The Wayback Machine - https://web.archive.org/web/20251124060541/https://www.scribd.com/document/738579216/%CE%9F%CE%BC%CE%B9%CE%BB%CE%AF%CE%B5%CF%82-%CE%91%CE%B3-%CE%92%CE%B5%CE%BB%CE%B9%CE%BC%CE%AF%CF%81%CE%BF%CE%B2%CE%B9%CF%84%CF%82-%CE%94-%CE%9A%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%B4%CF%81%CF%8C%CE%BC%CE%B9%CE%BF-%CE%91
0% found this document useful (0 votes)
237 views91 pages

Ομιλίες Αγ. Βελιμίροβιτς (Δ) - Κυριακοδρόμιο Α΄

Copyright
© © All Rights Reserved
We take content rights seriously. If you suspect this is your content, claim it here.
Available Formats
Download as PDF, TXT or read online on Scribd
0% found this document useful (0 votes)
237 views91 pages

Ομιλίες Αγ. Βελιμίροβιτς (Δ) - Κυριακοδρόμιο Α΄

Copyright
© © All Rights Reserved
We take content rights seriously. If you suspect this is your content, claim it here.
Available Formats
Download as PDF, TXT or read online on Scribd
You are on page 1/ 91

Περιεχόμενα

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗ ............................................................................................. 3


ΠΡΩΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ ....................................................................... 4
ΔΕΥΤΕΡΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ ................................................................ 14
ΤΡΙΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ ....................................................................... 21
ΤΕΤΑΡΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ ................................................................. 30
ΠΕΜΠΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ ................................................................. 37
ΕΚΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ ........................................................................ 44
ΕΒΔΟΜΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ ................................................................. 51
ΟΓΔΟΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ ..................................................................... 59
ENATH ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ ..................................................................... 65
ΔΕΚΑΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ .................................................................. 74
ΕΝΔΕΚΑΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ ............................................................. 84

[2]
Ώς σήμερα, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, κυκλοφορήσαμε τρεὶς τόμους μὲ Όμιλίες τοῦ
νεοφανοὺς μεγάλου ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς. Οἱ τρεῖς αὐτοὶ τόμοι ἀναφέρονται στὶς
τρεῖς μεγάλες ἑόρτιες περιόδους τῆς Ἐκκλησίας μας: Στὰ Χριστούγεννα, τὴ Μεγάλη
Τεσσαρακοστὴ καὶ τὴν περίοδο τῆς Ἀναστάσεως.
Ὁ Α' τόμος (μὲ τίτλο "ΘΕΟΣ ΕΠΙ ΓΗΣ, ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΝ ΟΥΡΑΝΩ"), περιλαμβάνει μία
Όμιλία στὸ εὐαγγέλιο τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καὶ τέσσερις στὸ εὐαγγέλιο τῶν Χριστουγέννων.
Οἱ ἕντεκα Ὁμιλίες τοῦ ἁγίου Νικολάου ποῦ περιλαμβάνονται στὸν Β' τόμο (μὲ τίτλο
«ΚΑΙΡΟΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ»), ἀναφέρονται στὶς εὐαγγελικὲς περικοπὲς ποὺ καλύπτουν ὅλες
τίς Κυριακὲς τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Ὁ ἅγιος Νικόλαος ξεκινάει τίς ὁμιλίες τοῦ ἀπὸ
τὴν Κυριακὴ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου, φτάνει ὡς τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων καὶ
τελειώνει μὲ τὸ εὐαγγέλιο τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, ποὺ ἀναφέρεται στὴ Σταύρωση (ἀπὸ
τὸ εὐαγγέλιο τοῦ Λουκᾶ).
Ὁ Γ' τόμος (μὲ τίτλο «ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΗΜΕΡΑ») ἀναφέρεται στὴν ἀναστάσιμη περίοδο
καὶ περιέχει δέκα ὁμιλίες στὶς περικοπὲς τῶν εὐαγγελίων ποὺ διαβάζονται ἀπὸ τὴν Κυριακὴ
τοῦ Πάσχα, ὼς τὴν Κυριακὴ τῆς ἁγίας Πεντηκοστῆς, καθὼς καὶ στὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου.
Κι οἱ τρεῖς τόμοι εἶχαν εὐρεῖα καὶ εὐμενῆ ὑποδοχὴ ἀπὸ τὸ ἀναγνωστικὸ κοινό, ποὺ ἔχει
ἀρχίσει νὰ γνωρίζει καλὰ τὸ νεοφανὴ ἅγιο ἐπίσκοπο τῆς Σερβικῆς Ἐκκλησίας, Νικόλαο
Βελιμίροβιτς, καθὼς καὶ τὴ φωτισμένη ἑρμηνευτική του ἀξία. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ μᾶς
ὁδήγησε στὴν ἀπόφαση νὰ συμπληρώσουμε τὸ παρὸν ἔργο του, κυκλοφορῶντας καὶ τίς
Ὁμιλίες του στὰ ὑπόλοιπα Κυριακὰ εὐαγγέλια. Ἤδη κρατᾶτε στὰ χέρια σᾶς τὸν Δ' τόμο
τῶν Ὁμιλιῶν του, ποὺ καλύπτουν ἕντεκα Κυριακές, ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὴν Κυριακὴ τῶν
Ἁγίων Πάντων καὶ μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, θ' ἀκολουθήσουν ἄλλοι δύο τόμοι, ποῦ θὰ
συμπληρώσουν τὰ εὐαγγέλια τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους.
Ἐκτενέστερα γιὰ τὸ πρόσωπο τοῦ ἁγίου Νικολάου, γιὰ τὴν ἁγία ζωή του καὶ τὸ
πραγματικὰ πολυσχιδὲς ἔργο του ἔχουμε ἀναφερθεῖ σὲ προηγούμενες ἐκδόσεις μᾶς (βλ.
ἰδιαίτερα τὸ βιβλίο "Ἡ ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ"). Ἐδῶ θὰ περιοριστοῦμε νὰ ποῦμε
πῶς οἱ ἀρετὲς τοῦ ἁγίου Νικολάου, καθὼς κι ἡ ἀξιόλογη ἐγκράτειά του τόσο στὴν Ἁγία
Γραφὴ ὅσο καὶ στὰ πατερικὰ κείμενα, διακρίνονται εὔκολα σὲ ὅλα τὰ ἔμπνευσμένα βιβλία
του, ποὺ μᾶς φωτίζουν καί μᾶς καθοδηγοῦν στὶς δύσκολες καὶ αὐχμηρὲς μέρες της
πνευματικὰ ἄνυδρης ἐποχῆς μας. Ὅλα τὰ βιβλία του εἶναι γραμμένα ὄχι μόνο μὲ θεῖο
φωτισμό, μὰ καὶ μὲ φλογερὴ ἀγάπη γιὰ τὸν συνάνθρωπό του, στὴ μεγάλη καὶ ἀγωνιώδη
προσπάθειά του νὰ τὸν βοηθήσει νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὰ δεσμὰ τοῦ κόσμου καὶ νὰ ἐνστερνιστεῖ
τὸ Χριστό, το Σωτῆρα μας.
Ὅποιος λάβει τὸν κόπο νὰ διαβάσει καὶ τὸ παρὸν βιβλίο, εἴμαστε σίγουροι πῶς θὰ
πληροφορηθεῖ ὀρθὰ τίς σωστικὲς ἀλήθειες ποὺ κρύβει τὸ εὐαγγέλιο καὶ θ' ἀποκομίσει
ψυχικὸ ὄφελος μεγάλο.
Πέτρος Μπότσης
Ὀκτώβριος 2011

[3]
(Τῶν Ἁγίων Πάντων)
Ματθ. ι' 32-38, ιθ' 27-30
Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ Μαθηταῖς· Πᾶς ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν
ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς· 33ὅστις δ' ἂν
ἀρνήσηταί με ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι αὐτὸν κἀγὼ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ
ἐν οὐρανοῖς. 37Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· καὶ ὁ φιλῶν υἱὸν ἢ
θυγατέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· 38καὶ ὃς οὐ λαμβάνει τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθεῖ
ὀπίσω μου, οὐκ ἔστι μου ἄξιος. Ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Πέτρος εἶπεν αὐτῷ· Ἰδοὺ ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα
καὶ ἠκολουθήσαμέν σοι· τί ἄρα ἔσται ἡμῖν; 28ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὑμεῖς
οἱ ἀκολουθήσαντές μοι, ἐν τῇ παλιγγενεσίᾳ, ὅταν καθίσῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ θρόνου δόξης
αὐτοῦ, καθίσεσθε καὶ ὑμεῖς ἐπὶ δώδεκα θρόνους κρίνοντες τὰς δώδεκα φυλὰς τοῦ Ἰσραήλ. 29καὶ
πᾶς ὅς ἀφῆκεν οἰκίας ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφὰς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναίκα ἢ τέκνα ἢ ἀγροὺς
ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός μου, ἑκατονταπλασίονα λήψεται καὶ ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσει. 30Πολλοὶ
δὲ ἔσονται πρῶτοι ἔσχατοι καὶ ἔσχατοι πρῶτοι.

