This action might not be possible to undo. Are you sure you want to continue?

Γράφει ο Θεολόγοσ-Εκκλθςιαςτικόσ Ιςτορικόσ-Νομικόσ Ιωάννθσ Ελ. Σιδθράσ
Η Αγία και Μεγάλθ εν Κριτθ Σφνοδοσ τθσ Ορκοδοξίασ για τθν
οικολογικι κρίςθ
Οι από ετών πρωτοποριακζσ και καινοτόμεσ οικολογικζσ πρωτοβουλίεσ
του Πρωτοκρόνου Οικουμενικοφ Πατριαρχείου αποτελοφν πλζον
επικυρωμζνεσ κεολογικζσ κζςεισ τθσ Αγίασ και Μεγάλθσ εν Κριτθ Συνόδου
τθσ Ορκοδόξου Εκκλθςίασ, θ οποία επιςιμωσ αποςτζλλει ανά τθν υφιλιο
μινυμα και λόγο «Οικολογικισ Θεολογίασ» ι «Θεολογικισ Οικολογίασ»
Στο κείμενο τθσ Αγίασ και Μεγάλθσ Συνόδου, υπό τον τίτλο: «Η αποςτολι
τθσ Ορκοδόξου Εκκλθςίασ εισ τον ςφγχρονον κόςμον» ορίηεται θ ζννοια
τθσ «οικολογικισ κρίςεωσ» κακώσ και τα αίτια που τθν προκαλοφν, ενώ
προτείνεται από τθν Ορκόδοξθ Εκκλθςία μζςω τθσ Ορκοδόξου
Αγιοπατερικισ Θεολογίασ, θ ενδεδειγμζνθ ςτάςθ του Χριςτιανικοφ -και όχι
μόνο- κόςμου ζναντι τθσ κτιςτισ δθμιουργίασ
Θ Μιτθρ Αγία Μεγάλθ του Χριςτοφ Εκκλθςία τθσ Κωνςταντινουπόλεωσ, ιτοι το
Πρωτόκρονο Οικουμενικό Πατριαρχείο, ωσ «αειλαμπισ και αείφωτοσ οφκαλμόσ»
και «ευικοον ουσ» διαχρονικϊσ παρατθρεί τα «ςθμεία των καιρϊν» και
αφουγκράηεται τα μθνφματα τθσ κάκε εποχισ προκειμζνου να επικαιροποιεί τον
«Λόγον τθσ Αλθκείασ» και να μετουςιϊνει τθν Αγιοπατερικι Ορκόδοξθ Κεολογικι
διδαςκαλία τθσ Εκκλθςίασ ςε ςυνείδθςθ, βίωμα και πράξθ απαντϊντασ ςτα
υπαρξιακά – οντολογικά – ερωτιματα και αιτιματα του ανκρϊπου κάκε εποχισ, και
μεριμνϊντασ όχι μόνο για τθν ζλλογθ, αλλά και για τθν άλογθ κτιςτι δθμιουργία
του Κεοφ.
το πλαίςιο λοιπόν τθσ αγιοπατερικισ κεολογίασ και παραδόςεωσ τθσ Ορκοδόξου
Εκκλθςίασ, το Οικουμενικό Πατριαρχείο ιδθ από πολλϊν ετϊν αναδείχκθκε
ρθξικζλευκα πρωτοπόρο και ουςιαςτικά καινοτόμο ςτισ οικολογικζσ πρωτοβουλίεσ
του όχι μόνο ςτον Ορκόδοξο αλλά και εν γζνει ςτον χριςτιανικό κόςμο κακϊσ
πρωτοςτάτθςε ςτθν ευαιςκθτοποίθςθ και κινθτοποίθςθ τθσ διεκνοφσ κοινισ
γνϊμθσ για τθν αντιμετϊπιςθ του λεγόμενου οικολογικοφ προβλιματοσ ι τθσ
οικολογικισ κρίςεωσ, αρχισ γενομζνθσ, όταν θ Αγία και Λερά φνοδοσ κατά τθν
ιςτορικισ ςθμαςίασ ςυνεδρία τθσ 6θσ Λουνίου 1989 όριςε και αφιζρωςε τθν 1θ
επτεμβρίου, θ οποία είναι θ εόρτιοσ θμζρα τθσ «Αρχισ τθσ Λνδίκτου», ιτοι θ
απαρχι του νζου εκκλθςιαςτικοφ ζτουσ, ςτθν προςταςία του φυςικοφ
περιβάλλοντοσ.
Είναι γεγονόσ ότι μζχρι τότε θ Ορκόδοξθ Εκκλθςία δεν είχε ςτρζψει τθν προςοχι και
μζριμνά τθσ και δεν είχε αναλάβει ρθξικζλευκεσ και καινοτόμεσ πρωτοβουλίεσ για
τθν ανάςχεςθ τθσ ραγδαίασ καταςτροφισ του φυςικοφ περιβάλλοντοσ από τον
ςφγχρονο υπερκαταναλωτι και ακραία υλιςτι άνκρωπο, ο οποίοσ δεν είναι
ουςιαςτικά
ςυνειδθτοποιθμζνοσ
«οικολόγοσ»
αλλά
αυτοκαταςτροφικά
«οικοκτόνοσ». Ζκτοτε, όμωσ, το Οικουμενικό Πατριαρχείο ιδιαιτζρωσ ςτο πρόςωπο
του Πρωτοκρόνου Προκακθμζνου τθσ Ορκοδοξίασ, Οικουμενικοφ Πατριάρχου κ.
Βακολομαίου Αϋ ζχει να επιδείξει αξιόλογεσ οικολογικζσ πρωτοβουλίεσ με τθν
οργάνωςθ των Οικολογικϊν Επιςτθμονικϊν υμποςίων ςτθν Κεολογικι χολι τθσ
Χάλκθσ και των υψθλότατου επιπζδου Διεκνϊν Επιςτθμονικϊν «εν Πλω»
2
υνεδρίων για τθν αντιμετϊπιςθ τθσ οικολογικισ κρίςεωσ, που ευαιςκθτοποίθςαν
τισ μζχρι τότε αποςταςιοποιθμζνεσ λοιπζσ κατά τόπουσ Ορκόδοξεσ Εκκλθςίεσ, τουσ
αρχθγοφσ κρατϊν και Κυβερνιςεων, τουσ Διεκνείσ Οργανιςμοφσ και φορείσ, κακϊσ
και τθν διεκνι κοινι γνϊμθ. Άξιο μνείασ είναι και το γεγονόσ ότι ςτισ 18 Λουνίου
2015 ο Πάπασ Ρϊμθσ Φραγκίςκοσ Αϋ εξζδωςε παπικι εγκφκλιο (Landato Si), θ οποία
αναφζρεται ςτο ςεβαςμό και τθν προςταςία τθσ δθμιουργίασ κακϊσ και ςτθ ςχζςθ
τθσ Λατινικισ Εκκλθςίασ με τθν αειφόρο ανάπτυξθ, ενϊ κατά τον Αφγουςτο του
2015 με άλλθ επίςθμθ απόφαςι του όριςε τθν 1θ επτεμβρίου εκάςτου ζτουσ,
όπωσ από πολλϊν ετϊν ζπραξε πρωτοποριακά το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ωσ
«Παγκόςμια Θμζρα Προςευχισ για τθν φροντίδα τθσ Δθμιουργίασ».
Οι μζχρι τοφδε ρθξικζλευκεσ και πρωτοποριακζσ διεκνείσ, διορκόδοξεσ και
διαχριςτιανικζσ, πρωτοβουλίεσ του Πρωτοκρόνου Οικουμενικοφ Πατριαρχείου
καταδεικνφουν με τον πλζον ςαφι τρόπο ποιά οφείλει και μπορεί να είναι θ
ςυμβολι τθσ Εκκλθςίασ και τθσ χριςτιανικισ Κεολογίασ ςτθ ςωτθρία τθσ κτιςτισ
δθμιουργίασ οδθγϊντασ τον ςφγχρονο άνκρωπο ςε «Οικολογικι μετάνοια» και ςε
ζνα γνιςιο «Οικολογικό ικοσ», προκειμζνου να επιτευχκεί θ μετάβαςθ από τθν
νοςθρι καταναλωτικι «οικοκτονία» ςτθν «Ορκόδοξθ Οικολογία» ι «Οικολογικι
Κεολογία».
τθν ςφγχρονθ μεταμοντζρνα και μετανεωτερικι εποχι, θ ςυμβολι και ευκφνθ τθσ
Εκκλθςίασ και τθσ Χριςτιανικισ Κεολογίασ, είναι καταλυτικισ ςθμαςίασ για τθν
αφφπνιςθ του ςφγχρονου υλιςτι ανκρϊπου προκειμζνου να απορρίψει το
καταςτροφικό και «οικοκτόνο αναπτυξιακό μοντζλο» του προτεςταντικοφ
καπιταλιςμοφ», ο οποίοσ βαςίηεται ςτον νοςθρό και άκρατο υπερκαταναλωτιςμό,
και να ενςτερνιςκεί τθν ορκόδοξθ Κεολογικι Οικολογικι πρόταςθ για να «ηιςει θ
κτίςθ», που εδράηεται ςτθν βαςικι αρχι ότι ο άνκρωποσ οφείλει να
ςυνειδθτοποιιςει και να είναι «καλόσ καγακόσ διαχειριςτισ» τθσ κτιςτισ
δθμιουργίασ ςτο πλαίςιο τθσ «Οικολογικισ διαχειρίςεωσ» και «αειφόρου
αναπτφξεωσ», και όχι να λειτουργεί ωσ αδθφάγοσ καταναλωτικόσ ολετιρασ και
δυνάςτθσ ιδιοκτιτθσ τθσ πλάςθσ.
Θ Αγία και Μεγάλθ εν Κριτθ φνοδοσ τθσ Ορκοδοξίασ ςτο επικυρωκζν ομοφϊνωσ
κείμενο υπό τον τίτλο: «Θ Αποςτολι τθσ Ορκοδόξου Εκκλθςίασ εισ τον φγχρονον
Κόςμον», το οποίο φζρει ανεξίτθλα τθν ςφραγίδα τθσ «Οικολογικισ Κεολογίασ» ι
«Κεολογικισ Οικολογίασ» του Μθτροπολίτου Γζροντοσ Περγάμου κ. Λωάννου
(Ακαδθμαϊκοφ), επιςθμαίνει το όχι και τόςο αυτονόθτο για τον ςφγχρονο
υπερκαταναλωτι και άπλθςτα υλιςτι άνκρωπο, κακϊσ και τθν ευκφνθ τθσ
ορκοδόξου Εκκλθςίασ για το ραγδαία και επικίνδυνα εξελιςςόμενο φαινόμενο τθσ
Οικολογικισ κρίςεωσ, αναφζροντασ ότι: «Θ Οικολογικι κρίςισ, θ οποία ςυνδζεται
προσ τασ κλιματολογικάσ αλλαγάσ και τθν υπερκζρμανςιν του πλανιτου, κακιςτά
επιτακτικόν το χρζοσ τθσ Εκκλθςίασ όπωσ ςυμβάλθ, δια των εισ τθν διάκεςιν αυτισ
πνευματικϊν μζςων, εισ τθν προςταςίαν τθσ δθμιουργίασ του Κεοφ εκ των
ςυνεπειϊν τθσ ανκρωπίνθσ απλθςτίασ. Θ απλθςτία διά τθν ικανοποίθςιν των υλικϊν
αναγκϊν οδθγεί εισ τθν πνευματικιν πτϊχευςιν του ανκρϊπου και εισ τθν
καταςτροφιν του περιβάλλοντοσ. Δεν πρζπει να λθςμονιται ότι ο φυςικόσ πλοφτοσ
τθσ γθσ δεν είναι περιουςία του ανκρϊπου, αλλά του Δθμιουργοφ: «Σου Κυρίου θ
γθ και το πλιρωμα αυτισ, θ οικουμζνθ και πάντεσ οι κατοικοφντεσ εν αυτι» (ψαλμ.
κγϋ, 1). Οφτωσ, θ Ορκόδοξοσ Εκκλθςία τονίηει τθν προςταςίαν τθσ δθμιουργίασ του
Κεοφ διά τθσ καλλιεργείασ τθσ ευκφνθσ του ανκρϊπου ζναντι του κεοςδότου
3
περιβάλλοντοσ και διά τθσ προβολισ των αρετϊν τθσ ολιγαρκείασ και τθσ
εγκρατείασ. Οφείλομεν να ενκυμϊμεκα ότι όχι μόνον αι ςθμεριναί, αλλά και αι
μελλοντικαί γενεαί ζχουν το δικαίωμα επί των φυςικϊν αγακϊν, τα οποία μασ
εχάριςεν ο Δθμιουργόσ».
Θ Αγία και Μεγάλθ φνοδοσ τθσ Ορκοδόξου Εκκλθςίασ κζτει τον «δάκτυλον επί τον
τφπον των ιλων» και αρκρϊνει λόγω αφυπνίςεωσ και ευκφνθσ, τον οποίο
απευκφνει προσ πάντασ, ιτοι ςτο χριςτεπϊνυμο πλιρωμα, τουσ ιςχυροφσ τθσ γθσ
και τουσ διεκνείσ Οργανιςμοφσ. Θ προ ςχεδόν τριάντα ετϊν και δυςτυχϊσ μζχρι και
ςιμερα άποψθ οριςμζνων δικεν «πεφωτιςμζνων εκκλθςιαςτικϊν κφκλων» ότι θ
Ορκόδοξθ Εκκλθςία δεν κα πρζπει να αςχολείται με τα ηθτιματα τθσ Οικολογίασ,
είναι παντελϊσ αντορκόδοξθ κακοδοξία, θ οποία απορρίπτει τθν κτιςτι δθμιουργία
ωσ κάτι άχρθςτο και περιττό, καίτοι δθμιουργικθκε «λίαν καλϊσ» από τον Κεό
δθμιουργό και πλάςτθ.
Ο Μθτροπολίτθσ Γζρων Περγάμου κ. Λωάννθσ ςτο εμπνευςμζνο και κεολογικά
ανατρεπτικό για τα μζχρι τότε δεδομζνα αναφορικά με τθν ςτάςθ τθσ Ορκοδόξου
Εκκλθςίασ ζναντι του Οικολογικοφ προβλιματοσ πόνθμα αυτοφ, υπό τον τίτλο: «Θ
κτίςθ ωσ Ευχαριςτία. Κεολογικι προςζγγιςθ ςτο πρόβλθμα τθσ οικολογίασ», γράφει
χαρακτθριςτικά: «μπροςτά ςε μια τζτοια κατάςταςθ, τί μπορεί θ κεολογία να
προςφζρει ςτθν ανκρωπότθτα; Σο πρϊτο παςιφανζσ πράγμα, που πρζπει να
αναφερκεί, είναι ότι θ κεολογία δεν πρζπει να παραμείνει ςιωπθλι μπροςτά ς’
αυτό το πρόβλθμα. Αν θ πίςτθ ζχει ςχζςθ με βαςικά κζματα ηωισ και κανάτου,
αυτό ειδικά το κζμα ανικει απόλυτα ς’ αυτι τθν κατθγορία.
Θ Χριςτιανικι Κεολογία και θ Εκκλθςία δεν δικαιολογοφνται κακόλου να ςιωποφν
για τόςο μεγάλο χρονικό διάςτθμα μπροςτά ς’ αυτό το ηιτθμα, ειδικά επειδι και θ
Κεολογία και θ Εκκλθςία κατθγορικθκαν, και δικαιολογθμζνα, ότι ζχουν κάποια
ςχζςθ με τισ ρίηεσ του οικολογικοφ προβλιματοσ. Πρζπει, λοιπόν, Εκκλθςία και
Κεολογία, να μιλιςουν για το κζμα αυτό, όχι τόςο για να απολογθκοφν και να
δϊςουν εξθγιςεισ για τισ κατθγορίεσ αυτζσ, αλλά για να προςφζρουν ουςιαςτικι
ςυνεργαςία ςτθ λφςθ του προβλιματοσ. Γιατί ζχουν κάτι πολφ ουςιαςτικό να πουν
ςε ζνα κζμα όπωσ αυτό. Διαφορετικά κινδυνεφουν να φανοφν άςχετεσ και ανίκανεσ
να εφαρμόςουν αυτό που ιςχυρίηονται ότι ζχουν, τθν Αλικεια. Γιατί, αλικεια που
δεν προςφζρει ηωι, ςτερείται κάκε νόθμα».
