The Wayback Machine - https://web.archive.org/web/20160513003932/https://www.scribd.com/mobile/doc/64169582/%CE%A7%CF%89%CF%81%CE%BF%CE%B8%CE%AD%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7-%CF%85%CF%80%CE%B1%CE%AF%CE%B8%CF%81%CE%B9%CF%89%CE%BD-%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%81%CF%85%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD-%CE%B4%CF%81%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%84%CE%AE%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%BF-%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BF-%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B5%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82-%CE%BD%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%82

Χωροθέτηση υπαίθριων εξορυκτικών δραστηριοτήτων: ο μεταλλευτικός και ο πολεοδομικός νόμος.

34 pages

 
1-2/2010 17
H
χωροθέτηση
 
των
 
υπαίθριων
 
εξορυκτικών
 
δραστηριοτήτων
 
Γενικά
 
κριτήρια
 
χωροθέτησης
,
η
 
χωροθέτηση
 
πλησίον
 
οικισµών
 
και
 
η
 
στάθµιση
 
του
 
περιβαλλοντικού
 
κόστους
 
σύµφωνα
 
µε
 
τη
 
 νοµολογία
 
του
 
Συµβουλίου
 
της
 
Επικρατείας
 
 Βιβλιογραφική
 
ανασκόπηση
Μαρία
 
Κ 
.
Στουµπίδη
*
 
Η
 
χωροθέτηση
 
των
 
υπαίθριων
 
εξορυκτικών
 
δραστηριοτήτων
 
εξαρτάται
 
κατ
αρχάς
 
από
 
την
 
ίδια
 
την
 
ύπαρξη
 
εντοπισµένων
 
κοιτασµάτων
 
σε
 
µία
 
περιοχή
.
Από
 
 νοµικής
 
απόψεως
 
εξαρτάται
 
από
 
ένα
 
πλέγµα
 
διατάξεων
 
του
 
περιβαλλοντικού
,
του
 
µεταλλευτικού
 
και
 
του
 
πολεοδοµικού
 
 νόµου
,
που
,
αν
 
και
 
εξυπηρετούν
 
ο
 
κάθε
 
ένας
 
τον
 
δικό
 
του
 
σκοπό
,
εντάσσονται
 
πάντως
 
σε
 
ένα
 
ενιαίο
 
σύστηµα
 
δικαίου
 
µέσα
 
στο
 
οποίο
 
ερµηνεύο
-
 νται
 
ενιαία
 
και
 
συνδυαστικά
 
µεταξύ
 
τους
.
Μόνη
 
η
 
εκ 
 
του
 
 νόµου
 
χωροθέτηση
 
των
 
µεταλλεί
-
ων
 
που
 
προκύπτει
 
λόγω
 
της
 
τεκµηριωµένης
 
παρουσίας
 
κοιτασµάτων
 
δεν
 
επαρκεί
.
Τελικώς
 
η
 
χωροθέτηση
 
λαµβάνει
 
χώρα
 
σύµφωνα
 
