This action might not be possible to undo. Are you sure you want to continue?

ιδθράσ
ΣΟ ΟΣΡΑΚΙΝΟΝ ΚΕΤΟ
ΟΙΚΟΤΜΕΝΙΚΟ ΠΑΣΡΙΑΡΧΗ ΔΗΜΗΣΡΙΟ Α΄
Γραφι επετειακισ Μνθμοςφνθσ για τθν ςυμπλιρωςθ
Εικοςιπενταετίασ (1991-2016) από τθσ Κοιμιςεωσ του
Σο «Σάμα» τθσ ηωισ του ιταν θ «Αυτολφπθ»
Πατριάρχθσ του Γζνουσ και Πρωτόκρονοσ των Ορκοδόξων
Και μόνον το «δειλόν τόλμθμα» τθσ γραφίδοσ να ςκιαγραφιςει, κατά τα
εικιςμζνα, τον «αχϊρθτον τθσ ταπεινϊςεωσ και αυτοταπεινϊςεωσ και
εμβακοφσ αγάπθσ» Οικουμενικό Πατριάρχθ Δθμιτριο, προκροφει εν
τοισ πράγμαςι ςε αυτι τθν όντωσ ζνςαρκθ και υποςταςιοποιθμζνθ
ανυπόκριτθ ταπείνωςθ και «εκοφςια αφάνεια» του τθλαυγοφσ και
«μυςτθριακοφ» εκείνου βλζμματοσ του «πρϊτου τθσ Ορκοδοξίασ», του
όντωσ μακαριςτοφ και μετά των μακάρων τθσ αλικτου Βαςιλείασ του εν
Σριάδι Κεοφ Δθμθτρίου του Αϋ.
Εάν κάποιοσ κζςει το ερϊτθμα: Ποιά εικόνα ςτθ μνιμθ των ανκρϊπων
παραμζνει ανεξάλθπτθ από τθν περπατθςιά του αοιδίμου Πατριάρχου
ςτον μάταιο τοφτο κόςμο; Θ απάντθςθ είναι και κα είναι αυκόρμθτα
λαλουμζνθ: Σο μυςτθριακό βλζμμα του ςτα ολόφωτα μάτια του, που
ποτζ δεν ιξερεσ εάν είναι εμβαπτιςμζνα ςτθ κλίψθ ι τθν απόγνωςθ,
ςτθ ςιωπι τθσ προςευχισ ι ςτθν ζξω του κόςμου αυτοφ
πραγματικότθτα του Κεοφ, ςτθ μοναξιά του ςταυροφ που αίρει ο
«πρϊτοσ τθσ Ορκοδοξίασ» ι ςτθν απομόνωςθ από τουσ εγγφσ και τουσ
μακράν, από τουσ ζςω ι τουσ ζξω του εκκλθςιαςτικοφ αμπελϊνοσ
αδελφοφσ ι και τουσ πολλάκισ «προςωπείον φζροντεσ»
ψευδαδζλφουσ, φίλουσ και πολεμίουσ του «εν οςτρακίνω ςκεφει»,
παντοδυνάμου κατά Κεόν Φαναρίου, όπωσ και εκείνοσ ιταν και
παραμζνει μζγασ ςτισ καρδιζσ των ανκρϊπων Πατριάρχθσ του Γζνουσ
και Πρωτόκρονοσ των Ορκοδόξων, επειδι ακριβϊσ ζναντι των
εγκοςμίων κριτθρίων υπιρξε και ζηθςε κρφπτοντασ το «μεγαλείον» του
«εν οςτρακίνω ςκεφει».
