The Wayback Machine - https://web.archive.org/web/20250906203304/https://www.scribd.com/doc/48952447/%CE%94%CE%99%CE%91%CE%A4%CE%91%CE%A1%CE%91%CE%9E%CE%97-%CE%A4%CE%97%CE%A3-%CE%91%CE%A3%CE%A6%CE%91%CE%9B%CE%95%CE%99%CE%91%CE%A3-%CE%A4%CE%A9%CE%9D-%CE%A3%CE%A5%CE%93%CE%9A%CE%9F%CE%99%CE%9D%CE%A9%CE%9D%CE%99%CE%A9%CE%9D
0% found this document useful (0 votes)
613 views2 pages

- ΔΙΑΤΑΡΑΞΗ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΤΩΝ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΩΝ

Copyright
© Attribution Non-Commercial (BY-NC)
We take content rights seriously. If you suspect this is your content, claim it here.
Available Formats
Download as DOCX, PDF, TXT or read online on Scribd
0% found this document useful (0 votes)
613 views2 pages

- ΔΙΑΤΑΡΑΞΗ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΤΩΝ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΩΝ

Copyright
© Attribution Non-Commercial (BY-NC)
We take content rights seriously. If you suspect this is your content, claim it here.
Available Formats
Download as DOCX, PDF, TXT or read online on Scribd
You are on page 1/ 2

Kατά το άρθρο 290 παρ.