µε
 
τις
 
υφιστάµενες
 
χωροταξικές
 
κατευθύνσεις
 
και
 
υπό
 
τη
 
στάθµιση
 
του
 
περιβαλλοντικού
 
κόστους
 
της
 
πραγµατοποίησης
 
µεταλλευτικών
 
έργων
 
προς
 
άλλους
 
παράγοντες
 
αναγόµενους
 
στο
 
γενικότερο
 
εθνικό
 
και
 
δηµόσιο
 
συµφέρον
.
Η
 
παρούσα
 
µελέτη
 
ασχολείται
 
µε
 
την
 
ανάδειξη
 
των
 
ερµηνευτικών
 
ζητηµάτων
 
από
 
τη
 
συνδυασµένη
 
εφαρµογή
 
των
 
γενικών
 
κριτηρίων
 
χωροθέτησης
 
υπαίθριων
 
εξορυκτικών
 
δρα
-
στηριοτήτων
 
σύµφωνα
 
µε
 
το
 
Σύνταγµα
,
τις
 
υφιστάµενες
 
χωροταξικές
 
κατευθύνσεις
 
και
 
τυ
-
χόν
 
ένταξη
 
των
 
δραστηριοτήτων
 
εντός
 
προστατευοµένων
 
περιοχών
 
καθώς
 
επίσης
 
και
 
την
 
εφαρµογή
 
των
 
µεταλλευτικών
 
και
 
των
 
πολεοδοµικών
 
διατάξεων
 
στο
 
πλαίσιο
 
της
 
χωροθέ
-
τησης
 
πλησίον
 
οικισµών
.
Αναλύονται
 
θέµατα
 
όπως
 
η
 
απόσταση
 
των
 
εξορυκτικών
 
έργων
 
από
 
οικισµούς
 
ή
 
κτίσµατα
,
ο
 
τρόπος
 
υπολογισµού
 
της
 
απόστασης
 
αυτής
 
και
 
επιχειρείται
 
η
 
προσέγγιση
 
του
 
ευρύτερου
 
ζητήµατος
 
της
 
επίλυσης
 
των
 
συγκρούσεων
 
των
 
διατάξεων
.
Επί
-
σης
 
αναλύεται
 
η
 
παράλληλη
 
εφαρµογή
 
των
 
διατάξεων
 
αυτών
 
στο
 
πλαίσιο
 
του
 
Συντάγµατος
 
που
 
επιβάλλει
 
την
 
ολοκληρωµένη
 
περιβαλλοντική
 
προστασία
 
µε
 
στόχο
 
την
 
αποφυγή
 
της
 
πε
-
ριβαλλοντικής
 
βλάβης
 
µε
 
προληπτικά
 
και
 
κατασταλτικά
 
µέτρα
 
και
 
την
 
προρρηθείσα
 
στάθ
-
µιση
.
Το
 
ζήτηµα
 
της
 
στάθµισης
 
περιπλέκεται
 
ειδικώς
 
ως
 
προς
 
την
 
υλοποίηση
 
µεταλλευτι
-
κών
 
έργων
 
από
 
το
 
γεγονός
 
ότι
 
η
 
εθνική
 
αναγκαιότητα
 
για
 
την
 
ανάπτυξη
 
της
 
µεταλλευτικής
 
δραστηριότητας
 
ανάγεται
 
στο
 
ίδιο
 
το
 
Σύνταγµα
,
η
 
δε
 
εκµετάλλευση
 
των
 
µεταλλείων
 
θεω
-
ρείται
 
δηµόσια
 
ωφέλεια
 
που
 
µπορεί
 
 να
 
οδηγήσει
 
ακόµα
 
και
 
στην
 
αναγκαστική
 
απαλλοτρί
-
ωση
 
εκτάσεων
,
εφόσον
 
αυτό
 
είναι
 
απαραίτητο
 
για
 
την
 
εκµετάλλευση
 
σηµαντικής
 