Ουδόλωσ είναι παράδοξον το γεγονόσ ότι εκείνο το «αφανζσ
οςτράκινον ςκεφοσ» επελζξατο ο Κεόσ ωσ άλλον Μωυςι να
κακοδθγιςει από τθσ Πρωτοκρόνου Κθδεμονικισ και Θγζτιδοσ Λεράσ
και αςταςιάςτου κακζδρασ του Φαναρίου, τθ λογικι του Χριςτοφ
Ποίμνθ και τθν ανά τθν υφιλιον Ορκοδοξία. Και το γεγονόσ τοφτο για
τουσ πιςτεφοντεσ ςτο Κεό ουδόλωσ λογίηεται ωσ παράδοξον, επειδι ο
Κεόσ τον εν «αφανεία και άκρα ταπεινϊςει και εν πελαγία αγάπθ
βυκιηόμενον» επζλεξε και εκ του βυκοφ ανιγαγε ςτον «πρϊτο κρόνο
των Ορκοδόξων» ωσ αποςτολοδιάδοχον, κεοπρόβλθτον, λαοπρόβλθτον
και κεοτοςκζπαςτον Πατριάρχθν και κακθγοφμενον και αρχιποίμενα
και αρχικφτθν τθσ αναιμάκτου εν Φαναρίω μυςταγωγίασ και όντωσ
Γενάρχθν Γζνουσ ευςεβοφσ, φιλοκζου και φιλοχρίςτου.
Όντωσ «παρεμβολι Κεοφ» και νίκθ τθσ «εγκοςμίου των ανκρϊπων
πεπεραςμζνθσ λογικισ» υπιρξε θ εκλογι και ανάρρθςθ του γνθςίωσ
ταπεινοφ Δθμθτρίου Αϋ ςτον Αποςτολικό, Πατριαρχικό και Οικουμενικό
κρόνο τθσ Μθτρόσ Αγίασ Μεγάλθσ του Χριςτοφ Κωνςταντινουπολίτιδοσ
Εκκλθςίασ.
Θ ανεξιχνίαςτθ οικονομία των αρριτων Βουλϊν του εν Σριάδι Κεοφ
καυμαςτϊσ απεκαλφφκθ και θ άρρθτθ «βιαία πνοι» του Παρακλιτου,
του όντωσ τελεταρχικοφ και τελεςτικοφ των Πάντων μζςα ςτθν
Εκκλθςία Παναγίου Πνεφματοσ, ζπνευςε κυριαρχικϊσ ςτο πρόςωπο του
προ ελαχίςτων μθνϊν αναδειχκζντοσ Μθτροπολίτου Μμβρου και
Σενζδου Δθμθτρίου, ο οποίοσ «βυκιςμζνοσ» μζςα ςτο απζραντο
γαλάηιο του Αιγαίου Πελάγουσ που καταβρζχει τα δφο μαρτυρικά και
«αεί ςταυρωμζνα» και ςχεδόν «απορφανεμζνα» νθςιά τθσ
εκκλθςιαςτικισ επαρχίασ του, τθσ μακράν του ιεροφ κζντρου, άκουςε εν
Φαναρίω τθν κελευςτικι φωνι, το κάλεςμα τθσ Μθτρόσ Εκκλθςίασ και
του ουρανοφ, ωσ «πρόςκλθςθ και πρόκλθςθ» να φζρει ςτουσ ταπεινοφσ
ϊμουσ του όχι μόνον το «Πρωτόκρονον Πατριαρχικόν και Οικουμενικόν
Ωμοφόριον» τθσ Μεγάλθσ και Μθτρόσ των Ορκοδόξων Εκκλθςίασ, αλλά
και να άρει ωσ άλλοσ Κυρθναίοσ και ευπεικισ και αγακόσ δοφλοσ
Κυρίου τον μαρτυρικό ςταυρό τθσ «αεί εςταυρωμζνθσ και τθν
ανάςταςθ
αδιαλείπτωσ
κθρφττουςασ»
Κωνςταντινουπολίτιδοσ
Εκκλθςίασ.
