Το αλφάβητο
του δικαίου
της Ευρωπαϊκής
Ένωσης
του
Klaus-Dieter Borchardt
∆εκέµβριος 2016
Το αλφάβητο
του δικαίου
της Ευρωπαϊκής
Ένωσης
του
Klaus-Dieter Borchardt
∆εκέµβριος 2016
«Το αλφάβητο του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης» είναι δημοσιευμένο στο
διαδίκτυο, στη διεύθυνση www.bookshop.europa.eu/el/home
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Γενική Διεύθυνση Επικοινωνίας
Ενημέρωση των πολιτών
1049 Βρυξέλλες
ΒΕΛΓΙΟ
Το χειρόγραφο ολοκληρώθηκε τον Δεκέμβριο του 2016.
Λουξεμβούργο: Υπηρεσία Εκδόσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, 2017
Το περιεχόμενο της παρούσας έκδοσης δεν αντανακλά οπωσδήποτε την επίσημη
γνώμη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μόνος υπεύθυνος για τις πληροφορίες και
απόψεις που περιέχονται σε αυτήν είναι ο συντάκτης της.
Φωτογραφίες
Σελίδες 12, 14, 28, 52, 68, 76, 80 και 84: © Ευρωπαϊκή Ένωση, 2017
Σελίδα 34: © Wikimedia Commons/Bene 16
Σελίδα 50: © Fotolia/Björn Wylezich
Σελίδα 98: © Fotolia/Andrey Armyagov
Σελίδα 106: © Fotolia/Piotr Adamowicz
Σελίδα 128: © Fotolia/xbrchx
Σελίδα 151: © Fotolia/ Wavebreak Media
Print NA-07-16-024-EL-C ISBN 978-92-79-63683-7 doi:10.2775/41699
PDF NA-07-16-024-EL-N ISBN 978-92-79-63646-2 doi:10.2775/938276
EPUB NA-07-16-024-EL-E ISBN 978-92-79-63677-6 doi:10.2775/713835
Site NA-07-16-024-EL-Q ISBN 978-92-79-71679-9 doi:10.2775/308171
© Ευρωπαϊκή Ένωση, 2017
Επιτρέπεται η αναδημοσίευση. Για τη χρήση ή αναπαραγωγή των επιμέρους
φωτογραφιών απαιτείται η χορήγηση άδειας απευθείας από τους κατόχους των
δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 003
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
ΠΡΟΛΟΓΟΣ............................................................................................................................................................................................. 7
ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΤΩΝ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΜΕΝΩΝ ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΩΝ.......................... 9
ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΙΣΙ ΣΤΗ ΛΙΣΑΒΟΝΑ ΜΕΣΩ ΡΩΜΗΣ,
ΜΑΑΣΤΡΙΧΤ, ΑΜΣΤΕΡΝΤΑΜ ΚΑΙ ΝΙΚΑΙΑΣ. .......................................................................................... 11
Ομάδα πρώτη: οι ευρω-ατλαντικοί οργανισμοί.. .............................................................................. 11
Ομάδα δεύτερη: Συμβούλιο της Ευρώπης και ΟΑΣΕ.. ................................................................. 13
Ομάδα τρίτη: Ευρωπαϊκή Ένωση. .......................................................................................................................... 15
ΟΙ ΘΕΜΕΛΙΩΔΕΙΣ ΑΞΙΕΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ.. ...................................................... 25
Η ΕΕ ως εγγυητής της ειρήνης................................................................................................................................ 27
Η ενότητα και η ισότητα ως κατευθυντήριες αρχές.. .................................................................. 27
Οι θεμελιώδεις ελευθερίες........................................................................................................................................... 29
Η αρχή της αλληλεγγύης.................................................................................................................................................30
Ο σεβασμός της εθνικής ταυτότητας..............................................................................................................30
Η ανάγκη ύπαρξης ασφάλειας..................................................................................................................................30
Τα θεμελιώδη δικαιώματα............................................................................................................................................. 31
Η ΜΕΘΟΔΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΟΠΟΙΗΣΗ.. .................................................................... 39
Η συνεργασία των κρατών........................................................................................................................................... 39
Η έννοια της ολοκλήρωσης......................................................................................................................................... 39
Η ενισχυμένη συνεργασία............................................................................................................................................. 40
ΤΟ «ΣΥΝΤΑΓΜΑ» ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ.. ............................................................................ 45
Η νομική φύση της ΕΕ.......................................................................................................................................................... 45
Η υπόθεση Van Gend & Loos.................................................................................................................... 46
Η υπόθεση Costa κατά ENEL...................................................................................................................... 46
Οι αρμοδιότητες της ΕΕ...................................................................................................................................................... 49
Οικονομικές αρμοδιότητες............................................................................................................................. 49
Κοινωνικές αρμοδιότητες............................................................................................................................... 54
Πολιτικές αρμοδιότητες. .................................................................................................................................... 55
Οι εξουσίες της ΕΕ. .................................................................................................................................................................... 57
Τα θεσμικά όργανα της ΕΕ.............................................................................................................................................. 61
Θεσμικά όργανα...........................................................................................................................................................................63
004 ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (άρθρο 14 ΣΕΕ).. ......................................................................... 63
Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο (άρθρο 15 ΣΕΕ).. .............................................................................. 70
Το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (άρθρο 16 ΣΕΕ)......................................... 71
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (άρθρο 17 ΣΕΕ)...................................................................................... 77
Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (άρθρο 19 ΣΕΕ).. ...................................... 85
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (άρθρα 129 και 130 ΣΛΕΕ).. ........................... 88
Το Ελεγκτικό Συνέδριο (άρθρα 285 και 286 ΣΛΕΕ). . ...................................................... 89
Επικουρικά όργανα...................................................................................................................................................................89
Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή
(άρθρο 301 ΣΛΕΕ)................................................................................................................................................... 89
Η Επιτροπή των Περιφερειών (άρθρο 305 ΣΛΕΕ).. .......................................................... 90
Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (άρθρο 308 ΣΛΕΕ)....................................................... 91
Η ΕΝΝΟΜΗ ΤΑΞΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ............................................................................ 93
Η ΕΕ ως δημιούργημα του δικαίου και ως ένωση μέσω του δικαίου.................. 93
Οι πηγές του δικαίου της Ένωσης....................................................................................................................... 94
Οι ιδρυτικές Συνθήκες της ΕΕ ως πρωτογενές δίκαιο της Ένωσης.............. 94
Οι πράξεις της ΕΕ ως παράγωγο δίκαιο της Ένωσης. . .................................................. 96
Διεθνείς συμφωνίες της ΕΕ.......................................................................................................................... 97
Άγραφες πηγές δικαίου. ................................................................................................................................ 100
Συμφωνίες και συμβάσεις μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ.. .................... 102
Τα μέσα παρέμβασης της ΕΕ................................................................................................................................... 102
Οι κανονισμοί ως «νόμοι της Ένωσης». ...................................................................................... 105
Οδηγίες............................................................................................................................................................................. 107
Αποφάσεις. .................................................................................................................................................................... 111
Συστάσεις και γνώμες. .....................................................................................................................................114
Ψηφίσματα, δηλώσεις και προγράμματα δράσης. . ........................................................114
Δημοσιεύσεις και κοινοποιήσεις......................................................................................................... 116
Η νομοθετική διαδικασία στην ΕΕ. ................................................................................................................... 117
Συνήθης νομοθετική διαδικασία........................................................................................................ 118
Ειδική νομοθετική διαδικασία............................................................................................................... 122
Διαδικασία έγκρισης.......................................................................................................................................... 123
Διαδικασία έκδοσης νομικών πράξεων μη νομοθετικού χαρακτήρα..... 124
Διαδικασία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων και εκτελεστικών
πράξεων.......................................................................................................................................................................... 124
Το σύστημα έννομης προστασίας της ΕΕ...............................................................................................128
Διαδικασία λόγω παράβασης των Συνθηκών (άρθρο 258 ΣΛΕΕ). . ........... 128
Προσφυγή ακύρωσης (άρθρο 263 ΣΛΕΕ). . ............................................................................ 128
Προσφυγή κατά παράλειψης (άρθρο 265 ΣΛΕΕ)........................................................... 131
Αγωγή αποζημίωσης
(άρθρο 268 και άρθρο 340 εδάφιο 2 ΣΛΕΕ).. .................................................................... 131
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 005
Προσφυγές υπαλλήλων (άρθρο 270 ΣΛΕΕ)........................................................................ 132
Διαδικασία ένδικων μέσων (άρθρο 256 ΣΛΕΕ)............................................................... 132
Προσωρινή δικαστική προστασία
(άρθρο 278 και άρθρο 279 ΣΛΕΕ)................................................................................................... 133
Διαδικασία έκδοσης προδικαστικής απόφασης (άρθρο 267 ΣΛΕΕ)........ 133
Η ευθύνη των κρατών μελών για παραβιάσεις του δικαίου της Ένωσης........137
ΕΝΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΣΤΟ ΣΥΝΟΛΙΚΟ
ΣΥΣΤΗΜΑ ΔΙΚΑΙΟΥ........................................................................................................................................................... 141
Η αυτονομία της έννομης τάξης της ΕΕ................................................................................................... 141
Η συνύπαρξη του δικαίου της Ένωσης και του εθνικού δικαίου............................ 142
Σύγκρουση μεταξύ του δικαίου της Ένωσης και του εθνικού δικαίου........... 144
Η άμεση ισχύς του δικαίου της Ένωσης στο εθνικό δίκαιο. . .............................. 144
Η υπεροχή του δικαίου της Ένωσης έναντι του εθνικού δικαίου............... 147
Η σύμφωνη προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνεία
του εθνικού δικαίου........................................................................................................................................... 151
ΕΠΙΜΕΤΡΟ..................................................................................................................................................................................... 153
ΠΑΡΑΤΙΘΕΜΕΝΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ. ........................................................................................................................ 155
Νομική φύση και υπεροχή του δικαίου της Ένωσης............................................................... 155
Αρμοδιότητες της ΕΕ. ........................................................................................................................................................ 156
Αποτελέσματα των πράξεων. ................................................................................................................................ 156
Θεμελιώδη δικαιώματα................................................................................................................................................ 156
Νομική προστασία. ............................................................................................................................................................... 156
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 007
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Η καθιερωθείσα από την Ευρωπαϊκή Ένωση έννομη τάξη έχει καταστεί σή-
μερα αναπόσπαστο στοιχείο της πολιτικής και κοινωνικής μας πραγματικό-
τητας. Βάσει των Συνθηκών της Ένωσης λαμβάνονται κάθε χρόνο χιλιάδες
αποφάσεις που συμβάλλουν σημαντικά στη διαμόρφωση της πραγματικό-
τητας των κρατών μελών της ΕΕ και των πολιτών τους. Το άτομο έπαψε
να είναι πολίτης μόνο της χώρας, του δήμου ή της κοινότητάς του, αφού
συγχρόνως είναι και πολίτης της Ένωσης. Ως εκ τούτου, είναι εξαιρετικά
σημαντικό να γνωρίζουν οι πολίτες της Ένωσης το δίκαιο που διέπει και
επηρεάζει και τη δική τους καθημερινότητα. Ωστόσο, δεν είναι εύκολο για
τον πολίτη να κατανοήσει τη συνολική δομή της ΕΕ και του δικαιικού της
συστήματος. Αυτό οφείλεται εν μέρει στα ίδια τα κείμενα των Συνθηκών, τα
οποία συχνά έχουν πολύπλοκη δομή και δεν είναι εύκολο να αντιληφθεί κα-
νείς τη σημασία τους. Επίσης, πολλοί όροι που χρησιμοποιούν οι συντάκτες
των Συνθηκών προκειμένου να αποδώσουν το νόημα νέων καταστάσεων
είναι ασυνήθιστοι. Σκοπός του παρόντος εγχειριδίου είναι να δώσει στους
ενδιαφερόμενους πολίτες μία πρώτη εικόνα της δομής της ΕΕ καθώς και
των βασικών πυλώνων της ευρωπαϊκής έννομης τάξης.
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 009
ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΤΩΝ
ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΜΕΝΩΝ
ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΩΝ
ΓΔ Γενικό Δικαστήριο
Δικαστήριο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
ΕΕ Ευρωπαϊκή Ένωση
ΕΖΕΣ Ευρωπαϊκή Ζώνη Ελευθέρων Συναλλαγών
ΕΚ Ευρωπαϊκή Κοινότητα
ΕΚΑΕ Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας
ΕΚΑΧ Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα
ΕΚΤ Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα
ΕΜΣ Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας
ΕΟΚ Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα
ΕΣΔΑ Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου
ΟΟΣΑ Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης
ΣΕΕ Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση
ΣΛΕΕ Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Συλλογή Συλλογή Νομολογίας του Δικαστηρίου και του Γενικού Δικαστηρίου της
Ευρωπαϊκής Ένωσης
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 011
ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΙΣΙ ΣΤΗ
ΛΙΣΑΒΟΝΑ ΜΕΣΩ ΡΩΜΗΣ,
ΜΑΑΣΤΡΙΧΤ, ΑΜΣΤΕΡΝΤΑΜ
ΚΑΙ ΝΙΚΑΙΑΣ
Ακόμη και λίγο μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η πολιτειακή και
πολιτική μας ζωή αναπτυσσόταν σχεδόν αποκλειστικά βάσει των εθνικών συ-
νταγμάτων και νόμων. Αυτοί υπαγόρευαν στις δημοκρατίες μας τους κανόνες
συμπεριφοράς που ίσχυαν για τους πολίτες, τα κόμματα, αλλά και για το κρά-
τος και τα όργανά του. Μετά όμως την πλήρη κατάρρευση της Ευρώπης και
την οικονομική και πολιτική παρακμή της δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις
για ένα νέο ξεκίνημα και αναδύθηκε η ιδέα μιας νέας ευρωπαϊκής τάξης.
Οι προσπάθειες για την ενοποίηση της Ευρώπης κατά τη μεταπολεμική
περίοδο είχαν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία πολύπλοκων και άκαμπτων
οργανισμών, που στο σύνολό τους προκαλούσαν σύγχυση στους πολίτες.
Ταυτόχρονα υφίστανται, χωρίς να υπάρχει μεταξύ τους δομημένη σύνδεση,
ο ΟΟΣΑ (Organization for Economic Cooperation and Development — Ορ-
γανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης), το NATO (North Atlantic
Treaty Organisation — Οργανισμός Βορειοατλαντικού Συμφώνου), το Συμ-
βούλιο της Ευρώπης και η Ευρωπαϊκή Ένωση.
Αυτή η πληθώρα ευρωπαϊκών θεσμών αποκτά δομή μόνον αν κατανοήσει κα-
νείς τους συγκεκριμένους σκοπούς που κρύβονται πίσω από τους επιμέρους
οργανισμούς. Βάσει αυτών διακρίνονται τρεις ευρύτερες ομάδες οργανισμών.
Ομάδα πρώτη: οι ευρω-ατλαντικοί οργανισμοί
Οι ευρω-ατλαντικοί οργανισμοί προέκυψαν από τους δεσμούς που δημιουρ-
γήθηκαν μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών
της Αμερικής και της Ευρώπης. Δεν ήταν τυχαίο ότι ο πρώτος ευρωπαϊκός
οργανισμός της μεταπολεμικής περιόδου, ο ΟΕΟΣ (Organization for European
Economic Cooperation — Οργανισμός Ευρωπαϊκής Οικονομικής Συνεργα-
σίας), συστάθηκε το 1948 με πρωτοβουλία των Ηνωμένων Πολιτειών της
Αμερικής. Ο τότε υπουργός εξωτερικών των ΗΠΑ George Marshall κάλεσε το
7η Μαΐου 1948, Χάγη
Θερμή υποδοχή για τον Winston Churchill στο
Συνέδριο του Κινήματος Ευρωπαϊκής Ενοποίησης.
Ο πρώην Βρετανός πρωθυπουργός, τότε αρχηγός
της αντιπολίτευσης, διευθύνει την εναρκτήρια
εκδήλωση του Συνεδρίου για την Ευρώπη. Στις
19 Σεπτεμβρίου 1946, στην περίφημη ομιλία
του στη Ζυρίχη, απηύθυνε κάλεσμα υπέρ της
ευρωπαϊκής ενοποίησης.
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 013
1947 τα κράτη της Ευρώπης να ενώσουν τις προσπάθειές τους για την οικο-
νομική ανοικοδόμηση της ηπείρου, υποσχόμενος την υποστήριξη εκ μέρους
των ΗΠΑ. Η υπόσχεση αυτή εκπληρώθηκε διά μέσου του «σχεδίου Marshall»,
το οποίο αποτέλεσε τη βάση για τη γρήγορη ανοικοδόμηση της Δυτικής Ευ-
ρώπης. Κύρια μέριμνα του ΟΕΟΣ ήταν αρχικά η απελευθέρωση του εμπορίου
μεταξύ των κρατών. Το 1960, όταν προσχώρησαν στον οργανισμό οι ΗΠΑ
και ο Καναδάς, ως πρόσθετος σκοπός ορίστηκε η αναπτυξιακή βοήθεια προς
τις χώρες του τρίτου κόσμου, και ο ΟΕΟΣ μετονομάστηκε σε OΟΣΑ, ο οποίος
σήμερα αριθμεί 35 μέλη.
Την ίδρυση του ΟΕΟΣ ακολούθησε το 1949 το ΝΑΤΟ, που αποτέλεσε τη
στρατιωτική συμμαχία με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Καναδά. Σκοπός
του ΝΑΤΟ είναι η συλλογική άμυνα καθώς και η συλλογική αρωγή. Σχεδια-
σμένο αρχικά για να αποτελέσει τμήμα μιας παγκόσμιας ζώνης ασφάλειας
με στόχο την αντιμετώπιση της σοβιετικής επιρροής, μετά την πτώση του
«Σιδηρού Παραπετάσματος» το 1989 και την εν συνεχεία διάλυση της Σο-
βιετικής Ένωσης, μετατράπηκε περισσότερο σε οργανισμό αντιμετώπισης
κρίσεων και προώθησης της σταθερότητας. Στο ΝΑΤΟ συμμετέχουν 28 κρά-
τη, μεταξύ των οποίων 22 κράτη μέλη της ΕΕ (δεν είναι μέλη του ΝΑΤΟ η Αυ-
στρία, η Σουηδία, η Φινλανδία, η Ιρλανδία, η Μάλτα και η Κύπρος), καθώς
και οι ΗΠΑ, ο Καναδάς, η Τουρκία, η Νορβηγία, η Ισλανδία και η Αλβανία. Το
1954 ιδρύθηκε η Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση (ΔΕΕ) με σκοπό την ενίσχυση
της συνεργασίας μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών στον τομέα της πολιτικής
ασφάλειας. Η ΔΕΕ σήμανε την αρχή της ανάπτυξης μιας ευρωπαϊκής πολι-
τικής ασφάλειας και άμυνας. Εντούτοις, ο ρόλος της παρέμεινε περιορισμέ-
νος, αφού οι περισσότερες αρμοδιότητές της μεταβιβάστηκαν σε άλλους
διεθνείς οργανισμούς και ιδίως στο ΝΑΤΟ, στο Συμβούλιο της Ευρώπης και
στην ΕΕ. Αυτό είχε ως συνέπεια τη διάλυση της ΔΕΕ στις 30 Ιουνίου 2011.
Ομάδα δεύτερη: Συμβούλιο της Ευρώπης και ΟΑΣΕ
Κοινό γνώρισμα των ευρωπαϊκών οργανισμών της δεύτερης ομάδας είναι ότι
η δομή τους διευκολύνει τη συμμετοχή όσο το δυνατόν μεγαλύτερου αριθμού
χωρών. Κατά την επιλογή αυτή λήφθηκε συνειδητά υπόψη ότι οι οργανισμοί
αυτοί δεν υπερβαίνουν τα όρια της παραδοσιακής διακρατικής συνεργασίας.
Μεταξύ των εν λόγω οργανισμών συγκαταλέγεται το Συμβούλιο της Ευρώ-
πης, που ιδρύθηκε στις 5 Μαΐου 1949 ως πολιτικός οργανισμός και σήμερα
αριθμεί 47 μέλη, στα οποία συγκαταλέγονται και όλα τα κράτη που είναι
σήμερα μέλη της ΕΕ. Στο καταστατικό του δεν συναντάται καμία αναφο-
ρά σχετικά με την επιδίωξη δημιουργίας συνομοσπονδίας ή ένωσης, ούτε
Διακήρυξη Σουμάν την 9η Μαΐου 1950 στην
Αίθουσα των Ρολογιών του Υπουργείου
Εξωτερικών στο Quai d’Orsay στο Παρίσι:
Ο Γάλλος υπουργός εξωτερικών Robert Schuman
προτείνει την από κοινού διαχείριση της
παραγωγής άνθρακα και χάλυβα στο πλαίσιο μιας
Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα.
Με τον τρόπο αυτόν, ο πόλεμος μεταξύ της
Γαλλίας και της Γερμανίας θα καταστεί όχι μόνον
αδιανόητος αλλά και υλικά αδύνατος.
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 015
προβλέπεται η μεταβίβαση ή ο συγκερασμός τμημάτων της εθνικής κυρι-
αρχίας. Όλες οι αποφάσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης που αφορούν ση-
μαντικά θέματα λαμβάνονται με βάση την αρχή της ομοφωνίας. Συνεπώς,
οποιοδήποτε κράτος δύναται να παρεμποδίσει τη λήψη αποφάσεων ασκώ-
ντας το δικαίωμα της αρνησικυρίας. Έτσι, το Συμβούλιο της Ευρώπης παρα-
μένει στη δομή του ένα όργανο διεθνούς συνεργασίας.
Στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης έχουν συναφθεί πολυάριθμες συμ-
βάσεις στους τομείς της οικονομίας, του πολιτισμού, της κοινωνικής πολιτικής
και του δικαίου. Η σημαντικότερη και πλέον γνωστή είναι η Ευρωπαϊκή Σύμβα-
ση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών
Ελευθεριών της 4ης Νοεμβρίου 1950 (ΕΣΔΑ — Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιω-
μάτων του Ανθρώπου), στην οποία έχουν ήδη προσχωρήσει και τα 47 μέλη
του Συμβουλίου της Ευρώπης. Με τη σύμβαση αυτή καθιερώθηκε ένα πρακτι-
κής σημασίας ελάχιστο επίπεδο προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου,
αλλά και ένα σύστημα νομικής προστασίας που επιτρέπει στα ιδρυθέντα διά της
σύμβασης όργανα, και συγκεκριμένα στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή Δικαιωμάτων
του Ανθρώπου και στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που
εδρεύουν στο Στρασβούργο, να καταδικάζουν στο πλαίσιο της σύμβασης τις
παραβιάσεις δικαιωμάτων του ανθρώπου που σημειώνονται στα κράτη μέλη.
Στην ίδια ομάδα εξακολουθεί να ανήκει ο Οργανισμός για την Ασφάλεια και τη
Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ), που ιδρύθηκε το 1994 ως διάδοχος της «Δι-
άσκεψης για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη» (ΔΑΣΕ). Ο ΟΑΣΕ,
στον οποίο ήδη μετέχουν 57 χώρες, εμπνέεται από τις αρχές και τους στόχους
της Τελικής Πράξης του Ελσίνκι του 1975 και του Χάρτη των Παρισίων του
1990. Σε αυτούς περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων η προώθηση μέτρων οικο-
δόμησης εμπιστοσύνης μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών αλλά και η ανάπτυξη
ενός «δικτύου ασφάλειας» με σκοπό την επίλυση διαφορών με ειρηνικά μέσα.
Ομάδα τρίτη: Ευρωπαϊκή Ένωση
Την τρίτη ομάδα των ευρωπαϊκών οργανισμών αποτελεί η Ευρωπαϊκή Ένω-
ση (ΕΕ). Το καινοτόμο στοιχείο που διακρίνει την ΕΕ από τις παραδοσιακές
μορφές κρατικών ενώσεων συνίσταται στο ότι τα κράτη μέλη παραιτήθη-
καν από μέρος των κυριαρχικών τους δικαιωμάτων υπέρ της ΕΕ, την οποία
εξόπλισαν με ίδιες εξουσίες, ανεξάρτητες από τα κράτη μέλη. Ασκώντας τις
εξουσίες αυτές, η ΕΕ δύναται να εκδίδει ευρωπαϊκές ρυθμιστικές πράξεις
με αποτελέσματα ισοδύναμα προς αυτά των πράξεων που εκδίδονται στο
πλαίσιο της εθνικής κυριαρχίας.
016 ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
Τα θεμέλια για τη δημιουργία της ΕΕ έθεσε ο τότε Γάλλος υπουργός εξω-
τερικών Robert Schuman στη Διακήρυξη της 9ης Μαΐου 1950, στην οποία
παρουσίασε το σχέδιο ενοποίησης της ευρωπαϊκής βιομηχανίας άνθρακα
και χάλυβα στο πλαίσιο μιας Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα,
όπως την οραματίστηκαν ο ίδιος και ο Jean Monnet. Το σχέδιο φιλοδοξούσε
να αποτελέσει συγχρόνως μια ιστορική πρωτοβουλία για «μία οργανωμένη
και δημιουργική Ευρώπη», η οποία είναι «απαραίτητη για τον πολιτισμό» και
χωρίς την οποία «δεν μπορεί να διαφυλαχθεί η παγκόσμια ειρήνη».
Το «σχέδιο Schuman» έλαβε σάρκα και οστά με την υπογραφή της Συνθήκης
Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ) από τα
έξι ιδρυτικά κράτη μέλη (Βέλγιο, Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας,
Γαλλία, Ιταλία, Λουξεμβούργο και Κάτω Χώρες) στις 18 Απριλίου 1951 στο
Παρίσι («Συνθήκη των Παρισίων»), η οποία τέθηκε σε ισχύ στις 23 Ιουλί-
ου 1952. Η ΕΚΑΧ συστάθηκε για περίοδο 50 ετών, μετά την πάροδο της
οποίας στις 23 Ιουλίου 2002 «ενσωματώθηκε» στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα.
Λίγα χρόνια μετά την ίδρυση της ΕΚΑΧ, τα ίδια κράτη δημιούργησαν με την
υπογραφή των Συνθηκών της Ρώμης στις 25 Μαρτίου 1957 («Συνθήκες
της Ρώμης») την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ) και την Ευρωπαϊκή
Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας (ΕΚΑΕ ή Ευρατόμ), οι οποίες ανέλαβαν δράση
μετά τη θέση των Συνθηκών σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1958.
Η ίδρυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) με την υπογραφή της Συνθήκης του
Μάαστριχτ σήμανε μια νέα εποχή στην πορεία προς την πολιτική ενοποίηση
της Ευρώπης. Η συνθήκη αυτή, η οποία είχε ήδη υπογραφεί στο Μάαστριχτ
στις 7 Φεβρουαρίου 1992, συνάντησε ορισμένες δυσκολίες στην επικύρω-
σή της (οι Δανοί συναίνεσαν μόνον μετά τη διενέργεια δεύτερου δημοψη-
φίσματος, ενώ στη Γερμανία υπήρξε προσφυγή ενώπιον του Συνταγματικού
Δικαστηρίου στρεφόμενη κατά της έγκρισης της συνθήκης από το Γερμανι-
κό Κοινοβούλιο) και τελικά τέθηκε σε ισχύ την 1η Νοεμβρίου 1993. Όπως
αναφέρεται στο κείμενό της, «[η συνθήκη] ανοίγει νέα φάση στη διαδικασία
μιας διαρκώς στενότερης ένωσης των λαών της Ευρώπης». Περιλαμβάνει
την ιδρυτική πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την οποία ωστόσο δεν ολο-
κληρώνει. Με τη συνθήκη αυτή, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν αντικατέστησε τις
Ευρωπαϊκές Κοινότητες, αλλά τις ενέταξε σε ένα κοινό πλαίσιο μαζί με νέες
πολιτικές και μορφές συνεργασίας. Αποτέλεσμα ήταν, μεταφορικά μιλώντας,
η θεμελίωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε τρεις πυλώνες: Τον πρώτο πυλώνα
αποτέλεσαν οι Ευρωπαϊκές Κοινότητες: ΕΟΚ (μετονομασθείσα σε ΕΚ), ΕΚΑΧ
(έως το 2002) και ΕΚΑΕ. Ο δεύτερος πυλώνας συνίστατο στη συνεργασία
των κρατών μελών στο πλαίσιο μιας κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολι-
τικής ασφάλειας. Ο τρίτος πυλώνας αφορούσε τη συνεργασία των κρατών
μελών στους τομείς της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων.
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 017
Μια πρώτη περαιτέρω εξέλιξη στο καθεστώς της ΕΕ επήλθε με τις Συνθήκες
του Άμστερνταμ και της Νίκαιας, που τέθηκαν σε ισχύ την 1η Μαΐου 1999
και την 1η Φεβρουαρίου 2003 αντίστοιχα. Σκοπός των εν λόγω τροποποι-
ητικών συνθηκών ήταν να διατηρηθεί η ικανότητα δράσης της ΕΕ παρά τη
σημαντική αύξηση του αριθμού των μελών της. Ως εκ τούτου, οι δύο αυτές
συνθήκες εισήγαγαν κυρίως θεσμικές μεταρρυθμίσεις. Σε σχέση με προη-
γούμενους κύκλους μεταρρυθμίσεων, η πολιτική βούληση για εμβάθυνση
της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης υπήρξε μάλλον ασθενής.
Η κριτική που προκάλεσε το γεγονός αυτό αποτέλεσε το έναυσμα για την
έναρξη ενός διαλόγου για το μέλλον της ΕΕ και τη θεσμική της διάρθρωση.
Ο διάλογος αυτός κατέληξε στην αποδοχή μιας Δήλωσης για το μέλλον της
Ευρωπαϊκής Ένωσης από τους ηγέτες των κρατών και των κυβερνήσεων
στις 5 Δεκεμβρίου 2001, στο Laeken του Βελγίου. Με τη δήλωση αυτή η ΕΕ
δεσμεύθηκε για περισσότερη δημοκρατία, διαφάνεια και αποτελεσματικότη-
τα, αλλά και για τη χάραξη πορείας προς τη θέσπιση συντάγματος. Ως πρώ-
το βήμα για την υλοποίηση των στόχων αυτών, αποφασίστηκε η σύγκληση
μιας Συνέλευσης για το μέλλον της Ευρώπης με πρόεδρο τον πρώην Γάλλο
πρόεδρο Valéry Giscard d’Estaing, στην οποία ανατέθηκε η επεξεργασία του
ευρωπαϊκού συντάγματος. Στις 18 Ιουλίου 2003, ο πρόεδρος της Συνέλευ-
σης παρέδωσε εξ ονόματός της στον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου
το καταρτισθέν σχέδιο «Συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώ-
πης», το οποίο ψηφίστηκε, με ορισμένες αλλαγές, από τους αρχηγούς των
κρατών και των κυβερνήσεων στις Βρυξέλλες στις 17 και 18 Ιουλίου 2004.
Με το σύνταγμα οι μέχρι τούδε Ευρωπαϊκή Ένωση και Ευρωπαϊκή Κοινότητα
θα μετεξελίσσονταν σε μια νέα, ενιαία Ευρωπαϊκή Ένωση, βασιζόμενη σε
μία και μοναδική συνταγματική συνθήκη. Αυτοτελώς θα εξακολουθούσε να
υφίσταται μόνο η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας, η οποία ωστό-
σο θα συνέχιζε να συνδέεται στενά με τη (νέα) Ευρωπαϊκή Ένωση. Όμως,
η θέσπιση του συντάγματος ματαιώθηκε, καθώς δεν ολοκληρώθηκε η δια-
δικασία επικύρωσης από τα κράτη μέλη. Μετά την αρχική αποδοχή της από
τα 13 εκ των 25 τότε κρατών μελών, η συνταγματική συνθήκη της ΕΕ απερ-
ρίφθη στο πλαίσιο δημοψηφισμάτων στη Γαλλία (54,68 % αρνητικές ψήφοι
επί ποσοστού συμμετοχής 69,34 %) και τις Κάτω Χώρες (61,7 % αρνητικές
ψήφοι επί ποσοστού συμμετοχής 63 %).
Έπειτα από μια περίοδο προβληματισμού σχεδόν δύο ετών, το πρώτο εξά-
μηνο του 2007 κατέστη επιτέλους δυνατή η δρομολόγηση μιας νέας δέσμης
μεταρρυθμίσεων. Με αυτήν εγκαταλείπεται επισήμως η ιδέα του ευρωπαϊκού
συντάγματος κατά την οποία όλες οι υφιστάμενες συνθήκες έπρεπε να κα-
ταργηθούν και να αντικατασταθούν από ένα ενιαίο κείμενο υπό την ονομασία
018 ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
«Συνθήκη για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης». Αντ’ αυτού, καταρτίστη-
κε μια νέα μεταρρυθμιστική συνθήκη, η οποία, κατά το πρότυπο των Συνθη-
κών του Μάαστριχτ, του Άμστερνταμ και της Νίκαιας, επιφέρει θεμελιώδους
σημασίας αλλαγές στις υφιστάμενες συνθήκες της Ένωσης, προκειμένου να
ενισχυθούν η ικανότητα εσωτερικής και εξωτερικής δράσης της ΕΕ, η δημο-
κρατική της νομιμοποίηση και η αποτελεσματικότητα των πολιτικών της. Όπως
το επιβάλλει η παράδοση, και αυτή η μεταρρυθμιστική συνθήκη ονομάστηκε
με βάση τον τόπο υπογραφής της, Συνθήκη της Λισαβόνας. Οι εργασίες για
την οριστικοποίηση της Συνθήκης της Λισαβόνας προχώρησαν με ταχείς ρυθ-
μούς. Αυτό οφείλεται ιδίως στο γεγονός ότι, κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης
του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις Βρυξέλλες στις 21 και 22 Ιουνίου 2007, οι
ίδιοι οι αρχηγοί κρατών ή κυβερνήσεων των κρατών μελών αποφάσισαν ποιες
ακριβώς από τις καινοτομίες που επρόκειτο να περιληφθούν στη συνταγμα-
τική συνθήκη θα ενσωματώνονταν στις υφιστάμενες συνθήκες και με ποιον
τρόπο. Παρεκκλίνοντας από την παραδοσιακή διαδικασία, δεν περιορίστηκαν
στη διατύπωση κατευθυντήριων γραμμών προς υποβολή στη διακυβερνητική
διάσκεψη, αλλά προχώρησαν οι ίδιοι στην κατάρτιση της δομής και του περι-
εχομένου των σχεδιαζόμενων τροποποιήσεων, διατυπώνοντας σε ορισμένες
περιπτώσεις και το ακριβές λεκτικό διατάξεων.
Διαφωνίες υπήρξαν ιδίως στα θέματα της οριοθέτησης των αρμοδιοτήτων
μεταξύ ΕΕ και κρατών μελών, της περαιτέρω ανάπτυξης της κοινής εξω-
τερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας, του νέου ρόλου των εθνικών
κοινοβουλίων στο πλαίσιο της διαδικασίας ολοκλήρωσης, της ενσωμάτω-
σης του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων στο δίκαιο της Ένωσης και
των δυνατοτήτων ανάπτυξης της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας
σε ποινικές υποθέσεις. Κατόπιν αυτού, η διακυβερνητική διάσκεψη που συ-
γκλήθηκε το 2007 δεν είχε πολλά περιθώρια δράσης αλλά μόνο την εντολή
να διεκπεραιώσει τεχνικά τις επιθυμητές αλλαγές. Οι εργασίες της διακυ-
βερνητικής διάσκεψης ολοκληρώθηκαν στις 18 και 19 Οκτωβρίου 2007 και
το τελικό κείμενο εγκρίθηκε κατά τη διάρκεια του άτυπου Ευρωπαϊκού Συμ-
βουλίου που διεξαγόταν στη Λισαβόνα την ίδια περίοδο.
Η συνθήκη υπογράφηκε πανηγυρικά από τους ηγέτες των 27 τότε κρατών
μελών της ΕΕ (η Κροατία προσχώρησε στην ΕΕ μόλις το 2013) στη Λισαβόνα
στις 13 Δεκεμβρίου 2007. Ωστόσο, η διαδικασία κύρωσης και αυτής της συν-
θήκης αποδείχθηκε δύσκολη. Παρότι, σε αντίθεση με τη Συνθήκη για τη θέ-
σπιση συντάγματος της ΕΕ, αντιμετωπίστηκαν τα εμπόδια στη Γαλλία και στις
Κάτω Χώρες, εντούτοις η Συνθήκη της Λισαβόνας απορρίφθηκε αρχικά από το
ιρλανδικό εκλογικό σώμα, σε δημοψήφισμα που έγινε στις 12 Ιουνίου 2008
(με 53,4 % αρνητικές ψήφους επί ποσοστού συμμετοχής 53,1 %). Ύστερα
από νομικά δεσμευτικές διαβεβαιώσεις ως προς την (περιορισμένη) εμβέλεια
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 019
της νέας συνθήκης, οι πολίτες της Ιρλανδίας κλήθηκαν τον Οκτώβριο του
2009 σε δεύτερο δημοψήφισμα για τη Συνθήκη της Λισαβόνας. Αυτή τη φορά
η συνθήκη έτυχε ευρείας αποδοχής από τους Ιρλανδούς (67,1 % επί ποσο-
στού συμμετοχής 59 %). Η επιτυχής έκβαση του δημοψηφίσματος στην Ιρλαν-
δία άνοιξε το δρόμο για την κύρωση της συνθήκης από την Πολωνία και την
Τσεχική Δημοκρατία. Στην Πολωνία, ο πρόεδρος Kacziński είχε εξαρτήσει την
κύρωση της συνθήκης από τη θετική έκβαση του δημοψηφίσματος στην Ιρ-
λανδία, όπως και ο πρόεδρος της Τσεχικής Δημοκρατίας Václav Klaus, ο οποί-
ος τελικά ζήτησε επιπλέον να εξασφαλιστεί ότι οι διατάξεις της Συνθήκης της
Λισαβόνας, και ιδιαίτερα αυτές του Χάρτη, δεν θα επιτρέπουν οποιαδήποτε
αμφισβήτηση των λεγόμενων «Διαταγμάτων Beneš» του 1945, με τα οποία
είχε αποκλειστεί η διεκδίκηση πρώην γερμανικών εδαφών εντός της επικρά-
τειας της Τσεχικής Δημοκρατίας. Αφού βρέθηκε λύση για την ικανοποίηση της
απαίτησης αυτής, ο Τσέχος πρόεδρος υπέγραψε το έγγραφο κύρωσης στις
3 Νοεμβρίου 2009. Με τον τρόπο αυτό ολοκληρώθηκε η διαδικασία κύρωσης
και η Συνθήκη της Λισαβόνας τέθηκε σε ισχύ την 1η Δεκεμβρίου 2009.
Με τη Συνθήκη της Λισαβόνας, η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ευρωπαϊκή Κοινό-
τητα συγχωνεύτηκαν σε μία ενιαία Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο όρος «Κοινότητα»
αντικαθίσταται γενικά από τον όρο «Ένωση». Η Ένωση παίρνει τη θέση της
Κοινότητας και αποτελεί τον νόμιμο διάδοχό της. Ωστόσο, το δίκαιο της Ένω-
σης εξακολουθεί να διέπεται από τις παρακάτω τρεις Συνθήκες:
Συνθήκες της ΕΕ εν ισχύ
ΣΥΝΘΗΚΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ
Η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) υποδιαιρείται στους εξής έξι
τίτλους: Κοινές διατάξεις (I), Διατάξεις περί δημοκρατικών αρχών (II),
Διατάξεις περί θεσμικών οργάνων (III), Διατάξεις περί ενισχυμένων
συνεργασιών (IV), Γενικές διατάξεις για την εξωτερική δράση της Ένωσης
και ειδικές διατάξεις σχετικά με την κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική
ασφάλειας (V) και Τελικές διατάξεις (VI).
ΣΥΝΘΗΚΗ ΓΙΑ ΤΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
Η Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) διαδέχθηκε
τη Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Η ΣΛΕΕ ακολουθεί
σε γενικές γραμμές τη δομή της Συνθήκης ΕΚ. Οι βασικές καινοτομίες
αφορούν την εξωτερική δράση της ΕΕ και την εισαγωγή νέων κεφαλαίων,
ιδίως σχετικά με την πολιτική στον τομέα της ενέργειας, την αστυνομική και
δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις, την πολιτική διαστήματος, τον
αθλητισμό και τον τουρισμό.
020 ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
ΣΥΝΘΗΚΗ ΠΕΡΙ ΙΔΡΥΣΕΩΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΑΤΟΜΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ
Η Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας
(ΣΕΚΑΕ) τροποποιήθηκε μόνο σε ορισμένα σημεία της. Οι επιμέρους
τροποποιήσεις έγιναν με πρωτόκολλα τα οποία προσαρτήθηκαν στη
Συνθήκη της Λισαβόνας.
Η ΣΕΕ και η ΣΛΕΕ έχουν το ίδιο νομικό κύρος, χωρίς να τελούν μεταξύ τους
σε σχέση υπεροχής ή υπαγωγής. Αυτή η ρητή νομική αποσαφήνιση είναι
απαραίτητη, καθώς το πυκνό κανονιστικό πλαίσιο σε αμφότερες τις συνθή-
κες και ο νέος τίτλος της πρώην Συνθήκης ΕΚ (Συνθήκη για τη λειτουργία
της Ευρωπαϊκής Ένωσης) δημιουργούν την εντύπωση ότι η ΣΕΕ αποτελεί
ένα είδος συντάγματος ή θεμελιώδους συνθήκης, ενώ η ΣΛΕΕ διαμορφώ-
νεται περισσότερο υπό τη μορφή εκτελεστικής συνθήκης. Όμως, ούτε η ΣΕΕ
ούτε η ΣΛΕΕ έχουν τυπικό χαρακτήρα συντάγματος. Οι όροι που χρησιμο-
ποιήθηκαν στις δύο Συνθήκες επιβεβαιώνουν την αλλαγή αυτή σε σχέση
με την προηγηθείσα συζήτηση περί θέσπισης ευρωπαϊκού συντάγματος:
Ο όρος «σύνταγμα» δεν χρησιμοποιείται, ο «υπουργός εξωτερικών της Ένω-
σης» καλείται «ύπατος εκπρόσωπος της Ένωσης σε θέματα εξωτερικής πο-
λιτικής και πολιτικής ασφάλειας», ενώ εγκαταλείπονται οι έννοιες «νόμος»
και «νόμος-πλαίσιο». Επίσης, οι τροποποιημένες Συνθήκες δεν περιλαμβά-
νουν άρθρα στα οποία αναφέρονται σύμβολα της ΕΕ, όπως σημαία ή ύμνος.
Η υπεροχή του δικαίου της Ένωσης δεν καθιερώνεται ρητά σε κάποια διάτα-
ξη, αλλά εξακολουθεί να προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου της
Ευρωπαϊκής Ένωσης στην οποία παραπέμπει σχετική δήλωση.
Με τη Συνθήκη της Λισαβόνας εγκαταλείφθηκε εξάλλου και το μοντέλο των
«τριών πυλώνων» της ΕΕ. Διατηρούνται ωστόσο οι ειδικές διαδικασίες στον
τομέα της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας και άμυνας,
καθώς στη Συνθήκη προσαρτώνται δηλώσεις της διακυβερνητικής διάσκε-
ψης στις οποίες υπογραμμίζεται ο ιδιαίτερος χαρακτήρας και οι ευθύνες και
αρμοδιότητες των κρατών μελών στον εν λόγω τομέα.
Η ΕΕ αποτελείται επί του παρόντος από 28 κράτη μέλη. Έξι από αυτά, και
συγκεκριμένα το Βέλγιο, η Γερμανία (η οποία μετά την επανένωση των δύο
γερμανικών κρατών στις 3 Οκτωβρίου 1990 περιλαμβάνει και το έδαφος
της πρώην ΛΔΓ), η Γαλλία, η Ιταλία, το Λουξεμβούργο και οι Κάτω Χώρες,
είναι τα ιδρυτικά μέλη της ΕΟΚ. Την 1η Ιανουαρίου 1973 προσχώρησαν
στην Κοινότητα η Δανία (χωρίς να συμπεριλαμβάνεται πλέον η Γροιλανδία,
της οποίας οι κάτοικοι σε δημοψήφισμα που διεξήχθη τον Φεβρουάριο του
1982 αποφάσισαν με οριακή πλειοψηφία να μην παραμείνει η χώρα στην
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 021
ΕΚ), η Ιρλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ τον Οκτώβριο του 1972 είχε
απορριφθεί με δημοψήφισμα (με ποσοστό 53,5 %) η προγραμματισμένη
ένταξη της Νορβηγίας.
Η λεγόμενη «νότια διεύρυνση» της ΕΕ ξεκίνησε με την προσχώρηση της
Ελλάδας την 1η Ιανουαρίου 1981 και ολοκληρώθηκε με την προσχώρηση
της Ισπανίας και της Πορτογαλίας την 1η Ιανουαρίου 1986. Ακολούθησε
η προσχώρηση της Αυστρίας, της Φινλανδίας και της Σουηδίας την 1η Ια-
νουαρίου 1995. Εκτός ΕΕ παρέμεινε η Νορβηγία αφού και πάλι, όπως είχε
συμβεί και πριν από 22 χρόνια, οι Νορβηγοί αντιτάχθηκαν με οριακή πλει-
οψηφία 52,4 % στην προσχώρηση της χώρας τους στην ΕΕ. Την 1η Μαΐου
2004 προσχώρησαν στην ΕΕ οι χώρες της Βαλτικής Εσθονία, Λετονία και
Λιθουανία, η Τσεχική Δημοκρατία, η Ουγγαρία, η Πολωνία, η Σλοβενία και
η Σλοβακία, όλες τους χώρες της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης, καθώς
και τα δύο νησιά της Μεσογείου Κύπρος και Μάλτα. Μόλις δύο χρόνια αρ-
γότερα, την 1η Ιανουαρίου 2007, η διεύρυνση της Ένωσης προς ανατολάς
συνεχίστηκε με την προσχώρηση της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας.
Νεότερο μέλος της ΕΕ αποτέλεσε από την 1η Ιουλίου 2013 η Κροατία. Έτσι,
ο αριθμός των μελών της ΕΕ αυξήθηκε σε 28, ο δε πληθυσμός της ανέρχεται
σήμερα σε 510 εκατομμύρια κατοίκους. Αυτή η ιστορική διεύρυνση της ΕΕ
αποτελεί την κορύφωση μιας μακροχρόνιας διαδικασίας μέσω της οποίας
κατέστη εφικτή η επανένωση των λαών της Ευρώπης, τους οποίους για πε-
ρισσότερο από μισό αιώνα χώριζε το Σιδηρούν Παραπέτασμα και ο Ψυχρός
Πόλεμος. Κατά συνέπεια, μέσα από τις συνεχείς διευρύνσεις της ΕΕ, εκφρά-
ζεται πρωτίστως η βούληση για διασφάλιση της ειρήνης, της σταθερότητας
και της οικονομικής ευημερίας σε μία ενωμένη ευρωπαϊκή ήπειρο.
Η ΕΕ παραμένει ανοιχτή στην προσχώρηση και άλλων κρατών, εφόσον πλη-
ρούν τα κριτήρια προσχώρησης που καθιερώθηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμ-
βούλιο της Κοπεγχάγης το 1993:
■■ πολιτικά κριτήρια: σταθερότητα των θεσμών, δημοκρατία, κράτος
δικαίου, δικαιώματα του ανθρώπου και σεβασμός και προστασία των
μειονοτήτων·
■■ οικονομικά κριτήρια: λειτουργούσα οικονομία της αγοράς με αντοχή σε
ανταγωνιστικές πιέσεις και στις δυνάμεις της αγοράς στο πλαίσιο της ΕΕ·
■■ νομικά κριτήρια: ικανότητα ανάληψης των υποχρεώσεων που
συνδέονται με την ιδιότητα του μέλους, συμπεριλαμβανομένης της
αποδοχής των στόχων της πολιτικής, οικονομικής και νομισματικής
ένωσης.
022 ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
Η διαδικασία προσχώρησης έχει τρία στάδια, τα οποία πρέπει να εγκρίνονται από
όλα τα εκάστοτε κράτη μέλη της Ένωσης:
1. Ανοίγει για μια χώρα η προοπτική ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
2. Το καθεστώς μιας χώρας ως υποψήφιας για ένταξη αναγνωρίζεται
εφόσον η χώρα πληροί τις προϋποθέσεις προσχώρησης, χωρίς ωστόσο
αυτό να σημαίνει ότι δρομολογούνται επίσημες διαπραγματεύσεις.
3. Με την υποψήφια χώρα διεξάγονται επίσημες διαπραγματεύσεις, κατά
τις οποίες συμφωνούνται οι τεχνικές και διαδικαστικές λεπτομέρειες που
αφορούν την υιοθέτηση των εκάστοτε εν ισχύ νομοθετικών διατάξεων
της ΕΕ.
Αφού ολοκληρωθούν οι διαπραγματεύσεις και οι συνοδευτικές μεταρρυθμί-
σεις κατά τρόπο ικανοποιητικό για αμφότερες τις πλευρές, τα αποτελέσματα
και οι όροι προσχώρησης αποτυπώνονται σε μία συνθήκη προσχώρησης.
Η εν λόγω συνθήκη προσχώρησης εγκρίνεται κατ’ αρχάς από το Ευρωπαϊκό
Κοινοβούλιο με απόλυτη πλειοψηφία των μελών του. Στη συνέχεια, πρέπει
να εγκριθεί και από το Συμβούλιο, και μάλιστα ομόφωνα. Κατόπιν τούτου,
η υπογραφή της συνθήκης προσχώρησης εναπόκειται στους επικεφαλής
κρατών ή κυβερνήσεων των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και
της χώρας που προσχωρεί. Κάθε συνθήκη προσχώρησης πρέπει στη συ-
νέχεια να «κυρωθεί» από τα κράτη μέλη της ΕΕ και τη χώρα που προσχω-
ρεί, σύμφωνα με τις αντίστοιχες συνταγματικές τους διατάξεις. Η διαδικασία
προσχώρησης ολοκληρώνεται με την κατάθεση των εγγράφων επικύρω-
σης, οπότε τίθεται σε ισχύ και η συνθήκη προσχώρησης. Η χώρα που προ-
σχωρεί αποκτά έτσι την ιδιότητα του κράτους μέλους.
Σήμερα, ενταξιακές διαπραγματεύσεις διεξάγονται με την Τουρκία (από το
2005), τη Σερβία (από το 2014) και το Μαυροβούνιο (από το 2014).
Η Τουρκία υπέβαλε αίτηση προσχώρησης στις 14 Απριλίου 1987. Βέβαια, οι
σχέσεις μεταξύ ΕΕ και Τουρκίας χρονολογούνται από πολύ παλαιότερα. Ήδη
το 1963 συνήφθη μεταξύ της τότε ΕΟΚ και της Τουρκίας συμφωνία σύνδε-
σης στην οποία γίνεται αναφορά στην προοπτική ένταξης. Το 1995 θεσπί-
στηκε η Τελωνειακή Ένωση ΕΚ–Τουρκίας, ενώ στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού
Συμβουλίου του Ελσίνκι τον Δεκέμβριο του 1999 η Τουρκία αναγορεύτηκε
επισήμως σε υποψήφια προς ένταξη χώρα. Το γεγονός αυτό αποτέλεσε έκ-
φραση της πεποίθησης ότι η χώρα αυτή διαθέτει τις βάσεις που απαιτεί
ένα δημοκρατικό σύστημα αν και προς το παρόν παρουσιάζει μεγάλο έλ-
λειμμα όσον αφορά τον σεβασμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου και την
προστασία των μειονοτήτων. Τον Δεκέμβριο του 2004, κατόπιν πρότασης
της Επιτροπής, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο έδωσε τελικά το πράσινο φως για
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 023
την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Τουρκία. Οι δια-
πραγματεύσεις ξεκίνησαν τον Οκτώβριο του 2005. Τελικός στόχος των δια-
πραγματεύσεων είναι η ένταξη της χώρας στην ΕΕ. Ωστόσο, δεν υπάρχουν
εγγυήσεις ότι ο στόχος αυτός θα επιτευχθεί. Το 1999 ως προβλεπόμενη
ημερομηνία πιθανής προσχώρησης ορίστηκε το έτος 2014, το οποίο ωστό-
σο παρήλθε χωρίς να συμφωνηθεί νέο χρονοδιάγραμμα. Η προσχώρηση
της Τουρκίας θα πρέπει να προετοιμαστεί με άκρα επιμέλεια, προκειμένου
να επιτευχθεί η πλήρης ενσωμάτωσή της, χωρίς παράλληλα να διακυβευθεί
ό,τι κατακτήθηκε στα 60 και πλέον έτη ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
Η Ισλανδία υπέβαλε αίτηση προσχώρησης στις 17 Ιουλίου 2009. Οι ενταξια-
κές διαπραγματεύσεις ξεκίνησαν επίσημα το 2010 και σημείωσαν ικανοποι-
ητική πρόοδο στο αρχικό τους στάδιο, ωστόσο, μετά την αλλαγή της κυβέρ-
νησης, επιβραδύνθηκαν έως ότου σταμάτησαν εντελώς, αφού η Ισλανδία
απέσυρε την αίτησή της για προσχώρηση στις 12 Μαρτίου 2015.
Υπό καθεστώς επίσημης υποψηφιότητας τελούν η πρώην Γιουγκοσλαβική
Δημοκρατία της Μακεδονίας (2009) και η Αλβανία (2014). Επιπλέον, για τη
Βοσνία-Ερζεγοβίνη καθώς και για το Κοσσυφοπέδιο (1) έχει ανοιχτεί η προο-
πτική μελλοντικής προσχώρησής τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Πρόνοια λαμβάνεται και για έξοδο από την ΕΕ: Η ΣΕΕ περιέχει πλέον ρήτρα
εξόδου, η οποία επιτρέπει σε οποιοδήποτε κράτος μέλος να αποχωρήσει
από την ΕΕ. Η έξοδος δεν συναρτάται με κανέναν όρο, αλλά απαιτεί μόνο
συμφωνία μεταξύ της ΕΕ και του κράτους μέλους σχετικά με τις λεπτομε-
ρείς ρυθμίσεις της αποχώρησης ή, άλλως, σε περίπτωση που δεν επιτευ-
χθεί συμφωνία, την πάροδο δύο ετών από την γνωστοποίηση της πρόθε-
σης αποχώρησης προκειμένου αυτή να επέλθει ακόμη και χωρίς συμφωνία.
Χρήση αυτής της δυνατότητας προβλέπεται να γίνει πολύ συντομότερα απ’
όσο θα περίμενε κανείς. Στις 23 Ιουνίου 2016, το 52 % των Βρετανών (με
ποσοστό συμμετοχής που ανήλθε στο 71,8 %) εκφράστηκαν κατά της πα-
ραμονής του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Κατόπιν τούτου,
εναπόκειται στη βρετανική κυβέρνηση να ξεκινήσει τη διαδικασία αποχώρη-
σης (άρθρο 50 ΣΕΕ) γνωστοποιώντας την πρόθεση της γι’ αυτό.
Αντιθέτως, αποκλεισμός κράτους μέλους από την ΕΕ παρά την αντίθετη εκ-
φρασθείσα βούλησή του δεν προβλέπεται, ούτε καν σε περίπτωση σοβαρών
και διαρκών παραβάσεων της Συνθήκης.
(1) Σύμφωνα με το καθεστώς που ορίζει η απόφαση 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας των
Ηνωμένων Εθνών.
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 025
ΟΙ ΘΕΜΕΛΙΩΔΕΙΣ ΑΞΙΕΣ
ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ
ΕΝΩΣΗΣ
Άρθρο 2 ΣΕΕ (Αξίες της Ένωσης)
Η Ένωση βασίζεται στις αξίες του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας,
της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ισότητας, του κράτους δικαίου, καθώς
και του σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων
των δικαιωμάτων των προσώπων που ανήκουν σε μειονότητες. Οι αξίες
αυτές είναι κοινές στα κράτη μέλη εντός κοινωνίας που χαρακτηρίζεται
από τον πλουραλισμό, την απαγόρευση των διακρίσεων, την ανοχή, τη
δικαιοσύνη, την αλληλεγγύη και την ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών.