εθνικής
 
πλουτοπαραγωγικής
 
πηγής
.
*
 
∆ικηγόρος
,
∆ικηγορική
 
εταιρεία
«
∆ρυλλεράκης
&
Συνεργάτες
»
Βουκουρεστίου
25106 71
Αθήνα
 
Η
 / 
Τ
: ms@dryllerakis.gr
Image Image
 
18 1-2/2010
 
1
ΕΙΣΑΓΓΗ
 
Η
 
χωροθέτηση
 
δραστηριοτήτων
 
για
 
την
 
 υπαίθρια
 
εξόρυξη
 
µεταλλευτικών
 
και 
 
βιο
-
µηχανικών
 
ορυκτών
 
καθώς
 
και 
 
την
 
εξόρυξη
 
µαρµάρων
1
 
εξαρτάται 
 
από
 
το
 
πραγµατικό
 
γεγονός
 
της
 
ίδιας
 
της
 
 ύπαρξης
 
κοιτασµάτων
 
σε
 
µία
 
δεδοµένη
 
περιοχή
,
διαπίστωση
 
που
 
αφορά
 
και 
 
το
 
ουσιαστικότερο
 
κριτήριο
 
χωροθέτησης
 
ενός
 
εξορυκτικού
 
έργου
.
Από
 
 νοµικής
 
απόψεως
 
η
 
χωροθέτηση
 
των
 
 υπαίθριων
 
εξορυκτικών
 
δραστηριοτήτων
 
διέπεται 
 
από
 
τρία
 
βασικά
 
πλέγµατα
 
διατάξεων
:
την
 
εν
 
γένει 
 
περιβαλλοντική
 
 νοµοθεσία
2
,
στο
 
πλαίσιο
 
της
 
οποίας
 
λαµβάνονται 
 
 υπ
όψιν
 
οι 
 
 υφιστάµενες
 
χωροταξικές
 
κατευθύνσεις
 
και 
 
τυχόν
 
περιορισµοί 
 
από
 
ειδικά
 
καθεστώτα
 
προστασίας
 
του
 
περιβάλλοντος
,
τις
 
ειδικές
 
διατάξεις
 
του
 
µεταλλευτικού
 
 νόµου
3
 
και 
 
τον
 
πολεοδοµικό
 
 νόµο
4
.
Κάθε
 
πλέγµα
 
διατάξε
-
ων
 
εξυπηρετεί 
 
το
 
δικό
 
του
 
σκοπό
 
και 
 
κατά
 
περίπτωση
 
µπορεί 
 
 να
 
οδηγεί 
 
τους
 
µελετητές
 
σε
 
διαφορετικά
 
συµπεράσµατα
 
ως
 
προς
 
την
 
εφαρµογή
 
των
 
διατάξεων
 
χωροθέτησης
.
Γεννάται 
 
ως
 
εκ 
 
τούτου
 
το
 
ερώτηµα
 
µε
 
ποιο
 
τρόπο
 
τα
 
ως
 
άνω
 
πλέγµατα
 
διατάξεων
 
µε
 
τους
 
διαφορετικούς
 
τους
 
σκοπούς
 
και 
 
στόχους
 
εφαρµόζονται 
 
στην
 
πράξη
 
και 
 
πώς
 
επιλύ
-
ονται 
 
οι 
 
τυχόν
 
συγκρούσεις
,
δεδοµένου
 
ότι 
 
οι 
 
επιµέρους
 
διατάξεις
 
τελικώς
 
εντάσσονται 
 
στο
 
ίδιο
 
ευρύτερο
 
ενιαίο
 
σύστηµα
 
δικαίου
 
και 
 
ερµηνεύονται 
 
σύµφωνα
 
µε
 
αυτό
 
και 
 
όχι 
 
µεµονωµένα
.
Η
 
 νοµοθεσία
 
για
 
την
 
προστασία
 
του
 
περιβάλλοντος
 
και 
 
η
 
διαδικασία
 
της
 
περιβαλ 
-
λοντικής
 
αδειοδότησης
 
εξασφαλίζει 
 