Ουδζποτε, ουδζ κατά διάνοιαν, επεηιτθςε το «φρικτόν αξίωμα» ι
επεδίωξε τθν «υψίςτθν τιμιν και δόξαν» ενόσ κρόνου και μάλιςτα του
«Πρϊτου Κρόνου» τθσ κθδεμονικισ και Θγζτιδοσ των Ορκοδόξων
Παναγιοςκεπάςτου Μθτρόσ Αγίασ Μεγάλθσ του Χριςτοφ Εκκλθςίασ. Σί
παράδοξον για τθ φιλόδοξθ κρίςθ των ανκρϊπων που είναι
προςθλωμζνοι ςτα εγκόςμια! Εκείνοσ ωσ «οςτράκινον ςκεφοσ»
απεκρφβθ, ζκλαυςε, ικζτευςε, παρεκάλεςε να «βυκιςτεί» περιςςότερο
ςτθν αφάνεια και τθν οικεία ςτθν καλοπροαίρετθ τθσ φφςεϊσ του
αλθκι και ανεπιτιδευτθ ταπείνωςι του, προκειμζνου να αποφφγει τθν
κυριολεκτικϊσ μαρτυρικι και εξ ακάνκϊν άνοδο τθσ «κλίμακοσ του
πρϊτου Κρόνου» των Πανορκοδόξων.
Ιδθ όμωσ θ αμετάκετθ και αςταςίαςτθ βουλι του Κεοφ, θ κυρίαρχθ και
πανςκενουργόσ «βιαία πνοι» του παρακλθτοφ και θ δεδθλωμζνθ φωνι
τθσ Μθτρόσ Εκκλθςίασ ιταν γεγονόσ μθ επιδεχόμενο άρνθςθ.
Ο εν υπακοι όλοσ υπάρχων Δθμιτριοσ ζκαμψε τον αυχζνα, ζκαψε το
ίδιον κζλθμα, κατενίκθςε το «τθσ δειλίασ πρόςχθμα» και παρεδόκθ ςτο
πζλαγοσ και τον ωκεανό τθσ κείασ χάριτοσ και πρόνοιασ κακϊσ τθν
ιςτορία του φαναρίου και τθσ δικισ του ηωισ ωσ πρωτοκρόνου
πρωκιεράρχου ζγραφε πλζον «ςτο βιβλίον τθσ ηωισ» ο του «Κυρίου
δάκτυλοσ». Και ο αφανισ εγνϊςκθ ςτα τθσ Οικουμζνθσ πζρατα και από
περάτων ζωσ περάτων γθσ ωσ ο τθσ αγάπθσ, τθσ ταπεινϊςεωσ και τθσ
ανεξικακίασ Πατριάρχθσ, μζςα ςτο μαρτφριο και τθν αγιαςτικι ςιωπι,
που βιϊνει το φανάριο ωσ «μια ςπικαμι γθσ» και ςυνάμα ιερόν κζντρον
των Πανορκοδόξων, όπου «υπερνικϊνται τθσ φφςεωσ και τθσ αςόφου
εγκοςμίου πραγματικότθτοσ οι όροι».
Μςωσ οι του κόςμου τοφτου κραταιοί θγεμόνεσ να πίςτευςαν ότι ο
ταπεινόσ Δθμιτριοσ ωσ «οςτράκινον ςκεφοσ» κα «βυκιςτεί» ακόμθ
περιςςότερο υπό το βάροσ του «Πρωτοκρόνου Ωμοφορίου», αλλ’
εκείνοσ εν προςευχι και ταπεινϊςει «εξιλκε νικϊν και ίνα νικιςθ» και
όντωσ ενίκθςε τισ των αςόφων ανκρϊπων κρίςεισ γενόμενοσ φωσ και
«φανάριον ζνςαρκον», «τφποσ και υπογραμμόσ» χριςτομιμιτου βιότθσ
και ταπεινϊςεωσ και αδόλου αγάπθσ.