1 ΠΚ "όποιος με πρόθεση διαταράσσει την ασφάλεια της


συγκοινωνίας στους δρόμους ή στις πλατείες τιμωρείται: α) με φυλάκιση αν από
την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, β) με κάθειρξη, αν επήλθε
θάνατος, παρ. 2. αν η πράξη τελέστηκε από αμέλεια επιβάλλεται φυλάκιση". Από
τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής
υπόστασης του αδικήματος, το οποίο έχει μορφή συγκεκριμένης διακινδύνευσης
που αφορά την οδική συγκοινωνία απαιτείται διατάραξη της ασφάλειας της
συγκοινωνίας, που γίνεται με οποιοδήποτε τρόπο κυρίως με ανθρώπινη υλική και
εμφανή ενέργεια σε κάθε μορφής οδό, από την οποία προκύπτει κίνδυνος σε
ανθρώπους. Η διατάραξη συμπεριλαμβάνει κάθε ενέργεια που δημιουργεί ανώμαλη
κατάσταση, από την οποία προκαλείται δυνατότητα κινδύνου για άνθρωπο, χωρίς
να είναι αναγκαία η επέλευση αυτού (Α.Π 2313/2004, Α.Π 1055/2005). Ειδικότερα
η έννοια της διατάραξης της ασφάλειας της συγκοινωνίας στοιχειοθετείται
κυρίως όταν η πράξη ή η παράλειψη είναι παρατεταμένη και έχει ως αποτέλεσμα
την επαύξηση του κινδύνου που ενυπάρχει σε κάθε κίνηση στους δρόμους
(Μανωλεδάκη "Ερμηνεία των όρων του ειδικού μέρους του ΠΚ", Ε. Συμεωνίδου-
Καστανίδου "Η εφαρμογή του άρθρου 290 ΠΚ στα τροχαία ατυχήματα" Ποιν. Δικ.
2004 σελ.979). ΄Ετσι διαταρακτική της συγκοινωνίας πράξη ή παράλειψη (εφόσον
συντρέχουν οι όροι του άρθρου 15 Π.Κ) είναι η υπερβολική ταχύτητα, η
επικίνδυνη οδήγηση, η κακή φόρτωση (ΑΠ 2313/2004, Μανωλεδάκη Ποιν. Δικ. 2003
σελ. 524), αρκεί ότι σε κάθε περίπτωση υπάρχει προσφορότητα να προκληθεί
δυνατότητα κινδύνου σε άνθρωπο. Η τελευταία αναγκαία προϋπόθεση (δυνατότητα
κινδύνου σε άνθρωπο) για τον αξιόποινο χαρακτήρα της πράξης καταδεικνύει ότι
προστατευόμενο από τη συγκεκριμένη διάταξη αγαθό δεν είναι η κοινή ασφάλεια
και η ασφάλεια της οδικής συγκοινωνίας αλλά η ζωή και η σωματική ακεραιότητα
αόριστου αριθμού προσώπων (Α. Ψαρούδα-Μπενάκη , Η ποινική ευθύνη εκ των
κυκλοφοριακών παραβάσεων 1965 58 επ.). Είναι δυνατόν η υπό έλεγχο πράξη να
υπάγεται σε υποχρεωτική ρυθμιστική κυκλοφοριακή κίνηση ή και αντιθέτως να μη
υπάρχει νομοθετική αναγκαία πρόβλεψη, αρκεί ότι σε κάθε περίπτωση να κρίνεται
ότι η πράξη, στη συγκεκριμένη περίπτωση, θεωρείται ως πρόσφορη και ικανή, από
την ένταση, την ποιότητα και τη μορφή να προκαλέσει κίνδυνο ανθρώπου (ΑΠ
317/2003). Για την υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος, απαιτείται δόλος
δηλαδή γνώση και θέληση για διατάραξη της ασφάλειας, με συνείδηση ότι από την
πράξη ή την παράλειψη (εφόσον συντρέχουν οι όροι του άρθρ. 15 ΠΚ) μπορεί να
προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο. Αρκεί και ενδεχόμενος δόλος. Ειδικότερα. Κατά
τη διάταξη του εδαφίου β΄του άρθρ. 27 του Π.Κ ενδεχόμενος δόλος συντρέχει
όταν ο δράστης γνωρίζει ότι από τη συμπεριφορά του ενδέχεται να παραχθεί
συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα και το αποδέχεται. Κατά τον προσδιορισμό
της μορφής αυτής υπαιτιότητας, ο Π.Κ ακολούθησε τη θεωρία της εγκληματικής
επιδοκιμασίας , σύμφωνα με την οποία προς ύπαρξη ενδεχόμενου δόλου πρέπει να
διακριβωθεί το μεν, ότι ο δράστης προέβλεψε, ως δυνατό, το εγκληματικό
αποτέλεσμα εξαιτίας της πράξης του ή της παράλειψής του, το δε, ότι το
αποδέχθηκε. Η συνδρομή όμως του στοιχείου της αποδοχής είναι ζήτημα απόδειξης
και δεν προκαθορίζεται από το βαθμό της πιθανότητας με την οποία προβλέφθηκε
το εγκληματικό αποτέλεσμα, ούτε από τη διαπίστωση ότι ο δράστης μολονότι
προείδε τούτο ως δυνατό, προχώρησε στην πράξη του ή αναδέχθηκε την παράλειψή
