολιτικού της ρόλου— η βασική αθλητική αρχή.ΟΣύνδεσμος των Ελληνικών Αθλητικών και Γυμναστικών Σωματείων, εκπρόσωπος του σωματειακού αθλητισμού και με χαλαρότερες εξαρτήσεις από την κεντρική εξουσία, υπήρξε ο δεύτερος πόλοςεξουσίας στον χώρο του αθλητισμού. Παρά την κρατική παρέμβαση και την ψήφιση λεπτομερούς νομοθεσίας, η σχέση των δύο οργάνων, με αφορμή τον καθορισμότωνορίων
217. Πβ.την επιχειρηματολογία για την ίδρυση αυτών των ενώσεωνπουπαρουσιάζεται από τον I. Ψύχα, μέλος του Δ.Σ. του Σ.Ε.Α.Γ.Σ. και προέδρου της Ενώσεως Ποδοσφαιρικώ Σωματείων Ελλάδος: «Διατί κατά την γνώμην μου ο Σύνδεσμος των Αθλητ. και Γυμν. Σωματείων δενεκτελεί τον προορισμόν του», Η Νίκη 1922, σ. 134-135. Πβ. επίσης Λ. Πτέρη «Ο Σ.Ε.Γ.Α.Σ. και η Ολυμπιακή Επιτροπή», Α θ λ η τ κ ιό ς Κόσμος 107,15 Μαΐου 1928, σ. 218. Συνεδρ.του Δ.Σ.του Ομίλου Ερετών Πειραιώς, 10Σεπτ. 1920και 18 Δεκ. 1920. Βλ. και εδώ, σ. 219. Ο φάκελος της υπόθεσης με αλληλογραφία μεταξύ Σ.Ε.Α.Γ.Σ., E j Α., Πειραϊκού Συνδέσμου και Ε.Π.Σ.Ε. υπάρχει στο αρχείο της Ε.Ο.Α.
των αμοιβαίων αρμοδιοτήτων τους, υπήρξε κυρίως συγκρουσιακή. Η σύγκρουση όμως αυτή αντανακλούσε ευρύτερα πολιτικά και κοινωνικά ρήγματα, τα οποία προσέλαβαν συγκεκριμένη μορφή στη διάρκεια του Διχασμού. Η Ε.Ο.Α. διατήρησε, εκτός από το μικρό διάλειμμα των ετών 1917-1921, τους στενούς της δεσμούς με το παλάτι και το συνακόλουθο πολιτικό της κύρος, ενώ η εξουσία του Σ.Ε.Α.Γ.Σ. άρχισε να περιορίζεται από τη δημιουργία νέων αθλητικών αρχών που του αποσπούσαν τμήματα της δικής του ως τότε διοικητικής αρμοδιότητας. Οι ενώσεις των ειδικών αθλημάτων, που θα αναπτυχθούν ιδιαίτερα μέσα στον 20ό αιώνα, εντάχθηκαν πάντως στο ήδη υπάρχον πλέγμα προσωπικών και θεσμικών σχέσεων που επικαθόριζε την οργάνωση του αθλητισμού και, ειδικότερα, τη λειτουργία των αθλητικών συλλόγων.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ' «Συλλογομανία» και «αθλητίτις». Η ανάπτυξη των αθλητικών σωματείων από το 1870 ώς το 1922
ΕΞΑΠΛΩΣΗ ΚΑΙ ΔΡΑΣΗ ΤΩΝ ΜΗ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΩΝ ΣΥΛΛΟΓΩΝ
Μεαφετηρία τηνίδρυση του Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου Κωνσταντινουπόλεως το 1861 διαπιστώνεται η εμφάνιση σημαντικού αριθμού οργανώσεων με διαφορετικές ονομασίες: σύλλογοι, αδελφότητες, εταιρείες, αναγνωστήρια, λέσχες1. Οι οργανώσεις αυτές έθεταν ως στόχο τους, κατά κύριο λόγο, τη διάδοση της παιδείας στα ελληνικά κέντρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και, ευρύτερα, ένα «εθνικό» έργο που συμβάδιζε με τις διάφορες εκφάνσεις της Μεγάλης ιδέας. Όπως σημειώνει ο Κ. Ξανθόπουλος, «εξήγειραν καθ' εκάστην τους Έλληνας εκ του ληθάργου της αμαθείας» 2. 1. Πριν απ' αυτή τη χρονική τομή, φαίνεται πως υπάρχουν συλλογικές απόπειρες με φιλεκπαιδευτικούς κυρίως στόχους, τουλάχιστον στο ελληνικό κράτος και στα Επτάνησα. Στην Κέρκυρα, ήδηστα τέλη του 18ουκαι στις αρχές του 19ου αι., λειτουργούσαν τέσσερις λέσχες, η « Αναγνωστική Εταιρεία», η «Εταιρεία των Φίλων», η« Ιονική Εταιρεία» κ.ά. Στο ελληνικά κράτος, εκτός από την Αρχαιολογική Εταιρεία και τη Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία, που ιδρύονται το 1837,το 1835 ιδρύθηκε η Εταιρεία Φυσικής Ιστορίας και το 1838ηΦαρμακευ1831 εξάλλου ο Α. Παπαδόπουλος-Βρετός είχε ιδρύσει Φιλολογικό Σπουδαστήριο στο Ναύπλιο,πουλειτουργούσε ωςαναγνωστήριο και δανειστική βιβλιοθήκη. Βλ. Αλέκα ΜπουτζουβήΜπανια, «TοΝαύπλιο στα χρόνια 1828-1833. Σκιαγράφηση της κοινωνικής, πολιτισμικής και πνευματικής ζωής»,Ο Ερανιστής 18 (1986), σ. 123, 125-131, 135-136.Τηνίδια χρονιά ιδρύεται ένα «μουσείον» στην Ερμούπολη και ένα στην Αθήνα, όπου γίνονται διαλέξεις και
συναντήσεις. Βλ. Κ. Θ. Δημαράς, Κωνσταντίνος τική Εταιρεία. Βλ. Ε. Κυριακίδης, Ιστορία του συγχρόνου Βασιλείου της Ελλάδος μέχρι των ήμερων μας, ελληνισμού 1832-1892,
από της ιδρύσ τ. Α', Αθήνα 1
του
— Το έργο του, Αθήνα, Μ.Ι.Ε.Τ., 1986, σ. 463.
Παπαρρηγόπουλος.
Η εποχή
τον εναρκτήριο λόγο του Κ. Παπαρρηγόπουλου στο συνέδριοτων συλλόγων το 1879, όπως παρατίθεται στο Κ. Α. Βοβολίνης, Το χρονικόν του «Παρνασσού» (1865-1950 σ. 129.
2. Κ. Ν. Ξανθόπουλος, Συνοπτική Έκθεσις της 7Γνευμ<χτικής αναπτύξεως των Ε λ λ ή ν ω ν από της α ν α γ ε ν ν ή σ ε ω ς αυτών μέχρι τούδε, Κωνσταντινούπολη 1880,
Το ων και νηπιαγωγείων, ιδιαίτερα στις απομονωμένες κοινότητες, τη διανομή διδακτικών βιβλίων σε άπορους μαθητές, την οργάνωση διαλέξεων, τη διάσωση των μνημείων και τη συγκρότηση αρχαιολογικών συλλογών. Η δραστηριότητά τους υπήρξε κατεξοχήν φιλεκπαιδευτική και φιλανθρωπική και στηρίχθηκε στη συνερ γασία των λογίων και του ομογενειακού πλούτου. Βεβαίως, οι πρόδηλοι στόχοι συνυπήρχαν με τους άδηλους και πίσω από την πολιτιστική δράση λάνθαναν πολιτικές σκοπιμότητες 3. Όπως έγραφε το 1875 η εφ. Νεολόγος της Κωνσταντινούπολης, «η παρ' ημίν εισαγωγή και πολλαπλασιασμός αυτών έσονται το δραστηριώτερον μέσον προς την εθνικήν ημών πρόοδον [...] Εκτός των γενικών λόγων υπάρχουσι διά το ημέτερον έθνος και ιδιαίτεροι λόγοι [...] πρώτον όσον αφορά την εθνικήν εκπαίδευσιν, δημοτικήν τε και μέσην, δέον εκάστη πόλις και εκάστη κοινότης αφ' εαυτής να πράξη τα πάντα. Δεύτερον είναι αληθές η όχι ότι ηραιωμένον και διεσπαρμένον το έθνος ημών μόνον διά των αδελφοτήτων και συλλόγωνκαιεταιριών δύναται να έλθη εις αμοιβαίαν επαφήν(;)»4. Η της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που θεωρούνταν ότι ανήκαν στην ελληνική εθνότητα αποτέλεσε το βασικό μέλημα του Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου Κωνσταντινουπόλεως, «οιονεί υπουργείου της Εκπαιδεύσεως των εν Τουρκία Ελλήνων και ελληνιζόντων», μετά το 1870 5 . Η ενοποιητική αυτή δράση ξεκίνησε αφενός από τη διαπίστωση της μεγάλης άγνοιας της ελληνικής γλώσσας από πληθυσμούς που ορίζονταν ως ελληνικοί και αφετέρου από την αναγνώριση της γλώσσας ως συστατικού στοιχείου της εθνικής ταυτότητας. Η απώλειά της σήμαινε απειλή για το ίδιο το έθνος και γι' αυτό η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας στους αλλόφωνους Έλληνες (τουρκόφωνους, σλαβόφωνους, αλβανόφωνους) αποτελούσε βασικό μέσο αποκατάστασης της εθνικής συνείδησης. Η χρησιμοποιηθεί και ο όρος «συλλογομανία», «η καταλαβούσα», κατά τον Στέφανο Κουμανούδη, «τους Έλληνας τας τελευταίας δεκαετηρίδας μετά την του
3.Δενείναι τυχαίο ότι οισύλλογοι της Θράκης και της Ανατολικής Ρωμυλίας εμφανίζουν την εντονότερη δράση στις δεκαετίες του 1870και του 1900, χρόνια κρίσεων του Ανατολικού
Ζητήματος. Βλ. Κυριακή Μαμώνη, Σύλλογοι Θράκης 1922). Ιστορία και δράση, Θεσσαλονίκη 1995. και Ανατολικής Ρωμυλίας
4. Νεολόγος, έτος Θ',αρ. 1784, 9/21 Ιαν. 1875. Παρατίθεται απότη Ματούλα Ρίζου Κουρουπού, «Η Φίλεργος Εταιρία της Κωνσταντινούπολης (1866-1876)», Δελτίο Κ.Μ.Σ. (1984-5), σ. 242.
5. Βλ. και Χ. Εξερτζόγλου, Ε θ ν κ ιή Ελληνικός Φιλολογικός ταυτότητα στην Κωνσταντινούπολη Σύλλογος Κωνσταντινουπόλεως,
το 1861-1
Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου Κωνσταντινουπόλεως σύστασιν» 6. Ο όρος χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φοράαπότον Φιλοποίμενα Παρασκευαΐδη στο μεγάλο συνέδριο των «απανταχού Ελληνικών συλλόγων», στην Αθήνα7. Στο συνέδριο εκείνο μετείχαν 63 σύλλογοι με 97 αντιπροσώπους, 22 από το ελληνικό κράτος, 4 από τον ελληνισμό της Διασποράς και οι υπόλοιποι 37 από τις ελληνικές κοινότητες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ήδη ένα χρόνο μετά, ο Φιλολογικός Σύλλογος «Παρνασσός» διατηρούσε σχέσεις με 122 σωματεία, «79 ημεδαπά και 33 αλλοδαπά» 8. μελών τους αλλά και της περιουσίας τους χάρη σε δωρεές πλουσίων ομογενών9. Από τους συλλόγους της Κωνσταντινούπολης, το 1875-6 ο ΕΦΣΚ αριθμούσε 422 μέλη, ο Θρακικός σύλλογος 650, ο Θεσσαλικός 400, ο Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος Μικράς Ασίας 500 και ο Ηπειρωτικός 1.300, ενώ η περιουσία του ΕΦΣΚ ανερχόταν το 1877-8 σε 231.758 φράγκα και τουΗπειρωτικούσε 78.739'°. Από το 1861 ως το 1922 καταγράφονται μόνο για την Κωνσταντινούπολη περίπου 500 σύλλογοι". μούς. Ήδη το 1842 η Αρχαιολογική Εταιρεία αριθμούσε 386 τακτικά και 187 έκτακτα καιεπίτιμα μέλη' 2 . Τα μέλη του Παρνασσού από 300 το 1872 αυξάνονται σε 871 το 1899. Η περιουσία του, εξάλλου, υπερδιπλασιάζεται μέσα στη δεκαετία 1889-1899 φθάνοντας από 99.734,52 σε 204.132,54 δρχ.'3 Αλλά και σύλλογοι με μικρότερη εμβέλεια παρουσιάζουν συμμετοχή και δράση. Το 1891 ο Σύλλογος Φυσικών Επιστημών, για παράδειγμα, αριθμούσε 120 μέληκαιο
α λ ώ σ ε ω ς μέχρι των καθ' ημάς χρόνων ( Αθήνα 1900), προλεγ. Κ. Θ. Δημαράς, Α 7. Ματούλα Κουρουπού, «Μορφές κοινωνικήςκαι πολιτιστικής οργάνωσης του Μικρασιατικού Ελληνισμού. Το φαινόμενο των συλλόγων», Η Λέξη 112 (Νοέμβρ.-Δεκ. 1992), σ. 928. 8. Κ. Α. Βοβολίνης, ό.π., σ. 137. 9. «Οι σύλλογοι πρώτοι υπεξέκαυσαν την φιλοτιμίαν των πλουσίων εμφυσήσαντες την γλυκόθυμον έξιντων μεγαλοδωρεών». Νεολόγος, 2/14 Απριλίου 1880, στο Χ. Εξερτζόγλο «Κοινωνική ιεραρχία, ιδεολογία και εθνική ταυτότητα: το νόημα της ίδρυσης της Φιλεκπαιδευτικής Αδελφότητας "Αγαπάτε αλλήλους"», Τα Ι σ τ ο ρ κ ιά 12, τ/. 22 (Ιούν. 1995), σ. 100. 10. Queux de Saint-Hilaire, «Des Syllogues Grecs et du progrès des études littéraires dans la
6. Στ. Α. Κουμανούδης, Συναγωγή
νέων
λέξεων
υπό των
λογίων
πλασ
Grèce de nos jours», Annuaire de l'Association pour l'encouragement des France, τ. 11, Παρίσι 1877, σ. 294-300' G. Chassiotis, L'instruction publique ch depuis la prise de Constantinople par les Turcs jusqu' à nos jours,
443-472. 11. Κυριακή Μαμώνη, «Εισαγωγή στην ιστορία των συλλόγων Κωνσταντινουπόλεως (1862-1922)», Μνημοσύνη 11 (1988-1990), σ. 222. 12. Ε. Κυριακίδης, ό.π. 13. Κ. Α. Βοβολίνης, ό.π., σ. 225.
Ελληνικός Διδασκαλικός Σύλλογος 300 14 . «Πρόκειται για έναν θεσμό», γράφει ο Κ. Θ. Δημαράς, «τον οποίο απαντούμε, μέσα στο ελληνικό συλλογικό σώμα, συγκροτημένο τον υπερμεσούντα 19ο αιώνα»' 3. Παρά την έμφαση που δίνεται στο εθνικό και εκπαιδευτικό έργο, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε την πολυμορφία των οργανώσεων τόσο ως προς τις δραστηριότητες όσοκαιωςπροςτον πυρήνα ίδρυσης τους.Ηεγκύκλιοςπουαπηύθυνεο Παρνασσός προς τους ελληνικούς συλλόγους για το συνέδριο του 1879 αυτήν ακριβώςτηνποικιλία περιγράφει: «Η ιδέα του Ελληνισμού, η ιστορία αυτού, η διάδοσις των γραμμάτων, των επιστημών,τωνκαλών τεχνών, η μόρφωσις της γυναικός, η αύξησιςτηςευμαρείας του βίου, η άσκησις του σώματος και η διατήρησις της υγείας, πάν τέλος ό,τι αναφέρεται εις το παρελθόν, εις το παρόν, το μέλλον του Ελληνισμού εγένετο αντικείμενον τωνσκέψεων και της μερίμνης των πολλών σωματείων των διεσπαρμένων απανταχού ένθα λαλείται η γλώσσα των Ελλήνων και απανταχού ένθα πάλλουσι καρδίαι ελληνικαί» 16. Από τις καταγραφές που έχουν επιχειρηθεί, για τον ελληνισμό της ΟθωμανικήςΑυτοκρατορίας κατεξοχήν 17, μπορούμε να ξεχωρίσουμε πολλές διακεκριμένες ομάδες σωματείων. ιδιαίτερη ομάδα στην οποία αξίζει να σταθούμε είναι τα τοπικά σωματεία, τα οποία συγκροτούνται από συμπατριώτες εγκατεστημένους μακριά από τον τόπο καταγωγής τους. Ο τόπος καταγωγής, η ιδιαίτερη πατρίδα, φαίνεται πως αποτελεί πράγματι ισχυρό στοιχείο ταυτότητας και κριτήριο συσσωμάτωσης, με στόχο είτε την μεταξύ των μελών αλληλεγγύη είτε την ενίσχυση, της παιδείας τις περισσότερες φορές, του τόπου καταγωγής. Χαρακτηριστικό είναι ότι η ίδρυση σωματείων τοπικής συνάφειας φαίνεται να προηγείται
-εισαγωγή - σχόλια: Λυδία Παπαδάκη, Αθήνα, Ειρμός, 1993, σ. 248. 15. Κ. Θ. Δημαράς, Ε λ λ η ν ι κ ό ς Ρωμαντισμός, Αθήνα, Έρμης, 1982, σ. 591. Βλ.κ 399-402. 17. Σημαντικές σ'αυτή την κατεύθυνση είναι οι εργασίες της Κυριακής Μαμώνη. Εκτός από όσες ήδη αναφέρθηκαν, βλ. επίσης: «Σωματειακή οργάνωση του ελληνισμού στη Μικρά
Ασία», Δελτίον Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος 16. Συνέδριον των Ελληνικών Συλλόγων Πρακτικά θείσης εν Αθήναις εν έτει 1879, Αθήνα 1879, σ. ζ'-η'. της πρώτης
14. R. Α. Η. Bickford-Smith, Η Ελλάδα την εποχή
του Γεωργίου
του Α', μετάφ
αυτού Συ
«Σωματειακή οργάνωση του ελληνισμού στη Μικρά Ασία. Β' Σύλλογοι της Ιωνίας», στο ίδιο 28 (1985), σ. 55-166' «Σωματειακή οργάνωση του ελληνισμού στη Μικρά Ασία. Γ ' Σύλλογοι Καππαδοκίας και Πόντου», Δελτίο Κ.Μ.Σ. 6 (1986-7), σ. 155-225. Η σύζευξητης δρά των ελληνικών πολιτιστικών συλλόγων με την εθνικήιδεολογία αποτελεί εξάλλου τη βάση της ανάλυσης και της Λυδίας Παπαδάκη στα άρθροτης «Τοσούτοι οξύφωνοιαλέκτορες αναφωνούντες "γρηγορείτε": οιελληνικοί πολιτιστικοί σύλλογοι τον 19ο αιώνα», Τα Ιστορικά 14, τχ. 27 (Δεκ. 1997), σ. 303-322.
26 (1983), σ. 63
της ίδρυσης άλλων μορφών σωματείων αν και το ζήτημα μένει να διερευνηθεί περαιτέρω. Στη Σμύρνη μαρτυρείται το σωματείο της παροικίας των Κυθηρίων από το 1806, το οποίο ωστόσο είχε μάλλον συντεχνιακό χαρακτήρα 18. Το σωματείο επαναδιοργανώνεται το 1830 και πάντως από το 1880 εχουμε αρκετά παραδείγματα τοπικών συλλόγων. Το φαινόμενο θα μπορούσε να παραλληλισθεί ενδεχομένως με τον πολλαπλασιασμό την ίδια εποχή των εκδόσεων τοπικών ιστοριών που είναι μάρτυρες μιας τοπικής συνείδησης πουαμιλλάται προςτην εθνική. Υπάρχουν επίσης θρησκευτικοί σύλλογοι, με βάση την ενορία συχνότερα, που θέτουν ως στόχους τους την αποπεράτωση ναών, την ίδρυση σχολείων καιτην ενίσχυση εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων η την αντιμετώπιση της προσηλυτιστικής δράσης καθολικών και προτεσταντών. Αυτοί οι σύλλογοι αποτελούν βεβαίως παράδειγμα του ευρύτερου φαινομένου της δημιουργίας σωματείων γύρω από θεσμούς, όπως είναι η Εκκλησία ή το σχολείο. Στην ίδια κατεύθυνση εντάσσεται και η οργάνωση συλλόγων αποφοίτων σχολείων, οι οποίοι εμφανίζονται μέσα στον 20ό αι. και στο πλαίσιο της οργάνωσης της νεότητας ως διακριτής και ιδιαίτερης κατηγορίας 19. Η αλληλεγγύη μεταξύ των μελών αποτελεί τον βασικό στόχο αυτών των συλλόγων, παρόλο που η ψυχαγωγία, και μέσω των σπορ, εντάσσεται στις γενικές δραστηριότητές τους. Εκτός από τους μεγάλους συλλόγους, με φιλεκπαιδευτικές και φιλολογικές δραστηριότητες, υπάρχουν πολλοί άλλοι μικροί σύλλογοι που ιδρύουν αναγνωστήρια η οργανώνουν διαλέξεις 20. Επιτυγχάνεται έτσι η κοινωνική επαφή και δημόσια συναναστροφή μιας ομάδας ατόμων με κοινά κοινωνικά χαρακτηριστικά. Αυτό είναι σαφέστερο στην περίπτωση των λεσχών, οι οποίες συγκροτούνται από τις ευπορότερες τάξεις και γι' αυτό θέτουν περιορισμούς στον αριθμό των μελών τους, προσδιορίζοντας με ακρίβεια τα προαπαιτούμενα της εισδοχής. Στη 18. Κυριακή Μαμώνη, «Σωματειακή οργάνωση ... Β' ...»,ό.π., σ. 99. 19. Όπως π.χ. ο «Μαθητικός Σύλλογος» του Ελληνογερμανικού Λυκείου Γιαννίκη στη Σμύρνη (1910-1911)ητων αποφοίτων του Robert College (1907)και των Ζαππίδων (1910) στην Κωνσταντινούπολη. Κυριακή Μαμώνη, «Σωματειακή οργάνωση ... Β' ...»,ό.π., σ. 83 «Les associations pour la propagation de l'instruction grecque à Constantinople (1861-1922)», Balkan Studies 16 (1975), σ. 103-112. 20.Για την εξάπλωση αυτού του είδους συλλόγων στη Γαλλία και για την κοινή ονομασία
«φιλολογικός» (littéraire), βλ. M. Agulhon, Le cercle dans la France bourgeoise,
Etude d'une mutation de sociabillité, Παρίσι 1977, σ. 73-80. Η εξάπλ σύμφωνα μετον Agulhon,με την εμφάνιση του περιοδικού τύπου και της ερασιτεχνικής λογοτεχνίας. Γενικότερα άλλωστε, η μόδα του σωματείου ακολούθησε τη διάδοση της χρήσης του καπνού στις μεσαίες και ανώτερες τάξεις της γαλλικής τουλάχιστον κοινωνίας (στο ίδιο, σ. 53). Το πρώτο φιλεκπαιδευτικό σωματείο της Σμύρνης,το «Μουσείον», ιδρύθηκε το 1838. Βλ. Μαμώνη, «Σωματειακή οργάνωση ... Β' ...»,ό.π., σ. 58-59.
μπορούν να είναι «ανώτεροι δημόσιοι υπάλληλοι, έμποροι διευθυνταί ή μέλη εμπορικών εταιριών η βιομηχανικών καταστημάτων (αποκλειομένων των μεριδοπωλών détaillants) ως και ανώτεροι αυτών υπάλληλοι, οι κατέχοντες ανεξάρτητον και ελευθέριον κοινωνικήν θέσιν ή εξασκούντες ελευθέριον επάγγελμα, έχοντεςδεσυμπεπληρωμένον το εικοστόν πρώτον έτος της ηλικίας των» 21 .
για παράδειγμα από το καταστατικό της Λέσχης «Όμηρος» της Σμύρνης (1879). Σκοπός της ορίζεται, αν και όχι μοναδικός, «η εν αυτή ευάρεστος συναναστροφή των μελών»22. Το 1845 μάλιστα ο σμυρναϊκός τύπος ελέγχει δύο γνωστές λέσχες γιατί διαθέτουν χρήματα σε χορούς και χαρτοπαίγνια και όχι σε φιλανθρωπικούς και φιλεκπαιδευτικούς σκοπούς'23. Στην ψυχαγωγία εξάλλου στοχεύουν και οι διάφοροι μουσικοί, δραματικοί και αθλητικοί σύλλογοι που ιδρύονται την ίδια εποχή. Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό ότι, στην περίπτωση της Σμύρνης τουλάχιστον, οι αθλητικοί σύλλογοι λειτούργησαν αρχικά ως μουσι κοί η μουσικογυμναστικοί 24. Είναι η περίπτωση του «Πανιωνίου» που προήλθε απότον«Μουσικό Όμιλο Ορφέα» που είχε ιδρυθεί το 1890 αλλά και του « Απόλλωνα» που επίσης εμφανίσθηκε για πρώτη φορά το 1891 ως μουσικό σωματείο. ΣΩΜΑΤΕΙΑΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΚΡΑΤΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ
Θα πρέπει βεβαίως να γίνει διάκριση μεταξύ των συλλόγων που ιδρύονται κα δρουν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και αυτών που εγγράφονται στα γεωγραφικά όρια του ελληνικού κράτους, παρόλο που αποτελούν κοινά τεκμήρια του πολιτικού φιλελευθερισμού και της νέας κοινωνικότητας που χαρακτηρίζουν την ανερχόμενηελληνικήαστική κοινωνία. Η διάκριση θα πρέπει να γίνει ως προς τις πολιτισμικές προϋποθέσεις και το κοινωνικό περιβάλλον ανάπτυξης του σωματειακού φαινομένου στις δύο περιπτώσεις αλλά και ως προς το νομικό πλαίσιο που καθόριζε την ίδρυση και λειτουργία των σωματείων. Το νομικό πλαίσιο μά ενδιαφέρει προς δύο κατευθύνσεις: α') πως ορίζεται η σχέση με την κεντρική εξουσία και ποιά στάση τηρεί το κράτος απέναντι στην εθελοντική συσσωμάτωση των πολιτών του, και β') πως δομείται το νομικό πρότυπο οργάνωσης των σωματείων, το οποίο εξορθολογίζει και τυποποιεί τις ανθρώπινες σχέσεις, όπως αντανακλάται απότα καταστατικά τους. 21. Κ. Μαμώνη, «Σωματειακή οργάνωση ... Β' ...»,ό.π., σ. 121-122. 24. Αντίστοιχα, ο Παναχαϊκός Γυμναστικός Σύλλογος Πατρών ίδρυσε το 1893 μουσικό τμήμα, μεμπάντα και σχολείο μουσικής. Βλ. Ν. Ε. Πολίτης, Ο πατραϊκός αθλητισμός. πρώτη δεκαετία: 1891-1900, Πάτρα, Αχαϊκές Εκδόσεις, 1994, σ. 52-56.
22.Στο ίδιο, σ. 71. 23. Στο ίδιο, σ. 121.
απέναντι στη συσσωμάτωση των πολιτών ακολουθεί δρόμους ανάλογους με αυτούςτωνκρατών της Δ. Ευρώπης2Γ). Το σχήμα των τριών φάσεων —απαγόρευση, ανοχή, αναγνώριση— που έχει χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει τη διαδοχική αντιμετώπιση εκμέρους του κράτους των συνδικαλιστικών οργανώσεων στα δυτικοευρωπαϊκά κράτη μπορεί να εφαρμοστεί και για την ερμηνεία του αντίστοιχου ελληνικού θεσμικού πλαισίου. Παράλληλα, η εξέλιξη των σχετικών ρυθμίσεων αποτυπώθηκε από νομικής πλευράς στη μετάβαση από το ποινικό στο αστικό δίκαιο και, τέλος, στο συνταγματικό 26. Σύμφωνα με τον Ποινικό Νόμο του 1834, που είχε καταρτίσει ο Maurer, ασκούνταν τόσο προληπτικός όσο και κατασταλτικός κυβερνητικόςέλεγχοςστις ενώσεις προσώπων. Απαγορευόταν η ίδρυση θρησκευτικών και πολιτικών ενώ σεων ενώ επιτρεπόταν ο σχηματισμός σωματείων επιστημονικού, φιλανθρωπικού κλπ. χαρακτήρα. Το Σύνταγμα του 1844 δεν αναφερόταν στη συνδικαλιστική ελευθερία παρόλο που το βελγικό σύνταγμα του 1831, που αποτελούσε το πρότυπο του, την είχε κατοχυρώσει. Εξακολούθησε συνεπώς να ισχύει ο Ποινικός Νόμος του 1834 ως το 1864, όταν το άρθρο 11 του Συντάγματος όρισε τα εξής: «Οι Έλληνες έχουσι το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι, τηρούντες τους νόμους του Κράτους, οίτινες όμως ουδέποτε δύνανται να υπαγάγωσι το δικαίωμα τούτο εις προηγουμένην της Κυβερνήσεως αδειαν» 27. Σύμφωνα με την επικρατέστερη νομική άποψη, το Σύνταγμα του 1864 απαγόρευε τον προληπτικό κυβερνητικό έλεγχοωςπροςόλους τους «συνεταιρισμούς» με εξαίρεση τις κοινέςαστικές και εμπορικέςεταιρείες 28.Συνεπώς κατοχυρώθηκε το δικαίωμα για ελεύθερη ίδρυση πολιτικών και θρησκευτικών ενώσεων χωρίς να χρειάζεται προηγούμενη άδεια της διοικητικής αρχής29. Ο έλεγχος της λειτουργίας των σωματείων, που είχαν ζητήσει να εγκριθεί με Β.Δ. το καταστατικό τους, γινόταν από το 1890απότο Υπουργείο τωνΕσωτερικών, στο οποίο υποβάλλονταν ετήσιες λογοδοσίες των σωματείων 30. Υπάρχουν εξάλλου περιπτώσεις που η κεντρική εξουσία τροπο25. Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, η ίδρυση των συλλόγων ευνοήθηκεαπότις μεταρρυθμίσεις του Χάτι-Χουμαγιούν (1856)και αργότερα απότην ψήφισητου τουρκικού συντάγματος (1908). Σύντομα όμως (νομοθετικές ρυθμίσεις του 1909και 1913), η ίδρυση καιηδράση των σωματείων τέθηκαν υπόαυστηρό έλεγχο, αποθαρρύνοντας τη σωματειακή δραστηριότητα.
232-233.
26. Βλ. Α. Λιάκος, Εργασία και πολιτική στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου. Γραφείο Εργασίας και η ανάδυση των κοινωνικών θεσμών, Αθήνα 1993, σ. 157 27. Χ. Γ. Γκούτος, Ο συνδικαλισμός στο ελληνικά κράτος 1834-1914, Α 28. Στο ίδιο, σ. 235.
29. Στ. Μουδόπουλος, « Ο νόμος 281/1914 για τα επαγγελματικά σωματεία και ηεπίδρασή του στην εξέλιξητου συνδικαλιστικού κινήματος», στο Γ. Θ. Μαυρογορδάτος - Χ. Χατζηιωσήφ (επιμ.), Βενιζελισμός
30. Χ. Γκοϋτος, ό.π., σ. 247. Δυστυχώς οιλογοδοσίες αυτές δενείναι προσιτές, ε φ ό σ ο ν
και αστικός
εκσυγχρονισμός,
Ηράκλειο 1988, σ. 227.
τα
τροποποιεί άρθρα καταστατικών η ανακαλεί την έγκριση σωματείων σε περίπτωση που διαπιστώνονται παραβάσεις του καταστατικού ηδενυποβάλλεται έκθεση πεπραγμένων, ανάκληση που ισοδυναμεί στην ουσία με διάλυση του σωματείου 31.
διατήρησε τη διατύπωση του άρθρου11 του Συντάγματος του 1864 με την εξής προσθήκη: «Συνεταιρισμός τις δεν δύναται να διαλυθή ένεκα της παραβάσεως των νόμων, ειμή διά δικαστικής αποφάσεως» 32. Το φιλελεύθερο νομικό πλαίσ που δημιουργήθηκε τότε έχει το όριό του στο νόμο 281 «Περί σωματείων» το 1914, ο οποίος θεωρείται ως η αφετηρία της συνδικαλιστικής νομοθεσίας στην Ελλάδα και δημιουργεί ένα πλαίσιο κρατικής επιτήρησης, σύμφωνο με τις αρχές της πολιτικής των Φιλελευθέρων33. Σύμφωνα με το νέο νόμο, τα σωματεία εποπτεύονται τόσο από τη δικαστική όσο και από τη διοικητική αρχή. Για να αποκτήσει νομική προσωπικότητα ένα σωματείο έπρεπε να υποβάλει αίτηση στο δικαστήριο το οποίο έλεγχε αν το καταστατικό πληρούσε τους όρους του νόμου και, στη συνέχεια, εφόσον επιβεβαιωνόταν η νομιμότητα διέτασσε την καταχώριση του στο βιβλίο αναγνωρισμένων σωματείων 34. Η διοίκηση από την πλευρά της έλεγχε τη λειτουργία και τη δράση των ήδη εγκεκριμένων σωματείων. παραδεκτούς κανόνες, γεγονός που επέτρεπε άλλωστε και τον έλεγχο νομιμότητας και σκοπιμότητας των διατάξεών τους εκ μέρους της διοικητικής αρχής. Έτσι, τα καταστατικά των σωματείων «χωρίς να έχουν αναγκαστικά τις ίδιες
αρχεία του Υπ.Εσωτερικών πουαπόκεινται στα Γ.Α.Κ. δεν είναι ακόμη ταξινομημένα. Για την περίοδο 1880-1900 δημοσιεύονται πάντως στην Εφημερδ ία της Κυβερνήσεως, εκτό τα εγκριτικά Β.Δ.,και τα καταστατικά. Μετά το 1900,ηαποδελτίωση της Ε.τ.Κ. απέδωσε ελάχιστα καταστατικά και σχεδόν αποκλειστικά Β.Δ.έ γ κ ρ σ ιη ς . Αρκετά στοιχεία κούς συλλόγους με βάση την Εφημερδ ία της Κυβερνήσεως περιέχονται στην ευρετηρίαση
Κ. Σοφιανού: Το νομικό καθεστώς της παιδικής ηλικίας γή νόμων, διαταγμάτων, εγκυκλίων, καταστατικών,
31. Χ. Γκούτος, ό.π., σ. 249.
32.Στο ίδιο, σ. 240.
και της νεότητας τ. Α'-Β', Αθήνα
33. Α. Λιάκος, ό.π., σ. 164-165. 34. Ν. 281/1914, ΦΕΚ λ' 171, 25 Ιουνίου 1914. Γι'αυτό το λόγο, μετά το 1914, όλες οι πληροφορίες για τα σωματεία βρίσκονται στα κατά τόπους πρωτοδικεία, οπού,εκτός από το βιβλίο των Αναγνωρισμένων Σωματείων, τηρείται και αρχείο φακέλων για όλα τα σωματεία. Στο Πρωτοδικείο Αθηνών, για τα σωματεία της περιόδουπουεξετάζουμε εδώ, σώζεται μόνο το Βιβλίο και έχουνκαταστραφεί όλοι οι σχετικοί φάκελοι. Το 1918 εξάλλου, το Υπουργείο των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως απέστειλε στον Σ.Ε.Α.Γ.Σ. εγκύκλιο (αρ. 21805/20 Μαΐου 1918)με την οποία ζητούσε, για στατιστικούς λόγους, τη λεπτομερή απογραφή των αθλητικών σωματείων πουήταν εγγεγραμμένα στον Σ.Ε.Α.Γ.Σ.(έτος ίδρυσης, αριθμό μελών και αθλητών, περιγραφή εγκαταστάσεων, αγώνες κλπ.).Και τα αρχεία του Υπουργείου Παιδείας ωστόσο παραμένουν αταξινόμητα και, επομένως, απρόσιτα.
διατάξεις, ρύθμιζαν ενιαία όλα εκείνα τα θέματα που παρείχαν στο σύλλογο μια στοιχειώδη εγγύηση δημοκρατικής λειτουργίας» 35. Οι ρυθμίσεις αφορούνσεμια σειρά θεμάτων, όπως τους σκοπούς του σωματείου και τα μέσα πραγματοποίησης τους, τις προϋποθέσεις για να αποκτήσει κάποιος την ιδιότητα του μέλους, τις κατηγορίες των μελών (τακτικά, έκτακτα, αντεπιστέλλοντα, επίτιμα, δωρητές, ευεργέτες), τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μελών,τηναπώλεια της ιδιότητας του μέλους, τις πειθαρχικές παραβάσεις και κυρώσεις, τους πόρους και τις δαπάνες του σωματείου, τη συγκρότηση, τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες των διοικητικών οργάνων του, την εορτή και τα σύμβολά του, τις προϋποθέσεις διάλυσής του 36 . Παρόλο που υπάρχει η άποψη ότι τα καταστατικά «καταρτίζονταν σύμφωνα με ορισμένους ζωντανούς κανόνες», οι οποίοι είχαν διαμορφωθεί εθιμικά 37 ,είναι μάλλον προφανές ότι αρχικά χρησιμοποιήθηκαν τα αντίστοιχα δυτικοευρωπαϊκά πρότυπα, όπως μπορεί να μάς αποκαλύψει, για παράδειγμα, η μελέτη σύγχρονων τους γαλλικών καταστατικών 38. Στη συνέχεια, μπορούμε να υποθέσουμε ότι καταστατικά που συντάχθηκαν για ελληνικά σωματεία χρησιμοποιήθηκαν από μεταγενέστερους, ομοειδείς κυρίως, συλλόγους39. ΤΑ ΑΘΛΗΤΙΚΑ ΣΩΜΑΤΕΙΑ ΚΑΙ Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΗΣ ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΗΣ ΑΣΚΗΣΗΣ
Η παρουσίαση της σχετικής νομοθεσίας κατέστησε προφανές ότι τα δημοσιευμένα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως καταστατικά καθώς και τα εγκριτ διατάγματα αντιπροσωπεύουν μέρος μόνο των σωματείων που έχουν ιδρυθεί και δρουν εκείνη την εποχή. Η κυβερνητική άδεια δεν ήταν, ως το 1914, απαραίτητη για τη σύσταση των σωματείων και επομένως οι σχετικές αιτήσεις αποσκοπούσαν μάλλον στην απόκτηση κύρους40. Τα σύνολα λοιπόν που προέκυψαναπότην έρευνα σχετικά με την ίδρυση αθλητικών σωματείων έχουν κυρίως ενδεικτική αξία καιδενθαπρέπει να εκληφθούν ως απολύτως ακριβή. Θεωρώ ωστόσο ότι χαρτογραφούν σε μεγάλο βαθμό την αθλητική δραστηριότητα, δεδομένου ότι
35. Στ. Μουδόπουλος, «Ο νόμος 281/1914 για τα επαγγελματικά σωματεία...», ό.π., σ. 231. 36. Πβ. Χ. Γκούτος, ό.π., σ. 108-109.
37. Στο ίδιο ,σ. 110.
38. Βλ. Μ. Agulhon,ό.π., σ. 40 κ.εξ. 39.Στο αρχείο αλληλογραφίας του Πανελληνίου Γ.Σ. Αθηνών υπάρχουν πολλές επιστολές υπόίδρυση αθλητικών σωματείων πουζητούν το καταστατικό και τον κανονισμό λειτουργίας του για να τα χρησιμοποιήσουν ωςπρότυπα. 40. Ακόμη και μετά την έκδοσητης εγκυκλίου της 9 Ιουνίου 1912πουόριζε ότι στο εξής δενθα εγκρινόταν μεΒ.Δ. η ίδρυση σωματείου, ορισμένα σωματεία έπεισαν την κυβέρνηση ν εγκριθεί ηίδρυσή τους με διατάγματα. Βλ. Γκούτος, ό.π., σ. 242-243. Για τη διαδικασία που ακολουθούνταν στην έγκρισητων σωματείων ωςτο 1914, βλ.στο ίδιο, σ. 244.
—όπως προκύπτει από άλλου είδους πηγές— τα σωματεία εκείνα που προτίμησαννααποκτήσουν τηνκρατική έγκριση ήταν ακριβώς και εκείνα που επέδειξαν υπολογίσιμη δράση. Με επιφύλαξη, εξάλλου, χρησιμοποιείται ηεπίσημη έγκριση γιατονυπολογισμό του έτους ίδρυσης ενός σωματείου. Συνήθως,εάνδεναναφέρεται ρητά στο ίδιο το καταστατικό η αν δεν μάς είναι γνωστό από άλλες πηγές, τοέτοςέγκρισηςδηλώνει το terminus ante quem για την πραγματική ίδρυση. Είναι επιπλέον γνωστό ότι η διοίκηση καταγράφει εξ ορισμού την τυπική κοινωνικότητα αλλά το τυπικό προέρχεται, όπως καλά γνωρίζουμε, απόέναάτυπο που προϋπάρχει. Πριν από τη θεσμική εμφάνιση ενός σωματείου, συνεπώς, είναι πιθανό να υπήρχαν άτυπες μορφέςάσκησηςστο πλαίσιο μικρών ομάδων νεαρώνανδρώνπου συνδέονταν ήδη μεταξύ τους με οικογενειακές, φιλικές η επαγγελματικές σχέσεις. Συχνότερα πάντως φαίνεται πως, σε αντίθεση με την αγγλική η και τη γαλλική εμπειρία, το ελληνικό αθλητικό σωματείο δεν δημιουργείται με το πέρασμα από τηνανοργάνωτη άθλησηομάδας νέων σε τυχαίο χώρο στην οργανωμένη άθληση μέσω του σωματείου, τουλάχιστον ως τα τέλη του 19ου αιώνα. Μάλλον, κάποια στιγμή, η αξία της σωματικής άσκησης —με τα αρχαιοελληνικά της συμφραζόμενα— γίνεται αποδεκτή και εντάσσεται στους στόχους κάποιων σωματείων γενικού χαρακτήρα αλλά στο πλαίσιο του ευρύτερου εθνικού ιδεώδους. Τα αμιγούς αθλητικού χαρακτήρα σωματεία έπονται για να ακολουθήσουν τέλος τα σωματεία που εξειδικεύονται σε ένα μόνο σπορ. Ως προς τον ελληνικό χώρο, πολλά στοιχεία συγκλίνουν ότι το terminus post quem για την εμφάνιση των σύγχρονων σπορ θα πρέπει να αναζητηθεί μέσα στη δεκαετία του 1870. Για την εποχή εκείνη, ο Παλαμάς θα γράψειαργότερα, το 1925, ότι «τω καιρώ εκείνω η γυμναστική [ήταν] κάτι ανύπαρκτο καιανονείρευτο σαν το αυτοκίνητο» 41, ενώ ο γάλλος περιηγητής Joseph Reinach παρατηρούσε ότι με τα σπορ ασχολούνταν τότε μόνο οι προξενικοί επιτετραμμένοι (attachés d' ambassade)42. Μέσα σ' αυτήν ακριβώς τη δεκαετία σημειώνονται οι πρώτες απόπειρες σωματειακής οργάνωσης του αθλητισμού. Ήδη το 1869 ιδρύεται ο Κερκυραϊκός Σύλλογος Ριπής και το 1870 η Εταιρεία της επί σκοπόν βολής στην Αθήνα 43.Το1873 δημιουργείται ο αθλητικός σύλλογος «Μίλων» στηνΑλεξάνδρεια
-Πόλεμος του '97, Κείμενα Ζοζέφ Ρενάκ, Σαρλ Μωρράς, Ζαν Μορεάς, μετάφραση Γιώρ Τόλιας - Ειρήνη Λούβρου, Αθήνα, Ολκός, 1993, σ. 35. 43. Η εταιρεία αυτή είχε δημιουργηθεί με πρωτοβουλία του Μάρκου Ρενιέρη και είχε ιδρύσει πίσω από τους στρατώνες του πυροβολικού Εθνικό σκοπευτήριο. I. Χρυσάφης, Οι σύγχρονοι..., ό.π.,σ. 129. Το 1879, ήταν το μοναδικό αθλητικού χαρακτήρα σωματείο
Ανταποκρίσεις
41. Κ. Παλαμάς, «Ο ταβάς» [χρονογράφημα, 1925], στο Ά π α ν τ α , τ. Δ', σ. 352.Και αυτή την παραπομπή την οφείλω στον Ά λέξη Πολίτη. 42. I. Reinach, Voyage en Orient , τ. II, Παρίσι 1879, σ. 211. Πβ.και την ελλ
από την Ελλάδα 1879-1897. Ε θ ν κ ιέ ς διεκδικήσεις
- Ολυμπ
δρεια, το 1877 ο «Ερμής» στην Κωνσταντινούπολη και το 1878 ο Ελληνικός Γυμναστικός Σύλλογος στην Αθήνα44. Το 1875, εξάλλου, ιδρύεται στην Αθήνα η Αθηναϊκή Λέσχη, η πρώτη κλειστή λέσχη ανδρών κατά το αγγλικό πρότυπο που λειτούργησε στην πρωτεύουσα και η οποία διατηρούσε το πιο δραστήριο τμήμα ξιφασκίας 45. νεται να είχαν ιδιαίτερο αντίκτυπο στην ελληνική κοινωνία της εποχής. Γι' αυτό το λόγο ενδεχομένως ο Ηροκλής Βασιάδης παρατηρεί στο «Υπόμνημα περί αναστάσεως και αναγεννήσεως της εθνικής γυμναστικής παιδαγωγικής τε και δημοσίας», που παρουσίασε το 1879 στο συνέδριο των ελληνικών συλλόγων: «Και τοι τοσούτοι εν ολίγω χρόνω ιδρύθησαν παρ' ημίν σύλλογοι, ουδείς όμως συνέστη γυμναστικός, ουδ' απόπειρά τιςπροςσύστασίν πουεγένετο,οιδεγυμνασταί εν τω ημετέρω έθνει εν τοις δακτύλοις μετρούνται, ότε εν Γερμανία εν τοις συνεδρίοις μόνον των γυμναστικών συλλόγων συνέρχονται συνήθως εικοσακισχίλιοι και επέκεινα γυμνασταί» 46. Καλεί λοιπόν το Συνέδριο να «φροντίση περί ιδρύσεως εν Αθήναις γυμναστικού συλλόγου, ου σκοπός έσται η ανάστασις της παρ'ημίν αποσβεσθείσης και όλως εκλιπούσης αγωγής και ασκήσεως του σώματος, ηαναζωογόνησις της παιδαγωγικής και της χάριν της υγείας των πολιτών δημοσίας γυμναστικής, της μεν εν τοις σχολείοις, της δε εν ταις πόλεσι και κωμοπόλεσι γυμνασίων ανεγειρομένων, ως έπραττον οι ημέτεροι πρόγονοι ηγούμενοι δικαίως τηνυγείαν του σώματος συντελεστικωτάτην είναι εις την της ψυχής ευεξίαν» 47. ίδρυση —με πρωτοβουλία του Ν. Πύργου48— του δεύτερου γυμναστικού σωματείου
των Ελληνικών
μετείχε στο συνέδριοτων ελληνικών συλλόγων μεεκπρόσωποτων Ιω.Μίνδλερ. Βλ. Συνέδριον
Συλλόγων..., ό.π.,σ. ιε'. Βλ. επίσης εδώ, σ.
44. Π. Ν. Μανιτάκης, 100χρόνια..., ό.π.,σ. 21. Ο πρώτος αυτός γυμναστικός σύλλογος Αθήνας διαλύθηκε σχεδόν αμέσως χωρίς ν'αφήσει κανένα ίχνος της δράσης του. Σύμφωνα με τον Χρυσάφη ιδρύθηκε το 1879 (I. Χρυσάφης, Οι σύγχρονοι..., ό.π., σ. 134, ση πρωτοβουλία ανήκε στους Βλ. Γαβριηλίδη, Ν. Πολίτη, Αγησ. Γιαννόπουλο και I. Φωκιανό (I. Χρυσάφης, «Γυμναστική Επιθεώρησις της τελευταίας δεκαετίας 1888-1898», ΠΑΕΑ 1 (1898-99), σ. 118). Την ίδια εποχή (1877) καταγράφεται και η ίδρυση του πρώτου Ομίλου Πατρινών Σκοπευτών, οοποίος ωστόσο επίσης διαλύθηκε μετά από λίγους μήνες. Ν. Ε. Πολίτης, Ο πατραϊκός που λειτουργούσε από το 1888. Η Αθηναϊκή Λέσχη 1875-1975. εκατονταετηρίδα της Αθηναϊκής Λέσχης, Αθήνα 1976. 46. Συνέδριον των Ελληνικών Συλλόγων..., ό.π., σ. 181. 47. Στο ίδιο, σ. 184.
45. Το 1896, ενόψει των Ολυμπιακών, συγχωνεύτηκε μαζί της ο Όμιλος των Φιλόπλων
αθλητισμός.
Β'..., ό.π., σ. 135.
Αν
48. Συνιδρυτές αναφέρονται εξάλλου ο Κ. Δεφιτζής, διδάσκαλος της γυμναστικής, και ο
τείου στην Αθήνα, του « Αθηναϊκού Γυμναστικού Συλλόγου»,πουεπονομάστηκε «του Γερανίου», επειδή εγκατέστησε το γυμναστήριο του στη θέση Γεράνι, στο τελευταίο τετράγωνο της οδού Σοφοκλέους49. Από τα μέσα της ίδιας δεκαετίας αλλά κυρίως απότιςαρχέςτηςεπομένης,η ίδρυση αθλητικών σωματείων πυκνώνει αισθητά για να κορυφωθεί στα χρόνια 1895-1896, με τη διοργάνωση των πρώτων διεθνώνΟλυμπιακώνΑγώνωνστην Αθήνα. Συγκεκριμένα, κατά την τριακονταετία 1869-1899 50 ,έχωεντοπίσει την ίδρυση 104 συνολικά αθλητικών σωματείων στο ελληνικό κράτος (βλ. Πίνακα 3). Για 64 απ' αυτά έχουν βρεθεί και τα καταστατικά τους 51. Η κατανομή τω σωματείων στο χρόνο επιβεβαιώνει τη σημασία της συγκυρίας των Ολυμπιακών Αγώνων (βλ. Πίνακα 1). Κατά την τριετία 1894-1896 ιδρύθηκαν τα 60απότα 104 καταγεγραμμένα σωματεία της πρώτης περιόδου (9 το 1894, 16 το 1895 και 35 το 1896). Είναι χαρακτηριστικό ότι τα 41 από τα 60 ήταν γυμναστικά σωματεία, ασχολούνταν δηλ. κυρίως με τη γυμναστική και τον κλασικό αθλητισμό, και συνέδεαν συνεπώς με σαφήνεια τη δράση τους με τη διοργάνωση των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων. Ο συγκυριακός χαρακτήρας της ίδρυσης, που σήμαινε ότι η πύκνωση αυτή δεν αντιπροσώπευε μια πραγματική αλλαγή νοοτροπιών ή κοινωνικών αναγκών, επιβεβαιώνεται από τη διάλυση των περισσοτέρων αμέσως μετά το 1896. « Έκ δε της πανηγυρικής και μεστής συγκινήσεως τελέσεως των Ολυμπιακών αγώνωνκαιτηςκατ' αυτούς επιδειχθείσης οιονεί μέθης υπέρ της γυμναστικής και τουαθλητισμού προσεδόκα έκαστος ότι ο έρως προς τας τοιαύτας ασκήσεις εδικαιούτο πλέον να θεωρηθή κεκτημένος θησαυρός του Έθνους και ότι οι Έλληνες μνήμονες της προγονικής δόξης, εν πλήρει συνειδήσει αισθητής εθνικήςανάγκης [...] εμελλον να επιδοθώσιν εις την γυμναστικήν ολοψύχως και μετά πάσης θυσίας. Και όμως οφείλομεν να ομολογήσωμεν ότι ούτε εν τω ημετέρω γυμνασίω ούτε εν τοις λοιποίς των Αθηνών και των επαρχιών, επεδείχθη η πυρετώδης
ζωγράφος Αλέξ. Καλλούδης. I. Χρυσάφης, Οι σύγχρονοι..., ό.π.,σ. 128. Για τον Ν. Πύργο εδώ, σ. 54, 56, 59. Την εποχή εκείνη ο Πύργος δίδασκε στη σχολή γυμναστών μαζί μετον Φωκιανό. 49. Π. Ν. Μανιτάκης, ό.π. 50.Τοέτος 1869 ιδρύθηκεοΚερκυραϊκός Σύλλογος Ριπής.Τοέτος 1899μπορεί να επιλεγεί ως τελικό όριο της πρώτης περιόδου για πολλούς λόγους. Εκτός του συμβατικού ορίου της αλλαγής του αιώνα, τη χρονιά εκείνη ψηφίστηκε ονόμος ΒΧΚΑ', οοποίος περιείχε μια σειρά από σημαντικές ρυθμίσεις για τη λειτουργία των αθλητικών σωματείων, για τον Σ.Ε.Α.Γ.Σ.και την Ε.Ο.Α.και για τη διοργάνωση των αγώνων. Βλ. εδώ, σ. 125-6, 142-3. 51. Βασική πηγή είναι ηΕφημερδ ία της Κυβερνήσεως, εκτός από κάποια καταστατικ έχουν αναφέρω ότι για την περίοδο 1880-1912 (δηλ. για 30 περίπου χρόνια) έχουνκαταγραφεί σε σχετική μελέτη 656 εγκριτικά διατάγματα που αφορούν σε επαγγελματικά σωματεία υπό στενή και ευρεία έννοια, αριθμός αρκετά σημαντικός (Γκούτος, ό.π., σ. 63-64).
αλλά καισυναισθηματική άμα εκείνη ενέργεια ην πάντες προσεδοκώμενναίδωμεν άγουσαν εις νέον Εθνικόν βίον [...] Το γνωστόν ελάττωμα του Εθνικού ημών χαρακτήρος, το αψίκορον και η σπασμωδική εις ολίγας μόνον ώρας του κινδύνου, του ενθουσιασμού ή της ανάγκης επιδεικνυομένη δραστηριότης, κατεφάνησαν και ως προς την γυμναστικήν. Και ολίγας μόνον ημέρας μετά το πέρας των Ολυμπιακών αγώνων η απήχησις αυτών ήτο αισθητή ου μόνον εν τοις γυμναστηρίοις, άτινα έβριθον ανδρών και παίδων γυμναζομένων αλλά και εν αυταίς ταις αγυιαίς των Αθηνών, αυταίς ταις ρύμαις των χωρίων, όπου απανταχού πάντες μετεβάλλοντο αυτοσχεδίως και εναλλάξ εις προχείρους αθλητάς καιθεατάς Ολυμπιακώναγώνωνενμικρογραφία. Αλλ' ο ενθουσιασμός εξητμίσθη ταχέως [...]» 52 .
52. Πανελλήνιος Γ.Σ., «Έκθεσιςτων πεπραγμένων του Δ.Σ. δια τα έτη 1896-1898», σ. [2]-[3],
ΠΙΝΑΚΑΣ 1
Ίδρυση
1870-1874 1875-1879
αθλητικών
1880-1884
σωματείων
1885-1889 1890-1894
στο ελληνικό
1895-1899
κράτος
(1870-1914)
1910-1914 Σύνολο
1900-1904
1905-1909
Αθήνα Πειραιάς Φάληρο Μαρούσι Κηφισιά Κορωπί Αίγινα Κουκουβάουνες Μαρκόπουλο Σαλαμίνα Θήβα Λειβαδιά
Ν. Αττικής και Βοιωτίας
1
1
2
2
2
2
3 2 1
7
13
8 5
16
9 2
9
4 1 1 1 1 1
12
8 2
15
9 3
1 1 1
1 1
46 15 2 1 3 2 2
78
1
1 1 1 1
1 4
1 1 1 1
1 1 3
1 1
Αταλάντη Λαμία Αμφισσα Δελφοί Στυλίδα
Ν. Φθιώτιδος και Φωκίδος
2
1
1
1 1
8 1
3 1 1 1
1
ΣΗΜ.
Ηδιαφορά των δύο συνόλων στο τέλος του Πίνακα οφείλεται στο γεγονός ότι για τρία σωματεία δενγνωρίζουμε την ακριβή χρονολογία ίδρυσης.
Ν. Αιτωλίας Ακαρνανίας
Μεσολόγγι Αστακός Αγρίνιο Ναύπακτος
Ν. Άρτης
1
1
και 3
1 1 1
5 2
1
1 1
Άρτα
Ν. Τρικάλων
1 1
1
1 1
1
1
2 2 2
2
Τρίκαλα Καρδίτσα
1
2
1
3
4
Λάρισα Αγιά Αλμυρός Βόλος Φάρσαλα
Ν. Λαρίσης
4 2
2
1
4
12 2
1
1 2
1
3
1
1
1
1
7
7
Ν. Εύβοιας
Χαλκίδα Ξηροχώρι Κύμη Λίμνη Αγ. Άννα Σκόπελος
1
1
1
3
1
1 1
2
1
1
1
2 1
1 1 1 1
1870-1874
1875-1879
1880-1884
1885-1889
1890-1894
1895-1899
1900-1904
1905-1909
1910-1914 Σύνολο
Ν. Τρίπολη Βυτίνα Δημητσάνα Ζάτουνα Τεγέα Αγ. Πέτρος Λεωνίδιο Βούρβουρα Ν. Αργολίδος και Κορινθίας Αργός Κόρινθος Κιάτο Ναύπλιο Τρίκαλα Πόρος Ν. Αχαίας Πάτρα Πύργος Αίγιο Ακράτα Αμαλιάδα Αρφαρά Κριεκούκι Ολυμπία
Αρκαδίας
1 1
1
5 1 1
2
1
1 1
1
1 1 1 1 5 1 1 1 1 1 4 3 1 8 3 1 1 2 1
9 2 1 1 1 1 1 1 1 12 4 2 1 3 1 1 4 2 1 1 22 10 3 2 1 2 1 2 1
2 1 1
4 2 1 1
1 1
3 1 1
2
1
1 1
Ν. Μεσσηνίας Καλαμάτα Μεσσήνη Ανδρίτσαινα Κυπαρισσία Φιλιατρά Ν. Λακωνίας Σπάρτη Καστανιά Γύθειο Ν. Κερκύρας Κέρκυρα Λευκάδα Ν. Κεφαλληνίας Αργοστόλι Ν. Ζακύνθου Ζάκυνθος Ν. Κυκλάδων Ερμούπολη Θήρα Νάξος Τήνος Χρούσα Σύρου ΣΥΝΟΛΟ
1 1
4
2 1 1
1
1 1 1 1 1 4 3 1 1 1 1 1 1 1
7 3 1 1 1 1 5 2 1 2 12 11 1 2 1 2 2
1 1
1
1 1
1 1
5 5
1 1 1 1 3 3
1 1 5 3 1 1 1 1 1 33 30 30 1 1 2 1
13 9 1 1 1 1 197/200
1
3
2
12
25
6
ριότητα μοιάζει να εξανεμίζεται. Μόλις 4 νέοι σύλλογοι ιδρύονται τότε, ενώτην επόμενη χρονιά οι αριθμοί φθίνουν περισσότερο: ένα μόνο νέο σωματείο εντοπίζεται. Η μικρή ανάκαμψη του 1899 (6 νέοι σύλλογοι) δεν είναι οπωσδήποτε σημαντική. Έτσι, η νόσος «αθλητίτις» που καταγράφεται απότην εφ.Εστία το 1896 53 , αποτυπώνοντας την εξάπλωση του ενθουσιασμού για τον αθλητισμό, θεραπεύεται σύντομα χωρίς να αφήσει κανένα ίχνος των συμπτωμάτων της. ριο για την εξάπλωση του αθλητισμού τον αριθμό των σωματείων που δραστηριοποιούνται είτε μέσω της συγκρότησης του Σ.Ε.Α.Γ.Σ. είτε μέσω της συμμετοχής σε αγώνες. Μόλις 28 ήταν τα σωματεία που το 1897 συγκρότησαν τον Σ.Ε.Α.Γ.Σ. —3 απ' αυτά μάλιστα προέρχονται από τον εκτός κράτους ελληνισμό (Πίνακας 2). Συνολικά ως το 1910 θα έχουν εγγραφεί στον Σ.Ε.Α.Γ.Σ. 129 σωματεία (19 από την Αθήνα, 8 από τον Πειραιά, 7 από τη Σμύρνη, 4 από την Πάτρα — τα 38 εκτός Ελλάδας) αλλά τη χρονιά εκείνη ο Σ.Ε.Α.Γ.Σ. θα περιλαμβάνει 44 ενεργά σωματεία με 2.036 αθλητές. Για να αποκτήσουν αυτοί οι αριθμοί κάποια συγκριτική αξία, αξίζει να αναφερθεί ότι την ίδια εποχή, το 1913, η Ένωση των Γαλλικών Αθλητικών Συλλόγων (U.S.F.S.A.) περιλαμβάνει περί τα 1.700 σωματεία, δηλ. 100.000 με 120.000 μέλη για ένα πληθυσμό 39.000.000. Σ' αυτούς θα πρέπει να προστεθούν και τα μέλη της Γαλλικής Ποδηλατικής Ενώσεως που αποτελούσε ανεξάρτητο οργανισμό54.Δενεπικαλούμαι το αγγλικό παράδειγμα γιατί είναι γνωστό πως η θέση των σπορ στη βρετανική κοινωνία ήταν σαφώς διαφορετική. «Καθώς η Ελλάδα χρησιμοποιεί περισσότερο το γαλλικό παρά το αγγλικό πρότυπο πολιτισμού, υποψιάζεται κανείς —και δικαίως— ότι η αθλητική της εκπαίδευση είναι καθυστερημένη» σημειώνει ο Bickford-Smith, αγγλος περιηγητής το 1892 55 .
53. Στο φ.της 22ας Ιουνίου. Στ. Κουμανούδης, Συναγωγή..., ό.π. 54. R. Hubscher - J. Durry · Β. Jeu (έκδ.),ό.π., σ. 78. Υψηλότεροι είναι οι αντίστοιχοι αριθμοί για το 1909πουδίνει οG. Le Roy: 5.079 υπολογίζονται τα αθλητικά σωματεία κάθε είδους (γυμναστικά, αθλητικά, σκοπευτικά, ποδηλατικά, κολυμβητικά, ξιφασκίας, μποξ και στρατιωτικής εκπαίδευσης και προετοιμασίας) με 864.000 μέλη συνολικά. G. Le Roy, Education physique et gymnastique, Παρίσι 1913, σ. 361. Η παραπομπή στο P. Arnaud (
Athlètes
Privat, 1987, σ. 281. 55. Bickford-Smith, ό.π., σ. 252. Για την παράλληλη πορεία της ανάπτυξης της σωματικής άσκησης στην Ελλάδα και τη Γαλλία, βλ.εδώ, σ. 57, 69-70.
de la République.
Gymnastique,
sport
et idéologie
républi
ΠΙΝΑΚΑΣ 2
ιδρυτικά
σωματεία του Συνδέσμου Ελληνικών Γυμναστικών Σωματείων (1897)
Α θ λ η τ ι κ ώ ν
Γυμνάσιον Σμύρνης Γυμναστικός Σύλλογος « Αβέρωφ» Ναυπλίου Γυμναστικός Σύλλογος Αμαρουσίου Γυμναστικός Σύλλογος « Ά ρ α τ ο ς » Κιάτου Γυμναστικός Σύλλογος Γυμναστικός Σύλλογος Ανδρίτσαινας Γυμναστικός Σύλλογος Γυμναστικός Σύλλογος Γυμναστικός Σύλλογος Γυμναστικός Σύλλογος Βόλου «η Ολυμπία» Κερκύρας Κύμης Λαμίας «ο Γλαύκος»
Χαλκίδας Γυμναστικός Σύλλογος «ο Στράτων» Αιγίου Γυμναστικός Σύλλογος «ο Φωκιανός» Κουκουβαούνων
Γυμναστικός Σύλλογος Στυλίδος Γυμναστικός Σύλλογος Τήνου Γυμναστικός Σύλλογος «Φιλόξενος» Ζακύνθου Εθνικός Γ . Σ . Ηπειρωτικός Σύλλογος «θ Σκουφάς» Άρτας «Ηρακλής» Αγρινίου Λοκρικός Γ . Σ . Αταλάντης Μεσσηνιακός Γ . Σ . Καλαμάτας Ναυπακτιακός Γ . Σ . « Ολύμπια» Λεμεσού Όμιλος Πεζοπόρων Πειραιώς «Παγκύπρια» Λευκωσίας Παναχαϊκός Γ . Σ . Πάτρας Πανελλήνιος Γ . Σ . Πειραϊκός Σύνδεσμος Σύλλογος Φιλοπροόδων Τριπόλεως
Η το 1870 ως το 1914 δεν κρύβει εκπλήξεις (Πίνακας 1). Το πρωτείο των Αθηνών επιβεβαιώνεται από την παρουσία 46 σωματείων στα 200 (ποσοστό 23%), τα οποία ιδρύονται σε ένα διάστημα 44 χρόνων. Αν μάλιστα στο σύνολο α προσθέσουμε τα σωματεία του Πειραιά (15) και του Φαλήρου (2), τότε μόνο στην περιοχή της πρωτεύουσας αναπτύσσεται το 31,5% περίπου των αθλητικών σωματείων. Ο νομός Αττικής και Βοιωτίας αποτελεί εξάλλου, με μεγάλη διαφορά, το κέντρο όπου αναπτύσσεται ο σωματειακός αθλητισμός. Ακολουθούν νομοί όπου υπάρχουν σημαντικά αστικά κέντρα, όπως ο νομός Αχαΐας, ο νομός Κυκλάδων, ο νομός Λαρίσης και ο νομός Κερκύρας. Δεύτερο χαρακτηριστικό της γεωγραφικής κατανομής είναι η μεγάλη διασπορά, εφόσον εκτός από την Κέρκυρα (11 σωματεία), την Πάτρα (10), την Ερμούπολη (9) και τον Βόλο (7), τουλάχιστον 45 κωμοπόλεις έχουν από 1 αθλητικό σωματείο και 13 από 2 για την ίδια περίοδο. Κωμοπόλεις με μεγ τερο πληθυσμό, που είναι διοικητικά κέντρα η συγκεντρώνουν κάποια οικονομική δραστηριότητα, έχουν από 3-4 αθλητικά σωματεία (Πίνακας 1).
ΠΙΝΑΚΑΣ 3
Αθλητικά
σωματεία (1869-1899)
στο
ελληνικό κράτος
Έδρα Αγρίνιο Αθήνα
Έτος ίδρυσης χ.χ. [1896] 1870 1875 1878 1882 1886 1887 1888 1891 1892 1893
Όνομα Μουσικός Σύλλογος Απόλλων Γυμναστικός Σύλλογος Αγρινίου «Ηρακλής» Εταιρεία επί σκοπόν βολής Αθηναϊκή Λέσχη Ελληνικός Γυμναστικός Σύλλογος Αθηναϊκός Γυμναστικός Σύλλογος Ιππική Εταιρεία της Ελλάδος Ελληνικός Αθλητικός Σύλλογος* Γυμναστικός Σύλλογος Σχολείου Όμιλος των Φιλόπλων* Πανελλήνιος Γυμναστικός Σύλλογος* Ποδηλατικός Σύλλογος Αθηνών Ελληνικός Αθλητικός Σύλλογος Μεταρρύθμισις* (+) Εθνικός Γυμναστικός Σύλλογος* Ιππικός Σύνδεσμος* Πανελλήνιος Ποδηλατικός Σύλλογος* Ποδηλατική Ένωσις*
Σημ.: Οπίνακας ταξινομείται σύμφωνα πρώτον μετον τόπο και δεύτερον μετο χρόνο ίδρυσης των σωματείων. Καταγράφονται τα αμιγώς αθλητικά σωματεία αλλά και εκείνα πουή γραμμένα στον Σ.Ε.Α.Γ.Σ.και των οποίων, συνεπώς,οαθλητισμός αποτελούσε μείζονα δραστηριότητα. —Μεαστερίσκο (*) σημειώνονται τα σωματεία των οποίων έχειβρεθεί το καταστατικό. Με αγκύλες [ ] σημειώνεται το έτος ίδρυσης εφόσον συνάγεται από έμμεσες πληροφορίες και συνήθως αποτελεί το terminus ante quem.Μεσταυρό (+) δηλώνεται το σωματείο πουυπήρχεκαι προηγουμένως είτε με άλλο όνομα είτε μεάλλη έδρα. ΚυβερνήσεωςΠηγές: Π. Σ. Σαββίδης, Λεύκωμα των ... Ολυμπ. Α γ ώ ν ω ν 1906, Αθήνα 1907'Ε φ η μ ε ρ ί ς
ρολόγιον 1910..., Αθήνα 1910· Δελτίον ΣΕΑΓΣ 1 (1901)· Π. Ν. Μανιτάκης, 100 χρόν κού α θ λ η τ ι σ μ ο ύ 1830-1930, Αθήνα 1962' Ν. Ε. Πολίτης, Ο πατραϊκός α θ λ η τ ι σ μ ό ς . Β' ε π ο χ ή του Τόφαλου ως την ίδρυση της Παναχαϊκής, Πάτρα 1997.
Αρχείο Πανελληνίου Γ.Σ.' Μπενάκειος Βιβλιοθήκητης Βουλής· Σ.Ε.Α.Γ.Σ.
Έδρα Αθήνα
Έτος ίδρυσης 1895
Όνομα Lawn-Tennis Club* Αθλητικός Όμιλος Αθηνών* Ελληνική Ποδηλατική Ε τ α ι ρ ε ί α * Κυνηγετικός Σύλλογος Αθηνών Όμιλος Πεζοπόρων Αθηνών* Όμιλος Ποδηλατών εν Αθήναις Όμιλος Εκδρομών Πανελλήνιος Σκοπευτική Εταιρεία Γυμναστικός Σύλλογος ο Στράτων* Ηώς Γυμναστικοαθλητικός Σύλλογος Αλμυρού* Γυμναστικός Σύλλογος η Ήλις* Επειός Γ . Σ . Γυμναστικός Σύλλογος Αμφίσσης* Γυμναστικός Σύλλογος η Ολυμπία* Γυμναστικός Σύλλογος Άργους Γυμναστικός Σύλλογος Αργοστολίου Ηπειρωτικός Σύλλογος «ο Σκουφάς» Κυνηγετικός Σύλλογος Άρτης Αιγειρατικός Γυμν. Σύλλογος* Λοκρικός Γυμν. Σύλλογος* Γυμναστικός Σύλλογος Βόλου Αθλητικός Σύλλογος Βουρβούρων* Γυμναστικός Σύλλογος Γορτυνιακός Γυμν. Σύλλογος* Γυμναστικός Σύλλογος Ερμουπόλεως* Όμιλος Ερετών Ερμουπόλεως* Ποδηλατική Ένωσις Ερμουπόλεως* Σύλλογος Κυνηγών Σύρου Αθλητικός Σύλλογος Ηρακλής* Γυμναστικός Σύλλογος Ερμουπόλεως* Όμιλος των Πεζοπόρων* Ζακύνθιος Γυμν. Σύλλογος* Γυμναστικός Σύλλογος «Φιλόξενος» Σύλλογος των Πεζοπόρων ο Εύκλής* Γυμναστικός Όμιλος Καλαμών* Μεσσηνιακός Γυμν. Σύλλογος*
[1895] 1898 1899 Αίγιο Ακράτα Αλμυρός Αμαλιάδα Αμφισσα Ανδρίτσαινα Αργός Αργοστόλι Αρτα Αρφαρά - Βερσοβά Αταλάντη Βόλος Βούρβουρα Κυνουρίας Βυτίνα Δημητσάνα Ερμούπολη 1893 1896 1897 1896 1896 1896 1896 1899 [1896] 1899 1896 1895 1896 1897 1896 1896 1886 1893 1894 1895
Ζάκυνθος Καλαμάτα
1894 [1896] 1894 1896
Έδρα Καλλίστη Θήρας Κέρκυρα
Έτος ίδρυσης 1896 1869 1893 1899 1896 [1896] 1887 1896 [1897] 1893 1896 1887 1897 1896 1896 1896 1893 1895 1896 1896 1877 1891 1894 1895 1896 1887 1888 1893 1894 [1895] 1899
Όνομα Γυμναστικός Σύλλογος Καλλίστης* Κερκυραϊκός Σύλλογος Ριπής* Γυμναστικός Σύλλογος Κερκύρας* Κερκυραϊκός Γυμναστικός Σύλλογος Κρίκετ Γυμναστικός Σύλλογος Κηφισσίας Γυμναστικός Σύλλογος « Α ρ α τ ο ς » Γυμναστικός Σύλλογος Ποσειδών* Κέκροψ Γυμναστικός Σύλλογος ο Φωκιανός Γυμναστικός Σύλλογος Κύμης* Γυμναστικός Σύλλογος Λαμίας* Γυμναστικός Σύλλογος Λεβαδείας* Γυμναστικός Σύλλογος «ο Λέβαδος» Γυμναστικός Σύλλογος Λεωνιδίου Γυμναστικός Σύλλογος Ελυμνίων* Γυμναστικός Σύλλογος Αμαρουσίου Παναιτωλικός Γυμν. Σύλλογος* Σύλλογος Πεζοπόρων Σπουδαζούσης Νεολαίας* Ναυπακτιακός Γυμν. Σύλλογος* Γυμναστικός Σύλλογος Αβέρωφ* [Όμιλος Σκοπευτών] Παναχαϊκός Γυμναστικός Σύλλογος* Γυμναστική Εταιρεία Πατρών* Ποδηλατικός Σύλλογος Πατρών* Όμιλος Σκοπευτών Ποδηλατική Ένωσις Πατρών Σύλλογος Πεζοπόρων Πατρών Γυμναστικός Σύλλογος Θησεύς* Όμιλος Ερετών Πειραιώς* (+) Γυμναστικός Σύλλογος τα Ολύμπια Όμιλος Πεζοπόρων Πειραιώς* Όμιλος Κυνηγών Πειραιώς Όμιλος Ποδηλατών Πειραιώς* Ποδηλατική Ένωσις Πειραιώς Σύλλογος Κολυμβητών Πειραιώς- Αθηνών* Γυμναστικός Σύλλογος Πόρου Γυμναστική Εταιρεία Ηλείων Γυμναστικός Σύλλογος Σκοπέλου*
Κηφισιά Κιάτο Κόρινθος Κορωπί Κουκουβάουνες Κύμη Λαμία Λειβαδιά Λεωνίδι Λίμνη Μαρούσι Μεσολόγγι
Ναύπακτος Ναύπλιο Πάτρα
Πειραιάς
Πόρος Πύργος Σκόπελος
1896 1895 1896
Έδρα Σπάρτη Στυλίδα Τήνος Τρίκαλα Τρίκαλα Κορινθ. Τρίπολη
Έτος ίδρυσης 1887 1895 1896 [1896] 1896 1896 1887 [1896] 1885 1896 1887 1896
Όνομα Γυμναστικός Σύλλογος ο Ευρώτας* Σπαρτιατικός Γυμν. Σύλλογος* Γυμναστικός Σύλλογος Στυλίδος* Γυμναστικός Σύνδεσμος του χωρίου Κτικάδου Τήνου Γυμναστικός Σύλλογος Τρικάλων* Γυμναστικός Σύλλογος Τρικάλων Κορινθίας* Γυμναστικός Σύλλογος «Κολοκοτρώνης» Σύλλογος Φιλοπροόδων Όμιλος Ερετών Τριφυλιακός Γυμν. Σύλλογος* Γυμναστικός Σύλλογος Αμφιδάμας* Γυμναστικός Σύλλογος ο Γλαύκος*
Φάληρο Φιλιατρά Χαλκίδα
Αυτά τα αριθμητικά δεδομένα επιβεβαιώνουν τη σχέση ανάμεσα στην αστική ανάπτυξη καιτηνεξάπλωσητηςσωματικής άσκησης. Το σύνολο σχεδόν της αθλητικής δραστηριότητας εντοπίζεται στην περιοχή της πρωτεύουσας, βρίσκονται στα τέλη του αιώνα τα δύο σημαντικότερα αστικά κέντρα του κράτους. Το 1896, η Αθήνα έχει 128.735 κατοίκους και ο Πειραιάς 51.020, όταν ο συνολικός πληθυσμός της Ελλάδας ανερχόταν στους 2.433.806 κατοίκους 56. Η Πάτρα, που είναι το τρίτο σε μέγεθος αστικό κέντρο της εποχής (50.158 κάτοικοι), είναι ως τα τέλη του αιώνα τρίτη σε αριθμό σωματείων (7), μετά την ΑθήνακαιτονΠειραιά, στην ίδια θέση με την Ερμούπολη (Πίνακας 3). Η Ερμούπολη, παρόλο που την εποχή εκείνη διέρχεται περίοδο παρακμής καιαπό άποψη πληθυσμιακού μεγέθους υπερσκελίζεται από άλλες πόλεις57, φαίνεται πως διατηρεί μια αστική τάξη που ακολουθεί σε επίπεδο συμπεριφορών τις νέες μόδες, όπως π.χ. το ποδήλατο και την κωπηλασία. Η Καλαμάτα και η Κέρκυρα, πουεκπροσωπούνται με3 σωματεία (για την περίοδο 1869-1899), αποτε πράγματι και τις μόνες πόλεις του Πίνακα 3 που έχουν περισσότερους από 56. Στοιχεία για τον πληθυσμό των πόλεων αντλώ απότο βιβλίο Ελ. Σκιαδάς, Ι σ τ ο ρ κ ιό
των δήμων και της Ελλάδος, 1833-1912. εξέλιξις Σχηματισμός πληθυσμιακή της Ε λ λ ά δ ο ς , 1821-1971,
ματα, Αθήνα 1993,και για τον πληθυσμό της Ελλάδας απότο Μ. Χουλιαράκης, Γεωγραφι
κή, διοικητική
διάγραμμα
- σύσταση
57.Το1896 η Ερμούπολη είχε 18.760 κατοίκους, ενώπερισσότερο πληθυσμό είχαν πόλεις όπως η Καλαμάτα, η Κέρκυρα και ο Πύργος.
Αθήνα
20.000 κατοίκους 58. Αντίθετα, για το σύνολο των υπόλοιπων κωμοπόλεων που διατηρούν 1-2 αθλητικά σωματεία, δεν φαίνεται να ισχύει κάποιος κανόνας. Στην ίδια κατηγορία ανήκουν χωριά όπως τα Βούρβουρα Κυνουρίας, μικρές κωμοπόλεις όπως τα Αρφαρά Αχαΐας και πόλεις όπως ο Πύργος Ηλείας. Ο απότα, ελλιπήοπωσδήποτε, στοιχεία για τα επαρχιακά αθλητικά σωματεία κατά την επόμενη περίοδο (1900-1914). Παρά τη διατήρηση της γεωγραφικής διασποράς, είναι πλέον εμφανής η υποχώρηση της Ερμούπολης (2 νέα σωματεία), ενώ ενισχύεται η παρουσία του Βόλου (6 σωματεία). Σημαντικότερη ακόμη είναι η παρουσία της Κέρκυρας (9 σωματεία), παρόλο που είναι αποκαλυπτικά τα είδη των σωματείων ως προς την κοινωνική σύνθεση και τη διαφορετική πολιτισμική παράδοση του κάθε αστικού κέντρου: στον Βόλο εμφανίζονται σκοπευτικά και κυνηγετικά σωματεία, ενώ στην Κέρκυρα σύλλογοι κρίκετ. Στην Κέρκυρα, επιπλέον, ιδρύεται και το τρίτο σωματείο τέννις στην Ελλάδα, μετά απόεκείνα τηςΑθήνας,τουΠειραιά και της Κηφισιάς (Πίνακας 4). Στα επαρχιακά κέντρα εξάλλου οι αθλητικοί σύλλογοι συσπειρώνουν, όπως φαίνεται, τις τοπικές ελίτ. Είναι χαρακτηριστικό ότι στη Λάρισα, πόλη που μόλις αγγίζει τους 20.000 κατοίκους το 1910, ο τοπικός Μουσικός και Γυμναστικός Σύλλογος αριθμεί στο διοικητικό του συμβούλιο τον διευθυντή του υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας ως πρόεδρο, καθώς και έναν δικηγόρο, έναν γιατρό, έναν συμβολαιογράφο και έναν «κτηματικό» 59.
58. Εκτός από τον Πύργο.
Σωτηρία Τσατσά-Πατσουράκη, Δημόσια, δημοτικά και ιδιωτικά έργα στην πόλη επαρχία Μεσολογγίου κατά τα έτη 1894-1903. Συμβολαιογραφικές τυρίες, Μεσολόγγι 1997, σ. 196.
59. Η Νίκη 2 (1910), σ. 13-14. Αντίστοιχα, στο Μεσολόγγι, το διοικητικό συμβούλιο του Παναιτωλικού Γ.Σ. αποτελείται το 1896 από δύο γιατρούς, τρεις δικηγόρους, ένα κτηματία, έναν έμπορο, έν
ΠΙΝΑΚΑΣ 4
Επαρχιακά
αθλητικά
(1900-1914)
σωματεία
ελληνικού
κράτους
Έδρα Αγία Άννα
Έτος ίδρυσης [1901] [1900] [1902] 1910 1911 [1901] 1907 [1908]
Όνομα Κυνηγετικός Σύλλογος εν Αγία Άννη Γυμναστικός Σύλλογος «ο Πάρνων» Γυμναστικός Σύλλογος «ο Αιακός» Σκοπευτική Εταιρία Αιγίνης «η Νίκη» Σκοπευτική Εταιρεία Αιγίου Γυμναστικός Σύλλογος Αργείων «ο Αριστεύς» Γυμναστικός Σύλλογος Αργούς «ο Αργεύς» Άργειακός Σύλλογος Εκδρομών «ο Φορωνεύς» Γυμναστικός Σύλλογος Αστακού Όμιλος των Εκδρομών Βόλου Σύλλογος Κυνηγών Βόλου Θεσσαλικός Σύλλογος Εκδρομών Σκοπευτικός Σύλλογος Βόλου Κυνηγετικός Σύλλογος Βόλου Γυθεατικός Γυμναστικός Σύλλογος Γυθεατικός Γυμναστικός Σύλλογος
Α γ ι ο ς Πέτρος Κυνουρίας Αίγινα
Αίγιο Άργος
Αστακός Βόλος
[1902]
[1904] [1908] 1911 1914 [1901] 1907
Γύθειο
«ο Ηρακλής»
Σημ.: Καταγράφονται και σωματεία των οποίων ηίδρυση τοποθετείται κατά την προηγούμενη περίοδο (βλ. Πίνακα 3)αλλα των οποίων εντοπίζεται νέο καταστατικό, αλλαγή στον τίτλο και νέα χρονιά ίδρυσης (πρόκειται προφανώς για ανασύσταση). —Οισύλλογοι των επαρχιών πουπροσαρτήθηκαν στο ελληνικό κράτος μετά το 1912δενκαταγράφονται δεδομένου ότι τα στοιχεία μίας μόνο διετίας (1912-1914)δενμπορεί να είναι αντιπροσωπευτικά για την αθλητική κίνηση εκείνων περιοχών. — Η καταγραφή σταματά στο 1914, γιατί τα διαθέσιμα στοιχεία για την επόμενη περίοδο, α ν δενέχουνκαταστραφεί τα σχετικά αρχεία, μπορούννα βρεθούν μόνο στα κατά τόπους πρωτοδικεία.
μερίς της ΚυβερνήσεωςΣ.Ε.Α.Γ.Σ., Η μ ε ρ ο λ ό γ ο ιν ον 1911..., Αθήνα 1911' Ν. Ε. Πολίτης, Ο πατραϊκός
Πηγές: Αρχείο Σ.Ε.Γ.Α.Σ' Ε.Λ.I.A.· Μπενάκειος Βιβλιοθήκη της Βουλής1 Αρχείο Ε.Ο.Α. Αρχείο Ομίλου Ερετών Πειραιώς' Αρχείο Πανελληνίου Γ.Σ.' Αρχείο Δ.O.A. (Ολυμπία) 1 Εφη1910..., Αθήνα 1910'Σ.Ε.Α.Γ.Σ., αθλητισμός. Β'....,
Έδρα Δελφοί Ερμούπολη Ζάτουνα Θήβα Καρδίτσα
Έτος ίδρυσης [1901] [1906] 1911 1900 [1911] 1904 [1910] [1914]
Όνομα Γυμναστικός Σύλλογος Δελφών «ο Απόλλων» Φιλαθλητικός Σύλλογος Σύρου Λαϊκή Σκοπευτική και Κυνηγετική Εταιρεία Σύρου Γυμναστικός Σύλλογος Ζατούνης Σύλλογος Φιλοπροόδων « Επαμεινώνδας» Θηβών Γυμναστικός Σύλλογος «η Αναγέννησις» Κυνηγετικός Σύλλογος Καρδίτσης Γυμναστικός Σύλλογος Καρδίτσης Σκοπευτικός Όμιλος «ο Κάστωρ» Ποδηλατικός Σύλλογος εν Κερκύρα Φιλαθλητικός Σύλλογος Κερκύρας «Sport-Club» Αθλητικός Σύλλογος Κρίκετ «ο Αρης» Κερκυραϊκή Εταιρεία Κρίκετ «ο Φοίνιξ» Γυμναστικός Σύλλογος Κρίκετ «Βύρων» Γυμναστικός Σύλλογος εν Κερκύρα Γυμναστικός Σύλλογος Κρίκετ Κερκυραϊκή Εταιρεία Κρίκετ «ο Νέος Φοίνιξ» Σύλλογος Αντισφαιρίσεως Κερκύρας Γυμναστήριον «ο Κέφαλος» του εργατικού συνδέσμου «η Αλληλοβοήθεια» Γυμναστικός Σύλλογος «τα Ίσθμια» Ολυμπιακός Σύλλογοςτων κατοίκων Κριεκουκίου Τριφυλιακός Γυμναστικός Σύλλογος Γυμναστικός Σύλλογος Λαμίας « Ηρακλής» Όμιλος Κυνηγών Φθιώτιδος Μουσικός και Γυμναστικός Σύλλογος Λαρίσσης
Καστανιά Λακωνίας Κέρκυρα
1912 [1901] [1902] [1903] [1903] [1904] 1906 1908 [1908]
Κεφαλονιά Κόρινθος Κριεκούκι Κυπαρισσία Λαμία Λάρισα
[1912] 1906 [1906] [1902] [1906] [1909] [1912] [1900]
Έδρα Λάρισα Λειβαδιά Λευκάδα Μαρκόπουλο Μεσσήνη (Νησί) Νάξος Ναύπλιο Ξηροχώρι Ολυμπία Πάτρα Πύργος
Έτος ίδρυσης [1901] 1911 [1906]
Όνομα Ποδηλατικός και Αθλητικός Σύλλογος «η Αστραπή» Γυμναστικός Σύλλογος Λεβαδείας Γυμναστικός Σύλλογος «ο Ηρακλής» Γυμναστικός Σύλλογος «η Νίκη» Γυμναστικός Σύλλογος Σύλλογος των Ναξίων κυνηγών Σύλλογος Κολυμβητών Ναυπλίου Γυμναστικός Σύλλογος Ναυπλίας «ο Ηρακλής» Γυμναστικός ΣύλλογοςενΞηροχωρίω Αρχαίας Ολυμπίας Αχαϊκή Παλαίστρα (ποδοσφαιρικό) Αχαϊκή Σκοπευτική Εταιρεία Όμιλος Εκδρομών Γυμναστικός Σύλλογος Ηλείων «ο Ίφιτος» Κυνηγετικός και Σκοπευτικός Όμιλος Πύργου Όμιλος Εκδρομών εν Ρετσιάνη Γυμναστικός Σύλλογος «ο Αίας» Τεγεατικός Γυμναστικός Σύλλογος «ο Τήλεφος» Κυνηγετικός Σύλλογος Φαρσάλων Κυνηγετικός Σύλλογος Φθιώτιδος Όμιλος Κυνηγών Χρούσων
[1900] [1901] [1907] 1901 1907 1902 1912 1914 1906 1911
Ρετσιάνη Αγιας Σαλαμίνα Τεγέα Φάρσαλα Φθιώτις Χρούσα Σύρου
[1906] 1906 [1906] 1910 [1900] 1911
ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ, ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ, ΨΥΧΑΓΩΓΙΑ
Παρόλο που τα περισσότερα από τα αθλητικά σωματεία της πρώτης περιόδου ιδρύονται, όπως φάνηκε, γύρω από τη χρονική τομή των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων, στα καταστατικά τουςδενυπάρχει ρητή αναφορά στους Ολυμπιακούς Αγώνες, εκτός από το πρώτο καταστατικό του Πανελλήνιου Γυμναστικού Συλλόγου (1891). Άλλα δύο σωματεία μόνο περιλαμβάνουν στους στόχους τους την «παρασκευή αθλητών», ενόψει προφανώς της τέλεσης των Ολυμπιακών Αγώνων60. Η αναβίωση των αρχαίων Ισθμίων και Νεμέωναποτελούσε εξάλλουτο στόχο του συλλόγου «Ποσειδών» που ιδρύθηκε το 1887 στην Κόρινθο61. Επειδή, όπως έχει ήδη επισημανθεί, τα περισσότερα απ' αυτά τα καταστατικά συντάσσονται με βάση άλλα που προϋπάρχουν και χρησιμοποιούνται ως πρότυπο, οι κοινοί τόποι είναι πολλοί τόσο ως προς την οργάνωση των σωματείων όσο και ως προς τη στοχοθεσία τους. Η σύμπτωση των στόχωνωστόσο γνωρίζει παραλλαγές μέσα στο χρόνο. Τα σωματεία που ιδρύονται στη δεκαετία του 1880 συνδέουν τον αθλητισμό με τη στρατιωτική προετοιμασία και το καθήκον προς την πατρίδα 62. Η σύνδεση αυτή είναι απολύτως κατανοητή μέσα στο πλαίσι αφενός της εθνικής ιδεολογίας και αφετέρου των νέων σχέσεων εξουσίας, όπως τις περιγράφει ο Foucault. Ο έλεγχος στην εμφάνιση, στη χρήση και στη λειτουργία του σώματος γίνεται βασική παράμετρος της κοινωνικής τάξης ενώη επεξεργασία και ο εκλεπτισμός τέτοιων μορφών ελέγχου χαρακτηρίζουν την ανάπτυξη τωνσύγχρονων μορφών κοινωνικής οργάνωσης63. Η καθιερώνονται στα τέλη του 18ου αι., με στόχο όχι μόνο το σχολαστικό έλεγχο
60. Πρόκειται για τον Γυμναστικό Σύλλογο Τρικάλων και τον Αθλητικό Όμιλο Αθηνών. Ειδικότερα ο Α.Ο.Α. ιδρύθηκεαπό τον Κ. Μάνο με στόχο τη μονοπώληση της συμμετοχής στους Ολυμπιακούς Αγώνες,ορίζοντας στο καταστατικό του ότι «πας σύλλογος, περ μέλη εξ επαγγέλματος αθλητάς, έχει χάση την ιδιότητα του φιλάθλου και δεν δύναται να διαγωνισθή προςτον Όμιλον» (άρθρο 2). Ταυτόχρονα απέκλειε από ενεργό μέλος οποιονδήποτε, εκτός των ιδρυτών, δενήταν αξιωματικός, φοιτητής ημαθητής στις δύοανώτερες τάξεις του γυμνασίου (άρθρο 1, παρ. β'). ΦΕΚ Γ ' 103, 25 Οκτ. 1895.Για τις αντιδράσεις πουεκδηλώθηκαν εναντίον του Μάνου και του Α.Ο.Α. βλ. I. Χρυσάφης, Οι σύγχρονοι..., ό.π.,σ. 259 και εδώ, σ. 106-8. 61. ΦΕΚ λ' 282, 14 Οκτ. 1887. 62. Ήδηαπότο 1879 ο Ηροκλής Βασιάδης είχε επισημάνει τον κίνδυνο απότον πολλαπλασιασμό των βουλγαρικών γυμναστικών εταιρειών και είχε προτείνει την ίδρυση γυμναστικού σύλλογου πουθα προετοίμαζε κατάλληλα τους Έλληνες για τη διεκδίκηση των εθνικώνδικαίSports
ων. Συνέδριον των Ε λ λ η ν ι κ ώ ν Συλλόγων..., ό.π., σ. 183. 63. Βλ. J. Hargreaves, Sport, Power and Culture: A Social
in Britain,
Καίμπριτζ 1986, σ. 139-140.
and Historical
των δραστηριοτήτων του σώματος η την εξασφάλιση της σταθερής καθυπόταξης των δυνάμεών του αλλά κυρίως για να επιβάλουν στο σώμα μια σχέση ύπακοήςχρησιμότητας 64. Η εξουσία, όπως ασκείται στο ανθρώπινο σώμα, προϋποθέτει την επιβολή μιας πειθαρχίας στις κινήσεις, η οποία διδάσκεται από τη γυμναστική. Η γυμναστική όχι μόνο αποτελεί οργανικό κομμάτι της στρατιωτικής εκπαίδευσης αλλά και οργανώνεται με ομόλογους τρόπους. Και η οργάνωσητουαθλητισμού όμως (συγκρότηση σώματος κανονισμών για τη διεξαγωγή των αθλητικών εκδηλώσεων) παραπέμπει στον εθισμό στα συστήματα ιεραρχίας και υποταγής 65 . Το αθλητικό σωματείο εξάλλου είναι κι αυτό ένας θεσμός πειθαρχίας και δομείται με σαφείς σχέσεις ιεραρχίας μεταξύ των μελών του. Συχνά μάλιστα λειτουργεί με στρατιωτικά σχήματα (στολές, σημαίες κλπ.). Η ανα υπήρξε κατά τον 19ο αιώνα στοιχείο της εθνικής ιδεολογίας σε ολόκληρη την Ευρώπη. Τα εθνικά κινήματα συνδέθηκαν με τις ηθικές στάσεις των ανερχόμενων μεσαίων στρωμάτων, προσθέτοντας στο ιδεολογικό τους σχήμα ιδανικά όπως την ανδρική δύναμη, τον ηρωισμό και τη συντροφικότητα. Το ιδεώδες του κάλλους κατακτούσε εξάλλου όλο και περισσότερο τον αστικό πολιτισμό συμβάλλοντας στην παγίωση του εθνικού στερεοτύπου. Ο εθνικός χαρακτήρας κατέληξε, συνεπώς,νααποδίδεται συμβολικά από την εξωτερική εμφάνιση και το καλοφτιαγμένο, μυώδες ανδρικό σώμα να παραπέμπει στην εθνική υπεροχή. Η ίδρυση γυμναστικών συλλόγων χρησιμοποιήθηκε λοιπόν από όλα τα εθνικά κινήματα γιατη δημιουργία του «νέου ανθρώπου», φορέα των αξιών της αστικής τάξης και συμβόλου του εθνους66. Η άσκηση τόσο άμεσα καταπιεστικές όσο και έμμεσες μορφές. Στη δεύτερη περίπτωση, ο έλεγχος βασίζεται στην ενίσχυση και την ικανοποίηση της επιθυμίας. Η αθλητική δραστηριότητα και η φυσική αναψυχή εντάσσονται σε παρόμοιες μορφές ελέγχου67, ενώ η γυμναστική μάς παραπέμπει μάλλον στην πρώτη κατηγορία. Η στα καταστατικά των αθλητικών σωματείων, αν και εμφανίζεται σπανιότερα, όπως και η αλληλεγγύη και η φιλία μεταξύ των μελών68. Η «τέρψις» αναγράφεται 64. Μ. Foucault,Επιτήρηση και τιμωρία. δήμου - Ιουλιέττα Ράλλη, Αθήνα 1989, σ. 183.
65. Βλ. Α. Λιάκος, Η εμφάνιση
Η γέννηση
οργανώσεων.
της φυλακής,
μετάφρ
νίκης, Αθήνα 1988, σ. 33. 66. Βλ.τη διεισδυτική ανάλυση του G. L. Mosse για το εβραϊκό εθνικό κίνημα: «The Jews and the Civic Religion of Nationalism)),στο J. Reinharz - G. L. Mosse (εκδ.), The Impact of W Nationalisms, Λονδίνο, SAGE, 1992, σ. 320-325. 67. Πβ. J. Hargreaves, ό.π., σ. 142-143. 68. «Καταστατικόν του ενΚερκύρα Γυμναστικού Συλλόγου», ΦΕΚ Α' 84, 8Μαΐου 1893.
των νεανικών
Το παράδειγμα
ται κατεξοχήν μεταξύ των στόχων εξειδικευμένων αθλητικών σωματείων που καλλιεργούν ένα μόνο σπορ, όπως π.χ. την κωπηλασία, την ποδηλασία καιτην αντισφαίριση 69. Χαρακτηριστικό για την αξιολόγηση της διασκέδασης καιτης ψυχαγωγικής διάστασης του αθλητισμού, που παρατηρείται προς τα τέλη του 19ου αι., είναι το «Τραγούδι των Ποδηλατητών»: Έρως, μέθη και νεότης όστις αγνοεί να ζή 70 .
Η σύστημα αξιών που διακρίνει το είδος αυτό των σωματείων αλλά και στη σύνθεση τους. Είναι μάλλον αυτονόητο ότι, εφόσον η άθληση απαιτεί σωματικές ικανότητες, νέοι είναι εκείνοι που κατεξοχήν αθλούνται και επομένως συγκροτούν τα αθλητικά σωματεία 71. Τις περισσότερες φορές πράγματι ομάδες νέων ιδρ γυμναστικούς και αθλητικούς συλλόγους. Ο Γυμναστικός Σύλλογος Κυμαίων για παράδειγμα, όπως αναφέρεται στο Ημερολόγιο που εκδίδει το 1899, ιδρύθηκε το 1893 από «εικοσάδα νέων σπουδαστών», «υπό την ψυχράν της κοινωνίας αδιαφορίαν» 72. Εντούτοις, τα αθλητικά σωματεία δεν θα πρέπεινααντιμετωπίζονται ως καθεαυτό νεανικές οργανώσεις, δηλαδή οργανωμένες ομάδες που δημιουργούνται και διοικούνται από νέους73.Τοηλικιακόόριογιατηνένταξη σεένα αθλητικό σωματείο ήταν, όπως θα δούμε και στη συνέχεια, συνήθως τα 21η 18 χρόνια, δηλαδή το τυπικό όριο της ενηλικίωσης. Υπήρχαν παράλληλα ειδικά τμήματα για παιδιά και εφήβους, που είχαν το δικαίωμα εγγραφήςμεάδεια των
69. Βλ.ε δ ώ , για τον Όμιλο Ερετών Πειραιώς (1888),για το Lawn Tennis Club Αθηνών (1895)και για τα ποδηλατικά και εκδρομικά σωματεία, σ. 302-4, 321 και 358, αντίστοιχα.
70. Όμιλος Ποδηλατών Πειραιώς. Ημερολόγιον 1895,
71. Η σχέσηάθλησης και νεότητας διακρίνεται επιπλέονσεγενικής κατεύθυνσης νεανικούς συλλόγους. Απόκαταστατικά συλλόγων πουιδρύονται από νέους,οιοποίοι προβάλλουν νεανική τους ταυτότητα, προκύπτει ότι ηάθληση καταλαμβάνει λιγότερο η περισσότερο σημαντικό μέροςτων συλλογικών δραστηριοτήτων. Είναι η περίπτωση του συλλόγου « Αθηνά» που ιδρύθηκεαπό σπουδαστές το 1891στον Πειραιά και της «Φιλεκπαιδευτική Νέων Πειραιώς» που ιδρύθηκε το 1918. Ο Σύνδεσμος «Ελληνική Νεολαία» εξάλλου ιδρυτικό καταστατικό του το 1921 περιλάμβανε την ψυχαγωγία μεταξύ των σκοπών του και εκδρομές μεταξύ των δραστηριοτήτων του. Βλ. Αρχείο Πρωτοδικείου Πειραιά, A.M. 42 174. Για τη θέσητης άθλησης στις νεανικές οργανώσεις βλ. Α. Λιάκος, Η ε μ φ ά ν σ ιη 73. Πβ.τα στάδια εξέλιξηςτων νεανικών οργανώσεων απότην «εποπτεία» των ενηλίκων στο πρότυπο της «ελεύθερηςνεότητας» στο Μ. Mitterauer, A History of Blackwell, 1992, σ. 203-225.
νεανικών οργανώσεων..., ό.π.,σ. 24-25. 72.Ημερολόγιον Γυμναστικού Συλλόγου Κυμαίων 1899 Έτος
Αθήνα 1895, σ.
πρώτο
γονέων τους. Στο πλαίσιο του αθλητικού σωματείου συνεπώςεπιβάλλεται η «εποπτεία» των πρεσβυτέρων. Δύσκολα μπορεί να διακρίνει κάποιοςτηχειραφετική πρόθεση και πράξη που χαρακτηρίζει τις νεανικές οργανώσεις των αρχών του 20ού αιώνα. Οι νέοι μάλλον χειραγωγούνται, κυρίως στο χώρο των γυμναστικών συλλόγων, ενώ η νεότητα υπάρχει ως αξία που συνοδεύειτιςαξίες του σωματικού κάλλους και της ρώμης74. συναντούμε αναφορές στη νεότητα. Συχνότερα, ως στόχος των αθλητικών σωματείων ορίζεται η σωματική και πνευματική ανάπτυξη, γεγονός που παραπέμπει στο αρχαιοελληνικό ιδεώδες «καλός καγαθός», μέσα στο πλαίσιο της αναβίωσης των Ολυμπιακών Αγώνων. Αυτός ο στόχος μάλιστα εκτοπίζει, μετά το 1890 περίπου, την καλλιέργεια στρατιωτικών αρετών και εθνικού φρονήματος, που χαρακτήριζε τα πρώτα καταστατικά. Προφανώς το γεγονός ότι η στρατιωτική προετοιμασία δεν αναφέρεται ρητά μεταξύ των στόχων των εν λόγω αθλητικών σωματείων δεν σημαίνει ότι παύει να αποτελεί το πλαίσιο που νομιμοποιεί τη δράση τους. Στην Ελλάδα πράγματι, λόγω των ιδιαίτερων πολιτικών και πολιτισμικών δεδομένων, η πρώτη φάση της ανάπτυξης των αθλητικών σωματείων είναι συγγενέστερη προς τη γαλλική και τη γερμανική περίπτωση —δηλ. ο αθλητισμός αναπτύσσεται ως μέσο ηθοποίησης του έθνους— παρά προς τη βρετανική 75 . Μετά το 1899 μάλιστα, παρεμβαίνει η νομοθεσία γιαναενισχύσειαυτή την κατεύθυνση σε βάρος της ψυχαγωγικής76. Και πριν από το νόμο ,ΒΧΚΑ' του 1899 πάντως, ο οποίος ανέθεσε στα αθλητικά σωματεία έργο συμπληρωματικό προς το εκπαιδευτικό, τα ίδια τα σωματεία είχαν αναλάβει ένανπαιδαγωγικό ρόλο όχι μόνο έναντι της νεολαίας αλλά και έναντι των λαϊκών τάξεων. Τουλάχιστον στο επίπεδο τωνπροθέσεων, ο στόχος της «διαδόσεως της γυμναστικής εφ' όλων των κοινωνικών τάξεων» συναντάται στα καταστατικά εννέα συλλόγων με πρώτο εκείνο τουΠανελληνίου (1891) 77 .
την
74. Υπάρχει εκτενής βιβλιογραφία σχετικά μετην εμμονή της καμπής του 19ου αιώνα με παρακμή και τη γήρανση πουοδηγούσεστην εξιδανίκευση της νεότητας. Βλ. ενδεικτικά ]. Neubauer, The Fin-de Siècle Culture of Adolescence , New Haven, Y 75. Πβ. A. Burguière - J. Revel (έκδ.), Histoire de la France. Les formes Seuil, 1993, σ. 447-448. 76. Βλ.εδώ, σ. 77. Βλ.και εδώ, σ.Τονίδιο στόχο θέτει, αρκετά χρόνια αργότερα, το καταστατικό του
Πανιωνίου Γ.Σ. Σμύρνης. Κανονισμός Πανιωνίου Γυμν. Συλλόγου
1890, [Σμύρνη] 1906,άρθρο 2. Δεν γνωρίζουμε αν οστόχος της «ειςαπάσας τας κοινωνικάς τάξεις διαδόσεως της Γυμναστικής» υπήρχεκαι σεπροηγούμενα καταστατικά του Πανιωνίου. Το πιθανότερο είναι ότι, και αν υπήρχαν άλλα καταστατικά, δενέχουνδιασωθεί, εφόσοντον κανονισμό του 1906 μόνο δημοσιεύουν καιοιΧρ. Σωκρ. Σολομωνίδης και Ν. Εμμ. Λωρέντης στο πολύ χρήσιμο βιβλίο τους Πανιώνιος Γυμναστικός Σύλλογος, Αθήν
Σμύρν
Η ων εξυπηρετεί βεβαίως την επιχειρηματολογία εκείνη που επιδιώκει να τονίσει τηνηθικήωφέλειατηςσωματικής άσκησης με στόχο τη νομιμοποίηση της. Στην πραγματικότητα, ο λόγος αυτός, κατεξοχήν κανονιστικός, δεν θα πρέπει να εκλαμβάνεται και ως πιστή αποτύπωση των αθλητικών πρακτικών. Είναι για παράδειγμα ενδεικτικό ότι το Πρωτοδικείο Αθηνών κατατάσσει τα αθλητικά σωματεία στην κατηγορία των «ψυχαγωγικών». Ταυτόχρονα, στην ίδια ταξινόμηση, υπάρχει η κατηγορία των σωματείων «σωματικής αγωγής», χωρίς ωστόσο να προκύπτει από τον τίτλο η τους στόχους τους ουσιώδης διαφορά απότην προηγούμενη κατηγορία. Η ψυχαγωγική διάσταση του αθλητισμού από τα τέλη του 19ου αιώνα είναι πράγματι πολύ πιο σημαντική απ' όσο αφήνουν να διαφανε τα καταστατικά των σωματείων η τα κείμενα, παιδαγωγών κυρίως, πουαναφέρονται στον αθλητισμό την ίδια περίοδο.
Η που ιδρύονται πριν και μετά το 1900 αντίστοιχα. Παρόλο που δεν θα πρέπει να υποτιμηθεί ηψυχαγωγική διάσταση και για τα γυμναστικά σωματεία, εντούτοις ασφαλέστερο δείκτη για την αναζήτηση της αναψυχής μέσωτωνσποραποτελούν δραστηριότητες όπως το τέννις, το ποδήλατο, η κωπηλασία, το ποδόσφαιρο, η περιήγηση. Πριν από το 1900, η υπεροχή των γυμναστικών συλλόγων έναντι εκείνων πουκαλλιεργούσαν ένα ψυχαγωγικόσπορήταν συντριπτική. Επισημάνθηκε, βεβαίως, ο καθοριστικός ρόλος των Ολυμπιακών Αγώνων για την ίδρυση μέσα σε δύο μόνο χρόνια (1895-1896) 39 γυμναστικών σωματείων. Όταν όμως υποχωρεί η«αθλητίτις», τα γυμναστικά σωματεία παρακμάζουν σε όφελος των σωματείων που καλλιεργούν τα διάφορα σπορ.Κατά την επόμενη περίοδο, 19001922, μόνο 14 νέοι γυμναστικοί σύλλογοι ιδρύονται στην περιοχή της Αθήνας καιτουΠειραιά σε ένα σύνολο 68 σωματείων που έχω εντοπίσει (Πίνακας 5). Στα χρόνια 1869-1899, αντίθετα, τα γυμναστικά σωματεία εκπροσωπούσαντο ένα σας (Πίνακας 3) 78 . Παράλληλα με τη μείωση των γυμναστικών σωματείων, αυξάνονται στην περιοχή της πρωτεύουσας άλλα είδη σωματείων, κυρίως οι εκδρομικοί και πεζοπορικοί σύλλογοι (7) και οι ποδοσφαιρικοί (12). Μετά την παρακμή της ποδηλασίας, η οποία αριθμούσε 10 συλλόγους πριν από το 1900 και κανέναν μετά 79 , τα εκδρομικά και ποδοσφαιρικά σωματεία γνωρίζουν τη μεγαλύτερη ανάπτυξη, τουλάχιστον στην περιοχή της πρωτεύουσας 80. Στις επαρχίες αντίθετα, όπου 78. Συγκεκριμένα, τα 11απότα 33 νεοϊδρυμένα σωματεία σε Αθήνα και Πειραιά ήταν γυμναστικά. 79. Βλ.ε δ ώ , σ. 369-70, 374. 80. Πριναπότο 1900 υπήρχαν 7 πεζοπορικοί-εκδρομικοί σύλλογοι και κανένας ποδοσφαιρικόςσεολόκληρο το ελληνικό κράτος.
συνήθως υπήρχε ένα μόνο σωματείο σε κάθε πόλη, διατηρείται ηυπεροχήτων γυμναστικών σωματείων (28 σε ένα σύνολο 60, για τα χρόνια 1900-1914). Παράλληλα όμως αυξάνονται τα κυνηγετικά και σκοπευτικά σωματεία, πουανταποκρίνονται προφανώς περισσότερο απ' ό,τι άλλες αθλητικές δραστηριότητες στα ενδιαφέροντα τωνανθρώπωντηςεπαρχίας καιστηνκυνηγετική παράδοση που υπήρχε στον αγροτικό χώρο. Η ανάπτυξη των ψυχαγωγικών σωματείων τοποθετείται συνεπώς κατεξοχήν στην περιοχή της πρωτεύουσας, εκεί όπου είναι εγκατεστημένο το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής μέσης και ανώτερης αστικής τάξης. Η «συνήθεια της διασκέδασης»81 κατακτά την ελληνική αστική κοινωνία με γοργούς ρυθμούς, τουλάχιστον από το τέλος του 19ου αιώνα.
ΠΙΝΑΚΑΣ 5
Αθλητικά
σωματεία Α θ ή ν α ς (1900-1922)
και Πειραιά
[1900] 1900 1901 1902
Γυμναστικός Σύλλογος Κηφισσίας « Η ρ ώ δ η ς ο Αττικός» Λαϊκός Γυμναστικός Σύλλογος Αθηνών Φίλιππος Κοινωνία εν Ελλάδι Μαθητικός Γυμναστικός Σύλλογος Όμιλος των Εφίππων Εκδρομών Ιππικός Όμιλος Νίκη Κορωπίου Όμιλος Κυνηγών Πειραιώς Ναυτικός Όμιλος Νέου Φαλήρου Όμιλος Αντισφαιριστών Κηφισσίας Ποδοσφαιρικός Σύλλογος Γουδή Φιλικός Όμιλος Εκδρομών
1903 [1905]
1905
1906
Όμιλος Φιλάθλων
Σημ.: Με ερωτηματικό Για τα υπόλοιπα Πηγές: Εφημερίς της
(;) σημειώνονται σύμβολα, βλ. Πίνακα Κυβερνήσεως
τα δεδομένα 3.
που προέρχοντα
φαβητικόν Ευρετήριον Σωματείων αρχόμενον από του έτους 1914-1931και απόυπ'αριθ. 1 εως 3009», Αρχείο Πρωτοδικείου Αθηνών Αρχείο Πρωτοδικείου Πειραιά.
(1900-1914)' περ. Η Νίκη-
Π. Ν. Μανιτάκη
81. Η εκφραση ανήκει στον Peter Bailey: Leisure
and Class...,
ό.π., σ. 58-59.
1907 1908
Αθλητικός Όμιλος «ο Διαγόρας» Σύλλογος προς διάδοσιν και ενίσχυσιν της Οπλομαχητικής εν Ελλάδι
Ακαδημαϊκόν Σκοπευτήριον Όμιλος Οπλομαχητικής Αθηνών Όμιλος Ποδοσφαιρίσεως Αθηνών Όμιλος Φιλάθλων Πειραιώς 1908 (;) Πειραϊκός Σκοπευτικός Σύνδεσμος 1908 Ποδοσφαιρικός Όμιλος Αθηνών 1909 Όμιλος Αντισφαιρίσεως Πειραιώς 1910 Ελληνική Εταιρεία Περιηγήσεων Touring Club de Grèce (+) Ιππικός Σύλλογος Παναθηναϊκός Σκοπευτικός Όμιλος «ο Άρης» Πανελλήνιος Ποδοσφαιρικός Όμιλος 1911 Ελβετική Σκοπευτική Εταιρεία «Ελβετία» Αθηνών-Πειραιώς Όμιλος Φιλάθλων «ο Κόροιβος» 1912 (;) Αθηναϊκός Σύλλογος Ποδοσφαιρίσεως [1912] Σκοπευτικός Σύνδεσμος Πειραιώς [1913] Πειραϊκή Ποδοσφαιρική Ένωσις [1914] Κυνηγετικός Σύνδεσμος Αθηνών 1914 (;) Όμιλος Κρίκετ [1914] Σύνδεσμος Ψυχαγωγικών Εκδρομών [1915] Πειραϊκός Ποδοσφαιρικός Σύλλογος «ο Άρης» [1916] Όμιλος Εκδρομών «η Τέρψις» [1916] Πανελλήνιος Κυνηγετικός Σύνδεσμος [1917] Κυνηγετικός Σύλλογος Μεγάρων [1917] Όμιλος Εκδρομών «η Νεότης» 1917 Οπλομαχητικός Σύνδεσμος Αθηνών [1918] Κολυμβητικός Όμιλος [1918] Όμιλος Θαλασσίων Εκδρομών [1918] Σύλλογος Εκδρομών προς διάδοσιν Φιλελευθέρων ιδεών «η Άγκυρα» [1919] Εταιρία Εθνικών Εορτών και Εκδρομών [1919] Πειραϊκός Ποδοσφαιρικός Σύλλογος «Δρομεύς» [1920] Αθηναϊκός Αθλητικός Σύλλογος 1920 Πειραϊκός Γυμναστικός Σύνδεσμος 1920 Ποδοσφαιρικός και Αθλητικός Όμιλος «Δάφνη» [1921] Αθηναϊκός Όμιλος Εκδρομών [1921] Εθνικός Σύλλογος Φιλικών Εκδρομών και Διαλέξεων [1921] Κυνηγετική Λέσχη 1921 Οδοιπορικός Σύνδεσμος [1921] Οικογενειακός Όμιλος Εκδρομών «οι Δελφοί» [1921] Παναθηναϊκός Σύλλογος Αθηνών (+) [1921] Σύλλογος Κυνηγετικών Εκδρομών και Ψυχαγωγίας [1921] Σύλλογος Πεζοπόρων Εκδρομέων «ο Ακούραστος»
[1921] [1921] [1921] 1922 [1922] [1922] 1922 1922 [1922] 1922
[1922]
Σύλλογος Σπόρτμαν Σωματείον των Φιλάθλων Ψυχαγωγικός Όμιλος Εκδρομών «η Ηώς» Αθλητικό Τμήμα του Συλλόγου Χημικών του Πανεπιστημίου
Εθνικός
Όμιλος Φιλάθλων
Κυνηγετικός Σύνδεσμος Παλαιού Φαλήρου Όμιλος Φιλάθλων Κηφισσίας Πειραϊκός Κυνηγετικός Όμιλος «ο βασιλεύς Κωνσταντίνος» Πειραϊκός Όμιλος Εκδρομών Ποδοσφαιρικός Αθλητικός Όμιλος Αμαρουσίου Ποδοσφαιρικός Όμιλος Φιλάθλων Πειραιώς
Μεταξύ των ψυχαγωγικών σωματείων, αυξάνεται ταχύτατα στιςαρχέςτου 20ού αιώνα το ειδικό βάρος των ποδοσφαιρικών συλλόγων. Η «ποδοσφαίρισις», όπως μεταφράστηκε αρχικά το αγγλικό football, ήταν γνωστή στην Ελλάδα πριν απότα τέλη του 19ου αιώνα. Δεν υπήρχαν ακόμη ποδοσφαιρικοί σύλλογοι αλλά αρκετοί γυμναστικοί και αθλητικοί σύλλογοι, με πρώτο τον Πειραϊκό Σύνδεσμο και σχεδόν ταυτόχρονα τον Πανελλήνιο και τον Εθνικό 82 , διατηρούσαν ποδο σφαιρικά τμήματα. Ο Ποδοσφαιρικός Σύλλογος «Γουδή», που σχηματίστηκε απόαθλητές τουΕθνικούτο1906, θεωρείται ο πρώτος αμιγώς ποδοσφαιρικός σύλλογος του ελληνικού κράτους. Κατέκτησε μάλιστα την α' θέση στους αγώνες κυπέλλου που οργάνωσε η Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων —μαζί μετον Σ.Ε.Α.Γ.Σ.— το 1907, νικώντας 21-0 την ομάδα του Πανελληνίου και 9-0 τον Πειραϊκό Σύνδεσμο83. Το 1908 ιδρύθηκε ο Ποδοσφαιρικός Όμιλος Αθηνών που,
82. Οι ομάδες των δύο τελευταίων συλλόγων, μαζί με εκείνη του Ποδηλατικού Συλλόγου Αθηνών, μετείχαν στην πρώτη επίσημη ποδοσφαιρική συνάντηση πουοργάνωσε οΣ.Ε.Α.Γ.Σ. το 1899. Το ότι «το Γυμναστήριον του Πειραϊκού υπήρξετο πρώτον το εισα σφαίρισιν εν Ελλάδι» μαρτυρείται από το Ημερολόγιον.. 1910 του Σ.Ε.Α.Γ.Σ. (σ. 73) δεναναφέρεται, παραδόξως, σε καμία απότις επετηρίδες πουεξέδωσε ο ίδιος Σύνδεσμος (έχωυπόψημου εκείνες του 1901 και 1907).Στις αρχές του 20ούαιώνα διατηρεί πάντως μια απότις ισχυρότερες ποδοσφαιρικές ομάδες κερδίζοντας το κύπελλο πουπροκήρυξε η Χ.Α.Ν. το 1920 και συμμετέχοντας με αθλητές του στην πρώτη ελληνική ομάδα πουέλαβε μέρος σε Ολυμπιακούς Αγώνες (Αμβέρσα, 1920). Το πρώτο ελληνικό βιβλίο για το ποδόσφαιρο προήλθε εξάλλου από τον Εθνικό. Η μετάφραση από τα αγγλικά των ποδοσφαιρικών κανονισμών απότον Α. Θ. Βλαστό εκδόθηκε«επιτελεία γενικού γραμματέα του Εθνικού. Α. Βλαστός, Ποδόσφαιρον. Μετάφρασις εκ Αθήνα 1895. Βλ. επίσης Τάκης Γ. Σακελλαρίου, Το ελληνικό και παγκόσμιο π Αθήνα, Ε.Π.Ο., 1947, σ. 52-55. 83. Δελτίον Ε.Ο.Α. 7 (1 Οκτ. 1907). Ο σύλλογος του Γουδή διαλύθηκε το 1910.Η Ν 2 (1910), σ. 155. Ωστόσο, δακτυλόγραφο καταστατικό του ίδιου συλλόγου καταχωρίζεται το
9. Το έγγραφο που α ν α γ γ έ λ λ ε ι τη μετονομασία του Πανελληνίου Ποδοσφαιρικού και Αγωνιστικού Ομίλου σε Παναθηναϊκό Α . Ο .
μέσα από διάφορες διασπάσεις και μετονομασίες, κατέληξε στον Παναθηναϊκό ( 1922) 84 . Σύμφωνα με το καταστατικό του 1910, σκοπός του νέου σωματείου ήταν «να διάδοση και να προαγάγη την παιδιάν της ποδοσφαιρίσεως παρά τω Λαώ διά της εν ειδικώ χώρω εκγυμνάσεως των μελών του Ομίλου και εν γένει των οπαδών της ποδοσφαιρίσεως και της προκηρύξεως ειδικώναγώνωνητης συμμετοχής εις τους παρά των άλλων συλλόγων η επιτροπών προκηρυσσομένους αγώνας» 85. πρώτη φάση της εξάπλωσής του ένα ερασιτεχνικό άθλημα που ελεγχόταν απότις ελίτ της μεσαίας τάξης και παιζόταν στα μεγάλα αστικά κέντρα. Ηομάδα του Εθνικού Γ.Σ. που έλαβε μέρος στη Μεσολυμπιάδα του 1906 87 αποτελούνταν κατά ένα μέρος της 88 από «νέους της καλλιτέρας κοινωνικής τάξεως σχόντας την ευκαιρίαν εν τω εξωτερικώ όπου εξεπαιδεύοντο να γυμνασθώσιν εις την παιδιάν ταύτην εισηγμένην ως υποχρεωτικήν εις τα λύκεια» 89 . Αλλά και η μαρτυρία του Μήτσου Βλαστού, ποδοσφαιριστή του Πειραϊκού Συνδέσμου,ενισχύειαυτή την εντύπωση. Το 1921, γράφοντας από το μέτωπο της Μ. Ασίας με ορθογραφία
1923 στο Αρχείο του Πρωτοδικείου Αθηνών, δηλώνοντας την ανασύσταση του σωματείου. 84. Το 1910, μετά από διαφωνία πουπροέκυψε μεταξύ των μελών του Δ.Σ., μια ομάδα αποχώρησε και ίδρυσε τον Πανελλήνιο Ποδοσφαιρικό Όμιλο. Ο Ποδοσφαιρικός Όμιλος Αθηνών διαλύθηκε το 1912, χρονιά πουοΠ.Π.Ο. αριθμεί ήδη 50 ποδοσφαιριστές. Το1920οτίτλος του σωματείου διαμορφώνεται σεΠανελλήνιο Ποδοσφαιρικό και Αγωνιστικό Όμιλο (έγγρ. υπ' αριθ. πρωτ. 37/30 Απρ. 1920προςΕ.Ο.Α.). Ο Π.Α.Π.Ο.ανακοινώνει τη μετονομασία του σε Παναθηναϊκό Αθλητικό Όμιλο στην Ε.Ο.Α. μεέγγραφο υπ'αριθ. πρωτ. 52/31 Ιουλίου 1922. Τότε η σφραγίδα του δενέχειακόμη το τριφύλι. Για πρώτη φορά εμφανίζεται σεσφραγίδα το τριφύλι το 1922 (έγγρ. Π.Α.Ο.προςΕ.Ο.Α., 12 Σεπτ. 1922),το οποίο όμως φέρεται πωςέχει καθιερωθεί απότο 1919. Ήδη, όπωςαναφέρεται στο ίδιο έγγραφο, οΌμιλος έχεινοικιάσει από
τον Δ ή μ ο Αθηναίων το γήπεδο επί της λεωφόρου Αλεξάνδρας. Για την ιστορία του Π . Α . Ο . βλ.
(1938-1939). 85. «Το πρώτο καταστατικό», περ. Παναθηναϊκός 2 (1 Φεβρ. 1938), σ. 4-5. 86.Για την αλλαγή της κοινωνικής σύνθεσηςτου ποδοσφαίρου, βλ. Bill Murray, Football. History of the World Game, Hampshire, Scolar Press, 1994, σ. 26-51και T. M
Football and English Society 1863-1915,
ν α κ ϊό ς
'Ιστορία
του Παναθηναϊκού
Α.Ο. 1908-1968,
Αθήνα 1969και σειρά άρθρων σ
87. Στη Μεσολυμπιάδα του 1906, που έγινε στην Αθήνα, διεξήχθησαν ποδοσφαιρικοί αγώνες με τη συμμετοχή της Σμυρναϊκής ομάδας (πουαποτελούνταν κυρίως από Άγγλου της Δανικής ομάδας, του «Ομίλου Φιλομούσων» της Θεσσαλονίκης και του ΕθνικούΓ. Αθηνών. Νικήτρια αναδείχτηκε η Δανία, σημαντική ποδοσφαιρική δύναμη εκείνη την εποχή: είχε ποδοσφαιρικούς συλλόγους απότο 1876,απέκτησε την πρώτη Ποδοσφαιρική Ένωση (F το 1889και έφθασε στους τελικούς των Ολυμπιακών του 1908και 1912 όπουηττήθηκε απ τη Μ. Βρετανία. 88. Οι υπόλοιποι ήταν αθλητές του ΕθνικούΓ.Σ. 89. Π. Σ. Σαββίδης, Λεύκωμα... 1906, ό.π.,σ. 122.