το προμνθμονευκζν εγκεκριμζνο επίςθμο κείμενο τθσ Αγίασ και Μεγάλθσ υνόδου
προςδιορίηονται τα αίτια τθσ οικολογικισ κρίςεωσ και γίνεται ιδιαίτερθ αναφορά
ςτθν ευκφνθ του ανκρϊπου για τθ διαφφλαξθ τθσ κτιςτισ δθμιουργίασ, θ οποία
δζχεται τισ καταςτροφικζσ ςυνζπειεσ τθσ «ανκρϊπινθσ πτϊςεωσ». Οι Πατζρεσ τθσ
εν Κριτθ Μεγάλθσ υνόδου υπογραμμίηουν εμφατικϊσ ότι: «Ο πόκοσ τθσ ςυνεχοφσ
αυξιςεωσ τθσ ευθμερίασ και θ άμετροσ κατανάλωςισ αναποφεφκτωσ οδθγοφν εισ
τθν δυςανάλογον χριςιν και τθν εξάντλθςιν των φυςικϊν πόρων. Θ
δθμιουργθκείςα υπό του Κεοφ κτίςισ, θ οποία εδόκθ εισ τον άνκρωπον
«εργάηεςκαι και φυλάττειν» αυτιν (πρβλ. Γεν. βϋ, 15), υφίςταται τασ ςυνεπείασ τθσ
αμαρτίασ του ανκρϊπου: «Σθ γαρ ματαιότθτι θ κτίςισ υπετάγθ, ουχ εκοφςα, αλλά
διά τον υποτάξαντα, επ’ ελπίδι ότι και αυτι θ κτίςισ ελευκερωκιςεται από τθσ
δουλείασ τθσ φκοράσ εισ τθν ελευκερίαν τθσ δόξθσ των τζκνων του Κεοφ. Οίδομεν
γαρ ότι πάςα θ κτίςισ ςυςτενάηει και ςυνωδίνει άχρι του νυν» (Ρωμ. ι, 20-22).
Θ ωσ άνω περιεκτικι κεολογικι επιςιμανςθ τθσ Αγίασ και Μεγάλθσ υνόδου, θ
οποία επιςθμαίνει τθν ευκφνθ και το ρόλο του ανκρϊπου για τθν εν Χριςτϊ
4
ςωτθρία τθσ κτιςτισ δθμιουργίασ προκειμζνου να υπερβεί τθν οντολογία τθσ
φκοράσ τθσ, ερμθνεφεται αγιοπατερικϊσ από τον Μθτροπολίτθ Γζροντα Περγάμου
κ. Λωάννθ, ο οποίοσ χαρακτθρίηει τον άνκρωπο «μεςίτθ» και «Λερζα τθσ
δθμιουργίασ», και επικαλοφμενοσ τθν κεολογικι διδαςκαλία του Αγίου Μαξίμου
του Ομολογθτοφ γράφει χαρακτθριςτικά: «Ο κόςμοσ είναι δθμιουργία του Κεοφ… ο
κόςμοσ προζκυψε ωσ αποτζλεςμα τθσ αγάπθσ του Κεοφ, ο οποίοσ κζλθςε να
υπάρχει και κάτι ζξω από τον εαυτό του. Μεταξφ του Κεοφ και του κόςμου, υπάρχει
χάςμα οντολογικό. Θ φφςθ του Κεοφ και θ φφςθ του κόςμου είναι ριηικά διάφορεσ.
Θ κεοποίθςθ του κόςμου είναι ςυνεπϊσ αδιανόθτθ. Σο οντολογικό αυτό χάςμα,
μεταξφ Κεοφ και κόςμου, κα κατεδίκαηε τον κόςμο ςτον αφανιςμό, εάν αυτόσ
ςτθριηόταν αποκλειςτικά ςτισ δυνάμεισ του. Αλλά ο Κεόσ ικελε να μθν αφανιςκεί ο
κόςμοσ. Δεν ικελε να αφανιςκεί ο κόςμοσ. Ικελε να ζχει κατά τθν ζκφραςθ του
Αγίου Μαξίμου, «όχι απλϊσ το είναι, αλλά και το αεί είναι». Αλλά αφοφ θ ιδιότθτα
του «αεί είναι», δθλαδι τθσ ακαναςίασ, ανικει μόνο ςτον Κεό, ο οποίοσ δεν ζχει
όπωσ ο κόςμοσ αρχι και δεν υπόκειται ςτον χρόνο, δεν υπάρχει άλλοσ τρόποσ να
αποκτιςει ακαναςία το κτιςτό, παρά μόνο εάν ενωνόταν με τον Άκτιςτο Κεό…». Ο
ίδιοσ ςε άλλο ςθμείο τθσ Κεολογικά εμπεριςτατωμζνθσ μελζτθσ του επιςθμαίνει με
ιδιαίτερθ ζμφαςθ: «Σο φυςικό περιβάλλον είναι προοριςμζνο από το Κεό να
ανυψωκεί κι αυτό μαηί με τον άνκρωπο, ςε κοινωνία με τον ίδιο τον Κεό. Ο Κεόσ
δεν κζλει τθν ςωτθρία μόνο του ανκρϊπου, αλλά και όλθσ τθσ κτίςεωσ. Αυτόσ ο
φψιςτοσ και κείοσ προοριςμόσ του υλικοφ κόςμου, κα μποροφςε να
πραγματοποιθκεί μόνο αν ο άνκρωποσ ζδινε ελεφκερα τθ ςυγκατάκεςι του. Σο
«αυτεξοφςιο, δθλαδι θ ελευκερία, δόκθκε από τον Κεό ςτον άνκρωπο ωσ
πλαςμζνον κατ’ εικόνα Κεοφ και αυτό αποτελεί το διακριτικό του γνϊριςμα από τα
ηϊα και τθ λοιπι υλικι κτίςθ. Χωρίσ τθν ελεφκερθ ςυγκατάκεςθ του ανκρϊπου, θ
ςωτθρία τθσ κτίςεωσ κα ιταν αποτζλεςμα εξαναγκαςμοφ και δεν κα είχε καμμία
αξία, γιατί κα προςζκρουε ςτθν αγάπθ του Κεοφ (θ αγάπθ πάντοτε ςζβεται τθν
ελευκερία)…».
Ο άνκρωποσ λοιπόν ωσ θ κορωνίδα και ο «βαςιλεφσ των επί γθσ», τθσ όλθσ κτιςτισ
δθμιουργίασ, κατεςτάκθ υπό του Κεοφ να είναι ο αγακόσ, ςυνετόσ, «πιςτόσ και
φρόνιμοσ οικονόμοσ» (Λουκ. ΛΒϋ, 42), αλλά ταυτόχρονα και ο «μεςιτεφων», «Λερεφσ
και λειτουργόσ» αυτισ προκειμζνου να τθν «αναφζρει» (προςφζρει) ευχαριςτιακά
ςτον άκτιςτο δθμιουργό Κεό και ςε οντολογικι αναφορά προσ Αυτόν να ςωκεί και
να ηιςει, επειδι ακριβϊσ κανζνα απολφτωσ από τα κτιςτά όντα τθσ δθμιουργίασ,
δεν δθμιουργικθκε για να πεκάνει, να οδθγθκεί οντολογικϊσ ςτθν απϊλεια, αλλά
ςε «ςωςτικι και λυτρωτικι κοινωνία» με τον άκτιςτο και επζκεινα πάςθσ φυςικισ
νομοτζλειασ και αναγκαιότθτοσ Κεό, να υπερβεί τα όρια, τον «οντολογικό φραγμό»
τθσ φκαρτότθτασ και του κανάτου, που είναι ςυνυφαςμζνα με τθν «κτιςτότθτα των
όντων».
το κείμενο τθσ «Εγκυκλίου» τθσ Αγίασ και Μεγάλθσ εν Κριτθ υνόδου τθσ
Ορκοδόξου Εκκλθςίασ, το υνοδικό ϊμα των Πατζρων αυτισ απευκυνόμενο προσ
τον ςφμπαντα κόςμο αναφζρει υπεφκυνα και με λόγο αλθκείασ ότι «Αι ρίηαι τθσ
οικολογικισ κρίςεωσ είναι πνευματικαί και θκικαί, ενδιάκετοι εισ τθν καρδίαν
εκάςτου ανκρϊπου. Αυτι θ κρίςισ επιδεινοφται κατά τουσ τελευταίουσ αιϊνασ εξ
αιτίασ των ποικίλων διχαςμϊν προκαλοφμενων από ανκρϊπινα πάκθ, όπωσ θ
πλεονεξία, θ απλθςτία, ο εγωιςμόσ, θ αρπακτικι διάκεςισ και από τασ επιπτϊςεισ
αυτϊν επί του πλανιτου, ωσ θ κλιματικι αλλαγι, θ οποία πλζον απειλεί εισ μεγάλον
5
βακμόν το φυςικόν περιβάλλον, τον κοινόν θμϊν «οίκον». Θ ριξισ τθσ ςχζςεωσ
ανκρϊπου και κτίςεωσ είναι διαςτρζβλωςισ τθσ αυκεντικισ χριςεωσ τθσ
δθμιουργίασ του Κεοφ. Θ αντιμετϊπιςισ του οικολογικοφ προβλιματοσ επί τθ βάςει
των αρχϊν τθσ χριςτιανικισ παραδόςεωσ απαιτεί όχι μόνον μετάνοιαν διά τθν
αμαρτίαν τθσ εκμεταλλεφςεωσ των φυςικϊν πόρων του πλανιτου, ιτοι ριηικιν
αλλαγιν νοοτροπίασ και ςυμπεριφοράσ, αλλά και αςκθτιςμόν, ωσ αντίδοτον εισ τον
καταναλωτιςμόν, εισ τθν κεοποίθςιν των αναγκϊν και εισ τθν κτθτικιν ςτάςιν.
Προχποκζτει επίςθσ και τθν μεγίςτθν ευκφνθν θμϊν να παραδϊςωμεν εισ τασ
επερχομζνασ γενεάσ βιϊςιμον φυςικόν περιβάλλον και τθν χριςιν αυτοφ κατά
κείαν βοφλθςιν και ευλογίαν. Εισ τα μυςτιρια τθσ Εκκλθςίασ καταφάςκεται θ
δθμιουργία και ο άνκρωποσ ενδυναμϊνεται διά να λειτουργι ωσ οικονόμοσ, φφλαξ
και «ιερεφσ» αυτισ, προςάγων ταφτθν δοξολογικϊσ τω Δθμιουργϊ – «Σα α εκ των
ων, οι προςφζρομεν κατά πάντα και διά πάντα» - και καλλιεργϊν ευχαριςτιακιν
ςχζςιν με τθν κτίςιν. Θ Ορκόδοξοσ αυτι ευαγγελικι και πατερικι προςζγγιςισ
ςτρζφει επίςθσ τθν προςοχιν μασ εισ τασ κοινωνικάσ διαςτάςεισ και τασ τραγικάσ
επιπτϊςεισ τθσ καταςτροφισ του φυςικοφ περιβάλλοντοσ».
το κεολογικό πλαίςιο τθσ παραπάνω αποφάνςεωσ τθσ Αγίασ και Μεγάλθσ υνόδου
κινοφμενοι οι παντόσ βακμοφ κλθρικοί και κεολόγοι τθσ Ορκοδόξου Εκκλθςίασ
οφείλουν να διακθρφττουν με ουςιαςτικό Ορκόδοξο λόγο ότι θ Εκκλθςία μπορεί και
πρζπει με τθν κεολογικι διδαςκαλία τθσ, τθ λειτουργικι και λατρευτικι ηωι τθσ,
τθν αςκθτικι πρόταςι τθσ, όπωσ βιϊνεται επί αιϊνεσ ςτον Ορκόδοξο μοναχιςμό, να
ςυμβάλει ςτθν αλλαγι νοοτροπίασ των ανκρϊπων που βιϊνουν τθν αδιζξοδθ
λογικι του: «ηω για να ζχω, να κατζχω και αδιαλείπτωσ να αποκτϊ» προκειμζνου να
τουσ κατευκφνει με αφυπνιςτικό λόγο και πρόταςθ αλικειασ και ηωισ ςε μια
«Οικολογικι μετάνοια» για να ςωκεί και να ηιςει ςφνολθ θ κτιςτι υλικι
δθμιουργία, τθν οποία ο δθμιουργόσ Κεόσ εξ αγάπθσ και απολφτωσ ελεφκερα
ζπλαςε «λίαν καλϊσ» και ζφερε ςτο «είναι τθσ υπάρξεϊσ τθσ» «εκ του μθ όντοσ»,
«εκ του μθδενόσ».
Θ Ορκόδοξθ Εκκλθςία με ζναν ουςιαςτικό και υπαρξιακό Κεολογικό λόγο, κακϊσ
και με τθν αξιοποίθςθ των ςυγχρόνων ποριςμάτων τθσ επιςτιμθσ ζχει τισ
δυνατότθτεσ και τισ πνευματικζσ προχποκζςεισ, να διδάξει ςτον ςφγχρονο
υπερκαταναλωτι άνκρωπο ότι είναι όντωσ θ «κορωνίδα και ο βαςιλεφσ τθσ
δθμιουργίασ» του Κεοφ και ςυνακόλουκα ο «ιερεφσ και λειτουργόσ» τθσ κτιςτισ
δθμιουργίασ, ο οποίοσ είναι υπεφκυνοσ να τθν διαφυλάξει για να ηιςει μζςα ς’
αυτιν και να τθν αντιπροςφζρει ςτο άκτιςτο δθμιουργό Κεό. Όταν λοιπόν ο
κεολογικόσ λόγοσ δεν είναι ανοφςιοσ και νεκρόσ (κοφφιοσ) νοθμάτων ηωισ και
ελπιδοφόρου ανατροπισ τθσ φκοράσ, αλλά αλθκινά ορκόδοξοσ και αποτελεί
οντολογικι υπαρξιακι πρόταςθ ηωισ και διεξόδου από τα αδιζξοδα που ο ίδιοσ ο
υλιςτισ ςφγχρονοσ άνκρωποσ ζχει δθμιουργιςει και εντόσ αυτϊν ο ίδιοσ ωσ
δζςμιοσ τθσ φκοράσ πεκαίνει ι μάλλον μαρτυρικά αργοπεκαίνει, τότε αυτόσ ο
ανατρεπτικόσ και ηωτικόσ ευαγγελικόσ και αγιοπατερικόσ λόγοσ μπορεί να πείςει
τον ακραία ορκολογιςτι άνκρωπο ότι αναλαμβάνοντασ ωσ πρόςωπο ελεφκερο τθν
προςωπικι του πνευματικι ευκφνθ ζναντι του Κεοφ, των ςυνανκρϊπων του και τθσ
ίδιασ τθσ κτιςτισ δθμιουργίασ, μπορεί και πρζπει να ενεργεί και να λειτουργεί ωσ
ςυνετόσ οικονόμοσ και φρόνιμοσ διαχειριςτισ τθσ υλικισ κτίςεωσ και όχι ωσ
άπλθςτοσ οικοκτόνοσ και ακόρεςτοσ καταναλωτισ.
