ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Γιώργος Χ. Σωτηρέλης
καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών
δικηγόρος στον Άρειο Πάγο,
Στουρνάρη 28, 10433 - Αθήνα, τηλ. 6973535060
ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ
Από την βουλευτή Καβάλας κα Σουλτάνα Ελευθεριάδου μου
τέθηκε το ακόλουθο ερώτημα:
Αξιότιμε κ. καθηγητά
Τυγχάνω δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω και είμαι μέλος του δικηγορικού
συλλόγου Καβάλας ασκώντας μάχιμη δικηγορία και ασχολούμενη κυρίως
με υποθέσεις εργατικού και ασφαλιστικού Δικαίου. Από το 2011 δυνάμει
της υπ' αρίθμ. 1954/20-04-2011 απόφασης του Διοικητή του ΙΚΑ -
ΕΤΑΜ ήδη e-ΕΦΚΑ, την οποία σας έχω αποστείλει, ορίστηκα ως
πληρεξούσιος δικηγόρος του ασφαλιστικού οργανισμού για την Ενώπιον
των Διοικητικών, Πολιτικών και Ποινικών Δικαστηρίων και Δικαστικών
ή Διοικητικών Αρχών του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Καβάλας και
αναλαμβάνω υποθέσεις κατ' αποκοπή με αμοιβή την εκάστοτε ονομαστική
αξία του διπλοτύπου του Δικηγορικού Συλλόγου ενώ προκαταβάλλω τα
έξοδα στον δικηγορικό σύλλογο.
Στις εθνικές εκλογές του Ιουλίου του 2019 εκλέχθηκα βουλεύτρια του
ελληνικού κοινοβουλίου με την παράταξη του ΣΥΡΙΖΑ - ΠΣ συνέχισα
όμως, θεωρώντας ότι δεν υπάρχει κανένα ασυμβίβαστο, πεποίθηση την
οποία ακόμη διατηρώ, να συνεργάζομαι ως άνω με το e - ΕΦΚΑ.
Το ποσό που εισέπραξα από τον οργανισμό από τον Ιούλιο του 2019 έως και
σήμερα είναι 16.529,87 ευρώ συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ και εξόδων τα
οποία προπλήρωσα, επομένως το καθαρό ποσό αμοιβής μου, το οποίο
δηλώθηκε και φορολογήθηκε είναι περίπου 6 με 7 χιλιάδες ευρώ.
Παρακαλώ να γνωμοδοτήσετε σχετικά με το εάν υφίσταται ασυμβίβαστο
ανάμεσα στις δύο ως άνω δραστηριότητες μου, σύμφωνα με το άρθρο 57
του Συντάγματος.
[1]
Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ
Ι. Η ΕΝΝΟΙΑ ΚΑΙ Η RATIO ΤΩΝ ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΩΝ
Ως κοινοβουλευτικά «ασυμβίβαστα» νοούνται οι περιορισμοί που
τίθενται στους βουλευτές από την έννομη τάξη (προεχόντως από
το Σύνταγμα και κατ’εξαίρεσιν από τον νόμο), ως προς την
διατήρηση –με συγκεκριμένη προθεσμία επιλογής– ή την ανάληψη
ορισμένων θέσεων και ιδιοτήτων, οι οποίες συνήθως υπερβαίνουν,
ως προς το εύρος, αυτές που συνιστούν κωλύματα εκλογιμότητας
(τα οποία, ευλόγως, είναι ταυτόχρονα και ασυμβίβαστα). Είναι
προφανές ότι οι εν λόγω περιορισμοί ανακύπτουν μετά τις
εκλογές, διότι δεν αποβλέπουν πλέον στην προστασία των
εκλογέων, όπως τα κωλύματα εκλογιμότητας, αλλά στην
διασφάλιση αφ’ενός της ανεξαρτησίας των αντιπροσώπων τους
και αφ’ετέρου στην πολιτική ουδετερότητα –και ιδίως στην
κομματική αμεροληψία– των πολιτειακών οργάνων.
Στην αφετηρία του παραδοσιακού ασυμβιβάστου βρισκόταν η
αρχή της διάκρισης των λειτουργιών και η διασφάλιση της
ανεξαρτησίας των φορέων τους, μέσω της αποτροπής αθέμιτων
επιρροών που θα μπορούσαν να αναπτυχθούν αμφίδρομα μεταξύ
αφ’ενός των βουλευτών, ως εκπροσώπων του λαού, και αφ’ετέρου
της εκτελεστικής λειτουργίας και συγκεκριμένα των νευραλγικών
και κρίσιμων τομέων της διοίκησης που ελέγχονται από αυτήν.
Στην συνέχεια προστέθηκαν και τα λεγόμενα οικονομικά
ασυμβίβαστα, ώστε να καλυφθούν τυχόν αθέμιτες συναλλαγές
μεταξύ των βουλευτών και των φορέων πολλαπλών οικονομικών
συμφερόντων που συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με την οικονομική
δραστηριότητα του κράτους. Ως εκ τούτου τα ασυμβίβαστα
συναρτήθηκαν στενά και με την αρχή της διαφάνειας στον
δημόσιο βίο1.
1
Υπό το πρίσμα αυτό αντιμετωπίζει τα ασυμβίβαστα και η νομολογία του
ΑΕΔ, με ιδιαίτερη έμφαση «στην προστασία του κύρους του βουλευτικού
λειτουργήματος και συνακολούθως και της Βουλής από οικονομικές εξαρτήσεις» και
[2]
Συνέπεια της συνδρομής των ασυμβιβάστων, ή με άλλα λόγια της
«σώρευσης» και άλλων –απαγορευμένων– «εντολών» και
αξιωμάτων στο πρόσωπο του βουλευτή, είναι η απώλεια της ήδη
κτηθείσας βουλευτικής ιδιότητας, δηλαδή η έκπτωση από το
βουλευτικό αξίωμα, της οποίας η διαπίστωση έχει επίσης ανατεθεί
πλέον, με το Σύνταγμα του 1975, στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο
(βλ. άρθρο 58).
II. ΤΑ ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΑ ΜΕΤΑ ΤΙΣ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΕΣ
ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ 2001 ΚΑΙ ΤΟΥ 2008
Η ισχύουσα ρύθμιση των ασυμβιβάστων προέκυψε με βάση τις
τροποποιήσεις και προσθήκες της αναθεώρησης του 2001, χωρίς
όμως τις διατάξεις που προέβλεπαν και επαγγελματικό
ασυμβίβαστο, καθώς αυτές καταργήθηκαν εν τέλει από την
αναθεώρηση του 20082.