Άρθρο 3 ΣΕΕ (Σκοποί της Ένωσης)
1. Η Ένωση έχει σκοπό να προάγει την ειρήνη, τις αξίες της και την
ευημερία των λαών της.
2. Η Ένωση παρέχει στους πολίτες της χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και
δικαιοσύνης χωρίς εσωτερικά σύνορα, μέσα στον οποίο εξασφαλίζεται
η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων σε συνδυασμό με κατάλληλα
μέτρα όσον αφορά τους ελέγχους στα εξωτερικά σύνορα, το άσυλο, τη
μετανάστευση και την πρόληψη και καταστολή της εγκληματικότητας.
3. Η Ένωση εγκαθιδρύει εσωτερική αγορά. Εργάζεται για την αειφόρο
ανάπτυξη της Ευρώπης με γνώμονα την ισόρροπη οικονομική ανάπτυξη και τη
σταθερότητα των τιμών, την κοινωνική οικονομία της αγοράς με υψηλό βαθμό
ανταγωνιστικότητας, με στόχο την πλήρη απασχόληση και την κοινωνική
πρόοδο, και το υψηλό επίπεδο προστασίας και βελτίωσης της ποιότητας του
περιβάλλοντος. Προάγει την επιστημονική και τεχνολογική πρόοδο.
Η Ένωση καταπολεμά τον κοινωνικό αποκλεισμό και τις διακρίσεις και
προωθεί την κοινωνική δικαιοσύνη και προστασία, την ισότητα μεταξύ
026 ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
γυναικών και ανδρών, την αλληλεγγύη μεταξύ των γενεών και την
προστασία των δικαιωμάτων του παιδιού.
Η Ένωση προάγει την οικονομική, κοινωνική και εδαφική συνοχή και την
αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών μελών.
Η Ένωση σέβεται τον πλούτο της πολιτιστικής και γλωσσικής της
πολυμορφίας και μεριμνά για την προστασία και ανάπτυξη της ευρωπαϊκής
πολιτιστικής κληρονομιάς.
4. Η Ένωση εγκαθιδρύει οικονομική και νομισματική ένωση, της οποίας το
νόμισμα είναι το ευρώ.
5. Στις σχέσεις της με τον υπόλοιπο κόσμο, η Ένωση προβάλλει και προωθεί
τις αξίες της και τα συμφέροντά της και συμβάλλει στην προστασία των
πολιτών της. Συμβάλλει στην ειρήνη, την ασφάλεια, την αειφόρο ανάπτυξη
του πλανήτη, την αλληλεγγύη και τον αμοιβαίο σεβασμό μεταξύ των
λαών, το ελεύθερο και δίκαιο εμπόριο, την εξάλειψη της φτώχειας και
την προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων, ιδίως των δικαιωμάτων
του παιδιού, καθώς και στην αυστηρή τήρηση και ανάπτυξη του διεθνούς
δικαίου και, ιδίως, στον σεβασμό των αρχών του Καταστατικού Χάρτη των
Ηνωμένων Εθνών.
[...]
Θεμέλιο για τη δημιουργία μιας ενωμένης Ευρώπης αποτελούν βασικές
αξίες στις οποίες δεσμεύονται τα κράτη μέλη βάσει του άρθρου 2 ΣΕΕ και
των οποίων η πραγμάτωση έχει ανατεθεί στα εκτελεστικά όργανα της ΕΕ.
Μεταξύ αυτών των αξιών συγκαταλέγονται ο σεβασμός της ανθρώπινης
αξιοπρέπειας, η ισότητα, η ελευθερία και η αλληλεγγύη. Η ΕΕ τάσσεται ρητά
υπέρ της διαφύλαξης των κοινών για όλα τα κράτη μέλη αρχών της δη-
μοκρατίας, του κράτους δικαίου και της προστασίας των δικαιωμάτων του
ανθρώπου.
Οι αρχές αυτές δεν αποτελούν μόνον κατευθυντήριες γραμμές προς τα κρά-
τη που επιθυμούν να προσχωρήσουν μελλοντικά στην ΕΕ, αλλά σε περί-
πτωση σοβαρής και διαρκούς παραβίασης των εν λόγω αρχών και αξιών
από ένα κράτος μέλος, κατά το άρθρο 7 ΣΕΕ, υπάρχει και δυνατότητα επιβο-
λής κυρώσεων. Προς τούτο απαιτείται κατ’ αρχήν η ομόφωνη διαπίστωση
από τους αρχηγούς κρατών ή κυβερνήσεων στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού
Συμβουλίου, ότι πρόκειται για σοβαρή και διαρκή παραβίαση των αξιών και
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 027
βασικών αρχών της Ένωσης. Στην εν λόγω διαπίστωση προβαίνουν οι αρ-
χηγοί κρατών ή κυβερνήσεων έπειτα από πρόταση του ενός τρίτου των
κρατών μελών ή της Επιτροπής και κατόπιν έγκρισης του Ευρωπαϊκού Κοι-
νοβουλίου. Το Συμβούλιο δύναται στη συνέχεια να αποφασίσει, με ειδική
πλειοψηφία, την αναστολή ορισμένων δικαιωμάτων τα οποία απορρέουν
από τη ΣΕΕ και τη ΣΛΕΕ ως προς το εν λόγω κράτος μέλος, συμπεριλαμβανο-
μένων των δικαιωμάτων ψήφου του αντιπροσώπου της κυβέρνησης αυτού
του κράτους μέλους στο Συμβούλιο. Το εν λόγω κράτος μέλος εξακολουθεί,
εντούτοις, να δεσμεύεται από τις υποχρεώσεις που υπέχει βάσει των Συν-
θηκών. Συναφώς, το Συμβούλιο λαμβάνει ιδιαίτερα υπόψη και τις πιθανές
συνέπειες μιας τέτοιας αναστολής στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις φυ-
σικών και νομικών προσώπων.
Η ΕΕ ως εγγυητής της ειρήνης
Από τα κίνητρα που οδήγησαν στην ένωση της Ευρώπης κανένα άλλο δεν
ήταν τόσο ισχυρό όσο η απαίτηση για ειρήνη (βλ. άρθρο 3 ΣΕΕ). Τον πε-
ρασμένο αιώνα η Ευρώπη μετατράπηκε σε πεδίο μάχης δύο παγκοσμίων
πολέμων μεταξύ κρατών που σήμερα είναι μέλη της ΕΕ. Για τον λόγο αυτό,
ευρωπαϊκή πολιτική σημαίνει συγχρόνως και πολιτική ειρήνης. Με τη δημι-
ουργία της ΕΕ διαμορφώθηκε ταυτόχρονα και ο πυρήνας μιας ευρωπαϊκής
τάξης πραγμάτων που θα διασφαλίζει την ειρήνη και θα καθιστά αδύνα-
το τον πόλεμο μεταξύ των κρατών μελών της. Τα 70 χρόνια ειρήνης στην
Ευρώπη αποδεικνύουν ότι αυτό είναι εφικτό. Όσο περισσότερα ευρωπαϊκά
κράτη προσχωρήσουν στην ΕΕ τόσο περισσότερο θα ενισχύεται το ειρηνικό
καθεστώς. Υπό την έννοια αυτή, οι τελευταίες διευρύνσεις της ΕΕ αποτέλε-
σαν σημαντικό βήμα για την ενίσχυση της ειρήνης στην Ευρώπη. Το 2012
η ΕΕ βραβεύτηκε για την προώθηση της ειρήνης, της συμφιλίωσης, της δη-
μοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Ευρώπη με το βραβείο
Νόμπελ Ειρήνης.
Η ενότητα και η ισότητα ως κατευθυντήριες αρχές
Κατευθυντήρια αρχή είναι η ενότητα. Μόνον εφόσον τα ευρωπαϊκά κράτη
συνεργάζονται και ενεργούν από κοινού, διαφυλάσσοντας παράλληλα την
ποικιλομορφία τους, θα μπορέσουν να αντιμετωπίσουν τα σημαντικά προ-
βλήματα της σύγχρονης εποχής. Πολλοί υποστηρίζουν ότι η ειρήνη στην
Ευρώπη και στον κόσµο, η δηµοκρατία και το κράτος δικαίου, η οικονοµική
ευηµερία και η κοινωνική ασφάλεια δεν µπορούν να διατηρηθούν και να
Το 2012 η ΕΕ τιμήθηκε με το Νόμπελ Ειρήνης
για τον ρόλο της στην προώθηση της ειρήνης,
της συμφιλίωσης, της δημοκρατίας και των
ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το βραβείο παρέλαβαν
στις 10 Δεκεμβρίου 2012 στο Όσλο ο Herman van
Rompuy, πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου
από το 2009 έως το 2014, ο José Manuel Barroso,
πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής από το 2004
έως το 2014, και ο Martin Schulz, πρόεδρος του
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, από το 2012 έως
το 2017.
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 029
εξασφαλιστούν για το μέλλον χωρίς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Η ανερ-
γία, η ανεπαρκής ανάπτυξη, η διασφάλιση της ενεργειακής επάρκειας και
η ρύπανση του περιβάλλοντος έχουν πάψει από καιρό να αποτελούν εθνικά
προβλήματα και ούτε µπορούν να επιλυθούν σε εθνικό επίπεδο. Μόνο στο
πλαίσιο της ΕΕ µπορεί να δημιουργηθεί ένα σταθερό οικονομικό καθεστώς
και μόνο μέσω κοινής ευρωπαϊκής προσπάθειας µπορεί να οικοδοµηθεί μια
διεθνής οικονοµική πολιτική που θα βελτιώσει την αποδοτικότητα της ευ-
ρωπαϊκής οικονομίας και θα συμβάλει στην εδραίωση του κοινωνικού κρά-
τους δικαίου. Χωρίς εσωτερική συνοχή η Ευρώπη δεν µπορεί να διαφυλάξει
την πολιτική και οικονοµική της ανεξαρτησία απέναντι στον υπόλοιπο κόσµο
ούτε να ανακτήσει τη διεθνή επιρροή της και τον ρόλο της στην παγκόσμια
πολιτική σκηνή.
Για να υπάρξει ενότητα πρέπει να υπάρχει ισότητα. Κανένας πολίτης της
Ένωσης δεν επιτρέπεται να υφίσταται δυσμενέστερη μεταχείριση, δηλαδή
να αποτελεί αντικείμενο διακρίσεων, λόγω της ιθαγένειάς του. Πρέπει να
καταπολεμηθεί κάθε μορφής διάκριση λόγω φύλου, φυλής, εθνοτικής κα-
ταγωγής, θρησκείας ή πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προ-
σανατολισµού. Όμως ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων δεν αρκείται
στα παραπάνω: απαγορεύει και τις διακρίσεις λόγω χρώματος, γενετικών
χαρακτηριστικών, γλώσσας, πολιτικών φρονημάτων ή κάθε άλλης γνώμης,
ιδιότητας μέλους εθνικής μειονότητας, περιουσίας ή γέννησης. Όλοι οι πολί-
τες της Ένωσης είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Για τα κράτη μέλη αυτό σημαί-
νει ότι κανένας δεν υπερέχει έναντι του άλλου και ότι οι φυσικές διαφορές,
όπως το μέγεθος ή ο πληθυσμός μιας χώρας, καθώς και οι διαφορετικές
δομές, αντιμετωπίζονται κατά τον τρόπο που επιβάλλει η αρχή της ισότητας.
Οι θεμελιώδεις ελευθερίες
Η ειρήνη, η ενότητα και η ισότητα συνεπάγονται συγχρόνως και ελευθε-
ρία. Με την ένωση 28 κρατών δημιουργείται πλέον ένας ευρύτερος χώρος
εντός του οποίου διασφαλίζεται ελευθερία κινήσεων πέραν των εθνικών
συνόρων. Πρόκειται ιδίως για την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων,
την ελεύθερη εγκατάσταση, την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών καθώς και
την ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων και κεφαλαίων. Οι εν λόγω θε-
μελιώδεις ελευθερίες εγγυώνται στον επιχειρηματικό κόσμο την ελεύθερη
λήψη αποφάσεων, στους εργαζόμενους την ελεύθερη επιλογή θέσης ερ-
γασίας και στους καταναλωτές την ελεύθερη επιλογή ανάμεσα στη μεγα-
λύτερη δυνατή ποικιλία προϊόντων. Ο ελεύθερος ανταγωνισμός επιτρέπει
στους επιχειρηματίες να απευθύνονται σε ασύγκριτα μεγαλύτερο κύκλο
030 ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
υποψήφιων πελατών. Ο κάθε εργαζόμενος μπορεί να αναζητεί θέση εργασί-
ας και να αλλάζει εργασία ανάλογα με τις επιθυμίες και τα συμφέροντά του
κινούμενος μέσα σε ολόκληρο τον χώρο της ΕΕ. Οι καταναλωτές μπορούν
να επιλέγουν το φθηνότερο και καλύτερο προϊόν μέσα από τη σημαντικά
αυξημένη προσφορά που εγγυάται ο ισχυρότερος ανταγωνισμός.
Ωστόσο, σε περίπτωση προσχώρησης στην ΕΕ, η οικία συνθήκη περιλαμβά-
νει συχνά μεταβατικές ρυθμίσεις που αφορούν ιδίως την ελεύθερη κυκλο-
φορία των εργαζομένων καθώς και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και
την ελευθερία εγκατάστασης και οι οποίες παρέχουν για διάστημα έως επτά
ετών στα παλαιά κράτη μέλη τη δυνατότητα να ρυθμίζουν την άσκηση των
εν λόγω θεμελιωδών ελευθεριών από υπηκόους των νέων κρατών μελών
βάσει των διατάξεων της εθνικής τους νομοθεσίας ή υφιστάμενων διμερών
συμβάσεων.
Η αρχή της αλληλεγγύης
Η αρχή της αλληλεγγύης έρχεται να αντισταθμίσει τον κίνδυνο κατάχρησης
της ελευθερίας εις βάρος των άλλων. Για να μπορέσει μια κοινοτική τάξη να
έχει διάρκεια, οφείλει να αναγνωρίσει ως θεμελιώδη αρχή την αλληλεγγύη
μεταξύ των μελών της και να κατανέμει ισότιμα και δίκαια σε αυτά τόσο τα
πλεονεκτήματα, δηλαδή την ευημερία, όσο και τα βάρη.
Ο σεβασμός της εθνικής ταυτότητας
Η Ένωση σέβεται την εθνική ταυτότητα των κρατών µελών. Τα κράτη μέλη
δεν πρέπει να αφομοιωθούν από την ΕΕ, αλλά να ενταχθούν σε αυτήν δια-
τηρώντας τα εθνικά χαρακτηριστικά τους. Από την ποικιλομορφία των εθνι-
κών χαρακτηριστικών και ταυτοτήτων η ΕΕ αντλεί την πνευματική και ηθική
της ισχύ, την οποία στη συνέχεια θέτει στην υπηρεσία του κοινού συνόλου.
Η ανάγκη ύπαρξης ασφάλειας
Όλες οι παραπάνω θεμελιώδεις αρχές προϋποθέτουν τελικά την ύπαρξη
ασφάλειας. Ιδίως μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου
2001 στις ΗΠΑ και τα ολοένα συχνότερα και βαρβαρότερα χτυπήματα των
τρομοκρατών σε ευρωπαϊκό έδαφος, η καταπολέμηση της τρομοκρατίας
και του οργανωμένου εγκλήματος αποτελεί πρωτεύον μέλημα και στην
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 031
Ευρώπη. Η αστυνομική συνεργασία και η συνεργασία στον τομέα της δικαι-
οσύνης αναπτύσσονται συνεχώς, ενώ συγχρόνως ενισχύεται η προστασία
των κοινών εξωτερικών συνόρων της ΕΕ.
Ωστόσο, στο πλαίσιο της ΕΕ ως ασφάλεια νοείται και η κοινωνική ασφάλεια
όλων των πολιτών που κατοικούν σε αυτήν, η ασφάλεια των θέσεων εργα-
σίας αλλά και η ασφάλεια των επιχειρηματικών εγχειρημάτων, που στηρί-
ζονται στην εμπιστοσύνη για τη σταθερότητα του οικονομικού πλαισίου. Ως
εκ τούτου, τα όργανα της ΕΕ καλούνται να προστατεύουν τους πολίτες και
τις επιχειρήσεις από αιφνίδιες μεταβολές στο μέλλον και να διασφαλίζουν
τη διατήρηση των συνθηκών από τις οποίες εξαρτώνται.
Τα θεμελιώδη δικαιώματα
Μεταξύ των θεμελιωδών αξιών και των περί αξιών αντιλήψεων που κυρι-
αρχούν στην ΕΕ συγκαταλέγονται και τα ατομικά θεμελιώδη δικαιώματα
των πολιτών της Ένωσης. Η ιστορία της Ευρώπης, για περισσότερο από δύο
αιώνες, χαρακτηρίζεται από συνεχείς προσπάθειες για ενίσχυση της προ-
στασίας των δικαιωμάτων αυτών. Αρχής γενομένης από τις διακηρύξεις των
δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη του 18ου αιώνα, τα θεμελιώδη
δικαιώματα και οι θεμελιώδεις ελευθερίες αποτελούν σταθερό τμήμα της
συνταγματικής τάξης των περισσότερων πολιτισμένων κρατών. Αυτό ισχύει
ιδίως για τα κράτη μέλη της ΕΕ, των οποίων οι έννομες τάξεις έχουν ως
βάση την προάσπιση του δικαίου και τον σεβασμό της αξιοπρέπειας, της
ελευθερίας και της ελεύθερης ανάπτυξης του ατόμου. Πέραν αυτού, υπάρ-
χουν πολυάριθµες διεθνείς συµφωνίες για την προστασία των δικαιωμάτων
του ανθρώπου, μεταξύ των οποίων εξέχουσα θέση για την Ευρώπη κατέχει
η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου
και των Θεμελιωδών Ελευθεριών [Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του
Ανθρώπου (ΕΣΔΑ)].
Ωστόσο, η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων από την κοινοτική
έννομη τάξη επήλθε μέσα από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου της
Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία επικράτησε σχετικά αργά, μόλις το 1969. Και
τούτο διότι παλαιότερα το Δικαστήριο απέρριπτε λόγους στηριζόμενους
στην παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων µε την αιτιολογία ότι δεν είχε
δικαιοδοσία να επιληφθεί ζητημάτων εθνικού συνταγματικού δικαίου. Το
Δικαστήριο αναγκάστηκε να αναθεωρήσει την εν λόγω νομολογία του ιδίως
λόγω της αρχής της υπεροχής του ενωσιακού δικαίου, την οποία το ίδιο ει-
σήγαγε, δεδομένου ότι η επιβολή της αρχής αυτής προϋποθέτει ότι το δίκαιο
032 ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
της Ένωσης είναι σε θέση να εξασφαλίσει την προστασία των θεμελιωδών
δικαιωμάτων με τον ίδιο τρόπο που το πράττουν τα εθνικά συντάγματα.
Αφετηρία της νομολογίας αυτής αποτέλεσε η απόφαση στην υπόθεση
Stauder, στην οποία ένας δικαιούχος επιδόματος θυμάτων πολέμου θεώρη-
σε προσβολή της αξιοπρέπειάς του και της αρχής της ισότητας το γεγονός
ότι υποχρεούνταν να δηλώσει το όνομά του προκειμένου να αγοράσει «βού-
τυρο Χριστουγέννων». Το Δικαστήριο, παρότι κατέληξε στο συμπέρασμα
ότι η δήλωση του ονόματος δεν ήταν απαραίτητη ήδη βάσει της ερμηνείας
της σχετικής διάταξης της ενωσιακής νομοθεσίας και, συνεπώς, παρέλκυε
η εξέταση του λόγου της τυχόν παραβιάσεως θεμελιωδών δικαιωμάτων,
εντούτοις συμπληρωματικά προέβη στη διαπίστωση ότι ο σεβασμός των
θεμελιωδών δικαιωμάτων συγκαταλέγεται στις γενικές αρχές της έννομης
τάξης της ΕΕ τις οποίες οφείλει να διαφυλάττει το Δικαστήριο. Έτσι το Δικα-
στήριο αναγνώρισε για πρώτη φορά την ύπαρξη αυτόνομου συστήματος
θεμελιωδών δικαιωμάτων εντός της ΕΕ.
Αρχικά το Δικαστήριο ανέπτυξε τις εγγυήσεις των επιμέρους θεμελιωδών
δικαιωμάτων στηριζόμενο σε ορισμένες διατάξεις των ίδιων των Συνθη-
κών. Τούτο ισχύει προπαντός για τις πολυάριθμες απαγορεύσεις διακρίσεων,
οι οποίες εκφράζουν κάθε φορά ειδικότερες πτυχές της γενικής αρχής της
ισότητας. Εδώ αναφέρονται ενδεικτικά η απαγόρευση οποιασδήποτε διά-
κρισης λόγω ιθαγένειας (άρθρο 18 ΣΛΕΕ), η καταπολέμηση των διακρίσεων
λόγω φύλου, φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, θρησκείας ή πεποιθήσεων,
αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού (άρθρο 10 ΣΛΕΕ), η ίση
μεταχείριση των προσώπων και των εμπορευμάτων στο πεδίο των τεσσά-
ρων θεμελιωδών ελευθεριών (ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων,
άρθρο 34 ΣΛΕΕ, ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, άρθρο 45 ΣΛΕΕ,
ελευθερία εγκατάστασης, άρθρο 49 ΣΛΕΕ, ελεύθερη παροχή υπηρεσιών,
άρθρο 57 ΣΛΕΕ), ο ελεύθερος ανταγωνισμός (άρθρο 101 επ. ΣΛΕΕ), καθώς
και η ισότητα αμοιβής ανδρών και γυναικών (άρθρο 157 ΣΛΕΕ). Οι τέσσερις
θεμελιώδεις ελευθερίες της ΕΕ, οι οποίες εγγυώνται τις βασικές ελευθερίες
της επαγγελματικής ζωής, μπορούν συγχρόνως να θεωρηθούν ως ενωσι-
ακό θεμελιώδες δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και ελευθερίας της ερ-
γασίας. Η Συνθήκη εγγυάται επίσης ρητά την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι
(άρθρο 153 ΣΛΕΕ), το δικαίωμα αναφοράς (άρθρο 24 ΣΛΕΕ) και την προστα-
σία του επιχειρηματικού και επαγγελματικού απορρήτου (άρθρο 339 ΣΛΕΕ).
Το Δικαστήριο σταθερά ανέπτυξε στη συνέχεια αυτές τις βάσεις του ενω-
σιακού συστήματος έννομης προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων
και τις συμπλήρωσε με άλλα θεμελιώδη δικαιώματα. Τούτο συνέβη με την
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 033
αναγνώριση γενικών αρχών του δικαίου, τις οποίες το Δικαστήριο κατέστησε
συγκεκριμένες προσφεύγοντας αφενός στις κοινές συνταγματικές παραδό-
σεις των κρατών μελών και αφετέρου στις διεθνείς συμβάσεις προστασίας
των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις οποίες μετέχουν τα κράτη μέλη. Μεταξύ
των τελευταίων αυτών πρωτεύουσα θέση έχει η ΕΣΔΑ, η οποία παρέχει
ουσιώδεις κατευθυντήριες γραμμές για τη διαμόρφωση του περιεχομένου
των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ένωσης και των απαιτήσεων προστασί-
ας τους. Στη βάση αυτή το Δικαστήριο αναγνώρισε ως θεμελιώδη δικαιώ-
ματα τα οποία εγγυάται η έννομη τάξη της Ένωσης το δικαίωμα ιδιοκτησίας,
την ελευθερία της εργασίας, το απαραβίαστο της κατοικίας, την ελευθερία
της γνώμης, το εν γένει δικαίωμα προσωπικότητας, την προστασία της οικο-
γένειας (για παράδειγμα, ως προς το δικαίωμα επανένωσης διακινούμενων
εργαζομένων με μέλη της οικογενείας τους), την οικονομική ελευθερία, την
ελευθερία εκδήλωσης της θρησκείας και των πεποιθήσεων, όπως επίσης μια
σειρά δικονομικών θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως το δικαίωμα ακροάσε-
ως, τη γενική αρχή της προστασίας του απορρήτου της αλληλογραφίας του
δικηγόρου με τον πελάτη του, η οποία προέρχεται από το «common law»
(όπου είναι γνωστή με τον όρο «legal privilege»), την απαγόρευση της δι-
πλής ποινής ή την υποχρέωση αιτιολογίας των πράξεων της Ένωσης.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η επιταγή της ίσης μεταχείρισης, της οποίας γίνεται
συχνά επίκληση στο πλαίσιο δικαστικών διαφορών. Υπό την πλέον ευρεία
της έννοια, η δικαιική αυτή επιταγή ορίζει ότι συγκρίσιμες πραγματικές κα-
ταστάσεις δεν επιτρέπεται να αντιμετωπίζονται με διαφορετικό τρόπο παρά
μόνο όταν η διαφοροποίηση μπορεί να δικαιολογηθεί αντικειμενικά. Ωστό-
σο, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, η αρχή της ίσης μεταχείρι-
σης δεν απαγορεύει οι ημεδαποί και/ή τα εγχώρια προϊόντα να υπόκεινται
σε αυστηρότερες διατάξεις απ’ ό,τι οι πολίτες των άλλων κρατών μελών
ή τα προϊόντα εισαγωγής (στη νομική ορολογία η κατάσταση αυτή αποκα-
λείται «αντίστροφη διάκριση»). Το εν λόγω αποτέλεσμα θεωρείται συνέπεια
της περιορισμένης αρμοδιότητας της Ένωσης, η οποία κατά κανόνα εκτείνε-
ται μόνον σε δραστηριότητες διασυνοριακού χαρακτήρα. Αντιθέτως, οι δι-
ατάξεις που αφορούν την παραγωγή και την εμπορία εγχώριων προϊόντων
ή τη νομική θέση των πολιτών ενός κράτους μέλους στο εσωτερικό του
υπάγονται στο πεδίο ρύθμισης του ενωσιακού δικαίου μόνον εφόσον έχει
ήδη πραγματοποιηθεί εναρμόνιση σε επίπεδο ΕΕ.
Χάρη στη νομολογία του Δικαστηρίου, το δίκαιο της Ένωσης διαθέτει επίσης
ένα σημαντικό κεφάλαιο αρχών του κράτους δικαίου σχετικών με τα θε-
μελιώδη δικαιώματα. Προέχουσα σημασία στην πράξη έχει εν προκειμένω
η αρχή της αναλογικότητας. Περιλαμβάνει την υποχρέωση στάθμισης των
Η υπόθεση Eugen Schmidberger αφορούσε
συγκέντρωση διαμαρτυρίας πολιτών στον
αυτοκινητόδρομο του Brenner, η οποία είχε
ως αποτέλεσμα τον πλήρη αποκλεισμό της
κυκλοφορίας επί 30 ώρες αδιαλείπτως.
Η εταιρία μεταφορών Schmidberger απαίτησε
από τη Δημοκρατία της Αυστρίας αποζημίωση
για την προκληθείσα σε αυτήν ζημία λόγω του
αποκλεισμού, στη βάση ότι οι αυστριακές αρχές
δεν απαγόρευσαν τη συγκέντρωση.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι η μη απαγόρευση
της συγκέντρωσης συνιστά περιορισμό της
ελεύθερης κυκλοφορίας των αγαθών, η οποία
ωστόσο δικαιολογείται αντικειμενικά. Κατά το
Δικαστήριο, η απόφαση αυτή ελήφθη με γνώμονα
τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων των
διαδηλωτών, συνιστάμενων στην ελευθερία
έκφρασης και στην ελευθερία του συνέρχεσθαι, τα
οποία διασφαλίζονται από το αυστριακό σύνταγμα
και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του
Ανθρώπου. Ως εκ τούτου, δεν δύναται να αποδοθεί
στις αυστριακές αρχές παραβίαση διατάξεων που
να θεμελιώνει ευθύνη για αποζημίωση.
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 035
διακυβευόμενων αγαθών και συμφερόντων, η οποία από την πλευρά της
εμπεριέχει τα στοιχεία της καταλληλότητας και αναγκαιότητας του μέτρου
και της απαγόρευσης της υπέρβασης των αναγκαίων ορίων. Στις σχετικές
με τα θεμελιώδη δικαιώματα γενικές αρχές πρέπει επίσης να συμπεριλη-
φθούν οι γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου και του due process, όπως
π.χ. η θεμελιώδης αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης,
η απαγόρευση της αναδρομικής ισχύος επαχθών πράξεων ή της ανάκλησης
ή κατάργησης ευμενών πράξεων, καθώς και το δικαίωμα της «νόμιμης ακρο-
άσεως», το οποίο αναγνωρίζεται τόσο στις διοικητικές διαδικασίες ενώπιον
της Ευρωπαϊκής Επιτροπής όσο και στη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρί-
ου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ιδιαίτερη σημασία αποκτά επίσης η απαίτηση
για μεγαλύτερη διαφάνεια, η οποία επιβάλλει οι αποφάσεις να λαμβάνονται
μέσα από διαδικασίες όσο το δυνατόν πιο ανοικτές και κοντά στον πολίτη.
Ουσιώδες στοιχείο αυτής της διαφάνειας είναι ότι κάθε πολίτης της Ένωσης
και κάθε νομικό πρόσωπο που εδρεύει σε κράτος μέλος έχει δικαίωμα πρό-
σβασης στα έγγραφα του Συμβουλίου της ΕΕ και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Άλλο στοιχείο είναι η δημοσιοποίηση όλων των χορηγήσεων προς φυσικά
ή νομικά πρόσωπα από κονδύλια του προϋπολογισμού της Ένωσης. Για τον
σκοπό αυτό δημιουργούνται τράπεζες δεδομένων οι οποίες είναι ελεύθερα
προσβάσιμες σε όλους τους πολίτες της ΕΕ.
Η συμβολή του Δικαστηρίου στη διάπλαση άγραφων θεμελιωδών δικαι-
ωμάτων είναι αδιαμφισβήτητη. Ωστόσο, αυτό το σύστημα της συναγωγής
«θεμελιωδών ευρωπαϊκών δικαιωμάτων» ενείχε ένα σοβαρό μειονέκτημα:
οι αποφάσεις του Δικαστηρίου περιορίζονταν στην εκάστοτε ατομική περί-
πτωση, με συνέπεια να μην είναι δυνατή η ανάπτυξη, μέσα από τις γενικές
αρχές του δικαίου, θεμελιωδών δικαιωμάτων για όλους τους τομείς όπου
αυτό ήταν αναγκαίο ή επιθυμητό. Επίσης, το Δικαστήριο δεν είχε τη δυνα-
τότητα να προσδιορίσει την έκταση και τα όρια προστασίας των θεμελιω-
δών δικαιωμάτων με την αναγκαία γενικότητα και διαφοροποίηση. Έτσι, τα
όργανα της Ένωσης δεν μπορούσαν να εκτιμήσουν με επαρκή ακρίβεια εάν
διατρέχουν ή όχι τον κίνδυνο να προσβάλουν θεμελιώδες δικαίωμα. Αντί-
στοιχα, και ο θιγόμενος πολίτης της Ένωσης δεν ήταν σε θέση να κρίνει άνευ
ετέρου αν στην περίπτωσή του παραβιάζονταν θεμελιώδη δικαιώματά του.
Για καιρό θεωρούνταν ότι διέξοδο από αυτήν την κατάσταση θα αποτελούσε
η προσχώρηση της ΕΕ στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώ-
που (ΕΣΔΑ). Όμως, στη γνωμοδότησή του 2/94 το Δικαστήριο διαπίστωσε
ότι υπό το τότε καθεστώς της η ΕΕ δεν είχε αρμοδιότητα να προσχωρή-
σει στην ΕΣΔΑ. Στη γνωμοδότησή του αυτή το Δικαστήριο είχε διευκρινί-
σει ότι, όσο και αν ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αποτελεί
036 ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
προϋπόθεση της νομιμότητας των πράξεων της Ένωσης, η προσχώρηση
στην ΕΣΔΑ θα επέφερε ουσιώδη μεταβολή του υφιστάμενου συστήματος,
επειδή θα είχε ως συνέπεια αφενός την ένταξη της Ένωσης σε ένα διαφο-
ρετικό θεσμικό σύστημα διεθνούς δικαίου και αφετέρου την ενσωμάτωση
του συνόλου των διατάξεων της ΕΣΔΑ στην έννομη τάξη της ΕΕ. Κατά τη
γνώμη του Δικαστηρίου, μια τέτοια μεταβολή του συστήματος προστασίας
των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην ΕΕ, λόγω των θεμελιωδών θεσμικών
συνεπειών της για την ΕΕ αλλά και για τα κράτη μέλη, έχει συνταγματική
διάσταση και συνεπώς από τη φύση της υπερβαίνει τα όρια της επικουρικά
παρεχόμενης εξουσιοδότησης του άρθρου 352 ΣΛΕΕ. Το κενό αυτό αντι-
μετωπίστηκε με τη Συνθήκη της Λισαβόνας. Η προσχώρηση της ΕΕ στην
ΕΣΔΑ προβλέπεται πλέον ρητά στο άρθρο 6 παράγραφος 2 ΣΕΕ. Οι οικεί-
ες διαπραγματεύσεις προσχώρησης άρχισαν χωρίς καθυστέρηση το 2010.
Η συμφωνία επί του σχεδίου της συμφωνίας προσχώρησης επετεύχθη την
άνοιξη του 2013. Η Επιτροπή απέστειλε το σχέδιο στο Δικαστήριο και ζήτη-
σε γνωμοδότηση σχετικά με τη συμβατότητά του με το δίκαιο της Ένωσης.
Στη γνωμοδότησή του 2/13 το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι
υπό αυτή τη μορφή, το σχέδιο της συμφωνίας για την προσχώρηση της ΕΕ
στην ΕΣΔΑ δεν ήταν συμβατό με το δίκαιο της Ένωσης. Σημαντικό σημείο
κριτικής ήταν ότι το Δικαστήριο, σε περίπτωση προσχώρησης στην ΕΣΔΑ, θα
έπρεπε να συμμορφώνεται με τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου
Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Επίσης, και η κοινή εξωτερική πολιτική και η πο-
λιτική ασφάλειας της Ένωσης θα υπαγόταν στην εποπτεία του Δικαστηρίου
Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ως προς τα οικεία δικαιώματα. Κατά τη γνώμη
των δικαστών, τούτο έρχεται σε αντίθεση με τις διαρθρωτικές αρχές της ΕΕ.
Βάσει της εν λόγω γνωμοδότησης, η προσχώρηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης
στην ΕΣΔΑ εξακολουθεί να είναι δυνατή θεωρητικώς, ωστόσο από πρακτική
άποψη αποκλείεται προς το παρόν, δεδομένου ότι πρέπει προηγουμένως να
τροποποιηθούν μια σειρά τεχνικές λεπτομέρειες στο σχέδιο προσχώρησης.
Ανεξάρτητα από τυχόν προσχώρηση της ΕΕ στην ΕΣΔΑ, με τη Συνθήκη της
Λισαβόνας έγινε ένα ακόμα αποφασιστικό βήμα προς τον προσδιορισμό
μιας συνταγματικής τάξης για την ΕΕ, καθώς με αυτήν τέθηκε σε νέα βάση
η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην ΕΕ. Με ένα νέο άρθρο που
αφορά τα θεμελιώδη δικαιώματα (άρθρο 6 ΣΕΕ), η λειτουργία των οργάνων
της ΕΕ και των κρατών μελών, στο μέτρο που αυτά εφαρμόζουν και εκτε-
λούν κανόνες του ενωσιακού δικαίου, υπήχθη στον Χάρτη των Θεμελιωδών
Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος, με την παραπομπή σε αυ-
τόν στο άρθρο περί θεμελιωδών δικαιωμάτων, αποκτά δεσμευτική νομική
ισχύ σε επίπεδο ΕΕ. Ο εν λόγω Χάρτης ανάγεται σε σχέδιο που συνέταξε
μια συνέλευση υπό την προεδρία του καθηγητή Dr. Roman Herzog, η οποία
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 037
αποτελούνταν από 16 αντιπροσώπους των αρχηγών κρατών ή κυβερνή-
σεων των κρατών μελών και του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, 16
μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και 30 βουλευτές εθνικών κοινοβουλί-
ων (δύο από κάθε κράτος των τότε 15 μελών). Το σχέδιο διακήρυξαν πανη-
γυρικά οι πρόεδροι του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου της ΕΕ
και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κατά τη σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου
της 7ης Δεκεμβρίου 2000 στη Νίκαια ως «Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαι-
ωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Στο πλαίσιο των συνομιλιών για το ευ-
ρωπαϊκό σύνταγμα, ο Χάρτης αυτός συμπληρώθηκε και ενσωματώθηκε ως
συστατικό στοιχείο στη Συνταγματική Συνθήκη της 29ης Οκτωβρίου 2004.
Μετά την ανεπιτυχή κατάληξη της Συνταγματικής Συνθήκης, ο Χάρτης των
Θεμελιωδών Δικαιωμάτων διακηρύχθηκε πανηγυρικά, για μια ακόμη φορά,
ως αυτοτελής πράξη, ήτοι ως «Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της
Ευρωπαϊκής Ένωσης», από τους προέδρους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,
του Συμβουλίου της ΕΕ και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στις 12 Δεκεμβρίου
2007 στο Στρασβούργο. Σε αυτήν ακριβώς την έκδοση του Χάρτη παραπέ-
μπει πλέον κατά τρόπο δεσμευτικό η ΣΕΕ. Έτσι, ο Χάρτης των Θεμελιωδών
Δικαιωμάτων αποκτά νομική δεσμευτικότητα και συγχρόνως καθορίζει το
πεδίο ισχύος των θεμελιωδών δικαιωμάτων στο πλαίσιο του δικαίου της
Ένωσης. Ωστόσο, αυτό δεν ισχύει για την Πολωνία και το Ηνωμένο Βασίλειο.
Αμφότερα τα εν λόγω κράτη μέλη δεν μπόρεσαν ή δεν θέλησαν να υπα-
χθούν στο καθεστώς του Χάρτη, φοβούμενα ότι μέσω της ισχύος των κατο-
χυρούμενων από αυτόν θεμελιωδών δικαιωμάτων θα απολέσουν ή τουλά-
χιστον θα αναγκαστούν να αναθεωρήσουν ορισμένες εθνικές θέσεις τους
σε τομείς όπως η θρησκεία και η πίστη ή η μεταχείριση μειονοτήτων. Για τις
δύο αυτές χώρες, η δεσμευτική ισχύς των θεμελιωδών δικαιωμάτων δεν
απορρέει από τον Χάρτη αλλά, ως είχε, από την περί θεμελιωδών δικαιω-
μάτων νομολογία του Δικαστηρίου.
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 039
Η ΜΕΘΟΔΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ
ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΟΠΟΙΗΣΗ
Η ευρωπαϊκή ενοποίηση χαρακτηρίζεται από δύο διαφορετικές προσεγγί-
σεις στη σύμπραξη των ευρωπαϊκών κρατών. Οι προσεγγίσεις αυτές προσ-
διορίζονται από τις έννοιες συνεργασία και ολοκλήρωση. Παράλληλα, ως
περαιτέρω μέθοδος, αναπτύχθηκε η ενισχυμένη συνεργασία.
Η συνεργασία των κρατών
Η λογική της συνεργασίας έγκειται στο ότι τα εθνικά κράτη είναι μεν πρό-
θυμα να συνεργαστούν με άλλα κράτη και πέρα από τα όρια που θέτουν τα
εθνικά τους σύνορα, υπό τον όρο, ωστόσο, της κατ’ αρχήν διατήρησης της
εθνικής τους κυριαρχίας. Κατά συνέπεια, η προσπάθεια για ενοποίηση που
βασίζεται στη συνεργασία δεν επιδιώκει τη δημιουργία ενός νέου ενιαίου
κράτους, αλλά περιορίζεται στη σύνδεση κυρίαρχων κρατών σε μια ένωση
κρατών, στην οποία οι εθνικές κρατικές δομές παραμένουν αναλλοίωτες
(συνομοσπονδία). Την αρχή της συνεργασίας εκφράζει ο τρόπος λειτουργίας
του Συμβουλίου της Ευρώπης και του ΟΟΣΑ.
Η έννοια της ολοκλήρωσης
Η έννοια της ολοκλήρωσης ανατρέπει την παραδοσιακή συνύπαρξη των
εθνικών κρατών. Από την ξεπερασμένη πλέον αντίληψη περί απαραβίαστης
και αδιαίρετης κυριαρχίας των κρατών διαφέρει η πεποίθηση ότι η ατελής
τάξη που χαρακτηρίζει τη συνύπαρξη ατόμων και κρατών, η εγγενής ανε-
πάρκεια του εθνικού συστήματος και οι αμέτρητες στην ιστορία της Ευ-
ρώπης προσπάθειες ενός κράτους να επιβληθεί επί άλλων (η λεγόμενη
«ηγεμονία») μπορούν να ξεπεραστούν μόνον εφόσον οι επιμέρους εθνικές
κυριαρχίες συγκεραστούν σε μία κοινή κυριαρχία και συγχωνευτούν σε ένα
επόμενο επίπεδο με αποτέλεσμα μια υπερεθνική κοινωνία (ομοσπονδία).
Η ΕΕ αποτελεί δημιούργημα της εν λόγω έννοιας περί ολοκλήρωσης, χωρίς
όμως να καταλήγει σε συγχώνευση των εθνικών κυριαρχιών. Και τούτο δι-
ότι τα κράτη μέλη δεν ήταν ακόμη έτοιμα να αποσείσουν τη μόλις μετά τον
040 ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο ανακτημένη και προσφάτως παγιωμένη δομή
των εθνικών κρατών τους υπέρ ενός ευρωπαϊκού ομόσπονδου κράτους.
Οπότε, έπρεπε να βρεθεί και πάλι κάποιος συμβιβασμός που να υπερβαί-
νει μεν την απλή συνεργασία μεταξύ κρατών, χωρίς όμως να οδηγεί στην
ίδρυση ευρωπαϊκού ομόσπονδου κράτους. Η λύση ήταν ένας σταδιακός συ-
γκερασμός της αντίθεσης μεταξύ της διαφύλαξης της εθνικής αυτονομίας
και της δημιουργίας ενός ευρωπαϊκού ομόσπονδου κράτους. Από τα κράτη
μέλη δεν απαιτείται να παραχωρήσουν πλήρως την εθνική κυριαρχία τους,
απλώς να εγκαταλείψουν το δόγμα περί του αδιαίρετου αυτής. Επομένως,
ο αρχικός στόχος ήταν να εντοπιστούν οι τομείς στους οποίους τα κράτη
μέλη ήταν πρόθυμα να εκχωρήσουν οικειοθελώς ένα μέρος της εθνικής
κυριαρχίας τους προς όφελος μιας υπερκείμενης όλων κοινότητας. Το απο-
τέλεσμα των προσπαθειών αυτών αποτυπώνεται στις τρεις ιδρυτικές Συν-
θήκες της ΕΚΑΧ, της Ε(Ο)Κ και της ΕΚΑΕ.
Σ’ αυτές, όπως και στις σήμερα ισχύουσες Συνθήκες της Ένωσης, παρατίθε-
νται οι επιμέρους τομείς επί των οποίων εκχωρούνται στην ΕΕ κυριαρχικά
δικαιώματα. Ωστόσο, δεν απονέμεται στην ΕΕ και στα θεσμικά της όργανα
γενική εξουσιοδότηση να θεσπίζουν κάθε αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη
των σκοπών των Συνθηκών, αλλά το είδος και η έκταση της εξουσίας πα-
ρέμβασης προκύπτουν από τις οικείες διατάξεις των Συνθηκών (αρχή της
δοτής αρμοδιότητας). Με τον τρόπο αυτόν, η εκχώρηση των αρμοδιοτήτων
τους εξακολουθεί να είναι ευδιάκριτη και ελέγξιμη για τα κράτη μέλη.
Η ενισχυμένη συνεργασία
Με τον θεσμό της ενισχυμένης συνεργασίας τίθεται η βάση επί της οποίας
μπορεί να πραγματωθεί η ιδέα της ολοκλήρωσης με διαφορετικές ταχύτητες.
Σκοπός είναι να δοθεί και σε μικρότερους κύκλους κρατών μελών η δυνα-
τότητα περαιτέρω ολοκλήρωσης σε συγκεκριμένο τομέα που εμπίπτει στην
αρμοδιότητα της ΕΕ, χωρίς να εμποδίζονται από κράτη μέλη που διστάζουν
ή διάκεινται αρνητικά.
Οι προϋποθέσεις και η διαδικασία χρήσης του εν λόγω θεσμού, που αρχικά
(Συνθήκη του Άμστερνταμ) ήταν πολύ αυστηρές, χαλάρωσαν κάπως ενόψει
της διεύρυνσης της ΕΕ (Συνθήκη της Νίκαιας). Η Συνθήκη της Λισαβόνας
συγκέντρωσε τις ισχύουσες διατάξεις για την ενισχυμένη συνεργασία στο
άρθρο 20 ΣΕΕ (όροι-πλαίσιο) και στα άρθρα 326 έως 334 ΣΛΕΕ (συμπληρω-
ματικοί όροι, προσχώρηση, διαδικασία, κανόνες ψηφοφορίας).
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 041
Οι ρυθμίσεις σχετικά με την ενισχυμένη συνεργασία δύνανται να συνοψι-
στούν στα ακόλουθα:
■■ Ενισχυμένες συνεργασίες μπορεί να υλοποιούνται μόνο στο πλαίσιο των
υφιστάμενων αρμοδιοτήτων της Ένωσης και πρέπει να έχουν ως σκοπό
να διευκολύνουν την πραγμάτωση των στόχων της και να προωθούν
την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση (άρθρο 20 ΣΕΕ). Ως εκ τούτου, δεν είναι
πρόσφορες για να αντιμετωπίσουν τις αδυναμίες της οικονομικής και
νομισματικής ένωσης που ενυπάρχουν στην αρχιτεκτονική δομή της
ΣΕΕ. Οι ενισχυμένες συνεργασίες δεν πρέπει να θίγουν την εσωτερική
αγορά και την οικονομική και κοινωνική συνοχή της ΕΕ. Επίσης, δεν
πρέπει να συνιστούν διάκριση ή φραγμό στις συναλλαγές μεταξύ των
κρατών μελών ούτε να προκαλούν στρεβλώσεις του ανταγωνισμού
μεταξύ τους (άρθρο 326 ΣΛΕΕ). Οι αρμοδιότητες, τα δικαιώματα,
οι υποχρεώσεις και τα συμφέροντα των κρατών μελών που δεν
συμμετέχουν σε αυτές πρέπει να γίνονται σεβαστά (άρθρο 327 ΣΛΕΕ).
■■ Οι ενισχυμένες συνεργασίες πρέπει να είναι ανοιχτές σε όλα τα κράτη
μέλη. Επιπλέον, πρέπει να επιτρέπεται στα κράτη μέλη να συμμετέχουν
οποτεδήποτε στις ενισχυμένες συνεργασίες, υπό τον όρο ότι τα
ενδιαφερόμενα κράτη μέλη τηρούν τις πράξεις που έχουν ήδη θεσπιστεί
στο πλαίσιο αυτό. Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη πρέπει να φροντίζουν
να προωθούν τη συμμετοχή όσο το δυνατόν περισσότερων κρατών
μελών (άρθρο 328 ΣΛΕΕ).
■■ Η απόφαση με την οποία εγκρίνεται ενισχυμένη συνεργασία εκδίδεται
από το Συμβούλιο μόνον ως έσχατη λύση, εφόσον αυτό διαπιστώσει
ότι οι επιδιωκόμενοι στόχοι της συνεργασίας αυτής δεν μπορούν
να επιτευχθούν σε εύλογο χρόνο μέσω της εφαρμογής των οικείων
διατάξεων των Συνθηκών, και υπό τον όρο ότι θα συμμετέχουν σε
αυτήν τουλάχιστον εννέα κράτη μέλη (άρθρο 20 παράγραφος 2 ΣΕΕ).
■■ Οι πράξεις που θεσπίζονται στο πλαίσιο ενισχυμένης συνεργασίας
δεν αποτελούν τμήμα του κεκτημένου της ΕΕ. Οι εν λόγω πράξεις
δεσμεύουν άμεσα μόνο τα κράτη μέλη που συμμετέχουν σε αυτές
(άρθρο 20 παράγραφος 4 ΣΕΕ). Αντίστοιχα, τα κράτη μέλη που δεν
μετέχουν στη θέσπισή τους δεν εμποδίζουν την εφαρμογή των εν λόγω
πράξεων.
042 ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
■■ Οι δαπάνες που απορρέουν από την εφαρμογή ενισχυμένης
συνεργασίας, πέραν των διοικητικών εξόδων των θεσμικών οργάνων,
βαρύνουν τα συμμετέχοντα κράτη μέλη, εκτός εάν το Συμβούλιο,
με ομοφωνία όλων των μελών του και μετά από διαβούλευση με το
Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποφασίσει άλλως (άρθρο 332 ΣΛΕΕ).
■■ Το Συμβούλιο και η Επιτροπή εξασφαλίζουν τη συνοχή των δράσεων
που αναλαμβάνονται στο πλαίσιο ενισχυμένης συνεργασίας, καθώς
και τη συνοχή των δράσεων αυτών με τις πολιτικές της Ένωσης, και
συνεργάζονται προς τον σκοπό αυτόν (άρθρο 334 ΣΛΕΕ).
Στην πράξη, ο θεσμός αυτός έχει μέχρι σήμερα τύχει εφαρμογής σε δύο περι-
πτώσεις: Η πρώτη φορά στην ιστορία της Ένωσης που τα κράτη μέλη έκαναν
χρήση της διαδικασίας της ενισχυμένης συνεργασίας ήταν για να θεσπίσουν
ρύθμιση που αφορούσε τη δυνατότητα των συζύγων διαφορετικής ιθαγένει-
ας να επιλέγουν σε περίπτωση διαζυγίου το εφαρμοστέο δίκαιο. Δεδομένου
ότι η αντίστοιχη πρόταση που είχε υποβάλει η Επιτροπή το έτος 2006 δεν
έτυχε της ομόφωνης έγκρισης του Συμβουλίου, το τελευταίο παρέσχε με την
από 12 Ιουλίου 2010 απόφασή του εξουσιοδότηση για ενισχυμένη συνεργα-
σία. Με βάση νέα πρόταση της Επιτροπής, 14 κράτη μέλη (Βέλγιο, Βουλγαρία,
Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Λετονία, Λουξεμβούργο, Μάλτα, Αυστρία, Πορτογα-
λία, Ρουμανία, Σλοβενία, Ισπανία και Ουγγαρία) συμφώνησαν στη θέσπιση
αντίστοιχων διατάξεων που αφορούσαν το διαζύγιο ή τον δικαστικό χωρισμό
συζύγων διαφορετικής ιθαγένειας. Το αποτέλεσμα αποτυπώθηκε στον κα-
νονισμό (ΕΕ) αριθ. 1259/2010 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2010,
για τη θέσπιση ενισχυμένης συνεργασίας στον τομέα του δικαίου που είναι
εφαρμοστέο στο διαζύγιο και τον δικαστικό χωρισμό.
Η δεύτερη περίπτωση εφαρμογής αφορά την προστασία των ευρεσιτεχνιών
στην Ευρώπη. Χωρίς την Κροατία και την Ισπανία και με την εκ των υστέ-
ρων συμμετοχή της Ιταλίας, 26 συνολικά κράτη μέλη της ΕΕ συμφώνησαν
στη θέσπιση ενισχυμένης συνεργασίας με σκοπό τη δημιουργία ενιαίου
καθεστώτος προστασίας των ευρεσιτεχνιών. Ο κανονισμός για τη θέσπιση
ενισχυμένης συνεργασίας στον τομέα της δημιουργίας ενιαίου καθεστώ-
τος προστασίας των ευρεσιτεχνιών καθώς και ο κανονισμός για τη θέσπιση
ενισχυμένης συνεργασίας στον τομέα της δημιουργίας ενιαίου καθεστώτος
προστασίας των ευρεσιτεχνιών σε σχέση με τις εφαρμοστέες μεταφραστι-
κές ρυθμίσεις τέθηκαν σε ισχύ την 20ή Ιανουαρίου 2013. Ωστόσο οι κα-
νονισμοί θα αρχίσουν να εφαρμόζονται αφού τεθεί σε ισχύ η συμφωνία
για την ίδρυση Ενιαίου Δικαστηρίου Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας. Επιπλέον,
απαιτείται η κύρωση της συμφωνίας από τουλάχιστον 13 κράτη μέλη, ενώ
μέχρι το τέλος του 2016 είχε κυρωθεί από 11.
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 045
ΤΟ «ΣΥΝΤΑΓΜΑ» ΤΗΣ
ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
Όλες οι κοινωνικές ενώσεις διαθέτουν ένα καταστατικό, ένα σύνταγμα. Αυτό
ορίζει τη δομή κάθε πολιτικού συστήματος, δηλαδή ρυθμίζει τις σχέσεις των
μελών της ένωσης μεταξύ τους και ως προς το σύνολο και καθορίζει τους
κοινούς στόχους και τους κανόνες σύμφωνα με τους οποίους λαμβάνονται
υποχρεωτικά οι αποφάσεις. Το «σύνταγμα» της ΕΕ ως ένωσης κρατών, στην
οποία έχουν ανατεθεί συγκεκριμένα καθήκοντα και λειτουργίες, πρέπει για
τον λόγο αυτό να είναι σε θέση να απαντά στα ίδια ερωτήματα όπως και το
σύνταγμα ενός κράτους.
Οι κρατικοί σχηματισμοί διέπονται από δύο ύψιστες οργανωτικές αρχές:
το κράτος δικαίου (rule of law) και τη δημοκρατία. Εάν η Ένωση επιθυμεί
να ανταποκρίνεται στις θεμελιώδεις απαιτήσεις για δίκαιο και δημοκρατία,
πρέπει η δράση της να νομιμοποιείται σύμφωνα με το δίκαιο και τη δημο-
κρατία: ίδρυση, δομή, αρμοδιότητες, λειτουργία, θέση των κρατών μελών
και των θεσμικών τους οργάνων, θέση του πολίτη.
Το «σύνταγμα» της ΕΕ εξακολουθεί, μετά την ανεπιτυχή κατάληξη της Συ-
νταγματικής Συνθήκης της 29ης Οκτωβρίου 2004, να μην είναι καταγε-
γραμμένο σε ενιαίο συνταγματικό κείμενο, όπως συμβαίνει με τα συντάγ-
ματα των περισσοτέρων κρατών μελών, αλλά προκύπτει από το σύνολο των
κανόνων και βασικών αξιών από τις οποίες δεσμεύονται οι αρμόδιοι. Ένα
μέρος των κανόνων αυτών βρίσκεται διατυπωμένο στις ευρωπαϊκές Συν-
θήκες και σε νομοθετικές πράξεις των οργάνων της ΕΕ, ενώ κάποιοι άλλοι
υφίστανται εθιμικά.
Η νομική φύση της ΕΕ
Ο καθορισμός της νομικής φύσης έγκειται στον εν γένει νομικό προσδιο-
ρισμό ενός οργανισμού βάσει των χαρακτηριστικών ιδιοτήτων του. Αυτό
συνέβη στην περίπτωση της άλλοτε Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας,
με δύο θεμελιώδεις αποφάσεις του Δικαστηρίου των ετών 1963 και 1964,
οι οποίες εξακολουθούν να ισχύουν και για την Ευρωπαϊκή Ένωση στη ση-
μερινή της μορφή.