Γίνεται νὰ στείλει ἕνας νοικοκύρης τὸν ὑπηρέτη του νὰ βοσκήσει τὰ πρόβατα, χωρὶς νὰ
τὸν ταΐσει; Στέλνει ἕνας πατέρας το γιό του στοὺς ἀγροὺς χωρὶς ἀλέτρι καὶ βόδια;
Εἶναι δυνατὸ νὰ στείλει ἕνας διοικητὴς τὸ στρατιώτη στὴ μάχη χωρὶς νὰ τὸν ἐφοδιάσει
μὲ ὅπλα;
Αὐτὰ τὰ πράγματα δὲ γίνονται.
Ἔτσι κι ὁ Θεὸς δὲ στέλνει τοὺς δούλους Του, τοὺς γιοὺς καὶ τοὺς στρατιῶτες Του στὸν
κόσμο χωρὶς τροφή, προμήθειες καὶ ὅπλα. Οἱ ἄνθρωποι σίγουρα δὲν εἶναι οὔτε σοφότεροι
οὔτε πιὸ εὔσπλαχνοι ἀπό το Θεό. Ἀφοῦ λοιπὸν οἱ ἄνθρωποι δίνουν στοὺς δικούς τους το
ἀπαραίτητα ἐφόδια, δὲ θὰ ἐφοδιάσει πολὺ περισσότερο ὁ Θεὸς τοὺς πιστοὺς μὲ τὰ
ἀπαραίτητα γιὰ τίς ἀνάγκες τους;
Τὸ ὅτι ὁ Θεὸς παρέχει πλούσια τη χάρη Του σ' ἐκείνους ποὺ ἐκτελοῦν τὰ ἔργα Του καὶ
τηροῦν τίς ἐντολές Του, τὸ μαρτυρεῖ τὸ παράδειγμα τῶν ἁγίων ἀποστόλων. Τὸ ὅτι δώδεκα
ἁπλοϊκοὶ ἄνθρωποι, μὲ ἁπλὲς δουλειές, χωρὶς νὰ διαθέτουν ὅπλα ἢ πλούτη, κοσμικὴ δόξα ἢ
δύναμη, ἐγκατέλειψαν τὰ σπίτια καὶ τίς οἰκογένειές τους καὶ ξεκίνησαν νὰ γυρίσουν ὅλον
τὸν κόσμο γιὰ νὰ διαδώσουν τὸ εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, εἶναι κάτι ὁλότελα καινούργιο,
κάτι ἀντίθετο ἀπ' ὅ,τι πίστευε ὡς τότε ὁ κόσμος ὡς σωστό, δυνατὸ καὶ φρόνιμο. Μὲ τίποτα
δὲν μπορεῖ νὰ ἐξηγηθεῖ αὐτό, παρὰ μόνο μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, τὴ συνεργασία τοῦ Θεοῦ
καί τη χάρη Του. Ἀλλὰ καὶ κάτι ἀκόμα: πῶς θὰ τολμοῦσαν οἱ ἁπλοῖ ψαρᾶδες ν'
ἀντισταθοῦν στὶς ψευδοδιδασκαλίες τῶν σοφῶν, στὰ ἐφήμερα πλούτη τῶν πλουσίων καὶ
στὴν πονηρὴ δύναμη τῶν δυνατῶν αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ἂν ὁ Θεὸς δὲν τοὺς εἶχε πλουτίσει μὲ
τὴ σοφία Του, δὲν τοὺς εἶχε στηρίξει μὲ τὴ δύναμή Τοῦ καὶ δὲν τοὺς εἶχε ὁπλίσει μὲ τὰ
ὅπλα Του; Πῶς θὰ μποροῦσαν νὰ ἔχουν τόση ἀντοχὴ καὶ ἀφοβία, ὥστε νὰ ὑπομένουν τόσα
ἀπίθανα βάσανα κι ἀφάνταστες ταπεινώσεις, νὰ βασανίζονται ἀπὸ ἀνθρώπους, νὰ
ξεπερνοῦν φυσικὲς καταστροφές, ν' ἁλυσοδένονται, νὰ τοὺς καταδιώκουν μὲ χλευασμοὺς
καὶ μὲ πέτρες, νὰ λιμοκτονοῦν στὶς φυλακές, νὰ σύρονται σὲ τρικυμιώδεις θάλασσες ἀπὸ τὴ
μιὰ ἄκρη τοῦ κόσμου στὴν ἄλλη, νὰ ρίχνονται βορὰ στὰ θηρία, νὰ ξυλοκοποῦνται καὶ νὰ
σταυρώνονται; Ὅταν οἱ δώδεκα αὐτοὶ ἄντρες ἔβλεπαν νά 'χει ὅλος ὁ κόσμος ὁπλιστεῖ
[4]
ἐναντίον τους, θὰ πρεπε πραγματικὰ νὰ εἶχαν κάποια μυστηριώδη κι ἀκατανίκητη βοήθεια,
κάποια τροφὴ ποὺ δὲν τρώγεται, κάποια ὅπλα ἀπ' αὐτὰ ποὺ δὲν κρατοῦνται στὰ χέρια,
ἀόρατα στὶς ἐχθρικὲς δυνάμεις. Εἶναι τὰ ὅπλα αὐτὰ ποὺ λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Β΄κορ.
ἰ'4), «τὰ γὰρ ὅπλα τῆς στρατείας ἡμῶν οὐ,οὗ σαρκικά, ἀλλὰ δυνατὰ τῷ Θεῷ πρὸς
καθαίρεσιν ὀχυρωμάτων».
Ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτὸν πέρασαν καὶ τὸν κατέπληξαν μὲ τὸ πρωτοφανὲς κήρυγμα τοῦ
ἀναστημένου Χριστοῦ, τοῦ Θεοῦ ποὺ ἀποκαλύφθηκε στοὺς ἀνθρώπους σαρκωμένος καὶ
μετὰ ἀναλήφθηκε στὴν οὐράνια βασιλεία Του. Ἔσπειραν παντοῦ τὸ σπόρο τῆς νέας πίστης,
τῆς νέας ζωῆς καὶ τῆς νέας κτίσης. Καὶ τότε ἄρχισε ὁ κόσμος νὰ παίρνει φωτιά, νὰ καίγεται
ἀπὸ τὸ σπόρο ποὺ ἐκεῖνοι εἶχαν σπείρει, ἀπὸ τὰ λόγια ποὺ εἶχαν πεῖ κι ἀπὸ τὰ ἴχνη ποὺ
εἶχαν ἀφήσει. Οἱ ἄνθρωποι ποὺ τοὺς καταδίωκαν, σκορπίστηκαν βασιλεῖες ποὺ εἶχαν
στραφεῖ ἐναντίον τους, διαλύθηκαν· σπίτια ποὺ δὲν τοὺς δέχτηκαν, κατεδαφίστηκαν
μεγάλοι καὶ σοφοὶ ἄνθρωποι ποὺ τοὺς εἶχαν βασανίσει, νικήθηκαν, ἔπεσαν σὲ ἀπόγνωση
καὶ χάθηκαν μὲ τρόπο ἐλεεινό. Κι ὁ σπόρος ποὺ ἔσπειραν ἐκεῖνοι φύτρωσε, γιγαντώθηκε. Ἡ
Ἔκκλησία θεμελιώθηκε στὸ αἷμα τους, πάνω στὰ ἐρείπια τῶν ψεύτικων καὶ βίαιων ἔργων
τῶν ἀνθρώπων. Ἐκεῖνοι ποὺ τοὺς δέχτηκαν, δοξάστηκαν ἐκεῖνοι ποὺ τοὺς πίστεψαν καὶ
τοὺς ἀκολούθησαν, σώθηκαν. Πόσο, ἀλήθεια, θάλπει ὁ Κύριος τοὺς δούλους Του! Πόσο
πλούσια ἀμείβει τὰ πιστὰ τέκνα Του! Πόσο πλούσια ὁπλίζει σὰν διοικητὴς τοὺς στρατιῶτες
Του!
Ὁ Κύριος πρῶτα ἐφοδιάζει καὶ ὁπλίζει τοὺς πιστούς Του κι ἔπειτα τοὺς στέλνει στὸ
καθῆκον καὶ στὴ μάχη. Στὴ διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς Του ὁ Κύριος ἔδειξε πῶς ἔτσι
γίνονται αὐτὰ τὰ πράγματα. Κι αὐτό τὸ ἐπιβεβαίωσε μὲ τὸν πιὸ σαφῆ κι ἐμφατικὸ τρόπο ἡ
ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μετὰ τὴν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Στὸ εὐαγγέλιο διαβάζουμε
πῶς ὁ Χριστὸς κάλεσε ὅλους τοὺς μαθητές Του καὶ «ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν πνευμάτων
ἀκαθάρτων ὥστε ἐκβάλλειν αὐτὰ καὶ θεραπεύειν πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν»
(Ματθ. ἰ ́ 4). Μετὰ τοὺς εἶπε νὰ πορευτοῦν καὶ νὰ κηρύξουν τὴν ἔλευση τῆς βασιλείας τοῦ
Θεοῦ καὶ πρόσθεσε: «ἀσθενοῦντας θεραπεύετε, λεπροὺς καθαρίζετε, νεκροὺς ἐγείρετε,
δαιμόνια ἐκβάλλετε δωρεὰν ἐλάβετε, δωρεὰν δότε» (α' 8). Πρῶτα τοὺς ὅπλισε μὲ ἐξουσία
καὶ δύναμη κι ἔπειτα τοὺς ἔστειλε στὴ δράση. Γιὰ τόσο μεγάλη ἀποστολή, τόσο μεγάλο
ἔργο, οἱ ἀπόστολοι εἶχαν ἀνάγκη ἀπὸ μεγάλη δύναμη.
Τὸ ὅτι ἔλαβαν πραγματικὰ τέτοια δύναμη, τὸ βλέπουμε στὰ λόγια τοῦ ἴδιου τοῦ Σωτῆρα
Χριστοῦ: «δωρεὰν ἐλάβετε». Γιὰ νὰ δείξει μετὰ στοὺς ἀποστόλους πόσο μεγάλη κι
ἀκατανίκητη ἦταν ἡ θεία αὐτὴ δύναμη, ποὺ θὰ τὴν εἶχαν πάντα μαζί τους, ὁ Κύριος ἔδωσε
ἐντολὴ στοὺς ἀποστόλους νὰ ξεκινήσουν τὸ ἔργο τοὺς χωρὶς μέριμνες, χωρὶς νὰ πάρουν
μαζί τους χρυσίον ἢ ἄργυρον, οὔτε τρόφιμα, οὔτε δύο χιτῶνες, οὔτε σάκκο καὶ παπούτσια.
Κι ἂν δὲν τοὺς δεχτοῦν, δὲν πρέπει νὰ ἐκνευριστοῦν, οὔτε καὶ νὰ σκέφτονται ἀπὸ πρὶν τί
ἀπάντηση θὰ δώσουν στοὺς κριτές τους.
Ὁ Κύριος τοὺς ἔδωσε πρῶτα ὅλη τὴν ἀπαραίτητη ἐξουσία κι ἔπειτα τοὺς ἐξήγησε ὅτι ἡ
δύναμη αὐτὴ ἦταν ἀρκετὴ γιὰ νὰ καλύψει ὅλες τίς ἀνάγκες τους, ὅλα τους τὰ προβλήματα.
Μετὰ ἀπ' αὐτὸ τοὺς μίλησε ἀνοιχτὰ γιὰ ὅλες τίς δοκιμασίες καὶ τοὺς κατατρεγμούς ποὺ
τοὺς περίμεναν. «Ἰδού, ἐγὼ ἀποστέλλω ὑμᾶς ὡς πρόβατα ἐν,ἕν μέσῳ λύκων» (Ματθ. ἰ' 16).
Στὴ συνέχεια ὅμως τοὺς ἔδωσε κουράγιο. Μὴ φοβᾶστε, τοὺς εἶπε, «καὶ αἱ τρίχες τῆς
κεφαλῆς πᾶσαι ἠριθμημέναι εἰσί» (Ματθ. ἰ' 30). Ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ βοηθάει τὰ
σπουργίτια, πὼς δὲ θὰ βοηθήσει ἐσᾶς; Κι ὁ Κύριος τέλειωσε μὲ τ' ἀποφασιστικὰ λόγια τοῦ
σημερινοῦ εὐαγγελίου. Ξεκαθαρίζει μὲ σαφήνεια τί μπορεῖ νὰ περιμένει ἀπὸ ἐκείνους ποὺ

