
Professional Documents
Culture Documents
Οδυσσέας Γκιλής Αγιογραφίες Εικόνες Κείμενα Του ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ
Οδυσσέας Γκιλής Αγιογραφίες Εικόνες Κείμενα Του ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ
Οδυσσέας Γκιλής
του
ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ
Θεσσαλονίκη 2013
2
3
Περιεχόμενα
Περιεχόμενα................................................................................................ 3
Υπάρχει πολύ υλικό, εδώ ενδεικτικά παραθέτω ένα μέρος αυτού του
υλικού.
5
καταφύγιο γιὰ μᾶς ποὺ δὲν εἴμαστε σὲ θέση νὰ νοιώσουμε «τὸ μεγαλεῖο
τῆς ἐποχῆς μας». Δόξα στὸν θεὸ ποὺ ὑπάρχουν ἀκόμα κάποιοι τόποι
ποὺ δὲν τοὺς ἐξήρανε αὐτὴ ἡ φυλλοξήρα ποὺ λέγεται σύγχρονος
πολιτισμός.
Είπαμε πως, εδώ στην Ελλάδα, όχι μοναχά δεν διαβάζουμε, αλλά καν δεν
ξέρουμε αν υπάρχουνε οι μυστικοί Πατέρες που φωτίσανε την
Ορθοδοξία. Για τους θεολόγους η Ορθοδοξία κατάντησε μία κούφια
λέξη, αφού η μυστική ουσία της τους είναι άγνωστη, όπως κι η παράδοσή
τους. Οι δικοί μας θεολόγοι παίρνουνε τα φώτα από τη Δύση, γιατί εκεί η
8
μας, κατά τα βαθυστόχαστα λόγια του αγίου Νείλου, που λέγει «Ει
αληθώς προσεύχη, θεολόγος ει». «Αν προσεύχεσαι αληθινά, είσαι
θεολόγος». *
--------
***
Αυτός ο Ανατολίτης που έζησε στο Παρίσι για αρκετό καιρό, που
γνώρισε προσωπικά μάλιστα τον Ροντέν, όπως αναφέρει σε κάποιο
γραφτό του, ούτε ξιπάστηκε από τη λαμπερή επιφάνεια της μοντέρνας
παριζιάνικης ζωής, ούτε θαμπώθηκε από την εκεί επανάσταση της
τέχνης. Ίσως μόνο μια έμμεση επίδραση να δέχθηκε, δηλαδή τη στροφή
προς το μεσαιωνικό παρελθόν. Πιστότατος στη μορφοπλαστική
παράδοση της τέχνης της Ελλάδος, ζήτησε να βρει την άμεση ανανέωση
στην τέχνη του τόπου του κι όχι στον τόπο της φιλοξενίας του.
Και εδώ υπάρχει ένα παράδοξο. Για πολλά χρόνια αυτός ο κήρυκας της
επιστροφής στη Βυζαντινή τέχνη δεν έχει εικονογραφήσει μια ολόκληρη
εκκλησία στην Αθήνα, όπως άλλοι που ανήκουν στην κατηγορία των
αγιογράφων που προαναφέραμε. Παρ’ όλα όμως αυτά είναι ο κύριος
αφυπνιστής των ορθοδόξων συνειδήσεων για να απαλλαγεί ο χώρος της
Εκκλησίας από ανούσια ζωγραφικά και αθεολόγητα τοιχογραφήματα.
Γνωρίζοντας τη σημασία που δίνει η Ορθόδοξη Εκκλησία στη
Ζωγραφική, μπορούμε να καταλάβουμε και τη σημασία που έχει η ορθή,
η γνήσια Ορθόδοξη ζωγραφική μέσα στην Εκκλησία. Και τη συνείδηση
αυτής της σημασίας αγωνίζεται ο Κόντογλου να ξυπνήσει.
Και για τις τοιχογραφίες στις εκκλησίες δεν είναι πολύ εύκολη η
αποτίμηση και η μελέτη για διαφορετικό όμως λόγο. Ο Φ. Κόντογλου
δούλευε μαζί με τους μαθητές του και πολλές φορές είναι δύσκολη η
διάκριση στο κυρίως προσωπικό του έργο και στην εργασία των
μαθητών. Από τις παλαιότερες τοιχογραφίες είναι η εκκλησία ή
ακριβέστερα μέρος των τοιχογραφιών της εκκλησίας της Ζωοδόχου
Πηγής στο Λιόπεσι, που ιστορήθηκε από το Φ. Κόντογλου και το μαθητή
του Τερζή στα 1946. Οι στρατιωτικοί Άγιοι στα μέτωπα των ανατολικών
19
Αυτά ήθελε νά αφήση γιά τόν εαυτό του καί τήν δράση του ο Κόντογλου
στό σημείωμά του, παραλείποντας σημαντικές λεπτομέρειες γιά τήν ζωή
καί τό έργο του, πού όμως μπορούμε νά συνθέσουμε από τίς αναμνήσεις
τών φίλων του καί δικές του σκόρπιες πληροφορίες σέ διάφορα έργα του.
24
"Εκείνο πού χρειάζεται νά πώ εδώ είναι πώς δέν περίμενα νά βρώ μιά
τέχνη τόσο τέλεια μέσα στίς εκκλησιές τών μοναστηριών. Απ’ όσα είχα
διαβάσει γιά τή βυζαντινή τέχνη είχα λάβει τήν ιδέα πώς η τέχνη ετούτη
είναι άξια μικρότερης προσοχής από εκείνη τής ιταλικής Αναγέννησης.