τη
 
µετουσίωση
 
της
 
αρχής
 
της
 
πρόληψης
5
 
και 
 
λαµ
-
βάνει 
 
 υπ
όψιν
 
της
 
και 
 
αναφέρεται 
 
σε
 
κάθε
 
επιµέρους
 
παράµετρο
 
του
 
φυσικού
,
πολιτι 
-
στικού
 
και 
 
κοινωνικοοικονοµικού
 
περιβάλλοντος
 
 υπό
 
το
 
πρίσµα
 
της
 
αρχής
 
της
 
αειφόρου
 
αναπτύξεως
.
Κατά
 
την
 
περιβαλλοντική
 
αδειοδότηση
 
ελέγχεται 
 
άλλωστε
 
η
 
συµβατότητα
 
της
 
ασκήσεως
 
συγκεκριµένης
 
εξορυκτικής
 
δραστηριότητας
 
προς
 
τις
 
απαιτήσεις
 
προστα
-
σίας
 
του
 
περιβάλλοντος
,
ενώ
 
η
 
επιλογή
 
της
 
συγκεκριµένης
 
περιοχής
 
στην
 
οποία
 
θα
 
ανα
-
πτυχθεί 
 
η
 
 υπαίθρια
 
εξορυκτική
 
δραστηριότητα
 
θα
 
επιλεγεί 
 
και 
 
µε
 
βάση
 
τις
 
εκάστοτε
 
1
 
Η
 
µελέτη
 
αυτή
 
δεν
 
ασχολείται 
 
µε
 
τη
 
χωροθέτηση
 
των
 
λατοµείων
 
αδρανών
 
 υλικών
,
τα
 
οποία
 
διέπονται 
 
από
 
ειδικές
 
διατάξεις
 
ούτε
 
και 
 
µε
 
το
 
θέµα
 
της
 
χωροθέτησης
 
και 
 
λειτουργίας
 
των
 
 υπόγειων
 
εκµεταλλεύσεων
.
Ειδικά
 
για
 
τις
 
τελευταίες
 
πάντως
 
αναφέρεται 
 
η
 
πρόσφατη
 
ΣτΕ
 462/2010,
Ολοµ
.
σχετικά
 
µε
 
την
 
 υπόθεση
 
για
 
την
 
επέκταση
 
της
 
 υπόγειας
 
εκµετάλλευσης
 
του
 
µεταλλείου
 
Μαύρων
 
Πετρών
 
για
 
την
 
εξόρυξη
 
µικτών
 
θειούχων
 
µεταλλευµάτων
 
µολύβδου
 
και 
 
ψευδαργύρου
 
σε
 
συνεχόµενη
 
µε
 
 υφιστάµενες
 
µεταλλευτικές
 
εγκαταστάσεις
 
περιοχή
 
κάτω
 
από
 
τη
 
δοµηµένη
 
περιοχή
 
του
 
οικισµού
 
Στρατονίκης
(
σκ 
. 13),
σύµφωνα
 
µε
 
την
 
οποία
 
η
 
σκο
-
πούµενη
 
δραστηριότητα
 
δεν
 
έρχεται 
 
σε
 
αντίθεση
 
µε
 
εγκεκριµένα
 
χωροταξικά
,
ρυθµιστικά
 
και 
 
πολεοδοµικά
 
σχέδια
 
αφού
 
περιλαµβάνει 
 
κατά
 
κύριο
 
λόγο
 
 υπόγειες
 
εργασίες
.
2
 
 Ν
. 1650/1986
όπως
 
έχει 
 
τροποποιηθεί 
 
και 
 
ισχύει 
.
3
 
Τον
 
Μεταλλευτικό
 
Κώδικα
(
 Ν∆
210/1973,
ΦΕΚ 
 
Α΄
277/1973)
και 
 
κυρίως
 
τον
 
κατ
εξουσιο
-
δότηση
 
αυτού
 
εκδοθέντα
 
Κανονισµό
 
Μεταλλευτικών
 
και 
 
Λατοµικών
 
Εργασιών
(
