ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΑΡΧΕΙΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΝΕΟΛΑΙΑΣ
ΣΠΥΡΟς ΑςΔΡΑΧΑς, Γ Ι Α Ν Ν Η ς ΓΙΑΝΝΟΥΛΟΠΟΥΛΟς, ΦΙΛΙΠΠΟς ΗΛΙΟΥ, ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟς Ε . ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗς
© ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΝΕΑΣ ΓΕΝΙΑΣ Πανεπιστημίου 25, Γ' όροφος, τηλ. 32 38 025
ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΑΛΑΚΗ - ΕΛΕΝΗ ΕΛΕΓΜΙΤΟΥ
Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ «ΕΙΣ ΤΑ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥ» ΚΑΙ ΤΑ ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ
Από την ίδρυση του ελληνικού κράτους έως την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1929
ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ Τ Η Σ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΝΕΟΛΑΙΑΣ
ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΝΕΑΣ ΓΕΝΙΑΣ
9
ΑΘΗΝΑ 1987
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Όταν ξεκινήσαμε να μελετήσουμε την εκπαίδευση «εις τα του οίκου» γνωρίζαμε γι' αυτήν πολύ λίγα πράγματα πέρααπότην προσωπική μας εμπειρία από το μάθημα των «οικοκυρικών» στο σχολείο. Αρχική μας πρόθεση ήταν να παρακολουθήσουμε την πορεία της μετά το 1929, δηλαδή μετά την έναρξη της λειτουργίας του Χαροκοπείου Διδασκαλείου Οικοκυρικής. Όταν αντιληφθήκαμε τη σημασία που είχε η διδασκαλία των οικιακών καθηκόντων στα σχολεία των κοριτσιών από πολύ νωρίτερα, η ιδέα να ξεκινήσουμε με το Χαροκόπειο μας φάνηκε αυθαίρετη και λιγότερο ενδιαφέρουσα. Έτσι καταλήξαμε να τελειώνουμε τη μελέτη αυτή περίπου στο σημείο από το οποίο θα ξεκινούσαμε. η μελέτη μας παρακολουθεί τη διδασκαλία των οικιακών καθηκόντων από την εποχή που η γυναικεία εκπαίδευση κάνει τα πρώτα της βήματα έως το τέλος της δεκαετίας του 1920. διάρκεια της συλλογής, της ταξινόμησης και της επεξεργασίας του υλικού μαςαφορούσαντηνοριοθέτηση του θέματος που εξετάζουμε. Αρχικά επρόκειτο να περιοριστούμε στην οικιακή οικονομία. Σύντομα όμως διαπιστώσαμε πόσο αυθαίρετο θα ήταν να θεωρήσουμε δεδομένο ότι η οικιακή οικονομία συγκροτούσε ένα αυτόνομο και ευδιάκριτο πεδίο διδασκαλίας. Επιπλέον το μάθημα αυτό δεν αποτελούσετημοναδική όψη της σχολικής προετοιμασίας για τα καθήκοντα του οίκου, ούτε ήταν πάντα στο επίκεντρο της. Αποφασίσαμε λοιπόν να συμπεριλάβουμε τη διδασκαλίατων«γυναικείων
κείων τεχνών» —εργόχειρων και χειροτεχνημάτων— που προβλέπονταν από τα προγράμματα τόσο των ανώτερων παρθεναγωγείων όσοκαιτων δημοτικών. Σε ορισμένες εκδοχές της η οικιακή οικονομία επικαλυπτόταν με τα μαθήματα αυτά, καθώς καιμετην άσκηση στα οικιακά έργα, και άλλοτε συμπτυσσόταν μαζί τους, και τότε συνήθως εμφανιζόταν με τον τίτλο «οικοκυρικά». Πολύ συχνά επίσης στην οικιακή οικονομία υπαγόταν η υγιεινή, που συνήθως δε διδασκόταν χωριστά.
Ένα δεύτερο ζήτημα οριοθέτησης αφορούσε τη σχέση της οικιακής οικονομίας, των οικοκυρικών, των γυναικείων τεχνών και των οικιακών έργων με την υπόλοιπη σχολική διδασκαλία. Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα ο οίκος αποτελούσε το κύριο και μοναδικό σχεδόν πεδίο δραστηριότητας στο οποίο το σχολείο προσανατόλιζε τις μαθήτριες, με αποτέλεσμα όλα τα μαθήματα να προσαρμόζονται λίγο η πολύ στις απαιτήσεις της αποστολής τους σε αυτόν. Στο πλαίσιο μιας εκπαίδευσης που στο σύνολο της απέβλεπε στην προετοιμασία των μαθητριών για τα «γυναικεία» καθήκοντα, τα μαθήματα που εξετάζουμε διαφοροποιούνται στο βαθμό που αφορούν ρητά και άμεσα την πρακτική του οίκου και συγκεκριμένα τα ιδιαίτερα καθήκοντα της οικοδέσποινας. Όταν, προς το τέλος της περιόδου που εξετάζουμε, οι στόχοι της γυναικείας εκπαίδευσης διευρύνονται, η διδασκαλία τους συμπτύσσεται και τελικά αντιπροσωπεύει τη μοναδική ιδιαιτερότητα των προγραμμάτων των γυμνασίων θηλέων. τα όρια της εκπαίδευσης «εις τα του οίκου» λοιπόν δεν παραμένουν σταθερά. Καθώς η εκπαίδευση αυτή εξελίσσεται, μεταβάλλεται ο βαθμός και ο τρόπος που διαφοροποιείται από την υπόλοιπη διδασκαλία. νααντιπροσώπευεπάντοτε ένα ελάχιστο μέρος της εξοικείωσης των κοριτσιών με τα καθήκοντα της οικοδέσποινας η της νοικοκυράς. Αυτό όχι μόνο γιατί το ποσοστό των κοριτσιών που φοιτούσαν στο σχολείο και ιδιαίτερα εκείνων που συνέχιζαν τις σπουδές τους μετά το δημοτικό ήταν μικρό, αλλά προπαντός γιατί οι διαδικασίες της εξοικείωσης αυτής συντελούνταν κυρίως έξω από το σχολείο.
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
9
Ακόμηκαιαν διαθέταμε στοιχεία για το βαθμό και τον τρόπο με τον οποίο οι μαθήτριες αξιοποιούσαν τις σχολικές τους γνώσεις, η ιστορία της εκπαίδευσης στα του οίκου δε θα μπορούσε να είναι η ιστορία της οικιακής εργασίας. Το ενδιαφέρον που παρουσιάζει η διδασκαλία των οικιακών καθηκόντων έγκειται στο ότι περισσότερο από οποιονδήποτε τομέα της εκπαίδευσης αποτελεί το πλαίσιο για την επεξεργασία και τη μετάδοση άρχων, τεχνικών και αξιώνπουστοιχειοθετούν τις γυναικείες αρετές σύμφωναμετην κυρίαρχη ιδεολογία των φύλων. η ιδεολογίααυτήαποκρυσταλλώνεται σε συγκεκριμένους κανόνες, που αφορούν ορισμένες από τις πιο «γυναικείες» δραστηριότητες. η διδασκαλία των σχετικών μαθημάτων προϋποθέτει και ταυτόχρονα ενισχύει το μύθο που μεταθέτει την ευθύνη της ανάθεσης των οικιακών στις γυναίκες, καθώς αναλαμβάνει ρητά και συστηματικά να καλλιεργήσει ακριβώς εκείνες τις «έμφυτες» κλίσεις στις όποιες υποτίθεταιότιανταποκρίνεται. Κατά τη διάρκεια της περιόδου που μας ενδιαφέρει, η «επίσημη» διδασκαλία που απευθύνθηκε στις γυναίκες με σκοπό να βελτιώσει την απόδοσή τους στον οίκο δεν περιορίστηκε στη γενική πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Διάφοροι φορείς, και κυρίως γυναικεία φιλανθρωπικά σωματεία, οργάνωσαν κατά καιρούς σχετικά επιμορφωτικά προγράμματα αλλά και ειδικά επαγγελματικά σχολεία. οι τέχνες που υπάγονταν στην αρμοδιότητα των γυναικών σύμφωνα με την αποστολή τους στον οίκο —η ραπτική, η μαγειρική, η ανθοκομία κτλ.—- ήταν έτσικαιοι πρώτες στις όποιες στράφηκε η γυναικεία επαγγελματική εκπαίδευση. ο χαρακτηρισμός «οικοκυρική», που δόθηκε στην εκπαίδευση αυτή και στις αντίστοιχες σχολές, νομιμοποιούσε την προετοιμασία των κοριτσιών για βιοποριστική εργασία, αναδεικνύοντας συγχρόνως τον οίκο ως τον κατεξοχήν χώρο της γυναικείας εργασίας και προβάλλοντας έμμεσα τόσο τον εφεδρικό χαρακτήρα της εξωοικιακής απασχόλησης των γυναικών όσο και την περιορισμένη επιλογή που είχαν ως προς το είδος της εργασίας. Εστιάσαμε τη μελέτη μας στη διδασκαλία των οικιακών καθηκόντων
στη γενική πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση για λόγους οικονομίας δυνάμεων και χρόνου. Θεωρήσαμε όμως σκόπιμες Ορισμένες, σύντομες έστω, συγκριτικές αναφορές στην επαγγελματική εκπαίδευση, γιατί αποσαφηνίζουν τα όρια του ευρύτερου φαινομένου στο Οποίο εντάσσεται το κυρίως θέμα μας. Το περιεχόμενο της εκπαίδευσης στα του οίκου διαφοροποιείται, όπως θα δούμε αργότερα, με βάση ταξικά κριτήρια. Ωστόσο το γεγονός ότι σε κάποια μορφή της η εκπαίδευση αύτη απευθύνθηκε σε κόρες «καλών» οικογενειών, υποψήφιες δασκάλες, άπορες τρόφιμες Ιδρυμάτων, εργάτριες, υπηρέτριες, οικοδέσποινες, πρόσφυγες και γενικά σε όλες τις γυναίκες, θα μπορούσε να προκύψει μόνο από μια λογική που ομαδοποιεί με βάση το φύλο. Η λογική αύτη θεμελιώνει και την Ομαδοποίηση τεχνικών και αρχώνπουαφορούνδραστηριότητες τόσο διαφορετικές μεταξύ τους όσο η καταστιχογραφία και το κέντημα, η συμπεριφορά στις επισκέψεις και η κηπουρική. Η συνοχή και η εσωτερική διαφοροποίηση της εκπαίδευσης στα του οίκου εξαρτώνται από την έννοια του φύλου. Θεωρήσαμε βέβαιο ότι η συγκρότησητηςεκπαίδευσηςπου μάς ενδιαφέρει ήταν προϊόν της δραστηριότητας συγκεκριμένων ανθρώπων,καιδιερωτηθήκαμε ποιοι ήταν αυτοί, τί σχέσεις είχαν μεταξύ τους, τί είδους επιχειρήματα διατύπωσαν για τη σκοπιμότητα της διδασκαλίας των οικιακών καθηκόντων, πώς αντιλήφθηκαν το περιεχόμενο της και με ποιούς τρόπουςεπηρέασαντηνεξέλιξή της. Ανάμεσά τους ξεχωριστή σημασία δίνουμε στις γυναίκες που κατά καιρούς είτε συμπεριέλαβαν τη διεκδίκηση του ελέγχου του οίκου στον αγώνα για την «εξύψωση του φύλου τους» είτε αρνήθηκαν την ταύτιση με τον οίκο ως αποκλειστική η πρωταρχική τους αποστολή. Στο διάστημα που μάς ενδιαφέρει, οι προσπάθειες αυτών που εκπροσωπούν τη γυναικεία αμφισβήτηση να ελέγξουν την πορεία της εκπαίδευσης στα του οίκου υπακούουν σε δύο τάσεις, που επιζητούν αντίστοιχα την επιβεβαίωση της Ιδιαιτερότητας του γυναικείου φύλου και την κατοχύρωση της Ισότητας με τους άνδρες. Η πρώτη τάση επικαλείται συστηματικάτις«φυσικές
κές» Ιδιότητες των γυναικών. η δεύτερη αρνείται ρητά μόνον εκείνες που θεωρεί ότιαποτελούνδιαστρεβλώσεις των «πραγματικών». όσα μπορεί να ρωτήσει, να πει, να ψάξει η να βρει κανείςγιατην Ιστορία της εκπαίδευσης στα του οίκου. Επιχειρήσαμε μια πρώτη στην κυριολεξία προσέγγιση, δίνοντας Ιδιαίτερη έμφαση στο Ιδεολογικό περιεχόμενο της διδασκαλίας, όπως αυτό διαγράφεται μέσα από σχολικά προγράμματα, νόμους, εγχειρίδια και άλλες πηγές, και προσπαθήσαμε να ανασυγκροτήσουμε τις απόψεις αυτών που κατά καιρούς επεξεργάστηκαν εναλλακτικές εκδοχές της εκπαίδευσης στα του οίκου, εργάστηκαν για την προώθησή της η διαφώνησαν με την κατεύθυνση της.
Η μελέτη αυτή αποτελείται από δύο μέρη. το πρώτο αφορά την περίοδο από την ίδρυση του ελληνικού κράτους έως τις αρχές του 20ού αιώνα. μια σύντομη εισαγωγή εντάσσει τη μόρφωση στα του οίκου στη γενικότερη κατεύθυνση της γυναικείας εκπαίδευσης. το πρώτο κεφάλαιο εστιάζεται κυρίωςστιςαπόψειςπουεκφράζονται για το είδος των εργοχείρων και των χειροτεχνημάτων στα οποία έπρεπε να ασκούνται τα κορίτσια και για τις ηθικές αρχές και άξιες που οφείλε να υπηρετεί η διδασκαλία τους. στη συνέχεια εξετάζουμετηδιδασκαλία της οικιακής οικονομίας. Ιδιαίτερα μάς ενδιαφέρειηθεματολογία των ειδικών εγχειριδίων και το νόημα που oι συγγραφείς αποδίδουν στον οίκο, την ευδαιμονία, τα καθήκοντα της οικοδέσποινας και άλλες βασικές έννοιες που διαφοροποιούν τιςαπόψειςτους για το αντικείμενο και τη σκοπιμότητα της διδασκαλίας της οικιακής οικονομίας. εκπαίδευσηςστατουοίκου από το 1904, χρονιά που συγκαλείται το Πρώτον Ελληνικόν Εκπαιδευτικόν Συνέδριον, έως το 1929. ΟΙ λιγοστές σύντομες αναφορές σε μεταγενέστερα χρόνια έχουν μοναδικό σκοπόνααποσαφηνίσουνΟρισμένες διαστάσεις της εκπαίδευσης στα του οίκου κατά την περίοδο που μάςαπασχολεί.το Πρώτον Ελληνικόν Εκπαιδευτικόν Συνέδριον,τοΠαρθεναγωγείο
γείο του Βόλου, το Υπόμνημα του Εκπαιδευτικού Ομίλου προς το Κεντρικόν Εποπτικόν Συμβούλιον της Δημοτικής Εκπαιδεύσεως, τα Νομοσχέδια του 1913 και η δημιουργίατωναστικών σχολείων είναι οι κυριότεροι σταθμοί στη μακρόχρονη προσπάθεια εκσυγχρονισμούτηςγυναικείαςεκπαίδευσης,πουεντείνεταιστις αρχέςτουαιώνα και μετά από πολλές περιπέτειες καταλήγει στη μεταρρύθμιση του 1929. Παρακολουθούμε την εικόνα της εκπαίδευσης στα του οίκου όπως διαμορφώνεται με λόγια και με έργα στο πλαίσιο των μεταρρυθμιστικών προσπαθειών. στη συνέχεια εξετάζουμετιςπροτάσεις για την Οργάνωση και την κατεύθυνση τηςεκπαίδευσηςαυτής, καθώς και τις αντιδράσεις στην κρατική πολιτική που διατυπώνονται από την πλευρά των γυναικών μετά τη στροφή του γυναικείου κινήματος στον αγώνα για την Ισοτιμία. στο τελευταίο κεφάλαιο παρουσιάζουμε σχολικά εγχειρίδια οικιακής οικονομίας και οικοκυρικών των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα. Συγκρίνουμε τα βιβλία αυτάμεεκείναπουεξετάσαμεστο πρώτο μέρος της εργασίας και προσπαθούμεναεπισημάνουμε καιναεξηγήσουμετιςκυριότερες διαφορές μεταξύ τους, τοποθετώντας τα νεότερα κείμενα στα συμφραζόμενα των μεταρρυθμιστικών προγραμμάτων, της κρατικής πολιτικής και της γυναικείας αναζήτησης. Η μελέτη αυτή επιχορηγήθηκε από τη Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς για το πρόγραμμα Ιστορικό Αρχείο της Ελληνικής Νεολαίας. στο διάστημα της εκπόνησής της (Ιούνιος 1984Ίούνιος 1986) ο Τριαντάφυλλος Ε. Σκλαβενίτης μάς διευκόλυνε στηναναζήτησητωνπηγών, συζήτησε μαζί μας προβλήματα επιστημονικά και τεχνικά, αντίκρισε με κατανόηση τις παλινδρομήσεις μας ώσπου να καταλήξουμε σε ένα Οριστικό πλάνο δουλειάς και γενικά μάς παραστάθηκε με κάθε δυνατό τρόπο. ο Γιάννης Γιαννουλόπουλος διάβασε το αρχικό κείμενο της εργασίας και βοήθησε σημαντικά ώστε να βελτιωθεί στην τελική του μορφή. Ευχαριστούμε θερμά και τους δύο και φυσικά αναλαμβάνουμε την ευθύνη για τις ατέλειες της δουλειάς μας.
Όχι μόνο η μελέτη αλλά και το ηθικό μας, όσο κράτησεηεπεξεργασία της, Οφείλουν πολλά στη συμπαράσταση φίλων, και κυρίως στην Έφη Αβδελά, την Αλέκα Μπουτζουβή-Μπανιά, την Αίγλη Μπρούσκου, την Έλλη Σκοπετέα και την Ελένη Φουρναράκη. Χωριστά ευχαριστούμε τη Ρούλα Ζιώγου-Καραστεργίου, γιατί, πέρα από τις συζητήσεις μαζί της, βοηθηθήκαμε πολύ και
λάδα απότοβιβλίο της: Η (1830-1893). μέση εκπαίδευση των κοριτσιών στην Ελ-
Τέλος ευχαριστούμε το Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (Ε.Λ.I.A.), τη Χαροκόπειο Ανωτάτη Σχολή Οικιακής Οικονομίας, το Ίδρυμα Σπύρος Χαροκόπος και Ευαν. ΧαροκόπουΠετρούτση, το Λύκειο των Ελληνίδων, τον Τεγεατικό Σύνδεσμο καιτηΣχολή Μωραΐτη που μάς επέτρεψαν να χρησιμοποιήσουμε τις βιβλιοθήκες η τα αρχεία τους. A.M. - Ε.Ε.
Α' ΜΕΡΟΣ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ «ΦΥΣΗ»
Η μέριμνα για τη γυναικεία εκπαίδευση κατά τη διάρκεια της Επανάστασης και στα πρώτα χρόνια του νέου ελληνικού κράτους φαίνεται εντυπωσιακά πρώιμη και προοδευτική1, Ιδίως αν λάβει
1. η προκήρυξη της Πελοποννησιακής Γερουσίας (1822), που παρουσιάζει την παιδεία ως ειδοποιό διαφορά της πολιτισμένης Ευρώπηςαπό«ταπανάθλια της Ασίας ανδράποδα», παροτρύνει τους πατεράδες να φροντίσουν την εκπαίδευση των παιδιών τους «άρρένων τε και θηλέων». «Προκήρυξη Πελοποννησιακής Γερουσίας», απόσπασμα στο βιβλίο του Αλέξη Δημαρά (επιμ.), η Μεταρρύθμιση που δεν έγινε. (Τεκμήρια ιστορίας), τ. Α' 1821-1894, Αθήνα 1983, σ. 4-5. το δικαίωμα των παιδιών στην εκπαίδευση κατοχυρώνεται συνταγματικά το 1827, ενώ το 1834 η δημοτική εκπαίδευση γίνεται υποχρεωτική για αγόρια και κορίτσια. στο ίδιο, σ. κζ', 7, 45. Παρά τις πρώιμες αυτές εξαγγελίες, τα ποσοστά φοίτησης των κοριτσιών στο δημοτικό παρέμειναν πολύ χαμηλά, ενώ τα κορίτσια αποκλείστηκαν από τη δημόσια μέση εκπαίδευση. το 1883 ο Χαρίσιος Παπαμάρκου, έκτακτος επιθεωρητήςπουείχε οριστεί για να επιθεωρήσει τα δημοτικά σχολεία, ενημερώνει το υπουργείο: «το θήλυ φύλον ουδαμώς ουδαμού φοιτά εις τα σχολεία. Είναι σύμπαν εντελώς απαίδευτον και αγράμματον». Χαρίσιος Παπαμάρκου, «Πάντα τα μόρια είναι ουχί υγιά», απόσπασμα στο Αλ. Δημαράς, ό.π., σ. 247. για μια λεπτομερή καταγραφή και ανάλυση της εξέλιξης της γυναικείας εκπαίδευσηςτο19ο αι. βλ. Σιδηρούλα Ζιώγου-Καραστεργίου, η μέση εκπαίδευση των κοριτσιών στην Ελλάδα (1830-1893), Αθήνα 1986.
για της
κανείς υπόψη τις κατοπινές έξελίξεις1. Η τροπή που πήραν αυτές οι εξελίξεις δεν αποτελεί απλό σύμπτωμα του παραστρατήματος ενός θεσμού που αφορούσε κυρίως τους άνδρες. Η γυναικεία εκπαίδευσηακολούθησεαπόνωρίς μια ειδική κατεύθυνση και η πορεία της δεν είναι δυνατό να ερμηνευτεί με αναγωγές στην Ιστορία και τους εθνικούς, ταξικούς η άλλους στόχους της εκπαίδευσης των αγοριών. ΟΙ γυναίκες δε συμπεριλήφθηκαν σε αυτούς που μέσω της παιδείας —και καλώς εχόντων των πραγμάτων— θα μεταμορφώνονταν από ραγιάδες σε πολίτες και υπαλλήλους, θα πύκνωναν τις τάξεις ενός μορφωμένου λαούηθααναδεικνύοντανηγέτες του2. Η σκοπιμότητα της γυναικείαςεκπαίδευσηςεντοπίστηκε στη δυνατότητά της να συμβάλει στην απόδοση της συζύγου, μητέρας και οικοδέσποινας, δηλαδή στην εκπλήρωση του γυναικείου προορισμού. θηκε στις διαφορετικές «φυσικές»—βιολογικές και ψυχολογικές— Ιδιότητες που αποδόθηκαν στους άνδρες και τις γυναίκες. Η διαφοροποίηση της ανθρώπινης «φύσης» σε ανδρική και γυναικεία παραμένει και σήμερα συστατικό στοιχείο της κυρίαρχης Ιδεολογίας
1. το διάταγμα της 31 Δεκεμβρίου 1836 (12 Ιανουαρίου 1837) «περί του διοργανισμού των Ελληνικών Σχολείων και Γυμνασίων» (βλ. Αλ. Δημαράς, ό.π., σ. 60-77) αναφερόταν μόνοστους«παίδας»,αποκλείονταςουσιαστικά τα κορίτσια από τη δημόσια μέση εκπαίδευση αλλά και από την ανώτατη που την προϋπέθετε. Όσες μαθήτριες μπορούσαν να συνεχίσουν τις σπουδές τους μετά το δημοτικό περιορίζονταν αναγκαστικά στα ιδιωτικά Ανώτερα Παρθεναγωγεία», που εκπαίδευαν από κοινού εύπορες υποψήφιες οικοδέσποινες και δασκάλες. οι δύο αυτοί κύκλοι σπουδών διαχωρίστηκαν το 1893. Δημόσια γυμνάσια θηλέων δεν ιδρύθηκαν ως το 1917. Βλ. Σ. Ζιώγου-Καραστεργίου, ό.π., σ. 68-69, 354 κ.ά. 2. για τη σκοπιμότητα της κύριας εκπαίδευσης, της ανδρικής βλ. Αλ. Δημαράς, ό.π., τ. Α', σ. κγ'-μστ' και το κεφάλαιο «Παιδεία» στη διδακτορική διατριβή της Έλλης Σκοπετέα, το «Πρότυπο Βασίλειο» και η Μεγάλη Ιδέα, όψειςτουεθνικούπροβλήματος στην Ελλάδα (1830-1880), Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Επιστημονική Επετηρίδα της Φιλοσοφικής Σχολής, 1984.
γίας των φύλων, όπως και η αντίληψη ότι οι γυναίκες είναι και πρέπει να παραμείνουν πιο κοντά στη «φύση» από ό,τι οι άνδρες. Ό μ ω ς αντίθετα με ο,τι συνέβη σε νεότερες αποχές, στο 19ο αιώνα, ακόμακαιστηνΕλλάδα, η διαφοροποίηση αυτή δεν αποσιωπάται ως δεδομένη βεβαιότητα, αλλά βρίσκεταιστοεπίκεντροτων λόγων που αφορούν τη σχέση των φύλων 1 . στη «φύση» βρίσκεται ηεξήγησητηςμορφής αυτής της σχέσης στο παρόνκαιαπό «φύση» εξαρτώνται οι αλλαγές που μπορεί να υποστεί στο μέλλον. Α π ό το πεδίο της «φύσης» άντλησαν τα έπιχειρήματά τους όσοι υποστήριξαν ότι οι γυναίκες πρέπει να υποτάσσονται: « Η
1. ο προβληματισμός για τη διαφοροποίηση των φύλων εισάγεται στην Ελλάδα από την Ευρώπη,όπωςδιαμορφώθηκε με ιή γενικότερη έμφαση που έδωσανοιδιαφωτιστές στην αντίθεση μεταξύ της φύσης και του πολιτισμού. αυτά τα συμφραζόμενα η επίκληση της φύσης είχε ριζοσπαστικούς τόνους, καθώς υπέσκαπτε τις έννοιες της μοναρχίας και της εκκλησίας ως μοναδικών βάσεων της ηθικής και της τάξης της κοινωνίας. η έννοια της φύσης ήταν επίσης εξαιρετικά σύνθετη, καθώς παρέπεμπε σε μια κατάστασηπουπροηγείται της κοινωνίας, στις διαδικασίες του ανθρώπινου οργανισμού, στη σχέση ανθρώπου με το περιβάλλον και στις «πρωτόγονες» κοινωνίες.Όμωςενώ φύση προβλήθηκε ως το πεδίο στο οποίο οι άνθρωποιθαέπρεπεναανατρέξουν στην προσπάθειά τους να αναμορφώσουν την κοινωνία, οι διαφωτιστές επικαλέστηκαν την ιδιαίτερη σχέσηπουθεωρούσαν ότι έχουν οι γυναίκες με διαδικασίες της ζωής και τελικά με την ίδια τη φύσηωςαπόδειξητης κατωτερότητάς τους που επέβαλλε και τον κοινωνικό τους αποκλεισμό. Βλ. Maurice Bloch και Jean Η. Bloch, «Women and the dialectics of nature in eighteenth-century French thought», στο Carol MacCormack και Marylin Strathern (επιμ.), Nature, Culture and Gender, Cambridge 2 1982, σ. 25-41. Όπως η φύση γενικά, έτσι και η φύση των γυναικών αναδείχτηκε πεδίο το οποίο εν ονόματι της ανθρωπότητας έπρεπε να κατανοηθείκαινα θεί μέσω της επιστήμης και της ιατρικής. Βλ. L. J . Jordanova, «Natural facts: a historical perspective on science and sexuality», στο iôio, a. 42-69. για τις ιδέες των διαφωτιστών σχετικά με τη διαφοροποίηση των φύλων και την εισαγωγή και τον αντίκτυπό τους στην Ελλάδα το 19ο αιώνα, ιδιαίτερη έμφαση στα £ργα λόγιων γυναικών, βλ. Paschalis M. Kitromilides, «The enlightenment and womanhood: cultural change and the politics of exclusion», Journal of Modern Greek Studies 1/1 (1983), σ. 39-61.
φύσις της γυναικός εκ δύο μόνον, ως ειπείν, στοιχείων συγκροτείται, αγάπης και αισθήματος, όλος δ' αυτής ο βίος εστίν άφοσίωσις»1. « Η γυνή δε ευαισθητοτέρα, υποτελής, αξιέραστος, Οφείλειναυποτάσσηται και να μεταβάλλη την αφοσίωσιν εις νόμον, την θυσίαν εις θρίαμβον, την αυταπάρνησιν εις μεγαλεϊον»2. Η «φύση» απαγορευει στις γυναίκες τις «ανδρικές δραστηριότητες»: «ο ανήρ άφοβος και τολμηρός εν τοις κινδύνοις, Ικανός προς αντίστασιν, καταβάλλει τας στάσεις και τας εναντιότητας, κρατεί δε αυτών διά της ρώμης του σώματος και διά της Ισχύος του νου" η δε γυνή, διά μόνης της χάριτος και της πραότητος βασιλεύει»3. Η «φύση» επίσης επιβάλλει να επιτηρούνται οι γυναίκες γιατί μειονεκτούν ηθικά: «[...] είναι δε φύσει εύπλαστοι και επιτήδειαι προς το πα στάνειν κωμωδίας, διότι έχουσι τα δάκρυα άφθονα, τα δε πάθη των είναι σφοδρά και ο νους των περιορισμένος ένεκα άμαθείας»4. Η «φύση» των γυναικών τέλος, ασθενέστερη από την ανδρική, καθιστά την εντατική εργασία, σωματική και διανοητική, επισφαλή για την υγεία τους5.
1. Νικολάου I. Σαριπόλου, «Υπόμνημα περί του κατωτέρου κλήρου και περί εκπαιδεύσεως προς τον επί της Παιδείας Υπουργόν», Πανδώρα ΙΣΤ' (1865-66), ο. 110. 2. Σιμωνίδης Γ. Βλαβιανός, η γυνή και η αποστολή αυτής. Μελέτη αναγνωσθείσατηνεσπέραν της 16 Οκτωβρίου 1983 εν τη εταιρία Ελληνισμός», Αθήνησιν 1894, σ. 28. 3. Γ. Μανούσος, Παιδαγωγική διαιτητική και παιδαγωγία, οικιακός και σχολικός οδηγός προς παιδαγώγησιν αμφοτέρωντωνφύλων, Αθήνησιν 1884, σ. 210. 4. Φενελώνος, το περί αγωγής κορασιών εξελληνισθένυπόΘ.Νικολαΐδου Φιλαδελφέως, Αθήναι 21875, σ. 67. Όπως σημειώνει ο μεταφραστής, πριν από τη δική του είχαν κυκλοφορήσει άλλες δύο μεταφράσεις του βιβλίου, η τελευταία το 1857. ο ίδιος μας πληροφορεί ότι ο Φραγκίσκος Φενελών, αρχιεπίσκοποςτουCambrais, γεννήθηκε το 1651 και πέθανε το 1715. 5. Βλ. Ν. Κοντοπούλου (μετ.), «Περίανατροφήςτωνκορασιών υπό ιατρικήν έποψιν» (Λόγος εκφωνηθείς εν τη Φιλοσοφική Ακαδημία του Εδιμβούργου κατά Νοέμβριον 1882 υπό του ιατρού Θ. Κλούστωνος), Πλάτων ΣΤ' (1884-1885), σ. 224, στο Σ. Ζιώγου-Καραστεργίου, ό.π., σ. 274. η ίδια
συμβολή των γυναικών στην εθνική παλιγγενεσίακαιτηνεφημερία του κοινωνικού συνόλου γενικότερα: «Παιδαγωγοί των εθνών είναι βεβαίως οι άρχοντες αυτών, οι συγγραφείς αυτών, οι Ιερείς, οι διδάσκαλοι, οι γονείς, και Ιδίως αι μητέρες. Ε κ τούτωνδεαναντιρρήτως η φύσις εις τας μητέρας απένειμεν την πρώτην θέσιν» 1 . Επίσης διατυπώνεται η άποψη ότι η φυσική διαφορά των φύλων δεν Ισοδυναμεί απαραίτητα με κατωτερότητα των γυναικών2: « Α λ λ ' ότι μεν ο νους της γυναικός εμφαίνει διαφοράς τινας προς τον ανδρικόν, αδύνατον είναι ν' αμφιβάλλωμεν, ει και η περί τούτου ψυχολογική έρευνα ήθελεν αποβή ενταύθα άκαιρος" ότι όμως ένεκα τούτου είναι και κατώτερος, περί τούτου εύλογον είναι τουλάχιστον να επέχωμεν»3. Έτσι ανατρέχοντας στη «φύση» η Σαπφώ Λεοντιάς καταφέρνει να ξεπεράσει τη θλίψη και το θυμό που Ομολογεί ότι ένιωθε στα μικρά της χρόνια γιατί γεννήθηκε «θήλυς άνθρωπος»4: «[...] η φύσις αυτή κατέστησε μεγάλην την ποικι-
σημειώνει ότι στη διαμόρφωση του προγράμματος της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας, συγκεκριμένα στη σταδιακή μείωση των ωρών των μαθηματικών στις μεγαλύτερες τάξεις και την απουσία της κοσμογραφίας, της φυσικής πειραματικής και της γυμναστικής, που διδάχτηκαν μόνο το 1870 και το 1890, συνετέλεσε και η άποψη, ότι ο υπερβολικός φόρτος εργασίας μπορεί να έχει επιπτώσεις στην υγεία των μαθητριών. στο Ιδιο, σ. 190. 1. Λέων Μελάς, Παιδαγωγικόν εγχειρίδιον προς χρήσιντωνπαιδαγωγούντων, εν Αθήναις 1871, σ. ιθ'. 2. την άποψη αυτή επισημαίνει επίσης η Αγγέλικα Ψαρρά, «Γυναικεία περιοδικά του 19ου αιώνα», Σκούπα 2 (1979), σ. 5. 3. Γ. Γ. Παππαδόπουλος, «Περί γυναικός και Ελληνίδος», Πανδώρα ΙΖ'/388 (1866), σ. 86. 4. Σαπφώ Κ. Λεοντιάς, ο ανήρ και η γυνή. Διαλέξεις τρεις αναγνωσθείσαι εν τω Ελληνικώ φιλολογικώ Συλλόγω και πέντε ποιήματα,ενΚωνσταντινουπόλει 1899, σ. 5. η Σαπφώ Λεοντιάς, κόρη του δασκάλου της ελληνικής γλώσσας Λεοντίου Κληρίδη, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1832 και πέθανε στην ίδια πόλη το 1900. Σπούδασε ελληνική, γαλλική και γερμανική φιλολογία. από το 1854 ως το 1858 ήταν διευθύντρια στο παρθεναγωγείο της Σάμου, που είχε ιδρυθεί από την ηγεμονίδα Αλεξάνδρα Γκίκα.
λίαν μεταξύ του φυσικού και πνευματικού Οργανισμού του ανδρός καιτηςγυναικός - αλλ' εν ταύτη τη ποικιλία συνίσταται και η ισότης άμφοτέρων» 1 . ΟΙ λόγιοι, οι παιδαγωγοί και οι κρατικοί λειτουργοί που ασχολήθηκαν με τη γυναικεία εκπαίδευση διαφοροποιούνται ανάλογα μετιςσυνέπειες που απέδωσαν στις «φυσικές» Ιδιότητες των γυναικών. Πάντως ένας απόλυτος διαχωρισμός μεταξύ «πολέμιων» και «υπέρμαχων» της γυναικείας εκπαίδευσης κινδυνεύει να είναι σχηματικός, όχι μόνο γιατί «συντηρητικές» και «προοδευτικές» απόψεις επικαλούνται εξίσου το «φυσικό», αλλά και γιατί συνήθως
Tο 1859 πήγε στη Σμύρνη και ανέλαβε τη διεύθυνση του παρθεναγωγείου του Μεθοδίου Αρώνη. το 1861 επέστρεψε στη Σάμο προσκαλεσμένη από τον ηγεμόνα Μιλτιάδη Αριστάρχη, ο οποίος ίδρυσε με τη βοήθειά της τέσσερα παρθεναγωγεία. το 1863 ανέλαβε τη διεύθυνσητουπαρθεναγωγείου «Αγία Φωτεινή» στη Σμύρνη. το 1878 παραιτήθηκε από αυτή τη θέση και έφυγε γιατηνΠόλη, από όπου επέστρεψε το 1886 και παρέμεινε διευθύντρια της «Αγίας Φωτεινής» ως το 1891, οπότε αποχώρησε οριστικά. η Λεοντιάς μετέφρασε τους Πέρσες του Αισχύλου και την Εσθήρ του Ρακίνα. Έγραψε ποιήματα, διηγήματα, μελέτες, το σχολικό εγχειρίδιο Κορασιακή Χρηστομάθεια (1876) και το σχολικό Ιερόν εκλόγιον ήτοι Συλλογή εκτουΣυναξαριστού (1874). Συνεργάστηκε με το περιοδικό Ευρυδίκη, που εξέδιδε η αδελφή της Αιμιλία Κτένα Λεοντιάς, την Πανδώρα,τηνΕφημερίδατωνΚυριών και δημοσίευσε επίσης κείμενα στο Αττικόν Ημερολόγιον. Μαζί με την Καλλιόπη Κεχαγιά, την Αικατερίνη Λασκαρίδου και την Καλλιρρόη Παρρέν, η Λεοντιάςανήκειστιςπρωτοπόρεςτουαγώνατωνγυναικών για ίσα δικαιώματα στην εκπαίδευση. Βλ. Κούλα Ξηραδάκη, από τα Αρχεία του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Παρθεναγωγεία και δασκάλες υπόδουλου Ελληνισμού, τ. Β', Αθήνα 1972, σ. 105-107, ό.π. Πασχάλης, «Λεοντιάς Σαπφώ», Μεγάλη ΕλληνικήΕγκυκλοπαίδεια,τ. Ι έ , σ. 940. Βλ. επίσης Σωτηρία Αλιμπέρτη, «Σαπφώ Λεοντιάς η του γένους διδάσκαλος», Πλειάς Β'/8-9 (1900), σ. 130-131, Β'/10 (1900), σ. 153-155 και Εφημερίς των Κυριών ΙΔ'/613 (1900)· Σ. δε Βιάζης, «Διαπρεπείς Ελληνίδες κατάτονΙΘ' αιώνα — Σαπφώ Λεοντιάς», Ελληνική Επιθεώρησις Ε΄ (1912), σ. 172-173 και 199-200. 1. Σαπφώ Κ. Λεοντιάς, «Περί κλήσεως της γυναικός», Ευρυδίκη Α' (1870), σ. 40. με τις απόψεις της Λεοντιάδος ασχολούμαστε διεξοδικά στο δεύτερο κεφάλαιο αυτής της εργασίας.
Σαπφώ
Λεοντιάς
θως διαφοροποιούνται μόνον ως προς τη βαθμίδα της εκπαίδευσης που είναι σκόπιμη για τις γυναίκες. Δηλαδή κανείς δεν υποστηρίζει την πλήρη αγραμματοσύνη. Ωστόσο, ενώ ο αποκλεισμός από τη δημόσια μέση εκπαίδευση δεν μπορεί παρά να έκανε και το δημοτικό να φαίνεται περισσότερο προνόμιο παρά δικαίωμα, διατυπώνονταν φόβοι ότι η παιδεία μπορούσε να μεταμορφωθεί από αγαθό σε απειλή για τις ίδιες τις γυναίκες και το έθνος, αν υπερέβαινε τις σωστές δόσεις1. Έτσι ο Νικόλαος Σαρίπολος καταδίκαζε τη συνήθεια να απομακρύνονται τα κορίτσια από το σπίτι για να φοιτήσουν στα ανώτερα παρθεναγωγεία και θεωρούσε ότι ο θεσμός των οικοτρόφων έπρεπε να περιοριστεί μόνο στις Ορφανές2. ο Γ. Μανούσος πάλι υποστήριζε ότι η γυναικεία εκπαίδευση έπρεπε να σταματάει στο δημοτικό και πίστευε ότι «μόνον εν μέσω της καθολικής των ηθών διαφθοράς ουδόλως άτοπον φαίνεται να λαμβάνη η γυνή την θέσιν του ανδρός, να καλλιεργή μέχρι πτυχίου διδακτορικού τας έπιστήμας»3. Ο Αριστείδης Σπαθάκης συμφωνούσε και αυτός ότι η γυναίκα δεν μπορεί να κατέχει πλήρως καμιά τέχνη η επιστήμη, «έκτος αν θέλη ν' αρνηθή τον κύριον σκοπόν δι' ον προώρισεν αυτήν ο Θεός, όπερ
1. η Σ. Ζιώγου-Καραστεργίου συνοψίζει τα επιχειρήματα για τη διαφοροποιημένη και ουσιαστικά υποβαθμισμένη γυναικεία δευτεροβάθμια εκπαίδευσηστιςεξήςκατηγορίες: α) όσα επισημαίνουν τους κινδύνους που συνεπάγεται η μόρφωση των κοριτσιών για την ηθική τους, β) για το θεσμό της οικογένειας, γ) όσα προβάλλουν το ασυμβίβαστο του γάμου με τη γυναικεία επαγγελματική δραστηριότητα, δ) όσα επικαλούνται το «ρόλο» και τον προορισμό των γυναικών στη ζωή, ε) όσα επισημαίνουν την αρνητική σχέση ανάμεσαστηνεκπαίδευσηκαιτηθηλυκότητα και στ)όσααναφέρονταιστα σωματικά και ψυχολογικά χαρακτηριστικά των κοριτσιών. Βλ. «"Φρονίμους δεσποινίδας και αρίστας μητέρας". Στόχοι παρθεναγωγείων και εκπαιδευτική πολιτική στον 19ον αιώνα», Πρακτικά τον Διεθνούς Συμποσίου Ιστορικότητα της παιδικής ηλικίας και της νεότητας, τ. Β', Αθήνα 1986, σ. 491493. 2. Βλ. Ν. Σαρίπολος, ό.π., σ. 110. 3. Γ. Μανούσος, ό.π., σ. 213.
άτοπώτατον»1. και ο Σιμωνίδης Βλαβιανός, παρόλο που δεχόταν ότι ο γυναικείος εγκέφαλος μπορεί καμιά φορά να είναι εξίσου βαρύς η και βαρύτερος από τον άνδρικό2, απαγόρευε στις γυναίκες περισσότερη μόρφωση από αυτήν που απαιτούν τα καθήκοντα της συζύγου και της μητέρας3. Αντίστοιχα όσοι υποστήριζαν τη διεύρυνση της γυναικείας εκπαίδευσης τόνιζαν ότι η παιδεία είναιαπαραίτητηπροϋπόθεση προκειμένου οι γυναίκες να συντελέσουν στην πρόοδο των οικογενειών τους και του έθνους, να εξασφαλίσουν δηλαδή στους συζύγους τους την οικιακή ευδαιμονία και να αναθρέψουν σωστά τα παιδιά τους — να μεγαλώσουν άξιους μελλοντικούς άνδρες και μελλοντικές συζύγους, μητέρες γιων και μελλοντικών συζύγων. Έτσι είναι χαρακτηριστικό ότι το 1830 ο έφορος του Κεντρικού Σχολείου Α . Μουστοξύδης εξηγεί την απόφαση της κυβέρνησηςναυποστηρίξει το πρώτο αλληλοδιδακτικό σχολείο στην Αίγινα λέγοντας: «[...] τα γράμματα αυξάνουσι και την οικιακήν ευδαιμονίαν. Διό ηυδόκησεν η Κυβέρνησις να γένωσι μέτοχα αυτών και τα κοράσια, διά να έχωσι προίκα και την παιδείαν, ήτις μόνη δύναταινακαθωραΐζη τα καθαρά και αυστηρά ήθη και τας οικιακάςαρετάς,αιοποίαι ιδιάζουσιν εις τας Ελληνίδας» 4 . την ανάγκη να μορφώνονται οι κοπέλες ώστε να διαπαιδαγωγούν σωστά τα παιδιά τους επισημαίνεικαιηΠολύτιμη Κούσκουρη, διευθύντρια του Δημοτικού Σχολείου Αθηνών5. και ο Δ. Σ. Στρούμπος: «Επειδήδεη ανατροφήτωντέκνων εξαρτάται εκ της καλής ανατροφής των μητέρων, διότι αύται αείποτε χειραγωγούσιν αυτά εν τω οίκω εξ άπα-
1. Αριστείδης Σπαθάκης, «Περί του προορισμού του ανδρός και της γυναικός», Οικογένεια A'II (1897), σ. 55. 2. Βλ. Σ. Γ. Βλαβιανός, ό.π., σ. 15-16. 3. στο ίδιο, σ. 18-20. 4. Αναφέρεται στο Σ. Ζιώγου-Καραστεργίου, η μέση εκπαίδευση των κοριτσιών..., ό.π., σ. 52-53. 5. Βλ. Πολύτιμη Κούσκουρη, «Περί της εκπαιδεύσεως του γυναικείου φύλου», Πανδώρα Γ'/70 (1853), σ. 520-521.
απαλών Ονύχων, ότε και αι πρώται εντυπώσεις της αρετής εγχαράσσονται βαθύτερον εις την καρδίαν και βαθμηδόν καθίστανται έξεις, ηανατροφήτουθήλεος φύλου και η παίδευσις αυτού πρέπειναελκύσωσι την προσοχήν πάσης πεφωτισμένης κυβερνήσεως»1. Παρόμοια συλλογίζεται και ο Γ. Γ. Παππαδόπουλος. Ξεκινάειαπότη διαπίστωση ότι «όταν μεν παιδεύηται ο παις φωτίζεται ο ανήρ, αλλ' όταν η κόρη παιδεύηται, Ολόκληρος φωτίζεται οικογένεια»2, γιανακαταλήξει στο συμπέρασμα ότι «η παίδευσις της γυναικός πρέπει το γε νυν έχον να ήναι πληρεστέρα και σκοπιμωτέρα»3. λες που ήθελαν η που έπρεπε να εργαστούν ήταντοεπάγγελματης δασκάλας. δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι οι γυναίκεςπουαγωνίζονταν γιατην«εξύψωση του φύλου τους» ήταν κατά κανόνα δασκάλες και ότι πρόβαλαν την παιδεία ως το πιο επείγον γυναικείο αίτημα. όμως, αν και διεκδίκησαν περισσότερα, ακόμη και ίσα δικαιώματα στη μόρφωση, δεν επιδίωξαν την πλήρη εξομοίωση της γυναικείας εκπαίδευσης με την ανδρική, δεν αμφισβήτησαν τις «έμφυτες» κλίσεις των φύλων και κράτησαν τουλάχιστον επιφυλακτική στάση απέναντισεδιεκδικήσειςπουαφορούσαντηνεξωοικιακήεργασία καιτησυμμετοχή στην πολιτική, γιατί κατά τη γνώμη τους έρχονταν σε σύγκρουση με το γυναικείο προορισμό. «Τω όντι η γυνή είναι μήτηρ του ανθρώπου, παιδαγωγός, πλάστρια αυτού», έγραφε η Σαπφώ Λεοντιάς4, και με την άποψη αυτή συμφωνούσεκαιη Καλλιόπη Κεχαγιά. ΟΙ γυναίκες που συζητούσαν για την εκπαίδευση του φύλου τους τόνιζαν τη σημασία της κοινωνικήςαποστολήςπουεπιτελούν οι γυναίκες στον οίκο, ενώ προσπαθούσαν να συστηματοποιήσουν τις γνώσεις και τις αρχές που θα τις βοηθήσουν στο έργο τους.
1. Δ.Σ. Στρούμπος, Το μέλλον, η περί ανατροφήςκαιπαιδεύσεως, εν Αθήναις 1854, σ. 28. 2. Γ.Γ. Παππαδόπουλος, ό.π., σ. 81. 3. Στο ίδιο, σ. 88. 4. Σ. Λεοντιάς, «Περί κλήσεως της γυναικός», ό.π., σ. 26.
Έ τ σ ι ενδιαφέρονταν Ιδιαίτερα για την οικιακή οικονομία, επιστήμη που υποσχόταν να καθοδηγήσει τη γυναίκα στη διεύθυνση του οίκου 1 . Η Καλλιρρόη Παρρέν 2 , η ριζοσπαστικότερη από τις γυναίκες πουαγωνίζοντανγιατην«εξύψωση του φύλου τους», προσπαθούσε να διαδώσει ένα φεμινισμό που εξαρτούσε τη χειραφέτηση όχι μόνο από την κατοχύρωση του δικαιώματος στην εκπαίδευση,
1. Ελένη Φουρναράκη «Παρέμβαση», Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου Ιστορικότητα της παιδικής ηλικίας και της νεότητας, ό.π., σ. 513. 2. η Καλλιρρόη Παρρέν, το γένος Σιγανού, γεννήθηκε στο Ρέθυμνο το 1861 και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα το 1867. το 1878 αποφοίτησε από τοΑρσάκειοΔιδασκαλείο και τα επόμενα δέκα χρόνια διηύθυνε το Ζάππειο Παρθεναγωγείο της Αδριανούπολης. το 1887 άρχισε να εκδίδει την Εφημερίδα των Κυριών, που είχε διάρκεια ζωής 32 ολόκληρα χρόνια. το 1888 άρχισε να εκδίδει και το Ημερολόγιον της Εφημερίδος των Κυριών. Εξαιρετικά δυναμική προσωπικότητα, η Παρρέν αγωνίστηκε με επιμονή για τα δικαιώματα των γυναικών στην παιδεία και την εργασία και υπήρξε η πρωταγωνίστρια του γυναικείου κινήματος στα τέλη του 19ου αιώνα. το 1895 ίδρυσε μαζί με τη Ναταλία Σούτσου το Άσυλον της Αγίας Αικατερίνης, το 1896 το Άσυλον Ανιάτων και την Ένωσιν των Ελληνίδων, και το 1911τοΛύκειον των Ελληνίδων. το 1912 ανέλαβε τη γραμματεία του Πατριωτικού Συνδέσμου, που ίδρυσε η πριγκίπισσα Σοφία. Συμμετείχε σε πολλά διεθνή γυναικεία συνέδρια και ταξίδεψε σε πολλές χώρες. Εκτός από τα άρθρα που δημοσίευσε στην Εφημερίδα των Κυριών,πουαποτελούνκαιτοβασικό κορμό τηςύληςτης, έγραψε την πραγματεία Ιστορία της γυναικός (1889), τη συλλογή άρθρων Ζωή ενός έτους (1894), το Επιστολαί Αθηναίας προς Παρισσινήν (1896-1897), τα μυθιστορήματα η χειραφετημένη, η Μάγισσα και το Νέον Συμβόλαιον, το θεατρικό έργο η Νέα γυναίκα, που ανέβασε η Μαρίκα Κοτοπούλη το 1907, ταξιδιωτικές εντυπώσεις κ.ά. η Καλλιρρόη Παρρέν πέθανε το 1940. Βλ. Ελισάβετ Δούκα-Καραγιαννοπούλου, «Ελληνίδες παιδαγωγοί(απότηςαπελευθερώσεως)»,Μεγάλη Παιδαγωγική Εγκυκλοπαίδεια (επί τη βάσει του Lexicon der Pädagogik του Herder), τ. Β', σ. 462' Αιμιλία Καραβία, «Παρρέν Καλλιρρόη», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τ. ο', σ. 746-747" Κ. Ξηραδάκη, ό.π., σ. 80' βλ. και Σουλτάνα I. Μιχαλιάδου, η Καλλιρρόη Παρρέν διά την φανέλλαντουστρατιώτου, Σάμος 1940.
καιότητα μιας ειδικής μόρφωσης που θα προετοίμαζε τα κορίτσια γιατακαθήκοντα της συζύγου, μητέρας και οικοδέσποινας. Αντίθετα, όπως θα δούμε παρακάτω, τη διεκδίκησε με επιμονή και πάθος, γιατί θεωρούσε ότι ο έλεγχος του οίκου άνηκε δικαιωματικά στις γυναίκες και γιατί πίστευε ότι η οικιακή μόρφωση μπορούσε να προστεθεί στα ελάχιστα εφόδια που είχαν τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν για βιοπορισμό. Όπως και οι άλλες παιδαγωγοί που πρωτοστάτησαν στο γυναικείο κίνημα στην πρώιμη φάση του, η Παρρέν δεν αμφισβήτησε τη «γυναικεία φύση», αλλά εν Ονόματι της διεκδίκησε την άρση του κοινωνικού αποκλεισμού των γυναικών: «Ουδόλως επιλανθανόμεθα ότι ως μητέρες και ως πολίτιδες είμεθα οι φυσικοί της οικογενείας και της κοινωνίας στύλοι. τις λοιπόν δύναται να καταμεμφθή ημών, εάν εις επίτευξιν των επιβαλλομένων ημίν καθηκόντων, ζητώμεν συστηματικωτέραν ήθικήν και πνευματικήν μόρφωσιν, καταφεύγωμεν υπό την ιεράν και απαραβίαστον σκιάν της ζωοδότιδος και ανθρωποσωτείρας έργασίας;»1 στο 19ο αιώνα κύριος σκοπός του σχολείου ήταν να προετοιμάσει τα κορίτσια για τα μελλοντικά τους καθήκοντα στον οίκο και ναεκπαιδεύσειδασκάλες. στο δημοτικό διδάσκονταν απαραίτητα τα χειροτεχνήματα. στο ανώτερο παρθεναγωγείο διάφορα μαθήματα πραγματεύονταν τις επιμέρους όψεις του γυναικείου προορισμού, ενώ ακόμα και τα ακαδημαϊκά μαθήματα προσαρμόζονταν συχνά στις απαιτήσεις του2.τηνανάγκηναεξοικειώνονταιοιμαθήτριες
1. Καλλιρρόη Παρρέν, «το γυναικείον ζήτημα», Ημερολόγιον Κωνσταντίνου Φ. Σκόκου, 1889, σ. 190-193. για τις γυναικείες διεκδικήσεις 19ο αιώνα βλ. Ελένη Βαρίκα, η εξέγερση των κυριών. Γένεση μιας φεμινιστικής συνείδησης στην Ελλάδα του 19ου αιώνα (1833-1907), υπό έκδοση. 2. για παράδειγμα, όταν το 1882 ο υπουργός Κ. Λομβάρδος προκήρυξε διαγωνισμό για τη συγγραφή διδακτικών βιβλίων, ζήτησε μεταξύ άλλων «Εγχειρίδιον φυσικής και χημείας μετά σχημάτων, περιέχον εκ μεν της φυσικής τα γενικώτερα και μορφωτικώτερα διά την γυναίκα, εκ δε της χημείας μάλιστα τα αναφερόμενα εις την οικιακήν οικονομίαν». Βλ. Στέφανος Παρίσης, Ανωτέρα και Μέση εκπαίδευσις, ήτοι Συλλογή των διεπόντων την
στο
τριες με τις «γυναικείες» επιδόσεις δεν την αμφισβητούσε κανείς. Όμως το ακριβές περιεχόμενο των σχετικών μαθημάτωνκαιη θέση που έπρεπε να έχουν στην εκπαίδευση (όπως και το ακριβές περιεχόμενο των «γυναικείων» επιδόσεων και η θέση που έπρεπε να καταλαμβάνουν στη ζωή των γυναικών)αποτέλεσαναντικείμενα αναζήτησης, σημεία τριβής και αφορμές αμηχανίας για πολλούς από αυτούς που προσπάθησαν να προωθήσουν τη διδασκαλία των οικιακών καθηκόντων. Γιατί από τη σκοπιά του γυναικείου προορισμού καμιά λεπτομέρεια της διδασκαλίας αυτής δεν μπορούσε να είναι αδιάφορη η αθώα, πράγμα που έκανε ταυτόχρονα δύσκολο και αναγκαίο τον προγραμματισμό και τον έλεγχο της 1 .
Ανωτέραν και Μέσην εκπαίδευσιν Νόμων, Β. Διαταγμάτων και Εγκυκλίων του επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Υπουργείουαπότου1833-1884, εν Αθήναις 1884, τ. 3, σ. 446. 1. Βλ. την ανθολογία κειμένων για τη γυναικεία εκπαίδευση στο 19ο αιώνα της Ελένης Φουρναράκη, υπό έκδοση στη σειρά του I.A.Ε.Ν.
3. «Εκ των διαδρόμων των Εξωτερικών Σχολείων της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας»
4.
ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΙΕΣ ΤΕΧΝΕΣ: ΧΕΙΡΟΤΕΧΝΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΡΓΟΧΕΙΡΑ η θέση των «γυναικείων τεχνών» στη γυναικεία εκπαίδευση
ταν σχεδόν ως συνώνυμες στα σχολικά προγράμματα των κοριτσιών. στα Ομώνυμα μαθήματα οι μαθήτριες ασκούνταν κυρίως στις «γυναικείες τέχνες» της ραπτικής, του κεντήματοςκαιτου πλεξίματος. τα χειροτεχνήματα ωστόσο μπορούσαν να περιλαμβάνουν επιπλέον εργασίες. Η Αικατερίνη Βαρουξάκη, που φοίτησε στο Παρθεναγωγείο της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας στην Αθήνα, θυμάται: «Μανθάνομεν τόσα είδη χειροτεχνίας! [...]ναεμβαλώνομεν, να ράπτωμεν, να κεντώμεν, να βιβλιοθετώμεν, από ξύλον να κατασκευάζωμεν καθίσματα, τραπεζάκια [...], από ταχυδρομικά δελτάρια διάφορα κυτία διαφόρων χρήσεων [...] από ψάθαν πίλους, πανέρια, κυτία διάφορα»1. Μαζί με την ανάγνωση, τη γραφή και την αριθμητική, οι μαθήτριες των πρώτων αλληλοδιδακτικών σχολείων διδάσκονταν
1. Αικατερίνη Δ. Βαρουξάκη, Μαθητικαί αναμνήσεις, τ. Α', εν Αθήναις 1932, σ. 113.
απαραίτητατις«γυναικείες τέχνες» 1 : τη ραπτική, το πλέξιμο και το κέντημα. Αυτές οι «τέχνες» συμπεριλήφθηκαν στο πρόγραμμα του Προτύπου Δημοτικού Σχολείου της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας από τον πρώτο χρόνο της λειτουργίας του (1837) 2 ,μετον τίτλο «χειροτεχνήματα». Σύμφωνα με το Νόμο ΒΤΜΘ', που εκδόθηκε στις 3 Σεπτεμβρίου του 1895, σε όλα τα δημοτικά σχολεία θηλέων, τετραετή «κοινά» και εξαετή «πλήρη», έπρεπε να διδάσκονται «πάντα τα κατά τον παρόντα νόμον εν τοις πλήρεσιν η τοις κοινοίς δημοτικοίς σχολείοις διδασκόμενα μαθήματα, και προσέτι η ραπτική, η ποικιλτική [κέντημα], η πλεκτική, η τέχνη του παρασκευάζειν εδέσματα, και της οικιακής οικονομίας και τάξεως αι στοιχειώδεις γνώσεις»3. Η άσκηση στα έργα της χειρός ήταν βασικό στοιχείοκαιτης δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης των κοριτσιών. Ο πρώτος κανονισμός του Διδασκαλείου της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας, που συντάχθηκε το 1842, όριζε ότι οι μαθήτριεςθαασχολούντανμετα «χειροτεχνήματα» στα διαλείμματα και μετά τα μαθήματά τους, δηλαδή «τας λοιπάς εργασίμους ώρας»4. Σύμφωνα με το πρόγραμμα του 1849, οι μαθήτριες διδάσκονταν το «εργόχειρον» μία ώρα την ημέρα, ενώ αφιέρωναν το Σάββατο σε «οικιακάς έργασίας»5. Μερικά από τα προγράμματα των επόμενων ετών προέβλεπαν άσκηση στα εργόχειρα «τας λοιπάς εργασίμους ώρας»6, συνήθως
1. Βλ. Σ. Ζιώγου-Καραστεργίου, η μέση εκπαίδευσητωνκοριτσιών..., ό.π., σ. 55, 76. 2. Βλ. Εγκαθίδρυσις του σχολείουτωνκορασιώντηςΦιλεκπαιδευτικής Εταιρίας, εν Αθήναις 1837, σ. 14-15. 3. Ν. ΒΤΜΘ' «περί στοιχειώδους η δημοτικής εκπαιδεύσεως»,στοΝόμοι και νομοσχέδια περί δημοτικής εκπαιδεύσεως Δ. Πετρίδου και ο. Π. Διληγιάννη, [1895], σ. 4. 4. Κανονισμόςτουεν Αθήναις Διδασκαλείου της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρίας, Αθήνησιν 1842, σ. 4-9. 5. Βλ. Σ. Ζιώγου-Καραστεργίου, ό.π., σ. 94-95. 6. για παράδειγμα, τα προγράμματα του 1851 και του 1857 προβλέπουν
Μάθημα ραπτικής
όμως αυτή αποτελούσε ειδικό μάθημα. Μεταξύ του 1883καιτου 1893 ο χρόνος που αφιερωνόταν στη διδασκαλία του «εργοχείρου» κάλυπτε περίπου το 1/10 έως το 1/8 του συνολικού διδακτικού χρόνου1. Α π ό τάξη σε τάξη τα εργόχειρα γίνονταν όλο και πιο πολύπλοκα. Έ τ σ ι για παράδειγμα, σύμφωνα με το πρόγραμμα του 18831884, οι μαθήτριες της πρώτης τάξης του Διδασκαλείου της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας μάθαιναν «ραφή σηματίου (μάρκα), ποίκιλσι [...] (κέντημα), πλέκειν μετά βελονίδος, πλέκειν περιπόδια (κάλτσαις), κομβιότρημα (κομβότρυπα)»· της δευτέρας «ραφή ναασχολούνταιοιμαθήτριες με τα χειροτεχνήματα «τας λοιπάς εργασίμους ώρας», ενώ το πρόγραμμα του 1877 προσθέτει στα χειροτεχνήματαταεργόχειρα και τη ραπτική. Σύμφωνα και με τα τρία μαθήματα, οι μαθήτριες της τελευταίας τάξης ασκούνται επίσης στα της οικιακής οικονομίας στην ϊδια βάση. Βλ. Κανονισμόςτουεν Αθήναις ΔιδασκαλείουτηςΦιλεκπαιδευτικής Εταιρίας,Αθήναι1851, σ. 9-11' Διοργανισμός της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρίας και ΚανονισμόςτουΠαρθεναγωγείου αυτής, εν Αθήναις 1857, σ. 11-14· Κανονισμός των Παρθεναγωγείων της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρίας, Αθήναι 1877, σ. 3-5. 1. Έτος Συν. διδακτ. Εργόχειρα χρόνος (ώρες) (ώρες) 1883-84 1884-85 1886-87 1887-88 1888-89 1889-90 1890-91 1891-92 1892-93 190 139 138 131 132 133 135 137 137 23 14 15 14 16 16 16 15 15
στο πρότυπο δημοτικό σχολείο της Εταιρείας η διδασκαλία των χειροτεχνημάτων κάλυπτε περίπου το 1/10 του συνολικού διδακτικού χρόνου.γιατα προγράμματα των μαθημάτων που διδάσκονταν στα σχολεία της Φιλεκπαιδευτικής από το 1883 ως το 1893 βλ. τα Πρακτικά των Συνεδριάσεων τον Διοικητικού Συμβουλίου και των Συνελεύσεωντηςεν Αθήναις Φιλεκπαιδευτικής Εταιρίας και Πεπραγμένα των ετών 1883-1893.
χιτωνίου νυκτικού και χιτώνος (υποκαμίσου) μετά ποικίλματος»της τρίτης «ραφή, ποίκιλσι [...] (κέντημα), επίρραμμα (εμβάλωμα) περιποδίων (καλτσών)»· της τετάρτης «κόπτειν και ράπτειν άνδρικόν και γυναικείον χιτώνα (υποκάμισον)καιεπίβλημαεπί ιματίω»· και της πέμπτης «ιματιουργική (κόπτειν και ράπτειν γυναικεία Ιμάτια)». Συνολικά στην πρώτη, δευτέρα, τρίτη και πέμπτη τάξη το «εργόχειρον» διδασκόταν πέντε ώρες την εβδομάδα και στην τετάρτη τρεις ώρες1. γείου, που εισηγήθηκε το 1889 0 Γ. Θεοτόκης,αφιέρωνεστα«εργόχειρα» 6 ώρες σε σύνολο 30 διδακτικών ωρών. Η «Μητρική γλώσσα» ήταν το μόνο άλλο μάθημα στο Οποίο έδινε τόση έμφαση. αν και σύμφωνα με τα Νομοσχέδια του Θεοτόκη το δίπλωμα τουανώτερουπαρθεναγωγείου ήταν προϋπόθεση για να δώσουν οι μαθήτριες εξετάσεις στο διδασκαλείο, το πρόγραμμά του έδινε ιδιαίτερο βάρος στη διδασκαλία των μαθημάτων που θεωρούνταν ότι άρμοζαν ειδικά στο γυναικείο φύλο. Έτσι, εκτός από τα εργόχειρα, περιλάμβανε την οικιακή οικονομία, την υγιεινή,τηνοικιακή παιδαγωγία, την ωδική, τη γυμναστική και την Ιχνογραφία2. το διδασκαλείο, το ωρολόγιο πρόγραμμα όριζε 3 ώρες «χειροτεχνημάτων» για τις πρώτες τέσσερις τάξεις του πλήρους παρθεναγωγείου, σε σύνολο 26, 28, 31 και 36 διδακτικών ωρών. Σύμφωνα μετοίδιο πρόγραμμα, οι μαθήτριες της πέμπτης και της έκτης διδάσκονταν τα «χειροτεχνήματα» 4 ώρες σε σύνολο 36ωρών,της εβδόμης και της Ογδόης 6 ώρες σε σύνολο 36ωρώνκαιτηςενάτης
1. «Πρόγραμμα των κατά το σχολικόν έτος 1883-1884 διδαχθησομένων μαθημάτων εν τοις προτύποις και διδασκαλείοις της Φιλεκπαιδευτικής Ε ταιρίας», Πρακτικά της εν Αθήναις Φιλεκπαιδευτικής Εταιρίας του έτους 1882-1883, εν Αθήναις 1883, σ. 5-12. 2. Βλ. Σ. Ζιώγου-Καραστεργίου, ό.π., σ. 291-295 και Παράρτημα των Εκπαιδευτικών Νομοσχεδίων (Γ. Θεοτόκη). Εκδιδόμενον κατ' αίτησιν της επ' αυτού ειδικής επιτροπής της Βουλής τη επιστασίατουΓενικού ΕπιθεωρητούτωνΔημοτικών Σχολείων Χαρισίου Παπαμάρκου, Αθήναι 1890, σ. 99.
4 ώρες σε σύνολο 38 ωρών. το αναλυτικό πρόγραμμα προέβλεπε βαθμιαία πολυπλοκότερα έργα ποικιλτικής, ραπτικής και πλεκτικής. το ωρολόγιο πρόγραμμα του διδασκαλείου όριζε 3 ώρες διδασκαλία την εβδομάδα σε σύνολο 38 διδακτικώνωρώνγιατις τρεις τάξεις1. Ανάλογα ήταν τα προγράμματα του 1897 2 . αποτελούσανοιεκθέσειςεργοχείρωνπουγίνονταν κατά τη διάρκεια των «εξετάσεων» στο τέλος της χρονιάς. Εκεί γονείς και άλλοι επισκέπτες μπορούσαν να θαυμάσουν από κοντά τα αποτελέσματα της διδασκαλίας των «γυναικείων τεχνών». στα Πρακτικά της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας διαβάζουμε για την έκθεση του 1840: «εις τραπέζας διαφόρους επέκειντο διάφορα χειροτεχνήματα, κεντημάτων, πλεξιμάτων και ραψιμάτων. Διάφορα καλλιγραφήματα και σκιαγραφήματα και άνθη τεχνητά των μαθητριών, τα Οποία επαινούσαν οι θεαταί κρινόμενα μάλιστα εις το είδος των» 3 . Ανάλογα είναι τα σχόλια για τις εκθέσεις των επόμενων ετών. Η διδασκαλία των εργοχείρων στα κορίτσια αναγνωριζόταν απόόλουςωςαναγκαία.Η θέση της όμως στη γυναικεία εκπαίδευση δεν ήταν αυτονόητη. τις αρνητικές συνέπειες που είχε για τις μαθήτριες και για τις γυναίκες γενικότερα η υπερβολική προσήλωση στα έργα της χειρός επισήμανε η Καλλιρρόη Παρρέν.
1. Βλ. «Περί ωρολογίου και αναλυτικού προγράμματος των μαθημάτων πλήρων παρθεναγωγείων και των διδασκαλείων των θηλέων», Εφημερίς Κυβερνήσεως, αρ. φύλ. 163, 21 Αυγούστου 1893. 2. Βλ. Διάταγμα περί προγράμματος μαθημάτων διδασκαλείου θηλέων Διάταγμα περί προγράμματος μαθημάτωνανωτέρουπλήρους παρθεναγωγείου, 11 Νοεμβρίου 1897, στο Γεώργιος Βενθύλος, ΘεσμολόγιοντηςΔημοτικής Εκπαιδεύσεως, Αθήναι 1893-1898, τ. Δ', μέρος Β', σ. 152-154 και 155-162. 3. «Γ' Συνέλευσις της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρίας. Γενομένη διά τας ενιαυσίουςεξετάσειςτωνμαθητριών, εις το συντηρούμενον υπό της Εταιρίας Σχολείον προς εκπαίδευσιν των κορασιών κατά την 29 Ιουνίου 1840», Πρακτικά των ΣυνεδριάσεωντουΔιοικητικού Συμβουλίου καιτωνΣυνελεύσεων της εν Αθήναις Φιλεκπαιδευτικής Εταιρίας του έτους 1840, εν Αθήναις, σ. 19-20. Βλ. και Αικ. Βαρουξάκη, ό.π., σ. 113-114.
των της και
Παρόλο που απαιτούσε επίμονα, όπως θα δούμε σε λίγο, να προετοιμάζουν τα παρθεναγωγεία τις μαθήτριες για τα καθήκοντα του οίκου, θεωρούσε εχθρούς των γυναικών όσους προσπαθούσαν να περιορίσουν τη γυναικεία εκπαίδευση στα οικιακά1. Η ίδια αντίθετα διεκδικούσε τη συμμετοχή των γυναικών σε όλες τις βαθμίδες καιτουςκλάδους της εκπαίδευσης και την άρσητουαποκλεισμού τους από την εργασία2. Από αυτή τη σκοπιά κρίνει τα Νομοσχέδια του Θεοτόκη: «[...] υπό το πρόσχημα της δήθεν μεταρρυθμίσεως της γυναικείας εκπαιδεύσεως προς όφελοςτηςοικογενείας καιτηςπολιτείας, ουδέν άλλο επιδιώκεται η η επίσημος αναγνώρισις της αδυναμίας της γυναικός προς οίαν δήποτε ανωτέραν πνευματικήν ανάπτυξιν, και ο εις το μαγειρείον και την εκκλησίαν αποκλεισμός αυτής». και προσθέτει: « Η παιδεία είναι παρηγορία διά την γυναίκα, η αμάθεια είναι μαρτύριον, επαγόμενον μυρίας παρεκτροπάς, μύρια ελαττώματα. ΑΙ γυναίκες ανιώσιν παρ' ημίν, διότι, ως επί το πλείστον είναι αμαθείς και όχι διότι είναι πολυμαθεϊς» 3 . και με αφορμή την πλήξη που νιώθουν οι κοπέλες στην επαρχίαμεμόνη ασχολία το ράψιμο, παρατηρεί: «δεν διϊσχυριζόμεθα ότι η κόρη σήμερον ίνα μη πλήττη δέον να μη ράπτη. Τουναντίον
1. Βλ. Σ. Ζιώγου-Καταστεργίου, ό.π., σ. 318. 2. Βλ. ενδεικτικά τα άρθρα της Παρρέν στην Εφημερίδα των Κυριών: «Ου μόνον επιστήμας αλλά και τέχνας και επαγγέλματα διά τας γυναίκας», Α'/30 (1887), «η γυνή οικοδέσποινα τεχνίτις και επιστήμων», Α'/31 (1887), «Κυβέρνησις, Νομοσχέδια και γυναίκες», Α'/42 (1887),«αιΕλληνίδεςεν τοις Ταχυδρομείοις και Τηλεγράφοις», Β'/69 (1888) και «Φλωρεντία Φουντουκλή, φοιτήτρια της Μαθηματικής Σχολής», ΣΤ'/278 (1892). 3. Καλλιρρόη Παρρέν, «και ημείς περίτηςεκπαιδεύσεωςτουφύλου μας», ΕφημερίςτωνΚυριών Γ'/150 (1890). Αναφορές στα Νομοσχέδια του Θεοτόκη υπάρχουν επίσης στα άρθρα της Παρρέν στην Εφημερίδα των Κυριών: «ο κ. Θεοτόκης και αι γυναίκες», Γ'/144 (1889), «το περί εκπαιδεύσεως των θηλέων Νομοσχέδιον», Γ'/144 (1889), «Μελέτη επί του Νομοσχεδίουτηςτων θηλέων Μέσης Εκπαιδεύσεως», Γ'/145 (1889) και «Τί την θέλουσιν αι γυναίκες την Αρχαίαν Ελληνικήν», Γ'/150 (1890). Σχετικά με τις απόψεις της Παρρέν για τα νομοσχέδια και για τις αντιδράσεις που αυτά προκάλεσαν γενικότερα, βλ. Σ. Ζιώγου-Καραστεργίου, ό.π., σ. 295-298.
τίον την θέλομεν να ράπτη, να πλέκη, να μαγειρεύη, να σιδηρόνη, τέλος να εξασκήται και ποικίλλη τον βίον της δι' όλων αυτών των ενασχολήσεων.ναμηθεωρή όμως ως μόνον και φυσικόν πρ σμόν της τας ενασχολήσεις ταύτας. να μη διατάττη την υπηρέτριαν να ποτίση τα άνθη, ίνα μη διακόψη το ράψιμόν της». Φτάνει ακόμη να κακοτυχίζει τις κόρες των αστών: « Ε κ του παραθύρου, παρ' ο καθήμεναι εργάζονται, βλέπουσι με περιφρονητικόναλλάκαιζηλότυπον βλέμμα ανά πάσαν πρωΐαν την κόρην του εργάτου, τρέχουσαν ελευθέραν εις το έργον, δρώσαν,εργαζομένην,ενώαυταί καρφωμέναι επί της έδρας των —διότι η κοινωνική θέσις των επιβάλλει αυταίς τούτο— αισθάνονται το σώμα των αποχαυνούμενον, την καρδίαν των συσφιγκομένην υπό του εφιάλτου της ανίας, του ζωντανού τούτου θανάτου, του σκοτεινού τούτου χάους εν ω συχνότατα η ψυχή ασφυκτιά η διαφθείρεται»1. τικές συνέπειες της υπερβολικής προσήλωσης στα εργόχειρα και προτείνει, έστω μισοαστεία, το ράψιμο στους άνδρες ως «μέσον [...] του ανακουφίζειν τους Οφθαλμούς των γυναικών»2. Αντίθετα η Άννα Σερουίου, εκδότρια του περιοδικού Οικογένεια, δεν ανησυχούσε για τις συνέπειες της υπερβολικής προσήλωσης των μαθητριών στις «γυναικείες τέχνες», εφόσον πίστευε ότι δ κύριος σκοπός της γυναικείας εκπαίδευσης ήταν να καλλιεργεί γνώσεις και αρετές που άρμοζαν στην αποστολή της Ελληνίδας μητέρας, συζύγου και οικοδέσποινας και να απομακρύνει τον κίνδυνο της εξόδου των γυναικών από τον οίκο3.
1. Καλλιρρόη Παρρέν, «αι νεάνιδες ανιώσιν εν ταις επαρχίαις», Εφημερίς των Κυριών Γ'/114 (1889). 2. Μάρθα Ζημνοπούλου, «οι κίνδυνοι της διά της βελόνης εργασίας», ΕφημερίςτωνΚυριών ο'/403 (1895). 3. για τις απόψεις της Σερουίου σχετικάμετηνεκπαίδευσηκαιτον προορισμό των γυναικών βλ. ενδεικτικά τα άρθρα της στην Οικογένεια·. «η δράσις της γυναικός εν τω οίκω», Α'/2 (1897), σ. 9-10, Α'/3 (1897), σ. 17-18, «η δράσις της γυναικός εκτός του οίκου», Α'/4 (1897), σ. 25-20,
Προσπάθειες για την τυποποίηση της διδασκαλίας
άλλως μέρος της γυναικείας ανατροφής στο σπίτι, η διδασκαλία της όχι μόνο αποτέλεσε βασικό στοιχείο της σχολικής εκπαίδευσης, αλλά θεωρήθηκε σκόπιμο να ρυθμιστεί σύμφωνα με ορισμένους κανόνες που θα διασφάλιζαν το «σχολικό» χαρακτήρα της. των έθιξε πρώτος ο Ηλίας Χριστοφίδης, που ανησύχησε από την έλλειψη τάξης και ομοιομορφίας στον τρόπο που διδασκόταν το μάθημα: «[...] εις τα δημοτικά σχολεία των κορασιών προς το παρόν δεν φαίνεται κανένας τρόπος διδασκαλίας εισηγμένος ως προς τα χειροτεχνήματα, εις τα οποία αι μαθήτριαι εξοδεύωσι το ήμισυ του καιρού των, δηλ: τον μετά μεσημβρίαν εκάστης ημέρας εργασίμου, αι δε διδασκάλισαι μη έχουσαι περί τούτου κάμμίαν οδηγίαν γραπτήν διδάσκουσι κατά το δοκούν κατατάττουσαι τα μαθήματα και τας μαθήτριας»1. Οι προτάσεις του είναι λεπτομερέστατεςκαιαφορούντηνκατασκευή των καθισμάτων και των γραφείων των μαθητριών, τα υλικά και τα σακούλια που χρησιμοποιούν στο μάθημα, τα είδη των χειροτεχνημάτων που ενδείκνυνται και τον τρόπο της διδασκαλίας τους. Ο Χριστοφίδης προτείνει οκτώ «κλάσεις» ραψίματος, οκτώ πλεξίματος και οκτώ κεντημάτων. Ορισμένες από αυτές διαιρούνται σε επιμέρους τμήματα. Έτσι για το α' τμήμα της Α' κλάσεως της ραπτικής προβλέπει: «Αι μαθήτριαι καθήμεναι έμπροσθεν του διαμμείου γραφείου συνηθίζουν, ημέραν παρ' ημέραν, να στρυφόνουν η να τζακίζουν τας πλευράς αχρήστου χαρτιού έχοντος μήκος
Α'/5 (1897), σ. 33-35, «Ποία δέον να είνε η μόρφωσις των Ελληνίδων», Α'/6 (1897), σ. 41-42. 1. Ηλίας Χριστοφίδης, «Περί του τρόπου της διδασκαλίας των Χειροτεχνημάτων εις τα σχολεία των Κορασιών», ο Παιδαγωγός Α' (1839), σ. 221-222. για τις απόψεις του Χριστοφίδη για τη γυναικεία εκπαίδευση βλ. «Περί κορασιών ανατροφής», ο Παιδαγωγός Α' (1839), σ. 131-134.
0μ, 15 και πλάτος 0μ, 1, και τας ημέρας, κατά τας οποίας δεν γίνεται το έργον τούτο συνειθίζουν να γυμνάζουν την χείρά των αι μαθήτριαι επί τεμαχίων μικρών πανίων λευκών με χρωματισμένην κλωστήν εύκαιρα και άτακτα βελονίσματα κατ' αρχάς, και έπειτα απλήν ραφήν (Πατητήν, Σουλάλη)»1. Ανάλογες Οδηγίες δίνει για τις κλάσεις του πλεξίματος και των κεντημάτων. Ο Χριστοφίδης προσπάθησε να διασφαλίσει την τάξηκαιτην ομοιομορφίαστηδιδασκαλία των χειροτεχνημάτων εισάγοντας τη μέθοδο της αλληλοδιδακτικής2. Εισηγήθηκε λοιπόν ένα εξαιρετικά πολύπλοκο σύστημα σημάτων, σφυριγμάτων, χειρονομιών, χτύπων του κουδουνιού και προσταγμάτων, το οποίο θα ρύθμιζε την έργασία των «γενικών πρωτόσχολων», των «ερμηνευτριών» και των υπόλοιπων μαθητριών. για παράδειγμα, «διάνααρχισθήτ έργον» της ραπτικής έπρεπε να ακουστεί το πρόσταγμα: «Όλ' αι κλάσεις αρχίσατε !» Τότε «[α]ί μαθήτριαι όλων των κλάσεων λαμβάνουν τα ραψίματά των, και αρχινούν την εργασίαν μετά μεγάλης σιωπής»3. «Διά να καταβώσιν αι ερμηνεύτριαι του ραψίματος από τα θρανία» έπρεπε να ακουστεί: «Ερμηνεύτριαι ραψίματος!
1. Ηλ. Χριστοφίδης, «Περί του τρόπου της διδασκαλίας...», ό.π., σ. 228-229. 2. η αλληλοδιδακτική μέθοδος, που είχε αναγνωριστεί από το Σύνταγμα του 1823, καθιερώθηκε ως επίσημη μέθοδος διδασκαλίαςγιαόλατα σχολεία του κράτους το 1830. Σύμφωνα με τη μέθοδο αυτή, ο δάσκαλος μπορούσε να διδάσκει εκατοντάδες παιδιά με τη βοήθεια των πιο προχωρημένων μαθητών. την εποχήπουκαθιερώθηκε, έκτοςαπόοικονομική, η μέθοδος θεωρήθηκε ιδιαίτερα δημοκρατική. το πρώτο σχετικό εγχειρίδιο ήταν το Εγχειρίδιον διά τ' αλληλοδιδακτικά σχολεία η Οδηγός της αλληλοδιδακτικής μεθόδου,τουγάλλου καθηγητή Sarazin, που μετέφρασε ο Ι.Π. Κοκκώνης και εκδόθηκε στην Αίγινα το 1830. ο Οδηγός κυκλοφόρησε αναθεωρημένος. η αλληλοδιδακτική μέθοδος καταργήθηκε το 1880. Βλ. Αλ. Δημαράς, ό.π., τ.Α', σ. κδ'-κέ, λα', μβ', 92-102, 244 και παράρτημα Α', σ. 304 και Β. Παπαγεωργίου, «η αλληλοδιδακτική μέθοδος και η εισαγωγή της στην Ελλάδα», Επετηρίς Δημοτικής Εκπαιδεύσεως Α' (1932), σ. 286-291. 3. Ηλ. Χριστοφίδης, ό.π., σ. 275.
εν κτύπημα κώδωνος»1. για να πάρουν θέση οι μαθήτριεςγιατο κέντημα πάλι, το πρόσταγμα ήταν: «Εις κλάσεις κεντημάτων ! και εν κτύπημα κώδωνος». Τότε «[α]ί μαθήτριαι έχουσαι τας χείρας προς τα κάτω, βαδίζουσι κατά τάξιν, οδηγούμεναι υπό των ερμηνευτριών των αφίνουσι την γραμμήν καθ' όσον φθάνουσινειςτα θρανία της Ιδίας των κλάσεως (των κεντημάτων), όπου εμβαίνουν διά να συστήσωσι τας κλάσεις των κεντημάτων»2. εργοχείρων είχαν οι δασκάλες, στα δευτεροβάθμια σχολεία των κοριτσιών είχε επικρατήσει η συνήθεια να ανατίθεται το μάθημα στις επιμελήτριες. Αυτές ήταν υπάλληλοιεπιφορτισμένεςμετη γενική φροντίδα και επίβλεψη των μαθητριών, που έπαιρναν χαμηλότερο μισθό από τις δασκάλες και ήταν συχνά ξένες. στις 16 Φεβρουαρίου του 1877 όμως, ο υπουργός Παιδείας Γ. Μίλησης απαγόρευσε το διορισμό επιμελητριών και με την ίδια εγκύκλιο όρισε ότι τα χειροτεχνήματα και τη ραπτική έπρεπε να διδάσκουν πτυχιούχες δημοδιδασκάλισσες3. κό πτυχίο για τις δασκάλες εργοχείρων, με το διάταγμα «περί προσόντων των διδασκαλισσών των εργοχείρων»: «Προς απόκτησιν τούτου απαιτείται ένθεν μεν πτυχίον διδασκαλίσσης η τουλάχιστον ενδεικτικόν ανωτέρας τάξεως του παρθεναγωγείου [...] ένθεν δε εξέτασις θεωρητική και πρακτικήενώπιονεξεταστικής επιτροπής αποτελουμένης από τον Γενικόν επιθεωρητήν των Δημοτικών Σχολείων, από την διευθύντριαντουΑρσακείου,απότον διευθυντήν ενός των ανωτέρων παρθεναγωγείωντωνΑθηνώνκαι
1. στο «5(0, σ. 281. 2. στο ίδιο, σ. 283. 3. Βλ. «Περί διορισμού επιμελητριών εν τοις δημοτικοίς σχολείοις των κορασιών υπό των δημάρχων ότι παράνομος», εγκύκλιος του υπουργού Γ. Μίληση, 16 Φεβρουαρίου 1877, στο Γ. Βενθύλος, ό.π., τ. Α', σ. 205-206 και «Περί προσόντων των διδασκαλισσών των εργοχείρων», Β.Δ. 13 Μαρτίου
1886.
απότηνδιδασκάλισσαν των χειροτεχνημάτων του Αρσακείου Οι υποψήφιες έπρεπε να προσέρχονται στις εξετάσεις με διάφορα κατάτι άτελείωτα εργόχειρα για να τα αποτελειώνουν μπροστά στην επιτροπή. Οι πτυχιούχες μπορούσαν να διδάξουν στο δημ κό η στο ανώτερο παρθεναγωγείο1. ο θεσμός των διδασκαλισσών τωνεργοχείρωνδημιούργησε μια νέα γυναικεία ειδικότητα2 πο απαιτούσε τυπικά προσόντα. Κάποια τυποποίηση στη διδασκαλία του μαθήματοςσταανώτερα παρθεναγωγεία επιδίωκε ασφαλώς και ο υπουργός Κ. Λομβάρδος, που στις 23 Νοεμβρίου του 1882 συμπεριέλαβε ένα εγχειρίδιο εργοχείρων στα 60 διδακτικά βιβλία για τη σύνταξη των οποίων προκήρυξε διαγωνισμό: «Εγχειρίδιον περί γυναικείων εργοχείρων μετά σχημάτων, περιέχον τα της ραπτικής, κοπτικής, πλεκτικής, κεντητικής και προωρισμένον διά τας μαθήτριας των ανωτέρων τάξεων των ανωτέρων παρθεναγωγείων. ο όγκος βιβλίου δεν πρέπει να υπερβαίνη τα δέκα τυπογραφικά φύλλα»3. μετά 40 σχημάτων, του Ξενοφώντος Δ. Ζύγουρα, που κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά, είναι το πρώτο εγχειρίδιο του είδουςπουεκδόθηκε στην Ελλάδα 4 . Ο Ζύγουρας αφήνει να εννοηθεί ότιδενυπήρχε
Ό σ ο ξέρουμε, η Ραπτική, κοπτική, πλεκτική και ποικιλτική
1. Γ. Βενθύλος, ό.π., τ. Β', μέρος Γ', σ. 82-84. 2. Βλ. Σ. Ζιώγου-Καραστεργίου, ό.π., σ. 179-180. 3. Στέφανος Παρίσης, Ανωτέρα και Μέση εκπαίδευσις, ήτοι Συλλογή των διεπόντων την Ανωτέραν και Μέση ν ' Εκπαίδευσιν Νόμων, Β. Διαταγμάτων και Εγκυκλίων του επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Παιδεύσεως Υπουργείου από του 1833-1884, εν Αθήναις 1884, σ. 447. 4. Βλ. Ξενοφών Δ. Ζύγουρας, η ραπτική, κοπτική, πλεκτική και ποικιλτική μετά 40 σχημάτων, προς χρήσιντωνΠαρθεναγωγείων καιτωνΔημοτικών Σχολώντωνκορασιών, εν Αθήναις 1882. ο Ζύγουρας κατακρίνει τον υπουργό γιατί προκήρυξε διαγωνισμό για τη σύνταξη εγχειριδίου εργοχείρων καιόχιοικιακής οικονομίας,αλλάδεναναφέρει αν ο ίδιος υπέβαλε τη Ραπτική, κοπτική... στο διαγωνισμό αυτόν. Βλ. Ξ. Δ. Ζύγουρας,ΟικιακήΟικονομία, εν Αθήναις 1887, Βιβλιοθήκη του Ελληνικού Λαού εκδιδομένη κατά μήνα υπό Ξενοφώντος Δ. Ζύγουρα, καθηγητού, τ. 12ος, σ. ι έ .
6. Οδηγίες ραπτικής και ποικιλτικής
χε αντίστοιχο βιβλίο. Αναφέρει μόνο το «προ εικοσαετίας εκδοθέν περιοδικόν του συρμού η 'Πηνελόπη [που όμως] δεν παρείχεν εις τας οικοδέσποινας πρακτικήν ωφέλειαν», καθώς και «έτερον νεωστί εν Σμύρνη εκδοθέν σύγγραμμα», που θεωρεί ακατάλληλο
τη και τη
ο του
της
χιστα. Έζησε στην Κωνσταντινούπολη και δίδαξε στην Εμπορική Σχολή της Χάλκης. Το 1881, αφού είχε έρθει στην Αθήνα, έγινε μέλος της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας. Στη Γενική Συνέλευση των μελών της Εταιρείας στις 6.3Α883 εκδήλωσε τη δυσαρέσκεια του γιατί δεν υπήρχε κονδύλιο για διδασκαλία της οικιακής οικονομίας, και εξήγησε τηνανάγκητουμαθήματος. η συνέλευση συνέστησε στο συμβούλιο να φροντίσει για τη βελτίωση τη συμπλήρωση της οικιακής οικονομίας. ο Ζύγουρας ανέλαβε ο ίδιος διδασκαλία του μαθήματος το 1884 (Πρακτικά της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρίας τον έτους 1881, εν Αθήναις 1882, σ. 6, Πρακτικά... 1882-83, ό.π., σ. 36, Πρακτικά... 1884, ό.π., σ. 14). Παράλληλα δίδασκε τα εμπορικά μαθήματα σε διάφορα εκπαιδευτήρια των Αθηνών. στην Κωνσταντινούπολη Ζύγουρας εξέδωσε το Γενικόν επιστολάριον θεωρητικόν και πρακτικόν (1875) και το Περί γενικής βιομηχανίας (1877). στην Αθήνα εξέδωσε την «Εμπορική βιβλιοθήκη», που περιλάμβανε τα έργα του ο πρακτικός βίος εμπόρου, Εμπορική επιστολογραφία, Ιστορία του καθόλου εμπορίου, Στοιχεία πλουτολογίας, Εμπορική Λογιστική και Η καταστιχογραφία χωριστά. Εξέδωσε επίσης τη «Βιβλιοθήκη του Ελληνικού Λαού». ο πρώτος τόμος της (1888) περιέχει τα μηνιαία τεύχη : Περί αγωγής και παιδείας, το βιβλίον τον ανδρός, Πώς γίνονται τα χρήματα, η υγιεινή του σώματος και ψυχής, το βιβλίον της γυναικός, η πρακτική σοφία, Βίος Πολυβίου κ.ά., και ο δεύτερος (1889) τα τεύχη: Φίλιππος και Ολυμπιάς, οι Ζάππαι και το Ζάππειον, η προαγωγή, η τελειότης του χριστιανού δια της μετανοίας Κ.&. ο Ζύγουρας εξέδωσε ακόμα τη «Βιβλιοθήκη του γυναικείου φύλου» με τους τόμους: Ελληνική Οικιακή Οικονομία, Εγχειρίδιον της οικιακής οικονομίας εγκεκριμένης μετά πρακτικού οδηγού και ο πρακτικός οδηγός της οικοδεσποίνης — βιβλία που δεν καταφέραμε να εντοπίσουμε, χές του βασικού του έργου για την οικιακή οικονομία, Ελληνική Οικιακή Οικονομία. Θεωρητική και πρακτική,ενΚωνσταντινουπόλει 1875. στην ίδια σειρά εξέδωσε ακόμα τη Ραπτική, κοπτική, πλεκτική και ποικιλτική μετά 40 σχημάτων, το Εγχειρίδιον της γεωργικής, το Σύντομον επιστολάριον το ΠλήρεςδιδακτικόνεπιστολάριοντουΘεμ. Ξ. Ζύγουρα.Ακόμηέγραψε
και
για μαθήτριες και «κατ' οίκονεργαζομέναςραπτρίας», γιατί ά μόνο το ράψιμο ανδρικών ρούχων1. Στον πρόλογο ο Ζύγουρας διευκρινίζει ότι, παρόλο που φέρεται ως συγγραφέας του βιβλίου, αυτός απλώς επεξεργάστηκε ένα κείμενο που έγραψε «κυρία [...] ήτις εκ μετριοφροσύνης απήτησε ναμηδημοσιευθή το όνομα αυτής». στη συνέχεια εξηγεί ότι η σ βολή του στο βιβλίο, που «βεβαίως παρά γυναικός έπρεπενασυνταχθή και ερμηνευθή», ήταν οπωσδήποτε αναγκαία, μια και η έκδοση «εχρειάζετο πολυγλώσσου και πεπειραμένου εις την διδασκαλίαν συνεργάτου διά να συλλέξη ό,τι καλόν και χρήσιμον υπάρχει ειςτηνΓαλλικήν, Αγγλικήν και Ιταλικήν, να το κατατάξη μεθ δικώς και να το εκθέση σαφώς, συντόμως και ακριβώς» 2 .