6
Θ Αγία και Μεγάλθ φνοδοσ τθσ Ορκοδόξου Εκκλθςίασ δεν μζνει ςτθν διάγνωςθ του
προβλιματοσ και ςε γενικόλογεσ διατυπϊςεισ, αλλά ανατρεπτικά προσ το κυρίαρχο
υλιςτικό και καταναλωτικό πνεφμα τθσ ςυγχρόνου παγκοςμιοποιθμζνθσ εποχισ
διατρανϊνει τθν Ορκόδοξθ πρόταςθ για τθν υπζρβαςθ τθσ ραγδαίωσ
επιδεινουμζνθσ οικολογικισ κρίςεωσ αναφζροντασ ςτθν «Εγκφκλιο» αυτισ προσ τον
ςφμπαντα κόςμο τα εξισ: «Εισ μίαν παγκόςμιον κοινωνίαν, προςανατολιςμζνθν εισ
το «ζχειν» και τον ατομοκεντριςμόν, θ Ορκόδοξθ Κακολικι Εκκλθςία προβάλλει τθν
αλικειαν τθσ εν Χριςτϊ και τθσ κατά Χριςτόν ηωισ, τθν ελευκζρωσ ςαρκουμζνθν εισ
τθν κακθμερινιν ηωιν εκάςτου ανκρϊπου διά των ζργων αυτοφ «ζωσ εςπζρασ»
(ψαλμ. ργϋ, 23), διά των οποίων οφτοσ κακίςταται ςυνεργόσ του αιωνίου Πατρόσ –
«Κεοφ εςμζν ςυνεργοί (Αϋ Κορ. Γϋ, 9) – και του Τιοφ Αυτοφ, «ο Πατιρ μου ζωσ άρτι
εργάηεται καγϊ εργάηομαι» (Λωαν. εϋ, 17). Θ χάρισ του Κεοφ αγιάηει διά του Αγίου
Πνεφματοσ τα ζργα των χειρϊν του ςυνεργοφντοσ τω Κεϊ ανκρϊπου,
αναδεικφοντασ τθν εν αυτοίσ κατάφαςιν τθσ ηωισ και τθσ ανκρωπίνθσ κοινωνίασ.
Εντόσ αυτοφ του πλαιςίου τοποκετείται και θ χριςτιανικι άςκθςισ, διαφζρουςα
ριηικϊσ από κάκε δυϊςτικόν αςκθτιςμόν, ο οποίοσ αποκόπτει τον άνκρωπον από τθν
ηωιν και από τον ςυνάνκρωπον. Θ χριςτιανικι άςκθςισ και θ εγκράτεια, αι οποίαι
ςυνδζουν τον άνκρωπον με τθν μυςτθριακιν ηωιν τθσ Εκκλθςίασ, δεν αφοροφν
μόνον εισ τον μοναχικόν βίον, αλλά είναι χαρακτθριςτικόν τθσ εκκλθςιαςτικισ ηωισ,
εισ όλασ τασ εκφάνςεισ αυτισ, απτι μαρτυρία τθσ παρουςίασ του εςχατολογικοφ
πνεφματοσ εισ τθν ευλογθμζνθν βιοτιν των πιςτϊν».
Θ εφλαλθ φωνι τθσ Ορκοδόξου Εκκλθςίασ διακθρφττει τθν ιερότθτα όλθσ τθσ υλικισ
δθμιουργίασ εντόσ τθσ οποίασ ο άνκρωποσ δεν μπορεί και δεν πρζπει να κατζχει
κζςθ «εγωιςτοφ ιδιοκτιτου», «κυριάρχου και δυνάςτου» αλλά ευςυνείδθτου
«λειτουργοφντοσ οικονόμου», ο οποίοσ διαφυλάττει τθν «οικολογικι
παρακατακικθ» του δθμιουργοφ Κεοφ του και τθν «αναφζρει», τθν
«επαναπροςφζρει», ςτον «ποιθτι των όλων», γενόμενοσ «ςυνεργόσ» ςτο ζργο τθσ
ςωτθρίασ τθσ όλθσ κτιςτισ δθμιουργίασ.
Όλεσ οι λφςεισ αποδεικνφονται ανεπαρκείσ και εφιμερεσ, όταν περιορίηονται μόνο
ςε πολιτικζσ διακθρφξεισ και διεκνείσ ςυμφωνίεσ, ςε τεχνοκρατικζσ μελζτεσ και
προτεινόμενα αντίμετρα ανάπτυξθσ ι ςε εφαρμογι αυςτθρϊν νομικϊν πλαιςίων ωσ
τιμωρία για τουσ δυνάςτεσ και ολετιρεσ του φυςικοφ περιβάλλοντοσ. Σο
προτεινόμενο από τθν Εκκλθςία και τθ κεολογία «Οικολογικό ικοσ» ςτο πλαίςιο τθσ
«οικολογικισ μετάνοιασ και μεταςτροφισ» μπορεί να ςυμβάλει ςτθν πνευματικι
αλλαγι νοοτροπίασ και ςτάςεωσ ηωισ του κατακυριευμζνου από τον «υλιςτικό
ψευδοευδαιμονιςμό», ςυγχρόνου ορκολογιςτι και αδθφάγου ανκρϊπου, ο οποίοσ
δεν «οικολογεί κεολογικϊσ» αλλά «οικοκτονεί καταναλωτικϊσ».
7
Οικολογικι μετάνοια και οικολογικό ικοσ
Η ςυμβολι και ευκφνθ τθσ εκκλθςίασ και χριςτιανικισ κεολογίασ ςτθ
ςωτθρία τθσ κτιςτισ δθμιουργίασ
Από τθν καταναλωτικι «Οικοκτονία» ςτθν Ορκόδοξθ Οικολογία
Από τον προτεςταντικό καπιταλιςμό και τον άκρατο καταναλωτιςμό ςτθν
Ορκόδοξθ πρόταςθ για να «ηιςει θ κτίςθ»
Ο άνκρωποσ ωσ «καλόσ καγακόσ διαχειριςτισ» τθσ κτιςτισ δθμιουργίασ
και όχι ωσ αδθφάγοσ καταναλωτικόσ ολετιρασ και δυνάςτθσ τθσ πλάςθσ
το πλαίςιο τθσ αγιοπατερικισ κεολογίασ και παραδόςεωσ τθσ Ορκοδόξου
Εκκλθςίασ το Οικουμενικό Πατριαρχείο ιδθ από πολλϊν ετϊν αναδείχκθκε
ρθξικζλευκα πρωτοπόρο και ουςιαςτικά καινοτόμο ςτισ οικολογικζσ πρωτοβουλίεσ
του όχι μόνο μζςα ςτον ορκόδοξο αλλά και εν γζνει ςτον χριςτιανικό κόςμο κακϊσ
πρωτοςτάτθςε ςτθν ευαιςκθτοποίθςθ και κινθτοποίθςθ τθσ διεκνοφσ κοινισ
γνϊμθσ για τθν αντιμετϊπιςθ του λεγόμενου οικολογικοφ προβλιματοσ, αρχισ
γενομζνθσ, όταν θ Αγία και Λερά φνοδοσ κατά τθ ςυνεδρία τθσ 6θσ Λουνίου 1989
όριςε και αφιζρωςε τθν 1θ επτεμβρίου, που είναι θ εόρτιοσ θμζρα τθσ «αρχισ τθσ
Λνδίκτου», ιτοι θ απαρχι του νζου εκκλθςιαςτικοφ ζτουσ, και ςτθν προςταςία του
φυςικοφ περιβάλλοντοσ.
Είναι γεγονόσ ότι μζχρι τότε θ Ορκόδοξθ Εκκλθςία δεν είχε αναλάβει ρθξικζλευκεσ
και καινοτόμεσ πρωτοβουλίεσ για τθν ανάςχεςθ τθσ καταςτροφισ του φυςικοφ
περιβάλλοντοσ από τον ςφγχρονο υπερκαταναλωτι και υλιςτι άνκρωπο, ο οποίοσ
δεν είναι ενςυνείδθτα οικολόγοσ αλλά αυτοκαταςτροφικόσ «οικοκτόνοσ». Ζκτοτε
όμωσ το Οικουμενικό Πατριαρχείο και ιδιαιτζρωσ ςτο πρόςωπο του προκακθμζνου
και πρωτοκρόνου τθσ Ορκοδοξίασ Οικουμενικοφ Πατριάρχου Βαρκολομαίου, ζχει
καταβάλει ςθμαντικζσ και πρωτοποριακζσ προςπάκειεσ μζςω τθσ διοργανϊςεωσ
διεκνϊν «εν πλω» ςυνεδρίων και οικολογικϊν ςυμποςίων με επίκεντρο τθν Λερά
Κεολογικι χολι τθσ Χάλκθσ, που ευαιςκθτοποίθςαν τισ υπόλοιπεσ Ορκόδοξεσ
Εκκλθςίεσ, τουσ αρχθγοφσ κρατϊν και Κυβερνιςεων, τουσ Διεκνείσ Οργανιςμοφσ και
φορείσ, κακϊσ και τθν διεκνι κοινι γνϊμθ. Άξιο μνείασ είναι και το γεγονόσ ότι ςτισ
18 Λουνίου 2015 ο Πάπασ Ρϊμθσ Φραγκίςκοσ Αϋ εξζδωςε παπικι εγκφκλιο (Laudato
Si) θ οποία αναφζρεται ςτο ςεβαςμό και τθν προςταςία τθσ δθμιουργίασ κακϊσ και
τθ ςχζςθ τθσ Δυτικισ Εκκλθςίασ με τθν αειφόρο ανάπτυξθ, ενϊ κατά τον Αφγουςτο
του 2015 με άλλθ επίςθμθ απόφαςι του όριςε τθν 1θ επτεμβρίου εκάςτου ζτουσ,
όπωσ προ ετϊν ζπραξε και το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ωσ «Παγκόςμια Θμζρα
Προςευχισ για τθ φροντίδα τθσ Δθμιουργίασ».
Ο εβ. Μθτροπολίτθσ Περγάμου Λωάννθσ Ηθηιοφλασ (Ακαδθμαϊκόσ) ςτο
εμπνευςμζνο και κεολογικά ανατρεπτικό για τα μζχρι τότε δεδομζνα αναφορικά με
τθ ςτάςθ τθσ Ορκοδόξου Εκκλθςίασ ζναντι του οικολογικοφ προβλιματοσ, ζργο του,
υπό τον τίτλο: «Θ κτίςθ ωσ Ευχαριςτία. Κεολογικι προςζγγιςθ ςτο πρόβλθμα τθσ
Οικολογίασ», γράφει χαρακτθριςτικά: «Μπροςτά ςε μια τζτοια κατάςταςθ, τι
μπορεί θ κεολογία να προςφζρει ςτθν ανκρωπότθτα; Σο πρϊτο παςιφανζσ πράγμα,
8
που πρζπει ν’ αναφερκεί, είναι ότι θ κεολογία δεν μπορεί και δεν πρζπει να
παραμείνει ςιωπθλι μπροςτά ς’ αυτό το πρόβλθμα. Αν θ πίςτθ ζχει ςχζςθ με
βαςικά κζματα ηωισ και κανάτου, αυτό ειδικά το κζμα ανικει απόλυτα ς’ αυτι τθν
κατθγορία.
Θ Χριςτιανικι Κεολογία και θ Εκκλθςία δεν δικαιολογοφνται κακόλου να ςιωποφν
για τόςο μεγάλο χρονικό διάςτθμα μπροςτά ς’ αυτό το ηιτθμα, ειδικά επειδι και θ
κεολογία και θ εκκλθςία κατθγορικθκαν, και δικαιολογθμζνα, ότι ζχουν κάποια
ςχζςθ με τισ ρίηεσ του οικολογικοφ προβλιματοσ. Πρζπει, λοιπόν, Εκκλθςία και
Κεολογία, να μιλιςουν για το κζμα αυτό, όχι τόςο για να απολογθκοφν και να
δϊςουν εξθγιςεισ για τισ κατθγορίεσ αυτζσ, αλλά για να προςφζρουν ουςιαςτικι
ςυνεργαςία ςτθ λφςθ του προβλιματοσ. Γιατί ζχουν κάτι πολφ ουςιαςτικό να πουν
ςε ζνα κζμα όπωσ αυτό. Διαφορετικά κινδυνεφουν να φανοφν άςχετεσ και ανίκανεσ
να εφαρμόςουν αυτό που ιςχυρίηονται ότι ζχουν, τθν Αλικεια. Γιατί, αλικεια που
δεν προςφζρει ηωι, ςτερείται κάκε νοιματοσ».
Αποδεχόμενοι τθν παραπάνω κζςθ του Μθτροπολίτου Περγάμου Λωάννθ και κατ’
αλικειαν προςεγγίηοντασ τθν ςυμβολι και ευκφνθ τθσ Ορκοδόξου Εκκλθςίασ ζναντι
του ηωτικισ ςθμαςίασ οικολογικοφ προβλιματοσ οφείλουμε να υπογραμμίςουμε
ότι θ Εκκλθςία ζχει να αντιμετωπίςει και ςυνακόλουκα να πείςει όλουσ εκείνουσ
που εκφράηουν τθν ακεολόγθτθ άποψθ ότι θ εκκλθςία οφείλει να μεριμνά μόνο για
τθ ςωτθρία των ψυχϊν, δθλαδι για ο,τιδιποτε είναι μόνο πνευματικό επειδι κατά
τθν κρίςθ τουσ «ο υλικόσ κόςμοσ είναι προςωρινόσ και προωριςμζνοσ να
αντικαταςτακεί ςτθ Βαςιλεία του Κεοφ με ζνα κόςμο άυλο, ι πνευματικό». Θ
άποψθ αυτι που αντιμετωπίηει τθν κτιςτι (υλικι) δθμιουργία του Κεοφ ωσ κάτι
περιττό και άχρθςτο, κυρίωσ δε ωσ εμπόδιο για τθν ςωτθρία τθσ ανκρϊπινθσ ψυχισ,
παρακεωροφν ότι ςτο «ςχζδιο τθσ δθμιουργίασ» ο μόνοσ άκτιςτοσ δθμιουργόσ Κεόσ
οδιγθςε ςτο «είναι» τθσ υπάρξεωσ «εκ του μθ όντοσ» ι «εκ του μθδενόσ», όλα τα
κτιςτά, υλικά και νοερά, ζλλογα και άλογα, όντα για να ηιςουν αιωνίωσ». Σίποτα
από ςφνολθ τθν κτιςτι δθμιουργία δεν προορίηεται «εισ απϊλειαν», ςτον
«μθδενιςμό» τθσ οντολογικισ ανυπαρξίασ, αλλά ςτθν επζκεινα του κτιςτοφ και
φκαρτοφ εγκόςμιου νομοτελειακοφ χωροχρόνου οντολογία, ϊςτε να «ηιςουν
αιωνίωσ» ςτθ Βαςιλεία του Κεοφ. Διότι εάν δεχκεί θ Εκκλθςία τθν αιρετικι άποψθ
ότι κάκε τι το υλικό είναι κακό, άχρθςτο και περιττό, ενϊ μόνο οτιδιποτε είναι μθ
υλικό, πνευματικό και νοερό αξίηει να ηιςει ςτθ Βαςιλεία του Κεοφ, τότε
ςυνακόλουκα κα πρζπει να αντιμετωπίηει και το ανκρϊπινο ςϊμα ωσ κακό και
εμπόδιο για τθ ςωτθρία του ανκρϊπου αποδεχόμενθ τθν αξία μόνο τθσ άυλθσ,
νοεράσ και ακανάτου ψυχισ. Μια τζτοια όμωσ κεολογικι αντιμετϊπιςθ τθσ κτιςτισ
δθμιουργίασ κα αναιροφςε τθν περί κείασ ενανκρωπιςεωσ και Αναςτάςεωσ του
Χριςτοφ δογματικι διδαςκαλία τθσ, αφοφ ο Τιόσ και Λόγοσ του Κεοφ κατά τθν
γζννθςθ και ενςάρκωςι του ζλαβε τζλεια τθν ανκρϊπινθ φφςθ, ιτοι τθν ανκρϊπινθ
ψυχι και το ανκρϊπινο ςϊμα, τα οποία αμφότερα ζςωςε εκ τθσ φκοράσ του
κανάτου, κατά τθν ψυχοςωματικι εκ νεκρϊν Ανάςταςι του. υνεπϊσ, θ κτιςτι
υλικι δθμιουργία είναι ιερι.