Μπράιτον, The Harvester Press, 19
και σύνταξη αποφοίτου γυμνασίου, αναπολεί μια καθημερινότητα που πε φει τη ζωή ενός νέου των μεσαίων στρωμάτων: η ενασχόλησή του με το «τόπι» συμπληρώνεται από το μπάνιο στη θάλασσα και το ποδήλατο 90. Ως ακόμη γνωρίσει τη μαζικότητα, το ενθουσιώδες κοινό, την απήχηση στις κατώτερες τάξεις. Ο αριθμός των εισιτηρίων στα πυκνά επίσημα και ανεπίσημα ποδοσφαιρικά ματς που γίνονταν από το 1906 ως το 1922 91 ήταν ακόμη αρκετά χαμηλός και η απήχηση του ποδοσφαιρικού θεάματος σχετικά περιορισμένη. Για παράδειγμα, στον αγώνα μεταξύ Αθήνας και Σμύρνης το 1908, ενώ τα έξοδα ανήλθαν σε1.638, 50 δρχ., τα έσοδα ήταν μόλις 950,50 δρχ.92 Δύο χρόνια μετά, σεεπίσημο αγώνα τουΠανελληνίου Ποδοσφαιρικού Ομίλου με τον Εθνικό εισπράξεις ανήλθαν μόλις σε 84,75 δρχ.93. Και ο Φ. Χρυσοβελώνης παρατηρεί σε επιστολή του προς την Ε.Ο.Α. το 1909: «Πολλάκις αι εισπράξεις [από ποδοσφαιρικούς αγώνες στο Ποδηλατοδρόμιο] είνε ελάχισται, εις δε τους αγώνας β' ομάδων πολλάκις ούτε το ποσόν των δρ. 20 φθάνουσιν»94. Για πολλά χρόνια εξάλλου πενιχρά ήταν τα οικονομικά του Πανελληνίου Ποδοσφαιρικού Ομίλου. Το 1915, στο ταμείο του συλλόγου υπήρχαν μόνο 127 δρχ. και 5 λεπτά 9
Α ν ωστόσο το ποδόσφαιρο περιοριζόταν ακόμη σε ένα στενό κύκλο φιλάθλων, η δημοτικότητά του μεταξύ των παιδιών και των εφήβων αυξανόταν αλμ δώς. Τόσο, που προκαλούσε την ανησυχία εκείνων που υποστήριζαν τον παιδαγωγικό μάλλον παρά τον ψυχαγωγικό χαρακτήρα της σωματικής άσκησης και πίστευαν στην ηθική δύναμη του κλασικού αθλητισμού. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Πανελλήνιος Γ.Σ. κατάργησε το ποδοσφαιρικό του τμήμα το 1910 γι ποδόσφαιρο θεωρήθηκε ότι «απομακρύνει τους μαθητάς από των τακτικών γυ-
90. Γ. Ζεβελάκης, «Γράμματα από το μέτωπο του ποδοσφαιριστή Μήτσου Βλαστού (29.10.1920 - 9.5.1921)», Η Λέξη 112 (Νοέμ.-Δεκ. 1992), σ. 830-841.Για την κοινωνική εμβέλεια του ποδηλάτου, βλ.ε δ ώ , σ. 368. 91. Για τους ποδοσφαιρικούς αγώνες, βλ.ε δ ώ , σ. 129-130. 92. «Πρακτικά Ε.Ο.Α.», τ. Γ ', συνεδρ. 5 Μαρτίου 1908. Μεγαλύτερη προσέλευση φαίνεται πως είχε το ποδοσφαιρικό θέαμα στη Σμύρνη.Στους αγώνες πουκαταγράφονται στο αρχείο του Πανιωνίου Γ.Σ.για τα χρόνια 1919-1920,οαριθμός των θεατών δεν είναι βεβαίως σταθερός αλλά τις περισσότερες φορές είναι πάνω από 100. Σε 6αγώνες (από ένα σύνολο 29)οιθεατές είναι περισσότεροι από 1.000. Αντίστοιχα και οι εισπράξεις ανέρχονται έωςκαι 30.325 λίρες. Το 1922,εξάλλου, τους αγώνες παρακολούθησαν 5.500 θεατές, μεταξύ των οποίων και πολλές γυναίκες, καιοιεισπράξεις ανήλθαν στις 15.000 δρχ.Η Νίκη 3 (Μάρτιος 1922), σ. 46-47. Η πολυεθνική σύνθεσητου πληθυσμού της Σμύρνης και η παρουσία της αγγλικής κοινότητας συνέβαλαν προφανώς στην ταχύτερη διάδοση του ποδοσφαίρου και μεταξύ των Ελλήνων. 93. «Το πρώτο καταστατικό», ό.π., σ. 4. 94.Επιστολή της 25ης Νοεμ. 1909, Αρχείο Ε.Ο.Α. 95. «Ιστορικά σημειώματα 1910-1915», περ. Παναθηναϊκός, περ. Γ', έτος Α',αρ Μαρτ. 1939), σ. 5.
γυμναστηρίων προς προφανή ζημίαν της αληθούς γυμναστικής και αυτών τούτων τωνατάκτως ανά τας οδούς και τας ρύμας της πόλεως ποδοσφαιριζόντων νεανιών και παίδων» 96. Υπήρχε εντούτοις ως αντίβαρο η επιχειρηματολογία που παρέβλεπε την καθαρά ψυχαγωγική λειτουργία του ποδοσφαίρου και ανακάλυπτε στο παιχνίδι το μέσο διαμόρφωσης του ανδρικού χαρακτήρα: «είνε αναμφιβόλω ηαρίστη οδός διά την παρασκευήν σωμάτων αθλητών και ψυχών με ανδρικόν σθένος και αίσθημα αλληλεγγύης» 97. Το ποδόσφαιρο, παρά τις επιφυλάξεις των ιθυνόντων, αποτέλεσε ένα από τα βασικά αγωνίσματα των σχολικών αγώνων απότο1907. Είναι ενδεικτικό ότι οι σχολικοί αγώνες που γίνονταν σε ετήσια βάση περιλάμβαναν, εκτός από τη γυμναστική και τον κλασικόαθλητισμό, τη σκοποβολή και το ποδόσφαιρο. Οι λόγοι της επιτυχίας της νέας «παιδιάς» αναφέρονται σε άρθρο του Απ. Νικολαΐδη, δύο χρόνια μετά το τέλος της περιόδου που εξετάζουμε: «το ποδόσφαιρον ανταποκρίνεται και προς τας φυσικάς ορμάς του νέου. Η εν ελευθέρω χώρω ελευθέρα εξάσκησις, η οποία δεν έχει κανέναν διδασκαλικόν χαρακτήρα και υποχρεωτικήν φοίτησιν και πειθαρχίαν, η έμφυτος κλίσις του παιδιού προς τον συναγωνισμόν και την συνεργασίαν, η ποικιλία του παιχνι διού, όλα αυτά κάμουν το ποδόσφαιρον προσφιλέστατον εις τους νέους μας» 98 . Ήδη τότε το ποδόσφαιρο θεωρείται «το λαϊκώτερον όλων των παιδιών και αθλητικών καιγυμναστικών ασκήσεων»99. ΣΩΜΑΤΕΙΑΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ: ΣΥΜΒΟΛΑ ΚΑΙ ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΙ
Οι στόχοι που αναφέρονται στα καταστατικά είναι σκόπιμο να συνδυασθούν με τα σύμβολα που επιλέγονται για να δηλωθεί η ταυτότητα του σωματείου αφενό καιμετα είδη των αθλημάτων που κάθε σωματείο περιλαμβάνει στιςδραστηριότητές του αφετέρου. Η ονομασία του σωματείου αποτελεί τον προφανέστερο δείκτη της δημόσιας εικόνας του, εφόσον μπορεί να συμπυκνώνει την ιδεολογική ακόμηκαιτηνκοινωνική του ταυτότητα. Στην περίπτωση των αθλητικών σωματείων, βεβαίως, δεν αναμένεται μεγάλη ποικιλία, αλλά έχει οπωσδήποτε ενδιαφέρον μια συγκριτική μελέτη κατά είδη και τύπους σωματείων, ανάλογα μετη γεωγραφική τους κατανομή και τα σπορ που καλλιεργούν. Στα γερμανικά γυμναστικά σωματεία της ίδιας περιόδου, για παράδειγμα, ήταν εμφανείς οισυνδέσεις 96. «Έκθεσιςτων υπότου Δ.Σ.του Π.Γ.Σ. πεπραγμένων κατά το έτος 1908-9», σ. 9. 97. Π. Σ. Σαββίδης, ό.π. 98. Απ. Νικολαΐδης, «Το Ποδόσφαιρον», Ο Ολυμπιονίκης του Αμαρουσίου Α'/τχ. 1 (Δεκ. 1924), σ. 18. 99. Στο ίδιο .Ωςτα τέλη της δεκαετίας του 1920, μαρτυρείται ότι «υπάρχουν περί τα 600 ποδοσφαιρικά σωματεία, ανεγνωρισμένα και μη, με 20.000ωςέγγιστα ποδοσφαιριστάς»: Στ. Σπεράντσας, «Ο σύγχρονος ελληνικός αθλητισμός», Α θ λ η τ κ ιό ς Κόσμος 87 (Πρωτοχρονιά 1928), σ. 18.
σεις, μέσω των ονομάτων τους και μόνο, με το πατριωτικό συναίσθημα η τις τοπικές ταυτότητες, ενώ για σύγχρονα σπορ, όπως η ποδηλασία, επιλέγονταν νεοτερικοί συμβολισμοί 100. Με το πέρασμα του χρόνου διαπιστώνεται μεγαλύτερη ομοιογένεια στην επιλογή των ονομάτων. Άλλο αναγνωριστικό στοιχείο ταυτότητας είναι η ιδιαίτερη «γλώσσα» κάθε συλλόγου, αυτή που συγκροτείται από εμβλήματα, συνθήματα, ύμνους, σημαίες. Παρόλο που τα ελληνικά αθλητικά σωματεία της περιόδου που εξετάζουμε δεν διαποτίζονται στον ίδιο βαθμό από τη «λατρεία της σημαίας» που χαρακτήριζε τη γερμανική σωματειακή ζωή 101 , στα περισσότερα καταστατικά προσδιορίζον ται με ακρίβεια τα σύμβολα (σφραγίδα, σήμα μελών, σημαία) του συλλόγου. Παράλληλα, η δημόσια παρουσία του σωματείου —με τη συμμετοχή σε αγώνες, παρελάσεις ή άλλες δημόσιες εκδηλώσεις— συνοδεύεται από την προβολή της ιδιαίτερης ταυτότητάς του μέσω των συμβόλων του: τα μέλη φέρουν το σήμα του συλλόγου στο πέτο τους, οι αθλητές φορούν ειδικές στολές με τα χρώματα και το σήμα του συλλόγου, κάθε ομάδας προηγείται ο σημαιοφόρος με τη σημαία του σωματείου. Σε ποικίλες εκδηλώσεις, εξάλλου, ψάλλεται ο ύμνος του σωματείου, εφόσον έχει συντεθεί. Οι δημόσιες εκδηλώσεις όπου μετέχει η τις οποίες οργανώνει ο σύλλογος —καιπουστηνπερίπτωση των αθλητικών σωματείων είναι κατεξοχήν αθλητικοί αγώνες— διέπονται από μια σχεδόν τελετουργική συμπεριφορά που συνέβαλλ στηνενίσχυση τηςιδιαίτερης εικόνας του συλλόγου. Η εικονογραφία συνίστατο κυρίως στη στολή και τις ταινίες με τα χρώματα του συλλόγου και συμπληρωνόταν από τη φωτογράφηση ομάδων, μελών και διοικητικών συμβουλίων. Η διατήρηση της μνήμης λειτουργούσε παράλληλα με τη διατήρηση της ταυτότητας. Τόσο οι ονομασίες των ελληνικών αθλητικών σωματείων όσο και οι σφραγίδες καιτα σήματά τους παραπέμπουν κατά κανόνα, όπωςαναμένεται, σεμιααρχαιοελληνική πηγή έμπνευσης. Οι δύο συχνότερες παραστάσεις είναι του Ηρακλή και του δισκοβόλου. Ο δισκοβόλος είναι και το έμβλημα του Πανελληνίου Γ.Σ Άλλα σύμβολα που επιλέγονται για τις σφραγίδες είναι ο Θησέας, ο Ποσειδών, η Αθηνά,ηΝίκη του Παιονίου, ο Αίας, οι Διόσκουροι, ο Ερμής, ο Αχιλλέας, ο Δίας. Εκτός από τους προσωποποιημένους συμβολισμούς, που αντλούνται κατεξοχήν από την αρχαία ελληνική μυθολογία, συναντώνται και τα απρόσωπα σύμβολα, όπως στέφανος δάφνης και ελιάς, ξίφη, κυνηγετικά όπλα, κυνηγετικό 100. Πρόκειται για μελέτη των σοσιαλιστικών γυμναστικών σωματείων. Βλ. V. L. Lidtke,
Alternative Culture. Socialist Labor in Imperial Germany
Press, 1985, σ. 60-61.Και τα γαλλικά γυμναστικά και σκοπευτικά σωματεία πουιδρύονται μετά το 1871, μέσα στο κλίμα της Revanche και με σαφείς εθνικιστικούς στόχους φέρουν τ χαρακτηριστικά ονόματα La Française, La Patriote, La Vaillante κλπ. Βλ. and Sports in Fin-de-Siècle France...», ό.π., σ. 73. 101. V. L. Lidtke,ό.π., σ. 62.
The
,Οξ
Λογότυποι αθλητικών συλλόγων.
10-11-12.
κέρας η λέοντες, ίπποι κλπ. Η δεύτερη κατηγορία συμβόλων παραπέμπει εμφανέστερα και στο είδος του σωματείου. Ξεχωριστή είναι η περίπτωση των ποδηλατικών σωματείων, τα οποία στερούνται κάθε αρχαιοελληνικής αναφοράς ενώ επιλέγουν ως σύμβολο τους συνήθως το ποδήλατο. Χαρακτηριστικός είναι, εξάλλου, ως προς τις αξίες που συμβολίζει η ποδηλασία, ο τίτλος πουεπιλέγειένα επαρχιακό ποδηλατικό σωματείο: « Αστραπή» 102 . Η επιβεβαιώνει τη σύνδεση εθνικής ιδεολογίας και αθλητισμού: Πανελλήνιος, Εθνικός κλπ. ενώ αντίστοιχα δε λείπουν και οι τοπικές αναφορές, με ονοματοδοσίες πουπαραπέμπουν σε τοπικούς ήρωες, αρχαίους και σύγχρονους π.χ. Γλαύκος στη Χαλκίδα, Άρατος στο Κιάτο, Στράτων στο Αίγιο, Κολοκοτρώνης στην Τρίπολη, Αβέρωφ στο Ναύπλιο. Τα επίθετα των επαρχιακών συλλόγων παραπέμπουν με σαφήνεια στην τοπική ταυτότητα, εφόσον ακόμη και στην περίπτωση που δεν επιλέγονται ονόματα τοπικών ηρώων ή άλλων δηλωτικών της τοπική ταυτότητας (π.χ. Ευρώτας στη Σπάρτη, Ήλις στην Αμαλιάδα, Πάρνων στον Αγιο Πέτρο Κυνουρίας), περιγράφουν τον τόπο λειτουργίας του σωματείου (Γυθεατικός, Παναχαϊκός, Τριφυλιακός κλπ.).
Σε νεοτερικες αξίες παραπέμπουν αντίθετα οι ονομασίες των εκδρομικών σωματείων, δηλωτικές άλλωστε των στόχων και του χαρακτήρα της περιήγησης και του εκδρομισμού στις αρχές του 20ού αιώνα: η Νεότης, η Τέρψις, η Ηώς αλλά και«Φιλικός Όμιλος Εκδρομών», «Οικογενειακός Όμιλος Εκδρομών». Ηεπέ της ίδρυσης, ακολουθεί η το θρησκευτικό η το εθνικό εορτολόγιο. Συνήθως επιλ γεται η 25η Μαρτίου αλλά και η εορτή των Αγίων Αποστόλων, του Αγίου Γεωργίου κ.ά. 103 Σε κάποιες περιπτώσεις θα μπορούσε κανείς να ανιχνεύσει κάποια συνάφεια με τη φυσιογνωμία του συλλόγου: π.χ. ο Κυνηγετικός Σύλλογος Αθηνών, που ιδρύεται το 1895, έχει στη σφραγίδα του την Αρτεμη και γιορτάζει στις 20 Ιουλίου, γιορτή του Προφήτη Ηλία. Φαίνεται πάντως πωςηεπέτειος δεν επιλέγεται βάσει κάποιων συμβολισμών: συνήθως εορτάζεται η ημερομηνία ίδρυσης του συλλόγου, η οποία άλλωστε προσδίδει στο σύλλογοτημοναδικότητά του. Αποκαλυπτικά ως προς την ταυτότητα ενός σωματείου μπορούν να είναι, εκτός σωματείο περιλαμβάνει στις δραστηριότητές του. Για την πρώτη περίοδο, ως τα τέλη του αιώνα, οι συμβολισμοί εναρμονίζονται με την επιλογή των αθλημάτων. Γιαμιαακόμηφορά, η βαρύτητα των Ολυμπιακών Αγώνων προς αυτή την
102. Βλ.και εδώ,σ. 368-375. 103. Για την παραδοσιακή σύνδεση του Αγ. Γεωργίου με αθλητικούς αγώνες, βλ. Γ. Α. Μέγας, Ε λ λ η ν ι κ έ ς γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας, εισαγωγικό σημείω κλής, Αθήνα, Οδυσσέας, 1988, σ. 191-2.
κατεύθυνση θα πρέπει να επισημανθεί. Το κλέος των προγόνων, το παράδειγμά τους, η πίστη στην αποτελεσματικότητα της μίμησης της κλασικής αρχαιότητας, η απόδειξη της συνέχειας, όλα συμπυκνώνονται στην αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων. Δεν είναι λοιπόν παράξενο, όπως ήδη διαπιστώσαμε, ότι τα περισσότερα από τα σωματεία αυτά που ιδρύονται πριν και κατά το 1896 έχουν γυμναστικό και όχι αθλητικό χαρακτήρα. Δεν είναι επίσης τυχαίο ότι κατά κανόνα επιλέγουν μεταξύ των βασικών τους ενασχολήσεων, εκτός από τη γυμναστική, τη σκοποβολή, την ξιφασκία, την πεζοπορία. Συγκεκριμένα, 33 από τα 58 σωματεία της περιόδου 1886-1899 των οποίων έχει βρεθεί το καταστατικό περιλαμβάνουν τη γυμναστική στις δραστηριότητές τους και 21 τη σκοποβολή. Η επιλογή αυτή συνάδει βεβαίως με τα ιδεολογήματα του κλασικού ιδεώδους και της στρατιωτικής προετοιμασίας του έθνους, που διακρίνουν τους στόχους των σωματείων. Ως προς τα υπόλοιπα αθλήματα, παρατηρούμε ότι επιλέγονται σπορ που στοχεύουν στην ατομική και όχι στην ομαδικήάσκηση,στοιχείο που θα μπορούσε να συνδυαστεί με τη διαπίστωση του Günther Luschen ότι τα αστικά στρώματα προτιμούν σπορ που δίνουν έμφαση περισσότερο στη σωματική βελτίωση παρά στο παιχνίδι 104. Μένει να επιβεβαιωθεί ότι όντως τα σωματεία αυτά συγκροτούνται από τα αστικά μάλλον παρά από τα λαϊκά στρώματα 105. Η μέσω των μηχανισμών επιλογής των μελών του: προϋποθέσεις για να γίνει κάποιος μέλος (μόρφωση, επαγγελματική ιδιότητα, κόστος εγγραφής και συνδρομής). Ενδεικτικά στο καταστατικό του Πειραϊκού Συνδέσμου το 1902 ορίζεται ότι «τακτικά μέλη εκλέγονται οι έχοντες αρκούσαν κοινωνικήνυπόληψινκαι μόρφωσιν πνευματικήν» 106. Το σωματείο δομείται συνεπώς με βάσητονκοινωνικό
105. Η αντιπαράθεση ατομικών και ομαδικών σπορ βασίζεται, σύμφωνα μετη δομολειτουργικήανάλυση του G. Luschen, στις εξαρτήσεις μεταξύ κοινωνικο-πολιτισμικών συστημάτων: το σύστημα των σπορ εξαρτάται απότο βιομηχανικό, τεχνολογικό, προτεσταντικό σύστημα, το οποίο μετη σειρά του αποτελεί επιμέρουςέκφραση ενός γενικότερου συστήματος πουπροσδιο ρίζεται από τις αξίες της επίδοσης, της συλλογικότητας και της άσκησης εξουσίας. G. Luschen, «The interdépendance of sport and culture», στο J. W. Loy - G. S. Kenyon - Β. D. McPherson,
Sport, culture and society: a reader in the sociology of sport,
104. Βλ. Α. Λιάκος, Οι νεανικές
οργανώσεις...,
ό.π.,σ. 46.
σ. 287-295. Η ιστορική ανάλυση, ωστόσο, δεφαίνεται να επιβεβαιώνει το σχήμα του Luschen παρά μόνο στο βαθμό πουτα σπορτα οποία προτιμούν τα αστικά στρώματα εναρμονίζονται πράγματι με τις αξίες της επίδοσης και του ατομικισμού, κυρίαρχες αξίες της αστικής ηθικής. 106. Καταστατικόν του Πειραϊκού Συνδέσμου, Αθήνα 1903,άρ συντάχθηκε στις 29 Απριλίου 1902 και εγκρίθηκε με το Β.Δ. της 12ης Φεβρουαρίου 1903). Καθαρά επιλεκτικός ήταν επίσης στην Κωνσταντινούπολη ο χαρακτήρας σωματείων όπως ο σύλλογος αντισφαίρισης, οι σύλλογοι ιστιοπλοΐας και πόλοκαιοκυνηγετικός όμιλος. Βλ. Χ. Εξερτζόγλου, Ε θ ν κ ιή ταυτότητα..., ό.π.,σ. 61. Για τη Θεσσαλονίκη, βλ.αντίστοιχα M Anastassiadou, «Sports d'élite et élites sportives à Salonique au tournant du siècle», στο Fr.
Φιλαδ
κό αποκλεισμό και γίνεται θεσμός κοινωνικής διάκρισης, εφόσον η συμμετοχή στο σωματείο ήταν οπωσδήποτε «εθελοντική» αλλά όχι «αυτόματη» 107. Αλλωστε, όπως παρατηρεί ο Cleveland Amory, «εξαρχής τα σωματεία σχηματίστηκαν όχι μόνο για να προσελκύσουν αλλά και για να αποκλείσουν άλλα ατομα» 108 . Το ερώτημα πουγεννάται ωστόσο από μια παρόμοια διαπίστωση, δηλ. ότι οι όροι ένταξης στα διάφορα σωματεία αντανακλούσαν και την κοινωνική διαστρωμάτωση της ελληνικής κοινωνίας, είναι αν υπήρχαν «εναλλακτικές» συσσωματώσεις για όσους αποκλείονταν από εκείνες της ανώτερης τάξης. Σεό,τιαφορά στα αθλητικά σωματεία και δεδομένου ότι «καμία εθελοντική συσσωμάτωση περιλάμβανε μια πλήρη διαμήκη τομή του πληθυσμού»109, είναι προφανές ότι ήταν διαφορετική η κοινωνική τους φυσιογνωμία με βασικό κριτήριο τη διάκριση μεταξύ γυμναστικών και αθλητικών (sportifs) σωματείων. Παρόλο που και οι δύο κατηγορίες απευθύνονταν στα μεσαία στρώματα, η διάκριση μεταξύ τους αντανακλούσε εσωτερικές διακρίσεις στην αστική τάξη ανάλογα με τα διαφορετικά επίπεδα κοινωνικής θέσης και κύρους (status) 110 . Φαίνεται συνεπώς να επιβεβαιώνεται —και μένει να ελεγχθεί σε επόμενα κεφάλαια— η διάκριση που γίνεται ανάμεσα στα γυμναστικά και τα αθλητικά (sportifs) σωματεία: τα πρώτα, πειθαρχημένα, δομημένα, με έντονο στρατιωτικό χαρακτήρα και πατριωτικούς στόχους, απευθύνονται σε ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού και συχνά και στις κατώτερες τάξεις" τα δεύτερα, με κυρίαρχο το στοιχείο της διασκέδασης και του ατομικισμού, ευαίσθητα στη μόδακαιτην κοινωνική διάκριση, καλλιεργούνται από τις εύπορες τάξεις 111 .
Georgeon • P. Dumont (έκδ.), Vivre dans
e
e-XX munautaires (XVIII 107. Βλ. V. L. Lidtke,ό.π., σ. 25.
siècles),
l'empire
Παρίσι, Harmattan, 1997, σ. 145-160
nell'Italia Classes,
ottoman.
Sociabilités
e
364. 109. V. L. Lidtke,ό.π., σ. 26.
108. Βλ. Α. M. Banti - M. Meriggi (έκδ.), Elites 110. Βλ. και J. Lowerson, Sport
e associacioni Middle
dell'O
University Press, 1993, σ. 21. 111. R. Hubscher - J. Durry - B. Jeu (έκδ.),ό.π., σ. 11. Ενδιαφέρουσα είναι εξάλλου, ωςπρος τις αθλητικές πρακτικές, η διάκριση πουδιαπιστώνει ο Christophe Charle ανάμεσα στους δ πόλουςτων γαλλικών ελίτ στα τέλη του 19ου αιώνα: ηελίτ του πλούτου ασχολείται τόσο μετα παραδοσιακά αριστοκρατικά σπορ (κυνήγι, ιππασία) όσοκαιμετα νεοτερικά (αυτοκίνητο)· η ελίτ του πνεύματος, αντίθετα, προτιμά την ασκητική πεζοπορία, το ποδήλατο, τον αλπινισμό και ενμέρειτο κυνήγι. Ch. Charle, Les Élites de la République 1880-1900 σ. 403-405. Παρόλο πουαπαιτεί περαιτέρω διερεύνηση,ηυπόθεσηαυτή επιβεβαιώνεται και στην ελληνική περίπτωση απότη σύνθεσητων ιδρυτικών μελών του Οδοιπορικού Συνδέσμο (1921): εκπρόσωποι της αθηναϊκής λογιοσύνης, όπως ο Δ. Γρ. Καμπούρογλους και ο Αλ. Πάλλης, οβυζαντινολόγος Γ. Σωτηρίου, ομουσικός Αρμ. Μαρσίκ, οζωγράφος Ν. Καλογερόπουλος, ο γλύπτης Θωμάς Θωμόπουλος. Η μ ε ρ ο λ ό γ ο ιν Ο δ ο π ιο ρ κ ιο ύ Συνδέσμου, έτος 1925, σ. 30-35.
and the English
Μάντσε
Ωστόσο, πέρα από παρόμοιους ποιοτικούς θα λέγαμε φραγμούς, το πραγματικό φράγμα είναι συνήθως το οικονομικό. Στα γυμναστικά σωματεία που έχω μελετήσει, η εγγραφή ως τα τέλη του αιώνα κοστίζει από 1-20 δρχ. και η μηνιαία συνδρομή κυμαίνεται αντίστοιχα από 0,50 λ.-2 δρχ., ενώ καθυστέρηση συνδρομής επιφέρει, σύμφωνα με τα καταστατικά, διαγραφή. Την ίδια περίοδο, στην Αθήνα, το ψωμί στοιχίζει περίπου 0,50 δρχ. ενώ οι μηνιαίες αποδοχές των μεσαίων στρωμάτων ανέρχονται σε 150-350 δρχ.112 Συνεπώς, φαίνεται πως η συμμετοχή σε ένα αθλητικά σωματείο ήταν μάλλον προσιτή, τουλάχιστον για τα μεσαία στρώματα των πόλεων. Σχεδόν όλα τα καταστατικά προβλέπουν τη διαγραφή μέλους που καθυστερεί τη συνδρομή του, συνήθως για δύο η τρεις μήνες. Πρόκειται για έναν επιπλέον περιορισμό, ο οποίος προϋποθέτει την ύπαρξη ενός σχετικά σταθερού εισοδήματος, που επιτρέπει την τακτική διάθεση ποσών για την άθληση. Εντούτοις, μένει να διερευνηθεί κατά πόσο η συγκεκριμένη διάταξη εφαρμόστηκε και ανοκίνδυνος της διαγραφής υποχρέωνε πράγματι τα μέλη να είναι συνεπή στις οικονομικές τους υποχρεώσεις. Ως μεταξύ επαρχιακών και αθηναϊκών σωματείων, τουλάχιστον ως προςεκείνα που ασχολούνται με τη γυμναστική και τον κλασικόαθλητισμό, γιατα οποία και διαθέτουμε στοιχεία. Από τα ψυχαγωγικά σπορ, η πεζοπορία και η κωπηλασία δεν ανήκουν στα ακριβά σπορ. Το κόστος είναι παρόμοιο με εκείνο της συμμετοχής στα γυμναστικά σωματεία 113. Η ποδηλασία, ενώ από άποψη κόστους ετήσιας συνδρομής μοιάζει να είναι το φθηνότερο από τα ακριβότερα σπόρ114, εντούτοις συνεπάγεται και ένα άδηλο κόστος (το οποίο δεν εξαντλείται στην ετήσια συνδρομή), εφόσον αν κάποιος δεν αγοράσει ποδήλατο πρέπει να το νοικιάσει. Μεγάλες διακυμάνσεις παρατηρούμε μετά το 1900 στη σκοποβολή, σπορ μάλλον δαπανηρό κατά την προηγούμενη περίοδο 115. Αυτά οφείλεται προφανώς
λων της Ε θ ν κ ιή ς
Π. Πιζάνιας, Μισθοί και εισοδήματα
112. Με βάση τις αποδοχέςτων μέσων και κατώτερων υπαλλήλων της Εθνικής Τράπεζας. Τράπεζας,
στην Ελλάδα (1842-1923).
Αθήνα, Μ.I.E.T., 1985, σ. 238-239. Για τις τιμές διαφ
Το παράδειγμα
113. Το ετήσιο κόστος (: ετήσια συνδρομή) της συμμετοχής σεένα πεζοπορικό σωματείο κυμαίνεται για την περίοδο 1890-1900από 6-18 δρχ., για ένα κωπηλατικό από 5-12 δρχ. και για ένα γυμναστικό από 6-24 δρχ.Στην επόμενηπερίοδο (1901-1922), το ετήσιο κόστος τ κωπηλασίας ανέρχεται στις 24 δρχ. 114. Κατά την περίοδο 1890-1900, όταν παρατηρείται και η ακμή της ποδηλασίας, το ετήσιο κόστος συμμετοχής σε ένα ποδηλατικό σωματείο ανέρχεται σε 12-39 δρχ.,ενώτο αντίστοιχο κόστος για ένα σωματείο τέννις είναι 100 δρχ.και για ένα σωματείο ιππασίας 6
8ρχ-
115.Τοετήσιο κόστος της σκοποβολής για την περίοδο 1890-1900 κυμαινόταν στις 100-120
στην εκλαΐκευση του συγκεκριμένου αθλήματος μέσω της διάδοσης του τόσο σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα όσο και στα μικρότερα επαρχιακά κέντρα. Χαρακτηριστικό είναι ότι, κατά τη δεύτερη αυτή περίοδο, πληθαίνουν οι κυνηγετικοί σύλλογοι οι οποίοι, είτε στον τίτλο είτε στους σκοπούς τους περιλαμβάνουν και τη σκοποβολή. Η σύνδεση άλλωστε της σκοποβολής με τη στρατιωτική προετοιμασία της προσέδιδε ρόλο συμπληρωματικό προς το παιδαγωγικό έργοτης γυμναστικής που στόχευε στη διαμόρφωση άξιων στρατιωτών. Αναγνωρίζεται έτσιωςδραστηριότητα πρώτηςανάγκηςπουδενθα πρέπει να περιοριστεί σεμια κοινωνική ελίτ αλλά να γίνει κτήμα ευρύτερων κοινωνικών στρωμάτων. του 20ού αιώνα, και η περιήγηση εμφανίζεται ως καινοτόμος δραστηριότητα της ανώτερης αστικής τάξης. Χαρακτηριστικό για τον αποκλειστικό χαρακτήρα του τέννις είναι το περιστατικό που διηγείται ο Γρ. Ξενόπουλος για τους πανελλήνιους αγώνες του 1908. Κατά την απονομή των επάθλων για το τέννις, στην εμφάνιση κομψών κυρίων και δεσποινίδων για να τα παραλάβουν, το κοινό στο Παναθηναϊκό Στάδιο εξεμάνη φωνάζοντας: «Κάτω το λων-τένις!... Κάτω οι αριστοκράται! ... Κάτω οι φίφτυ-του!...» 116. Ο λόγος της «λαϊκής» αυτής εξέγερσης, σύμφωνα με τον Ξενόπουλο πάντα, ήταν ότι «ο λαόςεχθρεύεται το λόουν-τέννις, προπάντων επειδή παίζεται από τους αριστοκράτας τους οποίους επίσης αντιπαθεί». Παραπλανητικό είναι το σχετικά χαμηλό κόστος της ιππασίας. Οι Ιππικοί σύλλογοι των αρχών του 20ού αιώνα συσπειρώνουν την ανώτερη αστική τάξη, με σημαντική παρουσία στρατιωτικών. Από τα 105 ιδρυτικά μέλη της Φιλίππου Κοινωνίας εν Ελλάδι που ιδρύθηκε στην Αθήνα το 1900, 60 είναι στρατιωτικοί 117 . Μεταξύ των 252 μελών εξάλλου, που αριθμεί ο Ιππικός Όμιλος το 1904, συναριθμούνται οι εκπρόσωποι (άνδρες και γυναίκες) όλων των γνωστών αθηναϊκών οικογενειών της εποχής118. Το χαμηλό κόστος της ετήσιας συνδρομής
δρχ.ενώμετά το 1900και ωςτο 1922το κόστος αυτό πέφτει στις 3-60 δρχ. ανάλογα με τ σωματείο. 116. Σύμφωνα μετην περιγραφή του Ξενόπουλου, το 1908 είχε ιδρυθεί μυστικά οΣύλλογος 52πουαποτελούνταν από 52 πρόσωπα ηοικογένειεςπουθεωρούσαν τους εαυτούς τους αριστοκράτες. Η Διάπλασις των Παίδων, 26 Απριλίου 1908, σ. 171. Το ίδιο «αριστοκρατικό πνεύμα απέπνεε καιοσύγχρονος Σύλλογος των «Ιολήπτων» ενώ,την ίδια εποχή, ε για πρώτη φορά στις εφημερίδες κριτική της κοσμικής κίνησης με πρωτεργάτη τον Daramot (Τάκη Δαραλέξη). Βλ. Κ. Η. Μπίρης, Aι Α θ ή ν α ι από του 19ου εις τον 20 όν αιώνα, Μέλισσα, 31996, σ. 261-262. μέλη είναι βουλευτές ενώτο Προεδρείο αποτελείται από τους Αλέξ. Σ. Κ. Ρώμα, Αλέξ. Δ. Σούτσο, Μιλτ. Νεγρεπόντη, Αλέξ. Μαύρο. 118. Ιππικός Όμιλος, Λογοδοσία έ τ ο υ ς 1904, [Αθήνα 1904], σ. 13-19.
117. Η Φίλιππος Κοινωνία εν Ελλάδι. Καταστατιχάν,
Αθήνα 1901. Δέκα
—25 δρχ. για τον Ιππικό Όμιλο 1 1 9 και μόλις 1 δρχ. για τη Φίλιππο Κοινωνία— δεν συνεπάγεται προφανώς την εύκολη πρόσβαση για ευρύτερα κοινωνικά στρώ ματα. Οι πολύ αυστηροί μηχανισμοί επιλογής νέων μελών αντισταθμίζουν το χαμηλό κόστος της συμμετοχής 120. Φαίνεται άλλωστε πως σε σωματεία που συγκροτούνται από τις αστικές ελίτ συχνά η χρηματική συνδρομή είναι χαμηλή και καθαρά συμβολική. Η μόνο από το χρήμα, αλλά και από ένα άλλο μείζον καταναλωτικό είδος, τον διαθέσιμο χρόνο. Πράγματι, για να μπορεί να μετάσχει κάποιος στη σωματειακή ζωή αλλά και για να αθληθεί έπρεπε να διαθέτει τόσο ένα επαρκές εισόδημα όσο και χρόνο ελεύθερο προς κατανάλωση. Εννοείται ότι η διάθεση του ελεύθερου χρόνου για σπορ συνδεόταν με την αλλαγή στις κυρίαρχες αξίες και στο κυρίαρχο πολιτισμικό πρότυπο. Πέρα από το οικονομικό φράγμα, εξάλλου, για να γίνει κάποιος μέλος ενός σωματείου έπρεπε να πληροί, σύμφωνα με το καταστατικό, και μια σειρά από άλλες προϋποθέσεις. Πρώτα απ' όλα, ηλικίας. Το όριο που συνήθως υιοθετείται είναι αυτό των 18 χρόνων, αλλά υπάρχουν και περιπτώσεις που το όριο αυτό μετατίθεται είτε προς τα κάτω (15 ετών σε δύο περιπτώσεις) είτε προς τα πάνω (26 ετών σε μια περίπτωση). ιδιαίτερη κατηγορία, που δεν υπάγεται σεηλικιακούς περιορισμούς, είναι οι φοιτητές ενώ οι μαθητές γίνονται δεκτοί μετην ιδιότητα των εκτάκτων μελών η εταίρων, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να γυμνάζονται. Πέντε καταστατικά, μετά το 1893, με πρώτο τον Παναχαϊκό, προβλέπουν τη δυνατότητα εγγραφής και γυναικών ως μελών. Ανεξάρτητα πάντως από τους φραγμούς που θέτει το καταστατικό ενός σωματείου για την εγγραφή νέων μελών, υπάρχει ένα ολόκληρο πλέγμα οικογενειακών, κοινωνικών και επαγγελματικών σχέσεων που συχνά προσδιορίζει τις εγγραφές. Αυτό το πλέγμα είναι βεβαίως δύσκολο να αναλυθεί δεδομένου ότι χρειάζονται λεπτομερή βιογραφικά στοιχεία. Η υπόθεση πάντως ότι σε κάθε σωματείο υπάρχει μια σχετικά ομοιογενής και συνδεδεμένη ομάδα πουελέγχειτη διατήρηση και αναπαραγωγή της ενισχύεται από το γεγονός ότι σύμφωναμετα περισσότερα καταστατικά η εκλογή των νέων μελών γίνεται από το Διοικητικό Συμβούλιο και όχι από τη Γενική Συνέλευση. Η στον περίφημο «σιδερένιο νόμο της ολιγαρχίας» του Robert Michels121, ο οποίος 119. Το κόστος της εγγραφής ήταν ωστόσο σχετικά υψηλό:50 δρχ. Ιππικός
την A.B.Y, τον Διάδοχον. Καταστατικόν και Εσωτερικός
1902,άρθρο 5. 120. Στον Ιππικό Όμιλο, τα νέα μέλη εκλέγονται από τους ιδρυτές μεμυστική ψηφοφορία κατά την οποία μία μαύρη ψήφος εξουδετερώνει εννέα λευκές. 121. Ο Michels διατύπωσε αύτη τη θεωρία το 1915αναλύοντας το γερμανικό σοσιαλδημοκρατικ
π ρ ο σ τ ά τ η ν
Κανονισμός,
Όμιλος
φέρεται να χαρακτηρίζει κάθε μορφή οργάνωσης και εθελοντικής συσσωμάτωσης, απότα πολιτικά κόμματα ως τις συνδικαλιστικές ενώσεις. Ο νόμος αυτός, που διέπει ωστόσο τις μεγάλης κλίμακας οργανώσεις, ορίζει ότι εφόσον μια οργάνωση αποκτήσει ένα σημαντικό βαθμό πολυπλοκότητας απαιτεί και έναν ορισμένο αριθμόατόμων πουθα αφιερωθούν στη λειτουργία της, με τελικό αποτέλεσμα να συγκεντρώνουν στα χέρια τους την εξουσία. Η συμπεριφορά αυτών τωνελίτ, η κυρίαρχων μειονοτήτων, στο εσωτερικό των οργανώσεων ακολουθεί μια λογική ιδιαίτερου συμφέροντος που οδηγεί στη διατήρηση η επέκταση των προνομίων καιτηςισχύος τους. Στο πλαίσιο συνεπώς του αντιπροσωπευτικού συστήματος, οι ολιγαρχικές ελίτ αναπτύσσουν ιδιαίτερα συμφέροντα που τις χαρακτηρίζουν ω ομάδες και που σε ένα βαθμό τις διαφοροποιούν από εκείνους που εκπροσωπούν. Οιαναλογίες μετα αθλητικά σωματεία είναι, mutatis mutandis, ορατές, εφόσονη ανάπτυξη μιας γραφειοκρατικής δομής, δηλαδή μιας ορθολογικής, ιεραρχικά θρωμένης οργάνωσης, σημαίνει συνήθως την άσκηση της εξουσίας από μια ολιγάριθμη ομάδα ατόμων, η οποία ωστόσο έχει εκλεγεί με δημοκρατικές διαδικασίες απότοσύνολο των μελών του συλλόγου. Δεν υπάρχει συνεπώς αμφιβολία ότι η οργάνωση των αθλητικών σωματείων είναι ολιγαρχική, αλλά θα πρέπει να μελετηθούν οι ιεραρχικές σχέσεις και οι σχέσεις εξουσίας σε πολλά επίπεδα: ενεργών και παθητικών μελών αφενός, διοικούντων και αθλουμένων αφετέρου. Δεδομένου εξάλλου ότι πρόκειται για μικρής κλίμακας οργανώσεις, με μικρό αριθμό μελών και περιορισμένη κοινωνική εμβέλεια, η έννοια της ολιγαρχικής ελίτ χάνει σε κάποιες περιπτώσεις κάθε πραγματικό αντίκρυσμα. Η αναλογ της ίδιας της λειτουργίας του σωματείου και των ιεραρχικών αλλά και φιλικών σχέσεων που αναπτύσσονται στο εσωτερικό του. Τα ενεργά μέλη δεν ταυτίζονται μετα τακτικά αλλά με εκείνα από τα τακτικά μέληπουπληρώνουν τις συνδρομές τους και μετέχουν ενεργά στη σωματειακή ζωή. Κριτήριο για την ενεργό συμμετοχή μπορεί να είναι η παρουσία στις γενικές συνελεύσεις και η συμμετοχή στο διοικητικό συμβούλιο. Φαίνεται πάντως πως σε όλα τα σωματεία υπάρχειένας σημαντικός αριθμός «παθητικών» μελών, τα οποία μάλιστα υπερφαλαγγίζουν τα ενεργά.Τασωματεία μάλλον επιδίωκαν την εγγραφή παθητικών μελών,γιανα συλλέγουν συνδρομές αλλά και για να δίνουν μια εικόναακμήςκαιανάπτυξης. Η ποσοτική σχέση μεταξύ ενεργών και παθητικών μελών είναι αναμφίβολα άνιση, λιγότερο η περισσότερο δραματικά. Η παράμετρος για τη διαμόρφωση της εσωτερικής ζωής του σωματείου. Τα αθλη-
Tendencies of Modern του Seymour Martin Lipset,
κρατικό κόμμα. Βλ. Robert Michels, Political
Democracy
Parties.
, Λονδίνο - Νέα Υόρκη, The Free Press
A Sociological
Study
αθλητικά σωματεία, ενώ κατά μέσο όρο συγκροτούνται από νέους, διοικούνται ωσ σο από πιο ηλικιωμένους. Γενικότερα, η ομάδα που διοικεί το σωματείο αποτελείται συνήθως από άτομα μεγαλύτερης ηλικίας και υψηλότερης κοινωνικής τάξης σε σχέση με τον μέσο όρο των μελών του σωματείου. Μάλιστα, έρευνεςπου έχουν γίνει για τα γαλλικά αθλητικά σωματεία της ίδιας περιόδουέχουνδείξει ότι η ηγεσία τους οδηγείται σταδιακά προς τη γεροντοκρατία και την αριστοκρατική φυσιογνωμία (notabilisation)122. Είναι εντούτοις πιθανό η διάκριση αυτή να ισχύει κυρίως για τα γυμναστικά σωματεία, όπου υπερισχύει η παιδαγωγική διάσταση στη δράση του συλλόγου. Αντίθετα, στα σωματεία που καλλιεργούν τα ψυχαγωγικά σπορ, η ηλικιακή και κοινωνική απόκλιση μεταξύ διοικούντων και αθλουμένων θα πρέπει να είναι μάλλον μικρότερη. Όπως γράφει ο Ρ. Bourdieu, «τα "αστικά" σπορ, επειδή επιλέγονται κυρίως ωςμέσα για τη διατήρηση της φυσικής ευεξίας και για το κοινωνικό όφελοςπουπαρέχουν,έχουνωςκοινό χαρακτηριστικό ότι απωθούν πολύ μετά τη νεανική ηλικία το χρονικό όριο εξάσκησης και ίσως μάλιστα όλο και περισσότερο σε αναλογία με το κύροςκαιτον κοινωνικό αποκλεισμό (όπως το γκολφ)» 123 . Για την περίοδο που εξετάζουμε, η δυνατότητα να ασκηθεί κάποιος στο τέννις η το ποδήλατο ακόμη και αν έχει εγκαταλείψει προ πολλού τη νεανική ηλικία εξαίρεται ως μία από τις βασικές αρετές των δύο σπόρ124. Από την άλλη μεριά, είναι σημαντικό να διερευνηθούν τα κίνητρα της ένταξης σε ένα σωματείο, στη συγκεκριμένη περίπτωση σε ένα αθλητικό σωματείο. Στο επίπεδο των πρακτικών και των συμπεριφορών, η διάθεση ποσών από τον οικογενειακό προϋπολογισμό για τη συμμετοχή σε ένα αθλητικό σωματείο θα πρέπει να εξετασθεί μέσα στο πλαίσιο του ανερχόμενουαστικού προτύπουκαιτων στοιχείων που το αποτελούν. Η εμφάνιση προσώπων με υψηλή κοινωνική θέσηστηνηγεσία αυτών των σωματείων σημαίνει προφανώς ότι έχει αλλάξει το κοινωνικό αντίκρυσμα της σωματικής άσκησης, έτσι ώστε παρόμοιες θέσεις να αποφέρουν συμβολικές ανταμοιβές και πρόσθετο κοινωνικό κύροςστους κατόχους τους 125 .Υπ'αυτό το πρίσμα, ηανάλυσητων μελών ενός αθλητικού σωματείου σε δύοεπίπεδα, αυτό 122. P. Arnaud, «Pratiques et pratiquants: les transformations de la sociabilité sportive. L'exemple de Lyon et du département du Rhône entre 1850 et 1914»,στο P. Arnaud - J. Camy (έκδ.),
La naissance du Mouvement Sportif Associatif en France.
sportives , Λυόν, Presses Universitaires de Lyon, 1986, σ. 179-181. 123. P. Bourdieu, «Comment peut-on être sportif?», Questions de sociologie, Π 1980, σ. 192. Αντίθετα, τα λαϊκά σπορσυνδέονται μετη νεότητα. 124. Βλ.εδώ, σ. 321, 373. 125. Μεταξύ των κινήτρων εγγραφής σε ένα σωματείο (όχι αποκλειστικά αθλητικό) θα πρέπεινα υπολογίσουμε και την επιθυμία διάφορων επαγγελματικών ομάδων (π.χ. δημόσιων η ιδιωτικών υπαλλήλων) να ενισχύσουν την καριέρα τους μέσω της συναναστροφής στον ίδιο σύλλογο με άλλους πουκατέχουν υψηλότερη θέσηστην ιεραρχία. Βλ.και D. Lejeune, Les société
de géographie en France et l'expansion coloniale au XIX
e
Sociabil
siècle,
των διοικούντωνκαι αυτό των αθλουμένων,μπορεί ναφωτίσει και τα διαφορετικά ενδεχομένως κίνητρα: την αναζήτηση της ψυχαγωγίας μέσωτηςάσκησηςητου κοινωνικού γοήτρου μέσω της διοίκησης του συλλόγου. ΣΩΜΑΤΕΙΑΚΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΜΟΡΦΕΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΤΗΤΑΣ
Η ίδια η σωματειακή ζωή, η καθημερινήεπαφήστο γυμναστήριο καιτοεντευκτήριοτου σωματείου, τα δίκτυα των σχέσεωνπουαναπτύσσονται στοεσωτερικότου συλλόγου αλλά και σε σχέση με την ευρύτερη κοινωνία είναι δύσκολοναανιχνευθούνμέσααπότα καταστατικά ητουςκανονισμούςπουρυθμίζουν τους τόπους και τους όρους της συνύπαρξης. Μπορούμε, βεβαίως, να επισημάνουμε τα συστατικά στοιχεία αυτού του ορθολογικού μοντέλου που επιχειρεί να κανονικοποιήσει τις ανθρώπινες σχέσεις: οι συναντήσεις του Δ.Σ. και της Γ.Σ. (συχνότητα και περιοδικότητα), πρόβλεψη για βιβλιοθήκες και αναγνωστήρια, λειτουργία τουεντευκτηρίου και του γυμναστηρίου, διοργάνωση αγώνων, εκδρομών, χοροεσπερίδων126. Επιπλέον, το σύστημα των ποινών που εφαρμόζεται, τα παραπτώματα καιη αξιολόγησή τους.
—σε συνδυασμό η μη μαζί τους—αποτελούνμιααπότις σημαντικότερες ευκαιρίες για κοινωνική επαφή μεταξύ των μελών του σωματείου. Οι εκδρομές και οι χορο συνιστούν τις δύο βασικές εκφράσεις της σωματειακής ψυχαγωγίας και κοινωνικότητας, ανεξάρτητα από το είδος και στους στόχους του σωματείου. Μάλιστα, υπάρχειένακοινό τυπικό,πουφαίνεται πως επιβλήθηκε εθιμικά,καιπουκαθορίζει βάσει κάποιων σιωπηλά παραδεδεγμένων κανόνων τη διάρθρωση αυτών των ψυχαγωγικών δραστηριοτήτων. όπου μετέχουνεκτόςαπότα τακτικά και τα έκτακτα μέλη, πρόσωπα ενός ευρύτερου γύρω από το σωματείο φιλικού και οικογενειακού κύκλου. Η κοινωνικότητα πουαναπτύσσεται σ' αυτές τις περιστάσεις διαφέρειαπόεκείνηπουχαρακτηρίζει τις αθλητικές εκδηλώσεις, δηλαδή τους αγώνες, όπου επίσης υπάρχει εξωτερική συμμετοχή αλλά υπακούει στη σχέση δρώντων και θεατών. Ο θεσμός των χοροε126. Στη Δ. Ευρώπη, γύρωστο 1830,ένα σωματείο περιλαμβάνει αίθουσα για ανάγνωση εφημερίδων, αίθουσα μπιλιάρδου, εστιατόριο και αίθουσα χορού.Βλ. Α.-Μ. Banti, «Der Verein»,
στο Η.-G. Haupt (έκδ.), Orte des Alltags. Miniaturen aus der
Μόναχο, C. H. Beck, 1993, σ. 105-110.Τοπρότυπο οργάνωσης του σωματείου προέρχεται α την Αγγλία και έχεικατακτήσει την ευρωπαϊκή κοινωνία ήδηαπότις δεκαετίες 1820 1830.Στα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη βρίσκει πρόσφοροέδαφοςαπό την ανάπτυξη εκεί ατούς προηγούμενους αιώνες άλλων, πρόδρομων μορφών όπως π.χ.τα σαλόνια στη Γαλλία, τα αναγνωστήρια στη Γερμανία καιοιακαδημίες στην Ιταλία. Στην Ελλάδα, η εισαγωγή αυτής τη μορφής κοινωνικής οργάνωσης και κοινωνικότητας αποτελεί πραγματική καινοτομία.
europäis
χοροεσπερίδων είναι κατά κανόνα ετήσιος και έχει ως στόχο την οικονομικήενίσχυσ συλλόγου η κάποιον άλλο κοινωφελή σκοπό. Όσο μεγαλύτερη είναι η κοινωνική αίγλη ενός συλλόγου, τόσο περισσότερη επισημότητα και εξέχουσες συμμετοχές εξασφαλίζει. Ο χορός του «Παρνασσού» για παράδειγμα, που οργανώθηκε για πρώτη φορά το 1879, αναδείχθηκε σύντομα σεένααπότα σημαντικότερα κοσμικά γεγονότα της πρωτεύουσας. Το 1889 παραβρέθηκε για πρώτη φορά ο διάδοχος Κωνσταντίνος ενώ το 1891 η πριγκήπισσα Σοφία έθεσε το χορό υπό την προστασία της. Το 1904 παραβρέθηκαν 748 ατομα και ο Γ. Σουρής έδωσε μια γλαφυρή έμμετρη περιγραφή: «Του Παρνασσού χορός τα μάλα ζωηρός»'27.
εκδήλωσης της γυναικείας πρωτοβουλίας. Τα σωματεία αποτελούν πράγματι χώρους ανάπτυξης της ανδρικής κατεξοχήν κοινωνικότητας, εφόσον ανήκουν περισσότερο στον δημόσιο και λιγότερο στον ιδιωτικό χώρο. Είναι χαρακτηριστικό —για να επικαλεστούμε πάλι το παράδειγμα του «Παρνασσού»— ότι το 1870, μετά από μακρά και ζωηρή συζήτηση αποφασίστηκε να απαγορευτεί η «μεταξύ των μελών αυτού κατάταξις γυναικών, έστω και αν επρόκειτο περί γυναικών διασήμων επί παιδεία» 128 . Η εκλογή γυναικών —ως επίτιμων ωστόσο και όχι ως τακτικών μελών— τοποθετείται μόλις στα τέλη της δεκαετίας του 1880 και συνδέεται με τη συμμετοχή τους στη διοργάνωση του ετήσιου χορού. Την εποχή εκείνη άλλωστε οιγυναίκες της αστικής τάξης δραστηριοποιούνται στο χώρο της φιλανθρωπίας και της εκπαίδευσης και μέσω αυτής της οδού κατακτούν τη θέση τους στους φιλεκπαιδευτικούς, φιλολογικούς και φιλανθρωπικούς συλλόγους. Η δεύτερη οδός νομιμοποίησης της δημόσιας —και συνεπώς σωματειακής— παρουσίας τους, η εκπαίδευση, είναι και η οδός που τις οδηγεί στους αθλητικούς συλλόγους, όπου αναλαμβάνουν το έργο της σωματικής αγωγής των κοριτσιών. Μικρότερης αίγλης συνάθροιση είναι η γιορτή της κοπής της βασιλόπιτας. Δεν γνωρίζουμε από πότε ακριβώς ξεκίνησε αυτός ο θεσμός και πότε γενικεύθηκε στους συλλόγους. Στην Ποδηλατική και Αθλητική Επιθεώρησι της Ανατολής πάντως, όπου καταγράφονται λεπτομερώς οι αθλητικές και κοινωνικές δραστηριότητες του Ποδηλατικού Συλλόγου Αθηνών, η πρώτη κοπή βασιλόπιτας αναφέρεται στα Θεοφάνεια του 1901. Η γιορτή έγινε στα γραφεία του συλλόγουαργά το βράδυ- άρχισε στις 10 μ.μ. και κράτησε ως το πρωί. Προσφέρθηκαν σάντουιτς και μπύρα 129. οιευκαιρίες κοινωνικής επαφής διαγράφουν το πλαίσιο μιας κοινότητας πουτα μέλη της είναι αλληλέγγυα. Τα ίδια τα καταστατικά ορίζουν συχνάεξαρχήςμε
127. Κ. Α. Βοβολίνης, Ο.π·., σ. 274.
128. Στο
129. ΠΑΕΑ
ίδιο,
3 (1900-1901), σ. 40.
σ. 46.
ειδικά άρθρα αυτό το πλαίσιο 130. Υπάρχουν καταστατικά, ως τα τέλη του 19ου αιώνα, που εντάσσουν στους στόχους του σωματείου την «δια της ενισχύσεως των της φιλίας δεσμών... ένωσιν των μελών» 131 , την «αδελφικήν ένωσιν των μελών» την «συνάθροισιν καλών εταίρων και φίλων» 133. Στο καταστατικό τουΕλληνικού Αθλητικού Συλλόγου Αθηνών μάλιστα προβλέπεται η αρωγή των ευποροτέρων υπέρτωναποροτέρων καιεπομένωςμιααλληλεγγύηακόμηκαιυλική μεταξύ των μελών 134 . Ο Γυμναστικός Σύλλογος «Ευρώτας», εξάλλου, που ιδρύθηκε στη Σπάρτη το 1887, επιχειρούσε, βάσει του καταστατικού του, να αναβιώσει την αρχαία κοινότητα των Σπαρτιατών με μια σειρά από διατάξεις: στις γενικές συνελεύσεις προέδρευε ο γεροντότερος, στα εταιρικά γεύματα που παρετίθεντο κατά την επέτειο του συλλόγου παρακάθονταν και τα παιδιά μέλη συνοδευόμενα απότοδάσκαλο τους κ.ο.κ.135 Η α ακολουθείται καιαπότηναξία τηςισότητας, βασικής αρχής του προτύπου οργάνωσης των σωματείων. Η κοινωνικότητα που αναπτύσσεται στα αθλητικά σωματεία στηρίζεται στην ευθύνη του πολίτη, ο οποίος ψηφίζει καιεκλέγειτους αντιπροσώπους του, μετέχει ενεργά στις συλλογικές δραστηριότητες, έχει δικαιώματα και υποχρεώσεις στο πλαίσιο της ομάδας με τα μέλη της οποίας αισθάνεται αλληλέγγυος. Η συμμετοχή σε ένα σωματείο λαμβάνει συνεπώς τη μορφή μιας πραγματικής άσκησηςστη δημοκρατία. Άλλωστε το ίδιο το σωματείο λειτουργεί σανμιαμικροκοινωνία πουδιοικείται σύμφωνα με το δημοκρατικό θεσμικό μοντέλοπουπερικλείει την εκτελεστική, τη νομοθετική και τη δικαστική εξουσία 136. Και
130. Η δημιουργία φιλικών δεσμών μεταξύ των μελών ενός σωματείου μπορεί να θεωρηθεί αυτονόητη, ηαναφορά της ωστόσο μεταξύ των στόχων η και στον τίτλο ενός σωμα δηλώνει την αξιολόγηση της στο πλαίσιο της νεανικής ανδρικής κοινότητας. Στις αρχές του 20ού αιώνα, αρκετά σωματεία (όχιαθλητικά) περιλαμβάνουν τη φιλία στον τίτλο τους: Φιλικός Όμιλος (1901), Φιλικός Όμιλος Ομόνοια (1903), Φιλικός Διασκεδαστικός Όμιλος ηΤέρψις (1915), Φιλικός Όμιλος Δάμων και Φιντίας (1915), Φιλική Συνάντησις (1917) κ.ά. Δυστυχώς,απότη μέχρι σήμερα ερευνά μου, δεν προέκυψε κάποιο καταστατικό πουθα μας πληροφορούσεκαι για τις δραστηριότητες αυτού του είδους σωματείων. 131. Γυμναστικός Σύλλογος Κερκύρας, 1893. 132. Σύλλογος των Πεζοπόρων ο Ευκλής, Καλαμάτα, 1894. 133. Ποδηλατικός Σύλλογος Πατρών, 1896. 134. «Αρωγή τις των ευπορωτέρων υπέρτων απορωτέρων μελών του Συλλόγου, των προφανώς αναξιοπαθούντων εινε καθήκον επιβαλλόμενον. Ενός δε μέλους πάσχοντος, συμπάσχουσιναυτώ και τα αλλα· αποθανόντος δεμέλους τινός άπαντα τα εν Αθήναις ενδημούντα μέλη οφείλουσι να συνοδεύωσιτην κηδείαν» (άρθρο 11). «Καταστατικόν του ενΑθήναις Ελληνικού Αθλητικού Συλλόγου», ΦΕΚ Α' 232, 26Αυγ.1886. 135. «Καταστατικόν του Γυμναστικού Συλλόγου οΕυρώτας», ΦΕΚ Α' 76, 1 Απρ. 1887. 136. Βλ. R. Hubscher - J. Durry - Β. Jeu (έκδ.)ό.π.,σ. 96. «Η αθλητική κοινωνικότητα ... θεσμοποιείται ... εγκαθιδρύοντας μεταξύ των μελών σχέσεις ιεραρχημένες πουδενστηρίζονται
παρόλοπουστη συγκρότησητου σωματείου η προϋπάρχουσα γνωριμία, η γειτνίαση στο χώρο και η συγγενής κοινωνική προέλευση παίζουν καθοριστικό ρόλο, η αλληλεγγύηπουαναπτύσσεται στοεσωτερικότου και η νομιμοφροσύνη προς την ιδιαίτερη ομάδα αποτελούν στοιχεία καινούρια με διαφορετική δυναμική μέσα στο κοινωνικό σύνολο. Θα πρέπει συνεπώς να θεωρήσουμε ότι οι ευάριθμες αναφορές στη φιλία και την αλληλεγγύη στα καταστατικά των αθλητικών συλλόγων δεν ανταποκρίνονται στην πραγματική τους παρουσία μεταξύ τωναξιώνπουενστερνίζονται όσοι επιδιώκουν την εγγραφή τους σ' αυτά. Παρατηρούμε επίσης ότι,ενώτα καταστατικά τηρούν μια ουδέτερη διατύπωση που επιβάλλει ο νομικός λόγος και εκ πρώτης όψεως παρουσιάζουν μια ομοιόμορφη εικόνα, δε λείπουν οι μικρές λεπτομέρειες που δείχνουν την ποικιλία των στάσεων, των εκδηλώσεων, των συμπεριφορών. Συχνά μάλιστα, έναπιο «φλύαρο» καταστατικό μπορεί να αποκαλύψει κρυμμένες πτυχές της σωματειακής ζωής. Είναι ωστόσο αυτονόητο ότι το καταστατικό απόμόνο τουδενμπορεί νααποτελέσει επαρκή πηγή για την ανάλυση της κοινωνικότητας πουαναπτύσσεται στο εσωτερικό των αθλητικών σωματείων. Μια σειρά από άλλες πηγές, κυρίως τα πρακτικά των συνεδριάσεωντου Δ.Σ. και της Γ.Σ., η αλληλογραφία του συλλόγου, ο κατάλογος των μελών, οι ετήσιοι απολογισμοί και προϋπολογισμοί, μπορούν να φωτίσουν την κοινωνική πράξη που κατά κανόνα ξεφεύγει από τον κανονιστικό λόγο. Η συνεπώς να εκτιμηθεί με βάση αφενός τις δραστηριότητες του συλλόγου, τη συμμετοχή του σε δημόσιες εκδηλώσεις και την επαφή τουμεάλλα, αθλητικά και μη, σωματεία και αφετέρου τις εσωτερικές δραστηριότητες, αυτές που σχετίζονται με τη λειτουργία του σωματείου και τις σχέσεις των μελών μεταξύ τους. Οι μορφές της κοινωνικότητας και της σωματειακής ζωής συγκροτούν άλλωστε δίκτυα ιεραρχημένα, τα οποία χαρακτηρίζουν έναν κοινωνικό, θεσμικό η τοπικό πυρήνα. Επιπλέον, η ίδια η σωματειακή ζωή μπορεί ναανανεώσειηναδημιουργήσει προσωπικές σχέσεις, οικειότητα και συντροφικότητα και, επομένως, συναισθηματικούς δεσμούς εξίσου σημαντικούς για τον προσδιορισμό του ευρύτερου κοινωνικού και πολιτισμικού περιβάλλοντος. Το σωματείο είναι λοιπόνέναςαπό τους τόπους κοινωνικής διάδρασης όπου μια ομάδα επιβεβαιώνει την κοινή της ταυτότητα. Οι σχέσεις όμωςπουαναπτύσσονται μεσημείο αναφοράς το σωματείο διέπονται απόκανόνεςκαιτύπουςκαιεντάσσονται σεαυτό πουθα μπορούσαμε να ονομάσουμε «τυπική» κοινωνικότητα, για να τη διακρίνουμε απότηνάτυπη, η οποία καλύπτει ένα ευρύτερο φάσμα των κοινωνικών επαφών, αλλά είναι πολύ δύσκολο να την προσεγγίσουμε ερευνητικά. Στην ανάλυση που ακολουθεί για
πλέονστη συνήθεια ητη σιωπηλή συμφωνία αλλά στο δίκαιο»: P. Arnaud (επιμ.), Les Athlètes
de la République..., ό.π.,σ. 379.
επιμέρους αθλητικά σωματεία, η μελέτη της «τυπικής» κοινωνικότητας αρθρώνεται σε τρία επίπεδα: α')την ενδοσωματειακή κοινωνικότητα, πουαναπτύσσετα στο εσωτερικό του συλλόγου, β') τη διασωματειακή κοινωνικότητα, μετ λογων σωματείων που μπορεί να ανήκουν τόσο στην ίδια πόλη όσο και σε άλλες, και γ')την ενδοαστική κοινωνικότητα, στο πλαίσιο της πόλης όπουδρατο σωμ τείο.
ΜΕΡΟΣ Δ Ε Υ Τ Ε Ρ Ο « Εδώ μάχεται η νεότης και στραταρχεί το γήρας» Γυμναστικά και αθλητικά σωματεία στην Αθήνα και τον Πειραιά
ΚΕΦΑΛΑΙΟ A'
Ο Πανελλήνιος Γυμναστικός Σύλλογος, «πρύτανης» των ελληνικών γυμναστικών σωματείων
Η ΙΔΡΥΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ ΤΩΝ ΓΥΜΝΑΣΤΩΝ Μετά από κάποιες βραχύβιες απόπειρες για ίδρυση γυμναστικών σωματείων στην Αθήνα στα τέλη της δεκαετίας του 1870 1 , ο Πανελλήνιος Γυμναστικός Σύλλογος, που ιδρύθηκε τον Φεβρουάριο του 1891, αποτέλεσε το πρώτο βιώσιμο αθλητικό σωματείο της πρωτεύουσας. «Ο πρώτος συλλαβών την σκέψιν της ιδρύσεως αυτού» ήταν, σύμφωνα με τη μνήμη που διατήρησε ο ίδιος ο σύλλογος, ο δικηγόρος και πτυχιούχος γυμναστής Νικόλαος Κοτσελόπουλος, ο οποίος διατέλεσε και πρώτος γενικός γραμματέας 2. Ο Πανελλήνιος υπήρξε από τη στιγμή της ίδρυσης του εν α αμιγώς γυμναστικό σωματείο, με σχεδόν επαγγελματική συνείδηση σχετικά με τη σωματική άσκηση. Το στοιχείο αυτό ανιχνεύεται τόσο
1. Βλ.εδώ, σ. 162-3. Η πληροφορία του Σ. Πεππα ότι οI. Φωκιανός, όταν ήταν φοιτητής ακόμη (δηλ. περί τα τέλη της δεκαετίας του 1860), «ίδρυσε γυμναστικόν σύλλογον, του οποίου σκοπός ήτο η διάδοσις της γυμναστικής και η ανασύστασις των Ολυμπιακών αγώνων», δεν επιβεβαιώνεται από άλλη πηγή. Βλ. Σ. Πέππας, «Βιογραφία του I. Φωκιανού», στο Ι ω ά ν ν η ς
Φωκιανός 1845-1896. Α ν α μ ν η σ τ κ ιή έ κ δ ο σ ι ς επί τη συμπληρώσει
θανάτου του, Αθήνα, Ένωσις Γυμναστών, 1926, σ. 6. 2. Βλ. Πανελλήνιος Γυμναστικός Σύλλογος, Ε π ε τ η ρ ς ί 1902-1903, Αθήνα 1903, σ. 4. μαρτυρία αυτή, που προέρχεται από τον ίδιο τον Π.Γ.Σ. (το κείμενο έχειγραφτεί από τον Γ. Ν. Μαυράκη), είναι μάλλον εγκυρότερη από την πληροφορία του Ιω.Χρυσάφη ότι ηπρωτοβουλία της ίδρυσης ανήκε στον επίσης γυμναστή Σπ. Αρβανίτη, ο οποίος πάντως συγκαταλέ μεταξύ των ιδρυτικών μελών. Πβ. Ιω. Χρυσαφής, Οι σύγχρονοι δ ε ιθ ν ε ς ί ολυμπιακοί ό.π., σ. 134. Η πρώτη ομάδα των ιδρυτικών μελών αποτελούνταν, εκτός από τον Κοτσελόπ λο, από τους Αριστείδη Ιωαννίδη, Ξενοφώντα Σώχο, Ευαγγέλο Μίχα, Κωνσταντίνο Νικηφοράκη, Μιχαήλ Νικητόπουλο, Σωτήριο Πέππα, I. Κυριακό και Μιχαήλ Κανακάκη. Σ' αυτούς προστέθηκαν αλλοι 18,πουθεωρήθηκαν επίσης ιδρυτές: Σ. Παπανδρεόπουλος, Ήλ. Παπαηλιου, Θεμ. Καρακώστας, Κ. Αποστολόπουλος, Σπυρ. Αθανασόπουλος, Ανδρ. Τζεδά Καραθάνος, Κ. Σ. Πιέτρης, Σπ. Αρβανίτης, Μιχ. Τσατσαρώνης, Δ. Μελέγκογλους, Πελοπ. Ηλιόπουλος, Ιω.Χ. Κρητικός, Ιάσων Κουρουσόπουλος, Δανιήλ Τζιώτης, I. Καστρωμένος, I. Κουμανούδης και è Ιωάννης Φωκιανός. Βλ. Π.Γ.Σ.,Επετηρίς 1902-1903, ό.π., σ. 4-5 κ
Πανελλήνιος Γ.Σ. 1891-1991, 100χρόνια ελληνικός αθλητισμός,
τριακοντ
[Α
στους στόχους του σωματείου, όπως διατυπώνονται από το πρώτο καταστατικό όσο και επιμέρους ρυθμίσεις σχετικά με τα μέλη και τη διοίκηση. Σύμφωνα με το δεύτερο άρθρο του καταστατικού, «σκοπός του Συλλόγου είναι η εις απάσας τας κοινωνικάς τάξεις διάδοσις της Γυμναστικής και η βελτίωσις των κατ' αυτήν» 3. Παρ' όλοπουοστόχος αυτός φαίνεται σχεδόν αυτονόητος γιαέναγυμναστικό σωματείο, η πρόταξή του αποτελεί καινοτομία, συγκριτικά τουλάχιστον με σωματεία που είχαν ιδρυθεί σε προηγούμενα χρόνιακαιτων οποίων γνωρίζουμε τα καταστατικά 4. Κατά την πενταετία πριν από την ίδρ του Π.Γ.Σ., τα καταστατικά των γυμναστικών συλλόγων επιμένουν —με εξαίρεση τον Γυμναστικό Σύλλογο «Ποσειδώνα» στην Κόρινθο5 — στην απόκτηση ρώμης και υγείας μέσω της σωματικής άσκησης,στη στρατιωτική προετοιμασία καιτηνενίσχυση τουεθνικούφρονήματος. Η βελτίωση της θέσης της γυμναστικής συνεπώς υποκρύπτει, ως στόχος, τα αιτήματα μιας επαγγελματικής ομάδας που βρίσκεται τότε υπό διαμόρφωση.
χους γυμναστές που υπήρχαν εκείνη την εποχή στην Αθήνα γύρω από τον Ιωάννη Φωκιανό, ανέλαβε την πρωτοβουλία για τη δημιουργία ενός σωματείου πουθα ενίσχυε τοκοινωνικό αντίκρυσμα της γυμναστικής και, κατά συνέπεια,τηνεπαγγελματική θέση των γυμναστών. Ο Ιω. Χρυσάφης επιβεβαιώνει αυτή την υπόθεση γράφοντας ότι «αρχικός σκοπός των ιδρυτών του συλλόγου τούτου ήτο τελειοτέρα τεχνική μόρφωσις και η προαγωγή του γυμναστικού κλάδου καθώς καιηβελτίωσις της διδασκαλίας της γυμναστικής διά της ιδρύσεως ενός πλήρους και μεγαλυτέρου γυμναστηρίου και της συστάσεως εν αυτώ σχολών προς μόρφω σιν γυμναστών και γυμναστριών» 6. Η σύνδεση του Π.Γ.Σ. με την εκπαίδευση εξάλλου,ηοποία αντανακλούσε και τα επαγγελματικά ενδιαφέροντα των ιδρυτικών μελών του, διατρέχει τόσο τα πρώτα καταστατικά όσο και τις δραστηριότητες των πρώτων χρόνων λειτουργίας του 7.
3. «Καταστατικόν του Πανελληνίου Γυμναστικού Συλλόγου» (20 Φεβρουαρίου 1891), ΦΕΚ 183, 28 Ιουνίου 1891, σ. 674. 4. Βλ. ιδώ, σ. 180, 183. 5. Ο Γ.Σ. «Ποσειδών» θέτει ωςσκοπό«την διάδοσιν της γυμναστικής ειςτους κατοίκους της Κορινθίας και την ανανέωσιν των Ισθμίων και των Νεμέων». «Καταστατικόν το στικού Συλλόγου Ποσειδώνος», ΦΕΚ 282, 14 Οκτωβρίου 1887, σ. 1123.
6. I. Χρυσάφης, Οι σύγχρονοι διεθνείς ολυμπιακοί αγώνες..., ό.π., σ.
1917, σ. 11. 7.Τοέργοαυτό τα ιδρυτικά μέλη του Π.Γ.Σ. το συνδύαζαν οπωσδήποτε μετην κρατική μέριμνα, εφόσον η εκπαίδευση συνολικά ελεγχόταν απότο κράτος. Παρόμοια θέση διατύπωνεται
στικής]»: Πανελλήνιος Γ.Σ., Έκθεσις
άλλωστε, σε μία απότις εκθέσεις του διοικητικού συμβουλίου οι ιδρυτές του συλλόγου είχαν εκλέξει«οιπλείστοι ωςεπάγγελμα την διδασκα
του Διοικητικού Συμβουλίου διά το έτος
αναφέρονται ησύσταση γυμναστηρίων, η έκδοση συγγραμμάτων περί γυμναστικής καθώς και η «ίδρυσις των αρχαίων Ολυμπιακών αγώνων» (άρθρο 2). Στο λεπτομερέστερο δεύτερο καταστατικό, το 1892, τα μέσααυτά αναλύονται και εμπλουτίζονται, χωρίς ωστόσο να αλλάζει η κατευθυντήρια γραμμή. Προβλέπεται τώρα η δημιουργία αφενός ενός κεντρικού γυμναστηρίου στην Αθήνα καθώς και άλλων, περιφερειακών, σε συνοικίες της πόλης. Η δράση για τη διάδοση της γυμναστικής περιλαμβάνει επιπλέον την ενθάρρυνση της δημιουργίας γυμναστικών συλλόγων σε άλλες πόλεις της Ελλάδας, την έκδοση περιοδικού, την ίδρυση βιβλιοθήκης και την τέλεση Πανελληνίων αγώνων στην Αθήνα8. στές σε ό,τι αφορά αφενός στη σύνθεση των μελών του συλλόγου και αφετέρου στηνάσκησητηςδιοίκησης. Το 1891, ως τακτικά μέλη του Π.Γ.Σ. αναγνωρίζονται «οι Γυμνασταί μετά την περί εγγραφής έγγραφον αίτησίν των».Γιατις υπόλοιπες επαγγελματικές κατηγορίες η διαδικασία εισδοχής είναι πιο πολύπλοκη, εφόσον απαιτείται μυστική ψηφοφορία των τακτικών μελών (άρθρο 6) 9 . Στους γυμναστές εκχωρούνται εξάλλου τα σημαντικότερα αξιώματα της διοίκησης: «ο Πρόεδρος, οι Αντιπρόεδροι, ο Γραμματεύς, ο Επόπτης των ασκήσεων και ο Έφορος των οργάνων δέον πάντως να ώσι γυμνασταί», σύμφωναμετο καταστατικό του 1891 (άρθρο 3). Το επόμενο καταστατικό είναι ελαστικότερο, ορίζοντας ότι μόνο το αξίωμα του προέδρου (έκτος βεβαίως απόεκείνα του επόπτη των ασκήσεων και του εφόρου των οργάνων) πρέπει να κατέχει γυμναστής (άρθρο 3). Φαίνεται πράγματι ότι, κατά τη διάρκεια του πρώτου ήδη χρόνου λειτουργίας του, ο Πανελλήνιος διεύρυνε τους στόχους και τις φιλοδοξίες του και ότι, χωρίς να χάσει την αρχική του φυσιογνωμία, ανοίχτηκε στην αθηναϊκή κοινωνία. Ενώ λοιπόν ξεκίνησε ως εγχείρημα μιας ομάδας δασκάλων της γυμναστικής, γρήγορα απλώθηκε σε ένα μεγάλο μέρος των μεσαίων στρωμάτων της πρωτεύουσας. Η
ται στη γενική συνέλευση της 21ης Δεκεμβρίου 1892: «ο Πανελλήνιος Γυμναστικός Σύλλογος σκοπόν εχων συν τοις άλλοις να συνεπικουρήσητη Κυβερνήσει ειςτην διάπλασιν και αναμόρφωσιντων σωμάτων των Ελλήνων πολιτών, τούθ' όπερ είνε μία εκτων κυριωτέρων βάσεων παντός ευνομουμένου κράτους και το ασφαλέστατον τεκμήριον του εκπολιτισμού των εθνών...»: Γ.Σ. 21 Δεκεμβρίου 1892, «Πρακτικών συνεδριών Συλλόγου Βιβλίον Β' 1892-[1912]». 8. Η αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων δεν αναφέρεται στο καταστατικό του 1892 και έχειαντικατασταθεί από τη διοργάνωση των Πανελληνίων. Άλλωστε, όπως είναι προφανές, οι Ολυμπιακοί Αγώνες που προβλέπονταν στο πρώτο καταστατικό νοούνταν ωςπανελλήνιοι. «Κανονισμός του ... Πανελληνίου Γυμναστικού Συλλόγου» (29 Μαρτίου 1892), ΦΕΚ 327, 12 Σεπτεμβρίου 1892, σ. 1208 (άρθρο 2). 9. Η διάκριση αυτή δενγίνεται πάντως απότο καταστατικό του 1892, όπου είναι σαφής η διεύρυνσητων στόχων και των φιλοδοξιών του σωματείου (βλ.άρθρο 17).
γοργή όσο και ενδιαφέρουσα αυτή εξάπλωση δεν αναγιγνώσκεται μόνοστα άρθρα του νέου καταστατικού. Μαρτυρείται από τη δημόσια παρουσία του συλλόγου καιαπότον αριθμό και τη σύνθεση των μελών του 10. Ο κής κοινωνικής ζωής είτε μετέχοντας είτε οργανώνοντας δημόσιες εκδηλώσεις. Η μεγάλη απήχηση που είχαν οι πρώτοι αγώνες που διοργάνωσε τον Μάιο του 1891, δύο μόλις μήνες μετά την ίδρυση του, στο Δημόσιο Κεντρικό Γυμναστήριο11 είναι αποκαλυπτική για την κοινωνική του εμβέλεια: πλην των 3.000 θεατώνπουπροσήλθαν, τους αγώνες παρακολούθησε η βασιλική οικογένεια, ο πρωθυπουργός, μέλη της κυβέρνησης και του διπλωματικού σώματος. «Πολλοί και πολλαί εκ της εκλεκτοτέρας κοινωνίας της πρωτευούσης αλλά και εκ πάσης 12. « Ό,τι εκλεκτόν υπάρχει εν τάξεως παρίσταντο», σύμφωνα με την Εφημερίδα τηημετέρα κοινωνία», έγραφε Το Ά σ τ υ , «είτε εις τα γράμματα, είτε εις τας καλάς τέχνας, ό,τι διαπρέπει επί ωραιότητι ή πλούτω υπήρχεν εκεί» 13 . Η ανταπόκριση του κόσμου ήταν τόσο μεγάλη που, όσοι δεν είχαν εισιτήρια ώστε να μπουν στο χώρο του Γυμναστηρίου γέμισαν τους απέναντι λόφους14. Η επιτυχία του θεάματος, η παρουσία και ο έπαινος του βασιλιά, οι αλλαγές επίσης που είχαν ενδεχομένως συντελεστεί στις αντιλήψεις ως προς την αξία της σωματικής άσκησης δημιούργησαν ένα ρεύμα υπέρ του συλλόγου που οδήγησε σε α μελών του. Ενδεικτικά των αντιδράσεων μετά τους αγώνες είναι τα όσα σημειώνει πάλι η εφημερίδα Το Άστυ: «υπέρ τους 100 εκ των διακρινομένωνεντη κοινωνία ημών εδήλωσαν ότι επιθυμούσι να εγγραφώσι μέλη του Πανελληνίου Γυμναστικού Συλλόγου»'5. Και πράγματι, όπως προκύπτει από τον κατάλογο
10. Ο Πανελλήνιος διαθέτει ένα πλούσιο και καλά διατηρημένο αρχείο πουμας επιτρέπει μια σχετικά καλή εποπτεία της δράσης του για την περίοδο πουμας ενδιαφέρει. Ειδικότερα, η ανάλυση πουακολουθεί έχειστηριχθεί στο ακόλουθο αρχειακό υλικό:το Μητρώο των μελών (1891-1899), τα πρακτικά της Γ.Σ. (1892-1922) και του Δ.Σ. (1891-1922), τις Εκθέσεις των εξελεγκτικών επιτροπών και των απερχόμενων διοικητικών συμβουλίων, φακέλους με αλληλογραφία και άλλα έγγραφα, τα οποία δεν είναι εντούτοις ταξινομημένα. 11. Ο Π.Γ.Σ. φιλοξενήθηκε στο Δημόσιο Κεντρικό Γυμναστήριο επί μια τετραετία, έως ότου απέκτησε το δικό του γυμναστήριο. 12. «Οι γυμναστικοί αγώνες», Ε φ η μ ε ρ ί ς , 31 Μαΐου 1891. Σύμφωνα μετο ίδιο άρθρο, «αι κυρίαι αποτελούσι σημαντικόν αριθμόν», ενώσύμφωνα με ομότιτλο άρθροτης ίδιας εφημερίδας την επόμενη μέρα, υπερτερούσε μεταξύ των θεατών «ίσως και κατά τον αριθμόν το ωραίον φύλον, το μηγυμναζόμενον συνήθως, επευφημούν όμωςκαι σπουδαίως εμψυχούντους γυμναστάς». Αθλοθέτες των αγώνων ήταν, μεταξύ άλλων, οσύλλογος Παρνασσός, οΕ. Εμπειρίκος, ο Κ. Κουμπάρης, ο Αλ. Πάλλης, ο Μανουήλ Ράλλης. Βλ. Ιω. Χρυσάφης, Οι σύγχρονοι
διεθνείς...,
13. εφ. 7ο Ά σ τ υ ,
14. Στο ίδιο
ό.π.,σ. 136. .
1 Ιουνίου 1891.
15. Στ ο ίδιο. Και οδήμαρχος Αθηναίων Τιμολέων Φιλήμων έστειλε, αμέσως μετά τους
των μελών, τον επόμενο μήνα από τους αγώνες γράφτηκαν στον Π.Γ.Σ. 83 νέα μέλη 16 (πβ. και Πίνακα 1). Ηαπήχηση δρου του Π.Γ.Σ., Ιωάννη Φωκιανού, ο οποίος από μια εικοσαετία ήδη'7 πρωταγωνιστούσε στην κίνηση για τη διάδοση της γυμναστικής. Ο Φωκιανός το 1891 ήταν 46 χρόνων και για τους περισσότερους από τα ιδρυτικά μέλη του Π.Γ.Σ. είχε υπάρξει δάσκαλος, από τη θέση του διευθυντή του Δημόσιου Γυμναστηρίου καιτωνβραχύβιων σχολών γυμναστικής 18. Ο ζήλος του για τη γυμναστική, από τον καιρό που ήταν φοιτητής της Φυσικομαθηματικής, του χάρισε τον τίτλο το «πατέρα της Γυμναστικής», σε αναλογία με τον χαρακτηρισμό που είχε αποδοθεί στον Jahn από τους Γερμανούς19. Η τελευταία τριακονταετία του αιώνα σφραγίστηκε πράγματι από τη δράση του Φωκιανού, του οποίου η προσωπικότητα και οι επιλογές έδωσαν και το στίγμα της αθλητικής κίνησης, αφενός με την εκπαί δευση γυμναστών και αφετέρου με τη διοργάνωση αγώνων. Η τάση αυτή χαρακτηρίζει κατεξοχήν τον Πανελλήνιο Γ.Σ. αλλά και μια μεγάλη ομάδα σωματείων πουιδρύονται κυρίως λίγο πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896. Τα σωματεία αυτά καλλιεργούν τον κλασικό αθλητισμό και τη γυμναστική και διακρίνονται από την ομάδα των σωματείων που καλλιεργούν τα σπορ και στοχεύουνστην ψυχαγωγία των μελών τους. Ο Πανελλήνιος αποτελεί εξέχον παράδειγμα της πρώτης ομάδας με τρία βασικά στοιχεία της δράσης του: τη διοργάνωση αγώνων,τηνίδρυση γυμναστηρίου και την ίδρυση σχολών γυμναστών. ΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΓΩΝΟΦΙΛΟΙ
Οι πρώτοι αγώνες των οποίων τη διοργάνωση είχε αναλάβει ο Ιω. Φωκιανός ήταν τα Ολύμπια του 1875, που γνώρισαν ωστόσο παταγώδη αποτυχία, εξα-
αγώνες, συγχαρητήρια επιστολή στον Φωκιανό (πβ. « Η Γυμναστική ενΕλλάδι», Ε φ η μ ε ρ ί ς , Ιουνίου 1891, όπου και η επιστολή). Ο Χρυσάφης σχολιάζει ωστόσο πικρόχολα ότι όλα αυτά έμειναν στα λόγια και, παρά τον αρχικό ενθουσιασμό, καμία πρωτοβουλία υπέρτης γυμναστικήςδενανέλαβε το κράτος. I. Χρυσάφης, Οι σύγχρονοι διεθνείς..., ό.π.,σ. 138. 16. Συνολικά, το 1891 γράφτηκαν στον Π.Γ.Σ. 373 τακτικά μέλη. Σχεδόν όλοιωστόσο από εκείνους πουγράφτηκαν ωςμέλη τον Ιούνιο 1891, διαγράφηκαν ένα χρόνο μετά επειδήδεν είχαν πληρώσει τη συνδρομή τους. Επρόκειτο συνεπώς για ένα ενδιαφέρον εντελώς συγκυριακό. Τα στοιχεία αυτά προκύπτουν απότο «Μητρώον του Πανελληνίου Γυμναστικού Συλλόγο ιδρυθέντος τη 10η Φεβρουαρίου 1891»,πουβρίσκεται στα αρχεία του συλλόγου. 17. Ο Φωκιανός ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του ωςγυμναστής το 1868, όταν διορίστηκε δάσκαλος της γυμναστικής στο Δημόσιο Γυμναστήριο της Αθήνας. Σ. Πέππας, «Βιογραφία I. Φωκιανού», ό.π., σ. 6. 18. Βλ.ε δ ώ , σ. 59.
19. εφ. Ακρόπολις,
ό.π.,
σ. 27, 29, 32.
6 Μαΐου 1896, και Ά σ τ υ ,
7 Μαΐου 1896,στο Ι ω ά ν ν η ς
Φωκιανός...,
εξαναγκάζοντας τον Φωκιανό σε παραίτηση 20. Ο ίδιος οργάνωσε, εξάλλου, με δικ του πρωτοβουλία τους αγώνες των Ολυμπίων του 1888, μετά την εγκατάλειψη της διοργάνωσης του αθλητικού μέρους από την ΕπιτροπήτωνΟλυμπίων. Οι αγώνεςαυτοί έγιναντον Μάιο του 1889 στο Δημόσιο Γυμναστήριο και είχαν περισσότερο τη μορφή εσωτερικών αγώνων μεταξύ εκείνων που ήδη ασκούνταν στο Γυμναστήριο υπό την καθοδήγηση του Φωκιανού21. Με τον ίδιο χαρακτήρα, ως ετήσιος πλέον θεσμός, οι αγώνες του Δημόσιου Γυμναστηρίου επαναλήφθηκαν την επόμενη χρονιά με συμμετοχή μάλιστα των ίδιων ακριβώςαθλητών, εκτός από ελάχιστους νέους. Οι υπό την προεδρία του Φωκιανού, ήταν στην ουσία οι τρίτοι ετήσιοι αθλητικοί αγώνεςστηνΑθήνακαιθαπρέπει να αντιμετωπισθούν μάλλον ως συνέχεια εκείνων παρά ως ένας νέος θεσμός που εγκαινιάζεται με την ίδρυση του νέου συλλόγου. Όσο ήταν πρόεδρος ο Φωκιανός —μέχρι το θάνατο του το 1896—, οι αγώνεςαποτελούσαν βασικό στοιχείο της δράσης του Π.Γ.Σ. Τα καταστατικά του 1892 και του 1894 περιέχουν ειδικάάρθραγιατους αγώνες,οιοποίοιπροβλέπεται να τελούνται ανά τετραετία 22. Ηεπι χων του Π.Γ.Σ. Οδήγησε σε εσωτερική σύγκρουση και διάσπαση του σωματείου από την οποία προήλθε ο Εθνικός Γ.Σ. 2 3 Με την αποχώρηση των μελών που διαφωνούσαν με τη διοργάνωση αγώνων και αντιπρότειναν την ίδρυση γυμναστηρίου, στον Π.Γ.Σ. παρέμεινε η ομάδα των «αγωνοφίλων», γεγονός που καθόριζε την κατανομή των δαπανών του ετήσιου προϋπολογισμού. Για να γίνουν οι αγώνες του 1891 είχαν άλλωστε δαπανηθεί όλα τα αποθέματα του ταμείου, ενώγια τους επόμενους αγώνες ο ίδιος ο Φωκιανός θα δανείσει τον σύλλογο24. Οι ήδη από τους αγώνες του 1889, με επιτυχία ανάλογη με τους πρώτους αγώνες του Π.Γ.Σ., το 1891. Παρέστησαν και πάλι οι βασιλείς, μέλη του διπλωματικού σώματος και του υπουργικού συμβουλίου —μεταξύ των οποίων και ο γνωστός για το ενδιαφέρον του για τη γυμναστική, υπουργόςπαιδείας Αθ.Ευταξίας. Οι αγώνες διήρκεσαν δύο μέρες και περιλάμβαναν, εκτός από το αγωνιστικό μέρο και γυμναστικές επιδείξεις ιδιωτικών και δημόσιων σχολείων της πρωτεύουσας.
20. Βλ. εδώ, σ. 91-92. 21. Βλ. εδώ, σ. 89. 22. «Κανονισμός...», 29 Μαρτίου 1892,ό.π.,άρθρο27και «Κανονισμός», άρθρο23, Γ.Σ. 7 Μαρτίου 1894, «Πρακτικά συνεδριών Συλλόγου...», ό.π. 23. Βλ. εδώ, σ. 261-4. 24.ΤονΑπρίλιο του 1892οΠ.Γ.Σ. παρουσιάζεται να χρωστάει 2.204 δρχ. στον Φωκιανό. Δ.Σ. 28 Απριλίου 1892.
Το κοινό προερχόταν και πάλι «εκ της καλλιτέρας κοινωνίας» 25, ενώ πολ δεν είχαν τη δυνατότητα να αγοράσουν εισιτήριο συνωστίζονταν έξω απ περίβολο με αποτέλεσμα να καταπέσει ένα από τα κιγκλιδώματα. Λόγω αυτού του περιστατικού, η εφημερίδα Το Άστυ παρατηρούσε: «Θα ηυχόμεθα οι χείς τοιούτοι [αγώνες] να ελάμβανον δημοτικωτέραν χροιάν εις τρόπον ώστε να τελώνται και διά τους ολίγους και διά τους πολλούς, διά τους τελευταίους μάλιστα» 26 . Παρόμοια ήταν και η θέση της Νέας Εφημερίδος, ηοποία επισήμαινε τοναποκλεισμότων«λαϊκών τάξεων» και διατύπωνε την ευχή, την επόμ χρονιά οι αγώνες να είναι «όντως πανελλήνιοι» 27. Η κατηγορία εκ μέρους μελών του Δ.Σ. του Πανελληνίου ότι οι αγώνες στόχευαν στηνεπίδειξη καιδενπροω σαντηδιάδοση της γυμναστικής, που ήταν ο πρώτιστος στόχος του συλλό προκάλεσε άλλωστε την οριστική ρήξη λίγες μέρες μετά τους αγώνες του 1893.
1893 έδωσε πνοή στην «μέχρι τότε απονεναρκωμένην γυμναστικήν εν Ελλάδι» και προκάλεσε το ενδιαφέρον της ελληνικής κοινωνίας και την υποστήρι βασιλικής οικογένειας «εις την ευόδωσιν του ελληνικωτάτου και εθνοπρεπεστάτου σκοπού του Συλλόγου»28. Την άποψη αυτή συμμερίζονταν καιεκείνοι πουδεν ακολούθησαν τηνομάδα που δημιούργησε τον Εθνικό Γ.Σ. και παρέμειναν μέλη του Πανελληνίου. Εντούτοις, οι αγώνες του 1893 υπήρξαν οι τελευταίο συλλόγου πριν από τους Ολυμπιακούς. Το υψηλό ενδεχομένως κόστος που είχε οδηγήσει στην καταχρέωση του σωματείου απέτρεψε την επανάληψη των ετήσιων αγώνων. Αντίθετα, λίγους μήνες μετά τους αγώνες του 1893, εκδηλώθηκε το ενδιαφέρον για την ίδρυση καλά εξοπλισμένου γυμναστηρίου του συλλόγου. Τον Ιούλιο του 1893, ο Π.Γ.Σ. προωθεί το αίτημα να του παραχωρηθεί το αρχαίο πα ναϊκό στάδιο για να ιδρύσει εκεί το γυμναστήριο του 29. Εντούτοις, ηελπίδα αυτή φαίνεται δύσκολο να πραγματοποιηθεί και γι' αυτό το διοικητικό συμβούλιο προσανατολίζεται προς την αναζήτηση οικοπέδου μέσα στην πόλη, όπου και να
25. «Γυμναστικοί αγώνες», Εφημερίς, 16Μαΐου 1893. 26. «Οι γυμναστικοί αγώνες», Το Ά σ τ υ , 16 Μαΐου 1893. 27. «Οι γυμναστικοί αγώνες», Νέα Εφημερίς, 16 Μαΐου 1893. Επαναλαμβάνεται εξάλλουηπληροφορία ότι και σ' αυτούς τους αγώνες, στο κοινό, «επλειοψήφηκαι πάλιν το ωραίον φύλον». 28. Δ.Σ. 13 Δεκεμβρίου 1893, «Πρακτικά Συνεδριάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Πανελληνίου Γυμναστικού Συλλόγου». 29. Δ.Σ. 10 Ιουλίου 1893, «Πρακτικά...», ό.π.Ήδηαπότο 1892,το Δ.Σ. είχε αποφασίσει να ζητηθεί απότον πρωθυπουργόνα προσφερθεί ένα απότα δημόσια οικόπεδα για ν εκεί προσωρινά γυμναστήριο του συλλόγου, απόφαση ηοποία δενγνώρισε καμία ανταπόκριση η συνέχεια, όπως προκύπτει απότα πρακτικά του Δ.Σ.και της Γ.Σ. Βλ. Δ.Σ. 13 Ιανουαρίου 1892,στο ίδιο.
κτισθεί το γυμναστήριο 30. Το πρόβλημα λύνεται σύντομα, εφόσον ο πρίγκηπας Γεώργιος, επίτιμος πρόεδρος του Π.Γ.Σ. από τον Απρίλιο του 1892 31 , παραχωρεί στο σύλλογο οικόπεδο στην Πατησίων για την ίδρυση του Γυμναστηρίου του 32. Πρόκειται για το χώροόπουακόμηκαισήμερα στεγάζεται ο Πανελλήνιος, δίπλα στο Πεδίο του Αρεως. Αμέσως ξεκινούν οι εργασίες για τη διαμόρφωση του χώρου, που γνωρίζουν τα ενθουσιώδησχόλια του ημερήσιου τύπου 33. Για να καλυφθεί το κόστος κατασκευής, που υπολογίζεται περί τις 20.000 δρχ., αποφασίζεται η έκδοση δανείου μετημορφή 1.500 δεκάδραχμων ομολογιών, οι οποίες θα εξοφλούνται τμηματικά και με κλήρωση κάθε δύο μήνες34. Το δάνειο αυτό συμπληρώθηκε με δωρεά 5.000 δρχ. από τον Χρηστάκη Ζωγράφο, ο οποίος ανακηρύχτηκε μέγας ευεργέτης, και 500 δρχ. από τον Νάσο Ζίννη. Το γυμναστήριο χτίστηκε με σχέδιο του αρχιτέκτονα Α. Μεταξά, μέλους του Π.Γ.Σ. και τρεις φορές συμβούλου (18941899), και περιλάμβανε, εκτός από το στίβο, αίθουσα ξιφασκίας, δωμάτια για ιματιοφυλάκειο, «δια ψυχρολουσίας», για τον επιστάτη καθώς και για γραφείο του συλλόγου και, επιπλέον, χώρους για την ποδηλασία, τη σκοποβολή, την ενόργανη γυμναστική και το κρίκετ. Τα εγκαίνια έγιναν με μεγάλη επισημότητα στις 7 Ιανουαρίου 1895 35 . Ο Πανελλήνιος απέκτησε έτσι τις δικές του εγκαταστάσεις για την άσκηση των μελών του και για τις συνεδριάσεις των διοικητικών του οργάνων. Μέχρι τότε, για τις ασκήσεις και τους αγώνες φιλοξενούνταν στο Δημόσιο Γυμναστήριο ενώ «ηναγκάζετο να συνεδριάζη και να εργάζηται οτέ μεν εν τινι δωματίω του Πρακτικού Λυκείου, οτέ δε εν ταις οικίαις ή τοις γραφείοις τωναποτελούντων αυτόν μελών» 36. Στο εξής, το γυμναστήριο του Πανελληνίου
30. Δ.Σ. 4 Οκτωβρίου 1893, «Πρακτικά...«, ό.π. 31. Πανελλήνιος Γ.Σ.,Επετηρίς 1902-1903, ό.π.,σ. 7. Πβ.και Γ.Σ. 21 Δεκεμβρίου 18 «Πρακτικά συνεδριών Συλλόγου Βιβλίον Β' 1892-[1912]». 32. Η είδηση ανακοινώνεται στη Γ.Σ.της 29 Οκτωβρίου 1893, «Πρακτικά συνεδριών...», ό.π.
33. Βλ. Παλιγγενεσία, 10 Μαρτίου 1894, Νέα Εφημερίς,
Μαΐου 1894, 'Em θεώρησις, 10 Μαΐου 1894. 34. Γ.Σ. 17 Δεκεμβρίου 1893, «Πρακτικά συνεδριών...», ό.π. Από τις 1.500 ομολογίες διατέθηκαν 1.225.Για την εξόφληση τους, έγιναν εννέα κληρώσεις απότο 1894ωςτο τέλος του 1915και κληρώθηκαν 85 ομολογίες. Απ' αυτές οι39 είχαν ήδη περιέλθει στο Σύλλογο (36 από δωρεά και 3αγοράστηκαν), οι32 παραγράφηκαν γιατί πέρασε τριετία απότην κλήρωση χωρίς να ζητηθεί η εξόφληση και 14 εξοφλήθηκαν. Από τις υπόλοιπες,εξάλλου, την 1 Ιανουαρίο 1916οι584 είχαν δωρηθεί στον Π.Γ.Σ.καιοι30 είχαν αγοραστεί. Πανελλήνιος Γ.Σ., Έκθεσις 35. Πβ.και Σπ. Λάμπρος, «Επί τοις εγκαινίοις του Γυμναστηρίου του Πανελληνίου Γυμναστικού Συλλόγου», Λόγοι και άρθρα, Αθήνα 1902, σ. 241-245. Επίσης, «Τα εγκαίνια του Κεντρικού Γυμναστηρίου του Πανελληνίου Γυμναστικού Συλλόγου», Εφημερίς των Συζητήσεων, 9 Ιανουαρίου 1895.
36. Πανελλήνιος Γ.Σ.,Επετηρίς 1902-1903, ό.π.,σ. 6-7. του Διοικητικού Συμβουλίου διά το έτος 1916, Αθήνα 1917, σ. 9.
11 Μαρτίου 1894, Ακρόπολις
αποτελεί τμήμα της δημόσιας ζωής της πρωτεύουσας, ως χώρος τακτικής η περιοδικής άσκησης των νέων αλλά και ως χώρος δημόσιων εκδηλώσεων. Πράγματι, ο Π.Γ.Σ. επιβάλλει την παρουσία τουστην αθηναϊκή ζωή όχι μόνο με περιοδικές δημόσιες εκδηλώσεις —όπως ήταν οι κατά καιρούς εσωτερικοί αγώνες—αλλά καιμεμόνιμες. Από το 1898 ο Σύλλογος θεσμοθετεί τα «Σωτήρια», ετήσιους αγώνες με συμμετοχή και άλλων αθλητικών σωματείων, σε ανάμνηση της διάσωσης από δολοφονική απόπειρα του Γεωργίου Α' και της κόρης του Μαρίας 37. Τα πρώτα «Σωτήρια» τελέστηκαν τον Μάιο του 1899 και μετείχαν, εκτός από τον Π.Γ.Σ., ο Εθνικός Γ.Σ., ο Πειραϊκός Σύνδεσμος και ο Γυμναστικός Σύλλογος Βόλου38. Η αρχική φιλοδοξία, πάντως, να αποτελέσουν τα «Σωτήρια» πανελλήνιο αθλητικό θεσμό, δεν ευτύχησε από τη στιγμή που, μ το νόμο ,ΒΧΚΑ' του 1899, η αρμοδιότητα για τη διοργάνωση πανελλήνιων αγώνωνανατίθεται στονΣ.Ε.Α.Γ.Σ. Τα σωματεία εξακολουθούν, βεβαίως, να τελούν αγώνες είτε εσωτερικούς είτε μεταξύ τους, χωρίς εντούτοις την αίγλη των πανελλήνιων διοργανώσεων. Τα «Σωτήρια» επαναλαμβάνονται πάντως τα επόμενα χρόνια, ως το 1904, και αποτελούν τον βασικό αγωνιστικό θεσμό του Πανελληνίου. Το 1902, μάλιστα, που ο Πανελλήνιος έχει αποχωρήσει από τον Σ.Ε.Α.Γ.Σ. 3 9 , τα «Σωτήρια» λειτουργούν ανταγωνιστικά προςτουςΠανελληνίους και χρησιμοποιούνται ως μέτρο της ισχύος του σωματείου. 40 Στις αρχές του 20ού αιώνα, η ισχύς και η αίγλη του σωματείου σταθμίζονται με βάση τις επιδόσεις των αθλητών του και τις νίκες τους στις ποικίλες αθλητικές διοργανώσεις. Στιςετήσιεςεκθέσεις των διοικητικών συμβουλίων ένα μεγάλο —συχνά το μεγαλύτερο— μέρος του απολογισμού καλύπτεται από την καταγραφή των αθλητικών επιδόσεων.
37. Δ.Σ. 21 Φεβρουαρίου 1898. Ο Χρυσάφης αποδίδει την απόφαση αυτή στον Λάμπρο και στην πρόθεσή του να αποκαταστήσει τις σχέσεις του μετα ανάκτορα μετά τον ατυχή πόλ του 1897και την αύξηση της δημοτικότητας του βασιλιά. Ιω. Χρυσάφης, Οι σύγχρονο θνείς..., ό.π.,σ. 467-468. Από τα πρακτικά του Δ.Σ.και της Γ.Σ.του Πανελληνίου ωστόσ δεν προκύπτει αν ηπρωτοβουλία ανήκε πράγματι στον Λάμπρο, παρόλο πουκατείχε ακριβώς τότε τη θέση του προέδρου. 38.Στους αγώνες μετείχαν συνολικά 130 αθλητές (70του Π.Γ.Σ., 50του Εθνικού,5 του Πειραϊκού Συνδέσμου και 5του Γυμναστικού Συλλόγου Βόλου). «Εντούτοις παρ' όλους τους μόχθουςκαι τας ύλικάς θυσίας του Πανελληνίου Συλλόγου το Αθηναϊκόν κοινόνωςκαι το της γείτονος πόλεως πολύαραιώς έσπευσενα παραστή ειςτας ευγενείς αυτάς εορτάς»: ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 266. Περιγραφή των αγώνων, βλ.επίσης στο Π. Ν. Μανιτάκης, 100χρόνια..., ό σ. 90-93. 39. Βλ.ε δ ώ , σ. 142. 40. Πβ. Πανελλήνιος Γ.Σ.,Επετηρίς 1902-1903, ό.π.,σ. 23-28.
Η ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ Η διοργάνωση αγώνων εξυπηρετούσε, σύμφωνα με την αντίληψη των ιδρυτών του Π.Γ.Σ., τη διάδοση της γυμναστικής στην ελληνική κοινωνία. Παράλληλα, η προώθηση της γυμναστικής επιδιώχθηκε από το σύλλογο με την καλλιέργεια της γυμναστικής εκπαίδευσης, η οποία ήταν τότε στην ουσία ανύπαρκτη. Το δεύτερο έργο λοιπόν, μετά την τέλεση των πρώτων δημόσιων αγώνων, ήταν η ίδρυση σχολής γυμναστών και σχολής γυμναστριών 41. Από τις δύο λειτούργησε τελικά μόνο η σχολή γυμναστριών, η οποία πρώτη στην Ελλάδα χορήγησε πτυχία διδασκαλισσών της γυμναστικής. Η κε επίσης αφενός με την απόφαση για την ίδρυση παιδικού γυμναστηρίου και αφετέρου μετηδιοργάνωση σχολικών και παιδικών αγώνων. Γενικότερα άλλωστε, η σχολική γυμναστική καλύπτει μέρος των δραστηριοτήτων του συλλόγου: σχολεία εκτελούν ασκήσεις σε τακτά χρονικά διαστήματα στο γυμναστήριο του Π.Γ.Σ. ενώ το Δ.Σ. παρίσταται σε γυμναστικές επιδείξεις και ασκήσεις ιδιωτικών σχολείων της πρωτεύουσας 42. Κατά τους αγώνες του 1891 άλλωστε, έγιναν για πρώτη φορά στην Ελλάδα σχολικές γυμναστικές επιδείξεις από τους μαθητές του Πρακτικού Λυκείου. Ήδη τον Ιανουάριο του 1892, το Δ.Σ. είχε αποφασίσει την «σύστασιν παιδικού κήπου εν τω γυμναστηρίω προς εκγύμνασιν των παίδων» 43, απόφαση που δεν πραγματοποιήθηκε αλλά που είναι ενδεικτική για τις επιλογές του σωματείου. Το 1898 εξάλλου ο Π.Γ.Σ. οργάνωσε σχολικούς αγώνες όπου μετείχαν όλα τα δημόσια και ιδιωτικά εκπαιδευτήρια της Αθήνας και του Πειραιά. Το 1901, επίσης, τέλεσε παιδικούς αγώνες. Εντούτοις, ούτε οι σχολικοί ούτε οι παιδικοί αγώνεςέγινανμόνιμοι θεσμοί, κυρίως επειδή από το 1899, με το νόμο ,ΒΧΚΑ', η σχολική γυμναστική περνάει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του υπουργείου
41. Βλ. ε δ ώ , σ. 60-61. Ενδεικτική επίσης για τον προσανατολισμό του συλλόγου είναι η απόφαση για την ίδρυση βιβλιοθήκης με συγγράμματα περί γυμναστικής. Γι' αυτό, μεταξύ τω μελών του Δ.Σ. συγκαταλέγεται, ωςξεχωριστό αξίωμα, οέφοροςτης βιβλιοθήκης. Βλ. Γ.Σ. 11 Ιανουαρίου 1893,και Γ.Σ. 22 Ιανουαρίου 1893. Επίσης, στον ετήσιο προϋπολογισμό αναγράφεται ειδική πίστωση για αγορά βιβλίων και περιοδικών. Το 1918, η βιβλιοθήκη περιείχε 31 βιβλία, πουπροέρχονταν από αγορές και δωρεές: Πανελλήνιος Γ.Σ., Έκθεσις του Διοικητικ
Συμβουλίου
42. Το 1892, στο Κεντρικό Γυμναστήριο όπου ήταν τότε εγκατεστημένος οΠ.Γ.Σ.και υπό την εποπτεία του, έγιναν ασκήσεις σχολικής γυμναστικής από τους μαθητές του ιδιωτικού Λυκείου του Β. Βούλγαρη και του Βαρβακείου. Δ.Σ. 22 Μάιου 1892, «Πρακτικά...», ό.π. 43. Δ.Σ. 13 Ιανουαρίου 1892, «Πρακτικά...», ό.π.
διά το έτος 1918, Αθήνα 1919, σ. 5.
Παιδείας 44. Ο Π.Γ.Σ. εξακολουθεί συνεπώς να διοργανώνει αγώνες για παιδιά καιεφηβους,οιοποίοι όμως δεν έχουν επίσημο χαρακτήρα. Όπως σημειώνεται στηνΈκθεση του1902, «εκ συστήματος [ο Π.Γ.Σ.] τους τοιούτους αγώνας δεν εξωτερίκευσέ ποτε διά διαφημίσεων και θορύβου, ουδ' επιθυμεί να προσδίδη εις αυτούς μορφήν θεαματικήν. Οι αγώνες των εφήβων εθεωρήθησαν ανέκαθεν παρ' ημίν ωςσυνέχεια της εν τω γυμναστηρίω διδασκαλίας, και τρόπον τινά εξέτασις των διδασκομένων, ίνα εν ταυτώ υποκαίηται ο ζήλος και αναπτύσσηται η αμιλ λα» 45 .
η γυμναστική καλύπτει το σημαντικότερο ίσως μέρος των δραστηριοτήτων του Π.Γ.Σ., εξαιτίας του κενού που υπάρχει στη γυμναστική νομοθεσία καιστη δημόσια γυμναστική εκπαίδευση. Αυτό μάλιστα συμβαίνει και σε βάρος των αθλητικών δραστηριοτήτων, αν και η προετοιμασία αθλητών και ο κλασ αθλητισμός αποτελούν τοδεύτερο σημαντικότερο πόλο της δράσης του Πανελληνίου. Αντίθετα, την ίδια περίοδο, τα σπορ κατέχουν περιθωριακή μάλλον θέση παρόλο που από το 1895 ιδρύονται τμήματα ποδηλασίας, τέννις, κρίκετ, ποδοσφαίρου, ναυτικών αγώνων και κολυμβητικής 46.
δρος του Π.Γ.Σ., Σπυρίδων Λάμπρος (1896-1897). Η σχέση του Λάμπρου με τηνεκπαίδευση —απότηθέση του καθηγητή της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο— εξηγεί ενδεχομένως την προτίμηση του αυτή όπως εκφράστηκε και επιβλήθηκε στο Δ.Σ. του συλλόγου αμέσως μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Στη διαφωνία πουανέκυψεωςπρος το εάν θα πρέπει να προσληφθεί δάσκαλος για τη γυμναστική η για τον αθλητισμό, ο Λάμπρος τάχθηκε υπέρ της πρώτης επιλογής. Επισήμανε την ανάγκη συστηματοποίησης της γυμναστικής σύμφωνα και προς την ελληνική «ιδιοσυγκρασία» και υπέδειξε ότι η ενασχόληση του Π.Γ.Σ. με τη γυμναστική εκπαίδευση, ως πρώτιστο έργο, θα μπορούσε να αποσπάσει «προνόμιον της Κυβερνήσεως», ώστε τα πτυχία των αποφοίτων των σχολών τουνααναγνωρίζονται από το κράτος 47. καταστήσει περιττή τη συγκεκριμένη δραστηριότητα του Π.Γ.Σ., ο οποίος στο εξής στρέφεται περισσότερο στην προετοιμασία και την προπόνηση αθλητών.
44. Πβ. για παράδειγμα τους σχολικούς αγώνες πουέγιναν στο Παναθηναϊκό Στάδιο 1900μετην ευθύνη του υπουργείου Παιδείας: εδώ, σ. 134. 45. Πανελλήνιος Γ.Σ.,Επετηρίς 1902-1903, ό.π.,σ. 23. Πβ. επίσης « Αγώνες παίδων τω Πανελληνίω Γυμναστικώ Συλλόγω», ΠΑΕΑ 3 (1900-1), σ. 38-40. Τα αγωνίσματα ήταν άλμα εις ύψος, άλμα τριπλούν και ποδοσφαιρικός αγώνας. 46. Υπάρχουν επίσης τμήματα σκοποβολής και ξιφασκίας, τα οποία ωστόσο θα πρέπει να τα συνδέσουμε μάλλον μετη γυμναστική εκπαίδευση παρά μετα σπορ. 47. Δ.Σ. 17 Ιουνίου 1896και Δ.Σ. 26 Ιουνίου 1896, «Πρακτικά...», ό.π.
Ήδη το 1900, με τροποποίηση του καταστατικού, συμπεριλαμβάνεται μεταξύ των στόχων του συλλόγου και η «παρασκευή αθλητών» 48. Έτσι, από τις αρχέ του νέου αιώνα, ο Πανελλήνιος επιδιώκει τη διάδοση της γυμναστικής, όπως εξακολουθεί να αναγράφεται στο καταστατικό του, με την προσέλκυση όλο και περισσότερων αθλουμένων στο γυμναστήριο του. Οι αθλητές αυτοί στηρίζουν πλέον τη δημόσια εικόνα του με τη διεκδίκηση των πρωτείων για το σύλλογο τους στους πανελλήνιους και λοιπούς αγώνες. ΤΑΚΤΙΚΑ ΜΕΛΗ ΚΑΙ ΑΘΛΗΤΕΣ
Οιαθλητές, υπόδιάφορες ονομασίες (εταίροι, ενεργά μέλη), αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία στο εσωτερικό του συλλόγου, με μειωμένα δικαιώματα. Οι εταίροι καταβάλλουν μικρότερη μηνιαία συνδρομή από τα τακτικά μέλη και δενέχουντο δικαίωμα να παρίστανται στις συνεδριάσεις του συλλόγου49. Μπορούν να εισέρχονται ελεύθερα στο γυμναστήριο και να γυμνάζονται. Δικαίωμα εισόδου έχουν και στις τελετές και τους αγώνες. Αυστηρές είναι ωστόσο οι διατάξεις που αφορούνστησυμπεριφορά τους εντός και εκτός συλλόγου. Χαρακτηριστικό είναι ότι προβλέπεται διαγραφή τους «αν ο ιδιαίτερος βίος των είναι αξιόμεμπτος» 50, προϋπόθεση που δεν αναφέρεται στην περίπτωση των τακτικών μελών. ακή κοινότητα καθεαυτή συγκροτείται αποκλειστικά από τα τακτικά μέλη, που κατέχουν την εξουσία και ελέγχουν, μέσω των οργάνων της διοίκησης, τους ιεραρχικά κατώτερους. Το όλο πλέγμα της διαδικασίας εκλογής των μελών, της λήψης αποφάσεων, της λειτουργίας των οργάνων του σωματείου και της επιβολής κυρώσεων παραπέμπει σε ένα κοινοβουλευτικό πρότυποτουεκλέγεινκαι εκλέγεσθαι και της εφαρμογής του νόμου, εκτός νόμου και πολιτείας. μυστική ψηφοφορία από το διοικητικό συμβούλιο51, αφού υποβάλουν έγγραφη αίτηση η οποία προσυπογράφεται από δύο τακτικά μέλη. Απόρριψη υποψηφιότητας
49. Σύμφωνα με το καταστατικό του 1891 (άρθρο 10), καταβάλλουν 12 δρχ. το χρόνο (το μισότης συνδρομής των τακτικών μελών) ενώδενπληρώνουν εγγραφή. Σύμφωνα μετο καταστατικό του 1892, πληρώνουν μόνο 5 δρχ.το χρόνοκαι 5 δρχ. εγγραφή. Στο καταστατικό του 1894,δενυπάρχειηκατηγορία των εταίρων. 50. «Κανονισμός...», 29 Μαρτίου 1892,ό.π., άρθρο22. 51. Μετά το 1894.Τα δύο προηγούμενα καταστατικά όριζαν ότι ηεκλογή των νέων μελών γινόταν από τη γενική συνέλευση, επίσης με μυστική ψηφοφορία. Ενδεχομένως, η μεγάλη αύξηση του αριθμού των μελών επέβαλλε, μετά την πάροδο των πρώτων ετών λειτουργίας του συλλόγου, τη συγκέντρωση κάποιων αρμοδιοτήτων στο διοικητικό συμβούλιο.
48. Καταστατικόν
του Πανελληνίου
Γυμναστικού
Συλλόγου...,
Αθ
τητας τακτικού μέλους δεν συναντάται στα πρακτικά του συλλόγουεκτόςαπό μία φορά, οπού όμως δεν αιτιολογείται η αρνητική ψήφος52. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τον υψηλό συνολικό αριθμό των μελών του Π.Γ.Σ., υποδηλώνει ότι ο Πανελλήνιος ήταν ένα σχετικά ανοιχτό σωματείο, όπου η είσοδος ήταν μάλλον εύκολη σε οποίον το επιθυμούσε και είχε την οικονομική δυνατότητα νακαταβάλλει την ετήσια συνδρομή. Το κόστος εγγραφής για τα τακτικά μέλη ήταν 3 δρχ. και η μηνιαία συνδρομή 2 δρχ.53. Σε περίπτωση που μέλος καθυστερούσε επί τρεις μήνες την πληρωμή της συνδρομής του, διαγραφόταν από το σωματείο 54. Η καθυστέρηση πληρωμής αποτελούσε μάλιστα τη συχνότερη αιτία διαγραφής των τακτικών μελών. Ποινές επιβάλλονται και σε όσους επιδεικνύουν «ανοίκειον συμπεριφοράν», αλλά παρόμοια περίπτωση για τακτικά μέλη συναντάται μόνο στην εσωτερική σύγκρουσηπουοδήγησε στη δημιουργία του Εθνικού Γ.Σ. 5 5 . Η απόφαση διαγραφής για λόγους συμπεριφοράς απαιτεί απόφαση της Γενικής Συνέλευσης με μυστική ψηφοφορία. Τα καθήκοντα». Βασικό τους δικαίωμα είναι αυτό πουεκλέγεινκαιεκλέγεσθαι,της συμμετοχής δηλαδή στη διοίκηση του σωματείου, όπως συμβαίνει άλλωστε με όλα τα σωματεία της εποχής. Το καταστατικό ρυθμίζει λεπτομερώς τις υποχρεώσεις των μελών ενώ ο κανονισμός του γυμναστηρίου ορίζει τις ποινές που επιβάλλονται σε όσους παρεκτρέπονται. Η ιδιότητα του τακτικού μέλους του σωματείου τονίζεται με συμβολικά στοιχεία: τα τακτικά μέλη, με την εκλογή τους, λαμβάνουν ειδικό δίπλωμα ενώ στις τελετές του συλλόγου φέρουν στο στήθος τους το σήμα του Πανελληνίου, το σύμπλεγμα των τριών γραμμάτων «Π.Γ.Σ.» η τον δισκοβόλο56. ιδιαίτερη κατηγορία μελών, η οποία δημιουργείται με το καταστατικό του 1912, είναι τα πάρεδρα μέλη. Τα πάρεδρα μέλη έχουν όλες τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των τακτικών μελών εκτός από το δικαίωμα τουεκλέγεσθαικαι
52. Δ.Σ. 18 Δεκεμβρίου 1898. 53.Το1894,ηεγγραφή, που συνοδευόταν και απότην παραλαβή του σχετικού διπλώματος, αυξήθηκε σε5 δρχ. Το 1912,για να αντιμετωπιστεί προφανώς ηκρίση πουδ γοςαπότη μείωση των μελών του, το κόστος της εγγραφής μειώνεται στις 3 δρχ. 54. «εκτός εάν απουσιάζωσι των Αθηνώνηεγγράφως ζητήσωσι παρά του προέδρου ωρισμένην παράτασιν»: «Κανονισμός...», 29 Μαρτίου 1892,ό.π., άρθρο17, παρ. 6.Το1912,για τους λόγους πουήδηαναφέρθηκαν (βλ. προηγούμενη σημ.),οιόροιγια τη διαγραφή γίνονται επιεικέστεροι και το όριο καταβολής της συνδρομής μετατίθεται στους έξιμήνες. 55. Γ.Σ. 12 Φεβρουαρίου 1893, Δ.Σ. 22 Φεβρουαρίου 1893 (διαγραφή Κοτσελόπουλου και Ιωσήφ), Δ.Σ. 16 Ιουνίου 1893 (διαγραφή Σιώρη). Βλ. και ε 8 ω , σ. 261-3. 56. Τα σύμβολα του συλλόγου είναι το λάβαρο και η σφραγίδα του, με την εικόνα του δισκοβόλου, καθώς καιούμνοςτου Πανελληνίου τον οποίο συνέταξε οΚ. Μάνος και μελοποίησε ο Σπ.
ΥΜΝΟΣ
ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΥ ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ
πληρώνουν μειωμένη συνδρομή57. Δε γνωρίζουμε το σκεπτικό της δημιουργίας αυτής της ενδιάμεσης και σχετικά ασαφούς κατηγορίας μελών. Το πιθανότερο είναι ότι υπήρξε ένα από τα μέτρα που έλαβε το διοικητικό συμβούλιο του Πανελληνίου με στόχο να αντιμετωπίσει τη μεγάλη μείωση των μελών του που παρατηρείται μετά το 1908 58 , και με στόχο ενδεχομένως το γυναικείο φύλο (βλ. Πίνακες 1 και 2). Φαίνεται εντούτοις πως το μέτρο αυτό δεν είχε ιδιαίτερη απήχηση,εφόσονηκατηγορία των παρέδρων δεν προσείλκυσε τελικά σημαντικό αριθμό νέων μελών. Αλλες κατηγορίες μελών είναι τα επίτιμα και τα αντεπιστέλλοντα μέλη, που επίσης εκλέγονται μεμυστική ψηφοφορία από το διοικητικό συμβούλιο59. Τα αντεπιστέλλοντα μέλη είναι εγκατεστημένα μακριά από την έδρα του συλλόγου, αλλά εφόσονεγκατασταθούν στηνΑθήνα θεωρούνται αυτομάτως τακτικά. Επίτιμα μέλη του συλλόγου «εκλέγονται Έλληνες ή ξένοι, οι διά των γνώσεων καιτηςκοινωνικής αυτών θέσεως εξαιρετικάς παρασχόντες ή δυνάμενοιναπαράσχωσιν εις τον Σύλλογον υπηρεσίας προς ευόδωσιν του σκοπού αυτού» 60. Απαλλάσσονται από τις υποχρεώσεις των τακτικών μελών ενώ έχουν όλα τα δικαιώματα εκείνων 61. Ο σύλλογος έχει εξάλλου και επίτιμο πρόεδρο, που εκλέγεται απότα τακτικά μέλη και προεδρεύει στις συνεδριάσεις και τις εορτές του σωματείου. Από το 1892, επίτιμος πρόεδρος του Π.Γ.Σ. είναι ο πρίγκηπας Γεώργιος. Τα δωρητές του συλλόγου. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν όσοι έχουν δωρήσει κατά καιρούς μεγάλα ποσά στο σύλλογο, συγκεκριμένα ευεργέτες ανακηρύσσονται εκείνοι που προσφέρουν άνω των 1.000 δρχ. και δωρητές, άνω των 500 δρχ. Τέλος, αναγνωρίζονται ως μεγάλοι ευεργέτες όσοι δωρίζουν 5.000 δρχ. Τα ονόματα όλων αναγράφονται σε ιδιαίτερη πλάκα αναρτημένη στα γραφεία του συλλόγου. Όλες αυτές οι επιμέρους κατηγορίες, που έχουν τη δυνατότητα συμμετοχής στη σωματειακή ζωή, συναποτελούν μια ιδιαίτερη κοινότητα με ξεχωριστή ταυ τότητα. Η ιδιότητα του μέλους του Π.Γ.Σ. σηματοδοτεί πράγματι μια ταυτότητα, που μπορεί να συνυπάρχει με πολλές άλλες, αλλά που έχει τα δικά της
57.Τοκόστος εγγραφής για τα πάρεδρα μέλη ανέρχεται σε 2 δρχ.καιημηνιαία συνδρομή σε 1 δρχ. 58. Προςαυτή την υπόθεση μας οδηγεί και το σχετικό άρθρο: «Πάρεδρα μέλη εκλέγονται υπότου Διοικ. Συμβουλίου τη προτάσει ομοίως δύο μελών πάντες οιαιτούντες». Καταστατικόν...,
59. "Ως το 1894, τα αντεπιστέλλοντα μέλη εκλέγονταν από τη Γ.Σ. 60. «Καταστατικόν», 7 Μαρτίου 1894,ό.π.,άρθρο17, παρ. 3. 61. Σύμφωνα με το καταστατικό του 1892, τα επίτιμα μέλη δεν είχαν το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι. Θεωρούνταν επίσης ισόβια, ενώπαρόμοια παράγραφος δεν υπάρχει στο επόμενο καταστατικό, του 1894.