τους , δίχως να λάβει υπόψη του μία τέτοια προειδοποίηση, δεδομένου ότι, όπως
προαναφέρθηκε, η έννοια του δόλου είτε αμέσου είτε ενδεχομένου, συντίθεται
από το γνωστικό και το βουλητικό στοιχείο του προβλεθέντος εγκληματικού
αποτελέσματος και τα εν λόγω δύο στοιχεία είναι ισότιμα και στενά συνδεδεμένα
μεταξύ τους, οπότε δεν αρκεί μόνο η γνώση του υψηλού κινδύνου επέλευσης του
εγκληματικού αποτελέσματος από τυχόν πράξεις ή παραλείψεις του δράστη, για να
μεταβάλλει σε ενδεχόμενο δόλο μια βαριά ή ελαφρά, αδιάφορο, παραβίαση του
οικείου καθήκοντος επιμέλειας, αλλά προσαπαιτείται και η διαπίστωση, ότι ο
υπαίτιος, κατά την κρίσιμη χρονική στιγμή της πράξης ή της παράλειψής του,
δεν απώθησε από τη συνείδησή του την παράσταση του, εκ των ενεργειών αυτών,
προβλεθέντος ως δυνατόν να επέλθει, εγκληματικού αποτελέσματος και εντεύθεν
το επιδοκίμασε (ΑΠ 65/2007, ΑΠ 1101/2006 (σε Συμβούλιο), ΑΠ 1269/2006, ΑΠ
1026/2004, ΑΠ 1661/2004 (σε Συμβούλιο), ΑΠ 2032/2004). ΄Ετσι "αποδέχομαι"
τον κίνδυνο επελεύσεως του αποτελέσματος σημαίνει σταθμίζω τα υπέρ και τα
κατά με βάση τα δεδομένα στοιχεία και αποφασίζω να προβώ στην πράξη, επειδή
αυτό μου είναι σημαντικότερο από το φόβο μήπως επέλθει τελικά το αποτέλεσμα
(Α.Π 2032/2004,Α.Π 2313/2004) Η αποδοχή ειδικότερα του εγκληματικού
αποτελέσματος, αποτελεί το κυρίαρχο στοιχείο της έννοιας του ενδεχόμενου
δόλου και εννοιολογικά είναι εντελώς διαφορετική από την πεποίθηση (πίστη) ή
την ελπίδα ή ευχή αποφυγής του (μη επελεύσεώς του) η οποία πεποίθηση ή ελπίδα
ή ευχή αποτελεί κατά το άρθρο 28 του ΠΚ στοιχείο της εν συνειδήσει
(ενσυνείδητης) αμέλειας αλλά και την ειδοποιό διαφορά μεταξύ ενδεχόμενου
δόλου και της ενσυνείδητης αμέλειας, αφού η πρόβλεψη του εγκληματικού
αποτελέσματος αποτελεί κοινό και των δύο τούτων στοιχείο (ΑΠ 1101/2006 σε
Συμβούλιο). Η διάκριση του ενδεχόμενου δόλου από την ενσυνείδητη αμέλεια,
αποτελεί ένα από τα λεπτότερα και περισσότερο αμφισβητούμενα ζητήματα τόσο
της νομολογίας (κυρίως τα τελευταία χρόνια) όσο και της ποινικής θεωρίας,
είναι δε εξαιρετικά δυσχερής η διάγνωση της συνδρομής ή μη, σε κάθε
συγκεκριμένη περίπτωση, του βουλητικού στοιχείου για τη στοιχειοθέτηση ή μη
του ενδεχόμενου δόλου. Χρήσιμα κριτήρια (ενδείκτες) για τη διάγνωση του
βουλητικού στοιχείου του δράστη είναι α) το ποσοστό επικινδυνότητας, και β)
η εμμονή του δράστη στην κινδυνώδη δράση και μάλιστα από ιδιοτελείς σκοπούς.
Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε αν από την διατάραξη της ασφάλειας της
συγκοινωνίας επήλθε θάνατος από αμέλεια του δράστη η πράξη χαρακτηρίζεται ως
κακούργημα και επιβάλλεται κάθειρξη (άρθρ. 290 παρ. 1β και 29 ΠΚ). Η διάκριση
(ενδεχόμενου)δόλου βλάβης του εννόμου αγαθού και (ενδεχόμενου) δόλου
διακινδύνευσης αυτού είναι νοητή. Δηλαδή είναι δυνατόν ο δράστης να
αποδέχεται το ενδεχόμενο κινδύνου για το έννομο αγαθό της ανθρώπινης ζωής ή
της σωματικής ακεραιότητας (επί εγκλημάτων δυνητικής διακινδύνευσης) και να
μην αποδέχεται αυτή καθ` εαυτή την βλάβη του εννόμου αγαθού. Τούτο είναι
νοητό υπό την έννοια ότι το αντικείμενο της αποδοχής σε καθένα από τα
εγκλήματα "διακινδύνευσης" και "βλάβης" είναι διαφορετικό, αφού στον μεν
έγκλημα διακινδύνευσης με ενδεχόμενο δόλο ο δράστης αποδέχεται τη δυνατότητα
κινδύνου και όχι τη βλάβη του εννόμου αγαθού ενώ στο έγκλημα βλάβης
αποδέχεται τη βλάβη αυτού (ΑΠ 2313/2004, Συμεωνίδου - Καστανίδου "Η εφαρμογή
του άρθρ. 290 ΠΚ στα Τροχαία ατυχήματα" Ποιαν. Δικά. 2004 σελ. 979).

You might also like