ΚΜΛΕ
ΥΑ
11-5
Η
 / 
Φ
 /17402/1984,
ΦΕΚ 
 
Β΄
931/1984).
Ειδικά
 
ως
 
προς
 
τα
 
λατοµεία
 
αδρανών
 
 υλικών
 
αναφέρεται 
 
ο
 
 Ν
. 1428/84,
ΦΕΚ 
 
Α΄
43/1984.
4
 
Π
.
.
της
2/13.03.1981,
 Ν
. 3325/2005
και 
 
Π
.
.
της
24.4/3.5.1985.
5
 
 Ίδετε
 
µεταξύ
 
άλλων
 
ΣτΕ
613/2002 (
Ολοµ
.)
 υπόθεση
 
της
 
Μεταλλουργίας
 
Χρυσού
 
Ολυµπιά
-
δας
 
και 
 
την
 
πρόσφατη
 
ΣτΕ
462/2010 (
Ολοµ
.)
 υπόθεση
 
επέκτασης
 
 υπόγειας
 
εκµετάλλευσης
 
µεταλλείου
 
Μαύρων
 
Πετρών
 
Στρατονίκης
,
καθώς
 
και 
 
Γλυκερία
 
Σιούτη
,
 ∆ίκαιο
 
 Περιβάλλο
-
ντος 
,
Εκδ
.
Αντ
.
 Ν
.
Σάκκουλα
 
Αθήνα
Κοµοτηνή
2003,
σελ 
. 155,
Ευαγγελία
 
Κουτούπα
Ρε
-
γκάκου
,
 ∆ίκαιο
 
του
 
 Περιβάλλοντος 
,
Εκδ
.
Σάκκουλα
 
Αθήνα
Θεσσαλονίκη
2008,
σελ 
. 46
επ
.
και 
89
επ
.,
Ανδρέα
 
Παπαπετρόπουλο
 
Οι
 
Μελέτες 
 
 Περιβαλλοντικών
 
 Επιπτώσεων
 
στην
 
 Ευρω
-
παϊκή
 
και
 
στην
 
 Ελληνική
 
Έννοµη
 
Τάξη
,
Εκδ
.
Αντ
.
 Ν
.
Σάκκουλα
 
Αθήνα
Κοµοτηνή
2003,
σελ 
. 51
επ
.
Image Image
 
1-2/2010 19
 υφιστάµενες
 
χωροταξικές
 
κατευθύνσεις
.
Από
 
την
 
εφαρµογή
 
της
 
περιβαλλοντικής
 
 νοµο
-
θεσίας
 
προκύπτει 
 
άλλωστε
 
πλήθος
 
κριτηρίων
 
χωροθέτησης
 
και 
 
περιορισµών
.
Ειδικότε
-
ρα
,
περιορισµοί 
 
µπορεί 
 
 να
 
προκύπτουν
 
από
 
Προεδρικά
 
∆ιατάγµατα
Αποφάσεις
 
Χαρα
-
κτηρισµού
 
Περιοχών
 
και 
 
Καθορισµού
 
Ζωνών
 
Προστασίας
 
που
 
εκδίδονται 
 
κατ
εξουσι 
-
οδότηση
 
των
 
άρθρων
18
επ
.
του
 
 Ν
. 1650/1986,
από
 
την
 
 ύπαρξη
 
περιοχών
 
προστατευό
-
µενων
 
από
 
διεθνείς
 
συνθήκες
6
 
ή
 
δίκτυα
 
όπως
 
το
 
δίκτυο
 
Φύση
2000
7
,
από
 
την
 
 ύπαρξη
 
περιοχών
 
αρχαιολογικού
 
ενδιαφέροντος
 
κ 
.
λπ
.
Επίσης
 
η
 
ανάλυση
 
των
 
επιπτώσεων
 
ενός
 
έργου
 
µπορεί 
 
κατά
 
περίπτωση
 
 να
 
οδηγήσει 
 
σε
 
περιορισµούς
 
ως
 
προς
 
τη
 
χωροθέτηση
 
ενός
 
έργου
 
ή
 
ακόµα
 
και 
 
σε
 
απαγόρευση
 
 υλοποίησης
 
της
 
συγκεκριµένης
 
εξορυκτικής
 
δραστηριότητας
.
Τέλος
,
στο
 
πλαίσιο
 
