LES TEMPS DE L'HISTOIRE EN VUE D'UNE HISTOIRE DE L'ENFANCE ET DE LA JEUNESSE
ACTES DU COLLOQUE INTERNATIONAL
LES TEMPS DE L'HISTOIRE
EN VUE D'UNE HISTOIRE DE L'ENFANCE ET DE LA JEUNESSE
ATHÈNES, 17-19 AVRIL 1997
ARCHIVES HISTORIQUES DE LA JEUNESSE GRECQUE
SECRÉTARIAT GÉNÉRAL À LA JEUNESSE
33
ATHÈNES 1998
ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΤΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΣΥΜΠΟΣΙΟΥ
ΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
ΓΙΑ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΝΕΟΤΗΤΑΣ
ΑΘΗΝΑ, 17-19 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1997
ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΝΕΟΛΑΙΑΣ
ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΝΕΑΣ ΓΕΝΙΑΣ
33
ΑΘΗΝΑ 1998
ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΑΡΧΕΙΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΝΕΟΛΑΙΑΣ
ΣΠΥΡΟΣ I. ΑΣΔΡΑΧΑΣ, ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΙΑΝΝΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟς Ε. ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗς
COMITÉ DES ARCHIVES HISTORIQUES DE LA JEUNESSE GRECQUE
SPYROS ASDRACHAS, TRIANTAFYLLOS SKLAVENITIS, YANNIS YANNOULOPOULOS
© ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΝΕΑΣ ΓΕΝΙΑΣ Αχαρνών 417, Αθήνα, τηλ. 25 30 872 και 25 30 873
SECRÉTARIAT GÉNÉRAL À LA JEUNESSE 417, rue Acharnon, Athènes, tél. 25 30 872, 25 30 873 ISBN 960-7138-21-x
ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΗ
ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Σπύρος Ασδραχάς Γιάννης Γιαννουλόπουλος Βάσω Μανωλά Τριαντάφυλλος Σκλαβενίτης
ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ
Μαρία Θεοδώρου Δέσποινα Καρακατσάνη
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς Διεύθυνση Κοινωνικής Συμμετοχής, Τμήμα Παιδείας Αχαρνών 417, Τ.Θ. 1048, 11143 Αθήνα, τηλ. 25 32 465, φαξ 25 31420 Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών/ΕΙΕ
Βασ. Κωνσταντίνου 48, Αθήνα 11635, τηλ. 7273554, 7273588, φαξ 7246212
COMITÉ
D'ORGANISATION
Spyros Asdrachas Vasso Manola Triantafyllos Sklavenitis Yannis Yannoulopoulos
SECRÉTARIAT
Despina Karakatsani Maria Theodorou
RENSEIGNEMENTS
Secrétariat Général à la Jeunesse 417, bd. Acharnon, B.P. 1048, 11143 Athènes, tél. 2532465, fax 2531420 Centre de Recherches Néohelléniques/FNRS 48, bd. Vas. Constantinou, Athènes 116 35, tél. 72 73 554, 72 73 588, fax 72 46 212
ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΣΥΜΠΟΣΙΟΥ
ΠΕΜΠΤΗ 17 ΑΠΡΙΛΙΟΥ
9.00 Υποδοχή Συνέδρων. 9.30 Προσφωνήσεις: — Πέτρος ΣΦΗΚΑΚΗΣ, Γενικός Γραμματέας Νέας Γενιάς. — Βασίλης ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ, Διευθυντής του Κέντρου Νεοελληνικών Ερευνών του Εθνικού ιδρύματος Ερευνών. — Τριαντάφυλλος ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ, Εκπρόσωπος της Επιτροπής Ιστορικού Αρχείου Ελληνικής Νεολαίας της Γενικής Γραμματείας Νέας Γενιάς. ΠΡΩΙΝΗ ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΙ
ΟΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΙ
Πρόεδρος: Τριαντάφυλλος ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ 10.00 Γιάννης ΚΟΚΚΩΝΑΣ, Ημέρες, εβδομάδες και σχολικά έτη των μαθητων του Κεντρικού Σχολείου (1830-1834). 10.15 Αγγελική ΦΕΝΕΡΛΗ, Ο γεροδάσκαλος και οι μαθητές του. Τα πρώτα βήματα της χαρακτικής στο Πολυτεχνικό Σχολείο (1843-1864). 10.30 Κωνσταντίνα ΖΟΡΜΠΑΛΑ, Έλληνες φοιτητές στη Γερμανία (19ος αι.). 10.45 Βαγγέλης ΚΑΡΑΜΑΝΩΛΑΚΗΣ, Η διδασκαλία της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (19ος αι . ): ο χρόνος των μαθημάτων και ο χρόνος των φροντιστηρίων. 11.00 Συζήτηση. 12.00 Δ ι ά λ ε ι μ μ α . ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΤΟΥ ΙΑΕΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΤΟΥΣ 12.30 Anna ANGELOPOULOU - Aegli BROUSKOU, Catalogue raisonné des Contes Grecs: types et versions AT 700-749 (Archives Georges A. Mégas. Catalogue du Conte Grec - 2), 1995. 12.40 Βασιλική ΜΠΟΜΠΟΥ-ΣΤΑΜΑΤΗ, Τα καταστατικά του Σωματείου (Nazione) των Ελλήνων φοιτητών του Πανεπιστημίου της Πάδοβας (17ος18ος αι.), 1995. 12.50 Μαρία ΚΟΡΑΣΙΔΟΥ, Oι άθλιοι των Αθηνών και οι θεραπευτές τους. Φτώχεια και φιλανθρωπία στην ελληνική πρωτεύουσα το 19ο αιώνα, 1995. 13.00 Μιχάλης ΡΗΓΙΝΟΣ, Μορφές παιδικής εργασίας στη βιομηχανία και τη βιοτεχνία (1870-1940), 1995. 13.10 Λία ΠΑΠΑΔΑΚΗ, Το εφηβικό πρότυπο και η Δελφική προσπάθεια του Αγγέλου Σικελιανού, 1995. 13.30 Προσφορά των εκδόσεων στους συνέδρους.
PROGRAMME DU COLLOQUE
JEUDI 17 AVRIL 9.00 Accueil des congressistes. 9.30 Allocutions: — Petros S F I K A K I S , Secrétaire Général à la Jeunesse. — Vassilis PANAYOTOPOULOS, Directeur du Centre de Recherches Néohelléniques de la Fondation Nationale de la Recherche Scientifique. — Triantafyllos SKLAVENITIS, Représentant du Comité des Archives Historiques de la Jeunesse Grecque auprès du Secrétariat Général à la Jeunesse. S É A N C E DU M A T I N LES MÉCANISMES DE L'ÉDUCATION Président: Triantafyllos SKLAVENITIS 10.00 Giannis KOKKONAS, Jours, semaines et années scolaires des élèves de l'École Centrale (1830-1834). 10.15 Angéliki FENERLI, Le vieux maître et ses élèves. Les premiers pas de la gravure à l'École Polytechnique (1843-1864). 10.30 Constantina ZORBALA, Étudiants grecs en Allemagne au 19ème s. 10.45 Vangélis KARAMANOLAKIS, L'enseignement de l'histoire à l'Université d'Athènes (19ème siècle): le temps des cours et le temps des séminaires. 11.00 Discussion. 12.00 P a u s e . PRÉSENTATION DES RÉCENTES PUBLICATIONS PAR LEURS AUTEURS DES AHJN
12.30 Anna A N G É L O P O U L O U - Aegli B R O U S K O U , Catalogue raisonné des contes grecs: types et versions AT 700-749 {Archives Georges A. Mégas, Catalogue du Conte Grec - 2), 1995. 12.40 Vassiliki B O B O U - S T A M A T I , Gli statuti dell'Assoziazione (Nazione) degli studenti greci dell'Università di Padova (XVII-XVIII sec.), 1995. 12.50 Maria KORASSIDOU, Les misérables d'Athènes et leurs thérapeutes. Pauvreté et philanthropie dans la capitale grecque au XIXe siècle, 1995. 13.00 Michalis RlGINOS, Formes de travail enfantin dans l'industrie et l'artisanat en Grèce (1870-1940), 1995. 13.10 Lia PAPADAKI, L'archétype de l'éphèbe et le mouvement Delphique d'Angélos Sikélianos, 1995. 13.30 Distribution des éditions aux participants.
ΠΕΜΠΤΗ
17 ΑΠΡΙΛΙΟΥ
ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ
ΣΥΝΕΔΡΙΑ
ΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Πρόεδρος: Βασίλης ΚΡΕΜΜΥΔΑΣ 18.00 Μαρία ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Οικονομικές δραστηριότητες των παιδιών στα φτωχά στρώματα: για μια μικροϊστορία της παιδικήςηλικίας στηνΕυρώπη. 18.15 Ζιζή ΣΑΛΙΜΠΑ, Η πολυτέλεια του φτωχού: η καθαριότητα της νέας 18.30 Μαρία ΚΟΡΑΣΙΔΟΥ, Η προστασία της υγείας των παιδιών τον 19ο αι. 18.45 Δ ι ά λ ε ι μ μ α . 19.15 Τασούλα ΒΕΡΒΕΝΙΩΤΗ, Η αναδιευθέτηση του χώρου και του χρόνου των νέων στο Μεσοπόλεμο. Από τη σκοπιά των κοριτσιών. 19.30 Riki Van BOESCHOTEN, Τα παιδιά του Εμφυλίου. Ο χρόνος της εμπειρίας και ο χρόνος της μνήμης. 19.45 Στρατής ΜΠΟΥΡΝΑΖΟΣ, Στρατόπεδο Μακρονήσου (1947-1954): περιεχόμενο της «αναμόρφωσης» και εθνική ιδεολογία. 20.00 Συζήτηση. 20.30 Λήξη της Συνεδρίας.
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ
18 ΑΠΡΙΛΙΟΥ ΠΡΩΙΝΗ ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΤΩΝ ΝΟΟΤΡΟΠΙΩΝ
ΣΤΟΥΣ
ΧΡΟΝΟΥΣ
ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ
Πρόεδρος: Βασίλης ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ 9.30 Αλεξάνδρα ΜΠΑΚΑΛΑΚΗ, Ανθρωπολογικές προσεγγίσεις στην ηλικία. 9.45 Μαρία ΜΗΤΣΟΥ, Παραμυθιακή άφήγηση: η πορεία προς τον αρχέγονο χρόνο. 10.00 Δέσποινα ΔΑΜΙΑΝΟΥ, Το λαϊκό και λόγιο παραμύθικαιοιεπιλογές 10.15 Τόνια ΚΙΟΥΣΟΠΟΥΛΟΥ, Η μέτρηση του χρόνου στους βυζαντινούς Βίους άγιων. 10.30 Αναστασία ΠΑΠΑΔΙΑ-ΛΑΛΑ, Παιδί και Διοίκηση στις βενετοκρατούμενες ελληνικές περιοχές.
JEUDI 17 AVRIL S É A N C E DE TRAVAIL L'APRÈS-MIDI ET POLITIQUE
Président: Vassiiis KREMMYDAS 18.00 Maria PAPATHANASSIOU, Activités économiques des enfants dans les couches pauvres: pour une microhistoire de l'enfance en Europe. 18.15 Zizi SALIMBA, Le luxe du pauvre: la proprété de la jeune ouvrière dans le discours paternaliste du 19ème siècle. 18.30 Maria KORASSIDOU, La protection de la santé des enfants au 19ème siècle. 18.45 P a u s e . 19.15 Tassoula VERVENIOTI, Le réaménagement de l'espace et du temps des jeunes entre les deux guerres du point de vue des filles. 19.30 Riki Van BOESCHOTEN, Les enfants de la Guerre Civile: les temps de l'expérience et le temps de la mémoire. 19.45 Stratis BOURNAZOS, Le camp de Makronissos (1947-1954): contenu de la «réformation» et idéologie nationale. 20.00 Discussion. 20.30 Fin de la séance.
VENDREDI S É A N C E DU M A T I N
AUX TEMPS DE L'ANTHROPOLOGIE ET DES MENTALITÉS
18 AVRIL
Président: Vassilis PANAYOTOPOULOS 9.30 Alexandra BACALAKI, L'âge à travers les approches anthropologiques. 9.45 Maria MlTSOU, Le néant du Conte: la marche vers le temps primordial. 10.00 Despina DAMIANOU, Le conte populaire, le conte littéraire et le choix des adeptes de la langue populaire. 10.15 Tonia KΙOUSSOPOULOU, La mesure du temps dans les vies des Saints byzantines. 10.30 Anastassia PAPADIA-LALA, Enfant et administration dans les régions grecques sous la domination vénitienne.
10.45 Μιχάλης ΒΑΡΛΑΣ, Οι παράλληλοι χρόνοι: ο κύκλος της ζωής στο πλαίσιο της Κοινότητας (Χίος, 17ος-18ος αι.). 11.00 Αντώνης Α. ΑΝΤΩΝΙΟΥ, Παιδική ηλικία και επιβίωση: στάσεις και συμπεριφορές των Καραγκούνηδων της Δυτικής Θεσσαλίας. 11.15 Δ ι ά λ ε ι μ μ α . 11.45 Άννα ΜΑΤΘΑΙΟΥ, Οι διάρκειες των συμβόλων γύρω από την παιδική ηλικία. 12.00 Γιώργος ΜΑΡΓΑΡΙΤΗΣ, Νεανικές αυτοκτονίες (1890-1936). 12.15 Έ φ η KANNEΡ, Φιλανθρωπικός λόγος, ορφανά και αποκρυστάλλωση κοινωνικών ταυτοτήτων στην Ελληνορθόδοξη Κοινότητα της Κωνσταντινούπολης (1861-1912). 12.30 Αίγλη ΜΠΡΟΥΣΚΟΥ, Η διακίνηση των παιδιών στην ελληνική κοινωνία: σκιά και φως στα τοπία της συγγένειας. 12.45 Συζήτηση. 13.30 Λήξη της Συνεδρίας.
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ
18 ΑΠΡΙΛΙΟΥ
ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΑ
ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ
Πρόεδρος: Φίλιππος ΗΛΙΟΥ 18.00 Ηλίας ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ, Παιδαριογέρων: η απεικόνιση της πρώιμης σοφίας. 18.15 Μαριέττα ΣΕΡΒΟΥ, Ανήσυχος και νέος γύρω στα 1845. 18.30 Ράνια ΠΟΛΥΚΑΝΔΡΙΩΤΗ, Οι χρόνοι της Ιστορίας στα αναγνωσματάρια και τα παιδικά διηγήματα του Αριστοτέλη Κουρτίδη. 18.45 Δ ι ά λ ε ι μ μ α . 19.15 Αγγέλα ΚΑΣΤΡΙΝΑΚΗ, Νεαροί καλλιτέχνες στην ελληνική πεζογραφία. 19.30 Ελίζα-Άννα ΔΕΛΒΕΡΟΥΔΗ, Οι νέοι διασκεδάζουν: ελεύθερος χρόνος 19.45 Χάρης ΚΑΜΠΟΥΡΙΔΗΣ, Πλασματική πραγματικότητα (virtual reality) και Ιστορία. Επιδράσεις του Internet και των CD-ROM στην πρόσληψη του παρελθόντος και του επικειμένου χρόνου. 20.00 Συζήτηση. 20.45 Τέλος της Συνεδρίας. 21.00 Δεξίωση.
10.45 Michalis VARLAS, Les temps parallèles: le cycle de la vie au sein de la communauté (Chio, XVIIe-XVIIIe s.). 11.00 Antonie A. ANTONIOU, Enfance et survivance: attitudes et comportements des Caragounis en Thessalie occidentale. 11.15 P a u s e . 11 .45 Anna MATTHAIOU, La durée des symboles concernant l'enfance. 12.00 Géorgios MARGARITIS, Suicides juvéniles (1890-1936). 12.15 Efi KANNER, Discours philanthropique, orphélins et cristallisation d'identités sociales au sein de la communauté grecorthodoxe de Constantinople (1861-1912). 12.30 Aegli BROUSKOU, Le mouvement des enfants dans la société grecque: ombre et lumière dans les paysages de la parenté. 12.45 Discussion. 13.30 Fin de la séance. VENDREDI 18 AVRIL SÉANCE DE L'APRÈS-MIDI
DANS LE MONDE DE L'ART Président: Philippe ILIOU 18.00 Elie ANTONOPOULOS, L'enfant-vieillard: l'iconographie de la sagesse prématurée. 18.15 Marietta SERVOU, Être inquiet et jeune autour de 1845. 18.30 Rania POLYCANDRIOTI, Les temps de l'histoire dans les livres de lectures et les nouvelles pour les enfants d'Aristotelis Courtidis. 18.45 P a u s e . 19.15 Angéla CASTRINAKI, Jeunes artistes dans la prose grecque. 19.30 Eliza-Anna DELVEROUDI, Les jeunes s'amusent: temps libre et plaisirs dans les comédies du cinéma grec. 19.45 Charis CAMBOURIDIS, Réalité virtuelle et histoire. Impact de l'Internet et des CD-ROM sur la perception du temps passé et du temps à venir. 20.00 Discussion. 20.45 Fin de la séance. 21.00 Réception.
ΣΑΒΒΑΤΟ 19 ΑΠΡΙΛΙΟΥ
ΠΡΩΙΝΗ
ΣΥΝΕΔΡΙΑ
ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ
Πρόεδρος: Γιάννης ΓΙΑΝΝΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ 10.00 J. Α. MANGAN, Από τους χούλιγκανς στους ήρωες — από τον εθνικό έλεγχο στη διεθνή καταδίκη: οι βρετανικές ρίζες των νεότερων σπορ σε παγκόσμια κλίμακα. 10.30 Χριστίνα ΚΟΥΛΟΥΡΗ, Η ώρα του σώματος. Αθλητισμός, άσκηση και ψυχαγωγία στο ελληνικό κράτος (1870-1922). 11.00 Δ ι ά λ ε ι μ μ α . 11.30 Μηνάς ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Ο σχολικός αθλητισμός κατά την Οθωνική περίοδο (1833-1862). Ανατομία μιας ατελούς απόπειρας μεταφύτευσης 11.45 Φίλιππος ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Στο δρόμο για την αναβίωση των Ολυμπιακών αγώνων: τα «Ολύμπια» του Ευαγγέλη Ζάππα (1858-1888). 12.00 Ελένη ΦΟΥΡΝΑΡΑΚΗ, Η σωματική αγωγή των δύο φύλων στην Ε λ λάδα (19ος αι.). 12.15 Γιώργος ΚΟΚΚΙΝΟΣ, Υγεία, καλοκάγαθία, αλκή: η σωματική αγωγή μοτικισμού. 12.30 Συζήτηση. 13.15 Λήξη της Συνεδρίας.
ΣΑΒΒΑΤΟ 19 ΑΠΡΙΛΙΟΥ
ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ
ΣΥΝΕΔΡΙΑ
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΝΕΟΤΗΤΑΣ: ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΟΠΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥΣ
18.00 Στρογγυλή Τράπεζα. Συντονιστής: Σπύρος ΑΣΔΡΑΧΑΣ Εισηγητές : Φίλιππος ΗΛΙΟΥ Didier LETT Ελεωνόρα ΣΚΟΥΤΕΡΗ-ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΥ Bernard VERNIER 20.30 Λήξη των εργασιών του Συμποσίου.
SAMEDI 19 AVRIL SÉANCE TEMPS DU MATIN
LIBRE ET SPORTS
Président: Yannis YANNOULOPOULOS
10.00 J. A. MANGAN, From Hooligans to Heroes — From National Control to International Conviction: The British Origins of Modern World Sport.
10.30 Christina KOULOURI, Le temps du corps. Athlétisme, exercice physique et loisir dans l'État grec (1870-1922).
11.00 P a u s e . 11.30 Minas DlMITRIOU, L'athlétisme scolaire pendant le règne d'Othon (1833-1862). Anatomie d'une tentative inachevée de transplantation du système gymnastique allemand. 11.45 Philippos ICONOMOU, Vers la résurection des Jeux Olympiques: les «Olympia» de Evangélis Zappas (1858-1888). 12.00 Hélène FOURNARAKI, L'éducation physique de deux sexes en Grèce (19ème siècle).
12.15 Georges KOKKINOS, Santé, bienveillance, vigueur: l'instruction physique dans le discours de l'Orthodoxie, du nationalisme et du démoticisme éducatif.
12.30 Discussion. 13.15 Fin de la séance.
SAMEDI 19 AVRIL
SÉANCE HISTOIRE
DE
L'APRÈS-MIDI
DE L'ENFANCE ET DE LA JEUNESSE: LES OPTIQUES HISTORIOGRAPHIQUES ET LEURS TEMPS Coordinateur: Spyros ASDRACHAS Rapporteurs : Philippos ILIOU Didier LETT Eléonora SKOUTERI-DlDASKALOU Bernard VERNIER
18.00 Table Ronde.
20.30 Clôture des t r a v a u x du Colloque.
ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΤΩΝ ΣΥΝΕΔΡΩΝ LISTE DES PARTICIPANTS
Αθανασία ΑΒΔΑΛΗ, φιλόλογος, Λεωφ. Παπάγου 116, 157 72 Ζωγράφου. Έ φ η ΑΒΔΕΛΑ, Επίκουρος Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Μ. Κατράκη 6-7, 157 71 Αθήνα. Δημήτρης ΑΓΓΕΛΑΤΟΣ, Αναπληρωτής Καθηγητής Πανεπιστημίου Κύπρου, Καλλιπόλεως 75, Λευκωσία, 1678 Κύπρος. Ά ν ν α ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ, εθνολόγος, 141 bis, quai de la Velmy, 75010 Paris. Σάββας ΑΓΟΥΡΙΔΗΣ, Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών, Ευφράνορος 12, 11635 Αθήνα. Νίκος ΑΝΔΡΙΩΤΗΣ, ιστορικός, Χρυσίππου 30, 157 73 Ζωγράφου. Ευρυδίκη ΑΝΤΖΟΥΛΑΤΟΥ-ΡΕΤΣΙΛΑ, Επίκουρος Καθηγήτρια Ιονίου Π πιστημίου, Νυμφαίου 24, 115 28 Αθήνα. Αντώνιος ΑΝΤΩΝΙΟΥ, φιλόλογος, Προϊστάμενος Γ.Α.Κ. - Αρχεία Ν. Καρδίτσας, Ρήγα Φεραίου 18, 431 00 Καρδίτσα. Δαυίδ ΑΝΤΩΝΙΟΥ, φιλόλογος, Ζαΐμη 14, 106 83 Αθήνα. Ηλίας ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ, Επίκουρος Καθηγητής Ιονίου Πανεπιστημίου, Πολυμνίας 10, 11361 Αθήνα. Σπύρος ΑΣΔΡΑΧΑΣ, Professeur associé στο Paris I, Διευθυντής Ερευνών Μυρτάλη ΑΧΕΙΜΑΣΤΟΥ-ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΥ, βυζαντινολόγος, Χατζηκώστα 11, 115 21 Αθήνα. Αλίκη ΒΑΞΕΒΑΝΟΓΛΟΥ, ιστορικός, Ψαρών 3, 154 51 Ν. Ψυχικό. Μιχάλης ΒΑΡΛΑΣ, ιστορικός, Αιλιανού 10, 112 54 Αθήνα. Μαρία ΒΕΛΙΩΤΗ-ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΥ, κοινωνική ανθρωπολόγος, Α γ . Κυριακής, Άρεια, 211 00 Ναύπλιο. Λίνα ΒΕΝΤΟΥΡΑ, Λέκτωρ Πανεπιστημίου Θράκης, Παν. Τσαλδάρη 52, 69100 Κομοτηνή. Τασούλα ΒΕΡΒΕΝΙΩΤΗ, ιστορικός, Δεριγνύ 19, 104 34 Αθήνα. Ιόλη ΒΙΓΓΟΠΟΥΛΟΥ, Ερευνήτρια Κ.Ν.Ε./Ε.Ι.Ε., Πατρ. Ιωακείμ 24,171 23 Νέα Σμύρνη. Στοιχεία 1997.
Άγγελος ΒΛΑΧΟΣ, ιστορικός, Μπιζανίου 6, 152 32 Χαλάνδρι. Riki Van BOESCHOTEN, historienne, 10, rue Peumont, 1324 ChaumontGistoux, Belgique. Σοφία BOYPH, Επίκουρος Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Ά γ γ . Χατζή 5, 453 33 Ιωάννινα. Σοφία ΓΕΛΑΔΑΚΗ, ιστορικός, Ψυχάρη 32, 111 41 Αθήνα. Αριάδνη ΓΕΡΟΥΚΗ, νομικός, ιστορικός, Βιζουκίδου 23, 546 36 Θεσσαλονίκη. Μαρία ΓΙΑΝΝΗΣΟΠΟΥΛΟΥ, ανθρωπολόγος, Στασίνου 13, 116 35 Αθήνα. Γιάννης ΓΙΑΝΝΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ, ιστορικός, Ναυαρίνου 25, 152 32 Χαλάνδρι. Αθανάσιος ΓΚΟΤΟΒΟΣ, Καθηγητής Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Δομπόλη 30, 45110 Ιωάννινα. Γεωργία-Κλειώ ΓΚΟΥΓΚΟΥΛΗ, κοινωνική ανθρωπολόγος, Α γ . Αλεξάνδρου 54, 175 61 Αθήνα. Αγλαΐα ΓΚΡΕΤΣΙΚΟΥ, ιστορικός, Λεωφ. Κηφισίας 172, 151 24 Μαρούσι. Αντώνης ΓΛΥΤΖΟΥΡΗΣ, ιστορικός, Α ν . Μεταξά 12, 106 81 Αθήνα. Βερονίκη ΔΑΛΑΚΟΥΡΑ, ερευνήτρια, Αμειψίου 12, 111 43 Αθήνα. Δέσποινα ΔΑΜΙΑΝΟΥ, φιλόλογος, Αγίας Παρασκευής 80, 111 44 Αθήνα. Ελίζα-Άννα ΔΕΛΒΕΡΟΥΔΗ, Επίκουρος Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Κρήτης, Σαλαμίνος 12, 153 43 Αγία Παρασκευή. Μηνάς ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, ιστορικός αθλητισμού, Μιαούλη 19, 546 42 Θεσσαλονίκη. Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ, ιστορικός, Αδριανοθυρών 21, 172 37 Υμηττός. Αντωνία ΔΙΑΛΛΑ, ιστορικός, Σκουφά 45, 106 72 Αθήνα. Ελευθέριος ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, ιστορικός, Καλυψούς 93, 161 61 Καλλιθέα. Αικατερίνη ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, θεατρολόγος, ιστορικός, Ρόδου 31-33, 104 46 Αθήνα, Τ.Θ. 3850 Αθήνα 102 10. Βασίλης ΔΩΡΟΒΙΝΗΣ, δικηγόρος, πολιτικός επιστήμονας, ιστορικός, Ξενίας 28, 115 28 Αθήνα. Στυλιανός ΕΥΑΓΓΕΛΙΝΟΣ, ιστορικός, Πριάμου 14, 175 64 Αμφιθέα. Ιωάννα ΖΑΜΠΑΦΤΗ, φιλόλογος, Τυμφρηστού 13, 117 43 Αθήνα. Αλέξανδρος ΖΑΝΝΑΣ, κοινωνιολόγος, Πινότση 17β, 117 41 Αθήνα. Σταματούλα ΖΑΠΑΝΤΗ, ιστορικός, Γερμενή 1, 281 00 Αργοστόλι. Αικατερίνη ΖΑΡΙΔΗ-ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, ιστορικός, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Νεοφ. Δούκα 6, 453 32 Ιωάννινα. Κορνηλία ΖΑΡΚΙΑ, αρχιτέκτονας, εθνολόγος, Ήρωνος 6, 116 35 Αθήνα.
Ελευθερία ZEH, ιστορικός, Σπ. Τρικούπη 11, 106 38 Αθήνα. Σιδηρούλα ΖΙΩΓΟΥ-ΚΑΡΑΣΤΕΡΓΙΟΥ, Επίκουρος Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Θερμαϊκού 65, 543 52 Θεσσαλονίκη. Κωνσταντίνα ΖΟΡΜΠΑΛΑ, μαθηματικός, ειδικός επιστήμονας Πανεπιστημίου Κύπρου, Σκύρου 49, 113 63 Αθήνα. Φίλιππος ΗΛΙΟΥ, ιστορικός, Αλφειού 9, 115 22 Αθήνα. Βίκυ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ, ιστορικός, Μελίνας Μερκούρη 14, 131 22 Ν. Η ρ ά κλειο. Μαρία ΘΕΟΔΩΡΟΥ, Προϊσταμένη Γραμματείας Κ .Ν.Ε./Ε .Ι .Ε., Βασ. Κωνσταντίνου 48, 116 35 Αθήνα. Μαρία ΙΑΚΩΒΟΥ-ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, φιλόλογος, Αγίας Άννης 17, 340 06 Α μ ά ρυνθος Εύβοια. Στέφανος ΚΑΚΛΑΜΑΝΗΣ, Επίκουρος Καθηγητής Πανεπιστημίου Κρήτης, Χίου 17, 165 61 Γλυφάδα. Κάλλια ΚΑΛΛΙΑΤΑΚΗ-ΜΕΡΤΙΚΟΠΟΥΛΟΥ, ιστορικός, Ερευνήτρια Κέντρου νών, Αναγνωστοπούλου 61, 106 72 Αθήνα. Χάρης ΚΑΜΠΟΥΡΙΔΗΣ, τεχνοκριτικός, επικοινωνιολόγος, μέλος της Academia Europea, Τ.Θ. 64019, Ζωγράφου 157 10. Ευθυμία ΚΑΝΝΕΡ, ιστορικός, Παραδείσου 5, 151 25 Αθήνα. Δέσποινα ΚΑΡΑΚΑΤΣΑΝΗ, ιστορικός, Ά γ γ . Σικελιανού 11, 153 43 Αγία Παρασκευή. Βαγγέλης ΚΑΡΑΜΑΝΩΛΑΚΗΣ, ιστορικός, Α λ . Παναγούλη 59, 163 75 Ηλιούπολη. Νίκος ΚΑΡΑΠΙΔΑΚΗΣ, Επίκουρος Καθηγητής Ιονίου Πανεπιστημίου, Μαρασλή 36-40, 106 73 Αθήνα. Ιωάννης ΚΑΡΑΧΡΗΣΤΟΣ, ιστορικός, Paulinengasse 18-20/2/14, Βιέννη, Α-1180. Κατερίνα ΚΑΡΒΕΛΑ, ιστορικός, Αρματολών και Κλεφτών 37, 114 71 Αθήνα. Αγγέλα ΚΑΣΤΡΙΝΑΚΗ, φιλόλογος, ειδικός επιστήμονας Πανεπιστημίου Κρήτης, Αγίου Ιωάννου 14, 741 00 Ρέθυμνο. Ό λ γ α ΚΑΤΣΙΑΡΔΗ-HERING, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αθηνών, Χρυσοστόμου Σμύρνης 6, 176 71 Καλλιθέα. Ειρήνη ΚΑΤΣΙΜΠΡΗ, φιλόλογος, Δοϊράνης 28, 113 63 Αθήνα. Η ρ ώ ΚΑΤΣΙΩΤΗ, φιλόλογος, Κώστα Κρυστάλλη 43, 162 31 Βύρωνας. Βαγγέλης ΚΕΧΡΙΩΤΗΣ, ιστορικός, Παπαδιαμάντη 20, 144 52 Μεταμόρφωση Αττικής.
Παναγιώτης ΚΙΜΟΥΡΤΖΗΣ, ιστορικός, Σκουφά 45, 106 72 Αθήνα.
Τόνια ΚΙΟΥΣΟΠΟΥΛΟΥ, Λέκτωρ Πανεπιστημίου Κρήτης, Παναγή Μπενάκη 13, 114 71 Αθήνα. Πασχάλης ΚΙΤΡΟΜΗΛΙΔΗΣ, Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών, Κυδαθηναίων 11, 105 58 Αθήνα. Ά ν τ α ΚΛΩΝΗ, κοινωνική ανθρωπολόγος, Αγίων Αποστόλων 3, 113 62 Α θήνα. Γιώργος ΚΟΚΚΙΝΟΣ, ιστορικός, Ν. Νικηφορίδη 5, 162 31 Βύρωνας. Γιάννης ΚΟΚΚΩΝΑΣ, ιστορικός, Αιθαλιδών 7-9, 118 51 Αθήνα. Ξενοφώντας ΚΟΚΟΛΗΣ, Επίκουρος Καθηγητής Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Καρόλου Ντήλ 23, 546 23 Θεσσαλονίκη. Γιώργος ΚΟΚΟΡΕΛΗΣ, ιστορικός, Μπουμπουλίνας 21, 111 46 Αθήνα. Αμαλία ΚΟΛΩΝΙΑ, Λέκτωρ Πανεπιστημίου Μιλάνου, Monte Grappa 11, 28 100 Novara. Κώστας ΚΟΜΗΣ, Λέκτωρ Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Γοργοποτάμου 20, 452 21 Ιωάννινα. Αγγελική ΚΟΝΤΙΝΗ-ΜΠΟΜΠΟΥ, πολιτικός επιστήμονας, ιστορικός, 28ης Οκτωβρίου 22, 152 35 Βριλήσια. Βασιλική ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ, Επίκουρος Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Θράκης, Δημοκρατίας 76-78, Νέα Χηλή, 681 00 Αλεξανδρούπολη. Μαρία ΚΟΡΑΣΙΔΟΥ, Λέκτωρ Παντείου Πανεπιστημίου, Χατζηχρήστου 14, 114 72 Αθήνα. Χριστίνα ΚΟΥΛΟΥΡΗ, Επίκουρος Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Θράκης, Ξανθίππου 34, 155 61 Χολαργός. Αικατερίνη ΚΟΥΜΑΚΗ, φιλόλογος, Αδριανουπόλεως 42-44, 161 21 Καισαριανή. Αγγελική ΚΟΥΦΟΥ, ιστορικός, Κ. Βάρναλη 11, 146 71 Νέα Ερυθραία. Ευγενία ΚΡΕΜΜΥΔΑ, ιστορικός, Α γ . Ισιδώρου 14-16, 114 71 Αθήνα. Βασίλης ΚΡΕΜΜΥΔΑΣ, Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών, Α γ . Ισιδώρου 14-16, 114 71 Αθήνα. Κώστας ΚΡΕΜΜΥΔΑΣ, ιστορικός, Θεμιστοκλέους 34, 106 78 Αθήνα. Αναστασία ΚΥΡΚΙΝΗ, ιστορικός, Αυγής 31, 141 21 Ν. Ηράκλειο. Βασίλειος ΚΥΡΚΟΣ, Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών, Λάμπρου Πορφύρα 23, 154 51 Ν. Ψυχικό. Δημήτρης ΚΥΡΤΑΤΑΣ, Αναπληρωτής Καθηγητής Πανεπιστημίου Κρήτης, Τ.Θ. 75, 741 00 Ρέθυμνο. Αλέξανδρος-Ανδρέας ΚΥΡΤΣΗΣ, Επίκουρος Καθηγητής Πανεπιστημίου Α θηνών, Χερσώνος 7, 106 72 Αθήνα. Αγγελική ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, Επίκουρος Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Γλυκήδων 17, 452 21 Ιωάννινα.
Χρήστος ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΠΟΥΛΟΣ, ιστορικός, Υψηλάντου 27, 151 22 Μαρούσι. Χρήστος ΛΑΖΟΣ, συγγραφέας, ιστορικός, Νικηταρά 6, 106 18 Αθήνα. Κώστας ΛΑΠΠΑΣ, ιστορικός, Ερευνητής του Κέντρου Ερεύνης του Μεσαιωνικού και Νέου Ελληνισμού Ακαδημίας Αθηνών, Πανσελήνου 20,111 41 Αθήνα. Ιωάννης ΛΑΣΚΑΡΑΤΟΣ, Επίκουρος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών, Ορεινής Ταξιαρχίας 9, 157 71 Ζωγράφου. Γεώργιος ΛΕΟΝΤΣΙΝΗΣ, Αναπληρωτής Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών, Βαλανείου 6-8, 185 36 Πειραιάς. Didier LETT, Maître de Conférences à l'Université de Versailles, 10, rue de Panama, 75018 Paris, France. Σπύρος ΛΟΥΚΑΤΟΣ, ιστορικός, Ιω. Δροσοπούλου 204, 112 55 Αθήνα. Δήμητρα ΜΑΚΡΥΝΙΩΤΟΥ, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Πατρών, Δημάκη 8, 106 52 Αθήνα. Χρύσα ΜΑΛΤΕΖΟΥ, Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αθηνών, Λυκαβηττού 7, 106 72 Αθήνα. Φίλιππος ΜΑΝΔΗΛΑΡΑΣ, φιλόλογος, Κ. Παλαιολόγου 28, 145 63 Κηφισιά. J. Α. MANGAN, Professor, Director International Research Centre for Sport Socialisation Society, University of Strathclyde, 76, Soythbrae Drive, Glasgow, G13, 1PP. Βάσω ΜΑΝΩΛΑ, Διευθύντρια Κοινωνικής Συμμετοχής Γενικής Γραμματείας Νέας Γενιάς, Αχαρνών 417, Τ.Θ. 1048, 114 73 Αθήνα. Γιώργος ΜΑΡΓΑΡΙΤΗΣ, Επίκουρος Καθηγητής Πανεπιστημίου Κρήτης, 741 00 Ρέθυμνο. Δώρα ΜΑΡΚΑΤΟΥ, ιστορικός της τέχνης, Καισαρείας 26-28, 115 27 Αθήνα. Άννα ΜΑΤΘΑΙΟΥ, ιστορικός, Ιατρίδου 6, 115 21 Αθήνα. Κώστας ΜΕΚΚΑΣ, ιστορικός, Τύχης 17, 112 53 Αθήνα. Αντωνία ΜΕΡΤΥΡΗ, πολιτικός επιστήμονας, Πελοποννήσου 3, 153 43 Αγία Παρασκευή. π. Γεώργιος ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΣ, Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών, Πίνδου 11, 154 51 Νέο Ψυχικό. Γιάννης ΜΕΤΑΞΑΣ, Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς, Περικλέους 18, 155 61 Χολαργός. Μαρία ΜΗΤΣΟΥ, φιλόλογος, Αλατσάτων 63, 122 41 Αιγάλεω. Μαριλίζα ΜΗΤΣΟΥ', φιλόλογος, Βασ. Κωνσταντίνου 19, 151 22 Αθήνα. Άννα ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Ερευνήτρια Κ.Ε.Ρ.Α./Ε.Ι.Ε., Βασ. Κωνσταντίνου 48, 11635 Αθήνα.
Κωνσταντίνα ΜΠΑΔΑ, Επίκουρος Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Σπ. Λάμπρου 53, 453 33 Ιωάννινα. Αλεξάνδρα ΜΠΑΚΑΛΑΚΗ, Επίκουρος Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αιγαίου, Σκουφά 75, 106 80 Αθήνα. Χρήστος ΜΠΑΛΟΓΛΟΥ, οικονομολόγος Τ.Ε .Ι. Αθηνών, Σχολή Ικάρων, Αντιγόνης 4, 141 22, Ν. Ηράκλειο. Αθανασία ΜΠΑΛΤΑ, Λέκτωρ Παντείου Πανεπιστημίου, Μαυροκορδάτου 9, 152 33 Χαλάνδρι. Χάρης ΜΠΑΜΠΟΥΝΗΣ, ιστορικός, Ελασιδών 22, 118 54 Αθήνα. Γιάννης ΜΠΑΦΟΥΝΗΣ, ιστορικός, Ραιδεστού 66, 171 22 Αθήνα. Νικόλαος ΜΠΙΡΓΑΛΙΑΣ, ιστορικός, Αστυπάλαιας 59, 113 64 Αθήνα. Βασιλική ΜΠΟΜΠΟΥ-ΣΤΑΜΑΤΗ, φιλόλογος, Ρωμανού του ΜελωδούκαιΑποκαύκων 21, 114 71 Αθήνα. Ιφιγένεια ΜΠΟΤΟΥΡΟΠΟΥΛΟΥ, φιλόλογος, Αρρύβου 9, 116 33 Αθήνα. Ευστράτιος ΜΠΟΥΡΝΑΖΟΣ, ιστορικός, Αρχύτα 11, 116 35 Αθήνα. Αθανάσιος ΜΠΟΧΩΤΗΣ, ιστορικός, Α λ . Παναγούλη 47, 163 43 Αθήνα. Αίγλη ΜΠΡΟΥΣΚΟΥ, ανθρωπολόγος, Α. Μιχαηλίδη 19, 546 40 Θεσσαλονίκη. Γεωργία ΝΕΖΗ, εκπαιδευτικός, Πύργου 11α, 123 51 Α γ ί α Βαρβάρα Αιγάλεω. Νίκος ΟίΚΟΝΟΜΙΔΗΣ, Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών, Διευθυντής Κ.Β.Ε./Ε.Ι.Ε., Βασ. Κωνσταντίνου 48, 116 35 Αθήνα. Φίλιππος ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, ιστορικός αθλητισμού, Αρδάσης 46, 176 76 Καλλιθέα. Ανδρομάχη ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, εθνολόγος, Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα ΕΤΒΑ, Κυβέλης 32-34, 111 46 Αθήνα. Ευδοκία ΟΛΥΜΠΙΤΟΥ, ιστορικός, Ψαρών 25, 153 43 Α γ ί α Παρασκευή. Ελένη ΠΑΜΠΟΥΚΗ, ιστορικός, Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς, Ιθάκης 42, 112 51 Αθήνα. Βασίλης ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ, Διευθυντής Κ.Ν.Ε./Ε.Ι.Ε., Νίκης 32, 10557 Αθήνα. Στέφανος ΠΑΝΤΕΛΑΚΗΣ, Επίκουρος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών, Ίδρυμα Ερευνών για το παιδί, Αμαλίας 42, 105 58 Αθήνα. Γεώργιος ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Καθηγητής Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Ολυμπιάδος 25, 453 33 Ιωάννινα. Νώντας ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, φιλόλογος, Κανάρη 51, 153 43 Αγία Παρασκευή. Γιάννης ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, ιστορικός, Αθαν. Πία 43, 173 42 Α θήνα.
Λυδία ΠΑΠΑΔΑΚΗ, ιστορικός, Κουντουριώτου 41, 141 22 Νέο Ηράκλειο. Λία ΠΑΠΑΔΑΚΗ, φιλόλογος, Καρυατίδων 9, 174 55 Αθήνα. ΑναστασίαΠΑΠΑΔΙΑ-ΛΑΛΑ, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αθηνών, Κουμουνδούρου 24, 153 41 Αθήνα. Μαρία ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, ιστορικός, Αμαλίας 3δ, 145 61 Αθήνα. Θεόδωρος ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, Αναπληρωτής Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών, Πρωτέως 1, 113 64 Αθήνα. Κατερίνα ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, ιστορικός, Αιμιλιανού Γρεβενών 13, 171 24 Ά ν ω Νέα Σμύρνη. Παναγιώτης ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, Καθηγητής Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Δομπόλη 30, 45110 Ιωάννινα. Κώστας ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ, φιλόλογος, Σαμάρα 22, 154 52 Ψυχικό. Λήδα ΠΑΠΑΣΤΕΦΑΝΑΚΗ, ιστορικός, Βατάτζη 61, 114 73 Αθήνα. Αγγελική ΠΑΣΣΙΑ, φιλόλογος, Νεόφρονος 8, 161 21 Αθήνα. Γεράσιμος ΠΕΝΤΟΓΑΛΟΣ, Καθηγητής Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Ηλία Ζερβού 13, 281 00 Αργοστόλι. Στέφανος ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ, Επίκουρος Καθηγητής Παντείου Πανεπιστημίου, Καψάλη 3, 106 74 Αθήνα. Αργύρης ΠΕΤΡΟΝΩΤΗΣ, Καθηγητής Πολυτεχνικής Σχολής Θεσσαλονίκης, Σόλωνος 89, 542 48 Θεσσαλονίκη. Κωνσταντίνος ΠίΤΣΑΚΗΣ, Αναπληρωτής Καθηγητής Πανεπιστημίου Θράκης, Άλκιβιάδου 128, 185 35 Πειραιάς. Γεώργιος ΠΛΟΥΜΙΔΗΣ, Καθηγητής Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Δομπόλη 30, 45110 Ιωάννινα. Πόπη ΠΟΛΕΜΗ, ιστορικός, Πατριάρχου Στέργιου 20, 114 71 Αθήνα. Ράνια ΠΟΛΥΚΑΝΔΡΙΩΤΗ, φιλόλογος, Ερευνήτρια Κ.Ν.Ε./Ε.Ι.Ε., Ανθειας 2, 145 65 Εκάλη. Πέτρος ΠΟΛΥΧΡΟΝΗΣ, παιδοψυχίατρος, Ευριπίδου 6β, 152 35 Αθήνα. Αννίτα ΠΡΑΣΣΑ, ιστορικός, Προϊσταμένη Γ.Α.Κ. - Αρχεία Ν. Μαγνησίας, Γαμβέτα 12, 382 21 Βόλος. Μαρία ΡΕΠΟΥΣΗ, ιστορικός, Ήβης Αθανασιάδου 4, 175 62 Π. Φάληρο. Μιχάλης ΡΗΓΙΝΟΣ, Επίκουρος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών, Μυστρά 14, 114 75 Αθήνα. Γιάννης ΣΑΪΤΑΣ, αρχιτέκτονας, εθνολόγος, Ήρωνος 6, 116 35 Αθήνα. Ζιζή ΣΑΛΙΜΠΑ, ιστορικός, Θαν. Σιώκου 9, 153 41 Αγία Παρασκευή. Μαριέττα ΣΕΡΒΟΥ, ιστορικός, Οδυσσέως 45, 166 73 Ά ν ω Βούλα. Αλόη ΣΙΔΕΡΗ, φιλόλογος, Αστυδάμαντος 7-9, 116 34 Αθήνα. Μαρία ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗ, ιστορικός, Συνεσίου Κυρήνης 20-22, 114 71 Αθήνα.
Δημήτρης ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ, φιλόλογος, Αγίου Φανουρίου 25-27, 116 33 Αθήνα. Τριαντάφυλλος ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ, Διευθυντής Ερευνών στο Κ.Ν.Ε./Ε.Ι.Ε., Ανακρέοντος 24, 162 31 Αθήνα. Ελεωνόρα ΣΚΟΥΤΕΡΗ-ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΥ, κοινωνική ανθρωπολόγος, Φιλοσοφική Σχολή Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, 540 06 Θεσσαλονίκη. Χρήστος ΣΟΛΔΑΤΟΣ, φιλόλογος, Σοφοκλέους 33, 176 71 Καλλιθέα. Ιωσήφ ΣΟΛΟΜΩΝ, Επίκουρος Καθηγητής Πανεπιστημίου Πατρών, Αγγέλου Βλάχου 10, 105 56 Αθήνα. Κώστας ΣΟΦΙΑΝΟΣ, δικηγόρος, Δημοχάρους 29, 115 21 Αθήνα. Μαρία ΣΠΗΛΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ, ιστορικός, ΚέντρονΕρεύνηςτηςΙστορίαςτου Νεοτέρου Ελληνισμού Ακαδημίας Αθηνών, Αναγνωστοπούλου 14,106 72 Αθήνα. Πηνελόπη ΣΤΑΘΗ, ιστορικός, Ερευνήτρια Κέντρου Ερεύνης του Μεσαιωνικού και Νέου Ελληνισμού Ακαδημίας Αθηνών, Κρυστάλλη 95, 162 31 Αθήνα. Γιώτα ΤΖΙΒΑΡΑ-ΚΑΡΥΔΗ, Μονής Σέλτσου 5, 111 43 Αθήνα. Ειρήνη ΤΟΥΝΤΑΣΑΚΗ, κοινωνική ανθρωπολόγος, Κέντρον Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας Ακαδημίας Αθηνών, Ειρήνης 38, 185 47 Ν. Φάληρο. Κατερίνα ΤΡΙΜΗ-ΚΥΡΟΥ, ιστορικός, Μαρκορά 41, 111 41 Αθήνα. Λύντια ΤΡΙΧΑ, νομικός, ιστορικός, Βασ. Παύλου 25, 154 52 Π. Ψυχικό. Κωνσταντίνος ΤΣΙΑΝΤΗΣ, ιστορικός, Καρτάλη 7, 115 28 Αθήνα. Φανή-Μαρία ΤΣΙΓΚΑΚΟΥ, Επιμελήτρια Μουσείου Μπενάκη, Κουμπάρη 1, 106 74 Αθήνα. Κωνσταντίνος ΤΣΙΚΝΑΚΗΣ, ιστορικός, Ερευνητής Κ .Β.Ε./Ε .Ι .Ε., Νικαίας 61, 171 22 Νέα Σμύρνη.
Στέριος ΦΑΣΟΥΛΑΚΗΣ, Αναπληρωτής Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών, Ρήγα Φεραίου 47, 161 22 Καισαριανή. Αγγελική ΦΕΝΕΡΛΗ, ιστορικός, Νίκης 32, 105 57 Αθήνα. Ευτυχία ΦΙΩΤΑΚΗ, νηπιαγωγός, Πυθαγόρα 28, 153 44 Κάντζα Α Νικόλαος ΦΟΡΟΠΟΥΛΟΣ, φιλόλογος, Γ. Μαριδάκη 7, 111 43 Αθήνα. Ελένη ΦΟΥΡΝΑΡΑΚΗ, ιστορικός, ειδικός επιστήμονας Πανεπιστημίου Κρήτης, Τροίας 3, 171 21 Νέα Σμύρνη. Άννα ΦΡΑΓΚΟΥΔΑΚΗ, Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αθηνών, Ηπίτου 21, 105 57 Αθήνα. Μαρία-Χριστίνα ΧΑΤΖΗΙΩΑΝΝΟΥ, Ερευνήτρια Κ.Ν.Ε./Ε.Ι.Ε., Πηγάσου 13, 154 52 Π. Ψυχικό.
Στέλιος ΧΙΩΤΑΚΗΣ, Αναπληρωτής Καθηγητής Πανεπιστημίου Αιγαίου, Βεργίνας 88, 851 00 Ρόδος. Θανάσης ΧΡΗΣΤΟΥ, ιστορικός, Αμισού 28, 111 42 Αθήνα. Γεώργιος ΧΩΡΑΣ, θεολόγος, Αλ. Ραγκαβή 42, 114 74 Αθήνα. Bernard VERNIER, Professeur à l'Université de Lyon I, 4, rue Castex, 75004 Paris.
Εναρκτήρια Συνεδρία
Πέμπτη 17 Απριλίου 1997 Πρωινή συνεδρία Πρόεδρος: ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΣ ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ
ΠΕΤΡΟΣ Χ. ΣΦΗΚΑΚΗΣ, Γενικός Γραμματέας Νέας Γενιάς
Έχουν περάσει ήδη 14 χρόνια από τότε που η Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς ξεκίνησε το μεγάλο πρόγραμμα του Ιστορικού Αρχείου της Ελληνικής Νεολαίας. Ένα έργο που, αναγνωρισμένο πλέον με τα αυστηρότερα κριτήρια από Έλληνες και ξένους, έχει αποδώσει μέχρι σήμερα 80 έρευνες - έργα υποδομής, που συγκεντρώνουν διαρκώς όλο και περισσότερες παραπομπές, γεγονός που αποτελεί έγκυρη απόδειξη της επιστημονικής τους αξίας. Το έργο αυτό είναι το αποτέλεσμα μιας αναγκαίας προσπάθειας για την έρευνα και μελέτη του ιστορικού χάρτη της νεολαίας, ως μιας μεταβαλλόμενης κοινωνικά κατηγορίας. Μιας προσπάθειας που εμπλουτίζει τόσο τη γνώση μας όσο και τη συνείδηση μας. Η ανίχνευση της πορείας της νεολαίας μέσα στο χρόνο, χρησιμεύει παράλληλα και για την αναζήτηση μιας σύγχρονης απάντησης στα προβλήματα και τις ανάγκες των νέων της εποχής μας. Των νέων, που ως αποδέκτες των αντιφάσεων και αντινομιών της εποχής μας, νιώθουν πιο αισιόδοξοι και σίγουροι όταν το ιστορικό νήμα είναι ορατό και ευδιάκριτο. Γιατί γνωρίζοντας το παρελθόν ορίζουν ευκολότερα το παρόν και σχεδιάζουν καλύτερα το μέλλον. Το Ιστορικό Αρχείο της Ελληνικής Νεολαίας: — καλύπτει περιοχές της Ιστορίας που δεν είχαν απασχολήσει συστηματικά τους μελετητές, ενώ η νέα γενιά ήταν απούσα από την κοινωνιολογική και ιστορική έρευνα— συμβάλλει στην ενίσχυση των ιστορικών σπουδών στη χώρα μας και καλλιεργεί ένα γόνιμο έδαφος διεπιστημονικού διαλόγου, αφού οι μελετητές δεν προέρχονται αναγκαστικά από το χώρο της Ιστορίας αλλά επίσης από το χώρο των κοινωνικών επιστημών — επιχειρεί τη συγκρότηση της ιστορικής ταυτότητας της νεολαίας, διαγράφοντας την πορεία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας, όπως αυτή διαφο-
διαφοροποιείται και εξελίσσεται μέσα από την αλλαγή συμπεριφορών, αξιών, ηθ κωδίκων, ιδεολογιών. Η προσφορά του ΙΑΕΝ είναι αναμφισβήτητα πολύπλευρη. Είναι σημαντικό για εμάς να επισημάνουμε μία διάστασή της. Αυτή που ορίζεται από την εμπιστοσύνη που η Γραμματεία μας δείχνει προς τους νέους επιστήμονες και πανεπιστημιακούς, που θέλουν να δοκιμάσουν και να πειραματιστούν έξω από τα καθιερωμένα σχήματα. Μέσα σε ένα κλίμα επιστημονικής ελευθερίας, χωρίς κανενός είδους παρεμβάσεις, το έργο του ΙΑΕΝ διέπεται από πνεύμα πάντα ανοιχτό στο διάλογο, πάντα ανοιχτό στην αδογμάτιστη επιστημονική έρευνα, που επιζητεί πολλές φορές να αμφισβητήσει ακόμα και τις δικές της κατακτήσεις και βεβαιότητες. Οι επιστήμονες που αποτελούν την επιτροπή του ΙΑΕΝ, με συνέπεια, αξιοσύνη και επιστημονική προσφορά υψηλού επιπέδου, δημιούργησαν τις ιδανικές συνθήκες γέννησης ενός νέου επιστημονικού πληθυσμού που δημιούργησε σημαντικά έργα υποδομής. Μια σειρά πολύτιμων βιβλίων, που κτίζουν μια γερή βάση τεκμηρίωσης για την ιστορία της νεότητας στη νεότερη Ελλάδα, θα βρίσκεται πάντα στη διάθεση του επιστημονικού κόσμου αποτελώντας μια ανεκτίμητη πηγή για τις επόμενες εργασίες. Τελειώνοντας θα ήθελα να ευχαριστήσω την Επιτροπή του Ιστορικού Αρχείου της Ελληνικής Νεολαίας για την αφοσίωση της σε μια κοινή υπόθεση και τη μεγάλη της προσφορά. Καλωσορίζοντας τους εισηγητές και συνέδρους από την Ελλάδα και το εξωτερικό, πιστεύοντας ότι και αυτό το Συμπόσιο θα είναι εξίσου αποδοτικό με τα προηγούμενα και θα μας φέρει πιο κοντά στο σκοπό μας, σας εύχομαι καλή επιτυχία στις εργασίες σας.
ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ, Διευθυντής ΚΝΕ/ΕΙΕ Αγαπητοί φίλοι, Ολοι εμείς που υπηρετούμε, με οποιονδήποτε τρόπο επιλέγει ο καθένας, την ιστορική έρευνα, αισθανόμαστε μια ιδιαίτερη σχέση με το θέμα του ιστορικού χρόνου και φυσικά αδημονούμε να γίνουμε κοινωνοί των προβληματισμών που νέοι κυρίως ερευνητές έρχονται να μας μεταδώσουν. Γι' αυτό με μεγάλη χαρά υποδεχόμαστε σήμερα τη νέα επιστημονική προσφορά του Προγράμματος «Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας» της Γενικής Γραμματείας Νέας Γενιάς, το Συμπόσιο δηλαδή που φέρει τον ελκυστικό και πολυδύναμο τίτλο «Οι χρόνοι της ιστορίας. Για μια ιστορία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας». Ωστόσο, στον δικό μου χαιρετισμό, θέλω να θίξω ένα διαφορετικής τάξεως ζήτημα, οργανωτικό και θεσμικό, που πιστεύω ότι αξίζει τον κόπο να αναδειχθεί εδώ σήμερα. Θέλω δηλαδή να αναφερθώ στην έννοια, και στην πραγματικότητα βεβαίως, ενός φιλοξενουμένου προγράμματος εντός ενός δημόσιου ερευνητικού Ινστιτούτου. Στην περίπτωση μας λοιπόν ένα ερευνητικό πρόγραμμα της Γενικής Γραμματείας Νέας Γενιάς, με την δική του χρηματοδότηση, με δική του επιστημονική επιτροπή, η οποία διαμορφώνει την ερευνητική στρατηγική και παρακολουθεί την πραγμάτωση του έργου, βρίσκει υποδοχή στο πλαίσιο ενός ερευνητικού Ινστιτούτου (του ΚΝΕ/ΕΙΕ) με θετικά νομίζω αποτελέσματα, όπως το μαρτυρεί η συμμετοχή σας στο παρόν Συμπόσιο. Θα μπορούσε, βέβαια, ο κάθε καλόπιστος ακροατής να βρει τις δικές του ερμηνείες, τόσο των απαρχών αυτής της συνεργασίας, όσο και της επιτυχημένης πορείας της. Η οικονομική λιτότητα που οδηγεί το ερευνητικό Ινστιτούτο στην αναζήτηση οποιασδήποτε προέλευσης πόρων, οι φιλικές σχέσεις των εμπλεκομένων προσώπων και άλλα συναφή, μπορεί να υποθέσει κανείς ότι αποτελούν το υπόβαθρο αυτής της φιλοξενίας.
Δεν πρόκειται όμως περί αυτού, έστω κι αν αυτές οι εξηγήσεις δεν είναι ολότελα άσχετες προς το φυσικό γεγονός. Πρόκειται για μια πολύ βαθύτερη αλλαγή που κυοφορείται σε πολύ ευρύτερη κλίμακα, σε ευρωπαϊκή σίγουρα αλλά ίσως και σε παγκόσμια" μια αλλαγή που μερικές φορές την βλέπουμε να γεννιέται μπροστά στα μάτια μας και δεν τολμούμε να το πιστέψουμε. Κάτι έχει αλλάξει λοιπόν, η, έστω, κάτι βρίσκεται σε διαδικασία μεταλλαγής στο χώρο της έρευνας. Η οργάνωση, η μεθοδολογία και η πρακτική της βρίσκεται σε μια καταφανή κινητικότητα, που αξίζει τον κόπο νομίζω να την επισημάνουμε, τουλάχιστον. Το ερευνητικό Ινστιτούτο, που νομίστηκε ότι θα εκτελούσε το έργο που το βεβαρημένο από τις διδακτικές ευθύνες Πανεπιστήμιο δυσκολευόταν να προσφέρει, περνάει κι αυτό με τη σειρά του τη δική του κρίση. Κρίση αυθεντίας, κρίση αξιοπιστίας και κυρίως κρίση ταυτότητας. Μια διάχυση ερευνητικών προθέσεων και προσδοκιών παρατηρείται στο σύνολο του κοινωνικού σώματος, που αναζητά νέους τρόπους έκφρασης και πραγμάτωσης. Και φυσικά διαμορφώνονται αντιστοίχως και οι χρηματοδοτικές ροές. Ευεργετισμός, χορηγίες, φορολογικές ελαφρύνσεις, έμμεσες πρακτικές ενίσχυσης, προσανατολισμένες έρευνες του παραγωγικού τομέα, ευρωπαϊκά η άλλα διεθνή προγράμματα, αποτελούν ένα μόνο μέρος των πολλαπλών μορφών χρηματοδότησης και συνακόλουθα οργανωτικής αναδιάταξης της έρευνας, που κανείς πια δεν μπορεί να αγνοήσει. Στην εποχή των δικτύων και των διαπλοκών τους, η έρευνα δεν θα μπορούσε να μείνει στην αυτάρεσκη ενδοστρέφεια των μεγάλων κρατικών επιστημονικών οργανισμών της μεταπολεμικής περιόδου 1950-1970. Σ' αυτή τη νέα ερευνητική αρχιτεκτονική, πιστεύω ότι αντιστοιχεί η έννοια του φιλοξενουμένου προγράμματος, σ' αυτή τη νέα ανάγκη απαντήσαμε θετικά, εμείς στο ΚΝΕ/ΕΙΕ, η πολιτική ηγεσία και το προσωπικό της Γενικής Γραμματείας Νέας Γενιάς και, ανάμεσά μας, η επιστημονική ομάδα του ΙΑΕΝ (επιστημονική επιτροπή και ερευνητές), συγκροτώντας ένα δίκτυο συνεργασίας, του οποίου ο απολογισμός, θα συμφωνήσετε πιστεύω όλοι, φαίνεται να είναι θετικός. Αυτού του νέου ερευνητικού τοπίου το πρόγραμμα του παρόντος Συμποσίου αποτελεί ένα εύγλωττο τεκμήριο.
ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΣ Ε. ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ, Εκπρόσωπος Επιτροπής ΙΑΕΝ Κύριε γενικέ γραμματέα Νέας Γενιάς, Κυρίες και Κύριοι, Αγαπητές φίλες και αγαπητοί φίλοι, Η Επιτροπή του Ιστορικού Αρχείου Ελληνικής Νεολαίας με χαρά σας υποδέχεται στην έναρξη του Γ' Διεθνούς Συμποσίου «Οι χρόνοι της Ιστορίας για μια ιστορία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας». Εισηγηθήκαμε την οργάνωση αυτού του Συμποσίου ύστερα από τρία χρόνια δραστηριότητας του ΙΑΕΝ από την επαναλειτουργία του το 1994 και αφού έχουν περάσει δέκα χρόνια σχεδόν από το Β' Συμπόσιο μας. Οι δεκαοκτώ νέες έρευνες που ανέλαβαν περισσότεροι από είκοσι ερευνητές και ερευνήτριες αποτελούσαν καλή αφετηρία για να αναζητηθούν και άλλοι τόσοι ομότεχνοι ώστε να οργανωθεί το Συμπόσιο μας. Προστέθηκαν και οι ξένοι μας, που θα θέλαμε να είναι περισσότεροι, όπως έγινε και στα δύο προηγούμενα Συμπόσια, ιδίως στο πρώτο, αλλά λόγοι κυρίως οικονομικοί, που συνδυάστηκαν και με την αναβολή του Συμποσίου, δεν το επέτρεψαν θυμάστε ότι το Συμπόσιο μας είχε οριστεί αρχικά για τον Σεπτέμβριο του 1996. Οι προσδοκίες μας από το Συμπόσιο είναι να ξετυλιχτούν πολύμορφες προτάσεις, με πρωτεύουσα αναφορά στους χρόνους της Ιστορίας, σε ζητήματα των εκπαιδευτικών μηχανισμών, των εργασιακών σχέσεων, της Ανθρωπολογίας και των νοοτροπιών, της εργασίας και της πολιτικής, της τέχνης, του ελεύθερου χρόνου και του αθλητισμού. Ας σταθούμε λίγο στα τρία τελευταία χρόνια λειτουργίας του ΙΑΕΝ, που είναι συγχρόνως και πρώτα ύστερα από την επαναλειτουργία του, σε μια δεκαετία αρκετά διαφορετική από την προηγούμενη. Ενδιάμεσα βέβαια συναντηθήκαμε πριν από δύο ακριβώς χρόνια, στις 14.4.1995, στον ίδιο χώρο, όταν παρουσιάσαμε τις τρεις εκδόσεις (αρ. 21, 23, 24) και τις τέσσερις νέες έρευνες του 1994. Παρόλο που το έργο του ΙΑΕΝ σας είναι γνωστό από τις σχετικές δημοσιεύσεις στο «Ενημερωτικό Δελτίο» του Κέντρου Νεοελληνικών Ερευνών κυ-
κυρίως, αλλά και από τις δημοσιεύσεις σε περιοδικά και εφημερίδες και πρόσφατα από το σχετικό δίφυλλο που λάβατε (Απολογισμός ΙΑΕΝ, Συμπλήρωμα 1995-1997), επιτρέψτε μας να αναφερθούμε συνοπτικά στα πεπραγμένα του ΙΑΕΝ, αν και καλύτερη εικόνα θα σχηματίσετε παρακολουθώντας τις παρουσιάσεις των βιβλίων από τους συγγραφείς τους και αργότερα μελετώντας αυτά τα βιβλία και κυρίως από τις ανακοινώσεις του Συμποσίου μας και το γόνιμο διάλογο που ελπίζουμε να ακολουθήσει. Το 1995 ήταν σημαντική χρονιά για το ΙΑΕΝ. Η Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς, παρ' όλες τις δημοσιονομικές στενότητες μπόρεσε να μας εξασφαλίσει τα χρήματα για την ανάθεση δεκατεσσάρων ερευνών σε δεκαεπτά ερευνητές, από τους οποίους οι επτά ήταν γραμμένοι σε μεταπτυχιακά τμήματα Πανεπιστημίων. Η τ α ν μια ευχή που διατύπωσε ο τότε γενικός γραμματέας Νέας Γενιάς κ. Παναγιώτης Τσιλιγκαρίδης για συμβολική ενίσχυση των μεταπτυχιακών σπουδών μέσω και του ΙΑΕΝ. Από τις δεκατέσσερις έρευνες οι πέντε αναφέρονται σε θέματα παιδείας και εκπαίδευσης, τρεις σε θέματα νεολαίας σε σχέση με την πολιτική και το στρατό, τρεις έρευνες μελετούν ζητήματα κοινωνικής ενσωμάτωσης των νέων, δύο έρευνες αναφέρονται σε ζητήματα νοοτροπιών και συμπεριφορών και τέλος μία έρευνα δόθηκε σε δύο ερευνήτριες, που υπομονετικά συνεχίζουν με τη βοήθεια συνεργατριών τους, τη σημαντική προσπάθεια ολοκλήρωσης του επιστημονικού καταλόγου των ελληνικών παραμυθιών. Για να βοηθηθούν οι ερευνητικές προσπάθειες του ΙΑΕΝ και να ενισχυθούν οι θεωρητικές και πρακτικές προύποθέσεις των ερευνητών του, οργανώσαμε από το Νοέμβριο του 1995 ως το Μάιο του 1996, δεκατρείς σεμιναριακές συναντήσεις στους φιλόξενους χώρους του Κέντρου Νεοελληνικών Ερευνών, με εισηγητές τους ερευνητές και τις ερευνήτριες του ΙΑΕΝ. Τη συζήτηση πλαισίωναν καλεσμένοι ειδικοί συζητητές για κάθε θέμα. Είμαστε ευχαριστημένοι αφού όλες οι έρευνες (τέσσερις του 1994 και δεκατέσσερις του 1995) παραδόθηκαν σύμφωνα με τις συμβατικές υποχρεώσεις των ερευνητών και έχουμε αρχίσει τη διαδικασία για την ολοκλήρωση των βιβλίων που θα πάρουν σειρά για έκδοση. Ό π ω ς είπαμε, όλες σχεδόν οι έρευνες αντιπροσωπεύονται με ανακοινώσεις στο Συμπόσιο. Τα πέντε βιβλία του ΙΑΕΝ που εκδόθηκαν το 1995 (άνοιξη 1996 στην πραγματικότητα) προέρχονται από τις έρευνες που είχαν ανατεθεί κατά την πρώτη περίοδο λειτουργίας του ΙΑΕΝ (1983-89). Πριν από την έκδοσή τους ενημερώθηκαν και αναθεωρήθηκαν από τους συγγραφείς, ύστερα από συνεργασία των συγγραφέων με την Επιτροπή. Ανάμεσά τους και η έκδοση του καταλόγου των παραμυθιών και σε γαλλική γλώσσα, όπως το επιβάλλουν οι ανάγκες χρήσης ενός τέτοιου έργου από τη διεθνή κοινότητα. Η Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς μας ανακοίνωσε το οικονομικό πλαί-
πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθούμε το 1997. Η χρηματοδότηση του Συμποσίο είναι από τον προύπολογισμό του 1996. Ό π ω ς γνωρίζετε από τη σχετική ανακοίνωση μας, ως τις 9 Μαΐου θα δεχόμαστε ερευνητικές προτάσεις για την ανάθεση τεσσάρων ερευνών για το 1997. Ως το φθινόπωρο θα έχουν ετοιμαστεί για τα τυπογραφεία τρία η τέσσερα βιβλία που θα κυκλοφορήσουν σε ένα χρόνο από τώρα. Κατά το ακαδημαϊκό έτος 1997-1998 θα λειτουργήσει και πάλι το Σεμινάριο του ΙΑΕΝ και θα ετοιμαστούν για έκδοση τα πρακτικά αυτού του Συμποσίου καθώς και τα βιβλία που θα εκδοθούν το 1999. Όλα αυτά τα οφείλουμε στην Πολιτεία, που, έστω και δύσκολα, μπορεί να μας εξασφαλίζει αυτούς τους πόρους και να μας ενισχύει ηθικά δείχνοντάς μας εμπιστοσύνη με την ανάθεση αυτού του έργου. Ο γενικός γραμματέας Νέας Γενιάς κ. Πέτρος Σφηκάκης εκφράζει αυτή τη συνέχεια στη βούληση της Πολιτείας και έχει τις ευχαριστίες μας. Οι εργαζόμενοι στη Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς βοηθούν όπως πάντα το έργο του ΙΑΕΝ και ας δεχθούν άλλη μια φορά τις ευχαριστίες μας στο πρόσωπο της διευθύντριας Κοινωνικής Συμμετοχής της Γενικής Γραμματείας Νέας Γενιάς κυρίας Βάσως Μανωλά που είναι και μέλος στην οργανωτική επιτροπή του Συμποσίου μας. Το ΙΑΕΝ, τρία χρόνια τώρα, είναι φιλοξενούμενο πρόγραμμα στο Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών του Εθνικού ιδρύματος Ερευνών. Πέρα από τα αυτονόητα και χάρη στη βούληση της διεύθυνσης, των ερευνητών, των διοικητικών και τεχνικών του ΚΝΕ αλλά και ολόκληρου του EIE, το ΙΑΕΝ λειτουργεί σε κλίμα στήριξης και ελευθερίας. Αφησα τελευταία την επιστημονική κοινότητα και όλους σας, που συγκεντρωθήκατε σήμερα με φιλική διάθεση, όπως γίνεται δεκαπέντε χρόνια τώρα. Εμείς προσβλέπουμε στην ενισχυτική ανταπόκριση σας, όπως και στα κριτικά σας σχόλια, γραπτά η προφορικά, για τα έργα του ΙΑΕΝ, που προσπαθούμε να μη τα στερούμε από τις ευεργεσίες του διαρκούς και οργανωμένου διαλόγου. Αυτού του διαλόγου υψηλότερος αναβαθμός είναι αυτό το Συμπόσιο, στο οποίο σας υποδεχόμαστε και σας ευχαριστούμε για την παρουσία σας.
Oι εκπαιδευτικοί μηχανισμοί
Πέμπτη 17 Απριλίου 1997 Πρωινή συνεδρία Πρόεδρος: ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΣ ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ
Ο «ΠΟΛΥΤΙΜΟΣ ΚΑΙΡΟΣ» ΤΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ ΤΟΥ ΚΕΝΤΡΙΚΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ
ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΚΚΩΝΑΣ
Το καλοκαίρι του 1830 αναμενόταν στην Αίγινα ένας Ελβετός ωρολογο καιενόψειτηςάφιξής του ο Ανδρέας Μουστοξύδης, πρόεδροςτηςεπίτου Ορφανοτροφείου Επιτροπής, Διευθυντής και Έφορος του Εθνικού Μουσείου και έφορος του Κεντρικού Σχολείου, ζητούσε από την κυβέρνηση την άδ διαθέσει κάποια χρήματα, που είχαν δωρηθείστοΟρφανοτροφείο,γιατην εισαγωγή στο νησί μιας καινοτομίας, για την κατασκευή ενόςεργαλείουπου θα βοηθούσε όσους ζούσαν εκεί, και ιδιαίτερα τους μαθητές και τους διδ λους, να οργανώσουν καλύτερα την ζωή τους, να εργασθούν αποδοτικότερα: «Δια να εξοδευθή η ποσότης αύτη εις όφελος όχι μόνον του Καταστήματος, εις το οποίον αφιερώθη, αλλά και εις το Κεντρικόν Σχολείον, και εις όλην τη λιν, προβάλλω να παραγγελθή εν μεγάλον ωρολόγιον δια να στηθή επάνω εις την πύλην του Ορφανοτροφείου. Αν εις όλας τας πράξεις του βίου, περ τερον όμως εις την σπουδήν, και εις την διαγωγήν των παίδων είναι αναγκαία η καταμέτρησις του χρόνου, διά να γίνεται καλή χρήσις αυτού»1.
Η «καλή χρήσις» του χρόνου εκ μέρους των διδασκάλων και των μαθητών,πουβεβαίως δεν θα εξασφαλιζόταν μόνο με το στήσιμο του «μεγάλου ωρολογίου», ήταν ένα από τα ζητήματα που απασχολούσαν τον ως διευθυντή του ανώτερου τότε δημόσιου εκπαιδευτικού ιδρύματος, του Κεντρικού Σχολείου, το οποίο είχε ήδη λειτουργήσει ένα εξάμηνο χωρίς ικανοποιητικά άποτελέσματα 2. Η θέση του συγκεκριμένου σχολείου στοεκπαιδευτικό σύστημα και η σπουδαιότητα του ρόλου, η μάλλον των ρόλων, που του είχαν άνατεθεί 3, σε συνδυασμό με την κρισιμότητα της περιόδου εκείνης για την συγ-
1. ΓΑΚ, Καποδιστριακόν Αρχείον, Γραμματεία Εκκλησιαστικών και Δημοσίου Παιδεύσεως, φ. 29 (17.7.1830). 2. Βλ. τις σχετικές εκτιμήσεις του σπουδαιότερου διδασκάλου Γ. Γενναδίουκαιτου Μουστοξύδη στο Απ. Β. Δασκαλάκης, Κείμενα-Πηγαί της Ιστορίας της Ελληνικής Επαναστάσεως. Σειρά τρίτη: Τα περί Παιδείας, τ. Β', Αθήνα 1968, σ. 951, 992. 3. Στο Κεντρικό Σχολείο θα φοιτούσαν μέλλοντες διδάσκαλοι και ανώτεροι κρατικοί
συγκρότησητουελληνικού κράτους και γενικά για την τύχη του έθνους, έκαναν όσους αναφέρονταν στον χρόνο της σπουδής στο Κεντρικό Σχολείο, να χρησιμοποιούν συνήθως την φράση «πολύτιμος καιρός»· πολύτιμος, σύμφωνακαιμε τιςεναρκτήριεςομιλίεςτουΜουστοξύδη και του Ιωάννη Βενθύλου, ενός νεαρού διδασκάλου σπουδαγμένου στην Γερμανία, γιατί το Κεντρικό Σχολείο προοριζόταν να συμβάλει στην επίτευξη στόχων με μεγάλη εθνική σημασία: οι ευνοημένοιαπότηνΙστορία μαθητές του ξεχωριστού αυτούεκπαιδευτηρίουδεν ήσαν μόνο τυχεροί, που η εφηβεία ή η νεότητά τους συνέπιπτεμετηνεποχή τηςεθνικήςπαλιγγενεσίας, είχαν και πολύ μεγάλες και βαριές ευθύνες: η Ε λ λάδα, ελεύθερη υστέρα από 20 αιώνων δουλεία, θα τους έδινεταεφόδιαγια να συνεχίσουν σε άλλο πεδίο το έργο των γενναίων πατέρων τους, πολεμώντας αυτοί κατά της αμάθειας και της εκβαρβάρωσης, στηρίζοντας την λειτουργία τουελεύθερουελληνικού κράτους και, κυρίως, αποδεικνύοντας στα άλλα έθνη, μετηνκαλλιέργεια των κληρονομημένων από τους προγόνους φυσικών προτερημάτων, ότι είναι γνήσιοι απόγονοι των αρχαίων διδασκάλων της ανθρωπότητας. Αν αυτός ο τελευταίος στόχος δεν επιτυγχανόταν και οι ξένοι κατέληγαν στο συμπέρασμα ότι οι Έλληνες «ενοθεύθησαν τον νουν και την καρδίαν», τότε καλύτερα να άνοιγε η γη να τους καταπιεί όλους, αναφώνησε ο Βενθύλος στην τελετή με την οποία υποδέχθηκε επίσημα η Πολιτεία τους μαθητές, στις 8 Ιανουαρίου 1830 4 .
γία του Κεντρικού Σχολείου προσπάθησαν από την αρχή να κεντρίσουν το φιλότιμο, να διεγείρουν την φιλομάθεια και να εξασφαλίσουν την ευπείθεια ενός δυσήνιου και από πολλές πλευρές ανομοιογενούς πλήθους εφήβων και νέων, τονίζοντας επίμονα την θέση του νέου και πολλά υποσχόμενου εκπαιδευτηρίουστο σχήμα με το οποίο η ελληνική λογιοσύνη διαιρούσε τον χρόνο της ελληνικής Ιστορίας: Το απώτερο λαμπρό παρελθόν του έθνους, που εξασφάλιζε προνόμια αλλά και επέβαλλε υποχρεώσεις, η μεγάλη όσο και επώδυνη παρένθεση της δουλείας, που είχε κλείσει ως προς το πολιτικό της σκέλος, το κρίσιμο παρόν, δηλαδή ο «πολύτιμος καιρός», με την ορθή αξιοποίηση του οποίου η νέα, η μέλλουσα να μορφωθεί σε συνθήκες πολιτικής ελευθερίας γενεά θα κατοχύρωνε τα κερδισμένα με την Επανάσταση εθνικά δικαιώματα και θα προετοίμαζε την λαμπρότητα του —άλλως αβέβαιου— μέλλοντος. Ο καιρός ήταν πολύτιμος όταν άρχιζε να λειτουργεί το Κεντρικό Σχολείο γιατί αν υπήρχε κάποιος δικός μας d'Azeglio 5 τότε ακριβώς θα διακήρυσσε η θα σκεφτόταν: «Κάναμε την Ελυπάλληλοι -γιαλεπτομέρειες ας μου επιτραπεί να παραπέμψω, Γιάννης Κόκκωνας, Οι θητές τον Κεντρικού Σχολείου (1830-1834), Αθήνα, ΙΑΕΝ 31, 1997, σ. 25, 68-69. 4. Και οι δύο ομιλίες δημοσιεύθηκαν στην Γενική Εφημερίδα, φ. 4 (11.1.1830). 5. Πιεμοντέζος συγγραφέας και πολιτικός, που είπε στην πρώτη συνεδρίαση του κοι-
Ελλάδα, τώρα πρέπει να κάνουμε και Έλληνες»· οι φτωχοί, μέτρια η κακά γραμματισμένοι, στην μεγάλη τους πλειοψηφία, και ταλαιπωρημένοι από τις περιπέτειες της Επανάστασης νέοι, που έσπευδαν να γραφτούν στο νέο μεγάλο κρατικό σχολείο με την ελπίδα να ζήσουν καλύτερα μισθοδοτούμενοι από το Δημόσιο Ταμείο, έπρεπε όσο το δυνατόν γρηγορότερα να μεταμορφωθούν σε καλούς εκπαιδευτικούς, συνειδητούς δηλαδή και ικανούς αποστόλους του νέου και ακόμηαδύναμουεθνικούκράτους, και σε αποδοτικά στελέχη της υπό διαμόρφωση κρατικής μηχανής. Θέμα μας είναι η διαχείριση αυτού του «πολυτίμου καιρού». Α π ό την υπογραφή του ιδρυτικού διατάγματος του Κεντρικού Σχολείου ως την έναρξη των μαθημάτων πέρασαν τρεις μήνες προετοιμασίας 6- στο διάστημα αυτό μεταξύ των λογίων που είχαν αναλάβει την ευθύνη της οργάνωσης του σχολείου και της εκπόνησης των προγραμμάτων εκδηλώθηκαν ενδιαφ σες για εμάς διαφωνίες: οι διδάσκαλοι Γεώργιος Γεννάδιος και Ιωάννης Βενθύλος, προβάλλοντας το επιθυμητό, ζητούσαν ένα πρότυπο σχολείο με πολλούς και καλά καταρτισμένους διδασκάλους, μεγάλη βιβλιοθήκη και πλούσιο γραμμα, σύμφωνα με το οποίο οι μαθητές στα τρία χρόνια της φοίτησής τους θα διδάσκονταν συνολικά δεκαοκτώ μαθήματα 7 , ενώ ο μέλλων έφορος Α Μουστοξύδης, εμμένοντας στο εφικτό, έκρινε ότι οι μαθητέςπουεπρόκειτονα φοιτήσουν στο συγκεκριμένο σχολείο, κατά την συγκεκριμένη περίοδοκαιυπό τις συγκεκριμένες συνθήκες ούτε χρειάζονταν, ούτε ήσαν σε θέση να παρακολουθήσουν από την αρχή τόσα μαθήματα —ποιος θα τα δίδασκε άλλωστε— και πρότεινε να περιληφθούν στο πρόγραμμα εννέα μαθήματα 8 , για την διδασκαλία τωνοποίωνχρειάζονταν έξι διδάσκαλοι. Η κυβέρνηση υιοθέτησε την πρόταση του Μουστοξύδη, που χωρίς αμφιβολία ήταν η πιο ρεαλιστική: το πρόγραμμα που δημοσιεύθηκε στις 22 Ιανουαρίου 1830, δέκα ημέρες δηλαδή πριν αρχίσουν οι παραδόσεις, περιλάμβανε Οκτώ μαθήματα για όλες τις τάξεις, που θα τα παρέδιδαν πέντε διδάσκαλοι' Αρχαία Ελληνικά (Γεννάδιος, Βενθύλος και ένας υποδιδάσκαλος που επρόκειτο να προσληφθεί), Γεωγραφία (Γεννάδιος), Ιστορία (Γεννάδιος), Αριθμητική
κοινοβουλίου τουενοποιημένου ιταλικού κράτους την περίφημη φράση: «Κάναμε την Ιταλία, τώρα πρέπει να κάνουμε και Ιταλούς». Βλ. Παντελής Ε. Λέκκας, Η εθνικιστική ιδεολογία. Πέντε υποθέσεις εργασίας στην Ιστορική Κοινωνιολογία, Αθήνα 1992, σ. 116. 6. Το διάταγμα υπογράφτηκε την 1.11.1829, τα μαθήματα άρχισαν στις 3.2.1830. 7. Αρχαία Ελληνικά, Λατινικά, Ιστορία, Γεωγραφία, Μαθηματικά, Φυσική, Χημεία, Ιχνογραφία, Μουσική, Γυμναστική, Μυθολογία, Παλαιογραφία, Ρητορική, Ποιητική, Φιλοσοφία, Ξένες Γλώσσες (Γερμανικά και Γαλλικά), Παιδαγωγικά και Διαιτητική. Βλ. Απ. Β. Δασκαλάκης, ό.π., τ. Α', σ. 505-507. 8. Τα κατά τον Μουστοξύδη απαραίτητα μαθήματα ήσαν: Αρχαία Ελληνικά, Ιστορία, Γεωγραφία, Φιλοσοφία, Γαλλικά, Θρησκευτικά, Μαθηματικά, Ιχνογραφία και Ποιητική.
τική (Βενθύλος), Γαλλικά (Βενθύλος), Μουσική (ΑθανάσιοςΑβραμιάδης)και Ιχνογραφία (Πέτρος Χαλικιόπουλος). Τα μαθήματα του δημοσιευμένου προγράμματος είναι εκείνα που είχε προτείνει ο Μουστοξύδης, πλην των Θρησκευτικών και της Ποιητικής, που αντικαταστάθηκαν με την Μουσική 9. Όταν άνοιξε το Σχολείο, και αφού οι μαθητές χωρίσθηκαν σε τρεις ταξεις 10 με βάση το επίπεδο των γνώσεών τους στα Αρχαία Ελληνικά, αποδείχθηκε πως ούτε αυτό το πρόγραμμα ήταν δυνατό να εφαρμοσθεί άμέσως· τον πρώτο μήνα, τα μόνα μαθήματα που διδάχτηκαν ήσαν τα Αρχαία Ελληνικά, τα Γαλλικά και η Αριθμητική. Η χαλαρή στάση της κυβέρνησης στο ζήτημα του ωραρίου των διδασκάλων, η επίσημα δηλωμένη επιθυμία των τελευταίων να διδάσκουν λίγες ώρες, επειδή ήσαν επιφορτισμένοι και με την συγγραφή σχολικών εγχειριδίων και επειδή υπέθεταν ότι θα είχαν να κάνουν με μαθητές προχωρημένους τόσο στις γνώσεις όσο και στην ηλικία, οι περιορισμοίπουεπέβαλλε το σχετικά μικρό κτήριο που διατέθηκε για την στέγαση του Σχολείου 11 , οι απόψεις του υπουργού Παιδείας για τον αριθμό των μαθημάτων που μπορούσε ένας μαθητής να παρακολουθήσει ή, αλλιώς, για τα όρια της αφομοιωτικής ικανότητας των μαθητών 12 , η δεσπόζουσα θέση των Αρχαίων Ελληνικών τόσο στα προγράμματα των περισσότερων προεπαναστατικών σχολείων όσο και στην συνείδηση των διδασκάλων και των μαθητών, ο προαιρετικός χαρακτήρας της παρακολούθησης ορισμένων μαθημάτων, όλοι αυτοί οι παράγοντες συντέλεσαν ώστε το πρόγραμμα κατά το πρώτο εξάμηνο, δηλαδήαπότον
9. Ίσως η κυβέρνηση έκρινε ότι η διδασκαλία των Θρησκευτικών θα έπρεπεναολοκληρώνεται στα κατώτερα του Κεντρικού σχολεία" όσο για την Ποιητική,όπωςτηνεννοούσε ο Μουστοξύδης (βλ. Απ. Β. Δασκαλάκης, ό.π., σ. 659-661), θεωρήθηκε προφανώς περιττή πολυτέλεια. 10. Στην αρχή οι τάξεις ήσαν τρεις: η Πρώτη, στην οποία κατατάχθηκαν όσοι δήλωσαν η κρίθηκαν αρκετά προχωρημένοι ώστε να παρακολουθήσουν τα κείμενα που σκόπευε να παραδώσει ο Ιωάννης Βενθύλος, η Δευτέρα με τους λιγότερο προχωρημένους τους οποίους ανέλαβεοΓεννάδιος, και η Τρίτη με τους αρχάριους, στους οποίους θα παρέδιδε ο υποδιδάσκαλος Ιωσήφ Διστομίτης" όσοι θεωρήθηκαν εντελώς ανέτοιμοι να παρακολουθήσουν τα μαθήματα των δύο διδασκάλων και του πρώτουυποδιδασκάλου, κατατάχθηκαν σε μια προκαταρκτική τάξη, την Τετάρτη, που την ανέλαβε ένας δεύτερος υποδιδάσκαλος, ο Κωνσταντίνος Οικονομίδης. 11. Για τα τρία αυτά ζητήματα βλ. Γιάννης Κόκκωνας, ό.π., σ. 21. 12. Τις απόψεις του Ν. Χρυσόγελου για το ζήτημα αυτό βρίσκουμε σε έγγραφό του προς τον Καποδίστρια, γραμμένο στην Αίγινα λίγο πριν ιδρυθεί το Κεντρικό Σχολείο, στις 5.10.1829: «[...] oι διδάσκαλοι δεν πρέπει να τους συγχωρούν να καταγίνωνται συγχρόνως εις πολλά, όταν δεν έχωσιν αληθινήν επιμέλειαν και κλίσιν, ή δυνάμεις αναλόγους, ώστε να αντιλαμβάνωνται τα διδασκόμενα. Δυσκόλως ημπορεί ο πλέον ευφυής νέος να διδάσκηται συγχρόνως την Ελλ. Γλώσσαν, την Θεωρητικήν Αριθμητικήν, Γεωμετρίαν και Γεωγραφίαν, μαθήματα τα οποία απαιτούσι πολλήν επιμέλειαν και επιμονήν, διά να φυλάξη μίαν σειράν αλληλουχουμένων ιδεών ή εννοιών [...]». Βλ. Απ. Β. Δασκαλάκης, ό.π., σ. 320.
Φεβρουάριο ως και τον Ιούνιο του 1830, να είναι μάλλον ελαφρύ, ειδικά για όσους θεώρησαν καλό να παρακολουθήσουν μόνο τα υποχρεωτικά μαθήματα, που ήσαν και οι περισσότεροι. Η Αριθμητική, τα Γαλλικά και η Ιχνογραφία ήσαν, κατά την διάρκεια αυτού του πρώτου εξαμήνου, μαθήματα προαιρετικά και διδάσκονταν μόνο στις δύο τάξεις των, υποτίθεται, προχωρημένων είναι ενδιαφέρον όσο και χαρακτηριστικό το γεγονός ότι λιγότεροι από τους μισούς μαθητές των τάξεων αυτών, της Α' και της Β', μόλις το 38%,επέλεξαννα ακούσουνΑριθμητική,πολύ λιγότεροι (19%) ενδιαφέρθηκαν για την Ιχνογραφία, ελάχιστοι (13%) για τα Γαλλικά. Τον πρώτο μήνα, δηλαδή τον Φεβρουάριο του 1830, ένας μαθητής της Α' η της Β' τάξεως ήταν υποχρεωμένος να ακούει μόνο δύο ώρες την ημέρα Αρχαία Ελληνικά, και αν ανήκε στους λίγους που παρακολουθούσαν τα προαιρετικά μαθήματα του χρειάζονταν άλλες δύο ώρες, δηλαδή τέσσερις την ημέρα. Φαίνεται πως περίσσευε χρόνος, ο οποίος καταναλωνόταν από μερικούς με τρόπο που θα μπορούσε να προκαλέσει το ενδιαφέρον του νεοδιορισμένου αστυνόμου- οι μαθητές ήσαν οι πρώτοι στο νησί της Αίγινας που αισθάνθηκαν το χέρι του κράτους να τους ανακαλεί στην τάξη, απαιτώνταςαφοσίωσηστηνσπουδή 13 .
Υπολειτούργησε το Κεντρικό Σχολείο καθ' όλο το πρώτο εξάμηνο: Λίγοι οι διδάσκαλοι από τους οποίους μόνον ο ένας, ο Γεννάδιος, διέθετε το απαραίτητο για την στήριξη ενός τέτοιου σχολείου κύρος, μόλις δύο αίθουσες διδασκαλίας, φτωχό πρόγραμμα με λίγα μαθήματα, από τα οποία μόνο τα Αρχαία Ελληνικά διδάσκονταν σχετικώς ικανοποιητικά" ελλείψει ειδικού διδασκάλου, ηΑριθμητικήείχε ανατεθεί καταρχάς στον νεαρό φιλόλογο Ιωάννη Βενθύλο και λίγο αργότερα στον άπειρο και ανήμπορο να επιβληθεί στους μαθητές Γεράσιμο Ζωχιό, τα Γαλλικά είχε αναλάβει επίσης ο Βενθύλος αλλά φαίνεται χωρίς πολλή προθυμία: «Δύο φοραίς ταύτην την εβδομάδα δεν επήγετε διά το μάθημα της Γαλλικής γλώσσης εις την τεταγμένην τρίτην ώραν μετά το μεσημέριον" όθεν και μέρος των μαθητών βαρυνθέντες να σας περιμένωσιν άφησαν το σχολείον [...]», του σημείωνε ο αποδέκτης των μαθητικών παραπόνων Μουστοξύδης, για να του συστήσει στην συνέχεια να τροποποιήσει και την διδασκαλία τωνΑρχαίων Ελληνικών λαμβάνοντας υπόψη τις απαιτήσεις του προγράμματος, την ευγενικά εκφρασμένη δυσαρέσκεια των μαθητών του και τις δυνα-
13. «Την δε εσωτερικήν της Νήσου ευταξίαν και ασφάλειαν της τιμής, και καταστάσεως του πολίτου καθ' όλα δεν ημέλησα [...]. Έκαμα δε αρχήν από τους υποτρόφους και τους διδασκομένους τους οποίους επεριόρισα εις μόνα τα σπουδαστήριά των, αυτούς πάσαν διεφθαρμένην συγκοινωνίαν, και ενεργών παν ό,τι ελκύει το σέβας αδιαφόρων [ = ανιδιοτελών] ανθρώπων, διά την πατρικήν προς αυτούς της Κυβερνήσεως περίθαλψιν, και αυτούς τους ιδίους καθιστά παράδειγμα εις τους άλλους νέους. Εδίωξα φθαρμένας πόρνας και μαστροπούς από την νήσον [...]». Απόσπασμα αναφοράς (29.2.1830) τουαστυνόμουΑιγίνης Γ. Φωτοπούλου, ΓΑΚ, Γραμματεία του Δικαίου, φ. 7
δυνατότητές τους, «διά να μή χάνωσιν αυτοί μεν τον πολύτιμον καιρόν, η δε Κυβέ νησις τα δίδακτρα και τον σκοπόν της εκπληρώσεως των χρηστοτάτων ελπίδων της φίλης πατρίδος [,..]» 14 . Μελετώντας το φιλόδοξο αναλυτικό πρόγραμμα, που εκπονήθηκε για το Κεντρικό Σχολείο τον Ιούλιο του 1830 από τους Ανδρέα Μουστοξύδη, Γρηγόριο Κωνσταντά, Γεώργιο Γεννάδιο και Ιωάννη Κοκκώνη 15 και υποθέτοντας ότι ο εκ των συντακτών του διδάσκαλος Γεννάδιος, που αναμφισβήτητα είχε τα πρωτεία μεταξύ των ολίγων συναδέλφων του, θα φρόντιζε για την κατά το δυνατόν πιστή εφαρμογή του, όπως βεβαίως και ο έφορος Μουστοξύδης, γνωρίζοντας ότι οι αίθουσες διδασκαλίας αυξήθηκαν καθώς χτίστηκε μέσα στο καλοκαίρι του 1830 νέο προς χρήσιν του Κεντρικού Σχολείου κτήριο, έχοντας, τέλος, υπόψη ότι στα τέλη Ιουλίου του 1830 είχε διορισθεί ειδικός διδάσκαλος γιαταΓαλλικά, ο Αναστάσιος Ερκουλίδης, θα μπορούσε να εικάσει κανείς ότι τόσο οι διδάσκαλοι όσο και οι μαθητές εργάσθηκαν ενδεχομένως περισσότερο από τον Σεπτέμβριο του 1830 και εξής· οι λιγοστές ωστόσο πληροφορίες που έχουμε δείχνουν ότι το νέο πρόγραμμα δεν εφαρμόσθηκε ως είχε και ότι, όσο και να βελτιώθηκε η λειτουργία του καταστήματος, που δεν φαίνεται να βελτιώθηκε ιδιαίτερα, εξακολουθούσε αυτό να απέχει πολύ και από ό,τι προσ δοκούσαν οι μαθητές, μία μερίδα τους τουλάχιστον, και από ό,τι θα περίμενε κανείς πως θα ήταν το σπουδαιότερο σχολείο της χώρας: Καταξιωμένος διδάσκαλος για τα σχετιζόμενα με τις θετικές επιστήμες μαθήματα δεν είχε ακόμη βρεθεί 16 , τα εποπτικά μέσα για την διδασκαλία της Γεωγραφίας έλειπαν, όπως καιταβιβλία σχεδόν για όλα τα μαθήματα" αν δεν κάνω λάθος, ως το τέλος του 1830 είχαν τυπωθεί μόνο δύο βιβλίδια με τρία έργα του Λουκιανού 17, ξερ
να
τών και
14. Γιάννης Κόκκωνας, ό.π., σ. 431-432. 15 .Ό.π.,σ. 482-489. 16. Ο Μουστοξύδης, διαπιστώνοντας την αδυναμία του νεαρού Γεράσιμου Ζωχιού εμπνεύσει τον απαιτούμενο σεβασμό, εισηγήθηκε στις 2 Αυγούστου 1830, να διορισθεί ως διδάσκαλος των Μαθηματικών και της Φυσικής ο Γεώργιος Γλαράκης, «όστις ενώ έχει έμφυτον ευκρίνειαν λόγων και ιδεών, είναι εμπειρότατος εις τας μαθηματικάς και φυσικάς επιστήμας, ως το μαρτυρούσι αι παρ' αυτού εκδοθείσαι διατριβαί». Βλ. Δαυίδ Αντωνίου, Οι απαρχές του εκπαιδευτικού σχεδιασμού στο νεοελληνικό κράτος : Το σχέδιο της επιτροπής του 1833, Αθήνα 1992, σ. 186. Ο Γλαράκης αρνήθηκεεπειδή«είχε δεχθή το πολιτικόν επάγγελμα»· δεν ήταν φταίξιμο της κυβέρνησης, εξηγούσε ο Μουστοξύδης στους δυσαρεστημένους μαθητές μερικούς μήνες αργότερα, «η εις την Ελλάδα στέρησις ανθρώπων άξιωντουδιδασκαλικούεπαγγέλματοςκαιότι,αν άλλοι επροτίμησαν τα πολιτικά παρ' αυτό». Βλ. Απ. Β. Δασκαλάκης, ό.π., τ. Γ', σ. 1607. 17. Λουκιανού Σαμοσατέως Τόξαρις ήΦιλία μετατυπωθείς προς χρήσιν των μαθητου εν Αιγίνη Κεντρικού Σχολείου, Αίγινα, Εθνική Τυπογραφία, 1830 (ΓΜ *1956) Λουκιανού Σαμοσατέως Λόγος περί του μή ραδίως πιστεύειν διαβολή και Βίος Δημώνακτος, μετατυπωθέντες προς χρήσιν του εν Αιγίνη Κεντρικού Σχολείου, Αίγινα, τυπογραφία Ορφανοτροφείου, 1830 (ΓΜ *1955).
το κείμενο, που είχε παραδώσει η θα παρέδιδε ο Γεννάδιος στην τάξη του. Δεν θα ήταν υπερβολή αν υποστήριζε κανείς, σημειώθηκε ήδη παραπάνω, ότι τόσο κατά το πρώτο εξάμηνο όσο και, κυρίως, κατά το δεύτερο και το τρίτο αλλά καιωςτοτέλος, ο δυναμισμός και το κύρος του Γεννάδιου στήριζαν την λειτουργία του Κεντρικού Σχολείου, όσο αποτελεσματικά μπορούσαν να την στηρίζουν ο γιος του Σκοπελίτη δημογέροντα Μοναχάκη Σκαβέντζου Ιωάννης λόγου χάρη, που είχε διδαχτεί στο νησί του κάμποσα Αρχαία Ελληνικά, την Λογική του Σοαυίου, και —με βάση τα γνωστά βιβλία του Κούμα— Μαθηματικά, Φυσική και Γεωγραφία, δεν έμεινε παραπάνω από δέκα ημέρες στο Κεντρικό Σχολείο: γράφτηκε στις 23 Σεπτεμβρίου του 1830 και «Έπαυσεν από το ν' ακολουθεί», σημειώνει στο μαθητολόγιο ο Γεννάδιος ίσως με κάποια θλίψη, «ως μή έχων ανάλογα των δυνάμεών του μαθήματα την 3 Οκτωβρίου 1830» 18 . Τί άλλο, έκτος από όσα είπαμε, είδε και έφυγε για να μην χάνει τον καιρό του ο νεαρός ευκατάστατος νησιώτης το φθινόπωρο του 1830, ποιά ήταν η κατάσταση των πραγμάτωνστοανώτεροεκπαιδευτήριοτηςεπικράτειαςοκτώμε εννέα μήνες αφότου άρχισε αυτό να λειτουργεί; Α ς συμπληρώσουμε τις πληροφορίες που έχουμε ήδη: Μαθητές 350, —στρογγυλεύω λίγο τους αριθμούς— απότουςοποίουςοιπερισσότεροι, οι 230, είτε επειδή ήσαν μικροίστηνηλικία είτε επειδή δεν ήξεραν αρκετά γράμματα, είχαν καταταχθεί σε δύο προπαρασκευαστικές τάξεις όπου οι δύο «υποδιδάσκαλοι» Ιωσήφ Διστομίτης και Κωνσταντίνος Οικονομίδης εδίδασκαν «τα στοιχεία της Ελληνικής γλώσσης, της Ιστορίας και την Αριθμητικήν», και οι υπόλοιποι 120 αποτελούσαν μία τάξη 1 9 , στην οποία ο Γεννάδιος παρέδιδε Αρχαία Ελληνικά και Ιστορία, οΕρκουλίδηςΓαλλικά και ένας τρίτος διδάσκαλος 20 Μαθηματικά. Αυτό ήταν
18. Γιάννης Κόκκωνας, ό.π., σ. 269. 19. Είδαμε παραπάνω (σημ. 10) ότι το Κεντρικό Σχολείο άρχισε να λειτουργεί το Φεβρουάριο του 1830 με τρεις τάξεις, στις οποίες προστέθηκε λίγο αργότερα μια τέταρτη, προκαταρκτική. Τον Σεπτέμβριο του 1830 ο Βενθύλος παραιτήθηκε, η Πρώτη τάξη διαλύθηκε και από τους λίγους μαθητές της άλλοι έφυγαν από το Σχολείο και άλλοι εντάχθηκαν στην τάξη του Γενναδίου, ενώ οι προπαρασκευαστικές τάξεις Τρίτη και Τετάρτη ον καν Πρώτη και Δευτέρα Προκαταρκτικού αντίστοιχα" έτσι, το φθινόπωρο του 1830 το Κεντρικό Σχολείο ξεκίνησε με μία και μόνη κανονική τάξη και με δύο προκαταρκτικές. 20. Αν και μου ήταν γνωστό ότι ο Μουστοξύδης είχε προτείνει στην κυβέρνηση την απομάκρυνσητουΓεράσιμου Ζωχιού από το Κεντρικό Σχολείο τον Αύγουστο του στηριζόμενος σε έγγραφο των διδασκάλων του Κεντρικού Σχολείου συνταγμένο στις 12.8.1832 και ρητά αναφερόμενο στον χρόνο και τις συνθήκες απόλυσης του εν λόγω διδασκάλο ρησα ότι τελικά αυτός ήταν ο μαθηματικός του οποίου την αντικατάσταση αξίωσαν οι μαθητές τον Ιανουάριο του 1831. Τώρα προσέχω ότι από δύο άλλα έγγραφα, στα οποία όμως δεναναφέρονταιονόματα, προκύπτει πως ο Ζωχιός αντικαταστάθηκε στις αρχές τ νοπώρου του 1830 από άλλον επίσης «ανάξιο» διδάσκαλο, για τον οποίο το μόνο στοιχείο
όλο, και μάλιστα τα Γαλλικά και τα Μαθηματικά, αν και είχε αυξηθεί εντυπωσιακά ο αριθμός των μαθητών που τα παρακολουθούσε 21, εξακολουθούσαν, όπως φαίνεται, να είναι προαιρετικά μαθήματα 22 . Η γνώση των συνθηκών αυτών μας βοηθά να κατανοήσουμε γιατί αρκετοί μαθητ κατά τον έφορο Μουστοξύδη, «από 5 η 6, ήδη προβεβηκόταςτηνηλικίαν και χαρακτήρος ταραχώδους», και έκαναν την πρώτη αποχή στην Ιστορίατηςελληνικής Μέσης Εκπαίδευσης τον Ιανουάριο του 1831, ζητώντας καλύτερου και περισσότερους διδασκάλους, μ' έναν τρόπο βέβαια που δε βέρνηση για την αγνότητα των προθέσεων τις οποίες είχαν οι ύποκινητές 24 .
μα εξακολουθούσε να είναι φτωχό και οι διδάσκαλοι λίγοι, κατά το δεύτερο εξάμηνο ήταν μάλλον φτωχότερο, αφού για μεγάλο διάστημ ήσαν κατά έναν λιγότεροι" μολονότι η κυβέρνηση δεν δέχτηκε την παραίτηση του διδασκάλου των Μαθηματικών 25 , ο οποίος είχε έντονααπ μερίδα των μαθητών, αυτός φαίνεται ότι σταμάτησε να παραδίδει, και το Κεντρικό Σχολείο έμεινε χωρίς Μαθηματικά σχεδόν τέσσερις μήνες, αφού ο γιατρός Νικόλαος Χορτάκης, που ανέλαβε να διδάξει μαθήματα θετικής κατεύθυνσης, έφτασε από την Σμύρνη στην Αίγινα αρχές Μαΐου 1831 και άρχισε να παραδίδει περί τα μέσα του ίδιου μήνα. Πάντως, παρόλο π λόγους η λειτουργία του Σχολείου δεν είχε ακόμη τα χαρακτηριστικά πουθα επιθυμούσαν η κυβέρνηση, οι διδάσκαλοι και οι πιο απαιτητικοί μαθητές, πα-
που δίδεται είναι ότι είχε σπουδάσει, όπως και ο Ζωχιός, στην Ιόνιο Ακαδημία. Βλ. Γιάννης Κόκκωνας, ό.π., σ. 30, 60, 621, 633, 714. Από άλλη πηγή μαθαίνουμε ότι αντικαταστάτης του Ζωχιού ήταν ο νεαρός γραμματέας του Νομισματοκοπείου, που δίδασκε με υπερβολικά γρήγορο ρυθμό την Αριθμητική. Βλ. Σύμμικτα Ελληνικά, I, Παρίσι 1831, σ. 14. 21. Για τα Γαλλικά 62%, για τα Μαθηματικά 68%"όπωςείδαμε παραπάνω,τααντίστοιχα ποσοστά τον Μάρτιο του 1830 ήσαν 13 και 38%. 22. Ο Μουστοξύδης βέβαια σε έκθεση της 31.12.1830 ανέφερε ότι «Εις ταύτα τα μαθήματα καταγίνονται όλοι οι μαθηταί χωρίςεξαίρεσιν»,όμωςσεπιοαξιόπιστο,ή πιο ακριβές, έγγραφο που υπογράφει επίσης ο Μουστοξύδης διαβάζουμε ότι τα μαθήματα του Γενναδίου τα παρακολουθούσαν όλοι, εν συνόλω 117, ενώ στα Γαλλικά είχαν γραφτεί 72 και στα Μαθηματικά 80. Απ. Β. Δασκαλάκης, ό.π., σ. 1588 και 1661. 23. Όταν άρχισε η αποχή συμμετείχαν 80 από τους 350 μαθητές" οι 230 των προκαταρκτικών τάξεων και 40 από την τάξη του Γενναδίου δεν συμμερίσθηκαν είτε τα αιτήματα είτε τον τρόπο της προβολής τους και έμειναν αμέτοχοι. 24. Για την αποχή του Ιανουαρίου 1831 βλ. Ελένη Ε. Κούκκου, Ο Καποδίστριας καιηΠαιδεία 1827-1832, Β' Τα εκπαιδευτικά ιδρύματα της Αιγίνης, Αθήνα 1972, σ. 145 150, Αλέξης Δημαράς(επιμ.), Η μεταρρύθμιση πουδενέγινε (Τεκμήρια Ιστορίας) Α' 18211894, Αθήνα 1973, σ. κθ', 30-44, Χρήστος Λούκος, Η αντιπολίτευση κατά του κυβερνήτη Ιω. Καποδίστρια 1828-1831, Αθήνα 1988, σ. 283, Γιάννης Κόκκωνας, ό.π., σ. 59-61. 25. Έγγραφο της 4.2.1831, ΓΑΚ, Καποδιστριακά, ΓραμματείαΕκκλησιαστικών και Δημοσίου Παιδεύσεως, φ. 36.
παρόλο που η αντιπολίτευση έκανε ό,τι μπορούσε για να αμφισβητήσει τις καλές προθέσεις της κυβέρνησης και να δυσφημήσει το Σχολείο υποστηρίζοντας ότι οι μαθητές του, ακόμα και τα μαθήματα του Γεννάδιου παρακολουθώντας, «φθείρουσι τον πολύτιμον καιρόν» 26 , ο αριθμός των μαθητών αυξανόταν αν είναι σωστοί οι βασισμένοι στο μαθητολόγιο υπολογισμοί μου, οι μαθητές όλων των τάξεων πλησίαζαν τους 450 τον Ιούλιο του 1831. Φυσικά δεν ήταν η φήμη γιατηνεύρυθμη λειτουργία του σχολείου που οδηγούσε όλους αυτούς τους νεαρούς στην Αίγινα, αλλά η προσδοκία της ένταξης στις ομάδες των εγγραμμάτων Ελλήνων, που θα εξασφάλιζαν τα προς το ζην καταλαμβάνοντας δημόσιες θέσεις στους χώρους της εκπαίδευσης και της διοίκησης. βρισκόταν σε καλό δρόμο: Υπήρχαν πάντα οι δύο υποδιδάσκαλοι για τις προκαταρκτικές τάξεις, ένας καλός φιλόλογος, ένας καλός μαθηματικός και ένας διδάσκαλος των Γαλλικών όχι ιδιαίτερα αρεστός στους μαθητέςαλλάαρκετά ικανός, όπως δείχνει ένα διδακτικό βιβλίο του που είχε τυπωθείήετοιμαζόταν ναβγειαπότοπιεστήριο της Εθνικής Τυπογραφίας 27- κι ακόμα, τα επεισόδια τουΙανουαρίουείχαν αναγκάσει τον έφορο και την κυβέρνηση να καλύψουν ένα σημαντικό κενό, να συντάξουν δηλαδή και να εκδώσουν έναν κανονισμό λειτουργίας του Κεντρικού Σχολείου, προκειμένου να καθορισθούν με ακρίβεια τα καθήκοντα του εφόρου, των διδασκάλων, των μαθητώνκαιτωνεπιστατών,να θεσμοθετηθεί η παρακολούθηση της φοίτησης,ναορισθούνοιαργίεςκαινα προσδιορισθεί η διαδικασία των προαγωγικών και των απολυτηρίων έξετάσεων 28 . σε άσχημα: Καθώς το καλοκαίρι του 1831 η δράση των αντιπολιτευομένων είχε ενταθεί και υπήρχαν πληροφορίες ότι ορισμένοι μαθητές συμμετείχαν στην αντιπολίτευση, η κυβέρνηση διέταξε την παράταση των διακοπών του Κεντρικού Σχολείου κατά ένα μήνα. Τα μαθήματα άρχισαν στις 21 Σεπτεμβρίου, ημέρα κατά την οποία συνέβη να υπογράψει ο Καποδίστριας το τελευταίο σχετικό με το Κεντρικό Σχολείο έγγραφο, συμμετέχοντας σε ένα παράξενο παιγνίδι της τύχης: με το έγγραφο αυτό διατασσόταν η Γραμματεία της Οικονομίας να δώσει στον Μανιάτη μαθητή Κυριακούλη Μαυρομιχάλη, που σπούδαζε στην Αίγινα με έξοδα της κυβέρνησης, 77 φοίνικες που είχε ξοδέψει για ρούχα και παπούτσια 29 . Μια εβδομάδα μετά την έναρξη των μαθημάτων ο Καποδίστριας
26. Σύμμικτα Ελληνικά, ό.π., σ. 7-36" η συγκεκριμένη φράση στη σ. 13. 27. Εισηγητής της Γαλλικής γλώσσης [...] υπό Α. Ερκουλίδου, διδασκάλου της Γαλλικής γλώσσης κατά το εν Αιγίνη υπό την άμεσον προστασίαν της Κυβερνήσεως Κεντρικόν Σχολείον. Αίγινα, Εθνική Τυπογραφία, 1831. 28. Το κείμενο του Κανονισμού βλ. στο Απ. Β. Δασκαλάκης, ό.π., σ. 1690-1696. 29. Βλ. Γιάννης Κόκκωνας, ό.π., σ. 608.
δολοφονήθηκε" πόσο επηρεάσθηκε η λειτουργία του Σχολείου από το κλίμα που διαμορφώθηκε μετά την δολοφονία δεν μάς είναι γνωστό, το βέβαιο είναι ότι στα τέλη Οκτωβρίου η Διοικητική Επιτροπή αποφάσισε να περικόψει προσωρινά τις εκπαιδευτικές δαπάνες, και η απόφαση αυτή επηρέασε και το Κεντρικό Σχολείο, αφού στο πλαίσιο των περικοπών καταργήθηκαν από 1ης Δεκεμβρίου 1831 οι υποτροφίες και το μάθημα των Γαλλικών" όταν ερωτήθηκε, φαίνεται, ο Μουστοξύδης από την Διοικητική Επιτροπή, πως να μειωθεί το ποσόν που διετίθετο για τους μισθούς των διδασκάλων, εισηγήθηκε την απόλυση του Αναστάσιου Ερκουλίδη, κρίνοντας ότι η διακοπή της διδασκαλίας των Γαλλικών ήταν η μικρότερη δυνατή ζημία για την λειτουργία του Σχολείου, και προφανώς θεωρώντας ότι οι πολιτικά ζωηροί μαθητέςδενθααντιδρούσαν,μιαςκαι ένα χρόνο πριν είχαν ζητήσει επίμονα την αντικατάστασή του.Στιςαρχές του 1832 οι ενταγμένοι στο αντικαποδιστριακό στρατόπεδο μαθητές συμμετείχαν απροκάλυπταστιςαντιπολιτευτικές δραστηριότητες που εκδηλώνονταν στην Αίγινα, και σ' αυτό θα πρέπει να οφείλεται η απόφαση που πάρθηκε στο Ναύπλιο τον Ιανουάριο για την διακοπή των μαθημάτων. Το Κεντρικό Σχολείο δεν μπορούσε να μην έχει το μερίδιο του στην μεγάλης έκτασης αποδιοργάνωση που προκάλεσαν οι πολιτικές συγκρούσεις του 1832: ο «πολύτιμος καιρός» πέρασε από τα μέσα Ιανουαρίου έως τις αρχές Ιουνίου με τους δύο διδασκάλους, που είχαν απομείνει μετά την απόλυση του Ερκουλίδη, να περιμένουν αργοί την έκβαση της επώδυνης πολιτικής περιπέτειας του τόπου ελπίζοντας ότι θα ανοίξει πάλι το Σχολείο, με τα τέσσερα πέμπτα των μαθητών ναεγκαταλείπουνσιγά-σιγά την Αίγινα, και με τους δύο υποδιδασκάλους να παραδίδουν στους λίγους, απογοητευμένους, απρόθυμους και σποραδικά εμφανιζόμενους μαθητές των προκαταρκτικών τάξεων 30 . Η Διοικητική Επιτροπή αποφάσισε να ξαναδιορίσει τον διδάσκαλο των Γαλλικών και να διατάξει την «άνοιξιν» του Σχολείου, στις αρχές Ιουνίου 1832. Καθώς έμπαινε το καλοκαίρι, για να μή χάσουν και τους λίγους μαθητές που βρίσκονταν ακόμα στην Αίγινα, οι τρεις διδάσκαλοι Γεννάδιος, Χορτάκης και Ερκουλίδης πρότειναν, και η πρόταση έγινε δεκτή από τον υπουργό Παιδείας Ιάκωβο Ρίζο, να καλύψουν ένα μέρος του χαμένου καιρού διδάσκοντας τους θερινούς μήνες λίγες ώρες ο καθένας: Ο Γεννάδιος Μυθολογία, ο Χορτάκης
30. Η κυβερνητική απόφαση για τη διακοπή των μαθημάτωνδεναφορούσεστιςπροκαταρκτικές τάξεις. Σε έγγραφο της 5.5.1832 οι Γεννάδιος, Χορτάκης, ΔιστομίτηςκαιΟικονομίδης ανέφεραν ότι «Οι μαθηταί του Προκαταρκτικού Σχολείου, μην έχοντες πλέον ελπίδα να προβιβασθώσιν εις το ανώτερον σχολείον, εψυχράνθησαν τόσον, ώστε διεσκορπίσθησαν οι περισσότεροι, και οι μείναντες με πολλήν δυσαρέσκειαν και αμέλειαν επισκέπτονται εκ διαλειμμάτων τας παραδόσεις των διδασκάλων, οι οποίοι εξακολουθούν να παραδίδουν». Βλ. Ξενοφών Αναστασιάδης [=Ιωάννης Γεννάδιος], Γεωργίου Γενναδίου βίος, έργα, επιστολαί, Παρίσι 1926, σ. 306-307 και Γιάννης Κόκκωνας, ό.π., σ. 624-625.
στοιχεία Φυσικής Πειραματικής μέχρι το τέλος Ιουνίου και κατόπιν Ανθρωπολογία, ο Ερκουλίδης αποσπάσματα ποιητικών και πεζών γαλλικών κειμένων.
που δημιουργούσαν την δικαιολογημένη αίσθηση ότι στο Κεντρικό Σχολείο δεν αξιοποιείται όπως θα έπρεπε ο πολύτιμος για τους μαθητές και για το έθνος χρόνος, δεν οφείλονταν, η τουλάχιστον δεν οφείλονταν μόνο, στις υποτιθέμενες σκοτεινές προθέσεις της καποδιστριακής κυβέρνησης και στην τακτική του Μουστοξύδη που ήθελε «να μεταβληθώσιν οι δυστυχείς μαθηταί εις ευπειθέστατα υποζύγια», υπηρετώντας «το καταχθόνιον φωτοσβεστικόν σύστημα της Κυβερνήσεως», η οποία ήταν «κρυφή πολέμιος της ηθικής βελτιώσεως», όπως έγραφαν την άνοιξη του 1832 διδάσκαλοι και μαθητές, χαρούμενοι που μπορούσαν να διακηρύξουν ότι «οι φωτοσβυστήρες δεν υπάρχουσι πλέον» 31 . Το πολιτικ κλίμα άλλαξε, το καποδιστριακό καθεστώς δεν υπήρχε πλέον, υπουργός Παιδείας ανέλαβε ο Ιάκωβος Ρίζος και έφορος του Κεντρικού Σχολείου διορίσθηκε ένας από τους μαχητικότερους διανοουμένους του αντικαποδιστριακού στρατοπέδου, ο Θεόκλητος Φαρμακίδης, το Κεντρικό Σχολείο ωστόσο παρέμεινε σε γενικές γραμμές το ίδιο για δύο ακόμη εξάμηνα ως και το φθινόπωρο του 1833" με λίγους διδασκάλους 32 ανήμπορους να εφαρμόσουν ικανοποιητικά το αναλυτικό πρόγραμμα που είχαν καταστρώσει τον Αύγουστο του 1832, χωρίς αρκετά τυπωμένα βιβλία για τους μαθητές, χωρίς πλέον την αίγλη του ανώτερου κεντρικού εθνικού εκπαιδευτηρίου που είχε προσελκύσει εκατοντάδες εφήβους και νέους πριν το 1831: γύρω στους 90 ήσαν οι μαθητές με τους οποίους άρχισαν τα μαθήματα τον Σεπτέμβριο του 1833. Ο τρόπος με τον οποίο λειτουργούσε το Κεντρικό Σχολείο καθοριζόταν λιγότερο από την πολιτική βούληση καιτιςπροθέσεις του εφόρου, και περισσότερο από την στενότητα των περιθωρίων: οι άνθρωποι που θα μπορούσαν και θα ήθελαν να διδάξουν έλειπαν, τα βιβλία που θα συντελούσαν στην οικονομία του χρόνου απαλλάσσονταςτους μαθητές από την κοπιαστική και χρονοβόρα αντιγραφή δεν ήταν εύκολο να παραχθούν, η ανισότητα των εφοδίων με τα οποία κατά καιρούς και ατάκτως προσέρχονταν οι μαθητές από διάφορα σημεία της χώρας είχε ωςαποτέλεσμα μιαν επιζήμια, για την αποτελεσματικότητα της διδασκαλίας, ανομοιομορφία.
31. Φράσεις από αναφορές των μαθητών (18.4.1832) και των διδασκάλων (5.5.1832). Βλ. Γιάννης Κόκκωνας, ό.π., σ. 622, 624. 32. Ο Αναστάσιος Ερκουλίδης δεν δίδαξε παρά μόνο τον Ιούλιο και μερικές ημέρες του Αυγούστου του 1832" η αντιπαράθεσή του με μία ομάδα μαθητών, που είχαν λίσει την ανοχή του Γεννάδιου και του Φαρμακίδη, εξελίχθηκε σε σύγκρουσηπουτοναπομάκρυνε οριστικά από το Κεντρικό Σχολείο. Έτσι, έμειναν πάλι οι ΔιστομίτηςκαιΟικονομίδης για τις προκαταρκτικές τάξεις και οι Γεννάδιος και Χορτάκης για τις τάξεις των προχωρημένων, ο τελευταίος μάλιστα ανταποκρινόταν με δυσκολία στις διδακτικές του υποχρεώσεις, επειδή έπασχε από άσθμα.
Τόσο ο Γεννάδιος από τον Αύγουστο του 1832 όσο και ο Φαρμακίδης αμέσως μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, φρόντισαν για την καλύτερη αξιοποίηση του διαθέσιμου χρόνου προτείνοντας μεταξύ των άλλων και τον εμπλουτισμό του προγράμματος με νέα μαθήματα, πράγμα το οποίο προϋπέθετε την πρόσληψη κι άλλων διδασκάλων 33. Οι προσπάθειές τους απέδωσαν εν μέρει έναν ολόκληρο χρόνο αργότερα, με το ξεκίνημα του σχολικού έτους 1833-1834, που έμελλε να είναι και το τελευταίο για το Κεντρικό Σχολείο· τότε διορίσθηκαν τρεις νέοι διδάσκαλοι, γεγονός που επέτρεψε για πρώτη φορά αφενός να καταρτισθεί και να εφαρμοσθεί ένα πρόγραμμα που απαιτούσε την παρουσία των μαθητών στις αίθουσες 5-6 ώρες την ημέρα,καιαφετέρουναδιδαχθούν 5-7 μαθήματα σε κάθε τάξη, στον βαθμό πουτοεπέτρεπανοιγενικότερες συνθήκες. Το πρόγραμμα «ακολουθείται», σημείωνε ο Γεννάδιος τον Ιούνιο του 1834, «όσον δηλαδήηακολούθησιςαυτού δεν εμποδίζεται από έλλειψιν μέσων, μαθητών και εν μέρει διδασκάλων» 34 Επίσης για πρώτη φορά, κατά την διάρκεια αυτού του σχολικού έτους φαίνεται ότι έγινε υποχρεωτική η παρακολούθηση όλων των προσφερόμενων μαθημάτων έχει ενδιαφέρον ο σχετικός, σύντομος διάλογος διδασκάλων και Υ πουργείου: «Τους τοιούτους», τους καινούριους μαθητές δηλαδή, «κατατάττοντες εις την μικροτέραν τάξιν του Κεντρικού Σχολείου, υποχρεόνομεν να ακούωσιν όχι μόνον το Ελλ. μάθημα [τα Αρχαία Ελληνικά], καθώς θέλουσιν οι περισσότεροι από κακήν συνήθειαν, αλλά και την Γερμ. και Λατ. Γλώσσαν, την Γεν. Ιστορίαν, τα Μαθηματικά, την Ανθρωπολογίαν, και την Φυσικήν, διά να συμπροοδεύωσιν όλοι εις τας αυτάς γνώσεις, και να γείνωσιν άξιοι και τελειοτέρας παιδείας, ή καν να μην εξέρχωνται πλέον από το σχολείον μόνον ορθογράφοι και τίποτε άλλον» ανέφερε ο Γεννάδιος τον Δεκέμβριο του 1833, περιγράφοντας έτσι ένα από τα πιο αδύνατα σημεία της λειτουργίας του Σχολείου' αντίθεταμεόσα είδαμε να υποστηρίζει ο καποδιστριακός υπουργός Παιδείας
33. Ο Γεννάδιος στις 16.8.1832 πρότεινε την πρόσληψη του Χρήστου Μπάφα (η Βάφα ή Βάφη), ενός νεαρού διδασκάλου που βρισκόταν στην Αίγινα από το καλοκαίρι του 1831 καιθαμπορούσε να διδάξει Λατινικά και Γεωμετρία. Η Γραμματεία δέχθηκε την πρόταση και.τονδιόρισε, ο Μπάφας όμως προτίμησε να διδάξει στο σχολείο του Κιγγ στην Αθήνα και άρνήθηκε τον διορισμό. Βλ. Δαυίδ Αντωνίου, ό.π., σ. 179-180 και Γιάννης Κόκκωνας ό.π., σ. 656. Ο Φαρμακίδης υιοθετώντας και προτάσεις του Γεννάδιου εισηγήθηκε στι 11.10.1832 την πρόσκληση του Κωνσταντίνου Ασωπίου που βρισκόταν στην Κέρκυρα και του Δημητρίου Παύλου που βρισκόταν στο Παρίσι, προσθέτοντας ότι εκτός από αυτούς θα πρέπει να «προσκληθώσι και άλλοι διδάσκαλοι, όπου και αν ευρεθώσι, διάνακατασταθή τουλάχιστον προς το παρόν το εδώ Λύκειον τελειότερον». Βλ. ΓΑΚ, Καποδιστριακά, Γραμματεία Εκκλησιαστικών και Δημοσίου Εκπαιδεύσεως, φ. 53. Η πρόταση επαναλήφθηκε στις 28.10.1832· βλ. Γιάννης Κόκκωνας, ό.π., σ. 657. 34. Αρχείο 1ου Πειραματικού Λυκείου Αθηνών, ΒιβλίοεξερχομένωντουΚεντρικού Σχολείου.
Χρυσόγελος, ο Κωνσταντίνος Σχινάς απαντούσε: «Ορθώς ποιούντες υποχρεόνετε όλους τους μαθητάς ν' ακολουθούν όλα τα μαθήματα ανεξαιρέτως, διότι όλα είναι επίσης άφευκτα εις όλους όσοι πρόκειται να γένουν μέτοχοι ελευθέρας αγωγής. Εις άγνοιαν μόνον ή εις αμέλειαν δύναται ν' αποδοθή η διαγωγή των ζητούντων να εξαιρεθώσιν από την μίαν ή την άλλην παράδοσιν» 35 . Φαίνεται ότι τα πράγματα άλλαζαν θεαματικά, ήταν όμως ήδη αργά για το Κεντρικό Σχολείο: οι περιπέτειες της χώρας και του ίδιου του καταστήματος είχαν, όπως είπαμε, απομακρύνει τους περισσότερους μαθητές, ο κεντρικός σχεδιασμός για την αναδιοργάνωση του εκπαιδευτικού συστήματος προχωρούσε και στο εξής η Αίγινα θα έπρεπε ούτως η άλλως να μοιράζεται όσους εξαντλούσαν τις βαθμίδες της κρατικής εκπαίδευσης με το Ναύπλιο και την Ερμούπολη, όπου ιδρύονταν Γυμνάσια' η πρωτεύουσα, τέλος, μεταφερόταν στην Αθήνα, που αναπόφευκτα θα αποκτούσε το δικό της Γυμνάσιο — και ποιοί θα δίδασκαν σ' αυτό αν όχι ο Γεννάδιος και οι συνδιδάσκαλοί του στο ανώτερο ως τότε εκπαιδευτήριο της χώρας; Το σχολικό έτος 1834-35 το Κεντρικό Σχολείο δεν υπήρχε πλέον' όσοι μαθητές του μπόρεσαν, ακολούθησαν τους διδασκάλους στην νέα πρωτεύουσα, ως μαθητές του Βασιλικού Γυμνασίου Αθηνών. Το Κεντρικό Σχολείο λειτούργησε μετ' εμποδίων οκτώ εξάμηνα, από τις αρχές Φεβρουαρίου του 1830 ως το καλοκαίρι του 1834' ήταν ανοιχτό καθημερινά, εκτός βέβαια από τις Κυριακές, και έκλεινε 4 ημέρες τα Χριστούγεννα, μία εβδομάδα το Πάσχα και 30 περίπου ημέρες σε άλλες μεγάλες θρησκευτικές εορτές' συνολικά η παρακολούθηση του εκκλησιαστικού έτους έτσι όπως οριζόταν από τον κανονισμό του Σχολείου απαιτούσε κάθε χρόνο 40 ημέρες αργίας, χωρίς να λογαριάζονται αυτές που σήμερα θα ονομάζαμε ημιαργίες: σύμφωνα πάλι με τον κανονισμό, κατά τις εορτάσιμες ημέρες που δεν περιλαμβάνονταν στις αργίες, οι μαθητές με τους διδασκάλους παρακολουθούσαν πρώτα την λειτουργία και κατόπιν έπιαναν δουλειά. Θερινές διακοπές για το Κεντρικό Σχολείο δεν προβλέπονταν ούτε από τον κανονισμό ούτε από τα σχετικά διατάγματα' κάθε χρόνο όμως οι μαθητές και οι διδάσκαλοι τις ζητούσαν από τον έφορο, εκείνος έκανε την σχετική εισήγηση και το Υπουργείο αποφάσιζε. που θεωρούσε λόγω της συγκυρίας άσκοπες και επιβλαβείς τις θερινές διακοπές, και απορούσε με τους διδασκάλους γιατί δεν συλλογίζονταν «πόσον είναι αναγκαία το συνεχές του χρόνου και εύχρηστον», διαβίβασε τα αιτήματα στην κυβέρνηση και, υποστηρίζοντας ότι «δι' αγάπην της ακηδείας» και όχι λόγω του επερχόμενου καύσωνα ζητούν διδάσκοντες και διδασκόμενοι «ανακωχάς», πρότεινε στην κυβέρνηση να μή σταματήσουν τα μαθήματα αλλά να μειωθούν
35. Βλ. Γιάννης Κόκκωνας, ό.π., σ. 716-717, 721.
οι ώρες παρουσίας στο Σχολείο με περικοπές στο εφαρμοζόμενο πρόγραμμα 36 Πριν φθάσει όμως η απάντηση του Κυβερνήτη, που έλεγε να διακοπούν οι παραδόσεις για 25 ημέρες, οι οποίες όμως θα έπρεπε να αφιερωθούν σε επαναληπτικά μαθήματα, οι μαθητές που είχαν την δυνατότητα, με την άδεια των διδασκάλων, άρχισαν να φεύγουν για τα σπίτια τους· έτσι ο Μουστοξύδης εκ των πραγμάτων αναγκάσθηκε να παραχωρήσει διακοπές των παραδόσεων από τις 21 Ιουλίου ως τις 15 Αύγουστου. Α π ό τις 25 αυτές ημέρες, οι πρώτες 15 θααφιερώνοντανστηνμελέτη των παραδοθέντων μαθημάτων και κατά την διάρκεια των υπολοίπων 10 ημερών, δηλαδή από τις 5 ως τις 15 Αυγούστου θα γίνονταν οι έξετάσεις 37- αν και πως εκτελέσθηκαν οι σχετικές με τις επαναλήψεις εντολές, μας είναι άγνωστο. κιόλας ζητήσει από τον έφορο καλοκαιρινές διακοπές. «Ο καιρός είναι πολύτιμος και η ανάγκη της εκπαιδεύσεως μεγίστη» 38 , τόνιζε ο Μουστοξύδης διαβιβάζοντας το αίτημα στην κυβέρνηση, για να προτείνει με βαριά καρδιά ένα μήνα διακοπή των παραδόσεων μετά τις ετήσιες εξετάσεις, από τις 20 Ιουλίου έως τις 20 Αυγούστου. Αυτή την φορά όμως η διάρκεια των διακοπών έμελλε να είναι μεγαλύτερη, όπως σημειώθηκε παραπάνω" η κυβέρνηση, που αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα από την δράση της αντιπολίτευσης, δεν ήθελε προφανώς τους θερμόαιμους νεαρούς μαθητές συγκεντρωμένους στο Σχολείο και διέταξε να παραταθούν οι διακοπές ως τις 20 Σεπτεμβρίου" έτσι, τα μαθήματα άρχισαν μια εβδομάδα πριν την δολοφονία του Κυβερνήτη. Σχολείο άνοιξε στις αρχές Ιουνίου, ύστερα από την οφειλόμενη στην πολιτική αναστάτωση πεντάμηνη αναστολή της λειτουργίας του. Ο Φαρμακίδης, που διαδέχθηκε τον Μουστοξύδη ως δεύτερος και τελευταίος έφορος, δεν ήταν τόσο φειδωλός όσο ο προκάτοχός του στο ζήτημα των θερινών διακοπών,τοαντίθετο μάλιστα" όταν το καλοκαίρι του 1833 διαβίβαζε το σχετικό αίτημα των μαθητών και των διδασκάλων, κακά πληροφορημένος για τα προηγούμενα καλοκαίρια η εν γνώσει του ύπερβάλλοντας 39, πρότεινε στην κυβέρνηση να κλεί-
36. Κάτι ανάλογο ίσχυε για τα αλληλοδιδακτικά σχολεία, που δεν είχαν «διακοπάς τελείας», αλλά από την 20ή Ιουλίου ως την 1η Σεπτεμβρίου δεν λειτουργούσαντιςαπογευματινές ώρες. Βλ. Ιωσήφ Σολομών, Εξουσία και τάξη στο νεοελληνικό σχολείο. Μια τυπολογία των σχολικών χώρων και πρακτικών 1820-1900, Αθήνα 1992, σ. 136. 37. Για τις θερινές διακοπές του Κεντρικού Σχολείου κατά την καποδιστριακή περίοδο βλ. Ελένη Ε. Κούκκου, ό.π., σ. 139-141, όπου και παραπομπές στις σχετικές πηγές. 38. Απ. Β. Δασκαλάκης, ό.π., σ. 1973. 39. «Συνήθεια κρατεί εις τα εν Αιγίνη δημόσια σχολεία, το Κεντρικόν και το Προκαταρκτικόν, απ' αυτής της συστάσεώς των», έγραφε σε αναφορά του της 22.6.1833, «να γίνεται διακοπή των μαθημάτων περί τους δύο μήνας, τον Ιούλιον και τον Αύγουστον». Βλ. ΓΑΚ, Γραμματεία Εκκλησιαστικών και Δημοσίου Εκπαιδεύσεως, φ. 115, θυρίδα 10.
κλείσει τοΣχολείο για δύο μήνες σχεδόν, από τις 10 Ιουλίου ως τις 30 Αυγούστου, αλλάοαρμόδιοςυπουργόςθεώρησε ότι 40 ημέρες ήσαν άρκετές 40 . Αφαιρώντας τις Κυριακές, τις αργίες, τις διακοπέςκαιτιςημέρεςητις περιόδους κατά τις οποίες το Σχολείο παρέμεινε για διάφορους λόγους κλειστό, υπολογίζω ότι όσοι μαθητές είχαν γραφτεί εξαρχής, δεν απουσίασαν ποτέ και φοίτησαν έως τότε που έγινε η μεταφορά στην Αθήνα (ελάχιστοι ήταν βεβαίως αυτοί) θα πρέπει να κάθισαν στα θρανία περί τις 1000 ημέρες. Ό π ω ς είδαμε, σε συνθήκες ομαλής λειτουργίας το Σχολείο ήταν ανοιχτό καθημερινά έκτος Κυριακής. Οι παραδόσεις άρχιζαν το φθινόπωρο και τον χειμώνα στις 8 το πρωί, την άνοιξη και το καλοκαίρι στις 7, διακόπτονταν το μεσημέρι στις 12 ηστις11 αντιστοίχως, και συνεχίζονταν το απόγευμα για δύο η τρεις, σπανίως για τέσσερις ώρες. Οι μαθητές των προκαταρκτικών τάξεων παρακολουθούσαν, ανάλογα με την τάξη και το εξάμηνο, 12 έως 24 ώρες παραδόσεων τηνεβδομάδα,διδάσκονταν δηλαδή μία η δύο ώρες Αρχαία Ελληνικά πριντο μεσημέρι, και το απόγευμα μία έως δύο ώρες —μέρα παρά μέρα η δύο φορές τηνεβδομάδα—απόδύο έως τρία «δευτερεύοντα» μαθήματα, όπως Ιερά Ιστορία, Κατήχηση, Ιστορία, Γεωγραφία, Αριθμητική ή Καλλιγραφία. Στους μαθητές των κανονικών τάξεων, ανάλογα πάλι με την τάξη, την περίοδοκαιτην επάρκειασεδιδασκάλους, προσφέρονταν από 24 έως 36 ώρες παραδόσεων την εβδομάδα,οιμισές από τις οποίες ήσαν αφιερωμένες στα Αρχαία Ελληνικ η γενικά σε αρχαιογνωστικά μαθήματα. Οι ώρες πάντως που βρίσκονταν στο Σχολείο οι μαθητές, η τουλάχιστον αυτοί που θα τους ονομάζαμε επιμελείς μαθητές, θα πρέπει να ήσαν πολύ περισσότερες από αυτές των παραδόσεων, αφού η έλλειψη τυπωμένων εγχειριδίων τους ανάγκαζε να αντιγράφουν όπως φαίνεται πολλά επί πολλές ώρες, και πάλι να μην προλαβαίνουν 41.
Α ν κανείς μελετήσει τα προγράμματα με βάση τα οποία λειτούργησε η θα έπρεπε να λειτουργήσει το Κεντρικό Σχολείο, θα παρατηρήσει ότι το πιο ξεχωριστό από τα κοινά χαρακτηριστικά τους είναι η κυρίαρχη θέση των Α ρ χαίων Ελληνικών: διδάσκονταν κατά κανόνα από 8 έως 12 ώρεςτηνεβδομάδα σε κάθε τάξη, σε καθημερινή βάση και πάντα τις καλύτερες ώρες της ημέρας
40. Την σχετική εισήγηση του Σπ. Τρικούπη στην Αντιβασιλεία (1.7.1833)καιτην απάντησή του στον Φαρμακίδη (6.7.1833) βλ. επίσης στα ΓΑΚ, ό.π. 41. «Ανεβλήθη η παράδοσις της Γεωγραφίας διότι μόλις εξαρκούσι των μαθητών αι δυνάμεις διά την αντιγραφήν των κειμένων», ανέφερε ο Μουστοξύδης τον Μάρτιο του 1830 και τρία χρόνια αργότερα ο Φαρμακίδης πάλι τα ίδια: «Μαθήματα τινά των εν τω προγράμ ματι δεν εδιδάχθησαν, τα μεν διά την παντελή έλλειψιν των βιβλίων, τα δε, διότι οι μαθηταί δεν εδύναντο να προφθάσωσι την αντιγραφήν», τα ίδια και ο Γεννάδιος τον Ιανουάριο του 1834: «[...] οι μαθηταί αναγκάζονται να γράφωσιν όλα των τα μαθήματαεκτόςτου ελλ. κειμένου. Αλλά και αυτό εις την ερχομένην εξαμηνίαν λείπει [...]». Βλ. Γιάννης Κόκκωνας, ό.π., σ. 408-409, 709, 724.
και είτε μόνα τους είτε μαζί με άλλα αρχαιογνωστικά μαθήματα απορροφούσαν τουλάχιστον τον μισό χρόνο στο εβδομαδιαίο πρόγραμμα" τα άλλα αντικείμενα ασφυκτιούσαν συνήθως σε μονόωρα απογευματινά μαθήματα που παραδίδονταν μέρα παρά μέρα, και πριν από τον Σεπτέμβριο του 1833, που έγιναν υποχρεωτικά, δεν τα παρακολουθούσαν όλοι οι μαθητές. Απ' όσα γνωρίζω κανένας δεν αμφισβήτησε τότε την επιλογή αυτή· όσοι επέκριναν είτε τις σχετιζόμενες με το Κεντρικό Σχολείο κυβερνητικές επιλογές είτε τον τρόπομετον οποίοεφαρμόζονταν,μπορεί να ζητούσαν περισσότερα μαθήματα και διδασκάλους και να είχαν αντιρρήσεις για την επιλογή των κειμένων η για τη μέθοδο διδασκαλίας τους, ποτέ όμως δεν έδειξαν ενοχλημένοι από το ότιστοανώτερο των σχολείων της χώρας, που ήταν προορισμένο να ετοιμάσει διδασκάλους γιατηνΜέση Εκπαίδευση, ανώτερους υπαλλήλους και φοιτητές για τα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, κυριαρχούσαν τα Αρχαία Ελληνικά μαζί με τα μαθήματα που τα συμπλήρωναν. Προφανώς ο Γεννάδιος και ο Βενθύλος εξέφραζαν ολόκληρη την ελληνική διανόηση όταν από την μια δήλωναν στις οργανωτικές προτάσεις τους για το Κεντρικό Σχολείο ότι πρέπει αυτό «να έχη εναρέτους καιαρκετούςδιδασκάλους εις όλα τα είδη των γνώσεων, όσας εξάπαντος μέλλουν να μανθάνωσιν όσοι θέλουν εις το εξής ν' αναδεχθώσιν εις την ελευθέραν Ελλάδα το διδασκαλικόν επάγγελμα», από την άλλη όμως τόνιζαν πως «Κατήντησε πλέον να εκλαμβάνεται ως αξίωμα, ότι η κλασική λεγομένη παιδεία, διευθυνομένη ευμεθόδως και με φρόνησιν, είναι η πλέον επιτηδεία εις μόρφωσιν του νοός και της καρδίας των νέων αν τοιούτον ήναι το αποτέλεσμά της εις όλα τα πεπολιτισμένα της γης έθνη, διά πολλούς άρα λόγους, ημείς οι Έλληνες πρέπει να προσκολλώμεθα εις την σπουδήν της προπατορικής σοφίας, μετ' αγαθών ελπίδων» 42 .
Η παρούσα ανακοίνωση δεν μπορεί να χωρέσει μια καλήαπάντησηστο ερώτηματιακριβώςεσήμαινεσπουδή της «προπατορικής σοφίας» στο φορτωμένο με πολλές προσδοκίες Κεντρικό Σχολείο" μπορούμε όμως να πούμε ότι στην διδασκαλία του μαθήματος, στο οποίο αναλώθηκε το μεγαλύτερο ποσοστότου«πολυτίμου καιρού», τον τόνο έδινε ο εμπνευσμένος Γεννάδιος, που πάσχιζε με πολλούς τρόπους, και με επιτυχία όπως φαίνεται, να κατασκευάσει γέφυρες πάνω από το δυσθεώρητο χάσμα των «είκοσι αιώνων δουλείας», για ναεπικοινωνούνοιμαθητές του με τους αρχαίους διδασκάλους της ανθρωπότητος και να αισθάνονται απόγονοί τους. Ό σ ο και να τον εξιδανίκευαν αργότερα οι μαθητές του, φαίνεται πως οι παραδόσεις του ήσαν ασυνήθιστα πλούσιες κα συναρπαστικές: «[...] αναλύων τους Έλληνας συγγραφείς εξηγείτο την έννοιαν, μετά ταύτα ανέλυε την σύνταξιν, το κάλλος της γλώσσης, την σαφήνειαν, την λογικήν αυτής, και μετά ταύτα τας λέξεις και τους τύπους, παραβάλλων την
42. Απ. Β. Δασκάλης, ό.π., τ. Α', σ. 506 και 483.
αρχαίαν προς την νέαν, και διδάσκων πως πρέπει να γράφωμεν και να ομιλώμεν και ημείς. Μετά ταύτα ελάμβανεν ανά μίαν φράσιν και μίαν λέξιν, ανέπτυσσε την παραγωγήν και έννοιαν αυτής, παρεμβάλλων ανέκδοτα και αστεία, δι' ων πάσα παρατήρησις ενετυπούτο ανεξίτηλος εις την μνήμην των ακροατών. Μετά ταύτα ελάμβανε τα πράγματα και τας εννοίας πατριωτικώς, και τότε η ακρόασις μετεβάλλετο εις μύησιν Ελευσίνιων Μυστηρίων, εις διδασκαλίαν Σωκρατικήν, ή εις δημηγορίαν Δημοσθένους. Διά φωνής ήτις εισέδυεν εις τα μύχια της ψυχής των ακροατών, ενεστάλαζε την αγνοτάτην ηθικήν, ης αυτός ήτο εμψύχωσις, ή εξέκαιε τας ψυχάς διά του πυρός της φιλοπατρίας, ης υπήρξεν ο αγνότατος ήρως. Όταν ανέφερε τα Περσικά, και μάλιστα τα του Ιερού Α γ ώ νος, ιερά φρίκη κατελάμβανε το ακροατήριον και δάκρυα έρρεον από των οφθαλμών [...]» 43 .
43. Μαρτυρία του Κρητικού Ιωάννου Ξενουδάκη, μαθητή του Γεννάδιου στο Γυμνάσιο Αθηνών. Βλ. Ξενοφών Αναστασιάδης, ό.π., σ. 133.
ΕΛΛΗΝΕΣ ΦΟΙΤΗΤΕΣ ΣΤΑ ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ 19ο ΑΙΩΝΑ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΖΟΡΜΠΑΛΑ
Στην Ευρώπη του 19ου αιώνα, των πολιτικών και κοινωνικών διεκδικήσεων και επαναστατικών αλλαγών και ρήξεων, οι νέοι αποτελούν εμπροσθοφυλακή. Το ελληνικό κράτος ιδρύεται το 1830, μετά από μακρόχρονη οθωμανική κυριαρχία, και από την αρχή κιόλας της ίδρυσής του μπαίνουν οι βάσεις για την οργάνωση του εκπαιδευτικού του συστήματος. Τους νέους της ελεύθερης Ελλάδας, μαζί με τους νέους της διασποράς αλλά και των εδαφών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τους συναντάμε πλέον τόσο στο πρώτο ελληνικό Πανεπιστήμιο, που ιδρύθηκε στην Αθήνα το 1837, όσο και στα Πανεπιστήμια της Ευρώπης. Ο ακριβής αριθμός των Ελλήνων νέων που σπουδάζουν σε ξένα πανεπιστήμια κατά τον 19ον αιώνα είναι ακόμη μία άγνωστη πτυχή της ιστορίας μας. Ορισμένες πηγές, αναφερόμενες στο σύνολο των ξένων Πανεπιστημίων, τους υπολογίζουν για το 1892 στις 13.500, για το 1914 σε μερικές χιλιάδες 1. Από την στιγμή όμως που δεν είναι ξεκάθαρο ποια πανεπιστήμια και ποιες χώρες αφορούν οι παραπάνω αριθμοί, είναι καλό να θεωρηθούν μόνο υποκειμενικοί υπολογισμοί. Η ασαφής αυτή εικόνα έχει αρχίσει να ξεκαθαρίζει λίγο τα τελευταία χρόνια. Αναφέρουμε ενδεικτικά τρεις αξιόλογες έρευνες: της Αλόης Σιδέρη για τους Έλληνες φοιτητές στο Πανεπιστήμιο της Πίζας 2 , του Konstantin Kotsowilis για τους Έλληνες φοιτητές στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου 3 και της Elena Siupiur για τους Έλληνες φοιτητές στο Πανεπιστήμιο της Βόννης από
1. Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Εξάρτηση και αναπαραγωγή. Ο κοινωνικός ρόλος των εκπαιδευτικών μηχανισμών στην Ελλάδα, Αθήνα 1977, σ. 433 κ.ε. 2. Αλόη Σιδέρη, Έλληνες φοιτητές στο Πανεπιστήμια της Πίζας (1806-1861), τ. Α'Β', Αθήνα 1989,1994. 3. Konstantin Kotsowilis, Die griechischen Studenten in München unter König Ludwig I. von Bayern (von 1826 bis 1844). Wedergang und späteres Wirken beim Wiederaufbau Griechenlands, Μόναχο 1995.
το 1824 μέχρι το 1870 4 και στο Πανεπιστήμιο της Γοττίγγης από το 1801 μέχρι το 1879 6 . Υπάρχουν επίσης αρκετά άρθρα, που δίνουν αποσπασματικές πληροφορίες σχετικά με τους Έλληνες φοιτητές στη Γερμανία όπως του Zierb a r t h 6 η του Μπακαλάκη 7. Ας σημειωθεί ότι τα περισσότερα άρθρα και βιβλία που γράφονται για τα ελληνικά εκπαιδευτικά πράγματα της εποχής εκείνης αναφέρουν ονόματα Ελλήνων νέων που σπούδαζαν στα Πανεπιστήμια της Γερμανίας. Ένα πολύ αξιόλογο βιβλίο για την προεπαναστατική Ελλάδα, όπου δίνονται πολλές πληροφορίες εκτός των άλλων για Έλληνες σε γερμανικά σχολεία και ανώτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα, είναι του Carl Iken 8 . Αντιμέτωποι λοιπόν κι εμείς, στα πλαίσια της βασικής ερευνητικής μας δραστηριότητας στην Ιστορία των Μαθηματικών, με την ανεπάρκεια αυτή των στοιχείων ειδικότερα σε ό,τι αφορά τους Έλληνες φοιτητές των Μαθηματικών στα γερμανικά Πανεπιστήμια κατά τον 19ον αιώνα, ανατρέξαμε στους καταλόγους των τότε γερμανικών Πανεπιστημίων. Καταγράψαμε λοιπόν όχι μόνο τους Έλληνες φοιτητές των Μαθηματικών αλλά όλους τους Έλληνες που φοίτησαν στα 19 Πανεπιστήμια του τότε γερμανικού βασιλείου κατά το χρονικό διάστημα 1820 μέχρι 1900. Η καταγραφή έγινε από τους καταλόγους του συνόλου των φοιτητών που εξέδιδε το κάθε Πανεπιστήμιο ανά εξάμηνο. Έτσι, από τους 160 καταλόγους που εξέδωσε το κάθε Πανεπιστήμιο στα 80 χρόνια —τα γερμανικά Πανεπιστήμια είχαν εξάμηνα— καταγράψαμε όλους τους Έλληνες από οποιοδήποτε μέρος του κόσμου και αν προέρχονταν. Η έρευνά μας κατέληξε σε συγκεκριμένα ποσοτικά συμπεράσματα, που, μεταξύ άλλων, αφορούν το συνολικό αριθμό των Ελλήνων φοιτητών στο σύνολο των γερμανικών Πανεπιστημίων και ανά Πανεπιστήμιο, την επιλογή σχολής, τη διάρκεια σπουδών κάθε φοιτητή, και την τυχόν μετακίνηση του από Πανεπιστήμιο σε Πανεπιστήμιο η από σχολή σε σχολή, κατά το εξεταζόμενο χρονικό διάστημα. Η παρουσίαση της έρευνάς μας στη συνέχεια θα χωριστεί σε τρία μέρη: Στο πρώτο θα γίνει μία σύντομη αναφορά στους λόγους που ώθησαν Έλληνες
4. Ε. Siupiur, «Die Intellectuellen aus Rumänien und den südosteuropäischen Ländern in den deutschen Universitäten im 19. Jahrhundert», I. Teil, Revue des Études Sud-Est Européennes 33 (1995) 83-100. 5. E. Siupiur, «Die Intellectuellen ...», Π. Teil, ό.π., 251-265. 6. Ε. Zierbarth, «Griechische Studenten auf deutschen Hochschulen (18171821)», Hellas-Jahrbuch 3 (Αμβούργο 1936) 40-43. 7. Γ. Μπακαλάκης, «Πόσοι Έλληνες σπούδαζαν στο Μόναχο στα 1874», Μακεδονικόν Ημερολόγιον 1938, σ. 87-89. 8. C. Iken, Leucothea. Eine Samlung von Briefen eines geborenen Griechen über Staatswesen, Literatur und Dichtkunst des neuren Griechenlands, 2 τ., Λιψία 1825.
νέους να σπουδάσουν σε γερμανικά Πανεπιστήμια. Στο δεύτερο μέρος θα δοθεί μία σκιαγράφηση του γερμανικού Πανεπιστημίου του 19ου αιώνα, αφού η έρευνα αφορούσε αποκλειστικά το γερμανικό χώρο. Στο τρίτο και τελευταίο μέρος θα παραθέσουμε ορισμένα συμπεράσματα, που αφορούν τους Έλληνες φοιτητές στα γερμανικά Πανεπιστήμια.
1. ΛΟΓΟΙ ΠΟΥ ΩΘΗΣΑΝ ΕΛΛΗΝΕΣ ΦΟΙΤΗΤΕΣ ΝΑ ΦΟΙΤΗΣΟΥΝ ΣΕ ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑ
Καταρχήν λόγοι οικονομικοί, που έχουν να κάνουν με τις οικονομικές σχέσεις που είχε αναπτύξει η τότε ανερχόμενη ελληνική αστική τάξη με τις εμπορικές πόλεις της γερμανικής επικράτειας. Ένας μεγάλος αριθμός Ελλήνων εμπόρων που εγκαταστάθηκαν με τις οικογένειές τους στις πόλεις αυτές, δημιούργησαν πρόσθετους, πολύ ισχυρούς οικονομικούς, πολιτικούς και κοινωνικούς δεσμούς με τη Γερμανία. Ή δ η από τις αρχές του 18ου αιώνα οι Έλληνες είχαν αναπτύξει έντονη οικονομική δραστηριότητα στη Λιψία, στο Μόναχο, στη Βιέννη, στο Βερολίνο και στη Δρέσδη. Ας σημειωθεί ότι η ελληνική κοινότητα της Λιψίας λειτουργούσε από τα 1744 9 . Στους πολιτικούς λόγους συγκαταλέγονται: Η εγκαθίδρυση της απόλυτης μοναρχίας στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος με βασιλιά τον Όθωνα από την Βαυαρία, που παρέμεινε στην Ελλάδα για 30 περίπου χρόνια, και ο ερχομός ενός σημαντικού αριθμού Γερμανών συμβούλων, διανοουμένων και επιστημόνων, προορισμένων για την οργάνωση του νεοσύστατου ελληνικού κράτους σε όλα τα επίπεδα 10 και τη στελέχωση νευραλγικών υπηρεσιών του. Η επίδραση, όπως είναι φυσικό, στα εκπαιδευτικά ζητήματα ήταν καταλυτική, και οι δεσμοί με το εκπαιδευτικό σύστημα της Γερμανίας άμεσοι. Η μέση εκπαίδευση στο ελληνικό κράτος οργανώθηκε με φανερή την βαυαρική σφραγίδα 11 . Το πρώτο ελληνικό Πανεπιστήμιο ιδρύθηκε το 1837 υιοθετώντας νεοουμανιστικές αντιλήψεις για την δομή, λειτουργία και φιλοσοφία του πανεπιστημιακού θεσμού 12 , κάτω από την καθοδήγηση Γερμανών διανοουμένων
9. I. Καιροφύλας, Έλληνες στη Γερμανία 1700-1966, Αθήνα 1966. 10. Τ. Βουρνάς, Ιστορία της νεώτερης Ελλάδας 1821-1909, Αθήνα 1974. 11. S. Leonidas, Der bayerische Einfluss auf das griechische Schulwesen im, 19. Jahrhundert. Ein Beitrag zur Schulgeschichte Griechenlands, Βιέννη 1976 (Διδακτορική διατριβή). 12. Κ. Zormbala, «Die Gründung der Athener Universität 1837 durch die Bayern— Nach welchem'deutschen'Model?», Gerd Schubring (εκδ.), «Einsamkeit und Freiheit» neu besichtigt. Universitätsreformen und Disziplinenbildung in Preussen als Model für Wissenschaftspolitik im Europa des 19. Jahrhunderts, Στουτγκάρδη 1991, σ. 268-273.
νων και επιστημόνων, όπως του Friedrich Thiersch (1784-1860), καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου και βασικού εκπροσώπου του Νεοουμανισμού, και κυρίως του Christian August Brandis (1790-1867), καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Βόννης. Ή δ η από το 1815 μέχρι το 1821 είχαν σταλεί στη Γερμανία από την Φιλόμουσο Εταιρεία Έλληνες υπότροφοι 13, ενώ στα 1827 είχαν προσκληθεί 30 Έλληνες νέοι στο Μόναχο 14, φαινόμενο που συνεχίστηκε και εντάθηκε με τον ερχομό των Βαυαρών στην Ελλάδα 15 . Η ανεπάρκεια του ίδιου του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, που στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα επιβεβαιώνεται επίσημα από τους ιθύνοντες των ελληνικών εκπαιδευτικών πραγμάτων 16 , οδήγησε στην αποστολή Ελλήνων νέων στα γερμανικά Πανεπιστήμια για την απόκτηση φιλοσοφικών και κυρίως παιδαγωγικών γνώσεων 17 · εξάλλου η αίγλη που ασκούσε το γερμανικό Πανεπιστήμιο, ιδίως κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, προσέλκυε νέους όχι μόνο από τον ελληνικό χώρο αλλά και απ' όλο τον κόσμο 18 .
2. ΤΟ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΤΟΥ 19ου ΑΙΩΝΑ
Το 19ον αιώνα τα γερμανικά Πανεπιστήμια γνώρισαν βαθιές αλλαγές τόσο στη δομή όσο και στις αντιλήψεις που τα διαπερνούσαν για την εκπαίδευση. Αυτές οι αλλαγές εκφράζονται από τη μία με την ίδρυση νέων Πανεπιστημίων, όπως του Βερολίνου το 1809, τη διάλυση υπαρχόντων η την ένωση άλλων, όπως του Λάντσχουτ με του Μονάχου, γεγονός που συναρτάται με τις πολιτικές αλλαγές που λαμβάνουν χώρα στις αρχές του 19ου αιώνα κατά την εποχή του Ναπολέοντα. Από την άλλη με τη διαμόρφωση και εξάπλωση μιας καινούργιας αντίληψης για την εκπαίδευση, που εκφράζεται σε μεγάλο βαθμό από δύο φιλοσοφικά ρεύματα της εποχής, τον Νεοουμανισμό, με κύριους εκπροσώπους τον F. Α. Wolff (1679-1754), F. Ε. Schleiermacher (1768-1834) και Wilhelm von Humboldt (1767-1835), και τον Φιλοσοφικό ιδεαλισμό, με εκφραστές τους
13. St. Ν. Derwissis, Die Geschichte des griechischen Bildungswesens in der neueren Zeit mit besonderen Berücksichtigung der Eintflussen der deutschen Pädagogik. Φρανκφούρτη 1976, σ. 176. 14. E. Zierbarth, «Griechen in Deutschland», Hellas-Jahrbuch 4 (Αμβούργο 1937) 71-81. 15. St. N. Derwissis, ό.π., σ. 239 και P. Kipper, Geschichte des neugriechischen Schulwesens, Λιψία 1897, σ. 51. 16. Αλέξης Δημαράς (επιμ.), Η μεταρρύθμιση που δεν έγινε (Τεκμήρια ιστορίας), τ. Α' 1821-1894, Αθήνα 1973, σ. λη'. 17. Χρήστος Λέφας, Ιστορία της Εκπαιδεύσεως, Αθήνα 1942, σ. 217. 18. R. S. Turner, «Universitäten», στο: Κ. Ε. Jeismann - P. Lundgreen (εκδ.), Handbuch der deutschen Bildungsgeschichte, III, 1800-1870, Von der Neuordnung Deutschlands bis zur Gründung des deutschen Reiches, Μόναχο 1987, σ. 221-249.
J. G. Fichte (1762-1814), F. W. Schelling (1775-1854) και Η. Steffens (1773-1845). Στο γερμανικό χώρο λειτουργούν στα τέλη του 19ου αιώνα 19 Πανεπιστήμια (βλ. χάρτη): το Πανεπιστήμιο του Βερολίνου (1809) αποτελεί το κέντρο της νεοουμανιστικής φιλοσοφίας, είναι ένα από τα τρία μεγαλύτερα γερμανικά Πανεπιστήμια δίπλα σε αυτά του Μονάχου και της Λιψίας. Τα Πανεπιστήμια της Βόννης, του Μπρέσλαου, του Ερλάγκεν, του Φράιμπουργκ, της Γοττίγγης, που αποτελεί κέντρο της νομικής επιστήμης και των φυσικών επιστημών, όπως και της Χαϊδελβέργης, το αρχαιότερο Πανεπιστήμιο της Γερμανίας (έτος ιδρύσεως 1386). Το Πανεπιστήμιο της Χάλλε αποτέλεσε πρότυπο Πανεπιστήμιο στη μεταρρύθμιση που πρότεινε ο Humboldt και της Ιένας το κέντρο του Φιλοσοφικού ιδεαλισμού. Η εικόνα συμπληρώνεται με τα μικρά σε αριθμό φοιτητών Πανεπιστήμια του Γκράιφσβαλντ, Κιέλου, Καινιξβέργης, Μάρμπουργκ, Ρόστοκ, Τυβίγης και Βίρτσμπουργκ.
3. ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΦΟΙΤΗΤΕΣ ΣΤΑ ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑ
Η έρευνά μας για τους Έλληνες φοιτητές τον 19ον αιώνα αγκάλιασε τα 19 αυτά Πανεπιστήμια. Μπορούμε λοιπόν ενδεικτικά να παραθέσουμε ορισμένα αριθμητικά στοιχεία απ' αυτά που συλλέξαμε και να παρουσιάσουμε ορισμένα συμπεράσματα που συνάγονται. Ο αριθμός των Ελλήνων φοιτητών, από την ελεύθερη Ελλάδα και τη διασπορά, που φοιτούν στο σύνολο των 19 γερμανικών Πανεπιστημίων για το χρονικό διάστημα 1820 μέχρι 1900 ανέρχεται στους 1.330 περίπου. Τα Πανεπιστήμια του Μονάχου, του Βερολίνου και της Λιψίας συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο αριθμό Ελλήνων. Συγκεκριμένα το Μόναχο κατέχει την πρώτη θέση με 434 φοιτητές, ποσοστό 33%, ακολουθεί το Βερολίνο με 288, ποσοστό 22%, και την τρίτη θέση έχει η Λιψία με 178, ποσοστό 13%. Με μεγάλη διαφορά από τα τρία πρώτα ακολουθούν τα Πανεπιστήμια της Χαϊδελβέργης με 74 φοιτητές, ποσοστό 6%, και τέλος τα Πανεπιστήμια της Ιένας με 60, της Χάλλε με 55 και του Ερλάγκεν με 50 φοιτητές και ποσοστό 4% περίπου το καθένα. Σχολές προτίμησης στο σύνολο των γερμανικών Πανεπιστημίων για όλο το εξεταζόμενο διάστημα είναι: Ιατρική (339 φοιτ.) με 24%, Νομική (318) 24%, Φιλοσοφία (308) 22%, Φιλολογία (217) 16% και Θεολογία (87) 6%. Οι υπόλοιπες σχολές όπως Αρχαιολογία, Διοίκηση, Μαθηματικά, Φυσικές Επιστήμες, Ιστορία, Παιδαγωγικά, Αρχιτεκτονική, Γεωγραφία προτιμούνται από το 1% περίπου του συνόλου των Ελλήνων φοιτητών 19 .
19. Θα θέλαμε σε αυτό το σημείο να τονίσουμε ότι καταγράψαμε τους Έλληνες που φοίτησαν σε Πανεπιστήμια και όχι σε άλλα ανώτερα και ανώτατα ιδρύματα, όπως πολυτε-
Πανεπιστήμια στο Γερμανικό Βασίλειο (1871-1918) και αριθμός Ελλήνων φοιτητών κατά τον 19ο αιώνα
Βεβαίως το περιεχόμενο κάθε μιας από τις σχολές που προαναφέραμε είναι διαφορετικό από το σημερινό. Η σχολή της Φιλοσοφίας βρίσκεται στο κέντρο των αντιπαραθέσεων όλο τον 19ον αιώνα. Οι διαμάχες αφορούν την ίδρυση του νέου Πανεπιστημίου, ενός Πανεπιστημίου που διαπερνάται από διαφορετική, από εκείνο του 18ου αιώνα, αντίληψη τόσο για την εκπαίδευση, όσο και για το ρόλο του στην κοινωνία και για τη σχέση του με την Εκκλησία. Ε τ σ ι μπορούμε να πούμε ότι η σχολή της Φιλοσοφίας μέχρι το 1900 αλλάζει αρκετές όψεις.
Γ ι α π α ρ ά δ ε ι γ μ α , α π ό τ ο 1 8 3 0 μέχρι τ ο 1 8 6 7 περίπου υ π ά γ ο ν τ α ι στη σ χ ο λ ή της
Φιλοσοφίας η Φιλοσοφία, Φιλολογία, Ιστορία, τα Μαθηματικά, οι Φυσικές Επιστήμες, η Αγρονομία, η Διοίκηση, η Εθνική Οικονομία, η Φαρμακευτική και η Οδοντιατρική. Τα Μαθηματικά αποχωρίστηκαν και αυτονομήθηκαν ως σχολή για πρώτη φορά στην Τυβίγη το 1863. Κάτω από αυτή την οπτική πρέπει
πολυτεχνικές σχολές και ακαδημίες. Αυτός είναι ο λόγος π.χ. που συναντάμε μόνο δύο Έλληνε Αρχιτεκτονική, τους Τσέτσο και Κάλκο, στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου. Οι υπόλοιποι μετέπειτα αρχιτέκτονες που σπούδασαν στη Γερμανία θα ήσαν γραμμένοι σε Πολυτεχνείο.
να ιδωθεί και το ποσοστό 22% προτίμησης που έχει η σχολή της Φιλοσοφίας κατέχοντας έτσι την 3η θέση μεταξύ των Ελλήνων φοιτητών. Οι σχολές του Διοικητικού, Πολιτικής Επιστήμης, Οικονομίας, στις οποίες σπούδασαν περί τους 38 Έλληνες νέοι, είχαν υποστεί καθόλο τον 19ον αιώνα μεγάλες αλλαγές τόσο στη δομή τους όσο και στο περιεχόμενό τους. Καταρχήν να ειπωθεί ότι η σχέση μεταξύ τους δεν ήταν απόλυτα ξεκαθαρισμένη. Παράδειγμα αποτελεί το Πανεπιστήμιο του Βερολίνου όπου στους καταλόγους γίνονταν εγγραφές φοιτητών στο Διοικητικό μέχρι περίπου το 1886 και από εκεί και μετά γίνονταν εγγραφές στην Πολιτική Επιστήμη. Το Διοικητικό αποσκοπούσε στην εκπαίδευση μελλοντικών διοικητικών υπαλλήλων και βασικά για το σύνολο των γερμανικών Πανεπιστημίων αποτέλεσε βοηθητική επιστήμη για τους φοιτητές της Νομικής. Οι φοιτητές της Ιατρικής, Νομικής και Φιλοσοφίας είναι συγκεντρωμένοι στα δύο μεγάλα Πανεπιστήμια, του Μονάχου και του Βερολίνου, κάτι που δικαιολογείται από το γεγονός ότι τα ποσοστά φοίτησης στον συνολικό αριθμό των σπουδαζόντων σε αυτά τα Πανεπιστήμια είναι πολύ υψηλά σε σύγκριση με όλα τα υπόλοιπα Πανεπιστήμια. Ενδεικτικά παρουσιάζουμε την κατανομή των Ελλήνων φοιτητών στις σχολές Ιατρική, Νομική και Φιλοσοφία ανά Πανεπιστήμιο:
Ιατρική Νομική Φιλοσοφία
Μόναχο 129 78 Βερολίνο Λιψία 27 Γοττίγγη 19 Χάλλε 16 Φράιμπουργκ 15 Χαϊδελβέργη 15 Ερλάγκεν 11 Ιένα 9 Βίρτσμπουργκ 3 3 Κίελο Βόννη 2 1 Μάρμπουργκ
Μόναχο 100 84 Βερολίνο Χαϊδελβέργη 48 36 Λιψία 25 Γοττίγγη Χάλλε 16 Τυβίγη 10 Βόννη 8 7 Ιένα Φράιμπουργκ 2 Ερλάγκεν 1
Μόναχο 117 Βερολίνο 76 Τυβίγη 32 Λειψία 28 22 Γοττίγγη 11 Ιένα Χάλλε 10 Ερλάγκεν 6 3 Φράιμπουργκ 2 Χαϊδελβέργη Μάρμπουργκ 1
Ενώ η Λιψία στο σύνολο των σπουδαζόντων σε όλα τα γερμανικά Πανεπιστήμια κατέχει την τρίτη θέση, αντίθετα στις σχολές της Νομικής και Φιλοσοφίας —όπως φαίνεται στον παραπάνω πίνακα— βρίσκεται στην 4η θέση. Ένας λόγος είναι π.χ. ότι η Χαϊδελβέργη ήταν το κέντρο των νομικών σπουδών στην Γερμανία και συγκέντρωνε φοιτητές απ' όλο τον κόσμο. Επίσης υπάρ-
υπάρχουν σχολές που είχαν αποκτήσει φήμη στις περισσότερες περιπτώσεις λόγ γνωστών επιφανών καθηγητών, όπως του παιδαγωγού Rein στο Πανεπιστήμιο της Ιένας η των μεγάλων μαθηματικών David Hilbert (1862-1943) στο Πανεπιστήμιο της Γοττίγγης, Felix Klein (1849-1925) στο Ερλάγκεν και Karl Weierstass (1815-1897) στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου. Έτσι συναντάμε και τους 6 Έλληνες φοιτητές που σπουδάζουν Παιδαγωγικά στο Πανεπιστήμιο της Ιένας και από τους 12 συνολικά φοιτητές Μαθηματικών 5 βρίσκουμε στο Βερολίνο, Γοττίγγη και Ερλάγκεν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα σε αυτή την περίπτωση είναι ο μετέπειτα υφηγητής των Μαθηματικών στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και καθηγητής στο Αρσάκειο, Αθανάσιος Καραγιαννίδης, που ήταν εγγεγραμμένος στο Μαθηματικό του Ερλάγκεν για ένα εξάμηνο, στη Γοττίγγη για ένα χρόνο και στη συνέχεια στο Βερολίνο για δύο χρόνια. Ένα άλλο βασικό στοιχείο είναι οι μετακινήσεις Ελλήνων φοιτητών από Πανεπιστήμιο σε Πανεπιστήμιο. Οι αναλύσεις μας έδειξαν ότι το 10% περίπου μετακινείται από η προς ένα από τα τρία μεγάλα γερμανικά Πανεπιστήμια. Ένα μικρό ποσοστό της τάξεως του 6% του συνόλου των Ελλήνων φοιτητών μεταγράφεται σε άλλη σχολή. Από τους 80 περίπου φοιτητές που αλλάζουν σχολή οι 75 μετακινούνται από η προς τη Φιλοσοφική. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι από αυτούς οι 26 φοιτούν και στη Φιλολογία, οι 23 και στη Νομική, και οι 14 και στη Θεολογία. Ελάχιστοι γράφτηκαν εκτός της Φιλοσοφικής και στην Ιατρική, Αρχαιολογία και στο Διοικητικό. Μοναδική χαρακτηριστική περίπτωση μεταγραφής από την Ιατρική στη Νομική υπήρξε ο μετέπειτα καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Περικλής Μπιζουκίδης, που παρακολούθησε στην Ιένα ιατρικές σπουδές και στη συνέχεια μετεγράφη στα Πανεπιστήμια του Μονάχου και Βερολίνου στη Νομική σχολή. Ένα τελευταίο στοιχείο που θα θέλαμε να αναφέρουμε είναι ότι ο χρόνος φοίτησης ήταν 3 εξάμηνα, κατά μέσο όρο, δηλαδή 1,5 έτος περίπου. Τα στοιχεία που έχουν συλλεχθεί και επεξεργαστεί κατά την διενέργεια αυτής της έρευνας είναι φυσικά πολύ περισσότερα από αυτά που παραθέσαμε σε αυτήν την ομιλία. Στο μέλλον θα δοθεί η ευκαιρία να παρουσιαστεί αυτή η μελέτη με το σύνολο των στοιχείων και των συμπερασμάτων της.