Καί ο καθένας μπορεί νά κρίνει από τά λιγοστά κομμάτια πού δίνω εδώ
πώς βρίσκονται στόν Άθωνα ζωγραφιές της πιό σπάνιας τελειότητας,
όπως λόγου χάρη ο Αρχάγγελος Γαβριήλ καί ο Μερκούριος τού
Κατελάνου. Καθόσο τουλάχιστο κρίνω εγώ, είναι πολύ σπάνιο νά τύχει
κανένας έργα τεχνουργημένα μέ μιά τέτοια ζωγραφική καί γιομάτα από
τόσον έντονο ρυθμό".
καί ο Κόντογλους απ' τή λαϊκή καί τή βυζαντινή τέχνη". Εδώ ταυτίζει τόν
εαυτό του μέ τόν Σολωμό, πού καί αυτός ως δυτικοθρεμένος βρήκε τήν
καλλιτεχνική του έκφραση καί ταυτότητα στήν παράδοση τού τόπου του.
Από τίς πρώτες του επισκέψεις στό Άγιον Όρος η πρώτη του επαφή μέ
τήν μεταβυζαντινή τέχνη μεταφράστηκε σέ μονόχρωμες αντιγραφές
κυρίως μεταβυζαντινών εικόνων, όπως π.χ. η Αποκαθήλωση από τά
Καυσοκαλύβια, (1923). Τόν ενδιαφέρει νά ανακαλύψη σέ βάθος τήν
εκφραστική δύναμη τού Σχεδίου
.
30
To 1926 αποτελεί σταθμό τόσο γιά τήν ζωγραφική τού Κόντογλου όσο
καί γιά τήν νεοελληνική ζωγραφική. Αποδίδει γιά πρώτη φορά ένα
κοσμικό θέμα μέ τήν τεχνική καί τήν τεχνοτροπία τής βυζαντινής καί
μεταβυζαντινής παράδοσης. Τό έργο του ο Μακεδονομάχος (1926)
προκάλεσε ενθουσιασμό ως ζωγραφική πρωτότυπη, στηριγμένη στήν
παράδοση (εικ. 5). Ο Φώτος Πολίτης θά επισημάνη : " Η ζωγραφική του
… θά μπορούσε νά υψωθεί σέ πρότυπο… χωρίς καμιά δουλική μίμηση,
ποτισμένος μονάχα από τή βυζαντινή καί λαϊκή παράδοση. Ο Κόντογλου
χρησιμοποιεί ερυθροκάστανο προπλασμό μέ λεπτά φώτα στήν απόδοση
τού προσώπου, κατά τήν παράδοση τής κρητικής Σχολής,
32
Πρίν περάσουμε
όμως στά δυό
μεγάλα
εικονογραφικά
σύνολα πού
προαναφέραμε θά
πρέπει νά σταθούμε
σέ ένα μοναδικό
έργο, φορητό
πίνακα, μοναδικό
τόσο ως πρός τήν
σύλληψη τού
θέματος όσο καί ως
πρός τήν απόδοσή
του. Τό έργο είναι εμβληματικό από τήν άποψη ότι μορφοποιεί τήν
εικόνα τής Ρωμιοσύνης, όπως τήν ένοιωθε μέσα του η πληγωμένη
καρδιά, όπως λέει ο Άγγελος Προκοπίου, τού μικρασιάτη Κόντογλου. Τό
έργο έχει τίτλο" Η Κοιλάδα τού κλαυθμώνος", αλλά είναι γνωστό καί μέ
άλλα ονόματα, όπως Πρόσφυγες, Έλληνες Όμηροι, Αιχμάλωτοι.
Χρονολογείται στίς αρχές τής δεκαετίας τού 1930 (εικ. 8).
ίδιος είναι απόλυτα σίγουρος γιά τήν επιλογή του. Είχε πολύ καλή σχέση
μέ τόν ζωγράφο Γιάννη Μόραλη. Όταν ο Μόραλης τού εξομολογείται ότι
έχει κι αυτός βιώματα ορθόδοξα καί εκκλησιαστικά από τόν πατέρα του,
ο Κόντογλου θά τού πή: "Αυτά βρέ ζώον νά ζωγραφίζεις, όχι αυτά πού
κάνεις". Θά αποκηρύξη τήν τέχνη τής Δύσεως: " Η βυζαντινή τέχνη γιά
μένα είναι η τέχνη τών τεχνών… Μπροστά στή βυζαντινή τέχνη οι άλλες
μού φαίνονται αλαφρές, τυρβάζουσαι περί πολλά".
Η εσωτερική του στάση απέναντι στήν τέχνη τής αγιογραφίας έχει οσμή
ησυχαστική : Η τέχνη μας είναι μιά τέχνη απονήρευτη. Η τέχνη μας
χρειάζεται πρώτα πρώτα ήθος ανώτερο, ταπείνωση, αφιλοκέρδεια, θείον
έρωτα καί νά λέει κανένας ολοένα: Δούλος αχρείος ειμί.
