The Wayback Machine - https://web.archive.org/web/20250907054516/https://www.scribd.com/document/740919889/%CE%A3%CE%97%CE%9C%CE%95%CE%99%CE%A9%CE%A3%CE%95%CE%99%CE%A3-%CE%93%CE%99%CE%91-%CE%91%CE%93%CE%A9%CE%93%CE%97-%CE%91%CE%94%CE%99%CE%9A%CE%91%CE%99%CE%9F%CE%9B%CE%9F%CE%93%CE%97%CE%A4%CE%9F%CE%A5-%CE%A0%CE%9B%CE%9F%CE%A5%CE%A4%CE%99%CE%A3%CE%9C%CE%9F%CE%A5-2
0% found this document useful (0 votes)
624 views14 pages

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΑΓΩΓΗ ΑΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΟΥ ΠΛΟΥΤΙΣΜΟΥ 2

Uploaded by

Marina Simini
Copyright
© © All Rights Reserved
We take content rights seriously. If you suspect this is your content, claim it here.
Available Formats
Download as DOCX, PDF, TXT or read online on Scribd
0% found this document useful (0 votes)
624 views14 pages

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΑΓΩΓΗ ΑΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΟΥ ΠΛΟΥΤΙΣΜΟΥ 2

Uploaded by

Marina Simini
Copyright
© © All Rights Reserved
We take content rights seriously. If you suspect this is your content, claim it here.
Available Formats
Download as DOCX, PDF, TXT or read online on Scribd
You are on page 1/ 14

Κατά το άρθρο 904 εδ.

α` του ΑΚ όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς


νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να
αποδώσει την ωφέλεια, ενώ κατά το εδ. β` της ίδιας διάταξης περ.
α΄ η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής
αχρεώστητης, δηλαδή εκείνης που επέρχεται χωρίς δόση
ανταλλάγματος από το λήπτη και που δεν μπορεί να στηριχθεί σε
ισχυρή σύμβαση, δικαιολογούσα τον πλουτισμό, ούτε σε νόμιμη
υποχρέωση. Σύμφωνα με την ως άνω διάταξη, προϋποθέσεις της
αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού και συνακόλουθα στοιχεία της
σχετικής αγωγής είναι α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση
του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης
συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης
αιτίας (ΑΠ 68/2016, ΑΠ 93/2014, ΑΠ 1316/2011, ΑΠ 1468/2010
ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Ειδικότερα, βασική προϋπόθεση της απαίτησης από αδικαιολόγητο


πλουτισμό είναι η ύπαρξη άμεσης περιουσιακής μετακίνησης μεταξύ
του πλουτισμού του λήπτη και της ζημίας άλλου, δηλαδή, για να
στηριχθεί αγωγή από αδικαιολόγητο πλουτισμό, πρέπει να υφίσταται
άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παροχής ή της ζημίας του
ενάγοντος και του πλουτισμού του εναγομένου, η οποία δεν
υφίσταται στην περίπτωση που παρεμβάλλεται και άλλη, τρίτη
περιουσία, υπό την έννοια ότι η περιουσιακή μετακίνηση πρέπει να
πραγματοποιείται από την περιουσία του ζημιωθέντος στην περιουσία
του πλουτίσαντος, χωρίς την παρεμβολή τρίτου προσώπου, που να
ενεργεί για δικό του λογαριασμό. Περαιτέρω, από την ίδια διάταξη
του άρθρου 904 του ΑΚ προκύπτει ότι η αγωγή του αδικαιολόγητου
πλουτισμού είναι επιβοηθητικής φύσης, και μπορεί να ασκηθεί μόνον
όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την
αδικοπραξία, εκτός εάν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά
διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή
από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία. Έτσι, παραδεκτώς, η αγωγή
μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικώς στις διατάξεις για τον
αδικαιολόγητο πλουτισμό, εάν κατά τα εκτιθέμενα σ’ αυτήν πρόκειται
για παροχή αχρεωστήτου και δεν συντρέχουν τα αναγκαία στοιχεία
για τη θεμελίωση της συμβατικής ευθύνης ή εκείνης από
αδικοπραξία, γιατί ο πλουτισμός του εναγομένου επήλθε χωρίς δόση
ανταλλάγματος και δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή (έγκυρη και
μη ελαττωματική) θέληση του ενάγοντος, ούτε σε νόμιμη
υποχρέωσή του (ΑΠ 93/2014, ΑΠ 493/2010, ΑΠ 725/2004 ΤΝΠ
ΝΟΜΟΣ). Μάλιστα, από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών
προκύπτει, ότι για να είναι ορισμένη η αγωγή αδικαιολόγητου
πλουτισμού στην περίπτωση απαίτησης αχρεώστητης παροχής
και για τη θεμελίωση της απαίτησης για απόδοση του
πλουτισμού από την αιτία αυτή, αρκεί να ισχυριστεί ο ενάγων,
εκτός από το γεγονός της παροχής (καταβολής), ότι η παροχή
έγινε για την εκπλήρωση ορισμένης οφειλής και ότι η οφειλή
αυτή, την οποία ήθελε να εκπληρώσει, είναι ανύπαρκτη (ΑΠ
1325/2012, ΑΠ 493/2010, ΑΠ 106/2009, ΑΠ 749/2008 ΤΝΠ
ΝΟΜΟΣ).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι εκκαλούντες - εναγόμενοι, με την