Η επιλογή του αναθεωρητικού νομοθέτη το 2001, ως προς το
ασυμβίβαστο των βουλευτών, σε αντίθεση με τα κωλύματα
εκλογιμότητας, ήταν η μεγαλύτερη δυνατή επέκτασή του. Η τάση
αυτή εκφράσθηκε με συνέπεια μέσω της διεύρυνσης τόσο των
πεδίων εφαρμογής του ασυμβιβάστου όσο και του κύκλου των
υπαγομένων σε αυτό και αποκορυφώθηκε με την πρόσκαιρη
καθιέρωση του επαγγελματικού ασυμβιβάστου, το οποίο όμως
καταργήθηκε με την αναθεώρηση του 2008. Με την τελευταία
επήλθε και στα ασυμβίβαστα μια ρωγμή ως προς την
συνταγματική ρύθμιση των ασυμβιβάστων («Με ειδικό νόμο μπορεί
«στην αποτροπήν της τυχόν εκμεταλλεύσεως του αξιώματος του βουλευτού εις βάρος
του δημοσίου...». Για την νομολογιακή επεξεργασία της ratio των
ασυμβιβάστων βλ. Αθ. Ράϊκου, Γ΄ Συμπλήρωμα, 1988, σ. 77 επ., 189 επ., 220 επ.,
Δ΄ Συμπλήρωμα, 1993, σ. 215 επ., Ε΄ Συμπλήρωμα, 1996, σ. 203 επ., ΣΤ΄
Συμπλήρωμα, 1999, σ. 115 επ., Ζ΄ Συμπλήρωμα, 2003, σ. 218 επ., καθώς και,
του ίδιου, Συνταγματικό Δίκαιο, τ. Ι, Εισαγωγή-Οργανωτικό Μέρος, 2 η έκδοση,
Α΄, Αντ. Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή 2002, σ. 437 επ. Βλ. και ΑΕΔ 5/2007,
1/2018, καθώς και Κ. Χρυσόγονου, Συνταγματικό Δίκαιο, Εκδ. Σάκκουλα,
Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2022, σ. 556 επ.
2
Βλ. Γ. Σωτηρέλη, Κωλύματα εκλογιμότητας και ασυμβίβαστα βουλευτών,
Εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2006, σ. 139 επ.
[3]
να καθορίζονται επαγγελματικές δραστηριότητες, πέραν αυτών που
αναφέρονται στα προηγούμενα εδάφια, η άσκηση των οποίων δεν
επιτρέπεται στους βουλευτές»), η οποία όμως, δυστυχώς, δεν έχει έως
τώρα αξιοποιηθεί από τον κοινό νομοθέτη, με ευθύνη όλων των
κομμάτων…
Ως εκ τούτου η νέα συνταγματική κατάστρωση των ασυμβιβάστων,
όπως διαμορφώθηκε τελικά, χαρακτηρίζεται αφ’ενός από την
αναδιάταξη των αρχικών ασυμβιβάστων και αφ’ετέρου από την
καθιέρωση νέων, σε συνδυασμό και με την διεύρυνση του κύκλου
των προσώπων που υπάγονται σε αυτά.
ΙΙΙ. ΟΙ ΚΡΙΣΙΜΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΚΑΙ Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥΣ
Το ασυμβίβαστο ρυθμίζεται από το άρθρο 57 του Συντάγματος:
«1. Τα καθήκοντα του βουλευτή είναι ασυμβίβαστα με τα έργα ή την
ιδιότητα του ιδιοκτήτη ή εταίρου ή μετόχου ή διοικητή ή διαχειριστή ή
μέλους του διοικητικού συμβουλίου ή γενικού διευθυντή ή των
αναπληρωτών τους επιχείρησης, η οποία:
α) Αναλαμβάνει έργα ή μελέτες ή προμήθειες του Δημοσίου ή παροχή
υπηρεσιών προς το Δημόσιο ή συνάπτει με το Δημόσιο συναφείς
συμβάσεις αναπτυξιακού ή επενδυτικού χαρακτήρα.
β) Απολαμβάνει ειδικών προνομίων.
γ) Κατέχει ή διαχειρίζεται ραδιοφωνικό ή τηλεοπτικό σταθμό ή εκδίδει
εφημερίδα πανελλήνιας κυκλοφορίας.
δ) Ασκεί κατά παραχώρηση δημόσια υπηρεσία ή δημόσια επιχείρηση ή
επιχείρηση κοινής ωφέλειας.
ε) Μισθώνει για εμπορικούς λόγους ακίνητα του Δημοσίου.
Για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής με το Δημόσιο εξομοιώνονται οι
οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης, τα άλλα νομικά πρόσωπα δημοσίου
δικαίου, τα κρατικά νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, οι δημόσιες
επιχειρήσεις, οι επιχειρήσεις των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και
οι άλλες επιχειρήσεις τη διοίκηση των οποίων ορίζει άμεσα ή έμμεσα το
Δημόσιο με διοικητική πράξη ή ως μέτοχος. Μέτοχος επιχείρησης που
εμπίπτει στους περιορισμούς της παραγράφου αυτής είναι όποιος κατέχει
ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου μεγαλύτερο του ένα τοις εκατό.
[4]
Με ειδικό νόμο μπορεί να καθορίζονται επαγγελματικές δραστηριότητες,
πέραν αυτών που αναφέρονται στα προηγούμενα εδάφια, η άσκηση των
οποίων δεν επιτρέπεται στους βουλευτές.
Η παράβαση των διατάξεων αυτής της παραγράφου συνεπάγεται έκπτωση
από το βουλευτικό αξίωμα και ακυρότητα των σχετικών συμβάσεων ή
πράξεων, όπως νόμος ορίζει.
2. Βουλευτές που υπάγονται στις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της
προηγούμενης παραγράφου οφείλουν, μέσα σε οκτώ ημέρες αφότου η
εκλογή τους γίνει οριστική, να επιλέξουν με δήλωσή τους μεταξύ του
βουλευτικού αξιώματος και των παραπάνω έργων ή ιδιοτήτων. Αν
παραλειφθεί αυτή η εμπρόθεσμη δήλωση, εκπίπτουν αυτοδικαίως από το
αξίωμα του βουλευτή.
3. Βουλευτές που αποδέχονται οποιαδήποτε από τις ιδιότητες ή τα έργα που
αναφέρονται σε αυτό ή στο προηγούμενο άρθρο και που χαρακτηρίζονται
ότι αποτελούν κώλυμα για την υποψηφιότητα βουλευτή ή ότι είναι
ασυμβίβαστα με το βουλευτικό αξίωμα, εκπίπτουν από το αξίωμα αυτό,
όπως νόμος ορίζει.