Σχετική έκθεση που υπέβαλε στο Υπουργείο των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως επταμελήςεπιτροπήμε πρόεδρο τον Ι. Αργυριάδη στις 21 Μαΐου 1884 επισημαίνει ότι τοεγχειρίδιοτουΖύγουρα υπερβαίνει τα 10 τυπογραφικά φύλλ που είχε προβλέψει η προκήρυξη, δίνει υπερβολική έμφαση σ νικές γνώσεις σχετικά με το δεκαδικό μετρικό σύστημα, την ιχνογραφία, τις υφαντικές ύλες και τα σύνεργα της ραπτικής σε βάρος των τεχνικών γνώσεων, παραθέτει υπερβολικά πολλούς γαλλι όρους, και είναιασαφέςωςπρος τις πρακτικέςοδηγίεςγιατηνεκτέλεση των εργασιών. επίσης ειρωνεύεται το συγγραφέαπου,ενώ υπογράφει«τοέργοναγνώστουΚυρίας», το αποκαλεί έπειτα «α θοδον, ασαφές και ανακριβές», και διερωτάται: «Πώς [...]νατολμήσωσί ποτε αι τάλαιναι γυναίκες, να λάβωσι διά σπουδαιότερα αντικείμενατονσυγγραφικόν κάλαμον ανά χείρας, αφού ουδ' ά σα η ραπτική σοφία είναι ικανή να διατηρήση την αξίαν αυτής, άνευ
ψε τη Μεγάλη επιστολογραφία (χ.τ. χ.χ.), τη Μεθοδική επιστολογραφία (Αθήναι 1895) και την Εμπορική και βιομηχανική Νομοθεσία (Αθήναι 1904), καθώς και διηγήματα. Τέλος, μετέφρασε την Ιστορία της Ελληνικής ΕπαναστάσεωςτουPouqueville, τ. Α'-Δ', Αθήναι 1890-91. 1. Βλ. Ξ.Δ. Ζύγουρας, η ραπτική, κοπτική..., ό.π., σ. γ'-δ'. 2. στο ίδιο, σ. α'-β'.
συνεργασίας ανδρός πολυγλώσσου και έμπειρου περί την διδασκαλίαν» 1 . Η έκθεση καταλήγει ότι, επειδή το εγχειρίδιο του Ζύγουρα, «[...] ου μόνον πλημμελές και ελλιπές είναι, αλλά και ακατάλληλον προς μεθοδικήν και εύληπτον διδασκαλίαν,καιεπομένωςασύμφωνον προς το του Νόμου ζητούμενον, δεν κρίνεται άξιον έγκρίσεως»2.
Οι γυναικείες τέχνες δεν είναι ακίνδυνες: ο φόβος της πολυτέλειαςκαιτηςξενομανίας
Περισσότερο από την προσήλωση στην αρχή της ομοιομορφίας, η ανάγκη να ρυθμιστεί το πόσα και ποιά εργόχειρα θα έκαναν οι μαθήτριες, πώς και με ποιό σκοπό, προέκυπτε από το φόβο ότι η τόσο «γυναικεία» αυτή δραστηριότητα περιέκλειε κινδύνους. Α ν η σχολική διδασκαλίαακολουθούσεμία «λανθασμένη» κατεύθυνση, θα μπορούσε να ξυπνήσει στις μαθήτριες την τάση για πολυτέλεια και επίδειξη. ειδικά των εργοχείρων να είναι «απηλλαγμένη [...] παντός περιττου», ώστε να προάγει την απλότητα. στα «αναγκαιότερα» μαθήματα του δημοτικού συμπεριλάμβανε την «ραπτικήν γυναικείων ιματίων και τίνων ανδρικών, σιδήρωμα και τακτικήν πτύξιν και τοποθέτησιν των ιματίων»3. Ο Γ.Γ. Παππαδόπουλος πάλι δυσανασχετούσε με την κακογουστιά, σύμπτωμα της «ξενοζηλίας». «και αυτά δε τα λεγόμενα εργόχειρα και προ πάντωνταποικίλματα ων πολλάκις κακόζηλα σχέδια εισάγονται, ου μόνον του σκοπού
1. Εκθέσεις των κριτών των διδακτικών βιβλίων της Μέσης και Κατωτέρας Εκπαιδεύσεως, εν Αθήναις 1884, σ. 11. 2. στο ίδιο, σ. 15. 3. Δ.Σ. Στρούμπος, το μέλλον, η περίανατροφήςκαι παιδεύσεως, εν Αθήναις 1854, σ. 31-33.
αποτυγχάνουσιν,αλλ'είναι νέα αφορμή ματαίας αναλώσεως χρόνου και επιδεικτικής πολυτελείας»1. γιαεπίδειξη,αντίναασκούνταισταχρήσιμα και τα αναγκαία, κατήγγειλαν και επιθεωρητές της δημοτικής εκπαίδευσης. Όταν το 1883 ο Νικόλαος Πολίτης επιθεώρησε τα σχολείατηςεπαρχίας Βόλου, διαπίστωσε ότι οι δασκάλες εφάρμοζαν τη μέθοδο της διδασκαλίας σύμφωνα με την όποια είχαν εκπαιδευτεί oι ίδιες στο Αρσάκειο,καισυνέχιζαν ταυτόχρονα την παράδοση των «πολυτελών» εργοχείρων: «[...] ουδαμώς εξεπλησσόμην βλέπων κοράσια [...] επαναλαμβάνοντα επί λέξει το κείμενον εγχειριδίου τινός οικιακής οικονομίας ερωτώμενα πώς γίνεται η μπουγάδα η πώς ράπτεται η απανωβελονιά. Αλλά και ούτως η οικιακή οικονομία ενολιγίστοιςσχολείοις διδάσκεται εν πάσι δε κατά κανόνα διδάσκονται εκείνα μόνον τα εργόχειρα, άπερ εις επίδειξιν μόνον εισί κατάλληλα, παραμελουμένων των αναγκαιοτάτων και χρησιμωτάτων πανταχού είδον εκτεθειμένα κεντήματα πολυειδή, ουδαμού δε έργα ραπτικής ήτις περιφρονείται ίσως ως χειρονακτική μάλλον τέχνη» 2 . και ο επιθεωρητής Ι. Φ. Κοφινιώτης παρατηρούσε ότι στηνεπαρχίαΜεγαλοπόλεως: «Δυστυχώς [...] επικρατεί η τάσις προς άσκησιν χειροτεχνημάτων μάλλον ματαίων η επωφελών και επιδεικτικών μάλλον η χρησίμων. Κάλλιστον θα ήτο αν απηγορεύετο αυστηρότατα η εν τοις δημοτικοίς σχολείοις εκδηλουμένη φροντίς προς εκμάθησιν χειροτεχνημάτων ματαίαν επίδειξιν επιζητούντων»3. ΑλλάκαιοΖύγουρας ξεκαθάρισε τη θέση του, ώστε να μην
1. Γ.Γ. Παππαδόπουλος, ό.π., σ. 110. 2. Νικόλαος Γ. Πολίτης, «Έκθεσις επιθεωρήσεως των δημοτικών σχολείων της Επαρχίας Βώλου», Εκθέσεις των κατάτο1883 προς επιθεώρησιν των Δημοτικών Σχολείων αποσταλέντων εκτάκτων επιθεωρητών, Αθήναι 1885, σ. 75. 3. Ι.Φ. Κοφινιώτης, «Έκθεσις επιθεωρήσεως των δημοτικών σχολείων τηςΕπαρχίαςΜεγαλουπόλεως», στο ίδιο, σ. 118.
παρεξηγηθεί ως προαγωγός τάσεων που καταδίκαζε: «[...] ούτε του συγγράμματος ούτε ημών σκοπός είναιναεμψυχώσωμεντην έπικρατούσαν εις τας κοινωνικάς τάξεις πολυτέλειαν,ουδέναεπαυξήσωμεν την ματαιοδοξίαν και φιλαρέσκειαν του γυναικείου φύλου, αλλάναδιδάξωμεν και να μορφώσωμεν τας Ελληνίδας οικοδέσποινας εις τα κυρίως οικιακά της γυναικός έργα προς ανακούφισιν εαυτής και των μελών της οικογενείας»1. για το συγγραφέα το κύριο όφελος της απασχόλησης των γυναικών με τα εργόχειρα είναι η εξοικονόμηση του οικογενειακού χρήματος. Ο Ζύγουρας εκτιμάειτηραπτική εξαιτίας της οικονομικής της σημασίας. Αντίθετα διατηρεί επιφυλάξεις για την ποικιλτική: «[...] τα παραγόμενα εξ αυτής ουδεμίαν πραγματικήν ανάγκην του ανθρώπου ικανοποιούσιν πλήν της καλαισθησίας»2. κή..., και με το οποίο θα ασχοληθούμε διεξοδικά στο επόμενο κεφάλαιο, ο Ζύγουρας φέρνει τα εργόχειρα ως παράδειγμα άγονης εργασίας. «Άγονος δε εργασία λέγεται εκείνη ήτις ουδεμίαν η ελαχίστην μάς παρέχει ωφέλειαν η κέρδος εις την οικονομίαν. Π.χ. τα πολυδάπανα διά την εργασίαν των χρυσοκέντητα περιττά προσκεφάλαια, των οποίων ουδεμίαν χρήσιν δυνάμεθα να ποιήσωμεν, έκτος μόνον της επιδείξεως και του ανουσίου στολισμού, τον οποίον παρέχουσιν εκτεθέμενα εις τας αιθούσας της υποδοχής η αλλαχόθι. τα ποικιλανθή και τα ποικιλοεργά φορέματα των νηπίων και παίδων, άτινα και αν υποθέσωμεν ότι παρέχουσι στολισμόν, εις το σώμα των παίδων αποβαίνει περιττός, αηδής και άχαρις, διότι πρώτοι οι φορούντες αυτά τα περιφρονούσι»3. δοθεί έμφαση στα «χρήσιμα»εργόχειραεπισήμανανκαιοιυπεύθυνοι
1. Ξ.Δ. Ζύγουρας, η ραπτική, κοπτική..., ό.π., σ. γ'. 2. Στο ίδιο, σ. 163. 3. Ξενοφών Δ. Ζύγουρας, Ελληνική Οικιακή Οικονομία. Θεωρητική και πρακτική, συνταχθείσα προς χρήσιν των απανταχού ελληνικών Παρθεναγωγείων, εν Κωνσταντινουπόλει 1875, σ. 98.
θυνοι του Αρσακείου. το 1843, σε συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας, διατυπώθηκε η άποψη ότι το κέρδος από την εκμάθηση των γυναικείων τεχνών για τις μαθήτριες είναι «η αποκτωμένη έξις ειςτηνεργασίανκαιτη οικονομίαντηνοικιακήνήτις είναι η βάσις της των οικιών εύδα μονίας»1. Μερικά χρόνια αργότερα διαπιστώθηκε με Ικανοποίηση το κέρδος από τη διδασκαλία των «χρήσιμων» και «αναγκαίων» έργων: «και πρώτον μεν ευχαρίστως παρετηρήσαμεν ότι ουχί μόνον έργα τελειότερα παρ' άλλοτε κατεσκευάσθησαν, αλλά προσέτι ότιαιμαθήτριαι του Αρσακείου εδιδάχθησαν Ιδίως εργόχειρααναγκαίακαι χρήσιμα εις πάσαν καλήν οικοδέσποιναν, μη ενασχοληθείσαι αποκλειστικώς εις έργα φαντασίας, καλλωπισμού και επιδείξεως, άτινα συνήθως την ματαιότητα και την κουφότητα της κοινωνίας έμφαίνουσιν»2. Η συνήθεια του Αρσακείου και άλλων παρθεναγωγείων να διαθέτουν έργα των μαθητριών για φιλανθρωπικούς σκο αποτελούσε ίσως μία έμμεση καθησυχαστική απάντηση των λείων αυτών στις κατηγορίες ότι υποθάλπουν αρνητικές τάσεις3. Τέτοιες κατηγορίες διατύπωνε συχνά η Παρρέν από τις στήλες της Εφημερίδος των Κυριών: « Η κόρη σας λέγουσι, δεν ευκα Απαιτούνται δύο ώραι της ημέρας διά γαλλικόν μάθημα, 2-3
1. «Συνέλευσις της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρίας γενομένη την 9 Ιανουαρίου 1844», Πρακτικά των ΣυνεδριάσεωντουΔιοικητικού Συμβουλίου και των Συνελεύσεων της εν Αθήναις Φιλεκπαιδευτικής Εταιρίας, εν Αθήναις 1843 (sic), σ. 32-33. 2. «Έκθεσις των εν τω Αρσακείω Παρθεναγωγεία της Φιλεκπαιδευτικής εταιρίας ενιαυσίωνεξετάσεωνυπό του Εισηγητού της επί των σχολείων Επιτροπής Λ. Μελά», Πρακτικά της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρίας από 24 Δεκεμβρίου 1861 μέχρι 25 Μαρτίου 1863, εν Αθήναις 1863, σ. 66. 3. για παράδειγμα, το 1867 οι μαθήτριες του Αρσακείου δώρισαν «τριακόσια διάφορα έργα χρήσιμα εις ανανέωσιν των ενδυμάτων του πολιτικού νοσοκομείου». Βλ. Στέφανος Κ. Γαλάτης, Ιστορία της εν Αθήναις Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας από της ιδρύσεως μέχρι του 1936, Αθήναι 1957 (δακτυλογραφημένο), τ. Β', σ. 15 και Αικ. Βαρουξάκη, ό.π., σ. 113-114.
ώραι διά κλειδοκύμβαλλον, 2 διά περίπατον, δύο δι' άλλην τινά ξένην γλώσσαν και 2 διά φωνητικήν μουσικήν [...]. και η μήτηρ καμαρόνει και εναβρύνεται αριθμούσα την ημερησίαν ταύτην κατάταξιν του χρόνου της θυγατρός της, ήτις την επαύριον του γάμου αγνοεί τίνι τρόπω εμβαλόνονται αι περικνημίδες του συζύγου η προστίθενται κομβία εις τα υποκάμισα αυτού»1. Η Παρρέν κατέκρινε επίσης την τάση των μεγάλων παρθεναγωγείων να φορτώνουν τις μαθήτριες με «διακοσμητικά» μαθήματα. Μαζί με την προτίμηση στο χορό αντί στη γυμναστική, στις σερενάτες αντί στις ασκήσεις πιάνου, στις θαλασσογραφίες αντί στο σχέδιο, έβρισκε πρωθύστερη την προτεραιότητα στα τραπεζομάντιλα αντίσταεσώρουχα,καιτηθεωρούσε ένδειξη του προσανατολισμού των παρθεναγωγείων στην επίδειξη παρά στην εκπαίδευση2. Αντίθετα εκφράστηκε θετικά για το Παρθεναγωγείο Σ. Δημοπούλου, πουδενπαρέλειπε την άσκηση στα οικιακά έργα: «Εθίζονται δε [εκεί τα κορίτσια] να ικανοποιώσι μόνα των τας μικράς αυτών ανάγκας, να εμβαλόνωσι τα τυχόν ξεσχισθέντα ενδύματά των, να εξοικειώνται εν γένει εις τα οικιακά έργα, χωρίς τούτο να τα εμποδίζη να ομιλώσι πάντοτε κατά τας ώρας των διαλειμμάτων την Γαλλικήν, να διδάσκωνται την γερμανικήν, άριστα την μουσικήν και ζωγραφικήν και να μανθάνωσι την γλώσσαν διά μεθόδου πρακτικωτάτης» 3 .
Αμαλίειο Ορφανοτροφείο, γιατί θα συνέβαλλε στην προετοιμασία των κοριτσιών «διά βίον εργατικόν, αντί του τέως άσκοπου και επιδεικτικού»: «Άριστος οιωνός της επί τα βελτίω ται να θεωρηθή η παύσις των εν τω Αμαλιείω τέως εργαζομένων
1. Καλλιρρόη Παρρέν, «αι προίκες του αιώνος μας», Εφημερίς των Κυριών Β'/53 (1888), σ. 4-5. 2. Βλ. Καλλιρρόη Παρρέν, «τα θύματα της εποχής», έ συνέχεια, Εφημερίς των Κυριών Η'/359 (1894), σ. 1-2. 3. Καλλιρρόη Παρρέν, «Παρθεναγωγεϊον Σοφίας Δημοπούλου», Εφημερίς των Κυριών Γ'/121 (1889), σ. 7.
πολυπληθών πλυντριών και η εις τας μαθήτριας ανάθεσις της εργασίας ταύτης» 1 .
το γυναικείο περιοδικό Οικογένεια, που εξέδιδε και διηύθυ Άννα Σερουίου. Κύριο άρθρο του επισήμαινε χαρακτηριστικά ότι οι γυναίκες «της πρώτης τάξεως της κοινωνίας, [...] δύνανται πρέπει ίσως, να εξέρχωνται του διαγεγραμμένου κύκλου,καιως προς την αμφίεσιν και τας δαπάνας και την πολυτέλειαν»2. Πρότεινε σε όλες τις γυναίκες ενιαία κοπή φορεμάτων που θα ελευθέρωνε το σώμα από την τυραννία του στηθόδεσμου,αλλάκαιθα συνέβαλλε στην εξοικονόμηση χρημάτων και στην πάταξη της πολυτέλειας και θα τόνωνε το εμπόριο και τη βιοτεχνία, αυξάνοντας τη ζήτηση του υφάσματος3.
Αλλάκαιάνδρας αρθρογράφος, από αυτούς που φιλοξενούσε συχνά η Οικογένεια, επικαλείται την απελευθέρωση από το συρμό, γιαναγελοιοποιήσει έπειτα την εμφάνιση και τα γούστα των γυ κών: «Κουρέλια επί κουρελιών, κορδελίτσες, δαντελλίτσες, άλλο φεύγει απ' εδώ, άλλο απ' εκεί, εσωφόρια δήθεν μεταξωτά με δαντέλλα, ψευδείς, τετριμμέναι που και που, κορδελίτσες διαφόρων χρωμάτων διαπερνούν τας δαντέλλας, πράγματα ξιππασμένα, μηδεμίαν έχοντα αξίαν, ούτε διάρκειαν. αν δεν λυπήσθε η μας τους άνδρας εις ους φέρετε τον κόρον και την αθυμίαν, λυπηθείτε τον έαυτό σας»4. Ωστόσοηδιαχωριστική γραμμή μεταξύ της θεμιτής φιλοκαλίας και της επιβλαβούς πολυτέλειας είναι πολλές φορές αδιόρατη και πάντα αυθαίρετη. Έτσι η τοποθέτηση της Παρρέν στο ζ
1. Καλλιρρόη Παρρέν, «αι μεταρρυθμίσεις εν τω Αμαλιείω ορφανοτροφείω», Εφημερίς των Κυριών Γ'/152 (1890), σ. 6. 2. «Σκέψεις περί της γυναικείας ενδυμασίας», Οικογένεια Β'/15 (1898), σ. 113. 3. Στο ίδιο, σ. 114. 4. «Επιστολαί προς την γράφουσαν Ελληνίδα», Οικογένεια Α'/13 (1897), σ. 99. το άρθρο είναι σε πολλές συνέχειες.
μα της πολυτέλειας δεν εμπόδιζε τη δημοσίευση ύλης σχετικής μετημόδα στην Εφημερίδα των Κυριών, ούτε τη συμβουλευτική αλληλογραφία που ανταποκρινόταν στην ανάγκη των αναγνωστριών να κατατοπίζονται όχι μόνο σε ζητήματα συρμού των ενδυμάτων, αλλά και στις πολύπλοκες απαιτήσεις ενός savoir faire που δεν προήγε την απλότητα ούτε καταπολεμούσε την επιδειξιομανία. Αυτού του είδους η ύλη κατείχε κεντρικότερη θέση στο ετήσιο Ημερολόγιον της Εφημερίδος των Κυριών παρά στην ίδια τηςΕφημερίδοςτωνΚυριών που διηύθυνε η Αθηνά Σιγανού, περιείχε οδηγίες κατασκευής ενδυμάτων και χειροτεχνημάτων εφά« [ Η ] κατάργησις της άσκοπου πολυτελείας και η απλοποίησις της ενδυμασίας» ήταν ένα από τα Ιδεώδη του Συλλόγου των Κυριών Εργάνη Αθηνά, που ιδρύθηκε στο Αγρίνιο το 1896 με σκοπό να προωθήσει τις γυναικείες τέχνες και να διαπαιδαγωγήσει την Ελληνίδα μέσω της θρησκείας, της φιλανθρωπίας και της φιλοπατρίας2. στην πρώτη έκθεση γυναικείων έργων που επρόκειτο να γίνει στο Αγρίνιο. Η πρόσκληση διευκρίνιζε: «το αποσταλησόμενον αντικείμενον να μην είνε είδος πολυτελείας και άσκοπου δαπάνης»3.
μιλλων με εκείνα που παρουσίαζε η Φιλόκαλος Πηνελόπη1. τηνΕφημερίδα.Ό σ ο για την Οικιακή Εφημερίδα, παράρτημα
την την
1. η ανακολουθία αυτή ίσως απορρέειαπότηνανάγκηναανταποκριθούν τα έντυπα στις προτιμήσεις του κοινού για ευρωπαϊκές μόδες. Ανάλογη στάση επισημαίνει ο Κ.Θ. Δημαράς στην Πανδώρα, τον Παρθενώνα και Εφημερίδα των Φιλομαθών, που προσπάθησαν επίσης να συγκεράσουν προβολή ελληνικών έργων και πραγμάτων με την προτίμηση για ξένα αναγνώσματα. Βλ. Κ.Θ. Δημαράς, Ελληνικός Ρωμαντ σ. 354. 2. Αγγέλικα Ψαρρά, «Γυναικεία περιοδικά του 19ου αιώνα», Σκούπα 2 (1979), σ. 13. 3. «ο εν Αγρινίω Σύλλογος Εργάνη Αθηνά», Οικογένεια Α'/3 (1897) σ. 20.
Λίγο αργότερα η Σερουίου χαιρέτιζε το Αγρίνιο: «το Αγρίνιον κατέστη του λοιπού προσφιλής πόλις τω γυναικείω ιδία κόσμω, γενόμενον η αφετηρία της υγιούς των γυναικών δράσεως, της μελλούσης να επιφέρη αντιπερισπασμόν προς τας νεοεισαχθείσας εν τη πατρίδι μας Ιδέας της χειραφεσίας, και ισορροπίαν τινά μεταξύ των γελοίων αξιώσεων του κοινωνικού βίου ως νυν ούτος παρουσιάζεται, και των αγνών και εδραίων τοιούτων του οικογενειακού, ως αρμόζει εις τας παραδόσεις, τον χαρακτήρα και τα πάτρια ήθη μας»1. Η ενασχόληση με τα εργόχειρα σηματοδοτεί την ταύτιση των γυναικών με τον οίκο και τον αποκλεισμό από τον «κοινωνικό» βίο. τα έργα των γυναικών όμως μπορούν να ταξιδέψουνκαινα εκτεθούν δημόσια, παρέχοντας στις δημιουργούς τους μια μικρή διέξοδο από την «υγιή» αφάνεια του οίκου. Ο θαυμασμός που προκάλεσαν τα εκθέματα του Αγρινίου αντάμειψε τις οργανώτριες με τιμή και υπερηφάνεια. για την ποιότητα και την «απλότητα» των εργοχείρων ας δούμε την περιγραφήτηςαντίδρασηςτου ίδιου του βασιλιά, που λάμπρυνε την εκδήλωση με την παρουσία του: «Αλλά και ο Βασιλεύς θαυμάσας κροκκωτήν χρυσοΰφαντον αραχνοϋφή εσάρπαν της κ. Παπούλια μόνος απέσειρεν εκ της ακτίνος, ίνα φυλαχθή δι' αυτόν ως είπεν» 2 . Αλλά και άλλα εκθαμβωτικά εργόχειρα εκτέθηκαν, όπως ο χάρτης των Ψαρών με το τετράστιχο του Σολωμού και μία «τοπογραφία», που φιλοτεχνήθηκαν με ανθρώπινη τρίχα, αραχνοΰφαντα εσώρουχα, έργα πυρογραφίας και ζωγραφικοί πίνακες που έστειλαν οι μαθήτριες του ιδιωτικού αθηναϊκού Παρθεναγωγείου Σκορδέλη3. Οι τάσεις για πολυτέλεια και επίδειξη αναγνωρίζονταν συχνά
1. Άννα Σερουίου, «Το Αγρίνιον», Οικογένεια Β'/16 (1898), σ. 122. 2. «Έκθεσις Αγρινίου. Επίσκεψις της Βασιλικής οικογενείας», Οικογένεια Β'/20 (1898), σ. 154. 3. Βλ. «Εντυπώσεις εξ Αγρινίου Ε΄: Έκθεσις», Οικογένεια Β'/20(1898), σ. 156-158.
σε συνήθειες και προτιμήσεις «ευρωπαϊκές» και αντιστρόφως. τηνανάγκητηςαπομάκρυνσηςαπόταδυτικά πρότυπα τόνιζαν εκείνοιπουθεωρούσαν ότι το ελληνικό κοινό κατακλυζόταν από εισαγόμενες λέξεις, συνήθεις και αναγνώσματα. στη γυναικεία εκπαίδευσηταμαθήματα που θεωρούνταν οι κατεξοχήν ύποπτοι φορείς ξενομανίας ήταν τα διακοσμητικά εργόχειρα, η μουσική, ο χορός, η ζωγραφική' εκείνα δηλαδή που εξέφραζαν έναν «ευρωπαϊκό» προσανατολισμό. σε αυτόν ακριβώς όμως όφειλαν και την αίγλη τους. Η γοητεία που ασκούσαν τα μαθήματα αυτά στους γονείς πρέπει να ήταν μεγάλη, αν κρίνουμε και από την Ιδιαίτερη προβολή τους στις διαφημίσεις των παρθεναγωγείων. Η διδασκαλία των εργοχείρων στα παρθεναγωγεία είχε αρχίσει. να παρακολουθεί την ευρωπαϊκή μόδα από πολύ νωρίς. το 1838 το Διοικητικό Συμβούλιο της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας αναγνώρισετηνηγεμονίατωνδυτικών προτύπων στον τομέα των εργοχείρων και θεώρησε σκόπιμο να διευκολύνειτηνεισαγωγή τουαναγκαίουκακού: «[...] εστοχάσθη ωφέλιμον να εισάξη κατά μικρόν την διδασκαλίαν όσων δυνηθή γυναικείων εργοχείρων, διά ταοποία,ήδη εισαγομένης της ευρωπαϊκής πολυτελείας εις ημάς, φορολογούμεθα τοσούτον ανηλεώς πληρόνοντες όχι ολίγον βαρέα, μα την αλήθειαν, πρόστιμα αμαθείας διά μηδαμινά και ευκατόρθωτα πράγματα. Διά τούτο απεφάσισε να εισάξη και το μάθημα τηςανθοποιΐας,αφ'ουέτυχε διδάσκαλόν τινα Ιταλόν, διαβάντα εντεύθεν, ζητούντα όχι ολίγα δίδακτρα»1. Η ανάθεση της διδασκαλίας των εργοχείρων σε ξένες δασκάλες και επιμελήτριες έγινε καθεστώς. Αναφέρουμε ενδεικτικά ότι το 1867 η Ειρήνη Μαυροκορδάτου άρχισε να χρηματοδοτεί ελβετίδα δασκάλα της ραπτικής στο Αρσάκειο, ενώ στο παρθεναγωγείο που ίδρυσε η Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία στην Κέρκυρα τα εργόχειρα μαζί με τα γαλλικάκαιτηνιχνογραφίαανατέθηκαν
1. Έκθεσις γενομένη εις την Ε΄ Γενικήν ΣυνέλευσιντηςΦιλεκπαιδευτικής Εταιρίας , εν Αθήναις 1838, σ. 10.
7. Σχέδια παιδικών φορεμάτων
8. Σχέδιο δαντέλας
επίσης σε Ελβετίδα1. Η διδασκαλία από ξένες δασκάλες ήταν τόσο διαδεδομένη, ώστε το 1889 ακόμα και οι άπορες τρόφιμες του Αμαλιείου μάθαιναν την ψαθοπλεκτική από Ιταλίδα, πο χε μετακληθεί ειδικά γι' αυτό το σκοπό, και έπλεκαν με χόρτο από «εξ Ιταλίας σπόρον στάχυος ψάθης»2.
ευρωπαϊκής μόδας και ταυτόχρονα ανταποκρίνονταν σε αυτή ν. Συμπληρώνοντας δέκα χρόνια κυκλοφορίας, το περιοδικό Η Φιλόκαλος Πηνελόπη σε κύριο άρθρο του εκθείαζε την ποιότητα του έντύπου «και υπό την έποψιν της μεγάλης αυτού χρησιμότητος και υπό την έποψιν της φιλοκαλίας, αμιλλώμενον κατά τα πάντα προς ταεγκριτώτερατωνόμοιας φύσεως ευρωπαϊκών περιοδικών»3 Συγχρόνως στην αγορά κυκλοφορούσαν περιοδικά μόδας και φιγουρίνια για επαγγελματίες μοδίστρες, καπελούδες, ασπρορουχούδες. για παράδειγμα στο Η μερολόγιον της Φιλοκάλον Πηνελόπης του 1898 διαφημίζονται τα περιοδικά L e Coquet, ParisFigurine journal de Modes, Le Journal des Modistes και Le
Journal des Lingères. Οι ενδιαφερόμενες μπορούσαν να γραφτούν συνδρομήτριες στα γραφεία της Φιλοκάλον Πηνελόπης*.
Τέλος ενδεικτική της κυριαρχίας των δυτικών προτύπων στα εργόχειρα είναι η δυσκολία του Ζύγουρα να βρει τις κατάλληλες ελληνικές λέξεις για τους διάφορους κλάδους και τα έργα της πτικής: «Ευρέθημεν εις την ανάγκην τινάς μεν των όρωνναεξελληνίσωμεν, τινάς δε να παραδεχθώμεν όπως η συνήθεια καθιέρωσε παρά ταις γυναιξί του ημετέρου έθνους, άλλους δε καίπερ μιξοβαρβάρους να μεταχειρισθώμεν όπως γίνωμεν καταληπτοί»5. Η «ξενομανία» προκαλούσε έντονες αντιδράσεις. Μεταξύ άλλων
των
1. Βλ. Σ.Κ. Γαλάτης, ό.π., σ. 11, 15. 2. Βλ. Καλλιρρόη Παρρέν, «το Αμαλίειον ορφανοτροφείον», Εφημερίς Κυριών Γ'/127 (1889), σ. 6. 3. «Δέκα ολόκληρα έτη», Φιλόκαλος Πηνελόπη 10/12 (1897), σ. 1. 4. Βλ. Ημερολόγιον της Φιλοκάλου Πηνελόπης, 1898. 5. Ξ.Δ. Ζύγουρας, η ραπτική, κοπτική..., ό.π., σ. β'.
λων αναστάτωνε ιδιαίτερα την Άννα Σερουΐου, που μαχόταν για την«επιστροφήσεκάποια 'χαμένα' ελληνικά ήθη», που την τελειότερη μορφή τους αναζητούσε και έβρισκε στην αρχαία Ελλάδα 1 . στην ξενομανία απέδιδε όλα τα κακά που πίστευε ότι μάστιζαν την «φυλήν»: το παραστράτημα των κοριτσιών από τη σεμνότητα, τη μετριοφροσύνη και την απλότητα, την τεμπελιά των γυναικών καιτηματαιοδοξία τους, καθώς και την εκθήλυνση των ανδρών2. ότι στα ελληνικά σχολεία αντί για την ελληνική χειροτεχνία καλλιεργούνταν η κακοτεχνία, χαρακτηριστικά παραδείγματα της οποίας θεωρούσε τα μονογράμματα, τα εργόχειρα κροσέκαιτις «παντούφλες εις καμβάν». Ευθύνη για το φαινόμενο αυτό καταλόγιζε στους άνδρες που ρύθμιζαν τα προγράμματα των παρθεναγωγείων, χωρίς να είναι γνώστες ούτε της γυναικείας ψυχής ούτε του ώραίου3. Επίσης με αφορμή την έκθεση χειροτεχνημάτων στη Χαλκίδα, η Παρρέν εκφράζει την ελπίδα ότι, όπως έγινε στο Αγρίνιο, τα εκθέματα«θαμεταγγίσουν δόσιν τέχνης και καλαισθησίας εις τας πλέον οπισθοδρομικάς [περιοχάς], όπου η μαρκοβελονιά και ο καμβάς με γαλανά τριαντάφυλλα και κίτρινες παπαρούνες αποτελούν το άλφα και το ω μέγα της αισθητικής και του σχολείουκαιτου οίκου. τα χωριά πάλιν όσα έμειναν ανεπηρέαστα από τα χρωματιστά οργιά των παντουφλών και των προσκεφαλαίων με μαλλιά καιμετσοχάκια της πρώτης δημοτικής παιδεύσεως, θα φέρουν τους θαυμασίους συνδυασμούς των χρωματισμών της σιγούνας και της μπόλιας, με την βελονιάν την δαιδαλώδη και την λεπτεπίλεπτον και με την αρμονικήν παράταξιν των γραμμών και των καμπυλών, η οποία μεταβάλλει συχνά το χωρικόν χονδροειδές υποκάμισον
1. Βλ. Ά . Ψαρρά, ό.π., σ. 10. 2. Βλ. Άννα Σερουΐου, «η ξενομανία», Οικογένεια Β'/2 (1898), σ. 9-11. 3. Βλ. Καλλιρρόη Παρρέν, «αι γυναίκες και η Ελληνική χειροτεχνία», ΕφημερίςτωνΚυριών ΙΕ΄/692 (1902), σ. 1-2.
σον εις έργον τέχνης, εφάμιλλον προςτααραβουργημένακαιτα μαιανδρικώς στολισμένα αγγεία» 1 . Η Ειρήνη Οικονομίδου όμως δίνει μια διαφορετική εικόνα για την ίδια έκθεση στη Χαλκίδα. Περιγράφει λεπτεπίλεπτες δαντέλες και πολυτελή ασπρόρουχα μάλλον ελάχιστα ελληνικά και αναφέρει εργόχειρα «κεντημένα διά τριχών της κεφαλής»2. Η αναζήτηση της ελληνικότητας στα εργόχειρα, που γίνεται επίμονηστατέλη του 19ου αιώνα και τις αρχές του 20ού, αποτελεί ίσως μία όψη της γενικότερης έξαρσης του εθνικιστικού πνεύματος που συνοδεύει τον πόλεμο του 1897 και την οδυνηρή ήττα. Πάντως το αίτημα για χρήσιμα εργόχειρα, τα οποία συχνά αντιδιαστέλλονταν από τα «ξενόφερτα» είδη πολυτελείας, αποτελεί ταυτόχρονα έκφραση ενός προγενέστερου και ευρύτερου αιτήματος που πρόβαλλε την αναγκαιότητα πρακτικών κατευθύνσεων στην εκπαίδευση γενικά και που διατυπώθηκε με σαφήνεια και πληρότη σταεκπαιδευτικάνομοσχέδια που κατέθεσε στη Βουλή το 1899 ο υπουργός Αθ. Ευταξίας. Η αναζήτηση πρακτικών κατευθύνσεων στην εκπαίδευση γενικά αποτελεί συστατικό στοιχείο της προσπάθειας για τη θεμελίωση της αστικής κοινωνίας και της οικονομικής ανάπτυξης στην όποια πρωταγωνίστησαν οι δημοτικιστές της γενιάς του 1880. Η διεκδίκηση πρακτικών γνώσεων στο δημοτικό και δ αγώνας για την καθιέρωση της νέας ελληνικής γλώσσας απέβλεπανστηγενίκευση της στοιχειώδουςεκπαίδευσηςκαιστην προσαρμογή της όχι μόνο στις ανάγκες των μαθητών που θα φοιτούσαν στο γυμνάσιο, αλλά κυρίως στις ανάγκες της πλειοψηφίας των παιδιών που δε θα συνέχιζαν τις σπουδές τους3.
1. Καλλιρρόη Παρρέν, «η έκθεσις της Χαλκίδος», Εφημερίς των Κυριών Ιέ/704 (1902), σ. 1. 2. Βλ. Ειρήνη Οικονομίδου, «η έκθεσις της Χαλκίδος»,Εφημερίςτων Κυριών ΙΕ΄/707 (1902), σ. 7. 3. τα Νομοσχέδια του 1899 ήταν εφαρμογή της φιλελεύθερης αντίληψης ότι η εύρυθμη λειτουργία του κράτουςπροϋποθέτειμορφωμένο λαό. Παίρνονταςυπόψητόσο τη φτώχεια των γνώσεωνπουαποκόμιζανοιμαθητέςαπότο
Στο αίτημα για πρακτικές γνώσεις εργοχείρων μπορούμε εύκολα να δούμε μια αντανάκλαση του ευρύτερου οράματος που συσπειρώνει τους φιλελεύθερους διανοούμενους των τελευταίων είκοσι χρόνων του 20ού αιώνα. Αντίστοιχα η αναζήτηση της ελληνικότητας είναι πρώιμη μαρτυρία για την υπαγωγή των γυναικείων έργων της χειρός στα νέα κριτήρια του εθνικιστικού προσανατολισμού, που διαμορφώνουν, οι δημοτικιστές και μαζί τους όλοι όσοι επιδίδονταιστησυγκρότηση του «λαού», όχι μόνοωςαποδέκτη τωναστικώνμεταρρυθμίσεων, αλλά και ως πηγής των δεδομένων πουθαστοιχειοθετήσουν την απάντηση στα διλήμματα της εθνικής ταυτότητας. Πάντως πρέπει να σημειώσουμε ότιηεπισήμανση τωνεπιβλαβώντάσεων που υπέθαλπαν ορισμένα εργόχειρα αρχίζει να διατυπώνεται συχνότερα και πιο έντονα, όταν τα πρότυπα της πολυτέλειας και της «ξενομανίας» κερδίζουν μια ευρύτερη απήχηση που αναγνωρίζεται μάλιστα από τους ίδιους τους κατηγόρους τους" δηλαδή όταν παύουν να σηματοδοτούναποκλειστικάτηνυπεροχή της πρώτης «διδαξάσης» κοινωνικής τάξης, που κινδυνεύει ίσως ακόμη και να γελοιοποιηθεί από τη μιμητικότητα των πολλών1.
δημοτικό όσο και την ελλιπή φοίτησή τους,επιδίωκανναεκσυγχρονίσουντην εκπαίδευσηκαινατηνπροσαρμόσουν στις ανάγκες της οικονομικής ανάπτυξης, κατευθύνοντας τη σχολική γνώση προς πρακτικότερους στόχους και εισάγοντας τη διδασκαλία της νέας ελληνικής. Είναι χαρακτηριστικόότιτα νομοσχέδια προτείνουν τη διδασκαλία μαθημάτων που προβλέπονταν από το νόμο του 1834, αλλά που δεν είχαν καθιερωθεί στην πράξη, όπως η γεωπονία, η κηπουρική, η δενδροκομία, η βομβυκοτροφία και η μελισσοκομία. Επίσης περιλάμβαναν ορισμένα μέτρα για τη γυναικείαεκπαίδευση,πουαφορούσαν όμως κυρίως τη μόρφωση των διδασκαλισσών. Βλ. Άννα Φραγκουδάκη, Εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και φιλελεύθεροι διανοούμενοι, Αθήνα 1983, σ. 17-26. Απόσπασμα από τις προγραμματικές επαγγελίες του κόμματος του Θεοτόκη σχετικά με την εκπαίδευση, καθώς και το ωρολόγιο πρόγραμμα που προβλέπονταν για τα λύκεια (αρρένων) παραθέτει ο Αλ. Δημαράς, ό.π., σ. 18-21' ο ίδιος σχολιάζει τα νομοσχέδια σ. κδ'-κστ'. 1. Όπως παρατηρεί ο Braudel, η πολυτέλεια εξ ορισμού σηματοδοτεί την κοινωνική επιτυχία. Είναι ένα όνειρο, που όταν κάποτε πραγματοποιηθεί
Η καταγγελία της ξενομανίας πάντως δε σήμαινε την αποδέσμευση από τα δυτικά πρότυπα" ούτε τη συνεπαγόταν. τα ελληνικά ήθη που απειλούνταν από την εισβολή των δυτικών προτύπων ανακαλύπτονταν και εκτιμούνταν στο πλαίσιο ενός αγώνα για τη συγκρότηση μιας εθνικής πολιτισμικής ταυτότητας που θα διαφοροποιούσε την Ελλάδα από την Ευρώπη, αλλά συγχρόνως θα την καταξίωνε στα μάτια της. Ο κίνδυνος της άλωσης των ντόπιων ηθών ήταν ο κίνδυνος να χαθούν οι κρίκοι που συνέδεαν το παρόν με ένα ένδοξο παρελθόν, και που αποτελούσαν τη βάση για τη σχέση με την Ευρώπη. η αναζήτηση του ελληνικού στοιχείου μπορούσε να οδηγήσει στην κλασική αρχαιότητα η να επικεντρωθεί στο χώρο του λαϊκού πολιτισμού που τότε θεωρούνταν συνέχειά της. Πιθανόν τα ήθη η τα παραδοσιακά προϊόντα που επικαλούνταν όσοι αγωνίζονταν κατά της εισβολής των δυτικών προτύπων να ήταν πράγματι περισσότερο οικεία από τα επιτεύγματα τηςευρωπαϊκήςπροόδου που πρόβαλλαν οι υπέρμαχοι μιας πιο ευθύγραμμης πορείας προς την Ευρώπη. δεν πρέπει όμωςναξεχνούμε ότι ο παράγοντας που καθόριζε την αναγνώριση ορισμένων όψεων του λαϊκού πολιτισμού ως άξιων να διασωθούν ήταν ο βαθμός στον οποίο αυτές μπορούσαν να αποτελέσουν ερείσματα στη συγκρότηση μιας εθνικής ταυτότητας που θα διαμεσολαβούσε στην προβληματική σχέση με την Ευρώπη. με λίγα λόγια, για να γίνουν τα χρώματα της «σιγούνας» και της «μπόλιας» αντικείμενα θαυμασμού ως δέκτες μιας αγνής ντόπιας αισθητικής έπρεπε να περάσουν από ένα Ισχυρό φίλτρο που είχε κατασκευαστεί με «ξένα» υλικά1.
καιγιατουςφτωχούς, χάνει αμέσως την παλιά του δόξα. Βλ. Fernand Braudel, Capitalism and material life (1400-1800), Νέα Υόρκη 1973, σ. 122. 1. για το ρόλο που παίζει η ιδέα της Ευρώπης στην προσπάθεια να συγκροτηθεί η εθνική ταυτότητα, αλλά και οι επιστήμες της αρχαιολογίας, της ιστορίας και της λαογραφίαςπουθατηνυπηρετήσουν, βλ. Michael Herzfeld, Ours once more: Folklore, ideology and the making of Modem Greece, "Ωστιν 1982' Άλκή Κυριακίδου-Νέστορος, η θεωρία της ελληνικής λαογραφίας
Σπάνια η αμφισβήτηση των ευρωπαϊκών προτύπων ήταν καθολική. Έτσι για παράδειγμα, ο Γ. Μανούσος, που θεωρούσε τον καθαρισμό της γλώσσας από ξενικά στοιχεία, την αποφυγή ξένων χορών, θεαμάτων και κάθε πολυτέλειας «έξωθεν ερχομένης» στόχο της ελληνοπρεπούς αγωγής, θαύμαζε την υποχρεωτική διδασκαλία της κοπτοραπτικής στη Γαλλία και τη θεωρούσε, όπως και ο Ζύγουρας, παράδειγμα για μίμηση1. Πολλά παρόμοια παραδείγματα βρίσκουμε και στην Οικογένεια, πλάι πλάι με παραινέσεις για επιστροφή στα ελληνικά ήθη. Αλλά και τις γνώμες επώνυμων Ευρωπαίων επικαλούνταν το περιοδικό, και μάλιστα τις πρόβαλλε προκειμένου να δώσει πρόσθετο κύρος στα επιχειρήματά του για τις Ολέθριες συνέπειες της διάβρωσης των Ελληνίδων από τα νέα ήθη. σε άρθρο με τίτλο « Η δράσις της γυναικός εν τω οίκω», η Σερουΐου αναφέρει τις γνώμες του γάλλου ακαδημαϊκού Ιουλίου Σίμωνος και του γιατρού Βουρζουά, που εκθέτουν τους κινδύνους της εξόδου των γυναικών από τον οίκο2. Τέλος και ο ενθουσιασμός της Παρρέν για την καλλιέργεια της ελληνικής χειροτεχνίας, προανάκρουσμα ίσως της στροφής της στην ελληνικότητα που εκδηλώνεται πιο ολοκληρωμένα αργότερα, δεν την εμπόδισε να συνεχίσει να υποστηρίζει την όσο το δυνατόν πιστότερη αντιγραφή ευρωπαϊκών και αμερικανικών προτύπων γυναικείας εκπαίδευσης και συμπεριφοράς και να ενημερώνει τακτικά τις αναγνώστριες της Εφημερίδος των Κυριώνγιατηγυναικεία
φίας, Αθήνα 1978' Έλλη Σκοπετέα, το "πρότυπο βασίλειο» και η Μεγάλη Ιδέα..., ό.π., ιδιαίτερα το τρίτο κεφάλαιο, «η Ευρωπαϊκή ταυτότητα των Ελλήνων», σ. 149-230. 1. Βλ. Γ. Μανούσος, Παιδαγωγική διαιτητική και παιδαγωγία. Οικιακός οδηγός προς παιδαγώγησιν αμφοτέρωντωνφύλων, Αθήνησι 1884, σ. η'-ιθ'· Ξ.Δ. Ζύγουρας, η ραπτική, κοπτική..., ό.π., σ. α'. οι οικιακές εργασίες μπήκαν με νόμο στο πρόγραμμα του primaire massif στη Γαλλία τον Αύγουστο του 1879 και στο γυμνάσιο, το 1880. Βλ. Martine Martin, Femmes el société: le travail ménager (1919-1939), διδακτορική διατριβή 3ου κύκλου στην Ιστορία, Université Paris VII, Παρίσι 1984, σ. 76. 2. Οικογένεια Α'/2 (1897), σ. 10.
κεία φεμινιστική κίνηση σε άλλες χώρες. Η ίδρυση «πρακτικής» σχολής οπού τα κορίτσια θα ασκούνταν στα έργα της χειρόςκαιτα οικειακά γενικότερα, αλλά και η αύξησητωνωρώνπουαφιέρωναν οι μαθήτριες των παρθεναγωγείων στα σχετικά μαθήματα ήταν από τα κύρια αιτήματα που τόνιζε επίμονα από τον πρώτο κιόλας χρόνο της έκδοσης της Εφημερίδος των Κυριών. σε άρθρο με τίτλο «Ιδρύσατε σχολήν πρακτικήν διά τας νέας», φέρνει για παράδειγμα ευρωπαϊκές πόλεις και κυρίως τη Γενεύη, όπου «υπάρχουσι δημόσια και ιδιοσυντήρητα ραπτικής καταστήματα, ένθα αι απόφοιτοι των Παρθεναγωγείων μαθήτριαι φοιτώσιν επί ωρισμένας της ημέρας ώρας και τελειοποιούμεναι περί την ραπτικήν και κοπτικήν εξοικονομούσι διά του τρόπου τούτου μέγα χρηματικόν ποσόν, όπερ εκάστη οικογένεια δαπανά διά την ραπτικήν επεξεργασίαν [...] ένδυμάτων»1. Η Παρρέν κατέκρινε τα παρθεναγωγεία για τη δευτερεύουσα σημασία που έδιναν στα οικιακά και για τον αναποτελεσματικό τρόπο διδασκαλίας που εφάρμοζαν, επισημαίνοντας παράλληλα τις προόδους που συντελούνταν σε αυτόν τον τομέα στην Ευρώπη και την Αμερική. Ο θαυμασμός της για την ευρωπαϊκή πρόοδο εμπεριείχε τόσο την επιθυμία της αντιγραφής όσο και τη σιωπηρή διαπίστωση ότι η απόσταση από τη Δύση είναι τέτοια που καθιστά την αντιγραφή προβληματική αν όχι ανέφικτη ευθύς εξ αρχής. Οπωσδήποτε στην Ευρώπη η εκπαίδευση των γυναικών στα οικιακά ήταν πολύ πιο προωθημένη. στη Γαλλία η οικιακή μόρφωση ήταν ο κύριος στόχος της γυναικείας εκπαίδευσης ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα. το 1801 στη σχολή Sacré-Coeur, όπου φοιτούσαν κόρες αριστοκρατικών οικογενειώνκαιανερχόμενων αστών,ταεργόχειρακαιηοικιακήοικονομία διδάσκονταν ως πρωτεύοντα μαθήματα και σε συνδυασμό με το πιάνο, το χορό, τη ζωγραφική και τις ξένες γλώσσες. την ίδια εποχή το ίδρυμα d'Ecouen προσπαθούσε να εφοδιάσει φτωχά ορφανά κορίτσια με «χρή1. Καλλιρρόη Παρρέν, «Ιδρύσατε σχολήν πρακτικήν διά τας νέας», Εφημερίς των Κυριών Α'/14 (1887), σ. 1-2.
γνώσεις. το σκοπό του Ιδρύματος συνόψισε το 1809 ο ίδιος ο Ναπολέων, λέγοντας ότι όταν βρεθεί επικεφαλής ενός μικρού κοκυριού μια νέα κοπέλα που έχει εκπαιδευτεί στο d' Ecouen θα πρέπει να μπορεί να ράβει τα φορέματά της,ναεπιδιορθώνειτα ρούχα του συζύγου της, να φτιάχνει τα ρουχαλάκια των παιδιών της, να είναι πηγή χαράς για τη μικρή της οικογένεια και να φροντίζει τον άνδρα και τα παιδιά της όταν αρρωσταίνουν1.
χρήσιμες»
γυναικών, και Ιδιαίτερα εκείνων της μέσης και της ανώτερης τάξης που είχαν την οικονομική δυνατότητα να φοιτήσουν σε ιδιω σχολεία αποκλειστικά για κορίτσια, προσανατολιζόταν πάντοτε σε γνώσεις που θα αποτελούσαν εφόδια για τη μετέπειτα ζωή των κοριτσιών στο σπίτι 2 .
καιηπροσπάθεια να προετοιμαστούν οι γυναίκες για «χρήσιμ έργα επηρεάστηκαν από ευρωπαϊκά παραδείγματα. Παρά την καθολική αποδοχή της αντίληψης ότι τα εργόχειρα έπρεπενααποτελούν βασικό στοιχείο της εκπαίδευσης των κοριτσιών —αντίληψη που επικρατούσε άλλωστε και στην Ευρώπη—, η οριοθέτηση του περιεχομένου της διδασκαλίας ήταν ένα εγχείρημα που πα σίαζε ορισμένες Ιδιόμορφες δυσκολίες. Η προσήλωση στην ευρωπαϊκή μόδα συνεπαγόταν μια διαρκή προσπάθεια προσαρμογής σε πρότυπα που έπρεπε να εισάγονται συστηματικά από το εξωτερικό. Η προσήλωση στην ελληνικότητα πάλι δεν απαιτούσε λιγότερη εγρήγορση για το είδος των εργοχείρων με τα οποία θα έπρεπεναασχολούνταιοιμαθήτριες. Καθώς αποτελούσε άξιαπροςαναζήτηση και μάλιστα πολύτιμη, η ελληνικότητα δεν ήταν δυνατό ναεντοπιστείστις καθημερινές συνήθειες και τις αισθητικές επ λογές των γυναικών, αλλά παρέπεμπε σε εξιδανικεύσεις.
1. Μ. Martin, ό.π., σ. 77. 2. Βλ. Rosemary Deem, Women and schooling, Λονδίνο 1978, σ. 6-8.
«Γυναικείεςτέχνες»καιοικιακά έργα: επιμόρφωση και επαγγελματική εκπαίδευση
χνες και τα οικιακά έργα αποτέλεσε τη μοναδική μορφή τεχνικής επαγγελματικής εκπαίδευσης. Απευθύνθηκε κυρίως σε άπορα η ορφανά κορίτσια και φτωχές γυναίκες, και καλλιεργήθηκε Ιδιαίτερα από γυναικείους φιλανθρωπικούς φορείς. τα πρότυπα της δραστηριότητάς τους είχαν ήδη μακρόχρονη ιστορία στη δυτική Ευρώπη. για παράδειγμα, στη Γαλλία το δέκατο έβδομο αιώνα τα φιλανθρωπικά ιδρύματα φρόντιζαν να διδάσκουν στις τρόφιμες κάποια τέχνη, και απαιτούσαν να την ασκούν για λογαριασμό των Ιδρυμάτων η για δικό τους1. καιηυφαντική διδάχτηκαν ως εφόδια βιοπορισμού άρχισε να λειτουργεί στην Αθήνα λίγο μετά την άφιξη του Όθωνα και διευθυνόταν από το ζεύγος Χίλλ. Αφού μάθαιναν την τέχνη, οι μαθήτριες παρέμεναν εκεί και δούλευαν με αμοιβή μία οκά ψωμί την ημέρακαιχρήματα ανάλογα με την εργασία τους2. σης των τροφίμων του Αμαλίειου Ορφανοτροφείου από την ίδρυσή του το 1855. Ο αρχικός κανονισμός του ιδρύματος προέβλεπε παράλληλα με τα μαθήματα του δημοτικού «να μανθάνουν τα κορίτσια όλα τα γυναικεία έργα που χαρακτηρίζουν την καλήν νοικοκυράν μεσαίας κοινωνικής τάξεως, δηλαδή ραπτικήν, υφαντουργίαν, μαγειρικήν και πλύσιν. Διά να ασκηθούν δε πρακτικώς εις
1. Βλ. Jean-Marie Barbier, «Scolarisation fémimine et éducation à 1" économie quotidienne (XVIIème-XIXème siècle), Pénélope, pour l'histoire des femmes 2 (1980), «Education des filles. Enseignement des femmes XVIII-XX siècles», σ. 81-85. 2. Βλ. Κούλα Ξηραδάκη, Φιλελληνίδες, Αθήνα 1964, σ. 115' επίσης το βιβλίο του Δημητρίου Σκουζέ, η Αθήνα που έφυγε. Ομορφιές που χάθηκαν, τ. Β', Αθήνα 1962, σ. 168.
την οικιακήν οικονομίαν έπρεπε να βοηθούν το υπηρετικόν προ πικόν εις όλας τας οικιακάς ασχολίας»1. Η υφαντουργία, η πλύση και η ταπητουργία που προστέθηκαν στο πρόγραμμα του Αμαλιείου το 1875 δεν υπήρχαν στα γράμματα των ανώτερων παρθεναγωγείων. Α ν και σύμφωνα με τον κανονισμό του Ιδρύματος η διδασκαλία των μαθημάτων αυτών απέβλεπεστηνεξοικείωσητωντροφίμων με τις τέχνες που έπρεπε να γνωρίζει μια νοικοκυρά της μεσαίας τάξης, πιθανότατα σκ ταυτόχρονα να τις προετοιμάσει και για βιοποριστική εργασία. στο μεταξύ τα έσοδα από τις πωλήσειςτωνεργοχείρωνστηνετή σια αγορά που οργάνωνε η διοικούσα επιτροπή του Αμαλιείου συγκεντρώνονταν για την προικοδότηση των ορφανών τροφίμων. «τα εργόχειρα των κορασιών αφού φθάσωσιν εις ικανήν εντέλειαν θέλουσι χρησιμεύσει ως πόρος του καταστήματος- αλλ' εν μέρος
ανάλογοντηςάξιας αυτών (το ήμισυ, η τα δύο τρίτα) θέλουν προσδιορισθή προς όφελος του εργαζομένου κορασίου, και θέλει εξασφαλισθή ως ιερόν, παρακατιθέμενον εκάστοτε εις το ταμιευτήριον της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος εν ονόματι αυτού του κορασίου [...] Παρεκτός τούτου έκαστον κοράσιον πριν η εξέλθη του καταστήματος οφείλει να γνωρίζη μίαν τινα των γυναικείων τεχνών ειδικώςκαιεντελώςέκτος των άλλων αυτού γνώσεων, διά της ο ποίας να δύναται εν ανάγκη να πορίζηται εντίμως τα προς διατήρησιν εαυτού αναγκαία, όταν η χρεία το καλέση»2.
καλλιέργησαν πολλά φιλανθρωπικά σωματεία. το 1868 η φιλάνθρωπος κ. Ευνάρδ ίδρυσε με τη βοήθεια της δασκάλας του Αρσακείου Αμεναΐδος Καβανιάρη το Φιλοκρητικόν Σχολείον Πτωχών, στοοποίο60 προσφυγοπούλες από την Κρήτη διδάχτηκαν γρα
1. A.A. Παπαδοπούλου, Το Αμαλίειον ορφανοτροφείον κορασίδων επί τη εκατονταετηρίδι του (1855-1954), Αθήναι 1954, σ. 18. 2. στο ίδιο, σ. 50-55. Βλ. και «Διάταγμα περί συστάσεως εν Αθήναις ορφανοτροφείου κορασιών υπό την προστασίαν της A.M. της Βασιλίσσης», ΕφημερίςτηςΚυβερνήσεως,αρ.φύλ. 26, 25.6.1855, άρθρο 16.
ανάγνωση, ραπτική, μαγειρική, πλυντική, σίδερο, «νηπίων περιποίησιν» και «οικιακόν ευπρεπισμόν». Ο Χ.Ν. Φιλαδελφεύς χαρακτήρισε το ίδρυμα, που λειτούργησε μόνο ένα χρόνο, «[κ]ατάστημα όντως πρωτότυπον, υποσχόμενον την μόρφωσιν θεραπαινίδων oικοκυρών»1. πρώτο γυναικείο σωματείο που Ιδρύθηκε στην Ελλάδα το 1872, με πρωτοβουλία της Καλλιόπης Κεχαγιά2, προώθησεεπίσηςτην εξειδίκευση στην τέχνη των εργοχείρων: «Πρώτη μέριμνα του Συμβουλίου, υποδείξει μάλιστα της Βασιλίσσης, υπήρξεν η ίδρυσις εργαστηρίου ένθα να μαθητεύσωσι κοράσια και να εύρωσι πόρον ζωής διά της εργασίας των άποροι γυναίκες»3. θήτριες ηλικίας 10-70 ετών 4 . το 1877-1878 το εργαστήριο είχε 210 εσωτερικές εργάτιδες, 50 εξωτερικές και 100 μαθητευόμενες, που εργάζονταν στα τμήματα υφαντικής, ραπτικής, ποικιλτικής και τριχαπτολογικής (δαντελοποιίας), και διδάσκονταν συγχρόνως στοιχειώδεις σχολικές γνώσεις5. τα έργα των γυναικών διοχετεύονταν σε μεμονωμένους αγοραστές, που είχαν τη δυνατότητα να παραγγέλνουν εργόχειρα της αρεσκείας τους, και σε εκθέσεις εργοχείρων στην Ελλάδα, την Ευρώπη και την Αμερική 6 .
1. «Έκθεσις του Γραμματέως της Εταιρίας Χ.Ν. Φιλαδελφέως αναγνωσθείσα την 21 Ιανουαρίου 1868», Πρακτικά της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρίας του έτους 1867, εν Αθήναις 1868, σ. 9. 2. Βλ. «Διοργανισμός του υπέρ της Γυναικείας Παιδεύσεως Συλλόγου Κυριών», Εφημερίς της Κυβερνήσεως, αρ.φύλ. 22, 15 Ιουνίου 1872. 3. Ν.Γ.Ζ., το πρώτον γυναικείον σωματείον εν Ελλάδι, εν Αθήναις 1920, σ. 5. 4. Βλ. Σύλλογος Κυριών υπέρ της Γυναικείας Παιδεύσεωςυπότηνπροστασίαν της Αυτής Μεγαλειότητος της Βασιλίσσης, Έκθεαις πεπραγμένοι, 27 Απριλίου 1874-26 Απριλίου 1875, Αθήνησι 1875, σ. 18. 5. Βλ. Σύλλογος Κυριών υπέρ της Γυναικείας Παιδεύσεως,Έκθεσιςτου Διοικητικού Συμβουλίου περί των πεπραγμένων από της 1 Απριλίου 1877 μέχρι της 31 Μαρτίου 1878, εν Αθήναις 1878, σ. 8-11. 6. Βλ. Ν.Γ.Ζ., ό.π., σ. 7-9.
θησε και η Φιλόπτωχος Αδελφότης Κυριών Θεσσαλονίκης, που Ιδρύθηκε το 1873. Όπως το Εργαστήριον του Συλλόγου των Κυριών υπέρ της Γυναικείας Παιδευσεως, που αποσκοπούσε παράλληλα με την εξειδίκευση των εργατριών στην «ηθικήν εκείνων βελτίωσιν»1, η Φιλόπτωχος προσπαθούσε να τονώσει το εθνικό τους φρόνημα: « Η Φιλόπτωχος Αδελφότης Κυριών, παράλληλα με την εθνικήνκαιφιλανθρωπικήν της δράση διά να δώση πόρους ζωής εις την άπορον νεάνιδα και την νέαν γυναίκα αι οποίαι δεν εύρισκον εργασίαν έξω από το σπίτι των την εποχήν εκείνην, ίδρυσε το 1876 καιΕργαστήριονκοπτικής και κεντήματος. εις αυτό αι μαθήτριαι εδιδάσκοντοανάγνωσινκαιγραφήν και ελάμβανον Ελληνικήν διαπαιδαγώγησα μαζί με την εκμάθησιν της λεπτής τέχνης του κεντήματος»2. λείο που λειτούργησε στα τέλη του αιώνα στη Σύρο3- στο επαγγελματικό σχολείο κοπτοραπτικής και κλωστοϋφαντουργίας που ίδρυσε το 1898 η φιλάνθρωπος Αγγελική Κωτσάκη στο Ναύπλιο4 καιστοΣχολείον Κοπτικής και Ραπτικής της Άννας Νεμπάουερ που λειτουργούσε στην Αθήνα και υποσχόταν μάλιστα «τελειοποίησιν εντός ενός μηνός»5. σαν τις επιδόσεις των γυναικώνσταεργόχειρααυτήτηνεποχή προστέθηκαν και οι έμποροι ραπτομηχανών, που προσλάμβαναν
1. Βλ. Σύλλογος Κυριών υπέρ της Γυναικείας Παιδεύσεως, Έκθεσις πεπραγμένων... 1875, ό.π., σ. 17. 2. Φιλόπτωχος Αδελφότης Κυριών Θεσσαλονίκης, 100 χρόνια: 18731973, Θεσσαλονίκη 1973, σ. 10-11. 3. Βλ. Καλλιρρόη Παρρέν, «Γυναικεία δράσις εν Σύρω»,Εφημερίςτων Κυριών Ζ'/327 (1893), σ. 1-2. 4. Βλ. «εν επαγγελματικόν σχολείον εις Ναύπλιον»,Εφημερίςτων Κυριών ΙΒ'/536 (1898), σ. 6. 5. Βλ. «Σχολείον Κοπτικής και Ραπτικής», Εφημερίς των Κυριών Γ'/ 151 (1890), σ. 6.
ειδικό προσωπικό για να διδάξει το χειρισμό της πρώτης μηχανής που χρησιμοποιήθηκε στην Ελλάδα, της «Όλγας», και αργότερα της Singer 1 . δίκευση των φτωχών κοριτσιών στα έργα της χειρός υπαγορεύτηκε σίγουρα από το γεγονός ότι αυτή ήταν μία από τις ελάχιστες κατευθύνσεις που θα μπορούσε να τους εξασφαλίσει στοιχειώδη βιοπορισμό, δεδομένου του αποκλεισμού των γυναικών από επαγγέλματα και τέχνες. Όμως oι προσπάθειες των αστών φιλανθρώπων να εκπαιδεύσουν φτωχά κορίτσιασταεργόχειρακαινατους παράσχουν εργασία ανταποκρίνονταν επίσης στη ζήτησηγιααγοραστά προικιά εκ μέρους της δικής τους κοινωνικής τάξης. Αυτή τη ζήτηση εξάλλου προσπάθησαν να Ικανοποιήσουν και οι επιχειρηματίες που ίδρυσαν εργαστήρια παραγωγής εργόχειρων με καθαρά κερδοσκοπικά κίνητρα2. εκπαίδευσησταεργόχειραπροσπαθούσε, εν μέρει τουλάχιστον, να Ικανοποιήσει τις ανάγκες της κοινωνικής τάξης από την όποια προέρχονταν οι ίδιες οι φιλάνθρωποι. Κάτι τέτοιο είναι προφανές και στην περίπτωση της εκπαίδευσης των υπηρετριών, για την οποία φρόντιζε από το 1892 το Άσυλον Εργατίδων και Υπηρετριών 3 . Ωστόσο το γεγονός ότι οι «πτωχαί νεάνιδες» εξειδικεύονταν σε κάποια από τις τέχνες που η στοιχειώδης γνώση τους θεωρούνταν απαραίτητη και για τις μαθήτριες που φοιτούσαν στα ανώτερα παρθεναγωγεία μαρτυρεί μια αντίληψη που προβάλλει τη «φυσική» ενότητα του γυναικείου φύλου περισσότερο από ό,τι τις ταξικές διαφορές των γυναικών.
1. Από προφορική μαρτυρία υπευθύνων της Singer. 2. Βλ. Νόρα Σκουτέρη-Διδασκάλου, «Προίκα η περί του θηρευτικού βίου των νεοελλήνων», στο βιβλίο της *Ανθρωπολογικά για το γυναικείο ζήτημα (4 μελετήματα), Αθήνα 1984, σ. 207. 3. Βλ. Καλλιρρόη Παρρέν, «η επέτειος του ασύλουτωνεργατίδωνκαι υπηρετριών», Εφημερίς των Κυριών Ζ'/329 (1893), σ. 1-2.
Η αντίληψη αυτή διαφαίνεται επίσης πίσω από τα επιχειρήματα που χρησιμοποίησε η Καλλιρρόη Παρρέν για να δείξει την αναγκαιότηταμιας«πρακτικής» σχολής που θα παρείχε εξειδικ μένη εκπαίδευση στα του οίκου. Υποστήριξε ότι η σχολή θα βελτίωνε γενικά την απόδοση των γυναικών στο σπίτι, αλλά θα βοηθούσε Ιδιαίτερα εκείνες που λόγω της οικονομικής τους κατάστασης δεν μπορούσαν να έχουν στη διάθεσή τους υπηρετικό προσωπικό. Ταυτόχρονα πρόβαλε την εξειδικευμένηεκπαίδευσηστατου οίκου ως βιοποριστικό μέσο και σημαντικό βήμα προς τη χειραφέτηση. Δεδομένου μάλιστα και του κορεσμούστοεπάγγελματης δασκάλας, η Παρρέν διερωτάται: «Εις τί δε προώρισται ο οσημέραι αυξανόμενος αριθμός των διπλωματούχων τούτων Κυριών των μη δυναμένων να τύχωσι διδασκαλικής θέσεως;» και συμπερ ότι η ανάγκη «συστηματικής σχολής σκοπούσηςειςταοικιακά έργα» είναι τόσο μεγάλη, ώστε «ευεργέτιδες του έθνους ημών δέον να κληθώσιν αι Κυρίαι, αίτινες ήθελον αναλάβει την ίδρυσιν αύτης σχολής»1.
Η Παρρέν αναλαμβάνει η ίδια την πρωτοβουλία και το 1887: «Αναγγέλλεται προς τούτοις η ίδρυσις ειδικής ιδιοσυντηρήτου καλλιτεχνικής σχολής δια τας γυναίκας αίτινες αντί ευτελούς μηνιαίου ποσού, θέλουσι διδάσκεσθαι ιχνογραφίαν, υδρογραφίαν, ελαιογραφίαν, ξυλογραφίαν, ανθοποιΐαν, εν ιδίω δε παραρτήματι θεωρητικήν και πρακτικήν οικονομίαν, καταστιχογραφίαν, κοπτικήν, ρα κήν, ποικιλτικήν και μαγειρικήν, προϊόντος δε του χρόνουκαιπάσαν βιοπαραγωγόν τέχνην. [...] Η [...] σχολή θέλει συντηρείσθαι εκ των διδάκτρων, εκ της πωλήσεως καλλιτεχνημάτων,καιεκτ υπότωνμελών κατατεθέντων κεφαλαίων»2. Η εγγραφή τεσσ ρων μόνο μαθητριών στη σχολή δεν αποθαρρύνει την Παρρέν, που την επόμενη χρονιά μαζεύει 2.000 υπογραφές για ίδρυση σχο
1. Καλλιρρόη Παρρέν, «Ιδρύσατε σχολήν πρακτικήν διά τας νέας», Εφημερίς των Κυριών Α'/14 (1887), σ. 1-2. 2. «Καλλιτεχνική σχολή Κυριών», Εφημερίς των Κυριών Α'/32 (1887), σ. 5.
Η πριγκίπισσα Σοφία δείχνει μεγάλο ενδιαφέρον. Η μητέρα της στέλνει γερμανικά προγράμματα. ο υπουργός Παιδείας Γεροκωστόπουλος υπόσχεται βοήθεια στην «ιδρυθησομένην υπό την προστασίαν της Α.Υ. της ηγεμονίδος Σοφίας Επαγγελματικής Σχολής» και άλλα μέτρα, μεταξύ των οποίων και μεταρρύθμιση του δημοτικού «επί το πρακτικώτερον» με προσθήκη γυναικείων τεχνών. Μετά από αρκετές περιπέτειες 1 αναγγέλλεται το 1897 η ίδρυση της Οικοκυρικής και Επαγγελματικής Σχολής από την Έ ν ω σιν των Ελληνίδων, σωματείο που είχε Ιδρυθεί τρεις μήνες πριν απότηνκήρυξη του πολέμου του 1897, με πρόεδρο την Παρρέν 2 .
1. Ορισμένες από αυτές περιγράφονται στο άρθρο «Τί εγένετο μέχρι τούδε προς επίτευξιν επαγγελματικής μορφώσεως των γυναικών;», Εφημε2. η Ένωσις των Ελληνίδων είχε εκπαιδευτική, φιλανθρωπικήκαιεθνική δράση. τη χρονιά της ίδρυσής του το σωματείο χωρίστηκε σε τμήματα οικιακής οικονομίας, φιλολογικό, παιδαγωγικό, τμήμα οικιακής υγιεινής και νοσηλευτικής, φιλανθρωπίας, τμήμα επαγγελμάτων και τεχνών, καλλιτεχνικό και εθνικό. η Ένωσις ανακούφιζε πρόσφυγες γυναίκες και τις βοηθούσε να κερδίσουν το ψωμί τους με εργόχειρα και ραπτική, συντηρούσε νοσοκομείο και εκπαίδευε νοσοκόμες, διατηρούσε παιδικά άσυλα, ίδρυσε σχολή νηπιαγωγών, εκπαίδευε γυμνάστριες κτλ. για το ιστορικό της ίδρυσής της ως τμήμα της Διεθνούς Ενώσεως Γυναικών βλ. το άρθρο «ΊδρυσιςτηςΕνώσεωςτων Ελληνίδων»,ΕφημερίςτωνΚυριών ΙΓ'/580 (1899), σ. 2. για τη δράση του βλ. «Γυναικεία ένωσις», Εφημερίς των Κυριών Γ/472 (1897), σ. 3καιέκθεσις των πεπραγμένων υπό της Ενώσεως των Ελληνίδων, συνταχθείσα υπό Καλλιρρόης Παρρέν, έτος 1897 και 1898, εν Αθήναις 1899. Σύμφωναμετο καταστατικό της Ενώσεως, στο τμήμα της οικιακήςοικονομίαςείχε ανατεθεί: «η σύστασις σχολείων οικοκυρικών και επαγγελματικών κατά τα πρότυπα των ξένων τοιούτων, αλλά και σύμφωνα προς τας αρχάς και το πνεύμα του οικογενειακού μας βίου. Εις τα σχολεία ταύτα θα διδάσκηται η μαγειρική θεωρητικώς και εν εφαρμογή. η οικιακή οικονομίαεφηρμοσμένη.η διπλογραφία προς τήρησιν βιβλίων εσόδων και εξόδων του οίκου. η παιδονομία. η κοπτική και ραπτική φορεμάτων και πάσα άλλη γυναικεία τέχνη δυναμένη να εξασφαλίση βιοπαραγωγόν στάδιον διάταςγυναίκας. Εις τα σχολεία των χωρίων θα διδάσκηται πάν επάγγελμα σχετιζόμενον προς τον βίον
9. Μάθημα πυρογραφίας
10. Μάθημα χειροτεχνίας
Όπως διευκρινίζεται στην Εφημερίδα των Κυριών,τοεπαγγελματικό τμήμα της Ενώσεως δεν είχε σκοπό να συμβάλει στην αύξηση «του αριθμού των δημιουργουμένων αργομίσθων η των δυστυχών διδασκαλισσών διά της επισωρεύσεις νέων ακόμη μαθητών και μαθητριών». Αντίθετα, «ανοίγει [...] ευρείας τας πύλας σταδίου έντιμου και βιοπαραγωγού [...] διά της εκμαθήσεως τέχνης τινός γυναικείας και της εγκυκλοπαιδικής μορφώσεως εις τας στοιχειώδεις και απαραιτήτους γνώσεις καλής οικοδεσποίνης και συζύγου και μητρός»1. ρετικές μέρες και ώρες, κυρίες και δεσποινίδες που θα φοιτούσαν «επί διδάκτροις [...] επιθυμούσαι να μορφωθούν ως καλαί οικοδέσποιναι», και φτωχές κοπέλες που θα φοιτούσαν δωρεάν και είχαν σκοπό να εργαστούν2. το 1897 στην Οικοκυρική και Επαγγελματική Σχολή διδάχτηκαν η πιλοποιία, η αγγειοπλαστική, η ανθοκομία και η μαγειρική από εθελόντριες κυρίες. Μαγειρική δίδαξε επίσηςμεμισθό η ελβετίδα Μαρία Charles και κοπτική η γερμανίδα Έμκε. Η διδασκαλία του σιδερώματος ανατέθηκε σε ρωσίδα καθηγήτρια. Επιπλέον, οι μαθήτριες μπορούσαν [να διδαχθούν θρησκευτικά, ανάγνωση και γραφή, αριθμητική, Ιστορία και οικιακή οικονομία3. Μερικές ακόμη παρακολούθησαν τα μαθήματα με μειωμένα δίδακτρα
της αγρότιδος». «Οργανισμός της εν Αθήναις Ενώσεως των Ελληνίδων», Εφημερίς της Κυβερνήσεως,αρ.φύλ. 516, 4 Μαίου 1897, σ. 167. η Οικοκυρική και Επαγγελματική Σχολή πάντως ήταν στη δικαιοδοσία του επαγγελματικού τμήματος της Ενώσεως. 1. Καλλιρρόη Παρρέν, «το έργον των τμημάτων της Ενώσεως μετά τον πόλεμον», Εφημερίς των Κυριών ΙΑ'/492 (1897), σ. 4. 2. Βλ. Καλλιρρόη Παρρέν, «η Α' οικοκυρική και επαγγελματική σχολή της Ενώσεως», Εφημερίς των Κυριών ΙΑ'/496 (1897), σ. 2-4. 3. Βλ. Έκθεσις πεπραγμένων...,ό.π.,σ. 88-89 και «Πρόγραμμα Οικοκυρικής και Επαγγελματικής Σχολής, τμήμα μαθητριών προοριζομένων δι' οικοδέσποινας», Εφημερίς των Κυριών ΙΑ'/501 (1897), σ. 8.
τρα. τα μισά περίπου από τα μαθήματα απευθύνονταν σε οικοδέσποινες και τα υπόλοιπα σε «υπηρέτριας και εργάτιδας», Η Κ. Παρρέν αναφέρει «[μ]εθ' υπερηφανείας [...] ονόματα μαθητριών ελληνικών οίκων, ονόματα κυριών και δεσποινίδων,αιοποίαιαπέδειξαν πόσον έμειναν, μεθ' όλας τας κοινωνικάς του νεωτέρου βίου υποχρεώσεις, καλαί οικοδέσποιναι μη απαξιούσαι να διδαχθούν μαθήματα μαγειρικής και εγγραφούν πρώται εις τους καταλόγους της σχολής μας»1. το 1898 φοίτησαν στη σχολή 140 μαθήτριες, οικοδέσποινες και μη. Παρ' όλη την ανταπόκριση από τις οικοδέσποινες, την οποία περιγράφει η Παρρέν, και την εθελοντική προσφορά γυναικών που ανέλαβαν να διδάξουν διάφορα μαθήματα αμισθί, η σχολή είχε οικονομικά προβλήματα από τον πρώτο κιόλας χρόνο της λειτουργίας της. Έτσι η ελβετίδα καθηγήτρια της μαγειρικής αντικαταστάθηκε από μάγειρο, που δίδασκε μία φορά την εβδομάδα τις οικοδέσποινες και μία τις εργάτριες και τις υπηρέτριες2. Σύμφωνα με ανακοινώσεις που δημοσιεύονταν τακτικά στην Εφημερίδα των Κυριών, η σχολή εξυπηρετούσε τις εύπορες οικοδέσποινες όχι μόνο δίνοντάς τους την ευκαιρία να μορφωθούν οι ίδιες στα καθήκοντα του οίκου και προετοιμάζοντας εξειδικευμένο προσωπικό που θα τις απάλλασσε από ορισμένες ευθύνες,αλλάκαι αναλαμβάνοντας παραγγελίες για προίκες, εργόχειρα και εδέσματα. Επιπλέον μέσα στη σχολή λειτουργούσε «έκθεσις διαρκής γυναικείων ειδών, όχι μόνον εκ των εν τη σχολή κατασκευαζομένων, αλλάκαιέργων κυριών καλών οικογενειών αι οποίαι έχουν ανάγκην ναεργασθούν,αλλάδενθέλουν να γίνη γνωστόν τούτο»3.
1. Έκθεσις πεπραγμένων..., ό.π., σ. 90. 2. Στο ίδιο, σ. 231. Βλ. επίσης τα άρθρα της Κ. Παρρέν, «Καθημεριναί εντυπώσεις», Εφημερίς των Κυριών ΙΑ'/503 (1897), σ. 1-2και«ηδράσις των Ελληνίδων κατά το 1898», Εφημερίς των Κυριών ΙΒ'/557 (1899), σ. 3-4. 3. Έκθεσις πεπραγμένων..., ό.π., σ. 92.
Σχολείον και στον Πειραιά, όπου γράφτηκαν 63 μαθήτριες και διδάχτηκαν κοπτική και ραπτική φορεμάτων και ασπρορούχων, ποικιλτική και πλαστική. oι εκτιμήσεις της Ενώσεως για την επιτυχία του έργου της ήταν ενθουσιώδεις: «εν γένει η προς τα Οικοκυρικά και Επαγγελματικά τροπή της μορφώσεως των Ελληνίδων εχαιρετίσθη απανταχού μετά πολλού ενθουσιασμού, απεστάλησαν δεεκΚύπρου και εκ Χίου και εκ Κωνσταντινουπόλεως και εκ Μικράς Ασίας νεάνιδες προς εκμάθησιν γυναικείων τεχνών εις το Επαγγελματικόν Σχολείον Αθηνών, το οποίον ενισχυόμενον και τελειοποιούμενον θα αποτελέση τον πυρήνα της επιδόσεως της Ελληνίδος εις βίον πρακτικώτερον και μάλλον ανταποκρινόμενον εις τον προορισμόν της» 1 . καιταοικιακά έργα ενδιαφέρθηκε επίσης η Σεβαστή Καλλισπέρη, επιθεωρήτρια της Δημοτικής Εκπαιδεύσεως. στην πρόταση της «Περί μεταρρυθμίσεως του γυναικείου εκπαιδευτικού συστήματος» 2 εισηγήθηκε Ορισμένα μέτρα σχετικά με την εξειδικευμένη εκπαίδευσηστατουοίκου, την οποία θεωρούσε χρήσιμη για κάθε
1. «Περίληψις Λογοδοσίας της Ενώσεως των Ελληνίδων», Εφημερίς των Κυριών ΙΓ'/585 (1899), σ. 6-7. Βλ. και Έκθεσις πεπραγμένων..., ό.π., σ. 235. 2. Δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στα τεύχη 1-8 του περιοδικού Οικογένεια το 1897. η Καλλισπέρη συμπεριέλαβε την πρόταση αυτή στα δύο εκπαιδευτικά σχέδια νόμου που εκπόνησε «[μ]ετά το Εθνικόν δυστύχημα του 1897, ελπίζουσα ότι η συνείδησις των αρμοδίων ήθελενεξεγερθήκαιμηαπόθαρρυνθείσα από την επιδειχθείσαν αδιαφορίαν» και υπέβαλε στη Βουλή στις 2 Μαρτίου του 1899 (Σεβαστή Καλλισπέρη, Υποθήκαι εις την Εκπαίδευσιν και την ΜετανάστευσινπροςτηνΒουλήν των Ελλήνων, εν Αθήναις 1911, σ. 43-44). οι προτάσεις της Καλλισπέρη για τη μεταρρύθμιση της γυναικείας εκπαίδευσης, αλλά και για τη βελτίωσητηςεκπαίδευσηςτωναγοριώνμε τηνοποίαεπίσηςασχολήθηκε,εμπνέοντανκυρίως από αμερικανικά πρότυπα. ηίδιαταξίδεψε στην Αμερική και εξέφρασε επανειλημμένα το θαυμασμό της για την οργάνωση και την πρακτική κατεύθυνση του εκεί εκπαιδευτικού συστήματος και ιδιαίτερα για τη διδασκαλία των γεωργικών και τεχνικών μαθημάτων (στό ίδιο, passim).
γυναίκα. Η Καλλισπέρη πρότεινε την ίδρυση ανώτερων σχολών πουθαδιέθεταν συγχρόνως «τμήμα γραμμάτων» και «τμήμα της βιομηχανικής μορφώσεως η γυναικείων πραγματικών έργων». Οι απόφοιτεςτουπρώτου τμήματος θα γίνονταν δασκάλες. oι απόφοιτες του δεύτερου θα είχαν τη δυνατότητα να διδάξουν πρακτικά μαθήματα στο δημοτικό, αφού προηγουμένως ασκούνταν επί ένα χρόνο στις οικοκυρικές σχολές, που θα ήταν σκόπιμο να Ιδρυθούν καιναλειτουργήσουν μέσα σε γυναικεία μοναστήρια. Η Καλλισπέρη πίστευε ότι το πρόγραμμα των δυο τμημάτων έπρεπε να είναι ως ένα σημείο κοινό, γιατί τόσο τα γράμματα όσο και οι πρακτικές γνώσεις θα χρησίμευαν και στις δύο κατηγορίες των μαθητριών. Επιπλέον θεωρούσε τη συνύπαρξη των δύο τμημάτων εγγύηση ότι δε θα υπήρχαν μεγάλες ταξικές διαφορές μεταξύ των μαθητριών που θα τα παρακολουθούσαν. Πρότεινε ένα πρόγραμμα μαθημάτων που θα ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις της οικιακής εργασίαςκαιθαπαρείχε συγχρόνως εφόδια για βιοπορισμό- ένα πρόγραμμα «χρήσιμων» μαθημάτων: «"Ηθελε διαμαρτήσει [...] του σκοπού της τοιαύτη Σχολή οίαν προτείνομεν, αν εν τω βιομηχανικώ τμήματι αυτής εδιδάσκοντο βιοτεχνίαι αντικείμενον έχουσαι είδη πολυτελείας —ως η αγγειοπλαστική ης τα φιλοτεχνήματα είναι εύθραυστα— κλπ. τοιαύται ηαπλώςβιομηχανίαι αποζώσαι εκ των παραγγελιών ξένης εργασίας ως η κατασκευή ανθέων η στηθοδέσμων και τα τοιαύτα. — Δύνανται μεν και ταύτα να διδάσκωνται να ορισθώσιν όμως αι ώραι της διδασκαλίας των μαθημάτων αναλόγως της χρησιμότητος του διδαχθησομένου έργου" [...] Δηλαδή [...] να διδάσκωνται τοιαύτα έργα διά των όποιων η γυνή είτε να συντελή εις την άνετον συντήρησιν του οίκου, περισώζουσα τα κέρδηταεκτηςεργασίαςτου πατρός του αδελφού η του συζύγου" είτε μετερχομένη αυτά προς βιοπορισμόν να δύνηται και άνευ πολλής ξένης εργασίας, ήτις πολλάκις σπανίζει, να συντηρηθή. »Τοιαύτα δε μαθήματα είνε, πλην της ραπτικής και της μαγειρικής, η σηροτροφία, η παρασκευή καθαρού σπόρου μεταξοσκώληκος, η υφαντουργία, η ορνιθολογία, η γαλακτοκομίακαιτυροκομία
μία, η κηπουρική και λαχανοκομία, η μελισσοτροφία, η ανθοκομία, ηαρωματοποιΐα,ταδιάφορα είδη της πλυντικής, η οικιακή λογιστική και στοιχεία υγιεινής και περιποιήσεως των άσθενών»1. στα μοναστήρια, θα εκπαιδεύονταν στις πρακτικές εργασίες δασκάλες και θα γίνονταν δεκτές «και άλλαι ανειδίκευτοι νέαι, ευρίσκουσαι εν αυτοίς προστασίαν και πόρον ζωής έντιμου». Η Καλλισπέρη πίστευε τέλος ότι η δημοτική εκπαίδευση έπρεπε να προετοιμάζει τα κορίτσια για το σπίτι και για έμμισθη εργασία: «Μετά το πρακτικόν εν τοις μαθητικοίς κέντροις στάδιον διοριζόμεναι αι διδασκάλισσαι εν τοις δημοτικοίς σχολείοις θα δύνανται να διδάξωσι επαρκώς τα τε γράμματα και τα βιομηχανικά η πραγματικά μαθήματα ισορρόπως, ώστε τα κοράσια τα αρκούμενα εις μόνην του δημοτικού σχολείου την παίδευσιν να καταρτίζωνται και αύται χρησταί πολίτιδες, και διά της γνώσεως παντοίων επιτηδευμάτων επαρκείςειςεαυτάςδι' εργασίας κατ' οίκον ενώ συγχρόνως ουδέν κωλύει ειδικώτερον μανθάνουσαι εν έργον, να μετέρχωνται τούτο χάριν βιοπορισμού και οσάκις ευρίσκωσιν εργασίαν»2.
Κλείνοντας αυτή τη σύντομη αναφορά διαπιστώνουμε ότι η εξειδικευμένη κατάρτιση στις γυναικείες τέχνες και τα οικιακά έργα και η εκπαίδευση σε αυτούς τους τομείς στα γενικά σχολεία των κοριτσιών επικαλύπτονταν ως προς τη σκοπιμότητα και το περιεχόμενο της διδασκαλίας. Η επαγγελματική εκπαίδευση απευθύνθηκε κυρίως σε φτωχές κοπέλες χωρίς σχολική μόρφωσηκαιμε άμεσηανάγκηνακερδίσουν το ψωμί τους. Η γενική απευθύνθηκε σε ένα ταξικά μικτό κοινό, στις μαθήτριες του δημοτικούκαιτις κόρες εύπορων οικογενειών, καθώς και τις υποψήφιες δασκάλες
1. Σεβαστή Καλλισπέρη, «Περί μεταρρυθμίσεων του γυναικείου εκπαιδευτικού συστήματος», Οικογένεια Α'/3 (1897), σ. 19-20. 2. στο ίδιο, Α'/6 (1897), σ. 42.
που φοιτούσαν στα ανώτερα παρθεναγωγεία. Ωστόσο η σκοπ τητα της επαγγελματικής εκπαίδευσης δεν περιορίστηκεστηνεξαργύρωση των σχετικών γνώσεωνστηναγοράεργασίας,αλλά συμπεριέλαβε την αξιοποίησή τους στο νοικοκυριό και συνδυάστηκε μετην«ηθικήκατάρτιση» των μαθητριών. Αντίστοιχα η διδασκαλία των γυναικείων τεχνών στα γενικά σχολεία δε στερούνταν οικονομικής σημασίας, εφόσον ένας από τους σκοπούς της ήταν να βοηθήσει τις μαθήτριες να εξοικονομήσουν και σε ώραανάγκηςνα κερδίσουν χρήματα εφαρμόζοντας τις γνώσεις τους στο σπίτι. Η φιλοδοξία της Σχολής της Ενώσεως των Ελληνίδων να εξυπηρετήσειοικοδέσποινεςαπότημιακαιναεκπαιδεύσειεργάτριεςκαι υπηρέτριες από την άλλη —φιλοδοξίαπουαντανακλάταικαιστην επωνυμίατηςσχολής, Οικοκυρική και Επαγγελματική— απορρ απότηναντίληψηότι οι γυναικείες τέχνες αποτελούν κεφάλαιο γ κάθε γυναίκα. γυναικών στις γυναικείες τέχνες και τα οικιακά έργα υπαγορεύτηκε οπωσδήποτε από το γεγονός ότι τα επαγγέλματα που θα μπορούσαν να ασκήσουν οι γυναίκες ήταν πολύ περιορισμένα. Παράλληλα ο προσανατολισμός αυτός όχι μόνο δεν απειλούσε τα ταξικά συμφέροντα των γυναικών που ανέλαβαν να προωθήσουντηνεπαγγελματική εκπαίδευση, αλλά τα εξυπηρετούσε καθώς ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις των οικοδεσποινών για προσωπικές και οικιακές υπηρεσίες. Όλα αυτά πάντως δεν αναιρούν το γεγονός ότι η επαγγελματική εξειδίκευση στις γυναικείες τέχνες και τα οικιακά έργα βασίστηκε στην αρχή ότι οι ανάγκες των γυναικών για μόρφωση καθορίζονται πρώτιστα από το φύλο τους — αρχή που οριοθέτησε επίσηςταπρογράμματα των ανώτερων παρθεναγωγείων. Η εμμονή στην ενότητα του γυναικείου φύλου δημιούργησε κατηγορίες με ορισμένες γνώσεις και τέχνες ως «γυναικείες», και παράλληλα νομιμοποίησε τον εφεδρικό χαρακτήρα της έμμισθης απασχόλησης των γυναικών. Η επαγγελματική εκπαίδευση στις γυναικείες τέχνες και τα οικιακά έργα έδωσε νέες διεξόδους βιοποριστικής ερ-
εργασίας,αλλάτόνισε Ιδιαίτερα την ταύτιση των γυναικών με τον οίκο ι .
για
1. Αυτό δεν είναι καθόλου παράδοξο, μια και τα μόναεπαγγέλματαστα όποια δεν αμφισβητείται η ικανότητα των γυναικών είναιαυτάπουθεωρούνται προέκταση των οικιακών καθηκόντων. Βλ. Νόρα Σκουτέρη-Διδασκάλου, «τα εν οίκω μη εν δήμω και αντιστρόφως», στο βιβλίο της Ανθρωπολογικά το γυναικείο ζήτημα (4 μελετήματα), ό.π., σ. 102. για την εφεδρεία της γυναικείας εργασίας, όπως θεμελιώνεται στο φύλο τους και διαφοροποιείται εσωτερικά σύμφωνα με ταξικά κριτήρια στον καπιταλισμό, βλ. στο ίδιο άρθρο, σ. 97-110.
ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΟΙΚΙΑΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ Εγχειρίδια οικιακής οικονομίας
Η οικιακή οικονομία εμφανίζεται στα προγράμματα των ανώτερων παρθεναγωγείων μετά το 1850. στο Διδασκαλείο της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας απασχολούσε κάποτε τις μαθήτριες «τας λοιπάς εργασίμους ώρας», συνήθως όμως διδασκόταν μία η δύο ώρες την εβδομάδα 1 . Σύμφωνα με το νομοσχέδιο του Γ . Θεοτόκη 1. τα προγράμματα του 1851, 1857 και 1870 όριζαν άσκηση στην οικιακή οικονομία «τας λοιπάςεργασίμουςώρας» για την τελευταία τάξη. Βλ. Κανονισμόςτουεν Αθήναις ΔιδασκαλείουτηςΦιλεκπαιδευτικής Εταιρίας, Αθήναι 1851, σ. 9" ΔιοργανισμόςτηςΦιλεκπαιδευτικής Εταιρίας και Κανονισμός του Παρθεναγωγείου αυτής, εν Αθήναις 1857, σ. 14" Σ. ΖιώγουΚαραστεργίου, η μέση εκπαίδευσητωνκοριτσιών..., ό.π., σ. 187.γιατην άσκηση στα της οικιακής οικονομίας στην καθημερινή σχολική ζωή, βλ. «Λογοδοσία της επί των σχολείων επιτροπής, Κ.Π. Ρομπότου μετά τας εξετάσεις του Αρσακείου τη 19 Ιουνίου 1866», Πρακτικά της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρίαςτουέτους 1865 και η Έκθεσις των ενιαυσίων εξετάσεων αναγνωσθείσα τη 21 Ιουνίου 1866 υπό του εισηγητού Κ.Π. Ρομπότου, Αθήνησι 1866, σ. 55. το 1870 στο Ελληνικό Σχολείο Θηλέων της Φιλεκπαιδευτικής ΕταιρείαςστηνΚέρκυρα η οικιακή οικονομία διδασκόταν δύο ώρεςτηνεβδομάδα στην τρίτη τάξη. Βλ. Σ. Ζιώγου-Καραστεργίου, ό.π, σ. 198. στα Πρακτικά της εν Αθήναις Φιλεκπαιδευτικής Εταιρίας του έτους 1871, Αθήναι 1872, σ. 13, 16, αναφέρεται ότι εκτός από το Διδασκαλείο, το μάθημα
θααφιερώνοντανστηνοικιακή οικονομία δύο ώρες την εβδομάδα στην τρίτη και τελευταία τάξη του ανώτερου παρθεναγωγείου1. το πρόγραμμα του 1893 όριζε να διδάσκεται το μάθημα στην πέμπτη τάξη του πλήρους παρθεναγωγείου μία ώρα την εβδομάδα σε σύνολο 36 διδακτικών ωρών2. Σύμφωνα με το ωρολόγιο πρόγραμμα του 1897 ο χρόνος διδασκαλίας παρέμεινε ο ίδιος, ο τίτλος του μαθήματος όμως έγινε «οικιακή οικονομία και μαγειρική»3. Ο Νόμος ΒΤΜΘ' για τη δημοτική εκπαίδευση όριζε μαζί με ταεργόχειραναδιδάσκονται στα κορίτσια «η τέχνητουπαρασκευάζειν εδέσματα, και της οικιακής οικονομίας και τάξεως αι στοιχειώδεις γνώσεις»4. Η οικιακή οικονομία υπήρχε επίσης στα προγράμματα της Οικοκυρικής και Επαγγελματικής Σχολής της Ε νώσεως των Ελληνίδων 5 και του Κυριακού Σχολείου6. Οι άνθρωποι που εργάστηκαν για τη διάδοση της οικιακής οικονομίας στις γυναίκες δε συμφωνούσαν πάντοτε για το ποιό ακριβώς θα έπρεπε να είναι το κύριο αντικείμενο της διδασκαλίας της. Οι διαφορετικές τάσεις που δημιουργήθηκαναποτυπώνονταιστα
διδασκόταν και στην πέμπτη τάξη του αλληλοδιδακτικού. Σύμφωνα με τα προγράμματα των επόμενων ετών πάντως, η διδασκαλία της οικιακής οικονομίας περιορίζεται σε μία από τις τάξεις του Διδασκαλείου. στη δεκαετία του '70 το μάθημα ήταν συνήθως δίωρο, ενώ στη δεκαετία του '80 μονόωρο. η οικιακή οικονομία διδασκόταν επίσης και σε άλλα παρθεναγωγεία. Βλ. Σ. Ζιώγου-Καραστεργίου, ό.π., σ. 223. 1. Βλ. Σ. Ζιώγου-Καραστεργίου, ό.π., σ. 295. 2. «Κανονιστικόν περί ωρολογίου και αναλυτικού προγράμματος των μαθημάτων των πλήρων παρθεναγωγείων και των διδασκαλείων των θηλέων», ΕφημερίςτηςΚυβερνήσεως,αρ.φύλ. 163, 21 Αυγούστου 1893. 3. «Διάταγμα περί προγράμματος μαθημάτωνανωτέρουπλήρους παρθεναγωγείου» (11 Νοεμβρίου 1897), στο Γ. Βενθύλος, ΘεσμολόγιοντηςΔημοτικής Εκπαιδεύσεως..., ό.π., τ. Δ', μέρος Β', σ. 155-162. 4. Βλ. Αλ. Δημαράς, ό.π., τ. Β', σ. 6. 5. Βλ. ενδεικτικά «Προγράμματα Οικοκυρικής και Επαγγελματικής Σχολής», Εφημερίς των Κυριών ΙΑ'/501 (1897), σ. 8. 6. Βλ. «Εξετάσεις του Κυριακού Σχολείου», Εφημερις των Κυριών έ/241 (1891), σ. 2-3.