046 ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
Η υπόθεση Van Gend & Loos
Στην υπόθεση αυτή η ολλανδική μεταφορική επιχείρηση Van Gend & Loos
προσέφυγε ενώπιον ολλανδικού δικαστηρίου κατά της ολλανδικής τελω-
νειακής αρχής, η οποία για την εισαγωγή ενός χημικού προϊόντος από τη
Γερμανία είχε επιβάλει δασμούς αυξημένους σε σχέση με προηγούμενες
εισαγωγές. Η επιχείρηση θεώρησε ότι η πρακτική αυτή συνιστούσε παρά-
βαση του άρθρου 12 της Συνθήκης ΕΟΚ, το οποίο απαγόρευε στα κράτη
μέλη τη θέσπιση νέων και την αύξηση των υφιστάμενων δασμών εντός
της κοινής αγοράς. Το ολλανδικό δικαστήριο ανέστειλε τη διαδικασία και
υπέβαλε ερώτημα στο Δικαστήριο, προκειμένου να διευκρινιστούν το πεδίο
εφαρμογής και οι έννομες συνέπειες της επίμαχης διάταξης της ιδρυτικής
συνθήκης της ΕΟΚ.
Η υπόθεση αυτή αποτέλεσε για το Δικαστήριο την αφορμή να προβεί σε
«
ορισμένες θεμελιώδεις διαπιστώσεις σχετικά με τη νομική φύση της ΕΟΚ.
Ειδικότερα, το Δικαστήριο αναφέρει στην απόφασή του:
Ο στόχος της Συνθήκης ΕΟΚ, που είναι η θέσπιση μιας κοινής αγοράς,
η λειτουργία της οποίας αφορά άμεσα τους πολίτες της Κοινότητας,
συνεπάγεται ότι η Συνθήκη αυτή αποτελεί κάτι περισσότερο από
μια συμφωνία που δημιουργεί μόνο αμοιβαίες υποχρεώσεις μεταξύ
των συμβαλλομένων κρατών. Η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται από το
προοίμιο της Συνθήκης, το οποίο αφορά εκτός από τις κυβερνήσεις
και τους λαούς, κατά τρόπο δε πιο συγκεκριμένο με τη δημιουργία
οργάνων στα οποία έχουν παρασχεθεί κυριαρχικά δικαιώματα,
η άσκηση των οποίων επηρεάζει τόσο τα κράτη μέλη όσο και τους
πολίτες τους. […] Από τις προηγούμενες σκέψεις πρέπει να συναχθεί
ότι η Κοινότητα αποτελεί νέα έννομη τάξη διεθνούς δικαίου, υπέρ
της οποίας τα κράτη περιόρισαν τα κυριαρχικά τους δικαιώματα, σε
περιορισμένους έστω τομείς, και της οποίας υποκείμενα είναι όχι μόνο
τα κράτη μέλη, αλλά επίσης και οι υπήκοοι τους.»
Η υπόθεση Costa κατά ENEL
Μόλις ένα έτος αργότερα, η υπόθεση Costa κατά ENEL έδωσε στο Δικαστή-
ριο την ευκαιρία να εμβαθύνει περισσότερο την ανάλυσή του. Τα πραγματικά
περιστατικά αυτής της υπόθεσης είχαν ως εξής: Το 1962 η Ιταλία κρατικο-
ποίησε την παραγωγή και διανομή ηλεκτρικής ενέργειας και μεταβίβασε τις
εγκαταστάσεις εκμετάλλευσης των εταιριών ηλεκτρισμού στα εργοστάσια
ηλεκτρισμού της ENEL. Ο F. Costa, μέτοχος της ανώνυμης εταιρείας Edison
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 047
Volta η οποία επλήγη από την κρατικοποίηση, στερήθηκε τα μερίσματά του
με συνέπεια να αρνηθεί να εξοφλήσει λογαριασμό ηλεκτρικού ρεύματος
ύψους 1 926 ITL. Ενώπιον του ειρηνοδίκη του Μιλάνου ο F. Costa δικαι-
ολόγησε την άρνησή του προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, ότι ο νόμος για
την κρατικοποίηση παραβίαζε μια σειρά διατάξεων της Συνθήκης ΕΟΚ. Προ-
κειμένου να κρίνει το εν λόγω επιχείρημα υπεράσπισης του F. Costa, το
ειρηνοδικείο υπέβαλε διάφορα ερωτήματα στο Δικαστήριο σχετικά με την
«
ερμηνεία της Συνθήκης ΕOΚ. Στην απόφασή του το Δικαστήριο αναφέρει τα
ακόλουθα για τη νομική φύση της ΕΟΚ:
Αντίθετα προς τις συνήθεις διεθνείς συνθήκες, η Συνθήκη της
ΕΟΚ δημιούργησε ιδιαίτερη έννομη τάξη, η οποία ενσωματώθηκε
στα νομικά συστήματα των κρατών μελών από της θέσεως της
Συνθήκης σε ισχύ και δεσμεύει τα δικαστήριά τους. Ιδρύοντας
μία Κοινότητα απεριόριστης διάρκειας, έχουσα δικά της όργανα,
νομική προσωπικότητα, ικανότητα δικαίου, ικανότητα διεθνούς
εκπροσωπήσεως και ιδίως πραγματικές εξουσίες απορρέουσες από τον
περιορισμό των αρμοδιοτήτων τους και τη μεταβίβαση εξουσιών τους
στην Κοινότητα, τα κράτη μέλη περιόρισαν, αν και σε ορισμένους μόνο
τομείς, τα κυριαρχικά τους δικαιώματα και δημιούργησαν έτσι ένα
σύστημα δικαίου εφαρμοζόμενο τόσο στους υπηκόους τους όσο και σε
αυτά τα ίδια.»
«
Το Δικαστήριο συνοψίζει τα συμπεράσματά του από αυτές τις σκέψεις ως
εξής:
Από το σύνολο των προεκτεθέντων συνάγεται ότι, εφ’ όσον το δίκαιο
που γεννήθηκε από τη Συνθήκη απορρέει από αυτόνομη πηγή δικαίου,
δεν είναι δυνατόν, λόγω του ιδιόμορφου πρωτότυπου χαρακτήρα του,
να του αντιτάσσεται οποιοδήποτε εσωτερικό νομοθετικό κείμενο, χωρίς
να χάνει τον κοινοτικό του χαρακτήρα και χωρίς να διακυβεύεται
η νομική βάση της ίδιας της Κοινότητας. Η εκ μέρους των κρατών
μελών μεταβίβαση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν
από τις διατάξεις της Συνθήκης από την εσωτερική τους έννομη τάξη
στην κοινοτική συνεπάγεται οριστικό περιορισμό των κυριαρχικών
δικαιωμάτων τους, κατά του οποίου δεν είναι δυνατόν να προβληθεί
μεταγενέστερη μονομερής πράξη μη συμβιβαζόμενη προς την έννοια
της Κοινότητας.»
048 ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
Με βάση τις παραπάνω θεμελιώδεις αποφάσεις του Δικαστηρίου, τα στοι-
χεία τα οποία στο σύνολό τους προσδίδουν ιδιαιτερότητα και πρωτοτυπία
στη νομική φύση της ΕΕ είναι τα ακόλουθα:
■■ η θεσμική δομή, η οποία διασφαλίζει ότι η διαμόρφωση της βούλησης
στην ΕΕ συν-καθορίζεται ή συν-επηρεάζεται από το γενικό ευρωπαϊκό
συμφέρον, δηλαδή τα συμφέροντα της Ένωσης που ορίζονται στους
στόχους αυτής·
■■ η μεταβίβαση αρμοδιοτήτων προς τα όργανα της Ένωσης, η οποία είναι
ευρύτερη από ό,τι σε άλλους διεθνείς οργανισμούς, ενώ αφορά σε
μεγάλη έκταση και τομείς για τους οποίους συνήθως αρμόδια είναι τα
κράτη·
■■ η εγκαθίδρυση ιδίας έννομης τάξης ανεξάρτητης από τις έννομες τάξεις
των κρατών μελών·
■■ η άμεση ισχύς του δικαίου της Ένωσης, βάσει της οποίας οι διατάξεις του
δικαίου της ΕΕ ισχύουν πλήρως και ομοιόμορφα σε όλα τα κράτη μέλη
και ιδρύουν δικαιώματα και υποχρεώσεις για τα κράτη μέλη αλλά και
τους πολίτες τους·
■■ η υπεροχή του δικαίου της Ένωσης, βάσει της οποίας το δίκαιο της
Ένωσης δεν μπορεί να καταργηθεί ή να τροποποιηθεί από διατάξεις
εθνικού δικαίου και σε περίπτωση σύγκρουσης υπερισχύει αυτών.
Επομένως, η ΕΕ αποδεικνύεται αυτοτελής οντότητα με δικά της κυριαρχικά
δικαιώματα και έννομη τάξη ανεξάρτητη από τα κράτη μέλη, στην οποία
υπόκεινται τόσο τα κράτη μέλη όσο και οι πολίτες τους στους τομείς αρμο-
διότητας που ανήκουν στην Ένωση.
Με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της η ΕΕ εμφανίζει ομοιότητες αλλά
και διαφορές με τους διεθνείς οργανισμούς παραδοσιακού τύπου αφενός και
με τα μορφώματα ομοσπονδιακού τύπου αφετέρου.
Η ίδια η ΕΕ δεν είναι ακόμη ένα ολοκληρωμένο μόρφωμα, αλλά μάλλον
ένα «σύστημα εν τω γίγνεσθαι», του οποίου η τελική μορφή δεν μπορεί να
προβλεφθεί ακόμη.
Μόνο κοινό σημείο της ΕΕ με τους παραδοσιακούς διεθνείς οργανισμούς
είναι ότι και αυτή ιδρύθηκε με διεθνείς συνθήκες. Ωστόσο, η Ένωση έχει
απομακρυνθεί από τις ρίζες της αυτές. Οι ιδρυτικές πράξεις της ΕΕ έχουν
οδηγήσει στη δημιουργία μιας ανεξάρτητης Ένωσης, εξοπλισμένης με δικά
της κυριαρχικά δικαιώματα και δικές της αρμοδιότητες. Τα κράτη μέλη έχουν
παραιτηθεί από κομμάτια της κυριαρχίας τους υπέρ της Ένωσης, στην οποία
τα έχουν εκχωρήσει με σκοπό την από κοινού άσκησή τους.
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 049
Οι διαφορές αυτές με τους παραδοσιακούς διεθνείς οργανισμούς κάνουν
την ΕΕ να μοιάζει με κρατική οντότητα. Προπαντός η μερική παραίτηση των
κρατών μελών από κυριαρχικά τους δικαιώματα υπέρ της ΕΕ αξιολογήθηκε
ως ένδειξη του γεγονότος ότι η δομή της ΕΕ προσεγγίζει ήδη τη δομή ομο-
σπονδιακού κράτους. Ωστόσο, η αντίληψη αυτή δεν λαμβάνει υπόψη ότι οι
αρμοδιότητες των οργάνων της ΕΕ είναι μόνο εκείνες που απαιτούνται για
την επίτευξη των στόχων των Συνθηκών της Ένωσης και περιορίζονται σε
συγκεκριμένους τομείς. Επομένως, τα όργανα της ΕΕ δεν μπορούν να καθο-
ρίζουν ελεύθερα τους στόχους τους όπως τα κράτη, ούτε μπορούν να αντα-
ποκρίνονται σε όλες τις προκλήσεις που καλείται να αντιμετωπίσει σήμερα
ένα σύγχρονο κράτος. Η ΕΕ δεν έχει ούτε τη γενική αρμοδιότητα η οποία
αποτελεί χαρακτηριστικό ενός κράτους ούτε την ικανότητα να δημιουργεί
νέες αρμοδιότητες (την αποκαλούμενη competence-competence).
Ως εκ τούτου, η ΕΕ δεν είναι ούτε συνήθης διεθνής οργανισμός ούτε ομο-
σπονδιακή ένωση, αλλά αποτελεί ένωση που ασκεί εξουσία και πρέπει να
καταταχθεί ανάμεσα σε αυτά τα δύο παραδοσιακά μοντέλα σύνδεσης κρα-
τών. Στον νομικό λόγο έχει παγιωθεί η έννοια «υπερεθνικός οργανισμός»
για να περιγράψει την ιδιαίτερη αυτή θέση.
Οι αρμοδιότητες της ΕΕ
Ο κατάλογος των αρμοδιοτήτων που έχουν ανατεθεί στην ΕΕ μοιάζει πολύ με
κατάλογο αρμοδιοτήτων της συνταγματικής τάξης ενός κράτους. Δεν πρόκει-
ται, όπως συμβαίνει συνήθως με τους διεθνείς οργανισμούς, για σαφώς οριο-
θετημένες τεχνικές αρμοδιότητες, αλλά για τομείς δραστηριότητας, οι οποίοι
στο σύνολό τους αποτελούν ουσιώδη στοιχεία υπόστασης του κράτους.
Ο κατάλογος των αρμοδιοτήτων της ΕΕ είναι πολύπτυχος και περιλαμβάνει
οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές αρμοδιότητες.
Οικονομικές αρμοδιότητες
Στο επίκεντρο των οικονομικών αρμοδιοτήτων βρίσκεται η εγκαθίδρυση
μιας κοινής αγοράς,μέσα στην οποία θα συνενώνονται οι «εθνικές αγορές»
των κρατών μελών και στην οποία θα μπορούν να προσφέρονται και να πω-
λούνται όλα τα εμπορεύματα και οι υπηρεσίες με τους ίδιους όρους, όπως σε
μια εσωτερική αγορά, και στην οποία όλοι οι πολίτες της Ένωσης θα έχουν
την ίδια ελεύθερη πρόσβαση. Η ιδέα της δημιουργίας μιας κοινής αγοράς
υλοποιήθηκε σε μεγάλο βαθμό μέχρι το 1992 με το πρόγραμμα για την ολο-
κλήρωση της εσωτερικής αγοράς που είχε σχεδιαστεί από τον τότε πρόεδρο
Η εσωτερική αγορά, με τις
χαρακτηριστικές γι’ αυτήν τέσσερις
ελευθερίες (βλ. άρθρο 26 ΣΛΕΕ)
αποτελεί τον πυρήνα της ΣΛΕΕ:
ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων
(άρθρο 34), ελεύθερη κυκλοφορία
προσώπων (άρθρα 45 και 49), ελεύθερη
παροχή υπηρεσιών (άρθρο 57) και
ελεύθερη κυκλοφορία κεφαλαίων
(άρθρο 63).
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 051
της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Jacques Delors και εγκρίθηκε από τους αρχη-
γούς κρατών ή κυβερνήσεων των κρατών μελών. Τα όργανα της Ένωσης
κατάφεραν να καταρτίσουν το νομοθετικό πλαίσιο για την καλή λειτουργία
της εσωτερικής αγοράς. Αυτό το νομοθετικό πλαίσιο συμπληρώθηκε εν τω
μεταξύ με μέτρα μεταφοράς των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης στα
εθνικά δίκαια, με αποτέλεσμα η εσωτερική αγορά να έχει ήδη γίνει σε με-
γάλο βαθμό πραγματικότητα. Η εσωτερική αγορά είναι εμφανής και στην
καθημερινή ζωή, ιδίως κατά τις μετακινήσεις στο εσωτερικό της ΕΕ, οι οποί-
ες εδώ και πολύ καιρό έχουν πάψει πλέον να διακόπτονται από ελέγχους
ταυτότητας και εμπορευμάτων στα εθνικά σύνορα.
Η εσωτερική αγορά πλαισιώνεται από την οικονομική και νομισματική ένωση.
Σκοπός της ΕΕ στον τομέα της οικονομικής πολιτικής δεν είναι, ωστόσο, η κα-
θιέρωση και εφαρμογή μιας ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής, αλλά ο συ-
ντονισμός των εθνικών οικονομικών πολιτικών κατά τρόπο ώστε οι οικονομι-
κοπολιτικές αποφάσεις ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών να μην επιδρούν
αρνητικά στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Για τον σκοπό αυτό υπογρά-
φηκε ένα σύμφωνο σταθερότητας και ανάπτυξης, το οποίο υπαγορεύει στα
κράτη μέλη τα επιμέρους κριτήρια που οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη κατά τη
λήψη των δημοσιονομικών τους αποφάσεων. Σε αντίθετη περίπτωση, η Ευρω-
παϊκή Επιτροπή μπορεί να απευθύνει προειδοποίηση ενώ, αν διαπιστωθεί ότι το
έλλειμμα ενός κράτους μέλους παραμένει σταθερά υπερβολικό, το Συμβούλιο
της ΕΕ δύναται να επιβάλει κυρώσεις. Στο πλαίσιο της διεθνούς χρηματοπιστω-
τικής και οικονομικής κρίσης, η συνεργασία στον τομέα της οικονομικής πολιτι-
κής ενισχύθηκε περαιτέρω σε επίπεδο ΕΕ κατά τα έτη 2010-2012. Ο συντονι-
σμός της οικονομικής πολιτικής σε επίπεδο ΕΕ συμπληρώθηκε από τον μόνιμο
μηχανισμό αντιμετώπισης κρίσεων, ο οποίος περιλαμβάνει ιδίως τα ακόλουθα
στοιχεία: αναβάθμιση του ρόλου της Επιτροπής, εισαγωγή νέων μηχανισμών
αυτόματης διόρθωσης, θεμελίωση του οικονομικοπολιτικού συντονισμού στο
ανώτατο πολιτικό επίπεδο, συντονισμό με αυξημένες υποχρεώσεις αναφοράς
των κρατών μελών, ο οποίος αποφασίζεται στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξα-
μήνου για το συντονισμό της οικονομικής πολιτικής, ενίσχυση του ρόλου των
εθνικών κοινοβουλίων και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, καθώς και οικειοθε-
λείς δεσμεύσεις που θεσπίζονται από το εθνικό δίκαιο. Στο επίκεντρο του νέου
αυτού μηχανισμού αντιμετώπισης κρίσεων βρίσκεται το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο.
Το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο είναι ένας κύκλος συντονισμού της οικονομικής και
δημοσιονομικής πολιτικής των κρατών μελών εντός της ΕΕ. Διαρκεί ουσια-
στικά τους πρώτους έξι μήνες κάθε έτους, εξ ου και η ονομασία «εξάμηνο».
Κατά το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο τα κράτη μέλη ευθυγραμμίζουν τις δημοσιονο-
μικές και οικονομικές τους πολιτικές με τους στόχους και τους κανόνες που
Κατανοµή ρόλων στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαµήνου
ΝΟΕΜ. Προπαρασκευαστική φάση
Η Ευρωπαϊκή
ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ Επιτροπή
και απολογισµός του εκπονεί την
∆ΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΚΑΙ ΜΑΚΡΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ
προηγούµενου έτους ∆ΙΑΡΘΡΩΤΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ανάλυση ΑΝΙΣΟΡΡΟΠΙΕΣ
∆ΕΚ.
Ετήσια επισκόπηση της Έκθεση Μηχανισµού
ανάπτυξης (ΕΕΑ) Επαγρύπνησης
ΙΑΝ. Φάση 1
ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΕΙΣ
ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ
στο επίπεδο της ΕΕ
Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
ΦΕΒ.
γνωµοδοτεί επί των
κατευθυντήριων γραµµών
για την απασχόληση
Εµπεριστατωµένες
επισκοπήσεις για χώρες µε
Συµβούλιο της ΕΕ πιθανές µακροοικονοµικές
µελετά την ΕΕΑ ανισορροπίες
ΜΑΡ. και εκδίδει Ευρωπαϊκό Συµβούλιο
συµπεράσµατα (αρχηγοί κρατών ή
κυβερνήσεων) δίνει
προσανατολισµούς πολιτικής
ΑΠΡ. Φάση 2
ΑΝΑ ΧΩΡΑ Κράτη µέλη
στόχοι, πολιτικές και σχέδια παρουσιάζουν συγκεκριµένους
στόχους, προτεραιότητες και σχέδια
ΜΑΙΟΣ
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
συντάσσει συστάσεις ανά χώρα
Συµβούλιο της ΕΕ
ΙΟΥΝ. καταλήγει στις Ευρωπαϊκό Συµβούλιο
οριστικές ανά χώρα τις εγκρίνει
συστάσεις
Συµβούλιο της ΕΕ
ΙΟΥΛ. τις εκδίδει
Φάση 3
ΕΦΑΡΜΟΓΗ
Κράτη µέλη
λαµβάνουν υπόψη τις συστάσεις κατά την
εγχώρια διαδικασία λήψης αποφάσεων για τον
εθνικό προϋπολογισµό του επόµενου έτους
Στα τέλη του έτους αρχίζει νέος κύκλος µε την ανάλυση της οικονοµικής κατάστασης από την
Επιτροπή στο πλαίσιο της ετήσιας επισκόπησης της ανάπτυξης για το επόµενο έτος.
Το διάγραµµα είναι διαθέσιµο σε 24 γλώσσες στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.consilium.europa.eu/el/policies/european-semester/
Το διάγραμμα είναι διαθέσιμο σε 24 γλώσσες στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.consilium.europa.eu/el/policies/european-semester/
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 053
έχουν συμφωνηθεί σε ενωσιακό επίπεδο. Στο πλαίσιο αυτό, το Ευρωπαϊκό
Εξάμηνο στοχεύει στο να συμβάλλει στη διασφάλιση υγιών δημόσιων οικο-
νομικών, να ενισχύσει την οικονομική ανάπτυξη και να αποτρέψει τις μακρο-
οικονομικές ανισορροπίες στην ΕΕ.
Ο εν λόγω μηχανισμός αντιμετώπισης κρίσεων αποτελεί το έσχατο μέσο
για τη διασφάλιση της οικονομικής και νομισματικής ένωσης. Ωστόσο, η βα-
σική ρυθμιστική γραμμή παραμένει η ίδια: εθνική ευθύνη στην χάραξη της
οικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής, ενώ παράλληλα τα κράτη μέλη
πρέπει να αντιλαμβάνονται ότι η δράση τους αποτελεί ζήτημα που άπτεται
του κοινού συμφέροντος.
Στον τομέα της νομισματικής πολιτικής, σκοπός της ΕΕ ήταν και παραμένει
η εισαγωγή ενιαίου νομίσματος στην Ένωση και ο κεντρικός χειρισμός των
νομισματικών ζητημάτων. Στον τομέα αυτόν έχει ήδη σημειωθεί μια πρώ-
τη επιμέρους επιτυχία. Την 1η Ιανουαρίου 1999 εισήχθη το ευρώ ως ενι-
αίο ευρωπαϊκό νόμισμα στα κράτη μέλη τα οποία πληρούσαν ήδη τα σχετικά
κριτήρια σύγκλισης (συντελεστής πληθωρισμού: 1,5 %, δημοσιονομικό έλ-
λειμμα = ετήσιος νέος δανεισμός: 3 %, δημόσιο χρέος: 60 %, μακροπρόθε-
σμα επιτόκια: 2 %). Επρόκειτο συγκεκριμένα για το Βέλγιο, τη Γερμανία, την
Ισπανία, τη Γαλλία, την Ιρλανδία, την Ιταλία, το Λουξεμβούργο, τις Κάτω Χώρες,
την Αυστρία και τη Φινλανδία. Την 1η Ιανουαρίου 2002 τα εθνικά νομίσμα-
τα των χωρών αυτών αντικαταστάθηκαν από χαρτονομίσματα και νομίσμα-
τα του ευρώ. Έκτοτε, οι καθημερινές χρηματικές συναλλαγές και πληρωμές
γίνονται αποκλειστικά με ένα νόμισμα και αυτό είναι το ευρώ. Στη συνέχεια,
ολοένα και περισσότερα κράτη μέλη πληρούσαν τα κριτήρια εισαγωγής στο
ευρώ: Ελλάδα (1η Ιανουαρίου 2001), Σλοβενία (1η Ιανουαρίου 2007), Κύπρος
(1η Ιανουαρίου 2008), Μάλτα (1η Ιανουαρίου 2008), Σλοβακία (1η Ιανουαρί-
ου 2009), Εσθονία (1η Ιανουαρίου 2011), Λετονία (1η Ιανουαρίου 2014) και
πρόσφατα η Λιθουανία (1η Ιανουαρίου 2015). Έτσι, η λεγόμενη «ευρωζώνη»,
στην οποία επίσημο νόμισμα είναι το ευρώ, περιλαμβάνει ήδη 19 κράτη μέλη.
Κατ’ αρχήν, υποχρέωση υιοθέτησης του ευρώ ως εθνικού νομίσματος από τη
στιγμή που θα πληρούν τα κριτήρια σύγκλισης έχουν και τα υπόλοιπα κράτη
μέλη. Εξαίρεση αποτελούν μόνον η Δανία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Οι δύο
αυτές χώρες έθεσαν ρήτρα εθελούσιας αυτοεξαίρεσης (opting out), η οποία
τις επιτρέπει να αποφασίσουν οι ίδιες αν και πότε θα αρχίσει η διαδικασία εξέ-
τασης για τη συμμετοχή τους στο ενιαίο νόμισμα. Ειδική περίπτωση αποτελεί
η Σουηδία, η οποία δεν έχει θέσει ρήτρα opting out. H συμμετοχή της Σουηδίας
στο ευρώ εξαρτάται από την υποβολή σχετικής πρότασης της Επιτροπής και
της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στο Συμβούλιο της ΕΕ. Εφόσον υπάρ-
ξει τέτοια πρόταση και γίνει δεκτή από το Συμβούλιο, η Σουηδία ουσιαστικά
054 ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
δεν έχει δυνατότητα να αποφύγει τη συμμετοχή της. Ωστόσο, η είσοδος στην
ευρωζώνη δεν βρίσκει προς το παρόν σύμφωνους τους κατοίκους της Σου-
ηδίας. Σε δημοψήφισμα που διεξήχθη το 2003, το 55,9 % τάχθηκε κατά της
εισαγωγής του ευρώ. Σύμφωνα με δημοσκόπηση του 2005, αντίθετο εξακο-
λουθούσε να είναι το 49 %, ενώ το 36 % τάχθηκε υπέρ της ένταξης στο ευρώ.
Παρά τις όποιες επιφυλάξεις, το ευρώ εξελίχθηκε σε ένα δυνατό και διεθνώς
αναγνωρισμένο νόμισμα, αποτελώντας παράλληλα και σταθερό συνδετικό
κρίκο μεταξύ των κρατών μελών της ευρωζώνης. Αυτό δεν άλλαξε ούτε
λόγω της κρίσης δημόσιου χρέους που ξέσπασε το 2010. Αντιθέτως. Η ΕΕ
αντέδρασε στην κρίση αυτή εφαρμόζοντας προσωρινούς μηχανισμούς στή-
ριξης, που το 2013 αντικαταστάθηκαν από τον μόνιμο Ευρωπαϊκό Μηχανισμό
Σταθερότητας (ΕΜΣ). Ο ΕΜΣ, ως μόνιμο πλαίσιο αντιμετώπισης κρίσεων των
κρατών μελών που ανήκουν στην ευρωζώνη, παρέχει εξωτερική οικονομική
βοήθεια, για την οποία διατίθεται δανειοδοτική ικανότητα 500 δισ. ευρώ.
Τα κράτη μέλη της Ένωσης λαμβάνουν την οικονομική αυτή ενίσχυση μόνο
υπό αυστηρές προϋποθέσεις, οι οποίες στοχεύουν απαρέγκλιτα στη δημοσι-
ονομική εξυγίανση και εκφράζονται σε οικονομικό πρόγραμμα προσαρμογής
που εκπονείται από την Επιτροπή και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ)
σε στενή συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Ο ΕΜΣ παρέχει
στην ΕΕ τη δυνατότητα να ενεργεί για την προάσπιση του ευρώ, ακόμη και
στις πιο ακραίες δοκιμασίες αντοχής. Πρόκειται για σαφή αντανάκλαση του
κοινού συμφέροντος και της αλληλεγγύης εντός της ευρωζώνης, καθώς και
της ατομικής ευθύνης του κάθε κράτους μέλους ενώπιον των ομολόγων του.
Εκτός των πεδίων της οικονομικής και νομισματικής πολιτικής, η ΕΕ έχει και
μία σειρά άλλων αρμοδιοτήτων σε θέματα οικονομικής πολιτικής. Μεταξύ
αυτών περιλαμβάνονται ιδίως η αγροτική πολιτική και η πολιτική σε θέματα
αλιείας, η πολιτική σε θέματα καταναλωτών, η πολιτική μεταφορών, η διαρ-
θρωτική πολιτική και η πολιτική συνοχής, η πολιτική σε θέματα έρευνας και
ανάπτυξης, η πολιτική διαστήματος, η περιβαλλοντική πολιτική, η πολιτική
σε θέματα υγείας, η εμπορική πολιτική και η πολιτική σε θέματα ενέργειας.
Κοινωνικές αρμοδιότητες
Από κοινωνικοπολιτικής άποψης η ΕΕ οφείλει να μεριμνά ώστε τα πλεονε-
κτήματα της οικονομικής ολοκλήρωσης να μην ωφελούν μόνο τους οικονο-
μικά ενεργούς αλλά η εσωτερική αγορά να έχει και κοινωνικές διαστάσεις.
Ένα πρώτο σημείο προσέγγισης αποτελεί εν προκειμένω, για παράδειγμα,
η θέσπιση συστήματος κοινωνικής ασφάλειας για τους διακινούμενους ερ-
γαζομένους. Το σύστημα αυτό διασφαλίζει ότι εργαζόμενος ο οποίος κατά τη
διάρκεια της επαγγελματικής του ζωής εργάστηκε σε περισσότερα από ένα
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 055
κράτη μέλη και συνεπώς εντάχθηκε σε περισσότερα από ένα συστήματα
κοινωνικής ασφάλειας δεν θα υποστεί εκ του γεγονότος αυτού οποιαδήποτε
μειονεκτήματα σε σχέση με την κοινωνική του εξασφάλιση (σύνταξη γή-
ρατος, σύνταξη αναπηρίας, παροχές υγείας, οικογενειακές παροχές, παρο-
χές σε περίπτωση ανεργίας). Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο στο πλαίσιο της
αρμοδιότητας σε θέματα κοινωνικής πολιτικής αποτελεί η ανάπτυξη μιας
ευρωπαϊκής στρατηγικής για την απασχόληση, καθώς η ανεργία εντός της
ΕΕ είναι από χρόνια ανησυχητική. Τα κράτη μέλη και η ΕΕ καλούνται να ανα-
πτύξουν μια στρατηγική για την απασχόληση και προπαντός να προαγάγουν
την ανάπτυξη εξειδικευμένου, εκπαιδευμένου και ευέλικτου εργατικού δυ-
ναμικού, καθώς και αγοράς εργασίας ανταποκρινόμενης στις εξελίξεις της
οικονομίας. Η προώθηση της απασχόλησης θεωρείται ζήτημα κοινού ενδια-
φέροντος, το οποίο απαιτεί συντονισμό της δράσης των κρατών μελών στο
πλαίσιο του Συμβουλίου της ΕΕ. Η ΕΕ οφείλει να συμβάλλει στην επίτευξη
υψηλού επιπέδου απασχόλησης, ενθαρρύνοντας τη συνεργασία μεταξύ των
κρατών μελών και υποστηρίζοντας και, κατά περίπτωση, συμπληρώνοντας
τη δράση τους, πάντα σεβόμενη την αρμοδιότητα των ίδιων των κρατών.
Πολιτικές αρμοδιότητες
Στο καθαυτό πολιτικό πεδίο υφίστανται αρμοδιότητες της ΕΕ σε σχέση με την
ιθαγένεια της Ένωσης, την πολιτική στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας
σε ποινικές υποθέσεις και την κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφά-
λειας. Με την ιθαγένεια της Ένωσης ενισχύθηκαν περαιτέρω τα δικαιώματα
και συμφέροντα των υπηκόων των κρατών μελών, οι οποίοι απολαμβάνουν
την ελεύθερη κυκλοφορία εντός της ΕΕ (άρθρο 21 ΣΛΕΕ), το δικαίωμα του
εκλέγειν και εκλέγεσθαι στις δημοτικές και κοινοτικές εκλογές (άρθρο 22
ΣΛΕΕ), διπλωματική και προξενική προστασία σε τρίτες χώρες μέσω οποιου-
δήποτε κράτους μέλους (άρθρο 23 ΣΛΕΕ), το δικαίωμα αναφοράς ενώπιον
του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (άρθρο 24 ΣΛΕΕ), καθώς και, σε συνδυασμό
με τη γενική απαγόρευση διακρίσεων, το δικαίωμα να έχουν σε κάθε κράτος
μέλος την ίδια μεταχείριση που το κράτος αυτό επιφυλάσσει στους πολίτες
του (άρθρο 20 παράγραφος 2 σε συνδυασμό με το άρθρο 18 ΣΛΕΕ).
Στο πλαίσιο της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας, πρω-
ταρχικό στόχο αποτελεί η διαφύλαξη των κοινών αξιών, των θεμελιωδών
συμφερόντων και της ανεξαρτησίας της ΕΕ, η ενίσχυση της ασφάλειας της
ΕΕ και των κρατών μελών της, η διαφύλαξη της παγκόσμιας ειρήνης και
η ενίσχυση της διεθνούς ασφάλειας, η προώθηση της δημοκρατίας και του
κράτους δικαίου και της διεθνούς συνεργασίας, η προάσπιση των ανθρωπί-
νων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών, καθώς και η δημιουρ-
γία μιας κοινής άμυνας.
056 ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
Δεδομένου ότι η ΕΕ δεν αποτελεί κρατικό μόρφωμα, η πραγματοποίηση αυ-
τών των στόχων μπορεί να γίνει μόνο σταδιακά. Η εξωτερική πολιτική και
προπαντός η πολιτική ασφάλειας ανήκουν παραδοσιακά στους τομείς στους
οποίους τα κράτη μέλη φροντίζουν να διαφυλάττουν την κυριαρχία τους.
Εξάλλου, ο προσδιορισμός κοινών στόχων στον τομέα αυτό δυσχεραίνεται
και από το γεγονός ότι από τις χώρες της ΕΕ μόνο η Γαλλία και το Ηνωμένο
Βασίλειο διαθέτουν πυρηνικά όπλα. Πρόσθετο πρόβλημα αποτελεί το γεγο-
νός ότι δεν ανήκουν όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ στο αμυντικό σύμφωνο του
ΝΑΤΟ. Ως εκ τούτου, οι αποφάσεις για την «κοινή εξωτερική πολιτική και
πολιτική ασφάλειας» εξακολουθούν να λαμβάνονται ως επί το πλείστον στο
πλαίσιο διακρατικής συνεργασίας. Εν τω μεταξύ, αναπτύχθηκε μια αυτόνομη
εργαλειοθήκη δράσης μέσω της οποίας η διακρατική συνεργασία απέκτησε
σαφές νομικό περίγραμμα.
Στο πεδίο της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις ανατίθενται
στην ΕΕ κυρίως αρμοδιότητες που αφορούν το κοινό ευρωπαϊκό συμφέρον.
Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται ιδίως η καταπολέμηση του οργανωμένου
εγκλήματος και της εμπορίας ανθρώπων, καθώς και η ποινική δίωξη εγκλη-
μάτων. Το οργανωμένο έγκλημα είναι πλέον δύσκολο να αντιμετωπιστεί
αποτελεσματικά σε εθνικό μόνο επίπεδο, αλλά απαιτείται κοινή δράση σε
επίπεδο ΕΕ. Πρώτα ενθαρρυντικά μέτρα αποτελούν ήδη η οδηγία για την
καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες
(ξέπλυμα μαύρου χρήματος) και η δημιουργία της ευρωπαϊκής αστυνομικής
υπηρεσίας Eυρωπόλ, η οποία είναι ενεργή από το 1998 (άρθρο 88 ΣΛΕΕ).
Περαιτέρω στόχους στον τομέα αυτόν αποτελούν η διευκόλυνση και επι-
τάχυνση της συνεργασίας στο πλαίσιο δικών και της εκτέλεσης δικαστικών
αποφάσεων, η διευκόλυνση της έκδοσης καταζητουμένων μεταξύ των κρα-
τών μελών, ο καθορισμός ελάχιστων όρων για την αντικειμενική υπόσταση
αξιόποινων πράξεων καθώς και για τις ποινές στους τομείς της οργανωμέ-
νης εγκληματικότητας, της τρομοκρατίας, της εμπορίας ανθρώπων και της
σεξουαλικής εκμετάλλευσης γυναικών και παιδιών, της παράνομης διακί-
νησης ναρκωτικών και όπλων, του ξεπλύματος μαύρου χρήματος και της
διαφθοράς (άρθρο 83 ΣΛΕΕ).
Ένα από τα σημαντικότερα βήματα προόδου στη δικαστική συνεργασία
εντός της ΕΕ αποτελεί η ίδρυση της Eurojust τον Απρίλιο του 2003 (άρ-
θρο 85 ΣΛΕΕ). Η Eurojust εδρεύει στη Χάγη και αποτελείται από δικαστές
και εισαγγελείς από όλα τα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σκοπός της
Eurojust είναι η διευκόλυνση της συνεργασίας μεταξύ έρευνας και δίωξης
σε περιπτώσεις σοβαρών μορφών διασυνοριακού εγκλήματος. Για την κα-
ταπολέμηση των αδικημάτων που θίγουν τα οικονομικά συμφέροντα της
Ένωσης, το Συμβούλιο της ΕΕ μπορεί να συστήσει Ευρωπαϊκή Εισαγγελία εκ
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 057
της Eurojust (άρθρο 86 ΣΛΕΕ). Άλλο βήμα είναι το ισχύον από τον Ιανουάριο
του 2004 ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης
μπορεί να εκδοθεί όταν πρόκειται για αξιόποινη πράξη η οποία τιμωρείται
με ποινή φυλάκισης άνω του ενός έτους. Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης
αντικατέστησε τις προηγούμενες χρονοβόρες διαδικασίες έκδοσης.
Οι εξουσίες της ΕΕ
Οι ιδρυτικές συνθήκες της ΕΕ δεν παρέχουν στα όργανα της Ένωσης γε-
νική εξουσιοδότηση να θεσπίζουν κάθε αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη
των σκοπών των Συνθηκών, αλλά καθορίζουν λεπτομερώς στα εκάστοτε
κεφάλαια την έκταση των παρεχόμενων εξουσιών. Η βασική αρχή είναι ότι
η ΕΕ και τα θεσμικά της όργανα δεν μπορούν να αποφασίζουν τα ίδια για
τις νομικές βάσεις και τις αρμοδιότητές τους, καθώς εξακολουθεί να ισχύει
η αρχή της δοτής αρμοδιότητας (άρθρο 2 ΣΛΕΕ). Τα κράτη μέλη επέλεξαν
αυτή τη λύση προκειμένου να είναι ευδιάκριτη και ελέγξιμη η μεταβίβαση
των αρμοδιοτήτων τους.
Το ουσιαστικό εύρος των εκάστοτε εξουσιοδοτήσεων διαφέρει ανάλογα με
το είδος των τομέων αρμοδιότητας που ανατίθενται στην ΕΕ. Οι αρμοδιότη-
τες που δεν έχουν μεταβιβαστεί στην ΕΕ παραμένουν στο αποκλειστικό πεδίο
ευθύνης των κρατών μελών. Στη ΣΕΕ ορίζεται ρητά ότι τα θέματα «εθνικής
ασφάλειας» υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών μελών.
Βέβαια, τίθεται το θέμα της οριοθέτησης των αρμοδιοτήτων της ΕΕ έναντι
αυτών των κρατών μελών. Η οριοθέτηση γίνεται με βάση τρεις κατηγορίες
αρμοδιότητας:
■■ Αποκλειστική αρμοδιότητα της ΕΕ (άρθρο 3 ΣΛΕΕ) στους τομείς
στους οποίους η λήψη μέτρων σε επίπεδο ΕΕ είναι κατά τεκμήριο
αποτελεσματικότερη από τη μη συντονισμένη λήψη μέτρων σε επίπεδο
οποιουδήποτε κράτους μέλους. Οι τομείς αυτοί ορίζονται επακριβώς
και περιλαμβάνουν την τελωνειακή ένωση, τη θέσπιση των κανόνων
ανταγωνισμού που είναι αναγκαίοι για τη λειτουργία της εσωτερικής
αγοράς, τη νομισματική πολιτική για τα κράτη μέλη με νόμισμα το
ευρώ, την κοινή εμπορική πολιτική και ορισμένα τμήματα της κοινής
αλιευτικής πολιτικής. Στους εν λόγω τομείς πολιτικής η Ένωση
έχει αποκλειστική αρμοδιότητα να νομοθετεί και να εκδίδει νομικά
δεσμευτικές πράξεις, ενώ τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα αυτή
μόνο εάν εξουσιοδοτούνται προς τούτο από την Ένωση ή μόνο για να
εφαρμόσουν τις πράξεις της Ένωσης (άρθρο 2 παράγραφος 1 ΣΛΕΕ).
058 ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
■■ Συντρέχουσα αρμοδιότητα της ΕΕ με τα κράτη μέλη (άρθρο 4 ΣΛΕΕ)
στους τομείς όπου η ανάληψη δράσης εκ μέρους της ΕΕ επιφέρει
πρόσθετο όφελος σε σχέση με την ανάληψη δράσης από τα κράτη μέλη.
Συντρέχουσα αρμοδιότητα προβλέπεται για ρυθμίσεις που αφορούν την
εσωτερική αγορά, την οικονομική, κοινωνική και εδαφική συνοχή, τη
γεωργία και την αλιεία, το περιβάλλον, τις μεταφορές, τα διευρωπαϊκά
δίκτυα, την ενέργεια, τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης,
τις κοινές προκλήσεις για την ασφάλεια στον τομέα της δημόσιας υγείας,
την έρευνα, την τεχνολογική ανάπτυξη, το διάστημα, την αναπτυξιακή
συνεργασία και την ανθρωπιστική βοήθεια. Στους ανωτέρω τομείς η ΕΕ
έχει κατά προτεραιότητα αρμοδιότητα, η οποία όμως περιορίζεται μόνο
στα στοιχεία που ρυθμίζονται από τη σχετική πράξη της ΕΕ, χωρίς να
εκτείνεται σε ολόκληρο τον τομέα πολιτικής. Τα κράτη μέλη ασκούν
τις αρμοδιότητές τους κατά το μέτρο που η Ένωση δεν έχει ασκήσει
ή αποφάσισε να παύσει να ασκεί τη δική της (άρθρο 2 παράγραφος 2
ΣΛΕΕ). Η τελευταία αυτή περίπτωση συντρέχει όταν τα οικεία όργανα
της ΕΕ αποφασίζουν να καταργήσουν μια νομοθετική πράξη, ιδίως
προκειμένου να ανταποκριθούν στις αρχές της επικουρικότητας και
της αναλογικότητας. Με πρωτοβουλία ενός ή περισσοτέρων μελών
του, το Συμβούλιο της ΕΕ μπορεί να καλέσει την Επιτροπή να υποβάλει
προτάσεις για την κατάργηση νομοθετικής πράξης.
■■ Υποστηρικτικές αρμοδιότητες (άρθρο 6 ΣΛΕΕ): Κατ’ ενάσκηση των
υποστηρικτικών της αρμοδιοτήτων, η Ένωση υλοποιεί δράσεις
αποκλειστικά για να υποστηρίζει, να συντονίζει ή να συμπληρώνει τη
δράση των κρατών μελών. H EE δεν επιτρέπεται σε καμία περίπτωση
να εναρμονίζει τις εθνικές νομοθετικές διατάξεις στους τομείς που
υπάγονται στην υποστηρικτική της αρμοδιότητα (άρθρο 2 παράγραφος
5 ΣΛΕΕ). Η ευθύνη για τη νομική διαμόρφωση παραμένει συνεπώς στα
κράτη μέλη, τα οποία εν προκειμένω διαθέτουν σημαντικού βαθμού
ελευθερία δράσης. Η υποστηρικτική αρμοδιότητα της ΕΕ καλύπτει
τομείς όπως είναι η προστασία και η βελτίωση της ανθρώπινης
υγείας, η βιομηχανία, ο πολιτισμός, ο τουρισμός, η παιδεία, η νεολαία,
ο αθλητισμός και η επαγγελματική εκπαίδευση, η πολιτική προστασία
και η διοικητική συνεργασία. Στους τομείς της οικονομικής πολιτικής
και της πολιτικής απασχόλησης τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν ρητά ότι
χρειάζεται να συντονίζουν τα εθνικά μέτρα τους στο πλαίσιο της ΕΕ.
Πέραν των ανωτέρω ειδικών εξουσιοδοτήσεων, οι Συνθήκες της ΕΕ παρέχουν
στα θεσμικά της όργανα δυνατότητες δράσης όταν αυτή θεωρείται απαραίτη-
τη για την επίτευξη του στόχου της καλής λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς
καθώς και της διασφάλισης του ανόθευτου ανταγωνισμού (βλ. άρθρο 352
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 059
ΣΛΕΕ —λεγόμενη επικουρική αρμοδιότητα ή ρήτρα ελαστικότητας). Ωστόσο,
με τον τρόπο αυτό δεν παρέχεται στα όργανα της ΕΕ γενική εξουσιοδότηση
για την άσκηση αρμοδιοτήτων εκτός του πεδίου των στόχων που θέτουν οι
Συνθήκες, ούτε μπορούν τα όργανα της ΕΕ να επικαλεστούν τη συγκεκριμένη
εξουσιοδότηση προκειμένου να διευρύνουν τις αρμοδιότητές τους σε βάρος
των κρατών μελών. Στην πράξη γινόταν παλαιότερα συχνή χρήση της συγκε-
κριμένης εξουσιοδότησης, καθώς η ΕΕ αποκτούσε με το πέρασμα του χρόνου
συνεχώς νέα καθήκοντα τα οποία δεν είχαν προβλεφθεί κατά τη σύναψη των
ιδρυτικών Συνθηκών και συνεπώς δεν υπήρχαν αντίστοιχες ειδικές εξουσιο-
δοτήσεις στις Συνθήκες. Συναφώς, πρέπει ιδιαίτερα να αναφερθούν οι τομείς
της προστασίας του περιβάλλοντος και των καταναλωτών, και η ίδρυση του
Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Ανάπτυξης, σκοπός του οποίου είναι να
συμβάλει στη μείωση των ανισοτήτων μεταξύ των ανεπτυγμένων και των
υπανάπτυκτων περιοχών της ΕΕ. Ωστόσο, για τους προαναφερόμενους τομείς
έχουν παρασχεθεί εν τω μεταξύ ειδικές εξουσιοδοτήσεις. Λόγω των ρητών
αυτών ρυθμίσεων για την αρμοδιότητα της ΕΕ, η πρακτική σημασία της επι-
κουρικής αρμοδιότητας έχει μειωθεί σημαντικά. Για την άσκηση των εν λόγω
εξουσιών απαιτείται η έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Τέλος, υπάρχουν περαιτέρω αρμοδιότητες για τη λήψη των μέτρων που απαι-
τούνται για την αποτελεσματική και εύλογη άσκηση των εξουσιών οι οποίες
έχουν ήδη ρητά παραχωρηθεί (αρμοδιότητες λόγω συνάφειας). Οι αρμοδιότη-
τες αυτές έχουν αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία για τη διαχείριση των εξωτερι-
κών σχέσεων. Βάσει αυτών, η ΕΕ μπορεί να αναλάβει υποχρεώσεις έναντι τρί-
των χωρών ή άλλων διεθνών οργανισμών σε τομείς που δεν περιλαμβάνονται
στον κατάλογο των καθηκόντων της. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί
η υπόθεση Kramer, η οποία απασχόλησε το Δικαστήριο. Η υπόθεση αφορούσε
την αρμοδιότητα της ΕΕ να συνεργάζεται με διεθνείς οργανισμούς του δικαίου
της θάλασσας για τον καθορισμό ποσοστώσεων αλιευμάτων για τη θαλάσσια
αλιεία και, ενδεχομένως, να αναλαμβάνει αντίστοιχες υποχρεώσεις διεθνούς
δικαίου. Το Δικαστήριο, καθώς δεν υπήρχε ρητή διάταξη στη Συνθήκη, συνήγα-
γε την απαιτούμενη εξωτερική αρμοδιότητα της ΕΕ από την εσωτερική της αρ-
μοδιότητα για την πολιτική αλιείας στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής.
Κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της, η ΕΕ υπόκειται στην αρχή της επι-
κουρικότητας, η οποία πηγάζει από την κοινωνική θεωρία της καθολικής
εκκλησίας και έχει αναχθεί πλέον σε συνταγματική αρχή μέσω της συμπε-
ρίληψής της στη ΣΕΕ (άρθρο 5 παράγραφος 3 ΣΕΕ). Η αρχή αυτή έχει δύο
όψεις, μια θετική και μια αρνητική: η θετική, δηλαδή εκείνη που ενισχύει τις
αρμοδιότητες της ΕΕ, προβλέπει ότι η ΕΕ πρέπει να δρα όταν οι επιδιωκό-
μενοι στόχοι μπορούν «να επιτευχθούν καλύτερα στο επίπεδο της Ένωσης»·
η αρνητική, δηλαδή η περιορίζουσα τις αρμοδιότητες πλευρά της αρχής της
060 ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
επικουρικότητας ορίζει ότι η ΕΕ δεν μπορεί να δράσει, όταν η δράση των
κρατών μελών επαρκεί για την υλοποίηση των στόχων. Στην πράξη αυτό
σημαίνει ότι όλα τα όργανα της Ένωσης, ιδίως όμως η Ευρωπαϊκή Επιτρο-
πή, οφείλουν να αποδεικνύουν ότι υπάρχει ανάγκη ρύθμισης και ανάληψης
δράσης εκ μέρους της Ένωσης. Παραφράζοντας τον Montesquieu θα μπο-
ρούσαμε να συνοψίσουμε την αρχή αυτή ως εξής: όταν δεν είναι αναγκαίο
να υπάρξει ρύθμιση σε επίπεδο ΕΕ, είναι αναγκαίο να μην υπάρξει καθόλου
ρύθμιση. Αν αποδειχθεί αναγκαία η ρύθμιση σε επίπεδο ΕΕ, πρέπει στη συ-
νέχεια να τεθεί το ερώτημα σχετικά με την ένταση και τη μορφή του μέτρου.
Την απάντηση δίνει εν προκειμένω η αρχή της αναλογικότητας, η οποία έχει
συμπεριληφθεί στη ΣΕΕ, στο άρθρο 5 παράγραφος 4 ΣΕΕ, σε συνδυασμό με
τις ρυθμίσεις για τις αρμοδιότητες. Σύμφωνα με την αρχή αυτή, πρέπει να
εξετάζεται εμπεριστατωμένα η αναγκαιότητα μιας νομικής ρύθμισης, καθώς
και το ενδεχόμενο να είναι επαρκές κάποιο άλλο μέσο δράσης. Αυτό σημαί-
νει κυρίως ότι πρέπει να παρέχεται προτεραιότητα στα ρυθμιστικά πλαί-
σια, στις ελάχιστες προδιαγραφές και στους κανόνες για την αμοιβαία ανα-
γνώριση των εθνικών διατάξεων και να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, οι
υπερβολικά λεπτομερείς νομοθετικές διατάξεις και εναρμονιστικοί κανόνες.
Η τήρηση των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας μπορεί
να ελέγχεται πλέον και από τα εθνικά κοινοβούλια. Για τον σκοπό αυτό συ-
γκροτήθηκε ένας μηχανισμός έγκαιρης προειδοποίησης, μέσω του οποίου τα
εθνικά κοινοβούλια έχουν στη διάθεσή τους οκτώ εβδομάδες για να υπο-
βάλουν αιτιολογημένες γνώμες σχετικά με τους λόγους για τους οποίους
θεωρούν ότι το επίμαχο σχέδιο νομοθετικής πράξης της Ένωσης δεν συμ-
βαδίζει με τις αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας. Εάν οι εν
λόγω αιτιολογημένες γνώμες αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον το ένα τρίτο
του συνόλου των ψήφων που έχουν τα εθνικά κοινοβούλια (κάθε εθνικό
κοινοβούλιο έχει δύο ψήφους, ενώ στην περίπτωση εθνικού κοινοβουλευτι-
κού συστήματος με δύο σώματα, κάθε σώμα έχει μία ψήφο), το σχέδιο επα-
νεξετάζεται από το όργανο που το συνέταξε (συνήθως από την Ευρωπαϊκή
Επιτροπή). Μετά την επανεξέταση αυτή, το σχέδιο μπορεί να διατηρηθεί, να
τροποποιηθεί ή να αποσυρθεί. Στην περίπτωση που η Ευρωπαϊκή Επιτρο-
πή επιλέξει να διατηρήσει το σχέδιο, οφείλει να εξηγήσει σε αιτιολογημένη
γνώμη τους λόγους για τους οποίους κρίνει ότι το σχέδιο συνάδει με την
αρχή της επικουρικότητας. Η εν λόγω αιτιολογημένη γνώμη, καθώς και οι
αιτιολογημένες γνώμες των εθνικών κοινοβουλίων, διαβιβάζονται στον νο-
μοθέτη της Ένωσης ώστε να ληφθούν υπόψη κατά τη νομοθετική διαδικα-
σία. Εάν, με πλειοψηφία 55 % των μελών του Συμβουλίου ή πλειοψηφία των
ψηφισάντων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ο ενωσιακός νομοθέτης κρίνει
ότι η πρόταση δεν είναι συμβατή με την αρχή της επικουρικότητας, δεν συ-
νεχίζεται η εξέταση της νομοθετικής πρότασης.
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 061
Τα θεσμικά όργανα της ΕΕ
Άρθρο 13 ΣΕΕ (θεσμικό πλαίσιο)
1. Η Ένωση διαθέτει θεσμικό πλαίσιο που αποσκοπεί στην προώθηση
των αξιών της, στην επιδίωξη των στόχων της, στην εξυπηρέτηση
των συμφερόντων της, των συμφερόντων των πολιτών της και των
συμφερόντων των κρατών μελών, καθώς και στη διασφάλιση της συνοχής,
της αποτελεσματικότητας και της συνέχειας των πολιτικών και των
δράσεών της.
Τα θεσμικά όργανα της Ένωσης είναι:
— το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,
— το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο,
— το Συμβούλιο της ΕΕ,
— η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (εφεξής καλούμενη η «Επιτροπή»),
— το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
— η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα,
— το Ελεγκτικό Συνέδριο.
2. Κάθε θεσμικό όργανο δρα εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων που του
ανατίθενται από τις Συνθήκες, σύμφωνα με τις διαδικασίες, τους όρους και
τους σκοπούς τους οποίους προβλέπουν. Τα θεσμικά όργανα συνεργάζονται
μεταξύ τους καλή τη πίστει.
3. Οι διατάξεις σχετικά με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το
Ελεγκτικό Συνέδριο, καθώς και οι λεπτομερείς διατάξεις σχετικά με τα
άλλα θεσμικά όργανα, περιέχονται στη Συνθήκη για τη λειτουργία της
Ευρωπαϊκής Ένωσης.
4. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή
επικουρούνται από την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και από την
Επιτροπή των Περιφερειών, οι οποίες ασκούν συμβουλευτικά καθήκοντα.
28 αρχηγοί κρατών ή κυβερνήσεων, πρόεδρος
Συνοπτική παρουσίαση του Ευρωπαϊκού Συµβουλίου και πρόεδρος της
Ευρωπαϊκής Επιτροπής
των θεσµικών
οργάνων (ΣΛΕΕ)
ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ
ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
28 υπουργοί
751 βουλευτές
(ένας από κάθε
κράτος µέλος)
ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ
ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ
ΤΗΣ ΕΕ
28 µέλη
ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ (ένα µέλος από κάθε
ΕΠΙΤΡΟΠΗ κράτος µέλος)
350 µέλη
ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ
ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ
ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ Κ ΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ
ΕΠΙΤΡΟΠΗ
350 µέλη
28 δικαστές (ένας από κάθε κράτος µέλος)
στο ∆ικαστήριο ∆ΙΚ ΑΣΤΗΡΙΟ
44 δικαστές (τουλάχιστον ένας δικαστής από ΤΗΣ ΕΕ
κάθε κράτος µέλος) στο Γενικό ∆ικαστήριο
19 διοικητές των κεντρικών τραπεζών Συµβούλιο των ∆ιοικητών µε 28 µέλη,
των κρατών µελών της ζώνης του ευρώ ένα από κάθε κράτος µέλος
ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ
ΕΛΕΓΚ ΤΙΚΟ
ΣΥΝΕ∆ΡΙΟ
ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ
ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΠΕΝ∆ΥΣΕΩΝ
28 µέλη (ένα από κάθε κράτος
µέλος)
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 063
Το επόμενο ερώτημα που προκύπτει σε σχέση με το «σύνταγμα» της ΕΕ είναι
η οργάνωσή της: Ποια είναι τα όργανα της ΕΕ; Καθώς η ΕΕ ασκεί καθήκοντα
που κανονικά ανήκουν μόνο σε κράτη, προκύπτει μόνο του το ερώτημα εάν
υπάρχουν στην Ένωση κυβέρνηση, κοινοβούλιο, διοικητικές υπηρεσίες και
δικαστήρια, όπως αυτά μας είναι γνωστά από τα κράτη μέλη. Η εκπλήρωση
των καθηκόντων που έχουν ανατεθεί στην ΕΕ και ο χειρισμός της διαδικα-
σίας ολοκλήρωσης σκοπίμως δεν αφέθηκαν αποκλειστικά και μόνο στην
πρωτοβουλία και αρμοδιότητα των κρατών μελών ή στη διεθνή συνεργα-
σία. Πολλώ δε μάλλον καθόσον η ΕΕ διαθέτει ένα θεσμικό σύστημα το οποίο
της επιτρέπει να δίνει νέα ώθηση και στόχους στην ευρωπαϊκή ενοποίηση
και να θεσπίζει διατάξεις εξίσου δεσμευτικές για όλα τα κράτη μέλη στους
τομείς που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά της.