Η ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ ΣΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΠΟΥΔΩΝ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ
ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΚΑΡΑΜΑΝΩΛΑΚΗΣ
...να παρασκευάση διά τούτου του τρόπου ιστοριοδίφας
ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΛΑΜΠΡΟΣ
Στις 3 Οκτωβρίου 1880 τη συνέλευση των καθηγητών της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών απασχολεί το αίτημα του υφηγητή της Γενικής Ιστορίας Σπυρίδωνα Λάμπρου 1 να προταθεί από τη Σχολή στο Υπουργείο Παιδείας ο διορισμός του ως τακτικού καθηγητή της 2 . Στη σχετική συζήτηση ο γηραιός καθηγητής του μαθήματος της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος εκφράζει τις επιφυλάξεις του για την ετοιμότητα του νεαρού διδάσκοντα: «Καλός και ικανός [...] αλλά εσκόρπισε τον νουν του εις πολλά μαθήματα». Και πράγματι ο Λάμπρος, σε μια εποχή κρίσης του θεσμού της υφηγεσίας διδάσκει με εξαιρετική συνέπεια δύο και τρία μαθήματα εβδομαδιαίως: Αρχαία Ελληνική Ιστορία, Ιστορία των πηγών και για πρώτη φορά ιστορικές ασκήσεις. Διδάσκει ακόμη με τη σύμφωνη γνώμη της Σχολής, και ύστερα από απαίτηση των φοιτητών, όπως υποστηρίζει ο ίδιος 3, ασκήσεις Επιγραφικής και «Γραφογνωσίας» (Παλαιογραφίας) εκτός της ύλης του Φιλολογικού Φροντιστηρίου4. Στις ασκήσεις χρησιμοποιεί υλικό προς τεκμηρίωση από το σύνολο της ελληνικής γραμματείας, σε αντίθεση με τον αρχαιοκεντρισμό του Φιλολογικού Φροντιστηρίου. Η σύγκριση είναι αναπόφευκτη με τον
1. Για τη συμβολή του Λάμπρου στη συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης στην Ελλάδα βλ. την πρόσφατη διδακτορική διατριβή της Έφης Γαζή, Spyridon Lambros (18511919): «Scientific» History in national perspective in nineteenth-century Greece, Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο της Φλωρεντίας, 1996. 2. Πρακτικά Συνεδριάσεων της Φιλοσοφικής Σχολής από 13 Σεπτεμβρίου 1876 - 30 Απριλίου 1881, Συνεδρίαση 3ης Οκτωβρίου 1879, σ. 262. 3. Ό.π., Συνεδρίαση 29ης Οκτωβρίου 1879, σ. 173. 4. Το Φιλολογικό Φροντιστήριο είναι το πρώτο και μόνο μέχρι το 1886 φροντιστήριο του Πανεπιστημίου. Η σύστασή του ανάγεται στο 1842 και στόχευε στην εξάσκηση των φοιτητών στην αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα. Τα επόμενα χρόνια στο πρόγραμμά του προστίθενται οι αρχαιολογικές και στο τέλος της δεκαετίας του 1870 οι παιδαγωγικές ασκήσεις. Παραμένει, όμως, προσανατολισμένο στην κλασική φιλολογία και τη διδασκαλία της στη μέση εκπαίδευση.
συγγραφέα της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους, ο οποίος τα σαράντα χρόνια παρουσίας του στη Σχολή διδάσκει σχεδόν αποκλειστικά το ομώνυμο τρίωρο μάθημα. Η απάντηση της Σχολής στο αίτημα του υφηγητή της παραπέμπεται στις καλένδες. Εκείνος συνεχίζει την πολυπράγμονα και συνεπή διδακτική του δράση, σημαντικό μέρος της οποίας καταλαμβάνουν οι ασκήσεις. Το 1886 εκλέγεται καθηγητής της Αρχαίας Γενικής Ιστορίας στη Φιλοσοφική Σχολή, συνεχίζοντας με την ίδια ένταση τις πολυπληθείς δραστηριότητές του. Δύο χρόνια αργότερα, το 1888, η φροντιστηριακή διδασκαλία στην Ιστορία αποκτά θεσμική υπόσταση. Με βασιλικό διάταγμα 6 προστίθενται οι ιστορικές ασκήσεις στο πρόγραμμα του Φιλολογικού Φροντιστηρίου. Σκοπός τους είναι η εκγύμναση των φοιτητών στη χρήση των πηγών και η προετοιμασία τους για τη διδασκαλία της Ιστορίας στη μέση εκπαίδευση. Ειδικότερα για τους πρωτοετείς και δευτεροετείς φοιτητές προβλέπεται η εκμάθηση της Επιγραφικής και Παλαιογραφίας και οι ασκήσεις σε διάφορα συστήματα χρονολόγησης. Οι φοιτητές των άλλων ετών εξασκούνται στην έρευνα ειδικών ιστορικών ζητημάτων από τις πηγές και στην εκμάθηση της μεθόδου της διδασκαλίας της Ιστορίας. Η στοχοθεσία του διατάγματος προσεγγίζει τη φιλοσοφία της διδασκαλίας του Λάμπρου. Οι ιστορικές ασκήσεις είναι υποχρεωτικές για όλους τους φοιτητές του Φιλολογικού Τμήματος, όμως το συγκεκριμένο μέτρο δεν συμφωνεί με τα ειωθότα στο ευρωπαϊκό παράλληλο, όπου τα φροντιστήρια παρακολουθεί ένας στενός κύκλος φοιτητών της απόλυτης επιλογής του διδάσκοντος. Διδάσκων ορίζεται ο αρχαιότερος καθηγητής Ιστορίας. Ο διευθυντής του Φροντιστηρίου αμείβεται με ειδικό επιμίσθιο, ενώ υποχρεούται να συντάσσει ετήσιο απολογισμό των φροντιστηριακών μαθημάτων του προς τον Πρύτανη. Το μέτρο τηρείται σποραδικά. Από όσους απολογισμούς δημοσιεύονται στις πρυτανικές λογοδοσίες, αντλούμε κυρίως τα στοιχεία για τη διδασκαλία στα φροντιστήρια. Η νομοθετική ρύθμιση ενεργοποιείται το 1892, τέσσερα χρόνια μετά τη θέσπισή της, και συμπίπτει με το θάνατο του Παπαρρηγόπουλου, του αρχαιότερου μέχρι τότε καθηγητή. Στην απροθυμία του Παπαρρηγόπουλου να διδάξει σε φροντιστήριο οφείλεται ενδεχομένως και η προαναφερθείσα καθυστέρηση. Πάντως, το 1892 αρχίζει, ως αρχαιότερος καθηγητής, τη διδασκαλία ιστορικών ασκήσεων στο Φιλολογικό Φροντιστήριο ο Σπ. Λάμπρος, με τον τίτλο «Ιστορικαί ασκήσεις εν τω Φροντιστηρίω». Το ίδιο έτος νομοθετείται νέος κανονισμός λειτουργίας του Φιλολογικού Φροντιστηρίου6. Συγχωνεύονται σε αυτό
5. Νόμοι και διατάγματα περί του Εθνικού Πανεπιστημίου (από τον έτους 18861895) εκδιδόμενα επί της πρυτανείας Αν. Διομήδους Κυριακού, Αθήνα 1896, σ. 70-72. 6. Νόμοι και Διατάγματα ..., ό.π., Κανονιστικό» Περί κανονισμού του εν τω Εθνικώ Πανεπιστήμιω φιλολογικού φροντιστηρίου, 21.3.1895, σ. 57-65.
το Φιλοσοφικό, Ιστορικό και Γλωσσολογικό Φροντιστήριο, ενώ προβλέπεται και η ίδρυση και ενσωμάτωση Παιδαγωγικού. Στην πραγματικότητα τα επόμενα χρόνια το Ιστορικό Φροντιστήριο θα αυτονομηθεί πλήρως και οι τρεις καθηγητές Ιστορίας της Φιλοσοφικής Σχολής θα εμφανισθούν ως διευθυντές στα δικά τους φροντιστήρια. Το χειμερινό εξάμηνο 1895-1896 θα προσφέρει «Ασκήσεις εν τω ιστορικώ φροντιστηρίω» ο Παύλος Καρολίδης, διάδοχος του Παπαρρηγόπουλου στην έδρα της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους, ενώ το επόμενο χειμερινό εξάμηνο θα εγκαινιάσει τη φροντιστηριακή διδασκαλία του και ο τρίτος καθηγητής Ιστορίας, στην έδρα των Μέσων και Νεωτέρων Χρόνων, ο Δημήτριος Πατσόπουλος. Εκτός από τον Λάμπρο, κανένας από τους άλλους δύο διδάσκοντες δεν ασχολείται με πρωτότυπη αρχειακή εργασία. Ο Παύλος Καρολίδης διδάσκει μία η δύο ώρες την εβδομάδα, με ακροατήριο τριτοετείς και τεταρτοετείς φοιτητές. Κύριο αντικείμενο του Φροντιστηρίου του, το οποίο χαρακτηρίζει ως «Ιστορικοφιλολογικόν», είναι η μελέτη των πηγών της Αρχαίας Ελληνικής και Βυζαντινής Ιστορίας. Στη διάρκεια του ακαδημαϊκού έτους 1894-1895 ασχολείται με μεμονωμένα προβλήματα της θέσης του ελληνισμού στη διαχρονία, όπως το νοτιοσλαβικό, η κουτσοβλαχική εθνότητα, η παρουσία των Ελλήνων στην Ιλλυρική χερσόνησο. Διδάσκει μέθοδο διδασκαλίας Βυζαντινής Ιστορίας, ενώ εστιάζει το ενδιαφέρον του σε ζητήματα μεθοδολογίας και θεωρίας της Ιστορίας, με αιχμή το έργο του Ηροδότου και του Θουκυδίδη. Ο Καρολίδης θα ασχοληθεί με μεθοδολογικά και θεωρητικά ζητήματα της Ιστορίας, σε αντίθεση με τον Λάμπρο, που θα αφιερωθεί στην «τεχνολογία» της ιστορικής επιστήμης. Όταν από τα πρώτα χρόνια της κοινής παρουσίας τους στο Πανεπιστήμιο θα συγκρουστούν, συμπλέκοντας υπαρκτές σημαντικές επιστημονικές διαφωνίες και επαγγελματικές στοχεύσεις 7, ο πρώτος θα διακηρύξει την πίστη του στη Φιλοσοφία της Ιστορίας και στην άρρηκτη σύνδεση Ιστορίας-Φιλοσοφίας, ενώ ο δεύτερος θα διεκδικήσει μια επιστημονική Ιστορία βασισμένη σε τεκμήρια. Ο Δημήτριος Πατσόπουλος, σύμφωνα με το μοναδικό του απολογισμό που συμπεριλαμβάνεται στην πρυτανική λογοδοσία του 1898-99, έχει αναλάβει τη διδασκαλία των πρωτοετών και δευτεροετών φοιτητών. Παρά όμως τις σχετικές προβλέψεις του κανονισμού, το Φροντιστήριο περιορίζεται, λόγω των γνωστικών ελλείψεων των φοιτητών κατά το διδάσκοντα, στη συζήτηση και την
7. Βλ. την εισήγηση του Λάμπρου στη συνεδρίαση της 17ης Απριλίου 1892 στα Πρακτικά Συνεδριάσεων της Φιλοσοφικής Σχολής από 5 Μαΐου 1881 - 10 Σεπτεμβρίου 1885, και Παύλου Καρολίδη, Διαμαρτυρία προς τον κοσμήτορα της Φιλοσοφικής Σχολής Κύριον Κυπάρισσον Στεφάνου εναντίον Σπυρίδωνος Π. Λάμπρου καθηγητού, Αθήνα 1892, σ. 7-8. Για τη σύγκρουση των δυο ιστορικών βλ. και Έφη Γαζή, ό.π., σ. 113-118.
επίλυση αποριών αναφορικά με θέματα μέσης και νεότερης ευρωπαϊκής Ιστορίας, που έχει αναπτύξει ο ίδιος στο μάθημά του. Το ελάχιστο ενδιαφέρον που επιδεικνύει ο Πατσόπουλος για τη φροντιστηριακή διδασκαλία, δίκαια, νομίζω, μας αποκαλύπτει μία διαφορετική πραγματικότητα, εκείνη της υιοθέτησης ενός μέτρου, λόγω οικονομικών ωφελειών. Ο Λάμπρος συνεχίζει και ως καθηγητής την εργασία του με πρωτότυπο αρχειακό υλικό. Το ακροατήριο του αποτελείται από τριτοετείς και τεταρτοετείς φοιτητές της Φιλοσοφικής Σχολής, ενώ μνημονεύεται, όπως και στο Φροντιστήριο του Καρολίδη, η μεμονωμένη παρουσία μικρού αριθμού φοιτητών της Θεολογικής. Διδάσκει ασκήσεις συστηματικής χρονολόγησης, μελέτη μεσαιωνικών επιγραφών και χαραγμάτων, ανάγνωση και ερμηνεία χειρογράφων, σύνταξη καταλόγου κωδίκων από μοναστηριακές, σχολικές και άλλες βιβλιοθήκες της Αθήνας, εκτός της Εθνικής, προετοιμασία πηγών προς έκδοση. Εργάζεται για τη σύνταξη βιβλιογραφίας του 1821 από τους φοιτητές, με τη χρήση ειδικών εντύπων δελτίων. Παράλληλα με την άσκηση των φοιτητών στη χρήση και αξιοποίηση του αρχειακού υλικού, στο Φροντιστήριο παραδίδεται και υποδειγματική διδασκαλία της Ελληνικής Ιστορίας στο Ελληνικό Σχολείο και Γυμνάσιο. Για πρώτη φορά καθηγητής Ιστορίας, πραγματοποιεί διδασκαλία εκτός Πανεπιστημίου: «Σύνταξις καταλόγων των χειρογράφων των εν Αθήναις βιβλιοθηκών φροντιστηριακώς» και «Χρονολογικαι ασκήσεις εν τω φροντιστηρίω και αρχειακαί μελέται εν τω αρχείω της Ιστορικής και Εθνολογικής Ε τ α ι ρείας». Για τις ανάγκες των φοιτητών του τυπώνονται λιθογραφημένα αντίτυπα ασκήσεων. Δημιουργεί ακόμη ειδική βιβλιοθήκη για το Φροντιστήριο. Περιλαμβάνει βιβλία, ξενόγλωσσα περιοδικά και χάρτες. Χρησιμοποιεί ακόμη για πρώτη φορά σε διδασκαλία στο Πανεπιστήμιο φωτογραφημένα χειρόγραφα και κώδικες, από ξένες βιβλιοθήκες και αρχεία. Ο ίδιος άλλωστε εισάγει και στο ακαδημαϊκό μάθημα σημαντικές διδακτικές καινοτομίες, όπως τη χρήση χαρτών και φωτεινών διαφανειών. Τη γενικότερη πίστη του στην εξέλιξη της τεχνολογίας και τη βοήθεια που αυτή προσφέρει στην ιστορική έρευνα, θα εκφράσει ο Λάμπρος και από το πλέον επίσημο βήμα, εκείνο του πρύτανη, το 1905 8 . Στη φροντιστηριακή διδασκαλία αφιερώνει κι ένα σημαντικό μέρος του κεφαλαίου του για την ιστορική διδασκαλία στο ανέκδοτο έργο του «Αι ιστορικαί μελέται εν Ελλάδι κατά τον πρώτον αιώνα της Παλιγγενεσίας μετά προεισαγωγής περί των Ελληνικών ιστορημάτων επί τουρκοκρατίας» (Αρχείο Σπυρίδωνα Λάμπρου, Ιστορικό Σπουδαστήριο του Τμήματος Αρχαιολογίας και Ιστορίας της Φιλοσοφικής Σχολής Αθήνας). Εκεί αναφέρεται και στη σημασία
8. Σπ. Λάμπρος, Νέοι ορίζοντες εν τη ιστορική ερεύνη. Λόγος απαγγελθείς εν τω Εθνικώ Πανεπιστημίω την 15η Ιανουαρίου 1905 υπό Σπ. Λάμπρου αναλαμβάνοντος επισήμως την Πρυτανείαν του ακαδημαϊκού έτους 1904-5, Αθήνα 1905, σ. 25.
των πανεπιστημιακών εκδρομών, στη διοργάνωση των οποίων πρωτοστατεί. Οι φοιτητές επισκέπτονται τόπους αρχαιολογικού και ιστορικού ενδιαφέροντος με συμμετοχή και καθηγητών, ώστε η διδασκαλία να εμπλουτίζεται από την αυτοψία. Οι εκδρομές αυτές θα πολλαπλασιασθούν ιδιαίτερα την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα, με τη συμμετοχή των πρυτανικών αρχών, των τριών καθηγητών Ιστορίας αλλά και συναδέλφων συναφών κλάδων. Σε απολογιστικό κείμενο του προς τον πρύτανη, ο εισηγητής της φροντιστηριακής διδασκαλίας στην Ιστορία αναφέρεται με υπερηφάνεια στον κύκλο των μαθητών του, με τους οποίους συνεργάστηκε σε σημαντικές ιστορικές εργασίες, εκκινώντας από το Φροντιστήριο (έκδοση καταλόγων αγιορείτικων χειρογράφων, σύνταξη καταλόγου των χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης κ.ά.) 9 . Η σύνδεση του Λάμπρου με τους φοιτητές του, ο τρόπος οργάνωσης του Φροντιστηρίου, η χρήση αρχειακού υλικού, παραπέμπουν στον θεσμό του ιστορικού φροντιστηρίου, όπως διαμορφώθηκε στη Γερμανία και στη Γαλλία. Η διδασκαλία του Λάμπρου βρίσκεται πολύ πιο κοντά στο ευρωπαϊκό παράλληλο από εκείνη των άλλων δύο διδασκόντων. Η γνώση και η προσήλωσή του σε αυτό το πρότυπο συνδέεται με τις τριετείς μεταπτυχιακές σπουδές του στη Γερμανία, τις πλέον ολοκληρωμένες συγκριτικά με τους δύο άλλους διδάσκοντες. Η δ η το 1878 με τον εισιτήριο λόγο που εκφωνεί ως υφηγητής επαινεί τις μελέτες που προκύπτουν από τη συλλογή και επεξεργασία των πηγών και την αυτοψία, ενώ αναφέρεται στους μεγάλους Γερμανούς ιστορικούς, όπως τους Boeckh, Ritter, Niebuhr, Grotte, Droysen, Curtius, θυμίζοντας και τις σχέσεις μαθητείας που τον συνδέουν με τους δύο τελευταίους 10. Η τόσο γρήγορη επικράτηση της φροντιστηριακής διδασκαλίας με τις ποικίλες εκφάνσεις της, δεν αποτελεί ένα ιδιαίτερο φαινόμενο στην Ιστορία, παρά μόνο μια γενικότερη εξέλιξη του τέλους του 19ου αιώνα στο πανεπιστημιακό πρόγραμμα σπουδών: την εκτεταμένη εισαγωγή της φροντιστηριακής και εργαστηριακής διδασκαλίας. Από το ένα και μοναδικό Φροντιστήριο, το Φιλολογικό, που θεσμοθετείται λίγα χρόνια μετά την ίδρυση του Πανεπιστημίου, τις δυο τελευταίες δεκαετίες του αιώνα δημοσιεύονται κανονισμοί πλήθους φροντιστηρίων και εργαστηρίων στη Φιλοσοφική και στην Ιατρική 11 , ενώ στο πρόγραμμα
9. Εθνικόν Πανεπιστήμιον. Τα κατά την Πρυτανείαν Αλκιβιάδου Κρασσά Τακτικού καθηγητού του Ρωμαϊκού Δικαίου Πρυτανεύσαντος κατά το ακαδημαϊκόν έτος 1899-1900, Αθήνα 1901, σ. 115-123. 10. «Εισιτήριος εις το μάθημα της ελληνικής ιστορίας», στο Σπ. Λάμπρος, Λόγοι και άρθρα, Αθήνα 1902, σ. 147-173. 11. Βλ. τους κανονισμούς των φροντιστηρίων και των εργαστηρίων στις συναγωγές νόμων του Πανεπιστημίου Νόμοι και διατάγματα ..., ό.π., και Νόμοι και διατάγματα περί του Εθνικού Πανεπιστημίου (από του έτους 1895-1900) εκδιδόμενα επί της πρυτανείας Κ Μητσοπούλου, Αθήνα 1901.
της Θεολογικής και Νομικής Σχολής περιλαμβάνονται, χωρίς όμως θεσμική υπόσταση, φροντιστήρια. Το 1888 εκτός από τον κανονισμό του Ιστορικού Φροντιστηρίου δημοσιεύονται και εκείνοι του Φιλοσοφικού και του Μαθηματικού Φροντιστηρίου και του Ανατομικού Εργαστηρίου. Τα επόμενα χρόνια, μέχρι το τέλος του αιώνα, τα παραρτήματα και τα φροντιστήρια πυκνώνουν: Φροντιστήριο Μικροβιολογίας και Πειραματικής Παθολογίας (1889), Παθολογικό Ανατομείο (1889), Γλωσσολογικό Φροντιστήριο (1892), Εργαστήριο Πειραματικής Φυσικής (1894), Βοτανικό Εργαστήριο (1894), Φροντιστήριο Ζωολογίας στο Φυσιολογικό Μουσείο (1895), Φροντιστήριο στο Ορυκτολογικό και Γεωλογικό Μουσείο (1895), Ακαδημαϊκό Γυμναστήριο (1899), Παιδαγωγικό Φροντιστήριο (1899), Εγχειρητικό Φροντιστήριο (1900), Εργαστήριο Υγιεινής και Μικροβιολογίας (1900) και Φαρμακευτικό Χημείο (1900). Το 1895, εικοσιοκτώ καθηγητές όλων των σχολών (περίπου το 1 / 2 του διδακτικού προσωπικού) αμείβονται για φροντιστηριακή διδασκαλία 12. Οι περισσότεροι έχουν εκλεγεί στην πανεπιστημιακή τους έδρα μετά το 1882. Αναφέρω ενδεικτικά, εκτός από τους καθηγητές Ιστορίας, τους Νικόλαο Πολίτη, Γεώργιο Χατζιδάκη, Ιωάννη Χατζιδάκη, Αντώνιο Μηλιαράκη, Εμμανουήλ Ζολώτα και Αναστάσιο Δαμβέργη. Πρόκειται για σημαντικές προσωπικότητες της ελληνικής πνευματικής ζωής, με σπουδές στην Ευρώπη, και κυρίως στη Γερμανία τη δεκαετία 1870-1880. Κατά τη διάρκεια των σπουδών τους έχουν έλθει σε επαφή με τα ρεύματα της σύγχρονης επιστημονικής σκέψης και με το θεσμό της φροντιστηριακής διδασκαλίας, ο οποίος στο πλαίσιο του θετικισμού, γνωρίζει μια σημαντικότατη διάδοση. Μετά την επιστροφή τους στην Ελλάδα, μαζί με καθηγητές όπως ο Αναστάσιος Χρηστομάνος, που ήδη από το 1863 έχει συστήσει άτυπα το πρώτο Χημείο 13 , πρωτοστατούν στην καθιέρωση της φροντιστηριακής και εργαστηριακής διδασκαλίας, ενώ συγχρόνως διεκδικούν την γενικότερη αναδιάταξη του προγράμματος σπουδών. Στις δύο τελευταίες δεκαετίες του αιώνα μια σειρά από νομοθετικές ρυθμίσεις, που στην πλειοψηφία τους συνάδουν με τα αιτούμενα της νέας γενιάς καθηγητών που στελεχώνουν το Πανεπιστήμιο τη δεκαετία αυτή, μεταβάλλουν
12. «Περί επιμισθίων των εν Φροντιστηρίοις διδασκόντων Καθηγητών του Εθνικού Πανεπιστημίου» στο Νόμοι και διατάγματα ..., 1896, ό.π., σ. 4-5. 13. Βλ. Πρυτανεία Α. Κ. Χρηστομάνου, Λόγοι και Ευθύναι Αναστασίου Κ. Χρηστομάνου καθηγητού της Χημείας Πρυτάνεως του Εθνικού Πανεπιστημίου κατά το ακαδημαϊκόν έτος 1896-1897 παραδίδοντος την Πρυτανείαν εις τον διάδοχον αυτού Σπυρίδωνα Μαγ ναν καθηγητήν της Χειρουργικής Πρύτανιν του Εθνικού Πανεπιστημίου κατά το ακαιδημαϊκόν έτος 1897-1898, Αθήνα 1898, σ. 118-119, όπου ο Χρηστομάνος δεν περιορίζεται στην υποστήριξη του θεσμού αλλά αναφέρεται και στις διαφοροποιήσεις ανάμεσα στους εκπροσώπους των θετικών και θεωρητικών επιστημών, με σαφώς υποτιμητικό λόγο προς τους δεύτερους.
τους προσανατολισμούς της ανώτατης εκπαίδευσης 14 . Σημαντικότερη θεσμικά τροποποίηση είναι η κατάργηση του διορισμού των καθηγητών από την εκτελεστική εξουσία και η συμμετοχή της οικείας σχολής στην εκλογή τους 15 . Επιβάλλονται τα δίδακτρα, έστω και εάν μετά από λίγα χρόνια καταργούνται 16 . Συντελείται ακόμη μια ποσοτική και ποιοτική αναβάθμιση του προγράμματος, την ώρα που ο φοιτητικός πληθυσμός συνεχώς αυξάνει: το ωρολόγιο πρόγραμμα διευρύνεται, θεσμοθετούνται νέες έδρες διδασκαλίες, εκλέγονται καθηγητές που τις στελεχώνουν, αυξάνουν οι ώρες διδασκαλίας και εισάγονται νέα γνωστικά αντικείμενα και θεματικές. Προσπάθειες γίνονται και για την ορθολογικοποίηση και την εφαρμογή του προγράμματος στην κατεύθυνση της αυτονόμησης και της εξειδίκευσης. Νομοθετούνται μηχανισμοί ελέγχου της παρουσίας των διδασκόντων. Καθορίζεται ο αριθμός των εδρών, ο οποίος μέχρι τότε προέκυπτε από το σχετικό ποσό που διέθετε το Υπουργείο Παιδείας στον ετήσιο προϋπολογισμό του, ενώ η απόπειρα να καθοριστούν και τα γνωστικά τους αντικείμενα αποτυγχάνει 17 . Τέλος, αναδιοργανώνονται οι εξετάσεις των φοιτητών με στόχο τον πληρέστερο έλεγχο των γνώσεων που αποκτούν κατά τη διάρκεια της φοίτησής τους 18 . Οι ρυθμίσεις αυτές στην πλειοψηφία τους προέρχονται από τους υπουργούς Παιδείας τρικουπικών κυβερνήσεων της περιόδου. Σημειώνω ενδεικτικά ότι τα πρώτα οκτώ φροντιστήρια, ιδρύονται την τριετία 18861889 (υπουργοί Παιδείας Π. Μανέτας - Γ. Ν. Θεοτόκης), ενώ ο θεσμός στηρίζεται με δύο άλλα μέτρα της τριετίας αυτής, την αμοιβή με επιμίσθια όλων
14. Για τις αλλαγές στο πανεπιστημιακό πρόγραμμα σπουδών εκτός από τα σχετικά νομοθετήματα στις συναγωγές των νόμων βλ. και Κώστας Παπαπάνος, Χρονικό-Ιστορία της Ανώτατης μας Εκπαιδεύσεως, Αθήνα 1970, σ. 104-130 για την περίοδο 1864-1911. 15. Για το διδακτικό προσωπικό του Πανεπιστημίου βλ. Κώστας Λάππας, «Το διδακτικό προσωπικό του Πανεπιστημίου Αθηνών τον ΙΘ' αιώνα», Πανεπιστήμιο: ιδεολογία και Παιδεία. Ιστορική διάσταση και Προοπτικές. Αθήνα 21-25 Σεπτεμβρίου 1987, τ. Α' ΙΑΕΝ 19, Αθήνα 1989, σ. 137-147. 16. Βλ. Κ. Λάππας, «Το ζήτημα των διδάκτρων στο Πανεπιστήμιο Αθηνών κατά το 19ο αιώνα», Προσεγγίσεις στις νοοτροπίες των βαλκανικών λαών, 15ος-20ός αι. Οικονομικές αντιλήψεις και συμπεριφορές, Αθήνα 1988, σ. 131-152. 17. Πρόκειται για την μεταρρυθμιστική προσπάθεια της κυβέρνησης Τρικούπη το 1893, η οποία όμως αντικαθίσταται από την επόμενη κυβέρνηση με τον επανακαθορισμό απλώς του αριθμού των διδασκόντων βλ. Νόμοι και Διατάγματα..., 1896, ό.π., σ. 1-5 και
21-22.
18. Στην περίπτωση της ιστορίας εισάγονται νέα γνωστικά αντικείμενα (Ιστορική Γεωγραφία, Ιστορία του πολιτισμού), αλλά και νέες ιστορικές περίοδοι (Φραγκοκρατία, Επανάσταση του 1821) ενσωματώνονται η αυτονομούνται στο ωρολόγιο πρόγραμμα. Σε αντίθεση με τους πρώτους καθηγητές Ιστορίας, στο τέλος του αιώνα οι έδρες αποκτούν χαρακτήρα δεσμευτικό για το διδάσκοντα. Ο Σπ. Λάμπρος π.χ. λόγω της έδρας που κατέχει (Αρχαίων Λαών), διδάσκει μόνο Αρχαία Ιστορία και ποτέ Βυζαντινή η Νεότερη παρά μόνο στα φροντιστήρια.
των καθηγητών που διδάσκουν σε φροντιστήρια και την υποχρεωτική συμμετοχή των φοιτητών στα φροντιστήρια. Η εκτεταμένη εισαγωγή της φροντιστηριακής και εργαστηριακής διδασκαλίας στο τέλος του 19ου αι. προσδίδει νέους προσανατολισμούς στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Παράλληλα με την ακαδημαϊκή διδασκαλία, που δεν παύει να κυριαρχεί στο πρόγραμμα σπουδών, τα φροντιστήρια και τα εργαστήρια δημιουργούν μια νέα δυναμική. Ακόμα και στις περιπτώσεις των καθηγητών εκείνων, για τους οποίους η φροντιστηριακή διδασκαλία μεταφράζεται σε επιπλέον πηγή εσόδων, η ίδια η οργάνωση και φιλοσοφία των φροντιστηρίων συγκροτεί μια σημαντική τομή, στο χώρο, στο χρόνο και τους συμμετέχοντες στη διδακτική πράξη. Η έννοια της φοίτησης διαφοροποιείται. Από την απόλυτη σχεδόν ελευθερία επιλογής μαθημάτων, χαρακτηριστικό των φοιτητικών σπουδών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών τα πρώτα χρόνια λειτουργίας του, δημιουργείται τώρα ένας κύκλος φροντιστηρίων και εργαστηρίων υποχρεωτικών στην παρακολούθηση. Οι σχέσεις φοιτητών-διδάσκοντος μεταβάλλονται: η έννοια της μαθητείας εμπλουτίζεται, αποκτά προσωπική χροιά, ξεφεύγει συχνά από τα στενά πλαίσια της αίθουσας, μεταφέρεται σε εξωπανεπιστημιακές ενασχολήσεις. Η διδακτική πράξη διαφοροποιείται: δίπλα στο χρόνο της συνεχούς αφήγησης η ανάγνωσης, εμφανίζεται τώρα εντονότερα ο διακεκομμένος χρόνος της ερωταπάντησης, δίπλα στη λεκτική δραματοποίηση, η αυτοψία και το πείραμα. Η γνώση εξειδικεύεται: δίπλα στα σχολικά βιβλία και στα γενικά συγγράμματα που οι περισσότεροι καθηγητές διαβάζουν στις ακαδημαϊκές παραδόσεις, διανέμονται τα ειδικά εγχειρίδια και οι πολυγραφημένες ασκήσεις, τις οποίες καλούνται να λύσουν οι φοιτητές. Ο χώρος αλλάζει: δίπλα στα ανοικτά αμφιθέατρα, η πραγματικότητα του εργαστηρίου, της κλειστής αίθουσας. Μια νέα παιδαγωγική πειθαρχία δημιουργείται, όπου η δυνατότητα της επιλογής και οργάνωσης της προσφερόμενης γνώσης περιορίζεται μαζί με την ελευθερία διαχείρισης του χρόνου του φοιτητή. Οδηγούμαστε σταδιακά στην έννοια της φοίτησης ως συμμετοχής σε κλειστά σχήματα επιστημονικής και επαγγελματικής κατάρτισης. Οι εξελίξεις αυτές, θα συναντήσουν την αντίδραση των φοιτητών, σε ένα κατά παράδοση εξαιρετικά φιλελεύθερο και ανεκτικό Πανεπιστήμιο, ώστε το πρόβλημα της συνεπούς παρακολούθησης να αναδειχθεί σε ένα από τα μείζονα προβλήματα των πανεπιστημιακών αρχών. Σε αυτό το πλαίσιο η ίδια η λειτουργία του Πανεπιστημίου αλλάζει. Από «εθνικό διδακτήριο», όπου πολυπληθή ακροατήρια συρρέουν να ακούσουν τις παραδόσεις των καθηγητών 19 , μεταβάλλεται σταδιακά σε φυτώριο νέων επιστη-
19. Βλ. τη μαρτυρία του περιηγητή Henry Μ. Baird, «Modern Greece: A narrative of a Residence and Travels in that Country», Νέα Υόρκη 1856, σ. 80-5 ανθολογημένη
μόνων, σε κλειστό ίδρυμα παροχής υψηλής εξειδικευμένης γνώσης. Προς αυτή την κατεύθυνση, άλλωστε, έχουν συντελέσει τα μέγιστα η λειτουργία του «Παρνασσού» και των άλλων συλλόγων με τις εκλαϊκευτικές διαλέξεις προς το πλατύ κοινό, των οποίων η παρουσία πυκνώνει στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Στην περίπτωση της Ιστορίας, η φροντιστηριακή διδασκαλία θα εμφανιστεί δυναμικά στα προγράμματα σπουδών των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων Ευρώπης και Αμερικής, στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Συνδεδεμένη με τα αιτούμενα του γερμανικού ιστορικισμού θα καθιερωθεί μαζί με την αρχειακή εργασία ως το κατ' εξοχήν στάδιο διαμόρφωσης ενός νέου ιστορικού 20. Στην κλειστή ιεραρχημένη κοινότητα του Ιστορικού Φροντιστηρίου οι σχέσεις μαθητείας θα συνυπάρξουν με τις σχέσεις συναδέλφωσης ανάμεσα στους φοιτητές, σχέσεις αναγνώρισης της κοινής ιδιότητάς τους αλλά και ανταγωνισμού για την επιβράβευση από το διδάσκοντα. Οι πλέον ικανοί θα διακριθούν, πέρα από το χώρο της τάξης, δημόσια με την υπόμνηση του ονόματος τους στους ετήσιους απολογισμούς. Ο δάσκαλος-μύστης θα προσφέρει στους νεαρούς μαθητευόμενους τις απαραίτητες γνώσεις, τις κατάλληλες δεξιότητες και τις εξειδικευμένες τεχνικές. Η επιτυχής κατάκτηση της γνώσης και η έμπρακτη απόδειξή της μέσω της πρωτότυπης εργασίας, θα οδηγήσει σε συμμετοχή στην κοινότητα των επαγγελματιών, στην ιστορική επιστημονική κοινότητα. Εάν όμως στις χώρες της Ευρώπης δημιουργούνται ταυτόχρονα τα δίκτυα των σχολών και των ιδρυμάτων για την Ιστορία και την αρχειακή εργασία, με αποτέλεσμα τη δημιουργία ειδικευμένων θέσεων εργασίας, στην ελληνική κοινωνία, καθώς δεν έχουν διαμορφωθεί οι κατάλληλοι υποδοχείς, οι περισσότεροι από τους μαθητές των φροντιστηρίων θα απορροφηθούν στη μέση εκπαίδευση, συγκροτώντας κύκλους λογίων, που θα στηρίξουν εγχειρήματα όπως εκείνο της συλλογής παροιμιών και παραδόσεων από το Νικόλαο Πολίτη. Θα συντελέσουν όμως και ενεργά στη συγγραφή τοπικών κυρίως ιστοριών τη δεκαετία του 1920, ιστοριών όμως οι οποίες διαθέτουν αρκετές από τις αρετές που διδάχθηκαν δίπλα στο Λάμπρο. Μια μικρή ομάδα θα συνεχίσει το πανεπιστημιακό έργο των διδασκάλων τους (αναφέρω ενδεικτικά: Αδαμάντιος Αδαμαντίου, Φαίδων Κουκουλές, Σωκράτης Κουγέας, Νίκος Βέης, Ιωάννης Καλιτσουνάκης, Δημήτριος Μπαλάνος) η, γενικότερα, θα αναμιχθεί στην πνευματική ζωή (Φίλιππος Γεωρ-
γημένη στο Αλέξης Δημαράς (επιμ.), Η μεταρρύθμιση που δεν έγινε (Τεκμήρια ιστορίας), τ. Β', 1895-1967, Αθήνα 1990, σ. 326. 20. Bonnie G. Smith, «Gender and the Practices of Scientific History: The Seminar and Archival Research in the Nineteenth Century», The American Historical Review, vol. 100, 4 (October 1995) 1150-1176. Βλ. ακόμη Georg G. Iggers, The German Conception of History. The national tradition of historical thought from Herder to the present, revised edition, Wesleyan University Press, Middletown, Connecticut, 1983.
Γεωργαντάς, Δημήτριος Γληνός, Παναγιώτης Αραβαντινός, Ιωάννης Βογιατζίδη Η εξέλιξη προς έναν αυτόνομο θεωρητικά και μεθοδολογικά ιστορικό λόγο, ακόμη κι αν κυριαρχεί στο τέλος του αιώνα, δεν είναι η μόνη. Την ίδια εποχή ο Πατσόπουλος συνεχίζει την παράδοση της διδασκαλίας μεγάλων περιόδων με γενικούς τίτλους και χωρίς συγκεκριμένες τομές και διδάσκει την αξιολογική αποτίμηση του παρελθόντος, βασισμένη στα μεγάλα αφηγήματα και όχι στις πηγές και στην αρχειακή μελέτη. Ας ξαναγυρίσουμε όμως στην αρχή, στον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο. Όταν το 1892 ο Λάμπρος προτείνει, πρόταση που τελικά απορρίπτεται, τη μετατροπή της έδρας της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους σε έδρα μελέτης των πηγών της ελληνικής ιστορίας, έχει κυλήσει ήδη πολύ νερό στ' αυλάκι 21 . Η ιστορία δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως εν δυνάμει έργο όλων των ανθρώπων, όπως την αντιλαμβάνονταν ο εισηγητής της αδιάσπαστης συνέχειας της ιστορίας του ελληνικού έθνους, αλλά μεταβάλλεται σε δυνατότητα ολίγων, επαρκώς εκπαιδευμένων. Κι όμως ο στόχος παραμένει ο ίδιος. Ακόμα και στην πλέον σοβαρή, στα πλαίσια του θετικισμού, απόπειρα φροντιστηριακής διδασκαλίας, εκείνης του Λάμπρου, το ενδιαφέρον εστιάζεται στην ανάδειξη του αρχειακού υλικού, το οποίο θα βοηθούσε καλύτερα την εγκόλπωση των αμφισβητούμενων ακόμη χρονικών περιόδων στο εθνικό αφήγημα. Ό π ω ς υποστηρίζει άλλωστε ο ίδιος, από το πλέον επίσημο πανεπιστημιακό βήμα, εκείνο του πρύτανη, ζητώντας την οικονομική στήριξη των ιστορικών ερευνών, «δεν υπάρχει πράγματι αλληλεγγύη μεγαλειτέρα της μεταξύ του γραφείου του ιστοριογράφου και της σκηνής του στρατοπέδου. Επ' αμφοτέρων μετεωρίζεται μία και η αυτή σημαία, η σημαία της πατρίδος» 22 .
21. Πρακτικά Συνεδριάσεων της Φιλοσοφικής Σχολής, Συνεδρίαση 17 Απριλίου 1892, σ. 190-191. 22. Σπ. Λάμπρος, Νέοι ορίζοντες..., ό.π.,σ. 28.
Εργασία και πολιτική
Πέμπτη 17 Απριλίου 1997 Απογευματινή συνεδρία Πρόεδρος: ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΡΕΜΜΥΔΑΣ
Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΣΤΑ ΦΤΩΧΟΤΕΡΑ ΣΤΡΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΣ (1880-1940)
Σ Κ Ε Ψ Ε Ι Σ ΓΙΑ ΜΙΑ Μ Ι Κ Ρ Ο Ϊ Σ Τ Ο Ρ Ι Α Τ Η Σ Π Α Ι Δ Ι Κ Η Σ Η Λ Ι Κ Ι Α Σ Σ Τ Η Σ Χ Ε Σ Η Τ Η Σ ΜΕ Ι Σ Τ Ο Ρ Ι Κ Ο Υ Σ Χ Ρ Ο Ν Ο Υ Σ
ΜΑΡΙΑ
ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ
Αφετηρία και βάση της ανακοίνωσης αυτής αποτελεί η διδακτορική διατριβή μου, η οποία μελετά την οικονομική λειτουργία των παιδιών των φτωχότερων στρωμάτων στην Αυστρία 1 από τα τέλη του 19ου αιώνα έως και την εποχή του Μεσοπολέμου. Καταρχήν και σύμφωνα με τον τίτλο της ανακοίνωσης θα αναφερθώ στην, τόσο θεματικά όσο και μεθοδολογικά, εν πολλοίς πρωτότυπη, διαφορετική προσέγγιση της ιστορίας της παιδικής ηλικίας που ακολούθησα στην εργασία. Σ τ η συνέχεια και σύμφωνα με το ειδικότερο ενδιαφέρον του Σ υ μ ποσίου θα επικεντρώσω το λόγο μου σε ζητήματα ιστορικού χρόνου.
Στον τίτλο της ανακοίνωσης γίνεται λόγος για μικροϊστορία της παιδικής ηλικίας. Κατά τον ίδιο τρόπο θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για ιστορία της καθημερινής ζωής των παιδιών, για ιστορία της παιδικής ηλικίας από χαμηλά η από κάτω (σε μια προσπάθεια να μεταφράσουμε τον διάσημο πλέον αγγλικό
1. Ο όρος «φτωχότερα στρώματα» δηλώνει την ποικιλία εκείνη των κοινωνικών ομάδων, που συγκροτούσαν τις οικονομικά ασθενέστερες τάξεις στην ύπαιθρο και τα αστικά κέντρα. Τα όρια ανάμεσά τους ήταν διακριτά αλλά συγχρόνως, πολλές φορές, ρευστά. Στα φτωχότερα στρώματα ανήκαν τόσο οι οικογένειες των αγρεργατών, των ακτημόνων χωρικών, των ανειδίκευτων εργατών, των μεροκαματιάρηδων, όσων εργατών εργάζονταν και πληρώνονταν (κατά κανόνα πολύ χαμηλά) κατ' αποκοπή, των ανέργων, όσο και οι οικογένειες των αγροτών που καλλιεργούσαν αποκλειστικά στα πλαίσια μιας οικονομίας αυτοκατανάλωσης, των μικροκτηματιών με κάποιο πλεόνασμα παραγωγής, των καλοπληρωμένων ειδικευμένων εργατών αλλά και των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, όπως ήταν οι περισσότεροι σιδηροδρομικοί υπάλληλοι. (Βλ. Μ. Papathanassiou, Zwischen Arbeit > Spiel und Schule. Die ökonomische Funktion der Kinder ärmerer Schichten in Österreich 1880-1939, München 1999, κεφ. 3. Στη μελέτη η οικονομική λειτουργία των παιδιών εξετάζεται, στο βαθμό που το επιτρέπουν οι πηγές, και κατά κοινωνικές ομάδες. Ο κλασικός διαχωρισμός ανάμεσα σε στρώματα της πόλης και στρώματα της υπαίθρου απασχολεί τη μελέτη και είναι αναμφισβήτητα σημαντικός αλλά δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένος, αφού, όπως θα αναφέρω και παρακάτω στο κυρίως κείμενο, τα όρια ανάμεσα στις οικογενειακές οικονομίες των αστικών κέντρων και σε εκείνες της υπαίθρου ήταν πολλές φορές ρευστά.
όρο history from below η ακόμη τον λιγότερο γνωστό γερμανικό όρο Geschichte von unten 2 ), για μια ιστορική ανθρωπολογία της παιδικής ηλικίας. Μπορεί οι παραπάνω όροι να μην είναι ταυτόσημοι, τα όρια ανάμεσά τους είναι ωστόσο ρευστά αφού όλοι λίγο ως πολύ παραπέμπουν σε μια μικροσκοπική ιστορική ανάλυση, στα πλαίσια της οποίας το παιδί αντιμετωπίζεται και ως ιστορικό υποκείμενο. Η μικροσκοπική ιστορική ανάλυση και η αντιμετώπιση του παιδιού ως ιστορικού υποκειμένου αποτελούν βασικά χαρακτηριστικά της εργασίας μου. Με βάση αυτοβιογραφικά κείμενα προσπάθησα με μικρότερη η μεγαλύτερη επιτυχία να παρουσιάσω και να αναλύσω αφενός τους τρόπους με τους οποίους τα παιδιά συνέβαλλαν στο οικογενειακό εισόδημα αλλά και στην αυτοσυντήρησή τους, αφετέρου τη θέση αυτής της οικονομικής λειτουργίας των παιδιών μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της οικογενειακής, μικροκοινωνικής, σχολικής τους κοινωνικοποίησης. Η διατριβή στηρίχθηκε κυρίως στο Αρχείο Αυτοβιογραφικών Μαρτυριών (Dokumentation lebensgeschichtlicher Aufzeichnungen) του Ινστιτούτου Κοινωνικής και Οικονομικής Ιστορίας του Πανεπιστημίου της Βιέννης. Το αυτοβιογραφικό υλικό το συμπλήρωσα στέλνοντας γραπτές ερωτήσεις σε και παίρνοντας συνεντεύξεις από ορισμένους συγγραφείς, των οποίων τα κείμενα κίνησαν ιδιαίτερα το ενδιαφέρον μου και οι οποίοι ήταν σε θέση και είχαν τη διάθεση να συνεργαστούν. Τα αυτοβιογραφικά κείμενα αποτελούν πολύτιμη, μοναδική θα έλεγα, πηγή για τη συμμετοχή των παιδιών στις αγροτικές και οικιακές εργασίες, για την ηλικιακή, διαφυλική κλπ. κατανομή της εργασίας στα πλαίσια της οικογένειας, του νοικοκυριού, για τις μη εργασιακές μορφές της οικονομικής λειτουργίας των παιδιών, για τον τρόπο με τον οποίο ο οικονομικός ρόλος των παιδιών επηρεάζει και επηρεάζεται από τις σχέσεις γονιών-παιδιών, το σχολείο, το παιχνίδι, για τα παιδικά βιώματα και τη στάση των παιδιών απέναντι στον οικονομικό τους ρόλο και γενικότερα την κοινωνικοποίηση τους. Φυσικά η εργασία δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά σε αυτοβιογραφικές αφηγήσεις αλλά και σε άλλου είδους πηγές, σε ψυχολογικές-κοινωνιολογικές έρευνες της εποχής 3 , σε έρευνες που διεξήχθησαν κατά το πρώτο τρίτο του 20ού
2. Βλ. Ch. Ehalt, «Geschichte von Unten», στο Ch. Ehalt (επιμ.), Geschichte von Unten, Wien 1984, a. 11-39. 3. Πρόκειται κυρίως για μελέτες της περίφημης σχολής ψυχολογίας που αναπτύχθηκε στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου' την επιστημονική αυτή ομάδα απασχόλησε έντονα η καθημερινή ζωή και κοινωνικοποίηση παιδιών και νέων από τα εργατικά στρώματα της Βιέννης. Βλ. λ.χ. Η. Hetzer, Das volkstümliche Kinderspiel, Berlin-Wien-Leipzig-New York 1927· της ίδιας, Kindheit und Armut. Psychologische Methoden in Armutsforschung und Armutsbekämpfung, Leipzig 1929· P. F. Lazarsfeld (Hg.), Jugend und Beruf, Jena 1931· M. Rada, Das reifende Proletariermädchen.
αιώνα από κρατικές στατιστικές υπηρεσίες στην Αυστρία 4 , στις εκθέσεις των επιθεωρητών εργασίας 6 . Εξαιρετική π η γ ή υπήρξε άλλωστε μια εκτενέστατη «Έρευνα για την Παιδική Εργασία στην Αυστρία», που διεξήχθη το 1908 6 και βασίστηκε σε συστηματικά συλλεγμένες απαντήσεις και αναφορές σχολικών διευθύνσεων και δασκάλων. Οι αυτοβιογραφικές μαρτυρίες παρέμειναν ωστόσο η βασική π η γ ή της μελέτης. Το πρόβλημα με τις μαρτυρίες αυτές είναι ότι καλύπτουν κυρίως τον 19ο και τον 20ό αιώνα, ενώ σπανίζουν όλο και περισσότερο όσο πιο μακρινή είναι η εποχή την οποία ερευνά ο ιστορικός. Τόσο στον αγγλόφωνο όσο και στο γερμανόφωνο χώρο υπάρχει ωστόσο σχετική αφθονία τέτοιων πηγών, οι οποίες όμως για την ιστορία της παιδικής ηλικίας παραμένουν σχετικά ανεκμετάλλευτες στο ιστοριογραφικό επίπεδο 7 . (Η προφορική ιστορία στους ίδιους χώρους έχει βεβαίως εκτεταμένα συλλέξει και χρησιμοποιήσει
Ein Beitrag zur Umweltforschung. (Aus dem psychologischen Institut Wien), WienLeipzig 1931. 4. Αναφέρομαι κατά κύριο λόγο στη συλλογή και ανάλυση στοιχείων για τα έσοδα και έξοδα εργατικών οικογενειών της Βιέννης τόσο στις παραμονές του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου όσο και στη μεσοπολεμική περίοδο. Βλ. Wirtschaftsrechnungen und Lebensverhältnisse von Wiener Arbeiterfamilien in den Jahren 1912 bis 1914 (Erhebung des k.k. Arbeitsstatistischen Amtes im Handelsministerium), Wien 1916· Wirtschaftsstatistisches Jahrbuch, Hrsg. von der Kammer für Arbeiter und Angestellte in Wien, τ. 3/1927, Wien 1928 - τ. 7/1930, 1931, Wien 1932 - τ. 9/1932, 1933, Wien 1934 - τ. 10/1933, 1934, Wien 1935 - τ. 11/1936 (αφορά όμως στα έτη 1934, 1935), Wien 1936 - τ. 12/1937, Wien 1937. 5. Bericht der k.k. Gewerbeinspektoren über die Heimarbeit in Österreich (Hrsg. vom k.k. Handelsministerium), Wien 1901, Bd. 1, 2, 3· Berichte der k.k. Gewerbeinspektoren über ihre Amtstätigkeit , 1884-1916, Wien 1885-1917' Berichte der GewerbeInspektoren ( Österreichs ) über ihre Amtstätigkeit, 1917-1926, Wien 1918-1927" Die Amtstätigkeit der Gewerbe-Inspektorate in den Jahren 1927-1937, Wien 1928-1938. 6. Erhebung über die Kinderarbeit in Österreich im Jahre 1908, Teil I/Teil II (Textliche Darstellung, Hefte 1 und 2), Wien 1911. 7. Έχουν εκδοθεί και εξακολουθούν να εκδίδονται σημαντικές επιστημονικές συλλογές αυτοβιογραφικών κειμένων που αφορούν στην ιστορία της παιδικής ηλικίας. Το Αρχείο Αυτοβιογραφικών Μαρτυριών στη Βιέννη προωθεί από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 την επιστημονική έκδοση υλικού του (στη σειρά Damit es nicht verlorengeht... υπό την εποπτεία των Μ. Mitterauer και P. P. Kloss)· ορισμένοι τόμοι της σειράς συγκεντρώνουν αναμνήσεις από την παιδική ηλικία που αφορούν σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικό, γεωγραφικό, θεσμικό χώρο η μία πολύ συγκεκριμένη περίοδο (την περίοδο του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου λ.χ.). Βλ. ακόμη ενδεικτικά: I. Hardach-Pinke, G. Hardach (Hg.),Deutsche Kindheiten. Autobiographische Zeugnisse 1700-1900, Kronberg/Ts. 1978" J. Schlumbohm (Hg.), Kinderstuben. Wie Kinder zu Bauern, Bürgern, Aristokraten wurden 1700-1850, München 1983" D. Vincent, Bread, Knowledge and Freedom. A Study of nineteenth century Working Class Autobiography, London-New York 1981 (το βιβλίο του Vincent δεν αφορά μόνο στην παιδική ηλικία).
αυτοβιογραφικές αφηγήσεις και για την έρευνα της παιδικής ηλικίας, χωρίς όμως να επικεντρώνει το ενδιαφέρον της σε αυτήν)8.
I. ΚΕΝΤΡΙΚΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ
Πολύ περιληπτικά, τρεις είναι οι θεματικοί άξονες, οι θεμελιώδεις προβληματισμοί της εργασίας: — Καταρχήν ο χαρακτήρας της οικονομικής λειτουργίας των παιδιών: Οικονομική λειτουργία δεν σημαίνει μόνο οικονομικές δραστηριότητες και οι οικονομικές δραστηριότητες δεν έχουν απαραίτητα εργασιακό χαρακτήρα. Η οικονομική λειτουργία των παιδιών αναφέρεται και στην καταναλωτική τους συμπεριφορά (παρόλο που οι πηγές δεν είναι ιδιαίτερα βοηθητικές σε αυτό το σημείο), αναφέρεται επίσης και στην αποδοχή κάποιων δώρων από τα παιδιά, δώρων που ενίσχυαν σημαντικά το πενιχρό εισόδημα μιας εργατικής (με την ευρύτερη σημασία του όρου) οικογένειας. Οικονομική δραστηριότητα αποτελεί και η επαιτεία, και η συμμετοχή σε κάποια έθιμα, όπως τα κάλαντα των Χριστουγέννων, και η ανταλλαγή αγαθών ανάμεσα στα παιδιά στο σχολείο η κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού. Παραθέτω —ενδεικτικά— από τη δραματική αφήγηση ενός άντρα, που γεννήθηκε στη Βιέννη το 1898 και σε ηλικία επτά ετών μετακόμισε με την οικογένεια του στο χωριό, από το οποίο καταγόταν η μητριά του: «Στο σχολείο μας έρχονταν και παιδιά από τρία γειτονικά χωριά [...]. Παίρνανε μαζί τους απ' το σπίτι φαί για το μεσημέρι. Όταν έφευγαν μερικά παιδιά αφήνανε στο θρανίο κομμάτια ψωμί η γλυκό. Όταν τελείωνα το μάθημα ξεχνούσα επίτηδες κάτι στην τάξη· γυρνούσα κι έψαχνα τα θρανία γι' αποφάγια...» 9 . — Δεύτερο βασικό θεματικό άξονα αποτελεί η θέση της οικονομικής λειτουργίας στα πλαίσια της κοινωνικοποίησης των παιδιών. Ας δούμε ένα παράδειγμα που αφορά στην έμφυλη πλευρά της κοινωνικοποίησης: Οι οικιακές εργασίες εντάσσονταν, όπως θα περίμενε κανείς, θεωρητικά-νοοτροπιακά, στα καθαρά
8. Για την Αυστρία του ύστερου 19ου και, κυρίως, του πρώιμου 20ού αιώνα βλ.: I. Bauer, «Tschikweiber haum's uns g' nennt...», Frauenleben und Frauenarbeit an der «Peripherie ». Die Halleiner Zigarrenfabriksarbeiterinnen, 1869 bis 1940, Wien 1987" N. Ortmayr, «Ländliches Gesinde in Oberösterreich 1918-1938», στο J. Ehmer/M. Mitterauer (Hg.), Familienstruktur und Arbeitsorganisation in ländlichen Gesellschaften, Wien 1986, σ. 325-416· R. Sieder, Zur alltäglichen Praxis der Wiener Arbeiterschaft im Ersten Drittel des 20. Jahrhunderts, Habil., Wien 1988. 9. Dokumentation lebensgeschichtlicher Aufzeichnungen (στο εξής Doku), Franz Stadler, Lebenserinnerungen, 6.
γυναικεία καθήκοντα και μέσα από τη συμμετοχή τους στα του οίκου τα κορίτσια προετοιμάζονταν για τα μελλοντικά βάρη σαν ενήλικες πια. Όταν ωστόσο μια φτωχή οικογένεια δεν είχε κορίτσια η τα κορίτσια ήταν πολύ μικρά, τότε συχνά τα αγόρια συμμετείχαν στα του οίκου, κάποιες φορές μάλιστα επωμίζονταν δυσβάσταχτα βάρη. Το θεωρητικό-νοοτροπιακό επίπεδο δεν συμπίπτει επομένως αναγκαστικά με την πράξη και ανακύπτουν ερωτήματα για το επίπεδο στο οποίο διαμορφώνεται το κοινωνικό φύλο κατά την παιδική ηλικία. Ο μεγαλύτερος γιος μιας εργατικής οικογένειας με έξι παιδιά, έξι αγόρια, στη Βιέννη, γεννημένος το 1922, γράφει: «Όσο μπορούσα βοηθούσα τη μητέρα μου η προσπαθούσα να τη βοηθήσω. Τακτοποιούσα το δωμάτιο, έφερνα με την κανάτα νερό από τη βρύση, άδειαζα τον κουβά στη λεκάνη της τουαλέτας και πήγαινα για ψώνια στο μπακάλη. Όταν έστρωνα τα κρεβάτια προσπαθούσα να τα στρώνω ομοιόμορφα. Για βοηθό μου είχα το κοντάρι της σκούπας...» 10 . — Τρίτο θεματικό άξονα αποτελεί ο χαρακτήρας της οικογενειακής οικονομίας. Την περίοδο που εξετάζουμε στην Αυστρία —αλλά φαντάζομαι και γενικότερα στην Ευρώπη— οι φτωχές οικογένειες, όχι μόνον στην ύπαιθρο αλλά και στην πόλη, παρήγαν εν μέρει την τροφή τους, καλλιεργώντας ένα κομμάτι γης, συντηρώντας κάποια ζώα, συλλέγοντας τρόφιμα και ζωοτροφή από τα δάση κλπ. Μέσα από οικογενειακούς δεσμούς η λόγω της ιδιαιτερότητας των επαγγελμάτων των γονιών τα όρια ανάμεσα στην οικογενειακή οικονομία της πόλης και σε εκείνη της υπαίθρου γίνονταν ρευστά. Η ανάγνωση και ανάλυση ορισμένων αυτοβιογραφικών κειμένων έδειξε για παράδειγμα ότι παιδιά εργατικών οικογενειών της Βιέννης, που περνούσαν το καλοκαίρι τους στο χωριό όπου ζούσαν οι παππούδες τους, ήταν υποχρεωμένα να συμμετέχουν σε διάφορες αγροτικές εργασίες. Παραθέτω —πάλι ενδεικτικά— φράσεις από την αυτοβιογραφία μιας γυναίκας γεννημένης το 1920 στη Βιέννη: «Τις μεγάλες διακοπές του καλοκαιριού τις περνούσα πάντα με τη μητέρα μου στο Δάσος της Βοημίας στο χωριουδάκι Νέσπιτσε, εκεί που είχε γεννηθεί η μητέρα μου και ζούσε η μητέρα της, η γιαγιά μου [...]. Πηγαίναμε συχνά στο δάσος πολύ πρωί, ήταν ακόμα σκοτάδι. Βοηθούσαμε τη γιαγιά να μαζέψει μανιτάρια, μούρα και ξύλα [...]. Μερικά μανιτάρια τα ξεραίναμε και τα παίρναμε μαζί μας στη Βιέννη [...]. Ο,τι περίσσευε [...] το πουλούσαμε [...]. Κι όσα μούρα δεν καταναλώναμε εμείς, κι αυτά τα πουλούσαμε [...]. Τα λεφτά τα κράταγε πάντα όλα η γιαγιά [...]. Ζούσα όπως τα παιδιά του χωριού. Πήγαινα μαζί με τα παιδιά να βοσκήσω τις χήνες η τις αγελάδες [...]. Την εποχή
10. Doku, Sepp Mahler, In meinem. Park spielen Neger, 44.
του θερισμού η μητέρα μου πήγαινε να βοηθήσει το γείτονα. Πήγαινα κι εγώ μαζί της να βοηθήσω» 11 .
II. Ο ΧΡΟΝΟΣ - ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Στα πλαίσια μιας τέτοιας μελέτης ο χρόνος αποτελεί φυσικά και αναγκαστικά αντικείμενο της ιστορίας. Πώς συνδέονται οι θεματικοί άξονες, για τους οποίους έγινε λόγος παραπάνω, με το είδος αυτό του ιστορικού χρόνου; Η ιστορία της οικονομικής λειτουργίας των παιδιών είναι και ιστορία του χρόνου. Στην αρχή θέτει κανείς απλά, ευνόητα ερωτήματα σε σχέση με οικονομικές δραστηριότητες, οι οποίες έχουν έντονα συστηματικό, υποχρεωτικό και επομένως εργασιακό χαρακτήρα: Σε ποια ηλικία αναλάμβαναν τα παιδιά αυτή η εκείνη την εργασία - σε ποια εποχή του χρόνου, πότε μέσα στην ημέρα, πόσες ώρες εργάζονταν τα παιδιά; Από την εκτεταμένη έρευνα του 1908 για την παιδική εργασία στην Αυστρία μαθαίνουμε λ.χ. ότι ένα έκτο των παιδιών από έξι ως οκτώ ετών, ένα τρίτο των εννιάχρονων και δεκάχρονων παιδιών, ένα δεύτερο των εντεκάχρονων και δωδεκάχρονων και πάνω από τα μισά παιδιά που ήταν 13 και 14 ετών εργάζονταν 12 . Μαθαίνουμε ακόμη ότι τα τρία πέμπτα περίπου από τους μαθητές που απασχολούνταν στη γεωργία (και που αποτελούσαν το 62,4% των εργαζόμενων μαθητών στις «Χώρες του Αυστριακού Στέμματος») εργάζονταν πάνω από τέσσερις ώρες τη μέρα 13 η ότι τα κορίτσια εργάζονταν, τόσο κατά τη χειμερινή όσο και κατά τη θερινή περίοδο, συνολικά περισσότερες ώρες από ó,τι τα αγόρια 14 , μια και η απασχόλησή τους στον τομέα των «οικιακών εργασιών» ήταν κατά κανόνα δεδομένη. Τέτοιου είδους στατιστικές πληροφορίες είναι χρήσιμες γιατί βοηθούν να σχηματίσουμε μια γενική εικόνα για την παιδική εργασία και προσφέρουν ένα μέτρο σύγκρισης των σκόρπιων πληροφοριών, που αντλούμε από τις αυτοβιογραφικές πηγές για τα αντίστοιχα θέματα. Μέσα από τη μελέτη των αυτοβιογραφικών αφηγήσεων γίνεται ωστόσο φανερό σε ποιο βαθμό ο χρόνος ως ιστορικό αντικείμενο είναι υποκειμενικός, σχετικός, συμβατικά μετρήσιμος, σε ποιο βαθμό τελικά ο χρόνος είναι ιστορικός. Οι μορφές που παίρνει η οικονομική λειτουργία των παιδιών —ο πρώτος άξονας της μελέτης— εκφράζουν τους τρόπους με τους οποίους τα ιστορικά υποκείμενα ρυθμίζουν το χρόνο, και η κοινωνικοποίηση των παιδιών μέσα από την οικονομική τους λειτουργία —ο δεύτερος άξονας— δεν μπορεί να νοηθεί ανεξάρτητα από τους τρόπους με τους οποίους τα ιστορικά υποκείμενα ρυθμίζουν αλλά και βιώνουν το χρόνο. Αλλά και ο χαρακτήρας της οικογενειακής
11. 12. 13. 14. Doku, Franziska Meritz, Lebenserinnerungen, 10. Erhebung über die Kinderarbeit in Österreich, Teil II, Heft 1,15. Ό.π., Heft 11,128,175. Ό.π., Heft 1,153.
οικονομίας αποκτά μέσα από την προσεκτική ανάλυση των αυτοβιογραφικών πηγών και μάλιστα μέσα από την ανάλυση του ρόλου των παιδιών στα πλαίσιά της μια χρονικότητα διαφορετική, πιο σύνθετη από εκείνη που όπως θα δούμε του προσδίδουν τα μοντέλα των ιστορικών.
Ρυθμίζοντας το χρόνο
Ο χρόνος των παιδιών ρυθμίζεται τόσο έξωθεν, από κοινωνικοοικονομικές και πολιτικές δομές και συγκυρίες, από θεσμούς και πολιτικές επιλογές όσο και ένδοθεν, συνειδητά, από τα μέλη ενός σπιτικού, κυρίως από τους ενήλικες αλλά και από τα παιδιά τα ίδια, με βάση υλικές αναγκαιότητες και ανάγκες, νοοτροπίες αλλά και ψυχικές ανάγκες. Άλλωστε ο καταμερισμός της εργασίας και γενικότερα ο καταμερισμός καθηκόντων είναι στην ουσία καταμερισμός χρόνου. Ας πάρουμε για παράδειγμα μια τυπική παιδική εργασία, τη βοσκή των ζώων 1 5 . Η βοσκή των ζώων είναι μια εξαιρετικά χρονοβόρα εργασία, που όμως δεν απαιτεί ιδιαίτερη επιδεξιότητα η σωματική δύναμη. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο το ότι —όπως προκύπτει από τις αυτοβιογραφικές αλλά και τις υπόλοιπες πηγές μας— η εργασία αυτή ανατίθεται από τους ενήλικες κατά προτίμηση σε παιδιά, και μάλιστα —στα πλαίσια της οικογενειακής οικονομίας— σε νεότερα παιδιά. Το ότι τώρα μια τέτοια χρονοβόρα εργασία συναντάται εκτεταμένα ακόμη στην εποχή του Μεσοπολέμου συνδέεται με την σχετικά αργή διάδοση της σταυλικής εκτροφής των ζώων κατά τη διάρκεια του θέρους και κατ' επέκταση με τον αργό ρυθμό εκμηχανισμού της αγροτικής οικονομίας στην Αυστρία. Το ότι φτωχές οικογένειες στην ύπαιθρο και την πόλη εξέτρεφαν λ.χ. κατσίκες και ανέθεταν στα παιδιά τη βοσκή τους συνδέεται με τις πολιτικές και οικονομικές κρίσεις (με τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, την οικονομική κρίση του Μεσοπολέμου, τη φοβερή ανεργία), οι οποίες εμπόδιζαν τον απόλυτο εκχρηματισμό της οικονομίας και επέβαλλαν στις φτωχές οικογένειες να αρχίσουν, η να συνεχίσουν, να παράγουν εν μέρει την τροφή τους. Ο χρόνος των παιδιών καθορίζεται έξωθεν αλλά και έσωθεν (αφού οι γονείς κρίνουν πως η εργασία αυτή πρέπει να ανατεθεί στα παιδιά). Τα ίδια τα παιδιά από την πλευρά τους ρυθμίζουν το χρόνο αυτόν, όταν λ.χ. —όπως μαθαίνουμε από τις αυτοβιογραφικές μαρτυρίες— μακριά από την επιτήρηση των ενηλίκων επιλέγουν κάποιες φορές να παίξουν ξεχνώντας την ύπαρξη των ζώων κι αφήνοντάς τα στην τύχη τους 16 . Αλλο παράδειγμα: Πολλά παιδιά αναλάμβαναν τη φύλαξη και φροντίδα των μικρότερων αδελφών τους 17 γιατί η μητέρα έπρεπε να εργαστεί στα χω15. Βλ. M. Papathanassiou, ό.π., κεφ. 4. 16. Ό.π., α. 274. 17. Ό.π., σ. 98-106.
χωράφια των χωρικών, σε κάποια σπίτια σαν παραδουλεύτρα κλπ. «Όταν η μητέρα μου πήγαινε στο χωριό την εποχή του θερισμού, όταν έπρεπε να πάει εδώ η εκεί για να δουλέψει [...]», για τι άλλο μιλούν οι φράσεις αυτές, που συναντάμε στα αυτοβιογραφικά κείμενα, αν όχι για καταμερισμό της εργασίας και επομένως του χρόνου; Κι όταν μελετήσουμε το σύνολο μιας αυτοβιογραφικής μαρτυρίας και λάβουμε υπόψη μας βιβλιογραφικές πληροφορίες, τότε βλέπουμε πως η ανεργία, η ελλιπής κοινωνική πρόνοια, η δομή της οικογένειας και ο αριθμός των μελών της καθόριζαν το χρόνο των παιδιών. Όταν όμως διαβάζουμε, πως κάποια παιδιά κουβαλούσαν τα μικρότερα αδέλφια τους στην πλάτη για να πάνε να παίξουν στο δρόμο, τότε βλέπουμε, πως το ίδιο το παιδί οργανώνει το χρόνο.
Βιώνοντας το χρόνο
Ο χρόνος μέσα στην ιστορία δεν ρυθμίζεται μόνο από συλλογικές διαδικασίες, ομάδες και άτομα, συγχρόνως βιώνεται. Η ιστορική-ανθρωπολογική, η μικροιστορική προσέγγιση της ιστορίας της παιδικής εργασίας και γενικότερα του οικονομικού ρόλου των παιδιών, μελετά και το χρόνο ως βίωμα, ως εμπειρία. Ο βιωματικός, θα έλεγα, χρόνος, είναι μια μορφή του ιστορικού χρόνου-αντικειμένου της ιστορίας. Συγγραφείς που πέρασαν την παιδική τους ηλικία στην ύπαιθρο αναφέρουν πως έπρεπε να βιαστούν να γυρίσουν από το σχολείο προκειμένου να ταΐσουν τα ζώα πριν σκοτεινιάσει η να εκτελέσουν τις δουλειές που τους είχε αναθέσει συνήθως η μητέρα τους 18 . Μιλούν έτσι για τα γεμάτα ένταση και άγχος χρονικά βιώματά τους, για τον τρόπο με τον οποίο η, ήδη από τα τέλη του 18ου αιώνα, κυρίως όμως από το 1869, υποχρεωτική σχολική παρακολούθηση, οι οικονομικές ανάγκες των φτωχών οικογενειών και ο χαρακτήρας της αγροτικής οικονομίας εντατικοποιούσαν το ρυθμό της ζωής τους. Η μελέτη του βιωματικού χρόνου δείχνει πόσο επιφυλακτικά πρέπει να αντιμετωπίζουν οι ιστορικοί τις αξιολογήσεις εκείνες, που βασίζονται σε αριθμητικά δεδομένα. Δάσκαλοι, διανοούμενοι και κρατικοί παράγοντες στην Αυστρία του πρώιμου 20ού αιώνα θλίβονταν λ.χ. βλέποντας πως τα παιδιά περνούσαν συχνά οχτώ και δέκα ώρες στα βοσκοτόπια, φυλάγοντας απλώς τα ζώα. Πάρα πολλές φορές ωστόσο ο χρόνος αυτός φαινόταν στα ίδια τα παιδιά, που έρχονταν σε επαφή με άλλα παιδιά, σύναπταν φιλίες, έπαιζαν, κάθε άλλο παρά μακρύς και αργός. Ορίζοντας το χρόνο Μελετώντας την οικογενειακή οικονομία στον ευρωπαϊκό χώρο οι ιστορικοί αναγνώρισαν στάδια τα οποία χαρακτήρισαν μακρές περιόδους της ευρωπαϊκής
18. Ό.π., σ. 255-260.
ιστορίας. Η επιστημονική αυτή πρόταση συμπυκνώθηκε στο μοντέλο που πρότειναν στα τέλη της δεκαετίας του '70 δύο γνωστές Αμερικανίδες ερευνήτριες, οι οποίες μελέτησαν τη σχέση των γυναικών με την εργασία και την οικογένεια στην Αγγλία και τη Γαλλία, η Louise Tilly και η Joan Scott (Women , Work and Family , New York 1978). Οι Tilly και Scott υποστήριξαν ότι από την οικονομία της αυτοκατανάλωσης κατά την προβιομηχανική περίοδο (την οποία χαρακτηρίζουν απλά «οικογενειακή οικονομία» - family economy), περνάμε κατά τη βιομηχανική περίοδο στην οικογενειακή οικονομία, στην οποία το κέντρο βάρους μετατίθεται στους μισθούς (family wage economy) και, ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, στην οικογενειακή οικονομία που κυριαρχείται από τις καταναλωτικές ανάγκες και απαιτήσεις των μελών της οικογένειας (family consumer economy). Οι πηγές μας δείχνουν όμως ότι στον κεντροευρωπαϊκό χώρο η οικογενειακή οικονομία μέχρι τουλάχιστον τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα ήταν μεικτή, σύνθετη, κι ότι, όσον αφορά τις οικονομικά ασθενέστερες τάξεις, διατήρησε σε μεγάλο βαθμό τον αυτοκαταναλωτικό της χαρακτήρα. Και είναι σχεδόν βέβαιο ότι μια ιστορική μελέτη που θα ανέλυε τον οικονομικό ρόλο των παιδιών, προχωρώντας πέρα από το κλασικό θέμα της παιδικής εργασίας στα εργοστάσια κατά το πρώτο μισό του περασμένου αιώνα, θα έδειχνε ότι γενικότερα στον ευρωπαϊκό χώρο οι οικογενειακές οικονομίες έπλευσαν στα νερά (για να χρησιμοποιήσω τη γνωστή ποιητική έκφραση του Braudel) ενός πολλαπλού χωρόχρονου 19, όπου τα όρια ανάμεσα στην αυτοκατανάλωση και τον εκχρηματισμό, την ύπαιθρο και την πόλη ήταν ρευστά. Η μελέτη της οικονομικής λειτουργίας των παιδιών, για την οποία οι θεωρητικοί της οικονομίας της οικογένειας έχουν δείξει πολύ περιορισμένο ενδιαφέρον, είναι με άλλα λόγια, κατά τη γνώμη μου, απαραίτητη, για να κατανοήσουμε τους πολλαπλούς χρόνους της οικογενειακής οικονομίας και να μην την προσδέσουμε αυτόματα στο άρμα ενός γραμμικού οικονομικού χρόνου μακράς διάρκειας, που βρίσκει την έκφρασή του στο τρίπτυχο προβιομηχανική, βιομηχανική, μεταβιομηχανική περίοδος (για ορισμένους ιστορικούς, ιδιαίτερα στο γερμανόφωνο χώρο, υπάρχει και μια «πρωτοβιομηχανική» περίοδος, που προηγείται της βιομηχανικής, και συνακόλουθα μια «πρωτοβιομηχανική» οικογένεια - protoindustrielle Familie 2 0 ).
19. Διότι «ο χώρος και ο χρόνος είναι μεταβλητές" δεν αποτελούν α-ιστορικές, αμετάβλητες καταστάσεις». Βλ. G. Dressel, Historische Anthropologie, Eine Einführung, Wien-Köln-Weimar 1996, σ.134. 20. Θεμελιώδες το άρθρο του Η. Medick, «Zur strukturellen Funktion von Haushalt und Familie im Übergang von der traditionellen Agrargesellschaft zum industriellen Kapitalismus: die protoindustrielle Familienwirtschaft», στο W. Conze (Hg.), Sozialgeschichte der Familie in der Neuzeit Europas, Stuttgart 1976, σ. 254-282. Εντωμεταξύ ο Medick και γενικά η ομάδα ιστορικών του Göttingen που έχει ασχοληθεί με τα
III. Ο ΧΡΟΝΟΣ - ΕΡΓΑΛΕΙΟ ΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ
Στο επίπεδο των πηγών
Ο ιστορικός της καθημερινής ζωής των παιδιών δεν μπορεί να αγνοήσει τη θέση και στάση του παιδιού μέσα στο πλάσμα του χρόνου. Συγχρόνως και ο ιστορικός αυτός καλείται να «χρονολογήσει» τις πηγές του, για να μπορέσει να εμβαθύνει σε αυτές, να προχωρήσει κάτω από την επιφάνεια της βιογραφικής αφήγησης. Είναι γνωστό ότι ο ιστορικός που δουλεύει με αυτοβιογραφικές μαρτυρίες βρίσκεται αντιμέτωπος με τη χρονική απόσταση που χωρίζει τον αφηγητή από την αφήγηση. Κι η απόσταση είναι ιδιαίτερα μεγάλη όταν πρόκειται για μνήμες από τις πρώτες δεκαετίες της ζωής. Αναλύοντας και συγκρίνοντας τις πηγές του ο ιστορικός προσπαθεί να τοποθετήσει —όσο αυτό είναι δυνατό— τις συνήθως άτακτες πληροφορίες των αυτοβιογραφικών μαρτυριών σε μια χρονική σειρά και να αποφασίσει σε ποιο βαθμό θα δεχθεί τις μαρτυρίες ως έκφραση του τότε, των σκέψεων και συναισθημάτων της παιδικής ηλικίας η ως αντικατοπτρισμό, εκούσιο η ακούσιο, του σήμερα στο τότε. Πολλές φορές τον βοηθούν οι ίδιοι οι αφηγητές όταν —και τούτο, νομίζω, χαρακτηρίζει πρώτιστα τον νηφάλιο, αξιόπιστο μάρτυρα— «συνδιαλέγονται» με τις μνήμες τους, αναρωτιούνται πάνω σε όσα λένε, στοχάζονται, διορθώνουν, η ακόμη όταν δηλώνουν καθαρά ότι κάτι το θυμούνται πολύ η όχι και τόσο καλά. Στο ερώτημα λ.χ. ποια συναισθήματα γεννούσαν στα παιδιά τα διάφορα καθήκοντα τα οποία αναλάμβαναν στα πλαίσια της οικογενειακής οικονομίας, αν αντλούσαν χαρά και ικανοποίηση από τη δουλειά, αν κάποτε η δουλειά γινόταν πηγή άγχους και φόβου, και πότε, αν τα παιδιά είχαν την αίσθηση ότι γίνονταν αντικείμενο εκμετάλλευσης η όχι ο ιστορικός έχει ελπίδες με μια μικροσκοπική ανάλυση των πηγών να διακρίνει ανάμεσα στη σύγχρονη αξιολογική κρίση του πληροφοριοδότη του και την ανάμνηση αλλοτινών συναισθημάτων. Ας δούμε ένα παράδειγμα που προέρχεται από μια θαυμάσια αυτοβιογραφία, εκείνη που αποτέλεσε το θεμέλιο λίθο του βιεννέζικου αρχείου, έγινε βιβλίο και γνώρισε μεγάλη επιτυχία, την αυτοβιογραφία της Maria Gremel, κόρης φτωχών ακτημόνων χωρικών, γεννημένης στην «Κάτω Αυστρία» (Niederösterreich) στην καμπή του αιώνα. Στα εννέα της χρόνια η συγγραφέας μπήκε, όπως τα περισσότερα παιδιά των ακτημόνων χωρικών, στην υπηρεσία ενός εύπορου σχετικά αγρότη. Ο πατέρας της του ζήτησε να της αγοράσει ένα ζευγάρι
θέματα αυτά έχουν δεχθεί και καταδείξει με εμπειρικές μελέτες ότι η «πρωτοβιομηχανική» οικογένεια, η οικογένεια δηλαδή εκείνη που στηριζόταν οικονομικά στην κατ' αποκοπή εργασία για λογαριασμό μεσαζόντων, εμπόρων, επιχειρηματιών, από το 15ο μέχρι και το 18ο αιώνα, είχε στην πραγματικότητα έναν πολύ πιο σύνθετο οικονομικό χαρακτήρα, από εκείνον που αφήνει να εννοηθεί το επίθετο «πρωτοβιομηχανική».
παπούτσια. «Ο αγρότης αρνήθηκε και είπε: Έτσι κι αλλιώς το παλιοκόριτσο πρέπει να το ταΐζουμε». Τα λόγια τούτα έκαναν στη δεκάχρονη τότε Μαρία «βαθειά εντύπωση» και της προκάλεσαν «πόνο στα βάθη της ψυχής» της. Στη συνέχεια της αφήγησης της η Gremel γράφει: «Με τον καιρό κατάλαβα και τις δυο πλευρές και κατάλαβα ακόμη με πικρία, ότι η παιδική εργασία δεν πληρώνεται ποτέ. Ό λ α όσα έκανα, θα έπρεπε να τα κάνει ένας ενήλικας, που μάλιστα θα κέρδιζε και κάτι γι' αυτό, όχι όμως ένα σχολιαρόπαιδο» 21. Οι σκέψεις τούτες μοιάζουν αξιολογικές κρίσεις εκ των υστέρων. Δεν είναι διόλου ξεκάθαρο πότε κατάλαβε η συγγραφέας «ότι η παιδική εργασία δεν πληρώνεται ποτέ». Ωστόσο ο χρονικός προσδιορισμός «με τον καιρό» και η ανάμνηση του ψυχικού πόνου που της προκάλεσαν τα λόγια του αγρότη δείχνουν νομίζω στον ιστορικό ότι μια αργή διαδικασία κοινωνικής αυτο-συνειδητοποίησης είχε δρομολογηθεί από τα παιδικά χρόνια. Επίσης ο ιστορικός καλείται να ορίσει για μεθοδολογικούς λόγους τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας. Τούτο είναι σχετικά εύκολο για την εποχή της υποχρεωτικής σχολικής εκπαίδευσης. Στην εργασία μου θεώρησα πως η παιδική ηλικία σταματά στα 14 χρόνια, οπότε και τελείωνε η υποχρεωτική σχολική εκπαίδευση. Σχεδόν όλα τα παιδιά, στις περιπτώσεις που εξέτασα, άφηναν το σχολείο στα 14 είτε για να εργαστούν συστηματικά, είτε για να μαθητεύσουν κοντά σε κάποιον τεχνίτη. Οι εξουσιαστικές σχέσεις μέσα στην οικογένεια δεν άλλαζαν σημαντικά, μια και τα περισσότερα παιδιά ελέγχονταν οικονομικά από τους γονείς τους, ωστόσο οι σχέσεις αυτές με την ένταξη σε έναν επαγγελματικό χώρο χαλάρωναν σιγά-σιγά. Η διάρκεια της παιδικής ηλικίας έχει αναμφισβήτητα και κοινωνικό-πολιτισμικό χαρακτήρα και πιστεύω, πως σε πολύ γενικές γραμμές, με κάθε επιφύλαξη, η χαλάρωση των εξουσιαστικών σχέσεων ανάμεσα σε ηλικιακές ομάδες μπορεί να αποτελέσει κριτήριο στην οριοθέτηση της κοινωνικής-πολιτισμικής διάρκειας της παιδικής ηλικίας.
Στο ιστοριογραφικό επίπεδο
Στο ιστοριογραφικό επίπεδο τώρα είναι ευνόητο, πως ένα θέμα όπως η οικονομική λειτουργία του παιδιού αναφέρεται εν πολλοίς στη μακρά διάρκεια. Τα παιδιά φύτευαν και μάζευαν πατάτες ήδη από τα τέλη του 18ου αιώνα (με τη μεγάλη εξάπλωση της καλλιέργειας της πατάτας), έβοσκαν ζώα και μάζευαν μούρα και μανιτάρια στο δάσος από αιώνες. Η βοσκή των ζώων τους έδινε προφανώς ανέκαθεν την ευκαιρία να παίξουν μακριά από την επιτήρηση των
21. Μ. Gremel, Mit neun Jahren im Dienst. Mein Leben im Stübi und am Bauernhof, 1900-1930, ( Damit es nicht verlorengeht..., Bd. 1), Wien-Köln-Weimar 1991, σ. 188.
ενηλίκων και να ανακαλύψουν τη σεξουαλικότητά τους, κι ανέκαθεν παιδιά που δούλευαν στην ύπαιθρο ένιωθαν φόβο όταν ξεσπούσε καταιγίδα η συναντούσαν φίδια. Και είναι νομίζω σημαντικό να προσπαθεί ο ιστορικός να τοποθετεί μια αφήγηση που αφορά τη μέση διάρκεια μισού περίπου αιώνα στα πλαίσια της μακράς διάρκειας, επισημαίνοντας συνέχειες και ασυνέχειες. Κατά παράδοξο όμως τρόπο ο ιστορικός που δουλεύει με αυτοβιογραφικές αφηγήσεις δουλεύει φυσικά και αναγκαστικά και με μια βραχεία διάρκεια, οι πηγές που χρησιμοποιεί για να αφηγηθεί τη μέση και μακρά διάρκεια ιστορούν καθεμιά καταρχήν τη μικρή διάρκεια, την παιδική ηλικία η καλύτερα στιγμές από την παιδική ηλικία ενός ανθρώπου σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο. Η βραχεία αυτή διάρκεια δεν είναι απαραίτητα γραμμική· συνήθως είναι μάλιστα κυκλική, με την έννοια ότι ο αφηγητής επανέρχεται σε περιόδους η στιγμές της ζωής του, στις οποίες είχε προαναφερθεί. Στη δομή της εργασίας δεν υπάρχει κάποιο χρονικό, που παίζει το ρόλο εκείνης της ραχοκοκαλιάς, πάνω στην οποία εξετάζονται ερωτήματα της μακράς και της μέσης διάρκειας, όπως συμβαίνει συχνά σε μικροϊστορικές μελέτες 2 2 . Κάτι τέτοιο θα ήταν δυνατό, μόνον αν το θέμα της οικονομικής λειτουργίας των παιδιών αναπτυσσόταν στη βάση τριών, τεσσάρων περιπτώσεων, οι οποίες θα επιλέγονταν από το υλικό ως αντιπροσωπευτικές. Θα μπορούσε λ.χ. κανείς να επιλέξει ιδιαίτερα πλούσια και αξιόπιστα αυτοβιογραφικά αφηγήματα ανθρώπων που μεγάλωσαν σε διαφορετικού τύπου οικογένειες —π.χ. σε μια οικογένεια ακτημόνων χωρικών, στην οικογένεια ενός άνεργου εργάτη, στην οικογένεια ενός σιδηροδρομικού— και με βάση τα χρονικά της ζωής τους, εμβαθύνοντας στο καθένα χωριστά, να αντιπαραθέσει, να συγκρίνει, να εντάξει τις περιπτώσεις σε γενικότερες δομές. Στη συγκεκριμένη μελέτη προτίμησα να εκμεταλλευτώ τον πλούτο του σπάνιου υλικού που είχα στα χέρια μου, εξετάζοντας σε χωριστές ενότητες τις διάφορες μορφές της οικονομικής λειτουργίας των παιδιών και την οικονομική αυτή λειτουργία στη σχέση της με το σχολείο, το παιχνίδι, τους γονείς, τα συναισθήματα και τη στάση των ίδιων των παιδιών. Μια τέτοια δόμηση της μελέτης ίσως εμπεριέχει τον κίνδυνο μιας, για να το πω έτσι, χρονικά ακίνητης αφήγησης 23 . Ωστόσο, επιτρέπει μια ιστορία
22. Βλ. λ.χ. το περίφημο έργο του Ginzburg, που παρακολουθεί χρονολογικά την ιστορία του «αιρετικού» μυλωνά Mennochio γράφοντας συγχρόνως με αριστοτεχνικό τρόπο μια ιστορία της κουλτούρας στην ιταλική ύπαιθρο του ύστερου 16ου αιώνα (C. Ginzburg, Der Käse und die Würmer. Die Welt eines Müllers um 1600, Berlin 1993, γερμανική μετάφραση από τα ιταλικά Κ. F. Hauber). 23. Αναφερόμενοι στη μακρά διάρκεια, στην ιστορία των δομών, μεγάλοι ιστορικοί, όπως ο Fernand Braudel και ο Emmanuel le Roy Ladurie, έχουν κάνει λόγο για ακίνητη η σχεδόν ακίνητη ιστορία. Κατά τον διάσημο μεσαιωνιστή και θεωρητικό της ιστορίας Jacques le Goff τέτοιοι όροι συσκοτίζουν την ουσία της ιστορικής επιστήμης: «Πρέπει να
των δυνατοτήτων, των παραλλαγών, τη σύγκριση και αντιπαράθεση πολλών παρόμοιων και συγχρόνως διαφορετικών περιπτώσεων. Άλλωστε, το αν μια αφήγηση ενταχθεί στο χρόνο, ιστορικοποιηθεί, εξαρτάται, πιστεύω, από τη βούληση του συγγραφέα-ιστορικού, από το βαθμό στον οποίο συνειδητοποιεί τον κίνδυνο και καταβάλλει προσπάθεια, να εξετάσει την οικονομική λειτουργία του παιδιού και στη σχέση της με την οικονομική, τη δημογραφική, την πολιτική, την κοινωνική, με την ευρύτερη έννοια του όρου, ιστορία.
μελετήσουμε αυτό που μεταβάλλεται με αργούς ρυθμούς [...]. Όχι, η ιστορία κινείται» (J. le Goff, «L'histoire nouvelle», στο J. le Goff (επιμ.), La nouvelle histoire, Paris 1988, σ. 35-75, 55). Παρόμοιους φόβους εκφράζουν ορισμένοι ιστορικοί για την ιστορική ανθρωπολογία, η τουλάχιστον για ορισμένα είδη της: «Ο ορίζοντας του ιστορικού περιορίζεται σ' ένα ακίνητο παρόν, δεν υπάρχει πλέον γίγνεσθαι...» (François Dossé, Η ιστορία σε ψίχουλα. Από τα Annales στη «Νέα Ιστορία», μετάφρ. από τα γαλλικά Α. Βλαχοπούλου, επιμ. Χ. Χατζηιωσήφ, Ηράκλειο 1993, σ. 181).
Η ΠΟΛΥΤΕΛΕΙΑ ΤΟΥ ΦΤΩΧΟΥ: Η ΚΑΘΑΡΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΡΓΑΤΡΙΑΣ ΣΤΟΝ ΠΑΤΕΡΝΑΛΙΣΤΙΚΟ ΛΟΓΟ ΤΟΥ 19ου ΑΙΩΝΑ
ΖΙΖΗ ΣΑΛΙΜΠΑ
Προσπαθώντας να ανασυνθέσουμε με βάση τις πέντε αισθήσεις το τοπίο της ελληνικής πόλης στο δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα, ανακαλύπτουμε δύο αντίθετες εικόνες: Στη μια κυριαρχούν ο βόρβορος, στον οποίο βυθίζονται μέχρι τα γόνατα οι λαϊκές τάξεις 1 , οι αναθυμιάσεις των βόθρων και των σφαγείων, οι υπαίθριοι κοπριστές και οι ρυπαροί μαχαλάδες του Βαθρακονησίου, της Βάθειας, των Καμινιών, ενώ στην άλλη κυριαρχούν δρόμοι και μαγαζιά με ευρωπαϊκή όψη, η κοσμοπολίτικη ατμόσφαιρα του Φαλήρου, τα σκιερά μονοπάτια του Βασιλικού Κήπου και οι βίλες της Κηφισιάς. Δημοσιογράφοι, λογοτέχνες, όπως ο Ροΐδης και ο Μητσάκης, καθώς και φιλανθρωπικοί σύλλογοι, ανακαλύπτουν και καταγράφουν το τοπίο με τις αντιθέσεις του 2 . Οι συζητήσεις για τον εξωραϊσμό των πόλεων και των ανθρώπων κορυφώνονται με τις προετοιμασίες για την τέλεση των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων. Για την ελληνική κοινωνία η αποκατάσταση της καθαριότητας αποτελεί σημάδι ευημερίας, υγείας και πολιτισμού 3.
1. Ανώνυμος, «Τα έργα σας», Εφημ. Ποσειδών, αρ. 1163, 21.3.1879.
2. Από τη λογοτεχνία και τους περιηγητές μπορούμε να αναζητήσουμε πολλά στοι-
χεία που βοηθούν στην ανάπλαση της εικόνας της πόλης. Συγκεκριμένα αναφέρω τα εξής δημοσιεύματα που περιέχουν χαρακτηριστικές εικόνες της Αθήνας: Εμμανουήλ Ροΐδης, «Αθηναϊκοί περίπατοι. Α', Οι Αθηναϊκοί δρόμοι», εφημ. Εστία, 22.5.1896 και «Οδός Βουλής», ό.π., 2.6.1896 (= Εμμανουήλ Ροΐδης, Αφηγήματα, Αθήνα 1988, σ. 223-233) και Μιχαήλ Μητσάκης, «Το θέρος», εφημ. Εστία, 24.5.1887 (= Μιχαήλ Μητσάκης, Πεζογραφήματα, Αθήνα 1988, σ. 69-83). Βλ. επίσης Henri Belle, Ταξίδι στην Ελλάδα 1861-1874, Αθήνα 1993, σ. 111-115. 3. Ο Georges Vigarello, στηριζόμενος στο έργο του Γερμανού κοινωνιολόγου Norbert Elias, Über den Prozess der Zivilisation. Soziogenetisehe und psychogenetische Untersuchungen, Ζυρίχη 1939 (Ελληνική μετάφραση: Η εξέλιξη του πολιτισμού. Κοινωνιογενετικές και ψυχογενετικές έρευνες, τ. Α'-Β', Αθήνα, Νεφέλη, 1997), επικεντρώνει το ενδιαφέρον του στο θέμα της καθαριότητας, συσχετίζοντάς το απολύτως με την έννοια του πολιτισμού. Βλ. Georges Vigarello, Le propre et le sale. L'Hygiène du corps depuis le Moyen Age, Παρίσι, Ed. du Seuil, 1991.
Ο Γεώργιος Τυπάλδος, αρθρογράφος του περιοδικού «Οικονομική Επιθεώρησις», μας μυεί στις συνήθειες της καθαριότητας που επικρατούσαν στην Αθήνα στα 1874. Οι κάτοικοι της πόλης είχαν να επιλέξουν ανάμεσα στο λουτρό με κρύο νερό (ψυχρολουσία), με χλιαρό νερό, με θερμό ατμό στα βαλανεία, καθώς και στα θαλάσσια λουτρά στις παραλίες 4. Ωστόσο, η εφαρμογή των συνηθειών της καθαριότητας συσχετιζόταν με τις κοινωνικές διαβαθμίσεις και την οικονομική ευμάρεια. Ας δούμε όμως από κοντά τις εμπλεκόμενες ομάδες. Είναι οι νεοφερμένοι της νεοελληνικής πόλης που συνιστούν δύο αντίθετους κοινωνικούς πόλους" οι ομογενείς της διασποράς και οι φτωχοί των πόλεων. Για τους ομογενείς, που αποτελούν την κυρίαρχη αστική τάξη, η καθαριότητα αποδεικνύει την οικονομική και κοινωνική τους υπεροχή, γιατί απαιτεί χρόνο, κατάλληλη υποδομή (χώρο και νερό), εξοπλισμό (σαπούνι και ρούχα) και συνήθειες καλής αγωγής. Η πρόοδος της σωματικής υγιεινής που συντελείται στα κυρίαρχα αστικά στρώματα προϋποθέτει την εξάλειψη της σωματικής μυρωδιάς. Ετσι, για τους φτωχούς η έλλειψη καθαριότητας, που αναγνωρίζεται από τον ιδρώτα, τις μυρωδιές και τα ντρίλινα ρούχα, αποτελεί ένα σημάδι βαθιάς διαφοροποίησης ακόμη και περιθωριοποίησης από τα υπόλοιπα κοινωνικά στρώματα της πόλης 5 . Η εικόνα τους προκαλεί ανησυχίες και επιβάλλει την αντιμετώπισή τους. Ένα μέσο για την αντιμετώπιση αυτής της ανησυχίας είναι η διαπαιδαγώγηση των φτωχών στην καθαριότητα. Γιατί η καθαριότητα του φτωχού είναι η εγγύηση για την ηθικότητά του. Οι φιλανθρωπικοί σύλλογοι αναλαμβάνουν τη διάδοση της καθαριότητας, μιας καθαριότητας που ακολουθεί διαβαθμίσεις: από τον δρόμο στην κατοικία και από την κατοικία στο ανθρώπινο σώμα. Ως προς τις εργαζόμενες γυναίκες των κατωτέρων στρωμάτων η προσοχή τους εστιάζεται στη νέα εργάτρια, η οποία σύμφωνα με τις διακηρύξεις τους διατελεί σε «ημικτηνώδη κατάστασιν εκ της παντελούς ελλείψεως στοιχειώδους μορφώσεως και ανατροφής»6. Οι υπηρέτριες και οι τροφοί, λόγω της συγκατοίκησης τους με τις αστικές οικογένειες, μπορούν να μυηθούν και να εξοικειωθούν με την καθαριότητα χωρίς να χρειάζονται ειδικό εκπαιδευτικό πλαίσιο. Η νέα εργάτρια, ως ηθικός αρχηγός της μελλοντικής της οικογένειας, πρέπει να λάβει την κατάλληλη αγωγή και εκπαίδευση ώστε να εφαρμόσει και να
4. Γεώργιος Τυπάλδος, «Κοινωνική καθαριότης», Οικονομική Επιθεώρησις 19 (1874) 318-319. 5. Για την έννοια της καθαριότητας και τη σύνδεσή της με τα κοινωνικά στρώματα βλ. Alain Corbin, Le miasme et la jonquille, Παρίσι 1986" Constance Classen, David Howes and Anthony Synnott, Aroma, Λονδίνο και Νέα Υόρκη 1994, σ. 165-169" Philippe Perrot, Le travail des apparences Le corps féminin XV ΙΙ e-XIXe siècle, Παρίσι, ed. du Seuil 1984, σ. 107-116. 6. Ανώνυμος, «Θεραπαινίδες και τροφοί»,Εφημερίς των Κυριών, αρ. 250, 24.1.1893.
μεταδώσει καλές αρχές στα παιδιά της 7 . Από τα αρχεία των Κυριακών Σχολείων, που είχα την ευκαιρία να μελετήσω, συγκεκριμένα του Κυριακού Σχολείου που ίδρυσε η Καλλιρρόη Παρρέν, του Κυριακού Σχολείου του Πειραιά και του Κυριακού Σχολείου του Εργατικού Κέντρου Αθηνών, που ιδρύεται αργότερα από την Αύρα Θεοδωροπούλου, παρατήρησα ότι τόσο στις λογοδοσίες τους όσο και στα έντυπά τους επαναλαμβάνεται τακτικά η έκφραση «εκπολιτισμός της εργάτριας». Εδώ ανακύπτει ένα ερώτημα: τι ακριβώς σημαίνει εκπολιτίζω τις εργάτριες; Η απάντηση μας δίνεται από τις ίδιες τις πηγές: Σημαίνει ότι οι σύλλογοι αυτοί έχουν σκοπό την ηθική διαπαιδαγώγηση και εκπαίδευση της εργάτριας· και πιο συγκεκριμένα την παροχή στοιχειωδών γνώσεων, δηλαδή αυτών που αντιστοιχούν στην κοινωνική τους τάξη και στο επάγγελμά τους 8 . Εκτός από τα βασικά μαθήματα (ανάγνωση, γραφή, Αριθμητική, Ιερά Κατήχηση) οι εργάτριες διδάσκονται υγιεινή και καθαριότητα. Και στα τρία Κυριακά Σχολεία, τον περισσότερο καιρό το μάθημα της Υγιεινής γίνεται από την Αννα Κατσίγρα-Μελά, γιατρό και συγγραφέα βιβλίων που έχουν σχέση με τη διαπαιδαγώγηση. Στο μάθημα της Υγιεινής οι μαθήτριες-εργάτριες διδάσκονται να λαμβάνουν προφυλακτικά μέτρα για την αποφυγή ασθενειών, κυρίως της φυματίωσης, της ευλογιάς και της ελονοσίας, καθώς και κανόνες για την καθαριότητα του σώματος τους και την ευπρεπή τους εμφάνιση. Η έννοια της υγιεινής, όπως διδάσκεται, συμπεριλαμβάνει την καθαριότητα και την υγεία. Για να γίνουμε πιο σαφείς η καθαριότητα αποτελεί τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα στην υγιεινή και την υγεία. Εκτός από τα Κυριακά Σχολεία των εργατριών και τα φιλανθρωπικά σωματεία που ασχολούνται με τη διάδοση της υγιεινής και της καθαριότητας, από το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα παρατηρείται το φαινόμενο της ίδρυσης συλλόγων «Υγιεινής». Συγκεκριμένα ο «Σύλλογος Υγιεινής Σύρου» διοργανώνει «λαϊκές διαλέξεις» για τη διαφώτιση του κοινού περί του τρόπου μολύνσεως του οργανισμού και των μέσων της άμυνας και προφύλαξης από τη φυματίωση 9 . Στη μάχη κατά των ασθενειών που αποδεκατίζουν κυρίως τα εργατικά στρώματα ένα καινούργιο όπλο προστίθεται: η απολύμανση. Η απολύμανση, ως προέκταση της καθαριότητας, δεν αποτελεί μόνο κεκτημένο πεδίο των νοσοκομείων, των ιατρείων, των εργαστηρίων, των ιατρών και των μαιών αλλά γίνεται προσπάθεια για τη διάδοση της και την εφαρμογή της στις μη
7. Ελένη Γεωργιάδου, «Αι εργαζόμεναι γυναίκες», Εφημερίς των Κυριών, αρ. 690, 13.1.1902. 8. Βλέπε τις ετήσιες λογοδοσίες του «Εν Πειραιεί Συνδέσμου των Κυριών προς προστασίαν της εργάτιδος» από το 1907 έως και το 1923 τα άρθρα που αναφέρονται στο περιοδικό Εφημερίς των Κυριών, Αύρα Θεοδωροπούλου, «Το Κυριακό Σχολείο Εργατριών», Ανατύπωση από το Δελτίο τον Εκπαιδευτικού Ομίλου 1915, Αθήνα 1916. 9. Σύλλογος Υγιεινής Σύρου, Τα πεπραγμένα κατά το 1920, Ερμούπολη 1921, σ. 14.
προνομιούχες τάξεις. Μέχρι τότε η περισσότερο διαδεδομένη πρακτική απολύμανσης ήταν το ασβέστωμα των τοίχων, του εξωτερικού της κατοικίας, της αυλής η του στενού δρόμου που χρησίμευε ως προέκταση της κατοικίας. Στην απολύμανση της κατοικίας προστίθενται νέα μέσα πιο αποτελεσματικά, όπως το διάλυμα φαινικού οξέως, η άχνη υδραργύρου. Το κάψιμο των ρούχων και των μολυσμένων αντικειμένων του ασθενούς αντικαθίσταται σε αρκετές περιπτώσεις από τη μέθοδο απολύμανσης που γίνεται με το βράσιμο του νερού10, ενώ το πλύσιμο των χεριών με ζεστό νερό και σαπούνι θεωρείται η πανάκεια για την πρόληψη όλων των ασθενειών. Η καθαριότητα συνδέεται και με την ηθική, προστίθεται στις αρετές, γιατί εξασφαλίζει την τάξη. Στον κανονισμό των Κυριακών Σχολείων αναγράφεται ότι η εργάτρια, για να γίνει δεκτή, πρέπει να είναι «καθαρά εις την κεφαλήν καιτοσώμα της, τακτική εις τα φορέματά της» 1 1 . Στον έλεγχο των μ τριών η καθαριότητα βαθμολογείται. Σε αντίθεση με τα σχολεία τακτικής φοίτησης που το μάθημα της Υγιεινής είναι δευτερεύουσας σημασίας, τα Κυριακά Σχολεία δίνουν μεγάλη σημασία στην προπαγάνδα υπέρ της υγιεινής, που, σύμφωνα με τις δηλώσεις των υπευθύνων γυναικών, για τις εργάτριες είναι terra incognita 1 2 . Μεταξύ των γυναικών που ασχολούνται με την εκπαίδευση και αγωγή των εργατριών και της ίδιας της εργάτριας-μαθήτριας υποβόσκει η κοινωνική αντιπαράθεση του «πολιτισμένου» και του «απολίτιστου». Βεβαίως δεν πρόκειται για αντίθεση της μορφής «καλό-κακό», αλλά για τις βαθμίδες της εξελικτικής πορείας που ακολουθούν οι πρακτικές της καθαριότητας. Η καθαριότητα είναι μια διαδικασία που εκδηλώνεται αποκλειστικά μέσα στο πλαίσιο μιας ορισμένης «πολιτισμένης» συμπεριφοράς. Με τις πρακτικές της καθαριότητας εισβάλλει σταδιακά ο πολιτισμός στον κόσμο των αισθήσεων. Η καταστολή, η περιθωριοποίηση, η απόκρυψη της αίσθησης της οσφρήσεως είναι ένα από τα καθοριστικά χαρακτηριστικά του «πολιτισμένου ανθρώπου» 13 . Η μύηση της εργάτριας στην καθαριότητα της χαρίζει υγεία, ευρωστία, την απαλλάσσει από τη βαρβαρότητα, την εξοικειώνει με νέες συμπεριφορές, όπως είναι η υγιεινή, η απλότητα και η τάξη. Όμως, το οικονομικό χάσμα που δημιουργείται ανάμεσα στα κυρίαρχα αστικά στρώματα και στους φτωχούς των πόλεων έχει πολιτιστικά επακόλουθα. Έχοντας ως δεδομένη την οικονομική κατάσταση της εργάτριας, ας διε10. Βλ. Υπουργείο Εσωτερικών, Τμήμα Υγειονομικών, Βασιλικό Διάταγμα της 2.12. 1911, Περί υγειονομικών μέτρων προς περιστολήν της ευλογιάς, Αθήνα 1911, σ. 20, 22, 25-26. 11. Κυριακόν Σχολείον Εργατριών, Κανονισμός (μονόφυλλο), Αθήνα 23 Αυγούστου 1912. 12. Βλ. Αύρα Θεοδωροπούλου, ό.π., σ. 5-6. 13. Constance Classen, David Howes, Antony Synnott, ό.π., σ. 89.
διερευνήσουμε γιατί η καθιέρωση της καθαριότητας αποτελεί γι' αυτήν πολυτέλεια. Ο χώρος που αναλογούσε στην κάθε εργάτρια ήταν ένα κοινό δωμάτιο ύπνου για όλη την οικογένεια, και ένα κοινό πλυσταριό για όλους τους συνοίκους της αυλής 14 . Δημόσια γυναικεία λουτρά δεν είχε ούτε η Ερμούπολη 15 , ούτε η Αθήνα. Τα δημόσια γυναικεία λουτρά στη συνοικία της Μουνιχίας, στον Πειραιά ήταν τα μοναδικά. Στα λουτρά αυτά το μπάνιο αποτελούσε πρόβλημα για τις γυναίκες. Από την εφημερίδα «Σφαίρα» πληροφορούμαστε ότι οι «πετρομαχούντες παίδες» έσπαγαν τα τζάμια των λουτρών, με αποτέλεσμα η διεξαγωγή του μπάνιου να παρουσιάζει εξαιρετικές δυσκολίες για τις γυναίκες 1 6 . Θα έπρεπε να έχει κανείς μεγάλη δόση εφευρετικότητας για να κατορθώσει με τα μέσα αυτά να κάνει ένα γενικό λουτρό. Το 1903 η Ευγενία Ζωγράφου προτείνει στους ιδιοκτήτες βιομηχανικών καταστημάτων να δημιουργήσουν λουτρά και πλυντήρια ενδυμάτων για τις εργάτριες. Το θερμό νερό που εξέρχεται από τις μηχανές κατά την εξάτμιση θα μπορούσε να κατευθυνθεί σε ειδική αίθουσα και να χρησιμοποιηθεί για λουτρό των εργατριών. Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία μου η πρόταση της δεν εισακούσθηκε. Εκτός όμως από τον χώρο για το λουτρό οι εργάτριες δεν διέθεταν ούτε τον απαραίτητο χρόνο, ούτε νερό, ούτε σαπούνι. Στην καλύτερη περίπτωση η τροφοδοσία του νερού γινόταν από τη βρύση του δρόμου που βρισκόταν πολλές φορές σε μεγάλη απόσταση από την κατοικία. Στη χειρότερη περίπτωση αντλούσαν νερό από τα πηγάδια η από δεξαμενές. Το νερό ήταν περιορισμένο λόγω της λειψυδρίας κατά τους θερινούς μήνες. Ακόμα και το νερό από τη βρύση του δρόμου διοχετευόταν κάθε δεύτερη μέρα κατά το χειμώνα και κάθε 3, 4, 5 ημέρες κατά το θέρος 17 . Πώς οι γυναίκες αυτές θα εξοικονομούσαν νερό, ώστε η οικογένεια να κάνει άφθονη χρήση και να περισσέψει για το λουτρό τους; Το «κοινό σαπούνι» και το χτένι για τα μαλλιά αποτελούσαν είδη πολυτελείας. Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι τα Κυριακά Σχολεία των Εργατριών κατά τις εορτές των Χριστουγέννων και στις εξετάσεις του Ιουνίου προσφέρουν ως δώρα η ως βραβεία στις εργάτριες σαπούνια και χτένια. Η Ένωσις των Ελληνίδων διανέμει σαπούνια και χτένια στις οικογένειες των λαϊκών συνοικιών.
14. Ευγενία Ζωγράφου, Δημοσιεύματα, Σειρά Δευτέρα, Τόμος Τέταρτος, Αθήνα 1903, σ. 50' Αύρα Θεοδωροπούλου, «Τα Λουτρά των Εργατίδων», εφημ. Εστία, 18.11.1911· Αθανάσιος Τσακαλώτος, Περί της Δημοσίας Υγείας εν Σύρω και ιδία της Φυματιώσεως, Αθήνα 1914. 15. Αθανάσιος Τσακαλώτος, ό.π., σ. 29. 16. Ανώνυμος, εφημ. Σφαίρα, αρ. 1287, 16.3.1885. 17. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας και Κοινωνικής Προνοίας, Επιθεώρησις Εργασίας, Έρευνα επί των Συνθηκών της Εργατικής Κατοικίας των Πόλεων Αθηνών Πειραιώς 1921, Αθήνα 1922.
Οι πρακτικές καθαριότητας βασίζονται στην οικονομία: του χώρου, του χρόνου, του νερού, των υλικών, και των κινήσεων. Μια πήλινη γαβάθα με χλιαρό νερό, ένας άδειος κάδος που χρησίμευε και για την μπουγάδα, μια βούρτσα απ' αυτές που τρίβουν τα πατώματα η ένα σφουγγάρι και ένα κομμάτι φανέλας ήταν τα απαραίτητα υλικά για το λουτρό. Πριν από το μπάνιο έπρεπε να τρίβουν το σώμα τους για να ανέβει η θερμοκρασία και να ανοίξουν οι πόροι, μετά με τη φανέλα έπρεπε να σκουπιστούν. Οσον αφορά την υγιεινή των μαλλιών έπρεπε να βρέχονται και να κτενίζονται καθημερινά, να λούζονται τακτικά (δύο φορές την εβδομάδα), έτσι ώστε να μην αναπτύσσουν παράσιτα (ψείρες, τριχοφάγο, ψώρα κ.ά.). Η περιποίηση των δοντιών προστίθεται πολύ αργότερα στις πρακτικές καθαριότητας. Το 1911 προσφέρεται σκόνη για τον καθαρισμό των δοντιών ως βραβείο στις εξετάσεις του Κυριακού Σχολείου του Εργατικού Κέντρου Αθηνών. Το πλύσιμο των ρούχων είναι επίπονο, χρονοβόρο και δαπανηρό, αφού θα πρέπει να θυσιάσουν την Κυριακή, να εξοικονομήσουν σαπούνι, στάχτη και ξύλα, είδη που δεν βρίσκονται εν αφθονία, για να πλύνουν τα ρούχα τους. Ετσι, θεωρείται κατόρθωμα για τις εργάτριες να πλένουν τα ρούχα τους μία φορά το μήνα 18 . Η διαδικασία του λουτρού με το πρωτόκολλο συμπεριφοράς αποτελεί έναν ισχυρό αυτοκαταναγκασμό. Οι εργάτριες πρέπει να αναπτύξουν τέτοιου τύπου συνήθειες ώστε να χαλιναγωγηθούν. Μέσω της καθαριότητας και της ευπρέπειας διακόπτεται η συμβολική βία που ασκούν οι βρώμικοι και οι ατημέλητοι. Η εργάτρια για να ενταχθεί κοινωνικά, να ξεφύγει από τις αγροτικές της καταβολές, πρέπει να αισθανθεί απέχθεια προς τη βρώμα, σεβασμό προς την καθαριότητα, την αίσθηση του καθήκοντος και της εργασίας. Όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, ας αποπειραθούμε να εντοπίσουμε τα συστατικά της μυρωδιάς του αέρα γύρω από το σώμα μιας «καθωσπρέπει αστής»: μυρωδιές από τα αγνά υλικά και τα μπαχαρικά της κουζίνας, άρωμα από λουλούδια και σπανιότατα, σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπως είναι οι χοροί η οι γιορτές, μια υποψία από φίνο παρισινό άρωμα 19 . Από το 1888 λειτουργεί στην Αθήνα το μυροποιείο των αδελφών Λιάπη. Οι πρώτες ύλες που χρησιμοποιεί είναι ακατέργαστα χόρτα και άνθη της Ελλάδας. Πάνω από 200 είδη αρωμάτων διοχετεύονται όχι μόνο στη αγορά της Αθήνας αλλά και στην Ανατολή" τα περισσότερα από αυτά φέρουν ονόματα ανθέων όπως: ίρις, ηλιοτρόπιο των
18. Βλ. Ευγενία Ζωγράφου, ό.π., σ. 50. 19. Η καθιέρωση των αρωμάτων συμβαδίζει με την παρισινή «Haute Couture». To 1858 ο Worth ιδρύει την «Haute Couture». Την ίδια χρονιά όχι μόνο στο Παρίσι αλλά και στο Λονδίνο υπάρχουν ήδη μεγάλοι οίκοι αρωματοποιίας: Atkinson, Lubin, Chardin, Violet, Legrand, Piesse και ιδίως ο Guerlain, βλ. Alain Corbin, ό.π., σ. 232.
Παρισίων, βιολέτα, γιασεμί, νερατζιά, πορτοκαλιά, λεβάντα. Στο μυροποιείο κατασκευάζονται αρωματικά σαπούνια, πούδρες καθώς και σκόνες δοντιών. Για την κατασκευή του αρωματικού σαπουνιού χρησιμοποιούνται ποτάσα, λίπη βοοειδών και χοίρων και καθόλου φυτικά έλαια 20 . Στον αστικό λόγο η μυρωδιά της μούχλας που αποπνέει το σώμα της εργάτριας φαίνεται ότι επισκιάζει τα πάντα. Η μούχλα αναγνωρίζεται αμέσως από όλους όσοι εισέρχονται στην εργατική κατοικία. Το τοπίο της μυρωδιάς στο περιβάλλον της εργάτριας εμπλουτίζεται και με την έντονη μυρωδιά του ξυδιού. Ένα βρεγμένο πανί με ξύδι στο μέτωπο του ασθενούς διώχνει τον ιδρώτα. Η καθημερινή επάλειψη με ξύδι στα μαλλιά θεωρείται το καταλληλότερο όπλο κατά της ψείρας. Η μυρωδιά του ξυδιού είναι τόσο έντονη που σβήνει όλες τις υπόλοιπες: «Οπόταν ουν ο αέρας ήναι ζεστός, κυβερνού με ψυχρά πράγματα, ήγουν ράντιζε το σπήτι με κρύον νερόν, και ξύδι - ότι το ξύδιμετην φυσικήν του ψυχρότητα διώκει την φθοράν του αέρος, και την κακήν αναθυμίασιν [,..]» 21 . Αντίθετα με τη μυρωδιά της μούχλας που συμβολίζει τη σήψη, τη στασιμότητα και τη φτώχεια ενός κόσμου που ζει στο περιθώριο, ο ιδρώτας του σώματος όχι μόνο δεν ενοχλεί, αλλά κατέχει περίοπτη θέση ανάμεσα στα σύμβολα του κόσμου του μόχθου και της εργασίας. Ο ιδρώτας του σώματος στις κυρίαρχες αντιλήψεις προσλαμβάνεται εξαγνισμένος από την κακοσμία —η αίσθηση της όσφρησης λες κι έχει απαλειφθεί εντελώς— ενώ λειτουργεί μόνο η όραση. «Χρυσές σταγόνες» στάζει ο ιδρώτας των εργατών της «φάμπρικας» και των εργατριών στα υφαντουργεία 22. Ο ιδρώτας αποδεικνύει τη σκληρή δουλειά: «Αχ, είμαστε δυστυχισμένοι άνθρωποι. Τρέχει όπως το ποτάμι ο ιδρώτας μας» έλεγε ο μιναδόρος στον εισαγγελέα όταν άρχισαν οι ανακρίσεις των εργατών στις απεργίες που έγιναν τον Απρίλη του 1896 στο Λαύριο 23 . Το υποκείμενο των προκηρύξεων που βγάζουν τα εργατικά κέντρα είναι «ο λαός του ιδρώτος και της εργασίας». Έτσι υπογράφουν οι συνδικαλιστικοί εκπρόσωποι των εργαζομένων 24 .
20. Για το μυροποιείο των αδελφών Λιάπη βλ. Μποέμ, «Αι εργαζόμεναι Αθήναι. Μυρεψοί και μυροποιεία», εφημ. Άστυ, αρ. 1198, 26.3.1894. 21. Βλ. Γεωπονικόν, Συντεθέν παρά Αγαπίου Μοναχού του Κρητός, Βενετία 1870, σ. 43. 22. «Φράγκο δε δίνουνε για μεγαλεία, / έχουν μάθει να ζουν απλά, στάζ' ο ιδρώτας τους χρυσές σταγόνες/γεια σου περήφανη κι αθάνατη εργατιά». Από τους στίχους του γνωστού ζεϊμπέκικου του Τσιτσάνη «Οι φάμπρικες» (δίσκος του 1950). 23. «Τα θύματα της Εργασίας - Ο κόσμος του Λαυρίου - Δεσπόται και ανδράποδα», εφημ. Ακρόπολις, φ. 22, 14.4.1896. 24. «Προκήρυξις προς τον έργαζόμενον λαόν [...] Ελάτε αδελφοί, ας αποδείξωμεν ότι ζη ο λαός και δεν απέθανε. Οι αδελφοί κα-
Πόσο αγεφύρωτο άραγε είναι το χάσμα ανάμεσα στην εικόνα της σιδερώτριας με το μικρό λεκέ στη μασχάλη και το χέρι στο μέτωπο να σκουπίζει τον ιδρώτα της και σ' αυτήν που απεικονίζει την αστή κρατώντας την ομπρέλλα της, να περπατάει στις πρασιές του κήπου με το ατσαλάκωτο, «άσπιλο», άσπρο φόρεμα χωρίς ίχνος λεκέ; Όσον αφορά την αισθητική εμφάνιση, στα ανύπαντρα κορίτσια της αστικής τάξης αυτή αποτελεί απόδειξη της κοινωνικής και οικονομικής τους κατάστασης, και χρησιμεύει κυρίως ως επένδυση για την ανεύρεση συζύγου. Αντίθετα, οι εργάτριες με την εμφάνιση τους, πρέπει συνεχώς να αποδεικνύουν ότι εργάζονται για να ζήσουν και όχι για να «ντυθούν». Σύμφωνα με τα κυρίαρχα κοινωνικά πρότυπα, οι νέες εργάτριες με την εμφάνιση τους δεν πρέπει να μπορούν να επιδείξουν τίποτε άλλο εκτός από την καθαριότητά τους. Πρέπει να φορούν ρούχα απλά —όχι πολυτελή— και άνετα, ώστε να διευκολύνονται οι κινήσεις. Η καθαριότητα των ρούχων απαιτεί την αφαίρεση των λεκέδων και των οσμών. Τα εσώρουχα των γυναικών πρέπει να αλλάζονται μία η δύο φορές την εβδομάδα 25 . Όμως, αυτό αποτελεί ένα πρόβλημα γιατί οι γυναίκες δεν έχουν χρήματα για να αγοράσουν λευκό ύφασμα και να ράψουν εσώρουχα. Το λευκό βαμβακερό ύφασμα —κατάλληλο για τη ραφή εσωρούχων— εθεωρείτο ένα πολύτιμο χριστουγεννιάτικο δώρο για τις εργάτριες που φοιτούσαν στα Κυριακά Σχολεία. Τα ρακώδη βαμβακερά ενδύματα της νεοαφιχθείσας στην πόλη εργάτριας έπρεπε να αντικατασταθούν με καθαρά, ατσαλάκωτα και καλομπαλωμένα ρούχα. Η διδασκαλία στοιχειωδών γνώσεων κοπτικής, ραπτικής και εμβαλωματικής στα Κυριακά Σχολεία είχε ως πρωταρχικό σκοπό τη βελτίωση της εξωτερικής εικόνας της εργάτριας. Αντίθετα, για τις εργάτριες που ντύνονται πολυτελώς, παραβαίνοντας τα πρότυπα της σεμνότητας και της νοικοκυροσύνης, δημιουργείται ένα κλίμα καχυποψίας και απόρριψης. Το φαινόμενο παρατηρείται στις νέες που εργάζονται στα εργαστήρια μοδιστρικής και στα καπελάδικα. Προφανώς, η επαφή με τις αστές, με τους τρόπους τους και τις νοοτροπίες τους, δημιουργεί στις εργάτριες την επιθυμία της μίμησης. Η πολυτέλεια της νέας εργάτριας προκαλεί αναστάτωση σε όλους γιατί ανατρέπει αποδεκτούς κώδικες και συμπεριφορές. Φανερώνει σπατάλη και υπονοεί ανηθικότητα. Το 1920 η επιθεωρήτρια εργασίας Αννα Μακροπούλου σημειώνει ότι αρκετές εργάτριες «διαθέτουνταπερισσεύματά
καλούν σήμερον τους αδελφούς. Ο λαός, τον λαόν. Oι δυστυχισμένοι τους δυστυχισμένους. Οι καταπιεζόμενοι τους καταπιεζομένους. Οι κατάδικοι της πείνας και της δυστυχίας. Ο λαός του ιδρώτος και της εργασίας [...]». Προκήρυξη του Εργατικού Κέντρου Βόλου, Σεπτέμβριος 1909. 25. Παναγιώτης Χριστόπουλος, Μαθήματα Υγιεινής, Αθήνα 1920, σ. 79.
ματά των εις είδη πολυτελείας, αδιαφορούσαι παντελώς διά το μέλλον των» 2 6 . Πραγματικά, η εικόνα της καθαρής εργάτριας φανερώνει την εκπαίδευση της και την υποταγή της στις νέες αρχές που βασίζονται στην υγιεινή του σώματος και στη σεμνότητα της ενδυμασίας. Το πνεύμα της νοικοκυροσύνης και της αποταμίευσης κυριαρχεί. Η ένταξή της στον κόσμο της εργασίας διευκολύνεται. Κάθε άλλη συμπεριφορά —κυρίως η υιοθέτηση της πολυτέλειας— αποτελεί παραβίαση των κυρίαρχων στην κοινωνία αναπαραστάσεων. Η ιδιοκτήτρια του μεταξοϋφαντήριου Καρασταμάτη διευκρινίζει τι ακριβώς θεωρείται πολυτέλεια για τη νέα εργάτρια και αποκαλύπτει τις ανησυχίες της: « Η ελληνίς εργάτις ουδέν άλλο ιδανικόν έχει, δι' ουδέν άλλο φροντίζει ή πως να αμείβεται καλώς, να έχη μεταξωτόν φόρεμα, ωρολόγιον της χειρός, να φορή την καλυτέραν κάλτσαν, να περιποιήται τους όνυχας, το πρόσωπον και την κόμην της, και να φροντίζη πώς να εύρη ένα σύζυγον, όστις θα εξασφαλίση εις αυτήν άνετον βίον και αποχήν από πάσης εργασίας εν τω μέλλοντι» 27. Ας ερμηνεύσουμε τον λόγο της: Για την εμφάνιση-πρότυπο της εργάτριας έχει δημιουργηθεί ένα ηθικό, οπτικό και αισθητικό σύστημα αναπαραστάσεων, το οποίο βασίζεται στη διαφοροποίηση της από τα κυρίαρχα αστικά στρώματα. Γι' αυτό η κατάκτηση της καθαριότητας από τις νέες εργάτριες θα είναι πάντοτε μισή αρχοντιά και ποτέ ολόκληρη.
26. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις του προσωπικού Επιθεωρήσεως Εργασίας επί της εφαρμογής των εργατικών νόμων, έτος 1921, Αθήνα 1923, σ. 83. 27. Σπάρτη Καρασταμάτη, «Αι Ελληνίδες της σήμερον», περ. Εργασία, τεύχος II, 22.3.1930.
ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΥΓΕΙΑΣ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΤΟΝ 19ο ΑΙΩΝΑ
ΜΑΡΙΑ ΚΟΡΑΣΙΔΟΥ
Ανάμεσα σε εκείνους που ασχολούνται τον περασμένο αιώνα με την προστασία της παιδικής ηλικίας, πεζογράφους, φιλανθρώπους, νομικούς και πολιτικούς, οι γιατροί κατέχουν μια ξεχωριστή θέση. Με τον λόγο που αναπτύσσουν, την κοινωνική τους πρακτική και την εξάσκηση της ιατρικής τους τέχνης, οι γιατροί θα επιχειρήσουν να αναδείξουν την υγεία των παιδιών σε ζήτημα πρωταρχικής σημασίας και αντικείμενο ιδιαίτερης μέριμνας στους κόλπους της οικογένειας, του σχολείου και των φιλανθρωπικών θεσμών. Η παρέμβαση τους προς την κατεύθυνση των παιδιών είναι βέβαια συνυφασμένη με τη γενικότερη διαδικασία συγκρότησης υγειονομικών θεσμών μέσα από την οποία οι επιστήμονες γιατροί αναδεικνύονται σε κύριους διαχειριστές της υγείας του ελληνικού πληθυσμού από τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια. Το Ιατροσυνέδριο, ένας νέος κεντρικός θεσμός που δημιουργείται το 1834 1 και αναλαμβάνει την ορθολογική οργάνωση της δημόσιας υγείας και την επέκταση της επιστημονικής ιατρικής γνώσης, θα σηματοδοτήσει και την απαρχή συγκρότησης του ιατρικού σώματος. Ο κεντρικός πολιτικός ρόλος τον οποίο διαδραματίζει το παραπάνω όργανο θα φανεί κυρίως μέσα από την οργάνωση εξετάσεων για τη χορήγηση άδειας άσκησης του ιατρικού επαγγέλματος, καθώς και μέσα από την αντιμετώπιση του πλήθους των εμπειρικών θεραπευτών που μέχρι τα χρόνια της Ανεξαρτησίας ήταν οι μοναδικοί φορείς της θεραπευτικής τέχνης. Χαρακτηριστική είναι η αντιπαράθεση των επιστημόνων γιατρών με τους κουρείς, που ασκούσαν τότε και χρέη πρακτικών θεραπευτών. Η διαδικασία επικράτησης της επιστημονικής ιατρικής θα προσλάβει πολλαπλές διαστάσεις: νομοθετικές ρυθμίσεις, ίδρυση της Ιατρικής Σχολής Αθηνών το 1837 και ιατρικών εκπαιδευτικών σχολείων, σύσταση επαγγελματικών οργανώσεων, έκδοση εντύπων, δημιουργία νοσηλευτικών ιδρυμάτων. Μια πα1. Β.Δ. «Περί συστάσεως Ιατροσυνεδρίου», 13(25) Μαΐου 1834, E.τ.K. 24 (12 Ιουλίου 1834).
παρόμοια διαδικασία, με μικρότερη όμως ένταση, θα ακολουθηθεί και για τη δημιουργία ενός σώματος επιστημόνων μαιών σε βάρος των εμπειρικών. Παράλληλα όμως με τη διερεύνηση της διαδικασίας επικράτησης των επιστημόνων γιατρών και της οργάνωσης θεσμών δημόσιας υγείας στο ελληνικό κράτος, ενδιαφέρον παρουσιάζει και η εξέταση των αντιλήψεων που διαμορφώνονται κατά τον 19ο αιώνα γύρω από την υγεία, την αρρώστια και τον θάνατο. Η υγεία θα προβάλει ως θεμελιακό φυσικό ανθρώπινο αγαθό, ως αδιάσπαστη ενότητα σωματικών και πνευματικών δυνάμεων για τη διατήρηση της οποίας απαιτείται η τήρηση βασικών κανόνων υγιεινής. Κανόνων υγιεινής που οφείλουν να βρουν πρόσφορο έδαφος ανάπτυξης στο εσωτερικό της οικογένειας και του σπιτιού με την αποφασιστική συμβολή των γυναικών. Η διατήρηση της υγείας θα προσλάβει και μια άλλη διάσταση, εκείνη της προαγωγής της ευεξίας του ελληνικού πληθυσμού, για την επίτευξη της οποίας, καθοριστικής σημασίας παράγοντες θεωρούνται η απαγόρευση της αιμομιξίας, αλλά και η νομοθετική απαγόρευση της σύναψης πρόωρων γάμων, η γάμων των ατόμων που πάσχουν από ασθένειες θεωρούμενες ως κληρονομικές. Η επιδίωξη των γιατρών να επιβάλουν νομοθετικές ρυθμίσεις περιοριστικές της ελευθερίας των αρρώστων, βασισμένες στις αντιλήψεις τους (σε μεγάλο βαθμό εσφαλμένες, όπως αποδείχθηκε αργότερα) περί κληρονομικότητας ορισμένων ασθενειών είναι χαρακτηριστική της προσπάθειάς τους να αναβαθμίσουν τον κοινωνικό τους ρόλο και την κοινωνική τους θέση στο πλαίσιο της νεοελληνικής κοινωνίας. Η επιβίωση πάντως θρησκευτικών αντιλήψεων σχετικά με την υγεία και την αρρώστια είναι ιδιαίτερα αισθητή. Η διατήρηση της υγείας η διαφορετικά η καταπολέμηση της ασθένειας αντιμετωπίζεται ως έργο στηριζόμενο στη συνδυασμένη δράση της θείας πρόνοιας και της ατομικής ευθύνης. Συχνές είναι οι αναφορές στις ηθικές αρετές που κερδίζει το άτομο μέσα από τη δοκιμασία της αρρώστιας. Ταυτόχρονα βέβαια η αρρώστια είναι πάντοτε ένα κακό που πρέπει να καταπολεμηθεί, και τα μέσα που προβάλλονται για τον αγώνα κατά της αρρώστιας, εκτός από την ευεργετική επίδραση της θείας πρόνοιας, είναι και η προφύλαξη από την άγνοια και τις προλήψεις και η αυστηρή τήρηση των κανόνων της υγιεινής. Μόνο έτσι μπορεί να αποτραπεί προσωρινά ο αναπόφευκτος θάνατος, που η επέλευσή του εναπόκειται τελικά στη θεϊκή σοφία και δικαιοσύνη. παιδιών δεν είναι αποκομμένες από τις γενικότερες προσπάθειες που καταβάλλονται για την οργάνωση της μέριμνας για την υγεία του ελληνικού πληθυσμού τον 19ο αιώνα. Η παιδική προστασία θα επιχειρηθεί στα πλαίσια μιας γενικής προβληματικής για τη σημασία της αύξησης του πληθυσμού, αλλά και της ευρωστίας και «καλλιτεκνίας» της ελληνικής φυλής, η οποία θεωρείται ότι συμβάλλει στην οικονομική, κοινωνική και πολιτισμική πρόοδο του κράτους. Για
την επίτευξη όμως της κοινωνικής προόδου, η σπουδαιότητα της οικογένειας και συνακόλουθα των παιδιών που γεννιούνται, ανατρέφονται και μεγαλώνουν στους κόλπους της, προβάλλει σαν ζήτημα αποφασιστικής σημασίας. Ολη η συζήτηση για την ευρωστία και ευεξία του ελληνικού έθνους επικεντρώνεται στα παιδιά, αφού αυτά θα αποτελέσουν τους μελλοντικούς πολίτες του. Έτσι τεκμηριώνεται το ενδιαφέρον που στρέφεται προς την εμβρυακή, βρεφική και παιδική ηλικία. Ε τ σ ι αιτιολογούνται οι προσπάθειες που γίνονται για την καταγραφή των ασθενειών που πλήττουν την παιδική ηλικία και που πολύ συχνά επιφέρουν το θάνατο των παιδιών. Έτσι δικαιολογούνται τέλος τα μέτρα που προτείνονται και λαμβάνονται για την προστασία της υγείας των παιδιών στην Αθήνα του περασμένου αιώνα. Ο Αναστάσιος Ζίννης, καθηγητής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρώτος διευθυντής του Βρεφοκομείου Αθηνών υπήρξε αναμφίβολα ένας από τους σημαντικότερους ερευνητές της παιδικής νοσολογίας της εποχής του. Από τη μονογραφία του με τίτλο «Étude sur les principales causes léthifères chez les enfants audessous de cinq ans et plus spécialement chez ceux de 0-1 an à Athènes», που δημοσιεύτηκε το 1880, προκύπτει, ότι από το σύνολο των θανάτων που καταγράφηκαν στους «νεκρικούς καταλόγους» της πόλης της Αθήνας, καταλόγους που κρατούσε η αστυνομία, για τη δεκαετία 1869-1878, το 46% ήταν θάνατοι παιδιών ηλικίας 0-5 ετών και από αυτούς το 68,5% ήταν θάνατοι βρεφών ηλικίας 0-12 μηνών. Ως την πλέον θανατηφόρα ασθένεια, που πλήττει την πρώτη παιδική ηλικία, ο Α. Ζίννης καταγράφει τη διάρροια: το 34% των περιπτώσεων θανάτων παιδιών και το 80% των περιπτώσεων θανάτων βρεφών οφείλονται στη διάρροια. Για τη δεκαετία 1880-1890, ο Αλκιβιάδης Παπαπαναγιώτου, υφηγητής της Παιδιατρικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και διευθυντής της πανεπιστημιακής κλινικής στο Βρεφοκομείο Αθηνών, αναφέρει ότι από το σύνολο των θανάτων στην πόλη της Αθήνας, το 48,13% ήταν θάνατοι παιδιών ηλικίας 0-10 ετών και από αυτούς το 66,19% ήταν θάνατοι βρεφών ηλικίας 0-12 μηνών. Για την ίδια χρονική περίοδο, σύμφωνα πάντα με τον Α. Παπαπαναγιώτου, το 32,37% των περιπτώσεων θανάτων παιδιών και το 85,8% των περιπτώσεων θανάτων βρεφών οφείλεται σε νοσήματα του γαστρεντερικού σωλήνα 2. Τόσο ο Α. Ζίννης όσο και ο Α. Παπαπαναγιώτου θεωρούν ότι η κύρια αιτία που συντελεί στο να μετατραπεί η διάρροια στο «κοινότερον και φονικώτερον νόσημα της βρεφικής ηλικίας» 3 είναι η «πρόληψις» που επικρατεί κυρίως στους κόλπους των λαϊκών στρωμάτων της εποχής, «ότι η επερχομένη
2. Αλκιβιάδης Παπαπαναγιώτου, «Η θνητότης των παίδων εν Αθήναις», Ημερολόγιον Εφημερίδος των Κυριών του 1891, Αθήνα 1890, σ. 36. 3. Α. Ζίννης, Η εν Αθήναις θνησιμότης των βρεφών, Αθήνα 1877, σ. 4.
τοις βρέφεσι διάρροια μετά τον έκτον μήνα απότοκος ούσα της οδοντοφυΐας ουδεμιάς δείται θεραπείας»4. Ο Α. Ζίννης και ο Α. Παπαπαναγιώτου υποστηρίζουν ότι η οδοντοφυΐα συμβάλλει σίγουρα στην εκδήλωση διάρροιας των παιδιών. Οι παράγοντες όμως που, κατά τη γνώμη τους, συμβάλλουν αποφασιστικά στην επιδείνωση της ασθένειας, είναι κυρίως ο πρόωρος απογαλακτισμός και η διατροφή των βρεφών με τροφές ακατάλληλες για την ηλικία τους. Ετσι, τα μέσα που ο Α. Ζίννης θεωρεί ως τα πλέον αποτελεσματικά για την καταπολέμηση της παιδικής θνησιμότητας είναι: «να εκριζωθή εκ της κεφαλής των μητέρων η ολεθρία πρόληψις» ότι η διάρροια η οποία εμφανίζεται μετά τον 6ο μήνα είναι «ωφέλιμος παροχέτευσις, ήτις συμφέρει να μένη αθεράπευτος»5. Ακόμη, να εξαφανισθεί η «μωρά συνήθεια»6 του πρόωρου απογαλακτισμού και της διατροφής των βρεφών με τροφές ακατάλληλες για την ηλικία τους. Για την εκπλήρωση του στόχου αυτού, ο Α. Ζίννης προτείνει την οργάνωση μιας «αληθούς σταυροφορίας», στην οποία καλεί την κυβέρνηση, τους εφημέριους και τους γιατρούς να συμμετάσχουν ενεργά, «ανενδότως», «ειλικρινώς» και «ευσυνειδήτως»7. Παράλληλα με την οργάνωση της «σταυροφορίας» για το ξερίζωμα των προλήψεων και των πρακτικών που αφορούν τη διατροφή των βρεφών στους κόλπους των λαϊκών στρωμάτων, οι γιατροί θα επιδιώξουν με όλα τα μέσα να πείσουν τις μητέρες των εύπορων οικογενειών να αναλάβουν οι ίδιες το θηλασμό των παιδιών τους. Από τη στιγμή που οι γιατροί διαπιστώνουν ότι οι σοβαρές διαταραχές, που προκαλούνται στην υγεία των παιδιών, είναι αποτέλεσμα κυρίως του πρόωρου απογαλακτισμού και της κακής διατροφής των παιδιών, θα αρχίσουν να αποδίδουν μια αυξημένη σημασία στον τρόπο διατροφής τους, και να στρέφονται κατά του θηλασμού τους από τις τροφούς, πρακτική ευρύτατα διαδεδομένη στους κόλπους των εύπορων οικογενειών της πρωτεύουσας. Ο μητρικός θηλασμός θα θεωρηθεί ως το πρωταρχικό μέσο στον αγώνα για την καταπολέμηση των παιδικών ασθενειών, ως η σημαντικότερη απόδειξη της ευθύνης των μητέρων απέναντι στην υγεία των παιδιών τους, ως το «πρώτιστον των μητέρων καθήκον» 8, το οποίο πρέπει να ενισχυθεί με όλα τα δυ4. Στο ίδιο, σ. 8 και Α. Zinnis, Étude sur les principales causes léthifères chez les enfants au-dessous de cinq ans et plus spécialement chez ceux de 0-1 an a Athènes Αθήνα 1880, σ. 13. 5. Α. Ζίννης, Η εν Αθήναις θνησιμότης..., ό.π.,σ. 14. 6. Στο ίδιο, σ. 14. 7. Στο ίδιο, σ. 15. 8. «Το πρώτιστον καθήκον της μητρός», Πανδώρα, 1858, σ. 187.
δυνατά μέσα. Ετσι, η παραμέληση η εγκατάλειψη του θηλασμού καταγγέλλεται και στιγματίζεται έντονα, στο βαθμό που θεωρείται ότι αποτελεί εκδήλωση μιας ανεύθυνης, επιπόλαιας και εγωιστικής συμπεριφοράς των γυναικών εκείνων που δεν συνειδητοποιούν το μητρικό «προορισμό» τους, «προορισμό» που ο ιδεολογικός λόγος του 19ου αιώνα μετέτρεψε σε συνώνυμο της ίδιας της ύπαρξης των γυναικών. Αν ο μητρικός θηλασμός θεωρήθηκε αναμφίβολα το σημαντικότερο μέσο για την προστασία των παιδιών από τις διάφορες ασθένειες που τα έπλητταν θανάσιμα, δεν αποτέλεσε ωστόσο το μοναδικό μέσο. Η «τεχνητή γαλουχία» θα εισέλθει σιγά-σιγά στις συνήθειες. Στις περιπτώσεις της «τεχνητής γαλουχίας», οι γιατροί προσπαθούν να εξηγήσουν στις μητέρες την ύπαρξη στοιχειωδών κανόνων υγιεινής που αφορούν τη χρήση του ζωικού γάλατος: ποσότητα του γάλατος για κάθε γεύμα ανάλογα με την ηλικία του παιδιού, αραίωση και αποστείρωση του γάλατος, συγκεκριμένες ώρες γευμάτων, απόλυτη καθαριότητα του θηλάστρου, κ.ά. Τους κανόνες αυτούς οφείλουν να γνωρίζουν και να εφαρμόζουν όλες οι μητέρες, προκειμένου να επιτύχουν τη σωστή διατροφή των παιδιών τους. Η κύρια προσπάθεια των γιατρών συνίσταται στο να αποτρέψουν τις μητέρες από το να «παρακολουθώσιν ως προς την υγιεινήν των παίδων αλλοκότους πολλάκις ιδέας των αμαθών», και να τις προτρέψουν να «προβαίνωσιν επιστημονικώς εις την εν γένει δίαιταν του νηπίου» 9. Εκτός από τα παραπάνω, οι γιατροί προτείνουν στις μητέρες και άλλους κανόνες υγιεινής, κανόνες, που, όπως υποστηρίζουν, πρέπει να υιοθετούνται και να εφαρμόζονται καθημερινά από τις μητέρες όλων των κοινωνικών στρωμάτων. Οι κανόνες αυτοί αφορούν κυρίως την ένδυση, τη σωματική φροντίδα και καθαριότητα των μικρών παιδιών, καθώς και τους χώρους και τις γενικές συνθήκες διαμονής τους. Είναι φανερό ότι το σύνολο των ιατρικών οδηγιών, υποδείξεων και συμβουλών αποβλέπουν πρωταρχικά στην εισαγωγή και εφαρμογή των καθημερινών κανόνων υγιεινής στους κόλπους της οικογένειας. Οι γιατροί, επιχειρούν να καταπολεμήσουν τις πρακτικές, τις συνήθειες και τις αντιστάσεις που στηρίζονται στην «άγνοια», τις «προλήψεις», τις «σφαλερές και στρεβλές ιδέες» που συντηρούνται από τις μητέρες των φτωχών οικογενειών και, στη θέση τους, να επιβάλουν νέους ορθολογικούς κανόνες παιδικής υγιεινής, κανόνες που υπαγορεύονται από την επιστημονική γνώση. Στην προσπάθειά τους αυτή θα βρουν στήριγμα τόσο στο εσωτερικό της οικογένειας, και κυρίως στις μητέρες που αναλαμβάνουν τη φυσική επιβίωση και τη σωματική και ηθική ανατροφή των παιδιών τους, όσο και στους εξω9. «Υγιεινά παραγγέλματα. Υγιεινή των παίδων», Ημερολόγιον Οικογενειακόν του 1900, Αθήνα 1899, σ. 152.
εξωοικογενειακούς θεσμούς, όπως το σχολείο και τα φιλανθρωπικά ιδρύματα που αναλαμβάνουν την εκπαίδευση και περίθαλψη των παιδιών. Με αυτή την έννοια μπορούμε να μιλήσουμε για μια προσπάθεια «ιατρικοποίησης» τόσο των οικογενειών όσο και ολόκληρου του κοινωνικού σώματος, που χρησιμοποιεί ως μέσο την καθολική εξάπλωση των κανόνων υγιεινής. Μέσα από τη διαδικασία αυτή εδραιώνεται η θέση της επιστημονικής ιατρικής στην ελληνική κοινωνία, αναβαθμίζεται η κοινωνική θέση και ο κοινωνικός ρόλος των γιατρών, οι μητέρες αναδεικνύονται σε φυσικούς και ηθικούς στυλοβάτες της οικογένειας και του έθνους και οι φιλανθρωπικοί θεσμοί σε κηδεμόνες της οικογενειακής ζωής.
Η ΑΝΑΔΙΕΥΘΕΤΗΣΗ ΤΟΥ ΧΩΡΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΥ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟΥ
ΑΠΟ ΤΗ ΣΚΟΠΙΑ ΤΩΝ ΚΟΡΙΤΣΙΩΝ
ΤΑΣΟΥΛΑ ΒΕΡΒΕΝΙΩΤΗ
Στο Μεσοπόλεμο, ακόμα και στην Αθήνα, μια γυναίκα που καθόταν μόνη της σε ένα καφενείο η έστω ζαχαροπλαστείο, που μέσα σε μια συντροφιά εξέθετε ανοιχτά τις απόψεις της για την πολιτική κατάσταση η που δεν είχε να επιδείξει δικά της εργόχειρα, δεν αντιπροσώπευε το κοινώς αποδεκτό πρότυπο 1 . Κυρίαρχη ήταν η πεποίθηση ότι η θέση της γυναίκας ήταν στο σπίτι και ότι ο προορισμός της ήταν να κάνει παιδιά και να τα φροντίζει. Ακόμα και ο Δημήτρης Γληνός, ένα από τα πιο λαμπρά μυαλά της εποχής, μιλώντας στα εγκαίνια της Ανωτέρας Γυναικείας Σχολής υπέδειξε ένα νέο τύπο γυναίκας μορφωμένης και εργαζόμενης, η οποία όμως δε θα προσπαθούσε «ν' αλλάξει τη φύση της» ούτε «να καταργήση τον προορισμό της» 2 . Η κίνηση των ανθρώπων στο χώρο —με την κυριολεκτική και τη συμβολική του έννοια— όσο και η διάθεση του χρόνου τους εξαρτάται από την εποχή και τη χώρα στην οποία ζουν, από την κοινωνική τους θέση, την ταξική τους προέλευση, την οικονομική τους κατάσταση, την ηλικία, αλλά και το φύλο τους. Στο Μεσοπόλεμο ο χώρος μέσα στον οποίο κινούνταν οι γυναίκες, αλλά και οι ενέργειες, ο τρόπος, με τον οποίο διέθεταν η «κατανάλωναν» το χρόνο τους, υπέστησαν βασικές αλλαγές. Οι οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές οδήγησαν σε μια αναδιευθέτηση του χώρου και του χρόνου, η οποία αφορούσε κυρίως τους νέους και ιδιαίτερα τις νέες. Η κοινωνική θέση της γυναίκας χωρίς να αμφισβητείται συνολικά και ανοιχτά, υποσκάπτεται από τις κοινωνικές αναγκαιότητες. Αυτές έχουν την αφετηρία τους στην προηγούμενη ιστορική φάση, εντείνονται όμως με τον ερχομό των προσφύγων και την ένταξη τους στην ελληνική κοινωνία, τον εντυπωσιακό ρυθμό βιομηχανικής ανάπτυξης
1. Το κείμενο εκτός από τις γραπτές πηγές στηρίζεται και σε προφορικές μαρτυρίες. Πρόκειται για 158 συνεντεύξεις που πήρα από το 1987 έως σήμερα από 96 γυναίκες σε 220 κασέτες. Στην περίπτωση που αναφέρεται μέρος της συνομιλίας καταγράφεται και το όνομα και η ημερομηνία της συνέντευξης. 2. Δημήτρης Γληνός, «Γυναικείος Ανθρωπισμός», Εκλεκτές Σελίδες, τ. 1, Αθήνα, εκδόσεις Στοχαστής, 1982, σ. 35-61.
στη δεκαετία 1920-30, την οικονομική κρίση, την άνοδο του φασισμού και την απειλή του πολέμου, τα νέα πρότυπα που εισάγονται μέσω του κινηματογράφου... Αυτή την εποχή όλο και περισσότερα κορίτσια ξεφεύγουν από την ιδιωτική σφαίρα και πορεύονται —έστω και επιτηρούμενα— στο δρόμο προς τη μισθωτή εργασία 3 και την πολιτική, χώρους από τους οποίους ήταν λίγο ως πολύ αποκλεισμένες. Την πορεία τους αυτή προς μια αξιοπρεπή μισθωτή εργασία και τη δειλή τους εμφάνιση στο χώρο της πολιτικής διευκόλυνε η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και η οικονομική κρίση. Η εκπαίδευση δημιούργησε ένα χώρο μισθωτής εργασίας επίζηλο, ενώ η οικονομική κρίση τους επέτρεψε να αποδείξουν ότι μπορούν να ξοφλήσουν μόνες τους το χρέος της γέννησής τους, να πληρώσουν μόνες τους την προίκα τους. Όλη αυτή η πορεία «έξω από το σπίτι» επέφερε τεράστιες αλλαγές ως προς τον τρόπο με τον οποίο διέθεταν το χρόνο τους.
Η εκπαίδευση θα αποτελέσει ένα από τα βασικά κλειδιά που θα χρησιμοποιήσουν οι γυναίκες για να ανοίξουν την πόρτα της δημόσιας σφαίρας. Γι' αυτό το 1929, χρονιά της Εκπαιδευτικής Μεταρρύθμισης4, μπορεί να θεωρηθεί ως συμβατική τομή. Επιπλέον πρέπει να σημειώσουμε (παρόλο που το θέμα δεν αφορά άμεσα την Ελλάδα) ότι την ίδια χρονιά ξεσπά η μεγάλη οικονομική κρίση και την επόμενη δίνεται στις γυναίκες το εκλογικό δικαίωμα με περιορισμούς για τις δημοτικές εκλογές. Ανάμεσα στις δύο δεκαετίες του Μεσοπολέμου τα ποσοστά αύξησης των μαθητριών και των φοιτητριών είναι εκπληκτικά. Στη δεκαετία του '20, στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, τα αγόρια ήταν τέσσερις φορές περισσότερα από τα κορίτσια. Μετά την Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση του 1929, στο τέλος της δεκαετίας του '30, αποτελούσαν το 45% των μαθητών στην Πρωτοβάθμια, και το 33% στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Χ κτηριστικό είναι το γεγονός ότι το ποσοστό αποτυχίας τους στις εξετάσεις, στη
3. Αυτό σε καμιά περίπτωση δε σημαίνει ότι οι γυναίκες μέχρι τότε δεν εργάζονταν. Το μεγαλύτερο μέρος του γυναικείου πληθυσμού, το οποίο ζούσε στην ύπαιθρο, εργαζόταν σκληρά στα πλαίσια του αγροτικού νοικοκυριού. Μεγάλο μέρος από τις γυναίκες των πόλεων εκτελούσαν εργασίες, στο περιθώριο της οικονομικής δραστηριότητας, που δεν καταγράφονται στις στατιστικές: οικιακές βοηθοί (υπηρέτριες και ψυχοκόρες), πλύστρες, παραμάνες, όσες φρόντιζαν άρρωστους η ηλικιωμένους και πληρώνονταν σε είδος η σε χρήμα, εργάτριες της σπιτικής βιομηχανίας (φασόν), αλλά και ελεύθερες επαγγελματίες, που διατηρούσαν ραφείο, μανταριστήριο η καφενείο" ακόμα πολλές γυναίκες δούλευαν στην επιχείρηση του άντρα τους ως συμβοηθούντα και μη αμειβόμενα πρόσωπα κτλ. 4. Η εκπαίδευση χωρίστηκε σε δύο ισόχρονους κύκλους και καθιερώθηκε η συνεκπαίδευση στην υποχρεωτική πια στοιχειώδη εκπαίδευση. Βλ. Αλέξης Δημαράς, «Εκπαίδευση 1913-1941», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΕ', σ. 493.
Μέση Δημόσια Εκπαίδευση, ήταν μικρότερο από των αγοριών. Η προφανής εξήγηση είναι ότι για να τους δοθεί η δυνατότητα να συνεχίσουν τις σπουδές τους, έπρεπε η απόδοσή τους να ήταν εξαιρετικά καλή. Στην ιδιωτική εκπαίδευση ο αριθμός των κοριτσιών ήταν λίγο μεγαλύτερος από των αγοριών, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι γονείς με υψηλό εισόδημα σπούδαζαν τα κορίτσια τους. Ή δ η από τα μέσα του περασμένου αιώνα η «διακοσμητική» εκπαίδευση (πιάνο, τραγούδι, ξένες γλώσσες) λειτουργούσε ως ένα συμπλήρωμα της προίκας των κοριτσιών των εύπορων οικογενειών. Οσον αφορά την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, το σχολικό έτος 1919-20 φοιτούσαν στο Πανεπιστήμιο 77 κοπέλες. Στο τέλος της δεκαετίας του '30, οι κοπέλες αποτελούσαν το 10% των φοιτητών και σε απόλυτους αριθμούς ήταν περίπου 1.000 5 . Η πλειοψηφία των κοριτσιών που είχε τη δυνατότητα να σπουδάσει καταγόταν η κατοικούσε στις πόλεις. Εκεί υπήρχαν περισσότερες δυνατότητες πρόσβασης στα εκπαιδευτικά ιδρύματα αλλά και στη μισθωτή εργασία, την εξαρτημένη από το κράτος 6 . Υπήρχαν βέβαια και γυναίκες που εργάζονταν με μισθό στον ιδιωτικό τομέα: εργάτριες, νοσοκόμες, ταξιθέτριες, σερβιτόρες, εμποροϋπάλληλοι. Όλες όμως αυτές οι κατηγορίες εργαζομένων γυναικών, ασκούσαν το επάγγελμά τους κάτω από την πίεση μιας αδήριτης ανάγκης, με απώτερο στόχο να παντρευτούν και να πάψουν να εργάζονται. Οι συνθήκες δουλειάς, ιδίως στα εργοστάσια, μπορούσαν να προσελκύσουν μόνο ανθρώπους απελπισμένους που δεν είχαν άλλη διέξοδο. Η εκπαίδευση όμως άνοιξε ένα χώρο μισθωτής εργασίας επίζηλο και άρα διεκδικήσιμο από τα γυναικεία σωματεία του Μεσοπολέμου7. Επιπλέον διεύρυνε το πρότυπο της «αξιοπρεπούς» γυναι-
5. Οι περισσότερες φοιτούσαν στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το ακαδημαϊκό έτος 19371938 φοιτούσαν στο Πανεπιστήμιο Αθηνών 679 κορίτσια: στη Φιλοσοφική 188, στη Νομική 167, στην Ιατρική 134, στην Οδοντιατρική 107, στο Φυσιογνωστικό 77, στη Φαρμακευτική 34, στο Χημικό 16, στο Φυσικό 12, στο Μαθηματικό 11 και στη Θεολογική 6. Στο Πολυτεχνείο φοιτούσαν 6 κοπέλες. Από αυτές 3 σπούδαζαν πολιτικοί μηχανικοί και 3 Αρχιτεκτονική. Στη Σχολή Καλών Τεχνών φοιτούσαν 44 σε σύνολο 147. Στην Πάντειο 95 και στην ΑΣΟΕΕ 57. Βλ. Γ.Σ.Υ.Ε., Στατιστική της Εκπαιδεύσεως, 1932-33, 1937-39. Naval Intelligence Division, τόμ. 1, σ. 306. Για τη «διακοσμητική εκπαίδευση» βλ. Ελένη Βαρίκα, Η εξέγερση των Κυριών. Η γέννηση μιας φεμινιστικής συνείδησης στην Ελλάδα 1833-1907, Ίδρυμα Έρευνας και Παιδείας της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, Αθήνα 1987, σ. 46. 6. Για τις γυναίκες δημόσιους υπάλληλους βλ. Έφη Αβδελά, Δημόσιοι υπάλληλοι γένους θηλυκού, Ίδρυμα Έρευνας και Παιδείας της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, Αθήνα 1990, σ. 37, passim. 7. Για το θέμα της γυναικείας εργασίας στο Μεσοπόλεμο βλ. Efi Avdela, «Contested Meanings: Protection and Resistance in Labour Inspectors' Reports in TwentiethCentury Greece», Gender and History 9, 2 (Αύγουστος 1997) 310-332. Τασούλα Βερβενιώτη, Η γυναίκα της Αντίστασης. Η είσοδος των γυναικών στην πολιτική, Αθήνα,
γυναικείας εργασίας, που ήδη είχε κατακτηθεί από τις δασκάλες 8. Διευρύνθηκαν σης τα κοινωνικά στρώματα που επιδίωκαν να στείλουν τα κορίτσια τους να σπουδάσουν για να δουλέψουν. Δε θα σπουδάζουν πια μόνο οι κόρες των εύπορων οικογενειών η των δημοσίων υπαλλήλων, αλλά ακόμα και οι νεαρές αγρότισσες. Η εκπαίδευση θα πάψει να είναι διακοσμητική. Θα αλλάξει χρήση. Θα αποτελέσει το εφαλτήριο για την πρόσβαση στη δημοσιοϋπαλληλία και τις υπηρεσίες της πόλης. Και τελικά δε θα δώσει μόνο στις κοπέλες τη δυνατότητα να φτιάξουν μόνες τους την προίκα τους, να ξοφλήσουν μόνες τους το «γραμμάτιο» της γέννησής τους, αλλά θα θεωρηθεί αυτή καθεαυτή ως προίκα. Η πορεία αυτή δεν ήταν ευθύγραμμη. Στις πόλεις, κυρίως στην Αθήνα, η μετάβαση έγινε πιο ομαλά, και γιατί όσο η κοινωνία εκσυγχρονιζόταν βαδίζοντας το δρόμο της καπιταλιστικής ανάπτυξης, όπου όλα μετατρέπονταν σε εμπορεύματα, τόσο πιο πολύ υποτιμάτο ο ρόλος της νοικοκυράς, επειδή δεν απέφερε χρήματα, και μαζί του και το οικιακό ιδεώδες. Όσο όμως οι γυναίκες προχωρούσαν προς την κατάκτηση του χώρου της μισθωτής εργασίας, τόσο οι αντιδράσεις πλήθαιναν. Το 1930 η Συντακτική Επιτροπή Αστικού Κώδικα θεσμοθέτησε ότι χρειάζεται η συναίνεση του συζύγου για να μπορέσει η γυναίκα να εξασκήσει οποιοδήποτε επάγγελμα. Φυσικά την άποψη αυτή ενστερνίσθηκε και ο Κώδικας που φτιάχθηκε στη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά και ίσχυσε μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1980 9 . Ε τ σ ι κι αλλιώς για την ελληνική άρχουσα τάξη ο εργαζόμενος και μάλιστα ο μισθωτός δεν υπήρξε ποτέ πρότυπο. Όσον αφορά τις γυναίκες «επιτρεπόταν» να δουλεύουν μόνον εφόσον ο πατέρας η ο σύζυγος ήταν ανύπαρκτοι η ανίκανοι να τις συντηρήσουν. Επιπλέον στα μέσα της δεκαετίας του '30 θεσμοθετούνται και συγκροτούνται απαγορεύσεις, που δεν υπήρχαν πριν, ώστε να προσδιοριστεί και να περιοριστεί το εργασιακό πλαίσιο δράσης των γυναικών 10 .
Οδυσσέας, 1994, σ. 49-52, 56-59. Έφη Αβδελά - Αγγέλικα Ψαρρά, Ο Φεμινισμός στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου, Αθήνα, Γνώση, 1985, σ. 74-92. 8. Η μόρφωση της δασκάλας και η βασική εκπαίδευση ήταν οι μόνες εκπαιδευτικές ανάγκες της Ελληνίδας που αναγνωρίστηκαν από την Πολιτεία και κατοχυρώθηκαν νομοθετικά. Το επάγγελμα της δασκάλας ενώ αρχικά είχε οριστεί ως προέκταση της «γυναικείας φύσης» μετατράπηκε από τις ίδιες τις γυναίκες σε μοχλό που τους επέτρεψε να μετατοπίσουν τα εμπόδια που τις απέκλειαν από τη δημόσια σφαίρα. Το 1907 που προσλήφθηκαν οι πρώτες γυναίκες στην Ταχυδρομική και Τηλεγραφική Υπηρεσία ως απαραίτητο προσόν θεωρήθηκε το χαρτί της δασκάλας. Σιδηρούλα Ζιώγου-Καραστεργίου, «Εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις και Μέση Εκπαίδευση των κοριτσιών στην Ελλάδα (1830-1929)», στο Ανδρέας Καζαμίας, Μιχάλης Κασσωτάκης (επιμ.), Οι εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα (προσπάθειες, αδιέξοδα, προοπτικές). Πανελλήνιο Παιδαγωγικό Συνέδριο, Ορθόδοξος Ακαδημία Κρήτης, 11-13 Ιουλίου 1982, Ρέθυμνο 1986, σ. 89-99. 9. Τασούλα Βερβενιώτη, ό.π., σ. 49. 10. Έφη Αβδελά, ό.π., σ. 47, 49-59.
Στην ύπαιθρο οι συνθήκες ήταν διαφορετικές. Ωστόσο, επειδή όλο και περισσότερο το κράτος ισχυροποιείται και η εκτελεστική εξουσία ενισχύεται, επειδή όλες οι αποφάσεις και οι δραστηριότητες εκπορεύονται από την Αθήνα, οι αγρότες προοδευτικά εκτίθενται στην επιρροή των πρακτικών και των συμπεριφορών της πόλης. Η ζωή στο χωριό θεωρείται κατώτερη, ενώ η ζωή στην πόλη αποτελεί για τους αγρότες ιδανικό και πρότυπο. Η επιθυμία να «πιαστούν απ' το κράτος», να έχουν κάποιον δικό τους στην πόλη, σε συνδυασμό με το πελατειακό σύστημα καθώς και την έλλειψη τεχνολογικής υποδομής που δεν επέτρεπε να τραφούν όλα τα παιδιά από τη γη, αλλά και οι δυσκολίες διευθέτησης του θέματος της κληρονομιάς οδήγησαν αρκετούς νέους στην Αθήνα για σπουδές. Τα κορίτσια όμως, που έτσι κι αλλιώς θα έπαιρναν το μερτικό τους στην πατρική περιουσία με τη μορφή της προίκας, δεν είχαν λόγους να τα σπουδάσουν. Το ποσοστό των γυναικών που κατάφεραν να «δραπετεύσουν» από τη μονότονη και πληκτική ζωή του χωριού ήταν πολύ μικρότερο από των αντρών και συνήθως συνδυαζόταν με το γάμο και όχι με την εκπαίδευση 11 . Η παντελής αδυναμία όμως προικοδότησης οδήγησε και αυτή τα κορίτσια στην εκπαίδευση. Μια μάνα τριών κοριτσιών από την Καλαμπάκα έστειλε τα κορίτσια της στο Γυμνάσιο παρόλο που «Και ο θείος μου ο δικηγόρος διαφώνησε που μας πήγε η μάνα μου στο Γυμνάσιο. Τότε είχαν βιάσει μια δασκάλα και είχε πεθάνει. Η μάνα μου τους έλεγε ότι "Σεις έχετε χρήματα και προίκες. Εγώ θα τα σπουδάσω για να ζήσουν, να παντρευτούν"» 12 . Στην ελληνική κοινωνία του Μεσοπολέμου, οι σπουδές δεν ταυτίζονται με τη «χαρά της γνώσης» αλλά με ένα καλύτερο μέλλον, έναν καλύτερο γάμο, τη δυνατότητα μιας καλύτερης ζωής, και οι γονείς κόπιαζαν σκληρά για να την εξασφαλίσουν στα παιδιά τους. Στις αγροτικές οικογένειες που αποτελούσαν περίπου το 70% του πληθυσμού η παραγωγή σε χωράφια χωρίς άρδευση, τρακτέρ και λιπάσματα απαιτούσε αφάνταστο μόχθο από όλα τα μέλη της οικογένειας. Στις προσφυγικές οικογένειες η φυλετική διάκριση στο θέμα των σπουδών φαίνεται ότι λειτουργούσε σε μικρότερο βαθμό από ό,τι στις παλιοελλαδίτικες. Οι πρόσφυγες σπούδαζαν το ίδιο και τα αγόρια και τα κορίτσια τους. «Όποιο μάθαινε, αυτό θα πήγαινε» μου δήλωσε κατηγορηματικά μια γυναίκα. Όσοι κατοικούσαν στις πόλεις εκτός από τη διαφορετική νοοτροπία που έφεραν μαζί τους, είχαν στραμμένη την προσοχή τους κυρίως στα προβλήματα επι11. Keith Legg, «The Nature of the Modern Greek State» στο Greece in Transition, London 1977, σ. 289-290. J. K. Campbell - Phillip Sherrard, Modern Greece, London 1968, σ. 357-8. Αλέξης Δημαράς, ό.π., σ. 485. Ernestine Friedl, «Kinship, class and selective migration» στο J. G. Peristiany (ed.), Mediterranean Family Structures, Cambridge University Press 1976, σ. 366-8. Ernestine Friedl, Vasilika, a village in Modern Greece, New York, Holt, Rinehart and Winston, 1962, σ. 48-51, 103-104. 12. Συνέντευξη Λουίζα Τσιάρα, 20.5.1989 και 15.10.1990.
επιβίωσης και στην επούλωση των πληγών τους, πράγμα που επέτρεπε στα κορίτσια μια μεγαλύτερη ανεξαρτησία κινήσεων. Στην ύπαιθρο η επιθυμία της δραπέτευσης από τη σκληρή ζωή στα χωράφια καλλιεργείται από τους ίδιους τους γονείς και ιδίως τις μητέρες. «Από μικρή μπήκα στη δουλειά. Δεν θυμάμαι πότε έγινε αυτό ακριβώς. Πάντα δούλευα. Και ο πατέρας μου και η μάνα μου και εμείς τα παιδιά. Η μάνα μου και η φίλη της που ήταν μπασμένη μου έλεγαν." Έίδες τι τραβάμε στα χωράφια; Σπούδασε να γίνεις κάτι για να γλυτώσεις". Εγώ τόδεσα κόμπο αυτό. Όταν έπεφτα το βράδυ, δεν κοιμόμουνα και έλεγα: "Τίποτα δε θέλω στον κόσμο, μόνο να περάσω στο Γυμνάσιο"». Πέρασε στο Γυμνάσιο αλλά η πραγματικότητα στην πόλη ήταν σκληρή: «Εκλαιγα, στεναχωριόμουνα και έλεγα: "Γιατί με έστειλε η μητέρα μου, δε με αγαπάει;" παρόλο που καταλάβαινα πως έπρεπε. Ύστερα ήρθαν και τα αδέρφια μου. Εγώ πήγαινα στο Γυμνάσιο, η αδελφή μου στο Αστικό και ο αδερφός μου στην Εμπορική. Μέναμε και οι τρεις μαζί και πηγαίναμε στο χωριό με τα πόδια» 13 . Οι «παλιοελλαδίτες» που ζούσαν στην επαρχία και διέθεταν σημαντική κτηματική περιουσία η εκτός από αυτήν το μισθό του πατέρα συνήθως μετακινούνταν στην πόλη για να σπουδάσουν τα αγόρια τους και γιατί όχι και τα κορίτσια τους. Υπάρχει και μια άλλη περίπτωση. Μια κοπέλα από τη Σπάρτη την έστειλαν στην Αθήνα για να πλένει, να μαγειρεύει και να φροντίζει τον αδελφό της που σπούδαζε γιατρός. Ε τ σ ι έγινε γιατρίνα. Όσο προχωρούμε προς το τέλος της δεκαετίας του '30, τόσο και αυξάνονται οι καλοστεκούμενες οικογένειες των επαρχιακών πόλεων, που, ακολουθώντας το πρότυπο των Αθηναίων, θεωρούσαν ότι έπρεπε να στείλουν τα κορίτσια τους τουλάχιστον στο Γυμνάσιο. Η Μαρία από την Ιστιαία, που πήγε στο Δημοτικό μετά την Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση φοβόταν να δώσει εξετάσεις στο Γυμνάσιο. Παρακαλούσε λοιπόν τη μάνα της να την κρατήσει σπίτι και της υποσχόταν ότι θα κάνει όλες τις δουλειές. Οι παρακλήσεις της δεν εισακούσθηκαν και ο πατέρας της την έστειλε σε ένα φροντιστήριο, όπως έκαναν και οι άλλοι γονείς. Πέρασε με επιτυχία τις εξετάσεις και ήρθε και δεύτερη.
13. Συνέντευξη Λίζα Θεοδωρίδου-Σωζοπούλου, 2.5.1990 και 3.5.1990. Τα νομοσχέδια του 1913, συντάκτης των οποίων υπήρξε ο Δημήτρης Γληνός, καθιέρωναν τρία είδη σχολείων: το εξαετές Δημοτικό, το τριετές Αστικό και το εξαετές Γυμνάσιο. Εξομοίωναν την εκπαίδευση των κοριτσιών με των αγοριών καθώς και την επαγγελματική μόρφωση του δασκάλου με της δασκάλας. Στα Αστικά είχαν προστεθεί μόνο μερικά μαθήματα, όπως Ραπτική, Μαγειρική, Βρεφοκομία. Και τα Γυμνάσια των κοριτσιών περιείχαν στο πρόγραμμά τους Οικιακή Οικονομία, Νοσηλευτική, Βρεφοκομία κ.τ.τ. Στην πράξη λειτούργησαν μόνο τα Αστικά σχολεία θηλέων, τα οποία υπήρξαν τα πρώτα δημόσια σχολεία μέσης βαθμίδας για κορίτσια και φιλοδοξούσαν να αντικαταστήσουν τα 8τάξια Παρθεναγωγεία. Επειδή όμως δεν υπήρχε αντιστοιχία με τη Μέση Εκπαίδευση των αγοριών, οι περισσότερες μαθήτριες προτιμούσαν τη φοίτηση σε μέσα σχολεία αγοριών. Σιδηρούλα Ζιώγου-Καραστεργίου, ό.π.
Είναι τόσο ισχυρή η κοινωνική πραγματικότητα που ακόμα και η ίδια οικογένεια διαφοροποιεί τις αποφάσεις της, όσον αφορά το μέλλον των κοριτσιών της. Οι δυο μεγαλύτερες αδελφές της Μαρίας από τις Μηλιές του Πηλίου δεν στέλνονται για σπουδές. Η ίδια όμως θα φοιτήσει στο Γυμνάσιο του Βόλου και το 1936 θα γραφτεί στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. «Έπεσα σε μια αλλαγή της νοοτροπίας» θα πει. «Η μάνα μου δεν μπορούσε να σκεφτεί πως μια πηλιορείτισσα νοικοκυρά θα άφηνε τα κορίτσια της να πάνε για σπουδές. Αυτή ήταν η νοοτροπία. Θα την κατηγορούσαν και οι άλλες νοικοκυράδες. [...] Δεν διανοούνταν ένα κορίτσι από καλή οικογένεια ότι θα πήγαινε "σαπέρα" να σπουδάσει μ' αυτές τις ξεβγαλμένες» 14 . «Ξαβγαλμένες» είναι όσες βγαίνουν έξω από τον οικιακό χώρο: όσες φεύγουν από το χωριό τους η έστω από το σπίτι τους. Πολλές φορές η έλλειψη συγκοινωνίας η η αδυναμία να πληρώσουν το εισιτήριο τις υποχρέωνε να περνούν πολλές ώρες στους δρόμους. Ο δρόμος όμως ήταν ο χώρος δράσης των γυναικών ελευθερίων ηθών. Γι' αυτό η κοπέλα που έβγαινε έξω από το σπίτι θεωρείτο πόρνη. Αρχικά ακόμα και το να πάει στο σχολείο ερχόταν σε αντίθεση με τις επικρατούσες αντιλήψεις περί τιμής και ηθικής. Παρόλο όμως που με την πάροδο του χρόνου το γεγονός της σχολικής φοίτησης γινόταν όλο και περισσότερο αποδεκτό, ποτέ δε σταμάτησε η επιτήρηση των κοριτσιών. Ο φόβος μήπως «παραστρατήσουν» (αλλάξουν δηλ. στράτα = δρόμο) και τους βγει «κακό όνομα» ήταν δεσμευτικός. Το κακό όνομα ενός κοριτσιού δεν έπληττε μόνο την τιμή της οικογένειας, αλλά είχε και οικονομικές επιπτώσεις. Μπορούσε να αντισταθμισθεί μόνο με επιπλέον προίκα, με το πανωπροίκι το λεγόμενο, το οποίο βάρυνε τον προϋπολογισμό της οικογένειας. Ίσως γι' αυτό τα φτωχά κορίτσια σέβονταν περισσότερο τους κανόνες της τιμής και της ηθικής. Η Ελένη από τα Τρίκαλα, που αργότερα έγινε δασκάλα, αφηγείται: «Όταν έγινα 12 χρονών όλοι έπεσαν πάνω στους γονείς μου για να μη συνεχίσω το σχολείο. [...] Φοβόνταν ότι αν σπουδάσω θα γύρναγα και θα έχανα την ηθική μου. Εγώ όμως τους είπα: "Αφήστε με να πάω στο σχολείο και δε θ' ακούσετε τίποτα κακό για μένα". Κι αυτό το τήρησα. Στους συμμαθητές μου δεν έλεγα ούτε καλημέρα για να μην με παρεξηγήσουν»15. Οι σπουδές είναι αποδεκτές η έστω ανεκτές. Αυτό που απαγορεύεται είναι να κάνουν παρέα με τα αγόρια. Η απαγόρευση αυτή δεν ίσχυε στη διάρκεια της φοίτησής τους στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση, όπου και το κράτος είχε θεσπίσει τη συνεκπαίδευση. Η απαγόρευση έμπαινε με την εφηβεία, γιατί τότε διακυβευόταν η βασική ιδιότητα μιας κόρης, η παρθενιά. «Στο Γυμνάσιο δεν είχαμε επαφές με τα αγόρια. Είμασταν χωριστά τα αγόρια από τα κορίτσια.
14. Συνέντευξη Μαρία Καραγιώργη, 24.10.1988 και 22.8.1989. 15. Συνέντευξη Ελένη Φαλιάγκα, 26.2.1987.