Γιά τήν επιτομή τής αγιογραφικής του εμπειρίας στό δίτομο έργο του
Έκφρασις βραβεύεται από τήν Ακαδημία Αθηνών τό 1960 (εικ. 13)
θεολογικά πράγματα τής Ελλάδος, ενισχύει τήν άποψη αυτή. Επί πλέον ο
Κόντογλου ήταν μάχιμος ορθόδοξος. Υπερασπιζόταν τήν ακεραιότητα
τής πίστης μέσα από τίς σελίδες τού περιοδικού Κιβωτός, πού εξέδιδε
μαζί μέ τόν θεολόγο Μουστάκη, μέσα από τίς σελίδες τού Ορθόδοξου
Τύπου, αλλά καί μέσα από τίς επιφυλλίδες του στήν εφημερίδα
Ελευθερία, όπου αρθρογραφούσε.
Φτωχὸς ἐγώ, φτωχὰ καὶ τὰ παιδιά μας. Βιοπάλη σκληρή. Μά, μὲ τὴν
ἐλπίδα τοῦ Θεοῦ, ὅλα γαληνεύουν. Ὅλα τὰ θλιβερὰ τὰ περνοῦμε μὲ
εὐχαριστία. Ξέρω πὼς ὅσα βάσανα μᾶς ἔρχονται, μᾶς ἔρχονται γιατὶ
δὲν πέσαμε νὰ προσκυνήσουμε τὸν διάβολο, νὰ καλοπεράσουμε, παρὰ
ἀκολουθοῦμε Ἐκεῖνον ποὺ μᾶς δείχνει «τὴν στενὴν καὶ τεθλιμμένην
ὁδόν», καὶ σ᾿ αὐτὸν τὸν δρόμο τὸν ἀκολουθοῦμε πρόθυμα....
45
Καὶ πάλι δόξασα τὸν Θεὸ καὶ τὸν φχαρίστησα γιατὶ μ᾿ ἔκανε
ἀναίσθητο γιὰ τὶς ἡδονὲς τοῦ κόσμου, τόσο ποὺ νὰ σιχαίνουμαι ὅσα
εἶναι ποθητὰ γιὰ τοὺς ἄλλους, καὶ νὰ νοιώθω πὼς εἶμαι κερδισμένος,
ὅποτε οἱ ἄλλοι λογαριάζουνε πῶς εἶμαι ζημιωμένος· καὶ γιατὶ πῆρα
δύναμη ἀπὸ Κεῖνον νὰ καταφρονήσω τὸν σατανᾶ, ποὺ παραφυλάγει
πότε θὰ λιγοψυχήσω, κ᾿ ἔρχεται καὶ μοῦ λέγει: «Πέσε προσκύνησέ με,
γιατὶ θὰ γίνουνε ψωμιὰ αὐτὲς οἱ πέτρες ποὺ βλέπεις».
Καὶ πάλι ξανάρχεται καὶ μοῦ λέγει: «Ἔ, πῶς χαίρεται ὁ κόσμος! Ἀκοῦς
τὸν ἀλαλαγμό, τὶς φωνὲς ποὺ βγαίνουνε ἀπὸ τὰ παλάτια, ὅπου
διασκεδάζουνε οἱ φτυχισμένοι ὑποταχτικοί μου, ἄντρες καὶ γυναῖκες;
Πέσε προσκύνησέ με καὶ θὰν ἁπλώσεις μονάχα τὸ χέρι σου νὰ τὰ
πάρεις ὅλα.
Ἐσὺ εἶσαι ἄνθρωπος τιμημένος γιὰ τὴν τέχνη σου· γιατί νὰ
ὑποφέρνεις, σὲ καιρὸ ποὺ αὐτοὶ χαίρουνται ὅλα τὰ καλὰ καὶ τ᾿ ἀγαθά,
μ᾿ ὅλο ποὺ δὲν ἔχουνε τὴ δική σου τὴν ἀξιωσύνη; Κοίταξε τὴ φτώχειά
σου, κι ἂν δὲν λυπᾶσαι τὸν ἑαυτό σου, λυπήσου τὴν καϋμένη τὴ
γυναίκα σου, τὸ φτωχὸ τὸ παιδί σου, ποὺ ὑποφέρνουνε ἀπὸ σένα!
48
Ἄλλη φορὰ τὸν ἄκουγα, μὲ ὅλο ποὺ δὲν ἔκανα ὅ,τι μοῦ ῾λεγε, μὰ
τώρα τὸν ἄφησα νὰ λέγει χωρὶς νὰ τὸν ἀκούω ὁλότελα. Ἐμένα ὁ νοῦς
μου ἤτανε σὲ κείνους τοὺς θλιμμένους καὶ τοὺς βασανισμένους, ποὺ
δὲν ἔχουνε ἐλπίδα, καὶ σὲ κείνους ποὺ τρώγανε καὶ πίνανε κείνη τὴ
νύχτα, καὶ χορεύανε μὲ τὶς γυναῖκες ποὺ δὲν ἔχουνε ντροπή, καὶ σὲ
κείνους ποὺ μαζεύουνε πλούτη κι ἀδιαφόρετα πράγματα ποὺ δὲν
μποροῦνε νὰ τ᾿ ἀποχωριστοῦνε σὰν σιμώσει ὁ θάνατος, καὶ ποὺ
καταγίνουνται νὰ δέσουνε τὸν ἑαυτό τους μὲ πιὸ πολλὰ σκοινιά, ἀντὶς
νὰ τὰ λιγοστέψουνε.