υπό κρίση έφεση τους, ισχυρίζονται ότι η ως άνω αγωγή είναι
αόριστη, γιατί δεν προσδιορίζεται με ακρίβεια και σαφήνεια η
επικαλούμενη απαίτηση από αδικαιολόγητο πλουτισμό και ειδικότερα
δεν αναγράφονται τα στοιχεία των τιμολογίων πώλησης των
καυσίμων, καθώς και οι αντίστοιχες ποσότητες και οι τιμές χρέωσης
των καυσίμων, βάσει των οποίων εκδόθηκαν τα επίδικα πιστωτικά
τιμολόγια της ενά
γουσας. Όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου
της ως άνω αγωγής, περιέχονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, τα στοιχεία,
που αφορούν α) τον πλουτισμό της πρώτης εναγομένης κατά το
ως άνω ποσό των 166.535,37 ευρώ συνολικά που της δόθηκε ως
έκπτωση, βάσει των αναφερομένων δεκαέξι (16) πιστωτικών
τιμολογίων που εκδόθηκαν από την ενάγουσα, β) την επέλευση
του πλουτισμού αυτού από την περιουσία της ενάγουσας γ)
την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ του πλουτισμού της πρώτης
εναγομένης και της ζημίας της ενάγουσας, δηλαδή την επικαλούμενη
μείωση της περιουσίας της ενάγουσας με αντίστοιχη επαύξηση αυτής
της πρώτης εναγομένης και δ) την έλλειψη νόμιμης αιτίας,
καθόσον, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, πρόκειται για
παροχή που δόθηκε αχρεωστήτως. Επομένως, σύμφωνα με την
προεκτεθείσα νομική σκέψη, περιέχονται στην ως άνω αγωγή όλα τα
κατά το νόμο απαιτούμενα στοιχεία της, όπως αυτά
προαναφέρθηκαν, χωρίς να είναι αναγκαία η αναφορά επιπλέον
στοιχείων για το ορισμένο αυτής, όπως αντίθετα, αλλά αβάσιμα
ισχυρίζονται οι εκκαλούντες - εναγόμενοι. Συνεπώς, το Πρωτοβάθμιο
Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ορισμένη την ένδικη αγωγή δεν έσφαλε
ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του Νόμου και ο περί του
αντιθέτου πρώτος λόγος της εφέσεως είναι απορριπτέος ως
αβάσιμος.
Κατόπιν όλων των προαναφερομένων, αποδείχθηκε ότι η έκδοση των
ως άνω δεύτερων πιστωτικών τιμολογίων, συνολικού ποσού 166.535,37
ευρώ, οφειλόταν σε προφανή παραδρομή των υπευθύνων του
τμήματος πωλήσεων και του λογιστηρίου της ενάγουσας και δεν
απεικόνιζαν κάποια άλλη διπλή έκπτωση, αφού ουδέποτε
συμφωνήθηκε κάτι τέτοιο. Επομένως, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στο
οικείο μέρος της προπαρατεθείσας νομικής σκέψης, δεν υφίσταται κατ`
άρθρο 905 παρ. 1 ΑΚ αποκλεισμός της εν λόγω απαίτησης
αχρεωστήτου, καθόσον δεν υφίσταται στην προκειμένη περίπτωση
βούληση ελευθεριότητας της ενάγουσας ως προς την καταβολή του ως
άνω ποσού στην εναγομένη, αφού δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα
προέβη στην καταβολή του εκουσίως και γνωρίζοντας ότι δεν υπήρχε το
χρέος, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες - εναγόμενοι.