Παρόλο που είμασταν λίγες δε μιλάγαμε με τα αγόρια εκτός αν μας βάζανε σε κάποια εκδήλωση σε κανένα έργο που μας βάζανε στο σχολείο. Αλλά δεν είχαμε παρέες ούτε βγαίναμε με τα αγόρια. Μόνο στην τάξη μέσα. Στο διάλειμμα είμασταν χωριστά και στις βόλτες μας το ίδιο. Ήταν νόμοι άγραφοι οι οποίοι ίσχυαν και ήταν και η ψυχολογία έτσι φτιαγμένη που δεν είχαμε επαφή. Ήταν γύρω από την τιμιότητα αυτό το πράγμα» 16 . Η απαγόρευση αυτή είχε επιπτώσεις και στο είδος των σπουδών που θα ακολουθούσαν. Μια —τότε— κοπέλα διηγείται: «Εγώ ζήτησα να πάω στη Χημεία γιατί μ' άρεσε η Χημεία. Δεν μ' αφήσανε να πάω επειδή ήταν πολλά αγόρια, ενώ στη Φιλολογία ήταν περισσότερα τα κορίτσια» 17 . Οσον αφορά τη διάθεση του χρόνου τους είναι περιττό να πούμε ότι και στο σπίτι αλλά και στο σχολείο τα κορίτσια μάθαιναν κέντημα, ράψιμο, καρίκωμα, μπάλωμα, κουμπότρυπες και τις άλλες «καλές» τέχνες που απαιτούνταν για την άσκηση των γυναικείων τους καθηκόντων. Η τεχνολογία όμως δυνάμωνε όλο και περισσότερο τη θέση των κοριτσιών που δεν τους άρεσε να κεντούν. Η Σίγγερ, τόσο στην Αθήνα όσο και στα χωριά, πουλούσε μηχανές (και έστελνε και δασκάλες για να εκπαιδεύσουν τις κοπέλες) που όχι μόνο έραβαν αλλά και κεντούσαν. Ελάχιστες μηχανές υπήρχαν όμως για τις δουλειές του σπιτιού. Γι' αυτό τα «καλά κορίτσια» πάντα έπρεπε να βρίσκουν χρόνο για να βοηθούν τη μητέρα τους. Ακόμα και αν σπούδαζαν δεν απαλλάσσονταν από αυτές. Έπρεπε να εκπαιδευτούν για να γίνουν αργότερα καλές νοικοκυρές, σύζυγοι και μητέρες. «Εγώ το απολυτήριο του Γυμνασίου το πήρα πάνω από τη σκάφη και την κατσαρόλα» θα πει μια γυναίκα από τη Ζάκυνθο 18 . Το ίδιο συνέβαινε και στις αγροτικές οικογένειες. «Πριν το σχολείο πήγαινα στο άρμεγμα, έφερνα το γάλα και μετά πήγαινα στο σχολείο. Εκεί όμως, στο δρόμο, έκανα επανάληψη στα μαθήματα» 19 . Υπήρχαν πολλές περιπτώσεις που οι γονείς δεν έστελναν τα παιδιά τους στο σχολείο. «Μικρή που ήμουνα ο πατέρας μου είχε καφενείο και μου έδινε το δίσκο στα χέρια και μου έλεγε: "Τρέχα μάζεψε τα φλυτζάνια", όταν χτύπαγε το κουδουνάκι του σχολείου. Μέχρι να πάω να μαζέψω φλυτζάνια, μπουκάλια, ποτήρια ερχόταν το διάλειμμα πια του σχολείου και έμπαινα πάντα στο διάλειμμα. Κι έτσι λοιπόν δεν κατάφερα, με το ζόρι πήγα τρίτη δημοτικού, χωρίς καν να κάνω και σχολείο. Μόνη μου ό,τι μπόρεσα και έμαθα ας πούμε από γράμματα και μπορώ να γράφω, διαβάζω [...] πια άνετα. Από κει κι ύστερα όταν έφτασα 11 χρονών με βάλανε σ' ένα εργοστάσιο, λεγότανε Σβολόπουλου-Κουτρουμπή, μεταξουργείο ήταν, κάπου στην οδό Μιλέ-
16. 17. 18. 19.
Συνέντευξη Συνέντευξη Συνέντευξη Συνέντευξη
Ελένη Κουμπουλή, 30.8.1988. Σάσα Τσακίρη, 10.3.1988 και 10.11.1992. Κατερίνα Χαριάτη, 23.6.1987. Ελένη Φαλιάγκα, ό.π.
Μιλέρου στον Κεραμεικό» 20 . Σε πολλά χωριά οι δάσκαλοι έπρεπε να πηγαίνουν σπίτι σε σπίτι και να φοβερίζουν τους γονείς για να στείλουν τα παιδιά τους στο σχολείο και έδιναν σκληρές μάχες για να τους πείσουν να στείλουν τα πιο «φωτισμένα» στο Γυμνάσιο. Η μόρφωση ήταν μια κοινωνική αξία, βρισκόταν όμως σε κατώτερη μοίρα από την «ηθική και την τιμιότητα» που έπρεπε να διακρίνουν ένα «καλό κορίτσι». Αποκλίσεις από το πρότυπο του «καλού» κοριτσιού αποτελούσαν τα αγοροκόριτσα, που νικούσαν ακόμα και τα αγόρια στα παιγνίδια, αλλά και οι μικρές κομψευόμενες κυρίες που περνούσαν την ώρα τους στις μοδίστρες χαζεύοντας τα φιγουρίνια. Ένα ολόκληρο σύστημα ελέγχου του χρόνου των νέων και ιδίως των κοριτσιών που είχε ως στόχο να τα «συμμαζέψει» και να τα «βάλει στο σωστό δρόμο» φαίνεται ότι λειτουργούσε αποτελεσματικά. Στις γειτονιές των πόλεων, αλλά και των χωριών, η συμπεριφορά, μέσα στην οποία ενέπιπταν και οι είσοδοι-έξοδοι από το σπίτι, ελεγχόταν με το κουτσομπολιό. Μέσα στην οικογένεια ακόμα και η εργαζόμενη κόρη ήταν υποχρεωμένη να υπακούσει στις εντολές του πατέρα που απαιτούσε να βρίσκεται στο σπίτι στις 8.20 αφού σχόλασε στις 8 από τη δουλειά της. Έτσι η νεαρή κοπέλα κατέθετε στο όνομα της τιμής της οικογένειας μαζί με τα χρήματα που κέρδιζε και την οποία ανεξαρτησία αποκτούσε φεύγοντας από το σπίτι. Το «τι θα πει ο κόσμος, άμα σε δει να γυρνάς στους δρόμους» έκανε τη μητέρα να στέλνει το μικρό αδελφό να κατασκοπεύει τις κινήσεις της αδελφής του. Μέσα σε αυτό το σύστημα εντάσσονταν και οι δάσκαλοι και οι καθηγητές που έκαναν παρατηρήσεις η επέβαλαν κυρώσεις στις μαθήτριες που είδαν να συνομιλούν με αγόρια η που «χάζευαν» στο δρόμο και δεν τον διέσχιζαν τρέχοντας και με σκυφτό το κεφάλι. Η περίπτωση που ένας καθηγητής είδε κάποιες μαθήτριες παρέα με αγόρια και δεν το ανέφερε θεωρείται σπάνια. Αυτό δε σημαίνει ότι τα κορίτσια δεν έζησαν αρκετές μέρες μέσα στην αγωνία και το φόβο. Ο φόβος δεν ανέστειλε σε όλες τις νέες κοπέλες την επιθυμία να κάνουν παρέα με τα αγόρια και να γνωρίσουν το μεγάλο έρωτα, τον άντρα των ονείρων τους, που θα τις απελευθέρωνε από όλες αυτές τις απαγορεύσεις και θα τις οδηγούσε στην ευτυχία, όπως ακριβώς στα ρομάντζα και στις ταινίες του σινεμά. Βέβαια το σινεμά δεν ήταν προσιτό σε όλες. Κάποιες πήγαν μόνο μία φορά με τη μητέρα τους για να δουν τα πάθη του Χριστού. Αλλες, τους επέτρεπαν να δουν μόνο Χοντρό Λιγνό και τη Σίρλεϊ Τεμπλ. Ωστόσο ένα από τα αγαπημένα παιγνίδια —συνήθως στη διάρκεια των σχολικών διακοπών— ήταν «να παίζουν τους ηθοποιούς». Ακόμα και αν δεν μπορούσαν να πάνε σινεμά, όλα σχεδόν τα κορίτσια των πόλεων είχαν τη δυνατότητα να αγοράσουν με τρεις
20. Συνέντευξη Βιολέττα Λαλοπούλου, 1.9.1989.
δραχμές από το περίπτερο τις «βιογραφίες» των αστέρων του Χόλιγουντ, όπου περιγράφονταν οι έρωτές τους. Εξάλλου μπορούσαν από το «Θεατή», το «Μπουκέτο», την «Οικογένεια» και από το 1934 από το «Ρομάντζο» —που η κυκλοφορία του έφτανε τα 30.000 φύλλα 21— να ενημερωθούν για τα «ακατάλληλα» της ζωής της Μαίρη Πίκφορντ, της Λίλιαν Χάρβεϊ, της Πόλα Νέγκρι, της Τζόαν Κράουφορντ, της Μπέττυ Νταίηβις, της Ολίβια ντε Χάβιλλαντ, του Μπίλλυ Φριτς ή του Κλαρκ Κέημπλ. Γι' αυτή την «ακατάλληλη» όμως ανάγνωση δεν έπρεπε να βρεθεί μόνο ο χρόνος αλλά και ο κατάλληλος χώρος. Συχνά γι' αυτές τις δραστηριότητες χρησιμοποιούσαν το «μέρος», το αποχωρητήριο, από όπου συνήθως τις έβγαζαν σηκωτές. Στα καθωσπρέπει κορίτσια δεν επιτρεπόταν η ανάγνωση λαϊκών περιοδικών. Αυτά διάβαζαν βιβλία. Οι Ρώσοι κλασικοί ήταν πολύ της μόδας. Τα γαλλικά μυθιστορήματα στην ημερήσια διάταξη. Ωστόσο ο Καραγάτσης θεωρείτο σόκιν. Για τις φτωχές κοπέλες δεν υπήρχε η έννοια του ελεύθερου χρόνου. Μόνο αφάνταστος καθημερινός μόχθος. Το θέατρο, το σινεμά, ακόμα και ο περίπατος ήταν κάτι πολύ μακρινό. «Επειδή δουλεύαμε συνέχεια και επειδή δεν είχαμε καιρό να κάνουμε περίπατους δεν μας χρειαζόντουσαν τα ρούχα (γέλια)» 22 . Η συναυλία ήταν άγνωστη λέξη. Ακουγαν όμως μουσική από τα γραμμόφωνα και αργότερα τα ραδιόφωνα. Αυτό δεν τους εμπόδιζε στη δουλειά. Έ ξ ω από το σπίτι, η διάθεση του χρόνου που σήμερα ονομάζουμε ελεύθερο, ανάλογα βέβαια με την κοινωνική τους τάξη, το μορφωτικό επίπεδο των γονιών τους και τον τόπο κατοικίας τους, διατίθετο στον εκκλησιασμό και το κατηχητικό, σε βόλτες στο νυφοπάζαρο και στα πανηγύρια στην ύπαιθρο, τους περιπάτους και τα πάρτυ με τα γραμμόφωνα στις πόλεις καθώς και τις εκδρομές που γίνονταν ομαδικά, μεταξύ συγγενών, γειτόνων αλλά και συλλόγων οδοιπορικών, ορειβατικών, φυσιολατρικών, αθλητικών η εκπολιτιστικών, που ιδρύονται τη δεκαετία του '20 συνήθως από πρόσφυγες, και με τη δικτατορία του Μεταξά στην Εθνική Οργάνωση Νεολαίας. Σε όλες αυτές τις εκδηλώσεις οι νέοι για να μπορέσουν να ξεφύγουν από τον έλεγχο της οικογένειας, της γειτονιάς, του χωριού, των συγγενών η των καθηγητών κατέστρωναν απίθανες στρατηγικές και εφεύρισκαν αληθοφανή ψέματα. Όλα έπρεπε να γίνουν κρυφά. Γι' αυτό ο κατάλληλος χρόνος ήταν το βράδυ, όπου τους έκρυβε το σκοτάδι. Ακόμα και στην Αθήνα δεν είχαν όλες οι συνοικίες ηλεκτρικό, και λιγοστοί δρόμοι ήταν ηλεκτροφωτισμένοι. Γι' αυτό οι γονείς θεωρούσαν ότι το «κακό» μπορεί να συμβεί στα κορίτσια τους μόνο νύχτα. Η επιταγή τους ήταν ρητή: να μαζευτούν νωρίς. Ένα κορίτσι που αργοπορούσε άκουγε από τα ίδια τα μέλη της οικογένειάς του βρισιές όπως «Τσού21. Η πληροφορία προέρχεται από τον Αντώνη Νικολόπουλο. 22. Συνέντευξη Βιολέττα Λαλοπούλου, ό.π.
Τσούλα! Πόρνη! Πού γυρνάς;» 23 . Ο δε πατέρας, ο μεγαλύτερος αδελφός, μερ φορές και η μάνα συνήθιζαν να τη χτυπούν. Το σώμα ήταν αυτό που θα διέπραττε την αμαρτία και έπρεπε να τιμωρηθεί. Όσο το ψέμα ήταν κυρίαρχο από την πλευρά των κοριτσιών άλλο τόσο ήταν και το ξύλο από την πλευρά των αρσενικών μελών της οικογένειας. Ξύλο με το χέρι, με τη λουρίδα η με οποιοδήποτε αντικείμενο βρισκόταν πρόχειρο. Ακόμα και η μάνα της Μαρίας από την Αθήνα που διάβαζε βιβλία ψυχολογίας και θεωρούσε τον εαυτό της γνώστη της νεότερης παιδαγωγικής έριχνε «ανάποδες» στις κόρες της. Η προσπάθεια των νέων να ξεφύγουν από την επιτήρηση, με την εκπαίδευση, την εργασία, ακόμα και με το ψέμα, και η προσπάθεια των ενηλίκων να τους επαναφέρουν και να τους περιορίσουν ακόμα και με τη σωματική βία δείχνει ανάγλυφα τις αντιθέσεις της μεσοπολεμικής κοινωνίας. Ενώ οι κοινωνικές ανάγκες είχαν αλλάξει και οι κοινωνικές δομές μετασχηματίζονταν λόγω της εισαγωγής της τεχνολογίας οι νοοτροπίες και οι αρχές της αγροτικής κοινωνίας εξακολουθούσαν να είναι ισχυρές. Για τα νέα κορίτσια όμως που ήταν ευαίσθητοι δέκτες των νέων μηνυμάτων η αποκλειστική ενασχόληση με το νοικοκυριό και το σπίτι φάνταζε όλο και πιο ανούσια και ανιαρή, ενώ αντίθετα η δημόσια σφαίρα, το «μεϊντάνι», που περιλάμβανε το δρόμο, την πλατεία, το καφενείο όπου διεξάγονταν οι πολιτικές συζητήσεις σε συνδυασμό με το κάπνισμα και το ποτό, φάνταζε δελεαστική. Η πολιτική όμως ήταν χώρος κατεξοχήν ανδρικός. Η δυνατότητα πρόσβασης σε αυτόν θα παρουσιάσει πολύ μεγαλύτερα προβλήματα και δυσκολίες από ό,τι ο χώρος της μισθωτής εργασίας. Οι κοπέλες που ριζοσπαστικοποιούνται, κυρίως στη δεύτερη δεκαετία του Μεσοπολέμου, θα ενταχθούν στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Είναι βέβαια λίγες αλλά το όραμα μιας κοινωνίας χωρίς εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους, μιας κοινωνίας όπου και οι ίδιες θα είναι ισότιμες εταίροι των ανδρών, θα τις ενθουσιάσει. Δε φαίνεται να συμβαίνει το ίδιο και με τους συντρόφους. Η ένταξή τους αποδεικνύεται προβληματική. «Η Ο.Κ.Ν.Ε. τότε στα Τρίκαλα δεν ήθελε να έχει γυναίκες μέσα. Δεν πέρασα από νεολαιίστικη οργάνωση, πήγα κατευθείαν στο κόμμα. Μέσα σε δυο τρεις βδομάδες. Δεν ξέρω γιατί δεν το θέλανε. Μπήκα κατευθείαν στο κόμμα» 24 . Η κοινωνία θα τις χαρακτηρίσει, όπως και τις πρώτες εργαζόμενες, ως πόρνες. Οι ίδιες θα αντιδράσουν όπως η κοπέλα που για να τη στείλουν σχολείο, δεν έλεγε καλημέρα στους συμμαθητές της. «Εάν ήταν δυνατόν να ντυθώ μόνο στρατιωτικά θα ντυνόμουν. Τόσο πολύ. Βέβαια αυτό ήταν μια ακρότητα, αλλά το κάναμε αυτό, και άλλες κοπέλες το κάνανε αυτό το πράγμα. Προσπαθούσαμε να μην έχουμε τίποτα επάνω μας που να θεωρηθεί προκλητικό, γυ23. Συνέντευξη Δανάη Αντωνοπούλου, 26.5.1989. 24. Συνέντευξη Αλέγρα Σκίφτη, 21.6.1995 και 20.11.1995.
γυναικείο. Να είμαστε, δηλαδή να μας βλέπουν οι σύντροφοι της Ο.Κ.Ν.Ε. σαν τον εαυτό τους. Να μη βλέπουν ότι υπάρχει θηλυκό δίπλα τους και να μη δίνουμε την εντύπωση ότι πήγαμε εκεί πέρα γιατί είμαστε πόρνες η οτιδήποτε, είχαμε φτάσει στο άλλο άκρο». Κάποιες από αυτές στη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά θα συλληφθούν, θα φυλακισθούν και θα εξοριστούν για τις ιδέες τους, όπως και οι άντρες σύντροφοι τους. «Μόλις πήγα στην Φολέγανδρο παίζανε βόλεϊ οι άντρες. Εγώ ήμουνα αθλήτρια, ε, και πήγα κι έπαιξα. Αμέσως μετά με φωνάζουνε. Μου λένε "Τώρα θα έρθει ο γραμματέας και..." "Γιατί" λέω "τι έκανα;" "Γιατί παίζεις με τους άντρες". "Ε, και τι είναι αυτό;" Πραγματικά ήρθε ο γραμματέας και... Πού να τολμήσω να παίξω ξανά βόλεϊ» 25 . Οι δύο δεκαετίες του Μεσοπολέμου ήταν καθοριστικές για την πορεία των γυναικών στο δημόσιο χώρο. Τότε έγινε κοινά αποδεκτό ότι έχουν το δικαίωμα να βγουν από το σπίτι για να πάνε στο σχολείο η να εργασθούν. Η εκπαίδευση σε συνδυασμό με την εργασία τους πρόσφερε τη δυνατότητα μιας οικονομικής ανεξαρτησίας. Η άποψη ότι οι γυναίκες είναι μόνο για το σπίτι και το νοικοκυριό άρχισε να εξασθενεί. Στη συνέχεια οι δύσκολες συνθήκες του πολέμου και της Κατοχής έδωσαν ένα αποφασιστικό χτύπημα σε αυτές τις αντιλήψεις. Όσον αφορά το χώρο της πολιτικής η εμφάνιση αυτών των —έστω και ελάχιστων— γυναικών που έδρασαν με στόχο την κοινωνική αλλαγή ήταν σημαντική, επειδή, παρ' όλες τις απαγορεύσεις και παρόλο που δεν είχαν τη δυνατότητα να αλλάξουν τους όρους του παιγνιδιού μπήκαν στο παιγνίδι διατεθειμένες να παίξουν και συμμετείχαν ενεργητικά. Εξάλλου αυτές θα αποτελέσουν τη μαγιά και το πρότυπο για τις χιλιάδες γυναίκες της Αντίστασης.
25. Συνέντευξη Αλέγρα Σκίφτη, ό.π.
ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟ ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΥ, 1947-1950 ΕΘΝΙΚΗ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ
Σ Τ Ρ Α Τ Η Σ ΜΠΟΥΡΝΑΖΟΣ
Αγαπητοί συνάδελφοι και συμμαθηταί τον σχολείου Μακρονήσου, Σας χαιρετώ αδελφικά. Με υπερηφάνειαν σας γνωρίζω ότι ετραυματ εις την μάχην του Γράμμου, αφού έλαβα μέρος σε πλείστας μάχας. Φαντ ότι και σεις είσθε υπερήφανοι ότι ανήκω εις το ηρωικόν Τάγμα το Μακρονήσου. Εμείς που λάβαμε μέρος στις μάχες των μεγαλύτερων της φιλτάτης και πανενδόξου Πατρίδος μας, είδαμε τί ζητούν και τ αυτοί που θέλουνναμας υποδουλώσουν στους Σλαύους' ανήκουστα Νέρωνος. Αυτήν θεωρούνισότητα που διακηρύττουν στους ανοήτους. Άμααξιωθήτε και εξέλθετε της σχολής και ενταχθήτε εις μάχιμου ρεσίας, εκεί θα εννοήσετε τί εστί κομμουνισμός και τί έχει μέσα το λέγουν έχει χρυσάφι. Αλλά όταν βλέπει κανείς τί πράττουν αντιλαμβά ότι είναι κλούβια και έχει βρώμα μέσα. Σας βεβαιώ, αγαπητοί συν ο αιμοβόρος κομμουνισμός (ο εστίν διάβολος) έβγαλε το προσωπ νη η κακουργία του και τί ζητεί. Οιδε ονομαζόμενοι Έλληνες κομμουνι είναι οι πιο αισχροί των άλλων εθνών, [που] ζητούν διά τα έθνη τουςναμ λώσουν, ενώ οι Ελληνοσλαύοι ζητούν να χαθή το ενδοξότερονόνομαπου λέγεται Ελλάς. Φαντασθήτε εις όλας τας επιθέσεις των και ψυχορραγούντες εφώ «Ζήτω οΣτάλιν καιοΔημητρώφ». Θεωρούνανώτερον τον Στάλιν από το ενδοξότατον ανά τους αιώ όνομα Ελλάς. Αυτοί είναι οικαταλυταί της Θρησκείας, της Πατρίδος, της οικ Σας χαιρετώ με αγάπη Στ. Α ρ . Στρατιώτης 617 Τ.Π., 1ος λόχος ΣΤΓ
Την επιστολή αυτή, δίπλα στη μεγεθυμένη φωτογραφία του συντάκτη της, ενός «ανανήψαντος» Μακρονησιώτη που πολεμά στο μέτωπο, αντικρύζει ο επισκέπτης
πτης, τον Απρίλιο του 1949 στο Ζάππειο, στην είσοδο της φωτογραφικής έκθεσης για τη Μακρόνησο που οργανώνεται τότε στις αίθουσες του Μεγάρου. Προχωρώντας στις επόμενες αίθουσες, ο επισκέπτης θα συναντήσει πολλές ανάλογες επιστολές «ανανηψάντων», που μιλούν κι αυτοί με θαυμασμό και ευγνωμοσύνη για το «μεγάλο σχολείο» το οποίο τους μεταμόρφωσε από αμετανόητους «σλαυοκομμουνιστές» σε φλογερούς Έλληνες και ορκισμένους εχθρούς του κομμουνισμού. Έτσι, άλλοι στρατιώτες, στις συγκεντρώσεις των Ταγμάτων τους αναφέρονται στο «μεγαλειώδες έργον της ηθικής και εθνικής αναπλάσεως που συντελείται» και στον «κόκκινο Σατανά» που νίκησαν, ενώ ένας ακόμη «φανατικός τέως κομμουνιστής», «απολυθείς εκ Μακρονήσου», μιλάει «ενώπιον χιλιάδων λαού πόλεως και περιχώρων» της Ηγουμενίτσας, τον Ιούλιο του 1948, με θέμα «Οι προδόται του Έθνους και το Εθνικόν Πανεπιστήμιον της Μακρονήσου». Σε άλλες αίθουσες της έκθεσης, διάσημοι Έλληνες και ξένοι που έχουν επισκεφθεί το νησί έρχονται να επαυξήσουν το θαυμασμό: «Όλοι όσοι επεσκέφθησαν την Μακρόνησο έμειναν κατάπληκτοι μπροστά στο θαύμα της πλήρους εθνικήςαναγεννήσεωςΕλλήνων εθνικώς νεκρών η τραυματισμένων», διαβάζουμε στον κατάλογο της έκθεσης. Έτσι, ο Βρετανός δημοσιολόγος Φ. Α. Βόιτ «ως παλαιός παιδαγωγός» «έμεινε εκστατικός από την γνησίαν παιδαγωγικήν» η οποία εφαρμόζεται, ο αντιπρόεδρος της Βουλής των Λόρδων Τέινχαμ κάνει λόγο για «το υπέροχο αυτό πείραμα» «το οποίον θα μπορούσαν να μιμηθούν πολλαί χώραι», ενώ ο ναύαρχος Αλέξανδρος Σακελλαρίου, πρώην υπουργός Ναυτικών, θα ευχηθεί «Μακάρι να γινόταν όλη η χώρα μας Μακρόνησος» — για να περιοριστούμε σε λίγες μόνο από τις δηλώσεις οι οποίες περιλαμβάνονται στα εκθέματα του Ζαππείου. Στόχος της έκθεσης, η οποία οργανώνεται από το Γενικό Επιτελείο Στρατού (ακριβέστερα από την αρμόδια για τη Μακρόνησο διεύθυνση του, την ΒΧΙ και η οποία εγκαινιάζεται από το βασιλικό ζεύγος στις 14 Απριλίου 1949, παρουσία πλήθους επισήμων, είναι να προσφέρει στους επισκέπτες της, το αθηναϊκό κοινό που την κατακλύζει, μια ολοκληρωμένη εικόνα του «θαύματος» που συντελείται στο νησί 1 : «Δίνει στον πολύ κόσμο μια ιδέα του επιτελεσθέντος άθλου. Μας εισάγει στον λαβύρινθο των προσπαθειών,τωνεκδηλώσεων,τωναποτελεσμάτων,των διαδοχικών φάσεων της ανανήψεως, της ανασυγκροτήσεως και της δράσεως των Μακρονησιωτών. [...] Γυμναστικαι ασκήσεις, διδασκαλίαι στο ύπαιθρο, ψυχα-
1. «Μακρόνησος», Φωτογραφική έκθεσις, Ζάππειον, [Αθήνα], Απρίλιος 1949" πρόκειται για το προπαγανδιστικό φυλλάδιο που εκδίδει, εν είδει αναλυτικού καταλόγου, της έκθεσης η διεύθυνση ΒΧΙ του ΓΕΣ.
ψυχαγωγία τωνανδρών, φόρτωσις και εκφόρτωσις εφοδίων, αθλητικές παιδιές, εκκλησιασμός, ευλογία των συσσιτίων, ομιλίες διαφωτίσεως, ραδιοφωνικές εκπομπές, υποδοχές επισήμων, παρελάσεις, λογχομαχίες, θεατρικές παραστάσεις, διδασκαλία των προγραμμάτων, πολεμικές επιχειρήσεις με σκηνές παρμένες από του πυρός, παράδοσις σημαιών, ορκωμοσίες [...]. Έ τ σ ι σχηματίζει κανείς μια ολοκληρωμένη εντύπωσι του εθνικού έργου που επετελέσθη και επιτελείται στη νέα αυτή κολυμβήθρα του Σιλωάμ [...]» 2 . Δεν πρόκειται για ακρότητες, υπερβολές η γραφικές εκδηλώσεις — αν και πολλά από τα παραπάνω μπορεί να φαντάζουν έτσι στα μάτια του σημερινού αναγνώστη, για τον οποίο η Μακρόνησος σε άλλα συμφραζόμενα παραπέμπει και διαφορετικού τύπου πραγματικότητες ανακαλεί. Αντιθέτως, δηλώσεις, άρθρα και επιστολές όπως αυτές που προηγήθηκαν συνοψίζουν με ακρίβεια και απεικονίζουν με πιστότητα τη γενική, εμπεδωμένη και, εν πολλοίς, αδιαμφισβήτηση δημόσια εικόνα για το εγχείρημα της Μακρονήσου. Δεν είναι άνευ σημασίας, για παράδειγμα, ότι η πρώτη φωτογραφία την οποία αντικρύζει ο επισκέπτης είναι αυτή ενός «ανανήψαντα» και μάλιστα ενός από αυτούς που έχουν τραυματιστεί πολεμώντας στον Γράμμο εναντίον των παλαιών συντρόφων και νυν άσπονδων εχθρών τους. Το περιεχόμενο της επιστολής εν συνεχεία, παρά την αφέλειά του —η, σωστότερα, χάρη σε αυτή— συνοψίζει με εύγλωττο τρόπο ορισμένα από τα κεντρικά μοτίβα του προπαγανδιστικού λόγου για τη Μακρόνησο: η προσφώνηση προς τους «αγαπητούς συμμαθητάς», όπως και ο χαρακτηρισμός «Εθνικόν Πανεπιστήμιον», δεν συνιστούν εμπνεύσεις της στιγμής η αυτοσχέδιες επινοήσεις του συντάκτη, αλλά, όπως θα δούμε στη συνέχεια αναλυτικά, συμβολισμούς με μεγάλη διάδοση και σημασία για την οργάνωση της προπαγάνδας.
Η ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ ΑΙΧΜΗ ΤΗΣ ΚΡΑΤΙΚΗΣ ΑΝΤΙΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗΣ
ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑΣ
Η έκθεση του Ζαππείου αποτελεί μια από τις κορυφαίες στιγμές σε ένα ευρύτερο σύνολο: η Μακρόνησος συνιστά, κατά τα χρόνια 1947-1950, αντικείμενο μιας πολύ μεγάλης και συστηματικά οργανωμένης κρατικής προπαγανδιστικής εκστρατείας, που εκτείνεται σε όλη την Ελλάδα. Ενταγμένη στη συνολικότερη αντικομμουνιστική καμπάνια, η προβολή του συντελούμενο έργου, η «αναμόρφωση» και η «ανάνηψη» των κρατουμένων παρουσιάζεται ως ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα της κυβέρνησης και του στρατού, απόδειξη της ανθρωπιστικής μεταχείρισης των αντιπάλων και, ταυτόχρονα, μεγάλη εθνική επιτυχία στη μάχη κατά του κομμουνισμού.
2. Κ. Καλλονάς, «Η έκθεσις της Μακρονήσου», Η Βραδυνή, 18.4.1949.
Δεν κατέχουμε, με την ακρίβεια που θα ήταν επιθυμητό, αυτό καθ' εαυτό το συνολικό σχέδιο της προπαγανδιστικής εκστρατείας για τη Μακρόνησο- γνωρίζουμε όμως πολλά από τα επιμέρους σημεία του, τα αποτελέσματα και τα «ίχνη» του τα οποία είναι πολλά, εύγλωττα και χαρακτηριστικά: Στην ίδια τη Μακρόνησο, οι επισκέψεις επισήμων, Ελλήνων και ξένων, οι εγκωμιαστικές δηλώσεις των οποίων τυγχάνουν, εν συνεχεία, ευρύτατης προβολής στον Τύπο. Στην Αθήνα, μια σειρά εκδηλώσεις, όπως η κατάθεση στεφάνου από «ανανήφοντες» στη μνημείο του Αγνωστου Στρατιώτη, με αποκορύφωμα τις τελετές στο Καλλιμάρμαρο και τους στύλους του Ολυμπίου Διός, το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 1948, όταν ο βασιλιάς παραδίδει τη σημαία στα τάγματα «αναμορφωμένων» κατά την αναχώρηση τους για το μέτωπο. Στην επαρχία, η ανάγνωση από άμβωνος των επιστολών αποκηρύξεως του κομμουνισμού στα χωριά των «ανανηψάντων» η οι συγκεντρώσεις που οργανώνονται, παρουσία των αρχών και όπου οι ίδιοι οι «ανανήψαντες» μιλάνε για την αποστολή της Μακρονήσου. Τέλος, στην ίδια τη Μακρόνησο και την Αθήνα, ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην παραγωγή κατάλληλου προπαγανδιστικού υλικού' μεταξύ άλλων, καρτ ποστάλ με αγγλικούς υπότιτλους για το εξωτερικό, ημερολόγια με φωτογραφίες από τη ζωή των Ταγμάτων, η κινηματογράφηση του στρατοπέδου από συνεργείο της τηλεόρασης του BBC τον Απρίλιο του 1949 — ενώ την ίδια χρονιά αρχίζει τη λειτουργία του και ο ραδιοφωνικός σταθμός Μακρονήσου, με πανελλαδική εμβέλεια. Το κύριο σώμα, όμως, του προπαγανδιστικού υλικού απαρτίζεται από τις εφημερίδες και τα περιοδικά που εκδίδονται στη Μακρόνησο με ευθύνη των Γραφείων Ηθικής Αγωγής των Ταγμάτων, όπως ο «Σκαπανεύς», η «Αναμόρφωσις», η «Μακρόνησος», η «Φωνή της Πατρίδος».
ΤΟ ΕΥΡΟΣ ΤΗΣ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑΣ: ΕΝΑ ΣΥΝΟΛΙΚΟ ΚΡΑΤΙΚΟ ΕΓΧΕΙΡΗΜΑ
Αρκεί ένα απλό ξεφύλλισμα του «Σκαπανέως» —του διασημότερου εκπροσώπου του «αναμορφωτικού» Τύπου, οργάνου αρχικά των «ανανηψάντων» του Γ' Τάγματος και στη συνέχεια και των τριών μακρονησιώτικων Ταγμάτων— για να αποκτήσει κανείς μια ιδέα του εύρους και της ποικιλίας των προσώπων και των φορέων που εμπλέκονται στο εγχείρημα της προβολής της Μακρονήσου. Από τις σελίδες του περιοδικού παρελαύνουν εκπρόσωποι όλης σχεδόν της ελληνικής κοινωνίας, και ιδιαίτερα της υψηλής κοινωνίας της εποχής: γνωστοί λογοτέχνες και ηθοποιοί, ακαδημαϊκοί, καθηγητές και πρυτάνεις, διαπρεπείς διανοούμενοι, ιεράρχες, ανώτεροι και ανώτατοι στρατιωτικοί, το βασιλικό ζεύγος, εκπρόσωποι συλλόγων, «εργατικών σωματείων» και της ΓΣΕΕ, υπουργοί, βουλευτές —οι πολιτικές τοποθετήσεις των οποίων κυμαίνονται από την άκρα δεξιά μέχρι το κέντρο, τους μετριοπαθείς πρώην και νυν φιλελεύθερους, με λίγα λόγια καλύπτουν όλο το φάσμα του επίσημου πολιτικού κόσμου— συναγωνίζοντα
ζονται μεταξύ τους σε δηλώσεις θαυμασμού για το συντελούμενο στο νησί έργο: « Ε δ ώ ευρίσκεται εν πραγματική λειτουργία η δημοκρατία του Περικλέους», διαπιστώνει ο καθηγητής της Ανωτάτης Γεωπονικής Θεσσαλονίκης Π. Αναγνωστόπουλος. «Όλοι στη ζωή μας πρέπει να περνάμε μια Μακρόνησο», λέει ο Κωνσταντίνος Τσάτσος· « Η ιστορία θα γράψη πως η στροφή της παγκοσμίου καταστάσεως εδώ άρχισε, στη Μακρόνησο. Στο ξερονήσι αυτό εβλάστησε σήμερα η Ελλάς ωραιοτέρα παρά ποτέ», δηλώνει ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ενώ ο δικηγόρος Ρίκος Αγαθοκλής αποφαίνεται ότι «ξαναζεί το 1821 με τους καινούργιους του φιλικούς, τους Μπαϊρακτάρηδες και Τζαννετάτους» 3 . Η εμβέλεια και η κυριαρχία της προπαγανδιστικής εικόνας για τη Μακρόνησο μπορεί να επιβεβαιωθεί όχι μόνο από το ευρύτατο φάσμα των υποστηρικτών, αλλά και διαμέσου της αντιστρόφου οδού: οι οποίες φωνές διαφοροποίησης, διαμαρτυρίας η καταγγελίας, μέχρι το 1950 τουλάχιστον, είναι, αν όχι ανύπαρκτες, πάντως αυστηρά περιχαρακωμένες, καθώς περιορίζονται αποκλειστικά στο χώρο της αριστεράς και των «συνοδοιπόρων». Πέραν του χώρου αυτού, οι υπόλοιποι, όσοι διαθέτουν λόγο και πρόσβαση στο δημόσιο χώρο, επαινούν μεγαλοφώνως ή, στην καλύτερη περίπτωση, σιωπούν. Συνοψίζοντας, πρέπει να τονιστεί ότι η προβολή του έργου της Μακρονήσου δεν αποτελεί υπόθεση της κυβέρνησης η του ονομαζόμενου «κράτους της δεξιάς» μόνο, αλλά ένα συνολικό κρατικό εγχείρημα όπου μετέχει το σύνολο του κρατικού μηχανισμού, με την ευρύτερη έννοια του όρου: σύσσωμη η πολιτική ηγεσία και ο επίσημος πολιτικός κόσμος, η πλειονότητα της διανόησης, ο στρατός και η Εκκλησία, οργανώσεις και φορείς, στο πλαίσιο του «υπέρ πάντων αγώνα» κατά του κομμουνισμού που διεξάγεται τα χρόνια εκείνα.
Η ΔΙΑΔΟΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑΣ: ΕΝΑ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟ
Προχωρώντας στο κεφάλαιο της έρευνας των συγκεκριμένων μηχανισμών με τους οποίους διαδίδεται και διαχέεται, ανά την Ελλάδα και το εξωτερικό, η προπαγάνδα για τη Μακρόνησο, διαπιστώνουμε ότι τα κενά στη γνώση μας παραμένουν, και εδώ, σημαντικά. Όμως μια σειρά από διάσπαρτες πληροφορίες και αναφορές μας υποδεικνύουν την ύπαρξη ενός δικτύου με αξιόλογο μέγεθος και πανελλαδική εμβέλεια.
3. Για τη δήλωση του Ρ. Αγαθοκλή, βλ. Ζοάννος - Σαρρής, Η αλήθεια για τη Μακρόνησο, Αθήνα 1950, σ. 68" οι δηλώσεις των Π. Αναγνωστόπουλου, Κ. Τσάτσου και Π. Κανελλόπουλου δημοσιεύονται στον Σκαπανέα, στη στήλη με τις κρίσεις «διαπρεπών επισκεπτών διά την Μακρόνησον», στο τχ. 10 (Φεβρουάριος 1950), τχ. 4 (Αύγουστος 1949) και τχ. 1 (Μάιος 1949), αντίστοιχα.
Ο «Σκαπανεύς», για παράδειγμα, το 1949 κυκλοφορεί σε 15.000 τεύχη σε όλη την Ελλάδα, ενώ το ημερολόγιο του Β' Τάγματος, την ίδια χρονιά, σε 25.000 αντίτυπα τσέπης και 1.000 τοίχου, τα οποία διανέμονται σχεδόν αποκλειστικά εκτός Μακρονήσου, και το μεγαλύτερο μέρος τους μάλιστα (τα 3 / 5 του συνόλου) σε υπηρεσίες και φορείς εκτός του στρατού. Ανάμεσα στους παραλήπτες, εκτός από τα υπουργεία, τις πρεσβείες και τις στρατιωτικές μονάδες αξίζει να σημειωθούν: η Ακαδημία, τα Πανεπιστήμια Αθηνών και Θεσσαλονίκης καθώς και «τα 14 εισέτι Ανώτατα Πνευματικά ιδρύματα», τα εμπορικά και επαγγελματικά επιμελητήρια, οι εφημερίδες και τα περιοδικά Αθηνών και επαρχιών, οι «72 συνομοσπονδίες και εργατικά κέντρα της χώρας», τα γυμνάσια και οι παιδαγωγικές Ακαδημίες των επαρχιών, οι τοπικές εφορίες προσκόπων και, τέλος, τα «συνεργεία» συγκεκριμένων —λαϊκών— συνοικιών της Αθήνας4. Οσον αφορά τώρα πιο ενεργές μορφές ενίσχυσης, στον κατάλογο της έκθεσης του Ζαππείου εκφράζονται οι θερμές ευχαριστίες των οργανωτών στους κάτωθι: Τράπεζα Ελλάδος, Εταιρεία Χημικών Προϊόντων και Λιπασμάτων, Συνεταιρισμό Ξυλεμπόρων Αθηνών, Συνεταιρισμό Ξυλεμπόρων Πειραιώς, Μελη Συνδέσμου Ξυλεμπόρων Αθηνών-Πειραιώς, Σύνδεσμο Βιομηχάνων, Κρίτωνα Δηλαβέρην Α.Ε., Ιούλιον Πόππερ: Μόντρεαλ-Καναδά, Μιχαήλ Χρήστον. Λίγους μήνες πριν, το Μάρτιο του 1948, ο «Σκαπανεύς» ευχαριστεί το Δήμο Καστοριάς, τους νομάρχες Σερρών, Φλωρίνης, Αττικής, Εύβοιας, καθώς και το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης «για την υλική και ηθική υποστήριξή τους» 5 . Τον Οκτώβριο του 1949 το περιοδικό εκφράζει τις ιδιαίτερες ευχαριστίες του προς «τα Διοικητικά Συμβούλια, τους προϊσταμένους και λοιπούς φίλους μας των ΣΕΚ, ΟΛΠ, Ελληνικής Εριουργίας και άλλωνοργανισμώνως καιτουςυπαλλήλους τωνΥπουργείων και Τραπεζών που δείχνουν ξέχωρη στοργή στο περιοδικό» 6. Οι συγκεκριμένοι τρόποι με τους οποίους εκδηλώνεται αυτή «η ξέχωρη στοργή» δεν διευκρινίζονται αλλά και η απλή καταγραφή των ονομάτων των φορέων αποτελεί, από μόνη της, ένα πρώτο κέρδος. Μπορούμε βάσιμα να υποθέσουμε ότι δεν έχουμε να κάνουμε με τη δημιουργία ενός νέου δικτύου, αλλά με την αξιοποίηση, σε γενικές γραμμές, του ήδη υπάρχοντος μηχανισμού που υπηρετεί τις ευρύτερες ανάγκες του αντικομμουνιστικού αγώνα. Μια πρώτη σύγκριση, από τις διάσπαρτες και πάλι γνώσεις μας, δείχνει ότι βασικοί κόμβοι του δικτύου που καταγράφηκαν πιο πάνω —όπως η Ακαδημία Αθηνών και τα Πανεπιστήμια, τα εργοδοτικά και εργατικά σω4. Υπηρεσία Στρατιωτικών Αρχείων, Β' Τάγμα, φάκ. 81, Ημερήσια Διαταγή Προσωπικού, 6.2.1949. 5. Σκαπανεύς 4 (25.3.1948) 4. 6. Σκαπανεύς 6 (Οκτώβριος 1949) 27.
σωματεία, οι οργανώσεις των προσκόπων, οι δήμοι και οι νομαρχίες, μεγάλες βιομηχανίες και τράπεζες— απαντούν σταθερά στους καταλόγους μιας σειράς ανάλογων εκστρατειών τα ίδια χρόνια, όπως το «Παιδοφύλαγμα», η «Πρόνοια Συμμοριοπλήκτων» και η «Πρόνοια Βορείων Επαρχιών Ελλάδος» η η «Εθνική Εβδομάδα διά την Εργασίαν και την Νίκην».
ΟΙ «ΑΝΑΝΗΨΑΝΤΕΣ» ΒΑΣΙΚΟΣ ΚΟΜΒΟΣ ΣΤΗΝ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑΣ
Οι ίδιοι οι «ανανήψαντες» κατέχουν έναν ξεχωριστό ρόλο στο όλο εγχείρημα: εν ολίγοις, η ενεργός συμμετοχή τους αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο όπου στηρίζεται όλο το προπαγανδιστικό οικοδόμημα, εντός και εκτός του στρατοπέδου. Βασικοί φορείς της «αναμορφωτικής αγωγής» εντός του στρατοπέδου (αυτοί και όχι τα μόνιμα στελέχη του στρατού), όπου απευθύνονται στους παλιούς συντρόφους και συναγωνιστές τους με στόχο να «ανανήψουν» και αυτοί, οι ανανήψαντες, με το λόγο τους, τις πράξεις, με αυτή καθαυτή την ύπαρξή τους εν τέλει, θα αποτελέσουν τους καλύτερους διαφημιστές του επιτελούμενου έργου, την πιο λαμπρή και αδιαμφισβήτητη απόδειξη της επιτυχίας της Μακρονήσου. Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, καθώς ο «αναμορφωτικός» λόγος ξεπερνά σαφώς τα όρια του στρατοπέδου και μετατρέπεται σε προπαγανδιστικό λόγο με πολύ ευρύτερη απήχηση, οι «ανανήψαντες» ενεργοποιούνται σε δύο επίπεδα. Το πρώτο επίπεδο είναι αυτό του λόγου. Εδώ συμπεριλαμβάνονται οι διηγήσεις, οι ομολογίες, οι αποκαλύψεις, οι μετάνοιες, οι εξομολογήσεις, από τις απλές δηλώσεις αποκήρυξης του κομμουνισμού μέχρι τις μακροσκελείς ομιλίες. Η συγγραφή και εκφώνηση λόγων στους οποίους ο συντάκτης αποκαλύπτει τα «ύπουλα τεχνάσματα» του κομμουνισμού, διεκτραγωδεί την προσωπική του περιπέτεια και μετατρέπεται σε διαπρύσιο κήρυκα του σωτηρίου έργου της Μακρονήσου αποτελεί βασικό καθήκον των «ανανηψάντων» ως έμπρακτη απόδειξη
της μεταμέλειάς τους, εντός και εκτός της νήσου 7 . Ά λ λ η μια βασική υποχρέωση 7. Στη μπροσούρα του Κ. Π. Ροδοκανώκη, συμβούλου του υπουργείου Τύπου, που εκδίδεται στα αγγλικά το 1949, έχουμε την καταγραφή των τίτλων μιας σειράς τέτοιων διαλέξεων «ανανηψάντων» που πραγματοποιούνται στη Μακρόνησο: «Η οικονομική και κοινωνική σημασία των διεθνών και ελληνικών πραγματικοτήτων», «Ο κομμουνισμός από οικονομικής απόψεως», «Οι στρατιώτες της Μακρονήσου και η μάχη του Γράμμου», «Θρησκεία και κομμουνισμός», «Η φυλή μας και η σλαβική επίθεση», «Η Ελλάδα προμαχώνας της ελευθερίας», «Το μαρξιστικό λάθος», «Τι είδα στη Ρωσία»: C. P. Rodocanachi, A great work of civic readaptation in Greece , Αθήνα 1949, σ. 10-11. Ο Σκαπανεύς, επίσης, περιλαμβάνει πληθώρα άρθρων παραπλήσιου περιεχομένου" ακόμη, στο βιβλίο που εκδίδουν οι «ανανήψαντες» Ζοάννος και Σαρρής, στελέχη του Γραφείου Ηθικής Αγωγής του Β' Τάγματος, παρατίθενται τα κείμενα δύο ομιλιών «ανανηψάντων» που εκφωνούνται παρουσία επισκεπτών στη Μακρόνησο, με τίτλους «Το αρχαίο πνεύμα
σ
ση είναι η αποστολή επιστολών με ανάλογο —αν και περισσότερο σύντομο και τυποποιημένο κατά κανόνα— περιεχόμενο προς τους ιερείς και τις διοικητικές αρχές του τόπου καταγωγής, όπου και αξιοποιούνται καταλλήλως με την ανάγνωσή τους από άμβωνος η σε δημόσιες συγκεντρώσεις 8. «Έχουν εκφωνηθεί υπό στρατιωτών και αξιωματικών άνω των τριών χιλιάδων διαλέξεων εθνικού κοινωνικού, ηθικού και θρησκευτικού περιεχόμενου και άνω των τριών χιλιάδων παρωδίες και ποιήματα εθνικά και αντισυμμοριακά. Έχουν δε αποσταλεί εκείθεν πολλές δεκάδες χιλιάδων επιστολές εθνικού περιεχομένου» 9, όπως πληροφορούμαστε και πάλι από τον κατάλογο της έκθεσης του Ζαππείου. Από την ίδια πηγή προέρχεται και η καταγραφή του τυπικού μιας «εκτός Μακρονήσου» συγκέντρωσης, την οποία γνωστοποιεί τηλεγράφημα του νομάρχη Ηγουμενίτσας της 5ης Ιουλίου 1948:
«Απογευματινάς ώρας χθες ενώπιον χιλιάδων λαού πόλεως και περιχώρων ωμίλησεν απολυθείς εκ Μακρονήσου φανατικός τέως Κομμουνιστής Λ.Κ. με θέμα Οι προδόται του Έθνους και το Εθνικόν Πανεπιστήμι κρονήσου". Ο ειρημένος επί μακρόν διακοπτόμενος, υπό ζωηρών χειροκροτημάτων και ζητωκραυγών, εξιστόρησε τας προδοσίας και τα κακουργήματα των προδοτών του ΚΚΕ, οίτινες είναι πληρωμένοι από τους εχθρούς της Ελληνικής Φυλής, εξύμνησε την ζωήν των Ελλήνων στρατιωτών εις Μακρόνησον, την οποίαν εχαρακτήρισεν ως Εθνικόν Πανεπιστήμιον και τελευτών έκαμεν έκκλησιν εις τους παραπλανημένους όπως προσέλθωσιν εις τας αγκάλας της μητρός Ελλάδος, η οποία θέλει δεχθή [εις τους] κόλπους της ως τους υιούς, όταν ούτοι ολοψύχως και με εθνικόν παλμόν αποκηρύξωσι τους πληρωμένους από τους Σλαύους προδότας του Έθνους. ΣΤΟΠ. Ομιλία ανανήψαντος στού, η οποία έληξε εν μέσω ζωηρών ζητωκραυγών και χειροκροτημάτων υπέρ Άνακτος, Κυβερνήσεως και Εθνικού Στρατού, παρηκολούθησεν υποφαινόμενος, προϊστάμενοι δημ. υπηρεσιών, Δήμαρχος και Δημοτικόν Συμβούλιον, Πρόεδροι οργανώσεων και συλλόγων, εργάται, μαθηταί σχολείων και ιδρυμάτων, αξιωματικοί Στρατού, Χωροφυλακής και άλλοι» 10 .
Σε ένα δεύτερο επίπεδο, οι πράξεις πλέον των «ανανηψάντων»), και ειδικά η
συγκρότηση από αυτούς ειδικών ταγμάτων τα οποία πολεμάνε στο μέτωπο στο
νέους αγώνας» και «Πλανήθηκα στα δώματα του κομμουνισμού, αλλά σώθηκα»: Ζοάννος Σαρρής, ό.π., σ. 47-54. 8. Ένα σώμα τέτοιων επιστολών «ανανηψάντων» από νομούς -της Μακεδονίας, είναι προσιτό σήμερα στις συλλογές των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ). 9. «Μακρόνησος», Φωτογραφική έκθεσις..., ό.π.,σ. 18. 10. Ό.π., σ. 29-30. Το ίδιο τηλεγράφημα του νομάρχη Ηγουμενίτσας, το οποίο κοινοποιείται από το ΓΕΣ, περιλαμβάνεται αυτούσιο και στο C. P. Rodocanachi, ό.π., σ. 13-14.
πλευρό του εθνικού στρατού, συνιστούν την έσχατη απόδειξη και επισφράγιση της επιτυχίας. Η σημασία της αποστολής τέτοιων ταγμάτων στο μέτωπο δεν είναι μόνο στρατιωτική (διόλου αμελητέα, καθώς ο αριθμός τους υπολογίζεται σε 16.000, σε διάστημα ενός περίπου χρόνου 11), αλλά και συμβολική, καθώς αποτελεί την πιο θριαμβευτική επιβεβαίωση της επαναφοράς τους στις αγκάλες της πατρίδας. Το σύνθημα «Όπλα θέλουμε» κυριαρχεί κατά την άφιξη και την αναχώρηση επισήμων στη Μακρόνησο: αυτό το σύνθημα φωνάζουν με ενθουσιασμό οι «αναμορφωμένοι» σκαπανείς, ενώ το ίδιο έχει γραφτεί με μεγάλα γράμματα, στους λόφους του νησιού.
«ΑΝΑΜΟΡΦΩΤΙΚΟΣ» ΚΑΙ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΙΣΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ: Η «ΑΝΑΜΟΡΦΩΤΙΚΗ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ»
Στο πλαίσιο που έχει ήδη περιγραφεί, η «αναμορφωτική» διαδικασία της Μακρονήσου και η προπαγανδιστική εκστρατεία για τη Μακρόνησο συμπλέκονται τόσο στενά, έτσι ώστε είναι πολύ δύσκολο να ξεχωρίσουμε τη μία από την άλλη. Αν καταρχάς ο «αναμορφωτικός» λόγος απευθύνεται στους εγκλείστους της Μακρονήσου, ενώ ο προπαγανδιστικός προς την λοιπή, εκτός Μακρονήσου, ελληνική κοινωνία, στην πράξη ο διαχωρισμός αυτός αίρεται. Ο «αναμορφωτικός» λόγος, διαμέσου των «ανανηψάντων», εξάγεται εξαρχής εκτός νήσου, καθώς αποτελεί, όπως είδαμε, ένα από τα βασικά προπαγανδιστικά επιχειρήματα για την επιτυχία του έργου" ταυτόχρονα, ο προπαγανδιστικός λόγος των εξωτερικών παρατηρητών, λ.χ. τα εγκωμιαστικά άρθρα του Τύπου η οι ανάλογες δηλώσεις των διανοουμένων, μεταφέρονται στη Μακρόνησο και μεταβάλλονται σε ουσιώδη συνιστώσα της αναμορφωτικής αγωγής. Δεν πρόκειται μόνο για την αμφίδρομη αυτή διαδικασία, αλλά και για τα εγγενή, τα ειδολογικά χαρακτηριστικά του ίδιου του υλικού μας, που κάνουν δυσδιάκριτα τα όρια «αναμορφωτικού» και προπαγανδιστικού λόγου. Ουσιαστικά, πρόκειται για έναν κοινό λόγο, ο οποίος, και στις δύο εκδοχές του, βασίζεται στις ίδιες παραδοχές, συγκροτείται πάνω στα ίδια στερεότυπα και άξονες. Είναι δύσκολο, πολλές φορές, να διακρίνουμε τον ομιλητή, να καταλάβουμε αν πρόκειται για κάποιον «ανανήψαντα» που βγάζει φλογερούς λόγους, τον Στράτη Μυριβήλη, τον Ανδρέα Καραντώνη η κάποιον άλλον «άνθρωπο των γραμμάτων» που απευθύνεται προς τους «ανανήφοντες», έναν υπουργό που προ11. Για 16.200 Μακρονησιώτες (15.400 οπλίτες και 800 έφεδρους αξιωματικούς) που «εξυγιάνθησαν» και εστάλησαν στο μέτωπο κάνει λόγο, ο υπουργός Στρατιωτικών Π. Κανελλόπουλος, στη Βουλή στις 14 Ιουλίου 1950: Εφημερίς των συζητήσεων της Βουλής, περίοδος Α', σύνοδος Α', 30 Μαρτίου - 30 Ιουλίου 1950, τ. Α'-Β', Αθήνα 1952, σ. 188, 314. Τους ίδιους αριθμούς δίνει και ο Δ. Ζαφειρόπουλος (Ο αντισυμμοριακός αγών, Αθήνα 1956, σ. 212), ο οποίος αντλεί κατά κανόνα τις πληροφορίες του από στρατιωτικές πηγές.
προβαίνει σε δηλώσεις, τον τμηματάρχη της ΒΧΙ η τον αρχισυντάκτη του «Σκαπανέως». Έτσι, ο όρος «αναμορφωτική προπαγάνδα» θα μπορούσε να περιγράψει τόσο τη σύγκλιση των δύο διαδικασιών («αναμόρφωσης» και προπαγάνδας) όσο και το σώμα αυτό του λόγου που συγκροτείται περί τη Μακρόνησο: αφενός το λόγο που παράγεται εντός του στρατοπέδου και αφετέρου το λόγο που αναπτύσσεται εκτός με αντικείμενο τη Μακρόνησο. Αναζητώντας, τώρα, τα συστατικά, τα δομικά χαρακτηριστικά και τις πηγές του λόγου αυτού, μπορούμε να διακρίνουμε στο εσωτερικό του τρία διαδοχικά υποσύνολα: πρώτον, την «εθνική και ηθική αγωγή» του στρατεύματος· δεύτερον, την αντικομμουνιστική φιλολογία της εποχής· και, τέλος, μια στενότερη ενότητα που αναφέρεται στην αποστολή και το ρόλο της Μακρονήσου. Ενότητα πρώτη:
Η «εθνική και ηθική αγωγή» του στρατεύματος
Μελετώντας την «αναμορφωτική» αγωγή, συναντάμε, καταρχάς, τις βασικές ιδεολογικές σταθερές και τα κανονιστικά πρότυπα που συνιστούν το περιεχόμενο της «εθνικής και ηθικής αγωγής του στρατεύματος» —όπως επιγράφεται το σχετικό αντικείμενο στα στρατιωτικά εγχειρίδια— για μια μακρά χρονική περίοδο, που εκτείνεται τουλάχιστον μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1960. Ο «ανανήψας», ως αποτέλεσμα της «αναμορφωτικής» διαδικασίας, αποβάλλει το πρότερο αρνητικό αξιακό σύνολο και εγκολπώνεται ένα νέο σύστημα αξιών. Συναντάμε εδώ όλες τις κλασικές αξίες οι οποίες επιβάλλονται από το σύστημα της στρατιωτικής αγωγής και πειθαρχίας. Ξεκινώντας από τις γενικότερες, το τρίπτυχο Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια, καταλήγουμε στα πιο συγκεκριμένα καθήκοντα, τα οποία εξειδικεύουν σε καθημερινό επίπεδο τις πρώτες: ευπείθεια, υπακοή, πειθαρχία, αντοχή στις κακουχίες, καθαριότητα, γενναιότητα, θάρρος, πίστη κ.ο.κ. Έτσι, ο «ανανήψας», ο «νέος άνθρωπος» της Μακρονήσου, είναι τελικά ο «παλαιός», ο προ της διαβρώσεως του κομμουνισμού, που έχει ανακτήσει όλες τις παλαιές αξίες. Κατά κάποιον τρόπο, δηλαδή, πρόκειται για μια «επιστροφή» — ας μην ξεχνάμε και το κυριολεκτικό νόημα της λέξης «ανάνηψη». Όμως, οι «ανανήψαντες» είναι πιο στέρεοι στην πίστη τους, αφού έχουν περάσει το στάδιο της δοκιμασίας και έχουν αναβαπτισθεί στα εθνικά νάματα: το σημαντικό δεν είναι μόνο οι υγιείς εθνικές αξίες που επανακτώνται, αλλά κυρίως η διαδικασία της επανεγκόλπωσης των αξιών αυτών από τους τροφίμους της Μακρονήσου, που γι' αυτόν το λόγο είναι όχι απλώς Έλληνες, αλλά «αναβαπτισμένοι στην Ελληνική ιδέα», «σαράντα φορές Έλληνες» 12 :
12. Η διατύπωση από άρθρο της Ευγενίας Περρωτή, προϊσταμένης της Διευθύνσεως Μελετών του υπουργείου Τύπου και Πληροφοριών, με τον τίτλο «Ηχώ από την Μακρόνησον, ένα έργο εμπνεύσεως και αγάπης». Βλ. Ζοάννος - Σαρρής, ό.π., σ. 68-71.
«Την είχαν ξεχάσει τόσο, είχε τόσο δηλητηριαστεί το είναι τουςαπότο κακούργο Κομμουν. Κόμμα, που νοιώθουν την ανάγκη να αναπληρώσουν όσα είχαν βάλει στο περιθώριο και τα είχαν σκεπάσει με το πέπλο της λησμονιάς. Έζησαν και τις δύο καταστάσεις. Τη μία της πορώσεως και της απομακρύνσεως από καθετί που είχε σχέση με την Ελλάδα, μακρυά από κάθε ηθική άξια, και τώρα ζουν την κατάσταση του ξαναγυρισμού τους κοντά σ' αυτά που είχαν ξεχάσει. Τί χαρά νοιώθει κανείς όταν, αφού ζήσει κάμποσο καιρό στο σκοτάδι ψάχνοντας ψηλαφιστά να βρει το καθετί, έλθει μια στιγμή που κάποιο ευεργετικό χέρι, κάποιος Θεός της αγάπης τον βγάλει και τον φέρει στο φως, στην καθάρια ατμόσφαιρα που όσα βλέπει γύρω του είναι λαμπικαρισμένα και μιλούν μόνα τους για την άλήθεια» 13 . Από το σύνολο των στερεότυπων αξιών και των υποχρεώσεων του στρατιώτη ορισμένες, στη Μακρόνησο, αναβαθμίζονται. Η ευταξία, η καθαριότητα, η νοικοκυροσύνη, για παράδειγμα, διευρυνόμενες, συνιστούν πλέον μια νέα αξία, τη δημιουργικότητα, το ζήλο προς εργασία, αξία η οποία προβάλλεται με ιδιαίτερη έμφαση στην περιγραφή τόσο των χώρων του στρατοπέδου όσο και της συμπεριφοράς των Μακρονησιωτών. Οι λόγοι είναι λίγο πολύ ευεξήγητοι: η τάξη, η κοσμιότητα και η έφεση για εργασία, αφενός αντιδιαστέλλονται με την «αρνητικότητα» του κομμουνισμού, την καταστροφική και διαλυτική μανία που τον χαρακτηρίζει, και αφετέρου συμβολίζουν τη ζωτικότητα, τη δημιουργική ορμή η οποία διακατέχει τον Έλληνα, και δη τον αναγεννημένο Έλληνα: «Μ' όλον τον πλούτον της η ελληνική γλώσσα στην προκειμένη περίπτωση είναι πολύ φτωχή και αδυνατεί να μάς δώσει μια λέξη που να χαρακτηρίζει μεακρίβειατοΤάγμα μας. [...]. Αυτός που το επισκέπτεται μένει κατάπληκτος μπροστά σ' αυτό που βλέπει κι αδυνατεί να πιστέψει στα μάτια του. [...] Βλέπει στρατιώτεςπουμε νοικοκυρίστικο πνεύμα τακτοποιούν το καθετί. Μια εκκλησούλα που κτίζεται δείχνει τον πόθο των Σκαπανέων μας να έλθουν όσο το δυνατόν γρηγορότερα κοντά στον Θεό. Πιο εκεί ένα θεατράκι αντιγραφή της Επιδαύρου χτίστηκε γιατηνψυχαγωγία τους. Δρόμοι και κατακάθαρα δρομάκια με σκορπισμένες έδώ κι εκεί πρασιές από λουλούδια του νησιού. Κι ένας κόσμος που κινείται μέσα σ' αυτά γεμάτος ζωή, χαρά κι εθνικό ένθουσιασμό»14. Ενότητα δεύτερη: Ο ευρύτερος αντικομμουνιστικός λόγος Το δεύτερο «επάλληλο στρώμα», το οποίο όμως τέμνεται σε πολλά σημεία με
13. Από άρθρο του Μάκη Δόγκα, αρχισυντάκτη του «Σκαπανέως», με τίτλο «Γ' Ταγμα Σκαπανέων», Σκαπανεύς 1 (28.10.1947) 5-7. 14. Στο ίδιο.
το σύνολο της «εθνικής αγωγής», είναι ο ευρύτερος αντικομμουνιστικός λόγος, κυρίαρχος λόγος του κράτους τα χρόνια μετά την απελευθέρωση, ο οποίος και έρχεται, σε πολλά σημεία, να συμπληρώσει και να προσαρμόσει τις αρχές της «εθνικής διαπαιδαγώγησης» στις ανάγκες του αγώνα κατά του κομμουνισμού. Η «εθνικοφροσύνη», η νέα αξία που κατασκευάζεται τα χρόνια αυτά, συγκερνά τις παραδοσιακές «εθνικές αξίες» με το μαχητικό αντικομμουνισμό 15. Ετσι, το παραδοσιακό τρίπτυχο «Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια» επανασημασιοδοτείται ταυτιζόμενο ουσιαστικά με τον αντικομμουνισμό, καθώς το περιεχόμενο, αλλά και η μόνη απόδειξη της φιλοπατρίας είναι εν τέλει ο μαχητικός και αδιάλλακτος αντικομμουνισμός. Η συμβιβαστικότητα, η μετριοπάθεια, η ουδετερότητα —που ανάγονται ευθέως στα συνθήματα του ΚΚΕ για «συμφιλίωση»— αναγορεύονται σε κύριο εχθρό, θεμελιώνοντας την κατηγορία της «συνοδοιπορίας», ενώ η αδιαλλαξία αναγορεύεται σε βασική αρετή και καθήκον του «εθνικόφρονα». Ο «Δεκάλογος του Μακρονησιώτη», που δημοσιεύεται στον «Σκαπανέα» το 1950, και συμπυκνώνει τα βασικά «πιστεύω» του «αναμορφωμένου» οπλίτη, είναι ενδεικτικός για το συγκερασμό αυτόν εθνικής και αντικομμουνιστική ς αγωγής:
«Ο ΔΕΚΑΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΜΑΚΡΟΝΗΣΙΩΤΗ Μόνο στην Ελλάδα ανήκω και γι' αυτήν αγωνίζομαι, μισώ τον κομμουνισμό γιατί απεργάζεται την καταστροφή μου. Ακατάσχετη είν' η ορμή μου στον αγώνα για τη διάσωση των ιερών και των οσίων της Φυλής. Κρατώντας ψηλά τον πυρσό της ελευθερίας βαδίζω σταθερά προς το μέλλον που προσμένει από μένα πολλά. Ρωμαλέος στο σώμα και στην ψυχή θα ανταποκριθώ στις προσδοκίες της μεγάλης μου πατρίδος. Οδηγός στις πράξεις μου στέκει η πείρα του παρελθόντος και τα διδάγματα
της Μακρονήσου.
Νίκησα την αμφιβολία και τον δισταγμό. Τα νέφη της πλάνης μου διαλύθηκαν. Η ζωή μου είναι συνδεδεμένη με τις ιερές έννοιες της Πατρίδος, της Θρησκείας και της Οικογένειας.
15. Για την «εθνικοφροσύνη», βλ. Άγγελος Ελεφάντης, «Εθνικοφροσύνη: η ιδεολογία του τρόμου και της ενοχοποίησης», στα πρακτικά του συνεδρίου Η ελληνική κοινωνία κατά την πρώτη μεταπολεμική περίοδο (1945-1967), Αθήνα, Ίδρυμα Σ. Καράγιωργα, 1993, σ. 645-654.
Στη Μακρόνησο γνώρισα τη στοργή της Πατρίδος, ατσάλωσα την πίστη μου Ορκίζομαι να φανώ αντάξιος της Πατρίδος και να σταθώ άγρυπνος φρουρός της ειρήνης και πρωτεργάτης της Ανοικοδομήσεις. Σεβαστή στους φίλους και τρομερή στους εχθρούς. Έ τ σ ι υπόσχομαι την Ε λ λάδα μας» 16 . Η ιδεολογία του αντικομμουνισμού, έτσι, μέσα από τη μορφή της «εθνικοφροσυνης» αναδεικνύεται στο βασικό συνεκτικό ιστό, τη ραχοκοκαλιά που διαπερνά όλη την «αναμορφωτική προπαγάνδα». Το οπλοστάσιο του ελληνικού μεταπολεμικού αντικομμουνισμού θα αποτελέσει τη βασική δεξαμενή από όπου αντλούνται τα επιχειρήματα και τα θέματα τα οποία συγκροτούν το σύστημα αγωγής των Μακρονησιωτών: ο εμφύλιος ως πόλεμος Ελλήνων εναντίον ξένων, και συγκεκριμένα των Σλάβων· ο κομμουνισμός ως μέγα ψεύδος, ως μέθοδος απάτης και ξεγελάσματος των πολλών ο κομμουνισμός ως φοβερή ασθένεια που προσβάλλει τον ανθρώπινο και κοινωνικό οργανισμό" ο βίαιος και εγκληματικός χαρακτήρας του κομμουνισμού" η απόλυτη ταύτιση κομμουνισμού και σλαβισμού· η υπεροχή της ιδέας στη μάχη εναντίον της ύλης. Η πραγμάτευση των θεμάτων γίνεται κατά κανόνα σε άμεσο, εφηρμοσμένο επίπεδο όπου κυριαρχεί η βιωματική διάσταση, μέσα από τις διηγήσεις των «ανανηψάντων» για τον πρότερο «ανέντιμο» βίο τους" οι κακουργίες των κομμουνιστών, οι αποδείξεις της συνεργασίας τους με τους Σλάβους, τα ψεύδη της προπαγάνδας τους κ.ο.κ. Δεν απουσιάζουν όμως, παρ' όλο που υπολείπονται σε συχνότητα, και οι θεωρητικότερες η ιδεολογικές πραγματείες εναντίον του μαρξισμού και του υλισμού 17 .
Ενότητα τρίτη: Η αποστολή της Μακρονήσου
Τέλος, το τρίτο —και ίσως το πιο ενδιαφέρον για μας— σύνολο που μπορούμε να διακρίνουμε εντός της «αναμορφωτικής προπαγάνδας» είναι αυτό το οποίο αναφέρεται στην αποστολή της Μακρονήσου. Ο τρόπος δηλαδή με τον οποίο στο εσωτερικό του «αναμορφωτικού» και προπαγανδιστικού λόγου περιγράφεται
ι 6. Σκαπανεύς 10 (Φεβρουάριος 1950) 3. 17. Βλ. Γεώργιος Κοκκώνης, Ο κομμουνισμός στην Ελλάδα, ΒΧΙ/ΓΕΣ, Αθήνα 1948 καθώς και Πότης Κολλιτσίδας, Από τον εθνικόν συναγερμόν. Ο δικηγορικός σύλλογος Αθηνών εις το μέτωπον και την Μακρόνησον. Το έργον της διαφωτίσεως, Αθήνα 1948" και τα δύο έργα, θυμίζοντας σε πολλά αντίστοιχες προπολεμικές πραγματείες, αποτελούν μια συνολική ιδεολογική και πολιτική αναίρεση του κομμουνισμού, με αναφορές στους Μαρξ, Λένιν, Στάλιν, τα σοβιετικά καθεστώτα και την ελληνική πραγματικότητα, χωρίς να ασχολούνται με τον Εμφύλιο, τη δράση των Ελλήνων κομμουνιστών η με άμεσα ζητήματα της προπαγάνδας.
ται η ίδια η Μακρόνησος, οι όροι με τους οποίους γίνεται αντιληπτό και αναλύεται το εγχείρημα από τους πάσης φύσεως συντελεστές του, είτε αυτοί είναι οι «ανανήψαντες» είτε οι θαυμαστές του, που το εκλαϊκεύουν και το γνωστοποιούν, είτε οι διανοούμενοι που αναλαμβάνουν να το ερμηνεύσουν και να το θεωρητικοποιήσουν. Από το πλήθος των συμβολισμών που χρησιμοποιούνται για να περιγραφεί το έργο και η αποστολή της Μακρονήσου, ξεχωρίζουν δύο, οι οποίοι κυριαρχούν και είναι κεφαλαιώδεις για την κατανόηση της αναπαράστασης της Μακρονήσου στον επίσημο λόγο: οι συμβολισμοί του «σχολείου» και του «αναρρωτηρίου». Η εικόνα της Μακρονήσου ως σχολείου αποτελεί την πρώτη μεγάλη ενότητα: «σχολείον», «εθνικόν σχολείον», «μέγα αναμορφωτικό σχολείο», «εθνικόν αναμορφωτήριον», «πρότυπον εκπαιδευτήριον», «εθνικόν διδακτήριον», « Ε θνικό Πανεπιστήμιο», «Κοινωνικό Πανεπιστήμιο», «Πανεπιστήμιο του Γένους», «μεγάλη του γένους σχολή», «πρότυπος κοινωνική ακαδημία», είναι ορισμένοι από τους συνηθέστερους χαρακτηρισμούς που κυριαρχούν στο λόγο «ανανηψάντων» και επισκεπτών. Ο συμβολισμός του σχολείου είναι τόσο έντονος, ώστε η ονομασία «σχολείον Μακρονήσου» γίνεται όχι απλώς συνώνυμη αλλά ταυτόσημη με τη Μακρόνησο. Σταδιακά, στο πλαίσιο του κρατικού λόγου, το «σχολείο» αναγορεύεται σε αποκλειστική ονομασία του εγχειρήματος, εκτοπίζοντας τη λέξη «στρατόπεδο». Η εικόνα της Μακρονήσου ως σχολείου και της «αναμορφώσεως» ως παιδευτικής διαδικασίας παραπέμπει ευθέως στην —κυρίαρχη για την ελληνική και διεθνή αντικομμουνιστική γραμματεία— ερμηνεία του κομμουνισμού ως πλάνης και ψεύδους. Καθώς ο κομμουνισμός συνιστά ένα τερατώδες ψέμα, ένα έντεχνο σχέδιο απάτης, με το οποίο οι «σατανικοί ηγέτες» εξαπάτησαν τους —λίγο πολύ αφελείς— οπαδούς, έτσι και οι «πλανηθέντες» της Μακρονήσου, με την κατάλληλη διαφώτιση και «διδασκαλία», επανέρχονται στον «ορθό» εθνικό δρόμο. Επιπροσθέτως, τα εργαστήρια και η εκμάθηση τεχνών, οι θεατρικές παραστάσεις, οι ψυχαγωγικές εκδηλώσεις, οι αθλητικοί αγώνες, αλλά και το όλο πνεύμα νοικοκυροσύνης, ευταξίας και κοσμιότητας που διέπει το στρατόπεδο, συναρμόζονται και εντάσσονται σε αυτή την εικόνα, διευρύνοντας ουσιαστικά την έννοια του σχολείου: το σχολείο, με τη στενή έννοια, μετασχηματίζεται σε ένα αληθινό εκπαιδευτήριο ψυχών και συνειδήσεων, που αγκαλιάζει και διαπαιδαγωγεί όλη την ανθρώπινη ύπαρξη. Η δεύτερη μεγάλη ενότητα συμβολισμών έλκει την καταγωγή της από το χώρο της ιατρικής. Η Μακρόνησος αποτελεί το «θεραπευτήριο», το «αναρρωτήριο»,
το «χειρουργείο», το «εθνικό σανατόριο», ενώ η «αναμόρφωση» την «αποτοξίνωση» από το «κόκκινο δηλητήριο», την καταπολέμηση του «διηθητού ιού» του κομμουνισμού. Αν η εικόνα του σχολείου παραπέμπει στην αντίληψη του κομμουνισμού ως ψεύδους και μεθόδου απάτης, η εικόνα του θεραπευτηρίου αντιστοιχεί στην, επίσης κρατούσα, ερμηνεία του κομμουνισμού ως νοσήματος, ως ψυχικής και σωματικής ασθένειας:
«Πρό ετών προσετέθη εις τα μέχρι τούδε γνωστά, νέον λίαν τοξικόν, επικινδύνως μολυσματικόν μικρόβιον ίσως το καταστρεπτικώτερον εξ όσων μέχρι σήμερον εγνώρισεν η ανθρωπότης, το κομμουνιστικόν, το οποίον διά των τοξινικών του δοξασιών προσβάλλει όχι μόνον το σώμα όπως τα άλλα μικρόβια αλλάκαιτοπνεύμα το οποίον συσκοτίζει και το οδηγεί θολώνοντάς το εις αντιπατριωτικάς πράξεις, και την ψυχήν την οποίαν προσβάλλοντας διαφθείρει διά των λαοφθόρων πεπλανημένων και αντεθνικών κηρυγμάτων του, υπονομεύοντας ούτω και υποσκάπτοντας την σωματικήν και ψυχικήν υγείαν, ήτοι την ακεραιότητα και ανεξαρτησίαν της Πατρίδος. [...] η Πατρίς, σαν στοργική μητέρα πονούσα διά την προσβολήν των τέκνων της εδημιούργησε ένα Ασκληπιείον, Εθνικόν Σανατόριον, το Γ' Τάγμα Σκαπανέων, όπου γίνεται η αποτοξίνωσις, η αποβολή των κομμουνιστικών ιδεών, ο εμβολιασμός Εθνικών Ιδεωδών και η αποκατάστασις της Εθνικής μας Υγείας. [...] Εξερχόμενοι λοιπόν από το Γ' Τάγμα, αναγεννημένα λευκά αιμοσφαίρια, εμψυχωμένοι στρατιώται διά της συνεχούς θεραπείας των πατριωτών ιατρών Διοικητού και αξιωματικών εις τους οποίους Αύτη [η Πατρίς]ενεπιστεύθητην ίασίν των, θα δοθούν υγιείς το σώμα και την ψυχήν, πιστοί εις τα ιδανικά της Πατρίδος, θα δοθούν ολοκληρωτικά εις τον αγώνα τούτον τον οποίον διεξάγει η Πατρίς μας εναντίον των τοξικών και υπονομευτικών της ακεραιότητός της βακτηριδίων και των συνοδών των μικροβίων Σλαυοβουλγάρων» 18. Με αυτές τις λογικές προϋποθέσεις, η «αναμόρφωση» θεμελιώνεται ταυτοχρόνως ως διαφωτιστική-μορφωτική και ψυχοθεραπευτική διαδικασία, ενώ η Μακρόνησος συνολικά ως αναμορφωτικό ίδρυμα και εκπαιδευτήριο που συνδυάζει αρμονικά και τις δύο λειτουργίες.
18. Π. ΔΑΝ, «Ωφέλιμες συγκρίσεις. Ένας παραλληλισμός», Σκαπανεύς 6 (Ιούνιος 1948) 16.
Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΦΥΛΗ ΦΥΣΕΙ ΑΝΤΙΠΑΛΗ ΤΟΥ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΥ
Η επιτυχία του «αναμορφωτικού» έργου —η οποία, όπως έχουμε δει, εμφανίζεται ως «πρωτοφανής»— πρέπει, με τη σειρά της, να ερμηνευθεί- και ερμηνεύεται με ποικίλους τρόπους, όπως η ικανότητα και ο ζήλος των επικεφαλής, το περιβάλλον στοργής και αγάπης, η η ρηχότητα του ψεύδους του κομμουνισμού. Ανάμεσα όμως σε αυτές τις επιμέρους εξηγήσεις ξεχωρίζει μία, όχι μόνο λόγω της συχνότητάς της, αλλά, κυρίως, λόγω των ιδεολογικών προϋποθέσεων και συνεπαγωγών της: η «αναμόρφωση» των πρώην κομμουνιστών υπήρξε εφικτή, και μάλιστα ευχερής, επειδή η ελληνική φυλή είναι φύσει αντίθετη με τον κομμουνισμό. Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, σε μια συνέντευξή του στον «Σκαπανέα», τον Οκτώβριο του 1949, αφού διευκρινίσει ότι «οι τουφεκισμοί είναι συχνά αναγκαίοι», αλλά γεννούν αντιδράσεις, αναπτύσσει την παιδευτική λειτουργία της Μακρονήσου και μας παρέχει μια αναλυτική διατύπωση του επιχειρήματος:
«Εχρειάσθηκε καιρός για να καταλάβουν οι πολλοί, ότι ήταν τόσο αντίθετη με την φύση των πραγμάτων η προσχώρησις των Ελλήνων στον κομμουνισμό, ώστε η επιστροφή τους προς την Ελλάδα ήταν εύκολα κατορθωτή, αν βρίσκονταν πρόσφορος δρόμος. Ο δρόμος αυτός βρέθηκε σε λίγους μήνες στη Μακρόνησο. [...] η Μακρόνησος ήταν τόπος όχι μαρτυρίου, αλλά κατευνασμού, όχι τόπος άντεκδικήσεως ενός φανατισμένου δυναμικού κράτους, αλλά ένας τόπος ψυχοθεραπείας που προσφέρει με τη μεγαλύτερη ηπιότητα ένα κράτος δημοκρατικό. Όταν στο σχολείο ο καθηγητής αναγκάζει τον μαθητή να μάθη την αλγεβρά του η την γραμματική του, κανείς δεν Ονομάζει τον εξαναγκασμό αυτό βία. Το ίδιο συμβαίνει και στην Μακρόνησο. Διδάσκεται η αλήθεια και οι τρόφιμο της πρέπει να την μάθουν. Διδάσκεται μια αλήθεια απλή, γιατί και οι περισσότεροι τρόφιμοί της είναι και αυτοί απλοί. Και επειδή το ψέμμα που τους είχε δηλητηριάσει είναι εύκολο να αποκαλυφθή, επειδή είναι ρηχό καιαντίθετο με τη φύση του Έλληνος, η απλή διδαχή της Μακρονήσου αποδείχθηκε ικανή να το εξοβελίση σε σύντομο διάστημα και να βάλη κάποια τάξη στις έννοιες και στις συνειδήσεις. [...] Εις την Μακρόνησον την καταδίωξιν υποκαθισταηαγωγή,ηέξις, η θεραπεία. [...] δεν πρόκειται περί μεθόδου βίας, αλλά αντιθέτως περί μεθόδου προς απόδοσιντηςελευθερίαςεις νέους που είχαν ψυχικώς υποδουλωθή εις ξένα δόγγματα. Αυτό ακόμα αποδεικνύει την ποιότητα του Έλληνος, ο οποίος αποβάλλει με ευκολίαν τας πλάνας και επανεντάσσεται με απαράμιλλον ευλυγισίαν εις τον κόσμον όπου φύσει ανήκει.
Η επιτυχία της εφαρμοζομένης εις την Μακρόνησον μεθόδου είναι διά τους γνωρίζοντας τον κομμουνιστικόν ιόν το πλέον ευοίωνον σημείοντηςπροσφάτου
του ιστορίας μας, η σαφεστέρα ένδειξις ότι η φυλή μας είναι ποιοτικώς υπερτέρα των συνθημάτων και των τεχνασμάτων του κομμουνισμού και του σλαυισμού και ότι αν ημπορή να πέση θύμα μιας φανεράς επιθέσεως, δεν πρόκειται όμως να πέση θύμα του πειρασμού χαμηλής ποιότητος που επισείει ο κομμουνισμός και που δι' αυτού κατακτά τους άλλους λαούς. κρόνησον, την γενέτειραν τόσων καλών και τιμίων Ελλήνων. [...] Η Μακρόνησος είναι προ παντός ένα μεγάλο εκπαιδευτήριο και γυρεύει να στηριχθή εις τονορθόνλόγον» 19 . Η ασυμφιλίωτη αντίθεση «ελληνισμού και κομμουνισμού» αποτελεί σταθερό και επαναλαμβανόμενο μοτίβο, το οποίο θα αναπτυχθεί σε ποικίλες εκδοχές της «αναμορφωτικής προπαγάνδας»: «Όλες τις άξιες κι όλους τους πόθους που λάτρεψε ο άνθρωπος πάνω στη γη, όλα τα ιδανικά για τα οποία η ζωή οπισθοχωρεί, θυσιάζεται και γίνεται ολοκαύτωμα τα ενσαρκώνει η Ελληνική Πατρίδα. Ποτές οι πιο τρανές αξίες δεναντιπροσωπεύτηκαντόσο, όσο στην έννοια της Ελλάδος. Αλλά και ποτές έννοια του κομμουνισμού. [...]
απότηνΕλλάδα. [...] Η χώρα της λευτεριάς παρ' όλο το μαρτύριοκαιτην περιπέτεια με την αντοχή και το ψυχικό της μεγαλείο δεν αποτελεί πια σήμερα τον αντίποδα απλώς του κομμουνισμού, αλλά και τον ΤΡΟΜΕΡΩΤΕΡΟ ΤΟΥ ΑΝΤΙΜΑΧΟ. Ελληνικά ας σκεφθή όλος ο κόσμος αντλώντας θάρρος από τη ματωποτισμένη τούτη έπαλξη της γης, για να οδηγηθή γρηγορώτερα ο νέος ΑττίλαςσταΚαταλανικά πεδία» 20 .
Αυτή καθαυτή «η ελληνοχριστιανική ψυχή», «η ζωτικότητα» την οποία «ο Ελληνικός λαός αντλεί από το φυλετικό του κύτταρο, που είναι βιολογικά Ισχυρό» 21 συνιστά όχι μόνο την εξήγηση της επιτυχίας, αλλά και την πηγή από την οποία, με ένα είδος αυτοματισμού, ξεπηδά αυτούσιο το «αναμορφωτικό» σύστημα: «Ένας Ταγματάρχης είναι επί κεφαλής του Β' Τάγματος που μας φιλοξένησε. Ούτε ψυχανάλυση ήξερε, ούτε Φρόυντ διάβασε, ούτε παιδαγωγικές μελέτες έκαμε ποτές του. Ό π ω ς ο Μπαϊρακτάρης, έτσι και ο Διοικητής του Β' ανακάλυψε μέσα στην Ελληνοχριστιανική ψυχή του τη μέθοδο και το σύστημά
19. «Ο υπουργός της Παιδείας ο κ. Τσάτσος ομιλεί διά την Μακρόνησον», συνέντευξη στον Σκαπανέα 6 (28.10.1949) 9. 20. Τάκης Πανταζής, «Αντίποδας και αντίμαχος», Σκαπανεύς 3 (Ιούλιος 1949) 6. 21. Στράτης Μυριβήλης, «Η σημαία της ανθρωπιάς», Σκαπανεύς 4 (25 Μαρτίου 1948) 5.
του. Πηγαίνουν οι ξένοι δημοσιογράφοι και απορούν. Πηγαίνουμε κιεμείςοι Έλληνες που ξέρουμε τις απεριόριστες δυνατότητες της φυλής και απλώς καμαρώνουμε», εξηγεί ο Στράτης Μυριβήλης, ένας από τους πλέον ένθερμους και σταθερούς υμνητές της Μακρονήσου. Καθώς η ελληνική αντικομμουνιστική φιλολογία αναπαράγει πιστά, σχεδόν εξ ολοκλήρου, την αντίστοιχη ευρωπαϊκή και αμερικανική, η αντίθεση ελληνισμού κομμουνισμού αποτελεί και την πρωτότυπη, τρόπον τινά, συμβολή των Ελλήνων θεωρητικών του αντικομμουνισμού. Πρωτότυπη μέχρι ενός σημείου βέβαια, καθώς κατασκευάζεται πάνω στη μήτρα ενός κοινότατου στη διεθνή αντικομμουνιστική παραγωγή σχήματος: της αντίθεσης ιδέας και ύλης, ευρωπαϊκού πνεύματος και ασιατικού δεσποτισμού — με τη μόνη διαφορά ότι, στην καθ' ημάς εκδοχή, τη θέση της ιδέας και του ευρωπαϊκού έχουν καταλάβει η Ελλάδα και ο ελληνισμός. Πρωτότυπη ίσως σε σχέση με το διεθνή αντικομμουνισμό, η αντιπαλότητα ελληνισμού και κομμουνισμού δεν είναι διόλου καινοφανής η ρηξικέλευθη για το εγχώριο ιδεολογικό τοπίο. Καλλιεργείται βέβαια και γνωρίζει ιδιαίτερη διάδοση ως ιδεολογικό εργαλείο του αντικομμουνιστικού αγώνα, αποτελεί όμως μια κατασκευή με πολύ ευρύτερες διαστάσεις, θεωρητικές προϋποθέσεις και μακρά προϊστορία — και από το γεγονός αυτό αντλεί εν πολλοίς την αποτελεσματικότητα και τη σημασία της. Ετσι, η εγγενής αντιπαλότητα ελληνισμού και κομμουνισμού συνάπτεται με πολύ παλαιότερα, κεντρικά για τη συγκρότηση του «εθνικού μύθου» του νεότερου ελληνικού κράτους ιδεολογήματα: την υπερχρόνια και πανανθρώπινη αποστολή του ελληνισμού, την ιδιαιτερότητα, μοναδικότητα και εν τέλει ανωτερότητα της ελληνικής φυλής, του ελληνισμού ως υλικού και πνευματικού θεματοφύλακα και υπερασπιστή της ελευθερίας εναντίον των βαρβάρων. Στο έργο των Ελλήνων νεοκαντιανών, και κατεξοχήν του Κ. Τσάτσου, όπως και στον κύκλο του περιοδικού «ιδέα» του Σπύρου Μελά, μπορούμε να εντοπίσουμε, ήδη από το μεσοπόλεμο, τις φιλοσοφικές και θεωρητικές προϋποθέσεις ενός ολόκληρου συμπλέγματος ιδεών που θα αξιοποιηθεί μετά τον πόλεμο στον αντικομμουνιστικό αγώνα, τη θεωρητική και ιδεολογική θεμελίωση του ελληνικού αντικομμουνισμού: ανάμεσά τους, και την αντιπαλότητα ελληνισμού - κομμουνισμού (που ανάγεται στην αντίθεση ελληνισμού - μαρξισμού και εν τέλει ελληνισμού - υλισμού), καθώς ο ελληνισμός συνιστά την υποστασιοποίηση της ιδέας, του παγκοσμίου πνεύματος, ενώ ο κομμουνισμός τον εκπρόσωπο του ασιατικού δεσποτισμού και βαρβαρισμού 22.
22. Το έργο του Κ. Τσάτσου αποτελεί μια από τις συστηματικότερες, σε φιλοσοφικό,
Με αυτό το ιδεολογικό υπόβαθρο μεταπολεμικά, η ανυπέρβλητη αντίθεση ελληνισμού και κομμουνισμού θα αναδειχθεί σε κεντρική ιδέα της αντικομμουνιστικής προπαγάνδας, γνωρίζοντας ιδιαίτερη διάδοση και δόξα. Οι πνευματικοί ταγοί της εθνικοφροσύνης, με προεξάρχοντες τον Κ. Τσάτσο η τον Κ. Δ. Γεωργούλη και έντυπα όπως η «Ελληνική Δημιουργία» του Σπύρου Μελά η η «Εγκυκλοπαίδεια του Ηλίου» 2 3 θα αναλάβουν να θεωρητικοποιήσουν και να εκλαϊκεύσουν ταυτόχρονα την ασυμφιλίωτη αυτή αντιπαλότητα, συνδέοντάς τη με δύο άλλες κεντρικές ιδέες του ελληνικού αντικομμουνισμού: την περιγραφή του Εμφυλίου ως αγώνα των Ελλήνων εναντίον των Σλάβων και την ερμηνεία του κομμουνισμού ως σλαβικού «δούρειου ίππου» για την καθυπόταξη της υφηλίου γενικά και της Ελλάδας ειδικότερα. Ο ελληνισμός θα αναδειχθεί στο μεγαλύτερο εχθρό του μαρξισμού και του κομμουνισμού, στη βάση συχνά μιας καθαρά φυλετικής-βιολογικής επιχειρηματολογίας. Ο φιλόσοφος και παιδαγωγός Κ. Δ. Γεωργούλης θα αναπτύξει επανειλημμένα τις ιδέες αυτές σε μαθήματα της Σχολής Γενικής Μορφώσεως, της Σχολής Διαφωτιστών και του ΓΕΣ καθώς και σε σειρά διαλέξεων σε αξιωματικούς του στρατού, που θα εκδοθούν εν συνεχεία από το ΓΕΣ.
« Ό π ω ς αι δυνάμεις του σκότους απομακρύνονται και φεύγουν ενώπιον των δυνάμεων του φωτός, έτσι και αυτοί [οι μπολσεβίκοι] όταν ακούουν το όνομα του Ελληνισμού, καταλαμβάνονται από τρόμον και προσπαθούν να εξοστρακί σουν την διδασκαλίαν της Ελληνικής γλώσσης, διότι γνωρίζουν ότι ο Ελληνισμός, η Ελληνική θεωρία είναι ακριβώς αντίθετος προς την μαζοποίησιν. Ε λ ληνισμός θα ειπή να παύση να είναι ο άνθρωπος άτομον βιολογικόν και να γίνη
ιδεολογικό και πολιτικό επίπεδο, πολεμικές κατά του μαρξισμού στον χώρο της ελληνικής διανόησης. Από τη συλλογή δοκιμίων του Ελληνική Πορεία, Αθήνα 1952, γραμμένη σε ένα επίπεδο «υψηλής εκλαΐκευσης», ο αναγνώστης μπορεί να αποκτήσει μια πρώτη, αντιπροσωπευτική εικόνα βασικών ιδεών και επεξεργασιών για τη θεωρητική θεμελίωση του ελληνικού αντικομμουνισμού: Η εγελιανή θεωρία περί ιστορικών και μη ιστορικών λαών, π.χ., μετατρέπεται σε πολιτικο-ιδεολογικό όπλο για την απόδειξη της ανωτερότητας του ελληνικού λαού σε αντίθεση με τους Σλαύους. Η βάση της επιχειρηματολογίας συνίσταται, εν τέλει, σε ένα είδος εκλεπτυσμένου, αλλά ξεκάθαρου, πολιτισμικού ρατσισμού, καθώς η φυλή ορίζεται με βάση όχι το αίμα αλλά τον πολιτισμό. Ας σημειωθεί, επίσης, η αναγωγή του μαρξισμού στο «ασιατικό πάθος» και τον μυστικισμό των ανατολικών λαών, και η ταύτιση του κλασικού με το ελληνικό- το «ελληνικό πνεύμα», τέλος, καθοδηγούσα αρχή και βασική μέριμνα των δοκιμίων, αναδεικνύεται σε αυταξία, πολύ ανώτερο όχι μόνο από το ασιατικό αλλά και από ποικίλες άλλες εκδοχές, όπως το δυτικό, το μοντέρνο κ.ο.κ. 23. Η εγκυκλοπαίδεια Ήλιος εκδίδεται με την αμέριστη κυβερνητική υποστήριξη, στα τέλη της δεκαετίας του '40 και τις αρχές του '50 (και επανεκδίδεται στα 1960) σε μια προσπάθεια να υποκαταστήσει τη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια: Βλ. Κ. Τσουκαλάς, «Η ιδεολογική επίδραση του εμφυλίου πολέμου», στο Κράτος, κοινωνία, εργασία στη μεταπολεμική Ελλάδα, Αθήνα, Θεμέλιο, 1986, σ. 47.
άτομον πνευματικόν. Ε π ί αιώνας ολοκλήρους η Ελληνική φυλήακολουθείτον δρόμον αυτόν, διά μέσου τραχυτάτων αγώνων. [...] Βέβαια εις τους Σλαβικούς λαούς και την Ρωσίαν ουδέποτε υπήρξεν ελευθερία, ούτε θα υπάρξη. Τούτο οφείλεται εις την φύσιν του εδάφους. Εις την απέραντον Σλαβικήν στέππαν ο άνθρωπος είναι εν ασήμαντον σημείον. Εξαφανίζεται μέσα εις τον απέραντον ορίζοντα και γίνεται απλή αριθμητική μονάς άνευ άξιας. Αλλά το έδαφος επιδρά επί της διαμορφώσεως του ανθρώπου μέχρι ενός σημείου. Προ των Ελλήνων εγκατεστάθησαν εις τα Ελληνικά εδάφη άλλοι λαοί, αλλά δεν παρήγαγον πολιτισμόν, ωσάν τον Ελληνικόν. Η επίδρασις του εδάφους εσημειώθη μόνον εις την Ελληνικήν φυλήν» 24 . Η ίδια η Μακρόνησος, με την επιτυχία της «αναμορφωτικής» της μεθόδου, έρχεται να προσφέρει μια ακόμη επιβεβαίωση για το ότι η ελληνική φυλή είναι φύσει ασυμβίβαστη με τον κομμουνισμό, αποδεικνύοντας έτσι την πανανθρώπινη αποστολή του ελληνικού πνεύματος, τη δύναμη και τη συμβολή του ελληνισμού στο διεθνή αντικομμουνιστικό αγώνα. Ε τ σ ι η Μακρόνησος αναδεικνύεται σε πρότυπο με διεθνή εμβέλεια, σε μια δημιουργία του ελληνικού πνεύματος με παγκόσμια ακτινοβολία: « Η Μακρόνησος έπαυσε προ πολλού ν' αποτελεί απλώς περιορισμένον γεωγραφικόν χώρον [...] κατέλαβε ιδιαιτέρως τιμητικήν θέσιν εις την συνείδησιν του Έθνους και ετέθη επί κεφαλής του ιδεολογικού αγώνος, τον οποίο διεξάγει η Ελλάς εναντίον του παγκοσμίου κομμουνισμού. [...] Η Μακρόνησος είναι σήμερον γνωστή εις ολόκληρον τον κόσμον όχι πλέον ως σημείον γεωγραφικόν, ασήμαντον άλλωστε καθ' εαυτό, αλλά ως σύστημα Εθνικής και Κοινωνικής Αναμορφώσεως με αξιώσεις παγκοσμίου εφαρμογής», για να ολοκληρώσουμε με τα λόγια ενός από τους βασικούς, ιθύνοντες συντελεστές του όλου εγχειρήματος της Μακρονήσου25, του λοχαγού Ευστάθιου Πουλαντζά, τμηματάρχη και υπεύθυνου διαφωτίσεως της ΒΧΙ 26 .
24. Κ. Δ. Γεωργούλης, Το ιδεολογικόν περιεχόμενον του αγώνος. Στενογραφημέναι διαλέξεις προς αξιωματικούς γενόμενοι από της 5ης Απριλίου -16 Μαΐου 1949, Αθήνα, ΓΕΣ, 1950, σ. 22, 40. Πβ. επίσης, του ιδίου, Προβλήματα φιλοσοφίας και κοινωνιολογίας τον πολέμου. Μαθήματα προς τους αξιωματικούς της Σχολής Διαφωτίσεως διδαχθέντα κατ Απρίλιον και Μάιον 1950, Αθήνα, ΓΕΣ, 1950, καθώς και Η φιλοσοφία του ελληνοχριστιανικού ιδεώδους, Αθήνα, ΓΕΣ, 1950. 25. Πρέπει να καταγραφούν, παρ' όλο που αποτελούν σαφώς την μειοψηφία, μια σειρά άρθρα και πολεμικές, που προσπαθούν να θεμελιώσουν έναν πιο «ρεαλιστικό» και «επιστημονικό» αντικομμουνισμό" έτσι, η αδυναμία του κομμουνισμού να αναπτυχθεί στην Ελλάδα, θα εξηγηθεί με κάποιου τύπου κοινωνιολογικά επιχειρήματα, όπως η ανυπαρξία μεγάλης ιδιοκτησίας, η απουσία τάξεων στην ελληνική κοινωνία κ.ο.κ. Για την τάση αυτή, βλ. από τα «αναμορφωτικά» έντυπα, Γεώργιος Κοκκώνης, ό.π. 26. Κύριο άρθρο στον Σκαπανέα 6 (Οκτώβριος 1949) 3.
Συνοψίζοντας, είναι σαφές από όσα προηγήθηκαν ότι η «αναμορφωτική προπαγάνδα» δεν είναι πρωτότυπη δημιουργία ούτε αποτελείται από καινούργια στοιχεία, αλλά επαναλαμβάνει κατά κανόνα, εξειδικεύοντας η εμπλουτίζοντας, τις βασικές αρχές της «εθνικής και ηθικής αγωγής» του στρατεύματος και της αντικομμουνιστικής προπαγάνδας της εποχής. Όμως, σε αυτό ακριβώς το σημείο, της έλλειψης πρωτοτυπίας, έγκειται και ένα από τα κύρια ενδιαφέροντα της σπουδής μας. Αν ο αρχικός λόγος που μας επιβάλλει να ασχοληθούμε με την «αναμορφωτική προπαγάνδα» είναι ότι αυτή αποτελεί ουσιώδες, εκ των ων ουκ άνευ στοιχείο της σύνθετης πραγματικότητας που ονομάζεται «στρατόπεδο Μακρονήσου», στη συνέχεια, μέσα ακριβώς από τη μελέτη της αναδεικνύεται ένας ακόμη λόγος: ο «αναμορφωτικός» και προπαγανδιστικός λόγος της Μακρονήσου συνιστά μία πρόσφορη περίπτωση για να προσεγγίσουμε, γενικότερα, την εθνική και αντικομμουνιστική αγωγή της μεταπολεμικής περιόδου, την ιδεολογία της «εθνικοφροσύνης», όπως αυτές κωδικοποιούνται και εφαρμόζονται στο «πρότυπο σχολείο» της Μακρονήσου.
Στους χρόνους της Ανθρωπολογίας και των νοοτροπιών
Παρασκευή 18 Απριλίου Πρωινή συνεδρία
Πρόεδρος: ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ
ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ
ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΑΛΑΚΗ
Στο κείμενο αυτό θα προσπαθήσω να παρουσιάσω ορισμένες όψεις της ανθρωπολογικής προβληματικής για την ηλικία. Αν η ανθρωπολογία στο σύνολό της είναι σε κάτι αποτελεσματική, αυτό είναι η κατάδειξη του πολιτισμικού προσδιορισμού της ανθρώπινης ύπαρξης και δράσης — άλλωστε αυτό είναι και το αντικείμενο της. Διαφορετικοί πολιτισμοί κατατέμνουν την ανθρώπινη ζωή σε περισσότερα η λιγότερα κομμάτια, τα οποία ορίζουν με διαφορετικούς τρόπους. Σε γενικές γραμμές, πάντως, ζητήματα που αφορούν τις αντιλήψεις για την ηλικία και τη συγκρότηση ηλικιακών ομάδων και κατηγοριών έχουν απασχολήσει τους ανθρωπολόγους κυρίως ως όψεις της πολιτισμικής ιδιαιτερότητας συγκεκριμένων κοινωνιών η πολιτισμικών περιοχών και λιγότερο ως «αυτόνομο» αντικείμενο έρευνας και θεωρητικής επεξεργασίας 1. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι η ανθρωπολογική προβληματική για την ηλικία είναι ενιαία. Από την εποχή της συγκρότησης της στις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα, η κοινωνική η πολιτισμική ανθρωπολογία χαρακτηρίζεται από μια πολυφωνία. Στο εσωτερικό των ανθρωπολογικών σχολών που συγκροτήθηκαν στην Ευρώπη και στις Η.Π.Α., και οι οποίες διαφέρουν αρκετά μεταξύ τους, διάφορες θεωρητικές τάσεις και προσεγγίσεις διαδέχθηκαν η μια την άλλη αλλά και συ-
1. Αντίστοιχα, δεδομένης της έμφασης της ανθρωπολογίας στην πολιτισμική διαφορά, το ζήτημα του φύλου έμεινε έξω από το πεδίο της θεωρίας της κλασικής ανθρωπολογίας, βλ. Marylin Strathern, «An awkward relationship: the case of feminism and anthropology», Signs 12 (1987) 276-292. Ωστόσο, ενώ το φύλο αναδείχθηκε σε κεντρικό αντικείμενο έρευνας και θεωρητικής επεξεργασίας κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων δεκαετιών, κάτι ανάλογο δεν έχει συμβεί με την ηλικία. Για θεωρητικές προσεγγίσεις στο φύλο, βλ. Αλεξάνδρα Μπακαλάκη, «Εισαγωγή: από την ανθρωπολογία των γυναικών στην ανθρωπολογία των φύλων», στο Αλεξάνδρα Μπακαλάκη (επιμ.), Ανθρωπολογία, Γυναίκες και Φύλο, Αθήνα 1994, σ. 13-74 και Ευθύμιος Παπαταξιάρχης, «Εισαγωγή: Από τη σκοπιά του φύλου: ανθρωπολογικές προσεγγίσεις της σύγχρονης Ελλάδας», στο Ευθύμιος Παπαταξιάρχης και Θεόδωρος Παραδέλλης (επιμ.), Ταυτότητες και Φύλο στη Σύγχρονη Ελλάδα, Αθήνα 1992, σ. 11-42.
συνυπήρξαν, όπως άλλωστε συμβαίνει και σήμερα2. Οι θεωρήσεις της ηλικίας λοιπόν ποικίλουν ανάλογα με το θεωρητικό πλαίσιο στο οποίο εγγράφονται αλλά και με τις γεωγραφικές περιοχές στις οποίες κυρίως αναφέρονται. Η παρουσίαση που ακολουθεί είναι αναγκαστικά επιλεκτική και σχηματική. Οι προσεγγίσεις στις οποίες θα εστιάσω περισσότερο εντάσσονται σε διαφορετικές ανθρωπολογικές παραδόσεις, αλλά συγκλίνουν ως προς το ότι αντιμετωπίζουν τις αναφορές της έννοιας της ηλικίας, τόσο στο πλαίσιο του λεξιλογίου των ανθρωπολόγων η των ιστορικών όσο και στο πλαίσιο του λεξιλογίου των κοινωνιών που αυτοί μελετούν, ως ζητούμενα και όχι ως δεδομένα. Πιστεύω ότι μια τέτοια θεώρηση της ηλικίας γενικά αποτελεί γόνιμη αφετηρία για τη συγκρότηση μιας αναλυτικής προσέγγισης κάποιας επιμέρους ηλικιακής κατηγορίας, όπως είναι αυτή των παιδιών η των νέων σε συγκεκριμένα συμφραζόμενα. Μολονότι λοιπόν τα όσα ακολουθούν δεν αφορούν αποκλειστικά τη μελέτη της παιδικής ηλικίας η της νεότητας, ελπίζω ότι θα έχουν κάποιο ενδιαφέρον από τη σκοπιά μιας ιστορίας που εστιάζει σ' αυτές τις κατηγορίες. Η μελέτη της ηλικίας ως βιολογικού φαινομένου είναι βέβαια κάτι που δεν εμπίπτει στις αρμοδιότητες των ανθρωπολόγων. Από τη σκοπιά της ανθρωπολογίας ωστόσο, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ευρύτατα διαδεδομένη αντίληψη σύμφωνα με την οποία η ηλικία αποτελεί μια οικουμενική διάσταση της ενσώματης ύπαρξης όλων των ζωντανών, η οποία βασίζεται σε αντικειμενικά βιολογικά δεδομένα. Η αντίληψη αυτή εντάσσεται σε μια ευρύτερη θεώρηση του κόσμου που χαρακτηρίζει τον σύγχρονο δυτικό πολιτισμό. Στο πλαίσιο αυτής της θεώρησης η βιολογική υποδομή και η φύση γενικότερα, στην οποία παραπέμπει, αναγνωρίζεται ως αδιαμφισβήτητη, πρωταρχική και αντικειμενική πραγματικότητα πάνω στην οποία θεμελιώνεται η ανθρώπινη ατομικότητα. Αντίστοιχα, ο πολιτισμός προσλαμβάνεται ως ένα σύνολο συμβάσεων οι οποίες αποσκοπούν στον έλεγχο και τη χειραγώγηση τόσο της εγγενούς ανθρώπινης φύσης όσο και του φυσικού περιβάλλοντος. Θεωρούμε την ηλικία, όπως και το φύλο, φυσικό δεδομένο το οποίο οι άνθρωποι προσλαμβάνουν και βιώνουν σύμφωνα με κάποιες πολιτισμικές συμβάσεις, οι οποίες επιτρέπουν τον μέχρις ενός
σημείου μετασχηματισμό η τη διαχείριση του, αλλά δεν είναι σε θέση να το
υποκαταστήσουν η να το αναιρέσουν. Γνωρίζουμε ότι η παιδική ηλικία η τα γηρατειά δεν είναι αυτό που ήταν κάποτε, ότι οι άνθρωποι σήμερα ζούνε πε-
2. Βλ. Sherry Ortner, «Theory in anthropology since the sixties», Comparative Studies in Society and History 26 (1) (1984) 126-165, όπου παρουσιάζονται οι βασικές θεωρητικές κατευθύνσεις στην ανθρωπολογία, οι οποίες σε γενικές γραμμές εξακολουθούν να κυριαρχούν και σήμερα. Για τις ποικίλες εκδοχές της έννοιας του πολιτισμού στο πλαίσιο διάφορων ανθρωπολογικών σχολών, βλ. Αλεξάνδρα Μπακαλάκη, «Εκδοχές της έννοιας του πολιτισμού στην ανθρωπολογία», Σύγχρονα Θέματα 62 (1997) 55-68.
περισσότερο γενικά, αλλά επίσης ότι οι πιθανότητές τους να μακροημερεύσουν εξαρτώνται από το που και πότε είχαν την τύχη (η την ατυχία) να γεννηθούν, και ότι η ίδια η «αντικειμενική» ηλικία επιδέχεται διαφορετικές διαχειρίσεις — αυτό που κανείς «είναι» και αυτό που «φαίνεται» μπορεί να είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Ωστόσο, ακόμα και όταν τονίζουμε την κοινωνική διάσταση της ηλικίας θεωρούμε ότι αυτή είναι δευτερεύουσας σημασίας καθώς ο ρόλος της περιορίζεται σε κάποια όρια τα οποία προδιαγράφονται από τη βιολογική ηλικία. Ό μ ω ς τα όρια που θέτει η βιολογική ηλικία δεν είναι τα ίδια για όλους. Έτσι, μολονότι θεωρούμε τη βιολογική ηλικία οικουμενικό γνώρισμα, στην πράξη την αποδίδουμε σε ορισμένες μόνο κατηγορίες — κυρίως στα παιδιά, στους εφήβους και στους γέρους. Πρόκειται για κατηγορίες η ίδια η ύπαρξη των οποίων προσλαμβάνεται συχνά ως πρόβλημα, που η επίλυσή του συνιστά ευθύνη των «υπόλοιπων» 3. Το κριτήριο με βάση το οποίο εξομοιώνουμε τα μέλη αυτών των κατηγοριών μεταξύ τους, η ηλικία, θεωρείται κλειδί για την κατανόηση της συμπεριφοράς και του ψυχισμού τους αλλά και παράγων που υπαγορεύει το είδος της αντιμετώπισης η και του ελέγχου που επιδέχονται. Τονίζοντας τη σημασία της βιολογικής ηλικίας των γέρων και των παιδιών, ταυτίζουμε τις κατηγορίες αυτές περισσότερο με τη φύση. Αντίστροφα, ταυτίζουμε τους «υπόλοιπους» στους οποίους αποδίδουμε την ευθύνη της φροντίδας και της ένταξής τους στην «κοινωνία» περισσότερο με τον πολιτισμό 4 . Στην περίπτωση αυτή η φύση αναδεικνύεται σε πρωταρχικό πεδίο το οποίο επιδέχεται την παρέμβαση του πολιτισμού αλλά ταυτόχρονα προσδιορίζει και τα όρια της αποτελεσματικότητας μιας τέτοιας παρέμβασης. Ο ρόλος της φύσης αναδεικνύεται ακόμα καθοριστικότερος στο πλαίσιο της ρητορικής σύμφωνα με την οποία τα παιδιά αποτελούν την αυριανή κοινωνία, καθώς η κοινωνία αυτή εμφανίζεται ως ένα παράγωγο της προ-πολιτισμικής φύσης η οποία ήδη ενυπάρχει στα παιδιά. Αντίθετα με την κυρίαρχη σύγχρονη δυτική λογική, οι «πρωτόγονοι»
3. Για την αντίληψη σύμφωνα με την οποία οι ηλικιωμένοι, οι οποίοι αποτελούν ένα ολοένα και μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών, προσλαμβάνονται ως «βάρος» για τους οικείους τους και την κοινωνία, βλ. Peter Laslett, A Fresh Map of Life: the Emergence of the Third Age, Κέημπριτζ, Μασσαχουσέτη 1991, σ. 1-7. 4. Για την ταύτιση των ηλικιωμένων με τη φύση, βλ. Robert Rubinstein, «Nature, culture, gender, age: a critical review», στο Robert Rubinstein κ.ά. (επιμ.), Anthropology and Aging: Comprehensive Reviews, Ντόρντρεχτ 1990, σ. 109-128 και Δήμητρα Μακρυνιώτη, «Εισαγωγή», στο Δήμητρα Μακρυνιώτη (επιμ.), Παιδική Ηλικία, Αθήνα 1997, σ. 14-15. Βλ. επίσης στο παραπάνω κείμενο για μια γενική επισκόπηση προσεγγίσεων στην παιδική ηλικία από διάφορους γνωστικούς χώρους, πολλές από τις οποίες αποτυπώνονται στο ανθολόγιο.
φαίνεται να θεωρούν ότι τα κριτήρια για τη διάκριση των ανθρώπων μεταξύ τους δεν είναι εγγενή, δηλαδή φυσικά, και γι' αυτόν τον λόγο αναλαμβάνουν οι ίδιοι να παράγουν τις διακρίσεις μεταξύ κοινωνικών κατηγοριών —ανδρών και γυναικών, παιδιών και ενηλίκων η ζωντανών και πεθαμένων— με τελετουργικούς τρόπους, τους οποίους θεωρούν τόσο εγγενείς και δεδομένους όσο εμείς θεωρούμε το βιολογικό φύλο, την ηλικία η το θάνατο5. Οι παραπάνω διαπιστώσεις εντάσσονται στο πλαίσιο μιας προβληματικής της πολιτισμικής κυρίως ανθρωπολογίας, η οποία ερμηνεύει τις κυρίαρχες δυτικές αντιλήψεις για την ηλικία σε συνάρτηση με τις αντιλήψεις για τη φύση και τον πολιτισμό 6. Ωστόσο, δεδομένου ότι η ανθρωπολογική οπτική δεν ήταν και εξακολουθεί να μην είναι ενιαία, πρέπει να επισημάνουμε ότι ορισμένες από τις αντιλήψεις αυτές λανθάνουν τόσο σε πρωτοποριακές αναλύσεις όσο και σε ορισμένες τουλάχιστον μεταγενέστερες προσεγγίσεις. Το 1927 ο Μαλινόφσκι περιέγραψε με λεπτομέρειες τη ζωή των παιδιών και των εφήβων στη μητρογραμμική κοινωνία των νησιών Τρόμπριαντ της Μελανησίας σε αντιδιαστολή με την αστική και την εργατική Ευρώπη, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στο ρόλο που παίζει το πολιτισμικό πλαίσιο στη διαμόρφωση διαφορετικών ψυχοσυμπλεγμάτων 7 . Ένα χρόνο αργότερα η Μάργκαρετ Μήντ υποστήριξε ότι η εμπειρία της εφηβείας στη Σαμόα ήταν πολύ ομαλότερη και λιγότερο συγκρουσιακή απ' ό,τι στις Η.Π.Α. και συνεπώς οι θεωρίες σύμφωνα με τις οποίες οι διαδεδομένες διαταραχές στη συμπεριφορά των αμερικανών εφήβων οφείλονταν σε
5. Βλ. Roy Wagner, The Invention of Culture, 1981. 6. Σύμφωνα με τον Lévi-Strauss οι έννοιες της φύσης και του πολιτισμού εκφράζονται με διαφορετικούς τρόπους και προσλαμβάνουν διαφορετικό περιεχόμενο σε διάφορα συμφραζόμενα. Ωστόσο, μολονότι δεν αντιπροσωπεύουν οντολογικές η φυσικές κατηγορίες, συνιστούν μια οικουμενική δυαδική αντίθεση. Για κριτικές αυτής της θεώρησης και ειδικότερα της αντίληψης ότι το ζεύγος πολιτισμός - φύση είναι ομόλογο του αρσενικού - θηλυκού, βλ. τα άρθρα του τόμου που επιμελήθηκαν οι Carol MacCormack και Marylin Strathern, Nature , Culture and Gender, Κέημπριτζ 1980. Για γενικότερες ανθρωπολογικές θεωρήσεις των κυρίαρχων δυτικών αντιλήψεων για τη σχέση μεταξύ της φύσης και του πολιτισμού βλ. Marshall Sahlins, Culture and Practical Reasons, Σικάγο 1976 και Χρήσεις και Καταχρήσεις της Βιολογίας: μια ανθρωπολογική απάντηση στην Κοινωνιοβιολογία, Αθήνα 1997 [1976], Marylin Strathern, «Ούτε φύση ούτε πολιτισμός: η περίπτωση Hagen», στο Αλεξάνδρα Μπακαλάκη, Ανθρωπολογία..., ό.π.,σ. 109-184, και Roy Wagner, The Invention of Culture , ό.π. Για τη βιολογία (με την καθημερινή έννοια του όρου που παραπέμπει στη βιολογική υποδομή) ως βασικού πρίσματος μέσα από το οποίο οι σύγχρονοι δυτικοί άνθρωποι αντιλαμβάνονται τη συγγένεια και τις σχέσεις μεταξύ γονιών και παιδιών ειδικότερα, βλ. David Schneider, American Kinship: A Cultural Account, Ένγκλγουντ Κλιφς 1968 και Marylin Strathern, After Nature: English Kinship in the Late Twentieth Century, Κέημπριτζ 1992. 7. Μπρονισλάβ Μαλινόφσκι, Σεξουαλικότητα και Καταπίεση στην Πρωτόγονη Κοινωνία, Αθήνα 1982 [1927],
οργανικά αίτια ήταν αναξιόπιστες 8. Οι μελέτες αυτές αμφισβητούσαν πολλές από τις κυρίαρχες αντιλήψεις για τους βιολογικούς προσδιορισμούς της παιδικής και της εφηβικής ηλικίας. Ωστόσο, η σύγκριση μεταξύ αυτών των ηλικιών, όπως βιώνονται σε διάφορες κοινωνίες, προϋπέθετε την παραδοχή ότι αυτές είναι καταρχήν συγκρίσιμες, καθώς αφορούν κοινωνικές κατηγορίες τα μέλη των οποίων μοιράζονται το βασικό χαρακτηριστικό της βιολογικής ηλικίας. Η παραδοχή ότι η ηλικία είναι μια οικουμενική διάσταση της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα στο χρόνο και ότι αναγνωρίζεται από λίγο-πολύ όμοια παντού βιολογικά «συμπτώματα», δεν οδηγεί βέβαια αναγκαστικά στο συμπέρασμα ότι οι εμπειρίες των ανθρώπων σε διάφορες ηλικιακές φάσεις ανάγονται σε οικουμενικές ψυχο-βιολογικές εξελίξεις. Οι παραπάνω μελέτες απέρριπταν ρητά αυτήν την άποψη. Αντίστοιχα, ο Meyer Fortes 9 αμφισβήτησε την ιδέα ότι η έν νοια της χρονολογικής ηλικίας μπορεί αυτονόητα να αποτελέσει αναλυτική κατηγορία για τη μελέτη μεμονωμένων «άλλων» κοινωνιών η τη δια-πολιτισμική σύγκριση, όχι γιατί θεωρούσε ότι ο χρόνος δεν έχει μια αντικειμενική διάσταση, αλλά γιατί ο χρόνος λειτουργεί με διαφορετικούς τρόπους στο πλαίσιο της κοινωνικής δομής 10 . Ετσι, παρατηρεί ότι η έννοια της χρονολογικής ηλικίας απουσιάζει παντελώς από κοινωνίες στις οποίες οι σχέσεις εξουσίας συγκροτούνται και εκφράζονται μέσω του ιδιώματος της συγγένειας, δηλαδή χωρίς τη διαμεσολάβηση εξειδικευμένων πολιτικών θεσμών. Η ένταξη των ανθρώπων σε γενιές υπηρετεί την αναπαραγωγή αυτών των κοινωνιών, αυτή τη διαδικασία, καθώς επιτρέπει την αναγνώριση μιας συνέχειας. Ο διαχωρισμός κατά γενιές έχει συχνά ως αποτέλεσμα φανερές συγκρούσεις η λανθάνουσες εντάσεις μεταξύ εκπροσώπων διαφορετικών γενιών. Ταυτόχρονα όμως παρέχει το πλαίσιο και τους
8. Margaret Mead, Coming of Age in Samoa, Νέα Υόρκη 1928. To έργο αυτό αποτελεί μέρος μιας τριλογίας που περιλαμβάνει επίσης το Growing Up in New Guinea, Νέα Υόρκη 1931 και το Sex and Temperament in Three Primitive Societies, Νέα Υόρκη 1935 — βιβλία που εστιάζουν και αυτά σε ζητήματα που αφορούν την παιδική και την εφηβική ηλικία, το φύλο και τη σεξουαλικότητα. Η Margaret Mead, μια από τις κυριότερες εκπροσώπους της αμερικανικής σχολής «πολιτισμός και προσωπικότητα», υπήρξε πολυγραφότατη, και ασχολήθηκε με τα ζητήματα αυτά σε πολλά άλλα βιβλία και άρθρα. 9. Meyer Fortes, «Age, generation and social structure», στο David Kertzer και Jennie Keith (επιμ.), Age and Anthropological Theory, Ίθακα 1984, σ. 99-122. Βλ. επίσης, Eugene Hammel, «Age in the Fortesian coordinates», στο David Kertzer και Jennie Keith (επιμ.), Age..., ό.π., σ. 141-158. 10. Βλ. Meyer Fortes, «Time and social structure: an Ashanti case study» στο Meyer Fortes, Time and Social Structure and Other Essays, Λονδίνο 1970, σ. 1-33 (και ειδικότερα 1-5), όπου ο Fortes διακρίνει τις λειτουργίες του χρόνου ως προς την απόδοση διάρκειας στα κοινωνικά γεγονότα, τη σηματοδότηση της συνέχειας η των τομών στην εξέλιξη των κοινωνικών φαινομένων η την ανάπτυξη, δηλαδή τον συνδυασμό σταθερότητας και μη αναστρέψιμης αλλαγής.
κανόνες για τη διαχείρισή τους. Οπωσδήποτε πάντως, η ένταξη σε γενιές δεν είναι συνάρτηση της χρονολογικής ηλικίας, αλλά της θέσης των ανθρώπων σε δίκτυα συγγενειακών σχέσεων. Όταν μια μέρα, κατά τη διάρκεια της επιτόπιας έρευνάς του στους Ταλλένσι της Γκάνα, ο Fortes ρώτησε έναν εικοσάχρονο άντρα γιατί αρκέστηκε να μαλώσει ένα εξάχρονο αγόρι για ένα παράπτωμα το οποίο θα έπρεπε λογικά να τιμωρήσει με ξύλο, εκείνος απάντησε έκπληκτος, «Μα, δεν ξέρεις ότι είναι πατέρας μου»; Επρόκειτο για το μικρό γιο της νεότερης συζύγου του παππού του — ένα πρόσωπο που, σύμφωνα με το τοπικό σύστημα, ταξινομείται ως «πατέρας» του νέου, παρόλο που έχει γεννηθεί πολλά χρόνια μετά απ' αυτόν 11 . Συνεπώς, συμπεραίνει ο Fortes, είναι λάθος να μεταφράζουμε τη σχετική η κοινωνική ηλικία στους όρους της χρονολογικής και εξίσου λάθος να προδικάζουμε την κοινωνική σημασία των διαφόρων ηλικιακών φάσεων με βάση τα βιολογικά τους γνωρίσματα 12 . Γενικά πάντως, στο πλαίσιο των κλασικών δομολειτουργιστικών προσεγγίσεων, οι τρόποι με τους οποίους οι άνθρωποι ομαδοποιούνται και διαχωρίζονται κατά γενιές η ηλικίες ενδιαφέρουν κυρίως ως προς το ρόλο που παίζουν στη διατήρηση και την αναπαραγωγή της κοινωνικής δομής, π.χ. στην ομαλή διαδοχή των γενεών. Ετσι, ο Radcliffe-Brown αναλύει τις θεσμοθετημένες σχέσεις οικειότητας και αστεϊσμού μεταξύ παππούδων και εγγονών σε διάφορες αφρικανικές κοινωνίες ως ένα ιδίωμα το οποίο συντελεί στην άμβλυνση της σημασίας της ηλικιακής διαφοράς μεταξύ τους και το οποίο αντανακλά την απουσία ανταγωνισμού που χαρακτηρίζει τις σχέσεις μεταξύ μελών αλληλοδιάδοχων γενεών 13 . Γενικότερα, πολλοί κοινωνικοί επιστήμονες ασχολήθηκαν με τα θεσμοθετημένα συστήματα που διαχωρίζουν τους ανθρώπους κατά ηλικιακές ομάδες η βαθμίδες ως συστατικά στοιχεία της δομής των φυλετικών κυρίως κοινωνιών 14 . Το εντυπωσιακότερο παράδειγμα τέτοιου συστήματος ήταν αυτό της αφρικανικής κοινωνίας των Nyakyusa, όπου, κατά τη διάρκεια της παι11. Βλ. Meyer Fortes, «Age...», ό.π., σ. 102. 12. Δεδομένου ότι η χρονολογική ηλικία δεν αποτελούσε κριτήριο ταξινόμησης των ανθρώπων στις παραδοσιακές αφρικανικές κοινωνίες, η τάση των σύγχρονων αφρικανικών ελίτ να γιορτάζουν τα γενέθλια των παιδιών κατά τη συνήθεια των ευρωπαίων αποίκων εντάσσεται στο πλαίσιο μιας γενικότερης ευθυγράμμισης του τρόπου της ζωής με δυτικά πρότυπα. Βλ. Jack Goody, Cooking Cuisine and Class, Κέημπριτζ 1982, σ. 181. 13. A. R. Radcliffe-Brown, «On joking relationships» στο A. R. Radcliffe-Brown, Structure and Function in Primitive Societies, Λονδίνο 1979 [1940], σ. 90-104 (και ειδικότερα 95-97). 14. Βλ. S. Ν. Eisenstadt, «Ηλικιακές ομάδες και κοινωνική δομή: το πρόβλημα», στο Δήμητρα Μακρυνιώτη, Παιδική Ηλικία, ό.π.,σ. 174-183. Στην ανθρωπολογία ο όρος ηλικιακές τάξεις αναφέρεται σε ομάδες στις οποίες τα μέλη, συνήθως άνδρες, μπαίνουν σε κάποια ηλικιακή ομάδα στην οποία και παραμένουν έως το θάνατό τους. Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται κυρίως στην Ανατολική Αφρική, την Κεντρική Βραζιλία και τη Νέα Γουινέα.
παιδικής τους ηλικίας ακόμα, τα μικρά αγόρια εγκατέλειπαν τα χωριά των πατέρων τους για να εγκατασταθούν σε ένα δικό τους χωριό (age village), όπου αργότερα έφερναν τις κατά πολύ νεότερες συζύγους τους και όπου έμεναν μέχρι το τέλος της ζωής τους 15 . Ένα από τα θεωρητικά ζητήματα που έχει απασχολήσει ιδιαίτερα τους ανθρωπολόγους είναι η συνάρθρωση των ηλικιακών συστημάτων με τα συστήματα της συγγένειας 16 . Σε γενικές γραμμές, λοιπόν, οι προσεγγίσεις αυτές αφορούν τη δομή και την οργάνωση κοινωνιών οι οποίες δεν έχουν εξειδικευμένους πολιτικούς θεσμούς και όχι την πολιτισμική κατασκευή και την εμπειρία της ηλικίας αυτή καθαυτή. Αντίστοιχα, στο πλαίσιο της αμερικανικής ανθρωπολογικής σχολής «πολιτισμός και προσωπικότητα» η μελέτη της εμπειρίας των παιδιών σε διάφορες κοινωνίες υπηρετούσε ένα ευρύτερο θεωρητικό ενδιαφέρον που αφορούσε τις διαδικασίες της μεταβίβασης πολιτισμικών προτύπων της συμπεριφοράς και τον καθορισμό του ψυχισμού από 17 αυτα . Από τα μέσα περίπου της δεκαετίας του '70 οι ανθρωπολόγοι άρχισαν να στρέφονται ολοένα και περισσότερο στη μελέτη διαστάσεων της ύπαρξης, όπως το φύλο, το συναίσθημα, το σώμα, αλλά και η ηλικία, οι οποίες, από μια δυτική σκοπιά, θεωρούνται μεταιχμιακές ως προς τις αναφορές τους τόσο στη φύση όσο και στον πολιτισμό. Οι κυριότερες θεωρητικές προσεγγίσεις αναδύθηκαν μέσα από αμφισβητήσεις των θεωρητικών κατευθύνσεων της κλασικής ανθρωπολογίας. Σύμφωνα μ' αυτές, η έμφαση στην αναπαραγωγή της κοινωνικής
Ο όρος ηλικιακές βαθμίδες αναφέρεται στη συμμετοχή του ατόμου σε μια σειρά από αλληλοδιάδοχες ηλικιακές ομάδες κατά τη διάρκεια της ζωής του. Η είσοδος σε κάθε μια από αυτές προϋποθέτει μια ειδική τελετουργία, σκοπός της οποίας είναι να μυήσει τους συμμετέχοντες σε ένα ανώτερο στάδιο μυστικο-θρησκευτικής γνώσης. Βλ. Roger Keesing, Cultural Anthropology , Νέα Υόρκη 1981, σ. 275-278. Για βαθμίδες μύησης, βλ. Frederic Barth, «Τελετουργία και γνώση στους Μπακταμάν της Νέας Γουινέας», στο Δήμητρα Μακρυνιώτη (επιμ.), Παιδική Ηλικία, ό.π., σ. 386-409. 15. Βλ. την κλασική εθνογραφία της Monica Wilson, Good Company : A Study of Nyakyusa Age-Villages, Βοστόνη 1951. 16. Βλ. π.χ. David Mayburry Lewis, «Age and kinship: a structural view», στο David Kertzer και Jennie Keith (επιμ.), Age..., ό.π., σ. 123-140, όπου εξετάζονται οι τρόσε ινδιάνικες φυλές της Βραζιλίας συντελεί στη συγκρότηση δεσμών αλληλεγγύης και ταύτισης μεταξύ ανθρώπων που ανήκουν σε οικογένειες και δίκτυα συγγένειας. 17. Με τη διαδικασία μεταβίβασης της πολιτισμικής γνώσης ασχολήθηκε επίσης ο Meyer Fortes στη μελέτη του «Social and psychological aspects of education in Talleland», στο Meyer Fortes, Time..., ό.π., σ. 201-259, που εξετάζει τους τρόπους με τους οποίους τα αγόρια και τα κορίτσια των Ταλλένσι, ηλικίας τριών με δεκαπέντε ετών, διδάσκονται τον τρόπο της ζωής της φυλής τους μέσω του παιχνιδιού και της συμμετοχής σε καθημερινές δραστηριότητες. Ωστόσο, το κείμενο αυτό δεν αποτελεί «τυπικό» δείγμα των ενδιαφερόντων του Fortes και των δομολειτουργιστών γενικότερα.
νικής δομής και στην ομαλή λειτουργία των θεσμών συντελεί στη συγκάλυψη των σχέσεων ανισότητας στο εσωτερικό μιας κοινωνίας καθώς και στην επιλεκτική προσήλωση των ανθρωπολόγων στο λόγο των κοινωνικά κυρίαρχων ομάδων, με αποτέλεσμα να μη λαμβάνεται υπόψη η δράση και κυρίως η σκοπιά υποκειμένων που κατέχουν μια περιθωριακή θέση. Ακόμη, ορισμένοι ανθρωπολόγοι έχουν επισημάνει ότι οι περισσότερες ανθρωπολογικές αναλύσεις και οι αφηρημένες θεωρητικές έννοιες στις οποίες αυτές βασίζονται συχνά δεν διευκολύνουν την κατανόηση της εμπειρίας των ανθρώπων όπως οι ίδιοι τη ζουν, η υποβαθμίζουν την πολυπλοκότητά της 1 8 και αγνοούν το συναισθηματικό και ενσώματο τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βιώνουν τον εαυτό τους και τον κόσμο 19 . Τέλος, στο πλαίσιο της σήμερα κυρίαρχης αντι-ουσιοκρατικής θεωρητικής τάσης, τονίζεται η ανάγκη να αποδεσμευτεί η έννοια της ηλικίας από τις βιολογικές η χρονολογικές της αναφορές. Κατ' αναλογία με θεωρήσεις που αφορούν τη σχέση του βιολογικού με το κοινωνικό φύλο, ορισμένοι ανθρωπολόγοι όχι μόνον εξετάζουν την κοινωνική ηλικία με όρους ανεξάρτητους από τη βιολογία, αλλά προσεγγίζουν την ίδια τη βιολογική ηλικία ως πολιτισμική κατασκευή 20 . Σε γενικές γραμμές, οι θεωρητικές τάσεις που διαμορφώθηκαν με βάση τις παραπάνω κριτικές επισημάνσεις συγκλίνουν ως προς τρία τουλάχιστον σημεία: αντιμετωπίζουν την ηλικία ως μια διάσταση της ταυτότητας που διαπλέκεται με άλλες, θεωρούν ότι αυτή δεν αντιπροσωπεύει κάποια σταθερή ιδιότητα η ουσία αλλά συνιστά κοινωνική σχέση και αναγνωρίζουν ότι οι σημασίες
18. Βλ. Lila Abu-Lughod, «Writing against culture», στο Richard Fox (επιμ.), Recapturing Anthropology : Working in the Present, Σάντα Φε 1991, σ. 137-162. 19. Βλ. Thomas Csordas, «Embodiment as a paradigm for anthropology», Ethos 18 (1) (1990) 6-47 και Unni Wikan, «Toward an experience-near anthropology», Cultural Anthropology 6 (3) (1991) 285-305. 20. Βλ. Lawrence Cohen, «Old age: cultural and critical perspectives», Annual Reviews in Anthropology 23 (1994) 137-146. Ωστόσο, η κυριαρχία των παραπάνω προσεγγίσεων δεν είναι απόλυτη. Η σχετικά πρόσφατη ειδικότητα της γερο-ανθρωπολογίας, έχει γίνει αντικείμενο έντονων κριτικών που επισημαίνουν ότι η ειδικότητα αυτή θεμελιώνεται σε τρέχουσες δυτικές αντιλήψεις σύμφωνα με τις οποίες η «τρίτη» ηλικία αποτελεί ενιαία κατηγορία που ορίζεται με βιολογικά κριτήρια. Η τάση να μελετώνται οι γέροι ως ξεχωριστή κατηγορία συμβάλλει στη νομιμοποίηση της κοινωνικής τους απομόνωσης, ενώ η ρητορική πολλών γεροανθρωπολόγων αντανακλά την τρέχουσα αμφιθυμία απέναντί τους ως πρόσωπα σεβάσμια αλλά εξαρτημένα και αναπαράγει μια συγκαταβατική ηθικολογική στάση. Βλ. Lawrence Cohen, «Old age...», ό.π., Jenny Keith και David Kertzer, «Introduction», στο David Kertzer και Jenny Keith Age..., ό.π., σ. 48-50 και Robert Rubinstein, «Nature...», ό.π., σ. 115-116. Ενδεχομένως οι δεσμεύσεις της γερο-ανθρωπολογίας σε τρέχοντες κοινούς τόπους να οφείλονται στο ότι πρόκειται για μια ειδικότητα της εφαρμοσμένης κυρίως ανθρωπολογίας, η οποία σχετίζεται περισσότερο με τη διαμόρφωση και τη διεκπεραίωση κοινωνικής πολιτικής και λιγότερο με την ανθρωπολογική θεωρία.
που αποδίδονται στην ηλικία συγκροτούνται με βάση κυρίαρχες συμβολικές έννοιες στις οποίες θεμελιώνονται διαφορετικές κοσμοθεωρίες. Οι πολλαπλές όψεις της ταυτότητας των ανθρώπων δεν είναι ανεξάρτητες μεταξύ τους, αλλά αλληλο-προσδιορίζονται ακόμα και όταν οι ιδιότητες στις οποίες αναφέρονται δεν ανάγονται η μια στην άλλη. Είναι γνωστό ότι στις περισσότερες κοινωνίες τα στάδια της ζωής ορίζονται διαφορετικά όταν αφορούν άντρες και γυναίκες αλλά και βιώνονται διαφορετικά από τα υποκείμενα ανάλογα με το φύλο τους. Τα παραδείγματα που μπορεί να επικαλεστεί κανείς είναι πολλά. Μυητικές τελετουργίες που εισάγουν τα παιδιά στην εφηβεία γίνονται πολύ συχνότερα για αγόρια από ό,τι για κορίτσια. Επιπλέον, οι τελετουργίες αυτές που διαχωρίζουν τους ανθρώπους ανάλογα με τις ηλικίες η τα στάδια ωρίμανσης τους, τους διαχωρίζουν ταυτόχρονα και από το άλλο φύλο 21 . Οι θεσμοθετημένες ηλικιακές ομάδες αφορούν συχνότερα τους άνδρες από ό,τι τις γυναίκες 22 . Η διαφορά της ηλικίας μεταξύ συζύγων αποτελεί πολύ συχνά αυτονόητα θετική προϋπόθεση για έναν επιθυμητό γάμο όταν πρεσβύτερος είναι ο άνδρας. Οι περιπτώσεις όπου ισχύει το αντίστροφο εκπλήσσουν ακόμα και ανθρωπολόγους, οι οποίοι συχνά θεωρούν ότι πρέπει να αναζητήσουν κάποια ειδική εξήγηση 23 . Τέλος, πολλές κοινωνίες αναγνωρίζουν μια «ηλικία της εμμηνόπαυσης» για τις γυναίκες, στην οποία αποδίδουν άλλοτε θετικές και άλλοτε αρνητικές σημασίες, ενώ δεν αναγνωρίζουν ένα αντίστοιχο ηλικιακό στάδιο για
21. Βλ. ενδεικτικά, Μωρίς Γκοντελιέ, «Το σεξ σα βασικό θεμέλιο της κοινωνικής και κοσμικής τάξης στους Μπαρούγια της Νέας Γουινέας: Μύθος και πραγματικότητα», στο Armando Verdillone (επιμ.), Σεξ και Πολιτική: Διεθνές Συνέδριο Σημειωτικής και Ψυχανάλυσης, Αθήνα 1975, G. Herdt, Guardians of the Flutes, Νέα Υόρκη 1980, Jean La Fontaine, Initiation, Χάρμοντσγουόρθ 1978 (και για τη μεγαλύτερη συχνότητα των μυητικών τελετουργιών για αγόρια, σ. 114-118), Audrey Richards, «Chisungu», στο Δήμητρα Μακρυνιώτη (επιμ.), Παιδική Ηλικία, ό.π., σ. 369-385 και Michelle Rosaldo και Jane Collier, «Politics and gender in simple societies», στο Sherry Ortner, Harriet Whitehead (επιμ.), Sexual Meanings: The Cultural Construction of Gender and Sexuality, Κέημπριτζ 1981, σ. 275-329. Βλ. επίσης, Tamara Dragadze, «The notion of adulthood in rural Soviet Georgian society», στο Paul Spencer (επιμ.), The Riddle of the Sphinx: Paradoxes of Change in the Life Course, Λονδίνο 1990, σ. 89-101, όπου το φύλο περιγράφεται ως συστατικό στοιχείο της ταυτότητας των ενηλίκων σε μια σύγχρονη κοινωνία. 22. Paul Spencer, «The riddled course: Theories of age and its transformations», στο Paul Spencer (επιμ.), The Riddle..., ό.π., σ. 11. Η λειτουργία ηλικιακών ομάδων στις οποίες συμμετέχουν άνδρες μάλιστα φαίνεται να συνδέεται με την περιθωριοποίηση των γυναικών και την αδυναμία πρόσβασής τους σε θέσεις εξουσίας. Αυτό τουλάχιστον είναι ένα από τα κεντρικά σημεία της ανάλυσης της Monica Wilson, Good Company, ό.π. 23. Judith Okely, «Women readers: other Utopias and own bodily knowledge», στο Jeremy Mac Clancy και Chris McDonaugh (επιμ.), Popularizing Anthropology, Λονδίνο 1996, σ. 187.
τους άνδρες 24 . Σε πολλές περιπτώσεις το πέρασμα στη γεροντική ηλικία σημαίνει την έναρξη μιας περιόδου αυτονομίας μεγαλύτερης από αυτήν που είχαν ως έφηβοι η κατά τη διάρκεια των αναπαραγωγικών τους χρόνων και μιας αυξημένης δυνατότητας συμμετοχής στο δημόσιο χώρο. Αντίστροφα, για τους άνδρες σημαίνει την παραίτηση από δραστηριότητες οι οποίες τους προσέδιδαν γόητρο και κύρος στο παρελθόν 25. Τέλος, οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ της ηλικίας και του φύλου είναι ιδιαίτερα έντονες σε πολιτισμικά συστήματα στο πλαίσιο των οποίων το φύλο προσλαμβάνεται όχι ως μια σταθερή βιολογική ιδιότητα με την οποία κανείς γεννιέται και πεθαίνει, αλλά ως διαδικασία η οποία συγκροτείται σταδιακά τόσο με τελετουργικά μέσα όσο και με τη συμμετοχή σε διάφορες δραστηριότητες και κοινωνικές σχέσεις. Ετσι, σε πολλές περιοχές της Μελανησίας οι καθ' ημάς βιολογικά αρσενικοί η θηλυκοί άνθρωποι θεωρούνται ότι συγκεντρώνουν ουσίες και χαρακτηριστικά και των δύο φύλων τα οποία τροποποιούνται τόσο ποσοτικά όσο και ως προς τη σημασία τους για την ταυτότητα των ανθρώπων καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής τους 26 . Αν λάβουμε υπόψη το φύλο λοιπόν, αμέσως εμφανίζεται ένα ρήγμα στην ομοιομορφία που θα προσδοκούσαμε ανάγοντας την ηλικία σε μοναδικό κριτήριο ταξινόμησης. Τα πράγματα βέβαια γίνονται περισσότερο πολύπλοκα αν ταυτόχρονα λάβουμε υπόψη και άλλους παράγοντες, όπως τη θέση των ανθρώπων στην κοινωνική ιεραρχία, το βάρος των οποίων, όπως άλλωστε και το βάρος που δίνεται στην ηλικία η στο φύλο, ποικίλει από κοινωνία σε κοινωνία. Πριν από μερικά χρόνια ο Derek Freeman αμφισβήτησε την περιγραφή της Μ. Mead σύμφωνα με την οποία η εφηβεία στη Σαμόα ήταν μια περίοδος ελεύθερης σεξουαλικής έκφρασης 27. Η διαφορετική εικόνα που εκείνος αποκόμισε οφειλόταν στο γεγονός ότι τα δεδομένα του αφορούσαν κυρίως τις κόρες υψηλά ιστάμενων στην κοινωνική ιεραρχία οικογενειών για τις οποίες ίσχυαν διάφοροι περιορισμοί
24. Βλ. Dona Lee Davis, Blood and Nerves: An Ethnographic Focus on Menopause, Νιούφαουντλαντ 1988, σ. 27-35. 25. Βλ. Judith Brown, «Cross-cultural perspectives on middle-aged women», Cultural Anthropology 23 (1982) 143-156. Βλ. επίσης το άρθρο του ψυχολόγου David Gutmann, «Parenthood: A key to the comparative psychology of the life cycle» στο Nancy Datan και L. Ginsberg (επιμ.), Life-Span Development Psychology : Normative Life Crises, Νέα Υόρκη 1975, όπου υποστηρίζεται ότι η άμβλυνση της έμφυλης διαφοράς αποτελεί συστατικό στοιχείο της πορείας προς τα γηρατειά διαπολιτισμικά. 26. Βλ. ενδεικτικά, Gilbert Herdt, Guardians of the Flutes, ό.π., Anna Meigs, Food, Sex and Pollution: A New Guinea Religion, Μπώλτιμορ 1983, και John Fitz Porter Poole, «Transforming 'natural' woman: female ritual leaders and gender ideology among Bimin-Kuskusmin», στο Sherry Ortner και Harriet Whitehead (επιμ.), Sexual Meanings..., ό.π.,σ. 80-115. 27. Derek Freeman, Margaret Mead and Samoa: The Making and Unmaking of an Anthropological Myth, Νέα Υόρκη 1984.
ρισμοί και απαγορεύσεις, ενώ εκείνη είχε εστιάσει στη μελέτη «λαϊκών στρωμάτων». Επίσης, εξετάζοντας την εφηβεία στην αριστοκρατική Πολυνησία, η Sherry Ortner έδειξε ότι το περιεχόμενο της ήταν διαφορετικό από εκείνο της εφηβείας των μη αριστοκρατών. Ακόμα, η ζωή των αγοριών αριστοκρατικών οικογενειών ήταν πολύ διαφορετική από εκείνη των κοριτσιών. Τα μεν ενθαρρύνονταν να έχουν διάφορες ερωτικές περιπέτειες (με κορίτσια «χαμηλότερης» καταγωγής), ενώ τα δε έπρεπε να κρατούν την «αγνότητά» τους, η οποία και συμβόλιζε την αξία που τα κορίτσια αυτά αντιπροσώπευαν για τις οικογένειές τους 28 . Αντίστοιχα, σύμφωνα με τη μελέτη του Paul Willis, η εφηβεία αγοριών της αγγλικής εργατικής τάξης είναι πολύ διαφορετική τόσο από την εφηβεία των κοριτσιών όσο και από την εφηβεία των παιδιών της μεσαίας τάξης 2 9 . Ανάλογα παραδείγματα θα μπορούσε να φέρει κανείς και από τη σύγχρονη ελληνική κοινωνία, όπου η ζωή και η εμπειρία των παιδιών και των εφήβων της μεσαίας τάξης είναι πολύ διαφορετική από αυτή των τσιγγάνων, των μεταναστών που δουλεύουν στους δρόμους, αλλά και από αυτή των παιδιών που ασχολούνται με αγροτικές και άλλες εργασίες στα χωριά. Πιθανότατα μάλιστα, συστηματική έρευνα θα αποκάλυπτε ότι ούτε οι παραπάνω κατηγορίες είναι ομοιογενείς, όπως δεν είναι ομοιογενής η κατηγορία των «παιδιών του δρόμου» των μεγαλουπόλεων της Νότιας Αμερικής 30 . Φυσικά η κοινωνική τάξη αποτελεί παράγοντα που διαφοροποιεί όχι μόνο τις κατηγορίες των παιδιών και των εφήβων στο εσωτερικό τους, αλλά και άλλες, όπως αυτήν των γερόντων, που συχνά θεωρούνται ομοιογενείς 31. ταυτότητας με τις οποίες διαπλέκεται, η ηλικία δεν αποτελεί μια ουσία η ένα σταθερό χαρακτηριστικό του εαυτού το οποίο προϋπάρχει των κοινωνικών σχέσεων, αλλά αποτελεί η ίδια μια κοινωνική σχέση. Ατομικά, η ως μέλος μιας κατηγορίας, κανείς ορίζεται ως παιδί, νέος, μεσήλικας η γέρος ως προς κάποιους άλλους. Φυσικά η εικόνα του υποκειμένου για τον εαυτό του και την ηλικιακή κατηγορία στην οποία ανήκει μπορεί να διαφέρει από αυτήν που του αποδίδουν οι άλλοι. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι ισχυρισμοί των παιδιών ότι είναι μεγάλοι, οι οποίοι μάλιστα γίνονται τόσο περισσότερο επίμονοι
28. Βλ. Sherry Ortner, «Gender and sexuality in hierarchical societies: the case of Polynesia and some comparative implications», στο Harriet Whitehead και Sherry Ortner (επιμ.), Sexual Meanings..., ό.π., σ. 359-409. 29. Paul Willis, Learning to Labor: How Working-Class Kids Get Working-Class Jobs, Τίκφηλντ 1977. 30. Βλ. Bruno Glauser, «Street children: deconstructing a construct», στο Allison James και Alan Prout (επιμ.), Constructing..., ό.π.,σ. 138-156. 31. Βλ. Judith Okely, «Clubs for 'le troisième age': communitas or conflict», στο Paul Spencer (επιμ.), The Riddle..., ό.π., σ. 194-212.
όσο περισσότερο οι «μεγάλοι» τους αμφισβητούν. Ωστόσο, ακόμα και στις περιπτώσεις όπου οι εικόνες των υποκειμένων για τον εαυτό τους και οι εικόνες των άλλων γι' αυτούς διαφέρουν, τόσο οι πρώτες όσο και οι δεύτερες συγκροτούνται στο πλαίσιο μιας σχέσης της οποίας αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι. Επιπλέον η επιλεκτική απόδοση ηλικίας σε ορισμένες κατηγορίες δεν είναι απλώς ζήτημα ταξινόμησης, αλλά εμπεριέχει προσδοκίες και κανόνες που αφορούν τόσο τη συμπεριφορά τους όσο και τη συμπεριφορά των άλλων. Οι κανονιστικές αντιλήψεις που εμπεριέχονται στα εκάστοτε πρότυπα του παιδιού η της παιδικής ηλικίας αφορούν όχι μόνο τη δική τους συμπεριφορά, αλλά και τη συμπεριφορά των άλλων. Στο σύγχρονο δυτικό κόσμο τουλάχιστον, οι σχετικές αντιλήψεις συμβάλλουν στην αναπαραγωγή της ταύτισης των γυναικών με τη μητρότητα — ταύτιση, που έχει καθοριστικές επιπτώσεις όχι μόνο ως προς τη σχέση τους με τα παιδιά, αλλά και ως προς την υπόλοιπη ζωή τους 32 . Αν θεωρήσουμε ότι η ηλικία συνιστά κοινωνική σχέση, και συνήθως σχέση εξουσίας, τότε οι τρόποι με τους οποίους τα υποκείμενα ορίζουν τον εαυτό τους σε σχέση με κάποιους ιεραρχικά ανώτερους φαίνεται να είναι σε μεγάλο βαθμό συνάρτηση των ορισμών που εκείνοι τους αποδίδουν. Συνεπώς, παρά τις κατά καιρούς επισημάνσεις ότι τα παιδιά δεν πρέπει να θεωρούνται παθητικοί δέκτες της δράσης των ενηλίκων 33, η προσέγγιση της παιδικής ηλικίας από τη σκοπιά των παιδιών δεν είναι πάντοτε αυτονόητα εφικτή. Γίνεται μάλιστα ιδιαίτερα δύσκολη όταν τα διαθέσιμα ανθρωπολογικά η ιστορικά δεδομένα δεν αποτυπώνουν το λόγο των ίδιων των παιδιών, αλλά των μεγάλων για τα παιδιά. Γενικότερα, πάντως, από τη σκοπιά της θεωρίας της κατασκευής η έμφαση στην εμπειρία είναι προβληματική, καθώς οι έννοιες της εμπειρίας και του αυτοκαθοριζόμενου ενιαίου υποκειμένου δεν έχουν οικουμενικές αναφορές και συνεπώς δεν μπορούν να θεωρηθούν αυτονόητες αναλυτικές κατηγορίες. Ετσι, ορισμένες κριτικές εθνογραφικών περιγραφών της εμπειρίας της γεροντικής ηλικίας
32. Βλ. Nancy Chodorow, The Reproduction of Mothering: Psychanalysis and the Sociology of Gender, Μπέρκλεϋ 1978. 33. Βλ. Δήμητρα Μακρυνιώτη, «Εισαγωγή», στο Δήμητρα Μακρυνιώτη (επιμ.), Παιδική Ηλικία, ό.π., σ. 17-21 και, Allison James και Alan Prout, «Α new paradigm for the sociology of childhood? Provenance, promise and problems», στο Allison James και Alan Prout (επιμ.), Constructing and Reconstructing Childhood: Contemporary Issues in the Sociological Study of Childhood, Λονδίνο 1990, σ. 7-34. Για ένα πολύ καλό παράδειγμα μελέτης που κατά τη γνώμη μου πετυχαίνει να αποδώσει την οπτική των ίδιων των παιδιών, βλ. Olga Nieuwenhuys, Childrens Lifeworlds: Gender, Welfare and Labour in the Developing World, Λονδίνο 1994, η οποία βασίζεται σε επιτόπια έρευνα στην Ινδία, και περιγράφει τη ζωή παιδιών που βοηθούν οικονομικά τις οικογένειές τους εργαζόμενα στην αλιεία η σε βιοτεχνίες νημάτων.
κίας επισημαίνουν την απουσία της ανάλυσης των θεσμικών πλαισίων μέσα στα οποία αυτή συγκροτείται 34 . Ωστόσο, το γεγονός ότι η απόδοση ηλικίας σε κάποιες κατηγορίες εγγράφεται σε πλέγματα σχέσεων εξουσίας συχνά συγκαλύπτεται καθώς οι άνθρωποι που έχουν την εξουσία να αποδώσουν ηλικία στους άλλους εμφανίζονται σαν να μην έχουν οι ίδιοι ηλικία. Ε τ σ ι η Φρανσουάζ Εριτιέ-Ωζέ επισημαίνει ότι η ηλικία των ανδρών, και ιδιαίτερα των μεσήλικων, αυτών δηλαδή που στον κόσμο μας αλλά και αλλού ασκούν εξουσία, έχει απασχολήσει ελάχιστα τους ανθρωπολόγους, και υποστηρίζει ότι η σιωπή γύρω από το θέμα συμβάλλει στη νομιμοποίηση της ανδρικής εξουσίας 35 . Γενικότερα, όπως έχουν επισημάνει πολλές φεμινίστριες ανθρωπολόγοι, η κατηγορία του φύλου αποδίδεται πολύ συχνότερα στις γυναίκες από ό,τι στους άνδρες. Στο πλαίσιο του παραδοσιακού ανθρωπολογικού λόγου ο άνδρας αντιπροσωπεύει τον οικουμενικό «Ανθρωπο» ακριβώς γιατί το ανδρικό του φύλο προσλαμβάνεται ως μια απουσία του φύλου — απουσία ενός χαρακτηριστικού που καθιστά όσους το φέρουν λιγότερο αντιπροσωπευτικά μέλη της κοινωνίας στην οποία ανήκουν αλλά και του ανθρώπινου είδους γενικότερα. Αντίστοιχα, η «μέση ηλικία» των ανδρών προσλαμβάνεται ως απουσία ηλικίας. Η επίγνωση ότι η ηλικία είναι ένα χαρακτηριστικό που αποδίδεται σε ορισμένες κατηγορίες ανθρώπων συμβάλλει στη θεώρησή της ως κοινωνικής σχέσης οι αναφορές της οποίας είναι σε μεγάλο βαθμό εξω-ηλικιακές. Οπωσδήποτε πάντως, η μελέτη της ηλικίας από ανθρωπολογική η ιστορική σκοπιά δεν είναι δυνατό να συμμερίζεται την παραδοχή ότι ορισμένοι έχουν ηλικία και άλλοι όχι και να εστιάζει σ' αυτούς που «έχουν» σαν αυτό που «έχουν» να είναι μια ιδιότητα η ουσία που τους αφορά αποκλειστικά. Στη διαιώνιση αυτής της προκατάληψης στο πλαίσιο της ανθρωπολογίας φαίνεται να έχει συντελέσει το γε-
34. Βλ. Lawrence Cohen, «Old age...», ό.π., σ. 144-146. Η έμφαση στο λόγο ως πλαίσιο στο οποίο συγκροτούνται τα υποκείμενα παραπέμπει κυρίως στο έργο του Φουκώ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ανάλυσης της παιδικής ηλικίας όπως αυτή συγκροτείται και ορίζεται μέσα από κοινωνικούς θεσμούς οι οποίοι υπερβαίνουν τα υποκείμενα είναι βέβαια η μελέτη του Φιλίπ Αριές, Αιώνες Παιδικής Ηλικίας, Αθήνα 1990. Το ζήτημα της έμφασης στο λόγο η στην εμπειρία δεν αφορά φυσικά μόνο τη μελέτη της ηλικίας, αλλά κατέχει κεντρική θέση στο πλαίσιο της κοινωνικής θεωρίας. Για μια θεώρησή του ως προς τις θεωρητικές διαστάσεις της ιστοριογραφίας του φύλου, βλ. Τζόουν Σκοτ, «Το φύλο: μια χρήσιμη κατηγορία της ιστορικής ανάλυσης» στο Έφη Αβδελά και Αγγέλικα Ψαρρά (επιμ.), Σιωπηρές Ιστορίες: Γυναίκες και Φύλο στην Ιστορική Αφήγηση, Αθήνα 1997, σ. 285-328. Μια σύνθεση αυτών των δύο κατευθύνσεων αντιπροσωπεύει το έργο του Pierre Bourdieu, Outline of a Theory of Practice, Κέημπριτζ 1977. Πολλές από τις εθνογραφικές μελέτες των τελευταίων ετών ακολουθούν αυτήν τη θεωρητική προσέγγιση. 35. Φρανσουάζ Εριτιέ-Ωζέ, «Για την αμφίβολη εξουσία των γυναικών», στο Georges Duby και Michelle Perrot (επιμ.), Γυναίκες και Ιστορία, Αθήνα 1995, σ. 137-138.
γεγονός ότι η ηλικία του ανθρωπολόγου-ερευνητή σπάνια γίνεται αντικείμενο αναστοχασμού 36 . Οι μελέτες για παιδιά και γέρους συχνά γίνονται από ανθρώπους που στέκονται απέναντι στα αντικείμενα της μελέτης τους σαν να μην είχαν οι ίδιοι ηλικία, η οποία θα μπορούσε να επηρεάσει τη σχέση με τους πληροφορητές τους αλλά και να συντελέσει σε μια οπτική εξίσου μερική με τη δική τους. Εδώ αξίζει να σημειώσουμε ότι η συνηθισμένη πρακτική σύμφωνα με την οποία οι ανθρωπολόγοι διεξάγουν την επιτόπια έρευνά τους σε σχετικά νεαρή ηλικία έχει ελάχιστα σχολιαστεί 37. Γενικότερα, η αποσιώπιση της ηλικίας των ερευνητών πιθανόν συνδέεται με την παράδοση σύμφωνα με την οποία οι ανθρωπολόγοι χρησιμοποιούν τον λεγόμενο «εθνογραφικό ενεστώτα», περιγράφουν δηλαδή τις κοινωνίες που μελετούν σαν να μένουν στατικές και αναλλοίωτες στο χρόνο 38 . Πιθανόν επίσης αποτελεί συνέπεια του γεγονότος ότι, αντίθετα με το φύλο, η ηλικία δεν έχει αποτελέσει πολιτική κατηγορία και βάση για συσπείρωση στις δυτικές κοινωνίες από τις οποίες κατά κανόνα προέρχονται οι ανθρωπολόγοι 39. Τέλος, η ηλικία ως κοινωνική σχέση συγκροτείται σύμφωνα με τα εκάστοτε πολιτισμικά πρότυπα με βάση τα οποία οι άνθρωποι προσλαμβάνουν τον κόσμο και οργανώνουν και ερμηνεύουν τη δράση τους. Ό π ω ς είδαμε ήδη, οι σημασίες που αποδίδονται στις διάφορες ηλικίες διαμορφώνονται στο πλαίσιο ευρύτερων ερμηνειών και θεωριών για τη σχέση μεταξύ της φύσης και του πολιτισμού, αλλά και για τη φύση του χρόνου, για το που αρχίζει και που τελειώνει —αν τελειώνει ποτέ— η ανθρώπινη ζωή και για το τι συνιστά «χρή36. Για ενδιαφέρουσες εξαιρέσεις, βλ. John Blacking, «Growing old gracefully: physical, social and spiritual transformations in Venda society, 1955-56», στο Paul Spencer (επιμ.), The Riddle..., ό.π., σ. 121-123, Margaret Kenna, «Changing places and altered perspectives: research on a Greek island in the 1960s and in the 1980s», στο Judith Okely και Helen Callaway (επιμ.), Anthropology and Autobiography, Λονδίνο 1992, σ. 147-162 και Paul Spencer, «Automythologies and the reconstruction of aging», στο Judith Okely και Helen Callaway (επιμ.), Anthropology..., ό.π., σ. 50-63. 37. Βλ. Renato Rosaldo, Culture and Truth, Βοστόνη 1989, σ. 9. 38. Σχετικά με την παράδοση αυτή, βλ. Johannes Fabian, Time and the Other, Νέα Υόρκη 1983. 39. Γενικά οι περισσότερες μελέτες για παιδιά και γέροντες έχουν γραφεί από ανθρώπους οι οποίοι δεν ανήκουν οι ίδιοι στις κατηγορίες αυτές. Εξαίρεση αποτελεί ο Peter Laslett, ο οποίος στο βιβλίο του The Emergence of the Third Age..., ό.π., ταυτίζει τον εαυτό του ως μέλος της τρίτης ηλικίας και επιχειρεί μια ανάλυση των παραγόντων που συντελούν στην περιθωριοποίηση αυτής της κοινωνικής κατηγορίας στο σύγχρονο κόσμο με ρητό στόχο την «απελευθέρωση» των ηλικιωμένων. Ακόμα, η Olga Nieuwenuys εξηγεί ότι τόσο η πρόθεσή της να καταγράψει την οπτική των ίδιων των εργαζόμενων παιδιών όσο και η σχετική δυνατότητά της να το κάνει με επιτυχία οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι και η ίδια είχε ανάλογες εμπειρίες ως παιδί. Βλ. Olga Nieuwenuys, Childrens' Lifeworlds, ό.π., σ. 7.
χρήσιμη» ζωή. Στην περίπτωση των «σύγχρονων» κοινωνιών, οι αντιλήψεις για την ηλικία εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις ιδέες μας για τη «βιολογία» και την τεχνολογία. Οι σημασίες και οι συμβολικές ταυτίσεις και φορτίσεις της ηλικίας δεν απορρέουν από την ίδια τη χρονολογική η τη βιολογική της πραγματικότητα, αλλά συνδέονται με άλλες έννοιες και σύμβολα. Έτσι, σε πολλά μέρη του κόσμου οι έφηβοι, όπως και τα νεογέννητα και οι λεχώνες, που θεωρούνται ότι διανύουν μια ευαίσθητη φάση, που συνοδεύεται από έντονες σωματικές διαδικασίες, υπόκεινται σε τελετουργίες που επιταχύνουν το μετασχηματισμό τους από «ωμά» πρόσωπα σε «μαγειρεμένα», δηλαδή σε μέλη μιας αναγνωρισμένης κοινωνικής κατηγορίας. Αντίστοιχα, οι Xhosa της Ν. Αφρικής ταύτιζαν τα αγόρια με τον άγριο χώρο, το ζωικό στοιχείο και την αχαλίνωτη σεξουαλικότητα, ενώ τους άνδρες με τον οικισμό, το ανθρώπινο στοιχείο και την ελεγχόμενη σεξουαλικότητα 40. Το γεγονός ότι στο πλαίσιο του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού στα παιδιά δεν αποδίδεται παρόν, με την έννοια ότι προσλαμβάνονται ως προς αυτό που ήταν στο παρελθόν και κυρίως αυτό που θα γίνουν στο μέλλον 41, σχετίζεται με ευρύτερες αντιλήψεις για τη γραμμική πορεία του χρόνου και για την ανθρώπινη ζωή ως διαδικασία παραγωγής. Στο πλαίσιο της εθνικιστικής ιδεολογίας «το παιδί» ταυτίζεται με το μέλλον του έθνους, η ισχύς του οποίου συχνά δανείζεται τη μορφή ενός ρωμαλέου νεανικού σώματος. Αντίστοιχα, σε διάφορες περιοχές του κόσμου η ευημερία και η ακεραιότητα των βασιλείων δανειζόταν την εικόνα του υγιούς σώματος του βασιλιά 42 . Μολονότι αυθαίρετες, στα πολιτισμικά πλαίσια στα οποία εντάσσονται οι
40. Βλ. Claud Lévi-Strauss, The Raw and the Cooked: Introduction to a Science of Mythology, τ. 1, Νέα Υόρκη 1969, σ. 334-339, Philip Mayer και Iona Mayer, «The dangerous age: from boy to young man in Red Xhosa youth organizations», στο Paul Spencer, The Riddle..., ό.π., σ. 35-44, και για τις μεταφορές της εφηβείας στην αρχαία Ελλάδα, Pierre Vidal-Naquet, «Οι νέοι, το ωμό, ο Έλληνας παις και το ψημένο» στο Jacques Le Goff και Pierre Nora (επιμ.), Το Έργο της Ιστορίας, τ. 2, Αθήνα 1975, σ. 196-233. 41. Βλ. Allison James και Alan Prout, «Re-presenting childhood: Time and transition in the study of childhood» στο Allison James και Alan Prout (επιμ.), Constructing..., ό.π., σ. 217-237. 42. Κατά τη διάρκεια του ελληνικού δέκατου ένατου αιώνα οι εκδοχές της έννοιας «παιδί», που αναφέρεται σε μια υποθετικά ομοιογενή κατηγορία, συγκροτούνται σε συνάρτηση με άλλες συμβολικά και ιδεολογικά φορτισμένες έννοιες, όπως είναι ο «λαός», η «πρόοδος», η «Ευρώπη», η «Ανατολή» και προπαντός το «έθνος» και το «κράτος». Βλ. Αλεξάνδρα Μπακαλάκη, «Εμπειρίες και συμπεράσματα από το Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας», στο Ελένη Γεωργοπούλου-Αγάθωνος (επιμ.), Οικογένεια - Παιδική Προστασία Κοινωνική Πολιτική, Αθήνα 1993, σ. 53-59. Για τις μεταφορικές σημασίες και αξίες που αποδίδονταν στο σώμα του βασιλιά, βλ. David Cannadine και Simon Price (επιμ.), Rituals of Royality: Power and Ceremonial in Traditional Societies, Κέημπριτζ 1987.
συμβολικές αυτές ταυτίσεις είναι εξίσου δεσμευτικές για τη ζωή των ανθρώπων όσο και τα αντικειμενικά φυσικά δεδομένα. Η ισχύς των μεταφορών στις οποίες θεμελιώνονται μάλιστα γίνεται ακόμα μεγαλύτερη όταν αυτές είναι «νεκρές», δηλαδή όταν δεν αναγνωρίζονται καν ως μεταφορές. Σε πολλές αφρικανικές κοινωνίες η φυσική επιβίωση των διδύμων και η αποδοχή τους από την κοινότητα εξαρτώνταν από τις εκάστοτε πολιτισμικές αντιλήψεις σχετικά με την ενότητα και την πολλαπλότητα, των οποίων τα δίδυμα θεωρούνταν μεταφορές, και με το αν και πως η αντίφαση μεταξύ αυτών των καταστάσεων μπορεί να επιλυθεί η να διαμεσολαβηθεί 43. Αντίστοιχα, φαίνεται ότι η απουσία τελετουργιών και συμβολικών μέσων, που ερμηνεύουν τα γηρατειά και επιτρέπουν στους ανθρώπους να βιώσουν τις απώλειες που συχνά αυτά φέρνουν ως μέρος μιας εμπειρίας που είναι ταυτόχρονα προσωπική και συλλογική, εγκόσμια και μυθική, συμβάλλει στην περιθωριοποίηση και στον κοινωνικό αποκλεισμό των γερόντων, όπως συμβάλλει και η θεώρηση της κατάστασης τους ως ασθένειας αλλά και η συμβολοποίησή της σε εικόνες, όπως αυτή του φθινοπώρου η του ηλιοβασιλέματος, που μεταφορικά παραπέμπουν στην παρακμή 44 .
43. Βλ. Victor Turner, «Το παράδοξο της διδυμίας στις τελετουργίες των Ndembu» στο Δήμητρα Μακρυνιώτη (επιμ.), Παιδική Ηλικία, ό.π.,σ. 349-356. 44. Βλ. Barbara Myerhoff, «Rites of ripening: the interwining of ritual, time and growing older» στο David Kertzer και Jennie Keith, Age..., ό.π., σ. 305-330 και Stuart Thompson, «Metaphors the Chinese age by», στο Paul Spencer (επιμ.), The Riddle..., ό.π., σ. 102-120. Για «αρνητικές» μεταφορές της γεροντικής ηλικίας, βλ. Peter Laslett, The Εmergence..., ό.π.,σ.6 και 99-101.
ΠΑΡΑΜΥΘΙΚΗ ΑΦΗΓΗΣΗ Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΑΡΧΕΓΟΝΟ ΧΡΟΝΟ
ΜΑΡΙΑ Μ Η Τ Σ Ο Υ
Η σχέση ανάμεσα στην παραμυθική αφήγηση και στο χρόνο χαρακτηριστικά δηλώνεται στα λόγια του Τόλκιεν, που είπε πως τα παραμύθια «ανοίγουν την πόρτα σ' έναν Αλλο Χρόνο, και αν διαβούμε αυτή την πόρτα, έστω και για μια στιγμή, βρισκόμαστε έξω από τον δικό μας χρόνο, έξω ίσως από τον ίδιο τον Χρόνο»1. Αυτή τη διαχρονικότητα-αχρονικότητα του παραμυθιού που κινείται σε δύο χρονικά επίπεδα, τυπικά στο συμβατικό και ουσιαστικά στον «άλλο χρόνο», στο «απόλυτο αλλού», στο «επέκεινα», μπορούμε να τη συμπεράνουμε και από τα λόγια του Β. Γ. Προπ, ο οποίος στη μελέτη του για την Μορφολογία του Παραμυθιού, τονίζει το «διπλό χαρακτήρα που παρουσιάζει η παράσταση του Χρόνου, σε όλα τα μυθικά συστήματα: η διήγηση είναι, συγχρόνως, "μέσα στον χρόνο" (συνίσταται σε μια διαδοχή γεγονότων) και "έξω από τον χρόνο" (η αξία της σημασίας της είναι πάντοτε επίκαιρη)» 2 και παρακάτω «μπορούμε εδώ να θυμίσουμε ότι στο παραμύθι κυριαρχεί μια αντίληψη του χρόνου, του χώρου και του αριθμού εντελώς διαφορετική από εκείνη με την οποία είμαστε συνηθισμένοι, και έχουμε την τάση να θεωρούμε απόλυτη» 3. Η παραμυθική αφήγηση συχνά αναφέρεται στην πάροδο του χρόνου και μάλιστα πολλές φορές καθοριστικά για την εξέλιξη της ιστορίας (εκατό χρόνια στην Κοιμωμένη Βασιλοπούλα, τα μεσάνυχτα στη Σταχτοπούτα). Ωστόσο οι ίδιοι οι παραμυθικοί ήρωες βιώνουν το χρόνο μέσα από ένα πρωταρχικό κοίταγμα, μια αυθεντική θεώρηση που τους κρατά σωματικά και συναισθηματικά ανέπαφους από την αντικειμενική ροή του χρόνου, τους οδηγεί σε σύγκρουση με τη δεδομένη πραγματικότητα και, πίσω από το φανταστικό και την
1. Τζ. Σ. Κούπερ, Ο θαυμαστός κόσμος των Παραμυθιών, μτφρ. Θ. Μαλαμόπουλος, Αθήνα, εκδ. Θυμάρι, 1983, σ. 113. 2. Β. Γ. Προπ, Μορφολογία του Παραμυθιού, μτφρ. Α. Παρίση, Αθήνα, εκδ. Καρδαμίτσα, 1987, σ. 234. 3. Ό.π., σ. 264.
ψευδαίσθηση, τους αποκαλύπτει μια εντελώς αυτόνομη πραγματικότητα και μια βαθιά, προσωπική αλήθεια. Εδώ βρίσκεται ο ανατρεπτικός χαρακτήρας του παραμυθιού που παραβιάζει την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων και αποκαθιστά τη φυσική νόρμα καταφεύγοντας σε μια αντισυμβατική χρήση της γλώσσας. Ο μόνος ικανός βέβαια να απελευθερώσει την πραγματικά ανατρεπτική δυναμική του παραμυθιού είναι ο αναγνώστης όταν αποφασίσει ν' αφεθεί στην απόλαυση της παραμυθικής αφήγησης που «καταστέλλει την αμεσότητα του πραγματικού», κατά την έκφραση του Herbert Marcuse, βασικού εκπροσώπου της φιλοσοφικής σχολής της Φρανκφούρτης, τον βάζει αντιμέτωπο με το όνειρο και την επιθυμία και φέρνει στην επιφάνεια τη σύγκρουση ανάμεσα στο υπάρχον και το δυνατόν να υπάρξει. Στο σημείο αυτό θα μπορούσαμε ίσως να συσχετίσουμε το παραμύθι με τη γραφή του παραλόγου, σημειώνοντας ως κυρίαρχη διάκριση την τάση του παραμυθιού να εντάξει, όσο διαρκεί η κυρίως διήγηση, το υπερφυσικό γεγονός στη φυσική πραγματικότητα θεωρώντας, μέσα από μια πρωτογενή αφέλεια, τα δύο αξεδιάλυτα, σε μια άρρηκτη ενότητα και σε αντίθεση με τις διανοητικές προσπάθειες των συγγραφέων του παραλόγου που διαφοροποιούν ανάμεσα σε δυο πραγματικότητες και ανατρέπουν τη μια χάρη στην άλλη. Άλλωστε, θα μπορούσαμε να πούμε, συμφωνώντας με τον Ρολ πως «εκείνο που αποκαθιστά ο μύθος, είναι η φυσική εικόνα της πραγματικότητας» 4 . Ο ίδιος, αναφερόμενος στην αναγκαιότητα και τα όρια της μυθολογίας, υποστηρίζει: «Με την έννοια αυτήν, η μυθολογία είναι μια αρμονία με τον κόσμο, όχι με τον κόσμο όπως είναι, αλλά με τον κόσμο όπως ο ίδιος θα ήθελε να γίνει (Ο Μπρεχτ χρησιμοποιεί σχετικά έναν όρο αποτελεσματικά αμφισήμαντο: το "Einverständnis" που σημαίνει ταυτόχρονα την κατανόηση της πραγματικότητας και τη συνέργεια μ' αυτήν)»5. Το παραμύθι επομένως συλλαμβάνει το χρόνο και την πραγματικότητα μ' έναν ιδιαίτερο, δικό του τρόπο. Η συμβατική έννοια του χρόνου δεν υφίσταται στην παραμυθική αφήγηση, το παραμύθι είναι ελεύθερο από το χρόνο αφού «στη θέση του χρόνου και του χώρου μπαίνει η ουσιαστικότητα» 6, όπως παρατηρεί ο Ελβετός μελετητής της αισθητικής του παραμυθιού Max Lüthi. Παρόμοια θεώρηση του χρόνου στο παραμύθι κάνει και ο Τζ. Σ. Κούπερ
4. Ρ. Μπαρτ, Μυθολογίες. Μάθημα, μτφρ. Κ. Χατζηδήμου - I. Ράλλη, Αθήνα, εκδ. Ράππα, 1979, σ. 244. 5. Ό.π., σ. 262. 6. Max Lüthi, So Leben sie noch Leute: Betrachtungen zum Volksmärchen, Gottingen 1969, σ. 17, όπως το παραθέτει ο Μ. Μερακλής, «Η αισθητική του παραμυθιού», Επιθεώρηση Παιδικής Λογοτεχνίας 3 (1988) 20.