[5]
χρησιμοποιοῦν τὴν ἐξουσία καὶ τὴ δύναμη ποὺ τοὺς δόθηκαν ἀπὸ τὸ Θεὸ γιὰ καλὸ καὶ τί ἀπ'
αὐτοὺς ποὺ δὲν κάνουν χρήση τῆς δύναμης αὐτῆς ἢ τὴ χρησιμοποιοῦν γιὰ κακό.
«Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγώ ἐν
αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου του ἐν οὐρανοῖς· ὅστις δ' ἂν ἀρνήσηται μὲ ἔμπροσθεν τῶν
ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι αὐτὸν κἀγώ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου του ἐν οὐρανοῖς» (Ματθ. ι'
32,33). Ἀναφέρει πρῶτα τὴν ἀνταπόδοση ποὺ θὰ ἔχει ὁ καλὸς καὶ πιστὸς στρατιώτης,
ἐκεῖνος ποὺ παραμένει σταθερός, ποὺ ὑπομένει ἔπειτα ἀναφέρει τὴν τιμωρία ποὺ θὰ ἔχει ὁ
κακὸς καὶ ἄπιστος στρατιώτης, ἐκεῖνος ποῦ διστάζει, ἀμφιβάλλει καὶ παραδίνεται στὸν
ἐχθρό. Μπορεῖ νὰ λάβει μεγαλύτερη ἀνταμοιβὴ κανεὶς ἀπὸ ἐκείνης ποὺ τοῦ ὑπόσχεται ὁ
Χριστός, πῶς ὁ ἴδιος στὴν οὐράνια βασιλεία Του, μπροστὰ στὸν οὐράνιο Πατέρα Του καὶ
τίς ἀμέτρητες ἀγγελικὲς χορεῖες, θὰ τὸν ὁμολογήσει ὡς δικό Του; πῶς θὰ τὸν ἐγγράψει στὸ
αἰώνιο βιβλίο τῆς ζωῆς; πῶς θὰ τὸν στεφανώσει με ἀνέκφραστη καὶ ἄφθιτη δόξα καὶ θὰ τὸν
τοποθετήσει στὰ δεξιά Του, στὴν ἀθάνατη σύναξη τοῦ οὐρανοῦ; Μπορεῖ νὰ λάβει
μεγαλύτερη τιμωρία ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ νὰ τὸν ἀρνηθεῖ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος καὶ νὰ τοῦ πεῖ
μπροστὰ σ' ὁλόκληρη τὴ συναγμένη συντροφιὰ ἀγγέλων καὶ ἀνθρώπων, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἴδιου
τοῦ οὐράνιου Πατέρα Του, πῶς «δὲ σὲ γνωρίζω, δὲν εἶσαι δικὸς Μοῦ το ὄνομά σου δὲν
εἶναι γραμμένο στὸ βιβλίο τῆς ζωῆς. Φύγε»;
Τὸ ὅτι εἶναι ἀπόλυτα ἀναγκαῖο νὰ ἐπικαλούμαστε ἀνοιχτὰ καὶ νὰ ὁμολογοῦμε τὸ ὄνομα
τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, ὅπως εἶναι καὶ τὸ νὰ πιστεύουμε σ' Αὐτὸν μὲ τὴν καρδιά μας, τὸ
βλέπουμε στὰ λόγια τοῦ ἀποστόλου Παύλου: «ὅτι ἐὰν ὁμολογήσῃς ἐν τῷ στόματί σου
Κύριον Ἰησοῦν, καὶ πιστεύσεις ἐν τὴ καρδία σου ὅτι ὁ Θεὸς αὐτὸν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν,
σωθήσῃ» (Ρωμ. ἰ' 9). Αὐτὸ σημαίνει πῶς πρέπει νὰ ὁμολογοῦμε τὸν Κύριο Ἰησοῦ μὲ ψυχὴ
καὶ σῶμα. Ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος εἶναι φτιαγμένος ἀπὸ σῶμα καὶ ψυχή, πρέπει ὁλόκληρος νὰ
ὁμολογεῖ Ἐκεῖνον ποὺ ἦρθε γιὰ νὰ σώσει ὁλόκληρο τὸν ἄνθρωπο.
«Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος καὶ ὁ φιλῶν υἱὸν ἢ θυγατέρα
ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος» (Ματθ. ἰ' 37). Τὰ περίεργα αὐτὰ λόγια μπορεῖ νὰ τὰ πεῖ
Ἐκεῖνος μόνο ποὺ εἶναι περισσότερο ὑπεύθυνος γιὰ τὴ ζωή μας, ἀκόμα κι ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν
ἐπίγειο πατέρα καὶ τὴ μητέρα μας. Μόνο Ἐκεῖνος ποὺ μᾶς ἀγαπᾷ περισσότερο ἀπὸ τὸν
πατέρα καὶ τὴ μητέρα μας τολμᾷ νὰ μιλήσει μ' αὐτὸν τὸν τρόπο. Ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπᾷ
περισσότερο τοὺς γιούς μας καὶ τίς θυγατέρες μᾶς ἀπ' ὅσο ἐμεῖς οἱ ἴδιοι μποροῦμε νὰ τοὺς
ἀγαπήσουμε. Οἱ πατέρες κι οἱ μητέρες μας μᾶς γέννησαν μὲ πόνο. Ἐκεῖνος μᾶς γεννᾷ γιὰ
αἰώνια χαρὰ κι αἰώνια δόξα. Οἱ πατέρες κι οἱ μητέρες μας παίρνουν ἀπὸ Ἐκεῖνον γιὰ νὰ μᾶς
δώσουν. Αὐτοὶ μᾶς ἑτοιμάζουν τὸ φαγητό, Ἐκεῖνος ὅμως μᾶς δίνει τὴν πνοή. Ποιό ἀξίζει
περισσότερο, τὸ φαγητὸ ἢ ἢ πνοή; Οἱ γονεῖς μας παρέχουν τὰ ροῦχα, Ἐκεῖνος ἑτοιμάζει τὴν
καρδιά μας. Ποιό εἶναι πιὸ ἀπαραίτητο, τὸ ροῦχο ἢ ἡ καρδιά; Ἐκεῖνος μᾶς ἔφερε στὸν
κόσμο. Οἱ γονεῖς μας εἶναι ἡ εἴσοδος ἀπ' ὅπου μᾶς ἔφερε. Ποιός κάνει περισσότερα γιά μας,
Ἐκεῖνος ποὺ μᾶς ἔφερε στὴν πόλη ἢ ἡ πύλη ἀπὸ τὴν ὁποία περάσαμε μέσα;
Ὁ Κύριος δὲν ἀποκλείει βέβαια τὴν ἀγάπη πρὸς τοὺς γονεῖς καὶ τὴν οἰκογένειά μας ποὺ
ὅλοι ὀφείλουμε στοὺς οἰκείους μας καὶ ποῦ εἶναι μιὰ ἀπὸ τίς δυὸ μέγιστες ἐντολές Του. Ὁ
ἴδιος ὁ Κύριος ἔδειξε τὴν ἀγάπη Τοῦ πρὸς τὴν Παναγία Μητέρα Τοῦ ἀκόμα κι ὅταν
βρισκόταν καρφωμένος στὸ σταυρό, τότε ποὺ τὴν ἐμπιστεύτηκε στὴ φροντίδα τοῦ
ἀγαπημένου ἀποστόλου καὶ εἶπε στὸν Ἰωάννη πῶς ἐκεῖνος θὰ γινόταν γιός της, στὴ δική
του θέση. Ἐδῶ μιλάει στὸ γενικὸ πλαίσιο τῶν διωγμῶν καὶ τῶν πειρασμῶν ποὺ ἀναμένουν
τοὺς ἀποστόλους. Ὁ πατέρας καὶ ἡ μητέρα θὰ φοβηθοῦν. Ὁ γιὸς κι ἡ θυγατέρα ἐπίσης θὰ
φοβηθοῦν καὶ θὰ ποῦν στὸν ἀπόστολο τοῦ Χριστοῦ: «Ἀπαρνήσου τὸ Χριστό, ζῆσε εἰρηνικὰ
μαζί μας, μὴ φεύγεις ἀπὸ τὸ σπίτι. Ζῆσε ὅπως ζοῦν κι οἱ ἄλλοι. Μὴ νοιάζεσαι γιὰ τὴν
[6]
καινούργια πίστη! Αὐτὴ μπορεῖ νά σε ἀποσπάσει ἀπό μας καὶ νά σε ὁδηγήσει στὴν ἀγχόνη.
Καὶ μεὶς τί θὰ κάνουμε τότε; Θὰ μᾶς βασανίσουν κι ἐμᾶς μὲ βασανιστήρια, θὰ μᾶς ἀφήσουν
νηστικούς, ἴσως καί νὰ μᾶς σκοτώσουν. Γι' αὐτὸ σὲ φέραμε στὸν κόσμο», θὰ ποῦν ὁ
πατέρας καὶ ἡ μητέρα, «γιὰ νὰ δοκιμάσουμε πικρίες στὰ γηρατειά μας γιὰ χάρη σου;»
Ὁ γιός σας κι ἡ θυγατέρα σας θὰ σᾶς ρωτήσουν γιατί τοὺς φέρατε στὸν κόσμο, γιὰ νὰ
τοὺς ἐμπαίζουν οἱ ἄλλοι, νὰ τοὺς περιφρονοῦν, νὰ τοὺς καταδιώκουν κι ἴσως τελικὰ νὰ τοὺς
σκοτώσουν; «Ἄν μᾶς ἀγαπᾶτε, ἐγκαταλείψετε τὸ Χριστὸ καὶ ζῆστε ἐδῶ μαζί μας,
εἰρηνικά».
Σὲ τέτοιες κρίσιμες στιγμὲς καὶ ἀπόστολος πρέπει νὰ πάρει τὴν ἀπόφαση: ποιός ἀξίζει
περισσότερο γιὰ ἐκεῖνον, ποιόν ἀγαπᾷ περισσότερο: τὸ Χριστὸ ἢ τοὺς γονεῖς Του; Τὸ
Χριστὸ ἢ τὰ παιδιά του; Στὴν ἀπόφασή τους αὐτὴ κρέμεται ἡ αἰωνιότητα ὁλόκληρη, καθὼς
κι ἡ αἰωνιότητα τῶν δικῶν τους ἀνθρώπων. Ποτὲ στὴ ζωή του ὁ ἄνθρωπος δὲν
ἀντιμετωπίζει καὶ δὲν ἔχει νὰ κάνει πιὸ κρίσιμη ἐπιλογή. Καὶ βέβαια δὲν μπορεῖ νὰ κάνει
ἕνα βῆμα πρὸς τὴ μιὰ κατεύθυνση κι ἄλλο πρὸς τὴν ἄλλη. Τέτοια στιγμὴ ὁ ἄνθρωπος δὲν
μπορεῖ νὰ μοιράσει τὴν καρδιά του, ἀλλὰ νὰ τὴν τοποθετήσει στὴ μιὰ πλευρὰ ἢ στὴν ἄλλη.
"Ἄν μέσα στὴν καρδιά σου λατρεύεις τὸ Χριστό, μπορεῖς νὰ σώσεις τοὺς συγγενεῖς σου,
ὅπως καὶ τὸν ἑαυτό σου. Ἄν ἡ καρδιά σου ἀγαπᾷ περισσότερο τὸν πατέρα καὶ τὴ μητέρα, το
γιὸ καὶ τὴ θυγατέρα, σίγουρα θὰ χαθεῖς καὶ σὺ κι ἐκεῖνοι. Ὅποιος ἀπαρνιέται τὸ Χριστὸ
μπροστὰ στὸν κόσμο, θὰ τὸν αρνηθεί κι ὁ Χριστὸς στὴν Τελικὴ Κρίση, ποὺ θὰ γίνει
μπροστὰ στὸν οὐράνιο Πατέρα Του καὶ σ' ὅλες τίς
χορεῖες ἀγγέλων καὶ ἁγίων.
(Ὁ ὅσιος Ἰσίδωρος ὁ Πηλουσιώτης ἔγραψε στὸν
ἄρχοντα Φιλητό, ποὺ ἀπογοητεύτηκε ἐπειδὴ δὲν
κατόρθωσε νὰ συμπεριληφθεῖ στὴν ὑψηλὴ κοινωνία:
«ἡ δόξα σ' αὐτὴ τὴ ζωὴ ἀξίζει λιγότερο κι ἀπὸ τὸν
ἱστὸ μιᾶς ἀράχνης, εἶναι πιὸ ἀσήμαντη κι ἀπὸ ἕνα
ὄνειρο. Γι' αὐτὸ σήκωσε τὰ μάτια σου καὶ κοίταξε
ἐκεῖνα ποὺ ἀξίζουν περισσότερο καὶ τότε θὰ
ἠρεμήσεις τὴν ταραγμένη ψυχή σου. Ὅποιος ζητᾷ
καὶ τὴ μιὰ δόξα καὶ τὴν ἄλλη, δὲν μπορεῖ νὰ τίς
ἀποκτήσει καὶ τίς δυό. Ἴσως εἶναι δυνατὸ νὰ τίς
κατορθώσει καὶ τίς δύο μόνο ὅταν ἐπιδιώκει ὄχι τίς
δύο, ἀλλὰ τὴ μία: τὴν οὐράνια δόξα. Γι' αὐτό, ἂν
ἐπιδιώκεις νὰ δοξαστεῖς, ἀναζήτησε τὴ θεία, τὴν
οὐράνια δόξα. Καὶ τότε συνήθως ἀκολουθεῖ κι ἡ
ἐπίγεια» (Ἐπιστολὴ 5).
Ὁ Κύριος τὸ ξεκαθάρισε στοὺς ἀποστόλους πῶς
αὐτὴ ἡ στιγμὴ τῆς ἀπόφασης, εἶναι δύσκολη. «Καὶ
ἐχθροὶ τοῦ ἀνθρώπου οἱ οἰκιακοὶ αὐτοῦ» (Ματθ. ἰ'
36), εἶπε. Κι ἐδῶ ἐννοεῖ τὴν οἰκογένειά του, ποὺ θὰ
τὸν ἐμποδίσει περισσότερο ἀπ' ὁποιονδήποτε ἄλλον
στὸν κόσμο ν' ἀκολουθήσει τὸ Χριστό. Κι ἂν τὸ
κάνει αὐτό, θὰ καταδικαστεῖ πιὸ αὐστηρά. Καὶ πραγματικὰ ἔτσι εἶναι. Δὲν εἶναι οἱ ἐχθροί
μας ποὺ μᾶς δεσμεύουν μ' αὐτὸν τὸν κόσμο, ἀλλὰ οἱ φίλοι μας. Δὲν εἶναι οἱ ξένοι, ἀλλὰ οἱ
συγγενεῖς μας. Γιὰ νὰ κάνει εὐκολότερο τὸ χωρισμὸ ἀπὸ τὴν οἰκογένεια καὶ γιὰ νὰ
ἠρεμήσει τὴ συνείδηση ἐκείνων ποὺ ἐπιθυμοῦν νὰ ἐγκαταλείψουν τὴν οἰκογένεια τους γιὰ
[7]
χάρη Του, ὁ Κύριος τοὺς λέει προκαταβολικὰ νὰ μὴ φροντίζουν γιὰ τίποτα, ὅπως τὰ
σπουργίτια. Ἄς μὴν ἀνησυχοῦν ποὺ θὰ βρεθεῖ κάποιος γιὰ νὰ ταΐσει καὶ νὰ ντύσει τὰ παιδιά
τους ὅταν λείπουν οἱ ἴδιοι. Θὰ τοὺς θρέψει καὶ θὰ τοὺς ντύσει Ἐκεῖνος ποὺ τρέφει καὶ
ντύνει τὰ σπουργίτια. Οὔτε ἕνα σπουργίτι δὲν πέφτει στὴ γῆ χωρὶς τὴ γνώση καὶ τὸ θέλημα
τοῦ οὐράνιου Πατέρα. Γιὰ τὰ παιδιά σου, ὅπως καὶ γιὰ σένα, καὶ αἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς
πᾶσαι ἠριθμημέναι εἰσί. Γι' αὐτὸ ἄφησε τοὺς καὶ ἀκολούθησε Τόν. Ὅταν βρίσκεσαι μαζί
τους, δὲν εἶσαι ἐσὺ ποὺ φροντίζεις γι' αὐτούς, ἀλλ' ὁ Θεός. Καὶ θὰ συνεχίζει νὰ τοὺς
φροντίζει τὸ ἴδιο καλὰ κι ὅταν ἐσὺ λείπεις.
Ὅμως ὁ πατὴρ καὶ ἡ μήτηρ, ὅπως οἱ υἱοὶ κι οἱ θυγατέρες, ἔχουν κι ἄλλο νόημα,
βαθύτερο. Ὁ πατὴρ καὶ ἢ μήτηρ ἐδῶ ὑπονοοῦν καὶ τοὺς δασκάλους ἐκείνους καὶ τοὺς
πνευματικοὺς ὁδηγοὺς ποῦ, μὲ τὴν πλανεμένη διδασκαλία τους, δημιουργοῦν μέσα μας ἕνα
πνεῦμα ποὺ ἀντιτίθεται στὸ Χριστὸ καὶ στὸ εὐαγγέλιο. Μᾶς διδάσκουν τὴν ἐγκόσμια σοφία
ποὺ ὑπηρετεῖ τὸ σῶμα, ὄχι τὴν ψυχή, ποὺ μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὸ Χριστὸ καὶ μᾶς αἰχμαλωτίζει
στὴ γῆ. Ὅσο δὲ γνωρίζουμε τὸ Χριστό, ἔχουμε τοὺς πνευματικοὺς αὐτοὺς γονεῖς σὰν
εἴδωλα. Εἴτε τοὺς ἀκοῦμε προσωπικὰ εἴτε διαβάζουμε τὰ βιβλία τους, μέσα μας τοὺς
ἀγαπᾶμε, τοὺς σεβόμαστε, τοὺς δοξάζουμε καὶ τοὺς λατρεύουμε. Ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπᾷ
αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους περισσότερο ἀπὸ τὸ Χριστό, δὲν εἶναι ἄξιος τοῦ Χριστοῦ.
Οἱ υἱοὶ κι οἱ θυγατέρες ὑπονοοῦν τίς πράξεις μας, τὰ ἔργα μας, τὴ δημιουργία, τὸ χτίσιμο,
τὸ γράψιμο κλπ., ὅλα ἐκεῖνα δηλαδὴ ποὺ μᾶς κάνουν νὰ ὑπερηφανευόμαστε, ἐπειδὴ εἶναι
προϊόντα τοῦ νοῦ καὶ τῶν χεριῶν μας. Σ' αὐτὰ τὰ προϊόντα μας βρίσκεται ἡ καρδιά μας, ἡ
ἀγάπη μας, ἡ ὑπερηφάνειά μας. Μὰ τί εἶναι όλ' αὐτὰ τὰ προϊόντα κι ὅλα τὰ ἔργα μᾶς ἂν
συγκριθοῦν μὲ τὸ Χριστό; Δὲν εἶναι παρὰ σύννεφα καπνοῦ μπροστὰ στὸν ἥλιο, σκόνη τοῦ
χρόνου μπροστὰ στὴν αἰωνιότητα. Ὅποιος λοιπὸν ἀγαπᾷ όλ' αὐτὰ περισσότερο ἀπὸ τὸ
Χριστό, δὲν εἶναι ἄξιος τοῦ Χριστοῦ.
Καὶ συνέχισε ὁ Κύριος: «Καὶ ὅς οὐ λαμβάνει τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθεῖ ὀπίσω
μου, οὐκ ἔστι μου ἄξιος» (Ματθ. ἰ' 38). Μὲ τὴ λέξη σταυρὸς ἐδῶ πρέπει πρῶτα νὰ
κατανοήσουμε αὐτὰ ποὺ μᾶς παρουσίασε ὁ Χριστὸς μὲ τὰ προγηγούμενα λόγια Του,
δηλαδή το χωρισμὸ ἀπὸ πατέρα καὶ μητέρα, ἀπὸ γιὸ καὶ θυγατέρα, ἀπὸ τὰ παιδιά, ἀπὸ
φίλους καὶ δασκάλους, καθὼς κι ἀπὸ τὴ δουλειά μας. Ὁ σταυρὸς εἶναι πόνος. Ἀλλὰ κι ὁ
χωρισμὸς εἶναι πόνος.
Μὲ τὴ λέξη σταυρὸς πρέπει ἐπίσης νὰ κατανοήσουμε ὅλους τοὺς πειρασμούς, τὰ
βασανιστήρια καὶ τὴν ἀγωνία ποὺ θ' ἀντιμετωπίσει ὁ πιστὸς τοῦ Χριστοῦ στὸ δρόμο του.
Όλ' αὐτὰ εἶναι ἀπαραίτητα σ' ἐκεῖνον ποὺ ἀγαπᾷ ἀληθινά, γιὰ νὰ κάνουν τὴν ἀγάπη δυνατή.
Όλ' αὐτὰ εἶναι ἀναπόφευκτα, ἀναγκαῖα, ὅπως τὸ πικρὸ φάρμακο ποὺ πρέπει νὰ πάρει ὁ
ἄρρωστος ἄνθρωπος γιὰ νὰ θεραπευτεῖ. Κάθε πιστὸς τοῦ Χριστοῦ θὰ συναντήσει στὸ δρόμο
του ὀδυνηροὺς πειρασμούς, βασανιστήρια, ἀγωνία. Κι ὁ σταυρὸς κάθε πιστοῦ θὰ εἶναι
διαφορετικός. Γι' αὐτὸ κι ὁ Χριστὸς λέει πῶς ὁ καθένας θὰ φέρει τὸ δικό του σταυρό.
Μὲ τὴ λέξη σταυρὸς ὅμως δὲν πρέπει νὰ ἐννοήσουμε μόνο τὰ βάσανα καὶ τὸν πόνο ποὺ
ἀντιμετωπίζει ὁ ἄνθρωπος ἐξωτερικά. Εἶναι καὶ τὰ ἐσωτερικὰ βάσανα κι οἱ πόνοι ποὺ
συνοδεύουν το χωρισμὸ τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, ὅταν χωρίζεται ἀπὸ τὸν παλαιὸ
ἄνθρωπο, ἀπὸ τίς ἁμαρτωλὲς συνήθειες καὶ τὰ πάθη του, ἀπὸ τὸ σῶμα του. Αὐτὸς εἶναι
ἴσως ὁ μεγαλύτερος σταυρός. Ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ τὸν κουβαλήσει χωρὶς τὴ βοήθεια
τοῦ Θεοῦ κι ἂν δὲν ἀγαπᾷ πολὺ τὸ Χριστό. Εἶναι ὅμως ἕνας σταυρὸς ποὺ πρέπει
ὁπωσδήποτε νὰ φέρει στοὺς ὤμους του.