1912, ό.π., άρθρο 22.
αναγνωριστικά συστατικά στοιχεία. Η σωματειακή κοινότητα, στην περίπτωση του Π.Γ.Σ., περιλαμβάνει σχεδόν αποκλειστικά άνδρες. Η παρουσία των γυναικών, παρά την πρόβλεψη του καταστατικού του 1894 62 , είναι εξαιρετικά ισχνή. Μόλις 6 γυναίκες μέλη περιέχονται στο μητρώο των μελών επί ενός συνόλου 1.837 για τα χρόνια 1891-1899 63 . Οι δύο απ' αυτές είναι δασκάλες, ενώ για τις υπόλοιπες δεν γνωρίζουμε το επάγγελμά τους, εφόσον εργάζονταν. Πυκνότερες εγγραφές γυναικών σημειώνονται μετά το 1900, με υψηλότερο αριθμό εγγραφών το 1905, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία 64. Οι γυναίκες μέλη δεν μετέχουν εντούτοις στα διοικητικά όργανα του συλλόγου. Μόλις το 1905 εμφανίζονται γυναίκες να ψηφίζουν στη γενική συνέλευση65, ενώ για την περίοδο πουεξετάζουμε ούτε μία γυναίκα δεν εκλέχτηκε μέλος του διοικητικού συμβουλίου. Η εκείνες που αφορούν τη γύμναση των κοριτσιών και τη μόρφωση διδασκαλισσών της γυμναστικής. Στο πλαίσιο λοιπόν του γυμναστικού και αθλητικού σωματείου η γυναίκα δε γυμνάζεται όπως τα άρρενα μέλη για να μετάσχει σεαγώνεςηνα ψυχαγωγηθεί αλλά για να εξυπηρετήσει τους στόχους της γυναικείας εκπαίδευσης, όπως ορίζονται στα τέλη του αιώνα: να διαμορφωθούν υγιείς και εύρωστες μητέρες για τα τέκνα της πατρίδας. Σύμφωνα με εγκύκλιο που ο ίδιος ο σύλλογος απευθύνει «προς τους γονείς και κηδεμόνας κορασιών»: «Ο Πανελλήνιος Γυμν. Σύλλογος εν τη επιτελέσει του ευγενούς σκοπού, δν διά των εν γένει γυμναστικών ασκήσεων επιδιώκει και όστις τείνει εις την διά της Γυμναστικής ισχυροποίησιν του σώματος των ελληνοπαίδων, ή αναποδράστως
62. Το 1894,ηΑκρόπολις αναφέρει ότι οΠ.Γ.Σ. «απεφάσισε να τροποποιήση τον κανονισμόν του και να δέχεται και γυναίκας ειςτα στάδια και τας παλαίστρας του»: Α κ ρ ό π ο λ ι ς , 13 Μαρτίου 1894. 63. Γυναίκες εκλέγονται για πρώτη φορά ωςτακτικά μέλη τον Ιανουάριο 1895: Δ.Σ. 25 Ιανουαρίου 1895, «Πρακτικά...», ό.π. Απ' αυτές μόνο μία παραμένει μέλος το 1903.Τηνίδια χρονιά εξάλλου, σεένα σύνολο 304 τακτικών μελών, οι γυναίκες είναι μόλις 12: Πανελλήνιος 64. Υψηλός σχετικά αριθμός εγγραφών γυναικών συναντάται και σεεπόμενα χρόνια: 1910, 1913-14, 1921. Το 1911,το απερχόμενο Δ.Σ. σημειώνει στην Έκθεση του: «ελάχιστα εισί τα κατά το λήξαν συλλογικόν έτος προστεθέντα νέα μέλη και ταύτα κατά το πλείστον ανήκουσιν ειςτο ωραίον φύλον, εκτων νεανίδων εκείνων αίτινες γυμνάζονται δις της εβδομάδος εις το γυμναστικόν παίγνιον της αντισφαιρίσεως»: «Έκθεσις ... του Δ.Σ. ... 1910-1911», σ. 7. Πβ. και εδώ, σ. 225. 65.Δενείμαστε σεθέσηνα γνωρίζουμε με ακρίβεια σεποιά Γ.Σ. εμφανίστηκαν για πρώτη φορά γυναίκες, εφόσονδενκαταγράφονται τα ονόματα αλλά μόνοοαριθμός των παρισταμένων. Απότον Μάρτιο 1905 σώζεται το πρακτικό εκλογής των μελών του Δ.Σ. με τον κατάλογο όσων ψήφισαν, κι έτσι γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι μετείχαν και γυναίκες. Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία εντούτοις (εγγραφές μελών, πολιτική συλλόγου), γυναίκες θα πρέπει να μετείχαν σε Γ.Σ. για πρώτη φορά πράγματι το 1905, η το πολύτο 1904.
Γ.Σ.,Επετηρίς 1902-1903, ό.π.,σ. 47.
επακολουθεί η επαύξησις του ψυχικού σθένους και η διαμόρφωσιςτωνευγενών αισθημάτων, άτινα ως επί το πολύ μόνον μετ' αλκίμου σώματος και αρτίου οργανισμού διάκεινται εν αρμονία, έκρινεν, ότι το εθνικόν τούτο έργον ήθελεν είσθαι ημιτελές, εφ' όσον εκ παραλλήλου προς τας ασκήσειςτωναρρένων,δεν κατωρθούτο, εν ευρυτάτω μάλιστα κύκλω, και η ευμέθοδος άσκησις των κορασιών, ίνα ούτω σωματικώς διαπλασθώσιν υφ' όλους τους κανόνας της υγιεινής, αι μέλλουσαι μητέρες αι προωρισμέναι να γαλουχήσωσι την νέαν ισχυράν γενεάν, ήτις προώρισται να διεκδικήση τ' απανταχού Εθνικά δίκαια κατά τον περί επικρατήσεως εν τη Ελληνική Χερσονήσω δυσχερή φυλετικόν αγώνα» 66 . Παρόλο που δε διαθέτουμε ακριβή στοιχεία για τις γυναίκες μέλη του Π.Γ.Σ., είναι πολύ πιθανό να ασκούσαν το διδασκαλικό επάγγελμα ηναεπιθυμούσαννα ακολουθήσουνένανέο επάγγελμα ανοιχτό στις γυναίκες —λόγω της σύνδεσης του με την εκπαίδευση— αυτό της γυμνάστριας. Εκτός από τη σχολή γυμναστριών που, όπως είδαμε, λειτούργησε στο εσωτερικό του σωματείου, ιδρύθηκε ιδιαίτερο τμήμα «εκγυμνάσεως και ασκήσεως κορασιών καθ' ορισμένας ώρας», εποπτευόμενοαπό12μελή επιτροπή κυριών67.
φαίνεται πωςδιεκδικούντον ψυχαγωγικό χαρακτήρα της σωματικής άσκησης.Το 1904, «ομάς κυριών και δεσποινίδων» υποβάλλουν πρόταση στο Δ.Σ. να τους παραχωρηθεί το γυμναστήριο τις Κυριακές και εορτές και μία φορά την εβδομάδα, όταν δεν λειτουργεί, για να παίζουν τέννις 68. Η επιλογή του σπορ δεν είναι τυχαία. Την ίδια εποχή, το Lawn Tennis Club Αθηνών έχει να επιδείξει τη μεγαλύτερη συμμετοχή γυναικών σε αθλητικό σωματείο και το τέννις αποτελεί μία από τις βασικές δραστηριότητες του ελεύθερου χρόνου της αστικής τάξης 69. Οι γυναίκες που εκείνη την εποχή είχαν εκλεγεί τακτικά μέλη του Π.Γ.Σ. ανήκαν —όπως φανερώνουν τα ονόματα που μάς είναι γνωστά— στην αθηναϊκή αστική
66. Εγκύκλιος 24 Οκτωβρίου 1905,πουυπογράφεται απότον πρόεδρο Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλο και τον γενικό γραμματέα Β. Δ. Αντωνόπουλο. 67. Δ.Σ. 21 Ιανουαρίου 1904, «Πρακτικά...», ό.π.Δύο μήνεςαργότερα, στο τμήμα κορασιώνέχουνήδη εγγραφεί 18 μέλη. Δ.Σ. 1 Μαρτίου 1904,στο ίδιο. Στη διδασκαλία της γυμναστικής εφαρμοζόταν το σουηδικό σύστημα. Τα δίδακτρα ήταν 1,5 δρχ.το μήνα. Για τη λειτουργία του τμήματος συντάχθηκε «Ειδικός Κανονισμός του εντω Γυμναστηρίω του Συλλόγου λειτουργούντος τμήματος ασκήσεων κορασιών και νεανίδων». 68. Δ.Σ. 27 Μαρτίου 1904, «Πρακτικά...», ό.π.ΤοΔ.Σ. ενέκρινε το αίτημα, επιβάλλοντας κάποιους όρους. Ο πιο ενδιαφέρων είναι εκείνος πουορίζει ότι τις ώρεςπουθα παίζεται το τέννις θα απαγορεύεται η είσοδος ακόμη και στα μέλη του συλλόγου, εκτός από τα μέλη του Δ.Σ.Σεαντίθεση με το Lawn Tennis Club,το παιχνίδι αυτό αποτελεί για τον Π.Γ.Σ. περιθωριακή και οπωσδήποτε «κλειστή» δραστηριότητα σε σχέση με τις υπόλοιπες. Άλλωστε, δε γίνεται ακόμη καθόλου λόγος για μεικτά παιχνίδια, με τη συμμετοχή και ανδρών. 69. Βλ.εδώ, σ. 327-8, 344.
τάξη. Κάποιες απ' αυτές, ως μέλη του συλλόγου, επέβλεπαν απλώς τη γυναικεία σωματική άσκηση, χωρίς οι ίδιες να ασκούνται. Το τέννις δίνει προφανώς τη δυνατότητα και στις κυρίες αυτές να ψυχαγωγηθούνμέσω μιας κοινωνικά αποδεκτής αθλητικής πρακτικής. ΣΠΟΡ ΚΑΙ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ
Το τέννις ήταν λοιπόν μια μόδα στις αρχές του αιώνα, τόσο για τις γυναίκες όσο καιγιατουςάνδρεςτηςμεσαίας τάξης. Την ίδια εποχή άλλωστε και άλλα παιχνίδια, όπως το ποδόσφαιρο, κερδίζουν όλο και μεγαλύτερο μέροςτωναθλητικών δραστηριοτήτων. Ενδεχομένως, η ανάγκη για ψυχαγωγία και η νομιμοποίηση των σπορ ως τρόπου διασκέδασης να συμπίπτουν τότε δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για την επέκταση των εν λόγω πρακτικών. Η αλλαγή αυτή είναι πάντως αισθητή και σε ένα σωματείο όπως ο Πανελλήνιος, το οποίο προέταξε εξαρχήςτηγυμναστική και τον κλασικό αθλητισμό, έτσι που ακόμη και οι «παιδιές» αντιμετωπίστηκαν ως παιδαγωγική μάλλον παρά ως ψυχαγωγική πρακτική· είναι ο πιοευαίσθητος δείκτης αυτής της αλλαγής. Δεν είναι τυχαίο ότι οι περισσότερες εγγραφές γυναικών στον Π.Γ.Σ. γίνονται αμέσως μετά τηνέγκρισητης λειτουργίας του γυναικείου τμήματος τέννις 70. Σημαντική είναι όμως και η συμμετοχή των ανδρών. Από το 1905 αποφασίζεται μονιμότερη οργάνωσητου lawn tennis και ορίζεται σχετική επιτροπή επιφορτισμένη με την εποπτεία του 71. Στα επόμεναχρόνια, τα εισιτήρια των ασκουμένων στο τέννις αποτελούν σταθερό έσοδοτουσυλλόγου. Χαρακτηριστικό είναι ότι στα χρόνια της γενικής κρίσης, χρόνια πολέμου και διχασμού, το τέννις ακμάζει. Το 1917, παρατηρεί τοαπερχόμενο Δ.Σ., «η μεγάλη ελάττωσις του αριθμού των εις το Γυμναστήριον ασκουμένων εφήβων και παίδων, προελθούσα αποκλειστικώς εκ της ανωμαλίας της διαίτης, δεν εμείωσε τον αριθμόν των εις αυτό προσερχομένωνωςεκτουυπερδιπλασιασμού των παικτών του lawn-tennis»72. Τη χρονιά εκείνη, έπαιζαν κάθε μέρα τέννις στα γήπεδα του Πανελληνίου γύρω στα 40 ατομα.
70. Πρόκειται κυριολεκτικά για απογείωση, σεσύγκριση μετα δεδομένα των προηγούμενων ετών. Τοέτος ακριβώς μετά την έγκρισητου τμήματος (Νοέμβριος 1904 - Δεκέμβριος 1905) γράφονται στον Π.Γ.Σ.ωςτακτικά μέλη 44 γυναίκες. Το Δ.Σ. είχε ορίσει ότι οιγυναίκες που ήθελαν να παίζουν τέννις έπρεπε υποχρεωτικά να είναι και μέλη του Π.Γ.Σ. Από το 1914 όμως, επιτρέπεται η είσοδος για άσκηση στο τέννις και σε γυναίκες πουδεν ήταν μέλη του συλλόγου, με πληρωμή εισιτηρίου (Δ.Σ. 28 Μαΐου 1914). 71. Δ.Σ. 27 Σεπτεμβρίου 1905.
72. Πανελλήνιος Γ.Σ., "Έκθεσις του Διοικητικού Συμβουλίου διά
το έτο
οποία διατηρούσε ιδιαίτερα τμήματα ο Π.Γ.Σ. Τουλάχιστον αυτό μαρτυρούν εκθέσειςτωναπερχόμενων διοικητικών συμβουλίων και οι ετήσιοι απολογισμοί όπου καταγράφονται αναλυτικά τα έξοδα και τα έσοδα του σωματείου. Το ποδήλατο, αντίθετα, δεν ευδοκίμησε ιδιαίτερα, παρά μόνο όταν κι εκείνο, ως καινούργιο και νεοτερικό, ήταν μόδα στην Αθήνα. Δηλαδή, στα τέλη του 19ου αιώνα 73. Παράλληλα με το τέννις, στις αρχές του νέου αιώνα, αναπτύσσεται με γοργούς ρυθμούς το ποδόσφαιρο.
Πανελληνίου το 1894 74 . Ειδικό τμήμα θα δημιουργηθεί το 1895, ταυτόχρονα με εκείνα τουτέννις, του κρίκετ, της ποδηλασίας, της σκοποβολής, της ξιφασκίας, των ναυτικών αγώνων και της κολύμβησης75. Τα μέλη του συλλόγου είναι πιθανό πως, κατά την τελευταία πενταετία του αιώνα, έπαιζαν μεταξύ τους ποδόσφα περισσότερο η λιγότερο συχνά. Πάντως, το 1900, στο γυμναστήριο του Π.Γ.Σ. «αι παιδιαί και ιδίως η Αμπάριζα και το Φουτ-μπωλ είναι [...] εις την ημερησίαν διάταξιν» 76. Ήδη τότε έχουν αρχίσει να διεξάγονται ποδοσφαιρικοί αγώνες μεταξύ των ομάδων αθηναϊκών συλλόγων. Ο πρώτος «εν Ελλάδι τελεσθείς αγών τοιαύτης φύσεως» θεωρείται ο αγώνας μεταξύ των ποδοσφαιρικών ομάδων του Π.Γ.Σ. και του Ποδηλατικού Συλλόγου Αθηνών το 1899 77 . Ο Πανελλήνιος μετέχει με ποδοσφαιρική ομάδα και σε άλλους αγώνες «ποδοσφαιρίσεως» που διοργανώνονται στο Ποδηλατοδρόμιο στις αρχές του 20ού αιώνα. Κατά τη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα εντούτοις —στιγμήακμήςτου τέννις— φαίνεται πως το ποδόσφαιρο διέρχεται περίοδο κάμψης στο εσωτερικό του Πανελληνίου 78. Οι λόγοι δεν είναι εντελώς προφανείς. Πιθανώς, η μόδα του ποδοσφαίρου και η στροφή των νέων προς αυτό το παιχνίδι τουςαποσπούσεαπό τον κλασικό αθλητισμό και τη γυμναστική που εξακολουθούσαν να αποτελούν
1918, σ. 8.Τοκόστος του τέννις στον Π.Γ.Σ. δεν ήταν αμελητέο. Το1921ημηνιαία συνδρομή των παικτών τέννις ήταν 4 δρχ. (Δ.Σ. 20 Οκτ. 1921). 73. Βλ. σχετικά εδώ, σ. 357, 369. Ο Π.Γ.Σ. μετέχει πάντως στις αρχέςτου 20ούαιώνα σε όλουςτους Πανελλήνιους Αγώνες ποδηλασίας. 74. Το Δ.Σ.στη συνεδρίαση της 13ης Ιανουαρίου 1894αποφασίζει να ζητηθούν τιμές για το lawn-tennis,το foot-ball και το cricket. 75. Δ.Σ. 29Μαΐου 1895. 76. ΠΑΕΑ 3 (1900-1), σ. 20. Μερικά χρόνια αργότερα, ημείωση των εσόδωντου γυμναστήριου αποδίδεται στη στροφή των παιδιών προςτο ποδόσφαιρο και στην αδιαφορία για τον κλασικό αθλητισμό: Δ.Σ. 16 Ιαν. 1909. 77.Στο ίδιο ,2 (1899-1900), σ. 43. Το 1900αναφέρεται και αγώνας μεταξύ των ομάδων Εθνικούκαι Πανελληνίου: στο ι8ιο, σ. 137. 78. « Εσχηματίσθη κατά το θέρος[του 1916]και ομάς φουτ-μπωλ' ελπίζομεν δ' ότι εφέτος θα εισαχθή συστηματικώτερον η παιδιά αύτη»: Πανελλήνιος Γ.Σ.,Έκθεσις... 1916, ό.π.
τους κύριους στόχους του συλλόγου79. Εξάλλου, η δημιουργία την ίδια εποχ αθλητικών σωματείων με αποκλειστική ενασχόληση το ποδόσφαιρο80 και η τική ανεξαρτοποίησή του, μέσω και της ίδρυσης —λίγα χρόνιααργότερα— της αυτόνομης Ένωσης Ποδοσφαιρικών Σωματείων, οδήγησε ενδεχομένως σε περιθωριοποίηση αυτού του σπορ σε συλλόγους με γενικούς αθλητικούς προσανατολισμούς. Αντίθετα, ο κλειστός χαρακτήρας του μοναδικού συλλόγου τέννις, του Lawn Tennis Club Αθηνών, και η δυσκολία πρόσβασης σ' αυτόν για πολλά μέλη της μέσης και κατώτερης αστικής τάξης αναδείκνυε τον Πανελλήνιο σε χώρο υποδοχής για την αντισφαίριση. Ενώ ήταν προσανατολισμένος σχεδόν αποκλειστικά στον κλασικόαθλητισμό, την προετοιμασία αθλητών και τη γυμναστική εκπαίδευση, από τις αρχές του νέου αιώνα κατευθύνεται προς τα σπορ και την ψυχαγωγία. Τα τμήματα των σπορ διευρύνονται και ενισχύονται. «Αι παιδιαί, αίτινες ευτυχώς κατά τα τελευταία έτη κατέστησαν απαραίτητοι εις τάξεις τινάς της Αθηναϊκής Κοινωνίας έχουσιν ανάγκην ιδίων χώρων καταλλήλως παρεσκευασμένων», διαπιστώνει τοαπερχόμενο Δ.Σ. το 1918 81 . Το 1921, έχει εισαχθεί το βόλλεϋ και το μπάσκετ και το 1922 διεξάγονται αγώνες με τις αντίστοιχες ομάδες του Εθνικού και του Πανιωνίου 82. Την ίδια χρονιά, μέλη του Π.Γ.Σ. ασκούνται στο μποξ. Ως καιτοτέννις. Μεταξύ των σπορ συγκαταλέγονται, σύμφωνα με ορισμότηςεποχής, «το κυνήγιον, η αλιεία, αι ιπποδρομίαι, το κολύμβημα, η ξιφασκία, η γυμναστική, η σκοποβολή, τα προς αναψυχήν ταξείδια, η φωτογραφία» 83, δραστηριότητες δηλαδή που δε σχετίζονται όλες άμεσα με τη σωματική άσκησηαλλά που οπωσδήποτε συνδέονται με την ψυχαγωγία. Από τα τμήματα των σπορ του Π.Γ.Σ. που παρουσιάζουν ιδιαίτερη δραστηριότητα, αξίζει να αναφερθούν εκείνα της οπλομαχητικής (ξιφασκίας), της σκοποβολής και των ναυτικών αθλημάτων
79. Το 1910 το Δ.Σ. αποφάσισε την κατάργηση του ποδοσφαιρικού τμήματος «λόγω του ότι οιγυμναζόμενοι επιδίδονται μόνον ειςτην γυμναστικήν ταύτην» (Δ.Σ. 25 Ιαν. 1910). Την αμέσως προηγούμενη χρονιά εξάλλου το Δ.Σ.επισήμαινε στην Έκθεσή του τους κινδύνους για τη νεολαία απότην «καταπληκτικήν διάδοσιν της ποδοσφαιρίσεως». Βλ. εδώ, σ. 190-1. 80. Το 1908 ιδρύθηκεαπό μέλη του Πανελληνίου οΠοδοσφαιρικός Όμιλος Αθηνών. Απ' αυτόν προήλθεοΠανελλήνιος Ποδοσφαιρικός Όμιλος (1910)οοποίος το 1922 μετονομάστηκε σε Παναθηναϊκό. Βλ.και εδώ, σ. 187-9. 81. Πανελλήνιος Γ.Σ.,Έκθεσις... 1917, ό.π.,σ. 17.
82.Έκθεσις ... 1921, ό.π.,σ. 11και Έκθεσις ... 1922,
εισήχθησαν με πρωτοβουλία της «Χριστιανικής Αδελφότητας Νέων» (Χ.Α.Ν.), πουδώρησε το 1920στο σύλλογο μπάλες του βόλεϋκαι του μπάσκετ καθώς και 50 τεύχη μεοδηγίες για τα δύο παιχνίδια. 83. Α.Γ.Ξ. Τυπάλδος, «Σπορτ», ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 117. Βλ.και εδώ, σ. 101.
ό.π.,σ. 8. Τα δύο νέα σπορ
(κωπηλασία και κολύμβηση). Τα δύο πρώτα δενεντάσσονται βεβαίως απολύτως στην κατηγορία των ψυχαγωγικών αθλημάτων εφόσον, λόγω της σκοπιμ πουτουςαποδίδεται, βρίσκονται στα όρια της παιδαγωγικής και της ψυχαγ κής λειτουργίας.
Η στοιχείο συμπληρωματικό της σωματικής αγωγής, στην οποία μετά το 1870 αποδίδεται κατεξοχήν το έργο της στρατιωτικής προετοιμασίας του έθνους. Και γιατολόγο αυτό, αλλά ενδεχομένωςκαι επειδή σημαντικός αριθμός των πρώ μελών του Πανελληνίου ήταν στρατιωτικοί, η σκοποβολή αποτέλεσε δραστήριο τμήμα του συλλόγου. Το Γυμναστήριο περιλαμβάνει εξαρχής ιδιαίτερο χώρο για τη σκοποβολή, όπως άλλωστε και για την ξιφασκία. Το «οπλασκητήριον Πανελληνίου λειτουργεί κανονικά και η συντήρηση του απαιτεί κάθε χρόνο ποσά απότονπροϋπολογισμό. «Η μεγάλη χρησιμότης της σκοποβολής», ιδιαίτερ κράτη όπως η Ελλάδα «όπου η στρατιωτική εκπαίδευσις εστίν ατελής», στηρίζει, σύμφωνα με την αντίληψη των ιθυνόντων, τις επιλογές του συλλόγου84. Καλλιεργώντας τη σκοποβολή συνεπώς θεωρούν πως βαδίζουν απολύτως μέσα στα όρια του σκοπού που εξαρχής είχαν θέσει για το σωματείο τους. Η ξιφασκία —αναφέρεται και ως σπαθασκία— εντάχθηκε από την ίδρυση σχεδόν του συλλόγου στις βασικές του αθλητικές δραστηριότητες. Από το 1892 τουλάχιστον λειτουργεί ιδιαίτερο τμήμα εκμάθησης της ξιφασκίας, με στόχο και τη διοργάνωση αγώνων85. Η αφ'ετέρουεστί χρησιμωτάτη παντί ανθρώπω ως μειούσα τους εν θαλάσση κινδύνους»86, γνώριζε μια άνιση ανάπτυξη στον Πανελλήνιο. Το ναυτικό τμήμα είχε διακόψει τη λειτουργία του κατά τη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα (το τμήμα λεμβοδρομιών, ήδη από το 1907 λόγω υψηλού κόστους),γιαναεπανενεργοποιηθεί το 1919 87 . Από τη χρονιά εκείνη, οι αθλητές του Π.Γ.Σ.αρχίζουν ναασκούνται στην κολύμβηση στο Φάληρο κατά τους θερινούς ιδίως μήνες υπό την καθοδήγηση του γυμναστή τους και να μετέχουν σε ναυτικούς αγώνες που οργανώνουν
84. Πανελλήνιος Γ.Σ.,Επετηρίς 1902-1903, ό.π.,σ. 19-20. 85. « Απεφασίσθη ήδηηεκμάθησις της σπαθασκίας και μάλιστα πολλά μέλη ήρξαντο προ πολλού να διδάσκονται τακτικόν...»: Γ.Σ. 21 Δεκεμβρίου 1892. Βλ. και Δ.Σ. 21 Απριλίου 1895: πρόεδρος των τμημάτων σκοποβολής και ξιφασκίας είναι ο Αλ. Σούτσος. Το 1921 αποφασίζεται και ηίδρυση κυνηγετικού τμήματος: Δ.Σ. 15 Φεβρ. 1921. 86. Πανελλήνιος Γ.Σ., Ε π ε τ η ρ ς ί 1902-1903, ό.π.,σ. 21. 87. Δ.Σ. 1 Απριλίου 1914, Δ.Σ. 23 Σεπτ. 1919. Βλ. επίσης, Επιστολή Π.Γ.Σ. προς Ε.Ο.Α.,αρ. πρωτ. 1205, 15 Οκτ. 1907, Αρχείο Ε.Ο.Α. Το 1907, ο Π.Γ.Σ. διατήρησε το κολυμβητικό τμήμα και μάλιστα το 1908αποφάσισε και τη διοργάνωση κολυμβητικών αγώνων (Δ.Σ. 26 Νοεμ. 1908).
14. Δίπλωμα, μέλους του Πανελληνίου Γ.Σ.
τα ναυτικά σωματεία, όπως ο Όμιλος Ερετών Πειραιώς και ο Ναυτικός Όμιλος Φαλήρου, κερδίζοντας μάλιστα και μετάλλια 88. ΕΙΣΡΟΗ ΜΕΛΩΝ ΚΑΙ ΜΕΓΕΘΟΣ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΕΙΟΥ Οι αθλητικές δραστηριότητες του Πανελληνίου αντανακλούν, όπως είναι φυσικό, τις διακυμάνσεις της οικονομικής του κατάστασης, η οποία με τη σειρά της εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το ανθρώπινο δυναμικό του. Ο αριθμός των μελών αποτελεί, πράγματι, μέτρο για την ακμή ενός σωματείου, εφόσον κατά κανόνα το μεγαλύτερο ποσό των εσόδων προέρχεται από τις συνδρομές των μελών. Σύμφωνα με τις διαπιστώσεις του Δ.Σ. του 1922, ο Πανελλήνιος μετέβη από μια αρχική περίοδο έντονης δραστηριότητας, ως το 1896, σε μια τριετή ύφεση, για να περάσει στη συνέχεια σε μια φάση δεκαετούς σχεδόνακμής(18991908). Μετά το 1908 παρατηρείται, αντίθετα, νέα κάμψη του συλλόγου89γιανα ανακάμψει πολλά χρόνια αργότερα, στο τέλος της περιόδου που εξετάζουμε. Πανελλήνιο (βλ. Πίνακα 1) αλλά και στον αριθμό των σταθερών ανά έτος μελών (βλ. Πίνακα 2). Στο Μητρώο του Πανελληνίου 90 υπάρχουν 1891 εγγραφές αλλά το πραγματικό σύνολο των εγγεγραμμένων μελών για τα χρόνια 1891-1899 ανέρχεται σε1.837, αριθμός εξαιρετικά υψηλός. Με βάση τα λίγα στοιχεία που διαθέτουμε και που μάς επιτρέπουν τη σύγκριση με άλλα ομόλογα σωματεία, φαίνεται πως ο ΠΓΣ. αποτελούσε τον ισχυρότερο ίσως πόλο έλξης για νέα μέλη και γι' αυτό το μεγαλύτερο σε μέγεθος αθλητικό σωματείο τουλάχιστον της πρωτεύουσας 91. Βάσει των συνδρομών πάντως και των ετήσιων απολογισμών, τα ενεργά 88. Για τις εργασίες του κολυμβητικού τμήματος, βλ.Έ κ θ ε σ ς ι
... 1920, ό.π.,σ. 8-9 και Έκθεσις
89. Πανελλήνιος Γ.Σ., Έκθεσις... 1922, ό.π.,σ. 4-5. Ενδεικτικό της κάμψης πουπαρ ζειοΠ.Γ.Σ.απότο 1908 είναι ότι στους Πανελλήνιους Αγώνες εκείνης της χρονιάς μετέχει με 53αθλητές έναντι 73του Εθνικού.Δ ε λ τ ο ί ν Ε.Ο.Α. 7, 1 Οκτωβρίου 1908, σ. 289. 90. Βλ. σημ. 125. 91. Έξωαπό την πρωτεύουσα, στο σημαντικότερο εκείνη την εποχή αστικό κέντρο, την Πάτρα, φαίνεται πωςημόδα του αθλητισμού γνωρίζει επιτυχία και οΠαναχαϊκός Γ.Σ. συσπειρώνει υπολογίσιμο αριθμό μελών, εξίσου σημαντικό αναλογικά με εκείνον του Πανελληνίου. Το 1893 αριθμεί 507 μέλη και 86εταίρους και το 1895, 560 μέλη και 180 εταίρους. Ο αριθμός των μελών μειώνεται γύρωστα 1900,ενώγια τα χρόνια πουακολουθούν δενδιαθέτουμε ακόμη στοιχεία προς σύγκριση. Βλ. Ν. Ε. Πολίτης, Ο πατραϊκός αθλητισμός. Α '. Η 1891-1900, Πάτρα, Αχαϊκές Εκδόσεις, 1994, σ. 12, 22, 67, 107. Ο Π.Γ.Σ. αποτελούσ εξάλλου σημαντικό σε μέγεθος αθλητικό σωματείο ακόμη και σε σύγκριση με εξωελλαδικά σωματεία, όπωςγια παράδειγμα τον Πανιώνιο Γ.Σ. Σμύρνης,πουαποτελούσε αναμφίβολα το πιο δραστήριο ελληνικό γυμναστικό σωματείο εκτός ελληνικού κράτους. Απόσκόρπια στοιχεία
Έκθεσις
... 1921, ό.π.,σ. 9-10.
... 1919, ό.π.,σ. 9-10,
ΠΙΝΑΚΑΣ 1
Εγγραφές, διαγραφές και παραιτήσεις στον Πανελλήνιο Γ.Σ. (1891-1922)
Έτος 1891 1892 1893 1894 1895 1896 1897 1898 1899 1900 1901 1902 1903 1904 1905 1906 373 124 413 479 214 196 19 72 227 337 188 105 40 146 199 86 Διαγρ. 125 82 97 119 49 92 87 125 176 61 93 109 151 Έτος 1907 1908 1909 1911 1912 1913 1914 1915 1916 1917 1918 1919 1920 1921 1922 80 26 35 38 50 39 34 31 44 19 49 94 129 50 112 Διαγρ. 43 30 50
μελών
48 31 27 17
Σημ.: Ηστήλη των διαγραφών περιλαμβάνει και τις παραιτήσεις. Επίσης, στο σύνολο των εγγραφών περιλαμβάνονται, όταν καταγράφονται, οιανακατατάξεις (έγγραφες παλαιοτέρων μελών που είχαν διαγραφεί η παραιτηθεί). Τα σύνολα περιλαμβάνουν τα τακτικά και τα πάρεδρα μέ —Τα έτη για την περίοδο 1891-1898 δεν είναι ημερολογιακά αλλά αντιστοιχούν στα λεγόμενα «συλλογικά» έτη, τα οποία ξεκινούν συνήθωςτον μήνα Μάρτιο και εκτείνονται απότη μία Γ.Σ. στην επόμενη. —Οιυπολογισμοί για τα έτη 1891-1898 γίνονται μεβάση τις εγγραφές στο «Μητρώον των μελών», ενώγια τα έτη 1902,1916-1922,μεβάση τους ετήσιους τυπωμένους απολογισμούς. δεδομένα των ετών 1900-1901, 1903-1915 προέρχονται από τις ετήσιες εκθέσειςτων απερχόμενων Δ.Σ. Πρόσθετα στοιχεία αντλήθηκαν επίσης από τα Πρακτικά του Δ.Σ.
που διασώζονται στο αρχείο του Πανιωνίου προκύπτει ότι ο Πανελλήνιο πουτου ίδιου ανθρώπινουδυναμικού με τον Πανιώνιο. Παραθέτω στη συνέχεια τα στοιχεία που άντλησα από τα ελάχιστα προσιτά έγγραφα. Θα πρέπει να σημειώσω παρενθετικά ότι το αρχείο του Πανιωνίου λανθάνει στα χέρια ιδιωτών και ενόψει της έκδοσης κάποιου σχετικού ιστορικού λευκώματος. Ελπίζω μετά την ολοκλήρωση της έκδοσηςτο αρχείο να διατεθεί στους ερευνητές ώστε να εκτιμηθεί και ησημασία του. Σύμφωνα μετα διαθέσιμα στοιχεία, οιεγγραφές νέων μελών στα χρόνια 1911-1918 ακολούθησαν την εξήςπορεία: 9το 1911, 57το 1912, 40το 1913,47 το 1914,129 το 1915,36 το 1916,30 το 1917και 72το 1918. Εξάλλου, 68
μέλη 92 ανά έτος κυμαίνονται κατά μέσο όρο περί τα 300 (βλ. Πίνακα 2). Ο ρυθμός των εγγραφών είναι επίσης ανάλογος, με υψηλότερη τιμή αυτή του 1894, όταν εμφανίζονται 479 νέες εγγραφές, και χαμηλότερη το 1897 και το 1917 (19 εγγραφές), όπως θα περιμέναμε άλλωστε. Στα χρόνια 1891-1899, που διαθέτουμε συνεχή στοιχεία για την κίνηση των εγγραφών, φαίνεται πως οι εγγραφές γίνονται συχνά κατά επαγγελματικές ομάδες η και κατά οικογένειες93. Ο ενθουσιασμός, πάντως, των ετών 1893-1894 δε φαίνεται να επαναλαμβάνεται ως το 1922. Μοναδική εξαίρεση το έτος 1900, όταν προφανώς η ψήφιση του νόμου ,ΒΧΚΑ' που έδινε νέα αίγλη στη γυμναστική ώθησε πολλούς στα γυμναστήρια καιτουςγυμναστικούς συλλόγους. Κάτι ανάλογο συνέβη και κατά τα χρόνια απότο1906, ενόψει της οργάνωσης της Μεσολυμπιάδας στην Αθήνα.
ΠΙΝΑΚΑΣ 2
Μέλη του Πανελληνίου
Έτος 1899 1900 1901 1902 1903 1904 1905 1906 1907 1908 Τακτικά 256 347 385 391 304 285 338 428 263 300 Πάρεδρα Ενεργά
Γ.Σ.
(1899-1922)
Επίτιμα
Αντεπιστ.
46 161 213 369 540 630
97 100 104 108
18 19 21
μέλη εμφανίζονται να πληρώνουν την ετήσια συνδρομή τους το 1914και 34 το 1915. Αντίθετα, αύξηση παρουσιάζει το σωματείο στα χρόνια 1917-1920: 315 μέλη καταγράφονται για συλλογικό έτος Οκτ. 1917 - Σεπτ. 1918, 405για το έτος Οκτ. 1918 - Σεπτ. 1919και 372 για το έτος Οκτ. 1919 - Σεπτ. 1920. Μικρότερος, τέλος, είναι οαριθμό την περίοδο Οκτ. 1913 - Σεπτ. 1914και 167,111,105αντίστοιχα για τ απόΟκτ. 1914ωςΑυγ.1917. 92. Χρησιμοποιώ εδώτον όρο «ενεργά μέλη» όχι μετην έννοια του αθλητή πουδίνει τ καταστατικό του Π.Γ.Σ.αλλά μετην έννοια του μέλους πουπληρώνει σταθερά τη συνδρομή του και μετέχει στη ζωήκαι τη δράση του σωματείου. 93. Στο Μητρώο των μελών, όπου η αναγραφή δεν είναι αλφαβητική αλλά κατά σειρά εγγραφής, παρουσιάζονται με συνεχόμενη αρίθμηση άτομα του ίδιου επαγγέλματος (π.χ. στρατιωτικοί, υπάλληλοι Ε.Τ.Ε. κλπ.) καθώς και άτομα με το ίδιο επώνυμο.
Έτος 1914 1915 1917 1918 1919 1920 1921 1922 Πηγές:
Τακτικά
Πάρεδρα 9 16
20
Ενεργά
Αντεπιστ.
Επίτιμα
116 102
97 94
121 221
259 165
23
21
βλ. Πίνακα 1.
λούθηση του αριθμού των διαγραφών, οι οποίες μάς είναι ωστόσο λιγότερο γνωστές. Οι διαγραφές γίνονται, κατά πάγια τακτική στους συλλόγους, όταν τα μέλη καθυστερούν να πληρώσουν τη συνδρομή τους. Η καθυστέρηση αυτή αποτελεί σωματείου. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι περισσότερες διαγραφές γίνονται αμέσως μετά την αύξηση των εγγραφών: το 1895, το 1901-2 και το 1906. Μικρότερες διακυμάνσεις εξάλλου στο ρυθμό των εγγραφών νέων μελών καθώς και στον ετήσιο αριθμό των «ενεργών» τακτικών μελών εξηγούνται με βάση πολιτικά και στρατιωτικά γεγονότα αλλά και γεγονότα που συνδέονται μετον ίδιο τον σύλλογο. Για παράδειγμα, η ξαφνική πτώση των εγγραφών το 1903 θα πρέπει να αποδοθεί στην αποχώρηση, το προηγούμενο έτος, του Π.Γ.Σ.απότον Σ.Ε.Α.Γ.Σ., γεγονός που οδήγησε αναπόφευκτα σε σχετική απομόνωση το σωματείο. Αντίστοιχα, η αύξηση των εγγραφών τις αμέσως δύο επόμενες χρονιές συνδέεται, εκτός από την επικείμενη Μεσολυμπιάδα, και με τη δημιουργία του γυναικείου τμήματος τέννις που προσείλκυσε στον Πανελλήνιο σημαντικό αριθμό γυναικών μελών. Εκτόςαπότα τακτικά μέλη και τους αθλητές του σωματείου, στο γυμναστήριο του Π.Γ.Σ. μπορούν να ασκούνται, πληρώνοντας εισιτήριο, και μη μέλη του σωματείου 94. Οι εισπράξεις των εισιτηρίων αποτελούν έναν επιπλέον δείκτη του δυναμισμού του σωματείου, το οποίο συσπειρώνει στους χώρους του όχι μόνο τα μέλη του αλλά και όσους επιθυμούν απλώς από καιρού εις καιρόνναγυμνασθούν
του Γυμνασίου»: Κανονισμός
94. Σύμφωνα μετον κανονισμό του γυμναστηρίου, «οιτου Γυμνασίου θαμώνες διαιρούνται εις δύο κατηγορίας, ήτοι εις μέλη του Πανελληνίου Γυμναστικού Συλλόγου και εις συνδρομητάς σ τ κ ιο ύ Συλλόγου,
του εν Αθήναις Κεντρικού Γυμνασίου
Αθήνα 1896,άρθρο 43, σ. 14.Τοεισιτήριο κόστιζε 1 δρχ.για 20 εισόδ
του... Πανελλη
ΣΩΜΑΤΕΙΑΚΗ ΖΩΗ Ο αριθμός των ασκουμένων στο γυμναστήριο (τακτικά μέλη,αθλητές καιμη μέλη) αποτυπώνει εν μέρει την εικόνα της καθημερινής ζωής στον αθλητικό σύλλογο και προσφέρει μια ένδειξη για την απήχηση της σωματικής άσκησηςως δραστηριότητας του ελεύθερου χρόνου. Ο αριθμός των 150ασκουμένωνημερησίως στο γυμναστήριο του Π.Γ.Σ. 9 5 δεν είναι αμελητέος. Πολλές είναι εντούτοις οι μαρτυρίες ότι αυτός ο αριθμός δεν ήταν σταθερός αλλά αυξομειωνόταν ανάλογα με τις συγκυρίες. Σταθερό, για παράδειγμα, είναι το παράπονο που διατυπώνεται σε πολλές εκθέσεις η συνεδριάσεις του Δ.Σ. ότι τα γυμναστήρια γέμιζαν μόνο λίγες μέρες πριν από τη διεξαγωγή αγώνων στην Αθήνα για να αδειάσουν πάλι αμέσως μετά τη λήξη τους. Η για το αθλητικό σωματείο το γυμναστήριο αποτελεί έναν από τους βασικούς χώρους κοινωνικής επαφής και συναναστροφής, χώρος συνάντησης ήταν επίσης τα γραφεία και το εντευκτήριο του συλλόγου. Το γραφείο είναι ο χώρος των συνεδριάσεων, κυρίως του διοικητικού συμβουλίου αλλά ενδεχομένως και της γενικής συνέλευσης96, τουλάχιστον μετά το 1895 που εγκαινιάζονται το γυμναστήριο και οι εγκαταστάσεις του Πανελληνίου. Σταθερά στους χώρους του σωματείου γίνονται οι συνεδριάσεις του Δ.Σ. μετά το 1902 97 . Μέχρι τότε, ο τόπος όπου συνεδρίαζε το Δ.Σ. φαίνεται πως ποίκιλλε: μπορεί να ήταν το σπίτι του προέδρου η και μελών του Δ.Σ., το γραφείο του συλλόγου η η Αρχαιολογική Εταιρεία 98 . Η μέρος μόνο των μελών. Η παρουσία στις γενικές συνελεύσεις είναι μάλλον ισχνή, αντησυγκρίνουμε με το συνολικό αριθμό των μελών99. Η πολυπληθέστερη
96. Ο τόπος συνεδριάσεων της Γ.Σ.δενκαταγράφεται στα Πρακτικά της, ενώαντίθετα λεπτομερώς δηλώνονται οι εκάστοτε τόποι συνεδρίασης του Δ.Σ. 97.Στα χρόνια 1915-1917, κάποιες συνεδριάσεις γίνονται επίσης στον σύλλογο «Παρνασσός», ενώ το 1922, όταν μετέχει στο Δ.Σ. ο Δ. Μακρής, μερικές συνεδριάσεις γίνονται στο Εκπαιδευτήριο του. 98.Το1899 η Αρχαιολογική Εταιρεία παραχώρησε στον Π.Γ.Σ μία από τις αίθουσές της για να συνεδριάζει το Δ.Σ. του συλλόγου: «Έκθεσις των πεπραγμένων του Δ.Σ. ... 18991900». 99. Σύμφωνα μετο καταστατικό του 1892 (άρθρο 24, παρ. 1)και του 1894 (άρθρο 6, παρ. 3), η Γ.Σ. θεωρούνταν ότι είχε απαρτία ε φ ό σ ο νπαρίσταντο 20 τακτικά μέλη. Το καταστατικό του 1900 ανέβασε το απαιτούμενο όριο στα 30 τακτικά μέλη (άρθρο 6, παρ. 3). Τέλος, σύμφωνα μετο καταστατικό του 1912,ηαπαρτία επιτυγχάνεται με την παρουσία 25 τακτικών η πάρεδρων μελών (άρθρο 6, παρ. 4). Η τροποποίηση πουεπιβάλλεται από το νόμο 281/1914
95.Έκθεσις
... 1919, ό.π., σ. 8.
ΠΙΝΑΚΑΣ 3
Παρουσία
Συνεδρίαση 21.12.1892 20. 2.1893 14. 3.1893 8. 4.1893 17. 4.1893 16. 6.1893 2. 7.1893 29.10.1893 2.12.1893 17.12.1893 18. 1.1894 14. 2.1894 18. 3.1894 27. 4.1894 5. 3.1895 2. 6.1896 9. 6.1896 29. 3.1898 22.11.1898 Παρόντες 27 40 130 48 45 31 30 29 24 39 25 22 21 27 150 41 100 82 33
μελών στις συνεδριάσεις
Συνεδρίαση 9.1.1900 12.3.1900 19.3.1900 11.3.1901 24.3.1902 5.8.1902 16.3.1903 7.3.1904 13.3.1905 5.3.1906 18.3.1907 16.3.1908 15.3.1909 30.5.1909 7.4.1910 27.3.1911 12.2.1912 4.3.1912 18.3.1912 Παρόντες 42 43 62 80 88 32 47 37 56 64 41 46 35 35 31 32 35 40 31
της
Συνεδρίαση 23.3.1914 19.1.1915 8.2.1915 7.2.1916 28.2.1916 29.1.1917 26.2.1917 19.2.1918 25.2.1918 3.2.1919 23.2.1920 27.2.1920 7.2.1921 28.2.1921 24.2.1922 13.3.1922
Γ.Σ.
(1892-19
Παρόντες 31 26 35 26 23 27 27 28 27 41 57 21 58 49 67 23
Σημ.: Δενκαταγράφονται οι συνεδριάσεις οιοποίες αναβλήθηκαν λόγω έλλειψης απαρτίας και εκείνες για τις οποίες τα στοιχεία είναι ελλιπή. παρουσία συναντάται το 1895 με 150 μέλη στη Γ.Σ. αλλά ένα χρόνο πριν, το 1894, καμία συνέλευση δεν είχε παραπάνω από 27 παρόντες. Εντούτοις, η χρονιά εκείνη ακριβώς —το 1894 αλλά και η αμέσως προηγούμενη—εχεινα επιδείξει τημεγαλύτερη συρροή νέων μελών στο σύλλογο. Μετά το 1898 παρατηρείται μια σταθερή κάμψη στις παρουσίες, η οποία ανακόπτεται προσωρινά τα χρόνια 1901, 1902 και 1906. Μικρή ανάκαμψη, μετά από δεκαετή κρίση, σημειώνεται την τελευταία τετραετία 1919-1922 (Πίνακας 3).
της
απαρτία: Π.Γ.Σ., Τροποποιήσεις
19ης
Νοεμβρίου
1914,
του Καταστατικού
υπαγορεύει την παρουσία του τετάρτου του συνολ
ψηφισθεσ ί αι
[Αθήνα 1916],άρθρο 6, παρ. 4.
υπό της Γενική
με βάση τα ιστορικά γεγονότα και την ιστορία του συλλόγου. Για παράδειγμα, η υψηλή συμμετοχή στη Γ.Σ. της 14ης Μαρτίου 1893 αντανακλά την κρίση που διερχόταν ο Πανελλήνιος λίγο πριν από τη διάσπαση του και τη δημιουργία του Εθνικού. Η αμφισβήτηση της πολιτικής του Δ.Σ. και συγκεκριμένα του προέδρου I. Φωκιανού καθώς και η αγωνία για τη φυσιογνωμία και το μέλλον του σωματείου οδήγησε τα μέλη του σε μαζική συμμετοχή στη συνέλευση. Αντίστοιχα, η προετοιμασία των Ολυμπιακών του 1896 και της Μεσολυμπιάδας του 1906 εχει το αντίκρυσμά της στο ενδιαφέρον των τακτικών μελών να μετάσχουν στις συλλογικές διαδικασίες. Το 1897, χρονιά ήττας και απογοήτευσης, μία μόνο συνεδρίαση γίνεται στον Π.Γ.Σ., χωρίς όμως να καταγράφεται η συμμετοχή. Άλλα και τα δύσκολα χρόνια των Βαλκανικών Πολέμων και του Α' Παγκοσμίου Πολέμου δεν ενθάρρυναν, όπως φαίνεται, τη συμμετοχή πολλών μελών στη διοίκηση του συλλόγου. Α ν υιοθετήσουμε την περιοδολόγηση της δράσης του Πανελληνίου πουτο απερχόμενο Δ.Σ. του 1922 όρισε100, μπορούμε να παρακολουθήσουμε τις διακυμάνσεις της συμμετοχής των τακτικών μελών στις Γ.Σ. Κατά την πρώτη περίοδο ωςτο1896, περίοδο ακμής, η μέση συμμετοχή ανά Γ.Σ. είναι 49 μέλη και κατά την επόμενη περίοδο ακμής (1900-1908), ο μέσος όρος ανεβαίνει στα 53 μέλη Αντίθετα, στα χρόνια κρίσης του συλλόγου 1909-1918, η συμμετοχή μειώνεται στα 30 ατομα ανά Γ.Σ. για να αυξηθεί την επόμενη τετραετία στα 45 ατομα Εντούτοις, ακόμη και στα θεωρούμενα ως χρόνια ακμής του συλλόγου, η συμμετοχή είναι προφανώς περιορισμένη. Α ν συγκρίνουμε τα δεδομένα των παρουσιών στις Γ.Σ. (Πίνακας 3) με τον αντίστοιχο αριθμό των μελών (Πίνακας 2), διαπιστώνουμε ότι η υψηλότερη συμμετοχή, η οποία παρατηρείται στα χρόνια 19001908, αντιπροσωπεύει στην ουσία μόλις το 15% των μελών.
Όπως προκύπτει άλλωστε από τον κατάλογο των μελών, των περισσοτέρων η παρουσία τους στο σύλλογο είναι βραχύβια: το μεγαλύτερο μέρος διαγράφοντα για καθυστέρηση συνδρομής μετά από 1 έως 2 χρόνια101 (πβ. και Πίνακα 1 Φαίνεται λοιπόν πως υπήρξε για πολλούςμιααρχικήυποκίνηση ναεγγραφούνσε ένα αθλητικό σωματείο, ίσως όχι για λόγους που σχετίζονται με τη σωματική άσκηση καθεαυτή, αλλά πως δεν εντάχθηκαν κατ' ουσίαν στη σωματειακή ζωή. Παρόλο που τα κίνητρα των μελών δε δηλώνονται, θα μπορούσαμεναυποθέσουμε ότι πολλοί από τους υπαλλήλους ή τους ελεύθερους επαγγελματίες θα γράφτηκαν στον Πανελλήνιο όχι για να γυμνασθούν αλλά για να βρουν ένα χώρο υποδοχής,ναδημιουργήσουν σχέσεις η να ενταχθούν σε ένα δίκτυο φιλίας 100. Βλ.εδώ, σ. 231. 101.Τα στοιχεία αυτά προέρχονται απότην επεξεργασία των 373εγγραφών του έτους 1891 στο Μητρώο των μελών, όπουαναγράφονται τόσο ηημερομηνία εγγραφής όσοκαι ηημερομηνία διαγραφής. 102. Πβ.τα όσα γράφει ο P. Arnaud για τα αθλητικά σωματεία της Λυόν: P. Arnaud • J.
Αλλά τελικά η μεγάλη απόσταση που χωρίζει τα εγγραφέντα από τα ενεργά μέλη οδηγεί στην υπόθεση ότι λίγοι έκαναν χώρο της κοινωνικής τους επαφής το αθλητικό σωματείο. Αυτοί οι λίγοι ωστόσο συνδέθηκαν μεταξύ τους και λειτ γησαν με όρους σχεδόν οικογενειακών δεσμών, όπως αφήνουν να διαφανεί, πολύ αργότερα ωστόσο,τα γράμματα που στέλνουν στρατιώτες μέλη του Π.Γ.Σ. από το μέτωπο της Μικρασίας αλλά και οι απολογιστικές εκθέσεις των διοικητικών συμβουλίων. Το 1919, σε μια ανασκόπηση της δράσης του συλλόγου, σημειώνεται: «Οι αθληταί τότε [πρώτη πενταετία] δεν προσήρχοντο εις το Γυμναστήριο μόνον όπως ασκηθώσι καθ' ωρισμένας ώρας, αλλά διήγον εν αυτώ όλην σχεδόν την ημέρανκαισυνεδέοντο προς τον Σύλλογον διά της στοργής, ην ησθάνοντο προς τον ίδιον αυτών οίκον» 103.
Ανηπληροφορία αυτή θεωρηθεί ακριβής, τότε θα πρέπει να υποθέσουμε ότι οι αθλητές κατεξοχήν έβρισκαν στο σωματείο ένα χώρο υποδοχήςπουαντιστο σε —ή και υποκαθιστούσε ενδεχομένως— την οικογένεια και το σπίτι. Σ' αυτό το χώρο οι δεσμοί αναπτύσσονταν γύρω από μια διαχωριστική γραμμή, εκείνη που χώριζε τη διοίκηση από τους αθλουμένους. Και επειδή αυτή η γραμμή διέκρινε δύο ιεραρχημένα επίπεδα, οι δεσμοί προσδιορίζονταν από τη σχέση διοικούντων και διοικουμένων. Γι' αυτό ίσως, με ορούς «στοργής», εκφραζόταν μια πατρική σχέση — του Δ.Σ. προς τους αθλητές του συλλόγου. προσανατολισμό του προς την προετοιμασία αθλητών που θα του χάριζαν νίκες στουςελληνικούςκαιτουςδιεθνείς στίβους, υπήρξε μια πολιτική εύνοιας προς τουςαθλητές, ηοποία διατυπώνεται με σαφήνεια στα καταστατικά. Ήδη το 1900 προβλέπεται η ελάττωση της συνδρομής των αθλητών η και η πλήρης απαλλαγή τους με απόφαση του Δ.Σ. 1 0 4 . Το 1912, οι αθλητές απαλλάσσονται εξαρχήςαπόοποιαδήποτε καταβολή συνδρομής. Στους «διαπρέψαντας εις επισήμους αγώνας, τιμής ένεκα» δίνεται επίσης η δυνατότητα να μεταπηδήσουν στην κατηγορία των τακτικών η παρέδρων μελών χωρίς να είναι υποχρεωμένοι να πληρώσουν εγγραφή η συνδρομή105.
Camy (έκδ.), La naissance pratiques sportives
103.Έ κ θ ε σ ς ί ... 1918, ό.π.,σ. 9.Και το 1923 διατυπώνονται παρόμοιες παρατηρήσεις για την πρώτη εποχήδράσης του συλλόγου ωςπρος«τον αδελφικόν δεσμόν όστις συνήνουτους αυτού εργαζομένους, την αφοσίωσιν ηνησθάνοντο οιαθληταί, την αυτοθυσίαν μέχριςτης οποίας έφθανον ούτοι πολλάκις»: Έκθεσις ... 1922, ό.π.,σ. 4. 104. Καταστατικόν..., ό.π., άρθρο21, παρ. 2. 105. Καταστατικόν..., ό.π., άρθρο23. Ως παράδειγμα αλληλεγγύης μπορεί να αναφε απόφαση του Δ.Σ. (συνεδρίαση 20 Δεκ. 1918)να προσφέρει χρηματική ενίσχυση 50 δρχ. προς
du Mouvement , Λυόν 1986, σ. 185.
Sportif
Associatif
en France.
κού αριθμού αθλητών στον Πανελλήνιο, εφόσον η αθλητική επίδοση και η αγάπη γιατησωματική άσκηση αρκούσαν για να γραφτεί κάποιος στο σύλλογο ως «ενεργό μέλος». Η σημαντική, όπως φαίνεται, αύξησητουαριθμούτωναθλητών συντέλεσε στο να γίνει καθοριστική και η παρουσία τους για την καθημερινή ζωή του σωματείου. Α ν λάβουμε, για παράδειγμα, υπόψη μας το γεγονός ότι τα χρόνια 1907-1908 ο αριθμός των αθλητών είναι διπλάσιος από εκείνον των τακτικών μελών (βλ. Πίνακα 2), μπορούμε να σταθμίσουμε και το βάρος τους στη σωματειακή ζωή.
δους ακμής του συλλόγου, φαίνεται πως πήγαιναν καθημερινά και για πολλές ώρες στο γυμναστήριο. Δε συνέβαινε όμως το ίδιο με τα τακτικά μέλη. Η συχνότητα των επαφών μεταξύ των τακτικών μελών ακολουθεί το δικό της ημερολόγιο.Οιμεν γενικές συνελεύσεις από το 1894 ορίζονται σε 3καιαπό 1900 σε 2 το χρόνο, το μήνα Μάρτιο. Στα χρόνια 1891-1894, που δεν υπάρχει τέτοιος όρος στο καταστατικό, καταγράφονται 59 συνεδριάσεις, δηλ. κατά μέσο όρο περίπου μία Γ.Σ. το μήνα. Οι συναντήσεις τα πρώτα χρόνια, ως το 1894, γίνονταν συνήθως περί τις 9 μ.μ. και διαρκούσαν κάποιες φορές και μετά τα μεσάνυχτα. Στη συνέχεια, οι συνελεύσεις γίνονται πρωί, περί τις 10 π.μ. όταν είναι Κυριακή, και απόγευμα (4 μ.μ. η 6. μ.μ.) όταν είναι Σάββατο 106 .
ανάλογους ρυθμούς. Από το 1892 ως το 1922 εγιναν 365 συνεδριάσεις, δηλ κατά μέσο όρο 12 το χρόνο107, με σημαντικές ωστόσο διακυμάνσεις, από 5 και 6 το χρόνο (1897 και 1908 αντίστοιχα) έως 25 (1902) 108 . Οι συναντήσεις γίνοντα επίσης τοβράδυ (περί τις 7 μ.μ. - 9. μ.μ.) αλλά και νωρίς το απόγευμα (4.30 - 5 μ.μ.) και διαρκούσαν 2 ώρες περίπου. Φαίνεται πως η εποχή του χρόνου δεν επηρεάζειτηνώρα έναρξης των συναντήσεων. Υπάρχει επομένως μια περιοδικότητα επαφών, που επιβάλλεται από τη λειτουργία των οργάνων του συλλόγου αλλά και από τις εορτές, τις τελετές, τις εκδρομές κλπ. όπου τα τακτικά μέλη υποχρεούνται να μετάσχουν. Ο ελεύθερος χρόνος που διατίθεται για τη συμμετοχή στη σωματειακή ζωή είναι συνήθως
τον παλαιό αθλητή του Π.Γ.Σ. Δημ. Νομικόπουέπασχε από φυματίωση. Απότη των τακτικών μελών πουκλήθηκαν να συνεισφέρουν συλλέχθηκαν εξάλλου 185 δρχ. Ιαν. 1919). 106. Κάποιες συνεδριάσεις της Γ.Σ. ήταν επίσης βράδυνες (6.30-7 μ.μ.) αλλά δεν γνωρίζουμε τη μέρα 107. Όλα τα καταστατικά, εκτός από εκείνο του 1894, όριζαν ότι έπρεπε να γίνεται μία τακτική συνεδρίαση του Δ.Σ. κάθε μήνα. 108. Ο ιδιαίτερα υψηλός αριθμός των συνεδριάσεων του Δ.Σ. το 1902 οφείλεται στην αποχώρηση, εκείνη τη χρονιά, του Πανελληνίου από τον Σ.Ε.Α.Γ.Σ.
ΠΙΝΑΚΑΣ 4
Συνεδριάσεις
Έτος 1892 1893 1894 1895 1896 1897 1898 1899 1900 1901 1902 Δ.Σ./έτος 7 15 18 10 8 5 7 15 19 19 25
Διοικητικού
Έτος 1903 1904 1905 1906 1907 1908 1909 1910 1911 1912 1913
Συμβουλίου
Έτος 1914 1915 1916 1917 1918 1919 1920 1921 1922
(1892-1922)
Δ.Σ./έτος 10 13 13 12 13 15 14 16 10
Δ.Σ./έτος 13 10 13 11 10 6 7 7 8 9 7
βραδυνός και μεσημεριανός αλλά και τα πρωινά της Κυριακής. Παρόλοπουη Κυριακή αργία θα καθιερωθεί το 1909 στην Αθήνα 109, φαίνεται πως οι επαγγελματικές υποχρεώσεις των μελών του Π.Γ.Σ. τους παρείχαν ελεύθερο χρόνο το πρωινό της Κυριακής αλλά και το απόγευμα του Σαββάτου. Για τις υπόλοιπες μέρες, είναι γνωστό πως υπήρχαν μεσημβρινές διακοπές σε όλα τα επαγγέλματα πριν από τη νομοθετική ρύθμιση του καθημερινούωραρίου εργασίας πουέγινετο 1911.
ζωή καλύπτουν μέρος του ελεύθερου χρόνου των μελών, γεγονόςγιατοοποίο και οι ίδιοι έχουν πλήρη συνείδηση. Παρόλο που δεν είμ γνωρίζουμε από πότε ακριβώς η έννοια του ελεύθερου χρόνου αποκτά στην Ελλάδα το περιεχόμενο που έχει στις δυτικές βιομηχανικές κοινωνίες, είναι ενδεικτική η παρατήρηση του απερχόμενου Δ.Σ. του 1922 για το «ενδ ειργάζοντο οι διοικούντες αυτόν [τον Π.Γ.Σ.] θυσιάζοντες όχι μόνον τας ώρας της σχολής των, αλλ' αυτάς τας ώρας ας απήτουν αι επαγγ ασχολίαι» 110. συλλόγου η για τη σωματική άσκηση. Όπως όλα τα σωματεία, ο Πανελλήνιος είχε το καφενείο του 111 , όπου τα μέλη μπορούσαν να συναναστραφούν, νασυζητήσουν 109. Βλ. «Περί αναδημοσιεύσεως εις εν ενιαίον κείμενον των νόμων περί Κυριακής αναπαύσεως», ΦΕΚ Α' 92, 12 Απριλίου 1914. 111. Δ.Σ. 26 Ιουνίου 1896και Δ.Σ. 2 Αυγούστου 1900.
110. Έκθεσις... 1922, ό.π.,σ. 4.
σουν και να καπνίσουν 1'2. Ταυτόχρονα οργάνωνε εκδηλώσεις τόσο αθλητικές όσο καιαπλώςψυχαγωγικές, όπου μετείχαν τα μέλη αλλά και οι οικογένειές τους καθώς και μέλη άλλων σωματείων. απότοστίβο ή τις κερκίδες. Οι αγώνες εξάλλου δίνουν τη δυνατότητα γιατη δημόσια προβολή της σωματειακής ταυτότητας και τη συγκινησιακή συμμετοχή στην κοινότητα που συγκροτεί ο σύλλογος.
«Η προς τον Σύλλογον αγάπη των αθλητών και των μελών αυτού [...] μετέδιδε κατά τους αγώνας ζωηρότητα και ενθουσιασμόν εις πάντας τους θεατάς καιαπό της στιγμής καθ' ην η φάλαγξ των αθλητών εισήρχετο εις το Στάδιον, προπορευ ομένων των ημετέρων, με την σημαίαν του Συλλόγου αναπεπταμένην, μέχρι της απονομήςτηςΝίκης εις τον Πρόεδρον, αι ζητωκραυγαί υπέρ του «Πανελληνίου», τα χειροκροτήματα μεθ' εκάστην επιτυχίαν, ο κυματισμός εκατοντάδων σημαιώ μετοσύμβολον του Συλλόγου, τον Δισκοβόλον, παρείχον συγκινήσεις ανεξαλείπτους από της μνήμης όλων όσοι παρέστησαν εκεί» 113 .
«Αι αθλητικαί αύται πανηγύρεις»114 ακολουθούνται συχνά από εσπερινές εκδηλώσεις: θεατρικές παραστάσεις και παράθεση γεύματος προς τιμήν εκείνων που μετείχαν, κυρίως εφόσον πρόκειται για αγώνες όπου ο Πανελλήνιος ήταν διοργανωτής και οικοδεσπότης 115. Θεατρικές παραστάσεις δίνονται επίσης για την οικονομική ενίσχυση του συλλόγου. Το 1894, για παράδειγμα, ο θίασος «η Πρόοδος» του Μιχ. Λάμπρου και ο θίασος του Κοτοπούλη προσφέρονται να δώσουν «ευεργετικήν παράστασιν» υπέρ του Πανελληνίου 116. Με γεύμα στο ξενοδοχείο «Μινέρβα» γιορτάζονται επίσης το 1901 τα δέκα χρόνια του συλλόγου117. κατηγοριών σωματείων 118. Ο Πανελλήνιος δεν διατηρεί τμήμα πεζοποριών και 112. «Εις πάντας ά ν ε υ εξαιρέσεως απαγορεύεται το κάπνισμα εντω χώρωτου Γυμναστηρίου.Οιβουλόμενοι να καπνίσωσιν οφείλουσι να μεταβαίνωσι προς τούτο ειςτο εντω Γυμναστήριο) διαμέρισμα του καφφείου. Ειςτους μαθητάς πάντως των σχολείων απαγορεύεται απολύτως 113. Έκθεσις ... 1916, ό.π.,σ. 13. Για το βραβείο της Νίκης, βλ.εδώ, σ. 125.
ό.π.,σ. 29. Γυμναστηρίου Συλλόγου,
το καπνίζειν»: Κανονισμός του εν Α θ ή ν α ς ι Κεντρικού Α.Β.Υ. τω Δ ι α δ ό χ ω Πανελληνίου Γυμναστικού 114.Επετηρίς 1902-1903,
του υπό Αθήνα 1894,άρ
115. Μετά το τέλος των «Σωτηρίων» του 1902, δόθηκε τιμητική παράσταση στο Δημοτικό Θέατρο απότη Νέα Σκηνήκαι παρατέθηκε γεύμα στο ξενοδοχείο «Σπλέντιτ». Στο ίδιο. Μ γεύμα, εξάλλου, τίμησε ο Π.Γ.Σ.τους αθλητές του πουτου χάρισαν την πρώτη νίκη στους Πανελλήνιους αγώνες του 1905 (Δ.Σ. 9 Μαΐου 1905) καθώς και τους ολυμπιονίκες αθλητές του στη Μεσολυμπιάδα του 1906 (Δ.Σ. 24 Μαΐου 1906). 116. Δ.Σ. 13 Οκτωβρίου 1894και Δ.Σ. 17 Οκτωβρίου 1894. 117. Δ.Σ. 24 Ιανουαρίου 1901. Στο γεύμα παρακάθησαν 50 μέλη του Π.Γ.Σ., δημοσιογράφοι,οπρόεδροςτου Σ.Ε.Α.Γ.Σ. Σπ. Λάμπρος, ονομάρχης Αττικής, ο υπουργός Παιδείας Σ. Στάης. Περιγραφή του γεύματος, βλ. στις εφ.Ακρόπολις,31 Ιαν. 1901,Σκριπ, 31 Ιαν. 1901,
Νεολόγος Κων/πόλεως, 31 Ιαν. 1901.
οπωσδήποτε η αντίληψη που έχει για τη σωματική άσκησηείναι διαφορετική από εκείνη τωνποδηλατικών π.χ. και πεζοπορικών η και κυνηγετικών σωματείων. Οι εκδρομέςλοιπόν που διοργανώνει έχουν κυρίως ψυχαγωγικό χαρακτήρα χωρίς εντούτοις να αποκλείεται και η σωματική άσκηση. Στο πλαίσιο των εκδρομών, διεξάγονται «αθλητικαί παιδιαί», υπό τη διεύθυνση και επίβλεψη τουαρχηγού τωνεκδρομών,μέλους του Δ.Σ. με διακεκριμένες αρμοδιότητες μόνο για χρόνια 1900-1912. Οι εκδρομές στοχεύουν επιπλέον στη σύσφιγξη των «μεταξύ των συναδέλφων σχέσεων»119 στον ύπαιθρο χώρο, όπου εγκαταλείπουν «ε ημέραντηνπνιγηράν των καφφενείων ατμόσφαιραν και τας κονιοβριθείς οδούς τουαστεος» 120 .Γιατηνπερίοδο που εξετάζουμε, στα πρακτικά καιτιςαπολο στικές εκθέσεις του Δ.Σ. αναφέρονται ωστόσο μόλις επτά εκδρομές:το 1893 στον Αγιο Κοσμά, το 1896 στο Πέραμα Σαλαμίνας, το 1900 στην Κηφισ 1903 στο Δαφνί και την Αγία Παρασκευή, το 1916 πάλι στην Αγία Παρασκευή και το 1919 στο Γαλάτσι 121 . Ανεξάρτητα απότις περιοδικές η συγκυριακές εκδηλώσεις, ο Πανελλήνιος
καιοσύλλογος αργεί. Το εορτολόγιο αυτό περιλαμβάνει τις κύριες θρησκευ εορτές του χρόνου122, τις Κυριακές και την επίσημη εορτή του συλλόγου,πουείναι η εορτή του Αγίου Γεωργίου, γνωστού «αθλητικού» αγιου 123 .
απέκλειεστηνουσία εκείνους που η εργασία τους δεν τους άφηνε ελεύθερο χρόνο μέσα στη βδομάδα. Η επιθυμία κάποιων νέων εργατών να περάσουν την αργία της Κυριακής γυμναζόμενοι η, ενδεχομένως, να διακριθούν μετέχοντας ως τές σε αγώνες θα πρέπει να βρίσκεται πίσω από το αίτημα προς τον Π.Γ.Σ. ομάδας εργατών το 1906: «Σπεύδομεν διά της Παρούσης μας ίνα παρακαλέσομεν υμάς όπως το υπό την υμετέραν Προεδρείαν Γυμναστίριον μένη κατά τας Κυριακάς ανοικτόν προς ευκολείαν των θελόντων να Γυμνάζωνται.
119. «Έκθεσιςτων πεπραγμένων του Δ.Σ.του Π.Γ.Σ. κατά το έτος 1903-1904», σ. 11. 120. Περιγραφή της εκδρομήςτου Π.Γ.Σ.στο Πέραμα της Σαλαμίνας απότην εφ.Παλιγγενεσία (11 Δεκ. 1896). Στην εκδρομή μετείχαν, σύμφωνα με την εφημερίδα, πάνω από 200 άτομα, ενώέγιναν επί τόπου και πρόχειροιαγώνες στη δισκοβολία, τη σφαιροβολία, το δρόμο 100 μ.και 400 μ.και στο άλμα απλούν. 121. Βλ. αντίστοιχα Δ.Σ. 16 Ιουνίου 1893, Παλιγγενεσία 11 Δεκ. 1896, Δ.Σ. 23 Μ 1900, «Έκθεσις ... 1903-1904»,ό.π.,Δ.Σ. 17 Μαρτίου 1916και Έκθεσις... 1919, ό.π.,σ. 7. 122. Καθορίζεται στο Δ.Σ.της 8ης Απριλίου 1895. Κατά τις Κυριακές και εορτές, επιτρέπεται ηάσκησητων μελών τις απογευματινές ώρες. 123. Η εορτή αυτή καθορίζεται απότο καταστατικό του 1892. Στο πρώτο καταστατικό ου 1891ωςεπίσημη εορτή του συλλόγου οριζόταν η 25η Μαρτίου. Οιλόγοι της αλλαγής δεν καταγράφονται.
Καθώτη οι πλοίστοι εξ ημών υπαγώμεθα εις την εργατηκήν τάξιν. Ελπίζωνταις ότι η παράκλησίσμας θέλη εισακουσθή»124. ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ ΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΙΚΗΣ ΟΜΑΔΑΣ Παρόλο που ο Πανελλήνιος ήταν ένα σχετικά ανοιχτό σωματείο με λιγότερους μηχανισμούς αποκλεισμού νέων μελών απ' ό,τι άλλα σύγχρονά του αθηναϊκά σωματεία —όπως π.χ. το Lawn Tennis Club αλλά και ο Εθνικός—εντούτοις η κοινωνική του φυσιογνωμία ήταν με σαφήνεια προσδιορισμένη. Φαίνεται πωςη ασφαλιστική δικλείδα στην περίπτωση του Πανελληνίου ήταν η διάκριση μεταξύ τακτικών και ενεργών μελών που δημιουργούσε δύο ιεραρχημένες κατηγορίες μελών του συλλόγου. μελών της επαγγελματικής ιδιότητας κάθε τακτικού μέλους μάς επιτρέπει να σκιαγραφήσουμε, με σχετική βεβαιότητα, την κοινωνική σύνθεση του συλλόγου 125 . Η μελέτη των επαγγελματικών κατηγοριών πουεκπροσωπούνται στο σύνολο των 1.837 μελών μάς οδηγεί λοιπόν στα ακόλουθα συμπεράσματα (βλ. Πίνακα 5): 1. Παρατηρείται μεγάλη ποικιλία επαγγελμάτων τα οποία ωστόσο στο σύνολο τους ανήκουν στα μεσαία και ανώτερα στρώματα. 2. Στο σύνολο των μελών σημαντικότερες είναι κατά σειρά οι εξής κατηγορίες: οι φοιτητές (272 = 17%), χωρίς να περιλαμβάνω σ αυτό το σύνολο τους διδάκτορες, οι στρατιωτικοί (200 = 12,5%), οι υπάλληλοι δημόσιοι και ιδιωτικοί (204 = 12,8%), οι νομικοί (κυρίως δικηγόροι, 165 = 10,3%), οι έμποροι (108 = 6,8%). Από τις υπόλοιπες κατηγορίες, 38 είναι οι γυμναστές, 86 οι εκπαιδευτικοί, της Μέσης Εκπαίδευσης κυρίως, 64 οι γιατροί. 124. «Προς τον Πρόεδρον του Αθήναις Πανελληνίου Γυμναστικού Συλλόγου», 1 Μαΐου 1906. Ενδεχομένως η στιγμή που διατυπώνεται το αίτημα θα πρέπει να συνδεθεί με την επικείμενη Μεσολυμπιάδα. Tο Δ.Σ. αποφάσισε να δεχθεί το αίτημα των 20 νέωνκαι το γυμναστήριο να «μένη προσωρινώςανοικτόν καθ' εκάστην Κυριακήν, χάριν δοκιμής,από της 7 μέχριτης 9 π.μ.». Δ.Σ. 8 Μαΐου 1906. Ειδικέςάδειες απουσίας φαίνεται πωςπαραχωρούνται επίσης από τους εργοδότες σεαθλητές που ήθελαν να προπονηθούνστο γυμναστήριο του Π.Γ.Σ. Αυτή είναι η περίπτωση του αθλητή του Π.Γ.Σ. Β. Στουρνάρα, υπαλλήλου της Τράπεζας Αθηνών,οοποίος εξασφαλίζει άδεια δύο φορέςτην εβδομάδα μετά τις 5 μ.μ. (1 Μαρτίου 1908). 125.Το«Μητρώον του Πανελληνίου Γυμναστικού Συλλόγου ιδρυθέντος τη 10η Φεβρουαρίου 1891» είναι ένα χαρτόδετο τεύχος 4ου σχήματος με 478 χειρόγραφες σελίδες. Περιέχει 1.891 εγγραφές πουαντιστοιχούν σε1.837 τακτικά, επίτιμα και αντεπιστέλλοντα μέλη. Για κάθε μέλος σημειώνονται τα εξήςστοιχεία: αύξων αριθμός, όνομα και επώνυμο,αριθμός διπλώματος (πρωτοκόλλου), επάγγελμα, ημερομηνία εκλογής, ημερομηνία παραιτήσεως η διαγραφής. Για τις υπ' αριθ. 1802-1834 εγγραφές σημειώνεται και η διεύθυνση κατοικίας. Τα στοιχεία αυτά δεν είναι πλήρηγια όλες τις εγγραφές. Η παλαιότερη εγγραφή του μητρώου έγινετην ήμερο-
3. Από τα ανώτερα στρώματα, σημαντικότερες είναι οι κατηγορίες των κτηματιών (63) και των τραπεζιτών (32), ενώ δεν είναι αμελητέα και η παρουσία των πολιτικών, εφόσον καταγράφονται 28 βουλευτές και 2 υπουργοί. ΠΙΝΑΚΑΣ 5
Τα
μέλη του Πανελλήνιου κατά επαγγέλματα
Γυμναστικού Συλλόγου (1891-1899)
Γυμναστές 38 Πρόεδροι συλλόγων 3 Βουλευτές 28 Πρέσβεις 5 Δημοτικοί σύμβουλοι 4 Ακόλουθοι πρεσβείας/διπλωμάτες 3 Δήμαρχοι 3 Διερμηνείς 2 Πρίγκηπες 2 Υπουργοί 2 Νομάρχης 1 Κτηματίες 63 Τραπεζίτες 32 Χρηματιστές 16 Εργοστασιάρχες 9 Μεσίτες 8 Βιομήχανοι 3 ΔιευΟ. Τράπεζας 3 Τραπεζομεσίτες 2 Εμποροτραπεζίτης 1 Ενεχειροδανειστής 1 Εφοπλιστής 1 Μεγαλέμπορος 1
Δικαστικοί 4 Συμβολαιογράφοι 2 Γιατροί 42 Φαρμακοποιοί 14 Οδοντίατροι 6 Διδ. Ιατρικής 2 Καθηγητές Μ.Ε. 34 Δημοδιδάσκαλοι 18 Καθηγητές Πανεπιστημίου 8 Διδάκτορες Φιλολογίας 5 Διευθ. Λυκείου 5 Σχολάρχες 4 Ελληνοδιδάσκαλοι 3 Γυμνασιάρχες 2 Διδ. φυσικών επιστημών 2 Διευθ. Εκπαιδευτηρίου 2 Διδ. Γαλλικών 1 Διδ. πολιτικών επιστημών 1 Διδάσκαλος οπλομαχητικής 1 Διευθ. Διδασκαλείου 1 Διευθ. Σχολής Βιομ. Τεχνών 1 Διευθ. Ωδείου 1
Μηχανικοί 37 Εργολάβοι 9 Στρατιωτικοί 200 Αρχιτέκτονες 7 Αρχαιολόγοι 3 Δικηγόροι 125 Χημικοί 3 Διδάκτορες Νομικής 34 Γεωπόνοι 2 Σημ.: Σεπερίπτωση πουαναφέρονται δύο επαγγέλματα για κάποιο μέλος, έχειπροτιμηθεί το ανώτερο. Στην περίπτωση των γυμναστών πουέχουνκαι άλλη ιδιότητα (π.χ. φοιτητής) θεωρήθηκε ισχυρότερη η ιδιότητα του γυμναστή.
μηνία ίδρυσης του συλλόγου (10 Φεβρουαρίου 1891)καιητελευταία στις 25 Μαρτίου 1899. Η κίνηση των μελών έχειενημερωθεί ωςτο 1900 (διαγραφές, παραιτήσεις, ανακατατάξεις) και σε
V. / ι / * Α (\R\C\ ν ν Λ ΓΙ RIR
Εργοδηγοί 2 Ναυπηγοί 2 Δημοσιογράφοι 20 Ζωγράφοι 5 Γλύπτες 2 Μουσικοί 2 Χοροδιδάσκαλος 1 Καλλιγράφοι 4 Στενογράφος 1 Φοιτητές 272 Νομικής 89 Ιατρικής 39 Μαθηματικών 9 Φυσικών επιστημών 6 Φιλολογίας 5 Πολυτεχνικής 2 Φαρμακευτικής 2 Μαθητές 6 Σπουδαστές 3
Υπάλληλοι
Δημόσιοι 65 Τραπέζης 39 Ανακτόρων 16 Σιδηροδρ. 13 ιδιωτικοί 8 Δημοτικοί 5 Τροχειοδρ. 2
179
Καπνοπώλες/καπνέμποροι 7 Οινοποιοί/οινοπώλες 6 Πιλοποιοί/πιλοπώλες 6 Υποδηματοποιοί 6 Διευθ. ξενοδοχείου 3 Ζαχαροπλάστες 3 Ζυθοποιοί/ζυθοπώλες 3 Ωρολογοποιοί 3 Αρτοποιοί/αρτοπώλες 2 Λεπτουργοί 2 Μεταξουργοί 2 Ξυλουργοί/ξυλέμποροι 2 Ζωέμπορος 1 Καφεπώλης 1 Κρεοπώλης 1 Λευκοσιδηρ. 1 Σανοπώλης 1 Σελοποιός 1 Ταπετσιέρης 1 Δεν Τεχνίτης ηλεκτρ. 1 Τραπεζοποιος 1 Υδραυλικός 1 Φανοποιός 1 Βιβλιοδέτες 4 Βιβλιοπώλες 3 Τυπογράφοι 2 Λιθογράφος 1 Χαράκτης 1 Φωτογράφος 1 Κοσμηματογράφος 1 Εμπορορράπτες 8 Ράπτες 4 Παραγγελιοδόχοι 7 Τηλεγραφητές 3 Αργυραμοιβοί 2 Κληρικοί 3 Δεν δηλώνεται 230
Εμποροϋπάλληλοι 25 Έμποροι 108 Κουρείς 19 Παντοπώλες/όπωροπώλες 12 Ξενοδόχοι 10 Χρυσοχόοι 9 Επιπλοποιοί 7
Η τικών, είναι απολύτως κατανοητή με βάση το χαρακτήρα του Π.Γ.Σ. ο οποίος
καλλιεργεί, παρά την ποικιλία των αθλητικών δραστηριοτήτων του, κυρίως τον κλασικό αθλητισμό και στο καταστατικό του, από την ίδρυσή του το 1891, έθετε ως στόχο την «εις απάσας τας κοινωνικάς τάξεις διάδοσιν της γυμναστικής». Η εκπαιδευτική καιδιδακτική διάσταση είναι σαφήςστην πολιτική του συλλόγου, ο οποίος εξαρχήςπροσδιόρισε ως μέσο επίτευξης των στόχων του, μεταξύ άλλων, την ίδρυση γυμναστηρίων στην Αθήνα, ενός κεντρικού και άλλων σε διάφορα μέρη της πόλης, όπου θα γινόταν «η εκγύμνασις επί μικρώ τιμήματι τωνεργατικών τάξεων» 126 . Για τους ίδιους ακριβώς λόγους ίδρυσε εξάλλου, όπως είδαμε, Σχολή Γυμναστών αλλά και Γυμναστριών. Διαπιστώνουμε συνεπώς και σ' αυτή την περίπτωση τη σύνδεση του αθλητισμού αφενός με την εκπαιδευτική διαδικα σία και αφετέρου με τη φιλανθρωπική δραστηριότητα. Ο αθλητισμός εξυπηρετεί, έστω και στο επίπεδο των προθέσεων, μια στρατηγική κοινωνικοποίησης των νέων και ηθικοποίησης των λαϊκών τάξεων, διδάσκοντας την πειθαρχία στην ανθρώπινη συμπεριφορά και επιτρέποντας τον έλεγχο στον ελεύθερο χρόνο. Η Σχολής) 127 μεταξύ των μελών του Π.Γ.Σ. 1 2 8 μπορεί επίσης να ερμηνευθεί, εφόσον είναι γνωστό ότι η άθληση κατέχει σημαντική θέση σε όλους τους νεανικούς συλλόγους, αλλά και γιατί οι αθλητικοί σύλλογοι δημιουργούνται συχνά από
126. «Κανονισμός...», 29 Μαρτίου 1892,άρθρο 2, παρ. Β'. Στο καταστατικό του 1894, η διατύπωση αλλάζει: «ηεκγύμνασις επί μικρώτιμήματι πάντων των πολιτών» (άρθρο 1, παρ. Β'.). Συγκεκριμένη έκφραση αυτής της πολιτικής είναι ηαπόφαση, το 1922,«να δημιουργηθώσιν,προςδιευκόλυνσιν της επί μικρω τιμήματι ασκήσεως των πολιτών, δεκάλεπτα εισιτήρια του Γυμναστηρίου, ισχύοντα διά μίαν έκαστον είσοδον, δεδομένου ότι ηαγορά των υπότου Καταστατικού κεκανονισμένων εισιτηρίων συνδρομητών δραχμής μιας, δυνατόν να μητυγχάνη ευχερής ειςτους απορωτέρους» (Δ.Σ. 5 Μαρτίου 1922). 127.Ηενασχόληση με τον αθλητισμό των φοιτητών κυρίως της Νομικής και της Ιατρικής επιβεβαιώνεται και από τα δεδομένα των φοιτητικών αθλητικών αγώνων πουδιοργανώνονται στο Παναθηναϊκό Στάδιο την Κυριακή, 4Μαΐου 1908: πρώτη σεσυμμετοχές είναι η Νομ Σχολή με 12 αθλητές, δεύτερη η Ιατρική με 11,και ακολουθούνηΦιλοσοφική καιηΣχολή Φυσικών Επιστημών με 5αντίστοιχα και ηΘεολογική με4. Νικήτρια των αγώνων αναδείχτηκε η Νομική Σχολή. Δελτίον της Ε.Ο.Α. 7, 1 Οκτ. 1908, σ. 298. 128. Η νεανική ταυτότητα του Πανελληνίου δενείναι δυνατόν να τεκμηριωθεί, εφόσονδεν καταγράφεται ηηλικία των μελών και των αθλητών. Τονεαρό της ηλικίας μπορεί να συναχθεί μόνοαπότην ιδιότητα των μελών (φοιτητές, γυμναστές) και απόαυτή καθεαυτή την ικανότητά τους να γυμνάζονται και να έχουνεπιδόσειςστους αγώνες. Τα μόνα δεδομένα πουέχωστη διάθεσή μου,από τους αγώνες πουοργάνωσε ο Π.Γ.Σ. το 1891,επιβεβαιώνουν αυτή την υπόθεση:ομέσος όροςηλικίας των αθλητών είναι 19ετών και μόνοένας είναι 26 (σύνολο: 11). Υπάρχει βεβαίως ηλικιακό όριοπροςτα κάτω για να γίνει κάποιος μέλος του συλλόγου, το οποίο το 1914 ορίζεται στα 16 χρόνια. Αλλά και προηγουμένως στο Δ.Σ. διατυπωνόταν η άποψη ότι «χάριν της σοβαρότητος του Συλλόγου δενπρέπεινα γίνουν μέλη παιδιά, διότι λείπει απ' αυτών ηκρίσις και θα επέλθηανωμαλία εντω μέλλοντι ειςτον Σύλλογον» (Δ.Σ. 1912).
νέους σε αναζήτηση μιας κοινωνικότητας διαφορετικής απ' αυτήν που πρόσφερε ο σχολικός θεσμός. Από την άλλη μεριά, το Πανεπιστήμιο έπαιζε καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη κοινωνικών επαφών και στη δημιουργία νεανικών ομάδων. Οι φοιτητές προέρχονταν από διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές με αποτέλεσμα οι συσπειρώσεις των νέων να γίνονται με σημείο αναφοράς κατεξοχήν το Πανεπιστήμιο. Αλλωστε η ιδιότητα του φοιτητή, υπ' αυτές τις συνθήκες, κατέληγε να αποτελεί σημαντικό στοιχείο ταυτότητας. Αποκαλυπτική για την κοινωνική ταυτότητα του Π.Γ.Σ. είναι η παρουσία ομάδων με υψηλό κοινωνικό κύρος, όπως οι δικηγόροι και οι δημόσιοι υπάλληλοι. Συγκεκριμένα, από το σύνολο των υπαλλήλων που καταγράφονται (204), οι περισσότεροι είναι δημόσιοι και τραπεζικοί υπάλληλοι (65 και 39 αντίστοιχα). Υπάρχουν επιπλέον δεκαέξι (16) που βρίσκονται στην υπηρεσία της βασιλικής οικογένειας. Η ανάλυση τηςσύνθεσης των Δ.Σ. Σύμφωνα με το καταστατικό του 1891, το Δ.Σ. απότα τακτικά μέλη και είναι 14μελές: πρόεδρος, αντιπρόεδρος, γενικός γραμματέας, ειδικός γραμματέας, ταμίας, έξι σύμβουλοι, επόπτης των ασκήσεων, έφορος των οργάνων του γυμναστηρίου και έφορος της βιβλιοθήκης. Μετά το 1894, με το νέο κανονισμό, οι σύμβουλοι θα γίνουν 12 και το Δ.Σ. 17μελές 129 . Το νέο καταστατικό, του 1900, περιλαμβάνει στα μέλη του Δ.Σ.τονέφοροτου γυμναστηρίου και τον αρχηγό των εκδρομών, αυξάνοντας έτσι το σύνολο των μελών σε 19 130 . Η σύνθεση αυτή θα παραμείνει σταθερή τα επόμενα χρόνια με δύο μόνο προσθήκες: το 1901, με τροποποίηση του άρθρου21, προστίθεται και β' αντιπρόεδρος 131καιτο1904, β' ειδικός γραμματέας (με τροποποίηση τουάρθρου 2)132 1904, το Δ.Σ. περιλαμβάνει πλέον 21 μέλη. Ο αριθμός των μελών θα μειωθεί κατά ένα το 1912, όταν δεν συμπεριλαμβάνεται πλέον στο Δ.Σ.οαρχηγός των εκδρομών133. Πριν επιχειρήσουμε την ανάλυση της ομάδας που συγκροτεί το Δ.Σ., είναι σκόπιμο να εξετάσουμε ποιός είναι ο βαθμός κινητικότητας καιανανέωσης που το χαρακτηρίζει. Ανεξάρτητα από τον αριθμό των μελών ενός σωματείου, η σταθερότητα της ηγεσίας του, εφόσον διαπιστωθεί, μπορεί να είναι ενδεικτική του «συντηρητισμού» του αλλά και της κοινωνικής του παρουσίας. Από το Δ.Σ. του Π.Γ.Σ. πέρασαν σε διάστημα είκοσι χρόνων (1891-1911) 95 ατομα, από τα οποία τα περισσότερα παρέμειναν για ένα μόνο χρόνο στο 129. Σύμφωνα μετο νέο καταστατικό, οεπόπτης των ασκήσεων,οέφοροςτων οργάνων και ο έφοροςτης βιβλιοθήκηςδεναναφέρονται μεταξύ των μελών του Δ.Σ. 130. Καταστατικόν..., ό.π.,άρθρο2. 131. Γ.Σ. 11 Μαρτίου 1901. 132. Γ.Σ. 7 Μαρτίου 1904. 133. Καταστατικόν..., ό.π.,άρθρο2.
αξίωμά τους (46). Απ' αυτούς πάλι οι περισσότεροι κατείχαν θέση συμβούλου: 33 συνολικά ήταν σύμβουλοι για 1 μόνο χρόνο. Η διαπίστωση αυτή προφανώς συναρτάται με το γεγονός ότι οι θέσεις των συμβούλων ήταν περισσότερεςκαιο ρόλος τους λιγότερο ουσιαστικός. Ωστόσο, το ίδιο ισχύειαναλογικά καιγια όσους είχαν αναλάβει ένα από τα 5 (αργότερα 7) πιο σημαντικά αξιώματα του Δ.Σ. 1 3 4 : 15 παραμένουν στο ίδιο αξίωμα για 1 μόνο χρόνο, 5 για 2 χρόνια, 7 για 3, από 2 για 4 και 5 χρόνια αντίστοιχα, 3 για 6 ενώ από 1 κατέχει την ίδια θέση επί 7, 11 και 12 χρόνια αντίστοιχα. Για δώδεκα χρόνια (1900-1912) θα είναι πρόεδρος του Π.Γ.Σ. ο Κ. Παπαμιχαλόπουλος. Σημειωτέον ότιοΠαπαμιχαλόπουλος θα διατελέσει εκ νέου πρόεδρος για τη δεκαετία 1914-1924. Υπάρχουν επίσης περιπτώσεις μακράς παραμονής στο Δ.Σ. αλλά με αλλαγή αξιώματος ημεπεριοδική διακοπή της παρουσίας τους. Η διακοπή αυτή συνήθως δεν διαρκεί πολύ και οι περισσότεροι επανέρχονται μετά από 1 έως 3 χρόνια. Κάποιοι παραμένουν λοιπόν στο Δ.Σ. για πέντε έως ένδεκα χρόνια συνεχώς αλλάζοντας ωστόσοαξίωμα. Άλλοιδιακόπτουν την παρουσία τους στο Δ.Σ. για νααναλάβουν τοίδιο αξίωμα πάλι όταν επανέλθουν. Υπάρχουν 10 τέτοιες περιπτώσεις ενώ αντίστοιχα άλλοι 11 αλλάζουν αξίωμα μετά την επάνοδό τους στο Δ.Σ. Στα ρα αξιώματα του Δ.Σ. (βλ. Πίνακα 6), γεγονός που συνιστά μερική ανανέωση, εφόσον κατά μέσο όρο κάποιος παραμένει στην ίδια θέση για 3 περίπου χρόνια. Α ν συνυπολογίσουμε επιπλέον τον αριθμό των μελών που μετέχουν στις Γ.Σ. του συλλόγου, ο οποίος δεν είναι ιδιαίτερα υψηλός, όπως ήδη παρατηρήσαμε, θ μπορούσαμε να μιλήσουμε για σχετική κινητικότητα του Δ.Σ. Το αντίβαρο σ' αυτή την παρατήρηση προέρχεται ωστόσο από τη μακρόχρονη παρουσία του ίδιου προσώπου στο αξίωμα του προέδρου: η θητεία του πρώτου προέδρου του Π.Γ.Σ., του I. Φωκιανού, διακόπηκε με τον θάνατο του. Στη συνέχεια,καιωςτο 1899, υπήρξε συχνήεναλλαγή προέδρων (μεταξύ των οποίων και ο Σπ. Λάμπρος που ήταν και πρώτος πρόεδρος του Σ.Ε.Α.Γ.Σ.). Από το 1900 όμωςέωςτο 1923 η δραστηριότητα του συλλόγου σφραγίζεται από τη σχεδόν αδιάλειπτη παρουσία στο αξίωμα του προέδρου του Κ. Παπαμιχαλόπουλου. Ο το 1888. Το 1892 διατέλεσε και υπουργός Παιδείας. Ηταν διδάκτορας της νομικής και είχε κάνει τις σπουδές του στη Γερμανία. Ήταν επίσης συγγραφέας ιστορικών μελετών. Μέλος του Πανελληνίου εκλέχθηκε στις 4 Οκτωβρίου 1893 αλλά, ωςτο1900, εκτος από τη συμμετοχή τουστην «προςπαρασκευήν αθλητών επιτροπή των Ολυμπιακών Αγώνων» (1896), δεν είχε ιδιαιτέρως αναμειχθεί σε
134. Πρόεδρος, αντιπρόεδρος (α' και β'), γενικός γραμματέας, ειδικός γραμματέας (α' και β'), ταμίας.
ΠΙΝΑΚΑΣ 6
Τα
μέλη του Διοικητικού
Συμβουλίου
(1891-1911)
Αθανασόπουλος Σ . Α. Αντωνόπουλος Βασίλειος Δ . Αντωνόπουλος Σπυρ. Αρβανίτης Σπυρ. Βρυζάκης Αθαν. Γεννηματάς Γεώργ. Γεωργαντάς Φίλιππος Γραικός Όδ. Ζίννης Άθαν. Θών Νικ. Ιωσήφ Ιωάννης I. Καλαμάρας Κ. Κανέτσιος Γ. Καραβίας Ίππ. Κοντός Σωκρ. Γ . Κοτσελόπουλος Ν. Α. Λάμπρος Σπ. Λεοντόπουλος Β. Μερκάτης Αλ.
Μίνδλερ Ιω. Μοσχάκης Γ. Παγκάρας Μ. Παπαμιχαλόπουλος Κ. Ν. Παπαρήτωρ Γ . Πέππας Σ. Περσάκης Δ . Γ. Ρότσιλδ Κ. Σαράτσογλους Αναστ. Σέχος Γεώργ. Μ. Σινίσιος Α. Σούλης Γ . Σούτσος Αλέξανδρος Στρατουδάκης I. Ταμπακόπουλος Π. Τασούλης Ιω. Τσάτσος Γεώργ. I. Φωκιανός Ιω.
Σημ.:
Στον Πίνακα περιέχονται μόνοόσοικατείχαν τα ανώτερα αξιώματα του Δ.Σ.
αθλητικά σωματεία. Στα τέλη του αιώνα, σε προχωρημένη ασφαλώς ηλ εμφανίζεται να ποδηλατεί στους δρόμους της Αθήνας. Πέθανε το 1923 135 .
στο Δ.Σ. και συναποτελούν τη διευθυντική ομάδα έχουν ανάλογα επαγγελματικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά 136. Από τους γυμναστές-ιδρυτικά μέλη του Π.Γ.Σ., μόλις 5 εμφανίζονται στον πίνακα 6. Κι αυτοί πάλι μόνο τα πρώτα
Επιθεωρήσεως, τ. Δ', 1961 σ. 288-289" ΠΑΕΑ 2 (1899-1900), σ. 105· Αναστ. Σαράτσογλους, «Νεκρολογία», Η Νίκη, 1923, σ. 204-205. 136. Μεταξύ των συμβούλων εξάλλου, η παρουσία εκπροσώπων γνωστών οικογενειών της εποχής όπως οι Αβέρωφ, Αγέλαστοι, Καλλιγάδες, Σούτσοι, Μέρλιν κ.ά., από τους οποίους άλλωστε για το προφίλ της διευθυντικής ομάδας του Συλλόγου.
135. Βλ. Βοβολίνη, Μέγα
Ε λ λ η ν κ ιό ν
Βιογραφικόν
Λεξικόν,
Αθήνα, εκδ.
δύο-τρία χρόνια μετέχουν στη διοίκηση 137. Γρήγορα τους υποκαθιστούν άλλες επαγγελματικές ομάδες, οι οποίες έχουν μεγαλύτερη κοινωνική ισχύ: δικηγόροι, ανώτεροι υπάλληλοι, στρατιωτικοί, κτηματίες, ανώτεροι εκπαιδευτικοί. Τουλάχιστον 4 εξάλλου συνδέονται με τα ανάκτορα 138. Ο Ισχυρός. Προστάτης του σωματείου ήταν ο διάδοχος —και έπειτα, βασιλιάς— Κωνσταντίνος. Επίτιμος πρόεδρος και μεγάλος ευεργέτης ο πρίγκηπας Γεώργιος, ύπατος αρμοστής της Κρήτης (1897-1906). Επίτιμα μέλη, οι πρίγκηπες Νικόλαος και Ανδρέας. Το 1898, ο Πανελλήνιος θεσμοθέτησε, όπως αναφέρθηκε, τα «Σωτήρια», αγώνες για να εορτάζεται κάθε χρόνο η διάσωση του Γεωργίου και της κόρης του Μαρίας από δολοφονική απόπειρα. Η απόφαση αυτή σηματοδοτούσε άλλωστε, σύμφωνα με τον Ιω. Χρυσάφη, τη νίκη της φιλοβασιλικής μερίδας μέσα στο σύλλογο, η οποία επισφραγίστηκε και με την εκλογή την ίδια χρονιά ως προέδρου του Ν. Θων, γενικού επιμελητή των ανακτόρων 139.
137. Από το 1894 απαλείφεται απότο καταστατικό κάθε ρύθμισηπουαπαιτούσε να είναι γυμναστές κάποια απότα μέλη του Δ.Σ. 138. Ο Σπ. Δ. Αντωνόπουλος, αδελφός του Βασίλειου, απότη γνωστή οικογένεια των Αντωνόπουλων (προπάππος τους ήταν ο Σπηλιώτης Αντωνόπουλος από την Κόνιτσα της Λακωνίας), ήταν γραμματέας του ανακτορικού γραφείου αλλά και μέλος του Ελευθεροτεκτονικού τάγματος στο οποίο κατείχε τον ανώτερο βαθμό. ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 377, «Μητρώον του Π.Γ.Σ.» και Δ. Γρ. Καμπούρογλους, «Οι Αντωνόπουλοι», Νέα Ε σ τ α ί 8 (1930 1071-1072. Μέλοςτης Στοάς ήταν καιοI. Φωκιανός απότο 1876:Ι ω ά ν ν η ς Φωκιανός..., ό σ. 23. Ο τρίτος πρόεδροςτου Π.Γ.Σ. (1898-1899), Νικόλαος Θων, ήταν γενικός επιμελητής των Ανακτόρων («Μητρώον του Π.Γ.Σ.»). Ο Αλέξανδρος Μερκάτης, πουείχε τον τίτλο κόμητος, ήταν Αυλάρχης του Κωνσταντίνου και του Αλεξάνδρου και Μέγας Αυλάρχης και Μέγας Τελετάρχης του Γεωργίου Β'ενώοΑλέξανδρος Σούτσος Αυλάρχης του Γεωργίου Β'.
Βλ. Ελ. Σκιαδάς, 100χρόνια Λεξικόν
Αγώνων
λου,ότι ο Αντωνόπουλος καιοΦωκιανός ήταν τέκτονες, δημιουργεί ερωτηματικά για το ρόλο που μπορεί να έπαιξαν τα δίκτυα του τεκτονισμού στη συγκρότηση των αθλητικών συλλόγων. Άλλωστε, οι μασονικές στοές αποτελούσαν μία απότις πιοσημαντικές μορφέςτης αστικής κοινωνικότητας στη Δ. Ευρώπη ήδηαπότο β' μισότου 18ου αιώνα. Βλ. G. Gayot, «Les relations de pouvoir dans la franc-maçonnerie française de 1750 à 1850»στο Ε.François (επιμ.), Sociabilité et société bourgeoise..., ό.π.,σ. 204. Σ'αυτή την περίπτωση, ηαλληλεγγύη μεταξύ ενός σωματείου και οισχέσεις μεταξύ τους δενθα εξαρτώνταν μόνοαπότη συνύπαρξή τους στον ίδιο σύλλογο. Ο τεκτονισμός θα μπορούσε λοιπόν να προσφέρει ίσως το ερμηνευτικό κλει για τη συγκρότηση κάποιων σωματείων. Η προσπάθειά μου όμωςνα αναζητήσω στοιχεία π θα φώτιζαν αυτή την όψητων εθελοντικών συσσωματώσεων προσέκρουσεστη σιωπή. 139. Ιω. Χρυσάφης, Οι σύγχρονοι διεθνείς..., ό.π.,σ. 468. Πρωταγωνιστής τη αυτής υπήρξεογ. γραμματέας του Π.Γ.Σ., Σπ. Αντωνόπουλος, πουόπωςείδαμε ήταν γραμματέας του ανακτορικού γραφείου.
ιστορικόν
1896-1996,
νεώτερη
και λαογραφικόν
Αθήνα 1996, σ. 140 και 603. Για τον Μερκάτη, βλ. και Λ.
Ζακύνθου, Αθήνα 1963, τ. Β', σ. 417.
ελληνική
ολυμπιακή
ιστορία.
Ε π ι τ ρ ο π ή
χρόνια του Διχασμού. Τη στιγμή της εκθρόνισης του Κωνσταντίνου ο Πανελλήνιος θα αποστείλει ψήφισμα συμπαράστασης στον έκπτωτο μονάρχη:
«Ο "Πανελλήνιος Γυμναστικός Σύλλογος", συνελθών σήμερον τη τριακοστή του μηνός Μαΐου του έτους χιλιοστού εννεακοσιοστού δεκάτου εβδόμου, ημέρα Τρίτη, διά την εκπληκτικήν και οδυνηράν αγγελίαν της από του θρόνου καταβάσεως του πανενδόξου Βασιλέως των Ελλήνων Κωνσταντίνου IB', λαμβάνει την τόλμην καιτηνυψηλήντιμήν να υποβάλη Αυτώ την ειλικρινεστάτην έκφρασιν βαθυτ σεβασμού, την άκαμπτον πίστιν και την απαράτρεπτον αφοσίωσιν εις τον εσαεί χρόνον»140.
στάση, αλλάζει η επίσημη έκφρασή του. Δεν είναι μόνο ότι αφαιρείται από τον λογότυπο η φράση «υπό προστάτη τη A.M. τω βασιλεί», όπως υποχρεώνονται
υποβάλλονται στις Γ.Σ. του Φεβρουαρίου 1918 και του Φεβρουαρίου 1920 έχουν σαφώς φιλοβενιζελικό περιεχόμενο. Έτσι, στην μεν πρώτη επαινείται το νομοθετικό έργο της κυβέρνησης υπέρ του αθλητισμού και δίνονται συγχαρητήρια στους Πέτρο Καλλιγά και Μιλτιάδη Νεγρεπόντηγιατηνανάληψη υπουργικώναξιωμάτων 142 . Στη δεύτερη, γίνεται λόγος για «το μέγα ενδιαφέρον της Κυβερνήσεως και ιδία του κ. Προέδρου αυτής όστις, εν τη προνοία αυτού διά πάν ότι συ εις την πρόοδον και την αναγέννησιν του ημετέρου έθνους, εξεδήλωσε την επιθυμίαν όπως ίδη διαδιδομένας τας σωματικάς ασκήσεις και προαγόμενοντοναθλητισμόν» 143 .Δενείναι ασφαλώς τυχαίο ότι αυτές μόνο οι εκθέσειςδενυπογράφονται από τον πρόεδρο Κ. Παπαμιχαλόπουλο αλλά από τον αντιπρόεδρο Β. Δ. Αντωνόπουλο. Για τον δικηγόρο Βασίλειο Δ. Αντωνόπουλο, μέλος του Δ.Σ. του Πανελληνίου από το 1902, δε διαθέτουμε επαρκή βιογραφικά στοιχεία πάντως ενδεικτικό για τα πολιτικά του φρονήματα ότι μόνο αυτός από το Δ.Σ.
140. Υπογράφεται από τον πρόεδρο Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλο και τον γ. γραμματέα Α. Σαράτσογλου. Και ηέκθεσηεξάλλου πουείχε υποβάλει το Δ.Σ.στη Γ.Σ. του Ιανουαρίου 1917 ήταν σαφώς φιλοβασιλική: Έκθεσις ... 1916, ό.π.,σ. 11. Ανάλογου περιεχομένου ήταν οι αποφάσεις αφενός να τελεσθεί στο γυμναστήριο δοξολογία για την ανάρρωση του βασιλιά (Δ.Σ. 15 Ιουνίου 1915) και αφετέρου να αγορασθεί η εικόνα του βασιλιά για τα γραφεία του συλλόγου (Δ.Σ. 28 Αυγούστου 1915). 141. Βλ.εδώ, σ. 149. 142.Έκθεσις ... 1917, ό.π., σ. 3-5.Και οιδύο είχαν διατελέσει για πολλά χρόνια μέλη του Δ.Σ.του Πανελληνίου.
143. Έκθεση ... 1919, ό.π., σ. 4.
του Πανελληνίου διορίστηκε ως μέλος της φιλοβενιζελικής Επιτροπής Ολυμπιακών Αγώνων (1918-1920) 144 . τίζεται με ενθουσιασμό από το σύλλογο. «Ο αθλητισμός της νέας Ελλάδος», γράφει το απερχόμενο Δ.Σ., «θα εύρη και πάλιν τον φυσικόν αυτού αρχηγόν» 145. ΕΣΩΤΕΡΙΚΕΣ ΚΑΙ ΕΞΩΤΕΡΙΚΕΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ Ο πόλεμος και η οξεία πολιτική κρίση είχαν αναπόφευκτα τις επιπτώσεις τους στη λειτουργία των σωματείων. Ο διχασμός μεταφέρθηκε, όπως φαίνεται, και στο εσωτερικό των συλλόγων, ακόμη και εκείνων που συνδέονταν με τη διασκέδαση και την ψυχαγωγία 146. Βεβαίως, οι προσωπικές αντιθέσεις, οι συγκρούσεις μεταξύ των μελών αλλά και, κάποτε, οι αντιπαλότητες μεταξύ σωματείων υπήρξαν στοιχείο συμπληρωματικό της συντροφικότητας και των αρμονικών σχέσεων. Παρόλο που οι συγκρουσιακές όψεις της σωματειακής ζωής δεν καταγράφονται συνήθως στα επίσημα κείμενα, πίσω από κομψές διατυπώσεις, αποφάσεις και πραγματικά γεγονότα (διαγραφές, παραιτήσεις κ.ά.) μπορεί κάποιος να ανιχνεύσει πτυχές αυτής της κρυμμένης πλευράς της καθημερινής ζωής στο σωματείο. Στην περίπτωση του Πανελληνίου, δύο ήταν οι συγκυρίες που, σύμφωναμετα διαθέσιμα στοιχεία, σημειώθηκε σύγκρουση που ξεπέρασε τα όρια της προσωπικής διένεξης. Η πρώτη ήταν εκείνη που οδήγησε στη διάσπαση και την ίδρυση του Εθνικού Γυμναστικού Συλλόγου, το 1893. Η δεύτερη εκδηλώθηκε ένα χρόνο μετά, μέσα στο κλίμα της αναβίωσης των Ολυμπιακών Αγώνων. Φαίνεται πως, μετά το συνέδριο των Παρισίων όπου ο Πανελλήνιος εκπροσωπήθηκε από τον Δημήτριο Βικέλα, και την ανάθεση διεξαγωγής της πρώτης νεότερης Ολυμπιάδας στηνΑθήνα,κάποιοι στο Δ.Σ. του συλλόγου πίστεψαν πως ο ίδιος ο Πανελλήνιος —αυτοδικαίως— θα μπορούσε να αναλάβει εκ μέρους της Ελλάδας τη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων. Όταν, μετά τηνεπίσκεψη του de Coubertin στην Ελλάδα, φάνηκε ότι ο Πανελλήνιος δεν επρόκειτο να αναλάβει
144. Μέλοςτης Ε.O.A. ήταν επίσης τα χρόνια 1924-1927. Αντίθετα, μέλη της φιλοβασιλικής Ε.O.A. (1921-1923) ήταν από τον Πανελλήνιο οι Φ. Γεωργαντάς, Αλ. Μερκάτης, Γ. Σούλης, Αλ. Σούτσος. Βλ.Ελ. Σκιαδάς, ό.π. Οαδελφός του Β. Δ. Αντωνόπουλου, Σπυρίδων,πουσυνδεόταν μετα ανάκτορα, είχε πεθάνει το 1899. 145.Έκθεσις... 1920, ό.π., σ. 3. Βλ.επίσης και Δ.Σ. 16 Νοεμβρίου 1920,όπουαποφασίζεται η σύνταξη ψηφίσματος για την επάνοδοτου Κωνσταντίνου. 146. Πβ. Όμιλο Αντισφαιρίσεως Αθηνών. Στον Π.Γ.Σ. εντούτοις δε διακρίνουμε μια ανάλογη αντιπαράθεση. Στα διοικητικά συμβούλια όληςτης κρίσιμης περιόδου συνυπάρχουν οι Κ. Παπαμιχαλόπουλος και Β. Αντωνόπουλος και μάλιστα εκλέγονται με σχεδόντον ίδιο πάντα αριθμό ψήφων.
15. Η κολυμβητική ομάδα του Π.Γ.Σ. (1906) με το σήμα του συλλόγου στις φανέλες των αθλητών, μαζί με τους Αθ. Λευκαδίτη και Γ. Ν. Μαυράκη.
αυτό τορόλο, οι διαφωνούντες κατέθεσαν στο Δ.Σ. πρόταση μομφής. Η πρόταση που κατατέθηκε προς ψηφοφορία από τον σύμβουλο Κάρολο Ρότσιλδ ήταν η εξής: «Ο Πρόεδρος του Συλλόγου [I. Φωκιανός] και οι δύο γραμματείς [Σπ. Αντωνόπουλος και Αλ. Μερκάτης] είναι άξιοι μομφής ως προδόντες τα συμφέροντα του Συλλόγου εν τη διεξαγωγή του περί Ολυμπιακών αγώνων ζητήματος». Η πρόταση καταψηφίστηκε και τα ζητήματα «άτινα συνεκλόνισαν την τέως υπάρχουσαν ομόνοιαν» θεωρήθηκε ότι λύθηκαν147. Μικρά, μεμονωμένα περιστατικά, των οποίων δε γνωρίζουμε τις λεπτομέρειες η τις συνέπειες, αποτυπώνουν επίσης άγνωστες, ταραγμένες όψεις. Το 1906, μέλη του συλλόγου, που είχαν ζητήσει να ασκούνται σε ιδιαίτερες ώρες στο οπλασκητήριο, μονομάχησαν148. Δεν αναφέρονται οι λόγοι, τα πρόσωπα, η έκβαση. Το γεγονός δεν είναι σπάνιο. Στον τύπο καταγράφονται μονομαχίες για λόγους τιμής 149αλλά δενέχουνμελετηθεί ούτε η συχνότητα, ούτε οι αιτίες, ούτε η κοινωνική και επαγγελματική θέση των μονομάχων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, αυτό που ενδιαφέρει είναι ο τόπος της μονομαχίας, που είναι το γυμναστήριο του συλλόγου, αλλά και ο χαρακτήρας της προσωπικής αντίθεσης που καταλήγε στη μονομαχία. Προβλήματα δημιουργούνται επίσης με τους αθλητές του συλλόγου. Το 1902, δύο αθλητές θα αποβληθούν για «ασυμβίβαστη» και «απρεπή» συμπεριφορά στο γυμναστήριο 150. Το 1904, πατέρας θα καταθέσει στο Δ.Σ. καταγγελία εναντίον αθλητή τουΠανελληνίου «ως δήθεν προτείνοντος εις τον υιόν του ανηθίκους προτάσεις», εκτός γυμναστηρίου εντούτοις. Το Δ.Σ. απαγορεύει προσωρινά τη φοίτηση στο γυμναστήριο στον αθλητή 1 5 1 . Ο κανονισμός του γυμναστηρίου και τα καταστατικά όριζαν με αυστηρότητα τα όρια της παρεκτροπής και κωδικο ποιούσαν τις ποινές που επιβάλλονταν. Η συμπεριφορά στο γυμναστήριο έπρεπε ναακολουθεί τις αρχές της «αυστηράς τάξεως και πειθαρχίας» 152.Αλλάκαιο ιδιωτικός βίος των αθλητών έπρεπε να είναι αμεμπτος 153. Πέρα από την ενδοσωματειακή κοινωνικότητα, με τις αρμονικές και συγ-
147. Δ.Σ. 20 Νοεμβρίου 1894. 148. Δ.Σ. 18 Ιανουαρίου 1906. 149. Π3.εδώ. σ. 98. 150. Δ.Σ. 9 Νοεμβρίου 1902. Παρόμοιες περιπτώσεις αναφέρονται και σεεπόμενα χρόνια. Διακρίνεται πάντως —ιδιαίτερα στα χρόνια κρίσης του συλλόγου— μια μεγαλύτερη επιείκεια στην επιβολή ποινών Μαΐου 1911, Δ.Σ. 13 Μαΐου 1911. 151. Δ.Σ. 15 Ιουνίου 1904. Ο γιόςτου καταγγέλοντος δενήταν μέλος του Π.Γ.Σ ούτε πήγαινε πάντως στο γυμναστήριο.
152. Βλ. Κανονισμός Συλλόγου, 153. Πβ.εδώ, σ. 220. του εν Αθήναις Κεντρικού Γυμναστηρίου ... Πανελληνίου
συγκρουσιακές της όψεις, ο σύλλογος αναπτύσσει κοινωνικές επαφές έξω από τα όριά του, με άλλα σωματεία, αθλητικά και μη. Το 1905, ο Πανελλήνιος διατηρεί σχέσεις με 86 σωματεία του «έσω και έξω ελληνισμού», το 1906 με 95καιτο 1907 με 104 154 , από τα οποία τα περισσότερα είναι γυμναστικά καιαθλητικά η περιλαμβάνουν τον αθλητισμό στις δραστηριότητές τους. Στο χώροτωναθλητικών σωματείων ο Π.Γ.Σ. κατέχει πράγματι κεντρική θέση: βρίσκεται σε συνεχή επικοινωνία με άλλους αθλητικούς συλλόγους —ελλαδικούς και εξωελλαδικούς— μετουςοποίους ανταλλάσσει προσκλήσεις για αμοιβαία συμμετοχήσεαγώνες 155 , με δική του πρωτοβουλία συγκλήθηκε το 1897 το συνέδριο των αθλητικών συλλό γων που ίδρυσε τον Σύνδεσμο των Ελληνικών Αθλητικών και Γυμναστικών Σωματείων, ενώ από τους κόλπους του προήλθαν κι άλλα αθλητικά σωματεία όπως ο Παναχαϊκός, ο Εθνικός, ο Παναθηναϊκός 156. Έντονος είναι και ο ανταγωνισμός μεταξύ των αθλητικών σωματείων, κυρίως μετά την ίδρυση του Σ.Ε.Α.Γ.Σ. και την οργάνωση πανελλήνιωναγώνων.Στην Αθήνα της καμπής του αιώνα ο ανταγωνισμός εντοπίζεται μεταξύ Εθνικούκαι Πανελληνίου και μάλιστα τόσο για τα αθλητικά πρωτεία όσο και για τον έλεγχο του Σ.Ε.Α.Γ.Σ. Αποτέλεσμα της διαμάχης άλλωστε θα είναι και η προσωριν αποχώρησητουΠανελληνίου από τον Σ.Ε.Α.Γ.Σ. το 1902. παραγκωνισμό του Πανελληνίου. Η αντίδραση του Πανελληνίου ήταν σχεδόν αναμενόμενη. Στις αλλεπάλληλες συνεδριάσεις του Δ.Σ. του εκφράζεται με οξύτητα η αντίθεση προς τον Εθνικό, «όστις ουδέποτε ειργάσθη υπέρ της γυμναστικής αλλά μόνον διά των εγωιστικών αυτού ενεργειών προσπαθεί να βλάψη εν παντί ζητήματι τον Πανελλήνιον, επέφερε δε εν τέλει και το αποτέλεσμα τουτο» 157 . Οι διαπραγματεύσεις με τον Σ.Ε.Α.Γ.Σ. δεν καταλήγουν σε αποτέλεσμα ικανοποιητικό για τον Π.Γ.Σ. Γι'αυτό αποφασίζει νααποχωρήσειαπότον Σ.Ε.Α.Γ.Σ. και να προχωρήσει στην ίδρυση νέου Συνδέσμου στέλνοντας και σχετική εγκύκλιο στα άλλα αθλητικά σωματεία 158. Η τελευταία απόφαση δεν πρα-
154. «Έκθεσις ... του Δ.Σ. ... 1904-1905», σ. 6, «Έκθεσις ...του Δ.Σ. ... 1906-1907», σ. 6, « Έκθεσις ...του Δ.Σ. ... 1907-1908», σ. 3. 155. Το 1897, εξάλλου, όταν ο Πανελλήνιος βρίσκεται σε δεινή οικονομική κατάσταση, συζητείται το ενδεχόμενονα συνενωθεί σεένα κοινό σύλλογο με τον Αθλητικό Όμιλο Εθνικό Γ.Σ.: Δ.Σ. 23 Νοεμβρίου 1897. 156. Βλ.εδώ, σ. 189, σημ. 84. Το 1916 μάλιστα ο.Π.Γ.Σ. παραχωρεί την αίθουσα γυμναστηρίου του στον Πανελλήνιο Ποδοσφαιρικό και Αγωνιστικό Όμιλο για την ετήσια συνέλευση του (Δ.Σ. 28 Ιαν. 1916). 157. Δ.Σ. 1 Φεβρουαρίου 1902.Για τη σύγκρουση μεταξύ Πανελληνίου και Εθνικού,βλ. εδώ, σ. 282-3. 158. Δ.Σ. 5 Φεβρουαρίου 1902. Ο Μιλτ. Νεγροπόντης διαφώνησε με την τον Σ.Ε.Α.Γ.Σ. και παραιτήθηκε απότο Δ.Σ.
πραγματοποιήθηκε καιέναχρόνο μετά, αφούοΣ.Ε.Α.Γ.Σ. έκανε κάποιες τροποποιήσεις στο καταστατικό του που ικανοποιούσαν τον Πανελλήνιο, ο Π.Γ.Σ. επέστρεψε στον Σύνδεσμο. ΧΡΟΝΙΑ ΑΚΜΗΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΔΟΙ ΥΦΕΣΗΣ
Τα χρόνια εκείνα της σύγκρουσης με τον Σ.Ε.Α.Γ.Σ. ο Πανελλήνιος βρισκόταν σ φάση ακμής, γεγονός που του επέτρεπε προφανώς να αναλάβει το κόστος της αποσχιστικής κίνησης. Όπως ήδη αναφέρθηκε, η πορεία τουακολουθείτην εναλλαγή φάσεων ακμής και ύφεσης,ηοποία αποτυπώνεται αφενόςστοναριθμότων μελών και αφετέρου στην οικονομική κατάσταση του σωματείου. Τα δύο είναι οπωσδήποτε αλληλένδετα, εφόσον το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων προέρχεται από τις συνδρομές των μελών. Η καταγραφή των εσόδων και εξόδων του Π.Γ.Σ γιατηνπερίοδο από την ίδρυση του ως το 1922 επιβεβαιώνει άλλωστε τη σύνδεση αυτή: οι διακυμάνσεις της οικονομικής κατάστασης αντιστοιχούν προςτις διακυμάνσεις του αριθμού των μελών (βλ. Πίνακα 7 και Πίνακες 1 και 2). Η μαντικού αριθμού τακτικών μελών συμπίπτουν συνήθως με την αύξηση και εκείνων που ασκούνται στο γυμναστήριο η στα διάφορα ειδικά τμήματα του σωματείου χωρίς να είναι μέλη. Πράγματι, η δεύτερη σημαντικότερη κατηγορία εσόδων αντιπροσωπεύεται από τις εισπράξεις που προέρχονται από τα εισιτήρια του γυμναστηρίου. Μικρότερα ποσά συγκεντρώνονται από εκείνους που διδάσκονται ξιφασκία στο τμήμα οπλομαχητικής και όσους χρησιμοποιούν το σκοπευτήριο η τιςεγκαταστάσεις της«ψυχρολουσίας». Σχετικά υψηλά είναι εξάλλου, στις αρχές του20ούαιώνα, τα έσοδα από το τέννις, τα οποία προέρχονται όχι μόνο από τις συνδρομές των παικτών αλλά και από την πώληση ιματισμού και ειδών τέννις. Τέλος, τα δίδακτρα των κοριτσιών που διδάσκονταν γυμναστική στη σχολή του Πανελληνίου, όσα χρόνια λειτούργησε, αποτελούσαν ένα επιπλέον έσοδο ύψους ανάλογου μετα προηγούμενα. Σε κάποιες συγκυρίες επίσης, τα έσοδα του συλλόγου ενισχύθηκαν από δωρεές ιδιωτών και χορηγίες του Δημοσίου και του Δήμου Αθηναίων. Σταθερότερη ήταν η ετήσια επιχορήγησηαπότοΥπουργείο των Εκκλησιαστικών καιτηςΔημοσίας Εκπαιδεύσεως, η οποία από το 1909 ορίστηκε για τον Πανελλήνιο στις 3.000 δρχ.139. Στις υψηλές χορηγίες οφείλεται εξάλλουενμέρει και η μεγάλη άνοδος των εσόδων που παρατηρείται το 1922 16Η .