των
 
διατάξεων
 
για
 
την
 
προστασία
 
του
 
περιβάλλο
-
 ντος
 
αναφέρεται 
 
επίσης
 
η
 
στάθµιση
 
του
 
περιβαλλοντικού
 
κόστους
 
της
 
πραγµατοποίησης
 
µεταλλευτικών
 
έργων
 
προς
 
άλλους
 
παράγοντες
 
αναγόµενους
 
στο
 
γενικότερο
 
εθνικό
 
και 
 
δηµόσιο
 
συµφέρον
,
η
 
οποία
 
και 
 
τελικά
 
θα
 
κρίνει 
 
την
 
πραγµατοποίηση
 
του
 
εξορυκτικού
 
έργου
 
ή
 
µη
.
Οι 
 
διατάξεις
 
του
 
µεταλλευτικού
 
 νόµου
,
οι 
 
οποίες
 
στοχεύουν
 
στη
 
ρύθµιση
 
των
 
µε
-
ταλλευτικών
 
και 
 
λατοµικών
 
εργασιών
 
έχουν
 
πολύ
 
ειδικό
 
περιεχόµενο
 
και 
 
ως
 
προς
 
το
 
ζήτηµα
 
της
 
χωροθέτησης
 
αναφέρονται 
 
κυρίως
 
σε
 
κριτήρια
 
προστασίας
 
της
 
ασφάλειας
 
των
 
εγκαταστάσεων
 
και 
 
των
 
παρακειµένων
 
κτισµάτων
,
την
 
οποία
 
εν
 
πολλοίς
 
προσδιορί 
-
ζουν
 
σε
 
απόσταση
250
µέτρων
8
.
Η
 
πολεοδοµική
 
 νοµοθεσία
,
που
 
αφορά
 
στην
 
εύρυθµη
 
λειτουργία
 
και 
 
προστασία
 
των
 
οικισµών
,
του
 
δοµηµένου
 
και 
 
του
 
ανθρωπογενούς
 
περιβάλλοντος
 
αυτών
,
στοχεύει 
 
στην
 
προστασία
 
των
 
οικισµών
 
πλησίον
 
των
 
οποίων
 
επιχειρείται 
 
η
 
χωροθέτηση
 
της
 
εξορυκτι 
-
 
6
 
Για
 
παράδειγµα
 
αναφέρεται 
 
η
 
περίπτωση
 
µεταλλευτικών
 
εργασιών
 
εντός
 
περιοχής
 
ενταγµέ
-
 νης
 
στο
 
δίκτυο
 
Ραµσάρ
 
που
 
κρίθηκε
 
από
 
την
 
απόφαση
 
του
 
Συµβουλίου
 
της
 
Επικρατείας
 
 υπ
αριθ
. 4447/2005.
Η
 
 υπόθεση
 
αυτή
 
αφορούσε
 
εξορυκτικές
 
εργασίες
 
στην
 
περιοχή
 
των
(
τότε
)
κοινοτήτων
 
Μαυρορράχης
 
και 
 
 Νικοπόλεως
 
Θεσσαλονίκης
,
στην
 
ευρύτερη
 
περιοχή
 
της
 
Κο
-
ρώνειας
,
εντός
 
περιοχής
 
Ραµσάρ
,
για
 
την
 
οποία
 
εν
 
συνεχεία
 
εξεδόθη
 
η
 
 υπ
αριθ
. 6919/2004
κοινή
 
απόφαση
 
των
 
Υπουργών
 
Ανάπτυξης
,
ΠΕΧ∆Ε
,
Γεωργίας
 
και 
 
Μακεδονίας
-
Θράκης
 «
Χαρακτηρισµός
 
των
 
λιµναίων
,
χερσαίων
 
και 
 
 υδάτινων
 
περιοχών
 
του
 
 υγροτοπικού
 
συστήµα
-
τος
 
των
 
λιµνών
 
Βόλβης
Κορώνειας
 
και 
 