εγχειρίδια οικιακής οικονομίας που κυκλοφόρησαν στις τρεις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα 1 . Οι τάσεις αυτές θεμελιώνονται σε διαφορετικές εκτιμήσεις για τους παράγοντες της οικιακής ευδαιμονίαςκαιτιςκυριότερες διαστάσεις του έργου της οικοδέσποινας. Συναιρούνται πάντως στην παραδοχή ότι σκοπός της διδασκαλίας είναι να βελτιώσει την απόδοση των γυναικών στο έργο αυτό. Σύμφωνα με ορισμένες εκδοχές της οικιακής οικονομίας, η διεύθυνση του οίκου αποτελεί υψηλό καθήκον απέναντι στην οικογένεια, την κοινωνία και το έθνος. την αντίληψη αυτή συμμερίζονταν οι γυναίκες που αυτή την εποχή αγωνίζονταν για την «εξύψωση του φύλου τους», προσπαθώντας να εξασφαλίσουν μία παιδεία που πίστευαν ότι θα βοηθούσε τις γυναίκες να ανταποκριθούν κα-
1.ταπρώτα εγχειρίδια οικιακήςοικονομίαςπουεκδόθηκαν στην Ελλάδα απευθύνοντανσεάνδρες. Όσο ξέρουμε, το παλαιότεροαπόαυτά είναι η Γεωργική και οικιακή οικονομία του Γεωργίου Παλαιολόγου,πουεκδόθηκεστο Ναύπλιο το 1833. Αντεπιστέλλον μέλος «των εν Παρισίοις Γεωργικής και Κηπουρικής Εταιρειών», ο συγγραφέας ασχολείται περισσότερο με τη γεωργική οικονομία και λιγότερο με την οικιακή. Πάντως στα θέματα που υπάγει στη δικαιοδοσία της περιλαμβάνεται η επεξεργασία και η διατήρηση διαφόρων γεωργικών προϊόντων, η διαχείριση του νερού, οι «οικιακαί κατασκευαί και χρείαι», όπως η αρτοποιία, η οψοποιία και η ταριχευτική, η κατασκευή και η χρήση του θερμομέτρου και άλλων μετεωρολογικών οργάνων, τα μέτρα και τα σταθμά, η χωρομέτρηση, η πρόγνωση του καιρού και η υγιεινή. Δέκα χρόνια αργότερα, το 1843, εκδίδεται στην Κέρκυρα «φροντίσιν της Αγρονομικής Εταιρείας εν Κεφαλληνία» ο πρώτος τόμος του Δοκιμίου αγροικής και οικιακήςοικονομίας,«διά τους δώδεκα μήνας του χρόνουπροςχρήσιν των γεωργών, των βοσκών και άλλων φιλοπόνων, γραμμένονυπότουπατρός Νικολάου Κολουμέλα Ονοράτου του Τάγματος των Μικροτέρων Παρατηρητών, Δημοσίου Καθηγητού της Γεωργικής εις το εν Νεαπόλει Πανεπιστήμιον». εκδόθηκεστηνΑθήνατο1842, είναι μια συλλογή συνταγών μαγειρικής «ερανισθείσα εκ πολλών γαλλικών συγγραμμάτων». ο αρχιμανδρίτης την αφιερώνει στους «εν τοις ιεροίς Μοναστηρίοις προϊσταμένους» και στους συναδέλφους τουστον«κοινόνυπέρπίστεως και πατρίδος ιερόν αγώνα». Ελπίζει πάντως ότι το βιβλίο «θέλει εύρει την ανήκουσαν υποδοχήν εις όλους εν γένει τους ομογενείς, τους μη ειδότας άλλην ευρωπαϊκήν γλώσσαν και μάλισταειςτας
καλύτερασταΙδιαίτερα καθήκοντά τους, θα συντελούσε στην κοινωνική αναγνώριση του έργου τους και θα εδραίωνε την κυριαρχία τους στον οίκο1: «[...] η οικιακή οικονομία είναιηωραιοτέρακαι αγιωτέραενασχόλησις,ανάγκηευχάριστος, καθήκονκαιηδονήτερψίθυρος, και τέλος η ουσιωδεστέρα και λυσιτελεστέρα σπουδή διά την γυναίκα, την μόνην πηδαλιούχον της υλικής και ηθικής ευδαιμονίας της οικογενείας»2. Όσο είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, το πρώτο εγχειρίδιο οικιακής οικονομίας που κυκλοφόρησε στην Ελλάδα και απευθυνόταν αποκλειστικά στις γυναίκες είναι η Περί Οικιακής Οικονομίας Πραγματεία, «μεταφρασθείσα εκ του γαλλικού προς χρήσιν των Ελληνίδων γυναικών», που εκδόθηκε στην Αθήνα το 1871 3 . Έ χ ε ι μότο δύο ρητά: «Αι μεν έμφρονες οικοδομούσιν οίκους, αι δε άφρονες καταστρέφουσιν αυτούς» και «Γυνή χρηστή πηδάλιον έστιν οικίας». «[...] είναι επιστήμη διδάσκουσα πάντα όσα σχέσιν έχουσι προς την καλήν διοίκησιν οίκου τινός. Διδάσκει δε τας γυναίκας Ιδίως τίνα και οποία προσόντα πρέπει να αποκτήσωσιν, όπως καταστήσωσιν εαυτάς αξίας του προορισμού των, εις πόσα και ποία λεπτομερή έργα πρέπει να ασχολώνται και τίνων πραγμάτων την φειδώ δύνανται να επιδιώκωσι. Τέλος δεικνύει οίαν επιρροήν η γυνή δύναται να εξασκή επί της εαυτής οικογενείας και εντεύθεν επί της κοινωνίας ολοκλήρου». ακόμα η οικιακή οικονομία καλλιεργεί τη φιλοκαλία και οπλίζει τις γυναίκες με θάρρος: « Η αίσθησις του καλού εξευμενίζει και τας δυσχερεστέρας και αηδεστέρας όψεις του έργου της γυναικός και καθιστά αυτήν αρκούντως γενναίαν, ώστε
οικοδέσποινας τας μη απαξιούσας τα αρχαία του γένους μας έθιμα». Θεοφίλου Θησέως Κυπρίου, Οικιακή Οικονομία, εν Αθήναις 1842, σ. α'-β'. 1. Βλ. Ε. Φουρναράκη, «Παρέμβαση», ό.π., σ. 513. 2. «η γυνή», Ευρυδίκη Α'/4 (1870), σ. 41. 3. δεν αναφέρεται το όνομα του/της συγγραφέως, του/της μεταφραστή/ ριας ούτε η χρονολογία της έκδοσης του πρωτοτύπου.
ναυποστήκαιτηναηδίανκαιταςαναφυομέναςεξανάγκηςδυσκολίας άνευ του ελαχίστου γογγυσμού η παραπόνου»1. Σύμφωνα με την Πραγματεία, «βάσεις της οίκονομίας»2 είναι η τάξη και η ακρίβεια («εις τόπος διά καθέν πράγμα και καθέν πράγμα εις τον τόπον του» 3 ), η καθαριότητα, η δραστηριότητα («εργάζουαδιαλείπτωςκατά τας δυνάμεις και την ικανότητά σου»4), η πρόνοια και η κυρίως οικονομία («α) να αποφεύγωμεν πάσαν δαπάνην πολυτελείας, β) να μην αγοράζωμεν ό,τι απλώς αρέσκει ημίν χωρίς να ήναι απολύτως αναγκαίον γ) να αγοράζωμεν εις τιμάς συμφερούσας [...] και δ) να μην αφίνωμεν να χάνεται μηδέν εξ όσων δύνανται ακόμη να χρησιμεύσωσιν»5). I I Πραγματεία συνεχίζει με τα «Καθήκοντα των γυναικών προς τα λοιπά μέλη της οικογενείας»6, που συνοψίζονται στο χρέος της οικοδέσποινας να εξασφαλίζει στο σύζυγο έναειρηνικόκαιευχάριστο περιβάλλον και να διαπαιδαγωγεί σωστά τα παιδιά. Έπειτα πραγματεύεται τη σχέση της οικοδέσποινας με τη «μάγειρο», τη «θαλαμηπόλο» και την παιδαγωγό7. Ακολουθούν οι «Λεπτομέρειαι της οικιακής οικονομίας», με συμβουλές για τη φροντίδα καιτηνκαθαριότητα του σπιτιού και της οίκοσκευής8, και «Οδηγίαι τινές περί οικονομιών», που αφορούν την επιλογή και την παρασκευή της πρωινής τροφής, των ροφημάτων και της κύριας τροφής, των κρεάτων9. oι επόμενες ενότητες έχουν τίτλους «Πλύσιμον και αφαίρεσις κηλίδων», «Πλύσιμον μεταξωτών ένδυμάτων»10,
1. Περί Οικιακής Οικονομίας Πραγματεία, εν Αθήναις 1871, σ. 4. 2. στο ίδιο, Κεφ. Α', σ. 5-13. 3. στα ίδιο, σ. 5. 4. Στο ίδιο, σ. 8. 5. στο ίδιο, σ. 12. 6. Στο ίδιο, Κεφ. Β', σ. 13-18. 7. στο ίδιο, Κεφ. Γ', «Περί υπηρετών», «Περί της παιδαγωγού», σ.
18-21.
8. Στο ίδιο, Κεφ. Δ', σ. 21-32. 9. Στο ίδιο, Κεφ. έ, σ. 32-34. 10. στο ίδιο, Κεφ. ΣΤ', σ. 34-39.
«Περί έργοχείρων»1 και «Περί ένδυμάτων»2. Ακολουθείη«Κατάταξις των εξόδων», που διδάσκει την οικοδέσποινα πώς να κρατάει τα λογιστικά της βιβλία και να πετυχαίνει τον Ισολογισμό εσόδων και έξόδων3. υγιεινής, η εγκράτεια και η τάξη στο φαγητό, η καθαριότητακαιο έξαερισμός4. Η επόμενη ενότητα αφορά τη θέρμανση και το φωτισμό των δωματίων, την προστασία από τα κρυολογήματα, τις προφυλάξειςπουαπαιτούνταλουτρά, και τελειώνει με σχόλια κατά των δεισιδαιμονιών, των προλήψεων και των παράλογων φόβων5. τα κεφάλαια «Περί νοσοκόμου» και «Ιατρική των οικογενειών» περιέχουν οδηγίες για τη φροντίδα των αρρώστων στο σπίτι και διδάσκουν τις πρώτες βοήθειες6. Τέλος ο «Επίλογος» της Πραγματείας ανακεφαλαιώνει τα κυριότερα προσόντα και καθήκοντα της οικοδέσποινας, προσθέτοντας στα όσα έχουν προηγηθεί τη σωστήεπιλογήτωνφίλων της, τη χρηστή κοινωνική συμπεριφορά, τηνηθικότητακαιτηθρησκευτικότητα, καθώς και την ανάγνωση ωφέλιμων άναγνωσμάτων7. Σύμφωνα με την Πραγματεία, η οικοδέσποινα αναλαμβάνει διευθυντικά καθήκοντα: «την μεγίστην αξίαν της οικοδεσποίνης αποτελείηδιανομή εις έκαστον πρόσωπον της καταλλήλου προς την Ικανότητα και τας δυνάμεις του εργασίας και η μετ' ακριβείας εκτέλεσιςτουεις αυτήν επιβάλλοντος μέρους»8. Η οικοδέσποινα εξουσιάζειτοσύζυγο έμμεσα και μόνο στο βαθμόπουεπηρεάζει ευνοϊκάτηνικανότητάτουνααποδίδειστηνεργασία.Επίσηςτον
1. Στο ίδιο, Κεφ. Ζ', σ. 39-40. 2. Στο ίδιο, Κεφ. Η', σ. 41-43. 3. στο ίδιο, Κεφ. ο', σ. 43-47. 4. Στο ίδιο, Κεφ. I', «Υγιεινή», σ. 47-50. 5. Στο ίδιο, Κεφ. ΙΑ', «Πρακτικαί τίνες συμβουλαί», «Περί λουτρών», σ. 50-53. 6. στο ίδιο, Κεφ. IB', σ. 54-58 και ΙΓ', σ. 58-72. 7. Στο ίδιο, σ. 72-77. 8. Στο ίδιο, σ. 9.
αποτρέπειαπόεξωοικιακέςδιασκεδάσεις εξασφαλίζοντάς του ένα ευχάριστο περιβάλλον1. Αυτές που υπάγονται άμεσα στη διευθυντική της εξουσία είναι οι υπηρέτριες και οι παιδαγωγοί. Ο έλεγχος τους απαιτεί να γνωρίζει καλά η ίδια η οικοδέσποινα το καθετί που αφοράτηφροντίδα του οίκου. Η γνώση αυτή είναι ιδιαίτερα απαραίτητη για την περίπτωση που κάποτε αναγκαστεί να στερηθεί το υπηρετικό της προσωπικό, οπότε πρέπει να αναλάβει η ίδια όλες τις οικιακές εργασίες2. Α ν και η Πραγματεία αναφέρεται συχνάστιςυπηρέτριες,δε θεωρεί την παρουσία τους πάντοτε δεδομένη και βέβαιαδεναπευθύνεται αποκλειστικά σε εύπορες αναγνώστριες. Άλλωστε το βιβλίο αρχίζει με την αντιπαραβολή ενός φτωχικού αλλά φροντισμένου σπιτικού και ενός πλουσιότερου αλλά παραμελημένου, οδηγώντας την αναγνώστρια στο συμπέρασμα ότι το πρώτο είναι προτιμότερο3. επίσης δίνει μεγάλη έμφαση στην Ικανότητα της οικοδέσποινας να ρυθμίζει τα έξοδα του οίκου σύμφωνα με τα έσοδα και νααποφεύγειτηνπολυτέλεια. Αξίζει τέλος να σημειώσουμε ότι, αν και η Πραγματεία δε θίγει πουθενά το ζήτημα της γυναικείας βιοποριστικής δραστηριότητας, συμβουλεύει την οικοδέσποινα στο βιβλίο εσόδων «να εγγράφη όσα χρήματα παρά του οικογενειάρχου λαμβάνει και όσα η Ιδία από της εργασίας της κερδίζει» 4 . νίδες και αν χρησιμοποιήθηκε ως σχολικό εγχειρίδιο σε κάποιο παρθεναγωγείο. Πάντως τη χρονιά που εκδόθηκε, την οικιακή οικονομία στο Αρσάκειο είχε διδάξει η διευθύντρια Αμεναΐς Καβανιάρη «γαλλιστί», με βάση δικό της έγχειρίδιο5. Δυστυχώς δε στάθηκε δυνατό να βρούμε αντίτυπο του βιβλίου της.
1. στο ίδιο, σ. 14, 73. 2. στο ίδιο, σ. 44. 3. στο ίδιο, σ. 3-4. 4. στο ίδιο, σ. 43. 5. «το μάθημα τούτο συντεταγμένον υπ' αυτής και εν χειρογράφω διδαχθησόμενον μετέφρασεν η κυρία Καλλ. Πετροκοκκίνου και εκδούσαι ομού η κυρία Καβανιάρη και η κυρία Καλλιόπη ιδίοις αναλώμασιν, υπηρέτησαν ουχί
τηςΕμπορικήςΣχολής της Χάλκης και αργότερα του Αρσακείο εξέδωσε δύο εγχειρίδια οικιακής οικονομίας. την Ελληνική Οικιακή Οικονομία. Θεωρητική και πρακτική, «συνταχθείσα προς χρήσιν των απανταχού ελληνικών παρθεναγωγείων», που τυπώθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1875, και την Επιτομή Οικιακής κονομίας, «συνταχθείσα προς χρήσιν των δημοτικών σχολών των κορασιών και των παρθεναγωγείων», που τυπώθηκε στην Αθήνα το 1878 και συστήθηκε από τον υπουργό των Εκκλησιαστι καιτηςΔημοσίας Παιδεύσεως Α . Κουμουνδούρο «ως χρήσιμον ναγνωστικόν βιβλίον εν ταις ανωτέραις του συνδιδακτικού τάξεσι».
μή θετικά, παρατηρώντας μάλιστα ότι «δύναται να διδαχθήκα αυτά τα δημοτικά των θηλέων σχολεία, ένθα τα τέκνα του λαού λαμβάνουσι τας στοιχειώδεις αρχάς ηθικής και πνευματικής μορφώσεως», αλλά και να χρησιμεύει σε οικοδέσποινεςπου«δενηυτύχησαν να ακολουθήσωσι τακτικήν σειράν σπουδών»1.
διεύθυνση της είχε ο ίδιος ο Ζύγουρας, εκδόθηκε η Οικιακή Οικονομία. Πρόκειται ουσιαστικά για επανέκδοση του πρώτου μέρους τηςΕπιτομήςμενέο πρόλογο, λιγοστές αλλαγές στη διατύπωση καιορισμένεςπροσθήκες στην εισαγωγή. Ο συγγραφέας διευκ νίζει: «Επειδή οι εχθροί της οικονομικής προβάλλουσιν ως μέγα
μόνον την Εταιρίαν, αλλά και πάντα τα παρθεναγωγεία της Ανατολής εξ ων έλειπετοτόσον αναγκαίον τούτο μάθημα, διό οφείλεται εις τας κυρίας ταύτας εθνική ευγνωμοσύνη», Πρακτικά της εν Αθήναις Φιλεκπαιδευτικής Εταιρίας του έτους 1871, ό.π., σ. 6. η Αμεναΐς Καβανιάρη άρχισε να διδάσκει τηνοικιακήοικονομία στο Αρσάκειο το 1865 (βλ. Πρακτικά της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρίας του έτους 1865, ό.π., σ. 55). το εγχειρίδιό της εξακολούθησε να χρησιμοποιείται αφού η ίδια σταμάτησε να διδάσκει και το μάθημα ανέλαβεηΑμαλίαΣμιτ. Βλ. Πρόγραμματωνκατά το σχολικόνέτος187879 διδαχθησομένων ... μαθημάτων,ό.π.,σ. 6. 1. Καλλιρρόη Παρρέν, «Οικιακή Οικονομία», Εφημερίς των Κυριών Α'/18 (1887), σ. 6.
κώλυμα της διδασκαλίας αυτής τας υψηλάς ιδέαςταςοποίαςδεν δύναται ν' αντιληφθή μικρά κόρη της τετάρτης του δημοτικού, διά τούτο απεφασίσαμεν να συντάξωμεν κατά την νέαν μέθοδον της διδασκαλίας μικράν πραγματείαν οικιακής οικονομίας διά τα κοράσια του δημοτικού»1. στις πρώτες σελίδες του εγχειριδίου εμφανίζεται η «προς τας Δημοδιδασκάλους» σύσταση του Α . Κουμουνδούρου για τη χρήση του βιβλίου στα σχολεία θηλέων, καθώς και αντίστοιχες συστάσεις του δημάρχου Αθηναίων Π.Σ. Κυριακού «προς τας Διευθυντρίας των Δημοτικών Σχολείων» (5 Αυγούστου 1878), του δημάρχου Πειραιά «Προς τας διευθυντρίας των δημοτικών παρθεναγωγείων» (12 Αυγούστου 1878) και του δημάρχου Κρανίων Γ.Π. Δρακόπουλου «προς τας κυρίας διευθυντρίας των εντωΔήμω παρθεναγωγείων» (15 Μαΐου 1887).
Μότο της Ελληνικής Οικιακής Οικονομίας είναιτοερώτημα του Φιλήμονος «Τί ζην όφελος, ω μη έστι το ζην ειδέναι;»καιη απάντηση «Βίος εστίν αν τις τω βίω χαίρη βιών». Η Οικιακή Οικονομία έχει μότο τρία ρητά: «Ου το ζην περί πλείστου ποιητέον, αλλάτοευζην. (Πλάτ. Κρίτων)», «Διογένης έλεγεν τί ουν ζης, ει του καλώς ζην μη μέλει σοι» και «Συμπεφύκασιν αι αρεταί του ζην ηδέως. (Επικούρου)». Η προσέγγιση του Ζύγουρα στην οικιακή οικονομία διαφέρει ριζικά από εκείνη της Πραγματείας. για το Ζύγουρα ο σκοπός της ταυτίζεται με το σκοπό της οικονομίας γενικότερα, δηλαδήμετην κατάκτηση της ευδαιμονίας που Ισοδυναμεί με τον πλούτο: « Ο πρώτιστος της οικιακής οικονομίας σκοπός είναι η ευδαιμονία· μέσα δε προς επίτευξιν αυτής είναι η ακάματος εργασία προς παραγωγήν, η λογική του πλούτου χρήσις, αι προσπάθειαι προς συντήρησιν και η δραστήρια ηθική δύναμις, η ενισχύουσα τα μέλη της οικογενείας προς αύξησιν του πλούτου»2.
1. Ξενοφών Δ. Ζύγουρας, ΟικιακήΟικονομία,ΒιβλιοθήκητουΕλληνικού Λαού εκδιδομένη κατά μήνα υπό Ξενοφώντος Δ. Ζύγουρα, καθηγητού, τ. 12, Δεκεμβρίου 1889, εν Αθήναις 1889, σ. ιστ'. 2. Ξενοφών Δ. Ζύγουρας, Ελληνική ΟικιακήΟικονομία.Θεωρητική και
ανθρώπου αίσθημα και την μανθάνει μόνος εις τον πρακτικόν β όταν γίνη οικοδεσπότης και διαχειριστής των πραγμάτων αυτού»1. Συγχρόνως η εκμάθηση και η εφαρμογή της είναι καθήκοντα που απορρέουναπότιςΙδιότητες του ανθρώπου ως κοινωνικού, λογικού και πολιτισμένου όντος, που επιζητεί την τελειότητακαιτην εύδαιμονία2. ο πλούτος, υλικός και άυλος, ικανοποιεί τα τρία είδη των ανθρώπινων αναγκών, τις σωματικές, τις πνευματικές καιτιςηθικέςηψυχικές3. οι ηθικές διαστάσεις της οικονομίας, της ευδαιμονίας και του πλούτου είναι αλληλένδετες. Η ηθική διάσταση του υλικού πλούτου έγκειται στο ότι εξασφαλίζει την οικονομική αυτάρκεια, η οποία σε μεγάλο βαθμό Ισοδυναμεί με την ευδαιμονία. Η ίδια η προσπάθεια για τη μεγιστοποίηση του πλούτου είναι μια ενάρετη δραστηριότητα που προϋποθέτει φρόνηση, αυταπάρνηση, ιεράρχηση των αναγκών και χαλ ξεων: «του άθλιου και του πένητος η δυστυχία προέρχεται ουχί διότι στερείται κτημάτων η χρημάτων αλλά διότι η ψυχή αυτού είναι άρρωστος»4. η ευδαιμονία πάντως δεν πρέπει να ξεφεύγει απόταόρια που επιβάλλει το μέτρο: « [ Ο ] ορθός λόγος, έκτος της ηθικής, υπαγορεύει προς τούτοις το μέτρον των απολαύσεων, η κοινωνική και η οικονομική κατάστασις επιτρέπουσιν ημίν» 5 . Έτσι όταν η οικονομία στερηθεί την ηθική της βάση και σκοπιμότητα και ξεφύγει από τα όρια της λογικής, εκφυλίζεται σε «γλισχρότητα» η «φυλαργυρία» και ακόμα χειρότερα σε «σπατάλη» και
πρακτική, συνταχθείσα προς χρήσιν των απανταχού ελληνικών παρθεναγωγείων, εν Κωνσταντινουπόλει 1875, σ. 188. 1. Στο ίδιο, σ. 35-36. 2. στο ίδιο, σ. 34-35 και του ίδιου, Οικιακή Οικονομία,ό.π.,σ. 4. 3. Βλ. στα βιβλία του Ξ. Δ. Ζύγουρα, Ελληνική Οικιακή Οικονομία..., ό.π., σ. 28, 29. Επιτομή Οικιακής Οικονομίας...,ό.π.,σ. 5-6, 9-10 και Οικιακή Οικονομία,ό.π.,σ. 3-5. 4. Ξ. Δ. Ζύγουρας, Ε πιτομή ..., ό.π., σ. 72. 5. Ξ. Δ. Ζύγουρας, Ελληνική Οικιακή Οικονομία..., ό.π., σ. 118-119" βλ. και σ. 140 - 149.
«ασωτεία»1. Ακόμα η ευδαιμονία επιτρέπει την άγαθοεργία2. Η διασφάλιση του πλούτου προϋποθέτει γνώσεις. ο Ζύγουρας επιμένει ότι η οικονομία είναι επιστήμη, δηλαδή «άθροισμα των σαφών γνώσεων, τας οποίας ο άνθρωπος βάλλει εις τοιαύτην κατάταξιν και αλληλουχίαν, ώστε ευκόλως να απομνημονεύη, ευχερώς να εφαρμόζη και ετοίμως να άναφέρη»3. « Η οικονομία όταν εφαρμόζηται εντός της οικίας, και προτίθεται να μάς διδάξη πώς να αποκτώμεν τον οικογενειακόν πλούτον, πώς να τον μεταχειριζώμεθα, πώς να τον συντηρώμεν και πώς να αυξάνωμεν αυτόν, τότε [...] λέγεται οικιακή· αν όμως [...] εφαρμόζεται εις την κοινωνίαν η πολιτείαν, [...] τότε λαμβάνει το όνομα δημοσία η πολιτική οικονομία, ήτις κατ' άλλους λέγεται και διά μιας λέξεως πλουτολογία»4. « Η οικονομία δεν είναι ούτε μαγειρική, ούτε υφαντική. Αύτη κυρίως προτίθεται να μάς διδάξη την διεύθυνσιν και μεταχείρισιν των τεχνών προς πλειοτέραν παραγωγήν παροξύνουσα την ευφυΐαν του παραγωγού διά την χρήσιν εντελεστέρων μηχανών και μεθόδων της κατασκευής και υπαγορεύουσα την επιτυχεστέραν των κεφαλαίων μεταχείρισιν»5. αυτόν «η γυνή εκμηδενίζεται επί τοσούτον ώστε καθίσταται χειροτέρα και αυτών των θηλέων ζώων»6. το «οικονομικόν πιστεύω» της λέει: «[...] περιφρονώ την πτωχαλαζονείαν, την πολυτέλειαν, τους συρμούς και τα συμπόσια. Από τούδε κηρύττω ότι είμαι ευτυχής" διότι δεν οφείλω εις κανένα, είμαι ανεξάρτητος και δεν έδωκα αφορμήν εις κανένα να διασύρη την τιμήν και την αξιοπρέπειαν τηςοικογενείαςμου. Εξησφάλισα εφόδια διά το γήρας, έχω πώς να
1. στο ίδιο, σ. 35, 164. Βλ. και του ίδιου, Επιτομή..., ό.π., σ. 29-31 και Οικιακή Οικονομία,ό.π.,σ. 31. 2. Ξ. Δ. Ζύγουρας, Ελληνική ΟικιακήΟικονομία...,ό.π.,σ. 36. 3. στο ίδιο, σ. 29-30. 4. Στο ίδιο, σ. 30. 5. Ξ. Δ. Ζύγουρας, Επιτομή..., ό.π., σ. 51. 6. Στο ίδιο, σ. 105.
εκπαιδεύσωτατέκνα μου, πάντες με αγαπώσι" διότι περί πάντ μεριμνώ. Όστις κατηγορεί τα προστάγματα ταύτα του λογικού είναι εχθρός εμού και της κοινωνίας" τον περιφρονώ, τον βδελύσσομαι, διότι ηθικώς είναι άρρωστος, πάσχει και θα πάσχη μέχρι θανάτου καταβαίνων εις τον τάφον εξουδενισμένος, άθλιοςκαιέστιγματισμένος»1. Κατά το Ζύγουρα η οικιακή οικονομία, όπως και η οικονομία γενικότερα, αφορά την παραγωγή, τη συντήρηση και αύξηση και τη χρήση και ανάλωση του πλούτου. Οι τρεις αυτοί τομείς, στην Επιτομή και την Οικιακή Οικονομία ονομάζονται αντίστοιχα «χρηματιστική», «οικονομική» και «χρηστική»,αποτελούντις βασικές ενότητες των εγχειριδίων του. στην πρώτη ο συγγραφέας εξετάζειταόργανα της παραγωγής, την εργασία, το κεφάλαιο κ τη φύση, και παραθέτει μεθόδους για την αξιοποίησή τους. δεύτερη αναπτύσσει τα πλεονεκτήματα της φειδούς, της πρόνοιας καιτηςλιτότητας, και περιγράφει τις επωφελείς υπηρεσίες π προσφέρουν τα «ιδρύματα υπέρ της φειδούς», οι τράπεζες, τα ταμιευτήρια και οι ασφαλιστικές εταιρείες. στην τρίτη ενότητα τέλος υπάγει προειδοποιήσεις για τους κινδύνους που συνεπάγονται οι «άγονες αναλώσεις» και οι κάθε είδους σπατάλες, καθώς και συμβουλές για την ορθολογική ρύθμιση των δαπανών μέσω της καταστιχογραφίας2.
1. Ξ. Δ. Ζύγουρας, Ελληνική Οικιακή Οικονομία..., ό.π., σ. 165. 2. η Ελληνική ΟικιακήΟικονομίαπεριλαμβάνει τα έξης μέρηπουπεριέχουν επιμέρους κεφάλαια: «Γενικαί περί οικονομίας γνώσεις», σ. 17-43. Μέρος Πρώτον: «Περί παραγωγής του οικογενειακού πλούτου», σ. 44-114_ Βιβλίον Δεύτερον: «Περί αναλώσεως του οικογενειακού πλούτου», σ. 115148. Βιβλίον Τρίτον: «Περί συντηρήσεως του οικογενειακού πλούτου», σ. 149-180. το Βιβλίον Τέταρτον (σ. 181-190) δεν έχει τίτλο και περιλαμβάνει τα εξής κεφάλαια: Α' «η αληθής του πλούτου έννοια και αι ήθικαί αυτού πηγαί». Β' «αι οικογενειακαί αρεταί και ο πλούτος». Γ' «η οικιακή οικονομία και η ευδαιμονία». κονομίας γνώσεις», σ. 9-15. Θεωρητική Οικονομία: Α' «Χρηματιστική η πα-
Περιγράφοντας την ορθολογική συμπεριφορά που υπαγορεύει ηοικονομία,οΖύγουρας δεν αναφέρεται πάντοτε στα Ιδιαίτερ καθήκοντα της οικοδέσποινας. Άλλωστε με τα ζητήματαπουεξετάζει στα εγχειρίδια οικιακής οικονομίας ασχολήθηκε και σε άλλα βιβλία που δεν απευθύνονται στις γυναίκες. Είναι χαρακτηριστικό ότι συχνά αποδέκτης των ρυθμιστικών προτάσεων που περιέχονται σταεγχειρίδιαοικιακήςοικονομίας είναι πρώτα «ο άνθρωπος» κ μόνο κατά έμμεσο τρόπο η οικοδέσποινα. για παράδειγμα: «Μας επιβάλλεταιηεργασίαυπό της φύσεως»1. « Ο μωρός, ο άθλιος ομηεκτιμώνεαυτόν,σπαταλά αφρόνως τας ώρας»2. «εν ω διά των σωματικών δαπανών πολλάκις ο άνθρωπος κινδυνεύεινα ταστραφή, διά των πνευματικών και ψυχικών, ωφελείται θετικώς και διαρκώς»3.
τουςανθρώπους.Η Ιδιαιτερότητα του έργου της οικοδέσποιν συνίσταται στο ότι το πεδίο στο οποίο εφαρμόζει τις αρχές αυτές είναι ο οίκος. Έτσι οι αναφορές στα ειδικά καθήκοντα της οικοδέσποινας εικονογραφούν συνήθως τη σημασία και τους τρόπους τηςεφαρμογήςγενικών αρχών στον οίκο. για παράδειγμα: «Όταν ο ράπτης μέμφεται την καθεστηκυίαν ζωήν [...], ο διδάσκαλος τους διανοητικούς κόπους, ο μαθητής αηδιάζει τα μα-
παραγωγήτουοικογενειακού πλούτου», σ. 15-26. Β' «Οικονομική η συντήρησις και αύξησις του οικογενειακού πλούτου», σ. 27-34. Γ' «Χρηστική η χρήσις του οικογενειακού πλούτου», σ. 34-45. Πρακτική Οικονομία: «Εισαγωγή», σ. 46-50. Α' «Πρακτική της χρηματιστικής», σ. 50-63. Β' «Πρακτική της οικονομικής», σ. 63-69. Γ' «Πρακτική της χρηστικής», σ. 70-104. Δ' «η διεύθυνσις του οίκου», σ. 104-126. ρητική Οικονομία: «Χρηματιστική», σ. 14. «Οικονομική η συντήρησις και αύξησις του οικογενειακού πλούτου», σ. 28. «Χρηστική», σ. 36-46. «Επίλογος», σ. 46-47. 1. Ξ. Δ. Ζύγουρας, Επιτομή..., ό.π., σ. 17. 2. Ξ. Δ. Ζύγουρας, Ελληνική Οικιακή Οικονομία..., ό.π., σ. 80. 3. Ξ. Δ. Ζύγουρας, Οικιακή Οικονομία, ό.π., σ. 41.
μαθήματα,οζωγράφος βαρύνεται την άκραν επιμονήν την οποίαν τω επιβάλλει η τέχνη του, τότε ούδ' ο ράπτης θα γείνη τέλειος, ουδ' ο διδάσκαλος σοφώτερος, ουδ' ο μαθητής άριστος, ουδ' ο ζωγράφος έξοχος και τέλειος. αν παρατηρήσωμεν τας καλάς οικοκυράς, θα ίδωμεν ότι απέβησαν έξοχοι [...] διότι ούτε μίαν στιγμήν δεν απηύδησαν, δεν εδειλίασαν, δεν εβαρύνθησαν ενώπιον της εργασίας και της επιμονής, ην η οικονομία άπαιτεί» 1 . « Η χρήσις των κεφαλαίων απαιτεί σκέψιν όπωςμηεκτης χρήσεως καταστρέφωνται. Τούτο ενδιαφέρει όχι μόνον τους βιομηχάνους, αλλά και την οίκοδέσποιναν»2. « Η ευωνία [στην πλύση] συνίσταται εις την μικράν δαπάνην του σάπονος, των ξύλων, του ύδατος και της έργασίας»3. «Πάσα νέα εφεύρεσις συντελεί σπουδαίος εις την χρήσιν του πλούτου και εις την ευκολωτέραντηςεργασίαςεφαρμογήν,αιοικιακαί μηχαναί, τα σκεύη, τα έπιπλα του οίκου και [...] πάσα άλλη εφεύρεσις [...] βοηθούσι την προσεκτικήν οικοδέσποινανειςτην επιτυχήτουπλούτου χρήσιν»4. Συνεπής στην πεποίθηση ότι η οικιακή οικονομία οφείλει να υπηρετεί τη μεγιστοποίηση του οικογενειακού πλούτου, ο Ζύγουρας παρομοιάζει τον οίκο με εταιρεία η συνεταιρισμό" τα μέλη του συνδέονται με ιερό οικογενειακό δεσμό,αλλάεμφορούνταικαιαπό μία έμφυτη τάση «προς βελτίωσιν και τελειότητα» και επιδιώκουν κοινά συμφέροντα. Όπως ένας συνεταιρισμός, ο οίκος λειτουργεί με βάση τον καταμερισμότηςεργασίας,πουεδώακολουθείτη «φυσική» διαφορά των φύλων και κατά δεύτερο λόγο τις διακρίσεις της ηλικίας: «εις τον οικογενειακόν συνεταιρισμόν τα έργα του οίκου κατά τας ανάγκας και δυνάμεις εκάστου κατεμερίσθησαν κατά φυσικόν τινά τρόπον. ο μεν πατήρ ως Ισχυρότερος ανεδέχθη την υπεράσπισιν όλων και την προμήθειαντωναναγκαίωντης
1. 2. 3. 4. Ξ. Δ. Ζύγουρας, Ελληνική Οικιακή Οικονομία..., ό.π., σ. 48. Ξ. Δ. Ζύγουρας, Επιτομή..., ό.π., σ. 37-38. Στο ίδιο, σ. 85. Ξ. Δ. Ζύγουρας, ΟικιακήΟικονομία,ό.π.,σ. 27.
13. Μάθημα μαγειρικής
ζωής, η δε μήτηρ ανέλαβε την διεύθυνσιν του οίκου, την περιποίησιν απάντων, την κατασκευήν των προς τροφήν και ιματισμόν αναγκαίων,καιτέλος την καλήν διατήρησιν των προς ζην χρη μων. τα δε τέκνα άμα φθάσαντα εις ηλικίαν φυσικώς ανεδέχθησαν ταμενάρρενα την του πατρός ασχολίαν, τα δε θήλεα παρέμειναν εν τω οίκω προς βοήθειαν της μητρός»1. στους άνδρες και τις γυναίκες είναι συμπληρωματικές, όπως είναι καιοιαποστολέςτους. Έτσι ο άνδρας, Ισχυρότερος στο σώμα, τολμηρότερος και Ικανότερος στο «επιχειρείν», είναι καταλληλότερος γιατηνέκτος του οίκου οικονομία, ενώ η γυναίκα, «το εντελέστατον των επί της γης πλασμάτων», για την έντός2. το έργο της συζύγου: «Υπάρχουσιν άνδρες δύσπιστοι και αλαζώνες φρονούντες ότι είναι ταπείνωσις να υποκύπτωσιν ειςταςοικονομικάς προσταγάς της γυναικός, ευρίσκοντες ούτως ευρείαν ελευθερίαν εις την οδόν της ασωτείας και της φαυλοβιότητος. Άλλοι πάλιν δυσπιστούσι να παραδώσωσιν εις χείρας γυναικός άπειρου το βαλάντιον αυτών ως στερουμένης δήθεν της τέχνης του διαχειρίζεσθαι τον πλούτον»3. Η σύζυγος είναι θεματοφύλακας του οικογενειακού πλούτου, της τάξης και της ηθικής του συζύγου: «Αύτη είναι ο ταμίας, ο εισπράκτωρ, ο λογιστής της οικογενείας, διότι αύτη δίδει λογαριασμόν και λαμβάνει λογαριασμόν των προσόδων και δαπανών, αύτη επιτηρεί με άγρυπνον όμμα την ανάλωσιν, και εν τω δικαίω της ανθίσταται εις τα άλογα των ορέξεων και επιθυμιών ατοπήματα, διά δετηςηθικής αυτής επιρροής καταντά ο οικονομικός αστυνόμος, όστις επιτηρεί τα πάντα προς την κοινήν της οικογενείας ευδαιμονίαν. τον τοιούτον της γυναικός προορισμόν ανεγνώριζον οι άρ1. Ξ. Δ. Ζύγουρας, Ελληνική Οικιακή Οικονομία..., ό.π., σ. 22-23. 2. Στο Ιδιο, σ. 19-20. Βλ. επίσης του ίδιου, Επιτομή..., ό.π., σ. 106107 και Οικιακή Οικονομία, ό.π., σ. 2-3. 3. Ξ. Δ. Ζύγουρας, Επιτομή..., ό.π., σ. 106-107.
αρχαίοιτηςοικονομίαςδιδάσκαλοι" διότι απεκάλουν την οικοδέσποιναν πηδάλιον της οικίας και ο Ξενοφών νομοφύλακα, φρουρόν, και βασίλισσαν του οίκου. Τοιαύτην έχουσα αποστολήν η γυνή ου μόνον πρέπει να γνωρίζη την οικονομίαν θεωρητικώς και πρακτικώς, αλλάκαιναέχη την σοφίαν να την επιβάλλη εις τους μη πειθομένους εις τα ωραία και σωτήρια αυτής διδάγματα. Οφείλει να πείση τον συζυγόν της ότι χάριν της ιδίας εαυτών και της των τέκνων ευδαιμονίας πρέπει να γείνη αυτάρκης, λιτοδίαιτος, εγκρατής [...]. ειςτασωτήρια ταύτα διδάγματα της οικοδεσποίνης, ο φρόνιμος οικοδεσπότης [...] θα αγάλλεται» 1 . Πάντως η στοιχειώδης τουλάχιστον γνώση των κανόνων της οικιακήςοικονομίαςείναι Ιδεώδης προϋπόθεση για να ανταπεξέλθει και ο σύζυγος στο ρόλο του ως μετόχου της οικιακής «εταιρείας». Δηλαδή οι «φυσικές» Ιδιότητες που τον προδιαθέτουνγιατα έκτος του οίκου δε δικαιολογούν άγνοια η αδιαφορία για τα οικιακά, ούτε τον απαλλάσσουν από κάθε σχετική φροντίδα2. Αντίστοιχα η κλίση των γυναικών στα οικιακά δε συνεπάγεται αδυναμία για βιοποριστική εργασία, η οποία όχι μόνον επιτρέπεται αλλά και επιβάλλεται σε δύσκολους καιρούς. Έτσι ο Ζύγουρας πιστεύει ότι «η φρόνησις υπαγορεύει [στο κορίτσι] παιδιόθεν ναεναγγαλισθήεπάγγελμάτι, ικανόν αείποτε να ασφαλίζη εαυτής τε και των φιλτάτων της την ευημερίαν». Ιδιαίτερα συνιστά εκείνα που ταιριάζουν στις κλίσεις της: «Όπου απαιτείται αίσθησις, λεπτότης, υπομονή, εκεί η γυνή επιτυγχάνει και ευδοκιμεί. Αι ωραίαι τέχναι, η ζωγραφική, η μουσική, η γλυπτική, η τορνευτική, και πάσα η λεπτή λεγομένη χειροτεχνία ανήκει εις την γυναίκα, οίον η χειροκτιοποιΐα, η ραπτική, η ποικιλτική, η ανθοποιΐα». Αλλά όχι μόνον αυτά: «και εις κλάδους τινάςτωνεπιστημώνεπιτυγχάνει η γυνή, οίον της μαιευτικής, της παιδαγωγίας, της διδασκαλίας των νηπίων και μεγάλων κορασιών, εις την τηλεγραφίαν, ειςτηντήρησιν
1. Ξ. Δ. Ζύγουρας, Ελληνική Οικιακή Οικονομία..., ό.π., σ. 186-187. 2. στο ίδιο, σ. 185-186.
σιν των καταστίχων εμπορικού καταστήματος, και προσέτιειςτην διεύθυνσιν πολλών εμπορικών καταστημάτων, μη εξαιρουμένων και των τραπεζιτικών»1. θερμός υπέρμαχος του δικαιώματος των γυναικών στην εργασία: «τα επαγγέλματα εκ φύσεως εισί μεμερισμένα και ελεύθερα [...] Όθεν επιτρέπεται εις την γυναίκα να μετέλθη οιονδήποτε επάγγελμα συγχωρεί εις αυτήν η σωματική και πνευματική δεξιότης, ως και εις τον άνδρα [...] Πάσα τοιαύτη απαγόρευσις εις την γυναίκα είναι εναντία εις την προαγωγήν του ανθρωπίνου γένους, και βλάπτει σπουδαίως τον πολιτισμόν και του ανδρικού φύλου την ευημερίαν»2. στην Επίτομη πάντως επισημαίνει ότι προτιμότερη από την επί μισθώ είναι η κατ' αποκοπήν εργασία, που επιτρέπει στις γυναίκες να συνδυάσουν το βιοπορισμό με τα καθήκοντά τους στον οίκο. Η γυναίκα βέβαια δεν επιδρά στην κοινωνία μέσω της ενδεχόμενης βιοποριστικής εργασίας της, αλλά κυρίως μέσω της οικιακής αποστολής της. Θεωρώντας την οικογένεια βασικό κύτταρο της κοινωνίας και την κοινωνία άθροισμα οικογενειών, ο Ζύγουρας εξαρτά την ευημερία των «εθνών» η των «λαών» από την αποτελεσματική διοίκηση του κάθε οίκου. την ιδιαίτερη αυτή σημασία της γυναικείας αποστολής επικαλείται για να τονίσει την αναγκαιότητα της εκπαίδευσης των κοριτσιών και κυρίως της μόρφωσής τους σε θέματα οικιακής οικονομίας και παιδαγωγίας.Αποδίδειτην αποτυχία των γυναικών στην αποστολή τους στην έλλειψηητις ατέλειες της γυναικείας εκπαίδευσης: «η μέχρι τούδε παίδευσις δεν υπήρξε αποτελεσματική, διότι διέδωκε την μανίαν της αναγνώσεως των μυθιστορημάτων, και κατέστησε την εργασίαν μισητήν [...] διότι αντί να ενισχύση το γυναικείον πνεύμα εις το σκέπτεσθαι και εργάζεσθαι, απεναντίας διέδωκετηνημιμάθειαν,την
1. Στο ίδιο, σ. 102-103. Βλ. επίσης του ίδιου, Επιτομή..., ό.π., σ. 602. Ξ. Δ. Ζύγουρας, Ελληνική Οικιακή Οικονομία..., ό.π., σ. 103.
κουφόνοιαν, και πτωχαλαζονείαν»1. Αντίθετα η διδασκαλία της οικιακής οικονομίας και η γυναικεία εκπαίδευση γενικότερα πρέπει να Οδηγεί στο «να αποβή η γυνή το στήριγμα της οικογενείας καιτουέθνους το αγλάϊσμα" διότι αι γυναίκεςεκπολιτίζουσιτα έθνη ανατρέφουσαι εναρέτους, πιστούς, ηθικούς και οικονόμους πολίτας» 2 . Ο Ζύγουρας θεωρεί ότι οι αρχές της οικονομίας που προβάλλει σταεγχειρίδιάτου χαρακτηρίζουν την «υγιά» η «αληθή» οικιακή οικονομία, δηλαδή την «ελληνική» οικιακή οικονομία, την όποια αντιπαραθέτειστη«νόθο», «ψευδή», «ευρωπαϊκή» διδασκαλία. Ανάγει τις αρχές αυτές στον Όμηρο, τον ' Ησίοδο, τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, τον Ξενοφώντα, το Μένανδρο, το Θέογνη, την Πυθαγορία Περικτιώνη, τη Φιντώ, τη Θεανώ και άλλους αρχαίους Έλληνες, που τους θεωρεί πατέρες της οικονομίας3. στη διδασκαλία της ελληνικής σοφίας εναποθέτει πολλές ελπίδες: «Είναι βέβαιον ότι η τάξις του βίου και η περίτοεργάζεσθαιεμπειρίακαι πολλά έτι αγαθά της οικονομικής σοφίας των προγόνων απωλέσθησαν,αλλ'ανακτώνταιταχέως διά της υγειούς διδασκαλίας της Ελληνικής οικιακής οικονομίας»4'. Διακριτικό χαρακτηριστικό της οικιακής οικονομίας που προτείνει είναι ο «θεωρητικός» χαρακτήρας της, απόρροια της ένταξής της στην ενιαία επιστήμη της οικονομίας. την ευθύνη για τη διαστρέβλωση της οικιακής οικονομίας ο συγγραφέας την αποδίδει στους «Ευρωπαίους», οι οποίοι ακολουθώντας τα βήματα του «Αδάμ Σμιθ» και του «Κουεσνέη» διέσπασαντηνενότητατης οικιακής και της πολιτικής οικονομίας και καλλιέργησαν τη δεύτερη σε βάρος της πρώτης5. Έκτοτε η οικιακή οικονομία εκφυλίστηκε
1. Ξ. Δ. Ζύγουρας, Ε πιτομή..., ο. π., σ. 61. 2. Ξ. Δ. Ζύγουρας, Ελληνική Οικιακή Οικονομία..., ό.π., σ. 7-8. 3. Βλ. π.χ. στο ίδιο, σ. 37-38, και του ίδιου, Ε πιτομή..., ό.π., σ. στ', 12, 13 και Οικιακή Οικονομία,ό.π.,σ. ι', 6-8. 4. Ξ. Δ. Ζύγουρας, Επιτομή..., ό.π., σ. έ, και του ίδιου, Οικιακή Οικονομία, ό.π., σ. ο'. 5. Βλ. Ξ. Δ. Ζύγουρας, Ελληνική Οικιακή Οικονομία..., ό.π., σ. 38, του
στηκε σε «οικονομία των συνταγών», στράφηκε δηλαδή σε πρακτικές γνώσεις που προσανατολίζουν στο θεαθήναι, υποθάλποντας την τάση για επίδειξη και σπατάλη: « Η [...] νόθος και ποταπή διδασκαλία της οίκονομίας έξαρτά την εύδαιμονίαν της οικογενείας από την κομψήν περικόσμησιν του οίκου, από τυπικάς τινας συνταγάς προς καθαρισμόν επίπλων, σκευών και ένδυμάτων και τέλος από νόθον τινά καλαισθησίαν, ήτις φονεύει την εύαισθησίαν και τον χαρακτήρα της γυναικός και άπορροφά τον οίκογενειακόν πλούτον». Η διδασκαλία αυτής της οικιακής οίκονομίας «εξήπλωσεν εν Ευρώπη την πενίαν, την διαφθοράν και συνετέλεσε σπουδαίως εις την κατάλυσιν των Ιερών της οικογενείας δεσμών»1. Πρωτεργάτριες και έκπροσώπους των τάσεων που έπικρίνει θεωρεί την «εν Παρισίοις διδάσκαλον [...] Εύγενίαν Ιππώ», που άπογύμνωσε την οίκιακή οικονομία από τα έπιστημονικά της θεμέλια, Ορίζοντάς την ως «τέχνη», και την άμερικανίδα «Βίησσερ», που την καλλιέργησε «ως την ύγιεινήν και ήθικήν έπιστήμην»2. Αντίθετα συγκαταλέγει το Βενιαμίν Φραγκλίνο και τον καθηγητή
ίδιου,Επιτομή...,ό.π.,σ. 13 και Οικιακή Οικονομία,ό.π.,σ. 8. 1. Βλ. Ξ. Δ. Ζύγουρας, Επιτομή..., ό.π., σ. στ', ζ' και του ίδιου, Οικιακή Οικονομία,ό.π.,σ. ι', ια'. 2. Βλ. Ξ. Δ. Ζύγουρας, Ελληνική Οικιακή Οικονομία..., ό.π., σ. 31 39-40. ο Ζύγουρας άναφέρει το βιβλίο της E. Hypeau με το γαλλικό του, τίτλο, Cours d'Economie domestique, και χρόνο έκδοσης το 1869, εκδόθηκε το 1874. η Beecher ίχει γράψει πολλά βιβλία και είναι δύσκολο είναι ϊσως λανθασμένη, μια και το 1874 η Beecher δεν εξέδωσε σύγγραμμα οικιακής οίκονομίας, αλλά βιβλίο με τίτλο Educational reminiscences and suggestions. ο Ζύγουρας έννοεϊ ϊσως το New Housekeeper's Manual, κυκλοφόρησε το 1873, το Principles of domestic science (1873), το Miss Beecher's housekeeper and healthkeeper (1873) η το πρώτο της βιβλίο Treatise on domestic economy, που πρωτοκυκλοφόρησε το 1841 και επανεκδόθηκε πολλές φορές. Βλ. Kathryn Kish Sklar, Catharine Beecher: A study in American domesticity, Νέα Υόρκη 1973, σ. 333-334.
«Μεζιέρο» στους ελάχιστους σύγχρονους σοφούς που ασχολήθηκαν με την οικιακή οικονομία1. Ο Ζύγουραςεκτιμάιδιαίτερατο δεύτερο, και στον πρόλογο που έγραψε για την έκδοση της Οικιακής Οικονομίας το 1889 ομολογεί ότι στράφηκεσταοικονομικά αφούτο1863 διάβασε τυχαία «το πολλού λόγου άξιον σύγγραμ
ou remède au pauperisme το βραβευθέν υπό της Γαλλικής Α κ α -
του Πρυτάνεως κυρίου Μεζιέρου, επιγραφόμενον L' Econo
δημίας». Παραθέτει απόσπασμα του βιβλίουμετιςαπόψειςτου Μεζιέρου για τη σημασία της διδασκαλίας της οικιακής οικονομίας στα σχολεία. με αφορμή τα σχόλια του γάλλου καθηγητή καταδικάζει την ελληνική κυβέρνηση για την αδιαφορία της προς το θέμα2.
Η Οικιακή Οικονομία της Σαπφούς Κ. Λεοντιάδος εκδόθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1887 «προς χρήσιν των παρθενα γείων». Η Εφημερίς των Κυριών, της οποίας ήταν μέλοςηΛεοντιάς, αφιέρωσε στο βιβλίο μια κολακευτική κριτική 3 . Λίγο αργότερα η Εφημερίς απάντησε στον Ξενοφώντα Ζύγουρα, ο οποίος προφανώς είχε δυσαρεστηθεί από την κριτική αυτή. Η Εφημερίς
1. ο Ζύγουρας (Ελληνική Οικιακή Οικονομία..., ό.π., σ. 32) παραθέτει απόσπασμα από το σύγγραμμα του M. L. Mezières, L' Economie (1853), 2. Ξ. Δ. Ζύγουρας, Οίκιακή Οικονομία, ό.π., σ. ιγ'-ιέ. ο Ζύγουρας χαρακτηρίζει την προκήρυξη του υπουργείου για τη συγγραφή βιβλίου ραπτικής «παράλογον πεισμονήν» και γράφει ότι ο τμηματάρχης του υπουργείου δικαιολογήθηκε για την παράλειψη της οικονομίας λέγοντας ότι αυτή δεν περιλαμβάνεται στα προγράμματα του δημοτικού στη Γερμανία. ο συγγραφέας λαμβάνει και τη συγγραφή σύντομου εγχειριδίου οικιακήςοικονομίαςμόνο σούτον ανωφελής διά τα παρθεναγωγεία ως και διά τον συγγραφέα, ώστε δείς έχων άρτιον τον νουν θέλει υποβάλει συγγραφήν προς έγκρισιν». 3. Βλ. Καλλιρρόη Παρρέν, «Διδασκόμεθα την οικιακήν οικονομίαν;», φημερίςτωνΚυριών Α'/30 (1887), σ. 3-4.
του καταλογίζει Ιδιοτέλεια" αποδίδει την αρνητική γνώμη του για το έργο της Λεοντιάδος στο φόβο μήπως χάσει τα κέρδη του, μήπως δηλαδή δεν εξασφαλίσει την προτίμηση του βιβλίου του στο διαγωνισμό του υπουργείου. Επίσης τον κατηγορεί ότι αναφέρεται στις δυσμενείς εντυπώσεις που η Οικιακή Οικονομία της Λεοντιάδος προκάλεσε σε γνωστούς τουοικονομολόγους,χωρίςνατους κατονομάζει η να εκθέτει τους λόγους τους1. Η Λεοντιάς υπάγει τη διδασκαλία που αφορά τη μεγιστοποίηση του οικογενειακού πλούτου στην οικιακή οικονομία,αλλάδεν περιορίζεται σε αυτήν. Συμπεριλαμβάνει στο βιβλίο της πολλά από τα ζητήματα της διεύθυνσης του οίκου που έθιγε και η Πραγματεία. Η Λεοντιάς δεν οριοθετεί το αντικείμενό της τόσο αυστηρά όσο ο Ζύγουρας, και έτσι επιτρέπει στον εαυτό της να λάβει υπόψη το σύνθετο χαρακτήρα των καθηκόντων της οικοδέσποινας. Ταυτόχρονα η προσέγγισή της διαφοροποιείταιαπόεκείνητης Πραγματείας, καθώς δεν αρκείται να περιγράψει απλώς τους τρόπους με τους οποίους η οικοδέσποινα πρέπει να εκτελεί τα καθήκοντά της, αλλά αναλύει διεξοδικά την αναγκαιότητα και τη σημασία της ανάθεσης της φροντίδας του οίκου στις γυναίκες. Σύμφωνα με την τελική διατύπωση της Λεοντιάδος, «το βαθύ και σπουδαίον περιεχόμενον νόημα της Οικιακής Οικονομίας διατυπούται εις ταύτα: Οικιακή Οικονομία σημαίνει την σωματικήν και πνευματικήν παρασκευήν του ανθρώπου, ανδρός και γυναικός, όπως γένωνται άξιοι αρχηγοί και κυβερνήται και μορφωταί, και προβιβασταί του οικογενειακού βίου υπό υλικήν και ηθικήν έποψιν. την σκόπιμον και θεάρεστον κίνησιν και ενέργειαν των σωματικών και πνευματικών αυτών δυνάμεων επί των δυνάμεων και ενεργειών της φύσεως και την μετά λόγου και αρετής χρήσιν των υπαρχόντων αύλων και υλικών κεφαλαίων προς παραγωγήν και κτήσιν των οικείων και αναγκαιούντων τω τε ατομικώ και οικογενειακώ
1. Βλ. Καλλιρρόη Παρρέν, «ο Κύριος Ξενοφών Ζύγουρας», Εφημερίς
βίω αγαθών την τε τούτων και την μετά της αναλώσεως και επί τούτοις πάσι μένην διατήρησιν και
συνετήν και σώφρονα διαχείρισιν πάντων δυνάμεως ηθικής διοίκησιν και διακανόνισα και δαπάνης αυτών διά τας παρούσας ανάγκας, την εκ της τοιαύτης διαχειρίσεως προερχοπροβλεπομενην φύλαξιν και αύξησιν αυτών
διά τας μελούσας»1. Συνοπτικότερα η Λεοντιάςορίζειεπίσηςτην οικιακή οικονομία ως «επιστήμη και τέχνη του οικογενειακού βίου»2 η «επιστήμη και τέχνη της ενεργείας και κινήσεως και ζωής της κατ' οίκον κοινωνίας και πολιτείας»3. Η συγγραφέας εξετάζει πρώτα τη θέση,τηνεπίπλωσηκαιτη διακόσμηση της κατοικίας4. Εξηγεί ότι δίνει προτεραιότητα στο θέμα γιατί «ο οίκος εστί το πρώτον αντικείμενον της οικιακής οικονομίας εν ω πάσα αύτη και κατά θεωρίαν και πράξιν περιστρέφεται» 5 . Παρόλο που δίνει μεγάλη σημασία στην οικονομική πλευρά τηςαγοράς,τηςμίσθωσης και της επίπλωσης του σπιτιού, είναι φανερό πώς πιστεύει ότι η υλική διάσταση της οικογενειακής ευημερίας δεν περιορίζεται απλώς στην εξασφάλιση γερών οικονομικών θεμελίων, αλλά αφορά επίσης και τις συνθήκες της καθημερινής ζωής. και καλαισθητική κατάσταση «των αρχικών της οικίας προσώπων» 6 και τα μεταξύ τους καθήκοντα, τα προς τους τρίτους και προς τους υπηρέτες7. Πιστεύει ότι «η αρχική αιτία της καλής η κακής διεξαγωγής των του οίκου και του οικογενειακού βίου εν γένει εστίν ο ανήρ και η γυνή [διότι]ηεπιτυχήςηεναντίαδιοίκησις
1. Σαπφώ Κ. Λεοντιάς, Οικιακή Οικονομία, προς χρήσιντωνΠαρθεναγωγείων, εν Κωνσταντινουπόλει 1887, σ. 281-282. 2. στο ίδιο, σ. 282. 3. Στο ίδιο, σ. 10. 4. στο ίδιο, Κεφ. Α': «ο οίκος η η οικία», σ. 19-45. 5. Στο Ιδιο, σ. έ. 6. στο ίδιο. Κεφ. Β': «τα εν τω οίκω πρόσωπα», σ. 46-61. 7. Στο ίδιο, Κεφ. Γ': «Καθήκοντα των εν τω οίκω προσώπων», σ. 02-
σις εξ εκείνων εξαρτάται και εις εκείνους ανάγεται, ουδέ είνε δυνατόν τα πράγματα να γίνωνται αγαθά η και καλά αν μη οι ενεργούντες αυτά ώσι προς τούτο παρεσκευασμένοι»1. χρήση του3, τη φύλαξη και την αύξησή του4. Οι οικονομικές και οιηθικέςαρχέςπουεπικαλείταιηΛεοντιάς δε διαφέρουναπόεκείνες που κυριαρχούν στα συγγράμματα του Ζύγουρα. Εκείνη πάντως δίνει το μεγαλύτερο βάρος στη χρήση του πλούτου. στο σχετικό κεφάλαιο, έκτος από τη συστηματική ρύθμιση των οικογενειακών και κοινωνικών αναγκών με τη βοήθεια της καταστιχογραφίας, πραγματεύεται τη «θεραπεία των αναγκών από οικονομικήν καιυγιεινήνάποψιν». Διαχωρίζει τις ανάγκες σε σωματικές των υγιών και των αρρώστων, σε πνευματικές, σε ψυχαγωγικές και σε κοινωνικές η «υπέρ του πλησίον». λύτερη, η Λεοντιάς αναπτύσσει ζητήματα για τη διατροφή, τον Ιματισμό, την καθαριότητα και την πλύση, καθώς και τη θέρμανση και το φωτισμό, παραθέτοντας οδηγίες που διευκολύνουν την οικοδέσποινα να εξοικονομήσει χρήματα, κόπο και χρόνο, και συγχρόνως να εξασφαλίσει τη μεγαλύτερη δυνατή άνεση και υγιεινή στην οικογένεια. για παράδειγμα, αφού εκθειάσει τη λιτή διατροφή, παρουσιάζει τις θρεπτικές ιδιότητες των τροφών βοηθώντας την οικοδέσποινα να αναγνωρίζει τα γνήσια φρέσκα τρόφιμα και νατααξιοποιείμετουςκατάλληλους τρόπους μαγειρικής. στο θέμα του ιματισμού εξετάζει την επιλογή και τη χρήση διαφόρων υφασμάτωνκαιειδών ρουχισμού από πρακτική και αισθητική άποψη, ενώ στην επόμενη ενότητα του κεφαλαίου παραθέτει οδηγίες
1. Στο ίδιο, σ. έ. 2. Στο Ιδιο, Κεφ. Δ': «ο οικογενειακός πλούτος», σ. 88 - 138. 3. Στο Ιδιο, Κεφ. έ: «Χρήσις του οικογενειακού πλούτου», σ. 138256. 4. Στο ίδιο, Κεφ. ΣΤ': «Φύλαξις και αύξησις του οικογενειακού πλούτου», σ. 256-268.
γιατοκαθάρισμα του σπιτιού και την πλύση. Διατυπώνει τις παραινέσεις της συνήθως σε τρίτο ενικό πρόσωπο, όπου υποκείμενο είναι «η οικοδέσποινα». Η Λεοντιάς θεωρεί ότι οι πρακτικές συμβουλές και οι συνταγές έχουν τη θέση τους στην οικιακή οικονομία, χωρίς όμως να είναι το άπαν: «[...] περιλαμβάνονται μεν εν τω οικιακώ και οικογενειακώ βίω, και περιέχονται εν τω κύκλω των γνώσεων και των πρακτικών εργασιών της οικοδεσποίνης [...], δεν συνιστώσιν όμως την ουσιώδην και βαρυσήμαντον και πολύτιμον έννοιαν της Οικιακής Οικονομίας, δεν συγκροτούσι το σοβαρόν και πλουτοφόρον βάθος της έννοιας αυτής, αλλ' ανήκουσιν εις εν σημείον του εκτεταμένου πλάτους αυτής, εις εν μέρος των του οικιακού και οικογενειακού βίου πρακτικών ενασχολήσεων της αγαθής οίκοδεσποίνης»1. στο βιβλίο της πάντως προτάσσει το «πρακτικόν μέρος», πράγμα που «ίσως θέλει φανή παράδοξος τις νεωτερισμός», γιατί «πολλώ δε μάλλον εις τούτο το μάθημα όπερ παρά πάν άλλο επίτηςεποπτείαςκαιτηςπείρας θεμελιούται και εκ ταύτης εξάγονται αμέσως αι θεωρίαι και οι κανόνες αυτού»2. Ακόμηαναφέρειότι,παρόλο που για τη συγγραφή του βιβλίου της χρησιμοποίησε γαλλικά και γερμανικά βοηθήματα, «βάσιν πάντων και τύπον και κανόνα της όλης διηκούσης εν τφ έργω εννοίας» είχε τον Οικονομικόν του Ξενοφώντος, στις ρήτρες του οποίου θεμελίωσε κάθε κεφάλαιο και το σύνολο του έργου της. Μότο του βιβλίου της είναι μια φράση από τον Οικονομικό: «Δοκεί γουν έφη ο Κριτόβουλος οικονόμου αγαθού είναι κατοικείν τον εαυτού οίκον»3. Αποσπάσματα από το ίδιο έργο παρατίθενταικαιστην αρχή κάθε κεφαλαίου. επίσης αναφέρεται στον τρόπο που ο Ξε1. Στο ίδιο, σ. 281. 2. Στο Ιδιο, σ. έ. το «Θεωρητικόν Μέρος» περιλαμβάνει τις ενότητες: Α' φυλάξεως και αυξήσεως των οικογενειακών αγαθών (σ. 275-280) και Γ' Έννοιατηςοικιακήςοικονομίας(σ. 280-286). 3. στο ίδιο, σ. δ'.
Ξενοφών συνδέει τη θεωρία με την πρακτική, για να στηρίξει την προτεραιότητα που δίνει η ίδια στο πρακτικό μέρος της οικιακής οικονομίας. Χωρίς αμφιβολία, η σημασία που αποδίδει η Λεοντιάς στο «πρακτικό» μέρος της διδασκαλίας διαφοροποιεί την αντίληψή της για την οικιακή οικονομία από εκείνη του Ζύγουρα. Η συστηματική αναφορά της στην οικιακή οικονομίαως«επιστήμης και τέχνης» εναρμονίζεται με την έμφαση που δίνει στις πρακτικές οδηγίες (οι οποίες σίγουρα εμπίπτουν στην κατηγορία των «συνταγών» που τόσο αντιπαθεί ο Ζύγουρας)καιαντίκειταιστην προσπάθειά του να πείσει πάση θυσία για την επιστημονική της υπόσταση. Η ουσιαστικότερη διαφορά της Λεοντιάδος από το Ζύγουρα πάντως έγκειται στην ευρύτερη έννοια που αποδίδει στον οίκο και την οικιακή ευδαιμονία. Η Λεοντιάς δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει τη χρησιμότητα των «συνταγών», εφόσον δεν ταυτίζει την ευδαιμονία με την οικονομική ευρωστία τόσο απόλυτα όσο ο Ζύγουρας. Άλλωστε στο ασύμπτωτο των δύο θεμελιώνει και την αυτονομία που αναγνωρίζει στην οικιακή οικονομία. Η πολυδιάστατη έννοια που αποδίδει στην ευδαιμονία επιβάλλει μία προσέγγιση που δενεπιδέχεταιτονορθολογισμότουΖύγουρα,οοποίοςπροϋποθέτει ένα σαφή σκοπό — τη μεγιστοποίηση του πλούτου. Η Λεοντιάς δεναρνείταιτονεξορθολογισμότουοίκου" αντίθετα τον καλλιεργεί σε όλους τους τομείς. Ωστόσο η άρνηση η η αδυναμία της να υιοθετήσει έναν μονοδιάστατο ορισμό του οίκου και η προσπάθειά της να συμπεριλάβει ό,τι αφορά την «ενέργεια και κίνηση και ζωή της κατ' οίκον κοινωνίας» αποδυναμώνει αναγκαστικά και τη δυνατότητά της να προτείνει ευσύνοπτους ορθολογικούς κανόνεςπουνα ρυθμίζουν όλες τις σημαντικές δραστηριότητες που εντάσσονται στο σύνθετο έργο της οικοδέσποινας. Όπως ο Ζύγουρας, η Λεοντιάς ανάγει την κλίση των γυναικών στα του οίκου στη φύση: « Η γυνή και υπό του Δημιουργού προς[τηνοικιακήνοικονομίαν]αποδεικνύεταιωρισμένη"διότι είνε πεπλασμένη διά σώματος λεπτοτέρου και αισθητικωτέρου κατά
το νευρικόν σύστημα και τα κινητικά και αισθητήρια όργανα η τοτουανδρός,καιπεπροικισμένη δε είνε διά πνεύματος, όπερ υπερβαίνει μεν το του ανδρός κατά την οξύνοιαν, την φανταστικότητα καιτηνπροβλεπτικότητα του νου, κατά την ευαισθησίαν, το στοργικόν και το συμπαθές και το προαισθητικόν της καρδίας, και κατά τηνυπομονήνκαιτηνθεοσέβειαν ελασσούται δε κατά το δειλόν καιτοφιλύποπτον και το προφυλακτικόν και το άτολμον. Αύται δεαιιδιότητες,σωματικαί και ψυχικαί, καθιστώσι και καταδεικνύουσιν αυτήν ικανωτέραν και αρμοδιωτέραν του ανδρός εις τα εντόςτουοίκου, εις την μείζονος στοργής και αγάπης δεομένην τροφήν και ανατροφήν των τέκνων, εις τας λεπτών δακτύλων και χειρών δεξιών και ευκάμπτων χρηζούσας εργασίας του οίκου, εις την μετά συμπαθείας, τρυφερότητος και καλαισθησίας περιποίησιν και περίθαλψιν των οικογενειών, εν γένει εις την μετά συλλογισμού, επιφυλάξεως και κηδομένης και φειδομένης προαισθητικότητος χρήσιν των οικιακών αγαθών, εξ ης η διατήρησις και η φύλαξις και η αύξησις αυτών προκύπτει»1. Η Λεοντιάς επίσης πιστεύει ότι και ο άνδρας πρέπει να γνωρίζει και να εφαρμόζει τα της οικιακής οικονομίας2. Αναπτύσσει εκτενέστερααπότοΖύγουρα το Ιδεώδες της συντροφικότητας, την οποία συνδέει με την αμοιβαία κατανόηση και εκτίμηση των συζύγων. Έτσι συμβουλεύει τη σύζυγο για ειλικρίνεια, σεβασμό και φροντίδα προς το σύζυγο, και εκείνον τον προτρέπει να την υπολογίζει ως «συνεργάτιδα», να τη διδάσκει κατά το παράδειγμα του Ισχόμαχου, να της φέρεται τρυφερά,νααποφεύγειτοναυταρχισμό καιτηναλαζονείατουΙσχυρότερου, και να θυμάται ότι η γυναίκα είναι πλάσμα του θεού, όπως και ο ίδιος, και γι' αυτό ίση μαζί του3. χο των εξουσιών της οικοδέσποινας, ιδίως αφού το πρότυπο του
1. στο ίδιο, σ. 11-12. 2. Στο ίδιο, σ. 63, 108, 270. 3. στο ίδιο, σ. 65-70.
συντρόφου απαιτεί τη συμμετοχή του άνδρα, «συζύγουηαδελφού οικοδεσπότου» σε σοβαρά ζητήματα, όπως είναι η κατάρτιση του ετήσιου προύπολογισμού1, οχι όμως και στις καθημερινές οικιακές εργασίες. για το δικό του καλό και της οικογένειας πάντως ο άνδρας πρέπει να υποκύπτει στις ηθικές επιταγές της οικοδέσποινας. «Διά της σωφροσύνης και της εγκρατείας των δύο τούτων αδελφών, [η οικοδέσποινα] αφ' ενός σώας έχουσα και υγιάς τας φρένας ξηραίνει διά του πυρός του πηνελοπείου όμματος της και την λεπτοτάτην ρίραν της ορέξεως προς τας φαύλας ηδονάς, αφ' ετέρου διά της εγκρατείας κρατεί και εξουσιάζει διά στιβαράς χειρός τας ορέξειςκαιεπιθυμίας τας φυσικωτέρας και θεμιτωτέραςκαιεαυτήςκαιτωντέκνων και του συζύγου και πάντων των οικογενών, και μετά περισκέψεως και φρονήσεως εκτελεί αυτάς όσον πρέπει και όσον είνε αζήμιον και εις τον χαρακτήρα και το ήθοςκαιτο βαλάντιον της οικογενείας»2. Ο διευθυντικός ρόλος που η Λεοντιάς αποδίδει στην οικοδέσποινα περιλαμβάνει επίσης την εξουσία στους υπηρέτεςπουεκτελούν τις εντολές της. στο ειδικό υποκεφάλαιοπουαφιερώνειστο θέμα συμβουλεύει την οικοδέσποινα να δείχνει χριστιανική καλοσύνη στους υπηρέτες και το βοηθητικό προσωπικό γενικά" συγχρόνως όμως να εμπνέει το σεβασμό τους και να τους έχει πάντα υπό τον έλεγχο της3. Αντίστοιχες συμβουλές βρίσκουμεκαιστην
Πραγματεία.
Όπως ο Ζύγουρας, η Λεοντιάς θεωρεί ότι ο πρωταρχικός χαρακτήρας των οικιακών καθηκόντων των γυναικώνδεναποκλείει τη συμμετοχή τους στην πλουτοπαραγωγική εργασία. Μάλιστα αναγνωρίζει ότι μία γυναίκα μπορεί να εργαστεί είτε από ανάγκη «είτε εκουσίως, διότι θέλει και προτιμά τον περισσεύονταεκτων οικιακών έργων της χρόνον να δαπανά εις έργον συμβάλλον εις τον προορισμόν των κατά τον βίον και εις την αύξησιντουοίκογενεια
1. Στο ίδιο, σ. 148. 2. στο ίδιο, σ. 261. 3. στο ίδιο, σ. 83-87
νειακού πλούτου, παρέχον δε εις αυτήν και αφθονώτερα τα μέσα τουικανοποιείντοδιακρίνον την ευαίσθητον και φιλάνθρωπ ναικείαν καρδίαν της συμπαθητικόν ενδιαφέρον»1.
η μουσική, η ζωγραφική, η γλυπτική, η καλλιγραφία, η η φαρμακευτική, η νοσηλευτική, η μαιευτική, το εμπόρι θυνση ταχυδρομικών η τηλεγραφικών καταστημάτων και η καταστιχογραφία2. Α ν παραστεί όμως ανάγκη, η οικοδέσποινα μπορεί νααξιοποιήσειβιοποριστικά τις «οικιακές τέχνες», όπω ηανθοποιία,ηπιλοποιία, η κηπουρική, η μαγειρική, η ρ κτλ. Γι' αυτό η Λεοντιάς συνιστά να διδάσκονται τα σχετικά μαθήματα συστηματικά στα παρθεναγωγεία3. Οπωσδήποτε πάντως προτιμά την «κατ' αποκοπή ν» εργασία στο σπίτι, «ήτις και υλικώς καιηθικώςσυμφέρει», μια και συνδυάζεται εύκολα με τα κοντα της οικοδέσποινας και της μητέρας4. Όπως και ο Ζύγουρας, η Λεοντιάς θεωρεί τα καθήκοντα αυτά το υπέρτατο χρέο ναικών στην οικογένεια και την κοινωνία- χρέος τόσο σημαντικό, ώστε απαιτεί κατάλληλη παιδεία και, αν είναι δυνατό, δευτεροβάθμια εκπαίδευση5. Η Οικιακή Οικονομία της Αγλαΐας Λ. Πρεβεζιώτου6 εκδόθηκε
1. στο ίδιο, σ. 109. 2. Στο ίδιο, σ. 110. 3. Στο ίδιο, σ. 111-113. 4. στο ίδιο, σ. 129-130. 5. στο ίδιο, σ. 51. 6. το μοναδικό στοιχείο που γνωρίζουμε για τη ζωή της Αγλαΐας Πρεβεζιώτου είναι ότι συνεργάστηκε στο περιοδικό η Βοσπορίς,πουδιηύθυνε αδελφή της Κορνηλία Λ. Πρεβεζιώτου, σύζυγος του Εμμανουήλ Ταβανιώτη, ύλη καιασκούσεσυστηματική πολεμικήεναντίοντηςγυναικείας χειραφέτησης. ηθοφθόρου χειραφετήσεως», καθιέρωσε «οικιακόν τμήμα», το οποίο ανέλαβε Οίκονομίας έδινε οδηγίες για τον καθαρισμό του σπιτιού, τη μαγειρική,
θηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1892 και προοριζότανκαιαυτή «προς χρήσιν των παρθεναγωγείων». ο έκδοτης Εμμανουήλ Ταβανιώτης προλογίζει το βιβλίο αρχίζοντας με τη διαπίστωση ότι: «Πάντες κατανοούσι την μεγίστηνκαιαπαραίτητοναναγκαιότητα του μαθήματος της Οικιακής Οικονομίας εις την υγιά και αρτίαν μόρφωσιν της γυναικός όλων των τάξεων». ο ίδιος διευκρινίζει ότι ανέθεσε «εις την μακράν πείραν επί του μαθήματος τούτου κεκτημένην λογίαν Δεσποινίδα Αγλαΐαν Λ. Πρεβεζιώτου την σύνταξιν του παρόντος πονήματος, ήτις εγένετο επί τη βάσει εκτενεστάτου διαγράμματος περιλαμβάνοντος αφ' ενός μεν εκλαϊκευμένας πάσας τας προς λελογισμένην διοίκησιν του οίκου θεωρητικάς γνώσεις, αφ' ετέρου δε και πλείστας όσας πρακτικάς συμβουλάς καιοδηγίας,όσαι απαιτούνται προς καλήν αυτού συντήρησιν, ήτοι στοιχούσας απ' ευθείας προς την πρακτικήν εξάσκησιν του έργου της οικοκυράς. τας συνταγάς και οδηγίας ταύτας παρέλαβεν η συγγραφεύς εκ των άριστων του είδους τούτου γαλλικών και αγγλικών συγγραμμάτων». Αναφέρει ακόμα ότι: «Προσεπάθησεν η λογία Δεσποινίς να καταστήση το ανά χείρας πόνημα τόσω εύληπτον και πρακτικόν, ώστε να η προσιτόν, εις την αντίληψιν και αυτών των μικρών κορασίδων και εύχρηστον εις παν παρθεναγωγείον». το βιβλίο, προσθέτει ο Ταβανιώτης, «δύναται να χρησιμεύση και έκτος της σχολικής μορφώσεως ως οικογενειακόν ανάγνωσμα διά πάσαν κόρην η οικοδέσποιναν»1. Η Πρεβεζιώτου αρχίζει με την αποστολή της οικιακής οικονομίας και της ίδιας της οικοδέσποινας: « Η οικιακή οικονομία διδάσκει την καλήν διοίκησιν του οίκου" είναι δε μάθημα αναγκαιότατον διά την γυναίκα, διότι εις ταύτην είναι ανατεθημένη η έσω-
ρία τόνιζε τις ολέθριες συνέπειες της απομάκρυνσης των γυναικών οίκο και την οικογένεια. (Για την πληροφορία ότι η Πρεβεζιώτου συνεργάστηκε στη ΒοσπορίδαευχαριστούμετηνΚούλα Ξηραδάκη.) 1. Αγλαΐα Λ. Πρεβεζιώτου, Οικιακή Οικονομία, προς χρήσιν των Παρθεναγωγείων, εν Κωνσταντινουπόλει 1892, σ. γ'-δ'.
εσωτερικήτουοίκου διοίκησις. Η γυνή οφείλη να γνωρίζη ότιτονα διευθύνη τον οίκον και ν' ανατρέφη τα τέκνα είναι ο προορισμός της, επομένως τούτο πρέπει να θεωρή ως το σπουδαιότατον των καθηκόντων της, καθ' όσον εκ της καλής η κακής εκπληρώσεως αυτού εξαρτάται η ευδαιμονία η η δυστυχία της οίκογενείας»1. Η προετοιμασία της οικοδέσποινας πρέπει να αρχίζει σε μικρή ηλικία. Απαραίτητα εφόδια για το έργο της είναι η «σωματική υγεία », η «διανοητική ανάπτυξις» και η «ηθική μόρφωσις»2. Η Πρεβεζιώτου πάντως συμβουλεύει ότι «[π]ρός τούτοις όμ ανάγκη να εξασκήται εγκαίρως η γυνή και είς τινας αρετάς όλως γυναικείας και πρακτικωτέρας», στην τάξη, την καθαριότητα, τη φιλεργία, τη δεξιότητα, τη φειδώ και την καλή χρήση χρόνου3.
νισμός και λελογισμένη διοίκησις του οίκου») αφορά την επιλογή, τη διαρρύθμιση και την καθαριότητα της κατοικίας4, τις Ιδιότ των τροφίμων, τις τεχνικές διατήρησής τους και τη συμπεριφ κατά το φαγητό5, την επιλογή και τη φροντίδα του ρουχισμού και τις σχετικές με την ενδυμασία οικιακές τέχνες6, και τέλος τη μανση και το φωτισμό της κατοικίας και το ημερήσιο πρόγραμμα τηςοικοδέσποινας,πουπαραδόξως υπάγεται στο ίδιο κεφάλαιο
πτύσσονται οι αρετές που πρέπει να διακρίνουν την οικοδέσποινα (ευσέβεια, πραότητα, μετριοφροσύνη, σταθερότητα του χαρακτήρα και φιλοφροσύνη)8, οι «υγιείς» ψυχοπνευματικές ανάγκες που
1. στο ίδιο, σ. 5. 2. στο Ιδιο, σ. 5-6. 3. στο ίδιο, σ. 6-12. 4. στο ίδιο, Κεφ. Α' «Περί κατοικίας», σ. 13-29. 5. Στο ίδιο, Κεφ. Β' «Περί τροφής», σ. 29-45. 6. στο ίδιο, Κεφ. Γ' «Περί ιματισμού», σ. 45-74. 7. στο ίδιο, Κεφ. Δ' «Περί θερμάνσεως και φωτισμού», σ. 74-82. 8. στο ίδιο, Κεφ. Α' «Αρεταί της οικοδεσποίνης», σ. 82-87.
ικανοποιούνταιμεταωφέλιμα αναγνώσματα, τις οικογενειακές ομηγύρεις, το θέατρο, την ανθοκομία και τη σωστή διαπαιδαγώγηση των παιδιών1, οι κανόνες της ευπρέπειας στις σχέσεις με συγγενείς, γείτονες και φίλους2, οι σχέσεις με τους υπηρέτες3 και η κατάρτιση του οικογενειακού προύπολογισμού4. το «Παράρτημα» είναι αφιερωμένο στην υγιεινή και τη νοσηλευτική5. ζιώτου είναι η έμφαση στις γνώσεις και τις τεχνικέςπουαπαιτούν οι πρακτικές εργασίες του οίκου με τις Οποίες ασχολείται πάντοτε η οικοδέσποινα. Η συγγραφέας αποδίδει στη γυναίκατηνευθύνη τουετήσιουπροϋπολογισμούκαιτηνπαρακολούθηση των καθημερινών δαπανών όμως αντίθετα με το Ζύγουρα και τη Λεοντιάδα δε θεωρεί ότι αποτελούν την κυριότερη η μία από τις κυριότερες αρμοδιότητές της στον οίκο, αλλά ένα από τα ατέλειωτα καθήκοντά της. Ο τρόπος που αντιμετωπίζει το ζήτημα θυμίζει περισσότερο την Πραγματεία. Αυτό που κυρίως διαχειρίζεταιηοικοδέσποινα που περιγράφει η Πρεβεζιώτου είναι η προσωπική της εργασία. τα «διευθυντικά» της καθήκοντα συνίστανται σε μεγάλο βαθμό στηνεπιβολήπειθαρχίας στον εαυτό της. « Ο χρόνος είναι χρήμα» 6 , αλλά το κόστος της σπατάλης του είναι κυρίωςηαταξία στην εκτέλεση των οικιακών εργασιών.
ενδεικτικό.ηοικοδέσποινα καταπιάνεται με τα οικιακά της έργα αμέσως μόλις σηκωθεί και ντυθεί «απλουστάτην αλλά καθαράν
1. στο ίδιο, Κεφ. Β' «Πνευματικαί και ψυχαγωγικαί ανάγκαι της οικογενείας», σ. 87-101. 2. στο ίδιο, Κεφ. Γ' «Κοινωνικαί του ανθρώπου ανάγκαι. Καθήκοντα κοινωνικής ευπρεπείας», σ. 101-111. 3. Στο ίδιο, Κεφ. Δ' «Περί υπηρετών και υπηρετριών», σ. 112-118. 4. στο ίδιο, Κεφ. Δ' (sic) «Οικογενειακόςπροϋπολογισμόςκαικαταστιχογραφία», σ. 118-130. 5. στο ίδιο, Παράρτημα: «Υγιεινή, οικ. ιατρική και φαρμακολογία, νοσηλεία», σ. 130-172. 6. στο ίδιο, σ. 9.
περιβολήν». Αερίζει, σκουπίζει, μαγειρεύει και ράβει ως το μεσημέρι. Μετά το φαγητό αναπαύεται η κάνει ελαφρά εργασία. Έ πειτα ξαναράβει και φροντίζει για το δείπνο, ενώ συγχρόνως επιβλέπει τα παιδιά και παρακολουθεί τη μελέτη τους. το απόγευμα επίσηςαφιερώνειμία ώρα σε επισκέψεις, περίπατο η «υποδοχή ξένων». Πριν κοιμηθεί κάνει τους λογαριασμούς1.
Ζύγουρας, η γυναίκα περνάει επίσης το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας με τις φροντίδες του οίκου. ο Ζύγουρας όμωςεπιτρέπειστην οικοδέσποινα μία ώρα προσευχή και μία ώρα για σκέψεις «περί των πρακτέων» το πρωί, ανάπαυση μετά το γεύμα και δύο σχε ελεύθερες ώρες πριν από το δείπνο2. Ανάλογους «περισπασμ επιτρέπεικαιηΛεοντιάς. το σπουδαιότερο όμως είναι ότι, παρό λο που η οικοδέσποινα της Λεοντιάδος κατέχει σε βάθος την περί τα οικιακά γνώση, στην καθημερινή της ζωή εκτελεί λίγες ερ σίες η ίδια. Κυρίως αρκείται να «διατάσση» και να «επιστατή» τους υπηρέτες της 3 . Η οικοδέσποινα της Πραγματείαςεπίσηςα λαμβάνει τις οικιακές εργασίες η ίδια μόνον όταν δεν έχει υπηρέτες. Διαφορετικά περιορίζεται να τους καθοδηγεί και να τους διατάζει, να τους επιτηρεί και να τους ελέγχει. Α ν και αφιερώνει ειδικό κεφάλαιο στη σχέση της οικοδέσποινας με τους υπηρέτες, η Πρεβεζιώτου θεωρεί δεδομένο ότι η γυναίκα πρέπει όχι μόνο να γνωρίζει τα πάντα για την οικιακή εργασία, αλλά και να ασχολείται η ίδια με όλες της τις λεπτομέρειες.
Η Πρεβεζιώτου αποφεύγει να χαρακτηρίσει την οικιακή οικονομία επιστήμη η τέχνη και δεν εξετάζει το θέμα της υπόστασής της. Αρκείται να την ονομάσει «μάθημα» που διδάσκει «την καλήν διοίκησιν του οίκου»4. στο μέρος για τον «ηθικό καταρτισμό του οίκου» η συγγραφέας επεκτείνεται σε ζητήματασταοποίαδ
1. στο ίδιο, σ. 10-12, 81-82. 2. Βλ. Ξ. Δ. Ζύγουρας, Ε πιτομή ..., ό.π., σ. 47-49. 3. Βλ. Σ. Κ. Λεοντιάς, Οικιακή Οικονομία...,ό.π.,σ. 132-134. 4. Βλ. Πραγματεία..., ό.π., σ. 6.
εμβαθύνει η Πραγματεία, που κατά τα άλλα επίσης δίνει μεγάλη σημασία στις τεχνικές γνώσεις. Πάντως ο τρόπος που αντιλαμβάνεται τις ηθικές και κοινωνικές διαστάσεις του έργου της οικοδέσποινας διαφοροποιείται από τον τρόπο του Ζύγουρακαιτης Λεοντιάδος. Γιατί, ενώ εκείνοι προσπαθούν να θεμελιώσουν τις διαστάσεις αυτές σε μία ρητή θεωρία για τον προορισμότωνανθρώπων στον οίκο και τον κόσμο, η Πρεβεζιώτου ενδιαφέρεται κυρίως για τις τεχνικές της προσαρμογής στα κριτήρια της κοινωνικής ευπρέπειας.
Ο κανόνας του επαναλαμβανόμενου προτύπου καιοιμικρές διάφορες
στο γυναικείο τόπο δημοσιεύματα που συμβουλεύουν τις γυναίκες πώς να ανταποκρίνονται στα οικιακά τους καθήκοντα, καθώς και άρθρα που αφορούν την κοινωνική συμπεριφορά και τη μόδα. το γενικότεροενδιαφέρονπουεκδηλώθηκεγιατηνυγείατηνεποχή αυτή1 αποτυπώνεται επίσης στο γυναικείο τύπο, όπου δημοσιεύονται συχνά κείμενα με θέμα την ατομική υγιεινή και την ομορφιά, τηνυγιεινήτηςκατοικίας και τη φροντίδα των αρρώστων. Ε ν δεικτικά αναφέρουμε ορισμένους τίτλους που περιλαμβάνονταν στο Θησαυρότηςοικογενείας, περιοδική έκδοση του Σταμ. Θεοχάρη: « Η κατοικία», «Αι τροφαί», «Οικιακή Ιατρική και φαρμακευτική», «Ενδυμασία», «Οικιακή οίκονομία»2. σε παρόμοια
1. Βλ. Δήμητρα Μακρυνιώτη, η παιδική ηλικία στα αναγνωστικά βιβλία 1834-1919, Αθήνα 1986, σ. 237-242. 2. η κατοικία, ο Θησαυρός της οικογενείας, εγκυκλοπαίδεια γνώσεων χρησίμων εις τον πρακτικόν βίον, υπό Σταμ. Κ. Θεοχάρη, βάσει συγγράμματος του κ. P. Houzè, εν Πάτραις 1892, τεύχος Α'- Αι τροφαί, τεύχος Β'" οικιακή Ιατρική και φαρμακευτική, τεύχος Γ' - Ενδυμασία, τεύχος Δ'· οικονομία, τεύχος Ε΄. ο εκδότης του Θησαυρού είχε γράψει παλ εγχειρίδιο οικιακής οικονομίας, αντίτυπο του οποίου όμως δεν μπορέσαμε
ΌΙΚΙΑΚΗ ΕΦΗΜΕΡΙΣ,,
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΟΣΤΩΝΚΥΡΙΩΝ
η δεν καταρτίζεται ποσώς ούτε δι' αυτάς τας εργασίας, εις ας μέχρι τούδε τηνεθεώρουναποκλειστικώς προωρισμένην. Αύται αι ράπτριαί μας δεν ηξεύρουν επιστημονικώς, μαθηματικώς το έργον των· Αι μαγείρισσαί μας, αι πληρωνόμεναι αντί τεσσαράκοντα και πεντήκοντα δρ. κατά μήνα, αγνοούσι πώς να κόψωσι το κρέας των, ποίον μέρος να προορίσωσι διά τούτο και ποίον δι' εκείνο το φαγητόν. Πολλάκις κρέας διά του οποίου μάγειρος ευρωπαία θά διετήρει οικογένειαν επαρκώς, αφθόν καιμεποικιλίαν τροφής επί τρεις ημέρας, η ιδική μαςτασπαταλάεις μίαν και μόνην, και μας αφίνει να πεινώμεν. η θά μορφώση τας κυρίας, και δι' αυτών θα μορφωθώσι και αι υπηρέτριαι. θα αναπλήρωση τα αλλαχού λειτουργούντα -πρακτικά σχολεία, ωςκαιταπολυπληθή συγγράμματα και περιοδικά, εν οις εκτίθεται η διδασκαλία των μαθημάτων τούτων. Εισέρχεσθε διά πρώτην φοράν εις το μαγειρείον. Δια των οδηγιών της «Οικιακής Εφημερίδος» δύνασθε να κατασκευάσητε Λουκούλιον γεύμα, να καταπλήξητε τον ειδικώτερον μάγειρον, να προκαλέσητε τον ενθουσιασμό* του δυστροπωτέρου συζύγου, ον αφίνει εντελώς απαθή και αδιάφορον η θαυμασιωτέρα μουσική εκτέλεσις των αριστουργημάτων του Μόζαρτ. Δια της «Οικιακής Εφημερίδος» δύνασθε να έχητε καθ' εκάστην επί εβδομάδα όλην νέα φαγητά, νέον ρόφημα, νέον γλύκυσμα, διά μεθόδου απλής, σαφούς, ευκόλου.