Ἐπειδὴς οἱ δύστυχοι εἶναι φτωχοὶ ἀπὸ μέσα τους κι ἀδειανοὶ καὶ
τρεμάμενοι καὶ θέλουνε νὰ ζεσταθοῦνε καὶ ρίχνουνε ἀπὸ πάνω τοὺς
ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα, σὰν τὸν θερμασμένο ποὺ ρίχνει ἀπάνω του
παπλώματα καὶ ροῦχα, δίχως νὰ ζεσταθεῖ. Λογαριάζω πὼς οἱ σημερινοὶ
οἱ ἄνθρωποι εἶναι πιὸ φτωχοὶ στὸ ἀπομέσα πλοῦτος, γιὰ νά ῾χουν
ἀνάγκη ἀπὸ τόσα πολλὰ μάταια πράγματα.
Αὐτὰ ποὺ λένε χαρὲς καὶ ἡδονές, τὰ δοκίμασα κ᾿ ἐγὼ σὰν ἄνθρωπος,
καὶ πίστευα κ᾿ ἐγὼ πὼς ἤτανε στ᾿ ἀλήθεια χαρὰ κ᾿ εὐτυχία. Μὰ
γλήγορα κατάλαβα πὼς ἤτανε ψευστιὲς καὶ φαντασίες ἀσύστατες, καὶ
πὼς χοντραίνουνε τὴν ψυχὴ καὶ στραβώνουνε τὰ πνευματικά της μάτια
καὶ δὲν μπορεῖ νὰ δεῖ, καὶ γίνεται κακιὰ κι ἀλύπητη στὸν πόνο τ᾿
ἀδερφοῦ της, ἀδιάντροπη, ἀκατάδεχτη, ἄθεη, θυμώτρα, αἱμοβόρα.
Ὅσοι εἶναι σκλάβοι στὴν καλοπέραση τοῦ κορμιοῦ τους δὲν ἔχουνε
ἀληθινὴ χαρά, γιατὶ δὲν ἔχουνε εἰρήνη· γιὰ τοῦτο θέλουνε νὰ
βρίσκουνται μέσα σε φουρτούνα καὶ νὰ ζαλίζουνται, ὥστε νὰ θαρροῦνε
πὼς εἶναι φτυχισμένοι. Ἡ χαρὰ ἡ ἀληθινὴ εἶναι μία θέρμη τῆς διάνοιας
καὶ μία ἐλπίδα τῆς καρδιᾶς ποὺ τὶς ἀξιώνουνται ὅσοι θέλουνε νὰ μὴν
τοὺς ξέρουνε οἱ ἄνθρωποι, γιὰ νὰ τοὺς ξέρει ὁ Θεός.
Γι᾿ αὐτό, Κύριε καὶ Θεὲ καὶ Πατέρα μου, καλότυχος ὅποιος ἔκανε
σκαλούνια ἀπὸ τὴ φτώχεια, κι ἀπὸ τὰ βάσανα, κι ἀπὸ τὴν
καταφρόνεση τοῦ κόσμου, γιὰ ν᾿ ἀνεβεῖ σὲ Σένα.
Καλότυχος ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔνοιωσε τὴν ἀδυναμία του ἀληθινά· ὅσο
γλήγορα τὸ κατάλαβε, τόσο πιὸ γλήγορα θὰν ἀπογευτεῖ ἀπὸ τὸ ψωμὶ
ποὺ θρέφει κι ἀπὸ τὸ κρασὶ ποὺ δυναμώνει, ἂν ἔχει τὴν πίστη του σὲ
Σένα· ἀλλιῶς θὰ γκρεμνιστεῖ στὸ βάραθρο τῆς ἀπελπισίας.
Μὲ τί λόγια νὰ φχαριστήσω τὸν Κύριό μου, ποὺ ἤμουνα χαμένος καὶ μὲ
χεροκράτησε, στραβὸς καὶ μ᾿ ἔκανε νὰ βλέπω; Ἐκεῖνος ἔστρεψε τὴν
λύπη μου σὲ χαρά. «Διήλθομεν διὰ πυρὸς καὶ ὕδατος, καὶ ἐξήγαγεν
ἡμᾶς εἰς ἀναψυχήν. Μακάριος ἄνθρωπος ὁ ἐλπίζων ἐπ᾿ Αὐτόν»!
*
Ἀδέρφια μου, δῶστε προσοχὴ στὰ λόγια μου! Ἔτσι ποὺ βλέπετε,
ἔβλεπα κ᾿ ἐγώ, καὶ θαρροῦσα πὼς ἔβλεπα· μὰ τώρα κατάλαβα πὼς
ἤμουνα στραβὸς καὶ κουφὸς καὶ ποδαγρός. Μετὰ χαρᾶς δέχουμε κάθε
49
Αὐτὰ κι ἄλλα πολλὰ ἀναβρύζανε ἀπὸ μέσα μου κείνη τὴ νύχτα, καὶ τὰ
μάτια μου τρέχανε. Δὲν ἤξερε τί συλλογίζουμαι κανένας ἄνθρωπος, ἐκεῖ
ποὺ ἤμουνα τρυπωμένος, στὸ κουβούκλι μου, οὔτε κἂν ἡ Μαρία ποὺ
κοιμότανε δίπλα μου κουκουλωμένη.