Κυρίαρχους ρόλους στο θεσμικό σύστημα της ΕΕ έχουν τα θεσμικά της όρ-
γανα, ήτοι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το Συμβού-
λιο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Δικαστήριο της ΕΕ, η Ευρωπαϊκή Κεντρική
Τράπεζα καθώς και το Ελεγκτικό Συνέδριο. Επικουρικό ρόλο στο θεσμικό σύ-
στημα της ΕΕ έχουν η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, καθώς και η Ευρω-
παϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και η Επιτροπή των Περιφερειών.
Θεσμικά όργανα
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (άρθρο 14 ΣΕΕ)
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εκπροσωπεί τους πολίτες της ΕΕ. Προήλθε από
την Κοινή Συνέλευση της ΕΚΑΧ, τη Συνέλευση της ΕΟΚ και τη Συνέλευση της
ΕΚΑΕ, οι οποίες ενώθηκαν σε μια «Συνέλευση» βάσει της συμφωνίας του
1957 περί κοινών οργάνων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (πρώτη Συνθήκη
Συγχώνευσης). Η επίσημη αλλαγή ονομασίας σε «Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο»
έγινε για πρώτη φορά με τη Συνθήκη για την ίδρυση της ΕΕ (Συνθήκη του
Μάαστριχτ). Ωστόσο, η αλλαγή επιβεβαίωσε απλώς την ονομασία που ήδη
χρησιμοποιούνταν ευρέως από το 1958, όταν η ίδια η Συνέλευση επέλεξε
να μετονομαστεί σε «Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο».
Σύνθεση και εκλογή
Κατωτέρω παρατίθεται η σύνθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με βάση
την κατάσταση που επικρατεί κατά την τρέχουσα κοινοβουλευτική περίοδο
2014 έως 2019:
064 ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟΥ
ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΜΕ 751 ΜΕΛΗ
Κράτος μέλος Έδρες στο
Ευρωπαϊκό
Κοινοβούλιο
Γερμανία 96
Γαλλία 74
Ιταλία 73
Ηνωμένο Βασίλειο 73
ΔΟΜΉ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΎ
ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ Ισπανία 54
Πολωνία 51
ΠΡΟΕΔΡΟΣ
14 αντιπρόεδροι Ρουμανία 32
5 κοσμήτορες Κάτω Χώρες 26
(συμβουλευτικά καθήκοντα)
Βέλγιο 21
Ο πρόεδρος, οι αντιπρόεδροι και οι
Τσεχική Δημοκρατία 21
κοσμήτορες (μέλη του Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου στα οποία έχουν ανατεθεί Ελλάδα 21
διοικητικά και οικονομικά καθήκοντα) Ουγγαρία 21
συγκροτούν το Προεδρείο του Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου, το οποίο εκλέγεται από το Πορτογαλία 21
Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με θητεία δυόμισι Σουηδία 20
ετών. Παράλληλα υπάρχει και η διάσκεψη
Aυστρία 18
των προέδρων, η οποία αποτελείται
από τον πρόεδρο του Κοινοβουλίου και Βουλγαρία 17
τους προέδρους των πολιτικών ομάδων.
Δανία 13
Η διάσκεψη είναι αρμόδια για ζητήματα
εσωτερικής οργάνωσης του Ευρωπαϊκού Σλοβακία 13
Κοινοβουλίου, διοργανικών σχέσεων καθώς Φινλανδία 13
και για τις σχέσεις με οργανισμούς εκτός
της ΕΕ. Ιρλανδία 11
Κροατία 11
Λιθουανία 11
Λετονία 8
Σλοβενία 8
Εσθονία 6
Κύπρος 6
Λουξεμβούργο 6
Μάλτα 6
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 065
Οι βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ήταν μέχρι το 1979 μέλη των
εθνικών κοινοβουλίων, από τα οποία εκλέγονταν και αποσπάζονταν στο Ευ-
ρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Η προβλεπόμενη ήδη στις Συνθήκες καθολική και άμεση
εκλογή των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου από τους πολίτες των
κρατών μελών, έπειτα από αλλεπάλληλες άκαρπες πρωτοβουλίες, υλοποιήθη-
κε τελικά για πρώτη φορά το 1979. Οι πρώτες άμεσες εκλογές για την ανάδειξη
των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου διεξήχθησαν τον Ιούνιο του 1979
και έκτοτε, αντίστοιχα προς τη διάρκεια κάθε «κοινοβουλευτικής περιόδου», οι
άμεσες εκλογές διεξάγονται ανά πενταετία. Ύστερα από προσπάθειες δεκαετι-
ών, θεσπίστηκε τελικώς το έτος 1976 ένα εκλογικό σύστημα της Ευρωπαϊκής
Ένωσης, δυνάμει της πράξης της 20ής Σεπτεμβρίου 1976 περί εκλογής των
μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το οποίο το 2002 τροποποιήθηκε εκ βά-
θρων με τη λεγόμενη «πράξη περί άμεσης εκλογής». Με βάση το σύστημα αυτό,
το κάθε κράτος μέλος εξακολουθεί να καθορίζει το δικό του εκλογικό σύστημα,
εφαρμόζοντας όμως ομοιόμορφους θεμελιώδεις δημοκρατικούς κανόνες:
■■ καθολική και άμεση εκλογή,
■■ αναλογικό εκλογικό σύστημα,
■■ μυστική και ελεύθερη ψηφοφορία,
■■ κατώτατο όριο ηλικίας (το οποίο για το δικαίωμα του εκλέγειν είναι σε
όλες τις χώρες τα 18 έτη, με εξαίρεση την Αυστρία όπου μειώθηκε στα
16 έτη),
■■ ανανεώσιμη πενταετή θητεία,
■■ ασυμβίβαστα (τα μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δεν μπορούν να
κατέχουν ταυτόχρονα και άλλα αξιώματα όπως π.χ. του δικαστή, του
εισαγγελέα, του υπουργού κ.λπ., ενώ επιπροσθέτως υπόκεινται και
στη νομοθεσία της χώρας τους, η οποία δεν αποκλείεται να περιορίζει
περαιτέρω τη σώρευση αξιωμάτων ή θέσεων),
■■ ημερομηνία εκλογών,
■■ ισότητα ανδρών-γυναικών. Σε ορισμένα κράτη (Βέλγιο, Λουξεμβούργο
και Ελλάδα) η ψήφος είναι υποχρεωτική.
Επιπλέον, το έτος 2009 τέθηκε σε ισχύ ένα ενιαίο καθεστώς για τους βου-
λευτές, το οποίο, μεταξύ άλλων, καθιστά διαφανείς τους όρους εργασίας
τους και περιλαμβάνει σαφείς κανόνες. Επίσης, προβλέπει τον ίδιο μισθό για
όλους τους βουλευτές, ο οποίος καταβάλλεται από τον προϋπολογισμό της
Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Με την άμεση εκλογή το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο απέκτησε δημοκρατική νο-
μιμοποίηση και μπορεί να διεκδικεί τον τίτλου του «αντιπροσώπου των πολι-
τών της ΕΕ». Όμως, η ύπαρξη ενός άμεσα εκλεγμένου κοινοβουλίου δεν μπο-
ρεί από μόνη της να ικανοποιήσει τη θεμελιώδη επιταγή κάθε δημοκρατικού
066 ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
συντάγματος σύμφωνα με την οποία κάθε κρατική εξουσία πρέπει να πηγάζει
από τον λαό. Εκτός από τη διαφάνεια της διαδικασίας λήψης αποφάσεων και
την αντιπροσωπευτικότητα των οργάνων που λαμβάνουν τις αποφάσεις, απα-
ραίτητα προς τούτο στοιχεία είναι και ο κοινοβουλευτικός έλεγχος και η νο-
μιμοποίηση από το Κοινοβούλιο των ενωσιακών οργάνων που μετέχουν στη
διαδικασία λήψης αποφάσεων. Στο ζήτημα αυτό έχει επίσης σημειωθεί σημα-
ντική πρόοδος κατά τα τελευταία χρόνια. Έτσι, όχι μόνο διευρύνθηκαν στα-
θερά τα δικαιώματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, αλλά με τη Συνθήκη της
Λισαβόνας τέθηκε ρητά η συνολική λειτουργία της ΕΕ υπό τον όρο της τήρησης
της αρχής της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Με βάση την αρχή αυτή, όλοι
οι πολίτες της Ένωσης αντιπροσωπεύονται άμεσα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
και έχουν δικαίωμα ενεργούς συμμετοχής στον δημοκρατικό βίο της ΕΕ. Σκο-
πός της είναι οι αποφάσεις σε επίπεδο ΕΕ να λαμβάνονται όσο το δυνατόν πιο
ανοιχτά και εγγύτερα στον πολίτη. Τα πολιτικά κόμματα σε ευρωπαϊκό επίπεδο
οφείλουν να συμβάλλουν στη διαμόρφωση ευρωπαϊκής συνείδησης και να
εκφράζουν τη βούληση των πολιτών της Ένωσης. Το έλλειμμα που θα μπορού-
σε να διαπιστώσει κανείς στη σημερινή δημοκρατική τάξη της ΕΕ εντοπίζεται
στο γεγονός ότι, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει, για παράδειγμα, στο κρατικό
μοντέλο της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν
εκλέγει κυβέρνηση η οποία να είναι υπόλογη έναντι του κοινοβουλίου.
Άρθρο 10 ΣΕΕ (αντιπροσωπευτική δημοκρατία)
1. Η λειτουργία της Ένωσης θεμελιώνεται στην αντιπροσωπευτική
δημοκρατία.
2. Οι πολίτες εκπροσωπούνται άμεσα στο επίπεδο της Ένωσης στο
Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Τα κράτη μέλη εκπροσωπούνται στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο από τον
αρχηγό κράτους ή κυβέρνησης και στο Συμβούλιο από τις κυβερνήσεις
τους, οι οποίοι είναι δημοκρατικά υπεύθυνοι είτε έναντι των εθνικών τους
κοινοβουλίων, είτε έναντι των πολιτών τους.
3. Κάθε πολίτης έχει το δικαίωμα να συμμετέχει στον δημοκρατικό βίο
της Ένωσης. Οι αποφάσεις λαμβάνονται όσο το δυνατόν πιο ανοιχτά και
εγγύτερα στους πολίτες.
4. Τα πολιτικά κόμματα, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, συμβάλλουν στην
διαμόρφωση της ευρωπαϊκής πολιτικής συνείδησης και στην έκφραση της
βούλησης των πολιτών της Ένωσης.
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 067
Το εν λόγω «έλλειμμα» εξηγείται, ωστόσο, από το γεγονός ότι στην ΕΕ δεν
υπάρχει κυβέρνηση με τη συμβατική έννοια του όρου. Αντιθέτως, οι προ-
βλεπόμενες από τις Συνθήκες οιονεί κυβερνητικές λειτουργίες ασκούνται με
αντίστοιχο καταμερισμό της εργασίας από το Συμβούλιο της ΕΕ και την Ευ-
ρωπαϊκή Επιτροπή. Σημαντικό είναι εξάλλου το γεγονός ότι με τη Συνθήκη
της Λισαβόνας εκχωρήθηκαν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ευρείες εξουσίες
σε σχέση με τον διορισμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, οι οποίες εκτείνονται
από την κατόπιν πρότασης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου εκλογή του προέ-
δρου της Επιτροπής από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μέχρι την υπαγωγή της
Επιτροπής, ως σώματος, σε ψήφο έγκρισης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
(λεγόμενο «δικαίωμα διορισμού»). Αντιθέτως, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
δεν διαθέτει αντίστοιχη εξουσία όσον αφορά τη σύνθεση του Συμβουλίου
της ΕΕ. Το Συμβούλιο υπόκειται σε κοινοβουλευτικό έλεγχο μόνο εκ του γε-
γονότος ότι όλα τα μέλη του ελέγχονται, λόγω της ιδιότητάς τους ως εθνι-
κών υπουργών, από τα κοινοβούλια των χωρών τους.
Σημαντικά ενισχύθηκε ο ρόλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στη νομοθε-
τική διαδικασία της ΕΕ. Με την καθιέρωση της διαδικασίας συναπόφασης ως
συνήθους νομοθετικής διαδικασίας της ΕΕ, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κα-
τέστη ουσιαστικά «συννομοθέτης». Στο πλαίσιο της συνήθους νομοθετικής
διαδικασίας, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δύναται να προβαίνει σε περισσό-
τερες από μία αναγνώσεις, διατυπώνοντας τροπολογίες επί των νομοθετι-
κών πράξεων, τις οποίες, μέχρι ενός βαθμού, μπορεί να επιβάλλει έναντι του
Συμβουλίου. Χωρίς τη συμφωνία μεταξύ Συμβουλίου της ΕΕ και Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου δεν είναι δυνατή η θέσπιση νομοθετικής πράξης της Ένωσης.
Περαιτέρω, πολύ σημαντικός είναι παραδοσιακά ο ρόλος του Ευρωπαϊκού Κοι-
νοβουλίου στη διαδικασία του προϋπολογισμού. Με τη Συνθήκη της Λισαβόνας,
οι εξουσίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τον προϋπολογισμό ενι-
σχύθηκαν και υπό την έννοια ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο πρέπει να εγκρί-
νει το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο και συναποφασίζει για σειρά θεμάτων.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο διαθέτει δικαίωμα έγκρισης ως προς όλες τις
σημαντικές διεθνείς συμφωνίες που αφορούν τομείς για τους οποίους απαι-
τείται συναπόφαση, καθώς και τις συμβάσεις προσχώρησης που συνάπτο-
νται με νέα κράτη μέλη και καθορίζουν τους όρους της προσχώρησης.
Με το πέρασμα του χρόνου έχουν επίσης διευρυνθεί σημαντικά οι ελεγκτι-
κές λειτουργίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Οι έλεγχοι συνίστανται ιδίως
στο γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή οφείλει να απαντά στις ερωτήσεις
του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, να εκθέτει τις θέσεις της σε δημόσιες συνε-
δριάσεις της ολομέλειας και να υποβάλλει κάθε χρόνο προς συζήτηση στο
Ανοιξιάτικη διάθεση στο κτίριο του
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο
Στρασβούργο
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 069
Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τη «Γενική Έκθεση για τη δραστηριότητα της Ένω-
σης». Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μπορεί με πλειοψηφία δύο τρίτων να υιοθε-
τήσει πρόταση δυσπιστίας και να εξαναγκάσει έτσι σε παραίτηση την Ευρω-
παϊκή Επιτροπή (άρθρο 234 ΣΛΕΕ). Μέχρι σήμερα έχουν υποβληθεί αρκετές
προτάσεις δυσπιστίας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, χωρίς ωστόσο κάποια
από αυτές να λάβει την απαιτούμενη πλειοψηφία (2). Με δεδομένο ότι στην
πρακτική της ΕΕ απαντήσεις σε ερωτήματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
δίνει και το Συμβούλιο της ΕΕ, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει τη δυνατότητα
άμεσου πολιτικού διαλόγου με δύο σημαντικά καταστατικά όργανα της ΕΕ.
Οι παραπάνω δυνατότητες πολιτικού ελέγχου του Ευρωπαϊκού Κοινοβου-
λίου ενισχύθηκαν ήδη και με άλλους μηχανισμούς ελέγχου. Το Ευρωπαϊκό
Κοινοβούλιο μπορεί να συγκροτεί ad hoc εξεταστικές επιτροπές με σκοπό τη
διερεύνηση περιπτώσεων εικαζόμενης παρανομίας ή κακοδιοίκησης στην
ΕΕ. Για παράδειγμα, τέτοια επιτροπή συστάθηκε τον Ιούνιο 2016 μετά τις
αποκαλύψεις για υπεράκτιες εταιρείες και τους μυστικούς τελικούς δικαιού-
χους τους από τα λεγόμενα Panama-Papers. Η επιτροπή έλαβε εντολή να
διερευνήσει τυχόν παραβιάσεις της νομοθεσίας της ΕΕ για το ξέπλυμα χρή-
ματος, τη φοροδιαφυγή και τη φοροαποφυγή. Περαιτέρω, με τις Συνθήκες
διασφαλίζεται το δικαίωμα κάθε πολίτη ή νομικού προσώπου να υποβάλλει
αναφορές στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, τις οποίες επεξεργάζεται η μόνιμη
επιτροπή αναφορών. Τέλος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, κάνοντας χρήση
της σχετικής εξουσιοδότησης που του είχε παρασχεθεί, διόρισε Διαμεσολα-
βητή (Ombudsmann), ο οποίος παραλαμβάνει καταγγελίες σχετικά με περι-
πτώσεις κακοδιοίκησης στο πλαίσιο της δράσης των ενωσιακών οργάνων
ή οργανισμών, με εξαίρεση το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Ο Διαμεσολαβητής
μπορεί να διεξάγει έρευνες και να φέρει το θέμα στο οικείο όργανο. Επίσης,
υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έκθεση για τη δραστηριότητά του.
Έδρα
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει την έδρα του στο Στρασβούργο, όπου λαμ-
βάνουν χώρα οι δώδεκα μηνιαίες περίοδοι συνόδου της ολομέλειας, συ-
μπεριλαμβανομένης της συνόδου για τον προϋπολογισμό. Οι περίοδοι των
πρόσθετων συνόδων της ολομέλειας λαμβάνουν χώρα στις Βρυξέλλες,
όπου συνεδριάζουν και οι επιτροπές. Αντίθετα, η Γενική Γραμματεία του Ευ-
ρωπαϊκού Κοινοβουλίου είναι εγκατεστημένη στο Λουξεμβούργο. Η σχετική
απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του έτους 1992 επικυρώθηκε με το
πρωτόκολλο αριθ. 6 της Συνθήκης της Λισαβόνας. Ως αποτέλεσμα αυτής
(2) Η παραίτηση της «Επιτροπής Santer» το 1999 είχε ως αιτία την άρνηση της απαλλαγής
από την ευθύνη για τη διαχείριση του προϋπολογισμού. Η σχετική πρόταση
δυσπιστίας που είχε υποβληθεί απέτυχε, αν και σχετικά οριακά.
070 ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
της μάλλον μη ικανοποιητικής απόφασης, οι βουλευτές του Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου και μέρος των υπαλλήλων κινούνται μεταξύ Στρασβούργου,
Βρυξελλών και Λουξεμβούργου, γεγονός που συνεπάγεται υψηλές δαπάνες.
Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο (άρθρο 15 ΣΕΕ)
Οι αρχηγοί κρατών ή κυβερνήσεων των κρατών μελών και οι πρόεδροι της
Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου συνεδριάζουν στο
πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου τουλάχιστον δύο φορές το εξάμηνο
στις Βρυξέλλες.
Σύνθεση και αρμοδιότητες
ΣΎΝΘΕΣΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΎ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ
Αρχηγοί κρατών ή κυβερνήσεων των κρατών μελών
Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου
Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Ύπατος εκπρόσωπος της Ένωσης για θέματα εξωτερικής πολιτικής και
πολιτικής ασφαλείας
Αρμοδιότητες
Καθορισμός των γενικών πολιτικών στόχων και προτεραιοτήτων.
Με τη Συνθήκη της Λισαβόνας θεσπίστηκε ο θεσμός του προέδρου του Ευ-
ρωπαϊκού Συμβουλίου. Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου δεν κα-
τέχει εθνικό αξίωμα, όπως συνέβαινε μέχρι τώρα με την προεδρία, αλλά
ευρωπαϊκό αξίωμα, το οποίο ασκεί για δυόμισι έτη σε καθεστώς πλήρους
απασχόλησης. Ο πρόεδρος θα πρέπει να είναι επιφανές πρόσωπο και εκλέ-
γεται με ειδική πλειοψηφία των μελών του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Η θη-
τεία του είναι άπαξ ανανεώσιμη. Καθήκον του είναι η προετοιμασία και συ-
νέχεια των εργασιών του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, ενώ εκπροσωπεί την
Ένωση σε διεθνείς συνόδους κορυφής στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής
και πολιτικής ασφάλειας.
Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο δεν έχει νομοθετικές αρμοδιότητες. Αρμοδιότητα
του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου είναι να καθορίζει τους γενικούς πολιτικούς
προσανατολισμούς της Ένωσης. Η αρμοδιότητα αυτή ασκείται με τα λεγόμε-
να «συμπεράσματα», τα οποία εγκρίνονται συναινετικά και περιλαμβάνουν
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 071
πολιτικές αποφάσεις επί της αρχής ή διατυπώνουν οδηγίες και εντολές που
αφορούν τις εργασίες του Συμβουλίου της ΕΕ ή την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Σε
τέτοιου είδους ενέργειες προέβη το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, για παράδειγμα,
σε σχέση με την οικονομική και νομισματική ένωση, το ευρωπαϊκό νομισμα-
τικό σύστημα, την άμεση εκλογή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, καθώς και
σε σχέση με κοινωνικοπολιτικές δράσεις και ενταξιακά ζητήματα.
Το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (άρθρο 16 ΣΕΕ)
Σύνθεση και προεδρία
Στο Συμβούλιο της ΕΕ εκπροσωπούνται οι κυβερνήσεις των κρατών μελών.
Κάθε ένα από τα 28 κράτη μέλη αποστέλλει έναν εκπρόσωπο, ο οποίος
κατά κανόνα, όχι όμως υποχρεωτικά, είναι ο εκάστοτε καθ’ ύλην αρμόδιος
υπουργός ή υφυπουργός. Είναι σημαντικό ο εκπρόσωπος να είναι εξου-
σιοδοτημένος να δεσμεύει την κυβέρνηση του κράτους μέλους το οποίο
εκπροσωπεί. Το γεγονός ότι η κυβέρνηση ενός κράτους μέλους μπορεί να
εκπροσωπηθεί με διάφορους τρόπους καταδεικνύει σαφώς ότι δεν υπάρ-
χουν μόνιμα μέλη του Συμβουλίου· αντιθέτως, το Συμβούλιο συνεδριάζει με
δέκα διαφορετικές συνθέσεις προσώπων και τομέων.
ΟΙ ΔΈΚΑ ΣΥΝΘΈΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ ΤΗΣ ΕΕ
Ένας αντιπρόσωπος κάθε κυβέρνησης κράτους μέλους σε υπουργικό
επίπεδο, με διαφορετική σύνθεση ανάλογα με το θέμα της συνεδρίασης
Προεδρεύει ο ύπατος εκπρόσωπος της Ένωσης για θέματα εξωτερικής
πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας:
■■ Εξωτερικές υποθέσεις
Προεδρεύει το κράτος μέλος που ασκεί την προεδρία του Συμβουλίου:
■■ Γενικές υποθέσεις
■■ Οικονομικές και δημοσιονομικές υποθέσεις
■■ Δικαιοσύνη και εσωτερικές υποθέσεις
■■ Απασχόληση, κοινωνική πολιτική, υγεία και καταναλωτές
■■ Ανταγωνιστικότητα
■■ Μεταφορές, τηλεπικοινωνίες και ενέργεια
■■ Γεωργία και αλιεία
■■ Περιβάλλον
■■ Παιδεία, νεολαία, πολιτισμός και αθλητισμός
072 ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
Το Συμβούλιο «Εξωτερικές Υποθέσεις» διαμορφώνει την εξωτερική δράση
της ΕΕ με βάση τις στρατηγικές οδηγίες του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και
μεριμνά για τη συνοχή της δράσης της ΕΕ. Το Συμβούλιο «Γενικές Υποθέσεις»
μεριμνά για τη συνοχή των εργασιών του Συμβουλίου σε όλες τις συνθέ-
σεις του και προετοιμάζει από κοινού με τους προέδρους του Ευρωπαϊκού
Συμβουλίου και της Επιτροπής τις συνόδους του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου.
Με εξαίρεση το Συμβούλιο «Εξωτερικές Υποθέσεις», του οποίου προεδρεύει
ο ύπατος εκπρόσωπος της ΕΕ για θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτι-
κής, η προεδρία του Συμβουλίου ασκείται εκ περιτροπής από κάθε κράτος
μέλος για περίοδο έξι μηνών. Η σειρά ορίζεται με ομόφωνη απόφαση του
Συμβουλίου. Η αλλαγή στην προεδρία γίνεται την 1η Ιανουαρίου και την
1η Ιουλίου κάθε έτους (2016: Κάτω Χώρες, Σλοβακία· 2017: Μάλτα, Εσθο-
νία (3)· 2018: Βουλγαρία, Αυστρία· 2019: Ρουμανία, Φινλανδία· 2020: Κρο-
ατία, Γερμανία). Προκειμένου να εξασφαλιστεί συνέχεια, παρά τη σχετικά
συχνή εναλλαγή της προεδρίας, οι εργασίες ακολουθούν ένα πρόγραμμα το
οποίο συμφωνείται μεταξύ των εκάστοτε τριών διαδοχικών προεδριών και,
συνεπώς, ισχύει για διάστημα 18 μηνών (η λεγόμενη «ομαδική προεδρία»).
Η προεδρία είναι επιφορτισμένη κυρίως με τον συντονισμό των εργασιών
του Συμβουλίου και των επιτροπών του. Εξάλλου, η προεδρία του Συμβου-
λίου έχει επίσης πολιτική σημασία, δεδομένου ότι το κράτος μέλος που την
ασκεί αναβαθμίζεται στη διεθνή σκηνή και έτσι παρέχεται η ευκαιρία ιδίως
στα μικρότερα κράτη μέλη να αναδειχθούν πολιτικά στον ρόλο αυτό απένα-
ντι στους «μεγάλους» και να προβληθούν στην ευρωπαϊκή πολιτική.
Η προετοιμασία των εργασιών του Συμβουλίου γίνεται από πληθώρα προ-
παρασκευαστικών οργάνων (επιτροπές και ομάδες εργασίας), τα οποία συ-
γκροτούνται από εκπροσώπους των κρατών μελών. Το σημαντικότερο προ-
παρασκευαστικό όργανο είναι η επιτροπή των Μονίμων Αντιπροσώπων των
κυβερνήσεων των κρατών μελών («ΕΜΑ Ι και ΙΙ»), η οποία συνεδριάζει κατά
κανόνα τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα.
Το Συμβούλιο επικουρείται από τη Γενική Γραμματεία, η οποία απασχολεί
περίπου 2 800 υπαλλήλους και διοικείται από τον Γενικό Γραμματέα που
ορίζεται από το Συμβούλιο.
Έδρα του Συμβουλίου είναι οι Βρυξέλλες.
(3) Λόγω του δημοψηφίσματος για το Brexit, το Ηνωμένο Βασίλειο παραιτήθηκε από την
προεδρία του Συμβουλίου για το δεύτερο εξάμηνο του 2017.
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 073
Αρμοδιότητες
Το Συμβούλιο της ΕΕ έχει πέντε βασικές αρμοδιότητες:
■■ Προέχουσα αρμοδιότητα του Συμβουλίου, την οποία ασκεί από κοινού
με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο πλαίσιο της συνήθους νομοθετικής
διαδικασίας, είναι η νομοθετική.
■■ Παράλληλα, το συμβούλιο είναι αρμόδιο για τον συντονισμό της
δημοσιονομικής πολιτικής των κρατών μελών.
■■ Αναπτύσσει την κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας της
ΕΕ βάσει κατευθυντήριων γραμμών που καθορίζει το Ευρωπαϊκό
Συμβούλιο.
■■ Το Συμβούλιο είναι το αρμόδιο όργανο για τη σύναψη συμφωνιών
μεταξύ της Ένωσης και τρίτων χωρών ή διεθνών οργανισμών.
■■ Το Συμβούλιο καταρτίζει, βάσει προσχεδίου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,
τον προϋπολογισμό, ο οποίος στη συνέχεια χρήζει έγκρισης από το
Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Επίσης, προτείνει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
την απαλλαγή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ως προς την εκτέλεση του
προϋπολογισμού.
Το Συμβούλιο διορίζει, περαιτέρω, τα μέλη του Ελεγκτικού Συνεδρίου, της
Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, καθώς και της Επιτρο-
πής των Περιφερειών.
Σύνοδοι του Συμβουλίου και λήψη αποφάσεων
Κατά τις συνόδους του Συμβουλίου επέρχεται εξισορρόπηση μεταξύ των
εθνικών συμφερόντων των κρατών μελών και των συμφερόντων της Ένω-
σης. Μολονότι τα κράτη μέλη προβάλλουν στο πλαίσιο του Συμβουλίου προ-
παντός τα εθνικά τους συμφέροντα, υποχρεούνται συγχρόνως να σέβονται
τους σκοπούς και τις ανάγκες της Ένωσης ως συνόλου. Το Συμβούλιο είναι
όργανο της Ένωσης και όχι κυβερνητική διάσκεψη. Ως εκ τούτου, κατά τις
συνόδους δεν αναζητείται ο ελάχιστος κοινός παρονομαστής μεταξύ των
κρατών μελών, αλλά επιδιώκεται η βέλτιστη εξισορρόπηση μεταξύ των
συμφερόντων της ΕΕ και των εθνικών συμφερόντων των κρατών μελών.
Το Συμβούλιο συνεδριάζει και αποφασίζει βάσει εγγράφων και σχεδίων συ-
νταγμένων στις 24 επίσημες γλώσσες της ΕΕ (βουλγαρική, δανική, γερμα-
νική, αγγλική, εσθονική, φινλανδική, γαλλική, ελληνική, ιρλανδική, ιταλική,
κροατική, λετονική, λιθουανική, μαλτέζικη, ολλανδική, πορτογαλική, ρου-
μανική, σουηδική, σλοβακική, σλοβενική, ισπανική, τσεχική και ουγγρική).
074 ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
Σε κατεπείγουσες περιπτώσεις επιτρέπεται κατόπιν ομόφωνης απόφασης
η παρέκκλιση από τον γλωσσικό κανόνα. Το ίδιο ισχύει για τις προτάσεις
τροπολογιών οι οποίες εισάγονται και συζητούνται κατά τη διάρκεια της
συνόδου.
Σύμφωνα με τις Συνθήκες της ΕΕ, οι αποφάσεις στο Συμβούλιο λαμβάνονται
κατ’ αρχήν με πλειοψηφία. Κατά κανόνα απαιτείται εν προκειμένω ειδική
πλειοψηφία (άρθρο 16 παράγραφος 3 ΣΕΕ). Κατ’ εξαίρεση, σε ορισμένους
τομείς (ιδίως ως προς διαδικαστικά ζητήματα) αρκεί απλή πλειοψηφία, με
κάθε μέλος του Συμβουλίου να έχει μία ψήφο (ήτοι, επί των σημερινών
28 κρατών μελών, η απλή πλειοψηφία επιτυγχάνεται με 15 ψήφους).
Σύμφωνα με το σύστημα της διπλής πλειοψηφίας, ειδική πλειοψηφία επιτυγ-
χάνεται μόνον εφόσον υπερψηφιστεί η πρόταση της Επιτροπής από τουλά-
χιστον το 55 % των μελών του Συμβουλίου, προερχόμενα από τουλάχιστο
16 κράτη μέλη, τα οποία αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον το 65 % του πλη-
θυσμού της Ένωσης (άρθρο 16 παράγραφος 4 ΣΕΕ).
Προκειμένου να αποτραπεί το ενδεχόμενο να παρεμποδιστεί η λήψη μιας
απόφασης από έναν μικρό αριθμό κρατών με μεγάλο πληθυσμό, προβλέπε-
ται ότι ο αριθμός τους δεν μπορεί να είναι μικρότερος από τέσσερα (μειο-
ψηφία αρνησικυρίας), τα οποία αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον το 35 % του
πληθυσμού της ΕΕ. Το σύστημα ολοκληρώνεται από έναν συμπληρωματικό
μηχανισμό: Σε περίπτωση που δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την επί-
τευξη μειοψηφίας αρνησικυρίας, η διαδικασία λήψης απόφασης μπορεί να
ανασταλεί. Στην περίπτωση αυτή το Συμβούλιο της ΕΕ δεν διεξάγει ψηφο-
φορία αλλά συνεχίζει τις διαπραγματεύσεις για «εύλογο χρονικό διάστημα»,
εφόσον το ζητήσουν μέλη του Συμβουλίου που εκπροσωπούν τουλάχιστον
το 75 % του πληθυσμού ή τουλάχιστον το 75 % του αριθμού των κρατών
μελών που απαιτούνται για τη διαμόρφωση μειοψηφίας αρνησικυρίας.
Για αποφάσεις που άπτονται ιδιαίτερα ευαίσθητων τομέων οι Συνθήκες
προβλέπουν ομοφωνία. Ωστόσο, οι αποχές δεν παρεμποδίζουν τη λήψη
απόφασης. Ομοφωνία απαιτείται π.χ. για ζητήματα φορολογίας, ρυθμίσεις
που αφορούν την κοινωνική ασφάλιση και προστασία των εργαζομένων, τη
διαπίστωση παραβιάσεων θεμελιωδών αρχών της Ένωσης εκ μέρους κρά-
τους μέλους, καθώς και για αποφάσεις που αφορούν τον καθορισμό αρχών
και την εφαρμογή της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας
ή ορισμένες αποφάσεις στους τομείς της αστυνομικής συνεργασίας και της
δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις.
Πληθυσµός που χρησιµοποιείται ως βάση
Πληθυσμός (*)
για τις ψήφους στο Συµβούλιο Ποσοστό επί του πληθυσμού της ΕΕ ( %)
Γερμανία Γαλλία Ηνωμένο Ιταλία
81 089 331 66 352 469 Βασίλειο 61 438 480
15,93 % 13,04 % 64 767 115 12,07 %
12,73 %
Ισπανία Πολωνία Ρουμανία Κάτω Χώρες
46 439 864 38 005 614 19 861 408 17 155 169
9,12 % 7,47 % 3,90 % 3,37 %
Βέλγιο Ελλάδα Τσεχική Πορτογαλία
11 258 434 10 846 979 Δημοκρατία 10 374 822
2,21 % 2,13 % 10 419 743 2,04 %
2,05 %
Ουγγαρία Σουηδία Αυστρία Βουλγαρία
9 855 571 9 790 000 8 581 500 7 202 198
1,94 % 1,92 % 1,69 % 1,42 %
Δανία Φινλανδία Σλοβακία Ιρλανδία
5 653 357 5 471 753 5 403 134 4 625 885
1,11 % 1,08 % 1,06 % 0,91 %
Κροατία Λιθουανία Σλοβενία Λετονία
4 225 316 2 921 262 2 062 874 1 986 096
0,83 % 0,57 % 0,41 % 0,39 %
Εσθονία Κύπρος Λουξεμβούργο Μάλτα
1 313 271 847 008 562 958 429 344
0,26 % 0,17 % 0,11 % 0,08 %
Σύνολο Κατώτατο όριο (65 %)
508 940 955 330 811 621
(*) Πληθυσμός που λαμβάνεται ως βάση για το έτος 2016, σύμφωνα με το παράρτημα ΙΙΙ του εσωτερικού
κανονισμού του Συμβουλίου.
Federica Mogherini, ύπατη εκπρόσωπος της
Ένωσης για θέματα εξωτερικής πολιτικής και
πολιτικής ασφάλειας, Donald Tusk, πρόεδρος του
Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, και Jean-Claude Juncker,
πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, με τον Jens
Stoltenberg, Γ.Γ. του ΝΑΤΟ, στη Σύνοδο Κορυφής
του ΝΑΤΟ στη Βαρσοβία στις 8/9 Ιουλίου 2016
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 077
Ο ύπατος εκπρόσωπος της Ένωσης για θέματα εξωτερικής
πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας (άρθρο 18 ΣΕΕ)
Ο ύπατος εκπρόσωπος της Ένωσης για θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολι-
τικής ασφάλειας δεν είναι ο υπουργός εξωτερικών της Ένωσης, όπως σχεδια-
ζόταν στο πλαίσιο των εργασιών για το Σύνταγμα. Ωστόσο, η θέση του στο θε-
σμικό πλέγμα ενισχύθηκε και διευρύνθηκε σημαντικά. Ο ύπατος εκπρόσωπος
έχει παρουσία τόσο στο Συμβούλιο της ΕΕ, όπου προεδρεύει του Συμβουλίου
Εξωτερικών Υποθέσεων, όσο και στην Επιτροπή, όπου ως αντιπρόεδρος είναι
αρμόδιος για θέματα εξωτερικών υποθέσεων. Ο ύπατος εκπρόσωπος εκλέ-
γεται από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο με ειδική πλειοψηφία και με τη σύμφωνη
γνώμη του προέδρου της Επιτροπής. Επικουρείται από τη νεοσύστατη, μόλις
το έτος 2011, Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης (ΕΥΕΔ), η οποία προ-
έκυψε από τη συγχώνευση των αρμόδιων για θέματα εξωτερικής πολιτικής
υπηρεσιών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, και του Συμβουλίου, ενώ περιλαμβά-
νει επίσης διπλωμάτες των εθνικών διπλωματικών αρχών.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (άρθρο 17 ΣΕΕ)
ΣΎΝΘΕΣΗ
28 μέλη
από τα οποία
πρόεδρος
πρώτος αντιπρόεδρος
ύπατος εκπρόσωπος της Ένωσης για θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας,
παράλληλα και αντιπρόεδρος
5 επιπλέον αντιπρόεδροι
20 επίτροποι
Αρμοδιότητες
Νομοθετική Έλεγχος της τήρησης και Διαχείριση και εκτέλεση Εκπροσώπηση
πρωτοβουλία της ορθής εφαρμογής των διατάξεων του της ΕΕ σε διεθνείς
του δικαίου της Ένωσης δικαίου της Ένωσης οργανισμούς
Σύνθεση
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποτελείται από 28 μέλη, ένα από κάθε κράτος μέ-
λος, ήτοι σήμερα στην Επιτροπή θητεύουν 28 επίτροποι (με διαφορετικές
αρμοδιότητες) (άρθρο 17 παράγραφος 4 ΣΕΕ). Η προβλεπόμενη στο άρ-
θρο 17 παράγραφος 5 ΣΕΕ συρρίκνωση της Επιτροπής στα δύο τρίτα του
078 ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
αριθμού των κρατών μελών από την 1η Νοεμβρίου 2011 δεν έχει ενεργο-
ποιηθεί, βάσει απόφασης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου.
Επικεφαλής της Επιτροπής είναι ο πρόεδρος, ο οποίος κατέχει ισχυρή θέση
στο σώμα. Δεν είναι πλέον «πρώτος μεταξύ ίσων» αλλά η θέση του προέχει,
καθώς καθορίζει τους προσανατολισμούς στο πλαίσιο των οποίων η Επιτρο-
πή ασκεί τα καθήκοντά της και αποφασίζει σχετικά με την εσωτερική οργά-
νωση της Επιτροπής [άρθρο 17 παράγραφος 6 στοιχεία α) και β) ΣΕΕ]. Έτσι,
ο πρόεδρος έχει αρμοδιότητα να χαράσσει κατευθύνσεις και οργανωτική
εξουσία. Εξοπλισμένος με αυτές τις εξουσίες, ο πρόεδρος οφείλει να διασφα-
λίζει ότι τη συνοχή, αποτελεσματικότητα και συλλογικότητα της δράσης της
Επιτροπής, η οποία εκφράζεται ιδίως στη λήψη αποφάσεων ως Σώμα (άρ-
θρο 250 παράγραφος 1 ΣΛΕΕ). Ο πρόεδρος διαρθρώνει και κατανέμει τους
τομείς αρμοδιότητας της Επιτροπής μεταξύ των μελών της, ενώ μπορεί να
προβαίνει και σε ανακατανομή των αρμοδιοτήτων αυτών κατά τη διάρκεια
της θητείας τους (άρθρο 248 ΣΛΕΕ). Ο πρόεδρος διορίζει τον πρώτο αντι-
πρόεδρο και τους λοιπούς αντιπροέδρους, πλην του ύπατου εκπροσώπου της
Ένωσης για θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας, ο οποίος
λόγω του αξιώματός του είναι παράλληλα και αντιπρόεδρος της Επιτροπής.
Επιπλέον, προβλέπεται ρητά ότι μέλος της Επιτροπής υποβάλλει παραίτηση,
εφόσον του το ζητήσει ο πρόεδρος (άρθρο 17 παράγραφος 6 εδάφιο 2 ΣΕΕ).
Τέλος, η υπερέχουσα θέση του προέδρου υπογραμμίζεται και από το δικαί-
ωμά του σε ακρόαση κατά την επιλογή των λοιπών μελών της Επιτροπής,
καθώς και από το γεγονός ότι συμμετέχει στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.
Οι επίτροποι σχηματίζουν ομάδες έργου υπό την καθοδήγηση κάποιου εκ
των αντιπροέδρων, οι οποίες ασχολούνται αντίστοιχα με τους ακόλουθους
τομείς: 1. ενεργειακή ένωση με μακρόπνοη πολιτική όσον αφορά την κλιμα-
τική αλλαγή, 2. απασχόληση, ανάπτυξη, επενδύσεις και ανταγωνιστικότητα,
3. ψηφιακή ενιαία αγορά, 4. ευρώ και κοινωνικός διάλογος, 5. προϋπολογι-
σμός και ανθρώπινοι πόροι.
Οι αντιπρόεδροι ενεργούν στο όνομα του προέδρου ως εκπρόσωποί του.
Στο πλαίσιο του τομέα αρμοδιότητάς τους, καθοδηγούν και συντονίζουν το
έργο διαφόρων επιτρόπων. Ιδιαίτερη θέση κατέχει ο πρώτος αντιπρόεδρος,
ο οποίος λειτουργεί ως «δεξί χέρι» του προέδρου και στον οποίο ανατίθενται
οριζόντιες αρμοδιότητες, όπως η βελτίωση της νομοθεσίας, οι διοργανικές
σχέσεις, το κράτος δικαίου και ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων.
Έτσι, καμία πρόταση της Επιτροπής δεν τίθεται σε διαβούλευση στην Επι-
τροπή εάν δεν εγκριθεί προηγουμένως από τον πρώτο αντιπρόεδρο ως
αναγκαίο μέτρο.
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 079
Ο πρόεδρος και τα μέλη της Επιτροπής διορίζονται για θητεία πέντε ετών.
Συναφώς, εφαρμόζεται η διαδικασία του διορισμού. Η διαδικασία αυτή ρυθ-
μίστηκε εκ νέου στο άρθρο 17 παράγραφος 7 ΣΕΕ με τη Συνθήκη της Λι-
σαβόνας. Πρόκειται για διαδικασία που περιλαμβάνει περισσότερα στάδια.
Αρχικά εκλέγεται ο πρόεδρος και στη συνέχεια επιλέγονται οι προσωπικό-
τητες που προτείνεται να διοριστούν ως μέλη της Επιτροπής. Σε τρίτο στά-
διο γίνεται ο επίσημος διορισμός του προέδρου της Επιτροπής, του ύπατου
εκπροσώπου της ΕΕ για την εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφαλείας
καθώς και των λοιπών μελών της Επιτροπής.
Αφού προβεί στις σχετικές διαβουλεύσεις, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, αποφα-
σίζοντας με ειδική πλειοψηφία, προτείνει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έναν
υποψήφιο για το αξίωμα του προέδρου της Επιτροπής. Κατά την επιλογή του
υποψηφίου για το αξίωμα του προέδρου της Επιτροπής λαμβάνεται υπόψη
το αποτέλεσμα των εκλογών για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Στη νέα αυτή
προϋπόθεση διακρίνεται η εντονότερη πολιτικοποίηση της Επιτροπής. Σε
τελική ανάλυση, αυτό σημαίνει ότι οι πολιτικές ομάδες που συγκεντρώνουν
την εκάστοτε πλειοψηφία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχουν βαρύνουσα
επιρροή στην ανάδειξη του προέδρου.
Μάλιστα, στην περίπτωση του διορισμού του Jean-Claude Juncker, το Ευ-
ρωπαϊκό Κοινοβούλιο επέβαλε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο να προτείνει για
το αξίωμα του προέδρου τον υποψήφιο της πολιτικής ομάδας που συγκέ-
ντρωνε την πλειοψηφία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (ΕΛΚ). Το Ευρωπαϊκό
Κοινοβούλιο στηρίχθηκε στη ρύθμιση σύμφωνα με την οποία, εάν ο υπο-
ψήφιος δεν συγκεντρώσει την αναγκαία πλειοψηφία στο Ευρωπαϊκό Κοι-
νοβούλιο, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, αποφασίζοντας με ειδική πλειοψηφία,
προτείνει εντός μηνός νέο υποψήφιο, ο οποίος εκλέγεται από το Ευρωπαϊκό
Κοινοβούλιο με την ίδια διαδικασία. Με τον τρόπο αυτό, ο διορισμός του
«επικρατούντος υποψηφίου» από τα κόμματα για τις εκλογές του Ευρω-
παϊκού Κοινοβουλίου ενισχύεται σημαντικά, ενώ προβάλλεται περισσότερο
στους πολίτες η σημασία της συμμετοχής τους στις εκλογές για το Ευρωπαϊ-
κό Κοινοβούλιο, δεδομένου ότι με την ψήφο τους συναποφασίζουν εμμέσως
και για τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
εκλέγει τον προτεινόμενο πρόεδρο με πλειοψηφία των μελών του.
Μετά την εκλογή του προέδρου, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο εγκρίνει «με συ-
ναίνεση» (άρθρο 15 παράγραφος 4 ΣΕΕ) τον κατάλογο που έχει καταρτι-
στεί από τα κράτη μέλη με τα λοιπά πρόσωπα που προορίζονται για μέλη
της Επιτροπής. Στο πλαίσιο αυτό, επιλέγονται πρόσωπα βάσει των γενικών
τους ικανοτήτων και της προσήλωσής τους στην Ευρωπαϊκή ιδέα και μεταξύ
Jean-Claude Juncker, πρόεδρος
της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, κατά
την ομιλία για την κατάσταση
της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις
14 Σεπτεμβρίου 2016 στο Ευρωπαϊκό
Κοινοβούλιο. Διακρίνονται ο Frans
Timmermans, πρώτος αντιπρόεδρος,
η Federica Mogherini, πρώτη
αντιπρόεδρος και ύπατη εκπρόσωπος
της Ένωσης για θέματα εξωτερικής
πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας,
καθώς και άλλα μέλη της Ευρωπαϊκής
Επιτροπής.
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 081
προσωπικοτήτων που παρέχουν πλήρη εχέγγυα ανεξαρτησίας. Αποφασίζο-
ντας με ειδική πλειοψηφία, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο διορίζει τον ύπατο εκ-
πρόσωπο της Ένωσης για θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφα-
λείας (άρθρο 18 παράγραφος 1 ΣΕΕ). Μεταξύ του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου
και του εκλεγμένου προέδρου της Επιτροπής θα πρέπει να υπάρχει συμφω-
νία για τον υποψήφιο. Μάλιστα, για τον διορισμό του ύπατου εκπροσώπου
απαιτείται ρητά η συμφωνία του ορισθέντος προέδρου της Επιτροπής. Εάν
ο εκλεγείς πρόεδρος της Επιτροπής ασκήσει το δικαίωμα αρνησικυρίας, δεν
μπορεί να ακολουθήσει ο διορισμός των λοιπών μελών της Επιτροπής.
Μετά την εκλογή του προέδρου και τον ορισμό του ύπατου εκπροσώπου
της Ένωσης για θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας και
των λοιπών μελών της Επιτροπής, ολόκληρο το σώμα υπόκειται σε ψήφο
έγκρισης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Εξάλλου, τα προτεινόμενα μέλη
της Επιτροπής πρέπει αρχικά να απαντήσουν, στο πλαίσιο ακρόασης, στις
ερωτήσεις των βουλευτών, οι οποίες συνήθως αφορούν θέματα που άπτο-
νται του τομέα που προβλέπεται να ανατεθεί στον εκάστοτε προτεινόμενο
επίτροπο καθώς και των προσωπικών βασικών θέσεών του σχετικά με το
μέλλον της ΕΕ. Μετά την έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, για την
οποία αρκεί απλή πλειοψηφία, ο πρόεδρος και τα λοιπά μέλη της Επιτροπής
διορίζονται από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο με ειδική πλειοψηφία. Η Επιτροπή
αρχίζει τις εργασίες της με τον διορισμό των μελών της.
Έδρα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είναι οι Βρυξέλλες.
Αρμοδιότητες
Η Επιτροπή είναι κατ’ αρχάς η κινητήρια δύναμη της πολιτικής της ΕΕ. Από
την Επιτροπή ξεκινά κάθε δράση της ΕΕ, καθώς αυτή έχει την αρμοδιότητα
να υποβάλλει στο Συμβούλιο προτάσεις για ενωσιακή νομοθετική ρύθμιση
(το λεγόμενο «δικαίωμα πρωτοβουλίας» της Επιτροπής). Στο πλαίσιο αυτό,
η Επιτροπή δεν ενεργεί κατά το δοκούν, αλλά είναι υποχρεωμένη να ενερ-
γεί όταν το επιβάλλει το συμφέρον της Ένωσης. Την επεξεργασία πρότασης
μπορούν εξάλλου να ζητήσουν από την Επιτροπή το Συμβούλιο (άρθρο 241
ΣΛΕΕ), το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (άρθρο 225 ΣΛΕΕ), αλλά και ομάδα πολι-
τών της Ένωσης (άρθρο 11 παράγραφος 4 ΣΕΕ) στο πλαίσιο πρωτοβουλίας
πολιτών. Πρωτογενείς νομοθετικές εξουσίες αναγνωρίζονται στην Επιτροπή
μόνο όσον αφορά συγκεκριμένα θέματα (π.χ. στον τομέα του προϋπολογι-
σμού της ΕΕ, των διαρθρωτικών ταμείων, της καταπολέμησης των φορολο-
γικών διακρίσεων, των ενισχύσεων και των ρητρών διασφάλισης). Σημαντι-
κά ευρύτερες είναι αντιθέτως οι νομοθετικές εξουσίες που ανατίθενται στην
082 ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
Επιτροπή από το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σε σχέση με την
εκτέλεση των θεσπιζόμενων από αυτά πράξεων (βλ. άρθρο 290 ΣΛΕΕ).
Η Επιτροπή είναι επίσης ο θεματοφύλακας του δικαίου της Ένωσης. Ελέγ-
χει την εφαρμογή και την εκτέλεση του πρωτογενούς και του παράγωγου
δικαίου της Ένωσης από τα κράτη μέλη. Εάν κρίνει ότι ένα κράτος μέλος
έχει παραβεί υποχρέωσή του που απορρέει από το δίκαιο της ΕΕ κινεί κατά
του κράτους αυτού διαδικασία λόγω παραβάσεως (βλ. άρθρο 258 ΣΛΕΕ)
και, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, παραπέμπει την υπόθεση στο Δικαστήριο.
Η Επιτροπή επιλαμβάνεται επίσης παραβάσεων του δικαίου της Ένωσης από
φυσικά και νομικά πρόσωπα, ιδίως παραβάσεων του ευρωπαϊκού δικαίου
ανταγωνισμού, και μπορεί να επιβάλλει βαριές κυρώσεις. Τα τελευταία χρό-
νια η καταπολέμηση των παραβάσεων της νομοθεσίας της ΕΕ έχει βρεθεί
στο επίκεντρο της δραστηριότητας της Επιτροπής.
Στενά συνδεδεμένη με τον ρόλο του θεματοφύλακα είναι η αρμοδιότητα της
Επιτροπής ως εκπροσώπου των συμφερόντων της Ένωσης. Η Επιτροπή δεν
επιτρέπεται να επιδιώκει άλλα συμφέροντα, εκτός από εκείνα της Ένωσης.
Κατά τις συχνά δύσκολες διαπραγματεύσεις μέσα στο Συμβούλιο, οφείλει
πάντα να καταβάλλει προσπάθειες για την προβολή των συμφερόντων της
Ένωσης και να προτείνει συμβιβασμούς που λαμβάνουν υπόψη τα συμφέρο-
ντα αυτά. Πέραν αυτού, κατέχει συγχρόνως ρόλο μεσολαβητή μεταξύ των
κρατών μελών, για τον οποίο είναι ιδιαίτερα κατάλληλη λόγω της ουδετε-
ρότητάς της.
Τέλος, η Επιτροπή είναι και εκτελεστικό όργανο —αν και σε περιορισμένη
μόνο έκταση. Αυτό ισχύει ιδίως στον τομέα του δικαίου του ανταγωνισμού,
στον οποίο η Επιτροπή ασκεί κλασικά καθήκοντα διοικητικής αρχής: εξετά-
ζει τα πραγματικά περιστατικά, χορηγεί άδειες ή επιβάλλει απαγορεύσεις
και, κατά περίπτωση, επιβάλλει κυρώσεις. Εκτεταμένες διοικητικές αρμοδι-
ότητες διαθέτει επίσης σε σχέση με τα διαρθρωτικά ταμεία της ΕΕ και την
εκτέλεση του προϋπολογισμού. Ωστόσο, κατά κανόνα είναι τα ίδια τα κράτη
μέλη που οφείλουν να μεριμνούν για την εφαρμογή των ρυθμίσεων της
Ένωσης σε κάθε μεμονωμένη περίπτωση. Η λύση αυτή, την οποία επέλε-
ξαν οι συντάκτες των Συνθηκών, έχει το πλεονέκτημα ότι φέρνει πιο κοντά
στους πολίτες την πραγματικότητα της ευρωπαϊκής έννομης τάξης, η οποία
παραμένει γι’ αυτούς «ξένη», μέσα από την εξουσία και το γνώριμο πέπλο
της εθνικής έννομης τάξης.