ο οποίος, στη σημαντική μελέτη του «Ο θαυμαστός κόσμος των Παραμυθιών», τονίζει: «Ο Χρόνος υπάρχει μόνο στο συνειδητό κόσμο» 7. Αντίθετα, στο παραμύθι ο χρόνος λειτουργεί παραισθησιακά. «Η παραισθησιακή φύση του χρόνου φαίνεται και από το γεγονός ότι ο χορός των ξωτικών μπορεί να διαρκέσει έναν ολόκληρο χρόνο η και περισσότερο. Υπάρχει μια ιστορία όπου ο χορός κρατάει μεν έναν ολόκληρο αιώνα, αλλά οι χορευτές μένουν με την εντύπωση ότι κράτησε μόνο μερικές ώρες» 8 . Έτσι, «Ο αρχέτυπος χαρακτήρας και η συμβολική μορφή τους κάνει τα παραμύθια κατανοητά σε άτομα διαφορετικών ηλικιών, εποχών και πολιτισμών και παρέχει τις γέφυρες και ένα μέσον αναγωγής από τον ένα βαθμό κατανόησης στον επόμενο, όχι μόνον ανάμεσα στους πολιτισμούς αλλά και ανάμεσα στα διαφορετικά επίπεδα του ίδιου ανθρώπου, στη φωτεινή και σκοτεινή πλευρά του, στις πνευματικές και συναισθηματικές του συγκρούσεις. Τα αρχέτυπα σύμβολα του γένους επιβάλλονται και μέσα από αυτά εκφράζονται οι ανάγκες του ανθρώπου»9, διαπιστώνει ο ίδιος- και αλλού: «Η γοητεία του παραμυθιού βρίσκεται στον τρόπο που εκείνο αποκαλύπτει την εσωτερική μας φύση, με τις άπειρες ηθικές, ψυχικές και πνευματικές της δυνατότητες. Είναι η αναζήτηση για το νόημα της ζωής» 10 . Ωστόσο η νοηματοποίηση που προτείνει το παραμύθι ως αφηγηματικός λόγος θεωρείται σήμερα ότι παρεμποδίζει το πέρασμα στην πράξη, ότι καταργεί τη δράση κι ο σημερινός άνθρωπος είναι πρωτίστως ο άνθρωπος της δράσης, της διαδρομής μέσα στο χώρο. Αισθάνεται ενοχικός όταν ονειροπολεί, δεν έχει το διαθέσιμο χρόνο να αφεθεί στην απόλαυση της αφήγησης. «Ο χρόνος βρίσκεται σήμερα υπό διωγμό», διαπιστώνει ο Π. Μαρτινίδης σε Συνέδριο που έγινε με θέμα το παραμύθι στην Αλεξανδρούπολη το Νοέμβρη του 1994. «Είμαστε παιδιά του χώρου και όχι του χρόνου», συνεχίζει στο ίδιο Συνέδριο, «γι' αυτό το παραμύθι σήμερα δεν είναι αυτό που ήταν στο παρελθόν». Βέβαια ο Καντ ορίζει το χρόνο ως τη «μορφή της εσωτερικής αίσθησης, δηλαδή της εποπτείας του εαυτού μας και της εσωτερικής μας κατάστασης. Διότι ο χρόνος δεν μπορεί να ορίζει τα εξωτερικά φαινόμενα» 11 και τον διαφοροποιεί από το χώρο τον οποίο αποδίδει ως τη μορφή όλων των φαινομένων που μπορούμε να συλλάβουμε με τις αισθήσεις. Έτσι, θεωρεί ότι ο χρόνος υπερέχει έναντι του χώρου με το σκεπτικό ότι
7. Τζ. Σ. Κούπερ, ό.π., σ. 114. 8. Ό.π., σ. 116. 9. Ό.π., σ. 17. 10. Ό.π., σ. 21. 11. Δες Κ-Υ Α33/Β49, στο Γ. Τζαβάρας, Ο καντιανός χρόνος κατά τον Χάιντεγγερ, Αθήνα-Γιάννινα, εκδ. Δωδώνη, 1989, σ. 38.
ο χρόνος ριζώνει βαθύτερα μέσα στην ανθρώπινη ύπαρξη από όσο ο χώρος. Αυτό δεν σημαίνει ότι αναγνωρίζει το χρόνο αποκλειστικά στην υποκειμενική του διάσταση. Παράλληλα με την «εσωτερική» του υφή ο Καντ αποδέχεται και την «εξωτερική» αναγκαιότητα του χρόνου. Βέβαια, κατ' αυτόν, ως ουσιαστικό και αναπόσπαστο συστατικό της, ο χρόνος απελευθερώνει την ανθρώπινη ύπαρξη και αναδεικνύει την πορεία προς την εκπλήρωση της. Μέσα από μια τέτοια δυναμική ενατένιση, οι εσωτερικές μας διεργασίες αποκτούν τη βαρύτητα εξωτερικών πράξεων που οδηγούν στην προσωπική μας ολοκλήρωση. Ο Ernst Cassirer αναφερόμενος σ' αυτή την προσωπική δυναμική που μπορεί να προκύπτει μέσα από μια φαινομενικά στατική όψη, διαβεβαιώνει: «Ολες μας οι παθητικές καταστάσεις μετατρέπονται τώρα σε δραστικές ενέργειες: οι μορφές που κοιτάζω δεν αποτελούν μόνο καταστάσεις μου αλλά και πράξεις μου» 12 . Παρόλο λοιπόν που ο χρόνος καταξιώνεται μέσα από μια φιλοσοφική ουσιαστική θέαση του κόσμου, στη σύγχρονη κοινωνία η εξέλιξη του ανθρώπου διαγράφεται μέσα στο χώρο σαν μια διαρκής κατακτητική διάθεση στόχων που βρίσκονται έξω από τα όρια της ύπαρξής του και δε διαγράφεται μέσα στο χρόνο σα μια διαρκής αναζήτηση του «πρώτου του εαυτού», σα μια πραγματική εσωτερική διαδρομή. Κι όμως, η αφηγηματική τέχνη του παραμυθιού μπορεί ν' αποτελέσει σήμερα προσπάθεια να δοθεί ρυθμός σε μια ζωή που διαρκώς απορρυθμίζεται, αντίσταση στην άλογη ταχύτητα και στην ασυνειδησία των σύγχρονων κοινωνιών. Μόνο αν αποδεχτούμε το χρόνο στην καθημερινότητά μας, θα μπορέσουμε ίσως να υπερβούμε κι αυτόν και τη συγκεκριμένη πραγματικότητα σε κάποιες σπάνιες στιγμές προσωπικής περισυλλογής. Αυτή η δυνατότητα περισυλλογής και ωρίμανσης προσφέρεται μέσα από την καταφυγή στη συμβολική γλώσσα του παραμυθιού. Γιατί ενώ «στη ζωή της ανθρωπότητας το "μυθικό" είναι ένα αρχαϊκό και πρωτόγονο στάδιο, στη ζωή του ατόμου είναι ένα όψιμο και ώριμο στάδιο» 13 , όπως διαβεβαιώνει ο Thomas Mann, προσεγγίζοντας μ' αυτό τον τρόπο την αντι-φροϋδική θέση του Jung, σύμφωνα με την οποία οι μύθοι είναι «το πιο ώριμο προϊόν της νέας ανθρωπότητας» 14 . Με βάση την αρχή της επιθυμίας, η παραμυθική αφήγηση δημιουργεί έναν άλλο κόσμο, μιαν άλλη πραγματικότητα, μακριά από φυσικούς η κοινωνικούς
12. Ernst Cassirer, Η παιδευτική αξία της τέχνης, μτφρ. Γ. Λυκιαρδόπουλος, Αθήνα, εκδ. Έρασμος, 1994, σ. 37. 13. Thomas Mann, Δοκίμια πάνω σε Τρεις Δεκαετίες - Essays of Three Decades, Λονδίνο 1947, σ. 422. Την παραπομπή δανείζομαι από τη μελέτη Κ. Κ. Ruthyen, ο Μύθος, μτφρ. I. Ράλλη - Κ. Χατζηδήμου, Αθήνα, εκδ. Ερμής, 1976, σ. 86. 14. C. G. Jung, Collected Works, V, σ. 24, στη μελέτη Κ. Κ. Ruthyen, ό.π.
καταναγκασμούς και σύμφωνα με τις βαθύτερες ανάγκες του ανθρώπου λειτουργώντας μ' αυτό τον τρόπο ψυχοθεραπευτικά. Γιατί η παραμυθική αφήγηση αναγνωρίζει στη δοσμένη πραγματικότητα κάθε προοπτική και με μια τέτοια δυναμική θέαση του κόσμου κατασκευάζει έναν άλλο χρόνο στον οποίο η επιθυμία αποβαίνει πράξη, η πραγματικότητα παύει να είναι κοινή και μονοσήμαντη, αποδίδεται το βάθος των πραγμάτων, τα πάντα τοποθετούνται στην πρωταρχική τους διάσταση. Δεν πρόκειται επομένως για τον ευθύγραμμο χρόνο, όπως βιώνεται ομοιόμορφα από όλους, αφού ο παραμυθικός χρόνος είναι ένας χρόνος που δημιουργεί μιαν άλλη πραγματικότητα, διορθώνει την παρούσα και αποκαθιστά την πρωταρχική τάξη. Ένας χρόνος ανακωχής με την παρούσα πραγματικότητα της αλλοτρίωσης, ο λυτρωτικός χρόνος της αποενοχοποίησης του ακροατή, χρόνος πρωτογενούς αφέλειας και αθωότητας. Πρόκειται για μια διαδικασία «αντικειμενικοποίησης του υποκειμενικού κόσμου» 15 κατά την έκφραση του Μ. Μερακλή. Η παραμυθική αφήγηση υπερβαίνει λοιπόν τα στενά περιοριστικά όρια της πραγματικότητας και του χρόνου, προβάλλοντας την υποκειμενική πραγματικότητα, το βιωματικό χρόνο. Μόνο αν υπερβούμε την πραγματικότητα μπορούμε να συλλάβουμε τη βαθύτερη ουσία της, το «δυνάμει» που κλείνει μέσα της. «Μόνο καταργώντας την πραγματικότητα μπορεί η αφηρημένη σκέψη να τη συλλάβει, και κατάργηση, άρση της πραγματικότητας, σημαίνει τη μετατροπή της σε δυνατότητα. Ολα όσα λέγονται για την πραγματικότητα στη γλώσσα της αφαίρεσης και μέσα στη σφαίρα της αφηρημένης σκέψης, λέγονται μέσα στη σφαίρα της δυνατότητας» 16 , υποστηρίζει ο Kierkegaard. Έτσι, κατά τον υπαρξιστή φιλόσοφο, το παραμύθι είναι απλώς «μια υποθετική φράση που γράφεται στην οριστική» 17 . «Αυτή η δυνατότητα ακολουθεί σαν σκιά τον καθένα και αλλάζει το χαρακτήρα της ζωής του διότι κάθε νέα δυνατότητα που έχει η ύπαρξη, ακόμα και η λιγότερο πιθανή, μεταμορφώνει ολόκληρη την ύπαρξη», διαβεβαιώνει ο Κούντερα στο τελευταίο έργο του «Η βραδύτητα» 18 . Μέσα από τον παραμυθικό λόγο μας δίνεται ο χρόνος στον οποίο αναγνωρίζουμε στην επιθυμία μας το δικαιωμα να πραγματοποιηθεί, ανιχνεύουμε το
15. Μ. Μερακλής, «Η αισθητική του παραμυθιού», στο Έντεχνος λαϊκός λόγος, Αθήνα, εκδ. Καρδαμίτσα, 1993, σ. 155. 16. Σ. Κίρκεγκααρντ, «Ύπαρξη και πραγματικότητα», μτφρ. Ν. - Χ. Μπανάκου-Καραγκούνη, Ευθύνη 166 (Οκτ. 1985) 544. 17. J. Mollehave, Η. C. Andersens Salt, σ. 34 στο Μ. Γεωργίου-Νίλσεν, Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας Άντερσεν, Αθήνα, εκδ. Καστανιώτης, 1994, σ. 169. 18. Μίλαν Κούντερα, Η βραδύτητα, μτφρ. Σεραφείμ Βαλέντζας, Αθήνα, εκδ. Εστία, 1996, σ. 46-47.
«Είναι που-απαιτεί-να-ειπωθεί (un être-à-dire)» 19 σύμφωνα με τη φαινομενολογική προσέγγιση του Paul Ricoeur, το θαύμα που μπορεί να κρύβεται μέσα στην καθημερινότητα. Γιατί, όπως παρατηρεί ο Ι. Θ. Κακριδής, ο ποιητής, ο λαός και τα παιδιά παίρνουν τον κόσμο σα θάμα και θέλουν να χαρούν τα πάντα ανυπότακτα. Τότε τίποτε δεν υποτάσσεται σε κάτι άλλο, αλλά τα πάντα προβάλλουν μπροστά μας παρατακτικά, ελεύθερα από υπόταξη και η κάθε στιγμή ξεδιπλώνει αυτόνομα τη δυναμική της. Πρόκειται για τη «στιγμή του πάθους και της δράσης, τη στιγμή όταν το δρων πρόσωπο γνωρίζοντας, με ένα μη αντιπροσωπευτικό τρόπο, τι αυτός η αυτή μπορεί να κάνει, στην πραγματικότητα το κάνει» 20 , επισημαίνει ο Pau Ricoeur αναφερόμενος στον αφηγηματικό χρόνο και την «κατασκευή παρόντος» των αφηγήσεων. Αυτή είναι «η στιγμή, κατά την οποία, η πράξη που ήταν δυνατή γίνεται πιο υπαρκτή, κινούμενη προς την ολοκλήρωσή της» 2 1 . Στο σημείο αυτό αρχίζει η προσωπική μας πορεία προς τον αρχέγονο χρόνο, το χρόνο της αθωότητας, της υπαρξιακής εμβάθυνσης, που αποβαίνει τελικά ο χρόνος της επικοινωνίας με τους άλλους, ο χρόνος κατά τον οποίο περνάμε απ' το «εγώ» στο «εμείς» και η ατομική ψυχή συνδέεται με την ψυχή του συνόλου. Πρόκειται για τον κοινό, το «δημόσιο χρόνο», κατά τον Ricoeur, που υποστηρίζει: «Η τέχνη της αφήγησης δεν προφυλάσσει μόνο τη μέσα-στο-χρόνο ύπαρξη από την ισοπέδωση της από τον μετρημένο, ανώνυμο και μεταμορφωμένο σε πράγμα χρόνο, αλλά ότι προκαλεί επίσης την κίνηση από τον αντικειμενικό χρόνο προς τη γνήσια χρονικότητα» 22- και αλλού: «Αυτός ο δημόσιος χρόνος, όπως διαπιστώσαμε, δεν είναι ο ανώνυμος χρόνος της συνήθους αναπαράστασης, αλλά ο χρόνος της αλληλεπίδρασης. Με τη σημασία αυτή ο αφηγηματικός χρόνος είναι εξαρχής χρόνος του είναι-με-τους-άλλους» 23. Στο ίδιο άλλωστε φιλοσοφικό ρεύμα της φαινομενολογικής σχολής σκέψης κινούμενος ο Γάλλος Maurice Merleau-Ponty διαπιστώνει πως «η ριζική συνείδηση της υποκειμενικότητας με κάνει να ανακαλύψω ξανά άλλες υποκειμενικότητες» 24 . Αυτή η ριζική συνείδηση της υποκειμενικότητας υποστασιοποιημένη στο παραμύθι, καταργεί το χρόνο στη στατική του αντίληψη (παρελθόν-
19. Paul Ricoeur, Περί ερμηνείας, μτφρ. Στέφανου Ροζάνη, Αθήνα, εκδ. Έρασμος, 1988, σ. 29. 20. Paul Ricoeur, Η αφηγηματική λειτουργία, μτφρ. Β. Αθανασόπουλος, Αθήνα, εκδ. Καρδαμίτσα, 1990, σ. 113-114. 21. Βλ. Claude Bremond, «La logique des possibles narratifs» (H λογική των δυνατών αφηγήσεων), Communications 8 (1966) 60-76, στο Ρ. Ricoeur, ό.π 22. Paul Ricoeur, ό.π., a. 133. 23. Ό.π., σ. 147-148. 24. M. Merleau-Ponty, «Το φάντασμα μιας καθαρής γλώσσας», μτφρ. Καλλίας, Εποπτεία 49 (1980) 599.
θόν-παρόν-μέλλον) και μέσα απ' την αυθεντική ενατένιση ενοράται τον αρχέγονο χρόνο. Γιατί το παραμύθι έχει θεωρηθεί ως το «αρχέτυπο της ανθρώπινης αφηγηματικής τέχνης» 25 . Αυτός ο αρχέγονος χρόνος, σύμφωνα με τον μεγάλο Γερμανό φιλόσοφο Χάιντεγκερ, μπορεί να τοποθετηθεί στο μέλλον οπότε τα πάντα εξιδανικεύονται και ενοποιούνται χάρη στη δημιουργική δύναμη της φαντασίας που υπερβαίνει τις χρονικές συμβάσεις. «Ο χρόνος χρονίζεται πρωταρχικά με βάση το μέλλον» 26, σύμφωνα με τη χαϊντεγκεριανή διαπίστωση. «Ο Χάιντεγκερ πιστεύει ότι αναδείχνοντας το συνθετικό έργο της υπερβασιακής φαντασίας ως αρχέγονο ενοποιητικό πλάσιμο (Ein-bilden) των τριών χρονικών διαστάσεων —παρόντος, παρελθόντος και μέλλοντος— έχει φτάσει στη ρίζα όπου θεμελιώνεται η ίδια η υπερβασιακή φαντασία: αυτή η ρίζα είναι ο αρχέγονος χρόνος ιδωμένος ως καθαρός αυτοεπηρεασμός»27, διαπιστώνει ο Γ. Τζαβάρας επιχειρώντας να προσεγγίσει ψυχαναλυτικά τον φιλόσοφο. Αυτόν τον αρχέγονο χρόνο ως αποτέλεσμα φαντασιακής σύλληψης και αυτοεπηρεασμού, εκφράζει η παραμυθική αφήγηση καταργώντας τα σύνορα του χρόνου. Ετσι, το παραμύθι αρχίζει αρνούμενο να προσδιορίσει το χρόνο («Μια φορά κι έναν καιρό...»). Ο παραμυθικός λόγος, με τις «ολισθηρές του λέξεις», για να μεταχειριστούμε την επιτυχημένη έκφραση «slippery words» 2 8 που χρησιμοποιεί ο Α γ γλος θρησκειολόγος Rogerson περιγράφοντας το μύθο, διολισθαίνει λοιπόν στην άλλη πραγματικότητα, στον άλλο χρόνο. Πρόκειται για το χρόνο των αυθεντικών επικοινωνιακών σχέσεων, της νομιμοποίησης της επιθυμίας, χρόνο κάθαρσης και εξαγνισμού, αναγνώρισης της μοναδικότητας του ατόμου. Γιατί ο χρόνος της παραμυθικής αφήγησης είναι ο χρόνος που αποκαθιστά μια βιωματική σχέση με τα πράγματα, παρέχει στον άνθρωπο την θερία να κινητοποιεί ολόκληρη την ύπαρξή του, να στοιχειοθετεί την ταυτότητά του, να βάζει τάξη στον κόσμο γύρω του. Είναι ο χρόνος που «δίνει όνομα στο Ακατανόμαστο» 29 καθώς μέσα από τον παραμυθικό λόγο αναγνωρίζεται το «δυνάμει» των πραγμάτων.
25. R. Retsch, Wesen und Formen der Erzählkunst, Halle 1942, σ. 53, στο Ε. Αυδίκος, Το λαϊκό παραμύθι - Θεωρητικές προσεγγίσεις, Αθήνα, εκδ. Οδυσσέας, 1994, σ. 29. 26. «Kant und Metaphysik», σ. 181, Sub σ. 326-331. στο Γ. Τζαβάρας, Ο καντιανός χρόνος..., ό.π., σ. 84. 27. Γ. Τζαβάρας, ό.π. 28. J. Rogerson, «Slippery Words: Myth», στο Sacred Narrative. Reading in the theory of Myth (εισαγωγή-επιμέλεια A. Dundes), Berkeley-Los Angeles-London 1984, σ. 62. Την παραπομπή δανείζομαι από το βιβλίο Ε. Αυδίκος, ό.π., σ. 110. 29. Η. Marcuse, «Η τέχνη, Μορφή της πραγματικότητας», μτφρ. Σ. Μπεκατώρος, Εποπτεία 76 (1983) 157.
Γιατί, όπως λέει ο Τζέιμς Τζόις (James Joyce) στο «Αγρύπνια του Φίνεγκαν», «καθώς όλα αυτά τα συμβάντα είναι εντελώς αδύνατα, πιθανόν να είναι σαν και εκείνα που ίσως έχουν συμβεί καθώς και κάποια άλλα που ίσως κάποτε γίνουν, τα οποία όμως ποτέ δεν έλαβαν σάρκα και οστά». Καταφεύγουμε επομένως στον παραμυθικό χρόνο προκειμένου να επιβάλει ο άνθρωπος το ουσιαστικό του πρόσωπο μέσα στο σύγχρονο πολιτισμό και να ξανακερδίσει το χαμένο χρόνο.
ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΤΟΥ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ ΔΗΜΟΤΙΚΙΣΜΟΥ
ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΔΑΜΙΑΝΟΥ
Το παραμύθι πολύ νωρίς άτυπα η μέσα από το σύστημα εκπαίδευσης χρησιμοποιήθηκε ως μέσο συναισθηματικής αγωγής και παιδαγωγικής πρακτικής. Αλλοτε διατηρήθηκε στη λαϊκή του διατύπωση ως «απλή μορφή»1, όπως λειτούργησε πρωτογενώς στις αγροτικές κοινωνίες, και άλλοτε μεταπλάστηκε σε έντεχνες μορφές λόγου η άλλα συνθετότερα είδη. Οι παιδαγωγοί πάντως που ασχολήθηκαν μ' αυτό, ανεξάρτητα από τον τρόπο που πρότειναν για την προσέγγιση και την αξιοποίηση του, συμφώνησαν ότι είναι το είδος του λαϊκού λόγου που προσιδιάζει στην παιδική ηλικία. Στην Ελλάδα πνευματικοί άνθρωποι και παιδαγωγοί αντιμετώπισαν το παραμύθι ως παιδαγωγικό μέσο, όπως και γενικότερα την παιδεία, μέσα από το πρίσμα των γενικότερων κοινωνικοπολιτικών συνθηκών που καθόριζαν τις εκπαιδευτικές συντεταγμένες και τον επιστημονικό τους προσανατολισμό. Στα μέσα του 19ου και μέχρι τις αρχές του 20ού αι. κύριος στόχος της κρατικής παιδείας ήταν η διδασκαλία της γλώσσας μέσα από τη λειτουργία της κάθε εκπαιδευτικής βαθμίδας ως προπαρασκευαστικής της επόμενης2. Η δ η όμως στο τέλος του 19ου αι. πνευματικοί άνθρωποι διακρίνουν την ανάγκη της αναμόρφωσης και του εκσυγχρονισμού της ελληνικής παιδείας. Τα νέα επιστημονικά επιτεύγματα της Δύσης και γενικά η πρόοδος των επιστημών αποτελούν το στόχο μιας νέας οπτικής της εκπαίδευσης, η οποία μπορεί να εκφραστεί μόνο μέσω ενός «νέου» γλωσσικού οργάνου απαλλαγμένου από το βάρος του κλασικισμού και της θεωρητικολογίας. Οι δημοτικιστές πράγματι γίνονται οι εκφραστές της νέας προοπτικής της παιδείας με τις συγκεκριμένες θέσεις τους για το περιεχόμενο και τους στόχους της εκπαίδευσης. Θεμελιώδες αίτημα του Δημοτικισμού είναι η είσοδος της δημοτικής γλώσσας στο σχολείο και η αναμόρφωση της παιδείας, ξεκινώντας από το Δημο1. Ο όρος ανήκει στον Andre Jolies, γαλλ. μετάφραση του Α. M. Buguet, Formes Simples, Paris 1972. 2. Το Αλφαβητάρι με τον ήλιο, επιμέλεια Αλ. Δημαρά, Αθήνα, Ερμής, 1987, σ. ιβ'.
Δημοτικό. Η αλλαγή έπρεπε να συνοδευτεί από νέα βιβλία με ιδιαίτερο βάρος σ αλφαβητάριο και τα αναγνωστικά του Δημοτικού 3. Το 1905 το περιοδικό «Νουμάς» προκηρύσσει διαγωνισμό για τη συγγραφή αλφαβηταρίου στη δημοτική 4. Το βραβευμένο «Αρφαβητάρι», που προκύπτει, είναι γραμμένο στη δημοτική αλλά δεν ξεφεύγει πολύ από τα καθιερωμένα. Ωστόσο είναι το πρώτο που περιέχει αινίγματα και παροιμίες σε παραδοσιακό λόγο. Το επίσημο κράτος με νόμο του 1907 καθιερώνει τη μονοπώληση των διδακτικών βιβλίων από το κράτος και την έγκριση ενός μόνο βιβλίου κατά τάξη. Το 1910 εγκρίνεται το πρώτο κρατικό αλφαβητάριο, το οποίο δεν διαφέρει στη μέθοδο και το περιεχόμενο από τα παλαιότερα. Το 1910 συστήνεται επίσης ο Εκπαιδευτικός Όμιλος 5 ως αποτέλεσμα της ώριμης απόφασης πνευματικών ανθρώπων για την πρακτική εφαρμογή επιστημονικών απόψεων γύρω από την εκπαίδευση με την ίδρυση ενός πρότυπου δημοτικού σχολείου στην Αθήνα. Στο ιδρυτικό του κείμενο διατυπώνονται οι γενικές αρχές του Ε.Ο. μεταξύ των οποίων «να δώση στον τόπο μας, μαζί με την καταλληλότερη για τα ελληνόπουλα παιδαγωγική μέθοδο, το πρότυπο αλφαβητάριο, τα πρότυπα διδακτικά βιβλία και τα μορφωτικά και βοηθητικά του δασκάλου βιβλία [...] και στο τέλος [...] παιδιά μ' ανεπτυγμένο χαρακτήρα και νόηση με όρεξη και τη δύναμη να μάθουν γιατί θα κατέχουν και το όργανο κάθε προόδου, τη μητρική γλώσσα» 6 . Παράλληλα προγραμματίζεται έκδοση βιβλίων, εφημερίδας και περιοδικού στη δημοτική γλώσσα. Στις απόψεις των δημοτικιστών ιδιαίτερη θέση κατέχει ο λαϊκός (παραδοσιακός) λόγος ως ανεκτίμητη και ανεξάντλητη πνευματική δεξαμενή, από όπου τροφοδοτείται η δημοτική γλώσσα 7 . Οι αρχές του 20ού αι. είναι η εποχή της αναγνώρισης και επίσημα της λαϊκής έκφρασης με τη δημιουργία έδρας της Λαογραφίας —ως νέας επιστήμης— στο Πανεπιστήμιο Αθηνών από τον Ν. Πολίτη το 1904. Σε σύντομο χρονικό διάστημα δημιουργείται το Λαογραφικό Αρχείο (1908) και εκδίδεται το περιοδικό «Λαογραφία» (1909) στο οποίο, όπως και σε άλλα της εποχής, αποθησαυρίζονται δημιουργήματα του λαϊκού λόγου.
3. Ευαγγ· Κοκκίνη, Δημήτρης Γληνός, 1882-1943 - Τα αναγνωστικά τον Δημοτικού Σχολείον, 1910-1920, Αθήνα, Φιλιππότης, 1989, σ. 45. 4. Την κριτική επιτροπή του περιοδικού αποτελούν ο Ψυχάρης, ο Πάλλης και ο Παλαμάς. 5. Για τον Εκπαιδευτικό Όμιλο βλ. Μάρκου Τσιριμώκου, Ιστορία τον Εκπαιδευτικού Ομίλου, Αθήνα 1927. Από τα ιδρυτικά του μέλη ο Δελμούζος, ο οποίος με τον Δ. Γληνό και τον Μ. Τριανταφυλλίδη αποτέλεσε τον βασικό πυρήνα που εισηγήθηκε εκπαιδευτικές αλλαγές. 6. Δελτίο Εκπαιδευτικού Ομίλου 1 (1911) 3 κ.ε. 7. Δ. Γληνού, Έθνος και γλώσσα, Αθήνα, Αθηνά, 1976, σ. 20.
Από τα είδη του λαϊκού λόγου το παραμύθι ιδιαιτέρως ήταν εκείνο που είχε επανειλημμένα απασχολήσει τους παιδαγωγούς ως μέσο διαπαιδαγώγησης της παιδικής ψυχής μέσα και έξω από το σχολείο. Στη Γερμανία κατ' αρχάς με τους αδελφούς Grimm ξεκινά η προσπάθεια συλλογής και καταγραφής λαϊκών παραμυθιών. Το έργο των Grimm πρόσφερε ένα σώμα παραμυθιών από το οποίο προέκυψαν μεταγενέστερες εκδόσεις προσαρμοσμένες για παιδιά. Στην Ελλάδα η πρώτη προσπάθεια καταγραφής λαϊκών παραμυθιών έγινε από τον Αυστριακό Georg von Hahn το 1864, που εξέδωσε στη Λιψία ελληνικά και αλβανικά παραμύθια. Ακολούθησαν οι συλλογές του Jean Pio (Κοπεγχάγη 1879), του Σακελλαρίου «Κυπριακά» (1891) κ.ά., καθώς και η δημοσίευση παραμυθιών σε περιοδικά της εποχής όπως το «Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος», τα «Νεοελληνικά Ανάλεκτα Παρνασσού» κ.ά. Παράλληλα με τη συλλογή άρχισε και η μελέτη των παραμυθιών ως μέσου για τη διαμόρφωση της παιδικής ψυχής.
Στη Γερμανία αξιόλογοι παιδαγωγοί όπως ο Ziller και ο Rein 8 υποστηρίζουν με ζήλο την παιδαγωγική αξία του παραμυθιού και την είσοδό του στο δημοτικό σχολείο. Ο Ziller συγκεκριμένα επέλεξε από τη συλλογή των αδελφών Grimm δώδεκα παραμύθια, τα οποία θεώρησε κατάλληλα για τη συναισθηματική ωριμότητα και αντιληπτική ικανότητα των παιδιών και τα πρότεινε να διδάσκονται στο πρώτο έτος της εκπαίδευσής τους. Ο Rein στη συνέχεια βελτίωσε το corpus αυτό επιμένοντας στην ίδια άποψη της σχολικής διδασκαλίας 9 . Στην Ελλάδα μαθητές και οπαδοί των Γερμανών υποστηρικτών των παραμυθιών, δημοτικιστές δάσκαλοι ακολουθούν το παράδειγμά τους. Το 1909 εκδίδεται στη Σμύρνη από τους Δ. Γεωργιακάκι και Δ. Παυλίδη το σχολικό βιβλίο «Παραμύθια ήτοι αναγνωστικόν βιβλίον δια το β' εξάμηνον του Α' σχολικού έτους και το α' εξάμηνον του Β' σχολ. έτους», όπου περιλαμβάνονται ελληνικά και ξένα —μεταφρασμένα βεβαίως— παραμύθια, ως αποκλειστική γλωσσική ύλη. Το βιβλίο αυτό λειτουργεί πολύ καλά στο σχολείο. Ο Γεωργιακάκις σε άρθρο του υποστηρίζει ότι «ουδεμία υπάρχει αμφιβολία ότι το κάλλιστον όπερ έχομεν να παράσχωμεν εις παίδας του πρώτου Σχολικού είναι τα παραμύθια [διότι είναι ύλη] καθαρώς παιδική, [ανάλογη με την αντιληπτική δύναμη του παιδιού] εκ της πατρίδος του μαθητού ειλημμένη, ως περιέχουσα ζώα, φυτά, αντικείμενα, ενεργείας και καταστάσεις τελείως τας αυτάς η κατά το πλείστον όμοιας προς τας εν τη πατρίδι του μαθητού, ηθικώς μορφωτική,
8. W. Ziller, Jahrbuch des Vereins für wissenschaftliche Pädagogik, 1869 και T. Rein, Theorie und Praxis des Volkschulunterrichts, Das erste Schuljahr, Dresden 1885. 9. Χαρίσιου Παπαμάρκου, Τα αναγνωστικά βιβλία των μικρών ελληνοπαίδων, Α-Β, Αθήνα 1897. Οι σ. 373-420 του Β' τ. αφιερώνονται στο παραμύθι.
διδακτική, κλασική και κατά την αρχήν των σταδίων του πολιτισμού έκλελεγμένη» 10 . Ο Δ. Γληνός στη βιβλιοκρισία του στο «Δελτίο Εκπαιδευτικού Ομίλου» για το ίδιο βιβλίο φαίνεται μάλλον επιφυλακτικός για το αν «τα παραμυθία είναι η πιο κατάλληλη, η μόνη όλη που πρέπει να διαβάζουν τα παιδιά» και επισημαίνει ότι από τα δώδεκα περιλαμβανόμενα στο βιβλίο παραμύθια μόνο τα δύο είναι «καθαρώς ελληνικά». Ο ίδιος προτιμά τα «καθαρώς ελληνικά» και υπογραμμίζει ως σοβαρό μειονέκτημα της ελληνικής παιδείας την απουσία ενός έργου ανάλογου με τη συλλογή των Grimm απ' όπου θα μπορούσε ο Έλληνας συγγραφέας αναγνωστικού βιβλίου να επιλέξει. Ευελπιστεί στον Ν. Πολίτη για το έργο αυτό 11 . Παρά τις κάποιες επιφυλάξεις που διακρίνονται στη βιβλιοκρισία του Γληνού, ο Εκπαιδευτικός Ομιλος σε υπόμνημα που υποβάλλει προς το Κεντρικό Εποπτικό Συμβούλιο της Δημοτικής Εκπαιδεύσεως σχετικά με τα αναγνωστικά προτείνει: «Στη διδασκαλία της αναγνώσεως, μάλιστα στα πρώτα χρόνια, κυριότερος σκοπός δεν είναι ν' αυξηθούν οι γνώσεις του παιδιού, παρά η πρόοδος του στην τέχνη της αναγνώσεως. Γι' αυτό το αναγνωστικό πρέπει πιο πολύ να υπηρετεί τη συγκέντρωση και την επανάληψη είτε στα φρονηματιστικά είτε στα πραγματικά μαθήματα, αφίνοντας έτσι καιρό στην κυρίωςανάγνωσηκαιτη γλωσσική επεξεργασία του περιεχομένου. Θα μπορούσε λοιπόν να δοθεί η ύλη της αναγνώσεως στην Α' τάξη το Β' εξάμηνο (και το Α' εξάμηνο στην Β' τάξη) παραμύθια» 12 . Τη γνώση του και το συγκεκριμένο ενδιαφέρον του για το παραμύθι εκδηλώνει και ο Α. Δελμούζος όπως αποκαλύπτεται από την αλληλογραφία του με την Π. Δέλτα. Όταν εκείνη του ζητά πληροφορίες για τα παραμύθια, ο Δελμούζος της γράφει ότι έδωσε «υλικό έτοιμο για το β' μέρος του Αλφαβητάριου, το Αναγνωστικό, δημοτικά παραμύθια» 13 , υιοθετώντας τις απόψεις των Ziller και Rein. Το ελληνικό κράτος από την άλλη μεριά αγνοεί εντελώς τη λαϊκή λογοτεχνία στα επίσημα κρατικά βιβλία. Μετά βίας συγκατανεύει στη χρήση της γνήσιας δημοτικής γλώσσας «μόνον εις τα ποιήματα και τας παροιμίας» 14 στην προκήρυξη για το πρώτο κρατικό αλφαβητάριο του 1907. Αμφιταλαντευόμενες ωστόσο είναι οι απόψεις του Χαρ. Παπαμάρκου, γενικού γραμματέα του ΥΠΕΠΘ και επιθεωρητή σχολείων στο τέλος του 19ου
10. Επετηρίς του Ελληνογερμανικού Λυκείου Σμύρνης, Β' (Σμύρνη 1907-8) 17-21. 11. [Δ. Γληνός], «Παιδαγωγική Φιλολογία», Δελτίο Εκπαιδευτικού Ομίλου 2 (1912) 142-146. 12. Δελτίο Εκπαιδευτικού Ομίλου, ό.π., 212. 13. Αλληλογραφία της Π. Σ. Δέλτα, 1906-1940, επιμέλεια Ξ. Λευκοπαρίδη, Αθήνα, Εστία, [1957], σ. 214. Το ίδιο επιβεβαιώνει και ο [Δ. Γληνός], ό.π., 144. 14. Ευαγγ. Κοκκίνη, ό.π., σ. 53.
αι., ο οποίος εκφράζεται άλλοτε θετικά για τα παραμύθια και άλλοτε εξαπολύει έντονη κριτική. Στο Αναλυτικό Πρόγραμμα των μαθημάτων του πλήρους Δημοτικού σχολείου το 1890 προκειμένου περί της Α' Δημοτικού, γράφει: «οι μαθηταί οφείλουσι να ονομάζωσιν ορθώς τα πράγματα, να παρατηρώσιν ακριβώς [...]. Ένθα δε παρέχεται αφορμή δέον να παρενείρωνται μικρά διηγήματα, μύθοι, παραμύθια, αινίγματα, στίχοι και άσμάτια» 15 . Λίγα χρόνια αργότερα όμως, το 1897, στο αναλυτικό έργο του «Τα αναγνωστικά βιβλία των μικρών ελληνοπαίδων» είναι απολύτως αρνητικός για την παιδαγωγική αξία του παραμυθιού, πολύ περισσότερο δε της εισαγωγής του στο σχολείο, η οποία θα μετέβαλε το δάσκαλο «εις γραΐδιον υπόσαθρον παραμυθολόγον και το σπουδαίον και σοβαρόν έργον της διδασκαλίας εις έργον παιγνιώδες» 16 . Το μόνο που παραδέχεται ο Παπαμάρκου είναι η αφήγηση του παραμυθιού να γίνεται στο σπίτι το πολύ από τη μητέρα, γιαγιά η τροφό 17 .
Εκτός από τη σχολική χρήση, το παραμύθι χρησιμοποιήθηκε ευρύτερα από τους δημοτικιστές και ως εξωσχολικό βιβλίο. Τα μέλη του Εκπαιδευτικού Ομίλου αναγγέλουν το 1911 τη δημιουργία επιτροπής για την έκδοση «βιβλίων γιατουςέλληνόπαιδες» 18. Με τη γενική εποπτεία του Μανόλη Τριανταφυλλίδη 19 λειτουργεί η «Παιδική Βιβλιοθήκη», η οποία ολοκληρώνει την έκδοση εννέα βιβλίων για τα παιδιά. Σ' αυτά περιλαμβάνονται: «Τα κοράλλια» του Δανού Έβαλτ, σε μετάφραση Αλ. Δελμούζου το 1913, τα οποία χαρακτηρίζονται «παραμυθάκι», και τα «Παραμύθια» επίσης του Έβαλτ σε μετάφραση Δελμούζου το 1915. Τόσο το πρώτο όσο και το δεύτερο είναι φυσιογνωστικού περιεχομένου ιστορίες σύμφωνες με το πνεύμα των δημοτικιστών. Στην ίδια σειρά ανήκει επίσης της Π. Δέλτα το «Παραμύθια και άλλα» (1915) που περιλαμβάνει ιστορίες φρονηματιστικού χαρακτήρα και εκτός «Βιβλιοθήκης» το «Παραμύθι χωρίς όνομα» (1910), μια αλληγορική ιστορία για το ιστορικό παρελθόν της Ελλάδας με εξωτερικά χαρακτηριστικά παραμυθιού. Από όσα μέχρι τώρα εκτέθηκαν φαίνεται ότι ο χαρακτηρισμός παραμύθι δίνεται αδιακρίτως σε παιδικά αναγνώσματα με εύληπτο και παιδαγωγικό περιεχόμενο, χωρίς να πρόκειται υποχρεωτικά για λαϊκά παραμύθια. · Η Π. Δέλτα, που τα βιβλία της χαρακτηρίζονται επιτυχημένα την εποχή
15. Χαρίσιου Παπαμάρκου, Αναλυτικόν πρόγραμμα των μαθημάτων του πλήρους Δημοτικού Σχολείου των Αρρένων κατά τα εκπαιδευτικά νομοσχέδια, Αθήνα 1890, σ. 22. 16. Χαρίσιου Παπαμάρκου, Τα αναγνωστικά..., ό.π.,τ. Β', σ. 412. 17. Ό.π., σ. 377. 18. Δελτίο Εκπαιδευτικού Ομίλου 3 (1911) και Αλ. Δημαρά, «Βιβλία για τα ελληνόπουλα: η παιδική βιβλιοθήκη του Εκπαιδευτικού Ομίλου», συλλογικός τόμος «Μνημοσύνης θρέμματα» - Αφιέρωμα στη μνήμη του Α. Μωραΐτη, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, Αθήνα 1993, σ. 295. 19. Ό.π., σ. 292.
αυτή, ενδιαφέρεται για «δημοτικά παραμύθια που μπορούν να διορθωθούν για παιδιά» 20 , και ζητεί τις υποδείξεις του Δελμούζου, που την παραπέμπει σε συλλογές λαϊκών παραμυθιών της εποχής 21 . Ωστόσο η Π. Δέλτα χαρακτηρίζει το υλικό των «Παραδόσεων» του Πολίτη «βρώμικο ή αχρείο ή κουτό» 22 , εξηγώντας ότι το υλικό αυτό δεν είναι κατάλληλο για παιδιά. Ωστόσο, αν και κάποιοι δεν διέκριναν στο παραμύθι φρονηματιστικό περιεχόμενο και καταλληλότητα, άλλοι θεώρησαν το λαογραφικό υλικό, που ήταν συγκεκριμένο την εποχή αυτή, ως πηγή έμπνευσης για το παιδικό βιβλίο. Η Γαλάτεια Καζαντζάκη στο άρθρο της «Τί διαβάζουν τα παιδιά μας» προτρέπει: «Οι πλούσιοι τόμοι της 'Λαογραφίας' του Ν. Πολίτη θα μάς δώσουν χίλια θέματα για διηγήματα βγαλμένα από τη φυλή μας, από το πνεύμα το ελληνικό [,..]» 23 . Η συνηθέστερη περίπτωση πράγματι είναι ο δανεισμός στοιχείων από το λαϊκό παραμύθι η η ελεύθερη μετάπλαση τους σε παιδαγωγικές ιστορίες. Τέτοια είναι η περίπτωση του Δημοσθένη Ανδρεάδη, ο οποίος το 1914 εκδίδει «Τα παραμύθια της γριάς-Στάθαινας» στα οποία περιλαμβάνονται λαϊκές παραδόσεις και παραμύθια μεταπλασμένα 24 . Παρόμοια συμβαίνει και με το «Σαν παραμύθι» του Α. Δελμούζου (1911), τα «Παιδικά παραμύθια» του Γ. Δροσίνη (3 εκδόσεις) κ.ά. Το 1917 είναι μια χρονιά επιτυχίας για τον εκπαιδευτικό δημοτικισμό. Η κυβέρνηση Βενιζέλου εγκρίνει την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, η οποία περιορίζεται στη δημοτική εκπαίδευση. Με νομοθετικό διάταγμα καθιερώνεται η διδασκαλία της δημοτικής στις τέσσερις πρώτες τάξεις του Δημοτικού Σχολείου και γράφονται τα νέα αναγνωστικά. Τα κορυφαία στελέχη του Εκπαιδευτικού Ομίλου Γληνός, Δελμούζος και Τριανταφυλλίδης τοποθετούνται σε επιτελικές θέσεις του Υπουργείου Παιδείας. Οι επιδιώξεις της νέας ηγεσίας του Υπουργείου Παιδείας διατυπώθηκαν στο πρακτικό της Επιτροπής που συγκροτήθηκε το 1918 για να προχωρήσει στη σύνταξη των αναγνωστικών βιβλίων του Δημοτικού. Τα αναγνωστικά βιβλία πρέπει να έχουν λογοτεχνική αξία, να αναφέρονται στην εθνική ζωή και το φυσικό κόσμο. « Η πραγμάτωσις του εθνικού
2 0 . Αλληλογραφία...,
ό.π.,
σ. 2 1 4 .
21. Ό.π., σ. 215: «Τελειώτερη συλλογή είναι του Jean Pio" έχουν βγη μόνο 100 αντίτυπα και θα τα βρήτε μόνο σε μεγάλη βιβλιοθήκη. Ίσως στο Μόναχο. 2) Hahn: Griechische und Albanesische Märchen 3) Νεοελληνικά ανάλεκτα Παρνασσού (τόμος Β' νομίζω) 4) Κυπριακά Σακελλαρίου 5) Ζωγράφειος αγών 6) Δελτίον Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας τόμος Α' 7) Παραδόσεις Α' τόμος Ν. Πολίτη». 22. Ό.π., σ. 214. 23. Γαλάτεια Καζαντζάκη, «Τι διαβάζουν τα παιδιά μας», Δελτίο Εκπαιδευτικού Ομίλου 3 (1913) 229. 24. Ο Δημ. Ανδρεάδης είναι μέλος της επιτροπής των συγγραφέων του βιβλίου «Το Αλφαβητάρι», βλ. Το Αλφαβητάρι με τον ήλιο, ό.π., σ. κη'-κθ'.
σκοπού [...] ιδιαιτέρως επιτυγχάνεται καιεμμέσωςμετονααντλήσωμεντο περιεχόμενον των βιβλίων κυρίως από την εθνικήν ζωήν, την χώραν καιτην φύσιν της πατρίδος μας, από τα ήθη και τα έθιμα τα ελληνικά, και από τα παραμύθια, τους θρύλους, τις εθνικές παραδόσεις και αμέσως διά καθαρώς φρονηματιστικής και πατριωτικής διδασκαλίας στηριζομένης κυρίως επί της εθνικής ιστορίας» 25 . Στους ίδιους τόνους κινούνται και οι ομιλίες του Δελμούζου προς τους ανώτερους επόπτες και επιθεωρητές των δημοτικών σχολείων (1919) 26 . Το 1919 εκδίδεται το νέο αναγνωστικό της Α' Δημοτικού το γνωστό ως «το Αλφαβητάρι με τον ήλιο». Σ' αυτό, αν και απευθύνεται σε μικρά παιδιά, δεν υπάρχουν αυτούσια λαϊκά παραμύθια αλλά κάποια ιστορία μόνον στο ύφος του λαϊκού παραμυθιού. Αντιθέτως, σε άλλο αναγνωστικό της ίδιας εποχής (Δ' Δημοτικού) της Γαλάτειας Καζαντζάκη υπάρχει μετάπλαση λαϊκών παραδόσεων και παραμυθιών μαζί με άλλες παιδαγωγικού χαρακτήρα ιστορίες. Παράλληλα, συνεχίζεται η έκδοση έντεχνων παραμυθιών και συλλογών λαϊκών παραμυθιών. Στις πρώτες ανήκουν «Οι γύροι της ανέμης» του Γ. Βλαχογιάννη (1923), οι «Παραδόσεις και παραμύθια» της Ιουλίας Δραγούμη (1929) —και οι δύο είναι μέλη του Εκπαιδευτικού Ομίλου— η επανέκδοση των «Παραμυθιών» του Έβαλτ (1935) κ.ά. Από τις συλλογές λαϊκών παραμυθιών ξεχωρίζουν αυτές του R. Dawkins 2 7 , του Δ. Γρ. Καμπούρογλου (1912) και της Α. Αθανασούλα (1929). Το 1927 ο Εκπαιδευτικός Ομιλος διαλύεται αλλά τα μέλη του συνεχίζουν τη δημιουργική τους δράση σε δρόμους χωριστούς. Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1929 αποκατέστησε τη συνέχεια της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας του 1917 που είχε διακοπεί. Το πνεύμα που διέπει την Εκπαίδευση είναι το ίδιο με του 1917, ενώ τα βήματα της προόδου για ένα αστικό σχολείο γίνονται με αργούς ρυθμούς και παλινδρομήσεις. Οι διατάξεις που ισχύουν για το Δημοτικό Σχολείο και τα αναγνωστικά είναι σε γενικές γραμμές οι ίδιες με τα ισχύοντα το 1917 και η χρήση του λαϊκού λόγου και του παραμυθιού ανάλογη.
25. Το Αλφαβητάρι με τον ήλιο, ό.π., σ. 92-93 (Το πρακτικό της επιτροπής του 1918). 26. Αλ. Δελμούζος, Μελέτες και Πάρεργα, 2 τ., Αθήνα 1958: «Πρέπει να χρησιμοποιηθούν οι λαογραφικοί θησαυροί του Πολίτη [...]» και να αξιοποιηθούν από τις δασκάλες του Πειραματικού σχολείου του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, σ. 163' και προς τους συνέδρους του συνεδρίου επιθεωρητών των δημοτικών σχολείων, Αθήνα 1919, «να νιώσουν οι δάσκαλοι την αξία της δημοτικής και ακόμα ότι με την άγνοια η την περιφρόνησή της τ σχολείο δε χάνει μόνο τη γλώσσα του, αλλά και μορφωτικό υλικό πολυτιμότατο για το σκοπό του», από τα «Μαθήματα των ανωτέρων εποπτών», ό.π., σ. 177. 27. Ο R. Μ. Dawkins ασχολήθηκε πολύ νωρίς με το ελληνικό λαϊκό παραμύθι (βλ. «The Twelve Months: A Folk tale from Pontos», Λαογραφία 7 (1923) 285-291) μέσα από τα αρχαιολογικά και γλωσσικά του ενδιαφέροντα. Βασικές συλλογές του: Forty-five stories from the Dodekanese, Cambridge 1950, Modern Greek Folktales, Oxford 1953, More Greek Folktales, Oxford 1953.
Οι δημοτικιστές του εκπαιδευτικού δημοτικισμού, υποστήριξαν την παιδευτική αξία του παραμυθιού. Το χρησιμοποίησαν αυτούσιο, στη λαϊκή του έκφραση, ως μέσο συναισθηματικής διάπλασης αλλά και ως αναγνωστική άσκηση. Η εκτεταμένη μορφή του λαϊκού παραμυθιού αγνοήθηκε από το σχολικό βιβλίο, πιθανώς παραλείφθηκε και από την προφορική αφήγηση του δασκάλου, παρά τις παραινέσεις του Δελμούζου. Ίσως έφταιξε το γεγονός ότι έλειπε μια αυτοτελής πλούσια συλλογή λαϊκών παραμυθιών, που περίμεναν οι δάσκαλοι από τους λαογράφους. Ωστόσο το παραμύθι δάνεισε τη φόρμα και τη δομή του σε έντεχνες ιστορίες που χρησιμοποιήθηκαν για τη μετάδοση απλουστευμένων επιστημονικών γνώσεων στις μικρές ηλικίες. Και πάντως υποστηρίχθηκε από τους δημοτικιστές και στην έντεχνή του μορφή ως εξωσχολικό βιβλίο.
ΠΑΙΔΙ ΚΑΙ ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΣΤΙΣ ΒΕΝΕΤΟΚΡΑΤΟΥΜΕΝΕΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ
ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΠΑΠΑΔΙΑ-ΛΑΛΑ
Οιιστορικέςκατηγορίες «παιδί» και «διοίκηση» στην τυπική μορφή τους εμφανίζονται ασύγχρονες. Χωρίς να λείπουν περιπτώσεις που παιδιά διατέλεσαν επικεφαλής πολιτικών οργανισμών, κυρίως στο πλαίσιο του θεσμού της κληρονομικής διαδοχής 1, η άσκηση εξουσίας, και μάλιστα αιρετής, σπανίως υπήρξε συμβατή προς την παιδική ηλικία. Ειδικότερα στη Βενετία, η επί αιώνες αναλλοίωτη δομή του βενετικού πολιτεύματος, με τα Ισόβια η βραχυχρόνια, αλλά πάντοτε αιρετά και μή κληρονομητά αξιώματα, απέκλειε εκ των πραγμάτων τη διείσδυση στους διοικητικούς μηχανισμούς ατόμων έξω από αυστηρά προκαθορισμένα κατώτερα όρια ηλικίας 2 . Πρόκειται για πάγια αρχή, που απαρέγκλιτα εφαρμόσθηκε σε όλο το φάσμα της διοικητικής Ιεραρχίας στη μητροπολιτική περιφέρεια και αυτούσια μεταφυτεύθηκε στο βενετικό αποικιακό κράτος στην Ανατολή. Κάτω από τους όρους αυτούς το θέμα «παιδί» 3 και «διοίκηση» 4 στο βε-
1. Βλ. Jacques Le Goff, «Ο βασιλιάς παιδί στη μοναρχική ιδεολογία της Μεσαιωνικής Δύσης» (Μετάφραση: Ν. Μαυροκορδόπουλος, Β. Πάτσιου, Ρ. Μπενβενίστε και Π. Πολέμη), Ιστορικότητα της παιδικής ηλικίας και της νεότητας. Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου, Αθήνα 1-5 Οκτωβρίου 1984, τ. Α', Αθήνα 1986, σ. 227-248. 2. Για το βενετικό πολιτικό σύστημα και ειδικότερα τη βενετική πολιτική θεωρία, καθώς και την επίδρασή τους στον ευρωπαϊκό χώρο, βλ., ενδεικτικά, Myron Gilmore, «Myth and reality in Venetian political theory», Renaissance Venice, edited by J. R. Hale, Λονδίνο 1973, σ. 431-444, και William Bouwsma, «Venice and the political education of Europe», στο ίδιο, σ. 445-466. 3. Για την παιδική ηλικία βλ. Φιλίπ Αριές, Αιώνες παιδικής ηλικίας, Αθήνα 1990 (μετάφραση με ορισμένες συντομεύσεις από τα γαλλικά της ΓιούληςΑναστοπούλουτου πρωτοτύπου: Philippe Ariès, L'enfant et la vie familiale sous Γ Ancient Regime, Παρίσι 2 1973), Ιστορικότητα της παιδικής ηλικίας..., ό.π.Ειδικότερα για τη θέσητουπαιδιούστο χώρο της ελληνοβενετικής Ανατολής βλ. Χρύσα Α. Μαλτέζου, «Το παιδί στην κοινωνία της βενετοκρατούμενης Κρήτης», Κρητικά Χρονικά 27 (1987) 214-227. 4. Για το διοικητικό σύστημα στις βενετοκρατούμενες ελληνικές περιοχές βλ. συνθετικά, Αγγελική Πανοπούλου, «Οι Βενετοί και η ελληνική πραγματικότητα. Διοικητική,
βενετοκρατούμενοελληνικό χώρο ουσιαστικά περιορίζεται στο ζήτημα της προετοιμασίας ενός παιδιού για την ανάληψη διοικητικών ευθυνών και συνδέεται άρρηκτα με το βενετικό πολιτικοκοινωνικό σύστημα, και μάλιστα με τα ιδιόμορφα στοιχεία της εφαρμογής του στις κτήσεις. Χαρακτηριστικό γνώρισμα του συστήματος, σε σχέση με το ερευνητικό ζητούμενο, υπήρξε η σταδιακή απαγόρευσησυμμετοχής του ατόμου στην άσκηση διοίκησης, αν προηγουμένως δεν παρεμβαλλόταν μια ενδιάμεση διαδικασία, αυτή της αναγνώρισής του ως μέλους των κατά περιοχές ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων και, συνακολούθως, της εισαγωγής του στα τοπικά κοινοτικά όργανα, υπό την επωνυμία των συμβουλίων η κοινοτήτων. Επομένως, στους δυο κυρίους ερευνητικούς άξο νες, «παιδί» και «διοίκηση», προστίθεται ένας τρίτος, εκείνος των οργανωμένων συλλογικών σωμάτων, που τα μέλη τους, αυτά και μόνο, μπορούσαν να μετέχουν στα διοικητικά πράγματα. Στη συνέχεια και πριν από την τελική σύνθεση των τριών παραμέτρων, «παιδί», «συλλογικά σώματα», «διοίκηση», σε ένακοινό σχήμα, θα επιχειρηθεί η συνοπτική παρουσίαση ορισμένων κύριων χαρακτηριστικών τους. Καταρχάς, η κατηγορία του παιδιού ως μελλοντικού διαχειριστή της εξουσίας, οποιουδήποτε βαθμού, δεν κάλυπτε το σύνολο των μελών της κοινωνίας που διένυαν το στάδιο της παιδικής ηλικίας, αλλά περιοριζόταν περίπου στο ήμισύ τους, καθώς πρόσβαση στους διοικητικούς μηχανισμούς είχαν μόνο οι άρρενες. Επομένως, το παιδί θηλυκού φύλου στη συγκεκριμένη περίπτωση μένει έξω από το ερευνητικό ενδιαφέρον μας 5 . Α π ό την άλλη πλευρά, τα χρονικά όρια της «παιδικής ηλικίας» και των ενδιάμεσων σταδίων ως και την «ενηλικιότητα», σε σχέση με διάφορα επίπεδα αναφοράς, υπήρξαν ασαφή και όχι ενιαία κατά τόπους και εποχές. Συμβατικά, στο βενετοκρατούμενο ελληνικό χώρο η «παιδική ηλικία» για τα άρρενα μέλη της κοινωνίας έληγε στα δεκατέσσερα χρόνια τους. Ωστόσο, τα αγόρια σε ορισμένες περιοχές θεωρούνταν στρατεύσιμοι και υποχρεώνονταν να υπηρετούν στα σώματα των τοπικών πολιτοφυλακών από τα δώδεκα μόλις χρόνια, ενώ η καθεαυτή ενηλικιότητα τοποθετούνταν γενικά στο 18ο ετος 6 . Α π ό την άλλη, θεσμοθετημένο κατώτερο
με
εκκλησιαστική, οικονομική οργάνωση — Η διοικητική οργάνωση ελληνικού χώρου», Όψεις της Ιστορίας του βενετοκρατούμενου ελληνισμού. Αρχε κμήρια, επιστημονική επιμέλεια Χρύσα Α. Μαλτέζου, Αθήνα 1993, σ. 281-288. ΣτΙς σ. 306-313 επιλογή της σχετικής βιβλιογραφίας. 5. Για τη θέση της γυναίκας στον υπό εξέταση χώρο βλ. Χρύσα Α. Μαλτέζου, «Η παρουσία της γυναίκας στις νοταριακές πράξεις της περιόδου της Βενετοκρατίας», Κρητολογία 16-19 (1983-1984) 62-79, και της ίδιας, «Η γυναίκα στη βενετοκρατούμενη Κρήτη βάση τις νοταριακές πηγές», Αρχαιολογία 21 (Σεπτέμβριος-Νοέμβριος 1986) 37-40. 6. Βλ. Χρύσα Α. Μαλτέζου, «Το παιδί...», ό.π., 215-216, όπου και αναλυτικότερα στοιχεία για την περίοδο της «παιδικής ηλικίας» και της «νεότητας» των αγοριών. Ειδικά
όριο ηλικίας για τη συμμετοχή του ατόμου στα διοικητικά πράγματα και στην ευρύτερη πολιτική ζωή δεν υφίσταται. Στην πραγματικότητα, όμως, αυτό ενυπήρχε, καθώς ταυτιζόταν με εκείνο της εισαγωγής του στο συλλογικό σώμα, που τα μέλη του, κατ' αποκλειστικότητα, είχαν το νομικό δικαίωμα του διοικείν. Πρόκειται για τη θεσμική διαδικασία της επίσημης απονομής του οικογενειακού η μή τίτλου ευγένειας η αστικότητας, ανάλογα με την περιοχή, και τη συνακόλουθη ένταξη του νέου «τιτλούχου» στα τοπικά συμβούλια η στις τοπικές κοινότητες. Ανατολής, δημιουργημένα κατ' αναλογία με το Μείζον Συμβούλιο της Μητρόπολης, περιέλαβαν στους κόλπους τους λιγοστές οικογένειες των εγχώριων κοινωνιών, συντελώντας, έτσι, στη διαμόρφωση ενός κλειστού, ισόβιου και κληρονομικού κοινωνικού καθεστώτος, συχνά ανεξάρτητου από τη συγκυριακή οικονομική θέση τους. Συστατικό στοιχείο της λειτουργίας των σωμάτων αυτών αποτελούσε η δυνατότητα πρόσβασης των μελών τους στους διοικητικούς μηχανισμούς, τα «πολιτικά δικαιώματα», δηλαδή το δικαίωμα να απευθύνονται συλλογικά στις βενετικές Αρχές, να εκλέγουν τους αξιωματούχους της τοπικής διοίκησης και να εκλέγονται οι ίδιοι στα κυριότερα από τα τοπικά αξιώματα 7 . Κατ' ακολουθία με το μητροπολιτικό και το κατά περιοχές κοινωνικό σχήμα, και η διοίκηση στο βενετοκρατούμενο ελληνικό χώρο χωρίσθηκε σε δύο επίπεδα: Στο ανώτερο, στο οποίο μετείχαν αποκλειστικά μέλη του βενετικού Μείζονος Συμβουλίου, και στο κατώτερο, που περιλάμβανε τη σειρά των έμμισθων και άμισθων αξιωμάτων, στην άσκηση των οποίων μετείχαν εγχώριοι, αποκλειστικά από το ολιγάριθμο προνομιούχο στοιχείο των ενταγμένων στα κατά τόπους συλλογικά σώματα, συμβούλια η κοινότητες 8. Με το δεδομένο αυτό γίνεται φανερό ότι η κατηγορία «παιδί», στην προοπτική της μελλοντικής ανάληψης διοικητικών καθηκόντων, εμφανίζεται αριθμητικά εξαιρετικά περιορισμένη. Οριοθετείται μέσα στον κύκλο των αρρένων ανήλικων μελών των ευάριθμων οικογενειών, που ανήκαν στους θεσμοθετημένους συλλογικούς φορείς των βενετικών κτήσεων στην Ανατολή, σε ένα ταξικά διαχωρισμένο σχήμα,
για τις ηλικίες ένταξης στις πολιτοφυλακές βλ. Ιωάννης Δ. Ψαράς, Ο θεσμός της πολιτοφυλακής στις βενετικές κτήσεις του ελληνικού χώρου ( 16ος-18ος αι.), Θεσσαλονίκη 1988, σ. 16,33. 7. Συνοπτικά για το θεσμό των συμβουλίων και κοινοτήτων βλ. Αναστασία Παπαδία-Λάλα, «Οι Έλληνες και η βενετική πραγματικότητα. ιδεολογική και κοινωνική συγκρότηση — Η κοινωνία», στο Όψεις..., ό.π., σ. 186-190. Στις σ. 208-214 επιλογή της σχετικής βιβλιογραφίας. 8. Βλ. Αγγελική Πανοπούλου, ό.π.
που υπερέβαινε και συνάμα συνένωνε τις, τυχόν, εθνικές και δογματικές διαφορές τους 9 .
υπέθετε την πλήρωση των όρων συμμετοχής του στα τοπικά συλλογικά σώματα. Οι όροι αυτοί συνδέονταν όχι με προσωπικές πνευματικές η και σωματικές ικανότητες, αλλά με στοιχεία άνωθεν προσδιορισμένακαιανυπέρβλητααπό το «άτομο»: το κοινωνικό καθεστώς της οικογένειάς του και τη «νομιμότητα» του γάμου από τον οποίο είχε προέλθει, με το συνακόλουθοαποκλεισμόαπό την τοπική κοινοτική οργάνωση των νόθων 10 . Η πιστοποίηση των παραπάνω γινόταν με βάση αποδεικτικά έγγραφα, που όφειλαν να έχουν συνταχθεί υπέρ των υποψηφίων κατά την παιδική ηλικία τους αλλά και πριν ακόμη από τη γέννηση τους, με τη μέριμνα των γονέων και κηδεμόνων τους. Μεταξύ αυτών, κύρια θέση κατείχαν οι καταγραφές τόσο των γάμων των ήδη μελών των συλλογικών σωμάτων όσο και των γεννήσεων και των βαπτίσεων των παιδιών τους σε ειδικά επίσημα βιβλία. Καθυστερήσεις η παραλείψεις στις καταγραφές μπο ρούσαν να αποβούν μοιραίες για τη μετέπειτα κοινωνική θέση του παιδιού, με αποτέλεσμα τον αποκλεισμό του από τη δυνατότητα μελλοντικής συμμετοχής του στα τοπικά διοικητικά πράγματα. Χαρακτηριστικά, ο Βιτσέντζος Κορνάρος του Ιακώβου, ο πιθανολογούμενος ως ο ποιητής του «Ερωτόκριτου», από τη μεγάλη ευγενή βενετοκρητική οικογένεια των Κορνάρων, κινδύνευσεναμην ενταχθεί στην ευγένεια, καθώς γεννήθηκε στα 1553 στην Τραπεζόντα, χωριό της Σητείας, μακριά από το διοικητικό κέντρο του Χάνδακα, και ο θάνατος του πατέρα του, λίγες ημέρες μετά τη γέννησή του, δεν επέτρεψε την καταγραφή της, σύμφωνα με τις νόμιμες διατάξεις. Ένδεκα χρόνια αργότερα,στα 1564, ο μεγαλύτερος αδελφός του Ιωάννης Φραγκίσκος, μετά και τη δική του ενηλικίωση, μερίμνησε ώστε να κινηθεί η σχετική διαδικασία της «νομιμοποίησης» του Βιτσέντζου, που ολοκληρώθηκε μόλις στα 1566, με την παρέμβαση καιτουάλλουαδελφούτου, του Ανδρέα, γνωστού λογίου και ιδρυτή της Ακαδημίας των Stravaganti στο Χάνδακα 11 . συστηματοποιήθηκαν στα τέλη του 16ου αιώνα, στο πλαίσιο των προσπαθειών
9. Βλ. Νικόλαος Μ. Παναγιωτάκης, «Ο ποιητής του " Ερωτοκρίτου"», Πεπραγμένα του Δ' Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου (Ηράκλειο 29.8-3.9.1976), τ. Β', Αθήνα 1981, σ. 331-338 (αναδημοσίευση στο: Ο ποιητής του «Ερωτοκρίτου» και άλλα βενετό κρητικά μελετήματα, Ηράκλειο 1989, σ. 259-266). 10. Για τα νόθα παιδιά και τη θέση τους στην κρητική κοινωνία βλ. Χρύσα Α. Μαλτέζου, «Το παιδί...», ό.π., σ. 220-222. Βλ. ακόμη, Αναστασία Παπαδία-Λάλα, Ευαγή και νοσοκομειακά ιδρύματα ατή βενετοκρατούμενη Κρήτη, Βενετία 1996, σ. 115-116. 11. Βλ. Νικόλαος Μ. Παναγιωτάκης, ό.π., σ. 342-343, 356-372 και 270-271, 284-300.
για πλέον ορθολογική οργάνωση των κοινοτικών θεσμών σε ολόκληρο σ το βενετοκρατούμενο ελληνικό χώρο. Χαρακτηριστικά, στα 1590 στην Κ ορίσθηκε η αυστηρή κωδικοποίηση των παλαιότερων αποσπασματικών διατάξεων. Σύμφωνα με αυτήν, στο εξής οι πράξεις των γάμων των Βενετών ευγενών του νησιού και των γεννήσεων-βαπτίσεων των παιδιών τουςθαέπρεπενα καταχωρίζονται κατά πόλεις σε βιβλία από περγαμηνή,πουαποστέλλονταναπό τη Βενετία και φυλάσσονταν στις τοπικές γραμματείες. Επιπλέον, οι π θα καταγράφονταν και σε ειδικά τετράδια, τα οποία μετά τη λήξη της θ τους οι ανώτατοι αξιωματούχοι των κτήσεων μετέφεραν στη Μητρόπολη και κατέθεταν στην αρμόδια υπηρεσία. Σύμφωνα με τις βενετικές διατάξεις, οι γάμοι δηλώνονταν υποχρεωτικά, ανάλογα με την περιοχή, σε διάστημα από 40 ως 55 ημέρες από την τέλεσή τους στις εκεί ανώτατες βενετικέςΑρχές, την παρουσία τεσσάρων μαρτύρων, που είχαν παρευρεθεί στο γεγονός,κ έγκυρη καταγραφή της πράξης στα βιβλία προϋπέθετε την προσυπογραφή της σε διάστημα ενός μήνα από Βενετούς αξιωματούχους, που ήταν παρόντε δήλωση. Ειδική διαδικασία ενώπιον Βενετών αξιωματούχων στην πόλη του Χάνδακα προβλεπόταν σε περίπτωση που η νύφη ήταν μη ευγενής, αλλά όχι και ταπεινής καταγωγής, ενώ, αν ανέκυπταν αμφισβητήσεις ως προς το κοινωνικό καθεστώς αυτής, η υπόθεση παραπεμπόταν στους Avogadori της Βενετίας. Αντιστοίχως καιαφούείχε προηγηθεί η βάπτιση, μέσα στα ίδια χρονικά όρια καιενώπιοντωνίδιων Βενετών αξιωματούχων και τεσσάρων μαρτύρων, δ λώνονταν και καταγράφονταν στα ορισμένα βιβλία οι γεννήσεις των παιδιών των Βενετών ευγενών της Κρήτης. Σε περίπτωση μη έγκαιρης δήλωση τηναναγνώρισητουκαθεστώτος του παιδιού προβλεπόταν, σε αποκλειστικ και πάλι προθεσμίες, η δυνατότητα προσφυγής σε Βενετούς αξιωματούχου κτήσεων και σε δεύτερο βαθμό στους Avogadori της Βενετίας 12 . Η συστηματοποίηση των καταγραφών στα 1590, καθώς και η συλλογή των διατάξεων γιατηνευγένεια,πουπραγματοποιήθηκε με δουκική εντολή στα 1596 13 , συ τειναν στη διασφάλιση της «καθαρότητας» της κοινωνικής κατηγορίας των Βενετών ευγενών. Κυρίως, όμως, κατοχύρωναν τα μελλοντικά δικαιώματα των
12. Τα στοιχεία για τα βιβλία γάμων και γεννήσεων-βαπτίσεων στην Κρήτη έχουν ληφθεί από τη μελέτη της Ασπασίας Παπαδάκη, «Οι Βενετοί ευγενείς της Κρήτης κατά το 16ο αιώνα (εξασφάλιση τίτλων»), Πεπραγμένα του ΣΤ' Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου, τ. Β', Χανιά 1991, σ. 431-438. 13. Βλ. στο ίδιο, σ. 437. Η συλλογή των νόμων περί ευγένειας του 1596 παρουσιάσθηκε εκτενέστερα από την Ασπασία Παπαδάκη σε ανακοίνωσή της στο Η' Διεθνές Κρητολογικό Συνέδριο, Ηράκλειο, 9-14 Σεπτεμβρίου 1996, με τίτλο: «Συλλογή διατάξεων για τη βενετική ευγένεια στη βενετοκρατούμενη Κρήτη» (υπό εκτύπωση στα Πρακτικ Συνεδρίου).
γόνων τους στην ανώτερη βαθμίδα της κοινωνικής Ιεραρχίας και, παράλληλα, στηνάσκησητηςδιοίκησης.
καιαπόάλλεςπεριοχές της ελληνοβενετικής Ανατολής. Ενδεικτικά, στην Κ κυρα, μεταξύ των κριτηρίων ένταξης στο Γενικό Συμβούλιο του νησιού, στα 1599 θεσπίσθηκε ο αποκλεισμός των νόθων. Προς απόδειξη της γέννησης των υποψήφιων μελών από νόμιμο γάμο, ορίσθηκε και στην περίπτωση αυτή η καταγραφή των γάμων των Κερκυραίων πολιτών και των βαπτίσεων των παιδιών τους σε ειδικά βιβλία που τηρούσαν ο πρωτοπαπάςκαιοιεφημέριοιτων ενοριών, ενώ σε άλλο βιβλίο ο γραμματέας του Συμβουλίου όφειλε να καταγράφει τις γεννήσεις που συνέβαιναν στην αλλοδαπή 14 . Σύμφωνα με το βενετικό σύστημα, τα άρρενα τέκνα των μελών των συλλογικών σωμάτων, συμβουλίων-κοινοτήτων, μπορούσαν να υποβάλουν αίτηση εισαγωγής τους στους κόλπους τους, προσκομίζοντας τα προβλεπόμενααπότο νόμο πιστοποιητικά, μετά την πλήρωση των κατά περιοχές θεσπισμένων κατώτερων ορίων ηλικίας. Τα όρια αυτά, όπως άλλωστε και τα ίδια τα κριτήρια εισαγωγής, δεν υπήρξαν ενιαία σε όλες τις βενετικές κτήσεις της Ανατολής και διαμορφώθηκαν σταδιακά, με βάση τις τοπικές πραγματικότητες. Ωσ στη συνηθέστερη εκδοχή κυμαίνονταν μεταξύ των 20 και 25 ετών 1 5 . Ενδ ρον παρουσιάζει η σπάνια περίπτωση υπέρβασης των επίσημων κανόνων, λόγω ατομικών επιδόσεων, αλλά πάντοτε μέσα στον κύκλο της δεδομένης κοινωνικής οργάνωσης. Ενδεικτικά, τουλάχιστον από το 17ο αιώνα και πέρα, η παιδεία εμφανίζεται να ανάγεται σε κοινωνική και ηθική αξία, που ακολούθως αναγνωρίζεται και σε θεσμικό επίπεδο. Έτσι, στο Γενικό Συμβούλιο της Κέρκυρας παρεισάγονταν όλα τα παιδιά των «ευγενών», που είχαν συμπληρώσει το εικοστόέτοςτηςηλικίας, καικατ' εξαίρεση και οι νεότεροι, κάτοχοι του πανεπιστημιακού τίτλου του διδάκτορα, με την αιτιολογία ότι«τηνέλλειψη τηςηλικίας αναπλήρωνε το πλεονέκτημα της μάθησης» 18 . Α π ό την άλλη, πρέπει να επισημανθεί ότι λιγοστοί, έστω, κάτοικοι των βενετοκρατούμενων ελληνικών περιοχών αποκτούσαν το δικαίωμα συμμετοχής τους στα διοικητικά πράγματα σε μεγαλύτερη ηλικία, μέσω της κατάκτησης ενός τίτλου ευγένειας είτε με εξαγορά είτε κατ' απονομή, λόγω εξαιρετικών
14. Βλ. Ερμάννος Λούντζης, Η Ενετοκρατία στα Εφτάνησα (φωτομηχανική ανατύπωση του πρωτοτύπου με τίτλο: Περί της πολιτικής καταστάσεως της Επτανήσου επί Ενετών, Αθήνα 1856), Αθήνα 1969, σ. 116. 15. Ενδεικτικές είναι αντιστοίχως οι περιπτώσεις της Κέρκυρας (βλ. Ερμάννος Λούντζης, ό.π., σ. 120) και της Κύπρου (βλ. Αικατερίνη Χ. Αριστείδου, Ανέκδοτα έγγραφα τη Κυπριακής Ιστορίας από το Αρχείο της Βενετίας, τ. Α'(1474-1508), Λευκωσία 1990, σ. 90). 16. Βλ. Ερμάννος Λούντζης, ό.π., σ. 119-120.
υπηρεσιών προς την Πολιτεία, η και με την εκλογή τους σε χηρεύουσες θέσεις στις τοπικές κοινότητες 17 . Α π ό το σημείο της ένταξης στα συλλογικά σώματα και πέρα, η γενική δυνατότητα της πρόσβασης στη διοίκηση προσέκρουε σε νέα σειράορίωνηλικίας, τα οποία εξειδικεύονταν κατά αξίωμα. Στις κοινωνίες της ελληνοβενετικής Ανατολής, που περιέβαλλαν την ωριμότητα ως προς την ηλικία με ιδιαίτερη εκτίμηση, η βαρύτητα κάθε διοικητικής θέσης διαμόρφωνε αναλόγως και τούψοςτωνκατώτερων ηλικιών για την κατάληψή της 1 8 . Ακολούθως, τα αιρετάκαι,συνήθως, βραχυχρόνια τοπικά διοικητικά αξιώματα, πολιτικά, στρατιωτικά, οικονομικά, δικαστικά, καθώς δεν απαιτούσαν ειδική επαγγελματική κατάρτιση, θεωρητικά μπορούσαν να ασκηθούν εναλλακτικά και διαδοχικά από όλα τα μέλη των τοπικών συμβουλίων-κοινοτήτων. Σύμφωνα, ωστόσο, με τελευταίες έρευνες, κατά τη διαδικασία των εκλογών σημαίνοντα ρόλο διαδραμάτιζε ένας άλλος σημαντικός «συλλογικός» παράγοντας, η αριθμητική και πολιτική δύναμη των οικογενειών-μελών του εκλογικού σώματος,πουευλόγως προωθούσαν όσους ανήκαν στους κόλπους τους. Έτσι, μέσα στα ήδη ασφυκτικά όρια της δεδομένης κλειστής κοινοτικής οργάνωσης αναφαίνεται ένα νέο δυναμικό, μη θεσμοθετημένο μόρφωμα, όπως η «οικογένεια», που και αυτό,μετη σειρά του, περιόριζε τις δυνατότητες δράσης και ανάδειξης του μεμονωμένου
ατόμου στο διοικητικό πεδίο 19 . Συμπερασματικά, στις βενετοκρατούμενες ελληνικές περιοχές η προετοιμασία για την ένταξη ενός παιδιού στη διοίκηση αφορούσε ευάριθμο τμήμα του εκ «νομίμου γάμου» προερχόμενου άρρενος πληθυσμού από συγκεκριμένα κοινωνικά στρώματα, και μάλιστα από τις Ισχυρότερες οικογένειες. Το παιδί που πληρούσε λόγω καταγωγής τους όρους αυτούς ήταν προορισμένο αλλά και υποχρεωμένο να ασκήσει μελλοντικά διοίκηση, σε μια αργή πορείααναμονώνκαι αποκλεισμών. Μέσα στα περιορισμένα πλαίσια του ολοένα και πιο κλειστού, ολιγάνθρωπου αυτού κύκλου, δινόταν πλέον η δυνατότητα ανάδειξης στα διοικητικά πράγματα και της «προσωπικότητας», του άριστου μεταξύ των ίσων, με κριτήρια τα ιδιαίτερα, έμφυτα η καλλιεργημένα από την παιδική ηλικία του
17. Στο ίδιο, σ. 142-149. 18. Ενδεικτικά βλ. στο ίδιο, σ. 126-129. 19. Για τη σχέση κερκυραϊκών οικογενειών, μελών της τοπικής κοινότητας,μετη διοίκηση, και μάλιστα με ειδικές κατηγορίες αξιωμάτων, βλ. Νίκος Καραπιδάκης, «Η κερκυραϊκή ευγένεια των αρχών του ιζ' αιώνα», Τα Ιστορικά 2, τχ. 3 (1985) 115-122,καιΤου ίδιου [ = Nicolas Karapidakis], Civis fidelis. L'avènement et l'affirmation de la citoyenneté corfiote ( XVIème-XVIIème siècles), Frankfurt am Main 1992, σ. 223-259. Βλ., ακόμη,ΑναστασίαΠαπαδία-Λάλα, «Το Συμβούλιο των Δεκαοκτώ στον Χάνδακα. Συμβολή στη διοικητική και κοινωνική Ιστορία της βενετοκρατούμενης Κρήτης», στο Άνθη Χαρίτων, Βενετία 1998, σ. 520.
ατομικά χαρίσματα, τις δεξιότητες, τη μόρφωση, το ήθος, την οξύνοια. Για τα υπόλοιπα —και περισσότερα— μέλη της κοινωνίας η πρόσβαση στη διοίκηση ήταν απαγορευμένη και τα ανυπέρβλητα θεσμικάεμπόδιαταέστρεφανπρος άλλες κατευθύνσεις, προκαθορίζοντας το διαφορετικό ρόλο τους στο κοινωνικό γίγνεσθαι από τα πρώτα κιόλας στάδια της ζωής τους.
ΟΙ ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΙ ΧΡΟΝΟΙ Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ (ΧΙΟΣ 17ος-18ος αι.)
ΜΙΧΑΗΛ ΒΑΡΛΑΣ
Η διαδικασία οργάνωσης της κοινωνίας με βάση τον ενιαίο γραμμικό χρόνο 1 μας κληροδότησε την ανάγκη του προσδιορισμού της νεότητας σε σχέση με τη συσσώρευση ετήσιων κύκλων στην πλάτη μιας πληθυσμιακής ομάδας που δημογραφικά θα μπορούσε να αποτελεί μία η περισσότερες κοόρτεις 2 . Η καθολική εκπαίδευση, η γραφειοκρατική οργάνωση, η στρατιωτική θητεία ορίζουν για τους νέους τα πλαίσια αναγνώρισης μιας σειράς κοινών εμπειριών τα οποία δίνουν τ η θέση τους σε πρότυπα κατανάλωσης, οργανωσιακά μοντέλα αστικών (προσκοπικών) η ριζοσπαστικών (κομμουνιστικών) ομάδων, μουσικά ρεύματα 8 .
1. Norbert Elias, On Time. An Essay (1987), Oxford, Basil Blackwell, 1992. Β. Adam, Time and Social Theory, Cambridge, Polity Press, 1990. Ιωάννα Καυτατζόγλου, Ο κύκλος και η γραμμή. Οψεις του κοινωνικού χρόνου, Αθήνα, Εξάντας, 1995. 2. Η ανακοίνωση οφείλει πολλά στο έργο του Michael Mitterauer και της Tamara Hareven, όπως επίσης στις εργασίες που έχουν δημοσιευθεί στη σειρά του Ιστορικού Αρχείου Ελληνικής Νεολαίας, ιδιαίτερα τα Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου Ιστορικότητα της παιδικής ηλικίας και της νεότητας, Αθήνα 1-5 Οκτωβρίου 1984, Α-B, Αθήνα 1986. Για τους ορισμούς της νεότητας και τα χρονικά όριά της βλ. Michael Mitterauer, Sozialgeschichte der Jugend, Φρανκφούρτη/Μάιν, Suhrkamp, 1986, ιδιαίτερα τα κεφάλαια I και II. Για τη χρήση όρων όπως οι κοόρτεις βλ. Hareven Tamara, «Cycles, Courses and Cohorts: Reflections on Theoretical and Methodological Approaches to the Historical Study of the Family Development», Journal of Social History 12.1 (1978) 97-109 και Louis Henry, Population. Analysis and Models, Λονδίνο 1976. Για τη χρήση της κοόρτης ως κατηγορίας ανάλυσης για τη μελέτη ενός ελληνικού πληθυσμού στην πορεία του χρόνου βλ. Ματούλα Τομαρά Σιδέρη - Νίκος Σιδέρης, Συγκρότηση και διαδοχή των γενεών στην Ελλάδα του 19ου αιώνα. Η δημογραφική τύχη της νεότητας, Αθήνα, ΙΑΕΝ αρ. 4,1986. 3. Για την εξέλιξη της νεότητας ως έννοιας και ως κοινωνικής ομάδας στην νεότερη Ευρώπη βλ. John Gillis, Youth and History. Tradition and Change in European Age Relations 1770-Present, London-New York, Academic Press, 1974. Για τη σύνδεση στη σύγχρονη εποχή της έννοιας της νεότητας με την έννοια της γενιάς βλ. Mitterauer, ό.π., σ. 247 κ.ε. Για έναν ορισμό της γενιάς βλ. Gert Dressel - Günter Müller, «Nachwort. Neun Lebensbilder-Eine Generation?», στο Gert Dressel - Günter Müller (εκδ.), Geboren 1916. Neun Lebensbilder-Eine Generation, Βιέννη-Κολωνία-Βαϊμάρη, Boehlau Verlag, 1996 (σειρά Damit es nicht verlorengeht... 38), σ. 372 κ.ε. Ένα καλό παράδειγμα
Πίσω από τις επιμέρους διαφορές μπορούμε να διακρίνουμε μια κοινή συνιστώσα. Η νεότητα δεν ορίζεται παρά μόνο συγκυριακά και επιφανειακά καθεαυτήν (an sich). Περισσότερο ορίζεται σε σχέση με μια ειδική θέση απέναντι στις άλλες ηλικιακές κατηγορίες που διατηρούν τα δικά τους βιολογικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά. Η αναγνώριση κοινών χαρακτηριστικών σε ομάδες με κοντινή χρονολογία γέννησης μπορεί να παρατηρηθεί σε πολλές ιστορικές εποχές. Οι ανθρωποι επιχειρούν να κανονικοποιήσουν τα χρονικά όρια κάθε ηλικίας (στην αρχική σημασία του όρου = ηλικιακή φάση) και να αποδώσουν σε κάθε μια από αυτές ψυχικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά που πρέπει να αναμένονται για κάθε μέλος της αντίστοιχης ομάδας. Σωματικά χαρακτηριστικά, όπως η τριχοφυία, η μυοσκελετική ανάπτυξη κ.ά., αποτελούν ενδείξεις για την κατάταξη σε ηλικιακές κλάσεις, προτού μια αυστηρή γραφειοκρατική καταγραφή να μπορέσει να οριοθετήσει τις ηλικιακές ομάδες με βάση την απόλυτη χρονολογική αρίθμηση 4 . Στην υστεροβυζαντινή και την οθωμανική περίοδο για τους ελληνικούς πληθυσμούς μπορούμε να αποδώσουμε την έλλειψη γραφειοκρατικά οργανωμένων στοιχείων σε ατυχή σύμπτωση και όχι στην αδιαφορία των αντίστοιχων κοινωνιών για τον προσδιορισμό ηλικιακών ομάδων. Δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ολόκληρο το φάσμα των κοινωνικών και τοπικών υποομάδων είχε γνώση των στοιχείων που ανακαλύπτει η έρευνα σήμερα. Στην καμπή όμως από το 17ο στο 18ο αιώνα οι πληθυσμοί με μια γραπτή —ελληνική κυρίως— κουλτούρα διαθέτουν τη δυνατότητα μιας σχηματικής αναπαράστασης της ακολουθίας των ανθρωπίνων ηλικιών με σαφή χρονικά όρια, που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί για την καταγραφή και τη γραφειοκρατική διαχείριση στοιχείων για δημοσιονομικούς και διοικητικούς σκοπούς. Τα νομικά κείμενα της μεταβυζαντινής περιόδου παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον γιατί αποτυπώνουν και διαμορφώνουν συγχρόνως μια αντίληψη για
συνεξέτασης των ιδεών για μια ηλικιακή ομάδα και της ιστορικής της πορείας είναι το βιβλίο του Hugh Cunningham, Children and Childhood in Western Society since 1500, London & New York, Longman, 1995. 4. Ένα παράδειγμα ηλικιακής κλίμακας από την αρχαιότητα από τον J. Fr. Boissonade (εκδ.), «Περί των Ηλικιών του Ανθρώπου», στο Anecdota Graeca e codicibus Regiis, II, Hildesheim, Georg Olms Verlagsbuchhandlung, 1982, σ. 454-457. Για το Βυζάντιο βλ. Αντωνία Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες στη βυζαντινή κοινωνία. Η κλίμακα των η λικιών από τα αγιολογικά κείμενα της μέσης εποχής (7ος-11ος αι.), Αθήνα, ΙΛΕΝ αρ. 30, 1997, όπου περιλαμβάνεται η προγενέστερη βιβλιογραφία. Η αποφασιστική τομή είναι η κανονική απογραφή του πληθυσμού με στατιστικές μεθόδους. Για το ξεκίνημα της Στατιστικής στην Ελλάδα βλ. Στατιστική της Ελλάδος. Πληθυσμός του έτους 1861, Προλεγόμεναεπιμέλεια ανατύπωσης Γιάννης Μπαφούνης, Αθήνα, ΕΜΝΕ, Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα ΕΤΒΑ, 1991, σ. 9-27, όπου και η σχετική βιβλιογραφία.
τα όρια και τα χαρακτηριστικά των ηλικιακών φάσεων. Ας στρέψουμε την προσοχή μας στις διάφορες εκδοχές της Εξαβίβλου, νομικής συναγωγής αρκετά διαδεδομένης κατά την Τουρκοκρατία και σε ελληνικά συμπιλήματα που επεξηγούν το οθωμανικό [κληρονομικό] δίκαιο, όπως αυτό που δημοσίευσε ο Γκίνης 5 . Οι αναφορές στην παιδική και νεανική ηλικία αφορούν σε τρία ζητήματα κυρίως. Πρώτον στο ζήτημα της νομικής ευθύνης και της ικανότητας προς δικαιοπραξία, σημαντικό για μια κουλτούρα που διαφυλάττει κεντρική θέση στους νοταρίους και στην πράξη της καταγραφής των ιδιωτικών συμφωνιών6. Η συνηθισμένη διάκριση σε ανευθυνότητα, περιορισμένη και πλήρη ευθύνη και ικανότητα προς δικαιοπραξία αντιστοιχεί στις τρεις ηλικιακές φάσεις, ανήλικος, αφήλικος και ενήλικος που για τους άρρενες κλιμακώνονται από τα 6 ή 7 στα 14 και τα 25 ετη 7 . Στα νοταριακά έγγραφα της περιόδου που μας ενδιαφέρει παραμένει αδιευκρίνιστο εάν η χειραφέτηση των νέων επικυρώνεται από μια ειδική δικαιοπραξία. Μεταγενέστερα έγγραφα μαρτυρούν την ισχύ της πατρικής εξουσίας και ευθύνης αντί των υιών σε ποινικά ζητήματα 8 . Στην καμπή από το 17ο στο 18ο αιώνα συναντούμε τη μεταβίβαση των δημοσιονομικών υποχρεώσεων από πατέρα σε γιο σε ειδική συμφωνία με την κοινότητα 9. Δεύτερον οι αναφορές αφορούν στο ζήτημα των ηλικιών του γάμου, την ελάχιστη απαιτούμενη ηλικία για μια νόμιμη σύζευξη η αρραβώνα. Είναι σημαντικό ότι η ηλικία του γάμου αναφέρεται για τους άρρενες και τα θήλεα με
5. Κωνσταντίνος Αρμενόπουλος, Πρόχειρον νόμωνηΕξάβιβλος, επιμέλεια Κωνσταντίνος Γ. Πιτσάκης, Αθήνα 1971, όπου ο επιμελητής παρουσιάζει τη διαδρομή του έργου ως τη σύγχρονη εποχή. Μια εναργή εικόνα των δικαιϊκών πηγών μάς παρέχει ο Δημήτριος Γκίνης, Περίγραμμα ιστορίας του μεταβυζαντινού δικαίου, Αθήνα 1966. Βλ. και του ίδιου, «Ανέκδοτον εγχειρίδιον περί της αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής κατά το οθωμανικόν δίκαιον», Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών 27 (1957) 272-291. Είναι δύσκολο να αποδώσουμε στην Εξάβιβλο μια καθολική ισχύ για τα χρόνια της «Τουρκοκρατίας» παραβλέποντας αλλες νομικές συναγωγές, όπως η Βακτηρία αρχιερέων η η Νομική συναγωγή του Δοσιθέου. Μπορούμε όμως να υποθέσουμε βάσιμα την κυριαρχία που υπαινίσσονται οι απλουστευμένες εκδόσεις της Εξαβίβλου από τον 18ο αιώνα, όπως του Σπανού το 1744. Είναι προφανές ότι ασφαλέστερες μαρτυρίες αποτελούν για τις κατά τόπους παραλλαγές οι τοπικές συναγωγές εθίμων, όπου και όταν εμφανίζονται, οι διατάξεις της Εκκλησίας και οι ad hoc ρυθμίσεις σε ζητήματα που ανέκυπταν. 6. Για τα νοταριακά έγγραφα στον αιγαιακό χώρο και την σημαντικότητά τους ως πηγών για την κοινωνική ιστορία σημαντική συμβολή αποτελεί το άρθρο της Εύας Καλπουρτζή, «Στα μονοπάτια των πηγών: προτάσεις για την ανάγνωση του νοταριακού υλικού των Κυκλάδων», Εθνολογία 4 (1995) 5-29. 7. Βλ. Κωνσταντίνος Αρμενόπουλος, ό.π., σ. 69 κ.ε. 8. Στέφανος Καββάδας, Θυμιανούσικα έγγραφα, Χίος 1956, σ. 66-67. 9. Στις 29 Ιουλίου του 1701 ο Μιχάλης Μουνεζάκης μεταβιβάζει στο γιο του Στεφανή όλα τα τέλη που οφείλει να πληρώνει στην κοινότητα διατηρώντας την υποχρέωση της συμμετοχής σε «κανέναν αναπάντεχον βάρος από τον βασηληά», στον κώδικα 124, φ. 137r-v της Βιβλιοθήκης Χίου «Ο Κοραής» (στο εξής ΒιΧιΚο).
μια μικρή απόκλιση αφού για τις δεύτερες η δυνατότητα σύζευξης ξεκινά στα 12 ενώ για τους πρώτους στα 14 ετη 1 0 . Τρίτο έρχεται το ζήτημα της διαδοχής και της διάθεσης, της διαδικασίας δηλαδή μεταβίβασης των αγαθών και των ευθυνών διαχείρισης τους από γενιά σε γενιά. Η ηλικιακή κατηγοριοποίηση ακολουθεί και εδώ τις τομές που ήδη αναφέραμε, με μια κλιμάκωση από τη δυνατότητα αποδοχής και διάθεσης περιουσίας στο αναπότρεπτο της αποδοχής της πατρικής κληρονομιάς από τα 12 στα 25 ετη για τους ανδρες 11 . Είναι σημαντικό ότι οι ηλικιακές κατηγορίες αναγνωρίζονται με τομές που σχετίζονται με τους βασικούς σταθμούς για τη δημιουργία ενός αυτόνομου νοικοκυριού άρα και την καταγραφή του από τις Αρχές και την παρουσία του ατόμου στο δημόσιο χώρο. ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι ανάλογη ταξινόμηση των ηλικιακών ομάδων παρουσιάζεται στις καταστιχώσεις και τις απογραφές της οθωμανικής και της βενετικής διοίκησης. Στην Πελοπόννησο για παράδειγμα διακρίνουμε στις βενετικές απογραφές της περιόδου 1683-1715 μια τομή στα 16 χρόνια και τα 30 και για τα δυο φύλα 12 , ενώ, έναν αιώνα μετά, σε μια αντίστοιχη για την Πρέβεζα στα 1780 ως ενήλικες καταγράφονται οι άρρενες άνω των 14 ετών 13 . Γύρω στα 6 με 7 και στα 15 ετη τοποθετούνται οι τομές που απαντούν αντίστοιχα και στις οθωμανικές καταγραφές, όπου λόγω της δημοσιονομικής τους λειτουργίας η δημιουργία αυτόνομου νοικοκυριού αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τη συμπερίληψη κάποιου στους καταλόγους 14 .
10. Για τη νόμιμη ηλικία σύζευξης στο Βυζάντιο βλ. Αντωνία Κιουσοπούλου, Ο θεσμός της οικογένειας στην Ήπειρο κατά τον 13ο αιώνα, Αθήνα, Αντ. Ν. Σάκκουλας, 1990, σ. 27 κ.ε. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι τα όρια με βάση το δίκαιο παραμένουν τα ίδια κατά την Τουρκοκρατία. 11. Κωνσταντίνος Αρμενόπουλος, ό.π., σ. 277 και 298. 12. Βασίλης Παναγιωτόπουλος, Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου. 13ος18ος αιώνας, Αθήνα 1985, σ. 202-203 και Παράρτημα III, «Απογραφή Grimani (1700)», σ. 231 κ.ε. 13. Κώστας Κόμης, «Η διαδικασία δημογραφικής ανάπτυξης μιας μικρής πόλης: Επτανήσιοι και άλλοι έποικοι στην Πρέβεζα (18ος αι.)», στο Εταιρεία Λευκαδικών Μελετων, Πρακτικά Δ' Συνεδρίου Επτανησιακού Πολιτισμού (Λευκάδα, 8-12 Σεπτεμβρίου Από την τοπική ιστορία στη συνολική: το παράδειγμα της Λευκάδας, 15ος-19ος αι., Αθήνα 1996, σ. 257-299, 265. Επίσης ένα παράδειγμα από τη Λευκάδα στον ίδιο τόμο, Σεβαστή Λάζαρη, «Δημογραφικές πληροφορίες για τη Λευκάδα (1760, 1788, 1824)», σ. 211-255, στις σελίδες 230-234 με στοιχεία για την κατανομή κατά φύλο και ηλικία αλλά με μια λανθασμένη χρήση του όρου «γενιά». 14. Σχετικά με τις οθωμανικές πηγές βλ. Ceza David, «The age of unmarried male children in the Tahrir-Deiters (Notes on the Coefficient)», Acta Orientalia Academiae Scientiarium Hungaricae 31/3 (1977) 347-357, Eugenie Elifoglu, «Ottoman defters containing ages of children: a new source for demographic research», Archivimi Ottomanicum 9 (1984)321-328.
Μπορούμε λοιπόν συνοψίζοντας να παρατηρήσουμε ότι, τόσο στην αντίληψη για τα όρια των ηλικιών, όσο και στα πρότυπα της καταγραφής τους, ό,τι θα μπορούσε να ταυτισθεί με τη νεότητα παρουσιάζεται αρκετά ασαφές, αλλά εξαρτημένο από δυο βασικές παραμέτρους. Πρώτον, από τη συμπλήρωση ορισμένων ετησίων κύκλων από τη γέννηση ενός ανθρώπου. Δεύτερον από την εξέλιξή του στον κύκλο της ζωής, σε σχέση με τους ρόλους που αναλαμβάνει στα πλαίσια της οικογένειας και με τη δυνατότητα αυτόνομης παρουσίας του στον εξωοικιακό χώρο δράσης και σε ό,τι αφορά στη Διοίκηση 15 . Στις πηγές που αφορούν στο τοπικό επίπεδο εξετάζουμε με ποιον τρόπο παρουσιάζονται οι ηλικιακές κατηγορίες και ποιο τμήμα της κοινωνικής τους εμπειρίας καταγράφεται. Το σημαντικότερο ζήτημα σε αυτή τη διερεύνηση αφορά το κατά πόσο κατηγορίες όπως η νεότητα αναφέρονται ενιαία στο σύνολο ενός πληθυσμού η πρέπει διαφορετικές κατηγορίες να χρησιμοποιούνται για να προσδιορίσουν την εμπειρία της ανατροφής και της ένταξης στην κοινωνία για επιμέρους τμήματα του πληθυσμού αυτού. Αφετηρία για τις σκέψεις που εκτίθενται αποτελεί η μελέτη των νοταριακών πράξεων και των κοινοτικών καταστίχων από τη μαστιχοφόρα περιοχή της Χίου (μέσα 17ου - αρχές 18ου αι.) με στόχο να σκιαγραφήσει τις δυνατότητες ατομικής εξέλιξης των υποκειμένων στα πλαίσια της οικογένειας και της κοινότητας 16 . Είναι αναγκαίο λοιπόν να αναζητήσουμε το πως εμφανίζεται η νεότητα σε αυτά τα πλαίσια. Καταρχάς οι ηλικιακές κατηγορίες παρουσιάζονται στους καταλόγους της κοινότητας με την καταγραφή τους σε ξεχωριστές φορολογικές ομάδες: «τα πεδήα οπου ηνε του νόμου δηα χαράτζην», «τα μηκρά», «η μηκρή», «τα παληκάρια», «τα παληκάρια τα μεγάλα» κ.ο.κ. 17
15. Για τον κύκλο ζωής βλ. Tamara Hareven, «The historical study of the life course», στον τόμο που εκδίδει η ίδια, Transitions : The Family and the Life Course in Historical Perspective, Νέα Υόρκη, Academic Press, 1978 και Jean Cuisener (εκδ.), The Family Life Cycle in European Societies, Paris 1977. Για την εφαρμογή του με έμφασηστις σχέσεις εντός της οικογένειας και στον έλεγχο της οικογενειακής περιουσίας, Karl Lutz Berkner, «The Stem Family and the Developmental Cycle of the Peasant Household: An Eighteenth-Century Austrian Example», American Historical Review 77 (1972) 398-418 και Michael Mitterauer και Reinhard Sieder, «The Reconstruction of the Family Life Course: Theoretical Problems and Empirical Results», στο Richard Wall, Peter Laslett και Jean Robin (επιμ.), Family Forms in Historic Europe, Cambridge, Cambridge University Press, 1983. 16. Η μελέτη αφορά μια σειρά κωδίκων από το Μόνιμο Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Χίου (στο εξής ΜΤΙΑΧ) και τη ΒιΧιΚο με επίκεντρο τους κώδικες από τα χωριά Καλαμωτή, Αρμόλια και Πυργί που αναφέρονται στα χρόνια 1680-C. 1750. ιδιαίτερα σημαντικοί είναι οι κώδικες ΜΤΙΑΧ 69-71 και ΒιΧιΚο 124 της Καλαμωτής γιατί συνδυάζουν σειρά νοταριακών εγγράφων με κοινοτικούς φορολογικούς καταλόγους για τα έτη 1696-1711. 17. ΜΤΙΑΧ 69, φ. 31r-v, lllv-112r, 114r, 35v-36r, 58r-v, για λογαριασμούς της περιόδου 1703-1710.
Επίσης καταγράφονται οι καταβολές των φόρων που τους αναλογούν και πληρώνονται από τον πατέρα τους η τον κηδεμόνα τους. Στη θέση του κηδεμόνα περιέρχονται και όσοι προσλαμβάνουν υπηρέτες (κοπέλια) αναλαμβάνοντας να καλύψουν και τη φορολογική τους υποχρέωση 18 . Σπανιότερα αναφέρεται ηλικιακός προσδιορισμός στις νοταριακές πράξεις σε θέματα κληρονομικά και επιτροπείας ορφανών. Οι περισσότερες αναφορές σχετίζονται με ζητήματα διαχείρισης της περιουσίας και με την ανάληψη διαφόρων ευθυνών έναντι της κοινότητας κατά το σχήμα που γνωρίζουμε από τη νομική παράδοση: Ανευθυνότητα = παιδική ηλικία* περιορισμένη ευθύνη = αφηλικίωση" πλήρης νομική ευθύνη = ενηλικίωση 19. Μπορούμε λοιπόν να χαράξουμε μια αδρή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στα πρόσωπα που εμφανίζονται αυτόνομα και στα άλλα που δικαιοπρακτούν υπό την επίβλεψη η με τη συμφωνία άλλων και μέσω άλλων. Χαρακτηριστικά εδώ είναι τα στοιχεία που προκύπτουν από τις συμβάσεις υπηρεσίας και μαθητείας. Πολλοί υπηρέτες δεν συνάπτουν οι ίδιοι τα συμβόλαιά τους αλλά συμβάλλονται αντί για αυτούς οι μητέρες η οι πατέρες τους, όπως συμβαίνει και με τις συμβάσεις μαθητείας. Στην αντίθετη περίπτωση μπορούμε να υποθέσουμε ότι ο υπηρέτης είναι ενήλικος και συμπράττει αυτοτελώς 20 . Το ίδιο πρόβλημα αντιμετωπίζουμε με τις πράξεις υιοθεσίας. Ο συμβατικός χαρακτήρας και η άμεση σύμπραξη του ψυχοπαιδιού τις απομακρύνει από τις συνηθισμένες εικόνες της συνωμοτικά κρυφής ένταξης ενός νηπίου στις σύγχρονες οικογένειες. Περισσότερο θυμίζουν ένα συμβόλαιο, την ανταπόδοση από τα δύο μέρη υπηρεσιών που διατηρούν τη χρονική προοπτική μιας σχέσης ζωής. Στην προοπτική ενός ολοκληρωμένου οικογενειακού κύκλου το ψυ-
18. Για παράδειγμα ο Νικόλας Καζάδην αναλαμβάνει έναντι στον πατέρα του υπηρέτη του από την Άνδρο να καλύψει κατά το ήμισυ το φόρο που θα του αναλογεί το 1713, Στέφανος Καββάδας, Οι κώδικες της Χίου, Χίος 1950, σ. 88, ενώ ο Μιχάλης Κατάκαλος αναλαμβάνει να δώσει το χαρατσοχάρτι στα χέρια του κοπελιού που συμβάλλεται μόνο του στα 1703, ΜΤΙΑΧ 71, φ. 33ν. 19. Ένα καλό παράδειγμα προσφέρει η πράξη του 1703, ΜΤΙΑΧ 71, φ. 34v-35r, όπου ο παππούς της ανήλικης, όπως αναφέρεται, ορφανής αναλαμβάνει για μια εξαετία την επιτροπεία της και τη διαχείριση της περιουσίας της έως να μπορεί να παραλάβει «το πεδήν το έχην του». Χαρακτηριστική είναι και η διαφορά ανάμεσα στις δυο συμβάσεις υπηρεσίας της προηγούμενης σημείωσης. 20. Ο Peter Laslett, «Characteristics of the Western Family Considered over Time», Journal of Family History 2 (1977), και ο John Hajnal, Two Kinds of Preindustrial Household Formation System στο R.Wall κ.α., Family Forms, ό.π., θεωρούν μια καθολική φάση υπηρεσίας κριτήριο για τη διάκριση του δυτικοευρωπαϊκού τύπου σχηματισμού του νοικοκυριού. Οι υπηρέτες των παραδειγμάτων δε φαίνεται να εντάσσονται με μια κανονικότητα σε αυτό το πρότυπο αλλά περισσότερο στις στρατηγικές επιβίωσης κάποιων τμημάτων του πληθυσμού.
ψυχοπαίδι αναλαμβάνει (να παίξει) το ρόλο του τέκνου που κληρονομεί τη γονική περιουσία και παρέχει φροντίδα και περίθαλψη τόσο στη ζωή όσο και μετά θάνατον στους γονείς του 2 1 . Οι δυνατότητες και η ευθύνη ποικίλουν από δικαιοπραξία σε δικαιοπραξία, δίνοντάς μας μιαν ακόμα εικόνα κλιμάκωσης των ηλικιακών φάσεων ζωής. Τα παρεπόμενα της ένταξης σε μια ηλικιακή κατηγορία φωτίζουν μια άλλη πλευρά της πορείας της ζωής που αφορά στη διαδικασία κοινωνικής ένταξης. Αναφέρομαι στους διαφορετικούς σταθμούς στη ζωή των ατόμων, τους κοινωνικούς ρόλους που καλούνται να αναλάβουν και στην κοινωνική κατηγοριοποίηση των ατόμων ανάλογα με την ηλικιακή φάση νεότητας στην οποία μπορεί να καταταγούν. Στο παράδειγμα της φορολογίας η ένταξη στη φορολογική ομάδα αντιστοιχεί σε μια μορφή κοινωνικής ένταξης και υποδηλώνει μια κοινωνική προοπτική. Τα υπόχρεα σε φόρο πρόσωπα βρίσκονται υπό την εξουσία η την ευθύνη κάποιου, ο οποίος εξυπηρετεί τη φορολογική υποχρέωση. Μερικά από αυτά θα εγκαταλείψουν το χωριό και θα εξαφανισθούν από τις καταγραφές με το τέλος της θητείας τους ως κοπελιών (υπηρετών). Είναι χαρακτηριστικό ότι στη συντριπτική τους πλειονότητα οι υπηρέτες προέρχονται από άλλα χωριά από αυτά στα οποία υπηρετούν. Προσδιορίζουν λοιπόν διαφορετικά πρότυπα εντοπισμού και κινητικότητας από τον υπόλοιπο πληθυσμό για ένα τμήμα, τουλάχιστον, των νέων 22 . Κάποιοι θα αποσυρθούν από το προσκήνιο ως αναχωρητές η απόδημοι. Αλλοι θα παραμείνουν για να εξελιχθούν μέσα στα πλαίσια της κοινότητας, να διαδεχθούν τους πατεράδες τους ως αρχηγοί οικογενειών, να γίνουν πάροικοι, να αναλάβουν κοινοτικές υπηρεσίες η λειτουργίες. Η πορεία αυτή παρουσιάζεται εναργέστερα στις συμβάσεις υιοθεσίας. Σε αυτή την περίπτωση η προοπτική, η διαδοχή δηλαδή και η γηροκομία αποτελούν το τελικό αίτιο (raison d'etre) της σχέσης ψυχοπαιδιού και αναδόχου.
21. Για τη νομική πλευρά βλ. Γεώργιος Βαλάσσης, «Η υιοθεσία κατά το δίκαιο του μετά την Άλωσιν Ελληνισμού», Μνημόσυνον Περικλέους Βιζουκίδου, Επιστημονική Επετηρίς της Σχολής Νομικών και Οικονομικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίο Θεσσαλονίκης 8 (1960-63) 547 κ.ε. Ένα καλό παράδειγμα μιας πράξης υιοθεσίας στα 1743 δημοσιεύει από τα Αρμόλια ο Στέφανος Καββάδας, Αρμολούσικα, Αθήνα 1976, σ. 133-134. Για τα καθήκοντα του γιου κληρονόμου μέχρι, κατά και μετά θάνατον βλ. το παράδειγμα του 1722 από τα Αρμόλια, ό.π., σ. 53. Σε τριετή σύμβαση υπηρεσίας με τη μητέρα και τον αδελφό του Κωσταντή, που αναφέρεται ως «πολλά μηκρόν πεδήν», καταφεύγει στα 1705 ο Κώστας Μονομάχος μέχρι να βεβαιωθεί «αν τερηάσουν εις τα χνότα» και προχωρήσει σε κανονική πράξη υιοθεσίας, ΜΤΙΑΧ 71, φ. 98v. 22. Το παράδειγμα του υπηρέτη από την Άνδρο της σημ. 18 είναι χαρακτηριστικό. Εντυπωσιακό πάντως είναι ότι κανένας υπηρέτης στην Καλαμωτή δεν προέρχεται από το ίδιο το χωριό.
Μπορούμε λοιπόν να προσδιορίσουμε περισσότερα από ένα επίπεδα χρονικής εξέλιξης. Τα επίπεδα αυτά διαφοροποιούνται ανάλογα με τις παραμέτρους που προσδιορίζουν τα όρια, τα χαρακτηριστικά αλλά και την έκταση του πληθυσμού που καλύπτει η νεότητα ως διακριτή φάση της ζωής των ανθρώπων. Περισσότερο εμφανής και πρόδηλη είναι η διαφορά ανάμεσα στον απόλυτο προσδιορισμό της νεότητας με βάση την ηλικία και στον πρακτικά ασαφέστερο για μας καθορισμό με βάση την ανάληψη ρόλων στα πλαίσια της οικογένειας και την εμπλοκή στις κοινοτικές λειτουργίες 23. Μια δεύτερη διαφοροποίηση γίνεται αντιληπτή από όσα είπαμε παραπάνω για τις διαφορετικές τύχες των νέων ανάλογα με την κοινωνική θέση, την οικονομική κατάσταση, το φύλο και ακόμη τυχαία συμβάντα που ανατρέπουν την κανονικότητα μιας πορείας ζωής. Εδώ μπορούμε να μιλήσουμε για το ακορντεόν των χρονικών διαστημάτων που η νεότητα καλύπτει στη ζωή των ανθρώπων 24 . Σε κάποιες περιπτώσεις, τα χαρακτηριστικά στοιχεία που προσδιορίζουν τη νεότητα ως κοινωνική κατηγορία παρατείνονται η επεκτείνονται πέρα από τα συνηθισμένα η προβλεπόμενα από το δίκαιο χρονικά όρια. Η παρατεταμένη θητεία των υπηρετών, η αδυναμία δημιουργίας αυτοτελούς νοικοκυριού ή η αγαμία επιμηκύνουν τη φάση προς την πλήρη ένταξη στην κοινωνία των αποκατεστημένων ενηλίκων 25. Αντίθετα η ορφάνια η η πρώιμη σύζευξη συντομεύουν την περίοδο της νεότητας με την ταχεία ανάληψη κυρίως φορολογικών υποχρεώσεων και κοινοτικών λειτουργιών. Τα χαρακτηριστικά στοιχεία της αρσενικής νεότητας, όταν αφορούν το γυναικείο φύλο δεν περιορίζονται σε μια περίοδο ανάμεσα στην παιδική ηλικία
23. Μια προσπάθεια συνδυασμού χρονολογικού και κοινωνικού προσδιορισμού επιχειρεί η Αγγελική Λαΐου-Θωμαδάκη, Η αγροτική κοινωνία στην ύστερη βυζαντινή εποχή, μετάφραση Αγλαΐα Κάσδαγλη, Αθήνα 1987, σ. 351 κ.ε. Έχει ενδιαφέρον να παρακολουθήσουμε πως αλλάζει το φορολογικό καθεστώς για το γιο και τον πατέρα στο παράδειγμα της σημ. 9, όταν θα νυμφευθεί ο πρώτος και ο δεύτερος θα απολαύσει μια πλήρη φορολογική απαλλαγή. 24. Τη σημασία της περιόδου από την παιδική ηλικία στην κεφαλή ενός νοικοκυριού τονίζει για την εξέλιξη της οικογένειας στην Ευρώπη ο Michael Anderson, «What is New about the Modern Family?», στο Michael Drake (εκδ.), Time , Family and Community. Perspectives on Family and Community History , Oxford 1994, σ. 67-90, ιδίως 81 κ.ε. 25. Στην Κεντρική Ευρώπη ανάλογες περιπτώσεις συνδέονται με το θέμα των αγροτικών υποστρωμάτων (Unterschichten), όπως παρουσιάζονται στο Michael Mitterauer, «Arbeitsteilung im ländlichen Raum», στου ίδιου, Familie und Arbeitsteilung, Βιέννη κ.α., Boehlau, 1992, σ. 15 κ.ε. Στα παραδείγματά μας είναι χαρακτηριστικό ότι και τα «παληκάρηα», αλλά και τα «πεδία» (ΜΤΙΑΧ 69, 35v-36r και 31r-v) ενοποιούνται φορολογικά με την, κατώτερη κοινωνικά σε σχέση με τους πάροικους, κατηγορία των «κουτσουφλών», φορολογικά ατελών μονάδων του χωριού.
και το γάμο. Η περιορισμένη ευθύνη, η δικαιοπραξία μέσω τρίτων και η αποχή από το κοινοτικό παιχνίδι δείχνουν ότι η θέση της γυναίκας είναι πολύ κοντά στην, υποδεέστερη, θέση του νέου. Η συμμετοχή γυναικών αυτεξούσιων σε δικαιοπραξίες και η συμπερίληψη, κυρίως χηρών, στους καταλόγους της κοινότητας αποτελούν δειλά βήματα προς τον εξωοικιακό χώρο που αντανακλούν ενδοοικογενειακές ανακατανομές ρόλων και δύναμης. Νεότητα, όπως και θηλυκότητα, ενδύονται ένα κοινωνικό δίπλα στο βιολογικό περιεχόμενο που διαμορφώνεται στη συνάντηση της πορείας των ανθρώπων στο οικογενειακό και το κοινωνικό πεδίο. Μέχρι τώρα τα φαινόμενα που περιγράφουμε διατηρούν έντονο το χαρακτήρα της επανάληψης. Τα περισσότερα εντάσσονται σε μια ροή αναπαραγωγής των νοικοκυριών μέσα από την εξέλιξη του οικογενειακού κύκλου με τονισμένη τη σημασία της διαδοχής και της συγκρότησης με το γάμο αυτοτελών νοικοκυριών. Φαινόμενα καθημερινά και ανθρώπινα δείχνουν στο πέρασμα των αιώνων να μην έχουν μεταβληθεί. Πόσο όμως αυτό αντιστοιχεί στην πραγματικότητα που καταγράφεται; Η ίδια η τροχιά που διαγράφει μια οικογένεια συνδέεται με τις προσπάθειες, είτε του κράτους, είτε τοπικών θεσμών, όπως η κοινότητα, να κανονικοποιήσουν τη μεταβίβαση των αγαθών και την ανατροφοδότηση του κοινοτικού πληθυσμού με νέα μέλη. Στην περίπτωση της Ν. Χίου η προσπάθεια της κοινότητας αφορά στη διατήρηση σταθερού αριθμού φορολογικών εστιών δημιουργώντας τυπικά πλασματικά νοικοκυριά, που δεν αντιστοιχούν στην κοινωνική εξέλιξη 26 . Η διάσπαση των κλήρων και οι δημογραφικές περιπέτειες αποτελούν τους κυριότερους παράγοντες ανισορροπίας του συστήματος. Σ' αυτήν την ανισορροπία το χρήμα και η δυνατότητα επέκτασης των πηγών πλούτου εξω από τα όρια της κοινότητας αποτελούν τους κυριότερους παράγοντες σταθερότητας μέσα από μια διαδικασία συσσώρευσης πλούτου και γνώσης και ανάπτυξης των δυνατοτήτων διασύνδεσης. Εδώ είναι που διαφοροποιούνται οι τύχες των νέων και η κοινωνική τους εμπειρία. Καμιά εμπειρία νεότητας δεν μπορεί να ενταχθεί παρά μόνο αποσπασματικά σε κοινά επαναλαμβανόμενα πρότυπα. Η ένταξη των νέων στην εξέλιξη μιας οικογενειακής γραμμής διαδοχής μπορεί να ανατρέπει την καθολικότητα και την κυκλική διάσταση της επανάληψης που χαρακτηρίζει την εμπειρία της νεότητας. Ο συσσωρευμένος πλούτος, η κοινωνική θέση της οικογένειας, τα δίκτυα των συνεργασιών που αναπτύσσονται κληροδοτούνται στους γόνους που ζουν μια διαφορετική νεότητα
26. Ο προβληματισμός μας εδώ συναντά τα βασικά ζητήματα που θέτει ο Σπύρος Ασδραχάς, «Νησιωτικές κοινότητες: οι φορολογικές λειτουργίες (Ι)», Τα Ιστορικά 5, τχ. 8 (1988) 3-36, με τη φιλοδοξία να φωτίσει περισσότερο τα σκοτεινά σημεία των φορολογικών καταστιχώσεων.
από τους συνομηλίκους τους, που καλούνται να εγκαταλείψουν την πατρογονική τους εστία, να εργαστούν στο μεροκάματο, η και να αναλάβουν την κάλυψη των φορολογικών υποχρεώσεων 27. Το χρήμα και το σωρευμένο κεφάλαιο από την άλλη απορροφούν τους κραδασμούς από τις ατυχίες της ζωής, όπως η ορφάνια η η χηρεία εξομαλύνονται στους κύκλους ζωής των ευποροτέρων. Η ένταξη στην κοινότητα διαφοροποιεί την εμπειρία της νεότητας όχι μόνο λόγω των ατομικών περιπετειών αλλά και της ίδιας της εξέλιξης της οργάνωσης της κοινότητας. Με τη σταδιακή κρυστάλλωση κοινοτικών ιεραρχιών το εσωτερικό των κοινοτήτων μεταλλάσσεται. Μεταβάλλεται προς πιο αυστηρά οργανωτικά πρότυπα σε περιόδους κρίσης, επιστρέφει στη χαλαρότητα σε περιόδους ευημερίας κ.ο.κ. Μεταβάλλεται λοιπόν και ο χαρακτήρας και το νόημα της φάσης της νεότητας ως μιας ενδιάμεσης κατηγορίας περιορισμένης εμπλοκής και ευθυνών28. Θα λέγαμε ότι η νεότητα είναι μια βολική φάση ζωής που μπορεί να προσαρμοσθεί στις ανάγκες των περιστάσεων. Είναι ανάγκη λοιπόν να ανασκευάσουμε την οπτική μας για το χρόνο. Η δεξίωση της έννοιας της «διάρκειας» του Braudel (που έχει την αφετηρία της στις αντιλήψεις του Bergson για το βιωμένο χρόνο) αποτέλεσε μια ανανεωτική πνοή αλλά και μια παράταση ζωής για την ιστορία των μεγάλων πεδίων. Είδαμε ότι μια χρονική διάσταση δεν είναι αρκετή. Η ιστορία είναι μια συνάντηση από πολλές διάρκειες και γι' αυτό το timing, η ιδιοχρονία (Eigenzeit), οι καμπές είναι το κρίσιμο για τον ιστορικό. Τα νήματα του χρόνου συνδέουν το μεμονωμένο γεγονός με διαδρομές από το βάθος του παρελθόντος στην προοπτική του μέλλοντος. Γι' αυτό η μελέτη της νεότητας πρέπει να διατρέχει πολλά επίπεδα χρόνων και να καλύπτει από τα μακρόβια πρότυπα καταγραφής και εννοιολόγησης της νεότητας μέχρι τις μικρές περιπέτειές της στις μέρες της κρίσης. Στα πλαίσια της κοινότητας η μικροϊστορική επιλογή για τη μελέτη των ατομικών περιπτώσεων στα ιστορικά τους πλαίσια και η χρήση των εννοιών της πορείας της ζωής, της προοπτικής στο χρόνο και των προσδοκιών ως διαφοροποιητικών παραγόντων για την εμπειρία της νεότητας, μπορεί να προσφέρει καινούρια στοιχεία και ιδέες.
27. Εντυπωσιάζει η επιμέλεια του νοταρίου της Καλαμωτής να καταγράφει στα 1706 και 1707 «όσους αργάτες μου πιάνουν του [...] τα πεδιά» σε αντιστάθμισμα κάποιων οφειλών σε χρήμα, στο οποίο μπορεί να μεταφρασθεί η μονάδα εργασίας που χρησιμοποιεί ανά ημέρα (ΜΤΙΑΧ 69,107r). 28. Δεν διαψεύδεται όμως η άποψη του John Gillis, Youth and History, ό.π., σ. 9, 21, για τη νεότητα ως μια μακρά διαδικασία ημιεξάρτησης από φυσικούς γονείς, civil parents, και πνευματικούς (spiritual) γονείς, στους οποίους περιλαμβάνονται οι οικονομικοί «πατέρες» (μάστορες κλπ.).
ΟΙ ΔΙΑΡΚΕΙΕΣ ΤΩΝ ΣΥΜΒΟΛΩΝ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ
ΙΣΤΟΡΙΑ - ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ
ΑΝΝΑ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
Τα κείμενα της περιόδου της οθωμανικής κατάκτησης που άμεσα ή έμμεσα μνημονεύουν την παιδική ηλικία, μπορούν να διακριθούν, με βάση τις λογικές σύνταξης τους, σε τρεις ενότητες. Μία πρώτη προφανή κατηγορία αποτελούν τα κανονιστικά-κατασταλτικά κείμενα που απευθύνονται κυρίως στους γονείς και σπανιότερα στα παιδιά, ιδίως στα αγόρια και τα κορίτσια της εφηβικής ηλικίας. Η θέση και η εικόνα του παιδιού καθορίζονται, λοιπόν,αρχικά από το σύστημα αξιών του εκκλησιαστικού λόγου και του κηρύγματος,ενώαπότον 18ο αιώνα και μετά, και από τους αστικούς οδηγούς κοινωνικής συμπεριφοράς, τις χρηστοήθειες, των οποίων η ανθοφορία θα κρατήσει όλον τον 19ο αιώνα 1 Η δεύτερη κατηγορία συμπεριλαμβάνει το σώμα των τεκμηρίωνσταοποίαη παιδική ηλικία καταγράφεται και κωδικοποιείται ως ιδιαίτερη κατηγορία, για λόγους διοικητικής και εκκλησιαστικής οργάνωσης και ελέγχου (στις πράξεις βαπτίσεων, λόγου χάριν, η στις πράξεις υιοθεσίας). Μια τρίτη ομάδα, τέλος, αποτελούν τα έντυπα που, συνήθως σε ένα προοιμιακό η επί μέρους κεφάλαιο, σκιαγραφούν το πρόσωπο του παιδιού σε σχέση (φανερή η λανθάνουσα)μετον γνωσιολογικό και ψυχολογικό κόσμο παρατήρησης του ενήλικου αφηγητή, όπως συμβαίνει στα αυτοβιογραφικά έργα και την ταξιδιωτική φιλολογία. γιου γραπτού πολιτισμού (με μόνη εξαίρεση, μερικές φορές, το κήρυγμα και ορισμένες διοικητικές πράξεις, στις οποίες ο προφορικός λόγος διεισδύει στον λόγιο, γραπτό, και όπου μέσα από τα συλλογικά στερεότυπα αναδύονται οι υποκειμενικότητες), η αποκωδικοποίηση του λαϊκού στοιχείου γίνεται δύσκολα, σχεδόν ψηλαφιστά. Η χρήση του λαογραφικού υλικού θεωρείται ότι συμπληρώνει ορισμένες
1. Βλ. Έμη Βαϊκούση, «Χρηστοήθειες και διαμόρφωση της συμπεριφοράς των νέων στηνελληνική κοινωνία (18ος-19ος at.)», Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου Ιστορικότητ της παιδικής ηλικίας και της νεότητας, Αθήνα 1-5 Οκτωβρίου 1984, τ. Α', Αθήνα 1986, σ. 287-288.
απότιςσιωπές (και αποσιωπήσεις) της Ιστορικής μαρτυρίας. Η ελληνική Λ γραφία από τα πρώτα της βήματα ασχολήθηκε και συγκέντρωσε έναν σημαντικό αριθμό καταγραφών, χρησιμοποιώντας ως πεδίο προνομιακής παρατήρησης τις συμπεριφορές γύρω από την αναπαραγωγή, τη γέννηση και τα υπόλοιπα βιολογικά(-κοινωνικά) γεγονότα του πρώτου χρόνου από τη ζωή του παιδιού στις παραδοσιακές κοινωνίες. Η αφετηρία, ωστόσο, της ενασχόλησης της Λαογραφίας με ορισμένες θεματικές που αφορούν τη βρεφική-παιδική κία,εντάσσεταιστον γενικότερο «αρχαιολογικό» προσανατολισμό της ελληνικής Λαογραφίας των αρχών του 20ού αιώνα, αλλά και μεταγενέστερα — σχεδόν μέχρι σήμερα2. Το γεγονός της γέννησης, λόγου χάριν, θεωρείται ότι αποτυπώνει τα κατάλοιπα (με τους όρους της εποχής «τα επιβιώματα») των αρχαίων αντιλήψεων, θρησκευτικών και μαγικών: «διότι ακριβής εξέτασις καταδεικνύει τινάς μεν των τρόπων τούτων ως περιλείμματα αρχαίων θρησκευτικών νομίμων, άλλους δε ως απόρροιαν εκλειπουσών θρησκευτικών δοξασιών καιάλλουςωςπαρεφθαρμένας εκ παρανοήσεως και δυσεξηγήτους μαγικάς π ξεις, εις ας αποδίδεται υπερφυσική δύναμις»3. Η θεματική του κύκλου της παιδικότητας στη Λαογραφία αναφέρεται άμεσα στη μητέρα και το βρέφος για την περίοδο μέχρι το σαράντισμα και, αρκετά συχνά, επεκτείνεται στις τελετουργίες ένταξης του βρέφους στο πλαίσιο της κοινότητας (στη βάπτιση, τα πρώτα γενέθλια η την ενδεχόμενη υιοθεσία). Οι διάρκειες της γέννησης ανάγονται στην αρχαιότητα, τα βυζαντινά χρόνια και την περίοδο της τουρκοκρατίας, η οποία θίγεται περιστασιακά, μέσααπ χρήση ορισμένων ταξιδιωτικών κειμένων 4. Η κατασκευή ενός ενιαίου (εθνικού) χρόνου στη Λαογραφία της γέννησης, μέσα από τη γεωγραφία των παραλλαγών ως προς τις διάφορες τελετουργίες, είχε ως επακόλουθο τον πολλαπλασιασμό των καταγραφώνπουαφορούντη
2. Βλ. Άλκη Κυριακίδου-Νέστορος, «Πηγές για το λαϊκό πολιτισμό της Τουρκοκρατίας», Λαογραφικά μελετήματα II, Επιμέλεια Νόρα Σκουτέρη-Διδασκάλου, Κυρ. Ντελόπουλος, Μαρία Καΐρη, Αθήνα, Πορεία, 1993, σ. 127" Ch. Stewart, «Ηγεμονισμός η ορθολογισμός ; Η θέση του υπερφυσικού στη σύγχρονη Ελλάδα» στο Ευθ. Παπαταξιάρχης - Θ. Παραδέλλης (επιμ.), Ανθρωπολογία και παρελθόν. Συμβολές στην κοινωνική Ιστορία της νεότερης Ελλάδας, Αθήνα, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 1993, σ. 158-166. 3. Ν. Γ. Πολίτης, «Ωκυτόκια», Λαογραφικά Σύμμεικτα, τ. Β', Αθήνα, Ακαδημία Αθηνών - Δημοσιεύματα του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας αρ. 13, 21975, σ. 341 (Η921). 4. Κύριοι εκπρόσωποι είναι οίΝ. Γ. Πολίτης, «Ωκυτόκια», ό.π., σ. 341-383' 6 ϊδιος, «Τα κατά την γέννησιν», Λαογραφικά Σύμμεικτα, τ. Γ', Αθήνα, Ακαδημία Αθηνών - Δημοσιεύματα Λαογραφικού Αρχείου αρ. 6, 1931, σ. 206-221' Φ. Κουκουλές, Βυζαντινών βίος και πολιτισμός, τ. Δ', Αθήνα 1951, σ. 9-69· Γ. Κ. Σπυριδάκης, «Τα κατά την γέννησιν, την βάπτισιν και τον γάμον έθιμα των Βυζαντινών εκ των αγιολογικών πηγών», Επετηρίς του Λαογραφικού Αρχείου 7 (1952) 102-147.
βρεφική ηλικία, σε αντίθεση με τον περιορισμένο αριθμό αυτών που αναφέρονται στην παιδική. Ακόμα και στις περιπτώσεις που η μελέτη είχε ως θεματική και τίτλο τη θέση του παιδιού, οι παραστάσεις γύρω από τη γέννηση και τους πρώτους μήνες από τη ζωή του βρέφους καταλάμβαναν το μεγαλύτερο τμήμα της μελέτης. Δεν νομίζω ότι η βρεφοκεντρική αυτή οπτική της Λαογραφίας εκφράζει μια αξιολογική άποψη για τη θέση(καιτηναναγνώριση)της παιδικής ηλικίας, ως αυτόνομης ηλικιακής και κοινωνικής κατηγορίας στις παραδοσιακές αγροτικές κοινωνίες 5- αντίθετα, ο βρεφοκεντρισμός αυτός κυρίως επιβάλλεται μέσω των ιδεολογικών κριτηρίων, στα οποία προσανατολίζουν την έρευνα τα ερωτηματολόγια και οι καταγραφές. Μελετώντας ο Θεόδωρος Παραδέλλης τις λαογραφικές αρχειακές πηγές και μελέτες γύρω από τη γέννηση, αναφέρεται στην ομοιομορφία των κριτηρίων, με τα οποία η «πραγματικότητα» καταγράφεται από τις αρχές του 20ού αιώνα μέχρι σήμερα6. Η ανάγνωση του λαογραφικού υλικού πιστοποιεί ότι η βάση των αναπαραστάσεων της γέννησης η της παιδικής ηλικίας, συχνά προσλαμβάνει τη θέση μιας αφήγησης γύρω από τις πραγματικότητες του παρελθόντος διά μέσου της αναπαραγωγής των προκαταλήψεων και των στερεοτύπων εκείνων που άμεσα εγγράφονται στον χώρο της παράδοσης, όπως και της κυρίαρχης ιστοριογραφίας τηςεποχής 7 .Καιπροφανώς, η τελική μεταφορά στο γραπτό λόγο των προφορικών «εξιστορήσεων», καθώς και η άμεση εξάρτηση και η (εκ των προτέρων) θεωρητική σύνδεση της εμπειρικής έρευνας με την αναζήτηση της εθνικής συνέχειας και ταυτότητας φέρουν τη σφραγίδα των νοητικών παραστάσεων του κυρίαρχου, κοινωνικά και πολιτισμικά, κώδικα. Αναμφισβήτητατακατάλοιπα των συμβόλων και των προκαταλήψεων της γέννησης που ενσωματώνονται άμεσα ως αρχαϊκά επιβιώματα (δηλαδή ως μόνιμες διάρκειες) στο σώμα των χειρόγραφων ή έντυπων καταγραφών, αποτελούν για πολλές δεκαετίες το κυρίαρχο πλαίσιο της Λαογραφίας,στοοποίοη πραγματικότητα και οι αναπαραστάσεις της συνδηλώνονται, χωρίς να διακρί5. Ουσιαστικά η συζήτηση για την αναπαράσταση της παιδικής ηλικίας (και της παιδικής ιδιαιτερότητας) στις παραδοσιακές κοινωνίες αρχίζει λίγα χρόνια μετάτηνέκδοσητου πολυσήμαντου βιβλίου του Philippe Ariès, L'Enfant et la Vie familiale sous l'Ancien Régime, Παρίσι, Pion, 1960. Για την εξέλιξη της συζήτησης και της ιστοριογραφίας της παιδικής ηλικίας, ιδιαίτερα κατατοπιστική και ευσύνοπτη είναι η εισαγωγή των Egle Begghi και Dominique Julia, «Histoire de l'enfance, histoire sans paroles?» στο Histoire de l'Enfance en Occident, τ. 1, Παρίσι, Éditions du Seuil, 1998, σ. 7-39. 6. Θ. Π. Παραδέλλης, Από τη βιολογική γέννηση στην κοινωνική. Πολιτισμικές και τελετουργικές διαστάσεις της γέννησης στον ελλαδικό χώρο του 19ου αιώνα, Αθήνα 1995, σ. 8,12 (διδακτορική διατριβή, δακτ. αντίτυπο). 7. Για τη χρήση του στοιχείου της παράδοσης (και των προκαταλήψεων) στην ιστοριογραφία μετά τον ρομαντισμό βλ. Η. G. Gadamer, Truth and Method, Λονδίνο, Sheed and Ward, 1988, σ. 245-247.
διακρίνεται άμεσαογεωγραφικός, ο κοινωνικός, ο πολιτισμικός η ο χρονολογικός τους προσδιορισμός. Υπάρχουν, ωστόσο, ορισμένα σημεία στο σώμα των λαογραφικών καταγραφών και μελετών, τα οποία διασταυρώνονται με το Ιστορικό υλικό. Η παραβολή αυτών ακριβώς των σημείων θέτει το πρόβλημα της πρόσληψης των διαφορετικών διαρκειών τόσο στις έννοιες (ως ιστορικά σημαινόμενα) όσο και στη συμβολική τους αποτύπωση (μέσα από το μετασχηματισμό του προφορικού λόγου σε γραπτή παράδοση). Πολύ σύντομα θα αναφερθώ σε δύο από αυτά τα σημεία διασταύρωσης της Ιστορίας με τη Λαογραφία. Το πρώτο αφορά την αναπαραγωγή και τις συζυγικές ερωτικές επαφές (και την επιβαλλόμενη μεταξύ τους «αναγκαία σχέση»). Στις λαογραφικές καταγραφές και μελέτες η τεκνοποιία θεωρείται η βασική φυσική επιθυμία του ζευγαριού. Η επιθυμία της τεκνογονίας, μέσα από την καταγραφή των τοπικών τελετουργιών που ασκούνται για την ευόδωσή της, έχει προσλάβει περιεχόμενο οικουμενικό, αχρονικό και, συγχρόνως, έντονα ψυχολογικό. Στα θρησκευτικά, αντίθετα, κείμενα (του ανατολικού και του δυτικού δόγματος) που αφορούν το γάμο και την αναπαραγωγή, η έννοια της επιθυμίας συνδέεται ρητά με τον κοινωνικό κανόνα της αναπαραγωγής του έγγαμου ζευγαριού8. Ο κανόνας της αναπαραγωγής οργανώνεται μέσα από την τήρηση των επιμέρους θρησκευτικών κανόνων και απαγορεύσεων όπως είναι γνωστό,καιοεκκλησιαστικός λόγος και το κήρυγμαεπεδίωξανναεπιβάλουντα πλαίσια του περιορισμού της ερωτικής ζωής των υπηκόων τους στο χώρο της οικογένειας, μαζί με τον παράλληλο έλεγχο των συμπεριφορών στο ζήτημα της αναπαραγωγής, είτε με τις απαγορεύσεις γάμου σε συγγενείς εξ αίματος, εξ αγχιστείας η από πνευματική σχέση (βάπτιση και υιοθεσία), είτε με τον καθορισμό του ορίου στον αριθμό των επιτρεπόμενων γάμων, είτε, τέλος,μετη θέσπιση των πολυάριθμων ημερών της ερωτικής αποχής, κατά τις οποίες απαγορεύεται, για θρησκευτικούς λόγους, η επαφή των συζύγων (σαρακοστές, νηστείες, χριστιανικές γιορτές) 9 .
8. Βλ. ενδεικτικά J. - L. Flandrin, Familles. Parenté, maison, sexualité dans l'ancienne société, Παρίσι, Éditions du Seuil, 1984, σ. 170-176.
9. J. Goody, The Development of the Family and Marriage in Europe, Καίμπριτζ,
Cambridge University Press, 5 1988, σ. 134-146· για την απαγόρευση της αιμομειξίας τους κανόνες της συγγένειας και του γάμου: Cl. Lévi-Strauss, Les structures élémentaires de la parenté, Παρίσι, Mouton, 2 1971" για την παρέμβαση της Δυτικής Εκκλησίας
και
στο
ζήτημα της αναπαραγωγής: J.- L. Flandrin, L'Eglise et le Contrôle des naissances,
Παρίσι, Flammarion/Questions d'histoire, 1970· για τη σύγκριση της λειτουργίας της βυζαντινής και δυτικής μεσαιωνικής Εκκλησίας στις γαμήλιες πρακτικές: Τόνια Κιουσοπούλου - Ρίκα Μπενβενίστε, «Γαμήλιες στρατηγικές και παρεκκλίσεις στον οικογενειακό βίο: Βυζάντιο και Μεσαιωνική Δύση», Μνήμων 13 (1991) 255-278" για τον κανονιστικό λόγο στην περίοδο της τουρκοκρατίας: Αγάπιος ιερομόναχος - Νικόδημος αγιορείτης, Πη-
κές όσο και στις θρησκευτικές αναπαραστάσεις, δηλώνεται θετικά (και συγχρόνως εξιδανικευτικά) μόνο σε σχέση με την αναπαραγωγή. Αντίθετα αποσυνδέεται από κάθε θετική αξία, όπως, για παράδειγμα, στον εκκλησιαστικό λόγο, όταν αναφέρεται στην ερωτική πράξη και την ηδονή, οι οποίες ταυτίζονται με τη μοιχεία και τα λοιπά αμαρτήματα, δηλαδή την πορνεία, την αρσενοκοιτία, την κτηνοβασία ή τον αυνανισμό. Ο θρησκευτικός λόγος προτρέπει, λοιπόν, τους νέους να παντρεύονται σε νεαρή ηλικία, ώστε να αποφεύγουν τον κίνδυνο της πορνείας η του αύνανισμού10. Η σάρκα, εξάλλου, κατά το Ηλία Μηνιάτη, θεωρείται «μέγα και σφικτόν και δυνατόνεμπόδιον» 11 ,ενώο γάμος και η ερωτική πράξη, των εκκλησιαστικά νόμιμων συζύγων, οφείλει να προσβλέπει στην τεκνογονία και όχι στην ηδονή. «Δεν έδωσεν ο Θεός την γυναίκα διά πορνείαν αλλά διά παιδία», διακηρύττει ο Κοσμάς ο Αιτωλός 12 , ελέγχοντας τους ερωτικούς εναγκαλισμούς, σύμφωνα με την αγροτική του χρηστοήθεια. Παρ' όλα αυτά. Η ερωτική επιθυμία του ζεύγους δηλώνεται άμεσα σε ορισμένες μαρτυρίες- καθώς, όμως, η ερμηνεία τους, συνήθως, ακολουθεί το προηγούμενο κανονιστικό σχήμα, σύμφωνα με το οποίο η ερωτική επιθυμία (πράξη) συνδέεται αποκλειστικά με την αναπαραγωγή, θεωρήθηκε ότι και οι καταγραφές αυτές αφορούν αποκλειστικά την τεκνογονία, η ακριβέστερα το άγχος της στειρότητας. Πιστεύω ότι, αντίθετα, στα κείμενα αυτά εκφράζεται απερίφραστα ο φόβος και το άγχος της ερωτικής ανικανότητας. Αναφέρομαι συγκεκριμένα στις καταγραφές που αφορούν το «δέσιμο» και το «λύσιμο» των ζευγαριών. Στις λαογραφικές καταγραφές και μελέτες οι πρα κτικές κατάδεσης, του «δεσίματος» και «λυσίματος» των ζευγαριών, οι οποίες πολλές φορές ονομάζονται και πρακτικές του «αμποδέματος», θεωρούνται ότι συνδέονται με την επιθυμία της αναπαραγωγής και το φόβο μιας ενδεχόμενης ακληρίαςτουζευγαριού. Το δέσιμο θεωρείται είδος μαγείας που εμποδίζει την επαφήκαιτηνερωτικήσυνεύρεση του ζευγαριού και γίνεται από ένα τρίτο, άσχετο με το ζευγάρι, άτομο, συνήθως την ώρα της γαμήλιας τελετής. Το λύσιμο επανορθώνει την προηγούμενη κατάσταση του μαγεμένου ζευγαριού. Τα,
Πηδάλιον της νοητής νηός, της Μίας, Άγιας, Καθολικής, και Αποστολικής των ορθοδόξων Εκκλησίας, Λιψία 1800, σ. 37-39, 59, 266 (και υποσημ. 3), 268, 513-514. 10. Αγάπιος ιερομόναχος - Νικόδημος αγιορείτης, Πηδάλιον..., ό.π., σ. 490-491 (υποσημ. 2). 11. Ηλ. Μηνιάτης, Διδαχαί εις την Αγίαν και Μεγάλην Τεσσαρακοστήν, Και εις άλλάς Κυριακάς του Ενιαυτού, και Επισήμους Εορτάς. Μετά καί τινων Πανηγυρικών Λόγων, Βενετία 1804, σ. 323 (Η713). 12. Κοσμάς ο Αιτωλός, Διδαχές, Φιλολογική μελέτη - Κείμενα I. Β. Μενούνος, Αθήνα, Εκδόσεις «Τήνος», χ.χ., σ. 196.
γραμμένα στην ελληνική γλώσσα, συνταγολόγια της εποχής της οθωμανικής κυριαρχίας που αναφέρονται στο λύσιμο του αμποδεμένου ζευγαριού, αποτελούν κράμα από λόγιες και λαϊκές πρακτικές, στις οποίες το συμβολικό στοιχείο της μαγικής τελετουργίας συνυπάρχει με τους θρησκευτικούς κώδικες: το τροπάριο της Πεντηκοστής με τη χολή του κόρακα η με το «μελτζουβόλαδο» (αιθέριο έλαιο από το φύλλωμα της μέλισσας της φαρμακευτικής), διάφορα φυλακτά από ανθρώπινες τρίχες και από γεννητικά όργανα ζώων βρίσκονται στην ίδια συνταγή με αποσπάσματα ψαλμών, εκκλησιαστικά τροπάρια, καθώς και με συλλαβές και γλωσσικά μορφώματα που δεν αντιστοιχούν σε μια οικεία, δομημένη, γλώσσα 13 . Παρόλο που η Εκκλησία καταδικάζει οτιδήποτε συνυφαίνεται με τις πράξεις της μαγείας και της φαρμακείας 14 , η κυκλοφορία ανάμεσα στα μαγικά και τα θρησκευτικά σύμβολα πραγματοποιείται απρόσκοπτα, ακόμα και από άτομα με θρησκευτική ιδιότητα, όπως ο Αγάπιος Λάνδος. Μια έμμεση λύση που επιδιώκει να επιβάλει η Εκκλησία, επιχειρώντας τηναπομαγικοποίησητωνεν λόγω πρακτικών, είναι η αντικατάσταση των μαγικών συμβόλωνμετααντίστοιχα θρησκευτικά. Επειδή η πράξη της κατάδεσης, λοιπόν, θεωρείται ότι συνήθως συμβαίνει την ώρα που τελείται το μυστήριο του γάμου, το ζευγάρι μπορεί να την αποφύγει με την εκ των προτέρων λήψη ορισμένων χριστιανικών προφυλακτικών μέτρων (εξομολόγηση, νηστεία και μετάληψη), καθώς και ανογαμπρός φέρει την ώρα της τελετής του γάμου επάνω του το Ευαγγέλιο 15 . ΚαιηΕκκλησία, όπως η μαγεία, χρησιμοποιεί μία εξίσου συμβολική γλώσσα μετουςκώδικες των τελετουργιών στην περίπτωση αυτή το Ευαγγέλιο λειτουργεί πρωταρχικά ως μαγικό αντικείμενο (φυλακτό).
13. Βλ. την ιδιαίτερα πλούσια καταγραφή και παρουσίαση των καταδέσμων που αναφέρονται στο δέσιμο και το λύσιμο του συζυγικού ζευγαριού από τη μεταβυζαντινή περίοδο μέχρι και τον 19ο αιώνα: Φ. Κουκουλές, Βυζαντινών βίος..., ό.π., τ. ΣΤ', σ. 229-247" βλ. ακόμα Χρ. Θ. Οικονομόπουλος, «Η λαογραφία του "αμποδέματος" και η ιατρο-ψυχολογικ ερμηνεία της», Λαογραφία 35 (1987-1989) 199-222" Αγάπιος Λάνδος, Βιβλίον καλού νον Γεωπονικόν, Επιμέλεια κειμένου-εισαγωγή, σχόλια, γλωσσάριο Δέσποινα Δ. Κωστούλα, Βόλος, Εκδόσεις «Τήνος», 1991, σ. 260· Μ. Γ. Μιχαηλίδης-Νουάρος, Καρπαθιακά Μνημεία, Β' - Λαογραφικά σύμμεικτα Καρπάθου, τ. Α', Αθήνα 1932, σ. 165-167. Για τον μαγικό λόγο βλ. Α. - Φ. Χριστίδης, «Η μαγική χρήση της γλώσσας» στο Γλώσσα και μαγεία. Κείμενα από την αρχαιότητα, Αθήνα, Ιστός, 1997, σ. 52-64. 14. Βλ. Αγάπιος ιερομόναχος-Νικόδημος αγιορείτης, Πηδάλιον..., ό.π., σ. 188 (υποσημ. 4)· Σπ. Ν. Τρωϊάνος, «Η μαγεία στα βυζαντινά νομικά κείμενα», Πρακτικά του Α' Διεθνούς Συμποσίου Η καθημερινή ζωή στο Βυζάντιο, Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών/Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα 1989, σ. 549-572' του ίδιου, «Η θέση των μάγων στη βυζαντινή κοινωνία» στο Χρ. Α. Μαλτέζου (επιμ.), Οι περιθωριακοί στο Βυζάντιο, Αθήνα, Ίδρυμα Γουλανδρή-Χορν, 1993, σ. 271-295. 15. Αγάπιος ιερομόναχος-Νικόδημος αγιορείτης, Πηδάλιον..., ό.π.,σ. 188 (υποσημ. 4).
Η κυρίαρχη ερμηνεία της Λαογραφίας θεωρεί ότι οι πρακτικές δεσίματος του έγγαμου ζευγαριού αναφέρονται κυρίως στο πρόβληματηςακληρίαςτο ζευγαριού. Και όμως, στα περισσότερα συνταγολόγια, από τον 16ο μέχρι τον 19ο αιώνα, βλέπουμε ότι δεν εκφράζεται τόσο το πρόβλημα της στειρότητας, όσο ένας ενδεχόμενος φόβος και το άγχος της ανικανότητας ως προς την ερωτική ολοκλήρωση της σχέσης των δύο, συνήθως σε νεαρή ηλικία συζύγων, αφού μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις διευκρινίζεται ότι οι μαγικές (η βολικές) ενέργειες του δεσίματος (η κλειδώματος για τη γυναίκα) έχουν σαν στόχο το νέο (νιόπαντρο και συγχρόνως νεαρό) ζευγάρι 16 . Τα δε μοτίβα των καταγραφών είναι ενδεικτικά: «ο αποδένων ανδρόγυνα εις το να μη σμίγουνται», «να μηδέν σμίξουν», «εις το μη συνέρχεσθαι», για το δέσιμο,ενώγια το λύσιμο ο μαγικός λόγος είναι ακόμα πιο άμεσος: «ωσάν τρυπώεγώμε αρίδι το σανίδι, ούτω να τρυπήση και το σώμα μου την γυναίκα μου»ήαπό ένα χειρόγραφο του 19ου αιώνα, «πάρε μαχαίρι δαμασκί και βάλε το εις το ανδρόγυνο υποκάτω εις το στρώμα και πλαγιάζοντας γαμεί και ούτω λύεται διά πάντα» 17 .
παραστάσεις που αφορούν τα συμβάντα της γέννησης και τη σχέση τουςμετο θρησκευτικό στοιχείο (λόγιο και λαϊκό). Α π ό μια πρώτη σύγκριση των καταγραφών του 19ου αιώνα και των απεικονίσεων της γέννησης προκύπτουν ορισμένες διαφορές, οι οποίες οφείλονται στους τρόπους και τις διαφορετικές λογικές παρατήρησης (και παρατηρητών). Σύμφωνα με την αφήγηση ενός οξυδερκούς ταξιδιώτη, του Charles-Nicolas-Sigisbert Sonnini de Manoncourt, Ο οποίος ισχυρίζεται ότι παρακολούθησε τη διαδικασία τοκετού σε ένα νησί το Αιγαίου στα τέλη του 18ου αιώνα (1777-1779) 18 , οι θρησκευτικές παρεμβάσεις που γίνονται την ώρα της γέννησης περιορίζονται στον αγιασμό που κά Ιερέας στους παρευρισκόμενους στο σπίτι μετά από τον τοκετό. Στις λαογραφικές παραστάσεις, αντίθετα, οι επικλήσεις στην Παναγία ή σε άλλους αγίους, κυρίως στον άγιο Ελευθέριο, καθώς και η εκτέλεση ορισμένων λαϊκών θρησκευτικών πρακτικών συνιστούν δομικό στοιχείο της διαδικασίας του τοκετού.
16. Ο Χρ. Θ. Οικονομόπουλος διακρίνει καθαρά την παρεμπόδιση, μέσω του αμποδέματος, του ανδρικού πόθου, της στύσης,τηςεκσπερμάτωσηςκαιτουοργασμού:Χρ. Θ. Οι κονομόπουλος, ό.π., σ. 201-203. Για τη σεξουαλική ανικανότητα σε σχέση με τις νευρώσεις βλ. S. Freud, « Draft Β - The aetiology of the neuroses», The standard edition of the complete psychological works of Sigmund Freud, τ. 1, Λονδίνο, The Hogarth Press and the Institute of Psycho-analysis, 1981, σ. 180-182. 17. Βλ. Φ. Κουκουλές, Βυζαντινών βίος, ό.π., τ. ΣΤ', σ. 230, 234, 241. Αντίστοιχα στις περιπτώσεις οι οποίες αφορούν τον φόβο της ακληρίας, η γλώσσα είναι ε νής: «λυθήναι τε αυτοίς τα δεσμά της στειρώσεως», βλ. Γ. Κ. Σπυριδάκης, ό.π., σ. 109. 18. C. Ν. S. Sonnini, Voyage en Grèce et en Turquie, fait par ordre de Louis XVI et avec l'autorisation de la cour ottomane, τ. 2, Παρίσι 1801, σ. 79-109.
Γενικότερα στις παραστάσεις της τουρκοκρατίας το θρησκευτικό στοιχείο μέχρι την τελετή της βάπτισης παραμένει περιορισμένο· οι τελετουργίες συνυπάρχουν με τις λαϊκές πρακτικές και δομούνται κυρίως γύρω από τα πρόσωπα της μαμής και της μητέρας. Η μαμή αποτελεί το ενδιάμεσο πρόσωπο (μάγισσα και γιατρός), καθώς γνωρίζει τη σημασία και τη χρήση των βιολογικών καιτωνσυμβολικών σημείων που ορίζουν το πολιτισμικό γεγονός της γέννησης. Πέρα από την Ιερουργία μετά τη γέννηση, ελάχιστα θρησκευτικά σύμβολα ή επικλήσεις σε αγίους μαρτυρούνται (το Ευαγγέλιο στο σώμα του βρέφους που ενέχει τη θέση φυλακτού η η προσφυγή στον «άγιο λεφτέρη», η οποία, όμως, δεν καταγράφεται ως άμεση επίκληση) 19 . Παρόλο που στη Λαογραφία, αντίθετα,επισημαίνεταιηχρήση ορισμένων εκκλησιαστικών συμβόλων, επικλήσεων και μυστηρίων (εξομολόγηση, μετάληψη), ο Νικόλαος Πολίτης, στο σημείο αυτό, είναι εξαιρετικά προσεκτικός,αποφεύγονταςτηναναγωγήτων σύγχρονων τύπων λατρείας στο παρελθόν 20. Ο εκκλησιαστικός λόγος, τέλος, δεναναφέρεταιάμεσαστασυμβάντα της γέννησης,επειδήδεναναγνωρίζειτο νεογέννητο βρέφος ως χριστιανική οντότητα μέχρι τη βάπτιση και, επιπλέον, επειδή θεωρεί ότι η φυσική, ανθρώπινη, γέννηση και το νεογέννητο, «ο καρπός από την βρωμισμένην κοιλίαν» 21 , βρίσκονται σε μόνιμηαντιδιαστολήμε τη θεία γέννηση, «τα καθαρώτατα αίματα της Παναγίας» 22ηακόμακαι«την ηγιασμένην κοιλίαν της θεομήτορος Άννης» 2 3 .
οθωμανικής κατάκτησης υπογραμμίζουν, επίμονα, την οργανική ενότητα του ατόμου με τη μαγεία, δηλαδή με τα ζωντανά στοιχεία της φύσης, τα οποία ο άνθρωπος χρησιμοποιεί προς όφελος του, εκμεταλλευόμενος διαρκώς τις θετικές τους ιδιότητες και αποφεύγοντας τις αρνητικές· η, σύμφωνα με τον ορισμό του Aaron Gourevitch για τη λαϊκή μαγεία, το άτομο ζει μέσα σε ένα σύστημα ερμηνείας του κόσμου, το οποίο, λειτουργώνταςεντελώςαντίστροφαμε το θρησκευτικό, δεν ενδιαφέρεται να εξανθρωπίσει το εξωτερικό περιβάλλον, αλλάναπροσοικειώσει τον άνθρωπο με τη φύση εν όψει της ένταξής του στον εξωτερικό κόσμο 24 . Η έντονη παρουσία, αντίθετα, των θρησκευτικών-εκκλη
19. Ο Δημ. Καμπούρογλου αναφέρει ότι αν το παιδί πέθαινε, η μητέρα έπρεπε να πάει στον Άγιο Στυλιανό, ενώ αν το παιδί ήταν αδύναμο στον Άγιο Ανδρέα: Δημ. Καμπούρογλου, Ιστορία των Αθηναίων. Τουρκοκρατία, περίοδος πρώτη 1458-1687, τ. 3, Αθήνα 1896, σ. 62,155. 20. Βλ. την κριτική του Ν. Πολίτη προς τον E. Bybilakis και προς άλλους μελετητές: Ν. Πολίτης, «Ωκυτόκια», ό.π., σ. 378-380. 21. Κοσμάς ο Αιτωλός, Διδαχές, ό.π.,σ. 235-236. 22. Στο ίδιο, σ. 184. 23. Ηλ. Μηνιάτης, Διδαχαί..., ό.π.,σ. 335. 24. Βλ. Α. Gourevitch, La culture populaire au Moyen Âge. «Simplices et Docti»,
εκκλησιαστικών στοιχείων στις λαογραφικές παραστάσεις του 19ου και του 20 αιώνα φανερώνουν την επιβολή μιας μεταγενέστερης ενσωμάτωσης των θρησκευτικών συμβόλων στον λόγο γύρω από τον κύκλο της γέννησης. Η υποτίμηση της φυσικής γέννησης από την Εκκλησία εξυψώνει τη σημασία μιας δεύτερης παράλληλης συμβολικής γέννησης, της βάπτισης, η οποία διαχέεται ως κυρίαρχο πρότυπο από τον κανονιστικό λόγο προς το χριστιανικό ποίμνιο. Στις λαογραφικές παραστάσεις το βάπτισμα γίνεται κατά κανόνα σε μία από τις σαράντα πρώτες ημέρες από τη γέννηση του βρέφους, θεώρηση στηνοποίααποτυπώνονταιδιάφανα τα κανονιστικά θρησκευτικά πρότυπα. Ε ευνόητο ότι η βάπτιση έχει προσλάβει στους λόγους της εποχής της οθ κής κυριαρχίας εξέχουσα βαρύτητα, χωρίς, όμως, αυτό να σημαίνει ότι η τελετή του μυστηρίου αποτελεί μια τόσο επείγουσα μέριμνα, για ορισμένα τουλάχιστον στρώματα του αγροτικού κόσμου, όσο επικαλούνται το κήρυγμα, τα επίσημαεκκλησιαστικά κείμενα και η Λαογραφία. ημέρες η και ακόμα νωρίτερα 25 , προφανώς λόγω της μεγάλης βρεφικής θνησιμότητας" υπάρχουν, ωστόσο, ενδείξεις ότι οι ηλικίες των βαπτίσεων ξεπερνούσαν τον, υπό ομαλές συνθήκες οριζόμενο, ιδανικό χρόνο βάπτισης.
βάπτισης και ο συνεχής καθορισμός των χρονικών του ορίων στο κήρυγμα, η έκκληση του Κοσμά του Αιτωλού για μεγάλου μεγέθους κολυμβήθρες 26, ορισμένες συγκρίσεις ταξιδιωτών για τους χαλαρούς τρόπους με τους οποίους αντιμετώπιζαν οι φτωχοί ορθόδοξοι νησιώτες το βάπτισμα, σε αντίθεση με τους καθολικούς, όπως και μερικές ενδείξεις από τις έγγραφες των βαπτίσεων, από το 1823 έως το 1827, στο χωριό Φρίνη της Λευκάδας (όπου σε σύνολο 6 πτίσεων οι 19 γίνονται από μία έως σαράντα ημέρες και οι 47 από δύο έως 12 μήνες 27 ), όλα αυτά τα ενδεικτικά σημεία υποδεικνύουν το πως το αβάπτιστο και «ακάθαρτο» νεογέννητο μπορούσε να περάσει από το στάδιο του ακά-
Παρίσι, Aubier, 1992, σ. 177. Η μαγεία, γενικότερα, ως αναλυτική κατηγορίακαιωςαντικείμενο ορισμού, θέτει πολλά ζητήματα στον επιστημονικό λόγο (ανθρωπολογικό, ιστορικό κ.λπ.), όπως, εξάλλου, και στην καθημερινή νόηση" βλ. Ελεωνόρα Σκουτέρη-Διδασκάλου, «Το στίγμα της "μαγείας". Περιδινήσεις ενός σημείου αναφοράς στην ανθρωπολογική θεωρία» στο Γλώσσα και μαγεία, ό.π., σ. 11-51. 25. Βλ. ενδεικτικά Κοσμάς ο Αιτωλός, Διδαχές, ό.π., σ. 163, 175-177" Αργ. Φιλιππίπίδης, Τα περισωθέντα έργα. Μερική γεωγραφία - Βιβλίον ηθικόν, Εισαγωγή-παράρτημα: Θ. Κ. Σπεράντσας, Πρόλογος-επιμέλεια: Φ. Απ. Βιτάλης, Αθήνα 1978, σ. 238. 26. Κοσμάς ο Αιτωλός, Διδαχές, ό.π.,σ. 163. 27. Ιστορικό Αρχείο Λευκάδας, Βιβλίον των Βαπτισμάτων, Γάμων και θανάτων (χφ). Ηαποσπασματικήαυτή(καιπιθανώς ατελής) καταγραφή, ελπίζω να διασταυρωθεί σ συνέχεια της μελέτης με άλλα ομοειδή τεκμήρια.
ακάθαρτου βρέφους στο στάδιο του αβάπτιστου μικρού παιδιού, φέροντας την κοινή ονομασία «δράκος», η οποία σύμφωνα με τη θεολογική ερμηνεία υπογράμμιζε την έκτος χριστιανικής κοινότητας υπόστασή του, ενώ, κατά τον Sonnini, υποδήλωνε την εγγύτητά του με τον σατανά, τον δράκο της κόλασης 28 . αποκλίσεις ανάμεσα στις παραστάσεις της Λαογραφίας και της Ιστορίας δεν είναι καθόλου αθώες: υπακούουν σε διαφορετικές προσλήψεις (ενίοτε και διαφορετικούς χρόνους ιδεολογίας και νοοτροπιών), τις οποίες οφείλουμε κάθε φορά που μπαίνουμε στο παιχνίδι ερμηνείας, κατασκευής η ανακατασκευής του παρελθόντος, να αναλύουμε.
28. C. Ν. S. Sonnini, ό.π., σ. 109· Θ. Π. Παραδέλλης, ό.π., σ. 145.
ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ, ΟΡΦΑΝΑ ΚΑΙ ΑΠΟΚΡΥΣΤΑΛΛΩΣΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΤΑΥΤΟΤΗΤΩΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ (1861-1912)
ΕΦΗ ΚΑΝΝΕΡ
Είναι εξαιρετικά δύσκολο να σκιαγραφήσουμε τη δόμηση της παιδικής ηλικίας ως ιδιαίτερης κατηγορίας στην ύστερη Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το βέβαιο σε κάθε περίπτωση είναι ότι δεν πρόκειται για μια έννοια που αναδύεται εκ του μη όντος κατά την εποχή των Μεταρρυθμίσεων. Πριν από την περίοδο αυτή υπήρχε ήδη —σύμφωνα με τον Μ. Γεδεών— μέριμνα μερικών ενοριακών ναών για τα έκθετα, των οποίων η επιμέλεια ανετίθετο σε τροφούς, πριν δοθούν για υιοθεσία. Επιπλέον ακολουθείτο συχνά η βυζαντινή παράδοση της προικοδότησης των «άπορων κορασιών». Ας μην ξεχνούμε ακόμη το ενδιαφέρον που πυροδότησε ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός για την παιδεία. Το νέο στοιχείο που αναδύεται σταδιακά και που παγιώνεται μετά τα μέσα του 19ου αιώνα είναι το ότι οι δραστηριότητες αυτές συγκεντρώνονται στα χέρια κεντρικών φορέων. Το 1836 ο πατριάρχης Γρηγόριος ΣΤ' ιδρύει την Κεντρική Εκκλησιαστική Επιτροπή «ήτις επώπτευε και την εκπαίδευσιν εξετάζουσα τους διοριζομένους διδασκάλους και τα ελληνιστί εκδιδόμενα βιβλία» 1. Με αυτόν τον τρόπο το Πατριαρχείο «προήσπιζε την Ορθόδοξον παίδευσιν [...] καταδιώκον διδασκάλους θρησκευτικώς διαφθαρέντας»2. Επιπλέον, ο Α. Πασπάτης μας πληροφορεί ότι στα Εθνικά Φιλανθρωπικά Καταστήματα —στο Νοσοκομείο, δηλαδή, των Επτά Πύργων— στέλνονταν προς σωφρονισμό εκτός των άλλων «[...] τέκνα άρρενα και θήλεα, ορεγόμενοι ή διαδηλώσαντες την πρόθεσιν [...] να εξομόσωσιν. Τοιούτων πολλών την επιθυμίαν εδηλοποίει η Οθωμανική αρχή προς τον Πατριάρχην, κατ' εξοχήν μετά το 1843 [...]» 8 . Τέλος, ο πατριάρχης Γερμανός Δ' το 1853 θέτει τα θεμέλια του κτιρίου που προοριζόταν για Ορφανοτροφείο, «όπου άπορα και ανέστια τέκναναεκπαιδεύωνταικαι
1. Μ. Γεδεών, Αποσημειώματα Χρονογράφου, Αθήνα 1932, σ. 169. 2. Ό.π. 3. Α. Γ. Πασπάτης, Υπόμνημα περί του Γραικικού Νοσοκομείου των Επτά Πύργων, Αθήνα 1862, σ. 15.
διδασκόμενα τέχνην τινά, να πορίζωνται ακολούθως πόρον έντιμον και επαρκή» 4 . Οι εργασίες για την οικοδόμηση του Ορφανοτροφείου αναστέλλονται βέβαια προσωρινά με το θάνατο του πατριάρχη Γερμανού, όμως στις αρχές της δεκαετίας του 1860 οι έφοροι του Νοσοκομείου των Επτά Πύργων «μετέφεραν τα άτακτα και κακόβια τέκνα εις τας άνω αιθούσας [...] μακράν από την επιμιξίαν πονηρών ανδρών και φαυλοβίων γυναικών» 5. Το Πατριαρχείο λοιπόν παρουσιάζεται, παραδόξως εκ πρώτης όψεως, ως ο φορέας ο οποίος πρώτος αναλαμβάνει τις ρυθμίσεις εκείνες που οριοθετούν την παιδική ηλικία. Αναλαμβάνει την κεντρική εποπτεία της, χρησιμοποιεί δηλαδή ένα νεοτερικό στοιχείο, για να κατοχυρώσει και να ενισχύσει την ηγεμονία του έναντι των οποιωνδήποτε αντιπάλων του— συμπεριλαμβανομένης φυσικά, όπως θα δούμε στη συνέχεια, και της ίδιας της νεοτερικότητας. Τα «άτακτα, ανέστια και κακόβια τέκνα», που εκλαμβάνονται ως ο αδύνατος κρίκος της Ορθοδοξίας, αποτελούν τους πρώτους «κατοίκους» του παιδικού εγκλεισμού στην οθωμανική πρωτεύουσα. Το λαϊκό στοιχείο, που αποκτά μερίδιο στη διαχείριση των υποθέσεων της ελληνορθόδοξης κοινότητας από τις αρχές της δεκαετίας του 1860 με τη σύνταξη των «Εθνικών Κανονισμών», εξακολουθεί να κινείται σε μια πορεία που είχε ήδη δρομολογηθεί. Ποια είναι όμως η ταυτότητα αυτών των παιδιών; Πρόκειται για το νεότερο ηλικιακά τμήμα του πλήθους που διαχρονικά συνέρεε στην Κωνσταντινούπολη προς εύρεση εργασίας η προς επαιτεία, εμπλουτισμένο κατά πολύ στα μέσα του 19ου αιώνα από τους απόκληρους τεχνίτες της ίδιας της Πόλης και των επαρχιών της Αυτοκρατορίας που η οικονομική διείσδυση της Δύσης έχει καταστρέψει 6, καθώς και από τους κατοίκους του νεοπαγούς ελληνικού κράτους, τους οποίους η εξαθλίωση ωθεί μαζικά προς τα αστικά κέντρα της Αυτοκρατορίας 7. Το περιπλανώμενο αυτό ετερόκλητο πλήθος, αναπόσπαστο τμήμα της εικόνας της Πόλης σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας της, προβάλλεται τώρα ως δημόσιος κίνδυνος που πρέπει να εξαλειφθεί. Ο πολύβουος και πολύχρωμος δρόμος του Γαλατά, σημείο συνάντησης φυλών και γλωσσών, περιγράφεται από τον Πασπάτη ως εξής: «Θα περιγράψω την Κωνσταντινούπολη καθώς είναι, τας βορβορώδεις οδούς, τους δυσώδεις οχετούς, τα αφόρητα μιάσματα, [...] τα πνιγηρά και ανήλια χάνια, όπου καταλύουν, ασθενούν και θνήσκουνανέστιοικαι αφρόντιδες, οι τόσοι από τας επαρχίας και την αλλοδαπήν εδώ συρρέοντες»8.
4. Ό.π., σ. 17. 5. Ό.π., σ. 18. 6. Βλ. Çaglar Keyder, State and Class in Turkey, 1987, σ. 25-48. 7. Για το φαινόμενο της μετανάστευσης στην Οθωμανική Αυτοκρατορία από το ελληνικό κράτος βλ. Σία Αναγνωστοπούλου, Μικρά Ασία 19ος αι.- 1919: οι Ελληνορθόδοξες κοινότητες. Από το μιλλέτ των Ρωμιών στο Ελληνικό Έθνος, Αθήνα 1997, σ. 107-133. 8. Α. Γ. Πασπάτης, ό.π., σ. 42.
Και συνεχίζει: «Εις τους δρόμους τούτους, παραγκωνίζονται οι πλούσιοι μετά των ρακενδυτών, οι φίλεργοι μετά των αέργων, οι τίμιοι μετά των κλεπτών, πράγμα το οποίον σπανίως βλέπομεν εις άλλας μεγαλουπόλεις της Ευρώπης [...]» 9 . Το νεοτερικό πνεύμα, από το οποίο ο λόγος του συγγραφέα διαπνέεται, δεν αποτελεί, ως φαίνεται, δική του ιδιαιτερότητα. Αντίθετα διακρίνει τους πολεοδόμους του Τανζιμάτ, κύρια επιδίωξη των οποίων αποτελεί η μεταμόρφωση του κλασικού οθωμανικού-ισλαμικού τοπίου της πόλης σε ευρωπαϊκό: επιχειρείται ο εξωραϊσμός του κεντρικού τριγώνου Πέραν-Γαλατάς-Τοπχανέ (διαπλάτυνση των δρόμων, συγκρότηση οργανωμένου οδικού δικτύου, εγκατάσταση συστημάτων ύδρευσης, αποχέτευσης και υγραερίου, διάνοιξη μεγάλων πλατειών), που συνοδεύεται με την κατεδάφιση των παραγκών και τον εξοβελισμό των ενδεών σε απόκεντρες συνοικίες. Προωθείται, με άλλα λόγια, η κάθετη διχοτόμηση μεταξύ του εύπορου και του μη εύπορου, του ευρωπαϊκού και του μη ευρωπαϊκού τμήματος της οθωμανικής πρωτεύουσας 10 . Η τάση πάντως του ευπρεπισμού και της αποκάθαρσης από κάθε στοιχείο που δεν εγγράφεται σε αυτή τη σφαίρα χρονολογείται αρκετά πριν από την περίοδο των Μεταρρυθμίσεων. Σε διάταγμα του 1792 ο σουλτάνος Σελήμ Γ' δίνει εντολή «[...] όπωςοιανάπηροι και αόμματοι του Γραικικού και του Ιουδαϊκού έθνους εγκαθιστώνται ειςταΝοσοκομεία, αποστέλλωνται δε εις τας εαυτών πατρίδας, όσοι τας χείρας καιτουςπόδας υγιώς έχουσιν, και εμποδίζωνται οι τοιούτοιτουενοχλείν τον κόσμον επαιτούντες» 11 . Από τη δεκαετία του 1860 και εξής, με την άνθηση του ελληνικού τύπου της οθωμανικής πρωτεύουσας η ενδεής παιδική ηλικία εισέρχεται στο προσκήνιοφιλεκπαιδευτικοί σύλλογοι, ίδρυση εκπαιδευτηρίων σε οικονομικά ασθενείς κοινότητες, άποροι μαθητές κλπ. είναι τα θέματα που συναντά κανείς στις σελίδες του σε καθημερινή βάση. Στα δημοσιεύματα αυτά το παιδί παρουσιάζεται ως αναξιοπαθές θύμα μιας κοινωνίας που το έχει καταδικάσει στην υλική και, κυρίως, στην ηθική ένδεια, καταπατώντας τις αρετές που του αποδίδονται: αγνότητα, καλοσύνη, αθωότητα. Επιστέγασμα όλων αυτών των ιδιοτήτων που συνθέτουν την καταπατημένη αγνότητα αποτελούν τα ορφανά. Η εικόνα του μι9. Ό.π., σ. 70. 10. Zeynep Celik, The Remaking of Istanbul. Portrait of an Ottoman City in the Nineteenth Century. Σηάτλ και Λονδίνο 1986, σ. 31-81. Επίσης, Steven Rosenthal, «Minorities and Municipal Reform in Istanbul» στο Β. Braude - Β. Lewis (επιμ.), Christians and Jews in the Ottoman Empire. The functioning of a plural society, Νέα Υόρκη και Λονδίνο 1985, σ. 369-385. 11. Α. Σταυρόπουλος, Τα Νοσοκομεία και η νοσηλευτική πολιτική της ελληνικής εθνότητας στην Κωνσταντινούπολη, Αθήνα 1984, σ. 508.