Ὁ βοριὰς ἔκανε μεγάλη ταραχὴ ἀπ᾿ ὄξω, τὰ δέντρα ἀναστενάζανε,
θαρροῦσες πὼς κλαίγανε καὶ πῶς παρακαλούσανε ν᾿ ἀνοίξω νὰ
μποῦνε μέσα νὰ προστατευτοῦνε. Τὸ καντήλι ἔρριχνε τὸ χρυσοκέρινο
φέγγος του ἀπάνου στὰ κονίσματα καὶ στ᾿ ἀσημωμένο Εὐαγγέλιο.
Δόξα σοι ὁ Θεός, καλὰ ἤμαστε! Μακάριος εἶναι ὅποιος εἶναι
ξεχασμένος.
Ἀλλὰ ὁ Κόντογλου δὲν κατεῖχε πάντοτε μὲ τόση πίστη τὴ μία καὶ μόνη
ἀλήθεια. Πολὺ πρίν, στὰ νιάτα του, ὅταν ἀκόμα τὴν ἀναζητοῦσε, εἶχε
συναπαντηθεῖ μὲ κάποιον «ποὺ εἶχε ἀνέβει ἀπὸ τὴν Κόλαση»! Θὰ
πουλοῦσε μάλιστα τὴν ψυχή του καὶ στὸν πιὸ τιποτένιο - ἔγραφε -
ἀρκεῖ νὰ τὸν πίστευε ὅτι εἶχε ζήσει ἀντάμα μὲ τὸν Πέδρο Καζᾶς!
του, τῆς Ἕλλης Ἀλεξίου, τοῦ Βάσου Δασκαλάκη, τῆς Γαλάτειας καὶ
τοῦ Νίκου Καζαντζάκη κ.ἄ. στὴν Ἀθήνα.
Ὁ Κόντογλου ἐκεῖνα
τὰ χρόνια δὲν ἦταν
διόλου ἐχθρικὸς πρὸς
τὴ δυτικὴ τέχνη. Τὸ
ἀντίθετο, θαύμαζε
παράλληλα μὲ τὸν
Πανσέληνο, τὸν Τζότο,
τὸν Ντίρερ, τὸν
Τισιανό, τὸν
Βελάσκεθ, τὸν Σεζᾶν
κ.ἄ. Αὐτὸς εἶναι
ἄλλωστε πού, στὸ
Ἐγκυκλοπαιδικὸ
Λεξικὸ τοῦ
Ἐλευθερουδάκη (1930
καὶ μετά), ὑπογράφει
τὰ λήμματα ὄχι μόνο Ὁ Κόντογλου μὲ τὸν Ἐγγονόπουλο ὡς μοναχοὶ
γιὰ τοὺς μεγάλους στὸ Ἅγιον Ὄρος, γύρω στὴ δεκαετία τοῦ ῾30
ἀναγεννησιακοὺς ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸν Γκογκέν, τὸν «κυβισμό», τὸν
Πικάσο κ.ἄ. Τὸ 1934, ἀκόμα, σ᾿ ἕνα ἄρθρο του στὴν Πρωία δὲν
ἔκρυβε τὴ συγγένειά του μὲ ὁρισμένους νεωτεριστὲς καλλιτέχνες, ποὺ
τοὺς ἔνιωθε τὸ ἴδιο μὲ αὐτὸν περιθωριοποιημένους: «[...] δὲν
ἀντιπροσωπεύουν τὴν ἐποχή μας τὰ μοδιστράκια, τὰ φιγουρίνια, οἱ
φωτογραφίες, τ᾿ ἀνάλατα περιοδικὰ μὲ τὰ γυαλιστερὰ χαρτιά, παρὰ
τὴν ἀντιπροσωπεύει ὁ Ντεραίν, ὁ τελωνοφύλακας ὁ Ρουσσῶ κι ὁ
Ματὶς μὲ τὶς Τουρκάλες του». Τὴν ἴδια χρονιὰ ἔστελνε δυὸ ἔργα του
νὰ ἐκτεθοῦν στὴν Μπιενάλε τῆς Βενετίας, πρᾶγμα ποὺ μᾶς ἐπιτρέπει
τὴν ὑπόθεση ὅτι ἀκόμα διακατεχόταν ἀπὸ τὶς «μάταιες» ἐλπίδες τῆς
κοσμικῆς τέχνης καὶ τῆς εὐρωπαϊκῆς ἀναγνώρισης.
Στὰ τέλη τῆς δεκαετίας, τὸ 1937, θὰ ἀναλάβει τὴν παραγγελία γιὰ τὶς
τοιχογραφίες τοῦ Δημαρχείου τῆς Ἀθήνας. Τὸ ζητούμενο ἐδῶ ἦταν νὰ
ἀνασυνθέσει σὲ μνημειακὴ κλίμακα, μέσα ἀπὸ μία σειρὰ
παραστάσεων, τὴν ἱστορία τῆς πόλης, ἀλλὰ καὶ εὐρύτερα τῆς
ἑλληνικῆς φυλῆς, ἀπὸ τοὺς προϊστορικοὺς χρόνους μέχρι τὴν
Ἐπανάσταση τοῦ ῾21. Κάτω ἀπὸ τοὺς ἔμμεσους ἀλλὰ αὐτονόητους
περιορισμοὺς ποὺ ἐπέβαλε ἡ δικτατορία τῆς 4ης Αὐγούστου, ἡ ἱστορία
τῆς ἀρχαίας Ἀθήνας γράφτηκε ὑπὸ τὸ πρίσμα ποὺ ἱκανοποιοῦσε τὸν
δικτάτορα. Ὁ Κόντογλου ἐπιχείρησε νὰ ζωγραφίσει τὶς παραστάσεις
αὐτὲς συνθέτοντας ἑλληνιστικά, βυζαντινὰ καὶ λαϊκότροπα εἰκαστικὰ
στοιχεῖα, δίχως νὰ φθάσει ὅμως πάντοτε σὲ ἐπιτυχεῖς λύσεις.