θέματα εστιαζόταν η Βιβλιοθήκη της γυναικός, περιοδική σειρά που εγκαινίασε το 1894 ο γιατρός Αλέξανδρος Γεωργιάδης και πουστοπρώτο έτος της κυκλοφορίας της περιλάμβανε τίτλους όπως: «η οικοδέσποινα ως νοσοκόμος και φαρμακοποιός», «Οδηγός συμπεριφοράς του γυναικείου φύλου», «Πώς καθαρίζονται και διατηρούνται τα ενδύματα» και «Υγιεινή της οικίας»1. στα οικιακά καθήκοντα των γυναικών εξειδικεύτηκεαποκλειστικάηΟικιακή Εφημερίς. Ενδεικτικά αναφέρουμε τα άρθρα: «επίπλωσις υπνοδωματίου»2, «Μαγειρική» 3 , «τα προς τους ασθενείς καθήκοντα μας» 4 , «Διασκευή οίκου»5 και «Πλύσις άσπρορρούχων»6. τα πρακτικά θέματα του οίκου, καθώς και τα θέματα της συμπεριφοράς καιτηςυγιεινής,δενέλειπαν και από την Εφημερίδα των Κυριών καιτηΦιλόκαλο Πηνελόπη,πουπεριλάμβανε επίσης πολλά άρθρα γιατημόδα και τον καλλωπισμό, τα οποία συναντούμεκαισε περιοδικά που δεν απευθύνονταν καταρχήν σε γυναικείο κοινό, όπως π.χ. η Εστία. Ακόμα τα γυναικεία περιοδικά απαντούσαν συχνά σε αναγνώστριες που ζητούσαν συμβουλές για τέτοια θέματα. ταν συχνά για να δηλώσει το σύνολο των καθηκόντων της οικοδέσποινας η τη διδασκαλία που προετοίμαζε τις μαθήτριες για
εντοπίσουμε. Πρόκειται για την Οικιακή Οικονομία η περίτωνκαθηκόντων 1. η οικοδέσποινα ως νοσοκόμος και φαρμακοποιός, Βιβλιοθήκη Γυναικός, διευθυνομένη υπό Αλεξ. I. Γεωργιάδου, ιατρού, έτος Α', βιβλίον 4ον, Αθήνησιν" Οδηγός συμπεριφοράςτουγυναικείου φύλου, έτος Α', βιβλίον 5ον· Πώς καθαρίζονται και διατηρούνταιταενδύματα, έτος Α', βιβλίον 7ον" Οικιακή ανθοκομία, έτος Α', βιβλίον 10ον, οικίας, έτος Α', βιβλίον llov, εν Αθήναις. 2. Οικιακή Εφημερίς Α'/7 (1893). 3. στο ίδιο, Α'/7 (1893), άρθρο της Ασπασίας Σκορδέλη. 4. στο ίδιο. 5. στο ίδιο, Α'/ΙΙ (1893). 6. Στο ίδιο.
ναανταποκριθούνσεαυτά. Ο όρος εμφανίζεται συχνά σε δημοσιεύματα που αφορούν συγκεκριμένες οικιακές εργασίες, δε χρησιμοποιείται όμως συστηματικά. για παράδειγμα, ένα άρθρο με θέμα το πλύσιμο των ασπρορούχων θα μπορούσε να εμφανιστεί με τίτλο η υπέρτιτλο «Οικιακή οικονομία», να χαρακτηριστεί «Χρήσιμαι γνώσεις», «Συνταγαί» κτλ. η και να δεχτεί μόνο έναν περιγραφικό τίτλο. Πάντως πολλά από τα άρθρα που επιχειρούν να καθοδηγήσουν την οικοδέσποινα στις λεπτομέρειες των οικιακών της καθηκόντων θυμίζουν αντίστοιχα αποσπάσματα από την Πραγματεία και την Οικιακή Οικονομία της Πρεβεζιώτου η το ομώνυμο
βιβλίο της Λεοντιάδος. Α ν κρίνουμε από την έννοια που αποδίδεται στην οικιακή οικονομία, καθώς και από τις όψεις του έργου τηςοικοδέσποιναςστιςόποιες εστιάζονται τα περισσότερα δημοσιεύματα, η άποψη του Ζύγουρα για την προσφιλή του «επιστήμη» δε φαίνεται να είχε Ιδιαίτερη απήχηση στο γυναικείο αναγνωστικό κοινό. Κέρδισε όμως έδαφος στην εκπαίδευση. την προώθησε 0 ίδιος από την έδρα του δασκάλουτηςοικιακήςοικονομίαςστο Αρσάκειο, αλλά και το Υπουργείο της Παιδείας,πουενέκρινε τηνΕπιτομήκαιτηνΟικιακήΟικονομίακαισυνέστησε τη χρήση τους, όπως έκαναν και διάφοροι δήμαρχοι. Είναι προφανές ότι στα περιεχόμενα αυτών των βιβλίων βασίστηκε το αναλυτικό πρόγραμμα του 1893 για τη διδασκαλία του μαθήματος στα παρθεναγωγεία 1 .
1. το πρόγραμμα όριζε τα εξής: « Εισαγωγή : η δημιουργία, τα ζώα, όρια αυτής. Θεωρητικήοικονομία,χρηματιστική: η παραγωγή και τα όργανα αυτής. η εργασία πρώτον της παραγωγής όργανον. το κεφάλαιον δεύτερον της παραγωγής όργανον. η φύσις και αι ιδιότητες αυτής τρίτον της παραγωγής όργανον. Οικονομική: η πρόνοια, η φειδώ. αι λοιπαί αρεταί. Χρηστική: η χρήσις, αι δαπάναι, η ανάλωσις και οι κανόνες αυτών. Πρακτική οικονομία: Εφαρμογή εν τη πράξει της οικονομίας. η γυνή εν τη πράξει. Βοηθητικά μέσα διά την πράξιν. Πρακτική χρηματιστική: Εργασίας εφαρμογαί. εφαρμογή. Πρακτική οικονομική: η πρόνοια και η φειδώ. Ταμιεύματα
τουν τα διδάγματα της οικιακής οικονομίας μαρτυρεί ίσως την πρόθεσή τους να εισαγάγουν νεοτερισμούς. Όμως δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι τα διδακτικά κείμενα δεν ικανοποιούν πάντατηνανάγκη για πληροφόρηση η μόνον αυτή· συχνάοιαναγνώστεςτααποζητούν για να επιβεβαιώσουν συνήθειες και απόψεις που έχουν ήδη επιλέξει 1 . Είναι λογικό να υποθέσουμε ότι οι Ελληνίδες της Κωνσταντινούπολης, όπου εκδόθηκαν τρία από τα εγχειρίδιαπουεξετάσαμε, ήταν γενικά περισσότερο εξοικειωμένες με τα πρότυπα που προβάλλουν από ό,τι οι Ελλαδίτισσες, και ότι οι γυναίκες των λαϊκών τάξεων γενικά ταυτίζονταν με αυτά τα πρότυπα λιγότερο απόό,τιοιπιοεύπορες. Πάντως, ανεξάρτητα από την τοπική κα ταξική της προέλευση, μία αναγνώστρια θα μπορούσε να είναι εξοικειωμένη με ορισμένες από τις αρχές και αξίες που επικαλούνται οι συγγραφείς και όχι με άλλες. για παράδειγμα, θα μπορούσε νααναγνωρίζειδικές της συνήθειεςστιςοδηγίεςτωνεγχειριδίων για τάξη στην οικιακή εργασία, αλλά να αγνοεί τα περί κατα χογραφίας η και να μην αποδέχεται την αναγκαιότητά της. Είναι λάθος να αναζητήσει κανείς απόλυτη εσωτερική συνοχή στο ήθος που χαρακτηρίζει τα εγχειρίδια της οικιακής οικονομ στη σχέση των γυναικών με τον οίκο, όπως προδιαγράφεται βιβλία, εύκολα διακρίνει κανείς στοιχεία που ανάγονται στους άραποθεματικόν. Πρακτική χρηστική: Πρόσοδοι και χρήσις. Αι δαπάναι κανονισμός αυτών. Σχέδιαπροϋπολογισμών.Πρόχειρον οίκου. Δαπάναι συντηρήσεως, ιματισμού, κατοικίας και περικοσμήσεως. Εκτέλεσις δαπανών θύνσεως οίκου. η συμπεριφορά προς οικιακήν αρμονίαν. Συμπεριφορά προς κόν περί ωρολογίου και αναλυτικού προγράμματος των μαθημάτων των πλήρων παρθεναγωγείων και των διδασκαλείων των θηλέων», Εφημερίς της Κυβερνήσεως,αρ.φύλ. 163, 21 Αυγούστου 1893. 1. Βλ. Kathleen Μ. Davies, «Continuity and change in literary advice on marriage», στο R. B. Outhwaite (επιμ.), Marriage and society. Studies on the social history of marriage, Λονδίνο 1981, σ. 58-59, 78.
αρχαίους,τηνΠαλαιά Διαθήκη και το Χριστιανισμό. Η πολικότητα ανάμεσα στην εσωστρεφή οικονομική λειτουργία της γυναίκας και την εξωστρέφεια του άνδρα που τονίζεταισταεγχειρίδια είναι ιδέα τόσο παλιά, ώστε φαινομενικά τουλάχιστον δεν έχει ιστορία η έχει μια ιστορία που επαναλαμβάνεται. στην αρχαιότητα το αίσθημα αυτής της πολικότητας ήταν τόσο Ισχυρό, ώστε το εκφράζουν υμνητές και κατακριτές της γυναίκας και μάλισταμεανάλογες παρομοιώσεις. στον Οικονομικό, το έργο του Ξενοφώντος στο οποίο αναφέρονται πολύ συχνά ο Ζύγουρας και η Λεοντιάς, η σύζυγος παρομοιάζεται με τη βασίλισσα των μελισσών,ενώστη Θεογονία ο Ησίοδος την παρομοιάζει με κηφήνα1. Η ταύτιση με τον οίκο, η φειδώ και η αφοσίωση στο σύζυγοκαιτηνοικογένεια αποτελούν βασικές γυναικείες αρετές σύμφωνα με την Παλαιά Διαθήκη και τη χριστιανική θρησκεία, η οποία μάλιστα παρομοιάζει την Εκκλησία με αφοσιωμένη και υποταγμένη έγγαμη γυναίκα, ενισχύοντας έτσι παλαιότερες αντιλήψεις για τη σημασία που έχουν για τον άνδρα οι υπηρεσίες μιας καλής συζύγουκαιγια τηναδυναμίατωνγυναικών να υπάρξουν έξω από το γάμο. Μελετώντας κείμενα που ρυθμίζουν τις σχέσεις των συζύγων, η Kathleen Davies επισημαίνει τις επικαλύψεις μεταξύ πουριτανικών οικογενειακών οδηγών και παλαιότερων αντίστοιχων βιβλίων που γράφτηκαν για να βοηθήσουν καθολικούς κληρικούς στο συμβουλευτικό τους έργο. Παρατηρεί, για παράδειγμα, τις ομοιότητες μεταξύ των συστάσεωνπουαπευθύνουνστουςσυζύγους το 1614 οι John Dodd και Robert Cleaver, συγγραφείς του έργου Α
Godly form of household government : for the ordering of private families according to the direction of God's word, και των συμβουλών που περιέχονται στο The Golden Book of Chris-
tian matrimony,πουέγραψε O Heinrich Bullinger το 1543. Σύμ1. Βλ. Ζάν Πιέρ Βερνάν, «Εστία-Ερμής. Σχετικά με τη Θρησκευτική έκφραση του χώρου και της κίνησης στην αρχαία Ελλάδα», στο βιβλίο του Μύθος και σκέψη στην Αρχαία Ελλάδα, μτφρ. Στέλλα Γεωργούδη, Αθήνα 1975, σ. 160.
Σύμφωναμεταβιβλία αυτά, ο σύζυγος προμηθεύεταιτααγαθάτου νοικοκυριού, βγαίνει έξω και αναζητά εργασία, πληρώνεται, είναι αυτός που δίνει και ο κύριος όλων, και τακτοποιεί τις εξωτερικές υποθέσεις της οικογένειας. Η γυναίκα αντίθετα συγκεντρώνει και συντηρεί τα αγαθά του νοικοκυριού, κρατάει το σπίτι, δεν ξοδεύει χρήματα μάταια, φυλάγει αυτά που της δίνει ο σύζυγος, δίνει λογαριασμό για όλα και είναι υπεύθυνη για την τάξη μέσα στο σπίτι 1 . Πρόκειται για παμπάλαιη πολικότητα. σικό πυρήνα του προτύπου της οικοδέσποινας, που είναι κοινός σε όλα τα εγχειρίδια οικιακής οικονομίας. Οι απόηχοι από μακρινές εποχές δεν εμποδίζουν να αναγνωρίσουμε στα εγχειρίδια στοιχεία της νέας νοοτροπίας που αναδύθηκε με την αστική τάξη στη Δύση, και που ούτως η άλλως βρίθει από κατάλοιπα παρελθόντων χρόνων2. Ελλάδας και του εξωτερικού εξυπηρετούσαν ήδη από το 18ο αιώνα οι χρηστοήθειες, οι οδηγοί καλής συμπεριφοράς που προορίζονταν για σχολική χρήση. η επίσημη διδασκαλία των κανόνων συμπεριφοράς, όπως και η διδασκαλία των οικιακών καθηκόντων, εκπορεύονταναπότηναντίληψηότι οι παραδοσιακοί ανεπίσημοι τρόποι διαπαιδαγώγησης ήταν πια ανεπαρκείς. Α ν και οι χρηστοήθειες ανταποκρίνονταν στην κοινωνική Ιεραρχία, προδιαγράφοντας τους καλούς τρόπους ανάλογα με την κοινωνική θέση των ανθρώπων με τους οποίους έρχεται σε επαφή το υποκείμενο, προϋπέθεταν επίσης τη δυνατότητα της κοινωνικής ανόδου μέσω της
1. Βλ. Κ. Davies, ό.π., σ. 60. 2. «ο λόγος των ανθρώπων —οποίος κι αν είναι ο τόνος που εκφέρεται— παρά ένα συνοθύλευμα από έτοιμες ιδέες, κοινούς τόπους, τετριμμένες ψεις, η ασυνήθιστη διέξοδος για τα λείψανα από κουλτούρες και νοοτροπίες διαφόρων προελεύσεων και διαφόρων εποχών», Ζάκ Λέ Γκόφ, «οι νοοτροπίες, μια διφορούμενη ιστορία», στο βιβλίο του ίδιου και του Πιέρ Νορά, έργοτηςιστορίας, μτφρ. Κλαίρη Μιτσοτάκη, τ. Α', Αθήνα 1975, σ. 322.
αφομοίωσηςτωντρόπων της ανώτερης τάξης. οι χρηστοήθειες και τα εγχειρίδια της οικιακής οικονομίας αποβλέπουν σε έναν κοινό στόχο: την ευδαιμονία. Ο προσανατολισμός σε αυτό το ιδεώδες είναι συστατικό στοιχείο της αργής αλλά σταθερής στροφής προς μια κοσμοθεωρία που μεταθέτει τη σφαίρα της ηθικής στα εγκόσμια, που καθιστά το άτομο ρυθμιστή των σχέσεών τουμετους άλλους και που δεν αναγνωρίζει το «αίμα» ως πρωταρχικό παράγοντα της κοινωνικής ιεραρχίας1. Πάντως, ενώ οι κανόνες συμπεριφοράς που προδιαγράφουν οι χρηστοήθειες αφορούν το άτομο στις κοινωνικές του σχέσεις, οι κανόνες της οικιακής οικονομίας αφορούν την οικογενειακή ευδαιμονία και το σκηνικό της, τον οίκο. το πεδίο στο οποίο δοκιμάζεται η ευπρέπεια εντοπίζεται στον ιδιωτικό χώρο, πράγμα καθόλου παράδοξο, εφόσον τα εγχειρίδια απευθύνονται στις γυναίκες. Ταυτόχρονα πάντως η κατάσταση του οίκουαναδεικνύεταιασφαλέστερη ένδειξη για την ευημερία της οικογένειας και την «πραγματική» ηθική και πολιτιστική της στάθμη από ό,τι η εμφάνιση των μελών της στον έξω κόσμο, που μπορεί να είναι σκόπιμα παραπλανητική και που εν πάση περιπτώσει εξαρτάται άμεσα από τα ήθη που επικρατούν στον οίκο. Καθώς τα εγχειρίδια της οικιακής οικονομίας αναθέτουν τη φροντίδα του οίκου στις γυναίκες, μεταθέτουν σε αυτές έμμεσα και μεγάλο μέρος της ευθύνης για την εικόνα της οικογένειας στον έξω κόσμο. ριφορά επιδίωξαν οι πρώτες ελληνίδες λόγιες, μεταφράζοντας ευρωπαϊκά έργα. στη δεύτερη δεκαετία του 19ου αιώνα η Ραλλού
Σούτζου μετέφρασε το Παραίνεσις μητρός προς θυγατέρα (Avis
d' une mère à sa fille) της Madame Anne Thèrese de Lambert, που εκδόθηκε για πρώτη φορά στη Γαλλία το 1734" η Αικατερίνη
1. Βλ. Έμη Βαϊκούση, «Χρηστοήθειες και διαμόρφωση της συμπεριφοράς των νέων στην ελληνική κοινωνία (18ος-19ος αι.)», Πρακτικά τον Διεθνούς Συμποσίου Ιστορικότητα της παιδικής ηλικίας και της νεότητας, ό.π.., τ. Α', σ. 287-299.
Σούτζου μετέφρασε το Διάλογοι Φωκίωνος (Entretiens de Phocion sur le rapport de la morale avec la politique) του Αββά
G. Bonnot de Malby, και η Ευανθία Καΐρη το Συμβουλαί προς
στο Παρίσι ο Jean Nicolas Bouilly. τα βιβλία αυτά, καθώς και άλλα κείμενα και μεταφράσεις των πρώτων ελληνίδων λογίων, προσπαθούσανναεμπνεύσουντησεμνότητα, την αγνότητα,τηναυτοσυγκράτηση, την αξιοπρέπεια, την υποταγή στον πατέρα και το σύζυγοκαιτηναυτοθυσία—αρετέςπουπροϋπέθεταν την κατάλληλη (ευρωπαϊκή) παιδεία και θεωρούνταν απαραίτητες προκειμένου να ανταποκριθούν οι γυναίκες στα οικογενειακάκαιτα εθνικά τους καθήκοντα1.
την θυγατέρα μου (Conseils à ma fille), που είχε εκδώσει το 1811
Είδαμε ότι οι συγγραφείς διαφοροποιούνται ως προς τις επιμέρους διαστάσεις της ευδαιμονίας στην όποια πρέπει να αποβλέπουν οι φροντίδες της οικοδέσποινας. για το Ζύγουρα η ευδαιμονία εξασφαλίζεται όταν στον οίκο εδραιώνεται η λογική του κέρδους, όταν δηλαδή η διοίκηση του ακολουθεί τις προτεραιότητεςκαιτις αρχέςπουαπαιτείηδιεύθυνση μιας επιχείρησης. Μία προς μία οι αξίεςπουτονίζει περισσότερο είναι αυτές που χαρακτηρίζουν το πνεύμα του καπιταλισμού, όπως περιγράφεται από το Weber: εργατικότητα, λιτότητα, αυτάρκεια, φειδώ, απο τεια, ορθολογικότητα. Η Λεοντιάς συμμερίζεται το όραμά του στο βαθμό που επιδιώκει και αυτή την αύξηση του οικογενειακού πλούτου. Ταυτόχρονα όμως αποδίδει στον οίκο τα χαρακτηριστικά μικρής όασης —υγιεινής, άνετης, καθαρής, ευχάριστης και καλαίσθητης—, όπου καταφεύγουν οι άνδρες μετά την εργασία τους και όπου μεγαλώνουν με ασφάλεια τα παιδιά. ο Ζύγουρας αναγνωρίζει τη σημασία αυτής της διάστασης του οίκου και της φροντίδας που προϋποθέτει από την πλευρά της οικοδέσποινας, μολονότι δεν τη θεωρεί πρωτεύουσα: «η φρόνιμος προσπαθείνακαταστήση
1. Βλ. P. M. Kitromilides, «The enlightenment and womanhood: Cultural change and the politics of exclusion», Journal of Modern Greek Studies 1/1 (1983), σ. 46-55.
Φωτογραφιοθήκη δια πυρογραφίας
Εφημεριδοθήκη
Φωτογραφιοθήκη Τετιέρα διά λασέδων Αγγλικών
στήση τον οίκον της εις τον σύζυγον ευάρεστον καταφύγιον ανακουφίσεως εκ των βιωτικών περισπασμών»1. Η Πραγματεία καιηΑγλαΐα Πρεβεζιώτου επίσης ταυτίζουν σε μεγάλο βαθμό την οικιακή ευδαιμονία με την εξασφάλιση ευχάριστου περιβάλλοντος που λειτουργεί ως καταφύγιο για τους άνδρες και φωλιά γιαταπαιδιά, και γι' αυτό δίνουν Ιδιαίτερη σημασία στις φροντίδες που πρέπει να καταβάλλει η οικοδέσποιναγιατονεξωραϊσμό του οίκου. Τέλος όλοι οι συγγραφείς θεωρούν την υγεία στοιχείο της ευδαιμονίας και, παρόλο που δίνουν διαφορετική βαρύτητα στην υγιεινή και τη νοσηλευτική μέσαστηνοικιακήοικονομία,αναθέτουν στη γυναίκα την ευθύνη για την πρόληψητηςασθένειας καιτηνπερίθαλψη των αρρώστων. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι περιγραφές του οίκου που περιλαμβάνονται στα ελληνικά βιβλία θα μπορούσαν κάλλιστανααντικατασταθούν με αντίστοιχα αποσπάσματα της μεταφρασμένης από τα γαλλικά Πραγματείας και αντίστροφα. Άλλωστε οι έλληνες συγγραφείς αναφέρουν ότι συμβουλεύτηκαν ευρωπαϊκά βοηθήματα. ο Ζύγουρας επηρεάστηκε από το Mezières. Αναφέρεται ευνοϊκάεπίσηςστοέργο του Ε. Λεβασσέρ, Du rôle de Γ intelligence dans la production2, στο Elements of Political Economy,
του άγγλου F. Wayland (1872) 3 , στον «της ηθικής και της οικονομίας σοφό[ν]» άγγλο «Τλέστερφηλδ»4, και παραθέτει απόσπασμα από τον Πλούτο των εθνών του Adam Smith 5 .ανκαι δε μνημονεύει το Samuel Smiles, γνωρίζουμε ότιτονεκτιμούσε ιδιαίτερα και τα εγχειρίδιά του συμφωνούν με το πνεύμα του Self-help (1859) που ήταν εξαιρετικά δημοφιλές στη βικτωριανή Αγγλία 6 . Αλλά και βιβλία οικιακής οικονομίας είχε υπόψη
1. 3. Δ. Ζύγουρας, Ε πιτομή..., ό.π., σ. 109-110. 2. Ξ. Δ. Ζύγουρας, Ελληνική Οικιακή Οικονομία..., ό.π., σ. 61. 3. Στο ίδιο, σ. 136. 4. στο ίδιο, σ. 162. 5. Στο ίδιο, σ. 155-156. 6. Βλ. στο ίδιο, σ. 92-94 για τη σημασία που αποδίδειστηναυτοδιακονία
του, όπως αποδεικνύουν τα αρνητικά σχόλια του για την Ε. Hyppeau και την C. Beecher. Ακόμη αναφέρει το La science de la vie, της Louise D' Alg, ως παράδειγμα της τάσης πολλών Γαλλίδων να αρνούνται τη χειραφέτηση, ενώ στην Αμερική «πλείσται έξοχοι κυρίαι διά φλογέρας ρητορείας υπερασπίζονται δημοσίως τα δίκαια του γυναικείου φύλου»1. Η Λεοντιάς χρησιμοποίησε γαλλικά και γερμανικά βοηθήματα και η Πρεβεζιώτου γαλλικά και αγγλικά. Η μελέτη των συγκεκριμένων βιβλιογραφικών πηγών από όπου άντλησαν οι συγγραφείς θα απαιτούσε ξεχωριστή εργασία. Πάντως την εποχή που εκδόθηκαν τα εγχειρίδια το οικιακό ιδεώδες (ideal of domesticity) ήταν ήδη τόσο διαδεδομένο ώστε οι διάφορες εκδοχές του στην Ευρώπη και την Αμερική έπικαλύπτονταν2. Δηλαδή ο χώρος στον οποίο ίσχυαν —σε γενικές τουλάχιστον γραμμές—τα πρότυπα που κυριαρχούν στα ελληνικά εγχειρίδια ήταν οπωσδήποτε ευρύτερος από τους τόπους στους οποίους θαοδηγούσεηέρευνα για τις συγκεκριμένες πηγέςκαιεπιρροές του κάθε συγγραφέα. Ο οίκος που περιγράφεται στα εγχειρίδια είναι τόπος κατοικίας και βρίσκεται μακριά από τον τόπο της ανδρικής βιοποριστικής εργασίας. στο δυτικό κόσμο κατά τη διάρκεια του 19ου αιώναοδιαχωρισμός αυτός γίνεται όλο και πιο συνηθισμένος στις πόλεις. στις συνειδήσεις των ανθρώπων οι έννοιεςτουιδιωτικού καιτουδημόσιου χώρου επαναπροσδιορίζονται, καθώς για ένα ολοένα μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού η ενότητατηςεργασίας καιτηςοικογενειακήςζωής,τωνεργασιακώνκαιτωνοικογενειακών
νία, την αυτοπραγία η αυτενέργεια, την αυτομάθεια και την αυτοδιδασκαλία. Βλ. επίσης το έργο του ο πρακτικός βίος (Βιβλιοθήκη του Ελληνικού Λαού, 1. Ξ. Δ. Ζύγουρας, Ελληνική Οικιακή Οικονομία..., ό.π., σ. 114. 2. Βλ. Erna Olafson, Leslie Parker Hume και Karen M. Offen (επιμ.), Victorian women: A documentary account of women's lives in 19th century England, France and the United States, Στάνφορντ 1981.
κών σχέσεων διασπάται. Ταυτόχρονα η ιδεολογία της πολικότητας ανάμεσαστηνεξωστρέφειατουάνδρακαιτηνεσωστρέφειατης γυναίκας, που παλαιότερα νομιμοποιούσε την αποχή των γυναικών απόορισμένες«ανδρικές» δραστηριότητες, όπωςτοεμπόριοητα ταξίδια, και υπαγόρευε έναν καταμερισμό της εργασίας ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες, χωρίς ωστόσο να εμποδίζει τη συνεργασία τους στο αγροτικό νοικοκυριό και το χωράφι, αποκτά νέα βαρύτητα και σαφήνεια. Ο «ιδιωτικός» χώρος,απογυμνωμένοςαπότις παραγωγικές δραστηριότητες που απαιτούσαν τη συμμετοχή όλης της οικογένειας, αναδεικνύεται κατεξοχήν «γυναικείος». Η οικιακή οικονομία γίνεται αποκλειστικά γυναικεία υπόθεση1. φροντίδα του οίκου και της οικογένειας δεν αντανακλούσε βέβαια τις συνθήκες της ζωής των γυναικών των λαϊκών τάξεων. Η αποκλειστική ενασχόληση των γυναικών με τα καθήκοντα του οίκου σηματοδοτούσε το επίπεδο της ευημερίας της οικογένειας, δηλαδή την οικονομική επιφάνεια του πατέρα και του συζύγου. Ταυτόχρονα όμως αποτελούσε κύριο γνώρισμα της θηλυκότητας. Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα η αυξανόμενη ζήτησητηςοικιακής οικονομίας, και γενικά της διδασκαλίας που υποσχόταν να βελτιώσει την απόδοση των γυναικών στα οικιακά τους καθήκοντα, συνδέεται με τη ραγδαία διάδοση του προτύπου της καλής γυναίκας, που Ισοδυναμεί με την καλή κόρη, σύζυγο, μητέρα και οικοδέσποινα. Πάνω στο πρότυπο αυτό οικοδομήθηκεμιαολόκληρηκουλτούρα
1. το πρότυπο του οικοδεσπότη που συμμετέχει στη διεύθυνσητουοίκου τεί την αποχή των ανδρών από την παραγωγική διαδικασία και χαρακτηρίζει το αριστοκρατικό ήθος. Ένα τέτοιο πρότυπο είχε υπόψη του ο Νικόλαος Μ. Σαράντης. το βιβλίο του Μαγειρική, που εκδόθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1863, απευθύνεται σε επαγγελματίες μαγείρους και μαγείρισσες σία του νεότερου η κατώτερου προσωπικού για λογαριασμό του οικοδεσπότη λειτουργία της κουζίνας και την ποιότητα του φαγητού.
ρα του οικιακού ιδεώδους, που δεν περιορίστηκε βέβαια στις γυναίκες της αστικής τάξης. Η Ιδεολογία που συνδέει τη θηλυκότητα με την ταύτιση των γυναικών με τον οίκο διαχέεταικαιστις λαϊκές τάξεις, τουλάχιστον στο βαθμό που η εικόνα της καλής υπηρέτριας επικαλύπτεται με την εικόνα της τέλειας βικτωριανής κόρης και συζύγου1.
στική ταύτιση των γυναικών με τον οίκο,αποδεικνύονταςότι απορρέει από τη φύση. Οι «αποδείξεις» αυτέςεξυπηρετούντοναποκλεισμό των γυναικών από την ανώτερη εκπαίδευση και νομιμοποιούν την έμφαση των σχολικών προγραμμάτων στην προετοιμασία για τα καθήκοντα του οίκου2. Η διεύθυνση του οίκου ήταν ένα από τα θέματα στα οποία αναφέρονταν τακτικάτααγγλικά περιοδικά που εκδίδονταν κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα για την ψυχαγωγία και την επιμόρφωση των γυναικών των ανώτερων τάξεων. ο γυναικείος τύπος πάντως γνωρίζει μια ιδιαίτερη άνθιση απόταμέσα του 19ου αιώνα, που συνδέεται με την αύξηση στη ζήτηση πρακτικών συμβουλών για τον εξωραϊσμό του οίκου και τη βελτίωση του οικιακού βίου από ένα διευρυνόμενο αναγνωστικό κοινό. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του περιοδικού The
Englishwoman's Domestic
το 1852 ο Samuel Beeton και που απευθυνόταν στις γυναίκες της μεσαίας τάξης. τα γυναικεία έντυπα που περιέχουν οδηγίες
1. Βλ. Deborah Graham, The Victorian girl and the feminine ideal, Μπλούμιγκτον 1982. 2. στις αρχές του 19ου αιώνα ήταν γενικά αποδεκτό ότι άνδρες και γυναίκες προικίζονται με διαφορετικά εφόδια από τη «φύση» και ότι μόνον οι άνδρες είναι ικανοί για ανώτερες σπουδές. Γύρω στο 1860 ναντι στην ανώτερη γυναικεία εκπαίδευση διατυπώνονται με τρόποπουσυμφωνεί με το πνεύμα του Δαρβινισμού. οι φυσικές διαφορές ανάμεσα στα φύλα γυναικών θεωρούνται σημεία του ανώτατου σταδίου της ανθρώπινης εξέλιξης.
Magazine,
που
άρχισε να εκδίδει
ραπτικής και συμβουλές οικονομίας και υγιεινής πυκνώνουν μετά την έκδοση του Self-help του Samuel Smiles. Ο πολλαπλασιασμός τους Οφείλεται, εν μέρει τουλάχιστον, στη μεγάλη απήχηση που είχε το δόγμα της αυτοβοήθειας και της αυτάρκειας στη βικτωριανή Αγγλία. Αντίθετα από τα περιοδικά που εκδίδονταν το 18ο και ως τα μέσα του 19ου αιώνα, τα νεότερα περιείχαν λιγότερα επιμορφωτικά κείμενα η ειδήσεις από τον κόσμο. Απευθύνονταν κυρίως στις συζύγους και τις κόρες οικονομικά ανερχόμενων οικογενειών, που τα αποζητούσαν όχι για να ψυχαγωγηθούν ηγιανασυμπληρώσουν τη μόρφωσή τους, αλλά για να βρουν οδηγίες που θα τις βοηθούσαν να προσαρμόσουντηνεμφάνιση,τους τρόπους, τα σπίτια τους και την καθημερινή ζωήτηςοικογένειάς τους στα πρότυπα της ανώτερης τάξης1. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο βιβλίο της From, kitchen to garret (1890), έναν οικιακό οδηγόπουκαθοδηγεί ένα νιόπαντρο ζευγάρι της μεσαίας τάξης στα μυστικά της οικιακής ευδαιμονίας και της ευπρέπειας, η J . Ε. Panton συμβουλεύει τη σύζυγο να αγνοεί εκείνους που κοροϊδεύουν όσες γυναίκες προσπαθούν να μιμηθούν τις συνήθειες των κοινωνικά ανώτερων τους, με την προϋπόθεση βέβαια ότι τα οικονομικά της της επιτρέπουν να αντιγράψει ορισμένες έστω από αυτές . σης οικιακών μεταρρυθμίσεων, θεώρησε ότι η ευθύνη του οίκου καιτηςοικογένειας μπορούσε να συσπειρώσει όλες τις γυναίκες. Αναγνωρίζοντας το φύλο ως σημαντικότερο παράγονταγιατην οργάνωσητηςκοινωνίας απ' ό,τι ο τόπος καταγωγής,τοθρήσκευμα
of womanhood, Λονδίνο 1981. 1. Βλ. Marjorie Ferguson, Forever feminine : Women s magazines and the cult of femininity, Λονδίνο 1983, σ. 15-17. 2. Βλ. David Pocock, «Introduction», στο Arnold Palmer, Movable feasts, Οξφόρδη 1984.
μα, η φυλή η η κοινωνική τάξη, και τονίζοντας την οικουμενικότητα της οικογένειας και την κεντρική θέση των γυναικώνσεαυτήν,ηBeecher προσπάθησε να διαδώσει το όραμα μιας γυναικείας κουλτούρας. σε μια εποχή βίαιων ανακατατάξεων, πίστεψε ότι το ήμισυ της φυλετικά, ταξικά και ποικιλωνύμως εθνικά κατακερματισμένης αμερικανικής κοινωνίας μπορούσε να συμβάλει στην υπέρβαση των κοινωνικών αντιθέσεων όχι μόνο θωρακίζοντας τον οίκο απέναντι στο ήθος του κέρδους και τον ανταγωνισμό, αλλά μεταφέροντας και διαδίδοντας τις άξιες της ενδοοικογενειακής κατανόησης, αρμονίας, ανοχήςκαιαφιλοκέρδιαςαπό τον οίκο στον έξω κόσμο. Όταν το 1841 η Beecher εξέδωσε ρικανίδες είχαν ήδη στη διάθεσή τους οικιακούς Οδηγούς γραμμένους στις Η ΠΑ, όπως το American frugal housewife (1832), καιτοYoung Housekeeper (1838) της Lydia Maria Childe, το Father's book (1834) του Theodore Dwight η το Domestic education (1840) του Herman Humphrey. Επίσης μπορούσαν να διαλέξουν εγχειρίδια που πραγματεύονταν εξειδικευμένους τομείς του νοικοκυριού η να καταφύγουν σε αγγλικούς οικιακούς οδηγούς. H Beecher βρήκε τις λύσεις αυτές ανεπαρκείς, γιατί τα βιβλία είτε έδιναν το τελικό πρόσταγμα στα του οίκου στους άνδρες είτε προσέγγιζαν τα οικιακά καθήκοντα των γυναικών με αποσπασματικό τρόπο, η πάλι —στην περίπτωσητωναγγλικών εγχειριδίων— προϋπέθεταν σπιτικά με υπηρετικό προσωπικό. Αντίθεταεκείνηαπέδωσεόλη την ευθύνη της διεύθυνσης του οίκου στις γυναίκες, πραγματεύτηκε όλες τις όψειςτουοικιακού βίου —από το σχεδιασμό του σπιτιού έως τη φροντίδα των παιδιών— και θεώρησε δεδομένη την απουσία υπηρετικού προσωπικού. Η εφευρετικότητά της έχει αποσπάσει το θαυμασμό πολλών ειδικών της τεχνολογίας1.
1. Βλ. Κ. Kish Sklar, ό.π., σ. 151-167. Άλλα βιβλία στα όποια η Beecher πραγματεύεται ζητήματα οικιακής οικονομίας είναι: Principles of domestic science (1870), Miss Beecher's housekeeper and healthkeeper (1873), το βιβλίο της Treatise on domestic economy (1841), οι Αμε-
σαν το γάμο, το νοικοκυριό και την ανατροφή των παιδιών ήταν ακόμα μεγαλύτερη από ό,τι στην Αγγλία. στις εκδοτικές επιχειρήσεις, που στα μέσα του αιώνααποτελούσανέναναπότουςανθηρότερους κλάδους, το μεγαλύτερο ποσοστό του κέρδους προερχόταν από έντυπα που απευθύνονταν στις γυναίκες. Πολλάαπόαυτά αφορούσαντιςεπιδόσειςτους στον οίκο. με τηνεξάπλωσητης εκβιομηχάνισηςκαιτησυνακόλουθη μείωσητωνανεξάρτητων παραγωγών, τα καλοβαλμένα σπίτια, οι καλοί τρόποι, τα καλοντυμένα παιδιά και κάθε άλλη ένδειξη νοικοκυρεμένης οικιακής ευδαιμονίας σηματοδοτούσαν ταυτόχρονα την υλικήκαιηθική κατάσταση των μεσοαστών μισθωτών και τις Ιδιαίτερες Ικανότητες των γυναικών τους1. επιχειρηματιών που αποσύρθηκαν από τις οικονομικές δραστηριότητες των συζύγων και των πατεράδων τους αφοσιώθηκαν στον
The new housekeeper's manual (1873) και το American woman's home, or principles of domestic science (1869), που έγραψε μαζί της Harriet Beecher Stowe. η κίνηση των οικιακών μεταρρυθμίσεων (domestic reform movement), που εκδηλώθηκε στην τοπιστές σοσιαλιστές και θρησκευτικές ομάδες που ζούσαν κοινοβιακά πειραματίζονταν στην κοινωνικοποίηση της οικιακής εργασίας. τα δράματα αυτά έβρισκαν αντίθετη την Beecher, γιατί υπονόμευαν τον ιδιωτικό χαρακτήρα του οίκου και ήταν φυσικά ασυμβίβαστα με την αντίληψή της inism), που αναπτύχθηκε στην Αμερική μετά το 1860, σύνθεση των παλαιότερων απόψεων, καθώς επιδίωκε ταυτόχρονα την κοινωνικοποίηση της οικιακής εργασίας αλλά και την υπαγωγή της ρύθμισής της tic revolution: A history of feminist designs for american homes, neighborhoods and cities, Καίμπριτζ Μασ. 1981. 1. Βλ. Mary Ryan, «Femininity and capitalism in antibellum America», στο Zillah Eisenstein (επιμ.), Capitalist patriarchy and the case for socialist feminism, Νέα Υόρκη και Λονδίνο 1979, σ. 151-172.
οίκο και την οικογένεια και καλλιέργησαν μια κουλτούρα που επικεντρώθηκε σε άξιες αντίθετες από εκείνες που κυριαρχούσαν στον έξω κόσμο, όπου κινούνταν οι σύζυγοι τους1, άξιες ταυτόσημες μεεκείνεςπουεξήρεηBeecher. Μετά τα μέσα του 18ου αιώνα, και Ιδίως κατά τη διάρκεια του 19ου, δόθηκε μεγάλη έμφαση στη διδασκαλίαπουαφορούσετη συντήρηση και την ανάπτυξη του άτομου στο πλαίσιο της οικογένειας, και που προετοίμαζε τις γυναίκες να αναλάβουν τη διεύθυνση του οίκου και να διαχειριστούν την «καθημερινή ζωή». Η διάδοση αυτής της διδασκαλίας συνδέεται με την εξάπλωση της μισθωτής εργασίας και εντείνεται στα τέλη του αιώνα2. Όταν αυτή την εποχή καταβάλλονταν προσπάθειες να καταξιωθεί ηεκπαίδευσηστατουοίκου (enseignement ménager) ως χωριστό πεδίο σπουδών, οι στόχοι της γυναικείας εκπαίδευσης είχαν πια διευρυνθεί και δεν οδηγούσαν αποκλειστικά στην προετοιμασία της συζύγου, μητέρας και οικοδέσποινας. Ωστόσο, μέσω του δημοτικού σχολείου που έγινε τότε υποχρεωτικό και μέσω επιμορφωτικών προγραμμάτων που οργάνωναν κυρίως γυναικεία φιλανθρωπικά σωματεία, τα διδάγματα της οικιακής οικονομίας άρχισαν να φτάνουν και στις γυναίκες των λαϊκών τάξεωνηακόμακαινα απευθύνονται ειδικά σε αυτές. Η προετοιμασία για τις πρακτικές οικιακέςέργασίες·—τημαγειρική, την πλύση, το σίδερο, την κηπουρική κτλ.— συνδυαζόταν με την υγιεινή και την καταστιχογραφία. το πρότυπο της γυναίκας-φρουρού της υγείας και της οικονομικής ευρωστίας της οικογένειας, που συνδυαζόταν με το πρότυπο της ικανής εργάτριας του οίκου, απέδιδε στις γυναίκες την ιδιότητα του εγγυητή της οικογένειας απέναντι στην κοινωνία και το κράτος3.
1. Βλ. Bonnie G. Smith, Ladies of the leisure class: The bourgeoises of Northern France in the nineteenth century, Πρίνστον 1981. 2. Βλ. Jean-Marie Barbier, «Scolarisation féminine et éducation à I' économie quotidienne», ό.π., σ. 83-85. 3. Βλ. M. Martin, Femmes et société..., ό.π., σ. 79-86.
κες των εύπορων οικογενειών της αστικής τάξης. Όμως η διδασκαλία που απέβλεπε στη βελτίωση της απόδοσης των γυναικών στον οίκο προσαρμόστηκε κατά καιρούς στις συνθήκες της ζωής — πραγματικές η εξιδανικευμένες— και τις υποτιθέμενες «ανάγκες» των γυναικών των κατώτερων τάξεων. Πάντως χαρακτηριστικό της διδασκαλίας αυτής σε όλες τις εκδοχές της είναι ότι, ως προς τις βασικές αρχές της τουλάχιστον, απευθύνεται σε όλες τις γυναίκες. Η οικιακή οικονομία εγκαλεί τις γυναίκες ως μέληόχιμιας ταξικά διαφοροποιημένης κοινωνίας, αλλά ενός κόσμου χωρισμένου πρώτα και κύρια κατά φύλα. Η διαταξικότητα της οικιακής οικονομίας δεν είναι παράδοξη απότησκοπιά μιας ταξικής ευρωκεντρικής ιδεολογίας. Ο προβληματισμός γύρω από την υγεία, την αναπαραγωγή και τη σεξουαλικότητα των λαϊκών τάξεων ήταν προϊόν της απειλής που σήμαινε για τους αστούς η συνύπαρξή τους στις πόλεις, και αποτέλεσμα της προσπάθειας να αναζητήσουν αποδοτικές μεθόδους εκμετάλλευσης, καθώς και να συγκροτήσουν έναν τεχνικό, θεσμικό και διοικητικό μηχανισμό που να επιτρέπει την επιτήρηση του προλεταριάτου1. Η αυτοαναγόρευση των αστών ως φορέων «εκπολιτισμού», η διάδοση της αντίληψης ότι η ένταξη στη μεσαία τάξη είναι φυσική απόρροια επίμονης εργασίας, η ίδια η έννοια της μεσαίας τάξης, που τα όριά της είναι τόσο χαλαρά ώστε να μπορούν να διευρύνονται επ' άπειρον, και η εξομοίωση της προόδου της αστικής τάξης με την πρόοδο της κοινωνίας αποτελούν συστατικά στοιχεία της αστικής ιδεολογίας. κοινωνικά και οικονομικά συμφραζόμεναανάλογαμεεκείνατης άστικής Ιδεολογίας στην Ευρώπη, ούτε για συστηματική προσπάθεια μεταλαμπάδευσης των επιμέρους προτύπων της μέσω της δημόσιας εκπαίδευσης. Οι έλληνες συγγραφείςτωνεγχειριδίων
1. Βλ. Μισέλ Φουκώ, Ιστορία της σεξουαλικότητας. Α' η δίψα της γνώσης, μτφρ. Γκλόρυ Ροζάκη, Αθήνα 1982, σ. 156-157.
τηςοικιακήςοικονομίαςβέβαια έζησαν και εργάστηκαν σε εξωελλαδικές κοινότητες με εντονότερη αστική παράδοση από αυτήν που διέθεταν τα κέντρα της Ελλάδας. τα έργα τους πάντως εναρμονίζονται με την κατεύθυνση της εκπαίδευσης που κυριαρχούσε σταελλαδικάανώτεραπαρθεναγωγεία. το γεγονός ότι τα σχολεία αυτά έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη διάδοση του ευρωπαϊκού οικιακού Ιδεώδους οφείλεται, εν μέρει τουλάχιστον, στο ότι απευθύνονταν σε κορίτσια και κυρίως στις κόρες εύπορων οικογενειών. Η αδιαφορία του κράτους για τα σχολεία θηλέων, η περιορισμένη έκταση της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και η ανάθεσή της σε ιδιώτες, δηλαδή η ίδια η περιθωριοποίηση της, διευκόλυνε την προσαρμογή στιςαπαιτήσειςμιαςαστικήςτάξης που σε μεγάλο βαθμό εξαρτούσε την αίγλη της από τη συγγένεια του τρόπου της ζωής της μετηνΕυρώπη.
Ο οίκος που περιγράφεται στα εγχειρίδια της οικιακής οικονομίας δεν είναι υπεράνω οικονομικών δυσχερειών. Οι οικοδεσπότες πάντως μπορούν να ελπίζουν σε μια σχετική ευημερία,ανδεν την έχουν ήδη κατακτήσει. Από την άλλη μεριά,οιαναφορέςτων συγγραφέων στον πρόσκαιρο χαρακτήρα της ευημερίας, το μόνιμο κίνδυνο της διολίσθησης, το ενδεχόμενο να βρεθεί η οικοδέσποινα χωρίς υπηρέτες η και στην ανάγκη να εργαστεί παραπέμπουν στις συνθήκες της ζωής οικογενειών με χαμηλά εισοδήματα η τουλάχιστον στην εικόνα που έχει γι' αυτές η αστική κοινωνία. Η οικοδέσποινα πρέπει πάντοτε να ρυθμίζει τα του οίκου ανάλογα με τα οικονομικά δεδομένα της οικογένειας. Ανεξάρτητα όμως από αυτά, πρέπει πάνταναεφαρμόζειτιςαρχέςτηςοικιακής οικονομίας. Κατά το Ζύγουρα μάλιστα, «όσον η γ ραν θέσιν κατέχει εν τη κοινωνία, τοσούτον μάλλον πρέπει να είναι εργατική, φειδωλή και ένάρετος»1. το κάλεσμα στα κα του οίκου μπορεί να ενώσει γυναίκες με πολύ διαφορετικές τύχες. Η Παρρέν περιγράφει την επίσκεψη των γυναικών της βασιλικής
1. Ξ. Δ. Ζύγουρας, Ελληνική Οικιακή Οικονομία..., ό.π., σ. 9ί.
οικογένειας—πουείχαν παρακολουθήσει μαθήματα της Οικοκυρικής Σχολής του Βερολίνου— στην Οικοκυρική και Επαγγελματική Σχολή της Ενώσεως των Ελληνίδων με τρόποπουθαενθουσίαζε την Catharine Beecher: «[...] και ήτο ωραίον, πρωτοφανές, παράδοξον να βλέπης μίαν βασίλισσαν, μίαν κόρην τσάρωννατοποθετήται παρά το αχνίζον φουρνέλον της τάξεως, μίαν κόρην του αυτοκράτορος της Γερμανίας να ίσταται πλησίον μιας μαγειρίσσης [...] Η ατυχής μαγείρισσα συγκεκινημένη δεν ημπορείναπιστεύση τους οφθαλμούς της. Πώς ! μία βασίλισσα τόσον καλή, τόσον καταδεκτική»1. κριμένη τάξη και διατυπώνονται ως αιώνιες αλήθειες. Κατά το Ζύγουρα οι κανόνες της οικιακής οικονομίας είναι «τοσούτον απλοί και σταθεροί, ώστε εις όλους τους αιώνας και εις όλα τα είδη παραμένουσιν οι αυτοί»2. την οικουμενικότητα της οικιακής οικονομίας υπογραμμίζει επίσης η αναγωγή των αρχών της στην αρχαία Ελλάδα. ο ενεστώς χρόνος, που οι συγγραφείς χρησιμοποιούν για να περιγράψουν την καθημερινή ζωήτηςοικοδέσποινας, δεν μπορεί βέβαια να κρύψει ότι η περιγραφή δεν ανταποκρίνεται στις συνθήκες της ζωής μιας λαϊκής γυναίκας, αλλά στην καλύτερη περίπτωση σε μία βελτιωμένη εκδοχή της, που εικονογραφεί τα αποτελέσματατωνδιδαγμάτων της οικιακής οικονομίας. Οι λιγοστέςαναφορέςστολαϊκό παρόναφορούνκυρίως τους κινδύνους από τη διαδεδομένη υλική και ηθική ένδεια, υποδεικνύοντας έτσι ότι η διδασκαλία της οικιακής οικονομίας είναι πραγματικά αναγκαία. μεαυτότοπνεύμα ο Ζύγουρας επισημαίνει ότι τα λαϊκά ήθη και έθιμα δίνουν συχνά αφορμή για περιττά έξοδα και προειδοποιεί ότι οι επιδεικτικοί γάμοι, τα βαφτίσια και προ παντός οι κηδείες
1. Καλλιρρόη Παρρέν, «Καθημεριναί εντυπώσεις: τα εγκαίνια της Οικοκυρικής και Επαγγελματικής Σχολής», Εφημερίς των Κυριών ΙΑ'/509 (1897). 2. Ξ. Δ. Ζύγουρας, Ελληνική Οικιακή Οικονομία...,ό.π.,σ. 36.
ΕΤΗΣΙΟΣ ΓΕΝΙΚΟΣ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ 1890
μπορούν να έχουν καταστρεπτικά αποτελέσματα για την ευδαιμονία της οίκογένειας1. Η καταξίωση της οικιακής οικονομίας ως ξεχωριστής «επιστήμης», «τέχνης» η απλού μαθήματος προϋποθέτει κάποια, ατελή έστω, διαφοροποίηση του προσανατολισμού της από τις επιμέρους «γυναικείες τέχνες» που προϋπήρχαν στα σχολικά προγράμματα και καταλάμβαναν πάντα μεγάλο μέρος του χρόνου των μαθητριών. Διακριτικό χαρακτηριστικό της είναι η συνολική αντιμετώπιση του έργου της οικοδέσποινας. η Λεοντιάς διευκρινίζει ότι η οικιακή οικονομία «δεν προτίθεται την διδασκαλίαν των οικιακών τεχνών της γυναικός [...] μόνονοδηγείτηνοικοδέσποινα πώς να διευθύνη και να μεταχειρίζηται τας τέχνας ταύτας»2. Η αντίληψη αυτή οφείλεται ίσως εν μέρει στην προσδοκία της συγγραφέως ότι οι αναγνώστριές της θα διέθεταν υπηρετικό προσωπικό. Η περιγραφή της οικιακής οικονομίας που δίνει η Παρρέν, σε άρθρο με το οποίο εισηγείται την ίδρυση «πρακτικής σχολής» προς όφελος κυρίως κοριτσιών από οικογένειες με χαμηλά εισοδήματα, τονίζει την τεχνική όψη των καθηκόντων της οικοδέσποινας. Η Παρρέν συνιστά: «Θεωρητικήν και πρακτικήν εκμάθησιν της οικιακής οικονομίας καθ' όλους τους κλάδους αυτής· διεύθυνσιν του οίκου και διαχείρισιν των οικογενειακών δαπανών μετά σχετικής τηρήσεως βιβλίων διπλογραφικών" αγοράς προμηθείας, μεθόδους του διατηρείν τα διάφορα είδη των τροφίμων, εκμάθησιν μαγειρικής, ζαχαροπλαστικής, σιδηρώματοςκαιτηςεν γένει καθαριότητος του οίκου. Ταξινόμησιν προγευμάτων, γευμάτων, δείπνων" διευθέτησιν και διακόσμησιν αιθουσών, δωματίων έστιατορίου" τρόπον του υποδέχεσθαι και φιλοξενείν ραπτικήν και κοπτικήν υγιεινήν των παίδων και μαθήματα νοσηλείας»3.
1. Βλ. στο ίδιο, σ. 146, και του ίδιου, Ε πιτομή ..., ό.π., σ. 44 και Οικιακή Οικονομία, ό.π., σ. 45. 2. Βλ. Σ. Κ. Λεοντιάς, ό.π., σ. 113. 3. Καλλιρρόη Παρρέν, «Ιδρύσατε σχολήν πρακτικήν διάταςνέας», ΕφημερίςτωνΚυριών Α'/14 (1887), σ. 1.
Από την άλλη μεριά, η περιγραφή του μαθήματος της οικιακής οικονομίας στη Σχολή της Κυριακής, την οποία παρακολουθούσαν φτωχές και εργαζόμενες κοπέλες, αναφέρει ότι διδάσκονταν «όχι μόνον πρακτικαί γνώσεις περί διευθύνσεως οίκου, καταστιχογραφίας και διαχειρίσεως των υλικών πόρων, αλλ' εν ταυτώ οδηγίαι πρακτικαί περί ανατροφής τέκνων, περί συμπεριφοράς της γυναικός εν γένει προς τους γονείς, αδελφούς και συζύγους, περί καθηκόντων αυτής απέναντι της οικογενείας, κοινωνίας και εν γένει της πατρίδος, και πρακτικά υγιεινά παραγγέλματα»1.
εγχειριδίωνοικιακήςοικονομίας που προορίζονταν για τις μαθήτριες των ανώτερων παρθεναγωγείων και τις οικοδέσποινες. το στοιχείο που τις διαφοροποιεί είναι η απουσία αναφορών στους υπηρέτες και στο καθήκον της οικοδέσποινας να διαχειρίζεται την εργασία τους. Πάντως σύμφωνα με τα εγχειρίδια, η απουσία υπηρετών δεν είναι λόγος να στερηθεί η οικογένεια τις υπηρεσίες που καλώς εχόντων των πραγμάτων θα αναλάμβαναν εκείνοι, όπως και η παρουσία τους δε δικαιολογεί τον εφησυχασμό της οικοδέσποινας ητηνάγνοιά της στα οικιακά. τύπο. Η υπηρεσία τους παρουσιάζεται ως αναγκαίο κακό. Πρώτα πρώτα αντιπροσωπεύει ένα έξοδο. Άρθρο της Εφημερίδος των Κυριών με τίτλο «Τί μάς κοστίζει μία μαγείρισσα» επισημαίνει ότι το κόστος της περιλαμβάνει όχι μόνο το μισθό της, αλλά και τα χρήματα που ξοδεύονται για τις σπατάλες της 2 . Η μεγιστοποίηση τηςαποδοτικότηταςτωνυπηρετριώναπαιτείτηνεπιτήρησηκαι τηνορθολογικήαξιοποίησήτους. ο Ζύγουρας, για παράδειγμα, συμβουλεύει την οικοδέσποινα να μη μεταχειρίζεται «επιτηδείαν υπηρέτριαν εις τας χονδροειδείς του οίκου υπηρεσίας,αλλάτην
1. Καλλιρρόη ΙΙαρρέν, «Έναρξις των μαθημάτων της Σχολής της Κυριακής», Εφημερίς των Κυριών Γ'/152 (1890), σ. 3-4. 2. Μαρία Γ., «Τί μας κοστίζει μια μαγείρισσα;», Εφημερίς των Κυριών Α'/3 (1887), σ. 2.
μάλλον εύωνον»1. Οι υπηρέτες επίσης πρέπει να διαπαιδαγωγούνται σωστά ώστε να προσαρμόζονται στους κανόνες της ηθικής. Σχετικό άρθρο στην Οικιακή Εφημερίδα επισημαίνει ότι η υπηρεσία τους «είναι τόσον περισσότερον μάστιξ, όσον και η κυρία και ο κύριος του οίκου κακώς είναι κατηρτισμένοι διά την μόρφωσιν υπηρετών»2. στα ηθικά μειονεκτήματα των υπηρετριών αναφέρεται επίσης η Παρρέν3, ενώ η Πραγματεία, η Λεοντιάς και η Πρεβεζιώτου συμβουλεύουν την οικοδέσποινα να τους δίνει το καλό παράδειγμα με τη χριστιανική της συμπεριφορά και να ελέγχει τη διαγωγή τους. στο γυναικείο τύπο καταγγέλλεται επίσης συχνά η τάση ορισμένων γυναικών για φυγοπονία, που εκδηλώνεται μετηνυπερβολική εξάρτηση της οικοδέσποινας από τις υπηρεσίες του οικιακού προσωπικού. Ιδιαίτερα επικίνδυνη θεωρείται η εγκατάλειψη των παιδιών στη φροντίδα της τροφού η της νταντάς4. Οι επιφυλάξεις απέναντι στους υπηρέτες πάντως δεν Ισοδυναμούν με επιχειρήματα για την κατάργηση τους. οι συγγραφείς τωνεγχειριδίωνκαιοιαρθρογράφοιδενυποστηρίζουν ότι η οικοδέσποινα πρέπει πάντοτε να αναλαμβάνει μόνη όλο το βάρος της οικιακήςεργασίας.Επιμένουν όμως ότι πρέπει να επιτηρεί τις υπηρέτριες και να είναι σε θέση να τα βγάζει πέρα μόνη της, αν οικονομικοί λόγοι την αναγκάσουν να στερηθεί τη βοήθεια τους. Άλλωστε, όπως παρατηρεί αρθρογράφος της Εφημερίδος των Κυριών με την εύγλωττη υπογραφή «Μήτηρ ιατρός και παιδαγωγός», η τριβή με την οικιακή εργασία εγγυάται και την ίδια την ανάπτυξητηςγυναίκας: «Αι οικιακαί εργασίαι δεν είναι εξευτελιστικαί [...]. Είναι το φυσικόν εργαστήριον, εις το οποίον, η νεάνις
1. Ξ. Δ. Ζύγουρας, Ελληνική Οικιακή Οικονομία..., ό.π., σ. 131. 2. «Πώς μορφώνομεν τους υπηρέτας μας;» Οικιακή Εφημερίς Α'/9 (1893), σ. 1. 3. Καλλιρρόη Παρρέν, «αι Παρισιναί υπηρέτριαι και αι ιδικαί μας», ΕφημερίςτωνΚυριών Γ'/131 (1889), σ. 1-2. 4. Βλ. π.χ. ενδεικτικά Καλλιρρόη Παρρέν, «Έχομεν μητέρας;», Εφημε-
αποκτάτηνμεγαλυτέραν φυσικήν ανάπτυξιν, εν ταυτώδεκαιτην επιστημονικήν λειτουργίαν του οίκου, πράγμα μεγάλης χρησιμότητος διά τον μετέπειτα οικογενειακόν βίον της κόρης»1. Τόσο η έμφαση στην «επιστημονική» κατάρτιση της οικοδέσποινας, στην οποία επιμένει ο Ζύγουρας, όσο και η έμφαση σε πρακτικές οδηγίες και συνταγές δεν αναιρούν τη σημασία των «έμφυτων» κλίσεων των γυναικών, που αποτελούν και τα πρωταρχικά εφόδια για την επιτυχία τους στα καθήκοντα του οίκου. Οι δύο αυτές τάσεις της οικιακής οικονομίας ωστόσο τονίζουν διαφορετικές όψεις της σχέσης του οίκου με τον έξω κόσμοκαιεπιστρατεύουν διαφορετικά κριτήρια για την αξιολόγηση του έργου της οικοδέσποινας. Μεταξύ του οίκου και του έξω κόσμου η πρώτη «βλέπει» κυρίως συγγένεια και συνέχεια" η δεύτερη κυρίως διαφορά και ασυνέχεια. Έτσι ο Ζύγουρας προσπαθείναεπιβάλειστην οικοδέσποινα «επιστημονικές» μεθόδους όμοιες με εκείνες που εξασφαλίζουν τη μεγιστοποίηση του κέρδους στον έξω κόσμο. Η επιμονή του να εξοβελίσει τις τεχνικές γνώσειςπουαφορούντην οικιακή εργασία από το πεδίο της οικιακής οικονομίας δε σημαίνει βέβαια ότι πιστεύει πώς οι γυναίκες πρέπεινατιςαγνοούνη πώς η οικιακή ευδαιμονία δεν εξαρτάται καθόλουαπότηνκατάρτισή τους σε αυτόν τον τομέα. Η επιλογή του εκπορεύεται μάλλον απότηνεκτίμησηότι οι κανόνες της οικονομίας έχουν μεγαλύτερο κύρος, καθώς η ισχύς τους δεν εξαντλείται στα όρια του οίκου. το κύρος αυτό αντανακλάται στην οικοδέσποινα και το έργο της" παράλληλα νομιμοποιεί την ενασχόληση επιστημόνων όπως ο ίδιος μεταζητήματα του οίκου, ενώ ταυτόχρονα ενισχύεται από αυτήν2.
1. Μήτηρ ιατρός και παιδαγωγός, «Μητέρες και παιδία», Εφημερίς των Κυριών Η'/365 (1894), σ. 6. 2. το γεγονός ότι ο Ζύγουρας αποδίδει στο έργο της γυναίκας χαρακτηριστικά της ανδρικής επιχειρηματικής δραστηριότητας είναιακόμαμία ένδειξη της προσήλωσής του στο πνεύμα του καπιταλισμού και την προτεσταντική ηθική.ηπροτεσταντική εκκλησία αποδυναμώνει το ρόλο της ΠαναγίαςΜητέρας, εισάγοντας μια τυπική ταύτιση της γυναίκας με τον άνδρα, που
ΑντίθεταηΛεοντιάς επιδιώκει την κοινωνικήαναγνώρισητου έργου της οικοδέσποινας, τονίζοντας περισσότερο την ιδιαιτερότητά του, που υπαγορεύεται από τις ειδικές ανάγκες του οίκου ως επίκεντρου του οικογενειακού βίου. εν ονόματι αυτών των αναγκών και κυρίως προκειμένου να καταφέρει να διατηρήσει τον οίκο της «ευάρεστον», η Πραγματεία συμβουλεύει την αναγνώστρια να αντιμετωπίσει με γενναιότητα «τας δυσχερεστέρας και αηδεστέρας όψεις του έργου της γυναικός»1. του, που περιορίζονται στα καθήκοντα των γυναικών στον οίκο, ο Ζύγουρας και η Λεοντιάς υπάγουν στο πεδίο της οικιακής οικονομίας θέματα όπως ο προορισμός των φύλων, η θέση της γυναίκας στην οικογένεια και την κοινωνία, η σχέση της με τον άνδρα, ο ρόλος της στην οικονομία και τα δικαιώματά της στην εκπαίδευση, που αποτελούν τις κυριότερες πλευρές του «γυναικείου ζητήματος» αυτή την εποχή. το γεγονός είναι αρκετά εντυπωσιακό, αν λάβουμε υπόψη την τάση των σχολικών εγχειριδίων να αποσιωπούν επίκαιρα η «ακανθώδη» θέματα η να τα θίγουν μονάχα για να βρουν αφορμή να προπαγανδίσουν τετριμμένες απόψεις. Μολονότι οι αντιλήψεις του Ζύγουρα και της Λεοντιάδος διαφοροποιούνται από τις ριζοσπαστικότερες απόψεις που εκφράζει κατά καιρούς η Παρρέν, βρίσκονται ωστόσο σε αρμονία με το Ιδεολογικό κλίμα της Εφημερίδος των Κυριών. Κλίμα χαρακτηριστικά αντιφατικό, καθώς η Εφημερίς φιλοξενεί συχνά κείμεναπουεξαίρουντηναφοσίωση των γυναικών στην οικογένεια, δίπλα σε ριζοσπαστικές φεμινιστικές διεκδικήσεις η περιγραφές του τρόπου της ζωής και των επιτευγμάτων των γυναικών στην Ευρώπη και την Αμερική, σε εξωτικές χώρες η στους μύθους, που έρχονται σε πλήρη αντίθεση
ωστόσοδεναντιφάσκει με την ανάθεση των οικιακών στις γυναίκεςημετην υποδεέστερη θέση τους στην πολιτική κοινωνία. Βλ. Françoise Eliet, «οι γυναίκες και ο φασισμός», στο Armando Verdiglione (επιμ.), η Βία, μτφρ. ΙουλιέτταςΡάλλη και Καίτης Χατζηδήμου, Αθήνα 1979, σ. 16. 1. Πραγματεία..., ό.π., σ. 4.
ση με την τρέχουσα έννοια του γυναικείου προορισμού1. Μέσα στο πνεύμα της εποχής τους, ο Ζύγουρας και η Λεοντιάς ανάγουνταπρότυπα της γυναικείας συμπεριφοράς στη φύση και αντιστρόφως.οιαναφορέςστηφύση εκφράζουν ίσως την ανάγ των συγγραφέων να κατοχυρώσουν τις απόψεις τους, θεμελιώνοντας τες σε ένα πεδίο το οποίο, αντίθετα με την κοινωνική πρακτική ητολόγο, θεωρούν σταθερό και αδιάβλητο. Η φύση πάντως αποδεικνύεται διφορούμενη περιοχή, όπου προβάλλονται περισσότερο η λιγότερο δεσμευτικές, διαφορετικέςηκαιαντίθετεςεκδοχέςτης έννοιας του γυναικείου προορισμού2. οι συγγραφείς επικαλούνται τη φύση για να καταδείξουν τον αναπόφευκτο χαρακτήρα της ανάθεσηςτωνοικιακώνστιςγυναίκες, αλλά και τις δυνατότητές τους να διαπρέψουν όχι μόνο σε ασχολίες που θεωρούνται «γυναικείες», όπως η παιδαγωγία,ταεργόχειραηηοικοτεχνία,αλλά καιστοεμπόριο,τηνΙατρική, τη φαρμακευτική η την τηλεγραφία, αν βρεθούν στην ανάγκη να έργαστούν3. Η αίσθηση του
1. Βλ. σχετικά Ελένη Βαρίκα, η εξέγερση των κυριών..., ό.π., και ιδίως το κεφάλαιο «ο φεμινισμός της Εφημερίδος των Κυριών». 2. Πρβλ. L. J . Jordanova, «Natural facts: A historical perspective on science and sexuality», στο Carol MacCormack και Marylin Strathern (επιμ.), Nature, culture and gender, Καίμπριτζ 1982, σ. 67. 3. Ένα παράδειγμα από τις ΗΠΑ εικονογραφεί τον τρόπο με τον οποίο οιαναφορέςστις«έμφυτες» κλίσεις των γυναικών μπορούν να «πείθουν» τόσο γιατηναναγκαιότητατουαποκλεισμούτους από τη μισθωτή εργασία όσο καιγιατοαντίθετο.στιςαρχέςτουαιώνα τα γυναικεία περιοδικά άρχισαν να δημοσιεύουνάρθραπουενθάρρυναντιςγυναίκεςναασχοληθούνμετηγραφομηχανή και τη στενογραφία, προβάλλοντας ακριβώς τις ίδιες «γυναικείες» ιδιότητεςπουεπικαλούντανλίγες δεκαετίες πριν για να τις αποτρέψουν από τηνεξωοικιακήεργασία:τηντάση για υπακοή,τηνυπομονετικότατα,τηνκατανόηση, τη μειωμένη πρωτοβουλία και ανταγωνιστικότητα, την ικανότητα για λεπτή εργασία και το χάρισμα να δημιουργούν έναευχάριστοπεριβάλλον. η εικόνα της γραμματέως στηρίχτηκε στην εικόνα της συζύγου. Βλ. Margery Davis, «Woman's place is at the typewriter: The feminization of the clerical labor force», στο Zillah Eisenstein (επιμ.), Capitalist patriarchy and the case for socialist feminism, ό.π., σ. 256-626. για μια παρόμοια
αδιεξόδουπουμπορεί να εμπνεύσει αυτή η θέση διαφαίνεται στη φαινομενικά ελπιδοφόρα προσδοκία της Λεοντιάδος: «Ουδαμώς λοιπόν, ουδαμώς εννοώ να αποκλεισθή η γυνή παντός άλλου έργου, καιναεγκλεισθήωςενκλωβώμόνον εντός του οίκου- αλλά να τακτοποιηθή το πράγμα τούτο και να εξακριβωθή ούτως, ώστε να μη προσγίνηται βλάβη εις τα συμφέροντα της οικογενείας, της κοινωνίας και της ανθρωπότητος»1.
διαδικασία στην εξέλιξη του επαγγέλματος της νοσοκόμας στην Αγγλία μεταξύ 1860 και 1923, βλ. Eva Gamarnikow, «Sexual division of labor: The case of nursing», στο Annette Kuhn και Ann Marie Wölpe (επιμ.), Feminism and materialism, Λονδίνο 1979, σ. 96-120. 1. Σαπφώ Κ. Λεοντιάς, ο ανήρ και η γυνή. Διαλέξει; τρεις αναγνωσθείσαι εν τω Ελληνικώ Φιλολογικώ Συλλόγω και πέντε ποιήματα,ενΚωνσταντινουπόλει 1899, σ. 78.
Β' ΜΕΡΟΣ
ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Η ΕΞΕΛΙΞΗ Τ Η Σ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ «ΕΙΣ ΤΑ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥ»
(1904 - 1929)
τη δημόσια μέση εκπαίδευση. Οι κοπέλες που είχαν την οικονομική δυνατότητα να φοιτήσουν στα Ιδιωτικά ανώτερα παρθεναγωγεία εκπαιδεύονταν πάντοτε σύμφωνα με τις απαιτήσεις της μελλοντικήςαποστολήςτους στον οίκο, ενώ το διδασκαλείο εξακολουθούσε να είναι η μοναδική διέξοδος από αυτήν. Παρόλο που το αίτημα για ίσα δικαιώματα στη μόρφωση έμεινε και τυπικάακόμηανικανοποίητο ως το 1917, όταν ιδρύθηκαν τα πρώτα γυμνάσια θηλέων, η αναζήτηση νέων κατευθύνσεων στη γυναικεία εκπαίδευση είχε αρχίσειαπόνωρίτερα να συστηματοποιείται και να άφορα έναν ευρύτερο κύκλο ανθρώπων, στους οποίους συγκαταλέγονταν και εκπρόσωποι του κράτους. το κεφάλαιο αυτό εξετάζει τις απόψεις που διατυπώθηκαν στις διάφορες μεταρρυθμιστικές προτάσεις σχετικά με την κατεύθυνση που έπρεπε να δοθεί στη διδασκαλία των οικιακών καθηκόντων και τα μέτρα που έλαβε το κράτοςγιατη γυναικεία εκπαίδευση στις τρεις πρώτες δεκαετίεςτουεικοστού αιώνα1. Αναφέρεται επίσης στον τρόπομετονοποίοαντιμετωπίστηκε
1. για κείμενα των άρχων του αιώναπουαναφέρονταιστηγυναικεία εκ-
στηκε η διδασκαλία των μαθημάτων στο Ανώτερο Παρθεναγωγείο του Βόλου. λημμένα ότι η εκπαίδευση, και κυρίως η δευτεροβάθμια, ήταν προνόμιο των κοριτσιών που προέρχονταν από εύπορες οικογένειες. Παράλληλα, σταδιακά και διστακτικάαναγνωρίζεταιηανάγκηνα διευρυνθούν οι στόχοι της γυναικείας εκπαίδευσης πέρααπότην προετοιμασία της συζύγου, μητέρας και οικοδέσποινας και τη μόρφωση της δασκάλας. Πάντως οι προτάσεις που δέχεταικαιτα μέτρα που παίρνει το κράτος είτε διατηρούν τον αρχικό προσανατολισμό της γυναικείας εκπαίδευσης είτε χαρακτηρίζονται από μιαναντιφατικότητα,καθώς επιδιώκουν να μορφώσουν όλες τις μαθήτριες ταυτόχρονα ως «αυθύπαρκτα όντα» και ως «βοηθούς τουανδρός»,ηνατιςδιαχωρίσουνσεεκείνεςπουαναγκαστικάθα ασχοληθούναποκλειστικάμετοσπίτι και τις λιγοστές που θα έχουν τη δυνατότητα να αποκτήσουν τα τυπικά προσόντα που συνεπάγεται το απολυτήριο του γυμνασίου. η διδασκαλία των οικιακών καθηκόντων θεωρείται σημαντική η περιθωριοποιείται κατά περίπτωση, δεν απουσιάζει όμως ποτέ από τα σχολικά προγράμματα για τα κορίτσια. Η εκτίμηση ότι στο παρελθόν η διδασκαλία αυτή έχει συντελέσει στη διάδοση άχρηστων γνώσεων και ανεπιθύμητων προτύπων θεμελιώνει την άποψη ότι πρέπει να στραφεί στην καλλιέργεια της «νοικοκυροσύνης».
Το «Πρώτον Ελληνικόν Εκπαιδευτικόν Συνέδριον»
των Ελληνικών Γραμμάτων, σε συνεργασία με το Φιλολογικό Σύλλογο Παρνασσό και το Σύλλογο προς Διάδοσιν Ωφελίμων
εκπαίδευση βλ. την ανθολογία κειμένων για τη γυναικεία εκπαίδευση το 19ο αιώνα, της Ελένης Φουρναράκη, υπό έκδοση από το Ι.Α.Ε.Ν.
Βιβλίων, συγκάλεσε στην Αθήνα το Πρώτον Ελληνικόν Εκπαιδευτικόν Συνέδριον, που χωρίστηκε σε τέσσερα τμήματα: της στοιχειώδους εκπαίδευσης, της μέσης εκπαίδευσης, της γυναικείας αγωγής και της τεχνικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης1. στο συνέδριο συμμετείχαν εκπαιδευτικοί από όλη την Ελλάδα, από «υπόδουλες» περιοχές και από την Κύπρο. Πρόεδρος του τμήματος γυναικείας αγωγής εκλέχτηκε η Αικατερίνη Λασκαρίδου, που ήταν πρόεδρος του εκπαιδευτικού τμήματος της Ενώσεως των Ελληνίδων, και γραμματέας η Ελένη Χρήστου, διευθύντρια του Ανωτέρου Παρθεναγωγείουκαιτου Διδασκαλείου Θηλέων στη Λευκωσία. με βάση τη διαπίστωση ότι ένας μεγάλος αριθμός κοριτσιών δεν πήγαινε καθόλου στο σχολείο 2 , το τμήμα γυναικείας αγωγής πρότεινε να εφαρμοστεί ο Νόμος ΒΤΜΘ', που όριζε ότι η δημοτική εκπαίδευση έπρεπε να είναι υποχρεωτική, να εξασφαλιστεί η φοίτηση των άπορων κοριτσιών, νααυξηθείοαριθμόςτωνδημοτικών σχολείων θηλέων, να ιδρυθούν νηπιαγωγεία και να βελτιωθεί η κατάρτιση της δασκάλας καιτηςνηπιαγωγού. το τμήμα συνέστησε επίσης να γίνειηεκπαίδευσητωνκοριτσιών περισσότερο πρακτική και να δοθεί μεγα1. Βλ. Πρώτον Ελληνικόν Εκπαιδευτικόν Συνέδριον (εν Αθήναις 31 Μαρτίου - 4 Απριλίου 1904), Συγκληθέν υπό του Συλλόγου προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων, του Φιλολογικού Συλλόγου Παρνασσός και του Συλλόγου προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων. Μετά σχολικής εκθέσεως επιβοηθούσηςτονσκοπόν αυτού. Εργασίαι της διευθυνούσηςεπιτροπής— Πρακτικά των συνεδριάσεων — Σχολική έκθεσις, εν Αθήναις 1904. 2. σε υπόμνημα που υποβάλλει στο τμήμα γυναικείας αγωγής, ο Δ. Βικέλας αναφέρει ότι, σύμφωνα με στοιχεία του Συλλόγου προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, το 1900 φοιτούσαν σε ιδιωτικά και δημόσια σχολεία συνολικά 45.655 κορίτσια. αν φοιτούσαν όλα τα κορίτσια σχολικής ηλικίας, ο αριθμός αυτός θα έπρεπε να είναι 206.000. ο Βικέλας αναφέρει επίσης ότι η αναλογία μαθητών επί του ανδρικού πληθυσμού είναι 114/1.000, ενώ η αναλογία των μαθητριών επί του γυναικείου πληθυσμού είναι 81/1.000. Βλ. Δ. Βικέλας, Γυναικεία αγωγή. (Υπεβλήθη ως υπόμνημα εις το τμήμα της γυναικείας αγωγής του Πρώτου Ελληνικού Εκπαιδευτικού Συνεδρίου), εν Αθήναις 1904, σ. 9.
μεγαλύτερη μαθητριών1.
έμφαση στην καλλιέργεια του εθνικού φρονήματος των
πνεύμα που χαρακτήριζε ολόκληρο το συνέδριο. Όπως σωστά παρατηρήθηκε, «οι διαμαρτυρίες, οι ενέργειες της Ιδιωτικής πρωτοβουλίας, οι δειλές κρατικές παρεκκλίσεις από τα καθιερωμένα, βρίσκουν τη δικαίωσή τους στο "Πρώτον Ελληνικόν Εκπαιδευτικόν Συνέδριον" [...] του 1904. Απαντούμε εδώ εκφράσεις όλων των τάσεων που θα μπορούσαν να θεωρηθούν προοδευτικές μέσα στα σχεδόν αμετακίνητα όρια στα οποία κινείται η ελληνική εκπαίδευση»2. λήθηκαν με την εκπαίδευση των αγοριών, το τμήμα της γυναικείας αγωγής συγκέντρωσε την προσοχή του στην αποτελεσματική διαπαιδαγώγηση των κοριτσιών σύμφωνα με τις απαιτήσεις του ρόλου της συζύγου, μητέρας και οικοδέσποινας, καθώς και στη μόρφωση της δασκάλας. και είναι χαρακτηριστικό ότι εδώ το ριζοσπαστικό αίτημα για ελεύθερη πρόσβαση των γυναικών σε κάθε είδος σπουδές, που είχε τεθεί παλαιότερα από τις στήλες της Ε φημερίδος των Κυριών, δεν εκφράστηκε καν. τίδης έδωσε Ιδιαίτερο βάρος στην πρακτικότητα και την ελληνοπρέπεια που έπρεπε κατά τη γνώμη του να χαρακτηρίζουν τη μόρφωση των κοριτσιών3. ο εισηγητής είχε υπόψη του δώδεκα υπομνήματα που είχαν υποβληθεί στο τμήμα της γυναικείας άγωγής4.
1. Βλ. Πρώτον Ελληνικόν Εκπαιδευτικόν Συνέδριον,ό.π.,σ. 175-213. 2. Αλ. Δημαράς, ό.π., τ. Β', σ. λα'. 3. Βλ. Πρώτον Ελληνικόν Εκπαιδευτικόν Συνέδριον, ό.π., σ. 192-213. 4. σε πέντε υπομνήματα (της Ελένης Μπουκουβάλα, της Φλωρεντίας Φουντουκλή, του Χρήστου Παλαμά, του Ι. Διαμαντόπουλου και του Δ. Μαρίνου) τονίζεται η ανάγκη να τονωθεί το εθνικό φρόνημα των μαθητριώνκαινα περιοριστεί η επιρροή των ξένων σχολείων. σε τέσσερα υπομνήματα (της Πολ. Λοϊζιάδος, της Φλωρεντίας Φουντουκλή, του Ξ. Δ. Ζύγουρα και του Βασ. Παπαλεξανδρή) υπογραμμίζεται ότι τα κορίτσια πρέπει να εκπαιδεύονται άρτι-
Ο Κουρτίδης, που αναπολεί «την ελληνικήν οικογένειαν ως ρωμαλέαν δρυν βυθίζουσαν τας ισχυράς ρίζας της εις τα βάθη της πίστεως και των παραδόσεων»1, υποστήριζε μία δημοτική εκπαίδευση που θα ενίσχυε τις τοπικές παραδόσεις και θα αποτελούσε αντίδοτο στην ξενομανία: «Όπου γενικόν ένδυμα του τόπου είνε η φουστανέλλα, ας μάθη [το κορίτσι] να κόπτη και να ράπτη φουστανέλλαν, και ας μη κεντά πολυχρώμους παντούφλας [...] και προσκέφαλα με πελώρια κεφαλαία γράμματα, τα όποια θα στεναχωρώνται μέσα εις την απλότητα του αγροτικού Ισογείου». άνδρα: « Α ς διδαχθή, κατά τας ανάγκας του τόπου, στοιχειώδεις γνώσεις σηροτροφίας, μελισσοκομίας" ας μάθη να περιποιήται τα κατοικίδια ζώα και να μη παραθέτη αηδές κουρκούτι εις τον πατέρα της, η βραδύτερον εις τον άνδρα της, ενώ παρέκει περιμένει αφρίζον ακόμη, προ μικρού αμελχθέν, θαυμάσιον γάλα!» 2 σιάζει η ρύθμιση της μέσης εκπαίδευσης, γιατί η φοίτηση των κοριτσιών σε αυτήν συμπίπτει με την εφηβεία. Επικαλείταιτιςαπόψειςτηςκυρίας de Remusat και της ψυχολόγου Σωσάνας Ρουμπινστάιν για τις Ιδιομορφίες της γυναικείας ψυχής, για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η διδασκαλία πρέπει να προσαρμοστεί στην «ψυχοφυσική ιδιοσυστασία» και τον «προορισμό» των 3 τσιών , και να οξύνει την κρίση τους χωρίςναεξαντλείτηναντοχή
αρτιότεραστατουοίκου.Τέσσερα υπομνήματα (της Ελένης Μπουκουβάλα, του Δ. Βικέλα, του Βασ. Παπαλεξανδρή και του Ιω. Μοσχονά) συνιστούν πρακτικά μαθήματα, ενώ δύο (της Πολ. Λοϊζιάδος και της Ελένης Χρήστου) αναφέρονται στην ανάγκη τεχνικήςκαιεπαγγελματικήςεκπαίδευσης.τα υπομνήματα της Λοϊζιάδος και του Βικέλα υποστηρίζουν επίσης την υποχρεωτική φοίτηση στο δημοτικό. Τέλος, τα υπομνήματα της Φλωρεντίας Φουντουκλή και του Ευρ. Σεκιάρη συνιστούν να ελαττωθεί ο φόρτος εργασίας των μαθητριών του ανώτερου παρθεναγωγείου. 1. Πρώτον Ελληνικόν Εκπαιδευτικόν Συνέδριον, ό.π., σ. 213. 2. στο ίδιο, σ. 199. 3. στο ίδιο, σ 204-205.
χή τους και να θέτει σε κίνδυνο την υγεία τους: «Ανάγκη προσέτι, αυξανομένου του βάθους διά της ευμεθοδίας,ναελαττωθήτο πλάτος. το σκάφος κινδυνεύει, και μόνη σωτηρία απομένει να ριφθή μέρος του φορτίου εις την θάλασσαν». αλλ'ουχίδιά να ακρωτηριασθή, αλλ' όπως κλαδευόμενοντοδένδρον συγκεντρώνει τους χυμούς του. Η μέση λοιπόν παίδευσις των θηλέων πρέπει να γίνη βαθυτέρα κατά δύο διευθύνσεις, αφ' ενός τηνοικοκυρικήνκαιαφ'ετέρου την ανθρωπιστικήν. Αφ' ενός, η κόρη θα διδαχθή την ελληνικήν οικιακήν οικονομίαν, ήτις εν τινι υπομνήματι αποκαλείται εθνική κατήχησις'. Αύτη διδάσκει όχι μόνον την πάτριον λιτότητα, την εγκράτειαν, την σωφροσύνην, αλλάκαιαυτήν την αυταπάρνησιν"εμφυτεύειειςταςελληνικάς καρδίαςτηναλληλοβοήθειαν,τηναλληλεγγύηντωνοικογενειακών συμφερόντων, την συγκράτησιν της οικογενειακής ενότητος' (Ζύγουρας). Αφ' ετέρου, θα λάβηόληντηνελευθέριοναγωγήντην αρμόζουσανειςάτομον πεπολιτισμένης κοινωνίας και την ειδικήν αγωγήν μελλούσης μητρός». γυναίκα «ν' αγαπά περισσότερον τον οίκον της, να συγκεντρώνη εν αυτώ την ευτυχίαν της» 1 . Η αγωγή των κοριτσιών τέλος πρέπει να είναι «εθνική» και να εμπνέει έφεση προς τη φιλανθρωπία, την «κοινωνική ενέργεια» που αρμόζει κατεξοχήν στο φύλο τους2. τουΑρσακείου,άρχισε την εισήγησή της με την εκτίμηση ότι «[η] Ελληνίς είνε πρώτον άνθρωπος, δεύτερον γυνή και τρίτον Ελληνίς», και συνεπώς δικαιούται αγωγή που θα συμβάλει στην αρμονική ανάπτυξη «όλων των δυνάμεων του ανθρώπου». Ειδικότερα όμως η δεύτερη ιδιότητα απαιτεί «να παρασκευάζηται ως γυνή διά της αγάπης προς τας οικιακάς της εργασίας και της κατά ταύτας δεξιότητος και τελειότητος αυτής. Πρέπει ειδικώς να προ1. στο ίδιο, σ. 206-207. 2. Στο ίδιο, σ. 208-211.
προετοιμάζηται διά την περίθαλψιν και ανατροφήν των μετέπειτα τέκνων της, εν γένει δε να ανυψωθή εν τω κύκλω της ενεργείας της καθ' όλους τους κλάδους και εν πλήρει τη συναισθήσει της εκπληρώσεως της υψηλής αυτής εντολής ! Αύτη είνε η αληθής και ευεργετική χειραφέτησις της εναρέτου γυναικός, οικοδεσποίνης, συζύγου και μητρός»1. Πάντως οι σύνεδροι δε φαίνεται να συμμερίστηκαν την άποψη της Κεχαγιά για την προτεραιότητα της ιδιότητας «άνθρωπος». Συμφώνησαν όμως με τις εκτιμήσεις της για τη σημασία της προετοιμασίας των μελλοντικών οικοδεσποινών, συζύγων και μητέρων. Έτσι δεν είναι καθόλου περίεργο ότι στις συζητήσεις που ακολούθησανηέννοια «γυνή» επισκίασε την έννοια «άνθρωπος», και ότι μεγάλο μέρος των εργασιών του τμήματος αφιερώθηκε στο ζήτημα της μόρφωσης που θα έπρεπε να πάρουν τα κορίτσια προκειμένου να ανταποκριθούν στα καθήκοντα του οίκου. προετοιμασία γι' αυτά τα καθήκοντα αντανακλάται και σε αρκετές από τις προτάσεις του τμήματος. Έτσι θεωρήθηκε σκόπιμο: «Βον δ') Ν' αυξηθώσιν αι ώραι της χειροτεχνίας εν τοις σχολείοις των θηλέων, να μεταρρυθμισθή δε αύτη επί το πρακτικώτερον, συμφώνως προς τας ανάγκας εκάστου τόπου, επιβαλλομένων κατά προτίμησιν των εργοχείρων των χρησίμων και απαραιτήτων. » έ ) Ν' αυξηθή ο αριθμός των πλήρων σχολείων των θηλέων, προστιθεμένης εν τη ανωτέρα τάξει διδασκαλίας και ασκήσεων των εις τον πρακτικόν βίον άπαιτουμένων»2. Η κύρια πρόταση που αφορούσε τη μέση εκπαίδευση επιδίωκε την προσαρμογή του προγράμματος στη «φύση»καιτηναποστολή των γυναικών: «Δ', α') να μεταρρυθμισθή και συμπληρωθή το πρόγραμμα της μέσης εκπαιδεύσεως των θηλέων, συμφώνως προς τον Ιδιάζοντα φυσιολογικόν και πνευματικόνοργανισμόντων κορασιών και της εν τω βίω εντολής αυτών».
1. Στο ίδιο, σ. 17G-177. 2. στο ίδιο, σ. 184.
Ακολουθούσαν συγκεκριμένες συστάσεις:«ναεμβαθυνθήη διδασκαλία υπό πρακτικήν και ανθρωπιστικήν όψιν, προστιθεμένης της πρακτικής χειροτεχνίας και ελαφρυνομένου συγχρόνως του προγράμματος παντός περιττού φόρτου»1. Η τάση για αναζήτηση μιας πρακτικής κατεύθυνσηςστηνεκπαίδευσηδενήταν καινούρια η προσωρινή και δεν αφορούσε αποκλειστικά τη γυναικεία εκπαίδευση" συνόδευετηναντίθεσηπου εκδηλώθηκεαπότο19ο αιώνα στον κλασικισμό που χαρακτήριζε το εκπαιδευτικό σύστημα γενικά. Η τάση αυτή πάντως εκδηλώθηκε Ιδιαίτερα έντονα στο τμήμα της γυναικείας αγωγής και, χωρίς να εκφράζεταιαποκλειστικάσεσυνάρτηση με τη διδασκαλία των μαθημάτων που προάγουν κατεξοχήν τη γυναικεία άποστολή2, επικεντρώθηκε κυρίως σε αυτήν. Η επιμονή στην ανάγκη για πρακτικότερη εκπαίδευση αντιπροσώπευε πιθανότατα την απάντηση των συνέδρων στο πρόβλημα της προσαρμογής της εκπαίδευσης στις συνθήκες ζωής της πλειοψηφίας των κοριτσιών, και απέρρεε απότηναρχήτουτμήματος ότι η δημοτική τουλάχιστον φοίτηση έπρεπε να γενικευτεί. Έτσι ο Κουρτίδης και άλλοι σύνεδροι τονίζουν επανειλημμένα την ανάγκη μιας μόρφωσηςπουναανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του αγροτικού νοικοκυριού3. Τόσο στην εισηγητική έκθεση όσο και στις προτάσεις του τμήματος, η αναζήτηση μιας πρακτικότερης κατεύθυνσης διαπλέκεται
1. Στο ίδιο, σ. 187. 2. για παράδειγμα, το τμήμα διαπιστώνει την ανάγκη να τροποποιηθεί «επί το πρακτικώτερον»ηδιδασκαλία των ξένων γλωσσών. Βλ. Πρώτον Ελληνικόν Εκπαιδευτικόν Συνέδριον,ό.π.,σ. 188. 3. η Σεβαστή Καλλισπέρη εισηγείται να διδάσκονται στο δημοτικό «μαθήματα πρακτικά, σχέσιν άμεσον έχοντα προς τον υλικόν βίον, ίνα αι γυναίκες και πρακτικαί γίνωνται και διά πάσαν περίστασιν ασφαλίζονται, αλλ' ως άνθρωποι αγαπώσαι την εργασίαν και σεβόμεναι τους κόπους των άλλων. Τοιαύτα μαθήματα είνε η σηροτροφία, η μελισσοκομία, η κηπουρική,ηανθοκομία, η λαχανοκομία, η ορνιθοτροφία, η γαλακτομία κτλ.». η πρόταση αυΒουλή, στις 2 Μαρτίου του 1899. Βλ. Πρώτον Ελληνικόν Εκπαιδευτικόν
μετηναναζήτησημιας«εθνικής» άγωγής 1 . Η γνωστή από παλαιότερα άποψη που απέδιδε την τάση για «επιπόλαια» μόρφωση σε ξένες επιρροές διατυπώθηκε και εδώ με σαφήνεια και επιμονή. τοαντίθετοτηςεπιπόλαιηςμόρφωσης, η πρακτική, προβλήθηκε έτσι και ως εθνικά συμφέρουσα. ο εντοπισμός της επιπολαιότητας στα ξένα σχολεία διευκόλυνε τη σύζευξη μεταξύ της πρακτικής καιτηςεθνικήςκατεύθυνσης 2 . Ό π ω ς παρατήρησε το 1930 μία γνωστή παιδαγωγός,«μετο Συνέδριο αναγνωρίστηκε επίσημα ότι η μέση εκπαίδευση των κοριτσιών, δηλ. το ανώτερο παρθεναγωγείο, δεν πρέπει να είναι όμοια με των αγοριών, αλλά στενώτερη [...] ως προς τον σκοπό [...] καιωςπρος την χρονικήν έκταση» 3 .
Συνέδριον, ό.π., σ. 179. με το ίδιο πνεύμα, η Μαρία Χ. Κωνσταντινόγλου προτείνει τη σύσταση «αγροτικών διδασκαλείων» όπου θα διδάσκουν γεωπόνοι. στο ίδιο, σ. 183. 1. το τμήμα της γυναικείαςαγωγήςπροτείνει: «Ε α') να καταπολεμηθή η επιπόλαιος μόρφωσις' η αγωγή των Ελληνίδων να καταστή εθνικωτέρα, να προστατευθή η Πίστις και η Εθνικότης της Ελληνικής Οικογενείας από ξένων επιρροών, αφ' ενός μεν διάτηςεπιρρώσεωςτωνπατριωτικών και θρησκευτικών αισθημάτων εν τω σχολείω, αφ' ετέρου δε διά της ενισχύσεως της διδασκαλίας των ξένων γλωσσών επί το πρακτικώτερον καθ' άπαντα τα παρθεναγωγεία, β') να προσέλθωσιν αρωγοί αι απανταχού Εκκλησιαστικαί αρχαί διά κηρύγματος και δι' εμμέσου προσωπικήςεπιδράσεωςεπίτωνοικογενειών,όπωςκαταπολεμήσωσι την εις τα ξένα σχολεία φοίτησινωςθρησκευτικώς και εθνικώς επιβλαβή». Βλ. Πρώτον Ελληνικόν Εκπαιδευτικόν Συνέδριον,ό.π.,σ. 188. 2. η συνύπαρξη του εθνικού ιδεώδους με την πρακτικότητα εντάσσεται στο γενικότερο κλίμα που διαμορφώνεται μετά την ήττα του 1897' παράλληλα με μια έξαρση του εθνικιστικού πνεύματος, εντείνονται οι επιφυλάξεις απέναντι στον κλασικιστικό προσανατολισμό της εκπαίδευσης. Βλ. Αλ. Δημαράς, ό.π., σ. κδ', κη'-λα'. Αντίθετα όμως με τους ανάλογους προβληματισμούς στο χώρο της εκπαίδευσης των αγοριών, η αναζήτηση πρακτικών κατευθύνσεων στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση των κοριτσιών δεν προϋποθέτει τόσο την άρνηση ενός κλασικιστικού προσαντολισμού, που άλλωστε δεν είχευλοποιηθεί,αλλάκυρίως την καταδίκη της «ξενόφερτης επιπολαιότητας». 3. Λίζα Κόττου, «η εκπαίδευση των Ελληνίδων από το 1830 έως σήμερα
Μόνο η Καλλιρρόη Παρρέν ξέφυγε από το πνεύμα του τμήματος, ζητώντας για τις γυναίκες κάποια άλλη διέξοδο έκτοςαπότην προετοιμασία της οικοδέσποινας και τη μόρφωση της δασκάλας. Πρότεινε μεταρρυθμίσεις στο πρόγραμμα της κατώτερηςκαιτης μέσης εκπαίδευσης, ώστε να προετοιμάζονται τα κορίτσια «διά τον βιοποριστικόν αγώνα». Εισηγήθηκε τη δημιουργία επαγγε τικών δημοτικών σχολείων και τη μετατροπή των ορφανοτροφείων «εις συστηματικάς οικοκυρικάς, και επαγγελματικάς σχολάς». Πρότεινε επίσης να προστεθούν στο δημοτικό τάξεις «εις τας οποίας να διδάσκωνται η υφαντική, η κηπουρική,ηανθοκομία,η ορνιθοτροφία, η τυροκομία και η μελισσοκομία»1.