Εν τθ ταπεινϊςει του ανεδείχκθ μζγασ και κραταιόσ ςτθ ςυνείδθςθ και
τισ καρδιζσ του χριςτεπωνφμου πλθρϊματοσ τθσ ανά τθν Οικουμζνθ
Ορκοδοξίασ. Εςαγινευςε τουσ πάντεσ με τθν αγαπϊςα καρδία, τθν
ανεξικακία, τθ μακροκυμία, τθ φιλανκρωπία, τθ ςυγχωρετικότθτα, τθν
απλότθτα και τθν καταδεκτικότθτά του. Και όλα αυτά τα «τάλαντα και
χαρίςματα» τθσ υπάρξεϊσ του, τα ζκρυπτε επιμελϊσ ςτο «οςτράκινο
ςκεφοσ» τθσ ψυχισ του.
Θ πατριαρχεία του πράου, ταπεινοφ και γαλινιου Δθμθτρίου υπιρξε
κατά πάντα ευλογθμζνθ από Κεοφ και παρόλο που οι «περγαμθνζσ»
και οι βαρφγδουποι «τίτλοι» του κόςμου τοφτου ζλειπαν από το
«βιογραφικό» του αοιδίμου Δθμθτρίου με τθν «οικουμενικι όλο αγάπθ
καρδία» αυτοφ, εντοφτοισ εκείνοσ «χάριτι και κατ’ ευδοκίαν Κεοφ»
ςυνζβαλε τα μζγιςτα ςτθν Πανορκόδοξθ ενότθτα κακϊσ ζφερε
εγγφτερα τα των Ορκοδόξων ζκνθ, όταν από το 1987 ζωσ και το 1991
πραγματοποίθςε τθν «Λερά Πορεία Αγάπθσ, Ειρινθσ και Ενότθτοσ» ςε
όλεσ τισ κατά τόπουσ αυτοκζφαλεσ ορκόδοξεσ Εκκλθςίεσ και ςτα
πρεςβυγενι και νεϊτερα Πατριαρχεία. Σα δε γραπτά τεκμιρια τθσ
ιςτορικισ εκείνθσ τετραετοφσ «Λεράσ Πορείασ Δθμθτρίου του Αϋ»
κατζγραψε, ςχολίαςε και εξζδωςε ο δόκιμοσ και λίαν επιμελισ κακ’ όλα
ςυγγραφζυσ», εβ. Μθτροπολίτθσ Φιλαδελφείασ κ. Μελίτων ςτο όντωσ
«Μνθμειϊδεσ τρίτομο ζργο» του, υπό τον τίτλο: «Iερά Πορεία Αγάπθσ,
Ειρινθσ και Ενότθτοσ» (2012), το οποίο είχαμε τθν ιδιαίτερθ τιμι και
ευλογία να βιβλιοπαρουςιάςουμε.
Ο Μθτροπολίτθσ Φιλαδελφείασ αναφερόμενοσ με υϊικι αγάπθ ςτο
πρόςωπο του Πατριάρχου Δθμθτρίου γράφει: «όςον δυςβάςτακτοσ και
εάν ιτο θ Πατριαρχία του, όςουσ ςκοπζλουσ και αν ςυνιντθςε, τυγχάνει
ςιμερον πάςιν αποδεκτόν ότι, και μόνον δια το πράον και φιλάγακον
αυτισ, απεδείχκθ λίαν επιτυχισ και δθμιουργικι, επ’ αγακϊ τθσ
Ορκοδόξου θμϊν Εκκλθςίασ, εισ τα πνευματικά ταμεία τθσ οποίασ ο
μακαριςτόσ ποιμενάρχθσ κατζκεςε το ταπεινόν φρόνθμά του και το
πνεφμα τθσ ςυνεργαςίασ και ςυνδιαλλαγισ, δικαιολογιςασ πλιρωσ τθν
αναφορά ουχί μόνον τθσ προσ τον κόςμον Λεράσ πορείασ, αλλά και
ςφνολθσ τθσ ηωισ του, ωσ βίου αγάπθσ, ειρινθσ και ενότθτοσ… Εισ
εκάςτθν ςκζψιν του εκτόσ Βαςιλευοφςθσ θλζκτριηε τον λαόν δια τθσ
ςεμνισ και ταπεινισ παρουςίασ του και τθσ πατριαρχικισ χάριτοσ, θσ
αγωγόσ εγίνετο, ηων αςκθτικϊσ, λιτϊσ, προςευχθτικϊσ. Όςοι εκ του
ςφνεγγυσ εγνωρίςαμεν τθν πολιτείαν του επιβεβαιοφμεν ότι ιτο εισ
ςκεναρόσ αγωνιςτισ του πνεφματοσ και υπόμνθςισ αρετισ».
