
ΕΚΘΕΣΗ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΕΤΟΣ 2009
ΕΚΘΕΣΗ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΕΤΟΣ 2009
ΕΚΘΕΣΗ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΕΤΟΣ 2009
ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ
ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ
ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
ΕΤΗΣΙΑ
ΕΚΘΕΣΗ
2009
ΑΘΗΝΑ 2010
ΕΘΝΙΚΟ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009
ΑΘΗΝΑ 2010
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ
ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ ............................................................................................................................................. 9
4
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
5
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
6
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
7
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ
ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
Πρόεδρος της Αρχής είναι ο Χρίστος Γεραρής, Επίτιμος Πρόεδρος του ΣτΕ, με
αναπληρωτή του τον Χρήστο Παληοκώστα, Επίτιμο Αρεοπαγίτη.
Τακτικά και αναπληρωματικά μέλη είναι:
Ανδρέας Πομπόρτσης, Καθηγητής Πανεπιστημίου, με αναπληρώτριά του τη Γραμ-
ματή Πάντζιου, Καθηγήτρια ΤΕΙ.
10
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η Αρχή, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 20 του ιδρυτικού της νόμου 2472/1997,
εξυπηρετείται από Γραμματεία, η οποία λειτουργεί σε επίπεδο Διευθύνσεως και
αποτελείται από τρία (3) Τμήματα: 1. Το Τμήμα Ελεγκτών, 2. Το Τμήμα Επικοινωνίας,
3. Το Τμήμα Διοικητικών και Οικονομικών Υποθέσεων.
1. Τμήμα Ελεγκτών
Έχει αρμοδιότητες καθοριστικού χαρακτήρα για την εκπλήρωση της αποστολής
της Αρχής. Ενδεικτικά στο Τμήμα αυτό ανήκει η διενέργεια διοικητικών ελέγχων σε
κάθε αρχείο, η προπαρασκευή της έκδοσης κανονιστικών πράξεων για τη ρύθμιση
ειδικών, τεχνικών και λεπτομερειακών θεμάτων που εντάσσονται στο νομοθετικό
πλαίσιο της προστασίας του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού
χαρακτήρα, η προπαρασκευή για την έκδοση οδηγιών με σκοπό την ενιαία εφαρμο-
γή της προστατευτικής νομοθεσίας για το άτομο, η εξέταση προσφυγών και καταγγε-
λιών, η σύνταξη εισηγήσεων και η έκδοση των σχετικών αποφάσεων. Ακόμη, το Τμή-
μα Ελεγκτών αφιερώνει σημαντικό χρόνο στην εξέταση αιτήσεων και τη διαδικασία
χορήγησης αδειών τήρησης και επεξεργασίας αρχείων προσωπικών δεδομένων.
Επίσης, οι Ελεγκτές υποβοηθούν κατηγορίες υπευθύνων επεξεργασίας στην κατάρ-
τιση κωδίκων δεοντολογίας και υποστηρίζουν την ενημέρωσή τους σε θέματα προ-
στασίας προσωπικών δεδομένων με εισηγήσεις σε συνέδρια και ημερίδες. Εκπρο-
σωπούν δε την Αρχή σε όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς επίσης και σε διε-
θνείς ομάδες εργασίας και συνέδρια. Στις αρμοδιότητες του Τμήματος, υπάγεται η
προετοιμασία φακέλων, η εκπόνηση μελετών, η υποβολή εισηγήσεων και η εν γένει
συνδρομή της Αρχής κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της. Το Τμήμα στελεχώνε-
ται από ειδικούς επιστήμονες του κλάδου των επιστημών Νομικής και Πληροφορικής
και οι οργανικές του θέσεις ανέρχονται σε είκοσι επτά (27).
Τον Σεπτέμβριο 2009 ολοκληρώθηκε η πρόσληψη και η ανάληψη καθηκόντων
τεσσάρων (4) Ελεγκτών, εκ των οποίων τρεις είναι Νομικοί και ένας Πληροφορι-
κός. Κατόπιν αυτών των τελευταίων διορισμών, πληρώθηκαν πλέον όλες οι οργα-
νικές θέσεις του Τμήματος με τον αριθμό των υπηρετούντων Νομικών Ελεγκτών να
ανέρχεται στους δέκα έξι (16), και των υπηρετούντων Πληροφορικών Ελεγκτών
στους ένδεκα (11), συμπεριλαμβανομένου του Διευθυντού της Γραμματείας της Αρ-
χής, ο οποίος σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία προέρχεται υποχρεωτικά από το
Τμήμα Ελεγκτών.
11
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
Κατά το μεγαλύτερο μέρος του έτους 2009, τέσσερις (4) Ελεγκτές απουσίαζαν
σε ειδική άδεια λοχείας και ανατροφής τέκνων και τρεις (3) Ελεγκτές υπηρετούσαν
με απόσπαση σε άλλες υπηρεσίες, κυρίως σε όργανα της ΕΕ. Το Τμήμα Ελεγκτών
υποστηρίχτηκε και από μία (1) εκπαιδευόμενη από τον ΟΑΕΔ.
Η Αρχή σε μια προσπάθεια συστηματικότερης εξέτασης των υποθέσεων, καλύ-
τερης αξιοποίησης των ειδικών γνώσεων των Ελεγκτών και αναβάθμισης της ποιό-
τητας του ελεγκτικού της έργου προέβη στην έκδοση της υπ. αριθμ. 6297/18.11.2008
Απόφασης, με την οποία το Τμήμα Ελεγκτών λειτουργεί ατύπως σε τέσσερα (4)
γραφεία, με τα ακόλουθα θεματικά αντικείμενα:
Α΄ γραφείο: Δημόσια Διοίκηση, Εθνική Άμυνα, Διωκτικές Αρχές και Δημόσια Τάξη,
Αυτοδιοίκηση, Κρατική Δράση γενικά.
Β΄ γραφείο: Υγεία, Κοινωνική και Ιδιωτική Ασφάλιση, Εργασιακές Σχέσεις, Ηλε-
κτρονικές Επικοινωνίες (εκτός των ανεπιθυμήτων), Μ.Μ.Ε.
Γ΄ γραφείο: Ιδιωτική Οικονομία, Χρηματοπιστωτικά.
Δ΄ γραφείο: Έλεγχος πληροφοριακών και τηλεπικοινωνιακών συστημάτων, κλει-
στά κυκλώματα τηλεόρασης, ανεπιθύμητες ηλεκτρονικές επικοινωνίες, παρακο-
λούθηση και εκπόνηση μελετών στα αντικείμενα των τεχνολογιών πληροφορικής
και τηλεπικοινωνιών και της ασφάλειας δεδομένων, συμβολή στην ανάπτυξη των
υπολογιστικών και επικοινωνιακών συστημάτων της Αρχής.
Σε κάθε γραφείο ένας ελεγκτής ασκεί καθήκοντα συντονιστή και οι εργασίες του
γραφείου τελούν υπό την εποπτεία μέλους της Αρχής.
2. Τμήμα Επικοινωνίας
Το Τμήμα Επικοινωνίας στελεχώνεται από εξειδικευμένο επιστημονικό προσω-
πικό του κλάδου της Επικοινωνίας, της Μετάφρασης, και των Κοινωνικών Επιστη-
μών. Στις αρμοδιότητές του, ανήκει η υποβολή εισηγήσεων και η εν γένει συνδρο-
μή της Αρχής στην άσκηση της επικοινωνιακής πολιτικής της, η μέριμνα των δημο-
σίων σχέσεων και της επικοινωνίας της με άλλες δημόσιες υπηρεσίες και οργανι-
σμούς, με ιδιώτες και με υπηρεσίες του εξωτερικού, συμπεριλαμβανομένων των
αρμοδίων οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και η διοργάνωση ενημερωτι-
κών και επιστημονικών ημερίδων και συνεδρίων για θέματα σχετικά με το αντικεί-
μενο της Αρχής. Επίσης, στις αρμοδιότητες του Τμήματος υπάγεται η κατάρτιση
ενημερωτικών φυλλαδίων, καταχωρίσεων στον Τύπο καθώς και ραδιοφωνικών και
τηλεοπτικών μηνυμάτων για την Αρχή, τις αρμοδιότητες και το έργο της, η μετάφρα-
ση κειμένων, η παρακολούθηση των ΜΜΕ για θέματα επεξεργασίας δεδομένων
προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και η τήρηση της βιβλιοθήκης της Αρχής.
Αν και οι οργανικές θέσεις του Τμήματος είναι έξι (6), υπηρετούν ενεργά μόνον
δύο (2), διότι δύο (2) υπάλληλοι απουσιάζουν σε ειδική άδεια λοχείας και ανατρο-
φής τέκνων και άλλοι δύο (2) υπηρετούν με απόσπαση εκτός Αρχής. Οι υπηρετού-
ντες επικουρούνται από δύο (2) εκπαιδευομένους του ΟΑΕΔ και από μία μόνιμη
υπάλληλο ΔΕ Διοικητικού-Λογιστικού του Διοικητικού-Οικονομικού Τμήματος της
Γραμματείας της Αρχής στην οποία ανατέθηκε από τον Πρόεδρο της Αρχής τον
Οκτώβριο 2009 παράλληλη απασχόληση με τα καθήκοντά της στο Διοικητικό-
Οικονομικό Τμήμα και στο Τμήμα Επικοινωνίας.
3. Το Τμήμα Διοικητικών και Οικονομικών Υποθέσεων.
Το Τμήμα Διοικητικών και Οικονομικών Υποθέσεων αποτελείται από προσωπικό
με εξειδικευμένες γνώσεις Δημόσιας Διοίκησης και Οικονομικών Επιστημών. Οι
υπάλληλοι του Τμήματος είναι επιφορτισμένοι με τη γραμματειακή υποστήριξη του
Προέδρου και των Μελών, την ηλεκτρονική τήρηση του πρωτοκόλλου, την τήρηση
12
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΕΙΣΑΓΩΓΗ
13
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
τέστη δυνατή η αύξηση του επιστημονικού προσωπικού της Αρχής ούτε μειώθηκε ο
όγκος των εισερχομένων υποθέσεων και των λοιπών κατά νόμο δραστηριοτήτων
της Αρχής.
Στις 13 Μαΐου 2009 υποβλήθηκε από την Αρχή πρόταση, σύμφωνα με το άρθρο
2 παρ. 5 του Ν. 3051/2002, προς τους Υπουργούς Εσωτερικών και Οικονομικών για
διπλασιασμό σταδιακά σε μια τριετία των οργανικών θέσεων του προσωπικού της.
Η πρόταση έτυχε της σύμφωνης γνώμης του Υπουργού Εσωτερικών και μετά την
κυβερνητική μεταβολή υιοθετήθηκε και από τον Υπουργό Εσωτερικών της παρού-
σης Κυβέρνησης. Στις 15 Ιανουαρίου 2010, η πρόταση επανυποβλήθηκε αναπρο-
σαρμοσμένη ως προς τις ημερομηνίες συστάσεως των θέσεων ώστε να μην προ-
καλείται οικονομική επιβάρυνση του προϋπολογισμού του έτους 2010. Έκτοτε, πα-
ραμένει εκκρεμής στο Υπουργείο Οικονομικών. Η αύξηση του επιστημονικού προ-
σωπικού της Αρχής είναι ζωτικής σημασίας για τη λειτουργία της και πρέπει να
πραγματοποιηθεί το ταχύτερο δυνατόν, μόλις οι συνθήκες το επιτρέψουν.
Το 2009, η Αρχή επικέντρωσε την άσκηση των ελεγκτικών της αρμοδιοτήτων
κυρίως στην εξέταση υποθέσεων γενικότερου ενδιαφέροντος. Συγκεκριμένα, η
Αρχή γνωμοδότησε α) επί σχεδίου διάταξης που προέβλεπε τη λειτουργία συσκευ-
ών λήψης εικόνας και ήχου σε δημόσιους χώρους, β) επί σχεδίου διάταξης που
προέβλεπε την τροποποίηση του άρθρου 200Α του ΚΠΔ για την ανάλυση DNA και
τη δημιουργία αρχείου γενετικών αποτυπωμάτων και γ) αναφορικά με τις έννομες
συνέπειες εισαγγελικής παραγγελίας για τη χορήγηση δημοσίων εγγράφων. Επί-
σης, εξέδωσε αποφάσεις σε μια σειρά σημαντικών ζητημάτων και ειδικότερα για τη
χρήση βιομετρικών στοιχείων, την εγκατάσταση και λειτουργία κλειστού κυκλώμα-
τος τηλεόρασης σε παιδικές χαρές, τις διαδικτυακές υπηρεσίες εικονικής περιήγη-
σης σε δρόμους πόλεων, τους όρους νομιμότητας της ανάρτησης σε διαδικτυακή
πύλη στοιχείων από δημόσια προσβάσιμες πηγές, τη νομιμότητα συλλογής και
εμπορίας στοιχείων ηλεκτρονικής επικοινωνίας από ιστοσελίδες και επαγγελματι-
κές ενώσεις χωρίς τη συγκατάθεση των συνδρομητών, τη μετάδοση εικόνας σε
πραγματικό χρόνο από ειδησεογραφικό διαδικτυακό τόπο, τις εργασιακές σχέσεις
και την άντληση στοιχείων από ασφαλιστικούς οργανισμούς, την πρόσβαση του κα-
ταγγέλλοντος πειθαρχικό παράπτωμα υπαλλήλου στην ένορκη διοικητική εξέταση,
τη χορήγηση ευαίσθητων δεδομένων για δικαστική χρήση, τη συλλογή στοιχείων
εν ζωή αντιστασιακών 1941-45 για ιστορική έρευνα, την πρόσβαση σε δημόσια έγ-
γραφα, τον χρηματοπιστωτικό τομέα και την ιδιωτική οικονομία.
Στην προσπάθεια βελτίωσης της αποτελεσματικότητάς της, ήδη από το 2008, η
Αρχή προχώρησε στην ίδρυση Τμήματος με την τροποποίηση του εσωτερικού κα-
νονισμού της, το οποίο λειτουργεί παράλληλα με την Ολομέλεια. Επίσης, το επιστη-
μονικό προσωπικό της Αρχής κατανεμήθηκε ατύπως σε τέσσερα γραφεία, τα οποία
χειρίζονται συγκεκριμένα θεματικά αντικείμενα. Ωστόσο, τα οργανωτικά αυτά μέ-
τρα, αν και συμβάλλουν στην ποιοτική βελτίωση του έργου της Αρχής σε ό,τι αφο-
ρά την εξέταση προσφυγών, καταγγελιών και ερωτημάτων, δεν πρόκειται να επιλύ-
σουν το πρόβλημα της επίκαιρης ανταπόκρισης στον όγκο των εισερχομένων υπο-
θέσεων και της συστηματικής ανάπτυξης προληπτικού έργου.
Αναγνωρίζοντας την αναγκαιότητα επαναξιολόγησης της πορείας και των προ-
τεραιοτήτων της προκειμένου να καταστεί αποτελεσματικότερη στην εκπλήρωση
της αποστολής της, η Αρχή αποφάσισε να θέσει ως στόχο για το έτος 2010 την προ-
ληπτική δράση, η οποία θα περιορίσει την ενασχόλησή της με τις ατομικές περιπτώ-
σεις. Ήδη έχει ξεκινήσει από το προηγούμενο έτος η προσπάθεια για την έκδοση
14
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΕΙΣΑΓΩΓΗ
αποφάσεων-πιλότων και για τον αυτεπάγγελτο έλεγχο επιχειρήσεων του ιδίου κλά-
δου, που αποτελούν μορφές προληπτικής δράσης. Κυρίως όμως απαιτείται η έκδο-
ση νέων ή η αναθεώρηση υφιστάμενων Οδηγιών. Τέσσερα σχέδια Οδηγιών βρί-
σκονται στο στάδιο της καταρτίσεως ή επεξεργασίας και αφορούν τους ακόλου-
θους τομείς: α) την πολιτική επικοινωνία, ιδίως με το εκλογικό σώμα, β) την παροχή
συγκατάθεσης με ηλεκτρονικά μέσα, γ) την πρόσβαση πολιτών σε έγγραφα του
δημόσιου και ιδιωτικού τομέα για χρήση ενώπιον διοικητικών και δικαστικών αρχών
και δ) τα κλειστά κυκλώματα τηλεόρασης σε κτίρια και στεγασμένους χώρους. Πε-
ραιτέρω, μελετάται η κατάρτιση οδηγιών ή συστάσεων και σε άλλους τομείς, πλην
όμως για ορισμένους πρέπει να προηγηθεί έλεγχος για να διαπιστωθεί η υφιστάμε-
νη πραγματική κατάσταση. Ακόμη δρομολογείται διαβούλευση με την Τράπεζα Ελ-
λάδος και την Ένωση Ελληνικών Τραπεζών για τη χρήση προσωπικών δεδομένων
κατά τη διενέργεια τραπεζικών εργασιών. Τέλος, η Αρχή προτίθεται να προσφέρει
την αρωγή της για την κατάρτιση κωδίκων δεοντολογίας σε σημαντικούς από την
οπτική της προστασίας δεδομένων τομείς, όπως στον τομέα της διαδραστικής δια-
φήμισης, δηλαδή της διαφήμισης που γίνεται μέσω ιστοσελίδας.
Πάντως, το κρίσιμο πρόβλημα της αδυναμίας της Αρχής τόσο για την άμεση
ανταπόκριση στα πολυάριθμα αιτήματα των πολιτών και των υπευθύνων επεξεργα-
σίας όσο και για την ικανοποιητική άσκηση των ρυθμιστικών αρμοδιοτήτων της δεν
πρόκειται να επιλυθεί, εφόσον παραμένουν αμετάβλητοι οι δύο παράμετροι της αύ-
ξησης των υποθέσεων ατομικού χαρακτήρα και του ανεπαρκούς αριθμού των ορ-
γανικών θέσεων. Λαμβάνοντας υπόψη τις τρέχουσες δημοσιονομικές συνθήκες
που δεν φαίνεται να επιτρέπουν την αναγκαία αύξηση του επιστημονικού προσωπι-
κού της Αρχής, η μόνη ρεαλιστική λύση για την κατά το δυνατόν αποτελεσματική
εκπλήρωση της αποστολής της είναι η μετατόπιση του κυρίου βάρους του έργου
της Αρχής, κατά τα επόμενα έτη, στην προληπτική προστασία και ο περιορισμός
στην επιλεκτική εξέταση ατομικών παραπόνων και ερωτημάτων με κριτήρια τον
βαθμό επίπτωσης που έχουν στην προστασία των προσωπικών δεδομένων και τον
αριθμό των υποκειμένων που αφορούν.
Όπως αναφέρθηκε και στην ετήσια έκθεση του έτους 2008, υπάρχουν σοβαρές
ανισότητες ως προς το υπηρεσιακό καθεστώς και τις αποδοχές του επιστημονικού
δυναμικού της Αρχής σε σύγκριση με το αντίστοιχο προσωπικό άλλων αρχών.
Οι ανισότητες αυτές καλλιεργούν δυσμενές εργασιακό κλίμα και επιτείνουν το
πρόβλημα της ελλιπούς στελέχωσης. Ο βασικός λόγος της μισθολογικής διαφορο-
ποίησης είναι η ένταξη των ελεγκτών της Αρχής στην κατηγορία ΠΕ και όχι στην
κατηγορία του ειδικού επιστημονικού προσωπικού παρόλο που τα απαιτούμενα για
τις θέσεις ελεγκτών της Αρχής προσόντα είναι τα ίδια ή και υψηλότερα αυτών που
προβλέπονται για το ειδικό επιστημονικό προσωπικό άλλων αρχών. Συνολικά, από
άποψη αποδοχών, οι υπάλληλοι του τμήματος Ελεγκτών (επιστημονικό δυναμικό)
της Αρχής υπολείπονται αυτών του επιστημονικού προσωπικού άλλων αρχών, σε
ποσοστό περίπου 25%. Είναι πρόδηλο ότι πρέπει να θεσπιστεί ενιαία μισθολογική
μεταχείριση για το προσωπικό τουλάχιστον των πέντε συνταγματικώς κατοχυρωμέ-
νων ανεξάρτητων αρχών.
Ο ιδρυτικός νόμος της Αρχής πρέπει να τροποποιηθεί, τόσο σε θέματα οργάνω-
σης και διαδικασίας όσο και ουσιαστικών διατάξεων, με στόχο την αποτελεσματικό-
τερη εκπλήρωση της αποστολής της. Ενδεικτικώς αναφέρονται η σαφέστερη κατα-
νομή αρμοδιοτήτων μεταξύ του συλλογικού οργάνου, του Προέδρου και της Γραμμα-
τείας, η ανασυγκρότηση της Αρχής από απόψεως ιδιοτήτων των μελών και καθεστώ-
15
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
16
2. ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΑ
ΣΤΟΙΧΕΙΑ
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
Εισερχόµενα Έγγραφα
Προσφυγές/Ερωτήµατα/Αιτήσεις 2318
Γνωστοποιήσεις Τήρησης Αρχείων 864
Απόρρητα Εισερχόµενα 70
Λοιπά Εισερχόµενα 3747
Λοιπά Απόρρητα Εισερχόµενα 151
Σύνολο 7150
32,42%
12,08 %
2,11 %
0,98%
52,41 %
18
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
Τρόπος υποβολής
Ταχυδροµείο 836
Courier 281
Συστηµένα 714
Ιδιοχείρως 1920
∆ικτυακή πύλη 635
E-mail 1475
FAX 1289
Σύνολο 7150
11,69 %
9,99%
8,88%
18,03 %
3,93%
20,63 % 26,85%
Προσφυγές/Καταγγελίες 781
Ερωτήµατα 1347
Αιτήσεις καταχώρισης σε λίστα άρθρου 13 260
Σύνολο 2388
Παρατηρήσεις:
1. Στο παραπάνω σύνολο Προσφυγών/Καταγγελιών προσµετρώνται
και οι απόρρητες προσφυγές/καταγγελίες.
2. Ο αριθµός των εισερχοµένων κατά κατηγορία εγγράφων δεν συµπίπτει
µε τον αριθµό των υποθέσεων που εµφαίνονται στους επόµενους πίνακες,
διότι ορισµένα έγγραφα αφορούν την ίδια υπόθεση.
32,71 %
10,89%
56,41 %
19
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
9,97% 8,69%
6,55%
9,97% 3,7%
1,71 %
1,71 %
1,57 %
1,14 %
0,43%
0,14 %
21,94 %
32,48%
20
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
23,19 %
22,1%
21
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
10,92 % 3,01 %
2,36%
0,96%
0,66%
0,52%
11,23 %
22,98%
16,16 %
22
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
3,89%
8,77%
2,71 %
2,44%
0,9%
0,9%
0,36%
18,08 %
34,72%
23
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
18,09%
35,17 %
24
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
2,92%
1,72 %
1,09 %
0,92%
10,03%
26,13 %
17,48 %
25
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
12000 7000
5896
9963 6000
10000
5053
5000 4762
8000 7609
7150
6706 4000 3680 3719
6416
3142 3039 3050
6000 2838
4930 3000
4494
3804
4000 3369 2000
1000 583
2000 1229
0
0 2000 2001 2002 2003 2004 2005 2006 2007 2008 2009
2000 2001 2002 2003 2004 2005 2006 2007 2008 2009
423
400 400
285 281
233 236
0 0
1999 2000 2001 2002 2003 2004 2005 2006 2007 2008 2009 1999 2000 2001 2002 2003 2004 2005 2006 2007 2008 2009
Παρατήρηση: Από το 2008, τα στατιστικά στοιχεία των προσφυγών/καταγγελιών και ερωτηµάτων αντλούνται
από το νέο Πληροφοριακό Σύστηµα της Αρχής το οποίο επιτρέπει την καταχώριση των εισερχοµένων
εγγράφων κατά υποθέσεις.
140 1600
1400
120
100 1200 1095
100 91
83 81 905
1000
80 72 69
68 65
63 800 719
663
60
600 469
40
22 400
260
20
200
13
0 0
1999 2000 2001 2002 2003 2004 2005 2006 2007 2008 2009 2002 2003 2004 2005 2006 2007 2008 2009
26
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
18,89 % 4,44%
3,33%
2,22 %
2,22 %
2,22 %
1,11 %
1,11 %
1,11 %
1,11 %
1,11 %
1,11 %
1,11 %
58,89 %
27
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
Γνωστοποιήσεις 1999-2009
90000
77240
80000
70000 65000
50000
20000
12000
5000
2500
990 892 837
1000 238 283 415 202 251 560
0
1999 2000 2001 2002 2003 2004 2005 2006 2007 2008 2009
12,07 %
6,9%
3,45%
1,72 %
13,79 %
21,55 %
19,83 %
28
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
11,49 % 4,6%
1,15 %
1,15 %
1,15 %
1,15 %
1,15 %
17,24 %
34,48%
29
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
350
300
250
200
150
100
50
2000 2001 2002 2003 2004 2005 2006 2007 2008 2009
30
3. ΤΟΜΕΙΣ
ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
Κατά το έτος 2009 και στο πλαίσιο της γνωμοδοτικής της αρμοδιότητας (άρθρο
19 παρ. 1 στοιχ. θ΄ του Ν. 2472/1997), η Αρχή κλήθηκε να γνωμοδοτήσει επί σχεδί-
ων διατάξεων που προέβλεπαν την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτή-
ρα από τις διωκτικές αρχές για λόγους ενίσχυσης της δημόσιας ασφάλειας και δι-
ευκόλυνσης/εκσυγχρονισμού του έργου των διωκτικών αρχών. Συγκεκριμένα, τέ-
θηκαν υπόψη της Αρχής: α) σχέδιο διάταξης που προέβλεπε τη λειτουργία καμε-
ρών εικόνας και ήχου σε δημόσιους χώρους για τη διαφύλαξη της ασφάλειας του
κράτους, της άμυνας, της δημόσιας ασφάλειας και ιδίως για την προστασία προσώ-
πων και πραγμάτων καθώς και για τη διαχείριση της κυκλοφορίας, β) σχέδιο διάτα-
ξης που προέβλεπε την τροποποίηση του άρθρου 200Α του ΚΠολΔ και αφορούσε
την ανάλυση DNA και στη δημιουργία αρχείου γενετικών αποτυπωμάτων.
Και οι δύο παραπάνω διατάξεις στο μέτρο που προβλέπουν την επεξεργασία προ-
σωπικών δεδομένων (βιντεσκόπηση δημόσιων χώρων, ανάλυση γενετικού υλικού-
δημιουργία αρχείου γενετικών αποτυπωμάτων) από δημόσιες αρχές, συνιστούν πε-
ριορισμούς του δικαιώματος της πληροφοριακής αυτοδιάθεσης, που κατοχυρώνεται
πλέον συνταγματικά στο άρθρο 9Α του Συντάγματος, αλλά και επεμβάσεις στην ιδι-
ωτική ζωή των προσώπων, η προστασία της οποίας κατοχυρώνεται στο άρθρο 8 της
Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής και ΕΣΔΑ). Για τον
λόγο αυτό, έπρεπε να διερευνηθεί εάν τα σχέδια διατάξεων ήταν σύμφωνα με το
Σύνταγμα και συμβατά με την ΕΣΔΑ. Προκειμένου η Αρχή να προβεί στον παραπάνω
έλεγχο, έλαβε υπόψη της τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (στο εξής
και ΣτΕ) για τους περιορισμούς των ατομικών δικαιωμάτων, τη νομολογία του Ευρω-
παϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής και ΕΔΔΑ) για τα
ποιοτικά χαρακτηριστικά της νομοθετικής διάταξης που προβλέπει επέμβαση στην
ιδιωτική ζωή, ώστε η επέμβαση αυτή να θεωρείται σύμφωνη με το άρθρο 8 παρ. 2 της
ΕΣΔΑ, καθώς και τις αντίστοιχες διατάξεις (για τη βιντεοεπιτήρηση δημόσιων χώρων,
την ανάλυση γενετικού υλικού – τη δημιουργία αρχείου γενετικών αποτυπωμάτων)
άλλων ευρωπαϊκών κρατών, όπως της Αυστρίας, της Γερμανίας και της Γαλλίας.
Α. Στην πρώτη περίπτωση, της εγκατάστασης και λειτουργίας κλειστών κυκλωμά-
των τηλεόρασης σε δημόσιους χώρους, το σχέδιο διάταξης επί του οποίου εκδόθη-
κε η Γνωμοδότηση 1/2009 της Αρχής είχε την παρακάτω διατύπωση: «Οι διατάξεις
του παρόντος νόμου (Ν. 2472/1997) δεν εφαρμόζονται στην επεξεργασία δεδομέ-
νων, η οποία πραγματοποιείται: ...γ) από δημόσια αρχή με τη λειτουργία ειδικών τε-
χνικών μέσων καταγραφής ήχου ή εικόνας σε δημόσιους χώρους για τη διαφύλαξη
της ασφάλειας του κράτους, της άμυνας, της δημόσιας ασφάλειας, για την οποία
είναι αρμόδια, και ιδίως για την προστασία προσώπων και πραγμάτων καθώς και για
τη διαχείριση της κυκλοφορίας. Το υλικό που συλλέγεται από τα ανωτέρω μέσα,
εφόσον δεν εμπίπτει στην περίπτωση β΄, τηρείται για χρονικό διάστημα επτά (7)
ημερών, μετά το πέρας των οποίων καταστρέφεται με πράξη του αρμόδιου εισαγγε-
λέα. Η παράβαση των διατάξεων του προηγούμενου εδαφίου τιμωρείται με φυλάκι-
ση τουλάχιστον ενός (1) έτους, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλη διάταξη».
Η Αρχή με τη Γνωμοδότησή της δέχθηκε ότι η συνεχής βιντεοεπιτήρηση, με κα-
ταγραφή ήχου ή και εικόνας από δημόσιους χώρους, μεγάλου αριθμού προσώπων,
τα οποία δεν επιδεικνύουν παραβατική συμπεριφορά, συνιστά έντονη προσβολή
32
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΤΟΜΕΙΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ
33
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
νας. Η αναφορά γενικώς στη «δημόσια αρχή που είναι αρμόδια», δεν είναι
επαρκής για τη προστασία των ατόμων σε περίπτωση παραβίασης της ρύθμι-
σης και δημιουργεί κίνδυνο σύγκρουσης αρμοδιοτήτων μεταξύ διαφόρων δι-
οικητικών αρχών.
6. Δεν προβλέπεται έκδοση προηγούμενης διοικητικής πράξης για την εγκατά-
σταση των εικονοληπτών σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, ώστε να εξασφαλί-
ζεται αποτελεσματικός δικαστικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου.
7. Η τροπολογία προβλέπει μόνο τον χρόνο τήρησης των συλλεγέντων δεδομέ-
νων (επτά ημέρες) και τη διαδικασία καταστροφής τους, ενώ δεν περιέχει
ρυθμίσεις για τη συλλογή, αποθήκευση, χρήση και διαβίβαση των δεδομέ-
νων. Η έλλειψη αυτή προκαλεί ζητήματα επάρκειας της ρύθμισης από απόψε-
ως σεβασμού της νομολογίας του ΕΔΔΑ για τα ποιοτικά χαρακτηριστικά που
οφείλει να έχει μία νομοθετική διάταξη, η οποία ενέχει προσβολή του προ-
στατευομένου από το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής.
8. Δεν προβλέπονται οργανωτικά και τεχνικά μέτρα για την ασφάλεια των συλ-
λεγομένων και αποθηκευμένων προσωπικών δεδομένων.
9. Η αφαίρεση από την ελεγκτική αρμοδιότητα της Αρχής ενός μεγάλου και ευ-
αίσθητου τομέα κρατικής δράσης, προσβάλλει τον πυρήνα του άρθρου 9Α Σ
και μπορεί να υποστηριχθεί ότι δεν είναι συμβατή με το άρθρο 8 παρ. 2 της
ΕΣΔΑ. Ειδικότερα:
• Η συνταγματική κατοχύρωση του δικαιώματος της πληροφοριακής αυτοδι-
άθεσης ως αυτοτελούς δικαιώματος έλαβε χώρα προκειμένου να εξασφα-
λισθεί πληρέστερη προστασία της ιδιωτικότητας μέσω, μεταξύ άλλων, της
σύστασης ανεξάρτητης αρχής, εξοπλισμένης με την κατάλληλη τεχνογνω-
σία για την αντιμετώπιση των συνεχώς εξελισσόμενων τεχνολογιών της
πληροφορικής. Κατά συνέπεια, η ρήτρα της επιφύλαξης υπέρ του νόμου,
που προβλέπεται στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 9Α Σ, αφορά την οργά-
νωση και λειτουργία της ανεξάρτητης αρχής για την αποτελεσματικότερη
εκπλήρωση της αποστολής της, ενώ η ευχέρεια του κοινού νομοθέτη δεν
εξικνείται μέχρι την ολοσχερή αφαίρεση από την εποπτεία της ενός ευρέ-
ος πεδίου της κρατικής δράσης.
• Η ερμηνεία αυτή συμπορεύεται και με τη νομολογία του ΕΔΔΑ, το οποίο
καθόσον αφορά τον αστυνομικό τομέα, αξιοποιεί πάντοτε ως ερμηνευτικό
εργαλείο τη Σύσταση (87) 15 του Συμβουλίου της Ευρώπης «για τη ρύθμι-
ση της χρήσης προσωπικών δεδομένων στον αστυνομικό τομέα». Εκεί
προβλέπεται ρητώς η υποχρέωση των συμβαλλόμενων κρατών να υπαγά-
γουν στην εποπτεία ανεξάρτητης αρχής την επεξεργασία προσωπικών δε-
δομένων που διενεργείται στον αστυνομικό τομέα.
• Η αφαίρεση της εποπτείας της Αρχής δεν καθιστά δυνατή τη συμμόρφωση
της χώρας με τις υποχρεώσεις που προβλέπει η Συνθήκη για την Ευρωπα-
ϊκή Ένωση, ειδικότερα στον τομέα της αστυνομικής και δικαστικής συνερ-
γασίας σε ποινικές υποθέσεις, καθώς για την ανταλλαγή προσωπικών δε-
δομένων μεταξύ των διωκτικών αρχών απαραίτητη είναι η εξασφάλιση του
επιπέδου προστασίας που προβλέπεται στην Απόφαση-Πλαίσιο 2008/977/
ΔΕΥ του Συμβουλίου της 27.11.2008 για την προστασία των προσωπικών
δεδομένων στον τρίτο πυλώνα. Η τελευταία προβλέπει ως υποχρεωτική
την εποπτεία των σχετικών επεξεργασιών και αρχείων από τις εθνικές αρ-
χές προστασίας προσωπικών δεδομένων.
34
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΤΟΜΕΙΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ
Β. Στη δεύτερη περίπτωση, της ανάλυσης γενετικού υλικού και της δημιουργίας
αρχείου γενετικών αποτυπωμάτων, το σχέδιο διάταξης επί του οποίου η Αρχή εξέ-
δωσε τη Γνωμοδότηση 2/2009 τροποποιούσε το άρθρο 200Α του ΚΠολΔ. Η κωδι-
κοποιημένη μορφή του εν λόγω άρθρου είχε ως εξής (με πλάγια γραμματοσειρά
σημειώνονται οι τροποποιήσεις): «1. Όταν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι ένα
πρόσωπο έχει τελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα που τιμωρείται με ποινή φυλάκι-
σης τουλάχιστον τριών μηνών, οι διωκτικές αρχές λαμβάνουν υποχρεωτικά γενετι-
κό υλικό για την ανάλυση του DNA προς το σκοπό της διαπίστωσης της ταυτότητας
του δράστη του εγκλήματος αυτού. Η ανάλυση περιορίζεται αποκλειστικά στα δεδο-
μένα που είναι απολύτως αναγκαία για τη διαπίστωση αυτή και διεξάγεται σε κρα-
τικό ή πανεπιστημιακό εργαστήριο. Την ανάλυση του DNA του κατηγορουμένου δι-
καιούται να ζητήσει ο ίδιος για την υπεράσπισή του.
2. Αν η κατά την προηγούμενη παράγραφο ανάλυση αποβεί θετική, το πόρισμά της
κοινοποιείται στο πρόσωπο από το οποίο προέρχεται το γενετικό υλικό, που έχει δι-
καίωμα να ζητήσει επανάληψη της ανάλυσης. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται
αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 204 έως 208. Το δικαίωμα επανάληψης της
ανάλυσης έχει και ο ανακριτής ή ο εισαγγελέας σε κάθε περίπτωση. Αν η ανάλυση
αποβεί αρνητική, το γενετικό υλικό και τα γενετικά αποτυπώματα καταστρέφονται
αμέσως, ενώ αν η ανάλυση αποβεί θετική το μεν γενετικό υλικό καταστρέφεται
αμέσως, τα δε γενετικά αποτυπώματα του προσώπου, στο οποίο αποδίδεται η πρά-
ξη, τηρούνται σε ειδικό αρχείο που συνιστάται και λειτουργεί στη Διεύθυνση Εγκλη-
ματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας. Τα στοιχεία αυτά
τηρούνται για την αξιοποίηση στη διερεύνηση και εξιχνίαση άλλων εγκλημάτων και
καταστρέφονται σε κάθε περίπτωση μετά το θάνατο του προσώπου που αφορούν.
Η λειτουργία του αρχείου εποπτεύεται από αντεισαγγελέα ή εισαγγελέα εφετών, ο
οποίος ορίζεται με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου, κατά τις κείμε-
νες διατάξεις, με θητεία δύο ετών.
3. Η κατά την παράγραφο 2 καταστροφή του γενετικού υλικού και των γενετικών
αποτυπωμάτων γίνεται παρουσία του δικαστικού λειτουργού που εποπτεύει το αρ-
χείο. Στην καταστροφή καλείται να παραστεί με συνήγορο και τεχνικό σύμβουλο το
πρόσωπο από το οποίο λήφθηκε το γενετικό υλικό».
Η Αρχή κατά πρώτον επανέλαβε τη διαπίστωσή της ότι τα γενετικά αποτυπώμα-
τα, τα οποία προέρχονται από τη (γενετική) ανάλυση του μη πυρηνικού τμήματος
του DNA, και αναφέρονται στην ταυτότητα, το φύλο, τη συγγένεια σε ευθεία γενε-
τική γραμμή και τη φυλετική προέλευση του ατόμου το οποίο αφορούν, αποτελούν
προσωπικά δεδομένα, αφού προσδιορίζουν αμέσως ή εμμέσως συγκεκριμένο άτο-
μο από άποψη φυσική ή βιολογική. Στο μέτρο μάλιστα που από αυτά αποκαλύπτεται
και η φυλετική προέλευση του ατόμου, αποτελούν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα
Το ίδιο θα μπορούσε να ισχύσει και για το γενετικό υλικό, το οποίο περιέχει το σύ-
νολο της γενετικής πληροφορίας (όχι μόνο δηλαδή το γενετικό αποτύπωμα αλλά
ολόκληρο τον γενετικό κώδικα του ανθρώπου, συμπεριλαμβανομένων των πληρο-
φοριών σχετικά με την υγεία του), ιδίως όταν αυτό αποθηκεύεται για μακρό χρονι-
κό διάστημα, λαμβάνοντας υπόψη και τις τεχνολογικές εξελίξεις.
Η επεξεργασία γενετικών αποτυπωμάτων και η δημιουργία σχετικού αρχείου για
την εξιχνίαση αξιόποινων πράξεων συνιστά περιορισμό του δικαιώματος της πλη-
ροφοριακής αυτοδιάθεσης (άρθρο 9Α Σ) και επέμβαση στην ιδιωτική ζωή (άρθρο
8 της ΕΣΔΑ) για έναν καταρχήν νόμιμο σκοπό, όπως δέχεται η νομολογία του
ΕΔΔΑ. Θα πρέπει, ωστόσο, να πληρούνται συγκεκριμένες, αυστηρές προϋποθέσεις
35
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
36
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΤΟΜΕΙΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ
λογία, ενώ για τη μελλοντική εξιχνίαση εγκλημάτων τήρηση στη βάση δεδο-
μένων των γενετικών αποτυπωμάτων μόνο όσων κατηγορούνται για εγκλή-
ματα ιδιαίτερης βαρύτητας (για παράδειγμα κακουργήματα) ή/και για εγκλή-
ματα τα οποία στρέφονται κατά συγκεκριμένων έννομων αγαθών (για παρά-
δειγμα κατά της γενετήσιας ελευθερίας σε βαθμό πλημμελήματος).
3. Για την αποφυγή της δυνατότητας εκ πλαγίου διεύρυνσης του καταλόγου των
αξιόποινων πράξεων, θα πρέπει να αποτυπωθεί στην τροπολογία ότι η αποθή-
κευση του γενετικού αποτυπώματος επιτρέπεται μόνο για τη μελλοντική εξι-
χνίαση άλλων εγκλημάτων από αυτά που προβλέπονται στην παρ. 1.
4. Η τήρηση των γενετικών αποτυπωμάτων προβλέπεται για απεριόριστο χρονικό
διάστημα (θάνατος του υπόπτου) χωρίς να γίνεται διάκριση ανάμεσα σε κατα-
δικασθέντες και αθωωθέντες, σε ενήλικες και ανηλίκους. Η γενικότητα της
ρύθμισης προσκρούει στην αρχή της αναλογικότητας. Θα πρέπει, συνεπώς, να
υπάρξει ειδικότερη ρύθμιση των προαναφερθεισών περιπτώσεων, ως εξής:
• διαγραφή από το αρχείο γενετικών αποτυπωμάτων των προσώπων που αθω-
ώθηκαν αμετάκλητα για οποιονδήποτε λόγο,
• τήρηση των γενετικών αποτυπωμάτων των προσώπων που καταδικάσθηκαν
αμετάκλητα για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα μετά την έκτιση της ποινής,
• μη τήρηση των γενετικών αποτυπωμάτων ανηλίκων έως 13 ετών στους οποί-
ους επιβάλλονται μόνον αναμορφωτικά και θεραπευτικά μέτρα, και
• τήρηση των γενετικών αποτυπωμάτων ανηλίκων άνω των 13 ετών που καταδι-
κάστηκαν αμετάκλητα για μικρότερο χρονικό διάστημα από ό,τι στην περίπτω-
ση ενήλικων καταδικασθέντων.
5. Οι προϋποθέσεις τήρησης των αταυτοποίητων γενετικών αποτυπωμάτων, κα-
θώς και αυτά δεν είναι αδιάφορα από τη σκοπιά της προστασίας των προσω-
πικών δεδομένων, θα πρέπει να ρυθμισθούν θετικώς, ώστε να μη χρησιμοποι-
ούνται για την εξιχνίαση άλλων εγκλημάτων πέραν όσων προβλέπονται στην
τροπολογία. Ο χρόνος τήρησής τους προτείνεται να συμπίπτει με τον χρόνο
παραγραφής του εγκλήματος, στο πλαίσιο του οποίου συλλέχθηκαν.
6. Σε τυπικό νόμο ή προεδρικό διάταγμα, σχετικό με τις αρμοδιότητες και την
οργάνωση της Ελληνικής Αστυνομίας, θα πρέπει να προβλεφθούν τουλάχι-
στον και τα ακόλουθα ως προς το αρχείο των γενετικών αποτυπωμάτων: α) ο
σκοπός της διαβίβασης και της επιγραμμικής (on-line) πρόσβασης των γενε-
τικών αποτυπωμάτων, ο οποίος θα πρέπει να συμπίπτει με τον σκοπό, για τον
οποίο επιτρέπεται η αρχική αποθήκευσή τους, β) οι δημόσιες αρχές που
έχουν πρόσβαση στο αρχείο ή προς τις οποίες επιτρέπεται η διαβίβαση, γ) τα
δικαιώματα πρόσβασης και αντίρρησης των υποκειμένων των δεδομένων,
συμπεριλαμβανομένης της υποχρέωσης ενημέρωσης που υπέχει ο υπεύθυ-
νος επεξεργασίας ότι τηρείται το σχετικό αρχείο και ότι τα αποτυπώματα του
συγκεκριμένου προσώπου θα αποθηκευθούν στο εν λόγω αρχείο, δ) οι δια-
δικασίες διαγραφής και κλειδώματος των δεδομένων, όταν αυτά δεν διαγρά-
φονται, ε) τα κατάλληλα μέτρα φυσικής και λογικής ασφάλειας του αρχείου,
ώστε να αποτρέπεται η μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση, η τροποποίηση και δι-
αβίβαση των δεδομένων και να ελέγχεται κάθε επέμβαση σε αυτά.
7. Η τροπολογία καταργεί το δικαστικό συμβούλιο και ως εκ τούτου υποβαθμίζει
τη λήψη και ανάλυση του γενετικού υλικού σε απλή ανακριτική πράξη. Επειδή,
όμως, η λήψη γενετικού υλικού συνιστά ιδιαίτερα έντονη επέμβαση και προϋ-
ποθέτει την εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών πρέπει να προβλεφθεί
37
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
3.1.2 Έλεγχος του εθνικού τμήματος του Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν και
του Εθνικού Καταλόγου Ανεπιθύμητων Αλλοδαπών
Η Συμφωνία Σένγκεν του 1985 και η Σύμβαση Εφαρμογής της Συμφωνίας Σέν-
γκεν (στο εξής και ΣΕΣΣ), η οποία τέθηκε σε εφαρμογή το 1995, οδήγησαν στην κα-
τάργηση των ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα των κρατών που την είχαν υπογρά-
ψει, καθώς και στη δημιουργία ενιαίων εξωτερικών συνόρων, στα οποία οι έλεγχοι
εισόδου στον «χώρο Σένγκεν» πραγματοποιούνται με βάση τις ίδιες διαδικασίες.
Με την ίδια Σύμβαση καθιερώθηκαν κοινοί κανόνες για την έκδοση θεωρήσεων,
την παροχή ασύλου και τον έλεγχο στα εξωτερικά σύνορα, ώστε να είναι εφικτή η
ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων στο εσωτερικό του «χώρου Σένγκεν», χωρίς
παράλληλα να διαταράσσεται η δημόσια ασφάλεια. Το σημαντικότερο από τα απο-
καλούμενα «αντισταθμιστικά» μέτρα στην ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων
αποτελεί η δημιουργία και λειτουργία ενός κοινού συστήματος πληροφοριών, του
Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν (Schengen Information System – SIS, στο εξής
και ΣΠΣ), το οποίο δημιουργήθηκε στο πλαίσιο της βελτίωσης της συνεργασίας με-
ταξύ των αστυνομικών και δικαστικών αρχών. Το ΣΠΣ είναι μία βάση δεδομένων
που επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές των κρατών Σένγκεν την ανταλλαγή δεδομένων
αναφορικά με ορισμένες κατηγορίες προσώπων και πραγμάτων. Ειδικότερα, στο
ΣΠΣ καταχωρίζονται πληροφορίες σχετικά με πρόσωπα που καταζητούνται από τις
δικαστικές αρχές, με ανεπιθύμητους αλλοδαπούς, με πρόσωπα που έχουν εξαφα-
νισθεί καθώς και με σκοπό τη διακριτική παρακολούθηση προσώπων. Ως εγγύηση
των δικαιωμάτων των πολιτών, η ΣΕΣΣ προβλέπει, μεταξύ άλλων, τη λειτουργία
μιας ανεξάρτητης Αρχής Ελέγχου σε κάθε συμβαλλόμενο κράτος, η οποία είναι
αρμόδια να εξετάζει, αν από την επεξεργασία θίγονται τα δικαιώματα των ενδιαφε-
ρομένων προσώπων. Στην Ελλάδα, η αρμοδιότητα αυτή έχει ανατεθεί στην Αρχή
Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων.
Παράλληλα, με βάση τη νομοθεσία για την είσοδο και παραμονή αλλοδαπών
στην Ελλάδα, τηρείται και ο Εθνικός Κατάλογος Ανεπιθύμητων Αλλοδαπών (στο
38
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΤΟΜΕΙΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ
εξής και ΕΚΑΝΑ). Τα κριτήρια και η διαδικασία εγγραφής και διαγραφής αλλοδα-
πών από τον κατάλογο αυτό καθορίζονται με κοινή υπουργική απόφαση και είναι
ευρύτερα από τα αντίστοιχα του Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν. Αυτό πρακτι-
κά σημαίνει ότι ένας αλλοδαπός ο οποίος έχει καταχωρισθεί στον ΕΚΑΝΑ, δεν εί-
ναι απαραίτητα καταχωρισμένος και στο ΣΠΣ. Η Αρχή είναι αρμόδια να ελέγχει και
τη νομιμότητα των καταχωρίσεων στον ΕΚΑΝΑ.
Το 2009, η Αρχή εξέτασε σε σχηματισμό Τμήματος δεκατέσσερις προσφυγές
αλλοδαπών για τη διαγραφή τους από το ΣΠΣ και τον ΕΚΑΝΑ. Το σύνολο των προ-
σφυγών έγινε δεκτό και με αντίστοιχες αποφάσεις της Αρχής διατάχθηκε η διαγρα-
φή των αλλοδαπών από τα παραπάνω συστήματα. Σε οκτώ περιπτώσεις (Αποφάσεις
6/2009, 7/2009, 17/2009, 27/2009, 29/2009, 30/2009, 36/ 2009 και 48/2009), η
Αρχή έκρινε ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 96 της ΣΕΣΣ για την
καταχώριση των αλλοδαπών στο ΣΠΣ. Ειδικότερα, έκρινε ότι η ανάκληση της ελλη-
νικής ιθαγένειας λόγω υπόνοιας χρήσης πλαστών δικαιολογητικών, ενώ δεν έχει
ακολουθήσει καταδίκη του αλλοδαπού για κάποια αξιόποινη πράξη, δεν συνιστά νό-
μιμο λόγο εγγραφής του στο Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν και στον ΕΚΑΝΑ, κα-
θώς σε αυτήν την περίπτωση η παρουσία του συγκεκριμένου αλλοδαπού στην ελλη-
νική επικράτεια δεν συνιστά απειλή για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια ή την εθνική
ασφάλεια. Σε τέσσερις περιπτώσεις (Αποφάσεις 5/2009, 18/2009, 19/2009 και
25/2009), η Αρχή έκρινε ότι διαγράφονται αυτοδίκαια από τον ΕΚΑΝΑ (και κατά
συνεκδοχή και από το ΣΠΣ, αφού η καταχώριση στο τελευταίο προϋποθέτει μία εθνι-
κή καταχώριση) οι αλλοδαποί σε βάρος των οποίων είχε επιβληθεί το μέτρο της δι-
καστικής απέλασης, στην περίπτωση που οι ίδιοι έλαβαν στη συνέχεια άδεια παρα-
μονής βάσει της νομοθεσίας που αφορά στην είσοδο και παραμονή αλλοδαπών
στην Ελλάδα (άρθρα 66 παρ. 9 του Ν. 2910/2001 και 91 παρ. 11 του Ν. 3386/2005).
Τέλος, σε δύο περιπτώσεις (Αποφάσεις 11/2009 και 22/2009), η Αρχή διέταξε τη δι-
αγραφή των προσφευγόντων από το ΣΠΣ και τον ΕΚΑΝΑ, καθώς διαπίστωσε ότι η
αναγκαιότητα διατήρησης της καταχώρισης δεν είχε επανεξεταστεί μετά την πάρο-
δο τριετίας από την αρχική καταχώριση με την έκδοση αιτιολογημένης απόφασης με
αποτέλεσμα να υφίσταται παραβίαση του άρθρου 112 της ΣΕΣΣ.
39
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
Η Αρχή ερμηνεύοντας τις κρίσιμες διατάξεις (άρθρο 5 του Ν. 2472/1997 και άρ-
θρο 5 ΚΔΔιαδ.), έχει κρίνει με σειρά γνωμοδοτικών της εγγράφων ότι η επεξεργα-
σία προσωπικών δεδομένων (όπως είναι και η ανακοίνωση δεδομένων κάποιου
προσώπου σε τρίτους μέσω της πρόσβασης στα δημόσια έγγραφα) επιτρέπεται και
χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων (του προσώπου δηλαδή το
οποίο αφορούν τα δεδομένα), εάν είναι αναγκαία για την εκπλήρωση υποχρεώσε-
ως του υπευθύνου επεξεργασίας, η οποία επιβάλλεται από τον νόμο. Τέτοια υπο-
χρέωση του υπευθύνου επεξεργασίας η Αρχή θεωρεί ότι προβλέπεται από τις δια-
τάξεις του άρθρου 5 ΚΔΔιαδ. για το δικαίωμα (και αντίστοιχη αξίωση) πρόσβασης
στα δημόσια έγγραφα («διοικητικά» κατά το άρθρο 5 παρ. 1 και «ιδιωτικά» που φυ-
λάσσονται από δημόσιες αρχές κατά το άρθρο 5 παρ. 2), όταν τα έγγραφα αυτά
δεν αναφέρονται στην ιδιωτική ή οικογενειακή ζωή τρίτου και δεν παραβλάπτεται
απόρρητο προβλεπόμενο από ειδικές διατάξεις (άρθρο 5 παρ. 3). Ως διοικητικά έγ-
γραφα θεωρεί, μάλιστα, λαμβάνοντας υπόψη τη νομολογία του Συμβουλίου της
Επικρατείας και του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, και όσα έγγραφα δεν προ-
έρχονται μεν από δημόσιες υπηρεσίες, αλλά χρησιμοποιήθηκαν ή ελήφθησαν υπό-
ψη για τον καθορισμό της διοικητικής δράσης ή τη διαμόρφωση γνώμης ή κρίσης
διοικητικού οργάνου.
Ερμηνεύοντας ειδικότερα τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 ΚΔΔιαδ., η οποία επι-
διώκει να ρυθμίσει τη σχέση ανάμεσα στην πρόσβαση στα δημόσια έγγραφα και
την προστασία των προσωπικών δεδομένων προβλέποντας ότι «το κατά τις προη-
γούμενες παραγράφους δικαίωμα δεν υφίσταται στις περιπτώσεις που το έγγραφο
αφορά την ιδιωτική ή οικογενειακή ζωή τρίτου ή αν παραβλάπτεται απόρρητο το
οποίο προβλέπεται από ειδικές διατάξεις», έχει κρίνει ότι η έννοια της «ιδιωτικής ή
οικογενειακής ζωής» δεν ταυτίζεται αλλά είναι στενότερη της έννοιας των προσω-
πικών δεδομένων, αντιπαρατάσσεται στη «δημόσια ζωή» και αφορά μια γενικά πα-
ραδεκτή, σύμφωνα με τις κοινωνικές αντιλήψεις, «σφαίρα του απορρήτου» του ατό-
μου. Δέχεται, συγκεκριμένα, λαμβάνοντας υπόψη και τη νομολογία του Πρωτοδι-
κείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λι-
σαβόνας - Γενικό Δικαστήριο) και ειδικά την απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2007
στην υπόθεση Τ-194/04, Bavarian Lager κατά Επιτροπής, ότι όλα τα προσωπικά δε-
δομένα δεν είναι ικανά εκ της φύσεως τους να θίξουν την ιδιωτική ζωή κάποιου
προσώπου, ενώ ως δυνάμενα να επιφέρουν τέτοιο αποτέλεσμα θα πρέπει να αντι-
μετωπίζονται κυρίως τα ευαίσθητα δεδομένα, όπως εκείνα που σχετίζονται με τη
φυλετική ή εθνική προέλευση, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, τα
σχετικά με την υγεία και τη σεξουαλική ζωή ενός προσώπου δεδομένα. Η επεξερ-
γασία των ευαίσθητων δεδομένων, εξάλλου, είναι νόμιμη μόνο υπό τις αυστηρότε-
ρες προϋποθέσεις του άρθρου 7 του Ν. 2472/1997, το οποίο προβλέπει την έκδο-
σης προηγούμενης άδειας της Αρχής.
Με βάση τις παραπάνω σκέψεις και με την προϋπόθεση ότι ο αιτών επικαλείται
και αποδεικνύει τη συνδρομή στο πρόσωπό του εύλογου ενδιαφέροντος (όπως
απαιτεί η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 ΚΔΔιαδ.), η Αρχή γνωμοδότησε προς τις
δημόσιες αρχές ότι επιτρέπεται η πρόσβαση του αιτούντος σε δημόσια έγγραφα,
που περιέχουν προσωπικά δεδομένα (όχι ευαίσθητα) τρίτων προσώπων, στις παρα-
κάτω ενδεικτικά αναφερόμενες περιπτώσεις:
1. Επιτρέπεται η πρόσβαση τρίτου στα δικαιολογητικά έγγραφα που κατέθεσε το
υποκείμενο των δεδομένων στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, βάσει των
οποίων εκδόθηκε παραχωρητήριο συμβόλαιο, με το σκεπτικό ότι τα έγγραφα
40
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΤΟΜΕΙΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ
αυτά μολονότι δεν έχουν συνταχθεί από δημόσια υπηρεσία, εμπίπτουν στην έν-
νοια των διοικητικών εγγράφων, λόγω του ότι ελήφθησαν υπόψη προκειμένου
να εκδοθεί το παραχωρητήριο, και επιπλέον δεν σχετίζονται με την ιδιωτική ή
οικογενειακή ζωή κάποιου προσώπου (εκτός από τα πιστοποιητικά οικογενεια-
κής κατάστασης).