Τὰ σκληρὰ χρόνια τῆς Κατοχῆς ὁ Κόντογλου ζεῖ γιὰ δεύτερη φορὰ τὴν
καταστροφή, τὸ ἀδιέξοδο, τὴν κατάλυση κάθε στέρεης κοινωνικῆς κι
ἐπαγγελματικῆς σχέσης, τὴ στέρηση ὑλικῶν πόρων καὶ προοπτικῶν.
Θύμα ἄγριας μαυραγορίτικης ἐκμετάλλευσης πούλησε τὸ σπίτι του γιὰ
ἕνα σακὶ ἀλεύρι καὶ στέγασε ὅπως ὅπως τὴν οἰκογένειά του σ᾿ ἕνα
γκαράζ. Μέσα σ᾿ αὐτὴν τὴν ἀπελπιστικὴ καταβύθιση ἔγραψε τὸν «Θεὸ
Κονάνο», «ποὺ εἶναι πιὸ κακὸς κι ἀπὸ τὸ Μάνιπα, πιὸ σκληρὸς κι ἀπὸ
τὸ Χολσόρνα! [...] μισὸς παγωμένος κι ὁ μισὸς πυρωμένος, μὲ κέρατα,
μὲ δόντια, μὲ νύχια ματωμένα, μὲ τὰ πλεμόνια του ἀπ᾿ ἔξω ἀπὸ τὸ
στῆθος...». Κατέφυγε στὴν ὀρθοδοξία. Στὸν μυστικισμὸ τῶν νηπτικῶν
βρῆκε ἕνα δρόμο διαφυγῆς ἀπὸ μία πραγματικότητα ἀβίωτη, ἕναν
ἔσχατο τρόπο νὰ ἐκλογικευτεῖ τὸ παράλογο καὶ ἡ φρίκη τῆς πιὸ ἄγριας
κι ὁλοκληρωτικῆς καταστροφῆς, ποὺ ὅμοιά της δὲν εἶχε γνωρίσει ἡ
ἀνθρωπότητα.
Στὴν πορεία του αὐτὴ ὁ Κόντογλου δὲν ἔμεινε ἔξω ἀπὸ τὶς
ἐνδοεκκλησιαστικὲς συγκρούσεις, ἰδιαίτερα στὸ ζήτημα τῆς ἕνωσης
τῶν Ἐκκλησιῶν, ἐρχόμενος σὲ ἀντιπαράθεση ἀκόμα καὶ μὲ τὸν τότε
Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηναγόρα. Τὴ σθεναρή του αὐτὴ στάση τὴν πλήρωσε μ᾿
ἕναν ἄδικο ἀποκλεισμό. Δὲν τοῦ ἀνατέθηκε ποτὲ νὰ ἁγιογραφήσει
καμιὰ σημαντικὴ ἐκκλησία τῆς Ἀθήνας. Ἄφησε ὅμως ἕνα
σημαντικότατο γιὰ τὴν ἁγιογραφία συγγραφικὸ ἔργο, τὴ δίτομη
Ἔκφραση (1960), ἀφιερωμένη «στοὺς ἀνώνυμους ἁγιογράφους, στοὺς
ἄγνωστους ἐρημίτες, ποὺ κοιμήθηκαν ἐν Κυρίῳ δίχως νὰ ταράξουν τὴν
εἰρήνη τοὺς οἱ μάταιοι ἔπαινοι τῶν ἀνθρώπων».
58
59
60
61
62
63
64
65
66
67
68
69
70
71
72
73
74
75
76
77
78
79
80
81
82
83
84
85
86
87
88
89
90
Ότε καταβάς τας γλώσσας συνέχεε, διεμέριζεν έθνη ο Ύψιστος' ότε του
πυρός τας γλώσσας διένειμεν, εις ενότητα πάντας εκάλεσε' και
συμφώνως δοξάζομεν το Πανάγιον Πνεύμα.
96
ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ:ΚΕΡΑΜΙΔΟΓΑΤΟΣ Ο ΜΑΝΤΟΥΜΑΝΤΑΔΟΡΟΣ
• ΕΘΝΙΚΗ ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ
• Τοιχογραφία με την οποία ο καλλιτέχνης διακόσμησε το σπίτι του,
1932
• Νωπογραφία , 336 x 646 εκ.
• Δωρεά Βασίλη και Νίκου Γουλανδρή στη μνήμη του αδελφού τους
Κωνσταντίνου Π. Γουλανδρή
ΕΘΝΙΚΗ ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ
• Προσωπογραφία Παντελή Πρεβελάκη, π. 1938 - 1939
• Αυγοτέμπερα fresco (νωπογραφία) , 19 x 14 εκ.
Μητρόπολη της Ρόδου και αλλού), ενώ έκανε και την εικονογράφηση
του Δημαρχείου Αθηνών.
• ΕΘΝΙΚΗ ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ
• Η Ελλάδα των τριών κόσμων, 1923
• Λάδι σε μουσαμά , 31,5 x 43 εκ.