159. Βλ.εδώ, σ. 143, σημ. 188. 160.Το1922οΠ.Γ.Σ. εισέπραξε με μορφή επιχορήγησης 6.000 δρχ.απότο Δημόσιο, 3.500 δρχ.απότον Δήμοκαι 4.000 δρχ.,απότον Σ.Ε.Α.Γ.Σ. Παρόλο πουδεναναφέρονται οιλόγοι γι'αυτή την ξαφνική εισροή χρημάτων, θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι στη δεδομένη πολιτική συγκυρία βάρυναν ενδεχομένωςκαι τα φιλοβασιλικά φρονήματα του σωματείου. Σημαντικές
συνεπάγεται η οργάνωση αγώνων η η κατασκευή νέων εγκαταστάσεων, καλύπτουν πάγια τους μισθούς του προσωπικού και τη συντήρηση του γραφείου και του γυμναστηρίου. Ο Πανελλήνιος απασχολεί γυμναστές (δύο συνήθως, ένα κύριο και έναν βοηθό), οι οποίοι προπονούν τους αθλητές και παρακολουθούν τη γύμναση των μελών, και έναν δάσκαλο της οπλομαχητικής. Οι μισθοί τουεκπαιδευτικού προσωπικού αντιπροσωπεύουν ένα από τα σημαντικότερα μερίδια των εξόδων. Μικρότερη είναι η αμοιβή του κατώτερου προσωπικού, του επιστάτη, του θυρωρού, του υπηρέτη και του βοηθού γραφείου. Αντίθετα, σημαντική είνα ηαμοιβήτουεισπράκτορα, τον οποίο αναγκάστηκε να προσλάβει ο σύλλογος για την είσπραξη των καθυστερούμενων αλλά και των τακτικών συνδρομών των μελών. Η συντήρηση του γυμναστηρίου και γενικότερα τωνεγκαταστάσεων του σωματείου αποδεικνύεται επίσης δαπανηρή. Ο εξοπλισμός, ο φωτισμός, η ύδρευση, η φθορά των εγκαταστάσεων, οι αναγκαίες βελτιώσεις και προσθήκες αντιστοιχούν καισε,μεγαλύτερα η μικρότερα, κονδύλια του προϋπολογισμού. Η βελτίωση των εγκαταστάσεων, την πρόσληψη νέου προσωπικού και την αύξηση της δημόσιας δράσης του Πανελληνίου. Αντίστοιχα, η μείωση τωνεσόδωνσε περιόδους κρίσης οδηγεί σε δραστική μείωση των εξόδων με περιορισμό του προσωπικού η μείωση των μισθών161 και με στοιχειώδη απλώς συντήρηση των εγκαταστάσεων. Η αξία των εγκαταστάσεων του Πανελληνίου ανέρχεται τα χρόνια 1918-1919 στις 20.000 δρχ.: 17.000 η αξία της οικοδομής, 2.000 η αξία των γυμναστικών οργάνων και 1.000 η αξία των επίπλων. Στην περιουσία του συλλόγου προσγράφονται επιπλέον λαχειοφόροι ομολογίες της Εθνικής Τράπεζας, έτσι ώστε η συνολική περιουσία να ανέρχεται στις 22.300 δρχ. Από το 1893 ωστόσο βαραίνει τον Πανελλήνιο ως παθητικό το κόστος των ομολογιών πο εκδώσειγιατηνκατασκευή του γυμναστηρίου και των τόκων τους. Ως το 1922 το δάνειο αυτό δεν έχει εξοφληθεί, φαίνεται όμως πως εξοφλείται στα αμέσως επόμενα χρόνια χάρη και στη νέα φάση οικονομικής ευημερίας που διέρχεται ο σύλλογος. Η ται στον πίνακα 7, σε συνδυασμό με το ανθρώπινο δυναμικό του (βλ. πίνακες 1 και 2), αντανακλά σε μεγάλο βαθμό το βάρος της δημόσιας παρουσίας του συλλό γου. Ο υψηλός αριθμός των εγγραφών και των τακτικών μελών καθώςκαιο σημαντικός αριθμός εκείνων που ασκούνται στο γυμναστήριο κυρίως αλλά καισε
Τα
πάντως ήταν καιοιεισπράξεις από τις συνδρομές των μελών (4.710 δρχ.)και απότα εισιτήρια του 161. Βλ. «Έκθεσιςτων πεπραγμένων υπότου Διοικητικού Συμβουλίου κατά τα έτη 18961898».
ΠΙΝΑΚΑΣ 7
Οικονομική
Έτος 1891 1892 1893 1895 1896-7 1898 1899 1900 1901 1902 1903 1904 1905 1906 1907 1908 1909 1910 1911 1912 1913 1914 1915 1916 1917 1918 1919 1920 1921 1922
κατάσταση
Έσοδα 6.867 5.285,35 18.944,40 18.834,05 15.905 6.649,25 15.458,80 13.791,35 13.537,65 14.847,55 11.878,50 15.059,80 13.364,55 11.610,80 14.750,05 10.693,40 9.258,25 4.700,35 10.131,75 10.868 7.198,95 11.187,90 9.248,45 6.881,70 10.274,59 9.468,75 12.341,50 14.117,30 15.153,35 24.814,90
του Πανελληνίου
Έξοδα 6.756,65 1.495,55 10.393,64 12.099,65 15.201 5.553,50 15.339,30 12.205,10 12.381,55 13.862,30 10.768,95 14.971,35 11.951,45 12.759,40 11.204,15 9.853,15 9.210,90 4.655 7.278,25 8.949,55 5.860,05 6.385,95 7.645,70 6.250,40 7.598,60 6.905,75 10.26,8,30 13.202,45 15.022,50 21.699,85
Γ.Σ.
1891
Σημ.: Τα στοιχεία για το 1914 αφορούν στους μήνεςαπό 1 Μαρτίου ως31 Δεκεμβρίου 1914 γ τους οποίους συντάχθηκε ξεχωριστή έκθεση.Για όλα τα υπόλοιπα χρόνια, τα δεδομένα αντιστοιχούν σε «συλλογικά» έτη, ε φ ό σ ο νοιετήσιοι απολογισμοί, υποβάλλονταν κάθε χρόνοστη Γ.Σ.του Μαρτίου.Για τα έτη 1896-1897, λόγω της κρίσης πουδιερχόταν οσύλλογος, υποβλήθηκεενιαίος απολογισμός.
επιμέρουςαθλητικά τμήματα διαγράφει την ύπαρξη ενός υπολογίσιμου τόπου κατανάλωσης του ελεύθερου χρόνου και ανάπτυξης της ενδοαστικής κοινωνικότητας. Παρά τις διακυμάνσεις των μεγεθών και τις περιόδους ύφεσης, η σύγκριση μεάλλα αθλητικά σωματεία της πρωτεύουσας, όπως ο Εθνικός Γ.Σ.καιο Όμιλος Έρετών 162 , δείχνει τη σχετικήυπεροχήτου πρώτου γυμναστικού σωματείου της Αθήνας. Η υπεροχή αύτη είναι εξάλλου προφανής ακόμη και έναντι του Lawn Tennis Club κατά τα πρώτα χρόνια λειτουργίας των δύο σωματείων 1 και πριν τα σπορ παραγκωνίσουν τον κλασικό αθλητισμό στα ενδιαφέροντα τη αστικής τάξης. Ο καιτηςκοινωνικότητας που αναπτύσσεται στην πρωτεύουσα του ελληνικού κράτουςστην καμπή του 19ου αιώνα. Μέχρι το 1880, οι συναναστροφές στην Αθήνα ήταν περιορισμένες. Επισκέψεις γίνονταν μόνο την Πρωτοχρονιά και στις ονομαστικές εορτές και δεν ξεπερνούσαν τις 10 το πολύ τις 11 μ.μ. Καταστήματα ειδών πολυτελείας αλλά και ανθοπωλεία, μυροπωλεία, χοροδιδασκαλεία εμφανίστηκαν μετά το 1882. Την εποχή του Τρικούπη παρατηρείται πράγματι εν ας σημαντικός μετασχηματισμός της αθηναϊκής ζωής, ορατός στην ίδια την πόλη. Το τραμ, ο «ιπποκίνητος τροχιόδρομος» λειτούργησε το 1882 κιέγινεατμοκίνητος το 1890 συνδέοντας την Αθήνα με το Φάληρο. Ο σιδηρόδρομος, που ένωνε τον Πειραιά με το Θησείο, επεκτάθηκε το 1888 ως την Ομόνοια. Ως τις αρχέ του αιώνα, επεκτάθηκε η χρήση του αεριόφωτος και του ηλεκτρισμού (τα τραμ έγιναν ηλεκτροκίνητα το 1904 και το 1908), βελτιώθηκε το οδικό δίκτυο μετην κατασκευή της λεωφόρου Συγγρού (άρχισε το 1903) 164 και την ασφαλτόστρωση κεντρικών δρόμων (1905), ενώ εμφανίστηκαν τα πρώτα τηλέφωνα (1908). Η πόλη εξωραΐζεται με ιδιωτική και δημοτική πρωτοβουλία καιαποκτά έργαυποδομής. Σημαντικός είναι άλλωστε και ο αριθμός των χώρων όπου καταναλώνεται οελεύθεροςχρόνος: περίπου 69 εστιατόρια, 105 καφενεία, 10 καφωδεία (καφέσαντάν), 2 θέατρα και 4 θερινά αναφέρονται στα τέλη του 19ου αι. Το 1900 ιδρύεται και το Βασιλικό Θέατρο. Αλματωδώς αυξάνεται και ο πληθυσμός της Αθήνας,πουαπό68.607 το 1879 θα αγγίξει τις 114.355 το 1889καιτις 175.430 το 1907 165 . 162. Βλ.εδώ, σ. 288και 317 αντίστοιχα. 163. Πβ.εδώ, σ. 350. 164. Η λεωφόροςΣυγγρού,οπλατύτερος δρόμοςτης Αθήνας,θα μπορούσενα θεωρηθεί ως χώρο ψυχαγωγίας, το Φάληρο. Χαρακτηριστικό είναι εξάλλου ότι το 1909 κυκλοφορία φορτηγών κάρων στη Συγγρούγια να μην ενοχλούν προφανώς τις άμαξες περιπάτου. Βλ. Χριστίνα Αγριαντώνη, « Αστικός εκσυγχρονισμός και κοινωνικές συγκρούσεις (Συμβολήστην ιστορία της Αθήνας)», ανακοίνωση στο Β' Συνέδριο «Η Πόληστους Νεότερους Χρόνους. Μεσογειακές και Βαλκανικές όψεις (19ος-20ός αι.)», Αθήνα, 27-30 Νοεμβρίου 1997. 165. Βλ. L. Leontidou, «Working Class and Land Allocation. The Urban History of Athens
άσκησηςωςδραστηριότητας του ελεύθερου χρόνου μέσα στο σημαντικότερο γυ μναστικό σωματείο της πρωτεύουσας. Το γυμναστήριο του Πανελληνίου γίνεται τόπος άσκησης και συνάντησης, φιλικής συναναστροφής και σωματικής βελτίωσης. Από τις αρχές του 20ού αιώνα πάντως γίνεται κυρίως τόπος προετοιμασίας αθλητών καιεπιδίωξης της επίδοσης με αποτέλεσμα την προφανή ιεραρχική και κοινωνική διάκριση μεταξύ διοίκησης και αθλητών. Οι αλλαγές αυτές στο εσωτερικό του σωματείου σημαίνουν ταυτόχρονα αλλαγές στις μορφές της ενδοσωματειακής κοινωνικότητας, εκείνης που σχετίζεται με τη λειτουργία του σωματείου και τις σχέσεις των μελών μεταξύ τους. Παρόμοια είναι εξάλλουηεξέλιξηκαι στα υπόλοιπασωματεία που είναι προσανατολισμένα στη γυμναστική καιτον κλασικό αθλητισμό όπως ο Εθνικός Γυμναστικός Σύλλογος.
1880-1980», αδημοσίευτη διδ. διατριβή, University of London, 1981, σ. 77'της ίδιας, Πόλεις θροίσεων στην Α θ ή ν α του 19ου αιώνα,
της σιωπής. Ε ρ γ α τ ι κ ό ς εποικισμός της Α θ ή ν α ς και του Πειραιά, 1909-1940, ΕΤΒΑ, [1989], σ. 70-71· Μ. Σκαλτσά, Κοινωνική ζωή και δημόσιοι χώροι κοινω Αθήναι.., ό.π.,σ. 193-195, 250-256' Μ. Χουλιαράκης, Γεωγραφική, διοικητική σμιακή εξέλιξις της Ελλάδος, 1821-1971, τ. Α', Αθήνα 1973' Μεγάλη Ελληνική παίδεια.
Θεσσαλονίκη 1983, σ. 459 κ.εξ." Κ. Η. Μ
κα Ε γ κ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β' Ο Η για Εθνικός Γυμναστικός Σύλλογος. καλλιέργεια της γυμναστικής και ο ανταγωνισμός τα αθλητικά πρωτεία
Η ΔΙΑΣΠΑΣΗ ΤΟΥ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΥ ΚΑΙ Ο ΝΕΟΣ ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ
Ο Εθνικός Γυμναστικός Σύλλογος ιδρύθηκε το 1893 και είναι το δεύτερο σημαντικότερο αθηναϊκό αθλητικά σωματείο για την περίοδο που εξετάζουμε. Επιπλέον, συνδέεται στενά με τον Πανελλήνιο, με μια σχέση τόσο θυγατρική όσο και ανταγωνιστική. Ο Εθνικός σχηματίστηκε από μια ομάδα μελών του Πανελληνίου που διαφώνησαν με την πολιτική του συλλόγου τους,εκείνη που εξέφραζε ο τότε πρόεδρος Ιωάννης Φωκιανός, και αποχώρησαν. Στη συνέχεια, οι δύο σύλλογοι βρέθηκαν συχνά αντιμέτωποι είτε στη διεκδίκηση των πανελλή νιων βραβείων είτε στον έλεγχο του Σ.Ε.Α.Γ.Σ. Ο ανταγωνισμός αυτός πήρε, κάποιες φορές, τη μορφή μονομαχίας και χρωματίστηκε με φανατισμό. Ηυπεράσπιση εκ μέρους των μελών του κάθε σωματείου της ιδιαίτερης «ταυτότητάς» του παρουσιάζει σ' αύτη την περίπτωση ξεχωριστό αναλυτικό ενδιαφέρον, εφόσον τα δύο σωματεία είναι μάλλον συγγενή από άποψη κοινωνικήςκαιεπαγγελματικής σύνθεσης.
Από τις αρχές του 1893, στο εσωτερικό του Πανελληνίου διαπιστώνεται η σταδιακή εκδήλωση μιας αντίδρασης απέναντι στον Ιωάννη Φωκιανό. Τα αίτια της στάσης αυτής κάποιων μελών από το Δ.Σ. του συλλόγου δεν είναι γνωστά Από τα πρακτικά των συνεδριάσεων της Γ.Σ. φαίνεται πως κάποιοι αντιδρούν απέναντι στηνοικονομική διαχείριση του Φωκιανού και στη γενικότερη στρατηγική του ως προς την κοινωνική δράση του Π.Γ.Σ. Η πρώτη φάση της σύγκρουσης, τον Φεβρουάριο του 1893, κλείνει με τη διαγραφή του Ν. Α. Κοτσελόπουλου, γραμματέα του συλλόγου το 1891, «ως ανοικείως προσενεχθέντος»1. 1. Πανελλήνιος Γ.Σ., «Πρακτικών συνεδριών Συλλόγου Βιβλίον Β' 1892-[1912]», 42η συνεδρίαση (26 Φεβρουαρίου 1893). Η διαγραφή αποφασίστηκε με μυστική ψηφοφορία. Υπέρ της καταψηφίστηκε ηδιαγραφή του γενικού γραμματέα I. Ιωσήφ, την οποία επίσης είχε προτείνει ο
Η δεύτερη φάση της σύγκρουσης είναι εκείνη που θα καταλήξει στην ίδρυση τουΕθνικούκαιεκδηλώνεται τονΑπρίλιο του 1893, ενόψει της διοργάνωσης αγώνωναπότονΠανελλήνιο. Ο Φωκιανός υποστηρίζει με θέρμη τη σημασία τωναγώνωνγιατηδιάδοση της γυμναστικής στην Ελλάδα. «Η ιδέα της Γυμναστικής», λέει κατά τη Γ.Σ. της 10 Απριλίου 1893, «δεν δύναται να διαδοθή διά της ιδρύσεως Γυμναστηρίου, αλλά μόνον διά της τελέσεως αγώνων, οίτινες δέον να τελεσθώσιν όσον οίον τε μεγαλοπρεπώς». Η επίδειξη αυτή είναι αναγκαία και για την εκπλήρωση του σκοπού του συλλόγουκαιτηνενίσχυση του γοήτρου του αλλά και για τη βελτίωση της εικόνας της Ελλάδας στα μάτια των ξένων2. Ο αντίλογος προέρχεται από δύο μέλη του Δ.Σ. του Πανελληνίου, τον Αθανάσιο Ζίννη, αντιπρόεδρο, και τον Ιωάννη Σιώρη, σύμβουλο. Και οι δύο, με διαφορετικά επιχειρήματα, υποστηρίζουν τη ματαίωση τωναγώνωνκαιτην εξοικονόμηση χρημάτων για την ίδρυση γυμναστηρίου. Ο Ζίννης θεωρεί, άλλωστε, ότι οι αγώνες αυτοί «ουδέν αλλο είσίν η εξετάσεις των μαθητών των Γυμνασίων» 3. Την άποψή του για προτεραιότητα του γυμναστηρίου ο Ζίννης υποστηρίζει εμπράκτως στο επόμενο Δ.Σ., προσφέροντας δωρεά ύψους 500 δρχ. «υπέρ του Γυμναστηρίου του Συλλόγου», τη στιγμή που συλλέγονται χρήματα για τη διοργάνωση αγώνων4. Μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η άποψη του Ιωάννη Σιώρη, ο οποίος αντικρούει τηθέση του Φωκιανού, προβάλλοντας την προτεραιότητα της ίδρυσης γυμναστηρίου, με την ακόλουθη επιχειρηματολογία: «[ο Π.Γ.Σ.] ήρχισενεκτου αποτελέσματος τελών αγώνας δαπανηρούς, οίτινες εις ουδέν άλλο συντελούσιν ή εις εκθάμβωσιν, αφού ουδέ την υπό του κ. Προέδρου εκφρασθείσαν γνώμην της διαδόσεως του πνεύματος της Γυμναστικής εξυπηρετούσιν, καθόσον ο πολύς λαός, ο διψών γυμναστικήν, χάριν του οποίου ιδρύθη ο Σύλλογος, χάριντουοποίου τελούνται οι αγώνες, ίσταται εκτός των κιγκλίδων θεώμενος αυτούς μακρόθεν εκ των λόφων, ενώ οι αγώνες τελούνται ενώπιον κυριών και ολίγων ανδρώνεκτωνεν τέλει» 5 . Οι υποστηρικτές της ίδρυσης γυμναστηρίου στηλιτεύουν, πράγματι, την επιδεικτική χρήση των αγώνων, οι οποίοι απευθύνονται στους «ολίγους». Το γεγονός ότι, μετά από θυελλώδεις συζητήσεις,επικράτησε ηαντίθετη άποψη —των «αγωνόφιλων»6 και εγκρίθηκε η δαπάνη των 4.000 δρχ. για την τέλεση τωναγώνων,οδήγησε 12 μέλη του Πανελληνίου σε παραίτηση 7. Τρεις μάλιστα 2. Στο ίδιο. 3. Στο ίδιο, 45η συνεδρίαση (8 Απριλίου 1893). 4. «Πρακτικά Συνεδριάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Πανελληνίου Γυμναστικού Συλλόγου», 14η συνεδρίαση (15 Απριλίου 1893). 5. «Πρακτικών συνεδριών ...», ό.π., 46η συνεδρίαση (10 Απριλίου 1893), σ. [55], Σιώρης ήταν δημοδιδάσκαλος και γυμναστής.
6. I. Χρυσάφης, Οι σύγχρονοι διεθνείς Ο λ υ μ π ι α κ ο ί αγώνες...,
7. Βλ. «Πρακτικών συνεδριών ...»,ό.π.,συνεδριάσεις 47η (17 Απριλίου 1893)και 48η (14
Αθήνα 1930
16. Η πρώτη σφραγίδα του Εθνικού Γ.Σ.
απ' αυτούς, οι σύμβουλοι I. Σιώρης, Τρ. Τριανταφυλλόπουλος και Ν. Στεφανάκης, γνωστοποίησαν τις παραιτήσεις τους μέσω των εφημερίδων. Εθνικό Γυμναστικό Σύλλογο. Στον Εθνικό θα προσχωρήσουν στα χρόνια που ακολουθούνκαιάλλα μέλη του Π.Γ.Σ. που παραιτούνται η διαγράφονται. Αντίστοιχα, μέλη και αθλητές του Εθνικού προσχωρούν στον Πανελλήνιο, έτσι που ναυπάρχειανάμεσα στα δύο σωματεία μιας συνεχής, αμφίδρομη ροή προσώπων. Οπωσδήποτε, οΕθνικός δεν παρουσιάζει το ίδιο ανθρώπινο δυναμικό με τον Πανελλήνιο ούτε την ίδια κινητικότητα. Είναι ένας σύλλογος μικρότερου μεγέθους, όπως αποδεικνύεται από την ετήσια διακύμανση των εγγραφών. Δεν παύει, ωστόσο,μετηδραστηριότητά του στο αθηναϊκό περιβάλλον, να αποτελεί το «αντίπαλον δέος» στο χώρο του κλασικού αθλητισμού αλλά και των σπορ. Γεγονός είναι ότι, και επειδή προήλθε από τον Πανελλήνιο, ο Εθνικός είναι κυρίως πουεπιλέγειγιατησφραγίδα του είναι ο Ηρακλής, από το 1903 όμως υιοθετείται η παράσταση «αθλητού δρομέως», επικυρώνοντας και με τη συμβολική γλώσσα την αθλητική του φυσιογνωμία. Ιουνίου 1893). Ο Σιώρης, ωστόσο, διαγράφεται κατά την 49η συνεδρίαση της Γ.Σ. (16 Ιουνίου 1893), για τη συμπεριφορά του στην αίθουσα της Φιλαρμονικής Εταιρείας όπου καταφέρθηκε δημόσια κατά των αρχών του Π.Γ.Σ. Τέλος, άλλοι τρεις θα παραιτηθούν τον Οκτώβριο. Ανάμεσά τους καιοΝάσος Ζίννης. Βλ. 51η συνεδρίαση (29 Οκτωβρίου 1893).
17. Η δεύτερη σφραγίδα του Εθνικού Γ.Σ.
ελληνικής νεολαίας διά παροχής των μέσων της εκγυμνάσεως και ασκήσεως»8, και διαφοροποιείται ως προς αυτό από τον Πανελλήνιο, ο οποίος χωρίς νααποκλείει τη σωματική διάπλαση της νεολαίας από τους στόχους του,δεναναφέρεται ρητά σ' αυτήν. Βεβαίως, ο νέος σύλλογος δεν προχωρεί σε μια κατ' ουσίαν διαφορετική επιλογή, εφόσον οι εκπαιδευτικοί και διδακτικοί στόχοι του συναντούν βασικές παραμέτρους της πολιτικής του Πανελληνίου. Πάντως, τα μέλη του Εθνικού δεν επέλεξαν τυχαία η συμβατικά αυτόν τον συγκεκριμένο στόχο, όπως προκύπτει από την πολιτική που ακολούθησαν στα επόμενα χρόνια. Ο Εθνικός θα είναι ο πρώτος σύλλογος που θα οργανώσει αγώνες παίδων και εφήβων και, μάλιστα, θα τους καθιερώσει ως ετήσιο θεσμό. ρυνθεί. Έτσι, στο δεύτερο καταστατικό του 1894 9 , σκοπός του συλλόγου θεωρείται η «σωματική ανάπτυξις και εκγύμνασις της Ελληνικής νεολαίας διά παντοίων ασκήσεων, παιδιών και οδοιποριών». Εκτός από τη γυμναστική, ήδη επιση-
8. «Καταστατικόν του εν Αθήναις Εθνικού Γυμναστικού Συλλόγου», ΦΕΚ Φεβρουαρίου 1894. 1895. Το καταστατικό φέρειημερομηνία 15 Δεκεμβρίου 1894.
9. Καταστατικόν Εθνικού Γυμναστικού Συλλόγου δ ιρ υ θ έ ν τ ο ς
Γ ' 16, 11
τη 23 Μ
επισημαίνεται ηπαιδαγωγική χρήση των παιχνιδιών —δηλαδήτων σπορ—καθώς και της πεζοπορίας —δηλαδή των εκδρομών. Σ' αυτά το καταστατικό του 1903 θα προσθέσει τις δημόσιες διαλέξεις και μαθήματα και την έκδοση βιβλίων. Οι καθαρά αθλητικές εκδηλώσεις θα πλαισιωθούν μ' αυτό τον τρόποκαιαπόένα φάσμα ευρύτερων παιδαγωγικών δραστηριοτήτων. Παρ' όλα ταύτα, εκτόςαπό την ίδρυση βιβλιοθήκης, δε φαίνεται ο σύλλογος να πήρε κατά την πρώτη αυτ περίοδο ανάλογες πρωτοβουλίες.
των ιδρυτικών μελών του από τον Πανελλήνιο. Πολύ σύντομα ο Εθνικός αποκτά το δικό του γυμναστήριο, στην οδό Κηφισίας, εκεί που βρισκόταν το μέγαρο Παντιά Ράλλη (γωνία Βασ. Σοφίας και Κουμπάρη). Έτσι, μόλις στην τρίτη συνεδρίαση του Δ.Σ. την 7 Αυγούστου 1893 —η πρώτη συνεδρίαση έγινε στις 9 Ιουνίου της ίδιας χρονιάς—, αποφασίζεται η κατασκευή «εισόδου κιγκλιδωτής του Γυμναστηρίου», ενώ σταδιακά το γυμναστήριο εμπλουτίζεται με γυμναστικά όργανα, όπως δίζυγα, εφαλτήριο, ακόντιο κ.ά. 10Επίσης, απότονΟκτώβριοτου 1893 τοποθετείται επιγραφή «Α' Γυμναστήριον Εθνικού Γυμναστικού Συλλόγου», ενώ το 1897 κατασκευάζονται και γραφεία στο γυμναστήριο για τις συνεδριάσεις και τις διοικητικές ανάγκες του σωματείου. τωνασκήσεωνΤρ. Τριανταφυλλόπουλος και ενέκρινε το Δ.Σ. κατά τη συνεδρίαση του της 27 Νοεμβρίου 1893. Ως σκοπός του ορίζεται η «προσήκουσα σωματική άσκησις των μελών και εταίρων αυτού». Οι ασκούμενοι διαιρούνται πράγματι σε δύο κατηγορίες, τα τακτικά μέληκαιτουςεταίρους, καιηάσκηση οργανώνεται με βάση αυτή τη διάκριση και υπό την εποπτεία του διευθυντή του γυμναστηρίου. Αξιοσημείωτο είναι ότι το γυμναστήριο λειτουργεί μόνοτιςεργάσιμες μέρες «από ανατολής μέχρι δύσεως» με διακοπή από 12-2 μ.μ. 11 Η ρύθμιση αυτή είχε χαρακτήρα κοινωνικού αποκλεισμού, εφόσον το μεγαλύτερο μέρος τωνεργαζόμενωντάξεων δε θα είχε τη δυνατότητα να γυμνάζεται. Το 1900 όμως καθιερώνονται τα εσπερινά μαθήματα της γυμναστικής. «Ούτω πολλοί φοιτηταί, υπάλληλοι τραπεζών και άλλοι νέοι μη ευκαιρούντες την ημέραν, γυμνά-
10. Συγκεκριμένα, το γυμναστήριο αποκτά τέσσερα δίζυγα (4ο Δ.Σ., 8 Αυγούστου 1893), φυλάκιο (5ο Δ.Σ., 8 Οκτωβρίου 1893), εφαλτήριο (7ο Δ.Σ., 1 Νοεμβρίου 1893), δενδρύλλια, ακόντιο, σφαιροβόλο, άλλα δύο παιγνίδια, ιμάντες «μετ' αναβολέως», τέσσερεις δίσκους (15ο Δ.Σ., 29 Μαρτίου 1894). Βλ. «Α' Βιβλίον Πρακτικών Διοικητικού Συμβουλίου [1893-1899]». 11. Το εορτολόγιο του γυμναστηρίου, πουαποφασίζεται κατά το Δ.Σ. της 15 Νοεμβρίου 1900, περιλαμβάνει τις εξής αργίες: 14 Σεπτεμβρίου (Ύψωσητου Σταυρού), 25 Δεκεμβρίου (Χριστούγεννα), 1 Ιανουαρίου (Αγ.Βασιλείου), 6 Ιανουαρίου (Θεοφάνεια), τις δύο Κυριακές της Αποκριάς, Δευτέρα του Πάσχα, 15 Αυγούστου (Κοίμηση της Θεοτόκου). Βλ. «Β' Βιβλίον Πρακτικών Διοικητικού Συμβουλίου [1899-1907]».
γυμνάζονται εις το Γυμναστήριον του Εθνικού από της 6 μ.μ. μέχρι της 8 μ.μ.υπ ασθενές φως των λαμπών του πετρελαίου» 12. Ορισμένες κατηγορίες εργαζομένων —και πάλι, όχι εκείνοι που ανήκουν στα κατώτερα στρώματα— αποκτούν έτσιτηδυνατότητα να γυμνάζονται.
ου για την είσοδο και άσκηση στο γυμναστήριο. Οιεταίροι, οιοποίοι αποκτούν αυτή την ιδιότητα για να έχουν το δικαίωμα άσκησης στο γυμναστήριο του συλλόγου, υποχρεούνται στη μηνιαία καταβολή μιας δραχμής. Τα τακτικά μέλη πληρώνουν αντίστοιχα συνδρομή δύο δραχμές το μήνα. Υπάρχουν επίσης εισιτήρια που επιτρέπουν την είσοδο στο γυμναστήριο και σε εκείνους που δεν είναι μέλη η εταίροι. Το 1906, ένα εισιτήριο που επιτρέπει δεκαπέντε εισόδους κοστίζει 1 δραχμή. Την ίδια χρονιά ορίζεται ότι αθλητές έχουν το δικαίωμα δωρεάν εισόδου «ένεκα της ενδείας αυτών η της εξαιρετικής επιδόσεώς των εις αγώνισμά τι» 1 3 . Η εξαίρεση αυτή δεν ίσχυσε ωστόσο για τους μαθητές των γυμνασίων, οι οποίοι ήταν επίσης υποχρεωμένοι να καταβάλλουν δικαίωμα εισόδου στο γυμ στήριο, σύμφωνα με απόφαση του Δ.Σ. 1 4
ται έως σήμερα, αλλά λειτούργησε μετά τη Μεσολυμπιάδα του 1906. Το 1922 το γραφείο και τα αποδυτήρια θα αποκτήσουν ηλεκτρική εγκατάσταση 16 Η ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΜΕΛΩΝ
Το κόστος εγγραφής και παραμονής σε ένα σωματείο όπως ο Εθνικός δε εξαιρετικά υψηλό, όπως συνέβαινε με τα σωματεία εκείνα που απευθύνονταν αποκλειστικά στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα της πρωτεύουσας. Η εγγραφή στοίχιζε δύο δραχμές, όπως και η μηνιαία συνδρομή. Από το 1903, η εγγραφή αυξάνεται σε τρεις δραχμές. Επομένως, όπως και στον Πανελλήνιο, η κοινωνική εμβέλεια περιγράφεται κυρίως από τις μεσαίες τάξεις. Πέρα από το οικονομικό
13. «Β' Βιβλίον...», ό.π.,Δ.Σ. 25 Ιουνίου 1906. 14.Ηαπόφαση αυτή του Δ.Σ. τον Δεκέμβριο 1897αφορούσε σεεγκύκλιο του Υπουργείου Παιδείας, ηοποία όριζε ότι στο γυμναστήριο του Εθνικούθα γυμνάζονταν οι μαθητές του Α' και 15. Δ.Σ. 6 Οκτωβρίου 1905, «Β' Βιβλίον...», ό.π. 16. Δ.Σ. 18 Δεκεμβρίου 1922, «Γ' Βιβλίον Πρακτικών Δ.Σ. και Γενικών Συνελεύσεων 1909-1934». Η εγκατάσταση του ηλεκτρικού καθυστέρησε πολύ, δεδομένου ότι η απόφαση είχε ληφθεί ήδηαπότον Δεκέμβριο 1900.Οιλόγοι της καθυστέρησης ήταν προφανώς οικονομικοί, εφόσον το 1900οηλεκτροφωτισμός του γυμναστηρίου θα στοίχιζε 370 δρχ. Βλ. ΠΑΕΑ 3 (1900-1901), σ. 19.
12. «Η Γυμναστική εν Αθήναις», σ. 21.
ΠΑΕΑ
( 1 9 0 0 ) στο:
Ε θ ν κ ιό ς
Γυμναστικός
Σύλλογ
18. Αθλητές του Εθνικού Γ.Σ. (1904).
φράγμα, η είσοδος των νέων μελών εξαρτάται από την απόφαση των παλαιότερων μελών, δηλαδή από την ήδη υπάρχουσα «κοινότητα». Σύμφωνα με το καταστατικό του 1894, για να γίνει κάποιος δεκτός ως τακτικό μέλος, θα πρέπει να προταθεί από τρία τουλάχιστον μέλη και να εκλεγεί από τη Γ.Σ. του συλλόγου με μυστική ψηφοφορία. Η διαδικασία αυτή είναι, βεβαίως, τυποποιημένη και επαναλαμβανόμενη σεόλα τα σωματεία. Στην περίπτωση του Εθνικού μπορούμε πάντως να επισημάνουμε τη μετάβαση από ένα σύστημα επιλογής των μελών πιο «δημοκρατικό» σε ένα σύστημα συγκεντρωτικότερο. Το καταστατικό του 1903, πράγματι, μεταθέτει την αρμοδιότητα εκλογής των νέων μελών του συλλόγου από τη Γ.Σ. στο Δ.Σ. Η εκλογή γίνεται και πάλι με μυστική ψηφοφορία, αλλά είναι προφανές ότι ο έλεγχος απόκειται πλέον στα χέρια μιας πολύ μικρό τερης ομάδας. Ο γοποιείται σε δύο φάσεις: πρώτον, πριν από την είσοδο στο σωματείο —εφόσον το κόστος της εγγραφής και μόνο μπορεί να είναι απαγορευτικό και δεύτερον μετά την είσοδο, με τη διαγραφή σε περίπτωση μη τακτικής καταβολής της συνδρομής. Σύμφωνα με το καταστατικό του 1894, «πάν μέλοςκαθυστερούν την συνδρομήν αυτού επί δίμηνον, στερείται του δικαιώματος του εκλέγειν και εκλέγεσθαι, παρατείνον δε την καθυστέρησιν επί ένα μήνα έτι, διαγράφεται του μητρώου υπ' ευθύνην του ταμίου του συλλόγου» (άρθρο 8). Ανάλογη διάταξη περιλαμβάνεται και στο καταστατικό του 1903, με τη διαφορά ότι τώρα προβλέπεται έγγραφη ειδοποίηση του μέλους που καθυστερεί τη συνδρομή του. Η εξέλιξηαυτή επιβεβαιώνειτηνυπόθεση ότι η οργάνωση των σωματείων υπακούει σε μια όλο και πιοαυστηρή γραφειοκρατική δομή, η οποία διατρέχει ακόμηκαι τις ανθρώπινες σχέσεις. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά των συνεδριάσεων του Δ.Σ., η πρακτική της διαγραφής «επί μη πληρωμή» αποτελούσε τον κανόνα Μόνο το 1894, διαγράφηκαν, επειδή δεν είχαν πληρώσει τη συνδρομή τους, 151 μέλη. Το γεγονός αυτό επιδέχεται, βεβαίως, καιτηναντίστροφη ερμηνεία, αυτή του μειωμένου ενδιαφέροντος ενός μεγάλου αριθμού μελών για την παραμονή τους στο σύλλογο. Ηέλλειψηεν ανιχνεύεται άλλωστε καιστοναριθμότωνμελών που παρίστανται στις Γ.Σ. του συλλόγου, σε σύγκριση μάλιστα με το συνολικό αριθμό των εκάστοτε τακτικών μελών. Παρόλο που δε διαθέτουμε ακριβή στοιχεία για τα τακτικά μέλη του συλλόγου ούτε και για τη διακύμανση των παρουσιών στις Γ.Σ., φαίνεται πως κατά μέσο όρο παρίστατο το ένα τρίτο η το ένα τέταρτο των μελών17, παρουσία
17. Σύμφωνα μετις διαθέσιμες πληροφορίες, ο Εθνικός είχε 150 τακτικά μέλη το 1897 και 115 το 1899. Αν συνυπολογίσουμε και τη ροήτων νέων εγγραφών (βλ. Πίνακα 1), μάλλον το δυναμικό του συλλόγου κυμαινόταν γύρω στα 150 μέλη. Για τις παρουσίες στη Γ.Σ. διαθέτουμε
σαφώς σημαντικότερη από εκείνη των μελών του Πανελληνίου. Είναι πιθανό στα μικρότερου μεγέθους σωματεία να δραστηριοποιείται ένας μεγαλύτερος αναλογικά αριθμός μελών, λόγω των ιδιαίτερων σχέσεων που είναι δυνατό νααναπτυχθούν στις μικρότερες ομάδες18.
ΠΕΙΘΑΡΧΙΑ ΚΑΙ ΥΠΑΚΟΗ, ΑΞΙΕΣ ΤΟΥ ΑΘΛΗΤΙΚΟΙ ΣΩΜΑΤΕΙΟΥ
Λόγος διαγραφής δεν ήταν, ωστόσο, μόνο η καθυστέρηση της συνδρομής. Η διαγωγή, η οποία «ήθελε κριθή ασυμβίβαστος προς τας αρχάς του συλλόγου», αποτελούσε εξίσου επαρκήλόγο διαγραφής. Και σ' αύτη την περίπτωση διακρίνουμε μια πορεία προς συγκεντρωτικότερη λειτουργία του σωματείου. Έτσι, ενώ το καταστατικό του 1894 εθετε αυστηρότερους όρους για τη διαγραφή και ανέ
ΠΙΝΑΚΑΣ 1
Έγγραφες
Έτος 1893-4 1895 1896 1897 1898 1899 1900 1901 1902 1903 1904 1905 1906 1907
νέων
μελών
στον
Ε θ ν ι κ ό
Γυναίκες
Γυμναστικό
Σ
Εγγραφές (σύνολο) 136 17 12 45 63 82 51 81 27 11 68 50 100 27
10 22 6 1 2
τα ακόλουθα στοιχεία: το 1909, 46 παρόντες, το 1910, 70στην πρώτη Γ.Σ. (11 Ιανουαρίο και 54στη δεύτερη (8Μαΐου), το 1911, 40 παρόντες, το 1912, 39. Τέλος,το 1921και το 19 υπήρχαν 37και 31 παρόντες αντίστοιχα. 18. Υψηλότερο, για παράδειγμα, είναι το ποσοστό συμμετοχής στις γενικές συνελεύσεις του Παναχαϊκού Γ.Σ.και της Γυμναστικής Εταιρείας Πατρών, τουλάχιστον σεδύο μας περιπτώσεις: στις αρχαιρεσίες του Παναχαϊκού το 1895, ψήφισαν 254απόένα σύνολο 560
ανέθετε τηναπόφαση στηΓ.Σ., το καταστατικό του 1903 ορίζει ότι η απόφαση ανήκειστοΔ.Σ. 1 9
βληθούν στα μέληηστουςαθλητέςαπότη διοίκηση του συλλόγου. Οι ποινές πάλι εξαρτώνται απότουςκανόνες συμπεριφοράς που τυποποιούν τις σχέσεις μεταξύ των μελών και από την αντίληψη περί πειθαρχίας που δομεί τόσοτο κούς συλλόγους όσο και τα σωματεία γενικότερα. Εξάλλου, η διαδικασία επιβολής ποινών ακολουθεί η βαίνει παράλληλα προςέναπλέγμα συγκρουσιακών σχέσεων που επίσης αναπτύσσονται μεταξύ των μελών. Το γεγονός ότι επιβάλλονται πολλές η λίγες, βαρύτερες η ελαφρότερες, ποινές σε ένα σύλλογο δεν μπορεί ναερμηνευθεί μονοδιάστατα. Είναι δυνατό να συνδέεται μετηναυστηρό Δ.Σ. η με τη συχνότητα και την ένταση των συγκρούσεων.
σμού (ασκήσεις και αγώνες) όσο και της συμπεριφοράς στο χώρο του σωματείου. Ίσως μάλιστα η απαίτηση για πειθαρχημένη συμπεριφορά να εμφανίζεται συχνότερα στα αθλητικά παρά στα άλλα ψυχαγωγικά σωματεία, εφόσον συνδέεται με τη γενικότερη αντίληψη ως προς τους στόχους της αθλητικής δρασ Στην περίπτωση του Εθνικού, η πειθαρχία φαίνεται νααντιμετωπί κύριο στοιχείο της σωματειακής ζωής και της συναναστροφής μεταξύ των μελών. Ο πρώτος κανονισμός του γυμναστηρίου, που συντάσσεται καιεγκρίν 1893, ορίζει τα εξής: «Δέον δε οι εις γραμμήν τιθέμενοι να τηρώσιν ακρίβειαν ως προς την ώραν της προσελεύσεώς των, να φυλάττωσι την θέσιν, ην ήθελον λάβηαρχικώςκαιναμη τρέχωσι μεταβαίνοντες από τάξεως εις τάξιν, να μη αποτείνωσιν ουδεμίαν ερώτησιν εν ώρα μαθήματος προςοιονδήποτε και να διαμένωσιν εν τη τάξει μέχρι της λήξεως της ωρισμένης ώρας των» 20 .
της στρατιωτικής εκπαίδευσης, με την οποία συνδέεται άλλωστε στεν σμός. Υπάρχουν, ωστόσο, και μια σειρά από άλλες διατάξεις, οιοποίες δε σχετίζονται με το μαθησιακό μέρος (εκτέλεση ασκήσεων, προπόνηση κ.τ.ό.) αλλά μελών ενώτο 1896,στις αντίστοιχες αρχαιρεσίες της Γ.Ε.Π. ψήφισαν 175απότα 264 μέλη.
Βλ. Ν. Ε. Πολίτης, Ο Πατραϊκός Αθλητισμός. Α'. Η πρώτη δεκαετία:
Αχαϊκές Εκδόσεις,1994, σ. 107και 167. 19.Τοκαταστατικό του 1894 προβλέπει (άρθρο 9): «Παν μέλος, ούτινος η διαγωγή ήθελε κριθήασυμβίβαστος προςτας αρχάς του συλλόγου, διαγράφεται προτάσει δέκα και πέντε τακτικών μελών και αποφάσει του συλλόγου διά μυστικής ψηφοφορίας και δια πλειοψηφίας δύο τρίτων των ψηφοφορούντων μελών». Αντίθετα, σύμφωνα με το καταστατικό του 1903 (άρθρο 11), η διαγραφή γίνεται απλώς «αποφάσει του Διοικητικού Συμβουλίου». 20. «Κανονισμός του Α' εν Αθήναις Γυμναστηρίου του ΕθνικούΓυμναστικού Συλλόγου», Δ.Σ. 27 Νοεμβρίου 1893, «Α' Βιβλίον...», ό.π.,άρθροια'.
1891-1
μεαυτή καθεαυτή τη ζωή και τη συναναστροφή μέσα στο χώροτουαθλητικού σωματείου. Ο ίδιος κανονισμός του γυμναστηρίου απαγόρευε «πάσαν πολιτικήν ή οιαδήποτε άλλην θορυβώδη συζήτησιν», σε όσους εισέρχονταν στο γ Δεν επιτρεπόταν εξάλλου να «φέρωσιν μεθ' εαυτών όπλα, κύνας, ή να εκτόςτουοριζομένου προς τούτο μέρους»2'. Οι διατάξεις αυτές μας να συμπεράνουμε ότι η σωματειακή ζωή θα έπρεπε να διέπεται από τάξη, χωρίς τις εντάσεις και τις συγκρούσεις που χαρακτηρίζουν την καθημερινή συναναστροφή. Επίσης, μάς πληροφορούν ότι το αθλητικό σωματείο είχε ιδιαίτερους χώρους που δεν προορίζονταν για άσκηση και αθλητική δραστηριότητα αλλά γιατηνάτυπη επαφήτωνμελών, για συζήτηση και κάπνισμα. Υπεύθυνοι για την τήρηση της πειθαρχίας είναι ο διευθυντής του γυμναστηρίου και ο καθηγητής της γυμναστικής, οι οποίοι είναι και οι δέκτες τυχόν παραπόνων και καταγγελιών. Σύμφωνα με τον δεύτερο κανονισμό του γυμναστηρίου, το 1894, «οι ενοχλούμενοι υπό τίνος εν τω Γυμναστηρίω δέον να καθιστώσι τούτο γνωστόν τω Διευθυντή η τω Καθηγητή της Γυμναστικής» 22. Μπορούμε μάλλον βάσιμα να υποθέσουμε ότι πολλές μικρές και ασήμαντες καταγγελίες, πουθα αποτύπωναν μιακαθημερινότητα συναναστροφών, δεν έχουν καταγραφεί πουθενά.Οιπιο σοβαρές περιπτώσεις, που συζητήθηκαν στο Δ.Σ. η που ακόμη οδήγησανστηνεπιβολήποινών, είναι εκείνες που διασώζουν μια άλλη όψη τη κότητας στο εσωτερικό του σωματείου. Η συγκρουσιακή όψη περικλείει πολλές εκδηλώσεις: αντιπαλότητες και προσωπικέςαντιπαραθέσεις στοεσωτερικότου Δ.Σ. η γενικότερα στη διοίκηση του συλλόγου, συγκρούσεις μεταξύ της διοίκησης καιτωναθλητών, συνήθως για πειθαρχικά παραπτώματα. Εννοείται πολλά απ' αυτά λείπουν παντελώς οι μαρτυρίες, εφόσον παρέμειναν στο χώρο τουπροφορικούδιακανονισμού και,πάντως, δεν καταγράφηκαν στα ε πρακτικά του συλλόγου.
διευθυντή του γυμναστηρίου και του ε π ό π τ η των ασκήσεων. Ο εν λόγω διευθυνεκτέλεσιν των καθηκόντων τ ο υ » 2 3 . Χαρακτηριστικό για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονταν παρόμοια π ρ ο β λ ή μ α τ α είναι το γεγονός ότι το Δ . Σ . αποφάσισε αρχικά να ε π ι δ ι ώ ξ ε ι τη συμφιλίωση των δύο μελών του συλλόγου και στη συνέχεια να διαγράψει από τα πρακτικά την παράγραφο πουαναφερόταν στη δ ι έ ν ε ξ η 2 4 . Προφανώς, η σ ι ω π ή αποτελούσε την πιο ευάρεστη λύση αλλά και την
τής κ α τ α γ γ έ λ λ ε ι στο Δ . Σ . τον ε π ό π τ η «επί ανοικείω συμπεριφορά
21. Στο ίδιο, άρθρο ιβ'. 22. Δ.Σ. 9 Μαρτίου 1894, «Α' Βιβλίον...», ό.π. 23. Δ.Σ. 7 Φεβρουαρίου 1894, «Α' Βιβλίον...», ό.π. 24. Στο επόμενο Δ.Σ. (22 Φεβρουαρίου 1894) συζητείται έγγραφο του επόπτη των ασκήσεων σχετικό με την καταγγελία του διευθυντή του γυμναστηρίου και αποφασίζεται το προεδρείο να απαντήσει στον διευθυντή. Η απάντηση δε μας είναι γνωστή.
πιο ασφαλή ως προς την υστεροφημία του συλλόγου. Σε άλλη περίπτωση, πουη καταγγελία αφορούσε στο βοηθότου γυμναστηρίου, επομένως σε κατώτερο μέσα στη διοικητική ιεραρχία, η απόφαση του Δ.Σ. ήταν αυστηρή. Ο βοηθός απολύθηκε, αλλά ως λόγος της απόλυσής του δεν του κοινοποιήθηκε η καταγγελία του διευθυντή του γυμναστηρίου. Το Δ.Σ. προφασίστηκε οικονομικές δυσχέρειες οι οποίες επέβαλλαν την περικοπή των εξόδων του συλλόγου και μάλιστα εξέφρασε προς τον απολυόμενο την «ευαρέσκειαν του Συμβουλίου διά τας μέχρι τούδε υπηρεσίας αυτού» 25. Σε περιπτώσεις , τέλος, μικρότερων παραπτωμάτων καιοι ποινές που επιβάλλονται είναι ελαφρότερες. Το 1907 ο επιστάτης του γυμναστηρίου θα τιμωρηθεί με δεκάδραχμο πρόστιμο«επί αμελεία εντηεκπληρώσειτων καθηκόντων του και απειθεία» 26. Όπως προκύπτει τουλάχιστον από τα πρακτικά του Δ.Σ., καμία πειθαρχική ποινή δεν έχει επιβληθεί σε μέλος του συλλόγου που δεν είναι αθλητής. Όλες οι ποινές αφορούν σε υπαλλήλους και σε αθλητές. Διακρίνεται, συνεπώς, μια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στη διοίκηση και τους διοικούμενους, η οποία χαράσσεται με κριτήριο την άσκηση εξουσίας. Η μόνη παραχώρηση εξουσίας προς τους αθλητές επισημαίνεται το1911, όταν η Γ.Σ. αποφασίζει να δοθεί ψήφος στους αθλητές πουέχουνεπιτύχει πρώτες νίκες σε ατομικά και ομαδικά αγωνίσματα σε επίσημους αγώνεςκαιδεύτερες νίκες σε ατομικά αγωνίσματα μόνο27. Παρόλο πουδενκαταγράφεται η σχετική συζήτηση και η επιχειρηματολογία που οδήγησε στη λήψη αυτής της απόφασης, είναι πιθανό αυτή η κίνηση αβρότητας προς τους αθλητές τουσυλλόγου να συνδέεται με το κλίμα ανταγωνισμού πουαναπτύσσεται τότε μεταξύ των σωματείων και τη διεκδίκηση των αθλητικών πρωτείων. Η προσέλκυση και η συγκράτηση σε ένα σωματείο αξιόλογων αθλητών συνέβαλλαν στη συντήρηση του γοήτρου του. Την εποχή εκείνη άλλωστε ο Εθνικός είχε έλθει και σε σύγκρουση με τον Σ.Ε.Α.Γ.Σ. και είχε επιλέξει, με την αποχώρησή του, τη μοναχική πορεία. Αυτό συσπείρωνε τα μέλη και δημιουργούσε τις υποδοχές για τη δημιουργία νέων δεσμών στο εσωτερικό του σωματείου. « Αντιπειθαρχικά τινά κρούσματα» παρουσιάζονται μεταξύ των αθλητών στο γυμναστήριο και η αντιμετώπισή τους ποικίλλει κατά περίπτωση. Η νουθεσία αποτελεί το πρώτο μέτρο πριν από την επιβολή ποινών. Το 1902, όταν παρουσιάστηκαν αντιπειθαρχικές εκδηλώσεις εκ μέρους κάποιων αθλητών, μέλη του Δ.Σ. «εκάλεσαν τους παρεκτραπέντας και ενουθέτησαν αυτούς υποδείξαντες συγχρόνως αυτοίς ότι εν τυχόν υποτροπή θέλουσιν ληφθή κατ' αυτών αυστηρότατα
25. Δ.Σ. 5 Ιανουαρίου 1899, «Α' Βιβλίον...», ό.π. Ο γυμναστής I. Γιαννούλης πουαπολύθηκε τότε με αυτή την απόφαση του Δ.Σ. θα επαναπροσληφθεί ως βοηθόςτου διευθυντή του γυμναστηρίου τον Μάρτιο 1904. «Β' Βιβλίον...», ό.π. 26. Δ.Σ. 25 Μαρτίου 1907, «Β' Βιβλίον...», ό.π. 27. Γ.Σ. 16 Ιανουαρίου 1911, «Γ' Βιβλίον πρακτικών Δ.Σ. και Γ.Σ., 1909-1934».
τα μέτρα» 28 . Πράγματι, σε περιπτώσεις παράβασης των κανονισμών του γυμναστηρίου και απρεπούς συμπεριφοράς, οι αθλητές μπορεί νατιμωρηθούνμεαποβολή η και διαγραφή 29. Είναι, ωστόσο, δύσκολο να περιγραφεί το είδος των παραπτωμάτων, δεδομένου ότι στα πρακτικά του Δ.Σ. τα συμβάντα περιγράφονται με κάποιες ελλειπτικές και γενικόλογες φράσεις30. Γνωρίζουμε πάντως ότι την επιβολή της ποινής ακολουθούσε η δημόσια ανακοίνωσή της με τοιχοκόλληση της απόφασης στο γυμναστήριο. Η τιμωρία δεν είχε συνεπώς αποκλειστικά ατομικό χαρακτήρα ούτε συνέβαλλε απλώς στην αποκατάσταση της τάξης αλλά λειτουργούσε και παραδειγματικά για το σύνολοτων μελών του σωματείο ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΚΑΙ ΑΘΛΗΤΕΣ
Ο πειθαρχικός έλεγχος και η επιβολή ποινών αποτελούν μία μόνο από τις όψεις των σχέσεων ανάμεσα στη διοίκηση και τους αθλητές. Η άλλη όψη είναι η προστασία, η οποία μάλιστα φαίνεται πως κάποιες φορές έχει και πελατειακή μορφή. Για τον Εθνικό, χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του αθλητή Κωνσταντίνου Σπετσιώτη, ο οποίος το 1905 αποχωρεί από το σύλλογο διαμαρτυρόμενος επειδή, ενόσω υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία, η διοίκηση του συλλόγου δε μεσολάβησε για να πάρει άδεια. Φαίνεται, πράγματι, πωςοιαθλητές απολάμβαναν κάποιων προνομίων στο στρατό και είχαν τη δυνατότητα να παίρνουν συχνότερα άδεια απ' ό,τι οι συστρατιώτες τους. Ο Σπετσιώτης άλλωστεεπικαλείται τηνπερίπτωση ενός άλλου στρατιώτη, αθλητή άλλου συλλόγου, στονοποίο είχε δοθεί μηνιαία άδεια. Η ευνοϊκή μεταχείριση κάποιες φορές υπερβαίνει τα νόμιμα όρια. Ο ίδιος αθλητής εκφράζει παράπονα όχι μόνο επειδή δενέλαβεάδεια όπως άλλοι αλλά και «διατί να μη φροντίση ο Σύλλογος περί της
28. Δ.Σ. 5 Μαρτίου 1902, «Β' Βιβλίον...», ό.π. 29. Το 1902,αθλητές οιοποίοι «διαταράξαντες την τάξιν του γυμναστηρίου και παραβάντες τους κανονισμούς αυτού ... παρεξετράπησαν εις φράσεις απρεπείς προςτους διευθυντάς προσπαθήσαντες να νουθετήσωσιν αυτούς», αποβλήθηκαν είτε για πάντα, είτε για έξι μήνες (Δ.Σ. 17 Ιουνίου 1902, «Β' Βιβλίον...», ό.π.). Δύοαθλητές αποβάλλονται και άλλοι δέκα παραιτούνται για παρόμοιους λόγους τον Σεπτέμβριο του 1906 (Δ.Σ. 3 Σεπτεμβρίου 1906, στο ίδιο). Το Δ.Σ.της 4 Οκτωβρίου 1906,εξάλλου, αποφασίζει την αποβολή 9αθλητών και μελών «διά τας απρεπείς φράσεις ας εντη προςτο συμβούλιον υποβολήτων παραιτήσεων αυτών έθεσαν» (στο ίδιο). Την 9 Απριλίου 1907 το Δ.Σ. επιβάλλει τρίμηνη αποβολή σε αθλητή (στο ίδιο). Τέλος, 8αθλητές θα διαγραφούν απότο σύλλογο το 1910 (Δ.Σ. 10 Φεβρ αρίου 1910, «Γ' Βιβλίον...», ό.π.). 30. Η μόνη περίπτωση ηοποία δεναφορά σεπειθαρχικό παράπτωμα καταγράφεται το 1910 όταν οαθλητής Θ. Ηλιόπουλος αποβάλλεται και διαγράφεται από τον Εθνικόγια «απάτην και πλαστογραφίαν του ονόματος [του προέδρου]και του ονόματος του Συλλόγου» (Δ.Σ. 16 Οκτωβρίου 1910, «Γ' Βιβλίον...», ό.π.).
εξαιρέσεώς του από της στρατιωτικής υποχρεώσεως ως δήθεν πάσχοντος αφ'ου μάλιστα ο Σύλλογος εφρόντισε και εξηρέθη έτερος αθλητής». Φαίνεται, συνεπώς, πως στο εσωτερικό των αθλητικών σωματείων διαμορφώνονται σχέσεις προσωπικές και σχέσεις εξάρτησης που επιτρέπουν στουςαθλητές νααπαιτούν την προστασία των διοικούντων. Οι παροχές αυτές χρησιμοποιούνται άλλωστε, στο πλαίσιο του ανταγωνισμού μεταξύ των συλλόγων, για την προσέλκυση των πιο αξιόλογων αθλητών. Έτσι και ο Σπετσιώτης διευκολύνεται στο να του δοθεί η πολυπόθητη άδεια «τη φροντίδι ... συμβούλων τινών του Πανελληνίου Συλλόγου», στον οποίο και γράφεται μετά την παραίτηση του από τον Εθνικό 31 . Η από τους αθλητές, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ανάμεσα στα μέλη του Δ.Σ. και στα τακτικά μέλη γενικότερα δεν υπάρχουν αθλούμενοι. Απλώς,εκείνοι που έχουν ρων και δε μετέχουν στις συνελεύσεις. Δεν έχουν δηλαδή δικαίωμα ψήφου και, επομένως, κατέχουν μια εντελώς διαφορετική θέση σε αυτό που θα μπορούσε να ορισθεί ως σωματειακή ζωή. Η κοινωνικότητα που αναπτύσσεται στο εσωτερικό ενός αθλητικού σωματείου αρθρώνεται σε πολλά επίπεδα με βάση τις διακρίσεις που υφίστανται μεταξύ των διαφορετικών κατηγοριών των μελών. Έτσι, υπάρχει ένα επίπεδο συναναστροφών μεταξύ των τακτικών μελών, ένα δεύτερο μεταξύ των εταίρων —δηλαδή των αθλητών— και ένα τρίτο μεταξύ όλων των μελών αλλά με σαφή ιεραρχική δομή. Μπορούμε να υποθέσουμε, με βάση τις προηγούμενες διαπιστώσεις, ότιη κοινωνική ομάδα πουδιοικεί το σύλλογο είναι σχετικά ομοιογενής και διακρίνεται από κοινά χαρακτηριστικά. Στο εσωτερικό μάλιστα αυτής της ομάδας είναι δυνατό να ορισθούν δύο διακεκριμένα σύνολα: εκείνο των τακτικών μελών και εκείνο τωνμελών του διοικητικού συμβουλίου. Δε γνωρίζουμε ποιά ήταν τα μέλη του Εθνικού Γυμναστικού Συλλόγου, εφόσον ένα μεγάλο μέρος των αρχείων του έχει τα χρόνια 1893-1912 και 1921-1923. Έχουμε επομένως τη δυνατότητα να προσεγγίσουμε την κοινωνική φυσιογνωμία του συλλόγου αλλά και, εν μέρει, τη μορφή της κοινωνικότητας που αναπτύσσεται στο πλαίσιο τουλάχιστον του Δ.Σ. Όπως προκύπτει από την περιοδικότητα των γενικών συνελεύσεωνκαιτων συνεδριάσεων του Δ.Σ., στα χρόνια που ακολουθούν την ίδρυση του συλλόγου υπάρχειηβούληση για μια συχνή επαφή μεταξύ των μελών. Το καταστατικό του 31. Για το περιστατικό βλ. Δ.Σ. 12 Μαΐου 1905, «Β' Βιβλίον...», ό.π. 32. Το αρχείο και η βιβλιοθήκητου Εθνικούκαταστράφηκαν από πλημμύρα το 1968. Έχουν σωθεί μόνοτα εξήςβιβλία για την περίοδο πουμας ενδιαφέρει: 1) «Α' Βιβλίον Πρακτικών Διοικητικού Συμβουλίου 1893-1899», 2) «Β' Βιβλίον ... 1899-1907)», 3) «Γ' Βιβλίον Πρακτικών Δ.Σ. και Γενικών Συνελεύσεων 1909-1934», 4) «Βιβλίον συλλογικής εργασίας Ε.Γ.Σ. από έτους 1925-1934».
19. Η ομάδα σπαθασκίας του Εθνικού (1903-4).
1894 προβλέπει τέσσερεις γενικές συνελεύσεις το χρόνο, μία Γ.Σ. κάθε τρίμηνο 33. Παρόλο που δεν υπάρχει πρόβλεψη για τη συχνότητα των συνεδριάσεων του Δ.Σ., τα δύο πρώτα χρόνια οι συναντήσεις είναι πολύ συχνές, για να γνωρίσουν όμως σημαντική ύφεση τα επόμενα χρονιά. ΠΙΝΑΚΑΣ 2
Συνεδριάσεις
του Διοικητικού (1893-1911)
Δ.Σ./έτος 10 15 5 3 4 10 18 11 11 10 Έτος 1903 1904 1905 1906 1907 1908 1909 1910 1911
Συμβουλίου
του Εθνικού
Έτος 1893 1894 1895 1896 1897 1898 1899 1900 1901 1902
Δ.Σ./έτος 8 18 20 21 11
—
6 5 4
περίπου μια φορά το μήνα. Τις περισσότερες φορές, τόπος της συνάντησης είναι το σπίτι του προέδρου, του αντιπροέδρου ή άλλου μέλους του Δ.Σ. από μία φορές το Δ.Σ. έχει συνεδριάσει στο γυμναστήριο (όπου α
στον Σ.Ε.Α.Γ.Σ. και στην Ε.Ο.Α. Ο χρόνος των συνεδριάσεων είνα π.μ. - 12) η βραδυνός. Οι βράδυνες συναντήσεις ξεκινούν άλλοτε στις 6.30' - 7 μ.μ. και άλλοτε στις 9-9.30' μ.μ. και διαρκούν περί τις δύο ώρες. Έτσι, το αργότερο ως τις 11.30' η συνάντηση έχει τελειώσει. Στην περίπτωση πουη συνεδρίαση γινόταν σε κάποιο σπίτι, μπορούμε να φαντασθούμε πωςέπαιρνετη μορφή απογευματινής η βραδυνής επίσκεψης, πριν η μετά το δείπνο. Α ν συνυπολογίσουμε πάντως το γεγονός ότι στις συνεδριάσεις δεν παρίστατο το σύνολο των μελών του Δ.Σ. αλλά μια δεκάδα περίπου ατόμων, οδηγούμαστε στην υπόθεση
33. Το καταστατικό του 1903 θα περιορίσει τον αριθμό των Γ.Σ. σε μία ανά έτος, εκτός από την περίπτωση
ότιέναςμικρός αριθμός ατόμων είχε μια σταθερή και σχετικά συχνήεπαφήστο εσωτερικό του σωματείου. Τα άτομα αυτά διέθεταν ελεύθερο χρόνογιατις συναντήσεις τους κυρίως κατά τις βράδυνες ώρες, τις ώρες δηλαδή που τα μεσαία καιανώτερα αστικά στρώματα αφιέρωναν στην ψυχαγωγία τους. Εννοείται ότι εκτόςαπότοχώρο όπου τοποθετείται η συναναστροφή μεταξύ των μελών του Δ.Σ., με την περιοδικότητα που αναφέραμε, υπάρχει ο σταθερός χώρος της κοινωνικότητας ενός αθλητικού σωματείου, το γυμναστήριο. Η οικοδόμηση των γραφείων του συλλόγου μέσα στο γυμναστήριο σήμαινε στην ουσία την ταύτιση, ή έστω τη συνύπαρξη, αυτών των δύο διαφορετικών χώρων κοινωνικότητας. Η αρκετά συχνά, τουλάχιστον κατά τα χρόνια για τα οποία διαθέτουμε αναλυτικά και συνεχή στοιχεία, δηλαδή για την εικοσαετία 1893-1912. Μέσα σ'αυτά τα είκοσι χρόνια, 72 συνολικά άτομα εναλλάσσονται στις θέσεις του Δ.Σ. Σύμφωνα με το καταστατικό του 1894, το Δ.Σ., του οποίου η θητεία είναι ετήσια, αποτελείται από10 μέλη: πρόεδρο, αντιπρόεδρο, γραμματέα, ταμία και έξι συμβούλους34. Μετά το 1903, ο αριθμός των μελών του Δ.Σ. ανέρχεται σε 20' προστίθενται τώρα ένας δεύτερος αντιπρόεδρος, ο έφορος του γυμναστηρίου και άλλο γενικός35. Η αύξηση αυτή των μελών του Δ.Σ. συνεπάγεται αναπόφευκτα, για την περίοδο που ξεκινά από το 1903, μια αύξηση του αριθμού των προσώπων πουεμφανίζονται στοΔ.Σ. Από τους 72, οι οποίοι για μια εικοσαετία εναλλάσσονται στις θέσεις του Δ.Σ., οι 42 καταλαμβάνουν αποκλειστικά θέσεις συμβούλων,ενώ,αντίθετα, οι υπόλοιποι 30 εναλλάσσονται στα ανώτερα αξιώματα —ενίοτε και σε θέσεις συμβούλων. Η εικόνα της ανανέωσης ενισχύεται από το γεγονός ότι κατά κανόνα η παραμονή στο Δ.Σ. είναι βραχεία, κυρίως ενιαύσια. Οι 24 από τους 42 συμβούλους παραμένουν στη θέση τους για ένα μόνο χρόνο και το ίδιο ισχύει για τους 15 από τους 30 οι οποίοι κατέλαβαν κατά καιρούς κάποιο από τα ανώτερα αξιώματα τουΔ.Σ. Και στις δύο κατηγορίες, πάντως, η πλειονότητα παραμένει στην ίδια θέση από 1 έως 4 χρόνια. Αυτό έχει οπωσδήποτε μεγαλύτερη σημασία γιατα ανώτερα αξιώματα στοΔ.Σ., τα οποία και προσδίδουν στο σύλλογο την ιδιαίτερη φυσιογνωμία του. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο σύνολο των 30 που κατέχουν στην εικοσαετία 1893-1912 αυτά τα αξιώματα, οι 26 παραμένουν στη
34. «Καταστατικόν...», ό.π.Σύμφωνα μετο άρθρο 24, η ισχύς του καταστατικού ορίζεται ετήσια, με δυνατότητα αναθεώρησης μόνο μετά την πάροδο αυτού του χρονικού διαστήματος. Δενέχω,ωστόσο, εντοπίσει κείμενα αναθεωρημένου καταστατικού παρά μόνογ και 1915. Φαίνεται επίσης ότι το καταστατικό αναθεωρήθηκε και το 1901αλλ αυτό δεντυπώθηκε ηότι λανθάνει. Βλ. Συνεδρίαση Δ.Σ. 5 Μαρτίου 1902: «Β' Βιβλίον Πρακτικών», σ. 112.
35. Καταστατικόν Εθνικού Γυμναστικού Συλλόγου, [Αθήνα 1903].
θέση τους από 1 έως 4 χρόνια. Τα στοιχεία αυτά γίνονται πιο εύγλωττα, αν εξετάσουμε ξεχωριστά τα δύο σημαντικότερα για το σωματείο αξιώματα, του προέδρου και του γενικού γραμματέα. Και στις δύο περιπτώσεις, τέσσερεις είναι οι κάτοχοι καθεμιάς απ' αυτές τις δύο θέσεις. Παραμένουν, συνεπώς, κατά μέσο όρο 5 χρόνια στην ίδια θέση. Αυτός ο ρυθμός εναλλαγής συνεπάγεται μια μέση κανονικότητα ανανέωσης, οπωσδήποτε μεγαλύτερη απ' αυτήν που χαρακτηρίζει το άλλο σημαντικό αθλητικό σωματείο της Αθήνας, τον Πανελλήνιο Γυμναστικό Σύλλογο. Υπάρχει, ωστόσο, ένας αριθμός ατόμων —10 συνολικά—πουδιατηρούν μια σημαντική παρουσία στο Δ.Σ., εφόσον παραμένουν σ' αυτό, σε διαφορετικές θέσεις και με ενδιάμεσες διακοπές, από 5 έως 14 χρόνια συνολικά. Από αυτούς, οι 3 είναι μέλη του Δ.Σ. για 10 χρόνια, οι 2 για 13 χρόνια, ενώ οι υπόλοιποι 5 από ένας για 5, 6, 9, 11 και 14 χρόνια αντίστοιχα. Επομένως, στο εσωτερικό του ευρύτερου συνόλου των 72 ατόμων που επί είκοσι χρόνια διοικούν τον Εθνικό Γυμναστικό Σύλλογο, διαγράφεται μια μικρότερη, δεκαμελής ομάδα, με εντονότερη και διαρκέστερη παρουσία. Οι 7 μάλιστα, που είναι μέλη του Δ.Σ. για περισσότερα από 10 χρόνια ο καθένας, προσδιορίζουν αναμφίβολα σε μεγάλο βαθμό, με την παρουσία τους, το χαρακτήρα του σωματείου 36. Ο διάστημα στη θέση του γενικού γραμματέα (1903-1912) και που θα σφραγίσει επίσης μετηνπαρουσία του την επόμενη περίοδο κατέχοντας επί μια εικοσαετία περίπου το αξίωμα του προέδρου (1921-1940). Μέλος της Εξελεγκτικής Επιτροπής για την Ε.Τ.Ε. το 1916 και στέλεχος του Υπουργείου Εξωτερικώντο 1921, δεν είχε οπωσδήποτε το κοινωνικό κύρος που περιέβαλλε άλλα μέλη του Δ.Σ. όπως τον Επ. Δηλιγιάννη, ανεψιό του Θ. Π. Δηλιγιάννη και δύο φορές υπουργό,τονΣ. Ράλλη, καθηγητή Πανεπιστημίου, το βουλευτή Επιδαύρου Λ μηράς Μιχ. Στελλάκη και, βεβαίως, τον Ανδρέα Κορδέλλα. Ο Ανδρέας Κορδέλλας διατέλεσε πρόεδρος του Εθνικού επί 6 χρόνια (1897-1903), σε αρκετά προχωρημένη ήλικία 37 και αφού στην ουσία είχε αποσυρθεί από τον επαγγελματικό στίβο, προσφέροντας αλλά και επιβεβαιώνοντας ταυτόχρονα κατ' αυτό τον τρόπο το κοινωνικό του κύρος. Καθηγητής ορυκτολογίας και γεωλογίας στη Σχολή Ευελπίδων (1882-1894), γενικός διευθυντής των μεταλλείων Λαυρίου (1887-1891), πρόεδρος πολλών επιστημονικών οργανώσεων, ο Κορδέλλας έχει, στη στροφή του αιώνα, έντονη παρουσία στην οικονομική και πνευματική ζωή της πρωτεύουσας.
36. Πρόκειται για τους Ν. Αθανασιάδη, Σταμ. Βούρο, Επ. Δηλιγιάννη, Σ. Ράλλη, Μιχ. Στελλάκη, Στ. Φραγγιάδη, και Ελευθ. Ψαρούδα. 37. Ο Κορδέλλας γεννήθηκεστη Σμύρνητο 1836και πέθανε στην Αθήνα το 1909. Όταν εξελέγη πρόεδρος του Εθνικούήταν συνεπώς 61 ετών.
Μεταξύ των μελών του Δ.Σ. για την εικοσαετία 1893-1912 συγκαταλέγονται και άλλα γνωστά μέλη της αθηναϊκής κοινωνίας, όπως ο βουλευτής Ιωάννης Καλαμάρης, ο δικηγόρος και δημοσιογράφος Επ. Κ. Σημαντήρας, ο καθηγητής της Ιατρικής I. Γεωργιάδης, τραπεζίτες όπως ο Ιωάννης Μινέττας, ο υπουργός των κυβερνήσεων Ν. Καλογερόπουλου και Δ. Γούναρη το 1921 Π. Μαυρομιχάλης, ο καθηγητής Μαθηματικών στο Πανεπιστήμιο Κυπάρισσος Στέφανος, ο επίσης βουλευτής και υπουργός Ν. Στράτος. Οι περισσότεροιωστόσοαπόαυτούς φαίνεται πως ανήκαν στο Δ.Σ. του Εθνικού πριν να καταλάβουν αυτά τα αξιώματα και σε μάλλον νεαρή ηλικία. Για παράδειγμα, ο Ν. Στράτος έγινε σύμβουλος σε ηλικία 21 ετών, όταν ήταν ακόμη φοιτητής της Νομικής,ενώοΕπ. Σημαντήρας εξελέγη στη θέση του ειδικού γραμματέα σε ηλικία μόλις 18 ετών, οντάς επίσης φοιτητής της Νομικής. Αθλητές του συλλόγου ήταν εξάλλου νεαροί φοιτητές που διακρίθηκαν αργότερα στον επιστημονικό χώρο, όπως ο μετέπειτα διευθυντής του Γενικού Χημείου του Κράτους I. Δ. Καράς και ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Π. Παρασκευόπουλος. Ο κλασικός αθλητισμός φαίνεται πράγματι πως έβρισκε ανταπόκριση στους φοιτητές του Πανεπιστημίου, όπως αποκαλύπτεται και από τα μέλη του Πανελληνίου. ΤΟ ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ Η παρουσία γυναικών στο Δ.Σ. του συλλόγου διαφοροποιεί τον Εθνικόαπότα περισσότερα σύγχρονά του αθλητικά σωματεία και οπωσδήποτε από τον Πανελλήνιο. Ο Π. Σ. Σαββίδης, στο Λεύκωμα τον για τους Ολυμπιακούς του 1906, σημειώνει για τον Εθνικό ότι υπήρξε «ο πρώτος εν Ελλάδι σύλλογοςοκαταλέξας μεταξύ των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου κυρίας» 38. Βεβαίως, δεν πρόκειται για ενεργό και βαρύνουσα παρουσία. Εννέα είναι συνολικά —σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες— οι γυναίκες που στα χρόνια 1893-1912 θα εκλεγούν μέλη του Δ.Σ., όλες σε θέση συμβούλου39. Δεν είναι γνωστή με ακρίβεια η διάρκεια της παρουσίας τους στο Δ.Σ. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι, με ελάχιστες εξαιρέσεις,δενπαρίστανται στις συνεδριάσεις του Δ.Σ. Μια μόνο φορά εξάλλου,την2 Μαρτίου 1901, το Δ.Σ. θα συνεδριάσει στο σπίτι ενός γυναικείου μέλους του, της Ιουλίας Π. Καλλιγά. Από αυτές οι έξι έχουν μάλλον σύντομη παρουσία, ένα μόνο χρόνο περίπου, ενώ οι υπόλοιπες τρειςεμφανίζουν διαρκέστερη
38. Π. Σ. Σαββίδης (επιμ.), Λεύκωμα των ... Β'... Ο λ υ μ π α ικ ώ ν Α γ ώ ν ω ν 1906, 1907, σ. 146. Πβ.ωστόσο και τα δεδομένα του Lawn Tennis Club,εά ώ , σ. 327-8. 39. Πρόκειται για τις εξής: Ελένη Αβέρωφ, Βιργινία Η. Αγέλαστου, Ιουλία Π. Καλλιγά, Αγγελική Π. Κουντουριώτου, Λεβίδου, Μαρ.Π. Μάνου, Λουίζα Ριανκούρ, Β. Ροΐδου, Ευγ. Ν. Ροΐδου. Είναι αξιοσημείωτο ότι κανένα άλλο μέλος των γνωστών αυτών αθηναϊκών οικογενειώνδενμετέχει στο Δ.Σ.του Εθνικού.
ρη δράση. Πρόκειται συγκεκριμένα για την Βιργινία Αγελάστου, την Ιουλία Καλλιγά και την Αγγελική Κουντουριώτου. Η παρουσία γυναικών στο Δ.Σ. υπήρξε καθοριστική ώστε στο νέο καταστατικό του 1903 να συμπεριληφθεί στο άρθρο 4 η φράση «Μέλη εκλέγονται και Κυρίαι». Η πρόβλεψη αυτή στην ουσία επικυρώνει και θεσμοθετεί μια προϋπάρχουσα πρακτική 40. Ήδη από το 1900, μετά από απόφαση του συλλόγου41 επισημαίνονται εγγραφές γυναικών ως μελών και από το 1901 εκλέγονται και στο Δ.Σ., παρόλο που στο καταστατικό του 1893 κάτι τέτοιο δεν προβλεπόταν. Κατά τα χρόνια 1900-1907, 41 συνολικά γυναίκες εγγράφονται στον Εθνικό, οι περισσότερες στα χρόνια 1900-1901 (βλ. Πίνακα 1). Για την ίδια περίοδο, ο συνολικός αριθμός των εγγραφών ανέρχεται σε 634. Οι γυναίκες εκπροσωπούν λοιπόν ένα μικρό ποσοστό στο σύνολο των μελών, περίπου 6%. Αντίστοιχα ισχνή είναι άλλωστε και η παρουσία τους στη διοίκηση του συλλόγου. Το καταστατικό του 1903 πάντως μαρτυρεί πως λαμβάνεται υπόψη η γυναικεία συμμετοχή στο σωματείο, αφενός με την προσθήκητου άρθρου4, όπωςαναφέρθηκε, καιαφετέρου με την πρόβλεψη για τον καθορισμό ιδιαίτερων ημερών και ωρών για τη γύμναση των γυναικών (άρθρο 12). Φαίνεται, εξάλλου, ότι η γυναικεία παρουσία στο Δ.Σ. γίνεται αντιληπτή από τον ίδιο το σύλλογο ως ένα ιδιαίτερο στοιχείο του, που τον διαφοροποιεί ενδεχομένως από άλλα σωματεία και το οποίο αξίζει να προβάλλεται. Προς μια παρόμοια υπόθεση μάς οδηγεί η απόφαση του Δ.Σ. της 2 Μαρτίου 1901 να «εορτασθή κάπως πανηγυρικώτερον η εγκατάστασις των Συμβούλων Κυριών του Συλλόγου εις τα καθήκοντα αυτών ως εποπτριών του Γυμναστικού Τμήματος των θηλέων»42. Βεβαίως, οι δημόσιες πανηγυρικές εκδηλώσεις συγκροτούν μάλλον μια κανονικότητα για τους αθλητικούς συλλόγους και σ αυτό το πλαίσιο θα πρέπει να ενταχθεί και η προηγούμενη απόφαση. Η τον τύπο της εποχής, όπου παρουσιάζεται η ενασχόληση των γυναικών με τη γυμναστική ως έργο που τοποθετείται πλάι στο κεκτημένο ήδη πεδίο δημόσιας δράσης τους, τη φιλανθρωπία. «Η συμμετοχή των κυριών εις την διοίκησιν του Συλλόγου θα συντελέση όπως διαδοθή η γυμναστική και εις τας κυρίας, δοθή δε εις αυτάς, εκτός της φιλανθρωπίας και έτερον επίσης εθνικόν και ευγενές στάδιον δράσεως»43. 40. Είναι πάντως πιθανό πωςμια παρόμοια ρύθμιση περιεχόταν και στο αναθεωρημένο καταστατικό του 1901,του οποίου το κείμενο λανθάνει. 41. Στα πρακτικά του Δ.Σ. της 2 Μαρτίου 1901 διαβάζουμε περί «άρτι ληφθείσης ... αποφάσεως περί επεκτάσεως των υπέρτης Γυμναστικής ενεργειών του και ειςτο γυναικείον φύλον». «Β' Βιβλίον...», ό.π.,σ. 92. 42. Στο ίδιο, σ. 98. 43. « Αρχαιρεσίαι Εθνικού Συλλόγου», ΠΑΕΑ 3 (1900-1901), σ. 47.
Η επαφές του με άλλα αθηναϊκά σωματεία. Έτσι, δεν είναι τυχαία η συνεργασία αυτού τουαθλητικού σωματείου με την Ένωση των Ελληνίδων. Από το 1901 ωςτο1905 τουλάχιστον η Ένωση των Ελληνίδων, που είχε ήδη από το 1897 ιδρύσει γυμναστική σχολή44, αναλαμβάνει το γυμναστικό τμήμα θηλέων του Εθνικού. Κάθε χρόνο, στο γυμναστήριο του Εθνικού γίνονται από τη των Ελληνίδων γυμναστικές επιδείξεις θηλέων. Από το 1905 πάντως η Ένωση των Ελληνίδων μεταφέρει τα μαθήματα γυμναστικής των θηλέων από το γυμναστήριο του Εθνικού στο Δημόσιο Γυμναστήριο 45. ΟΨΕΙΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΤΗΤΑΣ
Οι σχέσεις με τα υπόλοιπα, γυμναστικά και μη, σωματεία, όπως διαφαίνονται μέσα από τα πρακτικά του Δ.Σ., χαρακτηρίζονται κυρίως από τις κανονικότητες τωναθλητικών δραστηριοτήτων: προσκλήσεις για συμμετοχή σε αγώνες εντός καιεκτόςελληνικούκράτους που διοργανώνουν οι διάφοροι αθλητικοί σύλλογοι46 καιανταπόδοση τωνπροσκλήσεων εκ μέρους του Εθνικού. Με τα μη αθλητικά σωματεία οι επαφές είναι σπανιότερες και συμβαίνουν σε περιπτώσεις διοργάνωσης εκδηλώσεων με σχετικά μεγαλύτερη εμβέλεια από εκείνη που υπαγορεύει το είδος του σωματείου που αναλαμβάνει τη σχετική πρωτοβουλία 47. Ο Εθνικός δε φαίνεται πάντως να αναπτύσσει ένα πυκνό πλέγμα επαφών με άλλα σωματεία, όπως συμβαίνει με την περίπτωση του Πανελληνίου. Ίσως το σχετικά μικρό μέγεθος του σωματείου η και οικονομικές δυσχέρειες να εμποδίζουν την ανάπτυξη μιας έντονης διασωματειακής κοινωνικότητας. Έτσι, το μεγαλύτερο μέρος των κοινωνικών επαφών περιορίζεται μέσα στα όρια του σωματείου, μεταξύ τω μελών και των αθλουμένων.
44. Βλ.εδώ, σ. 64. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν εξάλλου τα αθλήματα στα οποία ασκούνται οι κυρίες της Ένωσης Ελληνίδων στο γυμναστήριο του Εθνικού:δίζυγο, μονόζυγο, κρίκο άλμα 45. Δ.Σ. 6 Οκτωβρίου 1905, «Β' Βιβλίον...», ό.π. Για τη συνεργασία ΕθνικούΓ.Σ. και Ένωσης των Ελληνίδων βλ. Δ.Σ. 2 Μαρτίου 1901 και Μαρτίου 1904 (χωρίς προσδιορισμό ημέρας), στο ίδιο. 46. Προσκλήσεις για συμμετοχή σεαγώνες δέχεται ο Εθνικόςαπότη Γυμναστική Εταιρεία Πατρών ( Ιανουάριος 1897),τον Παναχαϊκό Γυμναστικό Σύλλογο (Φεβρουάριος 1897 και Απρίλιος 1900),τον Γυμναστικό Σύλλογο Βόλου (Νοέμβριος 1900),τον Λαϊκό Γυμναστικό Σύλλογο Σάμου (Αύγουστος 1903), τον Πανιώνιο και τον Απόλλωνα Σμύρνης (Μάρτιος 1904). Επαφή έχει επίσης ο Εθνικόςμετον Όμιλο Ερετών για το κωπηλατικό του τμήμα. Βλ.και εδώ, σ. 313. 47.Εκτός από την Ένωσητων Ελληνίδων, ο Εθνικός φαίνεται πωςέχειεπαφή και μετη Φιλοδασική Εταιρεία, ηοποία του απευθύνειπρόσκληση για να μετάσχει σεεορτή πουδιοργανώνειστο μνημείο του Φιλοπάππου (Δ.Σ. 15 Νοεμβρίου 1900).
Η τητες και συγκρούσεις είναι συχνές ανάμεσα στους αθλητικούς συλλόγους και μάλιστα διαμορφώνουν σε ένα βαθμό την ιδιαίτερη ταυτότητα του κάθε σωματείου. Η αντιπαλότητα μεταξύ Εθνικού και Πανελληνίου στην καμπή του 19ου αιώνα αποτελεί ένα παράδειγμα ανταγωνιστικής σχέσης μεταξύ σωματείων η οποία αρθρώνεται σεπολλά επίπεδα, από τη διοίκηση ως τα μέλη,τουςαθλητές και τους οπαδούς. Είναι προφανές ότι η αντιπαλότητα αυτή, αν και κοινό στοιχείο ταυτότητας, εκφράζεται με διαφορετικούς τρόπους σε κάθε επίπεδο. Αντικείμενο τουανταγωνισμού είναι τα πρωτεία στους Πανελλήνιους αγώνες, τα οποία συμβολίζονται με την κατάκτηση του αγάλματος της Νίκης. Παρόλο που ο Πανελλήνιος κατακτά κάθε χρόνο την πρώτη θέση στους αγώνες και, επομένως, αποκτά και το άγαλμα της Νίκης, ο Εθνικός είναι ο μόνος σύλλογος που έχει μια ανταγωνιστική αθλητική παρουσία 48. Άλλωστε, όπως ήδη παρατηρήσαμε, μέλη και αθλητές εναλλάσσονται εξίσου μεταξύ των δύο συλλόγων, εγκαταλείποντας τον ένα σύλλογο για να πάνε στον άλλον. Κυρίως μάλιστα οι αθλητές αποτελούν αντικείμενο διεκδίκησης εκ μέρους των συλλόγων,εφόσοντο γόητρο κάθε σωματείου εξαρτάται από τις επιδόσεις των αθλητών του. Συχνά είναι λοιπόν τα φαινόμενα προσέλκυσης αθλητών με υποσχέσεις και προσφορές η, πάλι, προσπαθειών παρεμπόδισης αθλητών αντίπαλου σωματείου από τη συμμετοχή τους σε αγώνες. Ενδεικτικό είναι το περιστατικό που καταγγέλλεται από τον Εθνικό το 1904 και εξαιτίας του οποίου απειλεί να μη μετάσχει στους Πανελλήνιους αγώνες εκείνου του έτους. Οι καταγγελίες αφορούν «τας εκτρόπους ενεργείας αντιθέτου Συλλόγου»,οοποίοςεπιχειρεί, ενόψει των Πανελλήνιωναγώνων,νααποκλειστεί ο νως αθλητής του Πανελληνίου— αλλά και να πείσει δύοάλλουςαθλητές ναμη λάβουν μέρος στους αγώνες με τα χρώματα του Εθνικού. Διαιτητικό ρόλο αναλαμβάνει ο Σ.Ε.Α.Γ.Σ. και η παρεξήγηση λύνεται με αμοιβαίες υποχωρήσεις, τουλάχιστον μετά τις διαβεβαιώσεις προς τον Εθνικό ότι ο Σ.Ε.Α.Γ.Σ. «θέλει επιβλέψη την άνευ εκτρόπων μέσων επιτέλεσιν των αγώνων» 49.
48. Παρά το μικρότερο μέγεθος του ωςπροςτον αριθμό των τακτικών μελών, ο Εθνικός έχει ότι το 1901, κατά τους πρώτους αγώνες πουδιοργανώνει οΣ.Ε.Α.Γ.Σ., ο Πανελλήνιος μετέχει με 36 και ο Εθνικός με 40αθλητές. Βλ. Δελτίον του Σ.Ε.Α.Γ.Σ. 2 (1 Αυγούστου 1901) Επίσης στους Πανελλήνιους του 1908 μετέχει με 70αθλητές έναντι 53του Π.Γ.Σ. Δελτίον Ε.Ο.Α. 7 (1 Οκτ. 1908), σ. 289. Ήδη, εξάλλου, το 1899στα πρώτα Σωτήρια πουείχε διοργανώσει οΠ.Γ.Σ. ο Εθνικός κέρδισετα μισά βραβεία και συνεπώς περισσότερες νίκες από
τον Π.Γ.Σ. Π. Ν. Μανιτάκης, 100χρόνια
σ. 93. 49. Βλ. Δ.Σ. 14 Απριλίου 1904, 19 Απριλίου 1904, 2 Μαΐου 1904, «Β' Βιβλίον...»), ό.π.
νεοελληνικού
αθλητισμού
1830-1930
Η νωσεωστόσοτην κρίση, η οποία τελικά ξέσπασε κατά τη διάρκεια των Πανελλήνιων αγώνων. Εκεί, στο αγώνισμα του δρόμου βάδην, οι παρόντες σύμβουλοι του Εθνικού θεώρησαν ότι αδικήθηκε ο αθλητής του συλλόγου Κ. Σπετσιώτης από την ελλανόδικο επιτροπή και αποχώρησαν από τους αγώνες. Η αποχώρηση αυτή ερμηνεύθηκε από τον πρίγκηπα Νικόλαο, επίτιμο πρόεδροτουΕθνικούκαι πρόεδρο της ελλανοδίκου επιτροπής, ως προσβολή προς το πρόσωπο του και απείλησε τονΕθνικό ότι θα απέσυρε την επίτιμο προεδρία και προστασία του απότοσύλλογο αν δεν αναγνώριζε επίσημα το σφάλμα του ζητώντας συγγνώμη γιατηστάση του από την ελλανόδικο επιτροπή 50. Δεν είναι δύσκολο να διακρίνουμε σ' αυτό το μικρό περιστατικό τη σύγκρουση ανάμεσα σε δύο αντιλήψεις: εκείνη που υποτάσσει τη διεξαγωγή των αγώνων σε ένα ορθολογικά διατυπωμένο σύστημα κανόνων και εκείνη που νοεί το σύνολο των διαδικασιών ωςένα σύστημα διαπροσωπικών σχέσεων. Στο χώρο των αθλητικών σωματείων η μία αντίληψη δεν ακυρώνει την άλλη. Αντίθετα, οι γραπτοί και κωδικοποιημένοι κανονισμοί των αγώνων συνυπάρχουν με τους διαπροσωπικούς διακανονισμούς, μετοπαιχνίδι της εύνοιας και της προστασίας. Έτσι, ο πρίγκηπας Νικόλαος έχει μεν προσωπική επικοινωνία με μέλη του Δ.Σ.τουΕθνικού,τα οποία μπορούννα του εκφράζουν τα παράπονά τους για τυχόν αδικίες με απευθείας επαφή η μέσω προσώπων του περιβάλλοντος του αλλά είναι και υπεύθυνος για την τήρηση των κανονισμών βάσει των οποίων διεξάγονται όλοι οι αγώνες.
Οανταγων τεία είχε και μια άλλη παράμετρο: τον έλεγχο του Σ.Ε.Α.Γ.Σ. Δεδομένου ότι ο Σ.Ε.Α.Γ.Σ. αποτελούσε έναν από τους δύο σημαντικότερους αθλητικούς θεσμούς —πλάι στην Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων— και με σημαντικές αρμοδιότητες, σύμφωνα με το νόμο ,ΒΧΚΑ' του 1899, η χρηματοδότηση των σωματείων αλλά καιπολλές παράμετροι της συμμετοχής τους στους αγώνες σχετίζονταν άμεσα με τον έλεγχο της διοίκησης του Συνδέσμου. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι οι δύο σημαντικότεροι αθηναϊκοί σύλλογοι επέλεξαν την αποχώρηση από τον Σ.Ε.Α.Γ.Σ. όταν θεώρησαν ότι δεν τον έλεγχαν ή, έστω, ότι διαπράττονταν αδικίες εις βάρος τους. Η αποχώρηση του Εθνικού αποφασίστηκε το 1910 σε συνέχεια των «συμβάντων» κατά τους Πανελλήνιους αγώνες εκείνου του έτους, τα οποία συνετέλεσαν «εις την αρπαγήν της Νίκης εκ του [Εθνικού Γυμναστικού] Συλλόγου διά των αθεμίτων και ασυστόλων μέσων του Πανελληνίου Γυμναστικού Συλλόγου ως και της Επιτροπής του Συνδέσμου των Αθλητικών και Γυμναστικών Σωματείων» αλλά και «εξ αιτίας αδικιών και παραλόγων αποφάσεων υπό του Συνδέσμου εναντίον του Συλλόγου»51.
50. Για το επεισόδιοαυτό βλ. Δ.Σ. 10 Μαΐου 1904 και 11 Μαΐου 1904,στο ίδιο. 51. Δ.Σ. 4 Μαΐου 1910, «Γ' Βιβλίον...)», ό.π.Βλ.και Γ.Σ. 8 Μαΐου 1910,στο ίδιο.
δο ύφεσης λίγο πριν από το 1922. Το αθλητικό περιοδικό Η Νίκη αυτή την εξέλιξη στο τεύχος του Ιανουαρίου 1922:
αποτυπώνει
« Από τριακονταετίας και επέκεινα, από της ιδρύσεως δηλαδή του "Πανελληνίου" και του " Εθνικού", των αόκνων τούτων σκαπανέων του νεωτέρου Ε λ ληνικού αθλητισμού, μέχρι προ μικρού ακόμη, λόγω των μικροφιλοτιμιών καιτης κακώς εννοουμένης αμίλλης, ενώ έκαστος των πρωταγωνιστούντων προςδιάδοσιν της γυμναστικής ιδέας τούτων συλλόγων ηργάζετο αόκνως και μετά πολλής αποτελεσματικότητος προςεπιτέλεσιν τουσκοπούτων, ατυχώς δεν ηδύναντο εις ουδέν σχεδόν σημείον να έλθωσιν εις συνεννόησιν και σύμπραξιν. Από των αρχών όμως του λήξαντος έτος τα Δ. Συμβούλια των εν λόγω σωματείων αντιληφθέντα τηνοπισθοδρομικότητα ταύτην εξ ης απέρρεεν σημαντικόν αδίκημα κατά του σκοπού του αθλητισμού, έδωσαν ιπποτικότατα τας χείρας» 52.
Αποτέλεσμα τηςπροσέγγισης είναι η πρόταση του Πανελληνίου γιατηναπό κοινού τέλεση τοπικών αγώνων στο Παναθηναϊκό Στάδιο 53 , τα Παναθήναια 54. Το παρασκήνιο της προσέγγισης δε μάς είναι γνωστό, παρόλο που οι συσχετισμοί με τηνεμπόλεμηκατάσταση, την επακόλουθη στράτευση πολλώναθλητών καιαπό τους δύο σύλλογος με αποτέλεσμα την αποδυνάμωσή τους καθώς και το ιδιαίτερ ψυχολογικό κλίμα που αναπτύσσεται μέσα σ' αυτή τη συγκυρία καιωθεί προςτη συσπείρωση είναι σχεδόν αυτονόητοι.
καταγράφονται— μαρτυρούν πως ο Εθνικός δεν αναπτύσσει ιδιαίτερη δραστηριότητα. Οι επαφές του περιορίζονται μάλλον στο χώρο των αθλητικών σωματείων καιεντοπίζονται στιςσυγκυρίες των αθλητικών εκδηλώσεων. Αλλάκαιστο εσωτερικότουσυλλόγου, οι επαφές μεταξύ των μελών οι οποίες δε συνδέονται με τη διοίκηση η την άθληση στο γυμναστήριο έχουνπεριορισμένο εύρος. Όπως κα τα υπόλοιπααθλητικά σωματεία, ο Εθνικός διοργανώνει εκδρομές για τα μέλη του σε εξοχές γύρω από την Αθήνα. Έτσι, το 1894 γίνεται εκδρομήστην Ελευσίνα με επίσκεψη των εκεί αρχαιοτήτων ενώ το 1899 και το 1900 η εκδρομήτουσυλλόγου θα γίνει στην Πεντέλη 55. Σπανιότερες είναι οι περιπτώσεις θεατρικών η μουσικών εκδηλώσεων56. Οι δραστηριότητες αυτές έχουν καθαρά ψυχαγωγικό χαρακτήρα, κυρίως οι εκδρομές, οι οποίες συνδυάζουν τη μουσική, το
52. Η Νίκη έτ. Γ ', περ. Β', τχ. 1 (Ιαν. 1922), σ. 5. 53. Βλ. Δ.Σ. 7 Οκτωβρίου 1922, ό.π. 54. Βλ. α?ώ, σ. 130. 55. Δ.Σ. 23 Δεκεμβρίου 1894, 3 Απριλίου 1899 και 1Μαΐου 1900, αντίστοιχα. 56. Το 1894,στην αίθουσα του Ομίλου Φιλομούσων δίνεται συναυλία υπέρτου Εθνικού (Δ.Σ. 23 Δεκεμβρίου 1894). Το 1907, εξάλλου, θα δοθεί παράσταση Καραγκιόζη υπέρτου Συλλόγου (Δ.Σ. 16 Ιουνίου 1907).
χορό, την άθληση και το γεύμα. Χαρακτηριστικά είναι κάποια αποσπάσματα απότηνπεριγραφή της εκδρομής της Κυριακής 7 Μαΐου 1900: « Εξέδραμε την παρελθούσαν Κυριακήν από το πρωί εις την δροσόλουστον Πεντέλην ο Γυμναστικός Εθνικός Σύλλογος και από το πρωί έως το βράδυ η Πεντέλη αντήχει απόμουσικάς αρμονίας και άσματα και χορούς Ελληνικούς [...] Οι αθληταί καιεταίροι τουΕθνικούετέλεσαν καιαγωνίσματα άλματος καισφαιροβολίας, εκτός δε των χορών διεσκέδασαν με διαφόρους γυμναστικάς παιδιάς» 57. ΤΗΝΙΑ ΚΑΙ ΠΑΙΔΟΕΦΗΒΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ
Η κύρια δραστηριότητα ωστόσο όλων των αθλητικών σωματείων είναι η διοργάνωση αγώνων, όπως προβλέπεται και από τα περισσότερα καταστατικά. Οι αγώνεςαυτοί διεξάγονται και στο εσωτερικό των συλλόγων, μεταξύ τωναθλητών κάθε σωματείου, και μεταξύ δύο η περισσοτέρων συλλόγων. Οι σύλλογοι που έχουνπιοδραστήρια παρουσία επιδιώκουν εξάλλου να δημιουργήσουν αθλητικούς αγωνιστικούς θεσμούςπουθατουςχαρίσουν αίγλη και κύρος. Ο Εθνικός είναι ο πρώτος σύλλογος που προσπάθησε να οργανώσει αγώνες με πανελλήνια εμβέλεια 58 και εκτός Αθηνών. Έτσι, τον Αύγουστο του 1895, με δική του πρωτοβουλία, θα τελεσθούν στην Τήνο αγώνες με πανελλήνιο χαρακτήρα, τα Τήνια 59 . Το πιοενδιαφέρον—καιίσως παράδοξο για τα δεδομένα της εποχής— στοιχείο της πρωτοβουλίας του Εθνικού ήταν ο συνδυασμός θρησκευτικής εορτής και αθλητικών αγώνων κατά το πρότυπο της αρχαιότητας. Η γειτνίαση άλλωστε της Τήνου με τη Δήλο, το ιερό νησί της αρχαιότητας, αποτελούσε έναν επιπλέον κρίκο στους επιχειρούμενους συμβολισμούς. Οι αγώνες στηρίχθηκαν οικονομικά απότοΔήμο της Τήνου και την Επιτροπή του ναού της Ευαγγελίστριας, γεγονόςπουδηλώνει ότι και εκ μέρους της Εκκλησίας δεν υπήρχε αντίδραση απέναντι στη σύμπτωση αθλητικών και θρησκευτικών εκδηλώσεων. Έτσι, στις 15 Αυγούστου
1895, στο πλαίσιο του ετήσιου πανηγυριού για την Κοίμηση της Θεοτόκου
57. Η περιγραφή προέρχεται από περιοδικότης εποχήςκαι αναφέρεται χωρίς παραπομπή
στο Ε θ ν κ ιό ς Γυμναστικός Σύλλογος 100 χρόνια
του κοινωνικοί7 συνόλου, Αθήνα [1994], σ. 51. 58.ΤοΔ.Σ.της 4 Ιανουαρίου 1895 αποφάσισε την τέλεση ετήσιων πανελλήνιων γυμναστικώναγώνων αλλά δεφαίνεται να προχώρησεστην πραγματοποίηση αυτής της πρόθεσής του παρά μόνομετο θεσμότων Τηνίων. Εσωτερικούς αγώνες ο Εθνικός αναφέρεται πως οργάνωσε για πρώτη φορά τον Μάιο 1898. Βλ. Ε θ ν κ ιό ς
στην υπηρεσία
24.
Γυμναστικός
Σύλλογος
100χρόνια...,
59. Σύμφωνα με μαρτυρία του Χρυσάφη, η ιδέα για τη διοργάνωση των Τηνίων είχε διατυπωθεί στον Π.Γ.Σ. πριναπότη διάσπασή του και τη δημιουργία του Εθνικού.Βλ. Ε θ ν κ ιό ς Γυμναστικός Σύλλογος, 100χρόνια..., ό.π.,σ. 27.Ηαπόφαση για την επίσ Τηνίων ελήφθηστο Δ.Σ. της 30 Μαρτίου 1895.
κου, διεξήχθησαν με επισημότητα γυμναστικοί και αθλητικοί αγώνες με συμμετοχή των συλλόγων Πανελληνίου και Εθνικού Αθηνών, Πεζοπόρων και Ομίλου Ερετών Πειραιώς, Ομίλου Ερετών Σύρου, Παναχαϊκού και Γυμναστικής Εταιρείας Πατρών και Ορφέα Σμύρνης. Τους αγώνες παρακολούθησαν χιλιάδες θεατές από τους ντόπιους κατοίκους και τους προσκυνητές, δίνοντας έτσιτο μέτρο της επιτυχίας τους.
τους διεθνείς κανόνες αθλητισμό. Για κάποια από τα αγωνίσματα τηρήθηκαν ο κανονισμοί της Ε.Ο.Α. που θα ίσχυαν για την Ολυμπιάδα, δόθηκε εκκίνηση με πιστόλια και χρησιμοποιήθηκαν δίσκοι και σφαίρες σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα. Από την άλλη μεριά όμως, δεν έγινε χρήση χρονομέτρων για τους δρόμους ούτε μετροταινίας για τα άλματα και τις βολές. Αλλά και οι αθλητές παρουσίαζαν το ίδιο «μίγμα παλαιικής και νεωτεριστικής εμφανίσεως», εφόσον όσοι μεν προέρχονταν από την Ελλάδα φορούσαν τη γνωστή στολή από άσπρη φανέλα, άσπρο μακρύ παντελόνι και μπλε ζώνη, ενώ οι σμυρνιώτες αθλητές είχαν σύγχρονες στολές με κοντό παντελόνι και αθλητικά παπούτσια με καρφιά, «καταπλήξαντες και τους συναθλητάς των και τους θεατάς» 60. ήταν οι αγώνες παίδων και εφήβων, οι οποίοι διεξήχθησαν για πρώτη φορά το 1898 για να εξελιχθούν σε ετήσια διοργάνωση του συλλόγου6'. Ο διευθυντής του γυμναστηρίου του Εθνικού I. Χρυσάφης εμπνεύσθηκε τη διοργάνωσησεό,τι αφορά στηνκατάταξη των αγωνισμάτων και τη διαίρεση των αγωνιζομένων κατά ηλικία από μια αναθηματική επιγραφή που ανακαλύφθηκε στη Χαλκίδα το 1897 62 . Έτσι, στους αγώνες του 1898 οι 90 νεαροί αθλητές ηλικίας 12 έως 17 ετώνπουμετείχαν χωρίσθηκαν σύμφωνα με την ηλικία τους σε τέσσερεις κατηγορίες: των παμπαίδων (12-13 ετών), των παίδων (14 ετών), των ανήβων (15 ετών) και των εφήβων (16-17 ετών). Η θεσμοθέτηση των ετήσιων παιδοεφηβικών αγώνων αποτελούσε τμήμα της ευρύτερης πολιτικής του Εθνικού, ο οποίος, όπως έχει αναφερθεί, έθεσε εξαρχής τη σωματική άσκηση της νεολαίας μεταξύ των καταστατικών στόχων του. 60. Βλ. Π. Ν. Μανιτάκης, ό.π., σ. 46-47. 61. Η διεξαγωγή των αγώνων αποφασίστηκε στο Δ.Σ. της 15 Ιανουαρίου 1898 (βλ. Πρακτικά..., ό.π., σ. 65),ενώστο Δ.Σ. της 13 Μαρτίου 1898 αποφασίστηκε να χορηγηθεί πίστωση στον διευθυντή του γυμναστηρίου Ιωάννη Χρυσάφη για τις στολές των απόρων μαθητων του γυμναστηρίου πουθα λάμβαναν μέροςστους αγώνες (στο ίδιο, σ. 70). τηκε απότον Γ. Α. Παπαβασιλείου, « Αγωνιστική επιγραφή εκ Χαλκίδος», Α θ η ν ά 9 (1897), σ. 447-458 και από τον Π. Καββαδία, «Σύμμικτα. Αγωνιστική επιγραφή εκ Χαλκίδος»,
Εφημερίς Αρχαιολογική, περ. Γ', 1897, σ. 195-200. Πβ. και ΠΑΕΑ 62. Inscriptiones Delum. Inscriptiones
Graecae, vol. XII, fase. IX: Inscriptiones Insularum Euboeae Insulae, Βερολίνο 1915, αρ. 952, σ. 117. Η επιγ 1 (1898-9), σ. 22-3.
Τα η κάποια από εκείνα που περιλήφθηκαν στους διεθνείς Ολυμπιακούς Αγώνες, δηλαδή αγωνίσματα στίβου καθώς και γυμναστικές ασκήσεις. Άλλωστε ο Εθνικός είναι ένα σωματείο γυμναστικής και κλασικού αθλητισμού κατεξοχήν. Ωστόσο, όπως και στον Πανελλήνιο και άλλα παρόμοια σωματεία, λειτουργούν ξεχωριστά τμήματα για άλλα αθλήματα και σπορ. Από το 1894 θα δημιουργηθεί ιδιαίτερο τμήμα ποδηλασίας και από το 1895, κωπηλασίας και οπλομαχητικής. Τμήμα για το τέννις αναφέρεται από το 1910, ενώ για το ποδόσφαιρο υπάρχει οπωσδήποτε τουλάχιστον από το 1900, εφόσον τη χρονιά εκείνη αναγγέλλεται αγώνας μετοαντίστοιχο τμήμα του Πανελληνίου 63. Το 1906, μια ομάδα αθλητώντουσυλλόγου θα εγκαταλείψουν τον Εθνικό για να δημιουργήσουν ένα αμιγώς ποδοσφαιρικό σωματείο, το Γουδί 64. Το ψηφίζεται ο αντίστοιχος κανονισμός, δίνοντας έτσι σχετική αυτονομία στην ποδοσφαιρική δραστηριότητα του συλλόγου, η οποία φαίνεται πως είναι πυκνή αν κρίνουμε απότο άρθρο3 του κανονισμού που προβλέπει ότι η επιτροπή πρέπει να συνέρχεται τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα. Ο κανονισμός αποβλέπει κυρίως στην εξασφάλιση της «εσωτερικής τάξεως και πειθαρχίας των παικτών της ποδοσφαιρίσεως» και γι' αυτό περιλαμβάνει άρθρα με τις ποινές που επιβάλλονται ανάλογα με τα παραπτώματα. Το ξύ των σχολείων 66, οι οποίοι θα τεθούν και υπό την προστασία του πρίγκηπα Νικόλαου. Η μεγάλη συμμετοχή των σχολείων καιηεπιτυχία τωναγώνωνπου έγιναντονΦεβρουάριο 1911οδηγούνσεπροτάσεις για τακτική τέλεση σχολικών ποδοσφαιρικών αγώνων, επομένως για θεσμοθέτηση τους 67. Η εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις οικονομικές του δυνατότητες. Βασικός πόρος κάθε σωματείου είναι οι συνδρομές των μελών του, εκτός από τις έκτακτες εισφορές και δωρεές. Είναι συνεπώς καθοριστικός ο αριθμός των μελώνγιατο οικονομικό μέγεθος κάθε συλλόγου όπως έδειξε και η ανάλυση του Πανελληνίου Γ.Σ. που προηγήθηκε. Χαρακτηριστικό είναι ότι το 1899 η παραίτηση πολλών μελών από τον Εθνικό κρίνεται ως βασική αιτία για την οικονομική δυσπραγία 68. 63.Στο ίδιο
και Ε θ ν κ ιό ς
65. Μέλη της επιτροπής ήταν οι σύμβουλοι Α. Χρηστίδης, Π. Παρασκευόπουλος και Κ. Γουλιμής. Πβ. Δ.Σ. 25 Μαρτίου 1907, «Α' Βιβλίον...», ό.π. 66. Δ.Σ. 16 Δεκεμβρίου 1910, «Γ' Βιβλίον...», ό.π. 67. Δ.Σ. 5 Φεβρουαρίου 1911,στο ίδιο. 68. Πβ. Δ.Σ. 23 Νοεμβρίου 1899, «Β' Βιβλίον...», ό.π.,σ. 41.
Γυμναστικός 64. Βλ.εδώ, σ. 187.
2 (1899-1900), σ. 137.Για την καλλιέργεια του ποδοσφαίρου στον Εθνικό, βλ.
Σύλλογος. 100χρόνια..., ό.π., σ. 55-59.
Πράγματι, όπως προκύπτει από τους σωζόμενους απολογισμούς και προϋπολογισμούς, το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων του συλλόγου προέρχεται απότις συνδρομές των τακτικών μελών και τα εισιτήρια για το γυμναστήριο. Η διοργάνωση αγώνων δε φαίνεται να αποδίδει ιδιαίτερα έσοδα, εφόσον συνήθως το ποσό που εισρέει είναι σχεδόν ίσο προς τα έξοδα της διοργάνωσης69. Μικρότερ εξάλλουκαιχωρίς κανονικότητα εισρέουν από δωρεές ιδιωτών η από το Υπουργείο Παιδείας. Έκτακτες εισφορές, κυρίως των μελών του Δ.Σ., καλύπτουν έκτακτα έξοδα,όπως αγορές οργάνων, επισκευές και συντήρηση του γυμναστηρίου κ.τ.ό. Δεδομένου ότι ο Εθνικός έχει κατά μέσο όρο στην καμπή του αιώνα ένα δυναμικό 150 περίπου τακτικών μελών, αναμένουμε και ένα σταθερό ετήσιο εισόδημα 3.600 δρχ. (εφόσον η μηνιαία συνδρομή είναι 2 δρχ.). Αν συνυπολογίσουμε ένα εξίσου σταθερό εισόδημα από εισιτήρια για το γυμναστήριο γύρω στις 1.500 δρχ., τότε αποκτάμε μια εικόνα της οικονομικής κλίμακας του σωματείου (βλ. Πίνακα 3). Τα έξοδα αντίστοιχα περιορίζονται στη συντήρηση και βελτίωση των εγκαταστάσεων του συλλόγου, του γυμναστηρίου δηλαδή, και στους μ των υπαλλήλων —διευθυντή γυμναστηρίου, κλητήρα, θυρωρού, εισπράκτο
ΠΙΝΑΚΑΣ 3
Οικονομική
Έτος 1897 1899 1900 1901 1902
κατάσταση
Έσοδα 5.390 6.308,05 6.811,95 8.327,85 7.852,25
του Εθνικού Γ.Σ.
Έξοδα 5.260 6.257,60 6.039,10 7.140 5.614,65
(1897-1902)
Δείκτης των δραστηριοτήτων του συλλόγου μπορεί να είναι εξάλλου η μηνιαία διακύμανση των εσόδων και εξόδων του. Διαθέτουμε ένα μόνο παρόμοιο πίνακα, του Νοεμβρίου 1900 70 ,οοποίοςωστόσοείναι δυνατόν να έχει ενδεικτική σημασία. Το αθλητικό σωματείο, σύμφωνα μ' αυτά τα δεδομένα, παρουσιάζει την πυκνότερη δραστηριότητά του κατά τους εαρινούς μήνες και κατεξοχή Απρίλιο, ενώ αντίθετα η μεγαλύτερη ύφεση παρατηρείται κατά τους μήνες 69. Το 1900 π.χ.το πλεόνασμα από τους αγώνες ανέρχεται μόλις στις 280 δρχ. Βλ. Δ.Σ. 1 Μαΐου 1900, «Β' Βιβλίον...», ό.π.,σ. 71. 70. Βλ. Δ.Σ. 15 Νοεμβρίου 1900,στο ίδιο, σ. 75.
Ιούλιο, Αύγουστο και Οκτώβριο. Προφανώς, η συνάρτηση της σωματικής άσκησηςμετιςκλιματολογικές συνθήκες, που επηρεάζουν τόσο την ατομική άσκηση όσο και την τέλεση αθλητικών αγώνων, καθορίζει σε μεγάλο βαθμό κα τηνεσωτερικήκοινωνικότητα μεταξύ των μελών του αθλητικού σωματείου. Η σύγκριση με άλλα, μη αθλητικά, σωματεία θα μπορούσε ωστόσο να αναδείξει ενδεχομένως και άλλους προσδιοριστικούς παράγοντες της κοινωνικής συναναστροφής σε σχέση με τις εποχές του χρόνου, ανεξάρτητους από τη σωματική άσκηση.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ '
Ο Όμιλος Ερετών Πειραιώς. Ναυτικός αθλητισμός και πειραϊκή αστική κοινωνία
ΠΕΙΡΑΪΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΑΙ ΠΕΙΡΑΪΚΑ ΣΩΜΑΤΕΙΑ
Ο Όμιλος Ερετών ιδρύθηκε το 1885 στο Νέο Φάληρο1 και το 1888 μεταφέρθηκε στον Πειραιά, στο λιμάνι της Ζέας, όπου και βρίσκεται έως σήμερα. Αποτελεί έναναπότους παλαιότερους αθλητικούς συλλόγους του επινείου, και οπωσδήποτε το παλαιότερο σήμερα εν ενεργεία αθλητικό σωματείο του ελληνικού κράτους. Σωματείο εξειδικευμένο σε ένα σπορ, την κωπηλασία, αρμόζει στον ναυτικό Πειραιά όσο ο Πανελλήνιος και ο Εθνικός αρμόζουν στην κλασική Αθήνα. Εκπροσωπεί επιπλέον την κοινωνικότητα ενός αστικού κέντρου με διαφορετική οικονομική δραστηριότητα και κοινωνική σύνθεση από εκείνη της πρωτεύουσας. Η γενικότερους ρυθμούς ανάπτυξης της σωματικής άσκησης και της οργανωμένης άθλησηςστοελληνικόκράτος. Κατά την πρώτη περίοδο (1869-1899) τα σχετικ μεγέθη του Πειραιά είναι συγγενέστερα με αυτά πόλεων όπως η Πάτρα καιη Ερμούπολη και απέχουν αρκετά από εκείνα της Αθήνας2. Η ίδια ανισότητα διατηρείται και κατά την επόμενη περίοδο, στις δύο πρώτες δεκαετίες του20ού αιώνα. Ως προς τα είδη των αθλημάτων που καλλιεργούν τα αντίστοιχα σωματεία, ο Πειραιάς δεν διαφοροποιείται επίσης από τις γενικές τάσεις που ήδη έχουν ίδρυση δύο γυμναστικών συλλόγων (Θησεύς και Ολύμπια), ενός πεζοπορικού ομίλου, δύο ποδηλατικών και ενός κυνηγετικού. Επιπλέον, πιο κοντά στον ναυτικό χαρακτήρα του Πειραιά είναι ο Όμιλος Ερετών και ο Σύλλογος Κολυμβητών Αθηνών-Πειραιώς,τουοποίου ωστόσο σύντομα χάνουμε τα ίχνη.
1. Κατά την πρώτη αυτή περίοδο, ονομαζόταν «Όμιλος Ερετών Φαλήρου». Δεν εντόπισα στην Εφημερδ ία της Κυβερνήσεως δημοσιευμένο το Β.Δ.της 15 Ιουνίου 1885πουε το ιδρυτικό καταστατικό και βρίσκεται χειρόγραφο στα αρχεία του Ομίλου. Χαρακ είναι, πάντως, πωςοίδιος ο Όμιλος Ερετών Πειραιώς γιόρταζε ωςέτος της ίδρυσής του τ 1888και όχιτο 1885. 2. Βλ.εδώ, σ. 171, 175και Πίν. 3στις σ. 172-175.
20. Οι αθλητές του Πειραϊκού Συνδέσμου (1910).
21. Οι αθλητές του Ομίλου Φιλάθλων Πειραιώς (1910).
Ο κή άποψη σωματείο του Πειραιά, κυρίως μέσω της συμμετοχής του στους Πανελλήνιους αγώνες. Δεν ήταν αμιγώς γυμναστικό σωματείο αλλά απλώς διατηρούσε γυμναστικό τμήμα δίπλα στα πολύ σημαντικότερα φιλολογικό και μουσικό. Ο συνδυασμός του διπλού στόχου της «πνευματικής, καλλιτεχνικής και σωματικής διαπλάσεως» αποτυπώνεται στη σφραγίδα του που φέρει τις κεφαλές της Αθηνάς και του Απόλλωνα3. Το 1907 το γυμναστικό του τμήμα περιλάμβανε επτά επιμέρους τμήματα (αθλητικό, γυμναστικό, αθλητικών παιδιών, οπλασκίας, σκοπευτικό και ναυτικό) και 120 αθλητές 4. Ο Πειραϊκός Σύνδεσμος υπήρξε ένα Στιςαρχέςτου20ούαιώνα εξάλλου, ο Πειραιάς παρακολουθεί τη νέα ποδοσφαιρική μόδα με την ίδρυση ποδοσφαιρικών σωματείων αντίστοιχων —λιγότερων οπωσδήποτε— προς εκείνα της Αθήνας5. Πράγματι, πριν από το 1920, ο Πειραιάς δεν παρουσιάζει, τουλάχιστον απόάποψημεγεθών, ιδιαίτερη ποδοσφαιρική κίνηση. Έχει όμως ήδη αρχίσει να διαμορφώνεται στο χώροτουαθλητισμού, με αιχμή το ποδόσφαιρο, μια αντιπαλότητα μεταξύ των δύο πόλεων που σημαίνει καιτηδιεκδίκηση, εκ μέρους του Πειραιά κυρίως, μιας ιδιαίτερης τοπικής ταυτότητας. Η του 19ου αιώνα, όταν έχει πραγματοποιηθεί, και με την αλλαγή γενιάςκαιτη δημογραφική και οικονομική ανάπτυξη, η συγχώνευση των ιδιαίτερων συνειδήσεων των πρώτων κατοίκων που δημιούργησαν τη νέα πόλη το 1835. Εντούτοις, η θέση του Πειραιά δίπλα στην πρωτεύουσα, όπου αναπόφευκτα συγκεντρωνότα η πολιτική και πνευματική δραστηριότητα, οδήγησε σε μια «περιθωριοποίηση του 6. Η σύγκριση με την Αθήνα ήταν αυτονόητη τόσο για τους ίδιους τους Πειραιώτες όσο και για τους εξωτερικούς παρατηρητές. Χαρακτηριστικό είναι ότι δημοσιογράφος ελληνικής εφημερίδας στην Κωνσταντινούπολη αποκαλεί τον «Πειραϊκό Σύνδεσμο» —τον σημαντικότερο για δεκαετίες πειραϊκό σύλλογο— «μικρόν Παρνασσόν», σύγκριση που και ο ίδιος ο Σύνδεσμος υιοθετεί, αλλά γιανα
3. Πειραϊκός
κληρονομιές και ελληνικό κράτος, τ. Α', Αθήνα, Ε.Μ.Ν.Ε., 1985, σ. 245-249. Χαρακ είναι εξάλλου όσα σημειώνονται στο Πειραϊκόν Λεύκωμα του 1918 (σ. 46): «Ο Π μέχρι τινός ήτο ένα είδος ακολούθου των Αθηνών.Ζούσε μετα περισσεύματά των, ανέπνεε ό,τι του άφηνε ηπρωτεύουσα, εφαίνετο όπισθεν αυτής — δεν εφαίνετο σχεδόν καθόλου. [...] εσκέπτετο με τον εγκέφαλον εκείνης, διεσκέδαζε μετα γούστα εκείνης, την ακολουθούσε ωςανόητον μειράκιον και την εθαύμαζε μέχρι ξιπασμού [...]».
1935», στα Πρακτικά
4. Πειραϊκός Σύνδεσμος, ΙΓ ' Επετηρίς 1894-1907, Πειραιάς 1907. 5. Βλ. εδώ, Πίν. 5, σ. 185-7. 6. Βλ. Βάσιας Τσοκόπουλος, «Τα στάδια της τοπικής συνείδησης. Ο Πειραιάς, 1835του Διεθνούς Συμποσίου Ι σ τ ο ρ α ίς Νεοελληνική
Σύνδεσμος
1894.
Καταστατικόν,
Πειραιάς 1915.
Π
Η στηριότητες ανάλογες με εκείνες της αθηναϊκής ελίτ. Η παρουσία της στη διοίκηση των σημαντικότερων πειραϊκών σωματείων είναι έναςαπότους δείκτες της σύμπλευσης της με τις νεοτερικές αστικές συμπεριφορές. Μάλιστα, όπως συμβαίνει και με τα αθηναϊκά σωματεία, τα ίδια πρόσωπα εμφανίζονται ταυτόχρονα σε διοικητικά συμβούλια διαφορετικών συλλόγων. Έτσι, δεν είναι παράδοξο πουτο 1910 για παράδειγμα ο γνωστός δικηγόρος Δευκαλίων Ρεδιάδης8 είναι ταυτόχρονα κοσμήτωρ του γυμναστικού τμήματος του Πειραϊκού Συνδέσμου και γενικός γραμματέας του Ομίλου Κυνηγών Πειραιώς. Την ίδια χρονιά,εξάλλου,ο συνομήλικος του, επίσης γνωστός δικηγόρος Μιχαήλ Ρινόπουλος9 είναι κοσμήτωρ του φιλολογικού τμήματος του Πειραϊκού Συνδέσμου και σύμβουλος στο Δ.Σ του Ομίλου Ερετών 10 . Άλλωστε και ο Ρεδιάδης ήταν σύμβουλος στον Όμιλ Ερετώνακριβώςτηνπροηγούμενη χρονιά. Ανάλογες συμπτώσεις με μέλη μεγάλων πειραϊκών οικογενειών διαπιστώνονται στις διοικήσεις όλων των γνωστών πειραϊκών συλλόγων. Εκείνο που διαφοροποιεί την πειραϊκή ελίτ είναι η έλξη που νιώθει προς την πρωτεύουσα, η οποία εκδηλώνεται με μια «αθηναϊκή στρο φή» από την καμπή του 19ου αιώνα 11. Τα ίδια ονόματα εμφανίζονται λοιπόν να μετέχουν σε δραστηριότητες σωματείων της πρωτεύουσας, σε αναζήτηση προφανώς μιας κοινωνικής αίγλης που δεν μπορούσε να τους παράσχει ο Πειραιάς. Αυτό δεν σημαίνει εντούτοις ότι η τοπική αστική τάξη δεν θα δημιουργήσει τους δικούς της ιδιαίτερους τόπους κοινωνικής διάκρισης μέσω των σπορ: ο Όμιλος Αντισφαιρίσεως Πειραιώς, που ιδρύεται το 1909, και ο Ναυτικός Όμιλος Νέου Φαλήρου, που ιδρύεται αντίστοιχα το 1903 για να καλλιεργήσει ένα κατεξοχήν
διαπιστώσει με πικρία τις διαφορές στη χρηματική ενίσχυση των δύο σωματείων: «και τότε ίσως ευρεθώσι και διά τον Πειραιά ευγενείς και μεγαλόφρονες δωρηταί, όπως ευρίσκονται καθημερινώς διά τον εν Αθήναις Παρνασσόν, οίτινες θασυνδέσωσιν αρρήκτως τα ονόματα αυτών με την πνευματικήν πρόοδον του Πειραιώς ως μεγάλων αυτού εύεργετών» 7.
7. Πειραϊκός Σύνδεσμος, Α'. Επετηρίς 1894-1901, Πειραιάς 1901, σ. 48και 49. 8. Ο Δ. Ρεδιάδης γεννήθηκε το 1882 στον Πειραιά. Για χρόνια διατέλεσε πρόεδρος του Πειραϊκού Συνδέσμου και μέλος της Ε.Ο.Α. τα έτη 1927-1930 και 1936-1938.Τηνπερίοδο 1936-1939 ήταν υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας. Ε. Σκιαδάς, 100χρόνια Νεώτερη Ε
Ολυμπιακή Ι σ τ ο ρ ί α . Ε π ι τ ρ ο π ή Ολυμπιακών Α γ ώ ν ω ν 1896-1996,
σ. 601. 9. Συναντάται και ωςΡουνόπουλος. Γεννήθηκε το 1879στον Πειραιά και πέθανε το 1959 στην Αθήνα. Βενιζελικός, διατέλεσε γενικός γραμματέας του υπουργείου Οικονομικών 1920) και γενικός γραμματέας της Ε.O.A. (1917-1920). ιδρυτής του Λιμένος Πειραιώς (1930)και δήμαρχος της πόλης (1932). Ήταν επίσης πρόεδροςτου Σ.Ε.Γ.Α.Σ.στο διάστημα
1929-1932. Βοβολίνη, Μέγα
Αθήνα, Τα Νέα, 19
10. Βλ. Σ.Ε.Α.Γ.Σ.,Ημερολόγιον.. 11. Β. Τσοκόπουλος, ό.π., σ. 247.
Ε λ λ η ν κ ιό ν
1910, Αθήνα 1910, σ. 73-79.
Βιογραφικόν
Λεξικόν,
τ. Β', σ. 302-308.