Οι ενάγουσες και ήδη εφεσίβλητες, με την προαναφερθείσα αγωγή


τους, όπως αυτή εκτιμάται από το Δικαστήριο τούτο, εξέθεσαν ότι, κατά
τους μήνες Οκτώβριο και Νοέμβριο του έτους 2009, αφίχθησαν στο
λιμένα του Πειραιώς με διάφορα πλοία τα αναφερόμενα
εμπορευματοκιβώτια (containers), των οποίων αυτές ήταν
παραλήπτριες, όμως, δεν μπόρεσαν να παραλάβουν αυτά
(εμπορευματοκιβώτια), άμεσα κατά την άφιξή τους στον ως άνω λιμένα,
εξαιτίας της, κατά την περίοδο εκείνη, απεργίας του προσωπικού της
πρώτης των εναγομένων, με συνέπεια, χωρίς τη βούληση τους (των
εναγουσών), να παραμείνουν αυτά αποθηκευμένα στις εγκαταστάσεις
των εναγομένων, ενόψει του ότι η πρώτη εναγομένη, με ίδια μέσα και
προσωπικό, ασκούσε τις σχετικές εργασίες φορτοεκφόρτωσης,
μεταφοράς, παραλαβής και αποθήκευσης των φορτίων εντός της εν
λόγω λιμενικής περιοχής, όπως εκάστοτε ορίζεται από την κείμενη
νομοθεσία. Εκθέτουν ακόμη ότι, με τη λήξη της προαναφερθείσας
απεργίας, υποχρεώθηκαν, προκειμένου να παραλάβουν τα ως άνω
εμπορευματοκιβώτια, και παρά τις διαμαρτυρίες τους, να
καταβάλουν στην πρώτη εναγομένη αποθηκευτικά έξοδα για καθεμία
από τις ημέρες κατά τις οποίες αυτά παρέμειναν στις εγκαταστάσεις
των εναγομένων, παρότι, κατά τους ισχυρισμούς τους, δεν είχαν
τέτοια υποχρέωση, αφού, δεν ευθύνοντο για την καθυστέρηση στην
παραλαβή τους, μάλιστα, ενσωματώνουν στην αγωγή τα τιμολόγια
παροχής υπηρεσιών που εξέδωσε σχετικώς η πρώτη των εναγομένων,
στα οποία αναφέρονται αναλυτικώς τα στοιχεία των ανωτέρω
εμπορευματοκιβωτίων, τα πλοία που εκτέλεσαν τη μεταφορά τους, ο
χρόνος εισόδου και εξόδου των εμπορευματοκιβωτίων στις
εγκαταστάσεις των εναγομένων, οι ημέρες παραμονής τους εκεί, η
ημερήσια χρέωση για την αποθήκευση κάθε εμπορευματοκιβωτίου και
το ποσό που κατέβαλαν αυτές για την εξόφληση του κάθε τιμολογίου,
δηλαδή το συνολικό ποσό των 16.570,45 ευρώ η πρώτη ενάγουσα και το
συνολικό ποσό των 3.767,86 ευρώ η δεύτερη ενάγουσα. Επίσης, με την
αγωγή αυτή, οι ενάγουσες ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να
καταβάλουν, ευθυνόμενες εις ολόκληρον, στην πρώτη ενάγουσα το
συνολικό ποσό των 16.570,45 ευρώ και στη δεύτερη ενάγουσα το
συνολικό ποσό των 3.767,86 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την ημέρα
εξόφλησης του κάθε επιμέρους τιμολογίου, άλλως από την 20-11-2009,
που όχλησαν σχετικώς τις εναγόμενες, άλλως από την επίδοση της
αγωγής, ισχυριζόμενες ότι η πρώτη εναγομένη κατέστη πλουσιότερη
χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία τους κατά τα ως άνω ποσά που
της κατέβαλαν αχρεωστήτως, διότι, αφενός μεν η αποθήκευση των
εμπορευματοκιβωτίων στο λιμένα του Πειραιώς δεν ζητήθηκε απ’
αυτές αλλά οφειλόταν στην αδυναμία παράδοσής τους από την
πρώτη εναγομένη, αφετέρου δε κατά τους τότε ισχύοντες κανόνες
λειτουργίας της πρώτης εναγομένης προβλεπόταν η μη καταβολή
αποθηκευτικών δικαιωμάτων για εμπορεύματα που βρίσκονταν στους
αποθηκευτικούς χώρους της, κατά τις ημέρες απεργίας του
προσωπικού της. Με την εκκαλούμενη απόφαση η ως άνω αγωγή
απορρίφθηκε όσον αφορά τη δεύτερη εναγομένη ως απαράδεκτη, λόγω
ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως, και έγινε κατά ένα μέρος δεκτή
ως προς την πρώτη εναγομένη (εκκαλούσα), η οποία υποχρεώθηκε να
καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 14.317,69 ευρώ και στη
δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 2.951,91 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από
την 26-11-02009. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται η
εκκαλούσα-εναγομένη με την κρινόμενη έφεση της, για λόγους που στο
σύνολο τους ανάγονται σε μη ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου,
καθώς και εσφαλμένη εκτίμηση των σχετικών αποδείξεων, όπως
ειδικότερα εκτίθεται στην έφεση, και ζητεί να εξαφανιστεί, άλλως να
μεταρρυθμισθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να απορριφθεί στο
σύνολο της η αγωγή αυτή.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 904 εδ. α’ του ΑΚ όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς
νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να
αποδώσει την ωφέλεια, ενώ κατά το εδ. β’ της ίδιας διάταξης περ. α’ η
υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης,
δηλαδή εκείνης που επέρχεται χωρίς δόση ανταλλάγματος από το λήπτη
και που δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση, δικαιολογούσα
τον πλουτισμό, ούτε σε νόμιμη υποχρέωση. Σύμφωνα με την ως άνω
διάταξη, προϋποθέσεις της αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι
α)ο πλουτισμός του υπόχρεου, β)η επέλευση του πλουτισμού από την
περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ)αιτιώδης συνάφεια μεταξύ
πλουτισμού και ζημίας και δ)η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Ειδικότερα,
βασική προϋπόθεση της απαίτησης από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι
η ύπαρξη άμεσης περιουσιακής μετακίνησης μεταξύ του πλουτισμού
του λήπτη και της ζημίας άλλου, δηλαδή, για να στηριχθεί αγωγή από
αδικαιολόγητο πλουτισμό, πρέπει να υφίσταται άμεση αιτιώδης
συνάφεια μεταξύ της παροχής ή της ζημίας του ενάγοντος και του
πλουτισμού του εναγομένου, η οποία δεν υφίσταται στην περίπτωση
που παρεμβάλλεται και άλλη, τρίτη περιουσία, υπό την έννοια ότι η
περιουσιακή μετακίνηση πρέπει να πραγματοποιείται από την
περιουσία του ζημιωθέντος στην περιουσία του πλουτίσαντος, χωρίς
την παρεμβολή τρίτου προσώπου, που να ενεργεί για δικό του
λογαριασμό. Περαιτέρω, από την ίδια διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ
προκύπτει ότι η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι
επιβοηθητικής φύσης, και μπορεί να ασκηθεί μόνον όταν λείπουν οι
προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός
εάν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα
από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την
αδικοπραξία. Ετσι, παραδεκτώς, η αγωγή μπορεί να στηριχθεί
αποκλειστικώς στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, εάν
κατά τα εκτιθέμενα σ’ αυτήν πρόκειται για παροχή αχρεωστήτου και δεν
συντρέχουν τα αναγκαία στοιχεία για τη θεμελίωση της συμβατικής
ευθύνης ή εκείνης από αδικοπραξία, γιατί ο πλουτισμός του
εναγομένου επήλθε χωρίς δόση ανταλλάγματος και δεν μπορεί να
στηριχθεί σε ισχυρή (έγκυρη και μη ελαττωματική) θέληση του
ενάγοντος, ούτε σε νόμιμη υποχρέωσή του. Μάλιστα, από το
συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για να είναι
ορισμένη η αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού στην περίπτωση
απαίτησης αχρεώστητης παροχής και για τη θεμελίωση της απαίτησης
για απόδοση του πλουτισμού από την αιτία αυτή, αρκεί να ισχυριστεί
ο ενάγων, εκτός από το γεγονός της παροχής (καταβολής), ότι η
παροχή έγινε για την εκπλήρωση ορισμένης οφειλής και ότι η οφειλή
αυτή, την οποία ήθελε να εκπληρώσει, είναι ανύπαρκτη (βλ. ΑΠ
1325/2012 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 493/2010 ΧρΙΔ 2011 338, ΑΠ 106/2009
ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 749/2008 ΕλλΔνη 2010 765).
Ομως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ως
άνω αγωγής, περιέχονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, τα στοιχεία, που
αφορούν α)τον πλουτισμό της εκκαλούσας-εναγομένης με την
είσπραξη των ως άνω ποσών, β)την επέλευση του πλουτισμού από
την περιουσία των εναγουσών, δηλαδή την καταβολή των ως άνω
ποσών από τη δική τους περιουσία, γ)την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ
του πλουτισμού της εκκαλούσας-εναγομένης και της ζημίας των
εναγουσών, δηλαδή την επικαλούμενη μείωση της περιουσίας των
εναγουσών με αντίστοιχη επαύξηση αυτής της εκκαλούσας-εναγομένης
και δ)την έλλειψη νόμιμης αιτίας, καθόσον, κατά τα εκτιθέμενα στην
αγωγή, σύμφωνα με τους ισχύοντες κατά το κρίσιμο χρονικό
διάστημα κανονισμούς λειτουργίας της εκκαλούσας-εναγομένης
προβλεπόταν η μη καταβολή αποθηκευτικών δικαιωμάτων για
εμπορεύματα που βρίσκονταν στους αποθηκευτικούς της χώρους
κατά τις ημέρες απεργίας του προσωπικού της. Επίσης, για το ορισμένο
της αγωγής αρκεί η μνεία του γεγονότος των απεργιακών
κινητοποιήσεων των υπαλλήλων της εκκαλούσας-εναγομένης, κατά το
χρονικό διάστημα που τα εν λόγω εμπορευματοκιβώτια ευρίσκοντο
στους χώρους του λιμένος Πειραιώς, μάλιστα, όπως προαναφέρθηκε,
από τα ενσωματωμένα στην αγωγή τιμολόγια προκύπτει ο χρόνος
παραμονής των εμπορευματοκιβωτίων αυτών στις εγκαταστάσεις της
εκκαλούσας-εναγομένης, καθ’ όλη τη διάρκεια του οποίου ήταν σε
εξέλιξη οι απεργιακές κινητοποιήσεις των υπαλλήλων της τελευταίας,
σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή. Σημειωτέον ότι η ως άνω
αγωγή δεν θεμελιώνεται αποκλειστικώς στα περιστατικά που αφορούν
τη σχετικώς συναφθείσα σύμβαση (παρακαταθήκης) μεταξύ των
εναγουσών και της εκκαλούσας-εναγομένης, αλλά σε πρόσθετα αυτών
και συγκεκριμένα στο ότι δεν υφίστατο νόμιμη αξίωση της εκκαλούσας-
εναγομένης για την καταβολή των ως άνω αιτούμενων με την αγωγή
χρηματικών ποσών, αλλά ότι αυτά καταβλήθηκαν από τις ενάγουσες
αχρεωστήτως, κατά τα ως άνω εκτιθέμενα στην αγωγή.
Έτσι, για το χρονικό διάστημα από 1-10-2009 έως 18-10-2009, κατά το
οποίο, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, υπήρχε απεργία των
προσωπικού της εκκαλούσας-εναγομένης οι ενάγουσες έπρεπε, κατά τα
ως άνω, να τύχουν απαλλαγής από τα αποθηκευτικά δικαιώματα, που
αφορούσαν τα εν λόγω εμπορευματοκιβώτια, αντιστοίχως. Μάλιστα,
ενόψει του ότι για τις δύο πρώτες ημέρες παραμονής των
εμπορευματοκιβωτίων στις εγκαταστάσεις της εκκαλούσας-εναγομένης
δεν υπολογίζονται αποθηκευτικά δικαιώματα, κατά τα προεκτεθέντα, οι
ενάγουσες δεν όφειλαν να καταβάλουν τέτοια δικαιώματα ούτε και
για την 30-9-