4. Ειδικός νόμος ορίζει τον τρόπο με τον οποίο συνεχίζονται ή
εκχωρούνται ή διαλύονται συμβάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1
και έχουν αναληφθεί από βουλευτή ή από επιχείρηση στην οποία αυτός
μετείχε πριν από την απόκτηση της βουλευτικής ιδιότητας ή με
ασυμβίβαστη προς το αξίωμά του ιδιότητα».
Με βάση το πραγματικό του ερωτήματος που μας τέθηκε, οι
διατάξεις που πρέπει να εξετασθούν, είναι αυτές της παρ. 1.α
καθώς και των παραγράφων 2 και 3. Ειδικότερα:
1. Σύμφωνα με την παρ. 1.α του άρθρου 57 Σ:
«1. Τα καθήκοντα του βουλευτή είναι ασυμβίβαστα με τα έργα ή την
ιδιότητα του ιδιοκτήτη ή εταίρου ή μετόχου ή διοικητή ή διαχειριστή ή
μέλους του διοικητικού συμβουλίου ή γενικού διευθυντή ή των
αναπληρωτών τους επιχείρησης, η οποία:
α) Αναλαμβάνει έργα ή μελέτες ή προμήθειες του Δημοσίου ή παροχή
υπηρεσιών προς το Δημόσιο ή συνάπτει με το Δημόσιο συναφείς
συμβάσεις αναπτυξιακού ή επενδυτικού χαρακτήρα.
[5]
Ως προς τις διατάξεις αυτές απαιτούνται ορισμένες επισημάνσεις:
Α. Η πρώτη –και σημαντικότερη ίσως– είναι ότι η παρ. 1.α αφορά
αποκλειστικά και μόνο έργα και ιδιότητες που συνδέονται με
κάποια επιχείρηση, η οποία «αναλαμβάνει παροχή υπηρεσιών προς το
Δημόσιο» ή «συνάπτει με το Δημόσιο συναφείς συμβάσεις αναπτυξιακού ή
επενδυτικού χαρακτήρα». Η συγκεκριμένη κατηγορία καθιερώθηκε
ως συμπληρωματική προς εκείνη που περιλαμβάνει τις
επιχειρήσεις που αναλαμβάνουν έργα, προμήθειες και μελέτες του
Δημοσίου. Έτσι, οι δύο κατηγορίες, που συναποτελούν την
περίπτωση α΄ της παρ. 1 του άρθρου 57, καλύπτουν πράγματι όλο
το φάσμα των επιχειρήσεων που έχουν σημαντικές συναλλαγές με
το κράτος3, σε όλες τις θεσμικές εκφάνσεις του. Χαρακτηριστικό δε
αυτής της ρύθμισης είναι ότι η κρίσιμη συναλλαγή θα πρέπει να
έχει απαραιτήτως τον χαρακτήρα ειδικής και ad hoc
καταρτιζόμενης σύμβασης της επιχείρησης με το δημόσιο, όπως
διευκρινίσθηκε ρητά από τον εισηγητή της πλειοψηφίας με
κατάθεση στα Πρακτικά σχετικής ερμηνευτικής δήλωσης (: «Όταν
αναφερόμαστε σε έργα ή μελέτες ή προμήθειες του δημοσίου ή παροχή
υπηρεσιών προς το δημόσιο εννοούμε έργα ή προμήθειες ή υπηρεσίες που
έχουν τη μορφή σχετικής σύμβασης. Και αναφερόμαστε βέβαια στις
συμβάσεις αυτές που είναι πάντα αντικείμενο συζήτησης ειδικού ελέγχου
κλπ. Άρα πρέπει να υπάρχει μια ειδική διαδικασία σύναψης αυτών των
συμβάσεων»4), η οποία ήδη έχει αξιοποιηθεί από την νομολογία του
ΑΕΔ, τόσο ως προς τις «προμήθειες» του Δημοσίου 5 όσο και ως
3
Στο σημείο αυτό πρέπει να παρατηρηθεί ότι «το εν λόγω ασυμβίβαστον αφορά
εις οικονομικάς συναλλαγάς αι οποίαι προκύπτουν εκ συναπτομένων συμβάσεων
(αστικών ή διοικητικών) ή εκδιδομένων διοικητικών πράξεων μετά την απόκτησιν της
βουλευτικής ιδιότητος» (ΑΕΔ 23/1985 - βλ. Αθ. Ράϊκου, Ο έλεγχος του κύρους
των βουλευτικών εκλογών της 2ας Ιουνίου 1985 και η κρίση περί της
εκπτώσεως βουλευτών, Γ΄ Συμπλήρωμα του Δικονομικού Εκλογικού Δικαίου,
Αντ. Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή 1988 [Γ΄ Συμπλήρωμα, 1988], σ. 222 -
πρβλ. και Κ. Χρυσόγονου, Συνταγματικό Δίκαιο, ό.π., σ. 556).
4
Βλ. Πρακτικά Ολομέλειας, 2002, ό.π., Μέρος Β΄, συνεδρ. ΡΚΖ΄, σ. 569 επ.
5
Συγκεκριμένα η ΑΕΔ 1/2002, με ρητή επίκληση της εν λόγω ερμηνευτικής
δήλωσης, έκρινε ότι «“Προμήθεια” του Ελληνικού Δημοσίου και των προς αυτό
εξομοιούμενων οργανισμών κλπ. νοείται όχι η οποιαδήποτε αγορά των προϊόντων της
επιχείρησης από πρατήρια ή καταστήματα, σε συνθήκες ελεύθερου εμπορίου και με τους
[6]
προς την –κρίσιμη εν προκειμένω– «παροχή υπηρεσιών», ως προς
την οποία, ειδικότερα, έκρινε ότι δεν εμπίπτει στο ασυμβίβαστο
ιδιώτης γιατρός ο οποίος, στο πλαίσιο της ατομικής επαγγελματικής του
δραστηριότητας –η οποία δεν μπορεί επουδενί να θεωρηθεί «επιχείρηση»–
συνάπτει συμβάσεις με τον ΕΟΠΥ για την εξυπηρέτηση ασθενών6.