αστικό σπορ,τηνιστιοπλοΐα, ανήκουνακριβώςσ' αυτούς τους «τόπους» σης και προβολής της ιδιαίτερης κοινωνικής ταυτότητας. κής αστικής τάξης. Σύμφωναμετο Ημερολόγιο του Σ.Ε.Α.Γ.Σ., «αι βάσεις του Σωματείου τούτου ετέθησαν [...] υπό πεντηκοντάδος επιλέκτων μελών της Πειραϊκής κοινωνίας και τίνων εξ Αθηνών, διακρινομένων εν παντί κλάδωτηςαληθούς αριστοκρατίας των γραμμάτων, των επιστημών, της βιομηχανίας, κλπ.» 12 . ΠΙΝΑΚΑΣ 1
Αξελός Ν. Μπαλάνος I. Βαδέν Π. Μπουντούρης Δ. Βαλακάκης Γ. Νεγροπόντης Π. Βασιλειάδης Κ. Ομηρίδης Δ. Βασιλόπουλος Π. Οριγώνης Π. Βάφας Λ. Ουάτμπλεδ Ε. Γκινάκας Γ. Παρασκευαΐδης Φ. Δαμαλάς Π. Πίσσας Ε. Δαμιανός Κ. Ρετσίνας Αθ. Θ. Δεμερτζής Α. Ρετσίνας Γ. Θ. Δορσαμέτ Π. Ρετσίνας Θ. Ζαίμης Αλέξ. Ρότσιλδ Κ. Ζέλος Γ. Ρωμάνος Α. Θεοφιλάς I. Σερπιέρης Φ. Θών Ν. Σκουζές Γ. Καλλιγάς Γ. Σκουζές I. Καμάρας Μ. Στάης Βαλέριος Καμπούρογλου I. Σταμπουλόπουλος Κ. Καπράνος Σ. Τζουράς I. Κουντουριώτης Γ. Τούρ Ρ. Κρίνος Γ. Τσαμαδός Α. Λάμπρος Δ. Τσάτσος Δ. Μαλαμίδης Α. Φεράλδης Λ. Μαντζαβϊνος Α. Φιλάρετος Ν. Μελετόπουλος Θ. Χατζηανέστης Γ. Μελετόπουλος I. Πηγή: «Καταστατικόν του ενΠειραιεί Ομίλου των Ερετών», 1 Ιουλίου 1888, ΦΕΚ Απριλίου 1889. 12. Σ.Ε.Α.Γ.Σ.,ό.π., σ. 75.
Κ'
10
Πράγματι, η έρευνα των βιογραφικών στοιχείων των 52 ιδρυτικών μελών δείχνει πωςμιασημαντική μερίδα της αστικής τάξης βρισκόταν πίσω από την ίδρυση του Ομίλου Ερετών Πειραιώς. Οι ιδρυτές δεν ανήκαν αποκλειστικά στην πειραϊκή κοινωνία, αλλά ο σύλλογος έχει σαφή πειραϊκό χαρακτήρα, όχι μόνο λόγω του σπορ που καλλιεργεί και της έδρας του, αλλά και γιατί το σύνολο των δραστηριοτήτων του τον τοποθετεί στο πειραϊκό κοινωνικό περιβάλλον. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι πρώτοι πρόεδροι του Ομίλου Ερετών ήταν ο Παύλος Δαμαλάς 13 καιοΘεόδωρος Ρετσίνας 14, που διατέλεσαν και οι δύο δήμαρχοι του Πειραιά. Επιβεβαιώνεται απ' αυτό το γεγονός αφενός η θέση του συλλόγουστην πειραϊκή κοινωνία και αφετέρου το κοινωνικό κύρος του αξιώματος του προέδρου του Ομίλου Ερετών.
των μελών του Ομίλου Ερετών γιατί στο αρχείο εγγραφών δεν καταγράφοντα τα αντίστοιχα επαγγέλματα. Διαθέτουμε ωστόσο επαρκή στοιχεία γιαναανασυνθέσουμε την περιοδική κοινωνικότητα των τακτικών μελών και των μελών του Δ.Σ., τη διακύμανση της αθλητικής δραστηριότητας και της κοινωνικής παρουσίας του συλλόγου, το ανθρώπινο και οικονομικό του μέγεθος15. ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΑ ΣΥΜΒΟΥΛΙΑ ΚΑΙ ΕΡΕΤΕΣ. Η «ΓΗΡΑΝΣΗ» ΤΟΥ ΟΜΙΛΟΥ
Με βάση τα βιβλία αλληλογραφίας, μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι στα χρόνια απότο1888 ως το 1922 αποστέλλονται 619 επιστολές με σημαντικές διακυμάνσεις. Συγκεκριμένα, έως το 1901, και με εξαίρεση τα χρόνια 1894-1895 που προηγούνται της τέλεσης των πρώτωνΟλυμπιακώνΑγώνωνστηνΑθήνα,ο
13. Ο Δαμαλάς, αντιπρόεδρος από το 1888ωςτο 1905, υπήρξε η ψυχήτου Ομίλου. Το Δ.Σ.της 30ης Σεπτεμβρίου 1888του είχε παραχωρήσει πλήρη πληρεξουσιότητα στη διαχείρισητων υποθέσεωντου συλλόγου. Μετά την παραίτησή του, το 1905, ανακηρύχθηκε επίτιμος πρόεδροςτου Ομίλου Ερετών. 14. Ο Θ. Ρετσίνας (1836-1930) γεννήθηκεστο Ναύπλιο καιηοικογένειά του μετοίκησε στον Πειραιά ενώήταν ακόμα παιδί. Είναι ο ιδρυτής της γνωστής κλωστοϋφαντουργίας του Πειραιά «Αδελφοί Ρετσίνα» (1870),ενώ,εκτός από δήμαρχος του Πειραιά (1887, 1891), εκλέχτηκε και βουλευτής (1900). Επί τέσσερεις περιόδους υπήρξεκαι πρόεδροςτης Λιμενικής Επιτροπής Πειραιώς. Πεφαϊκόν Η μ ε ρ ο λ ό γ ο ιν , 1900, σ. 117-119. 15.Στο αρχεϊο του Ομίλου, στο Λιμένα της Ζέας, διατηρούνται τα ακόλουθα βιβλία και σώματα εγγράφων πουχρησιμοποίησα μετην πρόθυμη παραχώρηση των μελών του Δ.Σ.: 1) Εγγραφαί Τακτικών Μελών ( 1888;-1994), 2) Έγγραφα! Εκτάκτων Μελών (1906-1922), 3) Πρακτικά Γ.Σ. (1888-1945), 4) Πρακτικά Δ.Σ. (1888-1933), 5) Βιβλίον Αλληλογραφίας Α', εξερχόμενα (6 Ιουλίου 1882 - 2 Δεκεμβρίου 1908), με 369 επιστολές, 6) Βιβλίον Αλληλογραφίας Β', εξερχόμενα (1909-1925), με 465 επιστολές, 7) Αλληλογραφία, εισερχόμενα (1906 κ.εξ.), 8) Βιβλίον εγγραφής ασκουμένων ερετών (1897-1900), 9) Βιβλίον καταγραφής
Όμιλος παρουσιάζει υποτονική δραστηριότητα, ενώ στο διάστημα 1901-1906 κάθε δραστηριότητα μοιάζει να σταματά εφόσον δεν αποστέλλεται ούτε μια επιστολή. Από τα πρακτικά των συνεδριάσεων του Δ.Σ. και της Γ.Σ. εξάλλου συνάγεται ότι το μεν Δ.Σ. δεν συνεδρίασε καθόλου από τον Μάιο 1896έωςτον Ιανουάριο 1906 ενώ η Γ.Σ. δεν συνεκλήθη για τα χρόνια 1899-1905 ούτε καν γιατηνετήσια σύμφωνα με το καταστατικό λογοδοσία. Το 1906 ο σύλλογος αναλαμβάνει εκνέου δράση —ένα έγγραφο μιλάει για «άναβίωση» 16 — γεγονός που συνδέεται μάλλον με τη διοργάνωση της Μεσολυμπιάδας στην Αθήνα εκείν το χρόνο και τη γενναία επιχορήγηση ενόψει του γεγονότος προς όλα τα αθλητικ σωματεία από την Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων. Ο Όμιλος Ερετών επιχορηγήθηκε τότε με 5.000 δρχ. καθώς και με 3.000 δρχ. από τον Δήμο Πειραιά. Παράλληλα, η Λιμενική Επιτροπή Πειραιώς κατασκεύασε κυματοθραύστη μπροστά απότους νεώσοικους του συλλόγου, με αποτέλεσμα την προφύλαξη των εγκαταστάσεων και των λέμβων. Έκτοτε η δραστηριότητα του Ομίλου είναι αδιάλειπτη και ακμαία, με την αναμενόμενη ύφεση στα χρόνια του πολέμου και του Διχασμού. Η μετονπεριορισμένο αριθμό των τακτικών μελών. Ως το 1907, τα τακτικά μέλη ήταν μόνο 52, εκείνα δηλ. που υπέγραψαν το καταστατικό του 1888πουεπικυρώνει τη μεταφορά από το Φάληρο στον Πειραιά, και κατέβαλαν εφάπαξ τις συνδρομές μιας εικοσαετίας δηλ. 200 δρχ. (βλ. πίνακα 1). Κατά την πρώτη αυτή περίοδο λειτουργίας του Ομίλου εκλέγονταν συνεπώς μόνο έκτακτα μέλη. Το 1908, με τη λήξη της εικοσαετίας, τα τακτικά μέλη καλούνται να ανανεώσουν τηνεγγραφήτους, είτε καταβάλλοντας και πάλι εφάπαξ το ποσό των 200 δρχ. είτε πληρώνοντας 5 δρχ. για εγγραφή και 12 δρχ. ετήσια συνδρομή17. Η πράξη αυτή συνεπάγεται, σε μια πρώτη εξήγηση, τη δυνατότητα διεύρυνσης της αρχικά κλειστής ομάδας που αποτέλεσε τον Όμιλο Ερετών, εφόσον πλέον ορίζεται ετήσια συνδρομή εκτός από την υψηλή εφάπαξ εισφορά. Ωστόσο, είτε επειδήκαι
κτηματικής περιουσίας (1Μαΐου 1908), 10) Φάκελος Λεμβοδρομιών 1906, 11) Πρακτικά Αγώνων (27 Αυγούστου 1906-15 Αυγούστου 1910 και 14 Ιουλίου 1912-17 Αυγούστου 1924), 12) Καταγραφή κυπέλλων και τιμητικών διακρίσεων καθώς και των Διοικητικών Μελών του Ομίλου από το 1888, 13) Φάκελοι με διάφορα έγγραφα. Υπάρχουν, εξάλλου, δύο αυτοτελή δημοσιεύματα για την ιστορία του Ομίλου: Όμιλος Ερετών 1888. 50
[Πειραιάς] 1938 και Εκατό χρόνια σύγχρονου Όμιλος Ερετών 1885-1985, [Πειραιάς 1985], ελληνικού αθλητισμού.
Μια ιστ
16. «...του παρόντος εγγράφου του προδίδοντος την αναβίωσιν του αγαπητού υμών τε και ημών Ομίλου, και την αφετηρίαν νέας αυτού ζωής και δράσεως επ' αγαθώ της Ελληνικής Νεότητος»: Επιστολή αρ. 123 (31 Ιανουαρίου 1906). 17. Επιστολή αρ. 294 (9 Απριλίου 1908). Οι απλοί ερέτες, εξάλλου, σύμφωνα μετα καταστατικά του 1906και του 1908 υποχρεώνονταν σε συνδρομή 2 δρχ.την τριμηνία. Το1918 το ποσό αναπροσαρμόστηκε σε 1,50 δρχ. το μήνα έναντι 2 δρχ.για τα τακτικά μέλη.
η ετήσια συνδρομή ήταν εξίσου υψηλή είτε για λόγους που συνδέονταν μετην απήχησητηςίδιας της κωπηλασίας, το ανθρώπινο δυναμικό του σωματείου δεν αυξήθηκε σημαντικά. Το άρθρο που περιέχονταν στο καταστατικό του 1906, σύμφωνα με το οποίο μέλος του συλλόγου μπορούσεναγίνει «πάς ο βουλόμενος» δεν επαναλήφθηκε σε επόμενα καταστατικά. Αλλωστε, το άρθροαυτό δενίσχυε κατά γράμμα, εφόσον η εκλογή των νέων μελών στην πράξη γινόταν από το Δ.Σ. μετά από έγγραφη πρόταση δύο τουλάχιστον τακτικών μελών του Ομίλου.
ΠΙΝΑΚΑΣ 2
Έτος 1907 1908 1909 1910 1911 1912 1913 1914 1915 1916 1917 1918 1919 1920 1921 Σύνολο
Έγγραφες 1 16 19 16 14 17 9 5 29 6 8 10 16 3 5 171
Διαγραφές 26 5 17 12 4 18 6 24 12 2 8 13 159
Παραιτήσεις 2 2 2 2
2 2
Από το 1907 έως το 1921, σύμφωνα με τα πρακτικά του Δ.Σ. το οποίο αποφασίζει γιατηνεγγραφήτωντακτικών μελών, εισερχόμενα και αποχωρούντα μέλη παρουσιάζονται ως ισοδύναμα σχεδόν: 171 εγγραφές έναντι 159 διαγραφών και παραιτήσεων (βλ. Πίνακα 2). Συνεπώς τα μέλη που εγγράφονται στο τείο ανά έτος είναι περίπου 11 και αντίστοιχος είναι και ο αριθμός των μελών που παρίστανται στις Γ.Σ.: για τα χρόνια 1908-1922 ο αριθμός των παρ κυμαίνεται από 9-19 εκτός από τις συνελεύσεις του Ιανουαρίου 1910 με 36 μέλη παρόντα και του Ιανουαρίου 1911 με 25. Δεδομένου μάλιστα ότι το Δ.Σ.
Ομίλου Ερετών είναι 14μελές μετά το 1906 —και 12μελές μετά το 1908 18 —, οι Γ.Σ. φαίνεται ότι γίνονται στην ουσία με τα μέλη του Δ.Σ. Αυτά είναι καιτα ενεργά μέλη του συλλόγου ενώ ο Όμιλος φαίνεται ότι αριθμεί 90 περίπου μέλη εφόσονσύμφωνα με το καταστατικό, η Γ.Σ. θεωρείται σε απαρτία όταν παρίσταται το 1/10 του συνόλου των μελών19. Αλλά και σύμφωνα με ακριβέστερες καταγραφές που διαθέτουμε για τα χρόνια 1915-1919, ο Όμιλος Ερετών αποτελείται από ένα σύνολο που κυμαίνεται από 68-84 μέλη. Μικρή είναι επίσης η ανανέωση των μελών του Δ.Σ. Την πρώτη περίοδο, από το 1888 ως το 1906, το Δ.Σ. παραμένει το ίδιο, με μία μόνο αλλαγή. Τη δεύτερη περίοδο, από το 1906 έως το 1922 —που γίνεται 14μελές και τριετές μεναπότο 1906, ετήσιο δε και 12μελές από το 1908— υπάρχει συχνότερη εναλλαγή προσώπων τόσο στα σημαντικά αξιώματα (πρόεδρος, αντιπρόεδρος, γενικός γραμματέας, δύο ειδικοί γραμματείς, ταμίας) όσο και στις θέσεις των συμβούλων. Συγκεκριμένα, και στις δύο περιπτώσεις, οι περισσότεροι παραμένουν στο Δ.Σ. από 1-4 χρόνια: 15 στους 21 για τα ανώτερα αξιώματα και 22 στους 29 για σύμβουλοι. αθλουμένων, τουλάχιστον κατά την πρώτη περίοδο, ως το 1906. Τα μέλη του Δ.Σ. ήταν σε μεγάλο βαθμό νέοι άνθρωποι, τριαντάρηδες. Ιδρύοντας τον Όμιλο απέβλεπαν στηνάσκησηκαιαναψυχή τους μέσω της κωπηλασίας. Γι'αυτό και παρατηρούνται πολλές επικαλύψεις στα δύο σύνολα, των ερετών και των μελών του Δ.Σ., εκτός από το αξίωμα του προέδρου. Βεβαίως, παρά τιςεπικαλύψεις,οι οποίες φαίνεται πως είναι μεγαλύτερες κατά την πρώτη περίοδο, η διοίκηση οι αθλητές δεν παύουν να διακρίνονται με σαφήνεια μεταξύ τους. Στο καταστατικό του 1888 οι ερέτες δεν αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία αλλά μάλλον ταυτίζονται με τα έκτακτα μέλη, τα οποία καταβάλλουν ετήσια συνδρομή 12 δρχ.καιδεν Γ.Σ. της 8 Ιανουαρίου 1906, η κατηγορία των εκτάκτων μελών έχει αντικατασταθεί από τους ερέτες, οι οποίοι ωστόσο δεν έχουν ούτε το δικαίωμα να παρίστανται στις συνεδριάσεις του ομίλου (άρθρ. 41, παρ. 25). Το 1908 μάλιστα, στο
18. Το Δ.Σ. ήταν πενταετές και 8μελές έωςτο 1906 και ονομαζόταν εφορεία. Από τ 1906 είναι 14μελές και τριετούς θητείας, ενώτο 1908 τα μέλη του μειώνονται σε 12 και θητεία του σεένα έτος. Το1918 γίνεται τριετές και εξακολουθεί να είναι 12μελές, όπως όριζε το καταστατικό του 1908. Επίσης, για την περίοδο πουεξετάζουμε, ο Όμιλος καταστατικά (1885, 1888, 1906, 1908, 1915, 1918),απότα οποία λανθάνει το πρώτο καταστατικό. 19.Μετην τροποποίηση του καταστατικού το 1918, η Γ.Σ. θεωρείται σεαπαρτία όταν παρίσταται το 1/4 των μελών του συλλόγου. Βλ. Γ.Σ. 22 Μαρτίου 1918. Η τροποποίηση υπαγορεύθηκε από το Νόμο 281/1914 «Περί σωματείων», άρθρο 4. Βλ. ΦΕΚ Α' 171, 25 Ιουνίου 1914.
νέο καταστατικό, οι ερέτες —που τώρα ονομάζονται αθλητές— δεν εντάσσονται καν στα μέλη του σωματείου αλλά αναφέρονται ως ιδιαίτερη κατηγορία. Οι αθλητές καταβάλλουν 2 δρχ. την τριμηνία, ενώ τα τακτικά μέλη 3 δρχ. ( από 5 δρχ. δικαίωμα εγγραφής). Η σαφής πρόθεση να αποκλεισθούν οι καθαροί αθλητές απόοποιαδήποτε συμμετοχή στη διοίκηση του Ομίλου φαίνεται άλλωστε και από την καταψήφιση άρθρου του Καταστατικού το οποίο θα όριζε τα εξής: «Οι αθληταί του Ομίλου δύνανται να παρίστανται κατά τας Γεν. Συνελεύσεις των μελών ως ακροαταί, απρόσκλητοι, μη δικαιούμενοι όμως να λαμβάνωσι τον λόγον. Εξαιρούνται οι εις ους επεβλήθη ποινή, εφ' όσον διαρκεί αύτη, καιοι υπό κατηγορίαν διατελούντες» 20. Κατά την περίοδο μετά το 1906, με την επαναδραστηριοποίηση του συλλόγου, φαίνεται πως η σχέση διοικούντων και αθλουμένων αλλάζει. Η αλλαγή αυτή συνδέεται οπωσδήποτε με τα νέα ποσοτικά δεδομένα, εφόσον οι ερέτες είναι πλέον περισσότεροι από τα τακτικά μέλη. Έτσι, ενώ από το 1907 έως το 1921 τα τακτικά μέλη ανέρχονται σε 171 (βλ. πίνακα 2),οιεγγεγραμμένοιερέτεςγια το ίδιο περίπου διάστημα (1906-1922) είναι 290. Η άθληση, και στη συγκεκριμένη περίπτωση η κωπηλασία, ενδιαφέρει τώρα ένα μεγαλύτερο τμήμα της πειραϊκής νεολαίας που δεν ανήκει αναγκαστικά στην αστική τάξη, όπως η ομάδα των νέων που είχε ιδρύσει το σύλλογο. Η αύξηση των αθλουμένων θα μπορούσε να αποτελεί απειλή για την ομάδα που συγκέντρωνε την άσκηση της εξουσίας στο εσωτερικό του συλλόγου. Αυτό ερμηνεύει ενδεχομένως την πολιτική του Δ.Σ. που αποσκοπούσε πράγματι στον αποκλεισμότων αθλητών απόκάθε συμμετοχή στη διοίκηση.
Η οξύνεται και καταλήγει σε ανοιχτή σύγκρουση το 1917 21 . Η χρονική συγκυρία θα μπορούσε ίσως να σημαίνει ότι η σύγκρουση περιείχε και πολιτικές αντιθέσεις, αλλά τα στοιχεία που διαθέτουμε δεν επαρκούν για να τεκμηριώσουμε μια παρόμοια υπόθεση. Δεν υπάρχει, ωστόσο, αμφιβολία ότι η ρήξηαντανακλούσε τη διεκδίκηση της εξουσίας από δύο ομάδες: το διοικητικό συμβούλιο και, γενικότερα, την «ολιγαρχική ελίτ» που διοικούσε το σωματείο, καιτουςαθλητές που είχαν γίνει τακτικά μέλη του Ομίλου και διεκδικούσαν μερίδιο και στη διοίκηση του. Η πρώτη κίνηση αυτών των αθλητών ήταν να προτείνουν ως τακτικά μέλη έναν 20. Γ.Σ. 10 Μαρτίου 1908. 21. Για την υπόθεσηαυτή βλ. Πρακτικά Δ.Σ. 84η συνεδρία (25 Ιουνίου 1917)και 85η συνεδρία (3 Νοεμβρίου 1917),απόφαση αρ. 16100 (19 Οκτωβρίου 1917) του Νομάρχη Αττικής και Βοιωτίας, έφεση του Ομίλου Ερετών «κατά της ... αποφάσεως του κ. Νομάρχη Αττικής και Βοιωτίας, Προςτο Σεβ.επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Υπουργείον» (4 Νοεμβρίου 1917), απόφαση του Υπουργού των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Δ. Δίγκα αρ. 151 (31 Ιανουαρίου 1918).
χοντα συσχετισμό δυνάμεων στη Γ.Σ. Το Δ.Σ., μόνο αρμόδιο για την εκλογή νέων μελών, απέρριψε την πρόταση και οι αθλητές επανήλθαν ζητώντας τη σύγκληση έκτακτης Γ.Σ. «επί τω σκοπώ της προς την Γενικήν Συνέλευσιν εκθέσεως των λόγων, δι' ους δεν εγένοντο δεκτοί ως μέλη του Ομίλου κανονικώς προτα θέντες Ερέται». Η αίτηση για σύγκληση Γ.Σ. χαρακτηρίστηκε από το Δ.Σ. «αυθάδης» και «απειλητική» και οι εν λόγω αθλητές διαγράφηκαν από το σύλλογο «ως ασεβούντες προς τας Αρχάς του Ομίλου και επιδεικνύοντες κακήν διαγωγήν». Η επίδειξη πυγμής εκ μέρους της διοίκησης δεν αποθάρρυνε την ομάδα τωναθλητών οιοποίοι κατέφυγαν στη Νομαρχία, εποπτεύουσα αρχήγιατα μη επαγγελματικά η αλληλοβοηθητικά σωματεία σύμφωνα με το νόμο 281/1914. Μετηνκαταγγελία τους αυτή ξεκίνησε μια εκτός Ομίλου πλέον αντιδικία μεταξύ αθλητών και Δ.Σ. του Ομίλου Ερετών στην οποία ενεπλάκησαν η Νομαρχία Αττικής και Βοιωτίας και το Υπουργείο των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως2'2. Η τερικό ενός σωματείου και την ιεραρχική δομή των σχέσεων μεταξύ των μελών αφενός αλλά και για το πλαίσιο κρατικής επιτήρησης που δημιούργησε ο νόμος 281 των Φιλελευθέρων αφετέρου. Με βάση το νόμο αυτό, του οποίου σκοπός «ήτο να προστατεύη τα μέλη κατά των αυθαιρεσιών του Διοικητικού Συμβουλίου» 23 , η κρατική αρχή ακύρωσε την απόφαση του Δ.Σ. του Ομίλου Ερετών επιβάλλοντας ταυτόχρονα την επανεγγραφή ως μελών των διαγραφέντων αθλητών. Οπωσδήποτε, η δικαίωση αυτή δεν σήμαινε ανατροπή των παγιωμένων σχέσεων εξουσίας, εφόσον λίγους μήνες αργότερα, στην ετήσια Γ.Σ., η πρόταση ενός από τους πρωτεργάτες του επεισοδίου να γίνονται αυτοδικαίως τακτικά μέλη οι ερέτες που είναι γραμμένοι στον Όμιλο επί τετραετία απορρίπτεται. Απορρίπτεται επίσης και η δεύτερη πρόταση του ίδιου που αποσκοπούσε στον στοιχειώδη έλεγχο των αποφάσεων του Δ.Σ. ως προς την επιβολή ποινών24. Η νίκη της διοίκησης επιβεβαιώνεται και με ένα νέο άρθρο που ψηφίζεται στο καταστατικό του 1918, το οποίο ορίζει κατώτατο όριο ηλικίας τα 24 χρόνια για τηνεκλογήκάποιου ως τακτικού μέλους. Επειδή έως τότε το προβλεπόμενο όριο ήταν 21 χρόνια25, μπορούμενα αποθέσουμεότι οι δύο ομάδες που συγκρούσθηκαν
22. Σύμφωνα με το άρθρο29του Νόμου 281/1914, «Ανωτέρα εποπτική αρχή των μεν επαγγελματικών και αλληλοβοηθητικών σωματείων είνε το Υπουργείον της Εθνικής Οικονομίας, των δελοιπών το Υπουργείον ειςτην μέριμναν του οποίου υπάγεται οκύριος σκοπός το σωματείου». 23. Η φράση περιέχεται στην απόφαση του υπουργούΔ. Δίγκα. Βλ.εδώ, σημ. 21. 24. Γ.Σ. 22 Μαρτίου 1918. Ο αθλητής Δ. Σκλιας πρότεινε την ψήφισητου ακόλουθου άρθρου: «Αιυπότου Διοικητικού Συμβουλίου επιβαλλόμεναι ποιναί εις τα μέλη και τους αθλητάς να τίθηνται υπότην έγκρισινειδικής επιτροπής των μελών του Διοικ. Συμβουλίου 25. Σύμφωνα μετο καταστατικά του 1906 (άρθρο 13).
το 1917 αντιπροσώπευαν επίσης και διαφορετικές ηλικιακές κατηγορίες. Στα τριάντα περίπου χρόνια που είχαν μεσολαβήσει από την ίδρυση του Ομίλου, το σωματείο είχε αλλάξει φυσιογνωμία. Ενώ κατά την πρώτη περίοδο υπήρχε μεγάλη επικάλυψη μεταξύ διοίκησης και αθλητών, με την πάροδο των δεκαετιών η διοίκηση του σωματείου «γερνάει» και η διαχωριστική γραμμή μεταξύ μιας ολιγομελούς ομάδας, μεγαλύτερης ηλικίας, που ασκεί την εξουσία με «σιδηράν πειθαρχίαν» 26 και των νεαρών αθλητών βαθαίνει. Η ΟΛΙΓΟΜΕΛΗΣ ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ ΚΑΙ Η ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ Ο Ομιλος Ερετών διακρίνεται, συνεπώς, από τον ολιγομελή και συγκεντρωτικό του χαρακτήρα ο οποίος συναρτάται με τις αυξημένες εξουσίες του Δ.Σ. Η διαδικασία της εκλογής των τακτικών μελών είναι, όπως φάνηκε, ο ισχυρότερος μηχανισμός διατήρησης της εξουσίας. Με βάση τα πρακτικά του Δ.Σ. του Ομίλου Ερετών, παρατηρούμε ότι δεν γίνονται δεκτές όλεςοιυποψηφιότητες για μέλη, χωρίς ωστόσο να σημειώνονται οι λόγοι της απόρριψης, ενώ λίγα είναι τα μέλη που εκλέγονται παμψηφεί. Κυριαρχεί επομένωςέναςεκλεκτισμός, τονοποίο εντούτοις μόνο με την αναζήτηση λεπτομερών βιογραφικών στοιχείων θα είμαστε σε θέση να διαλευκάνουμε. Έτσι δεν γνωρίζουμε αν, εκτός από φιλικές, υπάρχουν και συγγενικές σχέσεις που συνδέουν τα μέλη του Δ.Σ. Πάντως, ο νόμος 281 του 1914 υπαγορεύει τροποποίηση του καταστατικού που γίνεται το 1918, σύμφωνα με την οποία «δεν επιτρέπεται να ωσι μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου πρόσωπα συνδεόμενα διά συγγενείας μέχρι και του δ' βαθμού»27. Σύμφωνα με τα δεδομένα που παρουσιάστηκαν, φαίνεται πως ο Όμιλος Ερετών λειτουργεί ως ένα σωματείο μιας παρέας ατόμων —γύρω στα 20 περίπου— που συναντιούνται σε τακτά χρονικά διαστήματα καιασκούνται στην κωπηλασία. Όπως ορίζεται από το καταστατικό του 1888, σκοπός του συλλόγου είναι «η σωματική εξάσκησις και τέρψις των μελών αυτού, δι' εκγυμνάσεως εις την κωπηλασίαν και δι' αγώνων λεμβοδρομιών». Τα ναυτικά σπορ, όπως και όλα εκείνα που συνδυάζονται με την επαφή με τη φύση (ορειβασία, ποδηλασία κλπ.), στοχεύουν άλλωστε εξίσου στην απόλαυση και την τέρψη και όχι μόνο στη
26.Στην εφεσηπροςτο Υπουργείο το Δ.Σ. του Ομίλου σημείωνε: «Την τοιαύτην δ' αυτού ευεργετικήν δια τον ναυτικόν αθλητισμόν σταδιοδρομίαν, [ο Όμιλος] οφείλει και μόνον εις την σιδηράν πειθαρχίαν την διέπουσαν αυτό αφ' ενός,και αφ' ετέρου ειςτην άοκνον, ευσυνείδητον και μακράν παντός άλλου σκοπού ή ελατηρίου δράσιν των Διοικουσών το Σωματείον αρχών, επιβαλλουσών μετ' άκρας μεν αυστηρότητος, αλλά και λελογισμένης μετριοπαθείας τον εσωτερικόναυτού κανονισμόν απέναντι παντός παρεκτρεπομένου μέλους». 27. Γ.Σ. 22 Μαρτίου 1918. Πβ. Ν. 281/1914, άρθρο 3.
22. Τετράκωπος λέμβος.
σωματική διάπλαση 28. Η τέρψη είναι γενικότερα, όπωςέχουμεεπισημάνει,ο στόχος των σωματείων που καλλιεργούν τα σπορ, στόχος που τα διαφοροποιεί απότα γυμναστικά και κλασικού αθλητισμού σωματεία. Στο νέο καταστατικό που ισχύει από τον Απρίλιο 1908, διευρύνονται τα αγωνίσματα πάντα προςτην κατεύθυνση των ναυτικών σπορ με την προσθήκη της κολύμβησης και των ναυτικών παιδιών (δηλ. κυρίως της υδατοσφαίρισης, του water-polo), ενώ προβλέπεται καιηδιοργάνωση θαλάσσιων εκδρομών. Παρά τη διεύρυνση αυτή των αθλητικών δραστηριοτήτων του, το σωματείο διατηρεί τον ναυτικό του χαρακτήρα, οοποίος μάλιστα τονίζεται ιδιαιτέρως με την επαναδιατύπωση των στόχων του το 1915: «Σκοπός του Ομίλου Ερετών είνε η όσον οίον τε ευρυτέρα διάδοσις της κωπηλασίας, της κολυμβήσεως των ναυτικών παιδιών και της προς την θάλασσαν και τα αθλήματα αυτής αγάπης» 29. Η τείου είναι μια νέα κοινότητα ισονομίας, όπου παρά τις προφανείς απολήξειςτης επαγγελματικής ιδιότητας και της κοινωνικής θέσης του κάθε μέλους, δεν υπάρχει προνομιακή μεταχείριση ούτε υπερισχύει η άποψη κάποιου για λόγους εξωτερικούς προς το σωματείο. Σταθερό άρθρο σε όλα τα καταστατικά του Ομίλου Ερετών είναι το εξής: «Πάντα τα μέλη, αδιαφόρως της ιδιότητος αυτών, χαίρουσι των αυτών δικαιωμάτων προς άλληλα». Η ιδιότητα του μέλους ενός σωματείου παρουσιάζεται συνεπώς ως διακεκριμένο στοιχείο ταυτότητας, συμπληρωματικό προς άλλα, το οποίο επιβεβαιώνεται και προβάλλεται και με εξωτερικά σημεία: το σήμα του συλλόγου, που κοστίζει 3,50 δρχ.,καιτοοποίο έχουν δικαίωμα να φέρουν μόνο τα μέλη και όχι οι απλοί ερέτες 30. Αλλωστε, όπως παρατηρεί ο Peter Bailey για ανάλογα φαινόμενα της Δ. Ευρώπης, «η δημιουργία μιας κοινότητας έβαινε παράλληλα με την επιβεβαίωση της ταξικής ταυτότητας και βοηθούσε να καθορισθεί η μορφή και η φύση της σχόλης της μεσαίας τάξης σ ένα
28. Η σωματική άσκηση των νέων,και συνεπώςοηθοποιητικόςηπαιδαγωγικός χαρακτήρας του Ομίλου, δεν αναφέρονται στα καταστατικά του. Η μόνη σχετική αναφορά πουέχω επισημάνει βρίσκεται σε επιστολή του Ομίλου προςτον Γ.Αβέρωφ,με την οποία ζητείται η συνδρομή του ώστε να ολοκληρωθεί μια πτέρυγα για τη στέγαση των λέμβων. Η σκοπιμότητα του κειμένουερμηνεύεικαι τη διαφορά στην παρουσίαση των στόχων του συλλόγου. Βλ. επι λή 94, 14 Αυγούστου 1896. 29. Γ.Σ. 11 Ιανουαρίου 1915. 30.Τοσήμα του Ομίλου κατασκευάζεται για πρώτη φορά το 1906. Παριστάνει δύο κουπιά που διασταυρώνονται, πλαισιωμένα από τα αρχικά του Ομίλου (O.E.),το έτος ίδρυσης του (1888) και μία σημαία. Αναγκάζονται ωστόσο να μειώσουν την τιμή του στις 2 δρχ. «προς διευκόλυνσιν της πωλήσεως αυτών» (Δ.Σ. 18 Ιουνίου 1908). Η κατασκευή της σημαίας του Ομίλου πουπροβλεπόταν απότο καταστατικό αποφασίζεται για πρώτη φορά μόλις το 1909 (Γ.Σ. 26 Ιανουαρίου 1909). Control
31. P. Bailey, Leisure
1830-1885
and Class
, Λονδίνο, Routledge and Kegan Paul, 1978, σ. 76.
in Victorian
England.
Rational
Recrea
Άλλο διακριτικό σημάδι ταυτότητας είναι η στολή της κωπηλασίας, η οποία σύμφωνα με το καταστατικό του 1888 είναι υποχρεωτική για όλα τα μέλη που αθλούνται, αν και επιβάλλεται για πρακτικούς λόγους. Σύμφωνα με το καταστατικό του 1888, η ενδυμασία του κωπηλάτη αποτελείται «εκ πίλου κυανού- εκ φανέλλας λευκής, επί της οποίας προς το αριστερόν του στέρνουθαωσιτα αρχικά ψηφία του Ομίλου των Ερετών εκ κυανής μετάξης· εκ ζωστήρος δερματίνου' εκ περισκελίδος λευκής, και εξ υποδημάτων εκ λευκού υφάσματος. Προ και μετά την κωπηλασίαν οι ερέται υποχρεούνται να φέρωσι χιτώνα εξ υφάσματος παχέος και χρώματος κυανού»32. Η κανόνες που διέπουν τη συμπεριφορά στο εσωτερικό του σωματείου παραπέμπει στο ορθολογικό μοντέλο πειθαρχίας που οργανώνει τη συλλογική κοινωνικότητα Χαρακτηριστικό προς αυτή την κατεύθυνση είναι άρθροπουεπαναλαμβάνεται σε όλα τα καταστατικά, σύμφωνα με το οποίο όσοι συναντώνται κατά τις ώρες των ασκήσεων «οφείλουσι να χαιρετώσιν αλλήλους». Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται και οι απαγορεύσεις στο χώρο του σωματείου, όπως π.χ. η απαγόρευση του καπνίσματος στα αποδυτήρια και μέσα στις λέμβους33. Η —όπως και στα άλλα αθλητικά σωματεία— σε ένα σύστημα ποινών, οι οποίες καθορίζονται από τον εσωτερικό κανονισμό του σωματείου. Αφορούν κατεξοχήν τη συμπεριφορά κατά τη διάρκεια των ασκήσεων και, επομένως,έχουνωςκύριου αποδέκτες τους αθλητές. Ο Κανονισμός του 1888, παρόλο που περιέχει άρθρα μεαπαγορεύσεις καιπαραγγέλματα 34, δεν ορίζει αντίστοιχες ποινές. Ο κανονισμός του 1908 αντίθετα προσδιορίζει τις εξής ποινέςπουμπορούνναεπιβληθούν από διαγωγήν»: «α') επιτίμησις, β') έγγραφος επίπληξις, γ') πρόσκαιρος αποβολή απότουΣωματείου μέχρι τριών μηνών, δ') οριστική αποβολή και διαγραφή εκ των μητρώων του Ομίλου» 35 . Η διαγραφή και η αποβολή από το σύνολο απο λούντηβαρύτερη ποινή που επιβάλλεται σε ένα μέλος, σύμφωνα και με μεταγενέστερα καταστατικά και κανονισμούς. «Το Διοικητικόν Συμβούλιον [...] δικαιούται ν' αποκλείση προσωρινώς η οριστικώς του Σωματείου πάν μέλος η αθλητήν διά λόγους σοβαρούς η απάδοντας εις την αξιοπρέπειαν του Ομίλου και διά
32. «Καταστατικόν...», 1 Ιουλίου 1888, ό.π. 33. Βλ. «Κανονισμός Ασκήσεων Ομίλου Ερετών Πειραιώς», άρθρο 14, (Γ.Σ. 14 Νοεμβρίου 1908). 34. Βλ. για παράδειγμα το άρθρο13: «ουδείς ερέτης έχει δικαίωμα να μεταχειρίζηται βαναύσους λέξεις οπόταν αποτείνηται προςτους συναδέλφους αυτού». 35. «Εσωτερικός Κανονισμός Ομίλου Ερετών Πειραιώς», άρθρο 9, Γ.Σ. 10 Απριλίου 1908.
πάσαν σοβαράν παράβασιν προς την πειθαρχίαν καιτας ανεγνωρισμένας αθλητικάς διατάξεις» 36. επιβάλλονται ποινές «επίπληξης» ή «αποβολής» για πειθαρχικά παραπτώματα: κακή συμπεριφοράαπέναντι στονεπιστάτη ητονεπόπτητωνασκήσεωναλλά και παρεκτροπές σε παιχνίδια κατά την ώρα της προπόνησης. Ίσως και λόγω του περιορισμένου αριθμού μελών και αθλητών, το σύστημα επιβολής ποινών εμφανίζει στηνπερίπτωση του Ομίλου Ερετών μεγαλύτερη συνοχήκαιαυστηρότητα. Το πνεύμα που πρυτάνευε στο Δ.Σ. ως προς την τιμωρία των παραπτωμάτων εκφράζεται παραστατικά σε επιστολή του μέλους του Δ.Σ., δικηγόρου Μ. Ρινόπουλου, ο οποίος διαμαρτύρεται για την αμέλεια στην εφαρμογή της ποινής που είχε επιβληθεί από το συμβούλιο σε έναν αθλητή. «Το επ1 εμοί», γράφει οργισμένος ο Ρινόπουλος, «είναι αδύνατον να μετέχω εργασιών Συμβουλίου, ούτινος αι αποφάσεις και αι επιταγαί τοιαύτην οικτράν λαμβάνουσι τύχην, ματαιούμεναι υπό του τυχόντος παιδαρίου ηλαττωμένης υπολήψεως»37.Τοεπεισόδιοτου 1917 αποτελεί την πιο εύγλωττη μαρτυρία για τη σημασία της πειθαρχίας και την αυστηρότητα των ποινών. σύνολο των λειτουργιών του σωματείου, καθορίζουν τις συμπεριφορέςκαιεπιβεβαιώνουν την εξουσία του Δ.Σ. στο εσωτερικό της διαμορφωμένης κοινότητας. Έτσι, αν και ποινές επιβάλλονται αποκλειστικά στους ερέτες, και τα τακτικά μέλη του συλλόγου καλούνται κάποιες φορέςναυπακούσουν σε κοινά αποδεκτούς κανόνες και να υποταχθούν στο καθεστώς της ισονομίας. Ενδεικτική είναι η περίπτωση του Αθανάσιου Δρίβα, δημοτικού συμβούλου Πειραιά καιτακτικού μέλους του Ομίλου Ερετών, ο οποίος καλείται από το Δ.Σ.νααπομακρύνει την ιδιωτική του λέμβοαπότους νεωσοίκους του συλλόγου η, αλλιώς, να πληρώσει το προβλεπόμενο ενοίκιο 38. Η προειδοποίηση διαγράφει με σαφήνεια τα όρια του ιδιωτικού μέσα στο χώρο του σωματείου, εφόσον φαίνεται πως οι προσωπικές σχέσεις και οι φιλικοί δεσμοί που αναπτύσσονταν επέτρεπαν κάποτε την παραβίαση των κανονισμών ή, έστω, την επιείκεια προς τους παραβάτες. Το μικρό μέγεθος του σωματείου και η οικειότητα της ολιγομελούς Ομάδας έκανεστην ουσία το σύλλογο προέκταση η συμπλήρωμα του καθεαυτό ιδιωτικού χώρου. ΠΥΚΝΟΤΗΤΑ ΕΠΑΦΩΝ ΣΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ Ως προς τη συχνότητα των επαφών μεταξύ των μελών, θα πρέπει να στηριχθούμε αποκλειστικά στα στοιχεία από τις συνεδριάσεις του Δ.Σ.τωνοποίων δεν 36. Τροποποίηση καταστατικού, άρθρο 30, Γ.Σ. 22 Μαρτίου 1918. 37. Επιστολή 30 Αυγούστου 1910,προςτον Πρόεδρο του Ομίλου Ερετών Α. Αναστασίου. 38. Επιστολή 367, 3 Νοεμβρίου 1908.
23. Σχέδιο του κτηρίου του Ομίλου Ερετών στο Λιμάνι της Ζέας (1891).
ορίζεται καμία κανονικότητα από το καταστατικό, σε αντίθεση με τις Γ.Σ. που προσδιορίζονται ως ετήσιες. Και πάλι διακρίνονται δύο περίοδοι, με τομή το 1906. Από το 1888 έως το 1896 καταγράφονται μόλις 8 συνεδριάσεις της εφορείας και στη συνέχεια ούτε μια έως το 1906. Από το 1906 ως το 1922 αναφέρονται 103 συνεδριάσεις δηλ. κατά μέσο όρο 6 το χρόνο —επομένως μια φοράστους δύο μήνες. Αυτό βεβαίως δεν ισχύει απαράλλακτα για όλα τα χρόνια εφόσον υπάρχουν χρονιές, όπως το 1906,1909,1910 που οι συναντήσεις είναι σε μηνιαία βάση η ακόμη και δύο φορές το μήνα. Ο τες. Συνήθως το Δ.Σ. συνεδριάζει στο σπίτι η το γραφείο του προέδρου η του γραμματέα η και στις εγκαταστάσεις του ομίλου. Στον Όμιλο γίνονται σταθερά οι συναντήσεις μετά το 1910. Η ώρα των συναντήσεων είναι συνήθως βραδυνή —μετά τις 6 μ.μ.— και κάποιες συναντήσεις διαρκούν και ως τα μεσάνυχτα. Μόνο οι κυριακάτικες συναντήσεις είναι πρωινές, μετά τις 10 π.μ. Λίγες πάντως συναντήσεις γίνονται το Σαββατοκύριακο (μόλις 4 το Σάββατο και 9 την Κυριακή επί 97 συνολικά). Φαίνεται πως δεν επιλέγεται μια συγκεκριμένη ημέρα της εβδομάδας για την κοινωνική επαφή και επομένως ο ελεύθερος χρόνος για παρόμοιες δραστηριότητες ακολουθεί την ισόποση κατανομή του χρόνου εργασίας μέσα στην εβδομάδα. Ελαφρά είναι η προτίμηση προς τις ημέρες που πλαισιώνουν το Σαββατοκύριακο, τη Δευτέρα (19) και την Παρασκευή (22). Αντίθετα οι γενικές συνελεύσεις υιοθετούν κατά κανόνα την κανονικότητα του κυριακάτικου πρωινού χωρίς βεβαίως να λείπουν και εδώ οι, σπανιότερες, εξαιρέσειςμεβραδυνές συνεδριάσεις μέσα στην εβδομάδα (ποτέ Σάββατο). Ο χρόνος των ασκήσεων δεν καταγράφεται αλλά τα μέλη και οι ερέτες μπορούν να ασκηθούν οποιαδήποτε ημέρατηςεβδομάδας, εφόσονωςαργίες τωννεωσοίκων ορίζονται η ημέρα των Χριστουγέννων, η Πρωτοχρονιά, η Καθαρά Δευτέρα, η Μεγάλη Παρασκευή και η Κυριακή του Πάσχα39. Φαίνεται πάντως πως η κατεξοχήν ημέραπουαφιερωνόταν στην εξάσκηση των μελών στην κωπηλασία ήταν η Κυριακή40. Ο Ομίλου στο λιμάνι της Ζέας. Αρχικά το στέγαστρο και οι νεώσοικοι και στη συνέχεια ο πρώτος όροφος με το γραφείο και μια μεγαλύτερη αίθουσα αποτέλεσαντοχώρο της ψυχαγωγίας αλλά και της κοινωνικής επαφής. Παρά τις δραματικές αλλαγές του περιβάλλοντα χώρου, οι εγκαταστάσεις του Ομίλου έχουν παραμείνει σε μεγάλο βαθμό οι ίδιες, όπως προκύπτει από τη σύγκριση με εικόνες από την εποχή εκείνη. 39. Σύμφωνα μετον «Εσωτερικό Κανονισμό» του 1908,άρθρο 13. 40. Σε επιστολή του προς το Υπουργείο Ναυτικών ο Όμιλος αναγγέλλει την «έναρξιν γυμνασίων καθ' εκάστην Κυριακήν, προς εξάσκησιν των μελών του εν Πειραιεί Ομίλου των Ερετών»: Επιστολή αρ. 18, 25 Ιουνίου 1888.
Ηεπί μπορεί να μάς δώσει εξάλλου μια εικόνα για τη διαμόρφωση του χώρου του σωματείου αλλά και τις πιθανές δραστηριότητες των μελών. Πράγματι, τα αντικείμενα που καταγράφονται αφορούν περισσότερο στην κωπηλασία παρά σεμια σχόλη που δεν περιλαμβάνει αθλητικές δραστηριότητες. Χαρακτηριστικό είναι ότι, εκτός από ένα τραπέζι γραφείου, δέκα καρέκλες, μία πολυθρόνα και δύο σταχτοδοχεία, δεν υπάρχουν άλλα αντικείμενα που να μαρτυρούν την ύπαρξη μιας σωματειακής ζωής που δεν συνδυάζεται με τη σωματική άσκηση. Η διακόσμηση του χώρου των μη αθλητικών συναντήσεων είναι λιτή και περιλαμβάνει λιθογραφίες και φωτογραφίες από λεμβοδρομίες και κωπηλάτες. Μοναδικό πορτραίτο, του Γεωργίου Θ. Ρετσίνα. Στους τοίχους είναι επίσης αναρτημένα, σε ειδικά πλαίσια, τα ονόματα των ιδρυτικών και των επιτίμων μελών, τα ονόματα των ερετών, ο κανονισμός του Ομίλου, διατάγματα του Δ.Σ., τα προστάγματα της κωπηλασίας, σχεδιάγραμμα των νεωσοίκων. Ένα ρολόι τοίχου, που επίσης καταγράφεται μεταξύ των επίπλων, κλάπηκε ένα χρόνο αργότερα. Η διακόσμηση συμπληρώνεται το 1920 όταν, μέσα στο φορτισμένο πολιτικά κλίμα, αποφασίζεται η αγορά δύο εικόνων, του βασιλέα Κωνσταντίνου και της βασίλισσας Σοφίας 41. Οι συχνή παρουσία των μελών για λόγους που δεν συνδέονται με την εξάσκηση στην κωπηλασία. Οι μη αθλητικές συναντήσεις περιλαμβάνουν λίγα άτομα, το πιθανότερο τα μέλη του Δ.Σ., τα οποία ωστόσο πριν από το 1910 προτιμούν να συνεδριάζουν, όπως ήδη σημειώθηκε, σε σπίτια και όχι στο σύλλογο.
ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ «ΕΞΩΣΤΡΕΦΟΥΣ» ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΤΗΤΑΣ Πέρααπότον «εσωτερική» επαφή των μελών που διαγράφεται από τη λειτουργία των οργάνων του σωματείου, καταγράφεται και η «εξωστρεφής» κοινωνικότητα, διασωματειακή και ενδοαστική, η οποία ορίζεται από τη δράση του σωματείου μέσα στο κοινωνικό του περιβάλλον. Η κοινωνικότητα αυτή γνωρίζει ανάλογη περιοδικότητα και εντοπίζεται αφενός στη διοργάνωσηαγώνωνκαιαφετέρου σε συλλογικές ψυχαγωγικές δραστηριότητες, όπως εκδρομές και χοροεσπερίδες. Η τα γυμναστικά και αθλητικά σωματεία, πρωταρχικό μέλημα. Στην ουσία μετους αγώνεςτα σωματεία αυτά δηλώνουν κατεξοχήν τη δημόσια παρουσία τους, αν41. Δ.Σ. 10 Σεπτεμβρίου 1920. Η απόφαση αυτή είναι ιδιαιτέρως αποκαλυπτική για τα φρονήματα του Ομίλου, δεδομένου ότι ελήφθη πριναπότις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου, την ήττα του Βενιζέλου και την επάνοδο του Κωνσταντίνου.
ανταγωνιζόμενα μεταξύ τους και διεκδικώντας τη διάκριση. Η «συγκράτησις του γοήτρου» του Ομίλου Ερετών μέσω των αγώνων εκφράζεται σε Δ.Σ. του 1911 ως εξέχων στόχος. λεμβοδρομίες αλλά σύντομα περιέλαβαν και άλλα ναυτικά αγωνίσματα, όπως κολύμβηση και water-polo. Λεμβοδρομίες είχε οργανώσει και στην πρώτη του έδρα, το Φάληρο, το 1886 42 , αλλά διαθέτουμε πληρέστερη καταγραφή γιατα χρόνια μετά το 1888. Το 1888 οι αγώνες τίμησαν τόσο τη μεταφορά της έδρας του συλλόγου όσο και την 25η επέτειο από την άνοδο στο θρόνο του Γεωργίου Α'. Η ύφεση της συνολικής δραστηριότητας του συλλόγου που διαπιστώθηκε γιατα χρόνιααπότους πρώτους Ολυμπιακούς στην Αθήνα έως τη Μεσολυμπιάδα του 1906 αντανακλάται και στη διοργάνωση αγώνων. Κατά τις περιόδους της συνεχούς δράσης, ο Όμιλος οργανώνει αγώνες σχεδόν κάθε χρόνο43, είτε εσωτερικούς μεταξύ των μελών του είτε με άλλα αθλητικά σωματεία.
οικογένεια, η κυβέρνηση, οι στρατιωτικές και δημοτικές αρχές, οι διοικήσεις των αθλητικών σωματείων που συμμετέχουν στους αγώνες, το Δ.Σ. του Σ.Ε.Α. κ.ά. Κάποιες φορές περιλαμβάνουν και μουσικό μέρος. Για παράδειγμα, στις λεμβοδρομίες του 1894, ο Όμιλος Φιλομούσων Πειραιώς καλείται να μετάσχει «δι' ασμάτων ψαλησομένων υπό μελών του [...] επί πλοιαρίων κατά την εσπέραν των λεμβοδρομιών». Η απήχηση των αγώνων είναι σημαντική, αν και κάποιες φορές μπορεί να μην ανταποκρίνεται στις προβλέψεις των διοργανωτών. Στις ίδιες λεμβοδρομίες είχαν τυπωθεί 2.200 εισιτήρια αλλά έμειναναδιάθετα τα 1.257, ενώ είχαν διατεθεί δωρεάν 90. Συνεπώς περίπου 1.000 άτομα παρακολούθησαν τις λεμβοδρομίες πληρώνοντας εισιτήριο 2 δρχ. Αντίθετα, φαίνεται ότι ήταν μεγάλο το πλήθος που συνέρρευσε για να παρακολουθήσει συνωστιζόμενο δωρεάν τις λεμβοδρομίες. Α ν στηριχθούμε στις περιγραφέςτης εφημερίδας Πρόνοια του Πειραιά, 30.000 κόσμος παρακολούθησε τουςαγώνεςπουέγινανστο Πασαλιμάνι 44. Οι αγώνες μάλιστα αυτοί είχαν και φιλανθρωπικό περιεχόμενο, εφόσον τα έσοδα διατέθηκαν υπέρ του Γηροκομείου Πειραιά.
42. Το 1886 η «Εταιρεία του από Αθηνών εις Πειραιά Σιδηροδρόμου» δίνει, κατόπιν συμφωνίας πουείχε προηγηθεί, στον Όμιλο Ερετών Φαλήρου το 50%απότις εισπράξεις της 30ής Αυγούστου 1886,οιοποίες προήλθαν από εισιτήρια για την παρακολούθηση αγώνων που είχε διοργανώσει ο Όμιλος. Επιστολή 8 Σεπτεμβρίου 1886 της Εταιρείας προςτον Όμιλο. 43. Εκτός από τα αρχεία του Ομίλου, για τους αγώνες από το 1888 ως το 1928 βλ. «Η ποίησις του κουπιού... Οι κωπηλάται του Πειραιώς», εφ. Πατρίς, 28 Ιουνίου 1930. 44. εφ. Πρόνοια, 1 Ιουνίου 1894. Οι λεμβοδρομίες παρουσιάζονται στην εφημερίδα ως αγώνας μεταξύ των τριών πόλεων, Αθήνας, Πειραιά και Ερμούπολης, δεδομένου ότι, εκτό απότον Όμιλο Ερετών Πειραιώς, μετείχαν ο Πανελλήνιος Γυμναστικός Σύλλογος και ο Όμιλος Ερετών Ερμουπόλεως.
Η την προβολή και την ενίσχυση του γοήτρου του συλλόγου μέσα στην πειραϊκ κοινωνία, μπορεί να μη συμφέρουν οικονομικά. Οι λεμβοδρομίες της 27 Αύγουστου 1906, για παράδειγμα, άφησαν στον Όμιλο έλλειμμα 1.200 περίπου δραχμών45. Ίσως στο υψηλό κόστος της διοργάνωσης κωπηλατικών αγώνων,το οποίο δύσκολα ισοσκελίζεται από τα εισιτήρια, να οφείλεται και το γεγονός στους προϋπολογισμούς αναγράφονται ποσά για αγώνες μόνο στην κατηγορί των εξόδων. Εποχή των ναυτικών αγώνων, για προφανείς λόγους, είναι η περίοδος απότην άνοιξηωςτοφθινόπωρο. Το ίδιο ισχύει κατά βάση εκείνη την εποχή για όλους τουςαγώνεςεφόσονόλα τα στάδια και γυμναστήρια είναι υπαίθρια. Χαρακτηριστικό είναι το πρόβλημα που προκύπτει όταν ο Ναυτικός Όμιλος Φαλήρου ανακοινώνει διοργάνωση αγώνων μέσα Οκτωβρίου, «εν μέσω χειμώνι», σύμφωνα με έγγραφο του Ομίλου Ερετών. Οι περισσότεροι κωπηλατικοί και γενικότερα ναυτικοί αγώνες διεξάγονται συνεπώς κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο, χωρίς να αποκλείονται εντελώς εαρινοί, και φθινοπωρινοί μήνες. ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΠΕΙΡΑΪΚΩΝ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΣΩΜΑΤΕΙΩΝ
Παράλληλα με τη διοργάνωση αγώνων, ο Όμιλος Ερετών μετέχει σε αθλητικές εκδηλώσειςάλλωνσωματείων, κυρίως σε λεμβοδρομίες. Λόγω της εξειδίκευσής του στην κωπηλασία, ο Όμιλος έχει επαφές μόνο με σωματεία ναυτικά ( Όμιλος Ερετών Σύρου46, Ναυτικός Όμιλος Φαλήρου) η σωματεία πουέχουνκαιναυτικό τμήμα (Πανελλήνιος, Εθνικός, Πανιώνιος Σμύρνης). Υπάρχουν επίσης επαφές με σωματεία τα οποία θέλουν να δημιουργήσουν ναυτικό τμήμα και τα οποία ζητούν καταστατικά και κανονισμούς από τον Όμιλο Ερετών Πειραιά. Η κοινωνική επαφή με ομόλογα σωματεία περιορίζεται συνεπώς σε ένα κύκλο πολύ στενότερο απ' ό,τι συμβαίνει με τα γυμναστικά σωματεία των Αθηνών. Είναι ενδιαφέρον, πάντως, ότι και στην περίπτωση του Ομίλου Ερετών συναντάμε το ανταγωνιστικό στοιχείο που χαρακτηρίζει ομοειδή σωματεία του ίδιου αστικού κέντρου. Έτσι, όπως παρατηρείται στις περιπτώσεις του Πανελληνίου καιτου ΕθνικούαφενόςκαιτουΠαναχαϊκού και της Γυμναστικής Εταιρείας Πατρών αφετέρου, στον Πειραιά ο ανταγωνισμός εντοπίζεται ανάμεσα στον Όμιλο ΕρετώνκαιτονΝαυτικό Όμιλο Φαλήρου.
45.Τα έξοδαγια την οργάνωση των αγώνων ανήλθαν σε 1.728,45 δρχ.και τα έσοδα μόλις σε 521,50. Βλ. Γ.Σ. 14 Ιαν. 1907. 46. Ο Όμιλος Ερετών Ερμουπόλεως ιδρύθηκετο 1893και διαλύθηκε το 1925. Ήταν το δεύτερο κωπηλατικό σωματείο του ελληνικού κράτους. Βλ. «Καταστατικόν του Ομίλου Ερετών Ερμουπόλεως», 7 Μαρτίου 1894, ΦΕΚ Γ' 30, 29 Μαρτίου 1894.
Ο αξιωματικούς τουΒ. Ναυτικού» 47, με σκοπό «την ανάπτυξιν της προς την θάλασσαν αγάπης, την προαγωγήν και διάδοσιν των διαφόρων ναυτικών αγωνισμάτων, έτι δε την βελτίωσιν της ναυπηγίας των μικρών σκαφών και λέμβων» 48 . Το 1910 ο Ναυτικός Όμιλος περιλάμβανε ήδη 250 μέλη, μεταξύ τωνοποίων και αρκετές γυναίκες 49. Η γρήγορηανάπτυξη αυτού του σωματείου οφειλόταν ενδεχομένως στη βασιλική εύνοια την οποία εξαρχής απέλαυσε λόγω του γεγονότος ότι ιδρυτής και πρώτος πρόεδρος του ήταν ο πλοίαρχος του Β.Ναυτικού και υπασπιστής τουβασιλιά Γ. Κουντουριώτης. Ο Γεώργιος μάλιστα πρόσφερε βαρύτιμο κύπελλο το οποίο θα απονέμονταν ως έπαθλο στους ετήσιους αγώνες τουΝαυτικού Ομίλου 50.Κύρια δραστηριότητα του συλλόγου ήταν η κωπηλασία αλλά σύντομα στράφηκε και προς την ιστιοπλοΐα, σπορ με το οποίο δεν ασχολήθηκε ο Όμιλος Ερετών. Η συνδρομή στον Ναυτικό Όμιλο Φαλήρου κυμαινόταν εξάλλου στα ίδια περίπου επίπεδα με τον Όμιλο Ερετών: 10 δρχ. εγγραφή και 24 δρχ. ετήσια συνδρομή. Ηαρχ Ναυτικός Όμιλος Φαλήρου εμφανίζεται ευνοημένος από την Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων, εφόσον επιχορηγείται με 10.000 δρχ. έναντι 5.000 του Ομίλου Ερετών 5 '. Στα επόμενα χρόνια, το ζήτημα της κατανομής της οικονομικής ενίσχυσης εκ μέρους κρατικών φορέων προς τα δύο ναυτικά σωματεία παρουσιάζεται μάλλον ως ο πυρήνας της αντιδικίας. Το 1907, σε επιστολή προς τη Βουλή των Ελλήνων με αίτημα την επιχορήγηση προς τον Όμιλο Ερετών, προβάλλε ται το επιχείρημα ότι ο Όμιλος Ερετών δεν έχει ζητήσει ποτέ «μέχρι σήμερον τηνυλικήναρωγήντουΚράτους, αντιθέτως προς τα λοιπά σωματεία του είδους του, κατά πολύ μεταγενέστερα τούτου μη έχοντα δε να επιδείξωσι την δράσιν του ημετέρου,άτινα τυγχάνουσι τακτικώς της υλικής τούτου αρωγής» 52. Η υπερίσχυση του ενός επί του άλλου —από άποψη αθλητικού και κοινωνικού κύρους—εξαρτάται βεβαίως σε μεγάλο βαθμό από το οικονομικό μέγεθος και το ανθρώπινο
49. Σ.Ε. Α.Γ.Σ.,Ημερολόγιον.., ό.π.Σύμφωνα μετο άρθρο6 του καταστατικού του 1913, «αι κυρίαι και αϊ δεσποινίδες εκλέγονται ως οι κύριοι, πλην των συζύγων, μητέρων, αγάμων αδελφών και θυγατέρων των μελών, αίτινες γίνονται μέλη τη απλή αιτήσει τούτων». Ο Ναυτικός Όμιλος ακολουθεί συνεπώςστην πολιτική του σωματεία της ανώτερης αστικής τάξης όπως ο Όμιλος Αντισφαιρίσεως Αθηνών και ο Ιππικός Όμιλος. Βλ.εδώ, σ. 336, 354. 50. Βλ. Π. Σ. Σαββίδης (επιμ), Λεύκωμα... 1906, ό.π., σ. 151. 51. Πβ.Επιστολή 141 (6Μαΐου 1906) του Ομίλου Ερετών προςτην Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων. 52. Επιστολή 232, 20 Φεβρουαρίου 1907.
1914. Πβ. και Καταστατικοί
47. Σ.Ε.Α.Γ.Σ., Ημερολόγιον... 1910, ό.π.,σ. 78. 48. «Καταστατικόν Ναυτικού Ομίλου», 10 Δεκεμβρίου 1913, ΦΕΚ Α' 28, 3 Φεβρουαρίου
Ν α υ τ κ ιο ύ Ομίλου, Νέο Φάληρο 1933.
δυναμικό κάθε συλλόγου. Αυτός είναι και ο λόγος που, το 1914, όταν διαλύεται το ναυτικό τμήμα του Πανελληνίου και οι αθλητές του εγγράφονται στον Ναυτ κό Όμιλο Φαλήρου, ο Όμιλος Ερετών ζητάει απότονανταγωνιστικό, προςτον Πανελλήνιο, Εθνικό να επιτρέψει να γραφτούν προσωρινά δικοί του αθλητές στον Όμιλο, ώστε να εξουδετερωθεί η έκτακτη και απρόσμενη ενίσχυση το αντιπάλου 53. Η ανταγωνιστική σχέση μεταξύ των δύο σημαντικότερων ναυτικών σωματείων του ελληνικού κράτους δεν αποκτά πάντως κατά τις δύο πρώτες δεκαετίες του αιώνα κάποια ιδιαίτερη οξύτητα, παρά τις νύξεις, τους υπαινιγμούς η, ακόμη, και τις αυστηρές επιστολές που κάποτε οι δύο σύλλογοι αντάλλαξαν. Εξάλλου, επειδήκαιστονκαθαρά αθλητικό τομέα δεν υπάρχουν καθιερωμένες σημαντικές αναμετρήσεις, όπως συμβαίνει π.χ. με τους πανελλήνιους αγώνες γιατοστίβο, ο ανταγωνισμός φαίνεται πως είναι μάλλον ηπιότερος.
σμος των εντός και εκτός της Ελλάδος Ναυτικών Σωματείων», με στόχο την εξάπλωσηαλλά καιτηναυτονόμηση τουναυτικού αθλητισμού απότην κηδεμονία του Σ.Ε.Α.Γ.Σ. Η πρωτοβουλία αυτή, που ξεκίνησε από τον Ναυτικό Όμιλ Φαλήρου και τον Ελληνικό Ναυτικό Όμιλο Αλεξανδρείας φιλοδοξούσε να δημιουργήσει μια ναυτική ομοσπονδία (fédération) κατά τα ξένα πρότυπα όπου τα αθλητικά σωματεία ήταν οργανωμένα κατά είδη αθλημάτων και σπόρ54 ομοσπονδία θα περιλάμβανε τα ναυτικά αθλήματα (κωπηλασία, κολύμβηση, ιστιοπλοΐα, water-polo) και θα επιδίωκε τη .συνεργασία καιάμιλλα τωνυπαρχόντων ναυτικών συλλόγων τόσο μέσα όσο και έξω από τα όριατουελληνικού κράτους. Ο Όμιλος Ερετών Πειραιώς, για μη προφανείς λόγους,δενανταποκρίθηκε στην πρόσκληση και το σχέδιο ναυάγησε 55. Είναι πιθανό πάντως να έπαιξε κάποιο ρόλο σ' αυτή την άρνηση ο ανταγωνισμός με τον Ναυτικό Όμιλο Φαλήρου, ο οποίος είχε πρωτεύοντα ρόλο σ' αυτή την κίνηση. Θα πρέπει να σημειωθεί ωστόσο ότι δεν υπήρχε τότε ικανός αριθμός ναυτικών σωματείων που θα μπορούσαν να συμπήξουν μια ισχυρή ένωση, όπως συνέβαινε π.χ. με τα ποδο σφαιρικά σωματεία. Στην ουσία, λειτουργούσαν τρεις μόνο σύλλογοι ναυτικού αθλητισμού: οΟ.Ε.Π. και ο Ν.Ο.Φ. στο ελληνικό κράτος και ο Ναυτικός Όμιλος Αλεξανδρείας εκτός κράτους 56. 53. Επιστολή 580, 25Μαΐου 1914,προςτον ΕθνικόΓυμναστικό Σύλλογο. Ο Εθνικός απέρριψε την πρόταση (επιστολή 28Μαΐου 1914). 54. Ανάλογη πρόταση για την ίδρυση ενώσεων κατ' αθλήματα είχε διατυπωθεί και στο Δ.Σ.του ΕθνικούΓ.Σ. το 1911: Δ.Σ. 25 Νοεμβρίου 1911.
55. Βλ. επιστολή των αντιπροσώπων του Ναυτικού Ομίλου Φαλήρου και του ΕλληνικούΝαυτικο Πρόεδροτου Ομίλου Ερετών Πειραιώς, 6 Μαΐου 1920και επιστολή του Ιωάν. Σ. Ψύχα προς τον γεν. γραμματέα του Ομίλου Ερετών, 10 Οκτωβρίου 1920. 56. «Έκθεσις περί της καταστάσεως του εν Ελλάδι ναυτικού αθλητισμού. Μελέτη ειδικών», περ.Ο λ υ μ π ο ιν κ ίη ς , 21 Ιουνίου 1920, σ. 10-11.
ΧΟΡΟΕΣΠΕΡΙΔΕΣ, ΕΚΔΡΟΜΕΣ ΚΑΙ ΚΩΠΗΛΑΤΡΙΕΣ Επιστρέφοντας στο εσωτερικό του Ομίλου Ερετών και στην κοινωνικότητα πουαναπτύσσεται σ' αυτό το πλαίσιο, παρατηρούμε ότι, αντίθετα με τους αγώνες, οι κοινωνικές εκδηλώσεις του Ομίλου δεν χαρακτηρίζονται από περιοδικότητα, εκτός από τις «προεσπερίδες» οι οποίες οργανώνονται κάθε Ιανουάριο μετά το 1915 στο ξενοδοχείο Ακταίο του Φαλήρου57. Η διοργάνωσητωνπροεσπερίδων ανατίθενται στις συζύγους των μελών του Δ.Σ., και αυτός είναι ο μόνος χώρος δραστηριοποίησης των γυναικών σε διοικητικό επίπεδο. Αντίθετα, υπάρχουν γυναίκες κωπηλάτες και γυναίκες μέλη. Γυναικεία πληρώματα υπάρχουν ήδη από το 1908, ενώ στον Κανονισμό του 1909 συμπεριλαμβάνονται ειδικές διατάξεις για την άσκηση των γυναικών. Συγκεκριμένα το άρθρο 15 αναφέρει ότι «επιτρέπεται η διά των λέμβων του Ομίλου άσκησις των Κυριών και νεανίδων,
αφού προηγουμένως αύται εκλεγώσι τακτικά μέλη ή αθλήτριαι, υπαχθώσι δε εις τας διατάξεις του Κανονισμού του Ομίλου». Αλλα άρθρα προβλέπουν ομοιό μορφη ενδυμασία για τις κωπηλάτριες ενώ ως προς τις ώρες των ασκήσεων δίνεται προτεραιότητα στους άνδρες μέλη και αθλητές 58 . Ο κανονισμός πάντως δεν φαίνεται πως τηρείται σχολαστικά εφόσον στο Δ.Σ. της 1ης Ιουλίου 190 αναφέρεται πως«αιδεσποινίδες εισέρχονται εις τας λέμβους με πίλους περιπάτου και ουχί ομοιομόρφως ενδεδυμέναι». Σύμφωνα με τα Πρακτικά του Δ.Σ. που εκλέγει τα τακτικά μέλη, γυναίκες μέλη υπήρχαν στον Όμιλο Ερετών τουλάχιστον από το 1906 59 , δηλαδή αμέσως μόλις έληξε η εικοσαετία κατά την οποία τακτικά μέλη ήταν μόνο τα ιδρυτικά. Οι γυναίκες πουγράφονται στον Όμιλο Ερετών αποβλέπουν κυρίως στηνάσκη
με εκπαιδευτικές η φιλανθρωπικές δραστηριότητες. Ως προς την κοινωνική προέ λευση αυτών των αθλητριών είναι χαρακτηριστικά τα όσα σημειώνονται στα Πρακτικά του Δ.Σ. της 4ης Μαρτίου 1915: «...γνωσταί τίνες δεσποινίδες εκτης καλλιτέρας κοινωνίας της πόλεως μαςκαιτωνΑθηνώνεζήτησαν τηνάδειαν να κωπηλατώσι διά των λέμβων του Ομίλου, εγγραφόμεναι αθλήτριαι συμφώνως τω Κανονισμώ». συλλόγων για την ενίσχυση των οικονομικών τους. Υπέρ του Ομίλου Ερετώνο θίασος της Κυβέλης έδωσε το 1908 παράσταση στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιώς 57. Το ξενοδοχείο Ακταίο, ιδιοκτησίας I. Γ. Πεσμαζόγλου, «κατέστη, επί μακρά έτη, κέντρον της αθηναϊκής κοινωνικής κινήσεως», Βοβολίνης, ό.π., σ. 334β. 58. «Κανονισμός ΑσκήσεωνΟμίλου Ερετών Πειραιώς», Γ.Σ. 14 Νοεμ. 1908. 59. Στο 24ο Δ.Σ. (7 Νοεμ. 1907) διαγράφονται για καθυστέρηση συνδρομής δύο γυναίκες: οι δεσποινίδες Χρ. Παναγιωτοπούλου και Καίτη Σούλη.
ώς60. Κάποιες απ' αυτές τις εκδηλώσεις οργανώνονται από κοινού μεταξύ συλλόγων, συχνά ενδεχομένως επειδή τυχαίνει ίδια πρόσωπα να είναι μέλη περισσότερων του ενός συλλόγων. Οι εκδρομές του Ομίλου έχουν διττό χαρακτήρα, άσκησηςκαι τέρψης. Διοργανώνονται έτσι εκδρομές σε κοντινά μέρη, την Αίγινα, τη Σαλαμίνα κλπ. με λέμβους αλλά και εκδρομές πιο μακρινές, που δεν περιλαμβάνουν αποκλειστικά κωπηλάτες, π.χ. με ατμόπλοιο στην Πάτρα το 1911 61 . Όλες πάντως οι εκδρομές είναι θαλάσσιες, επιβεβαιώνοντας τη ναυτική ταυτότητα του συλλόγου. Οι εκδρομές που γίνονται με πλοίο προφανώς αποβλέπουν αποκλειστικά στην κοινή διασκέδαση μεταξύ των μελών. Οι εκδρομές με λέμβους πάλι, παρόλο που εντάσσονται απολύτως στους αθλητικούς στόχους του συλλόγου, στην εξάσκηση στην κωπηλασία, ενέχουν το στοιχείο της τέρψης στο εσωτερικό της διαμορφωμέ νης παρέας. Ο κλειστός κύκλος της ψυχαγωγίας διατηρείται και σ'αυτή την περίπτωση, εφόσον η συμμετοχή στην εκδρομή συνεπάγεται ένα σχετικά υψηλό κόστος62. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΜΕΓΕΘΟΣ ΕΝΟΣ «ΜΙΚΡΟΥ» ΣΩΜΑΤΕΙΟΥ
Όπως έχει παρατηρηθεί και στην περίπτωση του Εθνικού Γυμναστικού Συλλόγου, το ανθρώπινο δυναμικό ενός σωματείου είναι καθοριστικό για το οικονομικό του μέγεθος. Ο Όμιλος Ερετών, σωματείο με λίγα μέλη αλλά με υψηλό κόστος συνδρομής, στηρίζεται όχι μόνο στις ετήσιες συνδρομές των τακτικών μελών και τωναθλητών αλλά καιστα έσοδααπότηστέγαση ιδιωτικών λέμβων, οι οποίες ανήκουνστα μέλη του. Σταθερή, εξάλλου, είναι η συνδρομή του δήμου Πειραιά, ίσως και λόγω των ιδιαίτερων δεσμών του συλλόγου με τη δημοτικήαρχή.Τα πρώτα χρόνια μάλιστα, έως και το 1891, ο Όμιλος λάμβανε ετήσια ενίσχυση 2.000 δρχ. και από τη Λιμενική Επιτροπή Πειραιώς. Μετά την «αναβίωσή» του το 1906, ο Όμιλος Ερετών αντιμετώπιζε μάλλον οικονομική δυσπραγία κα συχνά είναι τα παράπονα στα πρακτικά των συνελεύσεωνκαισεεπιστολές που στέλνει το Δ.Σ. με στόχο την οικονομική του ενίσχυση. Με την πάροδο των ετών, η οικονομική κατάσταση σταθεροποιείται, εφόσον εκτός από τα τακτικά μέλη σημαντικός είναι και ο αριθμός των αθλουμένων οι οποίοι πληρώνουνγιανα χρησιμοποιήσουν τις εγκαταστάσεις και τον εξοπλισμό του Ομίλου. Χωρίς αμ-
60. Επιστολή 366, 14 Οκτωβρίου 1908. 61.Επιστολή 497, 14 Μαΐου 1911. 62. Το 1894, κάθε κωπηλάτης πουεπιθυμεί να μετάσχει στην εκδρομή με λέμβους προςτη Σαλαμίνα οφείλει να προκαταβάλει στον ταμία του συλλόγου 12 δρχ. Βλ. « Εκδρομαί Ομίλου Ερετών. Θερινή Περίοδος. Αη. Εις Μονήν Φανερωμένης (Σαλαμίς)», όπου και ο Εκδρομής (25 Ιουνίου 1894).
αμφιβολία, οεξοπλισμός για το σπορ της κωπηλασίας ήταν δαπανηρός και μεγάλο μέρος των εξόδων που προβλέπονται στους προϋπολογισμούς προορίζονται για τη συντήρησηκαιεπέκταση τωνεγκαταστάσεων, τηνανανέωση τουεξοπλισμο με αγορά λέμβων και κουπιών63 και την επίπλωση των γραφείων. Ότ οικονομικά του συλλόγου είναι πιο ανθηρά, αναγράφονται μεταξύ των εξόδων δάνεια προς μέλη του, χωρίς όμως κάποια αιτιολόγηση. Θα μπορούσε να είναι κι αυτό μια ένδειξη των φιλικών δεσμών και της αλληλεγγύης που αναπτύσσονται μεταξύ των μελών ενός ολιγομελούς σωματείου. ΠΙΝΑΚΑΣ 3
Έτος 1888 1889 1890 1891 1892 1893 1894 1895 1896 1897 1906 1907 1908 1909
Έσοδα 6.860 3.460 7.637 6.716,80 6.920 1.775,50 647,50 4.584 3.741,35 748,90 10.368,20 3.480 2.773,10 4.201,10
Έξοδα 6.224 3.460 6.437 6.716,80 6.920 1.775,50 647,50 4.584 3.741,35 748,90 11.037,85 2.825 2.460 3.825
Έτος 1910 1911 1912 1913 1914 1915 1916 1917 1918 1919 1920 1921 1922
Έσοδα 3.644,90 3.142,25 4.151,95 3.800 3.717,75 4.000 6.776,90 9.837 4.991,80 9.737,20 12.950,15 16.483,55 19.521,95
Έξοδα 3.565 3.100 3.950 3.503,7 4.000 2.400 9.637 4.950 5.687 12.850 16.050 19.400
Η το 1888 ως το 1922 είναι εντελώς διαφορετική για την πρώτη περίοδο — 1897. Αυτά τα πρώτα δέκα χρόνια οι ανισότητες από χρονιά σε χρονιά είναι πολύ πιο έντονες απ' ό,τι κατά τη δεύτερη περίοδο που ξεκινά με την «αναβίωση» του 1906. Το αρχικό κεφάλαιο δημιουργήθηκε με τις συνδρομές των μελών, οι οποίες ωστόσο μειώνονται δραματικά κατά τα χρόνια 1894-1895. Η αιφνίδια άν τωνεσόδωντο1895 δεν οφείλεται σε μια ανανέωση της "δραστηριότητας α στηνέκτακτη συνδρομή της Ειδικής Επιτροπής των Ολυμπιακών Ναυτ
63. Ενδεικτικά αναφέρω ότι στον προϋπολογισμό του 1922,από ένα σύνολο δαπανών 19.521,95 δρχ. οι 10.000 προορίζονται για την προμήθεια λέμβων και κουπιών.
Αγώνωνενόψειτωνπρώτων Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα την επόμενη χρονιά. Τα χρόνια της οικονομικής ευημερίας (1890-1892) ο Όμιλος προχώρησε σε βελτίωση των εγκαταστάσεων με την αποπεράτωση του στεγάσματος που ήδη υπήρχε. Φαίνεται, ωστόσο, πως η ήττα του 1897, που επηρέασε ούτως ή άλλωςτονμόλις τότε αναπτυσσόμενο ελληνικό αθλητισμό, υπήρξε καθοριστική για την εξέλιξη του Ομίλου Ερετών, ο οποίος, χωρίς να αναστείλει πλήρως τις δραστηριότητές του, γνώρισε μια δεκαετή σχεδόν περίοδο ύφεσης. Μετά το 1906 και μέχρι το 1915, το ετήσιο οικονομικό δυναμικό του συλλόγου σπανίως ξεπερνά τις 4.000 δρχ. Σ' αυτό το σύνολο, ένα σταθερό έσοδο 1.000 περίπου δρχ. προέρχεται ετησίως από τις συνδρομές μελών και ερετών και επίσης περί τις 1.000 δρχ. εισπράττει ο Όμιλος ως επιχορήγηση από τον Δήμο Πειραιά. Αλλα, μικρότερα, έσοδα έχει ο σύλλογος από τις ετήσιες επιχορηγήσεις του Σ.Ε.Α.Γ.Σ. και από εισπράξεις από αγώνες και ενοίκια για ιδιωτικές λέμβους. Η αύξηση του προϋπολογισμού μετά το 1916 συνδέεται με την ανανέωση του αθλητικού εξοπλισμού και υλικού και την κατασκευή διαμερίσματος πάνω απότουςνεώσοικους,του οποίουτο κόστος υπολογίσθηκε στις 7.500 δρχ.Γιατις οικοδομικές εργασίες συνάφθηκε το 1917 δάνειο 3.000 δρχ.,καιαυτό εξηγεί το άλμα τωνεξόδωνσεσχέση με την προηγούμενη χρονιά. Οπωσδήποτε, πάντως, η ανάληψη αυτών των εξόδων και η βελτίωση της υλικής υποδομής σήμαινεκαιμια σχετική άνθηση των οικονομικών του Ομίλου, που επέτρεπε τον εξωραϊσμότου. Μέσα σ' ένα χρόνο, από το 1918 στο 1919, διπλασιάζονται οι συνδρομές. Τη χρονιά εκείνη, το 1919, σύμφωνα με τον απολογισμό, ο σύλλογος είχε έσοδα 9.737,20 δρχ. έναντι εξόδων 5.687,05 δρχ. Οι συνδρομές ανέρχονται τώρα στις 2.206, 50 δρχ. ενώ η επιχορήγηση από τον Σ.Ε.Α.Γ.Σ. για πρώτη φορά είναι 500 δρχ. Υψηλό είναι και το ποσό των «εκτάκτων εσόδων» —ίσο σχεδόνμετις συνδρομές— αλλά δεν έχουμε καμία πληροφορία ως προς τις πηγές αυτών των εσόδων. Η ως προς το οικονομικό του μέγεθος. Οι εκτιμήσεις ωστόσο ποικίλλουν καιαπό τον ίδιο το σύλλογο. Οι διαθέσιμες πληροφορίες καταγράφουν περιουσία αξίας 65.000 δρχ. το 1900 64 ,120.000 δρχ. το 1906 65 και 57.017 δρχ. το 1915 66 . Η πιο αξιόπιστη μαρτυρία είναι μάλλον εκείνη του 1908, εφόσον προκύπτει από λεπτομερή και αναλυτική καταγραφή της κινητής και ακίνητης περιουσίας καιτης αντίστοιχης αξίας της (βλ. πίνακα 4). Επομένως, λίγο μετά την «αναβίωσή» του, ο Όμιλος Ερετών εμφανίζεται κάτοχος εγκαταστάσεων αξίας 80.000 δρχ. περίπου. Η άνθηση των οικονομικών που παρατηρήθηκε, εξάλλου, στα χρόνια
64. Επιστολή 106, 17 Μαΐου 1900. 65. Επιστολή 137, 5 Μαΐου 1906. 66. Επιστολή 712, 5 Νοεμβρίου 1917.
ΠΙΝΑΚΑΣ 4
Η περιουσία
Είδη
του Ομίλου
Ερετών
το 1908
Αξία σεδρχ. 54.993,05 3.565,50 13.365 1.019 78 130 163 447 5.640 117,50 198,45 71,50 52 75 580 190 153 61 123 44,30 638,60 81.704,9 δρχ.
Στέγασμα Έπιπλα Λέμβοι Κώπαι Οιακόσχοινα Αρπάγαι Οίακες Σκαλμοί Εργαλεία Ιστοί και Κοντοί Σημαίαι και Σήματα Σχοινία Τρόχιλοι Άγκυραι Σύσπαστα Παραβλήματα Καλύμματα (λέμβων) Υποστάται Αρτάναι Είδη χρωματισμού και καθαρισμού Διάφορα είδη Σύνολο
μετά το 1917 επέτρεψε την απόκτηση ρευστού αποθέματος. Έτσι, το 1920, ο Όμιλος Ερετών έχει 7.810 δρχ. σε μετρητά ενώ την επόμενη χρονιά εμφανίζεται να έχει καταθέσεις σε τρεις τράπεζες: 2.811,50 στην Εθνική, 1.735,50 στην Εμπορική και 4.386,50 στη Λαϊκή 67. Ο Όμιλος Ερετών Πειραιώς αποτελούσε συνεπώς, προς τα τέλη της περιόδου που εξετάζουμε, ένα εύπορο για το μέγεθος του σωματείο. Μετά τον Πειραϊκό Σύνδεσμο εξάλλου υπήρξε το σημαντικότερο αθλητικό σωματείο του Πειραιά 67. Καταθέσεις σε τράπεζα φέρεται να έχειοΌμιλος και το 1909, όταν οταμίας καταθέτει στην Τράπεζα Αθηνών ποσό 800 δρχ. με τόκο 4%. Δ.Σ. 24 Φεβρουαρίου 1909 και 10 Απριλίου 1909.
στην καμπή του 19ου αιώνα. Εντούτοις, η δραστηριότητά του, αν τη συγκρίνουμε με άλλα σύγχρονά του σωματεία, ήταν περιορισμένη εξαιτίας του σπορ που καλλιεργούσε. Η κωπηλασία, ατομικό σπορ που στόχευε στην ψυχαγωγία, απευθυνόταν σεένανπεριορισμένο αριθμό μελών της αστικής τάξης. Δεναναδείχτηκε άλλωστε ποτέ —εκτός ίσως από την εποχή της πρώτης της εμφάνισης —σε στοιχείο κοινωνικής διάκρισης, όπως για παράδειγμα η ιππασία η το τέννις.
25. Το σήμα του Ομίλου Ερετών Πειραιώς.
26. Η σφραγίδα του Lawn Tennis Club Αθηνών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ' To Lawn Tennis Club Αθηνών: η κλειστή λέσχη
ΤΟ ΤΕΝΝΙΣ ΚΑΙ Η ΨΥΧΑΓΩΓΙΑ ΤΩΝ ΕΥΠΟΡΩΝ ΤΑΞΕΩΝ «Εις οιανδήποτε τάξιν και ανανήκηςπρο πάντων όμως εις την λεγομένην καλήν, είναι αίσχος ναειπής, ότι δεν ηξεύρεις να κάμης μίαν αναπτέρωσιν, ότι δεν ποδηλατείς, ότι δεν παίζεις κροκέτ ή Tennis ή ότι αγνοείς να χειρισθής το ξίφος», διαπίστωνε στα τέλη του προηγούμενου αιώνα το μοναδικό αθλητικό περιοδικό που κυκλοφορούσε', ορίζοντας μ' αυτό τον τρόπο και την κοινωνική εμβέλεια κάποιων συγκεκριμένων σωματικών ασκήσεων.
παρά το έθιμο αποτελούσε κριτήριο νομιμοποίησης» 2. Το τέννις μάλιστα, πολύ περισσότερο από το ποδήλατο, προωθήθηκε χωρίς κανένα ηθικού τύπου επιχείρημα: η νομιμότητά του προερχόταν από την ίδια την ψυχαγωγική του φύση3. Παράλληλα αλλά δευτερευόντως, προβάλλονται και τα ιατρικά επιχειρήματα, τα οποία κατέχουν σημαντική θέση στο λόγο περί σωματικής άσκησηςστην καμπή του αιώνα: όπως και η ποδηλασία, το τέννις θεωρείται ότι αποτελεί εξαίρετη άσκηση«πρωτίστως δι' εκείνους εις τους οποίους ή η ηλικία ή η σωματική κατασκευή δεν επιτρέπει να επιδίδωνται εις εντονωτέρας ασκήσεις»4. γυναίκες —τουλάχιστον στην Ελλάδα— το τέννις «παίζεται υπ'αμφοτέρων των φύλων οιασδήποτε ήλικίας» 5. Το τέννις αποτελούσε μικτό σπορ, όχι μόνο λόγω
1. ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 2. Η υπογράμμιση, του συγγραφέα. Το κρόκετ (croquet) ήταν ένα παιχνίδι πουπαιζόταν μεξύλινες μπάλες και ξύλινα μπαστούνια πάνω στο γρασίδι αλλά δεν γνώρισε καμιά επιτυχία στην Ελλάδα 3. Το τέννις —όπως και το ποδόσφαιρο, το κρίκετ, το water-polo κ.ά.— ανήκει στις «αθλητικές παιδιές», οιοποίες στηρίζονται στην αρχήότι ητέρψη πρέπει πάντοτε να συνοδεύει την άσκηση. 4. ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 307. 5. Στο ίδιο .Οιδύο νεαρές ποδηλάτριες πουεμφανίστηκαν στους ποδηλατικούς αγώνες της
2. P. Bailey, Leisure and Class..., ό.π.,σ. 75.
της συνύπαρξης στο ίδιο σωματείο ανδρών και γυναικών ως μελώναλλά και επειδήάνδρεςκαιγυναίκες έπαιζαν μαζί ανά ζεύγη. Στην αγωνιστική συνύπαρξη ανδρώνκαιγυναικών και στις συνέπειές της για τη γυναικεία χειραφέτηση έγκειται άλλωστε σε μεγάλο βαθμό και η κοινωνική σημασία του τέννις. Οι περιορισμένες δυνατότητες των γυναικών εκείνη την εποχή για ψυχαγωγία και συναναστροφές εξηγούν και τον ενθουσιασμό τους για τα μικτά σπορ, όπως το τέννιςκαιτο κρόκετ. Το τέννις θεωρούνταν εξάλλου λιγότερο επικίνδυνο από άλλα σπορ, όπως η ποδηλασία για παράδειγμα που μπορούσε να προσφέρει στα νεαρά κορίτσια πολύ περισσότερες δυνατότητες απόδρασης από τη συνεχή οικογενειακή επιτήρηση. Το τέννις παιζόταν στο σπίτι η στο club: πριν από —αλλά και παράλληλα με—τονδημόσιο χώρο του σωματείου υπήρχαν ιδιωτικά γήπεδα τέννις στους κήπους των εύπορων σπιτιών. Η ανάγκη της περιχαράκωσης αυτού του κοινωνικού χώρου φανερώνεται άλλωστε και από τη φροντίδα ο χώρος του clubνααπομονωθεί από τα αδιάκριτα βλέμματα τυχόν παρείσακτων. Τα γήπεδα του σωματείου, αντίστοιχα με εκείνα των σπιτιών, έπρεπε να φυλάσσονται για έναν στενό, σχεδόν ιδιωτικό, κύκλο προσώπων6. Η οικογενειοκρατική δομή των σωματείων τέννις7 εξασφάλιζε επιπλέον την επίβλεψη των νεαρών μελών της οικογένειας και έξωαπότοχώρο του σπιτιού, στο χώρο της ψυχαγωγίας. Επιπλέον, επρόκειτο γιαμιαψυχαγωγία καθόλα νόμιμη, εφόσον αφορούσε κοινωνικά ομολόγους. Η συμμετοχή των γυναικών στο τέννις είναι έντονη όχι μόνο στο γήπεδοαλλά και στις κερκίδες. Το τέννις αποτελεί, όπως φαίνεται, το μόνοσπορωςτιςαρχέςτου 20ού αιώνα όπου οι γυναίκες μετέχουν και ως θεατές.
Πολίτης, Ο πατραϊκός
Κηφισιάς το 1893 προκάλεσαν την «πρωτοφανή έκπληξιν και ταραχήν» των θεατών. Βάσος Αδάμας, «Τοποδήλατον εν Ελλάδι. Σύντομος επιθεώρησις», Νέα Ε λ λ ά ς . Εικονογραφημέν ε θ ν κ ιό ν η μ ε ρ ο λ ό γ ι ο ν 2 (1896), σ. 475. Πβ.αντίστοιχα για τις ποδηλάτριες στην Πάτρα, Ν. Ε.
αθλητισμός. Β'..., ό.π.,σ. 121-2.
6. Το χαρακτηριστικό αυτό δενανήκει μόνοστον Όμιλο Αντισφαιρίσεως Αθηνώναλλά και σεάλλα σωματεία τέννις. Π.χ. βλ. R. Holt, Sport and the British. A Mode Οξφόρδη, Oxford University Press, 1990, σ. 126και Méropi Anastassiadou, «Sports d'élite et élites sportives à Salonique au tournant du siècle»,στο Fr. Georgeon - P. Dumont (έκδ.), Vivre σι, Harmattan, 1997, σ. 156.Το«Salonica Lawn Tennis Club»,μεπολυεθνικό χαρακτήρα, ήταν
Στόί$ιο,σ. dans Γ empire ottoman. Sociabilités et relations intercommunautaires Une
Réformes, Leiden - New York - Köln, Brill, 1997, σ. 367-375. 7.ΤοTennis Clubτης Λυόνπουιδρύθηκετο 1900,ενώόριζεωςετήσια συνδρομή τα 100 φράγκα για ένα μέλος μιας οικογένειας, επέτρεπε στη συνέχεια την εγγραφή ολόκληρης της υπόλοιπης οικογένειας μεσυνδρομή μόνο 50 φράγκων. Βλ. R. Holt, Sportand Society i France, Λονδίνο, Macmillan, 1981, σ. 178.Τοίδιο ισχύεικαι για το Lawn Tennis Club Αθηνών Βλ.εδώ, σ. 336.
des
146-147, 155. Πβ. επίσης της ίδιας Salonique,
1830-1912.
ville
ΟΙ ΙΔΡΥΤΕΣ ΚΑΙ Η ΠΡΩΤΗ ΠΕΝΤΑΕΤΙΑ Τα χαρακτηριστικά αυτά, που διακρίνουν τα ευρωπαϊκά σωματεία τέννις του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, είναι κοινά και για το πρώτο —και για πολλά χρόνια μοναδικό— σωματείο τέννις του ελληνικού κράτους, το Lawn Tennis Club Αθηνών8. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι, όπως συνέβαινε και με άλλα σπορ, το τέννις εμφανίστηκε αρχικά σε ανοργάνωτη και άτυπη μορφή, ως μια «παιδιά» προσφιλής σε νεαρά μέλη της αστικής τάξης 9. Το 1895, δεκατέσσερις νεαροί άνδρες ηλικίας 21 έως 31 ετών 10 αποφάσισαν να ιδρύσουν στην Αθήνα ένα σωματείο τέννις και να προσδώσουν έτσι οργανωμένη μορφή στο ως τότε άτυπο παιχνίδι τους. Την πρώτη πενταετία λειτουργίας του σωματείου, οι ίδιοι, χωρίς καμία σχεδόν νέα παρουσία, άσκησαν τη διοίκηση και από τα δύο βασικά όργανα, το διοικητικό συμβούλιο και τη γενική συνέλευση. Σύμφωνα με το πρώτο καταστατικό που ψηφίστηκε την 16η Σεπτεμβρίου 1895, «διά το πρώτον έτος [...] το διοικητικόν συμβούλιοναπαρτίζεται απότους ιδρυτάς του Club». Από την 1 Οκτωβρίου 1896 το διοικητικό συμβούλιο θα εκλέγονταν στη γενική συνέλευση των μελών με μυστική ψηφοφορία. Θα ήταν διετές και δωδεκαμελές. Απαρτία στις συνεδριάσεις του θα υπήρχε, σύμφωνα με το ίδιο καταστατικό, με την παρουσία 7 από τα μέλη του. Η παρακολούθηση των συνεδριάσεων του Δ.Σ. εντούτοις αποδεικνύει ότι λίγες φορέςυπήρχεη προβλεπόμενη απαρτία (βλ. πίνακα 1). Συνήθως, με τη διαπίστωση της έλλειψης απαρτίας, τοΔ.Σ. συγκαλούνταν εκ νέου για την επομένη οπότε θεωρούνταν ότι βρισκόταν σε απαρτία όσα μέλη του και αν παρίσταντο. Υπάρχειεπομένωςένας μικρός πυρήνας ατόμων που ταυτίζεται σχεδόν με την ομάδα των ιδρυτών και που διοικεί το σωματείο κατά την πρώτη πενταετία. Τα υπόλοιπα μέλη δεν φαίνεται να ενδιαφέρονται για τη διοίκηση εφόσον, την ίδια ακριβώς περίοδο, οι
8. Η αγγλική ονομασία του σωματείου κυριαρχεί σεόλητην περίοδο που εξετάζουμε. Η ονομασία «Όμιλος Αντισφαιρίσεως Αθηνών» εμφανίζεται για πρώτη φορά το 1913 (Γ.Σ. 29 Νοεμβρίου 1913) και συνυπάρχει αρκετά χρόνια μετον αγγλικό πριννα τον υποκαταστήσει. Επειδήτο σωματείο λειτουργεί και σήμερα μετην ίδια ονομασία (Ο.Α.Α.),στο κείμενο πο ακολουθεί χρησιμοποιούνται και τα δύο ονόματα εναλλάξ χωρίς την τήρηση των χρονολογικών ορίων χρήσης τους. 9. Η πρώτη εμφάνιση του τέννις εντοπίζεται περί το 1885στην Αθήνακαι το 1887 στην Κέρκυρα. Βλ. Ελ. Γ.Σκιαδάς, 100 χρόνια Ο.Α.Α. 1895-1995, Αθήνα, Όμιλος Α σεως Αθηνών, 1995, σ. 8. 10. Ο μόνοςηλικιωμένος ήταν ο συνταγματάρχης Θρ. Μάνος, πατέρας ενόςαπό τους υπόλοιπους ιδρυτές, του Κωνσταντίνου Μάνου, οοποίος το 1895 ήταν 60ετών. Οιηλικίες των μελών υπολογίστηκαν με βάση τα βιογραφικά στοιχεία των ιδρυτών πουπαραθέτει οΕλ. Σκιαδάς, ό.π., σ. 12-17.
παρουσίες στις γενικές συνελεύσεις είναι ακόμη πιο περιορισμένες από εκείνες στο διοικητικό συμβούλιο (βλ. πίνακα 2). Το 1899 και το 1900, τρεις γ συνελεύσεις έγιναν με 3 μόλις άτομα. Παρουσιάζεται έτσι το παράδοξο φαινόμενο στο Δ.Σ. να παρίστανται περισσότερα άτομα απ' ό,τι στη Γ.Σ., τουλάχιστον ως τις αρχές του 20ού αιώνα. Η μικρή συμμετοχή στις γενικές συνελεύσ οφείλεται εξάλλου σε μικρό αριθμό μελών. Το 1897 τα μέλη του Ομίλου ήταν 79 και το 1898, 85 11 . Η προφανής αδιαφορία των μελών του συλλόγουπουδεν ανήκαν στοΔ.Σ. για τη διοίκηση αποκαλύπτεται και από το γεγονός ότιωςτο 1901 μόνο μέλη του Δ.Σ. συγκροτούσαν και τις γενικές συνελεύσεις. Αυτός προφανώς ήταν και ο λόγος για την τροποποίηση του άρθρουτου καταστατικού που
ΠΙΝΑΚΑΣ 1 Παρουσίες μελών Διοικητικού Συμβουλίου στις συνεδριάσεις (1895-1908) Δ.ς. 15.9.1895 16.9.1895 22.12.1895 10.1.1896 29.1.1896 16.2.1896 22.2.1896 1.3.1896 5.10.1896 19.10.1896 28.10.1896 29.11.1896 10.10.1897 30.10.1897 3.1.1898 20.1.1898 7.3.1898 24.3.1898 3.4.1898 Σημ.: Παρόντες 12 9 10 10 11 7 7 6 4 6 4 7 6 5 5 5 6 8 5 Δ.Σ. 13.4.1898 11.8.1898 29.10.1898 25.11.1898 10.12.1898 2.2.18 99 10.3.1899 28.10.1900 1.10.1902 29.12.1902 19.10.1903 7.11.1903 10.2.1904 27.10.1904 4.2.1905 27.10.1905 3.11.1905 12.11.1905 30.10.1908 Παρόντες 6 5· 7 5 5 5 5 5 6 9 6 6 7 6 7 4 6 6 9
Παραλείπονται τα Δ.Σ. όπουδεναναφέρεται αριθμός παρόντων.
11.Στο ίδιο, σ. 46.
πρόβλεπε απαρτία στη Γ.Σ. αν ήταν παρόντες «το ήμισυ των μελών» (άρθρο 28): το δεύτερο καταστατικό, του 1901, όριζε ότι υπήρχε απαρτία «οσαδήπο μελών και αν ώσι παρόντα» (άρθρο 24). ΠΙΝΑΚΑΣ 2
στις
Γ.Σ. 15.12.1896 4.12.1897 7.12.1897 2.2.1897 1.11.1898 15.3.1899 6.11.1899 18.12.1899 11.2.1900 8.4.1900 29.10.1901 4.11.1901 19.11.1901 27.10.1902 5.12.1902 12.4.1903 26.10.1903 2.11.1903 4.11.1904 29.10.1905 3.11.1905 6.11.1905 11.12.1906 23.12.1906 27.10.1907 11.11.1907 2.12.1907 6.11.1908 Σημ.: Παρόντες 7 9 9 6 5 4 3 7 3 3 5 8 4 4 15 13 13 10 11 10 12 7 7 9 11 21 14 12
Παρουσία των μελών Γενικές Συνελεύσεις
Γυναίκες Γ.Σ. 8.11.1908 11.1.1909 19.1.1909 1.11.1909 28.11.1909 30.10.1910 4.11.1910 17.11.1913 23.11.1913 3.11.1914 15.11.1914 1.2.1915 24.1.1916 12.4.1916 8.10.1916 10.12.1916 14.1.1917 29.12.1917 13.1.1919 3.2.1919 17.1.1920 2.2.1920 3.1.1920 10.1.1921 7.2.1921 2.1.1922 27.2.1922
(1896-1922)
Γυναίκες 8 4 2 2 8 8 3 4 3 4 3 7 4 5 3 32 8
Παρόντες 11 25 15 11 12 19 19 9 9 11 10 7 10 13 14 44 20 24 21 17 58 16 18 41 10 11 21
5 1 6 3 4
1
2 7 4
Παραλείπονται οιΓ.Σ. όπου δεν αναφέρεται αριθμός παρόντων.
το Δ.Σ. και τη Γ.Σ., και η προφανώς διακοσμητική θέση της Γ.Σ καιτηνισχύ του Δ.Σ. το οποίο ανεξέλεγκτο από το σύνολο των μ σωματείου διαχειριζόταν όλες τις υποθέσεις. Την πρώτηαυτή πενταετία, περίοδο εγκαθίδρυσης και επιβολής του Ομίλου, το Δ.Σ. συνεδρίαζε αρκετά συχνά, ιδιαίτερα το 1896 και το 1898, οπότε καταγράφονται αντίστοιχα 14 και 11 συνεδριάσεις (βλ. Πίνακα 3). Στη συνέχεια ωστόσο και ως το 1908, όταν καταΠΙΝΑΚΑΣ 3 Συνεδριάσεις Έτος 1895 1896 1897 1898 1899 1900 1901 Δ.Σ./έτος 6 14 4 11 2 1
—
του Δ.Σ. (1895-1908) Έτος 1902 1903 1904 1905 1906 1907 1908 ΠΙΝΑΚΑΣ 4 Δ.Σ./έτος 2 5 .2 4
— —
1
Γενικές Έτος 1896 1897 1898 1899 1900 1901 1902 1903 1904 1905 1906 1907 1908 1909
Συνελεύσεις Έτος 1910 1911 1912 1913 1914 1915 1916 1917 1918 1919 1920 1921 1922
(1896-1922) Γ.Σ./έτος 2 3
—
Γ.Σ./έτος 1 3 4 3 2 3 2 3 3 3 2 3 2 5
3 2 1 4 2 1 3 3 3 2
καταγράφεται καιητελευταία συνεδρίαση Δ.Σ. 1 2 , οι συνεδριάσεις μειώνονται αισθητά έτσιπουγιατρία τουλάχιστον χρόνια (1901, 1906-1907) δεν καταγράφεται καμία συνεδρίαση. Οι γενικές συνελεύσεις ακολουθούν την κανονικότητα των 3 ανά έτος,όπως προβλέπεται από τα καταστατικά, εκτός από περιπτώσεις έκτακτων συνελεύσεων όπως στα χρόνια 1909 και 1916 (βλ. Πίνακα 4). Η Γ.Σ. αποκτά μεγαλύτερη σημασία μετά την πρώτη πενταετία και μάλιστα μετην παρουσία γυναικών.
Η ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ
Γυναίκες μπορούσανναγίνουν μέλη του συλλόγου από τη στιγμή της ίδρυσης του, σύμφωνα με το καταστατικό του 1895. Ο Όμιλος εξαρχής συγκροτήθηκε με ίση σχεδόν παρουσία ανδρών και γυναικών. Το 1897, δεύτερη χρονιά λειτουργίας του σωματείου, οι γυναίκες ήταν περισσότερες από τους άνδρες: 42 γυναίκες μέλη σε ένα σύνολο 79 μελών13. Ωστόσο δεν είχαν το δικαίωμα, όπως τα άρρενα τακτικ μέλη, να λάβουν μέρος στις γενικές συνελεύσεις ούτε βεβαίως να εκλεγούν στο διοικητικό συμβούλιο. Από το 1901 όμως, με την τροποποίηση του καταστατικού, οι γυναίκες αποκτούν το δικαίωμα της παρουσίας στις γενικές συνελεύσεις, τουεκλέγεινκαιτουεκλέγεσθαι. Μόνο στη θέση του προέδρου δεν μπορούσαν να εκλεγούν. Η αλλαγή αυτή αντανακλάται αμέσως στη σύνθεση των γενικών συνελεύσεων και των διοικητικών συμβουλίων. Στη συνέλευση της 4ης Νοεμβρίου 1901, από τους 8 παρόντες οι 5 ήταν γυναίκες (βλ. πίνακα 2). "Ήταν η πρώτη παρουσία γυναικών σε Γ.Σ. του Ομίλου. Την ίδια χρονιάεκλέγονται καιοι πρώτες γυναίκες σύμβουλοι, μέλη του Δ.Σ. Εντούτοις, σε δύο μόνο συνεδριάσεις του Δ.Σ. κατά τη διετία της θητείας τους θα παραστούν γυναίκες. Ο ρόλος τους οπωσδήποτε δεν ήταν ενεργός στο πλαίσιο του Δ.Σ. Αυτό φαίνεται άλλωστε και απότογεγονός ότι μετά το 1903 και ως το 1923 καμία γυναίκα δεν εκλέγεται μέλος του Δ.Σ. Αντίθετα, σταθερή είναι η παρουσία των γυναικών στις γενικές συνελεύσεις, όπου αποτελούν το ένα τρίτο η και κάποτε το μισό των παρόντων. Η σημαντικότερη και ογκωδέστερη παρουσία τους επισημαίνεται στην πρώτη Γ.Σ. του 1920, όταν εμφανίζονται 32 γυναίκες επί 58 παρόντων.
12. Στο μοναδικό βιβλίο πρακτικών πουτέθηκε υπόψημου καταγράφονται οισυνεδριάσεις του Δ.Σ.για τα χρόνια 1895-1908και της Γ.Σ.για τα χρόνια 1895-1929. Εντούτοις, όπως προκύπτει από τα πρακτικά των Γ.Σ. μετά το 1908, τηρούνταν ξεχωριστό βιβλίο για τα πρακτικά του Δ.Σ. (βλ. Γ.Σ. 11 Ιανουαρίου 1909). Το βιβλίο αυτό δεν βρίσκεται σήμερα στα αρχεία του Ομίλου. 13. Γ.Σ. 4 Δεκεμβρίου 1897.Το1898,οιγυναίκες ήταν 42και οιάνδρες43και το 1904, 58 και 60αντίστοιχα. Το1910,οιγυναίκες υπερείχαν σαφώς: 52έναντι 30 ανδρών. Ελ. ό.π., σ. 46.
νίζονται να μετέχουν στις συνεδριάσεις του Δ.Σ. και στις Γ.Σ., οι 28 είναι γυναίκες. Απ' αυτές οι περισσότερες (18-20) είναι νεαρά κορίτσια, κόρες των μελών. Από τις «δεσποινίδες», όπως τις χαρακτηρίζουν τα Πρακτικά, συχνότερα εμφανίζονται οι αδελφές Δαγκλή (βλ. πίνακα 5). Οι νεαρές κοπέλλες πήγαιναν, όπως φαίνεται, κατά παρέες στις συνελεύσεις, εφόσον εμφανίζονται τα ίδια ονόματα στις ίδιες συνελεύσεις. Αυτό ίσχυε ακόμη περισσότερο για τα μέλη της ίδιας οικογένειας, αδελφές, μητέρα και κόρη, πατέρα και κόρη. Η οικογενειακή αυτή συνύπαρξη αφορούσε περισσότερο τις γυναίκες παρά τους άνδρες, όπου οι προσωπικές φιλίες φαίνονται να παίζουν μάλλον σημαντικότερο ρόλο στη σωματειακή τους παρουσία. ΠΙΝΑΚΑΣ 5 Διοίκηση Μέλη Combemal Am. Combemal Κα De Palazzo Montaque Bell Walsh R. Αγέλαστος A. Αλμέϊδας Α. Φ. Ανδριτσάκης A. Ανδροκλής Β. Αντωνιάδης Εμμ. Γ. Απέργης Λ. Αργυρόπουλος [Δ.] Βαλαωρίτη Λένα Βασιλόπουλος I. Βούρος Α. Δ. Γαλανός Γ. Γεωργαντάς Μ. Δαγκλή Ελένη Π. Δαγκλή Χριστίνα Π. Δαμαλάς Κ. Δεκαβάλλας Ν. Δεμέστιχας I. Δούμας I. Δραγούμη Αλεξάνδρα και μέλη του Lawn Συμμετοχές σε Δ.Σ. Tennis Club (1895-1916)
Συμμετοχές σε Γ.Σ. 1909) 1909) 1903) 1899) 1897) 1899) 1903) 1910) 1916) 1916) 1916) 1897-1901) 1897) 1904, 1907, 1909) 1910) 1907, 1909, 1910, 1914, 1916) 1907, 1910, 1914, 1916) 1910) 1910, 1913-1916) 1905) 1903) 1901)
1 3 14 5
(1899) (1904-1905) (1895-1898) (1895-1900)
3 (1895-1896)
21 (1895-1900) 11 (1895-1898)
Μέλη
Συμμετοχές σε Δ.Σ.
Συμμετοχές σε Γ.Σ. 2 1 1 1 1 3 2 2 2 2 1 1 7 (1901, 1907) (1907) (1916) (1916) (1916) (1902-1904) (1910) (1910) (1903) (1910) (1897) (1898) (1898-1905)
Δραγούμη Ζωή Δραγούμη Μαρία (Μαρίκα) Δραγούμης Ν. Εμπεδοκλής Πέτρος Εμπεδοκλής Στέφ. Ζαρίφης Λ. Ηλιοπούλου Αλίκη Ηλιοπούλου Μαριέττα Θεολόγης I. Θεολόγου Δίς [Ειρήνη] Κανάκης Π. Καραπάνος Α. Καραπάνος Π. 13 (1895-1903) Καστόρχης Δ. 2 (1904-1905) Καυταντζόγλου I. 9 (1896-1898) Καυταντζόγλου Λύσ. 7 (1896) Κετσέ ας I. Κεφαλά Δίς Κεφαλά Δίς (άδελφή) Κοντογιαννάκης Ν. Κρίτσας Γ. Κυριάκος Γ. Κυριάκος Θεόδ. Κωνσταντινίδης Σ. Λαδόπουλος Κ. Λεβίδης Δ. Λεβίδου Μ. Λεοντόπουλος Μαλαμίδης I. Μάνος Θ. Μαρίνος Γ. Μάτσας Β. Μάτσας Κ. Μαυρομιχάλης Π. Μαύρος Αλέξ. Μαύρου Ευφρ. Μελα Δ. Μελάς Α. Μελάς Β. Μέλας Γ. Μελάς Λ.
1 (1896) 7 (1902-1908)
12 (1904-1907, 1909, 19141916) 1 (1903) 1 (1903) 4 3 2 6 4 6 2 2 1 1 2 2 9 1 1 1 2 1 11 7 8 (1905-1907, 1909) (1916) (1916) (1909, 1913-1914) (1903-1905) (1907, 1909-1910) (1909) (1904) (1916) (1897) (1907-1908) (1907-1908) (1903-1909) (1909) (1897) (1902) (1914) (1916) (1904-1916) (1910, 1913-1915) (1905-1910, 1916)
8 (1895-1896) 1 (1908)
14 (1895-1897)
2 (1902, 1908) 3 (1905, 1908)
Μέλη Μερκάτη Καικιλία Μερκάτη Ρ. Μερκάτης Α. Μεταξάς Μ. Μόστρας Σπ. Μπαλτατζής Ε. Μπασιά Ρ. Νεγροπόντη Ελ. Μ. Νεγροπόντη Μ. Μ. Νεγροπόντης Μ. Μ. Νικολαΐδης Ν. Νικολόπουλος Δ. Νικολοπούλου (Κα) Ξυδάκη Α. (Κα) Ξυδάκης Ν. Ορφανίδης Δ. Ορφανίδου (Δις) Πανάς Ν. Πασπάτη Ευφρ. Πασπάτης Αλέξ. Πασπάτης Κ. Πασπάτης Ν. Παχύς Θ. Πεσματζόγλου Αλ. Πετροκόκκινος Δ. Πλατύκας Π. Πρωτοπαππαδάκη [Ευδοκία] Πυροκάκος Δ. Ραζή Ευφ. Ριανκούρ Κόμησσα Ροδοκανάκης Αυγ. Ροΐδης Ν. Σημαντήρας [ Ιω.] Σημηριώτης Γ. Σημηριώτου Εσμέ Σκουζές Γ. Α. Σκουζές Δ. Σταθάτος Α. Σταθάτος Π. Σταθάτου Ελ. Σταθάτου Ν. Συριώτης Δ.
Συμμετοχές σε Δ.Σ. 1 (1903) 19 (1895-1908) 1 .(1908)
Συμμετοχές σε Γ.Σ. 6 2 18 5 1 1 1 2 6 25 1 1 1 2 2 2 1 9 2 2 32 1 27 1 1 2 1 1 1 7 2 10 1 2 3 9 9 3 3 12 1901-1907, 19Ò9) 1903) 1897-1909) 1899-1908) 1916) 1916) 1903) 1910) 1907, 1909-1910) 1897-1913) 1916) 1902) 1902) 1902) 1910) 1910) 1902) 1901-1909) 1905) 1897) 1897-1916) 1916) 1897-1913) 1905) 1909) 1910) 1901) 1909) 1904) 1898-1901) 1904) 1902-1916) 1909) 1906-1907) 1906-1907, 1909) 1908-1909, 1913-1916) 1909, 1913-1916) 1914-1916) 1914-1916) 1903-1907, 1909)
27 (1895-1908)
1 (1902) 1 (1904)
1 (1902) 1 (1898) 12 (1898-1908) 1 (1895) 16 (1898-1908)
3 (1905) 18 (1895-1900) 2 (1904-1905)
2 (1905)
Μέλη Τσάτσος Δ. Φίλων Φ. Χαριλάου (Κα) Χρυσοβελώνης Φ. Ψύχας Α. Ψύχας Π.
Συμμετοχές σε Δ.Σ.
Συμμετοχές σε Γ.Σ. 1 1 2 16 1 1 (1900) (1916) (1901-1902) (1903-1914) (1902) (1898)
5 (1902-1908)
ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΤΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΚΑΙ ΠΥΡΗΝΙΚΗ ΟΜΑΔΑ
Μετά την πάροδο της πρώτης πενταετίας, αλλάζει η συχνότητα των παρουσιών στις Γ.Σ. και ένας μεγαλύτερος αριθμός τακτικών μελών δραστηρ στη διοίκηση του Ομίλου. Βεβαίως, η δραστηριοποίηση αυτή περιορ ξοχήν στις Γ.Σ. ενώ το Δ.Σ. παραμένει σχετικά κλειστό σε νέα πρόσωπα. Όπως προκύπτει από τον πίνακα 5, από το σύνολο των 113 ατόμων που παρίστανται σε Δ.Σ. και Γ.Σ., τα 79 παρίστανται αποκλειστικά σε Γ.Σ. και δεν αποτελούν μέλη του Δ.Σ. Για τα χρόνια 1895-1916, 41 άτομα εναλλάσσονται σ Ομίλου αλλά ηανανέωση αφορά κυρίως τις θέσεις των συμβούλων και όχι τα ανώτερα αξιώματα τα οποία κατέχονται από τα ίδια κατά κανόνα πρόσωπα14. Στη θέση του προέδρου θα εναλλαγούν ως το 1923 οκτώ πρόσωπα, όμως πρόκειται για τρία, εφόσον ο Αλέξανδρος Μερκάτης παραμένει πρόεδρος απότο1901 ως το 1909, ο Νικόλαος Πασπάτης από το 1909 ως το Π. Σταθάτος από το 1919 ως το 1923 15 . Ανεξάρτητα πάλι από τη θέση που κατέχει ένα μέλος στο Δ.Σ., η συχνή του παρουσία στις συνεδριάσεις προσδιορίζει οπωσδήποτε τη συμμετοχή του στην
υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία (ως το 1908), 10 μέλη εμφανίζονται να μετέχουν σε περισσότερες από 10 συνεδριάσεις του Δ.Σ. (βλ. πίνακα 5), με Μιλτιάδη Νεγροπόντη (27 συμμετοχές σε 52 συνεδριάσεις). Ο ίδιος, μαζί μετον Ν. Πασπάτη και τον Δ. Πετροκόκκινο, έχει την υψηλότερη συμμετοχήκαιστις Γ.Σ. Η συνεξέταση των παρουσιών σε Δ.Σ. και Γ.Σ. αποδεικνύει μια λειτουργία της διοίκησης κατά ομόκεντρους κύκλους, όπου στο κέντρο τοποθ
14. Για τα μέλη των Δ.Σ., βλ.Ελ. Σκιαδάς, ό.π., σ. 535-538. 15. Ο πρώτος πρόεδρος, Αλέξανδρος Βούρος, ήταν κληρωτός και οιεπόμενοιτρεις Αλέξανδρος Μαύρος, Μιλτιάδης Νεγροπόντης και Νικόλαος Ροΐδης, ανέλαβαν διετείς θητείες.
ολιγομελής ομάδα που μετέχει τόσο στα Δ.Σ. όσο και στις Γ.Σ.,ενώτονεξωτερικό κύκλο αποτελούν μέλη που παρίστανται μόνο στις Γ.Σ. Αυτός ο εξωτερικός κύκλος είναι δυνατόν να διακριθεί σε διαφορετικούς επιμέρους κύκλους ανάλογα μετησυχνότητα της παρουσίας στις Γ.Σ. Τα στοιχεία που παρουσιάζονται στον πίνακα 5 δείχνουν ότι 39 άτομα έχουν μετάσχει σε μία μόνο Γ.Σ. και 30 σε δύο. Επομένως, για μια εικοσαετία και σε ένα σύνολο 53 Γ.Σ., οι περισσότεροι από τους μισούς, που μετέχουν στη διοίκηση του σωματείου, έχουν παραστεί 1-2 φορές σε συνεδρίαση της Γ.Σ. Πέρα από την πυρηνική ομάδα εντούτοις, το σύνολο των μελών παρουσιάζει μια σχετική ανανέωση. Για την περίοδο που εξετάζουμε, η παρακολούθηση της εξέλιξηςτωνπαρουσιών στη Γ.Σ. δείχνει ότι, μετά τη σταθερότητα της πρώτης πενταετίας, τρεις χρονιές σημαδεύουν την ανανέωση των προσώπων στο σωματείο: 1903,1910 και 1916. Η αύξηση του 1903 οφείλεται σε συνειδητή πολιτική της διοίκησης μετά τη δραματική μείωση των μελών που διαπιστώνεται στη Γ.Σ. της 27ης Οκτωβρίου 1902. Ο αριθμός των μελών ακολουθεί φθίνουσα πορεία μετά το 1899. Από 82 μέλη το 1899, ο Όμιλος αριθμεί 70 το 1900 και μόλις 40 το 1901. Το 1902, τα μέλη δεν ξεπερνούν πλέον τα 30. Στα τέλη της επόμενης χρονιάς, με την παρέμβαση της διοίκησης, τα μέλη έχουν αυξηθεί σε 104. Η αύξηση επιτεύχθηκε με τη μείωση της συνδρομής16 σχεδόν κατά το ήμισυ: για τους κυρίους από 100 δρχ. σε 45 και για τις κυρίες από 50 σε 30 δρχ.17. Σύμφωνα με τον απολογισμό του απερχόμενου Δ.Σ., κατά τη Γ.Σ. της 26ης Οκτωβρίου 1903, στην ανόρθωση του Ομίλου συνέβαλε «ιδία δε η παρουσία και συνεχής φοίτησις εν τω ασκητηρίω των Μελών της Βασιλικής Ημών Οικογενείας ως και των ΑΑ.ΑΑ.ΥΥ. των Μεγάλων Δουκών της Ρωσσίας Γεωργίου, Κυρίλλου και Βόριδος». Το κύρος του σωματείου ενισχύθηκε επιπλέον όταν, την ίδια χρονιά, η πριγκήπισσα Σοφία ανέλαβε υπό την προστασία της το Lawn Tennis Club. Όταν ξεπεραστεί η κρίση, επανέρχεται σταδιακά το αρχικό καθεστώς καταβολής των συνδρομών με παράλληλη αύξηση των σχετικών ποσών. Έτσι, ήδη το 1906 οι συνδρομές ορίζεται να καταβάλλονται εφάπαξ και όχι σε πέντε δόσεις, όπως συνέβαινε μέχρι τότε, ενώ το κόστος εγγραφής αυξάνεται στις 25 δρχ.18. Με τροποποιήσεις του καταστατικού εξάλλου, η εγγραφή θα διπλασιασθεί δύο φορές, το 1916 (50 δρχ.) και το 1920 (100 δρχ.)19. Το 1923 εξάλλου, με την σκλήρυνσ της πολιτικής της διοίκησης, η ετήσια συνδρομή καθορίζεται στις 200 δρχ.
16. Δ.Σ. 1 Οκτωβρίου 1902. 17. Το κόστος εγγραφής εξάλλου πουήταν 50 δρχ. για τους κυρίους και 25για τις κυρίες, γίνεται 10 δρχ. για άνδρεςκαι γυναίκες. Η σχετική τροποποίηση του καταστατικού ψηφίστηκε στη Γ.Σ. της 27ης Οκτωβρίου 1902. 18. Γ.Σ. 11 Δεκεμβρίου 1906. 19. Γ.Σ. 8 Οκτωβρίου 1916 και 17 Ιανουαρίου 1920 αντίστοιχα.
Ε Σ Ω Τ Ε Ρ Ι Κ Ε Σ Σ Υ Γ Κ Ρ Ο Υ Σ Ε Ι Σ ΚΑΙ Δ Ι Χ Α Σ Μ Ο Σ
Εκτός από την κρίση των πρώτων ετών του 20ού αιώνα, το Lawn Tennis Club αριθμεί κατά κανόνα περί τα 100 μέλη. Αυτό μπορεί να θεωρηθεί και το μέγεθος του σωματείου, παρόλο που μετά το τέλος της πρώτης εικοσαετίας, το 1920, τα μέλη είναι ήδη 195. Η τελική ώθηση για την αύξηση των μελών δόθηκε αναμφίβολα από το νόμο περί σωματείων του 1914, όπως διαπιστώθηκε και σε άλλες περιπτώσεις. Από το 1916 και μετά, στις Γ.Σ. του Ομίλου τα νέα πρόσωπα είναι πολλά, έτσι που να ανιχνεύεται μια πραγματική τομή παρά τις συνέχειες που διαπιστώθηκαν στη διοίκηση. Αλλωστε και στη διοίκηση του Ομίλου παρατηρείται τα ίδια ακριβώς χρόνια μια σταδιακή αλλαγή μετηναποχώρησητων προσώπων που σφράγισαν την πρώτη περίοδο: η διετία 1913-1915 είναι η τελευταία της παρουσίας του Μ. Νεγροπόντη στο Δ.Σ. ενώ και ο Ν. Πασπάτης αποχωρεί μετά το 1916. Τα νέα πρόσωπα που στελεχώνουν πλέον το Δ.Σ. φαίνεται να συσπειρώνονται γύρωαπότον I. Κετσέα, ο οποίος καταλαμβάνει για πρώτη φορά σημαντικό αξίωμα στο Δ.Σ. το 1916 (γενικός γραμματέας) γιανα αναρριχηθεί στηθέση του προέδρου το 1923, όπου και θα παραμείνει ως το 1940. Η αντανακλά πρωτίστως μια αλλαγή γενιάς. Μετά την πάροδο της πρώτης εικοσαετίας, οι ιδρυτές είναι πλέον σαραντάρηδες και παραχωρούν τη θέση τους στους νεότερους, στους οποίους και αρμόζει η ενασχόληση με ένα αθλητικό σωματείο. Κατά δεύτερο λόγο όμως, η αλλαγή αυτή θα μπορούσεναανταποκρίνεται σε πολιτικές διαφορές. Το κρύβονται έντεχνα πίσω από γενικόλογες εκφράσεις στα πρακτικά της έκτακτης 25 άτομα παρίστανται σ' αυτή τη συνέλευση, αριθμός διπλάσιος από τις αμέσως προηγούμενες, του 1907 και του 1908 (βλ. πίνακα 2). Για κάποια από τα μέλη που παρέστησαν άλλωστε, ήταν και η μοναδική η μία από τις ελάχιστες παρουσίες τους σε Γ.Σ. Το γεγονός αυτό ενισχύει την υπόθεση ότι δεν επρόκειτο, όπως παρουσιάζεται στα πρακτικά, για τη διαφωνία τεσσάρων μελών του Δ.Σ.μετην απόλυσητουεπιστάτη τουΟμίλου απότονπρόεδρο Αλ. Μερκάτη. Ο ίδιος ο πρόεδρος άλλωστε «γνωρίζει τη Γενική συνελεύσει ότι πρώτην φοράν αφ' ότου υφίσταται το Lawn Tennis Club Αθηνών καλείται η Γενική Συνέλευσις όπως αποφανθή επί τοσούτον σοβαρού ζητήματος». Σύμφωνα με τα πρακτικά, οιΧρυσοβελώνης, Πασπάτης, Πετροκόκκινος και Νεγροπόντης, οι οποίοι κατείχαν αντίστοιχα τιςθέσεις του αντιπροέδρου, γενικού γραμματέα, ταμία και συμβούλου, υπέβαλαν τις παραιτήσεις τους διαφωνώντας με την πλειοψηφία του Δ.Σ. που υποστήριξε τον πρόεδρο Αλ. Μερκάτη. Οι παραιτήσεις αυτές προκάλεσαν την
Γ . Σ . που συνήλθε στις 11 Ιανουαρίου 1 9 0 9 για να α ν τ ι μ ε τ ω π ί σ ε ι το π ρ ό β λ η μ α .