[8]
Λίγο ἀργότερα εἶπε ὁ Κύριος: «Ὁ εὑρῶν τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἀπολέσει αὐτήν, καὶ ὁ
ἀπωλέσας τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἕνεκεν ἐμοῦ εὑρήσει αὐτήν» (Ματθ. ἰ' 39). Αὐτὸ σημαίνει πῶς
ἐκεῖνος ποὺ προσέχει ἰδιαίτερα τὴν παλιὰ ψυχή του, ποὺ εἶναι ὁλόκληρη κηλιδωμένη ἀπὸ
τὴν ἁμαρτία καὶ μολυσμένη ἀπὸ τὰ πάθη, σίγουρα θὰ τὴ χάσει. Τίποτα ἀκάθαρτο ἢ ρυπαρὸ
δὲν μπορεῖ νὰ παραστεῖ μπροστὰ στὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ. Ὅποιος ὅμως χάνει τὴν παλιά του
ψυχή, τὴν ἀπορρίπτει καὶ τὴν ἀπομακρύνει γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ, γιὰ χάρη τῆς
ἀναγέννησης καὶ ἀνακαίνισής της, γιὰ χάρη τοῦ καινοῦ ἀνθρώπου, τῆς καινῆς ψυχῆς,
ἐκεῖνος θὰ τὴ βρεῖ. Θὰ βρεὶ δηλαδὴ τὴν καινούργια αὐτὴ ψυχὴ ἑκατὸ φορὲς λαμπρότερη
καὶ πλουσιότερη ἀπὸ τὴν παλιά. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, ἐκεῖνος ποὺ ἐγκαταλείπει πατέρα ἢ
μητέρα, ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφές, σύζυγο ἢ παιδιά, θ' ἀνταμειφθεῖ ἑκατὸ φορὲς πλουσιότερα.
Τέλος μὲ τὸ σταυρὸ πρέπει νὰ κατανοήσουμε τὸν τίμιο καὶ ζωοποιὸ Σταυρὸ τοῦ Κυρίου.
Δὲν ἀφήνουμε κατὰ μέρος μιὰ δοκιμασία γιὰ νὰ τὴν ἀλλάξουμε μὲ μιὰν ἄλλη, παρόμοια.
Φορτωνόμαστε πάνω μας το Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ τίς δοκιμασίες, τὸν πόνο, τὰ
βασανιστήρια, γιὰ νὰ καθαριστοῦμε ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, γιὰ τὴν ἀνακαίνιση τῆς ψυχῆς μας
καὶ γιὰ τὴν αἰώνια ζωή.
Νὰ τί εἶπε ὁ ἀπόστολος Παῦλος γιά το Σταυρὸ τοῦ Κυρίου: «Ἐμοί δὲ μὴ γένοιτο
καυχᾶσθαι εἰ μὴ ἐν τῷ σταυρῶ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, δι' οὐ ἐμοὶ κόσμος
ἐσταύρωται, κἀγώ τῷ κόσμῳ» (Γαλ. στ' 14). Ὁ κόσμος ἔχει νεκρωθεῖ γι' αὐτὸν ποὺ φέρει το
Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ, ὅπως κι ὁ ἴδιος γιὰ τὸν κόσμο. Νεκρὸς γιὰ τὸν κόσμο, ἀλλὰ ζωντανὸς
γιὰ τὸ Θεό. Τὸ ὅτι ὁ Σταυρὸς αὐτὸς σὲ ἄλλους μὲν εἶναι σκάνδαλο καὶ σὲ ἄλλους μωρία
(βλ. A΄ Κορ. ἅ ́ 23), δὲν εἶναι κάτι περίεργο. Οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἐξακολουθοῦν νὰ θάλπουν
τὴν παλιά, τὴν ἁμαρτωλὴ ψυχή, ἐκεῖνοι δηλαδὴ ποῦ εἶναι δοῦλοι τοῦ κόσμου καὶ τῶν
σωματικῶν ἐπιθυμιῶν τους, δὲν μποροῦν νὰ καταλάβουν κανένα εἶδος δοκιμασίας, παρὰ
μόνο γιὰ κάποιο ἐγκόσμιο κέρδος, ὅπως ὑγεία, πλούτη, τιμὴ ἢ δόξα. Ὁ Σταυρὸς τοῦ
Χριστοῦ σημαίνει πόνο καὶ δοκιμασίες, ποὺ ὁ ἄνθρωπος ὑπομένει γιὰ τὴν ὑγεία καὶ τὸν
πλουτισμὸ τῆς ψυχῆς του, γιὰ τὴν τιμὴ καὶ τὴ δόξα τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Βασιλιᾶ τῆς Καινῆς
Βασιλείας καὶ τῆς μόνης ἀγάπης ἐκείνων ποῦ τὸν ὁμολογοῦν.
«Τότε ἀποκριθεὶς ὁ Πέτρος εἶπεν αὐτῷ ἰδοὺ ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καὶ ἤκολουθήσαμέν
σοί: τί ἄρα ἔσται ἡμῖν;» (Ματθ. ἴθ' 27). Πότε ἔκανε τὴν ἐρώτηση αὐτὴ ὁ ἀπόστολος Πέτρος;
Τὴν ὥρα ποὺ ὁ Κύριος συμβούλεψε τὸν πλούσιο νεανία, ποὺ ἀναζητοῦσε τὴν αἰώνια ζωή,
νὰ πάει νὰ πουλήσει ὅλα του τὰ ὑπάρχοντα, νὰ τὰ δώσει στοὺς φτωχοὺς κι ἔπειτα νὰ τὸν
ἀκολουθήσει. Κι ὁ νεανίας «ἀπῆλθε λυπούμενος ἢν γὰρ ἔχων κτήματα πολλά» (Ματθ. ἴθ'
22). Τότε ἔκανε τὴν ἐρώτηση αὐτὴ ὁ Πέτρος κι ἡ Ἐκκλησία τοποθέτησε τὸ περιστατικὸ
αὐτὸ μαζὶ μὲ τὸ πρῶτο μέρος τῆς σημερινῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς, ἐπειδὴ ἔχει στενὴ
πνευματικὴ συνάφεια μαζί της. Ὁ ἅγιος Πέτρος ρώτησε ἐξ ὀνόματος ὅλων τῶν ἀποστόλων,
τί θὰ γινόταν μ' αὐτούς. Τὰ εἶχαν ἀφήσει ὅλα: τὰ σπίτια τους, τίς οἰκογένειές τους, τὴ
δουλειά τους καὶ τὸν ἀκολούθησαν.
«Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὑμεῖς οἱ ἀκολουθήσαντές μοι, ἐν τῇ
παλιγγενεσίᾳ, ὅταν καθίσῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ, καθίσεσθε καὶ
ὑμεῖς ἐπὶ δώδεκα θρόνους κρίνοντες τὰς δώδεκα φυλὰς τοῦ Ἰσραήλ» (Ματθ. ιθ' 28). Ἡ
ἀπάντηση ποὺ ἔδωσε ὁ Χριστὸς στὸν Πέτρο ἀπευθυνόταν σ' ὅλους τοὺς ἀποστόλους. Εἶπεν
αὐτοῖς, γράφει ὁ εὐαγγελιστής. Ἀνάμεσά τους ὅμως ἦταν κι ὁ Ἰούδας. Θὰ καθήσει κι αὐτὸς
στὸ θρόνο; Τότε ὁ Ἰούδας δὲν εἶχε ἀκόμα προδώσει τὸ Χριστό, μ' ὅλο ποὺ ἡ προδοσία εἶχε
κιόλας ριζώσει στὴν καρδιά του. Ὁ Κύριος γνώριζε ἀπὸ πρὶν πῶς ὁ Ἰούδας θὰ τὸν
προδώσει, γι' αὐτὸ καὶ μίλησε ὑποθετικά, μὲ προσοχή. Δὲν εἶπε «ὅλοι ἐσεῖς», ἀλλὰ ὑμεῖς οἱ
ἀκολουθήσαντές μοι. Μὲ τὰ λόγια αὐτὰ ὁ Ἰούδας ὁ προδότης ἀποκλειόταν, γιατί αὐτὸς
[9]
βάδισε ἕνα μέρος τοῦ δρόμου μαζὶ μὲ τὸ Χριστό, δὲν τὸν ἀκολούθησε ἀληθινά. Σύντομα θ'
ἀποχωριζόταν ὁριστικὰ ἀπὸ τὸ Χριστὸ καὶ τοὺς ἀποστόλους. Καὶ τότε κάποιος ἄλλος θὰ
παιρνε τὴ θέση του καὶ θὰ καθόταν στὸ θρόνο του.
Ὁ Κύριος ὑποσχέθηκε πολὺ μεγάλη ἀνταμοιβὴ στοὺς πιστοὺς ἀποστόλους Του. Θὰ
γίνονταν κριτὲς ὁλόκληρου τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ. Ὄχι τοῦ κόσμου ὁλόκληρου, ἀφοῦ
κριτὴς τῆς οἰκουμένης θὰ γινόταν ὁ ἴδιος. Οἱ ἀπόστολοι θὰ ἔκριναν τίς φυλὲς τοῦ Ἰσραήλ,
ἀπ' ὅπου κατάγονταν. Τὸ ἔθνος αὐτὸ θὰ ἔκρινε τοὺς ἀποστόλους σ' αὐτὴ τὴ ζωή. Οἱ
ἀπόστολοι ὅμως θά το κρίνουν στὴν Τελικὴ Κρίση, τότε ποὺ ὅλοι οἱ λαοὶ κι ὅλα τὰ ἔθνη θὰ
χωριστοῦν στὰ δεξιὰ καί το ἀριστερά, τότε ποὺ μερικοὶ θὰ κληθοῦν στὴν αἰώνια
μακαριότητα κι ἄλλοι στὴν αἰώνια κόλαση. Τότε, σ' αὐτὴ τὴ νέα κτίση, οἱ ἀπόστολοι θὰ
καθίσουν σὲ δώδεκα θρόνους δόξης στὰ δεξιὰ τοῦ Κυρίου καὶ θὰ κρίνουν το λαό τους,
ἐκείνους ποὺ σ' αὐτὴ τὴ ζωὴ εἶχαν γίνει κριτές τους. Κι ἡ κρίση τους δὲ θὰ εἶναι κρίση
ἐκδίκησης, μὰ δικαιοσύνης.
Ἡ ἀπάντηση τοῦ Χριστοῦ στοὺς
ἀποστόλους ἀφοροῦσε μόνο σ' αὐτούς.
Στὴν ἀπάντησή Τοῦ αὐτὴ ὅμως πρόσθεσε
κάτι ποὺ ἐφαρμόζεται σ' ὅλους τοὺς
πιστούς, κάθε ἐποχῆς: «Καὶ πὰς ὸς
ἀφῆκεν οἰκίας ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφὰς ἢ
πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἢ
ἀγροὺς ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός μου,
ἑκατονταπλασίονα λήψεται καὶ ζωὴν
αἰώνιον κληρονομήσει» (Ματθ. ἴθ' 29). Οἱ
ἀπόστολοι κι οἱ ἅγιοι δὲν ἔλαβαν ἑκατὸ
φορὲς περισσότερα ἀπ' ὅσα εἶχαν ἀφήσει
γιὰ χάρη τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ;
Ἑκατοντάδες ἑκατοντάδων ἐκκλησίες δὲν
ἔχουν οἰκοδομηθεῖ σ' ὅλο τὸν κόσμο καὶ
φέρουν τὸ ὄνομά τους; Ἑκατοντάδες ἢ
μᾶλλον ἑκατομμύρια ἄνθρωποι, ἄντρες
καὶ γυναῖκες, δὲν τοὺς ὀνομάζουν
πνευματικοὺς πατέρες κι ἀδελφούς; Ἡ
ὑπόσχεση ποὺ ἔδωσε ὁ Θεὸς στὸν
Ἀβραὰμ ἐκπληρώθηκε κυριολεκτικὰ
στοὺς ἁγίους τοῦ Θεοῦ. Τὰ πνευματικά
τους παιδιὰ ἐπληθύνθησαν, ἔγιναν
πραγματικὰ «ὼς τοὺς ἀστέρας τοῦ
οὐρανοῦ καὶ ὡς τὴν ἄμμον την παρὰ τὸ
χεῖλος τῆς θαλάσσης» (Γέν. ἅ' 17). Ἄν
γυναῖκες όσίες, μάρτυρες καὶ παρθένες, δὲν εἶχαν γίνει πνευματικὲς μητέρες κι ἀδελφὲς σὲ
πολλοὺς πιστούς, ποιοὶ θ' ἀκολουθοῦσαν τὸ παράδειγμά τους καὶ θά γίνονταν μαθητὲς τοῦ
Χριστοῦ; Δὲν ὑπάρχουν καὶ σήμερα ἀπόστολοι καὶ ἅγιοι στὴ γῆ, ὅπως ὑπῆρχαν σ' ὅλη τὴ
διάρκεια τῆς ἱστορίας τῆς χριστιανικῆς Ἐκκλησίας; Ὅταν ἐγκατέλειψαν τὰ σπίτια καὶ τὴ γῆ
τους, δὲν ἔγιναν ὅλα τὰ σπίτια κι ἡ γῆ τῶν πιστῶν δικά τους σπίτια, δική τους γῆ; Ἄφησαν
λίγα - ἀκόμα καὶ στὴν ἀρχὴ τῆς ἀποστολικῆς διακονίας τους - καὶ ἔλαβαν πολλά. Δὲν ἦταν
φτωχοί, οὔτε τοὺς ἔλειπε τίποτε (βλ. Πράξ. δ' 34). Τὰ πνευματικὰ παιδιὰ εἶναι πολὺ