2. Επιτρέπεται η πρόσβαση στους κτηματολογικούς πίνακες, εφόσον αυτοί συ-
ντάσσονται από τους δήμους και ως εκ τούτου αποτελούν δημόσια έγγραφα.
Εξάλλου, τα προσωπικά δεδομένα, που περιλαμβάνονται σε αυτούς δεν σχετίζο-
νται με την ιδιωτική ή οικογενειακή ζωή κάποιου προσώπου.
3. Επιτρέπεται η παροχή πληροφοριών από τους δήμους σε δημότες σχετικά με
αμοιβές και αποζημιώσεις του Δημάρχου και κατηγοριών υπαλλήλων των δή-
μων, καθώς οι πληροφορίες αυτές προκύπτουν από διοικητικά έγγραφα και δεν
αφορούν την ιδιωτική ή οικογενειακή ζωή τρίτων προσώπων αλλά τη δημόσια
παρουσία και δράση τους.
4. Επιτρέπεται η χορήγηση από τη Διοίκηση σε τρίτο αντιγράφων της άδειας
ίδρυσης και λειτουργίας καταστήματος, καθώς και της έκθεσης αυτοψίας αυθαί-
ρετης κατασκευής, καθώς πρόκειται για διοικητικά έγγραφα που δεν σχετίζο-
νται με την ιδιωτική ή οικογενειακή ζωή κάποιου προσώπου.
5. Επιτρέπεται η χορήγηση από το Σώμα Επιθεωρητών Ελεγκτών Δημόσιας Διοί-
κησης αντιγράφου της έκθεσης επιθεώρησης ελέγχου σε τρίτο, βάσει καταγγε-
λίας του οποίου κινήθηκε ο συγκεκριμένος έλεγχος, καθώς δεν προβλέπεται
κάποιου είδους απόρρητο για την έκθεση που συντάσσει το συγκεκριμένο Σώμα.
Στην περίπτωση, αντίθετα, που στα δημόσια έγγραφα περιέχονται προσωπικά
δεδομένα τρίτων προσώπων τα οποία σχετίζονται με την ιδιωτική ή οικογενειακή
τους ζωή (χωρίς να είναι ευαίσθητα δεδομένα) εφαρμόζεται η διάταξη του άρ-
θρου 5 παρ. 2 στοιχ. ε΄ του Ν. 2472/1997, σύμφωνα με την οποία επιτρέπεται η
χορήγησή τους σε τρίτο χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων,
όταν η χορήγηση τους είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου
συμφέροντος που επιδιώκει ο τρίτος και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφα-
νώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται
τα δεδομένα, και ταυτόχρονα δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών.
Σχετική είναι η Απόφαση της Αρχής 13/2009, η οποία κατόπιν καταγγελίας δημό-
τη ότι ο συγκεκριμένος δήμος αρνείται να του χορηγήσει στοιχεία του αρχείου
του, έκρινε ότι ο δήμος, ως υπεύθυνος επεξεργασίας, δεν κωλύεται βάσει της
προαναφερθείσας διάταξης του Ν. 2472/1997 να χορηγήσει στον αιτούντα τα ζη-
τηθέντα προσωπικά δεδομένα, για τον σκοπό της αναγνώρισης, άσκησης ή υπε-
ράσπισης των νομίμων δικαιωμάτων του ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων ή
διοικητικών αρχών.
Σκόπιμο κρίνεται, επίσης, να διευκρινιστεί ότι στην περίπτωση που ο αιτών ζητά
πρόσβαση σε δημόσια έγγραφα, τα οποία περιέχουν προσωπικά δεδομένα μόνο
του ιδίου, το δικαίωμα πρόσβασης είναι αδιαμφισβήτητο και απόλυτο (βάσει του
άρθρου 12 του Ν. 2472/1997). Σε αυτήν την περίπτωση, μάλιστα, η Αρχή έχει κρίνει,
λαμβάνοντας υπόψη και τη σχετική νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, ότι
δεν μπορεί να αντιταχθεί στον αιτούντα-υποκείμενο των δεδομένων απόρρητο
προβλεπόμενο σε ειδική διάταξη (όπως είναι για παράδειγμα το απόρρητο των
πρακτικών της Διυπουργικής Επιτροπής Συντονισμού Ολυμπιακής Προστασίας) και
ως εκ τούτου το δικαίωμα πρόσβασης του υποκειμένου των δεδομένων δεν μπορεί
σε καμία περίπτωση να περιοριστεί.
41
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
42
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΤΟΜΕΙΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ
προς αυτά τρίτος (άρθρο 2 περ. θ’ του Ν. 2472/1997) και κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η
χορήγησή τους σε αυτόν χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων,
όταν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 2 στοιχ. ε΄ του Ν. 2472/1997, το
έννομο συμφέρον του τρίτου υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερό-
ντων του προσώπου στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα, και ταυτόχρονα δεν θίγο-
νται οι θεμελιώδεις ελευθερίες του. Η Αρχή στα έγγραφά της παγίως επισημαίνει ότι
στην περίπτωση που η δικογραφία της ΕΔΕ περιέχει και ευαίσθητα προσωπικά δεδο-
μένα (όπως για παράδειγμα, δεδομένα υγείας ή δεδομένα σχετικά με ποινικές διώ-
ξεις ή καταδίκες), η χορήγηση των περιεχομένων σε αυτή εγγράφων επιτρέπεται υπό
τις αυστηρότερες προϋποθέσεις του άρθρου 7 παρ. 2 στοιχ. γ΄ του Ν. 2472/1997 και
μόνο ύστερα από άδεια της Αρχής.
Γ. Τέλος, η Αρχή με τη Γνωμοδότηση 3/2009 επιχείρησε να επιλύσει το μεγάλης
πρακτικής σημασίας ζήτημα των εννόμων συνεπειών της εισαγγελικής παραγγελί-
ας (άρθρο 25 παρ. 4 εδ. β’ του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων) για τη χορήγηση
δημοσίων εγγράφων που περιέχουν προσωπικά δεδομένα. Αναγνωρίζοντας την εν
μέρει δικαιολογημένη (λόγω της παράλληλης ισχύος διαφορετικών ρυθμίσεων) δι-
στακτικότητα της Δημόσιας Διοίκησης να διαχειριστεί αιτήματα πρόσβασης σε δη-
μόσια έγγραφα που συνοδεύονται από εισαγγελικές παραγγελίες οι οποίες επιτάσ-
σουν τη χορήγησή τους και λαμβάνοντας υπόψη τις γνωμοδοτήσεις διαφόρων δη-
μοσίων οργάνων (των εισαγγελικών αρχών, του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους
και άλλων ανεξάρτητων αρχών) ως προς τη φύση, τη δεσμευτικότητα και το περιε-
χόμενο της εισαγγελικής παραγγελίας, επιχείρησε να παρουσιάσει μια ολοκληρω-
μένη αντιμετώπιση του ζητήματος. Η Αρχή, προκρίνοντας την άποψη περί σωρευτι-
κής εφαρμογής των διατάξεων για την έκδοση εισαγγελικής παραγγελίας (άρθρο
25 παρ. 4 εδ. β’ του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων), για την πρόσβαση στα δη-
μόσια έγγραφα (άρθρο 5 ΚΔΔιαδ.) και για την προστασία προσωπικών δεδομένων
(Ν. 2472/1997) και λαμβάνοντας υπόψη τα ζητήματα συνταγματικότητας που ανα-
κύπτουν από την αδυναμία δικαστικής προσβολής της εισαγγελικής παραγγελίας,
δέχθηκε τα εξής:
1. Η εισαγγελική παραγγελία είναι δεσμευτική για τη Διοίκηση μόνο όταν ο Ει-
σαγγελέας ζητά την παροχή στοιχείων στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του
που προκύπτουν από τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (για παράδειγμα κατά
το στάδιο προκαταρκτικής εξέτασης, προανάκρισης ή κύριας ανάκρισης).
Στην περίπτωση αυτή, οι διατάξεις του ΚΠΔ ως ειδικότερες κατισχύουν του Ν.
2472/1997, και η νομιμότητα αναζήτησης και χορήγησης των στοιχείων κρίνε-
ται με βάση αυτές.
2. Αντίθετα, η μόνη σύμφωνη με το Σύνταγμα ερμηνεία της δεσμευτικότητας της
εισαγγελικής παραγγελίας για τη χορήγηση δημοσίων εγγράφων είναι ότι
αυτή αποτελεί επιτακτική εντολή προς τη Διοίκηση για τη διερεύνηση του αιτή-
ματος. Κατά συνέπεια, η εισαγγελική παραγγελία υποχρεώνει τη διοίκηση σε
σαφή και αιτιολογημένη (θετική ή αρνητική) απάντηση προς τον αιτούντα (έκ-
δοση δηλαδή εκτελεστής πράξης), μετά από έρευνα της υπόθεσης. Αν η διοί-
κηση παραλείψει να εκδώσει ρητή πράξη εντός εικοσαημέρου από τη λήψη
της εισαγγελικής παραγγελίας, στοιχειοθετείται παράλειψη οφειλομένης νό-
μιμης ενέργειας προσβαλλόμενη με αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Συμβουλί-
ου της Επικρατείας. Η αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή, ότι ο δεσμευτικός χαρα-
κτήρας της εισαγγελικής παραγγελίας συνεπάγεται την υποχρεωτική χορήγη-
ση των εγγράφων από τη Διοίκηση προκαλεί έλλειμμα δικαστικής προστασίας.
43
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
Πολλές από τις υποθέσεις που απασχόλησαν την Αρχή αφορούν αιτήματα υπη-
ρεσιών του ευρύτερου δημόσιου τομέα για πρόσβαση σε στοιχεία και δη προσω-
πικά δεδομένα που τηρούνται σε άλλες δημόσιες υπηρεσίες. Στις περιπτώσεις αυ-
τές, η Αρχή εξετάζει αφενός την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 4 και αφε-
τέρου του άρθρου 5 για την επεξεργασία των απλών προσωπικών δεδομένων, και
του άρθρου 7 για την επεξεργασία των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων. Ειδι-
κότερα, ελέγχει εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την κατ’ εξαίρεση επεξεργα-
σία των δεδομένων χωρίς τη συγκατάθεση των υποκειμένων των δεδομένων αυ-
τών και κατ’ επέκταση εάν οι υπηρεσίες δύνανται να διαβιβάσουν τα στοιχεία αυτά
νομίμως. Σε συναφές ερώτημα του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων σχετικά
με τη διαβίβαση στοιχείων από το αρχείο των ασφαλισμένων του στον ΟΠΕΚΕΠΕ,
η Αρχή έκρινε ότι επειδή ο ΟΠΕΚΕΠΕ έχει ειδική εκ του νόμου αρμοδιότητα στο
πλαίσιο της κοινής αγροτικής πολιτικής να προβαίνει σε διασταυρωτικούς ελέγ-
χους για τον υπολογισμό και τη διαχείριση δικαιωμάτων ενιαίας ενίσχυσης, η δια-
βίβαση των αιτούμενων στοιχείων, εφόσον πρόκειται για απλά προσωπικά δεδο-
μένα, νομιμοποιείται βάσει των διατάξεων (του άρθρου 5 παρ. 2 στοιχ. β’) του Ν.
2472/1997 ως αναγκαία επεξεργασία επιβαλλόμενη εκ του νόμου. Επιπροσθέτως,
θα μπορούσε η νομιμότητα της εν λόγω επεξεργασίας, εφόσον η τήρηση και δια-
σταύρωση των στοιχείων αυτών είναι αναγκαία για την εκτέλεση έργου δημόσιου
συμφέροντος και έχει ανατεθεί με διάταξη νόμου στον τρίτο στον οποίο γνωστο-
ποιούνται τα δεδομένα, να θεμελιωθεί στη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 στοιχ. δ’
του Ν. 2472/1997.
44
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΤΟΜΕΙΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ
45
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
46
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΤΟΜΕΙΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ
47
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
δομένα για την σκοπούμενη επεξεργασία της παροχής εξουσιοδότησης για τη δια-
χείριση διαβαθμισμένου υλικού υπερβαίνει τις θεμελιώδεις αρχές της αναγκαιότη-
τας και προσφορότητας και συνεπώς δεν είναι επιτρεπτή. Βάσει δε, των ίδιων αρ-
χών του σκοπού, η Αρχή έκρινε πως η τήρηση του αρχείου αυτού επιτρέπεται για
όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η εξουσιοδότηση, εκτός και αν προβλέπεται μεγα-
λύτερο χρονικό διάστημα αποθήκευσης των δεδομένων από ειδική διάταξη νόμου
(Απόφαση 34/2009).
3.3. ΥΓΕΙΑ
48
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΤΟΜΕΙΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ
Μέρος της δραστηριότητας της Αρχής αφορά την έκδοση αδειών για τη χρήση
και χορήγηση ευαίσθητων δεδομένων (όπως είναι τα δεδομένα υγείας) για την
αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου σύμφωνα με
το άρθρο 7 παρ. 2 περ. γ΄ του Ν. 2472/1997. Άλλωστε, και σύμφωνα με τις διατάξεις
των άρθρων 5 παρ. 3, 13 παρ. 3 και 14 παρ. 1 και 9 του Ν. 3418/2005 (Κώδικας Ιατρι-
κής Δεοντολογίας) δεν απαγορεύεται η χορήγηση δεδομένων υγείας σε τρίτο πρό-
σωπο που έχει έννομο συμφέρον, ειδικότερα για τον σκοπό που ορίζει το άρθρο 7
παρ. 2 περ. γ΄ του Ν. 2472/1997. Οι διατάξεις του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας
αφενός δεν καθιερώνουν απόλυτη προστασία του ιατρικού απορρήτου και αφετέ-
ρου επιφυλάσσουν όσον αφορά την επεξεργασία ιατρικών δεδομένων την εφαρ-
μογή των διατάξεων του Ν. 2472/1997.
49
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
50
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΤΟΜΕΙΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ
51
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
Στον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης, η Αρχή, με σειρά αποφάσεών της και άλ-
λων πράξεων, αντιμετώπισε ζητήματα σχετικά με τη χορήγηση δεδομένων προσωπι-
κού χαρακτήρα ανέργων από τον ΟΑΕΔ σε τρίτους για την άσκηση ή υπεράσπιση
δικαιώματός τους ενώπιον δικαστηρίου (ή/και διοικητικής αρχής) και με την διαβί-
βαση δεδομένων ανέργων από τον ΟΑΕΔ στο Υπουργείο Εργασίας για τον σκοπό
διεξαγωγής έρευνας σχετικά με την προώθηση της απασχόλησης που συγχρηματο-
δοτείται από κοινοτικό πρόγραμμα.
Στην Αρχή υποβλήθηκαν αιτήσεις από τις αρμόδιες υπηρεσίες του ΟΑΕΔ (Τοπι-
κά Υποκαταστήματα, Κέντρα Προώθησης της Απασχόλησης κ.ά.), με τις οποίες δι-
αβιβάστηκαν αιτήματα τρίτων για χορήγηση, με τη μορφή βεβαιώσεων, δεδομένων
που αφορούν την ανεργία, για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος
ενώπιον δικαστηρίου (ή/και διοικητικής αρχής).
Σύμφωνα με την πάγια θέση της Αρχής, η πληροφορία ότι κάποιος είναι εγγε-
γραμμένος ως άνεργος στα μητρώα ανέργων του ΟΑΕΔ και λαμβάνει σχετική επι-
δότηση ανεργίας συνιστά ευαίσθητο προσωπικό δεδομένο, καθώς συνδέεται με
την κοινωνική πρόνοια. Συγκεκριμένα, δεδομένα κοινωνικής πρόνοιας είναι εκείνα
που αφορούν εν γένει κοινωνικοασφαλιστικές παροχές που σχετίζονται με τη λήψη
από ευάλωτες κοινωνικές ομάδες (π.χ. ορφανά, ανάπηρους, ανέργους) ειδικών
52
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΤΟΜΕΙΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ
παροχών και επιδομάτων από το κράτος. Ένα τέτοιο δεδομένο που αφορά την κοι-
νωνική πρόνοια είναι και η ιδιότητα κάποιου προσώπου ως ανέργου και δικαιούχου
επιδόματος ΟΑΕΔ (Αποφάσεις 1/2009, 2/2009, 31/2009, 38/2009, 62/2009,
78/2009, 87/2009, 88/2009). Η Αρχή εξέτασε τη νομιμότητα της διαβίβασης της
πληροφορίας αυτής σε τρίτους βάσει των διατάξεων του Ν. 2472/1997 (ιδίως τα άρ-
θρα 4 και 7 παρ. 2 περ. γ΄ και παρ. 3) και χορήγησε ή δεν χορήγησε (ανάλογα με
τα δεδομένα της υπό κρίση περίπτωσης) την απαιτούμενη άδεια προς τον υπεύθυ-
νο επεξεργασίας, τον ΟΑΕΔ, για την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων που ζη-
τείτο. Επισημαίνεται, πάντως, ότι η αρμοδιότητα της Αρχής να επιτρέψει τη χορήγη-
ση ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων σε τρίτους για δικαστική χρήση δεν είναι
αποκλειστική, δεδομένου ότι ο αιτών μπορεί να ζητήσει από το αρμόδιο δικαστήριο
την προσκόμιση της συγκεκριμένης βεβαίωσης σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις
του ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου και ως εκ τούτου μπορεί να διαταχθεί δι-
καστικώς η προσκομιδή του χωρίς ανάγκη λήψεως άδειας της Αρχής (βλ., μεταξύ
άλλων, Απόφαση 1/2009, 31/2009). Επιπλέον, η Αρχή έκρινε ότι η εισαγγελική πα-
ραγγελία για την επεξεργασία (χορήγηση) ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων
δεν δεσμεύει, κατά κανόνα, τους υπευθύνους επεξεργασίας για τη διαβίβαση των
ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων σε τρίτους (βλ. Γνωμοδότηση 3/2009, πρβλ.
Απόφαση 2/2009). Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η Αρχή χορήγησε άδεια στον
ΟΑΕΔ, κρίθηκε ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας πριν από τη διαβίβαση της πληρο-
φορίας στον τρίτο αιτούντα πρέπει να ενημερώσει προηγουμένως το υποκείμενο
των δεδομένων, όπως ορίζει το άρθρο 11 παρ. 3 του Ν. 2472/1997 (βλ., ιδίως, Απο-
φάσεις 38/2009, 62/2009, 88/2009).
Η Αρχή, αξιολογώντας κάθε φορά τα στοιχεία του φακέλου κάθε υπόθεσης,
εκτίμησε ότι, όταν ο εργαζόμενος και ο εργοδότης συνομολογούν την ύπαρξη απα-
σχόλησης αλλά αμφισβητούν την μορφή της (σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ή
έργου), τότε η χορήγηση της βεβαίωσης ανεργίας από τον ΟΑΕΔ δεν είναι ανα-
γκαίο και πρόσφορο μέσο για την αντίκρουση αγωγής αποζημίωσης για δεδου-
λευμένα, επιδόματα, δώρα κ.ά. (Απόφαση 1/2009) ή για τη διευθέτηση καταγγελί-
ας σε βάρος του εργοδότη στο ΙΚΑ και στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας του
Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας (Απόφαση 87/2009), δε-
δομένου, μάλιστα, ότι η συγκεκριμένη βεβαίωση δεν αποδεικνύει αναγκαία την
ανυπαρξία σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ του αιτούντος και του αντιδί-
κου του (Αποφάσεις 1/2009, 87/2009). Ειδικότερα, κρίθηκε ότι εναπόκειται καταρ-
χήν στις αρμόδιες διοικητικές αρχές καθώς και στα αρμόδια δικαστήρια, που έχουν
επιληφθεί της υπόθεσης, να προσδιορίσουν την ιδιαίτερη νομική φύση και τη διάρ-
κεια της εργασιακής σχέσης, που τους συνέδεε, με όλες τις έννομες συνέπειες που
αυτός ο προσδιορισμός συνεπάγεται, ανεξάρτητα από την ενδεχόμενη εγγραφή,
κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα, του υποκειμένου των δεδομένων στα μητρώα
ανέργων του ΟΑΕΔ (Απόφαση 87/2009). Αντίθετα, κρίθηκε ότι σε περιπτώσεις
κατά τις οποίες υπάρχει εργατική διαφορά (καταγγελία της σύμβασης εργασίας,
διεκδίκηση μισθών και επιδομάτων κ.ά.) και αμφισβητείται από τους αντιδίκους ο
πραγματικός χρόνος έναρξης της απασχόλησης, τότε η χορήγηση βεβαίωσης
ανεργίας από τον ΟΑΕΔ στον πρώην εργοδότη είναι πρόσφορη και αναγκαία, κα-
θώς ο προσδιορισμός του πραγματικού χρόνου έναρξης της απασχόλησης μπορεί,
ενδεχομένως, να αποδειχθεί από την βεβαίωση ανεργίας και την λήψη επιδομάτων,
και βάσει αυτού να καθοριστεί η νόμιμη υποχρέωση προς καταβολή της αναλογού-
σας στο πραγματικό χρόνο εργασίας αποζημίωσης (Αποφάσεις 38/2009, 62/2009).
53
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
Ωστόσο, το ζήτημα του κατά πόσον η βεβαίωση ανεργίας του ΟΑΕΔ αποτελεί κρί-
σιμο στοιχείο για την επίλυση εργατικών διαφορών έχει εισαχθεί στην Ολομέλεια
προς επανεξέταση κατά το έτος 2010.
Σε άλλη περίπτωση, η Αρχή έδωσε την άδεια να χορηγήσει ο ΟΑΕΔ στον τρίτο
αιτούντα τις ζητηθείσες από αυτόν πληροφορίες σχετικά με την ενδεχόμενη χορή-
γηση στο υποκείμενο των δεδομένων επιδόματος ανεργίας ή άλλων επιδομάτων
κοινωνικής πρόνοιας για το επίδικο χρονικό διάστημα, αποκλειστικά για δικαστική
χρήση, θεμελίωση αγωγής για καταβολή οφειλής από σύμβαση δανείου, ληξιπρό-
θεσμης από της καταβολής στον δανειολήπτη επιδόματος κοινωνικής πρόνοιας
από τον ΟΑΕΔ. Στην περίπτωση αυτή, ελήφθη υπόψη ότι το αρμόδιο δικαστήριο, με
σχετική απόφασή του, απέρριψε καταρχήν την κρινόμενη αγωγή, μεταξύ άλλων, διότι
δεν διευκρινιζόταν αν και πότε ο εναγόμενος ελάμβανε από τον ΟΑΕΔ τη σχετική
επιδότηση και, συνεπώς, η σχετική βεβαίωση ήταν κρίσιμη για το ορισμένο της
αγωγής (Απόφαση 88/2009).
Επιπλέον, υπήρξε περίπτωση αίτησης χορήγησης βεβαιώσεως ανεργίας και κα-
ταβολής του σχετικού επιδόματος σε τρίτο αιτούντα προς αντίκρουση όσων δια-
λαμβάνονται στην εναντίον του αιτούντος αγωγή κακοδικίας. Στην περίπτωση αυτή,
λαμβανομένου υπόψη ότι α) το κρίσιμο και αποδεικτέο γεγονός στην επικαλούμε-
νη δίκη, όπου φέρεται προς συζήτηση αγωγή κακοδικίας και όχι εργατική αγωγή,
δεν είναι η απόλυση ή η οικειοθελής αποχώρηση του εργαζομένου, αλλά το εάν ο
αιτών (δικηγόρος) αποδέχθηκε την πρόταση του εργαζομένου περί σύναψης σύμ-
βασης εντολής με αντικείμενο την άσκηση αγωγής για λογαριασμό του και β) η συ-
γκεκριμένη βεβαίωση ανεργίας του ΟΑΕΔ δεν δεσμεύει το αρμόδιο δικαστήριο, η
Αρχή έκρινε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αναγκαιότητας των ζητούμενων
εγγράφων για την επικαλούμενη δικαστική χρήση (Απόφαση 31/2009).
Επίσης, υποβλήθηκε στην Αρχή αίτηση συζύγου, ο οποίος έχοντας επιτύχει και
την έκδοση ειδικής εισαγγελικής παραγγελίας προς τις Υπηρεσίες του ΟΑΕΔ, ζη-
τούσε δυνάμει της διατάξεως του άρθρου 1445 ΑΚ να του χορηγηθεί βεβαίωση
σχετικά με την υπαγωγή της συζύγου του στο Ταμείο Ανεργίας κατά το κρίσιμο χρο-
νικό διάστημα, για το οποίο ζητείτο η καταβολή διατροφής του ανήλικου τέκνου
τους. Από το γεγονός ότι η ζητούμενη πληροφορία συνδέεται όμως με ευαίσθητα
προσωπικά δεδομένα της συζύγου ως ανέργου προέκυψε το ζήτημα αν απαιτείται
άδεια της Αρχής για τη χορήγησή της (Απόφαση 2/2009). Η Αρχή στο ζήτημα αυτό
έλαβε υπόψη ότι ειδικά για την περίπτωση της άσκησης αξιώσεων διατροφής θεσπί-
στηκε ρητή υποχρέωση παροχής πληροφοριών σχετικά με την περιουσιακή κατά-
σταση των συζύγων (άρθρο 1445 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο: «Ο καθένας από τους
πρώην συζύγους είναι υποχρεωμένος να δίνει στον άλλον ακριβείς πληροφορίες
για την περιουσία του και τα εισοδήματά του, εφόσον είναι χρήσιμες για τον καθο-
ρισμό του ύψους της διατροφής. Με αίτηση ενός από τους πρώην συζύγους, που
διαβιβάζεται μέσω του αρμόδιου εισαγγελέα, ο εργοδότης, η αρμόδια υπηρεσία και
ο αρμόδιος οικονομικός έφορος είναι υποχρεωμένοι να δίνουν κάθε χρήσιμη πλη-
ροφορία για την περιουσιακή κατάσταση του άλλου συζύγου και προπάντων για τα
εισοδήματά του»). Η διάταξη αυτή έχει σκοπό να διευκολύνει και από διαδικαστική
πλευρά την ικανοποίηση του δικαιώματος διατροφής και τον ειδικότερο καθορισμό
του ύψους της. Το δε δεύτερο εδάφιο του παραπάνω άρθρου θεσπίζει ειδική διαδι-
κασία για τη λήψη των πληροφοριών, όταν αυτές πρόκειται να παρασχεθούν όχι
από τον άλλο σύζυγο, αλλά από τον εργοδότη (εννοείται τον ιδιώτη εργοδότη), την
αρμόδια υπηρεσία ή τον αρμόδιο οικονομικό έφορο. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η
54
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΤΟΜΕΙΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ
3.4.2. Διαβίβαση δεδομένων ανέργων από τον ΟΑΕΔ στο Υπουργείο Εργασίας
Η διεξαγωγή έρευνας είναι ένας νόμιμος σκοπός, για την επίτευξη του οποίου
δύναται να είναι αναγκαία η συλλογή και επεξεργασία προσωπικών δεδομένων.
Εάν τα δεδομένα που θα τύχουν επεξεργασίας συνδέονται με κάποια από τις κατη-
γορίες των ευαίσθητων δεδομένων (π.χ. δεδομένα κοινωνικής πρόνοιας, ιδιότητα
ανέργου και ένταξή του σε ευάλωτη κοινωνική ομάδα που χρήζει προστασίας), τότε
για την επεξεργασία τους απαιτείται καταρχήν άδεια της Αρχής. Έτσι, ο ΟΑΕΔ ζήτη-
σε την άποψη και την άδεια της Αρχής σχετικά με αίτημα της Ειδικής Υπηρεσίας Συ-
ντονισμού και Παρακολούθησης Δράσεων Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου του
Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης για παροχή πρόσβασης σε εται-
ρεία μάρκετινγκ και ερευνών σε τηλεφωνικούς αριθμούς ανέργων για τον σκοπό
διεξαγωγής έρευνας που συγχρηματοδοτείται από κοινοτικό πρόγραμμα (Απόφα-
ση 78/2009).
Ειδικότερα, η Ειδική Υπηρεσία Συντονισμού και Παρακολούθησης Δράσεων Ευρω-
παϊκού Κοινωνικού Ταμείου (ΕΥΣΕΚΤ), η οποία υπάγεται στη Γενική Γραμματεία
Διαχείρισης Κοινοτικών και Άλλων Πόρων του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνι-
κής Ασφάλισης, ασκεί καθήκοντα σχεδιασμού στον τομέα ανθρώπινων πόρων, συ-
ντονισμού και παρακολούθησης δράσεων που συγχρηματοδοτούνται από το Ευρω-
παϊκό Κοινωνικό Ταμείο και, μεταξύ των άλλων, μεριμνά για την εκπόνηση ερευνών
και μελετών αξιολόγησης, σχετικά με τις παρεμβάσεις ανθρωπίνων πόρων και δια-
θέτει τα αποτελέσματά τους σε φορείς διαχείρισης και υλοποίησης των εν λόγω
παρεμβάσεων. Περαιτέρω, η ΕΥΣΕΚΤ αναθέτει τη διεξαγωγή των ερευνών σύμφω-
να με τις κείμενες διατάξεις. Στην κριθείσα περίπτωση, η ΕΥΣΕΚΤ, στο πλαίσιο της
εν γένει αρμοδιότητάς της για την παρακολούθηση των εθνικών, ευρωπαϊκών, διε-
θνών εξελίξεων και πολιτικών σε θέματα που σχετίζονται με την απασχόληση, την
κοινωνική ένταξη, την προώθηση της ισότητας των φύλων κλπ. ανέθεσε σε εταιρεία
55
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
μάρκετινγκ και ερευνών τη διεξαγωγή, κατ’ εντολήν και για λογαριασμό της, έργου
με θέμα «Έρευνα για τη γυναικεία απασχόληση και επιχειρηματικότητα». Για την
πραγματοποίηση της έρευνας αυτής, απαιτείτο να διαβιβάσει ο ΟΑΕΔ στην ανάδο-
χο εταιρεία μόνο τους τηλεφωνικούς αριθμούς (χωρίς τα ονόματα) 3.000 ανέργων
γυναικών, προκειμένου να γίνουν τηλεφωνικές συνεντεύξεις με το δείγμα της επι-
λεγμένης πληθυσμιακής ομάδας των ανέργων γυναικών. Περαιτέρω, η έρευνα θα
διεξαγόταν διασφαλίζοντας την ανωνυμία των ερωτώμενων, με τη δέσμευση ότι
κατά τη συμπλήρωση των ερωτηματολογίων δεν θα καταγράφεται κανένα στοιχείο,
όνομα ή τηλεφωνικός αριθμός, το οποίο μπορεί να οδηγήσει σε ταυτοποίηση των
υποκειμένων των δεδομένων.
Η έρευνα αυτή, την οποία, όπως προαναφέρθηκε, ανέλαβε να διενεργήσει τρί-
τος φορέας (και όχι ο ΟΑΕΔ), συνεπάγεται πάντως επεξεργασία προσωπικών δε-
δομένων, διαβίβαση στην ανάδοχο εταιρεία των τηλεφωνικών αριθμών ανέργων
γυναικών. Σημειώνεται ότι οι τηλεφωνικοί αριθμοί ενδέχεται έμμεσα, δηλ. σε συν-
δυασμό με άλλα στοιχεία, να οδηγήσουν σε ταυτοποίηση των υποκειμένων των δε-
δομένων. Για την επεξεργασία αυτή καταρχήν απαιτείται η συγκατάθεση των υπο-
κειμένων των δεδομένων, δεδομένου ότι η συγκατάθεση των υποκειμένων των δε-
δομένων είναι το μέσο για τη βέλτιστη διασφάλιση του δικαιώματός τους στην προ-
στασία των προσωπικών τους δεδομένων, η δε συμμετοχή τους στην έρευνα είναι
εθελοντική.
Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, η Αρχή έδωσε στον ΟΑΕΔ την άδεια διαβί-
βασης των ζητηθέντων τηλεφωνικών αριθμών άνεργων γυναικών για τον σκοπό
της έρευνας, εφόσον συναινούν στην επεξεργασία τα υποκείμενα των δεδομένων.
Συγκεκριμένα, ο ΟΑΕΔ πρέπει πριν από τη χορήγηση των τηλεφωνικών αριθμών
των άνεργων γυναικών να τις ενημερώσει για τον σκοπό της παραπάνω έρευνας
που θα διεξαχθεί από την ανάδοχο εταιρεία, ώστε να διαβιβάσει τα στοιχεία εκεί-
νων μόνο που επιθυμούν να συμμετέχουν στην εν λόγω έρευνα.
Περαιτέρω, η Αρχή έκρινε ότι η ΕΥΣΕΚΤ του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνι-
κής Ασφάλισης στο μέτρο που καθορίζει τον σκοπό και τον τρόπο της επεξεργασί-
ας είναι «υπεύθυνος επεξεργασίας» κατά την έννοια του Ν. 2472/1997 και πρέπει
να γνωστοποιήσει στην Αρχή το αρχείο που δημιουργείται για τον σκοπό της διεξα-
γωγής ερευνών. Από την άλλη μεριά, η ανάδοχος εταιρεία, εφόσον ενεργεί μόνο
κατ΄ εντολήν και για λογαριασμό του υπευθύνου επεξεργασίας, δεν έχει υποχρέω-
ση γνωστοποίησης τήρησης αρχείου. Αντίθετα, θα είχε αυτήν την υποχρέωση αν
επεξεργαζόταν (π.χ. τηρούσε τα δεδομένα) πέραν του συμβατικού σκοπού, ήτοι για
άλλον (μη συνδεόμενο αμέσως με τον συμβατικό) δικό της σκοπό.
Η Αρχή με την Απόφαση 14/2009 διέταξε στη βάση της διάταξης του άρθρου 19
παρ. 7α του Ν. 2472/1997, προσωρινά την άμεση ολική αναστολή της καταστροφής
των γραπτών δοκιμίων των υποψηφίων των πανελλαδικών εξετάσεων του έτους
2008, οι οποίοι είτε έχουν ήδη υποβάλει στις αρμόδιες υπηρεσίες του ΥΠΕΠΘ, ως
υπευθύνου επεξεργασίας, αίτηση για ικανοποίηση του δικαιώματος πρόσβασής
τους στα ζητηθέντα γραπτά δοκίμιά τους. Η διαταγή αυτή ισχύει μέχρι την έκδοση
της οριστικής απόφασης από την Αρχή επί του ζητήματος της ικανοποίησης του δι-
καιώματος πρόσβασης των ενδιαφερομένων υποκειμένων στα δεδομένα προσωπι-
κού χαρακτήρα που τους αφορούν. Η αναβολή της έκδοσης απόφασης επί των αι-
56
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΤΟΜΕΙΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ
τήσεων των υποκειμένων επιβάλλεται λόγω του γεγονότος ότι εκκρεμεί ενώπιον
του Συμβουλίου της Επικρατείας αίτηση ακυρώσεως του Ελληνικού Δημοσίου κατά
της Απόφασης 66/2006 της Αρχής, αφού με την απόφαση αυτή του Συμβουλίου
Επικρατείας, θα επιλυθεί το αμφισβητούμενο νομικό ζήτημα της συνταγματικότητας
ή μη της διάταξης του άρθρου 22 παρ. 1 του Ν. 3475/2006, που αποκλείει το δικαίω-
μα πρόσβασης των υποψηφίων στα γραπτά τους δοκίμια.
Επίσης, η Αρχή με μια σειρά αποφάσεών της χορήγησε σε ερευνητές την προ-
βλεπόμενη στις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 2 στοιχ. στ΄ του Ν. 2472/1997 άδεια
επεξεργασίας ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων για επιστημονικούς και ερευ-
νητικούς σκοπούς.
Ειδικότερα, η Αρχή χορήγησε με την Απόφαση 52/2009 σε υποψήφιο διδάκτο-
ρα του Τομέα Κοινωνικής Ιατρικής, Ψυχιατρικής και Νευρολογίας του Εθνικού Κα-
ποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών άδεια για πρόσβαση σε φακέλους δικογρα-
φιών και φακέλους νοσηλείας ασθενών που βρίσκονται σε δικαστήρια, ψυχιατρικά
νοσοκομεία και κλινικές προκειμένου να εκπονήσει τη διδακτορική διατριβή του με
τις εξής προϋποθέσεις: α) η πρόσβαση στα στοιχεία των φακέλων των υπό έρευνα
ατόμων να γίνει στο χώρο του αρχείου των διαφόρων υπευθύνων επεξεργασίας β)
να εξαχθούν από τους φακέλους δικογραφίας και νοσηλείας ασθενών μόνον όσα
στοιχεία είναι απαραίτητα για την ολοκλήρωση του συγκεκριμένου επιστημονικού
έργου και γ) η ανωνυμοποίηση των δεδομένων των ασθενών να γίνει από τον ίδιο
τον αιτούντα κατά τη διάρκεια της πρόσβασης στα δεδομένα αυτά και η επεξεργα-
σία να καταλήξει στη δημιουργία κατηγοριών στατιστικής φύσεως συγκεντρωτικών
στοιχείων, από τα οποία δεν θα μπορούν να προσδιορισθούν τα υποκείμενα των
δεδομένων.
Επίσης, με την Απόφαση 63/2009 η Αρχή χορήγησε άδεια στο Πρωτοδικείο
Ηρακλείου ως υπεύθυνο επεξεργασίας του αρχείου Δωσιλόγων να επιτρέψει την
πρόσβαση σε μεταπτυχιακό φοιτητή του τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του
Πανεπιστημίου Κρήτης στο αιτούμενο αρχειακό υλικό, με τους εξής όρους: ο
ερευνητής να έχει πρόσβαση στον τόπο τήρησης του αρχείου, να εξάγει μόνο τα
δεδομένα που, κατά την επιστημονική του κρίση, είναι απαραίτητα για την ολοκλή-
ρωση της μελέτης του, να καταγράψει μόνο το ιστορικό της κάθε περίπτωσης και
όχι τα στοιχεία που ταυτοποιούν το ιστορικό με συγκεκριμένα πρόσωπα που δυ-
νατόν να βρίσκονται ακόμα στη ζωή, και να τηρήσει την ανωνυμοποίηση σε κάθε
μεταγενέστερη χρήση των δεδομένων αυτών, όπως είναι για παράδειγμα η δημο-
σιοποίηση της έρευνας. Ομοίως, η Αρχή με την Απόφαση 54/2009 χορήγησε
άδεια στον υπεύθυνο επεξεργασίας του αρχείου του Εφετείου Θεσσαλονίκης να
επιτρέψει την πρόσβαση σε αυτό ερευνητών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας προ-
κειμένου να συλλέξουν αποπροσωποποιημένα στοιχεία από υποθέσεις φόνων σε
δημόσιους χώρους της πόλης της Θεσσαλονίκης με τους εξής όρους: ο ερευνη-
τής να έχει πρόσβαση στον τόπο τήρησης του αρχείου, να εξάγει μόνο τα δεδο-
μένα που, κατά την επιστημονική του κρίση, είναι απαραίτητα για την ολοκλήρωση
της μελέτης του, να καταγράψει μόνο το ιστορικό της κάθε περίπτωσης και όχι τα
στοιχεία που ταυτοποιούν το ιστορικό με συγκεκριμένα πρόσωπα, που δυνατόν να
βρίσκονται ακόμα στη ζωή, και να τηρήσει την ανωνυμοποίηση σε κάθε μεταγενέ-
στερη χρήση των δεδομένων αυτών, όπως είναι για παράδειγμα η δημοσιοποίηση
της έρευνας.
Τέλος, η Αρχή εξέτασε το αίτημα ιστορικού ερευνητή για πρόσβαση στο ευρε-
τήριο πρωτοκόλλου της Νομαρχίας Ηρακλείου, στο οποίο είναι καταχωρισμένα τα
57
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
Η Αρχή, το πρώτο τρίμηνο του 2009, απέστειλε τις παρατηρήσεις της για δύο νο-
μοσχέδια σχετικά με θέματα του χρηματοπιστωτικού τομέα. Στo πρώτο νομοσχέδιο
του Υπουργείου Οικονομικών περιλαμβανόταν, μεταξύ άλλων, και ρύθμιση σχετικά
με τα αρχεία οικονομικής συμπεριφοράς (άρθρο 70 του Ν. 3746/2009). Στην προ-
τεινόμενη μείωση του χρόνου τήρησης των στοιχείων στα αρχεία αυτά, η Αρχή ζή-
τησε να υπάρξει αφενός πρόβλεψη για αποσύνδεση του χρόνου διαγραφής του
κάθε δεδομένου από τον χρόνο που προβλέπεται για το σύνολο των καταχωρισμέ-
νων δεδομένων και αφετέρου άμεση διαγραφή από το αρχείο των εξοφλημένων
συναλλαγματικών και επιταγών συνολικού ποσού έως 5.000 ευρώ. Δυστυχώς, οι
προτάσεις αυτές δεν περιελήφθησαν στο σχετικό άρθρο του νόμου. Με άλλη ρύθ-
μιση του άρθρου αυτού, τροποποιήθηκε και η μέχρι τώρα νομολογία της Αρχής στο
θέμα της διαβίβασης στοιχείων δανείων και πιστωτικών καρτών από τα πιστωτικά
ιδρύματα προς τα αρχεία οικονομικής συμπεριφοράς, για την οποία δεν απαιτείται
πλέον η συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων. Ωστόσο, όπως ορίζεται, η
πρόσβαση του πιστωτικού ιδρύματος στο αρχείο θα γίνεται υπό τις προϋποθέσεις
του Ν. 2472/1997.
Οι παρατηρήσεις της Αρχής σε νομοσχέδιο του Υπουργείου Ανάπτυξης σχετικά
με το νομικό καθεστώς της λειτουργίας εταιρειών ενημέρωσης οφειλετών έγιναν
σχεδόν στο σύνολό τους δεκτές. Προτεινόμενες ρυθμίσεις, όπως υποχρέωση ενη-
μέρωσης του οφειλέτη από τον δανειστή για τη διαβίβαση των στοιχείων του στις
εταιρείες αυτές, διαβίβαση μόνο των αναγκαίων για την ενημέρωση στοιχείων του
οφειλέτη, απαγόρευση στις εταιρείες να ανακοινώνουν σε τρίτους στοιχεία που
τους διαβιβάστηκαν, προϋποθέσεις για την καταγραφή των τηλεφωνικών συνδια-
λέξεων μεταξύ εταιρείας και οφειλέτη, ενσωματώθηκαν στο νομοσχέδιο που ψηφί-
στηκε (Ν. 3758/2009).
58
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΤΟΜΕΙΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ
59
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
60
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΤΟΜΕΙΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ
61
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
62
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΤΟΜΕΙΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ
63
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
64
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΤΟΜΕΙΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ
μιστικά μηνύματα και της αποστολής διαφημιστικών μηνυμάτων από την ίδια την
εταιρεία με σκοπό την προώθηση του προϊόντος της.
Και στις δύο περιπτώσεις, η συλλογή διευθύνσεων ηλεκτρονικού ταχυδρομεί-
ου με τον προαναφερθέντα τρόπο δεν είναι νόμιμη. Το έννομο συμφέρον που
επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται
τα δεδομένα δεν υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των
προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα, καθώς προκαλείται σημαντική
όχληση στους αποδέκτες των μηνυμάτων αλλά και πιθανά επιπρόσθετο κόστος
από τη χρήση υπηρεσιών Διαδικτύου για την ανάγνωση των μηνυμάτων και δεν
μπορεί, συνεπώς, να έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 5, παρ. 2 στοιχ. ε’ του
Ν. 2472/1997. Άλλωστε αυτή είναι και η ratio της διάταξης του άρθρου 11
Ν. 3471/2006, η οποία απαγορεύει την αποστολή τέτοιων μηνυμάτων χωρίς προη-
γούμενη συγκατάθεση του παραλήπτη. Με άλλα λόγια, η συλλογή των διευθύνσεων
που κρίνεται με βάση το άρθρο 5 Ν. 2472/1997 δεν μπορεί να είναι νόμιμη εφό-
σον επιδιώκεται σκοπός που απαγορεύεται από άλλη διάταξη νόμου, δηλαδή από
το άρθρο 11 Ν. 3471/2006.
Έτσι, όσον αφορά τη συλλογή διευθύνσεων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που
ανήκουν σε φυσικά πρόσωπα και τη συμπερίληψή τους στο ηλεκτρονικό προϊόν της
εταιρείας, επιβλήθηκε πρόστιμο 25.000 ευρώ και η κύρωση της καταστροφής του
αρχείου με τις συλλεχθείσες διευθύνσεις. Επίσης, η εταιρεία υποχρεώθηκε να ενη-
μερώσει όλους τους αγοραστές του προϊόντος ότι περιέχει δεδομένα που δεν είναι
νόμιμα και πρέπει να διαγραφούν.
Η αποστολή διαφημιστικών μηνυμάτων μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και
φαξ από την ίδια την εταιρεία σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα αποτελεί ευθεία παρά-
βαση του άρθρου 11 παρ. 1 του Ν. 3471/2006 που απαγορεύει την αποστολή τέτοιων
μηνυμάτων χωρίς προηγούμενη συγκατάθεση των παραληπτών, ανεξαρτήτως εάν
αυτοί είναι φυσικά ή νομικά πρόσωπα (άρθρο 11 παρ. 5 Ν. 3471/2006). Η εταιρεία
απλώς συμπεριλάμβανε στο μήνυμα δυνατότητα εναντίωσης στη συνέχιση της
αποστολής διαφημιστικών μηνυμάτων. Η Αρχή έκρινε ότι η ενέργεια αυτή διαφέρει
από τη λήψη προηγούμενης συγκατάθεσης των συνδρομητών. Να σημειωθεί ότι η
αποστολή των μηνυμάτων πραγματοποιείτο σε όλη τη λίστα διευθύνσεων ηλεκτρο-
νικού ταχυδρομείου και αριθμών τηλεομοιοτυπίας που είχε συλλέξει η εταιρεία από
το Διαδίκτυο και όχι μόνο σε όσους είχαν κάποια προηγούμενη συναλλαγή μαζί
της, οπότε και θα αρκούσε σύμφωνα με την παρ. 3 του ανωτέρω άρθρου η παροχή
δυνατότητας αντίρρησης (εναντίωσης) στην περαιτέρω αποστολή τέτοιων μηνυμά-
των. Στην εταιρεία επιβλήθηκε πρόστιμο 25.000 ευρώ.
β) Τέλος, στην επικοινωνία της Αρχής με τον Συνήγορο του Καταναλωτή και τις
εταιρείες που παρέχουν ηλεκτρονικές συνδρομητικές υπηρεσίες προστιθέμενης
αξίας επισημάνθηκε ότι η διαφήμιση μέσω μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου,
SMS και MMS πρέπει να πραγματοποιείται μόνο εάν ο συνδρομητής έχει δώσει εκ
των προτέρων ρητή συγκατάθεση προς τον συγκεκριμένο φορέα να δέχεται τέτοια
μηνύματα. Στον κανόνα αυτό προβλέπεται μόνο μια εξαίρεση όταν τα στοιχεία της
επαφής (π.χ. ο αριθμός του κινητού τηλεφώνου στον οποίο στέλνονται τα SMS)
έχουν αποκτηθεί στο πλαίσιο κάποιας προηγούμενης συναλλακτικής επαφής μετα-
ξύ των μερών. Η απαίτηση αυτή ισχύει ακόμα και για το πρώτο, «διερευνητικό», μή-
νυμα (π.χ. ένα μήνυμα που αναφέρει «αν θέλετε να λάβετε την υπηρεσία στείλτε
ΟΚ στον αριθμό ΧΧΧΧΧ»,) διότι και αυτό το μήνυμα αποσκοπεί στη διαφήμιση προ-
ϊόντος ή υπηρεσίας και δεν το έχει ζητήσει ο παραλήπτης. Επομένως, απαιτείται η
65
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
συγκατάθεση πριν από την αποστολή των μηνυμάτων, ακόμα και αν οι αριθμοί
στους οποίους αυτά αποστέλλονται έχουν αντληθεί από δημόσιους καταλόγους
συνδρομητών ή άλλες δημόσια προσβάσιμες πηγές.
Στο πεδίο των εργασιακών σχέσεων, η Αρχή, με σειρά αποφάσεών της και άλ-
λων πράξεων, αντιμετώπισε ζητήματα σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης εργαζο-
μένων στα προσωπικά τους δεδομένα, τη χορήγηση δεδομένων προσωπικού χαρα-
κτήρα εργαζομένων σε τρίτους (είτε για δικαστική χρήση είτε για άλλους σκοπούς
επεξεργασίας), τον έλεγχο εργαζομένων αναφορικά με την τήρηση του ωραρίου,
την αναγκαιότητα ανακοίνωσης των σοβαρών προσωπικών λόγων που δικαιολο-
γούν τη χορήγηση άδειας σε εκπαιδευτικούς λειτουργούς, την ανάρτηση σε εμφα-
νείς χώρους των επιχειρήσεων πίνακα με στοιχεία των εργαζομένων τους και τις
υποχρεώσεις των συμβουλίων εργαζομένων, ως υπευθύνων επεξεργασίας.
66
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΤΟΜΕΙΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ
απιστωθείσα παράβαση του άρθρου 12 του Ν. 2472/1997 την κύρωση του προστί-
μου (ύψους 5.000 ευρώ).
Σε άλλη περίπτωση σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης εργαζομένου σε προσω-
πικά του δεδομένα, η Αρχή εξέτασε την προσφυγή του ενδιαφερόμενου εργαζόμε-
νου κατά τράπεζας, ως υπευθύνου επεξεργασίας. Με την προσφυγή του αυτή, ο
προσφεύγων κατήγγειλε ότι εργαζόταν σε Νομαρχία, η οποία προέβη στην έκδοση
απόφασης λύσης της υπαλληλικής του σχέσης του μόνιμου δημόσιου υπάλληλου με
αυτή, αναδρομικά από 29/08/2007, και προέβη στη διακοπή της μισθοδοσίας του
μέσω τρεχούμενου λογαριασμού στην εν λόγω τράπεζα. Κατόπιν τούτων, ο προ-
σφεύγων, με αίτησή του, ζήτησε από το αρμόδιο υποκατάστημα της τράπεζας να του
χορηγήσει όλα τα έγγραφα με τα σχετικά αιτήματα της εν λόγω νομαρχίας και τις
απαντήσεις της τράπεζας, καθώς εκκρεμεί σχετική διαδικασία ενώπιον της δικαιο-
σύνης. Ωστόσο, το αρμόδιο υποκατάστημα της τράπεζας τού απάντησε ότι, μετά από
γνωμάτευση της νομικής της υπηρεσίας, δεν επιτρέπεται να του δοθούν πληροφορί-
ες σχετικές με τον λογαριασμό της εν λόγω νομαρχίας, καθώς η τράπεζα δεσμεύε-
ται από το τραπεζικό απόρρητο. Η Αρχή έκρινε ότι, από τα στοιχεία του φακέλου που
της υποβλήθηκε, προκύπτει ότι τα ως άνω ζητηθέντα από τον προσφεύγοντα εργα-
ζόμενο έγγραφα περιέχουν πληροφορίες που τον αφορούν, καθόσον συνδέονται
με την κίνηση του τρεχούμενου τραπεζικού λογαριασμού μισθοδοσίας του, του
οποίου ήταν ο ίδιος δικαιούχος. Συνεπώς, ο προσφεύγων έχει δικαίωμα πρόσβασης,
σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 12 του Ν. 2472/1997, στις ζητη-
θείσες πληροφορίες που αναφέρονται σε αυτόν. Για τον λόγο αυτό, η Αρχή κάλεσε
την τράπεζα, ως υπεύθυνο επεξεργασίας, να ικανοποιήσει αμέσως το παραπάνω
δικαίωμα (έγγραφο υπ’ αριθ. πρωτ. Γ/ΕΞ/4231/06-07-2009).
Πάντοτε σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης εργαζομένου σε προσωπικά του
δεδομένα, η Αρχή έκρινε, τέλος, ότι η πληροφορία σχετικά με το εάν ο προσφεύ-
γων εργαζόμενος είχε υπογράψει, ως εντεταλμένος από την εργοδότρια τράπεζα
κριτής και αξιολογητής, τα δελτία αξιολόγησης συγκεκριμένων συναδέλφων του,
κατά την περίοδο από 01/10/1993 έως 30/09/1994, αποτελεί δεδομένο προσωπι-
κού χαρακτήρα που αφορά τον ίδιο τον προσφεύγοντα, ως υποκείμενο, και, συνε-
πώς, ο προσφεύγων δικαιούται να λάβει γνώση της πληροφορίας αυτής, ασκώντας
το δικαίωμα πρόσβασης του άρθρου 12 του Ν. 2472/1997. Το δικαίωμα πρόσβασης
ικανοποιείται πλήρως με πιστοποιητικό ή βεβαίωση περί της εκ μέρους του εργαζο-
μένου αυτού υπογραφής φύλλων αξιολόγησης συναδέλφων του. Δεν ανήκει στο
δικαίωμα πρόσβασης και η χορήγηση του σώματος των δελτίων αξιολόγησης, τα
οποία, καθώς περιέχουν προσωπικά δεδομένα άλλων εργαζομένων, μπορούν να
χορηγηθούν μόνο με τη συγκατάθεση αυτών (έγγραφο υπ’ αριθ. πρωτ. Γ/ΕΞ/1522-
1/19-10-2009).
67
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
68
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΤΟΜΕΙΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ
69
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
70
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΤΟΜΕΙΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ
71
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
αυτοί επικαλούνταν την ανάγκη άσκησης ελέγχου τήρησης του νέου ωραρίου λει-
τουργίας των δημοσίων υπηρεσιών και των ΝΠΔΔ. Σχετική είναι και η εγκύκλιος υπ’
αριθ. πρωτ. ΔΙΔΑΔ/Φ.64/351/5130 (της 22/02/2008) του ΥΠΕΣΔΑ για τον έλεγχο
της τήρησης του ωραρίου εργασίας των υπαλλήλων στον δημόσιο τομέα, η οποία
εκδόθηκε στη βάση του εγγράφου υπ’ αριθ. πρωτ. Γ/ΕΞ/8161-1/07.12.2007 εγγράφου
της Αρχής και αφορά την απαγόρευση χρήσης βιομετρικών μεθόδων, όπως εκείνη
της δακτυλοσκόπησης, για τον σκοπό του ελέγχου της τήρησης του ωραρίου εργα-
σίας των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα.
Υποβλήθηκαν στην Αρχή ερωτήματα για το εάν συνάδει με τις διατάξεις του Ν.