Μακεδονικών
 
Τεµπών
 
ως
«
Εθνικό
 
Πάρκο
 
Υγροτό
-
πων
 
των
 
λιµνών
 
Κορώνειας
Βόλβης
 
και 
 
των
 
Μακεδονικών
 
Τεµπών
»
και 
 
καθορισµός
 
ζωνών
 
προστασίας
 
και 
 
καθορισµός
 
χρήσεων
,
όρων
 
και 
 
περιορισµών
 
δόµησης
»,
οριοθετήθηκε
 
ο
 
εν
 
λόγω
 
 υγρότοπος
 
και 
 
διαιρέθηκε
 
σε
 
ζώνες
 
προστασίας
 
και 
 
χρήσεων
.
7
 
Τα
 
βασικά
 
 νοµοθετήµατα
 
για
 
την
 
προστασία
 
της
 
βιοποικιλότητας
 
στην
 
Ευρωπαϊκή
 
 Ένωση
,
η
 
Οδηγία
92/43/ 
ΕΟΚ 
 
του
 
Συµβουλίου
 
της
21
ης
 
Μαΐου
1992
για
 
τη
 
διατήρηση
 
των
 
φυσικών
 
οι 
-
κοτόπων
 
καθώς
 
και 
 
της
 
άγριας
 
πανίδας
 
και 
 
χλωρίδας
 
και 
 
η
 
Οδηγία
79/409/ 
ΕΟΚ 
 
του
 
Συµβου
-
λίου
 
της
2
ας
 
Απριλίου
1979
για
 
τη
 
διατήρηση
 
των
 
αγρίων
 
πτηνών
(
όπως
 
κωδικοποιήθηκε
 
από
 
την
 
Οδηγία
2009/147/ 
ΕΚ 
)
συνθέτουν
 
το
 
γνωστό
 
δίκτυο
 
Φύση
2000.
Οι 
 
σχετικές
 
οδηγίες
 
έχουν
 
ενσωµατωθεί 
 
στην
 
ελληνική
 
έννοµη
 
τάξη
 
µε
 
τις
 
ΚΥΑ
 
 υπ
αριθ
. 33318/1998 «
Καθορι 
-
σµός
 
µέτρων
 
και 
 
διαδικασιών
 
για
 
τη
 
διατήρηση
 
των
 
φυσικών
 
οικοτόπων
(
ενδιαιτηµάτων
)
κα
-
θώς
 
και 
 
της
 
άγριας
 
πανίδας
 
και 
 
χλωρίδας
»,
ΦΕΚ 
 
Β΄
1289/1998
και 
414985/1985 «
Μέτρα
 
δι 
-
αχείρισης
 
της
 
άγριας
 
πτηνοπανίδας
»,
ΦΕΚ 
 
Β΄
757 /1985
σε
 
συνδυασµό
 
µε
 
την
 
ΚΥΑ
 37338/2010 «
Καθορισµός
 
µέτρων
 
και 
 
διαδικασιών
 
για
 
τη
 
διατήρηση
 
της
 
άγριας
 
ορνιθοπανί 
-
δας
 
και 
 
των
 
οικοτόπων
 / 
ενδιαιτηµάτων
 
της
,
σε
 
συµµόρφωση
 
µε
 
τις
 
διατάξεις
 
της
 
Οδηγίας
 79/409/ 
ΕΟΚ 
, “
Περί 
 
διατηρήσεως
 
των
 
άγριων
 
πτηνών
”,
του
 
Ευρωπαϊκού
 
Συµβουλίου
 
της
2
ας
 
Απριλίου
1979,
όπως
 
κωδικοποιήθηκε
 
µε
 
την
 
οδηγία
2009/147/ 
ΕΚ 
»
αντίστοιχα
.
8
 
Άλλες
 
διατάξεις
 
του
 
ΚΜΛΕ
(
π
.
χ 
.
τα
 
άρθρα
79
επ
.)
αναφέρονται 
 
σε
 
κριτήρια
 
ασφαλείας
 
του
 
εδάφους
 
και 
 
εν
 
γένει 
 
του
 
περιβάλλοντος
,
των
 
εκσκαφών
 
κ 
.
λπ
.
Image Image