[10]
περισσότερα ἀπὸ τὰ φυσικά. Τὸ πνευματικὸ κέρδος εἶναι μεγαλύτερο ἀπὸ τὸ ὑλικό. Κι ὁ
Κύριος προσθέτει πῶς ὅλοι, πάνω ἀπ' ὅλα, θὰ κερδίσουν τὴν αἰώνια ζωή.
Μὲ τὴν πνευματικὴ ἔννοια τὸ σπίτι ὑποδηλώνει τὴν παλαιά, τὴν ἁμαρτωλὴ ψυχή.
Ἄδελφοὺς ἢ ἀδελφὰς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναῖκα, εἶναι οἱ ἐγκόσμιοι δεσμοὶ τῆς ψυχῆς.
Παιδιὰ εἶναι οἱ ἁμαρτωλές μας πράξεις. Γῆ εἶναι ὁλόκληρος ὁ αἰσθητὸς κόσμος, μαζὶ μὲ τὰ
σώματά μας. Ἐκεῖνος ποὺ τὰ ἐγκαταλείπει όλ' αὐτὰ γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ, θὰ λάβει ἑκατὸ
φορὲς περισσότερα, ἀλλὰ καὶ καλύτερα ἀπ' αὐτὰ ποὺ εἶχε πρίν. Καὶ πάνω ἀπ' ὅλα, θὰ λάβει
αἰώνια ζωή.
Ὁ Κύριος χρησιμοποιεῖ τὸν ἀριθμὸ ἑκατό, ἐπειδὴ αὐτὸς ἐκφράζει τὴν πληρότητα τῶν
δωρεῶν ποὺ θὰ λάβει ὁ πιστός. Ὄχι ἑκατοντάδες, μὰ χιλιάδες χιλιάδων ἄντρες καὶ γυναῖκες
τὰ ἐγκατέλειψαν όλ' αὐτὰ καὶ τὰ ἔλαβαν ὅλα. Σ' αὐτοὺς καὶ σ' ὅλους τοὺς ὁμοίους τοὺς ἔχει
ἀφιερωθεῖ ἡ σημερινὴ Κυριακή. Μερικοὶ ἅγιοι μνημονεύονται ἰδιαίτερα στὴ διάρκεια τοῦ
ἔτους. Αὐτοὶ εἶναι οἱ πιὸ γνωστοί. Ἐκτὸς ἀπ' αὐτοὺς ὅμως ὑπάρχει ἕνας τεράστιος ἀριθμὸς
ἁγίων ποὺ παραμένουν ἄγνωστοι στοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ εἶναι τὸ ἴδιο γνωστοὶ στὸν ζῶντα
καὶ πάνσοφο Θεό. Ὅλοι μαζὶ σχηματίζουν τὴν ἔνδοξη Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ στὸν οὐρανὸ
καὶ βρίσκονται σὲ στενὴ σχέση μαζί μας, ποὺ ἀπαρτίζουμε τὴ στρατευόμενη Ἐκκλησία τοῦ
Χριστοῦ στὴ γῆ. Ἀνάμεσα στοὺς ἁγίους Του ὁ Χριστὸς λάμπει ὅπως ὁ ἥλιος ἀνάμεσα στὰ
ἄστρα. Γιατί ἐκεῖνοι εἶναι «μέλη τοῦ σώματος αὐτοῦ» (Ἐφ. ἔ' 30). Εἶναι ζωντανοὶ καὶ
δυνατοί, κοντὰ στὸ Θεό. Ἀλλὰ εἶναι καὶ σὲ μᾶς κοντά. Παρατηροῦν διαρκῶς τὴ ζωὴ τῆς
Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ στὴ γῆ. Μᾶς συνοδεύουν ἄγρυπνα ἀπὸ τὴ γέννηση ώς το θάνατό μας.
Ἀκοῦν τίς ἱκεσίες μας, γνωρίζουν τὰ προβλήματά μας καὶ μᾶς βοηθοῦν μὲ τὴ δύναμη καὶ τίς
προσευχές τους, ποὺ ἀνέρχονται «ὡς ὀσμὴ εὐωδίας πνευματικῆς» στὸν οὐρανό, στὸ θρόνο
τοῦ Θεοῦ (βλ. Ἀποκ. ἡ 3,4).