παραίτηση του συνόλου του Δ.Σ. με αποτέλεσμα να συγκληθεί νέα Γ.Σ.γιανα εκλέξει νέο Δ.Σ.
Ο ύπαρξη δύο διαφορετικών ομάδων που εκφράζουν η μεν μία περισσότερο συντηρητικές απόψεις και η άλλη εκσυγχρονιστικές τάσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι η σύγκρουση εντοπίζεται στις αρχές του 1909, χρονιά που κυοφορούσε σημαντικές πολιτικές αλλαγές για το ελληνικό κράτος με το κίνημα στο Γουδί και την άφιξη του Βενιζέλου. Η νίκη των «εκσυγχρονιστών» στην ελληνική πολιτική σκηνή σήμαινε και νίκη τους στον Όμιλο Αντισφαίρισης.. Από το 1909 ως το 1916, η διοίκηση του Ομίλου κυριαρχείται από τους βενιζελικούς. Ο I. Κετσέας, γνωστών βασιλικών φρονημάτων, διατέλεσε σύμβουλος μόλις για ένα χρόνο (το 1909) και επανήλθε στο Δ.Σ. το 1915, αμέσως μετά τηναποχώρησητουβενιζελικού Νεγροπόντη. Στην ισοδύναμες. Επανεξελέγη το ίδιο Δ.Σ. και οι τέσσερις που είχαν διαφωνήσει υπέβαλαν και πάλι την παραίτηση τους «καθόσον αποτέλεσμα της ψηφοφορίας υπήρξενηεκνέου εκλογή του ιδίου Διοικητικού Συμβουλίου μεθ' ου δεν δύνανται να συνεργασθώσι». Στην επόμενη έκτακτη Γ.Σ., που συγκαλείται μετά από μία εβδομάδα, παρίσταται μόνο η μία ομάδα από την οποία και εκλέγεται το νέο Δ.Σ. Είναι η πρώτη φορά, όπως αναφέρθηκε, που ο I. Κετσέας εκλέγεται σύμβουλος. Όταν όμως, στα τέλη του 1909, γίνουν οι αρχαιρεσίες για το νέο Δ.Σ., η ομάδα των τεσσάρων που είχε αποχωρήσει στην αρχή του χρόνου κερδίζει την πλειοψηφία και καταλαμβάνει και τα τέσσερα βασικά αξιώματα στο Δ.Σ.: ο Πασπάτης πρόεδρος, ο Πετροκόκκινος, αντιπρόεδρος, ο Χρυσοβελώνης, γενικός γραμματέας, ο Νεγροπόντης, ταμίας. Ο «Στρατιωτικός Σύνδεσμος» είχε ήδη επιβάλει τις θέσεις του στη βασιλική και την πολιτική εξουσία με ευρεία λαϊκή συναίνεση. Το αίτημα της μεταρρύθμισης είχε κατακτήσει τις συνειδήσειςκαιη ελληνική κοινωνία βρισκόταν στο κατώφλι των αλλαγών. Ίσως το συναίσθημα αυτό να επέτρεπε και μια σχετική αλαζονεία στους νικητές. Ο Ν. Πασπάτης, νέος πρόεδρος του Lawn Tennis Club,αρνείται ναεκφρασθούνοιευχαριστίες της τη 21 .
συνέλευσης προς το απερχόμενο Δ . Σ . παρά μόνο στον πρόεδρο του, Α λ . Μ ε ρ κ ά -
Ως
20.Τα υπόλοιπα μέλη του Δ.Σ. ήταν τα εξής:Λ. Μελάς (ειδ. γραμματέας), Β. Μελάς, Δ. Συριώτης, Γ. Σημηριώτης, Μ. Μεταξάς, Γ. Μαρίνος (σύμβουλοι). 21. Γ.Σ. 15 Νοεμβρίου 1909. Το 1912 εξάλλου, ο Όμιλος προχωρεί στη διοργάνωση πανελλήνιων αγώνων αντισφαίρισης χωρίς προηγούμενη έγκριση της Ε.O.A. (έγγρ. 240/14 Μαΐου 1912από Ε.O.A. προς L.T.C.). Υποκρύπτεται σ'αυτή την ενέργεια, πουπροκάλεσε την αντίδραση του γ.γ.της Ε.O.A. Σπ. Λάμπρου, μια αντίθεση μετην Ε.O.A. όπου κυριαρχούσε η φιλοβασιλική πλειοψηφία. Βλ. και εδώ, σ. 147.
την εξουσία στον Όμιλο. Ο Αλ. Μερκάτης αποχωρεί, εφόσον δεν εμφανίζετα πλέον σε καμία Γ.Σ. ενώ και ο Κετσέας θα επανεμφανιστεί σε Γ.Σ. μόλις τον Νοέμβριο 1914. Από το 1915, αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση για τη φιλελεύθερη ομάδα. Ήδη στο Δ.Σ. που εκλέγεται την 1η Φεβρουαρίου 1915, παρόλο που τη θέση του προέδρου εξακολουθεί να κατέχει ο Ν. Πασπάτης, με αντιπρόεδρο τον Φ. Χρυσοβελώνη, η σύνθεση έχει αλλοιωθεί. Μέσα στο κλίμα τουΔιχασμού, η συνύπαρξη στο ίδιο Δ.Σ. προσώπων αντίθετων πολιτικών τοποθετήσεων ήταν πλέον αδύνατη. Αμέσως μετά τα Νοεμβριανά και το αντιβενιζελικό κύμα τρομοκρατίας, η Γ.Σ. της 10ης Δεκεμβρίου 1916 θα αναδείξει ένα φιλοβασιλικό Δ.Σ. Πρόεδρος, ο Π. Σταθάτος και γενικός γραμματέας, ο I. Κετσέας. Στη συνέλευση εκείνη, την ογκωδέστερη ως τότε (παρέστησαν 44 μέλη, οι περισσότεροι για πρώτη φορά), οι βενιζελικοί ήταν απόντες. Εφτά χρόνια αργότερα, ο I. Κετσέας, από τη θέση του προέδρου της Διοικητικής Επιτροπής, θα μνημονεύσει τον Ν. Πασπάτη μεταξύ των «κυριωτέρων παραγόντων της προόδου του ομίλου» καταλήγοντας: «εσφαλμένη εκτίμησις παρελθόντων γεγονότων μας εστέρησε δυστυχώς της συνεργασίας του» 22 .
και μέσα στην κορύφωση του Διχασμού, η αντεπίθεση της φιλοβασιλικής ομάδα ήταν μετωπική και σαρωτική. Στον ίδιο απολογισμό, ο Κετσέας διατυπώνει με σαφήνεια την αλλαγή: «Πράγματι από του 1916 η εφαρμογήτουαποφασισθέντος προγράμματος το οποίον, παρά τας δυσκόλους περιστάσεις, αρκετά προσφάτους εις την μνήμην όλων μας, ώστε να υπάρχη ανάγκη να τας ανακαλέσω, όχι μόνον επραγματοποιήθη αλλά και επεξετάθη πολύ πέραν των αρχικώς προβλεφθέντων». Το 1923 είναι η χρονιά που ο Κετσέας θα επιβεβαιώσει, με τη συναίνεση της Γ.Σ., τον πρωταγωνιστικό του ρόλο μέσα στον Όμιλο. Πριν από τη Γ.Σ. της 18ης Μαρτίου 1923 υποβάλλει την παραίτηση του από τη θέση του γραμματέα «καθ' όσον εκ παρασκηνιακών συζητήσεων εσχημάτισε την γνώμην ότι η μακρά του παραμονή εις την θέσιν του γραμματέως δημιουργεί δυσαρέσκειας εις πολλά των μελών». Με την κίνηση αυτή ο Κετσέας κερδίζει τη στήριξη των μελών της Γ.Σ., που του ζητούν να αποσύρει την παραίτηση του, τονίζοντας «τας μεγίστας υπηρεσίας τας οποίας παρέσχεν εις τον Όμιλον εις πλείστας δυσχερεστάτας διά τον Όμιλον περιστάσεις καθ' ας ηπειλείτο η ύπαρξις αυτού». Καταπνίγονται μ' αυτόν τον τρόπο οι τυχόν αντιδράσεις και δυσαρέσκειες εναντίον του Κετσέα, ο οποίος σε λίγους μήνες θα καταλάβει τη θέση του προέδρου για πολλές δεκαετίες. δείκτης των πολιτικών μετασχηματισμών της καμπής του 19ου και των αρχών
22. «Απολογισμός Ομίλου Αντισφαιρίσεως Αθηνών (1922-1923)», Γ.Σ. 1 Δεκεμβρίου 1923.
του20ούαιώνα απ' ό,τι τα υπόλοιπα σωματεία. Η χρονολογία της διαχείρισης τηςεξουσίας στοσωματείο παρακολουθεί την εξέλιξη του συσχετισμού των πολιτικών δυνάμεων έξω απ' αυτό. Στην ουσία πρόκειται για αλλαγές που συντελούνται στο εσωτερικό της αστικής τάξης. Μετά το 1909, σημειώνεται μια «αδυσώπητη ταξική πάλη δύο διαφορετικών αστικών μερίδων» 23,αφενόςτης κρατικής αστικής τάξης και των γαιοκτημόνων, φορέων της παλαιοκομματικής παράδοσης, και αφετέρου της εμπορικής, εφοπλιστικής και βιομηχανικής τάξης (του ελληνικού κράτους και της Διασποράς) που εμφορείτο από το όραμα του αστικού εκσυγχρονισμού.Από την πρώτη δεκαετία του αιώνα λοιπόν, γίνεται σαφέστερη η διαφοροποίηση ανάμεσα σε μια συντηρητική και μια φιλελεύθερη τάση, οι οποίες αποκτούν και πιο συγκεκριμένη πολιτική και κομματική έκφραση, που οδηγεί εν τέλει στην οξεία ενδοαστική σύγκρουση του Διχασμού. Κυρίως όμως, ο πολιτικός ρόλος του βασιλιά και η συσπείρωση γύρω του των πιο συντηρητικών στοιχείων χάραξαν τη διαχωριστική γραμμή στους κόλπους της μέσης καιανώτερης αστικής τάξης. Στον Όμιλο Αντισφαίρισης, η αρμονική συνύπαρξη στο Δ.Σ., κατά την πρώτη δεκαετία, νεαρών μελών της αστικής τάξης εξελίχθηκε στη δεύτερη δεκαετία σε μετωπική σύγκρουση και εσωτερικό διχασμό. Η επικράτηση της συντηρητικής, φιλοβασιλικής ομάδας τη στιγμή της κρίσης επικαθόρισε τη φυσιογνωμία του Ομίλου, τουλάχιστον ως τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Η επικράτηση αυτή σήμαινε άλλωστε και θέσπιση πολύ αυστηρότερων κριτηρίων για την είσοδο νέων μελών στον Όμιλο. ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΙ ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΥ
Σύμφωνα με το πρώτο καταστατικό, τα μέλη εκλέγονταν με μυστική ψηφοφορία απότοδιοικητικό συμβούλιο μετά από πρόταση δύο τουλάχιστον ιδρυτών η μελών24. Η πρόταση έμενε αναρτημένη στο σύλλογο για τρεις μέρες πριν από την ψηφοφορία, η οποία διαρκούσε πέντε μέρες. Για να εκλεγεί κάποιος, έπρεπ να ψηφίσουν τουλάχιστον εννέα σύμβουλοι και, σε περίπτωση πουδενεμφανίζονταν στην ψηφοφορία, ο απαραίτητος αριθμός συμπληρωνόταν με κλήρωσηαπότα τακτικά μέλη. Μία μαύρη ψήφος εξουδετέρωνε τρεις λευκές. Για τις γυναίκες, ίσχυε το ίδιο καθεστώς εκλογής εκτός από τις συζύγους, μητέρες, ανύπαντρες αδελφέςκαιθυγατέρες μελών, οι οποίες γίνονταν αυτοδικαίως μέλη του Ομίλου. Αλλά και η απλή είσοδος στο club απαγορευόταν για όσους δεν ήταν μέλη.
μοτηνή 1982, σ. 59. 24. Το καταστατικό του 1901 όριζε επιπλέον ότι στην γραπτή αίτηση για την εκλογή νέου μέλους έπρεπε να αναφέρεται το επάγγελμα του προτεινομένου καθώς και τα ονόματα των μελών πουτον πρότειναν.
23. Γ. Θ. Μαυρογορδάτος, Μελέτες
και κείμενα
για την
περίοδο
1909-1940,
Μοναδική εξαίρεση, οι δασκάλες που συνόδευαν δεσποινίδες στην άσκηση τους. Από το 1898 25 , δίνεται η δυνατότητα σε μη μέλη να παρακολουθούν τους αγώνες και να παρίστανται στις γιορτές που οργανώνει ο σύλλογος,αλλά μεαυστηρά κριτήρια επιλογής. Κάθε μέλος έχει το δικαίωμα ναυποβάλει,ανωνύμωςήεπωνύμως, στο Δ.Σ. κατάλογο των ατόμων που επιθυμεί να προσκληθούν. Ο κατάλογος αυτός εγκρίνεται η απορρίπτεται με μυστική ψηφοφορία και στη συνέχεια διανέμονται προσωπικές προσκλήσεις για όσους έχουν περάσει επιτυχώς τη δοκιμασία. Την ίδια χρονιά εξετάζεται το ζήτημα της εκλογής ως μέλους αγγλίδας παιδαγωγού, «περί του εάν πρέπει αφ' ενός μεν να εκλέγωνται τοιαύτα μέλη, και εφ' ετέρου εάν τούτου δεκτού γενομένου αύται έχωσιν ίσα δικαιώματα προς τα λοιπά του Ομίλου μέλη» 26 . Τελικά αποφασίσθηκε η εκλογή παιδαγωγών ως μελών αλλά με τον όρο να μη μετέχουν στους αγώνες.
μέλη και η συμμετοχή τους στη σωματειακή ζωή υπακούουν σε περιορισμούς που περιγράφονται με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ακρίβεια: «Έκαστον τακτικόν μέλος δικαιούται να λαμβάνη κατ' έτος διά τα υπό του Ομίλου προσφερόμενα τέϊα είκοσι προσκλήσεις διά μη μέλη του Ομίλου επί πληρωμή δραχμής δι' εκάστην πρόσκλησιν. Αι προσκλήσεις αύται εκδίδονται παρά της Γραμματείας μέχρι της προτεραίας καθ' ην θα προσφέρηται το τέϊον, είναι δε όλως προσωπικαί και δέον να φέρωσι την υπογραφήν του προσκαλούντος τακτικού μέλους ως και τ όνοματουπροσκεκλημένου, άλλως θεωρηθήσωνται άκυροι. Ουδείς δύναται να προσκαλέση πλέον η δις κατ' έτος το αυτό πρόσωπο»27. Το 1911, εποχή όπου κυριαρχούν φιλελεύθερες αντιλήψεις, τροποποιείται το άρθρο αυτό ώστε να μην υπάρχει περιορισμός ούτε στον αριθμό των προσκλήσεων που δικαιούται κάθε μέλος ούτε στη συχνότητα με την οποία κάποιο μέλος επιθυμεί να προσκαλέσει το ίδιο πρόσωπο28.
νέων μελών όσο και ως προς το κόστος εγγραφής και συνδρομής γίνεται σταδιακά με συνεχείς τροποποιήσεις των σχετικών άρθρων. Το 1919, με πρόταση του Ι Κετσέα, αποφασίζεται τα προτείνοντα μέλη να είναι υπεύθυναγιαέναχρόνο για το νέο μέλος που προτείνουν 29. Το 1922, η διαδικασία εκλογής νέων μελώ 25. Τροποποίηση του άρθρου40του καταστατικού στη Γ.Σ. της 2ας Φεβρουαρίου 1898. Στην ίδια Γ.Σ. ψηφίζεται και ο εσωτερικός κανονισμός του Ομίλου από 11άρθρα, όπου το άρθρο 26. Δ.Σ. 25 Νοεμβρίου 1898. Σύμφωνα μετην τροποποίηση πουψηφίστηκε στη Γ.Σ. της 17ης Νοεμβρίου 1913, «διδασκάλισσαι συνοδεύουσαι άνηβα μέλη δύνανται να παίζουσι μετ' αυτών πληρώνουσαι την αυτήν ωςεκείνα συνδρομήν». 28. Τροποποιήσειςτου καταστατικού πουψηφίστηκαν στη Γ.Σ.της 5ης Νοεμβρίου 1911. 29. Γ.Σ. 3 Φεβρουαρίου 1919.
27. Lawn Tennis Club. Καταστατικόν, [1901],άρθρο 4, σ. 5-6.
γίνεται αυστηρότερη: «Η εκλογή τακτικών η εκτάκτων μελών γίνεται διά μυστικής ψηφοφορίας υπό συμβουλίου αποτελουμένου εκ των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου και ισαρίθμων ενηλίκων τακτικών μελών επί τριετίαν διατελεσάντων ως τοιούτων κληρουμένων κατ' έτος κατά την Β' τακτικήν Συνέλευσιν. [...] Εκάστη μέλαινα ψήφος εξουδετεροί τέσσαρας λευκάς» 30. Στην ίδια Γ.Σ. εξάλλουτοδικαίωμα εγγραφής αυξάνεται σε 300 δρχ. και η ετήσια συνδρομή, για άνδρες και γυναίκες, σε 200 δρχ. Στο καταστατικό του 1923, επικυρώνονται αυτές οι τροποποιήσεις με μικρές αλλαγές: μία μαύρη ψήφος εξουδετερώνει τρεις λευκές ενώ τα μέλη που συμπληρώνουν το εκλεκτορικό σώμαεκλέγονται απότη Γ.Σ. και δεν κληρώνονται. Το Δ.Σ. μαζί με τους ιδρυτές και τα μέληπουέχουν εκλεγεί μ' αυτό τον τρόπο από τη Γ.Σ. απαρτίζουν το Ειδικό Εκλογικό Συμβούλιο, το όργανο που στο εξής καθορίζει, με εύνοιες και αποκλεισμούς, τη φυσιογνωμία του συλλόγου. Το τελευταίο αυτό καταστατικό ενισχύειεπιπλέοντο χαρακτήρα του Ομίλου ως κλειστής λέσχης με τον καθορισμό ανώτατου ορίου μελών3'. Τα τακτικά μέλη, σύμφωνα με το καταστατικό του 1923, αποκτούν ονομαστικούς τίτλους αξίας 1.000 δρχ. Οι τίτλοι αυτοί είναι αριθμημένοι και 300 στον αριθμό, όσος και ο ανώτατος αριθμός των τακτικών μελών του Ομίλου (σύμφωνα με το άρθρο 4). Η σκλήρυνση της θέσης του Ομίλου και η περιχαράκωση του σωματειακού χώρου επιβεβαιώνονται από το σύνολο του νέου καταστατικού, το οποίο επιτρέπει στην ήδη υπάρχουσα κοινότητα ακόμη και να αυθαιρετήσει προκειμένου να διαφυλάξει τη φυσιογνωμία της. Χαρακτηριστικό είναι ότι στις ρυθμίσεις που αναφέρονται στη δυνατότητα και μη μελώνναασκούνται ως «παίκτες» στον Όμιλο, με πληρωμή εισιτηρίου, περιέχεται η εξής φράση: «Το Δ. Συμβούλιον δύναται να αρνηθή ανεξελέγκτως την ανανέωσιν εισιτηρίου τινός» 32. ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΜΕΛΩΝ Παρόλο που ο Όμιλος συγκροτούνταν κυρίως από τα τακτικά μέληκαιτους ιδρυτές 33, από το 1901 αναφέρονται και άλλες τρεις κατηγορίες μελών:τα μη
και
30. Γ.Σ. 30 Οκτωβρίου 1922. 31. Η δυνατότητα του Δ.Σ.να ορίσει με απόφασή του τον ανώτατο αριθμό των τακτικών ή εκτάκτων μελών καθώς και των ανήβων είχε προβλεφθεί ήδηαπότις τροποποιήσεις του καταστατικού πουψηφίστηκαν στη Γ.Σ.της 17ης Νοεμβρίου 1913 (άρθρο 8). Εντούτοις, ο αριθμός αυτός δενπροσδιορίστηκε. 32. Άρθρο 12 του Καταστατικού του 1923στα Πρακτικά της Γ.Σ. της 18ης Μαρτίου 1923.Ηυπογράμμιση, δική μου. 33. Μόνο αυτές οιδύο κατηγορίες μελών αναφέρονται στο πρώτο καταστατικό, του 1895. Ειδικόάρθρουπάρχειγια τους ξένουςπουμένουν προσωρινά στην Αθήνα: μπορούν, με πρόταση δύο μελών ηιδρυτών, να γίνουν δεκτοί στον Όμιλο πληρώνοντας μηνιαία συνδρομή 25 δρχ. ή δωρεάν.
27. Κυρίες στο γήπεδο του Lawn Tennis Club (1898).
παίζοντα μέλη, οι άνηβοι και τα παρεπιδημούντα μέλη. Τα μη παίζοντα μέλη πληρώνουν τη μισή περίπου συνδρομή απ' ό,τι τα τακτικά μέληκαιδενέχουντο δικαίωμα να ασκούνται στις εγκαταστάσεις του Ομίλου ούτε να μετέχουν στη διοίκηση (να εκλέγουν και να εκλέγονται). Το 1902, στο πλαίσιο της μείωσης των συνδρομών με στόχο την ενίσχυση του συλλόγου, τα μη παίζοντα μέλη καταργήθηκαν 34 αλλά επανήλθαν ένα χρόνο αργότερα, με τη διαπίστωση ότι είχε πετύχει η αλλαγή πολιτικής 35. Επίσης, το 1911 καταργήθηκε η διάταξη που όριζε, από το 1901, ότι κάποιος που είχε εκλεγεί μια φορά τακτικό μέλος δεν μπορούσε να καταταχθεί στην κατηγορία των μη παιζόντων μελών36. Η κατηγορία αυτή καταργείται οριστικά το 1923.
που,μεπρόταση ενός μέλους, μπορούσαν να λάβουν προσωπικό εισιτήριο για οκτώ μέρες. Στη συνέχεια, το Δ.Σ. μπορούσε να αποφασίσει να τους παραχωρή σει το δικαίωμα να φοιτούν στον Όμιλο με καταβολή μηνιαίας συνδρομής ανώτερης από αυτήν των τακτικών μελών37. Στο καταστατικό του 1923, τα «παρεπίδημα» μέλημπορούννα εκλεγούντακτικά μετά την πάροδο μιας δοκιμαστικής τετράμηνης περιόδου, δεν έχουν όμως το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι. Οι ειδικές ρυθμίσεις για αλλοδαπούς που περιέχονται στα καταστατικά του Ομίλου Αντισφαιρίσεως, ενώαπουσιάζουν απόεκείνα άλλωνσυλλόγων, φανερώνουν προφανώς το ενδιαφέρον για το συγκεκριμένο σπορ των ξένων που βρίσκονταν για υπηρεσιακούς λόγους στην Αθήνα. τικού που γίνεται το 1915, ώστε να συμφωνεί με το νόμο 281 «περί σωματείων», προβλέπει και την κατηγορία των αντεπιστελλόντων μελών. Πρόκειται στην ουσία για τα τακτικά μέλη τα οποία απουσιάζουν από την Αθήνα. Ενόσω απουσιάζουν, καταβάλλουν μειωμένη συνδρομή και ονομάζονται αντεπιστέλλοντα. Όταν επιστρέψουν, επανεντάσσονται στην κατηγορία των τακτικών μελών38. Η κατηγορία των εκτάκτων μελών ήταν προσωρινή ρύθμιση που θεσπίσθηκε λόγω των ειδικών συνθηκών που προέκυψαν στη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων. Έκτακτα θεωρήθηκαν τα μέλη που γράφτηκαν στο σύλλογο τα χρόνια 1912-1913 χωρίς να ψηφιστούν σύμφωνα με το καταστατικό, επειδή το σύνολο
34. Γ.Σ. 27 Οκτωβρίου 1902. 35. Γ.Σ. 26 Οκτωβρίου 1903. 36. Γ.Σ. 5 Νοεμβρίου 1911. 37. Lawn Tennis..., ό.π.,άρθρο7. Η μηνιαία συνδρομή ήταν 25 δρχ.για τους άνδρεςκα δρχ. για τις γυναίκες, τη στιγμή πουγια τα τακτικά μέλη τα αντίστοιχα ποσά ήταν 20και 10 δρχ.Τα παρεπίδημα μέλη μετονομάζονται σε«παρεπιδημούντες» το 1921: Γ.Σ. 10 Ιανουαρίου 1921. 38. Γ.Σ. 1 Φεβρουαρίου 1915.
σχεδόν του Δ.Σ. απουσίαζε. Η κατηγορία αυτή καταργείται στην ουσία, μετά την παρέλευση της κρίσιμης περιόδου, και παραμένει μόνο για τους νεότερου των 18 ετών 39. Όσοι δεν είχαν συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας τους κατατάσσονταν στην κατηγορία των ανήβων μελών. Η κατηγορία αυτή διακρίνεται για πρώτ φορά στην τροποποίηση του καταστατικού που ψηφίστηκε στη Γ.Σ. της 15ης Μαρτίου 1899. Τα άνηβα μέλη πλήρωνανυψηλότερο δικαίωμα εγγραφήςαπότα τακτικά μέλη και η συνδρομή τους ήταν ίση με αυτή των κυριών. Όταν συμπλήρωναν το 18ο έτος γίνονταν τακτικά μέλη, χωρίς ναχρειάζεται να πληρώσουν νέο δικαίωμα εγγραφής40. Από το 1903, το όριο ηλικίας των ανήβων μελών μειώνεται στα 16 χρόνια41. Η αλλαγή της πολιτικής του Ομίλου με στόχο την ενίσχυση του ανθρώπινου δυναμικού του, που σημειώνεται εκείνα τα χρόνια, περιλάμβανε προφανώς και την κατηγορία των ανήβων. Εντούτοις, δε φαίνεται να υπήρξε μεγάλη ανταπόκριση από τα" νεαρότερα άτομα, εφόσον το 1904 υπάρχουν μόλις 7 ανηβα μέλη 42 , ενώ το 1907 διαπιστώνεται «παντελής σχεδόν έλλειψις ανήβων μελών» 43. Τα άνηβα μέλη είχαν δικαίωμα να ασκούνται στα γήπεδα του Ομίλου αρχικά μόνο κατά τις πρωινές ώρες ώστε να μηνεμποδίζεται ηάσκηση τωνενηλίκων μελών που προφανώς προτιμούσαν τις απογευματινές ώρες.Γιανα ενισχυθεί πάντως η παρουσία των ανήβων στον Όμιλο, το Δ.Σ.αποφάσισε να τους παραχωρηθεί το δικαίωμα της άσκησης και κατά τις απογευματινές ώρε καιτα Σαββατοκύριακα «εφ' όσον τούτο δεν προσκρούει προς την τακτικήν εκγύμνασιντωντακτικών μελών» 44. Η παρουσία των ανήβων ενισχύεται σημαντικά μετά το 1910, όταν εκπροσωπούν πλέον το 17% του συνόλου των μελών του Ομίλου (τακτικών, παρεπιδημούντων, μη παιζόντων). ηλικίας γιαναγίνει κάποιος τακτικό μέλος τα 18 χρόνια45. Στα άνηβα μέλη κατατάσσονταν όσοι ήταν από 16 ως 18 ετών. Νέο όριο ηλικίας θα προσδιοριστεί
και
39. Γ.Σ. 17 Νοεμβρίου 1913. Τα έκτακτα μέλη δενείχαν δικαίωμα συμμετοχής στις Γ.Σ. δεν μπορούσαν να παραμείνουν σ'αυτή τη θέση περισσότερο από 18 μήνες. Μετά την πάροδο 6 μηνών, τα έκτακτα μέλη είχαν το δικαίωμα να υποβάλουν αίτηση για να γίνουν τακτικά. 40. Το ίδιο ακριβώς άρθρο επαναλαμβάνεται και στο Καταστατικό του 1901. 41. Γ.Σ. 26 Οκτωβρίου 1903. Ήδηαπότην προηγούμενη χρονιά είχε ψηφιστεί τροποποίησητου καταστατικού ώστε παιδιά κάτω των 14ετών να μπορούννα ασκούνται στον Όμιλο αντί ετήσιας συνδρομής 10 δρχ. Δ.Σ. 29 Δεκεμβρίου 1902. 42. Γ.Σ. 4 Νοεμβρίου 1904. 43. Γ.Σ. 27 Οκτωβρίου 1907.Το1910,τα άνηβα μέλη (κάτω των 16ετών) ανέρχονται σε 30. Σ.Ε.Α.Γ.Σ., Η μ ε ρ ο λ ό γ ο ιν 1910..., Αθήνα 1910, σ. 71. 44. Δ.Σ. 19 Οκτωβρίου 1903, Δ.Σ. 30 Οκτωβρίου 1908. 45. Γ.Σ. 1 Φεβρουαρίου 1915.
τηνεπόμενηχρονιά, όταν το κατώτατο όριο ηλικίας για να γίνει κάποιος αποδεκτός ως άνηβο μέλος μετατοπίζεται στα 15 χρόνια46. Το καταστατικό του 1923 ωστόσοδεναναφέρει καθόλου την κατηγορία των ανήβων μελών, πράγμα που σημαίνει προφανώς ότι καταργείται. Νέα κατηγορία μελώνπουεμφανίζεται για πρώτη φορά το 1923, «προς τον σκοπόν της ευρυτέρας διαδόσεως της σωματικής αγωγής», είναι οι παίκτες. Οι παίκτες δεν έχουν κανένα από τα δικαιώματα των τακτικών μελών παρά μόνο αυτό της συμμετοχής σε αγώνες που προκηρύσσει ο Σ.Ε.Α.Γ.Σ. Πληρώνουν ένα «ετήσιο δικαίωμα φοιτήσεως», με το οποίο τους επιτρέπεται η είσοδος σε γήπεδα αποκλειστικά γι' αυτούς. Μ' αυτό τον τρόπο, ο χώρος του σωματείου διαχωρίζεται εσωτερικά σε εκείνον που προορίζεται για την ψυχαγωγία των μελών και σε εκείνον που περιορίζεται στην καθεαυτό άσκη ση στο τέννις με στόχο τη διάκριση στους αγώνες. Οι δύο ομάδες δεν έχουν επαφή μεταξύ τους, δεν συγχρωτίζονται. Η δημιουργία της ξεχωριστής κατηγορίας των παικτών εξυπηρετούσε προφανώς την ανάγκη του Ομίλου για αγωνιστικέ διακρίσεις, οι οποίες συνέβαλαν πλέον στην ενίσχυση του γοήτρου του. ΑΓΩΝΕΣ Οιαγώνεςτέννις αποτελούσαν επί δύο σχεδόν δεκαετίες εσωτερική υπόθεσητου Lawn Tennis Club Αθηνών. Υπήρχε ένα είδος μονοπωλίου του σπορ αυτού, εφόσον ως το 1905 τουλάχιστον δεν υπάρχει άλλο σωματείο αντισφαίρισης στην περιοχή Αθήνας και Πειραιά, ούτε άλλωστε στις επαρχίες 47: Υπήρχαν βεβαίως
46. Γ.Σ. 8 Οκτωβρίου 1916. 47. Ο Όμιλος Αντισφαιριστών Κηφισσίας έχει ιδρυθεί τουλάχιστον το 1905 εφόσον τ χρονιά εκείνη το εντοπίζω για πρώτη φορά: ΦΕΚΑ' 192, 30 Σεπτ. 1905και Π.Γ.Σ., «Έκθεσις Δ.Σ. 1905-1906». Ο Όμιλος Αντισφαιρίσεως Πειραιώς ιδρύθηκε το 1909και από το 1911 μεταφέρθηκε σενέες εγκαταστάσεις στην Καστέλλα, σε γήπεδοπουτου παραχώρησε Σπυρ. Α. Κουμουνδούρος. Σ.Ε.Α.Γ.Σ., Ημερολόγιου 1911, Αθήνα 1911, σ. 53. Το 1912 επισημαίνεται επίσης η ύπαρξη του Συλλόγου Αντισφαιρίσεως Κερκύρας, χωρίς όμως να γνωρίζουμε το ακριβές έτος ίδρυσής του. Υπουργείον των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, Τεύχος Α'. Γυμναστική, Αθήνα 1912, σ. 144. Ως ξεχωριστό σωματ ταγράφεται εξάλλου το 1912το Τμήμα Αντισφαιρίσεως του Αθηναϊκού Ποδοσφαιρικού Συλλόγου Ν. Φαλήρου: στο ίδιο. ΤοTennis Club της Πάτρας, πουιδρύθηκε το 1908, δεν είναι ελληνικό σωματείο αλλά προήλθεαπότην πρωτοβουλία των ξένων προξένωντης πόλης. Έτσι, παρόλο πουκαλλιεργούσε το συγκεκριμένο σπορ,ελάχιστη σχέση είχε μετην τοπική κοινωνία. Βλ. Ν. Ε. Πολίτης, Ο πατραϊκός αθλητισμός Β'..., ό.π.,σ. 132-4. Ωστόσο, εκτός σωματεία υπήρχαν και άλλοι χώροιγια να παίξει κάποιος τέννις: στο Ζάππειο με ενοίκιο γι οποίον ήθελε, στο γυμναστήριο του Πανελληνίου και σ' ένα ιδιωτικό γήπεδο στη λεωφ Κηφισίας ( Αθήνα, 1896). ιδιωτικοί χώροι υπήρχαν επίσης, την ίδια εποχή,στην Κηφισιά, στην Πάτρα, στο Αίγιο και στα Επτάνησα. Βλ. Χρ. Θεμ. Δαραλέξης, « Αγώνες Λω
στο Η Ελλάς κατά τους Ολυμπιακούς.., ό.π.,σ. 127.
τμήματα τέννις σε κάποιους γυμναστικούς συλλόγους αλλά χωρίς αυτοτελή ανάπτυξη 48. Μετά από τους πρώτους αγώνες που έγιναν το 1896 μεταξύ Ελλήνων και Αγγλων και όπου το L.T.C, «αντεπροσωπεύθη τιμητικώτατα», κάθε χρόνο γινόταν το εσωτερικό πρωτάθλημα του Ομίλου με αγώνες κυρίων, κυριών και μεικτούς 49. Στους νικητές απονέμονταν αργυρά μετάλλια η διπλώματα. Το εισιτήριο το 1898 κόστιζε 2 δρχ. εφόσον αγοραζόταν πριν από τους αγώνες, και 5 δρχ. κατά τις μέρες των αγώνων 50. Την ίδια εποχή, ο αριθμός των θεατών, με ονομαστικές προσκλήσεις, ανερχόταν στους 400 περίπου 51. Κατά παράβαση του καταστατικού, το 1897 επιτράπηκε στους γονείς να φέρουνστουςαγώνεςκαιτα παιδιά τους. Το οικογενειακό κλίμα που επικρατούσε στον Όμιλοεπέτρεπε αυτή τη μικρή παρέκκλιση, η οποία άλλωστε νομιμοποιήθηκε στην επόμενη Γ.Σ., με τροποποίηση του καταστατικού 52. Οι αγώνες ήταν μιαεπιπλέονευκαιρία για ευχάριστη συναναστροφή μεταξύ εκείνων που αγωνίζονταν, των υπολοίπων μελών του L.T.C, και του ευρύτερου κοινωνικού κύκλου γύρω από τον Όμιλο. Στις αρχέςτου20ούαιώνα, μετά τους αγώνες προσφερόταν τσάι 53 , προσδίδοντας έτσι στους αγώνες το χαρακτήρα κοινωνικής μάλλον εκδήλωσης παρά αθλητικής δραστηριότητας. το Lawn Tennis Club Αθηνών κατείχε την πρώτη θέση. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Σ.Ε.Α.Γ.Σ. του αναθέτει τη διοργάνωση των πρώτων πανελλήνιων αγώνων αντισφαιρίσεως το1904 και το 1905 54 . Το Δ.Σ. του Ομίλου εξάλλου εξετάζει
48. Το 1895 εμφανίστηκε το τέννις στην Πάτρα. Ο Ποδηλατικός Σύλλογος Πατρών δημιούργησε τότε γήπεδο τέννις «προς ψυχαγωγίαν και άσκησιν» των μελών του. Βλ. Ν. Ε. Πολίτης,
Ο πατραϊκός αθλητισμός. Α'. Η πρώτη δεκαετία:
49. ιδιαίτερη κατηγορία αποτελούσαν οι αγώνες handicap, δηλαδή αγώνες «κατά δυνάμεις» όπουοαποδεδειγμένα ισχυρότερος παραχωρούσε ένα προβάδισμα στον αδύνατο ώστε να θεωρηθεί ισοδύναμος. Ο θεσμός αυτός εφαρμόστηκε κατεξοχήν στο τέννις καιοιπερισσότεροι αγώνες της περιόδουπουεξετάζουμε ήταν αγώνες handicap. Βλ. Ελ. Σκιαδάς, ό.π., σ. 76, κα εδώ, σ. 136-7. 50. Δ.Σ. 24 Μαρτίου 1898και 25 Νοεμβρίου 1898. 51. Δ.Σ. 7 Μαρτίου 1898. Ο κατάλογος των «δυναμένων να προσκληθώσιν» περιλάμβανε 398 ατομα. Το εισιτήριο για τους αγώνες της 22ας Μαρτίου κόστιζε 1 δρχ. 52. Γ.Σ. 15 Δεκεμβρίου 1897. 53. Βλ. Ελ. Σκιαδάς, ό.π., σ. 120,125. Η καθιερωμένη στις εκδηλώσειςάλλων συλλόγων μουσική μπάντα αναφέρεται μία φορά σεαγώνες του L.T.C., το 1898: η Μουσική Εταιρεία ανέλαβε να παίζει μουσική κατά την τελευταία ημέρα των αγώνων του Απριλίου 1898 αντί 120 δρχ. Δ.Σ. 24 Μαρτίου 1898. 54.Το1904δενέγιναν οιπανελλήνιοι αγώνες τέννις επειδή«την τελευταίαν στιγμήν ενεκα όλωςαπροόπτων κωλυμάτων απεσύρθησαν των αγώνων οιαθληταί της Γυμναστικής Εταιρείας Πατρών». Γ.Σ. 4 Νοεμβρίου 1904.Για τους πανελλήνιους αγώνες τέννις ωςτο 1923, βλ. Ελ. Σκιαδάς, ό.π., σ. 115-123 και εδώ, πίν. 1, σ. 133-140.
18
τότε το ενδεχόμενο της θεσμοθέτησης μόνιμων πανελλήνιων αγώνων τέννις ώστε να γίνει η Αθήνα «κέντρον αμίλλης μεταξύ των διαφόρων παικτών της τε Ελευ θέρας και Δούλης Ελλάδος» 55 . Το 1906, στη Μεσολυμπιάδα, το τέννις θα χαρίσει στην Ελλάδα τρία μετάλλια: ο Γ. Σημηριώτης, η Εσμέ Σημηριώτου, η Ευφροσύνη Ν. Πασπάτη και η Σοφία Μαρίνου, όλοι μέλητου L.T.C., ήταν μετα των ολυμπιονικών. ΣΩΜΑΤΕΙΑΚΗ ΕΣΩΣΤΡΕΦΕΙΑ
Όπως φαίνεται από τους αγώνες τέννις, τόσο τους εσωτερικούς του Ομίλου όσο καιτουςπανελλήνιους, διοίκηση και παίκτες δεν αποτελούσαν, όπωςσεάλλα σωματεία, δύο ξεχωριστές ομάδες. Τα ονόματα που εμφανίζονται ως μέλη του Δ.Σ. συναντώνται επίσης ως νικητές —ή έστω ως μετέχοντες— τωναγώνων.Η διαφορά αυτή είναι ενδεικτική και των υπολοίπων διαφορών ανάμεσα στο L.T.C. Αθηνών και τα άλλα αθηναϊκά αθλητικά σωματεία, και μπορεί να ερμηνευτεί βάσει αυτών. Το L.T.C, είναι σωματείο ψυχαγωγικό, όπου η συμμετοχή στοχεύει στην προσωπική αναψυχή και διασκέδαση μέσω του σπορ. Σπάνιες, επομένως είναι οι περιπτώσεις εκείνων που είναι μέλη του Ομίλου χωρίς ναπαίζουν τέννις. Η κατηγορία των μη παιζόντων μελών ήταν πάντα η αριθμητικά ασθενέστερη καιεκπροσωπούσελιγότερο από 10% του συνολικού αριθμού των μελών56. Το τέννις δεν απαιτεί εξάλλου τη σωματική διάπλαση, την ηλικία και την επίδοση κάποιου που επιθυμεί να διακριθεί στον κλασικό αθλητισμό. Γι' αυτό το λόγο, δεν υπάρχει απόκλιση ηλικιών μεταξύ διοικούντων και αθλουμένων. Το ματς αποτελεί επιπλέον αναπόσπαστο κομμάτι της κοινωνικής συναναστροφής που αναπτύσσεται στο εσωτερικό του Ομίλου. Οι μεικτοί ιδιαίτερα αγώνες και η ισόρροπη συνύπαρξη ανδρών και γυναικών τόσο στα γήπεδα όσο και στις κερκίδες διέκριναν το L.T.C,απότους υπόλοιπους αθλητικούς συλλόγους, όπου αναπτυσσόταν σχεδόν αποκλειστικά η ανδρική κοινωνικότητα. Η είναι εξαιρετικά και αποκλειστικά εσωστρεφής. Στις εγκαταστάσεις του συναντώνται τα μέλη για να παίξουν, να συζητήσουν,ναπιουντον καφέ η το τσάι τους. 55. Γ.Σ. 4 Νοεμβρίου 1904. 56.Τα μηπαίζοντα μέλη αντιπροσώπευαν το 7,6%του συνόλου (τακτικά, άνηβα, παρεπιδημούντα μέλη) το 1903,το 6,5%το 1905,το 1,6%το 1906. Εντυπωσιακή αλλαγή παρατηρείται το 1919, όταν οαριθμόςτων μηπαιζόντων μελών αντιστοιχεί στο 22,8%του συνόλου. Οι λόγοι της εντυπωσιακής αυτής αλλαγής θα πρέπεινα αναζητηθούν ενδεχομένωςστη νέα πολιτικήτου συλλόγου μετά το 1916 και τη σημαντική αύξηση εξίσου όλων των κατηγοριών των μελών. Θα μπορούσαμε επίσης να υποθέσουμε ότι επρόκειτο για την ανάγκη στήριξης της πολιτικής στροφής του Ομίλου από ένα σύνολο μελών πουδενασχολούνταν αναγκαστικά μετο τέννις αλλά ενδιαφέρονταν να ελέγξουντο σύλλογο.
28. Τα ασκητήρια του L.T.C. δίπλα στους στύλους του Ολυμπίου Διός (1898).
Από τον Δεκέμβριο του 1899, εφαρμόζεται ο θεσμός του τεΐου του Σαββάτου, αποκλειστικά για τα μέλη 57 . Πολλά μέλη φαίνεται πως έρχονταν στο σύλλογο με τα ποδήλατά τους,αφούστον εσωτερικό κανονισμό περιέχεται άρθρο που από γορεύει «το ποδηλατείν εντός του ασκητηρίου» 58. Απαγορεύεται επίσης στους συνοδούς των μελών να ασκούνται στα γήπεδα του Ομίλου. Ο λούς τρόπους. Δεν πρόκειται όμως μόνο για τον αποκλεισμό ανεπιθύμητων μελών. Πρόκειται επίσης για την προφύλαξη του σωματειακού χώρουαπότα αδιάκριτα βλέμματα. Τρία περιστατικά μας διαφωτίζουν. Το 1895, όταν συλλέγονται χρήματα μεταξύ των ιδρυτών για να κατασκευαστούν οι πρώτες εγκαταστάσεις, ο Μ. Νεγροπόντης θέτει ως όρο για να προσφέρει δάνειο «εάν οι παίζοντες δεν θα είνε ορατοί εκ των έξω ευρισκομένων»59. Όταν μάλιστα διαπιστώνει ότι οι παίκτες φαίνονται «πανταχόθεν» αποσύρει την υπόσχεση του για δάνειο60. Το 1898 το διπλανό οικόπεδο νοικιάστηκε σε καφενείο. Αμέσως το Δ.Σ. αποφάσισε να υψωθεί ο τοίχος πουχώριζε τα δύο οικόπεδα έτσι ώστε όσοι κάθονταν στο καφενείο να μη μπορούν να βλέπουν στο εσωτερικό του Ομίλου. Κατά τους αγώνεςτουΑπριλίου 1898 μάλιστα, το καφενείο παρέμεινε κλειστό αφούο Όμιλος του κατέβαλε 20δραχμη αποζημίωση 61. Το 1903, τέλος, η Γ.Σ. αποφασίζει να νοικιάσει ο σύλλογος το διπλανό οικόπεδο «διά να αποφύγη την περίπτωσιν καθ' ην άλλος τις δυσάρεστος πάροικος ήθελεν εγκατασταθή πλησίον του ασκητηρίου» 62. Τα μεταξύ τουςγιατην άσκησητης διοίκησης του Ομίλου σε τακτά χρονικά διαστήματα (βλ. πίνακες 3 και 4) αν και όχι ιδιαίτερα συχνά. Οι συνεδριάσεις της Γ.Σ. ακολουθούσαν τηνκανονικότητα του κυριακάτικου πρωινού, όπως και σε άλλους συλλόγους. Κάποιες φορές, η Γ.Σ. συνήλθε και απόγευμα Σαββάτου όπως και απόγευμα Κυριακής. Δεδομένης όμως της μικρής συμμετοχής κατά τα πρώτ χρόνια, υπήρξε μάλλον μεγαλύτερη ευελιξία στον ορισμό της ημέρας και της ώρας. Η Γ.Σ. γινόταν κατά κανόνα στις εγκαταστάσεις του Ομίλου. Αντίθετα, το Δ.Σ. συνεδριάζει σε κάποιο από τα σπίτια των μελών του, στην Αθηναϊκή Λέσχη, στον Ποδηλατικό Σύλλογο και κάποτε και στις εγκαταστάσεις του σωματείου. Ισχύει και στην περίπτωση του L.T.C, αυτό που παρατηρήθηκε καισε άλλα
57. Γ.Σ. 18 Δεκεμβρίου 1899. 58. Lawn Tennis..., ό.π.,άρθρο36, παρ. Δ'.Απαγορεύεται ε π ί σ η ς στα μέλη να παίρν τους σκύλους τους μαζί τους στις αίθουσες του περιπτέρου. 59. Δ.Σ. 28 Νοεμβρίου 1895. 60. Δ.Σ. 22 Δεκεμβρίου 1895. 61. Ελ. Σκιαδάς, ό.π., σ. 72. 62. Γ.Σ. 26 Οκτωβρίου 1903.
να συναντηθούν σε χώρους έξω από το σύλλογο και η συνάντηση παίρνει περισσότερο το χαρακτήρα φιλικής συναναστροφής. Πολλά από τα μέλη του Δ.Σ. ήταν και μέλη της Αθηναϊκής Λέσχης, στης οποίας το εντευκτήριο συναντώνταν τακτικά. Σε κάποιες απ' αυτές τις συνηθισμένες συναντήσεις μπορούσαν να συνεδριάσουν και ως Δ.Σ. του Lawn Tennis Club. Όταν οι συνεδριάσεις γίνονται σε σπίτια έχουν το χαρακτήρα απογευματινής επίσκεψης, πριν από το δείπνο. Γι' αυτό το λόγο οι συνεδριάσεις του Δ.Σ. γίνονται συνήθως απογευματινές ώρες, 6-7 μ.μ. ή, κάποτε, και μεσημεριανές, 2-3 μ.μ. Κατά κανόνα διαρκούν μία έως μιάμιση ώρα. Διαγραφές, ποινές και απορρίψεις δε συναντώνται συχνά στα πρακτικά του Ομίλου. Οιαποκλεισμοί λειτουργούν προληπτικά και ελάχιστες είναι οι φορές που κάποιος που είναι ήδη μέλος δεν θα σεβασθεί το αυστηρό πλαίσιο λειτουργίας του σωματείου ώστε να προκαλέσει την τιμωρία η τη διαγραφή του. Στο αρχικό στάδιο, που είναι η ψήφιση των νέων μελών, δεν γνωρίζουμε, λόγω ελλιπών στοιχείων, αν υπήρξαν απορρίψεις κάποιων αιτήσεων μετά το 1908. Ως εκείνη τη χρονιά πάντως, αναφέρονται δύο μόνο σχετικές περιπτώσεις: αυτή του Γ. Μελά το 1896 (ο οποίος είχε διαγραφεί το 1895 λόγω της άρνησής του να πληρώσει το δικαίωμα εγγραφής)63 και του Γ. Σακελλαρίδη το 1905 64 . Η διαγραφή προβλεπόταν πράγματι για την περίπτωση που κάποιος καθυστερούσε να πληρώσει τη συνδρομή του, όπως συνέβαινε και με τα υπόλοιπα σωματεία. Γενικά, υπάρχουν πολλοί κοινοί τόποι ως προς το πειθαρχικό πλαίσιο πουεπιβάλλεται στο εσωτερικό των σωματείων. Στην περίπτωση του L.T.C. Αθηνών, όταν κάποιος καθυστερούσε ένα μήνα την πληρωμή της συνδρομής του ειδοποιούνταν με συστημένη επιστολή από τον ταμία και είχε δεκαπενθήμερη προθεσμία γιανα εκπληρώσειτιςυποχρεώσειςτου. Α ν παρερχόταν αυτός ο χρόνος και ο οφειλέτης δεν ανταποκρινόταν, το Δ.Σ. προχωρούσε στη διαγραφή του 65. Διαγραφή ή άλλες ελαφρύτερες ποινέςεπιβάλλονταν εξάλλουγια«ανοίκειο συμπεριφορά» ή άλλες παραβάσεις άρθρων του Καταστατικού η του Εσωτερικού Κανονισμού. Οι ποινές αυτές ήταν πρόστιμα —κυρίως για φθορά της περιουσίας του Ομίλου— ή «επιτίμησις». Η «επιτίμησις» ήταν είτε προσωπική, οπότε κοινοποιούνταν με έγγραφο του Δ.Σ. σε οποίον είχε παρεκτραπεί, είτε δημόσια. Στη δεύτερη περίπτωση, το επιτιμητικό έγγραφο έμενε, επί τρεις μέρες αναρτημένο σεεμφανήθέση στο χώρο του ασκητηρίου 66. Στο αισθητά αυστηρότερο 63. Η διαγραφή απότο Δ.Σ.της 1ης Νοεμβρίου 1895και ηαπόρριψητης υποψηφιότητας απότο Δ.Σ. της 24ης Ιανουαρίου 1896. 64. Δ.Σ. 12 Νοεμβρίου 1905. 65. Βλ.άρθρο 32του καταστατικού του 1895και άρθρο28του καταστατικού του 1901. 66. Άρθρο 33του καταστατικού του 1901. Προσωπικήεπιτίμηση καταγράφεται μία μόνο φορά στα πρακτικά του Δ.Σ.: στάλθηκε στον I. Αλ. Μαύρο «δια την εξ υπαιτιότητας του απώλειαν σφαιρών». Δ.Σ. 27 Οκτωβρίου 1905.
τερο καταστατικό του 1923, δημοσιοποίηση ονομάτων επιτρέπεται καιστην περίπτωση «δυστροπούντων περί την πληρωμήν της συνδρομής μελών» 67. Η διαδικασία της διαγραφής ήταν πολυπλοκότερη, γινόταν με μυστική ψηφοφορία καιμεσυμμετοχή εκτός από τα μέλη του Δ.Σ. και 6 τακτικών μελών που κληρώνονταν από το σύνολο των μελών του Ομίλου. Στην περίπτωση του L.T.C, παρατηρείται συνεπώς μεγαλύτερη συμμετοχή της ευρύτερης κοινότητας του σωματείου σε σοβαρές αποφάσεις απ' ό,τι στα γυμναστικά για παράδειγμα σωματεία, όπου το Δ.Σ. συγκεντρώνει την ισχύ στα χέρια του. Η διαφορά αυτή οφείλεται αφενός στο αγγλικό πρότυπο οργάνωσης και αφετέρου στο αίσθημα της ισότητας μεταξύ των μελών που υπάρχει στο L.T.C. Στον Όμιλο Αντισφαιρίσεως η επιλογή είναι αυστηρότερη κατά την είσοδο στο σωματείο ενώ η συμμετοχή στη διοίκηση είναι στη συνέχεια σχετικά ανοιχτή. Αντίθετα, στα δύο γυμναστικά σωματεία που εξετάσαμε είναι ευκολότερη η εγγραφή κάποιου ως μέλους όχι όμως και η συμμετοχή του στη διοίκηση.
Όλη η οργάνωση του Ομίλου παραπέμπει στην κλειστή λέσχη κατά το αγγλικό πρότυπο, γεγονός που ήταν απολύτως αντιληπτό από τους συγχρόνους. « Αγγλικώτατον εις τον οργανισμόν του, αγγλικώτατον εις την λειτουργίαν του, υπήρξεναγγλικώτατον καιεις την διοίκησίν του», γράφει ο Π. Σαββίδης το 1906 68 . Η διάκριση των μελών της λέσχης βασιζόταν στην ίδια την ενασχόληση μετοτέννις, την οποία συμβόλιζε η ρακέτα. Δεν είναι τυχαίο ότιτοέμβληματου συλλόγου ως το 1921 ήταν δύο διασταυρούμενες ρακέτες με τρεις μπάλες 69. Εκτός από τη ρακέτα, η ενδυμασία αποτελεί ένα επιπλέον διακριτικό γνώρισμα γιατα μέλη. Στο Δ.Σ. της 10ης Μαρτίου 1899 «απεφασίσθη λευκός ιματισμός μετά λαιμοδέτου, ζώνης και πηλικίου εκ των του Ομίλου εκλεχθησομένων χρωμάτων». Αρχικά, ως χρώματα του συλλόγου επιλέχθηκαν το λευκό και το πράσινο70, αντικαταστάθηκαν όμως στη συνέχεια από το βαθύ και ανοικτό γαλάζιο 71. Ηεξωτερική εμφάνιση, απεικόνιση του κοινωνικού status,αξιολογείται απότα μέλη του Ομίλου αρκετά ώστε να προβλεφθούν γι' αυτήν ειδικές ρυθμίσεις. Για το κουστούμι του τέννις άλλωστε, κυρίως κατά την επόμενη περίοδο, δημιουργεί ται ιδιαίτερη μόδα. Όπως σημειώνει ο Daniel Roche, «οι κόσμοιτηςαριστοκρατίας και των αστικών κέντρων της νεότερης εποχής, χωρίς να εγκαταλείψουν τελείως την προσκόλληση τους στα διακριτικά σημεία και τα εξωτερικά χαρακτηριστικά των έντονα ιεραρχημένων κοινωνιών, παρασύρονται στονάνεμοτων
67. Άρθρο 30 του καταστατικού του 1923. 68. Π. Σ. Σαββίδης (επιμ.), Λεύκωμα των ... Ολυμπιακών Α γ ώ ν ω ν 1906, ό.π.,σ. 149 69. Το 1921 ως έμβλημα του Ομίλου καθιερώθηκε «το σύμπλεγμα των τριών αρχικών γραμμάτων του Ομίλου (Ο.Α.Α.), των δύο Α τοποθετημένων εντός του Ο». Γ.Σ. 10 Ιανουαρίου 1921. Το έμβλημα αυτό ισχύει ως σήμερα. 70. Γ.Σ. 11 Φεβρουαρίου 1900. 71. Γ . Σ . 26 Οκτωβρίου 1903.
αλλαγών μεμόδες που καινοτομούν και διακρίνουν» 72. Για το τέννις, και ειδικότερα για τις γυναίκες, φαίνεται πράγματι πως συχνά η εμφάνιση θεωρούνταν σπουδαιότερη από την επίδοση 73.
την κοινωνική διάκριση. Ο τρόπος διασκέδασης, πλάι στην ενδυμασία, τη γνώσ της γαλλικής γλώσσας και τους καλούς τρόπους, ήταν στοιχείο κοινωνικής ταυτό τητας. Ο Γρ. Ξενόπουλος, το 1908, σχολιάζοντας ακριβώς τη μόδα του τέννις, περιγράφει με σαφήνεια τα χαρακτηριστικά της ανώτερης αθηναϊκής τάξης: «Υπάρχει κ' εδώ, όπως παντού, μία τάξις ανθρώπων, οι οποίοι ευρίσκουν ευχαρίστησιν να συναναστρέφωνται και να διασκεδάζουν μεταξύ των.Όμοιοςτον όμοιον δεν λέγει και η παροιμία; Και οι άνθρωποι αυτοί είνε όμοιοι επάνω-κάτω μεταξύ των κατά τα ήθη, τα έθιμα, την γλώσσαν (συνήθως γαλλικήν), τους πόρους (συνήθως μεγάλους), τον τρόπον του φέρεσθαι και ενδύεσθαι, τας ιδέας καιτα αισθήματα. Φυσικώτατον λοιπόν να επιζητούνται αμοιβαίως και ναποκλείουν από τον κύκλον των όλουςεκείνους πουδενομιλούν,δενενδύονται, δεν συμπεριφέρονται και δεν σκέπτονται κατά τον ίδιον τρόπον» 74.
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ Κ Α Τ Α Σ Τ Α Σ Η
ΗεπισκόπησητωναπολογισμώντουLawn Tennis Club Αθηνών για την πρώτη εικοσαετία περίπου της λειτουργίας του (βλ. Πίνακα 6) αναδεικνύει τη διαφορά του οικονομικού του μεγέθους σε σύγκριση τουλάχιστον με τα αθλητικά σωμα τεία που παρουσιάστηκαν. Α ν εξαιρέσουμε τις χρονιές κρίσης, το 1897, έτος πολέμου, και το 1901-1902, όταν ο Όμιλος διήλθε τη σοβαρότερη κρίση του λόγω της δραματικής μείωσης των μελών του, όλα τα υπόλοιπα χρόνια τα έσοδα καιτα έξοδακυμαίνονται κατά μέσο όρο γύρω στις 10.000 δρχ. Το 1916, χρονιά σημαντικών αλλαγών στον Όμιλο, όπως είδαμε, αντιπροσωπεύει και μια απογείωση στα οικονομικά με το διπλασιασμό των εσόδων και τον τετραπλασιασμό σχεδόν των εξόδων.
μελών, εφόσον, όπως προκύπτει από τους αναλυτικούς ισολογισμούς, οι συνδρομές αντιπροσώπευαν το σημαντικότερο έσοδο του Ομίλου. Η αύξηση του κόστους της συνδρομής και η παράλληλη αύξηση του αριθμού των μελών μετά τους Βαλκανικούς πολέμους επηρέασαν συνεπώς με άμεσο τρόπο το συνολικό ποσό τωνεσόδων.Ηενοικίαση τωνσφαιρών για το παιχνίδι, πουεπίσης αντιπροσωπεύετα
72. D. Roche, La culture
Παρίσι 1989, σ. 12.
des
apparences.
Une
histoire
du
vêtement
73. Πβ. R. Holt, Sport and the British..., ό.π.,σ. 127-128. 74.Η Διάπλασις των Παίδων, 26 Απριλίου 1908, σ. 171.
ΠΙΝΑΚΑΣ 6
Οικονομική
Έτος 1897 1898 1899 1900 1901 1902 1903 1904 1905 1906 1908 1910 1911 1912 1913 1914 1915 1916 1917 1918 1919 1920 1921 1922
κατάσταση
Έσοδα 5.482,65 11.105,80 8.124,95 7.621,55 5.633,20 5.978,55 8.378,50 14.121,30 11.462,10 9.059,60 8.611,65 9.855,00 9.369,30 11.005,45 9.874,00 15.968,30 20.022,20 42.023,05 15.443,65 15.922,45 19.427,95 30.581,90 34.989,00 52.997,70
του L.T.C. Α θ η ν ώ ν
Έξοδα 5.141,50 10.518,25 7.378,30 5.263,35 3.235,80 3.489,50 6.613,00 13.213,45 11.432,90 8.947,20 6.411,20 9.156,95 9.461,75 11.415,60 7.435,00 10.447,25 12.419,75 40.855,60 15.594,70 15.348,80 17.032,45 29.741,90 36.008,85 51.761,05
(1897-1922)
Πηγή: Ελ. Σκιαδάς, ό.π., σ. 45. Έχουν διορθωθεί τα δεδομένα των ετών 1900 και 1901 με βάση τα πρακτικά του Δ.Σ. και της Γ.Σ.
π ε ύ ε τ α ι με σημαντικά ποσά στους Ισολογισμούς, εξαρτάται εξίσου από τον αριθμό των μελών και την αθλητική κίνηση στα γ ή π ε δ α του Ομίλου. Το έσοδο που προέρχεται λοιπόν από την ενοικίαση σφαιρών αυξάνεσαι επίσης με την αύξηση των μελών. Η αύξηση των εσόδων ε π ι τ ρ έ π ε ι μεγαλύτερες δαπάνες για βελτίωση των εγκαταστάσεων του συλλόγου, τόσο των αγωνιστικών χώρων όσο και των αιθουσών του π ε ρ ι π τ έ ρ ο υ όπου συγκεντρώνονταν τα μ έ λ η για να πιουν τον καφέ ήτο τσάι τους και να συζητήσουν. Αυτή η κατηγορία εξόδωνπουαφορούσε στις
εγκαταστάσεις του σωματείου περιλάμβανε το πάγιο έξοδο του ενοικίου 75, έξοδα γιατησυντήρηση του ασκητηρίου και τον καλλωπισμό του χώρου (δενδροφύτευση κλπ.), για την επίπλωση του περιπτέρου και για την επέκταση και βελτίωση τωνεγκαταστάσεων. Οιεγκαταστάσεις του Ομίλου δημιουργήθηκαν στο χώρο όπου βρίσκονταν τα λουτρά του Δαμασκηνού, κοντά στους στύλους του Ολυμπίου Διός. Ο χώρος χρησιμοποιήθηκε αμέσως ως ασκητήριο από τα μέλη 76 ενώ απότο1896 αποφασίστηκε η ανέγερση περιπτέρου κόστους 2.000 δρχ.77. Την επόμενη χρονιά έγινε η κατασκευή και επιχωμάτωση των γηπέδων (courts) 78. Οι εγκαταστάσεις του Ομίλου περιλάμβαναν έτσι αφενός το χώροάσκησηςκαι αφετέρου τοεντευκτήριο —τοπερίπτερο δηλ.— εκεί όπου ξεκουράζονταν, συζητούσαν και συνεδρίαζαν τα μέλη. Ο καλλωπισμός των χώρων υπήρξεαπότις βασικές φροντίδες της διοίκησης. Από το 1905 προσλαμβάνεται και κηπουρός για να περιποιείται τον κήπο79. δρομές των μελών, επιστάτες, φύλακες και παιδιά για να μαζεύουν τις μπάλες (τα λεγόμενα ball-boys). Από το 1898, υπάρχει και καφεπώληςπουεξυπηρετεί μισθό, 25 δρχ. το μήνα. Το 1911, εξάλλου, ο Όμιλος απασχολεί και κλητήρα.
τωνεσόδωντουΟμίλου. Ταέσοδαπροέρχονταν βεβαίως από την πώληση των εισιτηρίων ενώ τα έξοδα περιλάμβαναν το κόστος των απονεμόμενων βραβείων, το κόστος των σφαιρών και το ενοίκιο των καθισμάτων, εφόσον δεν υπήρχαν κερκίδες στο ασκητήριο. 1899. Μικρό έσοδο προερχόταν από τα εισιτήρια για το τέιο που εξέδιδε ô Όμιλος για μη μέλη. Ο Όμιλος πουλούσε επίσης διάφορα είδη, κυρίως μπάλες, παλιές η καινούριες, και ρακέτες από όπου προερχόταν ένα συχνά σημαντικό έσοδο80. Από το 1920, ένα μικρό ποσό εισπράττεται από τις ενοικιάσεις ερμαρίων, όπου τα μέλη τοποθετούν τα προσωπικά τους είδη κατά τη διάρκεια της άσκησης.
75. Το οικόπεδο των Ιω. και Λ. Τσαουσόπουλων νοικιάστηκε από τον Όμιλο για πέντε χρόνια με ενοίκιο 60 δρχ. το μήνα για την πρώτη χρονιά και 70 δρχ. για τις υπόλοιπες. Το 1898, το ενοίκιο θα γίνει 80 δρχ. και το 1903 θα διπλασιαστεί. 76. Δ.Σ. 16 Φεβρουαρίου 1896. 77. Δ.Σ. 28 Οκτωβρίου 1896 και Γ.Σ. 15 Δεκεμβρίου 1896. 78. Δ.Σ. 10 Οκτωβρίου 1897. 79. Δ.Σ. 3 Νοεμβρίου 1905. 80. Για παράδειγμα, το 1920, η πώληση σφαιρών και ρακετών απέφερε στο σύλλογο 1.390
δρχ·
το πραγματικό κόστος της συμμετοχής κάποιου στο L.T.C. και της ενασχόληση με το τέννις. Πέρα από την υψηλή συνδρομή, ένα μέλος του club πλήρωνεγιατο ενοίκιο τωνσφαιρών που χρησιμοποιούσε στο παιχνίδι καιτουερμαρίου γιατα προσωπικά του είδη. Αγόραζε επίσης ρακέτες η μπάλες, που επίσης κόστιζαν ακριβά.
ίδιο τον Όμιλο. Η περιουσία του L.T.C, εκτιμούνταν το 1907 στις 30.920,65 δρχ. από τις οποίες οι 25.190,30 αντιστοιχούσαν στην αξία των εγκαταστάσεων. Τουπόλοιποκαλύπτονταν από τα διάφορα όργανα και την επίπλωση 8'.Γιατην περίοδο που εξετάζουμε πάντως, οι δραστηριότητες του Ομίλου δεν ξεπερνούσαν τα όρια της συντήρησης ενός χώρου, όπου ψυχαγωγούνταν μέσω του σπορ μια ομάδα περίπου 100 ατόμων. Ο ισολογισμός περιοριζόταν στις αυστηρά αθλητικές δραστηριότητες, δηλ. την κατασκευή και τη δημιουργία χώρωνάθλησης,την αγορά καιπώληση αθλητικού εξοπλισμού, την τέλεση αγώνων. Οι μόνες μη αθλητικές δραστηριότητες ήταν τα τέια του Σαββάτου. Ο Όμιλος ως σ δενανέλαβε κάποια κοινωνική δράση που να ξεπερνά τα όρια της ψυχαγωγίας των μελών του. Η ιδιαιτερότητα αυτή γίνεται περισσότερο σαφής αν συγκρίνου με το L.T.C. Αθηνών με τον Πανελλήνιο και τον Εθνικό, που δραστηριοποιήθηκαν ως προς τη διάδοση της γυμναστικής παιδείας. Αντίθετα, ο Όμιλος Ερετών Πειραιώς, επίσης ψυχαγωγικού χαρακτήρα σωματείο —αν και μικρότερου μεγέθους— παρουσιάζει, ως προς τις δραστηριότητές του, μεγαλύτερη συγγένεια μετοL.T.C. Αθηνών.
όλο που υπερέχει ως προς το οικονομικό μέγεθος από τους άλλους συλλόγους που εξετάσαμε, δεν υπάρχουν θεαματικές διαφορές. Η μόνη ίσως σημαντική διαφορά είναι ότι δεν συναντώνται στα Πρακτικά, ούτε σε στιγμές κρίσης, παρατηρήσεις για οικονομική δυσπραγία του συλλόγου, παρά μόνο, κάποτε, απόρριψη κάποιου έργουωςυπερβολικάδαπανηρού82. Η απουσία οικονομικών κρίσεων δεν οφείλεται σε ακίνητη περιουσία η χρηματικά αποθέματα του Ομίλου αλλά στην οικονομική επιφάνεια των μελών του, τα οποία σε στιγμές έκτακτων δαπανών, κυρίως για τη βελτίωση των εγκαταστάσεων, μπορούσαν να δωρίσουν η να δανείσουν —χωρίς τόκο πάντως— τα απαραίτητα ποσά στο σύλλογο. Ήδη από τη στιγμή της ίδρυσης του Ομίλου, τα μέλη του Δ.Σ. δωρίζουν από 100-200 δρχ.γιανα κατασκευαστούν οι πρώτες εγκαταστάσεις. Το 1904, ο Ν. Πασπάτης, ταμίας τότε του L.T.C., δάνεισε στον Όμιλο χωρίς τόκο 2.000 δρχ. για να καλυφθεί το
81. Γ.Σ. 27 Οκτωβρίου 1907. 82. Το Δ . Σ . της 11 Αυγούστου 1898 απορρίπτει την πρόταση για κατασκευή δύο αποχωρητηρίων και ενός ντουζ «θεωρηθείσης λίαν δαπανηράς».
έλλειμμα που υπήρχε στο ταμείο εξαιτίας μιας μεγάλης δαπάνης που είχε γίνει την προηγούμενη χρονιά για την ανακαίνιση του ασκητηρίου 83.
ΙΠΠΑΣΙΑ ΚΑΙ ΤΕΝΝΙΣ: ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΙ ΚΑΙ Ν Ε Ο Τ Ε Ρ Ι Κ Ο Ι ΤΡΟΠΟΙ Α Σ Τ Ι Κ Η Σ Ψ Υ Χ Α Γ Ω Γ Ι Α Σ
Τα οικονομικά του L.T.C. Αθηνών θα μπορούσαν να συγκριθούν με συγγενή, απ άποψη κοινωνικής σύνθεσης, σωματεία όπως είναι για παράδειγμα οι σύλλογοι ιππασίας 84. Παρόλο που τα στοιχεία που έχουμε στη διάθεσή μας είναι μάλλον πενιχρά και δεν επιτρέπουν μια ολοκληρωμένη ανάλυση, η συγκριτική παρουσίαση τέννις και ιππασίας συμβάλλει στην κατανόηση του τρόπου ψυχαγωγίας και του στυλ ζωής της ανώτερης αστικής τάξης. Η αριστοκρατίας τουαίματος, και συνδεόταν με το κυνήγι, που επίσης αποτελούσε αποκλειστικό τους δικαίωμα. Στον 19ο αιώνα, η ιππασία εξακολούθησε να αποτελεί στοιχείο κοινωνικής διάκρισης για την αριστοκρατία του αίματος αλλά, πλέον, υιοθετήθηκε και από την ανερχόμενη αριστοκρατία του χρήματος, η οποία στήριξε μέρος του κοινωνικού της κύρους και στη μίμηση του τρόπου ζωής των ευγενών.Μετηδιοργάνωση ιππικών αγώνων, οι οποίοι αρχίζουν να τελούνται σ τακτά χρονικά διαστήματα και σε ειδικά διαμορφωμένους χώρους, η ιππασία γίνεται, περισσότερο από συμμετοχικό, σπορ-θέαμα. Το παιχνίδι των στοιχημάτων και η γοητεία του θεάματος της ιπποδρομίας ανοίγουν το «ευγενές» σπορ στα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα. Αλλά μόνο ως προς την πλευρά του θεάματος. Η συμμετοχήκαιηάσκησηστην ιππασία εξακολουθούννααποτελούν αποκλειστικό δικαίωμα μιας κλειστής ελίτ. Η σπορ,τα οποία κατακτούν ωςσυρμός πλέον όλη την ευρωπαϊκή ήπειρο. Στο πρώτο της κιόλας τεύχος, η Ποδηλατική και Αθλητική Επιθεώρησις της Α ν α τολής σημειώνει με ενθουσιασμό: « Ο Αθλητισμός, ο οποίος είναι μία ανάγκη, μία διασκέδασις, μία απαραίτητος υγιεινή του σώματος, είχε κοιμηθεί επί αιώνας [...] και εξύπνησεν ως συρμός. Όπως δ' όλοι οι συρμοί και ο συρμός του Αθλητισμού ήργησε να έλθη εις την Ελλάδα. Ευτυχώς ήλθε. Και καλώς όρισε! [...] Αθλητισμός λοιπόν for ever!» 85 . Από τα νεοτερικά σπορ, το τέννις και η ποδηλασία κατακτούν την ελληνική αστική τάξη της καμπής του 19ου αιώνα. Η Ιππασία δεν παρακμάζει ούτε πα-
Ι π π κ ιό ς Όμιλος. Λογοδοσία 85. ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 1-2.
83. Γ . Σ . 4 Νοεμβρίου 1904. 84. Το 1904, ο Ιππικός Όμιλος Αθηνών είχε 18.386,70 δρχ. έσοδα και 16.223,95 εξοδα.
έ τ ο υ ς
1904,
[Αθήνα 1904], σ. [22],
ραγκωνίζεται. Αντίθετα, ένας νέος ενθουσιασμός μοιάζει να κατακτά τηναθηναϊκή ανώτερη τάξη όπου το τέννις, η ιππασία και, για λίγα μόνο χρόνια, η ποδηλασία λειτουργούν συμπληρωματικά στη συγκρότηση ενός κοινού —και σαφώς αποκλειστικού— τρόπου ψυχαγωγίας. Ο ασφαλέστερος δείκτης είναι οπωσδήποτε η σύμπτωση των προσώπων. Ο Μιλτιάδης Νεγρεπόντης διατελεί, διαδοχικά η ταυτόχρονα, μέλος των Δ.Σ. του Ποδηλατικού Συλλόγου Αθηνών, του Lawn Tennis Club, του Ιππικού Ομίλου και της Φιλίππου Κοινωνίας. Τα περισσότερα μέλη του Lawn Tennis Club είναι εξάλλου και μέλητουΙππικού Ομίλου. Μόνη διαφορά ως προς τη σύνθεση των δύο συλλόγων, η σχετικά πυκνό τερη παρουσία στρατιωτικών στον Ιππικό Όμιλο, η οποία συνδέεται μετη χρήση του αλόγου στο στρατό. Στους «ιππικούς διαγωνισμούς» άλλωστε μετέχουν φίλαθλοι και αξιωματικοί ως διακριτές κατηγορίες. χή. Από τα 252 εγγεγραμμένα μέλη του Ιππικού Ομίλου το 1904, οι 77 είναι γυναίκες, κατά κανόνα σύζυγοι και θυγατέρες μελών86. Σύμφωνα με το καταστατικό εξάλλου, «αι σύζυγοι, μητέρες, θυγατέρες και αδελφαί των μελών εισίν αυτοδικαίως μέλη τη εγγράφω δηλώσει του συγγενούς των» 87 . Ο Όμιλος στηρίζεται συνεπώς στην ίδια οικογενειοκρατική δομήπουχαρακτηρίζει και το σωματείο αντισφαίρισης. Η συμμετοχή των γυναικών στις δραστηριότητες του Ομίλου είναι επίσης ενεργή, τόσο στο διαγωνιστικό όσο και στο αμιγώς ψυχαγωγικό μέρος. Εκτός από τους διαγωνισμούς, όπου οι γυναίκες εμφανίζονται ωςαναβάτες 88 , μετέχουν επίσης στις έφιππες εκδρομές που οργανώνει ο Όμιλος στα περίχωρα των Αθηνών. Η συμμετοχή είναι αρκετά μεγάλη, εφόσον εμφανίζονται να μετέχουν έως και 160, οι οποίοι ωστόσο δεν είναι όλοι έφιπποι. Πολλοί μεταφέρονται στον προορισμό της εκδρομής με αμαξες 89. φή μεταξύ ανδρών και γυναικών, για μικτή ψυχαγωγία και για φλερτ. Η συναναστροφή αυτή είναι κοινωνικά κλειστή και προφυλαγμένη από παρείσακτους.
86.Τηνίδια χρονιά, εγγράφονται ωςνέα μέλη 21 γυναίκες και 32 ανδρες. Η παρουσία των στρατιωτικών οπωσδήποτε άλλαζε την ισορροπία μεταξύ ανδρών και γυναικών, ηοποία διέκρινε π.χ.το L.T.C. Ιππικός Όμιλος. Λογοδοσία..., ό.π.,σ. 2-3, 13-19. 87.Ιππικός Όμιλος ... Καταστατικόν και Εσωτερικός Κανονισμός, Αθήνα 1902 5. Ο Ιππικός Όμιλος είχε ιδρυθεί το 1901. 88.Στον ιππικό διαγωνισμό του 1905 μετέχουν ωςαναβάτες οιΜαρία Μιλτ. Νεγρεπόντη, η Βιργινία Λυσ. Χαριλάου, η κ. Λάμπρου Γούση,ηΕυφροσύνηΔημ. Ραζή (πουείναι κ ιδιοκτήτριες των ίππων πουιππεύουν),ηΆννα Δημ. Ράλλη, ηΜαρία Περ. Σούτζου, Ιππικός διο). 89.Στην εκδρομήπουοργάνωσε το 1899το ζεύγος Π. Μάνου —μειδιωτική πρωτοβουλία και όχιστο πλαίσιο κάποιου συλλόγου— μετείχαν 60 ιππείς και 100 αμαξες. «Ιππευτική εκδρομή», ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 224.
Διαγωνισμός εν τω Ποδηλατοδρομίω Νέου Φαλήρου την 3 Απριλίου 1905 ώρα
Όπως ρυθμιζόταν και στο L.T.C., ο Ιππικός Όμιλος απαγόρευε «να προσκαλώνται εις αγώνας η εκδρομάς ή θήρας του Ομίλου ξένοι,εκτόςπαρεπιδημούντων, πάντοτε όμως τη εγκρίσει του Συμβουλίου». Με πολύ αυστηρότερα μέτρα προφυλασσόταν η μικρή ομάδα που διοικούσε το σύλλογο. Το Δ.Σ. εκλεγόταν απότουςιδρυτές και μεταξύ τους, ενώ και στη Γ.Σ. είχαν δικαίωμα να μετέχουν μόνο οι ιδρυτές 90.
ιππασία και το νεοτερικό τέννις. Το τέννις δίνει τη δυνατότητα συνάντησης στα γήπεδα και στο εντευκτήριο του Lawn Tennis Club ενώ η ιππασία παρακολουθεί το τότε ακμάζον ρεύμα του εκδρομισμού και της επαφής με τη φύση. Εκτός απ τις συναθροίσεις στα σπίτια, οι ίδιοι περίπου άνθρωποι, άνδρες και γυναίκες διασκεδάζουν και στο δημόσιο χώρο σε τόπους ειδικά διαμορφωμένους και προφυλαγμένους από τα αδιάκριτα βλέμματα, όπως οι εγκαταστάσεις του Lawn Tennis Club στους Στύλους του Ολυμπίου Διός και το ιππευτήριο του Ιππικού Ομίλου στοΠεδίο του Άρεως. Παρόλο που η ιππασία αποτελούσε από τους προηγούμενους αιώνες στη Δυτική Ευρώπη στοιχείο κοινωνικής διάκρισης, τώρα ενσωματώνεται πλήρως στο νεοτερικό μοντέλο ψυχαγωγίας μέσωτουατομικού έναν ένθερμο ερασιτέχνη (φίλαθλο) της ιπποδρομίας, που συχνάζει στα ιπποδρόμια πριν να εμφανιστεί, στην καμπή του αιώνα, στα ποδηλατοδρόμια και στις αίθουσες πυγμαχίας που είναι στο εξής στη μόδα. [Για τον σπόρτσμαν] είναι πολύ πιο σημαντικό να επιδεικνύει τα εξωτερικά σημάδια της προτίμησης του γιατα σπορπαρά να τα ασκεί στην πραγματικότητα» 91.
90. Ιππικός Όμιλος ... Καταστατικόν ...,ό.π.,άρθρα 10, 14και 16. 91. R. Hubscher - J. Durry - Β. Jeu (έκδ.), L' histoire en mouvements...,
ό.π
ΚΕΦΑΛΑΙΟ E'
Ποδηλατικοί και περιηγητικοί σύλλογοι. Οι αθλητικοί συρμοί και η αστική ψυχαγωγία
ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΔΗΛΑΤΟΠΟΡΙΑ ΣΤΗΝ ΠΟΔΗΛΑΤΟΜΑΝΙΑ
Οι πρώτοι ποδηλατικοί σύλλογοι εμφανίζονται στα ελληνικά αστικά κέντρα γύρω στο 1890. Το ποδήλατο έχει ωστόσο κάνει την εμφάνισή του στον ελληνικό χώρο πολύ νωρίτερα. Το 1869 αναφέρεται ως το έτος εισαγωγής του «περιέργου τούτου και δυσκόλου άμα είδους παιδιάς και ταχυδρομίας» 1 και εισαγωγείς του αφενόςοίδιος ο Γεώργιος Α' και αφετέρου ο Παύλος Δαμαλάς. Το ποδήλατο έρχεται έτσι ταυτόχρονα σε Αθήνα και Πειραιά μέσα στη δεκαετία του 1870 αλλά δε φαίνεται να εξαπλώνεται η χρήση του. Ως το τέλος περίπου της δεκαετίας του 1880 «εισήγοντο ποδήλατά τινα χάριν παιδιάς μάλλον η ασκήσεως»2. Τα ποδήλατα κόστιζαν ακριβά γιατί αγοράζονταν στο εξωτερικό. Το 1884 τοπικοί τεχνίτες είχαν επιχειρήσει, χωρίς επιτυχία όμως, να κατασκευάσουν ποδήλατα και στην Ελλάδα.
αποτελεί ένααξιοπερίεργο θέαμα και μια εκκεντρική δραστηριότητα, «αντικείμενον γέλωτος ή περιφρονήσεως»3. Η καινοτομία συνοδεύεται απότους νεολογισμούς που θα την περιγράψουν. Το Λεξικό του Κουμανούδη καταγράφει το πρώτο σχετικό λήμμα το 1885: ποδηλατοπορία. Μέχρι το 1890, θα έχει διαμορφω όλο το συναφές λεξιλόγιο ενώ ήδη το 1891 δημιουργείται ο όρος ποδηλατομανία 1. εφ. Αλήθεια.,
Αθήνα 1982. 2. Β. Γ. Καψαμπέλης, «Ιστορία του ποδηλάτου και διάφορα αυτού συστήματα», Όμιλος Ποδηλατών Πειραιώς, Η μ ε ρ ο λ ό γ ο ιν 1895, Αθήνα 1895, σ. 107. Επισκόπηση του ποδηλάτου στον κόσμοκαι την Ελλάδα, βλ. Ζ. Ζαμαρίας, «Η ποδηλασία εν Όλα τα Σπορ, έτος Α',αρ. 6, 10 Απριλίου 1929, σ. 14. του ά ν ε υ διδασκάλου..., Φέξη, σ. α'.
3. I. Χρυσόγελος, Οδηγός του ποδηλάτου περιέχων τας αναγκαίας σμόν, διατήρησιν και επσ ι κευήν αυτού κτλ. έτι δε τον τρόπον ε κ μ α θ ή σ ε ω ς
αθλητισμός
Α'..., ό.π.,σ. 69. Βλ. και Γ. Καιροφύλας, Η Αθήνα
29 Ιανουαρίου 1870. Η παραπομπή στο Ν. Ε. Πολίτης, Ο πατραϊκ
και οι Αθηναίοι
18
Αθήνα 1900. Το παράθεμα απότον Πρόλογο του εκδότη Ανα
οδηγία εντελ
νια!*. Γύρω στο 1890, ιδρύθηκαν και οι δύο πρώτες σχολές ποδηλασίας στην Αθήνα,ηπρώτη από τον αυστριακό ποδηλάτη Γκέδριχ (Α. de Goedrich)καιη δεύτερη από τον Στέφανο Ταγωνίδη. Η επιτυχία των σχολών αυτών υπήρξε καθοριστική για τη διάδοση του νέου αθλήματος αλλά και για την ίδρυση των πρώτων ποδηλατικών συλλόγων. Οι και αθλητικούς συλλόγους,έχουνόμως σαφώς διαφορετικό χαρακτήρα. Ο στόχος τους είναι περισσότερο ψυχαγωγικός και λιγότερο παιδαγωγικός, ενώ το κόστος της συμμετοχής —ιδιαίτερα κατά τα πρώτα χρόνια— διέγραφε εκ των προτέρων τα κοινωνικά όρια5. Το ποδήλατο, σύμβολο της ταχύτητας, της περιπέτειας και της καινοτομίας για την εποχή εκείνη προσείλκυε τους νέους των εύπορων τάξεων που αφενός επιθυμούσαν να ξεχωρίζουν και να διακρίνονται και αφετέρου αναζητούσαν νέους τρόπους κοινωνικής συναναστροφής. Οι ποδηλατικοί σύλλογοι, όπως και οι κωπηλατικοί, αποτελούν τα πρώτα μη γυμναστικά σωματεία, τα πρώτα σωματεία που καλλιεργούν ένα σπορ. Η ποδηλασία —όπωςκαιη κωπηλασία, αλλά με μικρότερη εμβέλεια— αποτελεί το πρότυπο για την ανάπτυξη και καλλιέργεια των νέων αθλητικών δραστηριοτήτων που βασίζονται στη συντροφικότητα, τη φιλία, τον αυτοέλεγχο και την ατομική επίδοση6. Η επιτυγχάνονται κυρίως μέσω των εκδρομών, οι οποίες στην περίπτωση αυτή δεν αποτελούν όπως για άλλους αθλητικούς συλλόγους περιθωριακή αλλά κεντρική δραστηριότητα. Όσο πλησιάζουμε προς το τέλος του 19ου αιώνα, οι ποδηλατικές εκδρομές αποκτούν συστηματικό και οργανωμένο χαρακτήρα. Ο Ποδηλατικός Σύλλογος Αθηνών, για παράδειγμα, το 1898 έχει ήδη εγκαταστήσει συνεργεία στους μεγάλους δρόμους τα οποία εξυπηρετούν τους ποδηλάτες μέλη του συλλόγου που το ποδήλατο τους έχει υποστεί κάποια βλάβη. Καφενεία καιεστιατόρια χρησιμεύουν ως σταθμαρχεία όπου υπάρχουν κιβώτια μεεργαλεία για επιδιόρθωση τυχόν βλάβης7.
σεως μέχρι των καθ' ημάς χρόνων (1900), προλεγόμενα Κ. Θ. Δημαράς, Αθήνα 5. Το κόστος εγγραφής και συνδρομής σε ένα ποδηλατικό σωματείο ήταν περίπου το διπλάσιο απ' ό,τι σεένα γυμναστικό. Έτσι, στη δεκαετία του 1890,ηεγγραφή κόστιζε τουλάχιστον 5 δρ.καιησυνδρομή περίπου 2 δρχ.το μήνα. 6. Πβ. E. Weber, «La petite reine» στο P. Arnaud - J. Camy (έκδ.), La naissance du M 11-25. Στην Ιταλία, εξάλλου, το ποδήλατο απέκτησε πολιτική σημασία και συνδέθηκε αφενός μετον ιταλικό εθνικισμότης καμπής του 19ου αιώνα και αφετέρου μετις ιδεολογικές σεις καθολικών και κομμουνιστών μέσα στον 20ό. Βλ. σχετικά Stefano Pivato, «The Bicycle as a Political Symbol: Italy, 1885-1955», IJHS 7 (1990), σ. 173-186. 7. Βλ. «Έργα και ημέραι Ποδηλατικού Συλλόγου Αθηνών», ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 53-54.
ment Sportif Associatif en France. Sociabilités et formes
4. Στ. Κουμανούδης, Συναγωγή
νέων
λέξεων
υπό των
λογίων
πλασθεισώ
de pra
Η πράγματι μια ατμόσφαιρα ευωχίας και φαιδρότητας. Δεδομένου ότι στις ποδηλατικές εκδρομές μετέχουν πολύ λιγότερα άτομα, πρόκειται στην ουσία γιαμια μικρή παρέα ανδρών οι οποίοι δίνουν οργανωμένη και τακτική μορφή στη φιλική τους συναναστροφή. Στις εκδρομές του Ποδηλατικού Συλλόγου Αθηνών καταγράφονται στα τέλη του αιώνα περί τα 15 εως 20 ατομα, όλοι επώνυμα μέλη της αθηναϊκής κοινωνίας, ενώ οι διαδρομές καλύπτουν τις γύρω από την Αθήνα περιοχές, προς την Κηφισιά η το Φάληρο. Μια μάλιστα από τις εκδρομές έγινε νύκτα, με το φως της σελήνης8. Ο Όμιλος Ποδηλατών Πειραιώς, ο οποίος διεκδικεί για τον εαυτό του τα πρωτεία της οργάνωσης ποδηλατικού σωματείου το 1891 9 , διοργάνωνε τακτικά εκδρομές τις Κυριακές σε λιγότερο η περισσότερο κοντινές περιοχές. ΕΚΔΡΟΜΗ ΚΑΙ ΠΕΖΟΠΟΡΙΑ Οι ποδηλατικοί σύλλογοι προσανατολίζονται συνεπώς προς τον περιηγητισμό, που μόλις έχει αρχίσει να αναπτύσσεται και στη Δ. Ευρώπη. Στην Ελλάδα εκείνη την εποχή δεν υπάρχει ακόμη περιηγητικός σύλλογος, παρόλοπουοι εκδρομέςαποτελούν πλέον μια από τις δραστηριότητες όλων σχεδόν των σωματείων που συνδέονται με τον ελεύθερο χρόνο αλλά και φιλικών συντροφιών. Η καθιέρωση της εκδρομής ως ηθικά αποδεκτού ψυχαγωγικού μέσου εντοπίζεται στο τελευταίο τρίτο του αιώνα. Φαίνεται πως ήταν αρχικά απαραίτητο να διαψευσθούν και να διασκεδασθούν τυχόν υποψίες ως προς τους στόχουςκαιτο περιεχόμενο των εκδρομών. Η αναψυχή που θεωρούνταν ότι αναμφισβήτητα επιδιωκόταν μέσω της εκδρομής μπορούσε να νομιμοποιηθεί μόνο μέσω της πειθαρχίας και της τάξης. Το δίλημμα ήταν προφανές από τη συζήτηση που διεξαγόταν ήδη το 1867 μεταξύ των εφήβων ιδρυτών του «Παρνασσού» σχετικά μετο γελοίο η μη των εκδρομών. Εκείνοι που διαφωνούσαν με τη διοργάνωση εκδρομών επισήμαιναν τον κίνδυνο παρεξήγησης μιας παρόμοιας ομαδικής δραστηριότητας «διότι εν Ελλάδι και προπάντων εν Αθήναις υπάρχει τάσις προςτο προσβάλλειν». Το επιχείρημα των εισηγητών των εκδρομών ήταν, εκτόςαπότην αναψυχή, ηεκπαιδευτική διάσταση —σε περίπτωση αρχαιολογικών π.χ. εκδρομών, αλλά και η σύσφιγξη των σχέσεων μεταξύ των μελών10. Η συζήτηση
8.Στο ίδιο.
9. Ο Ποδηλατικός Σύλλογος Αθηνών ιδρύθηκε λίγους μήνεςαργότερα άλλα το καταστατικό του εγκρίθηκε δύο χρόνια νωρίτερα από εκείνο του Ομίλου Ποδηλατών Πειραιώς. Φαίνεται πωςοπειραϊκός σύλλογος υπολειτουργούσε τα δύο πρώτα χρόνια και επαναδραστηριοποιήθηκε μετά το 1893. Γι'αυτό και το πρώτο γνωστό καταστατικό του χρονολογείται το 1894.
Βλ. ΦΕΚΓ'
•Αθήνα 1895, σ. 16-19, 32. 10. Κ. Α. Βοβολίνης, Το χρονικόν
53,27 Ιουνίου 1894 και Όμιλος
Ποδηλατών
Πειραιώς.
Η μ ε ρ ο λ ό γ ι ο ν
του «Παρνασσού»
(1865-1950),
Α
αποκαλύπτει ότιεκείνη την εποχή οι οργανωμένες εκδρομές, αν γίνονταν, ήταν μάλλον σπάνιες και περιθωριακές και ενδεχομένως προκαλούσαν την καχυποψία του κόσμου. Πάντως, οι «Παρνασσιδείς» πήγαν τελικά την πρώτη οργανωμένη εκδρομή τους στις 26 Μαΐου 1868 στην Καισαριανή, γιορτάζοντας μ' αυτό τον τρόπο και την επέτειο της ίδρυσης του συλλόγου τους.Ηημερήσιαεκδρομήθα καθιερωθεί ως τρόπος εορτασμού της ετήσιας επετείου του «Παρνασσού» καιθα αποκτά όλο και μεγαλύτερη συμμετοχή καθώς, και ποικιλία εκδηλώσεων.Τα βασικά στοιχεία της εκδρομής είναι η παράθεση γεύματος, η εκφώνηση λόγων και ηαπαγγελία ποιημάτων. Το 1880, η καθιερωμένη εκδρομή, που αυτή τη χρονιά έγινεστοΜοσχάτο, διανθίζεται από τη μουσική της μπάντας που παραχωρεί το Υπουργείο Ναυτικών 11. Φαίνεται λοιπόν πως οι εκδρομές που οργανώνουν οι ποδηλατικοί αλλά και άλλοιαθλητικοί σύλλογοιέχουνήδη καθιερωθεί ως τρόπος συλλογικής αναψυχής απότιςπροηγούμενες δεκαετίες και στο πλαίσιο σωματείων με διαφορετικές δραστηριότητες. Στα τέλη του 19ου αιώνα άλλωστε, η εκδρομή συνδυάζεται με τηνεπαφήμετούπαιθρο και τη σωματική υγεία στο πλαίσιο του γνωστού λόγου που συναρτά την εθνική ακμή με την ατομική υγεία. Η εκδρομή νομιμοποιείτα τώρα, όχι πλέον μέσω του εκπαιδευτικού ενδεχομένως χαρακτήρα της —όπως στην περίπτωση του Παρνασσού— αλλά με την εθνική της σκοπιμότητα. Διακρί νεται κατ' αυτόν τον τρόπο από τον «μετά πολλής ευλάβειας και φειδωλίας τελούμενον [...] απαξ η και δις της εβδομάδος μικρόν περίπατον» 12.Άλλωστε, η ψυχαγωγική αυτή δραστηριότητα μοιάζει πως είναι αρκετά πυκνή στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού13. Στην περίπτωση πάντως των εκδρομών τωναθλητικών σωματείων, η όλη εκδήλωση, εκτός από τα κατά περίσταση λογίδρια και τις μουσικές, περιλαμβάνει τις περισσότερες φορές και κάποια επί τόπου αθλητική αναμέτρηση η σπορ. Οι αθλητικές αυτές αναμετρήσεις διακρίνονται κατεξοχήν από το ψυχαγωγικό και ελάχιστα από το αγωνιστικό στοιχείο που χαρακτηρίζει τις καθεαυτό αθλητικές εκδηλώσεις.
στε, μέχρι τα τέλη του αιώνα, οι εκδρομές γίνονταν συνήθως με τα πόδια και εκ των πραγμάτων χαρακτηρίζονταν ως πεζοπορίες. Στη δεκαετία 1870-1880, μ
12. Βλ. Κ. Α. Οικονομίδης, «Η γυμναστική εν τοις σχολείοις των θηλέων», ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 346. 13. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπουεκδρομείς από διαφορετικούς συλλόγους ηεπαγγελματικούς κλάδους συναντώνται τυχαία σεεξοχικές τοποθεσίες γύρωαπό την Αθήνα. Για παράδειγμα την Κυριακή, 2 Μαΐου 1899,στη Μονή Πεντέλης συναντήθηκαν τυχαία τα μέλη του Ποδηλατικού Συλλόγου Αθηνών, περί τους 150 «αντιπρόσωποι του ενΑθήναιςχρημα στικού κόσμου» και μέλη της γερμανικής παροικίας της Αθήνας. Βλ. ΠΑΕΑ 1 (1898-9). σ. 357-358.
11. Στο
ίδιο,
σ. 137.
πρωτοβουλία του Δημ. Καμπούρογλου, δημιουργήθηκε στην Αθήνα «η πρώτη φυσιολατρική συντροφιά, χωρίς να ονομασθή έτσι η να θεωρή τον εαυτόν της ως τοιαύτην», από έξι φίλους που έκαναν τις Κυριακές εκδρομές στην Καισαριανή καιτηνΠεντέλη 14. Ενδεχομένως, και άλλες παρέες φίλων επιχειρούσαν εκδρομές σε κοντινές εξοχές χωρίς η δραστηριότητα αυτή να έχει αθλητική η οργανωμέν μορφή15. Εντούτοις, ηπεζοπορία αποτελούσε μια ξεχωριστή αθλητική δραστηριότητα είτε ενταγμένη στο πλαίσιο των βασικών δραστηριοτήτων των αθλητικών και γυμναστικών σωματείων είτε αυτοτελώς με την ίδρυση εξειδικευμένων πεζοπορικών σωματείων. Μέσα στη δεκαετία του 1890 ιδρύονται 7 πεζοπορικοί σύλλογοι έναντι 10 ποδηλατικών, γεγονός που αναδεικνύει την πεζοπορία σε μια από τις βασικές αθλητικές δραστηριότητες 16. Η υπόθεση αυτή ενισχύεται αν συνυπ λογίσουμε ότι από τις δραστηριότητες των γενικούχαρακτήρα αθλητικών σωματείων η πεζοπορία κατέχει τη δεύτερη θέση —σε συχνότητα αναφορών— μετά τη γυμναστική και τον κλασικό αθλητισμό 17. Η ωτικό κίνημα και, γενικότερα, στην εθνικιστική ιδεολογία: θεωρούνταν ότι οδηγούσε στην ενίσχυση του πατριωτισμού, μέσω της σύνδεσης του «αιώνιου» γερ-
14. Η περιγραφή ανήκει στον ίδιο τον Καμπούρογλου και παρατίθεται στο: Β. Κωνσταντινόπουλος, Στοιχεία από την ιστορία του ελληνικού εκδρομισμού, Αθήνα 1959, σ. 10. Ο Καμπούρογλους είχε εξάλλου πρωτοστατήσει στη διάδοση του εκδρομισμού στις αρχές του 20ούαιώνα μέσα από μια άλλη φιλική συντροφιά πουείχε αυτονομαστεί «εξερευνηταί των αγνώστων χωρών της Αττικής» και όπου μετείχαν ο Αλ. Πάλλης, οΠερ. Γιαννόπουλος, ο Γιάννης Ζυγομαλάς, οΓρ. Ξενόπουλος κ.ά. Γρ. Ξενόπουλος, « Όμιλοι εκδρομών»,Η Διάπλασις των Παίδων 28 (1921), σ. 204. Η φυσιολατρική δραστηριότητα του Καμπούρογλου περιο ριζόταν ωστόσο σε φιλικές συντροφιές και δεν στόχευε στον οργανωμένο εκδρομισμό. Βλ. Γ. Κ. Σταμπολής, «Ο Πρωτοπόρος του Εκδρομισμού», Ελληνική Δημιουργία 11 (1953), σ. 235-6. Μόνοο« Οδοιπορικός Σύνδεσμος» δημιουργήθηκε με δική του πρωτοβουλία (1921)αρχικά ως «Οδοιπορικός Σύνδεσμος οι 12 Απόστολοι» αλλά κιαπ' αυτόν αποχώρησε σύντομα, διαφωνώντας μετην τυπική μορφήπουείχαν πάρει οιδραστηριότητές του. Στ. Ε. Χιλιαδάκης, «Για την ιστορία! ΠώςιδρύθηοΣύνδεσμος», Ημερολόγιον Οδοιπορικού Συνδέσμου, έτος Α', 1925 σ. 24-39. 15. Είναι η περίπτωση πεζοποριών που γίνονταν για κάποιο στοίχημα η απλώς χάριν αναψυχής. Κάποιες απ' αυτές κατέληγαν και σεδημοσιεύσεις ταξιδιωτικών εντυπώσεων στην παράδοση των περιηγητικών κειμένων. Βλ. σχετικές περιγραφές στο Ν. Ε. Πολίτης, Ο πατραϊκός αθλητισμός..., ό.π.,σ. 33-35. 16. Πριν από το 1890 εξάλλου εντοπίζεται η ίδρυση των ακόλουθων σωματείων: του «Περιπατητικού Συλλόγου» πουίδρυσε το 1887 ο καθηγητής Γιάννης Σαρρής με μέλη κυρίως μαθητές του Γυμνασίου της Πλάκας και του «Άνευ ρεκλάμας Πεζοπορικού Συλλόγου» μεμέλη δημοσιογράφους και λογίους της εποχήςπουιδρύθηκετο 1889. Β. Κωνσταντινόπουλος, ό.π., σ.
11-12.
17. Βλ.
εδώ,
σ. 195.
γερμανικού τοπίου με το «αιώνιο» πνεύμα του έθνους. Η εσωστρεφής και μυστικιστική αντίληψη του γερμανικού έθνους ενέπνεε τους πεζοπόρους γυμναστές να αναζητήσουν τηνενσάρκωσητου«ωραίου» στη φύση και στο ανθρώπινο σώμα18. Η πεζοπορικά η περιηγητικά σωματεία του ελληνικού κράτους της αντίστοιχης περιόδου, χωρίς αυτό νασημαίνει ότι δεν λανθάνει η πεποίθηση γιατηνωραιότητα του ελληνικού τοπίου και η βούληση για «πατριδογνωσία» 19. Στους σκοπούς των πεζοπορικών σωματείων, όσο συμβατικά και αν διατυπώνονται, διακρίνουμε τους εκπαιδευτικούς στόχους (επίσκεψη ιστορικών και αρχαιολογικών τόπων), τους καθαρά αθλητικούς (σωματική διάπλαση) αλλά και την ευεξία καθώς και την «αδελφική ένωση» των μελών του σωματείου 20. Πρόκειται λοιπόνγιαμια περισσότερο ψυχαγωγική δραστηριότητα, αρκετά προσιτή, εφόσον δεν απαιτεί ούτε ιδιαίτερες σωματικές ικανότητες ούτε συγκεκριμένο ηλικιακό όριο. Το κόστος, εξάλλου, της συμμετοχής σε ένα παρόμοιο σωματείο ήταν μάλλον χαμηλό και ανάλογο εκείνου των γυμναστικών σωματείων 21. Εντελώς διαφορετικό θα είναι όμως, από τα τέλη ακριβώς του αιώνα, το κοινωνικό αντίκρυσμα της περιήγησης και του εκδρομισμού. ΠΕΡΙΗΓΗΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΦΥΣΙΟΛΑΤΡΙΑ
Η πυκνότητα των εκπαιδευτικών και ψυχαγωγικών εκδρομών σε συνδυασμό με την ανάπτυξη του φυσιολατρικού κινήματος και του ιατρικού λόγου σχετικά με την αναγκαιότητα της επαφής με το ύπαιθρο δημιουργούν, στην εκπνοή του προηγούμενου αιώνα, τις κατάλληλες συνθήκες για την εισαγωγήτουπεριηγητισμού στην Ελλάδα. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Ποδηλατικός Σύλλογος Αθηνών, μέσω του επίσημου οργάνου του, την Ποδηλατική και Αθλητική Επιθεώρηση της Ανατολής, αλλά καιμετις αποφάσεις του Δ.Σ. του 22 , πρωτοστατεί σ' αυτ
ments
18. Βλ. G. L. Mosse, The
in Germany
133. 19. Ο στόχος αυτός είναι πιο καθαρός στα περιηγητικά σωματεία πουιδρύονται στις αρχές του 20ούαιώνα. Βλ. παρακάτω, σ. 365-6. 20. «Καταστατικόν του ενΚαλάμαις Συλλόγου των ΠεζοπόρωνοΕυκλής», ΦΕΚ Γ ' 81, 5 Οκτ. 1894, «Κανονισμός Ομίλου Πεζοπόρων Πειραιώς», ΦΕΚ Α' 208, 19 Οκ Γ ' 64, 4 Ιουλ. 1895, «Καταστατικόν του εν Μεσολογγίω Συλλόγου των Πεζοπόρων της σπουδαζούσης νεολαίας», ΦΕΚ Γ' 57, 13 Ιουνίου 1895, «Κανονισμός του Ομίλου Πεζοπόρων Αθηνών», ΦΕΚ Γ ' 74, 25Αυγ.1895, «Καταστατικόν του ενΕρμουπόλει Ομίλου των Πεζοπόρων», ΦΕΚ Β' 4, 13 Ιαν. 1896. 21. Βλ.εδώ ,σ. 197. 22. Το Δ.Σ. κατά τις συνεδριάσεις της 16και 18 Νοεμβρίου 1898αποφάσισε να διευρύνει
from
Nationalization
the Napoleonic
of
Wars
the Masses.
Through
Political
the
Third
Symbo
Reich
την προσπάθεια. Το 1898 δημοσιεύεται στηνΕπιθεώρηση ανυπόγραφο άρθρο μέλους του Ποδηλατικού Συλλόγου, όπου αναγγέλλεται το εγχείρημα: «...αποφάσισα να θέσω εις ενέργειαν εν όνειρον, όπερ από παιδικήςηλικίας έτρεφον, το όνειρον του να ιδρυθή μία εταιρία, εις σύλλογος εν Ελλάδι, εν είδος Touring-Club, όστις να εργασθή, να συγκεντρώση πέριξ αυτού όλους τους άνδρας της καλής θελήσεως όλους τους αγαπώντας πράγματι τον τόπον μαςκαινα προβή εις την διευκόλυνσιν των μέσωντηςανακαλύψεως τωναγνώστων καλλονών νων της χωράς και να καταστήση αυτάς προσιτάς εις τον θαυμασμόν πάντων» .
Προς τον περιηγητισμό θα στραφούν και άλλοι ποδηλατικοί σύλλογοι. Μάλιστα, ηΕλληνικήΠοδηλατική Εταιρεία που είχε ιδρυθεί το 1895 μετονομάζεται το 1909, με τροποποίηση του καταστατικού της σε Ελληνική Εταιρεία Περιηγήσεων - Touring Club24. Ο περιηγητισμός αποτελεί πλέον την κύρια δραστηριότητα του σωματείου που απλώς διατηρεί και ποδηλατικό τμήμα 25 . Ταυτόχρονα σχεδόν με την ίδρυση του Τμήματος Εκδρομών και Περιηγήσεων του Ποδηλατικού Συλλόγου Αθηνών ιδρύεται στην Αθήνα και ο πρώτος αμιγώς περιηγητικός σύλλογος, ο Όμιλος των Εκδρομών (31 Μαρτίου 1899) 26 . Στην περίπτωση του εν λόγω Ομίλου, η εκδρομή δεν στοχεύει καθόλου στη σωματική άσκηση αλλά στην ψυχαγωγία και την επαφή με το ύπαιθρο. Δεν πρόκειται συνεπώς για πεζοπορικό σωματείο. Οι εκδρομές γίνονται με διάφορα μεταφορικά μέσα, όπως σιδηρόδρομο, πλοίο κλπ. και μετέχουν ολόκληρες οικογένειες. Σε μια από τις πρώτες εκδρομές του Ομίλου των Εκδρομών, που έγινε στον Πόρο, οι εκδρομείς διασκέδασαν και με μερικούς «τρελλούς γύρους πόλκας πάνω στο κατάστρωμα 27. Ενάμιση χρόνο μετά την ίδρυση του, ο σύλλογος αριθμεί ήδη 100 μέλη μεταξύ τωνοποίων καιγυναίκες. Επίτιμος πρόεδρος του είναι ο Σπυρίδων Λάμπρος. Οι στόχοι του Ομίλου συνοψίζονται στα εξής: «να γνωρίσωμεν την πατρίδα μας, να εκτιμήσωμεντας ανεκμεταλλεύτους φυσικάς αυτής καλλονάς, να διαβάσωμεν τα μεγάλα διδάγματα τα οποία είναι γραμμένα επάνω εις κάθε πέτρα της διάνατην αγαπήσωμεν και να την υπερασπισθώμεν εις το μέλλον καλλίτερον, αφ' ότι την
ους
σκοπούςτου συλλόγου και να περιλάβει και περιηγήσεις κατά το πρότυπο του Touring Clubτης Γαλλίας. Ήδητο 1899υπάρχει,στο πλαίσιο του συλλόγου, ιδιαίτερο τμήμα Εκδρομών και Περιηγήσεων. ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 85, 257. 23. «Η άγνωστος Ελλάς», ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 25-28. 24. Βλ. Β.Δ. 30 Ιανουαρίου 1910, ΦΕΚ λ' 57, 8 Φεβρουαρίου 1910.Τονέο καταστατικό δεν δημοσιεύεται αλλά ητροποποίησή του χρονολογείται στις 21 Δεκεμβρίου 1909. 25. Πβ. Σ.Ε.Α.Γ.Σ., Ημερολόγιον 1910. Έτος Α'. Δεκέμβριος 1910, Αθήν 68-69. Δεν μπόρεσα να εντοπίσω αντίτυπο του μηνιαίου δελτίου που,σύμφωνα μετο Ημερολόγιο του Σ.Ε.Α.Γ.Σ., εξέδιδε η Ελληνική Εταιρεία Περιηγήσεων. 26. Ο σύλλογος αυτός διαλύθηκε το 1910. Β. Κωνσταντινόπουλος, ό.π., σ. 13. 27. Βλ. ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 324-6.
υπερασπίσθημεν εις το παρελθόν»28. Η επικυριαρχία του εθνικού λόγου μπορεί ωστόσοναείναι παραπλανητική ως προς τους πραγματικούς στόχους του σωματείου. Η φυσιολατρία ως αντίδραση προς την πνιγηρή ζωή της πόλης αποτελεί τον ιδεολογικό πυρήνα του Ομίλου των Εκδρομών όπως και όλων των περιηγητικών σωματείων που ιδρύονται από τα τέλη του 19ου αιώνα στιςευρωπαϊκές χώρες29. Η «αγάπη προς την εξοχήν, το ύπαιθρον, την ζωήν, την φυσικήν και αληθινήν ζωήν» είναι το βασικό κίνητρο της ίδρυσης του Ομίλου. Ο Εκτός από το γεγονός ότι η ύπαιθρος έχει πάψει να θεωρείται επικίνδυνη για τους ανθρώπους της πόλης που ταξιδεύουν, διακρίνουμε τη μετάβαση —ωςπρος τηναναπαράσταση τηςυπαίθρου— απότηνπεριφρόνηση στην περιέργεια κι από εκεί στη συμπάθεια 30. Αντίστοιχα δημιουργείται μια νέα εικόνα για τη φύση, απολύτως ευνοϊκή για την αστική έξοδο. Πέρα από τις αλλαγές στην ίδια την πόλη, με τη διόγκωση του αστικού χώρου, η έξοδος αυτή φαίνεται πωςευνοείται και από το βάρος του τριτογενούς τομέα. Ο καταστηματάρχης, ο δημόσιος υπάλληλος,οτραπεζικός υπάλληλος, όλοι μοιάζουν να θέλουν να ξεφύγουν από την αποπνικτική ατμόσφαιρα του γραφείου η του καταστήματος και να βρεθούν στον καθαρό αέρα 3'. Ο αιώνα, γι' αυτό και ο Όμιλος των Εκδρομών συσπειρώνει σημαντικούς εκπροσώπους της αστικής τάξης 32. Έχει εξάλλου όλα τα χαρακτηριστικά της λέσχης. Για κάθε εκδρομή κατασκευάζεται ιδιαίτερο σήμα που φορούν όλοι οι εκδρομείς ενώ συντάσσεται και κυκλοφορεί λεπτομερές πρόγραμμα της εκδρομής. Οι εκδρομείς φωτογραφίζουν τα μέρη που επισκέπτονται αλλά και τους μετέχοντες και με τις φωτογραφίες φτιάχνουν αναμνηστικά λευκώματα. Χαρακτηριστικό είναι πάντως ότι ήδη το 1900 η ψυχαγωγία των εκδρομέων δεν περιορίζεται στο γεύμα και το χορό. Μετά την επιστημονική διάλεξη για τον τόποπουεπισκέπτονται
28. ΠΑΕΑ 3 (1900-1), σ. 20. 29.Και στην Αθήνα, την ίδια περίπου εποχή, εμφανίζονται άλλοι δύο σύλλογοι —έκτος απότον Όμιλο Εκδρομών—με παρόμοια δραστηριότητα: ο Όμιλος των Εφίππων Εκδρομώνπουιδρύεται το 1901καιοΦιλικός Όμιλος Εκδρομώνπουιδρύεται το 1906. Βλ. ΦΕΚ Β' 2, 8 Ιαν. 1902και Α' 24, 7 Φεβρ. 1907 αντίστοιχα. Τροποποιήσειςτου καταστατικού του Ομίλου Έφιππων Εκδρομώνστο ΦΕΚ Β' 38, 30 Δεκ. 1902και Α' 182, 9 Σεπτ. 1905 30. Πβ. R. Holt, «La bicyclette, la bourgeoisie et la découverte de la France rurale, 18801914», Sport/Histoire 1 (1988), σ. 95. Η στροφή προςτην «ειδυλλιακή ύπαιθρο» κ αγροτική Ελλάδα χαρακτηρίζει εξάλλου την ελληνική λογοτεχνία της τελευταίας εικοσαετίας Αθήνα, Κέδρος, 1991. 31. R. Holt, «La bicyclette...», ό.π. ,σ. 96. 32. Αντίστοιχος ήταν οχαρακτήρας του παρισινού Touring Clubπουείχε ιδρυθεί το 1890. Βλ. R. Holt, «La bicyclette...», ό.π., σ. 90.
του 19ου αιώνα. Βλ. Mario Vitti, Ι δ ε ο λ ο γ ι κ ή λειτουργία της ελληνικής
η θ ο γ ρ α φ α ί
ται, οι εκδρομείς επιδίδονται σε αθλητικά παιγνίδια και μάλιστα στο ποδόσφαιρο33. Συνεπώς, τα σπορ φαίνεται πως αποτελούν πλέον συστατικό στοιχείο της ψυχαγωγίας των ανώτερων και μεσαίων στρωμάτων, εφόσον εμφανίζονται ως μέσο διασκέδασης στις συναναστροφές και των μελών μη αθλητικών σωματείων. Στις που ωθεί, όπως ήδη επισημάνθηκε, τους κατοίκους της πόλης στο ύπαιθρο. Εντυπωσιακή είναι άλλωστε η αύξηση των περιηγητικών σωματείων, κυρίως στην ευρύτερη περιοχή της πρωτεύουσας 34, γεγονός που επικυρώνει αυτή τη διάθεση φυγής έξω από το αστικό κέντρο και την επαφή με τη φύση. Στις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα (1900-1922), μόνοστην περιοχή Αθήνας και Πειραιά ιδρύονται τουλάχιστον 17 εκδρομικά σωματεία, ποσοστόεξαιρετικά υψηλόστο σύνολο των νεοϊδρυμένων αθλητικών σωματείων, εκτοπίζοντας έτσιαπότην πρώτη θέση τα γυμναστικά σωματεία 35. Δεν εντοπιστεί τα καταστατικά τους. Είναι όμως ενδεικτικές οι ονομασίες που επιλέγονται, ως προς τον χαρακτήρα και τους στόχους των ιδρυτών: Όμιλος Εκδρομών«ηΝεότης», Όμιλος Εκδρομών «η Τέρψις», Σύνδεσμος Ψυχαγωγικών Εκδρομών, Ψυχαγωγικός Όμιλος Εκδρομών «η Ηώς» κλπ. Η διάσταση είναι προφανής, επιβεβαιώνεται άλλωστε και από την κατάταξη του Πρωτοδικείου Αθηνών —τουλάχιστον για την περίοδο 1914-1922— σύμφωνα με την οποία όλα τα εκδρομικά σωματεία ανήκουν στην κατηγορία των ψυχαγωγικών36. Απολ δεσμος που ιδρύεται στην Αθήνα τον Μάρτιο 1921 με πρωτοβουλία του Δ. Γρ. Καμπούρογλου37. Μέσα σε δύο χρόνια από την ίδρυσή του είχε πραγματοποιήσει εκατό εκδρομές, στην περιοχή της Αττικής. Με περιορισμένο αριθμό μελών εκ προθέσεως είχε ως πρότυπο οργάνωσης την κλειστή λέσχη. Στην 100ή εκδρομή του πέτυχε να συγκεντρώσει σημαντικό αριθμό επισήμων, αποδεικνύοντας μ' αυτό τοντρόπο και την κοινωνική του εμβέλεια αλλά και, γενικότερα, τηναξιολόγηση της πεζοπορίας από την αστική τάξη της πρωτεύουσας. Παρά τον —εξ ορισμού σχεδόν— ψυχαγωγικό χαρακτήρα του σωματείου, τα μέλη του αποποιούντ
33. ΠΑΕΑ 3 (1900-1), σ. 20. 34. Βλ.εδώ, σ. 184-7. 35. Αντίθετα, στις επαρχίες του ελληνικού κράτους, οαριθμός των περιηγητικών σωματείων είναι μάλλον μικρός σε σύγκριση με άλλες κατηγορίες σωματείων. 36. « Αλφαβητικόν Ευρετήριον Σωματείων αρχόμενον από του έτους 1914-1931και από υπ'αριθ. 1εως3009». χος., [Αθήνα] 1923.
37.Ο δ ο ι π ο ρ ι κ ό ς Σύνδεσμος. Η πρώτη και η εκατοστή εκδρομή του.
Αναμ
ούνται εντελώς αυτό τον χαρακτηρισμό, δίνοντας έναν πνευματικό και αισθητικό χαρακτήρα στην επαφή με τη φύση: « Η πεζοπορία δεν είνε μια διασκέδασις, είνε λατρεία, και το ύπαιθρο δεν είνε σχεδόν ποτέ ο τόπος που πηγαίνει κανείς για να ευθυμήση, αλλ' είνε ο Ναός που εισέρχεται για να επικοινωνήση με τη θεότητα» 38.
παράλληλα πατριωτικό περιεχόμενο στη γνωριμία της ελληνικής φύσης με σκεπτικό που θυμίζει τους γερμανούς πεζοπόρους του 19ου αι. Για τους προοδευτικούς διανοούμενους της αρχής του 20ού αι., εξάλλου, και μάλιστα στην κρίσιμη συγκυρία της επομένης της Μικρασιατικής Καταστροφής, ο «νέος» πατριωτισμός που προτείνεται αναβλύζει και από μια νέα σχέση με την ελληνική φύση, μια σχέση απαλλαγμένη από τον αρχαιόπληκτο σχολαστικισμό. «Πρέπει να ομολογήσωμεν ότι είνε ένας πατριωτισμός, που διαφέρει σημαντικά από εκείνον που διδασκόμεθα εις την πλατείαν του Συντάγματος και εις τον πανηγυρισμόν της 25ης Μαρτίου», έγραφε ο Παύλος Νιρβάνας 40. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι, με τον πολλαπλασιασμό των περιηγητικών σωματείων, αλλάζει και η κοινωνική τους σύνθεση αλλά και υπάρχει σημαντική διαφοροποίηση μεταξύ τους. Προφανώς κάποια σωματεία διατηρούν τον κλειστό χαρακτήρα της λέσχης, με υψηλό κόστος συμμετοχής, ενώ άλλα απευθύνονται στα ευρύτερα στρώματα της μεσαίας τάξης υιοθετώντας όμως ανάλογους τρό πους ψυχαγωγίας 41. Η κοινωνική διάκριση εξασφαλίζεται πλέον μάλλοναπότο μέσο της περιήγησης, το οποίο μπορεί να είναι τελείως ανέξοδο —όπως η πεζοπορία— η εξαιρετικά δαπανηρό —όπως όταν η περιήγηση παίρνει τη μορφή της τουριστικής περιπλάνησης.
1923, σ. 5. Πβ. το συνδυασμό της φυσικής αναψυχής με πνευματικές απαιτήσεις μέσω του κυνηγιού, J. Lowerson, Sportand the English middle classes, Μάντσεστερ, Press, 1993, σ. 17. 40. Στο
39.Ο δ ο ι π ο ρ ι κ ό ς Σύνδεσμος. Ο σκοπός..., ό.π.,α. 19-21.
1923:Ο δ ο ι π ο ρ ι κ ό ς
38. Λόγοςτου Στέλιου Ε. Χιλιαδάκη, γεν. γραμματέα του Συνδέσμου στη Γ.Σ.της 31
Σύνδεσμος. Ο σκοπός και το έργον του (Έκθεσις
Πεπραγμ
Ια
ίδιο, σ. 24.Στο ίδιο τεύχος, εξάλλου, ο I.Ζυγομαλάς επισημαίνει τη νέα σχέση τα αρχαία μνημεία: «πάρτε τα πόδια σας [...]και για να δήτε καλά τη Γησας αυτή, κ την μ' ορθάνοιχτα μάτια και χωρίς φράγκικα χρωματιστά γυαλιά». Στο ίδιο, σ. 9-10. 41. Στην Αγγλία παρατηρείται στη στροφή του αιώνα αλλαγή στην κοινωνική σύνθεση των πεζοπορικώνκαι ορειβατικών σωματείων, τα οποία από σωματεία της μεσαίας τάξης διευρύνονται και προςτις εργατικές, πουαρχίζουν να μετέχουν επίσης στην αστική έξοδο. Ο κύριος λόγος ήταν ηκοινωνική διεύρυνσητου θεσμούτων διακοπών και κυρίως —απότη δεκαετία του 1920— της εξόδου για το Σαββατοκύριακο. Βλ. Helen Walker, «The Popularisation of the Outdoor Movement, 1900-1940», BJSH 2 (1985), σ. 140-153.