2472/1997 η ανάρτηση σε εμφανή χώρο της εργοδότριας επιχείρησης πίνακα με
στοιχεία των εργαζομένων στην επιχείρηση αυτή, συμπεριλαμβανομένης της ηλικί-
ας τους. Στις απαντήσεις της στα εν λόγω ερωτήματα, η Αρχή καταρχάς επεσήμα-
νε ότι η ανάρτηση του σχετικού πίνακα σε εμφανές σημείο του τόπου εργασίας
προβλέπεται ρητά από τις διατάξεις του άρθρου 16 του Ν. 2874/2000. Με βάση τις
διατάξεις αυτές, ο σχετικός πίνακας, ο οποίος αναρτάται, πρέπει να περιλαμβάνει
στήλες με τα ακόλουθα στοιχεία κάθε εργαζόμενου της επιχείρησης: α) το ονομα-
72
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΤΟΜΕΙΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ
τεπώνυμο του, ονοματεπώνυμο πατέρα και μητέρας, ηλικία και οικογενειακή κατά-
σταση (τέκνα) β) την ειδικότητα, ημερομηνία πρόσληψης και την τυχόν προϋπηρε-
σία στην ειδικότητα γ) τον αριθμό κάρτας πρόσληψης (ΟΑΕΔ), τον αριθμό μητρώου
του ΙΚΑ, τον αριθμό βιβλιαρίου ανηλίκων (επί απασχολήσεων ανηλίκων) και τον
αριθμό αδείας εργασίας αλλοδαπού (επί απασχολήσεως αλλοδαπού) δ) τα στοι-
χεία του τεχνικού ασφάλειας και του γιατρού εργασίας, καθώς και το ωράριο απα-
σχόλησής τους στην επιχείρηση και ε) τη διάρκεια εργασίας (ώρες έναρξης και λή-
ξης ημερήσιας εργασίας), το διάλειμμα και τις διακοπές εργασίας. Τα παραπάνω
στοιχεία των εργαζομένων και περαιτέρω η ηλικία τους συνιστούν απλά δεδομένα
προσωπικού χαρακτήρα των υποκειμένων τους, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρ-
θρο 2 στοιχ. α΄ και β΄ του Ν. 2472/1997. Συνεπώς, τα δεδομένα αυτά επιτρέπεται να
τύχουν επεξεργασίας, ακόμα και χωρίς τη συγκατάθεση των ενδιαφερομένων υπο-
κειμένων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 5 του Ν. 2472/1997.
Ακολούθως, η ανάρτηση του πίνακα προσωπικού, που περιέχει τα οριζόμενα από τη
διάταξη του άρθρου 16 του Ν. 2874/2000 στοιχεία των εργαζομένων, καθόσον επι-
βάλλεται από τον νόμο, συνιστά επεξεργασία αναγκαία για την εκπλήρωση υπο-
χρεώσεως του εργοδότη-υπευθύνου επεξεργασίας. Περαιτέρω, η Αρχή έκρινε ότι
η ανάρτηση των στοιχείων του προσωπικού, συμπεριλαμβανομένης της ηλικίας
τους, συνάδει με τις διατάξεις του Ν. 2472/1997 (άρθρο 5 παρ. 2 περ. β΄ και ε΄ σε
συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ. 1, αρχή αναλογικότητας). Η αναγραφή της ηλικίας
κάθε εργαζομένου συμβάλλει, εξάλλου, στην πλήρωση του πρωταρχικού σκοπού
της εργατικής νομοθεσίας, που είναι η αρχή της προστασίας των εργαζομένων,
καθόσον συμβάλλει στον έλεγχο της απασχόλησης στην επιχείρηση αφενός ανη-
λίκων εργαζομένων και αφετέρου εργαζομένων, οι οποίοι έχουν ήδη συμπληρώσει
την προβλεπόμενη από τις οικείες διατάξεις ηλικία για συνταξιοδότηση. Ο σχετικός
πίνακας προσωπικού πρέπει να αναρτάται σε χώρο προσιτό σε κάθε εργαζόμενο
καθώς και στους εκπροσώπους των εργαζομένων (σωματεία, συμβούλιο εργαζο-
μένων, επιτροπή υγιεινής και ασφάλειας κλπ.) και στους επιθεωρητές του ΣΕΠΕ ή
του ΙΚΑ. Ωστόσο, πρέπει να αποφεύγεται, κατά το δυνατόν, η ανάρτηση σε χώρους
προσβάσιμους σε άλλους τρίτους (πελάτες ή προμηθευτές της επιχείρησης)
(βλ. έγγραφα υπ’ αριθ. πρωτ. Γ/ΕΞ/4452/14-07-2009, Γ/ΕΞ/1737-1/14-07-2009,
Γ/ΕΞ/78-1/12-10-2009).
73
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
74
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΤΟΜΕΙΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ
75
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
Η εγκατάσταση επετράπη μόνο σε παιδικές χαρές για τις οποίες έχουν ληφθεί όλα
τα άλλα μέτρα προστασίας, όπως να πληρούν τις σύγχρονες προδιαγραφές του
ΕΛΟΤ, ενώ τα δεδομένα επετράπη να τηρούνται το πολύ έως 24 ώρες.
Ένα άλλο θέμα, που τέθηκε από Δημοτική αρχή, αφορούσε την εγκατάσταση κα-
μερών σε κορυφές βουνών, ώστε να λαμβάνεται πανοραμική άποψη τμημάτων των
δασών της περιοχής. Ο Δήμος επιθυμούσε να διαθέτει ηλεκτρονικό σύστημα με δυ-
νατότητα ανίχνευσης καπνού ώστε να ειδοποιεί την πυροσβεστική, σε περίπτωση
πυρκαγιάς. Ένα τέτοιο σύστημα καταγράφει πανοραμικές εικόνες, διαθέτει λει-
τουργία εστίασης της εικόνας (ζουμ), αλλά η ανάλυσή του δεν επιτρέπει την κατα-
γραφή προσώπων, αριθμών αυτοκινήτων ή άλλων προσωπικών δεδομένων.
Η Αρχή απάντησε ότι με βάση τα παραπάνω στοιχεία ένα τέτοιο σύστημα δεν
πραγματοποιεί επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, επομένως ο Δή-
μος δεν έχει κάποια υποχρέωση έναντι της Αρχής. Εάν όμως υπάρχει η δυνατό-
τητα να προσδιοριστούν τα υποκείμενα των δεδομένων, εμμέσως ή αμέσως, τότε
έχει εφαρμογή ο Ν. 2472/1997, οπότε θα έπρεπε να ισχύουν όσα αναφέρθηκαν
παραπάνω για την αρμοδιότητα των ΟΤΑ να χρησιμοποιούν τέτοια συστήματα επι-
τήρησης σε δημόσιους χώρους. Η Αρχή επισήμανε ότι ο Δήμος θα πρέπει να
φροντίσει ώστε να αποκλειστεί η πιθανότητα αναγνώρισης προσώπων μέσω των
καμερών.
β) Το σημαντικότερο ίσως θέμα που αντιμετωπίζει η Αρχή, για υπευθύνους επε-
ξεργασίας που δεν ανήκουν στο δημόσιο και εγκαθιστούν κλειστά κυκλώματα τη-
λεόρασης, αφορά την εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας. Όπως έχει τονι-
σθεί στην Οδηγία 1122/2000 της Αρχής για τα κλειστά κυκλώματα τηλεόρασης, η
λειτουργία τους επιτρέπεται, κατ’ εξαίρεση, χωρίς τη συγκατάθεση των υποκειμέ-
νων της επεξεργασίας, με σκοπό την προστασία προσώπων ή αγαθών. Βέβαια, η
αναγκαιότητα τοποθέτησής τους καθώς και ο προσδιορισμός των σημείων λήψης
εικόνας, πρέπει να είναι αποτέλεσμα προσεκτικής μελέτης των υπευθύνων επεξερ-
γασίας, ώστε η χρήση του κλειστού κυκλώματος να πραγματοποιείται μόνο όταν
δεν υπάρχει άλλο εναλλακτικό μέσο προστασίας, ενώ, ταυτόχρονα, δεν πρέπει να
προσβάλλονται υπέρμετρα δικαιώματα και συμφέροντα των παρακολουθούμενων
προσώπων.
βα) Με την Απόφαση 4/2009, η Αρχή εξέτασε περίπτωση λειτουργίας κλειστού
κυκλώματος τηλεόρασης σε μικροβιολογικό εργαστήριο. Το εν λόγω εργαστήριο
είχε εγκαταστήσει το κύκλωμα σε χώρους εργαζομένων, όπως σε εργαστήρια και
στη γραμματεία. Επίσης, είχε δηλώσει ως σκοπό επεξεργασίας την ασφάλεια της
εργασίας, των εργαστηριακών δοκιμών, του εξοπλισμού και των εγκαταστάσεών
του και επιπλέον τη διασφάλιση ποιότητας. Παράλληλα πραγματοποιούσε και κατα-
γραφή ήχου.
Η Αρχή έκρινε ότι η διασφάλιση ποιότητας δεν μπορεί να αποτελεί νόμιμο σκο-
πό, στη συγκεκριμένη περίπτωση, καθώς αντιτίθεται σε όσα περιγράφονται στην
Οδηγία της Αρχής για τα κλειστά κυκλώματα τηλεόρασης. Επιπλέον, ο υπεύθυνος
επεξεργασίας, που αποτελεί και εργοδότη, συλλέγει και επεξεργάζεται περισσότε-
ρα δεδομένα από εκείνα που απαιτούνται για την επίτευξη των σκοπών της επεξερ-
γασίας, καθώς η χρήση των συγκεκριμένων μέσων, όπως και του ήχου, οδηγεί στην
παρακολούθηση των εργαζομένων κατά την ώρα της εργασίας τους. Οι σκοποί που
επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας μπορεί να επιτευχθούν με ηπιότερα μέτρα,
όπως για παράδειγμα με την πρόσληψη κατάλληλα εκπαιδευμένου προσωπικού ή
με την παρουσία ενός επόπτη στους χώρους εργασίας.
76
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΤΟΜΕΙΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ
77
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
78
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΤΟΜΕΙΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ
79
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
αρχικό χρονικό διάστημα δεν επαρκεί για τη διερεύνηση των περιστατικών αυτών.
Σε περίπτωση που και αυτό το διάστημα δεν επαρκεί θα πρέπει να ζητηθεί ειδική
άδεια της Αρχής.
Απαντώντας σε μεταγενέστερο αίτημα τράπεζας, η Αρχή τόνισε ότι η υπέρβαση
των χρονικών διαστημάτων που ορίζονται στην Οδηγία μπορεί να γίνει μόνο σε εξαι-
ρετικές περιπτώσεις. Επομένως θα πρέπει να τεκμηριώνεται ειδικά για ποιο λόγο το
χρονικό διάστημα των 75 συνολικά ημερών δεν επαρκεί για τη συγκεκριμένη περί-
πτωση. Ειδικότερα, αναφέρθηκε ότι σε περίπτωση αμφισβήτησης οικονομικής συ-
ναλλαγής, η τράπεζα οφείλει πρώτα να καταβάλλει προσπάθεια για επίλυση της δια-
φοράς χωρίς τήρηση δεδομένων για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από το προβλε-
πόμενο στην Οδηγία της Αρχής. Έτσι, το σχετικό τμήμα του κλειστού κυκλώματος,
που περιλαμβάνει την εικόνα του συγκεκριμένου φυσικού προσώπου που αμφισβη-
τεί τη συναλλαγή, μπορεί να επιδειχθεί σε αυτό ή να του δοθεί και ως αντίγραφο σε
κατάλληλη μορφή (π.χ. με εκτύπωση χαρακτηριστικού στιγμιότυπου), αφού πρώτα
ληφθούν όλα τα μέτρα για την κάλυψη των χαρακτηριστικών τρίτων φυσικών προσώ-
πων (π.χ. άλλων πελατών της τράπεζας). Επισημάνθηκε όμως ότι η προληπτική τήρη-
ση του τμήματος του αρχείου για μεγαλύτερο, αόριστο, χρονικό διάστημα, ώστε να
αντιμετωπιστεί πιθανολογούμενη προσφυγή του πελάτη στα δικαστήρια, ενδέχεται
να αποτελεί υπέρβαση του σκοπού της επεξεργασίας και να μην είναι νόμιμη.
80
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΤΟΜΕΙΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ
εγκληματικών ενεργειών και προστασίας του συναλλακτικού κοινού και του προ-
σωπικού επιτυγχάνεται και με ηπιότερα από την οπτική της προστασίας δεδομένων
συστήματα. Για τον λόγο αυτό, η Αρχή επιφυλάχθηκε να αποφανθεί οριστικά για τη
νομιμότητα της λειτουργίας του ανωτέρω συστήματος μετά την πάροδο ενός έτους
και αφού λάβει υπόψη συγκριτικά στοιχεία σχετικά με την αποτελεσματικότητα του
συστήματος στην επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού. Με την ανωτέρω απόφαση,
η Αρχή επέβαλε πρόστιμο 30.000 ευρώ για παράβαση του άρθρου 6 του Ν.
2472/97, υποχρέωσε τον υπεύθυνο επεξεργασίας σε πληρέστερη ενημέρωση των
υποκειμένων των δεδομένων και επέτρεψε τη λειτουργία του συστήματος μόνο στα
καταστήματα που είχε ήδη εγκατασταθεί και μέχρι την οριστική της κρίση.
Με την Απόφαση 56/2009, κρίθηκε υπό προϋποθέσεις νόμιμη η επεξεργασία
δεδομένων δακτυλοσκόπησης για την επαλήθευση της ταυτότητας των εργαζομέ-
νων που έχουν δικαίωμα πρόσβασης στους χώρους όπου φυλάσσονται τα ειδικά
υπολογιστικά συστήματα παραγωγής και τήρησης των μυστικών κρυπτογραφικών
κλειδιών με τα οποία υπογράφονται ηλεκτρονικά τα πιστοποιητικά δημόσιου κλει-
διού. Στην περίπτωση αυτή, ο επιδιωκόμενος σκοπός επεξεργασίας είναι η διασφά-
λιση της ακεραιότητας των πιστοποιητικών δημόσιου κλειδιού και κατ΄ επέκταση και
η διασφάλιση των εφαρμογών ηλεκτρονικής διακυβέρνησης και ηλεκτρονικού επι-
χειρείν που βασίζονται σε υποδομές δημόσιου κλειδιού. Στις προϋποθέσεις περι-
λαμβάνεται η απαγόρευση αποθήκευσης των βιομετρικών δεδομένων σε κεντρική
βάση δεδομένων και η απαγόρευση εκτύπωσης καταστάσεων χρηστών και οποια-
δήποτε λειτουργική επέκταση ή αλλαγή τεχνικής ή διαδικαστικής φύσεως του βιο-
μετρικού συστήματος ελέγχου, χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και έγκριση από
την πλευρά της Αρχής.
Τέλος, με την Απόφαση 74/2009 κρίθηκε μη νόμιμη η επεξεργασία δεδομένων
γεωμετρίας προσώπου για τον έλεγχο της εισόδου εργαζομένων στις εγκαταστά-
σεις επιχείρησης. Συγκεκριμένα, η λειτουργία του βιομετρικού συστήματος για τον
έλεγχο της φυσικής πρόσβασης όλων των εργαζομένων στους χώρους επιχείρη-
σης δεν πληροί της αρχή της αναλογικότητας, αφού ο σκοπός αυτός μπορεί να
επιτευχθεί με ηπιότερα μέσα, δηλαδή χωρίς τη χρήση βιομετρικών τεχνικών. Η χρή-
ση βιομετρικής τεχνολογίας για την επαλήθευση της ταυτότητας χρηστών ως ισχυ-
ρό μέτρο ασφάλειας θα ήταν επιτρεπτή, εφόσον όμως περιοριζόταν στον έλεγχο
πρόσβασης εργαζομένων μόνον στον ειδικό χώρο φύλαξης των δεδομένων σημα-
ντικής αξίας.
81
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
3.9.3.2. Κατασταλτικός μόνο και όχι προληπτικός ο έλεγχος των ΜΜΕ από την Αρχή
82
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΤΟΜΕΙΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ
βάνεται προληπτικά για να μην θεωρηθεί τούτο υπέρμετρη επέμβαση στην ελευθε-
ρία της έκφρασης. Για τον λόγο αυτό, σε απάντηση του ως άνω ερωτήματος παρα-
γωγού τηλεοπτικής εκπομπής σχετικά με τη νομιμότητα τηλεοπτικής χρήσης ή/και
προβολής στοιχείων με προσωπικά δεδομένα, η Αρχή αφού διαμήνυσε στους υπευ-
θύνους (παραγωγό τηλεοπτικής εκπομπής και τηλεοπτικό σταθμό) ότι έχουν το βά-
ρος της εκτίμησης της νομιμότητας της συμπεριφοράς τους, τους επισήμανε μόνο,
προς διευκόλυνσή τους, τις κρίσιμες παραμέτρους που θα πρέπει να λάβουν υπό-
ψη, προκειμένου να μην παραβιάσουν τις διατάξεις του Ν. 2472/1997.
Ζήτημα για το οποίο συχνά ερωτάται η Αρχή κυρίως από Νοσοκομεία ή Κλινικές
είναι εάν επιτρέπεται από τις διατάξεις του Ν. 2472/1997 η χορήγηση σε τρίτο αι-
τούντα προσωπικών δεδομένων, όπως δεδομένων που περιέχει ο ιατρικός φάκε-
λος προσώπου που απεβίωσε. Σύμφωνα με την πάγια θέση της Αρχής, μόνο ζώντα
φυσικά πρόσωπα υπάγονται στο προστατευτικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 2472/97
για την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χα-
ρακτήρα (βλ. άρθρο 2 στοιχ. α’ και γ’ του Ν. 2472/1997 σε συνδυασμό με τα άρθρα
34-35 Αστικού Κώδικα, τη Γνώμη 4/2007 της Ομάδας του Άρθρου 29 σχετικά με
την έννοια του όρου «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα», 20.06.2007, σελ. 27-28,
και μεταξύ άλλων τις με αριθ. 100/2001 και 32/2006 Αποφάσεις της Αρχής). Δε-
δομένου ότι στις αναφερόμενες περιπτώσεις τα ζητηθέντα στοιχεία αφορούν θα-
νόντα, δεν τίθεται θέμα προστασίας προσωπικών δεδομένων. Κατά συνέπεια, για
τη χορήγηση των ευαίσθητων δεδομένων θανόντος δεν απαιτείται η προβλεπόμε-
νη από το άρθρο 7 του παραπάνω νόμου άδεια της Αρχής. Το ζήτημα της νομιμό-
τητας χορήγησης του ιατρικού φακέλου ασθενή που απεβίωσε στον αιτούντα τα
στοιχεία (συγγενή ή τρίτο) εκφεύγει, λοιπόν, της αρμοδιότητας της Αρχής, αλλά
εφαρμόζεται η σχετική με το ιατρικό απόρρητο νομοθεσία (βλ. ιδίως άρθρο 13
παρ. 6, άρθρο 14 παρ. 8 και 9 του Ν. 3418/2005 - Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας)
και οι γενικές διατάξεις.
83
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
3.9.4 Διάφορα
Στο πλαίσιο άσκησης της ευρείας αρμοδιότητάς της να εξετάζει παράπονα των
υποκειμένων των δεδομένων σχετικά με την εφαρμογή του νόμου και την προστα-
σία των δικαιωμάτων τους, καθώς και αιτήσεις των υπευθύνων επεξεργασίας με τις
οποίες ζητείται ο έλεγχος και η εξακρίβωση της νομιμότητας της επεξεργασίας, η
Αρχή επιλήφθηκε αρκετών υποθέσεων, οι οποίες δεν εντάσσονται σε κάποιον από
τους παραπάνω αναφερόμενους θεματικούς τομείς. Από τις υποθέσεις αυτές, ανα-
φέρονται στην παρούσα ενότητα εκείνες που παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Επί καταγγελίας φυσικού προσώπου ότι ο Σύνδεσμος Πολιτικών Συνταξιούχων
Πειραιά τον ενέγραψε ως μέλος του χωρίς ποτέ ο ίδιος να έχει υποβάλει σχετική
αίτηση, η Αρχή με την Απόφαση 3/2009 έκρινε ότι η πρακτική του Συνδέσμου να
εγγράφει ως μέλη του πρόσωπα χωρίς να προβαίνει σε έλεγχο ταυτοπροσωπίας
παραβιάζει τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 στοιχ. γ΄ του Ν. 2472/1997 περί ακρί-
βειας των δεδομένων που συλλέγονται. Για τον λόγο αυτό, η Αρχή απηύθυνε στον
εν λόγω Σύνδεσμο τις εξής συστάσεις: α) να προβαίνει, ως υπεύθυνος επεξεργα-
σίας, σε έλεγχο ταυτοπροσωπίας κατά τη διαδικασία εγγραφής των νέων μελών
του και β) τα στοιχεία που περιέχονται στο αρχείο των μελών του να είναι ακριβή
και να υποβάλλονται σε ενημέρωση ανά τακτά χρονικά διαστήματα.
Με την Απόφαση 26/2009, η Αρχή απέρριψε την αίτηση θεραπείας φυσικού
προσώπου κατά της 54/2007 Απόφασής της, καθώς ο αιτών δεν επικαλέστηκε και
δεν προσκόμισε νέα στοιχεία για την υποστήριξη των ισχυρισμών του. Ειδικότερα,
η Αρχή έκρινε ότι το δικαίωμα πρόσβασης του αιτούντος σε έγγραφα που τηρεί το
επαγγελματικό του ταμείο έχει ικανοποιηθεί, ανεξαρτήτως εάν ο αιτών διαφωνεί με
το περιεχόμενο των εγγράφων που του έχουν δοθεί. Περαιτέρω, δεν προέκυψε ότι
υπάρχουν στην κατοχή του υπεύθυνου επεξεργασίας ή των εκτελούντων την επε-
ξεργασία περισσότερα στοιχεία που τον αφορούν άμεσα ή έμμεσα τα οποία το Τα-
μείο σκόπιμα παρακρατεί ή αποκρύπτει.
Το ζήτημα της νομιμότητας της ανάρτησης περίληψης δικαστικής απόφασης σε
δικτυακό τόπο δικηγορικής εταιρείας απασχόλησε την Αρχή στην Απόφαση
43/2009, ύστερα από σχετική καταγγελία. Η Αρχή έκρινε ότι η ανάρτηση μεταφρα-
σμένης περίληψης της δικαστικής απόφασης στον δικτυακό τόπο της δικηγορικής
εταιρείας, στην οποία αναγράφονται τα στοιχεία του φυσικού προσώπου συνιστά
επεξεργασία προσωπικών δεδομένων και θα πρέπει να ακολουθεί την πρακτική της
ανωνυμοποίησης των στοιχείων των φυσικών προσώπων πλην των στοιχείων που
αφορούν τα πρόσωπα της σύνθεσης του δικαστηρίου καθώς και των πληρεξουσίων
δικηγόρων, όπως έχει ήδη κριθεί με την Απόφαση 1319/2000 και τη Γνωμοδότηση
2/2006 της Αρχής. Απηύθυνε δε αυστηρή προειδοποίηση στη δικηγορική εταιρεία
να μεριμνά ώστε να αποστέλλονται στις αλλοδαπές νομικές επιθεωρήσεις περιλή-
ψεις δικαστικών αποφάσεων ελληνικών δικαστηρίων, με βάση την πρακτική της
ανωνυμοποίησης που ακολουθείται στην Ελλάδα. Σε παρόμοια απόφαση (44/2009),
η Αρχή έκρινε ότι η ανάρτηση γενετικού υλικού DNA και χειρόγραφου σημειώμα-
τος σε ιστοσελίδα χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση των υποκειμένων και
λήψη σχετικής άδειας από την Αρχή συνιστά παράνομη επεξεργασία προσωπικών
δεδομένων και επέβαλε για τον λόγο αυτό διοικητικό πρόστιμο.
Στο πλαίσιο ενημέρωσης μονάδων ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης σχετικά με
τη νομιμότητα της δημοσίευσης φωτογραφιών των ατόμων με ψυχικές διαταραχές
που φιλοξενούνται από αυτές (ευαίσθητων δηλαδή δεδομένων) σε εφημερίδα, πε-
84
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΤΟΜΕΙΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ
85
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ
ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
4. ΔΙΕΘΝΗΣ
ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
Στην επονομαζόμενη «Ομάδα Εργασίας του Άρθρου 29» που συστάθηκε βάσει
του άρθρου 29 της Οδηγίας 95/46/ΕΚ συμμετέχουν ως τακτικά μέλη όλοι οι πρόε-
δροι ή επίτροποι των Αρχών Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων των 27 κρατών
μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πρόεδρος της Ομάδας Εργασίας για τη διετία
2008-2009 ήταν ο πρόεδρος της Αρχής της Γαλλίας και Αντιπρόεδρος ο Πρόεδρος
της Αρχής των Κάτω Χωρών.
Οι αρμοδιότητες της Ομάδας Εργασίας του Άρθρου 29 συνίστανται κυρίως στην
εξέταση της ομοιόμορφης εφαρμογής της Οδηγίας 95/46/ΕΚ στα κράτη μέλη.
Η Ομάδα γνωμοδοτεί, επίσης, για κάθε ειδικότερο μέτρο ή δράση που μπορεί να
ασκεί επιρροή στη διασφάλιση ενός υψηλού επιπέδου προστασίας των προσωπι-
κών δεδομένων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ ως προς τις τρίτες χώρες γνωμοδοτεί
προς την Επιτροπή εάν η εκάστοτε εθνική νομοθεσία ανταποκρίνεται στην προϋπό-
θεση του ικανοποιητικού επιπέδου προστασίας που πρέπει να παρέχει η τρίτη χώρα
στο πλαίσιο της διαβίβασης προσωπικών δεδομένων από κράτος μέλος της ΕΕ
προς αυτή. Η αρμοδιότητα της Ομάδας Εργασίας του Άρθρου 29 εκτείνεται και στις
μεταγενέστερες Οδηγίες 2002/58/ΕΚ και 2006/24/ΕΚ που αφορούν στον ειδικό-
τερο τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
Υπό αυτήν την ιδιότητα, εκδίδει Γνώμες και κείμενα εργασίας που έχουν ως απο-
δέκτες τα ευρωπαϊκά νομοθετικά όργανα, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τους υπευθύ-
νους επεξεργασίας καθώς και τον εφαρμοστή του δικαίου, όπως τις ίδιες τις εθνι-
κές Αρχές Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων. Εκτός από τα ανωτέρω μέσα
δράσης, προβαίνει —με δική της πρωτοβουλία ή όταν της τεθεί σχετικό ερώτημα—
σε έγγραφες ή προφορικές τοποθετήσεις προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, διεθνείς οργανισμούς ή τις εκά-
στοτε αρμόδιες εθνικές αρχές τρίτων χωρών καθώς και προς υπεύθυνους επεξερ-
γασίας που αναπτύσσουν δραστηριότητα σε ευρωπαϊκό ή παγκόσμιο επίπεδο, κα-
λεί σε ακρόαση εκπροσώπους διεθνών οργανισμών και υπευθύνων επεξεργασίας,
πάντα για ζητήματα που αφορούν την προστασία των προσωπικών δεδομένων, και
δίνει κατά την κρίση της δημοσιότητα σε αυτές τις δράσεις.
Η Ομάδα Εργασίας του Άρθρου 29 έχει κομβικό ρόλο και αναπτύσσει πολυσχι-
δή δραστηριότητα στα θέματα προστασίας των προσωπικών δεδομένων, συμβάλ-
λοντας στην αποτελεσματικότερη αντιμετώπισή τους σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Κατά το έτος 2009, η Ομάδα Εργασίας του Άρθρου 29 εξέδωσε 11 Γνώμες και
κείμενα εργασίας. Σε αυτά, ασχολήθηκε με τα εξής ιδίως θέματα:
1. Τη διαβίβαση προσωπικών δεδομένων από ευρωπαϊκές εταιρείες προς εται-
ρείες με έδρα στις ΗΠΑ στο πλαίσιο προδικαστικής επίλυσης αστικών διαφο-
ρών, όπου έκρινε ότι σχετικά αιτήματα των εταιρειών στις ΗΠΑ δεν επιτρέπε-
ται να ικανοποιούνται με βάση την κείμενη ευρωπαϊκή νομοθεσία, εκτός κι αν
έχει ήδη ασκηθεί αγωγή και τότε η διαβίβαση θα πρέπει αρχικώς να πραγμα-
τοποιείται με ψευδώνυμα στοιχεία και εφόσον προκύπτουν συγκεκριμένες
υπόνοιες να διαβιβάζονται τα στοιχεία των προσώπων (Κείμενο Εργασίας
1/2009).
2. Το σχέδιο τροποποίησης της Οδηγίας 2002/58/ΕΚ, όπου τοποθετήθηκε εκ
νέου σε ορισμένα ζητήματα, ιδίως σε σχέση με την υποχρέωση των παρόχων
υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών να γνωστοποιούν στις Αρχές Προ-
στασίας Δεδομένων και στους συνδρομητές τους περιστατικά ασφάλειας με
88
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΔΙΕΘΝΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ
στόχο τον περιορισμό της προσβολής του ατομικού δικαιώματος στην προ-
στασία των προσωπικών δεδομένων καθώς και με την ενίσχυση του θεσμού
της συγκατάθεσης και της αρχής της διαφάνειας κατά τη συλλογή και επε-
ξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (Γνώμη 1/2009).
3. Την προστασία των προσωπικών δεδομένων των ανηλίκων, όπου διατυπώνο-
νται γενικές κατευθυντήριες αρχές και στη συνέχεια εξετάζεται ως περίπτωση
εφαρμογής η προστασία των προσωπικών δεδομένων στα σχολεία (Γνώμη
2/2009).
4. Το σχέδιο Απόφασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τις πρότυπες συμβατικές
ρήτρες για τη διαβίβαση δεδομένων από υπεύθυνους επεξεργασίας, εγκατε-
στημένους στην ΕΕ, προς εκτελούντες την επεξεργασία, εγκατεστημένους σε
τρίτες χώρες. Οι εναλλακτικές αυτές ρήτρες προτάθηκαν με πρωτοβουλία δι-
εθνών επιχειρηματικών ενώσεων με σκοπό την αντικατάσταση της ισχύουσας
2002/16/ΕΚ σχετικής Απόφασης της ΕΕ (Γνώμη 3/2009).
5. Την προστασία της ιδιωτικής ζωής και των προσωπικών δεδομένων στο πλαί-
σιο της διαβίβασης δεδομένων των αθλητών και άλλων σχετικών προσώπων
στη βάση δεδομένων ADAMS που τηρείται από το Διεθνή Οργανισμό Κατα-
πολέμησης του Ντόπινγκ, ο οποίος εξέδωσε σχετικό διεθνές πρότυπο κατ’
εφαρμογή του άρθρου 14 του Διεθνούς Κώδικα για την Καταπολέμηση του
Ντόπινγκ, καθώς και τα συναφή ζητήματα που εγείρονται στο πλαίσιο των
αντίστοιχων εθνικών οργανισμών. Πρόκειται για τη δεύτερη κατά σειρά Γνώ-
μη μετά την υπ. αριθμ. 3/2008 (Γνώμη 4/2009).
6. Τις υπηρεσίες κοινωνικής δικτύωσης, οι οποίες απασχολούν ολοένα και περισ-
σότερο λόγω της ευρείας διάδοσής τους. Η Ομάδα Εργασίας του Άρθρου 29
εστίασε στο θεσμό της διαφάνειας και συγκατάθεσης που πρέπει να διέπει την
επεξεργασία προσωπικών δεδομένων εκ μέρους των παρόχων, ιδίως όταν αυ-
τοί καθιστούν δυνατή τη διαβίβαση δεδομένων σε τρίτους, όπως παρόχους ει-
δικών εφαρμογών π.χ. για τον συγχρονισμό των επαφών του κινητού τηλεφώ-
νου με τις επαφές στο προφίλ του χρήστη, στην ενίσχυση της προστασίας των
δεδομένων άλλων χρηστών, π.χ. οι χρήστες πρέπει να ειδοποιούνται για την
ανάρτηση φωτογραφιών τους από άλλους χρήστες, γενικότερα στις ρυθμίσεις
προστασίας της ιδιωτικής ζωής που πρέπει να υλοποιούν οι πάροχοι. Τέλος,
εξίσου σημαντικές είναι και οι υποχρεώσεις του ίδιου του χρήστη όταν δημοσι-
οποιεί προσωπικά δεδομένων άλλων προσώπων (Γνώμη 5/2009).
7. Την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων επιβατών από τα καταστήματα
αφορολόγητων ειδών στα αεροδρόμια. Η λειτουργία αυτών των καταστημά-
των διέπεται πλέον από την Οδηγία 2008/118/ΕΚ ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή
διαπίστωσε ότι η Οδηγία 95/46/ΕΚ δεν εφαρμόζεται ομοιόμορφα στον εν
λόγω τομέα. Η Ομάδα Εργασίας του Άρθρου 29 καταλήγει στο συμπέρασμα
ότι η επεξεργασία των δεδομένων πρέπει να περιορίζεται στα απολύτως ανα-
γκαία στοιχεία, τα οποία πρέπει να τηρούνται για ορισμένο χρονικό διάστημα
που δεν θα υπερβαίνει τον χρόνο τήρησης των φορολογικών στοιχείων σύμ-
φωνα με την εκάστοτε εθνική νομοθεσία. Επίσης, πραγματεύεται το ζήτημα
της περαιτέρω επεξεργασίας για διαφημιστικούς σκοπούς και για τον σκοπό
διαπίστωσης αξιόποινων πράξεων (Γνώμη 8/2009).
8. Το θεσμικό πλαίσιο που πρέπει να διέπει το ατομικό δικαίωμα στην προστασία
των προσωπικών δεδομένων. Πρόκειται για ένα στρατηγικής σημασίας κείμε-
νο που εκπονήθηκε στο πλαίσιο ομώνυμης δημόσιας διαβούλευσης που πραγ-
89
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
90
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΔΙΕΘΝΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ
91
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
Κατά την άσκηση των παραπάνω αρμοδιοτήτων της, η Αρχή, το έτος 2009, επι-
κεντρώθηκε στη συγκέντρωση των αποτελεσμάτων των ελέγχων για τις καταχωρί-
σεις των άρθρων 97 και 98 ΣΕΣ, που είχαν ήδη δρομολογηθεί από το προηγούμε-
νο έτος και στη σύνταξη των σχετικών εκθέσεων.
Το άρθρο 97 ΣΕΣ αναφέρεται σε καταχωρίσεις προσώπων που έχουν εξαφανι-
σθεί ή προσώπων, τα οποία προς χάριν της δικής τους προστασίας ή για την απο-
τροπή απειλών, κατόπιν αιτήσεως της αρμόδιας αρχής ή της αρμόδιας δικαστικής
αρχής του καταχωρούντος Μέρους πρέπει να τεθούν υπό προσωρινή επιτήρηση.
Στην έκθεσή της, η Αρχή, υπενθυμίζοντας τον κοινό τρόπο πραγματοποίησης του
έλεγχου στα κράτη μέλη, βάσει ενιαίου ερωτηματολογίου, επεσήμανε τις διαφορο-
ποιήσεις που προέκυψαν ως προς την εφαρμογή του άρθρου 97 ΣΕΣ ανάμεσα στα
κράτη μέλη, κυρίως όσον αφορά τον αριθμό των καταχωρίσεων αλλά και διαφορές
σχετικά με τη χρήση των προκαθορισμένων εντύπων και την εφαρμογή διαδικασι-
ών λήψης συγκατάθεσης των υποκειμένων των δεδομένων, προκειμένου τα δεδο-
μένα που τα αφορούν να κοινοποιηθούν βάσει της καταχώρισης. Επιπλέον, διαπί-
στωσε πως υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των κρατών μελών αναφορικά
με τον τρόπο εφαρμογής του άρθρου 101(1) ΣΕΣ, σχετικά με το ποιες αρχές έχουν
νόμιμο δικαίωμα πρόσβασης στο Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν.
Λόγω των αποτελεσμάτων του ελέγχου αυτού, η Αρχή προχώρησε στην έκδοση
συστάσεων στα κράτη μέλη αναφορικά με την υιοθέτηση γραπτών τυπικών διαδι-
κασιών, κοινών για όλες τις αρχές που είναι εξουσιοδοτημένες για τις σχετικά με το
άρθρο 97 καταχωρίσεις, έτσι ώστε να υπάρξει ενιαία εφαρμογή των διαδικασιών
αυτών. Επίσης, τόνισε την αναγκαιότητα για τη λήψη έγγραφης κατά προτίμηση συ-
γκατάθεσης του καταχωρισμένου προσώπου και λήψη έγγραφης τυχόν άρνησης
της συγκατάθεσης, όταν πρόκειται να κοινοποιηθούν τα δεδομένα του, καθώς και
την αναγκαιότητα τήρησης αυτοματοποιημένων μέσων ελέγχου και τυπικών διαδι-
κασιών, έτσι ώστε να αποκλείεται η διατήρηση της καταχώρισης του ανήλικου προ-
σώπου μετά την ενηλικίωσή του. Επιπλέον, συστάθηκε η γενικευμένη από όλα τα
κράτη μέλη χρήση των προκαθορισμένων εντύπων, ο έλεγχος και η επιβεβαίωση
από τα κράτη μέλη ότι οι εθνικές αρχές που έχουν πρόσβαση στις καταχωρίσεις
του άρθρου 97 είναι οι προβλεπόμενες από το άρθρο 101(1) ΣΕΣ αρχές.
Το άρθρο 98 αφορά καταχωρίσεις προσώπων που είναι μάρτυρες, προσώπων
που κλητεύονται προς εμφάνιση ενώπιον των δικαστικών αρχών στο πλαίσιο ποινι-
κής διαδικασίας για πράξεις ως προς τις οποίες έχει ασκηθεί σε βάρος τους ποινι-
κή δίωξη, ή προσώπων στα οποία πρέπει να επιδοθεί καταδικαστική απόφαση ή
κλήση προς έκτιση ποινής στερητικής της ελευθερίας.
Η Αρχή διαπίστωσε διαφοροποιήσεις μεταξύ των κρατών μελών και στην εφαρ-
μογή του άρθρου αυτού, οι οποίες οφείλονται όχι μόνο στις διαφορετικές προϋπο-
θέσεις που απαιτούνται για την καταχώριση σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία του
κάθε κράτους μέλους αλλά και στη διαδικασία που ακολουθείται μετά την καταχώ-
ριση στο Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν. Επιφυλάξεις διατυπώθηκαν επίσης και
για τα εθνικά όργανα, τα οποία φέρονται να έχουν δικαίωμα πρόσβασης στο ΣΠΣ,
σε μία μάλλον αναντιστοιχία προς τις σχετικές διατάξεις του άρθρου 101 (1) ΣΕΣ. Η
Αρχή εξέφρασε προβληματισμούς και αναφορικά με τη χρονική περίοδο διατήρη-
σης των δεδομένων. Η καταχώριση εισάγεται μόνο για τον σκοπό της ανακοίνωσης
και κοινοποίησης του τόπου διαμονής/κατοικίας του καταχωρισμένου προσώπου
κατόπιν αιτήσεως των δικαστικών αρχών. Όταν ο σκοπός της κοινοποίησης εκλεί-
ψει ή επιτευχθεί, η αναγκαιότητα της διατήρησης της καταχώρισης πρέπει να επα-
92
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΔΙΕΘΝΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ
93
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
94
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΔΙΕΘΝΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ
Σχετικά με το Μονακό, το 2004 η ΚΕΑ είχε υιοθετήσει γνωμοδότηση επί της νο-
μοθεσίας και της διοικητικής πρακτικής του Μονακό στον τομέα της προστασίας δε-
δομένων, σύμφωνα με την οποία δεν υπάρχουν εμπόδια για να ξεκινήσει η Ευρω-
πόλ διαπραγματεύσεις επί μίας επιχειρησιακής συμφωνίας με το πριγκιπάτο.
Τον Ιούλιο του 2009 εστάλη στην ΚΕΑ προς συζήτηση η προσφάτως εγκριθείσα
νομοθεσία προστασίας προσωπικών δεδομένων του πριγκιπάτου. Η ΚΕΑ αναγνώρι-
σε ότι, επειδή η νομοθεσία αυτή, για την προστασία των δεδομένων και επί ενός
οργάνου κύρωσης της Σύμβασης 108 του Συμβουλίου της Ευρώπης, εγκρίθηκε πρό-
σφατα, η διοικητική πρακτική στον τομέα της προστασίας δεδομένων θα ήταν περιο-
ρισμένη. Η ΚΕΑ αποφάσισε ότι αν και οι απαραίτητες νομοθετικές τροποποιήσεις
είχαν πραγματοποιηθεί, θα περίμενε να λάβει περαιτέρω πληροφορίες στο μέλλον
σχετικά με τη διοικητική πρακτική στον τομέα της προστασίας δεδομένων
Σχετικά με το επίπεδο προστασίας δεδομένων στη Ρωσική Ομοσπονδία, στο παρελ-
θόν η ΚΕΑ είχε αποφανθεί ότι δεν είχε επαρκή πληροφόρηση για να γνωμοδοτήσει.
Αφού δόθηκαν κάποιες διευκρινίσεις, η ΚΕΑ εξέφρασε την άποψη ότι υπάρχουν σημα-
ντικές διαφορές στο επίπεδο προστασίας των προσωπικών δεδομένων στη Ρωσική
Ομοσπονδία και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ εξακολουθούν να υπάρχουν σημεία που
δεν έχουν διευκρινιστεί. Τέλος, αναγνωρίζοντας τη σημασία της συνεργασίας της Ευ-
ρωπαϊκής Ένωσης με τη Ρωσική Ομοσπονδία, τόσο σε επίπεδο Ευρωπόλ και Eurojust
αλλά και γενικότερα, όπως διατυπώνεται στο σχέδιο «Προγράμματος της Στοκχόλ-
μης», πρότεινε στο Διοικητικό Συμβούλιο της Ευρωπόλ, στο Κολλέγιο της Eurojust και
στην Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης να διερευνήσουν τρόπους
με τους οποίους θα μπορέσει να αποσαφηνιστεί πώς ρυθμίζεται η προστασία των προ-
σωπικών δεδομένων από τη ρωσική νομοθεσία, καθώς και πώς μπορούν να επιλυθούν
οι σημαντικές διαφορές στο επίπεδο προστασίας των προσωπικών δεδομένων στη
Ρωσική Ομοσπονδία και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στο πλαίσιο αυτό, σημειώθηκε ότι
σημαντική επίσης είναι και η συνεργασία της ΚΕΑ Ευρωπόλ με την ΚΕΑ Eurojust.
Σχετικά με το επίπεδο προστασίας δεδομένων στο Ισραήλ, σύμφωνα με τα μέχρι
τώρα διαθέσιμα στην ΚΕΑ στοιχεία, ο τρέχων νόμος για την προστασία προσωπι-
κών δεδομένων καλύπτει μόνο τα δεδομένα σε ηλεκτρονική μορφή. Επίσης, υπάρ-
χουν κάποιες επιφυλάξεις για τον βαθμό στον οποίο είναι θεμελιωμένα και κατοχυ-
ρωμένα τα δικαιώματα των υποκειμένων, και ειδικότερα αυτό της πρόσβασης.
Η ΚΕΑ γνωμοδότησε ότι συμφωνεί καταρχήν με το κείμενο του σχεδίου συμφωνίας
μεταξύ της Ευρωπόλ και του Ισραήλ και ζήτησε να ενημερωθεί για οποιεσδήποτε
μελλοντικές εξελίξεις ως προς τις επιφυλάξεις που έχει ήδη διατυπώσει.
Σχετικά με το επίπεδο προστασίας δεδομένων στην Κολομβία, η ΚΕΑ κατέληξε
στο συμπέρασμα ότι προς το παρόν δεν επαρκούν τα διαθέσιμα στοιχεία για την έκ-
δοση τελικής γνωμοδότησης και ανέβαλε το θέμα για το μέλλον, καλώντας το Δι-
οικητικό Συμβούλιο της Ευρωπόλ να υποβάλει ενημερωτικό έγγραφο για τις πρα-
κτικές προστασίας προσωπικών δεδομένων που εφαρμόζονται στη χώρα.
Σχετικά με το επίπεδο προστασίας δεδομένων στην ΠΓΔΜ, η ΚΕΑ εξέδωσε σχε-
τική γνωμοδότηση, όπου αναφέρει ότι δεν υπάρχουν εμπόδια, από την άποψη της
προστασίας των προσωπικών δεδομένων, για την έναρξη διαπραγματεύσεων με-
ταξύ της Ευρωπόλ και της ΠΓΔΜ στο πλαίσιο της προετοιμασίας μιας συμφωνίας
για τη διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από την Ευρωπόλ.
Δ) ΣΧΕΔΙΟ «CHECK THE WEB»
Η ΚΕΑ είχε στο παρελθόν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η λειτουργία του σχε-
δίου με το όνομα «Έλεγχος στο Διαδίκτυο» είναι σύμφωνη με τις διατάξεις της Σύμ-
95
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
βασης της Ευρωπόλ. Η Ευρωπόλ επανήλθε με πρόταση προς την ΚΕΑ για την εξέ-
λιξη του σχεδίου αυτού, με δύο διαφορετικά σενάρια: το πρώτο αφορά τη διατήρη-
ση της υπάρχουσας κατάστασης και του τρόπου λειτουργίας του εν λόγω σχεδίου,
ενώ το δεύτερο σενάριο αφορά την εισαγωγή δραστηριοτήτων εκτίμησης και ανά-
λυσης. Η ΚΕΑ υποστήριξε το δεύτερο σενάριο, και για τον λόγο αυτό συμφώνησε
με την εισήγηση της Ευρωπόλ για τη μετατροπή του σχεδίου σε σχετικό αρχείο δε-
δομένων εργασίας προς ανάλυση (Analytical Work File - AWF). Παράλληλα, η
ΚΕΑ διατύπωσε ορισμένες παρατηρήσεις για το περιεχόμενο του αρχείου και τον
χρόνο τήρησης των δεδομένων.
Ε) ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΔΙΑΘΕΣΙΜΟΤΗΤΑΣ
Η ΚΕΑ έλαβε σχετικό υπόμνημα της Ευρωπόλ για την εφαρμογή της «αρχής της
διαθεσιμότητας» και τις πρακτικές επιχειρηματικές ευκαιρίες που έχει η Ευρωπόλ
για την εφαρμογή της αρχής αυτής στις δραστηριότητές της, επηρεάζοντας ταυτό-
χρονα και τη μελλοντική στρατηγική της σε θέματα ανταλλαγής πληροφοριών.
Συγκεκριμένα, το υπόμνημα εστίασε σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις:
- τη διασταύρωση πληροφοριών μεταξύ των διαφόρων συστημάτων
- την επεξεργασία βιομετρικών δεδομένων
- την ανταλλαγή μη προσωπικών δεδομένων.
Η ΚΕΑ συζήτησε το υπόμνημα αυτό και αποφάσισε να συστήσει ειδική ομάδα
εργασίας ad hoc για την ανάλυση των ζητημάτων που τίθενται σε αυτό. Επίσης,
αποφάσισε να συζητήσει το θέμα αυτό και με την Ομάδα Εργασίας για την Αστυνο-
μική και Δικαστική Συνεργασία (WPPJ).
ΣΤ) ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΗΣ ΚΕΑ
Η ΚΕΑ συζήτησε τους βασικούς στόχους της για το μέλλον. Συγκεκριμένα, απο-
φασίστηκε ότι:
- εξακολουθεί να είναι μεγάλης σημασίας ο ετήσιος έλεγχος της Ευρωπόλ από
την ΚΕΑ.
- η ΚΕΑ θα πρέπει να συνεργαστεί πιο στενά με τις εθνικές Αρχές Προστασίας
Δεδομένων, καθώς και με τις υπόλοιπες εποπτικές αρχές σε ευρωπαϊκό επίπε-
δο, με στόχο τη μεγαλύτερη ευελιξία και το καλύτερο συντονισμό στην προστα-
σία των προσωπικών δεδομένων. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να διερευνηθεί το
ενδεχόμενο έναρξης συντονισμένων επιθεωρήσεων σε εθνικό επίπεδο.
- θα πρέπει να γίνουν ενέργειες για την καλύτερη ενημέρωση και ενίσχυση της
ευαισθητοποίησης του κοινού αναφορικά με τις δραστηριότητες της ΚΕΑ.
- θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά οι εξελίξεις στην προστασία δεδομένων
στον τομέα της επιβολής του νόμου, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του προγράμματος
της Στοκχόλμης.
Η Αρχή συμμετέχει με ένα τακτικό και ένα αναπληρωματικό μέλος στην επιτρο-
πή προσφυγών της Ευρωπόλ, η οποία αποτελεί επιτροπή της Κοινής Εποπτικής Αρ-
χής της Ευρωπόλ και συνεδριάζει στην έδρα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Ευ-
ρωπαϊκής Ένωσης στις Βρυξέλλες. Έργο της, βάσει του άρθρου 24 παρ. 7 της Σύμ-
βασης Ευρωπόλ και συναφών διατάξεων του Κανονισμού Λειτουργίας της Κοινής
Εποπτικής Αρχής, αποτελεί η εξέταση προσφυγών πολιτών κατά των αποφάσεων
της Ευρωπόλ. Συγκεκριμένα, όλοι οι πολίτες έχουν δικαίωμα πρόσβασης στις πλη-
ροφορίες που διατηρεί η Ευρωπόλ για αυτούς, όπως επίσης και το δικαίωμα να ζη-
96
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΔΙΕΘΝΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ
Η Αρχή συμμετέχει με δύο τακτικά και δύο αναπληρωματικά μέλη στην Κοινή
Εποπτική Αρχή Τελωνείων, η οποία επίσης συνεδριάζει στην έδρα του Συμβουλίου
της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις Βρυξέλλες. Η Κοινή Εποπτική Αρχή Τελωνείων συ-
στάθηκε δυνάμει του άρθρου 18 της Σύμβασης σχετικά με τη χρήση της πληροφο-
ρικής στον τελωνειακό τομέα, που βασίζεται στο άρθρο Κ.3 της συνθήκης για την
Ευρωπαϊκή Ένωση. Είναι αρμόδια να εποπτεύει τη λειτουργία του τελωνειακού συ-
στήματος πληροφοριών, να εξετάζει τυχόν προβλήματα εφαρμογής ή ερμηνείας
του συστήματος αυτού και να συνδράμει τις εθνικές ελεγκτικές αρχές στην άσκη-
ση των εποπτικών τους καθηκόντων, κυρίως μέσω της εξεύρεσης και υιοθέτησης
κοινών λύσεων στα προβλήματα που ανακύπτουν.
Το θέμα που πρωτίστως απασχόλησε την Κοινή Εποπτική Αρχή το 2009 ήταν η
απόφαση να αντικατασταθεί η προαναφερθείσα Σύμβαση σχετικά με τη χρήση της
πληροφορικής στον τελωνειακό τομέα με μια απόφαση του Συμβουλίου, η οποία
και θα επεκτείνει τη χρήση του τελωνειακού συστήματος πληροφοριών σύμφωνα
με τις προβλεπόμενες ισχύουσες ρυθμίσεις των Κανονισμών (ΕΚ) 515/97 και
97
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
Η Αρχή συμμετέχει με τακτικό μέλος της στην Ομάδα Ελέγχου της EURODAC, η
οποία συνεδριάζει στην έδρα του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις Βρυ-
ξέλλες, τέσσερις φορές τον χρόνο, υπό την προεδρία του Ευρωπαίου Επόπτη για τα
98
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΔΙΕΘΝΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ
99
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
100
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΔΙΕΘΝΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ
Η Αρχή συμμετέχει με δύο τακτικά και δύο αναπληρωματικά μέλη στην Ομάδα Ερ-
γασίας για την Αστυνομία και τη Δικαιοσύνη, η οποία συνεδριάζει στην έδρα του
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις Βρυξέλλες. Η Ομάδα αυτή, η οποία δημι-
ουργήθηκε μετά από απόφαση της Εαρινής Συνόδου των ευρωπαϊκών αρχών προ-
στασίας το 2007, έχει σκοπό την εποπτεία και τον έλεγχο των εξελίξεων στον τομέα
της προστασίας δεδομένων στον Τρίτο Πυλώνα, μέσω της αμοιβαίας συνεργασίας
και του συντονισμού μεταξύ των εθνικών αρχών προστασίας των κρατών μελών.
Κύρια ενασχόληση της Ομάδας αποτελεί η εξέταση των συνεπειών για την προ-
στασία δεδομένων από την υιοθέτηση της απόφασης πλαίσιο σχετικά με την προ-
στασία δεδομένων στο πλαίσιο της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας και
από το πρόγραμμα της Στοκχόλμης που έθεσε τα θεμέλια για το μελλοντικό πεδίο
ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης στην Ευρώπη.
Η Ομάδα αυτή συνεχίζοντας το έργο της κατά το 2009 προέβη στην κατάρτιση κα-
ταλόγου προστασίας δεδομένων αναφορικά με τη συνεργασία και εποπτεία στο πε-
101
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
δίο επιβολής του νόμου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ο οποίος και υποβλήθηκε στην Εα-
ρινή Σύνοδο των ευρωπαϊκών αρχών προστασίας, όπου και υιοθετήθηκε επίσημα.
Κατά τη διάρκεια των συναντήσεων της, η Ομάδα εκτιμώντας την υπάρχουσα επι-
τυχή συνεργασία με την Ομάδα Εργασίας του Άρθρου 29, κυρίως στο θέμα των ευ-
ρωπαϊκών PNRs, εξήγγειλε την πρόθεση για ακόμη στενότερη συνεργασία σε ζητή-
ματα τόσο του πρώτου όσο και του τρίτου πυλώνα. Επιβεβαίωσε ότι θα συνεχίσει να
διαδραματίζει σημαντικό ρόλο, εκπληρώνοντας τους στόχους της και μετά την έναρ-
ξη της ισχύος της Συνθήκης της Λισαβόνας. Στο πλαίσιο αυτό και προκειμένου αφε-
νός να παρακολουθεί την εφαρμογή και αφετέρου να συνεισφέρει στην ανάπτυξη
πολιτικής αναφορικά με την απόφαση πλαίσιο σχετικά με την προστασία δεδομένων
στο πλαίσιο της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας, αποφασίστηκε ανάμεσα
σε άλλα, να προχωρήσουν τα κράτη μέλη σε μία εργασία υπολογισμού και αξιολό-
γησης των κινδύνων στην επικράτειά τους, αναφορικά με τη συνεργασία και επο-
πτεία στο πεδίο επιβολής του νόμου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, έχοντας ως σημείο
αναφοράς τις βασικές οδηγίες που περιέχονται στον κατάλογο προστασίας δεδομέ-
νων, αποσκοπώντας περαιτέρω και στην παρουσίαση στην Εαρινή Σύνοδο του 2010
πρότασης για την εποπτική πολιτική της Ομάδας Εργασίας. Ταυτόχρονα, η Ομάδα δια
του ιταλού Προέδρου της προχώρησε σε επικοινωνία με τον πρόεδρο της Ευρωπαϊ-
κής Επιτροπής, τονίζοντας τις απόψεις της σχετικά με το ελλιπές νομικό πλαίσιο που
παρέχει η απόφαση πλαίσιο, και την ανάγκη να υιοθετηθούν περαιτέρω μέτρα και ερ-
γαλεία για την επιτυχή μεταφορά της σε εθνικό επίπεδο.
Σε συνεργασία με την Ομάδα Εργασίας του Άρθρου 29, εκπονήθηκε και υιοθε-
τήθηκε κείμενο συνεισφοράς στη δημόσια διαβούλευση για το μέλλον της ιδιωτι-
κής ζωής (consultation for the future of privacy), το οποίο επικεντρώθηκε σε θέμα-
τα του τρίτου πυλώνα λόγω της έναρξης ισχύος της Συνθήκης της Λισαβόνας και
στις προκλήσεις που ελλοχεύουν στο πεδίο επιβολής του νόμου.
Η πρόταση της Επιτροπής για τροποποίηση του Κανονισμού EURODAC, απασχό-
λησε την Ομάδα Εργασίας. Σε ανακοίνωση Τύπου, στην οποία προέβη, η Ομάδα
αμφισβήτησε την προτεινόμενη, αναιτιολόγητη κατά την γνώμη της, επιταγή για
πρόσβαση στη βάση EURODAC από τις αστυνομικές αρχές για σκοπούς επιβολής
του νόμου και σημείωσε πως η πρόταση αυτή είναι αντίθετη με τις βασικές αρχές
προστασίας προσωπικών δεδομένων, όπως η αρχή της αναλογικότητας και του πε-
ριορισμού του σκοπού.
Το θέμα της μεταφοράς αποφάσεων σχετικών με την εφαρμογή της Συνθήκης
Prüm συνέχισε να απασχολεί την Ομάδα και το έτος αυτό, γεγονός που την οδήγη-
σε στην αποστολή εγγράφου στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, προκειμένου να επιτευ-
χθεί πληρέστερη και ορθότερη ερμηνεία και κατ’ ακολουθία εφαρμογή των διατά-
ξεων των αποφάσεων αυτών.