Θ Εκκλθςία οφείλει αγωνιηόμενθ να αντιμετωπίςει και να πείςει μία ακόμθ
κατθγορία ανκρϊπων οι οποίοι αδιαφοροφν για το οικολογικό πρόβλθμα και
πιςτεφουν ότι αυτό είναι ηιτθμα, το οποίο μπορεί να αντιμετωπιςτεί μόνο από τουσ
9
πολιτικοφσ, τουσ επιςτιμονεσ, τουσ τεχνοκράτεσ και όχι από τθν Εκκλθςία. Θ
ςφγχρονθ πραγματικότθτα όμωσ αποδεικνφει με το ςκλθρό πρόςωπό τθσ, όπωσ
αυτό εκφράηεται και εκδθλϊνεται ςτθν τραγικι οικολογικι καταςτροφι, ότι θ
άποψθ αυτι είναι ζνασ «αυτοτροφοδοτοφμενοσ μφκοσ». Αντικζτωσ, θ Εκκλθςία
μπορεί και πρζπει με τθν κεολογικι διδαςκαλία τθσ, τθν λειτουργικι και λατρευτικι
ηωι τθσ, τθν αςκθτικι πρόταςι τθσ, όπωσ βιϊνεται επί αιϊνεσ ςτον ορκόδοξο
μοναχιςμό, να ςυμβάλει ςτθν αλλαγι νοοτροπίασ των ανκρϊπων, να τουσ
κατευκφνει με λόγο αλθκείασ ςε μια «οικολογικι μετάνοια», προκειμζνου να ςωκεί
και να ηιςει ςφνολθ θ κτιςτι υλικι δθμιουργία τθν οποία ο δθμιουργόσ Κεόσ εξ
αγάπθσ και απολφτωσ ελευκζρωσ ζπλαςε «λίαν καλϊσ». Θ ορκόδοξθ εκκλθςία με
ζναν ουςιαςτικό και υπαρξιακό κεολογικό λόγο, κακϊσ και με τθν αξιοποίθςθ των
ςφγχρονων ποριςμάτων τθσ Επιςτιμθσ ζχει τισ δυνατότθτεσ και τισ πνευματικζσ
προχποκζςεισ, να διδάξει ςτον ςφγχρονο υπερκαταναλωτι άνκρωπο ότι είναι θ
«κορωνίδα και ο βαςιλεφσ τθσ δθμιουργίασ» του Κεοφ και ςυνακόλουκα ο «ιερεφσ
και λειτουργόσ» τθσ κτιςτισ δθμιουργίασ, για να τθ διαφυλάξθ, να ηιςει μζςα ς’
αυτιν και να τθν αντιπροςφζρει ςτον άκτιςτο δθμιουργό Κεό. Όταν λοιπόν ο
Κεολογικόσ λόγοσ δεν είναι ανοφςιοσ και νεκρόσ νοθμάτων ηωισ, αλλά αποτελεί
οντολογικι – υπαρξιακι πρόταςθ ηωισ και διεξόδου από τα αδιζξοδα που ο ίδιοσ ο
υλιςτισ ςφγχρονοσ άνκρωποσ ζχει δθμιουργιςει και πεκαίνει ι μάλλον μαρτυρικά
αργοπεκαίνει μζςα ς’ αυτά, τότε αυτόσ ο ανατρεπτικόσ και ηωτικόσ ευαγγελικόσ
κεολογικόσ λόγοσ μπορεί να πείςει τον ακραία ορκολογιςτι άνκρωπο τθσ
«μεταμοντζρνασ και μετανεωτερικισ εποχισ» ότι αναλαμβανόμενοσ ωσ πρόςωπο
τθν προςωπικι του πνευματικι ευκφνθ ζναντι του Κεοφ, των ανκρϊπων και τθσ
ίδιασ τθσ κτιςτισ δθμιουργίασ, μπορεί και πρζπει να ενεργεί και να λειτουργεί ωσ
«καλόσ καγακόσ διαχειριςτισ» τθσ κτιςτισ δθμιουργίασ και όχι ωσ αδθφάγοσ
οικοκτόνοσ και άπλθςτα καταναλωτικόσ ολετιρασ και δυνάςτθσ τθσ πλάςθσ.
Δεν είναι δυνατόν ο ορκόδοξοσ κεολογικόσ λόγοσ τθσ Εκκλθςίασ να εξαντλείται ςε
μια προτεςταντικοφ – καλβινιςτικοφ αποφκεγματικοφ τφπου και προδιαγραφϊν
ψευδοθκικι ι ευςεβιςτικι θκικολογία, αλλά οφείλει να ενςπείρει ςτουσ τραγικά
«ςυςκοτιςμζνουσ» ανκρϊπουσ τθσ υλιςτικισ μεταβιομθχανικισ εποχισ ζνα
«οικολογικό ικοσ» για τον ςεβαςμό και τθν διαφφλαξθ τθσ κτιςτισ δθμιουργίασ.
Ο Αμερικανόσ ιςτορικόσ Lynn White, τον οποίο επικαλείται ςε πολλζσ ρθξικζλευκεσ
και πρωτοποριακά καινοτόμεσ κεολογικζσ – οικολογικζσ μελζτεσ του ο
Μθτροπολίτθσ Περγάμου Λωάννθσ, γράφοντασ για τισ ιςτορικζσ ρίηεσ του
οικολογικοφ προβλιματοσ το 1968, κατθγορθματικά αποδίδει αυτό το πρόβλθμα
ςτθ Δυτικι διανοθτικι παράδοςθ και ςτισ λογικοκρατοφμενεσ απόψεισ τθσ περί του
ανκρϊπου, και επιρρίπτει ςτθ Κεολογία και τθν Εκκλθςία ζνα μεγάλο μζροσ τθσ
ευκφνθσ γι’ αυτι τθν εξζλιξθ. Αξιολογϊντασ μάλιςτα τθν παραπάνω άποψθ ο
Μθτροπολίτθσ Περγάμου αναφζρει: «Πζρα από το αν ςυμφωνεί κανείσ ι διαφωνεί
μ’ αυτι τθ κζςθ ενόσ ςφγχρονου ιςτορικοφ, δεν μπορεί ν’ αμφιςβθτιςει ότι θ
ιςτορία πρζπει να ζχει κάτι να μασ διδάξει για τισ ρίηεσ τθσ ςθμερινισ κρίςεωσ, και
ότι θ κρθςκεία -και ειδικά ο Χριςτιανιςμόσ, που ιταν μια κυρίαρχθ δφναμθ ςτθ
διαμόρφωςθ του πολιτιςμοφ μασ δια μζςου των αιϊνων, τουλάχιςτον μζχρι τθν
εποχι του Διαφωτιςμοφ- κα πρζπει να ζχει παίξει κάποιο ρόλο ςτθ δθμιουργία τθσ
κρίςεωσ».
10
Θ ακραία λογικοκρατοφμενθ κεολογικι ςκζψθ και διδαςκαλία τθσ Δυτικισ
Εκκλθςίασ ςτο πρόςωπο του Λεροφ Αυγουςτίνου, ο οποίοσ κεολογοφςε ότι θ
Βαςιλεία του Κεοφ απαρτίηεται μόνο από «ςωςμζνα πνευματικά, από ακάνατεσ
ψυχζσ», είχε ωσ ςυνζπεια να χακεί θ διάςταςθ του κόςμου (υλικι, κτιςτι
δθμιουργία) από τθν μυςτθριακι κεολογία ςτθ Δφςθ δίνοντασ τθ κζςθ τθσ ςε μια
«πνευματοκεντρικι ι ψυχοκεντρικι» αντίλθψθ του κόςμου.
Ο χολαςτικιςμόσ ςτθ Κεολογία τθσ Δυτικισ Εκκλθςίασ κεοποίθςε το «λογικό» του
ανκρϊπου, ο οποίοσ ζχει μεταμορφωκεί πια ςε ζνα «άψυχο ορκολογιςτικό» και
«αρτθριοςκλθροτικά λογικοκρατοφμενο», εγωκεντρικό, εωςφορικά εγωιςτικό,
φίλαυτο και αλαηονικά άπλθςτο καταναλωτικό ον, που απϊλεςε τθν μοναδικότθτα
και ιερότθτα του ανκρϊπινου προςϊπου και «ηει για να παράγει και να
καταναλϊνει».
Ο «πιετιμιςμόσ» (ευςεβιςμόσ) που αποτελεί τθ μιτρα και τθν αφετθρία του δυτικοφ
«αςκθτικοφ κινιματοσ» μζςω τθσ επιτυχοφσ εργαςίασ, κακϊσ και ο
«Πουριτανιςμόσ» (θκικιςμόσ) αναπτφχκθκαν ωσ κεολογικζσ αντιλιψεισ χωρίσ
αναφορά προσ τον ςεβαςμό και τθν ιερότθτα τθσ κτιςτισ δθμιουργίασ,
αποτελϊντασ εκφάνςεισ του προτεςταντικοφ καλβινιςμοφ που εγζννθςε ι
ςυνζβαλε ςτθν εδραίωςθ του «προτεςταντικοφ Δυτικοφ Καπιταλιςμοφ» και του
υπερκαταναλωτιςμοφ, ο οποίοσ τρζφεται από τθν παραγωγι με ςκοπό το κζρδοσ
και εξαντλεί και κατατρϊγει τουσ φυςικοφσ πόρουσ ςτο βωμό μιασ επίπλαςτθσ και
ουτοπικισ υλιςτικισ ευτυχίασ που ο ςφγχρονοσ και δυςτυχιςμζνοσ άνκρωποσ
απελπιςμζνα και ατζρμονα αποηθτά.
Ο Γερμανόσ κοινωνιολόγοσ και φιλόςοφοσ Max Weber (1864-1920) ςτο κλαςικό
ζργο του: «Θ προτεςταντικι θκικι και το πνεφμα του καπιταλιςμοφ» εμφατικά
επιςθμαίνει ότι το ςθμαντικότερο ςτοιχείο ςτθν κατανόθςθ τθσ δυτικισ
καπιταλιςτικισ ανάπτυξθσ είναι ο τρόποσ με τον οποίο θ προτεςταντικι
καλβινιςτικι κεολογία περί ςωτθρίασ τθσ ψυχισ ςυνδζκθκε με μια «εργαςιακι
θκικι» που δίνει ζμφαςθ ςτθ ςκλθρι δουλειά, ςτθ ςυςτθματικι αποταμίευςθ και
ςτον «αςκθτικό βίο» που δεν επιτρζπει άςκοπεσ ςπατάλεσ. Ζτςι, θ επιτυχία ςτον
επαγγελματικό και οικονομικό τομζα ερμθνεφκθκε ωσ ςοβαρι ζνδειξθ πωσ ο πιςτόσ
είναι μεταξφ των «εκλεκτϊν του Κεοφ».
Αυτι θ κεολογία περί εργαςίασ, οικονομικισ επιτυχίασ και ςωτθρίασ οδιγθςε, όπωσ
παρατιρθςε ο Max Weber, ςε μια ζντονθ εξατομίκευςθ τόςο ςτον κρθςκευτικό όςο
και ςτον οικονομικό χϊρο. το χϊρο τθσ οικονομίασ οδιγθςε ςτον δθμιουργικό
επιχειρθματία που βιϊνει τθ ςκλθρι δουλειά, τθν αποφυγι ςπατάλθσ-χλιδισ και
ςτθν ακατάπαυςτθ -ςχεδόν τυραννικι- ςυςςϊρευςθ πλοφτου ςαν ζνα είδοσ
πνευματικισ άςκθςθσ, ςαν ζνα είδοσ προςευχισ ςτον Κφριο.
Πρόκειται για τθν «εργαςιακι θκικι», θ οποία, ςφμφωνα με τον Max Weber,
οδιγθςε
ςτθν
μοναδικότθτα
τθσ
δυτικισ,
άκρωσ
ραςιοναλιςτικισ
(λογικοκρατοφμενθσ) καπιταλιςτικισ ανάπτυξθσ, θ οποία ςιμερα χωρίσ πια
κρθςκευτικό υπόβακρο, επιβλικθκε ςε όλο τον κόςμο.
11
Για τον Καλβινιςτι, υποςτιριξε ο Max Weber, το επάγγελμα δεν είναι μια
κατάςταςθ ςτθν οποία γεννιζται ζνα άτομο, αλλά μια επίμονθ και επίπονθ
δραςτθριότθτα που πρζπει να διαλζξει το ίδιο και να τθν αςκεί με αίςκθμα
κρθςκευτικισ ευκφνθσ. Ωσ εκ τοφτου, με τθν καλβινιςτικι κεολογία θ
επιχειρθματικι ηωι που κάποτε εκεωρείτο επικίνδυνθ για τθν ψυχι πλζον τϊρα
κακοςιϊκθκε.
Θ εργαςία λοιπόν κα πρζπει να εκτελείται ςαν να ιταν ζνασ απόλυτοσ αυτοςκοπόσ,
μια ανϊτερθ κεϊκι επιταγι. Ο δε Λοφκθροσ υπεςτιριηε ότι το «επάγγελμα» είναι
κάτι που κάκε άνκρωποσ οφείλει να αποδεχκεί ωσ μια κεϊκι εντολι με τθν οποία
πρζπει να ςυμμορφωκεί. το δε πλαίςιο τθσ διδαςκαλίασ του πιετιμιςμοφ θ
εργαςία ςε ζνα επάγγελμα ιταν θ κατεξοχιν αςκθτικι δραςτθριότθτα και ο Κεόσ
ευλογοφςε τουσ εκλεκτοφσ του με τθν επιτυχία τθσ εργαςίασ τουσ.
Ο ενάρετοσ βίοσ ταυτίςτθκε με τθν εργαςία, γεγονόσ που βοικθςε τον καπιταλιςμό
να βρει το πεικαρχθμζνο εκείνο εργατικό δυναμικό, το οποίο χρειαηόταν για να
αναπτυχκεί. Σοφτο βζβαια δεν ςθμαίνει ότι εξ αρχισ, το «προτεςταντικό δόγμα»
ταυτιηόταν με το «καπιταλιςτικό δόγμα», αλλά παρατθροφμε ότι ςταδιακά μια
κρθςκευτικι αντίλθψθ ζρχεται ςε ςυμφωνία με μια ιδεολογία που αφορά τον νζο
αυτό τφπο ςκζψθσ τθσ καπιταλιςτικισ οικονομίασ. Αυτι τθ ςφηευξθ ο Max Weber κα
τθν χαρακτιριηε ωσ «εκλεκτικι ςυγγζνεια», που κακιζρωςε ςυν τω χρόνω ζνα
μοντζλο ανάπτυξθσ και πρόοδο χωρίσ καμία αναφορά ςτον ςεβαςμό και τθν
ιερότθτα τθσ κτιςτισ δθμιουργίασ τθν οποία ο ςφγχρονοσ άνκρωποσ ωσ αδθφάγοσ
και άπλθςτοσ ολετιρασ κατακυριεφει, καταδυναςτεφει και τελικϊσ
αυτοκαταςτροφικά οικοκτονεί.
Θ εγωιςτικά ανκρωποκεντρικι και ακραία ορκολογιςτικι και λογικοκρατοφμενθ
(ραςιοναλιςτικι) αξιακι αντίλθψθ και ερμθνευτικι κεϊρθςθ που ειςιγαγε ο
πολυδιαφθμιςμζνοσ Διαφωτιςμόσ, κεμελίωςε τθν αλαηονικι άποψθ ότι θ κτιςτι
δθμιουργία υπάρχει για να ικανοποιείται ο άνκρωποσ με διαφόρουσ τρόπουσ και
χωρίσ φραγμοφσ, αφοφ ο υλικόσ κόςμοσ δεν ζχει εςχατολογικι προοπτικι
ςωτθρίασ. χολιάηοντασ τθν παραπάνω κζςθ ο Μθτροπολίτθσ Περγάμου Λωάννθσ
αναφζρει χαρακτθριςτικά: «Πάνω ςτθ βάςθ αυτι αναπτφχκθκε πολφ ςφντομα ςτθ
Δφςθ θ νοοτροπία ότι ο άνκρωποσ υπερτερεί ζναντι των άλλων όντων ςτον υλικό
κόςμο λόγω τθσ λογικισ και ςυνειδθςιακισ του ικανότθτασ, αναπτφχκθκαν και οι
νεϊτερεσ κοινωνιολογικζσ ιδζεσ που ςυνζβαλαν με τον τρόπο τουσ ςτθν εμφάνιςθ
του οικολογικοφ προβλιματοσ. Θ ικανότθτα του ανκρϊπου να οργανϊνει
ορκολογιςτικά τα πάντα, ϊςτε να παράγει από κάκε του ενζργεια κάποιο χριςιμο
και ωφζλιμο αποτζλεςμα, οδιγθςε ςτθ ραγδαία ανάπτυξθ των οικονομικϊν του
δυτικοφ κόςμου με βάςθ τθν επιδίωξθ του κζρδουσ. Όταν θ αφξθςθ τθσ παραγωγισ
γίνεται αυτοςκοπόσ και επιςτρατεφονται οι λογικζσ δυνάμεισ του ανκρϊπου για
τθν επίτευξι του, τότε ζχουμε το φαινόμενο τθσ εκμεταλλεφςεωσ των φυςικϊν
πόρων ςε απεριόριςτο βακμό -κάτι που χαρακτθρίηει τόςο ζντονα τισ ςφγχρονεσ
δυτικζσ κοινωνίεσ.