υγκλονίηεται κάκε ανκρϊπινθ φπαρξθ όταν αναλογίηεται τθν ιδιαιτζρα
ευλογία που επεφφλαξε ο Πανάγακοσ Κεόσ και θ Τπεραγία Κεοτόκοσ
ςτον ταπεινό και μαρτυρικό Πατριάρχθ Δθμιτριο να ανεφρει τα
αναγκαία χριματα και να κεμελιϊςει (21 Μαΐου 1987) και εγκαινιάςει
τον νζο Πατριαρχικό οίκο του Φαναρίου (17 Δεκεμβρίου 1989), φςτερα
από 48 ζτθ απ’ εκείνον τον «μαφρο επτζμβριο» του 1941, όταν ο
παλαιόσ πατριαρχικόσ οίκοσ παρεδόκθ ςτισ φλόγεσ τθσ πφρινθσ
λαίλαπασ. Ιταν Νοζμβριοσ του 1987, όταν ο Οικουμενικόσ Πατριάρχθσ
Δθμιτριοσ πραγματοποιοφςε τθν ιςτορικι εκείνθ επίςκεψι του ςτθν
Ακινα, ςτο πλαίςιο τθσ «Λεράσ Πορείασ» του και ςτθ κυγατζρα
Εκκλθςία τθσ Ελλάδοσ. Οι Αγιορείτεσ πατζρεσ είχαν μεταφζρει ςτον
Μθτροπολιτικό ναό των Ακθνϊν τθν ιςτορικι, εφζςτια και
καυματουργι εικόνα του «Άξιον Εςτί». Σο αίτθμα τθσ ψυχισ του
Πατριάρχου Δθμθτρίου ιταν ζνα: Να επευλογιςει θ Τπεραγία Κεοτόκοσ
τον δυςχερι αγϊνα του προκειμζνου να βρεκοφν τα αναγκαία χριματα
και να ανεγερκεί ο νζοσ Πατριαρχικόσ Οίκοσ. Προςεκφνθςε κεοπεικϊσ
και βακυςεβάςτωσ τθν εικόνα τθσ και θ Παναγία ζςτειλε τον αείμνθςτο
φιλογενι και φιλόχριςτο Παναγιϊτθ Αγγελόπουλο, ο οποίοσ ανζλαβε
τθν όλθ δαπάνθ τθσ ανεγζρςεωσ του περικαλλεςτάτου νζου
Πατριαρχικοφ οίκου.
Ο Παναγιοςκζπαςτοσ και Κεοτοκοφροφρθτοσ Πατριάρχθσ Δθμιτριοσ, ο
οποίοσ εγεννικθ τθν 8θ επτεμβρίου του 1914, κατά τθν εόρτιο θμζρα
του Γενεςίου τθσ Κεοτόκου, ςε όλθ τθ ηωι του βίωνε τθν «επίςκεψθ τθσ
κεομθτορικισ χάριτοσ» που επλιρωνε το «οςτράκινο ςκεφοσ» τθσ ψυχι
του. Και τότε πάλι θ κεομθτορικι χάρθ «επεςκίαςε» τθν αγακι φπαρξι
του και ωσ «Γοργοχπικοοσ ςυναντιλιπτωρ» θ Δζςποινα και
παντοβαςίλιςςα του Αγίου Όρουσ εχαροποίθςε «προσ το ςυμφζρον τθσ
αιτιςεωσ» τθν αγαπϊςα καρδιά του ταπεινοφ Δθμθτρίου, τον οποίο
αξίωςε να παραδϊςει τον «νεόδμθτο Πατριαρχικό οίκο» ςτθ Μεγάλθ
του Χριςτοφ Κωνςταντινουπολίτιδα Εκκλθςία και το ευςεβζσ Γζνοσ μασ.