χαρακτήρα έχουν και οι κυνηγετικοί σύλλογοι. Οι σύλλογοι αυτοί, χωρίς να θέτουν ως στόχο τους την περιήγηση, οργανώνουν εκδρομές για κυνήγι, όπου η ψυχαγωγία συνιστά το βασικό κίνητρο 42. Η σκοπευτική δεινότητα αποτελεί, ωστόσο, βασική προϋπόθεση για να είναι κάποιος μέλος κυνηγετικού σωματ Άλλωστε, πολλά απ' αυτά τα σωματεία συνδυάζουν στον τίτλο τους τα δύο επίθετα, «σκοπευτικός» και «κυνηγετικός». Τα κυνηγετικά σωματεία ακολουθούν πορεία παράλληλη προς τα περιηγητικά αλλά είναι διαφορετική στην περίπτωση τους η σχέση πόλης-υπαίθρου. Έτσι, ενώ στις αρχές του 20ού αι. πολλαπλασιάζονται σαφώς τα κυνηγετικά σωματεία 43 —όπως και τα περιηγητικά— η αύξησή τους περιορίζεται κυρίως στα επαρχιακά κέντρα και όχι στην περιοχή της πρωτεύουσας. Συμβαίνει δηλ. ακριβώς το αντίθετο απ' ό,τι με τα εκδρομικά σωματεία. τείων και είναι δύσκολο να διακινδυνεύσουμε υποθέσεις. Είναι εντούτοις προφανές ότι ξεχωριστή θέση θα κατείχαν εκείνοι που ήταν εξασκημένοι στη σκοποβολή, δηλ. αξιωματικοί του στρατού. Επιπλέον, δεδομένου ότι το κυνήγι αποτελούσε για τη Δ. Ευρώπη από παλιά ενασχόληση των ευγενών, είναι πιθανόν να υιοθετήθηκε και στην Ελλάδα από μέλη της ανώτερης αστικής τάξης. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται από σκόρπιες πληροφορίες, δε σημαίνει ωστόσο ότι το σποραυτό ασκούνταν πάντα στο πλαίσιο ενός σωματείου. Αντίθετα μάλιστα, φαίνεται πως μέλη των κυνηγετικών σωματείων ήταν εκπρόσωποι της μέσης αστικής τάξης ενώ η ανώτερη αστική ελίτ προτιμούσε τις ιδιωτικές (ανά οικογένειες) εξόδους σε απομακρυσμένες και απρόσιτες για τους πολλούς περιοχές για συγκομιδή θηραμάτων 44. 42.Τηνψυχαγωγία των μελών του έθετε ωςβασικό σκοπό του οΌμιλος Κυνηγών Πειραιτων... Β'... Ολυμπιακών Α γ ώ ν ω ν
ωςπουιδρύθηκετο 1894: Π. Σ. Σαββίδης, Λεύκωμα
Αθήνα 1907, σ. 154.Έξαλλου, ηπεριγραφή «μίας κυνηγετικής εκδρομήςανά τον Κιθαιρώνα» το 1898 ξεκινά μετην ακόλουθη φράση: «Εν Ελλάδι δυστυχώς δενκατενοήθη εισέτι οποίαν ψυχαγωγίαν παρέχουσιν αι εκδρομαί και οποίαν ευεξίαν προσδίδουσιν αύται εις τα μαλθακά ημών καταστάντα ωςεκτου νωχελούς και καθιστικού βίου σώματα». ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 71. Βλ.και σ. 84. 43. Τουλάχιστον μετην τυπική μορφή, γιατί μπορούμε να υποθέσουμεπωςκάποιες παρέες φίλων πήγαιναν για κυνήγι χωρίς να χρειάζεται να συστήσουν σωματείο, γεγονόςπουθα συνέβαινε π.χ. σπανιότερα στην περίπτωση ενός γυμναστικού σωματείου. Για την περίοδο 19001914, πάντως, τα κυνηγετικά σωματεία είναι διπλάσια απότα περιηγητικά στις επαρχίες του ελληνικού κράτους. Βλ.ε 8 ώ , σ. 177-9, 185. 44. Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ηπληροφορία για δύο κυνηγετικές εξορμήσειςτο 1904: η πρώτη της οικογένειας Μέρλιν (Σίδνεϋ, Χάρολδ, Τζέρολδ, και η σύζυγοςτου Σίνδεϋ, Ζαΐρα, κόρητου Γ. Θεοτόκη) στους Αγίους Σαράντα όπουαποβιβάστηκαν «μετο ιδιόκτητον γιοτ του κ. Μέρλιν "Βαλκυρίαν"» και η δεύτερη, του Αναστ. Μεταξά στη Σκύρο. Τα «λάφυρα» της πρώτης εξόρμησης, όπου διέπρεψε με τη σκοπευτική της δεινότητα η «πρώτη Έλληνίς κυνηγός» Ζαΐρα Μέρλιν, ήταν «43 αγριόχοιροι και 12 δορκάδες». Βλ. Π.Σ. Σαββίδης, Πανελλήνιον Λεύκωμα..., Αθήνα 1905, σ. 61-62.
1906,
ΠΟΔΗΛΑΤΟ ΚΑΙ ΑΣΤΙΚΕΣ ΑΞΙΕΣ
Ενόσω άκμαζε ο εκδρομισμός, στις αρχές του 20ού αιώνα, παράκμαζε η ποδηλασία. Στα τέλη όμως του 19ου αι., η κατάσταση ήταν ακόμη διαφορετική και το ποδήλατο αποτελούσε προνόμιο λίγων εύπορων αστών 45. Δεδομένης της κοινωνικής εμβέλειας των πρώτων ποδηλατικών συλλόγων, οι μη αθλητικές δραστηριότητές τους δε διαφέρουν από εκείνες των υπόλοιπων αθλητικών σωματείων αλλά υποστηρίζονται οπωσδήποτε από μεγαλύτερες οικονομικές δυνατότητες. νομίζω, χαρακτηριστικό ότι τα πρώτα αμιγώς αθλητικά περιοδικά έντυπα, έστω και βραχύβια, που κυκλοφορούν στην Ελλάδα ανήκουν σε ποδηλατικούς γους. Το Ημερολόγιου του Ομίλου Ποδηλατών Πειραιώς το 1895 είναι το πρώτο ημερολόγιο «αφιερωμένον» κατά την έκφραση του Π. Νιρβάνα, «εις το ελληνικόν σπορτ» 46, ενώ το μηνιαίο ποδηλατικό περιοδικόΤο Βέλος που εκδόθηκε το 1894 μπορεί να θεωρηθεί ως το πρώτο αθλητικό περιοδικόέντυποτου ελληνικού κράτους 47. Στην ουσία όμως, εξαιτίας της μικρής ζωής του Βέλους, τη θέση του πρώτου αθλητικού εντύπου κατέχει η Ποδηλατική και Αθλητική Επιθεώρησις της Ανατολής, επίσημο όργανο του Ποδηλατικού Συλλόγου Αθηνών48. Αρχικά δεκαπενθήμερο και στη συνέχεια μηνιαίο, το περιοδικό κυκλοφορεί κατά τα χρόνια 1898-1901. Στις αρχές του 1900 τυπώνεται σε 3.000 αντίτυπα καιστοτέλος του ίδιου έτους σε 5.000. Παρά τον εξειδικευμένο τίτλο, η Επιθ ώρησις καλύπτει το σύνολο σχεδόν της αθλητικής κίνησης στην Ελλάδα, ενώ περιέχει και ειδήσεις από το εξωτερικό. Το 1900 μάλιστα η έκδοση οργανώνεται με βάση τις απαιτήσεις της σύγχρονης δημοσιογραφίας και με τη συνείδη απευθύνεται σεένασυγκεκριμένο όσο και ευρύ κοινό.Τοαθλητικό έντυποτης
45. Έγραφε το 1901οΠ. Σ. Σαββίδης για τον Ποδηλατικό Σύλλογο Αθηνών:«απαρτίζεται ήδηεκ250 περίπου μελών της ανωτέρας παρ' ημίν τάξεως». Α θ λ η τ κ ιό ν Λεύκωμα, Αθήνα 1901, σ. 12.Τηνίδια χρονιά, η Ελληνική Ποδηλατική Εταιρεία αριθμούσε 336 εταίρους. Στο ίδιο, σ. 13. Η εγγραφή στον Π.Σ.Α. στοίχιζε ακριβότερα από τους υπόλοιπους ποδηλατικούς συλλόγους (15 δρχ.)αλλά και ημηνιαία συνδρομή ήταν υψηλή (3 δρχ.). «Καταστατικόν του εν Αθήναις Ποδηλατιστικού Συλλόγου» (6 Νοεμ. 1891), ΦΕΚ Α' 218, 4 Ιουλ. 1892.
46. Όμιλος Ποδηλατών Πειραιώς..., ό.π., σ. 25. ημερολόγιον
μα, το περιοδικόαυτό «ευθύςωςανέτειλε εξηφανίσθη». 48. Ο Π.Σ.Α . ήταν οπιοδραστήριος ποδηλατικός σύλλογος της καμπής του αιώνα, υπότην προεδρία του Μιλτ. Νεγρεπόντη. Φαίνεται πωςηπαρουσία του Νεγρεπόντη ήταν καθοριστική για τη δράση του Π.Σ.Α., εφόσον λίγους μήνες μετά την παραίτηση του απότην προεδρία, ο 466-467.
σύλλογος διαλύθηκε. Βλ. I. Χρυσάφης, Οι σύγχρονοι διεθνείς Ολυμπιακοί αγώνες...,
Νέα
47.Δενεχωδειτο (μοναδικό, όπως φαίνεται) τεύχος πουκυκλοφόρησε. Η πληροφορία για την έκδοσηοφείλεται στον Βάσο Αδάμα: «Το ποδήλατον εν Ελλάδι. Σύντομος επιθεώρησις»,
Ελλάς. Εικονογραφημένον ε θ ν κ ιό ν
2 (1896), σ. 477. Σύμφωνα με τ
ό.π
εποχής επιδιώκει συνεπώςναγίνει απαραίτητο «εις κάθε νέον, εις κάθεάνδρα, εις κάθε μαθητήν, εις κάθε φοιτητήν, εις κάθε αξιωματικόν, υπάλληλον, βιομήχανον, έμπορον, χρηματιστήν, [...] τέλος χρήσιμον εις κάθε ανθρωπον»49. Ανταποκριτές υπάρχουν τόσο στο εξωτερικό όσο και στις επαρχίες για να μεταδίδουν την αθλητική κίνηση ενώ ειδικός δημοσιογράφος έχει αναλάβει την περιγραφή αγώνων «ολοζώντανα», όπως γράφει το περιοδικό προς τους αναγνώστες του «σαν να τα βλέπετε με κινηματογράφον» 50. Έντονη είναι εξάλλου και η υπόλοιπη δημόσια παρουσία των ποδηλατικών σωματείων. Ο Ποδηλατικός Σύλλογος Αθηνών, για παράδειγμα, κέρδισε το 1899 το δεύτερο βραβείο για το άρμα που παρουσίασε στην παρέλαση της Αποκριάς 51. Το άρμα ήταν «πολυτελέστατο» και αποτελούνταν από ένα τεράστιο ποδήλατο που το οδηγούσε ένας εξίσου τεράστιος πιερρότος. Πλαισιωμένο από σαράντα ποδηλατιστές και είκοσι μεταμφιεσμένα μέλη του συλλόγου, το άρμα παρέπεμπε στην επίκαιρη και σημαντική παρουσία του ποδηλάτου στηναθηναϊκή ζωή. Η λαση της επόμενης χρονιάς εμπνεόταν αντίστοιχα από το βασικό συμβολισμό του ποδηλάτου, την πρόοδο. Πράγματι, περισσότερο από οποιοδήποτεάλλοσπορ,το ποδήλατο συμβόλισε από την πρώτη στιγμή της εμφάνισης του την τεχνολογική πρόοδο. Όχι μόνο επειδή το ίδιο αποτελεί νεότερη εφεύρεση αλλά και γιατί η ταχύτητα, αξία της βιομηχανικής εποχής, βρίσκει σ' αυτό την εναργέστερη έκφρασή της. Κατ' επέκταση, ο ποδηλάτης είναι το σύμβολο του νέου, σύγχρονου, ανθρώπουκαιπερικλείει τις ιδιότητες που ενστερνίζεται ως δικές τουοανερχόμενος αστός. Το 1900, το άρμα του Ποδηλατικού Συλλόγου Αθηνών «συμβολίζον την μηχανήν του μέλλοντος» βασίζεται στο συνδυασμό δύο εφευρέσεων: του ποδηλάτου και του αερόστατου 52. Ο αστός-ποδηλάτης παρακολουθεί έτσιτην πρόοδο και γίνεται ο κατακτητής, μετά από τη γη, και του αέρα. Η τουργούν ήδη δέκα ποδηλατικοί σύλλογοι στην Αθήνα, τον Πειραιά, την Πάτρα και την Ερμούπολη53. «Διαστάσεις παγκοσμίου ψυχώσεως τείνει να καταλάβη 49. ΠΑΕΑ
50. Στο
51. ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 198-199. 52. ΠΑΕΑ 2 (1899-1900), σ. 134. Χαρακτηριστικό της σύνδεσηςτων ποδηλατικών συλλόγωνμετην τεχνολογική καινοτομία είναι καιτο γεγονός ότι ηΕλληνική Ποδηλατική Εταιρεία ιδρύει το 1901 Φωτογραφικό τμήμα ωςαυτοτελές σωματείο. ΠΑΕΑ 3 (1900-1), σ. 47 Π.Σ. Σαββίδης, Αθλητικόν Λεύκωμα, Αθήνα 1901, σ. 13. 53. Πρόκειται για τους εξής συλλόγους: Όμιλος Ποδηλατών Πειραιώς και Ποδηλατικός Σύλλογος Αθηνών που ιδρύθηκαν το 1891, Ποδηλατική ΈνωσιςενΑθήναιςκαι Πανελλήνιος Ποδηλατικός Σύλλογος πουιδρύθηκαν το 1893, Ποδηλατική Ένωσις Ερμουπόλεως και Πο-
ίδιο.
2 (1899-1900), σ. 57.
κατά τα τελευταία έτη ο έρως του ποδηλάτου», παρατηρούσε μόλις το 1895 ο Π. Νιρβάνας 54. Στην Αθήνα εκείνη τη χρονιά λειτουργούσαν οκτώ καταστήματα που πουλούσαν η νοίκιαζαν ποδήλατα, ενώ 1.000 ατομα γνώριζαν ποδηλασία 5 Δεν είναι μόνο οι ποδηλατικοί σύλλογοι που κάνουν έντονη την παρουσία τους αλλά καιτα ποδηλατικά τμήματα των άλλων συλλόγων. Οι σημαντικότεροι αθλητικοί σύλλογοι διατηρούν σχολές ποδηλασίας όπου τα μέλη και οι ετα τους διδάσκονται το ποδήλατο με καθόλου ευκαταφρόνητο αντίτιμο. Το 1893, στον Πανελλήνιο Γυμναστικό Σύλλογο, η εκμάθηση του ποδηλάτου στοίχιζε 1 δρχ., για όσους ήταν άνω των 16 ετών και 7 δρχ. για τους μικρότερους56. Την ίδια εποχή,στουςποδηλατικούς συλλόγους, το αντίστοιχο κόστος για τα μέλη κυμαινόταν από 5 εως 15 δρχ.
Ποδηλατικός Σύλλογος Πατρών πουιδρύθηκαν το 1894, Όμιλος Ποδηλατών εν Αθήναις, Ελληνική Ποδηλατική Εταιρεία, Ποδηλατική Ένωσις Πατρών και Ποδηλατική Ένωσις Πειραιώς που ιδρύθηκαν όλα μάλλον το 1895. Βλ.Όμιλος Ποδηλάτων Πειραιώς..., ό.π.,σ
Πολίτης, Ο πατραϊκός αθλητισμός..., ό.π.,σ. 75, 79και Εφημερίς της
(23.6.1893), Α' 160 (16.8.1893), Γ ' 53 (27.6.1894), Γ ' 72 (8.9.1894), Γ ' 113 (23.12.1895), Β' 10 (25.1.1897). Αναφέρεται εξάλλου και η Γερμανική Ποδηλατική Ένωσις,ηοποία οργανώνει στις 26 Απριλίου 1893 ποδηλατικούς αγώνες στο Παλαιό Φάληρο, για την οποία όμωςδενυπάρχουν άλλες πληροφορίες. Βλ. Όμιλος Ποδηλατών Πειραιώς..., ό. φωνα μετη μαρτυρία του I. Χρυσάφη, πριναπότα τέλη του αιώνα «υπήρχαν πολλοί ποδηλατικοί μικροσύλλογοι... περιοριζόμενοι συνήθωςειςτην κατ' αραιότατα χρονικά διαστήματα οργάνωσινμιας ποδηλατικής εκδρομής εις τα πέριξ των Αθηνών η ενός προχείρου ποδηλατικού διαγωνισμού ειςτο Δέλτα του Παλαιού Φαλήρου ...μεχρηματικά συνήθως βραβεία». I. Χρυσάφης,Οι σύγχρονοι διεθνείς..., ό.π.,σ. 464.
Κυβερνήσ
54. Όμιλος Ποδηλατών Πειραιώς..., ό.π.,σ. 24. Η Ελλάδα συγχρονίζετα προςτην ποδηλασία μετην υπόλοιπη Ευρώπηόπουεπίσης «ηποδηλασία ήταν μια τρέλα στη δεκαετία του 1890»: R. Holt, Sport and the British. A Modern History, University Press, 1990, σ. 195. Μαζικότητα χαρακτηρίζει κυρίως τη Γαλλία αλλά και την Ιταλία, όπουστα τέλη του 19ου αιώνα κυκλοφορούσαν γύρωστα 100.000 ποδήλατα. Βλ. Stefano Pivato, «The Bicycle...»,ό.π., σ. 173. Αντίθετα, μικρότερη ήταν η διάδοσή του στη Θεσσαλονίκη όπουπεριοριζόταν σχεδόναποκλειστικά στα μέλη του «White Star Sporting Club» (άρχική ονομασία: «White Star Cycling Club»),τα οποία ανήκαν στις μεγάλες εβραϊκές οικογένειες της πόλης. Βλ. Méropi Anastassiadou, «Sports d'élite et élites sportives à Salonique au tournant du siècle»,στο Fr. Georgeon - P. Dumont (έκδ.), Vivre dans l'empire ottom 151-155. 55.Απότους 1.000 οι 400 ήταν κάτοχοι δικών τους ποδηλάτων. Γ. Καιροφύλας, ό.π. Βλ. και Ν. Ε. Πολίτης, ό.π., σ. 76. Το 1895 επίσης υπήρχαν δύο καταστήματα ποδηλάτων στην Πάτρα και τρία στον Πειραιά, ενώ150και 200ατομα γνώριζαν αντίστοιχα ποδηλασία. Στην Πάτρα εξάλλου υπήρχαν 70 ιδιόκτητα ποδήλατα. Σχολή ποδηλασίας ιδρύθηκετο 1900και στα Τρίκαλα απότον δερματέμπορο Β. Κυρνάσιο. Β. Δ. Πελίγκος, Α θ λ η τ κ ιή σ ιτ ο ρ α ί των Τρικάλων. Α'. Κλασικός αθλητισμός, Θεσσαλονίκη, Κυριακίδη, 1992, σ. 32. 56. «Κανονισμός διδασκαλίας και ενοικιάσεωςτων ποδηλάτων» [1893], χγφ·, Αρχείο Πανελληνίου Γυμναστικού Συλλόγου.
tés et relations intercommunautaires (X VII I e-XX' siècles),
Πα
30. Ο Π. Σ. Σαββίδης σε ποδήλατο Clément (1898).
31. Ο Π. Παρασκευόπουλος σε ποδήλατο White (1898).
Παρόλο που η ποδηλασία είχε κατεξοχήν ψυχαγωγικό περιεχόμενο και τα μέλη των ποδηλατικών συλλόγων δεν ενδιαφέρονταν ιδιαίτερα για το αθλητικό καιαγωνιστικό μέρος, η διοργάνωση ποδηλατικών αγώνων υπήρξε μια από τις κύριες δραστηριότητες αυτών των σωματείων 57. Εάν η καταγραφή του Ομίλου Ποδηλατών Πειραιώς είναι ακριβής, από το 1892 εως το 1894 διοργανώθηκαν επτά αμιγώςποδηλατικοί αγώνες στην περιοχή Αθηνών από εγχώρια ποδηλατικά σωματεία 58. Την ίδια περίοδο, πάντως, φαίνεται πως και άλλες αθλητικές συναντήσεις περιλάμβαναν μεταξύ άλλων και ποδηλατικούς αγώνες.
στο Φάληρο, το οποίο είχε κατασκευαστεί για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες των Ολυμπιακών Αγώνων του 1896. Το Ποδηλατοδρόμιο ανακαινίστηκε το 1899 με πρωτοβουλία του Ποδηλατικού Συλλόγου Αθηνών, μέλη του οποίου σχημά τισαν Εταιρεία η οποία και νοίκιασε το Ποδηλατοδρόμιο από την Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων. Χάρη στην ανακαίνιση, το Ποδηλατοδρόμιο απέκτησε ιδιαίτερους χώρους για αγώνες πάλης, ποδοσφαίρου, τέννις, αθλητικών και γυμναστικών αγωνισμάτων καθώς και κυλικείο «προς αναψυχήν των θεατών» 59.
επαγγελματικούς. Τα βραβεία στους μεν ερασιτεχνικούς είναι χρυσά και αργυρά μετάλλια, στους δε επαγγελματικούς χρηματικά και κυμαίνονται συνήθως από 25 ως 50 δρχ. Το ενδιαφέρον στρέφεται κυρίως στους επαγγελματικούς αγώνες, όπου καταρρίπτονται τα ρεκόρ και αναδεικνύονται τα αστέρια του αθλήματος. Στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες εξάλλου —στη Γαλλία, σε μεγαλύτερο βαθμό— η ποδηλασία υπήρξε το πρώτο επαγγελματικό σπορ με επαγγελματίες αθλητές καιτοπρώτο εμπορευματοποιημένο αθλητικό θέαμα 60 . Και στην Ελλάδα, ο πρώτος σύλλογος επαγγελματιών αθλητών που έχω εντοπίσει είναι των ποδηλατών. Πρόκειται για τον Σύνδεσμο Ελλήνων Δρομέων που ιδρύθηκε το 1898απόεπαγγελματίες ποδηλάτες 61. ΟΙ δύο γνωστότεροι από αυτούς, ο Π. Σ. Σαββίδης και ο Π. Παρασκευόπουλος, φωτογραφίζονται, προφανώς για διαφημιστικούς λόγους, με ποδήλατα ορισμένης μάρκας. Έτσι, και στην Ελλάδα, αλλά ασφαλώς σεμικρότερη κλίμακα, η ποδηλασία εμφανίζεται ως το πρώτο εμπορευματοποιημένο σπορ. Συχνά είναι και τα στοιχήματα στους ποδηλατικούς
57. Η διοργάνωση αγώνων περιλαμβάνεται στους καταστατικούς στόχους όλων των ποδηλατικών σωματείων των οποίων έχω βρει το καταστατικό εκτός από εκείνο του Ομίλου Ποδηλατών Πειραιώς. 58.Όμιλος Ποδηλατών Πειραιώς..., ό.π.,σ. 43-44. Ήδηάλλωστε οΠοδηλατικό γος Αθηνών περιλάμβανε στις δραστηριότητές του τη γυμναστική, την ξιφασκία και το ποδόσφαιρο. ΠΑΕΑ 2 (1899-1900), σ. 44. 59. «Ποδηλατοδρόμων Φαλήρου», ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 180-181. 60. Βλ. R. Holt, Sport and Society in M o d e r n France, Λονδίνο 1981, σ. 81-1 61. ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 103.
αγώνεςκαιμάλιστα στις περιπτώσεις των «μονομαχιών» μεταξύ των γνωστότερων δρομέων. Αυτή η όψη της ποδηλασίας μάς είναι λιγότερο γνωστή, εκτός ίσως από τις περιπτώσεις επώνυμων «μονομάχων» οι οποίοι και στοιχημάτιζαν μεταξύ τους 62. «Μάθησις ραδία και σύντομος, άσκησις ευγενής και πρακτικωτάτη, μέσον συγκοινωνίας απλούστατον και ευαπόκτητον, σύντροφος ανεκτίμητος διά πάσαν περίστασιν» 63, το ποδήλατο προβαλλόταν στην καμπή του αιώνα ως μέσο τόσο ψυχαγωγίας όσο και συγκοινωνίας. Ο λόγος, εξάλλου, που νομιμοποιούσε τη σωματική άσκηση που πρόσφερε η ποδηλασία δεν στερούνταν επιχειρημάτων. «Το αγώνισμα τούτο ασκεί μεν τους πόδας και τον οφθαλμόν, διδάσκει την ισορροπίαν καικαθίστησι καρτερικόν το σώμα και ελαφρόν και εύστροφον, παρέχει δε και πλείστας όσας ηθικάς ωφελείας και τέρψεις. Ο Σύλλογος Υμών [Ποδηλατικός Σύλλογος Αθηνών] πρόκειται να ελαττώση τους επισκεπτομένους και θαμίζοντας εις τα καφφεία και ζαχαροπλαστεία και τα άλλα της αργίας καταγώγια, εν οις κατατριβομένη φθείρεται η νεότης, να συνεγείρη δε πάντας τους ομήλικας μετ' αλλήλων και να συναπτή εν τοις συναγωνιζομένοις εταίροις γνωριμότητας και φιλίας, ερειδομένας επί της διεγέρσεως της φιλοτιμίας και αμίλλης», σημείωνε στην αυγή του 1899 ο γνωστός παιδαγωγός Μιλτιάδης Βρατσάνος 64. Η θεσε εξαιρετικές σωματικές ικανότητες ούτε μυώδεις ρέκτες 65. Προσφερόταν εξάλλουγιαμαζικό θέαμα και προκαλούσε το ενδιαφέρον του κόσμου. Η συρροή των θεατών στους ποδηλατικούς αγώνες επιβεβαίωνε την ψυχαγωγική διάσταση της ποδηλασίας όχι μόνο για τους αθλουμένους αλλά και για τους θεατές. Ο
64. Μιλτιάδης I. Βρατσάνος, «Πρόχειρον Σημείωμα. Τω κυρίω Μιλτ. Νεγροπόντη Προέδρωτου Ποδηλατικού Συλλόγου μετά πολλών ευχώνεπί τω έτει υπέρΑυτού και των Εταίρων», ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 115. Τελείως διαφορετικές, ωστόσο, ήταν οιαπόψεις του γιατρού του «πρόξενον μεγίστης βλάβης επί της υγείας και της σωματικής διαπλάσεως του ανθρώπου», κυρίως για τα παιδιά και τις γυναίκες. Γ. Ν. Μαυράκης, «Το ποδήλατον υπόυγιεινήνκαι γυμναστικήν έποψιν», Ε θ ν κ ιή Α γ ω γ ή 3 (1900), σ. 29-31. 65. Είναι ενδιαφέρον, π.χ. ότι στη Γερμανία ηηλικία των μελών των εργατικών ποδηλατικών σωματείων είναι σχετικά ανώτερη από εκείνη των μελών των γυμναστικών σωματείων.
Βλ. V. L. Lidtke, The Alternative Culture. Socialist Labor in Imperial
63.Στο ίδιο, σ. 21.
62. 200 δρχ. ήταν το στοίχημα μεταξύ Παρασκευόπουλου και Α. Γεωργαντά για την απόσταση Αθηνών-Μαραθώνα. Βλ. ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 231.
Oxford University Press, 1985, σ. 34.Τα καταστατικά των ελληνικών ποδηλατικών συλλόγων δενέθεταν όριοηλικίας για την εγγραφή των μελών εκτός από την Ποδηλατική Ένωση στη οποία εγγράφονταν μέλη άνω των 21 ετών.
Germ
Π.Σ. Σαββίδης παρατηρούσε το 1906 ότι οι ποδηλατικοί αγώνες «θεωρούνται ως οι πλειότερον πάντων αναπτύσσοντες το ενδιαφέρον εις τους θεατάς, κατατ μενοι εις δευτέραν μετά τους ιππικούς βαθμίδα υπό την έποψιν ταύτην, τρίτην θέσιν κατεχόντων των αθλητικών και γυμναστικών αγώνων» 66. Λόγω του γεγονότος ότι οι ποδηλατικοί αγώνες διεξάγονταν στο ύπαιθρο και συνήθως σε μεγάλες αποστάσεις, ήταν ανοιχτοί σε ένα μεγαλύτερο κοινό και έξω από τα αστικά κέντρα. Ήδη πάντως στις αρχές του αιώνα, η ποδηλασία διερχόταν περίοδο κρίσης. Πράγματι, η εκλαΐκευση του ποδηλάτου με την πτώση του κόστους του και ο πολλαπλασιασμός των ποδηλάτων στα αστικά κέντρα 67 σήμαινεαυτομάτως και την παρακμή των πρώτων Ισχυρών ποδηλατικών συλλόγων. Στους αγώνες λασίας πουγίνονται στο Ποδηλατοδρόμιο στο πλαίσιο των ετήσιων πανελλήνιων αγώνωντα χρόνια 1908-1909, μετέχει μόνο ένα ποδηλατικό σωματείο, η Ποδηλατική Εταιρεία Αθηνών68. Από το 1906, κατά την κατάρτιση του προγράμματος της Μεσολυμπιάδας, «το ποδήλατον διεγράφη επί τω λόγω της γενικής παρακμής της ποδηλασίας, εις ήν και η Ελλάς υπό έποψιν παραγωγής δρομέων υπέκυψεν όντως από του 1902» 69 . Το 1911, στον κατάλογο των σωματείων πο είναι εγγεγραμμένα στον Σ.Ε.Α.Γ.Σ. δεν περιλαμβάνεται πλέον ούτεέναςποδηλατικός σύλλογος70. Τα άτομα που ίδρυσαν και στελέχωσαν στις αρχές της δεκαετίας του 1890 τους ποδηλατικούς συλλόγους, μέλη μιας εύπορης τάξης, αναζητούν τώρα νέους χώρους δραστηριοποίησης πουθατουςδιασφαλίζουν την κοινωνική διάκριση. Η πεζοπορία η, ακόμη, η λιγότερο επίπονη και κουραστική περιήγηση θα αποτελέσουν την προσφιλέστερη εναλλαγή για τους ποδηλάτες, δεδομένου ότι και ως δραστηριότητα είναι πλησιέστερη προς την ποδηλασία. νική Ποδηλατική Εταιρεία η οποία, όπως ήδη αναφέρθηκε, μετονομάστηκε δεκαπέντε χρόνια μετά την ίδρυση της σε Ελληνική Εταιρεία Περιηγήσεων. Το νέο ιδρυτικό καταστατικό δεν αφήνει αμφιβολίες ωςπροςτην κοινωνική εμβέλεια
67. Χαρακτηριστική είναι η Αστυνομική Διάταξις «περί σημάνσεως και κυκλοφορίας των ποδηλάτων» πουδημοσιεύθηκε το 1900,μεστόχο τον περιορισμό των ατυχημάτων πουπροκαλούσαν τα ποδήλατα σε Αθήνα και Πειραιά. Βλ. ΠΑΕΑ 2 (1899-1900), σ. 216.
68. Δελτίον Ε.Ο.Α. 7,1 Οκτ. 1908 και 8,1 Οκτ. 1909.
66. Π. Σ. Σαββίδης, Λεύκωμα
των
... Ολυμπιακών
Α γ ώ ν ω ν
1906,
Αθήνα1907, σ.
69. Π. Σ. Σαββίδης, Λεύκωμα..., ό.π.,σ. 150. 70. Σ.Ε.Α.Γ.Σ, Η μ ε ρ ο λ ό γ ο ιν 1911..., Αθήνα 1911, σ. 82-83. Η πλήρης παρακμή της ποδηλασίας ωςσπορμέσα στον 20όαι. επιβεβαιώνεται και από μεταγενέστερο σχετικό δημοσίευμα. Το1929, διαβάζουμε στο περ. Όλα τα Σπορ (έτος Α',αρ. 2,13 Μαρτίου 1929, σ. «Ίσως πολλοί γελάσουν όταν ακούσουν ότι προ τριακονταετίας ειςτην Ελλάδα ηποδηλασία ήτο περισσότερο προοδευμένηαπό όλα τα σπορκαι ότι επίσης εδώ στας Αθήνας διεξήγοντο μεγάλοι αγώνες παρόμοιοι των οποίων σήμερον διεξάγονται μόνοστη Γαλλία».
της Εταιρείας. Πέρα από τα γνωστά στην αθηναϊκή κοινωνία πρόσωπα που στελεχώνουν το πρώτο διοικητικό της συμβούλιο, σταθερά μέλη του είναι επίσης οεκάστοτε υπουργόςτωνΕσωτερικών καθώς και ο δήμαρχος Αθηναίων. Ισόβιος πρόεδρος, όπως και στη μητρική Ελληνική Ποδηλατική Εταιρεία, είναι ο πρίγκηπας Γεώργιος71. Η Εταιρεία προσδίδει κοινωφελή χαρακτήρα στη δράση της και αποσιωπά κάθε ψυχαγωγική διάσταση. Η ανάπτυξη του τουρισμού, η βελτίωση του οδικού δικτύου, η έκδοση τουριστικών οδηγών και χαρτών, η μόρφωση ξεναγών αναφέρονται μεταξύ των επιδιώξεών της 72 . Ιδρύει εξάλλου τμήματα πρωτότυπα για την εποχή και τα οποία προαναγγέλλουν τις αθλητικές ενασχολήσειςτωννέων της αστικής τάξης μέσαστον 20ό αιώνα: τμήμα αυτοκινήτων και αεροπόρων73. Όσο ο τουρισμός γινόταν προσιτός στη μέσηκαιτην κατώτερη αστική τάξη, οι νέοι της πλούσιας αστικής ελίτ αναζητούσαν νέες, και ακριβές, τεχνολογίες για να ικανοποιήσουν το πνεύμα της περιπέτειας, σε πλήρη αναλογία μετουςμοναχικούς ποδηλάτες της προηγούμενης γενιάς.
72. Στο ίδιο, σ. 3-4.Τοδικαίωμα εγγραφής για τους εταίρους (τακτικά μέλη) ανέρχεται 5 δρχ. και η ετήσια συνδρομή σε20 δρχ. Αντίστοιχα για τα (έκτακτα) μέλη, 2και 5 δρχ. 73.Εκτός από το αυτοκίνητο, καιημοτοσυκλέτα «εναπότα ευγενέστερα, ωραιότερα και ενταυτώ τολμηρά σπορ»,γνωρίζει ανάπτυξη από τα τέλη της δεκαετίας του 1920. Το 1928 ιδρύεται οπρώτος στην Ελλάδα « Αθηναϊκός μοτοσυκλετιστικός όμιλος», ενώήδηστην Αθήνα κυκλοφορούσαν περί τους 150-200 μοτοσυκλετιστές. Βλ. «Όμιλος Μοτοσυκλιστών Αθηνών. Η ίδρυσίς του - Οι σκοποί του», Α θ λ η τ κ ι ή Εβδομάς 1,11 Ιουλίου 1928, σ. 9.
71. Για τα μέλη του Δ.Σ. βλ. Καταστατικόν Touring Club de Grèce 1895-1910,
της ...Ελληνικής Αθήνα 1910, σ. 19..
Ε τ α ι ρ ε ί α ς
Περιηγ
32. Μέλη του Πανελληνίου Γ.Σ. γυμναζόμενα στο γυμναστήριό του (1898).
Τόποι στην
καθημερινότητας και τρόποι ψυχαγωγίας αστική κοινωνία
"Ως το 1922, η σωματική άσκηση στην Ελλάδα ακολούθησε δύο διαφορετικούς, αν και συχνά διασταυρούμενους, δρόμους: της γυμναστικής αφενός και των σπορ αφετέρου. Οιδύο αυτοί δρόμοι παραπέμπουν σε διαφορετικά ευρωπαϊκά πρότυπα του 19ου αιώνα, ανταποκρίνονται σε διακριτά κοινωνικά αιτήματα και συνεπάγονται ετερότροπες κοινωνικές πρακτικές. Εναρμονίζονται εντούτοις ως προς το σύστημα αξιών που προϋποθέτει η εξάπλωση της σωματικής άσκησηςκαιως προς το ιδεολογικό περίβλημα με το οποίο επενδύεται ο αθλητισμός. Η τας και γι' αυτό η νομιμοποίησή της υποστηρίζεται από τον ιατρικό και παιδαγωγικό λόγο. Η ένταξή της στο σχολικό πρόγραμμα και ο προσδιορισμός του περιεχομένου της αποτελούν το σταθερό αίτημα και μέλημα εκείνων που, από την ίδρυση του ελληνικού κράτους, πρόβαλαν —με διαφορετικά κατά εποχές επιχειρήματα— την ωφέλεια και αναγκαιότητά της. Όπως και το σύνολο του ελληνικούεκπαιδευτικού συστήματος κατά τον περασμένο αιώνα, οι στόχοι και το περιεχόμενο της σωματικής αγωγής που προτείνεται, και κατά καιρούς υιοθε τείται, εξαρτώνται από το γερμανικό γυμναστικό σύστημα, την Turnbewegung. Μ ε τ ά το 1880, εξάλλου, εντοπίζονται εξαρτήσεις και από τη γ α λ λ ι κ ή γυμναστική νομοθεσία. Μόλις στις αρχές του 20ού αιώνα, θα επιβληθεί στο ελληνικό σχολείο η σουηδική γυμναστική. Η πουέθετετογυμνασμένο σώμα στην υπηρεσία της πατρίδας και αφετέρου της γαλλικής καινοτομίας των σχολικών ταγμάτων της Revanche ταίριαζε με το μεγαλοϊδεατικό κλίμα των εθνικών διεκδικήσεων. Έτσι, ως πρώτιστος στόχος της σωματικής αγωγής προβλήθηκε η στρατιωτική προετοιμασία του έθνους κα το περιεχόμενο της σχολικής γυμναστικής προσανατολίστηκε μέχρι και τις πα ραμονές του Μεγάλου Πολέμου προς τη στρατιωτική άσκηση—είτε με ασκήσεις παράταξης και πειθαρχίας είτε και με τη διδασκαλία της ίδιας της σκοποβολής. Από τα τέλη του 19ου αιώνα ωστόσο, η αντίληψη αυτή ποικίλλεται υπό το φως των νέων παιδοκεντρικών παιδαγωγικών θεωριών, όταν τονίζεται η αξία του -ομαδικού κυρίως— παιχνιδιού και της επαφής με τη φύση, μέσω των σχολικών
εκδρομών. Η στροφή αυτή, που εντοπίζεται στο νομοθετικόέργοτουυπουργού Αθ. Ευταξία το 1899, είναι συγγενέστερη προς το βρετανικό πρότυπο των σπορ, το όποιο ήδη έχει αρχίσει να αποκτά ιδιαίτερη αίγλη και στηνηπειρωτικήΕυρώπη.
Τα πρώτα σπορ που καλλιεργήθηκαν στο ελληνικό κράτος, χωρίς ωστόσο να αποκτήσουν τη μορφή της οργανωμένης άσκησης μέσω σωματείου, συνδέονταν επίσης με τη στρατιωτική προετοιμασία, έστω και έμμεσα. Αξιωματικοί κυρίως ήταν όσοι ασχολούνταν πριν από τη δεκαετία του 1870 —όταν εμφανίστηκαν τα πρώτα αθλητικά σωματεία— με την ιππασία, την ξιφασκία και τη σκοποβολή. Η σύμπτωση αυτή παρακολουθούσε άλλωστε την κυρίαρχη τότε δυσπιστία απέναντι στην άσκοπη, μη χρησιμοθηρική άσκηση του σώματος. Εντούτοις, παρά την προφανή πρακτική χρησιμότητα των πρώτων σπορ, ήταν σαφής η κοινωνική διάκριση —και λόγω κόστους— που συνεπάγονταν για εκείνους που ασχολούνταν με παρόμοιες δραστηριότητες. Αντίθετα, η ενασχόληση με τη γυμναστική την ίδια ακριβώς περίοδο αντιμετωπιζόταν με περιφρόνηση, επειδή ταυτιζόταν με την ακροβασία αλλά και τη μυϊκή δύναμη που προϋπέθετε η χειρωνακτική εργασία. Το πρότυπο του sportsman ,πουεισάγεται σταδιακά στην Ελλάδα ωςτα τέλη του 19ου αιώνα, διαφοροποιείται από τη μυϊκή προσπάθεια πουαπαιτεί η γερμανική γυμναστική ή ο πλανόδιος λαϊκός αθλητισμός για να προβάλει τη διατήρηση της καλής φυσικής κατάστασης, της ευεξίας και της ευθυτενούς κορμοστασιάς καθώς και την ατομική επίδοση και τον αυτοέλεγχο. Γι' αυτό το λόγο εξάλλου, τα σπορπουκατακτούν την ελληνική κοινωνία από την καμπή του 19ου αιώνα (τέννις, ποδηλασία, περιηγητισμός) δεν απαιτούν ούτε ιδιαίτερες σωματικές ικανότητες ούτε εξαιρετική μυϊκή δύναμη. Δεν επιβάλλουν, συνεπώς, ούτε καν κάποιο χαμηλό όριο ηλικίας για τους ασκούμενους.
Αυτό δεν σημαίνει ότι τα σπορ δεν συνδέονται με τη νεότητα - απλώς, συνδέονται μάλλον με την ψυχαγωγία της και λιγότερο με τη διάπλασή της, παρά τις διακηρύξεις γυμναστών και παιδαγωγών για το αντίθετο. Άλλωστε, και η εισαγωγή τους στο εκπαιδευτικό σύστημα την ψυχαγωγική τους λειτουργία επικαλείται ως εχέγγυο της για την αποτελεσματικότητά τους στη διαμόρφωση του χαρακτήρα. Κυρίως όμως, ως τα τέλη του περασμένου αιώνα, η «συνήθεια της διασκέδασης» έχει κατακτήσει τους νέους των ανώτερων και μεσαίων στρωμάτων της πόλης και τα σπορ αποτελούν πλέον συστατικό στοιχείο τουνεοτερικού προτύπου ψυχαγωγίας. Η κωπηλασία, το ποδήλατο, το τέννις, ο περιηγητισμός, το ποδόσφαιρο, η ιστιοπλοΐα, που συμβολίζουν τις νέες αστικές αξίες, προστίθενται πλάι στα παραδοσιακά «ευγενή» σπορ της ξιφασκίας και της ιππασίας ως βασικές δραστηριότητες της σχόλης της ανερχόμενης αστικής τάξης. Αντίθετα, η σκοποβολή, που συνδυάστηκε σαφέστερα με τη στρατιωτική προετοιμασία αλλά καιτους εκπαιδευτικούς θεσμούς, εξοβελίστηκε σταδιακά από το αστικό πρότυπο ψυχαγωγίας. Ίδια ήταν η τύχη των σπορ εκείνων που διαδόθηκαν σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα, όπως το ποδήλατο και το ποδόσφαιρο. Μέσα
στον 20ό αιώνα, η κοινωνική περιχαράκωση μέσωτωνσπορεπιζητείται με καινοτόμες —και πολυδάπανες— δραστηριότητες, όπως το αυτοκίνητο, ημοτοσυκλέτα και το αεροπλάνο. Το Εάνωςτηντελευταία εικοσαετία του 19ου αιώνα ηάσκοπηάσκησηθεωρούνταν περίπου σκανδαλώδης, στα τέλη του αιώνα η άσκηση γίνεται αυτοσκοπός μέσω της ιδεολογίας του ερασιτεχνισμού. Ο ερασιτεχνισμός νομιμοποιεί την ψυχαγω γική σκοπιμότητα των σπορ και θέτει το κοινωνικό όριο μέσω της ανιδιοτελούς (χωρίς αμοιβή) συμμετοχής. Η επιβολή εξάλλου του ερασιτεχνικού ήθους στο παιχνίδι (fair-play), δηλ. η οικειοθελής αποδοχή κανόνων, είχε σημαντικές·συνέπειες ως προς την οργάνωση των αθλητικών αναμετρήσεων με κεντρικό γεγονός τουςΟλυμπιακούςΑγώνες. Βασικός κανόνας, που υποδηλώνει και τη μετάβαση από ένα σύστημα αριστοκρατικών αξιών στη νέααστική ηθική,ηυπεροχήτου «άριστου» όχι λόγω θέσης η κληρονομικού δικαιώματος αλλά μέσω του «δημοκρατικού» ανταγωνισμού.
Η Αθήνα το 1896 αποτέλεσε την αδιαμφισβήτητη τομήγιατηνανάπτυξη του ελληνικούαθλητισμού, προςτηνκατεύθυνση τόσο της γυμναστικής όσοκαιτων σπορ.ΣτηνΕλλάδα προϋπήρχε μια αγωνιστική παράδοση χάρη στο θεσμό των Ζάππειων Ολυμπιάδων που, ακολουθώντας το κλασικό αθλητικό παράδειγμα αλλά καιτα σύγχρονα γυμναστικά πρότυπα, είχαν δημιουργήσει έναν αγωνιστικό κώδικα και είχαν εισαγάγει το αθλητικό θέαμα στην ελληνική κοινωνία. Μετους Ολυμπιακούςτου1896, το αθλητικό θέαμα αποκτά πρωτοφανή —αν και συγκυριακή— μαζικότητα, εμφανίζεται η εξειδίκευση των αθλητών και ο πρωταθλητισμός, και θεσμοθετούνται μόνιμοι αθλητικοί θεσμοί. Η επιδίωξη του ρεκόρ, που σφραγίζει έκτοτε τον ελληνικό κλασικό αθλητισμό, αποτελεί το υπόβαθρογιατην προοδευτική διαμόρφωση μιας ιδιαίτερης αθλητικής μυθολογίας, η οποία στελεχώνεται από νέους εθνικούς ήρωες, τους πρωταθλητές και τους Ολυμπιονίκες. Η μυθολογία αυτή προϋποθέτει βεβαίως σημαντικές αλλαγές στην κουλτούρα του σώματος, που έχουν ήδη συντελεστεί κατά τις προηγούμενες δεκαετίες καιπου έχου η δύναμη, η σκληρότητα, το θάρρος, η αντοχή και η σωματική δεξιότητα. Το ανδρικό σώμα παραπέμπει στο εθνικό σώμα και η σωματική ρώμη στην εθνική υπεροχή. Η γιατηνεξάπλωσητηςοργανωμένης άσκησης αλλά και επέβαλε τον αθλητισμό στίβου ως «εθνικό» σπορ. Οι Πανελλήνιοι Αγώνες στο Παναθηναϊκό Στάδιο θα είναι, συνεπώς, στις αρχές του 20ού αιώνα το πιο δημοφιλές αθλητικό θέαμα και οι γυμναστικοί σύλλογοι περισσότεροι αλλά και μαζικότεροι από τους άλλους αθλητικούς συλλόγους. Η Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων, εξάλλου, ανα κνύεται παράλληλα στον ισχυρότερο αθλητικό θεσμό, μέσα στο νέο πλέγμα πολι-
πολιτικών σχέσεων και εξαρτήσεων που ενώνει τους νεότευκτους αθλητικούς θεσμού με την κεντρική εξουσία και τη βασιλική οικογένεια. Ο περιορισμένης του συμβολής στην ψυχαγωγία και την κοινωνική επαφή στο εσωτερικό της αστικής κοινωνίας— αποτέλεσε δραστηριότητα κατεξοχήν των γυμναστικών συλλόγων, όπως ο Πανελλήνιος και ο Εθνικός, οι οποίοι συσπείρωναν τα μεσαία αστικά στρώματα. Διαπιστώνεται πράγματι, ως προς τις αθλητικές πρακτικές, μια σημαντική τομή ανάμεσα στα γυμναστικά και τα αθλητικά (sportifs) σωματεία, η οποία αντανακλά ταυτόχρονα μια προφανή κοινωνική τομή που βαθαίνει στις αρχές του 20ού αιώνα. Η τομή αυτή εντοπίζεται στο εσωτερικό της αστικής τάξης, ανάμεσα στα ανώτερα αφενός και τα μεσαία και κατώτερα στρώματά της αφετέρου. Τα γυμναστικά σωματεία καλλιεργούν τη γυμναστική και τον κλασικό αθλητισμό, διεκδικούν τη διάκριση και τα πρωτεία στους Πανελλήνιους Αγώνες και μόνο περιθωριακά διατηρούν τμήματα για ψυχαγωγικά σπορ.Οαρχικόςτους πυρήνας είναι συνήθως οι επαγγελματίες γυμναστές, οι οποίοι καθορίζουν τη φυσιογνωμία και τους στόχους του σωματείου διεκδικώ τας, και μέσω αυτής της μορφής συσσωμάτωσης, την κατοχύρωση της κοινωνικής και επαγγελματικής τους θέσης. Κατά τούτο, διαφοροποιούνται σαφώςαπότην ιδεολογία του ερασιτεχνισμού και της κοινωνικής περιχαράκωσης των σύγχρονών τους αθλητικών σωματείων, τα οποία στοχεύουν στον ανιδιοτελή ανταγωνισμό και την ψυχαγωγία, μέσω των σπορ. Σύλλογοι όπως ο Πανελλήνιος και ο Εθνικός συνδέονται επιπλέον με τους εκπαιδευτικούς θεσμούς και θέτουν ως πρώτιστο στόχο τους τη διαπαιδαγώγηση των νέων αλλά και, κάποτε, των λαϊκών τάξεων. Μέσα σ' αυτό το πλαίσιο, υιοθετούν τους πατριωτικούς στόχουςπουενστερνίζεται η γυμναστική εκπαίδευση, με την οποία λειτουργούν συχνά συμπληρωματικά, και θεωρούν το έργο τους ως «εθνικό». Τα αριθμούνυψηλάσύνολα τακτικών και έκτακτων μελών. Η εσωτερική τους οργάνωση στηρίζεται στις αξίες της πειθαρχίας καιτηςυπακοήςκαιακολουθεί μια σαφή ιεραρχική δομή σύμφωνα με τις κατηγορίες των μελών. Στο εσωτερικό τους διαγράφεται συνεπώς εναργής ο κοινωνικός και ηλικιακός διχασμός ανάμεσα στην ολιγομελή διοίκηση και τους πολυπληθείς αθλητές. Ο διχασμός αυτός προσδιορίζει αναπόφευκτα και τις μορφές κοινωνικότητας που αναπτύσσονται στο γυμναστικό σωματείο, οι οποίες αρθρώνονται σε διαφορετικά επίπεδα και περιλαμβάνουν εξαρτήσεις που κάποτε αποκτούν τη μορφή της «προστασίας». Αντίθετα, τα αθλητικά (sportifs) σωματεία έχουν τα χαρακτηριστικά της λέσχης. Συγκροτούνται από μια ολιγομελή, κοινωνικά συγγενή ομάδα και η δομή τους είναι σαφώς οικογενειοκρατική. Τα επαγγελματικά, οικογενειακά και φιλικά δίκτυα, που υπάρχουν παράλληλα με το σωματείο και έξω απ' αυτό, επικαθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τη σύνθεση του. Η αθλητική δραστηριότητα είναι κατ' αυτό τοντρόπο συμπληρωματική προς άλλες παράλληλες ψυχαγωγικές δραστη-
δραστηριότητες, πουμπορούν να έχουν τόσο άτυπη όσο και τυπική μορφή. Γι'αυτό το λόγο η διάκριση μεταξύ διοίκησης και ασκουμένων είναι αδιόρατη έως ανύπαρκτη. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο, είναι έντονη —και συχνά ισότιμη— η παρουσία των γυναικών, αν όχι στην άσκηση εξουσίας στο εσωτερικό του συλλόγου, οπωσ δήποτε όμως στη μεικτή ψυχαγωγία μέσω της άσκησης και της θέασης. Η ιδιαίτερη αυτή θέση των γυναικών και η συμμετοχή τους στη σωματειακή κοινωνικότητα καθιστά επιπλέον το αθλητικό σωματείο τόπο γαμήλιας αγοράς. Στα γυμναστικά σωματεία, αντίθετα, η παρουσία των γυναικών περιορίζεται συνήθως στην παραδοσιακή, και γνωστή και από άλλα είδη συλλόγων, φιλεκπαιδευτική δράση, η οποία δεν συνεπάγεται επαφή και συναναστροφή με τα άρρενα μέλη του σωματείου.
μικισμού και δεν αναζητείται καμία ηθικού τύπου νομιμοποίηση είτε σε συλλογικό (εθνικό) είτε σε ατομικό (διάπλαση χαρακτήρα) επίπεδο. Το σύστημα των αστικών αξιών,πουκυριαρχεί σε ολόκληρη την Ευρώπη, υπόκειται στην ίδρυση και δράση αυτών των σωματείων: φιλία, αλληλεγγύη, συντροφικότητα, ατομική επίδοση. Ευαίσθητα στη μόδα και την κοινωνική διάκριση, τα αθλητικά σωματεία παρουσιάζουν μικρότερη σταθερότητα από τα γυμναστικά σωματεία. Η μόδα του ποδηλάτου στα τέλη του 19ου αιώνα, που παραχωρεί τη θέση της στη μόδα του περιηγητισμού στις αρχές του 20ού αιώνα, είναι ένα από τα πιο εύγλωττα παραδείγματα. Παράλληλα, τα αθλητικά σωματεία χαρακτηρίζονται απότονκοινωνικό αποκλεισμό, που βαίνει παράλληλα προς την κοινωνική διάκριση: θέτουναυστηρούς περιορισμούς στην είσοδο νέων μελών, οι οποίοι μάλιστα δεν είναι συνήθως οικονομικοί. Αποτελούν συνεπώς τόπους κοινωνικής αναπ ραγωγής και, στην ουσία, απλή προέκταση των διαιρέσεων που υπάρχουν στην περιβάλλουσα κοινωνία.
τη συνοχή της ανώτερης αστικής τάξης: αξίες, στυλ και δίκτυα. Επειδή εξάλλου συγκροτούνται από τους σημαντικότερους εκπροσώπους αυτής της τάξης, αποτελούν καιπιοευαίσθητους δείκτες των ιδεολογικών και πολιτικών αλλαγών της ελληνικής κοινωνίας. Η ενδοαστική σύγκρουση που εκδηλώθηκεστιςαρχέςτου αιώνα είχε, γι' αυτό το λόγο, άμεσο αντίκτυπο στη δομή εξουσίας του Ομίλου Αντισφαίρισης Αθηνών, κάτι που δεν παρατηρείται στους γυμναστικούς π.χ. συλλόγους. Η ισχυρή διοικητική ομάδα του Πανελληνίου, που ανήκε στην παραδοσιακή φιλοβασιλική τάση της αστικής τάξης, δεν ανατράπηκε κατά τη διάρκεια τουΔιχασμούπαρά τις μικρές αλλοιώσεις στη σύνθεση των διοικητικών συμβουλίων. Αντίθετα, στον Όμιλο Αντισφαίρισης Αθηνών, η εναλλαγή βενιζελικών καιαντιβενιζελικών στηνκεντρική εξουσία αντικατοπτρίστηκε στην αντίστοιχη εναλλαγή δύο ομάδων, μιας συντηρητικής και μιας εκσυγχρονιστικής, στη διοίκηση του συλλόγου.
στηνάσκησητηςδιοικητικής εξουσίας. Η ίδια η σωματειακή ζωήεγκλείει συγκρουσιακές όψεις, πλάι στις αρμονικές κοινωνικές επαφές. Οι καθημερινές σχέσεις μεταξύ των μελών, οι οποίες μπορούν να τεθούν κάτω από τον γενικευτικό χαρακτηρισμό της κοινωνικότητας, και η εσωτερική λειτουργία (όργανα διοίκησης, συμμετοχή μελών, σύστημα ποινών) του σωματείου αποτελούν στοιχεία τομής μεταξύ των γυμναστικών και των αθλητικών σωματείων —προφανώς, άλλωστε, καιάλλωνμορφών εθελοντικής συσσωμάτωσης. Παρατηρείται λοιπό μια κοινή «ολιγαρχική» δομή —κατά την ανάλυση του R. Michels—, σύμφωνα μ τηνοποία μιασχετικά ομοιογενής και συνδεδεμένη ομάδα ασκεί την εξουσία ελέγχοντας τηδιατήρηση και αναπαραγωγή της. Η διευθυντικήαυτή ομάδα έχει κοινά κοινωνικά χαρακτηριστικά: ανήκει κατά κανόνα στην ανώτερη αστική τάξη τόσο στα γυμναστικά όσο και στα αθλητικά σωματεία. Και στα μεν αθλητικά σωματεία, δεν υπάρχει κοινωνική απόσταση μεταξύ της διοίκησης και των τακτικών μελών. Στα γυμναστικά σωματεία όμως, η απόσταση είναι σαφής, κυρίως απότηνκαμπή του αιώνα, όταν ενισχύεται το κοινωνικόαντίκρυσμα τουαθλητισμού και η κατοχή υψηλών θέσεων στη διοίκηση των γυμναστικών σωματείων συνεπάγεται συμβολικές ανταμοιβές και αύξηση του κοινωνικού κύρους. Έτσι, παρά τη δημοκρατική λειτουργία του σωματείου, μέσωτουαντιπροσωπευτικού συστήματος εκλογής της διοίκησης, αλλά και της έλλειψης προφανών περιοριστικών μέτρων για την είσοδο ενός νέου μέλους, η ήδη υπάρχουσα κοινότητα περιφρουρεί τη διατήρηση της. Αυτό διευκολύνεται και από τη μεγάλη απόσταση που χωρίζει τα ενεργά από τα παθητικά μέλη. Η συντριπτική αριθμητική υπεροχή των παθητικών μελών —κυρίως στα μαζικότερα σωματεία, όπως ο Πανελλήνι ος— και, επομένως, η σχετική αδιαφορία της πλειονότητας των τακτικών μελών για συμμετοχή στη διοίκηση επιτρέπουν τη συγκέντρωση της εξουσίας σε μια ολιγομελή ομάδα ενεργών μελών. Είναι προφανές ότι οι δεσμοί που αναπτύσσονται στο εσωτερικό αυτής της διευθυντικής ομάδας είναι πολύ ισχυρότεροι από τους δεσμούς μεταξύ των υπόλοιπων μελών. Υπάρχει όμως ένα ευρύ δίκτυο κοινωνικών επαφών με κέντρο το σωματείο, όπου μετέχουν οι διάφορες κατηγορίες μελών και το οποίο περιλαμβάνει την άσκηση στις αθλητικές εγκαταστάσεις του συλλόγου, τη συνάντηση στις συνελεύσεις, τη φιλική κουβέντα με καφέ και τσιγάρο στο εντευκτήριο, την ψυχαγωγία με εξωσωματειακές δραστηριότητες όπως οι χοροεσπερίδες και οι εκδρομές. Το γυμναστικό και το αθλητικό σωματείο γίνεται κατ' αυτό τον τρόπο ένας απότους«τόπους της καθημερινότητας» στην πόλη, ένας τόπος σχόληςγιατα ανώτερα καιμεσαία αστικά στρώματα, κοινωνικά συμπληρωματικός και ιδεολογικά ανταγωνιστικός προς το καφενείο. Αποτελεί, βεβαίως, χώρο της ανδρικής κατεξοχήν κοινωνικότητας και μάλιστα, στην περίπτωση των ποδοσφαιρικών π.χ. συλλόγων, τόπο κατασκευής της ανδρικής ταυτότητας. Μόνο τα νεοτερικά σπορ, εκείνα που θα αποτελέσουν συστατικό στοιχείο του προτύπου διασκέδ
της ανώτερης αστικής τάξης, προσφέρονται ως πεδίο ανάπτυξης της γυναικείας κοινωνικότητας αλλά και της γυναικείας χειραφέτησης. Μέσω του αθλητισμού δεν συγκροτούνται μόνο οι έμφυλες και οι ταξικές ταυτότητες. Το σωματείο και το γήπεδο συμβάλλουν, ως χώροι κοινωνικής διάδρασης, στη δημιουργία νέων, παράλληλων ταυτοτήτων που ξεπερνούν την ταξική ένταξη. Αυτό διακρίνεται σαφέστερα στον ανταγωνισμό μεταξύ ομοειδών σωματείων με παρόμοια κοινωνική σύνθεση, όπως ο Πανελλήνιος και ο Εθνικός. Οιαθλητές καιοιοπαδοί των δύο συλλόγων —όπως και πολλών άλλων την ίδια εποχή— ενστερνίζονται μια ιδιαίτερη ταυτότητα, που στηρίζεται στο αίσθημα της κοινότητας και της αλληλεγγύης και που εκδηλώνεται συχνά με απροκάλυπτη εχθρότητα προς τον ανταγωνιστικό σύλλογο. Η ανάπτυξη ενός μεγάλου αστικού κέντρου —της πρωτεύουσας του ελληνικού κράτους ενπροκειμένω—ευνοεί τη δημιουργία παρόμοιων νέων ταυτοτήτων, που ανταποκρίνονται σε νέες ομαδώσειςκαιδιαφοροποιούνται από τις ταυτότητες που προέρχονται απότην οργάνωση της παραδοσιακής κοινωνίας. Στις αρχές του 20ού αιώνα δενέχουν ωστόσοακόμηισχυροποιηθεί αυτές οι νεοτερικές ταυτότητες, κυρίως λόγω της περιθωριακής θέσηςτου αθλητικού θεάματος και της έλλειψης σταθερών οπαδών πέρα από τα μέλη των σωματείων. Ο αθλητισμός όμωςκαιοιαθλητικές αναμετρήσεις δίνουν την ευκαιρία για να εκφραστούν αφενός οι εθνικές ταυτότητες —στο πλαίσιο των Ολυμπιακών του 1896 και της Μεσολυμπιάδας του 1906— και αφετέρου οι τοπικές ταυτότητες, όπως δείχνει η αντιπαλότητα Αθήνας και Πειραιά — σε πρώιμο ακόμη στάδιο πριν από το 1922.
κών σωματείων παραπέμπει στη σχέση αστικής ανάπτυξης και διάδοσης του αθλητισμού. Όπως δείχνει η γεωγραφική κατανομή των αθλητικών και γυ στικών σωματείων στο ελληνικό κράτος, η ίδρυση και εξάπλωση τους βαίνει παράλληλα και αναλογικά προς την ανάπτυξη των πόλεων. Οι τοπικές ελίτ υιοθετούντηναθλητική δραστηριότητα και τη σωματειακή συσπείρωση μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της διαμόρφωσης του συστήματος αξιών και των στυλ ζωής της ανερχόμενης αστικής τάξης. Παρά τη σημαντική διασπορά των γυμναστικών κυρίως σωματείων, παρατηρείται μεγάλη συγκέντρωση στην πρωτεύουσα, η οποία στησυνέχεια διαβαθμίζεται μειούμενη στα υπόλοιπα σημαντικά αστικά κέντρα. Οι χώροι άθλησης (γυμναστήρια δημόσια και ιδιωτικά, εγκαταστάσεις σωματείων, στάδια και γήπεδα) τοποθετούνται αρχικά στις παρυφές της πόλης, εκεί πουοαστικός χώρος συναντά την ύπαιθρο, για να περιληφθούν στη συνέχεια, μετηνταχύτατη εξάπλωση της πόλης, μέσα στα όριά τηςκαιναδιακλαδωθούν —στον Μεσοπόλεμο πλέον— στις συνοικίες. τανακλώντας και τις ευρύτερες κοινωνικές αλλαγές. Το σημαντικότερο είναι ότι αλλάζει ηκοινωνική του σύνθεση: με τη μαζικοποίηση του αθλητικού θεάματος πρωτίστως και της αθλητικής πρακτικής δευτερευόντως, ο αθλητισμός παύει να
συνδέεται πλέον σχεδόν κατ' αποκλειστικότητα με τα μεσαία και ανώτερα κοινωνικά στρώματα. Η κοινωνική διεύρυνση υποστηρίζεται απότονεπαγγελματισμό που εισβάλλει σταδιακά στον ελληνικό αθλητισμό και από τον πολλαπλασιασμό των αθλητικών περιοδικών εντύπων. Η αξιολόγηση της αθλητικής είδησης στο πλαίσιο της καθημερινής ενημέρωσης των πολιτών αποτελεί έναν επιπλέον δείκτη όχι μόνο για το κοινωνικό εύρος αλλά και για το πολιτισμικό περιεχόμενο του σύγχρονου αθλητισμού.
Α' Π Η Γ Ε Σ I. ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ Αρχεία Γενικά Αρχεία του Κράτους Εθνικός Γυμναστικός Σύλλογος Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων Όμιλος Αντισφαίρισης Αθηνών Όμιλος Ερετών Πειραιώς Πανελλήνιος Γυμναστικός Σύλλογος Πανιώνιος Γυμναστικός Σύλλογος Πρωτοδικείο Αθηνών Πρωτοδικείο Πειραιά Σύνδεσμος Ελληνικών Αθλητικών και Γυμναστικών Σωματείων II. ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΕΣ Συλλογές - Ευρετήρια
προγράμματα της Μέσης Εκπαίδευσης (1833-1929),
να, Ι.Α.Ε.Ν., 1987-1989. Εφημερίς της Κυβερνήσεως (1885-1914). Καλφαρέντζος Ευ. Γ , Περίληψις γυμναστικής νομοθεσίας, 1834 1937. Καλφαρέντζος Ευ. Γ , Ελληνική Γυμναστική Βιβλιογραφία, 1829-1934, 1934. Καρπόζηλου Μάρθα, Ελληνικός νεανικός τύπος (1830-1914). Καταγραφή, Ι.Α.Ε.Ν, 1987. Νίκου Βαγγ., Ευρετήριο των αναγνωρισμένων προσφυγικών σωματ ου Βόλου, 1914-1971, ανάτυπο από τον δέκατο τόμο του Αρχείου Θεσσα Μελετών, Βόλος 1992. Σοφιανός Κ,Το νομικό καθεστώς της παιδικής ηλικίας και της νε Συναγωγή νόμων, διαταγμάτων, εγκυκλίων, καταστατικώ Ι.Α.Ε.Ν, 1988.
Αντωνίου Δ , Τα
τ. Α ' - Γ
Τσικνάκης Κ., Ελληνικός Ι.Α.Ε.Ν., 1986.
νεανικός
τύπος
(1915-1936).
Καταγραφή,
Περιοδικά,
εφημερίδες,
ημερολόγια
Αθλητισμός
Αθλητική Ε β δ ο μ ά ς (1928-1931). Αθλητική Επιθεώρησις (1923-4, 1927-8). Αθλητικός Κόσμος (1926-1928).
(1927-1928).
Δελτίον της Ε.Ο.Α. (1906-1909). Δελτίον του Σ.Ε.Α.Γ.Σ. (1901). Εγκυκλοπαιδικόν Η μ ε ρ ο λ ό γ ι ο ν Ι.Α. Βρετού. Εθνικόν Η μ ε ρ ο λ ό γ ι ο ν (Κ. Σκόκου). Ε π ί σ η μ ο ν Μηνιαίον Όργανον του ΣΕΓΑΣ (1967). Η μ ε ρ ο λ ό γ ι ο ν Γυμναστικού Συλλόγου Κυμαίων Η μ ε ρ ο λ ό γ ι ο ν Ο δ ο ι π ο ρ ι κ ο ύ Συνδέσμου, έτος Α', 1925. Η μ ε ρ ο λ ό γ ι ο ν (πασχαλινόν) Ο δ ο ι π ο ρ ι κ ο ύ Συνδέσμου, Η μ ε ρ ο λ ό γ ι ο ν του Κ υ ν η γ ο ύ (1926-1927).
Η Νίκη (1909-1910, 1922-1924).
1899
Έ
έτος Β
Όμιλος Ποδηλατών Πειραιώς. Η μ ε ρ ο λ ό γ ι ο ν 1895, Αθήνα 1895. Σύντροφος. Περιοδικόν εκδιδόμενον υπό της Χριστιανικής Αδελφότ Όλα τα σπορ (1929). ΟΟ λ υ μ π ι ο ν ί κ η ς του Α μ α ρ ο υ σ ο ίυ Ολυμπιονίκης. Δεκαπενθήμερον Παναθήναια (1906).
Παναθηναϊκός (1920-1922). (1924).
α θ λ η τ κ ιό ν
περιοδικόν
(1920).
Σ.Ε.Α.Γ.Σ., Ημερολόγιον Σ.Ε.Α.Γ.Σ., Ημερολόγιον
Πειραϊκόν Πειραϊκόν Ποδηλατική
Η μ ε ρ ο λ ό γ ι ο ν (1900). Λεύκωμα (1918). και Α θ λ η τ ι κ ή Επιθεώρησις
1910. 1911. Έτος Έτος
(1929, 1938-1939).
Α'[...], Β'[...],
της
Αθήνα 1910. Αθήνα 1911.
Ανατολής
( 1898-1901).
Καταστατικά,
κανονισμοί,
επετηρίδες
συλλόγων*
Β . Δ . «Περί εγκρίσεως τροποποιήσεων του καταστατικού της "Πανελληνίου Σκοπευτικής Εταιρείας"», ΦΕΚ k' 77, 1 Απρ. 1911.
*Δενκαταγράφονται τα Β.Δ.μετα οποία γινόταν απλώς έγκρισηήτροποποίηση καταστατικού χωρίς να δημοσιεύονται οι σχετικές διατάξεις. Δεν περιλαμβάνονται εξάλλου τα καταστατικά πο δενέχουνδημοσιευτεί —είτε αυτοτελώς είτε στην Εφημερ δ ία της Κ υ β ε ρ ν ή σ ε ω ς — α λ λ ά δακτυλόγραφα στα αρχεία των πρωτοδικείων Αθήνας και Πειραιά.
Β.Δ. «Περί τροποποιήσεως άρθρων τινών του καταστατικού του ποδηλατικού συλλόγου Αθηνών», ΦΕΚ Β' 10, 25 Ιαν. 1897. Εθνικός Γυμναστικός Σύλλογος, Καταστατικόν, Αθήνα 1938.
Εσωτερικός Ι π π ι κ ό ς
Κανονισμός
κός Κανονισμός, Αθήνα 1902. Ιππικός Όμιλος, Λογοδοσία έτους 1904, [Αθήνα 1904], ΙππικόςΣύλλογος, Καταστατικόν, Αθήνα 1910.
Πανιωνίου Γυμν. Συλλόγου
κανονισμός του Γυμναστικού Συλλόγου Κέρκυρας [... Η Φίλιππος Κοινωνία εν Ελλάδι. Καταστατικόν, Αθή Όμιλος υπό προστάτην την A.B.Y. τον Διάδοχον. Καταστατικόν
Κανονισμός του Αθλητικού Ομίλου Αθηνών, ΦΕΚ Γ' 103, 25 Οκτωβρίου 1895. Κανονισμός του [...] Αθλητικού Ομίλου Αθηνών τροποποιηθείς [...], ΦΕΚ Β' 71, 11
Σμύρνης
δ ιρ υ θ έ ν τ ο ς
τω 1890
Κανονισμός του Γυμναστικού Συλλόγου Σκοπέλου, ΦΕΚ Β' 44, 4 Μαΐου 1896. Κανονισμός του εν Αθήναις Ελληνικού Αθλητικού Συλλόγου, ΦΕΚ Α' 232, 26 Αυγ.
Κανονισμός Διαδόχω Κανονισμός
1886.
Κανονισμός Διαδόχω
Συλλόγου,
του εν Α θ ή ν α ι ς Κεντρικού Γυμναστηρίου του υπό προστάτ Πανελληνίου Γυμναστικού Συλλόγου, Αθήνα 1894. του εν Αθήναις Κεντρικού Γυμνασίου του [...] Πανελληνίου του εν Αθήναις Πανελληνίου
Αθήνα 1896.
Κανονισμός του εν Αθήναις Ομίλου των Φιλόπλων, ΦΕΚ Γ' 44, 21 Απρ. 1895. Κανονισμός του εν Ανδριτσαίνη Γυμναστικού Συλλόγου Η Ολυμπία, ΦΕΚ Β' 83, 31 Κανονισμός του ενΠειραιεί Γυμναστικού Συλλόγου «Ο 1887. Κανονισμός του Ναυπακτιακού Γυμναστικού Συλλόγου, Κανονισμός του Ομίλου Πεζοπόρων Αθηνών, ΦΕΚ Κανονισμός του Ομίλου Πεζοπόρων Πειραιώς, ΦΕΚ Κανονισμός του Ομίλου Πεζοπόρων Πειραιώς, ΦΕΚ
Κανονισμός Κανονισμός του [...] του [...] Πανελληνίου Γ υ μ ν α σ τ ι κ ο ύ Πανελληνίου Γυμναστικού Γ υ μ ν α σ τ ι κ ο ύ
Κεντρικού Γ υ μ ν α σ τ ι κ ο ύ
Γυμναστηρίου του υπό προστάτη Συλλόγου, Αθήνα 1900.
Θησεύς», ΦΕΚ
Α' 94, 22 Απρ.
ΦΕΚ Β' 8, 23 Ιαν. 1897. Γ ' 74, 25 Αυγ. 1895. Α' 208, 19 Οκτ. 1893. Γ ' 64, 4 Ιουλ. 1895.
Συλλόγου, Συλλόγου,
Κανονισμός του [...] Πανελληνίου Γυμναστικού Συλλόγου, ΦΕΚ
Καταστατικόν
Α' 327, 12 Σεπτ. 1892.
Αθήνα 1894. τη 23 Μαΐου
Αθήνα 1891 [=
Καταστατικόν Γυμναστικού Συλλόγου Λεβαδείας, ΦΕΚ
Καταστατικόν Καταστατικόν
1895.
Εθνικού Εθνικού
Συλλόγου
δ ιρ υ θ έ ν τ ο ς
Α' 205, 9 Ιουλ. 1912.
[Αθήνα 1903], Λαϊκής
1893
Καταστατικόν Ιππικού Συνδέσμου, ΦΕΚ
Καταστατικόν Καταστατικόν
Γυμναστικού
Σύρου,
Ερμούπολη 1911.
Κερκυραϊκού Κερκυραϊκού
και κανονισμοί
της
Α' 16, 27 Ιαν. 1893.
εν Ερμουπόλει Ριπής, Ριπής.
Συλλόγου,
και Σκοπευτική
γου,
Κέρκυρα, 3 Ιουνίου 1869 (μονόφυλλο).
Συλλόγου Συλλόγου
Κέρκυρα 1869. Έδρα, επωνυμία,
προορ
Καταστατικόν Κυνηγετικού και Σκοπευτικού Ομίλου Πύργου, ΦΕΚ Α! 110, 10 Απρ. 1912. Καταστατικόν Κυνηγετικού Συλλόγου Φαρσάλων, ΦΕΚ Α' 85, 14 Απρ. 1911. Καταστατικόν Ναυτικού Ομίλου, 10 Δεκεμβρίου 1913, ΦΕΚ Α' 28, 3 Φεβρουαρίου 1914. Καταστατικόν Ν α υ τ κ ιο ύ Ομίλου, Νέο Φάληρο 1933. Καταστατικόν Ομίλου Κυνηγών Χρούσων, ΦΕΚ Α! 295, 21 Οκτ. 1911. Καταστατικόν Σκοπευτικού Ομίλου Καστορείου ο «Κάστωρ», ΦΕΚ Α' 285, 18 Σεπτ. 1912. Καταστατικόν Συλλόγου Ποδηλατικής Ενώσεως, ΦΕΚ Α' 160, 16 Αυγ. 1893. Καταστατικόν της [...] Ελληνικής Ε τ α ι ρ ε ί α ς Περιηγήσεων Touring 1910, Αθήνα 1910. Καταστατικόν της Γυμναστικής Εταιρίας Ηλείων Ο Ίφιτος, ΦΕΚ Γ ' 91, 22 Σεπτ. 1895. Καταστατικόν της Ελβετικής Σκοπευτικής Εταιρίας «Ελβετία» Αθηνών-Πειραιώς, ΦΕΚ Ά 120, 20 Απρ. 1912. Καταστατικόν της Ελληνικής Ποδηλατικής Εταιρείας, ΦΕΚ Γ ' 99, 12 Οκτ. 1895. Καταστατικόν της Ελληνικής Ποδηλατικής Εταιρείας, ΦΕΚ Γ' 113, 23 Δεκ. 1895. Καταστατικόν της εν Πάτραις Γυμναστικής Εταιρείας Πατρών, ΦΕΚ Τ' 13, 4 Φεβρ. 1895. Καταστατικόν της Πανελληνίου Σκοπευτικής Ε τ α ι ρ ε ί α ς , Αθήνα Καταστατικόν της Σκοπευτικής Εταιρίας Αιγίνης «Η Νίκη», ΦΕΚ Α' 168, 6 Ιουλ. 1911. Καταστατικόν του Αθλητικού Συλλόγου Βουρβούρων, [Βούρβουρα 189 Καταστατικόν του [...]Γορτυνιακού Γυμναστικού Συλλόγου ιδρυθέντος εν Δημητσάνη τη 15 Αυγούστου 1896έτους, ΦΕΚ Β' 32, 5 Ιουλ. 1899. Καταστατικόν του Γυμναστικοαθλητικού Συλλόγου εν Αλμυρώ, ΦΕΚ Β' 23, 19 Φεβρ. 1897. Καταστατικόν του Γυμναστικού Ομίλου Καλαμών, ΦΕΚ Β' 68, 4 Ιουλ. 1896. Καταστατικόν του Γυμναστικού Συλλόγου Αμφίσσης, ΦΕΚ Β' 48, 14 Μαΐου 1896. Καταστατικόν του Γυμναστικού Συλλόγου Ελυμνίων, Αθήνα 1896. Καταστατικόν του Γυμναστικού Συλλόγου Ερμουπόλεως, ΦΕΚ Γ ' 85,15 Σεπτ. 1895. Καταστατικόν του Γυμναστικού Συλλόγου Η Καλλίστη [...]ενΠύργω Καλλίστης, ΦΕΚ Β' 71, 11 Ιουλ. 1896. Καταστατικόν του Γυμναστικού Συλλόγου Λαμίας, ΦΕΚ Β' 60, 13 Ιουν. 1896. Καταστατικόν του Γυμναστικού Συλλόγου Ο «Αίας» δ ιρυθέντος εν Σαλαμί ου 1906, Αθήνα 1907. Καταστατικόν του Γυμναστικού Συλλόγου ο Ευρώτας, ΦΕΚ Α' 76, 1 Απρ. 1887. Καταστατικόν του Γυμναστικού Συλλόγου Ποσειδώνος, ΦΕΚ Α' 282, 14 Οκτωβρίου 1887. Καταστατικόν του Γυμναστικού Συλλόγου Στυλίδος, ΦΕΚ Β' 57, 7 Ιουν. 1896. Καταστατικόν του Γυμναστικού Συλλόγου Τρικκάλων (Θεσσαλίας), ΦΕΚ Β' 64, 22 Ιουν. 1896. Καταστατικόν του Γυμναστικού Συλλόγου Τρικκάλων (της Κορινθίας), ΦΕΚ Β' 21, 17 Φεβρ. 1897.
Καταστατικόν του Ελληνικού Αθλητικού Συλλόγου Η Μεταρρύθμισις, ΦΕΚ Α' 444, 16 Δεκ. 1892. Καταστατικόν του εν Αθήναις «Γυμναστικού Συλλόγου του Σχολείου των Τεχνών», ΦΕΚ Α' 59, 12 Μαρτίου 1887. Καταστατικόν του εν Αθήναις Εθνικού Γυμναστικού Συλλόγου, ΦΕΚ Γ' 16, 11 Φεβρουαρίου 1894. Καταστατικόν του εν Αθήναις Ελληνικού Αθλητικού Συλλόγου, ΦΕΚ Α' 232, 26 Αυγ. 1886. Καταστατικόν του εν Αθήναις Ποδηλατικού Συλλόγου (6 Νοεμ. 1891), ΦΕΚ Α' 218, 4 Καταστατικόν του εν Αιγίω Γυμναστικού Συλλόγου «Ο Στράτων», ΦΕΚ Α' 209, 20 Οκτ. 1893. Καταστατικόν του εν Αμαλιάδι Γυμναστικού Συλλόγου Η ΤΗλις, ΦΕΚ Β' 61,14 Ιουν. 1896. Καταστατικόν του εν Αρφαροίς-Βέρσοβα Αιγειρατικού Γυμναστικού Συλλόγου, ΦΕΚ Β' 15, 5 Φεβρ. 1897.
Καταστατικόν του εν Αταλάντη σμός αυτού, Αθήνα 1895. Λοκρικού Γυμναστικού Συλλόγου
και Ειδ
Καταστατικόν του εν Αταλάντη Λοκρικού Γυμναστικού Συλλόγου, ΦΕΚ Γ ' 44, 21 Απρ. 1895. Καταστατικόν του εν Βυτίνη Γυμναστικού Συλλόγου Ο Αριστώνυμος, ΦΕΚ Β' 8, 23 Ιαν. 1897. Καταστατικόν του εν Ερμουπόλει Αθλητικού Συλλόγου Ηρακλής, ΦΕΚ Γ' 111, 16 Δεκ. 1895. Καταστατικόν του εν Ερμουπόλει Ομίλου των Πεζοπόρων, ΦΕΚ Β' 4, 13 Ιαν. 1896. Καταστατικόν του εν Ερμουπόλει Συλλόγου Ποδηλατική ΈνωσιςΕρμουπόλεως, ΦΕΚ Γ ' 72, 8 Σεπτ. 1894. Καταστατικόν του εν Ερμουπόλει Σύρου Γυμναστικού Συλλόγου, ΦΕΚ Α' 329, 29 Νοεμ. 1886. Καταστατικόν του εν Καλάμαις Μεσσηνιακού Γυμναστικού Συλλόγου, ΦΕΚ Β' 4, 13 Καταστατικόν του εν Καλάμαις Συλλόγου των Πεζοπόρων Ο Ευκλής, ΦΕΚ Γ ' 81, 5
Καταστατικόν του εν Κερκύρα Γυμναστικού Συλλόγου, ΦΕΚ Α' 84, 8Μαΐου 1893. Καταστατικόν του εν Κύμη Γυμναστικού Συλλόγου, ΦΕΚ Α' 221, 24 Νοεμ. 1893. Καταστατικόν του ενΜεσολογγίω Παναιτωλικού Γυμναστικού Συλλόγου, ΦΕΚ Α' 222, 25 Νοεμ. 1893. Καταστατικόν του ενΜεσολογγίω Παναιτωλικού Γυμναστικού Συλλόγου, ΦΕΚ Γ' 17, 15 Φεβρ. 1895. Καταστατικόν του εν Μεσολογγίω Συλλόγου των Πεζοπόρων της Σπουδαζούσης Νεολαίας, ΦΕΚ Γ ' 57, 13 Ιουν. 1895. Καταστατικόν του εν Ναυπλίω Γυμναστικού Συλλόγου «Ο Αβέρωφ», ΦΕΚ Β' 46, 8 Μαΐου 1896. Καταστατικόν του ενΠάτραις Παναχαϊκού Γυμναστικού Συλλόγου, ΦΕΚ Γ ' 9, 20 Ιαν. 1894.
Καταστατικόν του εν Πειραιεί Κολυμβητικού Συλλόγου Α θ η ν ώ ν Π ε ι ρ α ι ώ ς , 1889. Καταστατικόν του εν Πειραιεί «Ομίλου των Ερετών», ΦΕΚ Α' 107, 27 Απρ. 1889. Καταστατικόν του εν Πύργω Γ υ μ ν α σ τ κ ιο ύ Συλλόγου Η λ ε ί ω ν « Ο Ίφι 1907. Καταστατικόν του ενΧαλκίδι Γυμναστικού Συλλόγου Ο Γλαύκος, ΦΕΚ Β' 17, 7 Φεβρ. 1897. Καταστατικόν του Ζακυνθίου Γυμναστικού Συλλόγου, ΦΕΚ Γ ' 96, 10 Δεκ. 1894. Καταστατικόν του Κυνηγετικού Συλλόγου Αθηνών, ΦΕΚ Γ' 100, 13 Οκτ. 1895. Καταστατικόν του Κυνηγετικού Συλλόγου Βόλου, Βόλος 1915. Καταστατικόν του Lawn Tennis Club Αθηνών, ΦΕΚ Β' 13, 14 Μαρτίου 1898. Καταστατικόν του Ομίλου Ερετών Ερμουπόλεως, ΦΕΚ Γ ' 30, 29 Μαρτίου 1894. Καταστατικόν του Ομίλου Ποδηλατητών Πειραιώς, ΦΕΚ Γ ' 53, 27 Ιουν. 1894. Καταστατικόν του Οπλομαχητικού Συνδέσμου Α θ η ν ώ ν δ ιρ υ θ έ ν τ ο ς τω 19 1917. Καταστατικόν του Πανελληνίου Γυμναστικού Συλλόγου, ΦΕΚ 183, 28 Ιουνίου 1891. Καταστατικόν του Πανελληνίου Γ υ μ ν α σ τ κ ιο ύ Συλλόγου..., Αθήνα 190 Καταστατικόν του Πανελληνίου Γ υ μ ν α σ τ κ ιο ύ Συλλόγου..., Αθήνα 191 Καταστατικόν του Πανελληνίου Γ υ μ ν α σ τ κ ιο ύ Συλλόγου [...], Πειραιά Καταστατικόν του Πανελληνίου Ποδηλατικού Συλλόγου, ΦΕΚ PJ 117, 23 Ιουν. 1893. Καταστατικόν του Πειραϊκού Συνδέσμου, Αθήνα 1903. Καταστατικόν του Ποδηλατικού Συλλόγου Πατρών, ΦΕΚ Β' 21, 17 Φεβρ. 1897. Καταστατικόν του Σ.Ε.Α.Γ.Σ., Αθήνα 1902. Καταστατικόν του Σκοπευτικού Συλλόγου Βόλου, ΦΕΚ Α' 326, 29 Νοεμ. 1911. Καταστατικόν του Σπαρτιατικού Γυμναστικού Συλλόγου, ΦΕΚ Γ ' 109, 6 Δεκ. 1895. Καταστατικόν του Συλλόγου Κυνηγών Σύρου, ΦΕΚ Γ ' 56, 5 Ιουλ. 1894. Καταστατικόν του συλλόγου της εν Αθήναις «Ποδηλατικής Ενώσεως», ΦΕΚ Α' 160,16 Αυγ. 1893. Καταστατικόν του Συνδέσμου των Ελληνικών Αθλητικών και Γυμναστικών Σωματείων, ΦΕΚ Β' 27 Φεβρ. 1897. Καταστατικόν του Συνδέσμου των Ελληνικών Αθλητικών και Γυμναστικών Σωματείων, ΦΕΚ Β' 17,8 Απρ. 1900. Καταστατικόν του Συνδέσμου των Ελληνικών Αθλητικών και Γυμναστικών Σωματείων, ΦΕΚ Α' 86, 15 Απρ. 1911. Καταστατικός κανονισμός του Τριφυλιακού Γυμναστικού Συλλόγου, ΦΕΚ Β' 136, 29 Νοεμ. 1896. Lawn Tennis Club. Καταστατικόν, [Αθήνα 1901], Ο δ ο ι π ο ρ ι κ ό ς Σύνδεσμος. Η ζωή του στο 1924, [Αθήνα] 1925. Ο δ ο ι π ο ρ ι κ ό ς Σύνδεσμος. Η πρώτη και η εκατοστή εκδρομή του. Α ν α [Αθήνα] 1923. Ο δ ο ι π ο ρ ι κ ό ς Σύνδεσμος. Καταστατικόν, Αθήνα 1928. Ο δ ο ι π ο ρ ι κ ό ς Σύνδεσμος. Ο σκοπός και το εργον του (Έκθεσις Πε 1923. Πανελλήνιος Γ.Σ.,Επετηρίς 1902-1903, Αθήνα 1903.
Πανελλήνιος Γ.Σ,Έκθεσις του Διοικητικού Συμβουλίου διά το έτος 1916, Α Πανελλήνιος Γ.Σ,Έκθεσις του Διοικητικού Συμβουλίου διά το έτος 1917, Α Πανελλήνιος Γ.Σ, Έκθεσις του Διοικητικού Συμβουλίου διά το έτος 1918 Πανελλήνιος Γ.Σ, Έκθεσις του Διοικητικού Συμβουλίου διά το έτος 1919, Α Πανελλήνιος Γ.Σ, Έκθεσις του Διοικητικού Συμβουλίου διά το έτος 1920, Αθ Πανελλήνιος Γ.Σ, Έκθεσις του Διοικητικού Συμβουλίου διά το έτος 1921, Αθ Πανελλήνιος Γ.Σ, Έκθεσις του Διοικητικού Συμβουλίου διά το έτος 1922, Α Πανελλήνιος Γ.Σ, Τροποποιήσεις του Καταστατικού ψηφισθείσαι υπό της λεύσεως της 19ης Νοεμβρίου 1914, [Αθήνα 1916], Πειραϊκός Σύνδεσμος 1894. Καταστατικόν, Πειραιάς 1915. Πειραϊκός Σύνδεσμος, Α' Επετηρίς 1894-1901, Πειραιάς 1901. Πειραϊκός Σύνδεσμος. Τα πεπραγμένα του συνδεσμικού έτους 1920-1921, [Π 1921], Πειραϊκός Σύνδεσμος, ΙΓ' Επετηρίς 1894-1907, Πειραιάς 1907. Τροποποιηθέντα άρθρα του καταστατικού της «Πανελληνίου Σκοπευτικής Εταιρείας», ΦΕΚ Κ' 148, 17 Μαΐου 1912.
Προγράμματα,
και κανονισμοί
α γ ώ ν ω ν *
Διεθνείς Ολυμπιακοί Α γ ώ ν ε ς 1906. Ο λ υ μ π ι ο ν ί κ α ι δευτέρας Ο λ υ μ π ι ά δ ο ς . Olym de la deuxième Olympiade, Αθήνα 1906. E.O.A., Α γ ώ ν ε ς ποδοσφαιρίσεως σχολείων, Αθήνα 1907. Ε.O.A., Γενικός κανονισμός α γ ώ ν ω ν ποδοσφαιρίσεως, Αθήνα 1908. Ε.O.A., Διεθνείς Ολυμπιακοί Α γ ώ ν ε ς 1906. Jeux olympiques internationa ταξις των ημερών, των αγωνισμάτων και των εορτών. Ordre fêtes, Αθήνα 1906. E.O.A.,Ολυμπιακοί Α γ ώ ν ε ς εν Α θ ή ν α ς ι 1906. Κανονισμοί των Α γ ώ ν ω ν . Μέρ Κολύμβησις - Λεμβοδρομίαι. Μέρος Δ ': Σκοποβολία, Αθήνα 190 Ε.O.A., Ολυμπιακοί Α γ ώ ν ε ς εν Α θ ή ν α ς ι τελεσθησόμενοι τη 9/22 Απριλί Απριλίου / 2 Μαΐου του 1906. Πρόγραμμα, Αθήνα 1905. Ε.O.A., Προκήρυξις Πανελληνίων α γ ώ ν ω ν 1907, [Αθήνα 1907]. Εθνικοί σκοπευτικοί αγώνες «Τα Ελευθέρια». Εν Βόλω τη 25η Μαρ 1911. Έ τ ο ς ενδέκατον. Πρόγραμμα και κανονισμός της διοργανωτικής Λάρισα 1908. Η υπό την Υ. προστασίαν της A.B.Τ. του Διαδόχου του βασιλόπαιδος Γεωργίου Ελληνική Ποδηλατική ου 1908. Τελεσθησόμενοι εν τω Ποδηλατοδρομίω μ.μ. * Δεν περιλαμβάνονται, για λόγους οικονομίας χώρου,τα μονόφυλλα.
και την ισ Εταιρεία. Α Νέου Φ
Ι π π ι κ ό ς
Διαγωνισμός
εν τω Ποδηλατοδρομίω
Νέου
Φαλήρου
την
Κανονισμός και πρόγραμμα των πανελληνίων π ιπ κ ιώ ν α γ ώ ν ω ν τελουμέ του Δήμου Λαρίσης κατά Σεπτέμβριον εν Λαρίση. Έ τ ο ς δέκατον Πανελλήνιοι Α γ ώ ν ε ς 1904. Γενικόν πρόγραμμα των εν τω Π α ν α θ η ν α κ ϊώ νων και αγωνισμάτων της 6, 7, 8 και 9 Μαΐου . Πανελλήνιοι Α γ ώ ν ε ς 1905. Γενικόν πρόγραμμα των εν τω Π α ν α θ η ν α κ ϊώ νων και αγωνισμάτων της 22, 23 και 24 Απριλίου. Πανελλήνιοι Α γ ώ ν ε ς 1906. Γενικόν πρόγραμμα των εν τω Π α ν α θ η ν α κ ϊώ νων και αγωνισμάτων της 16, 17, 18 και 19 Μαρτίου.
Πανελλήνιοι
μ·μ·
Πανελλήνιοι Σταδίω
Α γ ώ ν ε ς
και σχολικοί α γ ώ ν ε ς 1912. Γενικόν πρόγραμμα των ε αγωνισμάτων της 29, 30, 31 Μαρτίου και 1 Απριλίου
1906.
Πρόγραμμα
των
Α γ ώ ν ω ν
Οπλομαχίας,
[Αθήνα 1
Πανελλήνιος Γ.Σ., Α γ ώ ν ε ς ε τ ή σ ι ο ι εν τω Ποδηλατοδρομία) Φαλήρου. 13 Μαΐου 1900. Πανελλήνιος Γ.Σ.,Αγώνες τα «Σωτήρια» εν τω γυμναστηρίω του Πανελλη σ τ κ ιο ύ Συλλόγου 8, 9 Μαΐου 1902. Πρόγραμμα και κανονισμός των υπό του Δήμου Λαρίσης διοργανο ι π π ο δ ρ ο μ ι ώ ν εν Λαρίση. Έ τ ο ς δωδέκατον, Λάρισα 1909. Πρόγραμμα των εν τω Κεντρικώ Γ υ μ ν α σ ω ί τελεσθησομένων τη 14η γυμναστικών α γ ώ ν ω ν του [...] Πανελληνίου Γυμναστικού Ι π π κ ιό ς Σ Σ.Ε.Α.Γ.Σ., Αθλητικοί α γ ώ ν ε ς 1917. Γενικόν πρόγραμμα των εν τω Π δίω αγωνισμάτων της 6ης και 7ης Μαΐου 1917 Ώρα 5 μ.μ. Σ.Ε.Α.Γ.Σ.,Ε σ ω τ ε ρ ι κ ό ς κανονισμός και γενικοί κανονισμοί α γ ώ ν ω ν , Α θ ή Νομοθεσία*
Β . Δ . «Περί αναδημοσιεύσεως εις εν ενιαίον κείμενον των νόμων περί Κυριακής αναπαύσεως», ΦΕΚ Α' 92, 12 Απριλίου 1914. Β . Δ . «Περί αναπληρώσεως της A.B.Y, του Διαδόχου ως Προέδρου της Επιτροπής των Ολυμπιακών Αγώνων» (20 Δεκ. 1906), Δελτίον της Ε.Ο.Α. 6, 1 Οκτ. 1907, σ
206. Β.Δ. «Περί διορισμού επιτροπής επί των Ολυμπιακών Αγώνων» (31 Μαΐου 1901), ΦΕΚ Α' 116,31 Μαΐου 1901. Β.Δ. «Περί διορισμού επιτροπής επί των Ολυμπιακών Αγώνων (6 Μαΐου 1903), Δελτίον της Ε.O.A. 1, 25 Ιαν. 1906, σ. 11-12.
Β . Δ . «Περί ιδρύσεως γυμναστηρίων, σκοπευτηρίων κλπ.» (25 Ιουλ. 1915), ΦΕΚ 1 Αυγ. 1915.
Α' 270,
ται στο έργοτου Δ.Αντωνίου, Τα
* Δεν καταγράφονται τα νομοθετήματα σχετικά μετη διδασκαλία της γυμναστικής πουπεριέχονπρογράμματα της Μέσης Ε κ π α δ ίε υ σ η ς
Αθήνα, I.A.Ε.Ν., 1987-1989,εκτός εάν έχειχρησιμοποιηθεί μέροςτων νομοθετικών κειμένων που δεν δημοσιεύεται στην ενλόγω συλλογή.
(1833-1929),τ.
Β.Δ. «Περί Πανελληνίων Αγώνων» (3 Ιαν. 1900), ΦΕΚ Α' 3, 5 Ιαν. 1900. Β.Δ. «Περί παροχής ετησίου χρηματικής συνδρομής ειςτα ελληνικά γυμναστικά και αθλητικά σωματεία τα μετέχοντα των εκάστοτε τελουμένων Πανελληνίων γυμναστικών αγώνων εντω Παναθηναϊκώ Σταδίω» (26 Φεβρ. 1911), ΦΕΚ Α' 51, 2 Μαρτίου 1911. Β.Δ. «Περί συστάσεως δωδεκαμελούς επιτροπής υπότο όνομα "επιτροπή επί της εμψυχώσεως της εθνικής βιομηχανίας"», ΦΕΚ 5, 9 Φεβρ. 1837. Β.Δ. «Περί σχολικών γυμναστικών και σκοπευτικών συλλόγων και περί σχολικών Ομάδων προσκόπων» (31 Ιαν. 1915), ΦΕΚ Α' 76, 21 Φεβρ. 1915. Βασιλ. Διατάγματα, εγκύκλιοι, διαθήκη του Ευαγγέλη Ζάππα Ο λ υ μ π ί ω ν διά το 1870, [ Αθήνα], χ.χ. Εγκύκλιος 118/8 Αυγ. 1869 «Περί τελέσεως των Ολυμπίων κατά τον Οκτώβριον του 1870έτους», Βασ. Διατάγματα... διά το 1870, ό.π. Εγκύκλιος 26 (26 Ιουλίου 1917) «Περί διαγραφής εκ του καταλόγου των επιτίμων μελών των Σωματείων των τυχόν εγγεγραμμένων ως τοιούτων μελών της τέως η νυν Βασιλικής Οικογενείας». Νόμος ,ΒΧΚΑ' «Περί γυμναστικής και γυμναστικών και αθλητικών αγώνων» (10 Ιουλ. 1899), ΦΕΚ Α' 141, 12 Ιουλ. 1899. Νόμος ,Γ^ΠΓ ' «Περί τροποποιήσεως διατάξεών τίνων του ,ΓΧΛΣΤ' νόμου "περί Ελευθερίων"» (13 Ιαν. 1912), ΦΕΚ Α' 12, 14 Ιαν. 1912. Νόμος ,ΓΥΛΗ' «Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του ,ΒΧΚΑ' νόμου περί γυμναστικής κλπ.» (27 Νοεμ. 1909), ΦΕΚ Ά 284, 5 Δεκεμβρίου 1909. Νόμος ,ΓΧΛΣΤ' «Περί τελέσεως σκοπευτικών αγώνων υπότην επωνυμίαν "Ελευθέρια"» (16 Μαρτ. 1910), ΦΕΚ Α' 106, 19 Μαρτίου 1910. Νόμος 281 «Περί σωματείων», ΦΕΚ Α' 171, 25 Ιουνίου 1914. Νόμος 414 «Περί στρατιωτικής προπαιδεύσεως και τελειοποιήσεως» (21 Νοεμ. 1914), ΦΕΚ Α' 350, 26 Νοεμ. 1914. Νόμος 937 «Περί τροποποιήσεως του άρθρου 35του ,ΒΧΚΑ' νόμου της 10ης Ιουνίου 1899 "περί γυμναστικής και γυμναστικών και αθλητικών αγώνων"», ΦΕΚ Α' 223, 11 Οκτ. 1917. Νόμος 1002 «Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του νόμου 238 "περί του προσωπικού των υπαλλήλων του Υπουργείου των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως"», ΦΕΚ Α' 245, 1 Νοεμ. 1917. Νόμος 2476 «Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των νόμων ,ΒΧΚΑ', ,ΓΥΛΗ' "περί γυμναστικής κλπ."» (24 Ιουλ. 1920), ΦΕΚ Α' 199, 4 Σεπτ. 1920. Υπουργείον Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, Ο νόμος ΒΧΚΑ ' και τα σχετικά διατάγματα μετά των διδακτικών οδηγιών πε 1900. Υπουργείον των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, Στρατιωτικός νονισμός των μαθητών των Γυμνασίων του Κράτους, Σύρος, τ νέλλου, 1877.
Ειδικά
δημοσιεύματα
(ως το 1930)
Αγώνες παίδων εν τω Πανελληνίω Γυμναστικώ Συλλόγω, ΠΑΕΑ 3 (1900-1901 38-40. Γυμναστικοί αγώνες, Εφημερίς, 16Μαΐου 1893. Έργα και ημέραι Ποδηλατικού Συλλόγου Αθηνών, ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 53-54. Ηάγνωστος Ελλάς, ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 25-28. Ηαθλητική απεργία και Διά την απεργίαν των αθλητών, εφ. Εμπρός, 4 Απρ. 1924. Η Γυμναστική ενΕλλάδι, Εφημερίς, 6 Ιουνίου 1891. Η Δημοτική Εκπαίδευσις εν Ελλάδι κατά το 1900, Εθνική Αγωγή 4 (1901 Η εικοσαετηρίς του Συλλόγου «Γουδί», Α θ λ η τ ι κ ό ς Κόσμος τχ. 3, 16Μαΐου 19 Η Πανελλήνιος Σκοπευτική Εταιρία, Η Νίκη 1, Ιαν. 1909, σ. 11. Η ποίησις του κουπιού... Οι κωπηλάται του Πειραιώς, εφ. Πατρίς, 28 Ιουνίου 1 Κώστας Τσικλητήρας. Μετά 15 ετη, Αθλητικός Κόσμος 75, 6 Οκτ. 1927. Οι γυμναστικοί αγώνες, Εφημερίς, 31Μαΐου 1891. Οι γυμναστικοί αγώνες, Νέα Εφημερίς, 16Μαΐου 1893. Οι γυμναστικοί αγώνες, Το Ά σ τ υ , 16 Μαΐου 1893'. Όμιλος Μοτοσυκλιστών Αθηνών. Η ίδρυσίς του - Οι σκοποί του, Αθλητική Ε β δ ο μ ά ς 1, 11 Ιουλίου 1928. Περί καθιερώσεως ημέρας εορτής της Εθνικής Σημαίας καθ' άπαντα τα σχολεία των αρρένων του Κράτους (22 Σεπτεμβρίου 1908), Παιδαγωγικόν Δελτίον 4 227-229. Ταεγκαίνια του Κεντρικού Γυμναστηρίου του Πανελληνίου Γυμναστικού Συλλόγου, Το boxe εν Αθήναις, Αθλητική Επιθεώρησις 2, Ιούλιος 1923, σ. 15. Αδάμας Βάσος, «Το ποδήλατον εν Ελλάδι. Σύντομος επιθεώρησις», Νέα Ελλάς. Αθάνατος Κ., «Ο Δισκοβόλος», Ελεύθερον
νογραφημένον ε θ ν κ ιό ν ημερολόγιον 2 (1896), σ. 473-478.
Ε ι κ ο
Αναγνωστάκης Ανδρ., Λόγος Ολυμπιακός εκφωνηθείς κατ' ε ν τ ο λ ή ν της Ακα Συγκλήτου τη 4 Μαΐου 1875, επί τη Γ ' εορτή των υπό του αοιδίμου Ε Ζάππα ιδρυμένων Ολυμπίων, Αθήνα 1875.
Βήμα,
25 Μαΐου 1922.
Αποστολόπουλος Θ., «Η γυμναστική εν Ελλάδι», Το παιδευτικόν Αθήνα 1902, σ. 223-227(αναδημοσιεύεται από την εφ. Καιροί, 1900).
Αργυριάδης I., Έκθεσις περί των εν Αθήναις Γυμνασίων σχολικού έτους 1875-6, [Αθήνα 1876]. Αργυρός Α., Οι πρώτοι εν Αθήναις διεθνείς Ολυμπιακοί α γ ώ ν ε ς
σύστημα ε 17 Απριλίου
Ελληνικών 1896.
και του
Σχο
Α'
Αθήνα 1896. Βόρσας Σ., «Ελληνικός Αθλητισμός», εφ. Νέα Ελλάς 281 (19 Ιουνίου 1914), 283 (21 Ιουνίου 1914), 285 (23 Ιουνίου 1914), 287 (25 Ιουνίου 1914), 288 (26 Ιουνίου 1914), 290 (28 Ιουνίου 1914). Γάγαλης Α. Γ. - Καζής Μ. Ε. - Ιωαννίδης Σ. Κ., Περιγραφή των εν Αθήναις πρώτω
διεθνών Ολυμπιακών α γ ώ ν ω ν , Αθήνα 1896.
Γαρεάτης, «Η Γυμναστική», 7ο Δημοτικόν Σχολείον (1901-1903), σ. 58-6 Γιαννόπουλος Π. Εμ., Ο λ υ μ π ί ω ν περίοδος Γ ' 1875. Λόγος εναρκτήριος εκφωνηθείς [...] την 4 Μαΐου 1875, χ.τ., χ.χ. Chassiotis G., L'instruction publique chez les Grecs depuis la prise Turcs jusqu' à nos jours , Παρίσι, Ernest Leroux, 1881. Δημάκης Ν. Δ., Α ν ά γ ν ω σ μ α περί Γυμναστικής εν Ελλάδι από των αρχαιοτάτων χ μέχρι των καθ' ημάς εκφωνηθέν εν τη αιθούση της Λέσχης τη 1
Μαΐου 1903 εν τω Γυμναστηρίω αυτού, Τρίκκαλα 1904. Δροσίνης Γ., «Η σκοπευτική άσκησις του Έθνους», Η Μελέτη, 1907, σ. 94-102. Εγχειρίδιον γυμναστικής ε γ κ ε κ ρ ι μ έ ν ο ν υπό του Κου επί των Στρατιωτικ Αθήνα 1890. Ε γ χ ε ι ρ ί δ ι ο ν οπλομαχητικής εγκριθέν υπό του Κου επί των Στρατιω Αθήνα 1890. Έκθεσις της επί των εν Αθήναις σχολικών α γ ώ ν ω ν κατά το 1907 Ελλαν πής, [Αθήνα 1907], Ευταξίας Αθ.,«Αιγυμναστικαί πρόοδοι εν Ελλάδι», Εθνική Α γ ω γ ή 1 (1899), 363-364. , «Η Γυμναστική», ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 128-130. , Το Υπουργεο ίν της Παιδείας. Πώς λειτουργεί την σήμερον..., (α «Ακροπόλεως»), Αθήνα 1900. Georgiadès D., Les jeux olympiques à Athènes, Παρίσι 1896. Ζαμαρίας Ζ., «Η ποδηλασία εν Ελλάδι», Όλα τα Σπορ, έτος Α', αρ. 6, 10 Απριλίου 1929. Η Ελλάς κατά τους Ολυμπιακούς Αγώνας του 1896. Πανελλήνιον λεύκωμα, Αθήνα, Εστία, 1896 (ανατύπωση: «Ποντίκι», 1996). Ι ω ά ν ν η ς Φωκιανός 1845-1896. Αναμνηστκ ιή έκδοσις επί τη συμπληρώσει ας από του θανάτου του, Αθήνα, Ένωσις Γυμναστών, 1926. Ιωάννου Φ., «Λόγος Ολυμπιακός [...] κατά την Β' εορτήν των [...] Ολυμπίων [...]», στο
Ολύμπια του 1870. Περίοδος Δευτέρα [...] Μέρος Πρώτον,
Καλλιρρόης Γ., Παραγγελίαι περί υγείας και μακροβιότητας. Έτι δ πείαι συνήθων τινών και αιφνίδιων παθημάτων ερανισθεσ ί αι ε ρων, Βενετία 1829. Καλλισπέρη Σ.,Η Ολυμπία και οι ολυμπιακοί αγώνες, Αθήνα 1896. Καράκαλος Τηλ., «Η Γυμναστική εις το Κράτος και τον Στρατόν», ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 131-133. , Μελέτη περί της εις τον ελληνικόν στρατόν εισαγωγής των γυμνα ων, Τχ. Α', Αθήνα 1900. Καρακατσάνης I., Περί της γυμναστικής παρά τοις α ρ χ α ί ο ι ς Έλλησι. Λό Καρακώστας Αντ. (στρατιώτης), «Ένας ύμνος προςτον αθλητισμόν», εφ.Ο Συνάδελφος, Σμύρνη, 9 Ιουν. 1922. Κατσαράς Κ. Μ. (επιμ.), Η Ελλάς κατά τους διεθνείς Ολυμπιακούς α γ ώ ν α ς Αθήνα 1906.
Αθ
Κονδυλάκης Ιω., «Αναβίωσις της Γυμναστικής», Ενώ Διέβαινα. Χρονογραφήματ Αθήνα 1916, σ. 20-23. Κορδογιάννη Χριστίνα Ν, «Περί γυμναστικής και ιδία, περί σχολικής γυμναστικής σουηδικού συστήματος», στο Τ. Ζευγώλης, Κυκλαδικόν Η μ ε ρ ο λ ό γ ι ο ν 1908, Ερμού λη 1907, σ. 80. Λάμπρος Σπ, «Επί τοις εγκαινίοις του Γυμναστηρίου του Πανελληνίου Γυμναστικού Συλλόγου», Λόγοι και Άρθρα, Αθήνα 1902, σ. 241-245. , «Προσφώνησις των αντιπροσώπων των Ελληνικών γυμναστικών συλλόγων εν τω Πανελληνίω Γυμναστικώ Συνεδρίω», Λόγοι και άρθρα, Αθήνα 1902, σ. 246-255. , «Τα αθλητικά και γυμναστικά αγωνίσματα εν τω Σταδίω», Λόγοι και Άρθρα, Αθήνα 1902, σ. 715-735. Λάμψας Δ. I , «Η σωματική αγωγή και ονέος περί αυτής νόμος»,Ε κ π α ι δ ε υ τ ι κ ή Επιθεώρησις, τ. Α', τχ. Α' (Σεπτ.-Οκτ. 1917), σ. 11-13. Λυκούδης Εμμ. Σ , «Μαθητικά ταξείδια», Ε θ ν κ ιή Α γ ω γ ή 4 (1901), σ. 177-179. , «Οι σχολικοί αγώνες», Ε θ ν κ ιή Αγωγή 4 (1901), σ. 113-116. Μακκάς Γ. Α, «Λόγος [...] περί Γυμναστικής», Πανδώρα 6 (1855-6), σ. 178-187. Μαναίος Λ, Ο δ η γ ό ς ιδρύσεως, εγκαταστάσεως και λειτουργίας γυμ [...], Αθήνα 1930. Μάνος Κ. (επιμ.), Πρόχειρος οδηγός προς παρασκευήν α θ λ η τ ώ ν . Δρόμος, βολία, Γ υ μ ν α σ τ κ ια ί ασκήσεις Μετά πινάκων των καταγραφών 1895. Μαυράκης Γ. Ν, «Το ποδήλατον υπόυγιεινήνκαι γυμναστικήν έποψιν»,Εθνική Αγωγή 3 (1900), σ. 29-31. Μαυροκορδάτος Δ.Σ, Υπομνημάτων περί της εκπαιδεύσεως του λαού, Α εκδ.), Μπλαίκη Ούιλ, Γερά σώματα δια τα αγόρια και τα κορίτσια μας,, μετάφρ. Α μάντη, Αθήνα 1894, (φωτομηχ. ανατύπωση: Αθήνα, Ε.Λ.Ι.Α, 1991). Μπουκουβάλας Γ , «Αι σχολικαί εκδρομαί», Εθνική α γ ω γ ή 5 (1902), σ. 109-110. Marriott Α. Ε,Ο δ η γ ό ς αθλητού, Αθήνα, Χ.A.N., 1920. Νεκτάριος Πενταπόλεως, «Περί γυμναστικής», Ελληνισμός 4 (1901), σ. 318-322. Νικολαίδης Άπ, «Το ποδόσφαιρον», Ο Ολυμπιονίκης του Αμαρουσίου, τ. Α', τχ. 1 (Δεκ. 1924), σ. 18. Ξανθόπουλος Κ. Ν, Συνοπτική Έκθεσις της πνευματικής αναπτύξεως των ν Ε λ λ ή ν ω ν από της α ν α γ ε ν ν ή σ ε ω ς αυτών μέχρι τούδε, Κωνσταντινού Ξενόπουλος Γρ., «Όμιλοι εκδρομών», Η Διάπλασις των Παίδων 28 (1921), σ. 20 , «Φίφτυ-του», Η Διάπλασις των Παίδων, 26 Απριλίου 1908, σ. 171. Οι Ολυμπιακοί Α γ ώ ν ε ς 776 π.Χ. - 1896. Μέρος Α'. Οι αγώνες εν τη α Σπ. Λάμπρου και Ν. Πολίτου μετά προλόγου υπό Τιμ. Φιλήμο Ολυμπιακοί α γ ώ ν ε ς 1896, υπό Δ. Κουμπερτέν, Τιμ. Φιλήμονος, Χαρ. Α ν ν ν ίο υ (μετά γαλλικής μεταφράσεως του όλου υπό Léon Κ. Μπέκ, 1896. Οικονομίδης Κ. Α, « Η γυμναστική εντοις σχολείοις των Θηλέων», ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 343-346. , «Υγεία και μακροβιότης», ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 205-206, 305-306.
Ολύμπια του 1859. Εκθέσεις των ελλανοδικών. Δημοσιευθείσαι υπό τ επί των Ολυμπίων Επιτροπής, Αθήνα1860. Ολύμπια του 1870. Περίοδος Δευτέρα. Υπό της επί των Ολυμπίων και των μάτων Επιτροπής. Μέρος πρώτον, Αθήνα1872. Ολύμπια του 1870. Περίοδος Δευτέρα [...] Μέρος δεύτερον [...] Ολύμπια του 1875. Περίοδος Τρίτη. Υπό της επί των Ολυμπίων και τ των Επιτροπής, Αθήνα1878. Ολυμπιακοί Α γ ώ ν ε ς 1906 (Παναθήναια, έτος ΣΤ', τχ. 132), Αθήνα 1906. Ολυμπιακοί Α γ ώ ν ε ς 1906. Ο δ η γ ό ς των ξένων, Αθήνα1906. Παγών Γ. Θ.,Επιτομή εκ της Περιλήψεως της Γυμναστικής, Αθήνα1855. , Περίληψις της γυμναστικής ...προς χρήσιν των δημοδιδασκάλων Παπαμάρκος Χαρ.,Αναλυτικόν πρόγραμμα των μαθημάτων ... δημοτικού αρρένων ..., Αθήνα 1890. Παρασκευόπουλος Κ. (έκδ.),Το δεκαήμερον των Ολυμπιακών αγώνων..., Αθήνα Παχτίκος Γ. Δ.,Ο λ υ μ π ι α κ ο ί αγώνες εν Βιθυνία. Πραγματεία αναγνωσθε σ ία ε Α θ ή ν α ς ι Συλλόγω των Μικρασιατών « Η Ανατολή», Αθήνα18 εται σε φωτομηχανική ανατύπωση στο Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών 11 (1995-1996). Πτέρης Α., «Ο ΣΕΓΑΣ και η Ολυμπιακή Επιτροπή», Αθλητικός Κόσμος 107, 15 Μαΐου 1928, σ. 1. Πύργος Ν., « Η Γυμναστική απότων αρχαίων χρόνων μέχριτων ήμερωνημών[κατά τον Junot et Senglet]», περ.Ε σ τ α ί 14 (1882), σ. 661-664, 701-711, 791-793. , «Περί μονομαχίας», ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 372-373. ,Οπλομαχητική. Ξιφασκία και Σπαθασκία, Αθήνα1872. , Παιδαγωγική ανόργανος γυμναστική, Αθήνα,Σύλλογοςπροςδιά κών γραμμάτων (αρ. 24), 1878 (και β' εκδ. 1880). , Παιδαγωγική ημιοργανική γυμναστική, Αθήνα,Σύλλογος προς διάδοσιν νικών γραμμάτων (αρ. 46), 1880. Queux de Saint-Hilaire, «Des Syllogues Grecs et du progrès des études littéraires dans la Grèce de nos jours», Annuaire de l'Association pour l'encourageme grecques en France , τ. 11, Παρίσι 1877, σ. 286-322. Σαββίδης Π.Σ., «Ιστορία της Γυμναστικής, 1833-1901», Α θ λ η τ κ ιό ν Λεύκωμα, Αθήνα 1901, σ. 5. , Λεύκωμα των εν Αθήναις Β' Διεθνών Ολυμπιακών Α γ ώ ν ω ν 1906, Αθήνα , Πανελλήνιον Λεύκωμα, έτος Α', Αθήνα 1905. [Σημαντήρας Επ.], «Σκέψεις επί των Αγώνων. Η αθλητική μας κίνησις», εφ.Ε σ τ α ί 6622, 13 Ιουλ. 1912, σ. 1. Σπεράντσας Στ., «Ο σύγχρονος ελληνικόςαθλητισμός», ΑθλητικόςΚόσμος87 (Πρωτοχρονιά 1928), σ. 18. Σπηλιωτόπουλος Α. Θ., Οι Ολυμπιακοί Α γ ώ ν ε ς δια των Αιώνων. Οι αγώνες παρ Έλλησι, Ρωμαίοις, Βυζαντίνοις και Φράγκοις. Αρματωλικοί κ νοι, Αθήνα 1906 (β' εκδ.). Συνέδρων των Ελληνικών Συλλόγων Πρακτικά της πρώτης αυτού Συν σης εν Αθήναις εν έτει 1879, Αθήνα1879.
Σφάγγος Κ. I.,Σχολικαί παιδιαί, Αθήνα 1900. Τυπάλδος Α. Γ. Ξ., «Σπορτ», ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 117. Υπουργείον των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, Γυμναστική. χος Α΄, Αθήνα 1912. Υπουργείον των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, Σκοπός αγωγ Αναγνώσματα και θεάματα Ελληνοπαίδων, [Αθήνα 1914]. Υπουργείον Στρατιωτικών - Γενικόν Επιτελείον Στρατού, Προσωρινός κανονισμός σωματικής αγωγής του μαχητού, Αθήνα 1925. Φρεαρίτης Κ., «Βιβλιοκρισία» στο έργο του Δ.Σ. Στρούμπου Το μέλλον ήτοι περί τροφής και παιδεύσεως: Πανδώρα 5 (1854-5), σ. 526-527. Χρηστίδης Δ.,Η εγκαινα ί σις της Β' περιόδου των Ολυμπίων τη 1 Νοεμβρίου Λόγος απαγγελθείς υπό του αντιπροέδρου της Επιτροπής των Ολυμπίων να 1870], Χρυσάφης I. Ε., «Γυμναστική Επιθεώρησις της τελευταίας δεκαετίας 1889-1898», ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 118-127. , «Η Γυμναστική. Αφιερούται εις τους Έλληνας γονείς», ΠΑΕΑ 1 (1898-99), α. 153-155. , «Μελέτη περί γυμναστικής», ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 297-300. , «Οι δεύτεροι διεθνείς Ολυμπιακοί Αγώνες εν Αθήναις (1906)»,Η μ ε ρ ο λ ό γ ι ο ν της Μεγάλης Ελλάδος 6 (1927), σ. 385-418. «Οι δεύτεροι Ολυμπιακοί Αγώνες εν Αθήναις (1870)»,Ημερολόγιον της Μεγάλης Ελλάδος 4 (1925), σ. 261-276. , «Οι πρώτοι διεθνείς Ολυμπιακοί Αγώνες εν Αθήναις (1896)»,Η μ ε ρ ο λ ό γ ι ο ν της Μεγάλης Ελλάδος 5 (1926), σ. 283-304. , «Οι πρώτοι Ολυμπιακοί Αγώνες εν Αθήναις (1859)»,Ημερολόγιον της Μεγάλης Ε λ λ ά δ ο ς 3 (1924), σ. 327-337. , Αθλητικά α γ ω ν σ ίμ α τ α . Προπόνησις και υγιεινή, Αθήνα 1896. ,Εγχειρίδιον σχολειακής γυμναστικής, Αθήνα 1893. , Η Γυμναστική, Αθήνα, Σ.Ω.Β., 1905. , Η σωματική αγωγή και η στρατιωτική προπαίδευσις της ν μένη ο ρ γ ά ν ω σ ς ι αυτών, Αθήνα 1925 (Δελτίον Υπουργείου Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, Παράρτημα 15). ,Οι σύγχρονοι διεθνείς Ολυμπιακοί α γ ώ ν ε ς , Αθήνα 1930. Χρυσόγελος I.,Οδηγός του ποδηλάτου περιέχων τας αναγκαίας οδηγία σμόν, διατήρησιν και επσ ι κευήν αυτού κτλ. ετι δε τον τρόπον ε κ μ α θ ή σ ε ω ς Χρυσοχοίδης Θ. Δ., Μονομαχητική, Αθήνα 1891. Ψύχας I., «Διατί κατά την γνώμην μου ο Σύνδεσμος των Αθλητ. και Γυμν. Σωματείων Zoèros Α., Questions d'hygiène publique. jeunesse, Κωνσταντινούπολη 1869. II. De la gymnastique
Β ' ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
I. ΞΕΝΟΓΛΩΣΣΗ
British Economic History and the question of work, History Workshop Journal ρο 1977), σ. 1-4. Debate. The Emergence of a Leisure Town: or an Urban Renaissance?», Past and Presen 126 (Febr. 1920), σ. 189-202. The Making of the Middle Class? Review Article, Past and Present 145 (nov. 1994 199-200. Work and Leisure in Industrial Society, Past and Present 30 (1965), σ. 96-103. Work and Leisure, Past and Present 29 (Dec. 1964), σ. 51-52. 1896. Athen Athens Athènes Atenas. Die Bilder der Spiele der νο], Brandenburgisches Verlagshaus, [1996]. Abrams Lynn, Workers ' Culture in Imperial Germany: Leisure and land and Westphalia, Λονδίνο - Νέα Υόρκη, Routledge, 1992.
Actes de la recherche en sciences sociales 80/2 (nov. 1989): «L'Espace des
Actes de la recherche en sciences sociales 103 (juin 1994): «Les enjeux Agulhon Maurice, «Vers une histoire des associations», Esprit (juin 1978), σ. 13-18. , Le cercle dans la France bourgeoise (1810-1848). Étude d'u Παρίσι, A. Colin, 1977. Anastassiadou Méropi, «Sports d'élite et élites sportives à Salonique au tournant du siècle»,
relations
- Κολωνία, Brill, 1997. Anchor R, «History and Play: Johan Huizinga and his Criticsf), History and Theory (1978), σ. 63-93. Arnaud P. (επιμ.), Les Athlètes de la République. Gymnastique, sport e ne 1870-1914 , Τουλούζη, Privat, 1987. Arnaud Ρ, Camy J. (έκδ.), La naissance du mouvement sportif associatif tés et formes de pratiques sportives, Λυόν, Presses Universitaires d Augé M, «Football. De l'histoire sociale à l'anthropologie religieuse», Le Débat 19 (février 1982), σ. 59-67. Bailey Ρ, «Conspiracies of Meaning: Music-Hail and the Knowingness of Popular Culture», Past and Present 144 (August 1994), σ. 138-171.
, Salonique,
145-160.
intercommunautaires 1830-1912. Une ville
(XVIII ottomane
e-XX
e
siècles),
Παρίσ
à l' âge des Réformes,
, Leisure and Class in Victorian England. Rational Recreati Control 1830-1885 , Λονδίνο, Routledge and Kegan Paul, 1978. Baker W, «The Making of a Working Class Football Culture in Victorian England», Journal of Social History 13 (winter 1979), σ. 241-251. Banti Α., Meriggi Μ. (εκδ.), Elites e associazioni nell'Italia dell' Ottocen 77 (agosto 1991), 1991. Bidart Claire, «Sociabilités: quelques variables», Revue Française de Sociologie déc. 1988), σ. 621-648. Blanchard Ian (εκδ.), Labour and Leisure in historical perspective. Thir Centuries. Papers presented [...], Στουτγγάρδη, Franz Steiner, 1994. Bourdieu Ρ, «Comment peut-on être sportif?», Questions de sociologie, Παρίσ 1980, σ. 173-195. Brohm J. - M, Le mythe olympique, Παρίσι, Christian Bourgeois, 1981. , Sociologie politique du sport, Νανσύ, Presses Universitaires de Nancy, Burke P, «The Invention of Leisure in Early Modern Europe», Past and Present 146 (F 1995), σ. 136-150. Bühler W, Kanitz H, Siewert H.-J, Lokale Freizeitsvereine. Entwicklung, denzen, St. Augustin, Institut für Kommunalwissenschaften der Konrad-AdenauerStiftung, 1978. Callède J.-P, U esprit sportif. Essai sur le développement associatif Μπορντώ, Presses Universitaires de Bordeaux, 1987. Cantelon H, Hollands R. (εκδ.), Leisure, Sportand the Working-Class Cult History, Τορόντο, Garamond Press, 1988. Carl-Diem-Institut, Bibliography of the works of Baron Pierre de C Κολωνία, Karl Hofmann, 1966. Cashman R, McKernan M, Sport in History. The making of modern s Lucia, Queensland, University of Queensland Press, 1979. Charle Ch., Les Elites de la République 1880-1900, Παρίσι, Fayard, 1987 Chartier R. - Vigarello G., «Les trajectoires du sport. Pratiques et spectacle», Le Débat 19 (février 1982), σ. 35-58. Clark P, Sociability and urbanity: clubs and societies in the ninete sity of Leicester, Victorian Studies Centre, 1986. Corbin ΑΙ. (εκδ.), L'avènement des loisirs 1850-1960, Παρίσι, Aubier, 1 Coubertin Pierre de, Textes choisis, t. II (Olympisme ), εισαγωγή-επιλογή και παρο παρουσίαση των κειμένων: Norbert Müller, Otto Schantz, Ζυρίχη - Νέα Υόρκη -Χίλντεσχαϊμ, Weidmann, 1986. Cox R. W, «A Model for Sports History Documentation: The Origins, Objectives, Methods, Findings and Recommendations of the British Sports History Bibliography Project», IJHS 9/2 (August 1992), σ. 252-279. , Sport in Britain. A Bibliography of Historical Publications -Νέα Υόρκη, Manchester University Press, 1991. Cross G, Time and Money. The Making of Consumer Culture, Routledge, 1993.
Cunningham Hugh, Leisure
Helm, 1980. Zeitschrift
, «The quest for leisure: Reassessing the eight-hour day in France», Journal History 18 (1984), σ. 195-216.
of Social
in the Industrial
Revolution,
1780-1880,
Dann Otto (εκδ.), Vereinswesen Daumard Adeline (εκδ.), Oisiveté
9, Μόναχο, Oldenbourg, 1984.
und bürgerliche
Gesellschaft
in Deu occidentales Der
Decker W. - Dolianitis G. - Lennartz Κ. (εκδ.), 100 Jahre ische Ursprung, Würzburg, Ergon, 1996.