μικρού, πεινασμένου, ρακένδυτου, περιτριγυρισμένου από χίλιους κινδύνους παιδιού συναντάται σε όλα ανεξαιρέτως τα ελληνικά έντυπα της οθωμανικής πρωτεύουσας κατά τη συγκεκριμένη περίοδο. Στις αρχές της δεκαετίας του 1860 εχουμε, όπως προαναφέραμε, την πρώτη συνάθροιση των ορφανών στον τελευταίο όροφο του κτιρίου των Εθνικών Φιλανθρωπικών Καταστημάτων. Τα «εν ταις αγυιαίς τέκνα» από την ελευθερία και το αίσθημα της αυτάρκειας που «προσέφερε» η ζωή στο δρόμο μεταβαίνουν σε ένα καθεστώς εξατομικευμένης και εξονυχιστικής επιτήρησης, που διαρκεί μέχρι το 21ο έτος της ηλικίας τους, ακόμη, δηλαδή, και μετά την απομάκρυνση τους από το ίδρυμα 12 . Σύμβολο της επιτήρησης αυτής, ο παιδονόμος, επιβλέπει τους τροφίμους στην καθαριότητα, στον ύπνο, στο φαγητό και στους περιπάτους 13 . Ο τονισμός των πτυχών αυτών δεν είναι τυχαίος. Εκείνο που πρωτίστως ενδιαφέρει είναι η καταστολή του αταίριαστου για την παιδική ηλικία αισθήματος της ενηλικιότητας και ελευθερίας, καθώς και της σεξουαλικότητας που στον κανονιστικό λόγο ταυτίζονται με τη ρυπαρότητα και την κοινωνική αταξία. Επιτηρούνται συνεπώς οι στιγμές εκείνες, όπου υπάρχει φόβος ότι τα ένστικτα αυτά θα έρθουν στην επιφάνεια 14 . Το καταστατικό του Ορφανοτροφείου του 1870 ορίζει ως σκοπό του ιδρύματος «την ανατροφήν και εις βιωφελείς τέχνας εκπαίδευσιν ορφανών και ομολογουμένως απόρων αρρένων παίδων» 15 . Η παρούσα, δηλαδή, κοινωνική θέση των παιδιών αυτών προσδιορίζει και τη μελλοντική τους, εκείνη του εργάτη, του τεχνίτη. Προβλέπεται εξάλλου ότι η Εφορία «καθά φυσικός κηδεμών φροντίζει περί της επωφελούς τοποθετήσεως των απολυομένων» ως τεχνιτών 16 . Γι' αυτό και εκείνοι δεν διδάσκονται παρά «την ανάγνωσιν, τας αναγκαιοτέρας πράξεις της Αριθμητικής, στοιχειώδη Γεωγραφίαν και την Ιεράν Κατήχησιν» 17 , ενώ ως απαραίτητα εφόδιά τους αναγνωρίζονται «αι χειρωνακτικαι τέχναι προς πορισμόν και αποκατάστασίν των» 1 8 . Προβλέπεται ακόμη η σύσταση εργαστηρίων μέσα στο ίδρυμα, όπου τα ορφανά θα διδάσκονται την κάθε τέχνη υπό την «επιστασίαν τεχνιτών ειδημόνων» 19. Ο ενεργός παραγωγικός ρόλος τους
12. Διοργανισμός του εν Κωνσταντινουπόλει Εθνικού Ορφανοτροφείου των Ορθοδόξων, Κωνσταντινούπολη 1870, άρθρο 23, σ. 6-7. 13. Ό.π., άρθρο 27, σ. 7-8. 14. Βλ. σχετικά, Φιλίπ Αριές, Αιώνες παιδικής ηλικίας, Αθήνα 1990" Μισέλ Φουκώ, Επιτήρηση και τιμωρία. Η γέννηση της φυλακής, Αθήνα 1989, καθώς και του ιδίου, Ιστορία της σεξοναλικότητας, τ. 1, Η δίψα της γνώσης, Αθήνα 1982. 15. Διοργανισμός..., ό.π., άρθρο 1, σ. 3. 16. Ό.π., άρθρο 21, σ. 6. 17. Ό.π., άρθρο 12, σ. 5. 18. Στο ίδιο. 19. Ό.π., άρθρο 13, σ. 5.
στα Εθνικά Φιλανθρωπικά Καταστήματα επιβεβαιώνεται στη λογοδοσία της Εφορίας του 1902: «Οι ορφανοί [...] κατασκευάζουσιν όλα τα απαιτούμενα υποδήματα δι' εαυτούς και τους εν τοις διαφόροις κλάδοις των Εθνικών Φιλανθρωπικών Καταστημάτων περιθαλπομένους, καθώς και όλα τα ενδύματα, τούθ' όπερ ανακουφίζει την υπέρ αυτών καταβαλλομένην δαπάνην» 20 . Από τον ατίθασο βίο του δρόμου τα παιδιά αυτά μαθητεύουν στα ιδεώδη της χρονικής και εργασιακής πειθαρχίας και στην υπαγωγή στην κοινωνική ιεραρχία. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι εξελίξεις αυτές δεν αποτελούν ιδιαιτερότητα της ορθόδοξης κοινότητας: την ίδια περίοδο ιδρύεται στην Κωνσταντινούπολη μουσουλμανικό ορφανοτροφείο από τον Μιντχάτ πασά, τον εμπνευστή του οθωμανικού συντάγματος του 1876 21 . Δεν είναι ασφαλώς τυχαίο, το ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο προβαίνει στην ενέργεια αυτή. Ό π ω ς αναφέρεται στον απολογισμό της Εφορίας των Εθνικών Φιλανθρωπικών Καταστημάτων για το 1863 «εκατόν και επέκεινα ορφανά πάσης Ορθοδόξου φυλής χθες ανέστια και γυμνά και εν ταις αγυιαίς απολλύμενα, σήμερον στεγάζονται και ενδύονται και τρέφονται και εν χριστιανική παιδεία και αγωγή ανατρέφονται» 22. Όπως βλέπουμε, η έμφαση δίνεται στο χριστιανικό χαρακτήρα της αγωγής, η οποία προορίζεται για τα «Ορφανά πάσης Ορθοδόξου φυλής». Όπως όμως αναφέραμε ήδη, τα παιδιά διδάσκονται ανάγνωση, στην ελληνική προφανώς γλώσσα. Το τελευταίο είναι επισήμανση δική μου, δεν τονίζεται μέσα στο κείμενο. Δεν είναι όμως και αμελητέο, ούτε θα πρέπει να αποσυνδεθεί από τις κινήσεις Βουλγάρων ιεραρχών της εποχής, επτά χρόνια πριν από τη δημιουργία της Βουλγαρικής Εξαρχίας, για την αντικατάσταση της ελληνικής γλώσσας στο τελετουργικό τυπικό των εκκλησιών της Βουλγαρίας από τη βουλγαρική και για τη δημιουργία αυτοκέφαλης Εκκλησίας 23 . Εδώ το ζητούμενο είναι η διασφάλιση της ηγεμονίας του Πατριαρχείου επί της Ορθοδοξίας. Η ελληνική γλώσσα δεν αναφέρεται, ούτε καν ως γλώσσα της ορθόδοξης λατρείας. Θα επιστρέψουμε όμως αργότερα στο σημείο αυτό. Η δεκαετία του 1870 εγκαινιάζεται με την ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας
20. Τα Εθνικά Φιλανθρωπικά Καταστήματα κατά το 1901, ήτοι συνοπτική περί αυτώ λογοδοσία απαγγελθείσα υπό Ιωάννου Δ. Κατσέλη αντιπροέδρου της Εφορίας αυτών, Κω σταντινούπολη 1902, σ. 64. 21. Εφημ. Νεολόγος, φ. 358, 10 Μαίου 1868. 22. Διαχείρισις των Εθνικών Ορθοδόξων Φιλανθρωπικών Καταστημάτων του έτους 1863, Κωνσταντινούπολη 1864, σ. 4. 23. Οι διαμάχες αυτές είχαν εκδηλωθεί με σφοδρότητα ήδη από την περίοδο της εκπόνησης των Γενικών Κανονισμών (1858-1860). Βλ. Μ. Θ. Λάσκαρις, Το Ανατολικόν Ζήτημα, Θεσσαλονίκη 21978, σ. 259-275.
και την Κομμούνα του Παρισιού. Από τις αρχές της δεκαετίας αυτής το καθήκον του εξορθολογισμού και της πειθάρχησης αναλαμβάνουν μαζικά οι διαρκώς πολλαπλασιαζόμενοι φιλανθρωπικοί και φιλεκπαιδευτικοί σύλλογοι που ιδρύονται κατά το πρότυπο του Εν Κωνσταντινουπόλει Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου 24 . Σε ό,τι αφορά τα ορφανά κορίτσια, ενώ ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1860 γίνεται λόγος περί του κινδύνου της διαφθοράς και της πορνείας που τα απειλεί, ο λόγος αυτός συστηματοποιείται μετά το 1871. Στα περισσότερα δημοσιεύματα τα ορφανά είναι στο εξής γένους θηλυκού: στα διηγήματα και στα μυθιστορήματα, στις πραγματείες και στα ποιήματα, σε όλο το φάσμα των λαϊκών και μη εντύπων, επανέρχεται ακατάπαυστα το μοτίβο της ορφανής κόρης, της οποίας την αγνότητα επιβουλεύεται ο κοινωνικός περίγυρος. Στο σημείο αυτό δύο εκδοχές εμφανίζονται. Σύμφωνα με την πρώτη, εκείνη, απροστάτευτη μετά το θάνατο του πατέρα της, αναγκάζεται να εκχωρήσει ό,τι πολυτιμότερο διαθέτει, είτε για να εξασφαλίσει τον επιούσιο, είτε παρασυρμένη από τα ξενόφερτα ήθη, που υποσκάπτουν την ηθική της ελληνοχριστιανικής οικογένειας, στερούμενη η ίδια του ηθικού σθένους που θα της επέτρεπε να τους αντισταθεί. Η ορφάνια προσδιορίζεται κυρίως με το θάνατο του πατέρα. Εκείνος συντηρεί την οικογένεια και επιτηρεί. Η μητέρα αποτελεί κατά κανόνα μάλλον παθητικό στοιχείο. Εφόσον δεν είναι σε θέση να αναλάβει βιοποριστική δραστηριότητα —στα περισσότερα αφηγήματα είναι μάλιστα ασθενής— τα παιδιά της, στις περισσότερες περιπτώσεις οι θυγατέρες της, αναγκάζονται να επωμισθούν αυτό το καθήκον καταλήγοντας στην πορνεία, φυσική συνέπεια ενός ρόλου ανάρμοστου για αυτές. Συχνά πάλι η μητέρα είτε παρεκτρέπεται ηθικά δίνοντας το κακό παράδειγμα στις θυγατέρες της, είτε τις οδηγεί στην πορνεία, ορμώμενη από την ευρωπαϊκή απελευθέρωση των ηθών η και για να ανταποκριθεί στις επιταγές του επίσης ευρωπαϊκού συρμού. Σύμφωνα με τη δεύτερη εκδοχή, η εργασία των χεριών της ορφανής κόρης σώζει την οικογένειά της από την οικονομική καταστροφή και την ίδια από τον ηθικό όλεθρο, μέχρι τη στιγμή που ο γάμος θα της εξασφαλίσει ένα νέο προστάτη. Το πρότυπο αυτό προβάλλεται κυρίως από τα περιοδικά «Φίλεργος» και «Ευρυδίκη». Το πρώτο εκδίδεται από τη Φίλεργο Εταιρία και το δεύτερο από την Αιμιλία Κτενά-Λεοντιάδα, μια από τις πρώτες παιδαγωγούς της Αυτοκρατορίας. Η Φίλεργος Εταιρία θέτει ως πρωταρχικό στόχο της «την εξάπλωσιν της εργασίας» 25 , ενώ η «Ευρυδίκη»
24. Βλ. Κυριακή Μαμώνη, «Εισαγωγή στην ιστορία των Συλλόγων Κωνσταντινουπόλεως (1861-1922)», Μνημοσύνη 11 (1990) 211-234, καθώς και της ιδίας, «Les associations pour la propagation de l'instruction grecque à Constantinople (1861-1922)», Balkan Studies 16/1 (1975) 103-112. 25. Εφημ. Αρμονία, έτ.Γ', αρ. 224 (26 Απριλίου 1866).
αποσκοπεί «όπως επιμελετήση τας αρχάς της αποστολής της γυναικός», όπως αναφέρεται στο πρώτο τεύχος της 2 6 . Τόσο η Φίλεργος Εταιρία όσο και η Αιμιλία Κτενά-Λεοντιάς εξαίρουν την εκπαίδευση και την εργασία των γυναικών ως μέσα για την αρτιότερη εκτέλεση των οικογενειακών τους καθηκόντων, αφενός, και για την αξιοπρεπή επιβίωση τους, αφετέρου, σε περίπτωση που στερηθούν την οικογενειακή υποστήριξη. Τελικά ο λόγος για την εργασία των ορφανών κοριτσιών σηματοδοτεί το λόγο για τη γυναικεία εργασία στο σύνολο της. Υπογραμμίζει το αφύσικο της εργασίας των γυναικών, η οποία γίνεται αποδεκτή μόνο ως άμυνα έναντι των αντιξοοτήτων της ζωής. Σε τελευταία ανάλυση και οι δύο εκδοχές για τις προοπτικές της ζωής των ορφανών κοριτσιών νομιμοποιούν το οικογενειακό ιδεώδες και την επιτήρηση των γυναικών.
Παρατηρούμε μια αλλαγή της εικόνας της Ευρώπης, η οποία, χωρίς ποτέ να καταβιβάζεται από το βάθρο του προτύπου, παύει ωστόσο να κατέχει αποκλειστικά τη θέση αυτή. Το πανταχού παρόν ιδεώδες του εκσυγχρονισμού συμβαδίζει με έναν ολοένα περισσότερο κατάδηλο αντιευρωπαϊσμό. Στο εξής αποκρυσταλλώνεται η εικόνα της Δύσης ως δύναμης επέμβασης στην Ανατολή, λόγω ακριβώς της ιδιότητας του πολιτισμικού προτύπου. Συνεκδοχές της Ευρώπης δεν αποτελούν τώρα μόνο οι εκσυγχρονιστικές μεταρρυθμίσεις αλλά και η αναρχία και η έκλυση των ηθών. Δύση και Ανατολή αποτελούν στο δημόσιο λόγο δύο πραγματικότητες συμβατές και αντίπαλες συνάμα, καθώς η κυρίαρχη Δύση προσπαθεί να καθυποτάξει την αγνή Ανατολή «εξάγοντας» την αναρχία και την έκλυση ηθών. Μέσο για την επίτευξη του στόχου αυτού αποτελεί η διάλυση της ορθόδοξης οικογένειας, μιας οικογένειας της οποίας ο ελληνικός χαρακτήρας προβάλλεται ολοένα και περισσότερο. Σε πρωταρχικό στοιχείο διάλυσης της ελληνορθόδοξης οικογένειας ανάγεται η γυναικεία σεξουαλικότητα με όλες τις συνδηλώσεις της: το άλογο, την αναρχία, την απουσία του μέτρου και της ευπρέπειας. Φορείς της οι γυναίκες, που η απουσία της οικογενειακής, δηλαδή της πατρικής, επιτήρησης φέρνει στην επιφάνεια τα στοιχεία τους αυτά. Πρόκειται συχνά για τις νέες κοπέλες που μεταβαίνουν στην Κωνσταντινούπολη από τα νησιά του Αιγαίου και την Ανατολία προς αναζήτηση μιας θέσης υπηρέτριας η παραμάνας — «το μάλλον ευολίσθητον του πληθυσμού τμήμα». Ο κίνδυνος θεωρείται αμεσότερος για τον επιπλέον λόγο ότι η Δύση λαμβάνει και μια άλλη μορφή: εκείνη των καθολικών και προτεσταντικών ιεραποστολών, οι οποίες αναπτύσσουν εκτεταμένη φιλανθρωπική δραστηριότητα στους ενδεείς πληθυσμούς της Αυτοκρατορίας. Όπως δηλαδή οι «αγυιόπαιδες», έτσι και οι ορφανές και ανεπιτήρητες γυναίκες εκλαμβάνονται ως η αχίλλειος πτέρνα της Ορθοδοξίας.
26. Ευρυδίκη 1 (21 Νοεμβρίου 1870).
Μόνο που τώρα η Ορθοδοξία, μετά το Βουλγαρικό Σχίσμα, εκλαμβάνεται ολοένα και ευκρινέστερα ως ελληνική. Η Φιλόπτωχος Αδελφότης Κυριών Σταυροδρομίου είναι η πρώτη που αναλαμβάνει τον ανεξέλεγκτο αυτό γυναικείο πληθυσμό. Τα ιδρυτικά της μέλη ανήκουν στις επιφανέστερες οικογένειες της ελληνορθόδοξης κοινότητας της Κωνσταντινούπολης — μέλη του χρηματιστηριακού και εμπορικού κεφαλαίου, της διανόησης και της ανώτερης κρατικής γραφειοκρατίας 27. Η Αδελφότητα αυτή ιδρύεται το 1861, την ίδια χρονιά με τον Εν Κωνσταντινουπόλει Ελληνικό Φιλολογικό Σύλλογο. Όμως μόνο το 1876, 15 χρόνια μετά από την ίδρυση της, θα συγκροτήσει εργαστήριο ραπτικής για άπορες γυναίκες, όπου οι τελευταίες υπόκεινται σε αυστηρή επιτήρηση που υποκαθιστά την οικογενειακή. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται «η κατάστασις αύτη [η ένδεια] [...] εις το θήλυ γένος είναι ου μόνον αξία λύπης, αλλά και κινδυνώδης [...]. Η έλλειψις εργασίας ουχί σπανίως αμβλύνει τα αισθήματα του καθήκοντος και της τιμής, καθιστώσα την γυναίκα ουχί μόνον σκεύος άχρηστον αλλά και δηλητηριώδες» 28. Όπως κα στην περίπτωση του Ορφανοτροφείου των Εθνικών Φιλανθρωπικών Καταστημάτων έτσι και εδώ η εργασιακή πειθαρχία αποτελεί το μέσο για την επιβολή της ηθικής πειθαρχίας. Το εργασιακό ιδεώδες συνιστά μέσο για την προβολή του οικογενειακού ιδεώδους. Ποιοι κίνδυνοι επιδιώκεται να αντιμετωπισθούν με αυτόν τον τρόπο; «Εν τη καθ' ημάς εποχή, καθ' ην [...] ποικίλαι επιδρομαί την Εκκλησίαν και το Έθνος ημών νέμονται, καθήκον έχομεν ανεξάντλητοι εις ευποιΐας να διατελώμεν βεβαίαν [...] εχοντες [...] αμοιβήν ότι διά της ημετέρας αγαθοεργίας θα βλέπωμεν ασφαλιζομένους εν τη πατρώα θρησκεία τους ομογενείς εκείνους, όσοι ένεκα της δυστυχίας διατελούσιν [...] ευάλωτοι εις τας υπό την μορφήν αγαθοεργίας πλεκτάνας των προσηλυτιστικών λειτουργών ξένων θρησκευμάτων» 29. Η γυναικεία ελίτ της Πόλης τοποθετείται λοιπόν στις επάλξεις της ελληνικής πλέον Ορθοδοξίας μέσα από τη θέση του υπερασπιστή του ιδεώδους της εργασίας και της ελληνοχριστιανικής οικογένειας έναντι της Δύσης και των αλλότριων εθνοφυλετισμών. Το παράδειγμα της Αδελφότητας που εξαίρεται ως πρωτοπόρο στον τύπο της Πόλης θα μιμηθούν πολλές από τις γυναικείες αδελφότητες που συγκροτούνται μετά το 1871, π.χ. του Μεγάλου Ρεύματος και της Χαλκηδόνας.
27. Μεταξύ των μελών της Αδελφότητας συγκαταλέγονται οι Ελένη Γ. Ζαρίφη, Χαρίκλεια Ζαφειροπούλου, Πηνελόπη Βλαστού, Ελένη Σκυλίτση, Λούκια Καραθεοδωρή, Βιργινία Καλλιάδου. 28. Έκθεσις των πεπραγμένων της εν Σταυροδρόμιω Φιλοπτώχου Αδελφότητος των Κυριών κατά το έτος 1878, Κωνσταντινούπολη 1879, σ. 28-29. 29. Έκθεσις των πεπραγμένων... 1885, Κωνσταντινούπολη 1886, σ. 43-46.
Στο ίδιο πνεύμα κινείται και η «Υπηρεσία των Εκθέτων της Παναγίας του Πέραν», που ιδρύεται το 1889, καθώς και οι αδελφότητες για την προστασία των επιτόκων και των λεχώνων που συγκροτούνται κατά τα τέλη του 19ου και την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα, π.χ. η «Εν Πέραν Φιλόπτωχος Αδελφότης Κυριών του Αγίου Ελευθερίου» και η αδελφότητα «Το Άσυλον των Μητέρων» 30 . Η «Υπηρεσία των Εκθέτων της Παναγίας του Πέραν» χρήζει εκτενέστερης αναφοράς. ιδρύεται με πρωτοβουλία του γιατρού Σπυρίδωνος Ζαβιτσιάνου, ο οποίος και τη διευθύνει, εφόσον από το καταστατικό της θεσμοθετείται ο διευθυντικός ρόλος του ιατρικού σώματος 31 . Το έργο της συνίσταται στην περισυλλογή των εκθέτων, στην ανάθεσή τους σε τροφούς και στην ιατρική τους παρακολούθηση μέχρι να δοθούν προς υιοθεσία. Συγκροτείται ακόμη στα πλαίσιά της η «Επιτροπή των Δεσποινίδων», οι οποίες κατασκευάζουν παιδικά ενδύματα, τόσο για τα ίδια τα έκθετα, όσο και προς πώληση για τη συγκέντρωση χρημάτων για αυτά 32 . Στο ομώνυμο σύγγραμμά του «Service des Enfants Trouvés de Notre Dame de Péra» ο Σπ. Ζαβιτσιάνος εκθέτει τα πλεονεκτήματα της Υπηρεσίας έναντι του ευρωπαϊκού θεσμού των βρεφοκομείων. Τα πλεονεκτήματα αυτά συνίστανται στις ικανοποιητικότερες συνθήκες υγιεινής —σε σύγκριση με τα υψηλά ποσοστά θνησιμότητας στα βρεφοκομεία της Ευρώπης— και στην ενσωμάτωση των παιδιών στο φυσικό τους περιβάλλον, το οικογενειακό, μέσω της υιοθεσίας. Ε τ σ ι τα παιδιά αυτά αποτρέπονται από μια αντικοινωνική και ανατρεπτική συμπεριφορά, εντάσσονται αρμονικά στο κοινωνικό σύνολο και καθίστανται άξιοι αγωνιστές των εθνικών ιδεωδών 33 . Τα στοιχεία αυτά προβάλλονται ως αποδεικτικά της προαιώνιας φιλαλληλίας του Έλληνα και κατά συνέπεια ως μια επιπλέον μαρτυρία υπέρ της τρισχιλιετους συνέχειας του Ελληνισμού, φυσικού δικαιούχου της ηγεμονίας στην Ανατολή, η οποία, με τη σειρά της, του οφείλει την πολιτισμική της υπεροχή έναντι της Δύσης. Οι αδράνειες δεν απουσιάζουν. Η συστέγαση των ορφανών με τους ηλικιωμένους και τους φρενοβλαβείς θα συνεχιστεί μέχρι το 1903, οπότε το Ορφανοτροφείο μεταφέρεται στο πρώην ξενοδοχείο «Πρίγκηπος Παλάς» στην ομώνυμη νήσο, με δωρεά της Ελένης Γ. Ζαρίφη. Από το 1860 μέχρι τη χρονιά αυτή ο αριθμός των τροφίμων παραμένει πρακτικά σταθερός. Περίπου 100 τρόφιμοι
30. Εφημ. Κωνσταντινούπολις, φ. 281, 12 Δεκεμβρίου 1906. 31. «Règlement du Service des Enfants Trouvés de Notre Dame de Péra», art. 1, στο Dr. S. C. Zavitsiano, Service des Enfants Trouvés de Notre Dame de Péra, Κωνσταντινούπολη 1904, σ. 22. 32. Ό.π., σ. 19-21. 33. Ό.π., σ. I-VIII και 3-11.
υπήρχαν το 1862, στο νέο Ορφανοτροφείο το 1903 θα μεταφερθούν 140 34 . Στο ενδιάμεσο διάστημα ο αριθμός τους δεν θα υπερβεί ποτέ τους 150. Ακόμη, παρά το θόρυβο γύρω από τα ορφανά κορίτσια, η κατάρτιση ιδιαίτερου ιδρύματος γι' αυτά θα καθυστερήσει αξιοσημείωτα. Το Ορφανοτροφείο θηλέων θα ιδρυθεί στη Μονή του Σωτήρος στην Πρώτη το 1906, με δωρεά του Συμεών Σινιόσογλου. Ωστόσο, στα νέα Ορφανοτροφεία οι προαναφερθείσες τάσεις θεσμοθετούνται. Στον Κανονισμό του Ορφανοτροφείου της Πριγκήπου τονίζεται ότι«ηεν τω ορφανοτροφείω εν τη Ελληνική γλώσση παίδευσις θα περιορίζηταιειςτην ορθήνανάγνωσιν,χρήσιν και γραφήν της καθομιλουμένης,απαγορευομένωντων αρχαίων κειμένων και της γραμματικής αυτών, [...] η ιστορία και γεωγραφία, αιανθρωπολογικαί καιφυσιολογικαί σπουδαί θα περιορίζωνται εις τας στοιχειώδεις γνώσεις [...] [ενώ] από του 4ου έτους [...] η τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευσις εστίν υποχρεωτική δι' όλους ανεξαιρέτως τους τροφίμους του Ορφανοτροφείου [..,]» 35 . Η επιτήρηση γίνεται ακόμη αυστηρότερη. Το προσωπικό γίνεται περισσότερο πολυάριθμο και ελέγχονται πλέον όλες ανεξαιρέτως οι πτυχές της ζωής, από την ανάπαυση μέχρι τις επιδόσεις στα μαθήματα 36 . Ο κανονισμός αυτός έφερε την πατριαρχική έγκριση, ενώ μέλος της I. Συνόδου κατείχε απαραίτητα την προεδρία της Εφορίας 37 . Από την άλλη πλευρά ο Ιωακείμ Γ' επικροτεί την ίδρυση του Ορφανοτροφείου της Πρώτης. Εκεί «η ανατροφή των ορφανών περιστρέφεται εις την εκμάθησιν και άσκησιν χριστιανικών αρετών [...]. Διδάσκονται [τα ορφανά] τα της θρησκείας [...] και εν γένει ταεντοις δημοτικοίς σχολείοις μαθήματα και την οικιακήν οικονομίαν. Έ κ των γυναικείων δ' έργων διδάσκονται [...] εν γένει όλην την οικιακήν υπηρεσίαν [...]» 38 . Συμπερασματικά μπορούμε να διατυπώσουμε την υπόθεση ότι τα ορφανά σηματοδοτούν αρνητικά την παιδική ηλικία. Προσδιορίζουν δηλαδή, ό,τι δεν θα πρέπει να είναι η παιδική ηλικία, της οποίας η ταυτότητα δομείται στην αντιπαράθεσή της με αυτά: είναι ευγενής, υπάκουη, επιτηρούμενη, επίδοξη κοινωνός της ελληνικής παιδείας. Παράλληλα μέσα από τις παραπάνω διαδικασίες, όπου το νεότερο ηλικιακά τμήμα της μάζας των περιπλανώμενων χειρωνάκτων
34. Γενικός Κανονισμός του εν Πριγκήπω Εθνικού Ορφανοτροφείου, Κωνσταντινούπολη 1903, κεφ. Α', άρθρο 1, σ. 3. 35. Ό.π., άρθρα 34, 36, σ. 20-22. 36. Ό.π. κεφ. Ε' (Περί της εσωτερικής διοικήσεως του Ορφανοτροφείου), σ. 13-16 και κεφ. Ζ' (Περί της ανατροφής των ορφανών), σ. 18-19. 37. Ό.π., άρθρο 5, σ. 6. 38. Κανονισμός του εν τη Νήσω Πρώτη Εθνικού Ορφανοτροφείου των Θηλέων Συμεών Σινιόσογλου, 1906, άρθρο 24, σ. 23.
και επαιτών, αναγνωρίζεται και οριοθετείται ως τέτοιο, επιχειρείται η κοινωνική απομόνωση, η περιθωριοποίηση της μάζας αυτής, η οποία σηματοδοτείται ως επικίνδυνη τάξη. Τέλος η ομάδα των λογίων, εμπόρων και τραπεζιτών που καθοδηγούν τις εξελίξεις αυτές αναγορεύεται σε θεματοφύλακα ενός συστήματος αξιών που οφείλει να εγκολπωθεί ολόκληρο το ελληνορθόδοξο σώμα. Στην αντιπαράθεση με το δυνάμει αντίπαλο της, τις ομάδες εκείνες που θεωρεί ότι αμφισβητούν αυτό το σύστημα αξιών, η συγκεκριμένη ομάδα δομεί την ηγεμονία της και σε τελική ανάλυση την ταυτότητά της ως μεσαία τάξη.
Στον κόσμο της Τέχνης
Παρασκευή 18 Απριλίου 1997 Απογευματινή συνεδρία Πρόεδρος: ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΗΛΙΟΥ
ΠΑΙΔΑΡΙΟΓΕΡΩΝ: Η ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗ ΤΗΣ ΠΡΩΙΜΗΣ ΣΟΦΙΑΣ
ΗΛΙΑΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
πολιός το νόημα
(Ελλην. Ανθολ. 8,152)
Στο ποικιλοτρόπως περιεκτικό σχήμα με τις προτάσεις και τις παραστάσεις πουαναπτύσσονταικαισυζητούνται στο Γ' διεθνές Συμπόσιο για τους «Χρόνους της Ιστορίας», εισάγω ένα ζήτημα χωρίς περιοριστική χρονολογία και/ή ταξινομική στενότητα, στηριζόμενος ωστόσο σε έργα του όψιμου ρωμαϊκού και κυρίως του βυζαντινού κόσμου" ζήτημα-σταυροδρόμι απ' όπου, με τη μνήμη προηγούμενων χρονολογικών φάσεων, μπορεί κανείς να κινηθείπροςτουςπιο απροσδόκητους συσχετισμούς — με την επιμέρους απαραίτητη, βέβαια, μέγιστη δυνατή ακρίβεια. Ανατρέχοντας σε άμεσα —ακόμη— αναγνώσιμες, κοντινές μας στο χρόνο προσωπογραφικές παραστάσεις (που είναι ήδη εντεταγμένες, πάντως, στο συνεχές —υλικά μαρτυρούμενο— κληροδότημα της ιστορικά τεκμηριωμένης μνήμης), με παλαιότερες (ζωγραφική) η νεότερες απεικονιστικές τεχνικές (φωτογραφία), σημειώνουμε ότι τα εικονιζόμενα παιδιά, πέρα από τη φυσική τους
Ανατίθεταιστημνήμη του J.- P. Néraudau (1940-1998). Η ζήτηση από την οποία πηγάζει η εικονογραφική αυτή ανακοίνωση είχε παλαιότεραενταχθείσεευρύτεροερευνητικό πλαίσιο. Βλ. « Π ρ ο λ ε γ ό μ ε ν α για μια τυπολογία της παιδικής ηλικίας και της νεό-
τητας στη βυζαντινή εικονογραφία», Πρακτικά του διεθνούς Συμποσίου (Αθήνα, 1 -5 Οκτ. 1984) Ιστορικότητα της παιδικής ηλικίας και της νεότητας, τ. Α', Αθήνα 1986, σ. 271-86. «Textes figurés et texte pictural: recherches d'iconographie byzantine [...] II. Enfance et jeunesse: réalisme et idéographie», Ecole prat. des Hautes Et., Sect, des sciences relig., Annuaire 95 (1986-87), 1987, σ. 356, 357-8. «Christianisme byzantin», Annuaire, ό.π., 99 (1990-91), 1992, σ. 343-5. Όψεις του θέματος με ευρύτερο η πιο περιορισμένο δειγματολόγιο έχουν εκτεθεί στα πανεπιστήμια Αιγαίου (Τμ. Κοινων. Ανθρωπολογίας, Μυτιλήνη 4.ΧΙΙ.96) και Κύπρου (Ερευν. Μον. Αρχαιολογίας, Λευκωσία 12.V.97)" ευχαριστώ τουςεκείσυναδέλφους για την ερευνητική συμπάθεια και τη φιλική τους ξενία. Φωτογρ. τεκμηρίωση: Εικ. 1, Αλεξάνδρεια, Aziz & Dorés. Εικ. 2, Αθήνα 1993 (σημ. 3, παρακάτω). Εικ. 3, Trier, Rheinisches Landesmuseum. Εικ. 4-5, 15, Παρίσι, Μουσείο του Λούβρου Εικ. 6, 8-9, 14, Παρίσι, Bibliothèque nationale de France. Εικ. 7, Αθήνα, Βυζαντινό Μουσείο. Εικ. 10-11, Γαλάβαρης 1990 (σημ. 26, παρακάτω). Εικ. 12-13, Παπαζώτος 21997 (σημ. 28, παρακάτω). Εικ. 16, Παρίσι, Μουσείο Picasso.
εμφάνιση και το ένδυμα, χαρακτηρίζονται και από σύμβια των προσώπων «αντικείμενα» των οποίων η «χρήση» και συμπαρουσία προσιδιάζει κατ' εξοχήν στηνηλικία τους- έμψυχα όντα: το κατοικίδιο ζώο, η παιχνίδια: το τσέρκι (η κρικηλασία) και η κούκλα, στη φωτογραφία (εικ. 1), αλλά και στη ζωγραφική, τηνακαδημαϊκή,ήτηναφελέστερη.Τοίδιο απαντά, απώτερα, στην κλασική ητηνελληνιστική εποχή, αλλά και περαιτέρω, στη ρωμαιοβυζαντινή συνέχεια τηςαρχαιότητας 1.Καιτούτο, όχι μόνο στον φωτεινό κόσμο της ζωής, του οίκου ητουυπαίθρου, αλλά και στον υπόγειο, των νεκρών, όπως δ.χ. στη μεταγενέστερη κατακόμβη του Νοβατιανού, του 3ου αιώνα, με την οστέινη, με κινητά ταάκραpupa (την πλαγγόνα, την κόρη), τη μισοβυθισμένη στο κονίαμα του τοίχου που κλείνει τη λαξευτή ταφική θήκη ενός κοριτσιού 2. Ωστόσο, εντυπωσιάζει μάλλον το παράδοξο του να βλέπεις(εξαρτάταιαπότιςεποχές, καιτον θεατή) ότι αντί για το παιχνίδι, ή το άθλημα (εξαρτάται και από την ηλικία), το προσωπογραφούμενο νεανικό άτομο χαρακτηρίζεται από το βιβλίο (εικ. 2) 3 Επιστρέφουμε όμως στην αφετηρία που ορίσαμε προηγουμένως. Α π ό την αλκή τουγυμνούσώματος (θεών ή ηρώων, η στην κοινωνία του Γυμνασίου της κλασικής εποχής), ο τόνος, η προσοχή, μετακινούνται, στις πολυάνθρωπες κοσμοπόλεις της ύστερης αρχαιότητας, προς το καταφύγιο της μελέτης, τον πνευματικό ζήλο. Διαγράφεται τοιουτοτρόπως το ιστορικό δρομολόγιο που κατευθύνει απότην(ενάρετη, στην ωριμότητά της) ανδρεία, προς τη σοφία. (Τηρουμένων τωναναλογιών,ηεξέλιξη αυτή προς την υπεροπλία της «σοφίας» —αλλά και, περαιτέρω, της τρυφής, λόγων και αισθήσεων— παραπέμπει, κάπως, στη σημασιοδότηση του χρονολογικού ανοίγματοςκαιτηναντίστοιχη εκτίμησητου
1. Πρβλ. ενδεικτ. το κορίτσι με τα περιστέρια του Μητροπολ. Μουσείου της Νέας Υόρκης (μαρμ. επιτ. στήλη, 5ος αι. π.Χ.) και το γυμνό αγόρι με τη χήνα του Εθν. Αρχαιολογικού Μουσείου (μαρμ. αγαλμάτιο, 3ος αι. π.Χ.): Η. Rühfel, Das Kind in der griechischen Kunst, Mainz 1984, εικ. 41α-41β και 95 αντιστοίχως. 2. Βλ. προχ. F. Mancinelli, Catacombes et basiliques. Les premiers chrétiens à Rome, Φλωρεντία 1984, εικ. 10. Πρβλ. M. Αργυριάδη, Η κούκλα στην ελληνική ζωή κα τέχνη από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, Αθήνα 1991, σ. 24 κε. Εν γένει, για το παιχνίδι στηναρχαιότηταπρβλ. Μασσαλία (Musée d'Archéologie Méditerranéenne, 2 11.92) 1991, Jouer dans l'antiquité. 3. Μερικώς, στην προβαλλόμενη προσωπογραφία (117x83 εκ.): Διότι ο αδελφός το Παύλου Μελά έχει αποθέσει στο πάτωμα (στο αριστερό άκρο του πίνακα) το τυπωμένο κείμενο, και ποζάρει κρατώντας στο δεξί του χέρι, σαν σκήπτρο, την ξύλινη κορίνα. Η αυτάρεσκη σοβαρότητα του νεαρού αστού επιβεβαιώνεται από το βιβλίο, χωρίς όμως ν λείπει από την εικόνα το όργανο του παιχνιδιού — μεταποιημένο, εδώ, σε υπαινικτικό εξάρτημα κλειστού χώρου. Αθήνα (Εθν. Πινακοθήκη) 1993, Το παιδί στη νεοελληνική τέχνη, 19ος-20ός αιώνας, αρ. 39, σ. 106-7 (Α. Κούρια)· πρβλ. σ. 13, 21, 105, στο ίδιο. Πρβλ. Α. Κούρια, Το παιδί στη νεοελληνική τέχνη, 1833-1922. Εικόνες - Αντιλήψεις, Αθήνα-Γιάν νινα, 1985, σ. 105, εικ. 23. Πρβλ. σ. 93-5, στο ίδιο.
αισχύλειου έργου από τον καβαφικό Σιδώνιο νέο, το «ζωηρό, φανατικό για γράμματα» παιδί.) τητα του σχολείου η απηχούν, ενδεχομένως, τη ματαιοδοξία του εντολοδότη, όπως στο επιτάφιο ανάγλυφο από το N e u m a g e n (2ος/άρχ. 3ος αι.) στο μουσείο του T r i e r (εικ. 3) 4 , αλλά σε παραστάσεις όπου εκθειάζεται η κλίση του —νεκρού, πλέον— παιδιού προς τους λόγους, μέσω της οποίας υπερβαίνεται ο θάνατος 5 .
2ου μ.Χ. αιώνα, παριστάνονται, σε συνεχή αφήγηση, τέσσερα στιγμιότυπα από τη ζωή του Μάρκου Κορνηλίου Στατίου, ενός νεαρού αγοριού που χάθηκε πρόωρα (εικ. 4) β . Καθήμενη, στο αριστερό άκρο της παράστασης μία γυναίκα, η τροφός η —μάλλον— η μητέρα, θηλάζει ένα βρέφος που κρατεί στην αγκαλιά της. Α π ο ρ ροφημένος από το θέαμα τροφού και βρέφους, ένας γενειοφόρος άνδρας στέκει όρθιος μπροστά τους, με τον δεξιό αγκώνα σε ένα πεσσίσκο και το σαγόνι να
4. Συνολ. διαστ.: 60x193 εκ. D. Strong, Roman Art, Harmondsworth, Middlesex 21980, σ. 242, εικ. 180. Παρίσι (Musée du Luxembourg, 6-31.X.83), 1983, La civilisation romaine de la Moselle à la Sarre, αρ. 223, σ. 264. H. Blank, Das Buch in der Antike, Μόναχο 1992, σ. 36-7, εικ. 16. Αριστερά και δεξιά από τον κατ' ενώπιον καθήμενο, ανάμεσά τους, δάσκαλο εικονίζονται δύο μαθητές με ανελιγμένα στα χέρια τους Volumina. Ένας τρίτος μαθητής, όρθιος, στο δεξιό άκρο της σύνθεσης, χαιρετά την ομήγυρη μετοανασηκωμένοδεξί του χέρι" με το κατεβασμένο αριστερό φέρει ένα δεμένο πέντε ξύλινων πινακίδων γραφής (με επίστρωση κεριού): πρβλ. αρ. 221, στο ίδιο. Γι φορητό γραφείο του μαθητή, την μία η τις περισσότερες —δεμένες σε πολύπτυχο— κηρόχριστες (σε αρχαιότερες φάσεις) πινακίδες, βλ. Φ. Κουκουλές, Βυζαντινών βίος και πολιτισμός, τ. A' I, Αθήνα 1948, σ. 52-3, 75-9. Πρβλ. Daremberg-Saglio 5, σ. 1 κε., λ. «tabella cerata (δέλτος, δελτίον, δελτίδιον, γραμματειον)». Blank, ό.π., εικ. 28-9. 5. Πρβλ. Η.- I. Marrou, Μουσικός ανήρ.Etude sur les scènes de la vie intellectuelle figurant sur les monuments funéraires romaines, Grenoble 1938, σ. 231 6. F. Baratte - C. Metzger, Catalogue des sarcophages en pierre d'époque romaine et paléochrétienne, Παρίσι 1985, αρ. 3, σ. 29-31. Πρβλ. Marrou, ό.π., αρ. 2, σ. 29-30. R. Turcan, Les sarcophages romains à représentations dionysiaques. Essai de chronologie et d'Histoire religieuse, Παρίσι 1966, σ. 407. P. Zanker, The Mask of Socrates. The Image of the Intellectual in Antiquity, Berkeley-Los Angeles-Οξφόρδη 1995, σ. 253-4, εικ. 138. Έργο ρωμαϊκού εργαστηρίου, προερχόμενο κατά πάσα πιθανότητα από τη Όστια,τογλυπτό αυτό απόκειται στο Λούβρο. Στην πλίνθο του κάτω μέρους διακρίνεται ηεπιγραφή:M(arco) . CORNELIO . M(arci) . F [ili) . PAL{atina tribu ) rentes ] . FECER(unt). Οιμνημονευόμενοι γονείς θα πρέπει να ταυτίζονται με τα εικονιζόμενα ενήλικα πρόσωπα. Θα μπορούσε ο αναγνώστης να θεωρήσει ότι στο έργο αυτό προβάλλεται —απλούστερα— το αγαθό της παίδευσης: Marrou, ό.π., σ. 198. Πρβλ. Μασσαλία 1991, ό.π. (σημ. 1), σ. 45, εικ. 9. Δεικτικότερο από τη δική μας άποψη είναι το επόμενο δείγμα (εικ. 5).
στηρίζεται στην ανοικτή παλάμη του ίδιου χεριού - στο αριστερό του χέρι φέρει ένα ειλητό, σύμβολο παιδείας. Στην επόμενη φάση το ίδιο πρόσωπο, ενδε νως ο πατέρας —μάλλον, παρά ο παιδαγωγός—, όρθιο, μετωπικά εικονιζόμενο, έχει πάρει το βρέφος στην αγκαλιά του. Η τρίτη προς τα δεξιά σκηνή παρουσιάζει το μεγαλωμένο αγόρι να οδηγεί το παιδικό του άρμα, που το σύρει ένας τράγος. Τέλος, στο δεξιό άκρο, το ίδιο αγόρι, όρθιο, κρατώντας ειλητό στο αριστερό του χέρι (ως ένδειξη της πρώιμης σοφίας που θα το χαρακτήριζε όσο ζούσε), παριστάνεται με το δεξί υψωμένο σε σχήμα προσλαλιάς, απευθυνόμενο προςτονκαθήμενο ενώπιόν του συλλογισμένον άνδρα (γνώριμο μας από τις ηγούμενες φάσεις της παράστασης), φίλο και εκείνον των Μουσών, με περίσκεπτο (περίλυπο) πρόσωπο, που εικονίζεται με σταυρωμένα τα πόδια του—οαριστερός μηρός επάνω στον δεξιό—, το ειλητό στο αριστερό, και το σαγόνι να στηρίζεται στο δεξιό του χέρι. Ορισμένες φάσεις της σπονδυλωτής αυτής παράστασης, όπως ο θηλασμός του βρέφους, αριστερά, η η σκηνή της lectio δεξιά (αυτή η «φιλόλογος» μετοπαιδί να απαγγέλλει το μάθημά του), απαντούν και σε άλλα έργα της κατηγορίας. Η δήλωση της πρώιμης σοφίας γίνεται πιο δραματική με τη σκέψη του πρόωρου θανάτου —της mors immatura — που την νέκρωσε. Διάχυτη στην όλη παράσταση είναι η βαρύνουσα αίσθηση του πένθους, που δηλώ μετιςσυλλογισμένες στάσεις του πατέρα η παιδαγωγού 7 .
μιαςάλληςσαρκοφάγου (34x120 εκ.), που χρονολογείται στα τέλη του μ.Χ. αιώνα (απόκειται στο Λούβρο, όπως και η προηγούμενη), δεσπόζει το κεντρικό σχήμα του μετωπικά εικονιζόμενου, να αγορεύει, ένθρονου αγοριού, μεέναελαφράξετυλιγμένο ειλητό στο αριστερό του χέρι, περιβαλλόμενο σ
ον
ης με
7. Ανάλογη προαίσθηση του θανάτου (πρβλ. Λουκ. 2, 34-5) δηλώνεται στη μεσοβυζαντινή εικονογραφία της Υπαπαντής, όπου ο γέρων Συμεών υποδέχεται στην αγκαλιά του νήπιο Χριστό" ο Ιησούς επιθυμεί να επιστρέψει στην αγκαλιά της μητέρας του,πουτον κοιτάζει λυπημένη. Βλ. Η. Maguire, «The Iconography of Symeon with the Christ Child in Byzantine Art», DOP 34-5 (1980-81) 267 κε. Τούτο τονίζεται στην παράσταση Παναγίας Αρακιώτισσας, στα Λαγουδερά, σε τοιχογραφία του ομώνυμου ναού (1192), την παρουσία αγγέλων που κρατούν τα σύμβολα του πάθους: στο ίδιο, σ. 269, εικ. 11. Πρβλ. Α. Nicolaïdès, «L'église de la Panagia Arakiotissa à Lagoudéra, Chypre. Etude iconographique des fresques de 1192», DOP 50 (1996) 110-1, εικ. 3 - πρβλ. στο ίδιο, σ. 79-83, εικ. 64-5: ο θεοδόχος Συμεών. Για το θέμα του «αώρου θανάτου» βλ. E. Griessmair, Das Motiv der Mors immatura in den griechischen metrischen Grabinschriften, Innsbruck 1966. J.- P. Néraudau, Être enfant à Rome, Παρίσι 1984, σ. 373 κε. T.Wiedemann, Adults and Children in the Roman Empire, Λονδίνο 1989, σ. 40-3, 92-3, 129, 168-70. Η. Lohmann, «Das Motiv der mors immatura in der griechischen Grabkunst», Kotinos. Festschrift für Erika Simon, Mainz 1992, σ. 103-13.
συμμετρικάαπότέσσερις Μούσες (εικ. 5) 8 - σχήμα καθεδρικής κατάδειξης του μεγέθους του κεντρικού προσώπου, που απαντά και στην κρατική τέχνη και προπαγάνδα ως τα τέλη του μεσαίωνα9. Μέσω του ίδιου σχήματος προβάλλεται άλλωστε και ο κατ' εξοχήν «παιδαριογέρων», ο Ιησούς (χωρίς τούτο, βέβαια, να δηλώνεται αυτολεξεί και με αποκλειστικά ενθαδικούς όρους), όχι μόνο σε έργα της παλαιοχριστιανικής περιόδου 10, αλλά και —κυρίως, και σε απευθείας σχέση με τη ζήτηση μας— σε μεταγενέστερες παραστάσεις, από τον 9ο και πέρα αιώνα· σύμφωνα με τις κανονικές πηγές (Λουκ. 2, 46-7), εικονίζεται εδώ ο δωδεκαετής Ιησούς, στον Ναό, ανάμεσα στους διδασκάλους (εικ. 6). Η μελέτη της εικονογράφησης αυτού του ευαγγελικού περιστατικού θα αποτελούσε ένααπόταμακροσκελέστερα κεφάλαια της προσέγγισης μας (βλ. παρακάτω). Τούτο προφανώς οφείλεται στο πλήθος των διαθέσιμων παραστάσεων που επιτρέπουν μια συστηματικότερη εξέταση.
σεέναπροσωπογραφικό συμβιβασμό που συνδυάζει τη μορφή και το μέλλον του ενός με την πνευματική ωριμότητα και το παρελθόν του άλλου. Πέρα από τηνέμμονηπαρουσία στον μεσογειακό χώρο: σε Έλληνες, Ρωμαίους, Ιουδαίους, χριστιανούς και εθνικούς, από τους ελληνιστικούς κιόλας χρόνους —κυ-
8. Baratte, ό.π. (σημ. 6), αρ. 4, σ. 31-3' Marrou, ό.π. (σημ. 5), αρ. 19, σ. 50-1. Αρ στερά, διακρίνεται το παιδικό άρμα, όπως και στην προηγούμενη σύνθεση. Στο δεξιό άκρο της παραστατικής ζώνης, ανάμεσα σε δευτερεύοντα, ανήλικα/πλασματικά πρόσωπ κρός παις, μισοξαπλωμένος σε ανάκλιντρο, με γυμνωμένο το στέρνο, εικονίζεται σε σκηνή μεταθανάτιου, διηνεκούς συμποσίου. 9. Πρβλ. την εκτίμηση του R. Bianchi Bandinelli στην εξέτασή του των αναγλύφων της oratio και της liberalitas στην αψίδα του Κωνσταντίνου (Ρώμη, 315): Dall'ellenismo al medioevo, Ρώμη 1978, σ. 64 κε., 104 κε., εικ. 59-60. Σε σχέση με την κεντρική σκηνή της σαρκοφάγου που εξετάζουμε, πρβλ. την ανάλογη διάταξη στη λεγόμενη «σαρκοφάγο του Πλωτίνου»: Marrou, ό.π., αρ. 17, σ. 47-50, εικ. 7. Μ. Wegner, Die Musen Sarkophage, Βερολίνο 1966, αρ. 116, σ. 47, πίν. 71 (στο ίδιο, αρ. 77, σ. 38, πίν. 145β: η σαρκοφάγος του Λούβρου). Και πάλι σε σχέση με το κεντρικό σχήμα της σύνθεσης και τα πρόσωπα που συμμετέχουν σε αυτό (εικ. 5) πρβλ. τον Βιργίλιο, σε ψηφιδωτό δάπεδο του 3ου μ.Χ. αιώνα, ανάμεσα στην Κλειώ και την Μελπομένη: R. Bianchi Bandinelli, Roma. La fine dell'arte antica, Μιλάνο 21976, σ. 237, εικ. 218. Κ. Dunbabin, The Mosaics of Roman North Africa. Studies in Iconography and Patronage, Οξφόρδη 1978, σ. 131, 242, εικ. 130 10. Βλ., δ.χ., το κεντρικό διάχωρο της άνω ζώνης στην πρόσθια όψη της σαρκοφάγου τουΙουνίουΒάσσου (t 359), στο Βατικανό (Άγ. Πέτρος): Strong, ό.π. (σημ. 290, εικ. 224. Ε. Kitzinger, Byzantine Art in the Making. Main Lines of Stylistic Development in Mediterranean Art, 3rd-7th Century, Λονδίνο 1977, σ. 26 κε., εικ. 43. Ν. Υόρκη (The Metropolitan Mus. of Art, 19.XI.77-12.II.78) 1979, Age of Spirituality. Late Antique, and Early Christian Art, Third to Seventh Century, αρ. 386, σ. 427-9 (E. Dinkier).
κυρίως όμως στην όψιμη φάση της αρχαιότητας—, το θέμα απαντά και σε βαθύτερα στον χρόνο στρώματα, αλλά και σε απώτερα στον χώρο πεδία· τόσο πουοΕρνστΡόμπερτ Curtius να το θεωρήσει αρχέτυπο, παράσταση του συ λογικού υποσυνειδήτου (σύμφωνα με τον ορισμό του Γιούνγκ) 11 . Η αινετήρια αύτη συνταγή χρησιμοποιείται για την προβολή επιφανών προσώπων που έχουν μακροημερεύσει· η, σε διευρυμένη πλέον χρήση, για να εξαρθεί η φρονιμάδα καιηλογιοσύνη νεαρών, πρόωρα χαμένων ατόμων: με αυτό τον τρόπο α πληρώνεται κάπως το κενό της ανολοκλήρωτης ζωής τους. Αυτής της κατηγορίας τις μαρτυρίες αποκρυσταλλώνουν η επιγραφική με την παραστατική τέχνη. Α ς πάρουμε από κοντά ένα επιπλέον παράδειγμα.
εικόνα του εκλιπόντος συνδυάζεται με τις επιγραφικές μαρτυρίες" συμπεριλαμβάνονται μια ποιητική του σύνθεση, και δύο επιγράμματα που υποτίθεται ότι μεταφέρουν, αντιστοίχως, λόγους του παιδιού και των γονέων του. Είχε μετάσχει στους τρίτους (94 μ.Χ.) ποιητικούς αγώνες ελληνικής γλώσσας προς τιμήντουΚαπιτωλίου Διός, απαγγέλοντας (όπως και εικονίζεται ο τηβεννο ρος παις, με ανοικτό το ειλητό στο χέρι του) το αναγραφόμενο ποίημα, σαραντατριών εξαμέτρων, με μυθολογικό θέμα: «Κ(οΐντου) Σουλπικίου Μαξίμου καίριον' Τίσιν αν λόγοις χρήσαιτο Ζεύς επιτιμών Η λ ί ω ότι το άρμα έδωκε Φαέθοντι». Όπως ο ίδιος δηλώνει (επίγρ. α'), ο υπερβολικός ζήλος τον αφάνισε' ημέρακαινύκτα μονάχη έγνοια του ήταν οι Μούσες: «Μούνος απ' αιώνος δυο11. E. R.Curtius, Europäische Literatur und lateinisches Mittelalter, Βέρνη 1948, σ. 106 κε. Για την πολύπτυχη τυπολογία του παιδιού-θαύματος βλ. ενδεικτικώς: Marrou, (σημ. 5), σ. 197-207. Η. Herter, «Das unschuldige Kind», JAG 4 (1961) 148. M. Aubineau, «L'enfant vieillard», στο Grégoire de Nysse, Traité de la virginité, £κδ. M. Aubineau (SC 119), Παρίσι 1966, σ. 575-7. S. Hackel (έκδ.), The Byzantine Saint (Univ. of Birmingham, Fourteenth Spring Symposium of Byzant. Studies), Λονδίνο 1981, σ. 92 (E. Patlagean)· 121,124,126 (R. Browning)· 166 (J. Munitiz). Néraudau, (σημ. 7), σ. 123-8, 163, 238, 264. Wiedemann, ό.π. (σημ. 7), σ. 76, 79, 92-3, 98-9, 168-70, 180-1. Zanker, ό.π. (σημ. 6), σ. 276-7, 291-2, 295, 299, εικ. 149, 158. Α. Billault, «Le mythe de l'enfance philosophique dans les biographies des philosophes grecs», Enfants et enfances dans les mythologies (Actes du Vile coll. du Centre de recherches mytholog. de l'Univ. de Paris-X), Παρίσι 1995, σ. 220-3. C. Jouanno, «Le roman d'Alexandre ou l'enfance d'un héros», Enfants et enfances, ό.π.,σ. 269-89. Ά . Κιουσοπούλου, Χρόνος και ηλικίες ατή βυζαντινή κοινωνία. Η κλίμακα των ηλικιών από αγιολογικά κείμενα της μέσης εποχής (7ος-11ος al.), Αθήνα 1997, σ. 73-5. Βλ.καιτην πρόσφατη ανακεφαλαίωση της εν γένει θεματικής του παιδιού που υπερβαίνει—στηναντίληψη και την άσκηση δεξιοτήτων— τα φυσιολογικά για την ηλικία του μέτρα, στην εξελικτική χρονολογία της με τις κατά καιρούς και κοινωνίες αντιλήψεις, στον τόμο (με αφορμή έκθεση στην Bibliothèque Nationale): M. Sacquin κ.ά, Le printemps des genies. Les enfants prodiges, Παρίσι 1993 (πρβλ. τον συνοπτικό κατάλογο της έκθεσης: Bibl. Nationale, 25.II-23.V.93, Le printemps des genies).
ό.π.
ό.π.
τα
μια
δυοκαίδεκα παις ενιαυτών / Μάξιμος εξ αέθλων εις Αίδην έμολον/ νούσος κ ματος με διώλεσαν ούτε γαρ ηούς,/ ουκ όρφνης Μουσέων εκτός έθηκα φρένα». Καιοιγονείς απαντούν (επίγρ. β'): «Βαιόν μεν τόδε σήμα, το δε κλέος ουρανόν ίκει [,..]» 12 . Magnilla πεθαίνει στα επτά της χρόνια. Η τ α ν όμορφη, με θαυμαστή αντίληψη και πρόωρη για την ηλικία της σοφία: «formosa, et sensu mirabilis et supe annos docta» 1 3 . στιανική αγιογραφία μετακινούνται όχι μόνο οι τόνοι, από την πρώιμη λογιοσύνη στην πρακτική των αρετών (την κατά Χριστόν φιλοσοφία),αλλάκαιοι ηλικίες, απόταπαιδικά σε ωριμότερα χρόνια. Ο Μακάριος ο Αιγύπτιος, όπως περιγράφεται στο «Λαυσαϊκόν» από τον Παλλάδιο (4ος-5ος αι.), επίσκοπο Ελενοπόλεως: «Τριακονταετής ανελθών νεώτερος τη ηλικία σφριγών, τοσαύτη ... εχρήσατο καρτερία πόνων ασκητικών εν όλοις δέκα έτεσιν, ως πολλής και μεγάλης τούτον αξιωθήναι διακρίσεως· ώστε καλείσθαι αυτόν παιδαριογέροντα, επειδή θάττον της ηλικίας προέκοψεν ταις αρεταίς». Σημειωτέον ότι το «θάττον της ηλικίας» αντιστοιχεί με την τέταρτη δεκαετία της ζωής του Μακαρίου (+ 391) 1 4 . Στον «Βίο» του οσίου Σάβα του Ηγιασμένου (5ος-6ος αι.), που συνέγραψε ο Κύριλλος ο Σκυθοπολίτης (6ος αι.), δεν λείπουνοιαναφορέςστην πρωιμότητα ενός γόνιμου πνευματικού βίου, που είχε επιδείξει ο βιογραφούμενος. Γύρω στα δεκαοκτώ του χρόνια χαρακτηρίζεται «νεανίας πρεσβύτης»" αλλά συμπλήρωνε τα τριανταπέντε, όταν: «Ταύτην έχειν αυτόν την πολιτείαν γνους
βά ... πληροφορίαν έχων εις αυτόν και παιδαριογέροντα αυτόνονομάζων,και ως καλός παιδοτρίβης προεβίβαζεν αυτόν και εγύμναζεν εις υψηλοτέρας αρετάς». Η ορολογία του Γυμνασίου στρατεύεται εδώ στην υπηρεσία του ουρανού15
12. IG XIV, αρ. 2012 (σ. 494-6). Η στήλη απόκειται στα Μουσεία του Καπιτωλίου (Ρώμη, Pai. dei Conservatori). Βλ. Marrou, ό.π., αρ. 151, σ. 130, 205-6. Wiedemann, ό.π., σ. 169. Blank, ό.π. (σημ. 4), σ. 72 κε., εικ. 45. Zanker, ό.π., σ. 215-6, εικ. 113. 13. Marrou, ό.π., 202-3. Néraudau, ό.π. (σημ. 7), σ. 125. Wiedemann, ό.π., σ. 169-170. 14. PG 34, 1043Β. Πρβλ. το σχετικό απόσπασμα του Σωζομενού: Sozomène, Histoire ecclésiastique, III-IV, εκδ. J. Bidez - G. Sabbah - Α.- J. Festugière (SC 418), Παρίσι 1996, σ. 116.7-10: «αυτίκα τε φιλοσοφείν αρχόμενος έτι νέος ων διέπρεπεν, ως παιδαριογέροντα παρά των μοναχών ονομάζεσθαι και τεσσαράκοντα έτη γεγονότα χειροτονηθήναι πρεσβύτερον». Για τη σημασιολογική μετατόπιση του όρου φιλοσοφία και τις καταβολές της στη βιοθεωρία των πρώτων χριστιανικών αιώνων, βλ. Η. Hunger, Βυζαντινή λογοτεχνία. Η λόγια κοσμική γραμματεία των Βυζαντινών, τ. Α', Αθήνα 1987, σ. 41 κε. Πρβλ. Ρ. Hadot, Qu'est-ce que la philosophie antique?, Παρίσι 1995, σ. 355 κε. 15. Kyrillos von Skythopolis, έκδ. E. Schwartz, Λιψία 1939, σ. 89.24 και 94.13-18
Έχουμε ήδη προβάλει παραστάσεις από παιδικές σαρκοφάγους των αυτοκρατορικών χρόνων (εικ. 4). Για λόγους θείας οικονομίας ο Ιησούς, ενσαρκωμένος Λόγος, περνά και αυτός, αναγκαστικά, από το ίδιο βιογραφικό στάδιο. Βέβαια, η ζωή του δεν διακόπτεται τόσο πρόωρα" άλλωστε, δεν υπηρετεί την εγκόσμια αποδεικτική του σοφού παιδιού. Ο σταυρικός θάνατος λαμβάνει χώρα σε πιο προχωρημένη ηλικία, νεανική πάντως, αλλά στο κατώφλι της ωριμότητας: ηλικία ανδρική 16 . Η πορεία είναι ωστόσο προδιαγεγραμμένη και το τέλος δεδομένο17. Περνά λοιπόν ο Ιησούς από το ίδιο στάδιο, αλλά και παράλληλα το προδίδει — δεν συμβιβάζεται με αυτό. Δεν έχουμε εδώ να κάνουμεμεένα οποιοδήποτε παιδί" είναι ο ίδιος ο θεός. Πώς είναι όμως δυνατόν, με παιδικές αναλογίες, να εικονίσεις τη δύναμη της θεϊκής παρουσίας; Η θητεία του παιδιού κοντά στον δάσκαλο (πρβλ. εικ. 3) μας είναι εικονογραφικά οικεία, κυρίως από σχετικές σκηνές βιογραφικώναπεικονίσεωντου αγίου Νικολάου σε παιδική ηλικία 1 8 . Η αντίστοιχη απόπειρα αναπαράστασης ανάλογου σταθμού από τον βίο του Χριστού δεν απαντά πριν από την όψιμη βυζαντινή περίοδο. Άλλωστε, σε αυτή την περίπτωση, το εικονογραφούμενο περιστατικό δεν απορρέει από κανονική πηγή. Θωμά» απόκρυφο κείμενο ( = Τα παιδικά του Κυρίου), περιγράφονται τα παθήματα, (απαραιτήτως) ενώπιον μαρτύρων, των δασκάλωνπουεπιχείρησαν να
αντιστοίχως. Μεταγενέστερο δείγμα εντοπίζουμε στον συγγεγραμμένο απ τασκεπηνό Βίο του οσίου Κυρίλλου του Φιλεώτου, από την Ανατολική Θράκη, που πεθαίνει το 1110, σε ηλικία 96 ετών: «Κατά γαρ το θρακώον μέρος εν τω χωρίω Φιλέα γέγονέ τις ανήρ συν Θεω εν ταις εσχάταις και πονηραίς ταύταις ημέραις βίω και λόγω κεκοσμημένος, ος εκ βρέφους τα ιερά γράμματα μεμαθηκώς, μάλλον δε ολίγα εξ αυτών, πάντας τους ομήλικας υπερέβαλλεν έν τε αγχινοία και συνέσει. Ην γαρ θεοσόφιστος ο παις. Προκόψας δε τη κατά Θεόν ηλικία εδέξατο και σφραγίδα αναγνώστου παρά του της χώρας αρχιεπισκόπου. Ένθεν τοι και τω θείω ναώ αφιερωθείς εν τω νόμω Κυρίου εμελέτα ημέρας και νυκτός. Και ην αυτόν ιδείν ποτέ μεν τας βίβλους αναγινώσκοντα, ποτέ δε ψαλμούς δαυ τικούς άδοντα, ποτέ δε τας ευχάς αυτού τω Θεώ αποδιδόντα μετά πλήθους γονυκλισιών» (κεφ. 2, 1). «Έφευγε δε και τας συνομηλίκων και ατάκτων συναυλίας" και τη μεν σιωπή τας γλωσσαλγίας ιατο, τη δε ησυχία το ταραχώδες της ψυχής εκ της των ανωφελών συνου σίας... [...]. Και ην ιδείν αυτόν ώς τινα προβεβηκότα, μάλλον δε πολιόν, βρέχοντα τας παρειάς αυτού τω πλήθει των δακρύων. [...] ... ούτως ουν αυτόν ορώντες οι μεν αρετής επιμελόμενοι έχαιρον και υπερετίμων, παιδαριογέροντα αυτόν αποκαλούντες» (κεφ. 2, 2). Βλ. La Vie de saint Cyrille le Philéote, moine Byzantin (+ 1110), εκδ. E. Sargologos, Βρυξέλλες 1964, σ. 44-6. 16. Για τις ηλικίες του ανθρώπου βλ. Ε. Sears, The Ages of Man. Medieval Interpretations of the Life Cycle, Princeton 1986. Κιουσοπούλου, ό.π. (σημ. 11), σ. 46-58. 17. Πρβλ. σημ. 7, παραπάνω. 18. Ν. Patterson Sevcenko, The Life of Saint Nicholas in Byzantine Art, Τουρίνο
διδάξουν τον Ιησού. Ο πρώτος από αυτούς, Ονόματι Ζακχαίος, είχε πείσει τονΙωσήφνατουεμπιστευθεί τον γιο του. «[...] Και είπεν αυτώ πάντα τα γράμματα από του α έως του ω μετά πολλής εξετάσεως τρανώς. Εμβλέψας δε τω καθηγητή Ζακχαίω λέγει αυτώ - Συ το άλφα μη ειδώς κατά φύσιν, το βήτα πως άλλους διδάσκεις; Υποκριτά, πρώτον ει οίδας δίδαξον το α, και τότε σοι πιστεύσομεν περί του β». Εμβρόντητος ο δάσκαλος, «τας τοσαύτας και τοιαύτας αλληγορίας του πρώτου γράμματος ειρηκότος του παιδός», ανα κάζεται να ομολογήσει: «Οίμοι, ηπορήθην ο τάλας ... εμαυτώ αισχύνην παρέχων επισπασάμενος το παιδίον τούτο. [...] Ου φέρω το αυστηρόν του βλέμματος αυτού, ου τρανώ τον λόγον άπαξ. Τούτο το παιδίον γηγενής ουκ εστί, τούτο δύναται και πυρ δαμάσαι' τάχα τούτο προ της κοσμοποιίας εστίν γεγεννημένον. Ποία γαστήρ τούτο εβάστασεν, ποία δε μήτρα τούτο εξέθρεψεν, εγώ αγνοώ. Οίμοι φίλε, εξηχεί με, ου παρακολουθήσω τη διανοία αυτού" ηπάτησα εαυτόν, ο τρισάθλιος εγώ" ηγωνιζόμην έχειν μαθητήν και ευρέθην έχειν διδάσκαλον. Ε ν θυμούμαι φίλοι την αισχύνην, ότι γέρων υπάρχων υπό παιδιούενικήθην.Και έχω εκκακήσαι και αποθανείν διά τούτου του παιδός" ου δύναμαι γαρεντη ώρα ταύτη εμβλέψαι εις την όψιν αυτού. Και πάντων ειπόντων ότι ενικήθην υπό παιδιού μικρού, τι έχω ειπείν; [...] Ούτος τί ποτε μέγα εστίν, ή θεός ή άγγελος,ήτί είπω ουκ οίδα». Ωστόσο, ο Ιωσήφ, «ιδών ... τον νουν του παιδιού και την ηλικιότητα, ότι ακμάζει, πάλιν εβουλεύσατο μη είναι αυτό άπειρον των γραμμάτων, και ... παρέδωκεν ετέρω διδασκάλω». Το πρόγραμμα επρόκειτο να περιλάβει ελληνικά και έπειτα εβραϊκά (στη Ρώμη: ελληνικά και έπειτα λατινικά)" «ήδει γαρ ο διδάσκαλος την πείραν του παιδίου, και εφοβήθη αυτό [...]». Ο Ιησούς δεν αποφεύγει να τον προκαλέσει: «... ειπέ μοι του άλφα την δύναμιν, καγώ σοι ερώ την του βήτα». Ο δάσκαλος οργίζεται και δεν συγ κρατείται" τα επακόλουθα είναι γι' αυτόν θλιβερά. «Πικρανθείς δε ο διδάσκαλος έκρουσεν αυτού εις την κεφαλήν. Το δε παιδίον πονέσας κατηράσατο αυτόν, και ευθέως ελιποθύμησε και έπεσεν χαμαί επί πρόσωπον». Τέλος, την ευθύνη αναλαμβάνει «έτερος πάλιν καθηγητής, γνήσιος φίλος ων του Ιωσήφ», ελπίζοντας ότι «μετά κολακίας» θα μπορέσει να διδάξει στο παιδί τα γράμματα. Πράγματι, όντας σωφρονέστερος, ο δάσκαλος αυτός στάθηκε και πιο τυχερός απότους προηγούμενους (το απαιτούσε ο αποδεικτικός μηχανισμός του κειμένου), ευεργετώντας με τη στάση που επέδειξε και τον προηγούμενο συνάδελφο του. Ο Ιησούς,«εισελθών θρασύς εις το διδασκαλείον εύρε βιβλίον κείμενον εν τω αναλογίω, και λαβών αυτό ουκ ανεγίνωσκε τα γράμματα τα εν αυτώ, αλλά ανοίξας το στόμα αυτού ελάλει πνεύματι αγίω, και εδίδασκε τον νόμον τους περιεστώτας. Όχλος δε πολύς συνελθόντες παριστήκεισαν ακούοντες αυτού,καιεθαύμαζον εν τη ωραιότητι της διδασκαλίας αυτού και τη ετοιμασία των λόγων αυτού, ότι νήπιον ων τοιαύτα φθέγγεται. [...] Είπε δε ο καθηγητής τω Ιωσήφ" Ίνα είδης, αδελφέ, ότι εγώ μεν παρέλαβον το παιδίον ως μαθητήν,αυτόδε
πολλής χάριτος και σοφίας μεστόν εστιν [...]. Ως δε ήκουσεν το παιδίον ταύτα, ευθέως προσεγέλασεν αυτώ και είπεν' Επειδή ορθώς ελάλησας και ορθώς εμαρτύρησας, διά σε κακείνος ο πληγωθείς ιαθήσεται» 19 .
της υστεροβυζαντινής περιόδου (13ος αι.), εικονίζεται η Θεοτόκος, αριστερά (στο μέσον, περίπου, της παράστασης), να Οδηγεί το παιδί της προς τον καθήμενο, δεξιά, δάσκαλο (εικ. 7 ) 2 0 . Η Θεοτόκος: Η MAKPINITICCA
ΚΑΙ ΟΞΕΙΑ
ΕΠΙ C ΚΕΨΙ C , σύμφωνα με την επιγραφή, κρατεί από τον καρπότουαριστερού χεριού τον μικρό Ιησού, που φέρει βραχύ, ζωσμένο στη μέση χιτώνα. Ένα επίμονο μάτι διακρίνει ότι το παιδί κρατούσε στο δεξί του χέρι τη σχολική του πλάκα, με διατηρούμενα ακόμη, στην επιφάνειά της, ίχνη γραμμάτων. Ο καθήμενος στο δεξιό άκρο της παράστασης γέροντας δεν φέρει φωτοστέφανο: ο μοναχός Λεόντιος, αναθέτης της πλάκας, όπως μαρτυρεί το υπόλοιπο της επιγραφής: ΔEΗCIC EYTE ΛOYC ΛΕΟΝΤΙΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ,
προέβαινε άραγε, μέσω
της εικαστικής απόδοσης του περιστατικού, στην αναγνώριση του πεπερασμένου και ετεροφυούς της λογιοσύνης του μπροστά στον Λόγο του θεού; Μήπως ο ίδιος ήτανε δάσκαλος; Η ανάδυση από την εικονιστική αφάνεια και η μνημειώδης προβολή αυτού του περιστατικού που παραδίδεται από ένα απόκρυφο κείμενο προδίδει, β κάποια σύγχρονη με το έργο διεύρυνση της περιέργειαςτουεκκλησιαστικού κοινού για τα βιογραφικά του Χριστού, αλλά και την εμπιστοσύνη του εντολοδότη σε αυτή την κατηγορία των μαρτυριών. Η προβολή του θέματος στο πεδίο της τέχνης παρέμεινε ωστόσο εξαιρετικά περιορισμένη 21. Θα ήταν οπωσ-
19. Thom. gr. Α. VI-VII, Α. XIV και Α. XV: C. ν. Tischendorf, Evangelia Apocrypha, Λιψία 1876, σ. 145-8, 152-3 και 153-4 αντιστοίχως. Πρβλ. το κείμενο της βραχύτερης παραλλαγής, Β. VI-VII, ό.π., σ. 160-1. Για την ιστορία του κειμένου βλ. S. Voicu, «Notes sur l'histoire du texte de l'Histoire de l'enfance de Jésus», La fable apocryphe II, Παρίσι 1991, σ. 119-32. 20. Βλ. ωστόσο τη σύνθεση στον βόρειο τοίχο του Αγίου Νικολάου στα Κυριακοσέλλια (1230-6): M. Borboudakis - Κ. Gallas - Κ. Wessel, Byzantinisches Kreta, Μόναχο 1983, σ. 248. Το ανάγλυφο που εξετάζουμε ήταν άλλοτε εντοιχισμένο στην ανατολική εξωτερική όψη του ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, στον λόφο της Επισκοπής, στον Άνω Βόλο. Βλ. Α. Ξυγγόπουλος, «Το ανάγλυφον της Επισκοπής Βόλου», ΕΕΒΣ2 (1925) 107-21. R. Lange, Die byzantinische Reliefikone, Recklinghausen 1964, σ. 115-7, εικ. 44. Αθήνα (Βυζαντ. και Χριστιαν. Μουσείο Αθηνών, 6.X.84-30.VI.85) 1984, Έκθεση για ταεκατό χρόνια της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας (1884-1984), αρ. 2, σ. 13-4 (Μ. Μαυροειδή). 21. Θα μπορούσαμε εδώ, παρεκβατικά, να προχωρήσουμε σε μιαν εκτενέστερη αναγνώριση, σε συγκεκριμένο χρόνο και κοινωνικό περιβάλλον, των πιθανοτήτων εικαστικής απόδοσηςπουπαρουσιάζουν διάφορα θέματα. Φαίνεται ότι ορισμένες αφηγήσεις, παρά τη γραπτή και την —πολύ ευρύτερη— προφορική τους διάδοση, δεν επρόκειτο σε καμιά περίπτωση να αναδυθούν στην εικονογραφική πραγματικότητα.
Εικ. 1
Εικ. 2
Εικ. 3
Εικ. 4
Εικ. 5
Εικ. 6
Εικ. 7
Εικ. 8
E ικ. 9
Εικ. 10
Εικ.
11
Εικ .
12
Εικ. 13
Εικ. 14
Εικ .
15
Εικ .
16
οπωσδήποτεενδιαφέρονναμπορούσαμε να διακρίνουμε ακριβέστερα τους λόγους που οδήγησαν στην πλαστική διατύπωση του θέματος. Έ ν α προγενέστερο υπόδειγμα δεν θα ήταν απαραίτητο· αν όμως υποθέσουμε ότι υπήρχε, ήταν άραγε έργο του ελλαδικού —η, γενικότερα, του ευρύτερου ορθόδοξου χώρου—, η προερχόταν από τον λατινικό (μεσαιωνικό) κόσμο ; Εικονογραφικά δείγματα δεν λείπουν, πάντως, ούτε από τη μια, ούτε από την άλλη μεριά. Η σειρά των σχολικών επεισοδίων αποτυπώνεται εν εκτάσει —ως εικονογράφηση, τώρα, του αντίστοιχου λατινικού κειμένου που αποδίδεται στον (ψευδο)Ματθαίο— στον παρισινό κώδικα ΒΝF lat. 2688 (δ'/4 13ου α!.). 22 Σε παραπλήσιες με εκείνη τουανάγλυφουστονΒόλο παραστάσεις, με διαφορετική εκάστοτε σύνθεση προσώπων και με σκηνικές παραλλαγές, εικονίζονται: ο Ιησούς, οι γονείς του, ο δάσκαλος, οι μαθητές και οι μάρτυρες/ακροατές. Στη γραφία που καταλαμβάνει το άνω ήμισυ της γραπτής επιφάνειας του φ. 36β,
Κατάπληκτοι παρακολουθούν το περιστατικό οι καθήμενοι συμμαθητές. Η σκηνή εκτυλίσσεται σε κλειστό κύκλο δασκάλου και διδασκομένων. Στη μεθεπόμενη μικρογραφία (φ. 40β), κρατώντας πινακίδα με το αριστερό του χέρι, ο Ιησούς, όρθιος (αριστ.), ομιλεί απευθυνόμενος σε ομήγυρη ακροατών (ε Έκπληκτοι και πάλι εικονίζονται οι μαθητές, που έχουν συμπτυχθεί σε όμιλο τριών καθήμενων ατόμων. Εκτείνοντας αμήχανα τα χέρια του στα πλάγια, ο δάσκαλος ομολογεί την απορία του στρεφόμενος προς το κοινό των μαρτύρων/ ακροατών (δεξ. άκρο) 23 . Χωρίς να αυτονομείται, απομακρυνόμενος από κανονικώς αποδεκτά συμβάντα, ο ασφαλέστερος τρόπος για την προβολή της πρώιμης σοφίας του ενσαρκωμένου Λόγου πραγματώνεται εμμέσως, μέσω της εικονογραφικής απόδοσης ενός ευαγγελικού περιστατικού: της παρουσίας του δωδεκαετούς Ιησού στον Ναό, ανάμεσα στους διδασκάλους (Λουκ. 2, 46-7). Στην αρχαιότερ θέσιμη παράσταση, στον παρισινό κώδικα BNF gr. 510, φ. 165, στην άνω ζώνη ολοσέλιδου πίνακα αποδίδονται τρία στιγμιότυπα του εν λόγω επεισοδίου (εικ. 6). Στον άξονα της σύνθεσης, κατ' ενώπιον, καθήμενος, ο δωδεκαετής παις
22. Διαστάσεις του κώδικος: 21,5 Χ 14,5 εκ. Για το λατινικό κείμενο (βλ. Tischendorf ό.π. (σημ. 19). Πιθανή προέλευση: Κεντρική Ιταλία (Ρώμη;).Ηαφήγησηεκκινείαπότο φ. 30. Μικρογραφίες απαντούν στα φ. 31, 32, 34, 35β, 36β, 38, 40β, 55β, 57β. Βλ. F. Avril M.- T. Gousset, Manuscrits enluminés d'origine italienne , II, XIIIe siècle, Παρίσι 1984, αρ. 162, σ. 133-5, πίν. XC. Παρίσι (Bibl. Nationale, 8.ΙΙΙ-30.Υ.84) 1984, Dix siècles d'enluminure italienne (VIe-XVIe siècles), αρ. 37, σ. 48-9. P. Riché - D. AlexandreBidon, L'enfance au Moyen Age, Παρίσι 1994, εικ. σ. 121, 130· πρβλ. 124. Sacquin, ό.π. (σημ. 11), εικ. σ. 41. Για το ίδιο θέμα, βλ. I. Ragusa, «Il manoscritto ambrosiano L. 58 Sup.: l'infanzia di Cristo e le fonti apoctife», Arte Lombarda 1987/4, σ. 5-19. 23. Για τις δύο αυτές μικρογραφίες πρβλ. Avril-Gousset, ό.π., σ. 133.
εικονίζεται διαλεγόμενος με τους δύο, εκατέρωθεν, γύρω από τράπεζα καθήμενους, και σε μειωμένη κλίμακα αποδιδόμενους διδασκάλους 24. Ένας άλλος τρόπος προβολής της σοφίας του Χριστού, εικονιζόμενου σε βρεφική ηλικία, απαντά από τους προεικονομαχικούς χρόνους σεεικόνεςτης βρεφοκρατούσας Θεοτόκου. Σε ευρύτερα γνώριμη εικόνα (68,5x49,7εκ.),στη μονή του Σινά, του 6ου/άρχών 7ου αιώνα, που διατηρεί ακόμη ζωηρά τα αποτυπώματα των κινήσεων και των τεχνικών της ζωγραφικής δεξιότητας του αρχαίου κόσμου (εικ. 10), ο ενσαρκωμένος Λόγος, ως θεός, «ανατέλλει εξ υψους» 25 και ταυτόχρονα, ως άνθρωπος, επιφαίνεται στο γεωμετρικό κέντρο της σύνθεσης, φερόμενος στον κόλπο της μητέρας του, θρόνο της σοφίας· παράδοξο αλήθεια βρέφος (εικ. 11), με τονισμένο το μέγεθος του μετώπου, ένδυμα αρχαίου φιλοσόφου (χιτώνα και Ιμάτιο), το ειλητό του διδασκάλου στο αριστερό του χέρι, σε χειρονομία ευλογίας το δεξί 26 . ωςαυτότοσημείο—, αποδυναμώνεται, καλλιεργούμενο, με τον μετριασμό των τόνων, την οιονεί τυποποιημένη επανάληψη, τον προοδευτικό εθισμό του θεατή/ πιστού 27 . Παραδιδόμενη άλλωστε επί γενεές γενεών, και με την εγγύηση αυ-
24. Συνοπτικώς, για την εικονογραφία αυτής της σκηνής, που συνδέεται και με εκεί νην της Μεσοπεντηκοστης, βλ. Δ. Πάλλας, «Ο Χριστός ως η Θεία Σοφία. Η εικονογραφική περιπέτεια μιας θεολογικής έννοιας», ΔΧΑΕ 15 (1991) 131 κε 25. Βλ. στο άνω μέρος του πίνακα τη δέσμη φωτός που εκπορεύεται από την «δεξιά του Υψίστου» και πρβλ. το τροπάριο της Γεννήσεως. 26. G. Sotiriou, «Εγκαυστική εικών της ενθρόνου Θεοτόκου της Μονής του Σινά», BCH 70 (1946) 552-6, πίν. 25-6. Κ. Weitzmann, The Monastery of St Catherine at Mount Sinai. The Icons, I, From the Sixth to the Tenth Century, Princeton 1976, αρ. Β.3, σ. 18-21, πίν. 4-6, 43-6. Για τον συσχετισμό της μορφής του Ιησού με τη θεματική του παιδαριογέροντος, βλ. στο ίδιο, σ. 20 (πρβλ. Ε. Kantorowicz, «Puer exoriens. Hypapante in the Mosaics of S. Maria Maggiore», Selected Studies, Ν. Υόρκη 1965, σ. 33. Kitzinger, ό.π. (σημ. 10), σ. 117-8, εικ. 210-1. Ν. Υόρκη 1979, ό.π. (σημ. 10), αρ. 478, σ. 533-4 (S. Boyd). Πρβλ., στο ίδιο, το ελεφάντινο δίπτυχο του Βερολίνου: αρ. 474, καιτονυφασμένο πίνακα του Cleveland: αρ. 477, με την ταυτόχρονη, συνδυασμένη π σία Βρέφους και Παντοκράτορος. Γ. Γαλάβαρης, «Πρώιμες εικόνες στο Σινά από τον 6ο ωςτον11ο αιώνα», Σινά. Οι θησαυροί της Ι. Μονής Αγίας Αικατερίνης, Αθήνα 1 93-4, εικ. 4. Π. Βοκοτόπουλος, Ελληνική τέχνη. Βυζαντινές εικόνες, Αθήνα 1995, αρ. 3, σ. 191, (σ. 31) εικ. 3. Η Θεοτόκος περιστοιχίζεται από δύο στρατιωτικούς αγίους, όρθιους, στοίδιομεεκείνηνεπίπεδο,καιυψηλότερα, πίσω από τον θρόνο, από δύο σκηπτροφόρο πανομοιόμορφους αρχαγγέλους —στέρεης στους όγκους διάπλασης, αλλά αιθέριας, στα χρώματα και τις εντυπώσεις, παρουσίας— που γεφυρώνουν το διάστημα μεταξύουρανούκαι γης,έχονταςτοβλέμμα στραμμένο προς την «δεξιά του Υψίστου». 27. Για την αφετηρία του εικονογραφικού τύπου βλ. Πάλλας, ό.π. (σημ. 24), σ. 141. Πρβλ. Α. Grabar, Les voies de la création en iconographie chrétienne. Antiquité et Moyen Age, Παρίσι 1979, εικ. 5, 6, 21, 41.
αυθεντικής αρχαιότητας που της προσδίδουν αναχρονιστικά χαρακτηριστικά της, η παράσταση αποτελεί τον κανόνα. Προς τα τέλη της κωνσταντινουπολίτικης τέχνης σημειώνεται μια νέα —εμφαντική— απόπειρα προβολής της σοφίας του βρέφους, με την αύξηση της επιφάνειας του μετώπου. Στην αρχαιότερη όψη αμφιπρόσωπης εικόνας (115x85 εκ.) των αρχών του 14ου αιώνα, από τον ναό του Χριστού στη Βέροια, το σύμπλεγμα Θεοτόκου και Ιησού, στον εικονογραφικό τύπο της Οδηγήτριας, προβάλλεται —δυσδιάκριτα κάπως (εξαιρούνται τα εντόνως φωτισμένα πρόσωπα), αλλάεπιβλητικά— μέσα από ένα μολυβόχρωμο, φθαρμένο στην επιφάνειά του κάμπο (εικ. 12). Είναι πιθανό οι μορφές να περιβάλλονταν αρχικά από επένδυση αργυρών ελασμάτων 28 . Ο φερόμενος στον αριστερό βραχίονα της θεομήτορος Ιησούς, εικονίζεται στην αλληγορικά εικαστική ηλικία του υπερφυούς βρέφους. Ο ενσαρκωμένος Λόγος εμφανίζεται με λεπτοφυές,αναπτυγμένοσε ύψος σώμα, να ευλογεί με το δεξί του χέρι, αποκρινόμενος στην προς τα άνω δεητική κίνηση της Παναγίας, ενώ με το αριστερό κρατεί το ειλητό του νόμου, που στηρίζεται στο υπερυψωμένο του γόνυ.
τα (οιονεί) φυσιολογικά μέτρα. Ό μ ω ς , η συμπίεση των χαρακτηριστικών του προσώπου στο κάτω τρίτο της συνολικής του επιφάνειας, που συνεπάγεται αντιστοίχως μιαν υπερβολική ανάπτυξη της έκτασης του μετώπου (εικ. 13), προδίδει ασφαλώς τη βούληση του ζωγράφου να καταστήσει πασίδηλο κάτι που, σεαυτήτηνπερίπτωση, υπερβαίνει τα μέτρα. Η απόπειρα απόδοσης αυτής της υπέρβασης, μέσω της υπερβολής, δεν συνιστά ύβρη, θα αντέτεινε ο ζωγρά φος, εφόσον εικονίζεται εδώ «ο Ων». Ωστόσο, ο τρόπος που ακολούθησε, εγγίζοντας τα όρια της παραμόρφωσης, θα μπορούσε να οχλήσεί" αλλά βρισκόμαστε σε μιαν εποχή που επέτρεπε δηλώσεις στοιχείων τα οποία παρέμεναν βωβά —όντας αυτονόητα— η προβάλλονταν πιο διακριτικά (και λιτότερα) σε προγενέστερες συνθέσεις. Διαπιστώνουμε εντέλει ότι ένια δυναμικά —από την αφετηρία της γένεσής
28. Θ. Παπαζώτος, «Εικόνα Παναγίας Οδηγήτριας από το ναό "του Χρίστου" Βέροιας», Μακεδόνικα 20 (1980) 167-74. Ο ίδιος, Βυζαντινές εικόνες της Βέροιας, Αθήνα 2 1997, σ. 47-8, πίν. 21. Ενδιαφέρουσα είναι η επανάληψη του εγχειρήματος, με άλλους τρόπους, στην ίδια εικόνα, στην μεταγενέστερη Οδηγήτρια της άλλης όψης (γ'/4 16ου αι.): ό.π., σ. 75, πίν. 133. Πρβλ. Α. Xyngopoulos, «Icônes du XΙIIe siècle en Grèce», L'art byzantin du X Ι IIe siècle. Symposium de Sopocani 1965, Βελιγράδι 1967, σ. 77-8. Παραπλήσια οξυκεφαλία παρουσιάζει ο Χριστός σε κατά τι αρχαιότερη εικόνα (13οςαι.)της Πινακοθήκης Τρετιακόφ: Α. Grabar, Les revêtements en or et en argent des icônes byzantines du moyen âge. Βενετία 1975, αρ. 18, σ. 45-6, εικ. 43. Με ποικίλλουσες εικονογραφικές διατυπώσεις, ανάλογα γνωρίσματα απαντούν και σε άλλα υστεροβυζαντινά και μεταβυζαντινά έργα' βλ., δ.χ., Βοκοτόπουλος, ό.π. (σημ. 26), αρ. 99, 113 (14ος αι.).
τους— στοιχεία, ληθαργούν στην εικονιστική ενδοχώρα, χωρίς να αποκτούν φραστική αυτονομία παρά μονάχα σε εξαιρετικές στον αριθμό και τον χρόνο περιπτώσεις· και τότε ακόμη, δεν φθάνουν στο σημείο να επικρατήσουν προκαλώντας την περαιτέρω τυπολογική γενίκευση των συνθέσεων στις οποίες μετέχουν. Πάντως, συμβαίνει ενίοτε μια ασυγκράτητη δεικτική ορμή να διαστέλλει τα «μεγέθη» (τους τύπους που ήδη έχουν εμπεδωθεί στην εικονογραφική πρακτική), στα γνωρίσματα και τους φυσιογνωμικούς τρόπους που χρησιμοποιεί (εικ. 13). Ήδη, όμως, τα εν λόγω μεγέθη, ως έχουν, σηματοδοτούν μια μετακίνηση σε σχέση με την πραγματικότητα. Η μετακίνηση αυτή, όπως σημειώνεται στον εικονογραφικό τύπο του Ιησού ως υπερφυούς/υπερήλικου βρέφους, είναι δεκτή από το κοινό, διότι οι όροι της διατύπωσης της συντάσσονται σε
αληθοφανή κλίμακα και, βέβαια, αφορούν στον Λόγο του θεού (εικ. 11). Ε ν ώ στην περίπτωση της υστεροβυζαντινής εικόνας η διάταση του μετώπου επιχειρείται στο πρόσωπο του Ι η σ ο ύ από άγνωστο ζωγράφο (τον Γεώργιο Καλλιέργη ;) —που εντάσσεται, πάντως, στο αυστηρό πλαίσιο της βυζαντινής παράδοσης—, στις αρχές του μεθεπόμενου αιώνα, στο ευρύτερορεύματης Αναγέννησης, στη δυτική πολιτισμική επικράτεια και σε τελείως διαφορετικό πεδίο ζητήσεων, ένας ιδιότυπος στην ερευνητική του ευαισθησία δημιουργός, εξαιρετικού μεγέθους, ελευθερώνει το χέρι του προς την ίδια —κάπως— κατεύθυνση" βέβαια, το σκεπτικό —ο στόχος—, το εύρος και το ήθος της δεξιότητας είναι τελείως διαφορετικά. Ο Άλμπρεχτ Ντύρερ, σε σχέδιο (21,8x37,9 εκ.) που φιλοτέχνησε το 1506 (κατά τη διάρκεια της δεύτερης παραμονής του στη Βενετία), ερευνά ασκούμενος στον εικονισμό όψεων/στάσεων παιδικών η αγγελικών κεφαλών τρυφερής ηλικίας (εικ. 14) 29 . στικά» στις προεκτάσεις του" του το επιτρέπει, άλλωστε, η «φύση» των —εν μέρει— πλασματικών αυτών προσώπων (αν πρόθεση του ήταν πράγματι να ζωγραφίσει αγγέλους), αλλά και η μακρόθεν εμπεδωμένη (και αναγεννώμενη τότε) εικαστική παράδοση, που εκτείνεται, παλινδρομικά, ως τους ερωτιδείς της παγανιστικής αρχαιότητας 30 . Διαπιστώνουμε σε αυτό το σχέδιο τη διόγκωση της περιμέτρου του κρανίου, κυρίως του μεσαίου παιδιού, σε βαθμό υδροκεφαλικής παραμόρφωσης. Η δοκιμαστική αυτή απεικόνιση εκφραστικών παραλλαγών στα πρόσωπα και τις στάσεις, αποτελεί μέρος μελέτης (δευτερευόντων, εδώ) στοιχείων που προορίζονται για μιαν ευρύτερη ζωγραφική σύνθεση· ωστόσο, το σχέδιο αυτό συνιστά μιαν αυτόνομη εικόνα.
29. Παρίσι (Μουσείο του Λούβρου, 22.Χ.91-20.Ι.92) 1991, Dessins de Dürer et de la Renaissance germanique dans les collections publiques parisiennes, αρ. 47, σ. 59 (F. Fossier). 30. Πρβλ. R. Stuvéras, Le putto dans l'art romain, Βρυξέλλες 1969.
της συλλογής του Λούβρου, συνθέτει σε ενιαίο πρόσωπο όψεις παιδιού και γέροντα- η πρόθεσή του ωστόσο παραμένει αδιάγνωστη (εικ. 15). Πρόκειται άραγε για μια μελέτη που προδίδει την περιέργεια του ζωγράφου για τις μορφές που παρεκκλίνουν από τα φυσιολογικά μέτρα, η για μια δοκιμή εικαστικής σύν θεσης διαμετρικά αντίθετων ηλικιών του ανθρώπου, με ευρύτερο, ενδεχομένως, αλληγορικό νόημα; Στη δεύτερη περίπτωση, η σύνθεση αυτή θα μπορούσε να εξαρτάται από αρχαία πηγή, σε ερμηνευτική επανάγνωση —ή και εσφαλμένη μετάφραση— από σύγχρονο του Ντύρερ λόγιο (τον ουμανιστή από τη Φερράρα Celio Calcagnini, του οποίου μετάφραση μπορεί να εγνώριζε από τον φίλο του Willibald Pirckheimer), η από τον ίδιο τον ζωγράφο 31 . Μετακινούμαι στα μέσα του αιώνα μας. Έ ν α βρέφος όπως όλα τα άλλα αποτυπώνεται, σύμφωνα με την αντίληψη και τον ιδιότυπο ζωγραφικό μηχανισμό της πικασικής μορφογραφίας, σε πίνακα του 1943 (εικ. 16): απεικονίζεται, καθήμενο στο έδαφος, πλάι σε κάθισμα όπου στέκουν,στηνεπιφάνειακαι τη ράχη του, δύο περιστέρια 32 . Ε δ ώ , η φιλοπαικτικά και συμπαθητικά παρα μορφωτική απόδοση στη σύνθεση των πλαστικών όγκων και των επιφανειών της μορφής, τονίζει γνώριμους χαρακτήρες που προσιδιάζουν στα βρέφη, υπογραμμίζοντας, με brio , την πιο στενή τους (κατ' εικόνα) σημασία - εκβάλλει τοιουτοτρόπως στη σύνθεση της βρεφικής παρουσίας του εικονιζόμενου προσώπου, με το βαρύ, υπερμέγεθες κεφάλι, όπως ταιριάζει στα «μωρά», χωρίς όμως αλληγορικές η παθολογικές δηλώσεις 33 . Χωρίς, εξάλλου, και τη γνώριμή μας από προηγούμενα παραδείγματα διάταση του μετώπου: την φυσιολογική, ητηνεπίτούτω εμφαντικά επιχειρηματολογική. Ο μουσικός παις, ο νήπιος μαθητής των αποκρύφων διηγήσεων η ο δωδεκαετής Χριστός των κανονικών πηγών, το υπερφυές βρέφος, ο παιδογέρων 31. Παρίσι 1991, ό.π. (σημ. 29), αρ. 84, σ. 88-9 (Ε. Starcky). Ρ. Strieder κ.ά., Dürer, Μιλάνο, (Μ.989) 1992, αρ. 429, σ. 329-30. Πρβλ. το κείμενο του Πλουτάρχου (Περί Ίσιδος καιΟσίριδος 32F) που στάθηκε —ενδεχομένως— αφορμή για την παράξενη αυτή σύνθεση: «Εν Σάϊ γούν εν τω προπύλω του ιερού της Αθηνάς ην γεγλυμμένον βρέφος, γέρων και μετά τούτον ιέραξ, εφεξής δ' ιχθύς, επί πάσι δ' ίππος ποτάμιος. Εδήλουν δε συμβολικώς [...] Το μεν γαρ βρέφος γενέσεως σύμβολον, φθοράς δ' ο γέρων». Plutarque, Oeuvres morales, τ. V.2, Isis et Osiris, έκδ. C. Froidefond (CUF), Παρίσι 1988, σ. 205-6. 32. Διαστ. του πίνακα: 162 Χ 130 εκ. P. Daix, Dictionnaire Picasso, Παρίσι 1995, σ. 301-2. W. Spies κ.ά., Picasso's World of Children, Μόναχο - Ν. Υόρκη 1966, σ. 50 και πριναπόπίν. 93, πίν. 118. 33. Τυχαίνει κάποτε ο συνδυασμός των αντιθέτων να δένει σε παράξενες μορφές —με αφορμή, ενδεχομένως, την προσωπογραφία συγκεκριμένου προσώπου—, χωρίς συνειδητές αναφορέςσεεικαστικό η γραμματειακό προηγούμενο. Βλ. Χ. Καμπουρίδης, Η ελληνική ζωγραφικήτου 20ούαιώναστη Δημοτική Πινακοθήκη της Ρόδου, σ. 113 (Α. Γκίνη,«Τοαπόκρημνο βρέφος»).
ένιοι τύποι του θέματος κυριαρχούν στην προσέγγιση μας, χωρίς να εξαντλούνται στη χρονολογία, την πυκνότητα και τις παραλλαγές των εμφανίσεών τους, ούτε να εξαντλούν την πολυτυπία του. Παραλείπουμε όψεις του ζητήματος που ιχνεύονται σε άλλα εικονογραφικά πεδία, καθώς και πτυχές, η/και παραλλαγές των τύπων που εξετάζουμε, εγγραφόμενες όμως σε ευρύτερο εννοιολογικό πλαίσιο, από το οποίο πηγάζουν και μέσα στο οποίο αναπτύσσονται- όπως είναι, δ.χ., η ταυτόχρονη —στην ίδια, πολύπτυχη/σπονδυλωτή παράσταση η, ακόμη και σε ενιαία μορφή—, πολυπρόσωπη παρουσία του θεού 34 . Υπενθυμίζουμε, τέλος, ότι στις γραμματειακές πηγές αφθονούν δηλώσειςπουδενεπρόκειτονα τύχουν εικονογραφικής απόδοσης.
34. Βλ. συνοπτ. Annuaire 99, ό.π. (ανάριθμη πρώτη σημ.). Το επιμέρους αυτό θέμα, στην εικαστική του απόδοση και πέρα από τα όρια της βυζαντινής τέχνης, δεν περιορίζεται στη χριστολογική του οπτική.
ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΕΙΚΟΝΩΝ Εικ. 1. Η Ειρήνη και ο Σπύρος (από την Χίο), στην Αλεξάνδρεια.
Εικ. 2. Λάρισα, Δημοτική Πινακοθήκη/Μουσείο Κατσίγρα. Νικηφόρου Λύτρα, προσωπογραφία Κ. Μελά (π. 1880). Εικ. 3. Trier, Rheinisches Landesmuseum. Επιτάφιο ανάγλυφο (π. 200 μ.Χ.). Εικ. 4. Μουσείο του Λούβρου. Πρόσθια όψη παιδικής σαρκοφάγου (μ. 2ου αι. μ.Χ.). Εικ. 5. Μουσείο του Λούβρου. Πρόσθια όψη παιδικής σαρκοφάγου (λήγ. 3ος αι. μ.Χ.).
Εικ. 6. Παρίσι, Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας. Κώδιξ gr. 510, φ. 165, ανω ζώνη (9ος αι.).
Εικ. 7. Άνω Βόλος, ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Μαρμάρινο ανάγλυφο (13ος αι.).
Εικ. 8. Παρίσι, Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας. Κώδιξ lat. 2688, φ. 36β (13ος αι.). Εικ. 10. Σινά, μονή Αγίας Αικατερίνης. Εγκαυστική εικόνα (6ος/7ος αι.). Εικ. 11. Λεπτομέρεια της Εικ. 10.
Εικ. 9. Παρίσι, Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας. Κώδιξ lat. 2688, φ. 40β (13ος αι.).
Εικ. 12. Βέροια, Αρχαιολογικό Μουσείο. Αρχαιότερη όψη αμφιπρόσωπης εικόνας (αρχ 14ος αι.). Εικ. 13. Λεπτομέρεια της Εικ. 12.
Εικ. 14. Παρίσι, Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας (Cabinet des estampes). Albrech Dürer, κεφαλές παιδιών η αγγέλων (1506).
Εικ. 15. Παρίσι, Μουσείο του Λούβρου. Albrecht Dürer, αινιγματική βρεφογεροντική μορφή (1527).
Εικ. 16. Παρίσι, Μουσείο Picasso. Pablo Picasso, «L'enfant aux colombes» (1943)
ΑΝΗΣΥΧΟΙ ΚΑΙ ΝΕΟΙ ΓΥΡΩ ΣΤΑ 1845
ΜΑΡΙΕΤΤΑ ΣΕΡΒΟΥ
Στα 1838 ο 23χρονος Νικόλαος Σαλτέλης 1 , έμπορος λαδιού από τις Κυδωνιές της Μ. Ασίας, τολμούσε να εμφανιστεί «εις τον λαμπρόν της τυπογραφίας ορίζοντα με των γνώσεών του τα πενιχρά ράκη» μεταφράζοντας μία κοινωνική σάτιρα της Ισπανίας της Ιεράς Εξέτασης, που στόχευε τα ήθη της εποχής του. Η τ α ν το μυθιστόρημα « Ο Χωλός Διάβολος και αι Ράβδοι του» του Lesage 2 . Στον πρόλογο του, πραγματικό μανιφέστο, που υπόγραφε από την πατρίδα του τις Κυδωνιές, «τόπον στερούμενον, ως όλαι αι τυραννούμεναι πόλεις, παντός ό,τι δύναται να δώση τροφήν εις το πνεύμα και να υποθάλψη της παιδείας τους σπινθήρας», χτυπούσε με πάθος την θεοκρατία, την δεισιδαιμονία και τον δεσποτισμό. Αναρωτιόταν αν «η ελευθερία της συνειδήσεως ήθελε ποτέ πράξει εις τον κόσμον τόσα παρανομήματα, όσα το τρομερόν της ιεράς εξετάσεως κριτήριον, όσα το επάρατον τάγμα των Ιησουϊτών». Διαβεβαίωνε, ότι «ουδ' είναι μακράν η εποχή, καθ' ην οι λαοί θέλουν ζητήσει την ικανοποίησιν των καταπατημένων δικαιωμάτων των» και έκλεινε απαντώντας «Εις τους ερωτώντας που λοιπόν δύναται να εύρη τις την αρετήν αφού λείπει εκείθεν, όπου έπρεπε να ήναι, από τα στίλβοντα διαδήματα και από τας λιθοκοσμήτους μίτρας; αποκρίνομαι υπό τα ταπεινά τριβώνια του Ευστρατίου Πέτρου 3καιτου Θεοφίλου Καΐρη». Είχε και η Ανατολή τους «ινκουιζιτόρους» της, τους «ταρτούφους» και
1. Για τον Νικόλαο I. Σαλτέλη βλ. Μ. Αργυρόπουλος, «Νικόλαος Π. Σαλτέλης», Χρονικά της Ανατολής 1 (1944) 85-93 και I. I. Σκυλίτσης, Εφημερίς της Σμύρνης, 1 Δεκεμβρίου 1850. 2. Ο Χωλός Διάβολος και αι ράβδοι του. Μυθιστορικόν σύγγραμμα του Λε-Σάζη. Εκ του γαλλικού μεταφρασθέν υπό Ν. I. Σαλτέλη, τ. Α'-Β', Εν Ερμουπόλει Σύρου, Εκ της τυπογραφίας Γ. Μελισταγούς, 1838. 3. Δίδαξε μαζί με τον Θεόφιλο Καΐρη στη σχολή των Κυδωνιών. Μετά την Επανάσταση κατέφυγε στην Τήνο, όπου δίδαξε στη σχολή της Ευαγγελίστριας. Δάσκαλος του Νικόλαου I. Σαλτέλη στην Τήνο. Βλ. Ν. I. Σαλτέλης, Ο Κυδωνιάτης, Αθήνα 1842, σ. ο' και 147-148.
τους «ιησουίτες» της και πριν καλά καλά προλάβει να σβήσει ο απόηχος του διωγμού, που είχαν εξαπολύσει στα σχολεία των Αγγλαμερικανών ιεραποστόλων σε Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη και Ερμούπολη με συκοφάντηση της διδασκαλίας τους, πυρές βιβλίων, απειλές αφορισμού και φυλάκισης δασκάλων και γονέων4, νέα γεγονότα ξεσήκωναν την κοινωνία της Σμύρνης τον Δεκέμβρη του 1838. Ο φωτισμένος σχολάρχης της Ευαγγελικής Σχολής Νεοκλής Παπάζογλου, εμψυχωτής της Βιβλιοθήκης και του Μουσείου της, διωκόταν, ως παραβάτης των εκκλησιαστικών κανόνων, και το Μουσείο ονομαζόταν «άντρον ολεθριοφρόνων και ασεβών» που «ως και ανατομίαν διδάσκουν». Στις εκκλήσεις της κοινότητας υπέρ του σχολάρχη ο πατριάρχης απαντούσε, ότι «Άνθρωποι ευρωπαΐζοντες δεν φρονούν ορθώς, διά τούτο αβελτέρους αυτούς αποκαλούμεν» 5. Τον επόμενο χρόνο, 1839, η κατηγορία στρεφόταν εναντίον του Θεόφιλου Καΐρη. Η Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος τον αφόριζε και τον εκτόπιζε ως αιρετικό και έκλεινε το Σχολείο και Ορφανοτροφείο του στην Ανδρο. Ο νέος έμπορος ασφυκτιούσε: «[...] εις τον εικοστόν έκτον χειμώνα του έτι και ερριμμένος εις την πλέον σκοτεινήν του φιλολογικού κόσμου γωνίαν [...]» εκεί που «η εξουσία επηρεαζομένη από ιερατικάς ραδιουργίας καθείργει τους φιλοσόφους και δασκάλους του έθνους, καταδιώκει τους ποιητάς «αφού οι σοφοί της ενασχολούνται εις ματαίας έριδας περί Βαραχίου [...] αντί ναενασχολώνται εις την μόρφωσιν της ευγενούς νεολαίας της» 6 . Δεν έμενε πόν στην Ελλάδα παρά «να αρύεται από πηγάς ξένας τα νάματατωνιδεώνκαι των φρονίμων παραινέσεων». Έτσι το 1840 «Περιγυρισμένος από δυσ περιστάσεις» μετάφραζε το μυθιστόρημα του Γουστάβου Δρουινώ «Ερνέστης ήτοι η διαστροφή του αιώνος». Ήταν το πρώτο με αυτοβιογραφικά στοιχεία μυθιστόρημα του Gustave Drouineau (1798-1878), γνωστού δραματικού συγγραφέα στο λογοτεχνικό Παρίσι της εποχής, που γνώρισε μεγάλη και αναπάντεχη επιτυχία το 1829 με πολλές επανεκδόσεις και μεταφράσεις. Τα μυθιστορήματα του Drouineau γί-
4. Βλ. Life and letters of Daniel Temple, for twenty-three years a missionary of the A.B.C. F.M. in Western Asia [...], Boston, [...] 1855, σ. 104, 143-147. 5. Για τον Νεοκλή Παπάζογλου και τα γεγονότα της Ευαγγελικής βλ. εφημ. Αθηνά, 25 Ιανουαρίου, 5 και 11 Φεβρουαρίου και 1 Απριλίου 1839. 6. Βλ. τον πρόλογο του Ν. Σαλτέλη στο Ερνέστης ήτοι η διαστροφή του αιώνος, Σμύρνη 1841. «Περί Βαραχίου»- πρόκειται για την αντιδικία μεταξύ του Κωνσταντίνου Οικονόμου και του Θεόκλητου Φαρμακίδη με αφορμή το άρθρο του Οικονόμου στην Ευαγγελική Σάλπιγγα του 1837 «Περί Ζαχαρίου του πατρός του Προδρόμου υπομνηματική επιστολή». Θα απαντήσει ο Θεόκλητος Φαρμακίδης με την πραγματεία Περί Ζαχαρίου υιού Βαραχίου, Αθήνα 1838, σ. 178, στην οποία εξομολογείται «Ηναγκάσθημεν να γράψωμεν ταύτα, διότι ηξεύρομεν ότι από τινος καιρού το "ασεβής", "ετεροδιδάσκαλος" κτλ. είναι του συρμού».
γίνονται βήμα για να αναπτύξει φιλελεύθερες ιδέες και μεταρρυθμιστικές προτάσεις για την κοινωνία της εποχής του, για τις οποίες θα αγωνιστεί ενεργά στην Ιουλιανή Επανάσταση του 1830, αλλά και στην συνέχεια αρθρογραφώντας για ένα διάστημα στην εφημερίδα «Constitutionnel» 7 . Στον πρόλογο του πεντάτομου έργου του «Ernest ou le travers du siècle» ασκεί έντονη κριτική στο αριστοκρατικό, συντηρητικό και σχολαστικό εκπαιδευτικό σύστημα της εποχής του προτείνοντας μια σειρά μέτρων μεταξύ των οποίων σχολεία που θα ανταποκρίνονται στις σύγχρονες απαιτήσεις της κοινωνίας της εποχής. Μεταξύ αυτών σχολεία για τις εργατικές τάξεις βασισμένα στις θετικές επιστήμες, τα μαθηματικά και τις εφαρμοσμένες τέχνες σε άμεση σχέση με τις κατά τόπους ανάγκες και προβλήματα. Ο τολμηρός του πρόλογος έδινε τις κοινωνικές συντεταγμένες ενός μυθιστορήματος ηθών στο οποίο ο κεντρικός ήρωας και η κοινωνική του διαδρομή υπογράμμιζαν παραδειγματικά τις αδυναμίες και τα αδιέξοδα μιας ανεδαφικής δημόσιας εκπαίδευσης δείχνοντας έως που μπορούσε να οδηγήσει νέους σαν τον Ερνέστη8. Η φιλελεύθερη κριτική της εποχής του ενθουσιάστηκε με το μυθιστόρημα διαπιστώνοντας ότι συνειδητοποιούσε με οξύτητα «le mal du siècle» και ασκούσε έντονη κριτική στην αστική κοινωνία της εποχής του. Η νεότερη κριτική το κατέτασσε σε ένα από τα λίγα μυθιστορήματα του τέλους της Παλινόρθωσης, που σκιαγραφούσαν το προφίλ ενός νέου ρομαντισμού, στο περιθώριο του επίσημου, και διαπίστωνε ότι επηρέασε αποφασιστικά σημαντικούς μυθιστοριογράφους της γενιάς του, όπως ο Μπαλζάκ 9. Ο Ερνέστης του Δρουινώ υπήρξε ο προάγγελος μιας σειράς ανήσυχων και φιλόδοξων νέων από την επαρχία, που έρχονται ν' αναδειχθούν στο Παρίσι της εποχής. Ο Raphael de Valentin στο «La Peau de chagrin» (1831), ο Eugène de Rastignac στο «Le Père Goriot» (1834-35), ο Lucien de Rubempré στο «Illusions perdues» (1837-39) του Μπαλζάκ θα διαγράψουν διαδοχικά τις φάσεις της σαγήνης που άσκησε η παρισινή ζωή, ως την προσγείωση που οδηγεί στη μύηση η στη συντριβή. Ο Ερνέστης θα είναι το πρώτο σύγχρονο κοινωνικό μυθιστόρημα, που μεταφράζεται στη γλώσσα μας. Ο Νικόλαος Σαλτέλης θα το εκδώσει σε δύο τόμους έκτασης 500 σελίδων στη Σμύρνη το 1841 στο Τυπογραφείο της Αμάλθειας. Να γνώρισε άραγε το έργο του Γουστάβου Δρουινώ από τον κύκλο του Θεόφιλου Καΐρη 10 με τον
7. Βλ. Ε. Fromentin - Ε. Beltrémieux, «Gustave Drouineau, sur un "romantique libre"», Archives des Lettres Modernes 97 (1969) 1-109. 8. Βλ. Gustave Drouineau, Ernest, ou Le travers du siècle , éd. Timothée Dehay, Παρίσι 1829, σ. I-XXVII (Πρόλογος). 9. Pierre Barbéris, Balzac et le mal du siècle. Contribution à une physiologie du monde moderne, τ. 2, 1830-1833 [...], éd. Gallimard, 1970, σ. 831, 898, 904-908. 10. Οι συχνές και θερμές αναφορές του Νικόλαου Σαλτέλη στους προλόγους των έργων
οποίον διαπιστώνονται κοινά ιδεολογικά χαρακτηριστικά; Ο Γουστάβος Δρουινώ μετά την απογοητευτική κατάληξη της Ιουλιανής επανάστασης του 1830, όπως ο Καΐρης αργότερα, θα οδηγηθεί προοδευτικά στην θεωρία του Νεο-χριστιανισμού, την οποία θα διατυπώσει στα μυθιστορήματά του αντιπαρατάσσοντας στον κυρίαρχο υλισμό και επίσημο καθολικισμό την κοινωνική και πολιτική στράτευση στην ευαγγελική ισότητα, αδελφότητα και ελευθερία της συνείδησης 11 . Στην αγγελία του έργου, αλλά και σ' έναν ακόμα πρόλογο-μανιφέστο ο Νικόλαος Σαλτέλης εξηγεί τους λόγους για τους οποίους μετέφρασε το έργο αυτού του «διδασκάλου της κοινωνίας», του οποίου η φιλοσοφία είναι «άξια του ΙΘ' αιώνος». Ελπίζει ότι και «η Ελλάς αποκτώσα το σύγγραμμά σου εις την γλώσσάν της θέλει ωφεληθήν' εκθέτει τούτο καθολικάς ιδέας, εφαρμοζομένας εις πάσαν μικράν ή μεγάλην κοινωνίαν». Το μεταφράζει: «Διά ν' αποδειχθή, ότι η ανατροφή την οποίαν λαμβάνομεν εις τα σχολεία οι κατά τον ΙΘ' αιώνα ζώντες, αιώνα προόδου και φώτων, είναι ανίκανος να προφυλάξη τον άνθρωπον από την παρακολουθούσαν αυτόν δυστυχίαν». «Διά να βελτιωθώσι τα διδακτήρια εις τρόπον ώστε να έχη τις το μέλλον του ασφαλές, οικοδομών αυτό εις ασφαλείς βάσεις κατά τον καιρόν της παιδικής και εφήβου ηλικίας του». «Τωόντι, τα διδακτήριά μας είν' ατελή" δεν εκπληρούσιν αποχρώντως τον σκοπόν της συστάσεώς των, ουδέ δικαιούσι τας ελπίδας των οικογενειαρχών - χρεία να μεταρρυθμισθώσιν εις τρόπον, ωφέλιμον δι' όλας των πολιτών τας κλάσεις" όλοι, έχοντες τα αυτά δικαιώματα, ίσοι ενώπιον της φύσεως και ενώπιον των νόμων, πρέπει ν' απολαύωσι επίσης ελευθέρως και αφειδώς τα κοινωνικά αγαθά». [...] «Τα πρότυπα σχολεία μόνα, διοργανιζόμενα αρμοδίως και διά τον υιόν του βαθυπλούτου και διά τον υιόν του αχθοφόρου πολίτου, δύνανται να επιτύχωσι τον δίκαιον τούτον σκοπόν». «Το πολύπαθες και αρτισύστατον Έθνος μας και όλοι οι ομογενείς μας ενγένει να ωφεληθώσιν από τας πολυειδείς του ιδέας, και τόσω πλέον όσω
γων του στον Θεόφιλο Καΐρη, αλλά και ένα δημοσιευμένο γράμμα συμπάθειας προς την αδελφή του Ευανθία Καΐρη στις 12 Ιουνίου 1840 (Ξενοφάνης 2 (1905) 472) μαρτυρούν προσωπική σχέση. Η μαθητεία του επίσης στην Τήνο κοντά στον Ευστράτιο Πέτρου, αλλά και οι επαφές του στην Σύρο και στην Σμύρνη με γνώριμους και μαθητές «του φιλοσόφου διδασκάλου» του επιτρέπουν να γνωρίζει την δραστηριότητα και την σκέψη του Καΐρη. Αργότερα, 1843-1844, φοιτητής στο Παρίσι θα είναι μαζί με τον I. I. Σκυλίτση και τον Πέτρο Ζάνο μέλη της Επιτροπής Θεοσεβών του Παρισιού. Βλ. Δημ. Πολέμης, Αλληλογραφία Θεόφιλου Καΐρη, Άνδρος, 1995, τ. Β', σ. 177-179, 189-192. 11. Pierre Barbéris, ό.π., σ. 1682-1683, αλλά και προλόγους των μυθιστορημάτων του Le Manuscrit vert, éd. Charles Gosselin, Paris 1832, La Resignée, éd. Charles Gosselin, Paris 1833, Les Ombrages, contes spiritualistes, éd. Charles Gosselin, Paris 1833, L'Ironie, éd. Charles Gosselin, Paris 1834.
συνδέεται με Ιστορικά συμβάντα των Γαλλικών μεταβολών, και εν μέρει της ενδόξουμας επαναστάσεως». «Την αλήθειαν λοιπόν, Δρουινώ [...] και σεις, όσοι ηυτυχήσατε να ήσθε διδάσκαλοι της κοινωνίας, την αλήθειαν χρεωστείτε να διδάσκετε [,..]» 12 . Εμπνευσμένος συνεχιστής ο Νικόλαος I. Σαλτέλης στους σύγχρονους δύσκολους καιρούς πατρικών ανησυχιών, που στάθηκαν ορόσημο στην εποχή τους. Ό π ω ς το 1818 ο Εμμανουήλ Σαλτέλης ζητούσε την συμβουλή του «Γ. Κωζάκη Τυπάλδου Ιατρού εκ της σχολής των Παρισίων, μέλους της Βασιλικής και Ακαδημιακής Εταιρίας των Επιστημών» για την βελτίωση της παιδείας στην περίφημη σχολή της πατρίδας του, των Κυδωνιών. Και εκεί ο πρόλογος υπογράμμιζε την σημασία των φυσικών και θετικών επιστημών και άνοιγε πλατιούς ορίζοντες στην παιδεία, και η μετάφραση του λόγου του ριζοσπάστη πολιτικού Joseph Hume «Περί των ευκταίων αποτελεσμάτων της ανατροφής εις τας κατωτέρας κλάσεις της κοινωνίας» μαρτυρούσε κοινωνική ευαισθησία και οξυδέρκεια 13. Στον «Ερνέστη», ο Νικόλαος Σαλτέλης πέρα από το κοινωνικό περιεχόμενο βρίσκει αναλογίες με τον ίδιο και με την πατρίδα του, τις Κυδωνιές: «Περιγυρισμένος από δυσχερείς περιστάσεις εύρισκα εν μέρει ομοιότητα μεταξύ τινών συμφορών του και των ιδικών μου [...]». Ο Ερνέστης ήταν ο 23χρονος γιος ενός μικρέμπορου στην επαρχιακή πόλη της «Λα Ροχέλλης», τον οποίο ο πατέρας του σπουδάζει με στερήσεις. Το στενό μικροαστικό περιβάλλον του πατρικού σπιτιού και της γειτονιάς τον στενοχωρεί. Του προδιαγράφει μία φρόνιμη και ταχτοποιημένη ζωή δίπλα στην κόρη του τοπικού συμβολαιογράφου, που θα τον διαδεχθεί μόλις τελειώσει τα νομικά του στο Πουατού. Ωστόσο ο νεαρός Ερνέστης είναι μελαγχολικός, τον αηδιάζει η αντιγραφή των συμβολαίων εις τα οποία «αι άθλιαι των ανθρώπων ιδιοτέλειαι περιγράφονται». Προτιμά να διαβάζει «Οσσιανόν παρά τας όχθας του Ατλαντικού», «[...] σύννους περιφέρομαι εις τα δάση, αχόρταστα αναγινώσκω τον Βύρωνα καιακολουθώτονΧιλδ Αρόλδην εις τας περιοδείας του [...]καιορμώπρος βοήθειαν των υπέρ ελευθερίας αποθνησκόντων Ελλήνων [...]». Προτιμά την ποίηση από το Δίκαιο, στέλνοντας κρυφά στην αγαπημένη του «εμπαθείς ερωτικούς στίχους». Ο γηραιός συμβολαιογράφος, οπαδός του Διαφωτισμού και λάτρης του
12. Αγγελία μυθιστορήματος βλ. εφημ. Ελλάς, 29 Νοεμβρίου 1839" αναδημοσιεύεται από την εφημερίδα Ο Αργός της Σμύρνης. 13. Επιστολή προς τον Χ΄΄Εμμανουήλ Σαλτέλη συντεθείσα μεν παρά Γ. Κωζάκη Τ πάλδου Ιατρού εκ της Σχολής των Παρισίων, [...]. Τυπωθείσα δε παρά Κωνσταντίνου Τόμπρα Κυδωνιέως. Εξεδόθη εν Παρισίοις εν έτει 1818 [...] Εν τη Ελληνική Τυπογραφία του Κυρίου Αμβροσίου Φιρμίνου Διδότου.
Μονταίνιου, του προσφέρει το γιατρικό των πατρικών συμβουλών του αλληλογραφώντας μαζί του για σημαντικά κοινωνικά ζητήματα της εποχής. Γρήγορα όμως το περιβάλλον του αναρωτιέται πως με τόσο «θερμήν κεφαλήν, θέλει αποφασίσειν να γενή συμβολαιογράφος χωρίου». Και ο μέλλων πεθερός του διαπιστώνει με στενοχώρια, πως η ανατροφή που του δόθηκε δεν συμφωνεί με την κοινωνική του θέση. Η κατάσταση θα επιδεινωθεί, όταν θα γοητευθεί από τις αγορεύσεις ενός νέου φιλόδοξου και κυνικού δικηγόρου από το Παρίσι, του Πλίνσιου, του οποίου οι τολμηροί συλλογισμοί για την κοινωνία τον ελκύουν. Θεωρεί ότι ο κόσμος είναι «πεδίον μάχης, όπου όλα τα πάθη διασταυρούνται, [...] όπουοαδύνατος θυσιάζεται από τον ισχυρόν [...] επιζητούνται δε μόνοι οι εν ίσχύι». Η γνωριμία τους θα αποδειχθεί μοιραία, καθώς τον ενθαρρύνει να ξεπεράσει τα εμπόδια «περί εαυτόν και εν εαυτώ εις τας μυστικάς του επιθυμίας». Υποκινώντας τις ποιητικές του φιλοδοξίες, που έρχονται σε σύγκρουση με το αυστηρό οικογενειακό του περιβάλλον, τον ωθεί να εγκατασταθεί στο Παρίσι ικανοποιώντας τις ανησυχίες του για λαμπρότερη σταδιοδρομία. Το κόστος θα πληρώσουν οι γονείς του υποθηκεύοντας τα κτήματά τους. Οι προκλήσεις της μεγαλούπολης, ο έρωτας, οι λογοτεχνικές του φιλοδοξίες μαζί με την έλλειψη χρημάτων και την μίζερη φοιτητική ζωή τον φέρνουν αντιμέτωπο με τις αρχές του και τον οδηγούν σε αδιέξοδα, που τον βασανίζουν. Ο φίλος του Πλίνσιος αποκαλύπτοντας τις παρισινές περιπέτειες του άπειρου Ερνέστη στο συντηρητικό οικογενειακό του περιβάλλον καταφέρνει να προωθήσει τις πολύ προσγειωμένες φιλοδοξίες του. Τον υποκαθιστά στο συμβολαιογραφείο του μέλλοντος πεθερού του και παντρεύεται την αγαπημένη του. Ο Ερνέστης καταρρέει, όταν διαπιστώνει το μέγεθος της καταστροφής στην οποία οδηγήθηκε. Προσπαθεί να περιορίσει τις φιλοδοξίες του, να αφοσιωθεί στις σπουδές του, να ζήσει για τους γονείς του. Τα ποιητικά του έργα δεν έχουν εμπορική επιτυχία και η τραγωδία του επιστρέφεται από το Θέατρο του Ωδείου. Αρνείται να συμβιβαστεί με την κερδοσκοπία και την μόδα. Όταν ο πατέρας του θα εξαναγκασθεί να πουλήσει τα κτήματά του για να ξεπληρώσει τους δανειστές του, ο Ερνέστης θα καταφύγει στην εργασία για να επιβιώσει. Τον συστήνουν σε υψηλά πρόσωπα της παρισινής κοινωνίας από τα οποία θα εισπράξει ανάλογες διαψεύσεις, καθώς αρνείται να προδώσει τις αρχές του και να υπηρετήσει τους σκοπούς τους. Η αναζήτηση μιας θέσης στην πόλη που ονειρεύτηκε τον φέρνει σε επαφή με έναν κόσμο που αγνοούσε και στον οποίον κυριαρχεί το συμφέρον, ο καιροσκοπισμός και το χρήμα. Οι στερήσεις, οι διαψεύσεις και οι τύψεις για τον θάνατο των αγαπημένων του θα τον οδηγήσουν προοδευτικά στην αρρώστια, στο πτωχοκομείο και στον θάνατο, ενώ ο ψευτοευλαβής και καιροσκόπος Πλίνσιος θα θριαμβεύει στην παρισινή κοινωνία. Και ο Σαλτέλης, όπως ο Ερνέστης, ασφυκτιά στον στενό ορίζοντα της ερει-
ερειπωμένης πατρίδος, ασφυκτιά σ' αυτούς τους ορίζοντες στους οποίους βασιλεύε η θεοκρατία και υποφέρει από τους περισπασμούς των εμπορικών του ενασχολήσεων. Αφού τυπώσει τον Ερνέστη βιάζεται να κλείσει τα εμπορικά του τεφτέρια και να αποσυρθεί από το εμπόριο 14 . Ο φωτισμός του έθνους με την συμβολή της τυπογραφίας και της δημοσιογραφίας είναι η νέα σταδιοδρομία, που ανοίγεται μπροστά του. Στην Σμύρνη συνεργάζεται με τις εφημερίδες «Αμάλθεια» και «Ο Αστήρ της Ανατολής», καθώς και με το περιοδικό «Αποθήκη των ωφελίμων γνώσεων». Η μελέτη του για τον Σωκράτη το 1842 «προς χάριν των Κυδωνιακών μειρακίων» σε ζωντανή καθομιλουμένη γλώσσα προδίδει τις εκλαϊκευτικές του προθέσεις και τα μελλοντικά του σχέδια: «Θέλω ίσως εκδώσειν σειράν μελετών τοιούτων, αν η παρούσα φανή χρήσιμος» 15 . Στην Αθήνα θα τυπώσει το έμμετρο μυθιστόρημά του, «Ο Κυδωνιάτης» το 1842, με εκτεταμένη εισαγωγή στα ιστορικά των Κυδωνιών, της πατρίδας του 16 . Όπως τον Ερνέστη, οι μεγάλες πόλεις με τον ευρύ τους ορίζοντα τον ελκύουν. Το 1843 φεύγει στο Παρίσι να σπουδάσει Ιατρική. Ο φίλος του Σμυρναίος Ιωάννης I. Σκυλίτσης, γεννημένος το 1819, θα διαγράψει ανάλογη πορεία. Θα εγκαταλείψει στα 15 του χρόνια την Ευαγγελική Σχολή όπου φοιτούσε, όταν διώκεται ο σχολάρχης της Αβράμιος Ομηρόλης ως «λουθηροκαλβινίζων» 17. Το τυπογραφείο όμως, το οποίο σύστησε ο «λουθηροκαλβινίζων» σχολάρχης στη σχολή, και η νεανική εφημερίδα, που τύπωνε από κοινού με τους Αμερικανούς μισσιοναρίους, θα δώσουν την ευκαιρία στο νεαρό Σκυλίτση να πάρει μια πρώτη γεύση της τυπογραφίας. Οι γονείς του τον βάζουν σε εμπορικό κατάστημα ως γραμματικό, αλλά αυτός γράφει στίχους, δημοσιεύει σε εφημερίδες και περιοδικά, μεταφράζει και προετοιμάζει τη φυγή του στη Μασσαλία το 1842. Στο Παρίσι το 1843 με συντροφιά τον φίλο του Ν. Σαλτέλη και τον Πέτρο Ζάνο παρακολουθεί μαθήματα Φυσιολογίας του Flourens και συζητήσεις των γαλλικών βουλευτηρίων, και αναπνέει τον αέρα της παρισινής μεγαλούπολης με τους νεοτερισμούς της 1 8 . Θα επιστρέψει στην Σμύρνη τέλη του 1844 με μεγάλα σχέδια και ένα τυ-
14. Απόσυρση από το εμπορικό στάδιο. Ιστορικό Αρχείο ΥΠΕΞ, Απαιτήσεις Ελλήνων υπηκόων, φάκελλος 65:1, 1841. 15. Σωκράτης. Μελέτη υπό Ν. I. Σαλτέλη. Εκδίδεται δια δαπάνης Δ. Χ. Αθανασίου Εν Σμύρνη, εκ της τυπογραφίας Γ. Γριφφίτου, 1842. 16. Ο Κυδωνιάτης. Ποίημα εις άσματα τέσσαρα υπό Ν. I. Σαλτέλη [...]. Εκδίδετα δια δαπάνης Π. Ιωαννίδου. Εν Αθήναις, 1842. 17. Για τον Αβράμιο Ομηρόλη βλ. Ο Άνθρωπος της Σμύρνης. Έλεγχος υπό I. Ισιδωρίδου Σκυλίσση. Εν Σμύρνη, Τυπογραφείον των Παρισιανών Αποκρύφων, 1845, σ. 4-8 αλλά και εφημ. Αθηνά, 1839, αρ. 600 και 601. 18. Για τον Ιωάννη Ισιδωρίδη Σκυλίτση βλ. Στέφανος Παπαμιχάλης, «Ι. Ισιδωρίδης Σκυλίσσης», περ. Βίων Α' (Σμύρνη 1878-79) 385-394.
τυπογραφείο, όπου θα επιχειρήσει να εφαρμόσει δημοσιογραφικές καινοτομίες που τον εντυπωσίασαν στο Παρίσι. Μεταφράζει και τυπώνει σε φυλλάδια από το 1845 εως το 1846 το νεώτατο μυθιστόρημα του Ευγενίου Σύη, «Παρισίων Απόκρυφα», που δημοσιευόταν στην επιφυλλίδα της εφημερίδας «Journal des Débats» το 1843 με τεράστια επιτυχία. Επρόκειτο για ένα κοινωνικό romanfeuilleton με προθέσεις διαφωτιστικές και εκλαϊκευτικές. Οι σοσιαλιστικές εφημερίδες της εποχής έβλεπαν στον Ευγένιο Σύη τον άνθρωπο που αποκάλυπτε την εξαθλίωση του λαού. Η μεγάλη του απήχηση στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό της εποχής είναι μαρτυρημένη. Οι συνδρομητές των φυλλαδίων του έφτασαν τους 800, όπως αναφέρει ο ίδιος ο Σκυλίτσης. Δύο τόμοι 650 σελίδων ο καθένας αποτέλεσαν το έργο, όγκος επιβλητικός για το εκλαϊκευτικό του περιεχόμενο. Στην αλληλογραφία του με τον Θεόφιλο Καΐρη ο Σκυλίτσης αναφερόταν σε αυτό: «Καταγίνομαι περί την έκδοσιν των Παρισιανών Αποκρύφων, ευαγγελίου φιλανθρωπίας, θεοσεβείας [...]» 19 . Στον πρόλογό του ήταν ευτυχής, γιατί παρουσίαζε στους ομογενείς ένα έργο το οποίο κατέτασσε στα «συγγράμματα ανωτέρου χαρακτήρος, αρμόδια να εμπνέωσιν εις τας ψυχάς όλου του έθνους γενναία φρονήματα — να μεταδίδωσιν ιδέας, αίτινες και το πνεύμα να φωτίζωσι, και την καρδίαν να καθαρίζωσι» 20 . Η εφημερίδα «Αναμόρφωσις» του Περικλή Αργυρόπουλου το χαρακτήριζε «τολμηρόν» 21. Το θέμα του μυθιστορήματος αφορούσε το σύγχρονο Παρίσι του 1838, και έφερνε στο προσκήνιο κάτι ασυνήθιστο έως τότε για την λογοτεχνία της εποχής, τον υπόκοσμο και τις εργατικές τάξεις του Παρισιού. Μία κατάδυση στον άδη των κακόφημων και λαϊκών συνοικιών του Παρισιού, και συγχρόνως μια περιπλάνηση στον άθλιο κόσμο του κοινωνικού περιθωρίου της πόλης, που τροφοδοτείται από αυτόν των εξαθλιωμένων εργατών. Το μυθιστόρημα επιχειρούσε μια εξερεύνηση και στις άλλες κοινωνικές τάξεις της εποχής με πρόθεση να εκθέσει τα σημαντικότερα κοινωνικά προβλήματα προτείνοντας λύσεις, που να αμβλύνουν τις κοινωνικές αδικίες. Το «Παρισίων Απόκρυφα» προσπαθούσε να αναδείξει τις κοινωνικές διαστάσεις της εγκληματικότητας και της φτώχειας ευαισθητοποιώντας το αναγνωστικό κοινό για τους μελλοντικούς κινδύνους που εγκυμονούσαν.
19. Β. Τατάκης, «Γράμματα Μικρασιατών προς Θ. Καΐρη», Μικρασιατικά Χρονικά (1955) 105. 20. Πρόλογος του μεταφραστού, σ. στ'. Βλ. Παρισίων Απόκρυφα. Μυθιστορία Ευγενείου Σύη, μεταφρασθείσα εκ του γαλλικού υπό I. Ισιδωρίδου Σκυλίσση. Τόμος πρώτος. Σμύρνη, εκ του τυπογραφείου των Παρισιανών Απόκρυφων [...], 1845. Ευχαριστώ τον Τριαντάφυλλο Σκλαβενίτη για την ευγενική του μέριμνα να φωτογραφίσει τον πρόλογο από το αντίτυπο της βιβλιοθήκης της Μονής Ξηροποτάμου στο Άγιο Όρος. 21. Εφημ. Αναμόρφωσις, 1 Αυγούστου 1844.
Το τολμηρό όμως για την εποχή και την κοινωνία του αυτό μυθιστόρημα, που μεταφράστηκε και συζητήθηκε πολύ στην εποχή του απασχολώντας πολιτικούς και κοινωνικούς μεταρρυθμιστές συμπεριλαμβανομένου και του Μαρξ, για να καταλήξουν, ότι τίποτε το ιδιαιτέρως ριζοσπαστικό δεν υποστήριζε, αλλά πρέσβευε αντίθετα μια συντηρητική ιδεολογία και ηθική, φαίνεται ότι είχε στην ελληνική κοινωνία της εποχής τέτοια απήχηση, που απελευθέρωσε πλήθος ανάλογων αποκαλύψεων. Οι σκανδαλώδεις ήρωές του δάνειζαν τα ονόματά τους σε πολιτικούς αρχηγούς και πράκτορές τους, πολιτικά κόμματα βαφτίζονταν με τα ονόματα των κακόφημων καπηλειών της Cité και ένας σημαντικός αριθμός φυλλαδίων, επιφυλλίδων και μυθιστορημάτων επιχειρούσε να φέρει στο φως ποικίλα απόκρυφα της ελληνικής κοινωνίας. Ο ενθουσιασμός του αναγνωστικού κοινού φαίνεται να συγκίνησε και να συνεπήρε τον 26χρονο, τότε, μεταφραστή του, οδηγώντας τον να αποκαλύψει και άλλα απόκρυφα, που αυτή την φορά αφορούσαν την Σμύρνη και σοβούσαν χρόνια στην κοινωνία της. Τον Οκτώβριο του 1845 αποφασίζει να σπάσει την σιωπή του και με το φυλλάδιό του «Ο Άνθρωπος της Σμύρνης», που τύπωσε στο τυπογραφείο του των «Παρισιανών Αποκρύφων» τολμούσε να κατονομάσει ανοιχτά τον διώκτη των Φώτων στη Σμύρνη Βενέδικτο Κωνσταντινίδη, τον άνθρωπο που είχε χρηματίσει «σύμβουλος, διδάσκαλος, επίτροπος, συνεργός ιεροκήρυξ, βιβλιοκρίτης, ρήτωρ, παντέφορος πολλάκις αυτόκλητος, εξεταστής καιεπικυρωτήςτωνδιδασκάλων του εσωτερικού της Ανατολής, πανάνθρωπος, πάνδημος και παντεπόπτης», τον άνθρωπο που είχε κατηγορήσει για λουθηροκαλβινισμό η ευρωπαϊσμό φωτισμένους σχολάρχες της Σμύρνης και είχε καταδιώξει κάθε διαφωτιστική πρωτοβουλία της κοινότητας στερώντας μία μεγαλούπολη όπως αυτή από το αγαθό της ανώτερης, σύγχρονης, δημόσιας παιδείας. Ο σάλος ήταν μεγάλος και προκάλεσε την επέμβαση του Πατριαρχείου υπέρ του ιεροκήρυκά του. Στις εκκλησίες της Σμύρνης διαβάστηκε πατριαρχικό γράμμα «παραγγέλλον εις τους Σμυρναίους να τιμώσι και να σέβωνται τον Βενέδικτον Κωνσταντινίδην και να μισούν και να αποστρέφωνται τον Ιωάννη Ισ. Σκυλίσση» 22 . Στο «Ημερολόγιον», φυλλάδιο που ο Ιωάννης Σκυλίτσης τύπωσε αμέσως μετά για ν' απαντήσει στους συμπολίτες του, τον Βενέδικτο Κωνσταντινίδη και την Μεγάλη Εκκλησία, ομολογούσε: «Η αλήθεια είναι, ότι αν είχα άλλο κανέν μέσον να βάλω εις ενέργειαν προς σωτηρίαν της Παιδείας των συμπολιτών μου, δεν ήθελα εκδόσει τον Άνθρωπον της Σμύρνης. Αλλ' ο δυστυχής, δεν έχω, ειμή μόνον ένα κάλαμον, ένα ξηρόν κάλαμον. Είναι η μόνη μου δύναμις»" και απευθυνόμενος προς την Μεγάλη Εκκλησία της ζητούσε: «Μη μου άπτου λοιπόν, ω μήτερ μου ! άφες μοι την λαμπηδόνα του ηλίου της αληθείας να χαρώ! Ά φ ε ς με, μήτερ μου, άφες μ' ελεύθερον!»
22. Εφημ. Αθηνά, 15 Νοεμβρίου 1845 και εφημ. Αμάλθεια, 2 Νοεμβρίου 1845.
ΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΣΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑΡΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΤΟΥ Α. Π. ΚΟΥΡΤΙΔΗ
PANIA ΠΟΛΥΚΑΝΔΡΙΩΤΗ
Ο Αριστοτέλης Κουρτίδης υπήρξε μια χαρακτηριστική μορφή της ελληνικής παιδικής λογοτεχνίας και της εκπαίδευσης στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα. Η παρουσία του είναι χαρακτηριστική γιατί με το λογοτεχνικό του έργο πιστοποιεί τη στροφή σε θέματα της οικογενειακής ζωής και το νέο ενδιαφέρον για το παιδί και την παιδική αγωγή που εκφράζει η γενιά του 1880 1 , ενώ παράλληλα η επιστημονική του κατάρτιση σε θέματα εκπαίδευσης και ψυχολογίας του παιδιού τον εντάσσει στην γενιά των συγχρόνων του γερμανοτραφών παιδαγωγών που επέδρασαν καθοριστικά στην εικόνα της εκπαίδευσης αλλά και στην διαμόρφωση των επίσημων εκπαιδευτικών προγραμμάτων στην Ελλάδα. Το Πανεπιστήμιο της Ιένας στην Γερμανία, όπου ο Κουρτίδης υποστήριξε το 1892 την διδακτορική του διατριβή, ήταν το κέντρο των ερβαρτιανών σπουδών, και φυτώριο νέων επιστημόνων οι οποίοι θέλησαν να εφαρμόσουν τις αρχές τους στην ελληνική πραγματικότητα. Με την εγκατάλειψη της αλληλοδιδακτικής μεθόδου το 1880, επικράτησε στην Ελλάδα η ερβαρτιανή παιδαγωγική μέθοδος, της οποίας κυριότεροι εκπρόσωποι ήταν ο Χαρίσιος Παπαμάρκου, ο Π. Π. Οικονόμου και ο Σπ. Μωραΐτης 2 . Ας υπενθυμίσουμε ότι και ο Δημήτρης Γληνός παρακολούθησε στην Ιένα, όπως και ο Κουρτίδης πριν από αυτόν3, τα μαθήματα φιλοσοφίας του νομπελίστα Ροδόλφου Ουκεν 4 . Λογοτέχνη-παιδαγωγό είχε χαρακτηρίσει εύστοχα ο Γρηγόριος Ξενόπουλος 5 , τον Κουρτίδη και πράγματι ως επιστήμονας παιδαγωγός αλλά και ως λο1. Παναγιώτης Μουλλάς, «Γύρω στα 1880: οι όροι της αλλαγής», Ρήξεις και συνέχειες. Μελέτες για τον 19ο αιώνα, Αθήνα, Σοκόλης, 1993, σ. 88-89. 2. Θεοφάνης Χατζηστεφανίδης, Ιστορία της Νεοελληνικής Εκπαίδευσης (1821-1986), Αθήνα, Παπαδήμας, 1986, σ. 73. 3. Δημ. Γρ. Καμπούρογλους, «Μνημόσυνα», Θρακικά 2 (1929) 243. 4. Φίλιππος Ηλιού, «Σημειώσεις», στο Δημήτρης Γληνός, Άπαντα, τ. 1 (1898-1910), Αθήνα, Θεμέλιο, 1983, σ. 550-551. Ευαγγελία Κοκκίνη, Δημήτρης Γληνός 1882-1943, Αθήνα 1989, σ. 13. 5. «Ο λογοτέχνης παιδαγωγός», Νέα Εστία 4, τχ. 33 (1.9.1928) 772-775.
λογοτέχνης υπηρέτησε το παιδί σε όλη του τη ζωή προσφέροντάς του αναγνώσματα σχολικά και εξωσχολικά. Αρχικά δημοσίευε στη «Διάπλαση των Παίδων», της οποίας υπήρξε ο πρώτος αρχισυντάκτης από το 1881 μέχρι το 1894, οπότε και τον διαδέχθηκε ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, και παράλληλα εξέδιδε αυτοτελώς διηγήματα και διάλογους για παιδιά στο «Παράρτημα» και στη «Βιβλιοθήκη» της «Διαπλάσεως των Παίδων». Επίσης μετέφραζε, από τα γαλλικά και τα γερμανικά, διηγήματα και μυθιστορήματα για παιδιά συμβάλλοντας έτσι στην διάδοση της ευρωπαϊκής παιδικής λογοτεχνίας στην Ελλάδα. Αργότερα, από το 1885, ο Κουρτίδης μείωσε αισθητά την λογοτεχνική του δραστηριότητα για να αφοσιωθεί στη συγγραφή αναγνωσματαρίων και εγχειριδίων Ιστορίας που διδάσκονταν στις τάξεις του Δημοτικού 6. Σε μια προσπάθεια να προσδιορίσουμε το στίγμα του Κουρτίδη μέσα από το σύνολο του έργου του θα μπορούσαμε να πούμε ότι ήταν ένας εκσυγχρονιστής χαμηλών τόνων. Ο Κουρτίδης παρακολουθούσε τις νέες τάσεις της εποχής του, αλλά δύσκολα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ριζοσπαστικός. Για παράδειγμα θα αναφέρω ότι συνυπογράφει το ιδρυτικό καταστατικό του Εκπαιδευτικού Ομίλου 7, αλλά φαίνεται ότι σύντομα η συμμετοχή του στην προσπάθεια ατόνησε8. Η τ α ν υπέρμαχος της δημοτικής 9 αποφεύγοντας ωστόσο λεκτικές ακρότητες. Ειδικότερα στα παιδικά διηγήματα και τους διαλόγους ο Κουρτίδης δεν χρησιμοποιούσε τα «βαθειά ελληνικά» 10 αλλά στόχευε σε μία γλώσσα απόλυτα κατανοητή από τα παιδιά 11 . Η ανανέωση της κοινωνίας για τον Κουρτίδη
6. Για τα βιογραφικά του Κουρτίδη βλ. το σχετικό λήμμα του Γρηγόριου Ξενόπουλου στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια «Πυρσού», τ. ΙΕ', και του Κώστα Στεργιόπουλου στην Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος -Larousse-Britannica, τ. 35. Βλ. επίσης, Ράνια Πολυκανδριώτη, «Αριστοτέλης Κουρτίδης», στο Η παλαιότερη πεζογραφία μας, τ. Ζ' (18801900), Αθήνα, Σοκόλης, 1997, σ. 254-270. 7. «Καταστατικό [του Εκπαιδευτικού Ομίλου]», Δελτίο του Εκπαιδευτικού Ομίλου 1 (Ιαν. 1911), και στο Δημήτρης Γληνός, Άπαντα, επιμ. Φίλιππος Ηλιού, ό.π., τ. Β', σ.
81-82.
8. Αξίζει να σημειωθεί ότι λίγα χρόνια αργότερα η Πηνελόπη Δέλτα ασκεί έντονη κριτική στα αναγνωσματάρια του Κουρτίδη μέσα από τις σελίδες του Δελτίου του Εκπαιδευτικού Ομίλου. Βλ. σχετικά Δήμητρα Μακρυνιώτη, Η παιδική ηλικία στα αναγνωστικά βιβλία 1834-1919, Αθήνα, Δωδώνη, 1986, σ. 92. 9. «Η δημώδης πως δεν μ' αρέσει. Αν θέλετε μάλιστα εγώ και ο Φέρμπος εξ άλλου είμαι όπως επιχειρήσαμεν να εισαγάγωμεν κατά πρώτην φοράν την δημώδη εις το πεζόν, διά μεταφράσεων εις τους διαλόγους. Εγώ μάλιστα μετέφρασα άλλωστε εις την δημώδη ολόκληρα έργα, την Πλημμύραν, τον Ζωντανοαπεθαμένον του Ζολά και μου είπαν ότι είχα πολύ επιτύχει», από συνέντευξη στον Μποέμ [Δημ. Χατζόπουλος], εφημ. Το Άστυ, 31 Μαρτίου -1 Απριλίου 1893. 10. Βλ. τον «Πρόλογο» στο Παιδικοί διάλογοι, Αθήνα, Ν. Π. Παπαδόπουλος Υδραίος, 1883, σ. 9. 11. « Ω ! μη φοβείσαι. Αυτά τα παιδιά, τα ιδικά μας, μιλούν σχεδόν σαν εσέ και σαν
τίδη στηρίζεται κυρίως στην παιδεία, στην ψυχική και πνευματική εξύψωση του ατόμου και όχι σε ρηξικέλευθες λύσεις. «Ενεωτέριζεν εν μέτρω», γράφει ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, «γνωρίζων ανέκαθεν να χαλιναγωγή τας επαναστατικάς του Ορμάς»12. Για τους λόγους αυτούς ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ιστορική θεματολογία στο έργο του και ο τρόπος με τον οποίο η θεματική αυτή εξυπηρετεί την ανάπτυξη του παιδαγωγικού μηνύματος. Πηγές μας αποτελούν τα παιδικά διηγήματα και οι διάλογοι καθώς και τα διδακτικά βιβλία που συνέταξε, είτε μόνος του είτε σε συνεργασία με άλλους. Αρχικά πρέπει να παρατηρήσουμε ότι έχουμε να κάνουμε με δύο διαφορετικά αντικείμενα. Τα σχολικά αναγνωσματάρια και εγχειρίδια Ιστορίας, εγκρίνονται για διδασκαλία σε επίσημο διαγωνισμό και συντάσσονται σύμφωνα με τις ευγκύκλιες οδηγίες του Υπουργείου Παιδείας. Εφόσον εκφράζουν την επίσημη ιδεολογία του ελληνικού κράτους, δεν αφήνουν μεγάλα περιθώρια στην επιλογή και χρήση των θεμάτων. Αντίθετα, στα παιδικά διηγήματα και τους διαλόγους, που δημοσίευσε με το ψευδώνυμο Αιμίλιος (ή Αιμύλιος) Ειμαρμένος στη «Διάπλαση των Παίδων» αλλά και σε αυτοτελείς εκδόσεις 13, ο Αριστοτέλης Κουρτίδης ήταν ασφαλώς πολύ πιο ελεύθερος στην οριοθέτηση της θεματικής κατεύθυνσης καθώς και στην επιλογή του παιδαγωγικού μηνύματος, εφαρμόζοντας τις προσωπικές του απόψεις για την παιδική αγωγή. Διδακτικά βιβλία δημοσιεύει ο Κουρτίδης χωρίς διακοπή από το 1885. Αρχικά συνέταξε μία παιδική ανθολογία για τα δημοτικά σχολεία 14 και συνέχισε με αναγνωσματάρια και βιβλία ιστορικά. Ας σημειωθεί ότι στην περίοδο 1883-1894, η διδασκαλία της Ιστορίας στο Δημοτικό στηριζόταν στα αναγνωσματάρια με περιεχόμενο σχεδόν αποκλειστικά ιστορικό 15 . Το 1888 ο Κουρτίδης δημοσιεύει την «Ελληνική ιστορία από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι
ημάς· διότι εκείνος που μας έγραψε [...] νομίζει ότι, για να γράψη για παιδιά, πρέπει να μάθη τι είνε τα παιδιά. Και προσπαθεί ολοένα να το μάθη· [...] και προσπαθεί τα παιδιά, διά τα οποία γράφει, να τα κάμνη να ομιλούν σαν αληθινά παιδιά, να αισθάνωνται σαν αληθινά παιδιά, να σκέπτωνται σαν αληθινά παιδιά», Παιδικοί διάλογοι, ό.π., σ. 10. 12. «Κουρτίδης Αριστοτέλης», λήμμα στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια «Πυρσού». 13. Παιδικοί διάλογοι διά παιδία 7 έως 15 ετών. Αθήνα, Ν. Π. Παπαδόπουλος Υδραίος, 1883' Παιδικοί διάλογοι προς χρήσιν των δημοτικών σχολείων, τω ν παρθεναγωγείων και των νηπιαγωγείων, Αθήνα, Ν. Π. Παπαδόπουλος, χ.χ.· Παιδικαί σελίδες, Αθήνα, Ανδρέας Κορομηλάς, 1881" Παιδικά διηγήματα, Αθήνα, Ανδρέας Κορομηλάς, 1883. 14. Παιδική ανθολογία προς χρήσιν των δημοτικών σχολείων, μετά προλόγου περί απαγγελίας ποιημάτων, Αθήνα, Γεώργιος Κασδόνης, 1885. 15. Χριστίνα Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία στα ελληνικά σχολεία (1834-1914), ΙΑΕΝ 18, Αθήνα 1988, σ. 53-54.
της σήμερον» σε συνεργασία με τον Βλάσιο Σκορδέλη 1 6 , τους «Ηρωικούς χρόνους της Αρχαίας Ελλάδος» μόνος τ ο υ 1 7 και τους «Βίους επιφανών ανδρών της αρχαίας Ελλάδος» σε συνεργασία με τον Παναγιώτη Φέρμπο 1 8 . Το 1889 περνάει στην νεότερη ιστορία με το «Σκηνογραφίαι εκ της ελληνικής επαναστάσεως» πάλι σε συνεργασία με τον Βλάσιο Σκορδέλη 1 9 . Από το 1894, εντείνεται η διδασκαλία της Ιστορίας στο δημοτικό και πραγματοποιείται τόσο με τα αναγνωσματάρια που διατηρούν σε μεγάλο βαθμό το ιστορικό περιεχόμενο τους, όσο και με εγχειρίδια Ιστορίας. Ο Κουρτίδης δημοσιεύει το 1894 το «Ελληνικόν Αναγνωσματάριον» για την Δ' τ ά ξ η 2 0 και το 1896 το «Ελληνικόν Αναγνωσματάριον» για την Β' τ ά ξ η 2 1 που αργότερα αποκτά τον τίτλο «Ιστορίες» 2 2 και γνωρίζει πολλές μετατροπές και επανεκδόσεις. Η ενασχόλησή του με τους νεότερους χρόνους της ελληνικής ιστορίας συνεχίζεται με την «Ιστορία της νεωτέρας Ελλάδος» 2 3 που δημοσιεύεται το 1896. Ενόσω τα αναγνωσματάρια και τα βιβλία Ιστορίας επανεκδίδονται ο Κουρτίδης σε συνεργασία με τον Γ. Σ . Κονιδάρη και τον Γ. Α. Καλαρά μεταφράζει και συντάσσει την «Οδύσσεια» 2 4 της οποίας η τρίτη έκδοση έγινε στα 1919 και το « Σ τ α παλιά χρόνια» 2 5 , διασκευή από το «Πρόας ο Νικίου» του A n d r é
16. Βλάσιος Σκορδέλης, Αριστοτέλης Κουρτίδης, Ελληνική ιστορία από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι της σήμερον, προς χρήσιν των Δημοτικών Σχολείων και Παρθεναγω γείων, μετά εικόνων, Αθήνα, Ανέστης Κωνσταντινίδης, 1888. 17. Αριστοτέλης Κουρτίδης, Ηρωικοί χρόνοι της Αρχαίας Ελλάδος, εγκριθέντες εν τω διαγωνισμώ του 1888. Το βιβλίο δεν εντοπίστηκε στις βιβλιοθήκες. Η πληροφορία προέρχεται από το οπισθόφυλλο του Σκηνογραφίαι εκ της ελληνικής επαναστάσεως, που συνέταξε μαζί με τον Βλ. Γ. Σκορδέλη, Αθήνα, Ν. Π. Παπαδόπουλος Υδραίος, 1889. 18. Παναγιώτης I. Φέρμπος, Αριστοτέλης Κουρτίδης, Βίοι επιφανών ανδρών της αρχαίας Ελλάδος μετά εικόνων προς χρήσιν των Ελληνικών σχολείων και των Παρθεναγωγείων κατά το πρόγραμμα του Υπουργείου. Τεύχος πρώτον. Αθήνα, Ανέστης Κωνσταντινίδης, 1888. 19. Βλ. παραπάνω, σημείωση αρ. 17. 20. Ελλ.ηνικόν Αναγνωσματάριον προς χρήσιν της Δ' τάξεως των Δημοτικών Σχολείων, Βραβευθέν εν τω Διαγωνισμώ των Διδακτικών Βιβλίων κατά τον ΒΡΛ' Νόμον, Αθήνα, Εστία, 1894. 21. Ελληνικόν Αναγνωσματάριον προς χρήσιν της Β' τάξεως των Δημοτικών σχολείων. Εγκριθέν δια πενταετίαν εν τω Διαγωνισμώ των Διδακτικών Βιβλίων κατά τον ΒΤΓ Νόμον, Αθήνα, Ανέστης Κωνσταντινίδης, 1896. 22. Ιστορίες. Αναγνωστικό Β' Δημοτικού 1 0 1923, 1 3 1926, 1 4 1927, 1 8 1932, 1η έκδ. διορθωμένη από τον Γρηγόριο Ξενόπουλο, 1934 2η διορθωμένη από τον Γρηγόριο Ξενόπουλο. 23. Βλάσιος Γ. Σκορδέλης, Αριστοτέλης Κουρτίδης, Ιστορία της νεωτέρας Ελλάδος δια την Δ' τάξιν του Τετραταξίου Δημοτικού Σχολείου, Αθήνα, Ανέστης Κωνσταντινίδης, 1896. 24. Αρ. Κουρτίδης, Γ. Σ. Κονιδάρης, Γ. Α. Καλαράς, Οδύσσεια, Αναγνωστικό Γ' Δημοτικού, 31919, 41920, 51924, 71926, 81927. 25. Αρ. Κουρτίδης, Γ. Κονιδάρης, Στα παλιά χρόνια, Αναγνωστικό Δ' Δημοτικού, Αθήνα, Εστία, 31920, 51925, 6 1926, 10 1933, 111934.
Laurie, που είχε ήδη μεταφρασθεί από τον Κωστή Παλαμά και δημοσιευθεί το 1898 από την «Βιβλιοθήκη της Διαπλάσεως των Παίδων» 26 . Η τρίτη έκδοση έγινε το 1920 και η πέμπτη έγινε το 1925. Μαζί με την 8η έκδοση του «Αναγνωστικού Β' Δημοτικού» (1920), τα τρία αυτά βιβλία εγκρίθηκαν από το Υπουργείο μέσα στα πλαίσια της μεταρρύθμισης του 1917 αλλά καταδικάστηκαν από την επιτροπή των κριτών το 1920, με το τέλος της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας 27 . Το 1927, δύο μόλις χρόνια πριν από τον θάνατο του δημοσιεύει για πρώτη φορά τρία βιβλία: τα «Σκόρπια Λουλούδια», αναγνωστικό της Γ' Δημοτικού, σε συνεργασία με τον Γ. Κονιδάρη 28, τον «Πύργο του Βοσπόρου» σε συνεργασία με τον Γρ. Ξενόπουλο 29 και τον Γ. Κονιδάρη καθώς και τα «Βασανισμένα και δοξασμένα χρόνια», αναγνωστικό για την ΣΤ' Δημοτικού, σε συνεργασία με τον Γ. Κονιδάρη 30. Σε γενικές γραμμές η βιβλιογραφική εικόνα της διδακτικής συγγραφικής δραστηριότητας του Κουρτίδη δεν μπορεί παρά να αντανακλά την επίσημη άποψη για τη διδασκαλία της Ιστορίας, έτσι όπως εκφράζεται μέσα από τις εγκυκλίους για τη σύνταξη των αναγνωσματαρίων αλλά και τις εκθέσεις των κριτών. Έμφαση δίνεται στην Μυθολογία, στην αρχαία και νεότερη Ιστορία, ενώ η βυζαντινή περίοδος στα αντίστοιχα αποσπάσματα των αναγνωσματαρίων συνδέεται άμεσα με τον ελληνισμό και τον χριστιανισμό. Στις σχετικές αναφορές αναπτύσσεται κυρίως η προβληματική της ελευθερίας των εθνών, της επικράτησης του χριστιανισμού αλλά και της πολιτιστικής κληρονομιάς, που πάντα αποτελούσε αντικείμενο σεβασμού από τους κατακτητές. Η μέθοδος διδασκαλίας με τη βοήθεια «σκηνογραφιών», σκηνών δηλαδή της ελληνικής Ιστορίας, και βίων επιφανών ανδρών —προτύπων συμπεριφοράς για τους μαθητές— την οποία ακολουθεί συνήθως ο Κουρτίδης, ήταν η πλέον ενδεδειγμένη για τις ταξεις του Δημοτικού έως το 1897 31 .
26. Βίκυ Πάτσιου, Η Διάπλασις των Παίδων (1879-1922). Το πρότυπο και η συγκρότηση του, ΙΑΕΝ 15, Αθήνα 1987, σ. 32, σημ. 3. Βλ. σχετικά και στο Έκθεσις της επιτροπείας της διορισθείσης προς εξέτασιν της γλωσσικής διδασκαλίας των Δημοτικών Σχ λείων, Αθήνα 1921, σ. 82. 27. Έκθεσις της επιτροπείας..., ό.π.,σ. 79-81, 100-101, 102-107. Τα μέλη της Επιτροπείας ήταν οι Σ. Σακελλαρόπουλος, Α. Σκιάς, Ν. Εξαρχόπουλος, Θ. Μιχαλόπουλος, I. Μεγαρεύς, Χρ. Οικονόμου. 28. Α. Κουρτίδης, Γ. Κονιδάρης, Σκόρπια Λουλούδια, Αναγνωστικό της Τρίτης Δημοτικού. 1η έκδ., Αθήνα, Ιωάννης Δ. Κολλάρος & Σ Ι Α , Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», 1927. 29. Γρ. Ξενόπουλος, Αρ. Κουρτίδης, Γ. Κονιδάρης, Ο Πύργος του Βοσπόρου και άλλες ιστορίες. Αναγνωστικό Ε' Δημοτικού, 1η έκδ., Αθήνα, I. Δ. Κολλάρος & ΣΙΑ, 1927. 30. Αρ. Κουρτίδης, Γ. Κονιδάρης, Βασανισμένα και δοξασμένα χρόνια, Αναγνωστικό εγκεκριμένο για την ΣΤ' του Δημοτικού. Έκδ. 1η. Αθήνα, Ιω. Δ. Κολλάρος & Σ Ι Α , Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», 1927. 31. Χριστίνα Κουλούρη, ό.π., σ. 56-58.
Στα τέλη του 19ου αιώνα πιστοποιείται μια στροφή προς την έρευνα των για τη μελέτη και τη διδασκαλία των ιστορικών γεγονότων, στροφή που συνδέεται με γενικότερη αλλαγή στην ιστοριογραφική μέθοδο 32 . Ο Κουρτίδης, ήδη στα 1891, είχε ακολουθήσει αυτή τη μέθοδο για τη σύνταξη των «Ηρωικών χρόνων της Αρχαίας Ελλάδος» για την Β' τάξη των δημοτικών σχολείων. Στον πρόλογο δηλώνει ότι προσπάθησε να παραμείνει πιστός στο πρωτότυπο κείμενο καθώς και να διατηρήσει την καλλιέπεια της μορφής, αλλά και συγχρόνως να διασκευάσει τον μύθο ώστε να γίνει κατανοητός στα μικρά παιδιά. Έχοντας υπόψη του ότι τα αναγνώσματα αυτά «δεν προτίθενται σκοπόν την διδασκαλίαν της Ελληνικής Μυθολογίας, αλλά την διά των μύθων διανοητικήν ανάπτυξινκαιηθικήνδιάπλασιν των παίδων», προσέτρεξε σε μία μέθοδο, κοινό τόπο και σε άλλους συγγραφείς διδακτικών βιβλίων της εποχής του: χρησιμοποίησε «τας κορυφάς των ηρώων, τας μεγάλας σελίδας της αρχαίας Ελληνικής μυθολογίας» με στόχο να αναπτύξει το παιδαγωγικό του μήνυμα. Συγχρόνως ενσωμάτωσε στην αφήγηση του μύθου περιγραφές ελληνικών τόπων και φυσικών φαινομένων, επιχειρώντας έτσι και την αύξηση των εγκυκλοπαιδικών γνώσεων των παιδιών.
πηγών
Η ίδια λογική ισχύει και στα αναγνωσματάρια. Τα ιστορικά θέματα απουσιάζουν από τα αναγνωσματάρια της Β' αλλά είναι σαφώς παρόντα στα αναγνωσματάρια της Δ' Δημοτικού. Σε γενικές γραμμές ωστόσο, τα μαθήματα αγωγής στηρίζονται σε καθημερινές και σύγχρονες σκηνές της οικογένειας στην πόλη και την ύπαιθρο. Η θεματική κατηγορία «Πατρίς», στην έκδοση του 1894, τοποθετείται στο τέλος του εγχειριδίου, αποκομμένη από τα υπόλοιπα κείμενα, στα οποία κατά κανόνα δεν χρησιμοποιούνται ιστορικά θέματα. Ο Χαρίσιος Παπαμάρκου στο βιβλίο του «Τα Αναγνωστικά των Μικρών Ελληνοπαίδων» 33 άσκησε έντονη κριτική στον Κουρτίδη για το συγκεκριμένο αναγνωσματάριο το οποίο προκρίθηκε έναντι του δικού του στον αντίστοιχο διαγωνισμό. Μεταξύ όσων ο Παπαμάρκου καταμαρτυρεί στον Κουρτίδη είναι και η ύπαρξη ιδιαίτερης θεματικής ενότητας με αντικείμενο την Ιστορία, πράγμα το οποίο θεωρεί ως αντιπαιδαγωγική τακτική, αφού με τον τρόπο αυτό τα αναγνωσματάρια καταλήγουν να είναι περιλήψεις των διαφόρων μαθημάτων που διδάσκονται στα σχολεία. Ίσως για τον λόγο αυτό σε επόμενες εκδόσεις του αναγνωσματαρίου (π.χ. έκδ. του 1915) παρά το γεγονός ότι η θεματική ενότητα «Πατρίς» βρίσκεται και πάλι στο τέλος του βιβλίου, ο Κουρτίδης χρησιμοποιεί και θέματα μυθολογικά τα οποία, εν είδει συμβολικών παραβολών, εξυπηρετούν το ηθικό δίδαγμα και άλλων θεματικών ενοτήτων. Οι ενότητες αυτές αντιπροσωπεύουν
32. Χριστίνα Κουλούρη, ό.π., σ. 40. 33. Τα Αναγνωστικά Βιβλία των Μικρών Ελληνοπαίδων, Αθήνα, Αδελφοί Περρή,
αντιθετικές αξίες, προτερήματα και ελαττώματα του ανθρώπου, όπως για παράδειγμα «ευγνωμοσύνη-αχαριστία», «φιλοξενία-αφιλοξενία» κλπ. Γενικά από την ανάγνωση των κειμένων προκύπτει ότι η γνώση της Ιστορίας οφείλει να οδηγεί στην καλλιέργεια της αγάπης για την πατρίδα και την ελευθερία χωρίς όμως να συνυφαίνεται με πατριωτικές εξάρσεις, ούτε με την έντονη προβολή της Μεγάλης ιδέας. Η αντίθεση βαρβάρου και Έλληνα, συνήθης σε πολλά αναγνωσματάρια, στον Κουρτίδη είναι σαφώς υποτονισμένη. Μεγαλύτερη έμφαση δίνεται στην αξία της ελευθερίας ως υπέρτατου αγαθού και στη διατήρηση των πολιτισμικών αξιών παρά στην προβολή της γενναιότητας και της ανδρείας ως αρετών του Έλληνα, αρχαίου και νεότερου. Ό σ α όμως στοιχεία νεοτερισμού του Κουρτίδη διαφαίνονται αχνά, για ευνόητους λόγους, μέσα από τα επισήμως εγκεκριμένα διδακτικά του βιβλία, παρουσιάζονται εντονότερα και σαφέστερα στα παιδικά του διηγήματα. Στην ουσία πρόκειται για τον απόηχο της γερμανικής Kulturgeschichte, της Ιστορίας του Πολιτισμού, η οποία δίνει έμφαση στην πολιτισμική διάσταση της ιστορικής εξέλιξης. Η χρήση των ιστορικών θεμάτων από τον Κουρτίδη στα παιδικά διηγήματα και τους διάλογους ακολουθεί ακριβώς τον άξονα αυτό και θα μπορούσε κάλλιστα να περιγραφεί και να προσδιορισθεί από όσα είχε σημειώσει, το 1866, ο Γ. Α. Βακαλόπουλος στον πρόλογο της ελληνικής έκδοσης της «Γενικής Ιστορίας» του W. Pütz: «Το μάθημα της Ιστορίας [...] διδάσκει συγχρόνως ημάς ότι η σημασία εκάστου λαού δεν εξαρτάται μόνον εκ των πολεμικών πράξεων, αλλά και εκ της προς τον πολιτισμόν αναπτύξεως αυτού» 34 . Το διήγημα «Ο ανδριάς του ήρωος» είναι το μοναδικό με ιστορικό περιεχόμενο και καταλαμβάνει την τελευταία θέση στη συλλογή των «Παιδικών Διηγημάτων» 35 του Κουρτίδη. Η θέση του αυτή παραπέμπει ίσως και σε εκείνη που καταλαμβάνουν τα ιστορικά θέματα στα αναγνωσματάρια, δηλαδή στο τέλος του βιβλίου. Στον «Ανδριάντα του ήρωος» το άψυχο πεντελικό μάρμαρο παίρνει ζωή από τη σμίλη του γλυπτή και το δημιούργημα αποκτά φωνή, αισθήματα και τα ιδεώδη της μορφής που ο γλύπτης του αποδίδει: «Κ' εγέμισε το στήθος μου από αισθήματα. Και ήρχισα ν' αγαπώ την Ε λ λάδα πολύ, πολύ, και την ήθελα μεγάλην, και διά την ελευθερία της ήθελα ν' αποθάνω. Και εφανταζόμην πολέμους και καρυοφύλλια, βουνά και μονοπάτια, μάχας και νίκας, σημαίας εχθρικάς κερδισμένας, και Σουλιώτας και καραούλια» 36.
34. Γ. Α. Βακαλόπουλος, Γενική ιστορία μεταφρασθείσα εκ της δωδέκατης εκδόσεω της επιτομής του καθηγητού Γουλιέλμου Πυτσίου [...] Πρώτον τεύχος, Αθήνα, Ν. Αγγελίδης, 1866, σ. θ'. Αναφέρεται από την Χριστίνα Κουλούρη, ό.π., Ανθολόγιο 49α, σ. 210. 35. Αιμιλίου Ειμαρμένου, Παιδικά διηγήματα, ό.π., σ. 162-168. 36. Ό.π., σ. 164.