Ο κατά πνεφμα θγαπθμζνοσ υιόσ του Πατριάρχου Δθμθτρίου, εβ.
Μθτροπολίτθσ εβαςτείασ κ. Δθμιτριοσ ςτο τελευταίο πόνθμά του, το
οποίο αποτελεί «δϊρθμα και κατάκεςθ ψυχισ» του αφοςιωμζνου υιοφ
προσ τον λατρευτό πνευματικό του πατζρα και ευεργζτθ, υπό τον τίτλο:
«Ο Πατριάρχθσ Δθμιτριοσ εν Μνιμθ» (2013), αναφερόμενοσ ςτθν
«αξιομίμθτθ και όντωσ αξιοκαφμαςτθ ταπεινοφροςφνθ» του εν νιψει
μονίμωσ διαβιοφντοσ Πατριάρχου Δθμθτρίου, γράφει: «Δεν κα το
διατφπωνα αυτό ζτςι, εάν ο Πατριάρχθσ Δθμιτριοσ δεν κατείχε το
φπατο τθσ Εκκλθςίασ αξίωμα. Διότι, όςο δυςχερζσ και αν είναι, δεν είναι
ανζφικτο να ςυναντιςει κανείσ μεταξφ των απλϊν ανκρϊπων λαμπροφσ
χαρακτιρασ, αυτοφσ, άλλωςτε, μακαρίηει και ο Κεόσ. Είναι όμωσ ςχεδόν
ανζφικτο να διακρίνθ κανείσ τθν λάμψι αυτι ςτον ζςω άνκρωπο αυτϊν
που κατζχουν υψθλά αξιϊματα, τα οποία δυςτυχϊσ ςυμβάλλουν
πολλζσ φορζσ, ϊςτε να ζλκθ γριγορα ςτθν επιφάνεια ο ρφποσ τθσ
ψυχισ. Ο Οικουμενικόσ Πατριάρχθσ Δθμιτριοσ διετιρθςε μζχρι τζλουσ
τον ίδιο ανκρϊπινο χαρακτιρα, αυτόν που διζκετε ςε όλθ τθν προτζρα
ηωι του.
Σθν ηωι του τθν κοςμοφςαν θ βακειά πίςτισ και ευκφσ μετά θ
ανεξικακία και θ ςεμνότθσ, θ διάκριςισ και θ ςφνεςισ, θ γνιςια ευγζνεια
και θ προςικουςα ςοβαρότθσ, θ ευςπλαχνία και θ ςυγχωρθτικότθσ του.
Όλεσ δε αυτζσ οι ψυχικζσ αρετζσ με τα παρακλάδια τουσ, ςυνζκεταν τθν
ταπείνωςί του και τθν ανεξάντλθτθ αγάπθ του…
Ιταν, τζλοσ, άνκρωποσ ελζουσ και αγάπθσ διαρκοφσ ο Πατριάρχθσ
Δθμιτριοσ. Εφςπλαχνοσ και ςυγχωρθτικόσ. Αμζτρθτεσ φορζσ ηιςαμε και
νοιϊςαμε τθν ευςπλαχνία του και τθν αγάπθ του, αλλά και τθν βακειά
πικρία του οςάκισ αντιμετϊπιηε ι διαιςκανόταν ςτουσ άλλουσ ζλλειψι
αγάπθσ και ανοχισ. Χαρακτθριςτικι και αξζχαςτθ παραμζνει θ
ζκφραςισ του προςϊπου του και θ απλι κίνθςισ τθσ κεφαλισ του, που
ιταν και θ μοναδικι αντίδραςισ του ζναντι τθσ όποιασ αςπλαχνίασ.
Λιτι και περιεκτικι… Ασ μου επιτραπι δε να πω, ότι καρρείσ και το είχε
τάμα να λυπιται και όχι να λυπι…».