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 083
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΉ ΔΙΆΡΘΡΩΣΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΉΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ
Επιτροπή
(28 μέλη) (Γραφεία)
Γενική Γραμματεία
Νομική Υπηρεσία
Υπηρεσία εκπροσώπου Τύπου
Γενικές Διευθύνσεις
Eurostat Γραφεία
■■ Ανθρώπινοι Πόροι και Ασφάλεια ■■ Γραφείο Διαχείρισης και Εκκαθάρισης των
■■ Ανταγωνισμός Ατομικών Δικαιωμάτων
■■ Απασχόληση, Κοινωνικές Υποθέσεις και Ένταξη ■■ Γραφείο Υποδομών και Διοικητικής Υποστήριξης
■■ Γειτονία και Διαπραγματεύσεις για τη Διεύρυνση (Βρυξέλλες, Λουξεμβούργο)
■■ Γενική Γραμματεία ■■ Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Επιλογής Προσωπικού
■■ Γεωργία και Αγροτική Ανάπτυξη ■■ Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της
■■ Διεθνής Συνεργασία και Ανάπτυξη Απάτης
■■ Διερμηνεία ■■ Ευρωπαϊκό Κέντρο Πολιτικής Στρατηγικής
■■ Δικαιοσύνη και Καταναλωτές ■■ Ιστορικά Αρχεία
■■ Δράση για το Κλίμα ■■ Κεντρική Βιβλιοθήκη
■■ Εκπαίδευση και Πολιτισμός ■■ Νομική Υπηρεσία
■■ Εμπόριο ■■ Υπεύθυνος Προστασίας Δεδομένων της
■■ Ενέργεια Επιτροπής
■■ Επικοινωνία ■■ Υπηρεσία Εκδόσεων
■■ Επικοινωνιακά Δίκτυα, Περιεχόμενο και ■■ Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου
Τεχνολογίες ■■ Υπηρεσία Στήριξης Διαρθρωτικών
■■ Έρευνα και Καινοτομία Μεταρρυθμίσεων
■■ Εσωτερική Αγορά, Βιομηχανία,
Επιχειρηματικότητα και ΜΜΕ
■■ Ευρωπαϊκή Πολιτική Προστασία και
Επιχειρήσεις Ανθρωπιστικής Βοήθειας
■■ Θαλάσσια Πολιτική και Αλιεία
■■ Κινητικότητα και Μεταφορές
■■ Κοινό Κέντρο Ερευνών
■■ Μετανάστευση και Εσωτερικές Υποθέσεις
■■ Μετάφραση
■■ Οικονομικές και Χρηματοδοτικές Υποθέσεις
■■ Περιβάλλον
■■ Περιφερειακή Πολιτική και Αστική Ανάπτυξη
■■ Πληροφορική
■■ Προϋπολογισμός
■■ Υγεία και Ασφάλεια των Τροφίμων
■■ Υπηρεσία Μέσων Εξωτερικής Πολιτικής
■■ Φορολογία και Τελωνειακή Ένωση
■■ Χρηματοπιστωτική Σταθερότητα,
Χρηματοπιστωτικές Υπηρεσίες και Ένωση
Κεφαλαιαγορών
Συνεδρίαση του Τμήματος
μείζονος σύνθεσης του
Δικαστηρίου
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 085
Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (άρθρο 19 ΣΕΕ)
Για μια έννομη τάξη που θα έχει διάρκεια είναι απαραίτητο οι κανόνες της να
επιτηρούνται από ανεξάρτητη εξουσία. Επιπλέον, σε μια ένωση κρατών, εάν
ο έλεγχος των κοινών κανόνων ανατεθεί στα εθνικά δικαστήρια, οι κανόνες
αυτοί θα ερμηνεύονται και θα εφαρμόζονται από κράτος σε κράτος με δια-
φορετικό τρόπο. Υπό τις συνθήκες αυτές, η ενιαία εφαρμογή του δικαίου της
Ένωσης σε όλα τα κράτη μέλη θα ήταν προβληματική. Οι λόγοι αυτοί οδήγη-
σαν ήδη κατά την ίδρυση της ΕΚΑΧ, το 1952, στη σύσταση ενός Δικαστηρίου,
το οποίο το 1957 έγινε το δικαιοδοτικό όργανο και των άλλων δύο κοινοτήτων
[Ε(Ο)Κ και Ευρατόμ] και ήδη αποτελεί το δικαιοδοτικό όργανο της ΕΕ.
Δικαιοδοτικές αρμοδιότητες ασκούνται σε δύο επίπεδα,
■■ από το Δικαστήριο ως ανώτατο δικαστήριο της ευρωπαϊκής
δικαιοδοσίας (άρθρο 253 ΣΛΕΕ) και
4. από το Γενικό Δικαστήριο (άρθρο 254 ΣΛΕΕ).
Προκειμένου να μειωθεί ο φόρτος εργασίας του Δικαστηρίου και να βελ-
τιωθεί η έννομη προστασία στην ΕΕ, το Συμβούλιο της ΕΕ συνέστησε το
2004 το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. άρ-
θρο 257 ΣΛΕΕ), το οποίο υπάγεται στο Γενικό Δικαστήριο. Ωστόσο, το 2015
ο νομοθέτης της Ένωσης αποφάσισε να αυξήσει σταδιακά τον αριθμό των
δικαστών στο Γενικό Δικαστήριο σε 56 και να μεταβιβάσει τις αρμοδιότητες
του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Γενικό
Δικαστήριο. Αντίστοιχα, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής
Ένωσης καταργήθηκε από την 1η Σεπτεμβρίου 2016.
Είδη διαδικασιών
Διαδικασίες επί παραβάσει: Επιτροπή κατά κράτους
μέλους (άρθρο 258 ΣΛΕΕ)
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΉΡΙΟ ΤΗΣ Κράτος μέλος κατά κράτους μέλους (άρθρο 259 ΣΛΕΕ)
ΕΥΡΩΠΑΪΚΉΣ ΈΝΩΣΗΣ Προσφυγή ακύρωσης και προσφυγή λόγω
παραλείψεως θεσμικού οργάνου της Ένωσης
Σύνθεση ή κράτους μέλους λόγω παράνομης πράξης
ή παράλειψης (άρθρα 263 και 265 ΣΛΕΕ)
28 δικαστές και Αιτήσεις έκδοσης προδικαστικών αποφάσεων από τα
11 γενικοί εισαγγελείς δικαστήρια των κρατών μελών σχετικά με το κύρος και
που διορίζονται με κοινή την ερμηνεία διατάξεων της νομοθεσίας της Ένωσης
συμφωνία από τις κυβερνήσεις (άρθρο 267 ΣΛΕΕ)
των κρατών μελών
Ένδικα μέσα κατά αποφάσεων του Γενικού Δικαστηρίου
για περίοδο έξι ετών
(άρθρο 256 ΣΛΕΕ)
086 ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
Το Δικαστήριο ασκεί την ανώτατη δικαστική εξουσία σε όλα τα ζητήματα του
δικαίου της Ένωσης. Καθήκον του είναι γενικά να εξασφαλίζει «την τήρηση
του δικαίου κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των Συνθηκών».
Αυτή η γενική περιγραφή της αρμοδιότητας περιλαμβάνει τρεις βασικούς
τομείς:
■■ τον έλεγχο της εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, τόσο σε σχέση με
τη συμπεριφορά των θεσμικών οργάνων της Ένωσης κατά την εκτέλεση
των διατάξεων των Συνθηκών όσο και σε σχέση με την εκπλήρωση από
τα κράτη μέλη και τους ιδιώτες των υποχρεώσεών τους που απορρέουν
από το ενωσιακό δίκαιο,
■■ την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, και
■■ την περαιτέρω εξέλιξη του δικαίου της Ένωσης.
Το Δικαστήριο ασκεί αυτές τις αρμοδιότητες στο πλαίσιο τόσο της γνωμοδο-
τικής όσο και της δικαιοδοτικής λειτουργίας του. Η γνωμοδοτική λειτουργία
έχει τη μορφή δεσμευτικών γνωμοδοτήσεων για τις συμφωνίες που η Ένω-
ση επιθυμεί να συνάψει με τρίτες χώρες ή διεθνείς οργανισμούς. Πολύ ση-
μαντικότερη είναι όμως η λειτουργία του Δικαστηρίου ως δικαιοδοτικού ορ-
γάνου. Στο πλαίσιο αυτής της λειτουργίας το Δικαστήριο ασκεί αρμοδιότητες
οι οποίες στις έννομες τάξεις των κρατών μελών κατανέμονται μεταξύ δια-
φόρων δικαστηρίων. Έτσι, το Δικαστήριο λειτουργεί ως συνταγματικό δικα-
στήριο όταν εκδικάζει διαφορές μεταξύ των οργάνων της Ένωσης και ελέγ-
χει τη νομιμότητα της νομοθεσίας της Ένωσης, ως διοικητικό δικαστήριο
όταν ελέγχει τις διοικητικές πράξεις που εκδίδει η Επιτροπή ή, εμμέσως, οι
αρχές των κρατών μελών (βάσει του δικαίου της Ένωσης), ως εργατοδικείο
και δικαστήριο διαφορών κοινωνικής ασφάλισης όταν εκδικάζει ζητήματα
που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία και την κοινωνική ασφάλιση των
εργαζομένων καθώς και την ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών στην ερ-
γασία, ως φορολογικό δικαστήριο όταν εξετάζει ζητήματα που αφορούν το
κύρος και την ερμηνεία των διατάξεων των οδηγιών επί φορολογικών και
τελωνειακών θεμάτων, αλλά και ως αστικό δικαστήριο όταν εκδικάζει αγω-
γές αποζημιώσεως και όταν ερμηνεύει τις διατάξεις περί αναγνώρισης και
εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων επί αστικών και εμπορικών διαφορών.
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 087
Το Γενικό Δικαστήριο
Ο φόρτος εργασίας του Δικαστηρίου αυξάνεται σταθερά με την πάροδο του
χρόνου. Θα εξακολουθήσει δε να αυξάνεται αν αναλογιστεί κανείς το δυνα-
μικό συγκρούσεων που έχει δημιουργηθεί από τις πολυάριθμες οδηγίες που
έχουν εκδοθεί για την πραγμάτωση της εσωτερικής αγοράς και έχουν μετα-
φερθεί στα εθνικά δίκαια. Άλλα αμφισβητούμενα θέματα που χρήζουν της
απάντησης του Δικαστηρίου προδιαγράφονται ήδη σε σχέση με τη Συνθήκη
για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Για τον λόγο αυτό δημιουργήθηκε ήδη το 1988
ένα ακόμη δικαστήριο.
ΤΟ ΓΕΝΙΚΌ ΔΙΚΑΣΤΉΡΙΟ
Σύνθεση
επί του παρόντος 44 δικαστές
με κάθε κράτος μέλος να αποστέλλει τουλάχιστον έναν δικαστή
που διορίζονται με κοινή συμφωνία από τις κυβερνήσεις των κρατών μελών
για περίοδο έξι ετών
Είδη διαδικασιών
Προσφυγές ακύρωσης και προσφυγές λόγω παραλείψεως Αγωγές αποζημίωσης λόγω
από φυσικά ή νομικά πρόσωπα κατά παράνομης πράξης συμβατικής ή εξωσυμβατικής
ή παράλειψης ενωσιακού οργάνου Προσφυγές των κρατών ευθύνης (άρθρο 268 και
μελών κατά της Επιτροπής και/ή του Συμβουλίου που αφορούν άρθρο 340 παράγραφοι 1 και 2 ΣΛΕΕ)
τους τομείς των κρατικών ενισχύσεων, του αντιντάµπινγκ και
των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων (άρθρα 263 και 265 ΣΛΕΕ)
Το Γενικό Δικαστήριο δεν είναι νέο όργανο της Ένωσης, αλλά μέρος του
θεσμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συγχρόνως, όμως, είναι
ανεξάρτητο και οργανωτικά αυτόνομο σε σχέση με το Δικαστήριο. Διαθέτει
δική του γραμματεία και διέπεται από δικό του κανονισμό διαδικασίας. Για
λόγους διάκρισης προτάσσεται το γράμμα «T» (Tribunal) για τις υποθέσεις
του Γενικού Δικαστηρίου (π.χ. T-1/99) και το γράμμα «C» (Cour) για τις υπο-
θέσεις του Δικαστηρίου (π.χ. C-1/99).
088 ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
Αρχικά το Γενικό Δικαστήριο ήταν αρμόδιο για περιορισμένο κύκλο υποθέ-
σεων. Σήμερα οι αρμοδιότητές του είναι οι εξής:
■■ Σε πρώτο βαθμό, ήτοι υπό τον έλεγχο του Δικαστηρίου, το Γενικό
Δικαστήριο είναι αρμόδιο για προσφυγές ακύρωσης ή λόγω παράλειψης
που ασκούνται από φυσικά ή νομικά πρόσωπα κατά οργάνων της Ένωσης,
προσφυγές των κρατών μελών κατά της Επιτροπής και/ή του Συμβουλίου
που αφορούν τους τομείς των κρατικών ενισχύσεων, του αντιντάµπινγκ
και των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων, αποφάσεις βάσει ρήτρας διαιτησίας
που έχει περιληφθεί σε σύμβαση συναφθείσα από την ΕΕ ή για
λογαριασμό της, καθώς και για αγωγές αποζημίωσης κατά της ΕΕ.
■■ Επίσης, προβλέπεται ότι στο Γενικό Δικαστήριο δύναται να μεταβιβαστεί
αρμοδιότητα για την έκδοση προδικαστικών αποφάσεων σε ορισμένους
τομείς, ωστόσο μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει χρήση της δυνατότητας αυτής.
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (άρθρα 129 και 130 ΣΛΕΕ)
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) έχει την έδρα της στη Φρανκφούρ-
τη και βρίσκεται στο κέντρο της οικονομικής και νομισματικής ένωσης. Εί-
ναι υπεύθυνη για τη σταθερότητα του ευρωπαϊκού νομίσματος «ευρώ» και
ελέγχει την προσφορά χρήματος σε αυτό το νόμισμα (άρθρο 128 ΣΛΕΕ).
Για την εκτέλεση της αποστολής της η ΕΚΤ απολαύει ανεξαρτησίας, η οποία
κατοχυρώνεται με πολυάριθμες διατάξεις. Κατά την άσκηση των εξουσιών
και την εκτέλεση των καθηκόντων και υποχρεώσεών τους, ούτε η ΕΚΤ ούτε
οι εθνικές κεντρικές τράπεζες δέχονται υποδείξεις από όργανα της ΕΕ, από
κυβερνήσεις των κρατών μελών ή από άλλους οργανισμούς. Τα όργανα της
ΕΕ και οι κυβερνήσεις των κρατών μελών απέχουν από κάθε προσπάθεια
άσκησης επιρροής (άρθρο 130 ΣΛΕΕ).
Το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ) αποτελείται από την
ΕΚΤ και τις κεντρικές τράπεζες των κρατών μελών (άρθρο 129 ΣΛΕΕ). Το
ΕΣΚΤ έχει ως αποστολή να χαράσσει και να εφαρμόζει τη νομισματική πολι-
τική της Ένωσης και το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπει την έκδοση τρα-
πεζογραμματίων και την κοπή κερμάτων εντός της Ένωσης. Επίσης το ΕΣΚΤ
διαχειρίζεται τα επίσημα συναλλαγματικά διαθέσιμα των κρατών μελών και
μεριμνά για την ομαλή λειτουργία των συστημάτων πληρωμών εντός της
Ένωσης (άρθρο 127 παράγραφος 2 ΣΛΕΕ).
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 089
Το Ελεγκτικό Συνέδριο (άρθρα 285 και 286 ΣΛΕΕ)
Το Ελεγκτικό Συνέδριο ιδρύθηκε στις 22 Ιουλίου 1975 και άρχισε να λει-
τουργεί τον Οκτώβριο του 1997 στο Λουξεμβούργο. Ήδη αναγνωρίζεται
ως θεσμικό όργανο της ΕΕ (άρθρο 13 ΣΕΕ). Αποτελείται —κατ’ αντιστοιχία
του σημερινού αριθμού των κρατών μελών— από 28 μέλη που διορίζο-
νται από το Συμβούλιο, το οποίο, ύστερα από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό
Κοινοβούλιο, εγκρίνει με ειδική πλειοψηφία τον κατάλογο των μελών που
καταρτίζεται σύμφωνα με τις προτάσεις που υποβάλλει κάθε κράτος μέλος
(άρθρο 286 παράγραφος 2 ΣΛΕΕ). Ο πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου
εκλέγεται από τους κόλπους του Ελεγκτικού Συνεδρίου, για περίοδο τριών
ετών. Η επανεκλογή του επιτρέπεται.
Αρμοδιότητα του Ελεγκτικού Συνεδρίου είναι να ελέγχει τη νομιμότητα και
την κανονικότητα των εσόδων και εξόδων της ΕΕ και να εξακριβώνει τη
χρηστή δημοσιονομική διαχείριση. Ουσιαστικά, το μόνο μέσο πίεσης του
Ελεγκτικού Συνεδρίου είναι η δημοσιότητα. Κατά το κλείσιμο κάθε οικονομι-
κής χρήσης τα αποτελέσματα του ελέγχου καταγράφονται σε ετήσια έκθε-
ση, η οποία δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
και τίθεται στη διάθεση του ευρωπαϊκού κοινού. Εκτός αυτού, το Ελεγκτικό
Συνέδριο μπορεί να τοποθετηθεί ανά πάσα στιγμή επί συγκεκριμένων θε-
μάτων με ειδικές εκθέσεις, οι οποίες επίσης δημοσιεύονται στην Επίσημη
Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Επικουρικά όργανα
Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (άρθρο 301 ΣΛΕΕ)
Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (ΕΟΚΕ) αποτελεί τη θε-
σμική εκπροσώπηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση των διάφορων ομάδων της
οικονομικής και κοινωνικής ζωής, όπως είναι ιδίως οι εργοδότες και οι ερ-
γαζόμενοι, οι αγρότες, οι μεταφορείς, οι έμποροι, οι βιοτέχνες, οι ελεύθεροι
επαγγελματίες και οι μικρομεσαίοι επιχειρηματίες. Οι καταναλωτές, οι ενώ-
σεις για την προστασία του περιβάλλοντος και τα σωματεία εκπροσωπού-
νται επίσης στην Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή.
Η επιτροπή αποτελείται από 350 μέλη (συμβούλους), τα οποία προέρχονται
από τις πλέον αντιπροσωπευτικές οργανώσεις των κρατών μελών. Τα μέλη
διορίζονται για πέντε έτη από το Συμβούλιο της ΕΕ, το οποίο για τον σκοπό
αυτό εγκρίνει τον κατάλογο των μελών, που καταρτίζεται σύμφωνα με τις
προτάσεις που υποβάλλει κάθε κράτος μέλος.
090 ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
Η κατανομή των μελών της ΟΚΕ μεταξύ των κρατών έχει ως εξής:
Αριθμός των μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής
Επιτροπής και της Επιτροπής των Περιφερειών ανά κράτος μέλος
Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ηνωμένο Βασίλειο 24
Πολωνία, Ισπανία 21
Ρουμανία 15
Βέλγιο, Βουλγαρία, Ελλάδα, Κάτω Χώρες, Αυστρία, Πορτογαλία,
Σουηδία, Τσεχική Δημοκρατία, Ουγγαρία 12
Δανία, Φινλανδία, Ιρλανδία, Κροατία, Λιθουανία, Σλοβακία 9
Λετονία, Σλοβενία 7
Εσθονία 6
Λουξεμβούργο, Μάλτα, Κύπρος 5
Οι σύμβουλοι διαχωρίζονται σε τρεις ομάδες (εργοδότες, μισθωτοί, διάφο-
ρες δραστηριότητες). Η επεξεργασία των γνωμοδοτήσεων που θα εκδώσει
η ολομέλεια γίνεται από «εξειδικευμένες ομάδες εργασίας». Εκτός αυτού,
η ΕΟΚΕ συνεργάζεται στενά με τις κοινοβουλευτικές επιτροπές και τις ομά-
δες εργασίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, η ΕΟΚΕ μετέχει στη νομοθετική διαδικασία. Μπο-
ρεί επίσης να γνωμοδοτεί με δική της πρωτοβουλία. Οι γνωμοδοτήσεις αυ-
τές αποτελούν σύνθεση απόψεων που πολλές φορές διαφέρουν σημαντικά
μεταξύ τους. Είναι δε ιδιαιτέρως χρήσιμες για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και
το Συμβούλιο της ΕΕ επειδή επιτρέπουν στα όργανα αυτά να πληροφορού-
νται ποιες τροποποιήσεις επιθυμούν οι κοινωνικές ομάδες τις οποίες επηρε-
άζει άμεσα μια πρόταση.
Η Επιτροπή των Περιφερειών (άρθρο 305 ΣΛΕΕ)
Η Επιτροπή των Περιφερειών συστάθηκε από τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή
Ένωση (Συνθήκη του Μάαστριχτ) ως νέο συμβουλευτικό όργανο πέραν της
ήδη υπάρχουσας Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής. Όπως
και η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, η Επιτροπή των Πε-
ριφερειών δεν αποτελεί κατά κυριολεξία όργανο της ΕΕ, καθώς ασκεί μόνο
συμβουλευτικές αρμοδιότητες. Δεν εκτελεί κατά τρόπο νομικά δεσμευτικό
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 091
καθήκοντα που έχουν ανατεθεί στην ΕΕ, όπως συμβαίνει με τα όργανα της
ΕΕ (Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, Ευρωπαϊκή Επιτροπή,
Δικαστήριο, Ελεγκτικό Συνέδριο, Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα).
Η Επιτροπή των Περιφερειών αποτελείται, όπως και η Ευρωπαϊκή Οικονο-
μική και Κοινωνική Επιτροπή, από 350 μέλη. Τα μέλη της Επιτροπής των
Περιφερειών είναι αντιπρόσωποι των δημοτικών ή περιφερειακών αρχών
των κρατών μελών, οι οποίοι κατέχουν κάποιο αιρετό αξίωμα ή λογοδοτούν
πολιτικά απέναντι σε μια αιρετή συνέλευση.
Η γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών πρέπει να ζητείται υποχρεωτι-
κά από το Συμβούλιο ή την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε ορισμένες περιπτώσεις
(υποχρεωτική γνωμοδότηση), σε τομείς όπως η παιδεία, ο πολιτισμός, η δη-
μόσια υγεία, τα διευρωπαϊκά δίκτυα, οι υποδομές μεταφορών, τηλεπικοινω-
νιών και ενέργειας, η οικονομική και κοινωνική συνοχή, η πολιτική απασχό-
λησης και η κοινωνική νομοθεσία. Επίσης, το Συμβούλιο, ακόμη και χωρίς να
έχει υποχρέωση, ζητεί τακτικά τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών
επί διαφόρων σχεδίων νομοθετικών πράξεων (προαιρετική γνωμοδότηση).
Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (άρθρο 308 ΣΛΕΕ)
Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, με έδρα το Λουξεμβούργο, αποτελεί
χρηματοδοτικό ίδρυμα της ΕΕ που έχει ως αποστολή να συμβάλλει στην
ισόρροπη και απρόσκοπτη ανάπτυξή της. Σκοπός της είναι να παρέχει δάνεια
και εγγυήσεις σε όλους τους τομείς της οικονομίας, ιδίως για την αξιοποίηση
των λιγότερο ανεπτυγμένων περιοχών, τον εκσυγχρονισμό ή τη μετατροπή
επιχειρήσεων ή τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, καθώς και για σχέδια
κοινού ενδιαφέροντος για περισσότερα κράτη μέλη.
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 093
Η ΕΝΝΟΜΗ ΤΑΞΗ ΤΗΣ
ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
Το «σύνταγμα» της Ευρωπαϊκής Ένωσης που περιγράφεται στις προηγού-
μενες ενότητες, και ιδίως οι θεμελιώδεις αξίες του, εκφράζονται καταρχήν
κατά τρόπο αρκετά αφηρημένο και χρήζουν περαιτέρω συγκεκριμενοποί-
ησης στο πλαίσιο της έννομης τάξης της ΕΕ. Γι’ αυτό και η Ένωση αποτελεί
φαινόμενο του δικαίου από δύο απόψεις: είναι δημιούργημα του δικαίου και
αποτελεί ένωση μέσω του δικαίου.
Η ΕΕ ως δημιούργημα του δικαίου και ως ένωση μέσω του
δικαίου
Το καθοριστικό νέο γνώρισμα που διαχωρίζει την Ευρωπαϊκή Ένωση από
προηγούμενες προσπάθειες ενοποίησης της Ευρώπης είναι ότι δεν χρησι-
μοποιούνται ως μέσα η βία και η υποταγή, αλλά η δύναμη του δικαίου. Γιατί
μόνο η ενότητα που βασίζεται σε ελεύθερη απόφαση έχει προοπτική ύπαρ-
ξης· μια ενότητα που έχει ως υπόβαθρο θεμελιώδεις αξίες, όπως η ελευθε-
ρία και η ισότητα, και διαφυλάσσεται και πραγματώνεται μέσω του δικαίου.
Στο σκεπτικό αυτό βασίζονται οι ιδρυτικές Συνθήκες μέσα από τις οποίες
γεννήθηκε η Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι όμως μόνο δημιούργημα του δικαίου, αλλά
συγχρόνως επιδιώκει τους σκοπούς της αποκλειστικά με τα μέσα του δι-
καίου. Αποτελεί ένωση μέσω του δικαίου. Δεν είναι η δύναμη της εξουσίας
που ρυθμίζει την οικονομική και κοινωνική συμβίωση των λαών των κρατών
μελών, αλλά το δίκαιο της Ένωσης. Αυτό αποτελεί τη βάση του θεσμικού
συστήματος. Καθορίζει τις διαδικασίες για τη λήψη αποφάσεων εκ μέρους
των οργάνων της Ένωσης και ρυθμίζει τις μεταξύ τους σχέσεις. Με τους κα-
νονισμούς, τις οδηγίες και τις αποφάσεις, το δίκαιο της Ένωσης παρέχει στα
όργανά της δυνατότητες δράσης για την έκδοση νομοθετικών πράξεων με
δεσμευτική ισχύ για τα κράτη μέλη και τους πολίτες τους. Έτσι, μετατρέπει το
άτομο σε φορέα της Ένωσης. Η έννομη τάξη της επηρεάζει άμεσα την καθη-
μερινή του ζωή ολοένα και περισσότερο. Του παραχωρεί δικαιώματα και του
επιβάλλει υποχρεώσεις, ούτως ώστε ως πολίτης μιας χώρας και ως πολίτης
της Ένωσης να υπόκειται σε έννομες τάξεις διαφόρων βαθμίδων, με τον τρό-
πο που ισχύει για τα συντάγματα των ομοσπονδιακών κρατών. Όπως κάθε
094 ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
άλλη έννομη τάξη, έτσι και η έννομη τάξη της Ένωσης παρέχει ένα κλειστό
σύστημα έννομης προστασίας για τις διαφορές περί το δίκαιο της Ένωσης και
την επιβολή του. Το δίκαιο της Ένωσης καθορίζει επίσης τη σχέση μεταξύ της
Ένωσης και των κρατών μελών. Τα κράτη μέλη οφείλουν να λαμβάνουν όλα
τα κατάλληλα μέτρα για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν
από τις Συνθήκες ή τις πράξεις των οργάνων της Ένωσης. Σε αυτά εναπόκει-
ται να διευκολύνουν τη δράση της και να απέχουν από κάθε ενέργεια που
θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την πραγματοποίηση των σκοπών των
Συνθηκών. Τα κράτη μέλη ευθύνονται έναντι των πολιτών της Ένωσης για
οποιαδήποτε ζημία προκληθεί λόγω της παραβίασης του δικαίου της.
Οι πηγές του δικαίου της Ένωσης
Ο όρος «πηγή δικαίου» έχει διττή έννοια: Κατ’ αρχάς περιγράφει τον λόγο
της γένεσης του δικαίου, δηλαδή τα κίνητρα για τη θέσπισή του. Υπό την
έννοια αυτή, πηγή του δικαίου της Ένωσης είναι η επιθυμία να περιφρου-
ρηθεί η ειρήνη και να οικοδομηθεί μια καλύτερη Ευρώπη μέσω στενότερων
οικονομικών δεσμών, δύο επιδιώξεις στις οποίες οφείλει την ύπαρξή της
η Ένωση. Αντίθετα, υπό νομικούς όρους, με την έννοια «πηγή δικαίου» νοεί-
ται η προέλευση και η θεμελίωση του δικαίου.
Οι ιδρυτικές Συνθήκες της ΕΕ ως πρωτογενές δίκαιο της Ένωσης
Ως πρωταρχική πηγή δικαίου πρέπει να αναφερθούν οι ιδρυτικές Συνθήκες
της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των παραρτημάτων, των προσθηκών και
των πρωτοκόλλων τους, καθώς και οι μετέπειτα συμπληρώσεις και τρο-
ποποιήσεις τους. Οι ιδρυτικές Συνθήκες, καθώς και οι τροποποιήσεις και οι
συμπληρώσεις τους, ιδίως υπό τη μορφή των Συνθηκών του Μάαστριχτ,
του Άμστερνταμ, της Νίκαιας και της Λισαβόνας καθώς και των διαφόρων
συνθηκών προσχώρησης, περιλαμβάνουν τις θεμελιώδεις διατάξεις όσον
αφορά τους στόχους, την οργάνωση και τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής
Ένωσης, καθώς και ορισμένα τμήματα του οικονομικού δικαίου. Αυτό ισχύει
και για τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
ο οποίος μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισαβόνας έχει το ίδιο
νομικό κύρος με τις Συνθήκες (άρθρο 6 παράγραφος 1 ΣΕΕ). Κατ’ αυτόν τον
τρόπο χαράσσουν το συνταγματικό πλαίσιο της Ένωσης εντός του οποίου
οφείλουν να ενεργούν προς το συμφέρον της τα όργανα της Ένωσης, τα
οποία για τον σκοπό αυτό είναι εξοπλισμένα με νομοθετικές και διοικητικές
αρμοδιότητες. Ως δίκαιο το οποίο παράγεται άμεσα από τα κράτη μέλη, οι
διατάξεις αυτές αναφέρονται στον νομικό λόγο ως πρωτογενές δίκαιο της
Ένωσης.
Πηγές του δικαίου της Ένωσης
(1)
Συνθήκες της Ένωσης, Χάρτης
των Θεµελιωδών ∆ικαιωµάτων
ΠΡΩΤΟΓΕΝΕΣ Γενικές (συνταγµατικές) αρχές
∆ΙΚΑΙΟ του δικαίου
(2)
∆ΙΕΘΝΕΙΣ
ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ ΤΗΣ ΕΕ Πράξεις νοµοθετικού χαρακτήρα
Κανονισµοί
Οδηγίες
Αποφάσεις
Πράξεις µη νοµοθετικού χαρακτήρα
(3)
ΠΑΡΑΓΩΓΟ
Απλές νοµικές πράξεις
Πράξεις κατ’ εξουσιοδότηση
Εκτελεστικές πράξεις
∆ΙΚΑΙΟ
Μη δεσµευτικές νοµικές πράξεις
Συστάσεις και γνώµες
Πράξεις που δεν συνιστούν νοµικές πράξεις
∆ιοργανικές συµφωνίες
(4)
Ψηφίσµατα, δηλώσεις, προγράµµατα δράσης
ΓΕΝΙΚΕΣ
ΑΡΧΕΣ
(5)
∆ιεθνείς συµφωνίες
Αποφάσεις των αντιπροσώπων των
ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ κυβερνήσεων των κρατών µελών,
ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ συνελθόντων στο πλαίσιο του Συµβουλίου
ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ
096 ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
Οι πράξεις της ΕΕ ως παράγωγο δίκαιο της Ένωσης
Το δίκαιο που παράγεται από τα όργανα της ΕΕ κατά την άσκηση των εξουσι-
ών που τους έχουν μεταβιβαστεί ονομάζεται παράγωγο δίκαιο της Ένωσης
και αποτελεί τη δεύτερη σημαντική πηγή δικαίου της ΕΕ.
Αποτελείται από νομικές πράξεις με χαρακτήρα νόμου (νομοθετικές πράξεις),
νομικές πράξεις χωρίς χαρακτήρα νόμου (απλές νομικές πράξεις, πράξεις κατ’
εξουσιοδότηση, εκτελεστικές πράξεις), μη δεσμευτικές νομικές πράξεις (γνω-
μοδοτήσεις, συστάσεις), καθώς και άλλου είδους πράξεις που δεν συνιστούν
νομικές πράξεις (π.χ. διοργανικές συμφωνίες, ψηφίσματα, ανακοινώσεις, προ-
γράμματα δράσης). Ως νομοθετικές πράξεις νοούνται εν προκειμένω οι πρά-
ξεις οι οποίες εκδίδονται κατά τη συνήθη ή ειδική νομοθετική διαδικασία (άρ-
θρο 289 ΣΛΕΕ). Οι πράξεις κατ’ εξουσιοδότηση (άρθρο 290 ΣΛΕΕ) είναι πράξεις
μη νομοθετικού χαρακτήρα, οι οποίες ωστόσο έχουν καθολική και δεσμευτική
ισχύ και με τις οποίες τροποποιούνται ή συμπληρώνονται ορισμένες μη ου-
σιώδεις διατάξεις μιας νομοθετικής πράξης. Αυτό γίνεται από την Επιτροπή,
η οποία θα πρέπει να είναι ρητά εξουσιοδοτημένη προς τούτο με νομοθετική
πράξη. Στην περίπτωση που για την υλοποίηση μιας νομικά δεσμευτικής πρά-
ξης της ΕΕ απαιτείται ο καθορισμός ενιαίων προϋποθέσεων, αυτός γίνεται με
εκτελεστική πράξη, την οποία κατά κανόνα εκδίδει η Επιτροπή ή, σε εξαιρετικές
περιπτώσεις, το Συμβούλιο (άρθρο 291 ΣΛΕΕ). Τα όργανα της Ένωσης μπο-
ρούν να εκδίδουν συστάσεις και γνώμες υπό μορφή μη δεσμευτικών πράξεων.
Τέλος, υπάρχει μια σειρά «πράξεων που δεν συνιστούν νομικές πράξεις» οι
οποίες επιτρέπουν στα όργανα της ΕΕ να εκφράζουν μη δεσμευτικές γνώμες
και προθέσεις ή ρυθμίζουν την εσωτερική λειτουργία της ΕΕ ή των οργάνων
της, όπως στην περίπτωση των από κοινού συμφωνούμενων κανόνων, των
διοργανικών συμφωνιών ή των εσωτερικών κανονισμών των οργάνων.
Οι νομικές πράξεις, είτε έχουν νομοθετικό χαρακτήρα είτε όχι, μπορούν να
λαμβάνουν διάφορες μορφές. Οι βασικότερες εξ αυτών απαριθμούνται και
ορίζονται σε σχετικό κατάλογο (άρθρο 288 ΣΛΕΕ). Ως νομικά δεσμευτικές
νομικές πράξεις περιλαμβάνει τους κανονισμούς, τις οδηγίες και τις αποφά-
σεις. Ως νομικά μη δεσμευτικές πράξεις, ο εν λόγω κατάλογος περιλαμβάνει
τις συστάσεις και τις γνώμες. Ωστόσο, ο κατάλογος δεν περιέχει εξαντλητική
απαρίθμηση. Υπάρχει σειρά άλλων μορφών πράξεων οι οποίες δεν μπορούν
να ταξινομηθούν μεταξύ των προβλεπόμενων στον κατάλογο πράξεων.
Πρόκειται, για παράδειγμα, για ψηφίσματα, δηλώσεις, προγράμματα δράσης
και λευκές ή πράσινες βίβλους. Οι διαφορές μεταξύ των διαφόρων μορφών
πράξεων όσον αφορά τη διαδικασία έκδοσης, το έννομο αποτέλεσμα και τον
κύκλο των αποδεκτών τους είναι σημαντικές και θα εξεταστούν παρακάτω
σε χωριστό κεφάλαιο αφιερωμένο στα «μέσα παρέμβασης».
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 097
Η δημιουργία του παράγωγου ενωσιακού δικαίου είναι συνεχής. Χάρη σε
αυτό αποκτά περιεχόμενο το πρωτογενές δίκαιο της Ένωσης που δημιουρ-
γείται από τις ιδρυτικές Συνθήκες, και υλοποιείται και ολοκληρώνεται σταδι-
ακά η ευρωπαϊκή έννομη τάξη.
Διεθνείς συμφωνίες της ΕΕ
Η τρίτη πηγή δικαίου συναρτάται με τον ρόλο της ΕΕ σε διεθνές επίπεδο. Ως
παγκόσμιος πόλος έλξης, η Ευρώπη δεν μπορεί να ασχολείται αποκλειστικά
και μόνο με τις δικές της εσωτερικές υποθέσεις, αλλά οφείλει να καταβάλλει
προσπάθειες για να προάγει τις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές της
σχέσεις με άλλες χώρες ανά τον κόσμο. Για τον σκοπό αυτό, η Ευρωπαϊκή
Ένωση συνάπτει με «κράτη μη μέλη της ΕΕ» (τις λεγόμενες «τρίτες χώρες»)
και άλλους διεθνείς οργανισμούς διεθνείς συμφωνίες, εκ των οποίων οι
παρακάτω χρήζουν ειδικής μνείας:
Συμφωνίες σύνδεσης
Η σύνδεση υπερβαίνει κατά πολύ την απλή εμπορική συμφωνία και περι-
λαμβάνει στενή οικονομική συνεργασία με τη συνδεδεμένη χώρα, καθώς
και ευρεία χρηματοδοτική υποστήριξή της από την ΕΕ (άρθρο 217 ΣΛΕΕ).
Διακρίνονται τρεις μορφές συμφωνιών σύνδεσης:
Συμφωνίες για τη διατήρηση των ιδιαίτερων δεσμών ορισμένων
κρατών μελών με τρίτες χώρες
Αφορμή για τη δημιουργία του θεσμού της συμφωνίας σύνδεσης αποτέλεσαν
κυρίως οι υπερπόντιες χώρες και εδάφη που διατηρούσαν ιδιαίτερα στενές
οικονομικές σχέσεις με το Βέλγιο, τη Δανία, τη Γαλλία, την Ιταλία, τις Κάτω
Χώρες και το Ηνωμένο Βασίλειο λόγω του προηγούμενου αποικιοκρατικού
καθεστώτος. Δεδομένου ότι η εφαρμογή κοινού εξωτερικού δασμολογίου
της ΕΕ θα παρεμπόδιζε σε μεγάλο βαθμό τις εμπορικές συναλλαγές με τις
χώρες αυτές, κρίθηκε αναγκαία η θέσπιση ειδικών ρυθμίσεων. Σκοπός της
σύνδεσης των χωρών και εδαφών αυτών είναι η προώθηση της οικονομικής
και κοινωνικής τους ανάπτυξης και η ανάπτυξη στενών οικονομικών σχέ-
σεων με ολόκληρη την Ένωση (άρθρο 198 ΣΛΕΕ). Έτσι, υφίσταται μια σειρά
προνομιακών καθεστώτων που επιτρέπουν την εισαγωγή αγαθών από τις
εν λόγω χώρες και τα εδάφη με μειωμένους ή χωρίς καθόλου τελωνεια-
κούς δασμούς. Η οικονομική και τεχνική βοήθεια της ΕΕ παρέχεται μέσω του
Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάπτυξης. Η σημαντικότερη με διαφορά συμφωνία
είναι στην πράξη η συμφωνία εταιρικής σχέσης ΕΕ-ΑΚΕ, που συνδέει την
ΕΕ με 70 χώρες της Αφρικής, της Καραϊβικής και του Ειρηνικού. Η εν λόγω
Η Νορβηγία (άποψη του
Geirangerfjord, επαρχία Møre og
Romsdal) ανήκει στον Ευρωπαϊκό
Οικονομικό Χώρο, στον οποίο ανήκουν
επίσης η Ισλανδία και το Λιχτενστάιν
καθώς και τα 28 κράτη μέλη της
Ένωσης. Στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού
Οικονομικού Χώρου εφαρμόζονται
οι τέσσερις ελευθερίες που αφορούν
την κυκλοφορία εμπορευμάτων,
προσώπων, υπηρεσιών και
κεφαλαίων.
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 099
συμφωνία μεταφέρεται τον καιρό αυτό σε μία σειρά περιφερειακά διαρθρω-
μένων οικονομικών εταιρικών συμφωνιών με τις οποίες παρέχεται στις χώ-
ρες ΑΚΕ σταδιακά ελεύθερη πρόσβαση στην ευρωπαϊκή εσωτερική αγορά.
Συμφωνίες για την προετοιμασία ενδεχόμενης ένταξης και για τη
δημιουργία τελωνειακής ένωσης
Εκτός αυτού, η σύνδεση μπορεί να έχει επίσης ως στόχο την προετοιμα-
σία ενδεχόμενης ένταξης μιας χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Είναι κατά
κάποιον τρόπο ένα προκαταρκτικό στάδιο της ένταξης, κατά το οποίο επι-
διώκεται η προσέγγιση εκ μέρους της υποψήφιας προς ένταξη χώρας των
οικονομικών όρων της ΕΕ. Η ίδια στρατηγική ακολουθείται σήμερα και για
τις χώρες των δυτικών Βαλκανίων (Αλβανία, Βοσνία και Ερζεγοβίνη, Σερβία,
Μαυροβούνιο, Κοσσυφοπέδιο). Εν προκειμένω, η διαδικασία προσχώρησης,
πλαισιωμένη από τη διευρυμένη Διαδικασία Σταθεροποίησης και Σύνδεσης
(∆ΣΣ), διαμορφώνει την προσέγγιση των δυτικοβαλκανικών χωρών στην ΕΕ
καθ’ όλη την περίοδο μέχρι την ενδεχόμενη ένταξή τους. Η ΔΣΣ επιδιώκει
τρεις σκοπούς: 1. σταθερότητα και γρήγορη μετάβαση σε μία λειτουργούσα
οικονομία της αγοράς, 2. προώθηση της περιφερειακής συνεργασίας και
3. προοπτική ένταξης στην ΕΕ. Η ΔΣΣ βασίζεται στην προοδευτική εταιρική
σχέση, στο πλαίσιο της οποίας η Ένωση προσφέρει εμπορικές παραχωρή-
σεις, οικονομική και χρηματοδοτική συνδρομή και συμβατικές σχέσεις μέσω
συμφωνιών σταθεροποίησης και σύνδεσης. Στο πλαίσιο της ΔΣΣ κάθε χώρα
οφείλει να επιδεικνύει συγκεκριμένη πρόοδο, προκειμένου να εκπληρώσει
τις προϋποθέσεις ενδεχόμενης ένταξής της στην ΕΕ. Η πρόοδος των δυτικο-
βαλκανικών χωρών προς την κατεύθυνση μιας ενδεχόμενης ένταξης στην
ΕΕ αξιολογείται σε ετήσιες εκθέσεις.
Η Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (ΕΟΧ)
Η Συμφωνία ΕΟΧ παρέχει στις εναπομείνασες χώρες της ΕΖΕΣ (Ισλανδία, Λι-
χτενστάιν, Νορβηγία) πρόσβαση στην εσωτερική αγορά της ΕΕ και αποτελεί
ασφαλή βάση για πιθανή μελλοντική προσχώρηση των χωρών αυτών στην
ΕΕ, καθώς προβλέπει την αποδοχή σχεδόν των δύο τρίτων του δικαίου της
Ένωσης. Σκοπός της Συμφωνίας ΕΟΧ είναι να πραγματωθεί στη βάση μιας
σειράς κανόνων του πρωτογενούς και του παράγωγου δικαίου της Ένωσης
(ενωσιακού κεκτημένου) η ελεύθερη κυκλοφορία αγαθών, προσώπων, υπη-
ρεσιών και κεφαλαίων, να καθιερωθεί ένα ενιαίο καθεστώς ανταγωνισμού
και επιδοτήσεων, και να ενισχυθεί η συνεργασία στον τομέα των οριζό-
ντιων και συνοδευτικών πολιτικών (π.χ. περιβάλλον, έρευνα και ανάπτυξη,
εκπαίδευση).
100 ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
Συμφωνίες συνεργασίας
Οι συμφωνίες συνεργασίας δεν έχουν τόσο ευρεία έκταση όσο οι συμφω-
νίες σύνδεσης, αλλά αποβλέπουν αποκλειστικά στην εντατική οικονομική
συνεργασία. Συμφωνίες αυτού του είδους η Ένωση έχει συνάψει, μεταξύ άλ-
λων, με τις χώρες του Μαγκρέμπ (Αλγερία, Μαρόκο και Τυνησία), τις χώρες
του Μασρέκ (Αίγυπτο, Ιορδανία, Λίβανο και Συρία) και με το Ισραήλ.
Εμπορικές συμφωνίες
Τέλος, η Ένωση έχει συνάψει πολυάριθμες εμπορικές συμφωνίες με μεμο-
νωμένες τρίτες χώρες, με ομάδες τρίτων χωρών ή στο πλαίσιο διεθνών
εμπορικών οργανισμών με αντικείμενο τους δασμούς και το εμπόριο. Οι ση-
μαντικότερες διεθνείς εμπορικές συμφωνίες είναι η Συμφωνία για την ίδρυ-
ση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ) και οι πολυμερείς εμπορι-
κές συμφωνίες που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο αυτής, με σημαντικότερες
τη Γενική Συμφωνία Δασμών και Εμπορίου (General Agreement on Tariffs
and Trade — GATT 1994), τον Κώδικα επιδοτήσεων και αντιντάμπινγκ, τη
Γενική συμφωνία για τις συναλλαγές στον τομέα των υπηρεσιών (GATS), τη
Συμφωνία για τις εμπορικές πτυχές των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτη-
σίας (TRIPS) καθώς και τη Συμφωνία για τους κανόνες και διαδικασίες που
εφαρμόζονται κατά την επίλυση των διαφορών. Πέραν αυτών, το τελευταίο
διάστημα κερδίζουν ολοένα και περισσότερο έδαφος οι διμερείς συμφωνί-
ες ελεύθερων συναλλαγών έναντι των πολυμερών συμφωνιών. Λόγω των
τεράστιων δυσχερειών σύναψης πολυμερών συμφωνιών ελευθέρωσης στο
πλαίσιο του ΠΟΕ, τα σημαντικότερα εμπορικά κράτη του κόσμου, μεταξύ των
οποίων και η ΕΕ, έχουν στραφεί στη σύναψη διμερών συμφωνιών ελεύθε-
ρων συναλλαγών. Πλέον πρόσφατα παραδείγματα είναι η επιτυχής ολο-
κλήρωση των διαπραγματεύσεων με τον Καναδά (CETA — Comprehensive
Economic and Trade Agreement — Συνολική Οικονομική και Εμπορική Συμ-
φωνία) και τη Σιγκαπούρη, καθώς και οι τρέχουσες διαπραγματεύσεις με τις
ΗΠΑ (TTIP — Transatlantik Trade and Investment Partnership — Διατλαντι-
κή Εμπορική και Επενδυτική Εταιρική Σχέση) και την Ιαπωνία.
Άγραφες πηγές δικαίου
Οι πηγές δικαίου της Ένωσης που περιγράφηκαν έως τώρα έχουν το κοινό
χαρακτηριστικό ότι αποτελούν γραπτό δίκαιο. Όμως, όπως όλες οι έννομες
τάξεις, έτσι και η έννομη τάξη της ΕΕ δεν μπορεί να αποτελείται αποκλειστι-
κά από γραπτούς κανόνες, διότι κάθε έννομη τάξη εμφανίζει κενά τα οποία
συμπληρώνονται από άγραφους κανόνες δικαίου.
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 101
Γενικές αρχές
Τη βασικότερη άγραφη πηγή του δικαίου της Ένωσης αποτελούν οι γενικές
αρχές. Πρόκειται για κανόνες οι οποίοι εκφράζουν τις στοιχειώδεις αντιλή-
ψεις περί δικαίου και δικαιοσύνης που δεσμεύουν κάθε έννομη τάξη. Επειδή
το γραπτό δίκαιο της Ένωσης ρυθμίζει κατ’ ουσία μόνο οικονομικά και κοι-
νωνικά θέματα και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να ανταποκριθεί πλήρως στην
απαίτηση αυτή, οι γενικές αρχές αποτελούν μια από τις σημαντικότερες πη-
γές του δικαίου της Ένωσης. Πληρούν τα υφιστάμενα κενά ή εξελίσσουν
περαιτέρω το υφιστάμενο δίκαιο, μέσω ερμηνείας με γνώμονα την αρχή της
δικαιοσύνης.
Οι γενικές αρχές του δικαίου υλοποιούνται διά της εφαρμογής του δικαίου,
ιδίως μέσω της νομολογίας του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της αρμοδιότη-
τάς του «να εξασφαλίζει την τήρηση του δικαίου κατά την ερμηνεία και την
εφαρμογή των Συνθηκών». Σημεία αναφοράς για την παραγωγή των γε-
νικών αρχών του δικαίου είναι προπαντός οι γενικές αρχές του δικαίου οι
οποίες είναι κοινές στις έννομες τάξεις των κρατών μελών. Αυτές παρέχουν
την πρώτη ύλη για να διαμορφωθεί στο επίπεδο της Ένωσης ο κανόνας δι-
καίου που είναι αναγκαίος για την επίλυση ενός προβλήματος.
Εκτός από τις συνταγματικές αρχές της αυτονομίας, της άμεσης εφαρμογής
και της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης, στις γενικές αρχές του δικαίου
περιλαμβάνονται επίσης η εγγύηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων (τουλά-
χιστον για την Πολωνία και το Ηνωμένο Βασίλειο, δεδομένου ότι οι εν λόγω
χώρες, κάνοντας χρήση του opting out, δεν υπόκεινται στο καθεστώς του
Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων), η αρχή της αναλογικότητας (η οποία
εν τω μεταξύ έχει λάβει τη μορφή θετικής-νομικής ρύθμισης στο άρθρο 5
παράγραφος 4 ΣΕΕ), η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστο-
σύνης, το δικαίωμα ακροάσεως και η θεμελιώδης αρχή της ευθύνης των
κρατών μελών σε περίπτωση παράβασης του δικαίου της Ένωσης
Εθιμικό δίκαιο
Το άγραφο δίκαιο της ΕΕ περιλαμβάνει επίσης τους εθιμικούς κανόνες. Ως
τέτοιοι νοούνται οι κανόνες οι οποίοι παράγονται από μακρόχρονες πρακτι-
κές και πεποιθήσεις δικαίου και συμπληρώνουν ή τροποποιούν το πρωτογε-
νές ή το παράγωγο δίκαιο. Η ύπαρξή τους στο πεδίο του δικαίου της Ένωσης
αναγνωρίζεται κατ’ αρχήν. Ωστόσο, στην πράξη η διάπλασή τους υπόκειται
σε στενούς περιορισμούς. Ένα πρώτο εμπόδιο αποτελεί η ύπαρξη ειδικής δι-
αδικασίας για την τροποποίηση των Συνθηκών (άρθρο 54 ΣΕΕ). Στο πλαίσιο
102 ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
αυτό, δεν αποκλείεται μεν απολύτως η παραγωγή εθιμικών κανόνων, αλλά
καθίσταται δυσχερέστερη η ικανοποίηση των απαιτήσεων για την απόδειξη
ύπαρξης «εθίμου», δηλαδή μιας μακρόχρονης πρακτικής και της αντίστοιχης
πεποίθησης δικαίου. Η παραγωγή εθιμικών κανόνων δυσχεραίνεται επίσης
από το γεγονός ότι η ισχύς κάθε πράξεως οργάνου της ΕΕ πηγάζει αποκλει-
στικά από τις Συνθήκες και όχι από την πρακτική και την αντίστοιχη βούλη-
ση παραγωγής έννομων συνεπειών. Αυτό σημαίνει ότι σε καμιά περίπτωση
δεν μπορούν να παραχθούν εθιμικοί κανόνες σε επίπεδο Συνθηκών από τα
όργανα της Ένωσης, παρά μόνο από τα κράτη μέλη και υπό τις αυστηρές
προϋποθέσεις που προαναφέρθηκαν. Ωστόσο, η μακρόχρονη πρακτική και
η πεποίθηση δικαίου των οργάνων της Ένωσης μπορούν να συναχθούν στο
πλαίσιο της ερμηνείας των διατάξεων που αυτά εκδίδουν, οι οποίες ενδέχε-
ται κατά περίπτωση να μεταβάλλουν το νομικό και πραγματικό πεδίο εφαρ-
μογής της οικείας νομικής πράξης. Πρέπει όμως και εδώ να λαμβάνονται
υπόψη οι προϋποθέσεις και τα όρια που θέτει το πρωτογενές δίκαιο της ΕΕ.
Συμφωνίες και συμβάσεις μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ
Ως τελευταία πηγή δικαίου της ΕΕ αναφέρονται οι συμφωνίες μεταξύ των
κρατών μελών. Αυτές συνάπτονται, αφενός, όταν πρόκειται για ρύθμιση θε-
μάτων που έχουν μεν στενή σχέση με τη δραστηριότητα της ΕΕ, δεν έχουν
όμως μεταβιβαστεί σχετικές αρμοδιότητες στα όργανα της ΕΕ (παράδειγμα:
Συνθήκη για τη σταθερότητα, τον συντονισμό και τη διακυβέρνηση στην
Οικονομική και Νομισματική Ένωση, «δέσμη φορολογικών μέτρων 2012»,
η οποία καταρτίστηκε χωρίς τη συμμετοχή του Ηνωμένου Βασιλείου και της
Τσεχικής Δημοκρατίας). Αφετέρου, υπάρχουν γνήσιες συμφωνίες διεθνούς
δικαίου μεταξύ των κρατών μελών, των οποίων σκοπός είναι ειδικότερα να
ξεπεραστεί ο εδαφικός περιορισμός των εθνικών ρυθμίσεων και να δημι-
ουργηθεί ενιαίο δίκαιο σε επίπεδο ΕΕ. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό στον
τομέα του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου [παράδειγμα: σύμβαση για το εφαρ-
μοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (1980)].
Τα μέσα παρέμβασης της ΕΕ
Το σύστημα των νομικών πράξεων της Ένωσης χρειάστηκε να «εφευρεθεί»
εκ νέου κατά την ίδρυση της ΕΕ. Τότε είχε τεθεί κυρίως το ερώτημα τι είδους
έπρεπε να είναι οι εν λόγω πράξεις και ποιες έννομες συνέπειες θα έπρεπε
να έχουν. Έπρεπε επίσης να ληφθεί υπόψη ότι τα όργανα θα έπρεπε αφενός
να είναι σε θέση να εξισορροπήσουν τις διαφορετικές και άνισες οικονο-
μικές, κοινωνικές, ακόμη και οικολογικές συνθήκες που επικρατούσαν στα
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 103
κράτη μέλη με τρόπο αποτελεσματικό, δηλαδή χωρίς να εξαρτώνται από την
καλή θέληση των κρατών μελών, προκειμένου να δημιουργηθούν για όλους
τους πολίτες της Ένωσης οι βέλτιστες δυνατές συνθήκες ζωής. Αφετέρου,
όμως, δεν θα έπρεπε να παρεμβαίνουν στις έννομες τάξεις των κρατών
μελών πέραν του αναγκαίου βαθμού. Επομένως, ολόκληρο το δικαιοπρα-
κτικό και νομοθετικό σύστημα της ΕΕ διέπεται από τη θεμελιώδη αρχή ότι οι
εθνικές διατάξεις αντικαθίστανται από διατάξεις της ΕΕ εκεί όπου απαιτείται
αυστηρά κοινή ρύθμιση για όλα τα κράτη μέλη, ενώ αντίθετα, όπου δεν
υφίσταται αυτή η ανάγκη, γίνονται δεόντως σεβαστές οι ισχύουσες έννομες
τάξεις των κρατών μελών.
Στο πλαίσιο αυτό αναπτύχθηκαν μέσα παρέμβασης τα οποία επιτρέπουν στα
όργανα της ΕΕ να παρεμβαίνουν στις εθνικές έννομες τάξεις με διαφορετική
κάθε φορά ένταση. Η εντονότερη μορφή παρέμβασης είναι η εκτόπιση των
εθνικών διατάξεων από κανόνες δικαίου της Ένωσης. Ακολουθούν οι κα-
νόνες της Ένωσης με τους οποίους όργανά της παρεμβαίνουν έμμεσα μόνο
στις έννομες τάξεις των κρατών μελών. Περαιτέρω, προβλέπεται η δυνατό-
τητα ρύθμισης συγκεκριμένων ατομικών περιπτώσεων με την έκδοση πρά-
ξεων των οποίων ο αποδέκτης κατονομάζεται ή μπορεί να οριστεί. Τέλος,
προβλέπονται επίσης νομικές πράξεις οι οποίες δεν περιέχουν δεσμευτικές
διατάξεις έναντι των κρατών μελών ή των πολιτών της Ένωσης.