Η μορφή αυτή είναι ο ήρωας της Επανάστασης, ο Μάρκος Μπότσαρης, τιμή μεγάλη για το πεντελικό μάρμαρο. Όταν το έργο ολοκληρώθηκε, ο ανδριάντας μεταφέρθηκε σε βιβλιοθήκη σπιτιού. Ο πατέρας και τα δύο αγόρια της οικογένειας θαυμάζουν την εξαιρετική τέχνη του γλύπτη, ενώ συγχρόνως, από τα λόγια τους, το κέντρο βάρους της αφήγησης μετατίθεται από την έξαρση της γενναιότητας και των ηρωικών πράξεων στην προβολή της σημασίας της τέχνης. Το παιδαγωγικό μήνυμα εκφράζεται με τα λόγια του πατέρα:
«Εις τον ανδριάντα αυτόν, [...] συναπαντήθηκαν τα δύο πλέον ελληνικά πράγματα, τα οποία είχαν οι αρχαίοι Έλληνες περισσότερον από κάθε έθνος: η καλλιτεχνία και ο ηρωισμός. Εκείνοι ενικούσαν εις τον Μαραθώνα, άλλ' έκαμναν και τον Παρθενώνα. Ημείς όμως οι νέοι Έλληνες μόνον εις το εν τους εφθάσαμεν: εις τον ηρωισμόν, αλλ' όχι και εις την καλλιτεχνίαν, και διά τούτο δεν είμεθα σωστοί Έλληνες ακόμη» 37 . Γίνεται φανερό ότι η αξία του νεότερου ελληνισμού προσμετράται σε σύγκριση με το αρχαίο παρελθόν του, γεγονός που προϋποθέτει βεβαίως ότι οι νεότεροι Έλληνες είναι άμεσοι απόγονοι των αρχαίων, χωρίς ωστόσο να έχουν διατηρήσει όλες τις αρετές των προγόνων τους. Ανάμεσα στις αρετές που χάθηκαν είναι η ικανότητα για καλλιτεχνική δημιουργία, για καλλιέργεια των πολιτισμικών αξιών γενικότερα, ως αλληλένδετες με το εθνικό φρόνημα και τον ηρωισμό. Στον διάλογο «Η Ελλάς μεγάλη», από τους «Παιδικούς Διάλογους» που δημοσιεύθηκαν το 1883, αποθαρρύνεται η ανάπτυξη πολεμοχαρούς συμπεριφοράς μέσα στο παιχνίδι των παιδιών και προκρίνεται η πνευματική καλλιέργεια: «Ευτυχισμένο είναι το έθνος που έχει στρατιώτας αξίους να γίνουν στρατηγοί, και όχι στρατηγούς που δεν είναι άξιοι ούτε για στρατιώται» 38 . Ωστόσο, το μεγαλείο ενός έθνους δεν στηρίζεται μόνο σε στρατηγούς και πολεμικές επιτυχίες, αλλά και στα πνευματικά επιτεύγματα. Για να γίνει η Ελλάδα μεγάλη, τα παιδιά μοιράζονται αμέσως τους ρόλους: ένας στρατιώτης, ένας δάσκαλος και ένας συγγραφέας. Ο Αγησίλαος είναι ο ήρωας του διηγήματος «Ο μικρός ιππεύς» από τη συλλογή «Παιδικαί Σελίδες» που δημοσιεύθηκαν το 1881 ως Παράρτημα της «Διαπλάσεως των Παίδων». Ο Αγησίλαος έχει την κακή συνήθεια να καβαλάει το κάγκελο της σκάλας προσποιούμενος ότι είναι πάνω σε άλογο ενώ συγχρόνως τραγουδά:
37. Ό.π., σ. 167. 38. Αιμυλίου Ειμαρμένου, Παιδικοί διάλογοι, ό.π., σ. 30.
«Πέτα, φθάσε τα πουλιά, πέτα στο φεγγάρι, τώρα πώχεις, σαν κ' εμέ, τέτοιο καβαλάρη. Μ' ένα πήδημα απ' εκεί έμβα μέσ' στην Πόλι. Πέτανατην πάρωμε να θαυμάσουν όλοι» 39 . Ο Αγησίλαος όμως γκρεμίζεται από τη σκάλα και μαθαίνει να μην αγαπά πια τα ξύλινα άλογα. Η αιτία της πτώσης του Αγησιλάου είναι φυσικά η ανυπακοή, αλλά η, έστω και έμμεση, σύνδεση της Μεγάλης ιδέας με τα ξύλινα άλογα παραπέμπει σαφώς στις νέες κοινωνικές συνθήκες και την νέα ιδεολογία που διαμορφώνονται στα τέλη του 19ου αιώνα. Ο Παναγιώτης Μουλλάς γράφει για τη γενιά του 1880: «Αν η Μεγάλη ιδέα διατηρεί ακόμη τη δυναμική της, αναπτύσσονται όμως παράλληλα, σαν αντίβαρο στις υποσχέσεις του μυθικού αύριο, οι ρεαλιστικές αξιώσεις του σήμερα: η ευζωία, η χαρά, η αυτάρκεια» 40 . Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται ξεκάθαρα και μέσα από εκείνα τα διηγήματα του Αριστοτέλη Κουρτίδη που δεν απευθύνονται αποκλειστικά στα παιδιά αλλά σε ολόκληρη την οικογένεια. Οι υψηλές αξίες και τα ιδανικά, τα εθνικά οράματα και οι ρομαντικές αισθηματικές αναζητήσεις υποχωρούν μπροστά στα υλικά αιτούμενα της σύγχρονης ζωής: ο αρραβώνας χαλάει γιατί ο αδελφός έχασε τις μετοχές του στο χρηματιστήριο 41 , ο γενναίος πυρπολητής αγωνιά για τη σύνταξή του σε ένα καπηλειό της Πλάκας 42 , ο στρατιώτης δεν σκοτώνεται υπέρ πίστεως και πατρίδος, αλλά δολοφονείται από εγκληματικό χέρι 43 και ο εγγονός του αγωνιστή της Επανάστασης συγκινείται περισσότερο από τις προοπτικές της επαγγελματικής του αποκατάστασης παρά από τα εθνικοαπελευθερωτικά οράματα 44 . Η διάσταση ανάμεσα στην παλιά γενιά, πλησιέστερη στον Αγώνα και αναθρεμμένη με το όραμα της Μεγάλης ιδέας, και στην νεότερη γενιά, περισσότερο προσηλωμένη σε καθημερινές αξίες και συμπεριφορές, εμφανίζεται ως φυσική εξέλιξη των πραγμάτων προς μία προσγειωμένη αντίληψη του καθημερινού βίου. Μια τέτοια αντίληψη εξηγεί ίσως και την μικρή παρουσία εθνικών και ιστορικών θεμάτων στα παιδικά διηγήματα του Κουρτίδη, τα οποία συνήθως αρθρώνονται γύρω από οικογενειακές σκηνές στην ύπαιθρο και την πόλη. Η αιτιολόγηση της μικρής αυτής παρουσίας βρίσκεται στον επίλογο των «Παιδικών Διηγημάτων». Σε φανταστικό διάλογο, τα «Παιδικά Διηγήματα» συνομιλούν με την Γραμματική, την Ελληνική Ιστορία και το Λεξικό, προσπαθώντας
39. 40. 41. 42. 43. 44. Αιμυλίου Ειμαρμένου, Παιδικοί Σελίδες, ό.π.,σ. 38. Παναγιώτης Μουλλάς, ό.π., σ. 87. Βλ. το διήγημα «Το τέλος του ονείρου», Εστία 17 (1884) 361-363. Βλ. το διήγημα «Ο πυρπολητής», Εστία 20 (1885) 55-57. Βλ. το διήγημα «Ο ανωφελής θάνατος», Εστία 20 (1885) 795-799. Βλ. το διήγημα «Πάππος και εγγονός», Εστία 20 (1885) 637-640.
το κάθε ένα να αποδείξει τη σημασία και τη σπουδαιότητα του ρόλου του 4 5 . Η Ελληνική Ιστορία θα διηγηθεί στα ελληνόπουλα τα κατορθώματα αλλά και τα σφάλματα των προγόνων τους, με στόχο να αναδείξει την αξία τους και να τα κάνει να αγαπήσουν την πατρίδα τους. Τα «Παιδικά Διηγήματα» προβάλλουν τον ψυχαγωγικό και παιδευτικό τους ρόλο χωρίς σοφίες, «μεγάλας ιδέας, δυσκολονοήτους λέξεις». Τα «Παιδικά Διηγήματα» ονειρεύονται ότι συγκινούν αθώες ψυχές και αγγελικά προσωπάκια, διοχετεύοντας καλά αισθήματα. Και αυτός είναι ο παιδαγωγικός στόχος του Κουρτίδη. Τα παιδικά του διηγήματα περισσότερο εστιάζουν στην ηθική αγωγή και προκρίνουν την πνευματική καλλιέργεια και ηθική συγκρότηση παρά καλλιεργούν ένα στείρο πατριωτισμό και έναν ανώφελο ηρωισμό. Μέσα από τα αναγνωσματάρια και τα διηγήματά του ο Αριστοτέλης Κουρτίδης δίνει το στίγμα του και αποβαίνει χαρακτηριστικός εκφραστής των νέων τάσεων του καιρού του: χωρίς να ενστερνίζεται τον μεγαλοϊδεατισμό της εποχής του, καλλιεργεί την αγάπη της Ελλάδας και αναζητά στην Ιστορία παραδείγματα αγωγής. Μιας αγωγής που δίνει έμφαση τόσο στο εθνικό φρόνημα όσο και στον πολιτισμό. Ο εθνικισμός του παραμένει πολιτισμικός και κυρίως ρεαλιστικός.
45. Αιμιλίου Ειμαρμένου, Παιδικά διηγήματα, ό.π., σ. 181-183.
ΝΕΑΡΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Η ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ ΤΟΥ ΕΓΩΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΚΑΠΟΙΕΣ «ΕΛΛΕΙΨΕΙΣ»
ΑΓΓΕΛΑ ΚΑΣΤΡΙΝΑΚΗ
Πόσους νεαρούς ποιητές, ζωγράφους, γλύπτες η μουσικούς διαθέτει η ελληνική πεζογραφία στην πινακοθήκη των ηρώων της; Πόσους και σε τι είδους ρόλους: κύριους η δευτερεύοντες, θετικούς η αρνητικούς; Σε ποιο βαθμό οι Έλληνες συγγραφείς παρουσιάζουν και αναλύουν την ίδια τους την καλλιτεχνική διάσταση μέσα στο έργο τους και την ίδια τους τη μαθητεία στην τέχνη; Μια πρώτη απάντηση στα ερωτήματα αυτά —με μια έρευνα που πολύ απέχει βέβαια από το να είναι επαρκής— διαμορφώνεται περίπου ως εξής: οι Έ λ ληνες πεζογράφοι κατά κανόνα αποφεύγουν να παρουσιάσουν καλλιτέχνες στο έργο τους· στην περίπτωση που παρουσιάζουν, το πορτρέτο που φιλοτεχνούν γι' αυτούς είναι συνήθως ιδιαίτερα αρνητικό, συνιστώντας ένα κακέκτυπο του πραγματικού δημιουργού" άλλοτε οι καλλιτέχνες παρουσιάζονται με τονισμένη την κοινωνική η ιδεολογική τους διάσταση και υποτονισμένη την καλλιτεχνική, ενώ χαρακτηριστικό είναι και το γεγονός ότι ορισμένες φορές επιλέγεται ως σκηνικό των αφηγήσεων αυτών κάποιος χώρος εκτός Ελλάδος. Επίσης σπανίζει η τουλάχιστον υποεκπροσωπείται στην ελληνική πεζογραφία ένα είδος μυθιστορήματος πολύ διαδεδομένο σε άλλες ευρωπαϊκές παραδόσεις, το μυθιστόρημα της διαμόρφωσης του νεαρού ανθρώπου (ο οποίος είναι συνήθως και καλλιτέχνης), αφηγηματικό είδος που είναι γνωστό με τον γερμανικό όρο Bildungsroman 1 . Ελάχιστοι είναι λοιπόν στην ελληνική πεζογραφία οι νεαροί ήρωες που έχουν ως βασική ιδιότητά τους την καλλιτεχνική δημιουργία, ελάχιστοι οι νέοι που παρουσιάζονται στο μυθιστόρημα σε μια διαδικασία καλλιτεχνικής μαθητείας, μύησης στην τέχνη. Πολύ λίγοι —σε αντίθεση με την αφθονία— και αναι-
1. Μια πρώτη προσπάθεια χαρτογράφησης των διανοουμένων και καλλιτεχνών, ως ηρώων στην ελληνική πεζογραφία, έχω επιχειρήσει στην Αυγή [Ενθέματα], 9.2.1997, σ. 27, και 16.2.1997, σ. 27.
αναιμικοί σε αντίθεση με τη σημασία που έχουν οι ήρωες στα ευρωπαϊκά έργα μ θέμα τη μύηση του νεαρού ανθρώπου στη ζωή και στην τέχνη 2 . Τους λόγους της υποτονικής παρουσίας του λογοτεχνικού αυτού είδους θα δοκιμάσω να θίξω στην ανακοίνωση αυτή, παρουσιάζοντας —αντί για την πολύ δύσκολη «μέτρηση» μιας συγκριτικής απουσίας— δύο πραγματοποιήσεις: δύο προσπάθειες να παραχθεί μυθιστόρημα της διαμόρφωσης στην Ελλάδα. Και οι δύο απόπειρες είναι, όπως θα δούμε, «ατελείς» η δειλές, κι ωστόσο αποτελούν ό,τι πιο συγγενικό διαθέτουμε προς το ευρωπαϊκό —ακριβέστερα, προς το αγγλικό— Bildungsroman: πρόκειται για το «Φλογισμένο ράσο» του Πλάτωνος Ροδοκανάκη, έργο του 1908, και για τον «Λεωνή» του Γιώργου Θεοτοκά, του 1940. Η σχέση των έργων αυτών με την αγγλόφωνη κυρίως παράδοση —την οποία, άλλωστε, παρακολουθούν οι Έλληνες συγγραφείς, ενώ η γερμανική τους είναι μάλλον άγνωστη— θα μας επιτρέψει ίσως να διακρίνουμε ορισμένες ιδιαιτερότητες της ελληνικής λογοτεχνίας και να εννοήσουμε κάποια χαρακτηριστικά φαινόμενα της ελληνικής κουλτούρας 3.
«Το φλογισμένο ράσο» του Πλάτωνος Ροδοκανάκη είναι ένα σύντομο μυθιστόρημα στο κλίμα και στο ύφος του πιο γνήσιου Αισθητισμού, με σχοινοτενείς μελωδικές προτάσεις και αισθησιακές περιγραφές 4. Ένα μικρό αγόρι μεγαλώνει σε αρχοντικό σπίτι, διαβάζοντας και ονειροπολώντας. Μια αρρώστια του προξενεί φόβο θανάτου και η γνωριμία με έναν καθολικό ιερωμένο τον κάνε να αποφασίσει πως πεπρωμένο του είναι η ιεροσύνη. Μπαίνει εσωτερικός στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης κι εκεί, ανάμεσα στα μικρά φιλάρεσκα αγόρια, αρχίζει να νιώθει «διαλεχτός», «σημειωμένος». Ανατρεπτικά βιβλία που διαβάζει κρυφά, σαρκικές ανησυχίες που γεννιούνται μέσα του, μια ομαδική σεξουαλική παράκρουση των μοναχών —συνηθισμένο λογοτεχνικό θέμα του τέλους του 19ου αιώνα— γεννούν στον νεαρό «αμφιβολίες τρομερές»: «το Ιερό του
2. Για την πυκνότητα και τη σημασία του μυθιστορήματος καλλιτεχνών στην ευρωπαϊκή παράδοση, βλ. Maurice Beebe, Ivory Towers and Sacred Founts. The Artist as Hero in Fiction from Goethe to Joyce, New York University Press 1964, σ. ν, 3-4. 3. Μια ενδιαφέρουσα προσέγγιση του ελληνικού σε σχέση με το ευρωπαϊκό Bildungsroman έχει κάνει η Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, «Αυτοβιογραφικός λόγος: ιστορικοί και μυθιστορηματικοί βίοι στο μυθιστόρημα της εφηβείας», περ. Εντευκτήριο 28-29 (Χειμώνας 1994) 74-88. Η ερευνήτρια επιμένει, ωστόσο, πολύ, κατά την άποψή μου, στις δυσμενείς ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες, που δεν επέτρεψαν στους ποικιλοτρόπως κατατρεγμένους νεοέλληνες την πολυτέλεια της «αυτοδιαμόρφωσης». Το περίεργο είναι όμως πως ούτε οι μη κατατρεγμένοι νεοέλληνες συνέγραψαν Bildungsroman, πρόβλημα στο οποίο θα δοκιμάσω εδώ να δώσω κάποιες απαντήσεις. 4. «Το φλογισμένο ράσο» πρωτοδημοσιεύεται στην εφημ. Ακρόπολις το 1908 και σε τόμο το 1911. Βλ. Απ. Σαχίνης, Η πεζογραφία του αισθητισμού, Αθήνα 1981, σ. 405-458, και περιληπτικότερα στην «Εισαγωγή» στο Πλάτων Ροδοκανάκης, Το φλογισμένο ράσο, Αθήνα, Εστία, 1988, έκδοση στην οποία και παραπέμπω.
ναού είναι αδειανό», διαπιστώνει (σ. 79). Μες στη Μεγάλη Βδομάδα, απορρίπτει τη «θρησκεία του φόβου» για να υιοθετήσει την «αρχαία θρησκεία της ομορφιάς», που ταιριάζει στις «καλλιεργημένες ράτσες» (σ. 88-89). Εντέλει κι ύστερα από μια αποκαλυπτική οπτασία μες στο δάσος, όπου μια δρυάδα του μιλά για τον Παρνασσό και για τις δυσκολίες της δημιουργίας, ο νέος αντιλαμβάνεται τον προορισμό του:
« Έ τ σ ι λοιπόν η απομόνωση της καλογερίστικης ζωής ξύπνησε μέσα μου μια δύναμη που ίσαμε την ώρα κείνη φανερά δεν είχε πουθενά εκδηλωθεί. Μπρο στάστοΦοίβο που ανέβαινε πανώριος και εσκέπαζε τον άλλο το Θεό του 'ου' του 'μη' και κάθε απαγόρευσης, έσπασα το ψαλτήρι του κλαυθμού και πήρα τοαρχαίο τηςχελώνας καύκαλο, οπούθε σφυρηλατημένοι βγαίνουν στρογγυλοί οι ήχοι της ζωής ίδια χρυσά στεφάνια και σκορπιούνται στον αέρα για ν' αστράψουν σε περήφανα κεφάλια νικητών» (σ. 109). Γυρνά στο σπίτι του, γυρνά «οπίσω στη ζωή», κουρεύει τα μακριά καλογερίστικα μαλλιά του και αφήνει «να κυλιστεί το ράσο, ανεβαίνοντας ίδιος Απόλλωναςστοδίφρο της διανοητικής ελευθερίας», γίνεται ικανός να κρατήσει στα χέρια «του Πήγασου τα γκέμια» (σ. 115). Ένα αφήγημα αποδέσμευσης από την πνευματική δουλεία του χριστιανισμού —προφανείς οι καταβολές στον νιτσεϊσμό— και μύησης στην Τέχνη είναι «Το φλογισμένο ράσο», έργο πολύ προκλητικό, υποθέτει κανείς, για την εποχή του. Η διαδικασία αυτή της απελευθέρωσης από τη θρησκεία και από την Εκκλησία είναι στην ελληνική λογοτεχνία πολύ σπάνια. Αντίθετα συνιστά πολύ συχνό θέαμα στα αγγλόφωνα μυθιστορήματα διαμόρφωσης. Εκεί ο νεαρός ήρωας περνά ένα στάδιο έντονης θρησκευτικής προσήλωσης, κάποτε γίνεται κιόλας ιερέας, ενώ η διαδικασία απομάκρυνσης είναι ιδιαίτερα οδυνηρή. Στο «Η κοινή ανθρώπινη μοίρα» του Σάμουελ Μπάτλερ, για παράδειγμα, τυπικό Bildungsroman του 1903, ο ήρωας, επηρεασμένος από ένα κήρυγμα, γίνεται παπάς, αλλά τόσο έντονα βιώνει το λάθος της επιλογής του, ώστε μια δυσάρεστη εμπειρία φυλάκισης να αποβαίνει θετική, επειδή τον απελευθερώνει από το ιερατικό σχήμα 5 . Παρόμοιο κλίμα αποπνέει και «Το πορτρέτο του [νεαρού] καλλιτέχνη» του Τζέημς Τζόυς (1916). Ο νεαρός Στήβεν Δαίδαλος, εσωτερικός σε καθολικό σχολείο, έχοντας γνωρίσει την αμαρτία της σάρκας και την ευτυχία του εξαγνισμού, περνά μια περίοδο μεγάλης θρησκευτικής αφοσίωσης. Τελικά δεν προσχωρεί στο τάγμα, παρόλο που του άρεσε να φαντάζεται τον εαυτό του ως ιερέα:
5. Samuel Butler, The Way of All Flesh, ελλ. μτφ. Η κοινή ανθρώπινη μοίρα, εισαγωγή-μτφ. Έφη Καλλιφατίδη, Αθήνα, Gutenberg, 1994.
«κάποιο ένστικτο» τον αποτρέπει, «το κάλεσμα της ζωής στην ψυχή του», που αρνείται τώρα την «άχρωμη φωνή του κόσμου του καθήκοντος και της απελπισίας». Έτσι, η ψυχή του υψώνεται «απ' τον τάφο της εφηβείας, πετώντας τα σάβανα της», και κάτω από τον καταπιεσμένο έφηβο αναδεικνύεται ο μελλοντικός καλλιτέχνης, που αντιλαμβάνεται τώρα τη συμβολική σημασία του ονόματος του: Δαίδαλος 6. Οι ομοιότητες ανάμεσα στον Ροδοκανάκη και στον Τζόυς είναι εντυπωσιακές: το σχολείο, η αφοσίωση, η ενοχή και η απελευθέρωση, που συνιστά αποκάλυψη του καλλιτεχνικού προορισμού- αλλά και η εικόνα της πτώσης του ενδύματος που συμβολίζει την πνευματική δουλεία —του ράσου στον Ροδοκανάκη, του σάβανου στον Τζόυς— και της ανόδου του ήρωα προς τα ύψη, ως Απόλλωνα η αναβάτη του Πήγασου στον Ροδοκανάκη, ως Δαίδαλου στον Τζόυς· όλα αυτά στοιχειοθετούν μια αδιαμφισβήτητη σχέση ανάμεσα στα έργα, που προφανώς αντλούν από μια κοινή δεξαμενή συμβόλων και ιδεών. Η διαφορά τους, ωστόσο, είναι επίσης χαρακτηριστική. Η διαδικασία απελευθέρωσης από τη θρησκεία στο ελληνικό έργο είναι μια χλωμή αντανάκλαση της βασανιστικής εμπειρίας, που βιώνουν οι Άγγλοι-Ιρλανδοί αντίστοιχοι ήρωες. Το βάθος του συναισθήματος, ο ηθικός τρόμος, η βίωση της αμαρτίας, η ανακούφιση της εξιλέωσης είναι άγνωστα στον Έλληνα μικρό μαθητευόμενο ιερέα. Ό π ω ς παρατηρεί και ο Τέλλος Αγρας, η θρησκευτικότητα του νεαρού ήρωα του Ροδοκανάκη είναι πολύ αμφίβολη: «Όσο συγκεχυμένη, όσο ελάχιστα πειστική και περίπου πλαστογραφημένη μάς παρουσιάστηκε η νεανική του 'vocation', παρόμοια ανεύθυνη, αδιάφορη, αμελημένη είναι τώρα κι η ενεργός θρησκευτική του στάση». «Οπωσδήποτε», καταλήγει ο Αγρας, «πολύ ολίγα πράγματα θα είχε κανείς να μάθει μέσα από τούτο το θαυμάσιο βιβλίο, πολύ ολίγα για την αποκάλυψη της Θείας Χάριτος μέσα σ' έν' ανθρώπινο 'σκεύος εκλογής'» 7 . Κι ωστόσο είναι ενδεικτικό ότι το μοναδικό ίσως βιβλίο που διαθέτουμε στην Ελλάδα με θέμα την αφοσίωση-αποσκίρτηση από τη θρησκεία είναι γραμμένο από κάποιον ο οποίος γνωρίστηκε με τον καθολικισμό. Η ορθοδοξία φαίνεται να δημιουργεί —για λόγους που είναι βέβαια αδύνατο να εξετάσουμε εδώ— μια εντελώς διαφορετική σχέση με τη θρησκεία. Η ανυπαρξία του θέματος αυτού στα άλλα ελληνικά μυθιστορήματα και η χλωμή αντανάκλαση στον Ροδοκανάκη μπορούν να μας οδηγήσουν, πιστεύω, σε μία από τις αφετηρίες, στη γένεση του μυθιστορήματος της διαμόρφωσης.
6. Τζέημς Τζόυς, Το πορτρέτο του καλλιτέχνη, μτφ. Μαίρη Σαρασιώτου, Αθήνα, Γαλαξίας, 1965, σ. 173-174. 7. Τέλλος Άγρας, «Πλάτων Ροδοκανάκης, ένας μικρός αποστάτης», Κριτικά, Γ', επιμ. Κ. Στεργιόπουλος, Αθήνα 1984, σ. 258-267 (α' δημ. 1942).
Το αγγλικό Bildungsroman μπορεί να εξηγηθεί ως η προσπάθεια του ατόμου να επιβιώσει των θεσμών, να εξασφαλίσει την ατομικότητά του έναντι πολύ ισχυρών μηχανισμών: της Εκκλησίας κατά πρώτο λόγο, αλλά και της οικογένειας και του σχολείου 8. Μήπως λοιπόν ένας από τους λόγους που δεν έχουμε στην Ελλάδα Bildungsroman είναι ότι οι Έλληνες συγγραφείς δεν έχουν να αντιταχθούν και να απελευθερωθούν από θεσμούς τόσο ισχυρούς; Και το δεύτερο παράδειγμά μας, ο «Λεωνής», συνιστά μια ένδειξη ότι η παραπάνω υπόθεση πιθανότατα ευσταθεί. Η σχέση του «Λεωνή» με το αγγλικό Bildungsroman είναι από τις πιο αναγνωρίσιμες· στο έργο αυτό του Θεοτοκά θα συναντήσουμε τα περισσότερα από τα μοτίβα του μυθιστορηματικού αυτού είδους: γραμμική έκθεση της εξέλιξης ενός αγοριού από τα παιδικά του χρόνια έως την ενηλικίωση του, γνωριμία με τον έρωτα μέσω μίας ιδεατής και μίας σαρκικής αγάπης, ζωή στο σχολείο, διαμόρφωση του καλλιτεχνικού αισθητηρίου, συζητήσεις για την τέχνη, ανοικτό τέλος, αυτοβιογραφικός χαρακτήρας 9. Ο «Λεωνής» διαφοροποιείται ωστόσο σε ορισμένα πολύ βασικά σημεία. Ένα πρώτο είναι η αντιμετώπιση της οικογένειας. Στο αγγλικό μυθιστόρημα χαρακτηριστική είναι η παρουσία ενός πατέρα ο οποίος «δυσπιστεί και ζητά να ματαιώσει τα ισχυρότερα ένστικτα και τις βαθύτερες επιθυμίες» του γιου του 1 0 . Η οικογένεια στον «Λεωνή», αντίθετα, είναι φιλική, με προεξάρχουσα τη συμπαθητική φυσιογνωμία του παππού. Σε κανένα ελληνικό μυθιστόρημα διαμόρφωσης, αν δεν κάνω λάθος, δεν θα συναντήσουμε τις σκηνές οικογενειακής καταπίεσης, τη σφοδρή απόρριψη της οικογένειας, όπως απαντούν, για παράδειγμα, στο «Η κοινή ανθρώπινη μοίρα», όπου η οικογένεια παρουσιάζεται ως ο τόπος στον οποίο «σκοτώνεται ξανά και ξανά» η αγάπη του παιδιού προς τους γονείς του 11 . Ένα δεύτερο σημείο διαφοροποίησης του «Λεωνή» σχετίζεται με το σχολείο. Στα αγγλικά έργα η πρώτη σχολική εμπειρία είναι «αν όχι εντελώς ακα8. Η εξήγηση αυτή, που προκύπτει από τη συγκριτολογική εξέταση των ελληνικών με τα αγγλόφωνα μυθιστορήματα διαμόρφωσης, συμπίπτει με την άποψη που διαμορφώνει και ο μελετητής του γερμανικού Bildungsroman Martin Swales για το αγγλικό μυθιστόρημα σε αντίθεση με το γερμανικό: το αγγλικό μυθιστόρημα, γράφει, «operates with a precisely articulated and documented sense of the specific pressures —societal, institutional, psychological— wich militate against the hero's quest for self-fulfilment»: The German Bildungsroman from Wieland to Hesse, Princeton University Press 1978, σ. 35.
9. J . H . B u c k l e y , S e a s o n of Youth. The Bildungsroman from Dickens to Golding,
Harvard University Press, Cambridge, Massachusetts 1974, σ. 17-26. 10. Ό.π., σ. 19. 11. Η κοινή ανθρώπινη μοίρα, ό.π., σ. 351. Πβ. και τη σκηνή όπου η μητέρα του ήρωα τον «στριμώχνει» στον καναπέ για να του αποσπάσει με μειλίχιο τρόπο εξομολογήσεις που θα τον ενοχοποιούσαν" «όλες οι μητέρες κάνουν το ίδιο», σχολιάζει ο αφηγητής (κεφ. 40).
ακατάλληλη, πάντως απογοητευτική» 12 , και τα πανεπιστήμια προσδιορίζονται κά ποτε, με φοβερή φραστική βιαιότητα, ως «τ' απόνερα αυτού του κόσμου» 13 . Ούτε αυτή τη διάσταση θα συναντήσουμε στον «Λεωνή»: εδώ το σχολείο είναι αγαθός μηχανισμός, κι αν υπάρχει κάποια τριβή, αυτή περιορίζεται στη σχέση του ήρωα με έναν υστερικά αυστηρό καθηγητή. Ανύπαρκτη παντελώς είναι στο μυθιστόρημα η σχέση με την Εκκλησία και με τη θρησκεία. Εύλογα, αφού ο Θεοτοκάς —μέσα στη δεκαετία του '30 τουλάχιστον— θεωρεί ότι οι Έλληνες δεν διακρίνονται για τη θρησκευτικότητά τους· σύμφωνα με τις διατυπώσεις ενός φορέα του συγγραφικού λόγου στην «Αργώ», ο «νεοελληνικός λαός» είναι «βαθύτατα παγανός, σ' όλες τις εκδηλώσεις του, προσηλωμένος στις ομορφιές της φύσης και του ανθρώπινου σώματος, στα γήινα αγαθά, σε ιδανικά καθαυτό ανθρώπινα, και σχεδόν ολότελα αδιάφορος για το υπερπέραν». «Από το χριστιανισμό», λέει, «κρατά τις εκδηλώσεις της λατρείας, γιατί τις βρίσκει όμορφες και γιατί δεν καταδέχεται να πετάξει τις αιωνόβιες συνήθειες, που του κληροδότησαν οι πατέρες του» αλλά το χριστιανικό δόγμα «υπάρχει μόνο τυπικά» 14 . Καθόλου περίεργο λοιπόν, ότι μια μικρή ιστορία μεταστροφής που υπάρχει στην «Αργώ», η ιστορία του Δαμιανού Φραντζή, που από τρόφιμος της Χάλκης (και αυτός) γίνεται κομμουνιστής, παρουσιάζεται χωρίς καμία εσωτερική σύγκρουση, αφού «η θρησκεία ποτέ δεν είχε απασχολήσει τοπνεύμα τουΔαμιανούαυτότελα», παρά μόνο ως τμήμα της εθνικής υπόθεσης 15 . Ούτε οικογένεια βασισμένη στην πουριτανική ηθική, ούτε εσωτερικά σχολεία με κανονισμούς απάνθρωπης σκληρότητας, ούτε μια Εκκλησία με ικανότητα διείσδυσης και ελέγχου των συνειδήσεων: όλες αυτές οι «ελλείψεις» στην Ελλάδα φαίνεται πως δεν καθιστούν απαραίτητη την ανάπτυξη αντίπαλων μηχανισμών άμυνας και επιβεβαίωσης του εγώ. Αλλά η έλλειψη θεσμών είναι μάλλον η μία μόνο όψη του φαινομένου. Η δεύτερη σχετίζεται με την ελλιπή επιθυμία απελευθέρωσης του ατόμου, με τη χαμηλή ανάπτυξη στην Ελλάδα ενός πνεύματος ατομισμού. Γιατί το μυθιστόρημα της διαμόρφωσης είναι το κατεξοχήν ατομιστικό μυθιστόρημα. Γέννημα της ανόδου της αστικής τάξης, προϊόν των φιλελεύθερων αστικών ιδεών του τέλους του 18ου αιώνα, τείνει —ιδιαίτερα στη γερμανική εκδοχή του— να διαχωρίσει το άτομο από την κοινωνία και την πολιτική: «Τι με ωφελεί να φτιάχνω γερό σίδερο, τη στιγμή που ο μέσα μου κόσμος είναι γεμάτος σκουριές; Και τι με ωφελεί να βελτιώσω έναν αγρό, αν δεν τα πάω
12. 13. 14. 15. Buckley, ό.π., σ. 17. Η κοινή ανθρώπινη μοίρα, ό.π.,σ. 324. Γ. Θεοτοκάς, Αργώ, »1995, σ. 234-235. Ό .π., σ. 178-179.
καλά με τον εαυτό μου; Για να σ' το πω σταράτα: το να διαπλάσω τον εαυτό μου, έτσι ακριβώς όπως είμαι, υπήρξε απ' τα μικράτα μου ο κρυφός μου καημός και σκοπός», δηλώνει ο νεαρός Βίλελμ στο κλασικό πρότυπο του Bildungsroman, «Τα χρόνια μαθητείας του Βίλελμ Μάιστερ» του Γκαίτε (1795-96) 16 . Η Bildung —σε μία τουλάχιστον εκδοχή και φάση της— προτείνει την εσωτερική καλλιέργεια του ατόμου ως ύψιστο στόχο, ως «θεϊκό εγωισμό» 17 . Η (ατελής) ύπαρξη του ελληνικού μυθιστορήματος της διαμόρφωσης σχετίζεται λοιπόν στενά με τις περιπέτειες του ατομισμού στην Ελλάδα. Ο Πλάτων Ροδοκανάκης βγαίνει μέσα από μια περίοδο άκρατου ατομισμού, όταν μετά την ήττα του 1897 οι νεαροί διανοούμενοι ασπάζονται τον νιτσεϊσμό και τον Αισθητισμό, ως αντίδραση στην αποστροφή που τους προξενούν τα κοινά και οποιοδήποτε πνεύμα συλλογικότητας. Πρόκειται για μια σύντομη φάση, που υποχωρεί —προς όφελος νέων συλλογικών ιδεωδών— στην πρώτη δεκαετία του αιώνα 18 . Η γενιά που θα διεκδικήσει ξανά με έμφαση το δικαίωμα στον ατομισμό είναι η γενιά του '30 στο ξεκίνημά της. Επικεφαλής της, στο αίτημα αυτό, ο νεαρός Θεοτοκάς, που υπήρξε —κατά την περίοδο της διαμόρφωσης του— ένας παθιασμένος θιασώτης της «λατρείας του εγώ»: «Η μόνη χειροπιαστή πραγματικότητα είναι το εγώ», τον βλέπουμε να δηλώνει στα 1928, όταν γράφει ένα φλογερό άρθρο υπέρ του «εγωτιστή» Ίωνα Δραγούμη και του δασκάλου και των δυο τους Μωρίς Μπαρές: το εγώ πρέπει να καλλιεργηθεί και να προστατευθεί από τους ποικίλους βαρβάρους της μετριότητας· πατρίδα, θρησκεία, ανθρωπότητα, όλες οι συλλογικές οντότητες συνιστούν θανάσιμους αντιπάλους του· αυτό που μετρά είναι μόνο ο «εσωτερικός άνθρωπος» 19 . Και το 1929 στο «Ελεύθερο πνεύμα» ο Θεοτοκάς ζητούσε, όπως είναι γνωστό, από τους Έλληνες συγγραφείς να αφήσουν επιτέλους τους ταπεινούς στην ψυχή και στο πνεύμα ήρωες της ηθογραφίας και να ασχοληθούν με «τη ζωή ενός ανθρώπου που αισθάνεται υψηλά, που σκέπτεται βαθιά, που
16. J. W. von Goethe, Τα χρόνια μαθητείας του Βίλελμ Μάιστερ, μτφ. Άγγελος Παρθένης, τ. Β', Αθήνα, Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, 1995, σ. 16. 17. Μια χρήσιμη συνόψιση των απόψεων για την περίπλοκη έννοια της Bildung μπορεί να βρει κανείς στο Vassiiis Lambropoulos, The Rise of Eurocentrism. Anatomy of Interpretation, Princeton University Press 1993, σ. 123-136. Πβ. Γιώργος Κόκκινος, «Κουλτούρα και ιστορία. Η νοηματοδότηση της έννοιας 'κουλτούρα' από τη γερμανική διανόηση του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα (1807-1918)», Μνήμων 18 (1996) 157-180. 18. Το θέμα αυτό επιχείρησα να ανιχνεύσω στο «Ο ποιητής είν' ο μεγάλος πατριώτης'. Η ήττα του '97 και η ανάδυση μιας νέας καλλιτεχνικής συνείδησης», βλ. Πρακτικά του Διημέρου «Ο πόλεμος του 1897», Εταιρεία σπουδών νεοελληνικού πολιτισμού και γενικής παιδείας (υπό έκδοση). 19. Γ. Θεοτοκάς, «Ένας άλλος Δραγούμης», Στοχασμοί και θέσεις. Πολιτικά κείμενα 1925-1966, επιμ. Ν. Κ. Αλιβιζάτος και Μ. Τσαπόγας, Αθήνα, Εστία, 1996, σ. 139-153 (α' δημοσίευση περ. Αναγέννηση, Μάιος και Ιούλιος 1928).
ζει εντατικά», και επαινούσε τον «Δωδεκάλογο του Γύφτου», επειδή ήταν «κατά βάθος το δράμα μιας βασανισμένης σκέψης που γυρεύει τον εαυτό της», μια «πνευματική αυτοβιογραφία του ποιητή» 20 . Θα έλεγε λοιπόν κανείς ότι ο Θεοτοκάς ήταν το κατάλληλο πρόσωπο για να γράψει το ελληνικό μυθιστόρημα της διαμόρφωσης. Όμως με την επιστροφή του στην Ελλάδα, το 1929, ο εγωτιστής νεαρός μετατρέπεται ταχύτατα σε πολιτικό υποκείμενο. Το μυθιστόρημά του, η «Αργώ», είναι ένα παράδειγμα όχι ατομισμού αλλά συλλογικότητας : η ζωή ενός σωματείου αντί για τη ζωή ενός προσώπου, πλήθος ήρωες αντί για έναν. Το μυθιστόρημα της «νέας γενιάς» είναι στην πραγματικότητα η ελληνική απάντηση της συλλογικότητας στον ευρωπαϊκό ατομοκεντρισμό του Bildungsroman 21 . Ωστόσο, μετά τον πολιτικό πυρετό της περιόδου 1933-1936, ο Θεοτοκάς περνά στην υποχρεωτική αποστράτευση. Μέσα στη δικτατορία του Μεταξά, ο συγγραφέας στρέφεται στα θέματα της παιδικής ηλικίας και της εφηβείας, και γράφει δύο διηγήματα, που μαζί με ένα κείμενο του 1932 συνιστούν μια τριλογία της παιδικής ηλικίας 22 . Γνωριμία με τον έρωτα, μια πρώτη συγκίνηση από το θέαμα της «ζωής», γνωριμία με τον θάνατο: πρόκειται για τρία σκίτσα από τη διαμόρφωση ενός νέου. Και πάλι ο Θεοτοκάς φαίνεται να προετοιμάζεται για τη συγγραφή ενός Bildungsroman. Όμως μια νέα ευκαιρία στράτευσης παρουσιάζεται στον ορίζοντα: ο πόλεμος. Και το πρόγραμμα του ατομισμού ματαιώνεται για άλλη μία φορά. Αν συγκρίνουμε τον «Λεωνή» με τα τρία διηγήματα της παιδικής ηλικίας, θα διαπιστώσουμε ότι ο συγγραφέας αναδιοργανώνει τις παιδικές του μνήμες (η εφευρίσκει νέες) μέσα από ένα καινούριο πρίσμα: τον πόλεμο. Αν και αναγνωρίζουμε στα κείμενα του 1932-1937 ένα κοινό υπόβαθρο εμπειριών με το κατά τρία χρόνια υστερότερο μυθιστόρημα, πολλαπλές μετατοπίσεις δίνουν ένα πολύ διαφορετικό στίγμα. Στα διηγήματα, όπως και στον «Λεωνή», ο Θεοτοκάς έχει ανακαλύψει ένα σχήμα κλιμάκωσης, με βάση το οποίο οργανώνει τα έργα: το σχήμα παιχνίδι-ζωή. Στη «Συμμορία» τα παιδιά παίζουν τους κακοποιούς και έπειτα έρχονται σε επαφή με πραγματικούς εγκληματίες, των οποίων η εκτέλεση αποτελεί για τον αφηγητή «την πρώτη αυτή μεγάλη συγκίνηση, πουμουχάριζε αναπάντεχα η ζωή» 23 . Στον «Κήπο με τα κυπαρίσσια» τα παι20. Γ. Θεοτοκάς, Ελεύθερο πνεύμα, επιμ. Κ. Θ. Δημαράς, Αθήνα 21973, σ. 46, 48. 21. Για το μυθιστόρημα με θέμα τη νέα γενιά, βλ. Αγγέλα Καστρινάκη, Οι περιπέτειες της νεότητας. Η αντίθεση των γενεών στην ελληνική πεζογραφία (1890-1945), Αθήνα, Καστανιώτης, 1995. 22. Γ. Θεοτοκάς, «Πρώτος έρωτας», «Η συμμορία», «Ο κήπος με τα κυπαρίσσια», Σημαίες στον ήλιο, επιμ. Γ. Π. Σαββίδης και Μ. Πιερής, Αθήνα, Ερμής, 1985, σ. 185-222. 23. Σημαίες στον ήλιο, ό.π., σ. 207.
παιδιά παίζουν μακάβρια παιχνίδια στο νεκροταφείο, ώσπου γνωρίζονται με τον αληθινό θάνατο. Στον «Λεωνή» η σχέση παιχνίδι-ζωή διατηρείται αλλά με διαφορετικούς όρους: τα παιδιά παίζουν τώρα πολεμικά παιχνίδια, που έπειτα κλιμακώνονται έως τον αληθινό πόλεμο. Αν στα κείμενα της περιόδου 1932-1937 κυριαρχούσε θεματολογικά το δίδυμο ζωή-θάνατος, στο μυθιστόρημα του 1940 κυρίαρχη είναι πια η Ιστορία (με κεφαλαίο, όπως την θέλει ο Λεωνής και ο συγγραφέας 24 ). Άλλωστε και η μετατόπιση από την εξοχή, όπου διαδραματίζονται τα δύο από τα τρία διηγήματα, στην πόλη, όπου διαδραματίζεται ο «Λεωνής», φανερώνει επίσης μια μετάβαση από τη φύση στην Ιστορία. Ας επανέλθουμε όμως στη συσχέτιση των ελληνικών με τα ευρωπαϊκά έργα. Ο «Λεωνής» θυμίζει και αυτός σαφώς «Το πορτρέτο του [νεαρού] καλλιτέχνη», αποτελώντας ένα από τα πολλά παραδείγματα της επίδρασης που άσκησε στο παγκόσμιο σώμα των καλλιτεχνών το μυθιστόρημα του Τζόυς 25 . Τα πρώτα κεφάλαια του «Λεωνή», όπου ο κόσμος δίνεται μέσα από τα μάτια και εν μέρει μέσα από τη γλώσσα ενός μικρού παιδιού, είναι ολοφάνερα ένα δείγμα της μαθητείας του Θεοτοκά στον Τζόυς. Μεγάλο όμως ενδιαφέρον για το θέμα μας παρουσιάζει και πάλι η αντίθεση μέσα στην ομοιότητα. Ένα από τα προβλήματα που θίγει ο Τζόυς είναι το ζήτημα της ιρλανδικής γλώσσας σε σχέση με τα αγγλικά: πρέπει η όχι να μάθει ιρλανδικά ο νεαρός (Ιρλανδός) Στήβεν — να γράψει στη γλώσσα των προγόνων του η στην αγγλική ; Σε αυτό το θέμα, και ενώ πιέζεται από εθνικιστές συμφοιτητές του, ο Στήβεν απαντά κατηγορηματικά:
«Οι πρόγονοι μου πέταξαν τη γλώσσα τους και πήραν μιαν άλλη [...]. Επέτρεψαν σε μια χούφτα ξένους να τους εξουσιάσουν. Μήπως φαντάστηκες ότι εγώ πρόκειται να πληρώσω με τη ζωή μου και την προσωπικότητά μου τα δικά τους χρέη ;». «Για την ελευθερία μας, για τα ιδανικά, για την πατ απαντά ο συνομιλητής του, για να πάρει την οριστική απάντηση από τον νεαρό υπό διαμόρφωση καλλιτέχνη: «Μου μιλάς για εθνικισμό, γλώσσα, θρησκεία. Θα προσπαθήσω να ξεφύγω απ' αυτά τα δίχτυα» 26 . Ο νεαρός Λεωνής αντίθετα, σε αντίστοιχη συζήτηση γύρω από τη γλώσσα, θα απαντήσει εντελώς διαφορετικά: όταν ο καθηγητής του των γαλλικών και ποιητής, κύριος Γκαλιμπούρ, τον συμβουλεύει να γράψει στη διεθνή γαλλική γλώσσα, ο υπό διαμόρφωση ποιητής επιμένει ελληνικά: «Δεδυσκολεύομαι
24. «Κι ο Λεωνής ήταν κι αυτός μέσα στην ιστορία. [...] Και θαρρείς ένιωθε το μεγάλο κύμα της Ιστορίας να τον σηκώνει ανάλαφρα και να τον σέρνει μαζί με όλους αυτούς τους στρατούς, τους λαούς και τις αυτοκρατορίες», παραπέμπω στην έκδ. του Λεωνή που αποκαθιστά το κείμενο του 1940 και περιλαμβάνεται στο Σημαίες στον ήλιο, ό.π., σ. 100. 25. Μια αποτίμηση της επίδρασης του «Πορτρέτου» του Τζόυς, βλ. στο M. Beebe, ό.π., σ. 260. 26. Το πορτρέτο του καλλιτέχνη, ό.π.,σ. 208.
μαι να καταλάβω ένα διεθνιστικό ιδανικό, νομίζω μάλιστα πως είμαι κι εγώ ως ένα σημείο αρκετά κοσμοπολίτης, αλλά υπάρχει ένα πράμα που με δένει πολύ στενά με το έθνος μου κι αυτό είναι ακριβώς η γλώσσα» κλπ. 2 7 . Άλλωστε, όταν ο Λεωνής σε μια στιγμή αποθάρρυνσης πιστεύε χάσει τα πάντα, πατρίδα, φίλους, αγαπημένη, και την ίδια την τέχνη του, θα πάρει κουράγιο για ζωή ακριβώς από ό,τι απορρίπτει ο Στήβεν: από το χώμα της πατρίδας και τους προγόνους. Σκαρφαλώνοντας πάνω στα ελληνικά τα βουνά, ο νεαρός ήρωας «αισθάνεται πως η ελληνική γη τον ξαναπαίρνει μέσα της, [...] συλλογίζεται τους προγόνους του, τους γεωργούς και τους ναύτες του Αιγαίου», και νιώθει νέες δυνάμεις για «μια καινούρια ζωή» 28 . Σε αντίθεση με τους νεαρούς εγωτιστές, από τον Βίλελμ Μάιστερ του Γκαιτε έως τον Στήβεν Δαίδαλο του Τζόυς, ο ήρωας του Θεοτοκά όχι μόνο δεν επιμένει στο Εγώ, αλλά στο τέλος του μυθιστορήματος το εγκαταλείπει —και γραμματικά— για χάρη του Εμείς: «'Χάσαμε ό,τι είχαμε', συλλογίζεται ο Λεωνής, 'χάσαμε όλεςτιςαγάπες μας, μα είμαστε ερωτευμένοι με χίλια πράματα. [...] Α π ό οποία μεριά κι αν πιάσουμε τον εαυτό μας είμαστε σκισμένοι στη μέση [...] τέτοιους μάς θέλησε ο αιώνας αυτός που ορίζει την ύπαρξή μας'» κλπ. 2 9 . Ο Θεοτοκάς θέλει, λοιπόν, τον ήρωά του αντιπροσωπευτικό της γενιάς του και του αιώνα. Έτσι μόνο φαίνεται να πιστεύει ότι δικαιώνεται μια ιστορία «εξομολογητική», αυτοβιογραφική, με θέμα τη διαμόρφωση του νεαρού καλλιτέχνη. Στο επιλογικό σημείωμα του βιβλίου καθώς και στα ημερολόγιά του, ο Θεοτοκάς είναι ιδιαίτερα απολογητικός: δηλώνει πως έγραψε το μυθιστόρημά του «στο περιθώριο των αληθινών απασχολήσεων της περιόδου που περνούμε», τονίζει την προσπάθειά του να δώσει έναν «χαρακτήρα Οπωσδήποτε αντιπροσωπευτικό» στις ψυχικές καταστάσεις που περιγράφει, μιλά για την κρίση της εφηβείας ως εμπειρία «κάθε άνθρώπου» 30 . Με άλλα λόγια, από την ιδεολογία του «εγωτισμού» που ο Θεοτοκάς ασπαζόταν στα νιάτα του έχει μείνει μόνο ο σκελετός: το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα της διαμόρφωσης του νεαρού καλλιτέχνη έχει επενδυθεί με τόση ποσότητα ιστορίας και «αντιπροσωπευτικότητας», ώστε το πλαίσιο, η «Ιστορία», τείνει να παίξει μεγαλύτερο ρόλο από το ίδιο το πρόσωπο. Ο «Λεωνής» συνιστά τελικά το μυθιστόρημα ενός ματαιωμένου εγωτισμού.
27. Ο Λεωνής [— Σημαίες], ό.π., σ. 164. Ας προσεχθεί η αντίφαση «ως ένα σημείο αρκετά κοσμοπολίτης». 28. Λεωνής [= Σημαίες], ό.π.,σ. 178,181. 29. Ό.π., σ. 180-181. 30. Βλ. το «Σημείωμα του συγγραφέα», ό.π., σ. 182-184.
Λιγότερη θεσμοθετημένη καταπίεση, ελλιπής επιθυμία απελευθέρωσης: υπάρχει ωστόσο και μια τρίτη αποφασιστικής σημασίας «έλλειψη» — αναγκαστικά, μονάχα θα την υπαινιχθούμε. Ο Βίλελμ Μάιστερ, ο ήρωας του Γκαίτε, δηλώνει πως νιώθει μιαν «ακατανίκητη έλξη προς την αρμονική καλλιέργεια του χαρακτήρα του», αυτήν ακριβώς που «του αρνήθηκε η καταγωγή του» 31 . Ο νεαρός αστός επιθυμεί να γίνει αριστοκράτης και το πετυχαίνει, χάρη στη Bildung του: χάρη σ' αυτήν —γράφοντας και παίζοντας θέατρο— εισχωρεί στις αυλές των ηγεμόνων και χάρη στην ολοκλήρωσή της συνάπτει, στο τέλος του μυθιστορήματος, γάμο με μιαν αριστοκράτισσα. Άλλωστε, ένας από τους στόχους της Bildung υπήρξε ο εκδημοκρατισμός της κουλτούρας, δηλαδή ο εξευγενισμός των μεσαίων στρωμάτων 32 . Στα αγγλικά μυθιστορήματα διαμόρφωσης πάλι, όλοι, η σχεδόν, οι νεαροί Αγγλοι κατευθύνονται στη ζωή από την επιθυμία να γίνουν gentlemen 3 3 . Η εξίσωση με την αριστοκρατία: να ένα κίνητρο των Ευρωπαίων —τόσο των μυθιστορηματικών ηρώων όσο και των συγγραφέων τους— που δεν μπορούν, από τα πράγματα, να το συμμεριστούν οι Έλληνες. Η απουσία της αριστοκρατίας στην Ελλάδα ίσως είναι τελικά ο απώτερος λόγος της υποτονικής παρουσίας του Bildungsroman, αλλά —ας αποτολμήσουμε μια υπόθεση— και του ίδιου του μυθιστορηματικού είδους.
31. Τα χρόνια μαθητείας του Βίλελμ Μάιστερ, ό.π.,σ. 18. 32. Lambropoulos, ό.π., σ. 126,132. 33. Buckley, ό.π., σ. 20.
ΟΙ ΝΕΟΙ ΔΙΑΣΚΕΔΑΖΟΥΝ
ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΨΥΧΑΓΩΓΙΑ Σ Τ Ι Σ ΚΩΜΩΔΙΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ
ΕΛΙΖΑ-ΑΝΝΑ ΔΕΛΒΕΡΟΥΔΗ
Ο ελεύθερος χρόνος αναδεικνύεται σε υπολογίσιμο στοιχείο της καθημερινής ζωής, σε αντιδιαστολή προς τον χρόνο της εργασίας, κατά την περίοδο μετά τον πόλεμο, σε όλη την Ευρώπη και στην Ελλάδα 1. Την ίδια εποχή δημιουργείται το υλικό που θα μας απασχολήσει εδώ και που είναι οι κωμωδίες του ελληνικού κινηματογράφου, από το 1948 ως τις αρχές της δεκαετίας του '60. Αυτά τα έργα, στο σύνολο τους, μας δίνουν σαφή εικόνα για τη χρήση του ελεύθερου χρόνου, που εν πολλοίς ταυτίζεται με τον χρόνο διασκέδασης των κινηματογραφικών προσώπων. Ο ελεύθερος χρόνος και οι τρόποι διασκέδασης συναρτώνται με τις ομάδες που συγκροτούν αυτά τα πρόσωπα. Οπωσδήποτε, και ο ελεύθερος χρόνος και οι τρόποι διασκέδασης διαφοροποιούνται στη διάρκεια της εικοσαετίας, ανάλογα με την ηλικία, την κοινωνική τάξη και το φύλο των προσώπων. Θα εστιάσουμε την προσοχή μας στους νέους, για να δούμε πως διασκεδάζουν, πως η διασκέδαση τους εξελίσσεται στο χρόνο, αν αυτή η εξέλιξη έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία, που συνδέεται με τον επαναπροσδιορισμό της έννοιας και της αξίας της νεότητας. Δεν θα αναφερθώ σε θεωρητικά επιχειρήματα που αποδεικνύουν τη σχέση του κινηματογράφου με την κοινωνία της εποχής και θα θεωρήσω δεδομένο, ότι η εικόνα της διασκέδασης αντιπροσωπεύει τις δυνατότητες που παρέχονται στους νέους και τις συνήθειες που οι ίδιοι καλλιεργούν ως προς τη διασκέδαση τους 2 . Στις κωμωδίες η έννοια του ελεύθερου χρόνου είναι στενά συνυφασμένη με τη διασκέδαση. Οι νέοι, στη διάρκεια του ελεύθερου χρόνου τους, αναζητούν τρόπους και μέρη κατάλληλα η ειδικά για διασκέδαση. Τόποι διασκέδασης είναι
1. Αλεξάνδρα Κορωναίου, Κοινωνιολογία του ελεύθερου χρόνου, Αθήνα, Νήσος, 1996, σ. 15,22. 2. Για τη σχέση κοινωνίας και κινηματογράφου βλ. Ian C. Jarvie, Towards a Sociology of the Cinema, Λονδίνο, Routledge and Kegan Paul, 1970'Νίκος Κολοβός, Κοινωνιολογία του κινηματογράφου, Αθήνα, Αιγόκερως, 1988, όπου και βιβλιογραφία.
το ζαχαροπλαστείο, το μουσικό και το χορευτικό κέντρο, η ακρογιαλιά και το ταβερνάκι, ακόμα και κάποιο μεταφορικό μέσον, ιδίως το πλοίο, που μεταφέρει τους επιβάτες του σε τόπους διακοπών. Το μεγαλύτερο ποσοστό του ελεύθερου χρόνου διατίθεται στη διασκέδαση μετά μουσικής και στο χορό, σε εκδρομές με το αυτοκίνητο, σε περιπάτους σε εξοχικά μέρη και σε πάρκα, στο μπάνιο στη θάλασσα και στο παιχνίδι στην παραλία. Μικρότερο ποσοστό καταλαμβάνουν οι διακοπές, σπάνια εμφανίζεται η γυμναστική και ο αθλητισμός («Γραφείο συνοικεσίων», 1956" «Ραντεβού με τον έρωτα», 1957), σχεδόν καθόλου το διάβασμα («Τα τέσσερα σκαλοπάτια», 1951· «Μια νύχτα στον Παράδεισο», 1951· «Το αγοροκόριτσο», 1959) 3 . Η μεγαλύτερη ποικιλία παρουσιάζεται στη νυκτερινή διασκέδαση και προσδιορίζεται από το είδος της μουσικής που προσφέρουν τα διάφορα κέντρα. Στις παλαιότερες ταινίες η μουσική που κυριαρχεί είναι η λατινοαμερικάνικη («Εκατό χιλιάδες λίρες», 1948" «Η ωραία των Αθηνών», 1954). Πρόκειται για που κυριαρχεί τόσο στο θέατρο, όσο και στον ελληνικό κινηματογράφο, ως τα μέσα της δεκαετίας του '50. Δίπλα της υπάρχει η ελαφρά ελληνική μουσική, η τζαζ, το ροκ («Η φτώχεια θέλει καλοπέραση», 1958' «Ανδρα θέλω με πυγμή», 1959). Η λαϊκή, που κάνει την εμφάνιση της στο «Έλα στο θείο», το 1950, εμφανίζεται στη συνέχεια σποραδικά, ιδιαίτερα με τη μορφή του αρχοντορεμπέτικου και καθιερώνεται στις αρχές της δεκαετίας του '60. Η δημοτική μουσική γενικώς σπανίζει, συνήθως όσοι γνωρίζουν δημοτικούς χορούς η ακούν μόνο αυτή τη μουσική είναι παρωχημένων και καθηλωμένων αντιλήψεων και οπωσδήποτε μεγάλοι σε ηλικία («Ο θείος της Βιολέττας», 1957). Ορισμένα κέντρα, εκτός από μουσική και τραγούδι, προσφέρουν κάποιες ατραξιόν, συνήθως χορό από μία χορεύτρια, ένα χορευτικό ζευγάρι η μπαλέτο («Να ζήσουν τα φτωχόπαιδα», 1959' «Ο μπαμπάς μου κι εγώ», 1963). Λιγότερο συχνή είναι η παρουσία ταχυδακτυλουργών. Μετά την εμφάνιση των καλλιτεχνών πίστας, δηλαδή του προγράμματος του κέντρου, οι θαμώνες και ιδιαίτερα τα νεαρά ζευγάρια έχουν τη δυνατότητα να χορέψουν, πάντα χορούς της μόδας, γρήγορους η αργούς. Η παραπάνω εικόνα ταιριάζει περισσότερο στα κέντρα που απευθύνονται σε εύπορους θαμώνες. Για όσους διαθέτουν λιγότερα χρήματα, η δεν αφίστανται της λαϊκής καταγωγής τους, υπάρχει η ταβέρνα, όπου ακούγεται λαϊκή μουσική, ενώ δεν λείπουν οι ερασιτέχνες, που πιάνουν μια κιθάρα και τραγουδούν ένα-δυο τραγούδια («Τα τέσσερα σκαλοπάτια», «Ο θείος της Βιολέττας»). Τυχαίνει βέβαια, αντί της μοναδικής κιθάρας που βλέπει ο θεατής, να ακούγεται
3. Οι αναφορές σε ταινίες είναι ενδεικτικές. Τα πλήρη στοιχεία των ταινιών στο Φιλμογραφία του ελληνικού κινηματογράφου, 1914-1984, επιμ. Στάθης Βαλούκος, Εταιρεία Ελλήνων σκηνοθετών, 1984.
ολόκληρη ορχήστρα, αλλά αυτό δεν είναι πρόβλημα ούτε για το κοινό, ούτε για τους συντελεστές της ταινίας, που προτιμούν να παραβιάσουν την αληθοφάνεια για να επιτύχουν πιο ευχάριστο αποτέλεσμα. Το τραγούδι στο δρόμο είναι μια λαϊκή συνήθεια, που οι ανώτερες τάξεις θεωρούν αναξιοπρεπή. Μία μορφή τραγουδιού στο δρόμο προσφέρουν οι μεθυσμένοι νέοι, που επιστρέφουν από τη διασκέδαση καταστρατηγώντας τους κανόνες της ευπρέπειας και συνεχίζουν το γλέντι τους υπερβαίνοντας τον χώρο που έχει οριστεί γι' αυτό («Τα τέσσερα σκαλοπάτια»). Η πιο καταξιωμένη μορφή του τραγουδιού στο δρόμο είναι η καντάδα, το τραγούδι που αφιερώνει ο ερωτευμένος άνδρας στην αγαπημένη του, τη νύχτα, με τη βοήθεια καλλίφωνων φίλων και ενός η δύο οργάνων. Η καντάδα προφταίνει να κάνει την εμφάνισή της ως καθιερωμένη ερωτική πρακτική στο «Διαγωγή μηδέν» (1949) και στο «Έλα στο θείο», πριν παρωδηθεί ως μνημείο άλλων εποχών («Της κακομοίρας!», 1963). Οι πλούσιοι δεν τραγουδούν στο δρόμο, έχουν όμως τη συνήθεια να κάνουν κοσμικές συγκεντρώσεις στις βίλλες τους, στις οποίες καλούνται μέλη της τάξης τους, αδιακρίτως ηλικίας («Εκατό χιλιάδες λίρες», «Το τρελλοκόριτσο», 1958). Στα τέλη της δεκαετίας του '50 ερχόμαστε αντιμέτωποι με πολύ σημαντικές αλλαγές. Οι συγκεντρώσεις σε σπίτια επεκτείνονται στα μεσοαστικά και μικροαστικά διαμερίσματα, ενώ παράλληλα εστιάζονται στη νέα γενιά και λαμβάνουν την ειδική ονομασία «πάρτυ», με απαραίτητα συστατικά τη μουσική και τον χορό («Αυτό το κάτι άλλο», 1963" «Ο Αριστείδης και τα κορίτσια του», 1964). Εννοείται ότι το πιάνο, που εξασφάλιζε τη μουσική ψυχαγωγία στις συγκεντρώσεις των προηγούμενων γενεών, διαγράφεται, ως υπόλειμμα του παρελθόντος. Τώρα είναι η εποχή των πικάπ και των τζουκ-μποξ («Ποια είναι η Μαργαρίτα», 1961). Η ζωντανή μουσική στα κέντρα αντικαθίσταται συχνά από αυτά τα μηχανήματα, που επιτρέπουν στους θαμώνες να ακούσουν τα τραγούδια της αρεσκείας τους στην πρωτότυπη εκτέλεσή τους. Συμβαίνουν ταυτόχρονα δύο αλλαγές, το «άνοιγμα» της κατ' οίκον διασκέδασης σε μία ευρύτερη κοινωνική ομάδα, που έχει πλέον τα οικονομικά μέσα για να εγκατασταθεί σε ένα μοντέρνο διαμέρισμα και να αγοράσει ένα πικάπ, και το «κλείσιμο» στην ηλικία των συμμετεχόντων, ο περιορισμός τους σε νέους της ίδιας ηλικίας. Εμπεδώνεται έτσι σταδιακά και αναδεικνύεται ολοένα και περισσότερο η ξεχωριστή ομάδα των νέων, σε ηλικία που δεν έχουν ακόμα μπει στα βάσανα της ζωής, δεν έχουν δημιουργήσει υποχρεώσεις και διεκδικούν το δικαίωμα μιας αυθύπαρκτης κίνησης και ζωής. Αναγνωρίζεται κατά κάποιον τρόπο μία περίοδος χάριτος, ανάμεσα στην ανύπαρκτη στις κωμωδίες παιδική ηλικία και στην ενηλικίωση, στην ένταξη στο κοινωνικό σώμα, που εξασφαλίζει η ανάληψη συγκεκριμένων οικογενειακών υποχρεώσεων. Όσον αφορά στη διασκέδαση, ο διαχωρισμός της ευδιάκριτης πλέον νεανικής ομάδας γίνεται με τον
αποκλεισμό των πρεσβυτέρων από τις διασκεδάσεις. Παλαιότερα οι διάφορες ηλικίες διασκέδαζαν από κοινού, συνυπήρχαν την ώρα της διασκέδασης, ιδιαίτερα της νυκτερινής, σύχναζαν στα ίδια μέρη. Τώρα οι νέοι συγκεντρώνονται μεταξύ τους στα κλαμπ και στα πάρτυ, ακούν τη δική τους μουσική και χορεύουν τους δικούς τους μοντέρνους χορούς. Η αλλαγή στα μουσικά γούστα, που παρακολουθεί την αντίστοιχη εξωκινηματογραφική επικαιρότητα, συντελεί κατά κύριο λόγο στον διαχωρισμό των ηλικιών. Στα τέλη της δεκαετίας του '50 οι νέοι αρχίζουν να έχουν τις δικές τους μουσικές προτιμήσεις και να απομακρύνονται για έναν επιπλέον λόγο από τον κοινό κορμό διασκέδασης που κυριαρχούσε τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Ενώ στις πρώτες ταινίες, από το '48 και μετά, οι νέοι και οι μεγαλύτεροι ακούν και χορεύουν την ίδια μουσική, δέκα χρόνια αργότερα μόνο οι νεότεροι παρακολουθούν τον συνεχή εμπλουτισμό της μουσικής από νέους ρυθμούς και χορούς, όπως το τσα-τσα («Ψιτ ! κορίτσια», 1959), το ροκ («Οι κληρονόμοι του Καραμπουμπούνα», 1959), το τουίστ, το σέικ στις αρχές της δεκαετίας του '60, το μπλουζ η το χάλι-γκάλι. Η διάκριση στα μουσικά ακούσματα εκφράζεται και με τη δημιουργία νεανικών, μοντέρνων συγκροτημάτων, που έχουν αποτυπωθεί χαρακτηριστικά στα μιούζικαλ του Δαλιανίδη. Οι βραδινές δεξιώσεις των πλούσιων σπιτιών, στις οποίες συνυπήρχαν φίλοι γονιών και παιδιών και διασκέδαζαν από κοινού, δεν έχουν καμία σχέση με τα νεανικά πάρτυ, όπου οι γονείς και οι φίλοι τους είναι πλέον ανεπιθύμητοι. Ένα από τα δικαιώματα που αναγνωρίζονται σταδιακά στους νέους από τους κηδεμόνες τους, είναι η συμμετοχή τους σ' αυτές τις αποκλειστικά νεανικές διασκεδάσεις. Το πάρτυ έχει ξεκάθαρα τον χαρακτήρα τόπου συνάντησης με απώτερο σκοπό τη δημιουργία ερωτικής σχέσης, επομένως είναι ηθικά επικίνδυνο, κατά την αντίληψη των κηδεμόνων. Η παρουσία των ενηλίκων στα νεανικά πάρτυ συνδέεται οπωσδήποτε με κάποιου είδους έλεγχο, επομένως με την ανατροπή της διασκέδασης. Η απουσία της επίβλεψής τους αφήνει τους νέους μόνους με τις παρορμήσεις τους. Δεν ισχύει το ίδιο για τα νυκτερινά κέντρα, π.χ. τα νάιτ κλαμπ, όπου οι νέοι χορεύουν, επειδή εκεί λειτουργεί ο περιορισμός του δημόσιου χώρου και δεν είναι εύκολο να φτάσει κανείς σε ακρότητες. Γενικότερα, ο ελεύθερος χρόνος συνδέεται κατεξοχήν με τις ερωτικές σχέσεις των νέων. Τα ζευγάρια γνωρίζονται, φλερτάρουν και συναντιούνται στη διάρκεια και σε δραστηριότητες του ελεύθερου χρόνου. Στα ραντεβού τους απεικονίζεται η ρομαντική πλευρά του έρωτα, με περιπάτους στα πάρκα της πόλης. Λιγότερο ρομαντικές και αθώες, τουλάχιστον από την πλευρά της κινηματογράφησης, είναι οι εκδρομές στη θάλασσα, το παιχνίδι η ο χορός στην παραλία με μαγιό, που επιτρέπει την ημίγυμνη εμφάνιση ωραίων σωμάτων και μάλιστα σε κίνηση. Τέτοιου τύπου σκηνές όσο προχωράμε στη δεκαετία του '50 επαναλαμβάνονται με ολοένα μεγαλύτερη συχνότητα και καταντούν στερεότυπες
πες. Ο κινηματογράφος εκμεταλλεύεται την περιέργεια του θεατή για το γυμνό και προσφέρει, μ' αυτόν τον ηδονοβλεπτικό τρόπο, μια διέξοδο στην καταπιεσμένη σεξουαλικότητα του. Το 1957 γίνεται για πρώτη φορά λόγος για διακοπές σε ελληνική κωμωδία («Διακοπές στην Αίγινα») και τα επόμενα χρόνια η ιδέα του θερέτρου γοητεύει πολλούς σεναριογράφους, που διαλέγουν τους πλέον περιζήτητους, μ' άλλα λόγια κοσμικούς τόπους διακοπών, για να μεταφέρουν τους ήρωές τους και να στήσουν τις ιστορίες τους. Εκτός από τα κοντινά, Αίγινα και Πόρο, αλλά και Υδρα και Σπέτσες («Ταξίδι με τον έρωτα», 1959), που βολεύουν γιατί η μετακίνηση των συνεργείων στοιχίζει λιγότερο, υπάρχει η Κέρκυρα («Ραντεβού στην Κέρκυρα», 1960), η Ρόδος («Κρουαζιέρα στη Ρόδο», 1960 - «Νύχτες στο Μιραμάρε», 1960· «Τρεις κούκλες κι εγώ», 1960 - «Το Δόλωμα», 1964), η Αιδηψός («Μια του κλέφτη», 1960), αλλά και η Βενετία («Ραντεβού στη Βενετία», 1960), η Ρώμη («Μοντέρνα Σταχτοπούτα», 1965) και το Παρίσι («Δέκα μέρες στο Παρίσι», 1962). Η μετάβαση στο θέρετρο έχει το πλεονέκτημα, ότι σημαντικό μέρος του φιλμικού χρόνου αναλώνεται με περιήγηση στα αξιοθέατα του κάθε νησιού, στις γραφικές γωνιές του, στις παραλίες του με τα ημίγυμνα κορίτσια, στα ωραία ξενοδοχεία του. Επιτρέπει το γύρισμα σε εξωτερικούς χώρους που παρουσιάζουν για τον θεατή περισσότερο ενδιαφέρον απ' ό,τι οι πολύβουοι αθηναϊκοί δρόμοι η οι εξοχές της Αττικής, που εναλλάσσονταν από ταινία σε ταινία και είχαν καταντήσει κοινότοπες. Λειτουργεί επίσης ως τουριστική διαφήμιση αυτών των περιοχών, κάτι που επιδιώκεται μέσω του κινηματογράφου στην Ελλάδα εδώ και πολλές δεκαετίες. Σε μια εποχή που πρωτοεισάγεται η έννοια των διακοπών, και τα οικογενειακά εισοδήματα είναι αφενός περιορισμένα και αφετέρου προορίζονται να καλύψουν βασικότερες ανάγκες απ' ό,τι ο τουρισμός, οι περισσότεροι θεατές δεν μπορούν να απολαύσουν από κοντά αυτά τα μέρη, τόσο του εσωτερικού, όσο και του εξωτερικού, και αρκούνται σε μία «επίσκεψη» μεσω του κινηματογράφου, που δεν παύει να είναι γοητευτική. Οι διασκεδάσεις των νέων είναι κατά κανόνα ομαδικές. Υπάρχουν ωστόσο διαφοροποιήσεις στη χρήση του ελεύθερου χρόνου ανάλογα με το φύλο. Οι νέες εμφανίζονται να έχουν πλεόνασμα ελεύθερου χρόνου, το οποίο αφιερώνουν στην ατομική περιποίηση, στον επίμονο καλλωπισμό, στο κομμωτήριο και στην παρακολούθηση της μόδας. Μετά το γάμο το πλεόνασμα χρόνου αυξάνεται και η πλήξη που το συνοδεύει ανακουφίζεται με τη βοήθεια της τράπουλας. Για τους νέους, σύμβολο του ελεύθερου χρόνου αποτελεί το τάβλι και αγαπημένη μεταξύ τους ψυχαγωγία το κυριακάτικο ποδόσφαιρο («Έλα στο θείο»" «Οι άσσοι του γηπέδου», 1956). Οι πλούσιοι προσφέρουν περισσότερη άνεση και ποικιλία, ως διαθέτοντες αυτοκίνητο, το σπάνιο ακόμα και περιζήτητο μέσον, που εξασφαλίζεται με οποιονδήποτε τρόπο. Οι μικρής οικονομικής επιφάνειας καταφεύγουν
γουν στο συνοικιακό σινεμά, η στο παγκάκι, με τον πασατέμπο («Η φτώχεια θέλει καλοπέραση»). Το παγκάκι και ο πασατέμπος είναι τα όρια που πρέπει να ξεπεράσει ο νέος, αυξάνοντας τα εισοδήματά του, ώστε να μπορεί να προσφέρει κάτι περισσότερο στη μελλοντική του οικογένεια. Στον κινηματογράφο η διασκέδαση των προσώπων έχει πολλαπλή χρησιμότητα: εξυπηρετεί τη δράση, επιμηκύνει τη διάρκεια της ταινίας κατά ορισμένα πολύτιμα λεπτά και, κυρίως, καλύπτει εξω-κινηματογραφικές επιθυμίες του θεατή, ως προς τη δική του ψυχαγωγία. Του επιτρέπει δηλαδή να ακολουθήσει τους πρωταγωνιστές σε νυκτερινά κέντρα, να δει τους αγαπημένους του τραγουδιστές, να ακούσει τα τραγούδια της μόδας, να παρακολουθήσει νούμερα πίστας, να βρεθεί σε γνωστές και ακριβές τουριστικές περιοχές, όπως η Κέρκυρα η η Ρόδος. Παράλληλα, η διασκέδαση είναι ένα από τα κυριότερα στοιχεία που επαναπροσδιορίζουν τα χαρακτηριστικά της νεότητας στα τέλη της δεκαετίας του '50 και στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του '60. Οι νέοι και οι νέες εμφανίζονται πιο δυναμικοί, οι μεταξύ τους σχέσεις συσφίγγονται ενώ παράλληλα χαλαρώνουν οι σχέσεις με το οικογενειακό τους περιβάλλον, λειτουργούν ως ομάδα και διεκδικούν δικαιώματα. Το δικαίωμα στη διασκέδαση είναι βασική τους διεκδίκηση και ιδιαίτερα οι νέες αγωνίζονται με πείσμα να καταλύσουν τις πατροπαράδοτες απαγορεύσεις και να το κατακτήσουν. Η διασκέδαση είναι αυτή που αναδεικνύει τα βήματα προς την εμπέδωση της δυναμικής παρουσίας των νέων ως ανεξάρτητης, μη κηδεμονευόμενης κοινωνικής κατηγορίας, με ξεχωριστό τρόπο ζωής, στον οποίο τα δικαιώματα έχουν τον πρώτο λόγο, πριν έρθει η εποχή των υποχρεώσεων.
Ελεύθερος χρόνος και αθλητισμός
Σάββατο 19 Απριλίου 1997 Πρωινή συνεδρία
Πρόεδρος: ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΙΑΝΝΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ
Η ΩΡΑ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ. ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ, ΑΣΚΗΣΗ ΚΑΙ ΨΥΧΑΓΩΓΙΑ ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ (1870-1922)
ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΟΥΛΟΥΡΗ
Εκείνος που θα θελήσει να συγγράψει την ιστορία του νεότερου και σύγχρονου αθλητισμού στην Ελλάδα θα προσκρούσει αναπόφευκτα σε δυο υπολογίσιμα φράγματα. Το πρώτο —κοινό, ωστόσο, για πολλούς τομείς της ιστορικής έρευνας— είναι η έλλειψη επαρκών τεκμηρίων, λόγω της αδιαφορίας, της κακής συντήρησης και της υποτίμησης της αξίας τους. Το δεύτερο, είναι η μέχρι σήμερα ιστοριογραφική παράδοση στον τομέα του αθλητισμού και των σπορ, η οποία διατηρεί στην Ελλάδα τα χαρακτηριστικά που είχε η παγκόσμια (δηλ. η δυτική) αντίστοιχη παράδοση ως τη δεκαετία του 1970, και που εξακολουθούν να διακρίνουν παγκοσμίως τον δημοσιογραφικό αθλητικό λόγο: καταγραφή των αθλητικών αναμετρήσεων και των ρεκόρ, ανεκδοτολογικές περιγραφές, επικό ύφος στην αφήγηση, προβολή του αθλητή-ήρωα. Παράλληλα όμως, η ελληνική παραγωγή διακρίνεται από κάποια ιδιότυπα χαρακτηριστικά που σχετίζονται με τη διαμόρφωση ενός γενικού κυρίαρχου σχήματος για την ελληνική εθνική ιστορία. Στο σχήμα αυτό κεντρικό ρόλο κατέχει η έννοια της συνέχειας. Μετά την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων και τη διοργάνωσή τους στην Αθήνα το 1896, επιβάλλεται η άποψη για μια ιστορία του αθλητισμού «από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ' ημάς»: η σωματική άσκηση ανακαλύπτεται ως ιδιάζον και σταθερό εθνικό χαρακτηριστικό σε όλες τις ιστορικές περιόδους, ακόμη και στις λιγότερο «αθλητικές», όπως το χριστιανικό Βυζάντιο. Η ανάγκη να θεμελιωθεί η εικόνα της αδιάσπαστης συνέχειας της σωματικής άσκησης από τη Μινωική Κρήτη ως σήμερα επιτρέπει τους αναχρονισμούς και τις αντιφάσεις έτσι ώστε εκδηλώσεις και πρα-
Η ανακοίνωση αυτή είχε γίνει πριν από την έκδοση του βιβλίου μου Αθλητισμός και όψεις της αστικής κοινωνικότητας. Γυμναστικά και Αθλητικά σωματεία 1870-1922 στη σειρά του ΙΑΕΝ (αρ. 32, Αθήνα 1997), με το οποίο υπάρχουν αναπόφευκτες επικαλύψεις. Στο παρόν άρθρο προσπάθησα να περιλάβω παραθέματα και στοιχεία που δεν περιελήφθησαν στο βιβλίο και να αναδείξω επίσης —μέσω της σύνθεσης— άλλα, που χάνονται διασκορπισμένα μέσα σε μια πολυσέλιδη μελέτη.
πρακτικές που ανήκουν σε διαφορετικές πολιτισμικές και κοινωνικές πραγματικότητες, όπως οι αρχαίοι αγώνες, τα λαϊκά παιχνίδια, η σχολική γυμναστική, τα σπορ και οι σύγχρονοι Ολυμπιακοί Αγώνες να παρουσιάζονται ως κρίκοι της ίδιας εξελικτικής αλυσίδας. Σε αντίθεση με αυτή την κυρίαρχη ερμηνεία, βασική υπόθεση για την ανάλυση που θα ακολουθήσει είναι ότι η εμφάνιση και εξάπλωση των σπορ στο β' μισό του 19ου αιώνα αποτελεί φαινόμενο νεοτερικό που δεν θα πρέπει να ενταχθεί σε μια γενεαλογία της σωματικής άσκησης. Στην Ελλάδα, όπως και στη Δ. Ευρώπη, η ανάδειξη της σωματικής άσκησης και αναμέτρησης σε ψυχαγωγική δραστηριότητα του ελεύθερου χρόνου συνδέεται με τις κοινωνικές και δημογραφικές αλλαγές που προκαλούν η άνοδος της αστικής τάξης και η συγκέντρωση του πληθυσμού στις πόλεις. Εξαρτάται επίσης από μια σειρά αλλαγών ως προς την αντίληψη για το σώμα και τις κυρίαρχες αισθητικές αξίες. Η ελληνική περίπτωση εναρμονίζεται, ως προς τα βασικά της χαρακτηριστικά, με το δυτικοευρωπαϊκό πρότυπο ανάπτυξης της σωματικής άσκησης και της ψυχαγωγίας μέσω των σπορ. Το χρονολόγιο της ανάπτυξης ωστόσο, τα είδη των αθλημάτων που καλλιεργούνται, η κοινωνική εμβέλεια των σπορ, η γεωγραφική κατανομή και η μαζικότητα της αθλητικής δραστηριότητας, η πυκνότητα και η απήχηση του αθλητικού θεάματος κ.ά. διαφοροποιούνται σε συνάρτηση με τους μετασχηματισμούς της ελληνικής κοινωνίας και των κυρίαρχων νοοτροπιών. Ειδικότερα, μπορούμε να σημειώσουμε περιληπτικά τις ακόλουθες ιδιαιτερότητες: 1) την ιδιάζουσα βαρύτητα που είχε για την ελληνική πνευματική ζωή η κλασική Ελλάδα, έτσι ώστε η ανάπτυξη του αθλητισμού να συνδεθεί πολύ πιο στενά απ' ό,τι σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες με την κλασική αθλητική παράδοση και ο αθλητισμός στίβου να αναδειχτεί, κατά την πρώτη αυτή περίοδο, σε «εθνικό» σπορ. Καθοριστικός ήταν άλλωστε προς την ίδια κατεύθυνση ο ρόλος της αναβίωσης των Ολυμπιακών Αγώνων, 2) την επίδραση —και λόγω της βαυαροκρατίας— του γερμανικού εκπαιδευτικού συστήματος και των γερμανικών Turnen (έτσι ονομάζεται το γερμανικό γυμναστικό κίνημα με εμπνευστή τον Jahn), που είχε ως αποτέλεσμα την εξαρχής σύνδεση της σωματικής άσκησης με την παιδαγωγική σκοπιμότητα και την εθνικιστική ιδεολογία, 3) το γεγονός ότι η σωματική άσκηση καλλιεργήθηκε κατεξοχήν μέσω της γυμναστικής και ότι τα πρόσωπα που υποστήριξαν την ανάπτυξη του αθλητισμού συνδέονταν, ως τα τέλη του 19ου αιώνα, με την εκπαίδευση 1,
1. Πέρα από την κρατική παρέμβαση, κυρίως μέσω του νόμου ,ΒΧΚΑ' το 1899, που υπήγαγε το σύνολο της αθλητικής δραστηριότητας στην ευθύνη του Υπουργείου Παιδείας,
4) τους σχετικά αργούς ρυθμούς αστικοποίησης και τη συνακόλουθη ανάπτυξη λίγων αριθμητικά αστικών κέντρων, έτσι ώστε το σύνολο σχεδόν της αθλητικής κίνησης να εντοπίζεται στην περιοχή της πρωτεύουσας2, 5) τη διάδοση των σπορ στις ελληνικές κοινότητες που βρίσκονταν εκτός ελληνικού κράτους, κυρίως στη Σμύρνη και την Αίγυπτο, και τις σχέσεις που αναπτύσσονται με τον ελλαδικό αθλητισμό 3. Η χρονολόγηση της εμφάνισης των σπορ στο ελληνικό κράτος δεν είναι εύκολο να υπολογιστεί με ακρίβεια. Ο κυριότερος λόγος είναι γιατί μας είναι κυρίως γνωστή η οργανωμένη άσκηση, εκείνη που αποκτά θεσμική υπόσταση στο σωματείο η το γυμναστήριο. Είναι όμως προφανές ότι άτυπες μορφές άσκησης υπήρχαν και πριν και παράλληλα με την εμφάνιση των τυπικών της μορφών στο πλαίσιο μικρών ομάδων νεαρών ανδρών που πιθανώς συνδέονταν ήδη μεταξύ τους με οικογενειακές, φιλικές η επαγγελματικές σχέσεις. Κι αυτή πάντως η μορφή άσκησης διαφέρει από τα παραδοσιακά παιχνίδια η τις αναμετρήσεις σωματικής δεξιότητας και ρώμης στο πλαίσιο της, θρησκευτικής συνήθως, γιορτής. Η βασική διαφοροποίηση αφορά κυρίως στο βαθμό οργάνωσης, εξειδίκευσης και ανταγωνισμού που περιέχουν αντίστοιχα οι παραδοσιακές και οι σύγχρονες μορφές παιχνιδιού και άσκησης. Τόσο στο ελληνικό κράτος όσο και στις ελληνικές κοινότητες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τα τεκμήρια υποδεικνύουν ότι η εμφάνιση των σύγχρονων σπορ θα πρέπει να αναζητηθεί μέσα στη δεκαετία του 1870, όταν εντοπίζονται οι πρώτες απόπειρες σωματειακής οργάνωσης του αθλητισμού. Τρεις σκοπευτικοί σύλλογοι, ο Κερκυραϊκός Σύλλογος Ριπής, η Εταιρεία της επί σκοπόν βολής στην Αθήνα και ο Όμιλος Σκοπευτών στην Πάτρα, και τρεις γυείναι χαρακτηριστικό ότι τα σημαντικότερα σωματεία γυμναστικής και κλασικού αθλητισμού —ο Πανελλήνιος Γ.Σ. και ο Εθνικός Γ.Σ.— ιδρύονται και στελεχώνονται από επαγγελματίες γυμναστές, δηλ. καθηγητές της γυμναστικής. 2. Κατά την περίοδο 1870-1914, στην Αθήνα ιδρύεται το 23% των αθλητικών σωματείων και αν συμπεριλάβουμε και τον Πειραιά και το Φάληρο, το ποσοστό ανεβαίνει στο 31,5%. Βλ. Χρ. Κουλούρη, Αθλητισμός και όψεις της αστικής κοινωνικότητας..., ό.π.,σ. 171, 175-6. Παράλληλα, στην Αθήνα εντοπίζονται τα μακροβιότερα και πλέον ακμαία αθλητικά σωματεία του ελληνικού κράτους, έτσι ώστε εκεί να συγκεντρώνεται το υψηλότερο ποσοστό ενεργών αθλητικών σωματείων. 3. Οι ελληνικοί αθλητικοί σύλλογοι εκτός ελληνικού κράτους ήταν εγγεγραμμένοι στον Σύνδεσμο Ελληνικών Αθλητικών και Γυμναστικών Σωματείων (Σ.Ε.Α.Γ.Σ.)—τρεις μάλιστα συγκαταλέγονταν μεταξύ των 28 ιδρυτικών του μελών— και μετείχαν στους πανελλήνιους αγώνες που γίνονταν στην Αθήνα. Παράλληλα, σύλλογοι από το ελληνικό κράτος μετείχαν στους αγώνες που διοργανώνονταν στη Σμύρνη, την Αλεξάνδρεια, τη Σάμο και την Κύπρο. Η μελέτη των εκτός κράτους αθλητικών σωματείων δεν περιλήφθηκε στην παρούσα εργασία για λόγους μεθοδολογικούς αλλά και όγκου του υλικού. Θα αποτελέσει πιθανώς αντικείμενο αυτόνομης εργασίας στο μέλλον.
γυμναστικοί, ο «Μίλων» στην Αλεξάνδρεια, ο «Ερμής» στην Κωνσταντινούπολη και ο Ελληνικός Γυμναστικός Σύλλογος στην Αθήνα, ιδρύονται μέσα σ' αυτήν ακριβώς τη δεκαετία. Με την ξιφασκία ασχολούνταν, εξάλλου, οι εταίροι της Αθηναϊκής Λέσχης, της πρώτης κλειστής λέσχης ανδρών κατά το αγγλικό πρότυπο που λειτούργησε στην πρωτεύουσα από το 1875. Η δ η πριν από το 1870, πάντως, και την εμφάνιση της οργανωμένης άσκησης μέσω των συλλόγων, η ιππασία, η ξιφασκία και η σκοποβολή καταγράφονται —αποσπασματικά οπωσδήποτε— μεταξύ των δραστηριοτήτων των ξένων κυρίως αξιωματούχων που βρίσκονταν στην πρωτεύουσα αλλά και Ελλήνων. Στις αρχές της δεκαετίας του 1850, ο Edmond About περιέγραφε τους περιπάτους των Αθηναίων στα Πατήσια με άλογο που μπορούσαν να νοικιάσουν με 3 δρχ.: «Ο κομψός κόσμος της Αθήνας έχει για κυριώτερη ψυχαγωγία του, χειμώνα-καλοκαίρι, τον περίπατο στην οδό Πατησίων. Φθάνουν εκεί με τα πόδια, με αμάξι, και κυρίως με άλογο. Κάθε Έλληνας που βρίσκει να δανεισθεί τριακόσιες δραχμές, βιάζεται να αγοράσει ένα άλογο. Κάθε Έλληνας που έχει στην τσέπη του τρεις δραχμές τις διαθέτει νοικιάζοντας ένα άλογο. [...] Οι νεαροί υπάλληλοι που κερδίζουν περισσότερο από δυό χιλιάδες δραχμές το χρόνο, οι αστοί που τα οικονομάνε, οι αξιωματικοί του ιππικού και μερικές φορές τα μέλη του διπλωματικού σώματος, κάνουν τις όμορφες μέρες της οδού Πατησίων» 4 . Την ίδια εποχή υπήρχαν ιδιωτικές σχολές οπλομαχίας και με δαπάνη του Νικολάου Νέγρη είχε ιδρυθεί γυμναστήριο ξιφασκίας και ιππασίας 5 , ενώ κυκλοφορούσαν και αντίστοιχα εγχειρίδια για την εκμάθηση της τέχνης της οπλομαχίας. Η οπλομαχία η οπλομαχητική περιλάμβανε την άσκηση στο ξίφος και τη σπάθη, φαίνεται όμως ότι η ικανότητα στο χειρισμό του ξίφους είχε άλλη αίγλη, εφόσον η ξιφασκία αντιμετωπιζόταν ως «πνευματική άσκησις εκδηλουμένη διά κινήσεων» 6. Στην «πνευματικότητα» του ξίφους αντιπαρετίθετο η «βαρβαρότητα» της σπάθης. Θα ήταν μάλλον παρακινδυνευμένο να υποθέσουμε ότι αυτή η, περιορισμένη πάντως, δραστηριότητα παρέπεμπε στη συνειδητή αξιολόγηση της σωματικής
4. Εντ. Αμπού, Η Ελλάδα του Όθωνος, μετάφρ. Α. Σπήλιου, πρόλογος-επιμέλειασχολιασμός Τάσου Βουρνά, Αθήνα, Τολίδη, [1972], σ. 267. Ο Καποδίστριας εξάλλου έγραφε από το Ναύπλιο το 1829: «Η υγεία μου ωφελήθη ολίγον εκ της καθημερινής ιππεύσεως. Αλλ' εδώδενείναι κάλπαι (δρομαία ιππεύματα) ως εις τον ιππόδρομον της Γενεύης». Επιστολή (17 Μαΐου 1829) προς Εϋνάρδο στη Φλωρεντία, στο Μ. Γ. Σχινάς, Επιστολαί I. Α. Καποδίστρια..., τ. Γ', Αθήνα 1842, σ. 73. 5. I. Ε. Χρυσάφης, Οι σύγχρονοι διεθνείς ολυμπιακοί αγώνες, Αθήνα 1930, σ. 22-23. 6. Ν. Πύργος, Οπλομαχητική..., Αθήνα 1872, σ. ιβ'.
άσκησης. Η ικανότητα να σκοπεύει κάποιος με ακρίβεια, να χειρίζεται το ξίφος και τη σπάθη με επιδεξιότητα και να ιππεύει με άνεση εξυπηρετούσαν τη στρατιωτική προετοιμασία και γι' αυτό αποτελούσαν πρακτικές κατεξοχήν των αξιωματικών. Για παράδειγμα, το πρώτο Δ.Σ. του Κερκυραϊκού Συλλόγου Ριπής αποτελούνταν από τον Δ. Μ. Βότσαρη, αρχηγό του Στρατού της Επτανήσου ως πρόεδρο και μέλη αξιωματικούς του στρατού, ενώ ως βασικός του στόχος προβαλλόταν η «ανάπτυξις του στρατιωτικού εθνικού φρονήματος και [η] παρασκευή τελειοτέρας οργανώσεως των αμυντικών δυνάμεων του Έθνους» 7 . Ωστόσο, η οπλομαχητική δεν απευθυνόταν μόνο στους αξιωματικούς αλλά θεωρούνταν απαραίτητη για τη λύση ζητημάτων τιμής μέσω της μονομαχίας, μια πρακτική αρκετά διαδεδομένη, όπως φαίνεται, παρά τις απαγορεύσεις του νόμου. Και στις δύο περιπτώσεις, είναι προφανής η πρακτική ωφέλεια της σωματικής άσκησης, η οποία δεν αυτονομείται ακόμη ως δραστηριότητα ούτε νομιμοποιείται καθεαυτή. Τα όσα εκτέθηκαν δε σημαίνουν ότι δεν παρατηρούμε, ως το 1870, αλλαγές στις αντιλήψεις σχετικά με την αξία της σωματικής άσκησης. Αντίθετα, διατυπώνεται τότε ένας λόγος ευνοϊκός για τη σωματική άσκηση που στηρίζεται σε ένα συνδυασμό παιδαγωγικών και ιατρικών επιχειρημάτων. Στόχος η εισαγωγή της γυμναστικής στην εκπαίδευση, για την οποία παρακολουθούμε αλλεπάλληλες αποτυχημένες προσπάθειες ως το 1880 8 . Ταυτόχρονα, η σωματική άσκηση αποκτά σταδιακά τη θέση της στο δημόσιο βίο με την κατασκευή και λειτουργία ιδιαίτερων, εξειδικευμένων χώρων, των γυμναστηρίων, και με τη διοργάνωση αγώνων, κυρίως των Ζάππειων Ολυμπιάδων. Παρά τη δυσπιστία, την καχυποψία η και την περιφρόνηση που αντιμετώπισαν οι πρώτες αυτές απόπειρες καθιέρωσης της σωματικής άσκησης —με τη μορφή της γερμανικής γυμναστικής και του κλασικού αθλητισμού— συνέβαλαν στην αποδοχή του αθλητικού θεάματος και δημιούργησαν μια στοιχειώδη παράδοση στην οποία θα στηριχτεί εν μέρει και η αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων το 1896. Στα πρώτα αυτά χρόνια, ως τη δεκαετία του 1890 περίπου, η σωματική άσκηση νομιμοποιείται μέσω της παιδαγωγικής, ηθικής και εθνικής της ωφέλειας και δεν παραπέμπει ακόμη στην ψυχαγωγία και τη διασκέδαση. Η υπεροχή της γυμναστικής και η επικράτηση του γερμανικού γυμναστικού συστήματος ευνοούσε αυτή την αντιμετώπιση της άσκησης ως μέσου αγωγής. Στις επόμενες δεκαετίες, η πανευρωπαϊκή γοητεία του βρετανικού προτύπου των
7. Καταστατικόν Κερκυραϊκού Συλλόγου Ριπής, Κέρκυρα 1869, άρθρο 3. Επίσης, η οργανωτική επιτροπή των ιπποδρομικών αγώνων που έγιναν στο πλαίσιο των πρώτων Ζάππειων Ολυμπιάδων το 1858 «απετελείτο καθ' ολοκληρίαν εκ στρατιωτικών». I. Ε. Χρυσά φης, ό.π., σ. 43. 8. Βλ. Χ. Κουλούρη, ό.π., σ. 49-54.
σπορ θα επιβάλει και στην Ελλάδα τη σωματική άσκηση ως τρόπο ψυχαγωγίας
και πηγή απόλαυσης. Χαρακτηριστικά, το Lawn Tennis Club περιγράφεται
ως «άγγλικώτατον» 9, όπως άλλωστε δηλώνει και η επιλογή της αγγλικής ονομασίας του. Από τη στιγμή όμως που η χρήση της σωματικής άσκησης για ψυχαγωγικούς λόγους εξαπλώνεται, η ψυχαγωγία θα αναζητήσει την ηθική της νομιμοποίηση στον ορθολογικό και ελεγχόμενο χαρακτήρα του συλλογικού παιχνιδιού η της ατομικής άσκησης. Θα διακριθεί μάλιστα με σαφήνεια από τις λαϊκές διασκεδάσεις που θεωρούνταν ότι αποσκοπούσαν αποκλειστικά στην απόλαυση, περικλείοντας επιπλέον υπερβολική βία 10 . Στα αθλητικά σωματεία που θα ιδρυθούν μέσα στη δεκαετία του 1890, η ψυχαγωγία, η «τέρψις», αποτελεί πράγματι έναν από τους στόχους που αναφέρονται στα καταστατικά τους, αν και εμφανίζεται σπανιότερα όπως και η αλληλεγγύη και η φιλία μεταξύ των μελών 11 . Η ψυχαγωγική διάσταση του αθλητισμού είναι ωστόσο στην πραγματικότητα πολύ πιο σημαντική απ' ό,τι αφήνουν να διαφανεί τα καταστατικά των σωματείων η τα κείμενα —κανονιστικού συνήθως χαρακτήρα— που αναφέρονται στον αθλητισμό εκείνη την εποχή. Από τις επίσημες πηγές, σημαντική ένδειξη προς αυτή την κατεύθυνση μας προσφέρει η ειδολογική κατάταξη του Πρωτοδικείου Αθηνών για την περίοδο 1914-1922 που έχω μελετήσει: τα αθλητικά σωματεία κατατάσσονται κατά κανόνα στην κατηγορία των «ψυχαγωγικών» ενώ εμφανίζεται και ιδιαίτερη κατηγορία σωματείων «σωματικής αγωγής» χωρίς προφανή ουσιώδη διάκριση από τα προηγούμενα 12 .
9. Π. Σ. Σαββίδης, Λεύκωμα των εν Αθήναις Β' Διεθνών Ολυμπιακών Αγώνων 1906, Αθήνα 1907, σ. 149. 10. Σύμφωνα με την ανάλυση του Ν. Elias, η ανάπτυξη των σπορ εντάσσεται στη γενικότερη «διαδικασία εκπολιτισμού» που χαρακτηρίζει την αγγλική —και τη δυτική εν γένει— κοινωνία και της οποίας βασικό χαρακτηριστικό είναι η μείωση της βίας και η εσωτερίκευση του αυτο-ελέγχου και της ευπρέπειας. Ν. Elias - Ε. Dunning, Quest for Excitement. Sport and Leisure in the Civilizing Process, Λονδίνο, Blackwell, 1986. Ως προς την ελληνική κοινωνία, εξάλλου, ο Μ. Μητσάκης στο «Θέρος» (1887) περιγράφει με ενάργεια την κοινωνική διαφοροποίηση με βάση τους τρόπους ψυχαγωγίας ανάμεσα στην ανώτερη, τη μεσαία και την κατώτερη τάξη στη σύγχρονή του Αθήνα: «Ειπέ μου πως διασκεδάζειςκαιθασουείπω ποίος είσαι». Μ. Μητσάκης, Πεζογραφήματα, Αθήνα, Νεφέλη, 1988, σ. 68-83. 11. Συχνότερα, ως στόχοι των αθλητικών σωματείων αναφέρονται η στρατιωτική προετοιμασία και η σωματική και πνευματική ανάπτυξη των μελών. Αυτό συνδέεται αναμφίβολα με την αριθμητική υπεροχή των γυμναστικών σωματείων μέσα στο σύνολο των αθλητικών σωματείων που ιδρύονται εκείνη την εποχή και των οποίων έχουν εντοπιστεί τα καταστατικά. 12. Από τα Αρχεία του Πρωτοδικείου Αθηνών σώζεται μόνο το «Αλφαβητικόν Ευρετήριον Σωματείων αρχόμενον από του έτους 1914-1931 και από υπ' αριθ. 1 έως 3009» και επομένως για την περίοδο 1914-1922 γνωρίζουμε —εφόσον δεν υπάρχουν άλλες πηγές—
Εάν εντούτοις για κάποια αθλητικά σωματεία «γενικού» χαρακτήρα —εκείνα που καλλιεργούσαν κατεξοχήν τον κλασικό αθλητισμό αλλά διατηρούσαν και τμήματα για επιμέρους αθλήματα, όπως π.χ. ο Πανελλήνιος Γ.Σ. και ο Εθνικός Γ.Σ.— είναι δυνατόν να συνυπήρχαν περισσότεροι στόχοι 13 , δεν ισχύει το ίδιο για τα «ειδικά» σωματεία— εκείνα που καλλιεργούσαν ένα συγκεκριμένο σπορ όπως οι σύλλογοι κωπηλασίας, ποδηλασίας, τέννις, ποδοσφαίρου και οι εκδρομικοί. Οι σύλλογοι αυτοί στόχευαν, εκπεφρασμένα η μη, στην ψυχαγωγία των μελών τους. Τα «ειδικά» αθλητικά σωματεία ιδρύονται παράλληλα με τα «γενικά» γυμναστικά σωματεία μέσα στις δεκαετίες του 1880 και του 1890 14 . Το πρώτο σωματείο κωπηλασίας, ο Όμιλος Ερετών Φαλήρου (αργότερα, Πειραιώς) ιδρύεται ήδη το 1885 ενώ το πρώτο σωματείο τέννις στην Ελλάδα, το Lawn Tennis Club Αθηνών, θα ιδρυθεί δέκα χρόνια αργότερα, το 1895. Από το 1891 λειτουργούν εξάλλου δέκα ποδηλατικοί σύλλογοι στα σημαντικότερα αστικά κέντρα της χώρας (Αθήνα, Πειραιά, Ερμούπολη, Πάτρα). Οι εκδρομικοί και περιηγητικοί σύλλογοι θα εμφανιστούν στην καμπή του αιώνα ενώ λίγο αργότερα, στις αρχές του 20ού, αρχίζει η ακμή των ποδοσφαιρικών σωματείων. Τα νεοτερικά σπορ —η κωπηλασία, το τέννις, το ποδήλατο, το ποδόσφαιρο— εξαπλώνονται λόγω μόδας. Η γοητεία της καινοτομίας και της περιπέτειας προσελκύει τους νέους των εύπορων τάξεων που επιθυμούν να ξεχωρίζουν και να διακρίνονται. Αλλά και άτομα μεγαλύτερης ηλικίας έχουν τη δυνατότητα να ψυχαγωγηθούν μέσω των νέων σπορ, εφόσον δεν απαιτούνται ιδιαίτερες σωματικές ικανότητες, όπως για παράδειγμα συμβαίνει με τον αθλητισμό στίβου. Το στοιχείο αυτό προσφέρεται επιπλέον για τη νομιμοποίηση των νεοτερικών αθλητικών πρακτικών μέσω της ιατρικής επιχειρηματολογίας. Το τέννις και η ποδηλασία παρουσιάζονται λοιπόν ως ωφέλιμες ασκήσεις για εκείνους που η ηλικία η η σωματική κατασκευή δεν επιτρέπουν να γυμνασθούν στα γυμναστήρια των γυμναστικών συλλόγων. Παρ' όλα ταύτα, τα νεοτερικά σπορ
μόνο τον τίτλο των σωματείων. Ως προς τα αθλητικά σωματεία πάντως, η κατηγορία των σωματείων «σωματικής αγωγής» φαίνεται να περιλαμβάνει μάλλον τα γυμναστικά σωματεία αλλά τα κριτήρια της διάκρισης από τα, επίσης αθλητικά, ψυχαγωγικά σωματεία δεν προκύπτουν με σαφήνεια. 13. Τα σωματεία αυτά αφενός αναλάμβαναν ένα παιδευτικό έργο που στόχευε στη διάδοση της γυμναστικής και γενικότερα της σωματικής άσκησης και αφετέρου —μετά το 1896— επιδίωκαν την προετοιμασία αθλητών και την ανάδειξη πρωταθλητών. 14. Με τον όρο «γυμναστικά» χαρακτηρίζονται τα σωματεία που καλλιεργούσαν κυρίως τη γυμναστική και τον κλασικό αθλητισμό ενώ με τον όρο «αθλητικά», τα σωματεία που καλλιεργούσαν ένα ψυχαγωγικό σπορ (sportifs). Καταγραφή του συνόλου των σωματείων που έχω εντοπίσει, βλ. Χ. Κουλούρη, Αθλητισμός και όψεις της αστικής κοινωνικότητας..., ό.π., σ. 172-9,185-7.
δε φαίνεται να αναζητούν καμία ηθικού τύπου νομιμοποίηση για την εξάπλωση τους. Η νομιμότητά τους προέρχεται από την ίδια την ψυχαγωγική τους φύση και η γρήγορη διάδοσή τους οφείλεται στην ενθουσιώδη αποδοχή του νέου συρμού: «Αθλητισμός for ever!» αναφωνεί στο πρώτο της τεύχος η «Ποδηλατική και Αθλητική Επιθεώρησις της Ανατολής» 15 . Οι νέες αθλητικές πρακτικές εντάσσονται στο στυλ ζωής της ανερχόμενης αστικής τάξης συμπυκνώνοντας ταυτόχρονα το σύστημα των αστικών αξιών: συντροφικότητα, φιλία, αυτοέλεγχος και ατομική επίδοση. Τόσο η ίδια η αθλητική πρακτική όσο και η συναναστροφή στο εσωτερικό του αθλητικού σωματείου μετέχουν στο νέο κώδικα συμπεριφορών και κοινωνικής διάδρασης. Ως προς την αθλητική αναμέτρηση, η αρχή της υπεροχής του «αρίστου» όχι λόγω θέσης η κληρονομικού δικαιώματος αλλά μέσω του «δημοκρατικού» ανταγωνισμού αποτελεί βασικό συστατικό στοιχείο της αστικής ηθικής. Αλλά και η οργάνωση του σωματείου σύμφωνα με τις αρχές του πολιτικού φιλελευθερισμού, όπου όλα τα μέλη του σωματείου νοούνται ως ίσα και αλληλέγγυα, διοικούνται με βάση το αντιπροσωπευτικό σύστημα και υπερέχουν μόνο σύμφωνα με την αξία τους στο πλαίσιο του σωματείου, ανήκει στον ίδιο κώδικα αξιών. Η ψυχαγωγία μέσω σπορ όπως το τέννις και το ποδήλατο αποτελούσε προνόμιο μιας ολιγάριθμης αστικής ελίτ. Η υπόθεση αυτή επιβεβαιώνεται αφενός από τον περιορισμένο αριθμό των σωματείων αυτού του είδους και αφετέρου από την κοινωνική τους σύνθεση, στο μέτρο που μας είναι γνωστή. Το τέννις υπήρξε, για το ελληνικό κράτος τουλάχιστον, το μονοπώλιο του Lawn Tennis Club Αθηνών (που από το 1913 μετονομάζεται σε Ομιλο Αντισφαιρίσεως Αθηνών). Μόλις στις αρχές του 20ού αιώνα θα ιδρυθούν άλλα δύο σωματεία τέννις, ο Όμιλος Αντισφαιρίσεως Πειραιώς (1909), ο Ομιλος Αντισφαιριστών Κηφισσίας (terminus ante quem, 1905) και ο Σύλλογος Αντισφαιριστών Κερκύρας (term. a.q. 1912). Μεγαλύτερη ήταν η διάδοση της ποδηλασίας, εφόσον το 1895 λειτουργούσαν ήδη δέκα ποδηλατικά σωματεία στην Αθήνα, τον Πειραιά, την Ερμούπολη και την Πάτρα. Για το σημαντικότερο απ' αυτά, τον Ποδηλατικό Σύλλογο Αθηνών, ο Π. Σ. Σαββίδης σημείωνε το 1901: «απαρτίζεται ήδη εκ 250 περίπου μελών της ανωτέρας παρ' ημίν τάξεως, έχει δεεπί της οδού Σταδίου εντευκτήριον αμιλλώμενον με τα των καλλιτέρων ευρωπαϊκών συλλόγων, με τέλειον αναγνωστήριον, βιβλιοθήκην κτλ.» 16 . Η δ η όμως στις αρχές του 20ού αιώνα η ποδηλασία διερχόταν περίοδο κρίσης. Η ίδια αστική ελίτ που την είχε επιλέξει για την ψυχαγωγία της την εγκαταλείπει εξαιτίας της εκλαΐκευσης του ποδηλάτου με την πτώση του κόστους του. Οι νεαροί αστοί στρέφονται τώρα προς νέες δραστηριότητες, αρχικά
15. Ποδηλατική και Αθλητική Επιθεώρησις της Ανατολής 1 (1898-9) 2. 16. Π. Σ. Σαββίδης, Αθλητικόν Λεύκωμα, Αθήνα 1901, σ. 12.
προς την περιήγηση, μέσω των εκδρομικών συλλόγων, και στη συνέχεια προς το αυτοκίνητο και το αεροπλάνο. Είναι χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία που διαθέτω, μετά το 1900 δεν ιδρύεται ούτε ένας νέος ποδηλατικός σύλλογος ενώ αντίθετα πολλαπλασιάζονται σημαντικά οι εκδρομικοί, κυρίως στην περιοχή της πρωτεύουσας. Η εξάπλωση του περιηγητισμού από την καμπή του αιώνα συνδέεται κατεξοχήν με την ανάπτυξη του φυσιολατρικού κινήματος ως αντίδρασης προς την πνιγηρή ζωή της πόλης καθώς και με τις αλλαγές που παρατηρούνται ως προς τις αναπαραστάσεις της υπαίθρου. Η «συνήθεια της διασκέδασης», σύμφωνα με την έκφραση του Peter Bailey, η οποία είχε κατακτήσει τους νέους στη Βρετανία ήδη από τη δεκαετία του 1860 1 7 , εξαπλώνεται γοργά και στο ελληνικό κράτος τουλάχιστον από τα τέλη του 19ου αι. Η πορεία αυτή είναι προφανής από τα είδη των αθλητικών σωματείων που ιδρύονται πριν και μετά το 1900. Κατά την περίοδο 18691899, από τους 91 συλλόγους των οποίων έχω εντοπίσει την ίδρυση, οι 54 είναι γυμναστικοί. Αντίθετα, κατά την επόμενη περίοδο, 1900-1922, οι γυμναστικοί σύλλογοι περιορίζονται στους 13 σε ένα σύνολο 65 που ιδρύονται στην περιοχή Αθήνας και Πειραιά. Από τους υπόλοιπους, εξάλλου, οι 17 είναι εκδρομικοί και οι 10 ποδοσφαιρικοί. Παρατηρείται συνεπώς μια σαφής αντιστροφή των αναλογιών που προέρχεται από την εμφανή παρακμή των γυμναστικών σωματείων. Η υποχώρηση αυτή ερμηνεύεται εν μέρει από το γεγονός ότι τα περισσότερα γυμναστικά σωματεία της πρώτης περιόδου ιδρύθηκαν γύρω από τον χρονικό πόλο των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα μέσα στο γενικό κλίμα ενθουσιασμού που επικράτησε. Τα 30 από τα 54 αθλητικά σωματεία έχουν ιδρυθεί στα χρόνια 1895-1896. Τότε άλλωστε η εφ. «Εστία» έγραψε και για τη νόσο «αθλητίτιδα». Νόσο όμως που, όπως φαίνεται, θεραπεύτηκε πολύ σύντομα, εφόσον τα περισσότερα από τα σωματεία που ιδρύθηκαν τότε «μόνον κατ' όνομα ύφίσταντο» 18 και διαλύθηκαν σχεδόν αμέσως μετά το 1896. Ο δεύτερος, και δευτερεύων, λόγος για την υποχώρηση των γυμναστικών σωματείων είναι η πορεία προς την εξειδίκευση που χαρακτηρίζει γενικότερα τους συλλόγους και ειδικότερα τους αθλητικούς. Προηγούνται δηλ. τα γενικού χαρακτήρα σωματεία τα οποία περιλαμβάνουν στις δραστηριότητές τους και αθλητικό τμήμα, όπως π.χ. ο Πειραϊκός Σύνδεσμος που περιλάμβανε φιλολογικό, μουσικό και γυμναστικό τμήμα η ο Μουσικός Σύλλογος Ορφέας της Σμύρνης
17. P. Bailey, Leisure and Class in Victorian England. Rational Recreation and the Contest for Control 1830-1885, Λονδίνο, Routledge and Kegan Paul, 1978, σ. 58-59. 18. [I. Ε. Χρυσάφης], Η σωματική αγωγή και η στρατιωτική προπαίδευσις της νεότητος και η ενδεικνυομένη οργάνωσις αυτών, Αθήνα 1925 (Δελτίον Υπουργείου Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, Παράρτημα 15), σ. 28.
νης από τον οποίο προήλθε ο Πανιώνιος, και έπονται εκείνα που καλλιεργούν ένα μόνο σπορ. Ο τρίτος, αλλά όχι λιγότερο σημαντικός λόγος είναι, όπως ήδη αναφέρθηκε, η συνεχώς αυξανόμενη βαρύτητα της ψυχαγωγίας στη ζωή της μεσαίας τάξης. Δεν θα πρέπει να υποτιμάται πάντως το στοιχείο της κοινής διασκέδασης που υπήρχε για τα μέλη και των γυμναστικών συλλόγων 19. Είναι γεγονός ότι στα καταστατικά των εν λόγω σωματείων προβάλλονται ως βασικοί στόχοι αφενός η στρατιωτική προετοιμασία και το καθήκον προς την πατρίδα και αφετέρου η σωματική και πνευματική ανάπτυξη, στοιχείο που παραπέμπει στο αρχαιοελληνικό ιδεώδες του «καλός καγαθός». Ευνοείται, συνεπώς, τουλάχιστον στο επίπεδο των προθέσεων, η παιδαγωγική-διαμορφωτική διάσταση σε βάρος της ψυχαγωγικής. Αυτό διαπιστώνεται και από την ίδια τη δράση σωματείων όπως ο Πανελλήνιος και ο Εθνικός που δημιουργούν αθλητικούς θεσμούς οι οποίοι στοχεύουν στη διάδοση της γυμναστικής εκπαίδευσης: ο Πανελλήνιος ιδρύει σχολή γυμναστών και γυμναστριών (1891), όταν ακόμη απουσίαζε η κρατική μέριμνα, ενώ ο Εθνικός θεσμοθετεί παιδικούς και εφηβικούς αγώνες (από το 1898). Παιδικούς και εφηβικούς αγώνες, εξάλλου, οργανώνουν κατά καιρούς πολλοί σύλλογοι τόσο της πρωτεύουσας όσο και της επαρχίας 20 . Θα ήταν ωστόσο λάθος να πάρουμε κατά γράμμα το λόγο που μονομερώς προβάλλει την ηθική ωφέλεια της σωματικής αγωγής, προσπαθώντας να της προσδώσει την απαραίτητη νομιμοποίηση. Η ώρα της άσκησης στο γυμναστήριο του συλλόγου και η συναναστροφή στα γραφεία η το εντευκτήριο του ήταν ώρα αναψυχής και κίνητρο των εγγραφόμενων μελών ήταν οπωσδήποτε η αναζήτηση συντροφικότητας, κοινωνικής επαφής, ψυχαγωγίας και αισθητικής ικανοποίησης 21 . Το αθλητικό σωματείο εκπροσωπεί προς τα τέλη του 19ου αι. ένα πρότυπο συλλογικής ζωής που συμπυκνώνει ουσιώδη χαρακτηριστικά της αστικής κουλτούρας: ελεύθερος χρόνος και αναψυχή, χαρά της ζωής, ισότητα, ανδρισμός. Η ταύτιση του αθλητικού σωματείου με την ανδρική κοινωνικότητα σήμαινε προφανώς την απουσία γυναικών από τους χώρους άθλησης και από τους καταλόγους των μελών των αθλητικών συλλόγων. Αυτό ίσχυε κατά κανόνα, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, ως τα τέλη του 19ου αιώνα. Έτσι, από τα σωματεία που ιδρύονται ως το 1899, τέσσερα μόνο αναφέρουν στο καταστατικό
19. R. Holt, Sport and Society in Modern France , Λονδίνο, Macmillan, 1981, σ. 51-52, 58-59. 20. Καταγραφή ανά έτος των αγώνων που οργανώθηκαν στο ελληνικό κράτος από το 1898 ως το 1922 βλ. Χ. Κουλούρη, ό.π., σ. 133-140. Σχολικούς αγώνες οργάνωνε από το 1901 ως το 1922 και ο Πανιώνιος στη Σμύρνη. 21. V. L. Lidtke, The Alternative Culture. Socialist Labor in Imperial Germany, Νέα Υόρκη, Oxford University Press, 1985, σ. 3.
τους ότι μπορούν να εγγραφούν και γυναίκες ως μέλη. Από τα σωματεία της Αθήνας, ο Εθνικός και το Lawn Tennis Club είναι τα πρώτα σωματεία που εξέλεξαν, από το 1901, γυναίκες στο Δ.Σ. τους. Ωστόσο, η θέση των γυναικών στα δύο πρωτοπόρα σωματεία είναι τελείως διαφορετική. Στον μεν Εθνικό, η γύμναση των γυναικών υπηρετεί παιδαγωγικούς και πατριωτικούς στόχους και διαφοροποιείται από εκείνη των ανδρών ως προς τον τόπο (δεν γυμνάζονται ταυτόχρονα) και ως προς τον τρόπο (δεν γυμνάζονται με τις ίδιες ασκήσεις). Στον Όμιλο Αντισφαίρισης Αθηνών, αντίθετα, η αθλητική πρακτική στοχεύει στην ψυχαγωγία των γυναικών άσκηση κοινή για τα δύο φύλα και ψυχαγωγία μεικτή, που περικλείει τη συναναστροφή και το παιχνίδι με τα άρρενα μέλη του σωματείου. Πράγματι, η παρουσία των γυναικών στα γυμναστικά σωματεία, όπως ο Πανελλήνιος και ο Εθνικός, περιορίζεται στις εκπαιδευτικές δραστηριότητες, εκείνες που αφορούν τη γύμναση των κοριτσιών και τη μόρφωση διδασκαλισσών της γυμναστικής, και επομένως η ενασχόλησή τους με τη γυμναστική νοείται ως έργο που τοποθετείται πλάι στο κεκτημένο ήδη πεδίο δημόσιας δράσης τους, τη φιλανθρωπία. Στο πλαίσιο λοιπόν του γυμναστικού σωματείου η γυναίκα δε γυμνάζεται όπως τα άρρενα μέλη για να μετάσχει σε αγώνες η να ψυχαγωγηθεί αλλά για να εξυπηρετήσει τους στόχους της γυναικείας εκπαίδευσης, όπως ορίζονται στα τέλη του αιώνα: να διαμορφωθούν υγιείς και εύρωστες μητέρες για τα τέκνα της πατρίδας. Οι ίδιες οι γυναίκες, εκείνες τουλάχιστον που ανήκαν στην αθηναϊκή αστική ελίτ, φαίνεται πως διεκδικούσαν πάντως το δικαίωμα στην ψυχαγωγία μέσω των σπορ, στο πλαίσιο των αθλητικών βεβαίως σωματείων. Το μόνο νεοτερικό σπορ 22 όπου παρατηρείται σημαντική γυναικεία συμμετοχή με καθαρά ψυχαγωγικό περιεχόμενο είναι το τέννις 23 . Πέρα από την ίδια τη χαρά του παιχνιδιού, το τέννις έδινε τη δυνατότητα στις γυναίκες να συναναστραφούν με το άλλο φύλο σε ένα χώρο που ήταν στην ουσία στα όρια του ιδιωτικού και του δημόσιου, εξαιτίας αφενός της οικογενειοκρατικής δομής των σωματείων τέννις (στη συγκεκριμένη περίπτωση, του Lawn Tennis Club) και αφετέρου χάρη στη δυνατότητα να παίζεται ακόμη και στο σπίτι, στα ιδιωτικά γήπεδα των εύπορων σπιτιών. Η Μεσολυμπιάδα που οργανώθηκε στην Αθήνα το 1906 επέβαλε τη δημόσια παρουσία της αθλούμενης γυναίκας αφενός με την ομάδα των Δανίδων
22. Σημαντική ήταν η γυναικεία συμμετοχή σε ένα παραδοσιακό σπορ, επίσης κοινωνικά περιχαρακωμένο, την ιππασία. Βλ. Χ. Κουλούρη, ό.π., σ. 353-5. 23. Χαρακτηριστικό είναι ότι και σε ένα γυμναστικό σωματείο, όπως ο Πανελλήνιος, οι περισσότερες εγγραφές γυναικών ως μελών γίνονται μετά τη δημιουργία γυναικείου τμήματος αντισφαίρισης (1904).
γυμναστριών που έκαναν επίδειξη ασκήσεων σουηδικής γυμναστικής και αφετέρου με τους αγώνες αντισφαίρισης όπου η Ελλάδα ανέδειξε και γυναίκα ολυμπιονίκη. « Η εξέλιξις και ο πολιτισμός», έγραφε στο Λεύκωμα των Αγώνων του 1906 ο Π. Σ. Σαββίδης, «αντήλλαξαν το βαρύ δόρυ με κομψήν ρακέταν, καιτοακόντιονμετηνελαφράνσφαίραν του ελαστικού, και έδωκανειςτην νεωτέραν γυναίκα τα μέσα της διαπλάσεως του σώματός τηςαναλόγωςπρος τας συνθήκας και τας απαιτήσεις της συγχρόνου εποχής, οι δε Ολυμπιακοί αγώνες,οιτελεσθέντες εις την χώραν, ήτις εγέννησε τον αρχαίον αθλητισμόν, δενελησμόνησαντηνσύγχρονον γυναίκα, της κομψής παιδιάς της αντισφαιρίσεως ορισθείσης ως σταδίου επιδείξεως της γυναικείας επιδόσεως» 24 . Οι γυναίκες μετείχαν στα σπορ και από τις κερκίδες, ως θεατές. Πράγματι, τα σπορ κατείχαν μια διπλή ψυχαγωγική λειτουργία — ως πρακτική και ως θέαμα. Παράλληλα με την εξάπλωση της αθλητικής δραστηριότητας, με τη μορφή τόσο της γυμναστικής όσο και των σπορ, ο αθλητισμός αναδείχτηκε σε δημόσιο θέαμα που απευθυνόταν σε ένα συνεχώς διευρυνόμενο τμήμα των μεσαίων τάξεων — και στη συνέχεια και των εργατικών. Οι αντιδράσεις του πλήθους, οι ζητωκραυγές και οι αποδοκιμασίες, η ταύτιση με τους αγωνιζομένους, η συγκίνηση και η βία, όλα τα στοιχεία που, σύμφωνα με τους ανθρωπολόγους, χαρακτηρίζουν τη σύγχρονη αυτή τελετουργία του σταδίου η του γηπέδου, αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της ιστορίας των σπορ. Μαζική παρουσία θεατών σε αθλητικές εκδηλώσεις καταγράφεται στο ελληνικό κράτος ήδη από τις Ζάππειες Ολυμπιάδες, κυρίως στην πιο επιτυχημένη του 1870, όπου οι εφημερίδες της εποχής κατέγραψαν 25.000 θεατές, χωρίς βεβαίως εισιτήριο 25 . Με την ίδρυση των αθλητικών συλλόγων και με αποκορύφωμα τους Ολυμπιακούς του 1896 και τη Μεσολυμπιάδα του 1906, το αθλητικό θέαμα προσελκύει μεγάλο αριθμό θεατών επί πληρωμή. Το εισιτήριο δεν ήταν ιδιαίτερα ακριβό για τα δεδομένα της εποχής —υπήρχαν άλλωστε πολλές κατηγορίες θέσεων— πρέπει ωστόσο να καταγραφεί το γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού της πρωτεύουσας πλήρωνε για να παρακολουθήσει αθλητικούς αγώνες. Ο ενθουσιασμός της Ολυμπιάδας δεν είχε εντούτοις τη συνέχεια που ανέμεναν οι φίλαθλοι της εποχής. Ο χ ι μόνο γιατί, όπως ήδη παρατηρήσαμε, οι περισσότεροι σύλλογοι διαλύθηκαν αμέσως μετά. Αλλά και γιατί η παρουσία των θεατών στους πανελλήνιους αγώνες, οι οποίοι θεσμοθετούνται με το νόμο ( ΒΧΚΑ' του 1899, αν και μαζικότερη από ό,τι σε όλους τους άλλους αγώνες που γίνονται κατά την ίδια περίοδο, ήταν σχετικά ισχνή. Ενδεικτικό της μειωμένης προσέλευσης είναι ενδεχομένως και το γεγονός ότι η Επιτροπή
24. Π. Σ. Σαββίδης, Λεύκωμα..., ό.π., σ. 118-119. 25. I. Ε. Χρυσάφης, Οι σύγχρονοι διεθνείς..., ό.π.,σ. 83.
Ολυμπιακών Αγώνων παραχωρούσε δωρεάν εισιτήρια για ολόκληρες κερκίδες σε σχολεία, ορφανοτροφεία και στρατιωτικά τάγματα. Η μειωμένη προσέλευση θεατών σε αγώνες στίβου, όπως ήταν οι πανελλήνιοι, συνδυάζεται με μια σειρά από νέα στοιχεία που διακρίνουν τον ελληνικό αθλητισμό στις αρχές του 20ού αιώνα: την υποχώρηση της γυμναστικής και του κλασικού αθλητισμού σε όφελος των ψυχαγωγικών σπορ, τη στροφή των αθλητικών συλλόγων προς τον πρωταθλητισμό, την παρέμβαση του κράτους με τη σχετική νομοθεσία που προέβλεπε μεταξύ άλλων την κρατική επιχορήγηση των αθλητικών συλλόγων αλλά και τον πλήρη έλεγχο της διοργάνωσης των αγώνων. Οι δύο βασικοί θεσμοί της διοίκησης του αθλητισμού, ο Σύνδεσμος Ελληνικών Αθλητικών και Γυμναστικών Σωματείων (Σ.Ε.Α.Γ.Σ.) και η Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων (Ε.Ο.Α.), είναι στενά εξαρτημένοι από την κεντρική εξουσία, ιδιαίτερα μάλιστα η Ε.Ο.Α. που δεν αποτελεί εκλεγμένο αλλά διορισμένο όργανο. Στην ουσία, η παρέμβαση του κράτους είναι αντίστροφη από την πορεία της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Ενώ τόσο στα παλαιά σωματεία όσο και στα νέα που ιδρύονται υπάρχει, όπως είδαμε, μια σαφής τροπή προς τη διασκέδαση και την ψυχαγωγία μέσω των σπορ, η νομοθεσία προωθεί τον παιδαγωγικό ρόλο των αθλητικών συλλόγων θεωρώντας το έργο τους συμπληρωματικό της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Σύμφωνα με τον νόμο ,ΒΧΚΑ', τα γυμναστήρια των συλλόγων φιλοξενούν τη γυμναστική εκπαίδευση των μαθητών, εκεί όπου δεν υπάρχει σχολικό γυμναστήριο.
Τα πολεμικά και πολιτικά γεγονότα της δεκαετίας 1912-1922 μάλλον ευνοούσαν τον ίδιο προσανατολισμό που υποβάθμιζε την ψυχαγωγική σε όφελος της εκπαιδευτικής διάστασης στη δράση των σωματείων. Άλλωστε, ως προς την κατανάλωση του ελεύθερου χρόνου, το σωματείο εμφανίζεται ήδη από την καμπή του αιώνα ως ανταγωνιστικό προς το καφενείο, συμβολίζοντας εξίσου ανταγωνιστικές αξίες στο πλαίσιο της αστικής κουλτούρας 26. Η επαφή με τη φύση και η σωματική άσκηση παρουσιάζονται ως τα ηθικά αντίδοτα προς τη μαλθακότητα των «εν τοις καφενείοις διατριβών, τοις κέντροις τούτοις της αργίας και της σήψεως» 27 . Από την αρχή του 20ού αι., η διοργάνωση των αγώνων διέπεται από κανονικότητα και ακρίβεια: λεπτομερής νομοθεσία και κανονισμοί αγώνων προσδιορίζουν τα είδη, το χρόνο και τον τόπο διεξαγωγής τους, τη συγκρότηση της ελλανόδικης επιτροπής, τις προϋποθέσεις συμμετοχής σωματείων και αθλητών, τα βραβεία, τις επιδόσεις. Φαίνεται μάλιστα ότι με την καθιέρωση της
26. D. Α. Reid, «The Decline of Saint-Monday 1766-1876», Past and Present 71 (May 1976) 99. 27. Εγκύκλιος 2361 «Περί γυμνασιακών εκδρομών» (Φεβρ. 1898): Δ. Αντωνίου, Τα προγράμματα της Μέσης Εκπαίδευσης (1833-1929), τ. Α', Αθήνα, ΙΑΕΝ, 1988, σ. 38
απονομής του επάθλου της Νίκης στο σωματείο που συγκέντρωνε τις περισσότερες νίκες στους πανελλήνιους αγώνες καθώς και του βραβείου συλλογικής προσπάθειας από τον Σ.Ε.Α.Γ.Σ. η αναζήτηση της επίδοσης, η «επιδοσιομανία» κατά την έκφραση του Χρυσάφη 28 , αναδεικνύεται σε πρωταρχικό μέλημα της δράσης των αθλητικών συλλόγων. Όλο και περισσότερος χρόνος αφιερωνόταν στη βελτίωση της επίδοσης παρά στη διεύρυνση του αριθμού των γυμναζομένων η στην επαφή και την επικοινωνία των μελών μεταξύ τους. Τα δύο επιφανέστερα γυμναστικά σωματεία της Αθήνας, ο Πανελλήνιος και ο Εθνικός, συγκρούσθηκαν συχνά εκείνη την περίοδο τόσο για τον έλεγχο του Σ.Ε.Α.Γ.Σ. όσο και για τα πρωτεία στους πανελλήνιους αγώνες. Η απόπειρα να προσελκύσουν με κάθε τρόπο ικανούς αθλητές που θα τους χάριζαν περισσότερες νίκες αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα αυτών των συγκρούσεων. Η αναζήτηση της νίκης και του ρεκόρ, συνεπώς, και η έμφαση στη μέτρηση της σωματικής επίδοσης με την επιστημονική ακρίβεια του χρονομέτρου 29 είναι στοιχεία που σφράγισαν εξαρχής τον ελληνικό αθλητισμό, από τη στιγμή μάλιστα που η ανάδειξη πρωταθλητών χρησίμευε ως ένα επιπλέον αποδεικτικό στοιχείο του εθνικού σφρίγους. Η εξωτερική εμφάνιση συμβόλιζε τον εθνικό χαρακτήρα. Τα στάδια και τα πεδία των μαχών θεωρούνταν εξίσου τόποι πραγμάτωσης των ιδεωδών της ανδρικής δύναμης και του ηρωισμού, όπως εύγλωττα δηλώνει το «Ασμα αθλητού» το 1899: Μέσα στα στήθη με θερμαίνει Κύμα νεότητος κι' ορμής Κ' εκεί με σέρνει να πετάξω, Πούνε η Ζωή στεφανωμένη Με δάφνη δόξας και τιμής. Έ ν α κομμάτι αρμονία Απ' την παληά μας εποχή Θέλω στο σώμα μου να δώσω Νάχω το κάλλος, την υγεία Χρυσή κορνίζα στην ψυχή.
Μπορώ την λόγχη να κρατήσω Σε χέρι αδάμαστης ακμής· Θέλω έναν ύμνο του Πινδάρου Όταν το αίμα μου θα χύσω Σ' αγώνες δόξας και τιμής 30 .
28. I. Ε. Χρυσάφης, Οι σύγχρονοι διεθνείς..., ό.π.,σ. 347. 29. Όπως επισημαίνει ο E. Weber, «ο αθλητικός άθλος [...] το ρεκόρ δεν προερχόταν τόσο από τον αγώνα εναντίον του αντιπάλου αλλά εναντίον του χρονομετρημένου και καταγεγραμμένου χρόνου». E. Weber, «La petite reine» στο P. Arnaud - J. Camy (εκδ.), La naissance du mouvement sportif associatif en France. Sociabilités et formes de pratiques sportives, Λυόν 1986, σ. 17. 30. Ποδηλατική και Αθλητική Επιθεώρησις της Ανατολής 1 (1898-9) 134. Ποιητής, ο Κ. Σ. Γούναρης.
Ο ΣΧΟΛΙΚΟΣ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΟΘΩΝΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ (1833-1862)
ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΜΙΑΣ ΑΤΕΛΟΥΣ ΑΠΟΠΕΙΡΑΣ ΜΕΤΑΦΥΤΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΥ ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
ΜΗΝΑΣ Α. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
Η μελέτη, αναφορικά με την εξέλιξη του σχολικού αθλητισμού κατά τη διάρκεια της οθωνικής περιόδου, που επιχειρείται στη συνέχεια, αποτελεί περισσότερο μια οριοθέτηση ενός ερευνητικού πεδίου, παρά μια εξαντλητική και από γνωστική άποψη σχετικά τελειωμένη διαπραγμάτευση. Διατρέχοντας τη διεθνή και ελληνική βιβλιογραφία παρατηρεί κανείς ότι τόσο στην ιστορική έρευνα με αντικείμενο την εκπαίδευση, όσο και στις μεμονωμένες μελέτες που εντάσσονται στο χώρο της ιστορίας του αθλητισμού υπάρχει ένα εμφανές κενό πληροφόρησης για την περίοδο που εξετάζεται. Στο χάσμα αυτό πληροφόρησης προστίθεται με μερικές εξαιρέσεις και η απουσία επιστημονικής προσέγγισης στην ελληνική ιστοριογραφία του αθλητισμού, που προσδίδει στο μεγαλύτερο μέρος των εργασιών και άρθρων για τον αθλητισμό τον 19ο αι. ένα στενά δημοσιογραφικό προφίλ. Το χαρακτηριστικό γνώρισμα των παραπάνω, αφηγηματικού και ανεκδοτολογικού χαρακτήρα, αναφορών συνίσταται στο γεγονός, ότι επιχειρούν να τεκμηριώσουν την αθλητική εξέλιξη σαν αυτοδύναμη και ανεξάρτητη διαδικασία, μονωμένη από κάθε είδους κοινωνικοπολιτικές αξίες και θεωρήσεις. Όμως η αθλητική διαδικασία, και στην περίπτωσή μας ο σχολικός αθλητισμός, εμπίπτει σε ένα πεδίο διαπλεκόμενων κοινωνικών, πολιτικών και εκπαιδευτικών πολυπρισματικών διαδράσεων, που προκαθορίζουν τη δομική διαμόρφωση του, καθώς και τη λειτουργικότητά του και τους στόχους του. Η παραπάνω επισήμανση θα πρέπει να θεωρείται όχι μόνο ως βασική αρχή και θεώρηση για την κατανόηση και επιστημολογική μελέτη της σχολικής αθλητικής εξέλιξης, αλλά και ως αναλυτική προϋπόθεση για την επιστημονική σκέψη που θέλει να προσδιορίσει τις αιτιώδεις σχέσεις και το ρόλο που διαδραματίζουν στη διαμόρφωση και εφαρμογή των θεσμικών πρακτικών. Ως εκ τούτου ο εισηγητής θα προσπαθήσει στη συνέχεια να αναλύσει τις σχέσεις μεταξύ των κρατικών επιδιώξεων και προκριμάτων όπως και των υιοθετούμενων εκπαιδευτικών πρακτικών για την οργάνωση του σχολικού αθλητισμού, να εξετάσει την επίδραση του γερμανικού γυμναστικού συστήματος στην
εν γένει αθλητική εξελικτική πορεία και, τέλος, να οριοθετήσει τον βαθμό πραγματοποίησης των κρατικών επιταγών. Ακολούθως θεωρείται σκόπιμο να τονιστεί, ότι η ανάλυση σχηματοποιείται ως πλαίσιο αναφοράς στο οποίο εγγράφονται και αποκωδικοποιούνται οι μηχανισμοί συγκρότησης της σχολικής αθλητικής δομής σε αντιστοιχία με τη μεταβαλλόμενη ιστορική συγκυρία. Η δημιουργία του ελληνικού κρατικού σχηματισμού υπήρξε το αποτέλεσμα ενός μακροχρόνιου εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα (1821-1829) και της δυναμικής επέμβασης των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής, οι οποίες, μετά τη δολοφονία του πρώτου κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια το 1831, ανέθεσαν με συνοπτικές διαδικασίες τη διακυβέρνηση του νεοσύστατου κράτους στον πρίγκιπα Όθωνα (1832), δευτερότοκο υιό του γνωστού φιλέλληνα μονάρχη της Βαυαρίας Λουδοβίκου του I. Ωστόσο τις βασιλικές εξουσίες ορίστηκε να ασκήσει, μέχρι την ενηλικίωση του Όθωνα, η λεγόμενη Αντιβασιλεία, αποτελούμενη από τον κόμη Joseph von Armansberg, τον καθηγητή Ludwig von Maurer και τον υποστράτηγο Karl Wilhelm von Heideck. Η συγκρότηση του νεοπαγούς κράτους σύμφωνα με μοναρχικά, δυτικού προσανατολισμού πρότυπα και ειδικότερα η οργάνωση ενός συγκεντρωτικού διοικητικού ιστού, η δημιουργία δομών και όρων για την οικονομική ανάπτυξη καθώς επίσης και η επεξεργασία θεσμικού εκπαιδευτικού πλαισίου αναδείχθηκαν σαν oι κατευθυντήριοι πολιτικοί άξονες της Αντιβασιλείας.
Στο χρονικό διάστημα ανάμεσα στα 1833 και 1837 υλοποιούνται μέσω νομοθετικών διαδικασιών οι εκπαιδευτικές προθέσεις των κυβερνώντων. Ενώ λοιπόν ο νόμος της 6/18 Φεβρ. 1834 «Περί δημοτικών σχολείων» καθόριζε το καθεστώς της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, διαμορφώθηκε το πλαίσιο οργάνωσης της μέσης εκπαίδευσης με το διάταγμα της 31 Δεκ. 1836/12 Ιαν. 1837 «Περί κανονισμού των ελληνικών σχολείων και γυμνασίων». Είναι γεγονός ότι η δομή του εκπαιδευτικού συστήματος αποτέλεσε αντιγραφή της αντίστοιχης των γερμανόφωνων κρατιδίων, άμεσα αναφορικά με τη μέση και έμμεσα σχετικά με την πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η γνωστή δήλωση του Αλεξάνδρου Ρίζου Ραγκαβή, ανωτάτου υπαλλήλου στο Υπουργείο Παιδείας, ο οποίος χαρακτήριζε τις σχετικές νομοθετικές ρυθμίσεις «ως απλήν και κατεσπευσμένην αντιγραφήν των βαυαρικών κανονισμών, μετ' ελαχίστων μεταρρυθμίσεων ίνα φανώσιν ως νέον νομοθέτημα δήθεν». Σύμφωνα με αυτά τα δεδομένα, αναλύοντας τις παραγράφους και τα άρθρα της εκπαιδευτικής νομοθεσίας (1833-1837) που σχετίζονται με την οργάνωση και διεξαγωγή του μαθήματος της Γυμναστικής, ανακύπτει σε επίπεδο ορολογίας μια σαφής προσέγγιση της αρχαίας ελληνικής παράδοσης, αφού χρησιμοποιούνται όροι όπως «σωματικαί γυμνασίαι» (σωμασκίαι) (Νόμος 6-18 Φεβρ. 1834, Περί δημοτικών σχολείων, άρθρο 2), «σωμασκία» (Νομοσχέδιο, Περί του οργανισμού των ελληνικών σχολείων και γυμνασίων και πανεπιστημίου, Ναύ-
Ναύπλιο 1834), «γυμναστική» και «γυμναστικαι ασκήσεις» (Β. Διάταγμα 31 Δεκ 1836 - 12 Ιαν. 1837 Περί κανονισμού των ελληνικών σχολείων και γυμνασίων, παράγραφοι 11 και 69) για τον προσδιορισμό των περιεχομένων της κινητικής δραστηριότητας. Αυτή η μονόπλευρη σύλληψη ήταν το αποτέλεσμα της κλασικιστικής ευρωπαϊκής τάσης, που μεταλαμπαδεύτηκε στην Ελλάδα μετά την άφιξη των Βαυαρών με τις ευλογίες της πλειοψηφίας Ελλήνων λογίων και φιλολόγων, οι οποίοι προσπάθησαν να «αποκαθάρουν» τη γλώσσα —για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο του Νίκου Σβορώνου— διαπλάσσοντάς την πάνω στην αρχαία ελληνική, με βασικό σκοπό την αναβίωση της τελευταίας. Αναφορικά όμως με το γενικό οργανωτικό πλαίσιο παρουσιάζονται αντιστοιχίες με το γερμανικό γυμναστικό σύστημα (Turnen), που διέδωσε στην Βαυαρία ο Hans Ferdinand Massmann, μαθητής και συνεργάτης του επονομαζόμενου πατέρα της γερμανικής γυμναστικής κίνησης Ludwig Jahn, ο οποίος —θα μπορούσαμε να πούμε παρενθετικά στο σημείο αυτό— στις αρχές του 19ου αι. σχηματοποίησε σειρές κινητικών δραστηριοτήτων σε στερεά όργανα σε ένα ενιαίο σύστημα, με σκοπό την σωματική ενδυνάμωση του μέσου Πρώσσου πολίτη για να αποτινάξει τον γαλλικό ζυγό. Συγκεκριμένα αναδύονται ταυτόχρονες θεωρήσεις σχετικά με το χρονικό διάστημα διεξαγωγής του μαθήματος, απόρροια της γερμανικής πραγματικότητας όπως αυτή εκφράζεται στις απόψεις του Jahn και του Eiselen μέσω της μονογραφίας τους «Deutsche Turnkunst» (Βερολίνο 1816). Από την άλλη πλευρά έκδηλη είναι η επιδίωξη του νομοθέτη να καταστήσει τη σωματική αγωγή, κυρίως στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, προαιρετικό αντικείμενο διδασκαλίας, εκπαραθυρώνοντάς τη ουσιαστικά από το αναλυτικό σχολικό πρόγραμμα. Εύγλωττη η κρατική πρόθεση στο Β. Διάταγμα για την οργάνωση των γυμνασίων όπου «γυμναστικαι ασκήσεις θέλουν γίνεσθαι το θέρος κατά τας τελευταίας ώρας μετά την μεσημβρίαν όταν υπάρχουν διακοπαί μαθημάτων». Οι προσπάθειες της κρατικής μηχανής, για την εισαγωγή της βαυαρικής σχολικής δομής, με τη σωματική αγωγή να εναρμονίζεται στις επιταγές ενός μονολιθικού και μονόπλευρου γυμναστικού συστήματος, εστιάστηκαν, ιδιαίτερα στην αρχή της οθωνικής περιόδου, στην δημιουργία γυμναστηρίων και τον εξοπλισμό τους με κατάλληλα όργανα εξάσκησης, τα οποία αποτελούσαν τον ακρογωνιαίο λίθο για την μεθοδολογική ανάπτυξη της προαναφερόμενης φόρμας άσκησης. Η ίδρυση και ο εξοπλισμός, με ειδικά όργανα εξάσκησης του γερμανικού συστήματος, χώρων γύμνασης στο Ναύπλιο το 1834 για τις ανάγκες των σπουδαστών του Βασιλικού Διδασκαλείου και αργότερα στην Αθήνα, καθώς επίσης η μετά από πρωτοβουλία των τοπικών Δήμων σύσταση γυμναστηρίων στην Αίγινα και στην Σύρο καταδεικνύει τις κρατικές επιδιώξεις, οι οποίες και στον τομέα αυτό εκφράζονται χωρίς καν να συνεκτιμηθεί η ελληνική πραγματικότητα, όπως αναφέρει και ο Αλέξης Δημαράς γενικεύοντας την κριτική του απέ-
απέναντι στην εκπαιδευτική πολιτική του οθωνικού κράτους. Αποφασιστικά συνέβαλαν στην απόπειρα διάδοσης του παραπάνω συστήματος Βαυαροί και Έλληνες γυμναστές, οι οποίοι εκπαιδεύτηκαν στο Μόναχο κάτω από τις οδηγίες του Η. F. Massmann και εργάστηκαν στα σχολικά γυμναστήρια και στις ιδιωτικές σχολές που λειτούργησαν κυρίως στην Αθήνα. Για την εκπλήρωση της παραπάνω αποστολής στρατολογήθηκαν, θα λέγαμε, οι Ludwig Kork και Karl Ottendorf για τα γυμναστήρια του Ναυπλίου και των Αθηνών αντίστοιχα. Σημαντική διδακτική και συγγραφική δραστηριότητα ανέπτυξε ο καθηγητής της Γεωγραφίας, Ιστορίας και Σωματικής Αγωγής Γεώργιος Παγών, ιδιαίτερα σχετικά με την θεωρητική και μεθοδολογική εκλαΐκευση της γερμανικής γυμναστικής. Η πραγματεία του «Περίληψις της Γυμναστικής», που εκδόθηκε το 1837 στην Αθήνα, θα αποτελέσει την πρώτη εξειδικευμένη γυμναστική μελέτη της νεότερης ελληνικής ιστορίας και η χρήση της στο Βασ. Διδασκαλείο Αθηνών θα διατηρηθεί μέχρι τα μέσα του 19ου αι. Ωστόσο το έργο αυτό αποτελεί πιστή αντιγραφή σχετικών εγχειριδίων του γερμανόφωνου χώρου, όπως αποδεικνύεται από τις μελέτες του γερμανού φιλολόγου και θεωρητικού της Σωματικής Αγωγής Karl Wassmannsdorff ήδη από το 1885. Ο μετέπειτα καθηγητής της γυμναστικής του Βασ. Διδασκαλείου Γεώργιος Παγών επιχείρησε να παρουσιάσει στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό ένα συνονθύλευμα της αρχαίας ελληνικής γυμναστικής παράδοσης με τη μετάφραση κεφαλαίων από το βιβλίο του διάσημου φιλανθρωπιστή J. Ch. F. Guts-Muths «Gymnastik für die Jugend», υιοθετώντας την αρχαϊστική τάση που καλλιεργούσε η εντόπια διανόηση της εποχής, και του αυταρχικού γερμανικού συστήματος με την μεθοδολογική αποδοχή βασικών του κανόνων. Η αθλητική δραστηριότητα στον εξωσχολικό χώρο που αποτελεί την εποχή εκείνη αναπόσπαστο μέρος του ελεύθερου χρόνου εκφράζεται με βάση την κοινωνική προέλευση των συμμετεχόντων σ' αυτήν. Στους κόλπους της άρχουσας τάξης επικρατούν αθλητικές δραστηριότητες, όπως η ιππασία, η ξιφασκία, η οπλομαχία και η κολύμβηση, που ήταν διαδεδομένες και στον αντίστοιχο κοινωνικό ευρωπαϊκό χώρο. Χαρακτηριστικό της διάδοσης των παραπάνω αγωνισμάτων ήταν η συγκρότηση ιδιωτικών σχολών, που λειτούργησαν υπό την διεύθυνση Βαυαρών οπλοδιδασκάλων, απόστρατων στρατιωτικών και διαφόρων Ιταλών και Πολωνών προσφύγων, και αποτέλεσαν φορέα εκπαίδευσης της συγκεκριμένης κοινωνικής ελίτ. Από την άλλη πλευρά ο ελληνικός λαός, κυρίως στην επαρχία, ασχολείται στον ελεύθερο χρόνο του με παραδοσιακές αθλητικές μορφές —δηλ. τον χορό, το λιθάρι, το τρέξιμο, το άλμα κ.τ.λ.— οι οποίες διεξάγονταν κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Η παραπάνω αναντιστοιχία μεταξύ σχολικής και εξωσχολικής αθλητικής δραστηριότητας, με δεδομένη μάλιστα την εγκατάλειψη της λαϊκής παράδοσης από το ελληνικό βασίλειο, οδήγησε στην απομόνωση της γερμανικής γυμναστικής
κής στα σχολικά γυμναστήρια που είχαν ιδρυθεί σε ορισμένες πόλεις. Ενισχυτικά στη διαδικασία αυτή λειτούργησε και η υποκριτική σχεδόν τάση της άρχουσας τάξης, η οποία περιφρονώντας την αναψυχή σε θεωρητικό επίπεδο, επέτρεπε τη φυγή απ' την πραγματικότητα μέσω αθλητικών δραστηριοτήτων σε όσα από τα μέλη της μονοπωλούσαν την κοινωνική καταγωγή και θέση. Την διαδικασία όμως διάδοσης του συγκεκριμένου συστήματος γύμνασης παρεμπόδιζε αναμφίβολα και ο θεωρητικός, νεοκλασικιστικός χαρακτήρας σπουδών στα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Η μονόπλευρη εκτίμηση ότι η θεμελίωση του ιδανικού μιας πλησίστιας επιστροφής στην αρχαία παράδοση διεκπεραιώνεται μόνο με την υπερφόρτωση του αναλυτικού προγράμματος με θεωρητικής κατευθύνσεως και περιεχομένου διδακτικά αντικείμενα οδήγησε στην συρρίκνωση των ωρών διδασκαλίας των μαθημάτων πρακτικής φύσεως και σχεδόν στην αποπομπή της Γυμναστικής από τα προγράμματα. Την εξέλιξη αυτή δεν μπόρεσαν να την εμποδίσουν και οι παρεμβάσεις ιατρών αλλά και του Όθωνα, που διακήρυτταν την θετική συμβολή της Γυμναστικής «εις την διατήρησιν καλής υγείας και ισόμετρον ανάπτυξιν απάντων των μελών του σώματος», όπως τονίζει το 1848 ο βασιλέας σε επιστολή του προς τον υπουργό Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως. Από τις παραπάνω αιτιάσεις γίνεται σαφές ότι το οθωνικό κράτος παρέμεινε δέσμιο της κοντόφθαλμης και συγκεντρωτικής του πολιτικής, ανήμπορο να αρθρώσει ανανεωτικό λόγο και να θεμελιώσει εκπαιδευτικές πρακτικές. Το εύρος της προγονολατρίας αναδύεται και στις προσπάθειες διεξαγωγής αισθητικών εκδηλώσεων, όπου η λάμψη και η γοητεία που ασκούν οι Ολυμπιακοί Αγώνες της ένδοξης ελληνικής αρχαιότητας στους υπέρμαχους του νεοελληνικού ρομαντισμού ήταν, θα λέγαμε, καταλυτική. Τα Ολύμπια, τα οποία έλαβαν χώρα στην Αθήνα σχεδόν στη δύση της οθωνικής περιόδου με την οικονομική αρωγή του Ευαγγέλη Ζάππα, αποτελούν ίσως χαρακτηριστικό παράδειγμα της κοσμοθεωρίας των κυβερνώντων και των απόψεών τους για την αθλητική διαδικασία. Οι αθλητικοί αγώνες, παρά τις προθέσεις του χρηματοδότη τους, λαμβάνουν χώρα το 1859 στα πλαίσια έκθεσης βιομηχανικών προϊόντων, διαφαίνεται μέσω του αγωνιστικού προγράμματος απόπειρα σύνδεσης του αρχαιοελληνικού παρελθόντος με την πραγματικότητα της εποχής και τέλος η έλλειψη οργάνωσης εκτροχιάζει την αθλητική διαδικασία σε θλιβερά στεγανά, σε σημείο μάλιστα που η καυστική κριτική των χρονογράφων της εποχής να εκτοξεύσει δριμείς χαρακτηρισμούς προς την οργανωτική επιτροπή. Αν θεωρήσουμε ότι τα χαρακτηριστικά μεταφύτευσης ενός γυμναστικού συστήματος είναι η νομοθετική κάλυψη, η θεωρητική και μεθοδολογική προσαρμογή, και η προσέγγιση μεγάλων πληθυσμιακών ομάδων ανεξαρτήτως κοινωνικής τάξεως, τότε θα μπορούσαμε να πούμε ότι η απόπειρα αυτή στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της οθωνικής περιόδου ήταν ατελής. Η αναπόφευκτη
αδυναμία κατανόησης του «ξενόφερτου» και μακράν από την λαϊκή παράδοση τεκμηριωμένου γερμανικού γυμναστικού συστήματος, το οποίο προτάθηκε από τους υπευθύνους του Υπουργείου Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, χρησιμοποιώντας ανάλογα με την περίπτωση σε θεωρητικό επίπεδο ως πόλο αναφοράς την αρχαιότητα οδήγησε, σε συνδυασμό με τα οικονομικά προβλήματα και σαφώς την ανεπαρκή οργάνωση, σε εκπαιδευτικό επίπεδο, στο να παραμείνει το μάθημα της Γυμναστικής ουσιαστικά εκτός αναλυτικού προγράμματος και η διεξαγωγή του να επαφίεται κατά τη διάρκεια της οθωνικής περιόδου στην καλή θέληση του εκάστοτε εκπαιδευτικού. Η γερμανική γυμναστική θεμελιωμένη στους ιδεολογικούς προσανατολισμούς του Πρώσσου πατριώτη Jahn, απομονωμένη όχι μόνο από τις πλατιές λαϊκές μάζες, αλλά και από τις αθλητικές δραστηριότητες της άρχουσας τάξης, θα αποτελέσει απλώς τον θεωρητικό προπομπό για την μετέπειτα εισαγωγή της στρατιωτικής γυμναστικής στα εκπαιδευτικά ιδρύματα.
ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΔΥΟ ΦΥΛΩΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΥ 19ου ΑΙΩΝΑ
ΕΛΕΝΗ ΦΟΥΡΝΑΡΑΚΗ
Χωρίς υπότιτλο, ο γενικός αυτός τίτλος χρειάζεται ορισμένες διευκρινίσεις. Από το ευρύτερο πεδίο της φυσικής αγωγής, θα μας απασχολήσει η γυμναστική, και, ακριβέστερα, οι ιδεολογικές εκείνες διεργασίες, οι οποίες επέτρεψαν την ανάδειξή της σε ιδιαίτερο αντικείμενο παιδαγωγικού ενδιαφέροντος και συγχρόνως σε δημόσιο εγχείρημα που αφορά την πολιτεία - διεργασίες, οι οποίες κατά συνέπεια συντελούν στη σταδιακή ενσωμάτωση του μαθήματος της σωματικής αγωγής στους κόλπους του εκπαιδευτικού συστήματος, και για το σύνολο του μαθητικού πληθυσμού. Η διαδικασία αυτή ολοκληρώνεται σε μια πρώτη μακρά φάση με τα σχετικά νομοθετήματα του 1899, τα οποία εισάγουν επίσημα τη σωματική άσκηση στο Δημοτικό και επιχειρούν, για όλες τις βαθμίδες και μέσω πολλαπλών πρακτικών γύμνασης, να ρυθμίσουν σχολαστικά τη σχολική σωματική αγωγή και των δύο φύλων, αλλά και τον εξωσχολικό αθλητισμό. Αφήνοντας εκτός πεδίου ανάλυσης τα νομοθετήματα αυτά και την περιρρέουσα ατμόσφαιρα μέσα στην οποία διαμορφώθηκαν, θα παρακολουθήσουμε ιδεολογικές διεργασίες που προηγήθηκαν των νομοθετημάτων, ξεκινώντας από τις πρώτες ενδείξεις άρθρωσης λόγων (discours) περί σωματικής αγωγής των δύο φύλων, στα πρώτα χρόνια του ανεξάρτητου κράτους. Θα επιχειρήσουμε λοιπόν μια «περιπλάνηση», σε πολύ αδρές γραμμές, σε λόγους που άπτονται της γυμναστικής και εκφέρονται δημόσια κυρίως από λογίους και παιδαγωγούς. Καθώς μας ενδιαφέρει λιγότερο η ίδια η τεχνογνωσία, δεν θα σταθούμε ιδιαίτερα στο λόγο των πλέον «ειδικών», γιατρών και γυμναστών, παρά μόνο στο βαθμό που ο λόγος αυτός μας επιτρέπει να προσεγγίσουμε ευρύτερες «ιδεολογικές χρήσεις» της γυμναστικής. Με επιλεγμένες αναφορές στη νομοθεσία για τη σωματική αγωγή και αφήνοντας προς το παρόν στην άκρη την εκπαιδευτική πράξη, θα επιχειρήσουμε ν' ανασυνθέσουμε όψεις, σημεία, στιγμές της πορείας συγκρότησης του ενδιαφέροντος για τη σωματική αγωγή στην εκπαίδευση. Μέσα όμως από την επισήμανση μετατοπίσεων η επαναξιολογήσεων που αναδεικνύουν οι λόγοι περί γυμναστικής, θα προκύψει, εν είδει υπόθεσης, μια πρώτη απόπειρα περιοδολόγησης. Μια ακόμα υπόθεση
εργασίας διαπερνά το κείμενο: οι λόγοι περί γυμναστικής συνιστούν προνομιακό πεδίο για τη διερεύνηση μεταβαλλόμενων στερεοτύπων της εθνικιστικής ιδεολογίας, αλλά και για τη μελέτη της ιδεολογικής κατασκευής της έμφυλης διαφοράς και των επιθυμητών ταυτοτήτων του φύλου. Ο χρόνος που αναδεικνύεται από την περιπλάνηση αυτή στους λόγους περί γυμναστικής είναι η τείνει να είναι χρόνος της νεοτερικότητας, τουλάχιστον ορισμένων της όψεων. Είναι ο χρόνος του έθνους, της εκμάθησης του ρόλου του πολίτη η του πολίτη-στρατιώτη, των πειθαρχικών μηχανισμών διάπλασης σωμάτων-πνευμάτων συνολικότερα, χρόνος των αξιακών προταγμάτων που εισάγει η «βιο-πολιτική» ως ανάπτυξη πολλαπλών τεχνολογιών «εξουσίας πάνω στη ζωή», πάνω στο εξατομικευμένο ανθρώπινο «σώμα-μηχανή», την αύξηση των ικανοτήτων του, την αιχμαλώτιση της δύναμής του αλλά και την αποτελεσματική του ένταξη στα οικονομικά συστήματα ελέγχου" και πάνω στο συλλογικό σώμα, το «σώμα-είδος», εξειδικευμένο ως προς τις βιολογικές του λειτουργίες, πρόβλημα οικονομικό και πολιτικό από τη σκοπιά της διαχείρισης του πληθυσμού και της ρύθμισης των ιδιαίτερων και ποικίλων μεταβλητών του 1 . Χρόνος όμως που στη συγκεκριμένη περίπτωση εμφανίζεται ασυνεχής, καθώς είναι ασυνεχείς και εξαιρετικά αποσπασματικοί οι ελληνικοί λόγοι περί γυμναστικής που επιχειρούμε να συνθέσουμε σε ένα πρώτο σχήμα" χρόνος επίσης βραχύς, υπό την έννοια ότι οι λόγοι και οι πρακτικές προσδιορίζονται συχνά από την πολιτική συγκυρία" ταυτόχρονα όμως και με διάρκεια, καθώς βασικά θέματα επιμένουν, επαναπροσδιορίζονται η επαναξιολογούνται - τέλος, χρόνος που μοιάζει συχνά μονοδιάστατος αν όχι ευθύγραμμος, εντύπωση, που αν δεν οφείλεται εν μέρει και στο γεγονός ότι η έρευνά μας βρίσκεται ακόμα σε εξέλιξη, πάντως συνδέεται αναμφίβολα και με το γεγονός ότι η εμφάνιση πολλαπλών λόγων και πρακτικών, συνεπώς και ενός «débat» γύρω από τη σωματική αγωγή, χαρακτηρίζει κυρίως τον φθίνοντα 19ο αιώνα και συνεπώς αρχίζει εκεί που τερματίζει η περίοδος που επιλέξαμε γι' αυτή την ανακοίνωση. Από τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια εμφανίζονται, σποραδικά, κείμενα περί φυσικής αγωγής με την ευρύτερη έννοια του όρου, τα οποία αναπαράγουν την δυτική παράδοση του λόγου της οικογενειακής-ατομικής υγιεινής, η οποία επιχειρούσε κυρίως να εισάγει επιστημονικές μεθόδους και νεοτερικά πρότυπα συμπεριφοράς στο ζήτημα της φυσικής φροντίδας της βρεφικής και πρώιμης παιδικής ηλικίας, καταγγέλλοντας παραδοσιακές πρακτικές και ανορθολογικές προλήψεις. Επιχειρώντας να εισάγουν αυτόν τον λόγο στο ελληνικό κοινό, τα σχετικά ελληνικά κείμενα, γραμμένα κυρίως από γιατρούς, μπορεί να αναφέρονται και στη γυμναστική, ενώ μια υγιεινιστική αντίληψη της σωματικής άσκησης
1. Μισέλ Φουκώ, Ιστορία της σεξουαλικότητας, τ. 1: Η δίψα της γνώσης, μετ. Γκλό ρυ Ροζάκη, επιμ. Γιάννης Κρητικός, Αθήνα, εκδ. Ράππα, 1978, σ. 36-38 και 165-178.
σης με στόχο τη διατήρηση και επαύξηση της υγείας απαντά, επίσης σποραδικά, στον παιδαγωγικό λόγο, συναρθρωμένη με παραγγέλματα υγιεινής 2 . Την πιο συγκροτημένη ωστόσο απόπειρα εξοικείωσης της ελληνικής κοινής γνώμης και των δασκάλων με τη νεοτερική γυμναστική συνιστά το εγχειρίδιο του παιδαγωγού Γεωργίου Θ. Παγώντα (Περίληψις της γυμναστική Αθήνα 1837), το οποίο —όπως άλλωστε φαίνεται από τους συγγραφείς από τους οποίους «συνερανίσθη» το κείμενο του ο Παγών, κατά ρητή του δήλωση—, επιχειρεί να συνδυάσει δύο διαφορετικές τάσεις: η μία είναι η καθαρά παιδαγωγική και εξατομικευμένη προσέγγιση της φυσικής αγωγής των Φιλανθρωπιστών, όπως εκφράζεται από τον G u t s - M u t h s ' η άλλη, όπως εκφράζεται επίσης στη Γερμανία (Πρωσία) από τον J a h n , δηλώνει μια στροφή, στις αρχές κυρίως του αιώνα, προς ένα ενιαίο-καθολικό πρότυπο σωματικής αγωγής, πληρέστερα συμβατό προς το νέο ιδεώδες της ενιαίας εθνικής κοινότητας, με τάση υπέρβασης της κατάστασης των ιδιαιτεροτήτων στη ζωή των ανθρώπων, ιδιαιτερότητες που επιπλέον σηματοδοτούσαν την ιεραρχημένη κοινωνία και τις ανισότητες των Παλαιών Καθεστώτων 3 . Μέσα στο πλαίσιο του υγιεινιστικού «ορά-
2. Σχετικά με τη συγκρότηση, στην ηπειρωτική κυρίως Ευρώπη και γύρω στα μέσα του 18ου αιώνα, του νεότερου επιστημονικού πεδίου της φυσικής αγωγής (και οικογενειακής υγιεινής), που επικεντρώνει το ενδιαφέρον του κυρίως στο βρεφικό και παιδικό σώμα και αναλαμβάνει να διαφωτίσει τις μητέρες στην ορθολογική του διάπλαση, βλ. André Rauch, Le souci du corps. Histoire de l'hygiène en éducation physique, Παρίσι, P.U.F., 1983, σ. 13-55. Πρβλ. Jacques Ulmann, De la gymnastique aux sports modernes. Histoire des doctrines de l'éducation physique, Παρίσι, Vrin, 31977, σ. 149-172 (ιδιαίτερα ως προς τις φιλοσοφικές ιδέες των γιατρών και παιδαγωγών, εμπνευστών της νεοτερικής φυσικής αγωγής). Σε ό,τι αφορά την ελληνική περίπτωση, κάποια πρώτα δείγματα παραγωγής λόγου από την πλευρά των γιατρών για τη φυσική φροντίδα και σωματική αγωγή της πρώιμης παιδικής ηλικίας μπορούν ίσως να αναχθούν και στην προεπαναστατική περίοδο (βλ. ενδεικτικά, [Π. Ηπίτης], «Φυσική ανατροφή των παίδων», Ερμής ο Λόγιος 16 (15.8.1816) 279-291). Από τη δεκαετία του 1830, εμφανίζονται στο χώρο του ελληνικού εντύπου και αυτοτελή σχετικά δημοσιεύματα προς χρήση των μητέρων η των γονέων. Πρωιμότερο ίσως δείγμα γραφής ειδικά «περί γυμναστικής» συνιστά το οικείο κεφάλαιο στο βιβλίο του γιατρού Γρηγορίου Καλλιρρόη, Παραγγελίαι περί υγείας και μακροβιότητος, Βενετία 1829, σ. 245-247. 3. Είναι γνωστή η σημασία που είχε η φυσική αγωγή στο ευρύτερο σύστημα αγωγής στα σχολεία των Φιλανθρωπιστών, ενώ ο John Christopher Guts-Muths (1759-1839) θεωρείται ότι ήταν ο πρώτος που διαμόρφωσε το πιο ολοκληρωμένο σύστημα φυσικής αγωγής για μαθητές: βλ. σχετικά, Ulmann, ό.π., σ. 214-226 και J. G. Dixon, «Prussia, Politics and Physical Education», στο: P. C. Mcintosh, J. G. Dixon, A. D. Munrow, R. F. Willets, Landmarks in the History of Physical Education, Λονδίνο, Routledge & Kegan Paul, 1980, σ. 115-118. Όπως επισημαίνουν οι ερευνητές, μέσα στις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, η «προσωποποιημένη» γυμναστική, η οποία απευθυνόταν σ' ένα μικρό αριθμό μαθητών υψηλής κοινωνικής καταγωγής, ήταν προσαρμοσμένη στην ιδιαίτερη ατομική «κράση», αποσκοπούσε σε μια εξατομικευμένη ανάπτυξη και διατηρούσε στοιχεία «αυθορμητισμού
οράματος» της φυσικής αγωγής, κοινό χαρακτηριστικό και των δύο τάσεων, η γυμναστική προβάλλει ως μείζον δημόσιο εγχείρημα: πρωταρχικός της στόχος ορίζεται η υγεία, η μακροβιότητα, η βελτίωση του ανθρωπίνου γένους, πηγές «ιδιωτικού» και «δημοσίου», βλέπε εθνικού, πλούτου 4. Μια εκτενέστερη
σμού», δίνει σταδιακά τη θέση της σε μια πολύ διαφορετική αντίληψη και πρακτική της γυμναστικής: παρά την ποικιλία των συστημάτων φυσικής αγωγής, οι νέες «διδασκαλίες» γυμναστικής βασίζονται πλέον στην αρχή της συλλογικής εκγύμνασης και μιας αυξανόμενης τυποποίησης, αφού μεγάλες ομάδες, ετερογενούς (η χαμηλής) κοινωνικής καταγωγής, εκτελούν τις ίδιες σωματικές ασκήσεις (στο γυμναστήριο, στο στρατό η σε φιλανθρωπικά ιδρύματα)- οι «διδασκαλίες» αυτές εμφανίζονται εξάλλου αυστηρότερα κανονικοποιημένες, δια μέσου της πληθώρας εκείνης των εγχειριδίων του 19ου αιώνα, που προσδιορίζουν λεπτομερώς και σχολαστικά το είδος και τη διαδοχή των ασκήσεων. Η νέα αυτή «τυποποιημένη» γυμναστική (με βάση την οποία αναπροσαρμόζεται άλλωστε και η σχολική γυμναστική, στο πλαίσιο των μαζικών εθνικών συστημάτων εκπαίδευσης), στηρίζεται σε προτάγματα περισσότερο «πειθαρχικά» η «στρατιωτικά» και ενεργοποιείται από τις νέες δυνάμεις που βρίσκονται στην εξουσία, στις σχέσεις τους προς τις κυριαρχούμενες τάξεις: Jacques Defrance, «Esquisse d'une histoire sociale de la gymnastique (1760-1870)», Actes de la Recherche en Sciences Sociales 6 (Δεκέμβριος 1976) 28-29. Πρόκειται βέβαια για μια σύνθετη διαδικασία μετεξέλιξης (πρβλ. Rauch, ό.π., σ. 57 κ.ε.), σύμφωνα με την οποία κάθε «σύστημα» φυσικής αγωγής αντλεί τη νομιμότητά του ευαγγελιζόμενο ένα «καθολικό» και ιδεώδες πρότυπο σωματικής αγωγής και διεκδικώντας ακριβώς την ικανότητα ν' αναπτύξει ισότιμα όλα τα άτομα. Εξάλλου, το «καθολικό» αυτό πρότυπο φυσικής αγωγής τίθεται στην υπηρεσία της εθνικής κοινότητας: οφείλει ν' αποτυπώνει τα ιδιαίτερα «βιολογικά» και πολιτισμικά χαρακτηριστικά της κοινότητας αυτής, ενοποιώντας (και εξουδετερώνοντας) τις διαφορετικότητες της (σωματικής) αγωγής που η πανσπερμία του κοινού έχει αναπτύξει σε διαφορετικά περιβάλλοντα. Πρώτη «αυθεντική» έκφραση αυτής της αντίληψης στάθηκε το γυμναστικό κίνημα του Turnen στην κατακερματισμένη και γαλλοκρατούμενη Γερμανία, τουλάχιστον όπως το εμπνεύστηκε ο ιδρυτής και «θεωρητικός» του κινήματος J. Fr. L. Chr. Jahn (1778-1825). Στο ιδεώδες της «γυμναστικής κοινότητας» του Jahn, η οποία ωστόσο συνιστά μια αμιγώς ανδρική κοινωνικότητα, η γυμναστική δεν είναι πλέον μόνο προϋπόθεση της υγείας και μιας «ηθικής υγιεινής» όπως ήταν στον Guts-Muths, αλλά γίνεται το αναγκαίο όργανο μιας ηθικής πράξης, της οποίας το πρώτο βήμα θα είναι να εξασφαλίσει την ύπαρξη και την ανεξαρτησία της εθνικής κοινότητας· η γυμναστική —ατομική στον Ρουσσώ, κατά μικρές ομάδες στον Guts-Muths— για πρώτη φορά στην ιστορία της παίρνει, με την πρακτική του Turnen, καθαρά συλλογικό χαρακτήρα, ενώ η επαγγελλόμενη δια-ταξική «συνεκτικότητα» τείνει, στο συμβολικό πεδίο, να προσδώσει στη γυμναστική κοινότητα «τις διαστάσεις σχεδόν ενός έθνους»: Ulmann, ό.π., σ. 290· πρβλ. George L. Mosse, The Nationalization of the Masses. Political Symbolism and Mass Movements in Germany from the Napoleonic Wars through the third Reich, Νέα Υόρκη, Howard Fertig, 1975, σ. 130-131. 4. Οι εναρκτήριοι αυτοί στόχοι του εγχειριδίου (Γ. Θ. Παγών, Περίληψις της γυμναστικής, Αθήνα 1837, σ. β') παρουσιάζονται δια στόματος του Φ. Αμορός, φημισμένου εκπροσώπου της «γαλλικής σχολής» φυσικής αγωγής, η οποία εισάγει στη Γαλλία πρακτικές του Turnplatz, την «κουλτούρα» του γυμναστηρίου και την προνομιακή σύνδεση της γυμναστικής με την στρατιωτική προετοιμασία. Ωστόσο, η «γαλλική σχολή», διατηρώντας και
αναφορά στο εγχειρίδιο αυτό μας δίνει την ευκαιρία να εντοπίσουμε βασικές θεωρητικές αρχές της φυσικής αγωγής, αλλά και κύρια ιδεολογικά στερεότυπα των λόγων περί γυμναστικής στην Ελλάδα του 19ου αι., παρά τις μεταγενέστερες επανατοποθετήσεις. Πρώτο βασικό στερεότυπο: αντιπαραθέτοντας τον «φυσικόν άνθρωπον» στον «πεπολιτευμένον πολίτην», ο οποίος διάγει καθιστική ζωή καλλιεργώντας αποκλειστικά τις διανοητικές του δυνάμεις, το εγχειρίδιο νομιμοποιεί την κεντρική αρχή: η σωματική αγωγή προβάλλει ως βασική διαδικασία για την αποκατάσταση «της απολεσθείσης ισοσταθμίας της ανθρωπινής εκμορφώσεως», σύμφωνα με τα λόγια του J a h n 5 . Η διαδικασία αυτή ωστόσο δεν στοχεύει να αποδώσει στην ανθρωπότητα κανένα χαμένο παράδεισο του «φυσικού ανθρώπου»· στοχεύει κυρίως στην ορθολογική και αποτελεσματική διαχείριση της σωματικής ενέργειας και συνακόλουθα στην «ορθή» διευθέτηση των φυσικών ορμών. Ο παραπάνω στόχος αφορά κατά προτεραιότητα στα παιδιά και τους νέους, κατηγορία που θεωρείται ότι βρίσκεται πλησιέστερα προς την κατάσταση του «φυσικού ανθρώπου». Αν και το λεξιλόγιο φιλτράρεται επιμελώς από τους κανόνες της ευπρέπειας, δεν παύει να είναι αποκαλυπτικό: δια της γυμναστικής «θέλομεν προφυλάξη την νεολαίαν από πολλάς μυστικάς νεανικάς αμαρτίας» 6 . Εμμέσως πλην σαφώς, πολλές ανάλογες εκφράσεις του εγχειριδίου απηχούν έναν καθιερωμένο προ πολλού στη Δύση λόγο της φυσικής αγωγής: εκείνον που επικεντρώνεται στην επικινδυνότητα της νεανικής σεξουαλικότητας —ιδιαίτερα των αγοριών— και πιο συγκεκριμένα της πρακτικής του αυνανισμού, προτείνοντας ποικίλες και περίτεχνες τεχνικές πρόληψης και θεραπείας της «νόσου»: ανάμεσά τους, η κοπιώδης σωματική άσκηση, σε αντίθεση προς κατασταλτικά μέσα της ίδιας της πράξης, προβάλλεται ως το ισχυρότερο φάρμακο, επειδή επηρεάζει άμεσα την επιθυμία 7 . Σε τούτο το ιδεολογικό πλαίσιο εντάσσεται η υιοθετούμενη από το εγχειρίδιο μέθοδος έλλογης πειθάρχησης στους κανόνες εργασίας που συνυπολογίζει ταυτόχρονα τον δυναμισμό της νεανικής φύσης, και θεωρείται προτιμότερη από κάθε μορφής καταστολή. Θετικά αντι-
επαναπροσδιορίζοντας την καθαρά παιδαγωγική προσέγγιση της γυμναστικής, χαρακτηρίζεται από έντονη εκλεκτική ροπή (Ulmann, ό.π., σ. 291-302), κάτι που διακρίνει και το εγχείρημα του Παγώντα, όπως άλλωστε και τη μετεξέλιξη της γυμναστικής στην Πρωσία, μετά τη δίωξη του κινήματος του Turnen. 5. Γ. Θ. Παγών, ό.π., σ. 3-6 και 18. 6. Στο ίδιο, σ. 23. 7. Για το λόγο και τις πρακτικές ελέγχου της παιδικής και νεανικής σεξουαλικότητας, πρακτικές που αναπτύσσονται πιο ολοκληρωμένα στο πλαίσιο του κολλεγίου, βλ. ιδιαίτερα Rauch, ό.π., σ. 83-87" ειδικότερα για τη νεοτερική, «πειθαρχική», παιδαγωγική αντίληψη που συνιστά η μετάβαση από την καταστολή της ίδιας της πράξης στην καταστολή της επιθυμίας δια της σωματικής αγωγής, βλ. στο ίδιο, σ. 88-96.