παίδευσηςπουπρότεινε,αλλάστογεγονός ότι πρόβαλε το δικαίωμα των γυναικών στο «βιοποριστικό αγώνα». οι προτάσεις της τως δεν έγιναν δεκτές από το τμήμα της γυναικείας αγωγής που, όπως διευκρίνισε ο Δ. Βικέλας, δεν ήταν αρμόδιο για θέματα που αφορούσαντηνεπαγγελματικήεκπαίδευση2.Ούτε άλλωστε και οι προτάσεις του τμήματος εισακούστηκαν από την πολιτεία. αν το Πρώτον Ελληνικόν Εκπαιδευτικόν Συνέδριον αποτελεί τομήστηνιστορία της εκπαίδευσης των κοριτσιών, αυτό δεν οφεί ται σε κάποιον άμεσο αντίκτυπο που είχε, αλλά κυρίωςστογεγονός
μερα», στο βιβλίο της Ζωής Φράγκου, Γύρω από το παιδί, Αθήναι 1930, σ. 368-369. 1. η Παρρέν υπογραμμίζει συγχρόνως την ανάγκη να προστατευθούν τα εργαζόμενα παιδιά με την ελάττωση των ωρών εργασίας στα εργοστάσια και με άλλα μέτρα. Υποστηρίζει επίσης ότι «πρέπει ν' απαγορευθή, λόγω υγιεινής, πάσα λεπτή εργασία, οίον κεντήματα, τρίχαπτα κ.τ.λ., καθ' όλην την Ελλάδα». η πρόεδρος του τμήματος της άπανταότιηαπαγόρευσηαυτή δε θα μπορούσε να ισχύσει γενικά, γιατί θα «ήθελε καταργήσει την παρ' ημίν βιοτεχνία και βιομηχανίαν των κεντημάτων, τριχάπτων κ.τ.λ.». Παρατηρεί δμως ότι η Βδ' πρόταση του τμήματος για την τροποποίηση της χειροτεχνίας «επί το πρακτικώτερον»αποθαρρύνειαυτούτουείδουςτηλεπτή εργασία. Βλ. Πρώτον Ελληνικόν Εκπαιδευτικόν Συνέδριον,ό.π.,σ. 189. 2. Βλ. Πρώτον Ελληνικόν Εκπαιδευτικόν Συνέδριον,ό.π.,σ. 189-190.
νός ότι στο συνέδριο τέθηκε επίσημα και δημόσια το ζήτημα της γυναικείας αγωγής. Όσον άφορα τις προτάσεις που διατυπώθηκαν γιατηνεκπαίδευσηστατουοίκου, αυτές σε μεγάλο βαθμό συγκεφαλαιώνουν και επαναλαμβάνουν παλαιότερα αιτήματα. το κυριότερο από αυτά, το αίτημα για μόρφωση πουναανταποκρίνεται στις καθημερινές ανάγκες του νοικοκυριού, θα συνεχίσει να βάλλεται επίμονα ως απαραίτητο στοιχείο της μεταρρύθμισης των προγραμμάτων για την εκπαίδευση των κοριτσιών.
Το Παρθεναγωγείο
του
Βόλου
τις προτάσεις του τμήματος της γυναικείας αγωγής του Πρώ Ελληνικού Εκπαιδευτικού Συνεδρίου «εκδηλώθηκε μια γενικότερη παιδαγωγική βούληση. Κύριο γνώρισμά της είναι το θετικό και πραχτικό πνεύμα», που διαφαίνεται στην προσπάθεια να αντιμετωπίσει η εκπαίδευση τις ανάγκες της σύγχρονης ζωής,αλλάκαι «τα περασμένα»1. η ίδια αυτή παιδαγωγική βούληση απέκτησε σάρκα και οστά στο Παρθεναγωγείο του Βόλου. Κύριο όμως μέσο γιατηνπραγμάτωσή της εκεί ήταν η διδασκαλία της δημοτικ γλώσσας.
το 1908, με πρωτοβουλία του Δημοτικού Συμβουλίου Παγασ
1. Αλ. Δελμούζος, τα κρυφό σκολειό 1908-1911, Αθήνα 1950, σ. 20. 2. το πρόβλημα της εκπαίδευσης των κοριτσιών που ήθελαν να συνεχίσουν τις σπουδές τους απασχολούσε το Δημοτικό Συμβούλιο από το 1902. Όπωςκαιστιςάλλες πόλεις, οι απόφοιτες του δημοτικού στο Βόλο είχαν τρεις επιλογές: να διακόψουν τις σπουδές τους, να γραφτούν σε κάποιο από τα σχολεία της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας η να φοιτήσουν σε ένα ξένο παρθεναγωγείο. ο δήμος προσπάθησε να δημιουργήσει μια εναλλακτική λύση, προσθέτοντας δύοανώτερεςτάξεις στο Α' Δημοτικό Σχολείο Θηλέων. το 190; ωστόσο έκρινε ότι η προσπάθειααυτήείχε αποτύχει: οι δύο τάξεις ακολουθούσαν το πρόγραμμα του Αρσακείου, που έδινε μονόπλευρη έμφασηστηνπροετοιμασ
στις 7 Δεκεμβρίου του 1907 το Δ.Σ. συνέστησεεπιτροπή,που σκοπό είχε να μελετήσει το ζήτημα της εκπαίδευσης των κοριτσιών τωναστικώνοικογενειών του Βόλου1. στις 8 Σεπτεμβρίου του 1908 ο γιατρός Δημήτρης Σαράτσης παρουσίασε στο Δ.Σ.τηνεισηγητική έκθεση που είχε συντάξει και που αναφερόταν στην ίδρυση ανώτερου παρθεναγωγείου από το δήμο. ο Σαράτσης έκρινε «την δημιουργίαν [...] του Παρθεναγωγείου [...] λείαν επείγουσαν καθόσον εκ της αναπτύξεως του ωραίου φύλου —των μητέρων του μέλλοντος— εξαρτάται η μόρφωσις αγαθών τέκνων, άριστων πολιτών τιμώντων την οικογένειαν και την Πατρίδα»2.
να έχει διπλό σκοπό: «Αφ' ενός πρέπει να τείνη εις μόρφωσιν του πνεύματος και δημιουργίαν χαρακτήρος και αφ' ετέρου να χορηγήση όλας εκείνας τας πρακτικάς γνώσεις, διά των οποίων η σημερινή μαθήτρια θα καταστή εν τω μέλλοντι πρότυπον μητρός, συζύγου και νοικοκυράς». το διπλό αυτό σκοπόαποδέχοντανοι «διαπρεπείς λόγιοι» που είχε συμβουλευτεί ο εισηγητής: ο Γ. Δροσίνης, γεν. επιθεωρητής της Δημοτικής Εκπαιδεύσεως, ο Γ. Παπασωτηρίου, διευθυντής του Διδασκαλείου Κρήτης, ο Ν. Καπετανάκης, παιδαγωγός και διευθύνων την Εμπορική Σχολή της Χάλκης, και η Κ. Παρρέν. Εκτός από τη γνώμη τους, ο Σαράτσης συμβουλεύτηκε τα πρακτικά του Πρώτου Ελληνικού Εκπαιδευτικού Συνεδρίου, το σύγγραμμα Εθνική αγωγή (1904) και διάφορες γαλλικές και γερμανικές παιδαγωγικές μελέτες. Μελέτησε επίμασία της δασκάλας, και λειτουργούσαν χωρίς το κατάλληλο διδακτικό προσωπικό και χωρίς διεύθυνση. Βλ. «Εισήγησις εις το Δημοτικόν Συμβούλιον, του κ. Δημ. Ι. Σαράτση,ιατρούκαιΔημ. Συμβούλου, κατάτηνσυνεδρίασιν της 8 Σεπτ. 1908», στο Χαράλαμπος Γ. Χάριτος (επιμ.), «η εισηγητική έκθεσητουΔημ. Σαράτση για την ίδρυση του Παρθεναγωγείου Βόλου», Θεσσαλική Εστία 32 (1978), σ. 329, 331. 1. την επιτροπή αποτελούσαν τα μέλη του συμβουλίου Περ. Αποστολίδης, Νικ. Ζαρλής, Δημ. Σαράτσης, Αγ. Παπαγεωργιάδης και Κ. Χρυσοχοίδης. 2. «Εισήγησις εις το Δημοτικόν Συμβούλιον...», ό.π., σ. 338.
υπό
σης τα προγράμματα του Αμερικανικού Παρθεναγωγείου της Κωνσταντινουπόλεως, των σχολείων μέσης εκπαίδευσης της Λωζάνης και των γαλλικών ανώτερων παρθεναγωγείων1. Σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση, το Ανώτερο Παρθεναγωγείο του Βόλου θα ήταν τριετές. το μισό η τα δύο τρίτα των δαπανών του θα αναλάμβαναν οι γονείς των μαθητριών και τα υπόλοιπα έξοδα θα κάλυπτε ο δήμος. για το διδακτικό προσωπικό η έκθεση προέβλεπε τα εξής: «[...] αποτελείται εξ ενός διευθυντού, είτε διευθυντρίας, διδάκτορος της φιλοσοφίας, μιας Γαλλίδος διδασκαλίσσης, με ανώτερον πτυχίον, μιας πρωτοβαθμίου διδασκαλίσσης κεκτημένης την περί την κοπτικήν και ραπτικήν μάθησιν, ενός καθηγητού της μουσικής, ενός της υγιεινής και νοσηλευτικής καιενόςκαθηγητού της ζωγραφικής»2. τωναντιστοίχωνΕλβετικών Σχολείων»3. Ο Σαράτσης προτείνει «ηλαττωμένη» διδασκαλία των αρχαίων, άφθονη νέα ελληνική γλώσσα και φιλολογία, γαλλικά4, «περισσοτέρα διδασκαλία των φυσιογνωστικών μαθημάτων»5 και προσθέτει: «Πλην τούτων εί-
1. στο ίδιο, σ. 332. 2. Στο ίδιο, σ. 333. 3. στις αρχές του αιώνα, η διδασκαλία των οικιακών είναι ίσως περισσότερο εξελιγμένη στην Ελβετία παρά σε οποιαδήποτε άλλη χώρα της Ευρώπης. Εκεί συγκαλείται το 1908 και το Πρώτο Συνέδριο για την Εκπαίδευση στα του οίκου («Congrès International de l'Enseignement Ménager») στο οποίο συμμετέχουναντιπρόσωποιαπότοΒέλγιο, τη Γερμανία, την Αγγλία, την Ολλανδία και άλλες χώρες. Βλ. M. Martin, Femmes et société..., ό.π., σ. 83. 4. Βλ. «Εισήγησις εις το Δημοτικόν Συμβούλιον...», ό.π., σ. 333-335. ο Σαράτσης πίστευε ότι η σωστή διδασκαλία της γαλλικής θα μπορούσε να προσελκύσει κορίτσια που ως τότε φοιτούσαν σε ξένα σχολεία, τα όποια κατά τη γνώμη τουασκούσανθρησκευτικό και κοινωνικό προσηλυτισμό. 5. ο Σαράτσης εισηγείται τη διδασκαλία φυσιογνωστικού μαθήματος εν ονόματι του γενικά παραδεκτού στόχου της γυναικείας εκπαίδευσης, δηλαδή της προετοιμασίας των μελλοντικών μητέρων: «η κόρη η οποία θα μάθη να γνωρίζη τον κόσμον τον περί αυτής ζώντα θα εμπνεύση και εις τα τέκνα αύ-
εισάγω και το μάθημα της νοικοκυροσύνης όπως τούτο διδάσκεται εις τα Ελβετικά σχολεία, με υποδιαιρέσεις την υγιεινήν και νοσηλευτικήν, καθαριότητα του οίκου, κηπευτικήν και μαγειρικήν- παρ' αυτό δε θα είναι και το μάθημα της κοπτικής, ραπτικής και κεντητικής, όχι αφιερουμένης εις άχρηστα χειροτεχνήματααλλ'ειςασπρόρουχα και φορέματα χρήσιμα διά τον όλον οικογενειακόν βίον. Περί των μαθημάτων τούτων νομίζω περιττήν πάσαν ανάπτυξιν. Σας παρακαλώ μόνον να σημειώσητε ότι εις μεν τα Γαλλικά σχολεία κατέχουσι ταύτα 10-20 ώρας καθ' εβδομάδα επί 35 της όλης διδασκαλίας, εις δε τα ελβετικά 10-15 αναλόγως της τάξεως του σχολείου»1. φαρμογέςπουαπαιτούσανευρυχωρία.Αυτός ήταν και έναςαπότους λόγους που ο Σαράτσης πρότεινε να στεγαστεί το σχολείο «εν ιδίω οίκήματι» 2 . Τέλος η εισηγητική έκθεση διευκρίνιζε: «Διά δετατεχνικά μαθήματα (μουσικήν, ζωγραφικήν και νοικοκυρωσύνην εν γένει), θα προσκληθούν ειδικοί καθηγηταί, υπάρχοντες εν τη πόλει μας, οι οποίοι έχοντες την προς τούτο Ικανότητα δεν είναι βεβαίως ανάγκη να έχουν δίπλωμα πανεπιστημιακόν»3. Ανώτερου Παρθεναγωγείου αμέσως μετά την υποβολή της εισηγητικής έκθεσης του Σαράτση. το σχολείο άρχισε να λειτουργεί το Σεπτέμβριο του 1908, με διευθυντή τον Αλέξανδρο Δελμούζο4.
αυτήςτονπόθον της παρατηρήσεως, και συνεπεία αυτής και τας μεθόδους διά των οποίων η φύσις γίνεται υποχείριος του ανθρώπου». «Εισήγησιςειςτο Δημοτικόν Συμβούλιον...», ό.π., σ. 335. 1. Στο ίδιο, σ. 335. 2. Στο ίδιο, σ. 333. 3. στο ίδιο, σ. 336. 4. στις 3-7 Ιουνίου ο Δελμούζος δημοσίευσε στην Ακρόπολιν μία μελέτη για την εκπαίδευση και τη γλώσσα, με τίτλο «Πρόσωπα και πράγματα» (βλ. Αλ. Δελμούζος, Μελέτες και πάρεργα, Αθήνα 1958, σ. 13-30). ο Σαράτσης τη διάβασε και με τη μεσολάβηση του Νικολάου Πολίτη πρότεινε στο Δελμούζο να αναλάβει τη διεύθυνση του Παρθεναγωγείου. ο Δελμούζος
17. Ο Αλέξανδρος Δελμούζος με τις μαθήτριες και το προσωπικό στο Σχολείο του Βόλου (1910)
Πρωταρχικό μέλημα του Δελμούζου ήταν να καταπολεμήσει τη «σωματική, πνευματική και ηθική καχεξία» των μαθητριών, που πίστευε ότι ήταν αποτέλεσμα του τρόπου με τον οποίο τα κορίτσια είχαν διαπαιδαγωγηθεί στο σπίτι και το δημοτικό, και που εκφραζόταν με την έλλειψη αυτοπεποίθησης, την αίσθηση σωματικής ανημποριάς, την τάση για «παπαγαλισμό», ψέμακαιεπίδειξη,το φόβο απέναντι στους δασκάλους, τη διανοητική σύγχυσηκαιτην ανεπάρκεια στην έκφραση, καθώς και την ώραιοπάθεια1. μεταδώσει στις μαθήτριες το πρακτικό και θετικό πνεύμακαινα διαμορφώσει την εθνική τους συνείδηση, κυρίως μέσα από τη γνώση και τη χρήση της δημοτικής γλώσσας. Η διδασκαλία της «νοικοκυροσύνης» είναι μία πλευρά του πειράματος του Παθερναγωγείου του Βόλου για την οποία υπάρχουν λιγοστές μόνο και αποσπασματικές πληροφορίες.ταοικοκυρικά διδάσκονταν 3 ώρες την εβδομάδα στην πρώτη και την τρίτη, και 2 ώρες στη δευτέρα τάξη, σε σύνολο 30, 29 και 28 ωρών αντίστοιχα" το μάθημα είχε σκοπό να μεταδώσει «χρήσιμες» πρακτικές γνώσεις2.
της
με
ήταν διευθυντής στο Παρθεναγωγείο του Βόλου από το 1908 ωσότου η λειτουργία του διακόπηκε το 1911, υστέρα από βίαιεςαντιδράσειςκαικατηγορίες εναντίον των πρωτεργατών του σχολείου για προσβολή της θρησκείας και γλώσσας και παραβίαση της τάξης. οι αντιδράσεις αυτές προκάλεσαν δικαστική επέμβαση. ο Δελμούζος, μαζί με άλλους καθηγητές του Ανώτερου Παρθεναγωγείου και μέλη του Εργατικού Κέντρου του Βόλου, δικάστηκε και αθωώθηκε από το Εφετείο του Ναυπλίου τον Απρίλιο του 1914. 1. για τις εντυπώσεις του νέου διευθυντή από την κατάσταση των μαθητριών του, βλ. Αλ. Δελμούζος, Το κρυφό σκολειό..., ό.π., σ. 40-58. 2. Σύμφωνα με το ωρολόγιο πρόγραμμαπουανασύνταξεοΧ.Γ. Χαρίτος βάση δημοσιεύματα του Σαράτση και του Δελμούζου, στο Το Παρθεναγωγείο και τα «Αθεϊκά» του Βόλου. Συμβολή στη μελέτη των Εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων ατή νεότερη Ελλάδα, διδακτορική διατριβή, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Εργαστήριο πειραματικής παιδαγωγικής, Αθήνα 1986, σ. 87. Βλ. και στο ίδιο, σ. 101-102.
Κουτσοπούλου, πτυχιούχος της Οικοκυρικής και Επαγγελματικής Σχολής των Αθηνών1. στις 9.10.1908 ο Δελμούζος γράφει στη μνηστή του: «Μαγειρική αυτό το χρόνο δε θάχουν. τα 2 επόμενα. Τότε θάρθη και η υγιεινή. Τώρα κάνουν κοπτική —ασπρόρρουχα— και ραπτική»2. Η Κουτσοπούλου όμως δεν ευδοκίμησε. το καλοκαίρι του 1909, όταν ο Δελμούζος ταξίδεψε στην Ελβετία και τη Γαλλία, επισκέφθηκε σχολεία θηλέων, αναζητώντας μία καθηγήτρια που θα μπορούσε να διδάσκει γυμναστική, γαλλικά και ραπτική, να συνοδεύει τις μαθήτριες σε μερικούς από τους περιπάτους τους και συγχρόνως να αναλάβει και χρέη υποδιευθύντριας. στις 19.8.1909 γράφει στο Σαράτση ότι έβαλε αγγελία στην Agence des Institutrices της Γενεύης, ζητώντας δασκάλα που να διδάσκει, μεταξύ άλλων, και τέσσερις ώρες κοπτική και ραπτική σε κάθε τάξη. Φοβάται όμως ότι oι ώρες του μαθήματος αυτού θα πρέπει να ελαττωθούν, μια και τα χρήματα για το μισθό της δασκάλας είναι περιορισμένα: «Είναι βέβαια δυνατό να διδάξη μόνο 6 ώρ. κοπτική, με 30 δρχ. επί πλέον, αλλά υποθέτω ότι δε φτάνουν καθόλου από 3 ώρ. σε κάθε τάξι». στο ίδιο γράμμα γράφει επίσης: «Νομίζω προτιμότερο να διδάσκη η ύποδιευθ[ύντρια] και το μάθημα της κοπτικής για να αποφύγωμε την διδακτ[ική] ανικανότητα της δος Κουτσοπούλου»3. επόμενο γράμμα του στο Σαράτση (30.8.1909): «Όσο αληθινό κι αν είναι πώς δύσκολα επιβάλλεται ένα νέο κορίτσι, τόσο πάλι
1. Βλ. Χ.Γ. Χαρίτος, τα Παρθεναγωγείο και τα «Αθεϊκά» του Βόλου. η αλληλογραφίατωνπρωταγωνιστών, Βόλος 1980, σ. 27, 43. Πρόκειται γιατηνΟικοκυρική και Επαγγελματική Σχολή της Ενώσεως των Ελληνίδων. 2. Στο ίδιο, σ. 237. 3. στο ίδιο, σ. 41.
άληθ[ινό] είναι πώς η επιβολή είναι ζήτημα χαρακτήρος και όχι ηλικίας (ίδ. Κουτσοπούλου και Πούλακα)»1. Τελικά, υστέρα από πολλές περιπέτειες, ο Δελμούζος καταλήγει στη γαλλίδα Seurin. Κατά το σχολικό έτος 1909-1910, η Seurin δίδαξε συνολικά 22 ώρες, 6 από τις οποίες κοπτική2. Από τηναλληλογραφίατουΔελμούζου με το Σαράτση φαίνεται ότι οι μισθολογικές απαιτήσεις και η επιμονή της να παραδίδει εξωτερικά μαθήματα δημιούργησαν αρκετά προβλήματα. Αυτά όμως δεν ήταν τα μόνα. στις 26.6.1910 ο Δελμούζος γράφει: «να Σου όμως, η κυρία αυτή εδήλωσε στην αρχή με γράμμα της πώς είναι σε θέση να διδάξη σουηδ. γυμναστική και εν μέρει πρακτική ραπτική, γι' αυτό και τη δεχτήκαμε. Α ν απέτυχε, μάλιστα στην ραπτική, φταίει γιατί η ίδια έδειξε στα παιδιά πώς δεν αγαπά αυτό το μάθημα την κοπτική και ρ[απτική] της την αφήσαμε, γυμναστική όμως Οφείλει να διδάξη και φέτος»3. Λίγες μέρες αργότερα (1.7.1910) 0 Σαράτσης γράφειστοΔελμούζο: «[Η Seurin] για μαγειρική ούτε ν' ακούση θέλει. [...] "Ωστε πρέπει να περιμένουμε από την Ηλ[ιακοπούλου] η όποια ίσως είνε πχιό (sic) νοικοκυρεμένη και θελήση να μαγειρεύη !» 4 ο Δελμούζος του απαντάει ότι η γνώμη του Πολίτη για τη Μυρσίνη Ηλιακοπούλου «δεν είναι καθόλου κολακευτική». Γράφει επίσης: « Ο Δραγούμης μου σύστησε κάποια Μπηγάτση η Μπηγάτου, με την παρατήρηση ότι είναι καλή αλλά καθαρευουσιάνα. Φυσικά δε μάς κάνει» 5 . Υπενθυμίζει ακόμη την αρχική δήλωση της γαλλίδας δασκάλας, ότι προτιμάει τη μαγειρική από την κοπτική. σε έγραψα τί μου είπε [η Seurin]. Αλλά έχωτηνελπίδανατην
1. στο ίδιο, σ. 44. 2. Στο ίδιο, σ. 38. 3. Στο ίδιο, σ. 48. 4. Στο ίδιο, σ. 51. 5. Στο ίδιο, σ. 52. ο Χ.Γ. Χάριτος σημειώνει ότι η Μυρσίνη [Κλεάνθους;] ΗλιακοπούλουκαιηΜπηγάτση (σ. 54) είναι φιλόλογοι.
κάνω να δεχθή με ταις 30 δρ. τον μήνα που θα της δώσουμε επί τέλους εν ανάγκη, εάν η κουζίνα δεν εγκρίνουμε να διδαχθή από κανένα άλλο πρόσωπο πχιο έμπειρο. Είδα τας κρίσεις του Πολίτη γιατηνΗλ[ιακοπούλου] και συμμερίζομαι τους φόβους του και τους δικούς σου. Έχω όμως την Ιδέα ότιαυτάταελαττώματαθα τα έχη οιαδήποτε γυναίκα, έκτος της Παρρέν, την οποίαν βέβαια δεν μπορούμε να φέρωμε!» 1 λειτουργίας του σχολείου δεν έχουμε καθόλου πληροφορίες. Όπως καινα'ναι πάντως, η Ηλιακοπούλου δεν προσλήφθηκε.
ται διεξοδικά στη διδασκαλία της «νοικοκυροσύνης» είναι ίσως ένδειξη ότι το θέμα δεν τον απασχόλησε Ιδιαίτερα. Από την άλλη μεριά όμως, η φροντίδα του να βρει καθηγήτρια για την κοπτική και ραπτική δείχνει ότι έδινε σε αυτό το μάθημα κάποια σημασία. Εξάλλου σε γράμμα που απευθύνει στις μαθήτριες του μετά το κλείσιμο του σχολείου (8.7.1911), ο ίδιος παραδέχεται ότι η διδασκαλία της κοπτικής-ραπτικής δεν ήταν αυτή που θα έπρεπε: «[...] τα τεχνικά μαθήματα, κοπτική δηλαδή, ραπτική, μαγειρική κλπ. δεν είχαν τον άνθρωπο τους»2. Η διδασκαλία της κοπτικής-ραπτικής πάντως και η φροντίδα που κατέβαλαν ο Δελμούζος και ο Σαράτσης για να διδαχτούν οι μαθήτριες μαγειρική συμφωνούσαν με το πρακτικό πνεύμα που επιδίωκετοΠαρθεναγωγείο, καθώς και με ορισμένες από τις προτάσεις του Πρώτου Ελληνικού Εκπαιδευτικού Συνεδρίου3. ακό-
1. στο ίδιο, σ. 56. Σημειώνουμε ότι η Παρρέν εκφράζει θετικά σχόλια γιατοΠαρθεναγωγείο στο άρθρο «Πρότυπο δημοτικό σχολείο», Εφημε των Κυριών 24/986 (1910), σ. 1167. 2. Αλ. Δελμούζος, το κρυφό σκολειό..., ό.π., σ. 286-269. 3. ο Αλ. Δελμούζος (στο ίδιο, σ. 13-14) συμπεριλαμβάνει τα πολύπλοκα κεντήματα ανάμεσα στα στοιχεία που συγκροτούν το «ιδανικό της κού-
ακόμα,όσοελλιπής κι αν ήταν η εκπαίδευση στα του οίκου, εντάχθηκε στην ευρύτερη «ανθρωπιστική, εθνική, θετική και πρακτική μόρφωση»1 που επιδίωκε το Παρθεναγωγείο, και που στο σύνολο της απέβλεπεστηνπροετοιμασία των κοριτσιών για το μελλοντικό ρόλο τους στην οικογένεια. το ανθρωπιστικό, εθνικό και πρακτικό Ιδεώδες που εμπνέει «το —πρώτο και ουσιαστικά το μόνο ως σήμερα— σχολείο με διαφορετικό παιδευτικό προσανατολισμό»2 δεν προβάλλει κανέναν αντίλογο στην κυρίαρχη αντίληψη για τον πρωταρχικό προορισμό των γυναικών. Οι αρχές του εκπαιδευτικού δημοτικισμού, πάνω στις οποίες στηρίχτηκε το σχολείο,δεναφορούν ούτε μόνο την εκπαίδευση των κοριτσιών ούτε κυρίως αυτήν. Προσπαθώντας να υλοποιήσει ένα όραμα που δεν αμφισβητούσε ριζικά τη θέση των γυναικών στην οικογένεια και την κοινωνία, ο Δελμούζος αποδέχτηκε τα καθήκοντα των μελλοντικών συζύγων και μητέρων ως τον κύριο παράγοντα που καθορίζει τις μορφωτικές ανάγκεςτωνμαθητριών. Οι επαναστατικές παιδαγωγικές μέθοδοι που εισήγαγε δεν αμφισβητούσαν τη «φυσική» καταβολή του προορισμού των κοριτσιών" απελευθέρωναν κυρίως την εκπαίδευσή τους από τα δεσμάτουψευτοκλασικισμούκαιτουαυταρχισμού των δασκάλων και από την τυραννία του προτύπου της κούκλας, καιτηνπροσανατόλιζαν στις απαιτήσεις μιας σύγχρονης καλλιεργημένης και προοδευτικής οικογένειας. μούζος μιλάει για την ανάγκη να διδαχτούν τα παιδιά «τί καθήκον έχομε ως Έλληνες και ως πολίτες, ως Ελληνίδες και ως μητέρες» 3 . και στο τέλος του γράμματος γράφει: «Είναι αλήθεια πώς ο κύκλος όπου μπορεί να δράση κάθε κορίτσι, φαίνεται στενός και περιωρισμένος. Φαίνεται στενός, αλλά δεν είναι, αφού πεδίο δράκούκλας», το οποίο συνυφασμένο με τον ψευτοκλασικισμό κυριαρχεί στα Ανώτερα παρθεναγωγεία. 1. στο ίδιο, σ. 226. 2. Αλ. Δημαράς, ό.π., σ. λγ'. 3. Αλ. Δελμούζος, ό.π., σ. 267.
δράσεως έχει την οικογένεια, και η επίδρασις της οικογένειας στην κοινωνία είναι μεγάλη» 1 . κτίμηση του Δελμούζου για τη σημασία της δράσης των γυναικών στηνοικογένειααναγνωρίζουμετιςδύο ιδέες που έπαιξαν βασικό ρόλο στην εξέλιξη της εκπαίδευσης των κοριτσιών, στηρίζοντας συχνά τόσο «προοδευτικές» όσο και «συντηρητικές»απόψειςγια την έκταση και το περιεχόμενο της. στο Παρθεναγωγείο του Βόλου, όπως και σε προηγούμενες και μεταγενέστερες φάσεις της εκπαίδευσηςτωνκοριτσιών, οι Ιδέες αυτές θεμελιώνουν την ειδική διδασκαλία των οικιακών καθηκόντων, χωρίς όμως να προεξοφλούν απαραίτητα και την έμπρακτη αναγνώριση της σημασίας της.
Tο Υπόμνημα του Εκπαιδευτικού Ομίλου
της Δημοτικής Εκπαιδεύσεως, με πρόεδρο τον Γ. Παπασωτηρίου και προϊστάμενο υπουργό τον Απ. Αλεξανδρή, ζήτησεαπότον Εκπαιδευτικό Όμιλο να συνεισφέρει «παρατηρήσεις περί των ατελειώντουκαθεστώτος προγράμματος και γνώμας ητιολογημένας περί των επιβαλλομένων τροποποιήσεων αυτού». ο Όμιλος ανταποκρίθηκεστησχετική εγκύκλιο και το καλοκαίρι του 1912 παρέδωσε στο Συμβούλιο Υπόμνημα με προτάσεις για το πρόγραμμα του δημοτικού, του ανώτερου παρθεναγωγείουκαιτου διδασκαλείου κοριτσιών2. τα δύο τρίτατουυπομνήματος,που
1. στο ίδιο, σ. 279. 2. «Πρόγραμμα Δημοτικού Σχολείου, ανώτερου Παρθεναγωγείου και Διδασκαλείου Κοριτσιών.ΥπόμνηματουΕκπαιδευτικούΟμίλουπροςτο Κεντρικό Εποπτικό Συμβούλιο της Δημοτικής Εκπαιδεύσεως», στο Φ. Ηλιού (επιμ.), Δημήτρης Γληνός Άπαντα, τ. Β' 1910-1914, Αθήνα 1983, σ. 100-147. το υπόμνημα δημοσιεύτηκε αρχικά στο Δελτίο του Εκπαιδευτικού Ομίλου Β'/γ' (1912), σ. 202-262.
αφορούσαντηδημοτική εκπαίδευση και το διδασκαλείο, συντάχθηκαν από το Δ. Γληνό, ενώ το ενδιάμεσο κεφάλαιογιατοανώτερο παρθεναγωγείο πρέπει να γράφτηκε από το Δελμούζο, και περιλαμβάνει ολόκληρο σχεδόν το πρόγραμμα του Παρθεναγωγείου του Βόλου1. Πραγματικά, oι προτάσεις του Ομίλου για το ανώτερο παρθεναγωγείο ακολουθούν τον προσανατολισμό του Παρθεναγωγείου του Βόλου, τον επιβεβαιώνουν και τον αποσαφηνίζουν. Σύμφωνα μετουπόμνημα, η εκπαίδευση που παρείχαν ως τότε τα ανώτερα παρθεναγωγεία ανταποκρινόταν από τη μια στην τάσητωναστών να μιμούνται την επιφανειακή κατ' οίκον διδασκαλία που έδιναν οι πλούσιοι στα κορίτσια τους, κι απ' την άλληστηνεπιθυμίανα γίνουν oι κόρες τους καλές νοικοκυρές: « Η δική μας κοινωνία είναι ακόμη αμόρφωτη, γι'αυτόκαιη ψευτοαριστοκρατική αγωγή της ευχάριστης κούκλας με τους καλούς τρόπους, τις πολυποίκιλες γνώσεις και τη λίγη γνώση υψώθηκε ως Ιδανικό σ' όλη σχεδόν τη μεσαία αστική τάξη, προ πάντων στον κύκλο των μητέρων. το ψευτοαριστοκρατικό αυτό ιδανικό αναλάμβανανενμέρει να πραγματοποιήσουν τα ανώτερα ιδιωτικά
1. Βλ. Φ. Ηλιού, ό.π., σ. 533. ο Ηλιού πάντως επισημαίνει ότι τα κείμενα είναι προϊόντα συλλογικής επεξεργασίας" άρα, πέρα από τις απόψεις των συντακτών τους, εκφράζουν πιθανότατα και αμοιβαίες υποχωρήσεις. Επιπλέον προειδοποιεί τον αναγνώστη να μην αναζητήσει στο υπόμνημα «τις συνολικές λύσεις που οραματίζονται και επιδιώκουν οι μεταρρυθμιστές». με αποδέκτητοκράτος, το Υπόμνημα συντάχθηκε για να επηρεάσει τη διαμόρφωση της εκπαιδευτικής πολιτικής, και δεν αντιπροσωπεύει απαραίτητα τη συνολική ιδεολογική τοποθέτηση των δημιουργών του. η προειδοποίηση είναι χρήσιμη. Πάντως η διδασκαλία των οικιακών δε βρισκόταν έτσι κι αλλιώς στο επίκεντρο του προβληματισμού των μεταρρυθμιστών. Γνωρίζουμε ακόμηότιηδιδασκαλία των σχετικών μαθημάτων στο Σχολείο του Βόλου δενανταποκρινότανστιςαπαιτήσειςτουΔελμούζου. Συνεπώς είναι δύσκολο αν όχι αδύνατο να διαπιστώσουμε τυχόν παραχωρήσεις στη διατύπωση των μεταρρυθμιστικών προτάσεων για τη διδασκαλία της «νοικοκυροσύνης» στο Υπόμνημα, εφόσον μάλιστα δεν έχουμε ενδείξεις ότι πίσω από τις προτάσεις αυτές κρύβονται ριζοσπαστικότερες θέσεις.
παρθεναγωγεία κολακεύοντας την επικίνδυνη αδυναμία των αστών. Ο αστός όμως πρώτα απ' όλα θέλει το κορίτσι του να γίνει καλή νοικοκυρά* γι' αυτό με την πρώτη τάση συνδυάστηκε και η νοικοκυρίστικη μόρφωση, δηλ. ραπτική, κοπτική, μαγειρική κλπ.». στους άνδρες, το σπίτι, τα παιδιά και την κοινωνία: «[...] μορφώνονται μόνον επιπόλαια αδύνατα πλάσματα, πασαλειμμένα απ' όλα, χωρίς καμιά οντότητα και αυθυπαρξία. Κ' έτσι πολλές γυναίκες μάς θυμίζουν τον κισσό —χλομιασμένο όμως και αδύναμο— που σφιχτοτυλίγεται στον πρώτο κορμό δέντρου που βρίσκει εμπρός του, για να στηριχτεί" συχνά με τον κισσό μαραίνεται και πνίγεται και το δέντρο. Τέτοια γυναίκα ούτε σπίτι μπορεί να κυβερνήσει, ούτε παιδιά ν' αναθρέψει" μ' αυτήν εκφυλίζεται, δεν προοδεύει καμιά κοινωνία»1. Προκειμένου να καταπολεμηθεί το Ιδανικό της γυναίκας-κούκλας και να αποσυμφορηθεί το επάγγελμα της δασκάλας, το υπόμνημα συνιστούσε να ιδρυθούν κλασικά και πραγματικά λύκεια τα οποία θα δέχονταν όσες απόφοιτες του νέου ανώτερου παρθεναγωγείου σκόπευαν να φοιτήσουν στο πανεπιστήμιο, καθώς και κατώτερα επαγγελματικά σχολεία (κοπτικής και ραπτικής, οικοκυρικής κτλ.) για τις απόφοιτες του δημοτικού2. Επισήμαινε πάντως ότι η παραμέληση της προετοιμασίας για το σπίτι ήταν σοβαρό μειονέκτημα της συνεκπαίδευσης, που είχε καθιερωθεί ανεπίσημα στην επαρχία για λόγους ανάγκης: «[...] σε κορίτσια που θέλουν απλώς ανώτερη μόρφωση, δίνουν μόρφωση όμοιαμετωναγοριών δηλ. προπαρασκευαστική για έπιστημονικές=φιλολογικές σπουδές. ό,τι πρέπει να τονιστεί ιδιαίτερα για τα κορίτσια η δεν τονίζεται η και λείπει όλως διόλου" για νοικοκυροσύνη ούτε λόγος»3.
Το πρόγραμμα που πρότεινε ο Όμιλος για τα ανώτερα παρθεί . «Πρόγραμμα Δημοτικού Σχολείου, ανώτερου Παρθεναγωγείου και Διδασκαλείου Κοριτσιών...», ό.π., σ. 127-128. 2. Στο ίδιο, σ. 131. 3. στο ίδιο, σ. 128.
παρθεναγωγείααπέβλεπεσε«μόρφωση ανθρωπιστική, εθνική και θε κή». Ο σκοπός αυτών των σχολείων ήταν να μορφώσουν «Ελληνοπούλες με χαρακτήρα αυθύπαρκτο, ικανές να κυβερνήσουν το σπίτι τους και ν' αναλάβουν την ανατροφή των παιδιών τους έτσι, ώστε να εξυψώσουν την οικογένεια σε παράγοντα κοινωνικής προόδου. να δώσουν ακόμη τη μόρφωση που θα επιτρέπει σ' όσες αποφοιτούν απ' αυτά τα σχολεία να κατεβούνε στον αγώνα της ζωής, όταν η ανάγκη το φέρει, η για να συντηρήσουν έντιμα τον εαυτό τους η για ν' ανακουφίσουν την οικογένειά τους»1. Σύμφωνα με το υπόμνημα, στο ανώτερο παρθεναγωγείο τα μαθήματα που θα προετοίμαζαν τις μαθήτριες για τα ειδικά καθήκοντά τους στο σπίτι θα ήταν η χειροτεχνία, η βρεφοκομία-παιδολογία, η νοσηλευτική και η οικιακή οικονομία, και θα αντιπροσώπευαν περίπου το 7 % του συνολικού διδακτικού χρόνου,πουγια τις τέσσερις τάξεις προβλεπόταν να είναι 126 ώρες2. τρεις στη δευτέρα, την τρίτη και την τετάρτη. το περιεχόμενο της εκφράζει το πρακτικό πνεύμα που ο Δελμούζος επιθυμούσε να κυριαρχεί και στη διδασκαλία του αντίστοιχου μαθήματος στο Σχολείο του Βόλου: «στη χειροτεχνία ως βάση έχομε πάντοτε το χρήσιμο συνδυασμένο με το ωραίο. Γι' αυτό oι μαθήτριες του Α. Παρθεναγωγείου πρέπει ν' ασκηθούνε και τελειοποιηθούνε πρώτα απ' όλα στην Κοπτική και τη Ραπτική. να ετοιμάζουμε δηλ. ασπρόρρουχα δικά τους και του σπιτιού και ταπλούστερα γυναικεία φορέματα. Εξακολουθούνε την άσκηση στις ταντέλλες, στο πλέξιμο και στο κέντημα, αποφεύγουν όμως εργόχειρα και ασπροκεντήματα πολύπλοκα που και τα μάτια πειράζουν και άσκοπα είναι. Προαιρετικά μπορούνε ν' ασκηθούνε στην Πηλοπλαστική, Πυροχαρακτική και την Ξυλογλυπτική, υποχρεωτική δε για όλες θα είναι η Κηπουρική.
1. στο ίδιο, σ. 132. 2. ΣΤΟ ίδιο, σ. 139.
Όπως και στο δημοτικό παρθεναγωγείο, έτσι κ' εδώ θα τονίζονται ανάλογα με τις διάφορες τοπικές ανάγκες και διάφορα τεχνικά μαθήματα π.χ. τυροκομία και γαλακτοκομία η σηροτροφία και μελισσοκομία κ.τ.ο.» 1 .
του Βόλου και oι προτάσεις του Πρώτου Εκπαιδευτικού Συνεδρίου — τόνιζε την άσκηση στα πρακτικά και χρήσιμα εργόχειρα περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη πλευρά της προετοιμασίας των μαθητριών για το σπίτι. Η οικιακή οικονομία, απούσα από το Σχολείο του Βόλου, εμφανίζεται σε αυτό το κείμενο του Δελμούζου εξαρτημένηαπόταμαθηματικά' εντάσσεται στη δίωρη επανάληψη της πρακτικής αριθμητικής και καταστιχογραφίας στην τρίτη τάξη. αν και το περιεχόμενο της δεν προσδιορίζεται, προφανώς αφορούσε κυρίως τον οικογενειακό προϋπολογισμό. Η νοσηλευτική, «απαραίτητη για κάθε άνθρωπο, προ πάντων όμως για κάθε γυναίκα», επρόκειτο να διδάσκεται χωριστά μία ώρα την εβδομάδα στην τετάρτη τάξη, παράλληλα με το δίωρο μάθημα της βρεφοκομίας και παιδοκομίας2. αναφερότανστοδημοτικό το μόνο μάθημα για το οποίο προέβλεπε ξεχωριστή ύλη για τα κορίτσια ήταν η χειροτεχνία, που θα διδασκόταν τρεις ώρες την εβδομάδα στις πρώτες τέσσερις τάξεις και δύο ώρες στην πέμπτη και την έκτη. Η σχετική πρόταση αποκαλύπτει μια ξεκάθαρη αντίληψη για τα πρότυπα που θα έπρεπε να καλλιεργήσει το μάθημα στα παιδιά ανάλογα με το φύλο τους. Έτσι στις πρώτες τρεις τάξεις του δημοτικού τα αγόρια ασχολούνται με τη χαρτοκολλητική, τη χαρτοκεντητική, την ψαθοπλεκτική και την πλαστική. Όπου είναι δυνατόν τα κορίτσια ασκούνται στις χειροτεχνίες των αγοριών, χωρίς όμως να Ισχύεικαιτο αντίστροφο.στηνπρώτη τα κορίτσια διδάσκονται τις «πρώτες οδηγίες για το ράψιμο, το καρύκωμα και το μπάλλωμα» και αρχί1. ΣΤΟ ίδιο, σ. 138, 139. 2. στο ίδιο, σ. 137, 139.
αρχίζουν πλέξιμο και κέντημα. στη δευτέρα συνεχίζουν τις βελονιές, «καταγίνονται να ράψουν σάκκους, μαντήλια, πετσέτες και μπλούζες», πλέκουν παιδικά ρουχαλάκια και κεντούν, ενώ στην τρίτη δοκιμάζουν τις δυνάμεις τους σε δυσκολότερα κεντήματα, μπαλώματα, μανταρίσματα, ραψίματα, πλεξίματα και σε δαντέλες και ψαθοπλεκτική. στις τρεις τελευταίες τάξεις το μάθημα της χειροτεχνίας εξειδικεύεται ακόμα περισσότερο ανάλογα με το φύλο των παιδιών. οι μαθητές κάνουν ξυλουργική, σιδηρουργική, πηλοπλαστική και ιχνογραφία με πολύπλοκα θέματα, ενώ τα κορίτσια γυμνάζονται σε ολοένα και πιο σύνθετα ραψίματα, πλεξίματα, δαντέλες και καπέλα1. τα κορίτσια προσαρμόζονται στο Ιδεώδες της άξιας νοικοκυράς, ενώ τα αγόρια προετοιμάζονται για το ρόλο του καλού μάστορα αλλά και του καλλιτέχνη.
Τα Νομοσχέδια του 1913
Τσιριμώκος στις 21 Νοεμβρίου 1913 ήταν δημιούργημα του Γληνού και σε μεγάλο βαθμό βασίζονταν στο υπόμνημα που είχε πα-
1. Σύμφωνα με το Διάταγμα της 1ης Σεπτεμβρίου 1913—υπουργόςΠαιδείας, Ι.Δ. Τσιριμώκος—που καθόριζε το πρόγραμματουεξατάξιουδημοτικού, οι μαθητές και οι μαθήτριες του δημοτικού θα διδάσκονταν τη χειροτεχνία μιάμιση ώρα την εβδομάδα στις δύο πρώτες τάξεις και δύο ώρες στις υπόλοιπες τέσσερις. Όπως και η σχετική πρόταση του υπομνήματος, την οποία πιθανότατα λαβαίνει υπόψη, το διάταγμα προβλέπει διαφορετική ύλη γιαταπαιδιά ανάλογα με το φύλο τους. το πρόγραμμα του 1913 πάντως είναι λιγότερο φιλόδοξο από το υπόμνημα. για τα κορίτσια περιλαμβάνει ραπτική, κοπτική, κέντημα και πλέξιμο, δεν αναφέρει όμως δαντέλες και καπέλα, ούτε ορίζει το είδος των ρούχωνπουθαράψουν οι μαθήτριες. Βλ. «Ωρολόγιον πρόγραμμα εξαταξίου Δημοτικού Σχολείου», στο Αλ. Δημαράς, ό.π., σ. 92. τοαναλυτικόπρόγραμμα του μαθήματος, στο Χρ. Λέφας, Ιστορία τη; Εκπαιδεύσεως, Αθήνα 1942, σ. 112-113.
παραδοθεί στον ίδιο υπουργό την προηγούμενη χρονιά1. μια σύγκ ση με τα νομοσχέδια που είχε προτείνει το 1899 ο υπουργός Παιδείας της κυβέρνησης Γ. Θεοτόκη, Αθανάσιος Ευταξίας, δείχνει ότι τα νομοσχέδια του 1913επαναλάμβανανπολλά από τα αιτήματα του 1899 που αφορούσαν τη δομή και το ρόλο της εκπαίδευσης στην αστική κοινωνία, διατύπωναν όμως «πολύ σαφέστερα
1. Βλ. Φ. Ηλιού, ό.π., σ. 534, 548. «Εκπαιδευτικά Νομοσχέδια υποβληθέντα εις την Β' σύνοδο ν της ΙΘ' περιόδου εις την Βουλήν υπό Ιωάννου Δ. Τσιριμώκου, Υπουργού των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Παιδεύσεως», στο ίδιο, σ. 185-366. Δημοσιεύτηκαν σε ειδικό τεύχος με αυτόν τον τίτλο το 1913. με ορισμένες αλλαγές η «Γενική εισηγητική έκθεσις» αναδημοσιεύτηκε στον τόμο του Γληνού, Ένας άταφος νεκρός. Μελέτες για το εκπαιδευτικό μας σύστημα, Αθήνα 1925, σ. 1-157. από τον Ιούνιο του 1912 ο υπουργός Ι.Δ. Τσιριμώκος, διάδοχος του Απ. Αλεξανδρή και αδελφός του Μάρκου Τσιριμώκου που ήταν ηγετικό στέλεχος του Εκπαιδευτικού Ομίλου, κάλεσε τον Δ. Γληνό, που τότε εργαζόταν στο Αρσάκειο, και ζήτησε τις απόψεις του για το εκπαιδευτικό ζήτημα. το Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου και αφού του παρέδωσε το υπόμνημα του Εκπαιδευτικού Ομίλου, ο Γληνός πρότεινε στον υπουργό να υιοθετήσει τις προτάσεις που περιέχονταν εκεί. στη συνέχεια ασχολήθηκε με την προετοιμασία των νομοσχεδίων, η Γενική Εισηγητική Έκθεσις των οποίων στηρίχτηκε στο υπόμνημα. ο Τσιριμώκος παρουσίασε τα νομοσχέδια στη Βουλή με μια εισήγηση που εντυπωσίασε το ακροατήριο και θεωρήθηκε προσωπική του επιτυχία. Σύντομα εκδηλώθηκαν έντονες αντιδράσεις κατά των προτεινόμενο« μέτρων, από συλλόγους και οργανώσεις εκπαιδευτικών που θεωρούσαν ότι θίγονταν τα ιδιαίτερα συμφέροντά τους, καθώς και από τους υπέρμαχους των συντηρητικών τάσεων στην παιδεία και κυρίως από τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. οι αντιδράσεις αυτές επηρέασαν την κυβέρνηση, με αποτέλεσμα να συζητηθούναποσπασματικάτανομοσχέδια και να μην ψηφιστούν τα δύο σημαντικότερα που αφορούσαν τη δημοτική και τη μέση εκπαίδευση (βλ. Φ. Ηλιού, ό.π., σ. 544-560). αν και δημιούργημα του Γληνού, τα νομοσχέδια έπρεπε να ανταποκρίνονται στις προδιαγραφές της βενιζελικής κυβέρνησης για το είδος της μεταρρύθμισης στην οποία ήταν διαθετειμένη να προχωρήσει. τα κείμενα δεν αποδίδουν τη συνολική αντίληψη του Γληνού για το εκπαιδευτικό ζήτημα και για τον πρόσθετο λόγο ότι στην επεξεργασία τους συνεργάστηκαν επίσης εκπαιδευτικοί του Υπουργείου Παιδείας και του Εκπαιδευτικού Ομίλου, καθώς και ο ίδιος ο Ι. Δ. Τσιριμώκος (στο ίδιο, σ. 545-548).
[...] την αστική διάσταση της μεταρρύθμισης, τεκμηριωμένη μάλιστα όχι μόνο παιδαγωγικά, αλλά και πολιτικά και κοινωνικά» 1 . Ο αστικός ορθολογισμός που τα χαρακτήριζε αποτελούσε καινοτομία και εκφραζόταν με την αντίληψη ότι το σχολείο έπρεπε να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της οικονομικής ανάπτυξης, αντίληψη που θεμελίωνε τη διεκδίκηση ενός ενιαίου, αυτόνομου, λαϊκού δημοτικού σχολείου, υποχρεωτικού για αγόρια και κορίτσια 2 . νός αναφέρεται διεξοδικά στην ανάγκη να μεταρρυθμιστεί η γυ-
τα
ο
του
οι και
1. Άννα Φραγκουδάκη, Εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και φιλελεύθεροι διανοούμενοι. Άγονοι αγώνες και Ιδεολογικάαδιέξοδαστο μεσοπόλεμο, Αθήνα 1983, σ. 28. 2. Στο ίδιο, σ. 26, 28. στην εισηγητική έκθεση αναφέρεται ότι τα νομοσχέδια του 1899 «αποτελούσι σπουδαιοτάτην και δυνάμεθα να είπωμεν την πρώτην επιστημονικήν συμβολήν εις την μελέτην των εκπαιδευτικών ημών πραγμάτων» («Γενική Εισηγητική Έκθεσις εις τα Εκπαιδευτικά Νομοσχέδια», στο Φ. Ηλιού, ό.π., σ. 230). στη συνέχειαεπισημαίνονταιτακυριότερα σημεία ως προς τα όποια διαφοροποιούνται τα Νομοσχέδια του 1913: προτείνουν ενιαίο ομοιόμορφο και κοινό εξαετές δημοτικό, που θα παρέχεισεόλα παιδιά την ίδια ηθική, εθνική και θρησκευτικήαγωγή,σεαντίθεσημετο διαχωρισμό της δημοτικής εκπαίδευσης σε κατώτερο και ανώτερο κύκλο που προέβλεπαν τα Νομοσχέδια του 1899. Προτείνουν επίσης να αρχίζει η μέση εκπαίδευση μετά το τέλος του δημοτικού και να διαιρείται σε δύο κύκλου συντομότερος των όποιωνθαανταποκρίνεταιστιςανάγκεςτωνπαιδιών της μέσης τάξης και ο εκτενέστερος στις ανάγκες των παιδιών της ανώτερης (στο ίδιο, σ. 235-237.) Βλ. Νομοσχέδιον περί δημοτικής εκπαιδεύσεως, 1 Νοεμβρ. 1899 (Αθ. Ευταξίας), σ. 1-22. η έκθεσηαναφέρεταιεπίσηςστα νομοσχέδια των υπουργών Γ.Ν. Θεοτόκη (1889), Σ. Στάη (1908) και Απ. Αλεξανδρή (1912) («Γενική εισηγητική έκθεσις...», ό.π., σ. 203). Σημειώνουμε ότι το «Σχέδιον Νόμου περί οργανώσεως της γυναικείας εκπαιδεύσεως» Σ. Στάη προέβλεπε υποχρεωτική εξαετή δημοτική μόρφωσηγιαόλατα κορίτσια. Σύμφωνα με το νομοσχέδιο, οι απόφοιτες του δημοτικού θα μπορούσαν να φοιτήσουν στις διετείςαγρονομικές,οικοκυρικές και χειροτεχνικές σχολές που επρόκειτο να ιδρυθούν η να παρακολουθήσουν το παρθεναγωγείο. απόφοιτες του παρθεναγωγείου θα μπορούσαν να συνεχίσουν στο γυμνάσιο λύκειο και στο πανεπιστήμιο η να φοιτήσουν στις βιοτεχνικές, καλλιτεχνικές και εμπορικές σχολές, στις σχολές δημόσιων υπηρεσιών η στο διδασκαλείο
γυναικείαεκπαίδευσησεβάθος1. Τεκμηριώνει την «γενικήν καθυστέρησιν» στον τομέα αυτό και αποδίδει το υψηλό ποσοστό των αναλφάβητων γυναικών (80 %) στις «προλήψεις του λαού» και τηναδιαφορίατηςάρχουσας τάξης: «και είνε μεν βεβαίως τα απώτερα αίτια του φαινομένου καθαρώς κοινωνικά, αναγόμενα εις προλήψεις του λαού, θεωρούντος περιττήν εντελώς, ενίοτε δε και επιβλαβή την μόρφωσιν εις την γυναίκα, αλλά δυστυχώς ελέγχεται και η ιθύνουσα τάξις ουδέν σχεδόν πράξασα ίνα [...] εξυψώση την Ελληνίδα γυναίκα και την Ε λ ληνίδα μητέρα εις πεφωτισμένην σύντροφον και βοηθόν του ανδρός, εις πεφωτισμένον και οπωσδήποτε αυτοτελή συντελεστήν του κοινωνικού αγώνος και της κοινωνικής προόδου»2. Η κατηγορία που ο Γληνός απευθύνει στην «Ιθύνουσα» τάξη είναι μία έμμεση διατύπωση του στόχου της μεταρρύθμισης της γυναικείας εκπαίδευσης. Η αντίφαση μεταξύ του προτύπου της γυναίκας-βοηθού του άνδρα και της γυναίκας-αυτοτελούς συντελεστή κοινωνικών αγώνων και προόδου, αντίφαση που διαφαίνεται καιστουπόμνημα, σφραγίζει τα περισσότερα προτεινόμενα μέτρα. Οι εκτιμήσεις του Γληνού για την επιβλαβή επιρροή των παρθεναγωγείων, που εμφυτεύουν στα κορίτσια «το αριστοκρατικόν Ιδεώδες, το Ιδεώδες της κοσμικής γυναικός»3, θυμίζουν τις διαπιστώσεις του τμήματος της γυναικείας αγωγής του Πρώτου Ελληνικού Εκπαιδευτικού Συνεδρίου, της εισηγητικής έκθεσης του Σαράτση και του υπομνήματος του Εκπαιδευτικού Ομίλου, αλλά και παλαιότερες απόψεις για την ανάγκη να προσανατολιστεί η γυναικεία εκπαίδευση σε «χρήσιμες» γνώσεις. Δίπλα στο απωθητικό αριστοκρατικό ιδεώδες όμως, η έκθεση
(βλ. Εκπαιδευτικά Νομοσχέδια υποβληθέντα εις την Βουλήν των Ελλήνων υπό του Υπουργού των Εκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Σ.Ε. Στάη κατά Νοέμβριον 1908, χ.τ. χ.χ., σ. 3-4. 1. Βλ. «Γενική Εισηγητική Έκθεσις...», ό,π., σ. 202-227, 249-252. 2. Στο ίδιο, σ. 204. 3. Στο ίδιο, σ. 208.
επισημαίνει μια υγιή τάση για ανώτερη, αρτιότερη και πληρέστερη μόρφωση από αυτήν που παρέχει το δημοτικό, τάση που επικρατεί «παρά τη υγιεί αστική κοινωνία»: « Η αγωγή αύτη ούσα όπως καιητωναρρένωναγωγήηθικήκαιεθνική,ανθρωπιστικήκαι θετική σκοπόν θα είχε να διαπλάση Ελληνίδας προς παντός με χαρακτήρα ελληνικόν και αυτοτελή ικανάς να ιδρύσωσιν οίκους τίμιουςκαινααναθρέψωσινελληνόπαιδας,ικανάςναεξυψώσωσιτην ελληνικήνοικογένειανεις συντελεστήν αληθινόν της κοινωνικής καιεθνικήςπροαγωγής, συγχρόνως όμως να παράσχη εις αυτάς όλα τα στοιχεία, ίνα ώσιν ικαναί η ούτως η και συμπληρούσαι εν ανάγκητηνμόρφωσίν των εις τα κατάλληλα επαγγελματικά σχολεία, να κατέλθωσιν εις τον τίμιον αγώνα της ζωής η ανακουφίζουσαι την οικογένειάν των η συντηρούσαι εαυτάς, ούσαι εν πάση περιπτώσει μέλη ζωντανά της πεπολιτισμένης κοινωνίας»1. το ιδεώδες προς το οποίο έτεινε η «υγιής» αστική κοινωνία, πρόβαλλαν ως πρότυπο για τη γυναικεία εκπαίδευση την εκπαίδευση τωναγοριών,όπως αυτή θα διαμορφωνόταν σύμφωνα με τα προτεινόμενα μέτρα. Η εισηγητική έκθεση συνιστά κοινό εκπαιδευτικό πρόγραμμα, «πλην τίνων διαφορώνεκπηγαζουσώνεκτης διαφόρου φύσεως και της διαφόρου αποστολής του γυναικείου φύλου»2. Έτσι στο δημοτικό «η μόνη [...] διαφορά θα είνε εις το πρόγραμμα της χειροτεχνίας, εις την εν τη τελευταία τάξει προσαρμογήν των φυσιογνωστικών μαθημάτων εις τας πρακτικάς ανάγκαςτηςγυναικός και του έργου αυτής και εις την κατά το τελευταίον έτος ελάττωσιν των ωρών της διδασκαλίας, ούτως, ώστε να μένωσι διά τας μαθήτριας αντί δύο τρίααπογεύματαελεύθερα προς αποφυγήν της κατά την τοιαύτην ηλικίαν εύκολου σωματικής και πνευματικής κοπώσεως αυτών»3. Η κυριότερη ίσως καινοτομία που εισήγαγαν τα νομοσχέδια
1. στο ίδιο, σ. 209. 2. στο ίδιο, σ. 210. 3. στο ίδιο, σ. 249.
του 1913 στην εκπαίδευση των κοριτσιών ήταν η ίδρυση γυ σίων θηλέων, που θα άνοιγε και το δρόμο για το πανεπιστήμιο. Κι εδώ όμως προβλεπόταν η Ιδιαίτερη προετοιμασία των κοριτσιών για τα μελλοντικά τους καθήκοντα: «τα γυμνάσια ταύτα θα έχωσι τον αυτόν σκοπόν και το αυτό πρόγραμμα προς τα των αρρένων, με διαφοράς τινας επιβαλλομένας υπό της φύσεως της γυναικός και της κυρίας αποστολής αυτής θα διαιρούνται δε και ταύτα εις φιλολογικόν και πραγματικόν τμήμα, περιέχονταόμωςεναμφ τέροις και τα εις πάσαν γυναίκα απαραίτητα μαθήματα της οικιακής οικονομίας, νοσηλευτικής, βρεφοκομίας και στοιχειώδους παιδολογίας»1. Συγχρόνως προβλεπόταν η σύσταση τριετών αστικών σχολείων αρρένων και θηλέων. Ο καταμερισμόςτωναγοριώνστα αστικά σχολεία και τα γυμνάσια προϋπέθετε και ενίσχυε τη κριση μεταξύ μικροαστών και αστών και την άνιση πρόσβασή τους στην κορυφή της κοινωνικής ιεραρχίας. Σύμφωνα με την εισ τική έκθεση, οι απόφοιτοι του δημοτικού θα διαχωρίζονταν σε δύο τάξεις: η μία θα περιλάμβανε «τους μέλλοντας έμπορους, μικροβιομηχάνους και βιοτέχνας, τους γεωργοκτηματίας, τους εμποροϋπαλλήλους, την κατωτέραν υπαλληλίαν του Κράτους» που θα φοιτούσαν στο αστικό σχολείο, και η άλλη «τους μέλλοντας επιστήμονας, τους μεγαλοκτηματίας, τους μεγαλεμπόρους, μεγαλοβιομηχάνους, τους αξιωματικούς και πάσαν την ανωτέραν υπαλληλίαν του Κράτους» που θα πήγαιναν στο γυμνάσιο2. τα αστικά σχολεία θηλέων αντίθετα θα δέχονταν τα περισσότερα κορίτσια της αστικής τάξης —όσαδενπροορίζονταν για ανώτερες σπουδές· με μαθήματα που θα ήταν κοινά με εκείνα που διδάσκονταν αγόρια,θαδιδάσκονταν χειροτεχνία, δηλ. κοπτική-ραπτική και μαγειρική, καθώς και στοιχεία νοσηλευτικής και βρεφοκομίας.
1. στο ίδιο, σ. 252. 2. Στο ίδιο, σ. 241. το αστικό σχολείο βασίζεται στο παράδειγμα της Realschule, που ίδρυσε ο Φραγκίσκος ο 2ος και που ήταν προϊόν της αστικής ανάπτυξης και του διαφωτισμού. Βλ. Ά. Φραγκουδάκη, ό.π., σ. 32.
«Τοιουτοτρόπως η απόφοιτος του αστικού σχολείου θα είνε εις θέσιν όχι μόνον να παρακολουθή και ενδιαφέρεται διά την πνευματικήν και κοινωνικήν κίνησιν του τόπου της, αλλά και να αναλάβη την διεύθυνσιν του οίκου και βραδύτερον την ανατροφήν των τέκνων της και προς τούτοις, εάν παραστή ανάγκη, θα δύναται να αποδυθή εντίμωςκαιαποτελεσματικώςειςτην βιοπάλην»1. Τέλος η εισηγητική έκθεση συνιστούσε να ιδρυθούν αστικά σχολεία θηλέων στην πρωτεύουσα κάθε νομού2. Α ν η μέριμνα για τη φοίτηση των κοριτσιών στο ενιαίο δημοτικό, την πρόσβασή τους στο γυμνάσιο και το πανεπιστήμιο προάγει και αναδεικνύει τη γυναίκα ως αυτοτελή κοινωνικό παράγοντα, το αστικό σχολείο θηλέων βαραίνει προς την αντίθετη κατεύθυνση. σε τελευταία ανάλυση, με το σχολείο αυτό σχεδιάζεται μία κρατικήεκδοχήτου ανώτερου παρθεναγωγείου για να αντικαταστήσει το μεγαλοαστι κό ιδεώδες με το Ιδεώδες της καλλιεργημένης συζύγου, μητέρας και νοικοκυράς που, αν χρειαστεί, μπορεί να εργαστεί και έξω απότοσπίτι.
Αστικά σχολεία θηλέων
Όπως είναι γνωστό, τα Νομοσχέδια του 1913 δεν ψηφίστηκαν. και ενώ η ίδρυση γυμνασίων θηλέων καθυστέρησε ως το 1917, το 1914 το κράτος έδωσε το δικαίωμα στη Φιλεκπαιδευτική Ε ταιρεία και σε δήμους και κοινότητες να ιδρύσουν τριτάξια αστικά σχολεία, που θα συγκαταλέγονταν στα σχολεία της μέσης εκπαίδευσης και θα είχαν σκοπό τη «συμπλήρωσ[η] της μορφώσεως τωνεκτωνπλήρων δημοτικών σχολείων αποφοιτώντων θηλέων»3.
1. «Εκπαιδευτικά Νομοσχέδια...», ό.π., σ. 250. 2. Στο ίδιο, σ. 252. 3. «Περί χορηγείας άδειας εις την Φιλεκπαιδευτικήν Εταιρείαν ιδρύσεως αστικών σχολείων θηλέων», διάταγμα της 7 Σεπτεμβρίου 1914, στο Χρ. Β. Λέφας, Εκπαιδευτικός Κώδιξ, τ. Β', εν Αθήναις 1924, σ. 5-7.
Η Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία ίδρυσε αστικά σχολεία στην Αθήνα, την Πάτρα, την Τρίπολη, την Κέρκυρα, τη Λαμία, τη Λάρισα καιταΤρίκκαλα1. Αρχικά στα αστικά σχολεία επρόκειτο να διδάσκονται θρησκευτικά, ελληνικά, γαλλικά, ιστορία, γεωγραφία, αριθμητική, γεωμετρία, φυσική ιστορία, φυσική και χημεία, καλλιγραφία και Ιχνογραφία, μουσική, γυμναστική και ελληνικοί χοροί, καθώς και οικιακήοικονομίακαιοικιακά έργα, οικιακή παιδαγωγική, υγιε και νοσηλευτική, και χειροτεχνία2. Η υπουργική όμως απόφ τουΙ.Δ. Τσιριμώκου «περί προγράμματος των αστικών σχολείω θηλέων», που εκδόθηκε στις 9 Νοεμβρίου 1914, περιόριζε σημαντικά την προετοιμασία των μαθητριών για τα καθήκοντα του οίκου. Καταργούσε την υγιεινή και νοσηλευτική, και όριζε να διδάσκεται η οικιακή οικονομία και η οικιακή παιδαγωγικήωςενιαίο μάθημα 2 ώρες την εβδομάδα στις μαθήτριες της τελευταίας τάξης. στη χειροτεχνία αφιέρωνε 3 ώρες σε κάθε τάξη και σε σύνολ διδακτικών ωρών. Σύμφωνα με το πρόγραμμα, στην οικιακή οικονομία οι μαθήτριες διδάσκονταν κυρίως πώς να εκτελούν διάφορες οικιακές εργασίες. το μάθημα περιλάμβανε τις εξής ενότητες: « Η κατοικία. Αερισμός, φωτισμός, θέρμανσις, επίπλωσις κλπ. Η ενδυμασία. Ενδύματα βαμβακερά, λινά, μάλλινα, μεταξωτά. Πλύσις μάλλινων, μεταξωτών και δαντελλών. Καθαρισμός κηλίδων. Βαφή ενδυμάτων. Καθαρισμός κτενίων, ψηκτρών, σαρώθρων. Σιδέρωμα. Κολλάρισμα. Επιδιόρθωσις φορεμάτων. Είδη τροφών. Παρασκευή εδεσμάτων. Διατήρησις τροφίμων και εδεσμάτων». τερο στο κέντημα, ενώ απουσίαζαν οι δαντέλες που στο παρελθόν είχαν κατηγορηθεί ως έργα πολυτέλειας και επίδειξης. Η διδα-
1. Βλ. Στ. Γαλάτης, Ιστορία της εν Αθήναις Φιλεκπαιδευτικής Εταιρίας από της ιδρύσεως μέχρι του 1936, Αθήναι 1957, τ. Γ', σ. 482. 2. Βλ. «Περί χορηγείας αδείας...», στο Χρ. Β. Λέφας, ό.π., σ. 6-7.
διδακτέαύληπεριλάμβανε στην πρώτη τάξη χαρτοκεντητική, χαρτοπλεκτική, πηλοπλαστική, ραπτική και κέντημα ασπρορούχων' στη δευτέρα, πηλοπλαστική, χαρτοτεχνία, κοπτική, ραπτική και ποικιλτική' τέλος στην τρίτη τάξη, κοπτική-ραπτική ασπρορούχων και εξωτερικών ενδυμάτων, καθώς και επιδιόρθωση φορεμάτων 1 .
Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1929
Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1929 σχεδιάζεται και υλοποιείται κάτω από νέες, κρίσιμες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες 2 . σε γενικές γραμμές ωστόσο κυριαρχείται από το ίδιο πνεύμα που χαρακτήριζε και τα νομοσχέδια του 1913:Επιδιώκεινα οργανώσει το σχολείο σύμφωνα με τις Ιδεολογικέςαπαιτήσειςτου αστικού καθεστώτος και να το προσαρμόσει στις ανάγκες της οικονομικής ανάπτυξης 3 . Όσον άφορα τη γυναικείαεκπαίδευσηπάντως 1. Υπουργική απόφασις, αριθ. 34514 της 15 Νοεμβρίου 1914, «περί προγράμματος αστικών σχολείων θηλέων», Εφημερίς της Κυβερνήσεως, αρ. φύλ. 333, 17 Νοεμβρίου 1914. 2. ο Χαράλαμπος Νούτσος επισημαίνει τρεις παράγοντες που επηρεάζουν τις κοινωνικές σχέσεις αύτη την περίοδο: 1) την είσοδο της ελληνικής οικονομίας στη διεθνή αγορά και την εξάρτησή της από το ξένο κεφάλαιο' 2) όξυνση των ταξικώναντιθέσεωνπουοφείλονταν στην άφιξη των προσφύγων, στην εδραίωση του καπιταλισμού και τους αγώνες της εργατικής τάξης' 3) την ιδεολογική σύγχυση στην όποια βρίσκονται οι φιλελεύθεροι διανοούμενοι, μετά το τέλος της Μεγάλης Ιδέας και την αντίθεσή τους με την πνευματική κίνηση της αριστεράς, που τώρα μορφοποιείται. Βλ. Χαράλαμπος Νούτσος, Προγράμματα μέσης εκπαίδευσης και κοινωνικόςέλεγχος( 19311973), Αθήνα 1979, σ. 230-237. 3. Βλ. Ά . Φραγκουδάκη, ό.π., σ. 59-67 και κυρίως σ. 59 και 66-67. Ενδιάμεσος σταθμός μεταξύ των Νομοσχεδίων του 1913 και της μεταρρύθμισης του 1929 στάθηκε η μεταρρύθμιση του 1917, που επικεντρώθηκε στη διδασκαλία της δημοτικής και την εισαγωγή νέωναναγνωστικώνστοδημοτικό, και ακυρώθηκε μετά την εκλογική ήττα του Βενιζέλου το 1920 (στο ίδιο, σ. 40-48).
την και
τως, είναι δύσκολο να αναγνωρίσουμε στο νομοθέτη την πρόθεση να διαγράψει μία τομή. Η Γενική Εισηγητική Έκθεσις, που υπέβαλε στη Βουλή μαζί μετανομοσχέδια ο υπουργός Κωνσταντίνος Β. Γόντικας, υπογραμμίζει «οπόσον επιτακτική είναι η ανάγκη της προς την διπλήν [...] κατεύθυνσιν προπαρασκευής της Ελληνίδος γυναικός», σύμφωνα με τις απαιτήσεις της αγοράς εργασίας, στην οποία τότε είχε αρχίσει να συμμετέχει, και τις απαιτήσεις της οικογένειας: «[...] [η] αθρόα κάθοδος των γυναικών [στην εργασία] και παρ' ημίν επιβάλλει εις την Πολιτείαν την λήψιν καταλλήλων μέτρων προετοιμασίας και παρασκευής, αλλά και [...] αι επαγγελματικαί φροντίδες και τα επαγγελματικά των γυναικών ενδιαφέροντα κινδυνεύουν να απορροφήσουν τέλεον την γυναίκα, εις τρόπον ώστε αύτη να λησμονήση και τον προορισμόν και τα έργα της μητρός, αεντηκοινωνία είναι προωρισμένη να εκτελή». να συγχρονίσωμεν προσηκόντως τα πρακτικά μέτρα προπαρασκευής και μορφώσεως της γυναικός δεν λησμονώμεν ότι παράλληλα προς οιονδήποτε έργον της γυναικός ίσταται αεί πρωτεύων ο ρόλος αυτής ως μητρός και φυσικής παιδαγωγού των τέκνων της καιότιεπομένως το πνεύμα τούτο του διπλού της γυναικός προορισμού δέον να διαπνέη πάντα τα μορφωτικά της γυναικός μέτρα, εάν θέλωμεν να παράσχωμεν εις αυτήν την θετικήνκαιυγιάεκπαίδευσιν, ήτις και την ιδίαν θα εξυπηρετήση και την όλην ελληνικήν κοινωνίαν θα εξυψώση». θεί το πρόγραμμα του δημοτικού «εις τρόπον ώστε το μέγα τούτο πλήθος των γυναικών, όπερ θα μείνη με μόνην ταύτην την μόρφωσιν, ούτε σχεδόν αγράμματον να θεωρή εαυτό [...] ούτε να στερήται στοιχείων τινών προσιδιαζόντων προς την φύσιν και τον μέλλοντα προορισμόν του» 1 . Ωστόσο, το νομοσχέδιο που υποβάλλει
1. Γενική Εισηγητική Έκθεσις και Εκπαιδευτικά Νομοσχέδια κατατεθέντα εις την Βουλήν κατά την Συνεδρίαν της 2ας Απριλίου 1929 υπό του
ο υπουργός για τη δημοτική εκπαίδευση δεν προβλέπει τέτοιες τροποποιήσεις1. Η Γενική Εισηγητική Έκθεσις επαναλαμβάνει την απόφαση του κράτους να αναλάβει τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση των κοριτσιών. Θεωρεί χρέος της πολιτείας να φροντίσειγιατην«επίτο ηθικώτερον και ανθρωπιστικώτερον ρύθμισιν της μορφώσεως και του μεγάλου τούτου τμήματος της Ελληνικής κοινωνίας», δηλαδή των κοριτσιών που προέρχονται από εύπορες οικογένειεςκαιπου χρειάζονται «αρτίαν γενικήν μέσην μόρφωσιν, πραγματικήν, ηθικήν, εθνικήν και ανθρωπιστικήν, δυναμένην να καταστήση αυτάς ικανάςναδημιουργήσωσι ελληνοπρεπείς οικογενείαςκαινασυντελέσωσι εις τον εξευγενισμόν και την ανύψωσιν της Ελληνίδος μητρός»2. τυχαν στον προορισμό τους και οι απόφοιτες δεν κατάφεραν να απορροφηθούν στα επαγγέλματα που απαιτούν γενική μόρφωση, ο εισηγητής προτείνει την κατάργησή τους. σε αντίθεση όμως με την αρχή για την αναγκαία διπλή κατεύθυνση στην εκπαίδευση των κοριτσιών, προτείνει την ίδρυση Ισάριθμων ανώτερων παρθεναγωγείων που θα προετοιμάζουν τις μαθήτριεςαποκλειστικάγια το σπίτι: «[το πρόγραμμα τους] εστερημένον της διδασκαλίας αρχαίων γλωσσών θα χαρακτηρίζεται διά των μαθημάτων των προσιδιαζόντων εις την γυναικείαν φύσιν και τον προορισμόν της γυναικός ως μητρός»3. νομοσχέδια ορίζει το σκοπό του ανώτερου παρθεναγωγείου: «[...] να παράσχη εις τα θήλεα τα μη επιθυμούντα να παρακολουθήσωσι μαθήματα εις προπαρασκευαστικάς πανεπιστημιακών σπουδών Σχολάς μόρφωσιν ανωτέραν και μάλλον οικείανπροςτηνγυναικείαν
ύπουργού Κωνστ. Β. Γόντικα, εν Αθήναις 1929, σ. 32-34. 1. Στο ίδιο, σ. 63-64. 2. Στο ίδιο, σ. 34. 3. στο ίδιο, σ. 36.
κείαν φύσιν, τα έργα και τον προορισμόν της Ελληνίδος μητρός»1. παρθεναγωγείο τα παρακάτω μαθήματα: θρησκευτικά, νέα και αρχαίαελληνικά,γαλλικά υποχρεωτικά και άλλη ξένη γλώσσα προαιρετικά, γεωγραφία, αριθμητική και γεωμετρία" στοιχεία φυσικής Ιστορίας, φυσικής και χημείας" οικιακή οικονομία και οικιακά έργα" υγιεινή, βρεφοκομία και νοσηλευτική" καλλιγραφία, μουσική και τέλος γυμναστική, παιδιαί και χοροί2. Προεδρικό διάταγμα, που υπογράφτηκε από το Γ. Παπανδρέου στις 27.11.-11.12.1930, ορίζει ότι τα οικιακά έργα θα διδάσκονται δύο ώρες την εβδομάδα στην πρώτη, τη δευτέρακαιτην τρίτη, καθώς και μία ώρα στην τετάρτη και τελευταία τάξη του σχολείου. Η διδακτέα ύλη περιλαμβάνει κέντημα, κοπτική και ραπτική εσωτερικών και εξωτερικών ρούχων, ιδίως παιδικών, επιδιόρθωση, πλύσιμο, σιδέρωμα και κολλάρισμα ρούχων, μαγειρική, σερβίρισμα και διατήρηση τροφίμων με πρακτικές εφαρμογές, καθώς και καθαρισμό σκευών. το διάταγμα δε διευκρινίζει το περιεχόμενο της οικιακής οικονομίας που διδασκόταν μία ώρα στην τελευταία τάξη" αναφέρει μόνο ότι περιλαμβάνει πρακτικές εφαρμογές. Τέλος ορίζει ότι στο μάθημα της χειροτεχνίας οι μαθήτριες θα κατασκευάζουν μεταξύ άλλων διακοσμητικά έργα και αντικείμενα που διευκολύνουν τη διδασκαλίατηςοικιακήςοικονομίαςκαι άλλων μαθημάτων3. κόντων κατέχει κεντρικότερη θέση από ό,τι στο αστικό σχολείο. Αυτό καθαυτό το ανώτερο παρθεναγωγείο όμως είναι πιο περιθωριακό από το αστικό σχολείο, μια και δεν αντιστοιχεί με καμιά βαθμίδα της εκπαίδευσης των αγοριών και δεν ενδιαφέρεται να προε1. Αναφέρεται στο Χρ. Λέφας, Νομοθεσία στοιχειώδους και μέσης εκπαιδεύσεως, τ. Β', εν Αθήναις 1933, σ. 420. 2. Στο ίδιο, σ. 421-422. 3. «Περί καθορισμού των εν τοις Ανωτέροις Παρθεναγωγείοις διδασκομένων μαθημάτων, κατανομής της διδακτέας ύλης κ.λ.π.», το ίδιο, σ. 245.
προετοιμάσειτακορίτσια για κανένα άλλο μέλλον έκτοςαπόαυτόπου τα περιμένει στο σπίτι. Ο θεσμός του ανώτερου παρθεναγωγείου στηρίζεται στο δισταγμό των εύπορων γονιών να φανταστούν τις κόρες τους έξω από το σπίτι για μεγάλο διάστημα, και τον ενισχύει. Παράλληλα, αν κρίνουμε από το πρόγραμμα των οικιακών έργων, προάγει το μικροαστικό Ιδεώδες της νοικοκυροσύνης.
ση γυμνασίων θηλέων1. Σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση, αυτάθαείχαν το ίδιο πρόγραμμα με τα γυμνάσιατωναρρένων,«μεταρρυθμισμένον όμωςελαφρώςείς τινα μόνον σημεία αυτού, ούτως ώστε να προστεθώσι και μαθήματά τινα προσιδιάζοντα τη γυναικεία φύσει»2. το αναλυτικό πρόγραμμα του γυμνασίου (που ρυθμίστηκε με το προεδρικό διάταγμα της 18.11.1931) ορίζει ότι «τα οικοκυρικά» είναι προαιρετικό μάθημα και διδάσκε τηνεβδομάδαστιςπέντε πρώτες τάξεις3. Η διδακτέα ύλη είναι παρόμοια με εκείνη που προβλέπεται για το αντίστοιχο μάθημα στοανώτεροπαρθεναγωγείο: κοπτική και ραπτική, εργόχειρα και μαγειρική στις τέσσερις πρώτες τάξεις και «οικιακή οικονομία» στην πέμπτη 4 . Αντίθετα με ό,τι συμβαίνει στο ανώτερο παρθεναγωγείο όμως, η διδασκαλία των οικιακών καθηκόντων
1. στο ίδιο, σ. 420. το άρθρο αυτό απαγόρευε τη συνεκπαίδευση στα υπάρχοντα γυμνάσια, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις. 2. Γενική Εισηγητική Έκθεσις..., ό.π., σ. 37. 3. «Περί αναλυτικού προγράμματος διδακτέων μαθημάτων σχολείων Μέσης Εκπαιδεύσεως διά το σχολικόν έτος 1931-32», 18 Νοεμβρίου/13 Ιανουαρίου 1932, στο Χρ. Λέφας, το νομοθετικόν έργον του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων 1930-1932, τ. Β', Αθήναι 1932, σ. 379-381. 4. Σύμφωνα με το πρόγραμμα του 1931, η διδασκαλία των οικοκυρικών αντιπροσωπεύειτο3,2% του συνολικού διδακτικού χρόνου. Αν ιεραρχήσουμε τα μαθήματα με βάση το χρόνο που τους αφιερώνει το πρόγραμμα, τα οικοκυρικά έρχονται τρίτα από το τέλος, με πρώτα τα αρχαία και τελευταία την υγιεινή. η θέση του μαθήματος αλλάζει ωστόσο το 1935. τα οικοκυρικά γίνονται υποχρεωτικά, και το ποσοστό του χρόνου που τους αναλογεί αυξάνει σε 4,9%. Βλ. Χ. Νούτσος, ό.π., σ. 328-329.
—η μικρή Ιδιομορφία του προγράμματος των κοριτσιών— βρίσκεται στο περιθώριο της γυμνασιακής εκπαίδευσης. ορισμένα μέτρα της μεταρρύθμισης του 1929 που αντιπροσωπεύουν την πρώτη προσπάθεια του κράτους να δημιουργήσει προϋποθέσεις για εξειδικευμένη οικοκυρική εκπαίδευση, κατώτερη και ανώτερη.Ανάμεσαστιςκυριότερες οικοκυρικές σχολές που λειτουργούσαν αυτή την εποχή, όχι όμως σε κρατική βάση, ήταν η ΟικοκυρικήκαιΕπαγγελματική Σχολή που ιδρύθηκε το 1897 απότηνΈνωσιν των Ελληνίδων, μία ρουμανική και μία Ιταλική σχολή που Ιδρύθηκαν στη Θεσσαλονίκη πριν από την ένταξή της στοελληνικόκράτος και η σχολή που ίδρυσε το 1918 στην Τεγέα ο Τεγεατικός Σύνδεσμος1. Σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση, τα υπό ίδρυση κατώτερα οικοκυρικά σχολεία προορίζονταν για κορίτσια που είχαν ανάγκη ναεργαστούνμετά το δημοτικό, αλλά που ζούσαν σε μέρη όπου δεν υπήρχε το κατάλληλο «έδαφος άπασχολήσεως»2. στη διετή φοίτησή τους στα οικοκυρικά σχολεία θα έπρεπε να προετοιμάζονται για τις γεωργικές και βιοτεχνικές εργασίες του τόπου τους καιγιατιςδουλειές του σπιτιού. Οπωσδήποτε τα σχολεία αυτά είναι τα μόνα κατώτερα επαγγελματικά σχολεία που προορίζονται αποκλειστικά για κορίτσια3. θαακολουθούσαν:«[...] θα παρέχωνται μαθήματα οικιακής οίκοι . Βλ. Τεγεατικός Σύνδεσμος, η Οικοκυρική ΣχολήτουΤεγεατικού Συνδέσμου, χ.τ. χ.χ. και Τεγεατικός Σύνδεσμος 1883-1983. Εκατό χρόνια προόδου. Σύντομο ιστορικότουΤεγεατικούΣυνδέσμου, Αθήνα 1983. 2. Γενική Εισηγητική Έκθεσις..., ό.π., σ. 35-36. 3. τα κορίτσια που έμεναν σε πόλεις, όπου υπήρχε δυνατότητα βιοποριστικής εργασίας, θα μπορούσαν να φοιτήσουν στα κατώτερα επαγγελματικά σχολείατωναγοριών.Βλ. Γενική Εισηγητική Έκθεσις..., ό.π., σ. 35. η ίδρυση αυτών των σχολείων αποτελεί βασική καινοτομία της μεταρρύθμισης. Βλ. Α. Φραγκουδάκη, ό.π., σ. 60.
οικονομίαςκαιοικιακώνέργων και άμα θα διδάσκωνται και ειδικοί τίνες κλάδοι γεωργικοί η βιοτεχνικοί αναλόγως των τοπικών συνθηκών, ως σηροτροφίας, ορνιθοτροφίας, μελισσοκομίας, υφαντικής, ταπητουργίας κλπ. προσιδιάζοντες εις τα έργα των γυναικών»'.
τμήματα» που λειτουργούσαν στα Κυριακά Γεωργικά Σχολεία2. Όπως περιγράφεται στο ΙΓ' κεφάλαιο του Νόμου 4397 «περί στοιχειώδους εκπαιδεύσεως» όμως, το πρόγραμμα των κατώτερων οικοκυρικών σχολείων δίνει μικρότερο βάρος στις βιοτεχνικές και γεωργικές εργασίες του χωριού. Η έμφασή του στις οικ ρικές γνώσεις και τα έργα της χειρός, που ενδεχομένως αποτελούν και πηγή εισοδήματος, ταιριάζει περισσότερο στις συνθήκες ζωής των κοριτσιών που ζουν σε μικρές η μεγάλες πόλεις παρά σε χωριά. το άρθρο 48 προβλέπει ότι στα οικοκυρικά σχολεία θα διδάσκονται: «Πρακτική αριθμητική και γεωμετρία, καταστιχογραφία, σχέδιον, στοιχεία υγιεινής, γυμναστική, βρεφοκομία, νοσηλεία, οικιακή οικονομία και οικιακά έργα, κοπτική και ραπτική, ποικιλτική, κεντητική, πλεκτική, πλυντική και μαγειρική, υφασματολογία, ανθοκομία και κηπουρική»3.
1. Γενική Εισηγητική Έκθεσις..., ό.π., σ. 36. 2. ο Νόμος 3600 του 1928,πουεπικύρωνεκαιτροποποιούσε το Ν.Δ. της 7.11.1927 «περί στοιχειώδους γεωργικής εκπαιδεύσεως», προέβλεπε την ίδρυση Κυριακών Γεωργικών Σχολείων. σε ιδιαίτερα τμήματα οι γυναίκες μπορούσαν να διδαχτούν «γεωργικά μαθήματα περισσότεροναναγόμεναεις τον κύκλον των γυναικείων έργων, ως λ.χ. σηροτροφίαν, μελισσοκομίαν, ορνιθοτροφίαν, υγιεινήν και οικοκυρικά μαθήματα». Βλ. Χρ. Λέφας, Νομοθεσία στοιχειώδους..., ό.π., σ. 216. το σχέδιο νόμου «περί στοιχειώδους εκπαιδεύσεως», που ψηφίστηκε το 1929, περιέχει το κεφάλαιο I' που προβλέπει την ίδρυση διετών γεωργικών σχολείων, χωρίς ωστόσο να αναφέρεται σε ιδιαίτερα γυναικεία τμήματα η μαθήματα. Βλ. Γενική Εισηγητική Έκθεσις..., ό.π., σ. 70-71. 3. στο ίδιο, σ. 72.
18. Χαροκόπειο Διδασκαλείο Οικοκυρικής Εκπαιδεύσεως (Χαροκόπειος Ανωτέρα Οικοκυρική Σχολή)
19. Το εργαστήριο ραπτικής της Χαροκοπείου Ανωτέρας Οικοκυρικής Σχολής (1935)
εξειδικευμένης οικοκυρικής εκπαίδευσης αφορά την ίδρυση Διδασκαλείου Οικοκυρικής Εκπαιδεύσεως. το έργο χρηματοδοτήθηκε μετοκληροδότημα που άφησε γι' αυτό το σκοπό ο Παναγής Α . Χαροκόπος και στεγάστηκε σε οικόπεδο που είχε εξασφαλίσει ο ίδιος στην Καλλιθέα της Αθήνας 1 . Ό π ω ς διευκρινίζει ο υπουργός Κ. Γόντικας, η καθυστέρηση στην έναρξη της λειτουργίας του Διδασκαλείου οφειλόταν στη χρήση του κτιρίου της Καλλιθέας για στρατιωτικές και άλλες ανάγκες κατά τη διάρκεια του πολέμου και μετά 2 . Η γενική εισηγητική έκθεση όριζε ότι σκοπός του Χαροκοπείου Διδασκαλείου είναι να προετοιμάζει τις δασκάλεςπουθααναλάβουν να διδάξουν οικιακά έργα και οικιακή οικονομία στα σχολεία θηλέων 3 . ο Νόμος 4360 της 9.7.-17.8.1929 «περί Ιδρύσεως
1. η διαθήκη του Χαροκόπου γράφτηκε στις 20.4.1910 και θεωρήθηκε στις 8.11.1911. το πλήρες κείμενο περιλαμβάνεται στο Παναγή Ά . Χαροκόπου, Ιδιόγραφος διαθήκη και κωδίκελλος. Κανονισμός σχολής και καταστατικόν, Αθήναι 1914. ο Χαροκόπος άφησε 400.000 δρχ. για την ανέγερση καιαποπεράτωσητηςΧαροκοπείου Οικοκυρικής και Επαγγελματικής Σχολής και 56.000 δρχ. το χρόνο για τη λειτουργία και τη συντήρηση του Ιδρύματος. 6.000 δρχ. από αυτή την ετήσια επιχορήγηση προορίζονταν για τη μετεκπαίδευση τριών τελειόφοιτων ανώτερου παρθεναγωγείου στις καλύτερες ευρωπαϊκές οικοκυρικές σχολές (ατό ίδιο, σ. 7-9). 2. Κατά τη διάρκεια του πολέμου το κτίριοχρησιμοποιήθηκεαπότοστρατό.Ότανεπισκευάστηκε, επιτάχθηκε ξανά για να στεγάσει πρόσφυγες από τη Μ. Ασία και κατόπιν το Ορφανοτροφείο Χατζηκώνστα και το Ορφανοτροφείο της Εθνικής Στέγης. Βλ. Γενική Εισηγητική Έκθεσις..., ό.π-, σ. 47. 3. Στο ίδιο, σ. 47. Διάταγμα «περί προσόντων των βουλομένωνναδιορισθώσι διδάσκαλοι των τεχνικών μαθημάτων εν τοις διδασκαλείοις της δημοτικής εκπαιδεύσεως και εν τοις αστικοίς σχολείοις θηλέων» της 20.8.1918 (στο Χρ. Λέφας, Εκπαιδευτικός Κώδιξ, τ. Β', Αθήνα 1924, σ. 181-183) όριζε ότι για να διοριστούν οι δασκάλες των τεχνικών μαθημάτων στα διδασκαλεία και τα αστικά σχολεία θηλέων έπρεπεναεξεταστούναπόεπιτροπέςτου ΥπουργείουΕκκλησιαστικώνκαιΔημοσίας Εκπαιδεύσεως, αφού καταθέσουν πιστοποιητικό σπουδών. οι των οικιακών έργων εξετάζοντανστηνκοπτική και ραπτική, την κεντητική, πλεκτική και ποικιλτική, την πλυντική, σιδερωτική
Διδασκαλείου Οικοκυρικής Εκπαιδεύσεως» όριζε ότι το Διδασκαλείο θα είναι τριετές και θα δέχεται απόφοιτες του αστικού σχολείου η κατόχους ενδεικτικού της Β ' τάξης τετραταξίου γυμνασίου η αντίστοιχης τάξης εξαταξίου γυμνασίου. Ό ρ ι ζ ε επίσης δύο κύκλους μαθημάτων, τα γενικά και τα ειδικά. στο δεύτερο κύκλο ανήκαν τα μαθήματα: «α) Μαγειρική και διαιτητική μετά πρακτικών ασκήσεων, β) Ραπτική και κοπτική μετά πρακτικών ασκήσεων, γ) Οικιακή οικονομία, δ) Ιστορία τέχνης και ενδυμάτων, ε) Μικροβιολογία, ζ) Βοτανική και ανθοκομία, ζ) Χειροτεχνία, η) Πιλοποιΐα, ο) Ψυχολογία, ι) Παιδαγωγική». Ό ρ ι ζ ε τέλος ότι οι μαθήτριες της πρώτης τάξης δε θα έπρεπεναυπερβαίνουντις τριάντα. το Διδασκαλείο εποπτευόταν από τον υπουργό της Παιδείας και ελεγχόταν από διοικητικό συμβούλιο, εκπαιδευτικό συμβούλιο και εκπαιδευτικούς έπιθεωρητές 1 . Αντίθεταμετακατώτερα οικοκυρικά σχολείαπουδελειτούργησαν
και κολλαριστική, τη μαγειρική και την οικιακή οικονομία (στο ίδιο, σ. 182). Σύμφωνα με το αρχικό καταστατικό και τον κανονισμό που συνέταξε ο Χαροκόπος, το Διδασκαλείο θα περιλάμβανε και άλλα τμήματα: το οικοκυρικά, που σκοπό θα είχε την προετοιμασία των μαθητριών για το νοικοκυριό, και το επαγγελματικό, που θα προετοίμαζε τις μαθήτριες για βιοποριστική εργασία. το δεύτερο θα περιείχε τα εξής επιμέρους τμήματα: κοπτικής και ραπτικής ασπρορούχων, κοπτικής και ραπτικής φορεμάτων, καλλιτεχνικών εργοχείρων, σιδηρώματος και μαγειρικής. Επιπλέον υπήρχε προοπτική να λειτουργήσει και τμήμα σχολής υπηρετών, καθώς και τμήμα εσπερινών μαθημάτων. ο κανονισμός όριζε ανάλογα μαθήματα και διάρκεια σπουδών για το κάθε τμήμα. Βλ. Π. Α. Χαροκόπου, ό.π., σ. 34 και 46-59. η οργανωτική δομήτηςσχολής, όπως σχεδιάστηκε αρχικά, έμοιαζε με εκείνη της Σχολής της Ενώσεως των Ελληνίδων, που επίσης συνδύαζε οικοκυρικά και επαγγελματικά τμήμα. στην εισηγητική του έκθεση (σ. 128) ο υπουργός Παιδείας Κ. Γόντικαςεξηγείότιτοαρχικόαυτόσχήμα συρρικνώθηκε για οικονομικούς λόγους. 1. Νόμος 4360, «περί ιδρύσεως Διδασκαλείου Οικοκυρικής Εκπαιδεύσεως (βλ. Χρ. Λέφας, Νομοθεσία..., ό.π., σ. 558-559). το πρόγραμμα καθορίστηκε αναλυτικότερα με το διάταγμα της 27 Νοεμβρίου/17 Δεκεμβρίου 1930, «περί καθορισμού των εν τω Χαροκοπείω Διδασκαλείω Οικοκυρικής Εκπαιδεύσεως διδασκομένων μαθημάτων, κατανομής της διδακτέας ύλης, κ.λ.π.» (στο ίδιο, σ. 560-570).