Β. Η δεύτερη επισήμανση αφορά τον ίδιο τον κύκλο των
υπαγομένων στο ασυμβίβαστο. Μία απλή σύγκριση με την αρχική
ρύθμιση του Συντάγματος του 1975 δείχνει ότι υπήρξε μια σαφής
επέκτασή του σε νέες κατηγορίες πολιτών (αλλά και εν μέρει
συρρίκνωσή του), όπως εν πολλοίς συνέβη και με τα κωλύματα
εκλογιμότητας. Ειδικότερα, αν συγκρίνουμε τον νέο προσδιορισμό
των υποκειμένων που εμπίπτουν στο παραδοσιακό ασυμβίβαστο (:
«Τα καθήκοντα του βουλευτή είναι ασυμβίβαστα με τα έργα ή την ιδιότητα
του ιδιοκτήτη ή εταίρου ή μετόχου ή διοικητή ή διαχειριστή ή μέλους του
διοικητικού συμβουλίου ή γενικού διευθυντή ή των αναπληρωτών τους
επιχείρησης που: ….») με την παλαιά ρύθμιση (: «Τα καθήκοντα του
βουλευτή είναι ασυμβίβαστα με τα έργα ή την ιδιότητα μέλους του
διοικητικού συμβουλίου, διοικητή, γενικού διευθυντή ή των
αναπληρωτών τους ή υπαλλήλου εμπορικής εταιρίας ή επιχείρησης
που…» προκύπτουν τα ακόλουθα:
όρους που ο κάθε αγοραστής θα μπορούσε να προμηθευθεί από την επιχείρηση αλλά
μόνον όταν υπάρχει ειδική διαδικασία συμβατικής της σύναψης και έχουν συμφωνηθεί
ορισμένη χρονική διάρκεια σύμβασης και ειδικοί όροι» (βλ. Αθ. Ράϊκου, Ο έλεγχος
του κύρους των βουλευτικών εκλογών της 9 ης Απριλίου 2000, Ζ΄ Συμπλήρωμα
του Δικονομικού Εκλογικού Δικαίου, Αντ. Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή
2003 [Ζ΄ Συμπλήρωμα, 2003], σ. 237, Δ. Π. Σκαλτσούνη/Ι.Β. Γράβαρη/Δ.Μ.
Κυριλλόπουλου, Η νομολογία του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου επί
εκλογικών διαφορών, ΙΙ, έτη 2000-2003, Π.Ν. Σάκκουλας, Αθήνα 2004, σ. 65).
6
Βλ. ΑΕΔ 1/2018, σύμφωνα με την οποία «η σύναψη, κατά τις μνημονευθείσες
στην προηγούμενη σκέψη διατάξεις, συμβάσεως μισθώσεως έργου μεταξύ του
Ε.Ο.Π.Π.Υ. και του καθού η αίτηση, ως ιδιώτη ιατρού, δεν εμπίπτει σε καμία από τις
περιπτώσεις ασυμβιβάστου με το βουλευτικό αξίωμα που προβλέπονται από τις
διατάξεις του άρθρου 57 παρ. 1 του Συντάγματος, εφ’ όσον, άλλωστε, ούτε ο αιτών
προέβαλε ειδικότερους ισχυρισμούς ούτε από τα προσκομισθέντα στοιχεία προκύπτει ότι
ο καθού η αίτηση ασκεί οργανωμένη επιχειρηματική δραστηριότητα, συνισταμένη στη
σύναψη δημοσίων συμβάσεων παροχής υπηρεσιών προς το Δημόσιο ή άλλους,
εξομοιούμενους με το Δημόσιο φορείς, παρά μόνο ατομική δραστηριότητα ελευθέρου
επαγγελματία, η οποία συνίσταται, κατά το ουσιώδες μέρος της, στην παροχή
προσωπικής εργασίας από τον ίδιο…».
[7]
α. Από τον κύκλο των υπαγομένων στο ασυμβίβαστο υπάρχουν
τρεις κατηγορίες που δεν μεταβάλλονται. Πρόκειται για τους
διοικητές, τα μέλη διοικητικού συμβουλίου και τους γενικούς
διευθυντές –καθώς και τους αναπληρωτές τους– των επιχειρήσεων
που εντάσσονται στο πεδίο εφαρμογής του ασυμβιβάστου.
β. Μια ιδιότητα που υπαγόταν στην παλαιά ρύθμιση, αυτή του
«υπαλλήλου», δεν εμφανίζεται στην ως άνω διατύπωση της νέας.
Επίσης, δεν περιελήφθη τελικά ούτε η ιδιότητα του «νομικού ή
άλλου συμβούλου», που είχε προταθεί αρχικά στην σχετική
συζήτηση, κατά την αναθεώρηση του 2001 7. Οι δύο αυτές ιδιότητες
συνδέθηκαν αρχικά με την συνολικότερη κανονιστική αναδιάταξη
του άρθρου 57 Σ, εν όψει της καθιέρωσης του επαγγελματικού
ασυμβιβάστου, στην ρύθμιση του οποίου είχαν ενταχθεί 8. Ωστόσο,
η διατύπωση δεν άλλαξε ούτε μετά την κατάργηση του
επαγγελματικού ασυμβιβάστου με την αναθεώρηση του 2008,
οπότε εκ του αποτελέσματος προέκυψε εν προκειμένω περιορισμός
του κύκλου των υπαγομένων στο ασυμβίβαστο, τόσο ως προς τους
υπαλλήλους όσο και ως προς τους πάσης φύσεως συμβούλους,
συμπεριλαμβανομένων των νομικών συμβούλων.
γ . Όλες οι άλλες κατηγορίες έργων και ιδιοτήτων, που με την νέα
ρύθμιση του άρθρου 57 εμπίπτουν στο ασυμβίβαστο, έχουν
προστεθεί με την αναθεώρηση του 2001. Πρόκειται συγκεκριμένα
7
Βλ. την σχετική πρόταση της Επιτροπής Αναθεώρησης της Ζ΄ Αναθεωρητικής
Βουλής, σε: Γ. Σωτηρέλη, Κωλύματα εκλογιμότητας και ασυμβίβαστα
βουλευτών, ό.π. σ. 142 επ.
8
«Ακριβώς για τον λόγο αυτόν αφήρεσα από το πρώτο εδάφιο την αναφορά σε
επαγγέλματα , δηλαδή την αναφορά στην ιδιότητα του υπαλλήλου ή του εμπορικού ή
άλλου συμβούλου επιχειρήσεων, που εμπίπτουν στις πέντε απαγορευμένες ιδιότητες
που απαριθμεί η παρ. 1 του άρθρου 57. Και τις προσέθεσα τις ιδιότητες αυτές ως ειδικό
εδάφιο στο επαγγελματικό ασυμβίβαστο, έτσι ώστε ο νόμος περί εξαιρέσεων να μην
μπορεί να επιτρέψει σε κάποιον που είναι βουλευτής να είναι υπάλληλος ή νομικός ή
άλλου είδους σύμβουλος επιχειρήσεων που εμπίπτουν στα πέντε αυτά πεδία που
προσδιορίζει το άρθρο 57», επισήμανε με έμφαση ο Ευ. Βενιζέλος στην Ολομέλεια
της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής (Πρακτικά Ολομέλειας, 2002, ό.π., Μέρος Β΄,
συνεδρ. ΡΚΖ΄, σ. 575).