Αὐτοὶ εἶναι οἱ μεγαλομάρτυρες τοῦ Χριστοῦ, ἄντρες καὶ γυναῖκες, οἱ ὅσιοι καὶ θεοφόροι
πατέρες, ἱερεῖς καὶ διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοσιωμένοι βασιλεῖς καὶ βασίλισσες ποὺ
ὑπερασπίστηκαν τὴν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τοὺς διῶκτες της ὁμολογητὲς καὶ ἐρημῖτες,
ἀσκητὲς καὶ ἀναχωρητές, στυλίτες καὶ διὰ Χριστὸν σαλοί, κοντολογὶς ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ ἡ
ἀγάπη τοὺς για τὸ Χριστὸ ἐπισκίασε κάθε ἄλλη ἀγάπη στὴ γῆ καί ποῦ στὸ ὄνομα τοῦ
Χριστοῦ τὰ ἐγκατέλειψαν ὅλα καὶ ὑπόμειναν ὡς τὸ τέλος. Ὅλοι αὐτοὶ σώθηκαν οἱ ἴδιοι
ἀλλὰ ἔσωσαν καὶ ἄλλους. Ἐκεῖνοι μᾶς βοηθοῦν σήμερα νὰ βροῦμε καὶ μεῖς τὴ σωτηρία
μας. Ἐκεῖνοι δὲν ἔχουν καμιὰ ἰδιοτέλεια ἢ φθόνο. Ὅσο μεγαλύτερο πλῆθος ἀντρῶν καὶ
γυναικῶν σωθοῦν καὶ τοὺς συναντήσουν στὴ δόξα ἐκείνη ὅπου βρίσκονται κι οἱ ἴδιοι, τόσο
περισσότερο χαίρονται. Ὅλοι αὐτοὶ ἦταν νικητὲς μὲ τὴν πίστη. Κατέσβεσαν τὴν πύρινη
δύναμη ποὺ μὲ τὴ μορφὴ τῶν παθῶν κατέκαιγε τὴν ἀδύναμη φύση τοῦ ἀνθρώπου. Πολλοὶ
ἀπ' αὐτοὺς ὑπόμειναν ἐγκόσμιους χλευασμοὺς κι ἐπιθέσεις, ἁλυσίδες, φυλακές,