***
109
Αυτός ο Ανατολίτης που έζησε στο Παρίσι για αρκετό καιρό, που
γνώρισε προσωπικά μάλιστα τον Ροντέν, όπως αναφέρει σε κάποιο
γραφτό του, ούτε ξιπάστηκε από τη λαμπερή επιφάνεια της μοντέρνας
παριζιάνικης ζωής, ούτε θαμπώθηκε από την εκεί επανάσταση της
τέχνης. Ίσως μόνο μια έμμεση επίδραση να δέχθηκε, δηλαδή τη στροφή
προς το μεσαιωνικό παρελθόν. Πιστότατος στη μορφοπλαστική
παράδοση της τέχνης της Ελλάδος, ζήτησε να βρή την άμεση ανανέωση
στην τέχνη του τόπου του κι όχι στον τόπο της φιλοξενίας του.
***
Ο Κοντογλου όμως υπήρξε πρώτα απ’όλα αγιογράφος. Ζωγράφος της
λειτουργικής τέχνης της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ζωγράφος που είχε
συνείδηση του θεολογικού χαρακτήρα της Ζωγραφικής μέσα στο σχέδιο
της σωτηρίας του ανθρώπου. Και σ’αυτό το σημείο, νομίζω, θα πρέπει να
προσδιοριστή κυρίως η προσφορά του Κόντογλου στην εκκλησιαστική
τέχνη: στην επίγνωση της μεγάλης διακονίας της ζωγραφικής στη
λατρευτική και λειτουργική σύναξη του λαού του Θεού, του Σώματος
του Χριστού, την Εκκλησία.
Και εδώ υπάρχει ένα παράδοξο. Για πολλά χρόνια αυτός ο κήρυκας της
111
Και για τις τοιχογραφίες στις εκκλησίες δεν είναι πολύ εύκολη η
αποτίμηση και η μελέτη για διαφορετικό όμως λόγο. Ο Φ. Κόντογλου
δούλευε μαζί με τους μαθητές του και πολλές φορές είναι δύσκολη η
διάκριση στο κυρίως προσωπικό του έργο και στην εργασία των
μαθητών. Από τις παλαιότερες τοιχογραφίες είναι η εκκλησία ή
ακριβέστερα μέρος των τοιχογραφιών της εκκλησίας της Ζωοδόχου
Πηγής στο Λιόπεσι, που ιστορήθηκε από το Φ. Κόντογλου και το μαθητή
του Τερζή στα 1946. Οι στρατιωτικοί Άγιοι στα μέτωπα των ανατολικών
πεσσών του τρούλλου (Άγ. Θεόδωρος, Γεώργιος, Δημήτριος, Μερκούρης
κ.ά.) είναι από τα καλύτερα δείγματα της αγιογραφίας του Φ. Κόντογλου.
Μορφές ρωμαλέες, πλασμένες με τη βυζαντινή τεχνική, αλλά και με
έντονη την προσωπική τεχνική του Φ. Κόντογλου, ποτισμένη από τη
λαϊκή παράδοση. Οι Άγιοι εικονίζονται αληθινά σαν παλληκάρια και
πρωταθλητές της πίστεως. Στα έργα αυτά βρίσκουμε το πιο προσωπικό
-μέσα πάντα στα εκκλησιολογικά πλαίσια της Ορθόδοξης Παράδοσης-
αγιογραφικό έργο του Κόντογλου. Βάση του είναι η Κρητική Σχολή,
αλλά το χρώμα του και το σχέδιο τρέφονται από χυμούς μιας ζωντανής
και δημιουργικής, όχι αντιγραφικής μιμητικής ζωγραφικής. Όπως
112
τεχνοτροπία.
Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ,
1952.
Κερόνεφτο, 53 x 43 εκ.
Συλλογή Κωνσταντινίδη
*===================== * ========================*
115
Ο Άγιος Χριστόφορος,
1946.
Τοιχογραφία.
Ζωοδόχος Πηγή, Παιανία
*===================== * ========================*
*===================== * ========================*
Η Αγία Αικατερίνη,
1935.
Αυγοτέμπερα,
112 x 61 εκ.
Αγία Αικατερίνη, παρεκκλήσιο Ερυθρού Σταυρού
*===================== * ========================*
Η Πλατυτέρα,
1936.
Αυγοτέμπερα,
118
*===================== * ========================*
119
*===================== * ========================*
120
Η Μεταμόρφωση.
Τοιχογραφία.
Αγία Λουκία, παρεκκλήσιο οικογενείας Ζαΐμη στο Ρίο Πατρών
*===================== * ========================*
Ο Χριστός
1924.
Αραιωμένο μελάνι,
17 x 13,5 εκ.
Συλλογή Ι. Παπαδόπουλου
*===================== * ========================*
121
Μονή Γρηγορίου,
1923.
Αραιωμένο μελάνι,
20 x 27,5 εκ.