Μνεία πρέπει να γίνει και στην πρόταση της Ομάδας για συμμετοχή στις εργασί-
ες της Ομάδας Υψηλού Επιπέδου Επαφής (High level Contact Group) για την ανταλ-
λαγή πληροφοριών, την προστασία της ιδιωτικής ζωής και την προστασία προσωπι-
κών δεδομένων μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ, ενόψει της μελλοντικής σύναψης σχετικής
συμφωνίας. Οι προβληματισμοί της Ομάδας Εργασίας για την Αστυνομία και τη Δι-
καιοσύνη σχετικά με το πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας, τους ασαφείς ορισμούς
των αρχών που εμπεριέχονται σε αυτή και την ανάγκη για σαφή καθορισμό μηχα-
νισμών προσφυγής σε περίπτωση παραβίασης της προστασίας δεδομένων, θα πε-
ριληφθούν τελικά σε κείμενο, που θα εκδοθεί από κοινού με την Ομάδα Εργασίας
του Άρθρου 29 το 2010.
102
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΔΙΕΘΝΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ
Επιπλέον, το ζήτημα της SWIFT και της μεταφοράς δεδομένων τραπεζικών συ-
ναλλαγών από την ΕΕ στις ΗΠΑ, που αποσκοπούν στην καταπολέμηση της τρομο-
κρατίας και του σοβαρού εγκλήματος, απασχόλησε την Ομάδα, η οποία απέστειλε
επιστολή στην Επιτροπή LIBE και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με τις επιφυλάξεις
της. Με παρόμοιο τρόπο επίσης αντέδρασε και στο θέμα της σύναψης συμφωνιών
τύπου Prüm μεταξύ ευρωπαϊκών κρατών και τρίτων κρατών, οι οποίες αποβλέπουν
στην ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με το DNA για δικαστικούς και αστυνομι-
κούς σκοπούς, τονίζοντας την ανάγκη εξασφάλισης του επιβαλλόμενου επιπέδου
προστασίας προσωπικών δεδομένων και επιβολής εναρμονισμένης πολιτικής στο
θέμα αυτό. Συναφής προς αυτό το ζήτημα ήταν και η εκπόνηση από την Ομάδα
ενός όρου προστασίας προσωπικών δεδομένων, ο οποίος και θα πρέπει να εισάγε-
ται και να εφαρμόζεται σε μελλοντικές διμερείς συμφωνίες που θα συνάπτονται με-
ταξύ ευρωπαϊκών και τρίτων χωρών και που προγραμματίζεται να υιοθετηθεί από
την Ομάδα το 2010.
Σχετικά δε με την εφαρμογή της Συνθήκης για το κυβερνο-έγκλημα, η Ομάδα
εργασίας για την Αστυνομία και τη Δικαιοσύνη μετά την ολοκλήρωση σχετικής
έρευνας, προέβη σε έκδοση συστάσεων προς τα κράτη μέλη προκειμένου να αντι-
μετωπιστούν τα προβλήματα μεταφοράς στα εσωτερικά εθνικά δίκαια και να υλο-
ποιηθούν μέσα προσφυγής. Η επίσημη υιοθέτηση των συστάσεων αυτών θα πραγ-
ματοποιηθεί το 2010.
Στο πλαίσιο της τακτικής επικοινωνίας και συνεργασίας μεταξύ των Αρχών
Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και άλ-
λων ευρωπαϊκών κρατών, εκπρόσωποι τους, οι οποίοι συγκροτούν την Ομάδα Ερ-
γασίας για την ανταλλαγή εμπειριών από την εξέταση ζητημάτων προστασίας προ-
σωπικών δεδομένων (Case Handling Workshop), συναντώνται δύο φορές τον
χρόνο. Κατά τη συνάντηση, ανταλλάσσουν απόψεις και εμπειρίες για συγκεκριμέ-
να επίκαιρα ζητήματα που απασχολούν τις Αρχές και γίνεται σύγκριση μεταξύ των
διαφόρων εθνικών νομοθεσιών, με σκοπό την προώθηση μιας περισσότερο εναρ-
μονισμένης και συντονισμένης προσέγγισης σχετικά με ζητήματα προστασίας
προσωπικών δεδομένων.
Κατά τη 19η συνάντηση, που πραγματοποιήθηκε στην Πράγα στις 12 και 13 Μαρ-
τίου 2009, η Ομάδα Εργασίας ασχολήθηκε με τα ακόλουθα θέματα: Μέσα Μαζικής
Επικοινωνίας και προστασία της ιδιωτικότητας, βιντεοεπιτήρηση μέσω κλειστών κυ-
κλωμάτων τηλεόρασης και ειδικότερα θέματα σχετικά με επεξεργασία δεδομένων
εργαζομένων από τον εργοδότη τους και ασθενών από τις υπηρεσίες παροχής
υγείας.
Η ελληνική Αρχή, η οποία συμμετείχε με εκπροσώπους της από τα τμήματα Ελε-
γκτών και Επικοινωνίας, παρουσίασε το ζήτημα της δημοσιοποίησης των ονομάτων
και λοιπών στοιχείων των ατόμων που εμπλέκονται σε εγκληματικές δραστηριότη-
τες. Παρουσιάστηκε η σχετική απόφαση της Αρχής 67/2002 για την ανακοίνωση
σε δελτία Τύπου της Αστυνομίας των ονομάτων των ατόμων που καταζητούνται ή/
και που έχουν ήδη συλληφθεί, καθώς και η μετέπειτα νομοθετική ρύθμιση (βλ.
Ν. 3625/2007), με την οποία επιτρέπεται η δημοσιοποίηση των σχετικών στοιχείων,
103
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
ποινικών διώξεων και καταδικών, με διάταξη του αρμόδιου Εισαγγελέα για τον σκο-
πό της προστασίας του κοινωνικού συνόλου και ιδιαίτερα όλων των ευπαθών ομά-
δων και τη διευκόλυνση του κολασμού των αδικημάτων.
Εξάλλου, κατά την 20η συνάντηση, που έλαβε χώρα στις 22 και 23 Οκτωβρίου
2009 στη Λεμεσό της Κύπρου, η Ομάδα Εργασίας ανέπτυξε και συζήτησε ζητήμα-
τα που αφορούσαν τους παρακάτω θεματικούς τομείς: Διαδίκτυο και προστασία
προσωπικών δεδομένων, βιντεοεπιτήρηση μέσω κλειστών κυκλωμάτων τηλεόρα-
σης, ειδικότερα θέματα αναφορικά με το δικαίωμα πρόσβασης των υποκειμένων
των δεδομένων, την επεξεργασία δεδομένων εργαζομένων από τον εργοδότη και
δεδομένων συναλλασσόμενων από τις τράπεζες.
Η ελληνική Αρχή, η οποία ομοίως συμμετείχε με εκπροσώπους της από τα τμή-
ματα Ελεγκτών και Επικοινωνίας, παρουσίασε την πρόσφατη Γνωμοδότηση της Αρ-
χής 1/2009, επί σχεδίου διάταξης αναφορικά με την εγκατάσταση και λειτουργία
κλειστών κυκλωμάτων τηλεόρασης σε δημόσιους χώρους για λόγους δημόσιας
ασφάλειας. Ειδικότερα, αναλύθηκαν τα νομικά επιχειρήματα, τα οποία αντλούνται
από το ελληνικό Σύνταγμα, αλλά και από πηγές υπερνομοθετικής ισχύος (Ευρωπα-
ϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Σύμβαση 108 του Συμβουλίου της Ευρώ-
πης για την προστασία του ατόμου έναντι της αυτοματοποιημένης επεξεργασίας
δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα) και τα οποία οδήγησαν στην υιοθέτηση των
εννέα σημείων της Γνωμοδότησης.
104
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΔΙΕΘΝΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ
στις 4-6 Νοεμβρίου 2009. Η κοινή αυτή δήλωση είχε ως στόχο να υποστηρίξει το
σχέδιο Διακήρυξης για την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, που
είχε προταθεί στην 31η Διεθνή Σύνοδο. Η 3η Διάσκεψη της Ένωσης ολοκληρώθηκε
με την κλειστή συνεδρίαση της, όπου πραγματοποιήθηκε συζήτηση μεταξύ των εκ-
προσώπων των εθνικών Αρχών-μελών της AFAPDP σχετικά με τον προγραμματι-
σμό των μελλοντικών εργασιών και εκδηλώσεων της Ένωσης, το καταστατικό της
και τις συνεισφορές των μελών της.
105
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ
ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
5. ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΗ
ΠΟΛΙΤΙΚΗ
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
108
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ
109
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
110
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Ακόμα, στο πλαίσιο του 5ου Πανελλήνιου Συνεδρίου για τη Διοίκηση, τα Οικονο-
μικά και τις Πολιτικές Υγείας, το οποίο διοργανώθηκε από την Εθνική Σχολή Δημό-
σιας Υγείας στην Αθήνα μεταξύ 2 και 5 Δεκεμβρίου 2009, συμμετείχαν από κοινού
η Δρ Χαρίκλεια Λάτσιου και ο Ανάργυρος Χρυσάνθου, σε στρογγυλό τραπέζι με
τίτλο «Η Ηλεκτρονική Υγεία στην Ελλάδα μέσα από τους άξονες του Παγκόσμιου
Οργανισμού Υγείας». Κατά τη διάρκεια του εν λόγω στρογγυλού τραπεζιού, παρου-
σίασαν εισήγηση με θέμα «Νομικά και Ηθικά Πλαίσια της Ηλεκτρονικής Υγείας
στην Ελλάδα». Στην παρουσίαση ανέδειξαν τις προκλήσεις, σε επίπεδο ποιότητας
και ιδιωτικότητας, που προκύπτουν με την είσοδο τεχνολογιών πληροφορικής στο
χώρο της υγείας. Αναφέρθηκαν στο ισχύον νομικό πλαίσιο για τα προσωπικά δεδο-
μένα υγείας σε Ελλάδα, Αγγλία και ΗΠΑ, με έμφαση στο ελληνικό θεσμικό πλαίσιο
και μνεία σε χαρακτηριστικές νομοθετικές προσεγγίσεις ξένων χωρών. Επίσης,
ασχολήθηκαν με τον ηλεκτρονικό ιατρικό φάκελο σε επίπεδο ορισμού αλλά και
υπαρχόντων προτύπων, και εξέθεσαν συνοπτικά το νομοθετικό πλαίσιο διαχείρισης
του ηλεκτρονικού ιατρικού φακέλου στην Ελλάδα. Στην ομιλία τους, αναφέρθηκαν
σε θέματα διασφάλισης ποιότητας σχετικά με τα ιατρικά πληροφοριακά συστήματα,
έχοντας ως βάση το Πλαίσιο Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και ιδιαίτερα τα στοι-
χεία του που αφορούν τα ιατρικά πληροφοριακά συστήματα, αλλά και σε ηθικά
ζητήματα, τα οποία προκύπτουν από τη χρήση πληροφοριακών συστημάτων στο
χώρο της υγείας, προτείνοντας κάποιες αναγκαίες κατά την άποψή τους παρεμβά-
σεις για την επίλυση των ζητημάτων που αναδείχτηκαν (σε επίπεδο ποιότητας,
ασφάλειας και ιδιωτικότητας) σε ένα πλαίσιο που θα έχει ως αφετηρία το Πλαίσιο
Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης.
Επίσης, στο πλαίσιο του 7ου Διεθνούς Συνεδρίου Τεχνολογιών Πληροφορικής
στην Υγεία (ICICTH 2009), το οποίο διεξήχθη στη Σάμο μεταξύ 16 και 18 Ιουλίου
2009, ο Ανάργυρος Χρυσάνθου παρουσίασε σε συνεργασία με τον Δρα Ηρακλή
Βαρλάμη και τον Δρα Ιωάννη Αποστολάκη, επισκέπτη καθηγητή της Εθνικής Σχο-
λής Δημόσιας Υγείας, εργασία με θέμα «Πιστοποίηση και Ασφάλεια σε Ιατρικές Δι-
αδικτυακές Εφαρμογές». Στην ομιλία τους, παρουσίασαν τον τρόπο λειτουργίας
των ιατρικών διαδικτυακών εφαρμογών, ανέδειξαν τα ανακύπτοντα θέματα ασφά-
λειας και ιδιωτικότητας και επικέντρωσαν σε πρότυπα και διαδικασίες που μπορούν
να οδηγήσουν στην προάσπιση της ασφάλειας και της ιδιωτικότητας. Στόχος της
εργασίας αυτής ήταν η παρουσίαση μιας ολιστικής προσέγγισης σε θέματα ασφά-
λειας, επικεντρώνοντας στην οικογένεια προτύπων ISO/IEC 27000, η οποία προ-
σφέρει μεταξύ άλλων οδηγίες καλής πρακτικής για τον σχεδιασμό και τη δημιουρ-
γία Πληροφοριακών συστημάτων Ασφάλειας (ISMS).
Τέλος, μια σειρά άρθρων στελεχών της Αρχής δημοσιεύθηκαν σε εφημερίδες,
επιστημονικά περιοδικά και συγγράμματα. Ειδικότερα:
Ο καθηγητής Λεωνίδας Κοτσαλής δημοσίευσε το άρθρο:
«Τράπεζα DNA, Ασφάλεια και Ανθρώπινα Δικαιώματα», που δημοσιεύθηκε στο
Νομικό Βήμα, Οκτώβριος 2009, τεύχ. 8, τόμ. 57, σελ. 1881 επ. και στην Εφημερίδα
Βήμα - Βήμα Ιδεών- Ιδεόγραμμα, Οκτώβριος 2009, τεύχ. 30, σελ. 18.
Ο Δρ Γρηγόριος Λαζαράκος δημοσίευσε τα ακόλουθα άρθρα:
α) «Η προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατά την εφαρμογή
της Οδηγίας 2003/98/ΕΚ για την περαιτέρω χρήση πληροφοριών του δημόσιου το-
μέα», Θεωρία και Πράξη Διοικητικού Δικαίου, τεύχος 3/2009, σελ. 286-293.
Η μελέτη πραγματεύεται τη σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ δύο νομοθετημά-
των που έχουν, με την μία ή την άλλη μορφή, ως βασικό αντικείμενο τη ρύθμιση της
111
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
ελεύθερης ροής και επεξεργασίας πληροφοριών στη σύγχρονη Κοινωνία της Γνώ-
σης. Επιχειρείται, ειδικότερα, η ανάλυση της σχέσης μεταξύ του Ν. 2472/1997 για
την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτή-
ρα και του Ν. 3448/2006 για την περαιτέρω χρήση πληροφοριών του δημόσιου το-
μέα, ο οποίος ενσωμάτωσε στο εθνικό μας δίκαιο την Οδηγία 2003/98/ΕΚ του Ευ-
ρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17ης Νοεμβρίου 2003 «για την πε-
ραιτέρω χρήση πληροφοριών του δημόσιου τομέα», με την οποία δημιουργείται ένα
γενικό ρυθμιστικό πλαίσιο ως προς την περαιτέρω χρήση των πληροφοριών του
δημόσιου τομέα και ιδίως ως προς την εξασφάλιση δίκαιων, αναλογικών και ισότι-
μων όρων περαιτέρω χρήσης των πληροφοριών αυτών. Βάση της ανάλυσης των
επιμέρους διατάξεων και της ερμηνευτικής προσέγγισης ειδικότερων ζητημάτων
αποτέλεσε η διαπίστωση της ανάγκης διασφάλισης ουσιαστικής και επαρκούς πλη-
ροφόρησης, υπό καθεστώς πλήρους σεβασμού του δικαιώματος πληροφοριακού
και επικοινωνιακού αυτοκαθορισμού του πολίτη, στη σύγχρονη Κοινωνία της Πλη-
ροφορίας και της Γνώσης.
β) «Ανοιχτή Διοίκηση, πρόσβαση σε δημόσια έγγραφα και προστασία δεδομέ-
νων προσωπικού χαρακτήρα», Έμφαση, τεύχος Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου-Μαρτίου
2009, σελ. 119-128.
Η μελέτη εξετάζει τον θεσμό της πρόσβασης σε δημόσια έγγραφα για τη δημιουρ-
γία ανοιχτής διοίκησης στο πλαίσιο του σύγχρονου κοινωνικού κράτους δικαίου, ο
οποίος παρέχει μεν στον διοικούμενο τη δυνατότητα να συμμετέχει στη διοικητική δι-
αδικασία, ταυτόχρονα όμως επιδιώκει την προστασία των δικαιωμάτων και εννόμων
συμφερόντων του και ειδικότερα εκείνων που αποσκοπούν στην προστασία του από
την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν.
Τέλος, η Δρ Ζωή Καρδασιάδου από κοινού με την Ευανθία Χατζηλιάση, εκπόνη-
σαν μελέτη με θέμα «First legal issues report on electronic research infrastructures»,
σελ. 64 (Τα νομικά ζητήματα των ηλεκτρονικών υποδομών έρευνας), η οποία πραγ-
ματεύεται τη νομική μορφή των υποδομών έρευνας, ζητήματα διακήρυξης δημόσιων
συμβάσεων για καινοτόμες υπηρεσίες και προϊόντα, καθώς και ζητήματα προστα-
σίας προσωπικών δεδομένων και πνευματικής ιδιοκτησίας στα πλέγματα ηλεκτρο-
νικών υπολογιστών. Η μελέτη εκπονήθηκε στο πλαίσιο ερευνητικού έργου και είναι
διαθέσιμη στον δικτυακό τόπο http://www.e-irg.eu/images/stories/publ/e-irgps2_
public_deliverables/e-irgsp2_d4.1.pdf.
112
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
ΕΠΙΛΟΓΗ ΣΗΜΑΝΤΙΚΩΝ
ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ - ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΕΩΝ -
ΠΡΟΣΩΡΙΝΩΝ ΔΙΑΤΑΓΩΝ
ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ
ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
ΑΠΟΦΑΣΗ 10/2009
116
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ
117
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
της όμως έχει το δικαίωμα να αφαιρέσει από το μισθό καθετί που ο εργαζόμενος
ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού». Όπως,
εξάλλου, παγίως κρίνει η νομολογία των πολιτικών δικαστηρίων, προκειμένου να
είναι ορισμένη η ένσταση του υπερήμερου εργοδότη για την έκπτωση των αλλαχού
κερδηθέντων από τους οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας, σύμφωνα με τα οριζό-
μενα στο εδ. β΄ της προαναφερόμενης διάταξης, πρέπει αυτή να περιέχει το συγκε-
κριμένο εργοδότη, στον οποίο απασχολήθηκε ο ενδιαφερόμενος μισθωτός, τη συ-
γκεκριμένη εργασία, που προσέφερε ο ενδιαφερόμενος μισθωτός, καθώς, επίσης,
και τις συγκεκριμένες αποδοχές που έλαβε, ώστε να εκπέσουν αυτές από τις αιτού-
μενες αποδοχές υπερημερίας (Βλ., σχετικά, ιδίως: ΑΠ 1275/1983, ΑΠ 1675/1991, ΑΠ
1291/1994, ΑΠ 420/1995, ΑΠ 1456/1996, ΑΠ 52/1997, ΑΠ 1144/1998, ΑΠ 1046/1999,
ΑΠ 1180/1999, ΑΠ 1759/1999, ΑΠ 1762/1999, ΑΠ 1765/1999, ΑΠ 652/2000, Μον.
Πρωτ. Αθ. 1654/2000, ΑΠ 915/2001, ΑΠ 959/2001, Εφ. Αθ. 6100/2001, Εφ. Αθ.
6867/2001, Εφ. Δωδ. 170/2004, Εφ. Πειρ. 658/2005, ΑΠ 142/2007, ΑΠ 1165/2007,
ΑΠ 389/2008, Εφ. Αθ. 605/2008 και Εφ. Θεσ. 1052/2008 in NOMOS).
7. Επειδή, στην κρινόμενη υπόθεση, από τα στοιχεία του φακέλου και την ακροα-
ματική διαδικασία προκύπτουν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Η εταιρεία GOODYEAR
ζητά όπως η Αρχή: (α) επιτρέψει – σύμφωνα με τα οριζόμενα είτε στο άρθρο 5 παρ.
2 στοιχ. (ε΄) είτε στο άρθρο 7 στοιχ. (γ΄) του Ν. 2472/1997 – την επεξεργασία (δια-
βίβαση) στην εν λόγω εταιρεία από το ΙΚΑ, τον ΟΑΕΕ – ΤΕΒΕ και τον ΟΑΕΔ – αντί-
στοιχα, ως υπευθύνους επεξεργασίας – δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των
ενδιαφερομένων υποκειμένων, και (β) υποχρεώσει τους ως άνω δημόσιους οργα-
νισμούς, ως υπευθύνους επεξεργασίας, να προβούν στη χορήγηση αυτή εντός μη-
νός από την υποβολή της ως άνω αιτήσεως ή, άλλως, όπως ορίσει το εύλογο διά-
στημα αναζήτησης των στοιχείων αυτών από τη Διοίκηση καθώς και ασφάλεια για,
τυχόν, παρέλευση της προθεσμίας αυτής. Τα επίμαχα δεδομένα προσωπικού χα-
ρακτήρα αφορούν καθέναν από τους 322 πρώην εργαζομένους της GOODYEAR,
οι οποίοι απολύθηκαν από αυτή τον Ιούλιο του 1996 και βρίσκονται, έκτοτε, σε αντι-
δικία με την εν λόγω εταιρεία, καθώς με τις αγωγές τους κατά αυτής διεκδικούν
τους – κατά τους ισχυρισμούς τους – οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας εντό-
κως, λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας των σχέσεων εργασίας τους. Σχετικά
με τα προαναφερόμενα αιτήματα, που περιέχονται στην ως άνω υπ’ αρ. πρωτ. Γ/
ΕΙΣ/6235/25.09.2006 αίτηση της GOODYEAR, το δεύτερο από αυτά εκφεύγει των
αρμοδιοτήτων της Αρχής και δεν δύναται να ικανοποιηθεί, διότι δεν παρέχεται σχε-
τική εξουσία στην Αρχή από τις διατάξεις του Ν. 2472/1997. Ως προς το πρώτο αί-
τημα της GOODYEAR, πρέπει να εξετασθεί από την Αρχή εάν οι ζητηθείσες από
τη GOODYEAR επεξεργασίες συνάδουν με τις διατάξεις του Ν. 2472/1997, εν όψει
των προβαλλόμενων από τη GOODYEAR σκοπών επεξεργασίας.
8. Επειδή, από την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 656 ΑΚ, όπως αυτή ερ-
μηνεύεται από την πάγια νομολογία των αρμόδιων πολιτικών δικαστηρίων, σαφώς
προκύπτει ότι προκειμένου η εταιρεία GOODYEAR, ως υπερήμερος εργοδότης, να
προβάλει κατά τρόπο ορισμένο την ένσταση για την έκπτωση των αλλαχού κερδη-
θέντων από τους οφειλόμενους στους πρώην εργαζομένους της μισθούς υπερη-
μερίας, πρέπει η ένσταση αυτή να περιέχει το συγκεκριμένο εργοδότη, στον οποίο
απασχολήθηκε ο κάθε ενδιαφερόμενος μισθωτός, τη συγκεκριμένη εργασία, που
εκτέλεσε ο κάθε ενδιαφερόμενος μισθωτός, καθώς, επίσης, και τις συγκεκριμέ-
νες αποδοχές που έλαβε, ώστε να εκπέσουν αυτές από τις αιτούμενες αποδοχές
υπερημερίας. Τα στοιχεία αυτά (ονοματεπώνυμο ή επωνυμία του συγκεκριμένου
118
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ
119
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
αντιθέτου ισχυρισμούς της – να λάβει για καθένα από τους πρώην εργαζομένους
της τα ως άνω ζητηθέντα από την ίδια στοιχεία σχετικά με την καταβολή επιδο-
μάτων ανεργίας ή άλλων κοινωνικών βοηθημάτων. Τα στοιχεία αυτά συνιστούν
ευαίσθητα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των υποκειμένων τους, σύμφωνα με
τα οριζόμενα στο άρθρο 2 στοιχ. (β΄) του Ν. 2472/1997, καθόσον τα στοιχεία αυτά
αφορούν την ιδιότητα κάθε ενδιαφερομένου από τους πρώην εργαζομένους της
GOODYEAR ως ανέργου ή / και δικαιούχου επιδόματος κοινωνικής πρόνοιας από
τον ΟΑΕΔ και είναι, συνεπώς, σχετικά με την κοινωνική πρόνοια (Βλ., σχετικά, ιδίως
τις Αποφάσεις της Αρχής 34/2007, 1/2009 και 2/2009). Όπως ορθά υποστηρίζει
ο ΟΑΕΔ, η νομολογία των αρμόδιων πολιτικών δικαστηρίων παγίως κρίνει ότι τα
επιδόματα αυτά δεν συνιστούν ωφέλεια κατά την έννοια του άρθρου 656 εδ. β΄
ΑΚ, και ως εκ τούτου ο εργοδότης δεν μπορεί να αφαιρέσει από τους μισθούς υπε-
ρημερίας, για δικό του όφελος, τις κοινωνικές αυτές παροχές. Εξάλλου, σε κάθε
περίπτωση, η επιταγή προς εκτέλεση της δικαστικής απόφασης, η οποία επιδικάζει
μισθούς υπερημερίας λόγω άκυρης απόλυσης πρέπει να συνοδεύεται από σχετική
βεβαίωση του ΟΑΕΔ σχετικά με το εάν και τί ποσό επιδόματος ανεργίας ενδεχομέ-
νως εισέπραξε ο απολυθείς μισθωτός από τον οργανισμό αυτό, καθόσον ο εργο-
δότης υποχρεούται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 31 του ΝΔ 2698/1953, να
παρακρατήσει από τους επιδικασθέντες στον ενδιαφερόμενο εργαζόμενο μισθούς
υπερημερίας και να αποδώσει, στη συνέχεια, στον ΟΑΕΔ τα ποσά, που αντιστοι-
χούν σε καταβληθέντα στον εργαζόμενο αυτό επιδόματα ανεργίας. Συνεπώς, δεν
έχει η GOODYEAR, ως υπερήμερος εργοδότης, έννομο συμφέρον, σύμφωνα με
τα οριζόμενα στο άρθρο 7 παρ. 2 στοιχ. (γ΄) του Ν. 2472/1997, να λάβει από τον
ΟΑΕΔ τα ως άνω ζητηθέντα στοιχεία για τον προβαλλόμενο σκοπό επεξεργασίας,
που συνίσταται στην προβολή της ένστασης των αλλαχού κερδηθέντων, κατά το
άρθρο 656 εδ. β΄ ΑΚ.
11. Επειδή, από τα προαναφερόμενα στοιχεία του φακέλου και από όσα προέ-
κυψαν κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον της Αρχής προκύπτει ότι η προ-
αναφερόμενη αίτηση θεραπείας, που άσκησε η GOODYEAR κατά της Απόφασης
34/2007 της Αρχής, είναι αβάσιμη. Και τούτο, διότι ενώ η κεντρική υπηρεσία του
ΙΚΑ (Δ/νση Ασφάλισης Εσόδων) αρνήθηκε, κατά τα προαναφερόμενα, να χορη-
γήσει τις ως άνω ζητηθείσες από τη GOODYEAR βεβαιώσεις για την υπαγωγή στις
ασφαλίσεις καθενός από τους 322 πρώην εργαζομένους της εταιρείας, «για τυχόν
χρόνους ασφάλισης, ανά μήνα και ανά έτος κατά το διάστημα 1/10/1996-1/10/2006
ή άλλως έως το χρονικό σημείο απάντησης του Ιδρύματος», το τοπικό υποκατάστη-
μα του ΙΚΑ της ... (...) χορήγησε στη GOODYEAR «για ένα μέρος των εργαζομένων»
της τα ως άνω ζητηθέντα στοιχεία. Όπως ρητά συνομολόγησαν οι εκπρόσωποι του
ΙΚΑ ενώπιον της Αρχής, κατά την ακροαματική διαδικασία, στα ως άνω χορηγη-
θέντα από το προαναφερόμενο τοπικό υποκατάστημα του ΙΚΑ στη GOODYEAR
στοιχεία περιέχονται ευαίσθητα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των ενδιαφε-
ρομένων υποκειμένων, καθόσον οι επίμαχες βεβαιώσεις περιέχουν πληροφορί-
ες σχετικά με την κατάσταση της υγείας των υποκειμένων αυτών. Οι διαβιβάσεις
των επίμαχων ευαίσθητων δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα από το προαναφε-
ρόμενο τοπικό υποκατάστημα του ΙΚΑ στη GOODYEAR διενεργήθηκαν χωρίς την
απαιτούμενη από τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν. 2472/1997 άδεια της
Αρχής, καθώς, επίσης, και χωρίς την προηγούμενη ενημέρωση των ενδιαφερομέ-
νων υποκειμένων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 παρ. 3 του Ν. 2472/1997.
Η GOODYEAR αβασίμως προβάλλει, σχετικά με την παράλειψη ενημέρωσης των
120
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ
121
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
νται στα αρχεία των οργανισμών αυτών: το ονοματεπώνυμο ή την επωνυμία του συ-
γκεκριμένου εργοδότη, το χρόνο συγκεκριμένης απασχόλησης και τις συγκεκριμέ-
νες αποδοχές, που αναλογούν στην απασχόληση αυτή. Η διαβίβαση των στοιχείων
αυτών επιτρέπεται αποκλειστικά για τον προβαλλόμενο από την εν λόγω εταιρεία
σκοπό επεξεργασίας, ο οποίος συνίσταται στην προβολή της ένστασης των αλλα-
χού κερδηθέντων, κατά το άρθρο 656 εδ. β΄ ΑΚ, ενώπιον των αρμόδιων πρωτοβάθ-
μιων πολιτικών δικαστηρίων.
2. Η εταιρεία GOODYEAR DUNLOP ΕΛΑΣΤΙΚΑ ΕΛΛΑΣ ΑΒΕΕ, ως υπερήμερος
εργοδότης, δεν έχει έννομο συμφέρον, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 5
παρ. 2 στοιχ. (ε΄) του Ν. 2472/1997, να λάβει από το ΙΚΑ ή / και τον ΟΑΕΕ – ΤΕΒΕ,
ως υπευθύνους επεξεργασίας, για καθένα από τους ενδιαφερόμενους πρώην ερ-
γαζομένους της, που διεκδίκησαν από την εν λόγω εταιρεία μισθούς υπερημερίας
για το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο του 1996 έως και την 28/02/1997, τα προα-
ναφερόμενα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για την άσκηση του ένδικου μέσου
της αναψηλάφησης κατά των αποφάσεων 5261/2008, 5260/2008, 5259/2008 και
5258/2008 του Εφετείου Αθηνών.
3. Η εταιρεία GOODYEAR DUNLOP ΕΛΑΣΤΙΚΑ ΕΛΛΑΣ ΑΒΕΕ, ως υπερήμερος
εργοδότης, δεν δικαιούται να λάβει από τον ΟΑΕΔ, ως υπεύθυνο επεξεργασίας,
τα ως άνω ζητηθέντα από την ίδια στοιχεία σχετικά με την καταβολή επιδομάτων
ανεργίας ή άλλων κοινωνικών βοηθημάτων στους πρώην εργαζομένους της. Και
τούτο, διότι τα επιδόματα αυτά δεν συνιστούν ωφέλεια κατά την έννοια του άρθρου
656 εδ. β΄ ΑΚ, και ως εκ τούτου ο εργοδότης δεν μπορεί να αφαιρέσει από τους μι-
σθούς υπερημερίας, για δικό του όφελος, τις κοινωνικές αυτές παροχές.
4. Η προαναφερόμενη αίτηση θεραπείας, που άσκησε η εταιρεία GOODYEAR
DUNLOP ΕΛΑΣΤΙΚΑ ΕΛΛΑΣ ΑΒΕΕ κατά της Απόφασης 34/2007 της Αρχής,
απορρίπτεται ως αβάσιμη, καθόσον σαφώς προκύπτει ότι τα επίμαχα στοιχεία, που
διαβίβασε το ως άνω υποκατάστημα του ΙΚΑ στη GOODYEAR, χωρίς την απαι-
τούμενη από τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν. 2472/1997 άδεια της Αρ-
χής καθώς, επίσης, και χωρίς την προηγούμενη ενημέρωση των ενδιαφερομένων
υποκειμένων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 παρ. 3 του Ν. 2472/1997,
περιέχουν και ευαίσθητα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των ενδιαφερομένων
υποκειμένων.
5. Το ΙΚΑ, ως υπεύθυνος επεξεργασίας, έχει, εξαιτίας ενεργειών και παραλεί-
ψεων των οργάνων του, παραβιάσει τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 2, 11 παρ. 3,
και, συνεπώς, και εκείνες του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 2472/1997. Επιβάλλεται στο
ΙΚΑ, ως υπεύθυνο επεξεργασίας, για τις ως άνω διαπιστωθείσες παραβιάσεις των
προαναφερομένων διατάξεων, συνολικό πρόστιμο πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ,
σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 21 του Ν. 2472/1997.
6. Η εταιρεία GOODYEAR DUNLOP ΕΛΑΣΤΙΚΑ ΕΛΛΑΣ ΑΒΕΕ, ως υπεύθυνος
επεξεργασίας, παρανόμως έχει συλλέξει τα ως άνω απλά και ευαίσθητα δεδομένα
προσωπικού χαρακτήρα των ενδιαφερομένων πρώην εργαζομένων της και παρα-
νόμως τηρεί έκτοτε το σχετικό αρχείο. Επιβάλλεται, για τις ως άνω διαπιστωθείσες
παραβιάσεις των προαναφερομένων διατάξεων, στην εν λόγω εταιρεία, ως υπεύ-
θυνο επεξεργασίας, η κύρωση της καταστροφής των, κατά τα προαναφερόμενα,
παρανόμως συλλεχθέντων επίμαχων απλών και ευαίσθητων δεδομένων προσω-
πικού χαρακτήρα των υποκειμένων τους, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 21
του Ν. 2472/1997.
122
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ
ΑΠΟΦΑΣΗ 34/2009
123
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
ρακτήρα επιτρέπεται μόνο όταν το υποκείμενο έχει δώσει τη συγκατάθεσή του. Κατ’
εξαίρεση επιτρέπεται και χωρίς τη συγκατάθεση, στην περίπτωση που συντρέχουν
οι όροι που περιοριστικώς αναφέρονται στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου. Ένας από αυ-
τούς τους όρους είναι και όταν η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκτέλεση έρ-
γου δημόσιου συμφέροντος ή έργου που εμπίπτει στην άσκηση δημόσιας εξουσί-
ας και εκτελείται από δημόσια αρχή (άρθρο 5 παρ. 2 στοιχ. δ’). Αναφορικά δε με τα
ευαίσθητα δεδομένα, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 η επεξεργασία τους καταρχήν
απαγορεύεται, κατ’ εξαίρεση όμως επιτρέπεται μόνο ύστερα από άδεια της Αρχής
και όταν συντρέχουν οι όροι που περιοριστικώς αναφέρονται στην παρ. 2 του ίδιου
άρθρου. Ένας από αυτούς του όρους είναι η γραπτή συγκατάθεση του υποκειμένου
(άρθρο 7 παρ. 2 στοιχ. α’), ενώ ένας άλλος είναι και όταν η επεξεργασία εκτελείται
από δημόσια αρχή και είναι αναγκαία για λόγους εθνικής ασφάλειας (άρθρο 7 παρ.
2 στοιχ. ε’). Επιπλέον, στο άρθρο 7 παρ. 3 ορίζεται ότι “[...] Εφ’ όσον η Αρχή διαπι-
στώσει ότι πραγματοποιείται επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, η γνωστοποίηση
αρχείου, σύμφωνα με το άρθρο 6 του Ν. 2472/1997, επέχει θέση αιτήσεως για τη χο-
ρήγηση άδειας. Η Αρχή μπορεί να επιβάλει όρους και προϋποθέσεις για την αποτε-
λεσματικότερη προστασία του δικαιώματος ιδιωτικής ζωής των υποκειμένων ή τρί-
των”. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 7Α παρ. 1 στοιχ. α’ του ίδιου νόμου, ο υπεύ-
θυνος επεξεργασίας απαλάσσεται από την υποχρέωση γνωστοποίησης του άρθρου
6 και από την υποχρέωση λήψης άδειας του άρθρου 7 σε συγκεκριμένες περιπτώ-
σεις που ορίζονται και πάλι περιοριστικά στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου. Μία από αυ-
τές είναι όταν η επεξεργασία πραγματοποιείται αποκλειστικά για σκοπούς που συν-
δέονται άμεσα με σχέση εργασίας ή έργου ή με παροχή υπηρεσιών στο δημόσιο
τομέα και είναι αναγκαία για την εκπλήρωση υποχρέωσης που επιβάλλει ο νόμος
ή για την εκτέλεση των υποχρεώσεων από τις παραπάνω σχέσεις και το υποκείμε-
νο έχει προηγουμένως ενημερωθεί (άρθρο 7Α παρ. 1 στοιχ. α’). Τέλος, στο άρθρο
4 του ίδιου νόμου ορίζονται οι προϋποθέσεις για τη νομιμότητα της επεξεργασίας
ενόψει των θεμελιωδών αρχών της αναγκαιότητας και προσφορότητας σε σχέση με
τον σκοπό επεξεργασίας. Συγκεκριμένα, ορίζονται τα εξής (άρθρο 4 παρ. 1): “Τα δε-
δομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) Να
συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους
σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία ενόψει των σκοπών αυ-
τών. β) Να είναι συναφή, πρόσφορα, και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαι-
τείται εν όψει των σκοπών της επεξεργασίας. [...] δ) Να διατηρούνται [...] μόνο κατά
τη διάρκεια της περιόδου που απαιτείται, κατά την κρίση της Αρχής, για την πραγμα-
τοποίηση των σκοπών της συλλογής τους και της επεξεργασίας τους.”
2. Σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 2 στοιχ. α’ του ΕΚΑ, τα γενικά κωλύματα που
εμποδίζουν την παροχή εξουσιοδότησης για χειρισμό διαβαθμισμένου υλικού είναι,
επιγραμματικά: 1) Να μην εκκρεμούν σε βάρος των υπαλλήλων (εν. στρατιωτικών ή
πολιτικών) αμετάκλητη παραπομπή για κακούργημα και αμετάκλητη παραπομπή για
συγκεκριμένα αδικήματα (προβλεπόμενα από τον ΠΚ, ΣΠΚ και ειδικούς ποινικούς
νόμους, π.χ. κλοπή, απάτη, πλαστογραφία, οποιοδήποτε έγκλημα κατά του πολιτεύ-
ματος, κλπ.), καθώς και να μην έχουν καταδικαστεί για κακούργημα ή για τα συγκε-
κριμένα αδικήματα που αναφέρονται στην ίδια διάταξη, 2) να μην έχουν οποιαδήπο-
τε σχέση με υπηρεσίες πληροφοριών ξένων χωρών, παράνομες οργανώσεις ή συλ-
λόγους ή άτομα που ενδέχεται να θέσουν σε κίνδυνο την εθνική ασφάλεια και το
Δημοκρατικό Πολίτευμα της Χώρας και 3) να μην είναι μέλη μη γνωστών θρησκει-
ών. Σημειώνεται δε, ότι στον ΕΚΑ ορίζονται οι αρμόδιες αρχές και η διαδικασία για
124
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ
125
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
126
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ
γκης” προβλέπονται τα εξής: α) σε κάθε Νομό του Κράτους υπεύθυνος για την Πο-
λιτική Σχεδίαση Εκτάκτου Ανάγκης είναι ο Νομάρχης (άρθρο 9 παρ. 1, με περαιτέ-
ρω ανάλυση των σχετικών καθηκόντων του), β) σε κάθε Νομαρχία συνιστάται και
λειτουργεί Τμήμα Πολιτικής Σχεδιάσεως Εκτάκτου Ανάγκης, υπαγόμενο απευθεί-
ας στο Νομάρχη (άρθρο 16 παρ. 1), γ) με απόφαση του Πρωθυπουργού μπορεί να
εξουσιοδοτούνται οι Υπουργοί, οι Γενικοί Γραμματείς Περιφερειών και οι Νομάρ-
χες να ενεργούν πολιτική επιστράτευση προσωπικού (άρθρο 23 παρ. 1), δ) εν και-
ρώ πολέμου ή σε έκτακτη ανάγκη εν ειρήνη οι λεγόμενες “Μονάδες Πολιτικής Αμύ-
νης” υπάγονται επιχειρησιακώς στους οικείους Νομάρχες. Περαιτέρω, στο άρθρο 3
παρ. 8 του Ν. 2641/1998 (“Παλλαϊκή Άμυνα και άλλες διατάξεις”) προβλέπονται ει-
δικές αρμοδιότητες του Νομάρχη στο πλαίσιο οργάνωσης της Παλλαϊκής Άμυνας
(π.χ. κατάρτιση σχεδίων ενεργοποίησης των Τμημάτων ΠΑΜ σε συνεργασία με άλ-
λους φορείς). Από όλες αυτές τις διατάξεις προκύπτει ότι, προκειμένου ο Νομάρ-
χης να είναι σε θέση να ασκήσει τις συγκεκριμένες αρμοδιότητες που του ανατί-
θενται από το νόμο, θα πρέπει να χειρίζεται και διαβαθμισμένο υλικό. Αν μάλιστα
ο Νομάρχης αρνηθεί να ασκήσει κάποια από αυτές τις αρμοδιότητες, ενδέχεται να
του επιβληθούν διοικητικές κυρώσεις για παράβαση των καθηκόντων του (πρβλ.
άρθρο 62 σε συνδυασμό με άρθρο 72 του Π.Δ. 30/1996 - “Κώδικας Νομαρχιακής
Αυτοδιοίκησης”). Με βάση όλα τα παραπάνω, παρατηρούνται τα εξής:
Α. Η παροχή εξουσιοδότησης σε Νομάρχες για χειρισμό διαβαθμισμένου υλικού
ύστερα από έρευνα της συνδρομής όλων των στοιχείων που απαιτούνται από τον
ΕΚΑ είναι καταρχήν αναγκαία και νόμιμη για τους ίδιους λόγους που αναφέρθηκαν
παραπάνω (υπό 3). Η έλλειψη σχετικής δήλωσης και συγκατάθεσης του Νομάρχη
δεν επηρεάζει καταρχήν τη νομιμότητα της επεξεργασίας, καθώς πληρούται ήδη
εκείνη του άρθρου 7 παρ. 2 στοιχ. ε’ σε συνδυασμό με το άρθρο 4 του Ν. 2472/1997
και λαμβανομένου υπόψη ότι οι Νομάρχες δεν μπορούν αναιτιολόγητα να αρνη-
θούν το χειρισμό διαβαθμισμένου υλικού, καθώς αυτό είναι μία από τις αρμοδιότη-
τες που τους ανατίθεται ρητά από το νόμο.
Β. Ωστόσο, δεν προβλέπεται ρητά σε κάποια διάταξη νόμου ούτε το αν και σε
ποιό βαθμό η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων των Νομαρχών είναι υποχρεω-
τική ούτε ποιές είναι οι συνέπειες σε περίπτωση που κάποιος από αυτούς κριθεί ως
μη κατάλληλος για το χειρισμό διαβαθμισμένου υλικού. Οι μόνες σχετικές διατά-
ξεις είναι εκείνες του άρθρου 10 του ΕΚΑ, όπου προβλέπεται η αυτοδίκαιη ανάκλη-
ση της εξουσιοδότησης για χειρισμό διαβαθμισμένου υλικού “σε κάθε περίπτωση
που στο εξουσιοδοτημένο προσωπικό επέρχονται μεταγενέστερα γενικά ή ειδικά
κωλύματα ή διαπιστώνεται από την Υπηρεσία του έλλειψη των ουσιαστικών προϋ-
ποθέσεων προς εξουσιοδότηση” (παρ. 2 του ίδιου άρθρου). Η διάταξη αυτή ισχύει
μεν και για τα αιρετά όργανα Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης σύμφωνα με το από
26.06.2008 έγγραφο του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας (Φ.120/10/143541,
Σ.2015) σχετικά με την τροποποίηση του ΕΚΑ (παρ. 1 στοιχ. ε’ του ως άνω εγγρά-
φου), δεν μπορεί όμως να εφαρμοστεί λόγω της ιδιαίτερης θέσης που κατέχει ένας
Νομάρχης, καθώς, όπως προκύπτει και από τις προαναφερθείσες διατάξεις τις σχε-
τικές με τις αρμοδιότητές του, ο τελευταίος είναι στην ουσία ο επικεφαλής της Πολι-
τικής Σχεδίασης Εκτάκτου Ανάγκης στο Νομό του. Αν λοιπόν κριθεί μη κατάλληλος
για χειρισμό διαβαθμισμένου υλικού - είτε επειδή αρνείται να δώσει τα στοιχεία
που απαιτούνται από τον ΕΚΑ, είτε επειδή υπάρχει κάποιο άλλο κώλυμα - πώς θα
είναι σε θέση να ασκήσει τις σχετικές αρμοδιότητές του; Δεν έχει πάντως προ-
βλεφθεί η δυνατότητα να αντικατασταθεί από κάποιον άλλο ως προς την άσκηση
127
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
128
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ
πραγματοποίηση των σκοπών της συλλογής και επεξεργασίας τους (άρθρο 4 παρ.
1 στοιχ. δ’ του Ν. 2472/1997). Κατά την κρίση της Αρχής, τα δεδομένα αυτά επιτρέ-
πεται να τηρούνται μόνο για όσο χρόνο διαρκεί η εξουσιοδότηση και πρέπει να κα-
ταστρέφονται το αργότερο μέσα σε (1) χρόνο από τη λήξη της, εκτός αν από ειδι-
κή διάταξη νόμου (ή πάγια διαταγή ή εγκύκλιο) έχει προβλεφθεί μεγαλύτερο χρο-
νικό διάστημα αποθήκευσης των δεδομένων αυτών για συγκεκριμένους λόγους.
Σε αυτή την περίπτωση, οποιαδήποτε ειδική πρόβλεψη για το χρόνο τήρησης των
δεδομένων αυτών θα πρέπει να γνωστοποιηθεί στην Αρχή. Συνεπώς, το αργότερο
μέσα σε ένα (1) χρόνο από τη λήξη της εξουσιοδότησης τα δεδομένα που τηρούνται
στο εν λόγω αρχείο θα πρέπει να καταστρέφονται με ευθύνη του ΥΠΕΣ, ως υπεύ-
θυνου επεξεργασίας (βλ. και άρθρο 3 παρ. 1 της Οδηγίας 1/2005 της Αρχής “Για
την ασφαλή καταστροφή των προσωπικών δεδομένων μετά το πέρας της περιόδου
που απαιτείται για την πραγματοποίηση του σκοπού της επεξεργασίας”).
8. Σχετικά με τον τόπο τήρησης των δεδομένων, η Διεύθυνση ΠΑΜ-ΠΣΕΑ ανα-
φέρει ότι ομοειδές αρχείο προσωπικού που εξουσιοδοτείται ή πρόκειται να εξουσι-
οδοτηθεί τηρείται και στις οργανικές μονάδες (Τμήματα ΠΑΜ-ΠΣΕΑ) των Περιφε-
ρειών και των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων. Εφόσον όμως πρόκειται για το ίδιο
αρχείο, υπεύθυνος επεξεργασίας θεωρείται το ΥΠΕΣ. Αυτό όμως δεν απαλλάσσει
τις οργανικές μονάδες (ως “τμήματα” του υπεύθυνου επεξεργασίας) από τις υπο-
χρεώσεις που επιβάλλει ο Ν. 2472/1997 και ιδιαίτερα από την υποχρέωσή τους να
λαμβάνουν τα κατάλληλα οργανωτικά και τεχνικά μέτρα για το απόρρητο της επε-
ξεργασίας και την ασφάλεια των δεδομένων (άρθρο 10 του Ν. 2472/1997). Εξετά-
ζοντας μάλιστα τις σχετικές διατάξεις του ΕΚΑ (άρθρα 8 και 14 επ., καθώς και Υπό-
δειγμα 1 “Ενδείκτες Επιθεώρησης Αρχείων-Υπαρχείων ΕΤΝΑ”), η Αρχή κρίνει ότι τα
προβλεπόμενα μέτρα ασφαλείας είναι επαρκή.
129
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
ΑΠΟΦΑΣΗ 43/2009
130
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ
α) Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και
νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία ενόψει των
σκοπών αυτών. β) Να είναι συναφή, πρόσφορα, και όχι περισσότερα από όσα κάθε
φορά απαιτείται εν όψει των σκοπών της επεξεργασίας (...)». Η διάταξη αυτή καθι-
ερώνει ως θεμελιώδεις προϋποθέσεις για τη νομιμότητα κάθε επεξεργασίας δε-
δομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και για τη νομιμότητα της σύστασης και
λειτουργίας κάθε αρχείου, τις αρχές του σκοπού της επεξεργασίας και της αναλογι-
κότητας των δεδομένων σε σχέση πάντα με το σκοπό επεξεργασίας. Συνεπώς, κάθε
επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, που γίνεται πέραν του επιδιωκόμενου σκο-
πού ή που δεν είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξή του, δεν είναι νόμιμη.
2. Επειδή στο άρθρο 2 στοιχ. ζ΄ του Ν.2472/1997 ορίζεται ως υπεύθυνος επε-
ξεργασίας: «οποιοσδήποτε καθορίζει τον σκοπό και τον τρόπο της επεξεργασίας
των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια
αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός. Όταν ο σκοπός και ο τρόπος
επεξεργασίας καθορίζονται με διατάξεις νόμου ή κανονιστικές διατάξεις εθνικού
ή κοινοτικού δικαίου, ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τα ειδικά κριτήρια βάσει των
οποίων γίνεται η επιλογή του καθορίζονται αντίστοιχα από το εθνικό ή κοινοτικό
δίκαιο».
3. Επειδή, το άρθρο 5 του Ν. 2472/1997 ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι: «1. Επεξεργα-
σία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των
δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του. 2. Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η επεξερ-
γασία και χωρίς της συγκατάθεση, όταν: (...) ε) Η επεξεργασία είναι απολύτως ανα-
γκαία για την ικανοποίηση του έννομου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος
επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και
υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των
προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις
ελευθερίες αυτών».
4. Επειδή, το άρθρο 7 του Ν. 2472/1997 ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι: «1. Απαγορεύ-
εται η συλλογή και επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων. 2. Κατ’ εξαί-
ρεση επιτρέπεται η συλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, καθώς και
η ίδρυση και λειτουργία σχετικού αρχείου, ύστερα από άδεια της Αρχής, όταν συ-
ντρέχουν μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Το υποκείμε-
νο των δεδομένων έδωσε τη γραπτή συγκατάθεσή του εκτός εάν η συγκατάθεση
έχει αποσπασθεί με τρόπο που αντίκειται στο νόμο ή τα χρηστά ήθη ή νόμος ορίζει
ότι η συγκατάθεση δεν αίρει την απαγόρευση (...) γ) Η επεξεργασία αφορά δεδο-
μένα που δημοσιοποιεί το ίδιο το υποκείμενο ή είναι αναγκαία για την αναγνώριση,
άσκηση ή υπεράσπιση ενώπιον δικαστηρίου ή πειθαρχικού οργάνου (...)».
5. Επειδή, το άρθρο 11 παρ. 3 του Ν. 2472/1997 ορίζει ότι: «Εάν δεδομένα προσω-
πικού χαρακτήρα ανακοινώνονται σε τρίτους, το υποκείμενο ενημερώνεται για την
ανακοίνωση πριν από αυτούς».
6. Επειδή, από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων προκύπτει ότι η
συλλογή και κάθε περαιτέρω επεξεργασία τόσο των απλών όσο και των ευαίσθη-
των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται, καταρχήν, εφόσον το υποκεί-
μενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του. Ωστόσο, η συλλογή και κάθε
περαιτέρω επεξεργασία τόσο των απλών όσο και των ευαίσθητων προσωπικών δε-
δομένων επιτρέπεται, κατ’ εξαίρεση, και χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου
των δεδομένων στις περιπτώσεις που περιοριστικά προβλέπει ο νόμος. Ειδικότε-
ρα, επιτρέπεται για τα απλά δεδομένα, ιδίως, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 5
131
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
παρ. 2 στοιχ. ε΄ εφόσον είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου
συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους
οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφα-
νώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα
δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών. Επιπλέον, τόσο για τα
απλά όσο και για τα ευαίσθητα δεδομένα πρέπει ο σκοπός επεξεργασίας να είναι
νόμιμος, σαφής και καθορισμένος και τα δεδομένα να μην υπερβαίνουν το σκοπό
της επεξεργασίας.
7. Επειδή, στην κρινόμενη υπόθεση, από τα στοιχεία του φακέλου και την ακρο-
αματική διαδικασία προκύπτουν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Το Δικηγορικό Γρα-
φείο στα πλαίσια συνεργασίας με Διεθνείς Οργανισμούς του Κλάδου έχει αναλά-
βει τη υποχρέωση να συμβάλλει στην επιστημονική τεκμηρίωση των εξελίξεων στο
χώρο της νομολογίας και θεωρίας του δικαίου των σημάτων και ευρεσιτεχνιών. Για
το λόγο αυτό συντάσσει δύο εκθέσεις ανά έτος με τις σημαντικότερες υποθέσεις
και τις αποστέλλει στις νομικές επιθεωρήσεις “World Trademark Law Report” (που
εκδίδεται στο Ηνωμένο Βασίλειο) και “The Trademark Reporter” (που εκδίδεται
από το International Trademark Association – INTA - στις Ηνωμένες Πολιτείες της
Αμερικής) για δημοσίευση στις ηλεκτρονικές και έντυπες εκδόσεις των ως άνω
νομικών επιθεωρήσεων. Επίσης, δημοσιεύει στην ιστοσελίδα του σαρωμένο αντί-
γραφο της έντυπης δημοσίευσης του “The Trademark Reporter” καθώς και το κεί-
μενο που απεστάλη από το Δικηγορικό Γραφείο στο “World Trademark Law
Reporter” για ηλεκτρονική αναπαραγωγή. Η μεταφρασμένη περίληψη της υπ’ αρ.
121/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου από το Δικηγορικό Γρα-
φείο και η αναγραφή αυτής στην ιστοσελίδα του (.......) με τα στοιχεία του φυσικού
προσώπου του αντιδίκου, ήτοι ονοματεπώνυμο, τόπο εργασίας, επάγγελμα και
αστικού περιεχομένου καταδίκη του, συνιστούν επεξεργασία προσωπικών δεδομέ-
νων (συλλογή, καταχώριση και εξαγωγή μεμονωμένων ή συνόλων δεδομένων από
ευρύτερα σύνολα δεδομένων) σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου
2 στοιχ. α΄ και δ΄ του ν. 2472/1997 (πρβλ. απόφαση ΔΕΚ 2004/C 7/04, υπόθεση
C-101/01 Lindqvist, αιτιολογικές σκέψεις 25-27). Εξάλλου, επεξεργασία προσωπι-
κών δεδομένων συνιστά και η διαβίβαση μεταφρασμένης στην αγγλική περίληψης
της ως άνω δικαστικής απόφασης στην αμερικάνικη επιθεώρηση της International
Trademark Association (INTA) και συγκεκριμένα στο The Trademark Reporter,
όπου δημοσιεύεται σαρωμένο αντίγραφο της έντυπης δημοσίευσης (Vol. .......), κα-
θώς και η διαβίβαση περίληψης της εν λόγω δικαστικής απόφασης που απεστάλη
από το Δικηγορικό Γραφείο στο βρετανικό World Trademark Law Report για ηλε-
κτρονική αναπαραγωγή, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 2 στοιχ. α΄ και δ΄
του ν. 2472/1997.
8. Επειδή, ο σκοπός της επιστημονικής πληροφόρησης και τεκμηρίωσης της νο-
μολογίας και θεωρίας - τον οποίο επικαλείται το Δικηγορικό Γραφείο - ικανοποιεί-
ται πλήρως με το ηπιότερο μέσο της ανωνυμοποίησης των στοιχείων των φυσικών
προσώπων που περιλαμβάνονται στις δικαστικές αποφάσεις, κατ’ εφαρμογήν των
διατάξεων 4 και 5 παρ. 2 στοιχ. ε΄ του ν. 2472/1997, προς αποτροπή των κινδύνων
που ενέχει η δημοσίευση δικαστικών αποφάσεων στο διαδίκτυο για την προσωπική,
επαγγελματική και περιουσιακή κατάσταση των διαδίκων και των λοιπών αναφε-
ρομένων τρίτων προσώπων. Στην Ελλάδα ακολουθείται ως προς τη δημοσίευση
των δικαστικών αποφάσεων στο νομικό Τύπο (ηλεκτρονικό και έντυπο) η πρακτι-
κή της ανωνυμοποίησης των στοιχείων των φυσικών προσώπων (ονοματεπώνυμα,
132
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ
διευθύνσεις, καθώς και κάθε άλλο στοιχείο από το οποίο θα μπορούσε εμμέσως
να προκύψει η ταυτότητα των φυσικών προσώπων) πλην των στοιχείων που αφο-
ρούν στα πρόσωπα της σύνθεσης του δικαστηρίου καθώς και των πληρεξουσίων
δικηγόρων (βλ. σχετικά την απόφαση 1319/2000 και τη γνωμοδότηση 2/2006 της
Αρχής που είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα της Αρχής (www.dpa.gr). Συνεπώς, η
μη ανωνυμοποιημένη δημοσίευση μεταφρασμένης περίληψης της υπ’ αρ. 121/2006
απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου από το Δικηγορικό Γραφείο, ως
υπεύθυνο επεξεργασίας, συνιστά παράνομη επεξεργασία προσωπικών δεδομέ-
νων. Η Αρχή αναγνωρίζει, ωστόσο, ως ελαφρυντικό το στοιχείο που επικαλέστηκε
το Δικηγορικό Γραφείο προσκομίζοντας τα υπ’ αρ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/3407/28.05.2009
έγγραφα κατά την ακροαματική διαδικασία, ότι δηλαδή έχει ήδη προβεί στην ανω-
νυμοποίηση της δικαστικής απόφασης που δημοσιεύεται στη βρετανική νομική
επιθεώρηση του “World Trademark Law Report” και στην διαγραφή της εν λόγω
δικαστικής απόφασης στον ιστοτόπο της, καθώς και το γεγονός που επικαλέστηκε
ότι έχει προβεί, στις απαιτούμενες ενέργειες για την ανωνυμοποίηση της επίμαχης
δικαστικής απόφασης στη αμερικάνικη νομική επιθεώρηση του “The Trademark
Reporter” που εκδίδεται από την International Trademark Association και την αντί-
στοιχη ανωνυμοποίηση της δικαστικής απόφασης στον ιστοτόπο της.
9. Επειδή, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 3 παρ. 3 στοιχ. α΄ του ν. 2472/1997
«Ο παρών νόμος εφαρμόζεται σε κάθε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χα-
ρακτήρα, εφόσον αυτή εκτελείται: α) από υπεύθυνο επεξεργασίας ή εκτελούντα
την επεξεργασία, εγκατεστημένο στην Ελληνική Επικράτεια ή σε τόπο όπου βάσει
του δημοσίου διευθνούς δικαίου εφαρμόζεται το ελληνικό δίκαιο». Από τη διάταξη
αυτή προκύπτει ότι η δημοσίευση της δικαστικής απόφασης στο “World Trademark
Law Report” (Ηνωμένο Βασίλειο) και στο “The Trademark Reporter” (Ηνωμένες
Πολιτείες της Αμερικής), δηλαδή σε νομικά περιοδικά-επιθεωρήσεις που εκδίδο-
νται από υπευθύνους επεξεργασίας, οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι εκτός της ελλη-
νικής επικράτειας, εκφεύγει του πεδίου εφαρμογής του ν.2472/1997.
133
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
134
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ
135
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
των ζητημάτων της αναλογικότητας και της νομιμότητας εφαρμογής του σκοπού
είναι απαραίτητη, λαμβάνοντας υπόψη τους κινδύνους που θέτει η χρήση των βι-
ομετρικών τεχνολογιών σχετικά με την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων
και ελευθεριών του ατόμου. Ειδικά για την επεξεργασία βιομετρικών δεδομένων η
Αρχή Προστασίας Δεδομένων έχει ορίσει με την Οδηγία 112/2001, ότι ως νόμιμος
σκοπός ορίζεται αυτός που αφορά την εφαρμογή ιδιαίτερων απαιτήσεων ασφά-
λειας των χώρων εργασίας λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν υπάρχει άλλο μέσο για
την επίτευξη του σκοπού αυτού. Ο υπεύθυνος της επεξεργασίας οφείλει, με τρόπο
συστηματικό, να σταθμίζει από τη μια πλευρά την αναγκαιότητα εφαρμογής των
βιομετρικών τεχνολογιών και από την άλλη τα δικαιώματα των εργαζομένων.
3. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αναφέρεται στην αίτηση του υπευθύνου
της επεξεργασίας, αποκλειστικός σκοπός της επεξεργασίας είναι ο έλεγχος πρό-
σβασης σε εγκαταστάσεις υψηλών απαιτήσεων ασφάλειας. Ο αριθμός των υπαλ-
λήλων που χρησιμοποιούν το υπό εξέταση σύστημα τελεί σε μια αναλογική σχέ-
ση προς το συνολικό αριθμό των εργαζομένων του υπευθύνου της επεξεργασί-
ας και επίσης το βιομετρικό σύστημα αυτό καθεαυτό δεν υπερβαίνει την αρχή της
αναλογικότητας καθώς τα δεδομένα αποθηκεύονται τοπικά σε κάθε συσκευή και
όχι σε κεντρική βάση με αποτέλεσμα να ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος επεξεργασίας
προσωπικών δεδομένων των υπαλλήλων σε περίπτωση αθέμιτης πρόσβασης από
μη εξουσιοδοτημένα πρόσωπα. Ενόψει των παραπάνω παραδοχών, η Αρχή κρί-
νει, ότι το συγκεκριμένο σύστημα δεν αποτελεί σοβαρό κίνδυνο παραβίασης των
προσωπικών δεδομένων των υπαλλήλων της αιτούσης εταιρείας, ενώ παραλλήλως
δεν υπάρχει άλλο εξίσου αποτελεσματικό μέσο για την επίτευξη του υψηλού βαθ-
μού ασφάλειας που απαιτεί η συγκεκριμένη δραστηριότητα αυτής και συνεπώς δεν
αντίκειται στις διατάξεις του Ν.2472/1997 η εγκατάστασή του, με τους όρους που
ορίζονται στο διατακτικό της απόφασης, για τον αποκλειστικό σκοπό του ελέγχου
πρόσβασης ορισμένων εργαζομένων στους χώρους έκδοσης και επεξεργασίας
ψηφιακών πιστοποιητικών. Η χρήση για άλλο σκοπό, όπως για παράδειγμα για την
αξιολόγηση της συμπεριφοράς των εργαζομένων, απαγορεύεται.
4. Η τεχνολογία Υποδομής Δημοσίου Κλειδιού βασίζεται κυρίως στην παραδο-
χή της ακεραιότητας και εμπιστευτικότητας του κρυπτογραφικού υλικού και των ιδι-
ωτικών κλειδιών των Αρχών Πιστοποίησης και επομένως η ΑΝΤΑΚΟΜ ΑΕ απαιτεί-
ται να εφαρμόζει τα κατάλληλα μέτρα ελέγχου για τη δέουσα φύλαξή τους. Η δυ-
νατότητα πρόσβασης στο χώρο φύλαξης των κλειδιών μη εξουσιοδοτημένων προ-
σώπων εγκυμονεί κίνδυνο παραβίασης των κλειδιών αυτών με σοβαρές συνέπει-
ες τόσο για την ασφάλεια των συναλλαγών που στηρίζονται σε αυτά όσο και για
την ΑΝΤΑΚΟΜ ΑΕ η οποία έχει εγγυηθεί στους δημόσιους και ιδιωτικού φορείς την
μη παραβίασή τους. Σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν.2472/1997, η ΑΝΤΑΚΟΜ ΑΕ
οφείλει να λάβει όλα τα απαραίτητα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα ασφάλειας για
την προστασία των προσωπικών δεδομένων από τυχαία ή αθέμιτη καταστροφή, τυ-
χαία απώλεια, αλλοίωση, απαγορευμένη διάδοση ή πρόσβαση και κάθε άλλη μορ-
φή αθέμιτης επεξεργασίας. Επομένως πρέπει να εφαρμοστούν κατά την επεξερ-
γασία των βιομετρικών δεδομένων (αποθήκευση, μετάδοση, εξαγωγή χαρακτηρι-
στικών και σύγκριση κλπ.) τα κατάλληλα μέτρα ασφαλείας.
136
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ
ΑΠΟΦΑΣΗ 57/2009
137
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
138
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ
δεδομένων, καθώς και η ίδρυση και λειτουργία σχετικού αρχείου, ύστερα από
άδεια της Αρχής, όταν συντρέχουν μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες προ-
ϋποθέσεις:...γ) Η επεξεργασία αφορά δεδομένα που δημοσιοποιεί το ίδιο το υπο-
κείμενο ή είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος
ενώπιον δικαστηρίου ή πειθαρχικού οργάνου...».
Η διάταξη του άρθρου 11 παρ. 3 του Ν. 2472/1997 προβλέπει ότι «Εάν τα δεδο-
μένα ανακοινώνονται σε τρίτους, το υποκείμενο ενημερώνεται για την ανακοίνωση
πριν από αυτούς». Η με αριθμ. 1/1999 Κανονιστική Πράξη της Αρχής, περαιτέρω,
στο άρθρο 5 παρ. 2 ορίζει ότι «Η ενημέρωση γίνεται εγγράφως και αποδεικνύεται
από τον υπεύθυνο επεξεργασίας».
2. Οι πειθαρχικές διώξεις και κυρώσεις δεν αποτελούν ευαίσθητα προσωπικά
δεδομένα, όπως προκύπτει από την αποκλειστική απαρίθμηση του άρθρου 2 στοιχ.
β΄ του Ν. 2472/1997. Η χορήγηση, συνεπώς, αντιγράφων από φάκελο διενεργηθεί-
σας Προφορικής Διοικητικής Εξέτασης βάσει του άρθρου 26 του ισχύοντος κατά
τον κρίσιμο χρόνο ΠΔ 22/1996 (Πειθαρχικό Δίκαιο Αστυνομικού Προσωπικού),
αποτελεί επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, η οποία επιτρέπεται και χωρίς τη
συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων, εφόσον συντρέχει κάποια από τις
προαναφερθείσες εξαιρετικές βάσεις νομιμότητας της επεξεργασίας του άρθρου
5 παρ. 2 του Ν. 2472/1997.
3. Η διάταξη του άρθρου 24 παρ. 4 του ΠΔ 22/1996, η οποία ρυθμίζει ειδικά το
δικαίωμα ενημέρωσης όσων καταγγέλλουν πειθαρχικά παραπτώματα αστυνομι-
κών, ορίζει τα εξής: «Όποιος υποβάλλει καταγγελία εναντίον αστυνομικού, που δι-
καιολογεί σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις ενέργεια προκαταρκτικής έρευνας
ή προφορικής ή ένορκης διοικητικής εξέτασης, δικαιούται ύστερα από αίτημά του
να πληροφορείται για το αποτέλεσμα αυτών». Ως αποτέλεσμα της προκαταρκτικής
έρευνας ή προφορικής ή ένορκης διοικητικής εξέτασης, που διενεργήθηκε, νοείται
το πόρισμα που συντάσσεται για την ολοκλήρωση των διοικητικών εξετάσεων. Από
το συνδυασμό της παραπάνω διάταξης με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 στοιχ. β΄
του Ν. 2472/1997 προκύπτει ότι η χορήγηση αντιγράφου του πορίσματος της διοι-
κητικής εξέτασης στον καταγγέλλοντα πειθαρχικό παράπτωμα αστυνομικού συνι-
στά νόμιμη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, ακόμα και χωρίς τη συγκατάθε-
ση του υποκειμένου των δεδομένων.
4. Περαιτέρω, όμως, η χορήγηση αντιγράφων των συνοδευόντων το πόρισμα
στοιχείων, που περιέχονται στη δικογραφία της διοικητικής εξέτασης, επιτρέπε-
ται μόνο εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 5 παρ. 2 στοιχ. ε΄ του
Ν. 2472/1997, όταν, δηλαδή, το έννομο συμφέρον του αιτούντος τρίτου υπερέχει προ-
φανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων του προσώπου στο οποίο αναφέρονται τα
δεδομένα και ταυτόχρονα δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες του τελευταίου.
Τέτοια περίπτωση συντρέχει, ιδίως, όταν η η χορήγηση προσωπικών δεδομένων εί-
ναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικα-
στηρίου (βλ. στοιχ. γ΄ του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν. 2472/1997 για τα ευαίσθητα προ-
σωπικά δεδομένα, το οποίο ισχύει κατά μείζονα λόγο και στα απλά προσωπικά δεδο-
μένα). Ο τρίτος, με την έννοια του άρθρου 2 στοιχ. θ΄ του Ν. 2472/1997, στην αίτησή
του προς τον υπεύθυνο επεξεργασίας πρέπει να επικαλείται αλλά και να αποδεικνύει
ότι τα συγκεκριμένα στοιχεία που ζητά είναι απολύτως αναγκαία και πρόσφορα για
την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματός του ενώπιον δικαστηρίου, και
δη ενόψει συγκεκριμένης εκκρεμούς δίκης, ώστε εκ του σκοπού να οριοθετηθεί η
έκταση των αναγκαίων και πρόσφορων για το σκοπό αυτό στοιχείων που επιτρέπε-
139
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
ται να του χορηγηθούν κατά τα άρθρα 5 παρ. 2 στοιχ. ε΄ και 4 παρ. 1 στοιχ. β΄ του
Ν. 2472/1997. Εξάλλου, η αναγκαιότητα υφίσταται μόνο όταν ο επιδιωκόμενος σκο-
πός της προάσπισης των δικαιωμάτων του αιτούντος ενώπιον δικαστηρίου δεν μπο-
ρεί να επιτευχθεί με άλλα ηπιότερα μέσα (πρβλ. 8/2005 και 9/2005 Αποφάσεις της
ΑΠΔΠΧ, διαθέσιμες στον διαδικτυακό τόπο της Αρχής www.dpa.gr)
5. Στην περίπτωση που η δικογραφία της ΠΔΕ/ΕΔΕ περιέχει και ευαίσθητα προ-
σωπικά δεδομένα, όπως αυτά αποκλειστικά απαριθμούνται στο άρθρο 2 στοιχ. β΄
του Ν. 2472/1997, η χορήγηση (ως μορφή επεξεργασίας) στον καταγγέλλοντα
πειθαρχικό παράπτωμα αστυνομικού του πορίσματος και του αποδεικτικού υλικού,
είναι νόμιμη μόνο μετά από άδεια της Αρχής και εφόσον τα έγγραφα που περι-
έχουν ευαίσθητα δεδομένα είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπε-
ράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου ή πειθαρχικού οργάνου, όταν, δηλαδή,
συντρέχει η βάση νομιμότητας της επεξεργασίας του άρθρου 7 παρ. 2 στοιχ. γ΄ του
Ν. 2472/1997. Και σε αυτή την περίπτωση ο τρίτος στην αίτησή του προς τον υπεύ-
θυνο επεξεργασίας πρέπει να επικαλείται αλλά και να αποδεικνύει ότι τα συγκεκρι-
μένα στοιχεία που ζητά είναι απολύτως αναγκαία και πρόσφορα για την επίτευξη
του συγκεκριμένου σκοπού.
6. Κατά το άρθρο 22 παρ. 2 του ΠΔ 22/1996 «Η πειθαρχική δίωξη ασκείται με
έναν από τους κατωτέρω αναφερόμενους τρόπους: α) Με απευθείας κλήση σε
απολογία, β) Με την έκδοση διαταγής για τη διενέργεια Ένορκης ή Προφορικής Δι-
οικητικής Εξέτασης προς βεβαίωση πειθαρχικών παραπτωμάτων». Και στις δύο πε-
ριπτώσεις προβλέπεται η μυστικότητα της πειθαρχικής διαδικασίας, καθώς για μεν
τις περιπτώσεις της απευθείας κλήσης το άρθρο 25 παρ. 1 επιφυλάσσει το δικαίω-
μα γνώσης των στοιχείων του φακέλου μόνο στον εγκαλούμενο, για δε τις περι-
πτώσεις διενέργειας ΕΔΕ το άρθρο 27 παρ. 4 του ίδιου Π.Δ/τος (το οποίο σύμφω-
να με τα οριζόμενα στο άρθρο 26 παρ. 5 εφαρμόζεται και στη διενέργεια ΠΔΕ) ορί-
ζει ότι «Η ανάκριση είναι μυστική και ουδείς δύναται να λάβει γνώση των στοιχεί-
ων αυτής, εκτός του εγκαλουμένου και του συνηγόρου του». Το στοιχείο της μυ-
στικότητας της πειθαρχικής διαδικασίας δεν συντρέχει μετά το πέρας αυτής (πρβλ.
ΓνμΝΣΚ 178/2000, δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, η οποία ερμηνεύει τις αντίστοιχες αλλά
όχι όμοιες διατάξεις του Ν. 2683/1999).
7. Στην υπό κρίση περίπτωση η Αστυνομική Διεύθυνση Αλεξανδρούπολης με το
με αριθμ. πρωτοκόλλου 259883/6/2-λγ΄/3.10.2006 έγγραφό της και μετά το πέρας
της πειθαρχικής διαδικασίας, ενημέρωσε, όπως προαναφέρθηκε, τον πληρεξούσιο
δικηγόρο των αιτούντων α) για τη διενέργεια προφορικής διοικητικής εξέτασης σε
βάρος της Αρχιφύλακα Ε, β) για το γεγονός ότι προέκυψε πειθαρχική ευθύνη της τε-
λευταίας (αναφέροντας αναλυτικά το πειθαρχικό παράπτωμα στο οποίο υπέπεσε),
καθώς και γ) για την επιβολή της πειθαρχικής ποινής του προστίμου. Ωστόσο, δεν χο-
ρήγησε στους αιτούντες αντίγραφα του φακέλου της διενεργηθείσας ΠΔΕ (πόρισμα
και σχετικά έγγραφα), καθώς έκρινε ότι οι αιτούντες δεν είχαν επικαλεστεί στην από
14.11.2005 αίτησή τους τη συνδρομή στο πρόσωπό τους υπέρτερου έννομου συμφέ-
ροντος που θα δικαιολογούσε τη χορήγηση των αιτηθέντων εγγράφων.
8. Από τα έγγραφα που τέθηκαν υπόψη της Αρχής προέκυψαν τα παρακάτω ως
προς τη συνδρομή υπέρτερου έννομου συμφέροντος στο πρόσωπο των αιτούντων:
α) η μηνυτήρια αναφορά του Δ, ενός εκ των αιτούντων, κατά της Αρχιφύλακα Ε
απορρίφθηκε με διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αλεξανδρούπολης, η οποία
έχει ήδη καταστεί τελεσίδικη και β) στην τελευταία αίτηση προς τον υπεύθυνο επε-
ξεργασίας (Ιούλιος 2007) οι Α, Β, Γ και Δ επικαλούνται αόριστα και σε καμία περί-
140
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ
πτωση δεν αποδεικνύουν, ότι τα αιτούμενα έγγραφα είναι απολύτως αναγκαία και
πρόσφορα για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματός τους ενώπιον
δικαστηρίου, και δη ενόψει συγκεκριμένης εκκρεμούς δίκης. Η αναφορά στο γε-
γονός ότι «είναι και οι ίδιοι κατηγορούμενοι ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειο-
δικείου Αλεξανδρούπολης, εξ’ αυτού του βιοτικού συμβάντος και δυνάμει των υπό
στοιχεία Β.Μ. Α 2005/253 ΕΓ Α-2005/28, Β.Μ. Α 2005/1411, Β.Μ. Α 2005/426 ΕΓ
Α-2005/29/ΕΓ 1-2005/28α και Β.Μ. Α 2005/426 ΕΓ Α-2005/29 εγκλήσεων» είναι
αόριστη και δεν μπορεί να εκτιμηθεί σύμφωνα και με όσα παραπάνω αναφέρθηκαν .
9. Ενόψει των ανωτέρω η Αρχή κρίνει ότι η Αστυνομική Διεύθυνση Αλεξανδρού-
πολης δεν κωλύεται από το Ν. 2472/1997 να χορηγήσει στους αιτούντες αντίγρα-
φο του πορίσματος της διενεργηθείσας Προφορικής Διοικητικής Εξέτασης ακόμα
και χωρίς την επίκληση και απόδειξη συνδρομής στο πρόσωπό τους υπέρτερου έν-
νομου συμφέροντος, καθώς αυτοί, ως καταγγέλλοντες πειθαρχικά παραπτώματα
αστυνομικού υπαλλήλου, έχουν δικαίωμα ενημέρωσης για το αποτέλεσμα της κα-
ταγγελίας τους, όπως αυτό εξειδικεύεται από τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 4 του
ΠΔ 22/1996. Περαιτέρω, όμως, κωλύεται από τις διατάξεις του Ν. 2472/1997 να τους
χορηγήσει αντίγραφα των λοιπών εγγράφων της διοικητικής δικογραφίας, δεδομέ-
νου ότι για τη χορήγηση των εγγράφων αυτών απαιτείται η επίκληση και απόδειξη
συνδρομής υπέρτερου έννομου συμφέροντος, στην οποία δεν προέβησαν οι αι-
τούντες. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να τηρηθεί η υποχρέωση προηγούμενης ενημέ-
ρωσης του υποκειμένου των δεδομένων πριν την ανακοίνωση των δεδομένων του
στους αιτούντες (άρθρο 11 παρ. 3 του Ν. 2472/1997).
ΑΠΟΦΑΣΗ 59/2009
141
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
την ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ (12.10.2006), ενημερώνεται πως τηρούνται στο αρχείο της εταιρείας
προσωπικά του δεδομένα που αφορούσαν καταγγελία της ανωτέρω σύμβασης με
ημερομηνία καταγγελίας την 30.9.2004.
Ο προσφεύγων αμφισβήτησε την ανωτέρω καταχώριση και για το λόγο ότι δεν
είχε προηγουμένως ενημερωθεί από την τράπεζα και άσκησε το δικαίωμα πρόσβα-
σης προς την ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ζητώντας να ενημερωθεί για τα δεδομένα που τυγχάνουν
επεξεργασίας και τον αφορούν, τον σκοπό επεξεργασίας, τις πηγές καθώς και τον
τρόπο ενημέρωσης. Η ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ, σε απαντητικές επιστολές που έστειλε στον προ-
σφεύγοντα (19.10.2006 και 14.11.2006) τον πληροφόρησε για τα αιτούμενα στοι-
χεία και τον παρέπεμψε στην δια τύπου ενημέρωση που πραγματοποίησε το 2005
(13.1.2005).
Ο προσφεύγων άσκησε το δικαίωμα πρόσβασης και προς την τράπεζα στις
26.10.2006 ζητώντας να πληροφορηθεί ποια προσωπικά δεδομένα τηρεί η τράπε-
ζα για αυτόν καθώς και το χρόνο τήρησής τους. Επίσης ζήτησε να του γνωστοποι-
ηθούν τυχόν τρίτοι στους οποίους ανακοινώθηκαν τα δεδομένα σχετικά με την συ-
γκεκριμένη πιστωτική κάρτα. Αν και στο αρχικό της έγγραφο προς τον προσφεύ-
γοντα η τράπεζα ανέφερε ότι δεν καταστρέφει τα δεδομένα, σε επιστολή προς την
Αρχή (14.8.2008) επικαλέστηκε το άρθρο 28 της σύμβασης και ανέφερε ότι διατη-
ρεί τα δεδομένα μέχρι και την ημέρα παραγραφής κάθε αξίωσης. Ομοίως, η τρά-
πεζα ανέφερε πως, βάσει του όρου 28 της από 12.02.2001 σύμβασης χορήγησης
της πιστωτικής κάρτας του καταγγέλλοντος με την τράπεζα, ο προσφεύγων πα-
ρείχε προς την τράπεζα και την ΕΑΕΔΟ τη ρητή και ανεπιφύλακτη συγκατάθεσή
του για την τήρηση των προσωπικών του δεδομένων τα οποία και δήλωσε ο ίδιος
από την υπογραφή της αίτησης για την έκδοση της κάρτας. Σχετικά με τη διαβίβα-
ση των στοιχείων του στην εταιρεία Fintrust, η τράπεζα επικαλέστηκε την απόφαση
αρ. 20/2001 της Αρχής σύμφωνα με την οποία «στα πλαίσια της σχέσης αντιπρο-
σώπευσης, η εισπρακτική εταιρεία Fintrust επεξεργάζεται προσωπικά δεδομένα ως
“εκτελούσα την επεξεργασία” (κατ΄ άρθρο 2 περ η) για λογαριασμό του υπευθύ-
νου επεξεργασίας που είναι η Εθνική Τράπεζα. Η εν λόγω επεξεργασία είναι νόμι-
μη, εφόσον περιορίζεται αποκλειστικά και μόνο στους σκοπούς της αντιπροσώπευ-
σης, τηρούνται οι όροι του άρθρου 10 του ν. 2472/1997 που αφορούν στο απόρρητο
και την ασφάλεια της επεξεργασίας και τα προσωπικά δεδομένα δεν χρησιμοποι-
ούνται για άλλους σκοπούς». Όπως ανέφερε η τράπεζα στην επιστολή της προς τον
προσφεύγοντα, η ως άνω εταιρία διαγράφει τα σχετικά δεδομένα έξη μήνες μετά
την εξόφληση της απαίτησης.
Η αίτηση με αρ. πρωτ. 8010/22.11.2006 κατά της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ συζητήθηκε στις
συνεδριάσεις της 8.2.2007 και 8.3.2007 και μετά την υποβολή νέων στοιχείων από
τον αιτούντα (αίτηση με αρ. πρωτ.3159/03.05.2007) επανεισάγεται για να συζητη-
θεί από κοινού λόγω συνάφειας με την αίτηση του ιδίου κατά της τράπεζας.
Η Αρχή εξετάζοντας τις παραπάνω αιτήσεις, τα πρακτικά των συνεδριάσεων της
8.2.2007, 8.3.2007, 26.2.2009 και 12.3.2009, το υπόμνημα της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ και τα
λοιπά στοιχεία του φακέλου και κατόπιν διαλογικής συζήτησης:
142
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ
143
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
144
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ
την έννοια του άρθρου 2 εδαφ. θ του ν.2472/97, αλλά αποδέκτες των δεδομένων,
και επομένως αρκεί η ενημέρωση του άρθρου 11 παρ.1 του νόμου.
Επομένως, η τράπεζα δεν υποχρεούται να λάβει τη συγκατάθεση του υποκειμέ-
νου για τη συγκεκριμένη διαβίβαση, αλλά πρέπει και αρκεί να ενημερώσει το υπο-
κείμενο για τη διαβίβαση αυτή στον αποδέκτη ή την κατηγορία αποδεκτών, σύμφω-
να με το άρθρο 11 παρ. 1 του ν.2472/97. Όπως δε αναφέρεται στην προαναφερόμε-
νη απόφαση 24/2004 της Αρχής σχετικά με την νομιμότητα του αρχείου οικονομι-
κής συμπεριφοράς της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ, “Ως αποδέκτες κατά την παρ.1 του άρθρου 11
νοούνται τα πρόσωπα προς τα οποία προβλέπεται κατά το στάδιο συλλογής να
ανακοινώνονται τα δεδομένα. Η διάταξη δεν εννοεί υποχρέωση ενημέρωσης για τη
συγκεκριμένη ανακοίνωση στην οποία ο υπεύθυνος επεξεργασίας προβαίνει κάθε
φορά που του ζητείται πληροφορία από τον αποδέκτη...” Στο ίδιο πνεύμα κινείται και
η απόφαση 3383/2003 του Εφετείου Αθηνών όπου αναφέρεται ότι “δεν απαιτείται
ο υπεύθυνος επεξεργασίας να ενημερώνει το υποκείμενο και για τη συγκεκριμένη
ανακοίνωση –μετάδοση των δεδομένων, στην οποία αυτός προβαίνει κάθε φορά
προς τρίτους –αποδέκτες ή οι τρίτοι αντλούν χωρίς τη δική του πρωτοβουλία από το
αρχείο του.”
Σύμφωνα με τα παραπάνω, η ενημέρωση της ΕΤΕ που περιέχεται στη σύμβα-
ση σχετικά με τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων καταγγελιών συμβάσε-
ων (πληροφοριακό αρχείο δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς και ανάθεση
είσπραξης των οφειλομένων σε τρίτα προς την τράπεζα και την Ε.Α.Ε.Δ.Ο. φυσικά
ή νομικά πρόσωπα) είναι επαρκής και σαφής.
5. Στην ως άνω απόφαση 24/2004 (η οποία αντικατάστησε την 109/1999), η Αρχή
όρισε ότι η ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ οφείλει να συμμορφωθεί με την κατά το άρθρο 24 § 3 σε
συνδυασμό με το άρθρο 11 § 1 του νόμου 2472/97 υποχρέωση ενημέρωσης των
υποκειμένων. Ειδικότερα, η δυνατότητα ενημέρωσης μέσω τύπου μεγάλου αριθμού
υποκειμένων εξειδικεύεται στην 408/98 και 1/1999 Κανονιστικές Πράξεις της Αρχής
βάσει της εξουσιοδοτικής διάταξης του άρθρου 24 παρ. 3 του Ν. 2472/1997. Όπως
δε έκρινε η με αριθμ. 1923/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, οι ως άνω κανονιστι-
κές αποφάσεις της Αρχής βρίσκονται εντός των ορίων της εξουσιοδοτικής διάταξης
του άρθρου 24 παρ.3, η οποία εκφράζει ευρύτερο και πάγιο πνεύμα του νομοθέτη
και ως εκ τούτου η ρυθμιστική της εμβέλεια όταν πρόκειται για ενημέρωση μεγάλου
αριθμού υποκειμένων τουλάχιστον χιλίων δεν περιορίζεται μόνο στις κατά την έναρ-
ξη ισχύος του νόμου επεξεργασίες, αλλά καλύπτει αναλόγως και μεταγενέστερες
επεξεργασίες, καθόσον ενόψει της ομοιότητας των περιπτώσεων δεν δικαιολογείται
διαφοροποίηση στη νομοθετική τους μεταχείριση……… Ως εκ τούτου δεν ήταν απα-
ραίτητο κατά νόμο για το επιτρεπτό της επεξεργασίας να ενημερωθεί ατομικώς και
in concreto ο αναιρεσείων, αλλά ενόψει του ότι στο αρχείο της αναιρεσίβλητης
(ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ) ήταν καταγεγραμμένα πλέον των χιλίων υποκειμένων, αρκούσε η in
abstracto δια του τύπου ενημέρωσή του….
Από το τέλος του 1998 η ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ προβαίνει σε δημοσιεύσεις μέσω τύπου
για την ενημέρωση των υποκειμένων ως προς την τήρηση του αρχείου οικονο-
μικής συμπεριφοράς. Από την εξέταση του σχετικού εντύπου της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ του
έτους 2004, από την οποία, όπως ισχυρίζεται ο προσφεύγων, έλαβε γνώση για την
επεξεργασία των στοιχείων του, διαπιστώνεται ότι η εταιρεία έχει τροποποιήσει το
πρώτο έντυπο ενημέρωσης το οποίο είχε αποστείλει στην Αρχή από το 1998. Στη
σχετική καταχώριση αναφέρεται ως τίτλος «Η ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΚΟΝΤΑ ΣΤΟΝ ΣΥΝΑΛ-
ΛΑΣΣΟΜΕΝΟ ΠΟΛΙΤΗ». Στις κατηγορίες των δεδομένων αναφέρονται ρητά οι κα-
145
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
146
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ
αρχείο της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ, αφού, όπως προειπώθηκε, για την συγκεκριμένη επεξεργασία
δεν απαιτείται να υπάρχει η συγκατάθεση του υποκειμένου, αλλά αρκεί η ενημέρω-
σή του κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 11 παρ.1 του ν.2472/97. Δεδομένου ωστόσο ότι
η διόρθωση της ημερομηνίας καταχώρισης από 30.9.2004 σε 16.3.2005 θα έχει ως
συνέπεια να επιμηκυνθεί ο χρόνος τήρησης του δεδομένου αυτού στο ανωτέρω αρ-
χείο με προφανείς τις δυσμενείς συνέπειες που αυτό συνεπάγεται για τον προσφεύ-
γοντα, κρίνεται σκόπιμο και προς όφελος του προσφεύγοντα να γίνει η διαγραφή
των σχετικών στοιχείων της καταγγελίας από το αρχείο της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ πεντέμισυ μή-
νες νωρίτερα από το χρόνο που προβλέπεται για τη διαγραφή τους. Πρέπει ακόμη να
ληφθούν υπόψη ότι α) η τράπεζα ενημέρωσε τον προσφεύγοντα και β) το γεγονός
της αποστολής σχετικών οδηγιών από την ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ προς τις τράπεζες για το θέμα.
8. Κατ΄εκτίμηση των ανωτέρω, η Αρχή κρίνει ότι πρέπει να επιβληθούν στους
υπεύθυνους επεξεργασίας, δηλαδή στην Eθνική Τράπεζα της Ελλάδος και στην ΤΕΙ-
ΡΕΣΙΑΣ ΑΕ οι κυρώσεις που αναφέρονται στο διατακτικό, οι οποίες κρίνονται ανά-
λογες με τη βαρύτητα της προσβολής, και να γίνει σύσταση προς την ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ως
προς την ανάγκη τροποποίησης του κειμένου της ενημέρωσης δια του τύπου.
ΑΠΟΦΑΣΗ 74/2009
147
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
148
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ
το κέντρο αποθήκευσης δεδομένων της εταιρείας (data center) βρίσκεται στο ίδιο
χώρο και διαχωρίζεται με πόρτα που διαθέτει απλή κλειδαριά, όπως άλλωστε και
άλλοι κρίσιμοι χώροι, όπως αυτοί στους οποίους γίνεται εισαγωγή δεδομένων από
έντυπες φόρμες των πελατών της εταιρείας και παραμένει, έστω και προσωρινά, τμή-
μα του φυσικού αυτού αρχείου. Τέλος, για τη λογική πρόσβαση των υπαλλήλων της
εταιρείας στα συστήματά της χρησιμοποιεί όνομα χρήστη και κωδικό πρόσβασης με
συγκεκριμένες προδιαγραφές καθώς και δικαιώματα ενεργειών ανά χρήστη.
Η Αρχή, μετά από εξέταση όλων των παραπάνω στοιχείων και κατόπιν διεξοδι-
κής συζήτησης,
149
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
πτώσεις που αυτό επιβάλλεται από ιδιαίτερες απαιτήσεις ασφαλείας των χώρων ερ-
γασίας και εφόσον δεν υπάρχει άλλο μέσο για την επίτευξη του σκοπού αυτού (π.χ.
στρατιωτικές εγκαταστάσεις, εργαστήρια υψηλού κινδύνου) . Κατά συνέπεια, ο υπεύ-
θυνος επεξεργασίας οφείλει να σταθμίζει κάθε φορά αφενός τους υπάρχοντες κιν-
δύνους, την έκταση των κινδύνων αυτών και τις υπάρχουσες εναλλακτικές δυνατότη-
τες αντιμετώπισης των κινδύνων και, αφετέρου, τις προσβολές της ανθρώπινης προ-
σωπικότητας και της ιδιωτικότητας από τη χρήση τέτοιων μεθόδων.»
5. Στην υπό κρίση περίπτωση ως σκοπός της επεξεργασίας δηλώνεται η διοίκη-
ση προσωπικού. Στην πραγματικότητα, η εταιρεία αποσκοπεί στην προστασία των
αγαθών της, όπως αυτά περιγράφηκαν στο ιστορικό, μέσω του ελέγχου της πρό-
σβασης του προσωπικού στο χώρο. Η εταιρεία έχει έννομο συμφέρον να φροντίσει
τόσο για τον έλεγχο της φυσικής πρόσβασης, όσο και για τον έλεγχο της λογικής
πρόσβασης των χρηστών στα συστήματά της. Με τη συγκεκριμένη επεξεργασία
επιδιώκει να αποτρέψει τη μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση υπαλλήλων της και τρί-
των σε κρίσιμα δεδομένα, όπως τραπεζικά ή ασφαλιστικά στοιχεία. Το μέτρο που
έχει επιλέξει, έχει ως αποτέλεσμα να τυγχάνουν επεξεργασίας τα βιομετρικά χα-
ρακτηριστικά όλων των υπαλλήλων της, ακόμα και όσων η ειδικότητα δεν έχει σχέ-
ση με την επεξεργασία των κρίσιμων δεδομένων, καταγράφοντας την είσοδό τους
στο χώρο, όχι όμως και τις προσβάσεις στα κρίσιμα δεδομένα.
6. Η Αρχή κρίνει ότι ο έλεγχος της φυσικής πρόσβασης (της εισόδου στο χώρο)
μπορεί να επιτευχθεί με ηπιότερα μέσα, όπως κάρτα πρόσβασης, χωρίς βιομετρι-
κά στοιχεία. Οι ιδιαίτερες απαιτήσεις ασφαλείας που επικαλείται ο υπεύθυνος επε-
ξεργασίας υφίστανται μόνο για συγκεκριμένους χώρους ή εφαρμογές λογισμικού
όπου γίνεται η επεξεργασία των κρίσιμων δεδομένων (server room, χώρος απο-
θήκευσης εγγράφων, ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις κλπ.). Ο υπεύθυνος
επεξεργασίας όμως εισάγει μια επαχθή για τα υποκείμενα επεξεργασία, για όλους
τους χώρους εργασίας, χωρίς να έχει σταθμίσει τις εναλλακτικές δυνατότητες που
διαθέτει, για την απαγόρευση της μη εξουσιοδοτημένης πρόσβασης στα κρίσιμα
δεδομένα. Τούτο θα μπορούσε να επιτευχθεί με την ενίσχυση των μέτρων ασφά-
λειας μόνο στο χώρο φύλαξης των δεδομένων, ο οποίος μπορεί να διαχωρισθεί
φυσικά από τον υπόλοιπο χώρο της εταιρείας. Περαιτέρω, πρέπει να ληφθεί υπό-
ψη ότι η φυσική ασφάλεια δεν αποτελεί το μόνο μέσο ελέγχου της πρόσβασης του
προσωπικού στα συστήματα της εταιρείας. Είναι δυνατό να λαμβάνονται μέτρα για
τη λογική ασφάλεια (ισχυρή αυθεντικοποίηση για την πρόσβαση στα συστήματα,
όπως με τη χρήση κάρτας και κωδικών μιας χρήσης - OTP, περιορισμένα δικαιώμα-
τα πρόσβασης κλπ) τα οποία ενεργούν από κοινού με τα μέτρα φυσικής ασφάλει-
ας για την προστασία των αγαθών της εταιρείας. Ενόψει των ανωτέρω, η Αρχή δια-
πιστώνει ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας συλλέγει περισσότερα δεδομένα απ’ όσα
απαιτούνται για την ικανοποίηση του σκοπού της επεξεργασίας και επομένως, σύμ-
φωνα με το άρθρο 21 του Ν. 2472/1997, πρέπει να διαταχθεί η διακοπή της επεξερ-
γασίας βιομετρικών δεδομένων και η καταστροφή των σχετικών δεδομένων.
150
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ
ΑΠΟΦΑΣΗ 75/2009
151
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
152
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ
λώσουν, σε ειδικό πλαίσιο, την άρνησή τους σχετικά με τη διάθεση των παραπάνω
προσωπικών τους δεδομένων. Αντιθέτως, οι ιατροί δεν ενημερώνονται για τη δυνα-
τότητα χρήσης των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τους αφορούν και πε-
ριέχονται στον εν λόγω κατάλογο για συγκεκριμένο άλλο σκοπό απ’ αυτόν για τον
οποίο είχαν αρχικώς συλλεγεί.
3. Επειδή ο Ν. 3448/2006 για την περαιτέρω χρήση πληροφοριών του δημοσίου
τομέα ενσωμάτωσε στην ελληνική έννομη τάξη την Οδηγία 2003/98/ΕΚ της 17ης
Νοεμβρίου 2003 για την περαιτέρω χρήση πληροφοριών του δημοσίου τομέα (Επί-
σημη Εφημερίδα L 345/31-12-2003). Η Οδηγία αποσκοπεί στη δημιουργία ενός γε-
νικού ρυθμιστικού πλαισίου ως προς την περαιτέρω χρήση των πληροφοριών του
δημόσιου τομέα και ιδίως ως προς την εξασφάλιση δίκαιων, αναλογικών και ισότι-
μων όρων περαιτέρω χρήσης των πληροφοριών αυτών (αιτιολογική σκέψη 8).
Όπως, άλλωστε, αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 6 της Οδηγίας και όπως επι-
σημαίνεται και στην Γνωμοδότηση 7/2003 της 12.12.2003 της Ομάδας Εργασίας
του άρθρου 29, «Η οδηγία για την περαιτέρω χρήση αποβλέπει στην επίτευξη ελά-
χιστης εναρμόνισης των κανόνων που διέπουν την «περαιτέρω χρήση» των πληρο-
φοριών του δημόσιου τομέα στην Ευρωπαϊκή Ένωση με σκοπό τη διασφάλιση ίσων
όρων παιχνιδιού» (βλ. σελ. 2 της Γνωμοδότησης 7/2003). Το άρθρο 1 της Οδηγίας
οριοθετεί το αντικείμενο και το πεδίο εφαρμογής της και στην παράγραφο 4 ορίζει
ότι «η παρούσα οδηγία αφήνει ανέπαφο και ουδόλως θίγει το επίπεδο προστασίας
των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων βάσει
των διατάξεων του κοινοτικού και του εθνικού δικαίου και ιδίως δεν μεταβάλλει τις
υποχρεώσεις και τα δικαιώματα που καθορίζονται στην οδηγία 95/46/ΕΚ». Ειδικό-
τερα, ο Ν. 3448/2006 προβλέπει ότι «οι φορείς του δημοσίου τομέα μεριμνούν
ώστε τα έγγραφα, τα οποία βρίσκονται στη κατοχή τους, να μπορούν να χρησιμο-
ποιηθούν για εμπορικούς ή μη σκοπούς, σύμφωνα με τους όρους αυτού του νόμου.
Όπου αυτό είναι δυνατόν, τα έγγραφα διατίθενται και με ηλεκτρονικά μέσα» (άρ-
θρο 2). Ως «φορείς του δημοσίου τομέα» νοούνται, «οι κρατικές αρχές, κεντρικές
και περιφερειακές, οι Ο.Τ.Α. πρώτου και δευτέρου βαθμού, τα λοιπά ν.π.δ.δ., οι κατά
την παράγραφο 2 αυτού του άρθρου οργανισμοί δημοσίου δικαίου και οι ενώσεις
που σχηματίζονται από μία ή περισσότερες από τις αρχές αυτές ή από έναν ή πε-
ρισσότερους από τους οργανισμούς δημοσίου δικαίου» (άρθρο 4 παρ. 1). Ως «πε-
ραιτέρω χρήση» νοείται «η χρήση (…) εγγράφων που βρίσκονται στην κατοχή φο-
ρέων του δημοσίου τομέα, για εμπορικούς ή μη σκοπούς, πέραν του αρχικού σκο-
πού της εκπλήρωσης δημόσιας αποστολής, για τον οποίο εκδόθηκαν τα έγγραφα
αυτά» (άρθρο 4 παρ. 4). Ως «έγγραφο προς περαιτέρω χρήση» νοείται, εξάλλου
«κάθε έγγραφο, το οποίο εκδίδεται ή κατέχεται από φορείς του δημόσιου τομέα (…)
ανεξάρτητα από το μέσο αποτύπωσης που χρησιμοποιείται (αποτύπωση σε χαρτί,
αποθήκευση σε ηλεκτρονική μορφή ή ηχητική, οπτική, οπτικοακουστική εγγραφή),
καθώς και τμήμα τέτοιου εγγράφου….» (άρθρο 4 παρ. 3). Τέλος, στο άρθρο 3 παρ.
2, προβλέπεται ότι, «η περαιτέρω χρήση εγγράφων γίνεται πάντοτε με την επιφύλα-
ξη τήρησης των διατάξεων για την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία
δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, (N. 2472/1997, ΦΕΚ 50 Α΄) όπως κάθε φορά
ισχύουν, και σε κάθε περίπτωση, ύστερα από ειδική επεξεργασία, προκειμένου να
απαλειφθούν τα παραπάνω στοιχεία».
4. Επειδή οι διατάξεις του νόμου 3448/2006 εφαρμόζονται και κατά την περαι-
τέρω χρήση πληροφοριών που αντλούνται από δημόσια προσβάσιμη πηγή, διότι
και στην περίπτωση αυτή οι αντλούμενες πληροφορίες δεν παύουν να «βρίσκονται
153
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
154
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ
155
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
ηγούμενης ενημέρωσης των υποκειμένων των δεδομένων και της τήρησης του δι-
καιώματος αντίταξης στην επεξεργασία των δεδομένων που τα αφορούν, κατά τα
ειδικότερα αναφερόμενα στο σκεπτικό.
2. Απορρίπτει το αίτημα της ενημέρωσης δια του τύπου και κρίνει ότι η εταιρεία
3DUBEE υποχρεούται να ενημερώσει ατομικώς με συστημένη επιστολή τα υποκεί-
μενα των δεδομένων για την σκοπούμενη επεξεργασία.
3. Επιβάλλει την υποχρέωση ενημέρωσης των υποκειμένων, η οποία, πέραν των
στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 11 παρ. 1 του Ν. 2472/1997, θα περιλαμβάνει
την αυτοδέσμευση της εταιρείας ότι δεν θα επιβαρύνει οικονομικά τα υποκείμενα
για την σκοπούμενη επεξεργασία και θα παρουσιάζει τα ονόματα των ιατρών στην
ιστοσελίδα κατά αλφαβητική σειρά χωρίς διαφημιστική διαφοροποίηση.
4. Αποφαίνεται ότι η εταιρεία οφείλει να τάξει στα υποκείμενα των δεδομένων
εύλογη προθεσμία που δεν πρέπει να είναι κατώτερη των εξήντα (60) ημερών για
την άσκηση του δικαιώματος αντίρρησης, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο
σκεπτικό.
ΑΠΟΦΑΣΗ 77/2009
156
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ
157
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
ται από νόμο και αποτελεί μέτρο το οποίο, σε μία δημοκρατική κοινωνία, είναι ανα-
γκαίο για την εθνική ασφάλεια, τη δημόσια ασφάλεια, την οικονομική ευημερία της
χώρας, την προάσπιση της τάξης και την πρόληψη ποινικών παραβάσεων, την προ-
στασία της υγείας ή της ηθικής, ή την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών
άλλων». Όπως έχει κρίνει το ΕΔΔΑ (Απόφαση Peck κατά Ηνωμένου Βασιλείου της
28-4-2003) η συνεχής ή συστηματική επιτήρηση προσώπων σε δημόσιους χώρους
με καταγραφή των δεδομένων τους συνιστά προσβολή του δικαιώματος της ιδιωτι-
κής ζωής που προστατεύεται από το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ. Η χρήση συστημάτων παρα-
κολούθησης σε δημόσιους χώρους είναι επιτρεπτή μόνο για λόγους δημόσιου συμ-
φέροντος που προβλέπονται ρητώς από τυπικό νόμο ή διάταγμα εκδιδόμενο κατόπιν
ειδικής εξουσιοδοτήσεως. Όταν υπεύθυνος επεξεργασίας είναι δημόσια αρχή, απαι-
τείται, σύμφωνα και με την αρχή της νομιμότητας που διέπει τη δράση της Διοίκησης,
η σχετική αρμοδιότητα για την εγκατάσταση και λειτουργία κλειστού κυκλώματος
τηλεόρασης να προβλέπεται ειδικώς από νομοθετική ή κανονιστική διάταξη, η οποία
πρέπει, μεταξύ άλλων, να προσδιορίζει το σκοπό της επεξεργασίας.
3. Στην προκειμένη περίπτωση, η υπαίθρια δημοτική παιδική χαρά, κατά τις ώρες
λειτουργίας της, εξομοιώνεται με δημόσιο χώρο προσιτό στο κοινό. Ως εκ τούτου,
απαιτείται κατά τα προλεχθέντα, να υφίσταται ρητή και ειδική διάταξη, η οποία να
απονέμει στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ή ειδικά στο Δήμο Αθηναίων
την αρμοδιότητα εγκαταστάσεως και λειτουργίας συστήματος καταγραφής εικόνας
ή/και ήχου των προσώπων που επισκέπτονται τις παιδικές χαρές. Τέτοια όμως αρ-
μοδιότητα δεν προβλέπεται από την κείμενη νομοθεσία και συνεπώς η Αρχή κρίνει,
κατά πλειοψηφία, ότι το αίτημα του Δήμου Αθηναίων, κατά το μέρος που αφορά
την εγκατάσταση κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης κατά τις ώρες λειτουργίας των
παιδικών χαρών, πρέπει να κριθεί μη νόμιμο. Απομένει να ερευνηθεί η νομιμότητα
λειτουργίας του συστήματος επιτήρησης κατά το χρόνο που οι παιδικές χαρές πα-
ραμένουν κλειστές.
4. Η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 στοιχ. β΄ και δ΄ του Ν. 2472/1997 προβλέπει ότι
«Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει
:... β) Να είναι συναφή, πρόσφορα, και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαι-
τείται εν όψει των σκοπών της επεξεργασίας...δ) Να διατηρούνται σε μορφή που να
επιτρέπει τον προσδιορισμό της ταυτότητας των υποκειμένων τους μόνο κατά τη δι-
άρκεια της περιόδου που απαιτείται, κατά την κρίση της Αρχής, για την πραγματο-
ποίηση των σκοπών της συλλογής τους και της επεξεργασίας τους». Η διάταξη αυτή
θέτει ως κριτήρια για τη νομιμότητα κάθε επεξεργασίας τις αρχές της αναγκαιότη-
τας, της αναλογικότητας και της χρονικά πεπερασμένης διατήρησης των προσωπι-
κών δεδομένων. Σύμφωνα με την αρχή της αναγκαιότητας, πρέπει κάθε φορά να
εξετάζεται αν η επεξεργασία των συγκεκριμένων προσωπικών δεδομένων είναι
απολύτως αναγκαία για τον επιδιωκόμενο σκοπό, ο οποίος δεν μπορεί να επιτευ-
χθεί με λιγότερο επαχθή για το πρόσωπο μέσα. Περαιτέρω, η αρχή της αναλογικό-
τητας επιβάλλει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση να κρίνεται, εάν το συμφέρον
του υπευθύνου της επεξεργασίας είναι καταφανώς υπέρτερο των δικαιωμάτων και
των συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και ότι επι-
πλέον δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες των τελευταίων (βλ. άρθρο 1 σημ. 2Α
της Οδηγίας 1122/2000 για την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων μέσω κλει-
στών κυκλωμάτων). Εξάλλου, η αρχή της χρονικά πεπερασμένης τήρησης των προ-
σωπικών δεδομένων επιβάλλει την τήρηση των δεδομένων μόνο για τη χρονική δι-
άρκεια που είναι απαραίτητη για την επίτευξη του σκοπού της επεξεργασίας.
158
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ
159
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
πολύ πιθανό να βρίσκεται ο πολίτης υπό παρακολούθηση. Από την άλλη πλευρά, ο
Δήμος ορθώς υποστηρίζει ότι οφείλει να παρέχει τα αναγκαία μέσα για την ευημε-
ρία, την προστασία και τη φροντίδα του παιδιού. Οι παιδικές χαρές αποτελούν εγκα-
ταστάσεις που συμβάλλουν προς την κατεύθυνση αυτή. Επομένως είναι σκόπιμο να
μελετηθούν οι παράγοντες αυτοί, ώστε να διαπιστωθεί αν η υπό όρους εγκατάστα-
ση κλειστών κυκλωμάτων τηλεόρασης σε παιδικές χαρές, εκτός του ωραρίου λει-
τουργίας τους, επιτυγχάνει το σκοπό της ασφάλειας των εγκαταστάσεων, χωρίς να
προσβάλει υπέρμετρα τα δικαιώματα τόσο των παιδιών, όσο και των συνοδών τους.
9. Ενόψει των ανωτέρω, η Αρχή κρίνει ότι πρέπει να επιτραπεί δοκιμαστικά η
εγκατάσταση κλειστών κυκλωμάτων τηλεόρασης σε ένα περιορισμένο αριθμό δέκα
(10) παιδικών χαρών του Δήμου Αθηναίων. Ο Δήμος υποχρεούται μετά την πάρο-
δο ενός έτους να καταθέσει συγκριτικά στοιχεία που να αποδεικνύουν την αποτε-
λεσματικότητα του συστήματος για την προστασία των εγκαταστάσεών του, καθώς
και την αναλογικότητα αυτού. Η εγκατάσταση επιτρέπεται να γίνει μόνο σε παιδικές
χαρές που πληρούν τις προδιαγραφές του ΕΛΟΤ και υπό τον όρο ότι έχουν ληφθεί
όλα τα λοιπά μέτρα για την προστασία του χώρου. Τα δεδομένα επιτρέπεται να τη-
ρούνται το πολύ έως 24 ώρες. Εξυπακούεται ότι πρέπει να ικανοποιούνται όλες οι
απαιτήσεις για την ενημέρωση των υποκειμένων, όπως αυτές ορίζονται στην οδη-
γία 1122/2000 της Αρχής για τα κλειστά κυκλώματα και να γίνει γνωστοποίηση της
επεξεργασίας στην Αρχή.
ΑΠΟΦΑΣΗ 83/2009
160
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ
και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία ενόψει των σκοπών αυτών. Οι δι-
ευθύνσεις ηλεκτρονικού ταχυδρομείου αποτελούν δεδομένα προσωπικού χαρα-
κτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 2 στοιχ. α’ του Ν. 2472/1997, όταν ανήκουν σε
φυσικά πρόσωπα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπ’ αριθμ.
1 εύρημα, πραγματοποιείται συλλογή διευθύνσεων από ιστοσελίδες, όπου το υπο-
κείμενο των δεδομένων έχει ανακοινώσει τα στοιχεία του για τελείως διαφορετι-
κό σκοπό, για παράδειγμα για την αποστολή μηνυμάτων επικοινωνίας για προσω-
πικούς σκοπούς ή για τη συμμετοχή του σε ομάδες συζήτησης. Το αυτόματο λογι-
σμικό έχει ρυθμιστεί έτσι ώστε να μην κάνει καμία διάκριση των διευθύνσεων που
συλλέγει με κριτήριο το σκοπό της δημοσίευσης τους, συλλέγοντας όλα τα στοι-
χεία τα οποία συναντά. Επομένως, οι διευθύνσεις ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, που
συλλέγονται με τον τρόπο αυτό, δεν συλλέγονται με τρόπο θεμιτό και νόμιμο, για
καθορισμένους και νόμιμους σκοπούς και δεν υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επε-
ξεργασία εν όψει των σκοπών αυτών, κατά παράβαση της προαναφερθείσας διά-
ταξης του Ν. 2472/1997. Η άποψη αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι το έννομο
συμφέρον που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή οι τρίτοι στους οποίους ανα-
κοινώνονται τα δεδομένα δεν υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερό-
ντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα, καθώς προκαλείται ση-
μαντική όχληση στους αποδέκτες των μηνυμάτων αλλά και πιθανά επιπρόσθετο κό-
στος από τη χρήση υπηρεσιών διαδικτύου για την ανάγνωση των μηνυμάτων. Έτσι,
όσον αφορά στη συλλογή διευθύνσεων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου χωρίς τη συ-
γκατάθεση του υποκείμενου, δεν μπορεί να έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου
5, παρ. 2 ε’ του Ν. 2472/1997. Επισημαίνεται ότι η Ομάδα Εργασίας του άρθρου 29
της οδηγίας 95/46/ΕΚ έχει παρουσιάσει, αναλυτικά, το σκεπτικό αυτό στο έγγραφο
εργασίας υπ’ αριθμ. 37/21.11.2000 (σελ. 37, 38 και 43, 44), ενώ παρόμοια παρουσί-
αση βρίσκεται και στο βιβλίο Regulating Spam, A European Perspective after the
Adoption of the E-Privacy Directive (κεφάλαιο 4, Harvesting, σελίδες 67-79). Επο-
μένως, το αρχείο που έχει δημιουργήσει η Calino, με την τεχνική που περιγράφε-
ται στο εύρημα υπ’ αριθμ. 1 του πορίσματος, παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 4,
5 παρ. 2 του ν. 2472/1997 και τα στοιχεία του πρέπει να καταστραφούν. Καθώς το
αρχείο αυτό έχει διαβιβασθεί σε απροσδιόριστο αριθμό πελατών της εταιρείας, εί-
ναι προς το συμφέρον των υποκειμένων της επεξεργασίας να ενημερωθούν όλοι
όσοι αγόρασαν το αρχείο αυτό ώστε να προβούν σε διαγραφή των δεδομένων που
έχουν συλλεγεί παράνομα. Η πλήρης άρση της παράβασης μπορεί να επιτευχθεί
μόνο με τη διαγραφή των στοιχείων από όλα τα πωληθέντα αντίγραφα.