2009 και τη 19-10-2009 (δηλαδή την τελευταία ημέρα προ των
απεργιακών κινητοποιήσεων και την πρώτη ημέρα μετά τις ανωτέρω
κινητοποιήσεις), αλλ’ ούτε και για την 20-10-2009, κατά την οποία
παρέλαβαν ορισμένα από τα εμπορευματοκιβώτια, καθώς η ως άνω
ημέρα κρίνεται ότι εμπίπτει στο εύλογο χρονικό διάστημα εντός του
οποίου έπρεπε να παραληφθούν τα εμπορευματοκιβώτια μετά τη λήξη
της απεργίας, δεδομένου ότι για την αντίστοιχη παραλαβή
εμπορευματοκιβωτίων κατά το μήνα Νοέμβριο του έτους 2009, ο
διευθύνων σύμβουλος της εκκαλούσας-εναγομένης όρισε ως
καταληκτική ημερομηνία τη 17-11-2009, κρίνοντας έτσι ως εύλογο
χρονικό διάστημα το επταήμερο. Επομένως, η καταβολή των ανωτέρω
ποσών (10.414,04 ευρώ και 198,08 ευρώ) από τις ενάγουσες προς την
εκκαλούσα-εναγομένη, αντιστοίχως, έγινε χωρίς νόμιμη αιτία, δηλαδή
αχρεωστήτως, αφού δεν υφίστατο σχετική υποχρέωση, με συνέπεια η
τελευταία να πλουτίσει αδικαιολογήτως κατά τα ποσά αυτά από την
περιουσία των εναγουσών, αντιστοίχως.
Έτσι, για το σύνολο των προαναφερθέντων εμπορευματοκιβωτίων, η
πρώτη ενάγουσα όφειλε να καταβάλει, για τα ως άνω αποθηκευτικά
δικαιώματα, στην εκκαλούσα-εναγομένη το ποσό των 627,60 ευρώ
(94,14 + 533,46). Συνεπώς, η καταβολή από τις ενάγουσες στην
εκκαλούσα-
εναγομένη των προαναφερθέντων ποσών (4.675,96 ευρώ και 3.295,14
ευρώ, αντιστοίχως) κατά το μέρος τους που υπερβαίνουν τα ως άνω
ποσά που όφειλαν να καταβάλουν και συγκεκριμένα του ποσού των
3.668,32 ευρώ (4.675,96 - 1.007,64) ως προς την πρώτη ενάγουσα και
του ποσού των 2.667,54 ευρώ (3.295,14 - 627,60) ως προς τη δεύτερη
ενάγουσα, έγινε χωρίς νόμιμη αιτία, δηλαδή αχρεωστήτως, αφού δεν
υφίστατο σχετική υποχρέωση, με συνέπεια η εκκαλούσα-
εναγομένη να πλουτίσει αδικαιολογήτως κατά τα ποσά αυτά από την
περιουσία των εναγουσών, αντιστοίχως. Βάσει των προεκτεθέντων, οι
ενάγουσες κατέβαλαν αχρεωστήτως στην εκκαλούσα-
εναγομένη για τα εν λόγω αποθηκευτικά δικαιώματα, τα οποία, κατά το
ως άνω αντίστοιχο μέρος τους δεν όφειλαν, το συνολικό ποσό των
14.317,69 ευρώ (10.414,04 + 235,22 + 3.668,32) η πρώτη ενάγουσα και
το συνολικό ποσό των 2.951,91 ευρώ (198,08 + 86,29 + 2.667,54) η
δεύτερη ενάγουσα, τα οποία η εκκαλούσα-εναγομένη υποχρεούται να
αποδώσει στις ενάγουσες, αντιστοίχως. Σημειωτέον ότι από την
προαναφερθείσα σύμβαση παρακαταθήκης που είχε συναφθεί για τα
εν λόγω εμπορευματοκιβώτια μεταξύ των εναγουσών και της
εκκαλούσας-εναγομένης δεν θεμελιώνεται σχετική υποχρέωση των
εναγουσών για την καταβολή των ως άνω ποσών που κατέβαλαν,
ενόψει του ότι στους προεκτεθέντες κανόνες που διέπουν αυτή δεν
προβλέπεται τέτοια υποχρέωση, αφού για την παραμονή των
εμπορευματοκιβωτίων στις εγκαταστάσεις της εκκαλούσας-εναγομένης
κατά τη διάρκεια της απεργίας του προσωπικού της ορίζεται σχετική
απαλλαγή από την καταβολή αποθηκευτικών δικαιωμάτων.
Ακόμη, δεν αποδείχθηκε από κάποιο στοιχείο ότι οι ενάγουσες
εισέπραξαν από κάποιο τρίτο τα ως άνω ποσά, που κατέβαλαν για τα
ως άνω αποθηκευτικά δικαιώματα, κατά συνέπεια, από την εν λόγω
αχρεώστητη παροχή προκλήθηκε αντίστοιχη ζημία στην περιουσία
τους.
Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγουσες προέβησαν στην
καταβολή των ως άνω ποσών εκουσίως και γνωρίζοντας ότι δεν υπήρχε
χρέος, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η εκκαλούσα-εναγομένη. Ειδικότερα,
οι ενάγουσες υποχρεώθηκαν στην καταβολή των ως άνω ποσών, γιατί
διαφορετικά δεν θα μπορούσαν να παραλάβουν τα εν λόγω
εμπορευματοκιβώτια και να τα παραδώσουν μετέπειτα στο δικαιούχο
των σχετικών εμπορευμάτων, όπως, κατά τα προαναφερθέντα, είχαν
αναλάβει να πράξουν. Επομένως, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες
σκέψεις (υπό στοιχείο ΙΙΙ) δεν υφίσταται κατ’ άρθρον 905 παρ. 1 του ΑΚ
αποκλεισμός της εν λόγω απαίτησης αχρεωστήτου, καθόσον δεν
υφίσταται στην προκείμενη περίπτωση βούληση ελευθεριότητας των
εναγουσών ως προς την καταβολή των ως άνω ποσών, κατά συνέπεια η
σχετική ένσταση που προβάλει η εκκαλούσα είναι απορριπτέα ως
αβάσιμη, καθώς και ο σχετικός λόγος (5ος) της εφέσεως. Σημειωτέον ότι
η ως άνω κρίση δεν αναιρείται από το ότι οι ενάγουσες δεν προσέβαλαν
τα αντίστοιχα ως άνω τιμολόγια ενώπιον των προαναφερθέντων
οργάνων της εκκαλούσας-εναγομένης ή των αρμοδίων Δικαστηρίων,
δοθέντος ότι, όπως προαναφέρθηκε, δεν υφίσταται τέτοια υποχρέωση
τους. Μάλιστα, οι ενάγουσες υπέβαλλαν προς την εκκαλούσα-
εναγομένη σχετική διαμαρτυρία, πριν την άσκηση της ένδικης αγωγής,
με την από 18-11-2009 εξώδικη κλήση - δήλωση - διαμαρτυρία που της
επέδωσαν την 20-11-2009 (βλ. την υπ’ αριθμ. 10419/20-11-2009 έκθεση
επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών
Κυριακής Λυμπερίου), η οποία επέχει θέση σχετικής όχλησης,
τάσσοντας πενθήμερη προθεσμία προς την εκκαλούσα-εναγομένη για
να τους καταβάλει τα με την αγωγή αιτούμενα χρηματικά ποσά.