Συλλογή Ζ. Σιφναίου
*===================== * ========================*
*===================== * ========================*
*===================== * ========================*
123
Η ΠΛΑΤΥΤΕΡΑ, 1942
ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΠΝΙΚΑΡΕΑ του Φ.Κόντογλου,
*===================== * ========================*
*===================== * ========================*
124
Η ΓΕΝΝΗΣΗ, 1946
ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑ του Φ.Κόντογλου,
*===================== * ========================*
125
ΑΓΙΟΣ ΜΕΡΚΟΥΡΙΟΣ
Φ.Κόντογλου
*===================== * ========================*
*===================== * ========================*
126
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΧΡΥΣΟΧΟΟΥ
Φώτης Κόντογλου
*===================== * ========================*
127
ΚΑΘΙΣΤΗ ΓΡΙΑ
Φώτη Κόντογλου
*===================== * ========================*
ΜΑΡΙΑ
Φώτη Κόντογλου
*===================== * ========================*
*===================== * ========================*
*===================== * ========================*
*===================== * ========================*
129
*===================== * ========================*
130
*===================== * ========================*
Χριστούγεννα 1949
εξώφυλλο για το περιοδικό
Ελληνική Δημιουργία, τ. 45
*===================== * ========================*
131
Άγιος Ανδρέας
*===================== * ========================*
*===================== * ========================*
*===================== * ========================*
133
Η Αγία Θεοδότη
με τον Άγιο Κοσμά
και τον Άγιο Δαμιανό
παρεκκλήσιο των Αγίων Αναργύρων
στον Πάρνωνα Λακωνίας
*===================== * ========================*
*===================== * ========================*
Βιογραφικό Σημείωμα
134
από το
ΕΘΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΒΙΒΛΙΟΥ
Εργογραφία
I.Πεζογραφία
• Pedro Cazas. Αϊβαλί, τυπ. Αιολικός Αστήρ, 1918.
136
• Οι άγιοι Ραφαήλ και Νικόλαος• και η εικόνα του Χριστού οπού ευρέθη
εις την Καρυάν της Θέρμης (Λέσβου). Μυτιλήνη, 1961.
• Η απελπισία του θανάτου• Εις την θρησκευτικήν ζωγραφικήν της
Δύσεως και η ειρηνόχυτος και πλήρης ελπίδος ορθόδοξος εικονογραφία.
Αθήνα, 1961.
• Σημείον μέγαν, ήγουν τα θαύματα της Θέρμης. Αθήνα, Αστήρ, 1962.
• Θάλασσες, Καΐκια και καραβοκύρηδες · επιμ. Ι.Μ.Χατζηφώτης. Αθήνα,
Εστία, 1977.
• Ο Καστρολόγος · επιμ. Ι.Μ.Χατζηφώτης. Αθήνα, Εστία, 1977.
• Ευλογημένο καταφύγιο · επιμ. Π.Β.Πάσχος. Αθήνα, Ακρίτας, 1985.
• Μικρό εορταστικό. Αθήνα, Ακρίτας, 1985.
• Γίγαντες ταπεινοί · επιλογή από άρθρα για αγίους δημοσιευμένα στις
εφημερίδες. Αθήνα, Ακρίτας, 1991.
ΙΙ.Μεταφράσεις
• Λεωνίδα Ουσπένσκη, Η εικόνα· Λίγα λόγια για τη δογματική έννοιά
της· Μετάφραση Φώτη Κόντογλου. Αθήνα, Αστήρ, 1952.
• Κάρολος Τζόνσον, Οι φημισμένοι Κουρσάροι· Μετάφραση Φώτη
Κόντογλου. Αθήνα, Ζαχαρόπουλος, 1942.
ΙΙΙ. Συγκεντρωτικές εκδόσεις
• ΈργαΑ΄, Το Αϊβαλί, η πατρίδα μου. Αθήνα, Αστήρ, 1962.
• ΈργαΒ΄, Αδάμαστες ψυχές. Αθήνα, Αστήρ, 1962.
• ΈργαΓ΄, Η πονεμένη Ρωμιοσύνη. Αθήνα, Αστήρ, 1963.
• ΈργαΔ΄, Γιαβάς ο θαλασσινός. Αθήνα, Αστήρ, 1965.
• ΈργαΕ΄, Πέδρο Κάζας, Βασάντα και άλλες ιστορίες. Αθήνα, Αστήρ,
1968.
• ΈργαΣτ΄, Μυστικά άνθη. Αθήνα, Αστήρ, 1977.
• ΈργαΖ΄, Φημισμένοι άντρες και λησμονημένοι. Αθήνα, Αστήρ, 1987.
• ΈργαΗ΄, Βίος και Πολιτεία του Βλασίου Πασκάλ. Αθήνα, Αστήρ, 1976.
• ΈργαΘ΄, Ταξείδια. Αθήνα, Αστήρ, 1981.
• ΈργαΙ΄, Ο μυστικός κήπος. Αθήνα, Αστήρ, 1944.
• ΈργαΙΑ΄, Ο Αστρολάβος. Αθήνα, Αστήρ, 1935.
*===================== * ========================*
Αφιερώματα περιοδικών
• Νέα Εστία78, ετ.ΛΘ΄, 1η/8/1965, αρ.914, σ.1016-1030.
• Διαβάζω113, 27/2/1985.
• Ζυγός31, 1978.
• Αιολικά Γράμματα6, 11-12/1971, αρ.22-23.
• Κριτικά Φύλλα22-23, 4-5/1975.
• Παράδοση21-22, 5-8/1980.
• Τετράδια Ευθύνης23 (Μνημονάριον του Φώτη Κόντογλου), 1985.
====================================================
===
ΕΝΑ ΣΚΙΤΣΟ ΚΑΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ
ΑΝΤΙ ΚΕΙΜΕΝΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ
ΣΤΑΘΗ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟ
140
====================================================
===
141
Φ. ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