Desmet-Gregoire Hélène - Georgeon Fr. (εκδ.), Cafés 1997.
Abbeville, Centre de recherche d'histoire sociale de l'Université de Picardie, 1983.
et loisirs
dans les sociétés Olympische
Spiele.
Defrance J., «Esquisse d'une histoire sociale de la gymnastique (1760-1870)», Actes
recherche
en sciences
sociales
6 (1976), σ. 22-46.
d'Orient
de la
revisités,
Παρίσι
Diem C., Weltgeschichte Dimitriou Μ., Leibeserziehung
Dumazedier J., Vers une civilisation du loisir, Παρίσι, Seuil, 1962. Dunning E. - Rojek Chr. (εκδ.), Sport and Leisure in the Civilizing Process. Dunning E., The Sociology
Counter-Critique, Λονδίνο, Macmillan, 1992. Ehrenberg ΑΙ., Le Culte de la Performance, Παρίσι, Calmann-Lévy, 1991. Eisenberg Christiane, «Working-Class and Middle-Class Associations. An Anglo-German Comparison, 1820-1870», στο J. Kocka - A. Mitchell (εκδ.), Bourgeois Society Nineteenth-Century Europe, Οξφόρδη,Berg, 1993, σ. 151-178.
Verlag-Sankt Augustin, 1994.
des Sports und der Leibeserziehung, Στουτ und Sport in Griechenland, 1829-1914,
Cr
of Sport.
A Selection
of Readings,
Λονδίνο
Elias Ν., Dunning E., Quest
François E. - Reichardt R., «Les formes de sociabilité en France du milieu du XVIII e siècle au
Esprit
Λονδίνο, Blackwell, 1986, και γαλλική μετάφραση από τις losette Clicheportiche, Fabienne Duvigneau, με πρόλογο του Roger Chartier: Sport et civilisation. La v ce maîtrisée, Παρίσι, Fayard, 1994.
for
Excitement.
Sport
and Leisure
in th
125, avril 1987: «Le Nouvel Age du Sport».
d'histoire
milieu du XIX e siècle», Revue
sept. 1987), σ. 453-472.
moderne
et contemporaine
François E. (εκδ.), Sociabilité
Deutschland und der Schweiz, Παρίσι, Editions Recherche sur les Civili 1986. Frevert Ute, «Honour and Middle-Qass Culture: the History of the Duel in England and Germany», στο J. Kocka - A. Mitchell (εκδ.), Bourgeois Society in Nineteenth tury Europe, Οξφόρδη,Berg, 1993, σ. 207-240. Frey J. Η., Eitzen D. S., «Sport and Society», Annual Review of Sociology 17 (199 503-522. Geertz CL, The Interpretation of Cultures, Λονδίνο, Fontana Press, 1993 (α' εκδ Giatsis S., «A Modem Greek Bibliography on the History of Physical Education and Sport», IJHS 7 (1990), σ. 307-314.
1750-1850.
Geselligkeit,
et société
Vereinswesen
bourgeoise
en France,
und bürgerliche
en Allem
Gillis J. R , Youth
Glader Eug. A, A Study
sent , Νέα Υόρκη και Λονδίνο, Academic Press, 1974. διατριβή).
of Amateurism in Sports,
and History.
Tradition
and Change
in European
Ag
University of Iowa, May 197
, Amateurism and Athletics, Νέα Υόρκη, Leisure Press, 1978. Grazia Seb. de, Of Time, Work and Leisure, Νέα Υόρκη, Twentieth Cent. Fund
Grazia Victoria de, The
Gruneau R, Class,
Καίμπριτζ, Cambridge University Press, 1981.
Sports, and Social
Ritual to Record. Modern
culture
of
consent.
Mass
organization
of
leisur
Guttmann A, From , Games
usetts Press, 1983.
Development,
Amherst, The Univer
Sport,
University Press, 1978. University Press, 1994.
Spectators,
and Empires.
The Nature Sports
of American
Ν
and Cultural
Imperialism,
Halladay E , Rowing
, Sports
Hareven Tamara Κ , Family time and industrial and work in a New England industrial Hargreaves J , Sport, Harris D , From
in the History of Sport, Μάντσεστερ, Manchester University Press, 1990. Press, 1982.
in Britain, cultural
time. The community,
in England:
Νέα Υόρκη, Columbia University Press, 1986.
a social history. The amateur
debate,
relationship Καίμπριτζ, Cam
Power
Class
Καίμπριτζ 1986.
Stuggle
and Culture:
A Social
and Historical of Pleasure. The
Analys
Harrison Β, «Religion and Recreation in Nineteenth - Century England», Past 38 (dec. 1967), σ. 98-125.
Haupt Η. - G. (εκδ.), Orte
studies,
Λονδίνο - Νέα Υόρκη, Routledge, 1992.
Altags. Miniaturen aus der
to the Politics
effec
and Presen
Hobsbawm E , The Age of Empire 1875-1914, Λονδίνο, Weidenfeld and Nicolso Hobsbawm E. - Ranger Τ. (εκδ.), The Invention of Tradition, Καίμπριτζ, Camb
Μόναχο, C. H. Beck, 1993.
des
europäischen
sity Press, 21984. Hoffman Shirl J , Sport and Religion, Champaign, Illinois, Human Kinetics Books, Holt R, «La bicyclette, la bourgeoisie et la découverte de la France rurale, 1880-1914»,
, Sport
Sport/Histoire
, Sport
and Society
1 (1988), σ. 85-99.
in Modem
Home J , Jary D, Tomlinson A, Sport,
Press, 1990.
and the British.
A Modern Leisure
France,
History,
Λονδίνο, Macmillan, 1981.
Οξφόρδη- Νέα Υόρκη, Relations,
kultur in Deutschland, Wuppertal, Peter Hammer Verlag, 1980. Iso-Ahola Seppo E , The Social Psychology of Leisure and Recreation,
Hubscher R , Durry J , Jeu Β. (εκδ.), L'histoire en mouvements. Le sport e-XX' française (XIX siècle), Παρίσι, A. Colin, 1992. Huck G. (επιμ.), Sozialgeschichte der Freizeit. Untersuchungen
Routledge and Kegan Paul, 1987.
and Social
Λονδίνο -
dan zum
Company Publishers, 1980.
Jarvie G. - Maguire J., Sport
Jeux Jeux, et Sports ry, 1991),
1994.
and leisure
in social
thought
, Λονδίνο - Νέα Υόρ
sports et divertissements au moyen âge et à l'âge classique. National des Sociétés Savantes (Chambéry, 1991), Παρίσι, CTH lones S. G., Sport, politics and the working class: a study of organised
CTHS, 1992.
dans l'histoire. Actes tome I: Associations
du 116e Congrès National des et Politiques , tome II: Pratique
inter-war Joyce P. (εκδ.), The
Keane J.,Civil
1987.
Britain, Historical
Μάντσεστερ, Manchester University Press, 1988. Meanings of Work, Καίμπριτζ, Cambridge U
New European Perspectives,
Kocka J. - Mitchell Α. (εκδ.), Bourgeois
Verso, 1988.
Society
and the State.
Λονδ
Berg, 1993. Koulouri Christina, «Voluntary Associations and New Forms of Sociability: Greek Sports Clubs at the Turn of the Nineteenth Century», στο Ph. Carabott (εκδ.), Greek Society
in
Society
in Nineteenth-Century
Krüger Α. (εκδ.), Die Entwicklung
Laty D., Histoire
1997, σ. 147-160.
the
Making,
1863-1913:
Realities,
Symbols
and
Visions,
um 18-20.11.1980 in Berlin [West], Βερολίνο 1984.
de la gymnastique
der
Turn
- und Sportvereine,
de l'Antiquité et l'expansion
Sport
Le Floc'hmoan J., La genèse
Lejeune D., Les sociétés
des
sports,
en Europe
Παρίσι, Payot, 1962.
en France
à nos jour
Lepetit B., Hoock J. (εκδ.), La ville
Παρίσι, A. Michel, 1993. Leontidou L., «Working Class and Land Allocation. The Urban History of Athens 18801980», αδημοσίευτη διδ. διατριβή, University of London, 1981.
14'-19° siècles, Παρίσι, E.H.E.S.S., 1987. Lewis R. M., «American Sport History: A Bibliographical Guide», American
et l'innovation. Relais et réseaux
de géographie
colo
de dif
Lidtke Vernon L., The Alternative
tional
29/1 (April 1991), σ. 35-59.
and the English of sport,
Studies
in Imperial
Inte
Lowerson J., Sport sociology
κη, Oxford University Press, 1985.
Culture.
Socialist culture
Labor
Loy J. W., Kenyon G.S., McPherson B. D., Sport, Recreations
Middle
Classes,
Malcolmson R. W., Popular
Φιλαδέλφεια, Lea and Febiger, 1981 (β' εκδ.).
in English Society
and society:
Manchester Universit
1700-1850,
a reader
bridge University Press, 1973. , «Sports in Society: A Historical Perspective», BJSH 1 (1984), σ. 60-72. Mamoni Kyr., «Les associations pour la propagation de l'instruction grecque à Constantinople (1861-1922)», Balkan Mandell R., Sport: a Cultural
Mangan J. Α., Athleticism in the Victorian and Edwardian Public
Studies 16 (1975), σ. 103-112. History, Νέα Υόρκη, Columbia University Press, Ideology
Consolidation
1981.
of an Educational
, Καίμπριτζ, Cambrid
Schoo
Mangan J. Α. (εκδ.), Pleasure,
Mangan J. A, Small R. B , Sport,
Abroad
1700-1914,
Profit,
Λονδίνο, Frank Cass, 1988.
Culture, Society.
Proselytism:
British
Culture
an
Marrus M. R. (εκδ.), The
Mason T , Association
perspectives, Press, 1980.
Emergence
Football
Λονδίνο - Νέα Υόρκη, Spon, 1986.
and English
International
historical
of Leisure, History,
Control
Society
Νέα Υόρκη, Harper, 1974.
1863-1915,
Brig
Mayer J. Α., «Notes towards a Working Definition of Social Control in Historical Analysis»
στο S. Cohen - A. Scull (εκδ.), Social and the State. Historical
, Sport
in Britain:
A Social
Καίμπριτζ, Cambridge University
ve Essays, Οξφόρδη,Blackwell, 1983, σ. 17-38. Mcintosh P. C. - Dixon J. G. - Munrow A. D. - Willetts R. F , Landmarks in the Histo Physical Education, Λονδίνο, Routledge and Kegan Paul, 1981.
McPherson B. D , Curtis J. E , Loy I. W, The Social Significance of Sport.
to the Sociology of Sport, Champaign, Illinois, Human Kinetics Books, 1 Meiler Η. E , Leisure and the Changing City, 1870-1914, Λονδίνο, Rout
Metcalfe A, Canada
An
Paul, 1976.
Michels R , Political
το, McClelland and Stewart, 1987.
Parties.
Learns
to Play:
The Emergence Study
of Organized
Sport,
Mitterauer M, A History
Mosse G. L , The
Democracy, μτφ. Edenκαι Cedar Paul, εισαγωγή Seymour Martin Lispet, Νέα Υόρ κη, The Free Press, 1962. Λονδίνο και Μπάουλντερ, Westview Press, 31988.
Culture
A Sociological
of the Oligarchical
of
of
Youth,
Western
Οξφόρδη,Blackwell, 1992.
Europe. The Political Through
Nineteenth
and and Reich,
, The Nationalization of the Masses. many from the Napoleonic Wars
Mott M, Sports
Fertig, 1975.
Symbolism the Third 1870-1939,
Murfin Lyn, Popular
in Canada.
Leisure
Murray Bill, Football. A History Neubauer J , The Fin-de-Siècle
Olszewska Anna, Roberts K , Leisure
University Press, 1990. 1992.
in the Lake
Historical
Counties
Readings,
Τορόντο, Copp Clark Pit
Μάντσεσ
of the Culture
World Game, Λονδίνο, Scolar Pr of Adolescence, New Haven, Y
A Comparative féminin XV ΙΙΙ Analysis
e - XIX
Perrot Michelle (επιμ.), Histoire
Perrot Ph, Le travail
Λονδίνο, SAGE, 1989. 1984.
and Life-style.
des
apparences.
de la vie
Le corps
privée,
τ. Δ', Παρίσι, Seuil, 1987. History
Pessen E , «Life, baseball, and the intellectuals», Reviews
111-116. 186.
in American
20
Pivato S„ «The Bicycle as a Political Symbol: Italy, 1885-1955», IJHS
Plumb J. H, The Commercialisation of Leisure,
7 (1990), σ. 173-
Reading, University of Rea
Histoire de la France. Les formes de la culture , Παρίσι, Seuil, 19 Pugliese D. J., Voluntary associations. An annotated bibliography, Νέα Υ Quinlan Μ. J., Victorian
Prochasson Ch., «Culture du corps et culture des âmes»στο A. Burguière, J. Revel (εκδ.), Garland, 1986.
1941. Reid D. Α., «The Decline of Saint-Monday 1766-1876», Past and Present 71 (May 197 76-101. Reinach J., Voyage en Orient, τ. II, Παρίσι 1879. Reinharz J. - Mosse G. L. (εκδ.), The Impact of Western Nationalisms, 1992. Renson R., Lämmer M., Riordan J., Practising Sport History, International HI Institute of Physical Education of the Catholic University of Leuven, December 5-8, 1986, Sankt Augustin, Academia Verlag Richarz, 1987. Renson R., Lämmer M., Riordan J., Chassiotis D. (εκδ.), The Olympic Games thro
Ages: Greek International Antiquity HISPA and its Congress Impact on Modern Olympia/Greece,
Prelude:
A History
of English
Manners
170
Reulecke J., Weber W. (εκδ.), Familie, Riess S. Α., City —, The
Reulecke J., «Von blauen Montag zum Arbeiterurlaub. Vorgeschichte der Entstehung des Erholungsurlaubes für Arbeiter vor dem ersten Weltkrieg», Archiv für Sozialgesc te 16 (1976), σ. 205-248. Alltags im Industriezeitalter,
Games. The Sporting Fabrik, Feierabend. Evolution of American
Sport. Pro May 22-28,
Wuppertal, Peter Hammer, 1978.
Urban Society A Historical Anthology
Beiträge
zur Soz
Σικάγο, University of Illinois Press, 1989.
American
a
Υόρκη, Leisure Press, 1984. Roche D., «République des lettres ou royaume des moeurs: la sociabilité vue d'ailleurs»,
Revue d'histoire moderne et contemporaine —, La culture des apparences. Une histoire du
Experience:
of
Rodgers Daniel T., The Rosenzweig Roy, Eight
Fayard, 1989.
43/2 (avril-juin 1996), evêtement XVII 1850-1902, and Leisure
of Chicago Press, 1978. Rojek C., Capitalism and Leisure
Hours for
Work
Ethic
in Industrial
America, Workers
1870-1920, Καίμπριτζ, Cambridge University Press, 1983. Rotundo A. E., «Body and Soul: Changing Ideals of American Middle-Class Manhood, 17701920», Journal of Social History 16 (Fall 1983), a. 23-38. Somers D. Α., «The Leisure Revolution: Recreation in the American City, 1820-1920»,
Journal of Popular Culture 5 (1971), σ. 125-147.
What
Theory,
We
Will:
Λονδίνο και Νέα Υόρκη, Tavisto
Spivak M., «L'éducation physique et le sport français, 1852-1914», Revue d'histoire m ne et contemporaine 24 ( Ιαν.-Μάρτ. 1977), σ. 28-48. Sport/Histoire 1 (1988), 2 (1988), 3 (1989). Stedman-Jones G., «Class Expression versus Social Control? A Critique of Recent Trends in the Social History of Leisure», History Workshop Journal 4 (Autum 162-170.
νη, Wissenschaftliche Gesellschaft für Leibeserziehung und Sport, 1980. Terrain 25, sept. 1995: «Des sports». Thomas K, «Work and Leisure in pre-industrial society», Past and Present 29 (1964 50-62. Thompson Ε. Ρ, «Patrician society, plebeian culture», Journal of Social History 382-405. , «Time, Work-Discipline and Industrial Capitalism», Past and Present 38 (Δεκ. 19
σ. 56-97 (ελλ. μετάφρ. Ε. Π. Τόμσον, Χρόνος, εργασιακή πειθαρχία και
Strohmeyer Η., Beiträge
zur Geschichte
von Leibeserziehung
und Sport
κός καπιταλισμός, μετάφρ.-επίμετρο: Β. Τομανάς, Θεσσαλονίκη, Νησίδες, 219 Toqueville Α. de, Democracy in America, τ. II, Νέα Υόρκη, Vintage Books, χ.χ. Ueberhorst Η. (εκδ.), Geschichte der Leibesübungen, Βερολίνο - Μόναχο - Φρ Bartels und Wernitz KG, 1972-1980 (5 τ.).
Vamplew W, Pay Up and Play the Game. Professional Sport
Υόρκη, Cambridge University Press, 1988. Veblen Th, The Theory of the Leisure Class, Νέα Υόρκη, Augustus μετάφρ. Γιώργου Νταλιάνη, επιμ. Φ. Ρ. Σοφιανού, Αθήνα, Κάλβος, 1982). Vingtième-siecle. Revue d'histoire, 26 (avril-juin 1990): ((Le football, sp Wach H. M. «Civil society, moral identity and the liberal public sphere: Manchester and Boston, 1810-40», Social History 21/3 (oct. 1996), σ. 281-303.
Wahl A, Les archives du football. Sport et société en France
in Brita
mard/Julliard, 1989. Walker Helen, «The Popularisation of the Outdoor Movement, 1900-1940», BJSH 2 (1985), σ. 140-153. Walton J. K. - Walvin J. (εκδ.), Leisure in Britain 1780-1939, Manchester Univ 1983. Walvin J , «Sport, Social History and the Historian», BJSH 1 (1984), σ. 5-13.
, Leisure and Society 1830-1950, Λονδίνο, Longman, 1978.
(1880
Wartiner Ch. Κ. - Emery Prather Jane, «Four Types of Voluntary Associations», Sociological Inquiry 35 (Spring 1965), σ. 138-148. Weber E, «Gymnastics and Sports in Fin-de-Siècle France: Opium of the Classes?», A can Historical Review 76 (Febr. 1971), σ. 70-98. , «Pierre de Coubertin and the introduction of organized sport in France»,Journal of Weber Max, The
Contemporary Welsh Paula D. - Lerch H. A, History
Methodology
History
of
5 (1970), σ. 3-26. of American
the Social
- Illinois, Charles C. Thomas, 1981. Williams G, «How Amateur was my Valley? Professional Sport and National Identity in Wales 1890-1914», BJSH 2 (1985), σ. 248-269.
Yeo S , Yeo Ε. (εκδ.), Popular Culture and Class Conflict,
Physical
Sciences,
Education
Νέα Υόρκη, F
and
History of Labour and Leisure, Sussex, The Harvester Press, 1981. Young D. C. «The Origins of the Modern Olympics: A New Version», IJHS 4 (December 1987), σ. 271-300. , «Demetrios Vikelas: First President of the IOC», Stadion 14 (1988), σ. 85-102.
1590-1914:
II. ΕΛΛΗΝΟΓΛΩΣΣΗ
Α' Πανελλήνιος Α θ λ η τ ι κ ή Έκθεσις. Ελλάς - Α θ λ η τ ι σ μ ό ς . Α ν α μ ν η σ τ κ ιό ν Λ Αθήνα 1938. Αβέλλιος Αθ.,Το θέατρο, του Ομίλου των Ε ρ α σ ι τ ε χ ν ώ ν και ο Γυμναστικός Ξηροχωρίου των ε τ ώ ν 1901-1904, 1982. Αιγιαλείδης Γ. Ν,Το χρονικό της Αθηναϊκής Λέσχης. Η ιστορία ενός κ ο ι ν ω σ τ κ ιο ύ σωματείου μέσα σ εν αν αιώνα (1875-1975), Αθήνα Αποστολάκης Σταμ. Α,Αθλητισμός και αγωνίσματα στην Κρήτη στα χρόνια της Του κοκρατίας (Με σύντομη αναφορά και στα χρόνια της Κρητικής ποαπό την Κρητική Ε σ τ α ί (περ. Δ'-τ. 2), Χανιά 1988. Ασδραχάς Σπ. I , Σχόλια, Αθήνα, Αλεξάνδρεια 1993. Βικέλας Δ., Η ζωή μου. Παιδικαί α ν α μ ν ή σ ε ς ι - νεανικοί χρόνοι, Αθήν Βοβολίνη, Μέγα Ελληνικόν Βιογραφικόν Λεξικόν, Αθήνα, εκδ.Βιομηχανικής σεως, τ. Α'-ΣΤ', 1958-1963. Βοβολίνης Κ. A ,T ο χρονικόν του «Παρνασσού» (1865-1950), Αθ Bickford-Smith R. Α. Η,Η Ελλάδα την εποχή του Γεωργίου του Α ', μετάφρ.-εισαγωγή σχόλια: Λυδία Παπαδάκη, Αθήνα, Ειρμός, 1993. Γιαννάκης Θ. Β , Η ιστορία του Εθνικού Γυμναστικού Συλλόγου 1893-1993. αιώνας προσφοράς του Ε.Γ.Σ. στον αθλητισμό και την κοινωνία, Γυμναστικός Σύλλογος, 1994. ,Ιστορία φυσικής αγωγής (από τους πρωτόγονους λαούς μέχρι σ Αθήνα, Τ.Ε.Φ.Α.Α, 1990. Γιάτσης Σωτ. Γ , Εισαγωγή στην ιστορία της φυσικής α γ ω γ ή ς στον ελλη Στοιχεία για τον υπόλοιπο κόσμο, Θεσσαλονίκη 1985. Γκούτος Χ. Γ , Ο συνδικαλισμός στο ελληνικό κράτος 1834-1914. Επίση νό Συνδικαλιστικό Δίκαιο. Συνδικαλιστική Κίνηση, Αθή Δελτίον Εργατικής Νομοθεσίας», 1988. Δημαράς Κ. Θ., Ελληνικός Ρωμαντισμός, Αθήνα, Ερμής,1982. , Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος. Η ε π ο χ ή του - Η ζωή Αθήνα, Μ.Ι.Ε.Τ, 1986. Διαμαντής Κ. ΆΘ, Πρότασις καθιερώσεως εθνικών επετειών και δημοσίω
«Λειμωνάριου» προσφοράς εις τον καθηγητήν Ν. Β. Τωμαδάκην [Α θ η ν ά ΟΓΟΔ'],Αθήνα 1973. Deschamps G, Η Ελλάδα σήμερα. Ο δ ο ι π ο ρ ι κ ό 1890. Ο κόσμος του Χαριλάου πη, μετάφρ. Α. Δαούτη, πρόλογος-σχόλια Α. Νικολοπούλου, Αθήνα, Τροχαλία, 1992. Εθνικός Γυμναστικός Σύλλογος. 100 χρόνια στην υπηρεσία του και του κ ο ν ιω ν κ ιο ύ συνόλου, Αθήνα [1994], Ε κ α τ ό χρόνια σύγχρονου ελληνικού αθλητισμού. Μια ιστορική αναδρο
Εξερτζόγλου Χ., «Κοινωνική ιεραρχία, ιδεολογία και εθνική ταυτότητα: το νόημα της ίδρυσης της Φιλεκπαιδευτικής Αδελφότητας "Αγαπάτε αλλήλους"», Τα Ιστορικά 12, τχ. 22 (Ιούν. 1995), σ. 85-118. ,Εθνική ταυτότητα στην Κωνσταντινούπολη τον 19ο αι. Ο Ελλ Σύλλογος Κωνσταντινουπόλεως, 1861-1912, Αθήνα, Νεφέλη, Foucault Μ.,Επιτήρηση και τιμωρία. Η γέννηση της φυλακής, μετάφρ. Καίτη μου - Ιουλιέττα Ράλλη, Αθήνα, Ράππα, 1989. Ginzburg C., Tè τυρί και τα σκουλήκια. Ο κόσμος ενός μυλωνά του 16 Κ. Κουρεμένος, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 1994. Ζεβελάκης Γ., «Γράμματα από το μέτωπο του ποδοσφαιριστή Μήτσου Βλαστού (29.10.1920 - 9.5.1921)», Η Λέξη 112 (Νοέμ.-Δεκ. 1992), σ. 830-841. Ζιώγου-Καραστεργίου Σιδηρούλα, Η Μέση Εκπαίδευση των κοριτσιών στην Ελ (1830-1893), Αθήνα, Ι.Α.Ε.Ν., 1986. Ζώης A. Χ., Λεξικόν Ιστορικόν και Λαογραφικόν Ζακύνθου, τ. Α', Αθήνα ΗΑ θ η ν α κ ϊή Λέσχη, 1875-1975. Αναμνηστικό τεύχος στην εκατοντα ναϊκής Λέσχης, Αθήνα 1976. Ησαΐας Η.,Ιστορία του ελληνικού προσκοπισμού, τ. Α', Αθήνα 1949. Huizinga Johan,Ο άνθρωπος και το παιχνίδι, μετάφραση: Στέφανος Ροζάνης, Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλος, Αθήνα, Γνώση, 1989. Ιστορία του Παναθηναϊκού Α. Ο. 1908-1968, Αθήνα 1969. Καγκελάρης Π. Δ., Α θ α ν ά σ ο ις Λευκαδίτης 1872-1944. δ ιρ υ τ ή ς του ελληνικού πισμού, Αθήνα 1972. Καιροφύλας Γ , Η Αθήνα και οι Αθηναίοι 1834-1934, τ. Α'-Β', Αθήνα 1982. Καμπούρογλους Δ. Γρ., «Οι Αντωνόπουλοι», Νέα Εστία 8 (1930), σ. 1071-1072. Καρδάσης Β., « Ολυμπιακός Πειραιώς: ένα αρχείο, μια ιστορία», Ίστωρ 9 (Δεκ. 1996), α. 59-86. Κόκκινος Γ. - Φουρναράκη Ελένη, «... περί της σωματικής αναγεννήσεως του έθνους ήμών»,εφ.Το Βήμα, 17 Μαρτίου 1996, σ. 44. Κορωναίου Αλεξάνδρα (επιμ.), Κοινωνιολογία του ελεύθερου χρόνου, μετάφρ. Κ ψαμπέλη - Γιάννης Σταυρακάκης, Αθήνα, Νήσος, 1996. Κοτζαγεώργη Ξανθίππη, «Οι Έλληνες της Ανατολικής Ρωμυλίας (μέσα 19ου - αρχές 20ούαι.). Σωματειακή οργάνωση και κοινωνικός βίος», Βαλκανικά σύμμεικτα (1993-4), σ. 17-36. Κουλούρη Χριστίνα, Ιστορία και γεωγραφία στα ελληνικά σχολεία ( στικό αντικείμενο και ιδεολογικές προεκτάσεις. Α ν θ ο λ ό γ ι ο κειμένω φία σχολικών εγχειριδίων, Αθήνα, Ι.Α.Ε.Ν., 1988. Κουμανούδης Στ. Α. Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισώ σεως μέχρι των καθ' ημάς χρόνων ( Αθήνα 1900), προλεγ. Κ. Θ. Δημαρά Έρμης, 1980. Κουρουπού Ματούλα, «Μορφές κοινωνικήςκαι πολιτιστικής οργάνωσης του Μικρασιατικού Ελληνισμού. Το φαινόμενο των συλλόγων», Η Λέξη 112 (Νοέμβρ.-Δεκ. 1992), σ. 922-929. Κυριακίδης Ε.,Ιστορία του συγχρόνου ελληνισμού από της ιδρύσεως του Β Ελλάδος μέχρι των ημερών μας, 1832-1892, τ. Α', Αθήνα 1892.
Κωνσταντινόπουλος Β., Στοιχεία Λάζος Χ.,Ελληνικό
1959.
από την ιστορία κίνημα σιωπής.
του ελληνικού Κοινωνικοί εποικισμός
εκδρομισμού,
Λεοντίδου Λίλα, Πόλεις
Αθήνα, Γνώση, 1987. 1909-1940,
φοιτητικό της
1821-1973. Εργατικός
και πολιτ
ΛιάκοςΑ., Εργασία και πολιτική Εργασίας και η ανάδυση ,Η εμφάνιση
ραιά,
Αθήνα, ΠΤΙ-ΕΤΒΑ, [1989],
της Αθήνας και
Παιδείας της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, 1993.
των νεανικών οργανώσεων.
στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου. Το Διεθνέ των κοινωνικών θεσμών, Αθήνα, Ίδρυμα Το παράδειγμα
Λώζος Άν., Η οικονομική ιστορία των Αθηνών, Αθήνα, Εμπορικό και Επιμελητήριο Αθηνών, 1984. Λωρέντης Ν., «Ο Πανιώνιος Γυμναστ. Σύλλογος Σμύρνης», Μικρασιατικά Χρονικ (194Ó), σ. 410-419. Μαμώνη Κυριακή, «Από την ιστορίαν και δράσιν των συλλόγων Ραιδεστού Θράκης (1871-1922)», Μνημοσύνη 2 (1968-9), σ. 278-302. , «Εισαγωγή στην ιστορία των συλλόγων Κωνσταντινουπόλεως (1862-1922)», Μνημοσύνη 11 (1988-1990), σ. 211-234. : , «Ο Ελληνικός Σύλλογος Έρμης Κωνσταντινουπόλεως (1877-1922).Ιστορία του συλλόγου -Τοπεριοδικό Ερμής. Αρθρογραφία για τη Μακεδονία και Θράκη», Η καθ' ημάς Α ν α τ ο λ ή , τ. Ά', Αθήνα 1993, σ. 71-91. , «Σύλλογοι Θράκης και Ανατολικής Ρωμυλίας (1878-1885)», Διεθνές ιστορικό
συμπόσιο (1878-1881).
Λινάρδος, Π. Ν., Δ. Βικέλας.
Λωτός, 1988.
της Θεσσαλονίκ
Από το όραμα στην πράξη,
Αθήνα, Ε.O.A., 1996
« Η τελευταία φάση της Ανατολικής Κρίσεως και ο Ε Βόλος: 27-30 Σεπτ. 1981. Πρακτικά, Αθήνα 1983, , «Σωματειακή οργάνωση του ελληνισμού στη Μικρά Ασία», ΔΙΕΕΕ26 (1983), σ.
63-114. , «Σωματειακή οργάνωση του ελληνισμού στη Μικρά Ασία. Β' Σύλλογοι της Ιωνίας», ΔΙΕΕΕ 28 (1985), σ. 55-166. και
, «Σωματειακή οργάνωση του ελληνισμού στη Μικρά Ασία. Γ ' Σύλλογοι Καππαδοκίας και Πόντου», Δελτίο Κ.Μ.Σ. 6 (1986-7), σ. 155-225.
, Σύλλογοι Μανιτάκης Π.,100 χρόνια νεοελληνικού αθλητισμού 1830-1930, Μαυρογορδάτος Γ. Θ., Μελέτες και κείμενα για την περίοδο Μέγας Γ. Α., Ελληνικές
Θεσσαλονίκη, Ι.Μ.Χ.Α., 1995.
Θράκης
Ανατολικής
Ρωμυλίας
(1861-1922).
Ιστορία
κα
τηνή, Σάκκουλας, 1982.
Αθήνα 1962. 1909-1940, Αθή
Μ. Γ. Μερακλής, Αθήνα, Οδυσσέας, 1988. Μητσάκης Μ., Πεζογραφήματα, Αθήνα, Νεφέλη, 1988. Μουδόπουλος Στ., «Ο νόμος 281/1914 για τα επαγγελματικά σωματεία και ηεπίδρασή του στην εξέλιξητου συνδικαλιστικού κινήματος», στο Γ. Θ. Μαυρογορδάτος - Χ. Χατζηιωσήφ (επιμ.), Βενιζελισμός και αστικός εκσυγχρονισμός, Ηράκλειο 19 σ. 225-253.
γιορτές
και έθιμα
της
λαϊκής
λατρείας,
εισαγωγικ
Μουρατίδης I.,Ιστορία
Μπίρης Κ. Η., Αι Αθήναι
Χριστοδουλίδης, 1992.
φυσικής
αγωγής
(με στοιχεία
φιλοσοφίας),
Θ
Μπουτζουβή-Μπανια Αλέκα, «Το Ναύπλιο στα χρόνια 1828-1833. Σκιαγράφηση της κοινωνικής, πολιτισμικής και πνευματικής ζωής», Ο Ε ρ α ν σ ιτ ή ς 18 (1986), σ. 105-136.
[Νεοκλέους Κυρ.], Λεύκωμα
Όμιλος Ο ρ φ ε ύ ς Ερετών 1888, 50η Επετηρίς, [Πειραιάς] 1938. Σερρών 1905-1955. Πανηγυρικός εορτασμός Γ.Σ. 1891-1991.
από του 19ου εις τον
20όν
αιώνα,
Αθήνα, Μέλισσ
Κ υ π ρ α ικ ο ύ
Οργανισμού
Α θ λ η τ ι σ μ ο ύ ,
[Κύπρος 1986].
Παλαιολόγος Κλ. (επιμ.),Εγκυκλοπαίδεια
Πανελλήνιος
των
Παπαδάκη Λυδία, «Τοσούτοι οξύφωνοι αλέκτορες αναφωνούντες "γρηγορείτε": οι ελληνικοί πολιτιστικοί σύλλογοι τον 19ο αιώνα», Τα Ιστορικά 14, τχ. 27 (Δεκ. 1997), σ. 303-322.
Παπακώστας Γ , Φιλολογικά σαλόνια και καφενεία της Αθήνας,
100 χρόνια ελληνικός
Σπορ,
Αθήνα 1961.
50-ετηρίδος,
αθλητισμός,
[Αθήν
1991. Παπαταξιάρχης Εύθ, «Ο κόσμοςτου καφενείου. Ταυτότητα και ανταλλαγή στον ανδρικό συμποσιασμό», στο Ευθ. Παπαταξιάρχης - Θ. Παραδέλλης (επιμ.), Ταυτότητες νιώτης - Πανεπιστήμιο Αιγαίου, 1992, σ. 209-250.
Παυλίνης Ε ,Ιστορία
Πελίγκος Β. Δ ,Αθλητική
β' εκδ, Αθ
της γυμναστικής,
ι σ τ ο ρ ί α των
Πιζάνιας Π , Μισθοί και εισοδήματα στην Ελλάδα (1842-1923). Το παρά υπαλλήλων της Εθνικής Τράπεζας, Αθήνα, Μ.I.E.Τ, 1985.
κη, Κυριακίδης, 1992.
Τρικάλων.
Αθήνα, Ο.Ε.Σ.Β, 1953.
Α'. Κλασικός
αθλητισμός,
Θεσσαλ
Πολίτης Αλ. (επιμ.), Κλέφτικα,
Πολίτης Ν. Ε , Ο πατραϊκός , Ο πατραϊκός ,Οι Ολυμπιακοί
Αχαϊκές Εκδόσεις,1994.
Αγώνες
αθλητισμός,
Αθήνα, Έρμης, 1981.
τ. Α '. Η πρώτη
δεκαετία:
1891-19
Παναχαϊκής,
αθλητισμός,
Πάτρα, Αχαϊκές Εκδόσεις, 1997.
του 1896.
τ. Β'. Από την εποχή του Τόφαλου Όπως τους έ ζ η σ α ν τότε
ως την ίδρυ
ξένοι, Πάτρα, Αχαϊκές Εκδόσεις, 1996. Ραγκαβής Α. Ρ , Απομνημονεύματα, τ. Β', Αθήνα 1895. Ρενάκ Ζ. - Μωρράς Σ. - Μορεάς Ζ ,Ανταποκρίσες ι από την Ελλάδα
Ε θ ν ι κ έ ς διεκδικήσεις - Ολυμπιακοί Α γ ώ ν ε ς
οι Έλληνες
κ
Τόλιας - Ειρ. Λούβρου, Αθήνα, Ολκός, 1993. Ρίζου-Κουρουπού Ματούλα, «Η Φίλεργος Εταιρία της Κωνσταντινούπολης (1866Σ.Ω.Β, Χρονικά
- Πόλεμος
1879-1897.
του '97,
με
1876)», Δελτίο
Σαββόπουλος Γ , «Ιωάννης Ε. Χρυσάφης. Ο αναμορφωτής της σωματικής αγωγής»,
Νέα Εστία 12 (1932), σ. 1191-1196. Σακελλαρίου Τάκης Γ ,Το ελληνικό και παγκόσμιο
Σκαλτσά Μ , Κοινωνική ζωή και δημόσιοι χώροι
της τεσσαρακονταετίας
Κ.Μ.Σ.
5 (1984-5), σ. 241-274.
1899-1939,
Αθήνα 1939.
ποδόσφαιρο,
κοινωνικών
Αθήνα, Ε.Π.Ο
συναθροίσε
Σκιαδάς Ελ., 100 χρόνια νεώτερη ελληνική ολυμπιακή ι σ τ ο ρ ί α . Επιτροπή Ολυμπια Α γ ώ ν ω ν 1896-1996, Αθήνα 1996. ,Ιστορικό διάγραμμα των δήμων της Ελλάδος, 1833-1912. Σχηματισμό ση - εξέλιξη - πληθυσμός - εμβλήματα, Αθήνα 1993. ,100 χρόνια Ο.Α.Α. 1895-1995, Αθήνα, Όμιλος Αντισφαιρίσεως Αθηνών, 1995 Σκλαβενίτης Τρ. Ε., Η Σχολική Βιβλιοθήκη το 19ο αιώνα. Η Βιβλιοθήκη του
κη Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», 1995. Σολομωνίδης Χ. Σ. - Λωρέντης Ν. Εμμ., Πανιώνιος Γυμναστικός Σύλλογος, 1967. Σπανούδη Αθηνά Κ., Ο αθλητισμός σύγχρονη θρησκεία, Αθήνα 1931. Σταμπολής Γ. Κ., «Ο Πρωτοπόρος του Εκδρομισμού», Ελληνική Δημιουργία 11 (1953), σ. 235-6. Στεφανουδάκης I., Μίλων Α θ λ η τ ι κ ό ν Λεύκωμα. Έλληνες πρωτοπόροι του Ελλ π τ ι α κ ο ύ αθλητισμού. Σύντομος ιστορική α ν α σ κ ό π η σ ι ς του α ι γ υ π τ ι α κ ο ύ αθλη κατά τα τελευταία 50 έτη, Αλεξάνδρεια 1948. Τσελίκα Βαλεντίνη, Ολυμπιακοί Αγώνες. Το φωτογραφικό λεύκωμα του Άλμπ Μάγιερ, Αθήνα, Εξάντας - Μουσείο Μπενάκη, [1995], Τσιάντας Κ. I.,Τα αγωνίσματα των κλεφταρματολών και η εθνεγερσία, β' εκδ., να 1980. Τσοκόπουλος Β., «Ποδοσφαίρου ιστορικά», Τέταρτο 15 ( Ιούλ. 1986), , «Τα στάδια της τοπικής συνείδησης. Ο Πειραιάς, 1835-1935», στα Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου Ι σ τ ο ρ ί α ς Νεοελληνική Πόλη. Ο θ ω μ α ν ι κ έ ς κ
Vitti Mario, ιδεολογική λειτουργία της ελληνικής ηθογραφίας, γ' εκδ., Αθήν 1991. Weber Max, Η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού, Κούρτοβικ, Αθήνα, Κάλβος, χ.χ. Φουντανόπουλος Κ., «Η γλώσσα του συνδικαλισμού. Τα καταστατικά των εργατικών σωματείων της Θεσσαλονίκης (1914-1936)»,Τα Ιστορικά 10, τχ. 18-19 ( Ιούνιος, Δεκ. 1993), σ. 205-226. Χατζημιχάλης Θεόδ., Ένα πανηγύρι στα χρόνια της σκλαβιάς, εισαγωγή - σχό λεια Γιάννη Α. Σακελλίωνος, Αθήνα 1975. Χειμάρρας Κ. Γ.,Το νόημα της γυμναστικής και η ογδοηκονταετηρίδα από τη γέννησ Παυλίνη (1886-1967), Αθήνα 1968. ,Το Ολυμπιακόν ιδεώδες και ο Ευάγγελος Παυλίνης, Αθήνα 1965. Χουλιαράκης Μ., Γεωγραφική, διοικητική και πληθυσμιακή εξέλιξις της Ελλά 1971, Αθήνα 1973. Χριστοδούλου Ν. Κ., Ο Γυμναστικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης α Ο Ηρ εξέλιξις του αθλητισμού εν Θεσσαλονίκη, Θεσσαλονίκη 1927. , Ο ελληνικός αθλητισμός διά μέσου των αιώνων. Ομιλίαι, Θεσσαλονίκη 1 Ψαρόπουλος Τάσος (επιμ.), Παγκόσμιος Εγκυκλοπαίδεια Αθλητισμού και Π ρου, τ. Α', [Αθήνα 1968],
ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΕΙΚΟΝΩΝ
1. «Η γυμναστική σχολή του 1898. Οι τότε μαθηταί αυτής και νυν καθηγηταί της γυμναστικής μετά των καθηγητών της σχολής»: Π. Σαββίδης, Α θ λ η τ ι κ ό ν Λεύκωμα, Αθήνα 1901, σ. 17 2. Σχολικοί αγώνες 1900. «Το βραβευθέν Α' γυμνάσιον. Γυμνασιάρχης
63
3. Σχολικοί αγώνες 1900. «Το βραβευθέν γυμνάσιον Πειραιώς. Γυμναστής ο κ. Γ. Ψωμάς»: στο ίδιο, σ. 19 71 4. Οι πρωταθλητές της Γυμναστικής Εταιρείας Πατρών, Δασκαλάκης, Τσόλιας, Σακάς, Χριστόπουλος και Γ. Φαμελιάρης με το διευθυντή τους Γ. Διδυμιώτη: περ. Η Νίκη 2 (1910), σ. 82 82 5. Ν. Πύργος, Οπλομαχητική..., Αθήνα 1872, σ. 6 97 6. Δημήτριος Τόφαλος: Πανελλήνιον Λεύκωμα, Αθήνα 1905, σ. 53 . . . . 1 7. Ο αθλητής Καραμπάτης στην Ακρόπολη (Αθήνα, 1927): Nelly's from Athens to New York. A Retros pective Exhibition of Elli Seraidari..., επιμέλειαΚατερίνα Κοσκινά, [Αθήνα, Μουσείο Μπενάκη, 1997], σ. 58 120 8. Σπύρος Λούης: Βαλεντίνη Τσελίκα, Ολυμπιακοί Αγώνες 1896. Το
Ιστορικά Αρχεία Μουσείου Μπενάκη, 1995, σ. 69 121
9. Παναθηναϊκός Α.Ο, 31 Ιουλίου 1922, προς Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων. Αρχείο Ε.Ο.Α 188 10. Σφραγίδα του Συλλόγου Οπλομαχητικής «το Ξίφος» 193 11. Σφραγίδα του Ελληνικού Γυμναστικού Συλλόγου ο «Μίλων» Αλεξανδρείας 193 12. Σφραγίδα της Πανελλήνιας Σκοπευτικής Εταιρείας 193 13. Ο Ύμνος του Πανελληνίου Γ.Σ.: Πρόγραμμα των εν τω Κεντρικώ Γυμνασίω τελεσθησμένων τη 14η και 15η Μαΐου 1893 γυμν αγώνων..., σ. [4] 222 14. Δίπλωμα μέλους του Πανελληνίου Γ . Σ , Αρχείο Π.Γ.Σ 230 15.Ηκολυμβητική ομάδα του Πανελληνίου Γ.Σ., πρωτα Πανελλήνιων αγώνων του 1906, με τον προπονητή Αθ. Λευκαδίτη
χρόνια..., Αθήνα 1991, σ. 145 16. Η πρώτη σφραγίδα του Εθνικού Γ.Σ. με τον Ηρακλή 17. Η δεύτερη σφραγίδα του Εθνικού Γ.Σ. (1903) με τον αθλητή δρομέα 18. Αθλητές του Εθνικού Γ.Σ. το 1904: Εθνικός Γυμναστικός Σύλλογος. 100 χρόνια..., Αθήνα [1993], σ. 68 19. Η ομάδα σπαθασκίας του Εθνικού Γ.Σ. (1903-4). Στο ίδιο, σ. 66 20. Οι αθλητές του Πειραϊκού Συνδέσμου με τον καθηγητή τους Αλ. Νικολόπουλο: Η Νίκη 2 (1910), σ. 27 21. Οι αθλητές του Ομίλου Φιλάθλων Πειραιώς με τον πρόεδρο Θ. Φεράλδη και τον καθηγητή Γ. Βλυσίδη: στο ίδιο, σ. 26 22. Λέμβος: στο ίδιο, σ. 27 23. Το ανεγειρόμενο κτήριο του Ομίλου Ερετών στο Λιμάνι της Ζέας: 24. Πρόγραμμα διεθνών λεμβοδρομιών του Ομίλου Ερετών Πειραιώς (5 Ιουνίου 1894). Μονόφυλλο. Αρχείο Ο.Ε.Π 25. Το σήμα του Ομίλου Ερετών Πειραιώς. Από επιστολόχαρτο του Ο.Ε.Π. στο αρχείο του 26. Η σφραγίδα του Lawn Tennis Club Αθηνών. Από τα πρακτικά των συνεδριάσεων της Γ.Σ. στο αρχείο του L.T.C 27. Κυρίες στο γήπεδο του Lawn Tennis Club. ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 125 28. Τα ασκητήρια του L.T.C, δίπλα στους στύλους του Ολυμπίου Διός. ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 123 29. Το πρώτο φύλλο της Ποδηλατικής και Αθλητικής Επιθεωρήσεως
253 263 264 267 275 292 292 303
315 320 320 339 345
30. Ο Π. Σ. Σαββίδης διαφημίζοντας ποδήλατο Clément. ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 56 371 31. Ο Π. Παρασκευόπουλος διαφημίζοντας ποδήλατο White, Στο ίδιο 371 32. Μέλη του Πανελληνίου Γ.Σ. γυμναζόμενα στο γυμναστήριο του. Στο ίδιο, β. 119 376
ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΙΝΑΚΩΝ
ΜΕΡΟΣ Α' Κεφάλαιο Β' Πίνακας 1: Αγώνες στο ελληνικό κράτος (1898-1922) Κεφάλαιο Γ ' Πίνακας 1: Ίδρυση αθλητικών σωματείων στο ελληνικό κράτος (18701914) Πίνακας 2: Ιδρυτικά σωματεία του Συνδέσμου Ελληνικών Αθλητικών και Γυμναστικών Σωματείων (1897) Πίνακας 3: Αθλητικά σωματεία στο ελληνικό κράτος (1869-1899) . . . Πίνακας 4: Επαρχιακά αθλητικά σωματεία ελληνικού κράτους (19001914) Πίνακας 5: Αθλητικά σωματεία Αθήνας και Πειραιά (1900-1922) . . . 133
166
171 172 177 185
ΜΕΡΟΣ Β' Κεφάλαιο Α'
Πίνακας 1: Εγγραφές, διαγραφές και παραιτήσεις μελών στον Πανελλή-
νιο Γ.Σ. (1891-1922) : Πίνακας 2: Μέλη του Πανελληνίου Γ.Σ. (1899-1922) Πίνακας 3: Παρουσία μελών στις συνεδριάσεις της Γ.Σ. (1892-1922) . . Πίνακας 4: Συνεδριάσεις Διοικητικού Συμβουλίου (1892-1922) Πίνακας 5: Τα μέλη του Πανελληνίου Γυμναστικού Συλλόγου κατά επαγγέλματα (1891-1899) Πίνακας 6: Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου (1891-1911) Πίνακας 7: Οικονομική κατάσταση του Πανελληνίου Γ.Σ. (1891-1922)... Κεφάλαιο Β' Πίνακας 1: Έγγραφες νέων μελών στον Εθνικό Γυμναστικό Σύλλογο —
232 233 236 240 244 249 258
269
Πίνακας 2: Συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του Εθνικού Γ.Σ. (1893-1911) Πίνακας 3: Οικονομική κατάσταση του Εθνικού Γ.Σ. (1897-1902) . . . Κεφάλαιο Γ ' Πίνακας Πίνακας Πίνακας Πίνακας 1: 2: 3: 4: Τα ιδρυτικά μέλη του Ομίλου Ερετών Πειραιώς (1888) . . Τα μέλη του Ομίλου Ερετών Πειραιώς (1907-1921) . . . . Τα οικονομικά του Ομίλου Ερετών Πειραιώς (1888-1922) Η περιουσία του Ομίλου Ερετών το 1908 Κεφάλαιο Δ' Πίνακας 1: Παρουσίες μελών Διοικητικού Συμβουλίου στις συνεδριάσεις (1895-1908) Πίνακας 2: Παρουσία των μελών στις Γενικές Συνελεύσεις (1896-1922) Πίνακας 3: Συνεδριάσεις του Δ.Σ. (1895-1908) Πίνακας 4: Γενικές Συνελεύσεις (1896-1922) Πίνακας 5: Διοίκηση και μέλη του Lawn Tennis Club (1895-1916) Πίνακας 6: Οικονομική κατάσταση του L.T.C. Αθηνών (1897-1922) . .
276 288
295 298 317 319
324 325 326 326 328 350
ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ
Α' Παγκόσμιος Πόλεμος 81, 117, 237, 377 218' σχολικοί ποδοσφαιρικοί 287' σχολικοί σκοπευτικοί 70, 72· φοιτητικοί αθληΑβέρωφ Γ. 110, 148, 304 τικοί 246" βλ. και Ολυμπιακοί Αγώνες. ΑβέρωφΕλένη 279 αδάμας Β. 368 Αβέρωφ, οικογένεια 249 αεροπλάνο 379 «Αβέρωφ» Γυμναστικός Σύλλογος 194 αεροπόροι 375 Αγγλία βλ. Βρετανία αερόστατο 369 Αγέλαστοι 249 Αθανασιάδης Ν. 278 Αγέλαστου Βιργινία Η. 65, 279, 280 Αθανασίου Κατίνα 61, 76 Αγιά 84 Αθανασίου Ντ. 122 Αγία Παρασκευή 242 Αθανασόπουλος Σπυρ. 209 ΆγιοιΑντώνιοι 84 Αθήνα 13, 24, 26,49,64, 67, 72,86,88, ΆγιοιΑπόστολοι 194 95,96,97,110,111,126,127,129,130, Άγιοι Σαράντα 367 141, 150, 153,155, 162,163, 164, 165, Άγιος Γεώργιος 194, 242 170,171, 175,184,185,190,197,198, Άγιος Κοσμάς 242 210, 211, 214, 218, 223, 227, 235, 240, Άγιος Πέτρος Κυνουρίας 194 αγώνες 48, 54, 61, 66, 67, 79, 86, 93, 202,246, 255, 259, 266, 291, 293, 294, 310, 323, 342, 344, 354, 355, 357, 358, 359, 214, 215, 217, 241, 262, 270, 281, 309, 361, 364, 365, 367, 369, 372, 374, 383 310, 314, 318, 342, 351, 355· αθλητικοί 79, 84,87,89, 374·αντισφαίρισης πανελ- Αθηνά 192, 293 λήνιοι 128, 146, 334, 343, 344· αρχαίοι « Αθηνά» Πειραιώς 182 25, 28, 88· εφηβικοί 219· handicap 343· Αθηναϊκή Λέσχη 100, 101, 163, 249, 346, 347 κολύμβησης πανελλήνιοι 130, 146' κωπηλασίας πανελλήνιοι 130' λεμβοδρομίας Αθηναϊκός Αθλητικός Σύλλογος 130 πανελλήνιοι 146' λεμβοδρομικοί επαγ- Αθηναϊκός Γυμναστικός Σύλλογος («Γεραγελματικοί 132' ναυτικοί 127, 219, 227, νίου») 164 229' ναυτικοί πανελλήνιοι 129' οπλομα- Αθηναϊκός μοτοσυκλετιστικός όμιλος 375 χίας πανελλήνιοι 128, 130, 146' παιδικοί Αθηναϊκός Ποδοσφαιρικός Σύλλογος 342 218· παιδοεφηβικοί 62, 127, 264, 285, Αθλητική Ένωση Σοσιαλιστικού Κόμματος 286· πανελλήνιοι 67, 78, 114, 118, 123(Γαλλία) 40 131,142, 143,144, 198, 211, 220, 231, Αθλητικός Όμιλος Αθηνών 106, 107, 108, 241, 255, 282, 283, 293, 313, 374, 379, 180, 255 380' ποδηλασίας πανελλήνιοι 129, 130, Αθλητικός Σύλλογος Βουρβούρων 128 146, 227' ποδοσφαίρου πανελλήνιοι 129' αθλητισμός πλανόδιος 86, 378 σκοποβολής πανελλήνιοι 128, 146' σχολιΑθλητισμός, περ. 117 κοί 64, 67, 72, 73, 80, 114, 126, 191, Αίας 192 Δεν ευρετηριάζονται οιΠίνακες.
Αίγινα 49, 93 Αίγιο 194 Αιολικοί αγώνες 127 Ακαδημαϊκό Γυμναστήριο 75, 373 ακοντισμός 128' ελεύθερος 118 ακροβάτες 83, 86 Ακταίο, ξενοδοχείο 314 Αλεξάνδρεια 127, 162 Αλέξανδρος, βασιλιάς 250 αλιεία 101, 228 άλμα 67, 89, 242, 281, 285· εις μήκος άνευ φοράς 118, 128' εις μήκος μετά φοράς 128'ειςύψος118,128, 219'ειςύψος άνευ φοράς 128'επί κοντώ 128' τριπλούν 128, 219 αλπινισμός 196 Αλφρέδ βέης 98 Αμαλία βασίλισσα 94 Αμαλιάδα 194 αμαξοδρομίες 91 Αμερική βλ. Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής αμπάριζα 67, 227 αναγνωστήρια 34, 93, 153 Αναγνωστική Εταιρεία Κερκύρας 153 Αναθεωρητική Βουλή (1911) 160 ανάκτορα βλ. βασιλική οικογένεια αναρρίχησις επί κάλω 128 Ανατολική Ρωμυλία 154 Ανατολικό Ζήτημα 154 Ανδρέας, πρίγκηπας 250 Ανδριακόπουλος Ν. 115 ανδρισμός, ανδρική ταυτότητα 12, 103, 104, 105,116,117,379, 382 Ανδρίτσαινα 96 ανθρωπολογία 19, 20, 24 αντιβενιζελικοί βλ. βασιλικοί, φιλοβασιλικοί αντισφαίριση βλ. τέννις Αντωνόπουλος Β. Δ. 148,225,250,251,252 Αντωνόπουλος Σπ. Δ. 250, 252, 254 Αντωνόπουλος Σπηλ. 250 ανώτερα (κοινωνικά) στρώματα 266, 277, 365, 384απεργία αθλητών122, 123 Απόλλων 293 «Απόλλων» Σμύρνης 129, 158, 281 Αποστολόπουλος Κ. 209
Αντιβασιλεία 4 8 , 50, 9 4
«Άρατος» Γυμναστικός Σύλλογος 194 Αρβανίτης Σπ. 209 Αργυριάδης I. 57 αριστοκρατία, αριστοκρατική τάξη 43, 98,
102,116, 348, 353, 367αρματολοί 27, 8 Αρσάκειο Παρθεναγωγείο 64, 76 άρση βαρών 92, 114, 128 Άρτεμη 194 Αρφαρά Αχαΐας 176 αρχαία Ελλάδα 65, 85, 87, 91 Αρχαιολογική Εταιρεία 153, 155, 235 αρχαιότητα 25, 26, 89, 90, 195 αστική τάξη 12, 14, 32, 41-44, 81, 84, 98, 102,104,105,107, 108, 116, 181,185, 196, 198, 225, 228, 259, 294, 296, 300, 320, 323, 336, 353, 355, 364, 367, 375, 378, 380, 381, 382, 383 αστικοποίηση 43, 83, 93 «Αστραπή» Ποδηλατικός και Αθλητικός Σύλλογος 194 Αττική 365 Αττικής και Βοιωτίας νομός 171 αυτοκίνητο 196, 375, 37-9 Αχαΐας νομός 171 Αχιλλέας 192 Agulhon Μ. 30 Amoros F. 57 Amory Cl. 196 Arnaud P. 24 Augé M. 20 Β' Παγκόσμιος Πόλεμος 336 βάδην 1.500 μ. 128 Βαρβάκειο Λύκειο 56, 76, 216, 218 Βασιάδης Ήρ. 163, 180 Βασιλειάδης 98 βασιλική οικογένεια 143, 145, 149, 151, 214, 215, 250, 310, 332, 380 Βασιλικό Θέατρο 259 βασιλικοί, φιλοβασιλικοί 147, 335, 336, 381 Βασιλόπουλος Δ. 122 βενιζελική κυβέρνηση 73 βενιζελικοί 147, 334, 335, 381
Βέλος, Το περ. 368
Βαλκανικοί πόλεμοι 2 3 7 , 3 4 0 , 3 4 9
Βενιζέλος Ελ. 143, 148, 251, 309, 334 Βερναρδάκης Δ. 123 Βερσής Σωτ. 116 Βικέλας Δ. 67, 70,101, 252 Βιομηχανική Επανάσταση 35 Βλαστός Α. Θ. 187 Βλαστός Μήτσος 130, 189 βόλεϋ 130, 228 Βόλος 127, 171, 176 Βόρις, δούκας της Ρωσίας 332 Βότσαρης Δ. Μ. 99 Βούλγαρη Β. εκπαιδευτήριο 94, 218 Βούλγαρης Δ. 53 βουλγαρικές γυμναστικές εταιρείες 180 Βουλή 312 Βούρβουρα Κυνουρίας 128, 176 Βούρος Αλ. 331 Βούρος Στ. 278 Βουσάκης Κ. 94 Βρατσάνος Μ. 68, 373 Βρετανία 18, 21, 23, 30, 39, 42, 47, 68, 83, 87, 103, 104, 105, 118, 189, 202,366 Βυζάντιο 26, 27, 28 Baden-Powell R. 73 Bailey P. 40, 304 Barthes R. 19 Basedow J. B. 50 basket-ball βλ. μπάσκετ Bickford-Smith R.A.H. 170 Bidart Claire 29 Bourdieu P. 23, 24, 201 boxe βλ. πυγμαχία Braudel F. 10, 19 Briand Ar. 70 Burke P. 37 Γαβριηλίδης Βλ. 163 Γαλάτσι 242 Γαλλία 23,24,40, 57, 58,83,100,104,170, 202, 370, 372, 374 Γαλλική Επανάσταση 32 Γαλλική Ποδηλατική Ένωση 170 γαλλογερμανικός πόλεμος 57 Γερμανία 23, 73, 92, 163, 191, 202, 373
Bouet M. 8 3
Γερμανική Ποδηλατική Ένωσις 370 γερμανικό γυμναστικό κίνημα 361 γερμανικό έθνος 362 γερμανοί πεζοπόροι 366 Γεωργαντας Α. 373 Γεωργαντας Φ. 72, 252 Γεωργιάδης I. 279 Γεωργιάδης I. Ν. 100 Γεώργιος Α' 127, 144, 217, 250, 310, 312 Γεώργιος, δούκας της Ρωσίας 332 Γεώργιος, πρίγκηπας 145, 148, 216, 223, 250, 375 γήπεδο 93, 383' Αλεξάνδρας 96, 189' Γουδί 96 Γηροκομείο Πειραιά 310 Γιαννόπουλος Αγησ. 163 Γκάρετ βλ. Garrett R. γκιόστρα 97
γκολφ 2 0 1
«Γλαύκος» Γυμναστικός Σύλλογος 194 Γληνός Δ. 148 γλώσσα ελληνική 154 Γουδί κίνημα 147, 334 Γουδί ποδοσφαιρικός σύλλογος 130, 187, 287 Γουλιμής Κ. 287 Γούναρης Δ. 279 Γούση Α., κυρία 354 Γυθεατικός Γυμναστικός Σύλλογος 194 γυμνάσια 48, 53, 54, 55, 56, 59, 60, 65, 69 γυμνασιάρχες 60 Γυμνάσιο Α' Αθηνών 56' Γ ' Αθηνών 56 γυμναστές 54, 55, 59, 61, 75, 76, 78, 81, 106, 107, 124, 209, 210, 211, 249, 257, 378, 380' βλ.και Σχολή Γυμναστών γυμναστήρια 12, 48, 49, 53, 65, 68, 74, 86, 93, 111, 143, 311, 383 Γυμναστήριο Δημόσιο 54, 55, 94' Εθνικού Γ.Σ. 262, 265, 266, 270, 271, 272, 273, 276, 277, 281, 288· Κεντρικό (Δημόσιο) 55, 56, 61, 89, 92, 95, 107, 127, 212, 213, 214, 216, 218, 281· Πανελληνίου Γ.Σ. 214, 215, 216, 220, 221, 226, 227, 234, 235, 239, 241, 243, 246, 254, 256, 257, 260' Πυροσβεστών 94 «Γυμναστικά» 75 γυμναστική 9, 12, 24, 28, 47-82, 99, 101,
102,107, 181,191,195, 197, 198, 210, 211, 213, 218, 219, 220, 226, 227, 228, 260, 262, 264, 265, 280, 287, 361, 372, 377,378,379,380· γερμανική 49,92,93, 94, 123, 377, 378- γερμανοελβετική 74, 108' ανόργανη 55, 62' ενόργανη 48, 62, 216"εξετάσεις 67' ρυθμική 61' σουηδική 64, 72, 74, 79,117,123,148, 225, 377 Γυμναστική Εταιρεία Πατρών 96,114,122, 141, 143, 269, 270, 281, 286, 311, 343 Γυμναστικός Σύλλογος Βόλου 217, 281 Γυμναστικός Σύλλογος Κερκύρας 204 Γυμναστικός Σύλλογος Κυμαίων 182 Γυμναστικός Σύλλογος Τρικάλων 180 γυμνάστριες 62, 64, 77, 224, 225' βλ. και Σχολή Γυμναστριών γυναικεία σωματική αγωγή 74, 224, 225, 226, 256 γυναίκες αθλούμενες 116, 117, 314, 321, 344, 381· θεατές αγώνων 212, 215, 322, 344, 381' μέλη αθλητικών σωματείων 199, 203, 223, 224, 225, 234, 279, 280, 312, 314, 322, 327, 328, 336, 341, 354, 383 Chartier R. 24, 85 Coubertin P. de 83,103,107,109,126, 252 cricket βλ. κρίκετ croquet βλ. κρόκετ cultural studies βλ. πολιτισμικές σπουδές Δαγκλή αδελφές 328 Δαμαλάς Π. 296, 357 Δαμασκηνού λουτρά 351 Δανία 189 Δανίδες γυμνάστριες 116 Δαραλέξης T. (Daramot) 198 δαρβινισμός 117' κοινωνικός 69 Δαρβίνος 103 Δαφνί 242 Δεληγιώργης Επ. 53 Δεφιτζής Κ. 163 Δηλιγιάννης Επ. 278 Δηλιγιάννης Θ. 59, 100, 278 Δήλος 285 Δημαράς Κ. Θ. 156
Δημητρίου 119 Δήμος Αθηναίων 256 Δήμος Πειραιώς 297, 316, 318 Δημόσιο Γυμναστήριο βλ. Γυμναστήριο Δημόσιο δημοτικά σχολεία 48, 52, 60, 66, 70, 74 δημοτικά τραγούδια 27, 85 δημοτικιστές 115 Δημοτικό Θέατρο Αθηνών 241 Δημοτικό Θέατρο Πειραιά 314 Διαγόρας 95 Διάδοχος βλ. Κωνσταντίνος Α' διακοπές 366 Δίας 192 Διασπορά 155, 336 δίαυλος 89 Δίγκας Δ. 300 Διδασκαλείο 48, 56' Αίγινας 49' Γυμναστικής 76, 77, 78' Θηλέων 64, 77· Συλλόγου 95 διδασκάλισσες της γυμναστικής βλ. γυμνάστριες διδάσκαλοι γυμναστικής βλ. γυμναστές Διεθνές Αθλητικό Συνέδριο (Παρίσι) 107, 252 Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή 107, 109, 126, 148 διελκυστίνδα 128 δίζυγο 91, 92, 94, 107, 281 Διόσκουροι 192 δισκοβολία, δίσκος 67,89, 242' ελληνική 119, 128 Διχασμός 13, 128,143,144,146,151, 226, 251, 252, 297, 333, 335, 336, 381 δόλιχος 89 Δρίβας Αθ. 306 δρόμος (ταχύτητας) 67, 89, 101, 242 δρόμος μεάλογο 84 Δροσίνης Γ. 70, 92, 99 Δώριζας Μ. 118 Deschamps G. 36 Dunning E. 20, 21-22, 23
εθελοντική συσσωμάτωση, εθελοντικές σ
συσσωματώσεις 12, 13, 28-34, 158, 159, Ελληνική Χερσόνησος 225 196, 200, 250, 382· βλ.και σύλλογοι Ελληνικός Αθλητικός Σύλλογος Αθηνών 204 Ελληνικός Γυμναστικός Σύλλογος 163 Εθνική Εταιρεία 100 Ελληνικός Διδασκαλικός Σύλλογος 156 εθνική ταυτότητα 9, 154 Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος 197, 233, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος Κωνσταντινουπόλεως 153, 154,155 257, 278, 319 Λύκειο Γιαννίκη 157 εθνικισμός, εθνικήιδεολογία 13, 156,Ελληνογερμανικό 180, ελληνοτουρκικός πόλεμος 1897 65, 124, 181, 358, 361 217, 237, 318 Εθνικός Γυμναστικός Σύλλογος 13, 61, 95, Εμπειρίκος Ε. 212 100, 106, 118, 124, 127, 130, 141,142, 143, 144,148, 187,189,190,194, 214, Εμπορική Ακαδημία Ρουσσόπουλου 118 Εμπορική Τράπεζα 319 215, 217, 221, 227, 228, 231, 237, 243, 255, 259, 260, 261-289, 291, 311, 313, Ένωση Γαλλικών Αθλητικών Συλλόγων 170 316, 352, 380, 383· βλ. και Γυμναστήριο Ένωσις Αθλητικών Συντακτών 118 Ένωσις των Ελληνίδων 64, 281 έθνος-κράτος 31 Ένωσις Ελλήνων Αθλητών Στίβου 122 25η Μαρτίου 194, 242, 366 Ένωσις Ναυτικών Σωματείων 150 εκβιομηχάνιση 18, 43 εκδρομές 202, 239,241, 242, 265, 284, 285, Ένωσις Ποδοσφαιρικών Σωματείων Αθηνών314, 316, 354, 355, 358, 359, 360, 364, Πειραιώς 130, 150 Ένωσις Ποδοσφαιρικών Σωματείων Ελλά382· σχολικές 65, 66, 73, 377-8 δος 130, 150, 228 εκδρομικά σωματεία, εκδρομικοί σύλλογοι Ένωσις Πυγμαχίας Αθηνών 122 65,182,184,194,365,366,367· βλ. και επαγγελματισμός 384' βλ. και ερασιτεχνιπεριηγητικά σωματεία, πεζοπορικά σωσμός, αγώνες επαγγελματικοί ματεία εκδρομισμός 355, 362, 368' βλ.και περιήγη- Επανάσταση βλ. Ελληνική Επανάσταση επιδείξεις σχολικές γυμναστικές 56, 80, 12 ση, περιηγητισμός 214, 218· θηλέων 281 Εκκλησία 81, 157, 285 , επιδόσεις βλ. ρεκόρ εκπαίδευση 54, 246, 270, 377, 378, 380" γυΕπιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων12, 70,95, μναστική 25, 210, 218, 228, 352· γυναι110, 122, 123, 124, 126, 127, 129, 131, κεία 224 133, 141-151, 164, 187, 190, 252, 276, εκσυγχρονισμός 36, 93 283, 286, 294, 297, 312, 334, 372, 379 Ελβετία 58 Επιτροπή των Ολυμπίων 70, 214 Ελευθέρια 127 Επτάνησα 87, 153, 342 ελεύθερος χρόνος 12, 17, 18, 28, 33, 34-41, ερασιτέχνης, ερασιτεχνι 42, 43, 79, 93,199, 235, 240, 246, 259, 109, 133, 146, 354, 372, 379, 380 260, 277, 304, 308, 309, 321, 359, 378, εργασία 34, 35, 36, 37, 38, 41, 102 382 εργατικά κόμματα 40 Ελευθεροτεκτονικό τάγμα 250 εργατικές αθλητικές ενώσεις 40 Ελευσίνα 284 εργατική τάξη 38, 39, 41, 43, 105, 243, 246, Ελισάβετ, βασίλισσα της Αύστρίας 108 366 Ελληνικά σχολεία 48, 54, 56, 59, 69 Ερμής 192 Ελληνική Επανάσταση 26, 28, 87, 127 Ελληνική Εταιρεία Περιηγήσεων-Touring «Ερμής» Κωνσταντινούπολης 163 Ερμούπολη 153, 171, 175, 176, 291, 310, Club 363, 374, 375 369 «Ελληνική Νεολαία» 182 Ελληνική Ποδηλατική Εταιρεία 363, 368, Εταιρεία Ιππασίας και Γυμναστικής 97 Εταιρεία της επί σκοπόν βολής 99, 100, 162 369, 370, 374, 375
Εταιρεία του από ΑθηνώνειςΠειραιά Σιδηροδρόμου 310 Εταιρεία των Φίλων 153 Εταιρεία Φυσικής Ιστορίας 153 Ευαγγελίστριας ναός 285 ευγενείς βλ. αριστοκρατία Ευρώπη Δυτική 12, 58, 68, 69, 87, 88, 102, 103,104, 105,109, 117, 132, 142, 159, 181, 202, 250, 304, 355, 359, 367, 370, 378, 381' μεσαιωνική 38 «Ευρώτας» Γυμναστικός Σύλλογος 194, 204 Ευταξίας Αθ.62, 65, 66, 67, 214, 378 εφημερίδες αθλητικές βλ. τύπος αθλητικός Έψδεν 98 Ehrmann J. 20 Elias Ν. 19, 20, 21-22, 23, 37, 43 fair-play 103, 111,379 Fauriel Cl. 85 Fichte 50 Fink Eug. 20 Foucault M. 19, 37, 180 François E. 29 Garrett R. 112 Geertz Cl. 19, 20, 44 gentleman 103, 104, 105, 355 Giddens Α. 22 Ginzburg C. 41 Godelier M. 35 Goedrich A. de 358 Grazia S. de 41
Gruncau R. 22
Ζάππειο Παρθεναγωγείο 157 Ζέας λιμάνι 291,296, 308 Ζίννης Αθ. 72, 216, 262, 263 Ζυγομαλάς Α. 60 Ζυγομαλάς I. 366 Ζωγράφος Χρηστάκης 216 Ζωηρός Α. 53 Ηλιόπουλος Θ. 273 Ηλιόπουλος Όθ. 100 Ηλιόπουλος Πελοπ. 209 «Έλις» Γυμναστικός Σύλλογος 194 Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής 19, 31, 104 Ηπειρωτικός Σύλλογος 155 Ηρακλέους εταιρεία 49 Ηρακλής 86, 192, 263 «Ηρακλής» Θεσσαλονίκης 129 Hargreaves J. 105 Hobsbawm E. 19, 23, 42, 109 hockey βλ. χόκεϋ Huizinga ]. 19-20 Jahn Fr. L. 49, 50, 213 θέατρο 93 Θεολογική Σχολή 246 Θεοτόκης Γ. 60, 367 Θερίσου συνέλευση 108 Θεσσαλικός Σύλλογος 155 Θεσσαλονίκη 95, 129, 189, 195, 370 Θησέας 192 Θησείο 259 «Θησεύς» Γυμναστικός Σύλλογος 291 Θράκη 154 Θρακικός Σύλλογος 155 Θωμόπουλος Θ. 196 Θων Ν. 250 ιατρική 51-53 Ιατρική Σχολή 246 Ιλισσός 70, 266 Ιονική Εταιρεία 153 ιππασία 43,97,98,101,107,149,196,197, 198, 320, 353, 354, 355, 378 Ιππική Εταιρεία της Ελλάδος 105, 106
Guts Muths J. Chr. 49, 50 Guttmann Α. 86 Ζάκυνθος 97 Ζάππας Ευ. 88, 90 Ζάππειες Ολυμπιάδες 87-93, 94, 97, 109, 379· πρώτη (1859) 51, 89, 90, 91, 105· δεύτερη (1870) 88, 89, 90, 91, 95· τρίτη (1875) 91, 92, 95, 213· τέταρτη (1888) 89, 92, 214 Ζάππειο 61, 95, 127. 342
ιππικοί αγώνες 127, 132, 353 ιππικοί όμιλοι, "ιππασίας σύλλογοι 99, 353 Ιππικός Όμιλος 95, 198, 199, 312, 353, 354, 355 ιπποδρομία, ιπποδρομίες 38, 90, 91, 96, 97, 101,105,145, 228 Ίσθμια 87, 180, 210 ιστιοπλοία 194, 295, 312, 313, 378 ιστορία 24'αθλητισμού 21, 25, 28' γυμναστικής 25,26,60,62· κοινωνική 19,22, 28· πολιτισμική 28· τοπική 157 Ιταλία 202, 358, 370 Ιωαννίδης Αρ.209 Ιωάννου Φ. 88, 94 ΙωσήφI. 261 καθαρεύουσα 87 Καισαριανή 360, 361 Καλαμάρης Ιω. 279 Καλαμάτα 96, 175, 204 Καλλιγά Ιουλία Π. 279, 280 Καλλιγάδες 249 Καλλιγάς Πέτρος 125, 145, 148, 251 Καλλιρρόης Γ. 52, 53 Καλλούδης Αλ. 164 Καλογερόπουλος Ν., ζωγράφος 196 Καλογερόπουλος Ν., πρωθυπουργός 279 Καμπούρογλους Δ. Γρ. 196, 361, 365 Κανακάκης Μ. 209 καπιταλισμός βιομηχανικός 35, 36, 37, 39 Καποδίστριας 49, 98 Καραγκιόζη, παράσταση 284 Καραθάνος Γ. 209 Καραϊσκάκης Σ. 100 Καράκαλος Τηλ. I. 68 Καρακώστας Θεμ. 209 Καραμπάτης Δ. 119, 122 Καράς I. Δ. 279 Καστέλλα 342 Καστρωμένος I. 209 κατώτερες τάξεις, κατώτερα στρώματα 84, 105, 131, 183, 195,215, 266, 380 καφενείο 30, 31, 65, 68, 93, 240, 241, 242, 346, 373, 382 Κεντρικό Γυμναστήριο («Φωκιανός») βλ. Γυμναστήριο Κεντρικό
Κέρκυρα 130, 153, 171,175, 176, 323 Κερκυραϊκός Σύλλογος Ριπής 99, 162, 164 Κερκύρας νομός 171 Κετσέα Ε. 64 Κετσέας I. 333, 334, 335, 337 Κηφισιά 96,176, 242, 322, 342, 359 Κηφισίας λεωφόρος 95 Κιάτο 194 Κιθαιρώνας 367 κινηματογράφος 369 κλασική Ελλάδα 47 κλασικός αθλητισμός 62,107,108,131,132, 190, 191, 197, 213, 219, 226, 227, 228, 259, 260, 263, 279, 287, 344, 361, 379, 380 κλέφτες 27, 28, 85 Κοίμηση Θεοτόκου 285 κοινωνία βιομηχανική 83' παραδοσιακή 35, 84, 383' προβιομηχανική 38' πρωτόγονη 35 κοινωνία πολιτών 31-32 κοινωνικότητα 12, 14, 28-34, 43, 158, 202206, 250, 259, 260, 274, 277, 281, 289, 291, 305, 309, 314, 344, 380, 382 κοινωνιολογία 19, 24, 28'αθλητισμού (και σπορ) 18, 21, 23 «Κολοκοτρώνης» Γυμναστικός Σύλλογος 194 κολύμβηση, κολυμβητική 48, 49, 50, 61, 62, 70, 73, 78, 91,101,129, 227, 228, 229, 304, 310, 313 κολυμβητικά σωματεία 170 κολυμβητικοί αγώνες 229' βλ.και αγώνες κόμματα πολιτικά 200 Κορδέλλας Ανδρ. 278 Κορδογιάννη Χρ. Ν. 74 Κόρινθος 180, 210 Κορκ βλ. Korck L. 49 Κορωναιος Π. 98 κότινος 90, 107, 109 Κοτοπούλη, θίασος 241 Κοτσελόπουλος Ν. 209, 261 Κουμανούδης I. 209 Κουμανούδης Στ. 36, 154, 357 Κουμουνδούρος Αλ. 100 Κουμουνδούρος Σπυρ. Α. 342 Κουμπάρης Κ. 212
Κουντουριώτης Γ. 312 Κουντουριώτου Αγγελική Π. 64, 279, 280 κουρείο 30 Κουρουσόπουλος Ιάσων 209 Κρήτη 100, 148, 250· Μινωική 28 Κρητικός Ιω. Χ. 209 κρίκετ 67,130,131,176,216,219,227,321 κρίκοι 107, 281 κρόκετ 321, 322 Κυβέλης θίασος 314 Κυδωνιές 127 Κυθηρίων παροικία (Σμύρνη) 157 Κυκλάδων νομός 171 Κύμη 96 κυνηγετικά σωματεία 176, 185, 198, 242, 291, 367 Κυνηγετικός Σύλλογος Αθηνών 194 κυνήγι 38, 101, 196, 228, 229, 366, 367 Κυριακή αργία 240 Κυριάκος I. 209 Κύριλλος, δούκας της Ρωσίας 332 Κυρνάσιος Β. 370 Κωλέττης I. 87 Κωνσταντίνος Α' 108, 126, 145, 147, 148, 149, 250, 251,252, 309 Κωνσταντινούπολη 117, 129, 155, 163, 195, 293 Κωνσταντόπουλος Κ. 98 κωπηλασία 62, 68, 70, 73, 101, 175, 182, 184,197, 229, 287, 291, 298, 299, 300, 302, 304, 308, 309, 312, 313, 314, 316, 317, 320, 378· βλ.και λεμβοδρομίες κωπηλατικοί σύλλογοι 358 Keane J. 32 Korck L. 49 Λαγκαδάς 108 λαϊκές τάξεις, λαϊκά στρώματα βλ. κατώτερες τάξεις, κατώτερα στρώματα Λαϊκή Τράπεζα 319 Λαϊκός Γυμναστικός Σύλλογος Σάμου 281 Λαμπίρης Λ. 122 Λάμπρος Μιχ. 241 Λάμπρος Σπ. 26, 111, 123, 141, 144, 145, 217, 219, 241, 248, 334, 363
Λάμπρου Άννα Π. 64 λαογραφία 85 Λάρισα 127, 176 Λαρίσης νομός 171 Λασκαρίδου Αικ.61, 64 Λαυρίου μεταλλεία 278 Λεβίδου 279 Λειψία 108 λεμβοδρομίες 91, 145, 229, 302, 310, 311· βλ.και αγώνες Λεμεσός 127 λέσχες 153, 157, 364, 365, 380' πολιτικές 34 Λέσχη Όμηρος 158 Λετρίνων δήμος 87 Λευκαδίτης Αθ. 73 Λευκωσία 127 λιθάρι 84, 85 λιθοβολία 128 ΛιμενικήΕπιτροπή Πειραιώς 296, 297, 316 Λιμήν Πειραιώς 294 Λούης Σπ. 67,112, 114, 115,118 Λουκιανός 123 Λυκούδης Εμμ. 65, 67 Lawn Tennis Club Αθηνών 13, 95, 130, 144, 147, 182, 225, 228, 243, 252, 259, 312, 321-355, 381 Leisure Studies Association 18 Lidtke V. L. 33 Littré λεξικό 31 Luschen G. 195 μαζικά μέσα ενημέρωσης 18 Μακεδονικός Αγώνας 100, 108 Μακρή Δ.εκπαιδευτήριο 73, 235 Μανιατάκης 98 Μάνος Θρ. 108, 323 Μάνος Κ. 106, 107, 108, 180, 221, 323 Μάνος Π. 354 Μάνου Μ. Π. 279 Μαραθώνιος 112, 128 Μαρία, πριγκήπισσα 127, 217, 250 Μαρίνος Γ. 334 Μαρίνου Σοφία 344 Μαρούσι 96
Μακκάς Γ . Α. 53
Μαρσίκ Αρμ. 196 μασονικές στοές 250 Μαυράκης Γ. Ν. 209, 373 Μαυρομιχάλη Ρωξ. 108 Μαυρομιχάλης Π. 279 Μαυρομιχάλης Πιερρ. 98 Μαύρος Αλ. 198, 331 Μαύρος I. Αλ. 347 Μεγάλη ιδέα 153, 377 Μελάς Β. 334 Μελάς Γ. 347 Μελάς Λ. 334 Μελάς Παύλος 100 Μελέγκογλους Δ. 209 Μερκάτης Αλ. 72, 145, 147, 148, 250, 252. 254, 331,333, 334, 335 Μερκούρης Σπ. 92 Μέρλιν Ζαΐρα 367 Μέρλιν, οικογένεια 249, 367 μεσαίες τάξεις, μεσαία στρώματα 23, 34, 38, 40,43,84,196,266,277,304,365,366, 380, 384 μέσηεκπαίδευση 48, 70, 74, 126' βλ.και γυμνάσια' Ελληνικά σχολεία Μεσολόγγι 176 Μεσολυμπιάδα (1906) 110, 114, 115, 116, 126, 130, 131, 189, 233, 234, 237, 241, 243, 266, 297, 310, 344, 374, 383 Μεσοπόλεμος 119, 383 Μεσσηνέζης Ιω. 100 Μεταξάς Αν. 148, 216, 367 Μεταξάς Μ. 334 Μηλιώτης Κομνηνός Κ. 92 Μητρόπολη Αθηνών 80 Μητσάκης Μ. 86 Μικρά Ασία 79,129,189, 238 Μικρασιατική Καταστροφή 11, 119, 366 «Μίλων» Αλεξανδρείας 162 Μίνδλερ Ιω. 163 Μίνδλερ Μ. 92, 95 «Μινέρβα», ξενοδοχείο 241 Μινέττας Ιω. 279 Μίχας Ευ.209 μόδα 321, 349, 353, 355, 357, 381 Μόναχο 49, 50 Μονή Πεντέλης 360
μονόζυγο 91, 94, 107, 281 μονομαχία 78, 98, 99, 254 Μοσχάτο 360 μοτοσυκλέτα 375, 379 Μουσική Εταιρεία 343 Μουσικός και Γυμναστικός Σύλλογος Λαρίσης 176 Μπαλί 20 Μπαλτατζής Γ. 72 Μπαρτ και Χιρστ λεξικό 101 μπάσκετ 130, 131, 228 Μπελλένειος Σκοπευτική Σχολή 70, 127 Μπελλένης Παρ. 70 Μπορέλ Λ. 94, 95 Μπουκουβάλας 65 Μπρισιμιτζάκης Χρ. 92 Maurer L. von 159 Michels R. 199, 382 Ναύπλιο 49, 93, 98, 153, 194, 296 Ναυτικός Όμιλος (Νέου) Φαλήρου 96, 150, 231,294,311,312, 313 Ναυτικός Όμιλος Αλεξανδρείας 150, 313 Νέα Λέσχη 157 Νέα Σκηνή 241 νεανικές οργανώσεις, νεανικοί σύλλογοι 182, 183, 246 Νεγρεπόντη Μαρία Μ. 354 Νεγρεπόντης (Νεγροπόντης) Μ. 67, 72, 144, 146,147,148,198, 251, 255, 331, 333, Νέγρης Ν. 96 Νεκτάριος Πενταπόλεως 81 Νέμεα 87, 180, 210 νεομαρξισμός, νεομαρξιστές 21, 22 νεοτερικότητα 36 νεότητα 12, 82, 157, 182, 183, 201, 373, 377, 378 Νίκη Παιονίου 192 Νίκης έπαθλο 125, 241, 282, 283 Νικητόπουλος Μ. 209 Νικηφοράκης Κ. 209 Νικολαΐδης Απ. 191 Νικόλαος, πρίγκηπας 148, 250, 283, 287
Νίκη, Η περ. 76, 117, 284
334, 354, 346, 368
Όμιλος Εκδρομών«ηΝεότης» 194, 365 Όμιλος Εκδρομών«ηΤέρψις» 194, 365 Όμιλος Ερετών Ερμουπόλεως (Σύρου) 286, 310,311 Όμιλος Ερετών Πειραιώς 13, 96, 182, 231, 259, 281, 286, 291-320, 352 Όμιλος Κυνηγών Πειραιώς 294, 367 Ξανθόπουλος Κ. 153 Όμιλος Πατρινών Σκοπευτών 99, 163 Ξενόπουλος Γρ. 198, 349 Όμιλος Πεζοπόρων Πειραιώς 286 ξιφασκία, ξιφισμός 50,61, 78, 91, 97, 98, 99, Όμιλος Ποδηλατών εν Αθήναις 370 100, 101, 107, 149, 163, 195, 216, 219, Όμιλος Ποδηλατών Πειραιώς 359, 368, 369, 227, 228, 229, 256, 321, 372, 378 372 ξιφασκίας σωματεία 170 Όμιλος της Οπλομαχητικής 100 ξιφομαχίες ιππέων 38 Όμιλος των Εκδρομών363, 364 Όμιλος των Εφίππων Εκδρομών 364 Όμιλος των Φιλόπλων 100, 101, 163 οδοιπορία βλ. πεζοπορία Όμιλος Φιλάθλων Πειραιώς 130, 142 Οδοιπορικός Σύνδεσμος 196, 365 Οθωμανική Αυτοκρατία 127, 153, 154, 155, Όμιλος Φιλομούσων Αθηνών 284' Θεσσαλονίκης 189' Πειραιώς 310 156, 158, 159 Ομόνοια 259 Όθων 51, 53, 86, 87 όπερα 93 Οικογενειακός Όμιλος Εκδρομών 194 οπλασκία, οπλομαχητική 53, 54, 62, 66, 78, Ολυμπία αρχαία 126 Ολύμπια βλ. Ζάππειες Ολυμπιάδες 98,145,228,257,287,293· βλ.και αγώ« Ολύμπια» Γυμναστικός Σύλλογος 291 νες Ολυμπιακοί Αγώνες28, 43, 78, 102, 128, οπλομαχητικοί όμιλοι 99 194, 379· αναβίωση 12, 24, 42, 67, 87, Οπλομαχητικός Σύνδεσμος Αθηνών 100 107, 108,109, 132, 149, 183, 195, 211, οπλομαχίας σχολές 96 252·αρχαίοι 26,27,87,88,109· Βιθυνίας ορειβασία 302 85·εκατονταετία 9, 10' Αθήνας (1896) ορειβατικά σωματεία 366 65, 76, 93, 95, 106, 109-114, 116, 118, Ορφανοτροφείο Αίγινας 49 126, 132, 141, 150, 164,165, 180, 184, « Ορφέας» Μουσικός Όμιλος (Σμύρνης) 213, 215, 219, 237, 248, 254, 286, 287, 158, 286 296, 318, 372, 379, 383· Παρισιού (1900) 126- Λονδίνου (1908) 118, 189· Ottendorf 94
Στοκχόλμης ( 1 9 1 2 ) 1 1 8 , 1 8 9 '
Νιρβάνας Π. 30, 366, 368, 370 Νοεμβριανά 148, 335 Νομαρχία Αττικής και Βοιωτίας 301 Νομική Σχολή 129, 246 Νομικός Δ. 239 νοσηλευτική 78
(1920) 123, 129, 187· Παρισιού (1924)
122
Αμβέρσας
Ολυμπιακός Αθλητικός Σύλλογος Σικάγου 119 ολυμπιονίκης, ολυμπιονίκες 115, 118, 379' Όμιλος Αντισφαιρίσεως Πειραιώς 294, 342 Όμιλος Αντισφαίρισης Αθηνών βλ. Lawn Tennis Club Αθηνών Όμιλος Αντισφαιριστών Κηφισσίας 342
Ο λ υ μ π ι ο ν ί κ η ς , Ο περ. 117
Πάγκαλος Θ. 74 Παγκύπριοι αγώνες 127, 133 Παγών Γ. 49, 50, 94 παιδοκομία 78 παιχνίδι 17, 19-20, 23, 85, 195 παιχνίδια, παιδιαί 64, 66, 67, 68, 72, 226, 264, 285' λαϊκά 28' παραδοσιακά 83, 84, 86,123,125 Παλαιό Καθεστώς 42 Παλαμάς Κ. 162 παλάτι βλ. βασιλική οικογένεια
πάλη 38, 84, 89, 112, 372· ελληνορωμαϊκή 128 Πάλλης Αλ. 196, 212 Παναγιωτοπούλου Χρ. 314 Παναθήναια 130, 284 Παναθηναϊκός Α.Ο. 189, 228, 255 Παναιγύπτιοι αγώνες 127, 133 Παναιτωλικός Γυμναστικός Σύλλογος 141, 176 Παναχαϊκός Γυμναστικός Σύλλογος 96, 115, 141, 143, 158, 194, 199, 231, 255, 269, 281,286,311 Πανελλήνια Σκοπευτική Εταιρεία 100 Πανελλήνιο Γυμναστικό Συνέδριο (1897) 141 Πανελλήνιος Γυμναστικός Σύλλογος 13, 54, 60, 61, 62, 64, 77, 95, 100, 106, 117, 118, 122, 124,125, 127,130, 141,142, 143, 144, 148,161, 180,183, 187, 190, 192,194, 209-260, 261, 262, 263, 265, 266, 269, 274, 278, 279, 281, 282, 283, 284, 286, 287, 291, 310, 311, 313, 342, 352, 370, 380, 381, 382, 383· βλ.και Γυμναστήριο Πανελλήνιος Ποδηλατικός Σύλλογος 369 Πανελλήνιος Ποδοσφαιρικός και Αγωνιστικός Όμιλος 189, 255 Πανελλήνιος Ποδοσφαιρικός Όμιλος 189, 190, 228 Πανεπιστημιακή Φάλαγγα 53 Πανεπιστήμιο Αθηνών 52, 53, 54, 66, 70, 107, 247, 279 πανηγύρια 84, 85, 86, 89, 285 Πανιώνιοι αγώνες 119, 127, 133 Πανιώνιος Γυμναστικός Σύλλογος 122, 126, 129, 130, 143,158,183, 190, 231, 232, 281 Παπαδόπουλος Γ. 94 Παπαδόπουλος-Βρετός Λ. 153 Παπαηλιού Ήλ. 209 Παπαμάρκος Χ. 60 Παπαμιχαλόπουλος Κ. Ν. 225, 248, 251, 252 Παπανάγος Π. 282 Παπανδρεόπουλος Σ. 209 Παρασκευαΐδης Φιλ. 155 Παρασκευόπουλος Π. 112, 122, 279, 287, 372, 373 Παρίσι 107
«Παρνασσός», σύλλογος 155, 156, 203, 212, 235, 293, 294, 359, 360 «Πάρνων» Γυμναστικός Σύλλογος 194 Πασαλιμάνι 310 Πασπάτη Ευφρ. Ν. 344 Πασπάτης Ν. 147,148,331,333,334,335, 352 Πατησίων οδός 95 Πάτρα 96,99,115,141,170,171,175,231, 291,316, 322,342,343, 369,370 Παυλίνης Ευ.26, 27, 91 Πεδίο του Άρεως 95, 216, 355 πεζοπορία 49,50,62,66,68,195,196,197, 264, 265, 360, 361, 365, 366, 374 πεζοπορικά σωματεία 242, 291, 361, 362 Πειραιάς 13, 64, 96, 129, 130, 141, 150, 170, 171,175, 184,185, 218, 291-296, 297, 310, 311, 342, 357, 365, 369, 370, 374, 383 Πειραϊκή Ποδοσφαιρική Ένωσις 130, ' 50 Πειραϊκός Σύνδεσμος 130, 150, 187, '89, 195, 217, 293, 294, 319 πένταθλο 107, 128" γυμναστικό 128 Πεντέλη 284, 285, 361 Πέππας Σ. 68, 76, 209 Πέρα Κλουμπ Κωνσταντινουπόλεως 129 Πέραμα Σαλαμίνας 242 περιήγηση, περιηγητισμός 184, 198, 228, 359, 362, 366, 374, 378, 381 περιηγητικά σωματεία, περιηγητικοί σύλλογοι 65, 357, 362, 365, 366 Πεσμαζόγλου Ι.Γ. 314 Πετροκόκκινος Δ. 331, 333, 334 πήδημα 84 Πιέτρης Κ. Σ. 209 ποδηλασία 101, 108, 129, 132, 175, 182, 184,190,192,194,196,197, 201, 216, 219, 227, 287, 302, 321, 322, 353, 354, 378, 381 ποδηλασίας σχολές 358, 370 ποδηλατικά σωματεία 170, 182, 242, 291, 357-359, 363, 366, 369-372 Ποδηλατική Ένωσις εν Αθήναις 369, 373 Ποδηλατική Ένωσις Ερμουπόλεως 369 Ποδηλατική Ένωσις Πατρών 370 Ποδηλατική Ένωσις Πειραιώς 370 Ποδηλατική Εταιρεία Αθηνών 374
πυγμαχίας σωματεία 170 και Αθλητική Επιθεώρησις της Πύθια 87 Ανατολής, περ. 117,123,132,203, 362, Πύλος 118 368 Πύργος 175, 176 ποδηλατικοί αγώνες 96, 321, 372, 373, 374' Πύργος Λ. 100 επαγγελματικοί 132' βλ.και αγώνες Πύργος Ν. 54, 56, 59, 78, 98, 163, 164 Ποδηλατικός Σύλλογος Αθηνών 67, 100, 117, 131,144, 203, 346, 354, 358, 359, 360, 362, 363, 368, 369, 372, 373 paume 83 Ποδηλατικός Σύλλογος Πατρών 204, 343, Peugeot 40 370 pub 30, 68 public schools 42, 47, 58 ποδηλατοδρομία 107 ποδηλατοδρόμια 355 Ποδηλατοδρόμιο 95, 111, 127, 129, 131, ραβδομαχία 78 133,144,150, 227, 372, 374 Ραγκαβής Αλ. 72, 88 ποδηλάτριες 321 Ραζή Ευφρ. Δ. 354 ποδοσφαιρικά σωματεία 184, 293, 313, 382 Ράλλη Άννα Δ. 354 ποδοσφαιρικοί αγώνες 79, 133, 227' βλ. και Ράλλη Παντιά, μέγαρο 265 αγώνες Ράλλης Λ. 98 Ποδοσφαιρικός Όμιλος Αθηνών 95, 187, Ράλλης Μανουήλ 212 189, 228 Ράλλης Στέφ. Π. 148, 278 ποδόσφαιρο, ποδοσφαίρισις, ποδόσφαιρα 11, Ράλλης Χρ. 101 96, 101, 130, 150, 184, 187, 189, 190, Ρεδιάδης Δευκ. 294 191, 219, 226, 227, 228, 281, 287, 293, ρεκόρ 86,110,123-125,150,217, 260,372, 321, 365, 372, 378 379 πόλεις 34, 39, 93, 364, 367, 382, 383 Ρενιέρης Μ. 162 Πολίτης Ν. 163 Ρετσίνα Αφοί, κλωστοϋφαντουργία 296 πολιτισμικές σπουδές 22 Ρετσίνας Γ. Θ. 309 πόλο 194 Ρετσίνας Θεόδ. 296 Πολυτεχνικός Σύλλογος 276 Ριανκούρ Λουίζα 279 Πόρος 363 Ρινόπουλος (Ρουνόπουλος) Μ. 148, 294, 306, Ποσειδών 192 313 «Ποσειδών» Γυμναστικός Σύλλογος 180, 210 Ρίο 127 πουριτανισμός, πουριτανική ηθική35, 36, 39 Ροΐδης Εμμ. 98 Πρακτικό Λύκειο βλ. Βαρβάκειο Λύκειο Ροΐδης Ν. 331 «Πρόοδος», θίασος 241 Ροΐδου Β. 279 προπονητική 124 Ροΐδου Ευγ. Ν. 279 προσκοπικά έντυπα 117 ρολόγια 35 πρόσκοποι, προσκοπισμός 72, 73, 77, 129 Ρότσιλδ Κάρ. 254 προτεσταντισμός, προτεσταντική ηθική 32, Ρώμας Αλ. Σ. Κ. 198 Ρωσία 31 39 Ρωσσέτης Σ. 72 Προφήτης Ηλίας 194 πρωταθλητισμός 379 Reichardt R. 29 Πρωτοδικείο Αθηνών 160, 184, 365 Reinach J. 162 Πτωχοκομείο 94 Renault 40 πυγμαχία 78, 119, 122, 130, 228, 355 Revanche 57, 100, 192, 377 Πυγμαχία, περ. 122
Ποδηλατική
Robert College 157 Roche D. 348
σπορ 12, 14, 17, 18, 21, 23, 24, 28, 41-44, 47, 58, 68, 81, 83, 84, 86, 87, 93, 99, 101, 102, 104,107, 115, 119, 123, 125, 132,133,149,157,162,176,184,191, 195,197,199, 201, 213, 219, 226, 228, Σαββίδης Π. Σ. 279, 348, 368, 372, 374 259, 263, 265, 287, 294, 304, 344, 353, Σακελλαρίδης Γ. 347 355, 360, 365, 368, 379 Σαμάρας Σπ. 221 στάδιο βουποδών 89 Σάμια 127 Σάμος 127 Στάδιο Παναθηναϊκό 67, 91, 92, 94, 95, 109, Σαράτσογλους Λ. 251 110, 111, 112, 119, 125, 127, 128, 131, Σαχτούρης Κ. 98 144,146, 198, 215, 241, 246, 284, 379 σημάδι 84 Σταματέλος Γ. 98 Στάης Σ. 66, 67,148, 241 Σημαντήρας Επ. Κ. 279 Σταθάτος Π. 331, 335 Σημηριώτης Γ. 334, 344 Στάινμπαχ 114, 115 Σημηριώτου Εσμέ 344 Στελλάκης Μ. 72, 144, 148, 278 σιδηρόδρομος 259 Στεφανάκης Ν. 263 Σιώρης I. 187, 262, 263 Στέφανος Κυπ. 279 Σκοπευτήριο Καλλιθέας 100, 127, 144 στίβος βλ. κλασικός αθλητισμός σκοπευτικά σωματεία, σκοπευτικές εταιρείες Στοκχόλμης Ινστιτούτο 77 100, 170, 176, 185 σκοπευτικοί αγώνες 91, 127, 130, 132· βλ. Στουρνάρας Β. 243 στρατιωτικές ασκήσεις 54-57, 62, 68, 69, σκοπευτικοί σύλλογοι σχολικοί 70 377 σκοποβολή, σκοποβολία, σκοπευτική 62, 68, στρατιωτικής εκπαίδευσης σωματεία 170 69, 70, 72, 73, 97, 99, 100, 107, 145, Στρατιωτικός Σύνδεσμος 334 191,195,197,198, 216, 219, 227, 228, στρατός 78, 79, 80 229, 293, 367, 377, 378 Στράτος Ν. 279 Σκύρος 367 «Στράτων» Γυμναστικός Σύλλογος 194 Σμόλενιτς Ν. 98 Στρέιτ Γ. 148 Σμύρνη 79, 119, 126, 127, 129, 130, 157, στύλοι Ολυμπίου Διός 351, 355 158, 170, 190 Συγγρού λεωφόρος 259 σοσιαλιστικά γυμναστικά σωματεία 192 σύλλογοι 153,154,155" αποφοίτων σχολείων Σουηδία 58 157' θρησκευτικοί 157' μουσικοί, μουσιΣούλη Καίτη 314 κογυμναστικοί 158' πολιτιστικοί 156' φιΣούλης Γ. 252 λανθρωπικοί 34, 203' φιλεκπαιδευτικοί Σουρής Γ. 118, 203 34, 203, 381· φιλολογικοί 157, 203 Σούτζου Μαρία Περ. 354 Σύλλογος «52» 198 Σούτσοι 249 Σύλλογος Αντισφαιρίσεως Κερκύρας 342 Σούτσος Αλ. Δ. 198, 229, 250, 252 Σύλλογος Κολυμβητών Αθηνών-Πειραιώς Σούτσος Σκ. 98 291 Σοφία, πριγκήπισσα 203, 332' βασίλισσα 309 Σύλλογος προς διάδοσιν και ενίσχυσιν της οπλομαχητικής εν Ελλάδι «το Ξίφος» Σοφιανός Α. Μ. 98 100, 130 σπαθασκία 78, 91, 229 Σύλλογος προς διάδοσιν των ελληνικών σπαθί 85 γραμμάτων 95 Σπάρτη 127, 194, 204 Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων Σπετσιώτης Κ. 273, 274, 283 70 «Σπλέντιτ», ξενοδοχείο 241
Σύλλογος των «Ιολήπτων» 198 Σύλλογος των Κυριών 64 Σύλλογος των Πεζοπόρων ο Ευκλής 204 Σύλλογος ΦυσικώνΕπιστημών 155 Σύνδεσμος Ελληνικών Αθλητικών και Γυμναστικών Σωματείων 13, 78, 110, 117, 122, 123, 124, 125, 126, 129, 132, 133, 141-151, 160, 164, 170, 171, 172, 187, 217, 234, 241, 248, 255, 256, 261, 272, 276, 282, 283, 294, 295, 310, 313, 318, 342, 343, 374 Σύνδεσμος Ελλήνων Αθλητών 122 Σύνδεσμος Ελλήνων Γυμναστών 76 Σύνδεσμος Ελλήνων Δρομέων 372 Σύνδεσμος Ψυχαγωγικών Εκδρομών365 συνδικαλιστικές ενώσεις200' οργανώσεις 159 συνδικαλιστική νομοθεσία 160 Συνέδριοτων συλλόγων (1879) 99, 155, 163 Σύνταγμα του 1844 159 Σύνταγμα του 1864 159, 160
Σύντροφος,
Spencer Η. 103 Spiess A. 58 sportsman, sportsmen 86, 90, 97, 378, 379 Stendhal 42 Ταγωνίδης Στ. 358 τεκτονισμός 250 τέννις 43,83,101,108, 111, 116,130,131, 149, 176,182, 184,195, 197, 198, 201, 219, 224, 225, 226, 227, 228, 256, 287, 320, 343, 372, 378· βλ.και αγώνες τεϋλορισμός 36 Τζεδάκης Ανδρ. 209 Τζιώτης Δανιήλ 209 Τήνια 285-286 Τήνος 285 τοξευτική, τοξοβολία 38, 67 τουρισμός 375 Τουρκοκρατία 26, 27, 67 Τόφαλος Δ. 114, 115, 118,122 τραμ 259 Τράπεζα Αθηνών 243, 319 τρέξιμο 84 Τριανταφυλλόπουλος Τρ. 263, 265 Τρίκαλα 127, 370 Τρικούπης Χ. 55, 56, 60, 100, 259 Τρίπολη 128, 194 Τριφυλιακός Γυμναστικός Σύλλογος 194 Τσαουσόπουλοι Ιω. και Λ. 351 Τσατσαρώνης Μιχ. 209 Τσεχία 58 Τσικλητήρας Κ. 118 Τσοντάκη Ελπίδα 64 Τυπάλδος Α. Γ. Ξ. 101, 102 τύπος αθλητικός 10, 11, 24, 117, 119, 368, 384 Tennis Club (Λυόν) 322 Tennis Club Πάτρας 342 Thompson Ε. P. 19, 36 Toqueville Al. de 31 Touring Club Γαλλίας 363, 364 Turnbewegung 23, 50, 58, 377 Turnen 50 Turner 94 υγιεινή 60, 62
Συριώτης Δ. 334 συρμός βλ. μόδα Σύρος 49, 93 Σφάγγος Κ. I. 67 σφαιροβολία 128, 242, 285 σφαιρομαχία 67 σφεντόνα 67
Ο περ. 117
Σχολή Γυμναστριών Πανελληνίου Γ. Σ. 60, 61, 218, 225, 246 Σχολή Γυμναστών 59, 68, 76, 77, 213, 219" Πανελληνίου Γ. Σ. 60, 218, 246' ειδική γυμναστική σχολή 62 ΣχολήΕυελπίδων 278 Σχολήτου Σικάγο 29 σχολή υπαξιωματικών προγυμναστών 51 Σχολή ΦυσικώνΕπιστημών 246 σχόλη, σχολή βλ.ελεύθεροςχρόνος σωματεία επαγγελματικά, αλληλοβοηθητικά 164, 301 σωματεία τοπικά 156 σωματική αγωγή βλ. φυσική αγωγή Σωτήρια 127, 217, 241,282 Σωτηρίου Γ. 196 Σώχος Ξ. 209 Satanica Lawn Tennis Club 322
υδατοσφαίριση 130, 304, 310, 313, 321 Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας 149, 301 Υπουργείο Εξωτερικών 278 Υπουργείο Εσωτερικών 143, 159 Υπουργείο Ναυτικών 148, 360 Υπουργείο Παιδείας, Υπουργείο των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως 142, 143, 144, 148, 160, 218219, 256, 301 Υπουργείο Στρατιωτικών 94, 148 Veblen Th. 42 Vigarello G. 24 volley-ball βλ. βόλεϋ water-polo βλ. υδατοσφαίριση Weber Eug. 17 Weber Max 18 White Star Sporting Club 370 Φάληρο 96, 171, 229, 259, 291, 297, 359, 370 Φαρμακευτική Εταιρεία 153 Φέτσης Άγγ. 76, 117 Φιλαδελφεύς Αλ. 109 Φιλαδελφεύς Αν. 92 φίλαθλος βλ ερασιτέχνης, ερασιτεχνισμός φιλανθρωπία 203, 246, 280, 314 Φιλανθρωπιστές 50 Φιλαρμονική Εταιρεία 263 Φιλεκπαιδευτική Ένωσις Νέων Πειραιώς 182 Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία 153 Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος Μ. Ασίας 155 φιλελευθερισμός 12, 32, 158 Φιλελευθέρων πολιτική 160, 301 Φιλήμων Τιμ. 212 Φιλική Συνάντησις 204 Φιλικός Διασκεδαστικός Όμιλος «η Τέρψις» 204
Φίλαθλος, Ο περ. 117
Φιλικός Όμιλος 204 Φιλικός Όμιλος «Δάμων και Φιντίας» 204 Φιλικός Όμιλος Εκδρομών194, 364 Φιλικός Όμιλος « Ομόνοια» 204 Φίλιππος Κοινωνία 198, 199, 354 Φιλοδασική Εταιρεία 281 Φιλολογικό Σπουδαστήριο 153 Φιλοπάππου 281 Φιλοσοφική Σχολή 246 Φραγγιάδης Στ. 278 Φρεαρίτης Κ. 52 φυσική αγωγή 58, 110, 377 φυσιολατρία, φυσιολατρικό κίνημα 362, 364 365 Φωκιανός I. 57, 59, 60, 89, 91, 92, 94, 95, 106, 108, 141, 163, 164, 209, 210, 213, 214, 215, 219, 237, 248, 250, 254, 261, φωτογραφία 228, 364, 369 Χαϊδελβέργη 108 Χαλκίδα 96, 194, 286 Χαριλάου Βιργ. Λυσ. 354 Χάτι-Χουμαγιούν 159 Χιλιαδάκης Στ. Ε. 366 χόκεϋ 130 χοροεσπερίδες 202, 309, 314, 382 χοροί εθνικοί 68, 73 Χρηστίδης Α. 287 Χριστιανική Αδελφότης των Νέων 70, 117, 124, 129, 187, 228 Χρυσάφης Ιω. 26, 57, 66, 74, 77, 79, 80, 102, 106, 124, 131, 148, 163, 209, 210, 213, 217, 250, 286, 370 Χρυσοβελώνης Φ. 147, 190, 333, 334, 335 Ψαρούδας Ελ. 278 Ψυχαγωγικός Όμιλος Εκδρομών «η Ηώς» 194, 365 Τύχας Ιω. Σ. 313
262
CHRISTINA KOULOURI
Sport et sociabilité bourgeoise. Associations sportives en Grèce, 1870-1922
RÉSUMÉ
L'étude de l'apparition de la culture physique en Grèce au XIXème siècle, que ce soit sous la forme de la gymnastique ou du sport, ainsi que les paramètres sociaux et idéologiques de cette innovation analysés à travers l'exemple des associations sportives constituent les objectifs essentiels de ce livre. L'hypothèse de départ est que l'émergence et la diffusion des sports pendant la seconde moitié du siècle dernier sont un phénomème moderne qui caractérise la transition de la société traditionnelle à la société contemporaine et ne peut donc pas être intégré dans une généalogie de l'exercice corporel et du jeu. Le cas grec est conforme, en ce qui concerne ses traits fondamentaux, au modèle occidental du développement de la culture physique et du sport comme loisir. L'historicité de la gymnastique et des sports en Grèce est donc définie par les changements sociaux et démographiques provoqués par l'urbanisation et l'industrialisation, les modifications des comportements et des mentalités face au corps et à sa valorisation, ainsi que les formes modernes de sociabilité. Sous l'influence du système éducatif allemand et de la Turnbewegung de Jahn culture physique apparut d'abord en Grèce comme discipline scolaire. De ce fait, elle s'est identifiée à la gymnastique et ceux qui ont contribué à en répandre la pratique étaient liés à l'école. Cette particularité subordonna la culture physique à des finalités pédagogiques tout en la mettant au service de l'idéologie nationaliste. A l'instar de la tradition allemande des Turnen et de l'innovation française des bataillons scolaires, la préparation militaire de la nation constitua le premier objectif de l'éducation physique qui, jusqu'à la Première Guerre mondiale, incluait donc des exercices militaires et le tir. La seconde particularité de la culture physique en Grèce est en rapport avec la place occupée par la Grèce classique dans la culture néohellénique, place encore accrue par la résurrection des jeux olympiques. En effet, en Grèce, le développement de la culture physique se rattacha à l'archétype athlétique classique beaucoup plus étroitement que dans d'autres pays européens. L'athlétisme s'imposa donc comme «sport national». Les premiers sports apparus en Grèce, l'équitation, le tir et l'escrime, rares avant
1870 et pratiqués par des officiers, répondaient à une utilité pratique considérée comme indispensable pour justifier tout exercice physique. Pendant la même période d'ailleurs, la gymnastique était plutôt méprisée parce que confondue avec l'acrobatie et identifiée à la force physique vulgaire de la main d'oeuvre. Parallèlement, de 1830 —date de .la fondation de l'état grec—aux années 1870, se répand à l'égard de la culture physique un discours favorable se fondant sur une argumentation pédagogique et médicale. La culture physique est alors justifiée par son utilité pédagogique, morale et nationale sans être encore liée au loisir et au divertissement. Le terminus post quem de l'apparition des sports modernes et du mouvement sportif associatif en Grèce sont les années 1870. C'est alors que sont fondés les premiers clubs sportifs (de tir et de gymnastique d'abord) à Athènes, à Corfou, à Constantinople et à Alexandrie. On doit cependant attendre les années 1890 et les jeux olympiques à Athènes en 1896 pour assister au véritable épanouissement des associations sportives. Grâce à la résurrection des jeux olympiques, le spectacle sportif attire un public massif —bien que conjoncturel—, les athlètes, mus par un esprit de compétition, se spécialisent dans des sports particuliers, un calendrier de jeux athlétiques et sportifs est établi, les règles du jeu sont condifiées et des institutions sportives permanentes, telles le Comité des Jeux Olympiques et la Fédération des Associations Grecques de Gymnastique et de Sports Athlétiques sont fondées. L'importance des jeux olympiques pour la propagation des sports se manifeste d' abord par le fait qu'en trois ans (1894-1896) sont fondées 60 associations sportives (sur un total de 104 pour la période de 1869 à 1899), dont la majorité (41) sont des sociétés de gymnastique qui pratiquent aussi l'athlétisme. L'impact de la conjoncture est de plus mis en évidence par la dissolution de la plupart de ces associations aussitôt après 1896. Les activités des clubs sportifs se transforment aussi au tournant du XIXème siècle. Tandis que, dans les années 1890, les sociétés de gymnastique et d'athlétisme l'emportent, au début du XXème siècle, surtout à Athènes, augmente le nombre des associations de football, de marche et de tourisme. Le cyclisme, très à la mode à la fin du XIXème siècle, connaît un déclin rapide à la suite de la popularisation du vélo. Aucun nouveau club vélocipédique n'est fondé après 1900. Les transformations des activités pratiquées par les associations sportives correspondent aux transformations de leurs objectifs, du moins de ceux affichés dans leurs statuts. La préparation militaire, le patriotisme et la culture équilibrée et harmonieuse de l'esprit et du corps (καλοκαγαθία) sont nuancés par la solidari l'amitié et le divertissement des sociétaires. En effet, jusqu'à la fin du XIXème siècle, les sports s'intègrent dans les loisirs bourgeois. Le cyclisme, le canotage, le lawn-tennis, le tourisme, le football, le yachting, qui symbolisent les nouvelles valeurs bourgeoises, prennent leur place à côté des sports traditionnels, dits «aristocratiques», équitation et escrime, pour constituer les activités distractives par excellence de la bourgeoisie montante. Par contre, le tir, clairement lié à la préparation
militaire et aux institutions scolaires, est progressivement banni des loisirs bourgeois. L'étude de quatre associations sportives de la capitale, ainsi que du groupe des clubs vélocipédiques et de tourisme révèle l'existence de deux tendances principales dans les pratiques sportives, tendances reflétant un clivage social qui se creuse au début du XXème siècle. Les sociétés de gymnastique et d'athlétisme (Panellinios Gymnasticos Syllogos, Ethnicos Gymnasticos Syllogos) recru dans les couches moyennes et inférieures de la bourgeoisie, tandis que les clubs sportifs (Lawn Tennis Club d'Athènes, Club de Rameurs du Pi vélocipédie et de tourisme) regroupent la haute bourgeoisie, une élite sociale restreinte. Les quatre cas examinés se situent dans la capitale et sont donc analysés en relation avec· le développement d'Athènes et du Pirée. La capitale est, en effet, le centre du mouvement sportif associatif, d'autant plus que les rythmes d'urbanisation en Grèce sont lents et qu'il n'y a que peu de centres urbains avant le début du XXème siècle. Les sociétés de gymnastique sont fondées et dirigées par des gymnastes professionnels, désireux d'établir, au moyen de ce type d'association volontaire, leur statut professionnel et social. Elles se différencient donc de l'idéologie de l'amateurisme et de la distinction sociale affichée par les clubs sportifs. Panellinios et Ethnicos des rapports étroits avec les institutions scolaires et se proposent, comme but essentiel, l'instruction des jeunes et, parfois, des classes populaires. En adoptant les mêmes finalités patriotiques, poursuivies par l'éducation physique et en considérant leur oeuvre comme «nationale», ils se donnent une fonction complémentaire à celie de la gymnastique scolaire. Les sociétés de gymnastique sont largement ouvertes à de nouvelles inscriptions et recrutent, par conséquent, un grand nombre de membres. Leur organisation interne se fonde sur des valeurs, telles que l'obéissance et la discipline, et s'articule selon une structure hiérarchisée suivant les différentes catégories de membres. La scission sociale et la différence d'âge entre le nombre restreint des dirigeants d'une part et le nombre considérable des athlètes d'autre part déterminent les formes de sociabilité développées à l'intérieur de l'association, qui s'échelonnent sur plusieurs niveaux et comprennent des dépendances traduites parfois en clientèles. Les clubs sportifs (Lawn Tennis Club d Athènes, Club de Rameurs constitués par un petit groupe d'hommes déjà liés par des relations d'amitié ou de parenté familiale ou professionnelle, sont moins nombreux et plus exclusifs que les sociétés de gymnastique. Aucune légitimation morale ne préside à leur fondation qui est motivée par le système des valeurs bourgeoises qui conquièrent alors l'Europe: amitié, solidarité, compagnonnage, individualisme, divertissement. Ils reproduisent les inégalités sociales déjà existantes en excluant les intrus sur des critères sévères d'inscription ou en imposant des cotisations élevées. Pour leurs membres, la pratique du sport est complémentaire à d'autres activités de loisir formelles ou non
formelles. C'est pourquoi dirigeants et membres s'identifient et que la présence féminine y est importante —parfois aussi importante que la participation masculine. Dans le club sportif, les femmes participent à la distraction mixte offerte par la pratique et le spectacle sportifs, tandis que leur participation à la sociabilité associative fait du club un lieu de marché matrimonial. Au contraire, dans les sociétés de gymnastique, la présence féminine n'est déterminée que par la nécessité de donner une éducation physique aux jeunes filles, ce qui n'implique pas de contact avec les hommes membres de l'association. Sensibles à la mode, les clubs sportifs sont moins stables que les sociétés de gymnastique. La mode de la vélocipédie à la fin du XIXeme siècle, qui cède la place à la mode du tourisme au début du XXème siècle, illustre éloquemment cette particularité. Également sensibles aux changements idéologiques et politiques de la société grecque, parce que constitués par les représentants les plus éminents de la haute bourgeoisie, les clubs sportifs sont mêlés au conflit qui oppose violemment les royalistes aux partisans de Vénizelos dans les années 1910. L'alternance de ces deux tendances politiques au pouvoir se reflète donc dans l'alternance de deux groupes —l'un moderniste et l'autre traditionaliste— à la tête de l'administration du Lawn Tennis Club d'Athènes. Malgré les différences entre sociétés de gymnastique et clubs sportifs, ils présentent des points communs quant à la sociabilité qui s'instaure autour des pratiques sportives et au fonctionnement de l'association. En effet, dans les deux cas, on peut signaler une structure «oligarchique», d'après l'analyse proposée par R. Michels, voire l'existence d'un groupe relativement homogène et uni qui détient le pouvoir et veille attentivement à s'y maintenir. Ce groupe dirigeant appartient à une élite sociale dans les sociétés de gymnastique tout comme dans les clubs sportifs. Ceci signifie que, dans les clubs sportifs, il n'y pas de partage social entre dirigeants et pratiquants, tandis que, dans les sociétés de gymnastique, ce partage est assez important, surtout au tournant du siècle, dès le moment où la culture physique sera valorisée et que les postes administratifs supérieurs dans les associations sportives conféreront des récompenses symboliques et un prestige* social certain. Les liens établis entre les membres de ce groupe restreint sont apparemment beaucoup plus étroits que ceux qui se développent entre les autres adhérents de l'association sportive. Cependant, il y a un large réseau de contacts sociaux auxquels participent toutes les catégories d'adhérents et qui sont occasionnés par l'exercice au gymnase, les rencontres pendant les assemblées, les discussions amicales autour un café ou en fumant une cigarette au parloir, les bals et les excursions. L'association sportive devient ainsi un des lieux de la vie quotidienne dans la ville, un lieu de loisir pour les couches moyennes et supérieures, parallèle mais concurrent, du point de vue idéologique, au café. Elle est évidemment un lieu de sociabilité masculine par excellence, voire de construction de l'identité masculine —dans le cas des clubs de football par exemple. Seuls les sports modernes, qui participeront du modèle de
divertissement de la haute bourgeoisie, offriront un champ au développement de la sociabilité et aussi de l'émancipation féminines.
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ ΕΙΣΑΓΩΓΗ 9 16 17
Ελληνική ιστοριογραφία του αθλητισμού και εθνική ιστορία Σωματειακή οργάνωση και νέες μορφές κοινωνικότητας Ελεύθερος χρόνος: χρόνος ελευθερίας; Σπορ και αστική τάξη
24 28 34 41
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
« Απεδέχθημεν την θρησκείαν της γυμναστικής» Η εξάπλωση της σωματικής άσκησης 45-206
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α'. Η ασκηση του σώματος. Εκπαιδευτική πράξη και διάπλαση της νεότητας
Γυμναστική και σπορ: διακρίσεις και επικαλύψεις Αντιβασιλεία καιγερμανικό γυμναστικό σύστημα Στρατιωτικές ασκήσεις στην εκπαίδευση
47 48 54
Σκοπιμότητες της γυμναστικής και εισαγωγή του σουηδικού συστήματος Επαγγελματίες γυμναστές Γυμναστική και στρατός
69 76 78
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'. Ακροβάτες, γυμναστές και ολυμπιονίκες. Απότους λαϊκούς αγώνεςστηνεπιδίωξη τουρεκόρ Αγωνιστική παράδοση και πλανόδιος αθλητισμός 83
σύγχρονο θέαμα Πανελλήνιοι αγώνες και η επιδίωξη της επίδοσης Αθλητικοί θεσμοί και πολιτική εξουσία: Σ.Ε.Α.Γ.Σ. και Ε.Ο.Α ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ '. «Συλλογομανία» και «αθλητίτις». Η ανάπτυξη των αθλητικών σωματείων από το 1870 ως το 1922 Εξάπλωση και δράση των μη επαγγελματικών σωματείων Σωματειακή οργάνωση και κρατική εξουσία Αθλητισμός, εθνικισμός,ψυχαγωγία Σωματειακή ταυτότητα: σύμβολα και Σωματειακή ζωή και μορφές κοινωνικότητας
109 123 141
153 158 180 191 202
αποκλεισμοί
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ « Εδώ μάχεται η νεότης και στραταρχεί το γήρας» Γυμναστικά και αθλητικά σωματεία στην Αθήνα και τον Πειραιά 207-376 ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α'. Ο Πανελλήνιος Γυμναστικός Σύλλογος, «πρύτανης» τωνελληνικών γυμναστικών σωματείων
Τακτικά μέλη και Σπορ και παιχνίδια Εισροή μελών και μέγεθος του σωματείου
αθλητές
220 226 231
Σωματειακή ζωή Κοινωνική σύνθεση των μελών και της διευθυντικής ομάδας Εσωτερικές και εξωτερικές συγκρούσεις Χρόνια ακμής και περίοδοι ύφεσης ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'. Εθνικός Γυμναστικός Σύλλογος. Η καλλιέργεια της γυμναστικής και ο ανταγωνισμός για τα αθλητικά πρωτεία
235 243 252 256
Πειθαρχία και υπακοή, αξίες του αθλητικού σωματείου Διοίκηση και αθλητές Όψεις της κοινωνικότητας Τήνια και παιδοεφηβικοί
269 273 281 285
αγώνες
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ'. Ο Όμιλος Ερετών Πειραιώς. Ναυτικός πειραϊκή αστική κοινωνία Πειραϊκή κοινωνία και πειραϊκά σωματεία Διοικητικά συμβούλια και ερέτες. Η «γήρανση» Πυκνότητα επαφών στο εσωτερικό της κοινότητας Χαρακτηριστικά της «εξωστρεφούς» κοινωνικότητας Ανταγωνισμός πειραϊκών ναυτικών σωματείων Χοροεσπερίδες, εκδρομές και κωπηλάτριες Οικονομικό μέγεθος ενός «μικρού» σωματείου ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ'. To Lawn Tennis Club Αθηνών: η κλειστή λέσχη του Ομίλου
αθλητισ 291 296 306 309 311 314 316
Συμμετοχή στη διοίκηση και πυρηνική Εσωτερικές συγκρούσεις και Διχασμός Μηχανισμοί αποκλεισμού Κατηγορίες μελών Αγώνες Σωματειακή εσωστρέφεια Οικονομική κατάσταση
ομάδα
331 333 336 338 342 344 349
Ιππασία καιτέννις: παραδοσιακοί καινεοτερικοί τρόποι αστικής ψυχαγωγίας ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε'. Ποδηλατικοί και περιηγητικοί σύλλογοι. Οι αθλητικοί συρμοί Από την ποδηλατοδρομία Περιηγητισμός και φυσιολατρία Ποδήλατο και στην ποδηλατομανία
353
3 362 368
αστικές
αξίες
ΕΠΙΛΟΓΟΣ: Τόποι καθημερινότητας και τρόποι ψυχαγωγίας στην αστική κοινωνία ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΕΙΚΟΝΩΝ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΙΝΑΚΩΝ ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ RESUME 377 385 415 417 419 435
ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΚΟΥΛΟΥΡΗ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΨΕΙΣ ΤΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΡΙΑΚΟΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑ ΤΟΥ ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕ ΚΑΙ ΣΕΛΙΔΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΣΤΟ ΑΤΕΛΙΕ ΓΡΑΦΙΚΩΝ ΤΕΧΝΩΝ «ΠΟΡΕΙΑ» ΖΩΟΔΟΧΟΥ ΠΗΓΗΣ 6 - ΑΘΗΝΑ - ΤΗΛ. 38.31.622 ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΤΟ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΟΔΕΤΗΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΑΝΤ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟ ΚΑΙ ΘΟΔ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟ ΤΟΝ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟ ΤΟΥ 1997 ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ ΝΕΑΣ ΓΕΝΙΑΣ
ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΑΡΧΕΙΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΝΕΟΛΑΙΑΣ