
ΑΚΟΥΣΤΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ ΚΑΙ ΒΕΛΤΙΩΣΗ CONTROL ROOM ΤΟΥ STUDIO ΗΧΟΓ ΣTO Α.Τ.Ε.Ι ΡΕΘΥΜΝΟ
ΑΚΟΥΣΤΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ ΚΑΙ ΒΕΛΤΙΩΣΗ CONTROL ROOM ΤΟΥ STUDIO ΗΧΟΓ ΣTO Α.Τ.Ε.Ι ΡΕΘΥΜΝΟ
Ι ΚΡΗΤΗΣ
Α.Τ.Ε.Ι
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΡΕΘΥΜΝΟΥ
ΤΜΗΜΑ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΚΟΥΣΤΙΚΗΣ
ΠΤΥΧΙΑΚΗ
ΥΧΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕ ΘΕΜΑ:
ΘΕΜΑ
ΑΚΟΥΣΤΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ ΚΑΙ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΤΟΥ
CONTROL ROOM ΤΟΥ STUDIO ΗΧΟΓΡΑΦΗΣΕΩΝ
ΗΧΟΓΡΑΦΗΣΕΩΝ
ΣTO
TO Α.Τ.Ε.Ι ΡΕΘΥΜΝΟΥ
Ρέθυµνο, 2011
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Τα χαρακτηριστικά και οι ιδιότητες του ήχου απασχολούν εδώ και χιλιάδες χρόνια
τον άνθρωπο. Οι επιστήµη οι οποία µελετά τον ήχο διευρύνεται και αναπτύσσει τις
αντιλήψεις της συνεχώς ακόµα και σήµερα. Ακουστική είναι η επιστήµη της
συµπεριφοράς των ηχητικών κυµάτων. Μελετά την παραγωγή, διάδοση, και λήψη
των εν λόγω κυµάτων από το ανθρώπινο αυτί. Είναι επίσης η επιστήµη που
ασχολείται µε όλα γενικά τα µηχανικά κύµατα, τα οποία εκτείνονται πέρα από το
ακουστικό φάσµα του ανθρώπινου αυτιού και ως εκ τούτου δεν γίνονται αντιληπτά.
Τέτοια κύµατα είναι τα χαµηλής συχνότητας κύµατα που παράγονται από τους
σεισµούς (υποηχητικά κύµατα) και τα υψηλής συχνότητας ή υπερηχητικά κύµατα
καθώς και οι υψίσυχνες ταλαντώσεις των ατόµων στα στερεά σώµατα.
Η Ακουστική είναι εξαιρετικά σηµαντική στο λόγο και στην ακρόαση (ραδιοφωνικά
studios, θεατρικές αίθουσες, συνεδριακοί χώροι) και στη µουσική (παραγωγή και
ακρόαση) σε studios ηχογράφησης και αίθουσες συναυλιών.
Χώροι σαν τους προαναφερθέντες, κατασκευασµένοι χωρίς να έχουν προηγηθεί
µελέτες που αφορούν την ακουστική κλειστών χώρων, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα
δηµιουργήσουν απαράδεκτες συνθήκες ακρόασης µε αποτέλεσµα ένα δυσάρεστο
ακουστικό συναίσθηµα στο ακροατήριο. Μερικά από τα προβλήµατα που
δηµιουργούνται είναι ηχώ, στάσιµα κύµατα, τυχαίες ανακλάσεις των ηχητικών
κυµάτων, χρωµατισµός του ήχου που οφείλεται σε ανεπιθύµητους συντονισµούς στην
αίθουσα κ.ά.
Η παρούσα πτυχιακή έρευνα διεξάχθηκε στις εγκαταστάσεις του ΤΕΙ Ρεθύµνου και
συγκεκριµένα στο control room του studio ηχογραφήσεων µε σκοπό την ανάπτυξη
της αντίληψης σχετικά µε τις ιδιότητες του ήχου αλλά και τη βελτίωση της
ακουστικής του χώρου ο οποίος χρησιµοποιείται καθηµερινά στα πλαίσια της
εκπαιδευτικής διαδικασίας από καθηγητές και σπουδαστές.
Ολοκληρώνοντας της πτυχιακή εργασία θα ήθελα πρώτα να ευχαριστήσω τον
επιβλέποντα καθηγητή κ. Οδυσσέα Ρωµανό για το συνεχές ενδιαφέρον που έδειξε
κατά τη διάρκεια της έρευνας, παρέχοντας τις γνώσεις του και την καθοδήγησή του.
Επίσης ευχαριστώ τον καθηγητή κ. Σπύρο Μπρέζα για την πολύτιµη βοήθειά του και
τέλος τους συµφοιτητές Αχιλλέα Κάππη και Τριαντάφυλλο Αναγνώστου για την
συµπαράσταση και για τη βοήθειά τους στα πιο καίρια ζητήµατα.
1
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ (Α)
ΠΡΟΛΟΓΟΣ 1
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ 2
ΠΕΡΙΛΗΨΗ 6
A. ΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ 8
A.1. ΧΡΟΝΟΣ ΑΝΤΗΧΗΣΗΣ 9
A.2. ΑΚΟΥΣΤΙΚΗ ΜΙΚΡΩΝ ΧΩΡΩΝ 9
A.3. ∆ΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΑΝΤΗΧΗΤΙΚΟΥ ΠΕ∆ΙΟΥ (ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗΣ ΑΠΟΡΡΟΦΗΣΗΣ) 11
A.4. ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΤΙΚΟΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ RT60 ΚΑΤΑ SABINE 12
A.5. ΧΡΟΝΟΣ ΑΝΤΗΧΗΣΗΣ ΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟΥΣ ΧΩΡΟΥΣ ΚΑΤΑ NORRIS-EYRING 13
A.6. ΣΧΕΣΗ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΑΝΤΗΧΗΣΗΣ ΚΑΤΑ FITZROY 13
A.7. ΣΧΕΣΗ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΑΝΤΗΧΗΣΗΣ ΤΩΝ SETTE-MILLINGTON 13
A.8. EDT (EARLY DECAY TIME) 14
A.9. RT10, RT20, RT30 14
A.10. ΠΡΟ∆ΙΑΓΡΑΦΕΣ ΧΡΟΝΟΥ ΑΝΤΗΧΗΣΗΣ 15
A.11. ΣΤΑΣΙΜΑ ΚΥΜΑΤΑ 15
A.12. ΑΞΟΝΙΚΟΙ/ΕΦΑΠΤΟΜΕΝΙΚΟΙ/ΠΛΑΓΙΟΙ ΤΡΟΠΟΙ ∆ΟΝΗΣΗΣ 16
A.13. ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΙ ΕΝΟΣ ΧΩΡΟΥ 17
A.14. ΑΠΟΡΡΟΦΗΣΗ ΚΑΙ ∆ΙΑΧΥΣΗ ΤΟΥ ΗΧΟΥ 17
A.15. ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗΣ ΜΕΙΩΣΗΣ ΘΟΡΥΒΟΥ 19
A.16. ΑΠΟΡΡΟΦΗΤΕΣ 19
A.17. ΠΟΡΩ∆Η ΑΠΟΡΡΟΦΗΤΙΚΑ ΥΛΙΚΑ 19
A.18. ΑΠΟΡΡΟΦΗΤΙΚΑ ΥΛΙΚΑ ΤΥΠΟΥ ΜΕΜΒΡΑΝΗΣ 21
A.19. ∆ΙΑΤΡΗΤΕΣ ΕΠΙΦΑΝΕΙΕΣ 22
A.20. ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΕΣ 23
A.21. ΚΥΚΛΙΚΕΣ ΟΠΕΣ 24
A.22. ΣΧΙΣΜΕΣ 24
A.23. ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΙ ΑΠΟΡΡΟΦΗΤΕΣ 24
A.24. ΜΠΑΣΟΠΑΓΙ∆ΕΣ 24
A.25. ∆ΙΑΧΥΤΕΣ 26
A.26. ∆ΙΑΧΥΤΕΣ SCHROEDER 26
A.27. ∆ΙΑΧΥΤΕΣ ΜΟΝΗΣ ∆ΙΑΣΤΑΣΗΣ 29
A.28. ∆ΙΑΧΥΤΕΣ ΦΡΑΓΜΑΤΟΣ ΦΑΣΗΣ ΑΝΑΚΛΑΣΗΣ 29
A.29. ∆ΙΑΧΥΤΕΣ ΤΕΤΡΑΓΩΝΙΚΟΥ ΠΑΛΜΟΥ 30
A.30. ∆ΙΑΧΥΤΕΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑΣ ΡΙΖΑΣ 31
A.31. ΑΡΧΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ∆ΙΑΧΥΤΩΝ 33
A.32. ∆ΙΑΧΥΤΕΣ ∆ΙΠΛΗΣ ∆ΙΑΣΤΑΣΗΣ 36
A.33. ΑΛΛΟΥ ΤΥΠΟΥ ∆ΙΑΧΥΤΕΣ 37
A.34. Η ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΛΕΓΧΟΜΕΝΗΣ ∆ΙΑΧΥΣΗΣ 37
A.35. ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ∆ΙΑΧΥΤΩΝ 38
A.36. ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΛΟΒΩΝ ∆ΙΑΧΥΣΗΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ ∆ΙΑΧΥΤΩΝ 39
A.37. ΑΝΕΣΤΡΑΜΜΕΝΑ ΕΙ∆ΩΛΑ 42
A.38. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ∆ΙΑΧΥΤΩΝ 42
A.39. ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΙ ΚΑΤΑ ΤΗ ΧΡΗΣΗ ΤΩΝ ∆ΙΑΧΥΤΩΝ SCHROEDER 43
A.40. ∆ΩΜΑΤΙΑ ΕΛΕΓΧΟΥ – AUDIO CONTROL ROOMS 45
A.41. Η ΑΚΟΥΣΤΙΚΗ ΕΝΟΣ ∆ΩΜΑΤΙΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ 46
A.42. ΚΡΙΤΗΡΙΟ BONELLO 48
A.43. ΕΙ∆Η ∆ΩΜΑΤΙΩΝ ΕΛΕΓΧΟΥ 49
A.44. ∆ΩΜΑΤΙΑ ΕΛΕΓΧΟΥ ΤΥΠΟΥ JENCEN 49
A.45. TO NON-ENVIRONMENT ∆ΩΜΑΤΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ 50
A.46. ∆ΩΜΑΤΙΑ ΕΛΕΓΧΟΥ ΤΥΠΟΥ LIVE-END, DEAD-END 51
A.47. ∆ΩΜΑΤΙΑ ΕΛΕΓΧΟΥ ΤΥΠΟΥ REFLECTION FREE ZONE 52
A.48. EARLY SOUND SCATTERING ∆ΩΜΑΤΙΑ ΕΛΕΓΧΟΥ 54
A.49. ΣΥΣΤΗΜΑ MONITORING ΚΟΝΤΙΝΟΥ ΠΕ∆ΙΟΥ 54
A.50. ∆ΩΜΑΤΙΑ ΕΛΕΓΧΟΥ ΚΑΙ ΜΙΞΗΣ ∆ΥΟ ΚΑΝΑΛΙΩΝ 55
A.51. ΤΡΟΠΟΣ ΜΕΤΡΗΣΗΣ ΧΡΟΝΟΥ ΑΝΤΗΧΗΣΗΣ 56
A.52. ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ∆ΙΑ∆ΙΚΑΣΙΑ ΜΕΤΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΑΝΤΗΧΗΣΗΣ 59
A.53. ΜΕΘΟ∆ΟΣ ΕΥΡΕΣΗΣ ΤΡΟΠΩΝ ∆ΟΝΗΣΗΣ ΣΕ ΑΚΟΥΣΤΙΚΑ ΜΙΚΡΟΥΣ ΧΩΡΟΥΣ 59
A.54. ΚΡΟΥΣΤΙΚΗ ΑΠΟΚΡΙΣΗ 60
A.55. ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΜΕΤΡΗΣΕΩΝ 61
A.56. ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ MLSSA 61
A.57. ΥΛΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ MLSSA ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΤΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗ ΑΠΟΡΡΟΦΗΣΗΣ 63
2
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ (Β)
B. ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΗ ∆ΙΑ∆ΙΚΑΣΙΑ 64
B.1. ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ CONTROL ROOM 65
B.2. ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΗΣ ∆ΙΑ∆ΙΚΑΣΙΑΣ 66
B.3. ΜΕΤΡΗΣΗ 1 (ΤΥΧΑΙΑ ΘΕΣΗ ΚΟΝΤΑ ΣΤΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΗΧΟΛΗΠΤΗ) 68
B.4. ΜΕΤΡΗΣΗ 2 (ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΗΧΟΛΗΠΤΗ) 70
B.5. ΜΕΤΡΗΣΗ 3 (ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΗΧΟΛΗΠΤΗ ΟΤΑΝ ΣΤΕΚΕΤΑΙ ΟΡΘΙΟΣ) 72
B.6. ΜΕΤΡΗΣΗ 4 (ΘΕΣΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΗΧΟΛΗΠΤΗ ΜΠΡΟΣΤΑ ΑΠΟ ΤΗ 74
ΚΟΝΣΟΛΑ)
B.7. ΜΕΤΡΗΣΗ 5 (ΘΕΣΗ ΣΤΟΝ ΠΙΣΩ ΤΟΙΧΟ) 76
B.8. ΜΕΤΡΗΣΗ 6 (ΣΤΗ ΜΕΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΑΣΗΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΗΧΕΙΩΝ MEYER) 79
B.9. ΜΕΤΡΗΣΗ 7 (∆ΙΠΛΑ ΑΚΡΙΒΩΣ ΣΤΟ ΑΡΙΣΤΕΡΟ NAUTILUS) 81
B.10. ΜΕΤΡΗΣΗ 8 (∆ΙΠΛΑ ΑΚΡΙΒΩΣ ΣΤΟ ∆ΕΞΙ NAUTILUS) 83
B.11. ΜΕΤΡΗΣΗ 9 (ΣΤΗ ΜΕΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΑΣΗΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ NAUTILUS) 85
B.12. ΜΕΤΡΗΣΗ 10 (∆ΙΠΛΑ ΑΚΡΙΒΩΣ ΣΤΟ ΑΡΙΣΤΕΡΟ MEYER) 87
B.13. ΜΕΤΡΗΣΗ 11 (∆ΙΠΛΑ ΑΚΡΙΒΩΣ ΣΤΟ ∆ΕΞΙ MEYER) 89
B.14. ΜΕΤΡΗΣΗ 12 (ΣΤΗ ΜΕΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΑΣΗΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ MEYER) 91
B.15. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ 93
B.16. ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΑΚΟΥΣΤΙΚΗΣ ΤΟΥ CONTROL ROOM 93
B.17. ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΒΕΛΤΙΩΣΗΣ ΤΟΥ CONTROL ROOM 94
B.18. ΓΕΝΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ 96
ΕΠΙΛΟΓΟΣ 96
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 97
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 111
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΣΧΗΜΑΤΩΝ
ΣΧΗΜΑ 1: Γραφική αναπαράσταση του RΤ60. 9
ΣΧΗΜΑ 2: Ελεγκτής ακουστικής απόκρισης σταθερής κατάστασης δωµατίου. 10
ΣΧΗΜΑ 3: Συντελεστής ηχοαπορρόφησης του αέρα. 12
ΣΧΗΜΑ 4: Απεικονίσεις τρόπων ταλάντωσης. 14
ΣΧΗΜΑ 5: Τυπικός συντελεστής απορρόφησης ενός πορώδους υλικού. 20
ΣΧΗΜΑ 6: Πως λειτουργούν τα πορώδη απορροφητικά υλικά. 21
ΣΧΗΜΑ 7: Πορώδη απορροφητικά υλικά. 21
ΣΧΗΜΑ 8: Απορροφητικά υλικά τύπου µεµβράνης. 22
ΣΧΗΜΑ 9: ∆ιάφοροι τύποι διάτρητων επιφανειών. 23
Σχήµα 10: Χάρτης συντελεστών απορρόφησης (εξασθένισης) για διάφορα υλικά κι επιφάνειες. 109
ΣΧΗΜΑ 11: Συντονιστής Helmholtz. 25
ΣΧΗΜΑ 12: Μπασοπαγίδα. 26
ΣΧΗΜΑ 13: Παραλλαγή µεταλλικής πλάκας που σχεδίασε ο Schroeder. 27
ΣΧΗΜΑ 14: Ακουστική συµπεριφορά απορρόφησης/απλής ανάκλασης/διάχυσης για 28
συγκεκριµένη συχνότητα.
ΣΧΗΜΑ 15: Πολικό διάγραµµα διασποράς του διαχυτή Schroeder (αριστερό σκέλος) έναντι της 28
ανάκλασης από επιφάνεια ιδίου µεγέθους(δεξί σκέλος).
ΣΧΗΜΑ 16: Απεικόνιση ∆ιάχυσης. 29
ΣΧΗΜΑ 17: ∆ιαχυτής φράγµατος φάσης ανάκλασης. 30
ΣΧΗΜΑ 18: ∆ιαχυτής πρωτεύουσας ρίζας διπλής διάστασης. 33
ΣΧΗΜΑ 19: Πορεία των κυµάτων ABCD και EFGH σε διαχυτική επιφάνεια. 34
ΣΧΗΜΑ 20: Πορεία προσπίπτοντος κύµατος πάνω σε έναν διαχυτή του τύπου one-dimensional 34
QR. Αποτελούµενο από 2 περιόδους µε 17 φρεάτια ανά περίοδο.
ΣΧΗΜΑ 21: Κατευθυντικότητα διάχυσης για QR διαχυτές. 36
ΣΧΗΜΑ 22: Τοποθέτηση διαχυτών σε σειρά. 39
ΣΧΗΜΑ 23: ∆ιάγραµµα διασποράς. 40
ΣΧΗΜΑ 24: Τοποθέτηση διαχυτών στο ταβάνι. 41
ΣΧΗΜΑ 25: Πολικά διαγράµµατα λοβών διάχυσης. 41
ΣΧΗΜΑ 26: Πολικό διάγραµµα ανεστραµµένων ειδώλων. 42
ΣΧΗΜΑ 27: Αρχικό Χάσµα Χρονοκαθυστέρησης (ITG). 46
ΣΧΗΜΑ 28: Το διάγραµµα Bolt. 48
ΣΧΗΜΑ 29: Παράµετροι του κριτήριου Bonello. 49
ΣΧΗΜΑ 30: ∆ωµάτιο ελέγχου LEDE. 51
ΣΧΗΜΑ 31: Κάτοψη RFZ δωµατίου ελέγχου. 53
ΣΧΗΜΑ 32: Γραφική αναπαράσταση ενός µοναδιαίου παλµού. 59
3
ΣΧΗΜA 33: Βασική συνδεσµολογία για την µέτρηση της κρουστικής και συχνοτικής 66
απόκρισης που χρησιµοποιήθηκε για όλες τις µετρήσεις.
ΣΧΗΜΑ 34: Συνδεσµολογία Μέτρησης 1. 68
ΣΧΗΜΑ 35: IR ΜΕΤΡΗΣΗΣ 1. 68
ΣΧΗΜΑ 36: FFT ΜΕΤΡΗΣΗΣ 1. 69
ΣΧΗΜΑ 37: Συνδεσµολογία Μέτρησης 2. 70
ΣΧΗΜΑ 38: IR ΜΕΤΡΗΣΗΣ 2. 70
ΣΧΗΜΑ 39: FFT ΜΕΤΡΗΣΗΣ 2. 71
ΣΧΗΜΑ 40: Συνδεσµολογία Μέτρησης 3. 72
ΣΧΗΜΑ 41: IR ΜΕΤΡΗΣΗΣ 3. 72
ΣΧΗΜΑ 42: FFT ΜΕΤΡΗΣΗΣ 3. 73
ΣΧΗΜΑ 43: Συνδεσµολογία Μέτρησης 4. 74
ΣΧΗΜΑ 44: IR ΜΕΤΡΗΣΗΣ 4. 74
ΣΧΗΜΑ 45: FFT ΜΕΤΡΗΣΗΣ 4. 75
ΣΧΗΜΑ 46: Συνδεσµολογία Μέτρησης 5. 76
ΣΧΗΜΑ 47: IR ΜΕΤΡΗΣΗΣ 5. 77
ΣΧΗΜΑ 48: FFT ΜΕΤΡΗΣΗΣ 5. 78
ΣΧΗΜΑ 49: Συνδεσµολογία Μέτρησης 6. 79
ΣΧΗΜΑ 50: IR ΜΕΤΡΗΣΗΣ 6. 79
ΣΧΗΜΑ 51: FFT ΜΕΤΡΗΣΗΣ 6 80
ΣΧΗΜΑ 52: Συνδεσµολογία Μέτρησης 7. 81
ΣΧΗΜΑ 53: IR ΜΕΤΡΗΣΗΣ 7. 81
ΣΧΗΜΑ 54: FFT ΜΕΤΡΗΣΗΣ 7. 82
ΣΧΗΜΑ 55: Συνδεσµολογία Μέτρησης 8. 83
ΣΧΗΜΑ 56: IR ΜΕΤΡΗΣΗΣ 8. 83
ΣΧΗΜΑ 57: FFT ΜΕΤΡΗΣΗΣ 8. 84
ΣΧΗΜΑ 58: Συνδεσµολογία Μέτρησης 9. 85
ΣΧΗΜΑ 59: IR ΜΕΤΡΗΣΗΣ 9. 85
ΣΧΗΜΑ 60: FFT ΜΕΤΡΗΣΗΣ 9. 86
ΣΧΗΜΑ 61: Συνδεσµολογία Μέτρησης 10. 87
ΣΧΗΜΑ 62: IR ΜΕΤΡΗΣΗΣ 10. 87
ΣΧΗΜΑ 63: FFT ΜΕΤΡΗΣΗΣ 10. 88
ΣΧΗΜΑ 64: Συνδεσµολογία Μέτρησης 11. 89
ΣΧΗΜΑ 65: IR ΜΕΤΡΗΣΗΣ 11. 89
ΣΧΗΜΑ 66: FFT ΜΕΤΡΗΣΗΣ 11. 90
ΣΧΗΜΑ 67: Συνδεσµολογία Μέτρησης 12. 91
ΣΧΗΜΑ 68: IR ΜΕΤΡΗΣΗΣ 12. 91
ΣΧΗΜΑ 69: FFT ΜΕΤΡΗΣΗΣ 12. 92
4
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΠΙΝΑΚΩΝ
ΠΙΝΑΚΑΣ 1: Τιµές ακολουθιών ενός διαχυτή µονής διάστασης και ενός διαχυτή 33
τετραγωνικού παλµού.
ΠΙΝΑΚΑΣ 2: Αναλογίες ορθογώνιων δωµατίων ελέγχου. 47
ΠΙΝΑΚΑΣ 3: ΜΕΤΡΗΣΗ 1. 69
ΠΙΝΑΚΑΣ 4: ΜΕΤΡΗΣΗ 2. 71
ΠΙΝΑΚΑΣ 5: ΜΕΤΡΗΣΗ 3. 73
ΠΙΝΑΚΑΣ 6: ΜΕΤΡΗΣΗ 4. 75
ΠΙΝΑΚΑΣ 7: ΜΕΤΡΗΣΗ 5. 77
ΠΙΝΑΚΑΣ 8: ΜΕΤΡΗΣΗ 6. 80
ΠΙΝΑΚΑΣ 9: ΜΕΤΡΗΣΗ 7 82
ΠΙΝΑΚΑΣ 10: ΜΕΤΡΗΣΗ 8. 84
ΠΙΝΑΚΑΣ 11: ΜΕΤΡΗΣΗ 9. 86
ΠΙΝΑΚΑΣ 12: ΜΕΤΡΗΣΗ 10. 88
ΠΙΝΑΚΑΣ 13: ΜΕΤΡΗΣΗ 11. 90
ΠΙΝΑΚΑΣ 14: ΜΕΤΡΗΣΗ 12. 92
5
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Η εργασία έχει ως σκοπό τη µελέτη και βελτίωση του control room το οποίο
βρίσκεται στο studio του ΤΕΙ Ρεθύµνου. Στη πρώτη ενότητα η οποία είναι η
θεωρητική εισαγωγή αναπτύσσεται το βασικό θεωρητικό υπόβαθρο το οποίο είναι
απαραίτητο ώστε να κατανοηθεί πλήρως αφενός το αντικείµενο µελέτης, δηλαδή ο
ήχος και η συµπεριφορά του µέσα σε κλειστούς χώρους και αφετέρου η µεθοδολογία
της πειραµατικής διαδικασίας η οποία βρίσκεται στη δεύτερη ενότητα.
Αρχικά λοιπόν, ταυτόχρονα µε την φιλοσοφία της ακουστικής των µικρών χώρων
δίνεται και ο ορισµός του χρόνου αντήχησης και οι διάφοροι τρόποι υπολογισµού
του. Η επόµενη σηµαντική παράγραφος είναι τα στάσιµα κύµατα, τι είναι, γιατί
εµφανίζονται και πως µπορούν να αντιµετωπιστούν. Εποµένως γίνεται αναφορά
στους τρόπους δόνησης και στους συντονισµούς ενός χώρου.
Εν συνεχεία η πτυχιακή εργασία ασχολείται µε τις δύο σηµαντικότερες ιδιότητες του
ήχου όταν βέβαια πρόκειται να εξεταστεί η συµπεριφορά του µέσα σε κλειστούς
χώρους. Οι δύο αυτές ιδιότητες είναι η απορρόφηση και η διάχυση του ήχου, οι
οποίες αναλύονται και ερµηνεύονται εκτενώς. Παρακάτω γίνεται λόγος για τους
απορροφητές, τους διαχυτές και τα διάφορα είδη που έχουν εφευρεθεί ώστε να
τοποθετούνται µέσα σε χώρους µε κακή ακουστική µε σκοπό να ελέγξουν τις δύο
αυτές βασικές ιδιότητες του ήχου. Αναλυτικότερα γίνεται λόγος για τα πορώδη
απορροφητικά υλικά, για τα απορροφητικά υλικά τύπου µεµβράνης, για τις διάτρητες
επιφάνειες, για τους συντονιστές, τις κυκλικές οπές, τις σχισµές και τέλος τους
ηλεκτρονικούς απορροφητές και τις µπασοπαγίδες. Όσον αφορά τα είδη διαχυτών,
παρουσιάζεται η µεγάλη κατηγορία διαχυτών Schroeder, οι διαχυτές µονής και διπλής
διάστασης, οι φράγµατος φάσης και ανάκλασης, οι διαχυτές τετραγωνικού παλµού
και πρωτεύουσας ρίζας. Επίσης περιέχονται και κάποιες παράγραφοι που τονίζουν τη
σηµαντικότητα της διάχυσης και πόσο µάλλον της ελεγχόµενης διάχυσης, την
κατασκευή και εφαρµογή των διαχυτών, αλλά και τους συµβιβασµούς που
παρουσιάζονται κατά την εφαρµογή τους σε κλειστούς χώρους.
Η επόµενη παράγραφος έχει να κάνει µε την παρουσίαση των control room, τι είναι
ουσιαστικά ένα δωµάτιο ελέγχου και ποια είναι τα χαρακτηριστικά που πρέπει να έχει
ώστε να θεωρείται επαγγελµατικών προδιαγραφών. Γίνεται λόγος για τους διάφορους
τύπους δωµατίων ελέγχου που υπάρχουν όπως τα δωµάτια ελέγχου τύπου Jencen, τα
Non-environmental δωµάτια ελέγχου, τα τύπου LEDE, RFZ, ESS και Stereo. Για
κάθε έναν τύπο παρουσιάζονται εκτός των άλλων τα πλεονεκτήµατα και τα
µειονεκτήµατά του.
Οι τελευταίες παράγραφοι της θεωρητικής εισαγωγής επισηµαίνουν τη µεθοδολογία
της πειραµατικής διαδικασίας, και επιχειρηµατολογούν σε ζητήµατα όπως η
καλύτερη δυνατή µέτρηση του χρόνου αντήχησης και γιατί χρησιµοποιήθηκε το
σύστηµα MLSSA κατά τη διεξαγωγή των πειραµατικών µετρήσεων.
Η δεύτερη ενότητα είναι η ανάλυση της πειραµατικής διαδικασίας, στην οποία αρχικά
περιγράφεται εκτενώς ο χώρος στον οποίο πραγµατοποιήθηκαν οι µετρήσεις. Για την
περιγραφή της πειραµατικής διαδικασίας χρησιµοποιούνται σχήµατα που βοηθούν
στη παρουσίαση του µετρητικού εξοπλισµού που χρησιµοποιήθηκε και της
συνδεσµολογίας του. Αναλύονται µία προς µία οι µετρήσεις που έγιναν στο χώρο και
δίδονται τα αποτελέσµατα σε µορφή πινάκων και γραφικών παραστάσεων όπως
εξάχθηκαν από το σύστηµα MLSSA. Στη συνέχεια διαπιστώνονται κάποια πρώιµα
συµπεράσµατα κατά την παρατήρηση των αποτελεσµάτων και εν τέλει
καταγράφονται τα προβλήµατα της ακουστικής του προς µελέτη control room.
Αµέσως µετά, χρησιµοποιώντας βήµα προς βήµα την θεωρητική εισαγωγή και τις
πληροφορίες που αντλήθηκαν κατά την µελέτη της, παρουσιάζονται οι προτάσεις
6
βελτίωσης της ακουστικής του δωµατίου ελέγχου, επιχειρηµατολογώντας για κάθε
πρόταση µε βάση τα αποτελέσµατα της πειραµατικής διαδικασίας αλλά και τη µελέτη
που πραγµατοποιήθηκε όσον αφορά το γνωστικό αντικείµενο της ακουστικής του
ήχου σε κλειστούς χώρους. Τα γενικά συµπεράσµατα συνοψίζουν τη συνολική
διαδικασία της παρούσας πτυχιακής εργασίας.
Τέλος υπάρχουν στο παράρτηµα κάποιες λεπτοµέρειες για τη εξαγωγή των
αποτελεσµάτων της πειραµατικής διαδικασίας και φυσικά πολλές φωτογραφίες που
σκοπεύουν να δώσουν την ολική εικόνα του δωµατίου ελέγχου το οποίο µελετήθηκε
σε κάποιον που δεν µπορεί να επισκεφθεί το χώρο όποτε να κατανοήσει καλύτερα τις
περιγραφές και τις προτάσεις βελτίωσης. Στη τελευταία ενότητα παραθέτονται οι
βιβλιογραφικές αναφορές οι οποίες χρησιµοποιήθηκαν κατά την δηµιουργία αυτής
της έρευνας.
7
A. ΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ
8
A.1. ΧΡΟΝΟΣ ΑΝΤΗΧΗΣΗΣ
Για τους ακουστικά µικρούς χώρους ισχύει ότι λ ≈ διαστάσεις του χώρου.
Επίσης η εξίσωση:
(1)
(όπου RT60: χρόνος αντήχησης,
αντήχησης k σταθερά δωµατίου,V: όγκος δωµατίου και fc
συχνότητα αποκοπής δωµατίου
δωµατίου)
περιγράφει τη συχνότητα ενός µεγάλου κλειστού χώρου. Για τιµές µικρότερες της fc
το δωµάτιο θεωρείται ακουστικά µικρό µε την έννοια ότι εξετάζονται οι τρόποι
δόνησης του και όχι ένα στατιστικά αντηχητικό πεδίο. Το διάγραµµα των Bolt,
Beranek & Newman που ονοµάζεται «ελεγκτής ακουστικής απόκρισης σταθερής
κατάστασης δωµατίου», παρουσιάζει
παρουσιά τον διαχωρισµό της συµπεριφοράς ενός χώρου
σύµφωνα µε τη συχνότητα ή αλλιώς το µήκος κύµατος του ήχου ως προς τις
διαστάσεις του χώρου. Ο διαχωρισµός γίνεται σε τέσσερις ζώνες: ζώνη πίεσης
(pressure zone), ζώνη στάσιµων κυµάτων (normal modes), ζώνη διάχυσης
χυσης (diffusion)
και ζώνη ανακλάσεων (absorption
absorption/specular reflections). Η συχνότητα fc ονοµάζεται
9
συχνότητα αποκοπής και στην ουσία είναι το όριο διαχωρισµού ανάµεσα σε ένα
ακουστικά µεγάλο και ένα ακουστικά µικρό δωµάτιο.
10
A.3. ∆ΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΑΝΤΗΧΗΤΙΚΟΥ ΠΕ∆ΙΟΥ (ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗΣ
ΑΠΟΡΡΟΦΗΣΗΣ)
Αντήχηση είναι η µη ακαριαία απόσβεση του ήχου µε το σταµάτηµα µιας πηγής και
είναι αποτέλεσµα των πολλαπλών ανακλάσεων στα τοιχώµατα (και άλλα
αντικείµενα) ενός χώρου. Όταν το ηχητικό κύµα πέσει πάνω σε µια επιφάνεια, τότε
ένα µέρος του απορροφάται από το υλικό (µετατρέπεται σε θερµική ενέργεια) και ένα
µέρος του ανακλάται (µε γωνία ίση µε τη γωνία πρόσπτωσης), ενώ υπάρχει και ένα
ποσό που υφίσταται περίθλαση1. Ο συντελεστής ανάκλασης r, αντιπροσωπεύει το
ποσοστό εκείνο της προσπίπτουσας ενέργειας (για όλες τις δυνατές γωνίες
πρόσπτωσης) που ανακλάται κατά την πρόσπτωσή του στο υλικό και επιστρέφει στο
χώρο, δηλαδή:
, r є [0,1] (2)
όπου Er η ανακλώµενη ενέργεια από το υλικό και Ei η προσπίπτουσα σε αυτό
ενέργεια.
1
Τα ηχητικά κύµατα που ανακλώνται αλλάζουν γωνία κατεύθυνσης. Τα κύµατα που περνούν γύρω
από ένα εµπόδιο ή που το διαπερνούν (εξαιτίας, πχ, κάποιου ανοίγµατος στο σώµα) έχουν τη
δυνατότητα να κυρτώνονται και γεµίζουν τον χώρο πέρα του εµποδίου. Αυτή η ιδιότητα ονοµάζεται
περίθλαση. Περιγράφοντας το φαινόµενο της περίθλασης στον ακουστικό τοµέα, αποτελεί είτε την
κάµψη των ηχητικών κυµάτων γύρω από εµπόδια που διαταράσσουν την πορεία τους, ή τη διασπορά
τους µέσα από ανοίγµατα επιφανειών στις οποίες προσπίπτουν. Απαραίτητη προϋπόθεση για την
εµφάνιση περίθλασης, οι διαστάσεις των εµποδίων ή των ανοιγµάτων να είναι µικρές σε σύγκριση µε
τα µήκη κύµατος της ηχητικής ακτινοβολίας. Όσο λοιπόν µικραίνει το µήκος κύµατος, περιορίζεται η
περίθλαση. Σε παραλληλισµό πάντα µε τα οπτικά φαινόµενα, τα φαινόµενα περίθλασης ταξινοµούνται
σε δύο βασικές υποκατηγορίες ως προς το πεδίο επί του οποίου εξετάζονται:
• Περίθλαση Fresnel (εγγύς πεδίου): Το προσπίπτον κύµα και οι παραγόµενες συνιστώσες
παρουσιάζουν σηµαντική καµπυλότητα στο µέτωπό τους, οφειλόµενη στη µικρή απόσταση
τόσο της πηγής όσο και της ζώνης παρατήρησης σε σχέση µε το εµπόδιο. Αν µια σηµειακή
πηγή εκπέµψει κοντά σε σχισµή στερεού παραπετάσµατος, το µοτίβο περίθλασης που θα
παρατηρηθεί σε κοντινή επίπεδη ζώνη πίσω από τη σχισµή θα έχει την ίδια γενική κατατοµή
µε τη σχισµή, ενώ θα διακρίνεται από εναλλακτική παράθεση ενεργειακών µέγιστων κι
ελάχιστων στάθµεων.
• Περίθλαση Fraunhofer (µακρινού πεδίου): Το µέτωπο του προσπίπτοντος κύµατος όπως και
των παραγοµένων θεωρείται επίπεδο, εφόσον η πηγή και η ζώνη παρατήρησης (ανίχνευση της
έντασης µέσω µικροφώνου) τίθενται σε µεγάλη απόσταση από το θεωρούµενο εµπόδιο. Το
µοτίβο της παρατηρούµενης περίθλασης µακρινού πεδίου είναι ισοδύναµο µε το
µετασχηµατισµό Fourier της ίδιας της σχισµής. Η αρχή λειτουργίας των διαχυτών Schroeder
(βλ. σελ. 26) στηρίζεται σε αυτήν ακριβώς τη σηµαντικότερη κατηγορία περίθλασης.
11
A.4. ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΤΙΚΟΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ RT60 ΚΑΤΑ SABINE
Στη πρώτη σχέση για τον υπολογισµό του χρόνου αντήχησης κατέληξε εµπειρικά ο
Wallace Sabine το 1898. Ο Sabine κατάληξε στο συµπέρασµα ότι η αντήχηση ενός
χώρου εξαρτάται από τον όγκο
όγκο, τη γεωµετρία του και την ανακλαστικότητα των
επιφανειών του. Η σχέση για τον υπολογισµό του χρόνου αντήχησης στην οποία
κατέληξε είναι:
, ή αλλιώς (4)
µε απορρόφηση As=Sα (σε Sabins ή m2), α: ο µέσος συντελεστής απορρόφησης του
χώρου που παρουσιάζει απορρόφηση σε m2 και V ο όγκος του χώρου σε m3. Στη
σχέση του Sabine παρουσιάζεται µια µέση τιµή συντελεστή απορρόφησης γιατί µέσα
σε έναν χώρο υπάρχει πληθώρα διαφορετικών υλικών, µε διαφορετικό συντελεστή
απορρόφησης ο οποίος µάλιστα
µ είναι διαφορετικός για κάθε συχνότητα και κάθε
γωνία πρόσπτωσης της ακτίνας του ήχου. Η µέση τιµή υπολογίζεται από το γινόµενο
των επιµέρους συντελεστών απορρόφησης µε την αντίστοιχη επιφάνεια τους
διαιρεµένη µε την συνολική επιφάνεια
επιφάνεια, δηλαδή:
(5)
µε S=S1+S2+S3+…+Sn, αn είναι ο συντελεστής απορρόφησης των επιµέρους
επιφανειών και Sn τα αντίστοιχα εµβαδά τους, µε n=1,2,3,…,n. ∆ηλαδή κατά τον
Sabine η απορρόφηση του χώρου (η οποία ονοµάζεται και απορρόφηση δωµατίου)
δίνεται από τον αριθµητή της σχέσης (5) Αs=S1α1+S2α2+S3α3+…+Snαn.
Η σχέση του Sabine ισχύει ικανοποιητικά για α<<1, πχ. α<0,1. Και αυτό γιατί τα
πειράµατα του Sabine µε τα οποία οδηγήθηκε στην σχέση (4) έγιναν σε χώρο µε
µικρή απορρόφηση
απορρόφηση. Όσο µεγαλύτερος ο χώρος και χαµηλότερη η απορρόφηση τόσο
περισσότερο διαρκεί η εξασθένιση.
εξασθένιση Αυτό είναι και ένα από τα στοιχεία που
χρησιµοποιούνται από την ανθρώπινη ακοή, σε συνδυασµό µε το Initial Time Delay
gap (ITD)2 για τον προσδιορισµό του µεγέθους ενός χώρου.
2
Ο χρόνος ITDG (initial time delay gap) του control room είναι ο χρόνος µεταξύ του απευθείας
σήµατος (direct sound) και του χρόνου άφιξης της πρώτης έντονης ανάκλασης.
12
A.5. ΧΡΟΝΟΣ ΑΝΤΗΧΗΣΗΣ ΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟΥΣ ΧΩΡΟΥΣ ΚΑΤΑ NORRIS-
EYRING
Οι Norris & Eyring παρουσίασαν µια πιο λεπτοµερής µελέτη της ακουστικής
συµπεριφοράς των µεγάλων χώρων, όπου ο χρόνος αντήχησης, µε αρκετά καλή
προσέγγιση δίνεται από τη σχέση:
RT 0,161 (6)
∆ηλαδή ισχύει ότι:
RT 0,161 (7)
µε ANE=-Sln(1-α). Η σχέση των Norris & Eyring ισχύει και για α>0,1. Για πολύ µικρά
α η σχέση του Sabine (4) δίνει σχεδόν τα ίδια αποτελέσµατα µε τη σχέση (7), ενώ για
µεγάλα α η απόκλιση στις τιµές είναι µεγάλη.
Γενικά για τεράστιους χώρους η σχέση του χρόνου αντήχησης κατά Sabine πρέπει να
συµπληρωθεί µε την απορρόφηση που οφείλεται στην απορρόφηση από τον αέρα και
γίνεται:
RT 0,161 (8)
µε m ο συντελεστής εξασθένισης στον αέρα (αδιάστατο µέγεθος).
Η παρουσία του παράγοντα 4mV που προστέθηκε στη σχέση γίνεται απαραίτητη στις
συχνότητες από 2Khz και άνω.
Sx Sy Sz V
Για α<<0,1 RT # # 0,161 (9)
S2
•
αx αy αz
Για α>>0,1 RT
Sx Sy Sz V
# # 0,161 (10)
()1*αx ()1*αy ()1*αz
• *1 *1 *1 S2
Για ορθογώνιο ισχύει Sx=2ΧΨ, Sy=2XZ, Sz=2ΨZ.
13
RT 0,161 (11)
+
µε AM=-[S1ln(1-α1)-1+S2ln(1-α2)-1+…] άρα κατά τους Sette-Millington η σχέση για
τον υπολογισµό του χρόνου αντήχησης ενός χώρου είναι:
RT 0,161 ∑-- ./- 01
(12)
Υπάρχουν και κάποιο άλλοι χρόνοι που µελετώνται ανάλογα µε την περίσταση. Ο
χρόνος RT30 ορίζεται ως δύο φορές ο χρόνος που απαιτείται ώστε ο ήχος να
ελαττωθεί από -5 έως -35dB µετά το µηδενισµό της πηγής από την αρχική τιµή. Με
ανάλογο τρόπο ορίζονται και οι χρόνοι RT10 και RT20. Ο RT20 είναι τρεις φορές ο
χρόνος που απαιτείται για τη πτώση του ήχου από -5 έως -25dB και ο RT10 είναι έξι
φορές ο χρόνος που απαιτείται για τη πτώση του ήχου από -5 έως -15dB. Όλοι οι
παραπάνω χρόνοι ορίζονται όπως και ο RT60 για κάθε συχνότητα. Ο χρόνος RT30
λέγεται και ERT (extended reverberation time). Αν το αντηχητικό πεδίο είναι
διάχυτο (βλ. σελ. 15), τότε όλοι οι παραπάνω χρόνοι είναι ίσοι (ιδανική περίπτωση,
µη πραγµατική).
14
A.10. ΠΡΟ∆ΙΑΓΡΑΦΕΣ ΧΡΟΝΟΥ ΑΝΤΗΧΗΣΗΣ
Παρακάτω δίνονται κάποιες ενδεικτικές τιµές που πρέπει να ισχύουν για το χρόνο
αντήχησης, ανάλογα µε το είδος του δωµατίου:
Είδος Χώρου Χρόνος Αντήχησης
Καθιστικός χώρος (living room) 0.5sec
Μικρά δωµάτια για σολιστική µουσική και 1.0sec
µουσική δωµατίου
Ορατόρια, καθεδρική ναοί, για οργανική 2.5sec
µουσική
Χώροι όπου εκτελείται κλασική µουσική 1.0-1.4sec
(baroque)
Χώροι όπου εκτελείται ορχηστρική µουσική 2.0sec
του 19ου αιώνα
Χώροι ηχογράφησης κυρίως µη-κλασικής
µουσικής (rock, pop, country, western), Όσο µικρότερος γίνεται
τηλεοπτικά στούντιο.
Control rooms 0.2-0.4sec
Εκπαιδευτικοί χώροι 0.75sec
6
f3,4,5 8nx/Lx 7 # ny/Ly7 # nz/Lz7 (13)
7
(c:ταχύτητα του ήχου (m/s), Lx, Ly, Lz :διαστάσεις του χώρου στους αντίστοιχους
άξονες και nx, ny, nz : τάξη του στάσιµου κύµατος στον αντίστοιχο άξονα). Επίσης
στις παραπάνω συχνότητες θεωρείται ότι συµβαίνει ένας συντονισµός ή ότι υπάρχει
ένας τρόπος δόνησης ή ένας τρόπος ταλάντωσης (resonance mode). Η ύπαρξη
στάσιµων κυµάτων γενικά «χρωµατίζει» το χώρο και επηρεάζει τη συµπεριφορά του,
γεγονός που ειδικά για ένα control room θεωρείται ανεπιθύµητο.
15
A.12. ΑΞΟΝΙΚΟΙ/ΕΦΑΠΤΟΜΕΝΙΚΟΙ/ΠΛΑΓΙΟΙ
ΑΞΟΝΙΚΟΙ/ΕΦΑΠΤΟΜΕΝΙΚΟΙ ΤΡΟΠΟΙ ∆ΟΝΗΣΗΣ
Γενικά ισχύει:
ΤΡΟΠΟΣ ∆ΟΝΗΣΗΣ ΠΛΗΘΟΣ ΑΝΑΚΛΑΣΕΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΣΤΑΘΜΗ
AXIAL 2 επιφάνειες 1 0 dB
TANGENTIAL 4 επιφάνειες ½ -3 dB
OBLIQUE 6 επιφάνειες ¼ -6 dB
Φυσικά ο παραπάνω πίνακας δεν ισχύει για όλες τις περιπτώσεις,
περιπτώσεις εφόσον σε
περίπτωση ανώµαλης κατανοµής των απορροφητικών υλικών στις διάφορες
επιφάνειες ανάλογα µε τα απορροφητικά υλικά του κάθε τοίχου
τοίχου, µπορεί να τύχει ένας
εφαπτοµενικός τρόπος ταλάντωσης να είναι εντονότερος από έναν αξονικό.
αξονικό
16
A.13. ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΙ ΕΝΟΣ ΧΩΡΟΥ
>?@ >?B C?
Ν= # # (14)
A6@ 6B D6
Ν: πλήθος συντονισµών, f: συχνότητα (Hz), c: ταχύτητα του ήχου στον αέρα3, V:
όγκος (m3), S: συνολική επιφάνεια, L: συνολική περιµετρική απόσταση δωµατίου.
Άρα το πλήθος των τρόπων δόνησης ενός χώρου αυξάνεται µε τη συχνότητα και τις
διαστάσεις του χώρου.
Έστω λοιπόν ότι σε ένα µικρό χώρο υπάρχει πηγή που εκπέµπει ήχο σε µια µόνο
συχνότητα. Αµέσως σχηµατίζονται στάσιµα κύµατα. Έστω ότι η συχνότητα της
πηγής είναι κοντά στη συχνότητα ενός τρόπου δόνησης. Η στάθµη του ήχου
αυξάνεται µέχρι η µέση τιµή της πίεσης να φτάσει την τιµή:
7GH
Ep E │ (15)
IHJ B KJ B HB HJ B B
Κ: σταθερά που εξαρτάται από την ακουστική ισχύ της πηγής, Κn: σταθερά που
εξαρτάται από την απορρόφηση του χώρου και ισχύει ότι Κn=6,91/RT60, ω: η
συχνότητα της πηγής και ωn: η συχνότητα του τρόπου δόνησης. Η στάθµη πίεσης
παίρνει τη µέγιστη τιµή όταν η συχνότητα της πηγής είναι ίδια µε τη συχνότητα
συντονισµού.
A.14. ΑΠΟΡΡΟΦΗΣΗ ΚΑΙ ∆ΙΑΧΥΣΗ ΤΟΥ ΗΧΟΥ
17
δωµατίου µε την αντίστοιχη που δηµιουργεί το πεδίο διάχυσης ενός µεγάλου
κλειστού χώρου. Ένα πεδίο διάχυσης θεωρείται πως αναπτύσσεται από την υπέρθεση
άπειρου αριθµού επιπέδων κυµάτων που διαδίδονται προς όλες τις κατευθύνσεις.
Ανάλογο αυτής της θεώρησης είναι ένας ήχος που έχει ανακλαστεί πολλαπλές φορές
από επίπεδα τοιχώµατα.
Όταν ένα κλειστό δωµάτιο διεγείρεται από ηχητικό σήµα, η ηχητική ενέργεια
ανακλάται από τις επιφάνειές του. Μέρος αυτής απορροφάται σε καθεµία ανάκλαση,
µε αποτέλεσµα να εξασθενεί µε εκθετικό ρυθµό. Στην ιδανική κατάσταση, το κύµα
θα έπρεπε να έχει την ίδια πιθανότητα ανάκλασης από κάθε διαθέσιµη επιφάνεια
σχηµατίζοντας έτσι ένα πεδίο διάχυσης. Το γεγονός αυτό θα οδηγούσε σε µοναδική
εκθετική εξασθένηση µε χρονική σταθερά ανάλογη του µέσου όρου απορρόφησης
των επιφανειών του. Στην πράξη όµως µέρος της ηχητικής ενέργειας δεν ανακλάται
σε τυχαίο µοτίβο, αλλά σε κυκλικές διαδροµές. Προκύπτουν έτσι στάσιµα κύµατα
όπως περιγράφονται παραπάνω. ∆εν συναντούν όλες τις επιφάνειες του χώρου,
µονάχα υποσύνολα των επιφανειών. Επίσης ούτε η γωνία πρόσπτωσης σε αυτές
ποικίλλει. Συνεπάγεται συµπαγή επιστροφή ενέργειας πίσω στην αρχική επιφάνεια
αντί τα κύµατα να διασπείρονται, ανταποκρινόµενα σε συγκεκριµένες συχνοτικές
συνιστώσες που καθορίζονται από τα γεωµετρικά χαρακτηριστικά του χώρου. Όλες
οι προαναφερθείσες ιδιότητες είναι ανεπιθύµητες καθώς συνεπάγονται έντονη
µεταβολή στο επίπεδο ηχητικής πίεσης (αντί για οµοιογένεια) καθώς ο ακροατής
µεταβαίνει σε διαφορετικές θέσεις στο χώρο.
Όταν ένα ηχητικό κύµα πέσει πάνω σε ένα τοίχο ή γενικά σε κάποια επιφάνεια
διαχωρισµού δύο µέσων, ένα µέρος από την ενέργεια που µεταφέρει ανακλάται, ενώ
ένα άλλο µέρος απορροφάται ή διαδίδεται µέσω του τοίχου από την άλλη πλευρά.
Εποµένως η απορρόφηση του ήχου από τα τοιχώµατα παίζει πολύ σπουδαίο ρόλο
στην ακουστική των χώρων. Η απορρόφηση από µια επιφάνεια ενός συγκεκριµένου
υλικού οφείλεται σε δύο φαινόµενα:
• Καθώς το ηχητικό κύµα εισχωρεί στο υλικό που είναι συνήθως πορώδες, το
µέσο διάδοσης (συνήθως ο αέρας) κατά την εκτέλεση των ταλαντώσεων
λόγω τριβών µε το υλικό χάνει ενέργεια µε αποτέλεσµα τη µετατροπή της
ηχητικής ενέργειας σε θερµική.
• Το ηχητικό κύµα διεγείρει προς ταλάντωση (και συνεπώς προσφέρει
ενέργεια) τα µόρια του απορροφητικού υλικού, οπότε η ενέργεια του
ηχητικού κύµατος µειώνεται.
18
A.15. ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗΣ ΜΕΙΩΣΗΣ ΘΟΡΥΒΟΥ
A.16. ΑΠΟΡΡΟΦΗΤΕΣ
Σε αυτή την κατηγορία η απορρόφηση επιτυγχάνεται µέσω των δυνάµεων τριβής που
µετατρέπουν την ηχητική ενέργεια (ανεπιθύµητη) σε θερµότητα. Απορρόφηση
υπάρχει και λόγω της απώλειας ενέργειας στους πόρους του υλικού, λόγω της τριβής
του αέρα. Η τριβή είναι ανάλογη της δυναµικής πίεσης του κινούµενου αέρα,
εποµένως τα πορώδη υλικά προκαλούν µεγαλύτερη απορρόφηση όταν βρίσκονται σε
θέσεις όπου η ταχύτητα των σωµατιδίων του ηχητικού κύµατος είναι µέγιστη. Όταν
το ηχητικό κύµα προσπίπτει πάνω σε ανένδοτη επιφάνεια (πχ. µπετόν)
δηµιουργούνται στάσιµα κύµατα. Σε αποστάσεις από την επιφάνεια λ/4, 3λ/4 κτλ.
Όπου λ το µήκος του προσπίπτοντος κύµατος, εκεί η ταχύτητα της ταλάντωσης
παίρνει τη µέγιστή τιµή της. Άρα, όταν το πορώδες υλικό τοποθετείται σε επαφή µε
µια ανακλαστική επιφάνεια, όπου η ταχύτητα των σωµατιδίων είναι µικρή, η
απορρόφηση είναι αµελητέα. Αντιθέτως, µεγάλη απορρόφηση επιτυγχάνεται όταν το
ίδιο υλικό τοποθετείται σε απόσταση λ/4 από την επιφάνεια. Για παράδειγµα, ένα
χαλί που τοποθετείται αναγκαστικά σε επαφή µε το πάτωµα θα απορροφά καλύτερα
τις υψηλές συχνότητες των οποίων τα τέταρτα µήκους κύµατος θα είναι συγκρίσιµα
µε το πάχος του πέλους του χαλιού (πορώδης επιφάνεια). Άλλες επιφάνειες στο µέσο
δωµάτιο ακρόασης θα εµφανίζουν φυσικά διαφοροποιηµένη απορρόφηση ως προς τη
συχνοτική ζώνη και το ποσοστό.
19
Η τιµή του συντελεστή απορρόφησης για ένα απορροφητικό υλικό τοποθετηµένο
µπροστά από µια ανένδοτη επιφάνεια σε απόσταση d από αυτήν, δίνεται
δίνε από τη
σχέση:
(17)
όπου Rf η αντίσταση ροής που δίνεται από τον τύπο Rf=∆ρ/u και ∆ρ η διαφορά
πίεσης στις δύο επιφάνειες του υλικού και u η ταχύτητα των σωµατιδίων
σωµατιδίων, f η
συχνότητα, c η ταχύτητα του ήχου στον αέρα και ρ η πυκνότητα του αέρα.
αέρα
Για την αποτελεσµατική απορρόφηση του ήχου θα πρέπει ο συντελεστής ανάκλασης
των υλικών να είναι µικρός.
µικρός Έτσι γίνεται αντιληπτό ότι όσο πιο µικρή διαφορά έχουν
οι εµπεδήσεις του αέρα του υλικού, τόσο µικρότερη η ανάκλαση και συνεπώς
µεγαλύτερη η διάδοση. Η πυκνότητα αυτών των υλικών θα πρέπει να είναι µικρή,
πρακτικά δύο µε τρεις φορές µεγαλύτερη από αυτή του αέρα και η διάµετρος των
πόρων να είναι µεγαλύτερη από το µήκος κύµατος του ήχου γεγονός που πο καθιστά
τους πορώδη απορροφητές αποδοτικότερους στις µεσαίες και υψηλές συχνότητες (πχ.
υαλοβάµβακας).
Τα πορώδη απορροφητικά υλικά που βρίσκουν χρήση ως απορροφητές του ήχου,
είναι συνήθως ινώδη υλικά µε τη µορφή ταµπλό, αφρού, υφασµάτων και χαλιών.
Στην περίπτωση που οι ίνες είναι πολύ αραιές δεν υπάρχει µεγάλη απορρόφηση µιας
και η ενέργεια που χάνεται ως θερµότητα είναι λίγη. Από την άλλη πλευρά
πλευρά, αν οι ίνες
του υλικού είναι πολύ πυκνές
πυκνές, δεν υπάρχει εισχώρηση του ήχου και η κίνηση του
αέρα δεν µπορεί ναα προκαλέσει τόσο µεγάλη τριβή ώστε να είναι αποτελεσµατική.
αποτελεσµατική Η
επίστρωση µοκέτας στο δάπεδο αυξάνει την ηχοαπορροφητικότητα κατά 0,85% σε
σύγκριση µε αυτή που παρουσιάζει ένα δάπεδο από γυµνό ξύλο
ξύλο. Οι µοκέτες είναι µια
αρκετά οικονοµική λύση που έχει εύκολη εφαρµογή καθώς αρκεί το µέτρηµα και το
κόλληµα µε τη χρήση ασταριού και ειδικής κόλλας. Συνεπώς
Συνεπώς, η αποτελεσµατικότητα
ενός απορροφητικού υλικού εξαρτάται από το πάχος του υλικού, το µέγεθος των
πόρων και από την πυκνότητα των ινών του υλικού. Τέλος Τέλος, η απορροφητική
απ
ικανότητα στα πορώδη υλικά εξαρτάται από τη συχνότητα και αυξάνει µε αυτήν.
Αυτά τα απορροφητικά υλικά συνήθως αποτελούνται από µια λεπτή µεµβράνη (πχ.
ύφασµα), που βρίσκεται σε µικρή απόσταση από κάποιο σκληρό υλικό (πχ. τοίχος).
Όταν ο ήχος προσπίπτει στη µεµβράνη τότε τη διεγείρει σε ταλάντωση και η απώλεια
της ηχητικής ενέργειας οφείλεται στην εσωτερική τριβή του υλικού. Για χαµηλότερες
συχνότητες, ο συντελεστής απορρόφησης αυτών των υλικών είναι µεγάλος µεγάλος, µε
µέγιστο στην περιοχή που συµπίπτει µε τη φυσική συχνότητα ταλάντωσης της
µεµβράνης. Καθώς αυτά τα υλικά ταλαντώνονται, η συχνότητα συντονισµού τους και
άρα η συχνότητα κατά την οποία η απορρόφηση µεγιστοποιείται δίνεται από την
παρακάτω σχέση:
(18)
όπου m η µάζα του υλικού ανά µονάδα επιφάνειας (kg/m2), L η απόσταση από τον
τοίχο (m), ρ η πυκνότητα του αέρα και c η ταχύτητα του αέρα.
21
ακαµψία του
του, κατ επέκταση περιορίζεται η δυνατότητα ταλάντωσης της
µεµβράνης, συνεπώς µικραίνει η απορροφητική του ικανότητα..
µεµβράνης
• Οι συχνότητες τις οποίες απορροφούν αυτού του είδους οι απορροφητές είναι
µεταξύ 50 και 500Hz.
500 Τα µέγιστα της απορρόφησης βρίσκονται κάτω από τα
300Hz και µετακινούνται σε χαµηλότερες συχνότητες καθώς το βάρος του
υλικού αυξάνει.
• Αν τοποθετηθεί πορώδες υλικό πίσω από το απορροφητικό
ρροφητικό τύπου µεµβράνης,
η αποτελεσµατικότητά τους αυξάνει.
• Το βάρος των απορροφητών τύπου µεµβράνης είναι συνήθως 3 έως 5 Kg/m2.
Οι µεµβράνες χαµηλού βάρους χρησιµοποιούνται για τον έλεγχο της
ακουστικής ενώ αυτές µεγαλύτερου βάρους είναι πολύ αποτελεσµ
αποτελεσµατικές για
ηχοµόνωση.
(19)
όπου s το εµβαδόν του λαιµού της οπής, l το µήκος του λαιµού και V ο όγκος της
κοιλότητας.
Όταν είναι επιθυµητό να υπάρχει µέγιστη απορρόφηση σε διαφορετικές συχνότητες,
χρησιµοποιούνται δύο ή περισσότερα είδη διατρήσεων στην ίδια επιφάνεια ή σε
διαφορετικές επιφάνειες. Με τη προσθήκη του απορροφητικού υλικού κάτω από τη
διάτρητη επιφάνεια, πλαταίνει
αίνει η καµπύλη συντονισµού. Η διάτρηση µπορεί να είναι
συµµετρική ή τυχαία
τυχαία. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι το ποσοστό της διάτρησης να
µην υπερβαίνει το 20%, γιατί τότε η επιφάνεια είναι διαφανής ως προς τον τοίχο.
Αυτοί οι τύποι απορροφητών κατασκευάζονται από διάφορα υλικά όπως κόντρα
πλακέ, τα hardboard, λαµαρίνα κα. Η ηχοαπορρόφηση οφείλεται, όπως και στην
προηγούµενη περίπτωση, στη λειτουργία του συστήµατος µάζας-ελατηρίου
ελατηρίου. Πάλι το
22
στρώµα του αέρα
αέρα, που βρίσκεται µεταξύ του διάτρητου φύλλου και της επιφάνειας
στήριξης, λειτουργεί ως ελατήριο,
ελατήριο αλλά ως µάζα λειτουργεί βασικά η µάζα του αέρα,
ο οποίος βρίσκεται µέσα στις οπές ή στις σχισµές. Οι διάτρητες επιφάνειες
παρουσιάζουν πολύ µεγάλη ηχοαπορρόφηση στην περιοχή των µεσαίων συχνοτήτων
συχνοτήτων,
µέτρια στις υψηλές και µικρή στις χαµηλές συχνότητες.
A.20. ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΕΣ
23
A.21. ΚΥΚΛΙΚΕΣ ΟΠΕΣ
P R
f I (20)
7Q CS
όπου P το ποσοστό διάτρησης, L η απόσταση της επιφάνειας από τον τοίχο, l το
µήκος του λαιµού κάθε οπής και δ=0.8d όπου d η διάµετρος του λαιµού.
A.22. ΣΧΙΣΜΕΣ
P R
f I (21)
7Q CGT
7 7W
όπου U # Q ln για την περίπτωση σχισµών πεπερασµένου µήκους και
Q X
7 ]Q
U Q ln YZ[\Y 7 για τη περίπτωση σχισµών άπειρου µήκους.
Οι διάτρητες επιφάνειες είναι στην ουσία ένας συνδυασµός των δύο τύπων
απορροφητών που αναφέρθηκαν παραπάνω και των συντονιστών (και συνήθως στο
εσωτερικό ενός συντονιστή υπάρχει απορροφητικό υλικό). Η διάτρητη επιφάνεια
λειτουργεί ως απορροφητής τύπου µεµβράνης, οι οπές σαν συντονιστές και το
ενδιάµεσο υλικό σαν πορώδης απορροφητής. Οι οπές µειώνουν την απόδοση της
µεµβράνης στις χαµηλές συχνότητες και την ενισχύουν στις µεσαίες. Επίσης
µειώνουν την απόδοση των πορωδών υλικών στις υψηλές συχνότητες. Η απόδοση
στις υψηλές συχνότητες βελτιώνεται µε την επιλογή οπών µικρής διαµέτρου.
A.24. ΜΠΑΣΟΠΑΓΙ∆ΕΣ
Συντονιστές Helmholtz:
Μοιάζει µε µεγάλο κενό περιέκτη που διαθέτει µικρό άνοιγµα
άνοιγµα. Απορροφούν ενέργεια
από τις συνιστώσες του ηχητικού κύµατος που αντιστοιχούν στη συχνότητα
συντονισµού του περιεχοµένου αποσπώντας την από τον υπόλοιπο χώρο.
Ανταποκρίνονται ικανοποιητικά σε στενή συχνοτική ζώνη ζώνη, αλλά µπορούν να
ρυθµιστούν και για ευρύτερη
ευρύτερη. Αποτελούν εξ ορισµού ογκώδεις και άκαµπτες βαριές
διατάξεις. Σχέση (19).
A.25. ∆ΙΑΧΥΤΕΣ
(22)
όπου ∆φ συµβολίζει τη διαφορά φάσης σε µοίρες. Είναι προφανές ότι για τιµή
βάθους ίση µε το 1/4 του προς εξέταση µήκους κύµατος, το εξερχόµενο κύµα θα έχει
διαφορά φάσης π (180ο). Με αυτόν τον τρόπο, το αυλάκι υπολογίζεται µε συντελεστή
ανάκλασης -1 για τη συγκεκριµένη συχνότητα
Η διάταξη αυτή µε τις ορθές αυλακώσεις του 1/4 µήκους κύµατος εµφάνισε
πρωτοφανή διαχυτική συµπεριφορά
συµπεριφορά. Το παρακάτω τριπλό διάγραµµα αντιπαραθέτει
σχηµατικά την ακουστική συµπεριφορά (στο χώρο και το χρόνο χρόνο) κατά την
εκτεταµένη διάχυση (δεξί
δεξί σκέλος)
σκέλος έναντι της απλής ανάκλασης (µεσαίο
µεσαίο σκέλος) και
της απορρόφησης (αριστερό
αριστερό σκέλος) για δεδοµένη συχνότητα.
27
ΣΧΗΜΑ 14: Ακουστική συµπεριφορά απορρόφησης/απλής ανάκλασης/διάχυσης
ανάκλασης διάχυσης για
συγκεκριµένη συχνότητα.
ΣΧΗΜΑ 15: Πολικό διάγραµµα διασποράς του διαχυτή Schroeder (αριστερό σκέλος)
έναντι της ανάκλασης από επιφάνεια ιδίου µεγέθους(δεξί σκέλος).
Η ανάγκη τήρησης του κανόνα 1/4 µήκους κύµατος όσον αφορά το δυαδικό διαχυτή
µέγιστου µήκους υπαγορεύει την εξάρτηση των διαχυτικών ιδιοτήτων αυτού από το
µήκος κύµατος του ήχου που προσπίπτει στην επιφάνειά του του. Βασικό µειονέκτηµα
αυτού του µοτίβου διάχυσης είναι ο περιορισµός της ωφέλιµης λειτουργίας σε
σχετικά στενή συχνοτική ζώνη,
ζώνη γεγονός που στερεί την πρακτικότητα από τις
εφαρµογές διάχυσης σε µεγάλο εύρος ζώνης. Σύµφωνα µε τα πειραµατικά δεδοµένα,
το εύρος ζώνης των συχνοτήτων που διαχέει η κατασκευή εκτείνεται από µισή
οκτάβα κάτωθεν έως µισή οκτάβα άνωθεν του συχνοτικού ύψους στο οποίο είναι
µε κριτήριο
«συντονισµένος» (µε κριτή το βάθος των εγκοπών) ο εκάστοτε διαχυτής.
Το µέγιστο πλάτος καθεµιάς από τις µονές εγκοπές έχει οριστεί να µην υπερβαίνει το
µισό του µήκους κύµατος που αντιστοιχεί στην ανώτατη διαχεόµενη συχνότητα.
συχνότητα Το
άνω όριο αποκοπής εξαρτάται και από τη γωνία πρόσπτωσης,
σπτωσης αφού όταν το κύµα δεν
φτάνει κατά µέτωπο αναλύεται σε δύο κάθετες µεταξύ τους συνιστώσες.συνιστώσες Η
ο
συνιστώσα που βρίσκεται υπό γωνία 90 υφίσταται µηδενική διάχυση, ενώ το µήκος
κύµατος της κατά µέτωπον συνιστώσας η οποία διαχέεταιδιαχέεται, οφείλει να µένει
µεγαλύτερο/ίσο του ανοίγµατος
ανοίγµατος. Αλλαγή της γωνίας πρόσπτωσης συνεπάγεται
µεταβολή της ανώτερης συχνότητας (κατώτατο µήκος κύµατος) που δύναται να
διαχυθεί από συγκεκριµένη διάταξη φρεατίων.
28
ΣΧΗΜΑ 16: Απεικόνιση ∆ιάχυσης.
∆ιάχυσης
29
ΣΧΗΜΑ 17: ∆ιαχυτής φράγµατος φάσης ανάκλασης.
30
σταθερό, δηλαδή το φάσµα ισχύος είναι ουσιαστικά επίπεδο. Η ακολουθία προκύπτει
από την εξής σχέση:
Παράγοντας αναλογίας βάθους φρεατίων = ν2 µόρφωµα p (23)
όπου n συµβολίζει ακέραιο αριθµό µε τιµή ανάµεσα στο 0 και το άπειρο και το p
αντιπροσωπεύει πρώτο αριθµό6. ∆εν χρησιµοποιείται το σύνολο των δυνατών τιµών
σε καθεµία ακολουθία, επειδή το τετραγωνισµένο τµήµα της µορφωµατικής σχέσης
καταργεί τη γραµµικότητα της διανοµής.
Η λειτουργία των διαχυτών Schroeder επιτελείται σε ακέραια πολλαπλάσια µιας
ονοµαστικής (πρώτης) συχνότητας σχεδίασης, η οποία τίθεται συνήθως ως το κάτω
όριο αποκοπής του διαχυτή. Η συχνότητα σχεδίασης δεν εκφράζει την ελάχιστη
συχνότητα για την οποία ο διαχυτής θα παρουσιάζει µεγαλύτερη διασπορά σε
σύγκριση µε αντίστοιχη επίπεδη επιφάνεια, αλλά το πρώτο τονικό ύψος επί του
φάσµατος για το οποίο επιτυγχάνονται ισοδύναµοι λοβοί ηχητικής ενέργειας από
περίθλαση σε ποικίλες διευθύνσεις. Έχει µάλιστα διαπιστωθεί πως οι διαχυτές
Schroeder διασπείρουν ευρύτερα την προσπίπτουσα ηχητική ενέργεια σε σύγκριση µε
απλή επίπεδη επιφάνεια για συχνότητες που βρίσκονται σε ύψος κατώτερο κατά 1
οκτάβα από την ονοµαστική συχνότητα σχεδίασης.
31
Οι διαχυτές πρωτεύουσας ρίζας διασπείρουν την προσπίπτουσα σε αυτές ηχητική
ενέργεια σε διάφορες διακριτές διευθύνσεις, εφαρµόζοντας την αναγκαία συνθήκη
ισοδυναµίας των διακριτών λοβών ώστε το φάσµα ισχύος από το µετασχηµατισµό
Fourier της ακολουθίας να είναι ουσιαστικά σταθερό (να προσεγγίζει την ευθεία
γραµµή) εντός της ζώνης ωφέλιµης λειτουργίας. Για την ισοδυναµία των
παραγόµενων λοβών σε προβλέψιµες διευθύνσεις, απαιτείται εγκατάσταση
συστοιχίας τεσσάρων τουλάχιστον περιόδων (αυτόνοµων τεµαχίων). Η απόδοση της
συστοιχίας είναι επιβεβαιωµένα καλύτερη από εγκατάσταση µοναδικής περιόδου η
οποία θα ήταν βασισµένη σε ανώτερο πρώτο αριθµό ώστε να διέθετε παραπλήσιες
διαστάσεις.
Ο σχηµατισµός των διακριτών λοβών ανακλώµενης ενέργειας οφείλεται στις
διαδοχικές φασικές µετατοπίσεις που επιφέρει η αλληλουχία φρεατίων διαφορετικού
βάθους στο προσπίπτον ηχητικό σήµα. Η φασική µετατόπιση από τη διάταξη
πρωτεύουσας ρίζας λειτουργεί βέλτιστα σε ακέραια πολλαπλάσια του κάτω ορίου
αποκοπής. Σε ενδιάµεσες αυτών συχνότητες το πλήθος και οι γωνίες διεύθυνσης των
λοβών µεταβάλλονται. Έχει επίσης αποδειχθεί ότι η διασπορά των διατάξεων για
τονικά ύψη µέχρι και µία οκτάβα κατώτερα της ονοµαστικής συχνότητας σχεδίασης
είναι µεγαλύτερη της προβλεπόµενης από απλή επίπεδη επιφάνεια, όµως δεν
ακολουθεί την απόδοση ισοδύναµων λοβών της τυπικής διαχυτικής λειτουργίας.
Εάν το πάχος των διαχωριστικών ανέλθει σε µέγεθος ενός τετάρτου του πλάτους των
επιµέρους φρεατίων, τότε στην ανώτερη ζώνη λειτουργίας αρχίζουν να
υπεισέρχονται, για πρώτο αριθµό µορφώµατος 17 και άνω, επιπλέον λοβοί γειτονικοί
προς την κατοπτρική διεύθυνση εξαιτίας του µεγαλύτερου συνολικού πλάτους της
περιόδου.
Για κατά µέτωπον πρόσπτωση κύµατος στη συχνότητα σχεδίασης παρέχεται το
ελάχιστο πλήθος λοβών, ενώ το µέγιστο πλήθος στο άνω όριο αποκοπής. Απόκλιση
από την κατά µέτωπον πρόσπτωση του σήµατος συνεπάγεται µείωση του άνω ορίου
αποκοπής και µεταβολή των διευθύνσεων όπως και της πυκνότητας των
παρερχοµένων λοβών ενέργειας. Η διάσπαση της ανακλώµενης ηχητικής ενέργειας
δεν επιτελείται µονάχα στο χώρο (διακριτές διευθύνσεις) αλλά και στο πεδίο του
χρόνου. Το πλάτος της ανακλώµενης επιστροφής στην κατοπτρική διεύθυνση για τη
διάταξη τετραγωνικού υπολοίπου είναι εξασθενηµένο κατά περίπου 8-10dB. Η
ιδιαιτερότητα των διατάξεων πρωτεύουσας ρίζας έγκειται στην απουσία των 0 και p,
τιµές οι οποίες αντιστοιχούν στην κατοπτρική συνιστώσα ανάκλασης (δηλαδή την
προβλεπόµενη από την πρόσπτωση υπό ίδια γωνία σε επίπεδη επιφάνεια καθρέπτη).
Αυτά τα χαρακτηριστικά οδηγούν σε διαφοροποίηση της κατανοµής των λοβών
ενέργειας στα πεδία του χώρου και του χρόνου παρέχοντας ουσιαστικά διάχυση
αποκοπής ως προς την κατοπτρική συνιστώσα. Η ταπείνωση της διασποράς προς την
κατοπτρική διεύθυνση ισχύει φυσικά στη συχνότητα σχεδίασης και τα ακέραια
πολλαπλάσια αυτής. ∆εχόµενοι για λόγους απλούστευσης ότι οι απώλειες ηχητικής
ενέργειας από απορρόφηση είναι αµελητέες, έχει υπολογιστεί ότι η ενέργεια στη
διεύθυνση της κατοπτρικής συνιστώσας έχει µέγεθος περίπου το 1/100 (µείωση κατά
20dB) της προερχόµενης από απλή επίπεδη επιφάνεια και το 1/10 των υπολοίπων
(ισοδύναµων µεταξύ τους) διασπειροµένων συνιστωσών από τη διάταξη
πρωτεύουσας ρίζας. Στην πράξη δεν ισχύει πλήρης αποκοπή της κατοπτρικής
ανάκλασης, γεγονός που στην πλειονότητα των εφαρµογών συµβάλλει θετικά στη
γενικότερη διάχυση της ηχητικής ενέργειας εντός του χώρου.
H ιδιότητα πρόσθετης υποβάθµισης της ενέργειας στην κατοπτρική διεύθυνση
ανάκλασης αυξάνει την καταλληλότητα των διατάξεων πρωτεύουσας ρίζας για
µικρούς χώρους ακρόασης όπως και για εφαρµογή στα ζωντανά άκρα των control
rooms µικρού µεγέθους.
32
ΣΧΗΜΑ 18: ∆ιαχυτής πρωτεύουσας ρίζας διπλής διάστασης.
ΠΙΝΑΚΑΣ 1: Τιµές ακολουθιών ενός διαχυτή µονής διάστασης και ενός διαχυτή
τετραγωνικού παλµού.
Το σχήµα 19 δείχνει τη πορεία δύο κυµάτων πριν και µετά την πρόσπτωσή τους
πάνω σε µια διαχυτική επιφάνεια
επιφάνεια. Το προσπίπτων κύµα EG, ταξιδεύει µια απόσταση
FG µεγαλύτερη από την απόσταση που διανύει το κύµα AB, πριν φτάσουν στην
επιφάνεια. Το ανακλώµενο κύµα BD, κατά τον ίδιο τρόπο, διανύει µια απόσταση BC
παραπάνω από το ανακλώµενο κύµα GH, αφού προσπέσουν στην επιφάνεια.
Η διαφορά λοιπόν στις διαδροµές των κυµάτων ABCD και EFGH,, είναι η διαφορά
BC – FG. Εποµένως,
µένως η διαφορά αυτή πρέπει να ισούται µε mλ,λ όπου λ το µήκος
κύµατος του προσπίπτοντος ήχου και m είναι ένας ακέραιος αριθµός (θετικός ή
33
αρνητικός). Άρα, από το σχήµα φαίνεται ότι BC=ΝWsinad και FG=-NWsinai. Και
mλ=ΝW(sinad+sinai), δηλαδή, sinad=(mλ/ΝW)-sinai.
ΣΧΗΜΑ 19: Πορεία των κυµάτων ABCD και EFGH σε διαχυτική επιφάνεια.
ΣΧΗΜΑ 20: Πορεία προσπίπτοντος κύµατος πάνω σε έναν διαχυτή του τύπου one-
dimensional QR. Αποτελούµενο από 2 περιόδους µε 17 φρεάτια ανά περίοδο.
34
έναν µετασχηµατισµό Fourier (Fourier transform) του r(x) µε σηµείο αναφοράς το
z=0, σε όλο το µήκος L του διαχυτή. Με:
h t ^e h t ^e
ij lb men o*pqr s men rje^e lb menrje * pqr ^e (27),
k f k f
όπου το s συνδέεται µε τις γωνίες ad(διάχυσης) και ai(πρόσπτωσης) ως εξής:
jr_iu jr_iv
` cq * cq .
f f
h ^ e c ^ e c
EijE y∑wx
|}h z{jje * pq f # ∑|}h ~vje * pq f
| wx | ½
(28)
wx
∆x=W/NS και L=NPNW, όπου ΝS είναι ο αριθµός των δειγµάτων του βάθους κάθε
φρεατίου και ΝΡ είναι ο αριθµός των περιόδων. ∆x/L=1/NX, µε ΝΧ τον συνολικό
αριθµό βαθών.
Σε πραγµατικές συνθήκες, στους διαχυτές αυτού του είδους, οι περίοδοι δεν είναι
άπειροι, η κατευθυντικότητα λαµβάνει χώρα και µετά τα όρια της ήδη γνωστής
κατεύθυνσης των κυµάτων, παράγοντας κάποιους λοβούς, όπως φαίνεται στο σχήµα
21. Το (b) δείχνει την κατευθυντικότητα για τον διαχυτή του σχήµατος 19 µε 25
περιόδους αντί για 2. Αυξάνοντας τον αριθµό των περιόδων, συγκεντρώνεται όλη η
ενέργεια στις κατάλληλες κατευθύνσεις διάχυσης και οι λοβοί γίνονται πιο απότοµοι
(µειώνεται το εµβαδόν τους). Το (c) δείχνει την κατευθυντικότητα της διάχυσης για
διαχυτή 89 φρεατίων αντί για 17. Ο αριθµός των λοβών και η διάχυση αυξάνεται µε
τον παράγοντα ανάκλασης 5.
Ο λεπτοµερής καθορισµός του φασµατικού εύρους (bandwidth) και του µέγιστου
βαθµού mmax (maximum order) στην προς µελέτη συχνότητα είναι αρκετά στοιχεία
ώστε να καθοριστούν οι υπόλοιπες σχεδιαστικές προδιαγραφές, W, N και η
ακολουθία των βαθών (depth sequence) dn. Το φασµατικό εύρος ορίζεται ως η
διαφορά µεταξύ της συχνότητας σχεδίασης (design frequency) f0 και της µέγιστης
συχνότητας (maximum frequency) fmax η οποία ορίζεται από το πλάτος του φρεατίου:
fmax=C/2W.
Η συµπεριφορά άνω της fmax και κάτω της f0 είναι κατοπτρική και µπορεί να
βελτιστοποιηθεί µε τη χρήση του προγράµµατος RPG7. Οι διαχωριστές (well-wall
seperators) οι οποίοι είναι απαραίτητοι για µια καλή διάχυση, χρειάζεται να είναι
λεπτοί και άκαµπτοι. Στα πραγµατικά µοντέλα διαχυτών οι διαχωριστές δεν έχουν
άπειρο εύρος (Τ) και συµµετέχουν στην εξίσωση ως:
fmax= c. Το Τ θα πρέπει να είναι όσο πιο µικρό γίνεται ώστε να µειώνονται και
οι κατοπτρικές απώλειες (specular losses). Έτσι λοιπόν, συµπεριλαµβάνοντας και το
πάχος του τοίχου Τ στη συχνότητα f0 µε ai=0o και │sinad│=1, εξάγεται η εξίσωση
που καθορίζει τον αριθµό των φρεατίων ανά περίοδο Ν:
ie z
(29)
b
Έτσι όταν ai=0o, υπάρχουν (2mmax + 1) λοβοί µεταξύ ad=±90ο. Για να επιτευχθεί µια
καλή διάχυση στην συχνότητα f0 ορίζεται το mmax = 2, παραχωρώντας 5 λοβούς
7
Υπάρχει το πρόγραµµα RPG (Report Program Generator) της IBM, το οποίο είναι µια σύγχρονη
γλώσσα προγραµµατισµού που µπορεί να εξάγει συγκεκριµένες τιµές για διαχυτές (αριθµό φρεατίων,
βάθη κτλ.) και χρησιµοποιείται για τον καθορισµό διαχυτών που θα τοποθετηθούν σε ένα control
room, µε την βοήθεια ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή.
35
διάχυσης (diffraction lobes). Όσο µεγαλύτερη είναι η τιµή του mmax, τόσο µεγαλύτερη
είναι και η διάχυση. Για ai≠0o δεν υπάρχει ίσος αριθµός λοβών σε κάθε µεριά της ai,
εφόσον ισχύει ότι │sinad│>1. Άλλη µια χρήσιµη εξίσωση είναι η παρακάτω:
c ie ie
Ν= (30)
b
Με το Ν πάντα να είναι ένας περιττός πρώτος αριθµός. Η τιµή του Ν εξάγεται από
την παραπάνω εξίσωση και την εξίσωση (29) και πρέπει να αντιστοιχεί στο
κοντινότερο και µεγαλύτερο πρώτο αριθµό έτσι ώστε ένας από τους λοβούς (2mmax +
1) στην f0 να παρουσιάζει περιοδικότητα (│sinad│>1). Έχοντας καθορίσει την f0 και
το Ν, εύκολα µπορεί να υπολογιστεί η ακολουθία βαθών (depth sequence):
` z
^_ _ (31) ισάξια της σχέσης (24).
cdb
36
A.33. ΑΛΛΟΥ ΤΥΠΟΥ ∆ΙΑΧΥΤΕΣ
Η απόκριση των διαχυτών Schroeder µονής διάστασης κατανέµεται ανέµεται επί ενός
ηµικυλινδρικού πεδίου του οποίου ο άξονας είναι παράλληλος προς τον επιµήκη
φρεατίων. Στις περιπτώσεις περιστροφής της διάταξης κατά 90o, οι
άξονα των φρεατίων
επιµέρους φασικές µετατοπίσεις εξαρτώνται από τη γωνία του προσπίπτοντος
ηχητικού κύµατοςος ως προς τον επιµήκη άξονα των φρεατίων
φρεατίων. Όταν το σήµα της
πηγής προσεγγίζει κατά µέτωπον ή εγκάρσια ως προς τα διαχωριστικά τότε παρέχεται
η προβλεπόµενη διάχυση, µε τους λοβούς ανακλώµενης ενέργειας να κατανέµονται
σε νέες διευθύνσεις εφόσον θα έχει περιστραφεί και το αντίστοιχο ηµικυλινδρικό
πεδίο απόκρισης
απόκρισης. Όποτε όµως το σήµα προσεγγίζει παράλληλα ως προς τα
διαχωριστικά, τότε η συµπεριφορά είναι ισοδύναµη απλής επίπεδης επιφάνειας δίχως
εκτεταµένη διάχυση
διάχυση. Για αυτό το λόγο, η περιστροφή εφαρµόζεται πε
περισσότερο στις
επιφάνειες των «ζωντανών
ζωντανών» άκρων αντί για τα πρώτα σηµεία ανάκλασης στους
πλαϊνούς τοίχους και την οροφή.
οροφή
Εναλλακτικά τα φρεάτια µε το µεγαλύτερο βάθος δύνανται να αναδιπλωθούν κατά
90ο. Οι διαχυτικές ιδιότητες της περιόδου διατηρούνται µε αξιόλογη
ξιόλογη µείωση του
39
βάθους και του βάρους της κατασκευής. Οι διαχυτές διπλής διάστασης
χαρακτηρίζονται από ενσωµάτωση στο ίδιο πάνελ διασταυρούµενων ακολουθιών
φρεατίων που εκτείνονται τόσο οριζοντίως όσο και καθέτως. Η εκτεταµένη διασπορά
κατανέµεται επί ηµισφαιρικού
µισφαιρικού πεδίου του οποίου το νοητό κέντρο ταυτίζεται µε το
σηµείο τοµής µεταξύ των διαγώνιων της επιφάνειας που ορίζει το πάνελ
πάνελ. Επιλέγεται
σε κάθε εφαρµογή ο µεγαλύτερος πρώτος αριθµός αυτόνοµων φρεατίων που είναι
εφικτός µε βάση την πρακτι
πρακτικότητα και τις κατασκευαστικές δυνατότητες.
δυνατότητες Όσο
µεγαλύτερη είναι η ποικιλία βάθους των φρεατίων, τόσο περισσότερες διαφορετικές
τάξεις λοβών ανακλώµενης ηχητικής ενέργειας κι έκταση διάχυσης προκύπτουν.
προκύπτουν Στο
σχήµα 23 φαίνεται ένα διάγραµµα διασποράς (πλάτος ανακλώµενου
ανακλώµενο κύµατος
συναρτήσει γωνίας προσπίπτοντος)
προσπίπτοντος από διάταξη δύο περιόδων
περιόδων. Η πλησιέστερη στον
οριζόντιο άξονα καµπύλη αντιπροσωπεύει ακολουθία 7 φρεατίων. Οι διαδοχικές
ανώτερες αυτής αναπαριστούν ακολουθία 17,37 και 89 φρεατίων αντίστοιχα:
αντίστοιχα
Αν το πλάτος κάθε περιόδου είναι υπερβολικά µικρό, τότε στην πρώτη συχνότητα
σχεδίασης υπάρχει ένας κυρίαρχος λοβός ανακλώµενης ενέργειας σε µία µονάχα
διεύθυνση, οπότε δεν τηρείται η συνθήκη των ισοδύναµων λοβών. Στην περίπτωση
διατάξεων που περιλαµβάνουν στενές περιόδους, το πλάτος καθεµίας περιόδου
γίνεται καθοριστικός παράγοντας έναντι του µέγιστου βάθους των φρεατίων ως προς
το κάτω συχνοτικό όριο ωφέλιµης λειτουργίας. Έστω δύο διαφορετικές διατάξεις που
περιλαµβάνουν περιόδους 7 φρεατίων (διαφορετικού αριθµού η καθεµία ώστε να
είναι παραπλήσια η συνολική διάσταση αυτών) πλάτους 3cm στη µια περίπτωση κι
9cm στην άλλη και συχνότητα σχεδίασης οριζόµενη θεωρητικά από το µέγιστο βάθος
στα 500Hz. Στην πράξη έχει αναφερθεί ότι για την πρώτη περίπτωση
τωση µε τη στενότερη
περίοδο το ελάχιστο τονικό ύψος όπου παρουσιάζει εκτεταµένη διάχυση είναι τα
1500Hz, δηλαδή τριπλάσιο της ονοµαστικής συχνότητας σχεδίασης.
Ουσιαστικά δηλαδή υπάρχει τεράστια διαφορά ως προς την αποτελεσµατικότητα αν
οι διαχυτές για παράδειγµα
ράδειγµα τοποθετηθούν στο ταβάνι κάθετα και όχι επιµήκως και
δεν θα πρέπει να τοποθετούνται κάποιοι κάθετα και κάποιοι επιµήκως
επιµήκως, αλλά όλοι µε
την ίδια φορά, όπωςς φαίνεται στην παρακάτω εικόνα.
40
ΣΧΗΜΑ 24: Τοποθέτηση διαχυτών στο ταβάνι.
Παρατηρείται ότι στην περίπτωση της µοναδικής περιόδου τα σηµεία ίσου πλάτους
στο πολικό διάγραµµα δεν ευθυγραµµίζονται µε τους λοβούς
λοβούς, σε αντίθεση µε τη
συστοιχία των 6 τεµαχίων όπου η συνθήκη ικανοποιείται
ικανοποιείται. Με την προοδευτική
αύξηση όµως του αριθµού των τεµαχίων παρουσιάζονται (λόγω λόγω πολλαπλής
ενίσχυσης στις συγκεκριµένες διευθύνσεις) όλο και στενότεροι λοβοί διαρκώς
αυξανοµένου πλάτους σε σύγκριση µε τις υπόλοιπες δυνατές διευθύνσεις.
διευθύνσεις Η ενέργεια
των λοβών παραµένει σταθερή,
σταθερή πλην όµως στις µεσολαβούσες διευθύνσεις
εµφανίζονται ενεργειακά ελάχιστα.
ελάχιστα Το εύρος των τελευταίων γίνεται µικρότερο µε
την άνοδο σε διαδοχικά πολλαπλάσια της συχνότητας σχεδίασης
σχεδίασης, αφού στις υψηλές
συχνότητες το πλήθος (η
η πυκνότητα στο πεδίο) των διακριτών λοβών γίνεται όλο και
µεγαλύτερο. Ως αναπόφευκτη επίπτωση, η διασπειρόµενη ενέργεια δεν είναι
πραγµατικά ίση προς όλες τις δυνατές διευθύνσεις στο πεδίο διάχυσης που ορίζει ο
τύπος του διαχυτή
διαχυτή. Προκύπτει έτσι το εξής οξύµωρο: Για την ακουστική φροντίδα
µιας µεγάλης επιφάνειας εφαρµόζεται
εφαρµόζετα συστοιχία περιοδικά επαναλαµβανόµενων
µοτίβων. Η περιοδική επανάληψη ευνοεί την ενίσχυση της διασποράς προς
επιθυµητές διευθύνσεις που καθορίζονται από το µέγεθος του επαναλαµβανόµενου
µοτίβου και τη διαµόρφωση των φρεατίων σε κάθε αυτόνοµη µονάδα της συστοιχίας.
Η προτιµητέα όµως κατανοµή λοβών µειώνει την ικανότητα της συστοιχίας για
οµοιόµορφη διασπορά προς όλες τις δυνατές διευθύνσεις. Κατά συνέπεια
συνέπεια, η πιστή
41
τήρηση της προδιαγραφής της περιοδικότητας που απαιτείται για τη βέλτιστη
διαχυτική απόδοση ισοδύναµων
οδύναµων λοβών οδηγεί στη µείωση της αποτελεσµατικότητάς
της.
A.37. ΑΝΕΣΤΡΑΜΜΕΝΑ ΕΙ∆ΩΛΑ
Πρόκειται για τεµάχια στα οποία οι τιµές βάθους των φρεατίων έχουν αντικατασταθεί
από τις συµπληρωµατικές τους ως προς τη βάση της ακολουθίας (το βάθος n
µονάδων µετατρέπεται
ρέπεται σε p-n µονάδες). Στο παράδειγµα του µορφώµατος 17, η
ανεστραµµένη περίοδος θα αποτελείται από την ακολουθία:
16,13,8,1,9,15,2,4,4,2,15,9,1,8,13,16,17 Αποτελεί τη βέλτιστη λύση, ιδιαίτερα για
16,13,8,1,9,15,2,4,4,2,15,9,1,8,13,16,17.
την ακουστική φροντίδα µεγάλων χώρων. Το ανεστραµµένο πάνελ νελ εξ ορισµού
καταλαµβάνει το πλήρες βάθος σχεδίασης, οπότε το κανονικό πάνελ είναι ρηχότερο.
Το επόµενο πολικό διάγραµµα αντιπαραβάλλει την απόκριση συστοιχίας οµοειδών
τεµαχίων (λεπτή γραµµή)) µε εκείνη συστοιχίας διαµορφωµένης µέσω παρεµβολής
τεµαχίων των οποίων οι εσοχές αποτελούν ανεστραµµένα είδωλα των κανονικών.
κανονικών
Ο Schroeder αρχικά ανέπτυξε τους RPG (reflection phase grating) διαχυτές ώστε να
τους χρησιµοποιήσει σε µεγάλους χώρους, ώστε να εµπλουτίσει την ακουστική τους.
Αλλά τελικά, αυτού του τύπου οι διαχυτές µπορούν να χρησιµοποιηθούν όπου
απαιτείται διάχυση µεγάλου συχνοτικού φάσµατος. Αυτού του τύπου οι διαχυτές
µπορούν, για καλύτερα αποτελέσµατα,
αποτελέσµατα να τοποθετηθούν στους τοίχους και στο
ταβάνι ενός recording studio, ώστε να εφοδιαστεί ο χώρος µε πλουσιότερα
χαρακτηριστικά διάχυσης και αντήχησης, ή µπορούν να τοποθετηθούν στο εγγύς
πεδίο για πιο συγκεκριµένες περιοχές του χώρου όπου εκεί γίνεται ηχογράφηση
κάποιων µουσικών οργάνων όπως πνευστά, έγχορδα, πιάνο κτλ κτλ. Αυτοί οι διαχυτές
µπορούν επίσης να βελτιώσουν την ακουστική ενός µικρού αποµονωµένου δωµατίου
όπως ένα drum booth,, αυξάνοντας την πυκνότητα των ανακλώµενων κυµάτων µε
αποτέλεσµα να ενισχύεται η ακουστική του χώρου δίνοντας πιο πλούσιο ήχο.
ήχο
Οι Heyser, Davis και Davis πρότειναν ένα σχέδιο για τα control rooms,
rooms το λεγόµενο
end). Στο συγκεκριµένο σχέδιο ο χώρος µπροστά από τον
LEDE (live-end-dead-end
ηχολήπτη πρέπει να είναιι όσο το δυνατόν πιο απορροφητικός γίνεται (ο χώρος αυτός
συµπεριλαµβάνει και τα ηχεία)
ηχεία και το πίσω µέρος (πίσω από τον ηχολήπτη)
ηχολήπτη του
δωµατίου πρέπει να είναι εντελώς διαχυτικό. Οι διαχυτές RPG είναι κατάλληλοι για
αυτό το πίσω µέρος του control room (live end). Πιο συγκεκριµένα,
συγκεκριµένα τα βαθιά και
στενά φρεάτια στους διαχυτές είναι κατάλληλα να παρέχουν συµφασική
42
κατευθυντικότητα στο γενικό φασµατικό εύρος απαραίτητη για τα recording studios.
Τα βαθιά φρεάτια δίνουν διάχυση στις χαµηλές συχνότητες και τα στενά φρεάτια
δίνουν διάχυση σε συχνότητες των οποίων τα µήκη κύµατος είναι µεγαλύτερα από το
διπλάσιο πλάτος των φρεατίων. Ο σχεδιασµός για ένα µεγάλου συχνοτικού εύρους
πεδίο πρέπει να µπορεί να ελαχιστοποιήσει την αντήχηση και τη µετάδοση απωλειών,
ειδικά στις χαµηλές συχνότητες. Επίσης ένας RPG διαχυτής µπορεί να προσφέρει την
απαραίτητη διάχυση σε ένα τυπικό live-front control room, όπου ο χώρος µπροστά
από τον ηχολήπτη πρέπει να είναι αρκετά διαχυτικός.
Συµπερασµατικά λοιπόν οι διαχυτές Schroeder προσδίδουν στο χώρο την απαλή και
γλυκιά ακουστική ενός µεγάλου χώρου συναυλιών. Με την κατάλληλη χρήση και
τοποθέτηση αυτού του τύπου διαχυτών και ειδικά µε τους διαχυτές RPG µονής
διάστασης, βοηθούν ένα control room όσων αφορά την στερεοφωνική εικόνα του και
τη φασµατική ισορροπία ειδικότερα στο σηµείο γύρω από τη κεντρική κονσόλα
µίξης. Καταλήγοντας λοιπόν, η παρουσία διαχυτών Schroeder πλέον κρίνετε
απαραίτητη για ένα control room και recording studio επαγγελµατικών
προδιαγραφών.
43
ότι παρέχει τις πληροφορίες εκείνες που συµβάλλουν στην αντιληπτική
διάκριση µεταξύ των περιοδικών και µη διατάξεων, τα συνήθη πολικά
διαγράµµατα εγγύς πεδίου δεν περιέχουν φασικά στοιχεία. Ο ίδιος ο
Schroeder είχε προτείνει το λύγισµα της διαχυτικής συστοιχίας κατά τα
πρότυπα κοίλου παραβολικού κατόπτρου έτσι ώστε να επιτευχθεί εστίαση του
µοτίβου διασποράς από τη ζώνη του µακρινού πεδίου στην εγγύς ζώνη.
Παρεµφερές φαινόµενο, µε σηµαντικά µικρότερο κόστος από την
προηγούµενη τεχνική, θα µπορούσε να προκύψει µέσω διαµόρφωσης του
πυθµένα στα επιµέρους φρεάτια κατά τρόπον ώστε οι διαδοχικοί πυθµένες να
ακολουθούν το γεωµετρικό τόπο ενός παραβολικού κατόπτρου. Η αρχή
λειτουργίας στη συγκεκριµένη περίπτωση βασίζεται στο ότι η διακύµανση
των φάσεων από τα διαδοχικά φρεάτια θα επιφέρει µετατόπιση της εστίασης
για την ανακλώµενη ενέργεια από τη µακρινή στην εγγύς ζώνη. Η
προτεινόµενη διάταξη στο σύνολό της θα προσοµοιάζει µε εκείνη των
επιµέρους µονάδων ηχείων στις συστοιχίες ΡΑ (Line Arrays).
• Στους παραπάνω περιορισµούς έρχεται να προστεθεί και η αµφιλεγόµενη
αισθητική των διατάξεων, η οποία δεν ταιριάζει πάντοτε µε τις σύγχρονες
τάσεις στην αρχιτεκτονική σχεδίαση, καθώς και η αναπόφευκτη συµπεριφορά
«σκονοπαγίδας».
44
A.40. ∆ΩΜΑΤΙΑ ΕΛΕΓΧΟΥ – AUDIO CONTROL ROOMS
Μια τυπική µορφή ενός στούντιο ηχογραφήσεων είναι, να αποτελείται από ένα
δωµάτιο ηχογραφήσεων (recording room) όπου εκεί πραγµατοποιούνται οι
ηχογραφήσεις των µουσικών οργάνων, φωνής κτλ., και από ένα δωµάτιο ελέγχου
(control room) όπου εκεί στεγάζεται ο εξοπλισµός για την καταγραφή-ηχογράφηση,
την δροµολόγηση και τον χειρισµό του ήχου. Συχνά πλέον, στα περισσότερα
στούντιο υπάρχουν και άλλοι χώροι όπως οι λεγόµενοι θάλαµοι αποµόνωσης
(isolation booths), όπου εκεί ηχογραφούνται συνήθως τα κρουστά, οι κιθάρες και οι
φωνές ξεχωριστά.
Ένα control room αποτελεί ένα ιδανικό περιβάλλον αναπαραγωγής και ακρόασης του
ήχου. Έχοντας ως στόχο την αναπαραγωγή του ηχητικού υλικού µε τη µεγαλύτερη
δυνατή πιστότητα, ο χώρος ελέγχου θα πρέπει να έχει σχεδιαστεί και κατασκευαστεί
σωστά σε ό, τι αφορά το σχήµα, τις διαστάσεις, την τοποθέτηση ηχοαπορροφητικών
υλικών και την τοποθέτηση των ηχείων. Το σχήµα του δωµατίου και οι διαστάσεις
παίζουν σπουδαίο ρόλο στην κατανοµή των κανονικών ιδιορυθµών του δωµατίου και
η σωστή κατανοµή τους στο χώρο αποτελεί έναν από τους βασικότερους παράγοντες
στον σχεδιασµό ενός δωµατίου ελέγχου. Οι συχνότητες συντονισµού του χώρου οι
οποίες αναπτύσσονται λόγω των διαστάσεων και του σχήµατος του χώρου θα πρέπει
να καλύπτουν οµοιόµορφα τη συχνοτική ζώνη µεταξύ 20-110Hz, χωρίς να
παρουσιάζονται µεγάλες αποστάσεις µεταξύ τους, ή να συµπίπτουν πολλοί τρόποι
δόνησης σε µια συγκεκριµένη συχνότητα.
Ένα µικρό δωµάτιο ελέγχου (small control room) θεωρείται ένας χώρος µε
διαστάσεις µεταξύ 24 και 40m3. Άρα αν ένας τέτοιος χώρος χρησιµοποιηθεί ως
control room, πρέπει πρώτα να ληφθούν υπόψη οι παρακάτω παράγοντες.
Οι ανακλάσεις που επιστρέφουν από τους τοίχους και τις επιφάνειες του εξοπλισµού
διανύουν µικρότερη απόσταση από ό, τι σε ένα µεγαλύτερο δωµάτιο, άρα φτάνουν
πιο γρήγορα στο αυτί του ηχολήπτη. Συνεπώς οι ανακλάσεις αυτές έχοντας µεγάλη
ενέργεια, τείνουν να αναµειγνύονται µε τον απευθείας ήχο (direct sound), να
«χρωµατίζουν» τον ήχο των ηχείων και να καταστρέφουν την στερεοφωνική εικόνα.
Οι διαχυτές και οι απορροφητές είναι τα βασικά υλικά µε τα οποία θα διορθωθούν
αυτά τα προβλήµατα. Σε µικρούς χώρους είναι δύσκολη η τοποθέτηση τέτοιων
υλικών µιας και οι επιφάνειες είναι περιορισµένες και τα προβλήµατα, από
ακουστικής πλευράς, είναι δυσκολότερο να αντιµετωπιστούν. Σε µικρά δωµάτια
ενδείκνυται η χρήση απορροφητών µιας και οι διαχυτές διατηρούν την στερεοφωνική
εικόνα σε µεγαλύτερη περιοχή και επιστρέφουν µεγάλο ποσοστό ενέργειας στην θέση
του ηχολήπτη (θέση ακρόασης) γεγονός το οποίο «χρωµατίζει» τον ήχο των ηχείων.
Η επαρκής απορρόφηση µε την βοήθεια απορροφητικών υλικών, συµβάλλει στην
εξασθένιση των κανονικών ιδιορυθµών του δωµατίου και στην διεύρυνση της
συχνοτικής τους εξάπλωσης. Αυτά τα φαινόµενα οδηγούν σε µικρότερο χρωµατισµό
του ήχου. Τα δωµάτια µε περιορισµένο χώρο δίνουν µικρά περιθώρια τοποθέτησης
απορροφητικών υλικών ή διαχυτών µιας και το βάθος των οπών ενός απορροφητή ή
διαχυτή είναι δεδοµένο, ανάλογα µε τη συχνότητα που καλείται να επέµβει.
45
A.41. Η ΑΚΟΥΣΤΙΚΗ ΕΝΟΣ ∆ΩΜΑΤΙΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ
Σε ένα συµβατικό control room, ο µηχανικός ήχου δεν µπορεί να ακούσει το ITG
επειδή αυτό καλύπτεται από τις πρώτες ανακλάσεις στο δωµάτιο. Ο τρόπος για να
επιτραπεί στον µηχανικό ήχου να ακούσει το χάσµα χρονοκαθυστέρησης είναι µε την
εξάλειψη ή την ελάττωση των πρώτων ανακλάσεων στον χώρο. Αυτή η διευκρίνιση
του προβλήµατος οδήγησε στη λύση της τοποθέτησης απορροφητικού υλικού στις
επιφάνειες γύρω από τα µεγάφωνα στο εµπρός µέρος του δωµατίου ελέγχου.
Το συχνοτικό εύρος σε ένα δωµάτιο ελέγχου είναι πολύ µεγάλο και κάθε εξάρτηµα
το οποίο εξαρτάται από τη συχνότητα θα πρέπει να εκτελεί τη λειτουργία του στην
περιοχή αυτή. Η συνήθως αποδεκτή συχνοτική περιοχή υψηλής πιστότητας είναι από
20Hz έως 20KHz σε έκταση δέκα οκτάβων ή τριών δεκάδων. Η περιοχή αυτή
αντιπροσωπεύει µια περιοχή µηκών κύµατος από περίπου 17,5m έως 1,5cm. Το κάθε
δωµάτιο ελέγχου θα πρέπει να κατασκευάζεται µε βάση αυτό το γεγονός. Η
χαµηλότερη συχνότητα τρόπων ταλάντωσης έχει σχέση µε τη µεγαλύτερη διάσταση
46
του δωµατίου (διαγώνιος). Κάτω από τη συχνότητα αυτή δεν υπάρχει υποστήριξη του
ήχου µε συντονισµό από τους κανονικούς ιδιορυθµούς του δωµατίου. Επιπλέον, κάτω
από τη συχνότητα αυτή η απόκριση του δωµατίου πέφτει απότοµα και µπορεί να
υπολογιστεί από τη σχέση:
6
f L (32)
7C
όπου c η ταχύτητα του ήχου στον αέρα και L η διαγώνιος του δωµατίου.
Το σχήµα που ακολουθεί ορίζει µε έναν διαφορετικό τρόπο από ό, τι ο πίνακας 2, τις
ιδανικές αναλογίες ενός ορθογώνιου δωµατίου. Για να χρησιµοποιηθεί το σχήµα 28
θα πρέπει να βρεθεί η µία διάσταση (µήκος ή πλάτος) στο άξονα των y και έπειτα η
διάσταση που υπολείπεται στον άξονα των x. Αν το σηµείο ένωσης των δύο αριθµών
βρίσκεται µέσα στη λευκή περιοχή τότε οι διαστάσεις του δωµατίου θεωρούνται
ιδανικές. Είναι βέβαια πιθανό οι διαστάσεις του δωµατίου να είναι ιδανικές σύµφωνα
µε το σχήµα 28 αλλά να µην συµφωνούν µε τον κριτήριο Bonello που αναφέρεται
παρακάτω.
47
ΣΧΗΜΑ 28: Το διάγραµµα Bolt.
48
ΣΧΗΜΑ 29: Παράµετροι του κριτήριου Bonello.
Παράλληλα, στα µέσα του 1970 στην Ευρώπη, κατασκευάστηκαν από τον W.W
Jencen, δωµάτια ελέγχου µε τα εξής χαρακτηριστικά: Χρήση «πριονωτών»
απορροφητών, οι οποίοι απορροφούν το µεγαλύτερο µέρος του ήχου που εκπέµπεται
από τα ηχεία. Στα δωµάτια αυτά υπήρχαν ανακλαστικές επιφάνειες τοποθετηµένες σε
τέτοιες γωνίες ώστε να ανακλούν ήχους που δηµιουργούνται µέσα στο δωµάτιο, όπως
οµιλίες. Αυτές οι ανακλαστικές επιφάνειες όµως δεν ανακλούσαν τον ήχο που
προέρχονταν από τα ηχεία. Ο πίσω τοίχος ήταν συνήθως ανακλαστικός, παρόλο που
στα περισσότερα από τα control room που κατασκευάστηκαν µε αυτή τη µέθοδο, ο
πίσω τοίχος ήταν περισσότερο απορροφητικός. Το ενδιαφέρον που παρατηρείται σε
αυτού του τύπου τα δωµάτια είναι το ότι έκαναν ξεκάθαρη τη διαφορά µεταξύ των
49
ακουστικών συνθηκών που απαιτούνται για την ακρόαση (ουδέτερος χαρακτήρας του
δωµατίου) και των ακουστικών συνθηκών που απαιτούνται έτσι ώστε να δίνεται η
αίσθηση της άνεσης µέσα στο δωµάτιο (σχετικά «ζωντανός» χαρακτήρας του
δωµατίου). Σε αυτού του είδους τα δωµάτια χρησιµοποιούνταν συνήθως ηχεία
εντοιχισµένα στον εµπρόσθιο τοίχο (build-in monitor), κατασκευασµένα ειδικά για
τις ανάγκες του χώρου.
Τη δεκαετία του 1970 και µετά την εµφάνιση της στερεοφωνίας, εισήχθη ένας νέος
τρόπος κατασκευής δωµατίων ελέγχου. Σύµφωνα µε αυτόν τον τρόπο κατασκευής ο
µπροστά τοίχος (συνήθως από πέτρα) και το πάτωµα ήταν υψηλά ανακλαστικές
επιφάνειες ενώ το πίσω µέρος του δωµατίου, οι πλαϊνοί τοίχοι και το ταβάνι ήταν
υψηλά απορροφητικές επιφάνειες. Επίσης, ο µπροστά τοίχος, οι πλαϊνοί τοίχοι καθώς
και το ταβάνι κατασκευάζονταν µε µια ελαφριά κλίση για την αποφυγή φαινόµενων
τρεµοπαιξίµατος ηχούς (flutter echoes). Τυπικοί χρόνοι αντήχησης (T60) για ένα
τέτοιου τύπου control room είναι 380ms για ένα δωµάτιο µε όγκο 100m3 και 430ms
για ένα δωµάτιο συνολικού όγκου 200m3. Οι δυο ανακλαστικές επιφάνειες, εµπρός
τοίχος και πάτωµα, µαζί µε τις σκληρές επιφάνειες των συσκευών του εξοπλισµού
παρέχουν ως ένα βαθµό, ένα «ζωντανό» περιβάλλον για τους ήχους που παράγονται
µέσα στο δωµάτιο, µειώνοντας την αίσθηση του ανηχοϊκού θαλάµου. Ο εµπρός
τοίχος λειτουργεί ως ένα διαχωριστικό έναντι του οποίου µπορούν τα ηχεία να
πιέζουν βοηθώντας στην αποδοτικότερη και οµαλότερη διασπορά των χαµηλών
συχνοτήτων. Τα ηχεία βρίσκονταν ενσωµατωµένα στον εµπρός τοίχο (build-in
monitor) µε στόχο την µείωση των ανακλάσεων από τα άκρα και θεωρούνταν ως
στοιχείο της περιµέτρου του χώρου. Επιπροσθέτως, µε την τοποθέτηση των ηχείων σε
αυτό το σηµείο µειώνονται τα φαινόµενα φίλτρου κτένας (comp filtering)8 µεταξύ
των ηχείων και των πρώτων ανακλάσεων από τον µπροστά τοίχο. Κατά συνέπεια, η
ενσωµάτωση των ηχείων στον τοίχο εξαλείφει κάθε ανοµοιοµορφία στην απόκριση
των που µπορεί να προκαλείται από την καµπίνα ή από τη διαφορά διαδροµής µεταξύ
του απευθείας ήχου από τα ηχεία και των χαµηλής συχνότητας ηχητικών κυµάτων
που ανακλώνται από τον τοίχο που βρίσκεται πίσω από τα ηχεία όταν αυτά δεν είναι
ενσωµατωµένα. Εκτός από το πάτωµα και τις συσκευές του εξοπλισµού, τα ηχεία
«βλέπουν» σε ένα ηµι-ανηχοϊκό θάλαµο. Τα ακουστικά λοιπόν χαρακτηριστικά του
δωµατίου εξαρτώνται από το αν ο ήχος παράγεται µέσα στο δωµάτιο ή από κάποιο
σηµείο της περιµέτρου του. Προβλήµατα ανακλάσεων από τα ηχητικά κύµατα που
προσπίπτουν στις συσκευές, µπορούν να αντιµετωπιστούν µε την τοποθέτηση αυτών
µε κατάλληλη κλίση. Ο στόχος σε αυτού του είδους τα δωµάτια είναι η ακρόαση του
ηχητικού υλικού από τα ηχεία και τίποτα περισσότερο. Με την αύξηση της
απορρόφησης µέσα στο δωµάτιο και την µείωση των ανακλάσεων, το ποσοστό του
απευθείας ήχου σε σχέση µε τον ανακλώµενο ήχο αυξάνεται. Κατά συνέπεια ο
«χρωµατισµός» του ήχου µειώνεται. Η ακρόαση όµως µέσα σε ένα τέτοιο δωµάτιο
έρχεται σε αντίθεση και δεν συµβαδίζει µε την ακρόαση του ηχητικού υλικού στον
οικιακό χώρο. Τέλος θα πρέπει να αναφερθεί ότι δεν υπήρχε καµία συµβατότητα
µεταξύ δυο ιδίας κατασκευής δωµατίων και η χρήση EQ δεν βοήθησε στην
ακουστική βελτίωση του χώρου.
8
∆υο ηχητικά σήµατα που φθάνουν στο ίδιο σηµείο µε διαφορά χρόνου το ένα από το άλλο.
50
A.46. ∆ΩΜΑΤΙΑ ΕΛΕΓΧΟΥ ΤΥΠΟΥ LIVE-END, DEAD-END (LEDE)
Προς το τέλος της δεκαετίας του 1970 άρχισε να ερευνάται η δηµιουργία ενός
δωµατίου ελέγχου του οποίου ο σχεδιασµός βασίζεται, σε µεγάλο βαθµό, σε
ψυχοακουστικά φαινόµενα και στην αίσθηση της κατευθυντικότητας του ήχου όπως
προσλαµβάνεται από το ανθρώπινο σύστηµα ακοής (από τους ερευνητές Heyser,
Davis και Davis). Η αρχή λειτουργίας αυτών των δωµατίων βασίζεται στη διαφορά
χρόνου µεταξύ του απευθείας ήχου και των πρώτων ανακλάσεων. Αυξάνοντας το
διάστηµα αυτό, ο ανθρώπινος εγκέφαλος µπορεί να ξεχωρίσει τον ακουστικό
χαρακτήρα του δωµατίου και να τον αγνοήσει. Ο τρόπος κατασκευής αυτών των
δωµατίων έχει ως εξής: το µπροστά µισό του δωµατίου είναι υψηλά απορροφητικό,
σχεδόν ανηχοϊκό µε στόχο την µείωση των πρώτων ανακλάσεων. Ο πίσω τοίχος,
καθώς και οι πλαϊνοί τοίχοι, όπως και το ταβάνι είναι καλυµµένα µε διαχυτές
στοχεύοντας στη διάχυση των πρώτων ανακλάσεων και στη µείωση του
«χρωµατισµού» του ηχητικού υλικού. Όπως επίσης και στην εξάλειψη των
φαινόµενων τρεµοπαιξίµατος ήχους (flutter echo)9 µεταξύ των πλαϊνών τοίχων και
γενικά στη δηµιουργία ενός διάχυτου ηχητικά πεδίου.
51
• Ύπαρξη συµµετρικού εσωτερικού κελύφους. Η συχνότητα διασταύρωσης
µεταξύ του εξωτερικού και του εσωτερικού κελύφους θα πρέπει να είναι ίση
µε:
A6
f3 (33).
µό Sά SHµί
• Θα πρέπει να υπάρχει µια ανηχοϊκή διαδροµή µεταξύ των monitor ηχείων και
του ηχολήπτη, η οποία θα πρέπει να είναι κατά 2-5 ms µεγαλύτερη από το
αρχικό χάσµα χρονοκαθυστέρησης µέσα στο χώρο ηχογράφησης.
• Θα πρέπει να υπάρχει ένα έντονα διαχυτικό ηχητικό πεδίο κατά την διάρκεια
έναρξης του φαινόµενου Haas10.
• Κανένα ίχνος «προγενέστερου» ήχου (early-early sound) δεν θα πρέπει να
υπάρχει. Αυτοί είναι τυχόν ήχοι που φτάνουν στα αυτιά του ηχολήπτη πριν
από τον απευθείας ήχο. Οι ήχοι αυτοί εµφανίζονται όταν τα ηχεία δεν είναι µε
ακρίβεια εντοιχισµένα και ακτινοβολούν τον ήχο µέσω της οικοδοµικής
κατασκευής.
• Ο σκληρός πίσω τοίχος, οι σκληροί πλαϊνοί τοίχοι καθώς και το πίσω µέρος
της οροφής θα πρέπει να είναι έτσι κατασκευασµένα ώστε να παρέχουν
ανάµιξη των φαινόµενων φίλτρου κτένας που δηµιουργούνται και να τα
µετατρέπουν σε υψηλής πυκνότητας ηχητικό πεδίο χωρίς µετρήσιµες
ανωµαλίες.
Τα δωµάτια του τύπου RFZ (ζώνης ελεύθερης από ανακλάσεις) ακολουθούν την ίδια
κατασκευαστική λογική µε αυτήν των δωµατίων τύπου LEDE. Και σε αυτήν την
κατασκευαστική προσέγγιση ο στόχος είναι η δηµιουργία ενός χώρου ακρόασης όπου
ο ακουστικός χαρακτήρας του δωµατίου θα επιδρά όσο το δυνατόν λιγότερο στην
αναπαραγωγή του ηχητικού υλικού. Ο σχεδιασµός στοχεύει στη δηµιουργία µιας
χωρικά και χρονικά ζώνης ελεύθερης από ανακλάσεις, η οποία περιβάλει τη θέση
ακρόασης-µίξης. Η ζώνη είναι χωρική γιατί υπάρχει µόνο σε ένα συγκεκριµένο
σηµείο του δωµατίου και χρονική γιατί ο έλεγχος των ανακλάσεων πραγµατοποιείται
σε ένα συγκεκριµένο χρονικό σηµείο, µεταξύ του χρόνου άφιξης των πρώτων
ανακλάσεων και πριν από το χρόνο άφιξης των ανακλάσεων που προέρχονται από το
σώµα του δωµατίου. Θέλοντας κανείς να σχεδιάσει ένα τέτοιο δωµάτιο θα πρέπει να
10
(Από την επίσηµη δηµοσίευση του Helmut Haas, 12/1949): Περιγράφει το ψυχοακουστικό
φαινόµενο του να προσδιορίζεται ορθά η κατεύθυνση µιας πηγής ήχου που ακούγεται και από τα δύο
αυτιά αλλά φτάνει σε διαφορετικές χρονικές στιγµές στο καθένα από αυτά. Εξαιτίας της γεωµετρίας
του κεφαλιού (δύο αυτιά σε απόσταση µεταξύ τους διαχωρισµένα από το φράγµα του κρανίου), ο
άµεσος ήχος από κάθε πηγή πρώτα εισέρχεται στο κοντινότερο προς την πηγή αυτί και ύστερα το
µακρύτερο. Το φαινόµενο λέει πως οι άνθρωποι προσδιορίζουν µια ηχητική πηγή στο χώρο
βασιζόµενοι στον πρώτο ήχο που έγινε αντιληπτός, ε φ ό σ ο ν οι αντίστοιχες αφίξεις στα αυτιά δεν
έχουν µεταξύ τους µεγαλύτερη χρονική διαφορά από 25-35msec. Εάν η άφιξη στο πιο
αποµακρυσµένο αυτί υπερβαίνει σε καθυστέρηση το προαναφερθέν όριο, τότε ακούγονται δύο
ξεχωριστοί ήχοι. Το φαινόµενο ισχύει ακόµα κι αν η δεύτερη άφιξη είναι ισχυρότερη από την πρώτη
(υπό τον όρο να µην υπερβαίνει τα 10dB). Ο εγκέφαλός ξεγελιέται και δεν «ακούει» τον
καθυστερηµένο ήχο. Αποτελεί το ακουστικό παράδειγµα της ανθρώπινης αισθητηριακής
«αναχαίτισης» που ισχύει σε όλες τις αισθήσεις. Η τελευταία, ορίζει το φαινόµενο όπου η ανταπόκριση
στο πρώτο ερέθισµα προκαλεί παρακώλυση ανταπόκρισης σε δεύτερο ερέθισµα που απέχει ελάχιστα
χρονικά από το πρώτο (λχ εντός του διαστήµατος των 35msec όσον αφορά το αυτί). Το φαινόµενο
Haas περιγράφει τελικά το πώς είναι δυνατή η πλήρης αναπαραγωγή στερεοφωνικού ήχου από δύο
µόνο ηχεία.
52
ασχοληθεί µε τα µαθηµατικά των πηγών ειδώλων. Η συνεισφορά ανάκλασης από
επιφάνεια µπορεί να θεωρηθεί ότι προέρχεται από µια εικονική πηγή που βρίσκεται
στην άλλη πλευρά του ανακλώντος επιπέδου σε ευθεία κάθετη στο επίπεδο αυτό, η
οποία διέρχεται από το σηµείο παρατήρησης. Έχοντας λοξές επιφάνειες σε τρεις
διαστάσεις, είναι αρκετά δύσκολο να υπολογίσουµε όλες τις εικονικές πηγές, πράγµα
που είναι απαραίτητο για να οριστούν τα όρια της ζώνης ελεύθερης από ανακλάσεις.
Στο σχήµα που ακολουθεί φαίνεται η κάτοψη ενός δωµατίου ελέγχου µε ζώνη
ελεύθερη από ανακλάσεις.
53
A.48. EARLY SOUND SCATTERING ∆ΩΜΑΤΙΑ ΕΛΕΓΧΟΥ (ESS)
Έγινε προφανές την δεκαετία του 1960 πως ο ήχος όπως µιξάρεται στα δωµάτια
ελέγχου (control rooms) των studio ηχογραφήσεων δεν ακούγεται καλά στα νέα
ραδιόφωνα µε ενισχυτή. Όµως µέσω τέτοιων ραδιόφωνων πολλοί άνθρωποι
αποφάσιζαν ποιους δίσκους θα αγόραζαν, ενώ η επιτυχία ή αποτυχία ενός δίσκου
προβλέπονταν, σωστά ή λανθασµένα, και εξαρτιόταν από το πώς ακούγονταν στο
ραδιόφωνο. Εάν 2 dB επιπλέον στην ένταση του βασικού κιθαρίστα θα έκαναν
πράγµατι την διαφορά µεταξύ της κατάκτησης του Νο. 1 ή µόνο του Νο. 18 είναι ένα
αµφισβητήσιµο θέµα, αλλά ο συναγωνισµός µεταξύ των ραδιοφωνικών παραγωγών,
και της κληρονοµικής τους ανασφάλειας, οδήγησαν τα studio ηχογραφήσεων στην
παροχή ενός τυπικού ραδιοφωνικού µεγάφωνου, είτε µέσα είτε πάνω στην κονσόλα
54
της µίξης. Στα µέσα της δεκαετίας του 1970, η Auratone Sound Cube είχε γίνει ένα
δεδοµένο σηµείο αναφοράς, και ήταν γενικά και λογικά αποδεκτό πως ήταν
ευκολότερο να κριθούν τα φωνητικά και τα επίπεδα αντήχησης πιο εύκολα σε µικρά
µεγάφωνα. Κρίνοντάς τα, στα πλαίσια του πως θα ακούγονταν τυπικά σε οικιακές
περιστάσεις. Εκείνον τον καιρό, τα περισσότερα δωµάτια ελέγχου κατασκευάζονταν
για συγκεκριµένο σκοπό και σπάνια, σχεδιάζονταν από την αρχή. Το γεγονός αυτό
επέφερε µια κατάσταση στην οποία η τεράστια πλειοψηφία των δωµατίων ελέγχου
είναι για µια ακόµη φορά όχι πολύ καλά σχεδιασµένα, έτσι δεν είναι και τόσο άξιο
απορίας πως το monitoring κοντινού πεδίου (close filed monitoring) είναι ακόµη σε
ευρεία χρήση. Αναµφίβολα, τα monitors κοντινού πεδίου (close filed monitors), µε
την περιορισµένη περιοχή συχνοτήτων τους, δίνουν µια καλή αναπαράσταση της
τυπικής οικιακής αναπαραγωγής, η οποία λαµβάνει χώρα σε µεγάφωνα ενός γενικά
παρόµοιου µεγέθους. Ακούγοντας από κοντινή απόσταση ή µέσα στη κρίσιµη
απόσταση βοηθά επίσης στην εξάλειψη κατά έναν βαθµό της αστάθειας από το ένα
δωµάτιο στο άλλο. Στις ηχογραφήσεις ενισχύονται τα 70Hz. Μέσω µεγάφωνων η
ρυθµική ροή στα 50Hz µπορεί να έχει ως αποτέλεσµα καταφανείς επιρροές στα
35Hz. Αυτό µπορεί να κριθεί εντελώς ανεπιθύµητο όταν η µουσική ακούγεται σε
µεγάλη έκταση, σε πραγµατικά υψηλής πιστότητας οικιακό σύστηµα. Για ακόµη µια
φορά, σε πολλές περιπτώσεις, οι mastering µηχανικοί αναµένονται να σώσουν την
κατάσταση. Θα έµοιαζε υποχρεωτικό για µια επαγγελµατική βιοµηχανία να επιδείξει
ένα καλά ισορροπηµένο προϊόν στην αγορά. Αυτό θα επέφερε αποτελέσµατα τα
οποία θα ανταποκρίνονταν κατάλληλα σε συστήµατα στα οποία θα παίζονταν. ∆εν
µοιάζει επαγγελµατικό να επιδεικνύονται προϊόντα τα οποία εκτίθενται ως ελλιπή
από τους αγοραστές των υψηλής πιστότητας µουσικών συστηµάτων. Με άλλα λόγια,
η ποιότητα που χαρακτηρίζει µια ηχογράφηση θα πρέπει να είναι ανάλογη της
ποιότητας του συστήµατος στο οποίο παίζεται. Αλλά αρκετά συχνά, ωστόσο, εξαιτίας
των ανεπαρκών συστηµάτων παρακολούθησης (monitoring systems) στα studio
ηχογραφήσεων, οι φίλοι της µουσικής υψηλής πιστότητας στις οικείες τους είναι οι
πρώτοι που συνειδητοποιούν πόσο κακές είναι κάποιες ηχογραφήσεις. Κανένα studio
ηχογραφήσεων δεν µπορεί λογικά να αποκαλείται επαγγελµατικό εκτός και εάν έχει
τη δυνατότητα να παρέχει σύστηµα monitoring, υψηλού βαθµού ανάλυσης. Το
monitoring κοντινού πεδίου είναι συνεπώς χρήσιµο, αλλά όχι και υποκατάστατο για
ένα σύστηµα υψηλής ποιότητας και µεγάλης έκτασης, αν και η ακριβή επιλογή για το
αν το σύστηµα κοντινού πεδίου θα πρέπει να είναι υψηλής ή µεσαίας ποιότητας
εξαρτάται κατά ένα ορισµένο ποσοστό από τον τύπο της µουσικής η οποία
ηχογραφείται και την προτεινόµενη αγορά.
Για να µετρηθεί ο χρόνος αντήχησης χρειάζεται µια πηγή ήχου για τη διέγερση του
χώρου και τη δηµιουργία του αντηχητικού πεδίου. Υπάρχουν τρεις βασικές µέθοδοι
µέτρησης του χρόνου αντήχησης:
56
(διαφορετικός ρυθµός πτώσης ανά συχνότητα). Από τις κλίσεις των καµπύλων
υπολογίζεται και εξάγεται ο χρόνος αντήχησης Τ60/οκτάβα.
Η εν λόγω µέθοδος παρότι θεωρητικά ορθή, στην πράξη εµφανίζει σηµαντικά
µειονεκτήµατα, ειδικότερα κατά την εφαρµογή της σε ακουστικά και
ηλεκτρακουστικά συστήµατα. Παρακάτω αναλύονται τα βασικά µειονεκτήµατα της
µεθόδου:
Α. Είναι πρακτικά αδύνατον να δηµιουργηθεί ένας παλµός απειροστού πλάτους
καθότι όλα τα συστήµατα (ηλεκτρονικά και µηχανικά) έχουν ένα πεπερασµένο χρόνο
αντίδρασης.
Β. Σε όλα τα φυσικά συστήµατα υπάρχει κάποιας µορφής θόρυβος. Καθότι η
ενέργεια του παλµού διεγείρει το σύνολο της απόκρισης του συστήµατος (το φάσµα
του περιέχει ίση ενέργεια σε όλες τις συχνότητες) προκειµένου να υπάρξει
ικανοποιητικός λόγος σήµατος προς θόρυβο στην έξοδο του συστήµατος θα πρέπει να
χρησιµοποιηθεί παλµός εισόδου πολύ µεγάλου πλάτους. Αποτέλεσµα αυτού µπορεί
να είναι η οδήγηση του συστήµατος στη µη γραµµική περιοχή λειτουργίας ως και η
καταστροφή του.
Γ. Αν κατά τη διάρκεια της απόκρισης του συστήµατος υπάρξει κάποιο εξωτερικό
τυχαίο γεγονός (πχ. εξωγενής στιγµιαίος θόρυβος) δεν υπάρχει κανένας τρόπος να
αφαιρεθεί η επίδρασή του και η µέτρηση θα πρέπει να επαναληφθεί.
∆. Ειδικά για ακουστικές µετρήσεις ισχύουν και οι παρακάτω περιορισµοί:
• Κατά την κρουστική διέγερση ενός χώρου σε υψηλές στάθµες µε χρήση
µεγάφωνων υπάρχει µεγάλος κίνδυνος καταστροφής των µονάδων χαµηλών
συχνοτήτων.
• Κατά τη διέγερση µε φυσικές κρουστικές πηγές (πχ. πυροβολισµός) υπάρχει
πολύ µικρή επαναληψιµότητα και αν χρησιµοποιηθούν υψηλές στάθµες
µπορεί να υπερφορτωθούν οι βαθµίδες καταγραφής.
Για τους παραπάνω λόγους η µέθοδος του απειροστού παλµού δε βρίσκει σήµερα
εφαρµογή στη µέτρηση της κρουστικής απόκρισης ακουστικών και
ηλεκτροακουστικών συστηµάτων.
57
Η παραπάνω µέθοδος χρησιµοποιούνταν σε παλαιότερα µετρητικά συστήµατα αλλά η
χρήση της έχει περιοριστεί στις µέρες µας.
11
Είναι µια συνάρτηση δ µε την ιδιότητα: l fxδxdx f0, για κάθε f:[0,1]→R συνεχή.
58
ΣΧΗΜΑ 32: Γραφική αναπαράσταση ενός µοναδιαίου παλµού.
59
A.54. ΚΡΟΥΣΤΙΚΗ ΑΠΟΚΡΙΣΗ
60
A.55. ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΜΕΤΡΗΣΕΩΝ
62
A.57. ΥΛΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ MLSSA ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΤΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗ
ΑΠΟΡΡΟΦΗΣΗΣ
Μία βασική εφαρµογή είναι η µέτρηση του συντελεστή απορρόφησης α ( f ,ϑ) ενός
υλικού. Ο συντελεστής απορρόφησης είναι ο λόγος της απορροφηµένης (και πιθανόν
µεταδιδόµενης εντός του υλικού) ενέργειας, προς την προσπίπτουσα ενέργεια στην
επιφάνεια του υλικού. Για µετρήσεις in situ, ο καλύτερος τρόπος υπολογισµού του
συντελεστή απορρόφησης γίνεται µέσω του συντελεστή ανάκλασης R( f ,ϑ) , δηλαδή
υπολογίζοντας τον συντελεστή ανάκλασης R( f ,ϑ) από µέτρηση των ακουστικών
πιέσεων του προσπίπτοντος και ανακλώµενου ακουστικού κύµατος. Οπότε, ο
συντελεστής απορρόφησης δίνεται από την σχέση
α ( f ,ϑ) =1− | R( f ,ϑ) |2 (35)
και εξαρτάται από την συχνότητα f και γωνία πρόσπτωσης ϑ του κύµατος. Το
MLSSA τροφοδοτεί το ηχείο µε το κατάλληλο σήµα MLS, δηµιουργώντας το
κατάλληλο ηχητικό κύµα. Στη συνέχεια το κύµα προσπίπτει στην επιφάνεια του
ηχοαπορροφητικού υαλοβάµβακα πάχους 50mm, και ένα µέρος της ενεργείας του
ανακλάται από αυτόν. Το ανακλώµενο σήµα λαµβάνεται από το µικρόφωνο
αναφοράς και οδηγείται στην είσοδο του MLSSA για ψηφιακή επεξεργασία και
υπολογισµό της ωστικής απόκρισης του απορροφητικού υλικού. Η πρώτη κορυφή
είναι η ωστική απόκριση της συνιστώσας του προσπίπτοντος κύµατος και η δεύτερη
µικρότερη κορυφή είναι η απόκριση του ανακλώµενου κύµατος. Κατόπιν
εφαρµόζεται FFT στις ωστικές αποκρίσεις ξεχωριστά, για τον υπολογισµό των
συναρτήσεων µεταφοράς.
63
Β. ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΗ ∆ΙΑ∆ΙΚΑΣΙΑ
64
B.1. ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ CONTROL ROOM
Αρχικά θα δοθεί µια περιγραφή και οι διαστάσεις του χώρου στον οποίο έγιναν οι
πειραµατικές µετρήσεις. Πρόκειται για το control room που υπάρχει στο Κτίριο Β
των εγκαταστάσεων του παραρτήµατος του ΤΕΙ Ηρακλείου στο Ρέθυµνο. Υπάρχουν
δύο control rooms, η εργασία αυτή ασχολείται µε το control room στο οποίο είναι
τοποθετηµένη η κονσόλα AUDIENT ASP 8024. Οι διαστάσεις του χώρου είναι:
Μήκος=7.09m, Πλάτος=4.55m, Ύψος=2.50m. Ο χώρος έχει σχήµα ορθογωνίου
παραλληλεπιπέδου. Ο προσανατολισµός κατά την διάρκεια των περιγραφών που θα
ακολουθήσουν θα γίνεται σύµφωνα µε τη θέση του ηχολήπτη όταν ο ηχολήπτης
κοιτάζει προς τα ηχεία. Οπότε η είσοδος είναι πίσω δεξιά από τον ηχολήπτη, ενώ
κατά µήκος του αριστερού τοίχου υπάρχουν τρεις κολώνες, στο τέλος, στην αρχή και
στη µέση του τοίχου. Υπάρχει τέλος ένα παράθυρο που βρίσκεται ακριβώς αριστερά
από τη θέση του ηχολήπτη και δύο εξογκώµατα στο πάνω µέρος του αριστερού
τοίχου, στην αρχή και στο τέλος του.
Παρακάτω γίνεται µια αναφορά στα στοιχεία τα οποία έχουν τοποθετηθεί στο χώρο
µε σκοπό την ηχητική του βελτίωση. Στο ταβάνι πάνω από τη θέση του ηχολήπτη και
καλύπτοντας το µεγαλύτερο µέρος της κονσόλας µπροστά από τον ηχολήπτη έχουν
τοποθετηθεί διαχυτές πρωτεύουσας ρίζας, ενώ το υπόλοιπο µέρος του ταβανιού έχει
καλυφθεί µε απλό ηχοµονωτικό υλικό. Πίσω από τον ηχολήπτη τοποθετηµένοι στον
πίσω τοίχο βρίσκονται διαχυτές Schroeder κατά µήκος του τοίχου και αριστερά και
δεξιά αυτών δύο µπασοπαγίδες. Στον αριστερό τοίχο έχουν τοποθετηθεί διάτρητες
γυψοσανίδες µε κανονική κυκλική διάτρηση, ενώ στον απέναντι τοίχο έχουν
τοποθετηθεί πορώδεις απορροφητές κατά µήκος του δεξιού τοίχου, ενώ στην περιοχή
που καλύπτει τη θέση του ηχολήπτη και τη κονσόλα µέχρι το µήκος του δεξιού
ηχείου Nautilus έχουν τοποθετηθεί διαχυτές Schroeder, και µετά ο τοίχος είναι
καλυµµένος µε απορροφητές. Ο µπροστά τοίχος έχει καλυφθεί από διάτρητη
γυψοσανίδα µε τετράγωνη διάτρηση. Στις άκρες του πίσω τοίχου στο πάνω µέρος
έχουν τοποθετηθεί ηχοπαγίδες για τις χαµηλές συχνότητες (µπασοπαγίδες). Τέλος,
υπάρχουν µάλλον τυχαία τοποθετηµένα κάποια κάδρα πορωδών απορροφητών
διάσπαρτα στο χώρο, ενώ υπάρχει και ένας απορροφητής µε κυκλική διάτρηση, ο
οποίος αφορά τις υψηλές συχνότητες και λειτουργεί µε βάση την εξίσωση του
Helmholtz, τοποθετηµένος τυχαία στο µπροστινό τοίχο. Οι διαχυτές τύπου Schroeder
είναι τετραγωνικού υπολοίπου και πρόκειται για το µοντέλο RPG Omnifusor QRD
της εταιρίας Omnifusor.
Στο control room υπάρχει ένα ζευγάρι ηχείων Nautilus της σειράς 802 και ένα
ζευγάρι ηχείων HM-1 της εταιρίας Meyer Sound. Επίσης υπάρχει η κονσόλα
AUDIENT ASP 8024, ένας υπολογιστής και ο περιφερειακός εξοπλισµός που
απαρτίζεται από αρκετές περιφερειακές µονάδες και τρία πολυκάναλα.
Αναλυτικότερα, µέσα στο χώρο του control room υπάρχουν οι εξής περιφερειακές
µονάδες: Drawmer Quad-Gate DS404, dbx 1066 Compressor/Limiter/Gate, dbx DDP
Digital Dynamics Processor, dbx 160SL Compressor- Limiter, Focusrite Red 1 Quad
Mic-pre, Focusrite Red 3 Dual Compressor-Limiter (Unit 1), Focusrite Red 3 Dual
Compressor-Limiter (Unit 2), Focusrite Producer Pack ff ISA 430 MK II, DigiTech
Studio 400 4 in 4 out Multi-Effects Processor, Lexicon 960L Digital Effects System,
Lexicon PCM 91 Digital reverberator, Lexicon MPX 550 Dual Channel Processor,
Avalon Design AD 2044 Pure Class A Compressor, Weiss ADC 2 Analog to Digital
Converter, t.c. electronic Reverb 4000 High definition reverb, t.c. electronic M3000
Studio reverb processor, Eventide DSP7500 Ultra Harmonizer Sampling Special
Edition, Tascam DA-40, HHD BurnIT Plus CDR-830 Compact Disc Recorder, 2
µονάδες TASCAM DA-78HR High Resolution DTRS και το TASCAM DA-38 DTRS.
65
B.2. ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΗΣ ∆ΙΑ∆ΙΚΑΣΙΑΣ
ΣΧΗΜA 33: Βασική συνδεσµολογία για την µέτρηση της κρουστικής και συχνοτικής
απόκρισης που χρησιµοποιήθηκε για όλες τις µετρήσεις.
66
προταθούν οι λύσεις για την ακουστική βελτίωση του control room. Οι τιµές στους
πίνακες µε γκρι χρώµα δεν λαµβάνονται υπόψη15.
Η επιλογή αυτών των θέσεων έγινε µε βάση τη χρήση του control room από τον
ηχολήπτη, από τον καθηγητή και τους φοιτητές που παρακολουθούν τα µαθήµατα
που διεξάγονται µέσα σε αυτόν το χώρο. Φυσικά υπάρχουν κι άλλες πιθανές θέσεις
που θα µπορούσαν να µελετηθούν αλλά οι πέντε πρώτες µετρήσεις θεωρούνται
αρκετές, άλλωστε κάποιος που θέλει να επέµβει στην ηχοληψία και στην αισθητική
κατά την διάρκεια µιας µίξης ή µιας ηχογράφησης, καλό θα είναι να βρίσκεται σε µια
από τις τρεις πρώτες θέσεις (Μέτρηση 1,2,3) αν θέλει να ακούει σωστά.
Στη συνέχεια έγινε µια µέτρηση µε το µικρόφωνο τοποθετηµένο ακριβώς στην θέση
του ηχολήπτη και µε το ηχείο τοποθετηµένο στην µέση της απόστασης µεταξύ των
ηχείων Meyer (Μέτρηση 6). Έπειτα, θέλοντας να µελετηθεί η ηχητική συµπεριφορά
του χώρου στα τέσσερα σηµεία όπου βρίσκονται τοποθετηµένα τα ηχεία, το
δωδεκάεδρο τοποθετήθηκε κοντά στη θέση του ηχολήπτη και το µικρόφωνο έλαβε τις
εξής θέσεις όπως περιγράφονται στις µετρήσεις 7,8,9,10,11 και 12.
15
D50: είναι η ενέργεια των πρώτων ανακλάσεων προς την ενέργεια των συνολικών ανακλάσεων.
Από τις λέξεις Definition ή Deutlichkeit και εκφράζεται σε ποσοστό %.
C50: είναι η ενέργεια των πρώτων ανακλάσεων προς την ενέργεια των καθυστερηµένων ανακλάσεων.
Από τις λέξεις Clarity ή Klarheitsmass και εκφράζεται σε dB. Μπορεί επίσης η παράµετρος να τεθεί
στα πρώτα 80ms οπότε έτσι εξάγεται ο δείκτης C80.
TS: Ο κεντρικός χρόνος (central time) ορίζεται ως το τετράγωνο της ενέργειας της κρουστικής
απόκρισης ενός συστήµατος που σχετίζεται µε τις πρώτες ανακλάσεις και εκφράζεται σε ms.
EDT: (Early Decay Time) Είναι ο χρόνος αντήχησης που µετριέται κατά την πτώση των πρώτων 10dB
από την εκκίνηση της ηχητικής πηγής. Μετριέται σε ms.
SNR: Είναι ο λόγος της στάθµης του σήµατος προς τη στάθµη του θορύβου βάθους (signal-to-noise
ratio και µετριέται σε dB.
67
B.3. ΜΕΤΡΗΣΗ 1 (ΤΥΧΑΙΑ
ΤΥΧΑΙΑ ΘΕΣΗ ΚΟΝΤΑ ΣΤΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΗΧΟΛΗΠΤΗ)
ΗΧΟΛΗΠΤΗ
68
f (Hz) 32 63 125 250 500 1000 2000 4000 500-4000
S (dBspl) 17.6 33.3 44.8 44.7 47.5 46.4 47.6 47.5 SPL-
N (dBspl) - -1.4
1.4 7.9 12.4 16.7 16.3 17.8 19.3 Weighted
SNR (dB) - 34.7 36.9 32.3 30.8 30.2 29.8 28.2 Averages
C50 (dB) -2.58 3.00 7.35 10.87 17.49 22.22 18.38 18.94 19.238
C80 (dB) -0.66 6.36 13.92 18.20 26.07 34.23 32.25 29.42 30.481
D50 (%) 35.6 66.6 84.5 92.4 98.2 99.4 98.6 98.7 98.585
TS (ms) 137.2 47.5 29.4 21.5 12.3 8.1 9.7 8.9 10.768
EDT-10dB (s) 1.520 0.669 0.385 0.312 0.225 0.127 0.140 0.193 0.189
RT-20dB (s) 7.391 0.439 0.262 0.278 0.167 0.147 0.179 0.168 0.164
r (-5: -25) -0.955 -0.997
0.997 -0.967 -0.990 -0.987 -0.990 -0.991
0.991 -0.999 -0.989
RT-30dB (s) 6.251 0.553 0.303 1.443 0.222 0.146 0.156 0.170 0.192
r (-5: -35) -0.917 -0.990
0.990 -0.980 -0.781 -0.984 -0.997 -0.992
0.992 -0.999 -0.989
RT-USER (s) 8.360 0.441 0.275 0.308 0.174 0.140 0.166 0.165 0.166
r (-10: -25) -0.974 -0.994
0.994 -0.919 -0.990 -0.966 -0.983 -0.988
0.988 -0.999 -0.976
ΠΙΝΑΚΑΣ 3: ΜΕΤΡΗΣΗ 1.
Η πρώτη µέτρηση αφορά µια θέση κοντά στη θέση του ηχολήπτη. Από τη γραφική
παράσταση του µετασχηµατισµού Fourier της µέτρησης 1 (σχήµα 366) παρατηρείται
ότι υπάρχει µια µεγάλη πτώση της έντασης στα 42Hz. Η µεγαλύτερη κορυφή είναι
στα 130Hz και στη συνέχεια παρατηρούνται πτώσεις στην ένταση στις συχνότητες
150, 200, 1200, 510, 750, και 4500Hz. Από τις ενδείξεις του πίνακα 3, παρατηρείται
αυξηµένος ο RT30 στη συχνοτική µπάντα των 250Hz µε τιµή 1.443sec.. Οι άλλες τιµές
για τους υπόλοιπους δείκτες
τες θεωρούνται λογικές.
69
B.4. ΜΕΤΡΗΣΗ 2 (ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΗΧΟΛΗΠΤΗ)
70
f (Hz) 32 63 125 250 500 1000 2000 4000 500-4000
S (dBspl) 14.6 33
33.2 45.8 51.4 48.1 46.6 47.4 48.7 SPL-
N (dBspl) - 7..4 20.5 28.8 30.4 27.9 25.9 23.7 Weighted
SNR (dB) - 25
25.8 25.3 22.6 17.7 18.7 21.5 25.0 Averages
C50 (dB) -0.18 3..60 11.87 12.04 15.37 21.44 18.68 19.93 18.237
C80 (dB) 1.41 6..43 18.22 22.65 21.00 36.70 27.81 31.29 30.930
D50 (%) 49.0 69
69.6 93.9 94.1 97.2 99.3 98.7 99.0 97.956
TS (ms) 171.3 33
33.8 13.6 16.3 16.3 7.6 12.4 7.1 13.230
EDT-10dB (s) 3.604 0..818 0.158 0.225 0.177 0.137 0.198 0.180 0.172
RT-20dB (s) 7.282 0..467 0.350 0.225 11.623 0.151 0.154 0.167 9.486
r (-5: -25) -0.975 -00.996 -0.980 -0.980 -0.609 -0.997 -0.997
0.997 -0.999 -0.772
RT-30dB (s) 6.306 0..504 0.299 0.211 T 0.143 3.904 0.165 1.647
r (-5: -35) -0.908 -00.997 -0.986 -0.977 T -0.997 -0.603
0.603 -0.999 -0.879
RT-USER (s) 7.124 0..440 0.327 0.204 14.854 0.147 0.156 0.163 8.701
r (-10: -25) -0.950 -00.998 -0.979 -0.975 -0.669 -0.996 -0.994
0.994 -0.998 -0.806
ΠΙΝΑΚΑΣ 4: ΜΕΤΡΗΣΗ 2.
Η µέτρηση 1 πρόκειται για µια θέση κοντά στη κύρια θέση του ηχολήπτη
ηχολήπτη, πάνω από
την οποία δεν υπάρχουν οι διαχυτές πρωτεύουσας ρίζας. Το γεγονός αυτό δικαιολογεί
και τις διαφοροποιήσεις σε σχέση µε τη µέτρηση 2 (σχήµα 39)) από την οποία
εξάγονται οι παρακάτω παρατηρήσεις:
παρατηρήσεις Εκτός της µεγάλης πτώσης της έντασης στα
40Hz, παρατηρείται άλλη µια πτώση στα 170Hz και µια απότοµηοµη µεγάλη πτώση στα
220Hz. Η µεγαλύτερη κορυφή βρίσκεται στα 300Hz και ακολουθούν κάποια
ελάχιστα έντασης στις συχνότητες
συχνότητες: 320, 380, 1200, 1800, 2500 και 2600Hz.
2600 Αυτή η
µέτρηση περιγράφει την ακουστική συµπεριφορά στην βασική θέση του ηχολήπτη
(καθιστός µπροστά
προστά από την κονσόλα). Η θέση αυτή φαίνεται να µην µπορεί να
υποστηρίξει την περιοχή 220 έως 230Hz. Επίσης από τον πίνακα 4 φαίνεται να
υπάρχει µεγάλο πρόβληµα στην περιοχή των 500Hz, όπου παρατηρούνται υψηλές
τιµές στους χρόνους αντήχησης.
αντήχησης Στην συχνοτική περιοχή των 500Hz είναι
ε βέβαιο ότι
υπάρχει στάσιµο κύµα που επηρεάζει πολύ την ακρόαση στη θέση αυτή
αυτή, οι τιµές των
χρόνων αντήχησης από τον πίνακα 4 είναι τεράστιες σε εκείνη τη µπάντα
συχνοτήτων.
71
B.5. ΜΕΤΡΗΣΗ 3 (ΘΕΣΗ
ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΗΧΟΛΗΠΤΗ ΟΤΑΝ ΣΤΕΚΕΤΑΙ ΟΡΘΙΟΣ
ΟΡΘΙΟΣ)
72
f (Hz) 32 63 125 250 500 1000 2000 4000 500-4000
S (dBspl) 14.9 33.0
3.0 42.9 47.9 49.6 48.0 50.7 50.0 SPL-Weighted
N (dBspl) - 7.7 14.2 22.4 27.1 24.4 24.0 25.6 Averages
SNR (dB) - 25.3 28.7 25.5 22.6 23.6 26.7 24.4
C50 (dB) -0.22 4.73 8.29 9.91 16.68 23.98 22.33 21.48 20.582
C80 (dB) 1.51 7.28 15.07 16.87 26.51 31.62 35.96 51.78 41.055
D50 (%) 48.7 74.8 87.1 90.7 97.9 99.6 99.4 99.3 98.597
TS (ms) 158.4 32.8 19.3 19.9 8.2 6.6 6.9 5.9 7.503
EDT-10dB (s) 2.725 0.734 0.409 0.289 0.172 0.167 0.149 0.187 0.168
RT-20dB (s) 7.956 0.556 0.320 0.251 0.194 0.131 0.147 0.159 0.171
r (-5: -25) -0.978 -0.990
0.990 -0.984 -0.996 -0.995 -0.996 -0.997
0.997 -0.998 -0.996
RT-30dB (s) 7.795 2.191 0.301 0.493 0.187 0.186 0.143 0.150 0.177
r (-5: -35) -0.965 -0.876
0.876 -0.993 -0.933 -0.998 -0.979 -0.998
0.998 -0.996 -0.994
RT-USER (s) 8.041 0.546 0.325 0.233 0.192 0.139 0.157 0.157 0.173
r (-10: -25) -0.967 -0.978
0.978 -0.969 -0.995 -0.989 -0.996 -0.998
0.998 -0.998 -0.993
ΠΙΝΑΚΑΣ 5: ΜΕΤΡΗΣΗ 3.
Η επόµενη µέτρηση 3 περιγράφει τι γίνεται όταν στην ίδια θέση ο ηχολήπτης σταθεί
όρθιος. Εκεί και σύµφωνα µε το σχήµα 42 ο ηχολήπτης θα δυσκολευτεί να ακούσει
τις συχνότητες 30-40Hz,, 180, 270, 310, 450, 1200 και 2000Hz, ενώ παρατηρείται
άνοδος στην ένταση στις συχνότητες 500 και 1500Hz. Οπότε
Οπότε, παρατηρείται µεγάλη
αλλαγή στην ίδια θέση µε την διαφορά του να είναι κάποιος όρθιος ιος ή καθιστός.
Επίσης παρατηρείται αυξηµένος ο δείκτης RT30 στη συχνοτική περιοχή των 63Hz µε
τιµή 2.191sec.
73
B.6. ΜΕΤΡΗΣΗ 4 (ΘΕΣΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΗΧΟΛΗΠΤΗ
ΜΠΡΟΣΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΚΟΝΣΟΛΑ)
Οι επόµενες µετρήσεις (µέτρηση 4 και 5) αφορούν δύο άλλες βασικές θέσεις στο
control room. Την θέση αριστερά και µπροστά από την κονσόλα, εκεί δηλαδή που
υπάρχουν τα δέκα πρώτα κανάλια της κονσόλας, τα οποία χρησιµοποιούνται σχεδόν
πάντα για κάθε ηχογράφηση (µέτρηση 4) και τη θέση πίσω από τον ηχολήπτη στον
πίσω τοίχο, όπου συνήθως κάθονται οι επισκέπτες και εφόσον πρόκειται για αίθουσα
διδασκαλίας κάθονται και οι φοιτητές (µέτρηση 5). Στο σχήµα 45 µε τον
µετασχηµατισµό Fourier που έγινε, παρατηρούνται ελάχιστα έντασης στις συχνότητες
40, 80, 150, 290, 500, 700 και 1200Hz. Επίσης παρατηρούνται µέγιστα έντασης στις
συχνότητες 70 και 190-200
200Hz. Φαίνεται λοιπόν µια αρκετά ανοµοιόµορφη κατανοµή
συχνοτικής ενέργειας σε αυτήν την περιοχή του control room, πάνω από την οποία
δεν υπάρχουν διαχυτές και δίπλα στην οποία υπάρχει το παράθυρο του δωµατίου,
75
παράγοντες που φαίνεται να επηρεάζουν αρκετά την ακουστική του χώρου σε αυτή
τη θέση. Η τιµή 2.177sec που παρουσιάζεται στον πίνακα 6 στη συχνοτική ζώνη των
500Hz για τον δείκτη RT30 θεωρείται υψηλή.
76
ΣΧΗΜΑ 47: IR ΜΕΤΡΗΣΗΣ 5.
77
ΣΧΗΜΑ 48: FFT ΜΕΤΡΗΣΗΣ 5.
Η κατανοµή ενέργειας για τη µέτρηση 5 (σχήµα 48) φαίνεται να είναι από τις πιο
ανοµοιόµορφες µέσα στο χώρο.
χώρο Υπάρχουν οι πτώσεις στις συχνότητες 40 και
1200Hz, αλλά υπάρχει µια µεγάλη κορυφή στα 75Hz και µια τεράστια
ανοµοιοµορφία στην περιοχή 100 έως 500Hz, µε αδυναµία του χώρου να αναπαράγει
τις συχνότητες 140, 160, 280 και 450Hz. Παρατηρείται λοιπόν ότι πιθανοί ακροατές
που θα κάθονται στα καθίσµατα πίσω από τον ηχολήπτη θα αντιλαµβάνονται
διαφορετικά τον ήχο από ό,ό τι ο ηχολήπτης στη θέση του
του. Τέλος στον πίνακα 7
παρατηρούνται µεγαλύτερες τιµές του δείκτη TS σε σχέση µε τους πίνακες των
προηγούµενων µετρήσεων.
µετρήσεων
78
B.8. ΜΕΤΡΗΣΗ 6 (ΣΤΗ
ΣΤΗ ΜΕΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΑΣΗΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΗΧΕΙΩΝ
MEYER)
80
B.9. ΜΕΤΡΗΣΗ 7 (∆ΙΠΛΑ ΑΚΡΙΒΩΣ ΣΤΟ ΑΡΙΣΤΕΡΟ NAUTILUS)
81
f (Hz) 32 63 125 250 500 1000 2000 4000 500-4000
S (dBspl) 26.8 42.5 53.2 59.9 57.6 51.8 52.9 53.6 SPL-Weighted
N (dBspl) - 21.6 15.3 20.4 20.9 16.7 22.0 24.5 Averages
SNR (dB) - 20.9 37.9 39.5 36.7 35.1 30.9 29.2
C50 (dB) 0.62 7.65 13.84 13.59 19.21 19.68 18.62 19.53 19.236
C80 (dB) 2.39 11.01 20.38 20.36 27.42 31.44 29.29 29.43 28.282
D50 (%) 53.5 85.3 96.0 95.8 98.8 98.9 98.6 98.9 98.819
TS (ms) 165.3 22.6 16.5 16.4 8.9 12.3 11.3 10.7 9.459
EDT-10dB (s) 2.170 0.450 0.207 0.184 0.139 0.168 0.200 0.176 0.148
RT-20dB (s) 9.583 0.589 0.340 0.273 0.207 0.147 0.157 0.151 0.195
r (-5: -25) -0.894 -0.999
0.999 -0.987 -0.969 0.988 -0.995 -0.992
0.992 -0.999 -0.990
RT-30dB (s) 8.164 0.531 0.359 0.247 0.188 0.150 0.157 0.157 0.181
r (-5: -35) -0.833 -0.992
0.992 -0.995 -0.987 -0.992 -0.998 -0.997
0.997 -0.998 -0.993
RT-USER (s) 9.069 0.586 0.364 0.278 0.218 0.147 0.143 0.152 0.203
r (-10: -25) -0.858 -0.998
0.998 -0.995 -0.961 -0.981 -0.992 -0.989
0.989 -0.998 -0.983
ΠΙΝΑΚΑΣ 9: ΜΕΤΡΗΣΗ 7.
82
B.10. ΜΕΤΡΗΣΗ 8 (∆ΙΠΛΑ ΑΚΡΙΒΩΣ ΣΤΟ ∆ΕΞΙ NAUTILUS)
84
B.11. ΜΕΤΡΗΣΗ 9 (ΣΤΗ
ΣΤΗ ΜΕΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΑΣΗΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ NAUTILUS)
85
f (Hz) 32 63 125 250 500 1000 2000 4000 500-4000
S (dBspl) 26.2 43.4 54.1 56.8 56.6 53.5 56.6 55.8 SPL-Weighted
N (dBspl) - 16.2 17.9 22.9 26.0 25.2 28.8 30.0 Averages
SNR (dB) - 27.3 36.2 33.9 30.6 28.3 27.8 25.8
C50 (dB) -2.49 2.13 6.68 12.56 15.45 18.66 19.00 19.33 17.083
C80 (dB) -0.91 6.04 16.35 18.43 25.19 32.89 31.08 30.09 28.915
D50 (%) 36.0 62.0 82.3 94.7 97.2 98.7 98.8 98.8 97.787
TS (ms) 154.5 50.5 23.5 19.5 11.9 8.9 9.5 11.8 11.081
EDT-10dB (s) 1.788 0.675 0.445 0.286 0.223 0.159 0.166 0.155 0.200
RT-20dB (s) 6.637 0.425 0.258 0.261 0.223 0.163 0.158 0.151 0.199
r (-5: -25) -0.956 -0.997
0.997 -0.968 -0.989 -0.983 -0.995 -0.997
0.997 -0.999 -0.988
RT-30dB (s) 6.058 0.465 0.302 0.254 0.225 0.145 0.156 0.152 0.198
r (-5: -35) -0.933 -0.997
0.997 -0.981 -0.995 -0.989 -0.996 -0.999
0.999 -0.999 -0.992
RT-USER (s) 7.282 0.451 0.303 0.273 0.195 0.156 0.156 0.151 0.180
r (-10: -25) -0.949 -0.996
0.996 -0.916 -0.981 -0.981 -0.988 -0.997
0.997 -0.999 -0.986
ΠΙΝΑΚΑΣ 11: ΜΕΤΡΗΣΗ 9.
Στη µέση της απόστασης των δύο ηχείων Nautilus (µέτρηση 9, σχήµα 60) υπάρχουν
πτώσεις έντασης στις συχνότητες 35, 61, 130, 200, 280, 390 και 1000Hz
1000 και µέγιστα
έντασης στις συχνότητες 75 και 170Hz.
86
B.12. ΜΕΤΡΗΣΗ 10 (∆ΙΠΛΑ
( ΑΚΡΙΒΩΣ ΣΤΟ ΑΡΙΣΤΕΡΟ MEYER)
MEYER
87
f (Hz) 32 63 125 250 500 1000 2000 4000 500-4000
S (dBspl) 26.5 44.0 55.5 62.1 62.4 56.7 58.5 58.5 SPL-Weighted
N (dBspl) - 10.7 16.3 22.0 24.9 20.8 24.5 26.3 Averages
SNR (dB) - 33.3 39.2 40.1 37.5 35.8 34.0 32.2
C50 (dB) 4.54 6.08 11.02 13.62 21.14 22.03 21.28 21.69 21.275
C80 (dB) 9.15 10.38 17.85 26.68 28.49 37.19 33.32 33.29 31.301
D50 (%) 74.0 80.2 92.7 95.8 99.2 99.4 99.3 99.3 99.257
TS (ms) 53.2 29.2 22.7 12.7 8.8 8.3 8.0 9.0 8.695
EDT-10dB (s) 0.636 0.494 0.374 0.244 0.152 0.143 0.147 0.130 0.150
RT-20dB (s) 8.013 0.460 0.282 0.224 0.158 0.138 0.144 0.146 0.154
r (-5: -25) -0.942 -0.995
0.995 -0.965 -0.990 -0.990 -0.997 -0.993
0.993 -0.998 0.991
RT-30dB (s) 6.457 0.485 0.318 0.233 0.171 0.134 0.152 0.151 0.165
r (-5: -35) -0.917 -0.996
0.996 -0.989 -0.995 -0.993 -0.999 -0.997
0.997 -0.999 -0.994
RT-USER (s) 8.739 0.451 0.326 0.222 0.155 0.141 0.159 0.149 0.153
r (-10: -25) -0.967 -0.991
0.991 -0.959 -0.981 -0.979 -0.995 -0.995
0.995 -0.998 -0.983
ΠΙΝΑΚΑΣ 12: ΜΕΤΡΗΣΗ 10.
Όσων αφορά το ζευγάρι ηχείων Meyer, για τη µέτρηση 10 (σχήµα 63)) που αφορά το
αριστερό ηχείο Meyer παρατηρούνται ελάχιστα έντασης στις συχνότητες 50, 120,
310, 750, και 1700Hz και µέγιστα στις συχνότητες 75-90, 210 και 320Hz
Hz. Και πάλι οι
διαφορές ανάµεσα στο ένα ηχείο και το άλλο είναι µεγάλες,
άλες όπου στην περίπτωση
του δεξιού Meyer πιθανόν να φταίει και η θέση της οθόνης (µέτρηση
µέτρηση 11).
88
B.13. ΜΕΤΡΗΣΗ 11 (∆ΙΠΛΑ ΑΚΡΙΒΩΣ ΣΤΟ ∆ΕΞΙ MEYER)
MEYER
89
f (Hz) 32 63 125 250 500 1000 2000 4000 500-4000
S (dBspl) 25.7 44.2 54.8 62.4 61.3 55.7 59.2 57.7 SPL-Weighted
N (dBspl) - 11.6 17.7 24.1 26.7 23.6 31.0 31.1 Averages
SNR (dB) - 32.7 37.1 38.3 34.7 32.1 28.3 26.5
C50 (dB) 6.78 5.90 11.51 14.36 19.42 22.57 21.65 21.85 20.266
C80 (dB) 9.42 10.26 14.01 25.37 27.69 34.18 37.78 34.26 31.747
D50 (%) 82.6 79.6 93.4 96.5 98.9 99.4 99.3 99.4 99.000
TS (ms) 41.5 29.4 22.0 11.9 9.0 8.9 5.5 8.2 8.568
EDT-10dB (s) 0.582 0.501 0.370 0.225 0.186 0.155 0.154 0.132 0.177
RT-20dB (s) 8.199 0.522 0.401 0.196 0.182 0.139 0.162 0.157 0.174
r (-5: -25) -0.945 -0.998
0.998 -0.963 -0.993 -0.993 -0.996 -0.995
0.995 -0.996 -0.993
RT-30dB (s) 7.565 0.536 0.323 0.207 0.197 0.140 0.157 0.150 0.184
r (-5: -35) -0.938 -0.999
0.999 -0.968 -0.995 -0.993 -0.998 -0.996
0.996 -0.998 -0.994
RT-USER (s) 9.182 0.544 0.421 0.173 0.201 0.146 0.179 0.161 0.191
r (-10: -25) -0.983 -0.996
0.996 -0.995 -0.994 -0.989 -0.992 -0.996
0.996 -0.996 -0.990
ΠΙΝΑΚΑΣ 13: ΜΕΤΡΗΣΗ 11.
Σε αυτή τη θέση παρατηρείται (σχήµα 66) αδυναµία του χώρου να αναπαράγει τις
συχνότητες 55, 100-120,
120, 150, 510 και µε µεγάλη πτώση στα 1100Hz.. Επίσης από τη
γραφική παράσταση φαίνονται κάποια µέγιστα έντασης στις συχνότητες 200, 300 και
1800Hz.
90
B.14. ΜΕΤΡΗΣΗ 12 (ΣΤΗ
ΣΤΗ ΜΕΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΑΣΗΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ MEYER)
91
f (Hz) 32 63 125 250 500 1000 2000 4000 500-4000
S (dBspl) 25.6 47.1 56.9 62.6 61.0 55.7 58.7 58.6 SPL-Weighted
N (dBspl) - 13.3 17.7 24.7 28.4 26.5 30.7 31.1 Averages
SNR (dB) - 33.8 39.2 37.9 32.5 29.2 28.0 27.5
C50 (dB) 5.49 4.16 11.58 15.55 18.49 21.12 21.05 21.87 19.422
C80 (dB) 8.66 8.47 18.31 24.13 26.00 31.97 32.15 32.05 28.601
D50 (%) 78.0 72.3 93.5 97.3 98.6 99.2 99.2 99.4 98.778
TS (ms) 46.1 36.6 21.5 11.7 10.0 7.6 8.1 8.9 9.475
EDT-10dB (s) 0.655 0.588 0.329 0.165 0.251 0.129 0.162 0.140 0.223
RT-20dB (s) 6.778 0.509 0.322 0.232 0.164 0.153 0.149 0.146 0.160
r (-5: -25) -0.959 -0.998
0.998 -0.982 -0.995 -0.990 -0.998 -0.998
0.998 -0.990 -0.992
RT-30dB (s) 6.154 0.572 0.306 0.250 0.190 0.163 0.155 0.161 0.182
r (-5: -35) -0.961 -0.997
0.997 -0.993 -0.995 -0.992 -0.998 -0.999
0.999 -0.995 -0.993
RT-USER (s) 7.494 0.529 0.368 0.228 0.187 0.150 0.154 0.167 0.178
r (-10: -25) -0.990 -0.997
0.997 -0.985 -0.994 -0.995 -0.998 -0.998
0.998 -0.996 -0.995
ΠΙΝΑΚΑΣ 14: ΜΕΤΡΗΣΗ 12.
Στη µέση της απόστασης των δύο ηχείων Meyer (µέτρηση 12 σχήµα 69) υπάρχουν
πτώσεις έντασης στις συχνότητες 55, 110, 220, 390, 710, 1100, και 1200Hz και
µέγιστα έντασης στις συχνότητες 75, 130, 280, 1600 και 1800Hz.
92
B.15. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ
Στην παρούσα ενότητα ερευνήθηκαν τα προβλήµατα που έχει το προς µελέτη control
room ως προς την ακουστική του συµπεριφορά. Όπως αναφέρθηκε ο χώρος περιέχει
τέσσερα κάδρα µπασοπαγίδων, από τα οποία τα δύο είναι τοποθετηµένα στις δύο
άκρες του πίσω τοίχου και τα άλλα δύο είναι τοποθετηµένα και αυτά στον πίσω τοίχο
δεξιά και αριστερά από τους διαχυτές τετραγωνικού υπολοίπου (Φωτογραφία 1).
Αρχικά θα µπορούσαν οι δύο αυτές µπασοπαγίδες να τοποθετηθούν στα άκρα του
µπροστά τοίχου µιας και στη θέση που είναι τώρα τοποθετηµένες δεν φαίνεται να
αποσκοπούν σε κάτι. Στον αριστερό τοίχο έχουν τοποθετηθεί σειρές διαχυτών µέχρι
το µήκος του δεξιού ηχείου Nautilus, όπου µετά ο τοίχος είναι καλυµµένος µε
πορώδεις απορροφητές (Φωτογραφία 15). Σε πρώτο στάδιο αυτή η τοποθέτηση
διαχυτών και απορροφητών κατά µήκος του ίδιου τοίχου και µάλιστα στο κοµβικό
σηµείο που βρίσκονται τα ηχεία φαίνεται να είναι καταστρεπτική για την ακουστική
του χώρου. Τέλος, δίπλα από το δεξί ηχείο Meyer υπάρχει τοποθετηµένη η οθόνη του
υπολογιστή η οποία φαίνεται να επηρεάζει µε ανακλαστικό τρόπο το παραγόµενο
σήµα του ηχείου αυτού (Φωτογραφία 13). Οι παραπάνω παρατηρήσεις πρόκειται για
κάποια περισσότερο ποιοτικά προβλήµατα τα οποία βέβαια µπορούν να
επαληθευτούν ποσοτικά από τα αποτελέσµατα των µετρήσεων παραπάνω. Στην
παρακάτω ενότητα υπάρχουν σε πλήρη ανάλυση οι προτάσεις βελτίωσης της
ακουστικής του control room, όπως αυτές προήλθαν µετά την καταγραφή και
93
ανάλυση των αποτελεσµάτων από την πειραµατική διαδικασία και την γενικότερη
εξέταση της θεωρίας σχετικά µε την ακουστική ενός χώρου ακροάσεων.
Ο σχεδιασµός του control room και οι προτάσεις που θα δοθούν παρακάτω, γίνονται
για την καλυτέρευση της ακουστικής του χώρου για την συγκεκριµένη ιδιότητά του,
στοχεύουν στη πυκνότητα και την ισοµερή κατανοµή των ούτως ή άλλως
αναπόφευκτων συντονισµών εντός αυτού. Επίσης στοχεύουν στην ισοµερή κατανοµή
της ενέργειας σε όλες τις µπάντες συχνοτήτων. Οι αλλαγές που θα υποστεί ο χώρος
θα µεταβάλλουν την ακουστική σε πολλά σηµεία του χώρου. Οι θέσεις όµως οι
οποίες θα ληφθούν περισσότερο υπόψη είναι η θέση του ηχολήπτη και κυρίως γύρω
από το κεφάλι αυτού, η θέση των επισκεπτών, οι θέσεις των τεσσάρων ηχείων και η
θέση κοντά στο αριστερό µέρος της κονσόλας.
Σε έναν µικρό χώρο ακρόασης σαν αυτόν που µελετάται, υφίσταται µεµονωµένη
διέγερση συγκεκριµένων στάσιµων κυµάτων, των οποίων οι κοιλίες (µέγιστα πίεσης)
και οι δεσµοί (ελάχιστα πίεσης) επιφέρουν έντονες ανοµοιοµορφίες στην απόκριση
του δωµατίου, διασπώντας το πεδίο διάχυσης, γεγονός που παρατηρείται στις
µετρήσεις που έγιναν κατά την πειραµατική διαδικασία. Άλλωστε οι συχνότητες
συντονισµού του χώρου, οι οποίες αναπτύσσονται λόγω των διαστάσεων και του
σχήµατος του δωµατίου, θα πρέπει να καλύπτουν οµοιόµορφα τη συχνοτική ζώνη
τουλάχιστον µεταξύ 20-110Hz.
Ο ήδη υπάρχων σχεδιασµός του χώρου φαίνεται να αντιπροσωπεύει µια λογική της
LEDE φιλοσοφίας µε διαχυτές στον πίσω τοίχο και στο ταβάνι στοχεύοντας στη
διάχυση των πρώτων ανακλάσεων και στη µείωση του «χρωµατισµού» του ηχητικού
υλικού. Θα γινόταν αναφορά σε ζώνη ελεύθερης από ανακλάσεις (RFZ) αν δεν
υπήρχαν παράλληλοι τοίχοι και παράλληλες διαχυτικές επιφάνειες στο χώρο και αν
υπήρχαν εντοιχισµένα ηχεία, κάτι που θα µπορούσε να θεωρηθεί µια λύση. Ο
εντοιχισµός των ηχείων στον µπροστινό τοίχο προϋποθέτει και την σχεδίαση του
πίσω τοίχου ώστε να συµπεριφέρεται ως ηχοπαγίδα για τις χαµηλές συχνότητες. Σε
αυτό το control room που θεωρείται µικρό ο εντοιχισµός των ηχείων θα τα έκανε να
έχουν την µέγιστη δυνατή απόσταση, που µπορεί να επιτευχθεί, από τη θέση
ακρόασης. Μιας και η κλίση στις επιφάνειες του χώρου, µε την οποία θα εξαλειφόταν
όσο το δυνατόν περισσότερο η ενέργεια των πρώτων ανακλάσεων, είναι δύσκολο να
επιτευχθεί, χρονοβόρα και ακριβή, θα µπορούσε ο πίσω τοίχος να καλυφθεί από τους
ήδη υπάρχοντες απορροφητές προσθέτοντας µερικά ακόµα κάδρα µπασοπαγίδων.
Πρόκειται για µια προσέγγιση που χρησιµοποιείται στα δωµάτια ελέγχου τύπου non-
environmental. Τα κάδρα διαχυτών που βρίσκονται στον πίσω τοίχο θα µεταφερθούν
στον µπροστινό τοίχο και γύρω από τα εντοιχισµένα ηχεία, ώστε να επιτευχθεί ισχυρή
ανακλαστικότητα στις χαµηλές συχνότητες και απορροφητικότητα στις µεσαίες και
υψηλές συχνότητες οι οποίες έτσι κι αλλιώς διαδίδονται µε ευκολία στο χώρο. (βλέπε
σχήµα 31: κάτοψη RFZ δωµατίου ελέγχου).
Βέβαια οι συγκεκριµένοι διαχυτές RPG που παρέχει το control room του ΤΕΙ είναι
κατάλληλοι για το πίσω µέρος του δωµατίου (live-end). Συγκεκριµένα, τα βαθιά και
στενά φρεάτια στους διαχυτές αυτούς είναι κατάλληλα να παρέχουν συµφασική
κατευθυντικότητα στο γενικό φασµατικό εύρος απαραίτητη για τα recording studios
κυρίως. Επίσης, οι συγκεκριµένοι διαχυτές µπορούν να προσφέρουν απαραίτητη
διάχυση σε ένα τυπικό live-front control room, όπου ο χώρος µπροστά από τον
ηχολήπτη θα πρέπει να είναι αρκετά διαχυτικός. Για τους λόγους αυτούς, προτείνεται
να ενισχυθούν οι διαχυτές στο πίσω µέρος µε περισσότερα κάδρα αποκτώντας όµως
µια ασυµµετρία κατά την τοποθέτηση τους αντίθετα µε τη συµµετρία που υπάρχει
94
ήδη16. Στην θέση των δύο διαχυτών θα τοποθετηθούν επίσης διαχυτές RPG. Οι
µπασοπαγίδες θα τοποθετηθούν στα άκρα του µπροστά τοίχου, διατηρώντας έτσι την
φιλοσοφία ενός LEDE control room.
Επιπροσθέτως, παρατηρείται από τις µετρήσεις ότι ο διαχυτής πρωτεύουσας ρίζας ο
οποίος έχει τοποθετηθεί στο ταβάνι ακριβώς πάνω από την θέση του ηχολήπτη, θα
έπρεπε να επεκταθεί µε την τοποθέτηση κι άλλων τέτοιων διαχυτών γύρω από την
κεντρική θέση ακρόασης (δηλαδή γύρω από την κονσόλα) και κυρίως πίσω από τον
ηχολήπτη, ώστε να συµπεριληφθεί στο βεληνεκές των διαχυτών και η θέση των
επισκεπτών (Φωτογραφία 4). Επίσης, η ιδιότητα πρόσθετης υποβάθµισης της
ενέργειας στην κατοπτρική διεύθυνση ανάκλασης αυξάνει την καταλληλότητα των
διατάξεων πρωτεύουσας ρίζας για την εφαρµογή τους στα ζωντανά άκρα του control
room το οποίο δεδοµένου του µικρού του µεγέθους, η παρουσία αυτών των διαχυτών
στις άκρες κάθε τοίχου, θα έδινε στο χώρο µια ζωντάνια ως προς την ακουστική του
συµπεριφορά. Οπότε προτείνεται η ενίσχυση πάνω από την κονσόλα και τη θέση του
ηχολήπτη µε κάδρα διαχυτών πρωτεύουσας ρίζας (ίδια µε τα ήδη υπάρχοντα) και στις
άκρες του ταβανιού να τοποθετηθούν µικρά τετραγωνικά κάδρα διαχυτών
πρωτεύουσας ρίζας.
Η τοποθέτηση των ηχοαπορροφητικών υλικών σε τυχαίες θέσεις και κυρίως στις
γωνίες, στους πλαϊνούς τοίχους καθώς και στο ταβάνι έχει σηµαντική συνεισφορά
στη διάχυση του ήχου. Σε αυτό το ορθογώνιο δωµάτιο η τοποθέτηση των
απορροφητικών υλικών στα σηµεία που αναφέρθηκαν παραπάνω έχει επίδραση
στους τρόπους ταλάντωσης του δωµατίου (αξονικοί, εφαπτοµενικοί, πλάγιοι).
Προτείνεται λοιπόν η τοποθέτηση ηχοαπορροφητικών υλικών στις γωνίες των
τοίχων, κάτω από τις ηχοπαγίδες, αλλά και η τοποθέτηση ενός απορροφητή πάνω
στην επιφάνεια του τζαµιού στο παράθυρο που βρίσκεται αριστερά από την κονσόλα.
Η οθόνη του υπολογιστή που βρίσκεται δεξιά από το ηχείο Meyer θα χρειαστεί να
αλλάξει θέση, να τοποθετηθεί σε µέρος που να µην εµποδίζει τα ηχεία. Οι θέσεις των
ηχείων Meyer και Nautilus δεν προτείνεται να αλλάξουν διότι παρατηρώντας τα
αποτελέσµατα που εξάγονται από τις έξι τελευταίες µετρήσεις (µέτρηση 7 έως 12), οι
θέσεις στις οποίες βρίσκονται ήδη τα ηχεία θεωρούνται σωστές.
Οι τελευταίες προτάσεις βελτίωσης της ακουστικής του χώρου είναι να αφαιρεθεί το
έπιπλο µε τα ράφια το οποίο βρίσκεται δίπλα από την πόρτα εξόδου και σε εκείνη τη
θέση να τοποθετηθεί ένα κάδρο ηχοαπορροφητικού υλικού (Φωτογραφία 18). Τέλος,
να επισκευαστεί ο αριστερός τοίχος µπροστά από τον οποίο υπάρχουν οι
περισσότερες περιφερειακές συσκευές, έτσι ώστε να µην µαζεύει υγρασία κατά το
χειµώνα και να µην στάζει το ταβάνι όταν βρέχει, διότι είναι επικίνδυνο λόγω των
καλωδίων που υπάρχουν εκτεθειµένα εκεί.
16
Βλ. παράγραφο: A.37. Ανεστραµµένα Είδωλα.
95
B.18. ΓΕΝΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Συµπερασµατικά, ο χώρος έχει πρόβληµα από τη θέση του ηχολήπτη και πίσω, όπου
εκεί προτάθηκαν και οι περισσότερες αλλαγές, ενίσχυση των διαχυτών πρωτεύουσας
ρίζας στο ταβάνι, πάνω από την κονσόλα, ενίσχυση των διαχυτών τετραγωνικού
υπολοίπου στον πίσω τοίχο, σωστή τοποθέτηση των µπασοπαγίδων στις γωνίες κάθε
τοίχου, και σωστή τοποθέτηση των ηχοαπορροφητικών υλικών στα σηµεία που
περιγράφηκαν νωρίτερα. Τέλος, αφαίρεση του επίπλου και αλλαγή θέσης της οθόνης
του υπολογιστή.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
96
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
[mlsvec_1,mlsfs_1,stimulus_amp_1,mlsdf_1] = readmls(''όνοµα
αρχείου.TIM','Withir');
dt_1=1/mlsfs_1;
t_1=0:dt_1:length(mlsvec_1)*dt_1-dt_1;
figure(1)
plot(t_1,mlsvec_1);xlabel('t (s)');title('Impulse response of µέτρηση');grid
axis([0 t_1(65535) -2*10^(-4) 2.5*10^(-4)])
97
Φωτογραφία 2: Ο χώρος πίσω από την κονσόλα.
Φωτογραφία 3: Ο τοίχος και οι θέσεις των επισκεπτών πίσω από τη θέση του
ηχολήπτη.
98
Φωτογραφία 4: Οι διαχυτές πρωτεύουσας ρίζας πάνω από τη θέση του ηχολήπτη.
99
Φωτογραφία 6: Ο τοίχος αριστερά από τη θέση του ηχολήπτη.
100
Φωτογραφία 8: Ο αριστερός τοίχος µε το εξόγκωµα πάνω αριστερά.
101
Φωτογραφία 10: Το παράθυρο στη µέση του αριστερού τοίχου.
Φωτογραφία 13: Ο τοίχος και η οθόνη δίπλα από το δεξί ηχείο Meyer.
103
Φωτογραφία 14: Το παράθυρο δίπλα από το αριστερό ηχείο Meyer.
105
Φωτογραφία 18: Η γωνία πίσω και δεξιά από τη θέση του ηχολήπτη.
Φωτογραφία 19: Η γωνία πίσω και αριστερά από τη θέση του ηχολήπτη.
106
Φωτογραφία 20: Η αριστερή γωνία µπροστά από τη θέση του ηχολήπτη.
107
Φωτογραφία 22: Ο περιφερειακός εξοπλισµός αριστερά από την κονσόλα.
108
109
Σχήµα 10: Χάρτης συντελεστών απορρόφησης (εξασθένισης) για διάφορα υλικά κι
επιφάνειες.
110
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Βιβλία:
1. Σκαρλάτος, ∆., «Εφαρµοσµένη Ακουστική», Φιλοµάθεια, Πάτρα, 2003.
2. Kinsler, L., Frey, A., Coppens, A., Sanders, J., “Fundamentals Of Acoustics”,
John Wiley & Sons, Inc., New Jersey, 2000.
3. Kuttruff, H., “Room Acoustics”, Spon Press, New York, 2000.
Πανεπιστηµιακές σηµειώσεις:
1. Davies, B., “Room Acoustics Study Guide”, [πανεπιστηµιακές σηµειώσεις],
University of Salford, MSc Audio Acoustics, Semester 2, 2003-2004, Salford.
2. Κουζούπης, Σ., Σηφάκης, Μ., «Εφαρµοσµένη Ακουστική ΙΙ Σηµειώσεις
Εργαστηριακών Ασκήσεων», [πανεπιστηµιακές σηµειώσεις], ΑΤΕΙ Κρήτης,
παράρτηµα Ρεθύµνου, τµήµα Μουσικής Τεχνολογίας Και Ακουστικής,
Εφαρµοσµένη Ακουστική ΙΙ εργαστήριο, Ρέθυµνο, 2008.
3. Πασχαλίδου, Σ., «Εφαρµοσµένη Ακουστική Ι Σηµειώσεις Εργαστηριακών
Ασκήσεων», [πανεπιστηµιακές σηµειώσεις], ΑΤΕΙ Κρήτης, παράρτηµα
Ρεθύµνου, τµήµα Μουσικής Τεχνολογίας Και Ακουστικής, Εφαρµοσµένη
Ακουστική Ι εργαστήριο, Ρέθυµνο, 2006.
4. Σκαρλάτος, ∆., «∆ραστηριότητες Του ΕΛΙΝΑ Στην πρόβλεψη Και Αντιµετώπιση
Του Κυκλοφοριακού Θορύβου», [πανεπιστηµιακές σηµειώσεις], ΤΕΕ Αθήνας,
Οι Επιπτώσεις Της Ηχορύπανσης Στα Αστικά Κέντρα – Αναγκαία Μέτρα Και
Παρεµβάσεις, Αθήνα, 2008.
Άρθρα:
1. Bradley, J., “Speech Intelligibility In Classrooms”, Journal Of The Acoystical
Society Of America, p. 846-854, Canada, 1986.
2. D’Antonio, P., Konnert, J., “The Reflection Phase Grating Diffusor: Design
Theory And Application”, Presented at the 74th Convention of the Audio
Engineering Society, New York, 1983.
Πτυχιακές Εκπονήσεις:
1. Μαρκουλάκης, Σ., «Studio Ηχογραφήσεων 1ου ΣΕΚ Ηρακλέιου:
Κατασκευαστική Και Λειτουργική Μελέτη Με Επίκεντρο Πολυκάναλη Μικτή
Ηχογράφηση», ΑΤΕΙ Κρήτης, σχολή Τεχνολογικών Εφαρµογών, τµήµα
Ηλεκτρολογίας, (χ.χ.).
2. Μήλλιου, Κ., Μήτσου, Α., «Το Νέο Studio Ηχογραφήσεων: Μετατροπή,
Καταγραφή Και Χαρτογράφηση Συσκευών Και Σηµάτων, Μετρήσεις Και
Τελικές Ρυθµίσεις», ΑΤΕΙ Κρήτης, παράρτηµα Ρεθύµνου, τµήµα Μουσικής
Τεχνολογίας Και Ακουστικής, Ρέθυµνο, 2006.
3. Κισσουράς, Α., Τσαµπάσης, Ν., Ιωαννίδης, Σ., «Ακουστική Και Σχεδιαστικές
Αρχές Ηχογραφικών Κέντρων», ΑΤΕΙ Κρήτης, παράρτηµα Ρεθύµνου, τµήµα
Μουσικής Τεχνολογίας Και Ακουστικής, Ρέθυµνο, 2009.
4. Κούρκουλου, Ε., «Γενική Μελέτη, Με Έµφαση Στην Ακουστική, Για Την
Κατασκευή Φωνητικού Θαλάµου (Vocal Booth) Στο Χώρου Του Εργαστηρίου
Ηχοληψίας Ι (Τµήµα Μουσικής Τεχνολογίας Και Ακουστικής)», ΑΤΕΙ Κρήτης,
παράρτηµα Ρεθύµνου, τµήµα Μουσικής Τεχνολογίας Και Ακουστικής,
Ρέθυµνο, 2010.
111
Βοηθήµατα:
1. DRA Laboratories, “MLSSA Reference Manual Version 10WI Rev. 8”,
Douglas D. Rife, 2005.
112