Εξετάζοντας τις νομικές πράξεις των οργάνων της ΕΕ με κριτήριο τον απο-
δέκτη τους και τα έννομα αποτελέσματα που επιφέρουν στα κράτη μέλη,
το σύστημα των μέσων παρέμβασης της ΕΕ με βάση το άρθρο 288 ΣΛΕΕ
συνοψίζεται ως εξής:
Σύστηµα των νοµικών πράξεων της ΕΕ
ΑΠΟ∆ΕΚΤΕΣ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ
Όλα τα κράτη µέλη, Άµεση ισχύς και δέσµευση
φυσικά και νοµικά σε όλα τα σηµεία
Κανονισµοί πρόσωπα
Όλα τα κράτη µέλη ή ∆έσµευση όσον αφορά το
ορισµένα από αυτά επιδιωκόµενο αποτέλεσµα,
Οδηγίες άµεση ισχύς µόνο υπό
ειδικές προϋποθέσεις
Απευθύνεται σε Άµεση ισχύς και δέσµευση
συγκεκριµένους σε όλα τα σηµεία
αποδέκτες:
Αποφάσεις Ι – όλα τα κράτη µέλη ή
ορισµένα από αυτά
– ορισµένα φυσικά ή
νοµικά πρόσωπα
∆εν απευθύνεται σε Είναι δεσµευτικές σε
συγκεκριµένους όλα τα σηµεία
Αποφάσεις ΙΙ αποδέκτες
Όλα τα κράτη µέλη ή Μη δεσµευτικές
ορισµένα από αυτά, άλλα
Συστάσεις όργανα της ΕΕ,
µεµονωµένα πρόσωπα
Όλα τα κράτη µέλη ή Μη δεσµευτικές
ορισµένα από αυτά, άλλα
Γνώµες όργανα της ΕΕ
Αόριστος αριθµός
αποδεκτών
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 105
Οι κανονισμοί ως «νόμοι της Ένωσης»
Οι νομοθετικές πράξεις με τις οποίες τα όργανα της Ένωσης μπορούν να
παρέμβουν δραστικότερα στις εθνικές έννομες τάξεις είναι οι κανονισμοί.
Χαρακτηρίζονται από δύο γνωρίσματα εξαιρετικά ασυνήθιστα στο διεθνές
δίκαιο:
■■ Τον ενωσιακό χαρακτήρα τους, δηλαδή την ιδιαιτερότητά τους να
θεσπίζουν τους ίδιους κανόνες δικαίου στο σύνολο της Ένωσης,
ανεξάρτητα από εθνικά σύνορα, και να ισχύουν πλήρως και ενιαία σε
όλα τα κράτη μέλη. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο απαγορεύεται
στα κράτη μέλη να εφαρμόζουν ελλιπώς ή επιλεκτικά τις διατάξεις
ενός κανονισμού προκειμένου να αποκλείσουν κατ’ αυτόν τον τρόπο
ρυθμίσεις στις οποίες έχουν ήδη αντιταχθεί κατά τη διάρκεια της
διαδικασίας λήψεως αποφάσεων ή οι οποίες είναι αντίθετες προς
ορισμένα εθνικά συμφέροντα. Ομοίως, το κράτος μέλος δεν μπορεί να
αποφύγει τη δέσμευση από τις διατάξεις κανονισμού παραπέμποντας σε
ρυθμίσεις και πρακτικές του εθνικού δικαίου.
■■ Την άμεση ισχύ τους· αυτό σημαίνει ότι οι κανονισμοί θεσπίζουν τους
ίδιους κανόνες δικαίου και παρέχουν άμεσα δικαιώματα ή επιβάλλουν
υποχρεώσεις στους πολίτες της Ένωσης χωρίς να απαιτείται η έκδοση
ιδιαίτερης πράξης εφαρμογής από το κράτος μέλος. Τα κράτη μέλη, τα
όργανά τους, τα δικαστήρια και οι αρχές, καθώς και όλα τα πρόσωπα
που εμπίπτουν στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού
δεσμεύονται άμεσα από το δίκαιο της Ένωσης και οφείλουν να το
τηρούν όπως τηρούν το εθνικό δίκαιο.
Οι ομοιότητες αυτών των νομικών πράξεων με τους νόμους του εθνικού
δικαίου είναι αναμφισβήτητες. Όταν για την έκδοσή τους συναποφασίζει το
Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (στο πλαίσιο της λεγόμενης συνήθους νομοθετικής
διαδικασίας —βλ. αναλυτικά στο επόμενο κεφάλαιο), μπορούν να χαρακτη-
ριστούν νομοθετικές πράξεις. Στις περιπτώσεις που οι κανονισμοί εκδίδονται
αποκλειστικά από το Συμβούλιο της ΕΕ ή την Επιτροπή, λείπει το στοιχείο
της κοινοβουλευτικής συνυπευθυνότητας οπότε, τυπικά τουλάχιστον, δεν
πληρούν όλα τα κριτήρια για να χαρακτηριστούν νόμοι.
Η οδηγία 2012/27/ΕΕ της
25ης Οκτωβρίου 2012 (οδηγία
για την ενεργειακή απόδοση)
περιλαμβάνει μια δέσμη
δεσμευτικών μέτρων με σκοπό την
επίτευξη του στόχου εξοικονόμησης
της κατανάλωσης πρωτογενούς
ενέργειας στην Ένωση κατά 20 %
έως το 2020. Τα κράτη μέλη της
Ένωσης υπείχαν υποχρέωση
μεταφοράς της οδηγίας στα εθνικά
τους δίκαια έως την 5η Ιουνίου 2014.
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 107
Οδηγίες
Η οδηγία αποτελεί μαζί με τον κανονισμό το σπουδαιότερο νομικό μέσο πα-
ρέμβασης της ΕΕ. Προσπαθεί να συνδυάσει την επίτευξη του αναγκαίου ενιαί-
ου χαρακτήρα του δικαίου της Ένωσης αφενός και τη διαφύλαξη της ποικιλο-
μορφίας των εθνικών ιδιαιτεροτήτων αφετέρου. Ως εκ τούτου, κύριος στόχος
δεν είναι —όπως ισχύει για τον κανονισμό— η θέσπιση ενιαίων κανόνων
δικαίου αλλά η προσέγγιση των νομοθεσιών. Μέσω της προσέγγισης των
νομοθεσιών επιδιώκεται η κατάργηση των αντιθέσεων μεταξύ των εθνικών
διατάξεων και η σταδιακή άρση των διαφορών, έτσι ώστε να ισχύουν κατ’
ουσίαν όσο το δυνατόν οι ίδιοι όροι για τα κράτη μέλη. Η οδηγία αποτελεί
επομένως ένα από τα βασικά μέσα υλοποίησης της εσωτερικής αγοράς.
Η οδηγία δεν δεσμεύει τα κράτη μέλη παρά μόνο όσον αφορά το επιδιω-
κόμενο αποτέλεσμα, αφήνοντας όμως σε αυτά την επιλογή της μορφής και
των μέσων υλοποίησης των στόχων της Ένωσης στο πλαίσιο της εσωτερικής
έννομης τάξης τους. Αυτή η σύμπραξη των κρατών μελών αντανακλά την
πρόθεση να καταστούν ηπιότερες οι παρεμβάσεις στα εσωτερικά δικαιικά
και διοικητικά συστήματα. Έτσι, τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα, κατά
την υλοποίηση των στόχων της νομοθεσίας της Ένωσης, να συνυπολογίζουν
τις εθνικές ιδιαιτερότητες. Προς τούτο, οι διατάξεις μιας οδηγίας δεν αντι-
καθιστούν αυτόματα τις διατάξεις του εθνικού δικαίου, αλλά τα κράτη μέλη
υποχρεώνονται να προσαρμόζουν το εθνικό τους δίκαιο στις διατάξεις αυτές.
Αυτό, κατά κανόνα, προϋποθέτει μια νομοθετική διαδικασία σε δύο στάδια:
Στο πρώτο στάδιο καθορίζεται κατά τρόπο δεσμευτικό σε επίπεδο ΕΕ το
αποτέλεσμα το οποίο επιδιώκει η οδηγία όσον αφορά τον συγκεκριμένο
αποδέκτη, ο οποίος μπορεί να είναι όλα ή ορισμένα από τα κράτη μέλη,
και ορίζεται η προθεσμία εντός της οποίας το αποτέλεσμα αυτό πρέπει να
επιτευχθεί. Τα όργανα της Ένωσης μπορούν να προκαθορίσουν το αποτέλε-
σμα αυτό με ρυθμίσεις τόσο λεπτομερείς ώστε τα κράτη μέλη να μην έχουν
πλέον περιθώριο να προβούν σε ουσιαστικές προσαρμογές. Η δυνατότητα
αυτή αξιοποιείται προπαντός στον τομέα των τεχνικών προδιαγραφών και
της προστασίας του περιβάλλοντος.
Στο δεύτερο στάδιο, σε εθνικό επίπεδο, το αποτέλεσμα που καθορίζεται σε
επίπεδο ΕΕ πραγματοποιείται ουσιαστικά στο δίκαιο των κρατών μελών.
Παρά το γεγονός ότι τα κράτη μέλη είναι κατ’ αρχήν ελεύθερα να επιλέξουν
τη μορφή και τα μέσα μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο, το κατά πόσο οι εν λόγω
ρυθμίσεις έχουν πράγματι μεταφερθεί σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης
ελέγχεται με κριτήρια που καθορίζονται από την ΕΕ. Εν προκειμένω ισχύ-
ει η γενική αρχή ότι η προκύπτουσα από τη μεταφορά έννομη κατάσταση
108 ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
πρέπει να επιτρέπει να διακρίνονται με επαρκώς σαφή και ακριβή τρόπο
τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τις διατάξεις μιας
οδηγίας ώστε ο πολίτης της Ένωσης να έχει τη δυνατότητα να τα επικα-
λεστεί ή να τα προσβάλει ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Προς τούτο
απαιτείται κατά κανόνα η έκδοση δεσμευτικών εθνικών νομικών πράξεων
ή η κατάργηση ή τροποποίηση ισχυόντων κανόνων δικαίου και διοικητικών
διατάξεων. Η απλή διοικητική πρακτική δεν επαρκεί, καθώς από τη φύση της
μπορεί να μεταβληθεί ελεύθερα από τη διοίκηση και δεν υποβάλλεται στη
δέουσα δημοσιότητα.
Κατά κανόνα, η οδηγία δεν δημιουργεί άμεσα δικαιώματα και υποχρεώ-
σεις για τους πολίτες της Ένωσης· απευθύνεται ρητά μόνο στα κράτη μέλη.
Αντίθετα, για τους πολίτες της Ένωσης συνεπάγεται δικαιώματα και υπο-
χρεώσεις μόνο διά των πράξεων μεταφοράς της στο εσωτερικό δίκαιο των
κρατών μελών. Αυτό δεν έχει συνέπειες για τους πολίτες της ΕΕ στον βαθ-
μό που τα κράτη μέλη εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις που υπέχουν από
τις νομικές πράξεις της Ένωσης. Μειονεκτήματα για τον πολίτη της Ένωσης
μπορεί να υπάρξουν στην περίπτωση που δεν έχουν εκδοθεί οι απαραίτητες
πράξεις μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο ή έχουν εκδοθεί κατά τρόπο ελλιπή,
ενώ η πραγματοποίηση του στόχου που ορίζεται στην οδηγία ήταν προς το
συμφέρον του. Για να περιορίσει κατά το δυνατόν τέτοια ενδεχόμενα μει-
ονεκτήματα, το Δικαστήριο δέχεται με πάγια νομολογία του ότι ο πολίτης
της Ένωσης μπορεί, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να επικαλεστεί άμεσα τις
διατάξεις οδηγίας για να διεκδικήσει τα δικαιώματα που του αναγνωρίζονται
από αυτήν και, ενδεχομένως, να επιτύχει την επιβολή τους, προσφεύγοντας
στα εθνικά δικαστήρια. Σύμφωνα με το Δικαστήριο, οι προϋποθέσεις αυτού
του άμεσου αποτελέσματος είναι οι ακόλουθες:
■■ οι διατάξεις της οδηγίας πρέπει να καθορίζουν τα δικαιώματα των
πολιτών ή των επιχειρήσεων της ΕΕ με επαρκώς σαφή και ακριβή τρόπο,
■■ η επίκληση του δικαιώματος δεν πρέπει να εξαρτάται από όρο
ή προϋπόθεση,
■■ ο εθνικός νομοθέτης δεν πρέπει να διαθέτει κανένα περιθώριο εκτίμησης
ως προς τη διαμόρφωση του περιεχομένου του δικαιώματος και
■■ πρέπει να έχει ήδη παρέλθει η προθεσμία για τη μεταφορά της οδηγίας
στο εθνικό δίκαιο.
Η νομολογία αυτή του Δικαστηρίου σχετικά με το άμεσο αποτέλεσμα των
οδηγιών στηρίζεται κατά βάση στη σκέψη ότι το κράτος μέλος αντιδρά κατά
τρόπο αντιφατικό και καταχρηστικό όταν εφαρμόζει το εθνικό του δίκαιο
ενώ θα έπρεπε να το έχει προσαρμόσει στις διατάξεις της οδηγίας. Η απο-
δοχή του άμεσου αποτελέσματος μιας οδηγίας έρχεται να αποτρέψει την
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 109
ανεπίτρεπτη ενάσκηση δικαιώματος ενός κράτους μέλους, με την έννοια
ότι εμποδίζει το συγκεκριμένο κράτος μέλος να αντλεί οποιοδήποτε όφελος
από τη μη τήρηση του δικαίου της Ένωσης. Υπό την έννοια αυτή, το άμε-
σο αποτέλεσμα των οδηγιών αποκτά χαρακτήρα κύρωσης. Με το δεδομένο
αυτό είναι άλλωστε λογικό να δέχεται το Δικαστήριο μέχρι σήμερα το άμεσο
αποτέλεσμα των οδηγιών μόνο στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών και κράτους
μέλους, και αυτό μόνο όταν το άμεσο αποτέλεσμα αποβαίνει προς όφελος
του πολίτη και όχι εις βάρος του, δηλαδή μόνο στις περιπτώσεις που η ρύθ-
μιση της Ένωσης είναι ευνοϊκότερη για τον πολίτη απ’ ό,τι το μη προσαρμο-
σμένο εθνικό δίκαιο (το λεγόμενο «κάθετο άμεσο αποτέλεσμα»).
Αντιθέτως, το Δικαστήριο δεν δέχθηκε την ύπαρξη άμεσου αποτελέσματος
των οδηγιών στις σχέσεις των ιδιωτών μεταξύ τους (το λεγόμενο «οριζόντιο
άμεσο αποτέλεσμα»). Ο χαρακτήρας κύρωσης του άμεσου αποτελέσματος
οδήγησε το Δικαστήριο στη διαπίστωση ότι το αποτέλεσμα αυτό δεν ισχύει
στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών επειδή αυτοί δεν μπορούν να καταστούν υπεύ-
θυνοι για τις παραλείψεις των κρατών μελών. Επιπλέον, λειτουργούν υπέρ
των ιδιωτών οι γενικές αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας
της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Οι πολίτες της Ένωσης πρέπει να μπο-
ρούν να είναι βέβαιοι ότι τα έννομα αποτελέσματα μιας οδηγίας μπορούν
να τους αντιταχθούν μόνο εντός των ορίων των εθνικών μέτρων μεταφο-
ράς. Ωστόσο, το Δικαστήριο ανέπτυξε μια γενική αρχή πρωτογενούς δικαίου
κατά την οποία το περιεχόμενο μιας οδηγίας τυγχάνει εφαρμογής και στις
σχέσεις μεταξύ ιδιωτών εφόσον υλοποιεί τη γενική αρχή περί απαγόρευσης
των διακρίσεων. Το μόρφωμα αυτό του Δικαστηρίου κινείται πέρα από την
απαγόρευση των διακρίσεων, η οποία στο πλαίσιο της υλοποίησής της από
την εκάστοτε οδηγία υποχρεώνει τις κρατικές υπηρεσίες και εν προκειμένω
ιδίως τα εθνικά δικαστήρια να διασφαλίζουν στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς
τους την παροχή έννομης προστασίας που απορρέει για τον ιδιώτη από το
δίκαιο της ΕΕ και να διασφαλίζουν την αποτελεσματικότητα του δικαίου της
Ένωσης, επιβάλλοντας τη μη εφαρμογή, εν ανάγκη, οποιασδήποτε διάταξης
του εθνικού δικαίου παραβιάζει την εν λόγω απαγόρευση. Κατά συνέπεια
και ενόψει της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης, η αρχή της απαγόρευσης
των διακρίσεων όπως διαμορφώνεται στο πλαίσιο της εκάστοτε οδηγίας
υπερισχύει τυχόν αντίθετων διατάξεων του εθνικού δικαίου. Με τον τρόπο
αυτόν, το Δικαστήριο δεν αναιρεί μεν τη νομολογία του για τη μη ύπαρξη ορι-
ζόντιου αποτελέσματος των οδηγιών, ωστόσο, σε σχέση με την απαγόρευση
των διακρίσεων, καταλήγει εν τοις πράγμασι στο ίδιο αποτέλεσμα σε όλες
τις περιπτώσεις όπου η εν λόγω αρχή πραγματώνεται στο πλαίσιο οδηγίας.
Το Δικαστήριο έχει μέχρι σήμερα αναγνωρίσει μια τέτοιου είδους πραγμά-
τωση για οδηγίες που είχαν ως αντικείμενο τις κλασικές διακρίσεις βάσει
ιθαγένειας ή φύλου ή ακόμα και βάσει ηλικίας. Το ίδιο ισχύει θεωρητικά για
110 ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
όλες τις οδηγίες που με την έκδοσή τους επιδιώκεται η καταπολέμηση των
αναφερόμενων στο άρθρο 19 ΣΛΕΕ λόγων διάκρισης.
Το άμεσο αποτέλεσμα μιας οδηγίας δεν προϋποθέτει απαραίτητα ότι μια
διάταξή της απονέμει δικαιώματα στο άτομο. Αντιθέτως, οι διατάξεις μιας
οδηγίας μπορούν να αναπτύσσουν αποτέλεσμα εξ αντικειμένου. Για την απο-
δοχή αυτού του αποτελέσματος ισχύουν οι ίδιες προϋποθέσεις όπως και για
το άμεσο αποτέλεσμα, με τη μόνη διαφορά ότι στη θέση του σαφούς και
επακριβώς προσδιορισμένου δικαιώματος του πολίτη ή της επιχείρησης της
Ένωσης υπάρχει μια σαφής και επακριβώς προσδιορισμένη υποχρέωση του
κράτους μέλους. Στην περίπτωση αυτή, όλα τα όργανα, ήτοι ο νομοθέτης,
η διοίκηση και τα δικαστήρια των κρατών μελών, δεσμεύονται από την οδη-
γία και οφείλουν να την τηρούν και να την εφαρμόζουν «αυτεπαγγέλτως»
λόγω της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης. Ειδικότερα, από την υποχρέ-
ωση αυτή απορρέει η υποχρέωση ερμηνείας του εθνικού δικαίου σύμφωνα
με την οδηγία (η λεγόμενη «σύμφωνη με το δίκαιο της Ένωσης ερμηνεία»)
ή της κατά προτεραιότητα εφαρμογής της επίμαχης διάταξης της οδηγίας
έναντι αντίθετων διατάξεων του εθνικού δικαίου. Εξάλλου, οι οδηγίες ανα-
πτύσσουν ορισμένους περιορισμούς έναντι των κρατών μελών και πριν από
την παρέλευση της προθεσμίας μεταφοράς. Ενόψει του δεσμευτικού χαρα-
κτήρα των στόχων μιας οδηγίας και κατ’ εφαρμογή της αρχής της πίστης
προς την Ένωση (άρθρο 4 ΣΕΕ), τα κράτη μέλη οφείλουν ήδη πριν από την
παρέλευση της προθεσμίας μεταφοράς μιας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο να
μην προβαίνουν σε ενέργειες οι οποίες θα μπορούσαν να θέσουν σε σοβαρό
κίνδυνο την επίτευξη των στόχων που επιδιώκει η οδηγία αυτή.
Τέλος, στις αποφάσεις που εξέδωσε το 1991 στις υποθέσεις Francovich και
Bonifaci, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να επανορθώ-
νουν ζημίες που προκαλούνται από την παράλειψη μεταφοράς ή από την
πλημμελή μεταφορά οδηγίας. Στις υποθέσεις αυτές επρόκειτο για την ενδε-
χόμενη ευθύνη του ιταλικού κράτους λόγω της μη εμπρόθεσμης μεταφοράς
της οδηγίας 80/987/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1980, σχετι-
κά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του ερ-
γοδότη. Η οδηγία αφορά τη διασφάλιση των μισθολογικών απαιτήσεων των
εργαζομένων κατά τη διάρκεια ορισμένης χρονικής περιόδου πριν από την
έναρξη της αδυναμίας πληρωμής του εργοδότη ή, ενδεχομένως, την από-
λυσή τους για τον λόγο αυτό. Προς τον σκοπό αυτό έπρεπε να συσταθούν
οργανισμοί εγγύησης με πόρους προερχόμενους από τους εργοδότες και/ή
το κράτος, κατά των οποίων δεν θα μπορούσαν να στραφούν άλλοι δανει-
στές του εργοδότη. Το Δικαστήριο βρέθηκε εν προκειμένω προ του εξής
προβλήματος: η συγκεκριμένη οδηγία είχε βεβαίως σκοπό να αναγνωρίσει
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 111
στους εργαζομένους δικαίωμα να συνεχίσουν να λαμβάνουν τον μισθό τους
από το εγγυητικό κεφάλαιο που έπρεπε να συσταθεί· ωστόσο, αυτό το δικαί-
ωμα δεν ίσχυε άμεσα, δηλαδή δεν ήταν δυνατή η επίκλησή του ενώπιον των
εθνικών δικαστηρίων, επειδή λόγω της μη μεταφοράς της εν λόγω οδηγίας
δεν είχε συσταθεί ο οργανισμός εγγύησης και, επομένως, δεν ήταν δυνατόν
να προσδιοριστεί ποιος ήταν ο υπόχρεος της καταβολής των ποσών δεδο-
μένης της αφερεγγυότητας του εργοδότη. Στη συγκεκριμένη υπόθεση, το
Δικαστήριο αποφάσισε ότι το ιταλικό κράτος, μη μεταφέροντας την οδηγία,
στέρησε από τους εργαζομένους το δικαίωμα που τους παρείχε η εν λόγω
οδηγία και, επομένως, όφειλε να επανορθώσει τη ζημία που υπέστησαν εξ
αυτού του λόγου. Η υποχρέωση αποζημίωσης, αν και δεν προβλέπεται ρητά
στο δίκαιο της Ένωσης, αποτελεί, σύμφωνα με το Δικαστήριο, αναπόσπαστο
συστατικό στοιχείο της έννομης τάξης της ΕΕ, λόγω του ότι εάν οι πολίτες
της ΕΕ δεν είχαν τη δυνατότητα να διεκδικήσουν αποζημίωση σε περίπτωση
βλάβης των δικαιωμάτων τους από ενέργεια των κρατών μελών αντίθετη
προς το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αυτό θα παρακώλυε την αποτε-
λεσματικότητα της έννομης τάξης της και θα μείωνε την προστασία των
δικαιωμάτων που παράγει (4).
Αποφάσεις
Με τη θεσμοθέτηση των «αποφάσεων» στη Συνθήκη της Λισαβόνας προστέ-
θηκε μία νέα μορφή νομικών πράξεων στον ήδη υπάρχοντα οικείο κατάλο-
γο. Διακρίνονται δύο κατηγορίες αποφάσεων: Αποφάσεις που απευθύνονται
σε συγκεκριμένους αποδέκτες και γενικές αποφάσεις που δεν ορίζουν συ-
γκεκριμένους αποδέκτες (βλ. άρθρο 288 εδάφιο 4 ΣΛΕΕ). Ενώ οι απευθυνό-
μενες προς συγκεκριμένους αποδέκτες αποφάσεις αντικατέστησαν τις προ-
ηγούμενες «αποφάσεις» για τη ρύθμιση ατομικών περιπτώσεων, οι γενικές
αποφάσεις, οι οποίες δεν ορίζουν συγκεκριμένο αποδέκτη, περιλαμβάνουν
πληθώρα τρόπων ρύθμισης με κοινό χαρακτηριστικό το ότι δεν στοχεύουν
τη ρύθμιση ατομικών περιπτώσεων. Ωστόσο, η ενιαία αυτή ονομασία για
δύο εντελώς διαφορετικές μορφές νομικών πράξεων είναι ιδιαιτέρως ατυ-
χής, δεδομένου ότι λόγω των αναπόφευκτων δυσχερειών διάκρισης μεταξύ
των δυο εννοιών προκαλείται τεράστια ανασφάλεια δικαίου. Προτιμότερο
θα ήταν να διατηρηθεί ο όρος «απόφαση» που χρησιμοποιούνταν παλαιότε-
ρα για μέτρα που στόχευαν στη ρύθμιση ατομικών περιπτώσεων με νομική
ισχύ προς τα έξω και να χρησιμοποιείται ένας επιπλέον, διαφορετικός όρος
για τις λοιπές δεσμευτικές νομικές πράξεις.
(4) Βλ. για περισσότερες λεπτομέρειες το κεφάλαιο περί ευθύνης των κρατών μελών για
παραβιάσεις του δικαίου της Ένωσης.
112 ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
Οι αποφάσεις που απευθύνονται σε συγκεκριμένους αποδέκτες, συνιστούν
τυπικές νομικές πράξεις, διά των οποίων τα όργανα της ΕΕ (ιδίως το Συμβού-
λιο και η Επιτροπή) ασκούν την εκτελεστική τους αρμοδιότητα. Με την έκδο-
ση μιας τέτοιας απόφασης τα όργανα της Ένωσης μπορούν να ζητήσουν από
κράτος μέλος, επιχείρηση ή πολίτη της Ένωσης να προβεί σε πράξη ή πα-
ράλειψη, να του απονείμουν δικαιώματα ή να του επιβάλουν υποχρεώσεις.
Πρόκειται για κάτι αντίστοιχο με αυτό που συμβαίνει στις εθνικές έννομες
τάξεις. Και σε αυτές καθορίζονται από τις διοικητικές αρχές κατά τρόπο δε-
σμευτικό, και ειδικότερα με την έκδοση διοικητικής πράξης, οι συνέπειες που
έχει κατά περίπτωση στους πολίτες η εφαρμογή π.χ. ενός νόμου.
Τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά της απόφασης αυτής της μορφής είναι τα
ακόλουθα:
■■ Η απόφαση έχει ατομική ισχύ, και κατά τούτο διαφέρει από τον κανονισμό.
Οι αποδέκτες μιας απόφασης πρέπει να ορίζονται ατομικά και δεσμεύονται
επίσης μόνο ατομικά. Προς τον σκοπό αυτό, αρκεί να μπορούν να
προσδιοριστούν κατά τη χρονική στιγμή της έκδοσης της απόφασης τα
πρόσωπα τα οποία αυτή αφορά και να μην είναι δυνατή η μεταγενέστερη
διεύρυνση του κύκλου των προσώπων αυτών. Κρίσιμο είναι εν
προκειμένω ιδίως το περιεχόμενο της απόφασης, το οποίο πρέπει να είναι
κατάλληλο να επηρεάσει εξατομικευμένα και άμεσα τη νομική κατάσταση
των υποκειμένων του δικαίου. Υπό την έννοια αυτή, η απόφαση μπορεί
να αφορά ατομικά και τρίτους, στο μέτρο που αυτοί θίγονται λόγω
ιδιαίτερων προσωπικών χαρακτηριστικών ή ειδικών συνθηκών που τους
διαφοροποιούν από όλα τα άλλα πρόσωπα και, ως εκ τούτου, μπορούν να
εξατομικευτούν κατά τον ίδιο τρόπο όπως ο ίδιος ο αποδέκτης.
■■ Η απόφαση είναι δεσμευτική ως προς όλα τα στοιχεία της και κατά τούτο
διαφέρει από την οδηγία, η οποία είναι δεσμευτική μόνο ως προς τον
επιδιωκόμενο σκοπό.
■■ Η απόφαση δεσμεύει τους αποδέκτες της άμεσα. Απόφαση
απευθυνόμενη σε κράτος μέλος μπορεί, εξάλλου, να παραγάγει άμεσα
έννομα αποτελέσματα και για τους πολίτες της Ένωσης υπό τις ίδιες
προϋποθέσεις όπως μια οδηγία.
Οι γενικές αποφάσεις που δεν έχουν συγκεκριμένο αποδέκτη είναι δε-
σμευτικές ως προς όλα τα στοιχεία τους, χωρίς ωστόσο να προκύπτει ρητά
ποιους δεσμεύουν. Αυτό μπορεί να διαπιστωθεί ουσιαστικά μόνο με βάση
το περιεχόμενο της εκάστοτε απόφασης. Οι γενικές αποφάσεις διακρίνονται
στους εξής τύπους, ανάλογα με τη ρύθμιση που επιδιώκουν:
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 113
■■ Αποφάσεις για την τροποποίηση διατάξεων των Συνθηκών: Οι αποφάσεις
αυτές ισχύουν γενικά και αφηρημένα, με την έννοια ότι δεσμεύουν
όλα τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της ΕΕ, καθώς
και τα κράτη μέλη. Ενδεικτικά αναφέρονται οι αποφάσεις για την
απλοποίηση διαδικασιών θέσπισης μέτρων [άρθρο 81 παράγραφος 3,
άρθρο 192 παράγραφος 2 στοιχείο γ) ΣΛΕΕ] ή για την απλούστευση των
απαιτήσεων για το σχηματισμό πλειοψηφίας (άρθρο 312 παράγραφος 2,
άρθρο 333 παράγραφος 1 ΣΛΕΕ).
■■ Αποφάσεις για την ερμηνεία των Συνθηκών: Οι εν λόγω αποφάσεις
αναπτύσσουν δεσμευτική ισχύ για το σύνολο της ΕΕ ή για τα αντίστοιχα
θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της ΕΕ, εφόσον η απόφαση
ορίζει τα σχετικά με τη σύνθεσή τους, ενώ δεν αναπτύσσουν
αποτελέσματα για τους ιδιώτες.
■■ Αποφάσεις για τη θέσπιση κανόνων ενδοοργανικών και διοργανικών
κανόνων δικαίου: Οι εν λόγω αποφάσεις δεσμεύουν τα ενδιαφερόμενα
και συμμετέχοντα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της
ΕΕ. Σχετικά παραδείγματα αποτελούν οι εσωτερικοί κανονισμοί των
οργάνων της ΕΕ καθώς και οι διοργανικές συμφωνίες που συνάπτονται
μεταξύ αυτών.
■■ Αποφάσεις στο πλαίσιο της οργανωτικής εξουσίας: Οι αποφάσεις αυτές
(π.χ. διορισμοί, αμοιβές) δεσμεύουν τους αντίστοιχους λειτουργούς ή τα
μέλη των οργάνων.
■■ Αποφάσεις για τη χάραξη πολιτικής: Οι εν λόγω αποφάσεις
ανταγωνίζονται τους κανονισμούς και τις οδηγίες, χωρίς ωστόσο να
στοχεύουν στην παραγωγή δεσμευτικών αποτελεσμάτων για τους
πολίτες. Κατά κανόνα, η δεσμευτική τους ισχύς περιορίζεται στα
όργανα που συμμετέχουν στην έκδοσή τους, ιδίως όταν πρόκειται
για τον προσανατολισμό ή τις κατευθυντήριες γραμμές μελλοντικών
πολιτικών. Μόνο κατ’ εξαίρεση παράγουν γενικά και αφηρημένα έννομα
αποτελέσματα ή συνεπάγονται οικονομικές επιπτώσεις.
■■ Αποφάσεις στο πλαίσιο της κοινής εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής
ασφάλειας: Οι αποφάσεις αυτές αναπτύσσουν δεσμευτική νομική ισχύ
για την ΕΕ. Έναντι των κρατών μελών η δεσμευτική ισχύς περιορίζεται
με ειδικές διατάξεις (π.χ. άρθρο 28 παράγραφοι 2 και 5, άρθρο 31
παράγραφος 1 ΣΕΕ). Δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Δικαστηρίου.
114 ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
Συστάσεις και γνώμες
Την τελευταία κατηγορία νομικών πράξεων που προβλέπεται ρητά στις Συν-
θήκες της ΕΕ συνιστούν οι συστάσεις και οι γνώμες. Μέσω αυτών παρέχεται
στα όργανα της Ένωσης η δυνατότητα να εκφράσουν απόψεις προς τα κράτη
μέλη ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, και προς τους πολίτες της ΕΕ, κατά τρό-
πο μη δεσμευτικό, δηλαδή χωρίς να δημιουργούν νομικές υποχρεώσεις για
τους αποδέκτες.
Με τις συστάσεις συνιστάται στον αποδέκτη μια ορισμένη συμπεριφορά χω-
ρίς να επιβάλλεται αντίστοιχη νομική υποχρέωση. Στις περιπτώσεις π.χ. που
η θέσπιση ή η τροποποίηση νομοθετικής, κανονιστικής ή διοικητικής διά-
ταξης ενδέχεται να προκαλέσει στρέβλωση των όρων του ανταγωνισμού
εντός της εσωτερικής αγοράς, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μπορεί να συστήσει
στο ενδιαφερόμενο κράτος τα κατάλληλα μέτρα για την αποφυγή της στρέ-
βλωσης αυτής (βλ. άρθρο 117 παράγραφος 1 δεύτερη περίοδος ΣΛΕΕ).
Αντίθετα, γνώμες υποβάλλονται από τα όργανα της Ένωσης όταν πρόκει-
ται να εκτιμηθεί η τρέχουσα κατάσταση ή ορισμένα συμβάντα στην Ένωση
ή στα κράτη μέλη. Εν μέρει χρησιμοποιούνται και στην κατάρτιση μελλοντι-
κών δεσμευτικών νομικών πράξεων ή αποτελούν προϋπόθεση σε διαδικα-
σίες ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. άρθρα 258 και 259 ΣΛΕΕ).
Η σημασία των συστάσεων και των γνωμών είναι κυρίως πολιτική και ηθική.
Προβλέποντας αυτούς τους τύπους πράξεων, οι συντάκτες των Συνθηκών
είχαν την προσδοκία ότι οι ενδιαφερόμενοι, λόγω του μεγάλου κύρους των
οργάνων της Ένωσης, της ευρείας εποπτείας των πραγμάτων, η οποία υπερ-
βαίνει τα εθνικά πλαίσια, θα ακολουθούσαν οικειοθελώς μια σύσταση ή θα
συνήγαγαν τα αναγκαία συμπεράσματα από την εκτίμηση ορισμένης κατά-
στασης. Πάντως, οι συστάσεις και οι γνώμες μπορούν επίσης να αναπτύξουν
έμμεσα έννομα αποτελέσματα, και δη στην περίπτωση που δημιουργούν τις
προϋποθέσεις για μεταγενέστερες δεσμευτικές ρυθμιστικές πράξεις ή όταν
το όργανο που τις εκδίδει αυτοδεσμεύεται, με αποτέλεσμα να δημιουργεί
υπό ορισμένες προϋποθέσεις συνθήκες δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
Ψηφίσματα, δηλώσεις και προγράμματα δράσης
Εκτός από τις πράξεις που αναφέρονται στις Συνθήκες της ΕΕ, τα όργανα
της Ένωσης έχουν στη διάθεσή τους και ποικίλες άλλες δυνατότητες πα-
ρέμβασης για να δώσουν σχήμα και μορφή στην Ένωση. Στην πρακτική της
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 115
Ένωσης τη μεγαλύτερη σημασία έχουν εν προκειμένω τα ψηφίσματα, οι
δηλώσεις και τα προγράμματα δράσης.
Ψηφίσματα: Τα ψηφίσματα εκδίδονται από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το Συμ-
βούλιο της ΕΕ και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Τα ψηφίσματα εκφράζουν
κοινές απόψεις και προθέσεις σε σχέση με τη συνολική πορεία της ολοκλή-
ρωσης, καθώς και για συγκεκριμένα καθήκοντα εντός και εκτός της Ένω-
σης. Για παράδειγμα, τα ψηφίσματα που αφορούν την εσωτερική λειτουργία
της Ένωσης έχουν ως αντικείμενο θεμελιώδη ζητήματα που αφορούν την
πολιτική ένωση, την περιφερειακή πολιτική, την ενέργεια και την οικονο-
μική και νομισματική ένωση, ιδίως δε την εγκαθίδρυση του Ευρωπαϊκού
Νομισματικού Συστήματος. Τα ψηφίσματα αυτά έχουν προπαντός πολιτική
σημασία επειδή χαράσσουν κατευθυντήριες γραμμές για τις μελλοντικές
εργασίες του Συμβουλίου της ΕΕ. Ως εκφράσεις κοινής πολιτικής βούλησης,
τα ψηφίσματα διευκολύνουν σημαντικά την επίτευξη συναίνεσης στο Συμ-
βούλιο. Εξάλλου, τα ψηφίσματα εγγυώνται ένα ελάχιστο επίπεδο σύμπτω-
σης απόψεων μεταξύ των φορέων λήψης αποφάσεων των κρατών μελών
και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στη λειτουργία αυτή πρέπει να ανταποκρίνεται
και η νομική τους αξιολόγηση, που σημαίνει ότι ο θεσμός του ψηφίσματος
θα πρέπει να παραμείνει ευέλικτος και να μην επιβαρυνθεί υπέρμετρα με
νομικές προϋποθέσεις και δεσμεύσεις.
Δηλώσεις: Υπάρχουν δύο τύποι δηλώσεων: εκείνες που αφορούν τη μελλο-
ντική εξέλιξη της Ένωσης, όπως π.χ. οι δηλώσεις για την ΕΕ, για τη δημο-
κρατία ή για τα θεμελιώδη δικαιώματα, που ουσιαστικά ως προς τη σημασία
τους προσομοιάζουν με ψηφίσματα. Δηλώσεις αυτού του τύπου εκδίδονται
προπαντός όταν επιδιώκεται η επικοινωνία με το ευρύ κοινό ή με ορισμένο
κύκλο αποδεκτών. Επίσης, εκδίδονται δηλώσεις οι οποίες αφορούν τη λήψη
αποφάσεων του Συμβουλίου της ΕΕ. Στην περίπτωση αυτή πρόκειται για δη-
λώσεις οι οποίες περιλαμβάνουν τις απόψεις όλων ή ορισμένων κρατών με-
λών και αφορούν την ερμηνεία των αποφάσεων του Συμβουλίου. Αυτού του
τύπου οι ερμηνευτικές δηλώσεις αποτελούν πάγια πρακτική στο Συμβούλιο
της ΕΕ και αναγκαίο μέσο για την επίτευξη συμβιβασμών. Η νομική σημασία
αυτών των δηλώσεων πρέπει να αξιολογηθεί βάσει των γενικών ερμηνευ-
τικών αρχών. Σύμφωνα με αυτές, η ερμηνεία μιας διάταξης καθορίζεται σε
μεγάλο βαθμό από τη βούληση του συντάκτη της. Ωστόσο, η γενική αυτή
αρχή ισχύει μόνο εφόσον η ερμηνευτική δήλωση έχει λάβει την απαιτούμε-
νη δημοσιότητα, καθώς η δημιουργία περιορισμών π.χ. σε πράξεις του πα-
ράγωγου δικαίου με τις οποίες χορηγούνται άμεσα δικαιώματα σε πρόσωπα,
δεν μπορεί να βασίζεται σε μη δημοσιευμένες παρεπόμενες συμφωνίες.
116 ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
Προγράμματα δράσης: Τα προγράμματα αυτά καταρτίζονται από το Συμβού-
λιο της ΕΕ και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με ιδία πρωτοβουλία ή ύστερα από
πρόταση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, και συγκεκριμενοποιούν τα νομοθε-
τικά προγράμματα και τους γενικούς στόχους που προβλέπονται στις Συνθή-
κες της ΕΕ. Όταν τα προγράμματα αυτά προβλέπονται ρητά στις Συνθήκες, οι
σχετικές διατάξεις δεσμεύουν τα όργανα της Ένωσης. Αντίθετα, άλλα προ-
γράμματα γίνονται αντιληπτά στην πράξη ως απλές κατευθυντήριες γραμ-
μές που δεν έχουν νομικά δεσμευτικό χαρακτήρα, αλλά περιορίζονται στο
να εκφράσουν την πρόθεση των οργάνων της Ένωσης να δρουν σύμφωνα
με το περιεχόμενό τους.
Εξάλλου, ιδιαίτερη σημασία έχουν στην πρακτική της Ένωσης οι «λευκές
βίβλοι» και οι «πράσινες βίβλοι». Οι «λευκές βίβλοι», που δημοσιεύονται από
την Επιτροπή, περιλαμβάνουν συγκεκριμένες προτάσεις για μέτρα της ΕΕ
σε συγκεκριμένους τομείς πολιτικής. Εάν μια λευκή βίβλος τύχει θετικής
αποδοχής από το Συμβούλιο, μπορεί να αποτελέσει τη βάση για πρόγραμμα
δράσης της Ένωσης. Σχετικά παραδείγματα αποτελούν οι λευκές βίβλοι σχε-
τικά µε τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας (2004), για μια ευρωπαϊκή πολιτική
επικοινωνίας (2006) ή για το μέλλον της Ευρώπης (2017). Οι «πράσινες
βίβλοι» έχουν σκοπό να προσφέρουν σε ευρωπαϊκό επίπεδο ερεθίσματα για
προβληματισμό σε συγκεκριμένα ζητήματα και αποτελούν τη βάση για δια-
βούλευση και διάλογο πάνω στα θέματα που θίγει η πράσινη βίβλος. Σε ορι-
σμένες περιπτώσεις αποτελούν το έναυσμα για την επεξεργασία νομοθετι-
κών διατάξεων, οι οποίες στη συνέχεια ερμηνεύονται στις λευκές βίβλους.
Δημοσιεύσεις και κοινοποιήσεις
Οι πράξεις νομοθετικού χαρακτήρα δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα
της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σειρά L [«Νομοθεσία» (L — Législation)]. Τίθενται
σε ισχύ είτε κατά την ημερομηνία που προβλέπουν οι ίδιες ή, άλλως, την
εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή τους.
Οι πράξεις μη νομοθετικού χαρακτήρα υπογράφονται από τον πρόε-
δρο του οργάνου που τις εκδίδει. Δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερί-
δα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σειρά C [«Ανακοινώσεις και Πληροφορίες»
(C — Communication)].
Οι νομικές πράξεις που απευθύνονται σε συγκεκριμένο αποδέκτη κοινοποι-
ούνται σε αυτόν για τον οποίον προορίζονται και η ισχύς τους άρχεται από
την κοινοποίηση.
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 117
Οι μη δεσμευτικές νομικές πράξεις δεν υπόκεινται σε υποχρεωτική δημο-
σίευση ή κοινοποίηση. Ωστόσο, κατά κανόνα δημοσιεύονται επίσης στην
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σειρά C («Ανακοινώσεις και
Πληροφορίες»).
Η νομοθετική διαδικασία στην ΕΕ
Σε αντίθεση με τα εθνικά συστήματα, όπου η πολιτειακή βούληση διαμορ-
φώνεται στο κοινοβούλιο, η διαμόρφωση της βούλησης στην Ένωση για
μεγάλο διάστημα επηρεάστηκε καθοριστικά από τους εκπροσώπους των
κυβερνήσεων των κρατών μελών που αποτελούν το Συμβούλιο της ΕΕ. Ο λό-
γος ήταν απλός: η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν προέρχεται από έναν «ευρωπαϊκό
λαό», αλλά οφείλει την ύπαρξη και τη δομή της στα κράτη μέλη. Τα κράτη
μέλη δέχτηκαν να παραχωρήσουν ορισμένα από τα κυριαρχικά τους δικαιώ-
ματα στην Ένωση όχι εν λευκώ, αλλά με δεδομένο τον ισχυρό ρόλο τους στη
διαδικασία λήψης των αποφάσεών της. Παρά ταύτα, κατά τη διάρκεια της
εξέλιξης και της εμβάθυνσης της έννομης τάξης της ΕΕ, αυτή η κατανομή
αρμοδιοτήτων στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, η οποία αρχικά εξυπη-
ρετούσε μονομερώς τα συμφέροντα των κρατών μελών, παραχώρησε τη
θέση της σε ένα πολύ πιο ισόρροπο σύστημα χάρη στη συνεχή αναβάθμιση
της θέσης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Έτσι, στην προβλεπόμενη αρχικά
διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προστέθηκε η συνεργασία του
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με το Συμβούλιο και, τέλος, η συναπόφαση του
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου κατά τη νομοθετική διαδικασία της ΕΕ.
Οι νομοθετικές διαδικασίες στο πλαίσιο της Ένωσης αναθεωρήθηκαν και
αναμορφώθηκαν με τη Συνθήκη της Λισαβόνας. Διακρίνονται: 1. για την έκ-
δοση νομοθετικών πράξεων, η συνήθης νομοθετική διαδικασία (άρθρο 289
παράγραφος 1 ΣΛΕΕ), η οποία κατ’ ουσίαν αντιστοιχεί στην παλαιότερη δι-
αδικασία συναπόφασης και συνιστά την κατά κανόνα ακολουθούμενη νο-
μοθετική διαδικασία σε επίπεδο ΕΕ (άρθρο 289 παράγραφος 2 ΣΛΕΕ), στο
πλαίσιο της οποίας οι νομοθετικές πράξεις εγκρίνονται από το Ευρωπαϊκό
Κοινοβούλιο με τη συμμετοχή του Συμβουλίου ή από το Συμβούλιο με τη
συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. 2. Ορισμένες νομικές πράξεις
πρέπει να υποβληθούν σε διαδικασία έγκρισης από το Ευρωπαϊκό Κοινο-
βούλιο, πριν τεθούν σε ισχύ. 3. Οι νομικές πράξεις μη νομοθετικού χαρακτή-
ρα εκδίδονται με απλουστευμένη διαδικασία. 4. Για την έκδοση κατ’ εξουσι-
οδότηση και εκτελεστικών πράξεων προβλέπονται ειδικές διαδικασίες.
∆ιαδικασία έκδοσης νοµοθετικών πράξεων
Συνήθης νοµοθετική διαδικασία
(άρθρο 294 ΣΛΕΕ)
ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ
ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ
ΕΠΙΤΡΟΠΗ Θέση του Ευρωπαϊ-
ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ κού Κοινοβουλίου
ΕΠΙΤΡΟΠΗ Προτάσεις και γνώµες των
ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ
επιτροπών
(πρώτη ανάγνωση)
ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ
ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ
Έγκριση της
θέσης του Συµβουλίου ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙ
Η πράξη εκδίδεται Θέση του
ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ Συµβουλίου Ο ΤΗΣ ΕΕ
µε τη θέση που
διατυπώθηκε από (δεύτερη της ΕΕ (πρώτη
το Συµβούλιο ανάγνωση) ανάγνωση)
Απόρριψη της
Τροπολογία µε θέσης του Συµβουλίου µε Καµία τροπολογία από
πλειοψηφία πλειοψηφία των µελών το Ευρωπαϊκό
των µελών Λήξη της νοµοθετικής Κοινοβούλιο ή αποδοχή
διαδικασίας – όλων των τροπολογιών
Η πράξη δεν εκδίδεται από το Συµβούλιο της ΕΕ
Έκδοση της πράξης
Εγκρίνει Απορρίπτει
τροπολογία του ΕΠΙΤΡΟΠΗ τροπολογία του
Ευρωπαϊκού Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου Κοινοβουλίου
Συµφωνία
Έγκριση των Έγκριση του
τροπολογιών µε ΣΥΜΒΟΥΛΙ Έγκριση των
τροπολογιών αποτελέσµατος σε
ειδική Ο ΤΗΣ ΕΕ τρίτη ανάγνωση
πλειοψηφία (δεύτερη οµόφωνα
Η πράξη από το Συµβούλιο
Η πράξη ανάγνωση) και το Ευρωπαϊκό
εκδίδεται εκδίδεται
Κοινοβούλιο
ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Απόρριψη των ΣΥΝ∆ΙΑΛΛΑΓΗΣ Μη συµφωνία
τροπολογιών από Η πράξη θεωρείται ότι
ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ /
το Συµβούλιο της δεν εκδόθηκε
ΕΕ
ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ Λήξη της νοµοθετικής
ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ διαδικασίας
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 119
Τρόπος εφαρμογής της διαδικασίας
Στάδιο δημιουργίας της πρότασης
Η διαδικασία κινείται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία εκπονεί πρό-
ταση για το μέτρο που εισηγείται (δικαίωμα πρωτοβουλίας). Αυτό γίνεται
με ευθύνη της υπηρεσίας της Επιτροπής που είναι αρμόδια για τον τομέα
της οικονομίας τον οποίο αφορά η ρύθμιση, ενώ συμπράττουν συχνά με
γνωμοδοτικό ρόλο και εθνικοί εμπειρογνώμονες. Η διαβούλευση με τους
εθνικούς εμπειρογνώμονες διεξάγεται ορισμένες φορές σε επιτροπές που
συστήνονται ειδικά για τον σκοπό αυτό ή με τη μορφή ad hoc διαδικασίας,
η οποία διεξάγεται από τις υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Ωστόσο,
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν είναι υποχρεωμένη να ακολουθήσει τη γνώμη
των εθνικών εμπειρογνωμόνων κατά την επεξεργασία της πρότασής της.
Το σχέδιο που εκπονείται από την Επιτροπή και το οποίο ορίζει λεπτομερώς
το περιεχόμενο και τη μορφή των μέτρων που πρέπει να ληφθούν συζητεί-
ται από τα μέλη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και, τελικά, εγκρίνεται με απλή
πλειοψηφία. Στη συνέχεια, διαβιβάζεται συγχρόνως στο Συμβούλιο και στο
Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ενδεχομένως και στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και
Κοινωνική Επιτροπή, ως πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, συνοδευόμε-
νο από λεπτομερή αιτιολογική έκθεση.
Πρώτη ανάγνωση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο
Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου διαβιβάζει την πρόταση στην
αρμόδια επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου προς επεξεργασία. Τα πο-
ρίσματα των εργασιών της κοινοβουλευτικής επιτροπής εξετάζονται από την
ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η οποία αποφασίζει την έγκριση
ή την απόρριψη του σχεδίου ή, ενδεχομένως, την πρόταση τροπολογιών. Το
Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο διαβιβάζει τη θέση του στο Συμβούλιο.
Το Συμβούλιο προβαίνει επίσης σε πρώτη ανάγνωση κατά την οποία:
■■ Εάν το Συμβούλιο εγκρίνει τη θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,
εκδίδεται η σχετική πράξη με τη διατύπωση που αποδίδει τη θέση
του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και η διαδικασία ολοκληρώνεται. Στην
πράξη έχει εν τω μεταξύ γίνει κανόνας η νομοθετική διαδικασία να
ολοκληρώνεται ήδη κατά την πρώτη ανάγνωση. Για τον σκοπό αυτό
διεξάγεται ένας «ανεπίσημος τριμερής διάλογος», κατά τον οποίο οι
εκπρόσωποι του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της
Επιτροπής κάθονται σε ένα τραπέζι αναζητώντας ήδη στο αρχικό αυτό
στάδιο της νομοθετικής διαδικασίας συμβιβαστική συμφωνία.
120 ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
■■ Εάν το Συμβούλιο δεν εγκρίνει τη θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,
καθορίζει τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση και τη διαβιβάζει στο
Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Το Συμβούλιο ενημερώνει αναλυτικά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για τους
λόγους που το οδήγησαν να καθορίσει τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση.
Η Επιτροπή ενημερώνει αναλυτικά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για τη θέση
της.
Δεύτερη ανάγνωση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο
Κατά τη δεύτερη ανάγνωση, η οποία πραγματοποιείται εντός τριών μηνών
από τη διαβίβαση της θέσης του Συμβουλίου, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
διαθέτει τρεις δυνατότητες:
1. Να εγκρίνει τη θέση του Συμβουλίου ή να μη διατυπώσει θέση. Στην
περίπτωση αυτή, η σχετική πράξη θεωρείται ότι εκδόθηκε με τη
διατύπωση που αποδίδει τη θέση του Συμβουλίου.
2. Να απορρίψει με πλειοψηφία των μελών του τη θέση του Συμβουλίου.
Στην περίπτωση αυτή, η σχετική πράξη θεωρείται ότι δεν εκδόθηκε και
η διαδικασία περατώνεται.
3. Να προτείνει με πλειοψηφία των μελών του τροπολογίες επί της θέσης
του Συμβουλίου. Στην περίπτωση αυτή, το τροποποιημένο κείμενο
διαβιβάζεται στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή, η οποία γνωμοδοτεί για
τις τροπολογίες αυτές.
Το Συμβούλιο συζητά τις τροπολογίες και για διάστημα τριών μηνών από την
παραλαβή των τροπολογιών του Κοινοβουλίου έχει τις ακόλουθες επιλογές:
1. Το Συμβούλιο δύναται να εγκρίνει όλες τις τροπολογίες του Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου. Στην περίπτωση αυτή, η σχετική πράξη θεωρείται ότι
εκδόθηκε. Εν προκειμένω, αρκεί ειδική πλειοψηφία εφόσον η Επιτροπή
συμφωνεί ομοίως με τις τροπολογίες, ενώ σε αντίθετη περίπτωση
το Συμβούλιο μπορεί να εγκρίνει τις τροπολογίες του Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου μόνο ομόφωνα.
2. Ενδέχεται το Συμβούλιο να μην εγκρίνει όλες τις τροπολογίες
του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή να μην επιτευχθεί η προς τούτο
απαιτούμενη πλειοψηφία. Στην περίπτωση αυτή, ακολουθεί η διαδικασία
συνδιαλλαγής.
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 121
Διαδικασία συνδιαλλαγής
Η διαδικασία συνδιαλλαγής κινείται από τον πρόεδρο του Συμβουλίου σε
συμφωνία με τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Για τον σκοπό
αυτό συγκροτείται επιτροπή συνδιαλλαγής, η οποία αποτελείται επί του
παρόντος από 28 ισότιμους εκπροσώπους του Συμβουλίου και ισάριθμους
του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Η επιτροπή συνδιαλλαγής έχει ως αποστολή
την επίτευξη συμφωνίας επί κοινού σχεδίου με ειδική πλειοψηφία, εντός
έξι εβδομάδων από τη σύγκλησή της, βάσει των θέσεων του Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σε δεύτερη ανάγνωση. Πρόκειται για
συμβιβαστική λύση, η οποία είναι αναγκαίο να εξευρεθεί βάσει «ελέγχου
όλων των πτυχών της διαφωνίας». Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση πρόκειται
για συμβιβασμό μεταξύ των διιστάμενων απόψεων του Ευρωπαϊκού Κοινο-
βουλίου και του Συμβουλίου. Κατά τη διαδικασία αυτή μπορεί να γίνει χρήση
νέων στοιχείων που διευκολύνουν τον συμβιβασμό, εφόσον συνάδουν με
το συνολικό αποτέλεσμα της δεύτερης ανάγνωσης. Αντιθέτως, δεν είναι
δυνατή η επιστροφή σε τροπολογίες που κατά τη δεύτερη ανάγνωση δεν
συγκέντρωσαν την απαιτούμενη πλειοψηφία.
Η Επιτροπή συμμετέχει στις εργασίες της επιτροπής συνδιαλλαγής και ανα-
λαμβάνει όλες τις αναγκαίες πρωτοβουλίες με σκοπό την προσέγγιση των
θέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.
Εάν εντός έξι εβδομάδων από τη σύγκλησή της η επιτροπή συνδιαλλα-
γής δεν εγκρίνει κοινό σχέδιο, θεωρείται ότι η προτεινόμενη πράξη δεν
εκδόθηκε.
Τρίτη ανάγνωση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο
Εάν εντός της προθεσμίας των έξι εβδομάδων η επιτροπή συνδιαλλαγής
εγκρίνει κοινό σχέδιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο διαθέ-
τουν έκαστο προθεσμία έξι εβδομάδων από την έγκριση αυτή για να εκδώ-
σουν την οικεία πράξη σύμφωνα με το εν λόγω σχέδιο. Για το Ευρωπαϊκό
Κοινοβούλιο απαιτείται πλειοψηφία των ψηφισάντων, ενώ η έγκριση από το
Συμβούλιο προϋποθέτει ειδική πλειοψηφία. Σε αντίθετη περίπτωση, θεωρεί-
ται ότι η προτεινόμενη πράξη δεν εκδόθηκε και περατώνεται η νομοθετική
διαδικασία.
122 ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
Δημοσιότητα
Η εκδοθείσα νομοθετική πράξη συντάσσεται στην τελική της μορφή στις 24
επί του παρόντος επίσημες γλώσσες, ήτοι βουλγαρικά, δανικά, γερμανικά,
αγγλικά, εσθονικά, φινλανδικά, ελληνικά, ιρλανδικά, ιταλικά, γαλλικά, κρο-
ατικά, λετονικά, λιθουανικά, μαλτέζικα, ολλανδικά, πολωνικά, πορτογαλικά,
ρουμανικά, σουηδικά, σλοβακικά, σλοβενικά, ισπανικά, τσεχικά και ουγγρι-
κά, υπογράφεται από τους προέδρους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και
του Συμβουλίου και στη συνέχεια δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα
της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή, σε περίπτωση που η πράξη έχει συγκεκριμένο
αποδέκτη, κοινοποιείται στον αποδέκτη της.