Μςωσ να μθν είναι απόλυτα δικαιολογθμζνθ θ κεωρία του Max Weber ότι ο
καπιταλιςμόσ ζχει τισ ρίηεσ του ςτον καλβινιςμό. Βεβαιωμζνο πάντωσ φαίνεται
12
ιςτορικά ότι ο τρόποσ με τον οποίο ερμθνεφτθκε και παρουςιάςτθκε από τουσ
προτεςτάνεσ Λεροκιρυκεσ του 18ου και 19ου αιϊνα το χωρίο τθσ Γενζςεωσ:
«αυξάνεςκε και πλθκφνεςκε και κατακυριεφςατε τθσ γθσ», κακϊσ και θ φράςθ ςτο
ίδιο βιβλίο τθσ Γραφισ (Γεν. 1, 26), «Ποιιςωμεν άνκρωπον κατ’ εικόνα θμετζραν και
κακ’ ομοίωςιν και αρχζτωςαν των ιχκφων τθσ καλάςςθσ και των πετεινϊν του
ουρανοφ και των κτθνϊν και πάςθσ τθσ γθσ», οδθγοφςε με ακρίβεια ςε μια αςφδοτθ
και ανεξζλεγκτθ εκμετάλλευςθ του υλικοφ κόςμου από τον άνκρωπο. Ζτςι το
οικολογικό μασ πρόβλθμα φαίνεται να μθν είναι άςχετο με τθν ιςτορία τθσ
χριςτιανικισ κεολογίασ. Είναι ζνα πρόβλθμα με βακφτατα κεολογικζσ και
πνευματικζσ ρίηεσ και γι’ αυτό πρζπει να μασ απαςχολιςει όλουσ όςοι διακονοφμε
τθν Εκκλθςία ςιμερα».
το ίδιο πλαίςιο ερμθνευτικισ προςεγγίςεωσ του οικολογικοφ προβλιματοσ
ιχνθλατοφντεσ οφείλουμε να αναδείξουμε τισ όντωσ πνευματικζσ προχποκζςεισ και
δυνατότθτεσ που διακζτει θ Ορκόδοξθ Εκκλθςία και κεολογία να προςφζρει
οντολογικι-υπαρξιακι πρόταςθ ηωισ ςτον ςφγχρονο άνκρωπο προκειμζνου να
αντιμετωπίςει τθν οικολογικι κρίςθ, τθν οποία προκάλεςε ο πολιτιςμόσ με τθν
άκριτθ τεχνολογικι ανάπτυξθ και πρόοδο. Όπωσ προαναφζραμε, θ λφςθ δεν μπορεί
να ςτθρίηεται ςε μια ανοφςια θκικολογία αλλά ςε ζνα ουςιαςτικό «οικολογικό
ικοσ» που γεννά θ πνευματικι αναγκαιότθτα μιασ «οικολογικισ μετάνοιασ» για
μεταςτροφι τθσ ςυμπεριφοράσ και νοοτροπίασ του υπερκαταναλωτι, άπλθςτου
ςφγχρονου ανκρϊπου που ηει για να απολαμβάνει τθν «υλιςτικι ευδαιμονία»,
επειδι κυριαρχεί ςε όλο τον κόςμο το «δόγμα» ότι «θ αξία του ανκρϊπου
προςδιορίηεται όχι από αυτό που είναι, αλλά από αυτά που κατζχει και
καταναλϊνει».
Όλεσ οι λφςεισ αποδεικνφονται ανεπαρκείσ και εφιμερεσ όταν περιορίηονται μόνο
ςε πολιτικζσ διακθρφξεισ και διεκνείσ ςυμφωνίεσ, ςε τεχνοκρατικζσ μελζτεσ και
προτεινόμενα αντίμετρα ανάπτυξθσ ι ςε εφαρμογι αυςτθρϊν νομικϊν πλαιςίων ωσ
τιμωρία για τουσ δυνάςτεσ και ολετιρεσ του φυςικοφ περιβάλλοντοσ. Σο
προτεινόμενο από τθν εκκλθςία και τθν κεολογία «οικολογικό ικοσ» ςτο πλαίςιο
τθσ «οικολογικισ μετάνοιασ και μεταςτροφισ» μπορεί να ςυμβάλει ςτθν
πνευματικι αλλαγι νοοτροπίασ και ςτάςεωσ ηωισ του κατακυριευμζνου από τον
«υλιςτικό ευδαιμονιςμό» ςυγχρόνου ορκολογιςτι αδθφάγου ανκρϊπου, που δεν
«οικολογεί κεολογικϊσ αλλά οικοκτονεί καταναλωτικϊσ».
Θ λιτότθτα, ολιγάρκεια και εγκράτεια ςτθν ανκρϊπινθ ηωι μποροφν και τθν
επιβίωςθ του ανκρϊπου να διαςφαλίςουν αλλά και να ςυμβάλουν ςτθν «αειφόρο
ανάπτυξθ» ι «πράςινθ ανάπτυξθ» προςτατεφοντασ τουσ εξαντλοφμενουσ φυςικοφσ
πόρουσ από τθν υπερκαταναλωτικι μανία του ςφγχρονου ανκρϊπου που αςπάηεται
το δόγμα: «από τθν παραγωγι ςτθν κατανάλωςθ», προκειμζνου να ικανοποιιςει
τισ άκριτεσ και άπλθςτα ακόρεςτεσ υλικζσ επικυμίεσ του. Ο Μθτροπολίτθσ
Περγάμου Λωάννθσ αντιπροτείνει ςτον ςφγχρονο υπερκαταναλωτιςμό, τθν
«αςκθτικι τθσ Ορκοδόξου» εκκλθςίασ, όπωσ εμπράκτωσ και αποτελεςματικϊσ
βιϊνεται ςτον «ορκόδοξο μοναχιςμό», όπου ο μοναχόσ ωσ κτιςτόσ άνκρωποσ
αντιλαμβάνεται με ςεβαςμό τθν ιερότθτα όλθσ τθσ υλικισ δθμιουργίασ και τθν
ςχζςθ που ζχει με αυτιν, μια ςχζςθ όχι «κυριάρχου και δυνάςτθ», αλλά «ιερζωσ
και λειτουργοφ», «καλοφ καγακοφ διαχειριςτοφ» που διαφυλάττει τθν «οικολογικι
13
παρακατακικθ» του Πατρόσ Δθμιουργοφ του και τθν «αναφζρει», τθν
«επαναπροςφζρει» ςτον «ποιθτι των όλων». Σοφτο δε αιϊνεσ τϊρα οντολογικά
ςυντελείται μζςα ςτθ κεία λειτουργία και ειδικότερα ςτο μυςτιριο τθσ Κείασ
Ευχαριςτίασ, ςτο οποίο όλα τα υλικά αγακά (π.χ. άρτοσ, φδωρ, οίνοσ, ζλαιον κ.ά)
μετζχουν του εν Αγίω Πνεφματι κακαγιαςμοφ των τιμίων δϊρων και τθσ μεταβολισ
τουσ ςε ςϊμα και αίμα Αναςτάντοσ Χριςτοφ.
Θ «ορκόδοξθ αςκθτικι», όπωσ μζχρι και ςιμερα βιϊνεται ςτα μοναςτιρια μασ και
ιδιαίτερα ςτο Άγιο Όροσ διδάςκει ζνα άλλο ικοσ ωσ πρόταςθ ηωισ, διότι
πραγματικά «τον αςκθτιςμό τθσ αρχαίασ εκκλθςίασ» τον χαρακτιριηε ο πόλεμοσ
κατά του «ιδίου κελιματοσ», ζτςι ϊςτε ο άνκρωποσ, με τθν τάςθ να κυριαρχεί ςτον
εξωτερικό κόςμο με το δικό του κζλθμα και να τον χρθςιμοποιεί για τθ δικι του
ικανοποίθςθ, να μακαίνει να μθν κάνει κζντρο τθσ κτίςεωσ τον εαυτό του. Αυτό
είναι το πνεφμα, που χρειάηεται να διδαχκεί ο ςφγχρονοσ άνκρωποσ, ϊςτε να
βοθκθκεί ςτο να λφςει το οικολογικό πρόβλθμα.
Τπό το πρίςμα μιασ κεολογικισ υπαρξιακισ προτάςεωσ για τθν μεταςτροφι και
μεταμόρφωςθ του τυφλωμζνου από τισ υλικζσ επικυμίεσ του ανκρϊπου ζρχεται να
διδάξει θ κεολογία τθσ Εκκλθςίασ ότι «ο Χριςτόσ ςϊηει τθν κτίςθ χωρίσ να
καταργιςει τον άνκρωπο. Ο άνκρωποσ εξακολουκεί να παραμζνει το κλειδί για τθ
ηωι του κόςμου. Όςο πιο πολφ ενϊνεται με το Κεό, τόςο πιο πολφ λυτρϊνεται και θ
κτίςθ όλθ από τθ φκορά. Και όςο πιο πολφ αυτονομείται από τον Κεό, και ανάγει
τον εαυτό του ςε Κεό, τόςο περιςςότερο ςτενάηει θ κτίςθ κάτω από το πζλμα του».
τθν ορκόδοξθ κεολογία δεν ζχει κζςθ θ εγωιςτικι κζςθ που εκπθγάηει από τον
Διαφωτιςμό, δια του ςτόματοσ ενόσ Μπζικον, ενόσ Ντεκάρτ και ενόσ Κάντ, που
καλοφν τον άνκρωπο να ςφρει τθ φφςθ δζςμια πίςω του και με τθν πρόοδο τθσ
επιςτιμθσ και τθσ τεχνολογίασ να γίνει «κφριοσ και κάτοχοσ τθσ φφςεωσ».
ε μια εποχι που όλοι μιλοφν για το οικολογικό πρόβλθμα και είναι τθσ «μόδασ» να
χαρακτθρίηεται ι αυτοχαρακτθρίηεται κάποιοσ ωσ «οικολόγοσ», ασ ακοφςουμε τθν
εμπνευςμζνθ πρόταςθ του Μθτροπολίτου Περγάμου Λωάννθ, ο οποίοσ εναγωνίωσ
κζτει τον δάκτυλο «επί τον τφπον των ιλων», γράφοντασ χαρακτθριςτικά: «Ζτςι θ
επιτυχισ αντιμετϊπιςθ του οικολογικοφ προβλιματοσ κα παραμείνει ςε κάκε
περίπτωςθ υπόκεςθ ικουσ και όχι θκικισ, νοοτροπίασ και ςτάςεωσ απζναντι ςτον
κόςμο και ςτο Κεό και όχι κανόνων δικαίου. Μςωσ για κανζνα άλλο κζμα θ ςθμαςία
τθσ Εκκλθςίασ να μθν είναι τόςο καίρια όςο για το οικολογικό πρόβλθμα. Μζςα
ςτθν Εκκλθςία ο άνκρωποσ εκίηεται από τθ νθπιακι του ακόμα θλικία ςτο να
παίρνει μια ωριςμζνθ κζςθ ζναντι του περιβάλλοντόσ του, του φυςικοφ και
κοινωνικοφ. Εκεί κα μάκει να ςζβεται και να τιμά τθν φλθ, κατά τθ φράςθ του Αγίου
Λωάννου του Δαμαςκθνοφ, ωσ οργανικό ςτοιχείο τθσ ςχζςεϊσ του με το Κεό… Θ
Εκκλθςία πρζπει να είναι ςωςτι ςε όλα αυτά, για να γίνει χϊροσ εκιςμοφ των
ανκρϊπων ςε ζνα νζο ικοσ. Ασ προςζξει θ Ορκόδοξθ Εκκλθςία το ςθμείο αυτό,
γιατί πολφ το ζχει παραμελιςει για χάρθ μιασ δικεν πιο πνευματικισ ι θκικισ
κρθςκευτικότθτασ».
14
ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΙΑ ΛΑΤΡΕΙΑ
Θ κτιςτι δθμιουργία προςφερόμενθ και κακαγιαςμζνθ μζςα ςτθ μυςτθριακι και
αγιαςτικι ηωι τθσ Ορκοδόξου Εκκλθςίασ
Αρχι τθσ Ινδίκτου (1θ Σεπτεμβρίου) και απαρχι του νζου Εκκλθςιαςτικοφ ζτουσ
ωσ αφιερωμζνθ από το Οικουμενικό Πατριαρχείο θμζρα προςευχισ και
προςταςίασ του φυςικοφ περιβάλλοντοσ
Ζ παιαίθαηνο ενξηή ηεο Αξρήο ηεο Ηλδίθηνπ απνηειεί ηελ απαξρή ηνπ λένπ
εθθιεζηαζηηθνχ έηνπο θαη ε Μήηεξ Αγία Μεγάιε ηνπ Υξηζηνχ Δθθιεζία ηελ 1ε
εθάζηνπ κελφο επηεκβξίνπ επεπινγεί θαη θαζαγηάδεη «ελ επραξηζηηαθή ζπλάμεη,
ηθεζίαηο θαη πξνζεπραίο» ηνλ «θαηλφλ εληαπηφλ ηεο Υξεζηφηεηνο ηνπ Κπξίνπ». Ζ
εκέξα απηή ηεο αξρήο ηεο Ηλδίθηνπ αθηεξνχηαη ζηελ πξνζηαζία ηνπ θπζηθνχ
πεξηβάιινληνο θαη ν βαζχηαηα απηφο ζενινγηθφο ενξηαζκφο εζεζπίζζε ππφ ηνπ
παλζέπηνπ θαη ηειαπγνχο Οηθνπκεληθνχ Παηξηαξρείνπ θαηά ηε ζπλεδξία ηεο
Αγίαο θαη Ηεξάο πλφδνπ απηνχ ηελ 6ε Ηνπλίνπ 1989 θαη πξνζέιαβε ιακπξνηέξα
δηάζηαζε θαη νπζηαζηηθφηεξε ζεκαζία επί ησλ εκεξψλ ηνπ λπλ επθιεψο
παηξηαξρνχληνο Βαξζνινκαίνπ ηνπ Α΄.
Ζ Οξζφδνμε Δθθιεζία σο επραξηζηηαθή θαη ελ γέλεη ιαηξεπηηθή θνηλφηεηα θαη
θνηλσλία πξνζψπσλ ελ Υξηζηψ είλαη ζπλδεδεκέλε θαη ζπλπθαζκέλε νληνινγηθά
ζε φιεο ηηο ιαηξεπηηθέο θαη ηεξνπξαθηηθέο εθθάλζεηο ηεο κέζα ζηε κπζηεξηαθή
θαη αγηαζηηθή δσή ηεο κε ηνλ θαζαγηαζκφ ησλ αλζξψπσλ σο απηεμνχζησλ
πξνζψπσλ θαη ηνπ ζπλφινπ ηεο θηηζηήο δεκηνπξγίαο. χκθσλα δε κε ηελ
παηεξηθή δηδαζθαιία ηεο νξζνδφμνπ Δθθιεζίαο, ε θηηζηή δεκηνπξγία επιάζζε
απφ ηνλ άθηηζην πνηεηή θαη δεκηνπξγφ Θεφ «ιίαλ θαιψο» θαη είλαη πξννξηζκέλε
κέζα ζην «ππεξαγαζφ, άξξεην θαη απεξηλφεην» ζρέδην ηεο Παλάγηαο Σξηαδηθήο
Θεφηεηνο λα δήζεη θαη φρη λα νδεγεζεί ζηελ απψιεηα. Ζ «εθ ηνπ κε φληνο» θαη
«εθ ηνπ κεδελφο» θηηζηή δεκηνπξγία ήιζε ππφ ηνπ αζαλάηνπ Θενχ «εηο ην είλαη»
απηήο γηα ηελ αησληφηεηα θαη φρη γηα λα επηζηξέςεη «ζην κε είλαη» θαη ην «κεδέλ»
ηεο απψιεηαο θαη ηνπ αθαληζκνχ.