γησαν, η ίδρυση του Χαροκοπείου Διδασκαλείου στάθηκε ίσως το κυριότερο γεγονός στην Ιστορία της οικοκυρικής εκπαίδευσης 1 . Μέσα στα όρια που επέβαλλε ο συγκεντρωτισμός του εκπαιδευτικού συστήματος, oι διευθύντριες 2 , oι καθηγήτριες και οι απόφοιτες του Χαροκοπείου Διδασκαλείου έπαιξαν καθοριστικό διαμόρφωση του περιεχομένου της οικιακής οικονομίαςκαιτων οικοκυρικώνστημέση εκπαίδευση. Α κ ό μ α οι Χαροκοπειάδ λαβαν τη διεύθυνση των οικοκυρικών σχολών που ιδρύθηκαν αργότερα και στελέχωσαν επιμορφωτικά προγράμματα που οργάνωσαν φορείς όπως η Βασιλική Πρόνοια, το ΒασιλικόΊδρυμα,το Υπουργείο Προνοίας, το Υπουργείο Γεωργίας και άλλοι.
1. Το 1934 ο Νόμος 6205 (ΦΕΚ 337α) μετέτρεψε το Διδασκαλείο σε Ανωτέρα Οικοκυρική Σχολή, χωρίς όμως να επιβάλει ριζικές αλλαγές στο πρόγραμμά του. ο ίδιος νόμος προβλέπει τη λειτουργία οικοτροφείου, καθώς και γενικό οικοκυρικά τμήμα «χάριν των εκ του Εξωτερικού και ιδία των εξ Αμερικής προερχομένων Ελληνίδων», που όμως δε λειτούργησαν. 2. Σύμφωνα με το Νόμο 4360 του 1929, τη διεύθυνση του Διδασκαλείου θα μπορούσαννααναλάβουν:«1. οι προϋπηρετήσαντες ως διευθυνταί Διδασκαλείων Οικοκυρικής εκπαιδεύσεως ισοτίμου προς το ιδρυόμενον. 2. Πτυχιούχοι Διδασκαλείων δημοτικής εκπαιδεύσεως διδάξαντες επί τριετίαν εις σχολεία της δημοτικής η μέσης εκπαιδεύσεως και ειδικώς σπουδάσαντες επί διετίαν τουλάχιστον τα οικοκυρικά μαθήματα εν τη εσπερία η τη Αμερική» (βλ. Χρ. Λέφας, Νομοθεσία..., ό.π., σ. 576). τη διεύθυνση του Διδασκαλείου όταν πρωτοϊδρύθηκε ανέλαβε η Μαριάνθη Ματσούκη, που είχε μετεκπαιδευτεί στην Αμερική με υποτροφία του κληροδοτήματος Χαροκόπου. ως καθηγήτρια προσλήφθηκε επίσης η Ελένη Σδριν, μετεκπαιδευμένηκαιαυτήστην Αμερική με την ίδια υποτροφία. Ορισμένες από τις πρώτες μαθήτριες του Χαροκοπείου Διδασκαλείου με τις όποιες μιλήσαμε θυμούνται ότι ενώ η Ματσούκη και η Σδριν είχαν ξεκινήσει για διετή μετεκπαίδευση ο πόλεμος που ξέσπασε στο μεταξύ τις εμπόδισε να γυρίσουν,μεαποτέλεσμαναπαρατείνουν τις σπουδές τους. Οπωσδήποτε και οι δύο εξελίχθηκαν σε ηγετικές φυσιογνωμίες του κλάδου' υπηρέτησαν στη Χαροκόπειο πολλά χρόνιακαιεκπαίδευσαν πολλές γενιές σπουδαστριών.
ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΟΙ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ Ο«ωραίοςφεμινισμός»
ψωση του φύλου τους» εξακολουθούσαν να προβάλλουν το έργο της συζύγου, μητέρας και οικοδέσποινας ως την κυριότερη συμβολή των γυναικών στην κοινωνία και να διεκδικούν τόσο την αναγ ριση της σημασίας του όσο και τα μέσα για τη μεγιστοποίησή του. Α π ό τις σελίδες της Εφημερίδος των Κυριών, η Καλλιρρόη Παρρέν τόνιζε όλο και πιο επίμονα την ανάγκη της πρακτικής εκπαίδευσηςτωνκοριτσιών στα του οίκου 1 . το 1905 έγραφε ότι ο
1. σε προηγούμενο κεφάλαιο είδαμε ότι το δικαίωμα των γυναικών στην εκπαίδευση ήταν ένα από τα βασικότερα αιτήματα της Παρρέν και του φεμ νισμούπουεκπροσωπούσε.στιςαρχέςτουαιώνα, οι προσπάθειές τηςναεξασφαλίσουν οι γυναίκες πολύπλευρη και εκτεταμένη μόρφωση σε όλους τους τομείς αρχίζουν να υποχωρούν κάπως, ενώ η βαρύτητα που αποδίδει στην εκπαίδευσηστατουοίκου γίνεται μεγαλύτερη. Πρώιμο δείγμα αυτής της στροφής είναι ίσως το άρθρο «η οικοκυρική μόρφωσις των Ελληνίδων» (Εφημερίς των Κυριών ΙΑ'/499 (1897), σ. 3), που επισημαίνει ότι αφού η γυναίκα ρίχτηκε «αχαλίνωτος» στους νέους ορίζοντες της ελευθερίας της, με αποτέλεσμα να εξαρτάται πια υπερβολικά από το υπηρετικό προσωπικό, «το οικοκυρειό ανακτά και πάλιν τα δικαιώματά του, αναλαμβάνει και πάλιν τα πρωτεία εις την γυναικείαν αγωγήν».
σκοπός της Σχολής της Ενώσεως των Ελληνίδων «συνδέεται τόσον με την Ελληνικήν οικογένειαν όλων των τάξεωνκαιμετην ιδανικήν αρμονίαν την οποίαν όλαι και όλοι ονειροπολούμεν διά το μέλλον της οικογενειακής ζωής». Η Παρρέν πίστευε ότι η σχολική μόρφωση «εις έργα διά τα οποία και η φύσις και το κοινωνικόν και οικογενειακόν καθεστώς» προορίζουν τη γυναίκα ήταν πιο επείγουσα παρά ποτέ. Η χειρωνακτική εργασία μπορεί να μεταφέρθηκε στο εργοστάσιο, η γυναίκα όμως είχεανάγκη«ανωτέρας και επιστημονικής μορφώσεως» και αυτή δεν μπορούσε να τηναποκτήσειστοσπίτι: «Αι μητέρες λοιπόν του παρελθόντος δεν είναι πλέον επαρκείς διά την διδασκαλίαντηςοικοκυρικής,ωςδεν είναι [...] επαρκείς διά την διδασκαλίαν των οικιακών τεχνών»1. —«το Έθνος δεν είνε τίποτε άλλο παρά μία μεγάλη οικογένεια»— και έφτανε στο συμπέρασμα ότι η πτώχευσή του είναι «σημείον ότι έχομεν χρεωκοπήσει ως οίκος, [...] ότι δεν έχομεν οικοκυράς, όπως τας θέλει και τας εννοή η επιστήμη της οικονομίας, η ότι αι οικοκυρά! δεν ευρίσκονται εις την θέσιν των». Καταλόγιζε ευθύνες στους άνδρες που επέμεναν να κρατούν οι ίδιοι «τα ηνία του οίκου», αλλάκαιστοκράτος που δεν διαφοροποίησε αρκετά την εκπαίδευση των κοριτσιών από εκείνη των αγοριών, περιόρισε την προετοιμασία των κοριτσιών για το σπίτι στα εργόχειρα, δε ζήτησε τη συμβουλή των γυναικών για την κατάρτιση κατάλληλων προγραμμάτων και άφησε τα κορίτσια στο έλεος των φυσικών και ηθικών κινδύνων της δουλειάς στο έργοστάσιο2.
1. Καλλιρρόη Παρρέν, «Οικοκυραί και οικοκυριειό», Εφημερίς των Κι<ριών 19/837 (1905), σ. 5-7. 2. Βλ. Καλλιρρόη Παρρέν, «Παλαιαί Θρησκείαι, Β'. Οικοκυρειό και Εθνικαί πτωχεύσεις», Εφημερίς των Κυριών 19/842 (1905), σ. 1-2. Σημειώνουμε ότι στο τμήμα της γυναικείας αγωγής του Πρώτου Ελληνικού Εκπαιδευτικού Συνεδρίου, η Σεβαστή Καλλισπέρη είχε επίσης αναφερθεί στις αρνητικές συνέπειες της ανάμιξης των ανδρών στη γυναικεία εκπαίδευση. Βλ. Πρώτον Ελληνικόν Εκπαιδευτικόν Συνέδριον..., εν Αθήναις 1904, σ. 179.
Η Παρρέν αναφερόταν συχνά στην πρόοδο που είχε συντελεστεί στην Ευρώπη και την Αμερική, τόσο στην εξειδικευμένη επαγγελματική εκπαίδευση όσο και στη γενικότερη μόρφωση της μητέρας και της νοικοκυράς. για παράδειγμα, περιγράφει τη διδασκαλία της οικοκυρικής και των οικιακών τεχνών στα δημοτικά, τα μαγειρικά κέντρα (cookery centers) και τα ειδικά οικοκυρικά καιαγροτικάσχολεία στην Αγγλία — το έθνος που «κατέχει την πρώτην θέσιν εις την ιστορίαν της μεταρρυθμίσεως της μορφώσεως της γυναικός συμφώνως με τον προορισμόν και την αποστολήν της». Εκφραζόταν επίσης με θαυμασμό για το τμήμα μητέρων που λειτουργούσε στα γαλλικά διδασκαλεία, για τα πρότυπα γαλλικά δημοτικά που έδιναν βάρος στη διδασκαλία των οικιακών, για ταοικοκυρικάνηπιαγωγεία (kitchen gardens) των ΗΠΑ, για την «επιστημονική» οικιακή οικονομία και οικοκυρική που διδάσκονταν στα αμερικανικά τεχνολογικάινστιτούτα,καιακόμαγιατις προσπάθειες των Ελλήνων της Αλεξάνδρειας να μιμηθούν το παράδειγμα της Αμερικής1. Μίλησε για το πρώτο οικοκυρικά σχολείο που ιδρύθηκε στη Σουηδία το 1865καιγιατιςυποχρεωτικές οικοκυρικές σπουδές όλων των κοριτσιών εκεί πριν από το γάμο2. Ακόμα πρόβαλε το παράδειγμα των μικτών αμερικανικών, σουηδικών και νορβηγικών σχολείων, όπου τα αγόρια μυούνταν στο «δύσκολον και κοπιαστικόν έργον της νοικοκυροσύνης», με αποτέλεσμα να σέβονται τη γυναίκα που κοπίαζε για να κρατήσει το σπίτι της τακτικό3. διέθετε μονάχα την Επαγγελματική και Οικοκυρική Σχολή της
1. Βλ. Καλλιρρόη Παρρέν, «Παλαιαί Θρησκείαι, Γ'», Εφημερίς των Κυριών 19/843 (1905), σ. 1-2. 2. Βλ. Καλλιρρόη Παρρέν, «η ΛογοδοσίατηςΕπαγγελματικήςκαι Οικοκυρικής Σχολής», Εφημερίς των Κυριών 20/878 (1906), σ. 2-4. 3. «Από τη λογοδοσία της Προέδρου του Επαγγελματικού τμήματος της Ενώσεως των Ελληνίδων κ. Κ. Παρρέν: Οικοκυρώνεξετάσεις»,Εφη-
Ενώσεως των Ελληνίδων: «[...] μένομεν το σύμβολον και το έμβλημα των προσπαθειών των γυναικών της Ελλάδος προς μετατροπήν της εκπαιδεύσεως του φύλου μας, σύμφωνα προς τας ανάγκας καιτονπροορισμόν μας». στην οικοκυρική σχολή, oι 220 μαθήτριες που φοίτησαν το 1906 διδάχτηκαν «οικοκυρικά», «τεχνικά» και «πρακτικά» μαθήματα. στα πρώτα περιλαμβάνονταν «η μαγειρική, το σίδηρον, το εμβάλωμα, η οικ[ιακή] οικονομίαεντη εφαρμογή της, τα ασπρόρρουχα και το ράψιμον εν γένει, [...] η υγιεινή του οίκου και των τροφών». στα «τεχνικά» μαθήματα υπάγονταν «η ιχνογραφία, η ραπτική φορεμάτων, τα καπέλλα, τα άνθη, η ζωγραφική, η διπλογραφία, η ξυλογλυπτική, η πυρογραφία, η αγγειοπλαστική». Τέλος, στα «γενικά» μαθήματα ήταν «τα θρησκευτικά, η ανάγνωσις και γραφή, Αριθμητική, Γαλλικά και Ιταλικά, και Γυμναστική». Παράλληλα με τη σχολή εξακολουθούσε να λειτουργεί το Κυριάκο Σχολείο, με Ισάριθμες μαθήτριες — εργάτριες και υπηρέτριες. στη λογοδοσία της η Παρρέν αναφέρει: «Όλαι εν γένει αι κατ' έτος εξερχόμεναι διπλωματούχοι μας εργάζονται»1.Ωστόσοθεωρεί τη μόρφωση που παρέχει η σχολή κατάλληλη οχι μόνο για τις γυναίκες που θα την αξιοποιήσουν βιοποριστικά, αλλά για όλα τα κορίτσια. Έτσι γράφει ότι με τις υψηλές τους επιδόσεις στις εξετάσεις που έδωσαν «ενώπιον των παρευρισκομένων [...] κυριών [...], αι μαθήτριαι έδωσαν μια εικόνα της τελείας ανατροφής η οποία ώφειλε να είναι εις όλας τας τάξεις εν γένει» 2 . Η Παρρέν διαφωνεί με το κλασικιστικό πνεύμα στην εκπαίδευση. Αντίθετα εγκρίνει το πρόγραμμα του Παρθεναγωγείου Σκορδέλη, που περιλαμβάνει κηπουρική, γαλακτοκομία, μαγειρική, κοπτική-ραπτική, νοσηλεία και υγιεινή, γιατί αυτά τα μαθήματα θα χρησιμεύσουν στα κορίτσια «πολύ περισσότεροναπότους
1. Καλλιρρόη Παρρέν, κυρικής Σχολής», ό.π., σ. 2. Καλλιρρόη Παρρέν, τικής Σχολής», Εφημερίς «η Λογοδοσία της Επαγγελματικής και Οικο2-4. «αι εξετάσεις της Οικοκυρικής και Επαγγελματων Κυριών 20/878 (1906), σ. 7-8.
αρχαίους συγγραφείς, από τους οποίους και τας ξεκουράζουν»1. μετοίδιο πνεύμα διερωτάται: «[...] αφού υπάρχουν γυμνάσια κλασσικά και πρακτικά διά τα αγόρια, διατί όχι και διδασκαλεία, αλλάκαιπρακτικά σχολεία διά τα κορίτσια;» και προτείνει: «Παρά η χωρική να αρχίζη μανθάνουσα, γράμματα με τα ία [...] είναι προτιμότερον να μάθη να καλλιεργή τα ία και τα ρόδακαινακατασκευάζη ροδόλαδον, όπως κάμνουν αι Βουλγαρίδες που κερδίζουν εκατομμύρια με την βιομηχανίαν αυτήν»2. Επισημαίνοντας την ανάγκη κατάρτισης των κοριτσιών στις εργασίεςτουαγρού,ηΠαρρέν τόνιζε περισσότερο την οικονομική τους σημασία. Η απόφασή της να καθιερώσει αγροτικά μαθήματα στην Επαγγελματική και Οικοκυρική Σχολή για τα κορίτσια των προαστίων και των επαρχιών βασίστηκε στην εκτίμηση ότι το επάγγελματηςράφτρας, όπως προ πολλού το επάγγελμα της δασκάλας, είχε κορεστεί. Πάντως τα όρια της επαγγελματικής εκπαίδευσης και της μόρφωσης για τα καθήκοντα του οίκου εξακολουθούσαν να είναι πάντοτε ασαφή και συγκεχυμένα. Έτσι υποστήριζε ότι ο «φεμινισμός» έπρεπε«νααποδώσητηναγρότιδαειςτην γην», και συγχρόνως να την μυήσει «εις τα καθήκοντά της ως οικοκυράς, συζύγου και μητρός»3. Η απόδοση των γυναικών σε αυτά τα καθήκοντα αφορά ολόκληρη την κοινωνία. Η Παρρέν προειδοποιεί: « Ε φ ' όσον δε η πολιτεία και οι νόμοι δεν αντιλαμβάνονται την ανάγκην να μεταβάλουν όλον το εκπαιδευτικόν σύστημα, να μορφώσουναπλάκαι πρακτικά και πατριωτικά όλους τους αμαθείς γυναικείους πληθυσμούς, και να ανυψώσουν, την γυναίκα εις την ωραίαν και τιμητικήν θέσιν εις την οποίαν δικαιούται να ίσταται ως μητέρα, η άδυ1. Καλλιρρόη Παρρέν, «η κηπουρική και η γαλακτοκομία εις παρθεναγωγείον», Εφημερίς των Κυριών 21/922 (1907), σ. 8. 2. Καλλιρρόη Παρρέν, «Θεολόγοι επαναστάται», Εφημερίς των Κυριών 24/982 (1910), σ. 1049-1050. 3. Καλλιρρόη Παρρέν, «η Λογοδοσία της Επαγγελματικής Σχολής», ό.π., σ. 725-727.
αδυναμία της θα αυξάνη περισσότερον και τα εξ αυτής αποτελέσματα θα γίνωνται αίσθητότερα»1. Αντίστροφα, η «Ελληνίς οικοκυρά», συντάκτρια της στήλης «Νοικοκυριό και Κουζίνα» που καθιέρωσε το 1908ηΕφημερίς των Κυριών, αναφέρεται έμμεσα στη δυνατότητα των γυναικών να αποτελέσουν φορείς εξυγίανσης της κοινωνίας,εφαρμόζονταςτις επιστημονικέςαρχέςτηςδιεύθυνσης του νοικοκυριού. για παράδειγμα, προτρέπει τις αναγνώστριες στην καταπολέμηση του αλκοολισμού: «Εάν τα οινοπνευματώδη ποτά ήσαν άγνωστα, φρενοκομεία δεν θα υπήρχαν, ως ίσως δεν θα υπήρχαν κακούργοι με άγρια και αιμοδιψή ένστικτα, εάν ο άνθρωπος έμενε φυτοφάγος μόνον»2. το Λύκειον των Ελληνίδων, που Ιδρύθηκε το 1911 με πρωτοβουλία της Παρρέν3. σε διάλεξή της στον Παρνασσό, η Παρρέν επικαλείται τα υψηλά ποσοστά θανάτων από άγνοιακαιτηνυψηλή παιδική θνησιμότητα, για να υπογραμμίσειτηναναγκαιότητατου επιμορφωτικού προγράμματος του Λυκείου, που περιλάμβανε βρεφοκομία, υγιεινή και μαθήματα σχετικάμετηνενδυμασίακαιτην κατοικία4. Η καταπολέμηση της ξενομανίας, η τόνωση του εθνικού και βασιλικού φρονήματος και ο «εκπολιτισμός» των λαϊκών τάξεων ήταν όψεις της «εξυγιάνσεως» στην οποία η Παρρέν αφιέρωνε ολοένα και μεγαλύτερο μέρος του δυναμισμού της 5 . Η Εφη1. Καλλιρρόη Παρρέν, «αι μητέρες και τα σχολεία», Εφημερίς των Κυριών 24/980 (1910), σ. 1001-1002. 2. Ελληνίς οικοκυρά, «Αι τροφαί», Εφημερίς των Κυριών 22/939 (1908) σ. 23-24. 3. Βλ. Εικοσιπενταετηρίς του Λυκείου των Ελληνίδων 1911-1936. Πεντηκονταετηρίς της δράσεως της ιδρυτρίας και προέδρουαυτούΚαλλιρρόης Παρρέν 1886-1936, Αθήναι 1936. 4. Βλ. «η διάλεξις της κ. Καλλιρρόης Παρρέν εις τον Παρνασσόν», Ε5. Βλ. Έφη Αβδελά και Αγγέλικα Ψαρρά, ο φεμινισμός στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου. Μία ανθολογία, Αθήνα 1985, σ. 45-47.
ΕφημερίςτωνΚυριών προσανατολίστηκε επίσης στον ίδιο στόχο. για παράδειγμα, χαρακτηριστική είναι η περίληψητηςομιλίαςπου έδωσε η βαρωνίς Horn στο Μόναχο και που δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα. Επισημαίνεται ότι η ομιλήτρια υπογράμμισε τη χρησιμότητα του οικογενειακού προϋπολογισμού, της χημείας των τροφίμων και της οικιακής οικονομίας γενικά «προς διατήρησιν τηςυγείαςτουοίκου, του λαού, προς συντήρησιν φυλής ακμαίας του παρόντος και του μέλλοντος»1.
ριών άρχισε να ελαττώνει την ύλη για το γυναικείο ζήτημακαιτην ειδησεογραφία για τη διεθνή γυναικεία κίνηση. oι σελίδες της γέμισαν με πολεμικές ειδήσεις, άρθραπουαφορούσανεθνικάθέματα και φωτογραφίες πριγκίπων, βασιλέωνκαιαυτοκρατόρωναπό όλο τον κόσμο. Η προσήλωση της Παρρέν στο έθνος δεν απέκλειε βέβαια το ενδιαφέρον της για το έργο της νοικοκυράς.Όμωςτο συμφέρον του έθνους και των φορέων του ήταν γι' αυτήν το κύριο κριτήριο για την αξιολόγηση και την προώθησητηςαποστολήςτων γυναικών στο σπίτι. Η σημασία της αποστολής αυτήςγιατις κοινωνικές κατακτήσεις των ίδιων των γυναικών υποβαθμιζόταν αναγκαστικά, καθώς το περιεχόμενο της προσδ εθνικάοράματακαιτιςανάγκεςτουεκπολιτισμούτου«λαού» για ναεξαντληθείστηνυπηρεσία τους. το 1915, με την Ιδιότητα της γενικής γραμματέως του Πατριωτικού Συνδέσμου των Ελληνίδων: «Όσον το λαϊκόν σπίτι εδραιώνεται εις θεμέλια τάξεως και νοικοκυροσύνης, τόσον οι γάμοι πολλαπλασιάζονται και η πελατεία των καπηλειών ελαττούται. Διά τονεργατικόν,ωςκαιδιά πάντα άνθρωπον, η καλή οικοκυρά είναι πολυτιμοτέρα από κάθε πλούτον και κάθε θησαυρόν. και απεδείχθη ότι μεταξύ των εθνών εκείνα, που έφθασαν εις οικονομικήν
1. Μαρία Πινέλλη (εν Μονάχω), «Περίληψις της ομιλίας της Βαρωνίδος Horn», Εφημερίς των Κυριών 25/1000 (1911), σ. 1509-1510.
ακμήν και υπεράρκειαν, είναι όσα επεδίωξαν συστηματικώτερα την οικοκυρικήν μόρφωσιν των γυναικών»1.
χή εργασίας σε φτωχές γυναίκες, η επαγγελματική μόρφωση των εργατριών,ηπροφύλαξη από μεταδοτικά νοσήματα,ηεξυγίανση του λαϊκού σπιτιού και των όρων της ζωής —απόρροια της γυναικείας φιλανθρωπικής δραστηριότητας που αναπτύχθηκε με επικεφαλής τη βασίλισσα Όλγα— ήταν συστατικά στοιχεία του «ωραίου φεμινισμού»: «Ιδού ο φεμινισμός, ο οποίος δεν πρέπει να συγχέεταιμετον σοφραζετισμόν, εις την εξέλιξιν του οποίου δεν εφθάσαμεν ακόμη. Διότι η γυναικεία αλλά και η κοινωνική μας εξέλιξις και το πολιτικόν περιβάλλον έχει ακόμη να διανύση πολύν δρόμον, μέχρις ου φθάσει εις το σημείον, να εννοήση την ανάγκην της συνεργασίας της Ελληνίδος και εις την νομοθεσίαν, αλλά και εις την πολιτικήν εκπροσώπησιν»2. Ισότητας με τους άνδρες, αλλά στη διεύρυνσηκαιτηναναγνώριση του χώρου που παραχωρούνταν στις γυναίκες, κι αυτό προς όφελος του κοινωνικού συνόλου. Η Παρρέν εξακολουθούσεναεπιμένει σε αυτόν το φεμινισμό κι ας είχε ομολογήσει στο παρελθόν (1905) ότι ούτε την προετοιμασία των γυναικών για την αποστολή τους στον οίκο δεν μπόρεσε να διεκδικήσει αποτελεσματικά, χωρίς πολιτικά δικαιώματα: «Βλέπετε δεν είχον ζητήσει εγώ διά τας Ελληνίδας ούτε ψήφον, ούτε πολιτικά προνόμια [...] Εζήτησα απλώς ό,τι oι άνδρες
1. ο Πατριωτικός Σύνδεσμος των Ελληνίδων είχε πέντε τμήματα: της προστασίας της παιδικής ηλικίας, της μορφώσεως των νηπίων, της υγιεινής των λαϊκών τάξεων, της μορφώσεως των γυναικώνσταοικοκυρικάτους καθήκοντα και της περιθάλψεως των φτωχών. Βλ. «Ομιλία της κ. Κ. Παρρέν, Γεν. Γραμματέως του Πατριωτικού Συνδέσμου των Ελληνίδων κατάτηντελετήν της ενάρξεως», Εφημερίς των Κυριών 28/1059 (1915), σ. 2699. 2. Καλλιρρόη Παρρέν, «Φεμινισταί και φεμινίστριαι»,Εφημερίςτων Κυριών 30/1082 (1917), σ. 3072.
όλων των πολιτικών αποχρώσεων και οι μάλλον οπισθοδρομικοί ακόμη είχον πάντοτε ονειρευθή διά τας συζύγους και τας θυγατέρας των να παραχωρηθούν εις αυτάς τα μέσα, όπως γείνουν καλαί οικοδέσποινας καλαί οικονόμοι και διαχειρισταί του οικογενειακού πλούτου, καλοί παράγοντες της οικιακής ευημερίας και της τόσον ποθητής αρμονικής ζωής του οίκου. [...] Δυστυχώς [...]όμως [...] άνευ ψήφου και πολιτικών προνομίων, ουδέν δύναται τιςναεπιτύχη εις τον τόπον μας»1.
ληνίδων συγκάλεσε το Α' Εθνικόν Γυναικείον Συνέδριον,πουτο ακολούθησεηΑ' Οικοκυρική και Βιοτεχνική Έκθεσις. Πρόεδ του συνεδρίου ήταν η Παρρέν και αντιπρόεδροι η Άννα Τρια φυλλίδου και η Όλγα Βελλίνη 2 . Στον εναρκτήριο λόγο της η Παρρέν ανανέωσε την πίστη της στις γυναίκες της βασιλικής οικογένειας, που ηγούνταν της φιλανθρωπικής κίνησης, και τόνισε την ανάγκηνααναγνωριστείηΕλληνίδα ως συντελεστής προόδου και φορέας πολιτισμού3.
ταστροφή, τα φιλανθρωπικά σωματεία και τα ιδρύματα πλήθυναν καιηγυναικεία φιλανθρωπική δραστηριότητα εντάθηκε. Οι φορ πουεργάζοντανγιατηνανακούφισητωνπροσφύγων (το Λύκειο των Ελληνίδων, η ΧΕΝ, που ιδρύθηκε στην Αθήνα το 192 Περίθαλψις [των προσφύγων] της Εγγύς Ανατολής (Near East
1. Καλλιρρόη Παρρέν, «Οικοκυραί και οικοκυρειό», ό.π., σ. 6. 2. Βλ. Έ. Αβδελά και Α. Ψαρρά, ό.π., σ. 33" επίσης τη Λογοδοσία του Λυκείου των Ελληνίδων για το 1921 (Λογοδοσία του Λυκείου των Ελληνίδων, 1911-1926) και το φυλλάδιο Το Α' Εθνικόν Γυναικείον Συνέδριον, που εξέδωσετοΛύκειο μετά το Συνέδριο. 3. Καλλιρρόη Παρρέν, «Λόγος εναρκτήριος κατά την έναρξιν του Α' Εθνικού Γυναικείου Συνεδρίου», στο Λογοδοσίαι ΛυκείουΕλληνίδων19111926, ό.π., σ. 1-12. Αναδημοσιεύεται στο Έ. Αβδελά και Α. Ψαρρά, ό.π., σ. 430-441. 4. για το ιστορικό της ΧΕΝ, βλ. το άρθρο «50 χρόνια της ΧΕΝ Αθηνών», Νέοι Ορίζοντες ΙΖ'/152 (1973), ένθετο.
Relief Foundation), που Ιδρύθηκε το 1919 1 , το Πατριωτικόν Ίδρυμα,τοτμήμα προσφύγων του Εθνικού Συμβουλίου των Ε λ ληνίδων2, το ελληνικό παράρτημα του Διεθνούς Συμβουλίου των Γυναικών, τα διάφορα ορφανοτροφεία που συγκέντρωναν τα ορφανά προσφυγόπουλα κ.ά.) προσπαθούσαν να εφοδιάσουν τα φτωχά κορίτσια με μια τέχνη και να τους εξασφαλίσουν βιοποριστική εργασία.τηνεποχήαυτήλειτουργούσαν δεκάδες επιμορφωτικά προγράμματα, που δίδασκαν ράψιμο, κοπτική, ταπητουργία, κέντημα, πλέξιμο, πιλοποιία και άλλες τέχνες. Συνήθως είχαν στο πρόγραμμά τους γραφή, ανάγνωση, στοιχειώδηαριθμητικήκαι σπανιότερα οικοκυρικά και υγιεινή. Παλιά βιοτεχνικά εργαστήρια επέκτειναν τη δραστηριότητά τους και νέα εμφανίστηκαν, με σκοπό να δώσουν δουλειά σε φτωχές γυναίκες. στη δραστηριότητα αυτή, που συνδύαζε από τη μια μεριά τη φιλανθρωπία κι απότηνάλλη την προβολή του ελληνικού πολιτισμού μέσω της «λαϊκής τέχνης», πρωτοστατούσαν γνωστές γυναικείες μορφές, όπως η Αγγελική Χατζημιχάλη, η Ελένη Σιφναίου, η Εύα Σικελιανού, η Αθηνά Ταρσούλη, η Μαρία Δραγούμη και άλλες3.
1. Βλ. Έκθεσις πεπραγμένων της Αμερικανικής περιθάλψεως της Εγγύς Ανατολής εν Ελλάδι κατά το έτος 1925, Αθήναι 1926, και «Από την έκθεσιν της Δος Χριστίνας Νούνο, η αμερικανική οργάνωσις Near East Relief εις την Ελλάδα», Ελληνίς Γ'/12 (1923), σ. 243-246. 2. Ομοσπονδία γυναικείων σωματείων, το Εθνικόν Συμβούλιον των Ελληνίδων ιδρύθηκε το 1908 από τις Ελένη Αντωνοπούλου, Ευφροσύνη Αργυροπούλου,ΈδλαΝάζου, Ειρήνη Φωτιάδου και Ελένη Γρίβα, που ήταν καιηπρώτη πρόεδρος του. το 1912 ανέστειλε τη λειτουργία του και το 1919 Ανασυγκροτήθηκε ως μέλος του Διεθνούς Συμβουλίου των Γυναικών. Ανάμεσα στα μέλη του ΕΣΕ ήταν η Ένωσις των Ελληνίδων, το Λύκειο, ο Σύνδεσμος υπέρ των Δικαιωμάτων της Γυναικός, η ΧΕΝ και άλλα σωματεία, καθώς και βιοτεχνικά εργαστήρια που ίδρυσαν γυναικείοι σύλλογοι και που συγκέντρωναν κυρίως πρόσφυγες. Όργανο του ΕΣΕ είναι το περιοδικό Ελληνίς, που πρωτοεκδίδεται το 1921 και φιλοξενεί όλες τις τάσεις του γυναικείου κινήματος. Βλ. Έ. Αβδελα και Α. Ψαρρά, ό.π., σ. 42. 3. ο Στέλιος Παπαδόπουλος αναφέρεται στο ρόλο που έπαιξαν στις
Ισοπολιτείακαινοικοκυριό
Παρ' όλη την έξαρση της γυναικείας φιλανθρωπικής δραστηριότητας όμως, ο «ωραίος φεμινισμός», στον οποίο με τόσο πάθος αφιερώθηκεηΠαρρέν, ήταν ήδη ξεπερασμένος. με την ίδρυση του Συνδέσμου υπέρ των Δικαιωμάτων της Γυναικός το 1920 το γυναικείο κίνημα μπήκε σε μία νέα φάση, που κράτησε ως το 1936. το αίτημα της Ισοπολιτείας —ακριβώς αυτό που η Παρρέν είχε χαρακτηρίσει πρόωρο λίγα χρόνια πριν— ήταν η προτεραιότητα για την Αύρα Θεοδωροπούλου, τη Μαρία Σβώλου, την Αθηνά Γαϊτάνου-Γιαννιού, την Αγνή Ρουσσοπούλου και τις άλλες γυναίκες πουθαπρωτοστατήσουν στο γυναικείο κίνημα κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου. της μητρότητας και της παιδικήςηλικίας,τηναντιμετώπισητης πορνείας, την κατοχύρωση των δικαιωμάτων της γυναίκας στην οικογένεια και την εκπαίδευση των κοριτσιών — θέματα που λίγο η πολύ είχε θίξει παλαιότερα η Εφημερίς των Κυριών. το αίτημα όμως που προείχε γι' αυτές ήταν η Ισότιμη συμμετοχή στην πολιτική και τη μισθωτή εργασία. Χαρακτηριστικό είναι το μότο στο περιοδικό ο Αγώνας της Γυναίκας, που εξέδιδε ο Σύνδεσμος υπέρτωνΔικαιωμάτων της Γυναικός: «Ζητούμε δικαιώματα πολιτικά, αστικά, και οικονομικά ίσα κι όμοια για τη γυναίκακαιτον άνδρα»1. Η διαμόρφωση των επιμέρους όρωνκαιτωνορίωντης ισότητας, καθώς και οι στρατηγικές για την κατάκτησή της από-
δεκαετίες του '20 και του '30 οι αθηναίες φιλάνθρωποι στη διάδοση της χειροτεχνίας, στη διαμόρφωση μιας ζήτησης εκ μέρους του αστικού πληθυσμού για «λαϊκή» τέχνη, κυρίως κεντήματα, ρούχα και κοσμήματα, και στην καλλιέργεια μιας «βουκολικής» εικόνας για την ύπαιθρο γενικότερα. Βλ. Stelios Papadopoulos, «The 'discovery* of the peasant in Greek Museology», Museum 139 (1983), σ. 163-166. 1. Βλ. Ίρις Αυδή-Καλκάνη, Η επαγγελματικά εργαζόμενη Ελληνίδα, Αθήνα 1978, σ. 34.
τέλεσαν τους κυριότερους άξονες της ριζοσπαστικής γυναικείας αναζήτησης,αλλάκαιτωνδιαφορών και των συγκρούσεων στ εσωτερικό της 1 . Αντίθεταμετηνπροηγούμενη περίοδο, ο ρόλος της μητέρας, συζύγου και οικοδέσποινας δεν αποτελεί πια κύριο αντικείμενο προβληματισμού η σημείο αναφοράς αυτός καθαυτός. η μητρότητα καιηοικογένειααπασχολούνπάντα τις φεμινίστριες, οι οποίες όμως συγκεντρώνουν τώρα την προσοχή τους κυρίως στην καταγγελία του θεσμικού πλαισίουπουεξασφαλίζειτηνεξουσίατου άνδρα στην οικογένεια, και στην επεξεργασία μεταρρυθμιστικών προτάσεων. Άμεσα η έμμεσα πάντως οι γυναίκες που διεκδικούσαν τη συμμετοχή στην πολιτική και τη μισθωτή εργασία έπρεπε να τοποθετηθούν απέναντι στα παραδοσιακά πρότυπα της συζύγου, μητέραςκαιοικοδέσποιναςκαιναορίσουνηνααφήσουννα εννοηθεί ποιός θα ήταν ο ρόλος της εργαζόμενης στο σπίτι. στον τομέα της εκπαίδευσης οι φεμινίστριες διεκδικούσαν ένα σχολικό σύστημα που θα αναγνώριζε και θα κατοχύρωνε το δικαίωμα των γυναικών στην εργασία" παράλληλα όμως έπρεπενααπαντήσουν στο ερώτημα, κατά πόσο η μόρφωση των κοριτσιών ήταν απαραίτητοναπεριλαμβάνει κάποια προετοιμασία για τα καθήκοντα του οίκου, και τί είδους θα ήταν αυτή, η τουλάχιστον να τοποθετηθούν απέναντι στις έμπρακτες απαντήσεις που είχε δώσει στο ζήτημα αυτό το κράτος. Σύμμαχος των φεμινιστριών, ο Γληνός μετείχε στον αγώνα τους για Ισοτιμία γενικά και ειδικότερα στην εκπαίδευση. Μοιραία επανήλθεσταπροβλήματα που προσπάθησε στο παρελθόννααντιμετωπίσει με τις μεταρρυθμιστικές προτάσεις του προς την πολι1. για μια διεξοδική ανάλυση της φυσιογνωμίας του γυναικείου κινήματος κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, δες την εισαγωγή στο βιβλίο της ΈφηςΑβδελάκαι της Αγγέλικας Ψαρρά (ό.π., σ. 12-97), στην όποια και βασίζεται η συνοπτική εικόνα που επιχειρείται εδώ.
πολιτεία. Α ν μπορούμε να επιχειρήσουμε μία σύγκριση, οι θέσεις πο υποστήριζε στη δεκαετία του '20 ήταν ριζοσπαστικότερες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είχε μεσολαβήσει κάποια απότομη στροφή. λής1 στις 11.10.1921, ο Γληνός εκφώνησε στον Παρνασσό λόγο με τίτλο «Γυναικείος Ανθρωπισμός»2. σε αυτόν το λόγο προβάλλει «ένα νέο Ιδανικό παιδείας για τη γυναίκα, βγαλμένο από ένα
νέο Ιδανικό ζωής»3 και, θα μπορούσαμε να προσθέσουμε, από το φε-
μινιστικό προβληματισμό της εποχής. το ιδανικό αυτό στηρίζεται στηναξίατης«παραγωγικής εργασίας». Αυτή είναι και το μέτρο γιατηναξιολόγησητηςεργασίαςστοσπίτι. Όταν η γυναίκα μπει στην «παραγωγική εργασία», «τότε και αυτή της ζωής η υπέρτατη λειτουργία, που η γυναίκα είναι ιέρειά της, η μητρότητα, θα της δίνη την αληθινή χαρά της δημιουργίας. το σπίτι θα υψωθή γιατί θα λείψη από μέσα κει η σκλαβιά, η ψυχικήαναπηρία,ο παρασιτισμός. και η εργασία της γυναίκας μέσα στο σπίτι, που και τώρα έχει τόση δημιουργικότητα και τόσες ευθύνες, μά είναι τόσο παραγνωρισμένη από τις οικονομικές και ηθικές συνθήκες,
1. «η Σχολή έχει σκοπό να δώση ανώτερη ιστορική, καλλιτεχνική, φιλοσοφική και κοινωνιολογική μόρφωση στις γυναίκες, που θέλουν να κατανοούνκαιναυποβοηθούν τις τάσεις του συγχρόνου πολιτισμού και προ πάντων του νεοελληνικού και να μετέχουν συνειδητά στη σύγχρονη προοδευτική κίνηση». ο διετής κύκλος μαθημάτων περιλάμβανε φιλοσοφία, ψυχολογία (ιδίως του παιδιού), ιστορία, λογοτεχνία, ιστορία της τέχνης και αισθητική, α δίκαιο, πολιτική οικονομία, πολιτειακή αγωγή, κοσμολογικές θεωρίες, βιολογία και υγιεινή. στην Ανωτέρα Γυναικεία Σχολή, που λειτούργησε έως το 1923, δίδαξαν, εκτός από το Γληνό, ο Κώστας Δ. Σωτηρίου, ο Σωκράτης Κουγέας, η Μυρσίνη Κλεάνθους [-Παπαδημητρίου], ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, ο Κωνσταντίνος Τριανταφυλλόπουλος, ο Κυριάκος Βαρβαρέσος, ο Αλέξανδρος Σβώλος, ο Δημήτριος Χόνδρος, ο Σπυρίδων Δοντάς, ο Απόστολος Δοξιάδης και ο Ιωάννης Γρυπάρης. Βλ. «Ανωτέρα Γυναικεία Σχολή - Αναγγελία για την ίδρυση της Σχολής (Οκτώβριος 1921)» στο Αλ. Δημαράς ό.π., τ. Β', σ. 134-136. 2. Δ.Α. Γληνός, Γυναικείος ανθρωπισμός, Αθήνα 1921. 3. στο ίδιο, σ. 6.
θα πάρη την αξία της, γιατί θα έχη συγκριτικό μέτρο την άλλη της έργασία»1. Ο Γληνός αντιμετώπιζε το γυναικείο ζήτημα ως μαρξιστής" εξαρτώνταςτηχειραφέτηση των γυναικών από τη θέση τους στην παραγωγική εργασία, δεν εξέταζε καν το κόστος της για τους άνδρες. Αντίθετα έβλεπε τη χειραφέτηση σαν μια ευεργετική δύναμη πουθαεπηρέαζεολόκληρητηνκοινωνία και θα μπορούσενααναστήσει και αυτό ακόμα το παραδοσιακό ιδανικό της άξιας νοικοκυράς: « Η εργαζόμενη γυναίκα δημιουργώντας την απαραίτητη στερεή βάση για να υψωθή το ιδανικό του γυναικείου ανθρωπισμού, επιδράεξυγιαντικάσόλο τον κοινωνικόοργανισμόαναβαπτίζοντας και ξαναστήνοντας στο θρόνο της και την άξια Πηνελόπημεμια βαθύτερη συνείδηση του προορισμού της και παραμερίζοντας τη γυναίκα-κούκλα, που μόνο τις πολύ επιπόλαιες και αδύνατες ψυχές μπορεί να ικανοποιή»2. την κατάσταση των γυναικών στη σύγχρονη κοινωνία.Αφούμε τουςαγώνεςτους οι άνδρες έγιναν φορείς του αστικού πολιτισμού, «[σ]τη γυναίκα έμειναν τα πατροπαράδοτα βάρη, η έγνοια του σπιτιού και η μητρότητα και τα πατροπαράδοτα αγαθά, η ζωϊκή και ψυχική ραστώνη, η περιωρισμένη ατομικότητα και άλλα χαρακτηριστικά του παρασιτισμού. Αυτή τη γυναίκα ατενίζοντας ο Νίτσε έλεγε: " Η γυναίκα κατεβάζει στη μικρότητά της, ό,τι εγγίζει"» 3 . κας-κούκλας, που ευδοκιμούσε στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα: «Κοιτάξτε πόσο αυτόματα ωχριά δίπλα σ' αυτό το Ιδανικό [της εργαζόμενης], το όραμα της γυναίκας,πουζημεαποκλειστικό
1. στο ίδιο, σ. 15. 2. στο ίδιο, σ. 21. 3. στο ίδιο, σ. 12.
στικό της ζωής της σκοπό να περιφέρη την ανία της, την ελαφρότητά της, τον παπαγαλλισμό της, την ψυχική της κενότητα ψιμμυθιωμένη, διακοσμημένη από πολύχρωμα υφάσματα και αρωματισμένη από πολυώνυμες μυρωδιές»1. Ο Γληνός απέδωσε τη γένεση του προτύπου της γυναίκαςκούκλας στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα και την απαλλαγή της γυναίκας από κάθε εργασία. και ενώ καταδίκαζε τη διακοσμητική εκπαίδευση που συντελούσε στη διάδοση του, δεχόταν ότι η αγωγή των κοριτσιών, που έπρεπε να είναι κοινήμετηνεκπαίδευσητωναγοριών,ήταν αναγκαίο να περιλαμβάνει κάποια προετοιμασία για τα μελλοντικά καθήκοντά τους στην οικογένεια: «Κι' αυτά τα οικιακά έργα, η επιστήμη του σπιτιού, παίρνουν ξεχωριστή σοβαρώτατη θέση στο συνολικό σύστημα της γυναικείας ανατροφής. Ειδικά σχολεία προετοιμάζουν το κατάλληλο προσωπικό, ειδικά σχολεία μορφώνουν κορίτσια όλων των κοινωνικών τάξεων και σ' όλα τάλλα σχολεία τα μαθήματα αυτά γίνονται ουσιαστικώτερα και πλουτίζονται και με άλλα σχετικάμετα καθήκοντα της μητρότητας (παιδοκομία, υγιεινή κτλ.). Κι' έτσι δείχνεται ολοφάνερα, ότι η νέα κίνηση αυτή αντί να είναι εχθρική προς την οικογένεια όπως κατηγορείται, τουναντίον προσπαθεί να προετοιμάση τη γυναίκα πολύ αληθινώτερα και σοβαρώτερα απόπρινγιατακαθήκοντά της ως μητέρας και οικοδέσποινας»2. θήκοντα του σπιτιού διακρίνουμε το Ιδανικό της άξιας μητέρας και νοικοκυράς που προβαλλόταν στο ΥπόμνηματουΕκπαιδευτικού Ομίλου και τα Νομοσχέδια του 1913 — πλάι πλάι τώραμετο Ιδανικό της χειραφετημένηςεργαζόμενηςκαισεαντιπαράθεση πάντα με το πρότυπο της γυναίκας-κούκλας.
1. στο ίδιο, σ. 15. 2. στο ίδιο, σ. 16-17.
ΌπωςοΓληνός συνένωνε την εργασία και τα οικογενειακά καθήκοντα στο «νέο ιδανικό» της γυναίκας, oι φεμινίστριες διακήρυτταν ότι ο φεμινισμός δεν απειλούσε την οικογένεια1.στηνακραία της μορφή, η παραδοχή ότι η γυναικεία μισθωτή εργασία όχι μόνο δεν έθετε σε κίνδυνο την οικογένειααλλάαποτελούσε προϋπόθεση για την αναβάθμισή της οδηγούσε στην αμφισβήτησ της δυνατότητας της μη εργαζόμενης να υπηρετήσει σωστά αυτό το ίδιο το σπιτικό της. Απαντώντας σε ερώτημα του περιοδικού Ελληνίς, πώς έβλεπε την εξέλιξη της γυναίκας στις πόλεις, η Ζωή Φράγκου έγραφε ότι ιστορικά η γυναίκα δεν ήταν μ μητέρα, αλλά και οικονομικός παράγων. Όταν η κοινωνική και οικογενειακή ζωή μεταρρυθμιστούν σύμφωνα με την παραγωγή, η γυναίκα θα μπορεί ελεύθερα να εργάζεται έξω από το σ « Η γυναίκα του μέλλοντος θα είνε ευτυχεστέρα, διότι διά της αναπτύξεωςτηςδιανοητικής και βουλητικής θα ζη και θα ελαττ θή η μεγάλη της συνήθως ματαιότης και θα ισορροπήση ψυχικώς. και ούτω θα είνε πλέον χρήσιμος στην οικογένειά τηςκαιστη κοινωνία»2.
θα γινόταν «άνθρωπος»: « Η γυναίκα που κατέχτησε τα μέσ συντηρείται, έστω και ατελή, απαιτεί πεια, λογίζεται σαν άνθρωπος. Άνθρωπος πρώτα και ύστερα όλα τάλλα. Οποιοσδήποτε προορισμός, όσο μεγάλος και νάναι, δεν εξυπηρετείται παρά διά μέσου της πρώτης αυτής έννοιας. μη γελιόσαστε. Η γυναίκα που δεν είναι άνθρωπος, γιατί η κοινωνία της αρνιέται αυτή τη θ δεν μπορεί να είναι ούτε μάνα ούτε νοικοκυρά ούτε σύντροφ Οι φεμινίστριες του Μεσοπολέμου κατηγορούσαν συχνά για ραγιαδισμό και παρασιτισμό τις γυναίκες που αποδέχονταν ά1. Βλ. Έ. Αβδελά και Α. Ψαρρά, ό.π., σ. 95. 2. Ζωή Φράγκου, «η εξέλιξις της γυναίκας των πόλεων στην Ελλάδα», Ελληνίς Η'/8-9 (1928), σ. 174. 3. Μαρία Σβώλου, «Δύο μέτρα και δύο σταθμά», ο Αγώνας της Γυναίκας ΣΤ'/119 (1930), σ. 2. Αναδημοσιεύεται στο Έ. Αβδελά και Α. Ψαρρά, ό.π., σ. 260-263.
αδιαμαρτύρητατημοίρα που τους είχεεπιβάλειηανδροκρατούμενη κοινωνία1. το πρότυπο της γυναίκας-κούκλας γινόταν συχνά στόχος σκληρής κριτικής. σε αυτόν τον τύπο γυναίκας,πουδεν ήταν ούτε καν νοικοκυρά, αναφέρεται η Μαρία Σβώλου,γιανα τοναντιδιαστείλειέπειτα με τη βιοπαλαίστρια: «και είναι ακόμα οι Ελληνίδες που θέλουν να είναι και mondaines και νοικοκυρές και φιλολογούν και κάνουν και μουσική και τέχνη και λίγο απ' όλα και τίποτε ακέριο ούτε αληθινό. Κούφιες και μέσα τους χωρίς κανένα ιδανικό, ούτεκαντοιδανικότης νοικοκυράς, γιατί στα σπίτια τους ποτέ δε λάμπει η περίφημη αυ-
αδυναμίατωνγυναικών να ανταποκριθούν στα καθήκοντα του νοικοκυριού λόγω άγνοιας, και πίστευε ότι η αδυναμία αυτή έβλαπτε ακόμα και την υπόθεση της Ισοπολιτείας: «Είπα υπερβολή [...] λέγοντας πώς η Ελληνίδα ξαίρει τί θα πει σπίτι και τί θα πει παιδί. »Δυστυχώς, εδώ στον τόπο μας, δεν περάσαμε ακόμη ούτε από μια συστηματοποιημένη σχετική ειδική μόρφωση, όπως στη Γερμανία και στην Αμερική λ.χ. όπου η γυναίκαεξασκείταιειδικά καιγιαταστοιχειώδη έργα της. Ούτε το παιδί μας ξαίρουμε ν' αναθρέψουμεαληθινά,μηνέχοντας τις απαιτούμενες γνώσεις ιατροπαιδαγωγού, ούτε και την κουζίνα μας καν συστηματοποιημένη, ούτε και στους άνδρες μας κατορθώνουμε να αποδείξουμε ότι ωριμάσαμε για όλες τις βιωτικές ανάγκες, στις οποίες μάς ρίχνει, θέλουμε και δε θέλουμε, η σημερινή κοινωνία, ώστε να δικαιολογείται σ' αυτούς η ζωηρή μας δίψα για την πολιτική» 3 .
1. Βλ. Έ. Αβδελά και Α. Ψαρρά, ό.π., σ. 22, 95. 2. Μαρία Σβώλου, «η θέση του φεμινισμού στην Ελλάδα», ο της Γυναίκας Α'/12 (1924), σ. 4. Αναδημ. στο Έ. Αβδελά ό.π., σ. 139-171. 3. Αθηνά Γαϊτάνου-Γιαννιού, «Γυναίκα και πολιτική», εφ. 8,9,10,11,12 και 13 Μαΐου 1923. Αναδημ. στο Έ. Αβδελά και Α. ό.π., σ. 389-410, από όπου και το παράθεμα (σ. 399).
Αγώνας και Α. Ψαρρά Πατρίς, Ψαρρά,
σμος υπέρ των Δικαιωμάτων της Γυναικός πρότεινε: — την ίδρυση περισσότερων νηπιαγωγείων, — τη φοίτηση όλων των παιδιών στο υποχρεωτικό εξάχρονο δημοτικό, — την Ισόχρονη δευτεροβάθμια εκπαίδευση αγοριών και κοριτσιών, — τη δημιουργία μέσων επαγγελματικών σχολείων, — την καθιέρωση της διδασκαλίας των καθηκόντων του πολίτη σε όλα τα σχολεία, — την είσοδο των γυναικών σε όλες τις ανώτερες επαγγελματικές σχολές έκτος από τις ναυτικές και τις στρατιωτικές, — την εξίσωση των μισθών και των δικαιωμάτων στους άνδρες καιτιςγυναίκες που εργάζονταν στην εκπαίδευση, — τη δημιουργία μικτών σχολικών επιτροπών, — τη λειτουργία μέσων επαγγελματικών οικοκυρικών σχολών, — τη διδασκαλία της υγιεινής, της παιδολογίας, του γενετήσιου διαφωτισμού και της οικιακής οικονομίας σε όλα τα σχολεία των κοριτσιών.
σης, στηρίχτηκαν στην αρχή ότι τα διαφορετικάενδιαφέροντατων κοριτσιών και των αγοριών που πηγάζουν από τη φυσική και ψυχική σύσταση των φύλων έπρεπε να αντιμετωπίζονται με σεβασμό και να καλλιεργούνται. Έτσι σύμφωνα με το υπόμνημα, το σχολείο έπρεπε να προάγει «τον εθισμό του κοριτσιού στην ιδιαίτερη αποστολή του και από σωματική και από ψυχική άποψη». στο κείμενο πάντως τονίζεται επίσης ότι άνδρες και γυναίκε πρεπε να έχουν ίσα ανθρώπινα και κοινωνικά δικαιώματα1. Παρόλο που το υπόμνημα του 1923 πρότεινε, παράλληλαμετο εξαετές πρακτικό και κλασικό γυμνάσιο, να λειτουργείκαιτετραετές
1. Ρόζα Ιμβριώτη, «το εκπαιδευτικό μας πρόγραμμα», ο Αγώνας της Γυναίκας Α'/5 (1923), σ. 6. Βλ. επίσης ο Αγώνας της Γυναίκας Α'/12 (1923), σ. 5 και Β'/8 (1924), σ. 11.
ετές αστικό σχολείο για τα κορίτσιαπουδενενδιαφέροντανγια επαγγελματικήηπανεπιστημιακή εκπαίδευση, όταν το 1929 ε ξαγγέλθηκε η μετατροπή του τριετούς αστικού σχολείου σε τετραετές ανώτερο παρθεναγωγείο, το μέτρο βρήκε το Σύνδεσμο αντίθετο. οι φεμινίστριες πίστευαν ότι ο νέος θεσμός θα καλλιεργούσε τον παρασιτισμό και την ημιμάθεια, θα διαιώνιζε την «επίπ στον μόρφωσιν» μια και θα μιμούνταν τα πρότυπα των ξένων σχολείων και δε θα βοηθούσε καθόλου στη μόρφωση της μητέρας. Σημειώνουμε ότι το τελευταίο επιχείρημα δε στηριζόταν στην εκτίμησηότιηειδική προετοιμασία για το ρόλο της μητέρας στ σχολείο θα ήταν ανεπαρκής, αλλά στη διαπίστωση ότι το ανώτερο παρθεναγωγείο προϋπέθετε ότι οι γυναίκες που θα ανέτρεφαν παιδιά δε χρειάζονταν ανώτερη μόρφωση. Ο Σύνδεσμος διατύπωσε τις αντιρρήσεις του για τα νέα εκπαιδευτικά μέτρα με υπόμνημα που συνέταξε η Έλλη Λαμπρίδη και παρέδωσε η ίδια μα τη Μαρία Σβώλου στην αρμόδια κοινοβουλευτικήεπιτροπήστ 29.6.1929. Αντί για τα ανώτερα παρθεναγωγεία, το υπόμνημα πρότεινε την ίδρυση τετρατάξιων σχολείων θηλέων που θα ήταν αντίστοιχαμετιςτέσσερις τελευταίες τάξεις του γυμνασίου και θαεπεκτείνονταναργότερασεπλήρη συνεκπαιδευτικά γυμνάσια το πρόγραμμά τους, που θα έδινε το βάρος στην αρχαία και τη ελληνική γλώσσα και φιλολογία, θα αφιέρωνε τέσσερις ώρες στην «υγιεινή και νοσηλεία» και τρεις ώρες στην «οικιακή οικονομία» σε σύνολο 110 διδακτικών ωρών. Προέβλεπε επίσης ότι η «ο κή οικονομία» μπορούσε να αντικαταστήσει, για όσες μαθήτριες το ήθελαν, τη δεύτερη ξένη γλώσσα που πρόσφερε το σχολείο Η Μαρία Σβώλου, γραμματέας του Συνδέσμου, πίστευε ότι το ανώτερο παρθεναγωγείο θα πρόσφερε διακοσμητική μόρφωση, σύμφωνα με το ιδανικό της γυναίκας-κούκλας που έτρεφε η πλουτοκρατική μειοψηφία. το αποτέλεσμα θα ήταν να γεμίσειηεπαρχία
1. «το υπόμνημα του Συνδέσμου για τη γυναικεία μόρφωση», ο Αγώνας της Γυναίκας έ/94 (1929), σ. 3-4, 6-7.
χία με «ακατάρτιστα και επιπόλαια πλάσματα, ανίκανα να εργαστούν και στο σπίτι τους και σε βιοποριστική δουλειά»1. Ο Γληνός, μέλος του συμβουλίου του Συνδέσμου, θεωρούσε ότι η εκπαίδευση των αγοριών και των κοριτσιών στο δημοτικό και το γυμνάσιο έπρεπε να είναι κοινή, ενώ «[έ]να η δύο μαθήματα ειδικά χάριν των κοριτσιών λ.χ. οικοκυρική η βρεφοκομία μπορούν εύκολα να προστεθούν η να διδαχθούν ιδιαίτερα»2. Πίστευε επίσης ότι η εκπαίδευση έπρεπε να βοηθάει τα κορίτσια που είχαν μεγαλώσει με το ιδανικό της γυναίκας-κούκλας «να βγουν με την εργασία τους από το τέλμα του μυρωμένου υπανθρωπισμού των», αντί να παράγει και άλλες τέτοιες «κούκλες της βιτρίνας»3. Η δημιουργία των ανώτερων παρθεναγωγείων βρήκε επίσης αντίθετοτοΕκπαιδευτικότμήμα του Εθνικού Συμβουλίου των Ελληνίδων. με υπόμνημα που έστειλε το Ε Σ Ε στον υπουργό Παιδείας το 1929, πρότεινε να εξομοιωθεί η μέσηεκπαίδευσητων κοριτσιών με την αντίστοιχη των αγοριών και συγχρόνως να διδάσκονται στα κορίτσια «ειδικά μαθήματα, τα απαραίτητα εις κάθε γυναίκα διά την επιτέλεσιν του προορισμού της ως μητρός όπως τα μαθήματα της βρεφοκομίας, οικοκυρικής, οικιακής οικονομίας» 4 . Τέλος, υπόμνημα προς την Κοινοβουλευτική Επιτροπή για ταεκπαιδευτικάθέματα έστειλε και μια επιτροπή από δεκαοχτώ
1. Μαρία Σβώλου, «Διακοσμητική μόρφωση», ο Αγώνας της Γυναίκας έ/87 (1929), σ. 1. 2. Δ. Γληνός, «η γυναικεία παιδεία», ο Αγώνας της Γυναίκας έ/94 (1929), σ. 2. το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφ. Ακρόπολις, και ήταν πρώτο από 13 κείμενα που δημοσίευσε εκεί ο Γληνός από τις 9 έως τις 21 Ιουνίου του 1929, και στα όποια άσκησε οξεία κριτική στην εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1929 γενικά. την αντίθεση του Γληνού στη μεταρρύθμιση συζητάει η Ά . Φραγκουδάκη (ό.π., σ. 68 κε.), που αναλύει επίσης την πορεία σύγκρουσής του με παλιούς συνεργάτες . 3. Δ. Γληνός, ό.π., σ. 3. 4. Δώρα Παπακωνσταντίνου, «Εργασίαι τμημάτων του Ε.Σ.Ε.», Ελληνίς Θ΄/2 (1929), σ. 25.
το
της
καθηγήτριες. στο κείμενο αυτό τονιζόταν ότιοιαπόφοιτεςτων ανώτερων παρθεναγωγείων θα δυσκολεύονταν να βρουν δουλειά, εφόσον η μόρφωσή τους θα ήταν κατώτερη και λιγότερηαπόεκείνη που θα είχαν οι άνδρες απόφοιτοι γυμνασίου με τους οποίους καιθαέπρεπε να συναγωνιστούν. Κατά το υπόμνημα τα ανώτερα παρθεναγωγεία θα έβλαπταν περισσότερο τα φτωχά κορίτσια, γιατί αυτά θα είχαν ανάγκη να έργαστούν1. Α ν και η κυβέρνηση είχε εξαγγείλει την κατάργησητουαστικού σχολείου, η κριτική τουεξακολουθούσεναείναιεπίκαιρη,αφού ηομοιότητάτου με το ανώτερο παρθεναγωγείο προδίκαζε και τηναποτυχίατουτελευταίου. Η Λίζα Κόττου, μέλος της επιτροπής των καθηγητριών,αναφερότανστηναδυναμίατουαστικού σχολείου να εφοδιάσει τις μαθήτριες με προσόντα ανταγωνιστικά στηναγοράεργασίας,καιπαράλληλα υπογράμμιζε τις συνέπειες τηςαδυναμίαςτου να προετοιμάσει νοικοκυρές: «το νοικοκυριό απότοοποίοεξαρτάταικατά μεγάλο μέρος η υγεία της χώρας, η διάπλαση του νεοελληνικού χαρακτήρος και ακόμη η οικονομική ευρωστίατουτόπου, στην ύπαιθρο χώρα βρίσκεται σε πρωτόγονη κατάσταση»2. έπρεπε να φοιτούν στα γενικά κατώτερα και μέσα σχολεία και παράλληλα να μορφώνονταισταειδικάεπαγγελματικάοικοκυρικά σχολεία. Θεωρούσε ότι: «τα τελευταία ταύτα [...] πρέπειναεξαπλωθούν εις όσον το δυνατόν ευρυτέραν κλίμακακαιναοργανωθούν
1. Βλ. Λίζα Κόττου, «η εκπαίδευση των Ελληνίδων από το 1830 έως σήμερα», στο βιβλίο της Ζωής Φράγκου, Γύρω από το παιδί, Αθήνα 1930, σ. 389-395. 2. στο ίδιο, σ. 381. την αποτυχία του αστικού σχολείου να προετοιμάσει αποτελεσματικά τις μαθήτριες για τα οικιακά έργα είχε επισημάνει η Κόττου καιστοΣυνέδριο της Ομοσπονδίας των Λειτουργών Μέσης Εκπαιδεύσεως, που έγινε στις 8.6.1927. Βλ. «από το τελευταίο συνέδριο της Ομοσπονδίας των Λειτουργών Μέσης Εκπαιδεύσεως», ο Αγώνας της Γυναίκας Δ'/ 48-49 (1927), σ. 13-14 και Α. Γ-Γ., «Δύο εκπαιδευτικά συνέδρια στην Αθήνα και τον Πειραιά», Ελληνίς Ζ'/8-9 (1927), σ. 186-187.
θούν τοιουτοτρόπως ώστε να φοιτούν εις αυτά όλαι αι γυναίκες της χώρας μας πάσης τάξεως και ηλικίας, διότι μόνον τοιουτοτρόπως θα καταστή δυνατόν να προαχθή πραγματικώς η οικιακή οικονομία και η υγεία της χώρας»1. Αναπτύσσοντας την πρόταση της επιτροπής, η Κόττου παρατηρούσε ότι τα κατώτερα οικοκυρικά σχολεία, που όπως είχε εξαγγείλει η κυβέρνηση επρόκειτο να ιδρυθούν στις πρωτεύουσες των νομών, δε θα εξυπηρετούσαν τις γυναίκες που είχαν τη μεγαλύτερη ανάγκη οικοκυρικής μόρφωσης, δηλαδήτιςεργαζόμενεςτων πόλεων και τις αγρότισσες της υπαίθρου2. Πολλές από τις φεμινίστριες, που διαφωνούσαν με τον οικοκυρικά προσανατολισμό των ανώτερων παρθεναγωγείωνγιατους λόγους που εξετάσαμε, συμφωνούσαν με την πρότασηγιατην ίδρυση ειδικών οικοκυρικών σχολών. το 1929 το Εθνικό Συμβούλιο των Ελληνίδων ζητούσε να ιδρυθούν ιδιαίτερα οικοκυρικά σχολεία η να οργανωθούν οικοκυρικά μαθήματα για τις απόφοιτες του δημοτικού, όπως επίσης να Ιδρυθεί διδασκαλείο οικοκυρικής3. καιτουπόμνημα του Συνδέσμου για τα Δικαιώματα της Γυναίκας πρότεινε: «[...] τα δε οικοκυρικά [σχολεία] ν' αποτελέσουν είτε υποχρεωτικήν βαθμίδα, την οποίαν να διανύσουν όλα τα θήλεα προ η μετά το διετές επαγγελματικόν σχολείον, είτε να διαρρυθμισθούν εις καθαρώς επαγγελματικάς σχολάς παραλλήλους προς τας άλλας και μη υστερούσας κατά το πρόγραμμακαιτας γενικάς γνώσεις των άλλων αντιστοίχων σχολείων»4. Πιο άμεσα ακόμα, η Μαρία Σβώλου ρωτούσε: «Θέλετε νοικοκυρές και μητέρες ; οργανώστε όλους τους βαθμούς της οικοκυρικής μόρφωσης από το Χαροκόπειο διδασκαλείο, που έμεινε νε1. Λ. Κόττου, ό.π., σ. 395. 2. στο ίδιο, σ. 395-404. 3. Δώρα Παπακωνσταντίνου, «Εργασίαι των τμημάτων του Ε.Σ.Ε.», ό.π., σ. 25. 4. «το υπόμνημα του Συνδέσμου για τη γυναικεία μόρφωση», ό.π., σ. 3-4, 6-7.
νεκρό τόσα χρόνια και που θα ετοιμάζει το διδαχτικό προσωπικό, ωςτιςμέσες και κατώτερες οικοκυρικές σχολές, ως τα στοιχειώδη γεωργικο-οικοκυρικά σχολεία που θα εκπολιτίσουν την ύπαιθρη χώρα. Νοικοκυρές και μητέρες δεν θα μορφωθούν στα παρθεναγωγεία του τύπου των ξένων σχολείων»1.
ποίηση του για την έναρξη της λειτουργίας του Χαροκοπείου Διδασκαλείου. Αξίζει να σημειώσουμε ότι η πρώτη διευθύντριά του, η Μαριάνθη Ματσούκη, ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Συνδέσμου ως τα μέσα του 1924. «Έστω και αργά η οικοκυρική μόρφωση παίρνει και στην Ε λ λάδα ουσιαστικό περιεχόμενο και από κούφια λέξηπουπαραγιόμιζε τα προγράμματα των περίφημων ανώτερων Παρθεναγωγείων, των Ιδιωτικών γυναικείων σχολών και των Διδασκαλείων ακόμα, γίνεται θετική επιστημονική και τεχνική γνώση και άσκηση, γίνεται δηλαδή πραγματικό επάγγελμα»2. Η επαγγελματοποίηση της οικιακής εργασίας θεωρήθηκε προϋπόθεσηγιατηναναβάθμισήτης: « Η νοικοκυροσύνη είναι κι αυτή, είτε πληρώνεται, είτε όχι, ένα επάγγελμα. Μέσα στην μεγάλη επαγγελματική διαφοροποίηση που κατανέμει σήμερα τις ανθρώπινες δυνάμεις, ανεξαρτήτως φύλου, ο σημερινός πολιτισ τοοικοκυρικάεπάγγελμαέχει μια σπουδαία θέση και τόσο μεγαλείτερη, όσο η γυναίκα καθημερινώς περισσότερο θα έχη ανάγκη να ζητήση στη μέθοδο, στο σύστημα, στην επιστημονική γνώση καιτηντεχνική πρόοδο τα εφόδια εκείνα που θα κάνουν το πολύμοχθο αυτό επάγγελμα της παληάς νοικοκυράς ευκολοχείριστο, ευπρόσιτο,απλούστερο,όπως το απαιτεί, η σημερινή θέση το στην κοινωνική σύνθεση, σαν δεύτερου επαγγέλματος, για το μεγαλείτερο πλήθος των γυναικών»3.
1. Μαρία Σβώλου, «Διακοσμητική μόρφωση», ό.π., σ. 2. 2. Μ.Σ. «η οικοκυρική μόρφωση - το Χαροκόπειο Διδασκαλείο Οικοκυρικής», ο Αγώνας της Γυναίκας Ε΄/103 (1929), σ. 6. 3. στο ίδιο, σ. 6.
Ο Σύνδεσμος πάντως έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη γεωργική-οικοκυρική μόρφωση της αγρότισσας1. το 1927 πρότεινε στον υπουργό Γεωργίας την εισαγωγή πρακτικής γεωργικής μόρφωσης στο δημοτικό και τη δημιουργία «περιοδευόντων γεωργικοοικοκυρικών σχολείων», που θα συντελούσαν στην καλύτερη οργάνωση του αγροτικού νοικοκυριού, στον εκπολιτισμό, στην αύξηση της παραγωγικότητας, στην προσαρμογή των προσφύγων στις νέες συνθήκες της ζωής τους και στην υγεία των κατοίκων της υπαίθρου. στα σχολεία αυτά θα έπρεπε να διδάσκονται γεωργικές γνώσεις και στοιχειώδης διαιτητική, καθαριότητα, υγιεινή του σπιτιού και παιδοκομία. ο Σύνδεσμος προσφέρθηκε να οργανώσει γυναικείους συλλόγους που θα αναλάμβαναν ένα μέρος των αναγκαίων δαπανών2. Συγκεφαλαιώνοντας, μπορούμε να πούμε ότι οι φεμινίστριες απέρριψαντοανώτεροπαρθεναγωγείο αλλά αποδέχτηκαν τη διδασκαλία των οικιακών καθηκόντων ως ειδοποιό διαφορά στο σχολικό πρόγραμμα των κοριτσιών από το κατά τα άλλα όμοιο πρόγραμμα των αγοριών. επίσης συμφωνούσαν με την πρόταση να οργανωθούν ειδικές οικοκυρικές σπουδές σε διάφορες εκπαιδευτικές βαθμίδες, που θα εφοδίαζαν τις μαθήτριες με προσόντα επαγγελματικά, ενώ ταυτόχρονα θα συντελούσαν στον εξορθολογισμό της οικιακής εργασίας και, όπως πίστευαν, στην αναβάθμισή της.
1. Βλ. Μαρία Σβώλου, «Γεωργική οικοκυρική μόρφωση», ο Αγώνας της Γυναίκας Γ'/31 (1926), σ. 3-5. 2. Βλ. «το υπόμνημα του Συνδέσμου για τη γεωργική εκπαίδευση», ο ΑγώναςτηςΓυναίκας Δ'/45 (1927) σ. 3-4, 6. ο Νόμος 3600 του 1928 προέβλεπε την ίδρυση ιδιαίτερων τμημάτων στα πλαίσια των Κυριακών γεωργικών σχολείων, όπου οι γυναίκες θα μπορούσαν να διδαχτούν γεωργικά και οικοκυρικά μαθήματα. Περιοδεύοντα οικοκυρικά σχολεία, οι Αγροτικές Μεταβατικές Σχολές ιδρύθηκαν το 1940απότηνκυβέρνησητουΜεταξά (Αναγκ. Νόμος 2470 της 21 Ιουλίου - 3 Αύγουστου 1940, «περί ιδρύσεως Αγροτικών Μεταβατικών Οικοκυρικών Σχολών»),
Η οργάνωση της οικιακής εργασίας
Όσο περιορισμένη και αν ήταν η ενασχόληση των φεμινιστριών μετοθέμα της οργάνωσης της οικιακής εργασίας, το ερώτημ που φαίνεται να τις απασχολούσε περισσότερο ήταν πώςαυτή γινόταν αποδοτικότερη και θα συνδυαζόταν αποτελεσματικότερα μετηνεξωοικιακήεργασία"τηναπάντησηαναζητούσανστηντεχνολογία, στον εξορθολογισμό της οικιακής εργασίας και την επαγγελματοποίησή της.
Υόρκη, η Αγνή Στουδίτου υπογράμμιζε το παράδειγμα των Αμερικανίδων, που έχοντας στη διάθεσή τους μηχανήματα οικιακής χρήσης, αγορασμένα μάλιστα με δόσεις, μπορούσαν να κάνουν εύκολα τις δουλειές τους χωρίς να έχουν ανάγκη τις ύπηρέτριες1. στο ίδιο πνεύμα, μια περιγραφή της Α' Εθνικής Έκθεσης Γυ κείας Εργασίας στη Βέρνη τόνιζε ότι στο περίπτεροτηςοικιακής οικονομίας,πουήταν και από τα μεγαλύτερα, η επισκέπτρια μ ρούσε να γνωρίσει μηχανήματα, συστήματα εργασίας «και το κάθε τι επί τέλους, για να κερδίση χρόνο, χρήμα και κόπο»2. γισμό της οικιακής εργασίας και ενδεχομένως στην κοινωνικοποίηση της μπορούσε ασφαλώς να συμβάλει και το κράτος. ιδρύθηκε το 1919 από την Αθηνά Γαϊτάνου-Γιαννιού, προτεινόταν η δημιουργία λαϊκών πλυντηρίων, λαϊκών υγιεινών σπιτιών, δικών σταθμών, κέντρων που θα πρόσφεραν υπηρεσίες σε ηλικιωμένους κτλ 3 .
Ι.Βλ. Αγνή Στουδίτου, «το ηλεκτρικό σπίτι», Ελληνίς Δ'/8-9 (1924), σ. 180. 2. Κ.Ζ., «η Α' Εθνική Έκθεσις Γυναικείας Εργασίας στην Βέρνην», Ελληνίς Η'/II (1928), σ. 230-231. 3. Βλ. Έ. Αβδελά και Α. Ψαρρά, ό.π., σ. 48.
Γαλλία, περιγράφει με θαυμασμό 260.000 εργατικά σπίτια" oι τέλειες κουζίνες τους, εφοδιασμένες με αυτόματες πόρτες τραπεζαρίας και άλλα εξαρτήματα, ανταποκρίνονται στις «αρχές της λογικής απασχολήσεως της νοικοκυράς». Υποστηρίζεται ότι τα σπίτια αυτά συμφέρουν τόσο τη νοικοκυρά όσο και το κράτος, γιατί εξασφαλίζουν οικονομία χρόνου και χρήματος και συμβάλλουν στην άνετη διαβίωση της οικογένειας και την εσωτερική αρμονία της1. μοσιεύεται στον Αγώνα της Γυναίκας, τίθεται το πρόβλημα του συμβιβασμού «της νοικοκυροσύνης, της διατηρήσεως του σπιτιού, μετηνεπαγγελματικήδουλειά», και εντοπίζεται η λύση του στην «είσοδο [...] της μηχανής και των μηχανικών μέσα στο σπίτι». Περιγράφεται έπειτα η «τεράστια προσπάθεια» του σοσιαλιστικού δήμου της Βιέννης να ανακουφίσει τις γυναίκες των λαϊκών τάξεων καιτααποτελέσματάτης: « Η ίδρυση θαυμασίων πολυκατοικιών με μηχανικές εγκαταστάσεις που διευκολύνουν τη νοικοκυρά στο σημείο που να καταντά μικροδουλειά που τελειώνει σε λίγη ώρα, η μπουγάδα, ο φοβερός αυτός εφιάλτης της, δείχνει ωραία πώς είναι εντελώς δυνατό να συμβιβαστή η σπιτική δουλειά με την επαγγελματική απασχόληση της γυναίκας χωρίς να συντρίβεται η ίδια απότηνυπερκόπωσηηναείναι αναγκαστικά η κακή νοικοκυρά η κακή εργάτρια». Όμως για να επιτύχουν τη συμπαράσταση του κράτους στα προβλήματα του νοικοκυριού, σύμφωνα με το άρθρο, οι Ελληνίδες έπρεπενααποκτήσουνπρώτα πολιτικά δικαιώματα: «ως τόσο ας περιμένουν οι Ελληνίδες νοικοκυρές, όσες νομίζουν περιττό νάχουν ψήφο, όσο να καταλάβουν τί θα μπορούσε να τους δώσει το δικαίωμα αυτό και στο νοικοκυριό τους ακόμα» 2 . που μπορούσε να εξασφαλίσει η νοικοκυρά και ειδικά η εργαζόμενη
1. Βλ. «Ξένη γυναικεία κίνησις», Ελληνίς H'/H (1928), σ. 242. 2. «Νοικοκυριό και επάγγελμα», ο Αγώνας της Γυναίκας Ε΄/84 (1929), σ. 7.
ασκώνταςτοδικαίωμα της δημοτικής ψήφου, που μόλις τότε ε κατακτηθεί. ως παράδειγμα δίνει την τελειοποίηση του υδρευτικού δικτύου που θα μπορούσε να φέρει άφθονο νερό στα σπίτια1.
κής εργασίας αναζητούσε τη λύση στην ανάθεσή της σε ειδικευμένο προσωπικό. Η Έλλη Λαμπρίδη αμφισβητούσε την ταύτιση των γυναικών με τα καθήκοντα του οίκου και θεωρούσε το δ φόρτο της εργαζόμενης νοικοκυράς παγίδα: «[...] πρέπειεμείςοι φεμινίστριες να πάρουμε θέση απέναντι σαυτό το ζήτημα,νατο δούμε, πώς είναι κοινωνικό πρόβλημα και να μη δειλιάσουμε να πούμε, σε όσες πέφτουν σε έκσταση μπροστά στο ρουχαλάκι, που έρραψαν οι ίδιες του παιδιού τους, στην κονσέρβα που εμποτιλιάρισαν η στη φίλη τους, που ξενύχτησε βράζοντας τίλιογιατον άρρωστο άντρα της, πώς όλα αυτά είνε πολύωραία,αλλάθατα έκανε καλύτερα μια ράφτρα, μια μαγείρισσα η μια νοσοκόμα, είδικεμένες»2.
Τέλος, με αφορμή την έναρξη της λειτουργίας του Χαροκοπείου Διδασκαλείου, που όπως είδαμεεπρόκειτοναεμπλουτιστείκαιμε επαγγελματικά τμήματα, Ο Αγώνας της Γυναίκας επισήμαινε ότι η εξειδικευμένη οικοκυρική εκπαίδευση θα συντελούσε όχι μόνο στη βελτίωση της απόδοσης των υπηρετριών, αλλά και στην α βάθμιση του επαγγέλματός τους: «Έπειτα και η τεχνική κατάρτιση ειδικώνεπαγγελματιώντων οικοκυρικών κλάδων, έχει εξαιρετική σημασία, στον τόπο όπου η προχειρότητα της εκτελούμενης πληρωμένης σπιτικής δουλειάς από τις επαγγελματίες υπηρέτριες, χωρίς καμμιά ειδίκευση και χωρίς σύστημα είναι αξιοθρήνητη, ενώ αφ' ετέρου η αμορφ σιά των διαφόρων αυτών ειδικών επαγγελματιών [...] και ειδικά
1. Βλ. Ά.[λεξάνδρα] Κ.[όττου], «Τί έχει να ωφεληθεί η γυναίκααπότη δημοτική ψήφο», ο Αγώνας της Γυναίκας ΣΤ'/109-110 (1930), σ. 11-13. Αναδημ. στο Έ. Αβδελά και Α. Ψαρρά, ό.π., σ. 243-251. 2. Έλλη Λαμπρίδη, «Κριτικές παρατηρήσεις στο σύγχρονο φεμινισμό», Αναγέννηση Α'/5 (1927), σ. 282.
των υπηρετριών, συντελεί στην απαθλίωση και των Ιδίωνκαιτου επαγγέλματος,στοοποίοεντούτοις θα μπορούσαν να εξασφ στούν ανθρωπινοί όροι δουλειάς έστω και στη σημερινή του μορφή της οικοδίαιτης δηλαδή υπηρεσίας»1. συμμετοχή των γυναικών στην εργασία και προσπαθούσαν να βρουν λύσεις στα προβλήματα της εργαζόμενης νοικοκυράς. Όπως προκύπτει από μια πρώτη εξέταση του θέματος, η διδασκαλία της οικιακήςοικονομίαςστιςΗΠΑ και τη δυτική Ευρώπη στράφηκε κυρίως σε αυτά τα προβλήματα. στη Γαλλία ο Μεσοπόλεμος ήταν περίοδος εξαιρετικής άνθισηςτηςοικοκυρικήςεκπαίδευσης,που κύριο σκοπό είχε πια να διευκολύνει την εργαζόμενη στις απαιτήσεις του σπιτιού με τα κατάλληλα μέσα και συστήματα έργασίας2. Ο εξορθολογισμός της οικιακής εργασίας καλλιεργήθηκε ιδιαίτερα στις ΗΠΑ, τη χώραπουπροπορευόταν άλλωστε και στην οικιακή τεχνολογία, από την εποχή της Catharine Beecher. oι αρχές του Domestic Science Movement (Κίνηση Οικιακής Επιστήμης) έγιναν αντικείμενο πανεπιστημιακών σπουδώνκαιεπιστημονικής έρευνας και διαδόθηκαν πλατύτερα μέσω περιοδικών, όπως το λογισμός της οικιακής εργασίας εξασφαλίστηκε με την υπαγωγή της στις μεθόδους και τους κανόνες του management τύπου Taylor, με την τελειοποίηση της οικιακής τεχνολογίας και με την αξιοποίηση συμπερασμάτων και γνώσεων που προέρχονταν από διάφορους κλάδους, όπως η αρχιτεκτονική, η ιατρική, η διαιτολογία καιηψυχολογία3.
Good Housekeeping και το Ladies' Home Journal. Ο εξορθο-
1. Μ.Σ., «η οικοκυρική μόρφωση - το Χαροκόπειο Διδασκαλείο Οικοκυρικής», ό.π., σ. 6. 2. Βλ. Martine Martin, Femmes et société·, le travail ménager (19191939), διατριβή 3ου κύκλου στην Ιστορία, Université Paris VII, Παρίσι 1984, σ. 86-88. 3. Βλ. Dolores Hayden, The grand domestic revolution : A history
στην Ευρώπη. Ταυτόχρονα οι αμερικανικές άξιες του ορθολογισμού καιτηςλειτουργικότητας αποτέλεσαν το υπόβαθρο για το σχεδ σμό μικρών λειτουργικών διαμερισμάτων, στον οποίο στράφηκε το κίνημα Bauhaus. σε συνεργασία με γιατρούς, εθνολόγους, τιστικολόγους και άλλους ειδικούς, οι αρχιτέκτονες προσπάθησαν να σχεδιάσουν ορθολογικά την κουζίνα με το σύνθημα «ελευθ στε τις γυναίκες από τα οικιακά». Ο ορθολογικός σχεδιασμός των διαμερισμάτων, που δεν αμφισβήτησε την αντίληψη ότι ο χώρος της γυναίκας στο σπίτι είναι η κουζίνα, όχι μόνο δεν «ελευθέρωσε» τις γυναίκες, αλλά προσπάθησεναοργανώσειτηναπομονωμένηκαι απλήρωτηεργασίατους εκεί σαν να ήταν βιομηχανική1.
γασία μια επαγγελματική διάσταση που εξωράιζε την εικόνα της. στηνΑγγλία,μελέτη με τίτλο Η εκπαίδευση τον έφηβου (Th Education of the Adolescent), που εξέδωσε το 1926 η Βρετανική Διεύθυνση εκπαίδευσης (British Board of Education), υποστήριζε ότι οι οικιακές τέχνες έπρεπε να διδάσκονται στα κορίτσια τηςεργατικήςτάξης. Η μελέτη απέδιδε την υποβάθμιση της ο κιακής εργασίας στην αντίληψη ότι αυτή δε χρειαζόταν ειδική εκπαίδευσηκαιπροσόντα και στο γεγονός ότι οι περισσότερες γυναίκες δεν ήταν Ικανές να την εκτελέσουν σωστά ώστε να εμπνεύσουν το σεβασμό2. το επιχείρημα αυτό θυμίζει την προσπάθεια του Ξενοφώντος Ζύγουρα να αναβαθμίσει την εργασία της ο δέσποινας υπάγοντάς της στους νόμους και τους κανόνες της εξωοικιακής, «πραγματικής» εργασίας, αλλά και τους αγώνες της
of feminist designs for American homes, neighborhoods and cities, Καίμπριτζ Μασ. 1982. 1. Βλ. Αναστασία Λαδά, «Μύθοι και πραγματικότητες: το "ιδανικό σπίτι'. ο ρόλος της κατοικίας στην κατά φύλα διαίρεση του χώρου», η Αριστερά σήμερα 5 (1984), σ. 47-49. 2. Σίλα Ροουμπόθαμ, Στο περιθώριο της ιστορίας. 300 χρόνια γυναικείας καταπίεσης και αγώνων, μετφρ. Ελένη Βαρίκα, Αθήνα 21984.
Παρρέν και των συνεργατριών τηςγιαμιαεκπαίδευσηπουθα βοηθούσε τις γυναίκεςναανταποκριθούνσωστά στο ρόλο της οικοδέσποινας, και να κερδίσουν έτσι την κοινωνικήαναγνώρισηγια το έργο τους. Ο τονισμός της επαγγελματικής διάστασης της οικιακής εργασίας μπορούσε επίσης να συγκαλύψει τις διαφορές μεταξύ της έμμισθης απασχόλησης και της απλήρωτης οικιακής εργασίας. Έτσι σε μια διεθνή συνάντηση σοσιαλιστριών στη Βιέννη τον Ιούλιο του 1931, η βελγίδααντιπρόσωποςυποστήριξε ότι,γιανααποδείξουν στις νοικοκυρές της εργατικής τάξης ότι δεν τις απορρίπτουν, οι σοσιαλίστριες έπρεπε να αποδώσουν επαγγελματική άξια στην οικιακή έργασία1. Εδώ πρέπει να θυμηθούμε το σεβα μετονοποίοοιελληνίδες φεμινίστριες του Μεσοπολέμου αναφέρονταν στη γυναίκα που εργάζεται σκληρά στο νοικοκυριό της· όπως και η εργαζόμενη, η γυναίκα αυτή δεν είχε καμία σχέσημετο παράσιτο γυναίκα-κούκλα. η αναγνώριση της οικιακής εργασίας ως «πραγματικής», «παραγωγικής» εργασίας έχει και έντονη ηθική χροιά2. Η προοπτικήτουεξορθολογισμούκαιτουεξωραϊσμούτης οικιακής εργασίας πάντωςδενπροϋποθέτειαμφισβήτησητου «φυσικού» χαρακτήρα της ανάθεσης των οικιακών στις γυναίκες, όπως και η διεκδίκηση του δικαιώματος στη μισθωτήεργασίαδεν προεξοφλεί την ανακατανομή της δουλειάς στο σπίτι. Οι ελληνίδες φεμινίστριες του Μεσοπολέμου αντιμετώπισαν την οικιακή εργασία ως κοινωνικό πρόβλημα, καθώς υποστήριξαν ότι το κράτος θα μπορούσε και θα έπρεπε να βοηθήσει τις γυναίκεςνασυμβι
1. Στο ίδιο, σ. 210-211. 2. η Νόρα Σκουτέρη-Διδασκάλου παρατηρεί ότι μια τέτοια ηθική χροιά επίθετο «παραγωγικός» προκύπτει συχνάαπότηναντίληψηπουαποδίδει υποτέλεια της γυναίκας στον καπιταλισμόκαιστηναποσύνθεσητηςοικογένειας ως παραγωγικής μονάδας. Βλ. «τα εν οίκω μη εν δήμω και Αντιστρόφως», στο βιβλίο της Ανθρωπολογικά για τα γυναικείο ζήτημα (4 μελετήματα), Αθήνα 1984, σ. 91-92.
σουν τη μισθωτή εργασία με το νοικοκυριό. Εξακολούθησαν βέβαια να θεωρούν τα προβλήματα του νοικοκυριού «γυναικεία». Έτσι θεώρησαν αυτονόητο ότι αποδέκτες της οικιακής τεχνολογίας και της εκπαίδευσης που θα συντελούσε στον ορθολογικό σχεδιασμό του νοικοκυριού θα ήταν οι γυναίκες, και ότι το ειδικευμένο προσωπικό που θα βοηθούσε τις εργαζόμενες στα οικιακά τους καθήκοντα θα ήταν επίσης γυναικείο. οι φεμινίστριες του Μεσοπολέμουαρνούντανναδεχτούν τα οικιακά ως τροχοπέδη στη διεκδίκηση της Ισοτιμίας, χωρίς ωστόσο να αμφισβητούν ολοκληρωτικά το «φυσικό» προορισμό των φύλων. Η έννοια αυτή λανθάνει στις ριζοσπαστικές διακηρύξεις τους και αποτελεί το κυριότερο στοιχείο που τις συνδέει με την προηγούμενη γενιά1.
Πάντως, αν και δεν αντιπροσωπεύει τα μέλη του Συνδέσμου γιαταΔικαιώματα της Γυναίκας, η άποψη ότι πρωταρχικό κα κον των γυναικών είναι η φροντίδα της οικογένειας και του σπιτιού εξακολουθεί να εκφράζεται στην ευρύτερη γυναικεία κίνηση. την άποψη αυτή προώθησε ο Σύνδεσμος προς Διάδοσιν των Ο κυρικών Σπουδών από τις σελίδες του περιοδικού Ελληνίς τον πρώτο χρόνο της κυκλοφορίας του2. ο Σύνδεσμος αυτός, με πρόεδρο την Ειρήνη Γ. Γουλιμή, επιδίωκε «την οικοκυρικήν επιστημονικήν μόρφωσιν της Ελληνίδος οικοδεσποίνης», τη διάδοση των «οικοκυρικών επιστημών» στην Ελλάδα,τηναλληλεγγύ μεταξύ των διπλωματούχων οικοκυρικών σχολών και τη βελτίωση της θέσης όσων δίδασκαν τα οικοκυρικά μαθήματα3.
στήριζε ότι: «[...] με την αγραμματοσύνη των γυναικώντουλαού καιτηνεπιπολαιότητατωνάλλων, η πλήρωσις του πρώτου προ ορισμού της γυναικός γίνεται δύσκολος, σχεδόν ακατόρθωτος. Κα1. Βλ. Έ. Αβδελά και Α. Ψαρρά, ό.π., σ. 28, 94-95. 2. Βλ. «Σύνδεσμος προς Διάδοσιν Οικοκυρικών Σπουδών», Ελληνίς Α' 1 (1921), σ. 29, Α'/2 (1921), σ. 56. 3. Βλ. Α.P., «Σκοπός του Συνδέσμου προς Διάδοσιν Οικοκυρικών Σπουδών», Ελληνίς Α'/3 (1921), σ. 85-86.
Καταγινόμεθα [...] όπως μορφώσωμεν την γυναίκα ούτως, ώστε να καταστή αύτη κοινωνικός παράγων εφάμιλλοςτουανδρός,αλλ' αυτό δεν αποτελεί η μέρος μόνον του προορισμού της.τοσπουδαιότερον, η μόρφωσις της γυναικός ως μητρός και νοικοκυράς, και κατά συνέπειαν η συνεισφορά της εις την κοινωνίαν υπό την μορφήν αυτήν, είναι τελείως παρημελημένη, απόδειξις δε τούτου είναι το ότι η οικοκυρική μόρφωσις δεν εισήλθεν ακόμη εις το πρόγραμμα του δημοτικού σχολείου»1. Από το 1928 το περιοδικό Ελληνίς αποφάσισε να τονώσει το ενδιαφέρον των γυναικών για τα οικιακά. Η συντακτική επιτροπή ανακοίνωσετηνέναρξη τακτικής οικοκυρικής στήλης, αφού δήλωσε την πικρία της για την έλλειψη συνεργασιών και υποστήριξης από τις αναγνώστριες: «και επειδή σιωπούν όλαι, η Συντακτική Επιτροπή, θέλουσα να πιστεύη ότι, παραλλήλως προς τας νέας Ιδέας το "νοικοκυριό" εξακολουθεί ακόμη να ενδιαφέρη περισσότερον τας ελληνίδας γυναίκας, εγκαινιάζει από του νέου έτους ειδικήν στήλην οικοκυρικής, η σύνταξις της όποιας ανετέθη εις μίαν ιδεώδη οικοκυράν και επιστήμονα συγχρόνως κυρίαν»2. Πρόκειται για την Αθηνά Μπεκ, καθηγήτρια μαγειρικής, ζαχαροπλαστικής, οικοκυρικής και οικιακής οικονομίας στην Επαγγελματική Σχολή της Ενώσεως των Ελληνίδων και συνεργάτιδα του Λυκείου των Ελληνίδων 3 . οικογένεια με «μικρόν κράτος». για να ανταποκριθεί η γυναίκα στηναποστολήτης εκεί έπρεπε να αγαπάει την καθαριότητα και την τάξη, να είναι ευσεβής και να διαθέτει «υπομονή, μεγάλη υπομονή με τον άνδρα της, τα παιδιά της και τους υπηρέτας της». για να διευκολυνθεί η Ελληνίδα στο έργο της, η Μπεκ πρότεινε να δι1. Σύνδεσμος προς Διάδοσιν Οικοκυρικών Σπουδών, «Νοικοκυρά και προϋπολογισμός»,ΕλληνίςΑ'/9 (1921), σ. 261-263. 2. «προς τας αναγνωστρίας μας», Ελληνίς Η'/1 (1928), σ. 3-4. 3. Α.T., «Εκλιπούσαι φυσιογνωμίαι: Αθηνά Μπεκ», Ελληνίς Θ΄/11 (1929), σ. 230.
διδάσκεταιημαγειρική στα σχολεία, όπως γινόταν στα «πολιτισμένα κράτη». Πρόβαλε Ιδιαίτερα το παράδειγμα της Ιταλίας, όπου χάρη στο ενδιαφέρον του Μουσολίνι η μαγειρική διδασκόταν σε όλα τα κορίτσια και είχε γίνει μόδα μέρος της γυναικείας ανατροφής όπως το πιάνο, το τραγούδι και οι ξένες γλώσσες" αναφέρθηκε επίσης στην οικοκυρική εκπαίδευση που παρέχονταν στις αρραβωνιασμένες γυναίκες στη Σουηδία. Η Μπεκ πίστευε ότι η γυναίκα που έχει εκπαιδευτεί στα καθήκοντα του οίκου μπορεί με υπερηφάνεια να πει στον αρραβωνιαστικό η τον άνδρα της: «[...] έκτος από την άλλην ανατροφήν μου, γνωρίζω οικοκυρική, μαγειρική, ξεύρω την αξίαν των τροφών, δεν θα με γελάση ο μπακάλης, ο χασάπης, ο μανάβης, κρατώ τα βιβλία των εξόδων μου, είμαι καλή νοικοκυρά, μπορώ να μείνω χωρίς υπηρέτρια, και να την αναπληρώσω εν ανάγκη». το «περί οικογενείας» κείμενο ακολουθεί συνταγή για μπιφτέκι-φιλέτο1. αλλά κάποτε επεκτείνεται και σε θέματα όπως η θρεπτική άξια των τροφών η η εξοικονόμηση του χρόνου της νοικοκυράς. Μετά το θάνατο της το 1930, τη στήλη υπογράφει η «Δώρα», που αργότερα εναλλάσσεται με τη «Ρήνα». Η πρώτη ήταν μάλλον η Δώρα Παπακωνσταντίνου, τακτική συνεργάτρια της Ελληνίδος. η στήλη πάντα περιλαμβάνει κυρίως συνταγές, αλλά και συμβουλές καθαρισμού, διακόσμησης, συμπεριφοράς και Ομορφιάς.
Τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 30: μια συνοπτική αναφορά
Θεωρούμε χρήσιμο να αναφερθούμε σε αυτήν την περίοδο αν καιδενεμπίπτεισταχρονολογικά όρια της εργασίας μας.τααποτελέσματα των ανακατατάξεων και των συγκρούσεων που διαδρα1. Αθηνά Μπεκ, «Περί οικογενείας», Ελληνίς Η'/1 (1928), σ. 22.
διαδραματίστηκαν κατά τη διάρκειά της μέσα στο γυναικείο κίνημα λαμβάνουν την εγκατάλειψη των ριζοσπαστικών αναζητήσεων γύρω από τα ζητήματα του νοικοκυριού και της οικιακής εργασίας και την κυριαρχία του λόγου που τονίζει τους κινδύνους από την παραμέληση του σπιτιού. προσανατολισμός του Εθνικού Συμβουλίου των Ελληνίδων και κορυφώνεται η σύγκρουσή του με το Σύνδεσμο, με επίκεντρο το θέμα της ψήφου. το 1934 ο Σύνδεσμος αποχωρεί από την ομοσπονδία. Σιγά σιγά το Εθνικό Συμβούλιο θα χάσει πολλά από τα δυναμικότερα στελέχη του, όπως την Αγνή και την Ελένη Ρουσσοπούλου και την Αθηνά Γαϊτάνου-Γιαννιού1. στο μεταξύ, καθώς η απειλή του φασισμού πλησίαζε, όλο και περισσότερες γυναίκες στρέφονταν στον αντιφασιστικό αγώνα, βάζοντας τις γυναικείες οργανώσεις και διεκδικήσεις σε δεύτερη μοίρα η και εγκαταλείποντάς τες. Όπως παρατηρούν η Έφη Αβδελά και η Αγγέλικα Ψαρρά: «[Τ]α γυναικεία στρατόπεδα είναι πια δύο, το προοδευτικό και το συντηρητικό, σύμφωνα με τα λόγια των ίδιων των φεμινιστριών»2. Οι διαφορές στα θέματα του νοικοκυριού και της οικοκυρικής εκπαίδευσηςδενήταν βέβαια ούτε η αιτία ούτε η αφορμή της πόλωσης. oι διαφορές αυτές άλλωστε δεν ήταν δυνατόν να είναι ριζικές αλλά ούτε και ξεκάθαρες, μια και σε τελική ανάλυση οι τάσεις στο εσωτερικό του γυναικείου κινήματος συναιρούνταν στη σιωπηλή έστω παραδοχή του «φυσικού» προορισμού της γυναίκας. το νοικοκυριό και η εκπαίδευση στα του οίκου ήταν ούτως η άλλως δευτερεύοντα ζητήματα για τις γυναίκες που διεκδίκησαν το δικαίωμα στην εργασία και την ψήφο. Όταν οι ριζοσπάστριες φεμινίστριες στράφηκαν σε ευρύτερους πολιτικούς και κοινωνικούς στόχους που δεν αφορούσαν αποκλειστικά τις γυναίκες, τα ζητήματα αυτά παρέμειναν στη δικαιοδοσία των συντηρητικών.
1. Βλ. Έ. Αβδελά και Α. Ψαρρά, ό.π., σ. 43-44. 2. στο ίδιο, σ. 53-54.
παραδοσιακές ασχολίες των γυναικών. το 1934 αφιερώνει σε αυτές τρεις τακτικές στήλες: «Ωφέλιμες γνώσεις», «το Σπίτι μας» και «Μόδες». στο μεταξύ η Δώρα Παπακωνσταντίνου ε βάνει τα επιχειρήματα της Μπεκ για την αναγκαιότητα της οικοκυρικής εκπαίδευσης. σε άρθρο με θέμααυτήτηνεκπαίδευσηστη Γαλλία, αναφέρεται στις βλάβες που μπορεί να προκαλέσει όχι μόνο στο οικογενειακό ισοζύγιο, αλλά και στην εθνική οικονομία «η παραμέλησις του νοικοκυριού»1. Θεωρεί απαραίτητο να τονωθεί το ενδιαφέρον των γυναικών για το σπίτι, μια και η εκπαίδευση των κοριτσιών στα μικτά σχολεία «τείνει να σβύση μέσα τους μερικά από τα πολύτιμα γυναικεία χαρακτηριστικά τους», καθώς όλο και πιο πολλά κορίτσια αφήνουν το σπίτιγιανααναζητήσουν «μια αβέβαιη ευτυχία». Πιστεύει πάντως ότι η Χαροκόπειος, που έχει σκοπό «να αναζωογονήση μέσα στην ψυχή του κοριτσιού [...] τηνιερώτερηαγάπηκαιπίστη στην οικογενειακή εστία, [.. να μπορέση εν ανάγκη να συνδυάσηεπωφελώςτιςευθύν νοικοκυράς με την εξωσπιτική εργασία, η οποία καθημερινώς επεκτείνεται», θα αντισταθμίσει αυτή την τάση, «θα δείξη [στη γυναίκα] το δρόμο στον αληθινό προορισμό της, θα την μυήση σε όλες τις χαρές του σπιτιού»2. Ακόμα πιο κατηγορηματική είναι μια νέα συνεργάτρια του
1. Βλ. Δώρα Παπακωνσταντίνου, «Διπλωματούχοι των οικοκυρικών τεχνών Maîtres des Arts Ménagers», Ελληνίς IA'/6-7 (1931), σ. 143. 2. Δώρα Παπακωνσταντίνου, «Ένα νέο ίδρυμα διά την μόρφωσιν Ελληνίδων: Χαροκόπειος Ανωτέρα Οικοκυρική Σχολή», Ελληνίς Ι έ / 6 (1935), σ. 129-131. η Martine Martin (ό.π., σ. 138, 143) αναφέρει στιςαρχέςτηςδεκαετίας του '30 η Mademoiselle de Robieu, γεν ματέας του Κοινωνικού Ινστιτούτου της Οικογένειας και του Νοικοκυριού στη Γαλλία, θεωρεί ότι στόχος της οικοκυρικής επιμόρφωση τριες είναι να πειστούν να εγκαταλείψουν την έμμισθη δουλειά τους. Βλέπουμε εδώ την ίδια τάση για επιστροφή στη «σιγουριά» του σπιτιού που εκφράζει η Παπακωνσταντίνου, και που στη Γαλλία παγιώνεται με την οικονομική κρίση.
περιοδικού, η Ολυμπία Κοκκέβη, που διαπιστώνει ότι «έχομεν σήμερον διαστρέβλωσιν της οικογενειακής νοοτροπίας, ατονίαν των συζυγικών υποχρεώσεων, εγκατάλειψιν των μητρικών καθηκόντων, πολλάκις δε το απατηλόν φάσμα της φιλαρεσκείας δημιουργεί κοινωνικά ζητήματα λίαν επιβλαβή διά την Ελληνίδα γυναίκα». Τονίζει λοιπόν την ανάγκη να αναχαιτιστεί η τάση της να ξεχνάει το τί «πρέπει να πράττη ως νοικοκυρά, δηλ. ως σύζυγος, ως μητέρα, ως Ελληνίς πολίτις» και θεωρείαπαραίτητονααποκτήσουν «οικοκυρική συνείδηση» όλες oι γυναίκες, «διότι η Ελληνική ζωή είναι μία, όπως ένας είναι ο γαλάζιος ουρανός της Ελλάδος»1. εκφράζεταιαπότιςσελίδες της Ελληνίδος,δεναποβλέπειστην απόδοσητουελέγχουτουοίκου στις γυναίκες και στην κοινωνική αναγνώρισητουέργου της οικοδέσποινας, στόχο που είχαν επιδιώξει οι φεμινίστριες της προηγούμενης γενιάς στο όνοματης«εξύψωσης του φύλου τους». σε μια εποχή πολιτικής και οικονομικής αβεβαιότηταςκαιαυξανόμενης ανεργίας οι παραινέσεις να ασχοληθούν οι γυναίκες περισσότερο με το σπίτι έχουν σκοπό να περιορίσουν τις εξωοικιακές δραστηριότητες και τις διεκδικήσεις τους στο όνομα της προστασίας της οικογένειας, της κοινωνίαςκαιτης ίδιας τους της υπόστασης, δηλαδή στο όνομα των αξιών που λίγο αργότεραανέλαβεναπροπαγανδίσει το καθεστώς του Μεταξά.
1. Ολυμπία Π. Κοκκέβη, «Διά την μόρφωσιν των Ελληνίδων», Ελληνίς ΙΕ΄/11 (1935), σ. 222-223. Πτυχιούχος του Ανωτέρου Ινστιτούτου Γεωργικής Οικιακής Οικονομίας του Λάκκεν Βελγίου, η Ολυμπία Κοκκέβη δίδαξε γεωπονικά και πλυντική στην Οικοκυρική Σχολή που ίδρυσε η Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία στο Αρσάκειο του Ψυχικού το 1934. για τη λειτουργία της σχολής βλ. το άρθρο της Ρόζας Νικοπούλου, «Πώς τα κορίτσια μας ετοιμάζονται για τον ρόλο της συζύγου και μητρός: η Οικοκυρική Σχολή Αρσακείου», Ελληνίς ΙΣΤ'/11 (1936), σ. 239-241. η Κοκκέβη συνεργάζεται με την Ελληνίδα μέχρι το κλείσιμο του περιοδικού, το 1940.
ΤΡΙΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΙΚΙΑΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΣΤΑ ΟΙΚΟΚΥΡΙΚΑ ΤΟ ΙΔΕΩΔΕΣ ΤΗΣ ΝΟΙΚΟΚΥΡΟΣΥΝΗΣ Εγχειρίδια
Ελλάδα τρία εγχειρίδια που πραγματεύονται τα οικιακά καθήκοντα των γυναικών: της Helma Poetz, της Αικατερίνης Βαρουξάκ της Ειρήνης Πράτσικα1. Μετά από μία συνοπτική παρουσίαση καθενός, εξετάζουμε τα κυριότερα σημεία στα οποία οι απόψεις των συγγραφέων συγκλίνουν και διαφοροποιούνται μεταξύ του τα συγκρίνουμε με τα εγχειρίδια της οικιακής οικονομίας πο δόθηκαν το 19ο αιώνα. επίσης συσχετίζουμε την εικόνα της οικιακής οικονομίας η των οικοκυρικών, όπως προβάλλεται στα βιβλία του20ούαιώνα, με τις απόψεις και τις προτάσειςπουδιατυπώ
1. στα εγχειρίδια αυτά αναφέρεται το άρθρο της Ειρήνης Κ. Γουλιμή στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια: «Βιβλίαοικοκυρικάυπάρχουν πλείστα εις πάσας τας ξένας γλώσσας, ελληνικά δε ελάχιστα, μεταξύ των οποίων είναι "ο οδηγός της οικοδεσποίνης" της Helma Poetz, κατά μετάφρασιν Ει. Λ. (έκδοσις του Συλλόγου προς διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων), Ειρ. Πράτσικα "Στοιχεία Οικοκυρικής" (1915) και Οικιακαί Εργασίαι", Αικ. Βαρουξάκη Οικιακή Οικονομία" (1928)», τ. III', σ. 735-736.
νονται αυτή την εποχή για την κατεύθυνση της διδασκαλίας των οικιακών καθηκόντων στη γυναικεία εκπαίδευση, και Ιδιαίτερα στα δευτεροβάθμια σχολεία — δηλαδή με τα δεδομένα που ήδη εξετάσαμε. Ο Οδηγός της Οικοδεσποίνης σε μετάφραση ΕΙ.Λ. εκδόθηκε το 1901 από το Σύλλογο προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, και μέχρι το 1930 επανεκδόθηκε έξι φορές1.
ρόν βιβλίον μετεφράσθη εκ του Γερμανικού της κας Helma Poetz. ολίγαδεμόνον μέρη μετεβλήθησαν, όσα ήσαν εντελώς ξένα προς ταςιδικάςμας συνήθειας και επομένωςανεφάρμοσταηακατανόητα. Έκτος της γενικής χρησιμότητός του διά πάσαν Ελληνικήν οικογένειαν,ημεταφράσασα νομίζει ότι το βιβλίον τούτο ημπο κάλλιστα να χρησιμεύση και ως εγχειρίδιον Συμπεριφοράς και Οικιακής Οικονομίας διά τα παρθεναγωγεία». ται «η συμπεριφορά» και αποτελείται από επτά κεφάλαια που αφορούντουςχαιρετισμούς, τη συμπεριφορά μέσα και έξωαπότο σπίτι, τις επισκέψεις, τις κοινωνικές σχέσεις,τηναλληλογραφία καιταγεύματα2. οι αριθμημένοι κανόνες που περιέχουν βοηθούν το άτομο να κερδίσει την εκτίμηση των γύρω του, ακόμα και όταν δεν είναι βέβαιο ότι την αξίζει πραγματικά: «[...] [ Ο ] καθημερινός βίος μας δεικνύει πώς άνθρωποι εις πολλά αναξιώτεροι κατωρθώνουν, διά της προσηνούς συμπεριφοράς των, να δειχθούν υπέρτεροι άλλων αληθώς άξιων, καλύπτοντες
1. Helma Poetz, Οδηγός της Οικοδεσποίνης, εν Αθήναις 61930. στην έκδοσηδεναναφέρεταιηχρονολογία του πρωτοτύπου. Αν και προφανώς γράφτηκε το 19ο αιώνα, θεωρήσαμε σκόπιμο να συμπεριλάβουμε τον Οδηγό της Οικοδεσποίνηςστανεότερα εγχειρίδια, παίρνοντας υπόψη τη χρονολογία της πρώτης έκδοσής του στα ελληνικά και κυρίως τις πολλαπλές επανεκδόσεις του στις πρώτες τρεις δεκαετίες του 20ού αιώνα. 2. στο ίδιο, σ. 5-27.
επιτηδείως τας ελλείψεις των. Ο ειλικρινής χαρακτήρ αποστρέφεται τούτο" μ' όλα ταύτα η πείρα διδάσκει ότι η σχέσις προς τους όμοιους μας επιβάλλει και ως προς την εξωτερικήν συμπεριφοράν υποχρεώσεις,τωνοποίων η παράλειψις συχνότατα φέρει δυσ σκειας και ζημίαν [...] Η τήρησις των τύπωντηςαβρότητος,της ευπρεπείαςκαιτωνκαλών τρόπων είνε καθήκον,τουοποίουηεκτέλεσις συντελεί εις την μόρφωσιν του χαρακτήρος και δίδει χάριν ειςτηνζωήν»1. Πολλοί από τους κανόνες που παραθέτει η Poetz είναι γενικοί και περιγράφουν τη συμπεριφορά που πρέπειναακολουθούνοι άνθρωποι ανεξάρτητα από το φύλο, την ηλικία και την κοινωνική τους κατάσταση. Οι παραινέσεις σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο, π.χ. «2. τον χαιρετισμόν μας ετοιμάζομεν από τινα απόστασιν»2, διανθίζονται κάπου κάπου με απρόσωπες διατυπώσεις που προβάλλουν την πρέπουσα συμπεριφορά ως ανταπόκριση σε αντικειμενικές συνθήκες' π.χ: «15. Εις την συναναστροφήν η ευθυμία είναι ευχάριστος όταν δεν παρεκτρέπεται»3. Άλλοτε πάλι οι συμβουλές εξειδικεύονται ανάλογα με το φύλο, τηνηλικίακαιτονκοινωνικό ρόλο των συναναστρεφομένων: «6. Κύριοι καπνίζοντες αφαιρούν από το στόμα το σιγάρον, οσάκις πρόκειται να χαιρετίσουν κυρίαν»4. «30. Όταν νέα κυρία αποχαιρετίζη πρεσβυτέρα είνε πρέπον η πρεσβυτέραναεπιφορτίζητην νεωτέραν με χαιρετισμούς προς τους γονείς και τους λοιπούς οικείους της» 5 . «28. Ολιγόλογος και ψυχρά διάθεσις της οικοδεσποίνης διεγείρει την υποψίαν ότι βαρύνεται τους επισκέπτας της» 6 . του οίκου», που αποσκοπεί κυρίως στην εξασφάλιση της τάξης,
1. Στο 2. Στο 3. στο 4. στο 5. στο 6. Στο ίδιο, ίδιο, ίδιο, ίδιο, ίδιο, ίδιο. σ. σ. σ. σ. σ. 5-6. 7. 20. 7. 16.
της καθαριότητας και της ευπρέπειας. oι τίτλοιτωνεπιμέρους κεφαλαίων είναι ενδεικτικοί: «Ευπρέπεια, τάξις και καθαριότης», «Γενικοί κανόνες, Τακτοποίησις της τραπεζαρίας», «Καθάρισμα των παραθύρων», «Καθάρισμα των ταπήτων», «Καθάρισμα των επίπλων», «Καθάρισμα των λοιπών αντικειμένων», «Καθάρισμα των κλιμάκων», « Ο κοιτών», «Θέρμανσις — Αερισμός», « Η υπηρεσία της τραπέζης», «Επίσημα γεύματα», «το μαγειρείον», «Καθάρισμα αργυρών σκευών», «Καθάρισμα λυχνιών», «Καθάρισμα ενδυμάτων και υποδημάτων» και «Καλλιέργεια άνθέων»1. τάξη, δηλαδή από τις Ικανότητες της οικοδέσποινας: «εν βλέμμα εντόςτουοίκου μάς φανερώνει τί είναιηοικοδέσποινα.καιτο πενιχρότερον δωμάτιον ημπορεί και πρέπει να είναι τακτικόν και καθαρόν. δεν κατορθώνει ποτέ ο πλούτος των επίπλων ν' αντικαταστήση την έλλειψιν της τάξεως, της καθαριότητος και της καλαισθησίας»2. Η Poetz δεν αφιερώνει ιδιαίτερο κεφάλαιο στην υγιεινήητη φροντίδα των αρρώστων. Επισημαίνει όμως συχνά τη σημασία που έχει η σωστή εκτέλεση των διαφόρωνοικιακώνεργασιών γιατηδιατήρηση της υγείας. Έτσι, π.χ., συνιστά το «υγρόν καθάρισμα» των δωματίων προκειμένου να καταπολεμώνται αποτελεσματικά τα «μικρότατα και αόρατα διά γυμνού οφθαλμού οντά, ταονομαζόμεναβακτήρια». Η συγγραφεύς δεν διευκρινίζει αν η οικοδέσποινα που έχει υπόψη της χρησιμοποιεί τις οδηγίες της προκειμένουναεπιτηρεί αποτελεσματικάτουςυπηρέτες της η αν αναλαμβάνει η ίδια τις οικιακέςεργασίες.Σαφείς αναφορές στην παρουσία υπηρετικού προσωπικού πάντως περιέχονται μόνο στα κεφάλαια που πραγματεύονται την «Υπηρεσία της Τραπέζης» και τα «Επίσημα γεύματα». Αξίζει να σημειώσουμε ότι στην εισαγωγή του πρώτου η Poetz τονίζει ότι είναι προσωπικό καθήκον της οικοδέσποινας
1. στο ίδιο, σ. 29-79.
2. στο ίδιο, σ. 28.
να κάνει το τραπέζι ελκυστικό, να φροντίσει ώστε να επικρατεί τάξη, καθαριότητα και καλή διάθεση, ακόμα κι αν το τραπέζι αυτό καθαυτό είναι φτωχό, και να συνηθίσει τα παιδιά «εις την τήρησιν της καθαριότητος και της ευπρεπείας κατά την ώραν του γεύματος». Προπαντός πρέπει να φαιδρύνει η ίδια το γεύμα με την καλή της διάθεση,ανακουφίζονταςέτσι το σύζυγο που επιστρέφει μετά από κοπιαστική δουλειά. το τίμημα για την παραμέλησηαυτούτου καθήκοντος είναι μεγάλο: «Πώς ημπορεί [ο σύζυγος] να έχη όρεξιν διά το φαγητόν ; Διόλου παράξενον, εάν ανασύρεται όσον το δυνατόν ταχύτερον από την δυσάρεστον ατμοσφαίραν του οίκου, διά να ζητήση αλλού αναπλήρωσιν της ευτυχίας και της χαράς, την οποίαν δεν ευρήκεν εν μέσω της οικογενείας του» 1 . γνώσεις», περιέχει αριθμημένες οδηγίες για το πλύσιμο,τοκολλάρισμα, το σιδέρωμα και την επιδιόρθωση των ρούχων2. Αμέσως μετά, «[ώ]ς συμπλήρωμα του μικρού τούτου βιβλίου», ακολουθεί μία υπενθύμιση στις οικοδέσποινες για τους κινδύνους τόσο της παραμέλησης του οίκου όσο και της αποκλειστικής προσήλωσης στα έργα του: « Η ευδαιμονία εξαρτάται από πολλά και μικρά. Όταν η οικοδέσποινα παραμελή τας κοινωνικάς της υποχρεώσεις και αποξενώνεται από τον κόσμον, χάνει πολλάκις περιστάσεις δυναμένας να συντελέσουν εις την πρόοδον και την ευημερίαν της οικογενείας της. Εάν εξ εναντίας απορροφάται εντελώς από την πολυτάραχον κοινωνικήν ζωήν και αμελή τον οίκον της καταστρέφει βαθμηδόν καιτηνιδικήντης και των ιδικών της την ευτυχίαν»3. Αυτή είναι και η μοναδική αναφορά του Οδηγού της Οικοδεσποίνης σε κάποια γενική αρχή που πρέπει να κατευθύνει τη συμπεριφορά της οικοδέσποινας. Η έμφαση που δίνει η Poetz στην
3. στα ίδιο, σ. 100.
2. στο ίδιο, σ. 80-100.
1. στο ίδιο, σ. 52.
οικιακή εργασία πάντως δίνει και το μέτρο για ό,τι θεωρεί αυτή αποξένωσηαπότονκόσμο και παραμέληση του οίκου. Αυτή είναι και η μοναδική γενική αρχή που προτείνει ο Οδηγός στην αναγνώστρια προκειμένου να έχει κάποια προοπτική στις επιδιώξεις της που αφορούν την καθαριότητα, την τάξηκαιτη ευπρέπειατουοίκου. Επισημαίνοντας τις συνέπειες της αποξένω σης της οικοδέσποινας από τον κόσμο, η Poetz έμμεσα αποδίδει στη γυναίκα το ρόλο του εκπροσώπου της οικογένειας στις «δ σιες σχέσεις», πράγμα που εξηγεί και τη σημασία που δίνει στη διδασκαλία κανόνων συμπεριφοράς. Πάντως η έμφαση του Οδηγού στην οικιακή εργασία δίνει και το μέτρο του τίαποτελείγια τη συγγραφέα παραμέληση του οίκου. Προλογίζοντας το εγχειρίδιό της Οικιακή Οικονομία, η Αικατερίνη Βαρουξάκη παρατηρεί ότι έκτος από καλή θέληση, η διεύθυνση του οίκου απαιτεί «γνώσεις δι' ων είναι δυνατόνναπρολαμβάνη η οικοδέσποινα και να αποκρούη το κακόν». το μεγαλύτερο κακό είναι η αρρώστια. το υπέρτατο αγαθό, θεμέλιο της οικιακής ευημερίας, η υγεία: «Καλή οικοκυρά είναι εκείνη, ήτις ου μόνον γνωρίζει θεωρητικώς και πρακτικώς να διευθύνη τα του οίκου και μετά φειδούς να κάμη χρήσιν των χρηματικών πόρων της οικογενείας, αλλά προ παντός να γνωρίζει πώς θα διαφυλάξη και θα ενίσχυση την υγείαν
εαυτής και των περί αυτήν και πώς εν ανάγκη θα προλαμβάνη και
θα καταπολεμή την ασθένειαν, διότι ο πραγματικός πλούτος οικογενείας και το σπουδαιότερον κεφάλαιον προς πρόοδονκαιευημερίαν αυτής είναι η υγεία»1.
1. Αικατερίνη Βαρουξάκη, Οικιακή Οικονομία, εν Αθήναις 419'23, σ. έ. δε γνωρίζουμε με βεβαιότητα τη χρονολογία της πρώτης έκδοσης της ΟικιακήςΟικονομίαςτηςΑικατερίνης Βαρουξάκη. Κάτω από το σύντομο κείμενο που υπογράφει η συγγραφέας, «Αντί προλόγου», στην τέταρτη έκδοση βιβλίου της, υπάρχει η ένδειξη «εν Αθήναις 31 Οκτωβρίου 1912-1922». η πρώτη χρονολογία προφανώς προσδιορίζει το χρόνο που η Βαρουξάκη
του
«Υγιεινή του άτομου»1, την «Υγιεινή της τροφής»2καιτην «Υγιεινή της κατοικίας»3. Πολλές από τις συμβουλές που περιέχονται στα επιμέρους κεφάλαια έχουν σκοπό να προλάβουν την αρρώστια, να την καταπολεμήσουν και προπαντός να δείξουν τις
προλόγισε την πρώτη έκδοση η τη χρονιά που κυκλοφόρησε το βιβλίο. Σύμφωνα με τα σχόλια της Ειρ. Γουλιμή (ό.π.), η Οικιακή Οικονομία επανεκδόθηκε επίσης το 1928. η Αικατερίνη Βαρουξάκη καταγόταν από τη Σάμο και φοίτησε στο Παρθεναγωγείο της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας στην Αθήνα. το 1895 διορίστηκε οικονόμος στα σχολεία της Εταιρείας. Δύο χρόνια αργότερα πήρε το δίπλωμα της δασκάλας και έγινε υποδιευθύντρια κ συνέχεια διευθύντρια του Αρσακείου. το 1914 ανέλαβε επίσης τη διεύθυνση του Αστικού Σχολείου που ίδρυσε η Εταιρεία. Σύμφωνα με τον Κανονισμό των Σχολείων της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας του 1911, ως διευθύντρια Αρσακείου έπρεπε να διδάσκει την οικιακή οικονομία και να εποπτεύε άσκηση των μαθητριών στις οικοκυρικές εργασίες. η Βαρουξάκη πάντως δίδασκε οικιακή οικονομία και οικιακή παιδαγωγική ήδη από το 1901-1902. Απότο1911 έως το 1913 ήτανεπικεφαλήςτουνοσοκομείου που λειτούργησε στο Αρσάκειο. Αποσύρθηκε από τη διεύθυνση του σχολείου το 1927 και στρεψε το 1930. Νεκρολογία της που δημοσιεύτηκε το 1934 μνημονεύει επιμονή της στο πλύσιμο των δοντιών, την αποψείρωση και τη γενική καθαριότητα των μαθητριών, καθώς και το ζήλο με τον οποίο εργάστηκε για «εκπολιτισμό» γενικότερα. η Βαρουξάκη ίδρυσε τον Σύλλογον προς Προστασίαν της Υγείας των Μαθητών. Εκτός από την Οικιακή Οικονομία, έργα της είναι η Καλαισθητική Αγωγή (1915), Αι Εθνικαί Παραδόσεις (1916) και το αυτοβιογραφικό Μαθητικαί Αναμνήσεις (1932). Βλ. Ελισάβετ Δούκα-Καραγιαννοπούλου, «Ελληνίδες Παιδαγωγοί(απότηςαπελευθερώσεως)», Μεγάλη Παιδαγωγική Εγκυκλοπαίδεια (επί τη βάσει του Lexicon der Pädagogik του Herder), τ. Β', σ. 461" Στέφανος Γαλάτης, Ιστορία εν Αθήναις Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας από της Ιδρύσεως μέχρι του 1936, Αθήναι 1957, τ. Γ', σ. 475, 483" Ρόζα Νικοπούλου, «Αικατερίνη Βαρουξάκη», Ελληνίς ΙΔ'/3 (1934), σ. 4" τα υπό του Διοικητικού Συμβουλίου της εν Αθήναις Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας πεπραγμένα κατά το έτος 1900-1901, εν Αθήναις 1902, σ. 48. 1. Αικ. Βαρουξάκη, Οικιακή Οικονομία,ό.π.,σ. 1-28. 2. στο ίδιο, σ. 29-68. 3. Στο ίδιο, σ. 69-98.
καταστρεπτικές συνέπειες που μπορεί να έχει η παραμέληση της υγιεινής. για παράδειγμα, στο κεφάλαιο «Θέσις, εκλογή και υγιεινή της κατοικίας — Προφυλακτικά από της υγρασίας μέτρα», διαβάζουμε: «τα πρόσωπα των κατοίκων τοιούτων [ανθυγιεινών] κατοικιών είναι χλομά, τα παιδία καχεκτικά, η αναιμία δε η φθίσις και αι λοιπαί ενδημικαί ασθένειαι ευρίσκουν κατάλληλον έδαφος προς ανάπτυξιν»1. στο κεφάλαιο «Είδη τροφών, θρεπτική αξία αυτών, Διαιτητική»: «Ένεκα δε της ευκολίας, μεθ' ης χωνεύονται [τα οστρείδια] και υπό του ασθενεστέρου στομάχου, [...] πρέπει να δίδωνται και εις τους εξ ασθενείας αναλαμβάνοντας ως ορεκτικόν»2. Τέλος στο κεφάλαιο « Η υγιεινή του σώματος γενικώς και ειδικώς των αναπνευστικών και πεπτικών οργάνων»: «και διά του φιλήματος γίνεται η μετάδοσις νοσημάτων, διά τούτο πρέπει ρητώς ν' αποφεύγωνται εις τα παιδία τα φιλήματα και μάλιστα παρ' άγνώστων»3. Η έννοια της υγείας βέβαια είναι πολύ ευρύτερη από την απουσία της σωματικής ασθένειας. Η Βαρουξάκη υπάγει στην υγεία όχι μόνο τη σωματική ευρωστία και τα σημάδια της, που πρέπει να είναι ορατά στους άλλους, αλλά και την ίδια την έφεση στην υγιεινή" προπάντων την αυτοπειθαρχία που πρέπειναασκείο άνθρωπος για να εξασφαλίσει τη σωματική ευρωστία. Η υγεία αφορά θέματα κοινωνικής, ηθικής και αισθητικής τάξης. Η υγιεινή του σώματος δεν προλαβαίνει απλώς την αρρώστια απομακρύνοντας τη βρωμιά" αναδεικνύει τον ίδιο το χαρακτήρατουανθρώπου και την πειθαρχία του στα μέτρα και τα σταθμάτηςηθικής και της αισθητικής: «Όπως, όταν παρατηρώμεν οικίαν, κατανοούμεν τί είδους άνθρωπος είναι ο ιδιοκτήτης και η οικοδέσποινα, το αυτό συμβαίνει και με το σώμα μας, όπερ είναι η κατοικία του άτομου μας. το σώμα είναι ο καθρέπτης του εγώ μας. Α ς περιποιώμεθα λοιπόν το σώμα, ίνα αυξήσωμεντηναξίαντουεγώκαι
1. στο ίδιο, σ. 75. 2. στο ίδιο, σ. 30. 3. στο ίδιο, σ. 6.
καταστήσωμεν αυτό ικανώτερον και τελειότερον, όπως εκτελέση τον προορισμόν του» 1 . Αντίστοιχαηυγιεινή της τροφής προϋποθέτει και διασφαλίζει έμμεσα μια ηθική στάση απέναντι στην κατάχρηση:«νααποφεύγωμεν την πολυφαγίαν και την λαιμαργίαν, αίτινες ου μόνον σωματικώς βλάπτουσι, επιφέρουσαι διαφόρουςασθενείας,αλλά και διανοητικώς και ηθικώς, αμβλύνουσαι την διάνοιαν και διαφθείρουσαι τα ήθη» 2 . ζει ειδυλλιακό: « Η οικία και το εγώ μας, το μέρος ένθα η παιδική ηλικία δύναται να αναπτυχθή εντός καλλιτεχνικού και ωραίου περιβάλλοντος. Διά τούτο πρέπει να προσπαθή τις όσον δύναται να κατοική εις προάστια η εις εξοχάς, ένθα ο καθαρός αήρ, ο ήλιος, αιτηςωραίαςφύσεως εικόνεςθαεξωραΐζουσιτηνυγιεινήνκαι αναπαυτικήν κατοικίαν»3. σπάζονται και τις διαδίδουν από εκείνους που έχουν τη φτώχεια, την άγνοια η τις κακές συνήθειες αποτυπωμένες στο παρουσιαστικό, τους τρόπους η το σπιτικό τους. Η αρρώστια είναι μόνο μία ενδεχόμενη συνέπεια της μη υπακοής στις επιταγές αυτές. Άλλες οδυνηρές συνέπειες είναι το κουτσομπολιό, η περιφρόνηση η η κοροϊδία. Έτσι δεν είναι καθόλου παράδοξο ότι η Βαρουξάκη υπάγει τα κεφάλαια «Παράθεσις τροφών — Στρώσις τραπέζης» 4 και «Κανόνες συμπεριφοράς κατά την ώραν του φαγητού»5 στην «Υγιεινή της Τροφής» η ότι περιλαμβάνειοδηγίεςγιατην καλαίσθητη επιλογή και τοποθέτηση του εικονοστασίου στην « Υ γιεινή της κατοικίας»6.
1. 2. 3. 4. 5. 6. στο ίδιο, σ. 14. στο ίδιο, σ. 31. στο ίδιο, σ. 71. στο ίδιο, σ. 58-63. στο ίδιο, σ. 64-68. στο ίδιο, σ. 97-98.
υγιεινής, ανεξάρτητα από τα υλικά μέσα που διαθέτει και από την οικονομική στάθμη της οικογένειάς της. Έτσι αν το σπίτι της διαθέτει μόνο ένα δωμάτιο, θα πρέπει να προσπαθήσει να το εξωραΐσει, υποδιαιρώντας το με τέτοιο τρόπο ώστε να διαχωρίζονται μεταξύ τους οι δραστηριότητες των ένοικων, όπως θα συνέβαινε σε ένα «κανονικό» σπίτι: «Εις το βάθος πρέπει να υπάρχει ο κοιτών χωρίζομεν αυτόν διά παραπετάσματος, το εν τέταρτον του δωματίου μεταχειριζόμεθα διά μαγειρείον χωρισμένον και τούτο διά παραπετάσματος, διότι ξένος οφθαλμός δεν πρέπει να βλέπη το ένδον του οίκου, ανεξαρτήτως αν είναι πτωχός η πλούσιος. Η είσοδος θα χρησιμεύη και ως αίθουσα. τα πάντα δε πρέπειναδιατηρώνται μετά τόσης τάξεως και καθαριότητος, ώστε να μη καθίσταται σχεδόν αισθητόν το στενόν του χώρου. Ίνα όμως τούτο κατορθωθή, απαιτείται υπομονή μεγάλη, ακούραστος φιλοπονία και άπειρος αγάπη προς την τάξιν» 1 . ΆλλωστετοΙδεώδες της πολυτέλειας είναι παρωχημένο: « Ο λίγα και απλά έπιπλα, καλλιτεχνικής αξίας εικόνες, φυτά πολλά και άνθη εντός και έκτος της οικίας, άπειρος καθαριότης και τάξις πανταχού, πτηνά ωδικά ενιαχού είναι το ιδεώδες της σημερινής κατοικίας των μορφωμένων ανθρώπων, των καλαισθητικώς ανατρεφομένων αστών»2. Η κυριότερη αρχή της υγιεινής είναι η καθαριότητα. Η διείσδυση της στα πιο απόκρυφα μέρη του σπιτιού είναι αδιάσειστο κριτήριο της προσπάθειας των ένοικων όχι μόνο να φαίνονται, αλρητηρίου είναι μέτρον πολιτισμού των οικούντων έν τινι οικία»3. στο Δ' και έ μέρος της Οικιακής Οικονομίας,πουαφορούναντί-
1. στο ίδιο, σ. 76-77
2. Στο ίδιο, σ. 71. 3. Στο ίδιο, σ. 80.
αντίστοιχατονκαθαρισμό και την απολύμανση των δωματίων1 και την επιλογή, τη φροντίδα και την επιδιόρθωση των ρούχων2. οδηγίες για την περιποίηση των αρρώστων, την προφύλαξη από μεταδοτικές αρρώστιες και επιδημίες, την παροχή πρώτων βοηθειών και την κατάρτιση πρόχειρου οικιακού φαρμακείου. Ενώ η Βαρουξάκη δεν αναφέρεται στους λόγουςπουεπιβάλλουντην ανάθεσητηςοικιακής εργασίας στις γυναίκες, θεωρεί ότι η φροντίδα των αρρώστων απαιτεί τα προσόντα που διαθέτει «εμφύτως» το γυναικείο φύλο. Η ασθένεια, «άκανθα [...] περιπεπλεγμέν[η] ειςταάνθη της ζωής», δεν θεραπεύεται μόνο με φάρμακα και ιατρικές συμβουλές. Χρειάζεται οπωσδήποτε τη φροντίδα μιας γυναίκας: «το οικογενειακόν φίλτρον και η προς τους πάσχοντας ευαισθησίακαισυμπάθεια, έτι δε η υπομονή, η αβρότης των τρόπων, η απαλότης της χειρός, η οξυδέρκεια και η γλυκύτης, είναι αρεταί γυναικείαι, αι οποίαι καθιστώσι την γυναίκα αρίστην νοσοκόμον και παρήγορον άγγελον των πασχόντων»4. οίκου»5 και πραγματεύεται τα καθήκοντα της οικοδέσποινας ως διαχειρίστριας της προσωπικής εργασίας. του χρόνου και των μέσων που αυτή απαιτεί, τη ρύθμιση των οικογενειακών δαπανών, τηνεκπαίδευσητηςγυναίκας στα του οίκου και τη δράση της «εν τηεθνικήπαραγωγή». Η καλή διεύθυνση του οίκου απαιτεί δύναμη μνήμης, φειδώ —«λελογισμένην οικονομίαν, την αποφυγήν πάσης περιττής η υπερβολικής δαπάνης»—, τάξη και πρόνοια. Περιλαμβάνει επίσης την ηθική μόρφωσητωνυπηρετών,πουαναφέρονται εδώ για πρώτη φορά6. στα οικονομικά καθήκοντα της
1. Στο ίδιο, «οικιακαί εργασίαι», σ. 99-112. 2. Στο ίδιο, «η ενδυμασία», σ. 113-135. 3. στο ίδιο, σ. 136-164. 4. στο ίδιο, σ. 136. 5. στο ίδιο, σ. 165-196. 6. στο ίδιο, σ. 165-175.
γυναίκας αναφέρονται τα κεφάλαια «Οικιακή λογιστική»1 και «Οικιακή Οικονομία. Αποταμίευσες»2. το δεύτερο ορίζει την οικιακή οικονομία ως «επιστήμη ήτις διαλαμβάνει τας αρχάς και τους κανόνας, δι' ων επιτυγχάνεται η ηθική και υλική ευημερία του οίκου»3, επισημαίνει τις αρχαίες ελληνικές καταβολές της και προάγει τις αρχές της λελογισμένης δαπάνης, της ευποιίας και της αποταμίευσης. Η απόδοση της οικοδέσποινας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό απότηδιαπαιδαγώγηση της. Καθήκον της μητέρας είναι να φροντίσει για τη σωματική υγεία, τη διανοητική ανάπτυξη και την ηθική μόρφωση της κόρης της, να της μάθει αποτελεσματικές μεθόδους εργασίαςκαινατηνασκήσειστις οικιακές αρετές και γνώσεις. οι τελευταίες αποτελούν κεφάλαιο για κάθε γυναίκα: «Αι πρακτικαί [...] γνώσεις είναι ανάγκη να αποκτώνται ου μόνον υπό των πτωχών νεανίδων άλλα και υπό των ευπόρων και πλουσίων αφ' ενός μεν διότι η τύχη είναι άστατος, αφ' ετέρου δε διότι χρησιμεύουσιν εις
οιανδήποτε κοινωνικήν θέσιν και αν ανήκη τις προςτηνπραγματικήν ευδαιμονίαν της οικογενείας»*'.
τα παιδιά της μπορούν στην ανάγκη να αναλάβουν και εργασία επ' αμοιβή. Κύριος σκοπός της ζωής της γυναίκας πάντως είν σπίτι, και η ζωή της πρέπει να προσαρμόζεται στις απαιτήσεις τηςαποστολήςτης εκεί: «το ιδεώδες της γυναικός είναι να καταστή σύζυγος αφωσιωμένη μήτηρ φιλόστοργος, κόρη τρυφερώς αγαπώσα την οικογένειάν της. το πρόγραμμα του βίου αυτής πρέπει να είναι θέλησις ισχυρά, αυταπάρνησις και καρτερία εις την εκτέλεσιν του καθήκοντος» 5 .
1. 2. 3. 4. 5. Στο ίδιο, σ. 175-183. στο ίδιο, σ. 184-187. στο ίδιο, σ. 184. στο ίδιο, σ. 189. στο ίδιο, σ. 190.
« Ο οίκος και η οικογένεια είναι ο σκοπός του βίου της γυναικός- πρέπει δε να καθιστά τούτον διά της αγάπης, του θάρρους, της φαιδρότητος και των τρυφερών μερίμνων της προς πάντας τους οικείους ενδιαίτημα ευτυχίας»1. Η οικοδέσποινα όμως έχει και καθήκοντα απέναντι στο κοινωνικό σύνολο: « Η τελεία Ελληνίς καθήκον έχει να συντελέση καιειςτηνοικονομικήν ευεξίαν της Χώρας, εις την αύξησιν του εθνικού πλούτου της Πατρίδος της, μορφώνουσα ακαταπαύστως εαυτήν και παρέχουσα διά της προσωπικής εργασίας της, διά της καταπολεμήσεως της πολυτελείας, διά της αγάπης προς πάσαν ελληνικήν παραγωγήν, εν τω κύκλω της ενεργείας της, τα μέσα προς ανύψωσιντουΕλληνικούΈθνους» 2 . «πρακτικάς και ωφελίμους γνώσεις, την μελέτην της παιδοκομίας καιτηςυγιεινής».Από τη μορφωμένη και ενάρετη μητέρα και νοικοκυρά, τη «σύντροφο και βοηθό του ανδρός», εξαρτάται η πρόοδος της οικογένειας. και από αυτήν η πρόοδος του Έθνους: « Η καλή, ηθική και εργατική οικογένεια, η ωπλισμένη διάτοναγώνα της ζωής, ήτις εν καιρώ δυστυχιών εντείνει τας δυνάμεις προς εργασίαν, πειθαρχεί πάντοτε εις τους Νόμους και γνωρίζει προ παντός ποία καθήκοντα έχει και τίνα δικαιώματα περιμένει. Πειθαρχούσα και εργαζομένη θα επουλώση τας εθνικάς πληγάςκαιθα φέρη την Ελλάδα εις το ύψος, εις το οποίον από αιώνων ίστατο»3.
χεία Οικοκυρικής, Μέρος αι οικιακαί εργασίαι, «είναι το πόρισμα της τετραετούς διδασκαλίας [της] εις τα σχολεία της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρίας και το Διδασκαλείον της Ενώσεως των Ελλήνίδων, όπου μέγας αριθμός μαθητριών ηκολούθησε τα μαθήματα
1. Στο ίδιο, σ. 191. 2. Στο ίδιο, σ. 192. 3. Στο ίδιο, σ. 196.
ειςτουςδιαφόρους κλάδους της Οικοκυρικής η Οικιακής Οικονομίας» 1 . ει με τον ορισμό «όστις εδόθη υπό του Διεθνούς Εκπαιδευτικού Συνεδρίου (Congrès International de Γ Enseignement primaire) του 1907. Οικιακή Οικονομία περιλαμβάνει όλας εκείνας τας γνώσεις θεωρητικάς και πρακτικάς, αίτινες είναι απαραίτητοι εις μίαν οικοδέσποιναν διά να διευθύνη το σπήτι της. Συνίστανται δε αύται εις την αγοράν και διατήρησιν των τροφίμων" εις την προπαρασκευήν της τροφής" την τέχνην του διευθετείν την τράπεζαν. την κοπτικήν, την ραπτικήν, το πλύσιμον και σιδέρωμα των ενδυμάτων" την διατήρησιν των φορεμάτων και επίπλων την υγιεινήν της οικίας, την υγιεινήν των παιδιών, την περίθαλψιν των ασθενών και βρεφών"». αν φαίνωνται απλαί και τετριμμέναι, γίνονται όμως δύσκολοι και πολυσύνθετοι εάν δεν εκτελώνται με σύστημα και τάξιν. Τότε δε μόνον θα κατορθώση μία οικοδέσποινα ν' αποκτήση σύστημα και τάξιν εις την εργασίαν της, όταν μάθη διατί γίνεται εκάστη εργασία, πώς γίνεται, ποία σκεύη και υλικά της χρειάζονται δι' αυτήν και πρωτίστως πόσην ώραν πρέπει να θυσιάζη δι' εκάστην» 2 . στην έννοια της οικιακής οικονομίας και τη σκοπιμότητα της διδα1. Ειρήνης Π. Πράτσικα, Διπλωματούχου της εν Βερολίνω Οικοκυρικής Σχολής Pestalozzi-Frübelhaus, Καθηγητρίας των οικοκυρικών μαθημάτων του εν Αθήναις Διδασκαλείου θηλέων της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας, Στοιχεία Οικοκυρικής. Μέρος Α' Οικιακαί Εργασίαι, προς χρήσιντωνμαθητριών των αστικώνσχολείωνκαιδιδασκαλείων, συμφώνωςπροςτοπρόγραμμα του Υπουργείου της Παιδείας, εν Αθήναις 1915, σ. 3. στο άρθρο της «Οικιακή Οικονομία», στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, η Ειρ. Κ. Γουλιμή αναφέρει ότι η Πράτσικα εξέδωσε τα βιβλία Στοιχεία Οικοκυρικής Οικιακαίεργασίαι(βλ. εδώ σημ. 1, σ. 229). Προφανώς πρόκειταιγιατο ίδιο βιβλίο. 2. Ειρ. Π. Πράτσικα, ό.π., σ. 3-4.
διδασκαλίας της. το κύριο σώμα του πραγματεύεται τον οίκοκαιτην οικοσκευή και Ιδίως την καθαριότητά τους. oι τίτλοι των κεφαλαίων είναι ενδεικτικοί: «Περί αερισμού», «Καθαρισμός παραθύρων», «Καθαρισμός λαμπών», «Περί θερμάνσεως και καθαρισμού της θερμάστρας», «Καθαρισμός κοιτώνος», «Καθαρισμός αιθούσης», «η γενική καθαριότης του δωματίου», «Λουτήρες, αποχωρητήρια και καθαρισμός αυτών», «Καθαρισμός πατωμάτων», «Καθαρισμός ταπήτων», «Στίλβωσις επίπλων», «Πώς καθαρίζονται καθρέπται, ανθοδοχεία και διάφορα αντικείμενα πολυτελείας», «Καθαρισμός ξυλίνων σκευών του μαγειρείου», «Καθαρισμός αργυρών σκευών και κοσμημάτων», «Καθαρισμός σιδηρών σκευών», «Καθαρισμός χάλκινων σκευών», «Καθαρισμός βουρτσών, πινέλων, κτενίων, σπόγγων, κλπ.», «Περί καθαρισμού κηλίδων», «Καθαρισμός μάλλινων ειδών», «Πλύσιμον δαντελλών και άλλων ειδών», «Πώς διατηρούμεν μάλλινα είδη και γούνας», «Καθαρισμός χειροκτίων και δερματίνων ειδών», «Πλύσις—στέγνωμα — κολλάρισμα — σιδέρωμα», «τα άνθη και τα φυτά εν τη οικία», «Καταστρεπτικά ζώα, παράσιτα έντομα, και καταδίωξις αυτών». που πραγματεύεται και συχνά περιλαμβάνει πληροφορίεςγιατον τρόπο κατασκευής και την ιστορία τους. στον πρόλογο η Πράτσικα διευκρινίζει: «[...] [T]ο θεωρητικόν μέρος του βιβλίου, μετά τίνων ενδιαφερουσών ιστορικών σημειώσεων, εις το οποίον πραγματευόμεθα, την προέλευσιν και κατασκευήν των εν χρήσει σκευών καιυλικών,ετέθηπρώτον διά να μορφώση κάπως τας μαθήτριας από γενικής απόψεως και δεύτερον διά να γνωρίζωσιν αύται, τί είναι έκαστον αντικείμενον το οποίον χειρίζονταιεκατοντάκιςτης ημέρας»1. τομο και άλλοτε εκτενέστερο. για παράδειγμα, στον «Καθαρισμό παραθύρων» υπάρχει μόνο μία πρόταση: «το παράθυρον αποτελείται
1. στο ίδιο, σ. 4.
λείται από το περιθώριον, το εσωτερικόν πεζούλι, τα εσώφυλλα καιταεξώφυλλα»1.Ενώστοκεφάλαιο «Καθαρισμός σιδηρών σκευών» προηγούνται τρεις παράγραφοι για τις Ιδιότητες και χρήσεις του σιδήρου, μεσολαβούν oι οδηγίες καθαρισμού και ακολουθεί περιγραφή των τρόπων κατεργασίας του μετάλλου2. το «Θεωρητικόν» μέρος δεν αναφέρεται πάντα στα πλεονεκτήματακαιτα μειονεκτήματα των αντικειμένων. Όταν όμως αυτό συμβαίνει, τα κυριότερα κριτήρια είναι συνήθως η υγιεινή και η πρακτικότητα. Έτσι στο κεφάλαιο «Λουτήρες, αποχωρητήρια και καθαρισμός αυτών» διαβάζουμε: «oι λουτήρες και τα αποχωρητήρια αποτελούν σήμερον, αναπόσπαστα διαμερίσματα πάσης οικίας άρτιας από υγιεινής απόψεως. Αμφοτέρων όμως η εγκατάστασις πρέπει να συμφωνή με τους ορούς υγιεινής»3. συνηθέστερον παρ' ημίν πάτωμα είναι το λευκόν πλανισμένον. Πρέπει όμως να ομολογήσωμεν ότι τα λευκά ταύτα πατώματα είναι ταολιγώτερονπρακτικά και τα ολιγώτερον υγιεινά, καθότι η σκόνη η οποία εισδύει εις τας σχισμάς παραμένει συνεχώς, είναι δε αδύνατοννατηνέκδιώξωμεν»4. Μόνον όταν πρόκειται για την «αίθουσα» η Πράτσικα επεκτείνεται σε θέματα καλαισθησίας: «Διά τον στολισμόν της αιθούσης μεταχειριζόμεθα πλείστα όσα κομψοτεχνήματακαιεικόνας,εις τηνεκλογήνδετωνμικρών αυτών αντικειμένων φαίνεται όλη η καλαισθησία της οικοδεσποίνης. Είναι δε προτιμότερονναμηαγοράζη όλως διόλου αντικείμενα στολισμού προκειμένου ταύτα να είναι άκομψα και άτεχνα. Καλύτερον ν' αφίνη το δωμάτιον κενόν παρά να το γεμίζη με πράγματα άσχημα και ακαλαίσθητα τα οποία προδιαθέτουν κακώς και τους ένοικους και τους ξένους»5.
1. Στο ίδιο, σ. 8.
3. στο ίδιο, σ. 35. 4. Στο ίδιο, σ. 37. 5. στο ίδιο, σ. 29.
2. στα ίδιο, σ. 61-64.
Η οικοδέσποινα πρέπει να αποφεύγει τους ξένους ρυθμούς επίπλων και κυρίως το γαλλικό, που είναι «άπρακτοςκαιανθυγιεινός διά το κλίμα μας», γιατί τα πολλά σκαλίσματα μαζεύουν σκόνη. Αντίθετα πρέπει να προτιμά τον ελληνικό και το «Βυζαντιακό» ρυθμό, που εναρμονίζονται με τη σύγχρονη ευρωπαϊκή τάση για απλότητα και πρακτικότητα: «Ίνα και εις την Ελλάδα επικρατήση η απλότης ιδίως δε ο αγνός Ελληνικός ρυθμός, πρέπει πρώτον η οικοκυρά να εννοήση τα πλεονεκτήματα αυτού, και, άμα θελ οωραίοςΕλληνικός ρυθμός, θα διαδοθή πάλιν και θ' αντικαταστ ση τους ξένους ρυθμούς, οίτινες όχι μόνον δεν αρμόζουν εις ημάς, ως Έλληνας αλλά και δεν συμβιβάζονται και με το κλίμακα τας καλλιτεχνικάς τάσεις του Ελληνικού λαού»1.
Η κύρια μέριμνα της οικοδέσποινας η οικοκυράς πάντως είναι η καθαριότητα. για την τήρησή της απαιτούνται πρακτικές γ σεις και μεθοδικότητα. τα περισσότερα κεφάλαια του βιβλίου περιλαμβάνουν κατάλογο των σκευών και των υλικών που χρειάζονται γιατονκαθαρισμό των διαφόρων αντικειμένων. Π.χ. για να κα ρίσει η οικοδέσποινα τους καθρέφτες, τα ανθοδοχεία και διάφορα αντικείμενα πολυτελείας πρέπει να εφοδιαστεί με έναν κουβά πινέλο, ένα σφουγγάρι η βαμβάκι, μία βούρτσα, ένα ξεσκονόπανο κι ένα κομμάτι δέρμα η μάλλινο ύφασμα και να χρησιμοποιήσει επίσης λεύκωμα αυγού, λεμόνι, οινόπνευμα και διάφορα άλλα υλικά. τον κατάλογο με τα χρειώδηακολουθούνπεριγραφές των συγκεκριμένων εργασιών. για παράδειγμα: «Χάλκινους κορνίζας, τινάσσομεν διά μαλακού πινέλου και κατόπιν τρίβομεν διά στεγνού δέρματος». «Παλαιάς ελαιογραφίας λερωμένας από την πολυκαιρίαν καθαρίζομεν με πατάταν ωμήν, την οποίαν κόπτομενειςτο μέσον και τρίβομεν δι' αυτής την εικόνα, ήτις επανακτά τα χρώματα της» 2 . Όπως εξηγεί η Πράτσικα στον πρόλογο, οι οδηγίες της από-
1. στο ίδιο, σ. 33. 2. στο ίδιο, σ. 51.
αποβλέπουνστηναπλοποίηση των εργασιών για ένα ευρύ κοινό: «ως προς τα διάφορα μέσα προς καθαρισμόν των πολλών και ποικίλων οικιακώναντικειμένων,εξέλεξαταςπλέον απλάς και πρακτικάς μεθόδους, ίνα ο καθαρισμός και η διατήρησις αυτών καταστή όσον το δυνατόν ευκολωτέρα, ούτως ώστε ου μόνον αι μαθήτριαι, αλλά και πάσα οικοκυρά επιθυμούσα να περιποιήται το σπήτι της, να ευρίσκη πολλάς και ωφελίμους συμβουλάς»1.
Απότηνοικιακή οικονομία
στα
οικοκυρικά
Μολονότι δε γνωρίζουμε αν ο Οδηγός της Οικοδεσποίνης της Helma Poetz χρησιμοποιήθηκε ως σχολικό εγχειρίδιο, μπορούμε να θεωρήσουμε τις πολλαπλές επανεκδόσεις του από το Σύλλογο προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων ένδειξη της απήχησής του στο ελληνικό κοινό. τα βιβλία της Βαρουξάκη και της Πράτσικα βασίζονται οπωσδήποτε στη διδακτική εμπειρία των συγγραφέων και πιθανότατα χρησιμοποιήθηκαν σε σχολεία θηλέων και έκτος της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας. Μπορούμε λοιπόν να θεωρήσουμε ότι το περιεχόμενο των βιβλίων που εξετάσαμε είναι ενδεικτικό των τάσεων που επικράτησαν στη διδασκαλία των οικιακών καθηκόντων στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Η Πράτσικα εξετάζει τον οίκο κυρίως ως χώροεργασίαςτης γυναίκας και θεωρεί την καθαριότητα πρωταρχική φροντίδα της νοικοκυράς. για την Poetz ο οίκος είναι επιπλέον ο καθρέφτης της ευπρέπειαςτηςοικογένειας, η οποία εξαρτάται επίσης από τη συμμόρφωση των μελών της οικογένειας σε ορισμένους κανόνες συμπεριφοράς. Πιο σύνθετη είναι η έννοια του οίκουστοεγχειρίδιοτης Βαρουξάκη. Ο οίκος είναι πάνω απ' όλα το προπύργιο της υγιεινής. Ταυτόχρονα όμως είναι οικονομική μονάδα, τόπος όπου διαδραματίζονται οι οικογενειακές σχέσεις και διαπαιδαγωγούνται τα παιδιά —Ιδίως oι μελλοντικές μητέρες και οικοδέσποινες—καιμέρος
1. στο ίδιο, σ. 4.
ρος ενός ευρύτερου συνόλου — της «Πατρίδος» η του «Έθνους». Α ν και δευτερεύουσες από τη σκοπιά του εγχειριδίου, αυτές οι διαστάσεις του οίκου επιβάλλουν στην οικοδέσποινα ανάλογα καθήκοντα, που πρέπει να συνδυάσει με τη φροντίδα για την υγιεινή. Η περιφρούρηση της υγείας της οικογένειας, του κυριότερου παράγοντα της οικιακής ευδαιμονίας, είναι το πρωταρχικό μέλημά της καιοαπώτεροςσκοπός της εργασίας της. H Poetz και η Πράτσικα δεν επιχειρούν να υπαγάγουν τις επιμέρους προσπάθειες της οικοδέσποινας σε ένα συνολικό στόχο, ούτε ιεραρχούν τους παράγοντες της οικιακής ευδαιμονίας. « Η ευδαιμονία εξαρτάται από πολλά και μικρά», γράφει χαρακτηριστικά η Poetz 1 . οι συγγραφείς αυτές ταυτίζουν το σκοπό των διαφόρων οικιακών εργασιών με τα άμεσα αποτελέσματά τους. Αντίθετα η Βαρουξάκη εξαρτά την οικιακή ευδαιμονία από μία βασική προϋπόθεση,τηνυγεία. το ιδεώδες αυτό συγκροτεί τις καθη νές ασχολίες της οικοδέσποινας σε μια συνολική αποστολή, προσδίδοντας παράλληλα στην οικιακή εργασία κάτι από το κύρος μιας «εφαρμοσμένης επιστήμης». Πάντως και οι τρεις συγγραφείς δεν αναφέρονται ρητά στην ηθική διάσταση των αγαθών που θεωρούν ότι πρέπει να προσπαθεί ναεξασφαλίσειηοικοδέσποινα, και που είχαν τονίσει με διαφορετικούς τρόπους και σε διαφορετικό βαθμό οι συγγραφείςτωνεγχειριδίων οικιακής οικονομίας του 19ου αιώνα. Καθώς επικεντρώνουν την προσοχή τους στα ορατά σημεία της καθαριότητας, της ευπρέπειας και της βιολογικής τάξης,εξαρτούντηνεπιτυχίατης οικοδέσποινας στο έργο της περισσότερο από την ικανότητά της ναεφαρμόσειαποτελεσματικάδιάφορες γνώσεις και τεχνικές και πολύ λιγότερο από την ικανότητά της να εμπνεύσει η να επιβάλει στον οίκο ένα ορισμένο ήθος. Η συγκάλυψη της ηθικής διάστασης της καθαριότητας, της ευπρέπειας και της υγείας δεν ισοδυναμεί βέβαια με την αποδυνάμωσή της. Αντίθετα απομακρύνει
1. Η. Poetz, ό.π., σ. 100.
νει το ενδεχόμενο να αμφισβητηθεί το ήθοςπουαντιπροσωπεύειη συστηματική προσπάθεια για την κατάκτηση αυτώντωναγαθών κατά oποιονδήποτε τρόπο. Η Poetz, η Βαρουξάκη και η Πράτσικα δε συζητούν επίσης τα αίτια που επιβάλλουν την ανάθεση των οικιακών στις γυναίκες. Αντίθετα με τους συγγραφείςτωναντίστοιχωνεγχειριδίωντου περασμένου αιώνα, και ιδιαίτερα το Ζύγουρα και τη Λεοντιάδα πουτηναπέδιδανστις«φυσικές» ιδιότητες του γυναικείου φύλου, θεωρούν την αποκλειστική αρμοδιότητα των γυναικών στα του οίκου μια πραγματικότητα τόσοαυτονόηταφυσική, που δεν απαιτεί εξηγήσεις ούτε καν ρητές επικλήσεις της φύσης. έκτος του οίκου κόσμο και στη δραστηριότητα των ανδρών εκεί. Παράλληλα, με εξαίρεση το σύντομο κεφάλαιο της Βαρουξάκη «Δράσις της γυναικός εν τη εθνική παραγωγή»,δεναναφέρονται στη σχέση του οίκου με την κοινωνία και τη συμβολή της οικοδέσποινας στην ευημερία του συνόλου, ούτε στη δυνατότητά της να ασκήσειηίδια ένα επάγγελμα. Η Ιδιαιτερότητα του έργου της, η διαφορά του από τα έργα των ανδρών παρουσιάζεται τόσο προφανής και σαφής όσο προφανή και σαφή εμφανίζονται τα όρια του κόσμου που αφορά τις γυναίκες. Η γυναίκα που περιγράφουν τα νεότερα εγχειρίδια έχει μοναδική και αποκλειστική απασχόληση το νοικοκυριό. Μολονότι η Poetz και η Βαρουξάκη αναφέρονται στην παρουσίαυπηρετώνσε ορισμένα σημεία,αφήνουνναεννοηθείότι έχουν υπόψη τους—όπως καιηΠράτσικα— μια νοικοκυρά που κάνει μόνη της όλες τις δουλειές. τα αγαθά που διαχειρίζεται άμεσα περιορίζονται στον προσωπικό της χρόνο και κόπο και στα σύνεργα που μεταχειρίζεται, εφόσονταθέματα της οικογενειακής περιουσίαςδεναποτελούν πρωταρχικό της μέλημα, ακόμα και όταν η ρύθμιση των καθημερινών δαπανών συμπεριλαμβάνεται στις αρμοδιότητές της. βαραίνουν πάντοτε ολόκληρη την οικογένεια.ταεγχειρίδιατου 19ου αιώνα δίνουν μεγάλη σημασία στην οικονομική διολίσθηση
στην όποια μπορεί να παρασύρει την οικογένεια μια κακή οικοδέσποινα. 'H Poetz και η Πράτσικα αφήνουν να εννοηθεί ότι μια γυναίκα που αδιαφορεί για τα καθήκοντά τηςηπουαποτυχαίνεισε αυτά θέτει σε κίνδυνο την τάξη και την ευπρέπεια του σπιτιού της. για τη Βαρουξάκη το τίμημα που συνεπάγεται η παρέκκλιση της οικοδέσποινας από τον «σκοπόν του βίου της γυναικός» είναι Ιδιαίτερα βαρύ. Τονίζοντας το καθήκον της γυναίκας να προλαβαίνει και να καταπολεμά την ασθένεια, η συγγραφέας έμμεσα προειδοποιεί την αναγνώστρια ότι θα διακινδυνεύσει όχι μόνο τη δική της υγεία, αλλά και των παιδιών και του συζύγου τηςαναφεθείσε ασχολίες άλλες από τη φροντίδα του οίκου και της οικογένειας. περασμένου αιώνα δεν μπορεί βέβαια να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τα πρώτα διαφοροποιούνται ριζικά από τα δεύτερα. Τόσο στο 19ο αιώνα όσο και στον 20ό, οι γραπτέςεκδοχέςτηςοικιακής οικονομίας διαφοροποιούνται μεταξύ τους ως προς τον τρόπομετον οποίο Ιεραρχούν τις προτεραιότητες της διδασκαλίας. Έτσι το κάθε ένα από τα νεότερα εγχειρίδια επικαλύπτεται σε διαφορετικά σημεία και σε διαφορετικό βαθμό με το κάθε ένα από τα αντίστοιχα του 19ου αιώνα. Πάντως, ενώ είναι σαφές ότι οι διαδοχικές εκδόσεις των διαφόρων εγχειριδίων δε στοιχειοθετούν μια ευθύγραμμη εξέλιξη, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι στον 20ό αιώνα δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στην τεχνική της οικιακής εργασίας. Παράλληλα το πεδίο της οικιακής οικονομίας συρρικνώνεται, καθώς εξοβελίζονται τα επίμαχα θέματα που είχαν εντάξει σε αυτό ο Ζύγουρας και η Λεοντιάς και που είχαν άμεση σχέση με τους προβληματισμούς της εποχής για το γυναικείο ζήτημα. Είναι επίσης ενδιαφέρον ότι καμία από τις συγγραφείς των νεότερων εγχειριδίων δεν ασχολείται με την έννοια της οικιακής οικονομίας αυτή καθαυτή. H Poetz μάλιστα δεν αναφέρει πουθενά τον όρο, ενώ η Πράτσικα τιτλοφορεί το βιβλίο της Στοιχεία Οικοκυρικής. η επιλογή της ίσως δεν είναι τυχαία. Από το 19ο αιώνα «οικοκυρική» ονομαζόταν κυρίως η εξειδικευμένη η επαγγελματική εκπαίδευση, που περιλάμβανε την οικιακή οικονομία, έπικεν-
επικεντρωνόταν όμως σε «πρακτικά» μαθήματα, όπως η κοπτική κ ραπτική, η μαγειρική, η πλυντική κτλ. Ο χαρακτηρισμός «οικοκυρική» παραπέμπει περισσότερο στη χειρωνακτική πλευρά του έργου της γυναίκας στον οίκο, ενώ, τουλάχιστον σύμφωναμετα εγχειρίδιατου19ου αιώνα, η διδασκαλία της οικιακής οικονομ αφορούσεεπίσης,λίγο η πολύ, τα διοικητικά της καθήκοντα1. Η έμφαση στη διοικητική διάσταση του έργου της οικοδέσποινας δεν αποκλείει τις πρακτικές γνώσεις του νοικοκυριού, ούτε μαρτυρεί αμφισβήτηση της χρησιμότητάς τους. με εξαίρεση το Ζύγουρα, οι συγγραφείς του 19ου αιώνα, παράλληλα με τις γυναικείες αρετέςκαιτιςγενικές αρχές της διεύθυνσης του οίκου, υπάγου στην οικιακή οικονομία και αυτές τις γνώσεις. Η Πραγματεί ηΑγλαΐαΠρεβεζιώτου μάλιστα δίνουν Ιδιαίτερο βάρος σε αυτό τον τομέα. Αλλά και ο Ζύγουρας, που αποκλείει τις πρακτικές γίες και τις συνταγές από την «επιστήμη της οικονομίας», θεωρεί δεδομένη την εξοικείωση των γυναικών με τις λεπτομέρειες κάθε «χρήσιμης» οικιακής εργασίας. το πρότυπο της καλής οικοδέσποινας εμπεριέχει πάντοτε το πρότυπο της καλά καταρτισμένης και εργατικής νοικοκυράς. Ακόμα και όταν υποβαθμίζεται η αποσιωπάται,ητεχνική όψη των καθηκόντων της οικοδέσπ είναι παρούσα. Επιπλέον η έμφαση τόσο σε αυτήν όσο και στη διοι-
1. Ίσως δεν είναι τυχαίο ότι οι απόφοιτες της Χαροκοπείου που εργάζονται σήμεραηπουείχαν παλαιότερα εργαστεί στη μέση εκπαίδευση θεωρούν ότι ο τίτλος «οικοκυρικά» μειώνει το μάθημα και την ειδικότητά τους, γιατί παραπέμπει στη διδασκαλία των επιμέρους πρακτικών εργασιών του οίκου: «Σημαίνεικουμπότρυπες», όπως μας είπε χαρακτηριστικά μία καθηγήτρια. Αντίθετα προτιμούν τον όρο «οικιακή οικονομία», γιατί θεωρούν ότι φέρει το κύρος της «επιστημονικής» προσέγγισης, που πιστεύουν ότι επιδέχεται και απαιτεί η διοίκηση του οίκου, χωρίς να αποκλείει την τεχνική της οικιακής εργασίαςαπότοπεδίο της διδασκαλίας. Ενδεικτικό εξάλλου της προτίμησης για τον όρο αυτό και της σημασίας του είναι το γεγονός ότι η μετατροπή της Χαροκοπείου από Ανωτέρα σε Ανωτάτη Σχολή το 1954 (Νόμος 1785 της 19/25 Απριλίου 1954) συνέπεσε με τη μετωνομασία της από Οικοκυρική Σχολή σε Σχολή Οικιακής Οικονομίας.
διοικητικήκαιτηνηθικήόψη του έργου της υπαγορεύονται, φανερά η συγκαλυμμένα, από την ίδια αρχή — την αναγωγή της ανάθεσης της φροντίδας του οίκου στις γυναίκες σε συστατικό στοιχείο του γυναικείου προορισμού. στον προορισμό αυτό βέβαια υπάγεται και η συμπαράσταση προς τους πάσχοντες, που συμπεριλαμβάνουν στα καθήκοντα της οικοδέσποινας τα εγχειρίδια του 19ου αιώνακαιπου η Βαρουξάκη θεωρεί μέρος του έργου της ως φρουρούτηςυγείας της οικογένειας. με βάση το φύλο τους, και οι επιταγές τους διατυπώνονται έτσι ώστε να φαίνονται γενικά χρήσιμεςκαιεφαρμόσιμες.ταεγχειρίδια του 19ου αιώνα αναφέρονται κυρίως στη διεύθυνση ενός σπιτιού με υπηρετικό και παιδαγωγικό προσωπικό, και οι συγγραφείς τους θεωρούν ότι η εργασία της οικοδέσποινας πρέπει να αποβλέπει όχι μόνο στον εξωραϊσμό του οίκου και της εικόνας της οικογένειας, αλλά και στην κατάκτησητηςοικιακήςευδαιμονίας,πουεξαρτάται εν μέρει η πλήρως από τη σωστή διαχείριση του οικογενειακού πλούτου. Α ν κρίνουμε από τις γραπτές εκδοχές της, στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα η διδασκαλία των οικιακών καθηκόντων αφορά κυρίως τη συντήρηση, τον εξωραϊσμό και την εξυγίανση του νοικοκυριού. το πρότυπο του οίκου που προβάλλεται στα παλαιότερα εγχειρίδια ανταποκρίνεται περισσότερο στα χαρακτηριστικά και τις λειτουργίες του αστικού η μεγαλοαστικού σπιτιού, ενώ το πρότυπο των νεότερων, και ιδιαίτερα της Βαρουξάκη και της Πράτσικα, θυμίζει περισσότερο την εικόνα του μικροαστικού σπιτιού. Γενικά πάντως, όσο μεγαλύτερη έμφαση δίνεται στις γενικές αρχέςπουπρέπει να ακολουθεί η οικοδέσποινα στην εργασία της και στις γυναικείες αρετές και όσο περισσότερο προβάλλεται η «οικουμενικότητά» τους τόσο ευκολότερα συγκαλύπτεται ο ταξικός χαρακτήρας των επιταγών της οικιακής οικονομίας. Αντίστροφα, όσο μεγαλύτερη είναι η έμφαση στην τεχνική της οικιακής εργασίας τόσο δυσκολότερο είναι να διατυπωθούν οι πρακτικές οδηγίες και συνταγές έτσι ώστε να φαίνονται χρήσιμες σε όλες τις γυναίκες, ανεξάρτητα από την οικοσκευή και την κατοικία που δια-
διαθέτουν. Γιατίοιοδηγίεςπουαφορούνεξειδικευμένες εργασίες περιλαμβάνουν απαραίτητα συγκεκριμένες αναφορές σε αυτά τα ταξικά προσδιορισμένα δεδομένα. Βέβαια η γκάμα των εργασιών στις οποίεςαναφέρονταιοι πρακτικές οδηγίες που παραθέτουν η Poetz, η Βαρουξάκη και η Πράτσικα περιλαμβάνει από τη φροντίδα για καθημερινά και διαδεδομένα αντικείμενα (π.χ. κρεβάτια, στρωσίδια κτλ.) μέχρι τη φροντίδα για είδη πολυτελείας (π.χ. πίνακες, γούνες κτλ.), με αποτέλεσμα στο σύνολο τουςταεγχειρίδιανα μηνπροϋποθέτουνταδεδομένα που χαρακτηρίζουν την κατοικία καιτηνοικοσκευή μιας ορισμένης κοινωνικής τάξης, αλλά να προβάλλουν την οικιακή εργασία αυτή καθαυτή ως το κυριότερο καθήκον όλων των γυναικών.
αιώνα στα μεσαία στρώματα του προτύπου της γυναίκας που έχει μοναδική και αποκλειστική απασχόληση το νοικοκυριό και του προτύπου του οίκου που λειτουργεί χωρίς τη βοήθεια υπηρετικού προσωπικού συνδέεται με την ανάπτυξη του καπιταλισμού, που έδωσε στους υπηρέτες τη δυνατότητανααναζητήσουνδουλειά στη βιομηχανία και να ανεξαρτητοποιηθούν από τους εργοδότες τους. Προηγουμένως «ούτε η εργάτρια, που ήταν ταυτόχρονα νοικοκυρά και εργαζόμενη, ούτε η μεσοαστή οικοδέσποινα, που δι μό υπηρεσιών για την απαστράπτουσα ατμόσφαιρα του πλούσιου σπιτιού της, εικονογραφούσαν την τρέχουσα εικόνα της "συνολικής" νοικοκυράς,πουπιστεύει ότι το μοναδικό της καθήκον είναι η φροντίδα του σπιτιού της» 1 . Είναι μάταιο να αναζητήσουμε στην Ελλάδα των τελευταίων δεκαετιών του 19ου αιώνα και των πρώτων του 20ού οικονομικές και κοινωνικές διαδικασίες αντίστοιχες με εκείνες που συνετέλεσαν στη διάδοση του προτύπου της «συνολικής» νοικοκυράςστηνΕυρώπηκαιτηνΑμερική. δεν μπορούμε να μιλήσουμε ούτε για εκβιομηχάνιση ούτε βέβαια για κατάργησητουθεσμούτηςυπηρέτριας
1. Βλ. Αναστασία Λαδά, «Μύθοι και πραγματικότητες: το Ιδανικό σπίτι'. ο ρόλος της κατοικίας στην κατά φύλα διαίρεση του χώρου», ό.π., σ. 48.
τριας, που επέζησε τουλάχιστον μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του '60. τα πρότυπα της γυναίκας που κυριαρχούνσταεγχειρίδιατης Βαρουξάκη και της Πράτσικα πλησιάζουν περισσότεροτηνεικόνα της «συνολικής» νοικοκυράς από ό,τι τα πρότυπα που προβάλλουν oι έλληνες συγγραφείς του 19ου αιώνα, και Ιδιαίτερα ο Ζύγουρας καιηΛεοντιάς. το ότι εκείνοι τονίζουν περισσότερο τη διοικητική διάσταση των καθηκόντωντηςοικοδέσποιναςκαιαναφέρονταιστην παρουσία υπηρετών συνδέεται οπωσδήποτε με το γεγονός ότι έζησαν και εργάστηκαν σε εξωελλαδικές κοινότητες, όπουτααστικά και μεγαλοαστικά πρότυπα ήταν περισσότερο διαδεδομένα από ό,τιστηνΕλλάδα, και αρχικά τουλάχιστον προόριζαν τα βιβλία τους για τις γυναίκες αυτών των κοινοτήτων. Η έμφαση της Βαρουξάκη και της Πράτσικα στην τεχνική της οικιακής εργασίας ανταποκρίνεται σε μεγάλο βαθμό στη γενικότερη κατεύθυνση που δίνεται στη διδασκαλία των οικιακών καθηκόντων αυτή την εποχή. το Ιδεώδες που επιδιώκουν τα εγχειρίδια, η μετάδοση πρακτικών γνώσεων που χρησιμεύουν στην εύρυθμη λειτουργία του νοικοκυριού, δεν είναι νέο.τηναναγκαιότητατων «χρήσιμων» γνώσεων είχαν επισημάνει πολύ νωρίτερα όλοι όσοι είχαν επικρίνει τα ανώτερα παρθεναγωγεία για το βάρος που έδιναν στα «διακοσμητικά» μαθήματα. Η Καλλιρρόη Παρρέν είχε θέσει επανειλημμένα το αίτημα της συστηματικής κατάρτισης στα καθήκοντα του οίκου, στη γενικότερη διεκδίκηση να διευρυνθεί καιναγενικευτεί η γυναικεία εκπαίδευση.
λία των οικιακών καθηκόντων σε «χρήσιμα» έργα αποκτά έναν σαφέστερο ταξικό χαρακτήρα, καθώς συνδέεται με την εξιδανίκευση της νοικοκυροσύνης και με την απέχθεια προς το πρότυπο της γυναίκας-κούκλας. Η διάδοση του τελευταίου θεωρήθηκε αποτέλεσμα του ότι η δευτεροβάθμια εκπαίδευση ήταν σε μεγάλο βαθμό προνόμιο των κοριτσιών που προέρχονταν από εύπορες οικογένειες, και συνεπώς ανταποκρινόταν στις ανάγκες της δικής τους κοινωνικής τάξης. Αντίστοιχα, ο προσανατολισμόςστη«νοικοκυροσύνη» συνδέθηκε με το αίτημα να διευρυνθεί η γυναικεία εκπαίδευση
ση και να ανταποκριθεί στις ανάγκες των κοριτσιών που προέρχονταν από οικογένειες με μεσαία η χαμηλά εισοδήματα η που ζούσαν στο χωριό. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1911 η Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία ίδρυσε Οικοκυρικό τμήμα όπου oι μαθήτριες του Παρθεναγωγείου και του Διδασκαλείου της Αθήνας μπορούσαν να διδαχτούν οικιακέςεργασίες:μαγειρική, νοσηλεία, βρεφοκομία και κοπτική -ραπτική. την ίδια εποχή η Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία δημιούργησε ειδικά εργαστήρια για την πρακτική άσκηση των μαθητριών στα «οικοκυρικά». το γεγονός αυτό αποτέλεσε καινοτομία. τα περισσότερα σχολεία δε διέθεταν βέβαια τέτοιες εγκαταστάσεις — καιδεδιαθέτουν ούτε σήμερα. Έτσι γενικά η πρακτική κατεύθυνση στη διδασκαλία των οικιακών καθηκόντων αφορούσε μόνο το περιεχόμενο των γνώσεων που διδάσκονταν, ενώ για την πλειοψηφία των μαθητριών η δυνατότητα πρακτικήςεξάσκησηςστην τάξη περιοριζόταν στα εργόχειρα και τη ραπτική.μεεξαίρεσητην κοπτική και ραπτική, τα μαθήματα του Οικοκυρικού τμήματος ανέλαβε η Ειρήνη Πράτσικα. στην έκθεση των πεπραγμένων της προς το Διοικητικό Συμβούλιο της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας διευκρινίζει: «[...] [Έ]πεδίωξα προ παντός να εξυψώσω την οικιακήν εργασίαν εν τη συνειδήσει της ευπλάστου νεολαίας [...]ναεμφυσήσω εις την ψυχήν της την αγάπην και την υπόληψιν προς την εργασίαν ταύτην, να πείσω περί της μεγίστης χρησιμότητος των οικοκυρικών έργων, καλώς, τελείως και σκοπίμως έκτελουμένων»1. τουΑρσακείουκαιτωνεξωτερικώνσχολείων διδάχτηκαν πώς να εκτελούνεργασίεςπαρόμοιες με αυτές που περιγράφει η Πράτσικα στο βιβλίο της. Σκοπός του μαθήματος ήταν «η ειδικωτέρα απόκτησις δεξιότητος περί την άσκησιν των έργων τούτων, η τελεία
1. Ειρήνη Π. Πράτσικα, «Έκθεσις περί των οικιακών μαθημάτων προς το Σεβ. Διοικητικόν Συμβούλιον της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας», τα του Διοικητικού Συμβουλίου της εν Αθήναις Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας πεπραγμένα κατά το έτος 1911-1912, Αθήναι 1913, σ. 43.
22. Εργαλεία του νοικοκυριού
εκμάθησις και εκτέλεσις αυτών υπό έποψιν πρωτίστως υγιεινήν, μεθοδικήν δε και πρακτικήν άμα». στην περιγραφή του μαθήματος της μαγειρικής διαφαίνεται καθαρά η πρόθεση της Πράτσικα να συμβάλει στον ευπρεπισμό και την εξυγίανση του νοικοκυριού: «[...] [Έ]θηκα ως βάσιν την Ελληνικήν μαγειρικήνκαιδητηνλαϊκήν, αποβλέπουσα να μορφώσω ουχί μαγείρισσας κατ' επάγγελμα, αλλ' οικοκυράς ικανάς να παρασκευάζωσι την τροφήν των οικογενειών των εύγευστον, θρεπτικήν και οικονομικήν. Οφείλομεν δε πρωτίστως την Ελληνικήν μαγειρικήν να λάβωμεν ως βάσιν, διότι αύτη ανταποκρίνεται εις τας έξεις του λαού μας και εις την ευρείαν ποικιλίαν των τροφίμων της χώρας μας, αλλά την μαγειρικήν ταύτην βελτιωμένην υπό υγιεινής απόψεως, καθαράν δε από επιδράσειςτηςτουρκικής κληρονομιάς, τόσον επιβλαβούς δι' οργανισμούς πεπολιτισμένης κοινωνίας και ασυμβιβάστου προς το θερμόν κλίμα της πατρίδος μας»1. για να επιτευχθούν τα αποτελέσματα αυτά οι μαθήτριες έκτος από τη μαγειρική διδάχτηκαν πώς να υπολογίζουν τη θρεπτική άξια των γευμάτων που παρασκεύαζαν και πώς να υπολογίζουν τη χρηματική αξία τους προκειμένου να εξοικονομούν χρήματα2. κές προτάσεις, χωρίςνααμφισβητούνταιριζικά οι στόχοι της γυναικείας εκπαίδευσης, όπως είχαν τεθεί στο 19ο αιώνα, με προοπτική ναοργανωθείμιαεκπαίδευσηπροσιτή στις μαθήτριες και αποτελεσματική ως προς τα οικιακά τους καθήκοντα. το Ιδεώδες αυτό συμπεριλαμβάνεται επίσης στα ριζοσπαστικά οράματα των μεταρρυθμιστών και των φεμινιστριών, που διεκδικούσαν την εξομοίωση της γυναικείας εκπαίδευσης με την ανδρική και θεωρούσαν τη διδασκαλία των οικιακών καθηκόντων το μοναδικό σημείο ως προς τοοποίοέπρεπε να διαφοροποιείται. Η έμφαση στην τεχνική της οικιακήςεργασίαςπουαποτυπώνεται
1. Στο ίδιο, σ. 45. 2. Σ. Γαλάτης, ό.π., σ. 479, Ειρ. Γουλιμή, ό.π., σ. 735.