[11]
λιθοβολισμό. Πολλοὶ ἀπ' αὐτούς, γιὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἦταν ἄξιος ὁ κόσμος,
περιπλανήθηκαν στὴ γῆ, «ἐν ἐρημίαις πλανώμενοι καὶ ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταῖς ὀπαῖς
τῆς γῆς» (Ἐβρ. ἰα' 38). Ἡ ζωὴ αὐτὴ εἶναι μιᾷ δοκιμασίᾳ γιά μας. Ἡ ἀνταμοιβή μας δίδεται
στὸν ἄλλο κόσμο, το μέλλοντα. Ἐκεῖνοι πέρασαν τὴ δοκιμασία μὲ ἐπιτυχία καὶ τώρα μᾶς
προσφέρουν τὴ βοήθειά τους γιὰ νὰ μὴ ντροπιαστοῦμε, ἀλλὰ νὰ περάσουμε τὴ δοκιμασία
ὅπως καὶ κεῖνοι, νὰ γίνουμε σὰν κι αὐτοὺς στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Πραγματικά,
«θαυμαστὸς ὁ Θεὸς ἐν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ!»
Ἡ Ἐκκλησία σκόπιμα γιορτάζει τὴν Κυριακὴ τῶν Ἁγίων Πάντων μιὰ Κυριακὴ μετὰ τὴ
γιορτὴ τῆς καθόδου τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Κι αὐτὸ γιὰ δική μας ὠφέλεια, γιὰ νὰ μᾶς
διδάξει πῶς οἱ ἀπόστολοι κι ὅλοι οἱ ἅγιοι ἀποδείχτηκε πῶς ἦταν οἱ μεγαλύτεροι ἥρωες στὴν
ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας, ὄχι τόσο μὲ τὴ δική τους δύναμη, ὅσο μὲ τὴν εὐλογημένη
δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀνατράφηκαν μὲ τὸν ἄρτο τοῦ Θεοῦ, πού χορηγεῖ ἡ πρόνοιά
Τοῦ, καὶ ὁπλίστηκαν μὲ τὰ ὅπλα Του. Ἔτσι ἦταν ἕτοιμοι ν' ἀντέξουν στὴ μάχη, νὰ τὰ
ὑπομείνουν ὅλα καὶ νὰ ναὶ νικηφόροι σὲ ὅλα.
(Ὁ ὅσιος Μακάριος ὁ Μέγας δίδασκε ἀπὸ τὴ δική του ἐμπειρία, πῶς ὁ ἄνθρωπος πρέπει
ἀπὸ μόνος τοῦ ν' ἀσκεῖ τὰ καλὰ ἔργα γιὰ μακρὺ χρονικὸ διάστημα, μὲ μεγάλη προσπάθεια
κι ἀποφασιστικότητα, καὶ στὸ τέλος «ὁ Θεὸς ἔρχεται, ἐνοικεῖ σ' αὐτὸν κι αὐτὸς στὸν Κύριο
καὶ τότε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος σπέρνει τίς ἐντολές Του μέσα του καὶ τὸν γεμίζει μὲ πνευματικοὺς
καρποὺς» Όμιλία 19).
Ὅπως γίνεται μὲ τὸ παράδειγμα τῶν ἀποστόλων, ἔτσι καὶ τὰ παραδείγματα ὅλων τῶν
ἁγίων μας ἀποκαλύπτουν καθαρὰ τὴ μέγιστη καὶ γλυκιὰ ἀλήθεια πῶς ὁ Θεὸς δὲ στέλνει
τοὺς δούλους Του στὶς κοιλάδες χωρὶς φαγητό, οὔτε τοὺς γιούς του στοὺς ἀγροὺς χωρὶς
ἐργαλεῖα, οὔτε καὶ τοὺς στρατιῶτες στὴ μάχη δίχως ὅπλα. Ὕμνος καὶ δόξα πρέπει γι' αὐτὸ
στὸν Ὕψιστο Κύριο, ποὺ δοξάζει τοὺς ἁγίους Του μὲ νῖκες καὶ ἀντιδοξάζεται ἀπ' αὐτούς.
«Πολλοὶ δὲ ἔσονται πρῶτοι ἔσχατοι καὶ ἔσχατοι πρῶτοι» (Ματθ. ιθ' 30). Μ' αὐτὸν τὸν
τρόπο τέλειωσε ὁ Κύριος τὰ προφητικά Του λόγια πρὸς τοὺς ἀποστόλους. Λόγια ποὺ μέχρι
σήμερα ἐκπληρώνονται, μ' ὅλο ποὺ στὴν πληρότητά τους θὰ ἐκπληρωθοῦν στὴν Τελικὴ
Κρίση. Τοὺς ἀποστόλους στὸ Ἰσραὴλ τοὺς λογάριαζαν «ἔσχατους». Οἱ Φαρισαῖοι κι οἱ
ὑποκριτὲς ποὺ καταδίωκαν τοὺς ἀποστόλους, λογαριάζονταν «πρῶτοι». «Ὡς
περικαθάρματα τοῦ κόσμου ἐγενήθημεν, πάντων περίφημα ἕως ἄρτι» (A΄ Κορ. δ' 13). Οἱ
ἀπόστολοι ὅμως ἔγιναν πρῶτοι κι οἱ διῶκτες τους ἔσχατοι, τόσο στὴ γῆ ὅσο καὶ στὸν
οὐρανό. Ὁ προδότης Ἰούδας ἦταν ἀνάμεσα στοὺς πρώτους. Μὲ τὴν προδοσία τοῦ Χριστοῦ
ὅμως ἔγινε ἔσχατος. Πολλοὶ ἅγιοι λογαριάζονταν ἔσχατοι, μὰ στὴν οὐράνια βασιλεία ἔγιναν
πρῶτοι. Οἱ βασανιστὲς κι ἐκεῖνοι ποὺ τοὺς ἐνέπαιζαν, ἀπὸ τὴν πρώτη τιμητικὴ θέση κι ἀπὸ
τὴ δόξα αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ἔπεσαν στὴν τελευταία. Στὴν Τελικὴ Κρίση
θ' ἀποκαλυφθεῖ καθαρὰ πόσο πολλοί, ποὺ τώρα ἀνάμεσά μας φαίνονται πρῶτοι, θὰ
καταλάβουν τὴν τελευταία θέση πόσο πολλοί, ποὺ βλέπουν τὸν ἑαυτό τους ἀλλὰ κι ἄλλοι
τοὺς βλέπουν στὴν τελευταία θέση, θ' ἀνυψωθοῦν στὴν πρώτη.
Ἡ παράγραφος αὐτὴ ἔχει καὶ τὴ βαθύτερη, τὴν Ἡ πνευματικὴ σημασία της. Μέσα στὸν
καθένα μας γίνεται μιὰ πάλη ἀνάμεσα στὸν κατώτερο καὶ τὸν ἀνώτερο ἄνθρωπο. Ὅταν
μέσα μας βασιλεύει ἐκεῖνος ποὺ εἶναι μικρόψυχος, κακός, ἁμαρτωλὸς καὶ δειλός, τότε στὴν
ψυχή μας ὑπερτερεῖ καὶ βασιλεύει ὁ κατώτερος ἄνθρωπος. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐξομολογεῖται
τὴν ἁμαρτία του, μετανοεῖ καὶ κοινωνεῖ τὰ ἄχραντα μυστήρια τοῦ Χριστοῦ, τότε ὁ
κατώτερος ἄνθρωπος μέσα του ὑποχωρεῖ ἀπὸ τὴν πρώτη θέση στὴν τελευταία κι ὁ
ἀνώτερος ἄνθρωπος ἀνεβαίνει ἀπὸ τὴν τελευταία θέση στὴν πρώτη. Ὅταν τὸ κάλλος κι ἡ

[12]
ἀγαθότητα τοῦ Χριστοῦ κυριαρχοῦν μέσα μας, μὲ ταπείνωση καὶ ὑπακοὴ στὸ Χριστό, μὲ
πίστη καὶ καλὰ ἔργα, τότε ὁ ἀνώτερος ἄνθρωπος βρίσκεται στὴν πρώτη θέση κι ὁ
κατώτερος στὴν τελευταία. Ἀλίμονο ὅμως! Συμβαίνει σὲ μερικὲς περιπτώσεις ὁ καλὸς κι
ἀφοσιωμένος ἄνθρωπος ν' ἀποκτήσει ὑπερβολικὴ αὐτοπεποίθηση, νὰ γίνει ἔτσι
ὑπερήφανος, κι ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια νὰ πέσει σ' ὅλα τὰ κακά. Τότε ὁ κατώτερος ἄνθρωπος
σκαρφαλώνει στὴν πρώτη θέση κι ὁ ἀνώτερος γλιστράει στὴν τελευταία. Ἔτσι ὁ πρῶτος
γίνεται ἔσχατος κι ὁ ἔσχατος πρῶτος.
Πρέπει λοιπὸν ν' ἀγρυπνοῦμε διαρκῶς καὶ νὰ προσέχουμε, νὰ μὴν ἐμπιστευόμαστε
ὑπερβολικὰ τὸν ἑαυτό μας, ἀλλὰ τὴν ἐλπίδα μας ὅλη νὰ τὴν ἀναθέτουμε μὲ προσευχὴ στὸν
Κύριο καὶ στὰ νικηφόρα ὅπλα τῆς θεϊκῆς Του δύναμης: «Πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμουντί
με Χριστῷ» (Φιλιπ. δ' 13), γράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Τὰ πάντα μποροῦμε νὰ κάνουμε,
παντοδύναμε Κύριε, μὲ Σένα καὶ τὴν παντοτεινὴ παρουσία Σου μέσα μας. Μόνοι μας τίποτα
δὲν εἴμαστε ἄξιοι νὰ κάνουμε, παρὰ μόνο τὴν ἁμαρτία. Χωρὶς Ἐσένα, τὸν Οἰκοδεσπότη
μας, πεινᾶμε. Χωρὶς Ἐσένα, τὸν Πατέρα μας, εἴμαστε γυμνοί. Χωρὶς Ἐσένα, τὸν Ἀρχηγό
μας, εἴμαστε ἄοπλοι κι ἀδύναμοι. Μαζὶ Σοῦ ὅμως, Σωτῆρα μας, ἔχουμε τὰ πάντα, μποροῦμε
νὰ κάνουμε τὰ πάντα. Μ' εὐγνωμοσύνη καὶ δοξολογία προσευχόμαστε: Μή μας
ἐγκαταλείπεις, μή μας στερεῖς τὴ βοήθειά Σοῦ ὅσο ζουμε! Σὲ Σένα πρέπει ἡ δόξα, Κύριε
Ἰησοῦ, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα
καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

[13]
(Ἡ κλήση τῶν ἀποστόλων)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
δ΄ 18 – 23
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, περιπατῶν δὲ παρὰ τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας εἶδεν δύο ἀδελφούς,
Σίμωνα τὸν λεγόμενον Πέτρον καὶ Ἀνδρέαν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, βάλλοντας ἀμφίβληστρον εἰς τὴν
θάλασσαν· ἦσαν γὰρ ἁλιεῖς. 19καὶ λέγει αὐτοῖς· Δεῦτε ὀπίσω μου, καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς
ἀνθρώπων. 20οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ. 21Καὶ προβὰς ἐκεῖθεν εἶδεν
ἄλλους δύο ἀδελφούς, Ἰάκωβον τὸν τοῦ Ζεβεδαίου καὶ Ἰωάννην τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, ἐν τῷ πλοίῳ
μετὰ Ζεβεδαίου τοῦ πατρὸς αὐτῶν καταρτίζοντας τὰ δίκτυα αὐτῶν· καὶ ἐκάλεσεν αὐτούς. 22οἱ δὲ
εὐθέως ἀφέντες τὸ πλοῖον καὶ τὸν πατέρα αὐτῶν ἠκολούθησαν αὐτῷ. 23Καὶ περιῆγεν ὅλην τὴν
Γαλιλαίαν ὁ Ἰησοῦς, διδάσκων ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν καὶ κηρύσσων τὸ εὐαγγέλιον τῆς
βασιλείας καὶ θεραπεύων πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ.