Η διαδικασία συναπόφασης αποτελεί για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο πρό-
κληση και συγχρόνως ευκαιρία. Παρότι η αποτελεσματικότητά της προϋ-
ποθέτει την επίτευξη συμφωνίας στην επιτροπή συνδιαλλαγής, ωστόσο
αλλάζει ριζικά τις σχέσεις μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του
Συμβουλίου. Τα δύο όργανα αντιμετωπίζονται από τη νομοθεσία ως ισότιμα.
Εναπόκειται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο να επιδεικνύ-
ουν πολιτική διαλλακτικότητα και να καταλήγουν σε ένα όσο το δυνατόν
κοινό σχέδιο στο πλαίσιο της επιτροπής συνδιαλλαγής.
Ειδική νομοθετική διαδικασία
Η ειδική νομοθετική διαδικασία χαρακτηρίζεται κατά κανόνα από το ότι το
Συμβούλιο αποφασίζει ομόφωνα ύστερα από πρόταση της Επιτροπής και
από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (παράδειγμα: άρθρο 308
ΣΛΕΕ: καταστατικό της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων) ή από το ότι το
Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εκδίδει πράξεις ύστερα από έγκριση του Συμβου-
λίου (παραδείγματα: άρθρο 226 εδάφιο 3 ΣΛΕΕ: άσκηση του δικαιώματος
εξέτασης των πραγμάτων από κοινοβουλευτική εξεταστική επιτροπή· άρ-
θρο 228 παράγραφος 4 ΣΛΕΕ: όροι για την άσκηση των καθηκόντων του
Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή).
Παράλληλα, υπάρχουν και άλλες μορφές που αποκλίνουν από τις παραπάνω
συνήθεις περιπτώσεις, εντούτοις υπάγονται στην ειδική νομοθετική διαδικασία:
■■ Λήψη απόφασης για τον προϋπολογισμό (άρθρο 314 ΣΛΕΕ): η διαδικασία
ρυθμίζεται λεπτομερώς και παρουσιάζει μεγάλες ομοιότητες με τη
συνήθη νομοθετική διαδικασία.
■■ Το Συμβούλιο αποφασίζει κατά πλειοψηφία ύστερα από πρόταση της
Επιτροπής και από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (κατά
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 123
περίπτωση και άλλων θεσμικών και επικουρικών οργάνων της Ένωσης).
Πρόκειται για την αρχική διαδικασία διαβούλευσης, η οποία αποτελούσε
άλλοτε τη συνήθη νομοθετική διαδικασία σε επίπεδο ΕΕ, πλέον όμως
ακολουθείται ως ειδική νομοθετική διαδικασία επί ορισμένων μόνο
θεμάτων (παραδείγματα: άρθρο 140 παράγραφος 2 ΣΛΕΕ: παρεκκλίσεις
στο πλαίσιο της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης· άρθρο 128
παράγραφος 2 ΣΛΕΕ: κοπή κερμάτων).
■■ Το Συμβούλιο αποφασίζει χωρίς τη συμμετοχή του Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου. Πρόκειται ωστόσο για σπάνια εξαίρεση και, εκτός από τον
τομέα της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας, όπου
όμως το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενημερώνεται για τις αποφάσεις του
Συμβουλίου (άρθρο 36 ΣΕΕ), πλέον απαντάται σε ελάχιστες περιπτώσεις
(παραδείγματα: (άρθρο 31 ΣΛΕΕ: καθορισμός του κοινού δασμολογίου·
άρθρο 301 εδάφιο 2 ΣΛΕΕ: σύνθεση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και
Κοινωνικής Επιτροπής).
Τομείς της πολιτικής για τους οποίους προβλέπεται ειδική νομοθετική διαδικα-
σία μπορούν να υπάγονται στη συνήθη νομοθετική διαδικασία μέσω των λεγό-
μενων «μεταβατικών ρητρών» ή η ομοφωνία στο Συμβούλιο να αντικαθίσταται
από ειδική πλειοψηφία. Διακρίνονται δύο είδη μεταβατικών ρητρών: η γενική
μεταβατική ρήτρα που ισχύει για όλους τους τομείς πολιτικής και για την εφαρ-
μογή της οποίας απαιτείται ομόφωνη απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου,
και οι ειδικές μεταβατικές ρήτρες που ισχύουν για συγκεκριμένους τομείς πολι-
τικής (π.χ. πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο —άρθρο 312 ΣΛΕΕ· δικαστική συ-
νεργασία στον τομέα του οικογενειακού δικαίου —άρθρο 81 ΣΛΕΕ· ενισχυμέ-
νη συνεργασία —άρθρο 333 ΣΛΕΕ· κοινωνικός τομέας —άρθρο 153 ΣΛΕΕ και
τομέας του περιβάλλοντος —άρθρο 192 ΣΛΕΕ). Οι εν λόγω ρήτρες διαφέρουν
από τις γενικές μεταβατικές ρήτρες κατά το ότι τα εθνικά κοινοβούλια συνήθως
δεν έχουν δικαίωμα αρνησικυρίας και το ότι η απόφαση μπορεί να λαμβάνεται
και από το Συμβούλιο και όχι κατ’ ανάγκη από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.
Διαδικασία έγκρισης
Μια άλλη ισχυρή μορφή συμμετοχής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στα
νομοθετικά δρώμενα της ΕΕ είναι η διαδικασία έγκρισης. Βάσει αυτής, μια
νομοθετική πράξη μπορεί να εκδοθεί μόνον εάν έχει λάβει την έγκριση του
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Ωστόσο, η διαδικασία αυτή δεν παρέχει στο Ευ-
ρωπαϊκό Κοινοβούλιο άμεσα διαπλαστικά περιθώρια. Το Ευρωπαϊκό Κοινο-
βούλιο δεν μπορεί, για παράδειγμα, στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής να
προτείνει ή να επιβάλει τροπολογίες, αλλά περιορίζεται στο να αποδεχθεί
ή να απορρίψει την υποβαλλόμενη πράξη. Για παράδειγμα, η διαδικασία
124 ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
αυτή προβλέπεται για τη σύναψη διεθνών συμφωνιών [άρθρο 218 παρά-
γραφος 6 στοιχείο α) ΣΛΕΕ], τις ενισχυμένες συνεργασίες (άρθρο 329 πα-
ράγραφος 1 ΣΛΕΕ) ή για την άσκηση της επικουρικά παρεχόμενης εξουσι-
οδότησης (άρθρο 352 παράγραφος 1 ΣΛΕΕ). Η διαδικασία έγκρισης μπορεί
να συνιστά στοιχείο τόσο ειδικής νομοθετικής διαδικασίας για την έκδοση
νομοθετικών πράξεων όσο και στοιχείο της απλής νομοθετικής διαδικασίας
για την έκδοση δεσμευτικών νομικών πράξεων μη νομοθετικού χαρακτήρα.
Διαδικασία έκδοσης νομικών πράξεων μη νομοθετικού χαρακτήρα
Οι νομικές πράξεις μη νομοθετικού χαρακτήρα εκδίδονται με απλή διαδι-
κασία, ήτοι από όργανο της Ένωσης ή άλλο οργανισμό που τις εκδίδει στο
πλαίσιο της αρμοδιότητάς του. Η σχετική εξουσία απορρέει από την αντί-
στοιχη βάση αρμοδιότητας που κατοχυρώνεται στις Συνθήκες της Ένωσης.
Η διαδικασία αυτή ισχύει αρχικά για τις (απλές) δεσμευτικές νομικές πρά-
ξεις που εκδίδονται από όργανο της ΕΕ στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς του
(παράδειγμα: απόφαση της Επιτροπής σε υποθέσεις κρατικών ενισχύσεων,
άρθρο 108 παράγραφος 2 ΣΛΕΕ).
Η απλή διαδικασία ακολουθείται επίσης για τις νομικές πράξεις μη δεσμευ-
τικού χαρακτήρα, ιδίως τις συστάσεις και τις γνώμες των θεσμικών και των
επικουρικών οργάνων της Ένωσης.
Διαδικασία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων και
εκτελεστικών πράξεων
Η ανάθεση από το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο νομοθετικών
και εκτελεστικών εξουσιών στην Επιτροπή αποτελεί από ετών συνήθη πρα-
κτική. Στο παρελθόν, η άσκηση των ανατιθέμενων εξουσιών γινόταν με την
παρέμβαση επιτροπών επιτροπολογίας, ενώ η επιρροή της Επιτροπής, του
Συμβουλίου και των κρατών μελών καθώς και του Ευρωπαϊκού Κοινοβου-
λίου σε αυτές διαφοροποιούνταν ανάλογα με την περίπτωση. Ωστόσο, δεν
είχε γίνει εισέτι σαφής διαχωρισμός μεταξύ της ανάθεσης νομοθετικών αρ-
μοδιοτήτων (νομοθετική εξουσία) και της ανάθεσης εκτελεστικών αρμοδι-
οτήτων (εκτελεστική εξουσία). Με τη Συνθήκη της Λισαβόνας επήλθε πλέον
στο πρωτογενές δίκαιο η επί μακρόν εκκρεμούσα και αναγκαία διάκριση
νομοθετικών και εκτελεστικών καθηκόντων (άρθρα 290 και 291 ΣΛΕΕ).
Η έκδοση κατ’ εξουσιοδότηση πράξης από την Επιτροπή γίνεται δυνάμει
ειδικής εξουσιοδότησης που παρέχεται με νομοθετική πράξη η οποία εκδί-
δεται από το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (άρθρο 290 ΣΛΕΕ).
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 125
Αντικείμενο ανάθεσης μπορεί να αποτελεί μόνο η τροποποίηση συγκεκρι-
μένων, μη ουσιωδών διατάξεων κάποιας νομοθετικής πράξης, ενώ αντιθέ-
τως αποκλείεται η μεταβίβαση αρμοδιότητας για ουσιώδεις πτυχές κάποιου
τομέα. Τούτο έχει την έννοια ότι οι ρυθμίσεις των βασικών ζητημάτων γί-
νονται από τη νομοθετική εξουσία και δεν είναι δυνατή η ανάθεσή τους
στην εκτελεστική εξουσία. Αυτό επιτάσσουν οι αρχές της δημοκρατίας και
της διάκρισης των εξουσιών. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο
οφείλουν να ασκούν την πρωταρχική νομοθετική αρμοδιότητά τους άμεσα
εφόσον πρόκειται για τη λήψη πολιτικά σημαντικών αποφάσεων. Αυτό ισχύ-
ει ιδίως για τους πολιτικούς στόχους της νομοθετικής δράσης, την επιλογή
των μέσων για την επίτευξή των στόχων, καθώς και την πιθανή εμβέλεια
των ρυθμίσεων για φυσικά και νομικά πρόσωπα. Επιπλέον, οι κατ’ εξου-
σιοδότηση πράξεις μπορούν να τροποποιούν ή να συμπληρώνουν νομο-
θετική πράξη, όχι όμως και να επεμβαίνουν στον σκοπό που επιδιώκεται
με αυτήν. Τέλος, οι υπό τροποποίηση ή συμπλήρωση διατάξεις πρέπει να
προσδιορίζονται σαφώς στη νομοθετική πράξη. Ως εκ τούτου, η κατ’ εξου-
σιοδότηση πράξη μπορεί να αφορά την προσαρμογή της νομοθεσίας σε
μελλοντικές εξελίξεις, όπως π.χ. μεταβολές των τεχνικών προδιαγραφών,
προσαρμογή σε προβλεπόμενες τροποποιήσεις άλλων νομοθετικών διατά-
ξεων ή διασφάλιση της εφαρμογής των διατάξεων της πράξης ακόμα και αν
συντρέχουν ειδικές συνθήκες ή προκύψουν νεότερα στοιχεία. Η ανάθεση
της αρμοδιότητας μπορεί να γίνεται για ορισμένο χρόνο ή, εφόσον γίνεται
για αόριστο χρόνο, να υπόκειται σε ανάκληση. Παράλληλα με τη δυνατότη-
τα ανάκλησης της ανάθεσης της αρμοδιότητας, μπορεί να προβλέπεται και
δυνατότητα αντιρρήσεων από το Συμβούλιο ή το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
κατά της έναρξης της ισχύος πράξεων της Επιτροπής που έχουν εκδοθεί
κατ’ εξουσιοδότηση. Εφόσον το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
αναθέσουν τη νομοθετική αρμοδιότητα στην Επιτροπή, η τελευταία μπο-
ρεί να προβεί σε έκδοση της οικείας πράξης. Στο πρωτογενές δίκαιο δεν
προβλέπεται η συμμετοχή και άλλων οργάνων. Ωστόσο, η Επιτροπή έχει τη
δυνατότητα να συμβουλεύεται ιδίως εθνικούς εμπειρογνώμονες, γεγονός
που συνιστά στην πράξη τον κανόνα.
Η έκδοση εκτελεστικών πράξεων από την Επιτροπή (άρθρο 291 ΣΛΕΕ) έχει
θεσπιστεί ως εξαίρεση από την αρχή της αρμοδιότητας των κρατών μελών
για τη διοικητική εκτέλεση του δικαίου της Ένωσης (άρθρο 289 παράγρα-
φος 1 ΣΛΕΕ) και συνακόλουθα υπόκειται στον έλεγχο των κρατών μελών.
Πρόκειται για σημαντική παρέκκλιση από τη μέχρι τούδε επικρατούσα νομι-
κή κατάσταση, κατά την οποία το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
είχαν στο πλαίσιο της διαδικασίας της επιτροπολογίας δικαίωμα συμμετοχής
στην έκδοση εκτελεστικών μέτρων. Η αλλαγή αυτή είναι απόρροια του γε-
γονότος ότι με τον σαφή διαχωρισμό των κατ’ εξουσιοδότηση εκδιδόμενων
126 ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
και των εκτελεστικών πράξεων έπρεπε επίσης να αναδιαμορφωθούν αντί-
στοιχα τα δικαιώματα ελέγχου και συμμετοχής: Ενώ το Συμβούλιο και το
Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ως νομοθέτες της Ένωσης, έχουν πρόσβαση στις
κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, στην περίπτωση των εκτελεστικών πράξεων
υπεύθυνα είναι τα κράτη μέλη στο πλαίσιο της πρωτότυπης αρμοδιότητάς
τους για τη διοικητική εκτέλεση του ενωσιακού δικαίου. Στο πλαίσιο της
νομοθετικής του εντολής, ο νομοθέτης της Ένωσης (ήτοι το Συμβούλιο και
το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο) θέσπισε στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011
(αποκαλούμενο και «κανονισμό επιτροπολογίας») γενικούς κανόνες και
αρχές σχετικά με την άσκηση του ελέγχου εφαρμογής. Ο κανονισμός επι-
τροπολογίας μειώνει τον αριθμό των οικείων διαδικασιών σε δύο: τη συμ-
βουλευτική διαδικασία και τη διαδικασία εξέτασης. Η επιλογή της εκάστοτε
διαδικασίας γίνεται βάσει συγκεκριμένων επιταγών.
Κατά τη συμβουλευτική διαδικασία η συμβουλευτική επιτροπή διατυπώνει
γνώμες που συμφωνούνται με απλή πλειοψηφία και καταγράφονται στα
πρακτικά. Η Επιτροπή έχει τη δυνατότητα να τις λάβει υπόψη, χωρίς ωστόσο
να είναι υποχρεωμένη προς τούτο.
Κατά τη διαδικασία εξέτασης το σχέδιο της Επιτροπής που αφορά τα εκτελε-
στικά μέτρα εγκρίνεται με ειδική πλειοψηφία από επιτροπή επιτροπολογίας,
αποτελούμενη από εκπροσώπους των κρατών μελών. Σε περίπτωση έγκρι-
σης, η Επιτροπή εκδίδει τα μέτρα με βάση την πρόταση που υποβλήθηκε.
Εάν λόγω έλλειψης απαρτίας δεν καταστεί δυνατή η λήψη απόφασης, η Επι-
τροπή έχει κατά κανόνα τη δυνατότητα να επικυρώσει το δικό της σχέδιο. Σε
περίπτωση που η γνώμη της επιτροπής επιτροπολογίας είναι αρνητική ή δεν
υπάρξει έγκριση, η Επιτροπή δύναται να υποβάλει στην επιτροπή ελέγχου
νέο σχέδιο ή να προσφύγει στην επιτροπή προσφυγών με το αρχικό σχέδιο.
Η επιτροπή προσφυγών αποτελεί τον δεύτερο βαθμό της διαδικασίας ελέγ-
χου. Η προσφυγή στην επιτροπή προσφυγών στοχεύει στην εξεύρεση συμ-
βιβαστικής λύσης μεταξύ της Επιτροπής και των εκπροσώπων των κρατών
μελών, σε περίπτωση που η διαδικασία στην επιτροπή εξέτασης αποβεί ατε-
λέσφορη. Εάν η επιτροπή προσφυγών διατυπώσει θετική γνώμη, η Επιτρο-
πή εκδίδει την εκτελεστική πράξη. Το ίδιο δύναται να πράξει και σε περί-
πτωση που η επιτροπή προσφυγών δεν προχωρήσει σε διατύπωση γνώμης.
Στην υπόθεση Jégo-Quéré, η εν λόγω
εταιρεία αλιείας ζήτησε την ακύρωση
τμημάτων του κανονισμού που αφορούσαν
την προστασία ιχθυδίων μπακαλιάρου.
Ειδικότερα, απαγορευόταν στην Jégo-Quéré
να χρησιμοποιεί δίχτυα αλιείας με μέγεθος
ματιού μικρότερο των 8 εκ. Προκειμένου
να διασφαλιστεί αποτελεσματική έννομη
προστασία, το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε
ευρεία ερμηνεία της προϋπόθεσης να αφορά
η επίμαχη πράξη τον προσφεύγοντα ατομικά και
έκρινε παραδεκτή την προσφυγή. Το Δικαστήριο
διαφώνησε. Κατά την εκτίμησή του, η άμεση
επιβάρυνση που απορρέει από κανονισμό
γενικής ισχύος δεν μπορεί να ταυτιστεί με την
έννοια «το αφορούν ατοµικά».
128 ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
Το σύστημα έννομης προστασίας της ΕΕ
Μια ένωση που προβάλλεται ως κοινότητα δικαίου πρέπει να προσφέρει
στους πολίτες της ένα ολοκληρωμένο και αποτελεσματικό σύστημα έννομης
προστασίας. Το σύστημα έννομης προστασίας της ΕΕ ανταποκρίνεται στην
απαίτηση αυτή. Αναγνωρίζει το δικαίωμα του ατόμου για αποτελεσματική δι-
καστική προστασία των δικαιωμάτων που απορρέουν από την έννομη τάξη της
ΕΕ. Η προστασία αυτή, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη των
Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, αποτελεί μια από τις γενικές αρχές του δικαίου που
συνάγονται από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών και
την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (άρθρα 6 και 13 ΕΣΔΑ)
Τελεί υπό την εγγύηση της δικαιοδοσίας της ΕΕ (η οποία ασκείται διά του Δικα-
στηρίου και του Γενικού Δικαστηρίου) (άρθρο 19 παράγραφος 1 ΣΕΕ). Στο πλαί-
σιο αυτό προβλέπεται σειρά διαδικασιών, οι οποίες συνοψίζονται παρακάτω.
Διαδικασία λόγω παράβασης των Συνθηκών (άρθρο 258 ΣΛΕΕ)
Σκοπός αυτής της διαδικασίας είναι να διαπιστωθεί εάν ένα κράτος μέλος
έχει παραβεί υποχρέωση που υπέχει από το δίκαιο της Ένωσης. Η διαδικα-
σία ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου. Όμως, προτού
επιληφθεί το Δικαστήριο, πρέπει, λόγω της σοβαρότητας της αιτιάσεως, να
τηρηθεί προδικασία κατά την οποία παρέχεται η δυνατότητα στο ενδιαφε-
ρόμενο κράτος μέλος να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του. Εάν η εν λόγω
διαδικασία δεν οδηγήσει σε διευκρίνιση των επίμαχων ζητημάτων, μπορεί
να ασκηθεί προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου είτε από την Ευρωπαϊκή
Επιτροπή (άρθρο 258 ΣΛΕΕ) είτε από κράτος μέλος (άρθρο 259 ΣΛΕΕ). Στην
πράξη, την πρωτοβουλία αυτή λαμβάνει συνήθως η Επιτροπή. Το Δικαστή-
ριο επιλαμβάνεται της διαφοράς και διαπιστώνει εάν υπάρχει παράβαση
των Συνθηκών ή όχι. Εάν διαπιστωθεί παράβαση, το ενδιαφερόμενο κρά-
τος μέλος οφείλει αμελλητί να θέσει τέλος στην παράβαση. Εάν το οικείο
κράτος μέλος δεν συμμορφωθεί προς την απόφαση, η Επιτροπή δύναται να
προσφύγει εκ νέου κατά του εν λόγω κράτους μέλους, το οποίο έχει αγνο-
ήσει ήδη μια απόφαση του Δικαστηρίου, προκειμένου να εκδοθεί δεύτερη
απόφαση καταβολής κατ’ αποκοπήν ποσού ή επιβολής χρηματικής ποινής
(άρθρο 260 ΣΛΕΕ). Ως εκ τούτου, η διαρκής μη συμμόρφωση μπορεί να έχει
σημαντικές οικονομικές συνέπειες για το παραβιάζον κράτος μέλος.
Προσφυγή ακύρωσης (άρθρο 263 ΣΛΕΕ)
Η προσφυγή ακύρωσης (λεγόμενη και ακυρωτική προσφυγή) παρέχει τη
δυνατότητα αντικειμενικού δικαστικού ελέγχου των πράξεων των οργάνων
της Ένωσης (αφηρημένος έλεγχος) και επιτρέπει στο άτομο πρόσβαση στη
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 129
δικαιοδοσία της ΕΕ (εγγύηση ατομικής έννομης προστασίας), έστω και με
ορισμένους περιορισμούς.
Με προσφυγή προσβάλλονται όλες οι πράξεις των οργάνων της Ένωσης
οι οποίες παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα που θίγουν τα συμ-
φέροντα του προσφεύγοντος παρεμβαίνοντας στη νομική του κατάσταση.
Προσφεύγοντες μπορεί να είναι τα κράτη μέλη, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,
το Συμβούλιο της ΕΕ και η Επιτροπή, καθώς και το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό
Συνέδριο, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και η Επιτροπή των Περιφερειών
στον βαθμό που επικαλούνται παραβίαση των προνομίων που τους έχουν
παραχωρηθεί.
Αντιθέτως, οι πολίτες της Ένωσης και οι επιχειρήσεις μπορούν να ασκήσουν
προσφυγή ακύρωσης μόνο κατά των αποφάσεων οι οποίες απευθύνονται
στους ίδιους, καθώς και κατά αποφάσεων οι οποίες, αν και απευθύνονται σε
άλλα πρόσωπα, τους αφορούν άμεσα και ατομικά. Σύμφωνα με τη νομολο-
γία του Δικαστηρίου, ένα πρόσωπο θίγεται ατομικά μόνον εάν εξατομικεύε-
ται με τέτοιο τρόπο ώστε να διακρίνεται από τον ευρύτερο κύκλο των λοι-
πών οικονομικών φορέων. Με το κριτήριο της «αμεσότητας» διασφαλίζεται
ότι μια υπόθεση άγεται ενώπιον του Δικαστηρίου ή του Γενικού Δικαστηρίου
μόνον εφόσον διαπιστώνεται με βεβαιότητα τόσο το είδος της προσβολής
της νομικής κατάστασης του προσφεύγοντος όσο και η πραγμάτωσή της. Το
κριτήριο της «εξατομίκευσης» τίθεται για να αποκλείσει το ενδεχόμενο της
λεγόμενης «actio popularis».
Με τη Συνθήκη της Λισαβόνας εισήχθη επιπλέον και μία περαιτέρω κατηγο-
ρία πράξεων κατά των οποίων είναι δυνατή η άσκηση προσφυγής ακύρωσης
απευθείας και από φυσικά και νομικά πρόσωπα. Ειδικότερα, προβλέφθηκε
δυνατότητα προσφυγής για φυσικά ή νομικά πρόσωπα και κατά των «κα-
νονιστικών πράξεων» που «αφορούν άμεσα χωρίς να περιλαμβάνουν εκτε-
λεστικά μέτρα» τον προσφεύγοντα. Με τη νέα αυτή κατηγορία καλύπτεται
ένα «κενό έννομης προστασίας» που είχε αναδειχθεί από το Γενικό Δικα-
στήριο στην υπόθεση Jégo-Quéré, δεδομένου ότι μέχρι τότε δεν διασφα-
λιζόταν η παροχή δικαστικής προστασίας για περιπτώσεις κατά τις οποίες
ένας οικονομικός φορέας υφίστατο μεν άμεσα επιπτώσεις από νομική πράξη
της ΕΕ, χωρίς ωστόσο να είναι σε θέση να ζητήσει έλεγχο νομιμότητας της
πράξης με τα παρεχόμενα ένδικα βοηθήματα: Η ακύρωση που ζητείτο μέχρι
τότε στο πλαίσιο προσφυγής ακύρωσης (άρθρο 263 ΣΛΕΕ) απορριπτόταν για
τον λόγο ότι δεν συνέτρεχε η προϋπόθεση το πρόσωπο να θίγεται ατομικά.
Η εφαρμογή της διαδικασίας έκδοσης προδικαστικής απόφασης (άρθρο 267
ΣΛΕΕ) επίσης δεν ήταν δυνατή, καθώς δεν υφίστατο εθνικό εκτελεστικό μέ-
τρο (εκτός από την περίπτωση τυχόν ποινικής διαδικασίας λόγω μη τήρησης
130 ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
από τον οικονομικό φορέα υποχρεώσεων που επέβαλε το ενωσιακό δίκαιο,
ενδεχόμενο που δεν θα πρέπει ωστόσο να συνυπολογιστεί καθώς δεν μπο-
ρεί να απαιτηθεί από τον οικονομικό φορέα να παρανομήσει προκειμένου
να προκαλέσει έλεγχο νομιμότητας). Τέλος, ούτε η αγωγή αποζημίωσης θα
μπορούσε να οδηγήσει άνευ ετέρου σε ικανοποιητική για τα συμφέροντα του
διοικουμένου λύση, δεδομένου ότι στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας δεν
δύναται να εξαφανιστεί η παράνομη πράξη από την ενωσιακή έννομη τάξη.
Μέρος αυτού του κενού καλύπτεται πλέον από το γεγονός ότι, για την ακύ-
ρωση πράξης κανονιστικού χαρακτήρα, το άρθρο 263 εδάφιο 4 ΣΛΕΕ δεν
απαιτεί να αφορά η πράξη το οικείο πρόσωπο ατομικά, αρκεί να το αφορά
άμεσα και να μην υπάρχουν εθνικά εκτελεστικά μέτρα.
Εντούτοις, προβληματισμός δημιουργείται ως προς το περιεχόμενο της έν-
νοιας «κανονιστικές πράξεις». Ακολουθώντας την συσταλτική ερμηνεία, στην
έννοια αυτή εμπίπτουν μόνο οι πράξεις με καθολική ισχύ οι οποίες δεν συ-
νιστούν νομοθετικές πράξεις, ενώ αντίθετα, σύμφωνα με τη διασταλτική ερ-
μηνεία, η εν λόγω έννοια περιλαμβάνει όλες τις πράξεις καθολικής ισχύος,
επομένως και τις νομοθετικές πράξεις. Στην υπόθεση Inuit Tapiriit Kanatami
το Δικαστήριο ασχολήθηκε εκτενώς με αμφότερες τις προσεγγίσεις και βάσει
γραμματικής, ιστορικής και τελολογικής ερμηνείας κατέληξε στο συμπέρασμα
ότι ως «κανονιστικές πράξεις» νοούνται μόνο πράξεις με καθολική ισχύ οι
οποίες δεν αποτελούν νομοθετικές πράξεις. Εκτός από τις κατ’ εξουσιοδότηση
πράξεις (βλ. άρθρο 290 ΣΛΕΕ) και τις εκτελεστικές πράξεις (βλ. άρθρο 291
ΣΛΕΕ), στην κατηγορία αυτή εμπίπτουν και οι οδηγίες που κατά τη νομολογία
ισχύουν άμεσα καθώς και οι αποφάσεις με γενικό και αφηρημένο περιεχόμε-
νο, με την προϋπόθεση ότι δεν έχουν εκδοθεί στο πλαίσιο της νομοθετικής δι-
αδικασίας. Με το σκεπτικό αυτό, το Δικαστήριο προφανώς ακολουθεί τη στενή
ερμηνεία του κανονιστικού χαρακτήρα. Το αποτέλεσμα αυτό επικύρωσε το
Δικαστήριο με απόφασή του επί αιτήσεως αναιρέσεως το έτος 2013. Από την
άποψη της εξασφάλισης αποτελεσματικής έννομης προστασίας, η κρίση αυτή
φαίνεται μάλλον ατυχής, δεδομένου ότι με την περιοριστική προσέγγιση το
κενό έννομης προστασίας που διαπιστώθηκε καλύπτεται μόνον εν μέρει.
Πλέον, ακόμα και πράξεις των μη θεσμικών οργάνων και οργανισμών της
ΕΕ, ιδίως της πληθώρας των οργανισμών που έχουν δημιουργηθεί, μπο-
ρούν να ελεγχθούν ως προς τη νομιμότητά τους (άρθρο 263 εδάφιο 5
ΣΛΕΕ). Με τον τρόπο αυτόν έχει καλυφθεί ένα κενό έννομης προστασίας που
μέχρι τώρα αντιμετωπιζόταν από τη νομολογία μόνον αποσπασματικά, ενώ
επιβεβαιώθηκε και σε επίπεδο πρωτογενούς δικαίου ότι οι οργανισμοί αυ-
τοί έχουν εξοπλιστεί ως έναν βαθμό με αρμοδιότητες που τους επιτρέπουν
να εκδίδουν πράξεις οι οποίες αναπτύσσουν έννομα αποτελέσματα έναντι
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 131
τρίτων, με αποτέλεσμα να καθίσταται αναγκαία η παροχή της δυνατότητας
προσφυγής στη δικαιοσύνη και όσον αφορά τις πράξεις αυτές, ώστε να δια-
σφαλίζεται ένα πλήρες σύστημα έννομης προστασίας.
Εάν η προσφυγή είναι βάσιμη, το Δικαστήριο ή το Γενικό Δικαστήριο ακυρώνει
αναδρομικά την προσβαλλόμενη πράξη. Σε ορισμένες περιπτώσεις το Δικα-
στήριο ή το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να περιορίσει την ακυρότητα μόνο στη
χρονική περίοδο μετά τη δημοσίευση της απόφασης. Προκειμένου να προ-
στατευθούν τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των προσφευγόντων, αυτοί
εξαιρούνται από τον περιορισμό των αποτελεσμάτων ακυρωτικής απόφασης.
Προσφυγή κατά παράλειψης (άρθρο 265 ΣΛΕΕ)
Η προσφυγή αυτή συμπληρώνει την έννομη προστασία έναντι του Ευρω-
παϊκού Κοινοβουλίου, του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, του Συμβουλίου της ΕΕ,
της Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, υπό την έννοια ότι
μπορεί να προσβληθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και η παράνομη παράλειψη
νομικής πράξης της Ένωσης. Λόγω της σοβαρότητας των αιτιάσεων, η προ-
σφυγή αυτή είναι παραδεκτή μόνο αν το οικείο όργανο κληθεί προηγουμέ-
νως να ενεργήσει. Αντικείμενο της προσφυγής που ασκείται από θεσμικό
φορέα είναι το αίτημα να διαπιστωθεί ότι το όργανο ή ο οργανισμός κατά του
οποίου στρέφεται η προσφυγή παρέλειψε, κατά παράβαση των Συνθηκών,
να εκδώσει νομική πράξη. Εξάλλου, όταν προσφεύγων είναι φυσικό ή νομικό
πρόσωπο της Ένωσης, το αντικείμενο της προσφυγής κατά παράλειψης περι-
ορίζεται αναγκαστικά στο αίτημα να διαπιστωθεί ότι ένα όργανο της Ένωσης
παρέλειψε, κατά παράβαση των Συνθηκών, να απευθύνει στον προσφεύγο-
ντα νομική πράξη, δηλ. απόφαση με αποδέκτη τον προσφεύγοντα. Με την τε-
λική απόφαση διαπιστώνεται μόνο ο παράνομος χαρακτήρας συγκεκριμένης
παράλειψης, ενώ το Δικαστήριο ή το Γενικό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία
να διατάξει το όργανο να εκδώσει τη ζητούμενη πράξη. Ο ηττηθείς διάδικος
οφείλει απλώς να λάβει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της απόφασης
του Δικαστηρίου ή του Γενικού Δικαστηρίου (άρθρο 266 ΣΛΕΕ).
Αγωγή αποζημίωσης (άρθρο 268 και άρθρο 340 εδάφιο 2 ΣΛΕΕ)
Το ένδικο αυτό βοήθημα παρέχει στους πολίτες της Ένωσης και στις επι-
χειρήσεις, αλλά και στα κράτη μέλη που υπέστησαν ζημία με υπαιτιότητα
υπαλλήλων της ΕΕ, τη δυνατότητα να διεκδικήσουν αποζημίωση ενώπιον
του Δικαστηρίου. Οι Συνθήκες περιλαμβάνουν ατελή μόνο ρύθμιση των
προϋποθέσεων ευθύνης της ΕΕ, οι οποίες διέπονται, κατά τα λοιπά, από τις
γενικές αρχές του δικαίου που είναι κοινές στις έννομες τάξεις των κρα-
τών μελών. Οι προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτηση ευθύνης της ΕΕ προς
132 ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
αποζημίωση προκύπτουν από τη νομολογία του Δικαστηρίου και είναι οι
εξής: 1. Παράνομη συμπεριφορά οργάνου ή υπαλλήλου της ΕΕ κατά την
άσκηση των καθηκόντων του. Παράνομη συμπεριφορά υπάρχει όταν παρα-
βιάζεται κατά τρόπο διακεκριμένο κανόνας του δικαίου της Ένωσης ο οποίος
παρέχει στο άτομο, στην επιχείρηση ή στο κράτος μέλος δικαιώματα ή ο
οποίος εκδόθηκε για την προστασία των δικαιωμάτων αυτών. Χαρακτήρα
προστατευτικών κανόνων έχουν ιδίως τα θεμελιώδη δικαιώματα και οι
θεμελιώδεις ελευθερίες της εσωτερικής αγοράς και οι γενικές αρχές της
προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της αναλογικότητας,
καθώς και κάθε άλλος άμεσα εφαρμοστέος κανόνας δικαίου που παρέχει
δικαιώματα στον πολίτη της Ένωσης.Διακεκριμένη είναι η παραβίαση όταν
το όργανο που ενεργεί υπερβαίνει σαφώς και σε σημαντικό βαθμό την εξου-
σία του. Το Δικαστήριο προσδίδει σημασία ιδίως στον περιορισμένο αριθμό
των προσώπων που θίγονται από το παράνομο μέτρο και στη βαρύτητα της
ζημίας που αυτά υπέστησαν, η οποία πρέπει να υπερβαίνει τους συνήθης
οικονομικούς κινδύνους του εκάστοτε τομέα οικονομικής δραστηριότητας.
2. Ύπαρξη ζημίας. 3. Διαπίστωση αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της προκλη-
θείσας ζημίας και της ενέργειας της Ένωσης. 4. Δεν απαιτείται να συντρέχει
το στοιχείο της υπαιτιότητας στο πρόσωπο των ενεργούντων οργάνων της
Ένωσης.
Προσφυγές υπαλλήλων (άρθρο 270 ΣΛΕΕ)
Στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου υπάγονται επίσης οι διαφορές που ανα-
κύπτουν στο πλαίσιο της υπηρεσιακής σχέσης μεταξύ ΕΕ και των υπαλλή-
λων της ή των κληρονόμων τους. Αρμόδιο για τις εν λόγω προσφυγές είναι
το Γενικό Δικαστήριο.
Διαδικασία ένδικων μέσων (άρθρο 256 ΣΛΕΕ)
Η σχέση μεταξύ Δικαστηρίου και Γενικού Δικαστηρίου ρυθμίζεται κατά τρό-
πο ώστε όλες οι αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου να μπορούν να προ-
σβληθούν ενώπιον του Δικαστηρίου με ένδικο μέσο για νομικούς λόγους.
Το συγκεκριμένο ένδικο μέσο (αναίρεση) μπορεί να στηριχθεί στους λόγους
της αναρμοδιότητας του Γενικού Δικαστηρίου, του σφάλματος κατά τη διαδι-
κασία που ενδέχεται να επηρεάσει το συμφέρον του αναιρεσείοντος καθώς
και της παραβίασης του δικαίου της ΕΕ εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου.
Εάν η αίτηση γίνει δεκτή ως παραδεκτή και βάσιμη, το Δικαστήριο αναιρεί
την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου. Εφόσον η υπόθεση έχει ωριμάσει, το
Δικαστήριο μπορεί να προβεί στην εκδίκασή της και να εκδώσει απόφαση,
ενώ διαφορετικά αναπέμπει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο, το οποίο
επί των νομικών ζητημάτων δεσμεύεται από την κρίση του Δικαστηρίου.
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 133
Προσωρινή δικαστική προστασία (άρθρο 278 και άρθρο 279 ΣΛΕΕ)
Οι προσφυγές που ασκούνται ενώπιον του Δικαστηρίου και του Γενικού Δι-
καστηρίου, καθώς και οι αιτήσεις αναίρεσης κατά αποφάσεων του Γενικού
Δικαστηρίου ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα.
Υπάρχει όμως η δυνατότητα υποβολής ενώπιον του Δικαστηρίου ή του Γενι-
κού Δικαστηρίου αίτησης αναστολής εκτέλεσης της προσβαλλόμενης πράξης
(άρθρο 278 ΣΛΕΕ) ή διαταγής προσωρινών μέτρων (άρθρο 279 ΣΛΕΕ).
Το βάσιμο της αίτησης προσωρινών μέτρων κρίνεται, κατά τη νομολογιακή
πρακτική, με βάση τα ακόλουθα τρία κριτήρια: 1. Πιθανότητες ευδοκίμησης της
προσφυγής στην κύρια δίκη (fumus boni juris): αυτές εκτιμώνται με συνοπτική
προεξέταση των περιστατικών που επικαλείται ο αιτών. 2. Επείγων χαρακτή-
ρας του μέτρου: εξετάζεται κατά πόσον η έκδοση του αιτούμενου προσωρινού
μέτρου είναι αναγκαία για την αποτροπή βαριάς και ανεπανόρθωτης βλάβης
του αιτούντος. Κριτήρια για να εκτιμηθεί η συνδρομή αυτής της προϋπόθεσης
είναι η φύση και η βαρύτητα της προσβολής του δικαιώματος, καθώς και οι
συγκεκριμένες και οριστικές ζημιογόνες συνέπειές της επί της περιουσίας και
των άλλων εννόμων αγαθών του αιτούντος. Κατά γενική αρχή, η οικονομική
ζημία τότε μόνο χαρακτηρίζεται ως βαριά και ανεπανόρθωτη βλάβη, όταν δεν
μπορεί να επανορθωθεί πλήρως, ακόμη και στην περίπτωση που ο αιτών νική-
σει στην κύρια δίκη. 3. Στάθμιση συμφερόντων: διενεργείται στάθμιση μεταξύ
αφενός της πιθανής βλάβης του αιτούντος εάν απορριφθεί η αίτησή του και
αφετέρου του συμφέροντος της Ένωσης για άμεση εκτέλεση της προσβαλλό-
μενης πράξης, καθώς και της ενδεχόμενης βλάβης στα συμφέροντα τρίτων
στην περίπτωση που διαταχθεί το αιτούμενο προσωρινό μέτρο.
Διαδικασία έκδοσης προδικαστικής απόφασης (άρθρο 267 ΣΛΕΕ)
Η διαδικασία έκδοσης προδικαστικής απόφασης επιτρέπει στα εθνικά δι-
καστήρια να απευθύνονται στο Δικαστήριο. Το εθνικό δικαστήριο μπορεί,
όταν πρέπει να εφαρμόσει διατάξεις του δικαίου της Ένωσης στο πλαίσιο
εκκρεμούσας ενώπιόν του δίκης, να αναστείλει τη διαδικασία αυτή και να
απευθύνει στο Δικαστήριο ερώτημα σχετικά με το κύρος μιας πράξης και/ή
την ερμηνεία πράξης ή συνθήκης της ΕΕ. Στο νομικό ερώτημα που διατυ-
πώνει ο εθνικός δικαστής, το Δικαστήριο απαντά με τη μορφή δικαστικής
απόφασης και όχι με τη μορφή γνωμοδότησης, γεγονός που καταδεικνύει
τον δεσμευτικό χαρακτήρα της απόφασης του Δικαστηρίου. Εντούτοις, η δι-
αδικασία έκδοσης προδικαστικής απόφασης, σε αντίθεση με τις άλλες διαδι-
κασίες που παρουσιάστηκαν, δεν αποτελεί κατ’ αντιμωλία διαδικασία για την
επίλυση διαφοράς, αλλά συνιστά τμήμα μόνο μιας συνολικής διαδικασίας,
η οποία ξεκινά και τελειώνει σε εθνικό δικαστήριο.
134 ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
Σκοπός αυτής της διαδικασίας είναι, πρωτίστως, να διασφαλιστεί η ενιαία
ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης και, κατά συνέπεια, ο ενιαίος χαρακτήρας
της έννομης τάξης της ΕΕ. Πέραν αυτής της λειτουργίας, η εν λόγω διαδικα-
σία είναι σημαντική και για την έννομη προστασία των ατόμων. Τα εθνικά
δικαστήρια μπορούν να εξετάζουν τη συμβατότητα των εθνικών διατάξεων
με το δίκαιο της Ένωσης και, σε περίπτωση σύγκρουσης, να εφαρμόζουν το
δίκαιο της Ένωσης του οποίου οι διατάξεις υπερισχύουν και έχουν άμεση
εφαρμογή μόνο εφόσον προκύπτει με επαρκή σαφήνεια το περιεχόμενο και
το κύρος των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης. Η απαιτούμενη σαφήνεια
προκύπτει κατά κανόνα μόνο από προδικαστική απόφαση του Δικαστηρί-
ου, έτσι ώστε με τον τρόπο αυτό να παρέχεται στον πολίτη της Ένωσης
η δυνατότητα να αμυνθεί κατά πράξης της χώρας του η οποία είναι αντίθε-
τη προς το δίκαιο της Ένωσης, επιτυγχάνοντας την εφαρμογή του δικαίου
αυτού ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Επιτελώντας αυτή τη διττή λει-
τουργία, η διαδικασία έκδοσης προδικαστικής απόφασης αποτελεί εν μέρει
αντιστάθμισμα στην περιορισμένη πρόσβαση των ιδιωτών στο Δικαστήριο
και αποκτά έτσι κεντρική σημασία για την έννομη προστασία του ατόμου.
Η επιτυχία της διαδικασίας αυτής εξαρτάται όμως τελικά από τη «διάθεση»
των εθνικών δικαστών για την υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων.
Αντικείμενο της αίτησης έκδοσης προδικαστικής απόφασης: το Δικαστήριο,
αφενός, αποφαίνεται επί της ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης και, αφε-
τέρου, ελέγχει το κύρος των νομικών πράξεων των οργάνων της Ένωσης.
Διατάξεις του εθνικού δικαίου δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο
προδικαστικής απόφασης. Στο πλαίσιο της προδικαστικής διαδικασίας, το
Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα ούτε να ερμηνεύει διατάξεις του εθνικού
δικαίου ούτε να αποφαίνεται για τη συμβατότητά τους με το δίκαιο της Ένω-
σης. Κατά την υποβολή προδικαστικών ζητημάτων στο Δικαστήριο η πτυ-
χή αυτή συχνά αγνοείται, με αποτέλεσμα να υποβάλλονται ερωτήματα με
αντικείμενο τη συμφωνία διάταξης του εθνικού δικαίου προς το δίκαιο της
Ένωσης ή σχετικά με τον βαθμό εφαρμογής συγκεκριμένης διάταξης του
δικαίου της Ένωσης σε επίδικη υπόθεση η οποία εκκρεμεί ενώπιον εθνι-
κού δικαστηρίου. Όταν επιλαμβάνεται ερωτημάτων με τέτοιο αντικείμενο,
τα οποία καθαυτά είναι απαράδεκτα, το Δικαστήριο δεν περιορίζεται να τα
αναπέμψει στο δικαστήριο που τα υπέβαλε· αντιθέτως, τα ερμηνεύει και
τα επαναδιατυπώνει, θεωρώντας ότι το αιτούν δικαστήριο αναζητεί κατά
βάση ή κατ’ ουσία κριτήρια ερμηνείας της κρίσιμης διάταξης του δικαίου της
Ένωσης ώστε τελικά να μπορέσει το ίδιο να αποφανθεί για τη συμφωνία
της διάταξης του εθνικού δικαίου με το δίκαιο της Ένωσης, η οποία συμ-
φωνία επηρεάζει σημαντικά την έκβαση της δίκης. Προς τον σκοπό αυτό,
το Δικαστήριο απομονώνει από το σύνολο των στοιχείων του φακέλου που
του απέστειλε το εθνικό δικαστήριο, και ιδίως από τις αιτιολογικές σκέψεις
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 135
της απόφασης παραπομπής, τα ζητήματα του δικαίου της Ένωσης τα οποία
πρέπει να ερμηνευθούν ενόψει του αντικειμένου της διαφοράς.
Δικαίωμα παραπομπής: κάθε δικαστήριο κράτους μέλους δύναται να απευθύ-
νει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο. Η έννοια του «δικαστηρίου» ερμη-
νεύεται υπό το φως του δικαίου της Ένωσης και αναφέρεται όχι στην ονομασία
αλλά στη λειτουργία και στη νομική θέση του οικείου οργάνου στο πλαίσιο του
εθνικού συστήματος έννομης προστασίας. Υπό την έννοια αυτή, δικαστήριο
είναι κάθε ανεξάρτητο, δηλαδή μη υποκείμενο σε οδηγίες, όργανο το οποίο
έχει αρμοδιότητα να επιλύει διαφορές, εκδίδοντας αποφάσεις με ισχύ δεδι-
κασμένου και ακολουθώντας διαδικασίες οργανωμένες βάσει των αρχών του
κράτους δικαίου. Επομένως, τα συνταγματικά δικαστήρια των κρατών μελών,
καθώς και τα όργανα επίλυσης διαφορών που βρίσκονται εκτός του κρατικού
δικαιοδοτικού συστήματος, μπορούν καταρχήν και αυτά να υποβάλλουν προ-
δικαστικά ερωτήματα, όχι όμως και τα ιδιωτικά διαιτητικά δικαστήρια. Η από-
φαση εθνικού δικαστή να κάνει χρήση της δυνατότητας υποβολής προδικαστι-
κού ερωτήματος προϋποθέτει ότι τα ζητήματα του δικαίου της Ένωσης είναι
αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, κάτι για το οποίο αποφασί-
ζουν οι ίδιοι οι εθνικοί δικαστές. Οι διάδικοι μπορούν μόνο να υποβάλουν σχε-
τικό αίτημα. Το Δικαστήριο εξετάζει εάν τα ζητήματα της παραπομπής έχουν
ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης μόνο για να βεβαιωθεί αφενός ότι
είναι παραδεκτά, δηλαδή ότι πράγματι αφορούν την ερμηνεία των Συνθηκών
ή το κύρος πράξης οργάνου της Ένωσης, και αφετέρου ότι πράγματι υπάρχει
εκκρεμής υπόθεση, δηλαδή ότι τα ερωτήματα δεν είναι υποθετικά ή κατα-
σκευασμένα με σκοπό να αποσπαστεί γνωμάτευση του Δικαστηρίου μέσω της
διαδικασίας υποβολής προδικαστικού ερωτήματος. Η απόρριψη της εξέτασης
των προδικαστικών ερωτημάτων από το Δικαστήριο αποτελεί βέβαια εξαί-
ρεση, αφού το Δικαστήριο, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας της δικαστικής συ-
νεργασίας, επιδεικνύει κάποια ελαστικότητα στην εφαρμογή αυτών των δύο
κριτηρίων. Ωστόσο, η πρόσφατη νομολογία δείχνει ότι το Δικαστήριο εξετά-
ζει πλέον αυστηρότερα τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της προδικαστικής
παραπομπής, δεδομένου ότι εφαρμόζει κατά γράμμα την προαναφερθείσα
απαίτηση να περιλαμβάνει η απόφαση της παραπομπής επαρκώς σαφή και
λυσιτελή έκθεση των νομικών και πραγματικών ζητημάτων της κύριας δίκης·
εάν αυτό δεν συμβαίνει, το Δικαστήριο δηλώνει ότι βρίσκεται σε αδυναμία
να παράσχει κατάλληλη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης και απορρίπτει ως
απαράδεκτη την αίτηση για την έκδοση προδικαστικής απόφασης.
Υποχρέωση παραπομπής: σε υποβολή προδικαστικού ερωτήματος υποχρε-
ούται κάθε δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται πλέον σε έν-
δικα μέσα του εθνικού δικαίου. Η έννοια του ένδικου μέσου περιλαμβάνει όλα
τα μέσα έννομης προστασίας με τα οποία μία δικαστική απόφαση υπόκειται
136 ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
σε έλεγχο από ανώτερο δικαστήριο τόσο για πραγματικούς όσο και για νο-
μικούς λόγους (π.χ. έφεση) ή μόνο για νομικούς λόγους (π.χ. αναίρεση). Δεν
περιλαμβάνει, αντίθετα, τα τακτικά ένδικα βοηθήματα με περιορισμένα και
ειδικά αποτελέσματα (π.χ. αναθεώρηση, συνταγματική προσφυγή). Δικα-
στήριο το οποίο υποχρεούται σε παραπομπή μπορεί να την παραλείψει μόνο
όταν το ζήτημα που ανέκυψε δεν επηρεάζει την έκβαση της δίκης, όταν
υπάρχει ήδη σχετική απόφαση του Δικαστηρίου ή όταν δεν είναι δυνατόν να
υπάρχει εύλογη αμφιβολία σχετικά με την ερμηνεία της σχετικής διάταξης
του δικαίου της Ένωσης. Αντιθέτως, υπάρχει απόλυτη υποχρέωση υποβολής
προδικαστικού ερωτήματος όταν το εθνικό δικαστήριο επιθυμεί να αποδε-
χθεί ως δεδομένο ότι νομική πράξη της Ένωσης είναι ανίσχυρη. Το Δικαστή-
ριο έχει καταστήσει σαφές ότι διαθέτει την αποκλειστική αρμοδιότητα να
κηρύσσει ανίσχυρη παράνομη πράξη της Ένωσης. Επομένως, τα εθνικά δι-
καστήρια οφείλουν να εφαρμόζουν τις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης και
να συμμορφώνονται προς αυτές εφόσον δεν έχουν κηρυχθεί ανίσχυρες με
απόφαση του Δικαστηρίου. Ιδιαίτερη ρύθμιση ισχύει για τα δικαστήρια που
αποφαίνονται στο πλαίσιο της παροχής προσωρινής έννομης προστασίας.
Σύμφωνα με την πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου, τα δικαστήρια αυτά
μπορούν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να αναστείλουν την εκτέλεση διοι-
κητικής πράξης που εκδόθηκε από τις αρχές κράτους μέλους και στηρίζεται
σε κανονισμό της Ένωσης· ομοίως, μπορούν να διατάξουν μέτρα για την
προσωρινή ρύθμιση επίδικων έννομων καταστάσεων και σχέσεων, χωρίς
να λαμβάνουν υπόψη υφιστάμενη διάταξη του δικαίου της Ένωσης.
Η μη συμμόρφωση προς την υποχρέωση παραπομπής αποτελεί συγχρόνως
παράβαση των Συνθηκών της Ένωσης, η οποία προσάπτεται στο οικείο κράτος
μέλος και μπορεί να επισύρει κυρώσεις στο πλαίσιο της διαδικασίας λόγω πα-
ράβασης των Συνθηκών. Ωστόσο, τα πρακτικά αποτελέσματα μιας τέτοιας δια-
δικασίας είναι περιορισμένα, αφού η κυβέρνηση του ενδιαφερόμενου κράτους
μέλους δεν μπορεί, λόγω της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης και της διάκρισης
των εξουσιών, να απευθύνει διαταγές προς τα εθνικά δικαστήρια και, επομέ-
νως, θα βρεθεί σε αδυναμία να συμμορφωθεί προς ενδεχόμενη καταδίκη από
το Δικαστήριο. Από τότε που γίνεται δεκτή η ευθύνη των κρατών μελών για
παραβιάσεις του δικαίου της Ένωσης (βλ. σχετικά το επόμενο κεφάλαιο), έχουν
αυξηθεί οι πιθανότητες του ατόμου να απαιτήσει και να πετύχει την επανόρ-
θωση από το οικείο κράτος μέλος ζημίας που υπέστη λόγω παραβίασης της
υποχρέωσης υποβολής αιτήματος για την έκδοση προδικαστικής απόφασης.
Αποτέλεσμα της προδικαστικής απόφασης: η απάντηση επί του προδικαστι-
κού ερωτήματος, η οποία έχει τη μορφή δικαστικής απόφασης, δεσμεύει
το αιτούν δικαστήριο και όλα τα άλλα δικαστήρια τα οποία έχουν επιλη-
φθεί της σχετικής διαφοράς. Πέραν αυτού, οι προδικαστικές αποφάσεις του
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 137
Δικαστηρίου αποτελούν στην πράξη προηγούμενο και για άλλες παρόμοιες
υποθέσεις.
Η ευθύνη των κρατών μελών για παραβιάσεις του δικαίου
της Ένωσης
Η ευθύνη των κρατών μελών για ζημίες τις οποίες υπέστησαν ιδιώτες λόγω
παραβίασης του δικαίου της Ένωσης καταλογιζόμενης σε αυτά έγινε καταρ-
χήν δεκτή με την απόφαση του Δικαστηρίου, της 5ης Μαρτίου 1996, στις
συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-46/93, Brasserie du pêcheur, και C-48/93,
Factortame. Η απόφαση αυτή περί ευθύνης είναι θεμελιώδους σημασίας,
αντίστοιχης με αυτήν των παλαιότερων αποφάσεων του Δικαστηρίου σχε-
τικά με την υπεροχή του δικαίου της Ένωσης, το άμεσο αποτέλεσμα των
διατάξεων του δικαίου της Ένωσης και την αναγνώριση θεμελιωδών δικαι-
ωμάτων της Ένωσης. Χαρακτηρίζεται από το ίδιο το Δικαστήριο ως «ανα-
γκαίο επακολούθημα του αμέσου αποτελέσματος που αναγνωρίζεται στις
κοινοτικές διατάξεις στην παράβαση των οποίων οφείλεται η προξενηθείσα
ζημία» και ενισχύει σημαντικά τις δυνατότητες των ιδιωτών να απαιτούν
από τα κρατικά όργανα όλων των εξουσιών (εκτελεστικής, νομοθετικής,
αλλά και δικαστικής) την τήρηση και εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης.
Η απόφαση αποτελεί επέκταση της νομολογίας που ξεκίνησε με τις απο-
φάσεις Francovich και Bonifaci. Ενώ με βάση τις αποφάσεις αυτές η ευθύ-
νη των κρατών μελών περιοριζόταν σε περιπτώσεις στις οποίες οι ιδιώτες
έχουν υποστεί ζημία λόγω της μη έγκαιρης μεταφοράς μιας οδηγίας που
τους παρέχει δικαιώματα χωρίς να αναπτύσσει άμεσο αποτέλεσμα, η νεώ-
τερη παραπάνω απόφαση δέχεται την ύπαρξη μιας γενικής ευθύνης η οποία
καλύπτει όλες τις παραβιάσεις του δικαίου της Ένωσης που καταλογίζονται
στο κράτος.