[8]
για τους ιδιοκτήτες, τους εταίρους, τους διαχειριστές και τους
μετόχους των επιχειρήσεων.
Οι τρεις πρώτες κατηγορίες δεν παρουσιάζουν ερμηνευτικές
δυσκολίες και γι’ αυτό άλλωστε δεν αποτέλεσαν αντικείμενο
ιδιαίτερης συζήτησης κατά την σχετική συζήτηση στη Ζ΄
Αναθεωρητική Βουλή. Είναι άλλωστε κατηγορίες για τις οποίες το
αστικό και, ιδίως, το εμπορικό δίκαιο παρέχουν επαρκή
ερμηνευτικά εργαλεία9. Η μόνη κατηγορία που έθεσε αρκετά
προβλήματα ήταν αυτή των μετόχων, η οποία όμως ουδόλως
συνδέεται με το υποβληθέν ερώτημα.
Με την εξαίρεση πάντως της τελευταίας περίπτωσης η ως άνω
ρύθμιση του παραδοσιακού ασυμβιβάστου είναι εν πολλοίς
επιτυχής και αντιστοιχείται ικανοποιητικά με τα νέα δεδομένα
που έχουν διαμορφωθεί τόσο σε σχέση με την οργάνωση και
λειτουργία του κράτους όσο και σε σχέση με την εξέλιξη της
αγοράς και την ανάδειξη νέων ιδιωτικών εξουσιών, που τείνουν
να αμφισβητήσουν ή να υπονομεύσουν ή να υποκαταστήσουν
κρίσιμους πολιτικούς θεσμούς. Έτσι οι περιορισμοί που
προστέθηκαν αφορούν πράγματι, κατά κανόνα τουλάχιστον,
ευαίσθητους τομείς της οικονομικής ζωής, που συνδέονται άμεσα ή
έμμεσα με το κράτος και μπορούν να δημιουργήσουν υπόνοιες
αθέμιτων διασυνδέσεων για την εξυπηρέτηση ιδιωτικών
οικονομικών συμφερόντων. Ειδικότερα, νομίζουμε ότι η νέα
ρύθμιση, η οποία κινήθηκε mutatis mutandis στην ίδια
κατεύθυνση με τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές, κάλυψε ικανοποιητικά
τα όποια κενά της παλαιάς, τόσο σε ό,τι αφορά τον κύκλο των
εμπιπτόντων στο κώλυμα –με εξαίρεση, τύποις και ουσία, τον
συνταγματικό καθορισμό της έννοιας του μετόχου– όσο και σε ό,τι
αφορά τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε νέα πεδία
οικονομικών συναλλαγών με τις ποικίλες εκδοχές του εν ευρεία
εννοία κράτους. Παράλληλα, βελτιώθηκε σημαντικά και η
9
Πρβλ. και Ευ. Βενιζέλου, Το αναθεωρητικό κεκτημένο. Το συνταγματικό
φαινόμενο στον 21ο αιώνα και η εισφορά της αναθεώρησης του 2001, Αντ.
Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή 2002, σ. 262.
[9]
νομοτεχνική κατάστρωση των διατάξεων που εξετάσαμε έως τώρα,
καθώς η νέα διάταξη, με σαφέστερο προσδιορισμό των
υπαγόμενων έργων και ιδιοτήτων και με εύστοχη και ορθολογική
κατάταξη των επί μέρους κρίσιμων επιχειρήσεων, παρέχει την
αίσθηση της σαφήνειας και της πληρότητας του νέου κανονιστικού
πλαισίου του ασυμβιβάστου.
2. Σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες παραγράφους 2 και 3 του
άρθρου 57:
«2. Βουλευτές που υπάγονται στις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της
προηγούμενης παραγράφου οφείλουν, μέσα σε οκτώ ημέρες αφότου η
εκλογή τους γίνει οριστική, να επιλέξουν με δήλωσή τους μεταξύ του
βουλευτικού αξιώματος και των παραπάνω έργων ή ιδιοτήτων. Αν
παραλειφθεί αυτή η εμπρόθεσμη δήλωση, εκπίπτουν αυτοδικαίως από το
αξίωμα του βουλευτή».
3. Βουλευτές που αποδέχονται οποιαδήποτε από τις ιδιότητες ή τα έργα που
αναφέρονται σε αυτό ή στο προηγούμενο άρθρο και που χαρακτηρίζονται
ότι αποτελούν κώλυμα για την υποψηφιότητα βουλευτή ή ότι είναι
ασυμβίβαστα με το βουλευτικό αξίωμα, εκπίπτουν από το αξίωμα αυτό,
όπως νόμος ορίζει».
Με βάση τις ρυθμίσεις αυτές, οι βουλευτές που εμπίπτουν στα
ασυμβίβαστα οφείλουν, μέσα σε οκτώ ημέρες αφότου η εκλογή
τους γίνει οριστική, να επιλέξουν με δήλωσή τους μεταξύ του
βουλευτικού αξιώματος και των εκεί περιλαμβανόμενων έργων ή
ιδιοτήτων. Η εκλογή γίνεται οριστική είτε με τη μη κατάθεση
ένστασης κατά του κύρους της εκλογής μέσα στη 15ήμερη
προθεσμία από τη δημοσίευση της απόφασης για την ανακήρυξη
του βουλευτή, είτε με την απόρριψη υποβληθείσας εμπρόθεσμα
ένστασης. Αν παραλειφθεί αυτή η εμπρόθεσμη δήλωση 10, οι
10
Στο σημείο αυτό η νομολογία του ΑΕΔ είναι πάγια αλλά η αντίθετη άποψη
του Φ. Σπυρόπουλου (Συνταγματικό Δίκαιο, ό.π., σ. 213 επ.), που θεωρεί ότι η
εκλογή γίνεται οριστική με την ανάληψη των βουλευτικών καθηκόντων, είναι
μάλλον ορθότερη (δεδομένης ιδίως της βραδείας κατά κανόνα εκδίκασης των
σχετικών ενστάσεων, που μπορεί να οδηγήσει σε ποικίλες μεθοδεύσεις που να
[10]
βουλευτές εκπίπτουν «αυτοδικαίως» από το αξίωμα του βουλευτή.