Ο Μεηξ. Πεξγάκνπ θαη Αθαδεκατθφο θ. Ησάλλεο (Εεδηνχιαο) ζε κία πξφζθαηε
κειέηε ηνπ, ππφ ηνλ ηίηιν: «Άλζξσπνο θαη θφζκνο ζηε Θενινγία ηνπ Αγίνπ
Μαμίκνπ ηνπ Οκνινγεηνχ», γξάθεη ραξαθηεξηζηηθά: «…ν θφζκνο είλαη
δεκηνπξγία ηνπ Θενχ… ν θφζκνο πξνέθπςε σο απνηέιεζκα ηεο αγάπεο ηνπ
Θενχ, ν Οπνίνο ζέιεζε λα ππάξρεη θάηη θαη έμσ απφ ηνλ εαπηφ ηνπ. Μεηαμχ ηνπ
Θενχ θαη ηνπ θφζκνπ, ππάξρεη ράζκα νληνινγηθφ. Ζ θχζε ηνπ Θενχ θαη ε θχζε
ηνπ θφζκνπ, είλαη ξηδηθά δηάθνξεο. Ζ ζενπνίεζε ηνπ θφζκνπ, είλαη ζπλεπψο
εληειψο αδηαλφεηε. Σν νληνινγηθφ απηφ ράζκα, κεηαμχ Θενχ θαη θφζκνπ, ζα
θαηαδίθαδε ηνλ θφζκν ζηνλ αθαληζκφ, εάλ απηφο ζηεξηδφηαλ απνθιεηζηηθά ζηηο
δπλάκεηο ηνπ. Αιιά ν Θεφο ήζειε λα κελ αθαληζζεί ν θφζκνο. Γελ ήζειε λα
αθαληζζεί ν θφζκνο. Ήζειε λα έρεη (θαηά ηελ έθθξαζε ηνπ αγίνπ Μαμίκνπ), “φρη
απιψο ην είλαη, αιιά θα ην αεί είλαη”. Αιιά αθνχ ε ηδηφηεηα ηνπ “αεί είλαη”,
δειαδή ηεο αζαλαζίαο, αλήθεη κφλν ζηνλ Θεφ, ν νπνίνο δελ έρεη φπσο ν θφζκνο
αξρή θαη δελ ππφθεηηαη ζην ρξφλν, δελ ππάξρεη άιινο ηξφπνο λα απνθηήζεη
αζαλαζία ην θηηζηφ, παξά κφλν αλ ελσλφηαλ κε ηνλ Άθηηζην Θεφ».
Πνηφο φκσο είλαη ν ξφινο ηνπ αλζξψπνπ σο απηεμνχζηνπ φληνο ζηελ έλσζε ηνπ
θηηζηνχ κε ην άθηηζην; Ζ απάληεζε δίδεηαη ππφ ην πξίζκα ηεο ζενινγηθήο
δηδαζθαιίαο ηεο Δθθιεζίαο πεξί ελαλζξσπήζεσο ηνπ Τηνχ Θενχ Λφγνπ, επεηδή
ζην έλα πξφζσπν (ππφζηαζε) ηνπ ελζαξθσζέληνο Υξηζηνχ ζπλελψζεθαλ
αηξέπησο, αδηαηξέησο, αζπγρχησο θαη αλαιινηψησο ε ζετθή άθηηζηε θχζε θαη ε
θηηζηή αλζξψπηλε θχζε. Έηζη, ν άλζξσπνο, ην κφλν εθ ησλ δεκηνπξγεζέλησλ
15
φλησλ, πνπ κεηέρεη εμ ίζνπ ηνπ πιηθνχ θαη ηνπ λνεξνχ θφζκνπ, θαζίζηαηαη ν
«κεζίηεο» θαη ν «ηεξεχο ηεο δεκηνπξγίαο», γηα λα επηηεπρζεί ε «αλαθνξά» θαη
«έλσζε» ηνπ θηηζηνχ θφζκνπ κε ηνλ άθηηζην Θεφ, νπφηε κέζσ απηήο ηεο
«θνηλσλίαο ηνπ θηηζηνχ κε ην άθηηζην» ζα κπνξνχζε λα ζπληειεζζεί ε ζσηεξία
ηνπ θφζκνπ.
Ο Μεηξ. Πεξγάκνπ Ησάλλεο ζε άιιν ζεκείν ηεο εκπεξηζηαησκέλεο θαη βαζχηαηα
ζενινγηθήο κειέηεο ηνπ επηζεκαίλεη ζρεηηθψο: «…Σν θπζηθφ πεξηβάιινλ είλαη
πξννξηζκέλν απφ ηνλ Θεφ λα αλπςσζεί θη απηφ καδί κε ηνλ άλζξσπν, ζε θνηλσλία
κε ηνλ ίδην ηνλ Θεφ. Ο Θεφο δελ ζέιεη ηε ζσηεξία κφλν ηνπ αλζξψπνπ, αιιά θαη
φιεο ηεο θηίζεσο. Απηφο ν χςηζηνο θαη ζείνο πξννξηζκφο ηνπ πιηθνχ θφζκνπ, ζα
κπνξνχζε λα πξαγκαηνπνηεζεί κφλν αλ ν άλζξσπνο έδηλε ειεχζεξα ηε
ζπγθαηάζεζή ηνπ. Σν «απηεμνχζην», δειαδή ε ειεπζεξία, δφζεθε απφ ηνλ Θεφ
ζηνλ άλζξσπν σο πιαζκέλνλ θαη’ εηθφλα Θενχ, θαη απηφ απνηειεί ην δηαθξηηηθφ
ηνπ γλψξηζκα απφ ηα δψα θαη ηε ινηπή πιηθή θηίζε. Υσξίο ηελ ειεχζεξε
ζπγθαηάζεζε ηνπ αλζξψπνπ, ε ζσηεξία ηεο θηίζεσο ζα ήηαλ απνηέιεζκα
εμαλαγθαζκνχ θαη δελ ζα είρε θακία αμία, γηαηί ζα πξνζέθξνπε ζηελ αγάπε ηνπ
Θενχ (ε αγάπε πάληνηε ζέβεηαη ηελ ειεπζεξία).
Απηφ ηνλ ηδηαίηεξν ζείν πξννξηζκφ ηνπ αλζξψπνπ λα αλαθέξεη θαη λα ελψλεη ηνλ
θηηζηφ θφζκν ζε θνηλσλία κε ηνλ Θεφ γηα λα ζσζεί θαη λα δήζεη ππνγξακκίδεη δηα
ηεο ζενπλεχζηνπ γξαθήο ηνπ ν Άγηνο Μάμηκνο σο εμήο: «επεηδή ινηπφλ ν
άλζξσπνο ηελ θπζηθή δχλακε, πνπ ηνπ εδφζε γηα λα ελψλεη ηνλ θφζκν, ηελ
θαηαρξάζζεθε θαη νδήγεζε ηνλ θφζκν ζε δηαίξεζε, ζε ηέηνην βαζκφ πνπ
θηλδχλεπζε ε θηίζε λα νδεγεζεί ζην κε νλ, λα εμαθαληζζεί, γη’ απηφ
θαηλνπνηνχληαη νη θχζεηο (ησλ φλησλ) …θαη ν Θεφο άλζξσπνο γίλεηαη γηα λα
ζψζεη ηνλ ελ απσιεία άλζξσπν θαη ζηελ θαζνιηθφηεηά ηεο φιε ηελ θχζε αθνχ
έλσζε δη’ εαπηνχ ηα ξήγκαηα θαη αλαθεθαιαίσζε ζηνλ εαπηφ ηνπ ηα πάληα, ηα ελ
νπξαλψ θαη επί ηα επί γεο … θαη καδί κε εκάο θαη δηα κέζνπ εκψλ άπαζα ηελ
θηίζε … ελψλνληαο εκάο κεηαμχ καο, παξάδεηζν θαη νηθνπκέλε, νπξαλφ θαη γε,
αηζζεηά θαη λνεηά… ηα πάληα αλαθεθαιαίσζε ζηνλ εαπηφ ηνπ, θαλεξψλνληαο
φηη κία είλαη φιε ε ππάξρνπζα θηίζε, “θαζάπεξ άλζξσπνλ άιινλ…”».
Δξκελεχνληαο ζενινγηθά ν Μεηξ. Πεξγάκνπ Ησάλλεο ην παξαπάλσ ρσξίν ηνπ
Αγίνπ Μάμηκνπ γξάθεη ραξαθηεξηζηηθά: «…ε ζάξθσζηο ηνπ Λφγνπ εζήκαηλε ηελ
αλαθεθαιαίσζε ησλ πάλησλ θαη ηελ ππέξβαζε φισλ ησλ δηαηξέζεσλ, πάιη δηα
ηνπ αλζξψπνπ. Κη έηζη έρνπκε κηα έλσζε εδψ, θαη ηνπ αλζξψπνπ κε ηελ θηίζε. Ζ
θηίζε δειαδή κε ηνλ άλζξσπν γίλεηαη κηα ελφηεηα. Γίλεηαη φπσο ιέγεη: «θαζάπεξ
άιινλ άλζξσπνλ». Ζ θηίζηο είλαη ζαλ λα γίλεηαη έλαο άλζξσπνο θη απηή, ε νπνία
πιένλ επηθνηλσλεί κε ηνλ Θεφ δηα ηνπ αλζξψπνπ. Απνθηά δειαδή έλα ζηφρν, κηα
θεθαιή, έλα ρέξη, ην νπνίν θέξεη ζε θνηλσλία φιε ηε δεκηνπξγία κε ηνλ Θεφ. Σν
βαξπζήκαλην απηφ ρσξίν, καο απνθαιχπηεη φηη γηα ηνλ Άγην Μάμηκν, ν ζθνπφο
ηεο ελαλζξσπήζεσο δελ είλαη άιινο απφ ην λα πξαγκαηνπνηήζεη ηελ έλσζε φιεο
ηεο θηίζεσο, «θαζάπεξ άλζξσπνλ άιινλ», δειαδή δηα ηνπ αλζξψπνπ θαη ελ ησ
αλζξψπσ, ψζηε λα απνθεπρζεί ε επάλνδνο εηο ην “κε είλαη”».
Ο άλζξσπνο ινηπφλ σο ε θνξσλίδα θαη ν «Βαζηιεχο ησλ επί γεο», ηεο φιεο
θηηζηήο δεκηνπξγίαο, θαηεζηάζε ππφ ηνπ Θενχ λα είλαη ν αγαζφο, ζπλεηφο,
«πηζηφο θαη θξφληκνο νηθνλφκνο» (Λνπθ. ΗΒ΄ 42), αιιά ηαπηφρξνλα θαη ν
«κεζηηεχσλ», «ηεξεχο θαη ιεηηνπξγφο» απηήο πξνθεηκέλνπ λα ηελ «αλαθέξεη»
(πξνζθέξεη) επραξηζηηαθά ζηνλ άθηηζην δεκηνπξγφ Θεφ θαη ζε αλαθνξά πξνο
Απηφλ λα ζσζεί θαη λα δήζεη, επεηδή αθξηβψο θαλέλα απνιχησο απφ ηα θηηζηά
φληα ηεο δεκηνπξγίαο, δελ δεκηνπξγήζεθε γηα λα πεζάλεη, λα νδεγεζεί
νληνινγηθψο ζηελ απψιεηα, αιιά ζε «θνηλσλία» κε ηνλ άθηηζην θαη επέθεηλα
16
πάζεο θπζηθήο λνκνηέιεηαο θαη αλαγθαηφηεηνο Θεφ λα ππεξβεί ηα φξηα, ηνλ
«νληνινγηθφ θξαγκφ» ηεο θζαξηφηεηνο θαη ηνπ ζαλάηνπ, πνπ είλαη ζπλπθαζκέλα
κε ηελ «θηηζηφηεηα ησλ φλησλ».
ηελ νξζφδνμε ζεία ιαηξεία θαη ηδηαίηεξα ζηε ζεία ιεηηνπξγία, ε νπνία είλαη ε
«νληνινγηθή εηθφλα ηεο Βαζηιείαο ηνπ Θενχ», φιε ε θηηζηή δεκηνπξγία κεηέρεη
θαη ηειεί ζε θνηλσλία αλαθνξάο πξνο ην κπζηήξην ησλ κπζηεξίσλ, ηε Θεία
Δπραξηζηία, φπνπ ν ζηαπξσζείο θαη αλαζηεζείο Υξηζηφο, ε απηνδσή θαη φλησο
δσή, ζπζηαδφκελνο πξνζθέξεηαη «δηα ηελ ηνπ θφζκνπ δσήλ θαη ζσηεξίαλ». Δλ
πξνθεηκέλσ ν Μεηξ. Πεξγάκνπ Ησάλλεο αλαθεξφκελνο ζηελ «Δθθιεζηνινγηθή
θνζκνινγία ηνπ Αγίνπ Μαμίκνπ» γξάθεη ραξαθηεξηζηηθά: «Δμαηξεηηθφ
ελδηαθέξνλ παξνπζηάδεη ζηε ζθέςε ηνπ Αγίνπ Μαμίκνπ, ε ζχλδεζε ηεο
θνζκνινγίαο, ηεο αλζξσπνινγίαο θαη ηεο ρξηζηνινγίαο κε ηελ Δθθιεζία. Ζ
Δθθιεζία γηα ηνλ παηέξα απηφ είλαη ηχπνο φινπ ηνπ αηζζεηνχ θφζκνπ, κε ην
ηεξαηείν λα ζπκβνιίδεη ηνλ νπξαλφ, θαη ηνλ λαφ κε ηελ εππξέπεηά ηνπ, ηελ «θαηά
γελ δηαθφζκεζελ»… Απηή ηε ζρέζε θφζκνπ, αλζξψπνπ θαη Θενχ ηε βιέπεη o
Άγηνο Μάμηκνο λα εηθνλίδεηαη θπξίσο θαη θαη’ εμνρήλ ζηε Θεία Λεηηνπξγία. Ζ
Λεηηνπξγία είλαη γηα ηνλ παηέξα απηφ ηεο Δθθιεζίαο, κία πνξεία ηνπ θφζκνπ κε
επηθεθαιήο ηνλ άλζξσπν-ηεξέα ηεο θηίζεσο, πξνο έλαλ θφζκν ελφηεηαο φισλ ησλ
δηεζηψησλ, θαη αησλίαο δσήο ζε θνηλσλία κε ηνλ Θεφ ζηε Βαζηιεία Σνπ. Ζ
Λεηηνπξγία είλαη γηα ηνλ Μάμηκν ε εηθφλα ελφο θφζκνπ πνπ ππεξβαίλεη ηνλ
ζάλαην, ράξηλ ζηελ ππέξβαζε ηεο δηαηξέζεσο κεηαμχ αλζξψπνπ θαη θφζκνπ,
θφζκνπ θαη Θενχ. Ζ Θεία Λεηηνπξγία (φπσο θαη ε ίδηα ε Δθθιεζία), απνθηά έηζη,
πειψξηα ππαξμηαθή ζεκαζία, φρη κφλν γηα ηνλ άλζξσπν, αιιά θαη γηα νιφθιεξε
ηελ θηίζε… κέζα ζηε βπδαληηλή ιεηηνπξγία, ν άλζξσπνο βξίζθεη ηε ζσζηή ζέζε
ηνπ κε ην θπζηθφ ηνπ πεξηβάιινλ…».