αντιληπτό, το «ζωηρόν» και «ευφρόσυνον» αυτής της φύσης δεν πρέπει να κατα σταλεί, αλλά να εξοικονομηθεί και να διευθυνθεί προς «ηθική» κατεύθυνση8. Σε πολλά ελληνικά κείμενα του 19ου αιώνα, η γυμναστική προβάλλει στερεότυπα όχι μόνο ως αντίδοτο στην πρώιμη σεξουαλικότητα αλλά, κυρίως, ως υποκατάστατο μιας μη επαρκώς ελέγξιμης (ανδρικής) νεανικής κοινωνικότητας. Είναι προφανής η υπαγωγή της γυμναστικής στο πρόταγμα της ηθικής διαπαιδαγώγησης, του μετασχηματισμού δηλαδή της νεότητας σε πειθαρχημένα σώματα-πνεύματα μιας συντεταγμένης πολιτείας. Μολονότι η υγεία και η σωματική δύναμη και επιδεξιότητα αναγνωρίζονται ως τα κύρια αποτελέσματα της σωματικής αγωγής, η γύμναση του σώματος σε καμιά περίπτωση δεν προβάλλει ως αυτοσκοπός" αντίθετα μάλιστα: η φυσική αγωγή —δεύτερη βασική αρχή— προβάλλει ως ένα σύστημα τεχνικών με τα ηθικοποιητικά τους ισοδύναμα, το οποίο ως απώτερο στόχο έχει να επιτύχει «την εντελεστάτην χρησιμότητα του σώματος ως υπηρέτου του πνεύματος»9. Η αρχή αυτή δεν υπονομεύει την αυτονομία της φυσικής αγωγής, αλλά ουσιαστικά υπογραμμίζει την σημασία της ως καθολικής παιδαγωγικής διαδικασίας, σύμφωνα εξάλλου με τους εμπνευστές της νεοτερικής γυμναστικής. Η γυμναστική, επιδρώντας άμεσα στη φύση, στο σώμα, ενεργεί τελικά επί των ψυχικών δυνάμεων του ανθρώπου" τον καθιστά «αισθαντικότερον» η «νοημονέστερον», αλλά κυρίως εμπνέει θάρρος, γενναιοψυχία, καταφρόνηση των κινδύνων και των κόπων, καρτερικότητα και υπομονή. Οι δεξιότητες του σώματος επενδύονται με κοινωνικές αρετές που στο μεν ατομικό επίπεδο εξασφαλίζουν ικανότητα να ανταπεξέρχεται κανείς στις δυσκολίες της ζωής ως ανεξάρτητο ον, στο δε συλλογικό να είναι χρήσιμος στην κοινωνία, και βεβαίως στην πατρίδα 10 . Η αναφορά στους αρχαίους και στο ιδεώδες της ισόρροπης ανάπτυξης σώματος και πνεύματος εξαίρει την φυσική αγωγή ως συνολική παιδαγωγική διαδικασία. Η αναφορά αυτή νομιμοποιεί συγχρόνως την επίκληση της ελευθερίας, συστατικό στοιχείο της γυμναστικής ιδέας (μαζί με την αφοσίωση στο ιδεώδες της πατρίδας), προπάντων όπως η ιδέα αυτή γίνεται λόγος και πράξη στο πλαίσιο του γερμανικού εθνικισμού. Μεταφράζοντας στο σημείο αυτό τον Jahn, το εγχειρίδιο επισημαίνει ότι αν η γυμναστική πρέπει «πάντοτε να εκτελήται
8. Παγών, ό.π., σ. 28.
9. Σ τ ο ίδιο, σ. 4.
10. Στο ίδιο, σ. α', 18, 35-36. Στο εγχειρίδιο του Παγώντα είναι ιδιαίτερα εμφανής η τάση να εξαρθεί η σημασία της σωματικής άσκησης κυρίως για τη σκληραγώγηση του σώματος και τη συνακόλουθη μόρφωση χαρακτήρα (σήμα κατατεθέν της γερμανικής παράδοσης της φυσικής αγωγής), αλλά και για να προετοιμάσει ανθρώπους ικανούς να ανταπεξέλθουν σε όλα τα καθήκοντα και τα «ρίσκα» που επιβάλλει η κοινωνική ζωή, να προσαρμόζονται σε όλα της τα ενδεχόμενα: στην «ωφελιμιστική» αυτή διάσταση της γυμναστικής επιμένει ιδιαίτερα ο γαλλικός κανονιστικός λόγος: βλ. Ulmann, ό.π., σ. 293-294.
κατά τον καιρόν και κατά τον χαρακτήρα του έθνους, κατά το κλίμακαιτον τόπον», «μάλιστα δε ευδοκιμεί μ ό ν ο ν εις τα α υ τ ό ν ο μ α έθ ν η , και ανήκει μ ό ν ο ν δ ι ά ε λ ε υ θ έ ρ ο υ ς ά ν δ ρ α ς» 1 1 . Στο συμβολικό πεδίο, λοιπόν, η γυμναστική επίδοση ενός έθνους δηλώνει με όρους αξιωματικούς την ικανότητα προς ελευθερία, βλέπε την υπεροχή του έθνους. Μέσα από τη μετατόπιση αυτή από το σώμα του ανθρώπου στο σώμα του έθνους (και μάλιστα του ελεύθερου έθνους), η ομαδική σωμασκία συνδέεται πλέον προνομιακά με την ικανότητα, σωματική και ψυχική, υπεράσπισης της πατρίδας" αλλά και με την πολιτική αγωγή, ως διαδικασία πειθάρχησης στο νόμο, κοινό για όλους 12 . Τους στόχους αυτούς ενσαρκώνει το πρότυπο του Turnen' της ξεχωριστής και υποδειγματικής αυτής «κοινότητος των γυμναστικών», κοινότητας ανδρικής, που δεν ταυτίζεται με τη σχολική τάξη αλλά με τον σαφώς διακεκριμένο, και συγχρόνως προσιτό στην κοινή θέα, χώρο του υπαίθριου γυμναστηρίου (Turnplatz), με τους εσωτερικούς του κώδικες και πειθαρχίες, με τους επικεφαλής «γυμναστήν και παιδοτρίβην», άνδρες χωρίς ιδιαίτερη επιστημονική κατάρτιση αλλά έμπειρους, ζωντανά παραδείγματα φιλοπατρίας και ευπείθειας στους νόμους 13 . Το πρότυπο αυτό υιοθετεί λοιπόν, διά στόματος Jahn, το εγχειρίδιο, διανθίζοντάς το με στοιχεία του προγονικού τύπου γυμνασίου και της παλαίστρας. Αναφερόμενος πιο άμεσα στη σωμασκία των μαθητών, ο Παγών περιορίζεται στο να επαναλάβει τις απροσδιόριστες παροτρύνσεις 14 οι οποίες εκφράζονται χαρακτηριστικά και στα εκπαιδευτικά νομοθετήματα του 1834 και 1836: αυτά προβλέπουν αόριστα «τας σωμασκίας» στο Δημοτικό (χωρίς σαφή διευκρίνιση αν αφορούν και στα δύο φύλα) και στα δευτεροβάθμια σχολεία τις ώρες
11. Παγών, ό.π., σ. 19 (η υπογράμμιση δική μου). 12. Αν και, σε σχέση προς μεταγενέστερα κείμενα, αυτή η τελευταία διάσταση μοιάζει μάλλον υποβαθμισμένη στο εγχειρίδιο του Παγώντα, υποδηλώνεται όμως σαφώς μέσα από την περιγραφή του προτύπου της γυμναστικής κοινότητας" το σχετικό τμήμα, όπως σημειώνει ο συγγραφέας, «είναι μεταφρασμένον εκ της βίβλου του Γιαν, και εφηρμοσμένον προς διδασκαλίαν του Ελληνικού ημών γένους»: στο ίδιο, σ. 19-26. 13. Στο ίδιο, σ. 20-22. Για τη γυμναστική φιλοσοφία του Jahn, βλ. Ulmann, ό.π., σ. 277-290" για τις πρακτικές του Turnen γενικότερα, το ιδεολογικό-πολιτικό στίγμα του γυμναστικού κινήματος στη Γερμανία και την αυξανόμενη συντηρητικοποίησή του μετά το 1848, για τη μαζικότητά του και την καθοριστική του συμβολή στην κατασκευή και διατήρηση των εθνικών συμβόλων και τελετουργιών, βλ. ιδιαίτερα J. G. Dixon, «Prussia, Politics and Physical Education», ό.π., σ. 118-131 και Mosse, ό.π., σ. 125-136. 14. Τα αγόρια του δημοτικού θα πρέπει «καθημερινώς ή τουλάχιστον μίαν ώραν να τηναφιερώνωσινειςτηνσωμασκίαν αντί των ανωφελών παιγνιδιών», ενώ οι μεγαλύτ μαθητές θα πρέπει να ασκούνται τις μέρες των διακοπών η της ανάπαυσης σε δημόσια γυμναστήρια" ο Παγών αναφέρει μάλιστα ως παράδειγμα προς μίμηση το νεοσύστατο και μοναδικό τότε γυμναστήριο του Ναυπλίου του οποίου προΐστατο ο ίδιος: Παγών, ό.π., σ. 26-27.
της ανάπαυσης η την περίοδο των θερινών διακοπών 15 . Το μόνο κανονιστικό πρότυπο που το εγχειρίδιο προσφέρει στους δασκάλους είναι εκείνο της γυμναστικής κοινότητας και του γυμναστή που τη διευθύνει, πρότυπο που φαίνεται να εμπνέει για καιρό τους αποσπασματικούς λόγους περί σωματικής αγωγής στην ελληνική εκπαίδευση. Παρά τις θεωρητικές προθέσεις του εγχειριδίου να προωθήσει τη γυμναστική ιδέα στους κόλπους του σχολείου, η προβολή του προτύπου του Turnen την αποσυνδέει από την καθαυτό εκπαιδευτική διαδικασία. Συγχρόνως, καθίσταται εμφανέστερη η ουσιαστική μετατόπιση του κέντρου βάρους από το θεωρητικά «ουδέτερο» σώμα του ανθρώπου —σύμφωνα με τις οικουμενικές ανθρωπιστικές-παιδαγωγικές επαγγελίες του ευρύτερου λόγου της φυσικής αγωγής— προς το ανδρικό σώμα. Πράγματι, ανεξάρτητα από το ότι το εγχειρίδιο επισημαίνει θεωρητικά την ανάγκη της σωματικής αγωγής του γυναικείου φύλου, η μετατόπιση αυτή ενεργοποιείται πολλαπλά. Αναδεικνύεται καταρχήν από τη σύνδεση της γυμναστικής ιδέας με την ικανότητα προετοιμασίας, διαφύλαξης η υπεράσπισης της ελευθερίας της πατρίδας. Εξάλλου, η περιθωριακή αναφορά του εγχειριδίου στη γυμναστική των κοριτσιών νομιμοποιείται και από το ότι δεν μοιάζει να θεωρεί δεδομένη τη σχολική τους ένταξη 16 . Ωστόσο, η έμφυλη διάσταση του λόγου περί γυμναστικής δεν απορρέει ούτε μόνο από τις παραπάνω διαπιστώσεις ούτε μόνο από τη στερεότυπη βασική αρχή, ότι η γυμναστική πρέπει να διαφοροποιείται κατά φύλο. Η ίδια η σωματική άσκηση και τα ηθικοποιητικά της ισοδύναμα συγκροτούνται με όρους έμφυλους: η ενασχόληση με τη γυμναστική προσδιορίζεται ως στοιχείο «ανδρικότητος» και στοχεύει στη διαμόρφωση «σοφής και ανδρικής ψυχής»· οι αρετές που επενδύουν το γυμνασμένο σώμα, η «αφοβία και η γενναιοψυχία», συνιστούν «χαρακτηριστικά ανδρικού χαρακτήρος», σε αντίθεση προς τον «γυναικώδη» χαρακτήρα που παραπέμπει στη δειλία - αντίστροφα, το μη γυμνασμένο σώμα περιβάλλεται με τις αρνητικές συνδηλώσεις του «εκθηλυσμού», βλέπε εκφυλισμού 17. Ανάλογα παραδείγματα θα μπορούσαν να ανιχνευθούν σε πολλά κείμενα, ιδιαίτερα μάλιστα στην καμπή του αιώνα και στις αρχές του 20ού, όταν αποκτά ξεχωριστή εμβέλεια το αθλητικό ιδεώδες, επιβάλλεται το αισθητικό πρότυπο του γυμνασμένου ανδρικού σώματος και συγκροτείται η νέα ανδρική κοι15. Για τις σχετικές αναφορές των νομοθετημάτων του 1834 και 1836, βλ. αντίστοιχα: Πέτρος I. Κλάδος, Εκκλησιαστικά και εκπαιδευτικά ήτοι νόμοι, διατάγματα, εγκύκλιοι, οδηγίαι κλπ. αποβλέποντα εις την Εκκλησίαν και την δημοσίαν εκπαίδευσιν, Αθήνα 1860, σ. 529 και Δαυίδ Αντωνίου, Τα προγράμματα της μέσης εκπαίδευσης (1833-1929), τ. 1, ΙΑΕΝ, Αθήνα 1987, σ. 88 και 103 (τεκμήριο 4). 16. Βλ. τη μοναδική αναφορά του εγχειριδίου στην ανάγκη γύμνασης των κοριτσιών: Παγών, ό.π., σ. 26. 17. Βλ. χαρακτηριστικά αποσπάσματα: στο ίδιο, σ. 8, 35-36.
κοινωνικότητα των σπορ. Ο λόγος περί γυμναστικής —του οποίου απλώς ένα πρώιμο τυπικό δείγμα είναι και ο Παγών—, και στην ελληνική περίπτωση όπως και γενικότερα, κατ' εξοχήν επικεντρώνεται στην κατασκευή της ανδρικής ταυτότητας, σε αντιπαράθεση προς το «θηλυκό», αναπαράγοντας ταυτόχρονα στο συμβολικό πεδίο τους κοινούς τόπους υπεροχής του «ανδρικού» και υποβάθμισης του «θηλυκού».
Αναδεικνύοντας αναμφίβολα τη σωματική αγωγή ως δημόσιο εγχείρημα, το ευρύτερο δυτικοευρωπαϊκό πρότυπο της «γυμναστικής κοινότητας» στις παρυφές του σχολείου εγγράφει την αναγκαιότητα της συλλογικής εκγύμνασης στο πεδίο μιας σχέσης που συνδέει απευθείας το άτομο με την κοινωνία των πολιτών, απηχώντας ενδεχομένως το πνεύμα μιας επίλεκτης ανδρικής κοινότητας. Από την άλλη μεριά, γύρω στα μέσα του αιώνα, οι γιατροί, ως ιδιαίτερη συγκροτημένη «εστία» λόγου, ανανεώνουν το λόγο γύρω από τη νεοτερική γυμναστική, προβάλλοντας κυρίως την ιατρική-υγιεινή της διάσταση (και εκφράζοντας την προτίμηση τους προς τη σουηδική γυμναστική). Ο λόγος αυτός, αναδεικνύοντας την υγεία τόσο ως ατομική όσο και ως δημόσια υπόθεση, προϋποθέτει την αποδοχή μιας καθολικής ανάγκης σωματικής άσκησης, που αφορά δηλαδή όλους, ανεξαρτήτως φύλου η ηλικίας (μολονότι η έμφαση δίνεται στην παιδική ηλικία) και ανεξαρτήτως θεσμικού πλαισίου όπου αυτή υλοποιείται (εφόσον επισημαίνει πολλαπλότητα θεσμών: σχολείο, στρατός, δημόσια γυμναστήρια, ιδιωτική-ατομική εκγύμναση) 18 . Κανένα ωστόσο από τα παραπάνω πρότυπα δεν φαίνεται να συλλαμβάνει επαρκώς την αποκλειστικότητα της σχέσης εκπαιδευτικός μηχανισμός και κανονικοποιημένη συλλογική εκγύμναση —συνεπώς και την τελευταία ως αναπόσπαστο στοιχείο του μηχανισμού αυτού—, αναγνωρίζοντας συνακόλουθα το κράτος ως κύριο υπεύθυνο για την αγωγή αυτή. Η ευθύνη αυτή θα προβληθεί με σαφήνεια όταν, στο πλαίσιο ενός ευρύτερου δημόσιου διαλόγου που διεξάγεται το 1855-56 για την εκπαίδευση, διατυπώνεται —αν και περιθωριακά— το αίτημα να γενικευθεί η σωματική αγωγή σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης. Το αίτημα βασίζεται και εδώ σε δύο κομβικές έννοιες που έχουν ήδη τεθεί: την «αγωγήν των ελευθέρων» και το πατριωτικό αίσθημα. Ωστόσο, λεπτές αλλά ευδιάκριτες μετατοπίσεις και αντιστίξεις επαναπροσδιορίζουν το αιτούμενο : περισσότερο από έκφραση της θεμελιώδους αρχής της ισόρροπης ανάπτυξης σώματος και πνεύματος, περισσότερο κι από εγχείρημα που συνδέεται με την υγεία, η σωματική αγωγή προβάλλεται ως ουσιώδες στοιχείο της εθνικής και πολιτικής αγωγής' περισσότερο από την ατομική ωφέλεια, η σωματική αγωγή υπη18. Βλ. λόγου χάριν, την αρθρογραφία του περιοδικού Ιατρική Μέλισσα (1855-1859) που εξέδιδε στην Αθήνα ο Αναστάσιος Γούδας.
υπηρετεί«τοσυμφέρον της πολιτείας»' και αντίθετα με την υγιεινή η ιατρική γυμναστική, «φροντίζουσαν εν γένει περί της ευεξίας του σώματος του ανθρώπου», η γυμναστική «υπό έποψιν πολιτικήν και καθαρώς πατριωτικήν» επενεργεί επί του «σώματος του πολίτου» 19 . Συνεπώς η ανάπτυξη της σωματικής αγωγής δεν μπορεί να επαφίεται κατά προτεραιότητα στις ατομικές συνειδήσεις (η στο άθροισμα των ατομικών συνειδήσεων, δηλ. στην κοινωνία των πολιτών), αλλά πρέπει να αποτελεί υπόθεση της πολιτείας και άρα του εκπαιδευτικού ιδεολογικού μηχανισμού. Αυτή η επιχειρηματολογία προβάλλεται για να στηρίξει επί της αρχής την αναγκαιότητα θεσμικής κατοχύρωσης και γενίκευσης της γυμναστικής σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης. Ωστόσο, θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι η αρχή της γενίκευσης υπονομεύεται από την ίδια τη φύση των επιχειρημάτων που επιστρατεύονται: στην πολιτική αυτή σύλληψη της γυμναστικής, αναπαράγεται υπόρρητα η προνομιακή σχέση της τελευταίας με την ανδρική εκπαίδευση, δηλαδή τη μόρφωση των μελλόντων πολιτών, ενώ ελάχιστα απασχολεί, αν απασχολεί, η προσαρμογή της σωματικής άσκησης στην ιδιαιτερότητα της παιδικής ηλικίας. Η νέα ευαισθητοποίηση στο ζήτημα της σωματικής αγωγής προβάλλει στο φόντο λόγων που θέτουν ζητήματα συγκρότησης της εθνικής ταυτότητας. Η μια όψη των λόγων αυτών προβάλλει στερεότυπα την αλληλένδετη συμβολική σχέση σωμασκίας-ελευθερίας, και αντίστροφα «μαλθακής διαίτης»-δουλικής κατάστασης η «παρακμής» των εθνών 20 . Η διπλή αυτή συμβολική σχέση νομιμοποιείται με την ενεργοποίηση του αρχαιοελληνικού προτύπου, δηλαδή διά της προβολής σε ένα αναγνωρισμένο «εθνικό» παρελθόν: οι ελεύθεροι Έλληνες πολίτες της πόλης-κράτους, διά της κοινής πρακτικής της σωμασκίας, διαφοροποιούνταν από τους «εις βαρβαρικήν δυναστείαν υποτεταγμένους» ασιατικούς λαούς, επιρρεπείς προς την «αδράνειαν» και την ακινησία 21 . Είναι όμως εμφανής και η αντίστροφη πορεία: η προβολή του προγονικού προτύπου της φυσικής
19. Ο Κωνσταντίνος Φρεαρίτης, στη βιβλιοκρισία του για το βιβλίο του Δ. Σ. Στρούμπου, Το μέλλον, ήτοι περί ανατροφής και παιδεύσεως, Αθήνα 1854, επικρίνει τον τελευταίο επειδή δεν έθιξε καθόλου το ζήτημα της σωματικής αγωγής και αναπτύσσει χαρακτηριστικά τις παραπάνω απόψεις: Πανδώρα 5 (1854-1855) 526-527. 20. «[...] Και η αρχαία και η νεωτέρα ιστορία μας διδάσκει, ότι η έλλειψις της σωμασκίας και η μαλθακή δίαιτα παραλύουν και εκνευρίζουν και τας σωματικάς και τας ψυχικάς δυνάμεις των πολιτών" και ότι άνανδρον και εκνευρισμένον έθνος είναι ανεπίδεκτον γενναίων φρονημάτων και ελευθέρων αισθημάτων, ανίκανον επομένως ν' αποκτήση, ή να διατηρήση καιναυπερασπισθήταςαποκτηθείσαςελευθερίας του, και ότι τοιαύτα έθνη ογλίγωρα ή αργά παρακμάζουν και καταστρέφονται»: Λέων Μελάς, Γεροστάθης, Αθήνα 21860, σ. 63. 21. Βλ. ενδεικτικά: Ηροκλής Βασιάδης, «Περί γυμναστικής των Αρχαίων Ελλήνων», Ιατρική Μέλισσα 6 (1858-1859) 291,297.
κής αγωγής στο παρόν η υποβολή του, δηλαδή, στις ανάγκες συγκρότησης στοιχείων της εθνικής ταυτότητας στη βάση της διαφοροποίησης, στη συγκεκριμένη περίπτωση, προς την Ανατολή, η οποία περιβάλλεται με τις αρνητικές αυτές νοητικές παραστάσεις της μαλθακότητας η της αδράνειας, αντίπαλες προς την κίνηση, δηλ. την πρόοδο. Η άλλη όψη του λόγου στον οποίο εγγράφεται η ευαισθητοποίηση απέναντι στη σωματική αγωγή των μελλόντων πολιτών επιμένει —σύμφωνα άλλωστε με τα νέα αιτούμενα— στην «ιδίαν εθνικήν άγωγήν», την οποία οφείλει να υπηρετεί το εκπαιδευτικό σύστημα: σαφώς διακριτή από την «γενικώς ανθρωπίνην», η εθνική αγωγή, χωρίς να συγχέεται προς τον «εθνικόν εγωϊσμόν», οφείλει να προαγάγει το εθνικό αίσθημα σε αντιπαράθεση προς τον επικινδυνότερο «κοσμοπολιτισμόν» και να έχει στόχο της τη μόρφωση «κοινού εθνικού χαρακτήρος». Η επίκληση του «γνήσιου» ελληνικού χαρακτήρα, της ελληνικής «καθαρότητος», σε αντιπαράθεση όχι πλέον μόνο προς την Ανατολή αλλά και προς τη Δύση, επικαλείται ταυτόχρονα την ορθόδοξη διάσταση της εθνικής ταυτότητας και το αρχαιοελληνικό προγονικό πολιτισμικό πρότυπο, προωθώντας όμως μια ιδέα αυτάρκειας του προτύπου αυτού έναντι του δυτικού πολιτισμού 22 . Στο ιδεολογικό αυτό πλαίσιο, η αναγκαιότητα ευαισθητοποίησης των Νεοελλήνων προς την σωμασκία δεν νομιμοποιείται ως μεταφορά ενός δυτικού θεσμού, αλλά, αντίθετα, ως συναίσθηση καλλιέργειας ενός «προγονικού καρπού». Ετσι, ο επιθυμητός «ελληνισμός των ηθών και των τρόπων» που ενεργοποιείται για να υπερασπίσει την εισαγωγή της παραταύτα δυτικοευρωπαϊκής γυμναστικής μπορεί κάλλιστα να συνυπάρχει με έναν λόγο που διαβλέπει απειλή του «εθνικού χαρακτήρος» ακριβώς από την υιοθέτηση δυτικών προτύπων 23 . Μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε ότι ο λόγος περί γυμναστικής λειτουργεί στο ιδεολογικό πλαίσιο κατασκευής της εθνικής ταυτότητας, σε αντιπαράθεση τόσο προς τον «ανατολικό» δεσποτισμό και σκοταδισμό όσο και προς τους «φράγγικους» συρμούς που απειλούν τα πατροπαράδοτα ελληνικά ήθη.
22. Στο ερώτημα από που θα πρέπει να αντλήσουν οι Έλληνες τας «πρώτας αυτών πολιτικάς και κοινωνικάς αρχάς», από την Ανατολή η από τη Δύση, στο ερώτημα «τί εστιν δηλονότι η Ελλάς, Ανατολή ή Δύσις;», ο Φρεαρίτης απαντά χαρακτηριστικά στους «αγαθούς» που υποστηρίζουν τη μια ή την άλλη θέση: «[...] η Ελλάς ουδ' ανατολή ουδέ δύσις εστίν,αλλ' εστίκαθαρά καθαρωτάτη Ελλάς, και τον πολιτισμόν αυτής οφείλει εξ αυτής της Ελλάδος λαμβάνειν»- παραδεχόμενοι «οθνείον πολιτισμόν» και «χαίνοντες προς τα ελάχιστα των αλλοτρίων» οι Έλληνες παρίστανται «εκφυλισμένοι» στα μάτια των Ευρωπαίων και δεν δικαιούνται καθόλου ν' αγανακτούν «κατά του μισθωτού Φαλμεραΐρου»: Φρεαρίτης, [Βιβλιοκρισία στον Δ. Σ. Στρούμπο], ό.π., σ. 529-530. 23. Βλ. χαρακτηριστικά τον πρυτανικό λόγο του Γεωργίου Μακκά, καθηγητή της ειδικής νοσολογίας: «Περί γυμναστικής του σώματος, ως μέρους της κατά τους αρχαίους τελείας παιδείας», Ιατρική Μέλισσα 3 (1855) 49-72.
Ως κύριο αιτούμενο της σωματικής αγωγής προβάλλει πλέον η μόρφωση φρονήματος" αιτούμενο που στην ελληνική περίπτωση δεν θα αναζητηθεί ακόμα στην αγωνιστική ούτε τόσο στην ενόργανη γυμναστική, αλλά στην πλέον πειθαρχημένη ομαδική εκγύμναση των στρατιωτικών ασκήσεων. Πεδίο πολιτικής διαπαιδαγώγησης και ταυτόχρονα μηχανισμός σφυρηλάτησης του εθνικού αισθήματος, η αλληλένδετη σχέση της γυμναστικής με τις στρατιωτικές ασκήσεις αναδεικνύεται ευρύτερα στο πλαίσιο των δυτικοευρωπαϊκών εθνικισμών του αιώνα. Στην ελληνική περίπτωση, η αρχή της «αγωγής των ελευθέρων» σε στενή συνάρτηση προς τον αλυτρωτισμό γρήγορα θεμελιώνουν ιδεολογικά μια προνομιακή και διαρκή σχέση ανάμεσα στο συγκεκριμένο αυτό είδος σωματικής άσκησης και στους στόχους με τους οποίους επενδύεται κατά προτεραιότητα η σωματική αγωγή: όπως θα υποδειχθεί χαρακτηριστικά (1856), η γυμναστική έπρεπε να εισαχθεί στη μέση ανδρική εκπαίδευση με την ειδική μορφή των στρατιωτικών ασκήσεων, καθώς «εις τας ελευθέρας πολιτείας πας πολίτης είναι φύσει στρατιώτης» 24 . Κάθε άλλο παρά ελληνική ιδιοτυπία, οι λόγοι περί γυμναστικής αναδεικνύουν αυτή την άρση της διάκρισης μεταξύ πολίτη και στρατιώτη. Στους κόλπους μεταβαλλόμενων (και διαφορετικών εξάλλου) ευρωπαϊκών εθνικισμών κατά τον 19ο αιώνα, οι αμφίσημες δυναμικές της ταύτισης αυτής συνιστούν σημαντικό ζήτημα για την προσέγγιση του πλέγματος λόγων και πρακτικών που αξιοδοτούν τη σωματική αγωγή, σε δεδομένες συγκυρίες. Προκειμένου για την Ελλάδα στα τέλη της δεκαετίας του 1850 και στις αρχές του '60, περιόδου ώσμωσης του αλυτρωτισμού με ένα αντιδυναστικό-αντιαπολυταρχικό ρεύμα, περιόδου όπου επιπλέον εκκρεμεί ο ορισμός του πολίτη, θα μπορούσε να ευσταθεί το ερώτημα: η παραπάνω ταύτιση που αναδεικνύει ο λόγος περί γυμναστικής υπονοεί ένα σαφώς αυταρχικό πολιτικό πρότυπο η μήμως προσεγγίζει περισσότερο σε ένα έντονα βολονταριστικό αστικο-δημοκρατικό ιδεώδες του πολίτηπατριώτη, πάντοτε σε ετοιμότητα να υπερασπιστεί την πατρίδα και τις συνταγματικές αρχές; Στη συγκεκριμένη συγκυρία επανεμφάνισης του φιλελευθερισμού, μπορούμε ενδεχομένως να υποθέσουμε την ενεργοποίηση μιας περισσότερο «πολιτικής» εκδοχής του εθνικισμού —σε αντιπαράθεση προς το δεσποτισμό—, και τη συνακόλουθη διεκδίκηση της διπλής ιδιότητας του πολίτη-πατριώτη: αυτή τη διπλή ιδιότητα δεν εξέφραζε άλλωστε ως βασικό έρεισμα του φιλελευθερισμού η Εθνοφυλακή (και το ιδιαίτερο, αυτόνομο, τμήμα της, η Πανεπιστημιακή Φάλαγγα), η οποία ως εξοπλισμός του έθνους θεωρούνταν εγγύηση των δικαιωμάτων του λαού απέναντι στις αυθαιρεσίες της μοναρχίας 25 ;
24. Αντώνιος Φατσέας, Σκέψεις επί της δημοσίας και ιδιωτικής εκπαιδεύσεως των νέων Ελλήνων [μέρος 2ο], Αθήνα 1856, σ. 44. 25. Αντώνης Λιάκος, «Οι φιλελεύθεροι στην επανάσταση του 1862. Ο πολιτικός σύλ-
Το ότι η συγκυρία της Επανάστασης του 1862 τερματίζει την ως τότε αδράνεια της πολιτείας στο αίτημα θεσμοποίησης της σωματικής αγωγής είναι ίσως ενδεικτικό της παραπάνω ιδεολογικο-πολιτικής δυναμικής. Με το ψήφισμα του Δεκεμβρίου 1862 «Περί εισαγωγής εν μεν τω Εθνικώ Πανεπιστημίω της οπλασκίας εν δε τοις κατωτέροις εκπαιδευτηρίοις της γυμναστικής», η προσωρινή κυβέρνηση Βούλγαρη αναγκαζόταν να θεσμοποιήσει την Πανεπιστημιακή Φάλαγγα — ανοίγοντας ενδεχομένως το δρόμο για τον έλεγχο της" το ίδιο ψήφισμα αποτελούσε συγχρόνως τον πρώτο σταθμό στη διαδικασία θεσμοποίησης της γυμναστικής, στην προκειμένη περίπτωση στα δευτεροβάθμια σχολεία αγοριών 26 . Ωστόσο, την παρέμβαση της επίσημης πολιτείας, η οποία εγκαινιάζεται το 1862 και συνεχίζεται με κάμποσα νομοθετήματα περί σωματικής αγωγής την περίοδο 1871-77, συνοδεύει η μετεξέλιξη προς ένα σαφώς αυταρχικό πρότυπο: διαπιστώνουμε τη μονομερή ενεργοποίηση της αρχής της στρατιωτικοποίησης των ομαδικών ασκήσεων, όπου πλέον η ιδιότητα του πολίτη μοιάζει να απορροφάται από εκείνη του στρατιώτη. Στα σχετικά νομοθετήματα του 1871 δεν γίνεται πλέον λόγος για γυμναστική, αλλά μόνο για στρατιωτικές ασκήσεις, οι οποίες και αφορούν αποκλειστικά στη μέση ανδρική εκπαίδευση· παλαιότερη πράξη που ανέθετε στο διευθυντή και δάσκαλο του Δημόσιου Γυμναστηρίου της Αθήνας τη σωματική αγωγή των μαθητών αδρανοποιείται και η διδασκαλία των στρατιωτικών ασκήσεων ανατίθεται σε στελέχη του στρατούήτου σώματος πυροσβεστών, ενώ το 1876 εισάγεται και η οπλασκία, με τον περίφημο «Στρατιωτικόν Κανονισμόν των Γυμνασίων» 27 . Το μνημείο αυτό αυταρχικής αγωγής υπερβαίνει τη διδασκαλία των στρατιωτικών ασκήσεων: σε βάρος της υπάρχουσας σχολικής οργάνωσης και ιεραρχίας εγκαθιδρύει ουσιαστικά ένα παράλληλο και αυτόνομο δίκτυο ιεραρχίας, επιτήρησης και πειθαρχίας της σχολικής ζωής συνολικά, με βάση καθαρά στρατιωτικά πρότυπα, μετατρέποντας κάθε σχολική μονάδα, με τους μαθητές και τους καθηγητές της, σε ένα σχεδόν παραστρατιωτικό σώμα. Εισάγει επιπλέον την αρχή της εξω-
σύλλογος 'Ρήγας Φερραίος'», Μνήμων 8 (1980-1982) 19. Όπως επισημαίνει ο Α. Λιάκος η συγκρότηση της Εθνοφυλακής από τους επαναστατημένους πολίτες «αποτελούσε θεσμό με επαναστατική προέλευση και λαϊκή συγκρότηση, με καθήκον την περιφρούρηση της επανάστασης και την τήρηση της δημόσιας τάξης». Εξάλλου, η Εθνοφυλακή όπως και η Πανεπιστημιακή Φάλαγγα ήταν δημοκρατικά οργανωμένες και οι αξιωματικοί και υπαξιωματικοί εκλέγονταν από τους ίδιους τους πολίτες. 26. Αντωνίου, ό.π., χ. 1, σ. 163-164 (τεκμ. 18). 27. Τα παραπάνω νομοθετήματα βλ. στο ίδιο, τ. 1, σ. 188-189, 192-198 και 206-221 (τεκμ. 26, 29-31 και 37-38). Σημειωτέον ότι το 1877 διακόπηκαν οι στρατιωτικές ασκήσεις με μοναδική αιτία την αδυναμία του στρατού ν' αποσπά στελέχη του στην εκπαίδευση: στο ίδιο, 222 (τεκμ. 38).
σχολικής επιτήρησης των μαθητών, ιδέα οικεία σε μια —έστω μικρή— μερίδα παιδαγωγών. Μολονότι ο «Στρατιωτικός Κανονισμός» δεν εφαρμόστηκε, το πνεύμα του εναρμονίζεται πλήρως με μια καθαρά σωφρονιστική αντίληψη περί αγωγής: λόγου χάριν, με προτάσεις που διατυπώνονται από παλαιότερα περί δημόσιας επιτήρησης των μαθητών διά του θεσμού των «παιδονόμων» η περί ιδρύσεως κρατικών σχολείων-οικοτροφείων, όπου ο εγκλεισμός των μαθητών θα υπηρετούσε αποτελεσματικότερα —κατά το «σπαρτιατικόν πρότυπον»— την ομοιομορφία της αγωγής, εξασφαλίζοντας πλήρως τον έλεγχο της πολιτείας, αλλά και την απρόσκοπτη πειθαρχική εξουσία των δασκάλων 28. Δεν είναι τυχαίο ότι οι αντιλήψεις αυτές αξιοδοτούν την «σωμασκίαν» κυρίως ως εγχείρημα ελέγχου της νεανικής κοινωνικότητας, περιστολής και συγχρόνως κανονικοποίησης της απείθαρχης (αρσενικής) νεανικής φύσης, η οποία αναπαριστάται ως ασυμβίβαστη προς την έννοια της τάξης 29 . Η ανάδειξη της σωματικής άσκησης σε κατεξοχήν παιδαγωγικό ενδιαφέρον και αντικείμενο συνδέεται αναμφίβολα με την ιδιαίτερη αξιολόγηση της παιδικής ηλικίας, μάλιστα δε της πρώιμης. Αν και είχε παλαιότερες βάσεις, όπως είδαμε, το ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την πρώτη φροντίδα και αγωγή της προσχολικής ηλικίας στους κόλπους της οικογένειας και από τη «μητέρα-παιδαγωγό» μοιάζει να έχει πλέον συγκροτηθεί το 1860-70, στο πεδίο βεβαίως του λόγου των ειδικών, γιατρών και παιδαγωγών. Εξάλλου, το ίδιο γενικό κλίμα που αξιολογεί τον ιδιαίτερο ηθικοποιητικό ρόλο της οικογένειας επαναξιολογεί και το ρόλο του εκπαιδευτικού μηχανισμού για τη διάπλαση της παιδικής ηλικίας 30 .
28. Σε ό,τι αφορά την πολιτική δυναμική των απόψεων αυτών, είναι εύγλωττη η επιχειρηματολογία που χρησιμοποιείται: λίγα χρόνια μετά την Επανάσταση του 1862 και την κατοχύρωση της καθολικής ανδρικής ψήφου, ο εκπαιδευτικός Β. Φαρσής, προκειμένου να στηρίξει την πρότασή του για τον θεσμό των παιδονόμων γράφει ότι αν ο μαθητής «αφηνιάζων και πεφυσημένος διάγει εν τω σχολείω», τούτο οφείλεται στο ότι επαινέθηκε επίσημα η συμμετοχή των νέων στον αντιοθωνικό αγώνα" και καταλήγει: «Κακή μοίρα, η παρερμηνευθείσα εν ημίν ελευθερία εισδύει ακόλαστος και εις την μικροπολιτείαν των μαθητών" και όμως απλούστατος συλλογισμός αρκεί να πείση πάντα ότι την μαθητιώσαν νεότητα οφείλομεν να περιορίζωμεν εις πολίτευμα έ σ τ ω και δ υ σ α ν ά λ ο γ ο ν προς το πολ ί τ ε υ μ α της η μ ε τ έ ρ α ς χ ώ ρ α ς , πολίτευμα εις αυστηράν τους νέους υποβάλλον επιτήρησινκαιποινάς αναποφεύκτους». Βασίλειος Φαρσής, Η δημοσία παίδευσις και το διδασκαλικόν εν Ελλάδι, Πάτρα 1868, σ. 55 (η υπογράμμιση δική μου). 29. Βλ. ενδεικτικά: Γ. Θ. Παγών, Τρεις εκθέσεις δοθείσαι το 1862 Ιουλίου 31 εις το της Εκπαιδεύσεως υπουργείον, Αθήνα 1863, σ. 54 και Γεώργιος Μανούσος, Παιδαγωγική διαιτητική και παιδαγωγία, ήτοι οικιακός και σχολικός οδηγός προς παιδαγώγησιν αμφοτέρων των φύλων, Αθήνα 1884, σ. 192. 30. Βλ. σχετικά: Eleni Fournaraki, «Institutrice , Femme et Mère»: Idées sur l'Education des femmes grecques en Grèce du X Ι Xme siècle, ανέκδοτη διδακτορική διατριβή, Université Paris VII, Παρίσι 1992, σ. 200-231.
Από τη δεκαετία του 1870 και εξής γίνεται περισσότερο αισθητή η εκφορά ενός λόγου, ο οποίος θέτει ως ζήτημα αιχμής την αναβάθμιση της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Το δημοτικό σχολείο επαναξιολογείται όχι μόνο ως μηχανισμός διάδοσης των στοιχειωδών γραμμάτων (μετά τη συνταγματική κατοχύρωση της καθολικής ανδρικής ψήφου, η διάδοση του αλφαβητισμού στα λαϊκά στρώματα αποκτά άλλωστε επείγουσα σημασία), αλλά και ως διαδικασία μετάδοσης μιας κοινής βασικής παιδείας και αγωγής, εγχείρημα αποτελεσματικότερης ηθικοποίησης-ενοποίησης του μαθητικού πληθυσμού. Τα προτάγματα αυτά εκδηλώνονται με μια έντονη κριτική στην προνομιακή μεταχείριση από την πολιτεία της μέσης και ανώτερης βαθμίδας. Προάγγελος μεταρρυθμιστικών εγχειρημάτων, σύμπτωμα, παράλληλα, συστηματικότερης υποδοχής της παιδαγωγικής επιστήμης στον ελλαδικό χώρο και συγχρόνως συγκρότησης του συλλογικού σώματος των δασκάλων, ο λόγος αυτός διατυπώνει επίσης προτάσεις προς την κατεύθυνση προσαρμογών του σχολείου στην ιδιαιτερότητα της παιδικής ηλικίας. Οι προτάσεις αυτές εκφράζονται σε πλήθος δημοσιεύματα της περιόδου 1870-80 31 , επηρεάζοντας εν μέρει και τα εκπαιδευτικά νομοσχέδια της ίδιας περιόδου. Από πολλές απόψεις, ο λόγος αυτός επιτρέπει την αξιολόγηση της γυμναστικής και της φωνητικής μουσικής ως «των μάλιστα παιδαγωγικών μαθημάτων», και για τα δύο φύλα. Πολλά από τα δημοσιεύματα περί εκπαίδευσης ενσωματώνουν στις προτάσεις τους την ανάγκη θεσμοποίησης των παραπάνω μαθημάτων στο Δημοτικό και επισημαίνουν την αναγκαιότητα μόρφωσης ειδικών δασκάλων γυμναστικής. Τα αιτήματα αυτά αποτυπώνονται σε ορισμένα από τα εκπαιδευτικά νομοσχέδια, οι σχετικές πρωτοβουλίες ωστόσο προέρχονται κυρίως από το χώρο της ιδιωτικής εκπαίδευσης που συνεργάζεται με γνωστούς γυμναστές, όπως ο Ν. Πύργος και ο I. Φωκιανός, οι οποίοι και συμ-
31. Τα δημοσιεύματα αυτά, μολονότι μπορεί να εκκινούν από διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες, απολήγουν σε προτάσεις που στρέφονται προς την παραπάνω κατεύθυνση: Βλ. χαρακτηριστικά τις Εκθέσεις Πεπραγμένων του Συλλόγου προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων καθώς και τα Πρακτικά των γενικών και ειδικών συνελεύσεων του Ελληνικού Διδασκαλικού Συλλόγου, κατά τη δεκαετία του 1870. Βλ. επίσης: Λέων Μελάς, Παιδαγωγικόν εγχειρίδιον προς χρήσιν των παιδαγωγούντων, Αθήνα 1871, σ. στ'-μζ'· Δημήτριος Στ. Μαυροκορδάτος, Υπομνημάτων περί εκπαιδεύσεως τον λαού, Αθήνα 21872 · Ο εν Αθήναις Σύλλογος προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων, Περί κατωτέρας και μέσης παιδείας η ο επί τον θέματος τούτον διαγωνισμός, Αθήνα 1872" Μιλτιάδης I. Βρατσάνος, Το δημοτικόν σχολείον εν Ελλάδι και ο διδάσκαλος αυτού, Αθήνα 1874" I. Γ. Θεοδωρόπουλος, Οι τελευταίοι λόγοι τον αοιδίμον Πορφυροπούλον περί δημοτικής εκπαιδεύσεως εν ταις συνελεύσεσι του Ελληνικού Διδασκαλικού Συλλόγου, Αθήνα 1878 και Συνέδριον των Ελληνικών Συλλόγων, Πρακτικά της πρώτης αυτού συνόδου συγκροτηθείσης εν Αθήναις, Αθήνα 1879.
συμβάλλουν άλλωστε στην ανάπτυξη των νέων ευαισθησιών 32. Βασικό χαρακτηρι στικό των ευαισθησιών αυτών αποτελεί η έμφαση στη διαφοροποίηση της σωματικής άσκησης ως προς την ηλικία, αλλά και το ενδιαφέρον για την ιδιαίτερη σωματική αγωγή των κοριτσιών. Προκειμένου για την παιδική ηλικία και των δύο φύλων, εκτός από μια λιγότερο «κανονικοποιημένη» γυμναστική, προβάλλεται για πρώτη φορά με έμφαση το παιχνίδι, οι περίπατοι και η άσκηση στην ύπαιθρο. Οι ευαισθητοποιήσεις αυτές, εμμένοντας στις ευεργετικές για την παιδική φύση συνέπειες της διαρκούς εναλλαγής διανοητικής και σωματικής άσκησης, καθιστούν φανερή τη σημασία της οργανικής ένταξης της γυμναστικής στην καθημερινή σχολική ζωή, συνεπώς στην συνολική εκπαιδευτική διαδικασία. Αυτή η σχολική τάξη, χαρακτηριστική της γερμανικής στοιχειώδους εκπαίδευσης, προβάλλει ως βασικό πρότυπο. Εδώ όμως ακριβώς βρίσκεται και ένα από τα σημαντικά «κλειδιά» για την κατανόηση μιας χωρίς προηγούμενο δημοτικότητας που φαίνεται να αποκτά η γυμναστική στο χώρο των λογίων και παιδαγωγών μετά το 1870: η συντριπτική αίγλη που ασκεί η ενωμένη Γερμανία, με την ισχυρή στρατιωτική της μηχανή, τη σωματική ευρωστία και το υψηλό φρόνημα των «τέκνων του γερμανικού λαού». Για τους ενθουσιώδεις οπαδούς του «γερμανικού θαύματος», το τελευταίο αποτελεί κατά κύριο λόγο έργο του γερμανικού εκπαιδευτικού συστήματος. Βασισμένο στην εξ απαλών ονύχων αρμονική ανάπτυξη σώματος και πνεύματος, το γερμανικό εκπαιδευτικό σύστημα «απεργάζεται τα σώματα των μαθητών δι' άπαντα τον βίον ρωμαλέα, σκληροπαγή, ευκίνητα και επιδέξια», ενώ η οργανική ενσωμάτωση της γυμναστικής στο παιδαγωγικό έργο, σε συνδυασμό και με άλλα χαρακτηριστικά της γερμανικής εκπαίδευσης, συμβάλλει στην ανάπτυξη του ομαδικού πνεύματος, συντελώντας καθοριστικά στη σφυρηλάτηση των θεμελιωδών εκείνων χαρακτηριστικών της σύγχρονης συλλογικής ταυτότητας του Γερμανού που οδήγησαν στην εντυπωσιακή ισχύ του γερμανικού κράτους: «σιδηρά θέλησις», συναίσθηση του καθήκοντος «και από τους ελαχίστους τροχίσκους της μηχανής», «ζήλος, ακρίβεια και αυταπάρνησις» στην εκτέλεσή του 38 . Με την καλλιέργεια αυτών ακριβώς των στοιχείων συνδέεται η ομαδική-συγχρονισμένη εκγύμναση στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού συστήματος
32. Και οι δύο γυμναστές, για παράδειγμα, συνεργάστηκαν με τον Σύλλογο προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων και δίδαξαν στο «Παιδαγωγείον», δημοτικό σχολείο «ωργανισμένον κατά το εν Γερμανία πανταχού σχεδόν παραδεδεγμένον σύστημα», που ίδρυσε το 1874 ο σύλλογος αυτός στην Αθήνα. Επίσης, ο Σύλλογος εξέδωσε εγχειρίδια γυμναστικής που συνέταξαν οι συνεργάτες του, όπως του Ιουλίου Έννιγγ, Εγχειρίδιον της υγιεινής σωμασκίας κατά το σύστημα του D. G. M. Schreber, Αθήνα 1872 και του Ν. Πύργου, Παιδαγωγική γυμναστική μετά εικονογραφιών, Αθήνα 1878. 33. Βλ. χαρακτηριστικά Δημ. Στ. Μαυροκορδάτος, ό.π., σ. 20-37.
τος, η οποία και προβάλλει σαφέστερα ως μείζον εγχείρημα ένταξης στην εθνική κοινότητα. Βασική εξάλλου αρχή αυτή της γερμανικής φιλοσοφίας της γυμναστικής από την εποχή του Turnen του Jahn, μοιάζει στο εξής να εκφράζεται πιο συνειδητά και συγκροτημένα στον ελληνικό λόγο. Στο γερμανικό παράδειγμα θα αναφέρονται ως τα τέλη του αιώνα οι λόγοι περί σχολικής γυμναστικής, συνδέοντάς την βεβαίως άμεσα με τη στρατιωτική προετοιμασία για την επαγγελλόμενη πανεθνική κινητοποίηση. Μέσα σ' αυτό το πλαίσιο, η σχολική γυμναστική, ακόμα και όταν της αναγνωρίζονται διαπαιδαγωγητικές ιδιότητες πρόσφορες για την παιδική ηλικία, δεν παύει να ανάγεται συνολικά σε προστάδιο «της στρατιωτικής του έθνους ανατροφής,αρχομένης απότωνσχολείων». Η αντίληψη αυτή περί γυμναστι κής ακολουθεί άλλωστε τους μετασχηματισμούς που είχε υποστεί το ίδιο το (πρωσικό) γερμανικό της πρότυπο μετά το 1830, δια της απορρόφησης του Turnen από τον εκπαιδευτικό μηχανισμό: ενσωματώνοντας από την παράδοση της φυσικής αγωγής το παιδαγωγικό πρόταγμα προσαρμογής σε ηλικιακές ιδιαιτερότητες, είχε διατηρήσει αυτούσια τη λογική της έμφασης στις τακτικές ομαδικές ασκήσεις και στην εκμάθηση της πειθαρχίας 34 . Ετσι, ακόμα και όταν η γυμναστική γίνεται αντιληπτή ως πολλαπλότητα πρακτικών που την διαφοροποιούν κατά φύλο και ηλικία, όταν δεν ταυτίζεται αποκλειστικά με τις στρατιωτικές ασκήσεις, οι τελευταίες θεωρούνται απαραίτητες από τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού, ενώ ως κύριος στόχος παραμένει η στρατιωτική αγωγή, που μπορεί να συγχέεται η να ταυτίζεται με την πολιτική αγωγή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της στάσης αποτελεί το «Εγχειρίδιον της Γυμναστικής» του I. Φωκιανού (Αθήνα, 1883), το πληρέστερο ίσως που είχε εκδοθεί ως τότε στην Ελλάδα. Το αναμφισβήτητο πρόταγμα της πολεμικής προπαρασκευής του έθνους αλλά και η αντίληψη εκείνη που συντηρεί την ταύτιση πολίτη-στρατιώτη με διάμεσο τις τακτικές ασκήσεις που εκτελούνται ομαδικά νομιμοποιούν τη συνεχιζόμενη παρουσία των στρατιωτικών ασκήσεων και της οπλασκίας στη σχολική νομοθεσία, παρά τις εκσυγχρονιστικές της προσαρμογές κατά τη δεκαετία του 1880. Πράγματι, τα σχετικά με τη σχολική γυμναστική νομοθετήματα των κυβερνήσεων του Τρικούπη εισάγουν νέα στοιχεία: στη μέση ανδρική εκπαίδευση, το μάθημα της γυμναστικής διακρίνεται σαφώς από τις στρατιωτικές ασκήσεις, γίνεται υποχρεωτικό δευτερεύον, εντάσσεται επίσημα στα ωρολόγια προγράμματα με τρεις ώρες εβδομαδιαίως και ανατίθεται σε επαγγελματίες γυμναστές, απόφοιτους του Κεντρικού Γυμναστηρίου της Αθήνας, όπου,
34. Για τις εξελίξεις αυτές που αφορούν στο σύστημα σχολικής γυμναστικής όπως διαμορφώθηκε από τον Spiess βλ. J. G. Dixon, «Prussia, Politics and Physical Education», ό.π., σ. 126-133 και Ulmann, ό.π., σ. 298-302.
το 1884, ιδρύεται μάλιστα προσωρινή σχολή γυμναστών 35 . Παράλληλα όμως, επί υπουργίας του ίδιου του Τρικούπη στο Υπουργείο Στρατιωτικών, στις δύο τελευταίες τάξεις του Γυμνασίου, επανεισάγεται αντί της γυμναστικής η υποχρεωτική στρατιωτική εκγύμναση με προγυμναστές υπαξιωματικούς του στρατού. Οι τάξεις αυτές υπάγονται το 1884 σε νέο Στρατιωτικό Κανονισμό, που προβλέπει ομοιόμορφη στολή και δημόσια εκγύμναση στις πλατείες, ενώ οι επιδόσεις και η πειθαρχία στις στρατιωτικές ασκήσεις συνεκτιμώνται στις συνολικές επιδόσεις και τη διαγωγή των μαθητών. Συνακόλουθα, εισάγονται οι στρατιωτικές ασκήσεις και στο Διδασκαλείο 36. Εδώ όμως το πρότυπο έρχεται από αλλού: από τα ρεπουμπλικάνικα γαλλικά νομοθετήματα του 1882, τα οποία εισάγουν τις στρατιωτικές ασκήσεις στα σχολεία και θεσμοποιούν τα σχολικά τάγματα (bataillons scolaires), σώματα παραστρατιωτικά αλλά με πρόθεση να ενσαρκώσουν το ιδεώδες του πολίτη-πατριώτη, στην υπηρεσία της δημοκρατικής πολιτείας 37 . Η «Οικονομική Επιθεώρησις» που προπαγανδίζει τα μέτρα αυτά, προσφέρει χαρακτηριστικά και το αναγκαίο εκσυγχρονιστικό επιχείρημα (μαζί με κοινότυπες αναφορές στο πρότυπο της σπαρτιατικής αγωγής η στον αλυτρωτισμό): η «επιστήμη των όπλων της εθνικής αμύνης» δεν πρέπει να διαχωρίζεται από «τα έργα της επιστήμης και της εθνικής παραγωγής» 38 .
Επισημάναμε ήδη ότι οι νοητικές παραστάσεις που αφορούν στο γυμνασμένο σώμα και στα ηθικά του ισοδύναμα συνιστούν a priori έναν λόγο που «κατασκευάζει» την ανδρική ταυτότητα σε αντιπαράθεση προς το «θηλυκό», αντιληπτό με όρους μειονεξίας η και υποτίμησης. Συγχρόνως, ο κατά προτεραιότητα στόχος του μαθήματος της γυμναστικής, εκείνος της διάπλασης του «σώματος του πολίτου» —η του «πολίτου-στρατιώτου»— δυσχεραίνει συμβολικά την κα νονική ενσωμάτωση του «θηλυκού» στη φιλοσοφία της φυσικής αγωγής. Αποκλεισμένες από την πολιτεία οι γυναίκες μοιάζει να μη βρίσκουν θέση στη συγκεκριμένη αντίληψη για τους στόχους της γυμναστικής, μολονότι, βεβαίως, δεν αμφισβητείται αξιωματικά η ανάγκη σωματικής άσκησης για το γυναικείο φύλο. Το ζήτημα τίθεται εξ αρχής με διαφορετικούς όρους: οι διαφοροποιημένες αναπαραστάσεις που περιβάλλουν το γυναικείο σώμα σε σχέση προς το ανδρικό, οριοθετούν διαφορετικά τη σημασία και το περιεχόμενο της σωματικής
35. Βλ. τα σχετικά νομοθετήματα μεταξύ 1880 και 1884, στο Αντωνίου, ό.π., τ. i, σ. 224-225 και 228-232 (τεκμ. 40 και 43-46) και τ. 2, σ. 118-120 (τεκμ. 25). 36. Στο ίδιο, τ. 1, σ. 233-234, 237-238, 264-266 και 271-278 (τεκμ. 47, 49, 56 και 58) και τ. 2, σ. 121-122 (τεκμ. 26). 37. Βλ. σχετικά Pierre Arnaud (επιμ.), Les athletes de la République. Gymnastique, sport et idéologie républicaine 1870-1914, Τουλούζη, Privat, 1987, σ. 45-46. 38. «Στρατιωτική παίδευσις εν τοις σχολείοις», περ. Οικονομική Επιθεώρησις 1/114 (Αύγουστος 1882) 275.
άσκησης για το «θήλυ φύλον». Συνηθέστατα, ως καταλληλότερο μέσο για την ανάδειξη της φυσικής «χάριτος» του γυναικείου σώματος προβάλλεται ο χορός, είτε σε αντιδιαστολή προς τη γυμναστική είτε, συχνότερα, απλώς ως μια γυναικεία δεξιότητα, ανάμεσα σε άλλες, εντελώς αυτονομημένη από κάθε αντίληψη περί φυσικής αγωγής. Στην άποψη αυτή, ίσως διαθλάται εν μέρει η ίδια η κοινωνική πρακτική που, στο πλαίσιο στρατηγικών κοινωνικής ανόδου, επιβάλλει στην γυναικεία εκπαίδευση —ιδιαίτερα στη δευτεροβάθμια, αποκλειστική ευθύνη της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και φαινόμενο της πόλης— έναν έντονα διακοσμητικό χαρακτήρα με την απόκτηση δεξιοτήτων, οι οποίες δηλώνουν τη συμμετοχή στα κυρίαρχα δυτικά πρότυπα της νέας κοινωνικότητας της πόλης 39 . Από μια άλλη οπτική γωνία, πίσω από τη δυσκολία να αποδοθεί το γυναικείο σώμα στους κόλπους της σωματικής αγωγής, μπορούμε ίσως να διακρίνουμε τη διάχυση μιας στερεότυπης σύλληψης του «θηλυκού», ιδιαίτερα προσφιλούς στο κλίμα του ρομαντισμού, που παραπέμπει σε υπερβατικές εικόνες: «άγγελος, φάσμα η οπτασία», πάντως όχι του κόσμου τούτου" στις νοητικές αυτές παραστάσεις το γυναικείο σώμα απεκδύεται την υλική του υπόσταση, βαθαίνοντας την αντιθετική σύλληψη προς το σώμα του πολίτη 40 . Ωστόσο, το ιδεολογικό εγχείρημα επαναπροσδιορισμού της κοινωνικής διαφοράς —βλέπε ιεραρχίας— των δύο φύλων στη βάση του βιολογικού αναγωγισμού, επιτρέπει νέου τύπου προσλήψεις. Εγκολπώνοντας και αναπαράγοντας καθιερωμένες ήδη κατασκευές στο δυτικό στοχασμό, οι προσλήψεις αυτές θέτουν επί σκηνής, στο δεύτερο μισό του αιώνα, έναν λόγο για το γυναικείο σώμα, ορθολογικότερο, που επικαλείται η υπονοεί την εγκυρότητα της επιστημονικής «αντικειμενικότητας». Βγάζοντας από την κοινοτυπία της τη «γυναικεία φύση» την καθιστούν βασικό νοητικό εργαλείο για την εμπέδωση του ιδεολογήματος της σωματικής και ψυχικής ευαισθησίας —βλέπε αδυναμίας— του γυναικείου φύλου, στενά δεμένης με τη βιολογική λειτουργία της αναπαραγωγής. Το γυναικείο σώμα (τα μέλη, οι μύες, το νευρικό σύστημα) αναπαριστάται σχεδόν ατελές, εύθραυστο αλλά «χαρίεν», ευαίσθητο και προπάντων ευερέθιστο, περίπου ισοδύναμο με τον παιδικό οργανισμό που δεν έχει ακόμα αναπτυχθεί 41 .
39. Για τα φαινόμενα αυτά που περιβάλλουν τη γυναικεία εκπαίδευση βλ. Σιδηρούλα Ζιώγου-Καραστεργίου, Η μέση εκπαίδευση των κοριτσιών στην Ελλάδα (1830-1893), ΙΑΕΝ, Αθήνα 1986, σ. 92-93,192-196, 224" πρβλ. Fournaraki, ό.π., σ. 141-153. 40. Για τις γυναικείες αναπαραστάσεις στο ρομαντικό κλίμα των πρώτων δεκαετιών της Ανεξαρτησίας, βλ. Ελένη Βαρίκα, Η εξέγερση των κυριών. Η γένεση μιας φεμινιστικής συνείδησης στην Ελλάδα 1833-1907, ΙΑΕΤΕ, Αθήνα 1987, 54-61. 41. Είναι ίσως περιττό να επισημάνουμε ότι στο σύνολο των ψυχοσωματικών αυτών χαρακτηριστικών αποδίδονται πνευματικές ιδιότητες, ηθικά γνωρίσματα και κοινωνικές αρετές που προ-καθορίζουν τον ιδιαίτερο «κοινωνικόν προορισμόν» του γυναικείου φύλου στα προστατευτικά τείχη της ιδιωτικής σφαίρας, ανάγοντάς τον σε φυσικές αιτίες που έχουν
Οι ιδεολογικοί αυτοί επαναπροσδιορισμοί, διάχυτοι στον παιδαγωγικό και κανονιστικό λόγο τουλάχιστον από τη δεκαετία του 1860-70, έχουν πολλαπλή σημασία για το θέμα που εξετάζουμε. Αντίδοτο στη «φυσική» ευαισθησία και αδυναμία του γυναικείου φύλου, προς επίρρωσιν της υγείας, προς ενίσχυση του ευερέθιστου νευρικού συστήματος και θωράκιση από τα «πάθη της ψυχής», η φυσική αγωγή για πρώτη ίσως φορά αξιολογείται ιδιαίτερα και συγχρόνως προσδιορίζεται σαφέστερα το περιεχόμενο της, στη βάση της διαφοράς των φύλων. Στα σχετικά κείμενα απορρίπτεται κατά κανόνα η αγωνιστική γυμναστική ως μη συνάδουσα προς την ιδιαίτερη ανατροφή των κοριτσιών, η αντενδείκνυται το αθλητικό της μέρος, και ειδικότερα οι ενόργανες ασκήσεις, ως μη συμβατά με τη «φυσική» χάρη του γυναικείου σώματος. Το μοντέλο φυσικής αγωγής που προβάλλεται για το γυναικείο φύλο είναι σχεδόν πανομοιότυπο με την εξειδικευμένη πλέον, όπως είδαμε, σωμασκία της παιδικής ηλικίας: αυτή η «κυρίως παιδαγωγική γυμναστική» αντλεί στοιχεία από την υγιεινή η ιατρική γυμναστική, και δίνει έμφαση αφενός στην «καλλιτεχνικήν του σώματος διάπλασιν» και αφετέρου στην έκφραση «μετά χάριτος» ψυχικών διαθέσεων, μέσα από μιμητικές κινήσεις, δάνειο ορχηστικών κινήσεων 42 . Κατά τον I. Φωκιανό, η φυσική αγωγή των κορασιών μπορεί να ενσωματώνει και παιδιές, λιγότερο όμως ριψοκίνδυνες· εξάλλου, μετά το 5ο έτος της ηλικίας, η ψυχοσωματική ιδιοσυγκρασία του θήλεος φύλου το αποτρέπει από την πλέον διευρυμένη και σύνθετη σωμασκία των αρρένων: «το παιδίον είναι θορυβώδες και ε π ι θ υ μ ε ί ασκήσεις εν αις δεικνύεται δύναμις και επιτηδειότης», ενώ «το κοράσιον έχει την φύσιν ασθενή, την ηθικήν και φυσικήν ευαισθησίαν εις μείζονα βαθμόνκαιευχ α ρ ι σ τ ε ί τ α ι εις παιδιάς ήττον παραβόλους» 43. Η «γυναικεία φύση» αλλά και συνακόλουθα η κοινωνική «κλήσις» της γυναίκας στην ιδιωτική σφαίρα οριοθετούν ρητά τη σωματική αγωγή, περιορίζοντας το φάσμα των δυνατών κινήσεων, ενώ υπόρρητα και ως ακραία έκφραση, πιστεύουμε, της ίδιας λογικής, η αυστηρότητα της σεξουαλικής ηθικής παρεμβαίνει για να αμφισβητήσει «πάσαν βιαίαν και ανοίκειον κίνησιν» 44 .
ισχύ νόμου και διάρκεια, και ως εκ τούτου δυσκολότερα μπορεί να αμφισβητηθεί. Για μια ανάλυση του λόγου αυτού περί βιολογικής-ψυχολογικής διαφοράς των φύλων και περί γυναικείας «φύσης» βλ. Fournaraki, ό.π., σ. 183-200. 42. Βλ. χαρακτηριστικά τις απόψεις της παιδαγωγού και διευθύντριας του Ζαππείου Παρθεναγωγείου Κωνσταντινούπολης, Καλλιόπης Κεχαγιά, από το βιβλίο της Παιδαγωγικοί μελέται, ήτοι λόγοι εκφωνηθέντες εν τω Ζαππείω κατά την διανομήν των βραβείων, Κωνσταντινούπολη 1880, σ. 38. 43. I. Φωκιανός, Εγχειρίδιον της Γυμναστικής, Αθήνα 1883, σ. 70 (η υπογράμμιση δική μου). 44. Γρηγόριος Γ. Παππαδόπουλος, Δοκίμιον πρακτικών παιδαγωγικών οδηγιών, Αθήνα 1866, σ. 12" πρβλ. Σαπφώ Λεοντιάς, «Τίνα τα μέσα της παιδεύσεως της γυναικός ως ανθρώπου», περ. Ευρυδίκη 25 (10.5.1871) 41.
Πέρα από τις οριοθετήσεις αυτές, εκείνο που κυρίως θέλουμε να αναδείξουμε εδώ είναι ο λόγος που τις περιβάλλει: ο λόγος περί γυμναστικής κατ' εξοχήν αντανακλά αλλά και συγχρόνως συγκροτεί συστηματικά και με πολλαπλό τρόπο την έννοια του κοινωνικού φύλου: δια του βιολογικού αναγωγισμού, που αποτελεί συστατικό στοιχείο του λόγου αυτού, επαναδιατυπώνονται διαρκώς οι έμφυλες ταυτότητες και κατ' επέκταση οι έμφυλοι ρόλοι 45 . Επαναδιατυπώνονται οι σχέσεις των φύλων στο κοινωνικό πεδίο, σχέσεις ιεραρχίας, καθώς αναπαράγεται η ταύτιση των γυναικών με την ιδιωτική σφαίρα και τις αξίες που την περιβάλλουν αξίες ετεροκαθοριζόμενες από τις κυρίαρχες αξίες της δημόσιας σφαίρας τις οποίες —στη διχοτομική αυτή πρόσληψη του κόσμου— εκπροσωπεί το ανδρικό φύλο. Υπό την επίδραση ωστόσο των επαναπροσδιορισμών αυτών, ο αποκλεισμός των γυναικών από την πολιτεία δεν είναι πλέον τόσο απόλυτος: οι αξίες της ιδιωτικής ζωής και το «οικιακό ιδεώδες» —εξιδανικεύσεις που σφραγίζουν τη διανόηση στα τέλη του αιώνα 46— επιτρέπουν για πρώτη ίσως φορά τόσο συστηματικά από ιδεολογική άποψη την ανάδειξη των γυναικών σε ιδιαίτερο παράγοντα της πολιτείας: δια των ηθικοποιητικών και εκπολιτιστικών ιδιοτήτων που τους αποδίδονται —προέκταση στο κοινωνικό πεδίο της γυναικείας «φύσης» που προσδιορίζεται από τη μητρότητα— μπορούν να λειτουργήσουν αναμορφωτικά στην κοινωνία και το έθνος· και καλούνται να το πράξουν στο δημόσιο χώρο, δια του εκπαιδευτικού έργου η δια της φιλανθρωπίας, «φύσει» απόστολοι αυτές της απαιτούμενης κοινωνικής ειρήνης και συνοχής 47. Στο πλαίσιο
45. Πράγματι, εκείνο που έχει ενδιαφέρον να επισημανθεί εδώ είναι η επιχειρηματολογία που χρησιμοποιείται: «και ως προς μεν την σωματικήν αγωγήν παρατηρούμεν ότι το μεν άρρεν, ως έχον το σώμα ισχυρότερον του γυναικείου απαιτεί προς διάθρεψιν τροφάς στερεωτέρας" το δε θήλυ, ως έχον το σώμα ασθενέστερον του ανδρικού, απαιτεί τροφάς μαλακωτέρας και ευπεπτοτέρας. Το άρρεν ένεκα της τραχύτητος του σώματος έχει χρείαν λεπτής και ελαφρας ενδυμασίας" το θήλυ ένεκα της τρυφερότητος του σώματος έχει ανάγκην παχέος και θερμού ιματισμού. Το άρρεν, προωρισμένον ον να ενεργή και πράττη έχει ανάγκην σωματικών γυμνασίων, συντελούντων ου μόνον προς διατήρησιν της υγείας, αλλά και προς επίρρωσιν του σώματος" το θήλυ, προωρισμένον ον να καταστήση τον βίον του ανδρός θυμήρη και τερπνόν, έχει χρείαν σωματικών ασκήσεων, συντελουσών προς τε την της υγείας διαφύλαξιν και την της σωματικής χάριτος πρόσκτησιν». Αρ. Σπαθάκης, «Διαφορά του άρρενος και θήλεος γένους των ανθρώπων [...]», περ. Ευαγγελικός Κήρυξ 2/6 (Νοέμβρ.-Δεκέμβρ. 1870) 541. 46. Για την εξιδανίκευση της ιδιωτικής «σφαίρας» και των αξιών που την πλαισιώνουν και για την ανάπτυξη του «γυναικείου ιδεώδους» από τη διανόηση στην καμπή του αιώνα, βλ. ιδιαίτερα Βαρίκα, ό.π., σ. 73-103. 47. Στο ίδιο, σ. 97-111 και Μαρία Κορασίδου, Οι άθλιοι των Αθηνών και οι θεραπευτές τους. Φτώχεια και φιλανθρωπία στην ελληνική πρωτεύουσα τον 19ο αιώνα, ΙΑΕΝ, Αθή να 1995, σ. 171-222.
των επαναξιολογήσεων αυτών, αναβαπτισμένων στην πανάκεια της προόδου αλλά και στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εθνικιστικής έξαρσης στα τέλη του αιώνα, αποκτά στερεότερες βάσεις ο κοινός τόπος ότι οι μητέρες είναι εκείνες που θα θέσουν τα πρώτα θεμέλια στη μόρφωση των μελλόντων πολιτών. Η σχολική ένταξη, η εκπαίδευση και συνολικά η αγωγή των κοριτσιών αποκτούν ανανεωμένη σημασία και επαναξιολογούνται. Έτσι, η αποτελεσματικότερη ενσωμάτωση του γυναικείου φύλου στην εθνική αγωγή —της οποίας ένας προνομιακός αγωγός είναι και το μάθημα της γυμναστικής— αποτελεί, στα τέλη του αιώνα, περισσότερο από ποτέ αντικείμενο λόγου και πρακτικών τόσο της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και συλλογικοτήτων όσο και της πολιτείας 48 . Υπό το φως αυτών των διεργασιών, μπορεί να κατανοηθεί πληρέστερα το ανανεωμένο ενδιαφέρον για τη γυμναστική των κοριτσιών στην καμπή του αιώνα, αλλά και οι νέοι όροι με τους οποίους αυτό εκφράζεται, ζήτημα όμως που υπερβαίνει τα όρια αυτής της ανακοίνωσης. Καθώς εκπνέει ο αιώνας, η σωματική αγωγή της παιδικής ηλικίας και της νεότητας συνολικά επαναπροσδιορίζεται, καθώς για πρώτη ίσως φορά προβάλλει με τόση ενάργεια η καθοριστική σύζευξη των εθνικιστικών προταγμάτων με τις νεοτερικές αξίες της υγείας και της σωματικής ευρωστίας. Οι αξίες αυτές αρχίζουν ν' αποκτούν ισχύ και εμβέλεια. Αν η συγκυρία του 1896 συνετέλεσε καθοριστικά στη διάχυση των αξιών αυτών και στην εκλαΐκευση του αθλητικού ιδεώδους, το έδαφος είχε αρχίσει να προετοιμάζεται λίγα μόλις χρόνια πριν, με την ίδρυση γυμναστικών και αθλητικών συλλόγων, σημάδι διεύρυνσης των μορφών κοινωνικότητας του αστικού χώρου 49 . Εξάλλου, ένα χρόνο μετά την τέλεση των πρώτων Διεθνών Ολυμπιακών Αγώνων, ο πόλεμος του 1897 συνετέλεσε προς την κατεύθυνση ενίσχυσης της παραπάνω σύζευξης, έστω και αρνητικά: η ήττα ανατροφοδότησε έναν λόγο που απέδιδε την ελληνική κακοδαιμονία, μεταξύ άλλων, στην παρακμή των σωματικών, βλέπε ηθικών δυνάμεων του έθνους, αλλά και στη χαλάρωση του αισθήματος του συνανήκειν στην κοινότητα, έναντι της ανάπτυξης του «εγωιστικού» ατομικιστικού πνεύματος. Διά
48. Σχετικά με την επαναξιολόγηση της γυναικείας εκπαίδευσης στην καμπή του αιώνα, καθώς και τις πιέσεις για μεταρρύθμιση στη μέση βαθμίδα, βλ. Ζιώγου-Καραστεργίου, ό.π., σ. 259 κ.ε. και Ε. Φουρναράκη, Εκπαίδευση και αγωγή των κοριτσιών. Ελληνικοί βληματισμοί (1830-1910). Ένα Ανθολόγιο, ΙΑΕΝ, Αθήνα 1987, σ. 50-72. Σε ό,τι αφορά το μάθημα της Γυμναστικής, παρόν στα προγράμματα του Αρσακείου ήδη από το 18581859, φαίνεται ότι μόλις τη δεκαετία του 1890 αρχίζει να γενικεύεται η διδασκαλία του στα δευτεροβάθμια (ιδιωτικά) παρθεναγωγεία (Ζιώγου-Καραστεργίου, ό.π., σ. 190-191, 225226)" τότε αναπτύσσονται και πρωτοβουλίες συλλόγων (Πανελλήνιος Γυμναστικός Σύλλογος, Ένωσις των Ελληνίδων) για την εκπαίδευση γυμναστριών. 49. Βλ. Χριστίνα Κουλούρη, «Η ώρα του σώματος. Αθλητισμός, άσκηση και ψυχαγωγία στο ελληνικό κράτος (1870-1922)», εδώ, σ. 273-286.
των νομοθετημάτων του 1899 50 , η πολιτεία, με μια αξιοπρόσεχτη ενεργοποίηση των αντανακλαστικών της, θα παρέμβει για πρώτη φορά τόσο δυναμικά και συστηματικά στον τομέα της σωματικής αγωγής, ο οποίος τώρα επενδύεται σαφέστερα με ιδιότητες γενικότερης αναμόρφωσης της παιδείας. Οι εξελίξεις αυτές όμως απαιτούν ιδιαίτερη διαπραγμάτευση.
50. Αντωνίου,ό.π.,τ. 1, σ. 396-422 (τεκμ. 85-87) και τ. 2, σ. 109-203 (τεκμ. 45 και 45α).
ΥΓΕΙΑ, ΑΛΚΗ, ΚΑΛΟΚΑΓΑΘΙΑ: ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ. ΟΙ ΑΝΤΙΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ Η ΒΑΘΜΙΑΙΑ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣ
Η ανακοίνωση αυτή έχει ως πλαίσιο αναφοράς τον εντοπισμό και την κριτική προσέγγιση των λόγων (discours), που αναδεικνύουν την αξία της σωματικής αγωγής στο ελληνικό σχολικό σύστημα, αλλά και στο κοινοτικό σχολικό δίκτυο της ελληνορθόδοξης κοινότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στη διάρκεια της περιόδου 1880-1920. Συγκεκριμένα, θα με απασχολήσει η μελέτη της άρθρωσης και της κοινωνικής αντιστοίχησης των λεκτικών πρακτικών (discursive practices), που διέπουν, νοηματοδοτούν και οργανώνουν τις αντιλήψεις και την επιχειρηματολογία της εκκλησιαστικής διανόησης για την ενδεχόμενη αναγκαιότητα της σωματικής αγωγής στην εκπαίδευση και τις ενδεδειγμένες πρακτικές σωματικής άσκησης. Συγχρόνως όμως θα επιχειρήσω να δείξω τις αντιστάσεις που προέβαλε ο εκκλησιαστικός μηχανισμός στην εισαγωγή του μαθήματος της Σωματικής Αγωγής στην εκπαίδευση, αλλά και τη βαθμιαία και επιλεκτική προσαρμογή του στα κοινωνικο-πολιτισμικά μορφώματα, που αναδεικνύει η νεοτερική εποχή. Η προβληματική που ακολουθώ έχει συγκριτική βάση, καθώς προσεγγίζει αντιστικτικά τον λόγο που παράγουν και διαχέουν στο κοινωνικό σύνολο οι δύο βασικοί πόλοι της ορθόδοξης εκκλησιαστικής διανόησης, τόσο αυτός του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως όσο και αυτός της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος.
Α'. Ευρώπη: Οι τρεις λόγοι (discours) για την αναγκαιότητα της σ αγωγής
Πρόκειται για τρία διαφορετικά γένη λόγων με πανευρωπαϊκή, θα λέγαμε, διασπορά, που έχουν ως υπόβαθρο τις διαδικασίες συγκρότησης και ανάδυσης της νεολαίας ως ιδιαίτερης πληθυσμιακής κατηγορίας με ηλικιακά, κοινωνικά και πολιτισμικά γνωρίσματα. Οι διαδικασίες αυτές ολοκληρώνονται στο δυτικοευρωπαϊκό χώρο στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα 1. Οι λόγοι
1. Αντώνης Λιάκος, Νεανικές οργανώσεις. Η εμφάνιση των νεανικών οργανώσεων. Το παράδειγμα της Θεσσαλονίκης, Αθήνα, Λωτός, 1988, σ. 7-8.
αυτοί, που είναι συμβατοί μεταξύ τους και όχι αυτοαναφορικοί και συμπαγείς και που συνεκβάλλουν στην παιδαγωγική επιστήμη και την «αποικίζουν», συνδέονται με τις διαδικασίες οικονομικού, πολιτικο-διοικητικού και πολιτιστικοεκπαιδευτικου εκσυγχρονισμού του έθνους-κράτους, οργανώνουν την παιδαγωγική θεωρία και πρακτική και συγκροτούν το πλαίσιο αναφοράς της επιστήμης της Σωματικής Αγωγής ως μερικευμένης τεχνολογίας συγκρότησης και εδραίωσης του απρόσωπου δικτύου της εξουσίας της πειθαρχικής νεοτερικής κοινωνίας. Εφεξής η σωματική αγωγή δεν θα είναι μόνο ο δίαυλος της χειραφέτησης του σώματος, της διανοητικής χαλάρωσης και της συναισθηματικής εκφόρτισης, αλλά συνάμα θα λειτουργεί ως μηχανισμός χειραγώγησης της νεανικής ιδιαιτερότητας από τους φορείς της κρατικής, της σχολικής και της ιατρικής εξουσίας. Είναι η συγκυρία, κατά την οποία η πολιτική οικονομία της διαχείρισης του σώματος και του ελέγχου και της ιδιοποίησης του κοινωνικά αποδεσμευμένου χρόνου κάνει ανεπαίσθητα σχεδόν την εμφάνισή της. Η παιδαγωγική πρακτική από τα μέσα του 19ου αιώνα αναγορεύει το σχολείο σε κεντρικό μηχανισμό κοινωνικοποίησης του μαθητικού δυναμικού, αλλά συγχρόνως και διασποράς του νέου αστικού ήθους (τρόποι ζωής, κοινωνικές συμπεριφορές, συστήματα αξιών) στο γενικό πληθυσμό. Από την άλλη πλευρά, η παιδαγωγική θεωρία δεν προσδιορίζεται πλέον την περίοδο αυτή από τη διάκριση εργασία/παιχνίδι, αλλά από τη διάκριση άσκοπη η και επικίνδυνη δραστηριότητα/σκόπιμη-αποτελεσματική δραστηριότητα2. Παραπέμπει κατά συνέπεια σε μια αντίληψη εκλογίκευσης, εργαλειοποίησης και επιτήρησης της παιδικής και νεανικής ενεργητικότητας, σε μια πειθαρχική και ιατρική λειτουργία της σωματικής αγωγής, η οποία συγκροτεί το άτομο ως αυτενεργό υποκείμενο, αλλά, συγχρόνως, και ως οργανικό στοιχείο της κοινότητας-ομάδας. Οι λόγοι, που κωδικοποιούν το ενδιαφέρον για την σωματική αγωγή, είναι κατά σειράν οι ακόλουθοι: α) Ο ιατρικός λόγος, ο οποίος εμπλεκόμενος στο πεδίο της βιοπολιτικής, δηλαδή του διοικητικού, πολιτικού και κοινωνικού ελέγχου των συμπεριφορών του πληθυσμού, και διαποτιζόμενος από τη λογική του οικονομικού φιλελευθερισμού, λειτουργεί προληπτικά ως θεματοφύλακας της ατομικής και δημόσιας υγείας, καθώς την αντιλαμβάνεται ως ατομικό και δημόσιο αγαθό, ως κοινωνικό και εθνικό κεφάλαιο. Δεν πρέπει να λησμονούμε, άλλωστε, ότι ήδη από το 17ο και 18ο αιώνα το ανθρώπινο σώμα έχει μετατραπεί σε παραγωγική μηχανή με συνέπεια «όλες οι μορφές ανάλωσης του που δεν συνεισέφεραν στη σύσταση των παραγωγικών δυνάμεων — και που παρουσιάζονταν [...] σαν
2. Andre Rauch, Le souci du corps. Histoire de l'hygiene en education physique, Paris, P.U.F., 1983, σ. 97.
περιττές» να απαγορεύονται και να καταστέλλονται 3. Συνοψίζοντας θα λέγαμε ότι ο λόγος αυτός συγκροτεί την ιατρική γυμναστική και αναδεικνύει την προληπτική της διάσταση. β) Ο πολιτικός λόγος της στρατιωτικής ετοιμότητας των πολιτών μέσω της σωματικής άσκησης και της σκληραγωγίας. Στο πλαίσιο αυτό, η γυμναστική αποσκοπεί είτε στην εθνική κινητοποίηση για την απελευθέρωση και την ενοποίηση του έθνους και κατ' επέκταση για την συγκρότηση του εθνικού κράτους (γερμανικό πρότυπο) είτε στην υπεράσπιση της πατρίδας και της δημοκρατίας (γαλλικό πρότυπο), εκφάνσεις αμφότερες της ιδεολογίας του εθνικισμού. Στην πρώτη περίπτωση, έχουμε να κάνουμε με ένα παρεπόμενο του πολιτιστικού-ανατολικού-αυταρχικού εθνικισμού, που βρίσκει την ιδεοτυπική του έκφραση στο γερμανικό χώρο 4 . Σ' αυτό το ιδεολογικό σχήμα εντάσσονται: α) Το διαταξικής συγκρότησης και θεμελιωμένο στο λόγο της κλασικιστικής καλοκαγαθίας γυμναστικό κίνημα (Turnbewegung) του Jahn, που ανήγαγε σε πολιτική αισθητική την συγχώνευση της ατομικότητας και του πνεύματος της εθνικής κοινότητας, αναζητώντας μέσω της ομοιομορφίας των στολών, των εμβλημάτων, των εμβατηρίων, των παρελάσεων, των γυμναστικών ασκήσεων, των εθνικών τελετουργικών εορτασμών και των γυμναστικών επιδείξεων (gymnastic festivals) τη δημιουργία του ιδεώδους Γερμανού, τη συμβολική ενοποίηση των διάσπαρτων μελών του γερμανικού εθνικού κορμού και την ενιαία κρατική συγκρότηση της Γερμανίας, β) Το πρότυπο σωματικής αγωγής του Spiess, που συνοψίζεται στη σχολική χρήση ασκήσεων παράταξης, ομαδικής κίνησης και πειθαρχίας, οι οποίες συνοδεύονταν από την πρακτική της στρατιωτικοποίησης των γυμναστικών παραγγελμάτων. Αξίζει να επισημάνουμε ότι μετά τη ματαιωμένη φιλελεύθερη Επανάσταση του 1848 και κυρίως μετά την ενοποίηση της Γερμανίας στα 1871 παρακολουθούμε τη συντηρητική μεταστροφή του γερμανικού γυμναστικού κινήματος, καθώς απεμπολούνται οι αντι-αυταρχικές και φιλελεύθερες ιδεολογικές τάσεις που το διαπερνούσαν και ως πρωταρχικοί του σκοποί προβάλλονται η ανάδειξη της σωματικής αγωγής σε προνομιακό πεδίο απόδειξης της βιολογικής και ηθικής υπεροχής του γερμανικού έθνους και της άριας φυλής γενικότερα, καθώς και η συλλογική εσωτερίκευση του αυταρχικού στρατιωτικού προτύπου. Στην περίοδο αυτή το γερμανικό γυ3. Μισέλ Φουκό, «Πειθαρχική εξουσία και υποτέλεια» (1976, 1977, 1980, 1986), στο Η μικροφυσική της εξουσίας, μετάφραση-σχόλια Λίλα Τρουλινού, Αθήνα, Ύψιλον 1991, σ. 109. 4. Νίκος Δεμερτζής, Ο λόγος του εθνικισμού. Αμφίσημο σημασιολογικό πεδίο και σύγχρονες τάσεις, Αθήνα, Α. Σάκκουλας, 1996, σ. 227-244. Οι κατηγοριοποιήσεις που υιοθετεί ο Δεμερτζής εφαρμόζονται και στην περίπτωση της ιδεολογικής αξιολόγησης του γαλλικού προτύπου σωματικής αγωγής, όπως φαίνεται στην επόμενη σελίδα.
γυμναστικό κίνημα θεσμοποιείται και μαζικοποιείται φθάνοντας μάλιστα να αριθμεί στα 1880 170.315 μέλη, ενώ, παράλληλα, διαχέεται κυρίως στην Κεντρική Ευρώπη, αλλά και σε πυρήνες εθνικιστών στο βαλκανικό και τον ελληνικό χώρο 5 . Στη δεύτερη περίπτωση έχουμε να κάνουμε κατά κύριο λόγο με το γαλλικό πρότυπο σωματικής αγωγής, το οποίο εντάσσεται στον αξιακό κώδικα του πολιτικού, δυτικού και δημοκρατικού εθνικισμού. Οι αξίες που υποβαστάζουν το πρότυπο αυτό είναι η πίστη σε μια κοσμοπολιτική ηθική τάξη βασισμένη στον ορθό λόγο και την πρόοδο, η δράση σύμφωνα με τις ηθικο-πολιτικές αρχές της ελευθερίας, της ατομικής αυτονομίας, της ισοπολιτείας και της κοινωνικής αρμονίας, η υπεράσπιση της πατρίδας και του δημοκρατικού πολιτεύματος και, τέλος, ο σεβασμός των νόμων ως προϊόντων της συλλογικής βούλησης 6 . Στο πλαίσιο αυτό, οι στρατιωτικές ασκήσεις συναρθρώνονται με τη σωματική αγωγή υπό την έννοια της αναγκαίας τεχνογνωσίας που παρέχει τη δυνατότητα στο μέλλοντα πολίτη ( = μαθητή) να μετατρέπεται εκούσια σε στρατιώτη, όταν διακυβεύεται η τύχη της πατρίδας και του δημοκρατικού πολιτεύματος (συνταγματικός πατριωτισμός). Πρόκειται για το ιδανικό του «καλού πολίτη στην υπηρεσία της πατρίδας», το οποίο κυρώνεται θεσμικά με τα νομοθετήματα της 28ης Μαρτίου και της 6ης Ιουλίου 1882, με τα οποία ο υπουργός Παιδείας της Γαλλίας Jules Ferry εισάγει τις στρατιωτικές ασκήσεις στα σχολεία και συγκροτεί τα παραστρατιωτικού χαρακτήρα, αλλά δημοκρατικών προθέσεων, «σχολικά τάγματα» (bataillons scolaires) αντίστοιχα 7. Για τις ρυθμίσεις αυτές καταλυτικό ρόλο διαδραμάτισε αφενός η στρατηγική διαμάχη του ρεπουμπλικανικού και εκκοσμικευμένου πλέον γαλλικού κράτους με την Καθολική Εκκλησία για τον έλεγχο της εκπαίδευσης και αφετέρου η κυριαρχία του εθνικιστικού ρεβανσισμού μετά την ήττα στον γαλλο-πρωσσικό πόλεμο του 1870, που σήμανε την απώλεια της Αλσατίας και της Λωρραίνης, καθώς και τον εμφύλιο πόλεμο, αλλά και λειτούργησε καταλυτικά τόσο για την ηγεμονική
5. Για το γερμανικό πρότυπο γυμναστικής και τον ιδεολογικό του ρόλο βλέπε J. G. Dixon, «Prussia, Politics and Physical Education», στο P. C. Mcintosh (και άλλοι), Landmarks in the History of Physical Education, London/Boston and Henley, Routledge & Kegan Paul, 1981, σ. 131* George L. Mosse, The Nationalisation of the Masses. Political Symbolism and Mass Movements in Germany from the Napoleonic Wars through the Third Reich, New York, Howard Fertig, 1975, σ. 28, 43, 44, 83,128-135· Karl Dietrich Bracher, The German Dictatorship. The Origins, Structure, and Consequences of National Socialism, Penguin University Press 1980, σ. 41-42. Στη δεύτερη περίπτωση, έχουμε να κάνουμε με παράγωγο ενός πολιτικού-δυτικού-φιλελεύθερου εθνικισμού, που το πεδίο της προέλευσής του εντοπίζεται στη Γαλλία και ιδιαίτερα στην παράδοση των πολιτικών ιδεωδών του 1789. Βλέπε Νίκος Δεμερτζής, ό.π., σ. 227-244. 6. Pierre Arnaud, Les athletes de la république. Gymnastique, sport et ideologie républicaine 1870-1914, Toulouse, Bibliothèque historique Privat, 1987, a. 212. 7. Στο ίδιο, σ. 30.
νική παρουσία του πολιτικού φιλελευθερισμού όσο και αντίρροπα για την ανάδυση του αντεπαναστατικού κινήματος, την παθολογία του οικονομικού φιλελευθερισμού (σκάνδαλα, νεποτισμός, μαζική αγροτική έξοδος), τη δυναμική του μπουλανζισμού, τη συγκρότηση της γαλλικής επαναστατικής δεξιάς και την κυριαρχία του ιδεολογήματος της παρακμής έως την έναρξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου 8. Τα αντίρροπα αυτά ιδεολογικο-πολιτικά ρεύματα, όπως επίσης και η Καθολική Εκκλησία, ανασημασιοδότησαν τη συνάρθρωση σωματικής αγωγής και στρατιωτικών ασκήσεων και επιχείρησαν να αποκαθάρουν τα σχολικά τάγματα από την παρουσία των ιδεών του ρεπουμπλικανισμού. Έτσι και έως την παρακμή τους στη δεκαετία του 1890 9 λειτούργησαν εν μέρει ως μηχανισμοί στρατιωτικής κινητοποίησης εναντίον τόσο του εξωτερικού εχθρού, των Γερμανών, όσο και του εσωτερικού εχθρού, των δημοκρατών, των σοσιαλιστών και των Εβραίων 10 . Αντίθετα, στη γερμανική περίπτωση, η ατελής ακόμη ιδιότητα του πολίτη, λόγω της ανυπαρξίας έως τα 1871 ενιαίου εθνικού κράτους και της αδυναμίας αυτόνομης ανάδυσης της κοινωνίας των πολιτών, επέφερε την ολοκληρωτική αφομοίωση του ρόλου του πολίτη από το ρόλο του στρατιώτη και την ανάδειξη της γυμναστικής κοινότητας σε υλικό και συμβολικό εξάρτημα για την επιτέλεση των σκοπών του αυταρχικού πρωσσικού κράτους. Και στις δύο περιπτώσεις πάντως, η σωματική αγωγή εκλαμβάνεται ως προνομιακό πεδίο πολιτικής διαπαιδαγώγησης και συγκρότησης επίλεκτων και μαχόμενων ανδρικών συλλογικοτήτων με παραστρατιωτικές δραστηριότητες, καθώς και ως μηχανισμός σφυρηλάτησης του εθνικού φρονήματος. Από την άποψη αυτή, θα μπορούσαμε να πούμε ότι, αν και η παράδοση της σωματικής αγωγής εμπεριέχει εγγενώς την πρακτική της στρατιωτικοποίησης (οπλασκία, σκοποβολή, ασκήσεις ομαδικής παράταξης και κίνησης) 11 και τη δυνατότητα επιλεκτικής προσφυγής σ' αυτήν, ωστόσο είναι ακριβώς ο λόγος της στρατιωτικοποίησης που εισάγει στην πολιτική σκηνή το φυσικό στοιχείο, το σώμα, το κεφάλαιο της φυσικής δύναμης που αποταμιεύει και την ενέργεια που εκλύει, στο όνομα της βιολογικής, ηθικής και πολεμικής κατίσχυσης του έθνους. Είναι προφανές ότι, παρά την ιδεοτυπική ομοιότητα του ελληνικού εθνικισμού
8. Christophe Prochasson, «Les annees 1880: Au temps du boulangisme», στο Michel Winock (sous la direction), Histoire de l' extreme droite en France , Paris, Seuil, 1993, σ. 51-82. 9. Arnaud, ό.π., σ. 47. 10. Στο ίδιο , σ. 213. 11. Ο γάλλος γυμναστής Amoros π.χ. συνδέει οργανικά τη σωματική αγωγή με την στρατιωτική κατάρτιση και προετοιμασία με το επιχείρημα ότι η σωματική άσκηση συμβάλλει στην αντιστάθμιση των συνεπειών της τεχνολογίας του πολέμου. Βλέπε σχετικά Jacques Ulmann, De la gymnastique aux sports modernes. Histoire des doctrines de l'éducation physique, Paris, Vren, 31977, σ. 295.
σμού με τον γερμανικό, στην Ελλάδα σε επίπεδο θεσμικής οργάνωσης και νομικού πλαισίου ακολουθείται grosso modo το γαλλικό πρότυπο σωματικής αγωγής, λόγω της παράδοσης που δημιούργησε ο αντιδυναστικός αγώνας της Φοιτητικής Φάλαγγας, αλλά και της ιδεολογικής κυριαρχίας και της συνταγματικής επιταγής του συνταγματικού πατριωτισμού. γ) Ο λόγος του αρχαιοελληνικού κλασικισμού, της ισόρροπης ανάπτυξης σώματος και πνεύματος, του ιδεώδους της «σοφίας», της «αρετής», της «ευμορφίας» και της «ρώμης», που ανακαλύπτει στη νοσταλγία της ελληνικής αρχαιότητας το μέσο υπέρβασης της κατακερματισμένης, μαζοποιημένης και αλλοτριωμένης ατομικής ύπαρξης της νεοτερικής εποχής. Αλλά, παράλληλα, και τη δυνατότητα θεμελίωσης της προσωπικότητας και της ηθικής διαπαιδαγώγησης του μελλοντικού πολίτη στη συνύφανση πνευματικών, ηθικών και σωματικών ικανοτήτων, δηλαδή στην αντίληψη του ατόμου τόσο ως ενιαίας ψυχοσωματικής οντότητας όσο και ως κλάσματος της εθνικής κοινότητας. Ωστόσο, ενώ οι λόγοι της υγιεινής και της στρατιωτικής ετοιμότητας εντάσσονται οργανικά στη νεοτερικότητα, αντίθετα ο λόγος της αρχαιοελληνικής καλοκαγαθίας, παρά την ανασημασιολόγησή του και τη δευτερογενή ένταξή του στο αστικό κοσμοείδωλο, απηχεί εγγενώς μία προνεοτερική διεπίγνωση (episteme, σύμφωνα με τον όρο του Foucault), ένα πρωταρχικό συνεκτικό νοητικό σχήμα. Εξαιτίας όμως του κομβικού ρόλου που διαδραμάτισε η ανακάλυψη της ελληνικής αρχαιότητας στη συγκρότηση και ανάδυση του νεοτερικού κοσμοειδώλου, η προνεοτερική αυτή διεπίγνωση, που βρίσκεται πίσω από το λόγο της καλοκαγαθίας, δεν έχει αρχαϊκό, δηλαδή αποστεωμένο χαρακτήρα, αλλά αντίθετα καταλοιπικό, ως οργανικό στοιχείο της εξελισσόμενης παράδοσης του δυτικού ουμανισμού. Ο ασύμμετρος αυτός χρονισμός των τριών λόγων της σωματικής αγωγής στην εκπαίδευση δεν οδηγεί σε μία ενδογενή συγκρουσιακότητα του παιδαγωγικού λόγου, που τους συναρθρώνει και τους υπηρετεί, καθώς από τη μία πλευρά στην ευρωπαϊκή διάσταση των πραγμάτων ο λόγος της καλοκαγαθίας επικουρεί και καταξιώνει τους λόγους της υγιεινής και της στρατιωτικοποίησης, ενώ από την άλλη στην ελληνική περίπτωση μετατρέπεται σε φορέα της εθνικιστικής και αλυτρωτικής ιδεολογίας, μέσω της αναφοράς στους ευκλεείς προγόνους και της συγκρότησης της επιλεκτικής παράδοσης του ελληνικού έθνους. Συνοψίζοντας θα λέγαμε ότι ο πρώτος λόγος αρθρώνεται με οργανωτική αρχή και πρωταρχική αξία την υγεία, ο δεύτερος την αλκή και την ευρωστία και ο τρίτος την αρχαιοελληνική καλοκαγαθία.
Β'. Το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και η σωματική αγωγή: δικό «Εκκλησιαστική Αλήθεια» (1880-1923), ο Ελληνικός Φι Σύλλογος Κωνσταντινουπόλεως (1861-1912) και η εισαγωγή ματος της Γυμναστικής στο ελληνορθόδοξο εκπαιδευτικό σύστ
Το περιοδικό «Εκκλησιαστική Αλήθεια» απηχεί την επίσημη εκδοχή του λόγου του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Λειτουργεί ως πεδίο συσπείρωσης της πατριαρχικής εκκλησιαστικής διανόησης και αποτελεί βασικό αγωγό της πολιτιστικής και ειδικότερα της εκπαιδευτικής πολιτικής του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως για τους ελληνορθόδοξους πληθυσμούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι βασικές συνιστώσες της ύλης του περιοδικού είναι αφενός τα κείμενα των κληρικών η λαϊκών αξιωματούχων του Πατριαρχείου και αφετέρου οι ανταποκρίσεις από τις επισκοπές για τα εκκλησιαστικά πράγματα και τα εκπαιδευτικά ιδρύματα του Πατριαρχείου. Μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως «εξακολουθούσε να αποτελεί το κέντρο της κοινωνικής ζωής των ορθόδοξων χριστιανών» 12 . Η δεσπόζουσα θέση του Πατριαρχείου αναδεικνύεται κατά κύριο λόγο στο «ελληνορθόδοξο σχολικό δίκτυο» 13 , για το οποίο έχει τη συνολική ευθύνη και αρμοδιότητα στο πλαίσιο των ρυθμίσεων του Χάττι Χουμαγιούν (6 Φεβρουαρίου 1856), των Εθνικών Κανονισμών (1862), των ρυθμίσεων του 1869, που παρέχουν τη δυνατότητα δημιουργίας σχολικών ιδρυμάτων στις κοινότητες και στα φυσικά πρόσωπα, και, τέλος, της βεζυρικής εγκυκλίου της 22ας Ιανουαρίου 1891 14 , όπου «τα προγράμματα των εκπαιδευτηρίων ανταποκρίνονται
12. Βλέπε γενικά Σία Αναγνωστοπούλου, Μικρά Ασία, 19ος αι.-1919. Οι ελληνορθόδοξες κοινότητες. Από το Μιλλέτ των Ρωμιών στο Ελληνικό Έθνος, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, 1997. Ειδικότερα Χάρης Εξερτζόγλου, Εθνική ταυτότητα στην Κωνσταντινούπολη τον 19ο αιώνα. Ο Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος Κωνσταντινουπόλεως 1861-1912, Αθήνα, Νεφέλη, 1996, σ. 76. 13. Χάρης Εξερτζόγλου, ό.π., σ. 29. 14. Με βάση την βεζυρική εγκύκλιο του 1891 στις αρμοδιότητες του Πατριαρχείου και της Πατριαρχικής Κεντρικής Εκπαιδευτικής Επιτροπής εντάσσονται η σύνταξη, ο έλεγχος και η επικύρωση των σχολικών προγραμμάτων, η έγκριση για την ίδρυση ορθόδοξων κοινών η ιδιωτικών σχολείων αγοριών η κοριτσιών, η σύνταξη καταλόγων εγκεκριμένων διδακτικών εγχειριδίων, η συγκρότηση αναλυτικών και ωρολογίων προγραμμάτων, η έκδοση ενδεικτικών φοίτησης, καθώς και ο διορισμός και ο διοικητικός έλεγχος του διδακτικού προσωπικού. Βλέπε Χρίστος Σπ. Σολδάτος, Η εκπαιδευτική και πνευματική κίνηση του Ελληνισμού της Μ. Ασίας (1800-1922), τόμος Γ': Η εξάρτηση και η δραστηριότητα των σχολείων, Αθήνα 1989, σ. 17, 29-31' επίσης Eleni Fournaraki, «Institutrice, femme et mère»: Idees sur l'éducation des femmes grecques au XIXeme siècle (1830-1880), These de 3em cycle en histoire et civilisation, Παρίσι 1992, σ. 248-249.
ται στο πνεύμα της Εκκλησίας» 15 σε τέτοιο μάλιστα βαθμό ώστε να νομιμοποιείται κάποιος να μιλήσει για «Πατριαρχικό σχολικό σύστημα» 16 παρά την πολυδιάσπαση που εμφάνιζε σε ζητήματα εκπαίδευσης, διδακτικού προσωπικού, γνωστικών αντικειμένων και διδακτικών εγχειριδίων 17 και επίσης παρά το γεγονός ότι «δεν είχαν όλα τα εκπαιδευτήρια το ίδιο κοινωνικό βάρος» 18 . Από το 1870 περίπου το Πατριαρχείο ανέθεσε άτυπα την οργάνωση, την εξάπλωση και τη χρηματοδότηση του ελληνορθόδοξου σχολικού δικτύου στον Ελληνικό Φιλολογικό Σύλλογο Κωνσταντινουπόλεως 19. Ο ΕΦΣΚ συγκροτήθηκε από επιστήμονες, λογίους και παιδαγωγούς, χρηματοδοτούνταν από τους πλούσιους Έλληνες της Διασποράς και οι εκπαιδευτικές του προτεραιότητες συνοψίζονταν στη διάδοση και ενίσχυση της ελληνικής γλώσσας, στη διαμόρφωση εθνικού φρονήματος και στην επιλεκτική εγκόλπωση στην παρεχόμενη εκπαίδευση στοιχείων επιστημονικού και παιδαγωγικού εκσυγχρονισμού, που στο πλαίσιο της στρατηγικής της ενσωμάτωσης του νέου στο παραδοσιακό δεν ανέτρεπαν την κυριαρχία του ορθόδοξου θρησκευτικού κοσμοειδώλου. Οι άξονες της εκπαιδευτικής πολιτικής του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως είναι οι εξής: lον) Η αναγωγή της παιδείας σε καθολικό αγαθό, αλλά, συγχρόνως, και η διαφοροποίηση της παρεχόμενης εκπαίδευσης με κριτήριο την ταξική διαστρωμάτωση των ελληνορθόδοξων πληθυσμών 20 . 2ον) Ο μονομερής προσανατολισμός της εκπαιδευτικής διαδικασίας στη «μόρφωσιν εν γένει όλου του έσω ανθρώπου», η οποία ορίζεται ως «(σύμμετρος και κανονική εξάσκησις και ανάπτυξις πασών των ψυχικών του ανθρώπου δυνάμεων», δηλαδή ως συνδυασμός της «τον νουν φωτιζούσης γνώσεως» και της «την καρδίαν ηθοποιούσης χρηστότητος» ή αλλιώς ως συγκερασμός «σοφίας» και «αρετής» 21 . Το σώμα, αν δεν απαξιώνεται, τουλάχιστον αγνοείται, ενώ, παρόλο που έμμεσα αναγνωρίζεται η σκοπιμότητά της και κατανοούνται οι κώδικές της, επίκληση της
15. Χάρης Εξερτζόγλου, ό.π., σ. 93. Γενικά για το ρόλο που διαδραμάτισε το Οικουμενικό Πατριαρχείο στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα βλέπε Χρήστος Δ. Καρδαράς, Το Οικουμενικό Πατριαρχείο και ο αλύτρωτος ελληνισμός της Μακεδονίας-Θράκης-Ηπείρ μετά το Συνέδριο του Βερολίνου, Αθήνα, Επικαιρότητα, 1996, αλλά και Σταύρος Θ. Ανεστίδης, Η εθναρχική παράδοση της Μεγάλης Εκκλησίας και ο Μανουήλ Ιω. Γεδεών, διδα κτορική διατριβή, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης, Σχολή Νομικών, Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών Πανεπιστημίου Αθηνών, Αθήνα 1993. 16. Χάρης Εξερτζόγλου, ό.π., σ. 23. 17. Στο ίδιο, σ. 144. 18. Στο ίδιο,σ. 50. 19. Στο ίδιο, σ. 23-24, αλλά και Eleni Fournaraki, ό.π., σ. 249-250. 20. Μ.Δ.Χ., «Δημοτική εν Κωνσταντινουπόλει εκπαίδευσις», Εκκλησιαστική Αλήθεια Α', Θ' (26 Νοεμβρίου 1880) 141. 21. «Περί της αληθούς παιδείας και του τρόπου της κτήσεως αυτής. Διατριβή Χριστοφόρου Ιεροδιδ. Προδρομίτου», Εκκλησιαστική Αλήθεια Θ', 39 (26 Ιουλίου 1889), 307.
γυμναστικής γίνεται μόνο μεταφορικά για να καταδειχθεί αναλογικά η διαπλαστική λειτουργία της παιδείας: «Και τω όντι, η παιδεία εστίν ως προς την ψυχήν ό,τι η γυμναστική ως προς το σώμα. Καθώς λοιπόν εκείνη πάντα τα μέλη του σώματος, ούτω και αύτη πάσας τας δυνάμεις της ψυχής δι' ασκήσεω κίλων και καταλλήλων προτίθεται ίνα ενισχύση και επιρρώση» 22 . Στους εκκλησιαστικούς κύκλους της Κωνσταντινούπολης, ο φρονηματιστικός χαρακτήρας της παιδείας δεν συναρτάται ακόμη στη δεκαετία του 1880, όπως συμβαίνει ήδη αρκετές δεκαετίες πριν στην Ευρώπη, αλλά και στην Ελλάδα 23 με το ρόλο της σωματικής αγωγής ως μηχανισμού ελέγχου της παιδικής και της νεανικής ενεργητικότητας, εσωτερίκευσης της πειθαρχίας και στο συμβολικό επίπεδο αποδοχής των ιεραρχικών δομών της κατεστημένης τάξης πραγμάτων. Αυτό συμβαίνει λόγου χάριν στην περίπτωση της Καθολικής Εκκλησίας στη Γαλλία 24 . Αλλά ούτε ως τρόπου συγκρότησης νεοτερικών μορφών συλλογικότητας, που πρωτογενώς θα μπορούσαν να ασκήσουν ηθοπλαστικό ρόλο, προφυλάσσοντας «από βλαβερών εντευκτηρίων και θεαμάτων την αθώαν ηλικίαν, ήτις οιονεί κηρός εύπλαστος δέχεται πάντα τύπον επ' αυτής εγχαραττόμενον υγιούς αναπλάσεωςήβλαβεράς εκλύσεως και κακοηθείας» 25, και δευτερογενώς να διαμορφώσουν μια γυμναζόμενη και μαχητική χριστιανική νεολαία, που να αποδεικνύει στους στίβους την υπεροχή του δόγματος. Άλλωστε, από κοινού με την εξαρτημένη θέση του Πατριαρχείου και της ελληνορθόδοξης κοινότητας από την οθωμανική εξουσία και τον θεοκρατικό χαρακτήρα του οθωμανικού κράτους, που δεν επέτρεπε την ανάδυση νεοτερικών και εκκοσμικευμένων μορφών συλλογικότητας, αυτός είναι ο λόγος που κυριαρχεί η εμμονή στο πρότυπο του αστυνομικού ελέγχου και της παιδονομικής επιτήρησης της εξωσχολικής συμπεριφοράς του μαθητικού πληθυσμού και εξαίρονται γι' αυτό οι αστυνομικές αρχές της Πάτρας και της Χαλκίδας, αλλά συγχρόνως και η οθωμανική «κεντρική αστυνομία» 26 . Ακόμη και στις αρχές της δεκαετίας του 1890, ο αρχιεπίσκοπος Χαρκόβου Αμβρόσιος αντιλαμβάνεται ως αντικανονική συμπεριφορά όχι μόνο τα «α-
22. Στο ίδιο, σ. 306. 23. Ενδεικτικά αναφέρω ότι στα 1887 ο πρύτανις του Εθνικού Πανεπιστημίου, γιατρός και καθηγητής της Φαρμακευτικής και της Βοτανικής Θεόδωρος Αφεντούλης θεωρεί τη Σωματική Αγωγή ως μέσο απεμπλοκής της «ηβασκούσης νεολαίας από τον συναγελασμόν εν τοις καφενείοις και εις της νικοτιανής τας ηδυπαθείας». Βλέπε σχετικά: Λόγος εκφωνηθείς εν τη μεγάλη αιθούση του Πανεπιστημίου τη 29 Νοεμβρίου 1887 ημέρα της εγκαταστάσεως των νέων πρυτανικών αρχών, Αθήνα 1887, σ. 17. 24. Arnaud, ό.π., σ. 211. 25. Μανουήλ Γεδεών, «Αι εξετάσεις των παρ' ημίν σχολείων», Εκκλησιαστική Αλήθεια Δ', 37 (4 Ιουλίου 1884) 542. 26. Στο ίδιο.
απρεπή λόγια και κινήματα», αλλά έμμεσα κάθε κινητική πρακτική των μαθητών, η οποία αντιβαίνει στο αφύσικο κανονιστικό πλαίσιο που προσδιορίζει τη λειτουργία του «κατοικητηρίου της επιστήμης» και δεν ανταποκρίνεται «προς τον ευγενή αυτού προορισμόν». Ανάγει μάλιστα την «επιτήρησιν της ευπρεπούς διαγωγής των εκπαιδευομένων» σε κυρίαρχο σκοπό της εκπαιδευτικής διαδικασίας 27 . Αλλά και στο τέλος της ίδιας δεκαετίας, αρθρογράφος της «Εκκλησιαστικής Αλήθειας» όχι μόνο δεν συμπεριλαμβάνει τη σωματική αγωγή στους άξονες της εκπαιδευτικής διαδικασίας, αλλά αναζητεί τα αίτια της «πλημμελούς παιδεύσεως» των γόνων της ελληνορθόδοξης κοινότητας στην «ετεροσκελή» παιδεία που τους παρέχεται, δηλαδή στον υπερθεματισμό του γνωστικού περιεχομένου των σπουδών και την παραμέληση της ηθικής διαπαιδαγώγησης. Η επιχειρηματολογία του, πλήρης, άλλωστε, αντιδιαφωτιστικού ζήλου, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «τα γράμματα και αι επιστήμαι άνευ της ηθικής αγωγής και ορθής παιδεύσεως ουδαμώς άγουσιν εις εύσχημον και τεταγμένον και ηθικώς υγιαίνοντα βίον, αλλά μάλλον ως όπλα κακίας και πάσης πλημμελείας χρησιμεύοντα εις επαύξησιν της ημετέρας κακοδαιμονίας συμβάλλονται» 28. Η απαξίωση της σωματικής άσκησης ως φαινομένου της νεοτερικότητας, που ανατρέπει το παραδοσιακό αξιακό σύστημα και προβάλλει νέες μορφές συλλογικών δραστηριοτήτων χειραφετημένων από τον καταπιεστικό λόγο και τις πρακτικές της Εκκλησίας, είναι εμφανής ήδη από το 1878 με την απαγόρευση σύστασης η συμμετοχής των σπουδαστών της Μεγάλης του Γένους Σχολής σε οποιασδήποτε μορφής «σωματείο, σύλλογο η αδελφότητα» 29. Βρίσκει, ωστόσο, τη διαυγέστερη έκφρασή της στα 1898, όταν καταγγέλλεται έμμεσα η εκκοσμίκευση του ελληνικού κράτους, διαμέσου των επικριτικών σχολίων που εξαπολύονται από τους εκκλησιαστικούς κύκλους της Κωνσταντινούπολης εναντίον των ελληνικών αρχών, διότι επέτρεψαν την εκγύμναση των μαθητών στο γυμναστήριο της Αθήνας «[...] κατ' αυτήν την Κυριακήν της Πεντηκοστής, καθ' ην ώραν ετελείτο εν τοις ιεροίς ναοίς η κατανυκτικωτάτη ακολουθία της επιφανούς εορτής και πάς χριστιανός ώφειλε να προσεύχηται εκεί γονυκλινής [,..]» 30 Την ίδια, ωστόσο, περίοδο, δηλαδή στην τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα
27. Αμβρόσιος, αρχιεπίσκοπος Χαρκόβου, «Λόγος περί αισχύνης και αιδούς», Εκκλησιαστική Αλήθεια IB', 26 (28 Αυγούστου 1892) 206. Έως το 1870 περίπου και στην Ελλάδα υπό την κυριαρχία της αλληλοδιδακτικής μεθόδου επιχειρείται αντίστοιχη καταστολή της παιδικής κινητικότητας στη σχολική τάξη. 28. Ιωαν. Δ. Ιωαννίδης, «Οι ηθικοί καρποί της παρ' ημίν εκπαιδεύσεως» (τρίτη συνέχεια), Εκκλησιαστική Αλήθεια IH', 38 (31 Αυγούστου 1898) 317. 29. «Έκθεσις της Μ. του Γ. Σχολής 1878-1888», Εκκλησιαστική Αλήθεια Η', 30 (8 Ιουνίου 1888) 240. 30. Α.Π., «Η θρησκευτική ανατροφή θεμέλιον της ηθικής και της κοινωνίας», Εκκλησιαστική ΑλήθειαΙΗ', 45 (16 Οκτωβρίου 1898) 371.
να, η Καθολική Εκκλησία της Γαλλίας αρχίζει να παρεμβαίνει ενεργά στα τεκταινόμενα της σωματικής αγωγής και του αθλητισμού. Αν και σημαντική μερίδα των κληρικών παραμένει δέσμια του δόγματος, που απαξιώνει το σώμα επιβάλλοντας την άθληση της ψυχής και του πνεύματος 31 , η Καθολική Εκκλησία προχωρεί στην οργάνωση γυμναστικών και αθλητικών συλλόγων, θέλοντας με τον τρόπο αυτό να εκμεταλλευτεί τις ευκαιρίες που της παρείχαν οι νεοτερικές μορφές ψυχαγωγίας και να διεξαγάγει αποτελεσματικότερα —μέσω της αθλούμενης χριστιανικής νεολαίας— τον ιδεολογικό αγώνα της εναντίον του εκκοσμικευμένου ρεπουμπλικανικού κράτους, του λαϊκού σχολείου και του σοσιαλισμού 32. Ωστόσο, οι επίσημες αυτές αντιλήψεις δεν συμφωνούν ούτε με την πρακτική της ίδρυσης ελληνικών γυμναστηρίων και σταδίων 33 , της σύστασης αθλητικών συλλόγων 34, της διεξαγωγής τοπικών και περιφερειακών αθλητικών αγώνων ενταγμένων σε πολιτιστικά δρώμενα η θρησκευτικές τελετουργίες των ελληνορθόδοξων πληθυσμών της Κωνσταντινούπολης και της Μικράς Ασίας 35 . Είναι χαρακτηριστικό στην περίπτωση αυτή το παράδειγμα των ετήσιων αθλητικών αγώνων που διεξάγονταν στην περιοχή της Βιθυνίας στο πλαίσιο της εορτής του πολιούχου της πόλης Ορτάκιοϊ Αγίου Γεωργίου, εγγράφοντας ν ρικές κοινωνικές συνήθειες μέσα στο πλαίσιο της παραδοσιακής ελληνορθόδοξης κοινότητας, έστω και αν οι νοητικοί κώδικες των πληθυσμών αυτών κατά τη διαδικασία συγκρότησης της εθνοπολιτισμικής τους ταυτότητας προσλάμβαναν
31. Arnaud, ό.π., σ. 208. 32. Στο ίδιο, σ. 205-221. 33. Π.χ. ο Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος «Απάμεια» στα Μουδανιά της Βιθυνίας ιδρύει γυμναστήριο στα 1888, ενώ ο Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος «Προμηθεύς» της Τραπεζούντας στα 1890. Επίσης στάδια συναντώνται στη Σμύρνη, στην Πέργαμο, στις Τράλλεις, στην Έφεσο, στη Μαγνησία, στις Σάρδεις και στη Λαοδίκεια. Βλέπε σχετικά Χρίστος Σπ. Σολδάτος, Η εκπαιδευτική και πνευματική κίνηση του Ελληνισμού της Μ. Ασίας 1800-1922,
τ. Β': Η οργάνωση και η λειτουργία των σχολείων, Αθήνα 1989, σ. 237. 34. Π.χ. ο Γυμναστικός Σύλλογος «Ερμής» της Κωνσταντινούπολης ιδρύεται στα 1877. Βλέπε σχετικά Αντώνης Λιάκος, ό.π., σ. 13, σημείωση 8. Επίσης ο Πανιώνιος Γυμναστικός Σύλλογος (αρχικά «Ορφεύς») της Σμύρνης ιδρύεται στα 1890, ενώ η πρακτική αυτή εξακτινώνεται γρήγορα —και πάντως έως τα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα— ακόμη και στην περιοχή του Πόντου. Βλέπε Χρίστος Σπ. Σολδάτος, ό.π., Β', σ. 238 και 225 αντίστοιχα. Για την ιστορία του Πανιωνίου βλ. Πέτρος Λινάρδος, Η Σμύρνη του Πανιωνίου. Από τη μικρασιατική πρωτοπορία στην αθηναϊκή αναγέννηση, Νέα Σμύρνη, Οι φίλοι των Τεχνών, 1998. 35. Χρίστος Σπ. Σολδάτος, ό.π., Β', σ. 239: «[...] οι Πανιώνιοι Αγώνες είχαν γίνει θεσμός και γίνονταν στη Σμύρνη τουλάχιστον από το 1898. Το γενικό πρόγραμμα των αγωνισμάτων περιείχε: Αθλητικά, οπλομαχία, ποδηλασία, κολύμβηση, ναυτικά αγωνίσματα κι είχε εγκριθεί από τον Σύνδεσμο των Γυμναστικών και Αθλητικών Σωματείων της Σμύρνης» (διάβαζε: Σύνδεσμο Ελληνικών Αθλητικών και Γυμναστικών Σωματείων...).
βαναν τις νέες αυτές μορφές συλλογικής δραστηριότητας ως επιβιώσεις του αρχαιοελληνικού αθλητικού ιδεώδους 36. Όμως, οι αντιλήψεις της εκκλησιαστικής διανόησης της Κωνσταντινούπολης δεν αντιστοιχούν ούτε προς τις ακολουθούμενες εκπαιδευτικές πρακτικές της ελληνορθόδοξης κοινότητας, που συνδυάζουν δυτικο-ευρωπαϊκές και ελληνικές πρακτικές. Και αυτό γιατί, αν και το νομικό πλαίσιο που διέπει το οθωμανικό εκπαιδευτικό σύστημα δεν επέτρεπε έως το 1880 τουλάχιστον τη διδασκαλία του μαθήματος της Σωματικής Αγωγής σε καμμία βαθμίδα του εκπαιδευτικού συστήματος 37 , ενώ συγχρόνως μέχρι την παραχώρηση του συντάγματος του 1908 συνόδευε τη Γυμναστική η «κυβερνητική καχυποψία» 38 , παρ' όλα αυτά, στο πρότυπο αλληλοδιδακτικό σχολείο δημοτικής εκπαίδευσης της συνοικίας του Φαναριού ήδη από το 1877 διδάσκεται πειραματικά, θα λέγαμε, «γυμναστική ένθάλαμος» 39. Το μάθημα της Σωματικής Αγωγής, της «Γυμναστικής κατά Schreber», της «Υγιεινής Σωμασκίας» και εναλλακτικά οι «παιδιές» 40 διδάσκονται επίσης στο ίδιο χρονικό διάστημα στο Δημοτικό Σχολείο και το παρθεναγωγείο της συνοικίας Τσουμπαλή 41 , στο Δημοτικό Σχολείο των Ταταούλων 42 , στο τριτάξιο Νηπιαγωγείο της συνοικίας του Σταυροδρομίου 43, όπως και στο Δημοτικό και το Ελληνικό Σχολείο της ενορίας της Παναγίας 44 .
36. Βλέπε ενδεικτικά Γεώργιος Δ. Παχτίκος, «Ολυμπιακοί αγώνες εν Βιθυνία» (Αθήναι 1893), όπως αναδημοσιεύεται στο Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών 11 (19951996) 433-454. 37. «Το Υπουργείον της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως εν Τουρκία», Εκκλησιαστική Αλήθεια Α', 1 (1 Οκτωβρίου 1880) 9-11. 38. Βλέπε την παρέμβαση του Δ. Δαμασκηνού στην Β' Ειδική Εκπαιδευτική Συνεδρία που διοργάνωσε στα 1909 ο Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος Κωνσταντινουπόλεως (στο εξής ΕΦΣΚ) με θέμα τη σωματική αγωγή, ΕΦΣΚ, Πρακτικά των Εκπαιδευτικών Συνεδριών, τεύχος Β' (1908-1909), παράρτημα ΛΒ' τόμου, σ. 44. 39. Μ.Δ.Χ., «Δημοτική εν Κωνσταντινουπόλει εκπαίδευσις», Εκκλησιαστική Αλήθεια Α', Η (19 Νοεμβρίου 1880) 126. 40. Πρόκειται θα λέγαμε για λαογραφική προσέγγιση της σωματικής άσκησης που αποσκοπεί όχι μόνο στη διευκόλυνση και ανάπτυξη των σωματικών λειτουργιών του παιδιού, αλλά συγχρόνως στην εγχάραξη του εθνικού φρονήματος και στην εξοικείωση με την τοπική κουλτούρα. Ο I. Κ. Παγούνης, «Προλήψεις, δεισιδαιμονίαι και παιδιαί των νεωτέρων Ελλήνων μετά παραλληλισμού προς τας των Αρχαίων», Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος Κωνσταντινουπόλεως, τόμος ΙΕ' (1880-1881), σ. 124-141 αναφέρει, περιγράφει και αναζητεί τη γενεαλογία σαράντα τριών «παιδιών». 41. Θ. Σαλτελής, «Έκθεσις της Εκπαιδευτικής Επιτροπής περί των εν Κωνσταντινουπόλει και τοις περιχώροις Σχολείων», Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος Κωνσταντινουπόλεως, τόμος ΙΓ' (Μάιος 1878 - Μάιος 1879), σ. 58. 42. Θ. Σαλτελής, ό.π., σ. 67. 43. Στο ίδιο, σ. 68. 44. Στο ίδιο, σ. 68-69.
Στα 1880 διδάσκεται «Σωμασκία» στο Νηπιαγωγείο της Ξυλόπορτας της ενορίας Αγίου Δημητρίου της Κωνσταντινούπολης 45. Στα 1882 ο έως το 1883 αρχισυντάκτης της «Εκκλησιαστικής Αγωγής» Μηνάς Χαμουδόπουλος μας δίνει την πληροφορία ότι σε ορισμένα νηπιαγωγεία και δημοτικά σχολεία της Κωνσταντινούπολης διδάσκονται επιλεκτικά «παιδιαί διδακτικαι - παιδιαί γυμναστικαί», μια λαογραφική, θα λέγαμε, εκδοχή της σωματικής αγωγής,ή«ανόργανος γυμναστική» 46 . Οι ενδεικτικές αυτές περιπτώσεις συγκροτούν το επιχείρημα ότι στα συνεχούς —πρωινής και απογευματινής— λειτουργίας νηπιαγωγεία, όπου φοιτούσαν παιδιά ηλικίας τεσσάρων έως επτά ετών, και στα δημοτικά σχολεία, όπου οι ηλικίες των μαθητών κυμαίνονταν από τα έξι έως τα δεκαπέντε χρόνια 47 διδασκόταν το μάθημα της Σωματικής Αγωγής, χωρίς όμως να έχει θεσμικό χαρακτήρα και χωρίς να υπάρχει εξειδικευμένο διδακτικό προσωπικό. Αντίθετα, την ίδια περίοδο και έως το 1900, αν και καλλιεργείται σταδιακά η άποψη ότι η σωματική υγεία και ευρωστία συμβαδίζει με την ηθική και πνευματική, γεγονός που αμφισβητεί τον φορμαλιστικό χαρακτήρα της παρεχόμενης εκπαίδευσης, εντούτοις δεν φαίνεται ότι το μάθημα της Σωματικής Αγωγής διδάσκεται ενιαία, συστηματικά και σε ικανή ακτίνα γύρω από την Κωνσταντινούπολη στη μέση και την ανώτερη βαθμίδα της εκπαιδευτικής πυραμίδας της ελληνορθόδοξης κοινότητας 48 . Η σποραδική, επιλεκτική και ανεπαρκής διδασκαλία τόσο από την άποψη του διατιθέμενου χρόνου, του είδους και της συστηματικής γνώσης του αντικειμένου της φυσικής αγωγής από τους διδάσκοντες όσο και από την άποψη των ακολουθούμενων διδακτικών και εξεταστικών πρα-
45. Θ. Σαλτελής, «Δημοτική εν Κωνσταντινουπόλει εκπαίδευσις», Εκκλησιαστική Αλήθεια A, I (3 Δεκεμβρίου 1880) 156. 46. Μηνάς Δ. Χαμουδόπουλος, «Σχολικά», Εκκλησιαστική Αλήθεια Β', ΛΘ' (14 Ιουλίου 1882) 643, 644· Μ' (21 Ιουλίου 1882) 659" ΜΑ' (28 Ιουλίου 1882) 675. 47. Χρίστος Σπ. Σολδάτος, ό.π., τ. Β', σ. 28 και 42 αντίστοιχα. 48. Κ. Ξανθόπουλος, «οποία παρ' ημίν η εκπαίδευσις» (1886), στο ΕΦΣΚ, Εικοσιπενταετηρίς 1861-1886, Παράρτημα IH' τόμου, Κωνσταντινούπολη 1888, 161" «Πρόγραμμα των μαθημάτων της Μεγάλης του Γένους Σχολής», Εκκλησιαστική Αλήθεια Α', Γ (10 Ιουνίου 1881) 45-46" «Λογοδοσία του σχολικού έτους 1891-1892 αναγνωσθείσα τη 24η Μαΐου υπό του σχολάρχου αρχιμ. Μιχαήλ Κλεοβούλου», Εκκλησιαστική Αλήθεια IB', 13 (29 Μαΐου 1892) 102-104" «Λογοδοσία της Μ. του Γ. Σχολής του σχολικού έτους 18921893 αναγνωσθείσα υπό του Σχολάρχου Μ. Κλεοβούλου [...]», ό.π., ΙΓ', 15 (11 Ιουνίου 1893) 118-120" του ίδιου, «Λογοδοσία περί του σχολικού έτους 1893-1894 [...]», ό.π., ΙΔ', 15 (10 Ιουνίου 1894) 115-117, ΙΔ', 17 (24 Ιουνίου 1894) 134-136" του ίδιου, «Λογοδοσία περί του σχολικού έτους 1894-1895 [...]», ό.π., ΙΕ', 17 (23 Ιουνίου 1895) 135-136, ΙΕ', 18 (1 Ιουλίου 1895) 143-144" του ίδιου, «Λογοδοσία περί του σχολικού έτους 1899-1900 της Μεγάλης του Γένους Σχολής [...]», ό.π., Κ', 24 (16 Ιουνίου 1900) 268-271, Κ', 25 (23 Ιουνίου 1900) 275-278.
πρακτικών, ήταν συνέπεια του αθεσμοποίητου, μη «αναγκαίου» και προαιρετικού χαρακτήρα του μαθήματος 49 . Τελικά, θέλοντας να άρει την αναντιστοιχία μεταξύ της ακολουθούμενης διδακτικής πρακτικής και της έλλειψης θεσμικής κύρωσης της διδασκαλίας της Σωματικής Αγωγής, αλλά συγχρόνως υπακούοντας στα κελεύσματα των καιρών και στη δυναμική των νεοτερικών ηθών, που αναδείκνυαν τη μέριμνα για την ατομική και δημόσια υγεία σε πρωταρχικής σημασίας πολιτική και κοινωνική πρακτική, η εκπαιδευτική επιτροπή της ελληνορθόδοξης κοινότητας της Κωνσταντινούπολης προτείνει το Νοέμβριο του 1900 —ένα μόλις χρόνο μετά τη θεσμοποίηση του μαθήματος στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση στην Ελλάδα 50— την εισαγωγή της Σωματικής Αγωγής στο πρόγραμμα των παρθεναγωγείων (τύπος κοινοτικού σχολείου της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης) σε συνδυασμό με αυτό της Ωδικής, με το επιχείρημα ότι η Σωματική Αγωγή διδάσκεται ήδη «εν τοις αρρεναγωγείοις» (ο αντίστοιχος του παρθεναγωγείου τύπος σχολείου της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης) 51. Επιχείρημα που, αν και αναδεικνύει την έμφυλη ταυτότητα σε βασική κατηγορία χωροθέτησης του πεδίου της σωματικής άσκησης, συγχρόνως, όμως, χωρίς να καταργεί τον παραδοσιακό αυστηρό διαχωρισμό των φύλων και τη συνάρτηση έμφυλου ρόλου και είδους εκπαίδευσης, υποδεικνύει τη σταδιακή μετατόπιση των νοητικών κωδίκων της ελληνορθόδοξης κοινότητας προς μορφές κοινωνικών πρακτικών που προσιδιάζουν στη νεοτερικότητα και όχι στο κυρίαρχο ακόμη τότε ορθόδοξο θρησκευτικό κοσμοείδωλο, καθώς με την αξιωματική παραδοχή της ισότητας στη διαφορά αναγνωρίζουν συναφή, αντίστοιχα, αλλά και εσωτερικά διαφοροποιημένα, θα λέγαμε, δικαιώματα εκπαίδευσης και ψυχαγωγίας και στα δύο φύλα 52 . Ωστόσο, μόλις από το σχολικό έτος 1902-1903 εισάγεται η διδασκαλία του μαθήματος της Σωματικής Αγωγής στη Μεγάλη του Γένους Σχολή σε συνδυασμό με τη θεσμοθέτηση της περιοδικής ιατρικής εξέτασης των μαθητών με σκοπό την «πρόνοια περί της υγείας» τους. Στο σκεπτικό της απόφασης, το
49. Δ. Δαμασκηνός, «Γ' έκτακτος ειδική εκπαιδευτική συνεδρία τη 29 Δεκεμβρίου 1907», ΕΦΣΚ, Πρακτικά των εκπαιδευτικών συνεδριών, Παράρτημα ΛΑ' τόμου, Κωνσταντινούπολη 1909, σ. 73. 50. Ο Χάρης Εξερτζόγλου, ό.π., σ. 141 πιστεύει ότι κάθε απόπειρα μερικής αναδιάταξης του εκπαιδευτικού συστήματος στην Ελλάδα θα μπορούσε να «νομιμοποιήσει» αντίστοιχη απόπειρα αναδιάταξης στο εκπαιδευτικό σύστημα της Ομογένειας. 51. Π.Κ. Εκπαιδευτική Επιτροπή, «Έκθεσις της Π.Κ. Εκπαιδευτικής Επιτροπής υποβληθείσα τω Α.Θ.Π. και παραπεμφθείσα εις τα Δύο Σώματα προς μελέτην και έγκρισιν», Εκκλησιαστική Αλήθεια Κ', 46 (17 Νοεμβρίου 1900) 503. 52. Για τα ζητήματα που άπτονται της σχολικής εκπαίδευσης των κοριτσιών στην ελληνορθόδοξη κοινότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας βλέπε Eleni Fournaraki, ό.π., σ. 246-269.
μάθημα της σωματικής αγωγής κρίνεται ως «συντελεστικώτατον εις ενίσχυσιν των σωματικών δυνάμεων και αναγκαιότατον προς την αρμονικήν της ψυχής καιτουσώματος ανάπτυξιν» 53 . Η κυριαρχία του λόγου της υγείας σε συνάρτηση με το λόγο της καλοκαγαθίας είναι εμφανής, όσο επίσης εμφανής είναι και η ολοκληρωτική απουσία του λόγου της αλκής και της στρατιωτικοποίησης, που, ακριβώς επειδή παραπέμπει στην εθνικιστική ιδεολογία και λόγω της αντινομικής σχέσης Ορθοδοξίας και εθνικισμού 54 δεν ήταν δυνατό να συνθεμελιώνει το επιχείρημα της αναγκαιότητας της σωματικής αγωγής στην εκπαίδευση των ελληνορθοδόξων πληθυσμών. Από το χρονικό αυτό σημείο και εφεξής το μάθημα της Σωματικής Αγωγής κοσμείται πλέον και στην Κωνσταντινούπολη με την αύρα του νεοτερικού ήθους, που εκόμισαν στην πολυεθνική πρωτεύουσα «πάντα τα άξια λόγου τινός εκπαιδευτήρια» (τα ανταγωνιστικά εκπαιδευτικά ιδρύματα, ιδιωτικά και ξένα κοσμοπολιτικού κυρίως τα πρώτα και προσηλυτιστικού χαρακτήρα τα δεύτερα), όπως η Μαράσλειος Σχολή, η οποία αναφέρεται ρητά, διότι εξασφαλίζει στη Μεγάλη του Γένους Σχολή το διδακτικό προσωπικό και την τεχνογνωσία για τη διεξαγωγή του μαθήματος στην έβδομη και την όγδοη τάξη του ειδικού διδασκαλείου 55. Είναι χαρακτηριστικό όμως ότι στο σκεπτικό των αρμόδιων θρησκευτικών αξιωματούχων του Πατριαρχείου η καθυστέρηση της θεσμοθέτησης της σωματικής αγωγής στη Μεγάλη του Γένους Σχολή δεν συναρτάται σε καμία περίπτωση με την θεολογικού χαρακτήρα απαρέσκεια του σώματος, καθώς και με το φορμαλιστικό, δογματικό και ιδεοκρατικό χαρακτήρα της θρησκευτικής εκπαίδευσης, αλλά με την έλλειψη της απαραίτητης υποδομής, που ανάγκαζε τους τροφίμους του ιδρύματος στην προσφυγή σε μια άτυπη μορφή εκγύμνασης δια της «ανόδου και της καθόδου των κλιμάκων» 56 . Η συνάρτηση αυτή είναι ενδιαφέρουσα διότι αποδεικνύει τη βαθμιαία και επιλεκτική εξοικείωση της εκκλησιαστικής διανόησης με το νεοτερικό αξιακό σύστημα, γεγονός που της εξασφαλίζει ένα minimum προσαρμογής στις ραγδαία μεταβαλλόμενες συνθήκες του σύγχρονου βίου. Τέλος, μόλις στα 1912-13 η Ιερά Σύνοδος εγκρίνει την εισαγωγή του μαθήματος της Σω53. «Λογοδοσία περί του σχολικού έτους 1902-1903 της Πατριαρχικής Μ. του Γ. Σχολής. Ε'», Εκκλησιαστική Αλήθεια ΚΓ', 27 (4 Ιουλίου 1903) 303. 54. Paschalis Μ. Kitromilides, «"Imagined Communities" and the Origins of the National Question in the Balkans», στο Martin Blinkhorn - Thanos Yeremis (ed.), Modern Greece: Nationalism and Nationality , Athens, Rage-Eliamep, 1990, σ. 51, 53. 55. «Λογοδοσία περί του σχολικού έτους 1902-1903 της Πατριαρχικής Μ. του Γ. Σχολής, αναγνωσθείσα εν τη αιθούση αυτής υπό του σχολάρχου μητροπολίτου Σάρδεων Μιχαήλ Κλεοβούλου, τη 8η Ιουνίου Κυριακή 1903», Εκκλησιαστική Αλήθεια ΚΓ', 25 (20 Ιουνίου 1903) 283. 56. «Λογοδοσία περί του σχολικού έτους 1902-1903 [...]», ό.π., ΚΓ', 27 (4 Ιουλίου 1903) 303.
Σωματικής Αγωγής στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, μέτρο που κρίνεται ως «ευοίωνος νεωτερισμός» 57. Η έγκριση αυτή, όπως εξάγεται από την επιχειρηματολογία του ίδιου του διευθυντή της Σχολής, υπήρξε συνέπεια της άμεσης δεξίωσης που έτυχε η σωματική αγωγή από «σύμπασαν την ομογενή κοινωνίαν», αλλά, συγχρόνως, και της συνειδητοποίησης της ιατρικής σκοπιμότητας της σωματικής άσκησης για την εκφόρτιση του «καταπονουμένου οργανισμού» των μαθητών και σπουδαστών από τη «συνεχή και έντονον καταπόνησιν της πνευματικής ασχολίας» 58 . Ετσι, η σωματική εξάσκηση θα ενεργούσε ευεργετικά στη σωματική ανάπτυξη και στη φυγή των σπουδαστών από «το άχαρι και προσκορές του μονοτόνου βίου» της πολύωρης μελέτης, από τις συνέπειες των «αυστηρών και παρατεταμένων νηστειών», από την επιβαρυμένη κληρονομικότητα και, τέλος, από «την από της οικογενειακής εστίας επιδεή σίτισιν και διατροφήν» 59. Η κυριαρχία του ιατρικού λόγου είναι και στην περίπτωση αυτή προφανής και μάλιστα χωρίς τα παραδοσιακά ερείσματα που θα μπορούσε να του παράσχει ο αρχαιοελληνικός κλασικισμός με τις παγανιστικές, εγκοσμιολατρικές και ανθρωποκεντρικές του συνδηλώσεις. Τα στοιχεία που κατατέθηκαν αποδεικνύουν πως αντίθετα με ό,τι συνέβη σχετικά με τη θεσμοθέτηση της Σωματικής Αγωγής στο ελληνικό κράτος, στην ελληνορθόδοξη κοινότητα της Κωνσταντινούπολης η διαδικασία θεσμοθέτησης του μαθήματος ξεκίνησε —άτυπα έστω— από τις κατώτερες βαθμίδες του εκπαιδευτικού συστήματος και ειδικά από τα νηπιαγωγεία. Η ίδρυση νηπιαγωγείων αποτελεί φαινόμενο ενσωμάτωσης στο παραδοσιακό πλαίσιο της κοινότητας ενός νεοτερικού θεσμού ενταγμένου στο πνεύμα του φιλανθρωπισμού, ο οποίος χρηματοδοτούνταν αποκλειστικά σχεδόν από τις ανώτερες μερίδες της αστικής τάξης, αλλά και από τα μεσαία στρώματα στο σύνολο τους 60 και απέβλεπε στην «[...] αναπλήρωσιν της ελλείψεως της οικιακής ανατροφής» και κατά συνέπεια στην «άρσιν της καχεξίας ως απανταχού της πεφωτισμένης Ευρώπης [,..]» 61 . Λόγω των νοοτροπιακών αδρανειών και κυρίως των δογματικών επιφυλάξεων
57. Μητροπολίτου Σελευκείας Γερμανού Π. Στρηνοπούλου, «Λογοδοσία του σχολικού έτους 1912-1913», Εκκλησιαστική Αλήθεια ΛΓ', 29 (20 Ιουλίου 1913) 238. 58. Στο ίδιο. 59. Μητροπολίτου Σελευκείας Γερμανού Π. Στρηνοπούλου Σχολάρχου της Θεολογικής Σχολής, «Λογοδοσία του σχολικού έτους 1912-1913», Εκκλησιαστική Αλήθεια ΛΓ', 28 (13 Ιουλίου 1913) 231. 60. Χάρης Εξερτζόγλου, ό.π., σ. 55-56. 61. Παρατίθεται από τον Χρίστο Σπ. Σολδάτο, ό.π., Β', σ. 63. ιδιωτικά νηπιαγωγεία συναντούμε σποραδικά στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα και στην ελληνική επικράτεια. Όμως η θεσμική κατοχύρωση της δημόσιας προσχολικής εκπαίδευσης και η στελέχωσή της με εξειδικευμένο προσωπικό πραγματοποιείται με τις ρυθμίσεις της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης της κυβέρνησης Βενιζέλου στη διετία 1929-1931.
ξεων του εκκλησιαστικού μηχανισμού, που προσλαμβάνουν χαρακτήρα αντίστασης στην πολιτισμική διάχυση της Δύσης, η διαδικασία θεσμοποίησης του μαθήματος της σωματικής αγωγής στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού συστήματος της ελληνορθόδοξης κοινότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ολοκληρώνεται καθυστερημένα —τόσο σε σχέση με το ελληνικό κράτος όσο και με την υπόλοιπη Ευρώπη— στις αρχές της δεύτερης δεκαετίας του 20ού αιώνα, όταν εισάγεται και στην ανώτερη βαθμίδα του ελληνορθόδοξου εκπαιδευτικού συστήματος όχι τόσο ως οργανικό στοιχείο της γενικότερης διαδικασίας εκσυγχρονισμού όσο ως ανάγκη τυπικής συμπόρευσης με το πνεύμα των καιρών και ανταπόκρισης στο αίτημα και τις πιέσεις της τείνουσας προς τη μερική τουλάχιστον διανοητική της αυτονόμηση αστικής τάξης της ελληνορθόδοξης κοινότητας. Η τελευταία στο μεταίχμιο 19ου και 20ού αιώνα δείχνει ότι εγκολπώνεται δραστικά το αξιακό σύστημα της Δύσης και ότι διαμορφώνει στάσεις που αμφισβητούν το παραδοσιακό σύστημα των νοητικών παραστάσεων και των κοινωνικών πρακτικών. Εντούτοις, σε ό,τι αφορά στους κύκλους του Πατριαρχείου η πλήρης θεσμοποίηση του μαθήματος της σωματικής αγωγής έγινε δυνατή με τη διαμεσολάβηση μιας αντίληψης παθητικού και φορμαλιστικού πραγματισμού, που αποσυνδέει τους τύπους από το αξιακό σύστημα που τους δομεί 62 , καθώς επίσης και με την πρόταξη του ιατρικού λόγου και την εργαλειακή προσέγγιση της σωματικής άσκησης ως μέσου διασφάλισης της υγείας. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο ότι στις αρχές του 20ού αιώνα, ακριβώς με υπόδειξη του Πατριαρχείου, ο Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος Κωνσταντινουπόλεως προβαίνει στη διενέργεια διαγωνισμού για τη συγγραφή σχολικού εγχειριδίου Υγιεινής 63 , πρωτοβουλία που αποδεικνύει την αργή, βαθμιαία και επιλεκτική προσαρμογή του εκκλησιαστικού μηχανισμού στα νέα δεδομένα. Στη θετική αυτή ιστορική συγκυρία, ο μητροπολίτης Σμύρνης (1910-1922) Χρυσόστομος Καλαφάτης (1867-1922), εκφραστής της ιδέας της συνδιαλλαγής του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως με το εθνικό κέντρο της Αθήνας 64 , αι62. Ο Θάνος Λίποβατς πιστεύει ότι η παθητική και φορμαλιστική αυτή στάση χαρακτηρίζει συνολικά την πρόσληψη της νεοτερικότητας από την Ορθόδοξη Εκκλησία. Βλέπε σχετικά Θάνος Λίποβατς, «Ορθόδοξος χριστιανισμός και εθνικισμός: Δύο πτυχές της σύγχρονης ελληνικής πολιτικής κουλτούρας», Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης 2 (Οκτώβριος 1993) 41-42. 63. Χάρης Εξερτζόγλου, ό.π., σ. 106. 64. Paschalis M. Kitromilides, ό.π., σ. 57-58, αλλά και του ίδιου, «Το τέλος της εθναρχικής παράδοσης. Μαρτυρίες από ανέκδοτες επιστολές του Χρυσοστόμου Σμύρνης προς τον Ίωνα Δραγούμη», στο Αμητός στη μνήμη Φώτη Αποστολόπουλου, Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Αθήνα 1984, σ. 486-507. Χαρακτηριστικά στη σελίδα 503 ο Κιτρομηλίδης σημειώνει: «[...] οι νεότεροι μαχητικότεροι και ικανότεροι [...] [από τους ιεράρχες] είχαν εγκαταλείψει την εθναρχική παράδοση και είχαν ενστερνιστεί τις αξίες του εθνικισμού».
αισθάνεται την ανάγκη να αναφερθεί επισταμένως στον ενθρονιστήριο λόγο του στις 10 Μαΐου 1910 στις δραστηριότητες του «Πανιωνίου». Συγκεκριμένα, επισημαίνει ότι ο Πανιώνιος «μέγα επετέλεσεν έργον, εμπνεύσας εις τα τέκνα του Γένους μας την αγάπην του ύδατος και του αναπεπταμένου αέρος και του ελευθέρου φωτός, τον έρωτα περί την ρυθμικήν κίνησιν και προς την γυμναστικήν» 65 . Επίσης ο ομοϊδεάτης του Χρυσοστόμου μητροπολίτης Αμασείας και πρώην Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης (1868-1935) κατασκευάζει στο χρονικό διάστημα 1908-1912 και προσαρτά στο Γυμνάσιο Αμισσού «τέλειον Γυμναστήριον Εύρωπαϊκόν» 86 . Συγχρόνως, ο μητροπολίτης Καισαρείας Αμβρόσιος ζητεί στα 1912 από την Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων την αποστολή γυμναστικών οργάνων για την άσκηση των μαθητών του γυμνασίου της διοικητικής του αρμοδιότητας, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνει τουφέκια Flobert για την εξάσκηση των μαθητών στη σκοποβολή 67. Πρόκειται για μια σειρά ρωγμών στον παραδοσιακό νοητικό κώδικα της πατριαρχικής Εκκλησίας και ταυτόχρονα για μια λύση της συνέχειας του κυρίαρχου ιατρικού λόγου, που αφήνει να διαφανεί, διαμέσου της διολίσθησης της λέξης «γένος» προς την έννοια «έθνος» και της ανάγκης εξοικείωσης των μαθητών με τα όπλα, ο ανατρεπτικός λόγος της στρατιωτικοποίησης. Ο τελευταίος εκ των πραγμάτων υποδηλώνει την ανάγκη ριζικού αναπροσανατολισμού της πολιτικής του Πατριαρχείου προς την κατεύθυνση της άρσης της αντινομικής σχέσης Ορθοδοξίας και ελληνικού εθνικισμού. Ωστόσο, η κριτική εναντίον της μονομέρειας της παρεχόμενης εκπαίδευσης και της αδιαφορίας για την ανάπτυξη των σωματικών λειτουργιών των μαθητών είχε ξεκινήσει το Μάρτιο του 1879 με το υπόμνημα του γιατρού Ηροκλή Βασιάδη στο Συνέδριο των Ελληνικών Συλλόγων στην Αθήνα «περί αναστάσεως και αναγεννήσεως της εθνικής γυμναστικής παιδαγωγικής τε και δημοσίας». Στο υπόμνημα αυτό ο Βασιάδης εισηγείτο διαφοροποιημένες εκδοχές σωματικής αγωγής σύμφωνα με την ηλικία, την ανατομική και φυσιολογική ιδιαιτερότητα του ατόμου και το φύλο 68 . Η κριτική συνεχίστηκε με τη διάλεξη του Δημητρίου Βικέλα στον Ελληνικό Φιλολογικό Σύλλογο Κωνσταντινουπόλεως στα 1890, στην οποία με πουριτανικό ζήλο καταγγελλόταν η παθολογία της νεοτερικότητας. Αναφορικά με
65. Παρατίθεται από τον Χρίστο Σπ. Σολδάτο, ό.π., Β', σ. 238. 66. Μιχαήλ Εμμανουηλίδη, Εξέχοντες Αιολείς Ιεράρχαι. Γερμανός Καραβαγγέλης, εισαγωγή-επιμέλεια Σταύρος Θ. Ανεστίδης (Αθήνα 1962), και Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών ΙΑ' (1995-1996) 363. 67. Χρίστος Σπ. Σολδάτος, ό.π., Β', σ. 236. 68. Χρήστου Γ. Πανταζίδου, «Συνοπτική έκθεσις των κατά την πεντηκονταετηρίδα (1861-1911) του Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου πεπραγμένων [...]», Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος Κωνσταντινουπόλεως 1913-1921, σ. 54-55.
τη σωματική αγωγή αφενός εκθειαζόταν το πρότυπο των αγγλικών sports ως συμβολικών πρακτικών, που αποβλέπουν στον έλεγχο και στην ορθολογικοποίηση της φυσικής ζωτικότητας των παιδιών και των νέων, στην ηθική διάπλαση του χαρακτήρα του νέου ανθρώπου και στην εσωτερίκευση των κυρίαρχων κοινωνικών προτύπων (κυρίως του fair-play, της συνετής αντιμετώπισης της ευτυχίας και της γενναίας αντιμετώπισης της δυστυχίας) και των παγιωμένων ιεραρχικών δομών και αφετέρου υπογραμμιζόταν η αναγκαιότητα της σωματικής αγωγής με την επίκληση επιχειρημάτων που προσιδιάζουν στο λόγο της υγείας και της κλασικιστικής καλοκαγαθίας 69.
Όμως, η κριτική αυτή εκφράζεται με ιδιαίτερη σαφήνεια και μαχητ τητα με την αρθρογραφία του Λουίζου Ηλιού, καθηγητή του αμερικανικού προσηλυτιστικού σχολείου της Ροβερτείου Ακαδημίας της Κωνσταντινούπολης (Robert College) 70 . Ο Ηλιού μετέφρασε στα 1885 το τμήμα εκείνο της τρίτομης Γενικής Ιστορίας της Φιλοσοφίας (1815-1829) του Victor Cousin, το οποίο αναφέρεται στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία. Υπήρξε επίσης συγγραφέας βιβλίου για τη φιλοσοφική χριστιανική ηθική 71 , όπως επίσης και συνεργάτης του αθηναϊκού περιοδικού «Ανάπλασις». Η αρθρογραφία του Ηλιού αποδεικνύει ότι ο λόγος της εκκλησιαστικής διανόησης δεν ήταν αεροστεγής, αλλά επέτρεπε τη δημιουργία μικρών ρηγμάτων, που επιχειρούσαν να γονιμοποιήσουν το λόγο της Ορθοδοξίας με όψεις του πνεύματος της νεοτερικότητας και να αναπροσανατολίσουν τους αντιληπτικούς κώδικες της ελληνορθόδοξης κοινότητας ώστε να γίνει αποδεκτή η αξία της Σωματικής Αγωγής. Λειτουργώντας ως δίαυλος πολιτισμικής ώσμωσης και επιλεκτικής ενσωμάτωσης, ενοφθαλμίζοντας δηλαδή επιλεγμένες γνωστικές και παιδαγωγικές πρακτικές του αμερικανικού εκπαιδευτικού συστήματος στο ελληνορθόδοξο σχολικό σύστημα, ο Ηλιού είναι ο πρώτος που συστηματικά κάνει λόγο στα 1896 για την ανάγκη της επαφής των παιδιών με τον καθαρό αέρα και το φυσικό περιβάλλον και εισάγει το λόγο της υγιεινής στην αρθρογραφία της «Εκκλησιαστικής Αλήθειας», επισείοντας τον κίνδυνο, τον οποίο αντιπροσωπεύει, όπως υποστηρίζει, ο επτάωρος εγκλεισμός των μαθητών «εντός των τοίχων του σχολείου» και η παντελής έλλειψη κίνησης, άσκησης και παιχνιδιού, που οδηγεί στο διανοητικό μαρασμό και τη σωματική καχεξία. Αν και το ενδιαφέρον του Ηλιού δεν πρέπει να είναι άσχετο και με τη συγκυρία της τέλεσης των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα
69. Δημήτριος Βικέλας, «Περί αγωγής», Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος Κωνσταντινουπόλεως KB' (1889-1891) 160-167. 70. Για τη Ροβέρτειο και τα άλλα αμερικανικά προσηλυτιστικά σχολεία βλέπε Σταύρος β. Ανεστίδης, «Αμερικανοί ιεραπόστολοι στη Μικρά Ασία. Βιβλιογραφική επισκόπηση», Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών ΙΑ' (1995-1996) 375-388. 71. Εκκλησιαστική Αλήθεια 10', 26 (11 Ιουνίου 1899) 216.
την άνοιξη του ίδιου έτους, η επιχειρηματολογία του φαίνεται ότι έχει ιατρική προέλευση και συγκεκριμένα τα συγγράμματα των Γάλλων γιατρών Proust και Lancereaux 7 2 . Ωστόσο, στην επιχειρηματολογία του, ο λόγος της υγείας διανθίζεται επιλεκτικά και με το λόγο της καλοκαγαθίας, επιτρέποντας έτσι την ευχερέστερη πρόσβαση του νεοτερικού ήθους στη συλλογική συνείδηση, καθώς και την εξοικείωση της παραδοσιακής κουλτούρας με τις αξίες της υγείας, της ψυχολογικής εκφόρτισης και της συναισθηματικής πληρότητας, που προσφέρουν η άσκηση και η άθληση 73 . Το παιδαγωγικό πρότυπο του Ηλιού είναι τα προγράμματα των σχολείων των αγγλοσαξωνικών χωρών, στο πλαίσιο των οποίων «οι διδάσκαλοι ου μόνον συνδιατρίβουσι μετά των μαθητών των εν υπαίθρω, αλλά και συμπαίζουσι μετ' αυτών ρωστικάς παιδιάς». Κατά τη γνώμη του, η πρακτική αυτή όχι μόνο δεν ανατρέπει τους ιεραρχικούς σχολικούς κώδικες —φόβος που υποβόσκει στην άρνηση του Πατριαρχείου να αποδεχθεί έγκαιρα τη θεσμοποίηση του μαθήματος της Σωματικής Αγωγής—, αλλά και εντάσσει τη «φυσιολογική» και διόλου «απρεπή και επίψογον» «ζωηρότητα» των παιδιών σε οργανωμένες και συστηματικές κινησιολογικές συμπεριφορές, που εδραιώνουν τη σωματική υγεία, εξασφαλίζουν την αρμονική συνύπαρξη σώματος και πνεύματος και συντελούν στην ηθική διαπαιδαγώγηση, μέσω της ανάληψης ρόλων και της εγχάραξης του ήθους της οργανωμένης ατομικής προσπάθειας 74 . Όμως, παρά το γεγονός ότι η θεσμοποίηση της σωματικής αγωγής σε όλες τις βαθμίδες της ελληνορθόδοξης εκπαίδευσης φαίνεται ότι ολοκληρώνεται στα 1912-1913, ο Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος Κωνσταντινουπόλεως αισθάνεται την ανάγκη να συγκαλέσει στα 1909 εκπαιδευτικό συνέδριο με θέμα την καθιέρωση του υποχρεωτικού χαρακτήρα και την ομοιογενοποίηση της διδασκαλίας της Γυμναστικής, μέσω της ενιαίας αξιολόγησης και της λειτουργικής ισορροπίας των πολλαπλών γυμναστικών πρακτικών, όπως επίσης και την ανίχνευση των τρόπων συστηματικής διδασκαλίας και οργανικής πλέον ενσωμάτωσης της σωματικής αγωγής στο ελληνορθόδοξο εκπαιδευτικό σύστημα. Λίγο ενωρίτερα, στα 1907, ο Δ. Δαμασκηνός (που θα συμμετάσχει στα 1909 στην εκπαιδευτική συνεδρία για τη σωματική αγωγή) από την οπτική γωνία του ιατρικού λόγου αποκαλύπτει την ανάγκη αυτή με τον ακόλουθο εύγλωττο τρόπο: «Το γενόμενον από τίνος είναι επίσης κακόν. Μετεπέσαμεν εις
72. Λουίζος Ηλιού, «Παιδαγωγικά Μελετήματα. Α' : "Καθαρόν αέρα εις τα Σχολεία"», Εκκλησιαστική Αλήθεια ΙΣΤ', 39 (22 Νοεμβρίου 1896) 319. 73. Του ίδιου, ό.π., 41 (5 Δεκεμβρίου 1896) 334: «Εάν μάλιστα δεν έχωσι λάθος ο Πλάτων και πάντες οι άλλοι παιδαγωγοί του κόσμου, η υγιεία του σώματος είνε αναγκαιοτάτη εις την διανοητικήν ανάπτυξιν». 74. Ό.π.
την μόδαν της γυμναστικής άνευ μελέτης και συνεργασίας μετάτουιατρούκαι με μανίαν προς τα αθλητικά γυμνάσια. Φοβούμαι δ' ότι εις την πνευματικήν υπερκόπωσιν προσετέθη και η επίσης ολεθρία σωματική» 75 . Η διαπίστωση ότι η σωματική άσκηση είχε πλέον υπερκεράσει το φράγμα του σχολικού προγράμματος και είχε μετατραπεί σε συρμό, δηλαδή σε κοινωνική πρακτική που συγκροτούσε διαρκώς νέες, άτυπες συνήθως και ανεξέλεγκτες μορφές νεανικών συλλογικών δραστηριοτήτων, οι οποίες αμφισβητούσαν την παραδοσιακή τάξη, υποκρύπτει τον κινδυνολογικό χαρακτήρα του κειμένου. Αμεσος στόχος του Δαμασκηνού είναι η θωράκιση έναντι του φόβου της παραβατικής συμπεριφοράς των νέων, στάση που διατρέχει την αστική κοινωνία στις αρχές του 20ού αιώνα 7 6 , όπως και ο έλεγχος, η ομοιογενοποίηση και η ιατρική κανονικοποίηση της άσκησης. Έμμεσο στόχο του αποτελεί η ιατρική και παιδαγωγική απαξίωση της αγωνιστικής γυμναστικής και του αθλητισμού. Η κριτική αυτή αντανακλά μία αντίληψη που θέλει να εμφανίσει τον αθλητισμό όχι ως σύστοιχη πρακτική άσκησης, αλλά ως αντίπαλο δέος, που θραύει τα παραδεδομένα πλαίσια της ελεγχόμενης συλλογικότητας, καλλιεργεί ατομικιστικές και αυτο-πειθαρχικές βιοτικές πρακτικές και οδηγεί στη μονομέρεια, στην υπερβολή και σε τελευταία ανάλυση στη διαστροφή της ανθρώπινης φύσης. Όμως η επικριτική αυτή στάση έναντι του αθλητισμού από έναν εκπρόσωπο της ελληνορθόδοξης elite δεν έχει ως μοναδικό αποδέκτη τη νεολαία, αλλά και τις ανώτερες μερίδες της ελληνορθόδοξης αστικής τάξης, οι οποίες στις αρχές του 20ού αιώνα συσπειρώνονταν σε αθλητικούς συλλόγους 77 και εξαιτίας του ηγεμονικού οικονομικοκοινωνικού και πολιτισμικού τους ρόλου καλλιεργούσαν τα νέα αυτά πρότυπα συλλογικής δραστηριότητας στα μεσαία και κατώτερα στρώματα της ελληνορθόδοξης κοινότητας.
Μεταξύ του εισηγητή της Εκπαιδευτικής Συνεδρίας της 28ης Δεκεμβρίου 1909 Α. Κρητικού, του προέδρου της και των δέκα συζητητών (Η. Βαλσαμάκη, Ν. Φωτιάδη, Α. Ζαμαρία, Μ. Αυθεντόπουλου, Δ. Δαμασκηνού, I. Χαζάπη, Ο. Ανδρεάδη, Γ. Παχτίκου, Λ. Δημητριάδη και Χ. Γούδα) δεν φαίνεται ότι υπάρχουν σημαντικές αποκλίσεις πέραν της διάρκειας και της κατανομής του χρόνου εκγύμνασης, αλλά και της ένταξης του μαθήματος στο ωρολόγιο πρόγραμμα με κριτήριο την ενεργειακή πληρότητα του οργανισμού και την ανάγκη διανοητικής χαλάρωσης. Οι κοινοί τόποι της συζήτησης είναι η υποχρεωτικότητα του μαθήματος της Σωματικής Αγωγής, η προσέγγιση του κυρίως μέσα από το λόγο της υγείας, η καταδίκη του παλαιού γυμναστικού συστήματος της ενόργανης γερμανικής γυμναστικής, η καταδίκη του αθλητισμού, η ανάγκη επιμόρφωσης
75. Γ' Έκτακτος Ειδική Εκπαιδευτική Συνεδρία, ό.π., 73. 76. Αντώνης Λιάκος, ό.π., σ. 18. 77. Χάρης Εξερτζόγλου, ό.π., σ. 61.
φωσης του υπάρχοντος διδακτικού προσωπικού η δημιουργίας νέου εξειδικευμένου, η διάκριση των γυμναστικών ασκήσεων και η οργάνωση των αναλυτικών προγραμμάτων της Γυμναστικής με κριτήριο την ηλικία, το φύλο, τη βιολογική λειτουργία, τον ιδιαίτερο κοινωνικό ρόλο κάθε νέου, καθώς και τις εδραιωμένες κοινωνικές συμβάσεις ώστε οι ασκήσεις να μην «προσκρούουν στην αιδώ». Τις συζητήσεις απασχόλησαν επίσης η εισαγωγή της κολύμβησης, της σκοποβολής και των ελληνικών χορών στα αναλυτικά προγράμματα της Σωματικής Αγωγής και, τέλος, η αναγωγή του ελληνικού κράτους σε πρότυπο αναφοράς για τις επιδιωκόμενες δράσεις σχετικά με τη λειτουργική ενσωμάτωση της γυμναστικής στο ελληνορθόδοξο εκπαιδευτικό σύστημα, αλλά και την εισαγωγή της ειδικής τεχνογνωσίας, που θα πραγματοποιούνταν με τη μετάκληση Ελλήνων γυμναστών για την επιμόρφωση του διδακτικού προσωπικού του δικτύου των σχολείων της ελληνορθόδοξης κοινότητας. Οι κοινοί τόποι της συζήτησης συγκροτούν ένα εκλεκτικιστικό και συνδυαστικό πρότυπο σωματικής αγωγής, το οποίο αντλεί στοιχεία κατά κύριο λόγο από τις παραδόσεις της σουηδικής ανόργανης και ενόργανης γυμναστικής και των αθλητικών δραστηριοτήτων των αγγλικών public schools και λιγότερο από αυτήν του γερμανικού γυμναστικού συστήματος. Κατά τον εισηγητή, η γερμανική ενόργανη γυμναστική πρέπει να απορριφθεί, διότι απαιτεί δύναμη, δεν ανταποκρίνεται στην φυσική κίνηση, ενώ παράλληλα προκαλεί δυσμορφία στο μυϊκό σύστημα των μαθητών 78 . Στο πλαίσιο επίσης της σχετικής, αλλά οριακής ιατρικής προσέγγισης του Η. Βαλσαμάκη, καταγγέλλεται συλλήβδην η ενόργανη γυμναστική ως «βλαβερόν λείψανον των χρόνων της αμαθείας και του σκότους» 79 . Από την άλλη πλευρά, οι ελεύθερες σουηδικές ασκήσεις προκρίνονται με το επιχείρημα ότι «κατανέμουσιν αρμονικώς την μυικήν εργασίαν» και εδραιώνουν το πνεύμα της πειθαρχίας, που εγκαταλείπεται στη διάρκεια των «γυμναστικών παιδιών» 80 , ενώ οι τελευταίες (δρόμοι ταχύτητας και ημιαντοχής, αγωνίσματα στίβου, κωπηλασία) κρίνονται απαραίτητες, διότι «[...] και χαράν και ευχαρίστησιν φέρουσιν εις τους παίδας, αλλά και ως ασκήσεις είναι λαμπραί, επειδή εν αυταίς γίνονται κινήσεις δυνάμεναι να ασκήσωσιν όλον το σώμα» 81 . Επιχειρηματολογία που αποδεικνύει ότι η σουηδική γυμναστική και
οι γ υ μ ν α σ τ ι κ έ ς παιδιές α ν τ ι μ ε τ ω π ί ζ ο ν τ α ι σαν να έχουν σ υ μ π λ η ρ ω μ α τ ι κ ή και
όχι εναλλακτική λειτουργία. Η κυριαρχία του λόγου της υγείας είναι εμφανής στην εισήγηση του Α. Κρητικού. Υποβοηθείται όμως από την συμπληρωματική προσφυγή στο λόγο
78. Βλέπε την εισήγηση του Α. Κρητικού, «Β' Ειδική Εκπαιδευτική Συνεδρία», ό.π., σ. 34. 79. Στο ίδιο, σ. 41. 80. Στο ίδιο, σ. 33-34.
81. Στο ίδιο, σ. 33.
της καλοκαγαθίας 82 . Ο Κρητικός, γνώστης, παρ' όλα αυτά, της παράδοσης της σωματικής αγωγής και της διαφοροποίησης των συστημάτων εκγύμνασης, θεμελιώνει την ανάλυση και τις προτάσεις του στα πορίσματα των ερευνών του Ιταλού φυσιολόγου Mosso και των Γάλλων γιατρών Mairet και Florence. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει τον αντισταθμιστικό ρόλο της σωματικής άσκησης όχι μόνο για την αποσόβηση της διαταραχής των «διαφόρων λειτουργιών του Οργανισμού, ήτις επέρχεται κατά την πνευματικήν εργασίαν», αλλά και για τη διευκόλυνση της αναπνευστικής και αναπτυξιακής λειτουργίας του οργανισμού 83. Παράλληλα, τονίζει τη σημασία της σωματικής άσκησης για την ανάπτυξη του σκελετικού και του μυϊκού συστήματος 84 , όπως επίσης και για την ενίσχυση των μαθησιακών λειτουργιών του εγκεφάλου 85. ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η συμπληρωματική θεμελίωση της αναγκαιότητας της σωματικής αγωγής στη δαρβινική θεωρία της φυσικής επιλογής, που μέσω της ευθυγράμμισης με τον κοινωνιο-βιολογικό συρμό της εποχής εισάγει βίαια τον κόσμο της επιστημονικής νεοτερικότητας, της εκκοσμίκευσης και της εκλογίκευσης στο παραδοσιακό σύστημα σκέψης της Ορθόδοξης Εκκλησίας και έως ένα βαθμό της ελληνορθόδοξης διανόησης. Και μάλιστα στο πεδίο της εκπαίδευσης, που αποτελούσε παραδοσιακή αρμοδιότητα της Εκκλησίας και χαρακτηριζόταν από την κυριαρχία του θρησκευτικού κοσμοειδώλου. Ωστόσο, εάν κρίνει κανείς από την έλλειψη αντιδράσεων των συνομιλητών, αντιλαμβάνεται ότι είχε οπωσδήποτε προηγηθεί ο διακριτικός τους εθισμός στις αρχές της δαρβινικής θεωρίας και έτσι η αναφορά σε αυτές δεν προσλαμβανόταν ως επαναστατική εκτροπή. Στο επίπεδο της ατομικής συγκρότησης, ο Κρητικός υποστηρίζει λοιπόν ότι η ισόρροπη ανάπτυξη σωματικών και πνευματικών λειτουργιών, ο αρμονικός συνδυασμός πνευματικών εφοδίων και σωματικών προσόντων εξασφαλίζει ευχερέστερη προσαρμογή στις μεταβαλλόμενες εξωτερικές συνθήκες και προοικονομεί την τελική επικράτηση του προσαρμοστικότερου, ανθεκτικότερου και ισχυρότερου οργανισμού 86. Από την άλλη πλευρά, επεκτείνοντας το κοινωνικοδαρβινικό επιχείρημα στο πεδίο των σχέσεων των εθνών-κρατών, προσεγγίζει τη Σωματική Αγωγή αφενός ως βασικό μηχανισμό σφυρηλάτησης του εθνικού φρονήματος και αφετέρου ως τεχνολογία διασφάλισης της ατομικής και δημόσιας υγείας. Υπό την έννοια, βεβαίως, της συλλογικής ευρωστίας, καρτερίας και μαχητικότητας, που λειτουργούν ως αποχρώσες ενδείξεις τόσο της βιολογικής
82. 83. 84. 85. 86.
Στο Στο Στο Στο Στο
ίδιο, σ. 31 και 32. ίδιο, σ. 30. ίδιο, σ. 30. ίδιο, σ. 32-33. ίδιο, σ. 31.
γικής όσο και της ηθικής ανωτερότητας και υπεροχής του ελληνικού έθνους87. Ενδιαφέρουσα είναι επίσης η αναφορά του Κρητικού στη βρετανική παράδοση σωματικής αγωγής, που συναρτά την άσκηση και τις «γυμναστικές παιδιές» με τη διαδικασία ηθικής διαπαιδαγώγησης του νέου ανθρώπου. Η αναφορά αυτή γίνεται με αφετηρία το βιβλίο του Pierre de Coubertin που αναφέρεται στην «αγγλική ανατροφή»88 και ανακαλεί το πνεύμα της διάλεξης του Δημητρίου Βικέλα στον Ελληνικό Φιλολογικό Σύλλογο Κωνσταντινουπόλεως στα 1890. Η απόρριψη της παιδαγωγικής ωφέλειας της αγωνιστικής γυμναστικής και του αθλητισμού μπορεί να έχει ως αφετηρία επιχειρήματα που προέρχονται από το χώρο της ιατρικής και να γίνεται στο όνομα της «υγιεινής γυμναστικής», αλλά η σκοπιμότητα, που επιτελεί, είναι ηθικού χαρακτήρα. Ο Κρητικός θεωρεί ότι αθλητισμός και σχολική πρακτική είναι πεδία ασύμβατα, επειδή ο αθλητισμός δίνει «κακόν και βλαβερόν παράδειγμα» 89 . Η βλάβη που προξενεί ο αθλητισμός διευκρινίζεται με τον ακόλουθο τρόπο: κρίνεται εξοβελιστέος από το φάσμα των δράσεων του μαθήματος της Σωματικής Αγωγής «[...] ως δυνάμενος να καταπόνηση το πνεύμα του μαθητού, ως ευνοώντηνανάπτυξιντουεγωϊσμού και προκαλών την αποθάρρυνσιν εις εκείνους, οίτινες, μη δυνάμενοι να εκτελέσωσι τα δυσκολώτερα γυμνάσματα και υστερούντες κατά τας επιδόσεις, δειλιώσι να προσέλθωσιν εις το γυμναστήριον [...]» 90 . Η ηθική αξιολόγηση που εμπερικλείει η απόρριψη του αθλητισμού είτε στην ατομική είτε στη συλλογική του εκδοχή 91 ως οργανικού στοιχείου της διδακτικής πρακτικής του μαθήματος της Σωματικής Αγωγής, αποδεικνύεται, εξάλλου, από τον όρο που χρησιμοποιεί ένας από τους συνομιλητές του Κρητικού, ο Αλέξανδρος Ζαμαρίας, γυμνασιάρχης του Ζωγραφείου, όταν καταγγέλει ότι «ο αθλητισμός διά τας σχολάς είναι μόλυσμα» 92 . Πρέπει να παραδεχθούμε ότι η κριτική που απευθύνεται στον αθλητισμό με το επιχείρημα ότι διασπά το πνεύμα της κοινότητας, αναπτύσσει τον εγωκεντρισμό και εκθέτει τον οργανισμό των μαθητών στον κίνδυνο της ανισομερούς ανάπτυξης και της μυϊκής υπερβολής έχει γερμανική προέλευση και χρονολογείται από τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα 93 . Ό μ ω ς στην περίπτωση του Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου Κωνσταντινουπόλεως η κριτική
87. Στο ίδιο, σ. 40. 88. Στο ίδιο, σ. 32. 89. Στο ίδιο, σ. 35. 90. Στο ίδιο, σ. 35. 91. Π.χ. ο Η. Βαλσαμάκης καταδικάζει το ποδόσφαιρο ως ανθυγιεινό, διότι βλάπτει τον οργανισμό λόγω της υπερθερμίας που προκαλεί. Στο ίδιο, σ. 45. 92. Στο ίδιο, σ. 42. 93. J. G. Dixon, ό.π., σ. 136 και G. Mosse, ό.π., σ. 133.