Το ίδιο συμβαίνει («εκπίπτουν… όπως νόμος ορίζει») και για τους
βουλευτές που αποδέχονται εκ των υστέρων τα έργα ή τις ιδιότητες
που εμπίπτουν τόσο στα εδώ εξεταζόμενα ασυμβίβαστα του
άρθρου 57 όσο και στα κωλύματα του άρθρου 56, που
μετατρέπονται σε ασυμβίβαστα μετά τις εκλογές. Ως προς τα
τελευταία, μάλιστα, έκπτωση επέρχεται όχι μόνο για την αποδοχή
αλλά και για την διατήρηση έργων και ιδιοτήτων, αν τυχόν δεν
ασκηθεί ένσταση11.
Η κακή νομοτεχνική κατάστρωση του άρθρου 57, στην
αναθεώρηση του 2001, που έγινε ακόμη χειρότερη μετά την
πρόχειρη κατάργηση του επαγγελματικού ασυμβιβάστου, στην
αναθεώρηση του 2008, προκάλεσε έντονο προβληματισμό ως προς
τις έννοια και τις μορφές της έκπτωσης από το βουλευτικό
αξίωμα12. Πράγματι, ενώ έως την αναθεώρηση του 2001
προβλεπόταν μόνο «αυτοδίκαιη έκπτωση»13, η οποία είχε
αντιστρατεύονται την προαναλυθείσα ratio των ασυμβιβάστων).
11
Βλ. τις αποφάσεις ΑΕΔ 59/1995 και 7/2002 (σε: Αθ. Ράϊκου, Ε΄ Συμπλήρωμα,
1996, ό.π., σ. 213 επ., και Ζ΄ Συμπλήρωμα, 2003, ό.π., σ. 243 επ., αντίστοιχα),
σύμφωνα με τις οποίες «…η συνταγματική διάταξη του άρθρου 57 παρ. 3 δεν
ανέχεται να εξακολουθεί να κατέχει το αξίωμα του βουλευτή πρόσωπο, στο οποίο
συντρέχει κώλυμα που θα εμπόδιζε την ανακήρυξή του ως υποψηφίου και την εκλογή
του, από μόνο το λόγο ότι δεν ασκήθηκε εμπροθέσμως ένσταση κατά της αποφάσεως
περί ανακηρύξεώς του ως βουλευτή»
12
Για την έκπτωση βλ. γενικά Αθ. Ράϊκου, Συνταγματικό Δίκαιο, τ. Ι, Β΄, Αντ.
Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή 2002, σ. 1147 επ., 1182 επ., 1202 επ., με τις εκεί
βιβλιογραφικές και συγκριτικές αναφορές, Ε. Μπέσιλα-Βήκα, Η έκπτωση
βουλευτών από το βουλευτικό αξίωμα, Αντ. Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή
1993, σ. 29 επ.
13
Συγκεκριμένα στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 57 προβλεπόταν ρητά
«αυτοδίκαιη έκπτωση» ενώ η παρ. 4 προέβλεπε ότι η παράβαση των
διατάξεών της συνεπάγεται «έκπτωση», που ερμηνεύθηκε όμως επίσης ως
αυτοδίκαιη από την νομολογία (βλ. τις αποφάσεις ΑΕΔ 23/1985, Αθ. Ράϊκου,
Γ΄ Συμπλήρωμα, ό.π., σ. 220 επ., 9/1992, Του ίδιου, Ο έλεγχος του κύρους τω
βουλευτικών και ευρωβουλευτικών εκλογών, Δ΄ Συμπλήρωμα Δικονομικού
Εκλογικού Δικαίου, Αντ. Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή 1993 [Δ΄
Συμπλήρωμα, 1993], σ. 217 επ., και πρβλ. Ε. Μπέσιλα-Βήκα, Η έκπτωση των
βουλευτών, ό.π., σ. 49 επ.
[11]
ερμηνευθεί νομολογιακά14 –με αμφιλεγόμενη πάντως
προσέγγιση – σαν έκπτωση που «διαπιστώνεται» αποκλειστικά
15
από το ΑΕΔ, η νέα διατύπωση του άρθρου 57 περιέλαβε, στις
παραγράφους 1 και 3, και έκπτωση με επιφύλαξη του νόμου
(«όπως νόμος ορίζει»). Από την ιστορική δε ερμηνεία προκύπτει
ότι η εν λόγω διατύπωση, όσο πρόχειρα και αν τέθηκε ή παρέμεινε
(παρά την κατάργηση του επαγγελματικού ασυμβιβάστου),
απέβλεψε κατά βάσιν στο «…να ληφθούν σε συνταγματικό επίπεδο
όλες οι δικονομικού χαρακτήρα πρόνοιες ώστε να μην γίνει το ΑΕΔ
τιμητής της πολιτικής ζωής καθ’υπέρβαση των συνταγματικών
αρμοδιοτήτων του, που είναι πολύ συγκεκριμένα και πολύ αυστηρά
14
Σύμφωνα με την ΑΕΔ 1/1992, που έταμε το σχετικό ζήτημα και αποτέλεσε
την βάση της μετέπειτα πάγιας νομολογίας (βλ. ενδεικτικά ΑΕΔ 42 και
59/1995, 2/1996, 23/2001): «Για να επέλθει η έκπτωση από το βουλευτικό αξίωμα...
απαιτείται προηγούμενη κρίση του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου ότι συνέτρεξε λόγος
εκπτώσεως. Αν το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο διαπιστώσει τη συνδρομή τέτοιου
λόγου, η έκπτωση επέρχεται υποχρεωτικώς και αναδρομικώς από τον χρόνο κατά τον
οποίον, σύμφωνα με την απόφαση του ΑΕΔ, συνέτρεξε ο λόγος της. Αυτό είναι το
νόημα της «αυτοδικαίας» εκπτώσεως κατά τα άρθρα 55 παρ. 2 και 57 του Συντάγματος,
όπως το νόημα συνάγεται από το άρθρο 100 παρ. 1, περίπτωση γ΄ του Συντάγματος,
κατά το οποίο εις το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο υπάγεται «η κρίση για τα ασυμβίβαστα
ή την έκπτωση βουλευτή...». Εφόσον δε η έκπτωση επέρχεται δια της δικαστικής
αποφάσεως, αλλά από τον χρόνο κατά τον οποίο συνέτρεξε ο λόγος της εκπτώσεως,
οποιαδήποτε νομική πράξη που μεσολάβησε μέχρι τη δικαστική απόφαση και που έχει
ως βάση ότι ο βουλευτής εξέπεσε, αποκτά κύρος αναδρομικώς. Την κεφαλαιώδους
σημασίας για τη νομιμότητα της συγκρότησης της Βουλής και κατά συνεκδοχή για τη
λειτουργία της Δημοκρατίας κρίση ότι συντρέχει λόγος εκπτώσεως βουλευτή το
Σύνταγμα εμπιστεύθηκε μόνο στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο... Η σχετική
αρμοδιότητά του είναι αποκλειστική και παρεμπίπτουσα εξέταση του ζητήματος από
άλλο πολιτειακό όργανο δεν επιτρέπει το Σύνταγμα.... [το οποίο] ...μεταχειρίζεται
ταυτοσήμως όλες τις περιπτώσεις της εκπτώσεως... και για όλες απαιτεί κρίση του
Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου. Ενόσω δεν εκδοθεί απόφασή του που να διαπιστώνει
την έκπτωση, όλα τα πολιτειακά όργανα οφείλουν να θεωρούν, ότι ο εκλεγείς
βουλευτής εξακολουθεί να έχει την βουλευτική ιδιότητα. Στην πιο πάνω ερμηνευτική
εκδοχή περί της εννοίας των μνημονευομένων διατάξεων στηρίζεται και ο Κανονισμός
της Βουλής…».