Από τη διάταξη του άρθρου 904 παρ. 1α` ΑΚ που ορίζει ότι όποιος έγινε
πλουσιότερος, χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου,
έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει ότι τα στοιχεία
που απαιτούνται για την επέλευση της προβλεπόμενης στη διάταξη
αυτή έννομης συνέπειας (απόδοση της ωφέλειας) είναι η ύπαρξη
πλουτισμού του λήπτη, η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία
ή με ζημία άλλου (του δότη) και συνακόλουθα η ύπαρξη άμεσης
αιτιώδους συνάφειας μεταξύ πλουτισμού και επιβαρύνσεως της
περιουσίας του δότη και η έλλειψη νόμιμης αιτίας για τον πλουτισμό
του λήπτη. Η νόμιμη αιτία του πλουτισμού δεν συμπίπτει αναγκαία με
την αιτία των δικαιοπραξιών, αλλά έχει την έννοια του γεγονότος που
παρέχει κάθε φορά την σύμφωνη με την έννομη τάξη δικαιολογία για
την οριστική διατήρηση του πλουτισμού από τον λήπτη. Γεγονότα που
δικαιολογούν την διατήρηση του πλουτισμού και που η έλλειψή τους
καθιστά τον πλουτισμό αδικαιολόγητο, μπορούν να είναι η βούληση του
δότη, το αντάλλαγμα που δίνει ο λήπτης για την απόκτηση του
πλουτισμού ή και η θέληση του νομοθέτη (βλ. σχετ. 1. Δεληγιάννη -Π.
Κορνηλάκη, Ειδ. Ενοχ. Δικ., Τομ. Γ. Εκδ. 1992 παρ. 316 σελ. 37 επ.
Σταθόπουλος, στον ΑΚ Γεωργιάδη - Σταθόπουλου άρθ. 904, αριθ. 27-29)
Τα πιο πάνω στοιχεία είναι αναγκαία για την θεμελίωση της αγωγής
αποδόσεως του πλουτισμού και θα πρέπει να αναφέρονται με
σαφήνεια σ’ αυτή ειδικά δε στην περίπτωση αγωγής αναζητήσεως της
αχρεώστητης παροχής θα πρέπει να αναφέρεται και ότι ο ενάγων
κατέβαλε στον εναγόμενο την παροχή για την εκπλήρωση ορισμένης
υποχρεώσεώς του, η οποία όμως ήταν ανύπαρκτη (ΕφΠειρ 36/1998,
ΤΝΠ Νόμος).
Εξάλλου κατά το άρθρο 904 παρ.1 ΑΚ όποιος έγινε πλουσιότερος
χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει
υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται
ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που
δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Από το
συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για να είναι
ορισμένη η αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού ειδικά για
απαίτηση αχρεώστητης παροχής και για τη θεμελίωση της
απαίτησης για απόδοση του πλουτισμού από την αιτία αυτή,
αρκεί να ισχυριστεί ο ενάγων, εκτός από το γεγονός της
παροχής (καταβολής), ότι η παροχή έγινε για την εκπλήρωση
ορισμένης οφειλής και ότι η οφειλή αυτή, την οποία ήθελε να
εκπληρώσει, είναι ανύπαρκτη. Ο εναγόμενος ανταποδεικτικά
(άρθρο 345 ΚΠολΔ) μπορεί να αποδείξει την ύπαρξη της αιτίας της
οφειλής. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την
παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ επισκόπηση του
δικογράφου της αγωγής, ο αναιρεσίβλητος-ενάγων εξέθετε με
αυτή ότι, ευθυνόμενος ως εγγυητής για την εκπλήρωση της εκ
δανείου οφειλής, ποσού 5.500.000 δραχμών, που χορήγησε η
αναιρεσείουσα-εναγομένη τράπεζα στους πρωτοφειλέτες ...
και ....., οι οποίοι δεν εκπλήρωσαν την ως άνω υποχρέωσή
τους, κατέβαλε αχρεωστήτως σ' αυτήν, κατ' αξίωσή της και υπό
τον κίνδυνο επισπεύσεως εναντίον του αναγκαστικής
εκτελέσεως, λόγω της αφερεγγυότητας των πρωτοφειλετών
αλλά και παύσης της τοκογονίας της αξιώσεως, ποσό
μεγαλύτερο κατά 11.681.521 δραχμές του πράγματι οφειλομένου
με βάση τις ρυθμιστικές του ύψους αυτού διατάξεις των ν. 2789/2000
και 2912/2001, κατά το οποίο η τελευταία κατέστη αδικαιολόγητα
πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας του, ζήτησε δε την
καταψήφιση αυτής στην καταβολή του ποσού αυτού εντόκως με βάση
τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Με το ως άνω
περιεχόμενο η αγωγή ήταν νόμιμη και ορισμένη, στηριζόμενη στη
διάταξη του άρθρου 904 παρ.1 ΑΚ, αφού περιείχε τα στοιχεία του
αδικαιολογήτου πλουτισμού από παροχή για αιτία αχρεώστητη
δηλαδή περιεχόταν στην αγωγή επίκληση καταβολής της παροχής,
της αιτίας για την οποία έγινε και ότι η αιτία αυτή ήταν ανύπαρκτη.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 904 εδ. α του ΑΚ όποιος έγινε
πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου
έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ενώ κατά το εδ. β` της
ιδίας διάταξης περ. α` η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε
περίπτωση παροχής αχρεώστητης, δηλαδή εκείνης που επέρχεται
χωρίς δόση ανταλλάγματος από το λήπτη και που δεν μπορεί να
στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση, δικαιολογούσα τον πλουτισμό, ούτε σε
νόμιμη υποχρέωση. Κατά την ως άνω διάταξη, προϋποθέσεις
αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι α) ο πλουτισμός του
υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με
ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας
και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Από την ίδια διάταξη του άρθρου 904
του ΑΚ προκύπτει ότι η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι
επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσης και μπορεί να ασκηθεί μόνον όταν
λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την
αδικοπραξία, εκτός εάν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά
διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή
από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία και υπό την ενδοδιαδικαστική
αίρεση (επικουρικώς) της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής
από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία (Ολ.ΑΠ 2/2019, ΑΠ 493/20...).
Ενόψει όμως των οριζομένων από τις διατάξεις των αρθρ. 219 και ...6
του ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τη γενική δικονομική αρχή "jura novit
curia", από τα οποία προκύπτει ότι αρκεί στην αγωγή η πλήρης
έκθεση των πραγματικών γεγονότων όχι όμως και της νομικής βάσης
του προβαλλόμενου αιτήματος, παραδεκτά η αγωγή μπορεί να
στηριχθεί αποκλειστικά από την αρχή στις διατάξεις για τον
αδικαιολόγητο πλουτισμό, εάν κατά τα εκτιθέμενα σ` αυτήν
πρόκειται για παροχή αχρεωστήτου και δεν συντρέχουν τα
αναγκαία στοιχεία για τη θεμελίωση της συμβατικής ευθύνης ή
εκείνης από αδικοπραξία, γιατί ο πλουτισμός του εναγομένου
επήλθε χωρίς δόση ανταλλάγματος και δεν μπορεί να στηριχθεί
σε ισχυρή (έγκυρη και μη ελαττωματική) θέληση του ενάγοντος,
ούτε σε νόμιμη υποχρέωσή του (ΑΠ ...14/20...).
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι η ένδικη
αγωγή είναι νόμιμη και απέρριψε τον άνω λόγο της έφεσης ως
αβάσιμο, με τις ακόλουθες σκέψεις και παραδοχές: "Η εκκαλούσα
ανώνυμος εταιρία παραπονείται με τον δεύτερο λόγο εφέσεως ότι το
πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε ότι η υπό κρίση αγωγή
τυγχάνει νόμιμη, στηριζομένη αποκλειστικώς και ευθέως στις
διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ περί αδικαιολογήτου πλουτισμού,
καθ' όσον αφορά σε απαίτηση αχρεωστήτου και όχι σε απαίτηση από
τη μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσα έγκυρη και ισχυρή σύμβαση
έργου, έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω
διατάξεων, ενώ, εάν ορθώς έκρινε, έπρεπε να απορρίψει την αγωγή
ως μη νόμιμη, διότι: α) η αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι
από ουσιαστικής απόψεως επιβοηθητικής (επικουρικής) φύσεως και
ασκείται νομίμως, μόνον εάν ελλείπουν οι προϋποθέσεις από τη
σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός εάν θεμελιούται σε διαφορετικά
πραγματικά περιστατικά από εκείνα, επί των οποίων ερείδεται η
αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, στην προκειμένη δε
περίπτωση η εφεσίβλητος ανώνυμος εταιρία, η οποία επικαλείται
εσφαλμένη εφαρμογή των ρυθμίσεων της μεταξύ τους
καταρτισθείσας συμβάσεως έργου περί ποινικών ρητρών, όφειλε να
στηρίξει την αγωγή της ευθέως στην εν λόγω καθ' όλα ισχυρή και
έγκυρη σύμβαση έργου, η οποία αποτελεί νόμιμη αιτία της ένδικης
περιουσιακής μετακινήσεως, εντεύθεν δε δεν στοιχειοθετείται
πλουτισμός της και δη αδικαιολόγητος, β) η εφεσίβλητος ανώνυμος
εταιρία δεν επικαλείται - ούτε επικουρικώς - ακυρότητα ή
ελαττωματικότητα της μεταξύ τους σύμβασης έργου, γ) δεν υφίσταται
απαίτηση αχρεωστήτου, καθ' όσον συντρέχουν όλοι οι όροι
θεμελιώσεως της συμβατικής ευθύνης, ήτοι το ζητούμενο με την
αγωγή ποσόν των 827.488,89 ευρώ δεν συνιστά παράνομο
πλουτισμό της, αλλά η εκ μέρους της είσπραξη αυτού στηρίζεται σε
πλήρη και απόλυτη εφαρμογή των όρων της μεταξύ τους συμβάσεως
έργου και δ) στην πραγματικότητα η εφεσίβλητος ανώνυμος εταιρία
ζητεί την επιστροφή σε αυτήν όχι αχρεωστήτως καταβληθείσας
παροχής, αλλά μέρους του εργολαβικού ανταλλάγματος, προς την
απαίτηση καταβολής του οποίου συμψηφίσθηκε η δική ανταπαίτηση
από την κατάπτωση των συμφωνηθεισών ποινικών ρητρών, δηλαδή
και στην περίπτωση αυτή ασκείται αξίωση καταβολής του
εργολαβικού ανταλλάγματος βάσει της μεταξύ τους καταρτισθείσας
έγκυρης και καθ' όλα ισχυρής συμβάσεως έργου. Ωστόσο, κατά τη
γενομένη δεκτή από το παρόν Δικαστήριο ως ορθότερη δογματικώς
άποψη, η ασκουμένη με την υπό κρίση αγωγή αξίωση
αδικαιολογήτου πλουτισμού δεν έχει επικουρικό χαρακτήρα,
εντεύθεν δε νομίμως ασκείται ευθέως (υπό την έννοια της
θεμελιώσεως αυτοτελούς κυρίας βάσεως) προς αναζήτηση
αχρεωστήτως καταβληθείσας παροχής λόγω α) εσφαλμένου
υπολογισμού της (πράγματι συμβατικώς προβλεπομένης και
ορθώς κατ' αρχήν καταπεσούσας αναφορικώς με μεγάλο αριθμό
επιμέρους ειδικώς προσδιοριζομένων εντολών του έργου, όπως
ευθέως συνομολογείται από την εφεσίβλητο ανώνυμο εταιρία)
ποινικής ρήτρας και β) εσφαλμένης διαγνώσεως των