Ο Πρωτόκρονοσ Πατριάρχθσ Δθμιτριοσ, ο Πατριάρχθσ τθσ
«αυτολφπθσ», όπωσ κα ζγραφε και ο Μθτροπολίτθσ εβαςτείασ
Δθμιτριοσ, υπιρξε μεν το «οςτράκινον ςκεφοσ», κατά τα ανκρϊπινα,
εγκόςμια και χοϊκά κριτιρια, αλλά ςυνάμα και το «Λερόν ςκεφοσ» τθσ
Κείασ Χάριτοσ, θ οποία «κεραπεφει τα αςκενι και αναπλθροί τα
ελλείποντα». Ζτςι κατζςτθ Μζγασ και κραταιόσ, κατά Κεόν. Οικείοσ δε
και ευςυμπακισ ςτουσ ανκρϊπουσ.
ωτιριον ζτοσ 2016. Παριλκαν 25 ςυναπτά ζτθ από τθν εν Χριςτϊ
ειρθνικι κοίμθςι του. Σιμοφμε υιικϊσ, βακυςεβάςτωσ και ανυποκρίτωσ
τθν εικοςιπενταετι επζτειο Μνθμοςφνθσ προσ το πάντιμο πρόςωπο
αυτοφ και θ παροφςα γραφίδα αποτελεί το εμπνευςμζνο μζςο τθσ
δοξολογικισ ευγνωμοςφνθσ προσ τον Κεό διότι εχάριςε ςτον λαό του,
Πατριάρχθ χριςτομιμθτοφ ταπεινϊςεωσ και χριςτοπθγάηουςασ αγάπθσ.
Ο Πατριάρχθσ Δθμιτριοσ όντωσ υπιρξε «ζμψυχοσ και ηϊςα εικόνα
Χριςτοφ».
Και τϊρα ασ «μπολιάςει» τθν καρδία και τθ μνιμθ και τα «μφχια τθσ
υπάρξεϊσ» μασ, θ κεόπνευςτθ γραφι του φιλόμουςου και
μουςοςτεφοφσ Μθτροπολίτου Πζργθσ Ευαγγζλου (Γαλάνθ), ο οποίοσ
ςτο ενιδονο πόνθμά του: «Εκ Φαναρίου Βϋ» γράφει ι μάλλον διακονεί
«λόγω χαριςματικϊ» τθν «αεί ηϊςα μνθμοςφνθ Δθμθτρίου του Αϋ», υπό
τον τίτλο: «Αγακωςφνθ και Ανταπόδομα», ωσ ακολοφκωσ: «Οι
Πατριάρχεσ είναι θ φωνι του κρόνου τουσ. Και θ πνοι του κρόνου τουσ.
Και ζμπρακτα και μεταφορικά. Ο Πατριάρχθσ Δθμιτριοσ ιταν θ
εννοθματικι ζκφραςθ τθσ ςιωπισ του κρόνου. Και θ επαλικευςθ τθσ
μεγάλθσ δοκιμαςίασ» του. πάνιο προτζρθμα, που αποτυποφμενο και
ςτθ μορφι, γίνεται ζκφραςθ λαλίςτατθ. Είδοσ ετζρου λόγου. Εικόνα
ικανι να προκαλζςει και δζοσ και πάκοσ. Ειδικά δε όταν πρόκειται για
Πατριάρχθ πολίτθ. Για Οικουμενικό Πατριάρχθ Ρωμθό.