15
Βλ. την σχετική αντίθετη θέση της μειοψηφίας στην ως άνω απόφαση
(1/1992), η οποία είχε στηριχθεί στα ισχυρά σχετικά επιχειρήματα της τότε
Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής (Αρ. Μάνεσης, Γ. Κουμάντος, Επ.
Σπηλιωτόπουλος, Ι. Βασιλείου), ΤοΣ 1992, σ. 747 επ. Βλ. αναλυτικά για την
ΑΕΔ 1/1992 και για τις σχετικές απόψεις της θεωρίας Γ. Σωτηρέλη, Κωλύματα
εκλογιμότητας και ασυμβίβαστα, ό.π. σ. 209 επ.
[12]
προσδιορισμένες»16. Ωστόσο, με δεδομένο το ότι σχετικός νόμος δεν
έχει έκτοτε ψηφισθεί αλλά και το ότι η εφαρμογή των ως άνω
διατάξεων δεν προϋποθέτει την ψήφιση τέτοιου νόμου, η
διαμορφωθείσα πλέον νομολογία του ΑΕΔ έχει κατασταλάξει στα
εξής:
Η έκπτωση από το βουλευτικό αξίωμα λόγω ασυμβιβάστου
προϋποθέτει, σε κάθε περίπτωση, προηγούμενη απόφαση του
Α.Ε.Δ. Απλώς, στην περίπτωση που προβλέπεται ως «αυτοδίκαιη»
(άρθρο 57 παρ 2) επέρχεται ex tunc, δηλ. αναδρομικά από το
χρόνο που συνέτρεξε ο σχετικός λόγος (βλ. ενδεικτικά ΑΕΔ 1/1992,
42,59/1995, 23,25/2001) ενώ στις άλλες περιπτώσεις (άρθρο 57 παρ.
1 και 3) επέρχεται ex nunc, δηλ. από την δημοσίευση της
απόφασης (βλ. ενδεικτικά ΑΕΔ 11/2003, 1/2007), χωρίς πάντως
αυτό να έχει ιδιαίτερη σημασία ως προς την εκτέλεση των
βουλευτικών καθηκόντων, το κύρος των σχετικών πράξεων και την
βουλευτική αποζημίωση, στο μεσολαβήσαν διάσημα (όπως ορίζει
άλλωστε και ο Κανονισμός της Βουλής)17. Έτσι στην πράξη η
έκπτωση από το βουλευτικό αξίωμα ελάχιστα έχει αλλάξει, σε
16
Όπως επισήμανε χαρακτηριστικά ο τότε εισηγητής της πλειοψηφίας Ευ.
Βενιζέλος, απαντώντας στην σχετική κριτική του Πρ. Παυλόπουλου (Πρακτικά
Βουλής, 2001, σ. 5520).Πρβ. και Ευ. Βενιζέλου, Μαθήματα Συνταγματικού
Δικαίου, 2021, σ. 484 επ., καθώς και Αθ. Ράϊκου, Ζ΄ Συμπλήρωμα, 2003, ό.π. σ.
207 επ. και ιδίως υποσημ. 4.
17
Σύμφωνα με το άρθρο 4, όπως τροποποιήθηκε στις 6.12.2001 με απόφαση
της Ολομέλειας της Βουλής (ΦΕΚ 284 Α' /18.12.2001):
«1. Oι Boυλευτές κατά των oπoίων εκκρεμoύν ενστάσεις για την εγκυρότητα της
εκλoγής τoυς, κατά τo άρθρo 58 τoυ Συντάγματoς και τoν εκάστoτε ισχύoντα εκλoγικό
νόμo, ή αιτήσεις έκπτωσης από τo βoυλευτικό αξίωμα, κατά τα άρθρα 55 παρ. 2 και 57
του Συντάγματος ή εκθέσεις του κατά το άρθρο 29 παρ. 2 τoυ Συντάγματoς ειδικού
οργάνου που διαπιστώνει παράβαση των διατάξεων, οι οποίες συνιστούν λόγο έκπτωσης
από το βουλευτικό αξίωμα κατά το άρθρο αυτό, συμμετέχoυν νόμιμα στις εργασίες της
Boυλής έως τη δημoσίευση της oριστικής απόφασης τoυ Aνώτατoυ Eιδικoύ
Δικαστηρίoυ τoυ άρθρoυ 100 τoυ Συντάγματoς, με την oπoία ακυρώνεται η εκλoγή ή
διαπιστώνεται η έκπτωση από τo βoυλευτικό αξίωμα.
2. Oι κατά την πρoηγoύμενη παράγραφo Boυλευτές εκπληρώνoυν όλα τα καθήκoντά
τoυς και απoλαύoυν της πρoστασίας και των δικαιωμάτων πoυ αναγνωρίζoυν στo
αξίωμα τoυ Boυλευτή τo Σύνταγμα, o Kανoνισμός της Boυλής και oι νόμoι.
3. Oι πράξεις των κατά την παράγραφo 1 Boυλευτών πoυ ενεργήθηκαν έως τη
δημoσίευση των oριστικών απoφάσεων τoυ Aνώτατoυ Eιδικoύ Δικαστηρίoυ, αν 17
ακυρώθηκε η εκλoγή ή διαπιστώθηκε η έκπτωση από τo βoυλευτικό αξίωμα, λoγίζoνται
έγκυρες».
[13]
σχέση με το παρελθόν, παρά τις τροποποιήσεις που υιοθετήθηκαν
με την συνταγματική αναθεώρηση του 200118.