2. Όπως ορίζει το άρθρο 11 παρ. 1 του Ν. 2472/1997 «Ο υπεύθυνος επεξεργασίας
οφείλει, κατά το στάδιο της συλλογής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, να ενη-
μερώνει με τρόπο πρόσφορο και σαφή το υποκείμενο για τα εξής τουλάχιστον στοι-
χεία: α. την ταυτότητά του και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του, β. τον
σκοπό της επεξεργασίας, γ. τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδο-
μένων, δ. την ύπαρξη του δικαιώματος πρόσβασης». Όπως προκύπτει από το εύρη-
μα υπ’ αριθμ. 2, ο υπεύθυνος επεξεργασίας δεν φροντίζει σε κανένα σημείο για την
παροχή ενημέρωσης προς τα υποκείμενα των δεδομένων κατά το στάδιο της συλ-
λογής τους. Είναι αληθές ότι ο σκοπός που επιδιώκει η Calino, δηλαδή το οικονομι-
κό συμφέρον για τη δημιουργία της εφαρμογής καταλόγου επαγγελματικών διευ-
θύνσεων, συμβαδίζει καταρχήν με το επαγγελματικό συμφέρον των υποκειμένων
για την ευχερέστερη αναζήτηση των στοιχείων τους από το κοινό. Έτσι, για τη χρή-
ση των στοιχείων που λαμβάνονται από τους επαγγελματικούς φορείς και τις επαγ-
161
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
162
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ
163
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
2. Πρόστιμο ποσού πέντε χιλιάδων ευρώ (5.000) για την παραβίαση του άρθρου
11 παρ. 1 του Ν. 2472/1997 που αφορά στη μη παροχή ενημέρωσης προς τα υποκεί-
μενα των δεδομένων για τη συλλογή που πραγματοποιείται από επαγγελματικές
ενώσεις και επαγγελματικούς οδηγούς. Η Αρχή κοινοποιεί την παρούσα απόφαση
στις επαγγελματικές ενώσεις ενημερώνοντας τους κατ’ αυτόν τον τρόπο ότι υπο-
χρεούνται να ενημερώνουν τα μέλη τους (υποκείμενα των δεδομένων) για τους
αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων που συλλέγουν από αυτά.
3. Προειδοποίηση για την παράβαση του άρθρου 10, παρ. 4 του Ν. 3471/2006. Η
εταιρεία οφείλει να τροποποιήσει τον ηλεκτρονικό οδηγό που εκδίδει και να επιτρέ-
πει τη γεωγραφική αναζήτηση μόνο σε όσους συνδρομητές τηλεφωνίας έχουν δώ-
σει εκ νέου τη συγκατάθεση τους για χρήση των δεδομένων τους στο πλαίσιο της
δυνατότητας γεωγραφικής αναζήτησης.
4. Πρόστιμο ποσού είκοσι πέντε χιλιάδων ευρώ (25.000) για την παραβίαση
του άρθρου 11 παρ. 1 του Ν. 3471/2006 για την αποστολή διαφημιστικών μηνυμά-
των ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και τηλεομοιοτυπίας (FAX), χωρίς τη συγκατάθε-
ση των συνδρομητών.
5. Πρόστιμο ποσού δέκα χιλιάδων ευρώ (10.000) για την παράβαση του άρθρου
9 παρ. 2 του Ν. 2472/1997 που συντελέστηκε με την παράνομη διαβίβαση δεδομέ-
νων σε χώρα εκτός Ε.Ε.
ΑΠΟΦΑΣΗ 90/2009
164
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ
καταστατικά όργανα του νομικού προσώπου και ενσαρκώνουν την βούληση αυ-
τού δια των λαμβανόμενων αποφάσεων (βλ. Κρητικό σε Γεωργιάδη – Σταθόπου-
λου, Α.Κ. 65 αρ. 2).
2. Κατά το άρθρο 19 του Ν. 3463/2006 (Κύρωση του Κώδικα Νόμων και Κοινο-
τήτων), οι Δήμοι διοικούνται από το δημοτικό συμβούλιο, τη δημαρχιακή επιτρο-
πή και τον Δήμαρχο. Οι αρμοδιότητες των δημοτικών και κοινοτικών αρχών ορίζο-
νται στα άρθρα 75 έως και 85 του Ν. 3463/2006 και οι αρμοδιότητες των δημο-
τικών οργάνων στα άρθρα 85 έως 105 αυτού. Ειδικότερα το άρθρο 93 προβλέπει
ότι το δημοτικό συμβούλιο καθορίζει τους φόρους, τα τέλη, τα δικαιώματα και τις ει-
σφορές και ότι αποφασίζει για όλα τα θέματα που αφορούν τον δήμο, εκτός από
εκείνα που ανήκουν στην αρμοδιότητα του δημάρχου ή της δημαρχιακής επιτρο-
πής. Περαιτέρω το άρθρο 100 προβλέπει ότι το δημοτικό συμβούλιο και οι εκπρό-
σωποι των δημοτικών παρατάξεων μπορούν να ζητούν από τον δήμαρχο και τη δη-
μαρχιακή επιτροπή πληροφορίες και συγκεκριμένα στοιχεία, που είναι χρήσιμα για
την άσκηση των καθηκόντων τους. Ο δήμαρχος οφείλει να παρέχει τις πληροφορί-
ες εντός μηνός.
Εξάλλου, καθόσον αφορά τη νομική θέση των αιρετών οργάνων της πρωτοβάθ-
μιας τοπικής αυτοδιοίκησης, το άρθρο 135 του Ν. 3463/2006 προβλέπει ότι έχουν
απεριόριστο το δικαίωμα της κατά συνείδησης γνώμης και ψήφου, ότι έχουν το δικαί-
ωμα και την υποχρέωση να εκτελούν τα της αποστολής τους, έχοντας στη διάθεση
τους τον ανάλογο χρόνο, τις υπηρεσίες και τα μέσα υποστήριξης και ότι μεριμνούν
για την τήρηση των αρχών της νομιμότητας, της διαφάνειας, της αποδοτικότητας και
της χρηστής διοίκησης στους οργανισμούς στους οποίους υπηρετούν. Απαραίτητη
προϋπόθεση για την τήρηση της τελευταίας διάταξης είναι η απρόσκοπτη και ελεύ-
θερη πρόσβαση των δημοτικών συμβούλων στα στοιχεία που τηρεί ο δήμος.
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι το δημοτικό συμβούλιο έχει το τεκμή-
ριο της αρμοδιότητας για όλα τα θέματα που αφορούν τον δήμο και ότι κάθε δημο-
τικός σύμβουλος, προκειμένου να ασκήσει αποτελεσματικά και με επιμέλεια τα εκ
του νόμου καθήκοντά του, πρέπει να έχει πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες και
τα στοιχεία που είναι απαραίτητα και που βρίσκονται στη διάθεση του δήμου.
3. Ενόψει των αναφερομένων στις προηγούμενες σκέψεις, πρέπει να γίνει δεκτό,
κατά αναθεώρηση των κριθέντων με την αριθμ. 13/2008 απόφαση της Αρχής, ότι οι
δημοτικοί σύμβουλοι, ως μέλη της διοίκησης και εκφραστές της βούλησης του νο-
μικού προσώπου του πρωτοβάθμιου οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης, επέχουν
θέση υπεύθυνου επεξεργασίας κατά το άρθρο 2 στοιχ. ζ’ του Ν. 2472/1997 και όχι
τρίτου (στοιχ. θ’ του ιδίου άρθρου). Κρίσιμο είναι προς τούτο το λειτουργικό κριτή-
ριο που αναφέρεται στις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα που απορρέουν από την
υπηρεσιακή / λειτουργική ιδιότητα που κατέχει ένα πρόσωπο ή όργανο.
Έτσι η ύπαρξη άμεσης συνάφειας μεταξύ της σκοπούμενης επεξεργασίας των
δεδομένων και της εκπλήρωσης των κατά νόμο καθηκόντων των προσώπων - με-
λών των οργάνων που προβαίνουν σε αυτή είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για την
αναγωγή αυτών σε υπεύθυνους επεξεργασίας. Αντίθετα, στην περίπτωση που δεν
υπάρχει άμεση σχέση με την υπηρεσιακή θέση και τις αρμοδιότητες του μέλους του
συλλογικού οργάνου, τότε αυτός έχει τη θέση του τρίτου.
Με βάση τα προαναφερθέντα, η χορήγηση στοιχείων σε δημοτικούς συμβού-
λους δεν αποτελεί διαβίβαση σε τρίτους, κατά την έννοια του άρθρου 2 στοιχ. θ’
Ν. 2472/1997, αλλά χρήση των προσωπικών δεδομένων από τον ίδιο τον υπεύθυνο
επεξεργασίας, δηλαδή τον δήμο, υπό την απαραίτητη όμως προϋπόθεση ότι οι δη-
165
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
μοτικοί σύμβουλοι ενεργούν στο πλαίσιο των καθηκόντων τους και όχι για ιδιωτι-
κό σκοπό ή/και χρήση. Συνεπώς, απαραίτητος όρος για τη χορήγηση στοιχείων σε
δημοτικούς συμβούλους είναι η χρήση των στοιχείων αυτών να γίνεται αποκλειστι-
κά για την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους και για την εκτέλεση των καθηκόντων
τους, όπως αυτά προκύπτουν από τη θεσμική τους ιδιότητα, ως μελών του συλλογι-
κού οργάνου του δημοτικού συμβουλίου.
4. Τέλος επισημαίνεται ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει πάντα να τηρεί τις
γενικές αρχές του άρθρου 4 του Ν. 2472/1997 για τη νόμιμη επεξεργασία και τις δι-
ατάξεις του άρθρου 10 αυτού για το απόρρητο και την ασφάλεια της επεξεργασίας
που εκτελεί. Επίσης, παρατηρείται ότι, στο μέτρο που ο δημοτικός σύμβουλος ενερ-
γεί στο πλαίσιο των καθηκόντων του και άρα δεν είναι τρίτος, όπως προαναφέρθη-
κε, αλλά ο ίδιος ο υπεύθυνος επεξεργασίας, δεν απαιτείται προηγούμενη ενημέρω-
ση των υποκειμένων των δεδομένων.
ΑΠΟΦΑΣΗ 91/2009
166
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ
γραφιών που απεικονίζουν πρόσωπα, πινακίδες οχημάτων και οικίες αποτελεί επε-
ξεργασία προσωπικών δεδομένων, β) η επεξεργασία θα μπορούσε να είναι νόμι-
μη σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 2 στοιχ. ε) Ν. 2472/1997 εφόσον λαμβάνονται συ-
γκεκριμένα μέτρα για τα επιμέρους ζητήματα της θόλωσης των φωτογραφιών, της
τήρησης των πρωτογενών δεδομένων, δηλαδή των δεδομένων που τηρούνται πριν
την εφαρμογή της θόλωσης, της λήψης μέτρων για την τυχόν αποκάλυψη ευαίσθη-
των δεδομένων, της άσκησης των δικαιωμάτων πρόσβασης και αντίρρησης, τέλος,
της ενημέρωσης των υποκειμένων των δεδομένων.
Η εταιρεία, στη συνέχεια, προέβη σε διακοπή της παροχής της υπηρεσίας στο
κοινό, υπέβαλε την με αρ. πρωτ. ΓΝ/ΕΙΣ/507/11-05-2009 γνωστοποίηση επεξερ-
γασίας προσωπικών δεδομένων, όπως τελικώς συμπληρώθηκε με το υπ. αρ. πρωτ.
ΓΝ/ΕΙΣ/1060/12-09-2009 έγγραφο, περιγραφή του πληροφοριακού συστήματος
(αρ. πρωτ. ΓΝ/ΕΙΣ/514/12-05-2009) καθώς και πολιτική και σχέδιο Ασφαλείας (αρ.
πρωτ. ΓΝ/ΕΙΣ/515/12-05-2009).
Σημειώνεται ότι η Αρχή εξέτασε προηγουμένως την με αρ. πρωτ. ΓN/ΕΙΣ/1205/22-
12-2008 γνωστοποίηση επεξεργασίας που υπέβαλε η εταιρεία Google Inc. για την
παρόμοια υπηρεσία “Street View” που προσφέρεται ήδη και σε πολλές πόλεις άλ-
λων χωρών, από την οποία ζήτησε με το υπ. αριθμ. πρωτ. ΓΝ/ΕΞ/374/14-04-2009
έγγραφο διευκρινίσεις και μέτρα για την προστασία των προσωπικών δεδομένων.
Οι δύο αυτές υπηρεσίες, στο μέτρο που παρουσιάζουν κοινά χαρακτηριστικά, χρή-
ζουν ενιαίας αντιμετώπισης. Για το σκοπό αυτό καθώς και για την ομοιόμορφη
εφαρμογή της Οδηγίας στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης λαμβάνονται υπό-
ψη, κατά την εξέταση της παρούσας υπόθεσης, οι απόψεις της Ομάδας Εργασίας
του άρθρου 29 της Οδηγίας 95/46/ΕΚ στην υπόθεση “Google – Street View”.
Η Αρχή, μετά από εξέταση όλων των παραπάνω στοιχείων, και κατόπιν διεξοδι-
κής συζήτησης, αφού άκουσε τους εισηγητές,
167
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
γκεκριμένες συνθήκες, επιπλέον χωρίς καν να το γνωρίζει. Τούτο ισχύει εξίσου και
για το όχημα του κατόχου, ο οποίος καθίσταται αναγνωρίσιμος μέσω της πινακίδας.
Αντιθέτως, η απεικόνιση των οικιών, οδηγεί μεν σε κάποια, όχι όμως με βεβαιότητα
ακριβή, συμπεράσματα για τις συνθήκες διαβίωσης ενός ατόμου, ενώ άλλωστε οι
εικόνες των οικιών ανήκουν σε δημόσιο χώρο και συνεπώς δεν δικαιολογείται το
ίδιο επίπεδο προστασίας.
Ως επεξεργασία ορίζεται κάθε εργασία που εφαρμόζεται σε προσωπικά δεδομέ-
να, από τη συλλογή μέχρι και την καταστροφή αυτών, με τη χρήση ή μη αυτοματο-
ποιημένων μεθόδων. Εν προκειμένω τα προσωπικά δεδομένα υφίστανται επεξερ-
γασία, αφού π.χ. η φωτογράφιση αξιολογείται ως συλλογή δεδομένων, η τήρηση
των εικόνων προς το σκοπό παροχής της υπηρεσίας ως αποθήκευση, χρήση και
τροποποίηση, τέλος, η δημοσίευση στο διαδίκτυο ως διάδοση ή διαβίβαση (πβλ. και
ΔΕΚ, Απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2003, C-101/01 - Lindqvist, σκ. 25-27). Η διάδο-
ση των εικόνων αυτών μέσω του διαδικτύου ενέχει ιδιαίτερους κινδύνους αφού τα
σχετικά δεδομένα είναι προσβάσιμα σε κάθε ενδιαφερόμενο χρήστη χωρίς κανέ-
να χρονικό ή τοπικό περιορισμό, εκτός και αν ο ίδιος ο πάροχος της υπηρεσίας για
άλλους λόγους αποσύρει τις εικόνες, αναστείλει ή καταργήσει την υπηρεσία, ενώ
επιπλέον στους εγγενείς κινδύνους του διαδικτύου συγκαταλέγεται η δυνατότητα
άντλησης και συνδυασμού προσωπικών δεδομένων μέσω διάφορων διαδικτυακών
υπηρεσιών.
Τέλος, η εταιρεία ΚΑΠΟΥ Α.Ε. Γεωπληροφορικής είναι κατά την έννοια του άρ-
θρου 2 στοιχ. ζ) Ν. 2472/1997 υπεύθυνος επεξεργασίας ως προς τη συγκεκριμένη
υπηρεσία αφού αυτή ορίζει το σκοπό και τον τρόπο της επεξεργασίας των προσω-
πικών δεδομένων.
2. Το σύννομο της επεξεργασίας των προαναφερθέντων απλών προσωπικών
δεδομένων θα πρέπει να κριθεί με βάση τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 στοιχ. ε)
Ν. 2472/1997 στο μέτρο που προηγούμενη συγκατάθεση για την απεικόνιση ή μη
ενός ατόμου ή άλλων στοιχείων, προσδιοριστικών του ατόμου, δεν είναι δυνατή και
ούτε συντρέχει άλλος λόγος επεξεργασίας από όσους αναφέρονται στο άρθρο 5
του ιδίου νόμου. Η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 στοιχ. ε) ορίζει ότι η επεξεργασία
επιτρέπεται, εφόσον είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του έννομου
συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας και υπό τον όρο ότι τούτο
υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία
αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών. Ως
έννομο συμφέρον θεωρείται καταρχήν και η ανάπτυξη οικονομικής δραστηριό-
τητας, ως ιδιαίτερη έκφραση του ατομικού δικαιώματος στην ελεύθερη ανάπτυξη
της προσωπικότητας (άρθρο 5 παρ. 1 Συντάγματος). Η παροχή της συγκεκριμένης
υπηρεσίας αποτελεί συνεπώς έναν θεμιτό σκοπό με οφέλη μάλιστα και για τους
χρήστες της υπηρεσίας, δηλαδή της δυνατότητας περιήγησης και εξοικείωσής τους
με τόπους χωρίς να είναι απαραίτητη η μετάβαση σε αυτούς. Η επεξεργασία των
προσωπικών δεδομένων που συνδέεται με την παροχή της υπηρεσίας αυτής θα
πρέπει ωστόσο να είναι απολύτως αναγκαία ή έστω αναγκαία, όπως ορίζει το άρ-
θρο 7 στοιχ. στ) της Οδηγίας 95/46/ΕΚ, δηλαδή να υπακούει στην αρχή της ανα-
λογικότητας από την οποία απορρέει και η ειδικότερη αρχή της ελαχιστοποίησης
των προσωπικών δεδομένων που υφίστανται επεξεργασία για την επίτευξη του συ-
γκεκριμένου σκοπού. Για τη συγκεκριμενοποίηση της αναγκαιότητας της επεξερ-
γασίας προς το σκοπό της παροχής της εν λόγω υπηρεσίας θα πρέπει να ληφθεί
υπόψη ότι τα άτομα, των οποίων τα προσωπικά δεδομένα υφίστανται επεξεργασία,
168
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ
169
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
θύνου επεξεργασίας πληρούν τις προϋποθέσεις των άρθρων 4 παρ. 1 στοιχ. β) και
δ), 5 παρ. 2 στοιχ. ε) και 10 Ν. 2472/1997. Σε περίπτωση αύξησης του μεγέθους του
υπευθύνου επεξεργασίας, τα οργανωτικά και τεχνικά μέτρα ασφάλειας θα πρέπει
να αναθεωρηθούν ώστε να διασφαλίζεται η ελεγχόμενη πρόσβαση στα δεδομένα.
6. Η Αρχή όμως κρίνει ότι η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων θα παραβία-
ζε την αρχή της αναλογικότητας σε σχέση με την παροχή της συγκεκριμένης υπη-
ρεσίας και θα πρέπει να ληφθούν μέτρα για την αποφυγή λήψης και περαιτέρω
επεξεργασίας εικόνων που ενδεχομένως αποκαλύπτουν ευαίσθητα δεδομένα των
ατόμων, όπως σε σχέση με θρησκευτικούς χώρους, νοσηλευτήρια, οίκους ανοχής
κλπ.. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας δήλωσε ότι ως γενικό μέτρο που λαμβάνει για την
ελαχιστοποίηση του κινδύνου είναι ο προγραμματισμός της φωτογράφισης πολύ
πρωινές ώρες και κατά προτίμηση αργίες. Επιπλέον, σε περιπτώσεις χώρων που εί-
ναι αποκαλυπτικοί ευαίσθητων δεδομένων, θα προβαίνει αμέσως στη θόλωση προ-
σώπων και πινακίδων οχημάτων και κατά προτεραιότητα σε διαγραφή του αντίστοι-
χου πρωτογενούς υλικού, δηλαδή ο χρόνος τήρησης ευαίσθητων πρωτογενών δε-
δομένων θα είναι συντομότερος. Επιπλέον, δεν θα πραγματοποιείται φωτογράφιση
χώρων για τους οποίους υπάρχει σχετική εκ του νόμου απαγόρευση, όπως στρα-
τοπέδων.
7. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας θα πρέπει να ικανοποιεί με τρόπο πρόσφορο που
προσιδιάζει στα χαρακτηριστικά της υπηρεσίας τα δικαιώματα των υποκειμένων
των δεδομένων που προβλέπονται στο Ν. 2472/1997, δηλαδή τα δικαιώματα της
πρόσβασης και αντίρρησης σύμφωνα με τα οικεία άρθρα 12 και 13, αντιστοίχως.
Στη συγκεκριμένη υπηρεσία το δικαίωμα πρόσβασης έχει σημασία ως προς την
τήρηση των πρωτογενών δεδομένων αφού στις εικόνες που δημοσιεύονται στο δι-
αδίκτυο η πρόσβαση είναι ελεύθερη για τον καθένα, και εν αμφιβολία τα προσωπι-
κά δεδομένα που δημοσιεύονται θα έχουν προηγουμένως θολωθεί. Εξάλλου, το δι-
καίωμα πρόσβασης αποτελεί σε πολλές περιπτώσεις την αναγκαία προϋπόθεση για
να ζητήσει το υποκείμενο των δεδομένων κατά περίπτωση τη διόρθωση, διαγραφή
ή τη δέσμευση των δεδομένων σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 2 στοιχ. ε) καθώς και
να ασκήσει το δικαίωμα αντίρρησης σύμφωνα με το άρθρο 13.
Για την αποτελεσματική προστασία του υποκειμένου των δεδομένων η Αρχή κρί-
νει ότι το δικαίωμα πρόσβασης πρέπει να ικανοποιείται ήδη κατά το στάδιο μετά
τη φωτογράφιση συγκεκριμένης περιοχής και πριν τη δημοσίευση της υπηρεσίας
στο διαδίκτυο, εφόσον όμως το υποκείμενο των δεδομένων δίδει επαρκή στοιχεία
για τον εντοπισμό των δεδομένων που το αφορούν (εικόνες προσώπων, πινακίδων
οχημάτων, οικιών).
Το δικαίωμα αντίρρησης αποκτά ιδιαίτερη σημασία ιδίως στις περιπτώσεις που
μια επεξεργασία επιτρέπεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 2 στοιχ. ε)
και δ) Ν. 2472/1997, όπως εν προκειμένω βάσει του στοιχ. ε), διότι οι διατάξεις αυ-
τές προϋποθέτουν στάθμιση αντίρροπων συμφερόντων (πβλ. σκ. 45 και άρθρο 14
στοιχ. α) Οδηγίας 95/46/ΕΚ). Συνεπώς, η καταρχήν νόμιμη επεξεργασία των πρω-
τογενών δεδομένων επιτρέπει την άσκηση του δικαιώματος αντίρρησης ήδη κατά
το στάδιο πριν τη δημοσίευση της υπηρεσίας στο διαδίκτυο και θα πρέπει, λαμβά-
νοντας υπόψη τα χαρακτηριστικά της υπηρεσίας και το σκοπό που επιδιώκει ο υπεύ-
θυνος της επεξεργασίας, η υποβολή αντιρρήσεων να μπορεί να οδηγήσει στη δια-
γραφή ή στη θόλωση του επίμαχου δεδομένου.
Κατά το στάδιο μετά τη δημοσίευση της υπηρεσίας στο διαδίκτυο σε περίπτωση
μη θόλωσης ή μη επαρκούς θόλωσης των εικόνων προσώπων ή πινακίδων οχημά-
170
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ
των θα πρέπει το υποκείμενο των δεδομένων αλλά και κάθε τρίτος να μπορεί να
επισημαίνει το επίμαχο σημείο και η εταιρεία να προβαίνει ακολούθως σε θόλω-
ση. Καθ’ ό μέρος τη θόλωση μπορεί να ζητήσει και κάθε τρίτος, χρήστης της υπη-
ρεσίας, δεν πρόκειται για γνήσιο δικαίωμα αντίρρησης αλλά, για μέτρο βελτίωσης
του ποιοτικού ελέγχου της διαδικασίας επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων. Ως
προς τις οικίες το δικαίωμα αυτό αναγνωρίζεται για τους λόγους που αναφέρονται
στα σημεία 1 και 4 της παρούσας μόνο στο υποκείμενο των δεδομένων.
Όσον αφορά ειδικά στις εικόνες προσώπου, σε περίπτωση που το ίδιο το υπο-
κείμενο το ζητήσει ρητώς είτε πριν είτε μετά τη δημοσίευση της υπηρεσίας στο δια-
δίκτυο, θα πρέπει η διαγραφή ή θόλωση να καταλαμβάνει μεγαλύτερο μέρος από
το πρόσωπο, αφού ακόμη και από το σωματότυπο θα μπορούσε σε ορισμένες περι-
πτώσεις να αναγνωρισθεί το υποκείμενο των δεδομένων.
Ο υπεύθυνος επεξεργασίας δήλωσε ότι θα ικανοποιεί κατά τα προμνημονευθέ-
ντα τα δικαιώματα πρόσβασης και αντίρρησης. Ειδικότερα, οι αντιρρήσεις θα ικα-
νοποιούνται μέσα σε μια εργάσιμη ημέρα. Όσον αφορά στις οικίες το υποκείμενο
των δεδομένων θα πρέπει να υποβάλει στοιχεία που να αποδεικνύουν τη σχέση
του με το ακίνητο ή να καλεί τον υπεύθυνο επεξεργασίας χωρίς απόκρυψη αριθ-
μού από σταθερό τηλέφωνο που είναι δηλωμένο για το ακίνητο. Τέλος, ο υπεύθυ-
νος επεξεργασίας δήλωσε ότι τα εν λόγω δικαιώματα μπορούν να ασκηθούν με
κάθε μέσο επικοινωνίας.
8. Το δικαίωμα ενημέρωσης και η αντίστοιχη υποχρέωση του υπευθύνου επε-
ξεργασίας σύμφωνα με το άρθρο 11 Ν. 2472/1997 κατά το στάδιο της συλλογής των
προσωπικών δεδομένων, εν προκειμένω της φωτογράφισης, αποτελεί θεμελιώδη
οριοθέτηση για την νομιμοποίηση της επεξεργασίας καθόσον έτσι το υποκείμενο
καθίσταται γνώστης της επεξεργασίας και δύναται να ασκήσει τα υπόλοιπα δικαι-
ώματά του.
Η ενημέρωση θα πρέπει σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 1 Ν. 2472/1997 να περι-
λαμβάνει όλα τα στοιχεία που αναφέρονται στη διάταξη αυτή και να πραγματοποι-
είται με τρόπο πρόσφορο και σαφή. Ειδικότερα, το άρθρο 3 παρ. 2 της κανονιστι-
κής Απόφασης 1/1999 της Αρχής ορίζει ενδεικτικούς τρόπους για την επαρκή και
απρόσκοπτη ενημέρωση. Η Αρχή δεν κρίνει ως επαρκή την ενημέρωση μόνο με
τη σήμανση των οχημάτων που διέρχονται στους υπό φωτογράφιση δρόμους. Ο
υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να λάβει επιπρόσθετα μέτρα, ώστε να διασφαλί-
ζεται η ενημέρωση ως προς όλα τα σημεία που αναφέρει η διάταξη του άρθρου 11
Ν. 2472/97.
Ως πρόσφοροι τρόποι προτείνονται η ενημέρωση δια του τύπου ή διαμέσου άλ-
λων μέσων μαζικής ενημέρωσης. Η ενημέρωση δια του τύπου θα πρέπει να πραγ-
ματοποιείται σε μια καθημερινή πανελλήνιας μεγάλης κυκλοφορίας εφημερίδα της
πρωτεύουσας και σε μια τοπική καθημερινή μεγάλης κυκλοφορίας εφημερίδα εκδι-
δόμενης στην έδρα της Γενικής Γραμματείας της Περιφέρειας, στα διοικητικά όρια
της οποίας βρίσκονται οι εκάστοτε υπό φωτογράφιση δήμοι. Δεδομένου ότι στην
υπό κρίση περίπτωση δεν απαιτείται λόγω αδυναμίας η προηγούμενη συγκατάθε-
ση των υποκειμένων, η δημοσίευση του σχετικού κειμένου σε εφημερίδες ευρεί-
ας κυκλοφορίας δεν αποτελεί, κατά συνδυαστική ερμηνεία των διατάξεων των παρ.
2 και 3 του άρθρου 3 της Κανονιστικής Πράξης 1/1999 της Αρχής, ενημέρωση δια
του τύπου κατά την έννοια της παρ. 3 του άρθρου αυτού, αλλά ενημέρωση με κάθε
πρόσφορο μέσο σύμφωνα με την παρ.2 και συνεπώς, δεν απαιτείται προηγούμενη
άδεια της Αρχής. Σε κάθε περίπτωση η ενημέρωση θα πρέπει να πραγματοποιείται
171
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
και μέσω της ιστοσελίδας της εταιρείας, σε εμφανές σημείο αυτής. Στην ιστοσελίδα
θα πρέπει να αναφέρονται οι περιοχές όπου πρόκειται να πραγματοποιηθεί η φω-
τογράφιση καθώς και το προγραμματισμένο χρονικό διάστημα για κάθε περιοχή.
Το κείμενο της ενημέρωσης στα κύρια σημεία ενδείκνυται να διαμορφωθεί πε-
ρίπου ως εξής:
«Η εταιρεία ΚΑΠΟΥ Α.Ε. ανακοινώνει ότι κατά το διάστημα από ..../..../.... έως
..../..../.... θα προβεί σε τρισδιάστατη χαρτογράφηση των δρόμων, πεζοδρόμων, πε-
ζοδρομίων και προσόψεων του αντίστοιχου κτηριοδομικού ιστού των/ης πόλεων/
ης ............. των/ου Νομών/ού ............. με αυτοκίνητο που θα φέρει ευδιάκριτα γνω-
ρίσματα της εταιρείας μας και στην οροφή μία κάμερα. Σκοπός της χαρτογρά-
φησης είναι η εικονική περιήγηση μέσω διαδικτύου. Η χαρτογράφηση γίνεται τις
πρωινές ώρες και κυρίως αργίες ώστε να ελαχιστοποιείται η πιθανότητα αποτύ-
πωσης προσωπικών δεδομένων. Τα πρόσωπα και οι πινακίδες οχημάτων θολώνο-
νται επαρκώς, έτσι ώστε να μην είναι εφικτή η αναγνώριση και με τρόπο μη αντι-
στρέψιμο, πριν την ανάρτηση της χαρτογραφημένης περιοχής στην ιστοσελίδα μας
(www.kapou.gr). Το υποκείμενο των δεδομένων ή οποιοσδήποτε τρίτος μπορεί να
επισημάνει τη μη θόλωση ή μη επαρκή θόλωση οποιουδήποτε προσώπου ή πινακί-
δας οχήματος. Το υποκείμενο των δεδομένων μπορεί επίσης να ζητήσει τη θόλω-
ση εικόνας της οικίας του. Το υποκείμενο των δεδομένων έχει το δικαίωμα πρό-
σβασης του άρθρου 12 του Ν. 2472/1997 στα ευρισκόμενα στο πρωτογενές υλικό
προσωπικά του δεδομένα, καθώς και το δικαίωμα αντίρρησης του άρθρου 13 του
Ν. 2472/1997, σύμφωνα με το οποίο μπορεί να ζητήσει την αφαίρεσή τους (τα δεδο-
μένα θολώνονται ή διαγράφονται). Το δικαίωμα αντίρρησης μπορεί να ασκηθεί και
πριν την ανάρτηση της χαρτογραφημένης περιοχής στην ιστοσελίδα μας. Η θόλω-
ση πραγματοποιείται μέσα σε μια (1) εργάσιμη μέρα από την υποβολή του σχετικού
αιτήματος. Τα πρωτογενή δεδομένα δεν διαβιβάζονται σε τρίτους».
Τέλος επισημαίνεται ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας δήλωσε ότι πρόκειται να
συμμορφωθεί με την υποχρέωση του άρθρου 11 Ν. 2472/1997.
172
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΕΙΣ
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ 1/2009
1. ΙΣΤΟΡΙΚΟ
Το σχέδιο της διάταξης προβλέπει ότι στην παράγραφο 2 του άρθρου 3 του Ν.
2472/1997, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου όγδοου του
Ν. 3625/20071 προστίθεται νέα περίπτωση γ΄ ως εξής: «Οι διατάξεις του παρόντος
νόμου δεν εφαρμόζονται στην επεξεργασία δεδομένων, η οποία πραγματοποιείται:
...γ) από δημόσια αρχή με τη λειτουργία ειδικών τεχνικών μέσων καταγραφής ήχου
ή εικόνας σε δημόσιους χώρους για τη διαφύλαξη της ασφάλειας του κράτους, της
άμυνας, της δημόσιας ασφάλειας, για την οποία είναι αρμόδια, και ιδίως για την
προστασία προσώπων και πραγμάτων καθώς και για τη διαχείριση της κυκλοφο-
ρίας. Το υλικό που συλλέγεται από τα ανωτέρω μέσα, εφόσον δεν εμπίπτει στην
περίπτωση β΄, τηρείται για χρονικό διάστημα επτά (7) ημερών, μετά το πέρας των
οποίων καταστρέφεται με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα. Η παράβαση των δια-
τάξεων του προηγούμενου εδαφίου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1)
έτους, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλη διάταξη».
Στην αιτιολογική έκθεση του σχεδίου αναφέρεται ότι η αύξηση της εγκληματι-
κότητας και ιδιαίτερα των εγκλημάτων βίας (εγκλήματα κατά της ζωής, ληστείες,
αρπαγές προσώπων, φθορές κλπ) καθώς και η μεθοδολογία που χρησιμοποιείται
από τους δράστες καθιστούν ιδιαίτερα δυσχερή την αποτελεσματική δράση των δι-
ωκτικών αρχών. Για τους λόγους αυτούς θεωρείται αναγκαία η αξιοποίηση της σύγ-
χρονης τεχνολογίας και ειδικότερα η χρήση ειδικών τεχνικών μέσων καταγραφής
εικόνας και ήχου (καμερών) από δημόσιους χώρους με σκοπό την πρόληψη και κα-
ταστολή εγκλημάτων και ιδίως των εγκλημάτων εκείνων που στρέφονται κατά της
ζωής και της περιουσίας των πολιτών. Η αιτιολογική έκθεση επισημαίνει, επίσης, ότι
το συγκεκριμένο μέτρο θα ενισχύσει σημαντικά την ασφάλεια των πολιτών, καθώς
θα διευκολυνθεί το έργο των διωκτικών αρχών μέσω της ευχερέστερης συλλογής
αποδεικτικών στοιχείων.
1. Με το Ν. 3625/2007 προστέθηκε περίπτωση β΄ στην παράγραφο 2 του άρθρου 3 του Ν. 2472/1997, η οποία ορίζει
ότι «Οι διατάξεις του παρόντος νόμου δεν εφαρμόζονται στην επεξεργασία δεδομένων, η οποία πραγματοποιείται:...β)
από τις δικαστικές - εισαγγελικές αρχές και τις υπηρεσίες που ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία τους στο πλαίσιο της
απονομής της δικαιοσύνης ή για την εξυπηρέτηση των αναγκών της λειτουργίας τους με σκοπό τη βεβαίωση εγκλη-
μάτων, που τιμωρούνται ως κακουργήματα ή πλημμελήματα με δόλο και ιδίως εγκλημάτων κατά της ζωής, κατά της
γενετήσιας ελευθερίας, της οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, κατά της προσωπικής ελευθερίας, κατά
της ιδιοκτησίας, κατά των περιουσιακών δικαιωμάτων, παραβάσεων της νομοθεσίας περί ναρκωτικών, επιβουλής της
δημόσιας τάξης, ως και τελουμένων σε βάρος ανηλίκων θυμάτων. Ως προς τα ανωτέρω εφαρμόζονται οι ισχύουσες
ουσιαστικές και δικονομικές ποινικές διατάξεις...».
174
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΕΙΣ
2. ΤΑ ΚΥΡΙΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ
Τα κύρια νομικά ζητήματα που τίθενται με την προτεινόμενη ρύθμιση είναι αφε-
νός η συνταγματικότητα αυτής, και ειδικότερα η συμβατότητά της με τις διατάξεις
των άρθρων 9Α και 101Α του Συντάγματος, αφετέρου δε η συμβατότητα της ρύθμι-
σης με κείμενα υπερνομοθετικής ισχύος, όπως είναι η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαι-
ωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής ΕΣΔΑ) και η Σύμβαση 108 του Συμβουλίου της
Ευρώπης για την προστασία του ατόμου έναντι της αυτοματοποιημένης επεξεργα-
σίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (στο εξής Σύμβαση 108). Η εξέταση των
ζητημάτων αυτών πρέπει να γίνει σε δύο επίπεδα: Α) σε σχέση με το ουσιαστικό πε-
ριεχόμενο του ατομικού δικαιώματος της προστασίας των προσωπικών δεδομένων
και Β) σε σχέση με τη θεσμική εγγύηση του δικαιώματος αυτού από ανεξάρτητη
αρχή και ειδικότερα από την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτή-
ρα. Πριν από την ανάλυση των ανωτέρω ζητημάτων σκόπιμο κρίνεται να υπενθυ-
μίσουμε ότι η Οδηγία 95/46/ΕΚ δεν τυγχάνει εφαρμογής σε δραστηριότητες, οι
οποίες δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου2, επισήμανση
η οποία όμως στερείται ιδιαίτερης σημασίας για την ελληνική έννομη τάξη, στην
οποία η προστασία των προσωπικών δεδομένων κατοχυρώνεται συνταγματικά στο
άρθρο 9Α του Σ3.
2.1. ΣΥΝΤΑΓΜΑ
Το δικαίωμα της πληροφοριακής αυτοδιάθεσης κατοχυρώθηκε για πρώτη φορά
ρητά στο Σύνταγμα με την αναθεώρηση του 2001. Σχετικώς δε το άρθρο 9Α ορίζει
ότι «Καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση,
ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των προσωπικών του δεδομένων, όπως νόμος ορίζει.
Η προστασία των προσωπικών δεδομένων διασφαλίζεται από ανεξάρτητη αρχή,
που συγκροτείται και λειτουργεί, όπως νόμος ορίζει». Προκειμένου, συνεπώς, να
διερευνηθεί εάν η προτεινόμενη ρύθμιση είναι σύμφωνη με το παραπάνω άρθρο
του Συντάγματος, θα πρέπει πρώτα να οριοθετήσουμε το θεσμικό κεκτημένο της
συγκεκριμένης διάταξης από το οποίο δεν μπορεί να αφίσταται ο κοινός νομοθέ-
της. Η διάταξη του άρθρου 9Α Σ δεν δημιούργησε αλλά τυποποίησε ένα δικαίωμα,
το οποίο και πριν από την αναθεώρηση του 2001 έβρισκε τη θεμελίωση του σε
συνταγματικούς κανόνες (άρθρο 2 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 9 παρ. 1 εδ. β΄ του Συντάγ-
ματος). Με δεδομένο, συνεπώς, τον αναγνωριστικό χαρακτήρα του άρθρου 9Α του
Συντάγματος και την ύπαρξη προϋφιστάμενης της αναθεώρησης νομοθεσίας για
την προστασία των προσωπικών δεδομένων (Ν. 2472/1997), μπορεί να υποστη-
ριχθεί ότι ακριβώς αυτή η νομοθεσία αποδίδει συγκεκριμένο περιεχόμενο στην
κρίσιμη συνταγματική διάταξη. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο
Ν. 2472/1997 ενσωμάτωσε στην εθνική έννομη τάξη όχι μόνο την Οδηγία 95/46/
ΕΚ αλλά και τις θεμελιώδεις αρχές της προστασίας προσωπικών δεδομένων, όπως
2. Το άρθρο 3 παρ. 2 της Οδηγίας 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Οκτωβρίου
1995 «Για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για
την ελεύθερη κυκλοφορία αυτών» ορίζει ότι οι διατάξεις της δεν εφαρμόζονται στην επεξεργασία προσωπικών δεδο-
μένων «η οποία πραγματοποιείται στο πλαίσιο δραστηριοτήτων που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού
δικαίου, όπως οι δραστηριότητες που προβλέπονται στις διατάξεις των τίτλων V και VI της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή
Ένωση και, εν πάση περιπτώσει, στην επεξεργασία δεδομένων που αφορά τη δημόσια ασφάλεια, την εθνική άμυνα,
την ασφάλεια του κράτους (συμπεριλαμβανομένης και της οικονομικής ευημερίας του, εφόσον η επεξεργασία αυτή
συνδέεται με θέματα ασφάλειας του κράτους) και τις δραστηριότητες του κράτους σε τομείς του ποινικού δικαίου».
3. Βλ. ενδεικτικά ΑΛΙΒΙΖΑΤΟ, Απειλούν τις προσωπικές ελευθερίες – Η αθέατη πλευρά της τροπολογίας για τις κά-
μερες, ΤΑ ΝΕΑ, 15.12.2007, ΑΝΘΟΠΟΥΛΟ, Το δικαίωμα στη δημόσια ανωνυμία. Προστασία προσωπικών δεδομένων,
ελευθερία του συνέρχεσθαι και ηλεκτρονικός έλεγχος των δημόσιων υπαίθριων συναθροίσεων, ΕφημΔΔ 6/2007, σελ.
719 επ. και ιδίως σελ. 728.
175
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
αυτές προκύπτουν από διεθνή κείμενα, που έχει ήδη κυρώσει η Ελλάδα4. Όριο,
επομένως, της ελευθερίας του κοινού νομοθέτη αποτελούν οι θεμελιώδεις αυτές
αρχές, δηλαδή, η αρχή της θεμελίωσης της επεξεργασίας στο νόμο, η αρχή του
σκοπού και της αναλογικότητας (με την ειδικότερη έννοια της αναγκαιότητας και
της προσφορότητας), η απαγόρευση της επεξεργασίας ευαίσθητων δεδομένων, η
κατοχύρωση δικαιωμάτων των υποκειμένων των δεδομένων καθώς και η ανάθεση
του ελέγχου τήρησης των παραπάνω κανόνων σε ανεξάρτητη αρχή5.
Στο σημείο αυτό σκόπιμη κρίνεται η σύντομη αναφορά στο άρθρο 8 του Χάρτη
των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το δικαίωμα στην προ-
στασία των προσωπικών δεδομένων, το οποίο διακρίνεται για την ειδικότερη δια-
τύπωσή του σε σχέση με αυτή του άρθρου 9Α του Σ και περιλαμβάνει ως στοιχεία
του εν λόγω δικαιώματος την αρχή του νόμιμου και θεμιτού σκοπού, τη θεμελίωση
της επεξεργασίας στη συγκατάθεση του ενδιαφερομένου ή σε ρητή διάταξη νόμου,
την κατοχύρωση του δικαιώματος πρόσβασης του ενδιαφερομένου στα δεδομένα
που τον αφορούν και την εποπτεία της τήρησης των σχετικών διατάξεων από ανε-
ξάρτητη αρχή. Ο Χάρτης, αν και απευθύνεται στα όργανα της Ένωσης αλλά και στα
κράτη μέλη όταν εφαρμόζουν δίκαιο της Ένωσης, μπορεί να συνεκτιμηθεί για την
ερμηνευτική προσέγγιση της διάταξης του άρθρου 9Α Σ, καθώς ήδη χρησιμοποιεί-
ται ως ερμηνευτικό βοήθημα τόσο από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
(στο εξής και ΔΕΚ) για τη συγκεκριμενοποίηση των γενικών αρχών του δικαίου
κατά το άρθρο 220 ΣΕΚ, όσο και από εθνικά δικαστήρια, όπως για παράδειγμα
από τα Συνταγματικά Δικαστήρια της Ισπανίας, της Γερμανίας και της Αυστρίας. Με
άλλα λόγια ο Χάρτης ακόμα και στην παρούσα χρονική στιγμή, κατά την οποία δεν
έχει αποκτήσει την ισχύ του πρωτογενούς κοινοτικού δικαίου (θα την αποκτήσει
με τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισαβόνας), διαθέτει de facto ισχύ, καθώς
η αναφορά ενός δικαιώματος στο Χάρτη συνιστά παραδοχή ότι το δικαίωμα αυτό
προστατεύεται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 6 παρ. 2 ΣΕΕ σε συνδυασμό με το άρ-
θρο 220 ΣΕΚ, όπως δέχεται το ΔΕΚ 6.
Πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η αρχή της ανάθεσης του ελέγχου τήρησης των κα-
νόνων προστασίας προσωπικών δεδομένων σε ανεξάρτητη αρχή είναι και η μόνη
που προκύπτει ευθέως από τη γραμματική διατύπωση της συνταγματικής διάταξης7.
4. Για παράδειγμα η Σύμβαση 108 του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία του ατόμου έναντι της επεξεργασί-
ας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η οποία κυρώθηκε με το Ν. 2068/1992.
5. Βλ. Λ. ΜΗΤΡΟΥ, Η ρύθμιση του Ν. 3625/07 – εκτός ελέγχου της ανεξάρτητης αρχής η παρακολούθηση στους
υπαίθριους χώρους; στην Ηλεκτρονική Παρακολούθηση σε Υπαίθριους Χώρους, Πρακτικά διήμερης επιστημονικής
συνάντησης 14 και 15 Μαρτίου 2008, σελ. 101 επ. και ιδίως σελ. 123-124. Έτσι και ΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ, ό.π.,σελ. 728. Πρβλ.
και ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟ, Διαφάνεια της κρατικής δράσης και προστασία προσωπικών δεδομένων, Αθήνα – Κομοτηνή 2007,
σελ. 63 επ., ο οποίος, ερειδόμενος στην προστατευτική διάσταση του ατομικού δικαιώματος που κατοχυρώνεται στο
άρθρο 9Α Σ, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι στον πυρήνα του δικαιώματος εμπίπτουν περισσότερες αρχές από αυτές
που αναφέρονται στο κείμενο της παρούσας, όπως η αρχή της διαφάνειας της επεξεργασίας, η ποιότητα και η ακρίβεια
των δεδομένων, η ασφάλεια και το απόρρητο της επεξεργασίας.
6. Βλ. PERNICE/MAYER σε: GRABITZ/HILF, Das Recht der Europäischen Union, Kommentar, Τόμος Ι, nach Art. 6 EUV,
αρ. περ. 27-28.
7. Βλ. για τις αρμοδιότητες των ανεξάρτητων αρχών κατά τις εργασίες αναθεώρησης του Συντάγματος του 2001 ΣΗ-
ΜΙΤΗ, Πρακτικά Βουλής, Περίοδος Ι, Σύνοδος Α, Συνεδρίαση ΡΜΕ, 6 Απριλίου 2001, σελ. 6735, «...Είναι επίσης επιβε-
βλημένη η δημιουργία νέων θεσμών που εγγυώνται τα δικαιώματα, εγγυώνται την άσκησή τους. Και τέτοιους θεσμούς
αποτελούν κατά πρώτο λόγο οι ανεξάρτητες αρχές ... Η συνταγματική αναθεώρηση θα δείξει με ανάγλυφο τρόπο ότι
θέλουμε να τις θωρακίσουμε (τις ανεξάρτητες αρχές), ότι θέλουμε να αποτελούν εγγύηση των ελευθεριών και των δι-
καιωμάτων του ανθρώπου», ΒΕΝΙΖΕΛΟ, Πρακτικά Βουλής, Περίοδος Ι, Σύνοδος Α, Συνεδρίαση ΡΜΔ, 21 Μαρτίου 2001,
σελ. 6176, «...Διαμορφώνεται έτσι ο θεσμός των ανεξάρτητων αρχών οι οποίες μπορούν να ταξινομηθούν σε τέσσερις
μεγάλες κατηγορίες, άνισες μεταξύ τους. Η πρώτη κατηγορία είναι οι ανεξάρτητες αρχές που λειτουργούν ως θεσμικές
εγγυήσεις για τη θωράκιση και προστασία ατομικών δικαιωμάτων. Αυτές είναι κατά τη γνώμη μου οι γνήσιες ανεξάρ-
τητες αρχές. Τέτοια αρχή είναι για παράδειγμα η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων και η εθνική αρχή προ-
στασίας του απορρήτου των τηλεπικοινωνιών», ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ, Πρακτικά Βουλής, Περίοδος Ι, Σύνοδος Α, Συνεδρίαση
f, 17 Ιανουαρίου 2001 (απόγευμα), «...Για όλους αυτούς τους λόγους αποδίδουμε ιδιαίτερη σημασία στη συνταγματική
κατοχύρωση Ανεξάρτητων Διοικητικών Αρχών ... Σημεία αιχμής σε ό, τι αφορά τις αρχές αυτές αποτελούν: πρώτον ο
176
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΕΙΣ
Η επιφύλαξη υπέρ του νόμου που συναντάται στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 9Α
του Σ, ερμηνευόμενη με τρόπο εναρμονιζόμενο προς την κατοχυρούμενη με το
άρθρο 101Α του Σ αρχή της λειτουργικής ανεξαρτησίας των ανεξάρτητων αρχών,
έχει το νόημα ότι στον κοινό νομοθέτη καταλείπεται μόνο η θέσπιση των αναγκαί-
ων κανόνων για την ορθολογική και αποτελεσματική οργάνωση και λειτουργία της
Αρχής. Γίνεται, μάλιστα, δεκτό ότι ο κοινός νομοθέτης έχει την υποχρέωση να εξο-
πλίσει την Αρχή με τόσες και τέτοιες αρμοδιότητες, ώστε να μπορεί να επιτελέσει
αποτελεσματικά το έργο της, ενώ η μεταγενέστερη αφαίρεση μέρους των εν λόγω
αρμοδιοτήτων δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί συνταγματικά ανεκτή8. Από τα πα-
ραπάνω σαφώς προκύπτει ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί σύμφωνη με το Σύνταγμα
η αφαίρεση από την Αρχή της αρμοδιότητας του ελέγχου τήρησης των κανόνων
προστασίας προσωπικών δεδομένων σε ένα ευρύ πεδίο της κρατικής δράσης, εάν
μάλιστα λάβουμε υπόψη ότι το δικαίωμα του άρθρου 9Α του Σ είναι καταρχήν ένα
ατομικό – αμυντικό δικαίωμα, που θεμελιώνει αξίωση αποχής από την επεξεργασία
προσωπικών δεδομένων και έχει ως αποδέκτη πρωτίστως την κρατική εξουσία.
Επειδή η αιτιολογική έκθεση της προτεινόμενης διάταξης αναφέρεται στην
αναγκαιότητα εγκατάστασης και λειτουργίας τεχνικών μέσων καταγραφής εικό-
νας και ήχου από δημόσιους χώρους για την ενίσχυση της ασφάλειας των πολι-
τών, απαραίτητη κρίνεται και μία σύντομη αναφορά στην έννοια της «δημόσιας
ασφάλειας». Η ασφάλεια συνιστά υποχρέωση του κράτους, το οποίο οφείλει να
λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία αλλά και την ανεμπόδιστη και
αποτελεσματική άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων. Ασφάλεια σε πλαίσιο ελευ-
θερίας και όχι ελευθερία σε πλαίσιο ασφάλειας. Η εν λόγω υποχρέωση στην ελ-
ληνική συνταγματική τάξη βρίσκει έρεισμα στη γενική προστατευτική ρήτρα του
άρθρου 25 παρ. 1 του Σ αλλά και στις προστατευτικές ρήτρες των ειδικότερων
διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 2 και 5 και 17 παρ. 1 Σ και έχει την έννοια
ότι επιτάσσει τα κρατικά όργανα να προστατεύουν τα θεμελιώδη δικαιώματα με
τρόπο που να μην ανατρέπει τη μεταξύ τους ισορροπία. Η εν λόγω υποχρέωση
του κράτους για επίτευξη προστατευτικού αποτελέσματος (με την οργάνωση και
διατήρηση μηχανισμών πρόληψης κατά το μέτρο των αντικειμενικών δυνατοτήτων
του) σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να νοείται ως υποχρέωση προστασίας του
υποκειμενικού αισθήματος ασφάλειας του κάθε ατόμου. Συνεπώς, πέρα από τα
συνταγματικά κατοχυρωμένα έννομα αγαθά, που προαναφέρθηκαν, δεν υπάρχει
ένα επιπλέον αυθύπαρκτο αγαθό που να ορίζεται ως «ασφάλεια», αλλά αντίθετα η
ασφάλεια αποτελεί μία συμπύκνωση των βασικών εννόμων αγαθών, τα οποία προ-
στατεύονται αυτοτελώς εντός των δικών τους συνταγματικών ορίων. Ο βασικός
κίνδυνος που εγκυμονεί η αναγνώριση ενός αυτοτελούς ατομικού δικαιώματος
συνταγματικός προσδιορισμός των αρμοδιοτήτων τους, να έχουν, δηλαδή, σαφώς προσδιορισμένες και συνταγματικά
κατοχυρωμένες αρμοδιότητες και απόφασης και εκτέλεσης. Δεύτερον, η διασφάλιση της αποκλειστικής άσκησης των
αρμοδιοτήτων τους, χωρίς καμία δυνατότητα παρέμβασης της Κυβέρνησης. Τρίτον, να υπάρχει σαφής και συνταγμα-
τικά κατοχυρωμένη πρόβλεψη κυρώσεων και προπαντός ασφυκτική υποχρέωση επιβολής των κυρώσεων αυτών...»,
ΣΑΛΑΓΚΟΥΔΗ, Πρακτικά Βουλής, Περίοδος Ι, Σύνοδος Α, Συνεδρίαση Στ΄, 24 Ιανουαρίου 2001 (πρωί), σελ. 4090, «
Ανεξάρτητη αρχή σημαίνει ότι έχει πλήρεις αρμοδιότητες για τον τομέα για τον οποίο τη θεσπίζουμε και από εκεί και
πέρα νομοθετούμε εμείς και της χαράσσουμε στο πλαίσιο μέσα στο οποίο έχει απόλυτα αποφασιστικές και εκτελεστι-
κές αρμοδιότητες. Μόνο τότε οι ανεξάρτητες αρχές μπορούν πραγματικά να εκτελέσουν το ρόλο τους και μόνο τότε
μπορούν να παίξουν το σημαντικό εκείνο ρόλο που τους αναθέτουμε σε αρκετά άρθρα του Συντάγματος...».
8. Βλ. ΧΡΥΣΟΓΟΝΟ, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, 2η εκδ., 2002, σελ. 197 επ. και ιδίως σελ. 201, Αλιβιζάτο, ό.π.,
ΦΡΑΓΚΑΚΗ, Σε αναζήτηση μέτρων μεταξύ ελευθερίας και ασφάλειας, Διάλεξη της σειράς «Τιμή Δημητρίου Ευρυγένη»
που πραγματοποιήθηκε στο Κέντρο Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Οικονομικού Δικαίου, την 22 Μαΐου 2009, σελ. 23, ο
οποίος επί λέξει αναφέρει «Η αρμοδιότητα αυτή της Αρχής, σύμφωνα με τα άρθρα 9Α και 101Α του Συντάγματος, είναι
αποκλειστική και η επιφύλαξη υπέρ του νόμου δεν μπορεί να την αφαιρέσει ή να τη μειώσει γιατί έτσι θα καθιστούσε
ουσιαστικά ανενεργή τη συνταγματική προστασία των προσωπικών δεδομένων, ανέλεγκτη την αστυνομία και την ει-
σαγγελία, ενώ θα άφηνε το υποκείμενο ουσιαστικά ανυπεράσπιστο».