Δεκαεννιά χρόνια ο Δθμιτριοσ εξζφραηε με τθ μορφι και τθ ςιωπι του
το πάκοσ του κρόνου. Σθν αποτφπωςθ του «φαναρίου». Όποια ϊρα και
αν τον εκοίταηεσ, ζβλεπεσ ςτθν όψθ του το πεπρωμζνο. Άκουεσ το
«γεννθκιτω το κζλθμά ου». Με τζτοιο τρόπο αυλάκωνε κι θ
αγακωςφνθ το πρόςωπό του, λεσ κι ικελε να τον βοθκιςει ν’
αποκρφψει κάτι που του εμπιςτεφτθκε ο Αγακοπάροχοσ και που δε κα
ζπρεπε να το εκςτομίςει προν από τον οριςμό Εκείνου. Κρατϊ δυνατά
ςτθ ςκζψθ μου τθν ϊρα τθσ κθδείασ του. Ιταν κραυγι αναγνϊριςθσ του
αγακότυπου νεκροφ Πατριάρχθ. Ζκφραςθ αβίαςτθσ ςυμπάκειασ ςτθ
κθτεία ενόσ ςιωπθλοφ Λερωμζνου, «οσ και εν τζλει ετετικει». Ο
ςιγζρπθσ του μυςτθρίου του Φαναρίου, ςτθν εξόδιο πορεία προσ τθ
δόξα του Κεοφ. Και ο εν κλίψεςιν αφϊνθτοσ «εν τόπω αναψφξεωσ». Και
με διάχυτθ τθν ικανοδοςία του ςτθ Ρωμθοςφνθ. Αυτιν που αναφζρεται
ςαν ιερόγραπτο ςτθν είςοδο του Πατριαρχικοφ μεγάρου, για να κυμίηει
και το πζραςμα ενόσ Πατριάρχθ ιεροποιοφ που πρόςφερε ςτο Κρόνο τθ
ςιωπι του.
Σον ηιςαμε τον αοίδιμο Πατριάρχθ Δθμιτριο. Γεφτθκε ιερόπρεπα το
επίταγμα τθσ προνοίασ του Κεοφ. Και διζκεςε ςτο Κρόνο το αντιχθμα
τθσ αγακοποιοφ του ενδοςτρεφείασ. Θ φωνι τθσ ςυνειδιςεωσ τον
κατεφκυνε ίςωσ ςε ςτιγμζσ λιποφκογγείασ. Όχι όμωσ και λιποψυχίασ. Οι
Πατριάρχεσ ζχουν δοκιμάςει επανειλθμμζνα το αγίαςμα τθσ Ηωοδόχου
Πθγισ. Και το μονοπάτι τθσ.
Ο Δθμιτριοσ μπροςτά ςτθν άβυςςο του Χρζουσ ςτάκθκε κραταιόσ. Και
είχε «λόγον γνϊςεωσ». Είχε και ςκζνοσ μεταδόςεωσ τθσ χάριτοσ.
Άλλωςτε «των κεοδοφλων εςτί το μεταδοφναι». Ωσ χαριςτιριοσ,
ταυτίςτθκε με τθν ιςτορία του Κρόνου του και του Οίκου του. Και ωσ
αγακοποιόσ, πρόςφερε «αργφριον δόκιμον τθ γθ». Απακανατίςτθκε «τθ
του πνεφματοσ χάριτι». Και «κατζςτθ μεκ’ θμϊν πάςασ τασ θμζρασ».
Παρά
ταφτα,
παραμζνει
μυςτθριακϊσ
ανεξιχνίαςτο
το
«υπερνοοφμενον» εκείνο το τθσ χαρμολφπθσ βλζμμα του «εν μακάροισ
μάκαροσ» Πατριάρχου Δθμθτρίου, όταν ίςτατο επί του Πατριαρχικοφ
κρόνου, χοροςτατϊν «εν άκρα ςιωπι» και ενδεδυμζνοσ τον μζλανα
πατριαρχικό μανδφα. Εκείνο το εμβακζσ βλζμμα παραμζνει και ςτουσ
επιγενομζνουσ ανεξάλειπτο ςτθν καρδία και τθ μνιμθ μασ. Είναι όντωσ
το βλζμμα των νθπτικϊσ και αγιοπνευματικϊσ «ςιγι δεομζνων»…
This action might not be possible to undo. Are you sure you want to continue?
We've moved you to where you read on your other device.
Get the full title to continue reading from where you left off, or restart the preview.