προϋποθέσεων καταπτώσεως αυτής, διότι ο πλουτισμός της
εκκαλούσας ανωνύμου εταιρίας, συνιστάμενος α) είτε στην
είσπραξη της διαφοράς μεταξύ του προβλεπομένου από την
έγκυρη και καθ' όλα ισχυρή σύμβαση έργου ποσού της ποινικής
ρήτρας και του πράγματι (καθ' υπέρβαση της συμβατικής
προβλέψεως) καταβληθέντος εν τέλει μείζονος ποσού και β) είτε
στην είσπραξη του συνόλου του ποσού της ποινικής ρήτρας,
καίτοι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της καταπτώσεως
αυτής, επήλθε χωρίς δόση ανταλλάγματος και δεν δύναται να
στηριχθεί σε ισχυρή (έγκυρη και μη ελαττωματική) θέληση της
εφεσιβλήτου ανωνύμου εταιρίας, ούτε σε νόμιμη υποχρέωσή
της. Σημειωτέον ότι η πρόβλεψη από τη μεταξύ των διαδίκων
σύμβαση μηχανισμού συμψηφισμού της απαιτήσεως της
εφεσιβλήτου ανωνύμου εταιρίας περί καταβολής του εργολαβικού
ανταλλάγματος προς την ανταπαίτηση της εκκαλούσας ανωνύμου
εταιρίας από την κατάπτωση ποινικής ρήτρας δεν δύναται να αγάγει
σε κρίση ότι με την ένδικη αγωγή ζητείται στην πραγματικότητα η "εκ
πλαγίου" (δια της επιστροφής των φερομένων ως εσφαλμένως
συμψηφισθέντων ποσών) πλήρης καταβολή του συμφωνηθέντος
εργολαβικού ανταλλάγματος, ήτοι η εκπλήρωση συμβατικής
υποχρεώσεως της εκκαλούσας ανωνύμου εταιρίας, επαγομένη τον
αποκλεισμό της αξιώσεως του αδικαιολογήτου πλουτισμού, διότι η
εφεσίβλητος ανώνυμος εταιρία αφ' ενός μεν συνομολογεί την
υπερημερία της περί την παράδοση συγκεκριμένων τμημάτων του
έργου και αμφισβητεί απλώς τον ορθό υπολογισμό της πράγματι
οφειλομένης και καταβλητέας εκ μέρους της ποινικής ρήτρας
(κεφάλαιο αγωγής αχρεωστήτων καταβολών ανά λογαριασμό και ανά
εντολή εκτελέσεως συγκεκριμένων τμημάτων του έργου), αφ' ετέρου
δε ισχυρίζεται ότι σε σειρά περιπτώσεων, αναλυτικώς παρατιθεμένων
στο αγωγικό δικόγραφο (κεφάλαιο αγωγής "ΛΟΙΠΕΣ
ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ"), δεν υφίστατο εκπρόθεσμη παράδοση των
συγκεκριμένων τμημάτων του έργου και ως εκ τούτου, ελλείψει
υπερημερίας της περί την εκτέλεση και εμπρόθεσμη παράδοση
αυτών, ουδέποτε γεννήθηκε υποχρέωση παροχής αυτής από την
κατάπτωση ποινικής ρήτρας, ήτοι δεν ασκεί αγωγή καταβολής του
εργολαβικού ανταλλάγματος, την είσπραξη του οποίου συνομολογεί
και ουδόλως αμφισβητεί. Μετά ταύτα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το
οποίο δέχθηκε τα ίδια, δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή
των διατάξεων των άρθρων 904 επ. ΑΚ, o υποστηρίζων δε τα
αντίθετα δεύτερος λόγος εφέσεως τυγχάνει αβάσιμος και
απορριπτέος". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε τις
προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ, ως προς
την βάση της αγωγής της αναιρεσίβλητης, υπό την έννοια της
θεμελιώσεως αυτοτελούς κυρίας βάσεως προς αναζήτηση
αχρεωστήτως καταβληθείσας παροχής, η οποία πράγματι ήταν
νόμιμη, ενόψει και του ότι η εκτίμηση από αυτό του δικογράφου της
αγωγής ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενό της. Ειδικότερα,
με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις
για τη θεμελίωση της σχετικής αξίωσης της αναιρεσίβλητης
αποκλειστικά στις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ, και ως εκ
τούτου ήταν δυνατή η νομική της θεμελίωση ευθέως στις
διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού ρητά
επικαλούνταν η αναιρεσίβλητη ότι προέβη στην επίδικη παροχή
προς την αναιρεσείουσα αχρεωστήτως, λόγω α) εσφαλμένου
υπολογισμού της συμβατικώς προβλεπόμενης ποινικής ρήτρας
και β) εσφαλμένης διαγνώσεως των προϋποθέσεων
καταπτώσεως αυτής, έτσι δε ο πλουτισμός της εκκαλούσας
ανωνύμου εταιρίας, συνιστάμενος είτε στην είσπραξη της διαφοράς
μεταξύ του προβλεπομένου από την έγκυρη και καθ' όλα ισχυρή
σύμβαση έργου ποσού της ποινικής ρήτρας και του πράγματι
καταβληθέντος εν τέλει μείζονος ποσού, είτε στην είσπραξη του
συνόλου του ποσού της ποινικής ρήτρας, καίτοι δεν συνέτρεχαν οι
προϋποθέσεις της καταπτώσεως αυτής, επήλθε χωρίς δόση
ανταλλάγματος και δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή (έγκυρη
και μη ελαττωματική) θέληση της αναιρεσίβλητης, ούτε σε
νόμιμη υποχρέωσή της. Πρόκειται, λοιπόν, για αξίωση από τον
αδικαιολόγητο πλουτισμό και όχι για αξίωση από τη συναφθείσα
μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έργου, με τη μορφή αξίωσης για
καταβολή μέρους του εργολαβικού ανταλλάγματος από την
αναιρεσίβλητη, την είσπραξη του οποίου άλλωστε συνομολογεί και
δεν αμφισβητεί η τελευταία, με συνέπεια να μη είναι δυνατή η στήριξη
της αγωγής σε ενδοσυμβατική ευθύνη της αναιρεσείουσας, ούτε και
σε αδικοπρακτική ευθύνη της, αλλά αποκλειστικά και ευθέως στις
διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

You might also like