ην επραξηζηηαθφ δείπλν ηεο ζείαο ιεηηνπξγίαο ππάξρεη ην νπζηαζηηθφηεξν ηκήκα
απηήο πνπ νλνκάδεηαη «Αγία Αλαθνξά». Όια φζα πξνεγήζεθαλ απφ ηελ έλαξμε
ηεο ζείαο ιεηηνπξγίαο, κε ην: «Δπινγεκέλε ε Βαζηιεία ηνπ Παηξφο θαη ηνπ Τηνχ
θαη ηνπ Αγίνπ Πλεχκαηνο», δελ είλαη παξά ζηάδηα πξνεηνηκαζίαο γηα ηελ
Αλαθνξά. Λέγεηαη έηζη γηαηί ε ζπζία αλαθέξεηαη πξνο ηνλ Θεφ. Σα ηίκηα δψξα, ν
άξηνο θαη ν νίλνο, σο εθ ηεο θηηζηήο δεκηνπξγίαο πξνεξρφκελα δελ
πξνζθνκίδνληαη κφλν ζην επίγεην ζπζηαζηήξην γηα θαζαγηαζκφ, αιιά
«αλαθέξνληαη», αλπςψλνληαη ζην νπξάλην ζπζηαζηήξην ηεο Βαζηιείαο ηνπ Θενχ
ηεο νπνίαο «νληνινγηθή εηθφλα» είλαη ε ζεία ιεηηνπξγία.
ην ηκήκα απηφ ηεο «Αγίαο Αλαθνξάο», ην νπνίν αξρίδεη κε ην: «Άμηνλ θαη
Γίθαηνλ…» κέρξη ηελ εθθψλεζε: «θαη έζηαη ηα ειέε…», εκπεξηέρεηαη θαη ην
ζεκείν, φπνπ αλαγηγλψζθεηαη ε πνιχ ζεκαληηθή επρή ηεο Αγίαο Αλαθνξάο, ε
νπνία αξρίδεη κε ηε δνμνινγηθή επραξηζηία πξνο ηνλ Θεφ Παηέξα γηα φια ηα
αγαζά, θαλεξά θαη αθαλή, πνπ καο έδσθε, δηφηη καο δεκηνχξγεζε «εθ ηνπ
κεδελφο» (π εθ ηνπ κε φληνο εηο ην είλαη εκάο παξήγαγεο) θαη καο αλέζηεζε
πάιη κεηά ηελ πηψζε καο, ραξίδνληάο καο ηε κέιινπζα Βαζηιεία. Αθφκε γηαηί
καο αμηψλεη λα ηεινχκε ηε ζεία ιεηηνπξγία, κνινλφηη παξίζηαληαη πιεζίνλ ηνπ
ιεηηνπξγνχ ρηιηάδεο θαη κπξηάδεο άγγεινη. Έηζη, νη δχν θφζκνη, ν αγγειηθφο θαη ν
αλζξψπηλνο, ελψζεθαλ θαη, θαηά ηνλ Ηεξφ Υξπζφζηνκν, «θνηλήλ ηελ επθεκίαλ
επνηήζαλην».
Μέζα ζην ηκήκα ηεο Αγίαο Αλαθνξάο πεξηιακβάλεηαη θαη ε επίθιεζε ηνπ
Παλαγίνπ θαη ηειεηαξρηθνχ Πλεχκαηνο πξνθεηκέλνπ λα ηειεζζεί ν θαζαγηαζκφο,
ε κεηαβνιή ησλ πιηθψλ ηίκησλ Γψξσλ ζε ζψκα θαη αίκα Υξηζηνχ. Πξνεγείηαη
φκσο ζ’ απηφ ην ζεζπέζην θαη ζσηήξην επραξηζηηαθφ δείπλν ηεο ζείαο ιεηηνπξγίαο
ε ζχληνκε εθθψλεζε-πξφηαζε ηνπ ιεηηνπξγνχληνο ηεξέσο (ή Αξρηεξέσο): Σα ζα
17
εθ ησλ ζσλ ζνη πξνζθέξνληεο θαηά πάληα θαη δηα πάληα». Ζ ζενινγηθφηαηε απηή
θξάζε ζεκαίλεη πσο απηά πνπ πξνζθέξνπκε σο ηίκηα δψξα, δειαδή ν άξηνο θαη ν
νίλνο, γηα λα γίλνπλ ζψκα θαη αίκα Υξηζηνχ, δελ είλαη παξά απηά πνπ ν ίδηνο ν
δεκηνπξγφο καο ράξηζε. Δθείλνο θάπνηε απφ αγάπε καο ηα πξνζέθεξε σο δψξα
θαη επινγία γηα λα δήζνπκε. Κη εκείο ηψξα ηα πξνζθέξνπκε σο επραξηζηία. Κη
εθείλνο πάιη ζα καο ηα αληηπξνζθέξεη σο ζψκα θαη αίκα Υξηζηνχ πιένλ γηα λα
δήζνπκε πλεπκαηηθά θαη νληνινγηθά ελσκέλνη καδί ηνπ. Έηζη, αζθαιψο
θαηαμηψλεηαη θη εθπιεξψλεηαη θη ν ζθνπφο ηεο πιηθήο δεκηνπξγίαο.
Πξνζθεξφκελε αγηάδεηαη, επινγείηαη, κεηακνξθψλεηαη. Μαδί κε ηνλ άλζξσπν
αλπςψλεηαη ζην ππεξνπξάλην ζπζηαζηήξην θαη απνθαζίζηαηαη ζηελ αξραία
παξαδείζηα θαηάζηαζε.
Όηαλ ινηπφλ ν ηεξεχο εθθσλεί ηε θξάζε: «ηα ζα εθ ησλ ζσλ ζνη πξνζθέξνληεο
θαηά πάληα θαη δηα πάληα», θαζίζηαηαη θαη «ηεξεχο-ιεηηνπξγφο φιεο ηεο
θηίζεσο», ν νπνίνο «αλαθέξεη», δειαδή πξνζθέξεη ηα ηίκηα δψξα ζηνλ δεκηνπξγφ
Θεφ γηα λα ζπληειεζζεί ελ Αγίσ Πλεχκαηη ε νληνινγηθή κεηαβνιή ηνπ άξηνπ θαη
ηνπ νίλνπ, αληίζηνηρα, ζε Γεζπνηηθφ, ζσηήξην θαη ιπηξσηηθφ ζψκα θαη αίκα
Υξηζηνχ.
Ζ κεηαβνιή φκσο απηή πξνυπνζέηεη ηελ χπαξμε ησλ πιηθψλ ηηκίσλ δψξσλ, ηα
νπνία ε επραξηζηηαθή θνηλφηεηα πξνζθέξεη –εάλ βέβαηα θαη ζηηο κέξεο καο,
θπξίσο ζηηο αραλείο ελνξίεο ησλ ζπγρξφλσλ ηεξαην-ηζηκεληνππφιεσλ θαη
δπζηπρψο αθφκε θαη ησλ πξννδφπιεθησλ επαξρηαθψλ θσκνπφιεσλ θαη ρσξηψλ–
ζηνλ ιεηηνπξγφ ηεξέα γηα λα ηειεζζεί ην κπζηήξην ηεο ζείαο επραξηζηίαο.
Σα ηίκηα δψξα, ν έλδπκνο άξηνο, ν νπνίνο θαηά ηελ νξζή θαη φκνξθε παξάδνζή
καο νλνκάδεηαη «πξφζθνξν», επεηδή αθξηβψο πξνζθέξεηαη απφ ηελ επραξηζηηαθή
θνηλφηεηα ζηνλ ιεηηνπξγφ ηεξέα γηα λα ηνλ αλαθέξεη ζηνλ δνηήξα παληφο αγαζνχ
Θεφ, θαζψο θαη ν νίλνο, ην λάκα, απνηεινχλ ηα πιηθά ζηνηρεία ηεο θηηζηήο
δεκηνπξγίαο, ηα νπνία αληηπξνζθέξνληαη, αληηδσξίδνληαη θαηά ηελ αγία Αλαθνξά
ηεο ζείαο ιεηηνπξγηθήο κπζηαγσγίαο γηα λα «ιεηηνπξγεζνχλ», λα θαζαγηαζζνχλ
θαη ελ Αγίσ Πλεχκαηη λα κεηαβιεζνχλ ζην δσνθφξν ζψκα θαη ην παλαθήξαην
δσνγφλν αίκα ηνπ Αλαζηάληνο Υξηζηνχ.
Σα πιηθά ζηνηρεία γηα λα παξαζθεπαζζεί ν άξηνο, ην ςσκί ηεο θνηλφηεηνο, θαη ν
νίλνο πξνέξρνληαη απφ ηελ θηηζηή δεκηνπξγία. Σν επινγεκέλν ζηηάξη πνπ
παξάγεηαη απφ ηελ θαιιηεξγεκέλε γε γίλεηαη αιεχξη θαη κε ην λεξφ θαη ην αιάηη
δπκψλεηαη απφ ηνπο κνλαρνχο ζηα κνλαζηήξηα θαη απφ ηηο επιαβείο γπλαίθεο ζηηο
ελνξίεο γηα λα ςεζεί θαη λα γίλεη έλδπκνο άξηνο πξνζθεξφκελνο (αλαθεξφκελνο
ιεηηνπξγηθά) «εμ φιεο ηεο επραξηζηηαθήο θνηλφηεηνο» ζηελ Δθθιεζία γηα ην
κπζηήξην ηεο ζείαο επραξηζηίαο πξνθεηκέλνπ λα κεηαβιεζεί ζε «άξην δσήο
αησλίνπ». Αιιά θαη ν νίλνο, ην λάκα, παξαζθεπάδεηαη απφ ηα γελλήκαηα ηεο
ακπέινπ, πνπ κε αγάπε ν ακπεινπξγφο θαιιηεξγεί θαη θξνληίδεη ζην ρψκα ηεο
γεο γηα λα θαξπνθνξήζεη θαη λα «θέξεη θαξπφλ πνιχλ», νπφηε πξνζθέξεηαη γηα
λα κεηαβιεζεί ελ Αγίσ Πλεχκαηη εληφο ηνπ κπζηεξίνπ ηεο ηεινπκέλεο ζείαο
ιεηηνπξγίαο ζε «αίκα ρξηζηνχ, αίκα δσήο αησλίνπ».
ηελ ηειεηνπξγία ηνπ κπζηεξίνπ ηεο ζείαο επραξηζηίαο γίλεηαη θαη ρξήζε ηνπ
πιηθνχ ζηνηρείνπ ηνπ χδαηνο, ηφζν θαηά ηε κείμε απηνχ κε ηνλ νίλν ζηελ ηεξά
πξφζεζε, φηαλ ν ηεξεχο πξνεηνηκάζεη ηα ηίκηα δψξα θαηά ηε δηάξθεηα ηνπ φξζξνπ
ηεο ζείαο ιεηηνπξγίαο, φζν θαη ζηε ρξήζε ηνπ «δένπ». Υξήζε ηνπ άξηνπ γίλεηαη
ζην επινγεκέλν «αληίδσξν» θαη ζην ιεγφκελν «χςσκα» πνπ πξνζθέξνληαη ζηνπο
πηζηνχο. Όια ινηπφλ ηα βαζηθά πιηθά ηεο θηίζεσο σο απαξαίηεηα γηα ηελ
αλζξψπηλε δσή, ην χδσξ, ν άξηνο θαη ν νίλνο, ηα νπνία απνηεινχλ δσξεά απφ ηνλ
δνηήξα παληφο αγαζνχ Θεφ πξνο ηνλ ρντθφ άλζξσπν, ελ ζπλερεία
18
αληηπξνζθέξνληαη θαη αληηδσξνχληαη απφ ηελ εθθιεζηαζηηθή θνηλφηεηα θαη
αλαθέξνληαη απφ ηνλ κπζηαγσγφ ηεξέα θαηά ηελ επραξηζηηαθή ζχλαμε πξνο ηνλ
Θεφ Παηέξα ζχκθσλα κε ηε ζεφπλεπζηε ιεηηνπξγηθή εθθψλεζε: «Σα ζα εθ ησλ
ζσλ ζνη πξνζθέξνληεο θαηά πάληα θαη δηα πάληα».
ηελ αλαίκαθηε ζεία κπζηαγσγία επεηδή ε Δθθιεζία ηνπ Υξηζηνχ απ’ αξρήο ηεο
ελ ησ θφζκσ εκθαλίζεψο ηεο εκεξίκλεζε θαη γηα ηα εγθφζκηα θαη γηα ηα
ππεξθφζκηα αγαζά (επρή θεθαινθιηζίαο ηνπ φξζξνπ), άξρηζε λα δέεηαη εθηελψο
ππέξ ηνπ θπζηθνχ πεξηβάιινληνο θαη ηεο ζπλφινπ θηηζηήο δεκηνπξγίαο, φπσο
ηνχην θαηαγξάθεηαη ηφζν ζηηο αξραίεο ιεηηνπξγίεο φζν θαη ζηηο κεηαγελέζηεξεο.
Έηζη, ζηε Θεία Λεηηνπξγία ηνπ Αγίνπ Ηαθψβνπ ηνπ Αδειθνζένπ δηαβάδνπκε:
«Μλήζζεηη, Κχξηε, επθξαζίαο αέξσλ, φκβξσλ εηξεληθψλ, δξφζσλ αγαζψλ,
θαξπψλ επθνξίαο, ηειείαο επεηεξίαο θαη ηνπ ζηεθάλνπ ηνπ εληαπηνχ ηεο
ρξεζηφηεηφο νπ. Οη γαξ νθζαικνί πάλησλ εηο ε ειπίδνπζη, θαη π δίδσο ηελ
ηξνθήλ απηψλ ελ επθαηξία. Αλνίγεηο π ηελ ρείξα νπ θαη εκπηπιάο παλ δψνλ
επδνθίαο.
ηελ αξραία Θεία Λεηηνπξγία ηνπ Αγίνπ Απνζηφινπ Μάξθνπ ε Δθθιεζία δέεηαη
ηνπ Κπξίνπ: «Σνπο αγαζνχο πεηνχο θαηάπεκςνλ επί ηνπο ρξήδνληαο θαη
επηδενκέλνπο ηφπνπο. Σα πνηάκηα χδαηα αλάγαγε επί ην κέηξνλ απηψλ θαηά ηελ
ελ ράξηλ. Σνπο θαξπνχο ηεο γεο αχμεζνλ εηο ζπέξκα θαη εηο ζεξηζκφλ.
Πξνζεχμαζζε ππέξ ησλ αγαζψλ αέξσλ θαη ησλ θαξπψλ ηεο γεο. Τπέξ ηεο
ζπκκέηξνπ αλαβάζεσο ησλ πνηάκησλ πδάησλ. Τπέξ ησλ αγαζψλ πεηψλ θαη
ζπνξίκσλ ηεο γεο».
Αιιά θαη ζηηο κεηαγελέζηεξεο ζείεο ιεηηνπξγίεο, φπσο ηνπ Αγίνπ Βαζηιείνπ ηνπ
Μεγάινπ, ν Ηεξεχο αλαγηγλψζθεη: «Δπθξάηνπο θαη επσθειείο ηνπο αέξαο εκίλ
ράξηζαη. Όκβξνπο εηξεληθνχο ηε γε πξνο θαξπνθνξίαλ δψξεζαη. Δπιφγεζνλ ηνλ
ζηέθαλνλ ηνπ εληαπηνχ ηεο ρξεζηφηεηφο ζνπ». ηε δε γλσζηή ζε φινπο Θεία
Λεηηνπξγία ηνπ Αγίνπ Ησάλλνπ ηνπ Υξπζνζηφκνπ αηηνχκεζα δηα ηνπ
ιεηηνπξγνχληνο ηεξέσο: «Τπέξ επθξαζίαο αέξσλ, επθνξίαο ησλ θαξπψλ ηεο γεο
θαη θαηξψλ εηξεληθψλ ηνπ Κπξίνπ δεεζψκελ».
ηελ νξζφδνμε ζεία ιαηξεία θαη κπζηεξηαθή δσή ηεο Οξζνδφμνπ Δθθιεζίαο
γίλεηαη ρξήζε ησλ πιηθψλ ζηνηρείσλ ηεο θηίζεσο θαη ζηα ππφινηπα ηεξά κπζηήξηα
θαη ηηο δηάθνξεο θαηά πεξίζηαζε ηεξνπξαμίεο.