αυτή εγγράφεται στο συνολικότερο πλαίσιο του κανονιστικού ιατρικού λόγου, των νοητικών αδρανειών και των παραδοσιακών κανονιστικών συμπεριφορών της ελληνορθόδοξης κοινότητας. Στο σύνθετο αυτό πλαίσιο, ο αθλητισμός απαξιώνεται, διότι βασίζεται στην ενεργητική αντίδραση του ατόμου, ενθαρρύνει την πρωτοβουλία, οξύνει την αποφασιστικότητα και την κρίση, ελαχιστοποιεί την αυτοματοποιημένη υπακοή, περιορίζει την επιτήρηση, χαλαρώνει την πειθαρχία και την τάξη, αδρανοποιεί τις άκαμπτες σχολικές ιεραρχικές δομές και αναγνωρίζει την ανάγκη της εκδίπλωσης της ατομικής δραστηριότητας και επιδεξιότητας όχι στον περιορισμένο και επιτηρούμενο χώρο του σχολείου, αλλά στο στάδιο και το φυσικό περιβάλλον. Ενώ δηλαδή ο μαθητής λειτουργεί με βάση την αρχή της ιεραρχίας και της πειθαρχίας στο πλαίσιο που διαμορφώνει ο έλεγχος και η κανονικοποίηση της παρορμητικής συμπεριφοράς και της λιβιδικής ροής, ο οιονεί αθλητής δρα ως αυτενεργό και αυτοπροσδιοριζόμενο υποκείμενο. Στην περίπτωση μάλιστα των ομαδικών αθλημάτων, η αυτονομία γίνεται συλλογική και η λειτουργία του παιχνιδιού είναι δημοκρατική, γεγονός που αμφισβητεί τον εξουσιαστικό λόγο και τις πρακτικές του εκπαιδευτικού μηχανισμού. Επίσης τα ομαδικά αθλήματα προϋποθέτουν την ατομική τεχνική εκλέπτυνση, την ισότητα και την εναλλαξιμότητα των παικτών, τη σύνθεση των ατομικών επιδεξιοτήτων και τη λειτουργική διαφοροποίηση των ρόλων για την επιτέλεση του κοινού σκοπού, της ομαδικής αυτοπραγμάτωσης για την κατάκτηση της νίκης. Από την άποψη αυτή, λειτουργούν ως συμβολικός μικρόκοσμος της ορθολογικοποιημένης, λειτουργικά διαφοροποιημένης, ανταγωνιστικής, ισοπολιτειακής και πλουραλιστικής αστικής κοινωνίας. Συμπερασματικά, θα λέγαμε ότι ο ομαδικός κυρίως αθλητισμός υποβάλλει συμβολικά την ιδέα του αυτόνομου και ασχολούμενου με την ατομική του πραγμάτωση παραγωγού-πολίτη, ο οποίος μετατρέπεται σε εταίρο στη συλλογική προσπάθεια της επιτέλεσης της κοινωνικής αναπαραγωγής και της υλικής ευημερίας. Αναδεικνύει δηλαδή συμπεριφορές και αρχές δράσης που προσιδιάζουν σε μια εκκοσμικευμένη, ρασιοναλιστική και εξισωτική αστική κοινωνία και όχι, βέβαια, σε παραδοσιακές και ιεραρχικές κοινωνίες που μεταγγίζουν επιλεκτικά, φορμαλιστικά και εργαλειακά στις δομές, τα αξιολογικά συστήματα και τις πρακτικές τους δομικά και αξιακά μορφώματα των νεοτερικών κοινωνιών. Η επιλεκτική, φορμαλιστική και εργαλειακή μετάγγιση νεοτερικών στοιχείων στο σώμα της ελληνορθόδοξης κουλτούρας παρατηρείται χαρακτηριστικά στα τμήματα εκείνα της ανάλυσης του Κρητικού και των συνομιλητών του, που μιλούν για την ανάγκη υιοθέτησης στο πλαίσιο του μαθήματος της Σωματικής Αγωγής των ακόλουθων πρακτικών: της σκοποβολής υπό την έννοια της στρατιωτικής προετοιμασίας 94 , των εθνικών χορών ως διαδικασίας συμβολικής εγ94. «Β' Ειδική...», ό.π., σ. 44. Πρόκειται για πρόταση του Δ. Δαμασκηνού.
χάραξης της εθνικής συνείδησης και της εθνοπολιτισμικής ταυτότητας 95 και, τέλος, των εκδρομών ως τρόπου προσαρμογής στο στρατιωτικό πνεύμα της πειθαρχίας και της αλληλεγγύης 96. Πρακτικές, οι οποίες —πλην των εκδρομών— έγιναν αποδεκτές και εντάχθηκαν τελικά στη δέσμη των μέτρων που ανέλαβε να υλοποιήσει ο Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος Κωνσταντινουπόλεως για την ομοιόμορφη διδασκαλία και την αναβάθμιση του μαθήματος της Σωματικής Αγωγής. Θεωρώ ότι από κοινού τα τρία αυτά νέα περιεχόμενα του μαθήματος της Γυμναστικής αναδιατάσσουν σφαιρικά το πλαίσιο και τις ιδεολογικές συντεταγμένες του μαθήματος της Σωματικής Αγωγής στην ελληνορθόδοξη κοινότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, καθώς επιχειρούν να συνδιαλλάξουν για πρώτη φορά το λόγο της εθνικής κινητοποίησης με τους λόγους της υγείας και της καλοκαγαθίας και να καταλύσουν την αντινομική σχέση Ορθοδοξίας-εθνικισμού, εντάσσοντας το λόγο της αλκής και της στρατιωτικοποίησης, άρα αυτή την ίδια την ιδεολογία του εθνικισμού, στον αξιακό ορίζοντα του ελληνορθόδοξου μαθητικού πληθυσμού. Πρόκειται, οπωσδήποτε, για ένδειξη τομής η για απόπειρα ριζικού, όπως πιστεύω, αναπροσανατολισμού. Ο αναπροσανατολισμός αυτός αντανακλά τον κίνδυνο της αποδιάρθρωσης της ελληνορθόδοξης ταυτότητας και της απώλειας του εθνικού φρονήματος στο πλαίσιο του προϊόντος κοσμοπολιτισμού της κοινωνίας της Κωνσταντινούπολης και της αμφισβήτησης της πολιτισμικής ηγεμονίας του ελληνισμού από τους αντιπάλους εθνικισμούς 97. Κυρίως όμως μαρτυρεί την εγρήγορση της εθνικής συνείδησης μετά την αρχόμενη υπονόμευση των ισοπολιτειακών δικαιωμάτων του οθωμανικού συντάγματος του 1908 και την αδιαλλαξία και την πολεμική των Νεοτούρκων κατά των εθνοτήτων με σκοπό την εθνοπολιτισμική ισοπέδωση και την επιβολή του τουρκισμού. Η μεταστροφή των Νεοτούρκων σήμαινε αφενός την τάση αυτονόμησης ικανού τμήματος της ελληνορθόδοξης αστικής τάξης από τις προ-εθνικές και συγχρόνως υπερεθνικές λειτουργίες που επιτελούσε το Οικουμενικό Πατριαρχείο στο πλαίσιο της εθναρχικής παράδοσης 98 και αφετέρου τη σταδιακή μετατόπιση της ελληνορθόδοξης κοινότητας από την πολιτική στρατηγική του ελληνο-οθωμανισμού, δηλαδή της «επιβίωσης μιας μεταρρυθμισμένης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας», της συγκυριαρχίας Τούρκων και Ελλήνων και του βαθμιαίου οικο95. Στο ίδιο, σ. 35. 96. Στο ίδιο, σ. 39. 97. Την άποψη αυτή εκφράζει αναφορικά με την περίοδο 1870-1900 περίπου η Eleni Fournaraki, ό.π., σ. 261-262. 98. Η Έφη Κάννερ, «Άφρονες εναντίον φρονίμων, όχλος εναντίον λαού. Ο ελληνικός τύπος της Κωνσταντινούπολης απέναντι στην Κομμούνα του Παρισιού», Μνήμων 18 (1996) 96, διαβλέπει ότι αυτή η τάση αυτονόμησης η καλύτερα αποδέσμευσης κάνει την εμφάνισή της ήδη από το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα.
οικονομικού και πολιτισμικού εξελληνισμού του οθωμανικού κράτους, προς αυτή τ αλυτρωτισμού και της συσπείρωσης με τη μοναδική πλέον μετά την «αποθωμανοποίηση της κοινωνίας και του χώρου» στα 1914 νομιμοποιητική εξουσία που της απομένει, το ελλαδικό εθνικό κέντρο".
Γ'. Η Αυτοκέφαλη Ελληνική Εκκλησία και η σωματική αγωγή. Οι εν απόψεις του μητροπολίτη Πενταπόλεως Νεκταρίου Κεφαλά Θράκης 1846-Αθήνα 1920)
Στην «Ομιλία περί γυμναστικής» στις 21 Αυγούστου 1894 με την ευκαιρία των εγκαινίων του Γυμναστικού Συλλόγου Κύμης, ο Νεκτάριος Κεφαλάς, θιασώτης των ιδεωδών του ορθόδοξου μοναχισμού, απόφοιτος της Θεολογικής Σχολής του Εθνικού Πανεπιστημίου (1882-1885), από το 1889 μητροπολίτης Πενταπόλεως Αιγύπτου, αλλά μετά την εκδίωξή του από εκεί ιεροκήρυκας στην Εύβοια στο διάστημα 1891-1893 και από το 1894 έως το 1908 διευθυντής της Ριζαρείου Σχολής, αποτυπώνει την ορθόδοξη δογματική αντίληψη που αναγνωρίζει το δισυπόστατο της ανθρώπινης φύσης και αντιμετωπίζει το σώμα ως ναό της ψυχής. Το σώμα δεν απαξιώνεται, αλλά, αντίθετα, αξιολογείται θετικά η ενδυνάμωση του, υπό τον όρο ότι η εκγύμναση του θα εκπληρώνει τη σκοπιμότητα της αποτελεσματικότερης επιτέλεσης του πνευματικού αγώνα του πιστού 100 . Το δισυπόστατο δεν αίρεται, αλλά το άλογο σώμα, διαμέσου της φυσικής του εξάσκησης, της ενεργοποίησης και ανάπτυξης των δυνάμεών του, της κανονικοποίησης της συμπεριφοράς του και της εσωτερίκευσης του εξουσιαστικού λόγου, αναδεικνύεται σε εκτελεστικό και πειθήνιο όργανο της ψυχής. «Ο
99. Θάνος Βερέμης, Κατερίνα Μπούρα (εισαγωγή-επιμέλεια), Αθανασίου ΣουλιώτηΝικολαΐδη, Οργάνωσις Κωνσταντινουπόλεως, Αθήνα-Γιάννινα, Δωδώνη, 1984, σ. 9-23. Για την ανάδυση του σχήματος του ελληνοθωμανισμού στο τελευταίο περίπου τέταρτο του 19ου αιώνα βλέπε Έλλη Σκοπετέα, Το «Πρότυπο Βασίλειο» και η Μεγάλη ιδία. Όψεις του εθνικού προβλήματος στην Ελλάδα (1830-1880), Αθήνα, Πολύτυπο, 1988, σ. 309-324. Ειδικότερα για τις απόψεις του Ίωνα Δραγούμη και του Αθανασίου Σουλιώτη-Νικολαΐδη βλέπε Gerasimos Augustinos, Consciousness and History: Nationalistic Critics of Greek Society 1897-1914, East European Quaterly, Boulder, Columbia University Press, New York 1977, σ. 126-134. Τέλος, για μια διεξοδική περιγραφή, ανάλυση και ερμηνεία της μετάβασης της ελληνορθόδοξης κοινότητας από το πλαίσιο δράσης της εθναρχικής παράδοσης και αργότερα του ελληνοθωμανισμού προς αυτό της εθνικής κινητοποίησης βλέπε Σία Αναγνωστοπούλου, ό.π., τρίτο και τέταρτο κεφάλαιο, σ. 453-520 και 521-553 αντίστοιχα. Από την Σία Αναγνωστοπούλου δανείζομαι και τον όρο «αποθωμανοποίηση της κοινωνίας και του χώρου». 100. «Ομιλία περί γυμαστικής», στο Περι των αποτελεσμάτων της αληθούς και ψευδούς μορφώσεως μελέτη διηρημένη εις τρία μέρη[...] υπό του Μητροπολίτου Πενταπόλεως Νεκταρίου Κεφαλά προλύτου της Θεολογίας, Αθήνα 1894.
νους βουλεύεται τα άριστα», γράφει ο Νεκτάριος, «το δε σώμαακόπωςεκτελεί τα καλώς βεβουλευμένα» 101. Στην προοπτική αυτή, πρωταρχικός σκοπός της γυμναστικής γίνεται «η ενίσχυσις των σωματικών δυνάμεων προς πρόθυμον ικανοποίησιν των απαιτήσεων του πνεύματος και πλήρωσιν των επιβεβλημένων αυτώ καθηκόντων» 102 . Αυτό σημαίνει ότι η σωματική αγωγή χάνει την αυτοτέλειά της, γίνεται ετερόνομη και συναιρείται στην ηθικο-διαπαιδαγωγική της εκδοχή, καθώς ανάγεται σε μηχανισμό διαχείρισης, ελέγχου και εξαΰλωσης των σωματικών ορμών χάριν της καλλιέργειας ηθικού φρονήματος και της διαμόρφωσης χριστιανικού χαρακτήρα. Παράλληλα, το γυμνασμένο σώμα αντιμετωπίζεται ως ανάγλυφο, ως αισθητική πραγμάτωση της πειθαρχημένης και ηθικοποιημένης εσωτερικής δύναμης, ενώ η εύρυθμη λειτουργία, η υγεία και η ευρωστία του σώματος ανάγεται σε σύμβολο της γυμνασμένης ψυχής του πιστού.
Σε γενικές γραμμές, έχουμε να κάνουμε με μία προσέγγιση της σωματικής αγωγής που σημασιοδοτείται από τη μεταφορική χρήση της γυμναστικής άσκησης ως απεικόνισης του αγώνα του πιστού για την αυτοτελείωση. Αν στο πλαίσιο του θρησκευτικού δόγματος η υποταγή του σώματος στα κελεύσματα της ψυχής είναι ο πρωταρχικός σκοπός της σωματικής αγωγής, στο πλαίσιο της κοινωνίας των πολιτών η γυμναστική αναλαμβάνει συμπληρωματικά να συγκροτήσει κοινότητες επιλέκτων, να αποσπάσει τη νεολαία «από των ματαίων και ανωφελών ασχολιών» και να συντελέσει στην προπαρασκευή «ανδρών κρατερών προς υπεράσπισιν των δικαίων της πατρίδος» 103 . Μια τέτοια σκοποθεσία αποδεικνύει την εκλεκτική εγκόλπωση πτυχών της νεοτερικότητας στο λόγο της Αυτοκέφαλης Ελληνικής Εκκλησίας σε αντίθεση με το Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης, το οποίο έως τουλάχιστον το τέλος του 19ου και την αρχή του 20ού αιώνα αδιαφορεί η κατακρίνει την ενασχόληση με τη σωματική αγωγή. Άλλωστε, στην καταληκτική παράγραφο του κειμένου που μας απασχολεί, ο Νεκτάριος θα επιδοκιμάσει τη δυτική εμπειρία της «εκλαΐκευσης» της γυμναστικής και της σύστασης γυμναστικών συλλόγων 104 . Όταν ο Νεκτάριος μιλά για συγκρότηση επίλεκτων γυμναστικών κοινοτήτων και προπαρασκευή στρατιωτών της εθνικής ιδέας είναι δεδομένο ότι βρίσκεται στην επικράτεια του λόγου της στρατιωτικοποίησης υπηρετώντας τη στρατηγική του ελληνικού αποστολισμού και αλυτρωτισμού. Προσεγγίζει δηλαδή τη γυμναστική αφενός ως κομβικό μηχανισμό σφυρηλάτησης του εθνικού φρονήματος και ανάδειξης της προτεραιότητας της ομάδας έναντι του ατό101. 102. 103. 104. Στο ίδιο, σ. 21. Ανάλογη άποψη και στις σ. 18 και 19. Στο ίδιο, σ. 18. Στο ίδιο, σ. 22. Στο ίδιο, σ. 22.
ατόμου και αφετέρου την εκτελεστική επιδεξιότητα, την υγεία και τη σωματική ευρωστία ως ενδείξεις της ζωτικής δύναμης και της ηθικής υπεροχής του ελληνικού έθνους. Είναι ενδεικτική, άλλωστε, η παρουσία του Νεκταρίου στα εγκαίνια του Γυμναστικού Συλλόγου Κύμης, καθώς πίσω από την ίδρυση του ανιχνεύεται εύκολα η επίγνωση της τοπικής νεολαίας ότι «ου καιρός του καθεύδειν αλλά του εγρηγορείν μη άλλοι ανθ' ημών στήσωσι τα τρόπαια εν τη Ανατολή ήτις κλήρος έλαχε τη Ελλάδι» 1 0 5 . Παρ' όλα αυτά, στην επιχειρηματολογία του Νεκταρίου δεν κυριαρχεί ο λόγος της στρατιωτικοποίησης, αλλά ο λόγος της καλοκαγαθίας, που συναρθρώνεται μαζί του, διότι το κλασικιστικό ιδεώδες αποτελεί ελληνική εθνική παράδοση 106 . Στην προοπτική αυτή, η καλοκαγαθία εκλαμβάνεται ως ικανή και αναγκαία συνθήκη για την αποτελεσματική στρατιωτική προπαρασκευή, ενώ, συγχρόνως, φαίνεται ότι εμπεριέχει και το λόγο της υγείας, ο οποίος μόνο έμμεσα και ετεροπροσδιορισμένα αναδύεται στην προβληματική του τέως μητροπολίτη Πενταπόλεως. Συγκεκριμένα, ο Νεκτάριος θεωρεί ότι «η σωματική γυμνασία καιηπνευματική ανάπτυξις είσίν οι δύο πόλοι περί ους στρέφεται η τελεία μόρφωσις και η τελεία άγωγή» 1 0 7 . Η αρμονική σχέση σώματος και πνεύματος προβάλλει την αριστοτελική μεσότητα ως πρωταρχική αρετή του πολίτη. Άλλωστε, ο Νεκτάριος παραπέμπει συχνά στο κείμενο αυτό στον Αριστοτέλη 108 . Η προσέγγιση όμως της αρετής ως μεσότητας έχει ως αποτέλεσμα τόσο την καταδίκη της αγωνιστικής γυμναστικής όσο και του αθλητισμού, με το επιχείρημα ότι η υπερβολική εκγύμναση του σώματος το καθιστά «δυσκάθεκτον και δυσήλατον και ανυπότακτον, και θρασύ, και προς τας της ψυχής διακελεύσεις απειθές [,..]» 1 0 9 . Είναι προφανές ότι βρισκόμαστε στο πλαίσιο ενός κλειστού συστήματος σκέψης, όπου ο λόγος της καλοκαγαθίας λειτουργεί ως άλλοθι για την ηγεμονία του δόγματος και όπου το ενδιαφέρον για το σώμα υπάρχει και εκδηλώνεται στο βαθμό που το σώμα προσεγγίζεται αφενός ως επικίνδυνη και αφετέρου ως αυτοματοποιημένη και αποτελεσματική βιολογική μηχανή.
105. 106. 107. 108. 109.
Στο Στο Στο Στο Στο
ίδιο, σ. 20. ίδιο, σ. 20. ίδιο, σ. 20. ίδιο, σ. 17,18,19, 21. ίδιο, σ. 18.
Ιστορία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας: Οι ιστοριογραφικές οπτικές και οι χρόνοι τους
ΣΤΡΟΓΓΥΛΗ ΤΡΑΠΕΖΑ
Σάββατο 19 Απριλίου 1997 Απογευματινή συνεδρία Συντονιστής: ΣΠΥΡΟΣ ΑΣΔΡΑΧΑΣ
ΣΠΥΡΟΣ ΑΣΔΡΑΧΑΣ: Θα οργανώσουμε τη συνάντησή μας ως εξής: Θα προηγηθούν οι ομιλίες των κυρίων Vernier και Lett, ύστερα από μια σύντομη δική μου εισήγηση που θα έχει να κάνει με τη θεματική γενικώς. Θα κάνουμε ένα διάλειμμα για καφέ και κατόπιν θα συνεχίσουμε με τις υπόλοιπες εισηγήσεις και μια συζήτηση που θα γίνει μεταξύ των εισηγητών και όλων μας. Πριν απ' όλα να ευχαριστήσω τον κ. Vernier και τον κ. Lett που ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση μας να λάβουν μέρος στις εργασίες του Συμποσίου μας και κατόπιν να μου επιτρέψετε να διατυπώσω λίγες γενικές σκέψεις. Ό π ω ς λέει ο τίτλος αυτής της συνεδρίας, εκείνο που θα θέλαμε ήταν να έχουμε μερικά παραδείγματα προσέγγισης στο θέμα της παιδικής ηλικίας και της νεότητας, προσέγγισης ιστοριογραφικού τύπου με τρόπον ώστε να αναφανούν οι χρόνοι αυτής της προσέγγισης. Σας ζητώ συγνώμη για τους κοινούς τόπους στους οποίους αναφέρομαι. Θα ήθελα να μου επιτρέψτε να θυμίσω ορισμένα πράγματα. Η παιδική ηλικία και η νεότητα είναι ένα πεδίο προς παρατήρηση και πάντοτε προς καθορισμό, ιδίως όταν πρόκειται για τη νεότητα, λιγότερο όταν πρόκειται για την παιδική ηλικία. Από όσα ως τώρα έχουν λεχθεί στο Συμπόσιο αυτό και σε προηγούμενα, φάνηκε η ρευστότητα που συνοδεύει την έννοια νεότητα. Ωστόσο, η παιδική ηλικία και η νεότητα αποτελούν ένα πεδίο παρατήρησης, το οποίο έχει καθ' εαυτό τους δικούς του χρόνους: καθώς δεν είναι ενιαίο, μπορούμε να βλέπουμε σ' αυτό δομές μακρόχρονης διάρκειας, μπορεί να βλέπουμε φαινόμενα συγκυριακά, μικρής συνεπώς διάρκειας" μπορούμε να βλέπουμε μία διαπλοκή των διαρκειών. Αρα υπάρχει ο χρόνος, υπάρχουν οι χρόνοι μέσα στο πεδίο παρατήρησης και οι χρόνοι αυτοί η ο χρόνος υποδεικνύουν και τους τρόπους της αναλυτικής πρόβασης. Αλλος είναι ο τρόπος όταν ερευνάμε ένα συγκυριακό φαινόμενο, άλλος όταν ερευνάμε ένα φαινόμενο μεγάλης διάρκειας, άλλος ο τύπος των μαρτυριών και κυρίως άλλος ο τρόπος της σύνδεσης των μαρτυριών. Το πεδίο παρατήρησης είναι προσπελάσιμο στοιχειωδώς με δύο τρόπους: ο ένας είναι μέσω της γραπτής μαρτυρίας η οιασδήποτε άλλης μαρτυρίας, της εικονικής μαρτυρίας" ο άλλος ο τρόπος είναι μέσω της προσωπικής παρατήρησης, είναι η παρατήρηση του εθνογράφου, είναι η παρατήρηση του ανθρωπολόγου. Η έμμεση παρατήρηση, αυτή που γίνεται μέσα από τη γραπτή μαρτυρία (πάλι ένας κοινός τόπος) ενέχει τους χρόνους της, αλλιώς η αφήγηση η ό,τι λέμε μαρτυρία ενέχει τους δικούς της χρόνους" όταν η αφήγηση έχει δική της οπτική
κή, τότε βεβαίως υπάρχει ενδεχόμενο οι πραγματικοί χρόνοι του πεδίου παρατήρησης να υποτάσσονται στη λογική της οπτικής. Ετσι, φαινόμενα μακραίωνα εμφανίζονται ως φαινόμενα τελείως συγχρονικά η τανάπαλιν συγχρονικά φαινόμενα λόγω της οπτικής της μαρτυρίας εγγράφονται μέσα σε μία μακραίωνη διάσταση. Επωφελούμαι της ευκαιρίας της παρουσίας του κ. Vernier για να φέρω ένα ακραίο παράδειγμα: πόσο εύκολα το συναίσθημα που αναπτύσσεται μέσα στην οικογένεια, η σχέση των γονέων προς τα τέκνα, πόσο εύκολα θα μπορούσε να θεωρηθεί πως είναι έξω απ' αυτούς τους πολιτισμικούς, σε τελευταία ανάλυση, χρόνους τους οποίους υπαινίσσομαι και πόσο πιθανά θα ήταν τα σημασιολογικά γλιστρήματα εάν καταλήγαμε να ομογενοποιούμε τον χρόνο. Ξεκινώντας από ένα δικό μας παράδειγμα, ο κ. Vernier έθιξε τους κοινωνικούς όρους της στοργής και υπέδειξε ότι πίσω από τις αθώες και φαινομενικά ανάξιες σχολιασμού συνήθειες ως προς το πρωτότοκο παιδί, το πρώτο παιδί στο οποίο συγκεντρώνεται όλη η το μεγαλύτερο μέρος της στοργής (η και στο τελευταίο, το στερνοκούνι, στο οποίο συγκεντρώνεται επίσης το μεγαλύτερο μέρος της στοργής) τι υπόβαθρο οικονομικών σκέψεων, στρατηγικών για τις περιουσίες, γαμήλιων τακτικών μπορεί να κρύβεται, δηλαδή ποιος πολιτισμικός χρόνος, ιστορικός στην ευρεία έννοια, χρόνος που διαφεύγει όταν ακριβώς έχουν εκλείψει, εκεί που έχουν εκλείψει, οι αιτίες που καθόρισαν και προσδιόρισαν τους κοινωνικούς όρους τους στοργής. Ένα δεύτερο παράδειγμα από ένα χώρο, που με μονοτονία λέμε ότι θα ήθελε να καλλιεργηθεί στο ερευνητικό μας πρόγραμμα και που μια ευτυχής συνάντηση με τους συντάκτες της τυπολογίας του παραμυθιού μάς επέτρεψε να έχουμε ένα πρώτο βήμα. Προχθές έγινε αναφορά στον Βλαντιμίρ Προπ με την ευκαιρία των αφηγηματικών μεθόδων τις οποίες περιγράφει και αποδεσμεύει από τη διήγηση του μαγικού παραμυθιού, του παραμυθιού των Νεράιδων. Πώς η δική του ερμηνεία μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ενόψει της δημιουργίας μίας κουλτούρας του τύπου που φαντάζονται οι άνθρωποι ότι θα είναι στο εξής η κουλτούρα; Ξεκινάω από το ίδιο το παράδειγμα, αλλά από την ιστορική ερμηνεία του Προπ. Αναφέρομαι στις ιστορικές ρίζες του παραμυθιού των Νεράιδων. Δεν θέλω να πω, δεν έχω αρμοδιότητα να πω, ότι η εξήγηση του Προπ είναι η δέουσα. Αλλά ο Προπ λέει ότι όλη αυτή η αφήγηση είναι αποτέλεσμα της αφήγησης ενός ταξιδιού, που μοιάζει πως είναι το ταξίδι στον άλλο κόσμο" αυτό το ταξίδι γίνεται στη διάρκεια της μύησης. Όταν καταργείται η μύηση, σπάει το ταμπού της μύησης, μένει η διήγηση, γίνεται το παραμύθι και κανείς δεν έχει συνείδηση του γεγονότος ότι η καλύβα που κάθεται επάνω σε τέσσερις στύλους (που κάποτε είναι πόδια από κότα η από κάτι άλλο) είναι το σπίτι στο οποίο αρχίζει η τελετή της μύησης. Μένει το παραμύθι μόνο του, χωρίς την ιστορικότητά του. Ο ιστορικός χρόνος του παραμυθιού, στον βαθμό όπου
ανάγεται ο χρόνος αυτός στη δημιουργία του, είναι κάτι που φεύγει από την παρατήρηση. Από κει και ύστερα, υπάρχει ένας άλλος χρόνος, που κι αυτόν θα πρέπει να τον ορίσουμε, δηλαδή ο χρόνος της πρόσληψης του παραμυθιού. Σ' αυτόν έχει χαθεί το βαθύτερο σημαινόμενο, δηλαδή η διαδικασία της μύησης, οι διαβατικές τελετουργίες και όλα τα συναφή. Τι κάνει ο ιστορικός ενόψει αυτών των προβλημάτων δεν θα το πω εγώ, θα το πουν όσοι θα ακολουθήσουν στο βήμα: τι κάνει μ' αυτόν το χρόνο και πως με τη χρησιμοποίηση των πολλαπλών χρόνων, αυτών των ποιοτικών —επι τρέψτε μου την έκφραση— χρόνων, μπορεί να αναχθεί σε κάποια εργαλεία ανταποκρινόμενα στη μεταβλητότητα του πεδίου παρατήρησης που είναι αυτές οι στιγμές του ανθρώπου και τις ορίζουμε ως παιδικές και ως νεανικές. Τι σημαίνει αυτός ο χρόνος κατά τον οποίο απαγορεύεται (τον 9ο αιώνα στη Δύση) η συνιστάται να μην σκοτώνουν τα παιδιά, αλλά να τα αφήνουν στα σκαλοπά τια της εκκλησίας; Κάποια στιγμή δεν λέγεται, μην τα σκοτώνετε, αλλά αφήνονται στην εκκλησία, στη βρεφοδόχο η στο κατώφλι ενός σπιτιού. Όλα αυτά έχουν να κάνουν με κάποιους χρόνους που χρειάζεται να τους καταστήσουμε όργανα. Συνήθως οι μαρτυρίες προέρχονται από οποιονδήποτε άλλον, εκτός από τα παιδιά. Τα παιδιά δεν μαρτυρούν. Κάποτε επανέρχονται στην ηλικία τους και τότε καταθέτουν. Επανέρχονται στην ηλικία τους όταν πλέον δεν είναι παιδιά και θυμούνται την παιδική τους ηλικία. Εάν έχει δίκιο ο Kant, η νοσταλγία είναι η ανάγκη για ελευθερία και η μόνη χρονική στιγμή όπου ο άνθρωπος αισθάνθηκε ελεύθερος είναι τα παιδικά χρόνια. Ετσι, τα τραγούδια των Α λ πεων απλώς είναι κάποια εξωτερικά ερεθίσματα για να αποδεσμεύσουν αυτή την ανάγκη για ελευθερία. Αν το πράγμα έχει έτσι και στο βαθμό όπου η μαρτυρία για την παιδική ηλικία είναι αποτέλεσμα της νοσταλγίας, πρόκειται για μία μαρτυρία που βεβαίως δεν έχει τίποτα από το χρόνο της παιδικής ηλικίας. Αν έχει κάποιο χρόνο, είναι ο χρόνος κατά τον οποίο διαμορφώνεται η ανάγκη για την ελευθερία, η ψυχική ανάγκη για την ελευθερία, είναι ένας άλλος χρόνος, δεν είναι ο χρόνος της παιδικής ηλικίας. Φυσικά κάθε πηγή της ιστορίας έχει τους ίδιους προσδιορισμούς και ιδίως η αυτοβιογραφία: η μαρτυρία της αυτοβιογραφίας είναι άκρως επιλεκτική, ακόμη πονηρή, κάποτε συστηματικά παραπλανητική. Αν αυτό ισχύει για τις μαρτυρίες που έχουν να κάνουν με τη συνειδητή ζωή του ανθρώπου, ισχύει (σε πολύ μικρότερο ίσως βαθμό) και για τις μαρτυρίες που έχουν να κάνουν με την αθώα στιγμή του ανθρώπου, όπως είναι οι στιγμές της ανάκλησης της παιδικής ηλικίας. Αναφέρομαι σ' αυτό το ακραίο παράδειγμα, γιατί το πεδίο παρατήρησης ανήκει ως προς ορισμένες του εκφάνσεις, ανάμεσα στις οποίες η ίδια η παιδική η η νεανική ηλικία, σε μια σύγχρονη ιστορία: είναι δική μας ιστορία, μια ιστο ρία που δεν σταματάει, κατά κύριο λόγο ως προς την υπαρξιακή της έκφανση.
Έτσι, θα μπορούσε ίσως να πει κανείς ότι στους χρόνους, που θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε για την κατασκευή μίας ιστορίας αυτών των στιγμών του ανθρώπου, μετέχουμε ως μάρτυρες· απ' αυτή την άποψη οι ψυχολογικές, αν θέλετε, τονικότητες των μαρτυριών έχουν μια ιδιάζουσα θέση. Σας ευχαριστώ. Θα ακούσουμε τώρα τις εισηγήσεις των κυρίων Β. Vernier και D. Lett.*
ΣΠΥΡΟΣ ΑΣΔΡΑΧΑΣ : Σας ευχαριστούμε πάρα πολύ. Νομίζω πως με την ανακοίνωση σας έγινε μία ωραία διασταύρωση με την αναλυτική πρόβαση όχι μονάχα των μεσαιωνολόγων μας, σ' εμάς αυτοί είναι οι βυζαντινολόγοι, αλλά και αυτών που ασχολούνται με τη νεότερη ιστορία, γιατί και οι ασχολούμενοι με τη νεότερη ιστορία σ' εμάς, δουλεύουν με τις μεθόδους που δουλεύουν στη Δύση οι μεσαιωνολόγοι, δηλαδή οι πηγές μας επιβάλλουν προσβάσεις του είδους που είναι πλέον τυπικές για τον μεσαιωνολόγο. Συνεχίζουμε με τη Νόρα ΣκουτέρηΔιδασκάλου.
ΕΛΕΩΝΟΡΑ ΣΚΟΥΤΕΡΗ-ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΥ: Θα ήθελα, με τη σειρά μου, να διατυπώσω ορισμένες σκέψεις σχετικά με το ζήτημα της ιστορίας της παιδικής ηλικίας και της νεότητας. Οι σκέψεις αυτές δεν έχουν συγκεκριμένο τίτλο ούτε και διεκδικούν τίτλους. Μάλλον πρόκειται για ερωτήματα, από εκείνα που γεννιούνται, όταν επιχειρούμε να ελέγξουμε τα όρια των αναζητήσεών μας κι ανακαλύπτουμε πως το πεδίο που νομίζαμε διευθετημένο και αδιατάρακτο, είναι πιο άτακτο, πιο άγριο, όμως και πιο προκλητικό και ερεθιστικό απ' ό,τι νομίζαμε. Προκλητικό, με την έννοια ότι ερωτήματα, όπως αυτά που έθεσε προηγουμένως ο Σπύρος Ασδραχάς, αναστατώνουν όχι μόνον τα ταξινομημένα «αντικείμενα», αλλά και τις προδιαγεγραμμένες επιστημονικές αναζητήσεις. Ερεθιστικό, γιατί η αναστάτωση, που δεν επιδιώκεται ούτε ως στόχος ούτε και ως αυτοσκοπός, επιτρέπει τη συζήτηση και τη συν-ζήτηση κοινωνικών προβλημάτων από αυτά που μας απασχολούν στην οποία μας επαγγελματική ενασχόληση, αλλά και στην πιο καθημερινή και την προσωπική μας ζωή. Οι σκέψεις που ακολουθούν διατηρούν ίσαμε το τέλος έναν ερωτηματικό τόνο που επιδιώκει να συνδιαλλαγεί ελεύθερα με αντίθετες η παρόμοιες, με συγκλίνουσες η αποκλίνουσες απόψεις. Θα ξεκινήσω, λοιπόν, αναφέροντας τρία επιμέρους παραδείγματα που υπαινίσσονται, με ανθρωπολογικό κατά τη γνώμη μου τρόπο, αυτό που επισήμανε μόλις τώρα (όμως, και πριν από αρκετά χρόνια
* Οι εισηγήσεις, διαμορφωμένες σε άρθρα, δημοσιεύονται στο τέλος της Στρογγυλής Τράπεζας.
νια 1 ) ο Σπύρος Ασδραχάς, ότι δηλαδή η παιδική ηλικία και η νεότητα παραμένουν έννοιες ρευστές. Το πρώτο παράδειγμα είναι μια κατασκευασμένη ιστορία που παραλλάσσει μιαν άλλη «ιστορία» που αφηγείται η Colette Guillaumin 2 . Στη δική μας ιστορία πρωταγωνιστές είναι ένας μεγάλος κι ένας μικρός — ένα παιδί, όπως λέμε. (Να σημειωθεί πως οι δύο ήρωες είναι οι αντιπρόσωποι ομάδων που δεν έχουν τίποτε το φανταστικό" αντιθέτως: μετέχουν σε μιαν εξαιρετικά δεδομένη πραγματικότητα, όπου ο κόσμος διακρίνεται, περισσότερο η λιγότερο συστηματικά, σε ενήλικες και ανηλίκους.) Ο μεγάλος, εξοπλισμένος με βιβλία, με στατιστικούς πίνακες και μηχανογραφημένες μαρτυρίες, με κανόνες και παραδείγματα, με εικόνες και οδηγίες, ίσως και με κάποια ειδικά όργανα, ανακοινώνει: — Ο άνθρωπος όσο μεγαλώνει ολοκληρώνεται μαθαίνοντας. Θυμωμένος ο μικρός απαντά: — Γιατί με κατηγορείς πως είμαι μηδενικό, ένα ανολοκλήρωτο τίποτε και πως δεν γνωρίζω όσα λες πως συ πρέπει να γνωρίζεις; (Βλέπετε, αυτός που βρίσκεται στη θέση του δέκτη γνωρίζει το βάρος της καθημερινής πραγματικότητας που έχει η δήλωση του πομπού. Στον έκδηλα ουδέτερο λόγο του κυρίαρχου, μόνον ο υποταγμένος καταλαβαίνει αυτό που ο άλλος δεν αντιλαμβάνεται καν πως είπε. Απ' αυτήν την άποψη, η διαμαρτυρία που εκφράζει ο δέκτης θέτει ζητήματα ηθικής τάξεως. Όμως ας προχωρήσουμε λίγο παραπέρα, στις εκδοχές με τις οποίες μπορεί να συνεχιστεί η ιστορία μας.) Ο μεγάλος, ίσως ειλικρινά απορημένος, ίσως και λίγο ενοχλημένος, αλλά πάντα με ύφος σοφού δασκάλου, μπορεί να απαντήσει: —Μα, δεν σε κατηγόρησα πως δεν αξίζεις τίποτε. Όμως ο μικρός επιμένει, αρνούμενος να παίξει τον αναμενόμενο ρόλο: —Ίσως δεν με κατηγόρησες, αλλά σε τι απέβλεπε το να μου απευθύνεις στα καλά του καθουμένου το λόγο, για να μου ανακοινώσεις πόσο αδαής είναι ο άνθρωπος όταν δεν είναι μεγάλος; Μήπως ξαφνικά, την ίδια στιγμή που με μεταχειριζόσουν σα να μην ήμουνα ακριβώς άνθρωπος, ενδιαφέρθηκες να μου μιλήσεις γι' αυτό ; Την άγνοια συ την αποφάσισες μ' όλα αυτά που κουβαλάς, και μου φέρεσαι μετά σα να είμαι ένα σχεδόν τίποτε. Δεν λέω πως το κάνεις. Λέω πως το λες" κι είναι σα να το κάνεις. (Η συζήτηση μπορεί
1. Ιστορικότητα της παιδικής ηλικίας και της νεότητας, Διεθνές Συμπόσιο (Αθήνα, 1-5 Οκτωβρίου 1984). Πρακτικά (Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας - Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς) 1988. Βλ. Εναρκτήρια Συνεδρία, τ. Α', σελ. 29-31 και Καταληκτήρια Συνεδρία, τ. Β', σελ. 706-707). Πρβλ. ακόμη το «Στοχολόγιο» που υπογράφουν τα μέλη της Επιτροπής (Σπύρος Ασδραχάς, Γιάννης Γιαννουλόπουλος, Φίλιππος Ηλιού και Τριαντάφυλλο? Σκλαβενίτης), ό.π., τ. Β', σελ. 709-717. 2. Βλ. «Les ambiquités de la catégorie taxinomique 'race'» στο Hommes et Bêtes, Entretienes sur le racisme publiés sous la direction de Léon Poliakov, Paris - La Haye (Mouton) 1973, σελ. 201. Εκεί οι ήρωες της ιστορίας, που αναφέρεται στο φυλετικό ρατσισμό, είναι ένας λευκός (un «blanc») κι ένας μαύρος (un «noir»).
να εξελιχθεί από δω και πέρα σε καυγά η να οδηγήσει σε τιμωρία η να οδηγηθεί στη σιωπή. Όμως μπορεί να συμβεί και τούτο το παράδοξο: ο μικρός να μην ενδιαφέρεται να συζητήσει με το μεγαλύτερο ούτε καν να διαμαρτυρηθεί για τους κανόνες που αυτός ο δεύτερος στήνει συστηματικά ανάμεσά τους για να περιφρουρήσει τα όρια και την ταυτότητά του. Μ' άλλα λόγια, ανάμεσά τους μπορεί να απλώνεται μια νεκρή ζώνη από εκείνες που ποτέ δεν μετατρέπονται σε πεδίο απορίας.) Ο μικρός, ας πούμε 10χρονος ή 12χρονος, δεν ακούει όσα λέει ο μεγάλος· κάθεται μπροστά στον ηλεκτρονικό του υπολογιστή και παίζει μαθαίνοντας. Κάποια στιγμή σηκώνεται εκνευρισμένος· το καινούριο παιχνίδι είναι δύσκολο, ποιον να ρωτήσει; Μπαίνει η μικρότερη, ας πούμε 4χρονη, αδελφή του - αμίλητη παίρνει τη θέση μπροστά στον υπολογιστή κι αρχίζει αμέσως να παίζει το παιχνίδι που προσπαθούσε να παίξει προηγουμένως ο μεγάλος. Το δεύτερο παράδειγμα αναφέρεται σ' ένα ιστορικά καταγεγραμμένο συμβάν: «1944. Αρχείο του στρατοπέδου Ντράνσι. Ονομα κρατουμένου: Αγόρι, 18 μηνών, τρομοκράτης». Η καταγραφή του συμβάντος ενδιαφέρει για τις αντιλήψεις που το νοηματοδοτούν. Το χειρότερο, σχολιάζει ο Daniel Sibony παραθέτοντας το κείμενο, δεν είναι το οξύμωρο του μωρού-τρομοκράτη· το χειρότερο είναι ότι η αναφορά είναι εν μέρει αληθινή: για να γραφεί κάτι τέτοιο, σημαίνει πως κάποιο μνησίκακο ον θα είχε κάποτε τρομοκρατηθεί από αυτό το βρέφος — τρομοκρατημένος ο μεγάλος από το παιδί που, από καιρό, κρυβόταν αδρανές μέσα του 3 . Το τρίτο παράδειγμα σχετίζεται με όλες κείνες τις ιστορίες που μας λένε και τις λέμε για τα ταξίδια στην ενδιάμεση ζώνη του Τρίτου Κόσμου: λίγο δώθε από τον χώρο του τουριστικού εξωτισμού λίγο κείθε από τις γνώριμές μας γειτονιές, παντού όπου εκτρέφεται «η μυρμηγκιά της αθλιότητας» — με τα λόγια του Claude Lévi-Strauss στους Θλιμμένους Τροπικούς. Κάθε είδους κλητοί και αυτόκλητοι πράκτορες του ταξιδιού συνιστούν να αποφεύγονται οι επαφές, προειδοποιώντας ειδικά για το σμάρι των παιδιών με τα υψωμένα απαιτητικά χέρια: τα ξένα παιδιά μοιάζουν πάντα πιο άγνωστα και πιο απρόβλεπτα από τους μεγάλους ξένους, ίσως γιατί νομίζαμε πως τα ξέραμε η πως ήταν του χεριού μας, ίσως γιατί η παιδική ετερότητα προβάλλει πιο επικίνδυνη και πιο ενοχλητική από την ενήλικη. Μαζί συνιστούν να κρατούμε τις αποστάσεις μας από τις μικρές τους ιστορίες: «Μανίλα 1996. Εκατό παιδιά με χάρτινες σακούλες στα κεφάλια, με τεράστια πλακάτ να σκεπάζουν τα ελάχιστά τους σώματα και με κεράκια στα χέρια, κατήγγειλαν την παιδική πορνεία που υποχρεώνεται να ζει η παιδικότητά τους». Παιδιά εξαθλιωμένα, παιδιά-επαίτες, εκπορνευμένα παιδιά: οι συμπεριφορές τους δεν έχουν σχέση με
3. Daniel Sibony, Écrits sur la racisme, Paris (Christian Bourgois, éditeur) 1988, p. 205 (υπογραμμισμένο στο κείμενο).
την παιδική ηλικία ούτε και με τις τελετουργίες και τις συμβολικές πρακτικές που την εγκαθιστούν και την ορίζουν ούτε και με τις πραγματικότητες που την καθιστούν διακριτή κατηγορία. Ό μ ω ς διεκδίκησαν μια παιδικότητα, που δεν την γνώρισαν ούτε θα την γνωρίσουν ποτέ, αφού αντί να παίζουν παίζονται κι αντί να ορίζουν με το σώμα, με τις πράξεις και με τη ζωή τους την παιδικότητα, ορίζονται και εξορίζονται από αυτήν, ακριβώς επειδή η κοινωνία μπορεί να μεταποιεί την παιδική ηλικία σε εμπόρευμα. Το ερώτημα: πως και μέσα από ποιες διαδικασίες ορίζεται η παιδική ηλικία (και η παιδικότητα) και η νεότητα, διατρέχει αυτές τις παραδειγματικές ιστορίες, που θα μπορούσαν βέβαια να πολλαπλασιαστούν. Το ερώτημα, βέβαια, βρίσκεται στην καρδιά κεντρικών ζητημάτων που έχουν μελετηθεί στο πλαίσιο της έρευνας γύρω από την παιδική ηλικία και τη νεότητα που έχει ξεκινήσει από το Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας εδώ και μια δεκαπενταετία και συνεχίζεται, δημιουργικά απ' όσο μπορώ να κρίνω, και σε τούτο το τρίτο της Διεθνές Συμπόσιο. (Πρέπει να ευχαριστήσουμε γι' αυτό όχι μόνον όσους και όσες ερευνούν και συμμετέχουν, αλλά και όσους και όσες στηρίζουν οργανωτικά αυτήν τη δύσκολη προσπάθεια.) Στην έρευνα αυτήν ανοίχθηκαν οι δρόμοι για «μιαν ιστορία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας». Δρόμοι λαμπρυμένοι από συζητήσεις και παρεμβάσεις που φώτισαν μισοσκότεινες καταστάσεις, στρωμένοι με μελέτες και αναλύσεις που επισήμαναν αφανείς υπάρξεις, ξεχασμένες περιπτώσεις η παραμελημένα ζητήματα, ονοματισμένοι με τίτλους και προγράμματα που διεύρυναν αποφασιστικά τη θεματολογία. Αλλά, όπως συνήθως συμβαίνει, κάπου στη διαδρομή οι αναλύσεις του συγκεκριμένου μοιάζει να (υπερ)καλύπτουν τον προβληματισμό, παρακάμπτοντας το πρόβλημα που τον γεννάει και που γέννησε και αυτές τις ίδιες. Εκείνο που έπρεπε να παραμείνει ζητούμενο τείνει σε μεγάλο βαθμό να εγκαθίσταται ως μέσο, ως όχημα, αλλά και ως μέτρο για την ανίχνευση επιμέρους περιπτώσεων. Υπάρχουν, λοιπόν, ζητήματα στα οποία μπορούμε να επιμείνουμε. Ένα από αυτά είναι ο χώρος του απαγορευμένου. Όχι το ξεχωριστό, το απαγορευμένο κομμάτι της παιδικής ηλικίας, αλλά η παιδική ηλικία και η νεότητα ως πεδίο απαγορεύσεων. Και, επιπλέον, οι χρόνοι και οι χρονικότητες της παιδικής ηλικίας και της νεότητας ως απαγορευμένο πεδίο. Το απαγορευμένο μπορεί να αναδειχθεί σε ειδικά προνομιακό πεδίο για την ανάλυση των εννοιών που παράγονται και καταναλώνονται ως «παιδική ηλικία» και «νεότητα» και των εικόνων και των πραγματικοτήτων που αυτές οι έννοιες παράγουν. Πώς να καταλάβει κανείς τα όρια των ρευστών εννοιών, αν δεν διερευνήσει τα οριακά εκείνα σημεία, όπου η ρευστότητα εξουδετερώνεται στην πράξη από κοινωνικές πρακτικές και από αναπαραστάσεις που τις επιβεβαιώνουν: βρισιές, ξύλο, βία και εκφοβισμός, αιμομιξία, κτηνοβασία, χρήση του παιδικού και του νεανικού σώματος, άλωση της παιδικότητας, κατανάλωση της νεότητας. Αν στην ερευ-
ερευνητική πράξη απουσιάσει αυτό το εκτεταμένο γκρίζο πεδίο, η εικόνα της πα δικής ηλικίας και της νεότητας χάνει τις σημασίες της· εμφανίζεται πιο λευκή η πιο γαλαζωπή και ροζέ, δηλαδή πιο ορισμένη απ' ό,τι πραγματικά είναι. Ορισμένα απαγορευμένα θέματα, όπως π.χ.: τα παιδιά του πολέμου, τα παιδιά της πείνας, τα παιδιά τέρατα, τα παιδιά ανίατες περιπτώσεις, τα εξαθλιωμένα παιδιά, τα εκπορνευμένα παιδιά, τα πεταμένα παιδιά, είτε απουσιάζουν, σε αρκετά ανησυχητικό βαθμό, από την έρευνα είτε εμφανίζονται παρατονισμένα είτε αντιμετωπίζονται ως εξαιρέσεις στον κανόνα της παιδικής ηλικίας και της παιδικότητας. Σε επίσης ανησυχητικό βαθμό, η περιγραφή των στοιχείων, η αυστηρή ποσοτικοποίηση των δεδομένων, ίσως και μια διάθεση για αντικειμενικότητα καταλήγουν να εξουδετερώνουν την εγγενή αμφισημία η την καταστατική ασάφεια άλλων δυσχειραγώγητων θεμάτων, όπως π.χ.: τα παιδιά-μεγάλοι, οι μεγάλοι μικροί, οι «μικροί ενήλικες», σύμφωνα με τον όρο που χρησιμοποιεί ο Jacques Le Goff 4. —Ίσως επειδή το θέμα «παιδική ηλικία και νεότητα» τείνει να καθιστά απλώς θέαμα την «παιδικότητα» και τη «νεότητα». Απ' αυτήν την άποψη, η προσπάθεια να αναλυθούν συστηματικά επιμέρους ζητήματα δεν φαίνεται προς το παρόν να έχει παραγάγει μιαν ιστορίαπρόβλημα, μιαν ανθρωπολογία-πρόβλημα για την παιδική ηλικία και τη νεότητα. Νομίζω πως αυτό είναι ένα κεντρικό ζήτημα που προκαλεί αλυσιδωτά ερωτήματα σχετικά με το αντικείμενο «παιδικότητα και νεανικότητα» και σχετικά με τις ιδιαιτερότητες που παρουσιάζει η ιστορικότητα η καλύτερα οι ιστορικότητες της παιδικής ηλικίας και της νεότητας. Μπορούμε, λογουχάρη, να μιλούμε για μία έννοια που καλύπτει μία κατηγορία πληθυσμού από το βρέφος στο παιδί και από το παιδί στον έφηβο και τον νέο; Αναλύσεις που παρουσιάσθηκαν εδώ, έδειξαν πως όχι. Ό μ ω ς η έρευνα πρέπει να επιμείνει. Χρήσιμο θα ήταν να ξαναπιάσουμε το νήμα η κάποια από τα νήματα που οδηγούν στην παιδική ηλικία και τη νεότητα εκκινώντας από την ανάλυση των χρονικοτήτων τους. Να θυμηθούμε τι έλεγε ο Jacques Le Goff 5 σε προηγούμενη συνάντηση. Διαπίστωνε εκεί πως το παιδί αποτελεί ένα νέο αντικείμενο της ιστοριογραφίας —γι' αυτό χρειάζεται νέα εργαλεία που θα είναι κατάλληλα
4. Jacques Le Goff, Le Civilisation de l'Occident médiéval, Paris 1984, σελ. 387. «Το έχουμε επαναλάβει, δεν υπάρχουν παιδιά στο Μεσαίωνα, υπάρχουν μόνο μικροί ενήλικες». Ο Le Goff έχει δεχθεί τη θέση του Philippe Ariès (L'enfant et la vie familiale sous l'Ancien Régime, 1960, 21974) ότι στη Μεσαιωνική Δύση το παιδί (και η παιδική ηλικία) ήταν για πολύ καιρό μια απαξία. Βλ. του ιδίου, «Ο βασιλιάς παιδί στη μοναρχική ιδεολογία της Μεσαιωνικής Δύσης» στο Ιστορικότητα της παιδικής ηλικίας..., ό.π., τ. Α', σελ. 228-229. 5. Βλ. Καταληκτήρια Συνεδρία στο Ιστορικότητα της παιδικής ηλικίας..., ό.π.; τ. Β', σελ. 685-692.
για να γνωρίσουμε την παιδική ηλικία μέσα στην ιστορία. Μετά, έθετε το ερώτημα: τι είναι το παιδί, απλώς ένας νέος άνθρωπος που θα γίνει ενήλικος η είναι ένας άλλος; Και συνέχιζε: το παιδί και ο νέος η η νέα είναι οι καταπιεσμένοι απόντες της ιστορίας —που, και από που και πως μιλά το παιδί μέσα στην ιστορία; Η παρέμβαση του έκλεινε με τη διαπίστωση πως πρέπει να ακούσουμε το παιδί —αλλιώς είμαστε καταδικασμένοι να το βλέπουμε μέσα σε και μέσα από το πλαίσιο της καταδυνάστευσης του: μέσα από τεκμήρια που είναι τεκμήρια καταστολής, το σχολείο, η οικογένεια, το κράτος, οι θεσμοί. Στο μεταξύ, η έρευνα (σε προηγούμενες αλλά και σε αρκετές ανακοινώσεις του τωρινού συμποσίου) ασχολήθηκε με την ανάλυση περιπτώσεων βασισμένων σε τεκμήρια καταστολής. Αλλά η διαπίστωση και η προειδοποίηση του Le Goff έμεινε να αιωρείται: το παιδί δεν ακούστηκε — ακόμη. Ό π ω ς εξάλλου έμεινε να αιωρείται και μια άλλη ενδιαφέρουσα διάσταση του ίδιου προβλήματος που είχε προσθέσει τότε ο Da Silva 6 ' ότι δηλαδή η Ευρώπη ενδιαφέρθηκε για το παιδί κάθε φορά που της χρειαζόταν: αυτή, είχε υποστηρίξει, είναι μια αδυσώπητη χρησιμοποίηση του άλλου, γιατί το ενδιαφέρον για το παιδί συνοψιζόταν στην υπερβολική φροντίδα και την υπερβολική τακτοποίηση. Μένει συνεπώς να προσέξουμε τι μπορεί να σημαίνει κάθε φορά «καταστολή» η «καταπίεση» και πως ορίζεται σε κάθε περίπτωση η καθ' υπέρβαση συμπεριφορά: υπερβολική φροντίδα μπορεί να σημαίνει και υπερβολική αδιαφορία και η τακτοποίηση αποκτά νόημα μέσα από την αταξία. Ό π ω ς μένει να συζητήσουμε και το ερώτημα που έθετε τότε ο Σπύρος Ασδραχάς, σχετικά με την εμβέλεια και την επιχειρησιακότητα της έννοιας της ιστορικότητας της παιδικής ηλικίας και της νεότητας, και που μου φαίνεται πως σήμερα έθεσε με ακόμη μεγαλύτερη οξύτητα, υπογραμμίζοντας πως το πεδίο της παρατήρησης δεν είναι ενιαίο. Και τότε, πως θα το μιλήσουμε και, στο κάτω κάτω της γραφής, γιατί χρειάζεται να το μιλούμε; Ίσως ο τρόπος βρίσκεται στην απάντηση που είχε δώσει πριν από αρκετά χρόνια ο Le Goff 7, όταν μιλούσε για ανάγκη αποαρσενικοποίησης της ιστορίας. Αποαρσενικοποίηση, με την έννοια της καταρχήν κριτικής στάσης απέναντι σε όλα όσα χαρακτηρίζουν τη λεγόμενη ακαδημαϊκή ιστοριογραφία, αλλά και με την έννοια της επιστημονικής εκείνης πρακτικής που εκ πεποιθήσεως προσμετρά και κρίνει τις ιστορικές συνθήκες μέσα στις οποίες η ίδια πράττεται. Αποαρσενικοποίηση δηλαδή της ιστορίας στην πράξη"
6. José Gentil Da Silva, «Η ιστορικότητα της παιδικής ηλικίας και της νεότητας στην πρόσφατη ιστορική παραγωγή», βλ. Ιστορικότητα της παιδικής ηλικίας..., ό.π., σελ. 37-78. 7. Jacques Le Goff, «L'Histoire de l'homme quotidien», Histoire et Ethnologie,
όχι αντιστροφή των ρόλων, όχι αλλαγή φύλου η ταυτότητας και εν προκειμένω: και ηλικίας. Σ' ένα πρώτο, βασικό όμως και θεμελιώδες, επίπεδο νομίζω πως το συνολικό αυτό αίτημα βρήκε εν μέρει ανταπόκριση τόσο σε προηγούμενες προσπάθειες όσο και σε τούτη την (σχεδόν συλλογική) απόπειρα που δείχνει ότι η επιχειρησιακότητα της έννοιας παιδική ηλικία, από τη μια μεριά, και νεότητα, από την άλλη, είναι διαπραγματεύσιμη, αφού και στην πράξη της ανάλυσης οι έννοιες αυτές παραμένουν μεταβλητές, δηλαδή ιστορικές και δεν μετατρέπονται σε σταθερές αναλυτικές κατηγορίες. Αυτό φάνηκε σ' εκείνες τις ερευνητικές προσπάθειες που προχώρησαν στην ανάλυση των ιστορικά προσδιορισμένων λόγων που χρησιμοποιούν ρευστές έννοιες ωσεί σταθερές και ποσοτικοποιήσιμες (εννοώ τον ιατρικό, στη μια περίπτωση, τον οικονομικό-διοικητικό λόγο στην άλλη· η το νομικό σε μια τρίτη η τον φιλανθρωπικό-εκσυγχρονιστικό η και τον πολιτιστικό σε άλλες). Ό μ ω ς όλες αυτές οι βάσει μετρήσεων και μεγεθών κατηγοριοποιήσεις (παιδική ηλικία και νεότητα, σώμα, σεξουαλικότητα, παιδεία, κανονικότητα, παραβατικότητα, ανωμαλία), όλοι αυτοί οι ορισμοί και οι προσδιορισμοί εννοιών που περιγράφουν ομάδες πληθυσμού (τα παιδιά, τους νέους) τις οποίες και διακρίνουν σαφώς από άλλες, δεν χρησιμοποιούνται ελεύθερες από κοινωνικούς προσδιορισμούς: κυκλοφορούν ανάμεσα σε εμπόδια, περνούν από στρεβλές διόδους, συναντούν αδιέξοδα, ακολουθούν λοξές διαδρομές. Μπορούμε να υποθέσουμε πως οι ορισμοί και οι κατηγοριοποιήσεις που εμφανίζονται συνήθως στις πηγές τόσο ξεκάθαροι και σαφείς, θα σκόνταφταν στην κοινωνική πράξη σε παρερμηνείες και βέβαια πως οι παρερμηνείες θα προκαλούσαν περισσότερο η λιγότερο συστηματικές επανερμηνείες. Από κάθε τέτοιο λόξισμα μπορεί να προκύψει μια τελείως διαφορετική κατάσταση. Γιατί έχουμε μάθει πια πως τα συστήματα που εμφανίζονται σαν τέλεια και επαρκή δεν λειτουργούν τόσο άψογα όσο παρουσιάζονται. Πάντα ξεφεύγουν κάποια ενδιαφέροντα ποσοστά από τις στατιστικές και τις κανονικότητες (το έχει δείξει και εξακολουθεί να επιμένει δημιουργικά σ' αυτό ο Φίλιππος Ηλιού). Οι θεσμοί και τα ιδρύματα που σχετίζονται με τα παιδιά και τους νέους/νέες ποτέ δεν θα λειτούργησαν τόσο άψογα, όσο το θέλουν τα καταστατικά και οι κανονισμοί τους η το αποδεικνύουν «με στοιχεία» οι απολογιστικές εκθέσεις, οι ομιλίες και ο πειθαρχικός λόγος που πλέκεται γύρω από τη λειτουργία τους. Ακριβώς οι πειθαρχίες και ο διδακτισμός υπαινίσσονται σημεία αιχμής, κρίσης, αντίστασης και έξαρσης — αν βέβαια τα ψάξουμε. Όταν ο πειθαρχικός λόγος (π.χ. ότι τα παιδιά είναι παιδιά μέχρις ότου γίνουν μεγάλοι) επιμένει, αυτό κάτι σημαίνει —και δεν σημαίνει αναγκαστικά αυτό που οι κοινωνικοί συμβολισμοί δηλώνουν. Σε αρκετές, π.χ., από τις περιπτώσεις που αναλύθηκαν ο λόγος σχετικά με την παιδική ηλικία και τη νεανικότητα ήταν εξουσιαστικός:
λόγος καταστολής η λόγος διδακτικός· δηλαδή, λόγος που παραμένει (ήδη τονίσθηκε αυτό στη συζήτηση) όχι μόνον επιλεγμένος, αλλά και επίμονα επιλεκτικός, αφού η εκφορά του κατασκευάζει δέκτες, δηλαδή παράγει «παιδιά» ως σημείο της αναφοράς του και αναπαράγει την «παιδική ηλικία» ως αναφορικό του πεδίο. Ποια, λοιπόν, είναι τα παιδιά και ποιοι οι νέοι; Ίσως η συζήτηση σχετικά με το ζήτημα του ορισμού της παιδικής ηλικίας και της νεότητας να πρέπει να αρχίσει από την παράδοξη σύζευξη των ταξινομήσεων κάτω από το στιβαρό χέρι ενός και μόνον ταξινομητή που δεν είναι ούτε παιδί ούτε νέος: είναι ενήλικος· δηλαδή βρίσκεται «εν ηλικία», ενώ οι άλλοι, οι ταξινομούμενοι, είναι άνευ ηλικίας, α-ν-ήλικοι, εγκλεισμένοι σ' ένα ε κ τ ό ς (ηλικίας) —προσωρινά, βέβαια. Η προσωρινότητα δίνει στη ρευστότητα των εννοιών μιαν άλλη διάσταση απ' αυτήν που πραγματικά έχουν. Ποιος ρωτάει, π.χ., τα παιδιά για την παιδική ηλικία η τους νέους και τις νέες για τη νεότητα; «Τα καημένα τα νιάτα» περνούν γρήγορα, γιατί η ρευστότητα της διάρκειάς τους μοιάζει πιο ακίνδυνη από την ιστορική τους ρευστότητα. (Oι τρεις ιστορίες που προηγήθηκαν εκθέτουν με τον τρόπο τους τη ρευστότητα των χρονικοτήτων, αφού αυτό που τίθεται σε αμφισβήτηση είναι η λογική των ταξινομήσεων, όχι απλώς οι ίδιες οι ταξινομήσεις.) Αλλά ποιος (και πως) ρωτάει το παιδί; Διαφάνηκε σε αρκετές εισηγήσεις η ανάγκη να ακουστεί η φωνή των σιωπηλών. Ξέρω, αν ακούγονταν φωνές, μαζί θα έφταναν και κραυγές πόνου η διαμαρτυρίας η ήχοι χαράς απροσδιόριστης που μπορούμε να την συλλάβουμε μόνο διαισθητικά η νοσταλγικά. Όμως, τουλάχιστον, ας επιτρέπουμε στη φαντασία μας να ακούει και την άλλη πλευρά, για να την ψάξουμε επιτέλους. (Έστω για να ρωτήσουμε ποιος μας ρώτησε αν θέλουμε να μεγαλώσουμε, αν θέλουμε να θυμόμαστε η να αφηγούμαστε νοσταλγικά τα παιδικά μας χρόνια η ποια σχέση έχουμε μ' αυτό το άλλο παιδί που υπήρξαμε, σε ποια χρονικότητα, σε ποιον χρόνο.) Τι άλλο θα ενδιέφερε να συζητηθεί ως προς τη ρευστότητα των κατηγοριών; Θα ενδιέφερε, ενδεχομένως, το πως το παιδί μπορεί να μετατρέπεται από άλλο σε αλλιώτικον άλλο, στην υβριδική κατηγορία που είναι ένα «ενήλικο παιδί» η ένα «παιδί ενήλικος» (π.χ. παιδιά-πόρνες, παιδιά του δρόμου, εγκαταλειμμένα παιδιά, παιδιά-θέαμα, παιδιά πειραματόζωα, παιδιά ακούσιοι δότες). Η , το ποια είναι η σημασία της διαδικασίας εξέτασης, δηλαδή του επαναπροσδιορισμού των όρων στις σχέσεις ενηλίκου/ανηλίκου (π.χ. στις τελετές ονοματοθεσίας, ενηλικίωσης, μύησης κ.ο.κ.) που υπερκαλύπτει η και εξαλείφει το υποκείμενο «παιδί» η «νέος»/«νέα». Ακόμη, το ποιες κοινωνικές ομάδες η κατηγορίες ταυτίζονται με τις ομάδες «παιδιά», «νέοι» (π.χ. οι ιθαγενείς ως παιδιά, τα παιδιά ως ιθαγενείς, τα γυναικόπαιδα, το σπίτι, οι μη εργαζόμενες γυ-
γυναίκες, οι στείρες γυναίκες, οι αναλφάβητοι, οι αδαείς, οι ανολοκλήρωτοι κ.ο.κ.) και το πότε, σε ποιες συνθήκες, με τι όρους και με ποιους τρόπους. Τέλος, το ποιες κατηγορίες σε ποιες ιστορικές συγκυρίες, παραμένουν έγκλειστες στην κατηγορία των «ωσεί ανηλίκων» (οι τρελλοί, οι αναλφάβητοι, οι γυναίκες, οι υπερ-ήλικες, οι περιθωριακοί, οι απρόσκλητοι ξένοι κ.ο.κ.) καταδικασμένοι και καταδικασμένες σε εσαεί ανηλικίωση, προορισμένοι και προορισμένες να μην « ενηλικιώνονται »8 . Αν η παιδική ηλικία και η νεότητα είναι έννοιες ρευστές, δηλαδή μεταβλητές, τότε είναι έννοιες ιστορικές. Σε ποιο βαθμό όμως; Και κυρίως: με ποιον τρόπο; Δηλαδή: με ποιες τροπικότητες και σε ποιες χρονικότητες; Σ' αυτό το επίπεδο των αναζητήσεων οι συγκυριακές χρονικότητες πλέκονται αξεδιάλυτα με τον μεγάλο χρόνο, όπου έχει αναφορικότητα η ανθρωπολογία (όπως το διατύπωσε ο Σπύρος Ασδραχάς). Ωστόσο, η προσφυγή στην ανθρωπολογία (που τιμά τους ανθρωπολόγους) δεν λύνει εξ ορισμού τα προβλήματα. Ας θυμηθούμε, πρώτ' απ' όλα, πως η ανθρωπολογία (ιδίως η λεγόμενη πολιτισμική ανθρωπολογία που έστρεψε συστηματικά την προσοχή της στον πολιτισμό ως διαδικασία επικοινωνίας και ως μηχανισμό μετάδοσης από τη μια γενιά στην άλλη της κοινωνικά μαθημένης βιωμένης γνώσης) δεν ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα ούτε για την παιδική ηλικία ούτε για τα παιδιά. Είναι χαρακτηριστικό πως όταν η Margaret Mead (η, γνωστή για τη διαπολιτισμική μελέτη της «πρωτόγονης» και της «μοντέρνας» εφηβείας, αλλά και των κατά φύλα σχέσεων, Αμερικανίδα ανθρωπολόγος) θυμόταν, χρόνια αργότερα, την εθνογραφική αποστολή που είχε κάνει με τον επίσης ανθρωπολόγο τότε σύζυγο της, Leo Fortune, στις Νότιες Θάλασσες, διαπίστωνε: «Ο Λίο αποφάσισε να ασχοληθεί με τον πολιτισμό κι άφησε για μένα τη γλώσσα, τα παιδιά και τις τεχνικές». Με χαρακτηριστική βεβαιότητα ο ανθρωπολόγος ανέθεσε «τα παιδιά, την κουζίνα και τη γλώσσα» στη σύζυγο του στη ζωή και στην επιστήμη. Γιατί η ανθρωπολογία, μολονότι μελέτησε και ανέλυσε τα συστήματα γάμου και συγγένειας, τα συστήματα ονοματοθεσίας και ταξινόμησης, τις τελετουργίες ενηλικίωσης, δεν έδειξε ξεχωριστό ενδιαφέρον για τη ζωή των παιδιών, για τις κοινωνικές λειτουργίες, τις αντιλήψεις, τις νοοτροπίες και τις συμ8. Πρβλ. π.χ. την εισήγηση του Ugo Fabietti, «Η 'οικοδόμηση' της νεότητας» στο Ιστορικότητα της παιδικής ηλικίας..., ό.π., τ. Α', σελ. 115-123, όπου υποστηρίζεται ότι οι κοινωνίες που απασχολούν τους ανθρωπολόγους, προκειμένου να ελέγχουν την πρόσβαση στις κοινωνικές εξουσίες, κρατούν συχνά τα άτομα στην κατάσταση του «νέου», εμποδίζοντάς τα να βγουν απ' αυτήν μέσω μύησης. Σε μια ενδιαφέρουσα μεταστροφή των νοοτροπιών, οι σημερινές καταναλωτικές κοινωνίες προσπαθούν να επαναφέρουν τα άτομα στη νεότητα με καταναλωτικές πρακτικές, οι οποίες συνιστούν απατηλούς τρόπους διαφυγής από τους καταναγκασμούς της ηλικίας, και άρα από τα γηρατειά και το θάνατο.
περιφορές της πληθυσμιακής κατηγορίας που ταίριαζε «φυσικά» (βάσει βιολογικών χαρακτηριστικών, όπως π.χ. η δυνατότητα τεκνοποιίας) η «κοινωνικά» (βάσει κάποιου κοινωνικά προσδιορισμένου ενδείκτη, όπως π.χ. η γέννηση, η ανατροφή η ο γάμος) στην κοινωνική κατηγορία που ο δυτικός πολιτισμός αποκαλούσε: παιδική ηλικία η/και νεότητα. Επιπλέον, μολονότι ασχολήθηκε με συνέπεια και επάρκεια με την απομυθοποίηση στερεοτύπων, όπως π.χ. ότι «οι πρωτόγονοι είναι (σαν) παιδιά», για να αντικρούσει συστηματικά την αντίληψη που θεωρούσε τις μη δυτικές κοινωνίες απλές η απλούστερες από τη δυτική θέτοντας τις λεγόμενες ιθαγενείς κοινωνίες εκτός ιστορίας η αναγκάζοντάς τες να ξεκινούν καθυστερημένα τη μονόδρομη πορεία της προόδου, δεν φρόντισε αντιστοίχως να ξεδιαλύνει τη στάση της απέναντι στο στερεότυπο ότι «τα παιδιά είναι (σαν) πρωτόγονοι».
Ανθρωπολογική θεώρηση, λοιπόν, της παιδικής ηλικίας και της νεότητας δεν σημαίνει αυτόματη απάντηση σε ερωτήματα, όπως αυτά που συζητούνται εδώ. Μάλλον σημαίνει μιαν εναλλακτική προσέγγιση που στηρίζεται σε διαφορετική ανάγνωση των πηγών με την καταρχήν άρνηση της μίας οπτικής, της μοναδικής προοπτικής η της θεώρησης εν ονόματι της Ιστορίας. Σημαίνει, ακόμη, αναδιαπραγμάτευση των εννοιών και ανάκριση των γνώσεων, κριτική αποδόμηση του ίδιου του πεδίου της γνώσης. Η ανάλυση εθνογραφικών ιδιαιτεροτήτων μπορεί να αντισταθεί στην ιστορικά προσδιορισμένη ρύθμιση (διευθέτηση και αστυνόμευση μαζί) της ανθρωπολογικής ερμηνείας και να αντιτάξει εναλλακτικές ερμηνείες. Γιατί, βέβαια, δεν υπάρχει ένας, υπάρχουν πολλοί τρόποι (εν πάση περιπτώσει: πληθυντικοί τρόποι) εναλλακτικής ανάγνωσης. Αλλιώς, η ίδια η ανθρωπολογική προοπτική επιτρέπει να αναπαράγονται οι καταναγκασμοί των σημασιών που χαρακτηρίζουν τις πατριαρχικές η τις δυτικότροπες ερμηνείες της παιδικής ηλικίας και της νεότητας. Ό π ω ς δεν πρέπει να περιμένουμε πως η «ηλικία» ως εμπειρίες, ως μνήμες η ως ιστορίες είναι προϊόν της κοινωνίας προς άμεση κατανάλωση από τις κοι νωνικές επιστήμες, έτσι δεν πρέπει να ζητούμε από την ανθρωπολογία (η από την ιστορία) ένα ετοιμοπαράδοτο επιστημονικό αντικείμενο. Δεν έχει νόημα να πιστεύουμε πως η «ηλικία» και, άρα, και η «παιδικότητα» και η «νεανικότητα» (όπως άλλωστε η «φύση» η το «σώμα») σε κάποιες άλλες κοινωνίες είναι έννοιες πολιτισμικά αθώες, που μένουν πέρα και έξω από τη βία που ασκεί η γλώσσα και η κοινωνική πρακτική. Αν από ιστορική άποψη η παιδική ηλικία και η νεότητα είναι έννοιες ρευστές και άρα πεδία προς παρατήρηση και προς καθορισμόν (όπως επιμένει ο Σπύρος Ασδραχάς) και όχι αναλυτικές έννοιες που εξηγούν και ερμηνεύουν κοινωνικές καταστάσεις, δεν είναι βέβαια αθώες από ανθρωπολογική άποψη. Ακριβώς όπως η «φύση» είναι ένα από τα πιο εκπληκτικά ένοχα (δηλαδή: μη αθώα) προϊόντα του πολιτισμού, έτσι και η «ηλικία» είναι μία από τις λιγότερο αθώες, ελάχιστα αυταπόδεικτες όψεις
της βιωματικής και της βιωμένης ιστορίας. Μ' άλλα λόγια, αν η ανθρωπολογική οπτική μπορεί να διευρύνει η να μεταστρέψει τον προβληματισμό σχετικά με την παιδική ηλικία και τη νεότητα (όπως και σχετικά με άλλα «νέα» αλλά και «παλαιότερα» αντικείμενα), δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα προσκομίζοντας εθνογραφικά (η οποία άλλα) δώρα. Προφανώς αναλύοντας από ανθρωπολογική σκοπιά περιόδους της ιστορίας, π.χ. της δυτικής κοινωνίας, όπως αυτές που ξεκινούν με τον Διαφωτισμό και οδηγούνται στον μοντερνισμό, μπορούμε να δούμε κριτικά τον τρόπο με τον οποίο σχέσεις, όπως η παιδική ηλικία και η νεότητα, η σεξουαλικότητα και το σώμα, αντιμετωπίσθηκαν και προβλήθηκαν ως κατηγορίες, δηλαδή ως ουσίες. Ουσίες σταθερές και αναλλοίωτες που εκφράζονται μέσα από κοινωνικές σχέσεις, η διαφορετικότητα των οποίων θεωρήθηκε πως μπορεί να αναλυθεί (και: έχει αναλυθεί) διαχρονικά η και διαπολιτισμικά. Όμως, οποίες κι αν είναι οι ιστορικές πραγματικότητες που καλείται κατά περίπτωση και περίσταση να αντιπροσωπεύσει η κατηγορία «παιδική ηλικία» (η η κατηγορία «νεότητα»), το γεγονός ότι συνίσταται από μία σταθερή μορφή, το περιεχόμενο και οι σημασίες της οποίας ποικίλλουν ανάλογα με τις κοινωνικές χρήσεις η τις αναλυτικές ανάγκες, την καθιστά έννοια ιδεολογική. Στην αποδόμηση των πραγματικοτήτων μέσα από τις οποίες εκφράζεται π.χ. η παιδική ηλικία, προηγείται η δόμηση του αντικείμενου «παιδική ηλικία», για τον ορισμό του οποίου συγκεκριμένες μερικότητες (π.χ. η μορφή ή η βιολογική ηλικία ή ό,τι άλλο) συντίθενται σ' ένα σύνολο που εμφανίζεται ως ολότητα. Ασφαλώς αυτού του είδους ο ορισμός, αλλά και οι χειρισμοί στους οποίους οδηγεί και τους οποίους καθοδηγεί είναι όχι απλώς επιλεκτικοί αλλά και πολλαπλώς μεροληπτικοί. Ωστόσο, το αντικείμενο «παιδική ηλικία» είναι μια πραγματικότητα τόσο πραγματική όσο και οι άλλες κοινωνικές πραγματικότητες.
Βέβαια, η πιο συνηθισμένη, η πιο εύκολη και κοινή χρήση των εννοιών παιδική ηλικία και νεότητα, η παιδικότητα και νεανικότητα (που δεν είναι ακριβώς το ίδιο), προσδιορίζεται μέσα σε μιαν αντίληψη εξέλιξης και συνέχειας, όπου οι κατηγορίες είναι ταυτοχρόνως αντιθετικές και συνεχείς· δηλαδή η μία κατηγορία εξελίσσεται στην αντίθετή της, άρα δεν είναι παρά σχετικά μόνον και προσωρινά αντίθετες: μικροί/μεγάλοι, παιδιά/ενήλικες, ανήλικοι/εν ηλικία όντες, νέοι/γέροι, ανώριμοι/ώριμοι κ.ο.κ. Η αντίληψη που διατρέχει αυτού του είδους τη χρήση είναι ότι οι μικροί θα μεγαλώσουν, οι ανήλικοι θα ενηλικιωθούν, οι ανώριμοι θα ωριμάσουν, οι νέοι θα γεράσουν —αναγκαστικά, κανονικά, ρυθμικά. Η καθυστέρηση η η αναστολή αυτής της συνέχειας θεωρείται ότι ανήκει στο χώρο της ιατρικής παθολογίας. Η αποσύνδεση της παιδικής ηλικίας και της νεότητας από τη διαδοχή των γενεών μπορεί να γίνει αναλυτικά. Π.χ. η ανθρωπολογική οπτική θα επέμενε ότι η ηλικία είναι μια κατηγορία που φτιάχνεται από εξω-ηλικιακά χαρακτηριστικά
ριστικά (το επισήμανε εύστοχα στην εισήγηση της η Αλεξάνδρα Μπακαλάκη). Τι μπορεί να σημαίνει αυτό; Ό τ ι για να γίνει μια θεώρηση αντι-ουσιοκρατική (άρα μεταμοντέρνα, γιατί ο μοντερνισμός καθιστά τη νεανικότητα και την παιδικότητα «αντικείμενο» συζήτησης: έννοια και ουσία που ορίζεται ξεκάθαρα και βάσει ξεκάθαρων αντιθέσεων), πρέπει να επιχειρήσουμε να καταλάβουμε πως είναι θεμελιωμένες οι έννοιες και τι τους επιτρέπει να παράγονται και να αναπαράγονται. Ίσως έτσι μπορέσουμε, αν όχι κάτι άλλο, τουλάχιστον να ελέγξουμε την επάρκεια των ορισμών και να δούμε τις ιστορικές πραγματικότητες στις υπαρκτές τους επιπτώσεις. Αλλιώς, η αναζήτηση μορφών της «ηλικίας», παραλλαγών της «παιδικής ηλικίας» και εκδοχών της «νεότητας» απωθεί την υλικότητα, τις πραγματικότητες της παιδικής ηλικίας και της νεότητας, δημιουργώντας ταυτοχρόνως τις αυθύπαρκτες ετερότητές τους (τους «ενήλικες», τους «μεγάλους») και τις αναπόφευκτες μετωνυμίες τους: την «παιδικότητα», τη «νεανικότητα», την «ωριμότητα», που μετατρέπονται με τη σειρά τους σε καταχρηστικά αυτόνομες κατηγορίες. Το εξω-ηλικιακό, στην πραγματικότητα, προσδιορίζει έναν χώρο που είναι ήδη προσδιορισμένος. Και δεν πρόκειται μόνον για παραδοξότητα της γλώσσας: ότι τα όρια κάθε πράγματος, κάθε έννοιας ορίζονται από αυτό που δεν είναι. Πρόκειται για ένα παιχνίδι, που (τουλάχιστον στη σύγχρονη κοινωνία) παίζεται ακόμη με όρους της μοντερνικότητας οι οποίοι επιβάλλουν τις δικές της χρονικότητες με τη μορφή του ελέγχου των ορίων, του ελέγχου της ταχύτητας, του ελέγχου του χρόνου. Θα είχε ενδιαφέρον να προσέξουμε, π.χ., τον αντιφατικό τρόπο με τον οποίο τα παιδιά (και: οι ωσεί παιδιά) άλλοτε αποτρέπονται κι άλλοτε ενθαρρύνονται να είναι δημιουργικά, ευρηματικά κ.ο.κ., και ταυτοχρόνως, όταν κάποιο παιδί εμφανίσει αυτό που αποκαλείται πρωιμότητα, να κινητοποιούνται μηχανισμοί που ανακόπτουν ό,τι μοιάζει υπερβολικό (π.χ. «μην κάνεις τον έξυπνο», «μάθε πρώτα γράμματα και μετά να μιλάς», «πάρε διδακτορικό και μετά παράγεις τις θεωρίες», «παντρέψου πρώτα και μετά βγάλε γλώσσα», «γίνε διευθυντής και μετά πάρε πρωτοβουλίες» κ.τ.τ.). Μόνον τα παιδιά-θαύματα είναι οι εξαιρέσεις στον κανόνα, αλλά αυτά είναι πάντα λίγα και απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα της παιδικότητας και τους κανόνες της παιδικής ηλικίας. Όλοι αυτοί οι ορισμοί και οι διευκρινίσεις δείχνουν πως όντως οι εξαιρέσεις υπάρχουν για να επιβεβαιώνονται οι κανονιστικές ρυθμίσεις, από τις οποίες όμως πάντα διαφεύγουν άτομα και ομάδες. Και για να συνεχίσω τη σκέψη μου στην ίδια κατεύθυνση: στο βαθμό που νομιμοποιούνται οι παραπάνω υποθέσεις, προκύπτει μια προβληματική παιδικότητα" κατηγορία μαζί και κατηγόρημα, αφού έχει τη δύναμή της τότε μόνον, όταν αγορεύεται, δηλαδή όταν εκφωνείται και χρησιμοποιείται δημοσίως. Άρα, η παιδικότητα είναι κι αυτή μια έννοια ρευστή και αμφίσημη, απ' αυτές που χρησιμοποιούνται υβριστικά, όπως θα έλεγε ο Bourdieu, αφού μπορεί να ση-
σημαίνουν, και καλούνται να νοηματοδοτήσουν κατά περίπτωση τα πλέον ετερόκλητα πράγματα —όπως, π.χ., τα παιδιά-κουρέλια και τα παιδιά-κούκλες, τα παιδιά-που-παίζουν και τα παιδιά-που-παίζονται. Και, άρα, η έννοια παιδική ηλικία είναι προβληματική, επειδή δεν αναφέρεται απλώς σε συγκεκριμένες ομάδες πληθυσμού που μπορούμε αμέσως να τις εντοπίσουμε, να τις μετρήσουμε, να τις περιγράψουμε και, μετά, να τις συγκρίνουμε" αναφέρεται σ' ένα συμβολικό πεδίο, όπου π.χ. η «παιδική ηλικία» (τα παιδιά) υπερβαίνει τα ίδια τα παιδιά, όπως άλλωστε και η (ακόμη προβληματικότερη) «νεότητα» υπερβαίνει τους νέους και τις νέες. Αν όμως αλλάξει η ουσιοκρατική αντίληψη του χρόνου η της χρονικότητας, τότε ενδεχομένως αλλάζει και το περιεχόμενο των εννοιών. Γιατί η παιδική ηλικία και η νεότητα κρατούν το νόημά τους για τόσο μόνον, όσο συσχετίζονται με τη διαδοχή των γενεών. Ας σκεφτούμε, λογουχάρη, τι μπορεί να σημαίνει το γεγονός ότι σήμερα οι σχέσεις ανάμεσα σε γενεές δεν υπακούουν σε και δεν καθορίζονται από την αρχή της συνέχειας, όπου π.χ. οι μεγάλοι διδάσκουν τους μικρούς. Αν ένα σημαντικό μέρος της μετάδοσης γνώσης δεν είναι πια μια σχέση ανάμεσα σε γενεές, αλλά διαμεσολαβούν άλλοι μηχανισμοί, ενδεχομένως τίθενται σε κρίση όλοι οι τρόποι με τους οποίους η κοινωνία ορίζει διά της ηλικίας την παιδική ηλικία και τη νεότητα και ανοίγονται άπειρες δυνατότητες επαναπροσδιορισμού των κατηγοριών. Π.χ., τα παιδιά και οι νέοι σημαδεύονται ως ξεχωριστές κατηγορίες πληθυσμού και επιλέγονται ως διακριτοί στόχοι της εμπορευματοποίησης στη νέα τάξη πραγμάτων, ενώ ταυτοχρόνως οι κρατούντες θεσμοί εξακολουθούν, με τους ίδιους πάνω κάτω τρόπους (με τάση σκαμπανεβάσματος των κοινωνικών ηλικιακών ορίων), να ορίζουν τα «παιδιά» και τους «νέους» ως κατηγορίες αλληλοεξαρτώμενες και συνεχείς με την κατηγορία εκείνη του πληθυσμού ως προς την οποία ορίζονται. Ωστόσο, ο βιαστικός η συνθηματολογικός προσεταιρισμός της μεταμοντέρνας κριτικής στην ουσιοκρατία, δηλαδή πως η ηλικία, όπως και άλλες κοινωνικές κατηγορίες (το φύλο, το σώμα, η οικογένεια, οι θεσμοί κ.ο.κ.) δεν είναι ουσία, αλλά σχέσεις και σχέσεις ανάμεσα σε σχέσεις, δεν απελευθερώνει αυτομάτως μιαν άλλη και αλλιώτικη δυναμική για την ανάκριση των εννοιών παιδική ηλικία και νεότητα. Κινδυνεύουμε δηλαδή να παραβλέψουμε ότι όχι μόνον όλα είναι υπερπροσδιορισμένα (δηλαδή εμπεριέχουν πολλαπλές αντιφάσεις, απορίες, διφορούμενα, μετριασμούς, διαφοροποιήσεις των απόλυτων αντιθέσεων κ.ο.κ.). αλλά και ότι στην κοινωνία υπάρχουν θεσμοί που σταθεροποιούν και προσδιορίζουν υλικά αυτές τις σχέσεις ως έννοιες η ως κατηγορίες, δηλαδή ως ουσίες. Αν η παιδική ηλικία και η νεότητα ως κοινωνικές κατηγορίες είναι κοινωνικό κατασκεύασμα, μια αυταπάτη, πρόκειται για μια καλά θεμελιωμένη αυταπάτη που παράγεται και αναπαράγεται μέσα από κρατούντες θεσμούς: οι
κατασκευασμένες κατηγορίες γίνονται πραγματικότητες που πράττονται και ενεργούνται, που αναπαράγονται και αναλύονται. Το σύνθημα «το νέο για το νέο» υπαινίσσεται μια κατάφαση στη λήθη: η μνήμη απωθείται (ακόμη κι από την ίδια της την εγγραφή πάνω στο σώμα μας, στο πρόσωπο η στις συμπεριφορές μας), η ιστορία της παιδικής ηλικίας καταστέλλεται εξορίζοντας την ηλικία στο πολιτισμικό ασυνείδητο. Όμως όπως η ιστορία ως ανθρωπολογία μπορεί να ανασκαλεύει τις γκρίζες περιοχές της λήθης (μήπως όλη η λήθη, όπως και η μνήμη, δεν είναι γκρίζα;), έτσι και η ανθρωπολογία ως ιστορία μπορεί να αναζητά τις πιο μακρινές περιοχές της μνήμης (καμιά φορά το πιο απομακρυσμένο είναι κοντά μας). Η κατάρρευση, το θρυμμάτισμα της συνέχειας, π.χ. της συνέχειας των γενεών, μπορεί να δώσει στην ιστορία και την ανθρωπολογία την ευκαιρία να διερευνήσουν τις κανονικότητες και τις εξαιρέσεις, τις συνέχειες και τις ασυνέχειες στο προνομιακό πεδίο της ηλικίας όπου συγκρούονται λάθρα οι διαφορετικότητες και οι ταυτότητες. Σε μια κοινωνία όπου πολλαπλασιάζονται και πολυπλοκοποιούνται οι διαφορές και προκύπτουν όροι (οσοδήποτε ασαφείς) για τη διεκδίκηση του δικαιώματος στη διαφορά, είναι καιρός που η ανθρωπολογία και η ιστορία ως κατεξοχήν επιστήμες της διαφοράς επιχειρούν να μεταστραφούν σε επιστημονική πρακτική που διερευνά επί του συγκεκριμένου το ζήτημα της απόστασης. Τώρα είναι καιρός να διαπιστώσουμε πως «χωρίς αμφιβολία, οι συζητήσεις μας θα ωφελούνταν εάν τις ξαναρχίζαμε μέσα σε μια σφαιρική οπτική, υστέρα από τις προόδους που μας έκαναν να σημειώσουμε οι συμβολές σας» 9 . Ας μη διστάσουμε. Στο κάτω κάτω της γραφής, όπως έλεγε ο Bourdieu (και μας το θύμιζε ο Gérard Mauger 10 ), νεότητα είναι μόνο μια λέξη. Ε, και παιδική ηλικία πάλι μία λέξη είναι —έστω: δύο.
ΣΠΥΡΟΣ ΑΣΔΡΑΧΑΣ: Εγώ χάρηκα βαθύτατα που έδειξες πόσο σημαντικές ήταν οι συναντήσεις μιας ιστοριογραφικής πρακτικής με τις τεκμηριωτικές αλλά και θεματικές διαθεσιμότητες. Και όπως έχουμε πει και άλλη φορά, το πεδίο στο οποίο δεν υπήρξε η επικοινωνία, ήταν το πεδίο της ανθρωπολογίας. Δεν έγιναν συναντήσεις με την πολιτική ιστορία, έγιναν συναντήσεις με την ιστορία των θεσμών. Έγιναν συναντήσεις μ' αυτό που λέμε κοινωνική ιστορία και
9. Μετά μια δεκαπενταετία η πρόταση του Da Silva (βλ. Καταληκτήρια Συνεδρία στο Ιστορικότητα της παιδικής ηλικίας..., ό.π., τ. Β', σελ. 696) παραμένει επίκαιρη. Καιρός να ακολουθήσουμε την προτροπή, και μάλιστα από προχωρημένο τώρα μετερίζι και με την ασφάλεια των προόδων που μας έκαναν να σημειώσουμε όλες οι ίσαμε σήμερα συμβολές. 10. Βλ. «Η κατηγορία της νεότητας: προσπάθειες δόμησης κοινωνιολογικών αντικειμένων», Ιστορικότητα της παιδικής ηλικίας..., ό.π.,τ. Α', σελ. 134.
με την οικονομική ιστορία. Αλλά δυστυχώς το μεγάλο κεφάλαιο της λαογραφίας έμεινε απέξω. Ονομάζω μεγάλο το κεφάλαιο της λαογραφίας, γιατί σ' αυτό το κεφάλαιο θα δούμε, ανάμεσα στα άλλο, τα παιδιά ως «τρικέρια», «ξεπατωμένα», αυτά που «θα τα βγάλουν οι τέσσερις», ως «βρόμικα», «θεοκατάρατα»· το παιχνίδι που συνδυάζεται με τη μύηση, την ερωτική μύηση και την εκφόρτιση. Πρόκειται για την απαγορευμένη λαογραφία. Δυστυχώς μ' αυτό το πνευματικό κεφάλαιο ακόμα δεν αποκαταστάθηκαν οι αγωγοί που θα επέτρεπαν πλέον οι ιστορικοί να αποκτήσουν τη ματιά του ανθρωπολόγου, οι ανθρωπολόγοι τη ματιά του ιστορικού και να γίνει η σύγκλιση των λογικών. Αυτό νομίζω πως θα συζητήσουμε. Ο Φίλιππος Ηλιού συνεχίζει.
ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΗΛΙΟΥ: Συνεχίζω, λοιπόν, και αρχίζω, επαναφέροντας ένα ρητορικό ερώτημα που έθεσε πριν λίγο η Νόρα Σκουτέρη, και που δεν είταν μόνο ρητορικό: εμάς ποιος μας ρώτησε ως παιδιά, ως νέους για τα βιβλία που διαβάσαμε, για τα παιχνίδια που μάς έμαθαν να παίζουμε, για το ένα, για το άλλο, για το τρίτο. Ωραίο ερώτημα. Τώρα αρχίζουν να γίνονται οι πρώτες έρευνες στις οποίες επιχειρείται να αποτυπωθούν οι αντιδράσεις των παιδιών καιτωννέων την ώρα που υφίστανται τις πραγματικότητες που τους επιβάλλουν οι κοινωνίες και οι μεγάλοι. Αλλά θα μπορούσαμε να το συμπληρώσουμε με ένα δεύτερο, επίσης ρητορικό, αλλά και ουσιαστικό ερώτημα: κι αν μας ερωτούσαν, τι θα απαντούσαμε; Τι θα απαντούσαμε, δηλαδή: πότε θα απαντούσαμε; Θα απαντούσαμε όταν θα μπορούσαμε να αρθρώσουμε έναν λόγο που δεν θα τον είχαμε ως παιδιά και που όταν αρχίζουμε νατοναποκτούμε ως νέοι, δεν είναι κατά κανόνα ο λόγος των νέων, αλλά είναι ο λόγος του —με συγχωρείτε για τη λέξη— μι κρομέγαλου, αυτού ο οποίος ξέρει ότι διανύει ένα μεταβατικό στάδιο και έχει πρότυπο προς μίμηση, και μια ασθματική βιασύνη να φτάσει στην ηλικία του ενήλικοςκαιστολόγο του ενήλικος. Διότι αν υπάρχουν κάποιοι βουβοί στην ιστορία, οι φτωχοί, οι άγρότες, οι δούλοι, οι γυναίκες, μάς χρειάστηκε μια ολόκληρη Τουρκοκρατία για να βρούμε έναν Παπασυνοδινό και έναν Σταμάτη Πέτρου και τρίτο δεν βρήκαμε, έκτος από τις μικρές ενθυμήσεις αγράμματων, ιερέων κατά κανόνα, αλλά πολύ μικρές, ώστε δεν συγκροτούν ένα λόγο συνεχή, που θα επέτρεπε ανιχνεύσεις του τύπου τις οποίες υπαινίσσομαι. Δύο άνθρωποι σε τρεις αιώνες, για να α κούσουμε τη φωνή των βουβών, τα «μη έμφωνα όργανα της Ιστορίας», όπως θα έλεγε ο Σπύρος Ασδραχάς, και πάλι οι αναλύσεις, όσες μπορέσαμε να κά νουμε, έδειξαν ότι και οι βουβοί αυτοί που κάποια στιγμή μπόρεσαν να αρθρώσουν ένα συνεκτικό λόγο, δεν αρθρώνουν μόνο το δικό τους λόγο. Αρθρώνουν,
μεταμέσα που διαθέτουν και με τις απλουστεύσειςκαιτιςαπλοϊκότητεςγια τις οποίες είναι ικανοί, όχι έναν αυτόνομο, αλλά τον κυρίαρχο λόγοτηςεποχής τους, τον οποίο, κατά κάποιον τρόπο, αφομοιώνουν και προσαρμόζουν, με τρόπους εκφραστικούς θαυμάσιους και πολύ πιο συναρπαστικούς από τον επίσημο και κυρίαρχο λόγο, αλλά που, πάντως, δεν είναι σε θέση να εκφράσει, αυτοδύ ναμα, τη σκέψη και τις νοοτροπίες των κοινωνικών ομάδων στις οποίες οι άνθρωποι αυτοί ανήκουν. Και είναι λίγοι και, σε αυτό το επίπεδο, οι βουβοί ενήλικες αργούν πολύ να ακουστούν. Α ς σκεφτούμε τώρα, τι γίνεται με τους νέους. Τί είναι ο λόγος περί νέων, τί είναι ο λόγος των νέων; Είναι ένας λόγος ο οποίος, όταναρθρώνεταιγια τους νέους από τους νέους, αρθρώνεται όχι τόσο ως ο αυτοδύναμος λόγος μιας ηλικίας, όσο ως λόγος μιμητικός των πρεσβυτέρων. Έ ν α παράδειγμα: διάβα τον τελευταίο καιρό, παράνομες νεανικές εφημερίδες της Κατοχής και αυτό μου δημιούργησε μια περιέργεια που με οδήγησε να αναζητήσω και προγενέστερες νεανικές εφημερίδες, εφημερίδες που έγραψαν και δημοσίευαν οι νέοι. Είναι ο λόγος των μεγάλων εκεί μέσα. Διαφέρει μόνο ως προς το ότιαναφέρεταισε κάποιους που είναι μικροί, οι οποίοι, όμως, εκφράζονται και διαπαιδαγωγούνται μέσα από πρότυπα και μηχανισμούς, τους οποίους επιβάλλουν οι μεγάλοι. Καιοινέοι μοιάζουν πρόθυμοι να αποδεχτούν και να ενσωματώσουν και τα πρότυπα και τους μηχανισμούς. Επιδιώκουν οι νέοι να μιμηθούν για να φύγουν απ' αυτό το σαράκι που λέγεται νεανική ηλικία; Έ ν α ερώτημα προς έρευνα. Αυτό όμως θέτει,μιακαι οπτικών, ένα άλλο, συναφές, πρόβλημα: πως μελετούμε αυτούς τους νέους; Ήδη, κάποιες πιο σύγχρονες, θέλω να πω: πιο πρόσφατες, θεωρίες της λογοτεχνίας και της ιστορίας περιπλέκουν τα πράγματα και οδηγούν σε δρόμους α-ιστορικούς και α-ιστορικότητας, καθώς το κείμενο θεωρείται ότι αποκτά την αυτόνομη ικανότητα να υπάρχει έκτος ιστορίας, και πολύ περισσότερο όταν θεωρείται ότι η ιστορία δεν υπάρχει παρά μόνον μέσα από τον λόγο πουτηνεκφράζει. Αυτό μας μπερδεύει, γιατί ως προς τους νέους έχουμε κυρίως, είχαμε, θα έλεγα, πριν 10-15 χρόνια, οπότε νέα ιστοριογραφικά ρεύματα κάλυψαν ως ένα βαθμό το κενό, είχαμε ένα λόγο περί νέου που τον θεωρούσαμε δηλωτικό της κατάστασης της νεότητας. Είταν έτσι τα πράγματα; Είναι δυνατόν ο λόγοςπουεκφέρεταιγιαμια ηλικία, γιαμιακοινωνία, για μια επανάσταση, να είναι αυτομάτως δηλωτικός των χαρακτηριστικών που συγκροτούν μια ομάδα κοινωνική, μια ομάδα ηλικιακή ή μήπως από άλλους δρόμους, πιο «ιστοριογραφικούς» πρέπει να προσεγγίζουμε, και προσεγγίζεται όλο και περισσότερο, το φαινόμενο της νεανικής ηλικίας; Μήπως δηλαδή το πντολογικό, ή οντολογική διάσταση, άρα και η μελέτη του όντος-όντος της νεανικής ηλικίας, η όσων συμβαίνουν κατάτηδιάρκεια
κεια της νεανικής ηλικίας, είναι το μέγιστο ζητούμενο του ιστορικού που προσπαθεί να εννοήσει τα συμβαίνοντα, έχοντας επίγνωσητηςανεπάρκειαςτων εργαλείων του και έχει, ωστόσο, πάντα, την φιλοδοξία να αποκρυπτογραφήσει και να εννοήσει τα σύνολα. Και ο λόγος έρχεται μετά και δεύτερος. Ο λόγος όπως και οι χρήσεις του, η οι ιδεολογικές λειτουργίες που περιβάλλουν τα πράγματα; Μία σειρά ιδεών για συζήτηση. όχι να ορίσουμε, αλλά να βρούμε τρόπους και ερεθίσματα για να συζητήσουμε. Βασανίζει τους ιστορικούς, και ορθώς και δικαίως, αυτή η νέα διάσταση —νέα: μισός αιώνας κοντεύει από τότε που επισημοποιήθηκε με τρεις λέξεις— η οποία κυριαρχεί στην ιστορική σκέψη, την σκέψη περί ιστορίας: η διάρκεια. Η μεγάλη διάρκεια, η μέση διάρκεια, η μικρή διάρκεια. Ο Μπρωντέλ, κάποια στιγμή,σεσυζήτηση του με κοινωνιολόγους, (στην ίδια συζήτηση στην οποία αναφέρθηκε, σε μια παράγραφο και τόσο ωραία, στο θέμα της εγγενούς ιδεολογικής λειτουργίας κάθε κοινωνικής επιστήμης και ενός φαινομένου άλλης τάξεως που είναι η ιδεολογική χρήση των φαινομένων που μελετούν οι κοινωνικές επιστήμες), στο κείμενο αυτό διατύπωσε, μάλλον συνοπτικά, το σχήμα γιατις τρεις διάρκειες: μακρά διάρκεια, μέση διάρκεια, μικρή διάρκεια. Δεν θυμάμαι, ο Κέινς θα πρέπει να το είχε σημειώσει πιο πριν: η ζωήτουανθρώπου όμως, οι άνθρωποι που ζουν εν ιστορία, ζουν τη μικρή διάρκεια, δεν προφταίνουν να ζήσουν την μεγάλη (αποδίδω εκ μνήμης την έννοια, όχι τη διατύπωση). Άρα, ο ορίζοντας αυτός της μικρής διάρκειας που αντιπροσωπεύει τη ζωή του ανθρώπου είναι το μόνο δυνατό του όριο, και ο μόνος βιωματικός ορίζοντας. Εξαίρεση, βέβαια, αποτελούν, με έναν ιδιότυπο τρόπο, εκείνοι οι παλαιοί επαναστάτες ή οι παλαιοί χριστιανοί, οι οποίοι, πιστεύοντας στην αιωνιότητα, θεωρούσαν τον εαυτό τους τμήμα ενός αέναου και διηνεκούς κύκλου και προσέφεραν τη ζωή τους σ' αυτή τη μεγάλη προοπτική. Όλοι οι άλλοι ζουν τα εξήντα τους, τα εβδομήντα τους, τα ογδόντα τους χρόνια. Προχθές πέθανε κάποιος εκατό χρονών και θαύμασε ο κόσμος. Ας τα πάρουμε τώρα, όλα αυτά, για να παίξουμε και για να συζητήσουμε: να φύγουμε από τη μεγάλη, τη μέση και τη μικρή διάρκεια και να πάμε στα, ας πούμε, εβδομήντα-ογδόντα χρόνια της πραγματικής ζωής του ανθρώπου. Α ν αυτό το θεωρήσουμε ως τη μεγάλη διάρκεια της μιας ζωής, τί είναι η νεανική ηλικία: πόσα χρόνια; Δεν μιλώ για την παιδική ηλικία, αποφεύγω συστηματικά να μιλήσω, εκεί έχουμε πραγματικά άφωνα όντα και είναι άλλης τάξης και το πρόβλημα και οι αντίστοιχες έρευνες και οι τρόποι προσέγγισης. Α π ό πότε έως πότε μετράμε; Σήμερα θα πούμε, η κάποτε έλεγαν: από τότε που κάποιος θα αποχωριστεί από το πατρικό σπίτι, θα παντρευτεί, θα φτιάξει οικογένεια. Άλλοι θα έλεγαν: όταν κάποιος κάνει το στρατιωτικό του. Σήμερα, εδώ και δυό δεκαετίες περίπου, και στον τόπο μας, μέσα από άλλες διαδικασίες θα μπορούσε να θεωρηθεί, επίσης,
ότι η νεανική ηλικία αρχίζει από την ώρα της ατομικής απεξάρτησης, της ανεξαρτητοποίησης των νέων από την οικιακή εστία. Τί κάνει ο νέος αυτά τα χρόνια; Μας μιλούν για την παιδική και νεανική αθωότηταηγιατηνπαιδική και νεανική ανατρεπτικότητα. Και το ένα σωστό καιτοάλλο σωστό. Υπάρχει όμως και ένα ερώτημα: οι νέοι είναι αθώοι και ανατρεπτικοίήηκοινωνία θέλει να τους δείχνει ότι είναι αθώοι και ανατρεπτικοί; Ότι έχουν μεγαλύτερες διαθεσιμότητες είναι αναμφισβήτητο. Όταν δεν δουλεύουν. Πόσοι δουλεύουν όμως και ποιούς μπορούμε να αφήσουμε σ' αυτό το περιθώριο; Μεγαλύτερη διαθεσιμότητα όμως τί σημαίνει; Προσπάθησα να παρακολουθήσω την άρθρωση του επαναστατικού λόγου των νέων και για τους νέους και παράλληλα την επαναστατική πρακτική, δηλαδή την οντολογική διάσταση: τη λειτουργία των νέων μέσα στα επαναστατικά κινήματα. Θα έλεγα, υπερβάλλοντας κάπως, ότι αν εξαιρέσει κανείς το ότι είναι πιο ευκίνητοι, λόγω νεαρότερης ηλικίας και αντίστοιχης σωματικής διάπλασης, μερικές φορές καιπιοριψοκίνδυνοι, αλλά όχι πάντα (κι εδώ, πάλι, τις περισσότερες φορές και γιατί δεν έχουν συνείδηση του κινδύνου: αλλάζουν όταν έχουν αντιμετωπίσει τον κίνδυνο, ωριμάζουν), δεν διαφέρουν από τους μεγάλους.
Μήπως, για λόγους επιχειρησιακούς, οι ιστορικοί οδηγούμεθα σε κατασκευές νεανικών ηλικιών, οι οποίες, στην πραγματικότητα, αντιπροσωπεύουν μεταβατικά στάδια, τα οποία, αυτός που τα διέρχεται, θέλει να τα ξεπεράσει όσο πιο γρήγορα γίνεται; Α π ό την πολύ απλή μορφή να ξυριστεί ή να αφήσει μουστάκι από τα 12, όταν δεν έχει ακόμα τις δυνατότητες, να πιάσει κορίτσι, να πιάσει δουλειά, να φύγει από το σπίτι του. Ξέρω πως όλα αυτά είναι, ίσως, υπερβολικά, κι άλλωστε δεν τα πιστεύω όλα όσα σας λέω: μια πρόκληση για μια συζήτηση που τα περισσότερα από αυτά η θα τα αμφισβητήσει ή θα δεχτεί ότι μπορούν, ενδεχομένως, να πλουτίσουν ένα χώρο, ο οποίος τείνει να στεγανοποιηθεί υπερβολικά, σε σχέση με το πριν και το μετά, ενώ η διάρκεια της ζωής και ο παλμός της είναι ενιαίος καιενώαυτήηζωή τελικά των εξήντα, εβδομήντα, εκατό χρόνων υπερπροσδιορίζεται από τις μακρές διάρκειες που δεν κάνουν μεγάλη διάκριση ηλικιών. Ευχαριστώ.
ΣΠΥΡΟΣ ΑΣΔΡΑΧΑΣ: Ευχαριστώ τον κύριο Ηλιού, του οποίου επικροτούμε όλοι τα ερωτήματα, που θα τροφοδοτήσουν τη συζήτηση που πρόκειται να ακολουθήσει.
L'IMPORTANCE DU NOM ET DE LA RESSEMBLANCE SUPPOSEE DANS LE DESTIN AFFECTIF ET SOCIAL DES ENFANTS
B E R N A R D VERNIER
Encore récemment, dans une grande partie de la Grèce rurale, la place de chaque enfant dans les rapports symboliques, affectifs mais aussi parfois économiques intra-familiaux dépendait, en partie, de l'origine de son prénom et de la ressemblance qu'on lui supposait avec un parent donné. C'est ce que je voudrais montrer à partir de quelques exemples particulièrement frappant.
Le système Karpathiote
L'île de Karpathos en mer Egée connaissait un système de parenté unique en Europe 1 . Il se caractérisait par l'existence de lignées masculines et féminines nettement séparées qui avaient pour base économique des patrimoines sexués et indivisibles. Dans chaque famille, le premier-né des garçons héritait de son père et la première-née des filles de sa mère. Les autres enfants étaient exhérédés. Les cadets émigraient pour la plupart tandis qu'une majorité de cadettes restaient sur place, célibataires à vie. Elles servaient de bonnes et d'ouvrières agricoles aux couples des aînés. Chacune des lignées sexuées avait pour support symbolique deux prénoms qui se succédaient en alternance de génération en génération. Le premier-né des garçons prenait le prénom de son grand-père paternel, on disait qu'il le «ressuscitait», la première-née des filles prenait celui de sa grand-mère maternelle. Ces lignées recrutaient également, toujours par le biais du système d'appellation, les cadets dont elles avaient besoin pour assurer leur reproduction. Le deuxième-né des garçons portait le prénom de son grand-père maternel et la deuxième-née des filles celui de sa grand-mère paternelle. La nomination des autres cadets obéissait
1. J'ai donné une première description de ce système étudié dès 1967 dans une thèse de troisième cycle dirigé par P. Bourdieu et soutenu en 1977.
à la même règle d'alternance. De ce fait, le prénom des garçons de rang impair à l'intérieur de leur sexe et des filles de rang pair était le plus souvent d'origine paternelle tandis que celui des garçons de rang pair et des filles de rang impair «ressuscitait» un menbre de la famille maternelle. Le prénom que l'on portait décidait de l'appartenance à une lignée. Ces règles de nomination contribuaient pour une part importante à structurer l'ensemble des rapports de parenté économiques (il fallait porter le prénom adéquat pour hériter) symboliques (le prestige des aînés était lié à leur prénom) et aussi affectifs. Il n'est pas exagéré de dire que la parentèle pratique d'Ego était en partie déterminée dans son étendue et sa structure par la distribution des prénoms entre les parents. Mais c'était dans les rapports entre parents et enfants, grands-parents et petits enfants que l'effet structurant du nom était le plus visible. Il n'était pas rare que les grands-parents considèrent comme des étrangers ceux de leurs petits enfants qui n'étaient pas leurs homonymes. Selon l'expression indigène, les parents «se partageaient» les enfants. Chacun éprouvait une sorte de «passion» pour l'aîné de son sexe. Il le considérait comme son «oeil», parlait de lui en ajoutant le possessif «mon» à son prénom (mon iorgos) et utilisait toujours la forme noble de celui-ci par exemple Maroucla au lieu du familier Marou ou du masculin péjoratif Marouclos réservé aux cadettes. Il avait également un faible pour le deuxième-né d'un sexe différent du sien: le père par exemple entretenait un lien privilégié avec la deuxième-née de ses filles qui portait le prénom de sa mère à lui. Un dicton résume bien la loi majeur qui gouvernait les rapports entre les grands-parents, les parents et leurs héritiers: «Là où va la fortune là aussi va l'amour». Mais c'est peut-être dans la brutalité de cette anecdote, souvent racontée en riant, d'un homme disant à sa femme «Apporte deux fourchettes pour que mangent les enfants» que l'on peut le mieux percevoir le bas statut affectif des cadets. Elle suppose en effet que seuls les aînés de chaque sexe sont des enfants et peuvent manger. La répartition des enfants entre la famille paternelle et maternelle était si réelle qu'elle tendait à se retraduire, toute choses étant égales par ailleurs, par un clivage affectif au sein de la fratrie. D'un coté le premier-né des garçons avec les garçons de rang impair et les filles de rang pair, de l'autre la première-née des filles avec les filles de rang impair et les garçons de rang pair. Ce qui poussait une cadette à travailler pour un aîné plutôt que pour l'autre était pour une part le fait qu'elle éprouvait un faible pour celui des deux dont le prénom provenait du même côté parental que le sien. Ces règles de nomination exerçaient un tel pouvoir de stucturation
sur les rapports de parenté que la famille était virtuellement menacée d'éclatement. Une théorie des ressemblances physiques semble avoir eu pour fonction de contrecarrer les effets dysfonctionnels de l'attribution de chacun des enfants et surtout des aînés à un parent déterminé. Cette théorie affirme: 1. L'aîné des garçons ressemble à sa mère et l'aînée des filles à son père. 2. Le deuxième-né des garçons ressemble à son père et la deuxième-né des filles à sa mère. 3. A partir du troisième-né de chaque sexe, il n'y a plus de règle. Ces cadets ressemblent un peu aux deux parents mais ne sont la réplique d'aucun. Us sont «bâtards» (bastardemena). Plus qu'aux parents ou aux grands parents ils peuvent ressembler à des oncles et tantes, à des parents éloignés ou même à aucune personne de la famille. La plupart des Karpathiotes sont d'accord pour affirmer le caractère absolu de cette théorie. Il suffit d'ailleurs de les interroger sur les ressemblances entre les membres de leur famille et de traiter statistiquement leurs réponses pour s'apercevoir qu'ils adhèrent à leur théorie jusque dans leurs perceptions. La fille aînée appartient à sa mère mais ressemble à son père. Le fils aîné appartient à son père mais ressemble à sa mère. La théorie des ressemblances rattache chaque aîné à celui des deux parents qui, d'une autre lignée que lui, pourrait être tenté de le négliger. C'est d'ailleurs ce que disent les villageois eux même quand ils affirment: «Dieu a voulu çà pour que chaque parent puisse aimer celui des enfants qui n'a pas un prénom provenant de son côté. L'un a le nom, l'autre lui ressemble, comme ça il peut les aimer tous les deux». Que le système ait besoin de recourir à une théorie spécifique des ressemblances pour contrecarrer les effets dysfonctionnels des règles de nomination, voilà qui peut être tenu pour un des indices de la profondeur à laquelle ces règles interviennent dans la structuration des rapports de parenté et l'appropriation symbolique des enfants. Les lois de la ressemblance font de la procréation un échange de dons entre les lignées. Associée à l'idéologie de l'anastassi (résurrection à travers le prénom) elles organisent la complémentarité des conjoints en faisant de chaque aîné le produit d'une rencontre entre un corps donné par un parent et une «âme» transmise par son conjoint. La théorie populaire des ressemblances vient aussi souligner le stat u t inférieur des cadets et particulièrement de ceux qui ne porte pas
le prénom d'un grand parent. Elle n'a d'effets positifs que pour les aînés et dans une moindre mesure les deuxième-nés dont on a vu qu'ils pouvaient être utilisés dans les stratégies de reproduction des lignées. Comme si la ressemblance des cadets n'étant plus fonctionnelle, n'avait plus besoin d'être codifiée socialement, comme si encore, pour tirer toutes les conséquences de l'idée exprimée par les Karpathiotes, Dieu n'avait pas jugé nécessaire que les parents puissent aimer les cadets qui ne portent pas un nom de leur côté. Les cadets ne ressemblent fortement à aucun des deux parents. Il ne sont pas vraiment intégrés dans le système des lignées. Ils ne sont pas non plus intégrés dans le circuit des échanges entre lignées qu'organise la théorie des ressemblances. On ne s'offre entre lignées que des cadeaux de valeur qui permettent de se faire honneur. Mais c'est en définitive une théorie biologique qui sert de fondement à la perception des cadets, dont on dit qu'ils sont fait de bric et de broc. Ils sont dit-on, surtout les derniers-nés apospori, ce qui peut se traduire par «fin de sperme». Les cadets sont le produit d'une semence de mauvaise qualité. On voit la cohérence et la force de ce système de parenté. Les rapports de domination entre aînés et cadets y sont fondés en nature et c'est une théorie biologique sur la semence sexuelle qui est l'opérateur de cette naturalisation.
Le système Magniote
La prise en compte des règles de nomination permet de distinguer, en Grèce, d'autres systèmes de parenté où la répartition symbolique des enfants entre les parents obéit à une autre logique. Dans le Magne par exemple mais aussi dans deux îles proches de Rhodes, celle de Simi au Nord et de Kastellorizo au Sud, le premier-né des garçons et la premièrenée des filles prennent respectivement le prénom du grand-père et de la grand-mère paternelle. Les deuxième né de chaque sexe prennent ceux du grand-père et de la grand-mère maternelle. De façon générale les enfants de rang impair à l'intérieur de leur sexe portent un prénom de la famille paternelle et les enfants de rang pair un prénom de la famille maternelle. Or il existe dans ces trois régions une perception des ressemblances familiales différente de celle décrite précédemment. A Karpathos, la théorie présente une image inversée du système de nomination. Dans le Magne, à Simi et à Kastellorizo les jugements de ressemblance tels qu'ils s'expriment en tout cas dans des régularités statistiques (car il n'y a pas ou il n'y a plus ici de règle explicite et c'est l'inclination, plus ou moins consciente, à établir un lien de ressemblance entre
parents homonymes qui est au principe des régularités statistiques constatées) tendent au contraire à renforcer l'effet d'affiliation qu'il exerce. Sous le double rapport du prénom et de la ressemblance du visage, les premiers-nés à l'intérieur de leur sexe (et les enfants de rang impair sous ce même rapport) appartiennent à la famille paternelle et, dans une moindre mesure (une légère majorité seulement dans le cas des ressemblances), les deuxième-nés (et les enfants de rang pair) à la famille maternelle (Tableau 1). Les taxinomies Karpathiotes des ressemblances et des prénoms sont en harmonie avec l'existence de lignées sexuées engagées dans un échange égalitaire et qui prétendent toutes deux se perpétuer avec les mêmes chances à travers le mariage et l'affiliation des aînés de chaque sexe. Les taxinomies qui prévalent dans le Magne, à Simi et à Kastellorizo repèrent aussi les aînés de chaque sexe mais c'est pour les attribuer tous deux à la famille paternelle. Ici l'alliance est inégalitaire. Elle a pour fonction prioritaire de perpétuer la famille paternelle à travers les aînés de chaque sexe.
TABLEAU 1 Origine parentale du prénom et de la ressemblance selon l'ordre de naissance de l'enfant à l'intérieur de son sexe Ensemble des enfants
Magne Kastellorizo
rang impair côté père côté mère côté père Ν Ν % Ν % % Prénom 92 154 70,2 94 89,8 177 Ressemblance 71 176 55,4 101 69,4 229 Prénom Ressemblance 92,5 66 86,7 61,9 54 53 83 84 83,8 75,8 81,8 54,2 31 29 55 59 88,7 60,5 62 71
1er né
2ème né
rang pair côté mère Ν % 70,2 101 56 123 82,3 75,7 73,3 47,8 34 33 60 71
Simi Prénom Ressemblance 84,5 110 60,3 121
La prise en compte des règles de ressemblances et de nomination permet d'avoir une vision plus fine du statut des femmes et des cadets dans le système de parenté. Les observateurs s'accordent le plus souvent à décrire le système Magniote comme un système à lignages agnatiques localisés. Dans le sud du Magne par exemple les biens immobiliers (champs, maisons, tours, églises...) se transmettaient en ligne strictement
agnatique. Les filles n'avaient droit qu'à de l'argent, des bijoux et des habits. C'était si vrai que dans les familles ou il n'y avait que des filles le père préferait parfois transmettre l'ensemble des biens immobiliers à l'un des fils de ses frères plutôt qu'à ses propres filles. Les biens restaient ainsi dans le lignage et aucun étranger ne venait s'installer sur le territoire (Maxala : quartier) agnatique. On pourrait avec les observateurs multiplier les exemples de pratiques ou de représentations qui expriment la position inférieure des femmes dans les rapports de force symboliques entre les sexes. La naissance d'un garçon était saluée par des coups de fusils mais non celle des filles. On appelait celles-ci «les muettes». Le père était parfois tellement déçu par l'arrivée d'une fille qu'il pouvait en venir à battre sa femme. Il arrivait dit-on que l'on laisse mourir des bébés-filles. Et encore maintenant lorsqu'on demande à un homme le nombre de ses enfants il tend à répondre, comme il est vrai dans une grande partie de la Grèce, par le nombre de ses fils (trois enfants) puis ajoute le nombre de ses filles (et deux filles). Au mariage on souhaitait un garçon au nouveau couple et l'on posait toujours un garçon sur le lit nuptial avant la nuit de noce. On pouvait certes mettre plusieurs enfants de sexe différent (pour avoir une descendance nombreuse) mais le premier posé devait alors être un garçon. Selon un interviewé pour se donner le maximum de chances de faire un enfant mâle, l'homme doit pendant l'amour s'appuyer sur son coté droit. La prise en compte des règles de nomination et de ressemblance souligne elle, fortement, l'importance de la première-née des filles pour sa propre famille. Elle est en effet solidement intégrée à sa famille paternelle sous le double rapport du nom et de la ressemblance. Ceci au même titre que le premier-né des garçons. Connaissant l'importance d'une mère pour un homme et sachant que la première-née des filles «ressuscite» la mère de son père on comprend mieux pourquoi parmi ceux qui décrivent la tristesse du père à la naissance de ses filles certains font exception pour la première qui disent-ils est souvent bien accueillie 2 . La prise en compte des règles de nomination et de la théorie sur les ressemblances semblent aussi indiquer que les cadets (surtout quand ils sont d'un ordre de naissance élevé) occupent une position inférieure à celle des aînés. A Simi, Kastellorizo et dans le Magne il est des cas où l'on ne donne pas à un enfant le prénom d'un proche parent. Quand la mère accouche difficilement ou que son précédent enfant est mort en
2. Aλεξάκης.
bas âge on a coutume de faire un voeu et de consacrer l'enfant à un saint dont il portera le prénom. On peut aussi pour différentes raisons donner à l'enfant le nom d'une religieuse, d'un parrain, d'une marraine où, à leur demande, d'un parent de ces derniers. Il est probable qu'à urgence égale on se résoud d'autant mieux à ce genre de pratique qu'on attache moins d'importance aux enfants concernés. Or dans les trois régions qui nous occupent les chances de porter un nom hors-parenté augmentent fortement quand on passe des aînés aux cadets d'un ordre de naissance élevé quelque soit le sexe de l'enfant. Pour donner un exemple, la proportion d'enfants ayant un prénom hors parenté progresse régulièrement dans le Magne quand on va des premiers-nés (8,9%) aux enfants sixièmes-nés et plus (47,2%). Cette idée de la moindre importance des cadets s'exprime aussi dans les représentations sur les ressemblances. Dans les trois régions ce sont surtout les aînés qui sont censés ressembler aux parents et aux grandsparents. Plus on est d'un ordre de naissance élevé, plus on a de chances de ne ressembler qu'à un parent collatéral ou lointain, plus les ressemblances tendent à être floues, et plus on a chances de ne ressembler à personne en particulier ou à plusieurs personnes à la fois. Comme à Karpathos on dit des cadets qu'ils sont «bâtards» (bastardo ratsa). Un indicateur important du statut élévé des aînés est l'existence d'un terme spécial pour les désigner: Kiritsis ou Tsitsis c'est-à-dire petit maître pour les garçons et Kiratsa ou Tsatsa, petite maîtresse pour les filles 3. On notera qur la peemière née des filles est traitée par le système exactement comme le premier-né des garçons. C'est ce que nous avions déjà remarqué à propos des règles de nomination et de ressemblance. Selon certains le père et la mère sont très attachés à leur fille aînée le premier parce qu'elle porte le prénom de sa propre mère, la deuxième parce qu'elle la seconde dans son travail. Ceux qui ont travaillé dans le Magne ont surtout insisté sur l'existence de lignages agnatiques localisés et sur l'effet de structuration qu' exercent ces lignages, conjointement avec les règles de résidence viripatrilocale, sur les rapports de parenté. Les enfants seraient plus proches de leurs parents (ils vivent dans le même Maxala) que de leurs parents maternels. Entre cousins patrilateraux c'était dit-on, notamment dans un contexte de vendetta, à la vie et à la mort. Mais pour progresser dans l'analyse des rapports de parenté pratique il faut tenir compte des deux taxinomies pré-citées. L'aurait-on oublié les noms de famille, supports des
3. Idem.
lignages agnatiques n'ont pas toujours existés et sont pour beaucoup construit à partir du prénom de l'ancêtre éponyme. Tout se passe comme si l'importance du rôle joué par les noms de famille dans la définition des rapports de parenté publiques, officiels et politiques avait masqué aux yeux des ethnologues l'effet de structuration exercé en profondeur par les règles de prénomination. Or il suffit d'un bref séjour dans le Magne pour se convaincre de l'importance affective des prénoms. Il est de notoriété publique que les grands-pères, c'est aussi vrai des grand-mères, ont un faible pour leurs petits-enfants homonymes: «si l'un deux fait une bêtise, ce sera un autre enfant qui paiera». Cette partialité qui avantage spécialement les fils aînés des fils et qui s'exprime continuement à travers une multitude de petits incidents comme la distribution inégale de menus cadeaux (bonbons, billes...) est précisément l'un des facteurs reconnus qui contribuent peu à peu à la structuration des échanges affectifs intra familiaux. Cette importance du nom et peut-être de la ressemblance qui assez souvent l'accompagne fait que les oncles et tantes maternels ont un faible pour les neveux et nièces homonymes ou qui tout simplement portent un prénom provenant de leur côté de telle sorte que les deuxième-nés de chaque sexe tendent, toute choses étant égales par ailleurs, à être plus proches de la famille maternelle que les premiers-nés. Ces préférences affectives ne sont pas sans conséquences puisque les oncles et tantes préfèrent emmener en vacance et plus tard, s'ils sont eux mêmes sans enfants, faire hériter les neveux et nièces dont ils se sentent proches par le prénom et probablement, mais secondairement, la ressemblance. Mieux certains prétendent qu'Ego tend à ressentir comme à Karpathos, une affinité particulière pour les frères et soeurs qui portent un prénom provenant du même côté parental que le sien et pour les enfants de ces frères et soeurs. Ici comme probablement dans une grande partie de la Grèce l'existence d'un lien possible entre le prénom et la fortune dont on peut hériter sert de fondement aux stratégies de captation d'héritage et l'on n'est d'autant plus enclin à «ressusciter» un oncle ou une tante qu'ils sont sans enfant. Ce que l'on a dit pour le Magne vaut aussi pour Kastellorizo ou Simi. A Simi certains m'ont assuré qu'une grand-mère a une affection particulière non seulement pour ses petites filles homonymes mais aussi pour ses petits fils homonymes de son mari. Comme à Karpathos on tend à avoir, toutes choses étant égales par ailleurs, un rapport privilégié avec les homonymes des parents que l'on aime. C'est ce que montre bien cette habitude de se concilier les faveurs d'étrangers en invoquant
l'homonymie avec un parent comme dans cet exemple où une femme hèle un enfant pour qu'il lui fasse une course: «Ela, Nikos toi qui a le même prénom que mon père va me chercher ça». Ce transfert affectif qui prend pour support un nom peut parfois se faire en sens inverse. Mais l'exemple le plus étonnant de l'importance affective des prénoms dans le Magne concerne les rapports d'Ego avec ses beaux-parents. Dans cette société patri-virilocale les parents ont un faible pour les brus qui portent le prénom de l'une de leurs filles: «Comme ça le nom reste près d'eux quand leur fille les quittent pour se marier». Et si l'homme qui fait un mariage en gendre a souvent un bas statut chez sa femme, héritière en l'abscence de frère, (on dit qu'il a sa route toute tracée par la famille de la femme et perd sa personnalité) il y un cas où il tend à échapper au mépris plus ou moins déguisé qu'il suscite habituellement pour devenir le plus chéri des gendres c'est celui où il porte le prénom du grand-père paternel de sa femme. C'est qu'il ferme alors une plaie ouverte et vient remplacer par le prénom qu'il porte le fils aîné que son beau-père n'a pas pu avoir et qu'il va aimer en la personne de son homonyme. Dans ce cas donc on fait moins attention à la fortune du gendre. Certains vont jusqu'à soutenir que le prénom peut jouer un rôle significatif dans le choix d'une bru ou d'un gendre. S'il faut se garder d'exagérer l'importance surtout actuelle des prénoms on voit que leur prise en compte permet de se poser de nouvelles questions et vient copmliquer l'image d'un système qu'on croyait bien connaître. La distribution des prénoms, des homonymies et des ressemblances dessine un réseau inattendu d'affinités et de solidarités. Et c'est finalement toute l'économie des échanges affectifs et dans une moindre mesure économiques qui, pour une part plus ou moins grande selon les sociétés locales, se trouve indexée, comme à Karpathos sur les règles de nomination.
Autres systèmes et points communs
A Tinos, dans la population catholique, les règles de nomination suivaient un ordre d'alternance selon l'ordre de naissance absolu des enfants à l'intérieur de la fratrie et non, comme dans le Magne ou à Karpathos, à l'intérieur de leur sexe. Si l'on ne tient pas compte des prénoms qui n'étaient pas d'origine familiale, les enfants de rang impair tendaient à avoir un prénom provenant de leur famille paternelle et ceux de rang pair de leur famille maternelle. Le premier né des enfants prenait un prénom paternel, selon son sexe, celui du grand-père ou de la grand-
mère paternelle le deuxième un prénom maternelle celui de son grandpère ou de sa grand-mère maternelle et ainsi de suite. Le système était donc inégalitaire mais moins que le système Magniote. Il existait ici aussi un certain lien entre le prénom que l'on portait et les biens dont on pouvait hériter. Maria Yannissopoulos signale que dans les testaments les petits enfants homonymes (filles et garçons) passent avant les germains et reçoivent une part d'héritage non négligeable. L'ordre des bénéficiaires est le suivant: enfants, petits enfants homonymes, germains, autres petits enfants, neveux, cousins. On a l'exemple d'un homme qui laisse sa maison à sa fille en lui demandant de la transmettre ensuite à un enfant mâle qui aura le prénom de son grand-père maternel. De façon générale les garçons recevaient les meilleurs champs et étaient avantagés par rapport aux filles et l'un d'eux l'était par rapport aux autres surtout semble-t-il celui qui restait sur place et s'occupait des parents. Selon Maria Yannissopoulos l'ordre de naissance n'intervenait pas. Pourtant les premiers enfants sont très souvent les homonymes de grand-parents qui peuvent les favoriser. Et si l'on prend l'exemple de la famille des grands propriétaires qu'elle donne il semple que les chances de rester sur place sont les plus fortes pour l'aîne et diminuent quand on va vers les cadets d'un ordre de naissance élevé. Comme dans le cas Magniote il n'existe malheureusement pas, ou plus, de règle explicite de ressemblance selon l'ordre de naissance qui soit reconnue par tout le monde. Cependant on retrouve l'idée selon laquelle les premiers enfants ressemblent plus directement à leurs parents que les suivants parce qu'avec le temps l'amour se transforme en amitié. Et l'enquête statistique dit que dans 66,6% des cas (N=216) l'aîné des enfants quelque soit son sexe est censé ressembler à son père ou à sa famille paternelle contre 53,4% des autres enfants sans distinction selon l'ordre de naissance (N=350). L'aîné des enfants tend bien à être rattacher à sa famille paternelle à la fois sous le rapport du nom et de la ressemblance mais le deuxième n'est rattaché à sa famille maternelle et encore faiblement que par le prénom. A Meganissi (île de la mer ionienne) selon Roger Just les garçons se partageaint à égalité les biens paternels c'est-à-dire l'ensemble des champs et la maison tandis que les filles ne recevaient qu'une dot généralement en argent. Les parents restaient vivre dans la maison paternelle avec un fils marié (parfois plusieurs) souvent l'aîné (dernièrement assez souvent le dernier). Certains interviewés affirment cependant que lorsque la maison était petite elle n'était pas partagée. C'était alors l'aîné qui en héritait (ou parfois dernièrement le dernier). Dans cette île tous
les enfants, quelque soit leur sexe et leur ordre de naissance, appartiennent, de façon majoritaire, aussi bien sous le rapport du prénom que de la ressemblance, à leur famille paternelle. C'est surtout vrai sous le rapport du prénom et pour les aînés: 89,6% des aînés qui portent un prénom d'origine familiale le reçoivent de leur famille paternelle (N=116) contre environ 67% pour les cadets (N=84) et les aînés ressemblent dans 68,7 % à la famille paternelle (N=131) contre 58,5% pour les cadets (N=188). Comme dans le système Magniote la taxinomie des ressemblances vient globalement renforcer l'effet de structuration que les règles de nomination exercent sur les rapports de parenté. Ici aussi les premiers enfants sont censés ressembler davantage aux parents eux-mêmes que les autres, on donne le prénom d'oncle ou de tante célibataires pour capter leur fortune, et on tend à penser que l'homonymie peut être source de ressemblance de caractère. Il arrive dit-on qu'une mère excédée contre sa fille lui crie «Mais pourquoi donc t'a-t-on donné le prénom de la grand-mère qui avait un sale caractère?!». On dit aussi que les mères, surtout avant, avaient un faible pour celle de leurs filles qui portait le prénom de leur propre mère. Et j'ai rencontré une femme dont la soeur bien aîmée était morte jeune mariée et qui avouait un faible pour celle de ses propres filles à qui elle avait donné le prénom de la morte. Dans presque toutes les régions les statistiques sur les jugements de ressemblance font apparaître un biais patrilatéral. Partout la taxinomie des ressemblances tend à renforcer les effets de structuration exercés par les règles de nomination sur les rapports de parenté (tableau 2). Ajoutons que lorsque l'enfant est dit ressembler à une personne précise en dehors de son père et de sa mère c'est dans la grande majorité des cas à un parent homonyme le plus souvent à un grand parent 82,5%. N=333) ou à un oncle ou une tante (13,2%). Enfin le tableau 3 montre que partout la perception des ressemblances tend à être structurée par un principe de réciprocité: les parents se partagent les enfants les plus importants en utilisant un système de compensation entre enfants relativement équivalents. Ce système de compensation fonctionne entre le premier enfant de la fratrie et le deuxième, entre les deux premier nés à l'intérieur de leur sexe et, sauf dans les régions à système Magniote où ils ressemblent tous les deux majoritairement on l'a vu à la famille paternelle, entre le premier garçon et la première fille. La moindre importance des cadets deuxième-nés de la fratrie et suivants se voit au fait que la fréquence de l'alternance des ressemblances est faible ou inexistante entre le deuxième et le troisième,
TABLEAU 2 Fréquence avec laquelle la ressemblance physique centrée sur le visage va du même côté que le prénom. A. Ensemble des enfants % Karpathos Kastellorizo Magne Meganissi Nissyros Sifnos Simi Tilos Tinos 60,6 72,7 65,6 61,2 59,6 62,3 56,5 66,5 Ν 89 257 189 550 255 146 76 422 B. Enfants ressemblant à un parent précis autre que père et mère % Ν 88,8 86,3 82 62,5 79,3 77,1 68,1 81,8 90 27 22 95 48 58 35 22 11 41
TABLEAU 3 Fréquence avec laquelle les jugements de ressemblance rattachent les enfants les plus valorisés à des côtés parentaux opposés A Β Ν 171 180 84 28 29 85 95 52 139
%
S y s t è m e s égalitaires Karpathos Nissyros Sifnos Tilos 78,3 63,3 61,9 78,5
%
74,3 55,3 61,1 79,1 71,4 46,9 50 53,1 60,6
C Ν 113 141 54 24 21 66 68 32 89 /ο 66 61,7 66,6 60,8 78,5 66,6 55,8 71,4 66,1 Ν 153 170 78 23 28 96 77 63 127
S y s t è m e s inégalitaires Kastellorizo 68,9 Magne 60 Meganissi 53,6 Simi 65,3 71,2 Tinos
A = Premier/deuxième né de la fratrie. Β = Premier né des garçons/première née des filles. C = Premier/deuxième né du même sexe. Le tableau se lit de cette façon: à Karpathos dans 78,3% des cas quand le premier et le deuxième né de la fratrie ressemblent chacun de façon univoque à un parent (père ou mère) ou à un côté parental précis, ils ressemblent à un parent ou un côté parental différent (si le premier ressemble à sa mère le deuxième ressemble à son père et inversement) ; de la même façon dans 74,3% des cas quand le premier né des garçons et la première née des filles ressemblent chacun de façon univoque à un seul côté parental c'est à un côté différent etc.
entre le troisième et le quatrième et ainsi de suite: 54,5% (N=143) à Tinos, 54,2 (N=221) à Karpathos, 54% (N=233) à Nissyros, 53,2% (N= 137) dans le Magne, 52,6% (N=93) à Sifnos, 48,5% (N=35) à Kastellorizo, 48,1% (N=79) à Méganissi, 46,1 (N=26) à Tilos et 44,3% (N=79) à Simi. Le tableau 4 montre que pour l'ensemble des régions l'alternance est forte entre le premier et le deuxième enfant quand ils sont de même sexe et qu'il est donc plus facile au parent qui a eu le premier enfant de céder l'autre mais qu'elle est insignifiante entre de deuxième et le troisième et entre les suivants.
TABLEAU 4 Fréquence de l'alternance dans les ressemblances physiques pour l'ensemble des régions étudiées ler/2ème enfant sexe différent Nombre d'enfants même sexe dans la famille Ν % Ν % 2ème/3ème - 3ème/4ème etc. même sexe sexe différent % Ν % Ν
2 Enfants 3 Enfants et plus
73,8 68,4
168 276
65,3 61,1
182 237 53,6 511 51,2 535
Le tableau 4 montre aussi que cette alternance est encore plus forte quand son absence créerait une inégalité particulièrement difficile à supporter par l'un des partenaires, c'est à dire dans les fratries de deux enfants où pour cette raison la partie lésée n'a aucune chance de trouver une compensation de même nature, physique ou psychologique, à travers un autre enfant. Mais l'alternance ne s'applique jamais avec autant de rigeur (plus de 75% des cas) que dans les familles de deux enfants de même sexe. C'est que le parent qui a pris le premier né peut alors céder d'autant plus facilement le deuxième que ce dernier étant de même sexe, ne bénéficie pas de la rareté et donc de la valeur qu'il aurait autrement. C'est aussi qu'une non-alternance dans une famille de deux enfants de même sexe apparaîtrait comme une injustice trop flagrante. Quoiqu'il en soit on espère avoir fait comprendre que les règles de nomination qui utilisent des prénoms d'origine familiale et les représentations populaires sur les ressemblances constituent deux modes de répartition symbolique des enfants. Il s'ensuit que la position de chaque enfant dans l'économie affective familiale et donc son destin psychologique
que et social (notamment par le biais des mécanismes d'identification) dépend pour une part en tout cas de la place qui lui est donnée par ces deux types de taxinomie.
Αλεξάκης Ε. Π., Τα γένη και η οικογένεια στην παραδοσιακή κοινο)νία της Μάνης, Αθήνα 1980. Herzfeld Michael, «When exceptions define the rules: greek baptismal names and the negotiation of identity», Journal of Anthropological Research 38 (1982) 3. Just R., «Quest-ce qu'une dot? Interprétation et pratique des prestations matrimoniales à Méganissi», in Le prix de l'alliance en Mediteranée, J. Péristiany, C.N.R.S., 1989. Kenna M. E., «Houses fields and graves: property and ritual ogligation in a Greek island», Ethnology 1 (1976). Vernier B., L'ordre social des aînés Canacares à Karpathos et sa reproduction, Thèse de troisième cycle, Université René Descartes, Paris 1977. Vernier Β., «La circulation des biens, de la main-d'oeuvre et des prénoms à Karpathos», Actes de la recherche en sciences sociales 31 (1980). Vernier Β., «Fétichisme du nom, échanges effectifs intra-familiaux et affinités électives», Actes de la recherche en sciences sosiales 78 (1989). Vernier Β., La genèse sociale des sentiments, aînés et cadets dans l'île grecque de Karpathos, Editions EHESS, 1991. Yannissopoulou M., Société et réligion en Grèce insulaire: un exemple, Potamia - Tinos, Thèse, EHESS, 1992.
TEMPS DE L'ENFANCE, TEMPS DU RECIT, TEMPS DE DIEU DANS LES RECITS DE MIRACLES DES XIIe-XIVe SIECLES
DIDIER LETT
Des travaux récents montrent l'intérêt que les médiévistes portent à l'histoire de la jeunesse et de l'enfance 1 . L'ensemble de ces ouvrages indique clairement que les positions de Philippe Ariès soutenues en 1960 sont fausses 2 : il est en effet désormais admis qu'au Moyen Age, «le sentiment de l'enfance» existe, le souci éducatif des pédagogues comme des parents est très fort, une terminologie précise est utilisée pour désigner tel ou tel enfant et les âges de l'enfance sont bien délimités et ne se confondent en aucun cas avec l'âge adulte. Dans le cadre de ce colloque, il est inutile de revenir sur ces aspects. Il m'a paru plus important de montrer comment s'élabore l'histoire de l'enfance médiévale, quelles sont les méthodes utilisées et, en particulier, comment le temps de l'enfance peut être appréhendé à travers une source particulière: les récits de miracles. Ce type de source a souvent été étudié par les historiens de la médecine, surtout pour répertorier les types de maladie dont souffraient les
1. Pour une bibliographie à jour, on peut se reporter à Pierre Riché et D. Alexandre-Bidon, L'enfance au Moyen Age, Paris, Seuil, BNF, 1994, p. 215-218 et à P.- A. Sigal, «L'histoire de l'enfant au Moyen Age: une recherche en plein essor», Histoire de l'éducation, 1998 (à paraître). On citera uniquement les principaux ouvrages parus ces deux dernières années: D. Alexandre-Bidon et D. Lett, Les enfants au Moyen Âge (Ve-XVe siècles), Paris, Hachette, 1997; E. Becchi et D. Julia dir., Histoire de l'enfance en Occident, t. 1, Paris, Seuil, 1998; R. C. Finucane, The Rescue of the Innocents. Endangered Children in Medieval Miracles, St. Martin's Press, New York, 1997; D. Lett, L'enfant des miracles. Enfance et société au Moyen Age (XIIeXIIIe siècles). Paris, Aubier, 1997; G. Lévy et J.- Cl. Schmitt, Histoire des jeunes en Occident, Paris, Seuil, 1996. 2. Ces positions sont pourtant encore largement admises auprès d'un grand public et parfois même auprès de nombreux collègues non médiévistes. A cet égard, certains travaux contenus dans E. Becchi et D. Julia dir., Histoire de l'enfance, op. cit., pourtant la synthèse la plus récente, sont particulièrement décevants.
gens du Moyen Âge. Or les récits de miracles représentent une documentation de toute première importance pour l'étude de la société et des mentalités en général et pour l'histoire de l'enfance et de la famille en particulier 3 . On les trouve dans des vitae ( miracula in vita), des récit de translations de reliques, des recueils de miracles (souvent post mortem), des procès de canonisation ou des légendes hagiographiques. Ils présentent l'avantage, dans le but de montrer que le saint est un intercesseur pour tous, de diversifier les miraculés. Par conséquent, les auteurs de miracula présentent aussi beaucoup d'enfants, ces deux sexes, en donnant souvent leur âge. Il font état également de l'ensemble des réactions des proches auprès de l'enfant malade, accidenté ou mort. A partir de la fin du XIIe siècle, la nécessité d'une enquête rigoureuse pour décider de la sainteté renforce encore la richesse de ce type de documents. Dans la lettre qu'Alexandre III adresse au roi de Suède en 1171 ou 1172 (Aeterna et incommutabilis), l'Église romaine se réserve le droit d'autoriser ou non certains cultes de saints. Et surtout, à partir de 1234, le Pape s'octroie le monopole de la canonisation. Se met alors en place la réserve pontificale. L'enquête officielle devient une nécessité (avec témoignages, dépositions des témoins qui doivent être enregistrées sous le sceau du serment) débouchant sur un procès de canonisation: les miracula ( post mortem) fonctionnent beaucoup plus comme un document historique que dans les siècles antérieurs. Comment étudier l'enfance à partir de ce type de document et surtout quels sont, pour rester dans la problématique générale du colloque, les temps de l'enfance qui apparaissent? A un premier niveau de lecture, on voit apparaître le quotidien, le temps de l'enfance. Mais pour le transcrire en «réalité historique», en temps réel, il faut avoir conscience de deux autres temps: celui du récit et celui de Dieu. En effet, l'hagiographe inscrit son histoire dans le temps chrétien et le miraculum joue souvent comme une Bible actualisée; sous couvert de raconter des événements, le narrateur rappelle aux chrétiens des vérités scripturaires. Sous le temps de la narration se cache le primat du didactique et le temps de l'histoire chrétienne. Comment élaborer une histoire de l'enfance et de la jeunesse à partir de ce type de source, particulièrement codé?
3. Pour une bibliographie récente sur les travaux réalisés à partir des récits de miracles, voir P. A. Sigal, «Les récits de miracles», dans Comprendre le XIIIe siècle, Etudes offertes à Marie-Thérèse Lorcin, P. Guichard et D. Alexandre-Bidon dir., PU de Lyon, Lyon, 1995, p. 133-144.
Temps de l'enfance
Tout d'abord, on constate que les enfants sont beaucoup plus nombreux dans les récits de miracles que dans les autres rypes de document: sur 1214 miraculés étudiés dans des récits anglais et français des XIIe-XIIIe siècles 4 , j'ai dénombré 284 individus de moins de seize ans (sans compter les autres enfants mis en scène auprès des miraculés enfants ou adultes), ce qui représente plus de 23%. On remarque également que tous les âges et les deux sexes sont représentés. L'âge des enfants est beaucoup plus souvent mentionné que celui des adultes: 2% seulement de l'ensemble des miraculés et 36% si l'on ne prend en compte que les 284 enfants. De nombreux mots de vocabulaire en latin (infans , infantulus, par cuius parvula, puer, puella, virgo...) sont employés et portent souvent sur de groupes d'âges bien spécifique; jamais un hagiographe n'est aussi précis (âge et vocabulaire) que lorsqu'il parle d'un enfant. Enfin, dans ce type de documentation, il ne s'agit pas, comme dans les traités ou les textes juridiques, d'un discours sur l'enfance mais d'une mise en scène d'enfants, une mise en situation. L'hagiographe pour être cru doit être crédible et donner à sa narration un «effet de réel». Le texte cité ci-dessous peut nous servir d'exemple pour illustrer notre propos. Il s'agit d'un récit de miracles attribués à Thomas Becket, rédigé par Benedict de Peterborough, moine de l'abbaye de Cantorbéry, vers 1172-1174: «Un homme avait offert un fromage à l'épouse d'un dénommé William qui chargea sa fille Béatrice, encore très jeune, de le ranger. Cette dernière ayant posé le fromage, se livra à ses amusements et à ses jeux, comme il est d'usage à cet âge, oubliant aussitôt complètement le fromage. Quelques jours s'étaient écoulés lorsque le fromage revint à la mémoire de la fillette mais elle était absolument incapable de se souvenir où elle l'avait posé. Craignant d'être fouettée à cause du fromage oublié, elle confia son secret à l'un de ses frères à peu près aussi jeune qu'elle, qu'elle préférait aux autres et dont elle était particulièrement chérie, cherchant à savoir s'il se souvenait de cet événement ou de l'endroit où le fromage avait été posé. Il répondit qu'il l'ignorait. Alors qu'approchait le vendredi de la semaine suivante, comme ils avaient réellement peur que le fromage confié leur soit réclamé, ils passèrent et repassèrent chaque endroit au crible, ils mirent la maison sans dessus-dessous, cherchèrent le fromage et ne le trouvèrent pas. Pendant longtemps et très souvent, ils
4. L'étude complète de ce corpus se trouve dans D. Lett, L'enfant des miracles..., op. cit.
cherchèrent des tactiques mais n'en trouvèrent aucune. Enfin, il vint à l'esprit de la fillette (idée bonne dans sa conception), de se rendre auprès de l'homme déjà cité, bien qu'il soit reparti, pour lui demander un fromage en tout points identique au premier. Mais le garçon (répondit): " P a s du tout, nous ferons ce qui doit être fait, avec l'aide de Dieu; j'ai entendu et c'est déjà répandu partout sur la terre, que le saint martyr de Dieu, Thomas, s'est illustré dans bon nombre de miracles. En vérité, si nous voulions avoir recours à son aide avec dévotion, nous n'aurons pas à nous plaindre d'un quelconque refus de notre demande. Prions donc sa clémence afin qu'il nous fasse savoir dans notre sommeil où se trouve le fromage". Cette tactique enfantine plut aux deux enfants et, ayant dit l'oraison dominicale, ils allèrent au lit. C'est pourquoi, avec un air avenant et des manières gracieuses, le saint se présenta à la fillette endormie et dit: "Qu'est-ce qui t'afflige?" Elle donna la raison de son chagrin, la perte du fromage et la crainte du châtiment. Et le saint, ayant montré un très vieux pot dans lequel on avait l'habitude depuis quelques temps de figer et de confectionner le beurre: "Tu ne te rappelles pas, dit-il, que dit-il, que tu as posé le fromage dans ce vieux pot? Lève-toi, tu le trouveras là". S'arrachant au sommeil, elle accourut vers l'endroit désigné et saisissant le fromage, elle s'élança vers son frère, disant: "Hugues, assurément, j'ai trouvé le fromage". L'enfant lui répondit: "A vrai dire, je sais où tu l'as retrouvé". Face aux exigences de sa soeur, il désigna le même endroit. La fillette admirant encore plus ses réponses: "Comment l'as-tu su?", demanda-telle. Et l'enfant: " U n homme de bel aspect et vêtu comme un prêtre s'est présenté à moi me demandant le motif de ma peine. Lorsque je lui ai dit, il me montra le fromage et me dit: "Lève-toi; tu le trouveras dans ce pot". "Vraiment", dit la petite fille, "alors que je dormais, le même homme m'est apparu et a utilisé les mêmes phrases". Se levant, ils dévoilèrent à leur mère cet événement extraordinaire; celle-ci le révéla au prêtre du village, Edric, qui, ayant fait venir tour à tour le garçon et la fille, entendit un seul et même récit des deux enfants, sans la moindre variante, et venant à Cantorbéry, fit rire presque tous ceux à qui il raconta cette histoire» 5 . «Ce récit nous apporte de précieux renseignements sur la vie domestique
5. Materials for the History of Archibishop Thomas Becket, rolls seriesé, dité par J. G. Robertson, no 67, vol. 2,1875, Livre III, 51 ; traduit du latin par Cécile Treffort et Didier Lett.
que, économique et religieuse anglaise de la fin du XIIe siècle. Il nous livre également des informations essentielles sur les jeux d'enfants, les qualités et l'autonomie des différents groupes d'âges dans le processus miraculeux, l'importance du lien frère-soeur, les modes d'éducation parentale, etc. Le temps de l'enfance est perceptible, temps libre et temps du jeu, temps de la maladie et de l'accident, temps de l'amour avec les proches. Mais si l'on s'arrêtait à ce premier niveau de lecture, on ne ferait pas un bon travail d'historien car on se laisserait piéger par sa source, au moins pour deux raisons: parce que le discours de l'hagiographe est complètement conditionné par la finalité du récit et parce que le temps du miracle se réinscrit dans le calendrier liturgique.
Temps du récit
Les récits de miracles possèdent une trame narrative similaire. Ils permettent donc de constituer des séries homogènes et de réaliser un travail sériel 6 . On peut, par exemple, calculer le temps écoulé entre le début du mal ou l'accident et l'invocation, le temps passé entre la demande d'intercession et le miracle ou encore la durée de l'affection. Mais surtout, les récits de miracles se prêtent à un découpage en «plan-séquences»: la première séquence permet de voir de quelle manière l'enfant est présenté (dans le texte ci-dessus, pris comme exemple, la petite Béatrice est présentée par rapport à sa mère). La seconde séquence concerne les événements qui se déroulent avant l'accident, la maladie ou la perte (jeux des enfants); elle permet de repérer les personnages se trouvant autour de l'enfant dans ce qui est sans doute le plus proche de la «vie quotidienne». La troisième séquence porte sur l'événement qui va être à l'origine de la demande d'intercession (perte du fromage). La quatrième séquence est marquée par les vaines tentatives des personnages pour «régler le problème»: pose d'emplâtres ou d'herbes à valeur jugée curatives, absorptions de breuvages, visite chez un ou des médecins, déplacements dans d'autres sanctuaires, invocations d'autres saints (dans notre texte: recherche vaine du fromage). Le but de ces entreprises qui s'avèrent inutiles est de donner d'autant plus d'éclat au miracle qui va se produire. Tout personnage, quel qu'il soit, en entrant dans cette zone du récit, connaît des turbulences malihnes qui annihilent ses actions. Les cinquième et sixième séquences offrent des renseignements sur les au6. Voir D. Lett, «Peut-on faire des miracles sur ordinateur ?Réponse avec quelques enfants du Moyen Age...», Hagiographie, hagiologie, Le Médiéviste et l'Ordinateur, no 34, Hiver 1996-1997, p. 24-30.
auteurs de la décision et de l'invocation (Béatrice et Hugues). La septième séquence fait apparaître les personnages qui, lorsqu'il y a déplacement au sanctuaire, se rendent (avec ou sans l'enfant) auprès du tombeau du saint. La huitième séquence narrative permet de voir qui se trouve autour de l'enfant au moment où le miracle se réalise. Enfin, les deux dernières parties du récits mettent en lumière, le cas échéant, ceux qui ont remercié et/ou témoigné auprès des inquisiteurs ou des moines qui ont rapporté l'événement (Béatrice et Hugues). Le fait que tous les récits fonctionnent en respectant le même rythme invite donc à être prudent sur la manière dont on peut se servir des miracula pour reconstruire la réalité. L'enfance est prise en otage par le temps du récit; elle apparaît toujours soumise à la finalité du récit qui, à travers des schèmes hagiographiques stéréotypés, doit montrer l'efficacité du saint et, en dernier instance, la toute puissance de Dieu en s'inscrivant dans un troisième temps, un temps linéaire, un temps biblique.
Temps de Dieu
Le récit de miracle se présente sous la forme d'une suite d'événements; il raconte une histoire (fonction mimétique). Mais il figure aussi un sens chrétien, fait passer un message biblique (fonction idéologique). L'historien doit toujours chercher à déceler ce qui est de l'ordre de «la ruse du narrateur» pour «faire croire» et ce qui est la transcription de la réalité. Le récit de miracles ne vise pas vraiment à donner une information nouvelle aux lecteurs mais présente souvent des lieux communs. La fonction est d'inciter à se remémorer des vérités qu'il connaît déjà. Ce phénomène est appelé «paradoxe informationnel» par J. - M. Lotman 7 . Michel de Certeau confirme cette idée, lorsqu'il écrit, en parlant du discours hagiographique: «il illustre une signification acquise alors qu'il prétend ne traiter que d'actions» 8 . Ce troisième temps n'apparait pas de manière explicite dans le récit qui met en scène Béatrice et Hugues. Aussi, peut-on donner d'autres exemples. Le premier est extrait du même recueil de miracula : la comtesse de Clare vient d'avoir un enfant qui depuis l'âge de quarante jours souffre d'une hernie. Après avoir consulté en vain des médecins elle finit par se rendre au sanctuaire de saint Thomas Becket, alors que l'enfant
7. J.- M. Lotman, «L'art canonique comme paradoxe informationnel», Le problème du canon dans l'art ancien et médiéval, Moscou, 1973. 8. M. De Certeau, L'écriture de l'histoire, Seuil, 1975, p. 274.
est dans sa deuxième année. Elle ne choisit pas n'importe quel jour pour solliciter l'intercession du martyr puisque «partant pour le lieu de sa sépultre le jour où la Bienheureuse Marie, mère et vierge, avait elle aussi présenté son fils au temple (comme on le lit dans l'Écriture), elle prit soin de présenter son propre fils au martyr pour qu'il soit guéri» 9 . Elle opte donc pour le 2 février, date du calendrier liturgique (jour de le Chandeleur) où Marie a présenté Jésus au Temple quarante jours après sa naissance et, suivant le rite juif, elle a été soumise à une cérémonie de purification (les relevailles). Ainsi, la guérison de l'enfant se réinscrit dans le temps chrétien et apparaît comme une purification. La comtesse sait que c'est un jour particulièrement favorable pour une mère qui demande que son enfant recouvre la santé. Le second exemple, toujours extrait du recueil des miracula attribués à Thomas Becket met en scène une jeune fille âgée de treize ans, Salerna, qui, pendant l'absence de sa mère, incitée par les domestiques, dérobe un fromage dans le garde-manger de la maison. Accusée et menacée, elle décide de se suicider en se jetant dans un puits. Mais Thomas Becket intercède auprès de Dieu pour sauver la jeune fille 10 . Lorsque l'hagiographe évoque l'intervention divine, au centre de son récit, il saisit l'occasion pour montrer, à travers de nombreuses références scripturaires, que la main qui se tend, à cet instant, pour sauver la jeune fille, est la main qui, en d'autres temps, est intervenue pour sauver d'autres hommes: «Ainsi, la jeune fille, après avoir tourné pendant longtemps, est engloutie par trois fois au fond de l'eau. Émergeant la quatrième fois, elle vit saint Thomas lui dire: "Tu ne périras pas; tu remonteras du puits" [...] Et malgré la hauter du puits, celle qui s'était précipitée dedans n'avait pas été blessée. En effet, la main divine déposa en travers du puits un morceau de bois qui permit à la naufragée munie d'un bâton de s'appuyer sur le bord du puits. Cette main est celle qui aida l'homme juste qui tombait, afin qu'il ne soit pas brisé. En effet, ainsi qu'il a été dit: "Il t'aidera, et il affermira son bras, afin que l'ennemi ne puisse le corrompre, et que le fils de l'iniquité ne puisse lui nuire" 1 1 . Cette main
9. Materials for the History.., op. cit., vol. 2, Livre IV, mir. 94 et vol. 1, Livre II, 68. 10. Ibid., vol. 1, Livre III, 3. Sur ce très beau texte, voir édition et commentaire dans D. Lett, «Le diable, la jeune fille et le saint; le suicide de Salerna», Le temps des jeunes filles, Clio. Histoire, Femmes et Sociétés, no 4, 1996, p. 197-202. 11. Psaumes LXXXIX, 22-23.
est aussi celle qui conduisit les fils d'Israël hors de la servitude d'Égypte, qui sortit Jonas du ventre du monstre marin, Daniel de la fosse aux lions, Pierre de la prison, Paul de la profondeur de la mer. Et cette main qui créa le lierre pour ombrager le prophète étouffant de chaleur, créa le bois pour venir en aide à la jeune fille naufragée».
Le troisième et dernier exemple est issu des Miracles de Notre-Dam rédigés par Jean le Marchant au milieu du XIIIe siècle 12 . Un enfant «de petit âge», Guillot, assiste aux ébats amoureux d'une «damoiselle» et de son amant. Ce dernier, à la demande de la jeune fille qui craint que l'enfant ne sache pas taire ce qu'il a vu et la dénonce à son père, coupe une partie de la langue de l'enfant. Celui-ci va à Chartres, mendie et prie en attendant un miracle. Le prodige se déroule en deux étapes. Dans un premier temps, le troisième jour après Pâques, la Vierge rend la parole à l'enfant sans reconstituer la langue, se trouvant ainsi, durant quarante sept jours, dans une situation tout à fait marginale, anormale: il parle alors que physiologiquement il n'en a pas les moyens. Puis, dans un deuxième temps, le jour de la Pentecôte, Notre-Dame, «Qui voloit la chose parfeire», rend à l'enfant sa langue.
de Chartres ,
L'enfant est donc miraculé en deux temps (celui de Pâques et celui de Pentecôte) dans un récit qui est une longue parabole: le chevalier et la pucelle sont Adam et Eve commettant la faute; Celle-ci qui est désobéissance au Créateur est donnée à voir à travers l'enfant muet qui est la conséquence directe de leur acte. Le mutisme de l'enfant, c'est le péché originel dont tout enfant (de Dieu) est porteur. Le temps biblique avant la venue du Messie, c'est cet enfant infirme et mendiant en attente d'un miracle, ne pouvant répondre aux questions qu'on lui pose. La parole recouvrée, c'est la résurrection du Christ, le troisième jour après Pâques. Les apparitions et les miracles s'inscrivent souvent dans le temps liturgique et sont particulièrement nombreux pendant les épreuves de Carême, jusqu'aux Rameaux c'est-à-dire, avec le salut définitif, jusqu'à l'entrée à Jérusalem et le début de la semaine sainte. Pendant la période qui sépare Pâques de la Pentecôte, selon les Actes des Apôtres (1, 14) les apôtres prient, comme Guillot à Chartres (qui devient ici l'allégorie de Jérusalem). Le jour de la Pentecôte l'enfant recouvre la parole totalement. Ce deuxième miracle se déroule dans l'église, au moment où, en raison de la fête pour la descente de l'Esprit Saint,
12. Jean le Marchant, Miracles de Notre-Dame de Chartres, édité par P. Kunstmann, Ottawa, 1973, IV.
une foule nombreuse assiste à l'office. Cette référence aux temps de l'Evangile est ici explicite puisque Jean le Marchant, comme l'auteur latin dont il se sert, indique que le second miracle se produit: «A icel jor et a celle eure Que le seint esperit desore Ses doze apostres envoia Li haus peres qui nos cria, En langues de feu embrassees, Et leur langues renouvelees Fist parler en noveax langages, Por aler en terres sauvages Preescher son non et sa gloire...». Dans les Actes des Apôtres on peut en effet lire: «Ils (les apôtres) virent apparaître des langues qu'on eût dites de feu; elles se divisaient, et il s'en posa une sur chacun d'eux. Tous furent alors remplis de l'Esprit Saint et commencèrent à parler en d'autres langues, selon que l'Esprit leur ordonnait de s'exprimer [...] Chacun (la foule des habitants cosmopolites de Jérusalem) les entendait parler sa propre langue». Et ils se demandaient: «Comment se fait-il que chacun de nous les entende dans sa langue maternelle?» 13 . Le procédé employé par Jean Le Marchant permet bien une lecture à plusieurs niveaux, procédant par analogie. Le but est de montrer aux chrétiens, à travers des exemples hagiographiques, que les grands événements de l'histoire du salut se répètent toujours. Ces références implicites invitent le lecteur ou l'auditeur à se remémorer les grands événements de l'histoire biblique. Comme l'a très bien montré Alain Boureau, les récits médiévaux, quels qu'ils soient, en cache tous un: le récit chrétien. «La vie chrétienne enchaîne donc des séries de copies du récit dont la vie de Jésus est l'original. Mais l'imperfection nécessaire de chaque copie empêche la duplication de l'événement, que prépare pourtant son évocation sans fin» 14 . Le temps du miracle, comme il s'inscrit dans un calendrier eschatologique et liturgique, est souvent très précis: «douze jours avant la Pentecôte», «quatre semaines après Pâques», etc. En revanche, le début du mal, l'âge du bénéficiaire, la durée de la maladie, qui sont à l'échelle d'une vie humaine, ont, somme toute, peu d'importance au regard du
13. Actes des Apôtres, 2, 1-11. 14. A. Boureau, L'événement sans fin, Paris, 1993, p. 11.
temps de Dieu. Alors l'hagiographe les situe par un ab infantia , ou diuturna. Ce qui donne de l'éclat au miracle, n'est pas le fait de savoir que l'enfant miraculé a cinq ou dix ans, qu'il souffre d'une affection depuis deux ans ou trois ans mais que le miracle dont il a été le bénéficiaire s'est déroulé à la Pentecôte, à Pâques, à la Chandeleur ou à la fête de saint Michel, afin de mieux fixer le récit dans la mémoire des hommes. Le miracle doit servir le «récit efficace» de l'Église et rappeler les événements forts du récit premier, essentiellement la vie de Jésus. «La narration cléricale apparaît comme un dispositif où le didactique piège le narratif» 1 5 . L'hagiographe travestit, retravaille le temps de l'enfance en le soumettant au temps du récit et au temps de Dieu.
15. Id., «Narration cléricale et narration populaire. La légende de Placide Eustache», Les saints et les stars. Le texte hagiographique dans la culture populaire, études réunies par J.- Cl. Schmitt, Paris, 1979, p. 52.
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Πρόγραμμα του Συμποσίου Κατάλογος συνέδρων Προσφωνήσεις Οιεκπαιδευτικοίμηχανισμοί
Γιάννης Κόκκωνας, Ο "πολύτιμος καιρός" των μαθητών του Κεν-
7-15 16-24 27-33 35-72
37-53
τρικού Σχολείου
Κωνσταντίνα Ζορμπαλά,
;Eλληνες φοιτητές στα γερμανικά Πανεπιστήμια κατά τον 19ο αιώνα 55-62 Βαγγέλης Καραμανωλάκης, Η εισαγωγή της φροντιστηριακής ιστορικής διδασκαλίας στο πρόγραμμα σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών 63-72 Εργασίακαιπολιτική
Μαρία Παπαθανασίου, Η οικονομική 73-137
λειτουργία των παιδιών στα φτωχότερα στρώματα της Αυστρίας (1880-1940). Σκέψεις για μια μικροϊστορία της παιδικής ηλικίας στη σχέση της μειστορικούς χρόνους 75-87 Ζιζή Σαλίμπα, Η πολυτέλεια του φτωχού: Η καθαριότητα της νέας εργάτριας στον πατερναλιστικό λόγοτου 19ον αιώνα 89 Μαρία Κορασίδου, Για την προστασία της υγείας των παιδιών τον 19ο αιώνα 99-104 Τασούλα Βερβενιώτη, Η aναδιευθέτηση του χώρου και του χρόνου των νέωνστην Ελλάδα του Μεσοπολέμου, από τη σκοπιά των κοριτσιών 105-116 Στρατής Μπουρνάζος, Στρατόπεδο Μακρονήσου, 1947-1950. Εθνικήκαι αντικομμουνιστική αγωγή 117-137
Σ τ ο υ ς χρόνους της Α ν θ ρ ω π ο λ ο γ ί α ς και των νοοτροπιών Αλεξάνδρα Μπακαλάκη, Ανθρωπολογικές προσεγγίσεις Μαρία Μήτσου, Παραμυθική αφήγηση. Η πορεία
139-211
της ηλικίας 141-156 προς τον αρχέ157-164 165-172
γονο χρόνο
Δέσποινα Δαμιανού, Το
παραμύθι κaiοιεπιλογές του εκπαιδευτικού
Δημοτικισμού
Αναστασία Παπαδία-Λάλα,
Παιδί και διοίκηση στις βενετοκρατούμενες ελληνικές περιοχές 173-180 Μιχαήλ Βαρλάς, Οι παράλληλοι χρόνοι. Ο κύκλος της ζωής στα πλαίσια της κοινότητας (Χίος 17ος-18ος αι.) 181Άννα Ματθαίου, Οι διάρκειες των συμβόλων γύρω από την παιδική ηλικία. Ιστορία-Λαογραφία 191-200 Έφη Κάννερ, Φιλανθρωπικός λόγος, ορφανά και αποκρυστάλλωση κοινωνικών ταυτοτήτων στην ελληνορθόδοξη κοινότητα της Κωνσταντινούπολης (1861-1912) 201-21 Στον κόσμο της Τέχνης
Ηλίας Αντωνόπουλος, 213-270
Παιδαριογέρων: Η απεικόνιση της πρώι-
μης σοφίας 215-231 Μαριέττα Σέρβου, Ανήσυχοι και νέοι γύρωστα 1845 233-241 Ράνια Πολυκανδριώτη, Οι χρόνοι της Ιστορίας στα αναγνωσματάριακαι τα παιδικά διηγήματα του Α. Π. Κουρτίδη 243-252 Αγγέλα Καστρινάκη, Νεαροί καλλιτέχνες στην ελληνική πεζογραφία. Η κουλτούρα του εγωτισμού και κάποιες «ελλείψεις» 253-26 Ελίζα-Άννα Δελβερούδη, ΟΙ νέοι διασκεδάζουν: Ελεύθερος χρόνος και ψυχαγωγία στις κωμωδίες του ελληνικού κινηματογράφου 265
Ε λ ε ύ θ ε ρ ο ς χρόνος και αθλητισμός 271-345
και
περίοδο (1833-1862).Ανατομία μιας ατελούς απόπειρας μεταφύτευσης του γερμανικούγυμναστικού συστήματος 287-292 Ελένη Φουρναράκη, Σωματική αγωγήτων δύο φύλωνστην Ελλάδατου 19ου αιώνα 293-315
Χριστίνα Κουλούρη, Η ώρατου σώματος: Αθλητισμός, άσκηση ψυχαγωγία στοελληνικό κράτος (1870-1922) Μηνάς Δημητρίου, Ο σχολικός αθλητισμός κατά την οθωνική
273-28
Γιώργος Κόκκινος,
Υγεία, αλκή, καλοκαγαθία: Ορθόδοξη Εκκλησία και σωματική αγωγή.Οιαντιστάσεις καιηβαθμιαία προσαρμογή 317-345
347-393
Στρογγυλή Τράπεζα
Ιστορία της παιδικής ηλικίας καιτης νεότητας: Οιιστοριογραφικές οπτικές καιοιχρόνοι τους 349-369
Συντονιστής: Σπύρος Ασδραχάς Εισηγητές: Φίλιππος Ηλιού, Didier Lett, Ελεωνόρα Σκουτέρη-Διδασκάλου, Bernard Vernier Bernard Vernier, L'importance du nom et de la ressemblance Didier Lett,
supposée dans le destin affectif et social des enfants Temps de l'enfance, temps du récit, temps de Dieu dans les récits de miracles des X Ι Ie-XIVe siècles
ΤΑ ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΤΟΥ Γ' ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΣΥΜΠΟΣΙΟΥ
ΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΝΕΟΤΗΤΑΣ
ΤΡΙΑΚΟΣΤΟ ΤΡΙΤΟ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑ ΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΑΡΧΕΙΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΝΕΟΛΑΙΑΣ ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΑΝ ΣΤΗ ΜΟΝΟΤΥΠΙΑ ΠΑΛΗΒΟΓΙΑΝΝΗ, ΣΕΛΙΔΟΠΟΙΗΘΗΚΑΝ ΚΑΙ ΤΥΠΩΘΗΚΑΝ ΣΤΟ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ ΜΑΝΟΥΤΙΟΣ ΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ XP. ΜΑΝΟΥΣΑΡΙΔΗ ΤΟΝ ΝΟΕΜΒΡΙΟ ΤΟΥ 1999 ΜΕ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΚΑΙ ΔΙΟΡΘΩΣΕΙΣ ΓΙΑΝΝΗ ΚΟΚΚΩΝΑ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ ΝΕΑΣ ΓΕΝΙΑΣ