πώνεται στα εγχειρίδια της Πράτσικα και της Βαρουξάκη εναρμονίζεται με το γενικότερο αίτημα να προσανατολιστεί η διδασκαλία των οικιακών καθηκόντων στις ανάγκες της πλειοψηφίας. Η αντίληψη ότι έπρεπε να καλλιεργηθεί το Ιδεώδες της νοικοκυροσύνης δεναμφισβητήθηκε,καθώς διευρύνονταν σταδικά και διστακτικά οι ίδιοι οι στόχοι της γυναικείας εκπαίδευσης. Η μεγαλύτερη προβολή αυτού του Ιδεώδους μάλιστα ίσως οφείλεται στο ότι η σύνθετη έννοια του γυναικείου προορισμού στην οποία θεμελιωνόταν η πλήρης διαφοροποίηση της γυναικείαςεκπαίδευσηςαπότηνανδρική άρχισε να χάνει σιγά σιγά την Ισχύ της. Η νοικοκυροσύνη αναδεικνυόταντοκυριότερο «γυναικείο» προσόν, ενώ η διδασκαλία των οικιακών καθηκόντων περιοριζόταν στην καθοδήγηση των μαθητριών στην οικιακή εργασία, την ελάχιστη κοινή υποχρέωση των γυναικών στην οικογένεια. Παράλληλα, καθώς η γυναικεία εκπαίδευσηαπομακρυνόταναπότοναρχικότης στόχο, τη μόρφωση των μελλοντικών μητέρων, συζύγων και οικοδεσποινών, η προετοιμασία των μαθητριών για τα καθήκοντα του οίκου θεωρήθηκε ειδικός τομέας που δεν επικαλυπτόταν αναγκαστικά με την υπόλοιπη σχολική διδασκαλία. Αντίστοιχα, για τους μεταρρυθμιστές καιτιςφεμινίστριες η ιδιότητα της νοικοκυράς δεν απέκλειε ούτε εμπόδιζετηνΙδιότητα της εργαζόμενης, αλλά οι δύο ιδιότητες έπρεπε να συνδυάζονται αρμονικά. τήματα που αφορούν τη θέση των γυναικών στην κοινωνία γενικότερα και Ιδιαίτερα τη δυνατότητά τους για βιοποριστική εργασία αποτελεί ένδειξη ότι τα θέματα της σχετικής διδασκαλίας έχουν εξειδικευτεί. Ενδεχομένως επίσης μαρτυρεί την πρόθεση των συγγραφέων να αντισταθμίσουν τις επιπτώσεις που είχε η απομάκρυνση της γυναικείας εκπαίδευσης από το Ιδεώδες της συζύγου, μητέρας και οικοδέσποινας. Οπωσδήποτε είναι χαρακτηριστικό ότι μολονότι δεν αμφισβητείται η αναγκαιότητή της, στον 20ό αιώνα η διδασκαλία των οικιακών καθηκόντων δε συγκεντρώνει πια τοενδιαφέρονανδρώνκαιμάλιστα επιστημόνων όπως ήτανοΖύγουρας, λογίων γυναικών όπως η Λεοντιάς η πρωτοπόρων του
γυναικείου κινήματος όπως η Παρρέν. Ενώ οι «έμφυτες» κλίσεις των γυναικών εξακολουθούν και θα εξακολουθήσουν για πολύ ακόμα να θεωρούνται δεδομένες, το αίτημα της κοινωνικής αναγνώρισης του έργου της οικοδέσποινας, της βελτίωσης της απόδοσής της και της υπαγωγής του οίκου στον έλεγχο της δεν έχειπιατην αιχμή που είχε την εποχή της πρώτης φάσης της γυναικείας αμφισβήτησης. στις αρχές του 20ού αιώνα οι εκπρόσωποι του φιλανθρωπικού φεμινισμού στρέφονται στην εξυγίανση και τον εκπολιτισμό του «λαού» —προτεραιότητες που φαίνεται να συμμερίζονται και οι συγγραφείς των εγχειριδίων—, ενώ η προετοιμασία για τα καθήκοντα του οίκου αποτελεί έλασσον θέμα για τις φεμινίστριες που λίγο αργότερα θα διεκδικήσουν τη μισθωτήεργασίακαιτην ψήφο. το ενδιαφέρον για τη διδασκαλία των οικιακών καθηκόντων λοιπόν περιορίζεται στις «ειδικούς» και η διδασκαλία εξειδικεύεται αντίστοιχα. Τέλος η δυνατότητα, τουλάχιστονεπίσημα,να συμπεριλάβει η διδασκαλία αυτή γενικότερα επίκαιρα η επίμαχα ζητήματα απομακρύνεται οριστικά με την υπαγωγή της προετοιμασίας των κοριτσιών για τα καθήκοντα του οίκου στον έλεγχο του κράτους, δηλαδή με τη δημιουργία δημόσιων δευτεροβάθμιων σχολείων θηλέων.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
εκπαίδευση έπρεπε να δίνεται στα κορίτσια αναζητήθηκε κατα χήν στις απαιτήσεις του γυναικείου προορισμούπουανάγοντανστις έμφυτες, βιολογικές και ψυχολογικές Ιδιότητες των γυναικών. Η γυναικεία φύση απαγόρευε την πρόσβαση των κοριτσιών στη σχολική γνώση που θεωρούνταν κατάλληλη για τα αγόρια, και υπαγόρευε να διδάσκονται μαθήματα που θα συντελούσαν, άμεσα η έμμεσα, στη βελτίωση της απόδοσής τους στον οίκο— με την προϋπόθεση συνήθως ότι η ποσότητα και αυτής της διδασκαλίας δε θα έφτανε στα όρια της υπερβολής. Η διδασκαλία των οικιακών καθηκόντων αφορούσε τα ρητά καθήκοντα της οικοδέσποινας. Καθώς το έργο της συνδεόταν και επικαλυπτότανμετοέργο της συζύγου και της μητέρας και συναποτελούσε μαζί τους τον πυρήνα των γυναικείωνεπιδόσεων,ηεκπαίδευσηστατουοίκου εξαρτήθηκε αμεσότερα ίσως από κάθε σχολική διδασκαλία από την Ιδεολογία που ορίζει η αναζητά τα πρότυπα των φύλων. Αφορούσε τη γυναικεία υπόσταση όχι μόνο γιατί συγκροτήθηκε με βάση κάποιες εκτιμήσεις σχετικά με τα χαρακτηριστικά της υπόστασης αυτής, αλλά και γιατί ανέλαβε να καλλιεργήσει συνήθειες και στάσειςπουαναγνωρίζοντανωςoιακριβείςεκφάνσεις της. Η παιδεία στα του οίκου υπαγορεύτηκε από τη φύση. Η πεποίθηση ότι αυτή έχει προικίσει τις γυναίκες με ορισμένες Ιδιαίτερες κλίσεις επέβαλε να συμμορφώνονται τα κορίτσια με τα πρότυπα
πουτιςσηματοδοτούν και νομιμοποίησε το να εκπαιδεύονται στα του οίκουακριβώςσανναμηνείχαν καμιά ιδιαίτερη έφεση σε αυτά. Η επίκληση της φύσης πάντως δε στάθηκε αρκετή για να ρυθμιστούν τα θέματα της γυναικείας εκπαίδευσης γενικά ούτε της διδασκαλίας των οικιακών καθηκόντων ειδικότερα. Γιατί θεμελίωνε επιχειρήματαπουαποδέχοντανμεν το έργο της συζύγου, μητέρας και οικοδέσποινας ως την πεμπτουσία του γυναικείου προορισμού, διαφοροποιούνταν όμως ως προς το περιεχόμενοπουαπέδιδανστη σχετική εκπαίδευση, αλλά και ως προς τις δυνατότητεςπουαναγνώριζαν στις γυναίκες να επεκτείνουν τη δραστηριότητά τους έκτος του οίκου. Έτσι μέσα από τους προβληματισμούς για τη γυναικεία εκπαίδευσηκαιγιατογυναικείο ζήτημα γενικότερα, η φύση διαγράφεται ως το πεδίο στο οποίο μετατοπίζονται επιλογές και προθέσεις για να αποτελέσουν κατόπιν τις «αποδείξεις» έγκυρων επιχειρημάτων. Η φύση αναδεικνύεται πηγή αδιάβλητων συμπερασμάτων για την κοινωνία, αφετηρία και κριτήριο του θεμιτού και του εφικτού διαφόρων πρακτικών και οραμάτων, αλλά και πεδίο σύγκρουσης. Ανκαιεπέτρεπε διαφοροποιήσεις ως προς τις επιμέρους απαιτήσεις του γυναικείου προορισμού με όλες τις πολιτικές προεκτάσεις που συνεπάγονταν, η επίκληση της φύσης προϋπέθετε την ενότητα του γυναικείου φύλου. Η εμμονή στην ενότητα αυτή απομάκρυνε τη δυνατότητα να κατηγοριοποιηθούν oι γυναίκες σύμφωνα με ταξικά κριτήρια και καθιστούσε αυτονόητη την εκτίμηση ότι η γυναικεία εκπαίδευση και ειδικότερα η διδασκαλία των οικιακών καθηκόντων έπρεπε να ανταποκρίνεται στις ανάγκες όλων των γυναικών. Η εμμονή στη ενότητα του γυναικείου φύλου είναι εντυπωσιακή, τη στιγμή μάλιστα που η κοινωνική τάξη ήταν καθοριστικός παράγοντας για τη δυνατότητα των κοριτσιών να συνεχίσουν τις σπουδές τους μετά το δημοτικό, εφόσον ως το 1914 τα δευτεροβάθμια σχολεία θηλέων ήταν Ιδιωτικά. στο 19ο αιώνα είναι χαρακτηριστική η επικάλυψη αφενός μεταξύ των σχολικών γνώσεων που απευθύνονταν στις κόρες εύπορων οικογενειών προκειμένου να βελτιώσουν την απόδοσή τους στον οίκο και σε υποψήφιες δασκάλες που
θα προετοίμαζαν τις μελλοντικές συζύγους, μητέρες και οικ σποινες, και αφετέρου των γνώσεων που παρείχαν φιλανθρωπικά σωματεία και οργανώσεις σε φτωχές κοπέλες που έπρεπε να μάθουν μια τέχνη. σε μεγάλο βαθμό η διδασκαλίααυτήαγνόησετις καθημερινές πρακτικές που επικρατούσαν στα σπίτια" προϋπέθεσε δηλαδή είτε ένα κενό που έπρεπε να πληρωθεί είτε συνήθειες και ήθη που είχαν ανάγκη εξωραϊσμού. το ότι καλλιέργησε αστικά πρότυπα δεν πρέπει να επισκιάσει τη σημασία της πεποίθησης όσων εργάστηκαν για τη διάδοσή της ότι σε γενικές γραμμές ήταν κατάλληλη για όλες τις γυναίκες. Άλλωστε η αντίληψη ότι ο τρόπος της ζωής και οι άξιες των αστών μπορούν και πρέπει να διαδοθούν στα λαϊκά στρώματα, που ζουν είτε λίγο πολύ στο κενό είτ μιαανάξιαλόγου κουλτούρα, είναι συστατικό στοιχείο της αστ κής ιδεολογίας. Αντίστοιχα, η επισήμανση του ταξικού χαρακτήρα της εκπαίδευσης στα του οίκου, που άρχισε να διατυπώνεται συστηματικότερα στον 20ό αιώνα, συνοδευόταν συχνά από μεταρρυθμιστικές προτάσεις που επικαλούνταν ένα εξιδανικευμένο λαϊκό ήθος, από το οποίο θα έπρεπε να αντλεί η σχετική διδασκαλία προς όφελος και πάλι όλων των γυναικών. Από το 19ο αιώνα η ανάγκη να ανταποκρίνεται η εκπαίδευση στατουοίκου στο γυναικείο προορισμό και η αναγωγή του πρ ρισμού αυτού στη φύση έδωσαν μια Ιδιαίτερη σκοπιμότητα στην τάση για τυπολατρεία που χαρακτήριζε την εκπαίδευση γενικάκαιεπέβαλανναρυθμιστεί η σχετική διδασκαλία με μεγάλη προσοχή. Ταυτόχρονα όμως έκαναν μια τέτοια ρύθμιση προβληματική και δύσκολη ευθύς εξαρχής, εφόσον συνέβαλαναναγκαστικάστοναφορτίζεται Ιδεολογικά η κάθε λεπτομέρειά της. Έτσι το γεγονός ότι το κράτος δεν έκανε τίποτα για να προωθήσειτηνεκπαίδευσηστα του οίκου έως ότου το αίτημα της συστηματικής προετοιμα των κοριτσιών για τον Ιδιαίτερο προορισμό τους είχε ήδη αρ να χάνει την αιχμή του μαρτυρεί ίσως, εκτός από τη γνω αδιαφορία του για τη γυναικεία εκπαίδευση γενικά, και κά αμηχανία τουλάχιστον στην αντιμετώπιση εκείνης της όψη πουθαέπρεπε να ανταποκρίνεται αμεσότερα στις έμφυτες κ
κλίσειςτωνγυναικών και να διασφαλίζει τη σωστή έκφρασή τους. Η Ιστορία της εκπαίδευσης στα του οίκου θυμίζει κάπως την τύχη της ίδιας της οικιακήςεργασίας,πουόσο περισσότερο εξυμνείται από επίσημα χείλη τόσο περισσότερο βυθίζεται στην αφάνεια. στο μεγαλύτερο μέρος της περιόδου που εξετάσαμε η προετοιμασία γιατακαθήκοντα του οίκου αποτέλεσε κεντρικό στόχο της γυναικείας εκπαίδευσης, που ήταν στο σύνολο της περιθωριακή. Όταν επιτέλους δόθηκε στα κορίτσια η δυνατότητα να φοιτήσουν στο γυμνάσιο, η διδασκαλία των οικιακών καθηκόντων μπήκε στο περιθώριο μιας εκπαιδευτικής κατεύθυνσης που κατά τα άλλα, τυπικά τουλάχιστον, δε λάβαινε υπόψη το φύλο των διδασκομένων. Οι δύο προσεγγίσεις προδίδουν διαφορετικέςαντιλήψειςγια το βαθμό και τον τρόπο που η αποστολή της συζύγου, μητέρας και οικοδέσποινας καθορίζει την κοινωνική υπόσταση των γυναικών. Ωστόσοητομή μεταξύ τους δεν είναι σαφής η απόλυτη, όχι μόνο γιατί oι δύο αυτές προσεγγίσεις συμπίπτουν χρονικά (τα πρώτα γυμνάσια θηλέων ιδρύονται ταυτόχρονα με τα αστικά σχολεία, ενώ το 1929 το κράτος διασφαλίζει τη συνέχεια της «διακοσμητικής» εκπαίδευσης δημιουργώντας τα ανώτερα παρθεναγωγεία), αλλ κυρίως γιατί επικαλύπτονται ως προς τις προθέσεις από τις οποίες εκπορεύονταικαιταπρότυπα που καλλιεργούν. Η είσοδος των κοριτσιών στο γυμνάσιο αποτέλεσε σημαντικό βήμα για την τυπική τουλάχιστον εξομοίωσή τους με τους μαθητές και πολλαπλασίασε τις ευκαιρίες τουςγιαεξωοικιακήαπασχόληση.δενπροϋπέθετε όμως ούτε συνεπαγόταν την αναίρεση των ειδικών καθηκόντων που απορρέουναπότοφύλο τους, ούτε την αμφισβήτηση της ανάθεσης της φροντίδας του οίκου στις γυναίκες. Η προσέγγιση της διδασκαλίας των οικιακών καθηκόντων ως κύριου στόχου της γυναικείας εκπαίδευσης και ως μικρού μέρους μιας σχολικής κατεύθυνσης κατά τα άλλα κοινήςγιααγόριακαι κορίτσια αντιστοιχεί σε δύο διαδοχικές τάσεις της γυναικείας αμφισβήτησης. Η πρώτη διεκδίκησε τον έλεγχο του οίκου, την «εξύψωση» και την κοινωνική αναγνώριση της οικοδέσποινας μέσω της παιδείας, χωρίς ωστόσο να παραιτείται από το αίτημα της πολύ-
πολύπλευρης μόρφωσης και της συμμετοχής στην έμμισθη εργασία. δεύτερη διεκδίκησε την ισοπολιτεία και την ένταξη στην παραγωγή, χωρίς να αμφισβητήσει την αρμοδιότητα των γυναικών στα του οίκου. στην πρώτη περίπτωση ρητή και τονισμένη, στη δεύτερη άρρητη, η έννοια της γυναικείας φύσης αποτέλεσε το συνδετικό κρίκο μεταξύ δύο τρόπων αντίστασης των γυναικών, που διεκδικούν αντίστοιχα την ιδιαιτερότητα σε σχέση με τους άνδρεςκαιτην ισότητα με αυτούς. επίπεδοτωνπροθέσεων τουλάχιστον, το ζήτημα της εκπαίδευσης στατουοίκου έχασε τη σημασία που είχε παλαιότερα. Πάντως, αν καιηδιδασκαλία των σχετικών μαθημάτων έχασεκαιαυτήτηνηγεμονική θέση που κατείχε στα προγράμματα των παρθεναγωγείων του 19ου αιώνα, παρέμεινε συστατικό στοιχείο της γυναικείας εκπαίδευσηςσεόλες τις εκδοχές της και, εφόσον καλλιεργούσε πάντοτε την έφεση των μαθητριών στα του οίκου, εξακολούθησε να υπηρετεί τις ίδιες άξιες. Ωστόσο, καθώς αποσυνδέθηκε από γενικότερα ζητήματα που αφορούσαν την υπόσταση και τον προορισμό των γυναικών, παραμένοντας όμως θεμελιωμένη σε άρρητες και γι' αυτό το λόγο υπεράνω αμφισβήτησης αναγωγές στη φύση, συρρικνώθηκε στην τεχνική της οικιακής εργασίας.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Λ' ΠΗΙΈΣ Συλλογές Νόμων
Γεώργιος Βενθύλος, Θεσμολόγιον της Δημοτικής Εκπαιδεύσεως(απότο 1833), 3 τ., Αθήναι 1884-1892. Χριστόδουλος Β. Λέφας, Εκπαιδευτικός Κώδιξ, τ. Β', εν Αθήναις 1924. , Νομοθεσία στοιχειώδους και μέσης εκπαιδεύσεως, τ. Β', εν Αθήναις 1933. Στέφανος Παρίσης, Ανωτέρα και Μέση Εκπαίδευαις, ήτοι Συλλογή των διεπόντων την Ανωτέραν και Μέσην Εκπαίδευσιν Νόμων, Β. Διαταγμάτων και Εγκυκλίων του επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Υπουργείου από του 1833, τ. Α', 1884. τονομοθετικόνέργοντουΥπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων 19301932, τ. Β', Αθήναι 1932. Νομοσχέδια (με χρονολογική σειρά) Παράρτημα των Εκπαιδευτικών Νομοσχεδίων (Γ. Θεοτόκη). Εκδιδόμενον κατ' αίτησιν της επ' αυτού επιτροπής της Βουλής τη επιστασία του Γενικού Επιθεωρητού των Δημοτικών Σχολείων Χαρισίου Παπαμάρκου, Αθήναι 1890. Νόμοι και νομοσχέδια περί δημοτικής εκπαιδεύσεως Δ. Πετρίδου και Θ . Π . Διληγιάννη, χ.τ. [1895]. Νομοσχέδιον περί δημοτικής εκπαιδεύσεως, 1 Νοεμβρίου 1899 (Αθ. Ευταξίας), στο Εκπαιδευτικά Νομοσχέδια 1899, II, σ. 1-22. Εκπαιδευτικά Νομοσχέδια υποβληθέντα εις την Βουλήν των Ελλήνων υπό Σ.Ε. Στάη κατά Νοέμβριον 1908, χ.τ. χ.χ. «Εκπαιδευτικά Νομοσχέδια υποβληθέντα εις την Β' Σύνοδον της ΙΘ' Περιόδου εις την Βουλήν υπό Ιωάννου Δ. Τσιριμώκου, Υπουργού των ΕκκλησιαστικώνκαιτηςΔημοσίας Εκπαιδεύσεως» (1913), στο Φίλιππος Ηλιού
(επιμ.), Δημήτρης Γληνός Άπαντα, τ. Β' 1910-1914, Αθήνα 1983, σ. 185-366. Γενική Εισηγητική Έκθεσις και Εκπαιδευτικά Νομοσχέδια κατατεθέντα πουργού Κωνστ. Γόντικα, εν Αθήναις 1929. Νόμοι, Διατάγματα, (με χρονολογική σειρά) Εγκύκλιοι, Υπουργικές αποφάσεις
«Περί δημοτικών σχολείων», Β.Δ. 6/18 Φεβρουαρίου 1834. «Περί διοργανισμού των Ελληνικών Σχολείων και Γυμνασίων», Β.Δ. 31 Δεκεμβρίου/12 Ιανουαρίου 1837. «Περί συστάσεως εν Αθήναις ορφανοτροφείου κορασιών», Β.Δ. 8 Ιουνίου 1855. «Περί διορισμούεπιμελητριώνεντοις δημοτικοίς σχολείοις των κορασιών υπό Φεβρουαρίου 1877. «Περί τελέσεως διαγωνισμού προς σύνταξιν διδακτικών βιβλίων της μέσης και κατωτέρας εκπαιδεύσεως», Β.Δ. 23 Νοεμβρίου 1882. «Περί προσόντων των διδασκαλισσών των εργόχειρων», Β.Δ. 13 Μαρτίου «Περί ωρολογίου προγράμματος των πλήρων Παρθεναγωγείων και των Διδασκαλείων των θηλέων», Β.Δ. 20 Αυγούστου 1893. <(Περί στοιχειώδους η δημοτικής εκπαιδεύσεως», Ν. ΒΤΜΘ', 3 Σεπτεμβρίου 1895. «Περί προγράμματος μαθημάτων Διδασκαλείου θηλέων και περί προγράμματος μαθημάτωνανωτέρουπλήρους Παρθεναγωγείου», Β.Δ. 11 Νοεμβρίου 1897. «Περίωρολογίουπρογράμματοςεξαταξίουδημοτικού σχολείου», Β.Δ. 1 Σεπτεμβρίου 1913. «Περί χορηγείας άδειας εις την Φιλεκπαιδευτικήν Εταιρείαν ιδρύσεως αστικών σχολείων θηλέων», Β.Δ. 8 Σεπτεμβρίου 1914. «Περί προγράμματος των αστικών σχολείων θηλέων», υπουργική απόφαση Ι. Δ. Τσιριμώκου, 15 Νοεμβρίου 1914. «Περί προσόντων των βουλομένωνναδιορισθώσι διδάσκαλοιτωντεχνικών μαθημάτων εν τοις διδασκαλείοις της δημοτικής εκπαιδεύσεως και εν τοις αστικοίς σχολείοις των θηλέων», Β.Δ. 20Αυγούστου1918. «Περί στοιχειώδους γεωργικήςεκπαιδεύσεως»,Ν.Δ. 7 Νοεμβρίου 1927. «Περί κυρώσεως και τροποποιήσεως του από 7 Οκτωβρίου 1927 Ν.Δ. "περί στοιχειώδους γεωργικήςεκπαιδεύσεως"»,Ν. 3600, 5 Ιουλίου 1928.
1886.
«Περί Ιδρύσεως Διδασκαλείου Οικοκυρικής Εκπαιδεύσεως», Ν. 4360, 9 Ίουλίου/17 Αυγούστου 1929. «Περί διαρρυθμίσεως των σχολείων της μέσης εκπαιδεύσεως», Ν. 4373, 13/ 20 Αυγούστου 1929. «Περί στοιχειώδουςεκπαιδεύσεως»,Ν. 4397, 24Αυγούστου1929. «Περί καθορισμού των εν τοις ανωτέροις Παρθεναγωγείοις διδασκομένων μαθημάτων, κατανομής της διδακτέας ύλης κ.τ.λ.», Π.Δ. 27 Νοεμβρίου/11 Δεκεμβρίου 1930. «Περί καθορισμού των εν Χαροκοπείω Διδασκαλείω Οικοκυρικής Εκπαιδεύσεως διδασκομένων μαθημάτων, κατανομής της διδακτέας ύλης κ.λ.π.», Π.Δ. 27 Νοεμβρίου/17 Δεκεμβρίου 1930. «Περίαναλυτικούπρογράμματος διδακτέων μαθημάτων σχολείων Μέσης Εκπαιδεύσεως διά το σχολικόν έτος 1931-32», Π.Δ. 18 Νοεμβρίου 1931/13 Ιανουαρίου 1932. «Περί μετατροπής εις Ανωτέραν οικοκυρικήν σχολήν του Διδασκαλείου οικοκυρικής Εκπαιδεύσεως», Ν. 6205, 25/27 Ιουλίου 1934. «Περί ιδρύσεως Αγροτικών Μεταβατικών Σχολών», A.N. 2470, 27 Ιουλίου/ 3Αυγούστου1940. «Περί ιδρύσεως και λειτουργίας Ανωτάτης Σχολής Οικιακής Οικονομίας και τροποποιήσεως του Νόμου 6205/1934 "περί μετατροπής εις Ανωτέραν οικοκυρικήν Σχολήν του Διδασκαλείου Οικοκυρικής Εκπαιδεύσεως"», Ν. 1785, 19/25 Απριλίου 1954. Εκθέσεις, Καταστατικά, Λογοδοσίες, Υπομνήματα κτλ.
Αμερικανική περίθαλψις, Έκθεσις πεπραγμένων της Αμερικανικής περιθάλψεως της Εγγύς Ανατολής εν Ελλάδι κατά το ετος 1925, Αθήναι 1926. «Από την Λογοδοσίαν της Προέδρου του Επαγγελματικού τμήματος της Ενώσεως των Ελληνίδων κ. Κ. Παρρέν: Οικοκυρώνεξετάσεις»,Εφημερίς των Κυρίων 24/988 (1910). Εκθέσειςτωνκατά το 1883 προς επιθεώρησιν των Δημοτικών Σχολείων αποσταλέντων εκτάκτωνΕπιθεωρητών,έκδ. Υπουργείου Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, Αθήναι 1885. Εκθέσειςτωνκριτών των διδακτικών βιβλίων της Μέσης και Κατωτέρας Εκπαιδεύσεως,ενΑθήναις1884. Έκθεσιςτωνπεπραγμένων υπό της Ενώσεως των Ελληνίδων συνταχθείσα ΈνωσιςτωνΕλληνίδων,«Οργανισμός της εν Αθήναις Ενώσεως των Ελληνίδων», Εφημερίς της Κυβερνήσεως,αρ.φύλ. 516, 4 Μαίου 1897.
Λύκειον των Ελληνίδων, Λογοδοσίαι Λυκείου των Ελληνίδων, 1911-1926. Καλλιρρόη Παρρέν, «η ΛογοδοσίατηςΕπαγγελματικήςκαιΟικοκυρικής Σχολής», Εφημερίς των Κυριών 20/878 (1906). «η Λογοδοσία της Επαγγελματικής Σχολής», Εφημερίς των Κυριών 23/ 969 (1909). «Πρόγραμμα Δημοτικού Σχολείου, Ανώτερου Παρθεναγωγείου και Διδασκαλείου κοριτσιών. Υπόμνημα του Εκπαιδευτικού Ομίλου προς το Κεντρικό Εποπτικό Συμβούλιο της Δημοτικής Εκπαιδεύσεως» (1912), στο Φίλιππος Ηλιού (επιμ.), Δημήτρης Γληνός Άπαντα, τ. Β' 1910-1914, Αθήνα 1983, σ. 100-147. Νικόλαος Ι. Σαρίπολος, «Υπόμνημα περί του κατωτέρου κλήρου και περί εκπαιδεύσεωςπροςτονεπίτηςΠαιδείας Υπουργόν», Πανδώρα ΙΣΤ' (18651866), σ. 74-77,110-114, 156-160, 227-230 και 257-259. Σύλλογος Κυριών υπέρ της Γυναικείας Παιδεύσεως, «Διοργανισμός του υπέρ σεως,αρ.φύλ. 22, 15 Ιουνίου 1872. Σύλλογος Κυριών υπέρ της Γυναικείας Παιδεύσεως υπό την προστασίαν της A.M. της Βασιλίσσης, Έκθεσις πεπραγμένο27 Απριλίου 1874 - 26 Απριλίου 1875, Αθήνησι 1875. Σύλλογος Κυριών υπέρ της Γυναικείας Παιδεύσεως, Έκθεσις του Διοικητικού Συμβουλίου περί των πεπραγμένων από της 1 Απριλίου 1877 μέχρι της 31 Μαρτίου 1878, εν Αθήναις 1878. Σύλλογος προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων, Φιλολογικός Σύλλογος Παρνασσός και Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, Πρώτον Ελληνικόν Εκπαιδευτικόν Συνέδριον(ενΑθήναις 31 Μαρτίου - 4 Απριλίου 1904). Μετά σχολικής εκθέσεως επιβοηθούσηςτον σκοπόν αυτού. Εργασίαιτηςδιευθυνούσης επιτροπής — Πρακτικά των συνεδριάσεων — Σχολική έκθεσις, εν Αθήναις 1904. «το εν Αθήναις Γυναικείον Συνέδριον», Ελληνίς Α'/2 (1921), σ. 58-60 και Α'/3 (1921), σ. 84-85. «το Υπόμνημα του Συνδέσμου για τη γεωργική εκπαίδευση», ο Αγώνας «το Υπόμνημα του Συνδέσμου για τη γυναικεία μόρφωση»,οΑγώναςτης Γυναίκας έ/94 (1929), σ. 3-4, 6-7. Παναγής Α. Χαροκόπος, Ιδιόγραφος Διαθήκη και Κωδίκελλος. Κανονισμός Σχολής και Καταστατικοί·, Αθήναι 1914.
ΦΙΛΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ
ΕγκαθίδρυσιςτουΣχολείου των κορασιώντηςΦιλεκπαιδευτικής Εταιρίας,
Έκθεσις γενομένη εις την Ε΄ Γενικήν Συνέλευσιν της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρίας, εν Αθήναις 1838. Κανονισμός του εν Αθήναις ΔιδασκαλείουτηςΦιλεκπαιδευτικής Εταιρίας, Αθήνησιν 1842. Κανονισμός του εν Αθήναις Διδασκαλείου της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρίας, Αθήναι 1851. Διοργανισμός της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρίας και ΚανονισμόςτουΠαρθεναγωγείου αυτής, εν Αθήναις 1857. Κανονισμός των Παρθεναγωγείων της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρίας, Αθήναι 1877. Πρόγραμματωνκατά το σχολικόνέτος1884-1885 διδαχθησομένων μαθημάτωνεντοις προτύποιςκαιτοις διδασκαλείοιςτηςΦιλεκπαιδευτικής Εταιρίας, εν Αθήναις 1884. Πρακτικά των ΣυνεδριάσεωντουΔιοικητικού Συμβουλίου και των Συνελεύσεων της εν Αθήναις Φιλεκπαιδευτικής Εταιρίας και Πεπραγμένα των ετών 1840-1893. τα υπότουΔιοικητικού Συμβουλίου της εν Αθήναις Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας Πεπραγμένα κατά το έτος 1900-1901, εν Αθήναις 1902. το τον Διοικητικού Συμβουλίου της εν Αθήναις Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας Πεπραγμένα κατά το έτος 1911-1912, Αθήναι 1913. Εγχειρίδια σχολικά και άλλα Ασμάτια παιδαγωγικά προς χρήσιν των νηπιαγωγείων καιτωνδημοτικών σχολείων, εκδίδονται επιμελεία και δαπάνη της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρίας, Αθήναι 1872. Αικατερίνη Βαρουξάκη, Οικιακή Οικονομία, εν Αθήναις 1923. ΑλέξανδροςΙ.Γεωργιάδης, Βιβλιοθήκη της Γυναικός, έτος Α', Βιβλίον Ιον «Οικιακή Οικονομία», Βιβλίον 4ον «η οικοδέσποινα ως νοσοκόμος και φαρμακοποιός», Βιβλίον 5ον «Οδηγός συμπεριφοράς του γυναικείου φύλου», Βιβλίον 7ον «Πώς καθαρίζονται και διατηρούνται τα ενδύματα», Βιβλίον llov «Υγιεινή της οικίας», χ.τ. [1894], Ξενοφών Δ. Ζύγουρας, Γενικόν επιστολάριον θεωρητικόν και πρακτικόν, εν Κωνσταντινουπόλει 1875. , Ελληνική Οικιακή Οικονομία. Θεωρητική και πρακτική, συνταχθείσα νουπόλει 1875. ·, Επιτομή Οικιακής Οικονομίας, συνταχθείσαπροςχρήσιν των Δημοτικών ΣχολώντωνκορασιώνκαιτωνΠαρθεναγωγείων, εν Αθήναις 1878. ——, η ραπτική, κοπτική, πλεκτική και ποικιλτική μετά 40 σχημάτων,
προς χρήσιν των Παρθεναγωγείων και των Δημοτικών Σχολώντωνκορασιών, Βιβλιοθήκη του Γυναικείου Φύλου, εν Αθήναις 1882. , ΟικιακήΟικονομία,Βιβλιοθήκη του Ελληνικού Λαού, τ. 12ος, εν Αθήναις 1887. , Μεθοδική επιστολογραφία, εν Αθήναις 1895. Σταμάτιος Κ. Θεοχάρης, Οικιακή Οικονομία η περί των καθηκόντων της γυναικός, Πάτραι 1876. ,Ο ΘησαυρόςτηςΟικογενείας, Εγκυκλοπαίδεια γνώσεων χρησίμων εις τοικία», τ. Β' «αι τροφαί», τ. Γ' «Οικιακή ιατρική και φαρμακευτική», τ. Δ' «Ενδυμασία», τ. έ «Οικιακή Οικονομία», εν Πάτραις 1892. Θεόφιλος Θησεύς Κυπρίου, Οικιακή Οικονομία, εν Αθήναις 1842. Νικόλαος Κολουμέλας, Δοκίμιον Αγροικής και Οικιακής Οικονομίας, προς χρήσιν των γεωργών, των βοσκώνκαιάλλων φιλοπόνων, Κέρκυρα 1843. Σαπφώ Κ. Λεοντιάς, ΟικιακήΟικονομία,προς χρήσιντωνΠαρθεναγωγείου, Λέων Μελάς, Παιδαγωγικόν Εγχειρίδιον προς χρήσιντωνΠαιδαγωγούντων, εν Αθήναις 1871. Γ. Μανούσος, Παιδαγωγική Διαιτητική και Παιδαγωγία. Οικιακός και σχολικός οδηγός προς παιδαγώγησιν αμφοτέρωντωνφύλων, Αθήνησιν 1884. Γεώργιος Παλαιολόγος, Γεωργική και Οικιακή Οικονομία, Ναύπλιο 1833. Περί Οικιακής Οικονομίας Πραγματεία, εν Αθήναις 1871. Helma Poetz, Οδηγός της Οικοδεσποίνης, (μτφρ. Ει.Λ.), εν Αθήναις 61930. Ειρήνη Π. Πράτσικα, Στοιχεία Οικοκυρικής. Μέρος Α'. οικιακαί Εργασίαι, συμφώνως προς το πρόγραμμα του Υπουργείου της Παιδείας, εν Αθήναις 1915. Αγλαία Λ. Πρεβεζιώτου, ΟικιακήΟικονομία,προς χρήσιντωνΠαρθεναγωγείων, εν Κωνσταντινουπόλει 1892. Νικόλαος Μ. Σαράντης, Μαγειρική, εν Κωνσταντινουπόλει 1863.
Β' ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ Α. Α., «50 χρόνια της ΧΕΝ Αθηνών», Νέοι ορίζοντες ΙΖ'/152 (1973), ένθετο. Έφη Αβδελά και Αγγέλικα Ψαρρά, ο φεμινισμός στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου. Μία ανθολογία, Αθήνα 1985. Σωτηρία Αλιμπέρτη, «Έκθεσις Αγρινίου. Επίσκεψις της Βασιλικής οικογενείας», Οικογένεια Β'/20 (1898), σ. 155-156. «από το τελευταίο συνέδριο της Ομοσπονδίας των Λειτουργών Μέσης Εκ-
Εκπαιδεύσεως», ο Αγώνας της Γυναίκας Δ'/48-49 (1927), σ. 13-14. Ίρις Αυδή-Καλκάνη, η επαγγελματικά εργαζόμενη Ελληνίδα, Αθήνα 1978. Έμη Βαϊκούση, «Χρηστοήθειες και διαμόρφωση της συμπεριφοράς των νέων ποσίου Ιστορικότητα της παιδικής ηλικίας και της νεότητας, Αθήνα 1986, τ.Α', σ. 287-299. Αικατερίνη Βαρουξάκη, Καλαισθητική αγωγή, εν Αθήναις 1915. , αι Εθνικαί παραδόσεις, εν Αθήναις 1916. ——, Μαθητικοίαναμνήσεις,τ. Α', εν Αθήναις 1932. Ζάν Πιέρ Βερνάν, «Εστία-Ερμής. Σχετικά με τη θρησκευτική έκφραση του χώρου και της κίνησης στην αρχαία Ελλάδα», στο Μύθος και σκέψη στην δη, Αθήνα 1975, σ. 139-171. Σιμωνίδης Γ. Βλαβιανός,η γυνήκαιηαποστολήαυτής. Μελέτη αναγνωσθείσα την εσπέραν της 16 Οκτωβρίου 1893 εν τη εταιρία «Ελληνισμός», Αθήνησιν 1894. Βοσπορίς, «Ολίγιστα περί γυναικός», Ευριδίκη Α'/9 (1871), σ. 97-99, Α'/ΙΘ (1871), σ. 109-111. Α. Γ. Γ., «Δύοεκπαιδευτικάσυνέδρια στην Αθήνα και τον Πειραιά», Ελληνίς Ζ'/8-9 (1927), σ. 186-187. Μαρία Γ., «Τί μας κοστίζει μια μαγείρισσα;», Εφημερίς των Κυριών Α'/3 (1887). Αθηνά Γαϊτάνου-Γιαννιού, «Γυναίκα και πολιτική», Πατρίς, 8, 9, 10, 11, 12 Στ. Γαλάτης, Ιστορία της εν Αθήναις ΦιλεκπαιδευτικήςΕταιρείαςαπό Δημήτρης Α. Γληνός, Γυναικείος ανθρωπισμός, Αθήνα 1921. , Ένας άταφος νεκρός. Μελέτες για το εκπαιδευτικό μας σύστημα, Αθήνα 1925. , «η γυναικεία παιδεία», ο Αγώνας της Γυναίκας έ/94 (1929), σ. 1-3. Ειρήνη Κ. Γουλιμή, «Οικιακή οικονομία», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τ. IH', σ. 735-736. «η γυνή», Ευρυδίκη Α'/1 (1870), σ. 3-4, Α'/3 (1870), σ. 28-29, Α'/4 (1870), σ. 40-42 και Α'/13 (1871), σ. 152-153. Σπυρίδων δε Βιάζης, «Διαπρεπείς Ελληνίδες κατά τον ΙΘ' αιώνα. Σαπφώ Λεοντιάς», Ελληνική Επιθεώρησις έ (1912), σ. 172-173, 199-210. «Δέκα ολόκληρα έτη», Φιλόκαλος Πηνελόπη 10/12 (1897), σ. 1. Αλέξανδρος Δελμούζος, το κρυφό σκολειό 1908-1911, Αθήνα 1950. , Μελέτες και πάρεργα, Αθήνα 1958. Αλέξης Δημαράς (επιμ.), η μεταρρύθμιση που δεν έγινε (Τεκμήρια Ιστορίας), τ. Α'-Β', Αθήνα 21983 και 21984.
Κ. ο. Δημαράς, Ελληνικός Ρωμαντισμός, Αθήνα 1982. «Διασκευή οίκου», Οικιακή Εφημερίς Α'/ΙΙ (1893). Ελισάβετ Δούκα-Καραγιαννοπούλου, «Ελληνίδες Παιδαγωγοί(απότηςαπελευθερώσεως)», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια (επί τη βάσειτουLexicon der Pädagogik του Herder), τ. Β', σ. 461-463. Françoise Eliet, «οι γυναίκες και ο φασισμός», μτφρ. Ιουλιέττας Ράλλη και Καίτης Χατζηδήμου, στο Armando Verdiglione, η Βία. Το Διεθνές Συνέδριο Σημειωτικής και Ψυχανάλυσης, Μιλάνο Νοέμβριος 1977, Μέρος Α', Αθήνα 1979, σ. 5-25. Ελληνίς οικοκυρά, «αι τροφαί», Εφημερίς των Κυριών 22/939 (1908). «Εντυπώσεις εξ Αγρινίου Ε΄: Έκθεσις», Οικογένεια Β'/20 (1898), σ. 156158. «Επίπλωσιςυπνοδωματίου»,Οικιακή Εφημερίς Α'/7 (1893). «Επιστολαίπροςγράφουσαν Ελληνίδα», Οικογένεια Κ' (1897), τ.χ. 9, σ. 70· 11, σ. 81-83· 12, σ. 89-90" 13, σ. 98-99" 14, σ. 110" 15, σ. 118-119" 16, σ. 124-125" 17, σ. 132-133" 18, σ. 140-141. Κ. Ζ., «η Α' Εθνική Έκθεσις Γυναικείας Εργασίας στην Βέρνην», Ελληνίς Η'/11 (1928), σ. 230-231. Ν. Γ. Ζ., το πρώτον Γυναικείον Σωματείον εν Ελλάδι, εν Αθήναις 1920. Μάρθα Ζημνοπούλου, «οι κίνδυνοι της διά της βελόνηςεργασίας»,Εφημερίς Σιδηρούλα Ζιώγου-Καραστεργίου, η μέση εκπαίδευσητωνκοριτσιών στην Ελλάδα (1830-1893), Αθήνα 1986. , «"Φρονίμους δεσποινίδας και αρίστας μητέρας": στόχοι παρθεναγωγείων και εκπαιδευτική πολιτικήστον19ο αιώνα», ΠρακτικάτουΔιεθνούς Συμποσίου Ιστορικότητα της παιδικής ηλικίας και της νεότητας, Αθήνα 1986, τ. Β', σ. 479-496. Ξενοφών Δ. Ζύγουρας, Περί γενικής βιομηχανίας,ενΚωνσταντινουπόλει 1877. , ο πρακτικός βίος, ΒιβλιοθήκητουΕλληνικού Λαού, τ. 6ος, εν Αθήναις 1889. Φίλιππος Ηλιού (επιμ.), Δημήτρης Γληνός Άπαντα, τ. Β' 1910-1914, Αθήνα 1983. Ρόζα Ιμβριώτη, «το εκπαιδευτικό μας πρόγραμμα», ο Αγώνας της Γυναίκας Α'/5 (1923), σ. 9-10. Σεβαστή Καλλισπέρη, «Περί μεταρρυθμίσεως του γυναικείου εκπαιδευτικού συστήματος», Οικογένεια Α' (1897), τ.χ. 1, σ. 3-4· 2, σ. 10-11' 3, σ. 19-20· 4, σ. 26' 5, σ. 36-37' 6, σ. 42-43' 7, σ. 50-51· 8, σ. 58-59. , Υποθήκαι εις την εκπαίδευσινκαιτηνΜετανάστευσινπροςτηνΒουλήν Αιμιλία Καραβία, «Παρρέν, Καλλιρρόη», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τ. ΙΘ', σ. 746-745.
Ολυμπία Π. Κοκκέβη, «Διά την μόρφωσιν των Ελληνίδων», Ελληνίς Ι έ / 1 1 (1935), σ. 222-223. Α.[λεξάνδρα] Κ.[όττου], «Τί έχει να ωφεληθεί η γυναίκα από τη δημοτική ψήφο», ο Αγώνας της Γυναίκας ΣΤ'/109-110 (1930), σ. 11-13. Λίζα Κόττου, «η εκπαίδευση των Ελληνίδων από το 1830 έως σήμερα», Πολυτίμη Κούσκουρη, «Περί της εκπαιδεύσεως του γυναικείου φύλου», Πανδώρα Γ'/70, (1835) σ. 520-521.
Άλκη Κυριακίδου-Νέστορος, η θεωρία της Ελληνικής Λαογραφίας,
να 1978. Αναστασία Λαδά, «Μύθοι και πραγματικότητες: το Ιδανικό σπίτι'. ο ρόλος της κατοικίας στην κατά φύλα διαίρεση του χώρου», η Αριστερά σήμερα 5 (1984), σ. 47-49. Έλλη Λαμπρίδη, «Κρητικές παρατηρήσεις στο σύγχρονο φεμινισμό», Αναγέννηση Α'/5 (1927), σ. 278-284. Ζάκ Λέ Γκόφ, «οι νοοτροπίες: μια διαφορούμενη ιστορία», στο Ζάκ Λέ Γκόφ τσοτάκη, Αθήνα 1981, σ. 316-338. Σαμφώ Κ. Λεοντιάς, «Περί κλήσεως της γυναικός», Ευρυδίκη Α' (1870), τ.χ. 2, σ. 13-16" 3, σ. 25-28" 4, σ. 37-40" 5, σ. 49-52" 6, σ. 61-64' 7, σ. 77-80. , «Περί του γυναικείου ζητήματος», Εφημερίς των Κυριών Θ΄/400 και ο'/402. Χριστόδουλος Β. Λέφας, Ιστορία της εκπαιδεύσεως, Αθήνα 1942.
, ο ανήρ και η γυνή. Διαλέξεις τρεις αναγνωσθείσαι εν τω Ελληνικώ Φιλολογικώ Συλλόγω και πέντε ποιήματα, εν Κωνσταντινουπόλει 1899.
Αθή-
Λύκειον των Ελληνίδων, Εικοσιπενταετηρίς του Λυκείου των Ελληνίδων 1911-1936. Πεντηκονταετηρίς της δράσεως της ιδρυτρίας και προέδρου αυτού Καλλιρρόης Παρρέν. 1886-1936, Αθήναι 1936. Δήμητρα Μακρυνιώτη, η παιδική ηλικία στα αναγνωστικά βιβλία 1834-1919,
Αθήνα 1986. Μήτηρ ιατρός και παιδαγωγός, «Μητέρες και παιδία», Εφημερίς των Κυριών Η'/365 (1894).
Σουλτάνα Μιχαλιάδου, η Καλλιρρόη Παρρέν διά την φανέλλαν του στρατιώ-
του, Σάμος 1940. Αθηνά Μπεκ, «Περί οικογενείας», Ελληνίς Η'/1 (1928), σ, 22. Ρόζα Νικοπούλου, «Αικατερίνη Βαρουξάκη», Ελληνίς ΙΔ'/3 (1934), σ. 63-66. , «Πώς τα κορίτσια μας ετοιμάζονται για τον ρόλο της συζύγου και μητρός: η Οικοκυρική Σχολή του Αρσακείου», Ελληνίς ΙΣΤ'/ΙΙ (1936), σ. 239-241.
«Νοικοκυριό και επάγγελμα», Ο Αγώνας της Γυναίκας έ/84 (1929), σ. 7. Χριστίνα Νούνο, «η Αμερικανική οργάνωσις Near East Reliefειςτην Ελλάδα», Ελληνίς Γ'/12 (1923), σ. 243-246. Χαράλαμπος Νούτσος, Προγράμματα Μέσης εκπαίδευσης και κοινωνικός έλεγχος(1931-1973), Αθήνα 1979. «Ξένη γυναικεία κίνησις», Ελληνίς Η'/11 (1928), σ. 242. Κούλα Ξηραδάκη, Από τα Αρχεία του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Παρθεναγωγεία και δασκάλες υπόδουλουΕλληνισμού,τ. Α'-Β', Αθήνα 1972 και 1973. , Φιλλεληνίδες, Αθήνα 1976. «ο εν Αγρινίω Σύλλογος Εργάνη Αθηνά», Οικογένεια Α'/3 (1879) σ. 20. Ειρήνη Οικονομίδου, «η έκθεσις της Χαλκίδος», Εφημερίς των Κυριών ΙΕ΄/ 706 (1902) και Ι έ / 7 0 7 (1902). Βασ. Παπαγεωργίου, «η αλληλοδιδακτική μέθοδος και η εισαγωγή της στην Ελλάδα»,ΕπετηρίςΔημοτικής Εκπαιδεύσεως Α' (1932), σ. 286-291. Άννα Παπαδημητρίου, «Γιατί χρειάζεται την ψήφο η νοικοκυρά», ο Αγώνας της Γυναίκας Α'/5, (1923), σ. 4-5. A.A. Παπαδόπουλος, το Αμαλίειον Ορφανοτροφείον Κορασιώνεπίτηεκατονταετηρίδι του (1855-1954), Αθήναι 1954. Δώρα Παπακωνσταντίνου, «Εργασίαι των τμημάτων του Ε.Σ.Ε.», Ελληνίς Θ΄/2 (1929), σ. 25. , «Διπλωματούχοι των οικοκυρικών τεχνών Maîtres des Arts Ménagers», Ελληνίς IA'/6-7 (1931), σ. 143. Γ.Γ. Παππαδόπουλος, «Περί γυναικός και Ελληνίδος», Πανδώρα ΙΖ'/388 (1866), σ. 81-88, ΙΖ'/389 (1866), σ. 105-112. Καλλιρρόη Παρρέν, «Έχομεν μητέρας;», Εφημερίς των Κυριών Α'/1 (1887). , «Ιδρύσατε σχολήν πρακτικήν διά τας νέας», Εφημερίς των Κυριών Α'/14 (1887). , «Οικιακή οικονομία», Εφημερίς των Κυριών Α'/18 (1887). , «Διδασκόμεθα την οικιακήν οικονομίαν;», Εφημερίς των Κυριών Α'/30 (1887). , «ου μόνον επιστήμας αλλά και τέχνας και επαγγέλματα διά τας γυναίκας», Εφημερίς των Κυριών Α'/30 (1887). , «η γυνήοικοδέσποινατεχνίτις και επιστήμων», Εφημερίς των Κυριών Α'/31 (1887). , «ο Κύριος Ξενοφών Ζύγουρας», Εφημερίς των Κυριών Α'/32 (1887). , «Καλλιτεχνική σχολή Κυριών», Εφημερίς των Κυριών Α'/32 (1887). , «Κυβέρνησις, Νομοσχέδια και γυναίκες», Εφημερίς των Κυριών Α'/42 (1887). , «αι προίκες του αιώνος μας», Εφημερίς των Κυριών Β'/53 (1888). , «αι Ελληνίδες εν τοις Ταχυδρομείοις και Τηλεγράφοις», Εφημερίς
των
Κυριών Β'/69 (1888). , «το γυναικείον ζήτημα», Ημερολόγιον Κωνσταντίνου Φ. Σκόκου, Αθήναι 1889, σ. 190-193. , «αι νεάνιδες ανιώσιν εν ταις επαρχίαις», Εφημερίς των Κυριών 1""/114 (1889). , «Παρθεναγωγείον Σοφίας Δημοπούλου», Εφημερίς των Κυριών Γ'/121 (1889). , «το Αμαλίειον ορφανοτροφείον», Εφημερίς των Κυριών Γ'/127(1889). , «αι Παρισιναί υπηρέτριαι και αι ιδικαί μας», Εφημερίς των Κυριών Γ'/131 (1889). , «ο κ. Θεοτόκης και αι γυναίκες», Εφημερίς των Κυριών Σ1'/!44 (1889) , «Μελέτη επί του Νομοσχεδίου της των θηλέων Μέσης Εκπαιδεύσεως», Εφημερίς των Κυριών Γ'/145 (1889). , «Τί την θέλουσιν αι γυναίκες την Αρχαίαν Ελληνικήν», Εφημερίς των Κυριών Γ'/150 (1890). , «και ημείς περίτηςεκπαιδεύσεωςτουφύλου μας», Εφημερίς των Κυριών Γ'/150 (1890). , «Σχολείον Κοπτικής και Ραπτικής», Εφημερίς των Κυριών Γ'/151 (1890). , «αι μεταρρυθμίσεις εν τω Αμαλιείω ορφανοτροφείω», Εφημερίς των Κυριών Γ'/152 (1890). , «Έναρξις των μαθημάτων της Σχολής της Κυριακής», Εφημερίς των Κυριών Γ'/152 (1890). , «Τί εγένετο μέχρι τούδε προς επίτευξιν επαγγελματικής μορφώσεως , «Εξετάσεις του Κυριάκου Σχολείου», Εφημερίς των Κυριών έ/241 (1891). , «Φλωρεντία Φουντουκλή, φοιτήτρια της Μαθηματικής Σχολής», ΕφημερίςτωνΚυριών ΣΤ'/278 (1892). , «Γυναικεία δράσις εν Σύρω», Εφημερίς των Κυριών Ζ'/327 (1893). , «η επέτειος του ασύλου των εργατίδων και υπηρετριών», Εφημερίς των Κυρίων Ζ'/329 (1893). , «τα θύματα της εποχής», Εφημερίς των Κυριών Η' (1894) τ.χ. 355, 356, 357, 359, 360, 361. , «Γυναικεία ένωσις», Εφημερίς των Κυριών Γ/472 (1897). , «το έργον των τμημάτων της Ενώσεως μετά τον πόλεμον», Εφημερίς των Κυριών ΙΑ'/492 (1897). , «η Α' οικοκυρική και επαγγελματική σχολήτηςΕνώσεως»,Εφημερίς των Κυριών ΙΑ'/496 (1897). , «η οικοκυρική μόρφωσις των Ελληνίδων», Εφημερίς των Κυριών ΙΑ'/499 (1897).
, «Προγράμματα Οικοκυρικής και Επαγγελματικής Σχολής», Εφημερίς , «Πρόγραμμα Οικοκυρικής και Επαγγελματικής Σχολής, τμήμα μαθητριών προοριζομένων δι' οικοδέσποινας», Εφημερίς των Κυριών ΙΑ'/ 501 (1897). ——, «Καθημεριναί εντυπώσεις», Εφημερίς των Κυριών ΙΑ'/503 (1897). , «Καθημεριναί εντυπώσεις: τα εγκαίνια της Οικοκυρικής και Επαγγελματικής Σχολής», Εφημερίς των Κυριών ΙΑ'/509 (1897). , «εν επαγγελματικόν σχολείον εις Ναύπλιον», Εφημερίς των Κυριών ΙΒ'/536 (1894). , «η δράσις των Ελληνίδων κατά το 1898», Εφημερίς των Κυριών ΙΒ'/557 (1899). , «Ίδρυσις της Ενώσεως των Ελληνίδων» Εφημερίς των Κυριών ΙΓ'/ 580 (1899). , «Περίληψις Λογοδοσίας της Ενώσεως των Ελληνίδων», Εφημερίς , «Δύο μεγάλαι νεκραί», Εφημερίς των Κυριών ΙΔ'/613 (1900). , «αι γυναίκες και η Ελληνική χειροτεχνία», Εφημερίς των Κυριών Ι έ / 6 9 2 (1902). , «η έκθεσις της Χαλκίδος», Εφημερίς των Κυριών Ιέ/704 (1902). , «Οικοκυραί και οικοκυρειό», Εφημερίς των Κυριών 19/837 (1905). , «Παλαιαί θρησκείαι Β' Οικοκυρειό και Εθνικαί πτωχεύσεις», Εφημερίς των Κυριών 19/842 (1905). , «Παλαιαί θρησκείαι Γ'», Εφημερίς των Κυριών 19/843 (1905). , «η κηπουρική και η γαλακτοκομία εις παρθεναγωγείον», Εφημερίς , «αι μητέρες και τα σχολεία», Εφημερίς των Κυριών 24/980 (1910). , «Θεολόγοι επαναστάται», Εφημερίς των Κυριών 24/982 (1910). , «Πρότυπο δημοτικό σχολείο», Εφημερίς των Κυριών 24/986 (1910). , «η διάλεξις της κ. Καλλιρρόης Παρρέν εις τον Παρνασσόν», Εφημερίς , «Ομιλία της κ. Κ. Παρρέν, Γεν. Γραμματέως του Πατριωτικού Συνδέσμου των Ελληνίδων κατά την τελετήν της ενάρξεως»,Εφημερίςτων Κυριών 28/1059 (1915). , «Φεμινισταί και φεμινίστρια»), Εφημερίς των Κυριών 30/1082 (1917). ό.π. Πασχάλης, «Λεοντιάς, Σαπφώ», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τ. Ι έ , σ. 940. Μαρία Πινέλλη (εν Μονάχω), «Περίληψις της ομιλίας της Βαρωνίδος Horn», «Πλύσις ασπρορρούχων», Οικιακή Εφημερίς A'/H (1893). «προς τας αναγνωστρίας μας», Ελληνίς Η'/1 (1928), σ. 3-4.
«Πώς μορφώνομεν τους υπηρέτας μας», Οικιακή Εφημερίς Α'/9 (1893). Α.P., «Σκοπός του Συνδέσμου προς Διάδοσιν Οικοκυρικών Σπουδών», Έλληνίς Α'/3 (1921), σ. 85-86. Α.Σ., «η γυνήωςσύζυγος, μήτηρ και οικοδέσποινα», Ευρυδίκη Α'/19 (1871 ) σ. 229-223. Σίλα Ρόουμπόθαμ, στο περιθώριο της ιστορίας. 300 χρόνια γυναικείας καταπίεσης και αγώνων, μτφρ. Ελένη Βαρίκα, Αθήνα 21984. Μαρία Σβώλου, «η θέση του φεμινισμούστηνΕλλάδα»,οΑγώναςτης Γυναίκας Α'(1924), τ.χ. 9-10, σ. 16-18· 11, σ. 2-4" 12, σ. 2-4. , «Γεωργική και οικοκυρική μόρφωση», ο Αγώνας της Γυναίκας Γ'/ 31 (1926), σ. 3-5. , «Διακοσμητική μόρφωση», ο Αγώνας της Γυναίκας έ/87 (1929), σ.
1-2.
, «η οικοκυρική μόρφωση: το Χαροκόπειο Διδασκαλείο Οικοκυρικής»,
, «Δύο μέτρα και δύο σταθμά», ο Αγώνας της Γυναίκας ΣΤ'/119 (1930) σ. 1-2. Άννα Σερουΐου, «η δράσις της γυναικός εν τω οίκω», Οικογένεια Α' (1879), τ.χ. 2, σ. 9-10" 3 σ. 17-18. , «η δράσις της γυναικός έκτος του οίκου», Οικογένεια Α' (1897), τ.χ. 4, σ. 25-26· 5 σ. 33-35. , «Ποία δέον να είνε η μόρφωσις των Ελληνίδων», Οικογένεια Α'/6 (1897), σ. 41-42. , «η ξενομανία», Οικογένεια Β'/2 (1898), σ. 9-11. , «το Αγρίνιον», Οικογένεια Β'/16 (1898), σ. 122. «Σκέψεις περί της γυναικείας ενδυμασίας», Οικογένεια Β'/15 (1898), σ. 113. Έλλη Σκοπετέα, το «πρότυπο Βασίλειο» και η ΜεγάληΙδέα.Όψειςτου στήμιο Θεσσαλονίκης, Φιλοσοφική Σχολή, Θεσσαλονίκη 1984. Ασπασία Σκορδέλη, «η οικονομία εν τη τάξει», Οικιακή Εφημερίς Α'/7 (1983). Δημήτριος Σκουζές, η Αθήνα που έφυγε. Ομορφιές που χάθηκαν, τ. Β' Αθήνα 1962. Νόρα Σκουτέρη-Διδασκάλου, Ανθρωπολογικά για το γυναικείο ζήτημα (4 μελετήματα), Αθήνα 1984. Αριστείδης Σπαθάκης, «Περί του προορισμού του ανδρός και της γυναικός», Οικογένεια Α' (1897), τ.χ. 5, σ. 39-40· 7, σ. 54-55" 8, σ. 61. Αγνή Στουδίτου, «το ηλεκτρικό σπίτι», Ελληνίς Δ'/8-9 (1924), σ. 180. Δ.Σ. Στρούμπος, Το μέλλον, ήτοι περί ανατροφής και παιδεύσεως,ενΑθήναις 1854. «Σύνδεσμος προς Διάδοσιν Οικοκυρικών Σπουδών», Ελληνίς Α' (1921),
τ.χ. 1, σ. 29' 2, σ. 56" 5 σ. 143" 8, σ. 235-237. Σύνδεσμος προς Διάδοσιν Οικοκυρικών Σπουδών, «Νοικοκυρά και Προϋπολογισμός», Ελληνίς Λ' 4 (1921), τ.χ. 9, σ. 261-263" 10-12, σ. 358-360. Α.T., «Εκλιπούσαι φυσιογνωμίαι: Αθηνά Μπεκ», Ελληνίς ο'/11 (1929), σ. 230. «τα προς τους ασθενείς καθήκοντά μας», Οικιακή Εφημερίς Α'/8 (1893). Τεγεατικός Σύνδεσμος, η Οικοκυρική Σχολή του Τεγεατικού Συνδέσμου, χ·τ· χ·χ· , Τεγεατικός Σύνδεσμος 1883-1983. Εκατό χρόνια προόδου. Σύντομο ΙστορικάτουΤεγεατικούΣυνδέσμου, Αθήνα 1983. Φενελών, το περί αγωγής κορασιών εξελληνισθεί' υπό Θ. Νικολαΐδου Φιλαδελφέως, Αθήναι Η875. Φιλόπτωχος Αδελφότης Κυριών Θεσσαλονίκης, 100 χρόνια 1873-1973. Αναμνηστικό Λεύκωμα, Θεσσαλονίκη 1973. Ελένη Φουρναράκη, «Παρέμβαση», Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου Ιστορικότητα της παιδικής ηλικίας και της νεότητας, Αθήνα 1986, τ. Β', σ. 511-514. Ζωή Φράγκου, «η εξέλιξις της γυναίκας των πόλεων στην Ελλάδα», Ελληνίς Η'/8-9 (1928), σ. 174-175. Άννα Φραγκουδάκη, Εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και φιλελεύθεροι διανοούμενοι. Άγονοι αγώνεςκαιιδεολογικά αδιέξοδα στο μεσοπόλεμο, Αθήνα 21983. Χαράλαμπος Γ. Χάριτος, «η εισηγητικό έκθεση του Δημ. Σαράτσηγιατην ίδρυση του Παρθεναγωγείου του Βόλου», Θεσσαλική Εστία 32 (1978), σ. 329-341. — (επιμ.), το Παρθεναγωγείο και τα «Αθεϊκά» του Βόλου. η αλληλογραφίατωνπρωταγωνιστών, Βόλος 1980. ——, το Παρθεναγωγείο και τα «Αθεϊκά» του Βόλου. Συμβολή στη μελέτη των εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεωνστηνεότερη Ελλάδα, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Εργαστήριο Πειραματικής Παιδαγωγικής, Αθήνα 1986. Ηλίας Χριστοφίδης, «Περί κορασιών ανατροφής», ο Παιδαγωγός Α'(1839), σ. 131-134. , «Περί του τρόπου της διδασκαλίας των χειροτεχνημάτων εις τα σχολεία των Κορασιών», ο Παιδαγωγός Α' (1839), σ. 221-236 και 251-291. ΑγγέλικαΨαρρά,«Γυναικεία περιοδικά του 19ου αιώνα», Σκούπα 2 (1979), σ. 3-13.
Jean-Marie Barbier, «Scolarisation féminine et éducation à Γ économie quotidienne (XVIIème-XIXème siècles)», Pénélope pour V histoire des femmes, «Education des filles, enseignement des femmes XVIII, XX siècles», 2 (1980) σ. 81-85. Maurice Bloch και Jean H. Bloch, «Women and the dialectics of nature in eighteenth-century French thought», στο Carol MacCormack 1982, σ. 25-41. Joan Burstyn, Victorian education and the ideal of womanhood, Λονδίνο 1981. Kathleen M. Davies, «Continuity and change in literary advice on marriage», στο R.B. Outhwaite (επιμ.), Marriage and society. Studies on the social history of marriage, Λονδίνο 1981, σ. 58-80. Margery Davies, «Woman's place is at the typewriter: The feminization of the clerical labor force», στο Zillah Eisenstein (επιμ.), Capitalist patriarchy and the case for socialist feminism., Νέα Υόρκη και Λονδίνο 1979, σ. 248-266. Rosemary Deem, Women and schooling, Λονδίνο 1978. Marjorie Ferguson, Forever feminine: Women's magazines and the cult of femininity, Λονδίνο 1983. Geneviève Fraisse, «L' éducation ménagère et le métier de femme au début du XIXème siècle», Pénélope, pour Γ histoire des femmes, «Education des filles, enseignement des femmes XVIII, XX siècles», 2 (1980), a. 86-87. Eva Gamarnikow, «Sexual division of labor: The case of nursing», στο Annette Kuhn και Ann Marie Wölpe (επιμ.), Feminism and materialism, Λονδίνο 1979, σ. 96-120. Deborah Graham, The Victorian girl and the feminine ideal, Μ π λ ο ύ μινγκτον 1982. Dolores Hayden, The grand domestic revolution : A history of feminist designs for American homes, neighborhoods and cities, Καίμπριτζ Μασ. 1981. Michael Herzfeld, Ours once more: Folklore, ideology and the making of Modem Greece, Ώστιν 1982. L.J. Jordanova, «Natural facts: A historical perspective on science and sexuality», στο Carol MacCormack και Marylin Strathern (επιμ.), Nature, culture and gender, Καίμπριτζ 21982, σ. 42-69. Paschalis M. Kitromilides, «The enlightenment and womanhood: Cultural change and the politics of exclusion», Journal of Modern Greek Studies 1/1 (1983), a. 39-61.
2
Martine Martin, Femmes et société:
Le travail ménager
( 1919-1930),
διατριβή 3ου κύκλου στην Ιστορία, Université Paris VII, Παρίσι 1984. Erna Olafson, Leslie Parker Hume και Karen Μ. Offen (επιμ.), Victorian women : A documentary account of women's lives in 19th century England, France and the United States, Στάνφορντ 1981. Stelios Papadopoulos, «The 'discovery' of the peasant in Greek Museology», Museum 139 (1983), σ. 163-166. David Pocock, «Introduction», στο Arnold Palmer, Movable feasts, Οξφόρδη 1984, σ. xi-xxxiv. Mary Ryan, «Feminity and capitalism in antebellum America», στο Zillah Eisenstein (επιμ.), Capitalist patriarchy and the case for socialist feminism, Νέα Υόρκη και Λονδίνο 1979, σ. 151-172. Kathryn Kish Sklar, Catharine Beecher: A study in American domesticity, Νέα Υόρκη 1973. Bonnie G. Smith, Ladies of the leisure class: The bourgeoises of Northern France in the nineteenth century, Πρίνστον 1981.
ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΤΩΝ ΕΙΚΟΝΩΝ
Καταστημάτων, Κωνσταντινούπολις 1905, σ. 353. 2. Καλλιρρόη Παρρέν. Ποικίλη Στοά, 1894, σ. 289. 3. « Ε κ των διαδρόμων των Εξωτερικών Σχολείων της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας». Φωτογραφικό αρχείο Ε.Λ.I.A. 4. «Οι μικροί εργάται». Απόσπασμα. Ασμάτια παιδαγωγικά εκδίδονταιεπιμελείακαιδαπάνη της Φιλεκπαιδευτικής Ε ταιρίας, Αθήναι 1872, σ. 35-36. 5. Μάθημα ραπτικής. Φωτογραφικό αρχείο Ε.Λ.I.A. 6. Οδηγίες ραπτικής και ποικιλτικής. Ξ. Δ. Ζύγουρας, Η κοπτική, ραπτική, πλεκτική και ποικιλτική μετά 40 σχημάτων,
1. Σαπφώ Λεοντιάς.
Ημερολόγιον
Εθνικών
Φιλανθρωπικών
7. Παιδικά φορέματα. Οικιακή Εφημερίς Α'/7 (1893), σ. 2, 3. 8. Σχέδιο δαντέλας. Ευρυδίκη. 9. Μάθημα πυρογραφίας. Ένωσις των Ελληνίδων. Φωτογραφικό αρχείο Ε.Λ.I.A. 10. Μάθημα χειροτεχνίας. Ένωσις των Ελληνίδων. Φωτογραφικό αρχείο Ε.Λ.I.A. 11. Διαφήμιση ραπτομηχανής Singer. Οδηγός Γεωγραφικός και
Ιστορικός των πλείστων κυριωτέρων πόλεων της Ελλάδος
κα, έτος Α', εν Αθήναις 1875, σ. 161.
12. «προς τας νεάνιδας περί οικονομίας». Ξ. Δ. Ζύγουρας, Οικιακή Οικονομία, Βιβλιοθήκη του Ελληνικού Λαού, τ. 12ος, 13. Μάθημα μαγειρικής. Φωτογραφικό αρχείο Ε.Λ.I.A.
14. Διαφήμιση για την ΟικιακήΕφημερίδα.Ημερολόγιοντης Εφημερίδος των Κυριών του έτους 1894, Αθήναι 1893, σ.
211. 15. Διακοσμητικά αντικείμενα. Ημερολόγιον της Φιλοκάλου Πηνελόπης, 1900, σ. 78.
16. Οικιακή λογιστική. Ημερολόγιον της Εφημερίδος των Κυριών του έτους 1890, Αθήναι 1889, σ. 13.
17. Ο Αλέξανδρος Δελμούζος με τις μαθήτριες και το προσωπικό μούζος, Αθήνα 1978. 18. Χαροκόπειο Διδασκαλείο Οικοκυρικής Εκπαιδεύσεως (Χαροκόπειος Ανωτέρα Οικοκυρική Σχολή 1935). Ελληνίς ΙΕ΄/ 6 (1935), σ. 130. 19. το εργαστήριο ραπτικής της Χαροκοπείου Ανωτέρας Οικοκυρικής Σχολής (1935). Ελληνίς ΙΕ΄/6 (1935), σ. 130. 20. Διαφημίσεις οικιακών σκευών και μηχανημάτων. Ο Αγώνας 21. Πρόσκληση του Συνδέσμου για τα Δικαιώματα της Γυναίκας γώνας της Γυναίκας Ε΄/88 (1929). 22. Εργαλεία του νοικοκυριού. Ειρήνη Π. Πράτσικα, Στοιχεία Οικοκυρικής, εν Αθήναις 1915, σ. 38-42.
ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ ΚΥΡΙΩΝ ΟΝΟΜΑΤΩΝ
Αγώνας της Γυναίκας,
Αγγλία 65, 126, 129, 130, 132, 144, Άσυλον της Αγίας Αικατερίνης 27 159,193,221 Άσυλον Ανιάτων 27 Αγρίνιο 54, 55, 59 Αγροτικές Μεταβατικές Σχολές 214 Άσυλον Εργατίδων και Υπηρετριών 70
ο 201, 216,
Αίγινα 42 Αλεξάνδρεια 193 Βαρβαρέσος Κυριάκος 203 Αλεξανδρής Άπ. 167, 173 Βαρουξάκη Αικατερίνη 33, 229, 234ΑμαλίειοΟρφανοτροφείο52, 58, 66, 237, 239, 246-249, 251-253, 257 67 Βασιλική Πρόνοια 190 Βασιλικόν Ίδρυμα 190 Αμερική 68, 76, 127, 130-132, 142, Βέλγιο 159 143, 190, 193, 207, 215, 220, 252 Βελλίνη Όλγα 199 Αμερικανικό Παρθεναγωγείο ΚωνΒενιζέλος 180 σταντινουπόλεως 159 Βέρνη 215 Αντωνοπούλου Ελένη 200 Βιέννη 222 Ανωτέρα Γυναικεία Σχολή 203 Ανωτέρα Οικοκυρική Σχολή βλ. ΧαΒίησσερ 102' βλ. και Catharine Beeροκόπειος Ανωτέρα Οικοκυρική cher Σχολή Βικέλας Δ. 149, 151, 156 ανώτερο Δημοτικό Παρθεναγωγείο Βλαβιανός Σιμωνίδης 25 Βόλος 157, 158 του 163, 165-168, 170, 171 Βοσπορίς 111 ανώτεροΙνστιτούτοΓεωργικής οι- Βουρζουά, ιατρός 63 κιακής Οικονομίας Λάκκεν ΒελΒρετανική Διεύθυνση εκπαίδευσης γίου 228 221 ανώτερο Παρθεναγωγείο Λευκωσίας Γαϊτάνου-Γιαννιού Αθηνά 201,207, 149 215, 226 Αποστολίδης Περ. 158 Γαλλία 63, 64, 66, 123, 132, 163, Αργυριάδης Ι. 47 216, 220, 227 ΑργυροπούλουΕυφροσύνη200 Γενεύη 163 Αριστάρχης Μιλτιάδης 22 Γερμανία 103, 159, 207 Αρσάκειο Διδασκαλείο 27, 43, 44, Γεροκοστόπουλος 72 49, 51, 56, 67, 89, 90, 103, 119, Γεωργιάδης Αλέξανδρος Ι. 118 152, 157, 173, 228, 235, 254· βλ.
218
Α τ τ ι κ ό ν Η μ ε ρ ο λ ό γ ι ο ν 22
Γκίκα Αλεξάνδρα 21 Γληνός Δημήτρης 168,171-175,202206,210 Γόντικας Κωνσταντίνος Β. 181, 188, 189 Γουλιμή Ειρήνη Γ. 223, 242 Γρίβα Ελένη 200 Γρυπάρης Ιωάννης 203 Δελμούζος Αλέξανδρος 157, 160163, 165-168, 171 Δημοτικό Συμβούλιο Παγασών 157, 158, 160 Δημοτικόν Σχολείον Αθηνών 25 Διαμαντόπουλος Ί. 150 Διδασκαλείον Ενώσεως των Ελληνίδων βλ. Ένωσις των Ελληνίδων Διδασκαλείον Θηλέων Λευκωσίας 149 Διδασκαλείον Κρήτης 158 Διδασκαλείον Οικοκυρικής Εκπαιδεύσεως βλ. Χαροκόπειον Διδασκαλείον Οικοκυρικής Εκπαιδεύσεως Διδασκαλείον Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας βλ. Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία Διεθνές Εκπαιδευτικόν Συνέδριον 242 Διεθνές Συμβούλιο Γυναικών 200 Δοντάς Σπυρίδων 203 Δοξιάδης Απόστολος 203 Δραγούμη Μαρία 200 Δραγούμης 164 Δρακόπουλος Γ.Π. 91 Δροσίνης Γ. 158 Δύση 193 Εθνική Έκθεση Γυναικείας Εργασίας, Α' (Βέρνη) 215 Εθνικό Συμβούλιο Ελληνίδων (ΕΣΕ) 200, 212, 226 Εκπαιδευτικό τμήμα 210 Εθνικόν ΓυναικείονΣυνέδριον, ΑΊ99 Εκπαιδευτικός Όμιλος 167-169,173, 175 Ελβετία 159, 163 Ελληνική Σχολή Θηλέων Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας βλ. Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία
Ελληνίς 200, 206, 215, 223-225, 227, 228 Έμκε 74 Εμπορική Σχολή της Χάλκης 46, 90, 158 ΈνωσιςτωνΕλληνίδων27, 72, 149, Διδασκαλείον 241 Επαγγελματικόν Σχολείον Πειραιώς 75, 76, 224 Οικοκυρική και Επαγγελματική Σχολή 72, 74, 79, 84, 136, 163, 185, 189, 192-195 ΕπαγγελματικόνΣχολείον Πειραιώς Ενώσεως των Ελληνίδων βλ. Ένωσις των Ελληνίδων Εργαστήριον Συλλόγου Κυριών υπέρ της Γυναικείας Παιδεύσεως 69 Εργατικό Κέντρο Βόλου 162 Εστία (περ.) 118 Ευνάρδ, κυρία 67 Ευρυδίκη 22 Ευρώπη 19, 62, 64-66, 102, 127, 134, 135, 142, 159, 193, 220, 221, 252 Ευταξίας Αθ. 60, 173 ΕφημερίςτωνΚυριών 22, 27, 51, 54, 63, 64, 74, 75, 90, 103, 118, 139, 140, 142, 150, 191, 196, 197, 201 Ζάππειον Παρθεναγωγείον Αδριανουπόλεως 27 Ζαρλής Νικ. 158 Ζημνοπούλου Μάρθα 40 Ζύγουρας Ξενοφών Δ. 44, 46-50, 58, 63, 90, 91, 93-96, 98-104, 106, 108-111, 114-116, 119, 121, 124, 126, 135, 136, 139, 141-143, 150, 152, 221, 248-250, 253, 257 Ηλιακοπούλου Μυρσίνη 164, 165 ΗμερολόγιονΕφημερίδοςτωνΚυριών 27, 54 Ημερολόγιον Φιλοκάλου Πηνελόπης 58 ΗΠΑ βλ. Αμερική Θεοδωροπούλου Αυρα 201 Θεοτόκης Γ. 37, 39, 173 Θεοχάρης Σταμ. 116
200
Θεσσαλονίκη 185 Ίδρυμα d' Ecouen 64, 65 Ιππώ Ευγενία 102' βλ. και Hyppeau E. Ιταλία 225 Καβανιάρη Αμεναΐς 67, 89 Καΐρη Ευανθία 124 Καλλιθέα 188 Καλλισπέρη Σεβαστή 76-78, 154, 192 Καπετανάκης Ν. 158 Κεντρικόν Εποπτικόν Συμβούλιον Δημοτικής Εκπαιδεύσεως 167 Κεντρικόν Σχολείον 25 Κέρκυρα 179 Κεχαγιά Καλλιόπη 22, 26, 68, 152, 153 Κλεάνθους [-Παπαδημητρίου] Μυρσίνη 203 Κληρίδης Λεόντιος 21 Κοινωνικό Ινστιτούτο της ΟικογένειαςκαιτουΝοικοκυριού της Γαλλίας 227 Κοκκέβη Ολυμπία 228 Κοκκώνης Ί.Π. 42 Κοτοπούλη Μαρίκα 27 Κόττου Αλεξάνδρα 216 Κόττου Λίζα 211, 212 Κουγέας Σωκράτης 203 Κουεσνέη 101 Κουμουνδουρος Ά . 90, 91 Κουρτίδης Αριστοτέλης 150, 151, 153, 154 Κούσκουρη Πολύτιμη 25 Κουτσοπούλου Ευφροσύνη 163, 164 Κοφινιώτης Ί. Φ. 49 Κτένα Λεοντιάς Αιμιλία 22 Κύπρος 149 Κυριακά Γεωργικά Σχολεία 186, 214 Κυριακό Σχολείο 84, 194· βλ. και Σχολή της Κυριακής Κυριακό Σχολείο Σύρου 69 Κυριακός Π.Σ. 91 Κωνσταντινόγλου Μαρία Χ. 155 Κωνσταντινούπολη 21, 22, 46, 111, 112, 120 Κωτσάκη Αγγελική 69
Λ. Ειρ. 230 Λαμία 179 Λαμπρίδη Έλλη 209, 218 Λάρισα 179 Λασκαρίδου Αικατερίνη 22, 149 Λεβασσέρ Ε. 126 Λεοντιάς Σαπφώ 21-23, 26, 103111, 114-116, 119, 121, 124, 127, 138, 140, 142-144, 248, 249, 253, 257 Λευκωσία 149 Λοϊζιάς Πολύμνια 150, 151 Λοβάρδος Κ. 28, 44 Λύκειον των Ελληνίδων 27, 196, 199, 200, 224 Μανούσος Γ. 24, 63 Μαρίνος Δ. 150 Ματσούκη Μαριάνθη 190, 213 Μαυροκορδάτου Ειρήνη 56 Μεζιέρος 103" βλ. και Mezières Μεταξάς 214, 228 Μίλησης Γ. 43 Μεγαλόπολις 49 Μόναχο 197 Μοσχονάς Ί. 151 Μουσολίνι 225 Μουστοξύδης Ά . 25 Μπεκ Αθηνά 224, 225, 227 Μπηγάτση 164 Μπουκουβάλα Ελένη 150, 151 Νάζου Έδλα 200 Ναπολέων 65 Ναύπλιο 69, 162 Νέα Υόρκη 215 Νίτσε 204 Όθων 66 140 σις, Α' 199
ΟικιακήΕφη
Οικογένεια Οικοκυρική
Οικοκυρική λή Ενώσεως των Ελληνίδων βλ. Ένωσις των Ελληνίδων Οικοκυρική Σχολή του Βερολίνου 136 Οικοκυρική κής Εταιρείας βλ. Φιλεκπαιδευτική
τική Εταιρεία Οικοκυρικό Τμήμα Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας βλ. Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία Οικονομίδου Ειρήνη 60 Όλγα, βασίλισσα 198 Ολλανδία 159 Ομοσπονδία Λειτουργών Μέσης Εκπαιδεύσεως 211 Παλαμάς Χρήστος 150 Πανδώρα 22 Παπαγεωργιάδης Άγ. 158 Παπακωνσταντίνου Δώρα 225, 227 Παπαλεξανδρής Βασ. 150, 151 Παπαμάρκου Χαρ ίσιος 17 Παπανδρέου Γ. 183 Παπαντωνίου Ζαχαρίας 203 Παπασωτηρίου Γ. 158, 167 Παππαδόπουλος Γ. Γ. 26, 48 Παρθεναγωγείο «Αγία Φωτεινή» Σμύρνης 22 ΠαρθεναγωγείοτουΒόλου βλ. ανώτερο Δημοτικό Παρθεναγωγείο του Βόλου Παρθεναγωγείο Σ. Δημοπούλου 52 Παρθεναγωγείο Μεθοδ. Άρώνη 22 Παρθεναγωγείο Σκορδέλη 55, 194 Παρθεναγωγείον Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας βλ. Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία Παρνασσός βλ. Φιλολογικός Σύλλογος Παρνασσός Παρρέν Καλλιρρόη 22, 27-29, 38, 51-53, 59, 63, 64, 71, 72, 75, 90, 135, 138,140,156, 158,165,191199, 201, 222, 253, 258 Πάτρα 179 Πατριωτικόν Ίδρυμα 200 Πατριωτικός Σύνδεσμος Ελληνίδων 27, 197, 198 Πειραιάς 76, 91 Πελοποννησιακή Γερουσία 17 Περίθαλψις [των προσφύγων] της Εγγύς Ανατολής 199, 200 Πηνελόπη 46 Πολίτης Νικόλαος 49, 160, 164, 165 Πούλακα 164 Πράτσικα Ειρήνη II. 229, 241-249, 251-257
Πρεβεζιώτου Αγλαία Λ. 111-116, 119, 126, 127, 140, 142, 250 Πρεβεζιώτου Κορνηλία Λ. 111 Πρότυπον Δημοτικόν Σχολείον Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας βλ. Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία Πρώτον Ελληνικόν Εκπαιδευτικόν Συνέδριον 11, 149, 150, 156-158, 165, 171, 175, 192 Ρέθυμνο 27 Ρουμπινστάιν Σωσάνα 151 Ρουσσοπούλου Αγνή 201, 226' βλ. και Στουδίτου Άγνή Ρουσσοπούλου Ελένη 226 Σάμος 21, 22 Σαράτσης Δημ. 158-160, 162, 163, 165, 175 Σαρίπολος Νικόλαος 24 Σβώλος Αλέξανδρος 203 Σβώλου Μαρία 201, 206, 207. 209, Σδριν Ελένη 190 Σεκιάρης Ευρ. 151 Σερ ου ίου Άννα 40, 53, 55, 59, 63 Σιγανού Αθηνά 54 Σιγανού Καλλιρρόη 27 Σικελιανού Εύα 200 Σίμων Ιούλιος 63 Σιφναίου Ελένη 200 Σμίθ Άδαμ 101' βλ. και Smith Adam Σμύρνη 22, 46 Σοσιαλιστικός Όμιλος Γυναικών 215 Σουηδία 193, 225 Σούτζου Αικατερίνη 123, 124 Σούτζου Ναταλία 27 Σούτζου Ραλλού 123 Σοφία, πριγκίπισσα 27, 72 Σπαθάκης Αριστείδης 24 Στρούμπος Δ. Σ. 25, 48 Στουδίτου Άγνή 215' βλ. και Ρουσσοπούλου Άγνή Σύλλογος προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων 148 Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων 148, 149, 230, 246 Σύλλογος Κυριών υπέρ της Γυναικείας Παιδεύσεως 68
212
Σύλλογος Κυριών Εργάνη Αθηνά 54 Σύλλογος προς Προστασίαν της Υγείας των Μαθητών 235 Σύνδεσμος προς Διάδοσιν των Οικοκυρικών Σπουδών 223 Σύνδεσμος για τα Δικαιώματα της Γυναίκας 200, 201, 208-210, 212214, 223, 226 Σχολείο του Βόλου βλ, Ανώτερο Δημοτικό Παρθεναγωγείο του Βόλου Σχολείον Κοπτικής και Ραπτικής Άννας Νεμπάουερ 69 Σχολή της Κυριακής 139' βλ. και Κυριακό Σχολείο Σχολή Sacré-Coeur 64 Σωτηρίου Κώστας Δ. 203 Ταβανιώτης Εμμανουήλ 111, 112 Ταρσούλη Αθηνά 200 Τεγέα 185 Τεγεατικός Σύνδεσμος 185 Τλέστερφηλδ 126 Τριανταφυλλίδου Άννα 199 Τριανταφυλλόπουλος Κωνσταντίνος 203 Τρίκκαλα 179 Τρίπολη 179 Τσιριμώκος Ιωάννης Δ. 172, 173, 179
Ελληνικόν Σχολείον Κερκύρας 83 Οικοκυρική Σχολή 228 Οικοκυρικόν Τμήμα 254 Παρθεναγωγείον 33, 235, 254 Παρθεναγωγείον Κερκύρας 56 Πρότυπον Δημοτικόν Σχολείον 34 36 Φιλόκαλος Πηνελόπη 54, 58, 118 Φιλοκρητικόν Σχολείον Πτωχών 67 Φιλολογικός Σύλλογος Παρνασσός 148, 196, 203 Φιλόπτωχος Αδελφότης Κυριών Θεσσαλονίκης 69 Φιλοσοφική Σχολή Πανεπιστημίου Αθηνών 173 Φουντουκλή Φλωρεντία 150, 151 Φραγκίσκος Β' 177 Φραγκλίνος Βενιαμίν 102 Φράγκου Ζωή 206 Φωτιάδου Ειρήνη 200 Χαλκίδα 59, 60 Χαροκόπειον Διδασκαλείον Οικοκυρικής Εκπαιδεύσεως 7, 188, 189, 212, 213, 218 Χαροκόπειος Ανωτάτη Σχολή οικιακής Οικονομίας 250 Χαροκόπειος Ανωτέρα Οικοκυρική Σχολή 187, 188, 190, 227, 250 Χαροκόπειος Οικοκυρική και Επαγγελματική Σχολή 188 Χαροκόπος Παναγής Ά . 188-190 Χατζημιχάλη Αγγελική 200 ΧΕΝ 199, 200 Χίλλ, ζεύγος 66 Χόνδρος Δημήτριος 203 Χρήστου Ελένη 149, 151 Χριστοφίδης Ηλίας 41, 42 Χρυσοχοΐδης Κ. 158
Τ σ ι ρ ι μ ώ κ ο ς Μάρκος 173
Φιλαδελφεύς Χ.Ν. 68 Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία 21, 31, 38, 46, 51, 56,157, 178,179, 228, 235, 241, 246" βλ. και Αρσάκειο Διδασκαλείο Διδασκαλείον 34, 36, 84, 254
Alg Louise d' 127 Bauhaus 221 Beecher Catharine 127, 130-133, 136, 220· βλ. και Βίησσερ Beecher Stowe Harriet 132 Beeton Samuel 129 Bonnot de Malby G. 124
Bouilly Jean Nicolas 124 British Board of Education βλ. Βρετανική Διεύθυνση εκπαίδευσης Bullinger Heinrich 121 Charles Μαρία 74 Childe Lydia Maria 131 Cleaver Robert 121
Congrès International de Γ Enseignement primaire βλ. Διεθνές Εκπαιδευτικόν Συνέδριον Dodd John 121 Dwight Theodore 131 Horn, βαρωνίς 197 Humphrey Herman 131 Hyppeau E. 127' βλ. και Ιππώ Ευγενία Lambert Anne Therese de 123 Mezières 126- βλ. και Μεζιέρος Near East Relief Foundation βλ. Περίθαλψις [των προσφύγων] της
Εγγύς Ανατολής Panton J.E. 130 Poetz Helma 229-234, 246-249, 252 Remusat de, κυρία 151 Robieii de, mademoiselle 227 Singer 69 Smiles Samuel 126, 130 Smith Adam 126· βλ. και Σμιθ Άδαμ Taylor 220 Wayland F. 126 Weber 124
L' ÉDUCATION DOMESTIQUE ET LES DEVOIRS FÉMININS (dernier quart du XIXème siècle à 1929)
ALEXANDRA ΒΑCALAKI - HÉLÈNE ELEGMITOU
Résumé
La première partie de ce livre concerne la période allant de la fondation de l' État grec aux débuts du XXème siècle. Dans l' introduction est signalée que la base de la mise en place, aussi bien que la dévalorisation de l' éducation féminine fut la conception selon laquelle l' instruction scolaire devait répondre aux exigences de la vocation féminine, dictées par les qualités spécifiques physico-biologiques et psychologiques des femmes. Ceux qui soutenaient que l' instruction excessive des femmes engeandrait des dangers pour elles-mêmes et pour la société aussi bien que les défenseurs du droit des femmes à l' éducation s' accordaient sur le fait que le but primordial de l' école était de préparer les élèves aux devoirs de 1' épouse, de la mère et de la maîtresse de maison. Cependant cet accord ne préjugeait pas d'une concordance de vues sur la quantité et la teneur de l' enseignement en question qui causèrent souvent conflits et embarras. Car du point de vue de la vocation féminine aucun détail de l' enseignement des devoirs domestiques n' aurait pu être indifférent ou innocent,
ce qui rendait sa programmation et son contrôle une question en même temps urgente et difficile à résoudre. Le premier chapitre traite des arts féminins, objets d' artisanat et ouvrages qui constituaient l' élément de base de l' enseignement du premier et second degré des filles. Bien que considérée unanimement comme nécessaire, cette activité «si féminine» n' était pas sans présenter quelques dangers. La tendance au formalisme et à l' uniformité mise à part, la nécessité de réglementer cet enseignement fut dictée par l' idée que le trop d'importance pris par les ouvrages décoratifs mais aussi l' attachement à la mode européenne cultivé dans les écoles supérieures pour filles et dans les revues féminines encourageait l' exhibition, l' aspiration au luxe et l' imitation de tout ce qui est étranger. L' exigence d'ouvrages «utiles» a souvent pris les couleurs de l' authenticité grecque et a été inséré dans l' effort plus vaste de la quête d'une identité culturelle nationale qui aurait différencié la Grèce de l' Europe et au même moment l' aurait valorisé aux yeux de celle-ci. Dans les écoles générales pour filles l' enseignement des métiers féminins s' adressait à un public où les classes sociales étaient mélangées — aux élèves de l' école primaire (la seule à laquelle avaient accès les filles jusqu'en 1914) et aux futures institutrices qui en général boursières poursuivaient leurs études dans les écoles supérieures privées pour filles, où complétaient aussi leur éducation des filles de familles aisées. Par contre la formation spécialisée dans les métiers féminins et les travaux domestiques organisée par des institutions féminines de bienfaisance et qui a constitué la première forme d'enseignement technique professionnel féminin était destinée à des jeunes filles pauvres ayant besoin de travailler. Cependant, de même que dans les écoles d'enseignement général il n' étail pas exempt d'une signification économique, puisqu' il se proposait d'aider les élèves à économiser et au besoin à gagner de l' argent, les buts de l' enseignement professionnel ne se
limitèrent pas à 1' exploitation de ces connaissances sur le marché du travail mais incluèrent leur mise en valeur dans le foyer et furent liés à la formation «morale» des filles. Dans les deux cas l' enseignement des métiers féminins fut dicté par le principe selon lequel les besoins d'instruction des femmes étaient avant tout déterminés par leur sexe — principe sur lequel s' appuya également l' École Professionnelle pour les Ménagères, fondée par l' Union des Femmes Grecques en 1897 avec l' intention de former d'un côté des maîtresses de maison et de l' autre des ouvrières et des domestiques. L' enseignement professionnel pour les métiers féminins et les travaux domestiques a offert de nouveaux débouchés pour un travail rémunéré à des femmes pauvres en accentuant cependant l' identification particulière des femmes au foyer, ce qui légitimait le caractère d'appoint de ce travail. Le second chapitre examine le contenu de l' économie domestique, matière qui apparut dans les programmes des écoles supérieures pour filles après 1850 au moyen de manuels qui circulèrent pendant les trois dernières décennies du XIXe siècle afin de quider les lectrices, élèves et maîtresses de maison, dans les devoirs domestiques. La presse féminine consacrait souvent également des articles à ces devoirs, tandis que les femmes qui militaient pour «P élévation de leur sexe» voyaient en 1' économie domestique la quintessence d'une éducation permettant aux femmes d'assumer leur devoirs spécifiques, consolidant leur prépondérance au foyer et contribuant à la reconnaissance sociale du travail effectué dans celui-ci. Les auteurs de ces manuels mettent 1' accent sur les vertus féminines indispensables à la maîtresse de maison pour que celle-ci réussisse dans sa tâche, mais ils se séparent quant à la façon de concevoir le bien-être domestique, ce vers quoi elle devrait diriger ses efforts. C' est ainsi que Xenophon Zygouras (1875, 1878, 1887) pense que le bien-être est assuré lorsque la logique du profit s'installe au foyer, et considère que 1' écono-
économie domestique permet à la maîtresse de maison d'accro la richesse familiale en lui enseignant les principes «scientifiques» de l' économie. Leontias (1887) aussi souhaite que la maîtresse de maison soit initiée aux secrets de la gestion, mais en même temps elle attibue au foyer les caractéristiques d' une petite oassis, cadre d'une vie familiale heureuse, et inclut dans son livre des directives pour l' entretien du mobilier et de l' habillement, la propreté et les rapports que doivent avoir entre eux les membres de la famille et vis à vis de tiers. Le Traité d' économie domestique, ouvrage traduit du français en 1871, aussi bien que le manuel d'Aglaé Préveziotou (1892) identifient plus encore le bien-être à la propreté, l' ordre et le confort dans la maison. Enfin tous les auteurs considèrent la santé comme un élément constitutif du bien-être et confient à la maîtresse de maison la prévention des maladies et des soins aux malades. Comme ce fut le cas en Europe Occidentale et aux EtatsUnits d'où proviennent les modèles mis en avant dans les manuels, l' économie domestiques en Grèce s' adressa à 1' ensemble des femmes en tant que membres non pas d'une société constituée de classes mais d'un monde avant tout divisé selon les sexes. Dans les manuels prédomine le modèle du foyer grand-bourgeois fonctionnant sous la direction de la maîtresse du maison mais aussi avec l' aide de domestiques. Les préceptes moraux de l' économie domestique sont pourtant formulés comme vérité universelle devant éclairer la vie de toute femme indépendamment des moyens de la famille, moyens auxquels elle doit toujours ajuster ses diverses activités. Néamoins Zygouras et Leontias font dépendre de l' économie domestique des sujets tels que la vocation de chaque sexe, la place de la femme dans la famille et la société, son rapport à l' homme, son rôle dans 1' économie ainsi que ses droits à l' éducation qui constituent les aspects principaux de la question féminine à cette époque. Conformément à 1'
esprit du XIXe siècle, ils renvoient les modèles du comportement féminin à la nature et inversement. Cependant dans leurs oeuvres ainsi que d'autres ouvrages de l' époque la nature est décrite comme un domaine ambigu sur lequel sont projetées afin d'être mis en valeur des conceptions différentes ou même opposées de la vocation féminine. C' est ainsi que les auteurs invoquent la nature pour démontrer la nécessité de confier aux femmes les travaux domestiques mais aussi leur capacité d'exceller dans des professions comme le négoce, la pharmacie ou la télégraphie si elles se trouvaient dans l' obligation de travailler. La seconde partie du livre concerne la période 1904-1929. Le premier chapitre suit le cheminement de l' éducation domestique comme celle-ci se dessine dans le cadre des visées, expériences et programmes réformateurs de l' époque. Y sont examinés les conceptions exprimées lors du Premier Congrès Hellénique de l' Éducation de 1904, conceptions qui furent centrées sur le besoin d'élargir l' enseignement élémentaire des filles, de renforcer le sens patriotique des élèves, d'augmenter les heures de 1' enseignement domestique et de l' adapter aux exigences du plus grand nombre par 1' octroi de connaissances «utiles» et non pas superficielles. Par la suite est examiné l' enseignement des devoirs domestiques à l' École Supérieure pour filles de Volos qui a fonctionné de 1908 à 1911 sous la direction de Alexandre Delmouzos. Les principes du courant pour la démotique dans l' enseignement qui y furent appliqués n' impliquaient pourtant pas une remise en question de la vocation naturelle des sexes. L' enseignement des travaux domestiques d' horaire réduit avait pour but d'insufler aux élèves l' idéal ménager, dans le cadre d' un programme basé dans son ensemble sur la conception que les exigences de la famille bourgeoise moderne, coultivée et ouverte au progrès déterminaient aussi les besoins éducatifs des femmes.
Par ailleurs le mémoire du Groupe pour l' Enseignement adressé au Conseil Central de l' Enseignement Primaire (1912) ainsi que les projets de loi sur l' enseignement de 1913, signalaient la nécessité de combattre le modèle grand-bourgeois de la femme-poupée au moyen d'une éducation qui préparerait les filles aux travaux utiles du ménage et ferait partie des programmes des écoles primaires et des écoles publiques du secondaire que l' on proposait de fonder. Les premières écoles de ce genre, les Écoles Urbaines de trois ans d'études furent fondées en 1914 dans le but de préparer les filles aux travaux domestiques et leur offrir une éducation plus générale. Les premiers lycées pour filles de six ans d'études furent fondés en 1917. Enfin la réforme de l' enseignement de 1929 prévoyait le remplacement des Écoles Urbaines par les Écoles Supérieures pour filles d'une durée de quatre ans fondées dans le but de préparer les élèves surtout aux travaux ménagers, tandis que les leçons de «devoirs domestiques» étaient mises en marge de l' enseignement féminin au Lycée, par ailleurs semblable à celui des garçons. C' est en 1929 également que fut fondée l' École Normale d' Enseignement Ménager Charocopion. Le deuxième chapitre examine les propositions sur l' organization de l' enseignement des travaux ménagers ainsi que les réactions exprimées du côté du mouvement féministe concernant l' attitude de l' état à ce sujet. Au début du XXe siècle les porte-paroles du féminisme philanthropique avec à sa tête Callirroe Parrein continuaient de mettre en avant la tâche de l' épouse, de la mère et de la maîtresse de maison en tant que contribution majeure de la femme à la société et intensifiaient leurs efforts pour «assainir» le ménage «populaire» et renforcer le sens patriotique des femmes et du «peuple» en general. Après la fondation de la Ligue pour les Droits de la Femme en 1920, le mouvement féministe s' engagea dans une nouvelle voie qui dura jusqu' à la proclamation de la Dictature
de I. Métaxas en 1936. Le rôle de l' épouse, mère, maîtresse de maison n' est plus la préoccupation centrale du nouveau féminisme qui s' est tourné vers la revendication du droit de vote et du travail salarié. Dans le domaine de 1' éducation les féministes revendiquaient un système scolaire qui reconnaîtrait et garantirait le droit des femmes au travail. Elles furent en total désaccord avec la création des Écoles Supérieures pour filles et proposèrent d'aligner l' enseignement féminin sur celui des hommes, tout en continuant à enseigner aux filles certaines matières spécifiques concernant le ménage et l' éducation des enfants et de créer des écoles de travaux domestiques du premier et second degré ainsi que des écoles de travaux agricoles et ménagers. Elles considéraient que ces écoles comme l' école normale Charocopion mais aussi la technologie ménagère contemporaine contribueraient à la modernisation, la rationalisation et la professionnalisation du travail domestique qui restait toujours une affaire de femmes. Les féministes de 1' entre-deux-guerres n' acceptèrent pas que les travaux ménagers soient un frein à la revendication de 1' égalité sans pourtant contester explicitement ou globalement la vocation «naturelle» des sexes. De plus bien que les femmes radicales ne s'y reconnaissaient pas, le conception selon laquelle la tâche primordiale des femmes était l' entretien de la maison et de la famille continuait de s' exprimer dans la mouvance féminine plus large. Quand les féministes radicales se tournèrent vers la lutte antifasciste en reléguant au second plan ou même en abondonnant les organisations féminines, cette conception ne se trouva pratiquement plus contredite. Le dernier chapitre examine le contenu des devoirs domestiques au XXème siècle à travers trois manuels. Irène Pratsika (1915) conçoit le foyer comme le lieu de travail de la femme et considère la propreté comme le travail principal de la ménagère. Pour Helma Poetz (1901) le foyer est en
plus le miroir de la famille décente. Selon enfin Ekaterini Varouxaki (1923) le foyer est une unité économique, lieu où se déroulent les rapports familiaux et partie d'un ensemble plus vaste — la «patrie» ou la «nation»; mais avant lout il est le bastion de l' hygiène. La sauvegarde de la santé de la famille est le devoir suprême de la maîtresse de maison. La fémme décrite par les manuels exécute tous les travaux à elle seule et ne s' occupe que du ménage. La réussite dans sa tâche dépend bien plus de sa capacité d' appliquer efficacement des connaissances et des techniques que de sa capacité à exercer des tâches administratives ou d'imprimer au foyer une certaine éthique. Généralement, à l' opposé des manuels anciens, ceux du XXe siècle mettent plus fortement l' accent sur la technique du travail domestique. Ce fait rélève de la conception selon laquelle d'éducation aux choses de la maison devrait avant tout cultiver l' idéal de la femme en tant que ménagère — conception reliée à l' exigence d'une généralisation de 1' enseignement féminin pour qu' il réponde aux besoins des filles provenant de familles aux revenus moyens ou faibles ou bien vivant au village, exigence exprimée aussi bien par des enseignants progressistes que par le mouvement féministe. Au XXème siècle, l' enseignement domestique continue à s' adresser aux filles sur la base de leur sexe. L' accent mis néanmoins sur le travail domestique laisse peu de marge aux valeurs morales et aux vérités universelles et impose des mentions concrètes au mobilier qui renvoient directement aux moyens financiers du ménage. Cependant, en général, le modèle de la maison qui prédomine dans les livres plus récents évoque plutôt 1' image du ménage petit-bourgeois, contrairement au modèle des manuels plus anciens qui était basé plus sur les fonctions et caractéristiques du foyer grand-bourgeois.
De plus au XXème siècle le champs de l' économie domes-
domestique s' amenuise puisque des sujets de controverses proscrits, comme le travail féminin hors du foyer ou le droit des femmes à 1* éducation que les auteurs plus anciens y inséraient. Enfin les livres plus récents tiennent comme évident et naturel de confier les travaux domestiques aux femmes de sorte qu' aucune explication n' est nécessaire ni même une invocation explicite de la nature. Eventuellement cette spécialisation de l' enseignement domestique est en relation avec le fait que la reconnaissance sociale du travail de la maîtresse de maison et de la restitution du foyer au contrôle des femmes à désormais perdu de l' impact que celui-ci avait pendant la première période de contestation féminine, ainsi qu' avec la création d'écoles secondaires pour filles, c' est-à-dire la subordination de la préparation des filles aux devoirs domestiques au contrôle de l' état.
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Πρόλογος Α' ΕΙΣΑΓΩΓΗ Γυναικεία εκπαίδευση και γυναικεία «φύση» ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Οι γυναικείες τέχνες: χειροτεχνήματα και εργόχειρα 33 17 ΜΕΡΟΣ 7 15
η θέση των «γυναικείων τεχνών» σ Προσπάθειες για την τυποποίηση της διδασκαλίας 41 οι γυναικείες τέχνες δεν είναι ακίνδυνες: ο φό καιτηςξενομανίας . «Γυναικείες τέχνες» και οικιακά έργα: επιμόρφωση και επαγγελματική εκπαίδευση 66 ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Εγχειρίδια
οικιακής ο
οικονομίας 83 κανόναςτουεπαναλαμβανόμενουπροτ
Β' ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η εξέλιξη της εκπαίδευσης «εις τα του οίκου» (1904-1929) το «Πρώτον Ελληνικόν Εκπαιδευτικόν Συνέδριον» το Παρθεναγωγείο του Βόλου το Υπόμνημα του Εκπαιδευτικού Ομίλου τα Νομοσχέδια του 1913 Αστικά σχολεία θηλέων ηεκπαιδευτικήμεταρρύθμιση του 1929 ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Οι απόψεις των γυναικών ο«ωραίοςφεμινισμός» Ισοπολιτεία και νοικοκυριό η οργάνωση της οικιακής εργασίας τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 30: μια συνοπτική ΤΡΙΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α π ό την οικιακή οικονομία στα οικοκυρικά
145
14 7
167 178
18
191
201 αναφορά
19
2
Εγχειρίδια
απότηνοικιακή οικονομία στα οικοκυρικά
229
2
Επίλογος Βιβλιογραφία Κατάλογος των εικόνων Ευρετήριο κυρίων Résumé
ονομάτων
259 265 283 285 291
ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΩΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠAKΑΛΑΚΗ—ΕΛΕΝΗ ΕΛΕΓΜΙΤΟΥ Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ «ΕΙΣ ΤΑ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥ» ΚΑΙ ΤΑ ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΕΝΑΤΟ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑ ΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΑΡΧΕΙΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΝΕΟΛΑΙΑΣ ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕ, ΣΕΛΙΔΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΚΑΙ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΤΟ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ Ε. ΜΠΟΥΛΟΥΚΟΣ—Α. ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ ΦΩΤΟΜΑΡΑ 54, Ν. ΚΟΣΜΟΣ ΤΟ ΝΟΕΜΒΡΙΟ ΤΟΥ 1987 ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ ΝΕΑΣ ΓΕΝΙΑΣ ΜΕ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΕΦΗΣ ΑΒΔΕΛΑ