177
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
9. Βλ. ΜΑΝΤΖΟΥΦΑ, Προστασία προσωπικών δεδομένων και δημόσια ασφάλεια. Οι σταθμίσεις της Αρχής Προστασίας
Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα στις αποφάσεις για την χρήση καμερών κλειστού κυκλώματος σε υπαίθριους χώ-
ρους στην Ηλεκτρονική Παρακολούθηση σε Υπαίθριους Χώρους, Πρακτικά διήμερης επιστημονικής συνάντησης 14 και
15 Μαρτίου 2008, σελ. 39 επ. και ιδίως σελ. 78 – 81. Πρβλ και ΧΡΥΣΟΓΟΝΟ, Το θεμελιώδες δικαίωμα στην ασφάλεια, σε
Ασφάλεια και δικαιώματα στην κοινωνία της διακινδύνευσης, Επιμέλεια ΑΝΘΟΠΟΥΛΟΥ/ ΚΟΝΤΙΑΔΗ/ ΠΑΠΑΘΕΟΔΩ-
ΡΟΥ, Αθήνα 2005, σελ. 137 – 154, ο οποίος καταλήγει στο ότι έχει διαπλασθεί ένα ατομικό «δικαίωμα στην ασφάλεια»,
το οποίο όμως δεν μπορεί να νοηθεί ως «υπερδικαίωμα» με τη δυνατότητα να παραμερίζει τα υπόλοιπα συνταγματικά
κατοχυρωμένα δικαιώματα σε περίπτωση σύγκρουσης με αυτά και συνεπώς η ικανοποίηση του μπορεί να επιτευχθεί
μόνο στο πλαίσιο της συνταγματικής τάξης συνολικά.
10. Βλ. ενδεικτικά ΟλΣτΕ 3665/2005, ΔΔΙΚΗ 2006, σελ. 391 και ειδικά για το ζήτημα του περιορισμού της διακριτικής
ευχέρειας της Διοίκησης βλ. ΟλΣτΕ 3037/2008, ΝΟΜΟS, «...δοθέντος ότι θεμελιώδη επιδίωξη του κράτους δικαίου
αποτελεί ο περιορισμός της διακριτικής ευχέρειας της Διοικήσεως στο αυστηρώς αναγκαίο μέτρο, η δια νόμου χο-
ρήγηση στη Διοίκηση διακριτικής ευχερείας, και μάλιστα κατά την άσκηση αρμοδιότητος που απολήγει στην επιβολή
περιορισμού στην άσκηση ατομικού δικαιώματος, είναι ανεκτή από το Σύνταγμα, μόνο κατά το μέτρο που η χορήγηση
διακριτικής ευχερείας δικαιολογείται επαρκώς από την ειδική φύση του αντικειμένου της ρυθμίσεως.
11. Βλ. ΕΙΡ.-Μ ΣΑΡΠ, Εισήγηση της Συμβούλου της Επικρατείας στην υπόθεση για την ακύρωση της 58/2005 Απόφασης
της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα σε ΑΡΜΑΜΕΝΤΟ/ ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟ, Προσωπικά Δεδομέ-
να, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Οι τροποποιήσεις του Ν. 2472/1997 από τους Ν. 3471/2006 και 3625/2007, σελ. 177 επ. και
ιδίως 183. Έτσι και το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο της Γερμανίας στην απόφαση BVerG, 1 BvR 2368/06
της 23.02.2007, διαθέσιμη στην ιστοσελίδα www.w.bundesverfassungsgericht.de, η οποία έκρινε ότι η σχεδιαζόμενη
από δημοτική αρχή βιντεοεπιτήρηση ενός έργου τέχνης τοποθετημένου σε δημόσιο χώρο αντίκειται στο δικαίωμα του
πληροφοριακού αυτοκαθορισμού, γιατί οι διατάξεις του βαυαρικού νόμου για τα προσωπικά δεδομένα, στις οποίες
θεμελίωσε την αρμοδιότητά της η δημοτική αρχή, δεν συνιστούν επαρκώς σαφή και ορισμένη νομική βάση για τη σκο-
πούμενη επεξεργασία. Πρβλ. και ΦΡΑΓΚΑΚΗ, ό.π., σελ. 8.
178
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΕΙΣ
2.2. ΕΣΔΑ
Ο νόμος με τον οποίο περιορίζεται η προστασία των προσωπικών δεδομένων
θα πρέπει να είναι σύμφωνος όχι μόνο με το Σύνταγμα αλλά και με κανόνες που
βάσει του άρθρου 28 παρ. 1 Σ έχουν υπερνομοθετική ισχύ, όπως είναι η ΕΣΔΑ12. Το
άρθρο 8 της ΕΣΔΑ ορίζει ότι: «1. Παν πρόσωπον δικαιούται εις τον σεβασμόν της
ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας
του. 2. Δεν επιτρέπεται να υπάρξη επέμβασις δημοσίας αρχής εν τη ασκήσει του
δικαιώματος τούτου, εκτός εάν η επέμβασις αύτη προβλέπεται υπό του νόμου και
αποτελεί μέτρον το οποίον, εις μίαν δημοκρατικήν κοινωνίαν, είναι αναγκαίον διά
την εθνικήν ασφάλειαν, την δημόσιαν ασφάλειαν, την οικονομικήν ευημερίαν της
χώρας, την προάσπισιν της τάξεως και την πρόληψιν ποινικών παράβασεων, την
προστασίαν της υγείας ή της ηθικής, ή την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευ-
θεριών άλλων». Για να κριθεί, επομένως, εάν η προτεινόμενη διάταξη είναι σύμφω-
νη με το παραπάνω άρθρο της ΕΣΔΑ, θα πρέπει ειδικότερα να εξεταστεί: α) εάν η
λειτουργία μέσων καταγραφής εικόνας και ήχου από δημόσιους χώρους συνιστά
επέμβαση στην ιδιωτική ζωή των προσώπων και σε καταφατική περίπτωση β) εάν το
συγκεκριμένο σχέδιο διάταξης έχει τα ειδικά χαρακτηριστικά που η νομολογία του
Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου προσδίδει στην έννοια
του νόμου, βάσει του οποίου μία δημόσια αρχή νομιμοποιείται να επέμβει στην ιδι-
ωτική ζωή ενός προσώπου13.
Το ΕΔΔΑ ασχολήθηκε με τη λειτουργία κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης σε
υπαίθριο χώρο στην υπόθεση Peck v. United Kingdom14, η οποία αφορούσε στην
εγκατάσταση από το Δημοτικό Συμβούλιο της πόλης Brentwood και λειτουργία
κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης με καταγραφή οπτικών και ηχητικών δεδομένων
και ειδοποίηση της αστυνομίας βάσει των δεδομένων αυτών. Στην απόφασή του το
Δικαστήριο επανέλαβε την πάγια νομολογία του ότι υπό τον όρο ιδιωτική ζωή, όρο
που δεν επιδέχεται εξαντλητικό καθορισμό, προστατεύονται το φύλο ενός προσώ-
που, το όνομά του, ο σεξουαλικός του προσανατολισμός, η σεξουαλική του ζωή, το
δικαίωμα στην ταυτότητα και την ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, καθώς επίσης
και το δικαίωμα του ατόμου να συμμετέχει σε συλλογικές δράσεις, να συνάπτει και
να αναπτύσσει σχέσεις με άλλους ανθρώπους και με τον έξω κόσμο γενικότερα
και το οποίο μπορεί να περιλαμβάνει και επαγγελματικές δραστηριότητες. Υφίστα-
ται, δηλαδή κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, μία ζώνη αλληλεπίδρασης του
ατόμου με τους άλλους, η οποία μπορεί να εμπίπτει στην έννοια της ιδιωτικής ζωής,
ακόμα και όταν εκδηλώνεται σε δημόσιο χώρο15. Σχετικά με την οπτική παρακολού-
θηση των ατόμων σε δημόσιους χώρους το ΕΔΔΑ δέχεται ότι η παρακολούθηση με
τεχνικά μέσα των πράξεων ενός προσώπου σε δημόσιο χώρο, χωρίς όμως κατα-
γραφή των οπτικών δεδομένων, δεν συνιστά επέμβαση στην ιδιωτική ζωή, καθώς η
συγκεκριμένη επεξεργασία δεν διαφέρει σε τίποτα από την οπτική παρακολούθηση
που γίνεται χωρίς τη χρήση τεχνικών μέσων16. Αντίθετα η καταγραφή οπτικών δεδο-
179
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
λευτικό όργανο για την προστασία των δεδομένων και της ιδιωτικής ζωής. Οι γνωμοδοτήσεις της είναι διαθέσιμες στην
ιστοσελίδα http://ec.europa.eu/justice_home/fsj/privacy/workinggroup/index_en.htm.
17. Βλ. Peck v. United Kingdom, ό.π., σκ. 59, Rotaru v. Romania, απόφαση της 4.5.2000, σκ. 43 – 44, Amann v.
Switzerland, απόφαση της 16.2.2000, σκ. 65 - 67.
18. Έτσι το ΕΔΔΑ έχει κρίνει ότι η επίκληση των γενικών αρμοδιοτήτων της αστυνομίας ή των ειδικών αρμοδιοτήτων
που προκύπτουν από ρητές διατάξεις για τη συγκέντρωση του αποδεικτικού υλικού δεν επαρκεί για να δικαιολογήσει
τη χρήση συσκευών μυστικής παρακολούθησης συνομιλιών μέσα στις εγκαταστάσεις της αστυνομίας χωρίς ειδική
νομοθετική πρόβλεψη της σχετικής εξουσίας, βλ. P.G. and J.H. v. United Kingdom, απόφαση της 17.7.2003, σκ. 61 - 63.
19. Amann v. Switzerland, ό.π., σκ. 58 -62
20. Για τα συγκεκριμένα ποιοτικά χαρακτηριστικά του νόμου βλ. Associaton for European Intergration and Human
Rights and Ekimdzhiev v. Bulgaria, απόφαση της 26.7.2007, σκ. 75, 76, 85-89 η οποία βέβαια αναφέρεται σε σύστημα
«μυστικής παρακολούθησης».
21. Βλ. ενδεικτικά Klass v. Germany, απόφαση της 6.9.1978,σκ.49.
22. Βλ. ενδεικτικά Peck v. United Kingdom, ό.π., σκ. 77 με περαιτέρω παραπομπές στη νομολογία του ΕΔΔΑ.
23. Έτσι το ΕΔΔΑ έχει κρίνει ότι είναι αναλογική και άρα σύμφωνη με το άρθρο 8 παρ. 2 της ΕΣΔΑ η πρόβλεψη της
γερμανικής νομοθεσίας για τη λήψη μέτρων στρατηγικής παρακολούθησης με σκοπό την πρόληψη ή τη διαλεύκανση
180
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΕΙΣ
Από την απλή και μόνο παράθεση των ποιοτικών χαρακτηριστικών που προα-
παιτεί το ΕΔΔΑ, προκειμένου να κρίνει ότι μία διάταξη, με την οποία προβλέπεται
επέμβαση στην ιδιωτική ζωή των προσώπων, είναι σύμφωνη με την ΕΣΔΑ, εκτιμάται
ότι η προτεινόμενη ρύθμιση δεν εναρμονίζεται με το θεσμικό και νομολογιακό αυτό
κεκτημένο.
ενόπλων επιθέσεων κατά του κράτους, τρομοκρατικών επιθέσεων, διακίνησης όπλων κατά παράβαση των διεθνών
συμφωνιών για τον έλεγχο των εξοπλισμών, διακίνησης ναρκωτικών και τοξικών ουσιών, ξεπλύματος χρήματος και
διακίνησης πλαστού χρήματος. Στην εν λόγω απόφαση το ΕΔΔΑ έλαβε υπόψη του και την απόφαση του Ομοσπονδι-
ακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας, με την οποία είχε περιοριστεί ο κατάλογος των εγκλημάτων για την
αποτροπή ή διαλεύκανση των οποίων θα μπορούσαν να ληφθούν μέτρα στρατηγικής παρακολούθησης. Βλ. Weber
and Saravia v. Germany, απόφαση ως προς το παραδεκτό της 29.6.2006, σκ. 26 -29 και 114 – 117. Βλ. επίσης Klass v.
Germany, ό.π., η οποία αναφέρεται στο προγενέστερο και πιο περιοριστικό νομοθετικό καθεστώς της Γερμανίας, ιδίως
σκ. 51.
24. Βλ. ΕΠΕΞΗΓΗΜΑΤΙΚΟ ΜΝΗΜΟΝΙΟ, σκ. 55, στην οποία αναφέρεται ότι το ως άνω κείμενο της δεύτερης παραγρά-
φου του άρθρου 9 διαμορφώθηκε σύμφωνα και με τις δεύτερες παραγράφους των άρθρων 6, 8, 10 και 11 της ΕΣΔΑ.
25. Βλ. S. and Marper v. United Kingdom, απόφαση της 4.12.2008, σκ. 103, στην οποία το ΕΔΔΑ εξάγει την αρχή της
181
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
διατήρησης των προσωπικών δεδομένων για το αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού χρονικού διάστημα όχι μόνο από
το άρθρο 5 της Σύμβασης 108 αλλά και από την Αρχή 7 της Σύστασης (87) 15.
26. Βλ. και ΕΠΕΞΗΓΗΜΑΤΙΚΟ ΜΝΗΜΟΝΙΟ, σκ. 31, όπου επισημαίνεται ότι όπου ήδη υπάρχουν Αρχές Προστασίας
Δεδομένων, θα πρέπει σε αυτές να ανατεθούν οι αρμοδιότητες που προβλέπονται από τη Σύσταση και ότι θα ήταν
ανεπιθύμητη η δημιουργία ενός ανταγωνιστικού, ξεχωριστού οργάνου για τους σκοπούς της Σύστασης.
27. Υπεγράφη στο Στρασβούργο την 08.11.2001. Η Ελλάδα το έχει υπογράψει, ωστόσο δεν το έχει ακόμα κυρώσει με
νόμο, βλ. σχετικό πίνακα στην ιστοσελίδα του Συμβουλίου της Ευρώπης, http://conventions.coe.int/Treaty/Commun/
ChercheSig.asp?NT=181&CM=7&DF=13/07/2009&CL=ENG).
28. Βλ. ΕΠΕΞΗΓΗΜΑΤΙΚΟ ΜΝΗΜΟΝΙΟ, σκ. 11 και 16, στις οποίες αναφέρεται ότι αυτές είναι οι ελάχιστες δυνατές αρ-
μοδιότητες που θα πρέπει να απονέμονται σε μια εποπτική αρχή, ενώ τα συμβαλλόμενα κράτη έχουν τη δυνατότητα
χρήσης και άλλων μέσων προκειμένου να καταστήσουν το ρόλο τους πιο αποτελεσματικό.
29. Βλ. ΕΠΕΞΗΓΗΜΑΤΙΚΟ ΜΝΗΜΟΝΙΟ, σκ. 17 στην οποία αναφέρονται τα βασικά στοιχεία της ανεξαρτησίας των επο-
πτικών αρχών, όπως η διαδικασία εκλογής των μελών, η διάρκεια της θητείας τους, η παροχή επαρκούς υποδομής, η
μη υποχρέωση υπακοής σε εξωτερικές διαταγές ή οδηγίες
30. Πηγές: Ο διαδικτυακός τόπος της Γαλλικής Αρχής Προστασίας Δεδομένων (http://www.cnil.fr/), η από 23.03.2007
Γνώμη της Επιτροπής της Βενετίας του Συμβουλίου της Ευρώπης CDL-AD(2007)014 για την βιντεοεπιτήρηση δημόσι-
ων χώρων από δημόσιες αρχές και την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σκέψη 71, (διαθέσιμη ηλεκτρονικά
στον σύνδεσμο http://www.venice.coe.int/docs/2007/CDL-AD(2007)014-e.asp) και M.L. GRAS, “The Legal Regula-
tion of CCTV in Europe” διαθέσιµο ηλεκτρονικά στον σύνδεσµο http://www.surveillance-and-society.org/articles2(2)/
regulation.pdf.
182
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΕΙΣ
31. Note sur les difficultés d’application des règles relatives a la vidéosurveillance - A l’attention de Madame Michèle
Alliot-Marie, ministre de l’ intérieur, de l’ outre-mer et des collectivités territoriales, διαθέσιμο ηλεκτρονικά στον
σύνδεσμο http://www.cnil.fr/fileadmin/documents/La_CNIL/actualite/CNIL-Notevideosurveillance.pdf.
32. Πηγές: Ο διαδικτυακός τόπος της Ομοσπονδιακής Αρχής Προστασίας Δεδομένων (http://www.bfdi.bund.de/),
καθώς και BIZER σε: SIMITIS (Hrsg.), Kommentar zum Datenschutzgesetz, Nomos, 6η Έκδοση, σελ. 581 επ.
183
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
33. Η Ομοσπονδιακή Αρχή Προστασίας Δεδομένων σημειώνει, μάλιστα, ότι το χρονικό διάστημα επεκτάθηκε στις 30
μέρες που προβλέπονται τώρα με αφορμή κάποιες απόπειρες επιθέσεων με βόμβες σε τοπικά τρένα της ανώνυμης
εταιρίας Deutsche Bahn το καλοκαίρι του 2006. Αναφέρει, επίσης, ότι ειδικά για την περίπτωση των σιδηροδρόμων,
έχει συναφθεί μεταξύ της Ομοσπονδιακής Αστυνομίας και της ανώνυμης εταιρίας Deutsche Bahn σύμβαση παραχώρη-
σης, με την οποία η Deutsche Bahn αναλαμβάνει ουσιαστικά το ρόλο του εκτελούντος την επεξεργασία.
184
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΕΙΣ
ως ειδικότεροι, της εν λόγω διάταξης. Επίσης, η διάταξη ισχύει μόνο για τις δημό-
σιες αρχές του Ομοσπονδιακού Κράτους, όχι όμως και για εκείνες των Κρατιδίων,
καθώς τα Κρατίδια έχουν δικούς τους νόμους για τα προσωπικά δεδομένα (στους
περισσότερους πάντως προβλέπονται παρόμοιες διατάξεις). Μια τέτοια δημόσια
αρχή σε ένα Κρατίδιο μπορεί να είναι π.χ. το δημοτικό συμβούλιο μιας πόλης ή ο
δήμαρχος. Η εν λόγω διάταξη ισχύει και για τους ιδιωτικούς φορείς, οι οποίοι όμως
μπορούν να θεμελιώσουν το αίτημά τους μόνο στις περιπτώσεις β’ και γ’ (ενώ οι
δημόσιες αρχές μόνο στις περιπτώσεις α’ και β’).
Τέλος, σημειώνεται ότι η βιντεοεπιτήρηση δημόσιων χώρων στη Γερμανία επο-
πτεύεται τόσο από την Ομοσπονδιακή Αρχή Προστασίας Δεδομένων σε επίπεδο
Ομοσπονδιακού Κράτους, όσο και από τις αντίστοιχες “τοπικές” Αρχές Προστασίας
Δεδομένων σε επίπεδο Κρατιδίων34.
Στην Αυστρία35 απαιτείται ρητά ειδική νομική βάση για μια τέτοια επεξεργασία
(πβλ. επιφύλαξη άρθρου 1 παρ. 2 του Αυστριακού Νόμου για τα Προσωπικά Δεδο-
μένα και άρθρο 18 του Αυστριακού Συντάγματος, καθώς και σχετική αναφορά στην
Ετήσια Έκθεση 2007 της Αυστριακής Αρχής)36. Έτσι θεσπίστηκε ειδική πρόβλεψη
στο νόμο για τις αρμοδιότητες της Αστυνομίας (Sicherheitspoilzeigesetz – SPG).
Συγκεκριμένα, στο άρθρο 54 παρ. 6 του νόμου αυτού, προβλέπεται ότι η βιντεοεπι-
τήρηση δημόσιων χώρων επιτρέπεται μόνο όταν βάσει συγκεκριμένων γεγονότων,
ιδίως όταν έχουν προηγηθεί επικίνδυνες επιθέσεις, υπάρχει φόβος ότι θα πραγμα-
τοποιηθούν κι άλλες επιθέσεις κατά της ζωής, της υγείας ή της περιουσίας, προς
αποτροπή των επιθέσεων αυτών. Ακόμα, ορίζεται ότι η δημόσια αρχή οφείλει να
εκπληρώσει την υποχρέωση ενημέρωσης του κοινού με τέτοιο τρόπο, ώστε να ενη-
μερωθεί σχετικά με την εν λόγω επεξεργασία ένας όσο το δυνατόν μεγαλύτερος
κύκλος εν δυνάμει υποκειμένων. Επίσης, τα δεδομένα που συλλέγονται μπορούν
να χρησιμοποιηθούν περαιτέρω για απόκρουση και εξιχνίαση επικίνδυνων επιθέ-
σεων, καθώς και για σκοπούς αναζήτησης καταζητούμενων. Ως προς το χρόνο τή-
ρησης, προβλέπεται ότι, αν τα δεδομένα δεν είναι αναγκαία για σκοπούς δίωξης
αξιόποινων πράξεων, θα πρέπει να διαγραφούν σε 48 ώρες το αργότερο. Περαι-
τέρω, σύμφωνα με την παρ. 7 του ίδιου άρθρου η βιντεοεπιτήρηση επιτρέπεται και
σε δημόσιους χώρους όπου πραγματοποιούνται εθνικές ή διεθνείς εκδηλώσεις/
συναντήσεις με τη συμμετοχή αντιπροσώπων ξένων κρατών, διεθνών οργανισμών
34. Βλ. ενδεικτικά την Ετήσια Έκθεση της Ομοσπονδιακής Αρχής Προστασίας Δεδομένων για τα έτη 2007-2008, σελ.
59 επ., η οποία αναφέρεται στις προτάσεις της Αρχής σχετικά με νομοθετική πρόταση για επέκταση των χρονικών
ορίων τήρησης δεδομένων βιντεοεπιτήρησης από την Ομοσπονδιακή Αστυνομία, οι οποίες φαίνεται να ελήφθησαν
σοβαρά υπόψη από το Υπουργείο Εσωτερικών, και σελ. 100 επ. της ίδιας Έκθεσης, όπου αναφέρονται οι έλεγχοι και
οι συστάσεις της Αρχής σχετικά με τις τεχνικές προδιαγραφές των συστημάτων βιντεοεπιτήρησης δημόσιων χώρων
(ιδίως σιδηροδρόμων). Πρβλ. επίσης ενδεικτικά την Ετήσια Έκθεση 2006 της Αρχής Προστασίας Δεδομένων της Βαυ-
αρίας, σελ. 39 επ., η οποία αναφέρεται στον έλεγχο και στις συστάσεις της Αρχής για τη νομιμότητα εγκατάστασης κα-
μερών από την Αστυνομία στο χώρο όπου πραγματοποιείται το φθινόπωρο κάθε χρόνου η περίφημη “Γιορτή Μπύρας”
(γνωστή ως “Oktoberfest”), καθώς και σε κεντρικά σημεία της πόλης του Μονάχου κατά τη διάρκεια διεξαγωγής του
Παγκόσμιου Πρωταθλήματος Ποδοσφαίρου 2006 (σελ. 40 της ίδιας Έκθεσης).
35. Πηγή: Ο διαδικτυακός τόπος της Αυστριακής Αρχής Προστασίας Δεδομένων (http://www.dsk.gv.at/).
36. Άρθρο 1 παρ. 2 Αυστριακού Νόμου (σημειώνεται ότι στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου καθιερώνεται η αξίωση για
τήρηση του απορρήτου των προσωπικών δεδομένων): “Στο μέτρο που η χρήση προσωπικών δεδομένων δεν πραγ-
ματοποιείται υπέρ ζωτικών συμφερόντων του υποκειμένου ή με την συγκατάθεσή του, περιορισμοί της αξίωσης για
τήρηση απορρήτου είναι επιτρεπτοί μόνο για την προάσπιση υπέρτερων εννόμων συμφερόντων τρίτου και, μάλιστα, σε
παρεμβάσεις μιας κρατικής αρχής μόνο βάσει νόμων, οι οποίοι είναι αναγκαίοι για τους λόγους που αναφέρονται στο
ά. 8 παρ. 2 της ΕΣΔΑ. Τέτοιοι νόμοι πρέπει να προβλέπουν την χρήση δεδομένων, τα οποία εξαιτίας του είδους τους
χρήζουν ιδιαίτερης προστασίας, μόνο για την προάσπιση σημαντικών δημοσίων συμφερόντων και πρέπει ταυτόχρονα
να προσδιορίζουν επαρκείς εγγυήσεις για την προστασία του απορρήτου των δεδομένων του υποκειμένου. Ακόμα και
στην περίπτωση επιτρεπτών περιορισμών, η παρέμβαση στο θεμελιώδες δικαίωμα θα πρέπει κάθε φορά να πραγματο-
ποιείται με τον όσο το δυνατόν ηπιότερο τρόπο που οδηγεί στο αποτέλεσμα”.
Άρθρο 18 παρ. 1 Αυστριακού Συντάγματος: “Η κρατική διοίκηση στο σύνολό της πρέπει να ασκείται μόνο βάσει των
νόμων”.
185
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
ή άλλων υποκειμένων του διεθνούς δικαίου. Το μέτρο όμως αυτό πρέπει να τελεί
σε άμεση χρονική συνάρτηση με την εκδήλωση και να επιβάλλεται από ύπαρξη κα-
τάστασης διακινδύνευσης. Αναφορικά δε με την υποχρέωση ενημέρωσης, περαιτέ-
ρω χρήσης και χρόνου τήρησης, ισχύουν και σε αυτή την περίπτωση όσα ορίζονται
στην παρ. 6 του ίδιου άρθρου (βλ. ανωτέρω). Ο ίδιος νόμος μάλιστα ορίζει και
την έννοια των “δημόσιων χώρων” (ά. 27 παρ. 2) ως εξής: Οι χώροι εκείνοι στους
οποίους μπορεί να εισέλθει ένας απροσδιόριστος αριθμός προσώπων (κατά λέξη:
κύκλος προσώπων που δεν έχει προσδιορισθεί από πριν).
Υπεύθυνος επεξεργασίας θεωρείται η δημόσια αρχή για τον τομέα που είναι αρ-
μόδια (άρθρα 6-10 SPG, π.χ. η Γενική Διεύθυνση του Υπουργείου Εσωτερικών για τη
δημόσια ασφάλεια, η Διεύθυνση Ασφάλειας για κάθε κρατίδιο, στην οποία υπάγονται
οι τοπικές Διευθύνσεις της Ομοσπονδιακής Αστυνομίας, κλπ.). Επιπλέον από ευθεία
παραπομπή του νόμου για την Αστυνομία στον Αυστριακό Νόμο για τα Προσωπικά
Δεδομένα (άρθρο 51 παρ. 2, με την επιφύλαξη ειδικότερης διάταξης), προκύπτει ότι
απαιτείται Γνωστοποίηση στην Αυστριακή Αρχή πριν την εγκατάσταση των καμερών.
Η Αυστριακή Αρχή, από την πλευρά της, φαίνεται ότι εξετάζει αν τα κριτήρια που
προβλέπει η ειδική νομοθεσία πληρούνται ή όχι. Αυτό προκύπτει από μία Απόφαση
της Αρχής, με την οποία απορρίφθηκε η εγκατάσταση και λειτουργία καμερών από
Δημοτικό Συμβούλιο λόγω έλλειψης ειδικής νομικής βάσης (Απόφαση 21.06.2005.
Συγκεκριμένα, δεν πληρούνταν τα κριτήρια διαφόρων νομικών βάσεων που επικα-
λέστηκε το Δημοτικό Συμβούλιο, και διαπιστώθηκε τελικά ότι, αν και δημόσια αρχή,
ήταν αναρμόδια για μια τέτοια επεξεργασία, γιατί δεν υπήρχε καμία νομική βάση που
να απονέμει ρητά σε δημοτική αρχή αυτήν την αρμοδιότητα).
Επιπρόσθετα, στο ά. 90 του νόμου για την Αστυνομία (που ανήκει στο κεφάλαιο
“παροχή έννομης προστασίας”), προβλέπεται ρητά η αρμοδιότητα της Αυστριακής
Αρχής Προσωπικών Δεδομένων για εξέταση παραπόνων σχετικά με παράβαση του
Νόμου για τα Προσωπικά Δεδομένα στο πλαίσιο της διαχείρισης της ασφάλειας.
Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι ο νόμος για την Αστυνομία περιέχει ολόκληρο κεφά-
λαιο για τη νομιμότητα επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων στο πλαίσιο άσκη-
σης των καθηκόντων των αρχών ασφαλείας (άρθρα 51-80).
Στοιχεία που η Αρχή συνέλεξε από άλλες Αρχές μέσω του συστήματος CIRCA:
Από τα στοιχεία που η Αρχή συνέλεξε σχετικά με τη νομοθεσία για την εγκατά-
σταση και λειτουργία κλειστών κυκλωμάτων τηλεόρασης σε δημόσιους χώρους
σε άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης προκύπτουν τα παρακάτω γενικά
συμπεράσματα37:
A) Ύπαρξη ειδικής νομοθετικής διάταξης και κριτήρια επιλογής του δημόσιου
χώρου: Στις περισσότερες χώρες υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση για την βι-
ντεοεπιτήρηση δημόσιων χώρων τα κριτήρια αυτά προσδιορίζονται σε ειδικό νόμο
(συνήθως στο νόμου για τις αρμοδιότητες της Αστυνομίας). Το γενικό κριτήριο
είναι η πρόληψη-αποτροπή εγκληματικών πράξεων. Τα πιο συγκεκριμένα κριτήρια
μπορούν να συνοψιστούν στα εξής: α) Χώρος όπου έχουν προηγηθεί επικίνδυνες
επιθέσεις και υπάρχουν πλέον δικαιολογημένες υπόνοιες ότι πρόκειται να πραγ-
ματοποιηθούν και άλλες επιθέσεις κατά τις ζωής, της υγείας και της περιουσίας,
β) Χώρος όπου γίνονται εθνικές ή διεθνείς εκδηλώσεις/συναντήσεις με τη συμ-
μετοχή αντιπροσώπων ξένων κρατών, διεθνών οργανισμών ή άλλων υποκειμένων
του διεθνούς δικαίου. Το μέτρο πρέπει να τελεί σε άμεση χρονική συνάρτηση με
37. Στο σχετικό ερώτημα της Αρχής απάντησαν 10 χώρες: Αυστρία, Λετονία, Λιθουανία, Σουηδία, Τσεχία, Φιλανδία,
Αγγλία, Λιχτενστάιν (ως χώρα του ΕΟΧ), Ρουμανία και Βουλγαρία.
186
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΕΙΣ
4. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Η προτεινόμενη διάταξη αποτελεί μία «αρνητική» άλλως «αποθετική» ρύθμιση,
η οποία αφενός αποκλείει την εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 2472/1997 και κατά
συνεκδοχή την εποπτική αρμοδιότητα της Αρχής σε ένα ευρύ πεδίο της κρατικής
δράσης και, αφετέρου, αφήνει εντελώς αρρύθμιστη την επεξεργασία από δημόσιες
αρχές προσωπικών δεδομένων, που θα συλλέγονται μέσω κλειστών κυκλωμάτων
τηλεόρασης εγκατεστημένων σε δημόσιους χώρους. Με τη ρύθμιση αυτή καθίστα-
ται αναποτελεσματική η προστασία των προσωπικών δεδομένων, επειδή η πρόταση
δεν αναφέρει όρια, κριτήρια ή εξειδικευμένες δράσεις της δημόσιας αρχής και
συνεπώς αφήνει ανυπεράσπιστο το υποκείμενο του δικαιώματος. Για τους λόγους
αυτούς η προτεινόμενη ρύθμιση δεν εναρμονίζεται με το Σύνταγμα και τις υπερνο-
μοθετικής ισχύος διατάξεις.
Η Αρχή, αφού έλαβε υπόψη τη γραπτή και προφορική εισήγηση και μελέτησε κεί-
μενα διατάξεων, νομολογίας και βιβλιογραφίας κρίσιμα για την έρευνα των σχετικών
με την τροπολογία ζητημάτων, μετά από διεξοδική συζήτηση, εκδίδει την ακόλουθη
ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ
187
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
188
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΕΙΣ
189
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
190
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΕΙΣ
Σύσταση (87) 15 του Συμβουλίου της Ευρώπης «για τη ρύθμιση της χρήσης προσω-
πικών δεδομένων στον αστυνομικό τομέα». Εκεί προβλέπεται ρητώς η υποχρέωση
των συμβαλλόμενων κρατών να υπαγάγουν στην εποπτεία ανεξάρτητης αρχής την
επεξεργασία προσωπικών δεδομένων που διενεργείται στον αστυνομικό τομέα.
Εξάλλου, η αφαίρεση της εποπτείας της Αρχής δεν καθιστά δυνατή τη συμμόρ-
φωση της χώρας με τις υποχρεώσεις που προβλέπει η Συνθήκη για την Ευρωπαϊ-
κή Ένωση, ειδικότερα στον τομέα της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας σε
ποινικές υποθέσεις (τρίτος πυλώνας). Η ανταλλαγή προσωπικών δεδομένων μεταξύ
των εθνικών διωκτικών αρχών, π.χ. με βάση την Απόφαση – Πλαίσιο 2006/960/ΔΕΥ
του Συμβουλίου της 18.12.2006 (EE L 386), δεν μπορεί να λειτουργήσει όσο η χώρα
δεν προσφέρει το επίπεδο προστασίας των προσωπικών δεδομένων που επιβάλλε-
ται πλέον με την πρόσφατη Απόφαση-Πλαίσιο 2008/977/ΔΕΥ του Συμβουλίου της
27.11.2008 (EE L 350) για την προστασία των προσωπικών δεδομένων στον τρίτο πυ-
λώνα. Η τελευταία απόφαση προβλέπει ως υποχρεωτική την εποπτεία των σχετικών
επεξεργασιών και αρχείων από τις εθνικές αρχές προστασίας προσωπικών δεδομέ-
νων (άρθρο 25 σε συνδυασμό με τις αιτιολογικές σκέψεις 33 έως 35 του προοιμίου).
ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ 2/2009
1. ΙΣΤΟΡΙΚΟ
Με τα υπ. αριθμ. πρωτ. Ε.Π. 287/24.6.2009 και Ε.Π. 309/30.6.2009 έγγραφα του
Υπουργείου Δικαιοσύνης (αριθμ. πρωτοκόλλου της Αρχής Γ/ΕΙΣ/4004/24.6.2009
και Γ/ΕΙΣ/4141/30.6.2009 αντιστοίχως) ετέθη υπόψη της Αρχής σχέδιο διάταξης που
αφορά στην τροποποίηση του άρθρου 200Α του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, προ-
κειμένου να γνωμοδοτήσει σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 1 στοιχ. θ΄ Ν. 2472/1997.
191
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
192
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΕΙΣ
ρου και τεχνικού συμβούλου του προσώπου, στο οποίο αφορούν τα δεδομένα. Από
το σημείο αυτό οι εν λόγω ρυθμίσεις διαφέρουν ως προς τα ακόλουθα:
1.3.1. Κατάλογος εγκλημάτων
Η ισχύουσα ρύθμιση περιορίζεται στα κακουργήματα, και από αυτά σε όσα τε-
λούνται με χρήση βίας, τα κακουργήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας, τα κα-
κουργήματα της γενετήσιας εκμετάλλευσης και κακοποίησης ανηλίκων, καθώς και
τα κακουργήματα της παρ. 1 του άρθρου 187 ή 187Α ΠΚ, δηλαδή αυτά που αφορούν
στο οργανωμένο έγκλημα και την τρομοκρατία.
Η προτεινόμενη ρύθμιση διευρύνει τον κατάλογο σε όλα τα κακουργήματα και
τα περισσότερα πλημμελήματα, δηλαδή αυτά για τα οποία προβλέπεται ποινή φυ-
λάκισης τουλάχιστον τριών μηνών.
1.3.2 Σκοπός της ανάλυσης DNA και πρόσωπα στα οποία αφορά
Η ισχύουσα ρύθμιση προβλέπει την αξιοποίηση του γενετικού αποτυπώματος
στο πλαίσιο της τρέχουσας ποινικής διαδικασίας προς το σκοπό ταυτοποίησης του
δράστη. Προς το σκοπό αυτό το γενετικό αποτύπωμα τηρείται στην ποινική δικο-
γραφία και καταστρέφεται με την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, ανεξαρτήτως
εάν ο κατηγορούμενος αθωωθεί ή καταδικασθεί. Σε εξαιρετικές μόνο περιπτώσεις
το Συμβούλιο Εφετών μπορεί να διατάξει τη διατήρησή του για την εξιχνίαση και
άλλων εγκλημάτων του ίδιου καταλόγου.
Ωστόσο με πρόσφατη τροποποίηση του ισχύοντος άρθρου 200Α το Δεκέμβριο
2008 (με την παρ. 3 του άρθρου 6 Ν. 3727/2008 – ΦΕΚ Α 257/18.12.2008) προ-
βλέφθηκε για πρώτη φορά η δημιουργία αρχείου που περιλαμβάνει την ταυτότητα
και τα γενετικά χαρακτηριστικά (DNA) των αμετακλήτως καταδικασθέντων. Επιση-
μαίνεται ότι η Αρχή δεν ενημερώθηκε καθόλου για αυτή την τροποποίηση, η οποία
πλέον καταργείται.
Η προτεινόμενη ρύθμιση προβλέπει, εκ νέου, τη δημιουργία αρχείου στη Διεύ-
θυνση Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, στο
οποίο όμως θα τηρούνται τα γενετικά αποτυπώματα όλων όσοι έχουν κριθεί ύπο-
πτοι και η ανάλυση απέβη θετική. Ως σκοπός της τήρησης ορίζεται η διερεύνηση και
εξιχνίαση άλλων εγκλημάτων, χωρίς αυτά να περιορίζονται στα εγκλήματα της παρ.
1, για τα οποία επιτρέπεται αρχικώς η ανάλυση.
Συνεπώς, η ανάλυση του γενετικού υλικού εξυπηρετεί πλέον τόσο τη διαπίστωση
του δράστη σε τρέχουσα ποινική διαδικασία όσο και την εξιχνίαση άλλων εγκλημά-
των που τελέσθηκαν ήδη ή πρόκειται να τελεσθούν στο μέλλον. Δεν γίνεται καμιά
διάκριση ανάμεσα στους αθωωθέντες και καταδικασθέντες. Ένα πρόσωπο που σε
κάποια στιγμή υπήρξε ύποπτο τέλεσης αξιόποινης πράξης θα περιλαμβάνεται στο
αρχείο. Επίσης, αξίζει να σημειωθεί, όπως αναφέρει και η αιτιολογική έκθεση, ότι η
εξιχνίαση άλλων εγκλημάτων προϋποθέτει τη σύγκριση του γενετικού αποτυπώμα-
τος με υπάρχοντα ευρήματα, δηλαδή αταυτοποίητα γενετικά αποτυπώματα. Για τα
αταυτοποίητα γενετικά αποτυπώματα, τα οποία προφανώς τηρούνται, διότι διαφο-
ρετικά δεν θα γινόταν αναφορά στη δυνατότητα αυτή, τόσο η ισχύουσα όσο και η
προτεινόμενη διάταξη, δεν περιέχουν καμιά ειδικότερη ρύθμιση.
1.3.3 Χρόνος τήρησης των γενετικών αποτυπωμάτων
Η προτεινόμενη ρύθμιση δεν θέτει σαφή όρια στο χρόνο τήρησης των δεδομέ-
νων και προβλέπει μόνο ότι τα στοιχεία που τηρούνται, καταστρέφονται σε κάθε
περίπτωση μετά το θάνατο του προσώπου που αφορούν, δηλαδή κάθε υπόπτου.
1.3.4 Θεσμικές εγγυήσεις
Α) Η ισχύουσα ρύθμιση αναθέτει τον έλεγχο της συνδρομής των ουσιαστικών
193
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
2. ΣΚΕΠΤΙΚΟ
1. Πβλ. Εθνική Επιτροπή Βιοηθικής, Απόφαση για τη χρήση γενετικών αποτυπωμάτων στην ποινική διαδικασία, 2001,
ΑΠΔΠΧ, Γνωμοδότηση 15/2001, Οδηγία 115/2001 και Ετήσια Έκθεση 2005, σελ. 90 επ., Απόφαση του Συμβουλίου της
Ευρωπαϊκής Ένωσης 2008/615/ΔΕΥ, άρθρο 2 παρ. 2
2. Εθνική Επιτροπή Βιοηθικής, όπ.π., για τις μεθόδους γενετικής ανάλυσης και τα πλεονεκτήματά της βλ. μεταξύ
άλλων, Ι. ΠΟΛΛΑΤΟΥ, Ανάλυση του DNA και νέοι ορίζοντες στη διερεύνηση του εγκλήματος, ΠοινΔικ 11/2001, σελ.
1179 επ.
194
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΕΙΣ
Όσον αφορά το γενετικό υλικό ενός ατόμου η Αρχή στην υπ. αριθμ. 15/2001 Γνω-
μοδότηση περιορίστηκε στην κρίση ότι η λήψη του συνιστά επέμβαση στην προσωπι-
κότητα του ατόμου και εστίασε στη γενετική πληροφορία. Αντιθέτως, το Ευρωπαϊκό
Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) έκρινε ότι και το γενετικό υλικό
αποτελεί προσωπικό δεδομένο και μάλιστα ότι έχει έντονα προσωπική φύση, αφού από
αυτό μπορεί να εξαχθεί το σύνολο της γενετικής πληροφορίας και, εφόσον τηρείται σε
κάποιο αρχείο, δεν μπορεί να προσδιορισθεί ακριβώς η διαχρονική πληροφοριακή αξία
του, λαμβάνοντας υπόψη τη ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας3. Ακόμη και εάν η άποψη
αυτή γίνει δεκτή, στο μέτρο που τόσο η ισχύουσα όσο και η προτεινόμενη ρύθμιση του
άρθρου 200Α ΚΠΔ προβλέπουν ότι το γενετικό υλικό καταστρέφεται αμέσως μετά την
εξέταση, και δεν τηρείται παρά μόνο για ορισμένο και μικρό χρονικό διάστημα, όσο
απαιτείται για την πραγματοποίηση της ανάλυσης, η τήρησή του δεν προσκρούει στο
ισχύον δίκαιο για την προστασία των προσωπικών δεδομένων. Η λήψη του γενετικού
υλικού, εφόσον θεωρηθεί ότι πρόκειται για προσωπικό δεδομένο, συνιστά επεξεργα-
σία, ειδικότερα συλλογή υπό την έννοια του άρθρου 2 στοιχ. δ) Ν. 2472/1997, και ως
εκ τούτου θα συνεξετασθεί με τα γενετικά αποτυπώματα, χωρίς ειδικότερη αναφορά.
Η μεγάλη πληροφοριακή αξία των γενετικών αποτυπωμάτων, με τα οποία εκτός
από την ταυτότητα μπορεί να προσδιορισθεί το φύλο, η συγγένεια ή και η φυλετική
προέλευση ενός ατόμου, δηλαδή και ευαίσθητο δεδομένο, η εξέλιξη της τεχνολο-
γίας που ενδεχομένως επιτρέπει στο μέλλον την εξαγωγή από το υπό εξέταση κάθε
φορά γενετικό υλικό περισσότερων πληροφοριών4, συνέβαλε στη διαμόρφωση της
αυστηρότερης άποψης ότι πρόκειται για ευαίσθητα δεδομένα προσωπικού χαρα-
κτήρα ακόμη και όταν δηλούμενος σκοπός της επεξεργασίας αποτελεί η ταυτο-
ποίηση των προσώπων. Με τον τρόπο αυτό προκαταλαμβάνεται κάθε ενδεχόμενη
επεξεργασία του γενετικού υλικού5.
Εξάλλου, το γεγονός ότι αρκούν για την ανάλυση ελάχιστα υπολείμματα γενετι-
κού υλικού και ότι ο φορέας του σε μεγάλο βαθμό δεν μπορεί να ελέγξει εάν έχει
αφήσει τέτοια ίχνη, τα καθιστά διακριτά από άλλα, επίσης μοναδικά χαρακτηριστικά
του ατόμου, όπως τα δακτυλικά αποτυπώματα. Αυτός είναι και ο λόγος που τα γε-
νετικά αποτυπώματα αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε σχέση με τη διακρίβωση
αξιόποινων πράξεων.
195
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
6. Πβλ. Ψήφισμα της Συνέλευσης των Γερμανικών Αρχών Προστασίας Δεδομένων, 17.2.2005, (Entschließung der
Konferenz der Datenschutzbeauftragten des Bundes und der Länder zur Bundesinitiative mehrerer Länder zur
Ausweitung der DNA-Analyse: Keine Gleichsetzung der DNA-Analyse mit dem Finderabdruck), διαθέσιμη σε:
http://www.datenschutz.hessen.de/ub20050215.htm
7. ΕΔΔΑ, S and Marper v. U.K., 4-12-2008, σκ. 69, 75, 76, 78. Αντιθέτως το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συνταγματικό
Δικαστήριο, στην πρώτη από τις μέχρι στιγμής τέσσερις αποφάσεις του για τη λήψη γενετικού υλικού, χρήση και περαι-
τέρω αποθήκευση των γενετικών αποτυπωμάτων, κατά το έτος 2000, έκρινε ότι αφού το γενετικό υλικό καταστρέφεται
μετά την ανάλυση, το ίδιο το αποτύπωμα δεν μπορεί να χρησιμεύσει για την εξαγωγή επιπρόσθετων πληροφοριών
(για την υγεία, τη συγγένεια) από όσων ήδη προέκυψαν από την ανάλυσή του, διαφορετικά εάν αυτό ήταν δυνατό, ο
περιορισμός του ατομικού δικαιώματος θα ήταν τόσο έντονος που θα έθιγε τον πυρήνα του και δεν θα ήταν, συνεπώς,
συνταγματικώς ανεκτός. Παρά την αποδεικτική τους υπεροχή σε σχέση με τα δακτυλικά αποτυπώματα θεωρεί ότι
πρόκειται για παρόμοια αποδεικτικά μέσα, χωρίς όμως αυτό να εμποδίζει την κρίση ότι πρόκειται για περιορισμό του
ατομικού δικαιώματος, ο οποίος επιτρέπεται υπό αυστηρές προϋποθέσεις, BverfG, 2 BvR 1741/99, 14.12.2000, σκ. 48 επ.
8. Απόφαση 2008/616/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 23.6.2008, σχετικά με την αναβάθμιση της διασυνοριακής συνεργα-
σίας, ιδίως όσον αφορά την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και του διασυνοριακού εγκλήματος, Ε.Ε. L 210, 6.08.2008,
σελ. 1-11
9. Πβλ. και την Αιτιολογική Έκθεση της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Βουλής για την κύρωση της Συνθήκης Prüm
(Vertragsgesetz zum Prüm, BT-Dcks. 16/1108, σελ. 33), της οποίας τα άρθρα μεταφέρθηκαν σχεδόν στο σύνολό τους
στην Απόφαση 2008/615/ΔΕΥ.
10. Α. ΚΑΡΡΑΣ, Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο, Αθήνα 1998, σελ. 365 επ.
196
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΕΙΣ
11. Πβλ. για τα μέτρα δικονομικού καταναγκασμού, τις επαχθείς ανακριτικές πράξεις, το χαρακτηρισμό της διάταξης του
ισχύοντος 200Α ΚΠΔ, τις αρχές της ηθικής απόδειξης και τις συνέπειες αυτού του κανόνα, Α. ΚΑΡΡΑΣ, Επίτομη Ερμη-
νεία του ΚΠΔ, 2η έκδοση, Αθήνα 2005, Άρθρο 177, σελ. 455 επ., Μ. ΜΑΡΓΑΡΙΤΗΣ, Ερμηνεία ΚΠΔ, Αθήνα 2008, Άρθρο
177, αρ. περιθ. 5 επ., 12 επ., Άρθρο 200Α, αρ. περιθ. 4 επ., Λ. ΚΟΤΣΑΛΗΣ, Δικαστική Ψυχιατρική, 4η έκδοση, Αθήνα
2008, σελ. 279, κυρίως τις υποσημ. 167 και 168, Θ. ΔΑΛΑΚΟΥΡΑ, Αρχή της αναλογικότητας και μέτρα δικονομικού κα-
ταναγκασμού, ΠοινΧρον 2005, σελ. 961 επ. και ιδίως σελ. 965 – 967, Ε. ΣΥΜΕΩΝΙΔΟΥ – ΚΑΣΤΑΝΙΔΟΥ, Ο Ν 2928/2001
«για την προστασία του πολίτη από αξιόποινες πράξεις εγκληματικών οργανώσεων», ΠοινΔικ 7/2001, σελ. 694 επ. και
ιδίως σελ. 696-697. Εξάλλου, η απαξία του νομοθέτη για τα παρανόμως αποκτηθέντα αποδεικτικά μέσα αποτυπώθηκε
στην τελευταία τροποποίηση του άρθρου 177 παρ. 2 ΚΠΔ, που επήλθε με το άρθρο 10 παρ. 2 Ν. 3674/2008 (ΦΕΚ Α
136/10.7.2008), και δεν προβλέπονται πλέον εξαιρέσεις στον απαγορευτικό κανόνα.
12. Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974, Σύμβαση 108 του
Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία του ατόμου από την αυτοματοποιημένη επεξεργασία που κυρώθηκε με
τον Ν. 2068/1992 καθώς και το Πρόσθετο Πρωτόκολλο 181 για τις εποπτικές αρχές και τη διασυνοριακή ροή των δε-
δομένων της 8.11.2001, το οποίο η Ελλάδα υπέγραψε αλλά δεν το έχει ακόμη κυρώσει με νόμο, Σύμβαση Σένγκεν που
κυρώθηκε με τον Ν. 2514/1997, Σύμβαση Ευρωπόλ που κυρώθηκε με τον Ν. 2605/1998.
13. Βλ. PERNICE/MAYER σε: GRABITZ/HILF, Das Recht der Europäischen Union, Kommentar, Τόμος Ι, nach Art. 6 EUV,
αρ. περ. 27-28, όπως δε επισημαίνεται στον αρ. περ. 17 και το ΕΔΔΑ χρησιμοποιεί το Χάρτη ως βοήθημα για την ερμη-
νεία της ΕΣΔΑ με παραπομπή σε ΕΔΔΑ, Ι. vs. U.K., 11.07.2002, σκ. 80, Goodwin vs. UK, 11.7.2002, σκ. 100
197
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
14. ΕΔΔΑ, S and Marper v. U.K., 4-12-2008, σκ. 42, 43, 103, 110
15. Έτσι και το άρθρο 14 της Σύμβασης Ευρωπόλ παραπέμπει στη Σύσταση 87 (15) και επιβάλλει τη μεταφορά της στο
εθνικό δίκαιο για τους σκοπούς βέβαια της συγκεκριμένης σύμβασης, όπως και το άρθρο 8 παρ. 2 της Απόφασης-
Πλαίσιο 2006/960/ΔΕΥ για την απλούστευση της ανταλλαγής πληροφοριών και στοιχείων μεταξύ των αρχών επιβο-
λής του νόμου των κρατών μελών της Ε.Ε. προβλέπει ως προϋπόθεση τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο των αρχών της
Σύστασης 87 (15).
198
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΕΙΣ
16. Η επεξήγηση περιλαμβάνεται στη σκ. 50 της Αιτιολογικής Έκθεσης της Σύστασης.
17. Η τελευταία αρχή αναφέρεται στη σκ. 50 της Αιτιολογικής Έκθεσης της Σύστασης
199
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
18. Πβλ. μεταξύ άλλων, ΟλΣτΕ 3037/2008, δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΟλΣτΕ 3665/2005, ΕΔΚΑ 2006, σελ. 59, ΣτΕ 3867/97,
δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕΙΡ.-Μ ΣΑΡΠ, Εισήγηση της Συμβούλου της Επικρατείας στην υπόθεση για την ακύρωση της
58/2005 Απόφασης της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα σε ΑΡΜΑΜΕΝΤΟ/ ΣΩΤΗΡΟΠΟΥ-
ΛΟ, Προσωπικά Δεδομένα, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Οι τροποποιήσεις του Ν. 2472/1997 από τους Ν. 3471/2006 και
3625/2007, σελ. 177 επ. και ιδίως 184.
19. ΕΔΔΑ, S. and Marper vs. U.K., 4-12-2008, σκ. 67.
20. Πβλ. μεταξύ άλλων ΟλΣτΕ 252/2008, δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΟλΣτΕ 1776/2007, δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΣτΕ 986/2005,
ΔΔΙΚΗ 2006, σελ. 103, ΣτΕ 2879/90, αδημοσίευτη, ΣτΕ 285/58
200
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΕΙΣ
21. Πβλ. ΕΙΡ.-Μ ΣΑΡΠ, Εισήγηση της Συμβούλου της Επικρατείας, ό.π. , σελ. 183 επ., στην οποία δεν έγινε δεκτή η εγκα-
τάσταση καμερών με μόνη την επίκληση και ερμηνεία των διατάξεων του Ν. 2472/1997 από την ΑΠΔΠΧ. Αντιστοίχως,
το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο της Γερμανίας στην απόφαση 1BvR 2368/06 της 23.02.2007, διαθέσιμη
σε www.bundesverfassungsgericht.de, δεν θεώρησε ως επαρκή βάση αντίστοιχες διατάξεις του βαυαρικού νόμου για
την προστασία των προσωπικών δεδομένων, ώστε να επιτραπεί η εγκατάσταση κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης σε
δημόσια προσβάσιμο μνημείο
22. Έτσι το ΕΔΔΑ έχει κρίνει ότι η επίκληση των γενικών αρμοδιοτήτων της αστυνομίας ή των ειδικών αρμοδιοτήτων
που προκύπτουν από ρητές διατάξεις για τη συγκέντρωση του αποδεικτικού υλικού δεν επαρκεί για να δικαιολογήσει
τη χρήση συσκευών μυστικής παρακολούθησης συνομιλιών μέσα στις εγκαταστάσεις της αστυνομίας χωρίς ειδική
νομοθετική πρόβλεψη της σχετικής εξουσίας, βλ. ΕΔΔΑ, P.G. and J.H. v. U.K., 17-7-2003, σκ. 61 – 63
23. Για αυτό όταν το ΣτΕ απαιτεί ειδικότητα (=σαφήνεια) δεν εννοεί κάτι λιγότερο. Εξάλλου, το Γερμανικό Ομοσπον-
διακό Συνταγματικό Δικαστήριο απαιτεί σαφήνεια ώστε να είναι προβλέψιμη η διάταξη, βλ. BVerG, 1 BvR 2368/06 της
23.02.2007, ό.π.
24. ΕΔΔΑ, S and Marper v. U.K., 4-12-2008, σκ. 95 με περαιτέρω παραπομπές σε Malone v. UK σκ. 66-68, Rotaru v.
Romania σκ. 55, Amann v. Switzerland σκ. 56
25. ΕΔΔΑ, S and Marper v. U.K., 4-12-2008, σκ. 99 με περαιτέρω παραπομπές στις σημαντικότερες αποφάσεις του για
τη μυστική παρακολούθηση. Σε αυτή τη σκέψη το Δικαστήριο δεν αναφέρει ρητώς την απαίτηση για εποπτεία του συ-
στήματος από δικαστική ή άλλη ανεξάρτητη αρχή καθόλα τα στάδια, δηλαδή από τη συλλογή μέχρι και την καταστροφή
των δεδομένων, ωστόσο αυτή συνάγεται από την ενδεικτική απαρίθμηση των ελάχιστων απαιτήσεων. Για τα ποιοτικά
χαρακτηριστικά του νόμου σε περίπτωση μυστικής παρακολούθησης πβλ. από τη βιβλιογραφία αντί άλλων, Α. ΣΤΑΘΑ-
ΚΗ, Η στάθμιση του αγαθού της ασφάλειας και του δικαιώματος για σεβασμό της ιδιωτικής ζωής στην νομολογία του
Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην Ηλεκτρονική Παρακολούθηση σε Υπαίθριους Χώρους,
Πρακτικά διήμερης επιστημονικής συνάντησης 14 και 15 Μαρτίου 2008, σελ. 11 επ. και ιδίως 22-26
26. ΕΔΔΑ, S and Marper v. U.K., 4-12-2008, σκ. 96 -99
201
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
27. ΟλΣτΕ 3177/2007, Αρμ. 2008. σελ. 482, ΟλΣτΕ 3665/2005, ΕΔΚΑ 2006, σελ. 59, ΣτΕ 2110/2003, δημοσίευση
ΝΟΜΟΣ
28. ΕΔΔΑ, S and Marper v. U.K., 4-12-2008, σκ. 100
29. ΣτΕ 2110/2003, 3177/2007 Ολ., 3665/2005. Αντιστοίχως και το ΔΕΚ, πβλ. PERNICE/MAYER σε: GRABITZ/HILF,
οπ.π., Τόμος Ι, nach Art. 6 EUV, αρ. περ. 42 με παραπομπή σε ΔΕΚ C-280/93, Συλλογή 1994, Ι-4973, σκ. 90 επ. και
C-306/93, Συλλογή 1994, Ι-5555 σκ. 27
30. ΕΔΔΑ, S and Marper v. U.K., 4-12-2008, σκ. 101 – 102 με περαιτέρω παραπομπές
31. Βλ. ενδεικτικά Peck v. U.K, ό.π., σκ. 77 με περαιτέρω παραπομπές στη νομολογία του ΕΔΔΑ.