Η ευθύνη των κρατών μελών για παραβιάσεις του δικαίου της Ένωσης υπό-
κειται στη συνδρομή τριών προϋποθέσεων, οι οποίες κατά βάση συμπίπτουν
με τις προϋποθέσεις ευθύνης της Ένωσης σε ανάλογη περίπτωση:
1. Ο παραβιαζόμενος κανόνας του δικαίου της Ένωσης πρέπει να
αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στα άτομα.
2. Η παράβαση πρέπει να είναι διακεκριμένη, δηλαδή το κράτος μέλος
να έχει υπερβεί προδήλως και σε σημαντικό βαθμό τα όρια που
επιβάλλονται στη διακριτική του ευχέρεια. Η σχετική κρίση ανήκει στα
εθνικά δικαστήρια, τα οποία είναι τα μόνα αρμόδια να εξακριβώνουν τα
πραγματικά περιστατικά και να προβαίνουν στη νομική υπαγωγή των
εκάστοτε παραβάσεων του δικαίου της Ένωσης. Ωστόσο, η απόφαση του
138 ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
«
Δικαστηρίου παρέχει στα εθνικά δικαστήρια ορισμένες κατευθυντήριες
γραμμές. Όπως αναφέρει,
[…] μεταξύ των στοιχείων που ίσως χρειαστεί να συνεκτιμήσει το
αρμόδιο δικαστήριο πρέπει να επισημανθεί ο βαθμός σαφήνειας και
ακρίβειας του παραβιαζόμενου κανόνα, το εύρος των περιθωρίων
εκτιμήσεως που αφήνει ο παραβιαζόμενος κανόνας στις εθνικές
ή τις [ενωσιακές] αρχές, ο ηθελημένος ή ακούσιος χαρακτήρας
της διαπραχθείσης παραβάσεως ή της προκληθείσης ζημίας, το
συγγνωστόν ή ασύγγνωστον ενδεχομένης νομικής πλάνης, το γεγονός
ότι η συμπεριφορά ενός [ενωσιακού] οργάνου μπορεί να συνετέλεσε
στην παράλειψη, τη θέσπιση ή τη διατήρηση αντίθετων προς το
[ενωσιακό] δίκαιο εθνικών μέτρων ή πρακτικής. Εν πάση περιπτώσει,
μια παράβαση του [ενωσιακού] δικαίου είναι πρόδηλη, όταν
συνεχίζεται παρά την έκδοση δικαστικής αποφάσεως που διαπιστώνει
την προσαπτόμενη παράβαση ή προδικαστικής αποφάσεως ή πάγιας
σχετικής νομολογίας του Δικαστηρίου, από όπου προκύπτει ότι
η επίμαχη συμπεριφορά στοιχειοθετεί παράβαση.»
3. Ύπαρξη άμεσης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παραβίασης της
υποχρέωσης του κράτους μέλους και της βλάβης την οποία υπέστησαν
οι ζημιωθέντες. Δεν απαιτείται υπαιτιότητα (δόλος ή αμέλεια) πέραν της
αρκούντως διακεκριμένης παράβασης του δικαίου της Ένωσης.
Το Δικαστήριο έχει καταστήσει σαφές ότι οι γενικές αρχές που διέπουν την
ευθύνη λόγω παραβίασης του δικαίου της Ένωσης ισχύουν επίσης για την
τρίτη εξουσία, δηλαδή τα δικαστήρια. Οι αποφάσεις τους δεν ελέγχονται
πλέον μόνον μετά την άσκηση ενδίκων μέσων, αλλά —εφόσον αυτές έχουν
εκδοθεί χωρίς να ληφθεί υπόψη ή κατά παράβαση των κανόνων του δι-
καίου της Ένωσης— και από τα δικαστήρια των κρατών μελών που είναι
αρμόδια να εκδικάζουν αγωγές αποζημίωσης. Στο πλαίσιο αυτής της διαδι-
κασίας, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν η επίμαχη απόφαση παραβιάζει το
δίκαιο της Ένωσης, πρέπει να επανεξεταστούν και τα ουσιαστικά ζητήματα
που αφορούν το δίκαιο αυτό, χωρίς το επιληφθέν δικαστήριο να δεσμεύεται
από την απόφαση του καθ’ ύλην αρμόδιου δικαστηρίου. Τα αρμόδια εθνικά
δικαστήρια οφείλουν να απευθυνθούν για οποιοδήποτε ζήτημα ερμηνείας
ή κύρους των επίμαχων κανόνων της Ένωσης, ή ακόμη και για το ζήτημα της
συμφωνίας των εθνικών ρυθμίσεων περί ευθύνης με τις Συνθήκες, και πάλι
στο Δικαστήριο, το οποίο μπορεί να επιληφθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας
εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως (άρθρο 267 ΣΛΕΕ). Ωστόσο, η ευθύνη
για παράνομες αποφάσεις δικαστηρίων παραμένει η εξαίρεση. Λόγω των
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 139
αυστηρών προϋποθέσεών της, τέτοια ευθύνη ουσιαστικά γεννάται μόνο
στην περίπτωση που το δικαστήριο παραβίασε με πρόθεση το ισχύον δίκαιο
της Ένωσης ή, όπως συνέβη στην υπόθεση Köbler, που δικαστήριο τελευταί-
ου βαθμού, κατά παράβαση του δικαίου της Ένωσης, επικύρωσε τελεσίδικα
δυσμενή για πολίτη απόφαση χωρίς να έχει ζητήσει προηγουμένως από το
Δικαστήριο την αποσαφήνιση του νομικού καθεστώτος της ΕΕ το οποίο είναι
καθοριστικής σημασίας για την κρίση του. Στην τελευταία αυτή περίπτωση,
η προστασία των δικαιωμάτων του πολίτη της Ένωσης ο οποίος επικαλείται
δικαιώματα απορρέοντα από το δίκαιο της ΕΕ επιτάσσει την αναγνώριση
δικαιώματος αποζημίωσης για τη ζημία που ο πολίτης της Ένωσης υπέστη
λόγω της συμπεριφοράς του δικαστηρίου που δίκασε σε τελευταίο βαθμό.
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 141
ΕΝΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΣΤΟ
ΣΥΝΟΛΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ
ΔΙΚΑΙΟΥ
Ύστερα από όσα μάθαμε για τη διάρθρωση της ΕΕ και την έννομη τάξη της,
δεν είναι και τόσο απλό να καθοριστεί η θέση του δικαίου της Ένωσης μέσα
στο συνολικό σύστημα δικαίου και η οριοθέτησή του σε σχέση με άλλες έννο-
μες τάξεις. Δύο προσεγγίσεις θα πρέπει να αποκλειστούν εξαρχής: Το δίκαιο
της Ένωσης δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ούτε ως απλή δέσμη διακρατικών
συμφωνιών ούτε ως τμήμα ή παρακολούθημα εθνικών έννομων τάξεων.
Η αυτονομία της έννομης τάξης της ΕΕ
Με την ίδρυση της Ένωσης, τα κράτη μέλη περιόρισαν τη νομοθετική κυ-
ριαρχία τους και δημιούργησαν ένα αυτοτελές σύστημα κανόνων δικαίου,
υποχρεωτικό για τα ίδια και τους πολίτες τους, το οποίο οφείλουν να εφαρ-
μόζουν τα δικαστήριά τους.
Στις διαπιστώσεις αυτές προέβη το Δικαστήριο το 1964 στη γνωστή απόφα-
ση Costa/ENEL, στην οποία έχει γίνει ήδη αναφορά σε προηγούμενη ενότη-
τα. Στη συγκεκριμένη υπόθεση, ο Flaminio Costa προσέβαλε την κρατικο-
ποίηση της παραγωγής και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας στην Ιταλία και
τη συνδεδεμένη με αυτήν μεταβίβαση των εγκαταστάσεων των εταιριών
ηλεκτρισμού στην επιχείρηση ENEL.
Η αυτονομία της έννομης τάξης της ΕΕ είναι θεμελιώδους σημασίας για την
ύπαρξη της Ένωσης, καθώς είναι αυτή που εμποδίζει την υπονόμευση του
δικαίου της Ένωσης από το εθνικό δίκαιο και εξασφαλίζει την ενιαία εφαρ-
μογή του σε όλα τα κράτη μέλη. Λόγω της αυτονομίας της έννομης τάξης
της ΕΕ, οι έννοιες του δικαίου της Ένωσης καθορίζονται σε συνάρτηση με
τις ανάγκες της έννομης τάξης και τους στόχους της Ένωσης. Ένας τέτοιος
ξεχωριστός προσδιορισμός των εννοιών είναι αναγκαίος διότι αν τα ίδια τα
κράτη μέλη καθόριζαν το περιεχόμενο και το πεδίο εφαρμογής των ελευ-
θεριών που εγγυάται το δίκαιο της Ένωσης, θα μπορούσαν να τεθούν σε
142 ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
κίνδυνο τα δικαιώματα που αυτό εγγυάται. Ενδεικτικά μπορεί να αναφερθεί
η έννοια του «εργαζομένου», η οποία καθορίζει την έκταση εφαρμογής του
δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας. Η έννοια του εργαζομένου, με το πε-
ριεχόμενο που της δίνει το δίκαιο της Ένωσης, μπορεί να είναι σαφώς δια-
φορετική από εκείνη που γνωρίζουν και χρησιμοποιούν οι εθνικές έννομες
τάξεις. Εξάλλου, οι νομοθετικές πράξεις της Ένωσης κρίνονται αποκλειστικά
βάσει του ίδιου του δικαίου της Ένωσης και όχι βάσει της εθνικής νομοθεσί-
ας ή του εθνικού συντάγματος.
Πώς όμως, δεδομένης της αυτονομίας της έννομης τάξης της ΕΕ, θα μπο-
ρούσε να περιγραφεί η σχέση μεταξύ του δικαίου της Ένωσης και του εθνι-
κού δικαίου;
Μολονότι το δίκαιο της ΕΕ αποτελεί αυτοτελή έννομη τάξη έναντι των έννο-
μων τάξεων των κρατών μελών, δεν πρέπει να φανταστούμε ότι η έννομη
τάξη της ΕΕ και οι έννομες τάξεις των κρατών μελών αλληλεπικαλύπτονται
σαν στοιβάδες πετρωμάτων. Μια τόσο αυστηρή οριοθέτηση δεν συμβιβάζε-
ται με το γεγονός ότι οι έννομες αυτές τάξεις αφορούν τους ίδιους ανθρώ-
πους που είναι συγχρόνως πολίτες κράτους μέλους και πολίτες της Ένωσης.
Επίσης, δεν λαμβάνει υπόψη ότι το δίκαιο της Ένωσης αποκτά σάρκα και
οστά μόνο εφόσον ενταχθεί στις έννομες τάξεις των κρατών μελών. Στην
πραγματικότητα, η έννομη τάξη της ΕΕ και οι εθνικές έννομες τάξεις είναι
αλληλένδετες μεταξύ τους και βρίσκονται σε αμοιβαία εξάρτηση.
Η συνύπαρξη του δικαίου της Ένωσης και του εθνικού
δικαίου
Η πτυχή αυτή της σχέσης μεταξύ του δικαίου της Ένωσης και του εθνικού
«
δικαίου περιλαμβάνει τα σημεία στα οποία τα δύο δίκαια αλληλοσυμπληρώ-
νονται. Το άρθρο 4 παράγραφος 3 ΣΕΕ την περιγράφει πολύ παραστατικά:
Σύμφωνα με την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας, η Ένωση και
τα κράτη μέλη εκπληρώνουν τα εκ των Συνθηκών καθήκοντα
βάσει αμοιβαίου σεβασμού και αμοιβαίας συνεργασίας. Τα κράτη
μέλη λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο ικανό να διασφαλίσει
την εκτέλεση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις Συνθήκες
ή προκύπτουν από πράξεις των θεσμικών οργάνων της Ένωσης. Τα
κράτη μέλη διευκολύνουν την Ένωση στην εκπλήρωση της αποστολής
της και απέχουν από τη λήψη οποιουδήποτε μέτρου ικανού να θέσει σε
κίνδυνο την πραγματοποίηση των στόχων της Ένωσης.»
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 143
Κατά τη διατύπωση της γενικής αυτής αρχής της καλόπιστης συνεργασίας, οι
συντάκτες της Συνθήκης είχαν στο νου τους ότι η έννομη τάξη της Ένωσης
δεν είναι σε θέση να πραγματοποιήσει από μόνη τους σκοπούς που επιδι-
ώκονται με τη δημιουργία της Ένωσης. Σε αντίθεση με τις εθνικές έννομες
τάξεις, η έννομη τάξη της Ένωσης δεν αποτελεί κλειστό σύστημα, αλλά έχει
ανάγκη από τη στήριξη των εθνικών έννομων τάξεων προκειμένου να εφαρ-
μοστεί. Όλα τα κρατικά όργανα —νομοθετική εξουσία, κυβέρνηση (συμπερι-
λαμβανόμενης της διοίκησης), δικαστήρια— πρέπει να συνειδητοποιήσουν
ότι η έννομη τάξη της Ένωσης δεν είναι «εξωτερική» ή «ξένη», αλλά ότι τα
κράτη μέλη και τα όργανα της Ένωσης αποτελούν ένα αδιάσπαστο και αλλη-
λέγγυο σύνολο για την πραγματοποίηση των κοινών σκοπών. Ως εκ τούτου,
η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι απλά μια κοινότητα συμφερόντων, αλλά προ-
παντός μια κοινότητα αλληλεγγύης. Κατά συνέπεια, οι Συνθήκες της Ένωσης
και οι διατάξεις δικαίου που έχουν εκδοθεί από τα όργανά της σε εκτέλεση
των Συνθηκών πρέπει όχι μόνο να τηρούνται αλλά και να υλοποιούνται από
τις αρχές των κρατών μελών, ώστε να αποκτούν ζωή. Οι πολυάριθμες πτυχές
αυτής της συνύπαρξης του δικαίου της Ένωσης και του εθνικού δικαίου μπο-
ρούν να γίνουν αντιληπτές μόνο μέσα από μερικά σημαντικά παραδείγματα.
Έκφραση της στενής σχέσης και της αλληλοσυμπλήρωσης μεταξύ της έν-
νομης τάξης της Ένωσης και των εθνικών εννόμων τάξεων αποτελεί πρω-
τίστως το σύστημα της οδηγίας, το οποίο συναντήσαμε ήδη στην ενότητα
που αφορούσε τις νομικές πράξεις. Ενώ η οδηγία αυτή καθεαυτή καθορίζει
μόνο το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα κατά τρόπο δεσμευτικό για τα κράτη μέλη,
η επιλογή του τύπου και των μέσων πραγματοποίησης αυτού του αποτελέ-
σματος επαφίεται στην αρμοδιότητα των εθνικών κρατικών αρχών, δηλα-
δή του εθνικού δικαίου. Στον τομέα των δικαιοδοσιών διαμορφώνεται στενή
σχέση μέσω της διαδικασίας έκδοσης προδικαστικής απόφασης σύμφωνα με
το άρθρο 267 ΣΛΕΕ. Κατά τη διαδικασία αυτή, τα εθνικά δικαστήρια μπο-
ρούν, και καμιά φορά οφείλουν, να υποβάλουν στο Δικαστήριο προδικαστικά
ερωτήματα σχετικά με το κύρος και την ερμηνεία των πράξεων του δικαίου
της Ένωσης, τα οποία μπορεί να είναι αναγκαία για να εκδώσουν απόφαση
επί διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιόν τους. Η διαδικασία έκδοσης προδικαστι-
κής απόφασης καταδεικνύει, αφενός, ότι τα δικαστήρια των κρατών μελών
οφείλουν και αυτά να συμμορφώνονται προς το δίκαιο της Ένωσης και να το
εφαρμόζουν και, αφετέρου, ότι η ερμηνεία και η εκτίμηση του κύρους του
δικαίου της Ένωσης εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρί-
ου. Τέλος, η αλληλεξάρτηση της έννομης τάξης της Ένωσης και των εθνικών
έννομων τάξεων καταδεικνύεται και κατά την πλήρωση των κενών της έννο-
μης τάξης της ΕΕ. Αυτό συμβαίνει για παράδειγμα όταν το δίκαιο της Ένωσης
παραπέμπει για την πλήρωση των κενών του σε ισχύουσες διατάξεις των
144 ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
έννομων τάξεων των κρατών μελών. Συνεπώς, η τύχη ενός κανόνα δικαίου
της ΕΕ εξαρτάται από ένα ορισμένο σημείο και μετά από εθνικούς κανόνες.
Αυτό ισχύει γενικά όσον αφορά την εκτέλεση των διατάξεων του δικαίου της
ΕΕ, στο μέτρο που το δίκαιο αυτό δεν περιλαμβάνει δικούς του κανόνες εκτέ-
λεσης. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, οι εθνικές αρχές εκτελούν τους κανόνες
του δικαίου της ΕΕ σύμφωνα με τις διατάξεις του εθνικού δικαίου. Είναι αυτο-
νόητο ότι αυτή η γενική αρχή εφαρμόζεται μόνο στο μέτρο που δεν τίθεται σε
κίνδυνο η αποτελεσματικότητα της ρύθμισης της ΕΕ και, ταυτόχρονα, λαμβά-
νονται υπόψη οι απαιτήσεις ενιαίας εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, αφού
σε κάθε περίπτωση πρέπει να αποφεύγεται το ενδεχόμενο να αντιμετωπίζο-
νται οι οικονομικοί φορείς με κριτήρια διαφορετικά και, κατά συνέπεια, άδικα.
Σύγκρουση μεταξύ του δικαίου της Ένωσης και του
εθνικού δικαίου
Η σχέση μεταξύ του δικαίου της Ένωσης και του εθνικού δικαίου χαρακτηρί-
ζεται όμως και από το γεγονός ότι η έννομη τάξη της Ένωσης και η εκάστοτε
εθνική έννομη τάξη διάκεινται ορισμένες φορές «εχθρικά» η μια απέναντι
στην άλλη. Στην περίπτωση αυτή γίνεται λόγος για σύγκρουση ανάμεσα
στο δίκαιο της Ένωσης και το εθνικό δίκαιο. Μια τέτοια κατάσταση εμφα-
νίζεται κάθε φορά που διάταξη του δικαίου της Ένωσης που κατοχυρώνει
άμεσα δικαιώματα και υποχρεώσεις για τους πολίτες της Ένωσης βρίσκεται
σε αντίθεση προς το περιεχόμενο κανόνων του εθνικού δικαίου. Πίσω από
αυτή τη φαινομενικά απλή προβληματική κρύβονται δύο θεμελιώδη ζητή-
ματα σχετικά με τη δομή της ΕΕ, τα οποία πρέπει να αποτελέσουν το μέτρο
για την αξιολόγηση της ύπαρξης της έννομης τάξης της ΕΕ: το ζήτημα της
άμεσης εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης και το ζήτημα της υπεροχής του
δικαίου της Ένωσης έναντι αντίθετων εθνικών διατάξεων.
Η άμεση ισχύς του δικαίου της Ένωσης στο εθνικό δίκαιο
Η άμεση ισχύς του δικαίου της Ένωσης έχει την έννοια ότι το δίκαιο της ΕΕ
παρέχει δικαιώματα και επιβάλλει υποχρεώσεις άμεσα όχι μόνο στα όργανα
της Ένωσης και τα κράτη μέλη αλλά και στους πολίτες της Ένωσης.
Ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα του Δικαστηρίου είναι ότι επέβαλε
την άμεση ισχύ των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης παρά την αρχική
αντίδραση ορισμένων κρατών μελών και έτσι εξασφάλισε την ύπαρξη της
έννομης τάξης της ΕΕ. Αφετηρία αυτής της εξέλιξης ήταν η αναφερθείσα και
σε προηγούμενο σημείο υπόθεση της ολλανδικής επιχείρησης μεταφορών
Van Gend & Loos, η οποία προσέβαλε ενώπιον ολλανδικού δικαστηρίου την
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 145
αύξηση των ολλανδικών δασμών για την εισαγωγή ενός χημικού προϊόντος
από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Η έκβαση της δίκης θα
κρινόταν ουσιαστικά από την απάντηση στο ερώτημα αν και ιδιώτης, προ-
σφεύγοντας κατά της αύξησης των δασμών, μπορούσε να επικαλεστεί το
τότε ισχύον άρθρο 12 της Συνθήκης ΕΟΚ, το οποίο απαγόρευε ρητά στα
κράτη μέλη τη θέσπιση νέων και την αύξηση υφιστάμενων δασμών στην
κοινή αγορά. Το Δικαστήριο, παρά την αντίθετη άποψη πολλών κυβερνήσε-
ων και του γενικού εισαγγελέα του, αποφάνθηκε ότι, λόγω της φύσεως και
«
των σκοπών της Ένωσης, οι διατάξεις του δικαίου της Ένωσης έχουν καταρ-
χήν άμεση εφαρμογή. Στο σκεπτικό της απόφασης το Δικαστήριο αναφέρει:
[…] η Κοινότητα αποτελεί νέα έννομη τάξη […] της οποίας υποκείμενα
είναι όχι μόνο τα κράτη μέλη, αλλά επίσης και οι υπήκοοί τους.
Επομένως, όπως το κοινοτικό δίκαιο, που είναι ανεξάρτητο από τη
νομοθεσία των κρατών μελών, δημιουργεί υποχρεώσεις στους ιδιώτες,
πρέπει επίσης να γεννά και δικαιώματα υπέρ αυτών. Τα δικαιώματα
αυτά γεννώνται όχι μόνο όταν τούτο προβλέπεται ρητά στη Συνθήκη,
αλλά επίσης λόγω σαφών υποχρεώσεων που επιβάλλει η Συνθήκη τόσο
στους ιδιώτες όσο και στα κράτη μέλη και τα κοινοτικά όργανα.»
Βέβαια, η διαπίστωση αυτή δεν επαρκεί, καθώς αφήνει αναπάντητο το ερώ-
τημα ποιες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης έχουν άμεση εφαρμογή. Το
Δικαστήριο εξέτασε το ερώτημα αυτό αρχικά σε σχέση με τις διατάξεις του
πρωτογενούς δικαίου της Ένωσης και δέχθηκε ότι μπορούν να έχουν άμε-
ση εφαρμογή στους ιδιώτες οι κανόνες δικαίου των ιδρυτικών Συνθηκών
οι οποίοι, πρώτον, διατυπώνονται ανεπιφύλακτα, δεύτερον, είναι καθαυτοί
πλήρεις και νομικώς άρτιοι και επομένως, κατά τρίτον, προκειμένου να εκτε-
λεστούν ή να παραγάγουν αποτελέσματα, δεν χρειάζονται περαιτέρω ενέρ-
γειες των κρατών μελών ή των οργάνων της Ένωσης.
Το Δικαστήριο δέχτηκε ότι το άρθρο 12 της Συνθήκης ΕΟΚ πληρούσε αυτές
τις προϋποθέσεις και ότι, επομένως, η επιχείρηση Van Gend & Loos μπορού-
σε να επικαλεστεί δικαιώματα από τη διάταξη αυτή, τα οποία το ολλανδικό
δικαστήριο όφειλε να διαφυλάξει. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο έκρινε ότι
οι δασμοί ήταν άκυροι διότι ήταν αντίθετοι με τις διατάξεις της Συνθήκης
ΕΟΚ. Σε συνέχεια αυτής της νομολογίας, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι μπο-
ρούν να έχουν άμεση εφαρμογή και άλλες διατάξεις των Συνθηκών, πολύ
σημαντικότερες για τον πολίτη από ό,τι αυτή του άρθρου 12 της Συνθήκης
ΕΟΚ. Εν προκειμένω αξίζει να γίνει ιδιαίτερη μνεία στις αποφάσεις που αφο-
ρούν την άμεση εφαρμογή των διατάξεων για την ελεύθερη κυκλοφορία
(άρθρο 45 ΣΛΕΕ), την ελευθερία εγκατάστασης (άρθρο 49 ΣΛΕΕ) και την
ελεύθερη παροχή υπηρεσιών άρθρο 56 ΣΛΕΕ).
146 ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
Όσον αφορά τις εγγυήσεις της ελεύθερης κυκλοφορίας, το Δικαστήριο έκανε
δεκτή τη δυνατότητα άμεσης εφαρμογής στην απόφασή του στην υπόθεση
van Duyn. Τα πραγματικά περιστατικά αυτής της υπόθεσης είχαν ως εξής: τον
Μάιο του 1973, οι αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου αρνήθηκαν την άδεια εισό-
δου στην Ολλανδή van Duyn επειδή ήθελε να εργαστεί ως γραμματέας στην
Church of Scientology, σχολή την οποία το βρετανικό Υπουργείο Εσωτερικών
θεωρούσε «κοινωνικά επικίνδυνη». Η van Duyn προσέφυγε ενώπιον του High
Court επικαλούμενη τις διατάξεις της Ένωσης περί ελεύθερης κυκλοφορίας
των εργαζομένων. Ζήτησε από το High Court να αναγνωρίσει ότι έχει δικαίω-
μα να διαμένει στο Ηνωμένο Βασίλειο για να ασκεί μισθωτή δραστηριότητα
και ότι δικαιούται να λάβει άδεια εισόδου στο Ηνωμένο Βασίλειο. Απαντώ-
ντας στο σχετικό ερώτημα που του υπέβαλε το High Court, το Δικαστήριο
αποφάνθηκε ότι το άρθρο 48 της Συνθήκης ΕΟΚ (άρθρο 45 ΣΛΕΕ) έχει άμεση
εφαρμογή και, επομένως, παρέχει στους ιδιώτες δικαίωμα το οποίο μπορούν
να επικαλεστούν ενώπιον των δικαστηρίων οποιουδήποτε κράτους μέλους.
Το ζήτημα της άμεσης εφαρμογής του δικαιώματος ελεύθερης εγκατάστα-
σης τέθηκε στο Δικαστήριο από το βελγικό Conseil d’État. Το δικαστήριο του
Βελγίου καλείτο να αποφανθεί επί προσφυγής του Ολλανδού δικηγόρου J.
Reyners στην οποία αυτός επικαλούνταν τα δικαιώματά του βάσει του άρ-
θρου 52 της Συνθήκης ΕΟΚ (άρθρο 49 ΣΛΕΕ) Ο J. Reyners αναγκάστηκε να
προσφύγει στη δικαιοσύνη επειδή του είχαν αρνηθεί τον διορισμό του ως δι-
κηγόρου στο Βέλγιο, με την αιτιολογία ότι ήταν αλλοδαπός, παρόλο που είχε
υποβληθεί επιτυχώς στις απαιτούμενες εξετάσεις στο Βέλγιο. Στην απόφασή
του της 21ης Ιουλίου 1974, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι δεν μπορεί να δι-
ατηρηθεί πλέον η άνιση μεταχείριση ανάμεσα σε ημεδαπούς και αλλοδαπούς
ως προς την εγκατάσταση, επειδή το άρθρο 52 της Συνθήκης ΕΟΚ έχει άμεση
εφαρμογή μετά την εκπνοή της μεταβατικής περιόδου και παρέχει στους
πολίτες της Ένωσης το δικαίωμα να αναλαμβάνουν και να ασκούν επαγγελ-
ματική δραστηριότητα σε άλλο κράτος μέλος όπως και οι ημεδαποί. Βάσει
αυτής της απόφασης, ο J. Reyners έγινε δεκτός ως δικηγόρος στο Βέλγιο.
Η υπόθεση Van Binsbergen έδωσε στο Δικαστήριο την ευκαιρία να αναγνω-
ρίσει ρητά την άμεση εφαρμογή της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών. Στην
υπόθεση αυτή τέθηκε, μεταξύ άλλων, το ερώτημα εάν ολλανδική διάταξη
δικαίου, σύμφωνα με την οποία ενώπιον εφετείου μπορούν να παρίστανται
ως πληρεξούσιοι μόνον πρόσωπα εγκατεστημένα στις Κάτω Χώρες, συμ-
βιβάζεται με τις ενωσιακές διατάξεις περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.
Το Δικαστήριο απάντησε αρνητικά στο ερώτημα, με την αιτιολογία ότι όλοι
οι περιορισμοί στους οποίους υποβάλλεται πολίτης της ΕΕ λόγω ιθαγένειας
ή διαμονής προσκρούουν στο άρθρο 59 της Συνθήκης ΕΟΚ (άρθρο 56 ΣΛΕΕ)
και, ως εκ τούτου, είναι άκυροι.
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 147
Τέλος, μεγάλης πρακτικής σημασίας είναι η αναγνώριση της άμεσης εφαρ-
μογής των διατάξεων για την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων (άρ-
θρο 41 ΣΛΕΕ), της γενικής αρχής της ισότητας της αμοιβής μεταξύ ανδρών
και γυναικών (άρθρο 157 ΣΛΕΕ), της γενικής απαγόρευσης των διακρίσεων
(άρθρο 25 ΣΛΕΕ) και του ελεύθερου ανταγωνισμού (άρθρο 101 ΣΛΕΕ).
Στον χώρο του παράγωγου δικαίου το ζήτημα της άμεσης ισχύος τίθεται
μόνο ως προς τις οδηγίες και ως προς τις αποφάσεις που απευθύνονται
προς τα κράτη μέλη, αφού η άμεση ισχύς των κανονισμών και των αποφά-
σεων που απευθύνονται προς τους πολίτες απορρέει ευθέως από τις Συν-
θήκες της ΕΕ (άρθρο 288 εδάφια 2 και 4 ΣΛΕΕ). Από το 1970, το Δικαστήριο
έχει επεκτείνει τις γενικές αρχές που διέπουν την άμεση ισχύ του πρωτο-
γενούς δικαίου της Ένωσης τόσο στις οδηγίες όσο και στις αποφάσεις που
απευθύνονται στα κράτη μέλη.
Η πρακτική σημασία του άμεσου αποτελέσματος του δικαίου της ΕΕ, όπως
δημιουργήθηκε και αναπτύχθηκε από το Δικαστήριο, είναι εξαιρετική: βελτι-
ώνει τη νομική θέση του ιδιώτη, μεταπλάσσοντας τις ελευθερίες της εσωτε-
ρικής αγοράς σε δικαιώματα τα οποία αυτός μπορεί να επικαλείται ενώπιον
των εθνικών δικαστηρίων. Έτσι, η άμεση ισχύς του δικαίου της ΕΕ γίνεται,
ταυτόχρονα, ένας από τους πυλώνες της έννομης τάξης της Ένωσης.
Η υπεροχή του δικαίου της Ένωσης έναντι του εθνικού δικαίου
Η άμεση εφαρμογή μιας διάταξης του δικαίου της Ένωσης οδηγεί σε ένα
δεύτερο, εξίσου θεμελιώδες, ερώτημα: Τι συμβαίνει όταν μια διάταξη του
δικαίου της Ένωσης γεννά άμεσα δικαιώματα και υποχρεώσεις για τους πο-
λίτες της Ένωσης, ενώ ως προς το περιεχόμενό της έρχεται σε αντίθεση με
κανόνα του εθνικού δικαίου;
Μια τέτοια σύγκρουση μεταξύ του δικαίου της Ένωσης και του εθνικού δι-
καίου μπορεί να αρθεί μόνον εάν ένα από τα δύο υπερισχύσει. Το γραπτό
δίκαιο της Ένωσης δεν περιέχει ρητή σχετική ρύθμιση. Σε καμία από τις Συν-
θήκες της Ένωσης δεν υπάρχει π.χ. διάταξη που να προβλέπει ότι το δίκαιο
της Ένωσης υπερισχύει του εθνικού δικαίου ή το αντίθετο. Εντούτοις, η σύ-
γκρουση μπορεί να αρθεί μόνον εάν αναγνωριστεί στο δίκαιο της Ένωσης
υπέρτερη ισχύς έναντι του εθνικού δικαίου, με αποτέλεσμα όλες οι εθνικές
διατάξεις οι οποίες είναι αντίθετες σε διάταξη του δικαίου της Ένωσης να
καθίστανται ανεφάρμοστες και να υποκαθίστανται από τις αντίστοιχες ευ-
ρωπαϊκές διατάξεις. Διότι τι θα απέμενε από την έννομη τάξη της Ένωσης
εάν οι κανόνες της ήταν υποδεέστεροι από τους εθνικούς; Σχεδόν τίποτα!
Οι διατάξεις του δικαίου της Ένωσης θα μπορούσαν να καταργηθούν κατά
148 ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
βούληση με οποιονδήποτε εθνικό νόμο. Δεν θα μπορούσε πλέον να γίνει λό-
γος για ενιαία και ομοιόμορφη ισχύ του δικαίου της Ένωσης σε όλα τα κράτη
μέλη. Επίσης, θα ήταν αδύνατον για την ΕΕ να εκπληρώσει τα καθήκοντα
που της ανέθεσαν τα κράτη μέλη. Η ικανότητα λειτουργίας της Ένωσης θα
αμφισβητούνταν και το οικοδόμημα μιας ευρωπαϊκής κοινότητας δικαίου,
η οποία συνδέθηκε με μεγάλες ελπίδες, θα κατέρρεε.
Στη σχέση μεταξύ διεθνούς και εθνικού δικαίου δεν ανακύπτει παρόμοιο
πρόβλημα: επειδή το διεθνές δίκαιο καθίσταται μέρος των έννομων τάξεων
των κρατών μόνο διά της πράξης ενσωμάτωσης ή μεταφοράς του, το ζήτη-
μα της υπεροχής επιλύεται αποκλειστικά και μόνο βάσει των κανόνων του
εθνικού δικαίου. Ανάλογα με την τυπική ισχύ την οποία του αναγνωρίζει
το δίκαιο του κράτους στο πλαίσιο της εθνικής έννομης τάξης, το διεθνές
δίκαιο μπορεί να υπερισχύει του συντάγματος ή να είναι υποδεέστερο του
συντάγματος αλλά να υπερισχύει του κοινού νόμου ή, ακόμη, να είναι τυ-
πικώς ισοδύναμο με τον κοινό νόμο. Η σχέση μεταξύ των εθνικών κανό-
νων δικαίου και των τυπικώς ισοδυνάμων κανόνων του διεθνούς δικαίου οι
οποίοι έχουν ενσωματωθεί ή μεταφερθεί διέπεται από την αρχή της υπερο-
χής του νεότερου κανόνα έναντι του χρονικά πρότερου, αντίθετου κανόνα
(lex posterior derogat legi priori). Ωστόσο, οι αρχές αυτές εθνικού δικαίου για
τη σύγκρουση κανόνων δικαίου δεν μπορούν να εφαρμοστούν στη σχέση
μεταξύ δικαίου της Ένωσης και εθνικού δικαίου, επειδή το δίκαιο της Ένω-
σης δεν αποτελεί μέρος των εθνικών εννόμων τάξεων. Για τον λόγο αυτόν,
σύγκρουση μεταξύ διατάξεων της Ένωσης και εθνικών διατάξεων μπορεί να
επιλυθεί μόνο βάσει της ενωσιακής έννομης τάξης.
Και πάλι το Δικαστήριο, έχοντας συνείδηση αυτών των συνεπειών, επέβαλε,
παρά την αντίσταση μερικών κρατών μελών, την αρχή της υπεροχής του δι-
καίου της Ένωσης, η οποία είναι αναγκαία για την ύπαρξη της έννομης τάξης
της ΕΕ. Με την αρχή αυτή, το Δικαστήριο δημιούργησε για την έννομη τάξη
της ΕΕ, μαζί με την άμεση εφαρμογή, τον δεύτερο πυλώνα που της επέτρεψε
τελικά να γίνει ένα σταθερό οικοδόμημα.
Στην προαναφερθείσα απόφαση Costa κατά ENEL το Δικαστήριο προέβη σε
δύο διαπιστώσεις που είναι σημαντικές για τη σχέση του δικαίου της Ένωσης
προς το εθνικό δίκαιο:
■■ Πρώτον: η μεταβίβαση κυριαρχικών δικαιωμάτων από τα κράτη προς
την Ένωση, την οποία αυτά δημιούργησαν, έχει οριστικό χαρακτήρα
και δεν μπορεί να αναιρεθεί με μεταγενέστερες μονομερείς πράξεις οι
οποίες δεν συνάδουν με το σύστημα του δικαίου της Ένωσης.
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 149
■■ Δεύτερον: κατά γενική αρχή της Συνθήκης, κανένα κράτος μέλος δεν
μπορεί να θίξει την ιδιαιτερότητα του δικαίου της Ένωσης να ισχύει
πλήρως και ενιαία σε ολόκληρη την επικράτειά της.
Από όλα αυτά συνάγεται ότι: το δίκαιο της Ένωσης, το οποίο θεσπίστηκε
βάσει των εξουσιών που παρέχουν οι Συνθήκες, υπερισχύει των αντίθετων
εθνικών διατάξεων, προγενέστερων αλλά και μεταγενέστερων, έναντι δε
των τελευταίων αναπτύσσει ανασχετικό αποτέλεσμα.
Συμπερασματικά, στην απόφαση Costa κατά ENEL, το Δικαστήριο δεν έθεσε
μεν υπό αμφισβήτηση την απόφαση για την κρατικοποίηση της ηλεκτροπα-
ραγωγής στην Ιταλία, επιβεβαίωσε ωστόσο αποφασιστικά την υπεροχή του
δικαίου της Ένωσης έναντι του εθνικού δικαίου.
Έννομη συνέπεια της προαναφερόμενης αρχής είναι ότι, αφενός, εθνικές
διατάξεις αντίθετες προς το δίκαιο της Ένωσης καθίστανται ανίσχυρες και,
αφετέρου, ο εθνικός νομοθέτης κωλύεται να εκδώσει νέους κανόνες δικαί-
ου οι οποίοι θα είναι αντίθετοι προς το δίκαιο της Ένωσης.
Έκτοτε το Δικαστήριο εδραίωσε με πάγια νομολογία την αρχή της υπεροχής
του δικαίου της Ένωσης. Βεβαίως, την ανέπτυξε ελεύθερα ως ένα σημείο.
Ενώ στην προαναφερθείσα απόφαση είχε να ασχοληθεί μόνο με το ζήτημα
της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης έναντι του κοινού εθνικού δικαίου, σε
άλλη υπόθεση δέχθηκε επίσης την υπεροχή του δικαίου της Ένωσης ακό-
μη και έναντι των εθνικών συνταγμάτων. Τα εθνικά δικαστήρια, μετά τους
αρχικούς δισταγμούς, συντάχθηκαν καταρχήν με αυτή τη νομολογία του
Δικαστηρίου. Στις Κάτω Χώρες ούτως ή άλλως δεν θα υπήρχαν δυσκολίες,
επειδή το ολλανδικό σύνταγμα αναγνωρίζει ρητώς την υπεροχή του δικαί-
ου των Συνθηκών έναντι των κοινών εθνικών νόμων (άρθρα 65 έως 67).
Στα άλλα κράτη μέλη η αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης έναντι
των κοινών εθνικών νόμων έχει επίσης αναγνωριστεί από τα εθνικά δικα-
στήρια. Αντιθέτως, η υπεροχή του δικαίου της Ένωσης έναντι των εθνικών
συνταγματικών διατάξεων, ιδίως εκείνων που περιλαμβάνουν εγγυήσεις
θεμελιωδών δικαιωμάτων, αποκρούστηκε αρχικά από τα συνταγματικά δι-
καστήρια της Γερμανίας και της Ιταλίας. Οι αντιστάσεις αυτές κάμφθηκαν
μόνο όταν η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην έννομη τάξη
της Ένωσης έφθασε σε επίπεδο ουσιαστικά αντίστοιχο με αυτό των εθνικών
συνταγμάτων. Ωστόσο, το γερμανικό συνταγματικό δικαστήριο διατηρεί επι-
φυλάξεις ως προς τη συνεχιζόμενη ολοκλήρωση, τις οποίες εξέφρασε για
τελευταία φορά ρητά στις αποφάσεις του για τις Συνθήκες του Μάαστριχτ
και της Λισαβόνας.
Στην υπόθεση Pfeiffer, του
έτους 2004, το Δικαστήριο της
Ευρωπαϊκής Ένωσης διευκρίνισε
ότι η δραστηριότητα των
ειδικευμένων στην παροχή
πρώτων βοηθειών νοσοκόμων
εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής
της οδηγίας περί του χρόνου
εργασίας (οδηγία 93/104/EΚ). Όπως
αποφάνθηκε, κατά τον υπολογισμό
της μέγιστης εβδομαδιαίας διάρκειας
εργασίας, ανερχόμενης σε 48 ώρες,
πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι
περίοδοι επιφυλακής.
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 151
Η σύμφωνη προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνεία του εθνικού
δικαίου
Για την αποφυγή σύγκρουσης κανόνων δικαίου, η οποία θα πρέπει να επι-
λυθεί με εφαρμογή του κανόνα της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης, τα
κρατικά όργανα που εφαρμόζουν ή εκτελούν κανόνες δικαίου οφείλουν να
προβούν καταρχάς σε σύμφωνη προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνεία του
εθνικού δικαίου.
Η λειτουργία της σύμφωνης προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνείας αναγνω-
ρίστηκε από το Δικαστήριο και εισήχθη στην έννομη τάξη της ΕΕ σχετικά
αργά. Ενώ το Δικαστήριο αρχικά απλώς απαντούσε σε ερωτήματα εθνικών
δικαστηρίων ότι θεωρεί «σκόπιμο» να «διασφαλίζεται» η ομοιόμορφη ερ-
μηνεία των εθνικών διατάξεων που αφορούν την εφαρμογή οδηγιών, αρ-
γότερα, και συγκεκριμένα το 1984 στην υπόθεση Von Colson και Kamann,
έκρινε ότι υπάρχει υποχρέωση για σύμφωνη προς την οδηγία ερμηνεία.
Αντικείμενο της συγκεκριμένης υπόθεσης ήταν ο καθορισμός του ύψους
της αποζημίωσης λόγω δυσμενούς διακριτικής μεταχείρισης γυναικών κατά
την πρόσληψη. Ενώ η οικεία γερμανική ρύθμιση προέβλεπε μόνο αποζη-
μίωση λόγω διάρρηξης της εμπιστοσύνης (δηλαδή, απόδοση κυρίως των
εξόδων που συνδέονταν με την αίτηση), η οδηγία 76/207/ΕΟΚ απαιτούσε
να προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο αποτελεσματικές κυρώσεις ως μέσα
για την επιβολή των ίσων ευκαιριών κατά την πρόσβαση στο επάγγελμα.
Επειδή όμως η οδηγία δεν καθόριζε περαιτέρω την κύρωση, δεν μπορούσε
να θεωρηθεί ως άμεσα ισχύουσα στο σημείο αυτό, με συνέπεια να υπάρχει
περίπτωση έκδοσης απόφασης με την οποία θα διαπιστωνόταν μεν η αντί-
θεση του εθνικού νόμου προς το δίκαιο της ΕΕ, δεν θα παρεχόταν όμως στο
εθνικό δικαστήριο κάποια νομική βάση που θα του επέτρεπε να μην εφαρ-
μόσει την εθνική διάταξη. Για τον λόγο αυτό, το Δικαστήριο έκρινε ότι τα
εθνικά δικαστήρια είναι υποχρεωμένα να ερμηνεύουν και να εφαρμόζουν
τις εθνικές διατάξεις του αστικού δικαίου κατά τρόπο ώστε να διασφαλί-
ζεται η επιβολή αποτελεσματικής κύρωσης σε περίπτωση δυσμενούς διά-
κρισης λόγω φύλου. Όπως έκρινε το Δικαστήριο, η καταδίκη σε συμβολική
μόνο αποζημίωση δεν θα ανταποκρινόταν στην ανάγκη για αποτελεσματική
εφαρμογή της οδηγίας.
Τη νομική βάση για τη σύμφωνη με το δίκαιο της Ένωσης ερμηνεία αποτελεί
κατά το Δικαστήριο η αρχή της καλόπιστης συνεργασίας (άρθρο 4 παράγρα-
φος 3 Συνθήκης ΕΕ). Σύμφωνα με την αρχή αυτή, τα κράτη μέλη οφείλουν
να λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο ικανό να διασφαλίσει την εκτέλε-
ση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις Συνθήκες ή προκύπτουν από
152 ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
πράξεις των θεσμικών οργάνων της Ένωσης. Μεταξύ αυτών είναι και η υπο-
χρέωση των εθνικών αρχών να εφαρμόζουν και να ερμηνεύουν το εθνικό
δίκαιο που συνδέεται με τη μεταφορά δικαίου της Ένωσης κατά τρόπο που
να συνάδει με το γράμμα και τον σκοπό του δικαίου της Ένωσης (υποχρέωση
πίστης προς την ΕΕ — υπόθεση Pfeiffer). Όσον αφορά τα εθνικά δικαστή-
ρια, αυτό αντικατοπτρίζει παράλληλα και τον ρόλο τους ως ευρωπαϊκών
δικαστηρίων υπό την έννοια του θεματοφύλακα της ορθής εφαρμογής και
τήρησης του δικαίου της Ένωσης.
Ειδική έκφανση της σύμφωνης με το δίκαιο της Ένωσης ερμηνείας αποτε-
λεί η σύμφωνη με την οδηγία ερμηνεία. Σύμφωνα με αυτήν, τα κράτη μέλη
υποχρεούνται να μεταφέρουν τις οδηγίες στο εθνικό δίκαιο. Τα όργανα που
εφαρμόζουν το δίκαιο αλλά και τα δικαστήρια οφείλουν να συμβάλλουν
μέσω της σύμφωνης προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνείας στην εκπλήρωση
της υποχρέωσης αυτής των κρατών μελών. Η σύμφωνη προς το δίκαιο της
Ένωσης ερμηνεία διασφαλίζει τη συμμόρφωση προς τις οδηγίες σε επίπε-
δο εφαρμογής του δικαίου και, κατά συνέπεια, την ομοιόμορφη ερμηνεία
και εφαρμογή των εθνικών εκτελεστικών διατάξεων σε όλα τα κράτη μέλη.
Αποτρέπει το ενδεχόμενο να διασπαστεί σε εθνικό επίπεδο αυτό που μόλις
ενοποιήθηκε σε επίπεδο Ένωσης μέσω της οδηγίας.
Η σύμφωνη προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνεία περιορίζεται από την τυ-
χόν σαφήνεια της διατύπωσης της εθνικής διάταξης σε επίπεδο που δεν
αφήνει περιθώριο άλλης ερμηνείας της, καθώς, ακόμη και με δεδομένη την
υποχρέωση που επιβάλλει το δίκαιο της ΕΕ για σύμφωνη με τις Συνθήκες
ερμηνεία, το εθνικό δίκαιο δεν μπορεί να ερμηνευθεί contra legem. Αυτό
ισχύει και στην περίπτωση ρητής άρνησης του εθνικού νομοθέτη να μετα-
φέρει οδηγία στο εθνικό δίκαιο. Η σύγκρουση μεταξύ δικαίου της Ένωσης
και εθνικού δικαίου που θα προκύψει σε μια τέτοια περίπτωση μπορεί να
επιλυθεί μόνο στο πλαίσιο διαδικασίας προσφυγής λόγω παραβίασης των
Συνθηκών (άρθρα 258 και 259 ΣΛΕΕ).
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 153
ΕΠΙΜΕΤΡΟ
Ποια γενική εικόνα σχηματίζει κανείς για την έννομη τάξη της Ένωσης;
Η έννομη τάξη της Ένωσης είναι το πραγματικό θεμέλιο που προσδίδει στην
ΕΕ τον χαρακτήρα κοινότητας δικαίου. Μόνο με τη δημιουργία νέου δικαίου
και τη διατήρησή του μπορούν να πραγματοποιηθούν οι στόχοι που επιδιώ-
κονται με την ίδρυση της ΕΕ. Η έννομη τάξη της Ένωσης έχει ήδη προσφέρει
πολλά προς την κατεύθυνση αυτή. Σε αυτή τη νέα έννομη τάξη οφείλεται
καταρχάς ότι τα ανοιχτά σύνορα, η αυξανόμενη ανταλλαγή εμπορευμάτων
και υπηρεσιών, η διακίνηση των εργαζομένων και ο μεγάλος αριθμός των
διεθνών δεσμών μεταξύ επιχειρήσεων έχουν καταστήσει την εσωτερική
αγορά καθημερινή πραγματικότητα για σχεδόν 510 εκατομμύρια ανθρώ-
πους. Ένα άλλο, σήμερα ήδη ιστορικό, χαρακτηριστικό της έννομης τάξης
της Ένωσης είναι η συμβολή της στην ειρήνη. Διαπνεόμενη από τον σκοπό
να διαφυλάξει την ειρήνη και την ελευθερία, αντικαθιστά τη βία ως μέσο για
την επίλυση των διαφορών με κανόνες δικαίου, οι οποίοι ενώνουν τόσο τα
άτομα όσο και τα κράτη μέλη σε μια κοινότητα αλληλεγγύης. Έτσι, η έννομη
τάξη της Ένωσης γίνεται σημαντικό μέσο για την επικράτηση και τη διατή-
ρηση της ειρήνης.
Η έννομη τάξη της ΕΕ και η εγκαθιδρυόμενη από αυτήν κοινότητα δικαί-
ου προϋποθέτουν τον σεβασμό και την προάσπιση της έννομης τάξης. Την
εγγύηση αυτή παρέχουν οι δύο ακρογωνιαίοι λίθοι της έννομης τάξης της
Ένωσης: η άμεση εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης και η υπεροχή του ένα-
ντι του εθνικού δικαίου. Οι δύο αυτές θεμελιώδεις αρχές, για την ύπαρξη
και διαφύλαξη των οποίων μεριμνά με αποφασιστικότητα το Δικαστήριο,
εγγυώνται την ομοιόμορφη και κατά προτεραιότητα εφαρμογή του δικαίου
της Ένωσης σε όλα τα κράτη μέλη.
Παρ’ όλες τις ατέλειες που ασφαλώς την χαρακτηρίζουν, η συμβολή της
έννομης τάξης της Ένωσης στην επίλυση των πολιτικών, οικονομικών και
κοινωνικών προβλημάτων των κρατών μελών της ΕΕ είναι ανεκτίμητη.
ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 155
ΠΑΡΑΤΙΘΕΜΕΝΗ
ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ
Όλες οι αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης διατίθενται δι-
αδικτυακά στην ηλεκτρονική διεύθυνση: www.eur-lex.europa.eu. Επιπλέον,
η πύλη EUR-Lex παρέχει δωρεάν πρόσβαση, και στις 24 επίσημες γλώσσες
της ΕΕ,
■■ στο δίκαιο της ΕΕ (Συνθήκες, οδηγίες, κανονισμοί, αποφάσεις,
ενοποιημένη νομοθεσία κ.λπ.),
■■ σε προπαρασκευαστικές πράξεις (νομοθετικές προτάσεις, εκθέσεις,
πράσινες και λευκές βίβλοι κ.λπ.),
■■ σε διεθνείς συμφωνίες,
■■ σε απλουστευμένη σύνοψη της νομοθεσίας της ΕΕ, με την οποία
ορισμένες νομικές πράξεις εντάσσονται σε ένα πλαίσιο πολιτικής.
Νομική φύση και υπεροχή του δικαίου της Ένωσης
Υπόθεση 26/62, Van Gend & Loos, EU:C:1963:1 (νομική φύση και υπεροχή του
δικαίου της Ένωσης, δικαιώματα και υποχρεώσεις του ατόμου)
Υπόθεση 6/64, Costa/ENEL, EU:C:1964:66 (νομική φύση του δικαίου της Ένωσης,
άμεση ισχύς, υπεροχή του δικαίου της Ένωσης)
Υπόθεση 14/83, Von Colson και Kamann, EU:C:1984:153 (σύμφωνη προς το δίκαιο
της Ένωσης ερμηνεία του εθνικού δικαίου)
Υπόθεση C-213/89, Factortame, EU:C:1990:257 (άμεση ισχύς και υπεροχή του
δικαίου της Ένωσης)
Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-6/90 και C-9/90, Francovich και Bonifaci,
EU:C:1991:428 (ισχύς του δικαίου της Ένωσης, ευθύνη των κρατών μελών για
παραβιάσεις του δικαίου της Ένωσης, εδώ: παράλειψη μεταφοράς οδηγίας στο
εθνικό δίκαιο)
Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-46/93 και C-48/93, Brasserie du pêcheur και
Factortame, EU:C:1996:79 (ισχύς του δικαίου της Ένωσης, γενική ευθύνη των
κρατών μελών για παραβιάσεις του δικαίου της Ένωσης)
Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-397/01 έως C-403/01, Pfeiffer κ.λπ.,
EU:C:2004:584 (σύμφωνη προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνεία του εθνικού
δικαίου)
156 ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
Αρμοδιότητες της ΕΕ
Υπόθεση 6/76, Kramer, EU:C:1976:114
(εξωτερικές σχέσεις, υποχρεώσεις διεθνούς δικαίου, αρμοδιότητα της ΕΕ)
Γνωμοδότηση 2/91, EU:C:1993:106
(κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ ΕΕ και κρατών μελών)
Γνωμοδότηση 2/94, EU:C:1996:140
(προσχώρηση της ΕΚ στην ΕΣΔΑ — έλλειψη αρμοδιότητας)
Γνωμοδότηση 2/13, EU:C:2014:2454 (ασυμβατότητα του σχεδίου προσχώρησης
της ΕΕ στην ΕΣΔΑ με το δίκαιο της Ένωσης)
Αποτελέσματα των πράξεων
Υπόθεση 2/74, Reyners, EU:C:1974:68
(άμεση ισχύς, δικαίωμα ελεύθερης εγκατάστασης)
Υπόθεση 33/74, Van Binsbergen, EU:C:1974:131
(άμεση ισχύς, κυκλοφορία υπηρεσιών)
Υπόθεση 41/74, Van Duyn, EU:C:1974:133
(άμεση ισχύς, ελεύθερη κυκλοφορία)
Θεμελιώδη δικαιώματα
Υπόθεση 29/69, Stauder, EU:C:1969:57
(θεμελιώδη δικαιώματα, γενικές αρχές του δικαίου)
Υπόθεση C-112/00, Eugen Schmidberger, EU:C:2003:333
(ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων, θεμελιώδη δικαιώματα)
Νομική προστασία
Υπόθεση T-177/01, Jégo-Quéré et Cie κατά Επιτροπής, EU:T:2002:112
(κενό έννομης προστασίας επί πράξεων με άμεσο αποτέλεσμα αλλά που δεν
αφορούν ατομικά συγκεκριμένο πρόσωπο), αντίθετα ΔΕΕ στην απόφαση
επί αιτήσεως αναιρέσεως C-263/02 P, Επιτροπή κατά Jégo-Quéré et Cie,
EU:C:2004:210
Υπόθεση T-18/10, Inuit Tapiriit Kanatami, EU:T:2011:419
(ορισμός της πράξης «κανονιστικού χαρακτήρα»),
επιβεβαιώθηκε από το ΔΕΕ στην απόφασή του επί
αιτήσεως αναιρέσεως της 3.10.2013, C-583/11 P, EU:C:2013:625
Το αλφάβητο του δικαίου
της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Η καθιερωθείσα από την Ευρωπαϊκή Ένωση έννομη τάξη
έχει καταστεί σήμερα αναπόσπαστο στοιχείο της πολιτικής
και κοινωνικής μας πραγματικότητας. Το άτομο έπαψε να
είναι πολίτης μόνο της χώρας, του δήμου ή της κοινότητάς
του, αφού συγχρόνως είναι και πολίτης της Ένωσης.
Με το αλφά+++βητο του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης
ο καθηγητής Dr. Klaus-Dieter Borchardt καταθέτει ένα
κλασικό εγχειρίδιο, το οποίο αναφέρεται και στις ρίζες της
ευρωπαϊκής ενοποίησης και στην εξέλιξή της σε έννομη
τάξη.
Το έργο απευθύνεται σε κάθε ενδιαφερόμενο πολίτη
ο οποίος επιθυμεί να σχηματίσει μια πρώτη εικόνα της
δομής της ΕΕ και των βασικών πυλώνων της ευρωπαϊκής
έννομης τάξης.
Ο καθηγητής Dr. Klaus-Dieter Borchardt
είναι διευθυντής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,
καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Würzburg
και συγγραφέας μεγάλου αριθμού έργων που
αφορούν το ευρωπαϊκό δίκαιο.