ην κπζηήξην ηνπ Ηεξνχ Βαπηίζκαηνο γίλεηαη ρξήζε ηνπ δσηηθνχ θαη
θαζαξηεξίνπ θπζηθνχ ζηνηρείνπ ηνπ χδαηνο θαη ηνπ ειαίνπ. Δπεηδή δε θαηά ηελ
αξραία παξάδνζε ε ηέιεζε ηνπ κπζηεξίνπ ηνπ βαπηίζκαηνο εληαζζφηαλ θαη ήηαλ
άκεζα ζπλδεδεκέλν κε ηελ ηέιεζε ηνπ κπζηεξίνπ ηεο ζείαο επραξηζηίαο, νη ηεξείο
θνηλσλνχζαλ ηα λενθψηηζηα λήπηα. ην κπζηήξην ηνπ Ηεξνχ Υξίζκαηνο γίλεηαη
ρξήζε ηνπ Αγίνπ Μχξνπ, ην νπνίν παξαζθεπάδεηαη ζην Οηθνπκεληθφ
Παηξηαξρείν κε ηα πιένλ εθιεθηά θπζηθά ζηνηρεία ηεο θηηζηήο δεκηνπξγίαο θαη ν
θαηάινγνο ησλ εηδψλ απηψλ, φπσο ειαίσλ, κχξσλ, αλζέσλ, αξηζκεί 57 είδε. ηελ
ηέιεζε ηνπ κπζηεξίνπ ηνπ γάκνπ, ην νπνίν ήηαλ θαηά ηελ αξραία παξάδνζε ηεο
Δθθιεζίαο ζπλδεδεκέλν νξγαληθά κε ηελ ηέιεζε ηεο Θείαο Δπραξηζηίαο ζηε Θεία
Λεηηνπξγία, κέρξη θαη ζήκεξα ζε αλάκλεζε ηεο κεηνρήο ησλ λενλχκθσλ ζηε Θεία
Δπραξηζηήξηα πξνζθέξεηαη ν νίλνο θαζψο ε Δθθιεζία ςάιιεη: «Πνηήξηνλ
ζσηήξηνλ ιήςνκαη…», ελψ ζε πνιιέο πεξηνρέο (Θξάθε) πξνζθέξεηαη θαη
«ζηαπξφςσκν» εθ ηνπ νπνίνπ ελφο κηθξνχ ηκήκαηνο γεχνληαη νη λεφλπκθνη καδί
κε ηνλ νίλν απφ ηα ρέξηα ηνπ ηεινχληνο ην κπζηήξην ηνπ γάκνπ ηεξέσο.
Υαξαθηεξηζηηθή είλαη θαη ε πεξίπησζε ηνπ κπζηεξίνπ ηνπ Αγίνπ Δπρειαίνπ γηα
ηνπ νπνίνπ ηελ ηέιεζε γίλεηαη ρξήζε ηνπ ειαίνπ θαη ηνπ αιεχξνπ, πνπ
πξνζθέξνπλ νη επζεβείο γπλαίθεο θαη κεηά ηελ ηέιεζε ηνπ κπζηεξίνπ, ην
19
ρξεζηκνπνηνχλ γηα ηελ παξαζθεπή ελδχκνπ άξηνπ, ν νπνίνο σο «πξφζθνξν»
αληηπξνζθέξεηαη ζηελ Δθθιεζία γηα ηελ ηέιεζε ηεο Θείαο Δπραξηζηίαο. Όκνξθε
θαη ε παξάδνζε ηεο Δθθιεζίαο λα επινγνχληαη ηα γεχκαηα θαη ηα δείπλα, δειαδή
ε «βξψζε θαη ε πφζε» ζηελ ηξάπεδα ησλ ζπλδαηηεκφλσλ, ελψ δελ παξαιείπεηαη
θαη ε επραξηζηία πξνο ηνλ δσξενδφηε Υξηζηφ γηα ηα «πεξηζζεχκαηα ησλ
θιαζκάησλ ηεο ηξαπέδεο».
Σα πιηθά ζηνηρεία ηεο θηηζηήο δεκηνπξγίαο ρξεζηκνπνηνχληαη θαη θαηά ηελ
ηέιεζε ησλ θαηά πεξίζηαζε ηεξνπξαμηψλ ηεο Δθθιεζίαο. ηνλ Αγηαζκφ (κηθξφ
θαη κεγάιν) γίλεηαη ρξήζε ηνπ χδαηνο θαη ηνπ αξσκαηηθνχ θπηνχ ηνπ Βαζηιηθνχ
ή άιινπ άλζνπο, θαη κε ηνλ αγηαζκφ απηφ θαηά παηξνπαξάδνην έζνο νη Γεσξγνί
καο ξαληίδνπλ ηα θηήκαηά ηνπο γηα λα θαξπνθνξήζνπλ θαη λα θέξνπλ «θαξπφλ
πνιχλ». ηελ αξηνθιαζία πνπ ηειείηαη ζηελ Δθθιεζία επεπινγνχληαη ηα βαζηθά
γηα ηελ επηβίσζε ηνπ αλζξψπνπ πιηθά ζηνηρεία, ν άξηνο, ν νίλνο, ν ζίηνο θαη ην
έιαηνλ.
Ζ ηέιεζε ησλ ηεξψλ κλεκνζχλσλ πξνυπνζέηεη ηελ ρξήζε ζίηνπ θαη θαηά
παιαηφηεξε παξάδνζε επεπινγνχληαλ θαη κηθξά αξηίδηα, ηα νπνία παξαζθεχαδαλ
κε επιάβεηα νη γπλαίθεο ηνπ ζπηηηνχ. Υαξαθηεξηζηηθφ θαη ην παξάδεηγκα ηεο
πξνζθνξάο «θαλνπξφπηηαο» ζηελ ενξηή ηνπ Αγίνπ Φαλνπξίνπ (27 Απγνχζηνπ),
ηελ νπνία επεπινγεί ε Δθθιεζία πξηλ ηε δηαλνκή ηεο ζηνπο πηζηνχο.
Δίλαη δε αμηνζαχκαζην φηη θαη ζε πνιιέο άιιεο πεξηπηψζεηο κέζα ζηελ Δθθιεζία
γίλεηαη ρξήζε πιηθψλ πξντφλησλ πνπ παξάγνληαη ζηε θχζε θαη πνιιά εμ απηψλ
πξνέξρνληαη απφ ηνλ θπηηθφ πινχην ηνπ πεξηβάιινληνο. Σν έιαηνλ
ρξεζηκνπνηείηαη γηα ηηο θαλδήιεο, ην κειηζζνθέξη, πνπ επσδηάδεη, παξάγεηαη απφ
ηηο επινγεκέλεο κέιηζζεο, ην ζπκίακα παξαζθεπάδεηαη κε αξσκαηηθά άλζε –θπηά
θαη κχξα, ηα άλζε δηαθνζκνχλ ηνπο επηηαθίνπο, ν βαζηιηθφο θαη ηα άλζε
πξνζθέξνληαη σο επινγία θαηά ηελ ενξηή ηεο Παγθνζκίνπ Τςψζεσο ηνπ ηηκίνπ
ηαπξνχ θαη θαηά ηελ Κπξηαθή ηεο ηαπξνπξνζθπλήζεσο, δαθλφθπιια
πξνζθέξνληαη ηελ Κπξηαθή ησλ Βαΐσλ θαη Καξπδφθπιια θαηά ηελ Κπξηαθή ηεο
Πεληεθνζηήο.
Ζ Δθθιεζία επεπινγεί ηα θφθθηλα παζράιηα απγά θαη ην ηπξί πνπ δηαλέκνληαη
θαηά ηελ Κπξηαθή ηνπ Πάζρα, φπσο ην ηπξί θαη ηνλ άξην πνπ πξνζθέξνληαη
ζηνπο πηζηνχο θαηά ηελ εκέξα πνπ παλεγπξίδεη θάπνηνο ηεξφο λαφο, ελψ θαηά ηελ
εκέξα ηεο ενξηήο ηεο Αγίαο Βαξβάξαο επεπινγείηαη ν παξαδνζηαθφο ζξαθηψηηθνο
βξαζκέλνο ζίηνο. Καηά παξάδνζε ε Δθθιεζία ζηελ ενξηή ηεο Μεηακνξθψζεσο
ηνπ σηήξνο (6ε Απγνχζηνπ) θαη ζε άιιεο πεξηπηψζεηο αλαγηγλψζθεη εηδηθή επρή
θαη επεπινγεί «επί πξνζθεξφλησλ απαξράο» ή «επί πξνζθεξφλησλ θαξπνχο
λένπο», φπσο ζηαθχιηα, πνπ είλαη ηα «γελλήκαηα ηεο ακπέινπ», ζχθα, κήια θ.ά.
Άμην κλείαο είλαη φηη ην θπηηθφ θαη δσηθφ βαζίιεην ηεο θηηζηήο δεκηνπξγίαο
θαηαθνζκεί ηνπο νξζνδφμνπο λανχο ησλ ελνξηψλ θαη ησλ ηεξψλ κνλψλ. Απφ ηηο
ιεγφκελεο παιαηνρξηζηηαληθέο βαζηιηθέο κέρξη ηνπο πεξίιακπξνπο βπδαληηλνχο
λανχο θαη ηα θαζνιηθά ησλ παιαηθάησλ κνλψλ, ε βπδαληηλή αγηνγξαθία,
μπινγιππηηθή θαη θεληεηηθή δαλείδνληαη ηελ θαιιηηερληθή ζεκαηνινγία ηνπο απφ
ηνλ θπηηθφ θαη δσηθφ πινχην ηεο θηηζηήο δεκηνπξγίαο.
Έηζη, ην ζχκβνιν ηνπ Δπαγγειηζηνχ Μάξθνπ είλαη ν Λέσλ, ηνπ Δπαγγειηζηνχ
Λνπθά ν Βνπο θαη ηνπ Δπαγγειηζηνχ Ησάλλε ν Αεηφο, φπσο απεηθνλίδνληαη ζηελ
νξζφδνμε αγηνγξάθεζε θαη μπινγιππηηθή. Αεηνί, ιένληεο, ηρζχεο, θήηνη, άινγα,
φλνη, παγψληα, πεξηζηέξηα, θίδηα θ.ά. απεηθνλίδνληαη ζε πιείζηεο παξαζηάζεηο
ησλ λαψλ σο αγηνγξαθίεο θαη σο δηαθνζκήζεηο μπιφγιππησλ θαηαζθεπψλ θαη
επίπισλ. Κπξηαξρεί επίζεο θαη ν θπηηθφο δηάθνζκνο, φπσο ε θππάξηζζνο, ε
άκπεινο, ε ειαία, ν θνίλημ, ηα πνηθηιφκνξθα άλζε θ.ά. ηελ νξζφδνμε
20
αγηνγξάθεζε είηε ζηηο ηνηρνγξαθίεο είηε ζηηο κεγάιεο θαη κηθξέο θνξεηέο εηθφλεο
απεηθνλίδνληαη ε ζάιαζζα, νη πνηακνί, ηα βνπλά, ε έξεκνο, ν νπξαλφο, ν ήιηνο, ε
ζειήλε, ηα άζηξα, νη πιαλήηεο θαη ηα θαηαρζφληα ζηα θαηψηαηα ηεο γεο. Άμην
ηδηαίηεξεο κλείαο είλαη θαη ην γεγνλφο φηη ζε πνιιέο πεξηπηψζεηο, θαηά ηελ ηέιεζε
ηνπ κπζηεξίνπ ηνπ βαπηίζκαηνο, δίδεηαη φλνκα ζηα λήπηα απφ ην θπηηθφ
βαζίιεην,
φπσο
Σξηαληάθπιινο,
Καλέιινο,
Βαζηιηθφο,
Υξπζάλζε,
Σξηαληαθπιιηά, Γαξπθαιιηά, Αλζή, Αλζνχια, Παζραιηά, Λεκνληά, Καλέιια,
Μαξγαξίηα, Κξηληψ, Βηνιέηηα θ.ά.
Παξαζέηνπκε ελ πξνθεηκέλσ θαη ην ζρεηηθφ απφζπαζκα απφ ην ζεφπλεπζην
πφλεκα ηνπ Ζγνπκέλνπ ηεο Ηεξάο Μνλήο Παλαγίαο Σαηάξλεο Δπξπηαλίαο, Αξρηκ.
Π. Γνζηζένπ, ππφ ηνλ ηίηιν: «Οξζνδνμία θαη θπζηθφ πεξηβάιινλ», φπνπ κεηαμχ
άιισλ γξάθεη: «Αιιά θαη εηο ηνλ θαζ’ εκέξαλ βίνλ νη ρξηζηηαλνί εμεδέρνλην (θαη
εθδέρνληαη ελ ηίζη) ηελ επινγία ηεο Δθθιεζίαο ησλ εηο πάζαο ηα εθδειψζεηο, εηο
αγξνχο, εηο δάζε, εηο ζάιαζζαλ, εηο νηθίαο. Τπάξρνπζηλ επραί ελ ησ Μεγάισ
Δπρνινγίσ επί ζπφξνπ, επί άιαηνο, επί άισλνο, εηο θχηεπκα ακπέιψλνο, επί
ηξπγήο ακπέινπ, εηο επινγίαλ νίλνπ, εηο θήπνπο, εηο ακπειψλαο θαη ρσξάθηα.
Δπραί εηο ην επινγήζαη πνίκλελ, εηο ην θαηαζθεπάζαη πινίνλ, εηο ην επινγήζαη
δίθηπα, επί νξχμεη θξέαηνο, επί αλνκβξίαο, επί απεηιή ζεηζκνχ, εηο ινηκηθήλ
λφζνλ, εηο πιεγήλ ζαλαηηθνχ, επί απεηιή βξνληψλ θαη αζηξαπψλ, επί δπζθξαζίαο
αέξσλ, επί απαξρή νπσξψλ θαη γελλεκάησλ, επί επινγήζεη ζηαθπιήο θαη πιήζνο
άιισλ.
Δίλαη ηφζνλ ην ελδηαθέξνλ ηεο Δθθιεζίαο δηα ην θπζηθφλ πεξηβάιινλ, δηα ηελ
παλίδα θαη ηελ ρισξίδα, θαη είλαη ηφζε ε εκπηζηνζχλε ηνπ ιανχ ηνπ Θενχ εηο ηελ
Δθθιεζίαλ ηνπ ψζηε λα ζεσξψληαη πνιινί άγηνη πξνζηάηαη δψσλ θαη θπηψλ. Καη
ησ φληη νχηνη έρνπζη παξξεζίαλ ελψπηνλ Κπξίνπ ίλα πξεζβεχσζη ππέξ ησλ
θαηνηθηδίσλ δψσλ θαη ησλ ρσξαθίσλ ησλ ελ ηε ππαίζξσ δψλησλ ρξηζηηαλψλ.
Παξαδείγκαηνο ράξηλ νη Άγηνη: Μάκαο (2 επηεκβξίνπ), ππξίδσλ Σξηκπζνχληνο
(12 Γεθεκβξίνπ), Μφδεζηνο Παηξηάξρεο Ηεξνζνιχκσλ (18 Γεθεκβξίνπ), Σξχθσλ
(1 Φεβξνπαξίνπ), Αζαλάζηνο Δπίζθνπνο Υξηζηηαλνππφιεσο (17 Μαΐνπ),
Παξζέληνο Δπίζθνπνο Ραδνβπδίνπ (21 Ηνπιίνπ) θαη άιινη εηζί πξνζηάηαη δψσλ,
πνηκλίσλ, αγξψλ.
Ο Υξηζηηαλφο γηγλψζθεη ηα θπζηθά θαηλφκελα αιιά πηζηεχεη φηη ηαχηα ηζχλνληαη
ππφ ηεο παληνθξαηνξηθήο δεμηάο ηνπ Τςίζηνπ, δηφ θαη πξνζεχρνληαη ππέξ ηεο
απνηξνπήο απηψλ ή ηεο κεηαβνιήο απηψλ εηο Δπεξγεζίαλ».
Έηζη, απφ ηα παξαπάλσ θαηαδεηθλχεαη φηη φιε ε θηηζηή δεκηνπξγία, ην θπηηθφ
θαη δστθφ βαζίιεην, ελ ηε Δθθιεζία αλαθαηλίδνληαη, επεπινγνχληαη θαη
αγηάδνληαη ελ Υξηζηψ Ηεζνχ δηά ηνπ νπνίνπ «ηα πάληα θαηλά γέγνλε».
This action might not be possible to undo. Are you sure you want to continue?
We've moved you to where you read on your other device.
Get the full title to continue reading from where you left off, or restart the preview.