32. Έτσι το ΕΔΔΑ έχει κρίνει ότι είναι αναλογική και άρα σύμφωνη με το άρθρο 8 παρ. 2 της ΕΣΔΑ η πρόβλεψη της
γερμανικής νομοθεσίας για τη λήψη μέτρων στρατηγικής παρακολούθησης με σκοπό την πρόληψη ή τη διαλεύκανση
ενόπλων επιθέσεων κατά του κράτους, τρομοκρατικών επιθέσεων, διακίνησης όπλων κατά παράβαση των διεθνών
συμφωνιών για τον έλεγχο των εξοπλισμών, διακίνησης ναρκωτικών και τοξικών ουσιών, ξεπλύματος χρήματος και τη
διακίνηση πλαστού χρήματος. Στην εν λόγω απόφαση το ΕΔΔΑ έλαβε υπόψη του και την απόφαση του Ομοσπονδια-
κού Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας, με την οποία είχε περιοριστεί ο κατάλογος των εγκλημάτων για την
αποτροπή ή διαλεύκανση των οποίων θα μπορούσαν να ληφθούν μέτρα στρατηγικής παρακολούθησης. Βλ. Weber
and Saravia v. Germany, απόφαση ως προς το παραδεκτό της 29.6.2006, σκ. 26 -29 και 114 – 117. Βλ. επίσης Klass v.
Germany, ό.π., η οποία αναφέρεται στο προγενέστερο και πιο περιοριστικό νομοθετικό καθεστώς της Γερμανίας, ιδίως
σκ. 51.
202
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΕΙΣ
ποινης πράξης χωρίς χρονικό ή άλλο περιορισμό, δεν άντεξε τον έλεγχο αναλογι-
κότητας. Και τούτο για τους ακόλουθους λόγους και ως προς τα εξής σημεία:
Το ΕΔΔΑ έλαβε υπόψη του -στο πλαίσιο στάθμισης της διακριτικής ευχέρειας
του εθνικού νομοθέτη- τις ισχύουσες ρυθμίσεις σε άλλα συμβαλλόμενα κράτη και
κατέληξε ότι η αγγλική ρύθμιση είναι η μόνη με αυτά τα χαρακτηριστικά. Τα υπό-
λοιπα κράτη εφαρμόζουν επιπρόσθετα κριτήρια. Στα περισσότερα επιτρέπεται η
λήψη γενετικού υλικού και η ανάλυσή του στο πλαίσιο συγκεκριμένης ποινικής δι-
αδικασίας από πρόσωπα ύποπτα για την τέλεση αξιόποινων πράξεων ορισμένης,
ελάχιστης βαρύτητας και όπου προβλέπεται η αποθήκευση τους, αυτά καταστρέ-
φονται υποχρεωτικώς αμέσως ή εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος από
την αθώωση ή την παύση της ποινικής δίωξης. Μερικά κράτη μόνο προβλέπουν
ορισμένες εξαιρέσεις: Γερμανία, Λουξεμβούργο, Ολλανδία, Αυστρία και Πολωνία
επιτρέπουν την τήρηση των δεδομένων προς το σκοπό της μελλοντικής εξιχνίασης
εγκλημάτων μόνο σε σχέση με σοβαρά εγκλήματα και εφόσον υπάρχουν ενδείξεις
ενοχής για συγκεκριμένο πρόσωπο. Ως προς τους καταδικασθέντες προβλέπεται,
ως γενικός κανόνας, η τήρηση των σχετικών δεδομένων για συγκεκριμένο χρονικό
διάστημα που ποικίλλει στα κράτη μέχρι και το θάνατο των καταδικασθέντων. Ορι-
σμένα κράτη (Νορβηγία, Ισπανία, Γερμανία33) εξομοιώνουν τους καταδικασθέντες
με όσους αθωώθηκαν για λόγους έλλειψης καταλογισμού της πράξης. Επισημαίνει,
τέλος, ότι στα περισσότερα κράτη προβλέπεται η δυνατότητα προσφυγής ενώπιον
Αρχών Προστασίας Δεδομένων και/ή δικαστηρίων κατά αποφάσεων που διατάσ-
σουν τη λήψη και τήρηση γενετικού υλικού καθώς και την τήρηση των γενετικών
αποτυπωμάτων.34.
Το ΕΔΔΑ αναγνωρίζει στη συνέχεια τη χρησιμότητα των γενετικών αναλύσε-
ων για το συγκεκριμένο σκοπό, επισημαίνει όμως ότι η βρετανική κυβέρνηση δεν
απέδειξε ότι ο σκοπός αυτός δεν μπορούσε να επιτευχθεί με ηπιότερα μέσα, δηλα-
δή ότι το εκτεταμένο αυτό αρχείο DNA είναι πράγματι αναγκαίο35. Το Δικαστήριο
εστίασε όμως στα ποιοτικά χαρακτηριστικά της αγγλικής ρύθμισης (σ.σ. ως αρνη-
τικά χαρακτηριστικά) καθότι στην υπό κρίση περίπτωση αρκούσε η απλή μελέτη
της διάταξης για τον έλεγχο της αναλογικότητας. Σε αυτά τα χαρακτηριστικά ανα-
φέρονται ειδικότερα η αποθήκευση των δεδομένων στο πλαίσιο συγκεκριμένης
ποινικής διαδικασίας ανεξαρτήτως βαρύτητας της αξιόποινης πράξης και της ηλι-
κίας του υπόπτου, η περαιτέρω αποθήκευσή τους για τη μελλοντική εξιχνίαση αξι-
όποινων πράξεων χωρίς κριτήρια, όπως βαρύτητα πράξης, προηγούμενες συλλή-
ψεις, σοβαρές ενδείξεις κ.ά. και χωρίς έλεγχο από ανεξάρτητο όργανο και χωρίς
χρονικό περιορισμό τήρησης των δεδομένων αθωωθέντων προσώπων36. Ως προς
τους αθωωθέντες επεσήμανε τον κίνδυνο στιγματισμού τους και ότι δικαιούνται να
απολαμβάνουν το τεκμήριο αθωότητας, το οποίο σημαίνει να μην αντιμετωπίζονται
ως καταδικασθέντες και να μην μπορεί να διατυπωθεί καμία υποψία σχετικά με την
αθωότητά τους. Για δε τους ανηλίκους οι παραπάνω κίνδυνοι είναι εντονότεροι37.
Επειδή η υπό κρίση υπόθεση αφορούσε προσφυγή αθωωθέντων προσώπων, το
ένα εξ αυτών ανήλικο, το ΕΔΔΑ καταλήγει μόνο ως προς αυτή την κατηγορία προ-
33. Κατά το άρθρο 81g παρ. 4 του ΓΚΠΔ, εφόσον η πράξη δεν έχει διαγραφεί από το ποινικό μητρώο
34. ΕΔΔΑ, S and Marper v. U.K., 4-12-2008, σκ. 108 με παραπομπή και στις σκ. 45 - 48
35. ΕΔΔΑ, S and Marper v. U.K., 4-12-2008, σκ. 105, 115-117
36. ΕΔΔΑ, S and Marper v. U.K., 4-12-2008, σκ. 119: το δικαστήριο αναφέρει χαρακτηριστικώς ότι έμεινε έκπληκτο από
την αγγλική ρύθμιση, η οποία συλλήβδην και χωρίς διακρίσεις προβλέπει την αποθήκευση των σχετικών δεδομένων
(«...the Court is struck by the blanket and indiscriminate nature of the power of retention in England and Wales»)
37. ΕΔΔΑ, S and Marper v. U.K., 4-12-2008, σκ. 122, 124
203
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
σώπων ότι η συλλήβδην και χωρίς διακρίσεις αποθήκευση των δεδομένων συνιστά
δυσανάλογη επέμβαση στο δικαίωμα των αιτούντων για προστασία της ιδιωτικής
τους ζωής και δεν μπορεί να θεωρηθεί μέτρο απαραίτητο σε μια δημοκρατική κοι-
νωνία38.
3. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ
204
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΕΙΣ
41. Πβλ. Rogall, σε: Hans-Joachim Rudolphi/Jürgen Wolter (Hrsg.), Systematischer Kommentar zur Strafprozessordnung
und zum Gerichtsverfassungsgesetz, Ιανουάριος 2006, Art. 81e, αρ. περ. 9.
205
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
42. Βλ. την Αιτιολογική Έκθεση για την τροποποίηση των διατάξεων για τη γενετική ανάλυση στο πλαίσιο της ποινικής
διαδικασίας, BT-Drucks. 15/5674 σελ. 11.
43. BverG, 2 BvR 1741/99, 14.12.2000, σκ. 50 - 55
44. Με το γενικότερο σκεπτικό ότι και τα δικαστήρια οφείλουν να σέβονται το ατομικό δικαίωμα στον πληροφοριακό
αυτοκαθορισμό, BverG, 2 BvR 1741/99, 14.12.2000, σκ. 57 – 64, 2 BvR 1841/00, 15.3.2001, σκ. 31-32, 35-51, 2BvR 939/08,
1.09.08, σκ. 12 - 16, 2 BvR 287/09, 22.5.2009, σκ. 24 - 26
45. Όπως ισχύει από 1.10.2002. Η γενετική ανάλυση στο πλαίσιο συγκεκριμένης ποινικής διαδικασίας, για την εξιχνία-
ση) αξιόποινων πράξεων, ανεξαρτήτως βαρύτητας προβλέπεται στον ΚΠΔ (άρθρο 124). Η αποθήκευση όμως σε αρχείο
των γενετικών αποτυπωμάτων με σκοπό την περαιτέρω χρήση τους επιτρέπεται μόνο υπό τους όρους των άρθρων 65
– 67 του νόμου για τις αρμοδιότητες της αστυνομίας (άρθρο 124 παρ. 4 και 5 ΑΚΠΔ).
206
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΕΙΣ
τηση του σχετικού αρχείου, ακόμη και σε πιο περιορισμένη από την προτεινόμενη
έκταση, είναι αναγκαία, όχι απλώς χρήσιμη, για την εξιχνίαση αξιόποινων πράξεων.
Η απλή αναφορά στην αιτιολογική έκθεση «ότι θα συμβάλει καίρια» στο σκοπό
αυτό δεν επιτρέπει τον έλεγχο της ορθότητάς της.
Δ) Η προτεινόμενη ρύθμιση προβλέπει επιπλέον την «υποχρεωτική» λήψη γε-
νετικού υλικού, την ανάλυσή του, και στη συνέχεια την αποθήκευσή του. Ωστόσο,
πρόκειται για περιττή επίταση καθόσον και χωρίς αυτή τη λέξη, με τη συνδρομή
των υπόλοιπων προϋποθέσεων, η εν λόγω ανάλυση καθίσταται υποχρεωτική. Αυτό,
άλλωστε προκύπτει και από την Εισηγητική Έκθεση του ισχύοντος άρθρου 200Α
ΚΠΔ46. Διαφορετικό είναι βεβαίως το ζήτημα της άσκησης εξαναγκασμού, το οποίο
κρίνεται με βάση την αρχή της αναλογικότητας, σε σχέση με τα άρθρα 2, 5, 7 παρ.
2 Σ, αφενός, και της βαρύτητας της αξιόποινης πράξης, αφετέρου. Εξάλλου, η προ-
σθήκη της συγκεκριμένης λέξης, θα μπορούσε να παρερμηνευθεί σαν να πρόκειται
για αυτόματη ενέργεια εκ μέρους των διωκτικών αρχών χωρίς περαιτέρω προϋπο-
θέσεις καθώς, επίσης, ότι δικαιολογείται άνευ ετέρου η άσκηση ποινικής δίωξης
για απείθεια εναντίον του προσώπου που αρνείται τη συνδρομή του (169 ΠΚ), και
για παράβαση καθήκοντος εναντίον του οργάνου της διωκτικής αρχής που δεν τη
διενεργεί.
Ε) Η προτεινόμενη ρύθμιση προβλέπει αδιακρίτως και για απεριόριστο χρονικό
διάστημα (θάνατος του υπόπτου) την τήρηση των γενετικών αποτυπωμάτων. Ειδι-
κότερα δεν γίνεται διάκριση ανάμεσα σε ενήλικες και ανηλίκους, καταδικασθέντες
και αθωωθέντες. Αυτό προσκρούει στην αρχή της αναλογικότητας αλλά, σε συν-
δυασμό με την έλλειψη κριτηρίων για την αποθήκευση των γενετικών αποτυπωμά-
των, και στην ειδικότερη αρχή του ορισμένου χρόνου τήρησης των προσωπικών
δεδομένων, τέλος, στην υποχρέωση αυξημένης προστασίας που υπέχει το κράτος
έναντι των ανηλίκων και των καταδικασθέντων για επανένταξή τους μετά την έκτι-
ση της ποινής. Ως προς τους αθωωθέντες καταλύει το τεκμήριο της αθωότητας.
Τέλος, η προτεινόμενη ρύθμιση δεν εναρμονίζεται με τη ρύθμιση για την τήρηση
των δακτυλικών αποτυπωμάτων ενώ βρίσκεται σε προφανή δυσαναλογία με αυτή,
λαμβάνοντας υπόψη ότι η γενετική ανάλυση αποτελεί εντονότερο περιορισμό του
ατομικού δικαιώματος. Το Π.Δ. 245/1997 (Εκκαθάριση Αρχείων των Υπηρεσιών της
Ελληνικής Αστυνομίας) ορίζει στο άρθρο 3 ενότητα (3) στοιχ. ζ ότι «τα δακτυλικά
αποτυπώματα στα αρχεία των Υπηρεσιών Εγκληματολογικών Ερευνών τηρούνται
α) 10 χρόνια από τη διαπίστωση ή επιβεβαίωση της πράξης και όχι πριν (σ.σ. μέχρι)
την αμετάκλητη απόφαση επί της υποθέσεως ή β) τα ανόμοια (σ.σ. αταυτοποίητα)
20 χρόνια από την τέλεση του εγκλήματος».
Θα πρέπει συνεπώς να υπάρξει περαιτέρω διάκριση σύμφωνα με τα εξής του-
λάχιστον κριτήρια: α) αθώωση και οριστική παύση της ποινικής δίωξης, αφενός,
αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, αφετέρου, β) ηλικία του προσώπου στο οποίο
αφορούν τα γενετικά αποτυπώματα κατά το χρόνο της ανάλυσης και περαιτέρω
αποθήκευσης. Στην πρώτη περίπτωση καθώς και για τους ανηλίκους τα χρονικά
περιθώρια θα πρέπει να είναι σαφώς πιο περιορισμένα, ακόμη και όταν ο ανήλικος
καταδικάζεται. Ειδικότερα για τους ανηλίκους μέχρι 13 ετών τα γενετικά αποτυπώ-
ματα δεν πρέπει να αποθηκεύονται καθόλου αφού σε αυτούς επιβάλλονται σύμφω-
να με το άρθρο 126 παρ. 2 ΠΚ μόνο αναμορφωτικά και θεραπευτικά μέτρα. Επίσης,
λόγω της ανάγκης αυξημένης προστασίας των ανηλίκων που αποτυπώνεται και
207
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
στις διατάξεις του ΠΚ για το σωφρονισμό των ανηλίκων άνω των 13 ετών (άρθρο
127 ΠΚ), προτείνεται να τηρούνται τα γενετικά αποτυπώματα των ανηλίκων άνω των
13 ετών που καταδικάζονται σε τουλάχιστον 5 έτη περιορισμό σε ειδικό κατάστημα
κράτησης νέων. Ως προς τους καταδικασθέντες θα πρέπει, τέλος, να προβλέπονται
συγκεκριμένα χρονικά όρια μετά την έκτιση της ποινής και τυχόν μέτρων ασφάλει-
ας, λαμβάνοντας υπόψη τα νόμιμα δικαιώματά τους και ότι το δημόσιο συμφέρον
δεν μπορεί να δικαιολογήσει (υπό την έννοια της αναλογικότητας) την τήρησή τους
για απεριόριστο χρονικό διάστημα.
Ζ) Η προτεινόμενη ρύθμιση δεν προβλέπει -ούτε βέβαια η ισχύουσα- τις προ-
ϋποθέσεις τήρησης των αταυτοποίητων γενετικών αποτυπωμάτων. Τα αταυτοποί-
ητα γενετικά αποτυπώματα δεν είναι αδιάφορα για το δίκαιο της προστασίας των
προσωπικών δεδομένων. Δεν είναι βέβαια γνωστός ο φορέας τους μέχρι την ταυ-
τοποίησή τους, από τη στιγμή όμως που υποβάλλονται σε σύγκριση και η ανάλυ-
ση αποβεί θετική, λειτουργούν για την ταυτοποίηση του δράστη ενός εγκλήματος
και, επιπλέον, από τη στιγμή της ταυτοποίησης αποδίδονται πλέον σε συγκεκριμένο
πρόσωπο. Για αυτό το λόγο, εξάλλου, η Σύσταση (92) 1 του Συμβουλίου της Ευ-
ρώπης αναφέρεται σε αυτά, επιτρέποντας το χρόνο τήρησής τους για μακρύτερο
χρονικό διάστημα και η Απόφαση 2008/615/ΔΕΥ προβλέπει ειδικές προϋποθέσεις
για την ανταλλαγή τους στο κεφάλαιο που περιέχει τις ρυθμίσεις για τα προσωπικά
δεδομένα (άρθρο 26 παρ. 2 σε συνδυασμό με άρθρο 4). Επιτρέπεται ωστόσο να
προβλεφθούν χαλαρότερες ουσιαστικές και θεσμικές εγγυήσεις.
Η) Επιπλέον, η προτεινόμενη διάταξη θα πρέπει, σύμφωνα με όσα προαναφέρ-
θησαν για το συνταγματικώς ανεκτό περιορισμό του δικαιώματος, σύμφωνα με τις
Συστάσεις 87 (15), 92 (1) του Συμβουλίου της Ευρώπης που εξειδικεύουν τους πε-
ριορισμούς στον εν λόγω τομέα και τη νομολογία του ΕΔΔΑ, να προβλέπει τουλά-
χιστον και τα ακόλουθα: α) το σκοπό για τον οποίο επιτρέπεται όχι μόνο η χρήση
των γενετικών αποτυπωμάτων, συμπεριλαμβανομένης της επιγραμμικής πρόσβα-
σης, αλλά και η διαβίβασή τους, και μάλιστα υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπεται
αλλαγή του σκοπού, β) τις δημόσιες αρχές που έχουν πρόσβαση στο αρχείο (υπό
την έννοια υποβολής σχετικού αιτήματος και διαβίβασης από τη Διεύθυνση Εγκλη-
ματολογικών Ερευνών), γ) τα δικαιώματα πρόσβασης και αντίρρησης των υποκει-
μένων των δεδομένων, συμπεριλαμβανομένης της υποχρέωσης ενημέρωσης που
υπέχει ο υπεύθυνος επεξεργασίας και αντιστοιχεί στην υποχρέωση δημοσιότητας
που αναφέρει η Σύσταση 87 (15), καθώς και το δικαίωμα έννομης προστασίας τους,
δ) τις διαδικασίες διαγραφής και κλειδώματος των δεδομένων, ε) κατάλληλα μέτρα
φυσικής και λογικής ασφάλειας του αρχείου, ώστε να αποτρέπεται η μη εξουσιο-
δοτημένη πρόσβαση, η τροποποίηση και διαβίβαση των δεδομένων και να ελέγχε-
ται κάθε επέμβαση στα δεδομένα. Τα μέτρα εξειδικεύονται και στο άρθρο 29 της
Απόφασης 2008/615/ΔΕΥ, η οποία θα έπρεπε να λειτουργήσει εν προκειμένω ως
κατευθυντήρια γραμμή αφού δύσκολα θα διέκρινε κανείς τα δεδομένα που συλλέ-
γονται από άλλα κράτη μέλη ή προορίζονται προς διαβίβαση σε άλλα κράτη μέλη
με τα υπόλοιπα δεδομένα που τηρούνται στο εθνικό αρχείο. Εξάλλου, σκοπός της
εν λόγω Απόφασης είναι να καταστήσει εν δυνάμει διαθέσιμα όλα τα δεδομένα
κάθε εθνικού αρχείου γενετικών αποτυπωμάτων.
208
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΕΙΣ
εντάσσεται στο σύστημα της Ποινικής Δικονομίας και διενεργείται με βάση τις δι-
ατάξεις των άρθρων 251, 243, 33, 34 ΚΠΔ σε συνδυασμό και με το άρθρο 95 παρ.
1 Π.Δ. 141/1991 (Αρμοδιότητες οργάνων και υπηρεσιακές ενέργειες του προσωπι-
κού του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης), η διαφορά συνίσταται ότι πλέον μπορεί να
διενεργείται σύμφωνα με αυτές τις διατάξεις, σε καμιά περίπτωση εκτός αυτών.
Επίσης, η τυχόν διενέργειά της παρά το νόμο θα κριθεί με βάση τις διατάξεις για
τα παρανόμως αποκτηθέντα αποδεικτικά μέσα και θα επιφέρει τις προβλεπόμενες
έννομες συνέπειες των άρθρων 171 παρ. 1 εδ. δ) και 177 παρ. 2 ΚΠΔ47.
Επειδή οι σοβαρές ενδείξεις (ενοχής) αποτελούν νομική έννοια και συνθέτουν
μια περίπλοκη κρίση, στην οποία προβαίνει το κατά περίπτωση αρμόδιο ανακριτικό
όργανο και πρόκειται για μια βασιζόμενη σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά
πιθανολόγηση αναφορικά με τη συνδρομή των στοιχείων της ποινικής υπόστασης
του εγκλήματος που αποδίδεται σε ένα πρόσωπο, η συγκεκριμένη απόφαση θα
έπρεπε να λαμβάνεται τουλάχιστον κατόπιν ειδικής διάταξης του εισαγγελέα, αν
όχι όπως μέχρι σήμερα του δικαστικού συμβουλίου48. Με τον τρόπο αυτό, διασφαλί-
ζεται ότι πέραν της γενικής εισαγγελικής παραγγελίας και εποπτείας, υπό την οποία
τελεί γενικώς η ποινική προδικασία, η σχετική πράξη υπόκειται ειδικώς στη βάσανο
δικαστικού λειτουργού. Η πράξη αυτή του εισαγγελέα θα πρέπει να είναι ειδικώς
αιτιολογημένη ως προς όλες τις σχετικές ουσιαστικές προϋποθέσεις. Εξάλλου, σε
επείγουσες περιπτώσεις ή αυτόφωρα εγκλήματα, που αφορούν πάντως παρούσα
ποινική διαδικασία, δεν θίγεται η εξασφάλιση των αποδείξεων μέσω της λήψης γε-
νετικού υλικού που προβλέπεται στο άρθρο 243 παρ. 2 ΚΠΔ.
Τέλος, επισημαίνεται ότι η αναφορά στις «διωκτικές αρχές» πρέπει να διαγραφεί
καθόσον η γενετική ανάλυση πραγματοποιείται από τους ανακριτικούς υπαλλήλους
όπως ειδικότερα προβλέπει ο ΚΠΔ ενώ ο όρος είναι ξένος στην ποινική δικονομία
και δεν πληροί την απαίτηση για σαφή προσδιορισμό του αρμόδιου οργάνου.
Β) Η προτεινόμενη ρύθμιση αναθέτει την εποπτεία του αρχείου με τα γενετικά
αποτυπώματα σε αντεισαγγελέα ή εισαγγελέα εφετών, ο οποίος σύμφωνα με την
αιτιολογική έκθεση αναλαμβάνει το ρόλο να διασφαλίσει τα ατομικά δικαιώματα
των πολιτών. Ο εισαγγελέας θα μπορούσε, συνεπώς, να αποτελεί επιπρόσθετη θε-
σμική εγγύηση.
Παράλληλα, επισημαίνεται ότι το σχετικό αρχείο τελεί υπό την εποπτεία της Αρ-
χής, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές προστασίας των προσωπικών δεδομένων,
στις οποίες ως θεσμική εγγύηση και ανήκουσα στον πυρήνα του ατομικού δικαιώ-
ματος προβλέπεται η ανάθεση του ελέγχου της επεξεργασίας στην Αρχή Προστα-
σίας Δεδομένων. Την ύπαρξη ανεξάρτητης αρχής προβλέπουν και όλα τα προμνη-
μονευθέντα κείμενα υπερνομοθετικής ισχύος, γεγονός που επιβεβαιώνεται από τη
νομολογία του ΕΔΔΑ. Η απαίτηση για την εποπτεία από ανεξάρτητη αρχή δικαιολο-
γείται συμπληρωματικώς και από την απαίτηση ο φορέας εποπτείας να διαθέτει την
κατάλληλη στελέχωση και τεχνογνωσία. Μόνον έτσι διασφαλίζεται ουσιαστικώς το
ατομικό δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων.
47. Υποστηρίζεται η άποψη ότι υπάρχει κατά το στάδιο της προδικασίας η δυνατότητα προσφυγής στο δικαστικό συμ-
βούλιο με βάση τη γενική διάταξη του άρθρου 307 ΚΠΔ όπως επίσης ότι η τυχόν παραβίαση της αρχής της μη χρησιμο-
ποίησης παρανόμως αποκτηθέντων αποδεικτικών μέσων αποτελεί αναιρετικό λόγο των βουλευμάτων κατά το άρθρο
484 παρ. 1 περ. ζ) ή των αποφάσεων κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. θ) ΚΠΔ, πβλ. Θ. ΔΑΛΑΚΟΥΡΑ, όπ. π. και ιδίως σελ.
966-967
48. Αντιστοίχως η επιβολή περιοριστικών όρων κατά το άρθρο 282 ΚΠΔ, που αποτελεί πράξη δικονομικού καταναγκα-
σμού, επιβάλλεται με ένταλμα του ανακριτή και έγγραφη σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα αφού ακούσει το συνήγορο
και τον κατηγορούμενο (άρθρο 283 ΚΠΔ) ενώ προβλέπεται η δυνατότητα προσφυγής στο συμβούλιο πλημμελειοδικών
(άρθρο 285 ΚΠΔ)
209
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ
49. Ομοίως προβλέπει η Απόφαση – Πλαίσιο 2008/977/ΔΕΥ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την προστα-
σία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τυγχάνουν επεξεργασίας στο πλαίσιο της αστυνομικής και δικαστικής
συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις (άρθρο 25 και σκ. 34)
210
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΕΙΣ
εμμέσως συγκεκριμένο άτομο από άποψη φυσική ή βιολογική. Στο μέτρο που από
αυτά αποκαλύπτεται και η φυλετική προέλευση του ατόμου, αποτελούν ευαίσθητα
προσωπικά δεδομένα κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 στοιχ. β) Ν. 2472/1997.
Το ίδιο θα μπορούσε να ισχύσει πολύ περισσότερο για το γενετικό υλικό, ιδίως όταν
αυτό αποθηκεύεται για μακρό χρονικό διάστημα, λαμβάνοντας υπόψη τις τεχνολο-
γικές εξελίξεις. Σε κάθε περίπτωση η επεξεργασία του γενετικού υλικού, ακόμη και
με μόνο σκοπό την εξαγωγή των γενετικών αποτυπωμάτων, ενέχει ιδιαίτερους κιν-
δύνους για το άτομο σε σχέση με το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών
δεδομένων του. Η προσέγγιση αυτή ακολουθείται ήδη από άλλες ευρωπαϊκές Αρχές
Προστασίας Δεδομένων, συμπεριλαμβανομένου του Ευρωπαίου Επόπτη, και αποτυ-
πώνεται στη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πιο συγκεκριμένα στην Απόφαση
του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2008/615/ΔΕΥ «σχετικά με την αναβάθμι-
ση της διασυνοριακής συνεργασίας, ιδίως όσον αφορά την καταπολέμηση της τρο-
μοκρατίας και του διασυνοριακού εγκλήματος» (Ε.Ε. L 210, 6/08/2008), σύμφωνα
με την οποία η δημιουργία αρχείου με γενετικά αποτυπώματα (προφίλ DNA) και η
ανταλλαγή τους στο πλαίσιο της αρχής της διαθεσιμότητας επιτρέπεται για πιο περι-
ορισμένους σκοπούς από ό,τι, π.χ. η ανταλλαγή δακτυλικών αποτυπωμάτων.
Η συλλογή, αποθήκευση, χρήση, διαβίβαση, καθώς και κάθε άλλη ενέργεια επε-
ξεργασίας, υπό την έννοια του άρθρου 2 στοιχ. δ) Ν. 2472/1997, αποτελεί περι-
ορισμό του ατομικού δικαιώματος στην προστασία των προσωπικών δεδομένων
(άρθρο 9Α Σ). Η ερμηνεία της συνταγματικής αυτής διάταξης πρέπει να επιχειρείται
υπό το φως των ερμηνευτικών λύσεων που δίδονται από τα ημεδαπά και αλλοδαπά
ανώτατα δικαστήρια και κυρίως το ΕΔΔΑ, το οποίο έχει τον τελευταίο λόγο στην
ερμηνεία του κλασικού καταλόγου των ατομικών δικαιωμάτων. Το ΕΔΔΑ έχει δε-
χθεί ότι η χρήση των γενετικών αναλύσεων για την εξιχνίαση αξιόποινων πράξεων
αποτελεί έναν καταρχήν θεμιτό σκοπό σύμφωνα με το άρθρο 8 ΕΣΔΑ, τη Σύμβαση
108, τις Συστάσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης 87 (15) «για την επεξεργασία των
προσωπικών δεδομένων στον αστυνομικό τομέα» και 92 (1) «για τη χρήση ανάλυ-
σης DNA στο πλαίσιο της ποινικής δικαιοσύνης». Θα πρέπει ωστόσο να πληρούνται
συγκεκριμένες, αυστηρές προϋποθέσεις ώστε να μη θίγεται ο πυρήνας του ατομι-
κού δικαιώματος, ή, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 2 ΕΣΔΑ, να αποτελεί αναγκαία
επέμβαση στο ατομικό δικαίωμα σε μια δημοκρατική κοινωνία. Η αντίληψη αυτή
υποστηρίζεται και από τα δικαστήρια άλλων κρατών μελών, όπως το Γερμανικό
Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο (βλ. 2 BvR 1741/99 της 14.12.2000, σκ. 48
επ.) και αποτυπώνεται ήδη σε εθνικές νομοθεσίες άλλων κρατών μελών. Η γενετι-
κή ανάλυση και ιδίως σε σχέση με τη δημιουργία αρχείου γενετικών αποτυπωμά-
των πρέπει να προβλέπεται ειδικώς σε νόμο, που θα έχει συγκεκριμένα χαρακτη-
ριστικά και θα βρίσκεται σε αναλογία με τον επιδιωκόμενο σκοπό της εξιχνίασης
αξιόποινων πράξεων. Λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των γενετικών απο-
τυπωμάτων οι απαιτήσεις ως προς τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του νόμου και την
τήρηση της αρχής της αναλογικότητας είναι υψηλές, όπως αναλυτικά αναφέρονται
στην εισήγηση.
Οι αρχές της νομιμότητας και της αναλογικότητας και το τεκμήριο της αθωότη-
τας διαπνέουν το ποινικό δίκαιο και την ποινική δικονομία, με σκοπό τη δικαιοκρα-
τική απονομή δικαιοσύνης. Η ποινική προδικασία επιβάλλει την αυστηρή τήρηση
της αρχής της αναλογικότητας λόγω των προσβολών των ατομικών δικαιωμάτων
που μπορούν να λάβουν χώρα σε αυτό το στάδιο της ποινικής δίκης. Το δημόσιο
συμφέρον προστασίας της κοινωνίας από το έγκλημα σταθμίζεται με τα ατομικά
211
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
δικαιώματα του ατόμου και δεν πρέπει να θίγεται ο πυρήνας τους. Η εξέταση DNA
εντάσσεται στο κεφάλαιο για τα αποδεικτικά μέσα, ως ειδική μορφή πραγματογνω-
μοσύνης, παραλλήλως δε συνιστά ανακριτική πράξη. Ως ανακριτική πράξη διέπεται
από τα άρθρα 251, 243, 33, 34, 35 ΚΠΔ, τελεί υπό την εποπτεία του εισαγγελέως, και
μόνο σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να διενεργείται. Για τα μέτρα δικονομικού κατανα-
γκασμού ισχύει γενικώς ότι όσο επαχθέστερο είναι το μέτρο τόσο βαρύτερο πρέ-
πει να είναι και το αποδιδόμενο στο πρόσωπο έγκλημα. Λόγω της επέμβασης που
απαιτείται στο ανθρώπινο σώμα για τη λήψη γενετικού υλικού και της πληροφορια-
κής αξίας του αποτελέσματος της ανάλυσής του απαιτούνται ιδιαίτερες εγγυήσεις.
Με βάση τις παραπάνω σκέψεις και τις συναφείς επισημάνσεις της εισηγήσεως,
η Αρχή διατυπώνει τις ακόλουθες παρατηρήσεις ως προς την επίμαχη τροπολογία:
Καταρχάς παρατηρείται ότι η ανάλυση DNA προβλέπεται σε ειδική διάταξη νό-
μου, η οποία εντάσσεται στο δεύτερο βιβλίο περί αποδείξεων του Κώδικα Ποινικής
Δικονομίας. Η εν λόγω τροπολογία παρουσιάζει ως θετικά χαρακτηριστικά τα ακό-
λουθα: α) το γενετικό υλικό (δείγμα) καταστρέφεται αμέσως μετά την ανάλυση,
β) απαιτείται να συντρέχουν σε ένα πρόσωπο σοβαρές ενδείξεις τέλεσης αξιόποι-
νης πράξης, γ) περιορίζεται ο σκοπός της γενετικής ανάλυσης στην ταυτοποίηση
του δράστη, και δ) προϋποτίθεται σύγκριση με εύρημα γενετικού υλικού σε τόπο
που σχετίζεται με την υπό διερεύνηση αξιόποινη πράξη. Παρά ταύτα η ρύθμιση δεν
έχει όλα τα ποιοτικά χαρακτηριστικά που απαιτούνται για τον περιορισμό του ατομι-
κού δικαιώματος στην προστασία των προσωπικών δεδομένων, ιδίως όταν πρόκει-
ται για χρήση γενετικών αναλύσεων στην ποινική διαδικασία.
Ειδικότερα:
1. Προκειμένου να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας, υπό την ειδικότερη έκ-
φανση της αναγκαιότητας, θα πρέπει να αποτυπωθεί θετικώς στο νόμο ότι η γε-
νετική ανάλυση επιτρέπεται εφόσον η ταυτοποίηση του προσώπου δεν προκύπτει
ήδη από άλλα αποδεικτικά μέσα. Συνεπώς, προτείνεται να προστεθεί η φράση
«…εφόσον είναι αναγκαία» πριν από τη φράση «προς το σκοπό της διαπίστωσης της
ταυτότητας του δράστη».
2. Διευρύνεται ιδιαίτερα ο κατάλογος των αξιόποινων πράξεων, για την εξιχνίαση
των οποίων επιτρέπεται η λήψη και ανάλυση γενετικού υλικού. Περιλαμβάνονται
σε αυτόν όλα τα κακουργήματα και τα πλημμελήματα που τιμωρούνται με ποινή
φυλάκισης τριών μηνών. Το γεγονός ότι η διάταξη δεν προβαίνει σε καμία διάκρι-
ση ανάμεσα στην εξιχνίαση της συγκεκριμένης αξιόποινης πράξης, για την οποία
λαμβάνει χώρα η λήψη και ανάλυση του γενετικού υλικού, και της αποθήκευσης
του γενετικού αποτυπώματος για τη μελλοντική εξιχνίαση άλλων εγκλημάτων, σε
συνδυασμό με την ευρεία πρόβλεψη ποινικών κυρώσεων σε νομοθετήματα εκτός
του ειδικού μέρους του Ποινικού Κώδικα, καθιστά ιδιαίτερα προβληματική την ανω-
τέρω διεύρυνση του καταλόγου υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας. Για
την αντιμετώπιση του ανωτέρω ζητήματος θα μπορούσαν να προταθούν δύο λύσεις
λαμβάνοντας κυρίως υπόψη τη βούληση του νομοθέτη να δημιουργήσει σχετική
βάση δεδομένων (αρχείο DNA): α) περιορισμός του καταλόγου των εγκλημάτων
μόνο στα κακουργήματα ή β) κλιμάκωση του καταλόγου ως εξής: για την εξιχνίαση
της συγκεκριμένης αξιόποινης πράξης διατήρηση του καταλόγου όπως προβλέπεται
στην τροπολογία, περαιτέρω, για τη μελλοντική εξιχνίαση εγκλημάτων θα τηρού-
νται στη βάση δεδομένων τα γενετικά αποτυπώματα μόνο όσων κατηγορούνται για
εγκλήματα ιδιαίτερης βαρύτητας (για παράδειγμα κακουργήματα) ή / και για εγκλή-
ματα τα οποία στρέφονται κατά συγκεκριμένων έννομων αγαθών (για παράδειγμα
212
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΕΙΣ
213
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
214
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΕΙΣ
215
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ 3/2009
216
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΕΙΣ
217
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
218
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΕΙΣ
γ) Κατά την άποψη του Συνηγόρου του Πολίτη (βλ. πόρισμα 9227.2/03/29.09.2003
με περαιτέρω παραπομπή σε σχετική αρθρογραφία), με το άρθρο 25 παρ. 4 του
Ν. 1756/1988 καθιερώνεται ταχεία διαδικασία “δικαστικής” προστασίας του πολίτη
για την ικανοποίηση του δικαιώματος πρόσβασης στα διοικητικά έγγραφα. Τονίζε-
ται μάλιστα ότι από την ίδια τη γραμματική ερμηνεία του άρθρου 25 παρ. 4 του Ν.
1756/1988 προκύπτει ότι με τη διάταξη αυτή ενδυναμώνεται το δικαίωμα πρόσβα-
σης στα διοικητικά έγγραφα.
δ) Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα είχε διατυπώσει
αρχικά την άποψη ότι στην περίπτωση της εισαγγελικής παραγγελίας, ο αρμόδιος
εισαγγελικός λειτουργός εφαρμόζει, προκειμένου να εκδώσει την παραγγελία, τις
σχετικές διατάξεις του νόμου και συνεπώς αυτός στον οποίο απευθύνεται οφείλει
να συμμορφώνεται σχετικά (Απόφαση 147/2001, παρ. 5β). Στη συνέχεια, η Αρχή
περιόρισε την δεσμευτικότητα της εισαγγελικής παραγγελίας υποστηρίζοντας ότι
η τελευταία είναι δεσμευτική μόνο όταν στο πλαίσιο άσκησης των καθηκόντων
του, ο εισαγγελικός λειτουργός ζητεί την παροχή στοιχείων λόγω άσκησης ποινι-
κής δίωξης ή όταν ρητά ορίζεται και επιτάσσεται από το νόμο (βλ. Γνωμοδοτήσεις
79/2002, 3/2003 και Αποφάσεις 8/2003, 27/2006). Η Αρχή δέχεται, δηλαδή, ότι
κατά το στάδιο προκαταρκτικής εξέτασης, προανάκρισης ή κύριας ανάκρισης, η
αναζήτηση εγγράφων από τον Εισαγγελέα και τις ανακριτικές αρχές είναι νόμιμη
και κρίνεται με βάση τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ακριβώς διότι
ο Εισαγγελέας και οι ανακριτικές αρχές λειτουργούν στο πλαίσιο της δικαστικής
τους εξουσίας (βλ. την υπ’ αριθμ. πρωτ. ΑΠΔΠΧ Γ/ΕΞ/2291/22.06.2005 επιστολή
του Προέδρου της Αρχής προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου). Από την άποψη
αυτή συνάγεται ότι στην ποινική διαδικασία εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδι-
κα Ποινικής Δικονομίας, οι οποίες ως ειδικές κατισχύουν του Ν. 2472/1997, όπως
εξάλλου έχει κρίνει και ο Άρειος Πάγος (ΑΠ 1945/02 - ΠοινΔικ 2003/626, ΑΠ
1713/2006 - ΠοινΧρ ΝΖ/792 = ΝοΒ 07/443. Σχετική και η υπ’ αριθμ. 96/2008 Γνω-
μοδότηση του ΝΣΚ). Σε κάθε άλλη περίπτωση η εισαγγελική παραγγελία δεν είναι
δεσμευτική, και ο υπεύθυνος επεξεργασίας, εφόσον διαφωνεί με την εισαγγελική
παραγγελία, μπορεί να προσφύγει στην Αρχή, στην οποία σύμφωνα με το Σύνταγ-
μα και το Ν. 2472/1997 ανήκει ο τελικός έλεγχος της κρίσης για τη νομιμότητα της
παροχής των ζητηθέντων στοιχείων. Τέλος, η Αρχή έχει δεχθεί ότι η εισαγγελική
εντολή δεν είναι προϋπόθεση για τη νομιμότητα της επεξεργασίας προσωπικών
δεδομένων, ώστε μόνο εκ του λόγου ότι δεν δόθηκε εισαγγελική εντολή να καθί-
σταται παράνομη η επεξεργασία (βλ. Απόφαση 30/2005).
Με βάση τα πορίσματα της παραπάνω έρευνας, η Εισήγηση καταλήγει στα ακό-
λουθα συμπεράσματα:
1. Η Αρχή είναι αρμόδια σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 στοιχ. ιγ)
εδ. α’ και β’ του Ν. 2472/1997 να γνωμοδοτήσει επί του θέματος καθώς η χορήγη-
ση, εν προκειμένω κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας, δημοσίων εγγράφων που
περιέχουν προσωπικά δεδομένα συνιστά επεξεργασία κατά την έννοια του άρθρου
2 στοιχ. δ) του Ν. 2472/1997 και την εξέταση της νομιμότητας της συγκεκριμένης
επεξεργασίας έχει ζητήσει η Διοίκηση ως υπεύθυνος επεξεργασίας και υποκείμενα
των δεδομένων με την υποβολή σχετικών παραπόνων.
2. Οι έννομες συνέπειες της εισαγγελικής παραγγελίας όπως προβλέπεται στο
άρθρο 25 παρ. 4 εδ. β’ του Ν. 1756/1988 θα πρέπει να εξετασθούν συστηματικώς,
υπό το πρίσμα και των λοιπών διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας, του Συντάγμα-
τος και του κοινοτικού δικαίου.
219
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
1. Πρβλ. ΣτΕ 3130/2000, σκέψη 5, το οποίο με βάση τις τότε ισχύουσες διατάξεις του άρθρου 16 ν. 1566/1986 και τις
διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 10 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος έκρινε ότι ο ενδιαφερόμενος έχει δι-
καίωμα πρόσβασης στα απόρρητα πρακτικά του υπουργικού συμβουλίου, καθώς αυτά αναφέρονται “προσωπικώς στον
διοικούμενο που τα ζητεί (πρβλ. Ολομ. Σ.Ε. 2139/1993), και, ιδίως, στην ατομική του υπηρεσιακή κατάσταση”.
2. Πρβλ. Απόφαση 25/2005 της Αρχής σχετικά με την οριοθέτηση των πεδίων εφαρμογής της ελευθερίας της πληρο-
φόρησης και του δικαιώματος των πολιτών στην πληροφόρηση -άρθρα 14 παρ. 1 και 5Α Σ- από τη μια, και του δικαιώ-
ματος στην προσωπικότητα και στην προστασία του ιδιωτικού βίου και του δικαιώματος του πληροφοριακού αυτοκαθο-
ρισμού από την άλλη. Από τη σχετική βιβλιογραφία πρβλ. μεταξύ άλλων Γ. ΛΑΖΑΡΑΚΟΣ, Το δικαίωμα πρόσβασης στη
δημόσια πληροφορία, Αθήνα 2006, σελ. 104 – 110 με περαιτέρω παραπομπές.
3. Αντιστοίχως για τα δύο δικαιώματα όπως ρυθμίζονται στους Κανονισμούς 45/2001/ΕΚ και 1049/2001/ΕΚ, τα οποία
προβλέπονται και στα άρθρα 8 και 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. πρβλ. ΕΥΡΩΠΑΙΟΣ ΕΠΟΠΤΗΣ
ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ, Έγγραφο Αναφοράς “Η πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα και η προστασία δεδομέ-
νων”, Ιούλιος 2005, σελ. 4, 21 και 31 επ., καθώς και την από 30.06.2008 Γνώμη “αναφορικά με την Πρόταση Κανο-
νισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την πρόσβαση του κοινού σε έγγραφα του
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής”, σελ. 5 σκέψη 24, διαθέσιμες στην ιστοσελίδα www.
edps.europa.eu). Πρβλ. και ΠΕΚ, The Bavarian Lager Co. Ltd κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Τ-194/04), 8-11-2007, στην
οποία εξετάζεται ο περιορισμός του δικαιώματος πρόσβασης από το δικαίωμα προστασίας της ιδιωτικής ζωής (σ.σ. και
των προσωπικών δεδομένων). Η υπόθεση εκκρεμεί σε δεύτερο βαθμό ενώπιον του ΔΕΚ.
4. Πρβλ. Σ. ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΣ, Διαφάνεια της κρατικής δράσης & Προστασία προσωπικών δεδομένων, Αθήνα – Κο-
μοτηνή 2007, σελ. 146 - 150, σελ. 374, σημ. 703, Ε. ΦΥΤΡΑΚΗΣ, Η εισαγγελική παραγγελία χορήγησης εγγράφων,
ΕφημΔΔ 2/2009, σελ. 249 επ. (261-262), ο οποίος επισημαίνει και το πρόβλημα συνταγματικότητας της διάταξης για
την εισαγγελική παραγγελία.
220
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΕΙΣ
ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ
5. Ορισμένες αποφάσεις του ΣτΕ υιοθετούν το λειτουργικό κριτήριο για διοικητικής φύσεως πράξεις των οργάνων της
δικαστικής λειτουργίας (ΣτΕ 2011/2003, 3383/2006), χωρίς ωστόσο να έχουν επικρατήσει, όπως προκύπτει από την
πρόσφατη ΣτΕ 3034/2008 Ολ. Το λειτουργικό κριτήριο υιοθετεί και η πιο πρόσφατη ΣτΕ (Ε.Α.) 52/2008 (με μειοψ.).
Πρβλ. και Μ. ΠΙΚΡΑΜΕΝΟ, Το οργανικό κριτήριο υπό το άρθρο 95 παρ. 1 του Συντάγματος και οι αναζητήσεις της νο-
μολογίας, ΕφημΔΔ 2008, σελ. 810 επ. (816-818).
6. Την ανάγκη αυτή επισημαίνει εμμέσως και η από 26/03/1999 Γνωμοδότηση του Εισ. Πρωτ. Αθηνών, αναφέροντας
ότι ο Εισαγγελέας δέχεται καθημερινώς πολυάριθμες (όσον αφορά τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών ακόμη και
εκατοντάδες) αιτήσεις χωρίς να γνωρίζει τα ακριβή πραγματικά περιστατικά της κάθε περίπτωσεως.
7. Η θέση αυτή, ειδικότερα δε η προστασία και των δύο δικαιωμάτων από μία Αρχή υποστηρίζεται και από τη θεωρία,
πρβλ. Β. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ, Η πρόσβαση στη δημόσια πληροφορία και η προστασία προσωπικών δεδομένων, Digesta
2005, σελ. 90 επ. (114), Γ. ΛΑΖΑΡΑΚΟΣ, ό.π., σελ. 138, Σ. ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΣ, ό.π., σελ. 379 και 441, Ε. ΦΥΤΡΑΚΗΣ, ό.π.,
σελ. 262, σημ. 101.
221
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
222
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΕΙΣ
γεια που συνιστά επεξεργασία, απαιτείται σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 2 του ιδίου
νόμου προηγούμενη άδεια της Αρχής. Εάν η Διοίκηση προβεί στη χορήγηση των
στοιχείων χωρίς να έχει προηγηθεί η άδεια της Αρχής, παραβιάζει την ως άνω διά-
ταξη και υπόκειται στις προβλεπόμενες από το άρθρο 21 του Ν. 2472/1997 διοικητικές
κυρώσεις. Συνεπώς, η εισαγγελική παραγγελία δεν πρέπει να εκτείνεται σε ευαίσθη-
τα δεδομένα (π.χ. δεδομένα υγείας). Όταν ο Εισαγγελέας εξετάζει αίτημα πολίτη για
χορήγηση και ευαίσθητων δεδομένων, θα πρέπει να διαβιβάζει την σχετική αίτηση
προς τη Διοίκηση με τη σημείωση ότι οφείλει να ζητήσει την άδεια της Αρχής.
Δ. Περαιτέρω, καθόσον αφορά έγγραφα που περιέχουν απλά ή ευαίσθητα προ-
σωπικά δεδομένα του ίδιου του αιτούντος (υποκειμένου των δεδομένων), ισχύουν
τα εξής: Το δικαίωμα πρόσβασης προβλέπεται ειδικότερα στο άρθρο 12 του Ν.
2472/1997 και κάθε σχετικό αίτημα θα πρέπει να ικανοποιείται από τη Διοίκηση με
βάση αυτή τη διάταξη και όχι τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 2690/1999 (πρβλ. και
ΣτΕ 3130/2000). Η Διοίκηση, μάλιστα, θα πρέπει να λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπό-
ψη το δικαίωμα του αιτούντος για πρόσβαση στα προσωπικά του δεδομένα σύμφω-
να με το άρθρο 12 του Ν. 2472/1997, ακόμη και όταν το ίδιο το υποκείμενο υποβάλει
την αίτησή του με βάση το άρθρο 5 του Ν. 2690/1999, καθώς μπορεί να μη γνωρίζει
το ειδικότερο δικαίωμα πρόσβασης που του παρέχει ο Ν. 2472/1997 (πρβλ. Ευρω-
παίο Επόπτη Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, στην από 30.06.2008 προα-
ναφερθείσα Γνώμη του, ό.π., σελ. 13, σκέψεις 64-67, διαθέσιμη στην ιστοσελίδα
www.edps.europa.eu). Εάν η Διοίκηση αρνείται να ικανοποιήσει το δικαίωμα του
αιτούντος, υποκειμένου των δεδομένων, οφείλει σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 4
του Ν. 2472/1997 να κοινοποιήσει την απάντησή της αυτή στην Αρχή και να ενη-
μερώσει τον αιτούντα ότι έχει δικαίωμα να προσφύγει στην Αρχή. Παράλληλα, η
τυχόν άρνηση της Διοίκησης υπόκειται και στον έλεγχο των αρμόδιων δικαστηρίων.
E. Τέλος, όπως επισημαίνεται και στην τελευταία ετήσια έκθεση της Αρχής
(2008), η διαχείριση από τη Δημόσια Διοίκηση αιτημάτων πρόσβασης σε δημόσια
έγγραφα δημιουργεί σημαντική ενασχόληση στην Αρχή και σε άλλες ανεξάρτητες
αρχές (π.χ. Συνήγορο του Πολίτη). Η Δημόσια Διοίκηση διστάζει ή και δυστροπεί
να εφαρμόσει ευθέως την κείμενη νομοθεσία. Η παράλληλη ισχύς διαφορετικών
ρυθμίσεων για την πρόσβαση στα δημόσια έγγραφα (άρθρο 5 του ΚΔΔιαδ και άρ-
θρο 25 παρ. 4 του Ν. 1756/1988) και για την προστασία προσωπικών δεδομένων
(Ν. 2472/1997) δημιουργεί ερμηνευτικές δυσχέρειες που δικαιολογούν εν μέρει
τους δισταγμούς των διοικητικών οργάνων. Για την εναρμόνιση των σχετικών ρυθ-
μίσεων και τη θέσπιση σαφών κανόνων, ως προς τις προϋποθέσεις και τη διαδικα-
σία χορήγησης δημοσίων εγγράφων, απαιτείται νέα νομοθετική ρύθμιση, καθώς η
προβλεπόμενη από το άρθρο 14 του Ν. 3448/2006 διοικητική (και όχι νομοθετική)
κωδικοποίηση δεν αρκεί.
223
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ
ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
ΠΡΟΣΩΡΙΝΕΣ
ΔΙΑΤΑΓΕΣ
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
226
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΠΡΟΣΩΡΙΝΕΣ ΔΙΑΤΑΓΕΣ
γ) Εάν η εν λόγω επεξεργασία διενεργείται με την έγκριση ή την αρωγή (π.χ. πα-
ροχή ηλεκτροδότησης) των δύο πολιτικών κομμάτων.
δ) Για ποιό χρονικό διάστημα σχεδιάζετε να παρέχετε την εν λόγω διαδικτυακή
υπηρεσία».
Σε απάντηση του εγγράφου της Αρχής ο Α υπεύθυνος επικοινωνίας του διαδι-
κτυακού τόπου www.....gr, υπέβαλε το από 28.09.2009 υπόμνημα, στο οποίο μετα-
ξύ άλλων αναφέρει: «Σκοπός της αναμετάδοσης αυτής στο διαδικτυακό μας τόπο
ήταν ενόψει του προεκλογικού αγώνα και της οξείας αντιπαράθεσης των δύο μεγά-
λων κομμάτων να καταγράφουμε τις προεκλογικές ζυμώσεις, και τυχόν δηλώσεις
εισερχομένων και εξερχομένων πολιτικών παραγόντων». Επίσης διαβεβαίωσε ότι
μετέδιδε τις εικόνες χωρίς να γνωρίζει την τυχόν αντίθεση προς το νόμο της ενέρ-
γειας αυτής και ότι από τη στιγμή που η Αρχή επιλήφθηκε του θέματος διέκοψε
άμεσα τη μετάδοση μέχρι την έκδοση της απόφασης της Αρχής.
Κατά την συνεδρίαση της 28.09.2009 παρέστη ως πληρεξούσια δικηγόρος του
Α η Ευγενία Παναγιωτοπούλου, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τις απόψεις του
υπευθύνου επεξεργασίας και απάντησε στις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν. Ειδι-
κότερα, μεταξύ άλλων, η δικηγόρος διευκρίνισε ότι ο διαδικτυακός τόπος www.....gr
παρέχει δημοσιογραφική ενημέρωση με προβολή ειδήσεων, με ανάρτηση άρθρων
κλπ. Ο σκοπός της υπό κρίση μετάδοσης των εικόνων ήταν η άμεση ενημέρωση του
κοινού και η μετάδοση αυτή γινόταν σε πραγματικό χρόνο κατά μεγάλα χρονικά δι-
αστήματα χωρίς σχόλια. Ωστόσο αφενός διακόπηκε άμεσα η αναμετάδοση των ει-
κόνων στο διαδίκτυο και αφετέρου αποσύρθηκαν οι επίμαχες κάμερες μέχρι την
έκδοση της απόφασης της Αρχής. Η συνεδρίαση της 28.09.2009 μετά την ακρόαση
της Ευγενίας Παναγιωτοπούλου διακόπηκε λόγω του προχωρημένου της ώρας και
η εξέταση της υπόθεσης συνεχίστηκε με την ίδια σύνθεση την 30.09.2009.
Η Αρχή, μετά από εξέταση όλων των στοιχείων του φακέλου, αφού άκουσε τους
εισηγητές ελεγκτές και κατόπιν διεξοδικής συζήτησης,
227
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
228
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΠΡΟΣΩΡΙΝΕΣ ΔΙΑΤΑΓΕΣ
229
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ
ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΕΣ
ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
236
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009 - ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ
να που συλλέγονται μέσω των κλειστών κυκλωμάτων των Τραπεζών. Έτσι η Αρχή
κρίνει, κατά πλειοψηφία, ότι τα τμήματα των δεδομένων που είναι απαραίτητα για
τη διερεύνηση της διαπιστωθείσας αντικανονικής οικονομικής ενέργειας πρέπει να
διατηρούνται, πέραν του 45νθημέρου, για ένα ακόμη 30νθήμερο.
237
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ: ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ / ΤΜΗΜΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ
ΚΗΦIΣΙΑΣ 1-3, 115 23 ΑΘΗΝΑ
www.dpa.gr, e-mail: contact@dpa.gr
ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2009
ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