IV. Η ΓΝΩΜΗ ΜΟΥ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ
Με βάση τα ανωτέρω, η γνώμη μου ως προς το ερώτημα που μου
απηύθυνε η βουλευτής Καβάλας Σουλτάνα Ελευθεριάδου είναι η
ακόλουθη:
Η ιδιότητα μιας δικηγόρου η οποία αναλάμβανε ήδη από το 2011
–με βάση σχετική αρχική απόφαση του διοικητή του ΙΚΑ– και
συνέχισε και μετά τις εκλογές να αναλαμβάνει κατ’αποκοπήν
υποθέσεις του ΕΦΚΑ (και μάλιστα μικρής οικονομικής αξίας, με
αμοιβή την εκάστοτε ονομαστική αξία του διπλοτύπου του
Δικηγορικού Συλλόγου και με προκαταβολή των εξόδων σε αυτόν)
δεν είναι δυνατόν, σε καμία περίπτωση, να εμπίπτει στο
ασυμβίβαστο του άρθρου 57, για τους εξής λόγους:
Εν πρώτοις διότι το άρθρο αυτό αναφέρεται αποκλειστικά και
μόνον σε επιχειρήσεις, τις οποίες έχει οριοθετήσει με
συγκεκριμένα κριτήρια, κατά τα ανωτέρω, το Εκλογοδικείο (ΑΕΔ).
Τα κριτήρια αυτά ούτε κατ’ελάχιστον δεν πληρούνται από την
συγκεκριμένη ανάληψη δικηγορικών υποθέσεων, όχι μόνον διότι
πρόκειται προφανώς για «ατομική δραστηριότητα ελεύθερου
επαγγέλματος», όπως έχει κρίνει ad hoc το Εκλογοδικείο (βλ.
προηγουμένως, ΑΕΔ 1/2018) αλλά και διότι, επιπλέον, ο Κώδικας
18
Βλ. αναλυτικά Γ. Σωτηρέλη, Κωλύματα εκλογιμότητας και ασυμβίβαστα, ό.π
σ. 208 επ., με τις εκεί παραπομπές στην έως τότε (2006) θεωρία και νομολογία.
Από τις μετέπειτα θεωρητικές επεξεργασίες βλ. ιδίως Κ. Χρυσόγονου,
Συνταγματικό Δίκαιο, ό.π. σ. 556 επ., Κ. Παπανικολάου, Άρθρο 57, σε:
Σπυρόπουλου Φ., Κοντιάδη Ξ., Ανθόπουλου Χ., Γεραπετρίτη Γ. (επιμ.), Σύνταγμα -
Κατ’ άρθρο ερμηνεία, Εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα - Θεσσαλονίκη 2017, σ. 1048 επ., Φ.
Σπυρόπουλου, Συνταγματικό Δίκαιο, Εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα - Θεσσαλονίκη
2018 (νέα έκδοση), σ. 218 επ., Κ. Μαυριά, Συνταγματικό Δίκαιο, Π.Ν.
Σάκκουλας, Αθήνα 2021 (νέα έκδοση), σ. 564 επ., Ευ. Βενιζέλου, Μαθήματα
Συνταγματικού Δικαίου, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2021 (νέα
έκδοση), σ. 484 επ.
[14]
Δικηγόρων ορίζει ρητά (στο άρθρο 3 παρ. 3) ότι «Η άσκηση του
δικηγορικού επαγγέλματος δεν συνιστά εμπορική δραστηριότητα».
Πέρα από αυτό, βέβαια, ακόμη και στην υποθετική περίπτωση που
θα υπήρχε μια τέτοια επιχείρηση, η οποία θα παρείχε υπηρεσίες
προς έναν δημόσιο φορέα όπως ο ΕΦΚΑ, η ιδιότητα «του νομικού
συμβούλου», υπό την όποια εκδοχή του, και πάλι δεν θα ενέπιπτε
στο ασυμβίβαστο, διότι η πρόταση αυτή, παρότι υποβλήθηκε κατά
την αναθεώρηση του 2001, τελικά δεν περιλήφθηκε στην ισχύουσα
διάταξη.
Ούτε όμως και η περίπτωση υπαγωγής της εν λόγω δικηγόρου στο
κώλυμα της παρ. 1 του άρθρου 56 –το οποίο θα μετατρεπόταν σε
ασυμβίβαστο μετά τις εκλογές κατά την προπαρατεθείσα
παράγραφο 3 του άρθρου 57– έχει οποιαδήποτε βάση, δεδομένου
ότι το Εκλογοδικείο έχει ήδη κρίνει ότι τέτοιο κώλυμα δεν
υφίσταται ούτε καν για τους δικηγόρους με έμμισθη εντολή (βλ.
ΑΕΔ 8/2020), καθώς αυτοί, παρότι αμείβονται με πάγια
αντιμισθία, δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να εξομοιωθούν με
τους ούτε με τους «άλλους υπαλλήλους του δημοσίου» ούτε με τους
«δημόσιους λειτουργούς» (που όντως εμπίπτουν στο εν λόγω
κώλυμα). Πολλώ δε μάλλον, δεν είναι δυνατόν να υπαχθούν στο
εν λόγω κώλυμα δικηγόροι οι οποίοι αναλαμβάνουν
κατ’αποκοπήν υποθέσεις δημόσιων φορέων, διότι δεν συντρέχει
καν το στοιχείο της πάγιας αντιμισθίας, που έχει τουλάχιστον μια
εξωτερική ομοιότητα με τον μισθό των υπαλλήλων του δημοσίου.
Σε κάθε περίπτωση, πάντως, πρέπει να παρατηρηθεί αφ’ενός μεν
ότι το μόνο όργανο που μπορεί να κρίνει εάν συντρέχει
περίπτωση έκπτωσης από το βουλευτικό αξίωμα λόγω συνδρομής
ασυμβιβάστου είναι το Εκλογοδικείο (ΑΕΔ) αφ’ετέρου δε ότι το
να αναλαμβάνει μία δικηγόρος την κατ’αποκοπήν εκπροσώπηση
ενός δημόσιου φορέα –και μάλιστα χωρίς προνομιακές αναθέσεις,
με περιορισμένες αμοιβές και με διαρκώς φθίνουσα πορεία στην
διάρκεια της τετραετίας– δεν εμπίπτει στην ratio των
ασυμβιβάστων, διότι εν προκειμένω εκπροσωπεί τα συμφέροντα
[15]
του δημοσίου -τα οποία, άλλωστε, δεν συμπίπτουν πάντοτε με τα
συμφέροντα των πιθανών εκλογέων τους (πρβλ. ΑΕΔ 8/2020- και
όχι ιδιωτικών φορέων, ώστε να μπορούν να εγερθούν υπόνοιες
αδιαφάνειας και εκμετάλλευσης της θέσης της.
Αθήνα, 10.1.2023
Ο Γνωμοδοτών
[16]