Γιατί οἱ ἄνθρωποι εἶναι πάντα τόσο βιαστικοὶ σήμερα; Γιὰ νὰ δοῦν ὅσο γίνεται πιὸ
γρήγορα τὴν ἐπιτυχία τῶν προσπαθειῶν τους. Κι ἡ ἐπιτυχία ἔρχεται καὶ παρέρχεται,
ἀφήνοντας πίσω της κάποια ἴχνη λύπης.
Γιατί οἱ γιοὶ τῶν ἀνθρώπων εἶναι τόσο βιαστικοὶ σήμερα; Γιὰ νὰ δρέψουν τοὺς καρποὺς
τῶν ἀγώνων τους τὸ συντομότερο δυνατό. Κι οἱ καρποὶ ἔρχονται καὶ παρέρχονται,
ἀφήνοντας πίσω τους τὰ ἴχνη κάποιας πικρίας.
Ὅταν ἔρχεται ὁ θάνατος, οἱ σημερινοὶ ἄνθρωποι πεθαίνουν βλέποντας τὸν ἑαυτό τους
στὸ παρελθόν. Βλέπουν τίς ἐπιτυχίες τους ποὺ ἔχουν ξεχαστεῖ, τοὺς θερισμένους καρποὺς
ποὺ ἔχουν σαπίσει. Μὲ τὸ δικό τους θάνατο, χάνονται καὶ τὰ τελευταῖα ἴχνη τῶν
προσπαθειῶν καὶ τῶν καρπῶν τους. Ἐκεῖνοι ποὺ ἔρχονται μετὰ ἀπ' αὐτοὺς σπέρνουν μὲ τὴν
ἴδια βιασύνη, θερίζουν τοὺς καρπούς, τοὺς τρῶνε κι ἔπειτα φεύγουν γυμνοὶ καὶ ἄδειοι ἀπ'
αὐτὸν τὸν κόσμο.
Οἱ ἄνθρωποι ἔτσι ἐξελίσσονται. Δὲ γίνεται τὸ ἴδιο ὅμως μέ το Θεό. Οἱ ἄνθρωποι
παρατηροῦν πῶς ἀντιμετωπίζουν τὰ πράγματα οἱ ἴδιοι καὶ πῶς τὸ ἀντιμετωπίζει ὁ Θεὸς καὶ
λένε: Οἱ μύλοι τοῦ Θεοῦ ἀλέθουν ἀργά, ἀλλ' ἀλέθουν πολὺ καλά.
Ὁ Θεὸς ἴσως ἀργεῖ στὴ μιὰ γενιά, ἀλλὰ δὲν ἀργεῖ σ' ὅλο τὸ φάσμα τῶν γενεῶν. Συχνὰ
σπείρει στὴ μιὰ γενιὰ καὶ θερίζει στὴν ἄλλη. Ἔτσι ἡ πρώτη γενιὰ (τότε ποὺ σπέρνει ὁ Θεὸς)
λέει πῶς ὁ Θεὸς εἶναι ἀργός. Ἡ ἄλλη γενιά, τότε ποὺ θερίζει ὁ Θεός, λέει πῶς εἶναι ταχύς.
Στὶς δικές μας, τίς ἀνθρώπινες ἐνασχολήσεις, κάθε θερισμὸς δὲν εἶναι πιὸ γρήγορος ἀπὸ τὸ
ὄργωμα, τὴ σπορά, τὸ ξεχορτάριασμα καὶ τὴν ἀνιαρὴ περίοδο ἀναμονῆς τῆς ὡρίμανσης τοῦ
καρποῦ; Ὁ Θεὸς ὅμως δὲν εἶναι οὔτε ἀργὸς οὔτε γρήγορος. "Ἔχει το ρυθμό Του καὶ δὲν τὸν
ἐγκαταλείπει. Τὸ μυρμήγκι βλέπει μόνο τὴ μυρμηγκοφωλιά του. Ὁ ἀγρότης ὅμως
παρατηρεῖ ὅλον τὸν ἀγρό.
Ἄν ὁ Χριστὸς ἐνεργοῦσε σύμφωνα μὲ τὸν τρόπο τῶν ἀνθρώπων, δὲ θὰ εἶχε διαλέξει γιὰ
ἀποστόλους Του δώδεκα ψαρᾶδες, ἀλλὰ μᾶλλον δώδεκα βασιλιᾶδες τῆς γῆς. Ἄν ἤθελε νὰ
‘χεῖ ἄμεση ἐπιτυχία στὸ ἔργο Του καὶ νὰ δρέψει τοὺς καρποὺς τῶν ἀγώνων Του, μὲ τὴν
ἀκατανίκητη δύναμή Τοῦ θὰ εἶχε διαλέξει δώδεκα ἀπὸ τοὺς πιὸ δυνατοὺς βασιλιᾶδες τοῦ
κόσμου γιὰ νὰ τοὺς κάνει ὀπαδοὺς καὶ ἀποστόλους Του. Σκέψου ἁπλᾶ πῶς θὰ μποροῦσε
[14]
ἀμέσως ὁ Χριστός, σὲ μιά στιγμή, νὰ γίνει γνωστὸς σ' ὁλόκληρο τὸν κόσμο: πόσο γρήγορα
θὰ διαδίδονταν τότε ἡ διδασκαλία Του! Πῶς θὰ ἐξαφανίζονταν τὰ εἴδωλα ἐν ριπῇ
ὀφθαλμοῦ μ' ἕνα αὐτοκρατορικὸ διάταγμα! Πῶς θὰ μετατρέπονταν ὅλοι οἱ εἰδωλολατρικοὶ
ναοὶ σὲ χριστιανικούς! Πῶς θὰ σταματοῦσαν ἀμέσως οἱ θυσίες ζώων στοὺς θεοὺς καὶ τοὺς
καπνοὺς ἀπὸ τίς θυσίες θ' ἀντικαθιστοῦσαν τὰ θυμιάματα! Σκέψου πόσο εὔκολα ἡ
Ἐκκλησία τοῦ ἑνὸς Θεοῦ θὰ εἶχε ἱδρυθεῖ, γιὰ τὴν ἐξυπηρέτηση ὁλόκληρης τῆς
ἀνθρωπότητας! Ὁ Χριστός, χωρὶς νὰ χρειαζόταν νὰ ὑποφέρει καὶ νὰ πάθει, θὰ καταλάμβανε
τὸν πρῶτο καὶ μοναδικὸ αὐτοκρατορικὸ θρόνο κι ἀπὸ κεῖ θὰ κυβερνοῦσε ὅλους τοὺς λαοὺς
τῆς γῆς, ὁλόκληρο τὸν κόσμο ἀπὸ ἀνατολὴ σὲ δύση κι ἀπὸ βορρᾶ ὡς το νότο, μὲ
ἀντιπροσώπους του τοὺς δώδεκα ὑποτελεῖς βασιλιᾶδες. Χωρὶς νὰ χρειαστεῖ νὰ πάθει, οἱ
σκληροτράχηλοι Ἰουδαῖοι θὰ ἀναγνώριζαν τὸ Χριστὸ ὡς βασιλιᾶ καὶ τὸν ἀναμενόμενο
Μεσσία καὶ θὰ τὸν προσκυνοῦσαν.
Στοχάσου τελικὰ πόσα πράγματα θὰ μποροῦσαν νὰ γίνουν ἀπὸ ἕναν τέτοιο ἐπίγειο
βασιλιᾶ καὶ μάλιστα σύντομα, μὲ τὴ δύναμη καὶ τὴν εὐφυΐα ἑνὸς μόνο ἀνθρώπου! Τ'
ἀποτελέσματα θὰ ἦταν τὰ ἴδια μὲ ὅσα εἶχαν πραγματοποιήσει ὅλες μαζὶ οἱ βασιλεῖες, πρὶν
ἀλλὰ καὶ μετὰ τὸ Χριστό. Θὰ ‘χὰν φτάσει κι αὐτὰ σ' ἕνα τέλος, μαζὶ μὲ τοὺς ἱδρυτές τους.
Ὁ κόσμος θὰ ξαναγύριζε ἐκεῖ ποὺ ἦταν καὶ πρίν. Πιὸ γραφικὰ ἀκόμα, θὰ ἦταν σὰ νά 'χὲ
ξεριζώσει κάποιος γίγαντας μιὰ πανύψηλη δρῦ ἀπὸ τὸ δάσος καὶ τὴν εἶχε ξαναφυτέψει σὲ
μιὰ πεδιάδα. Ὅσο διάστημα ὁ γίγαντας στεκόταν δίπλα στὸ δέντρο καὶ τὸ κρατοῦσε ὄρθιο
μὲ τὸ δυνατό του χέρι, ἡ δρῦς θὰ στεκόταν ὄρθια. Μὲ τὸ ποῦ θ' ἀπομακρυνόταν ὁ γίγαντας
ὅμως, ὁ ἄνεμος ποῦ θὰ φυσοῦσε θὰ τὴν ξερίζωνε καὶ θὰ τὴν ἔριχνε κάτω. Οἱ ἄνθρωποι θὰ
μαζεύονταν γύρω ἀπὸ τὴν πεσμένη δρῦ καὶ θὰ θαύμαζαν πῶς ἕνα τόσο δυνατὸ δέντρο
ἔπεσε μὲ τὸ πρῶτο φύσημα τοῦ ἀνέμου, ἐνῶ οἱ ἀργοανάπτυκτες φουντουκιὲς δίπλα τους
ἀντιστέκονταν στὸν ἄνεμο καὶ στέκονταν ὄρθιες. Οἱ ἄνθρωποι θὰ κουνοῦσαν τὸ κεφάλι
τους καὶ θὰ λεγαν: «Εἶναι ἀλήθεια πῶς οἱ χαμηλὲς φουντουκιὲς φυτεύονται μὲ σπόρο κι
ἀναπτύσσονται ἀργά, ἀλλ' ἀντιστέκονται σθεναρὰ κι ἀντιμετωπίζουν πιὸ εὔκολα τὸν ἄνεμο
ἀπὸ τὴν πανύψηλη δρῦ ποῦ τὴ μεταφύτεψε ἕνας γίγαντας κι ἔπειτα τὴν ἐγκατέλειψε. Ὅσο
πιὸ βαθιὰ βρίσκονται στὸ ἔδαφος οἱ ρίζες τοῦ δέντρου, τόσο πιὸ δυνατὸ καὶ πιὸ ἀνθεκτικὸ
θὰ γίνει.
Πόσο σοφὸ ἦταν τὸ νὰ ξεκινήσει ἀπὸ τὰ χαμηλὰ καὶ Κύριος κι ὄχι ἀπὸ τὴν κορυφή.
Πόσο σοφὸ ἦταν ν' ἀρχίσει τὴν οἰκοδομὴ τῆς βασιλείας Του ὄχι μὲ βασιλεῖς, ἀλλὰ μὲ
ψαρᾶδες. Πόσο καλό, πόσο σωτήριο ἦταν γιά μας, ποὺ ζοῦμε δυὸ χιλιάδες χρόνια ἀπὸ τὴ
γέννησή Του, το ὅτι δὲν ἀπέβλεψε στὴν τελικὴ ἐπιτυχία τοῦ ἔργου Του, οὔτε καὶ στὸ νὰ
θερίσει τοὺς καρποὺς τῶν ἀγώνων Του ὅσο ζοῦσε. Δὲν ἤθελε, ὅπως ὁ γίγαντας, νὰ
μεταφυτέψει με μιᾶς τὸ τεράστιο δέντρο, ἀλλὰ σὰν ἁπλὸς ἀγρότης νὰ θάψει το σπόρο τοῦ
δέντρου βαθιὰ μέσα στὴ γῆ κι ἔπειτα νὰ πάει στὸ σπίτι του. Κι αὐτὸ ἔκανε. Ὁ Κύριος ἔθαψε
το σπόρο τοῦ Δέντρου τῆς Ζωῆς ὄχι μόνο στὸ βάθος τῆς καρδιᾶς τῶν ἁπλῶν Γαλιλαίων
ψαράδων, ἀλλὰ καὶ στὸ βάθος τῆς ἴδιας τῆς κόλασης. Ἔπειτα συνέχισε τὴν πορεία Του. Καί
τὸ δέντρο ἀναπτυσσόταν ἀργά, πολὺ ἀργά. Ἄνεμοι ἰσχυροὶ φύσηξαν πάνω του σὲ μιὰ
προσπάθεια νὰ τὸ ξεριζώσουν, μὰ δὲν τὸ κατόρθωσαν. Οἱ ἐχθροὶ ἔκοψαν τὸ δέντρο, τὸ
ἔριξαν κάτω, μὰ οἱ ρίζες του πέταξαν πολλοὺς καινούργιους βλαστούς. Ὅσο ἐκεῖνοι τὸ
πελέκιζαν, τόσο πιὸ γρήγορα ἀναπτυσσόταν. Οἱ ὀρδὲς τοῦ ἐχθροῦ ἔσκαψαν στὴ γῆ, πιὸ
βαθιὰ κι ἀπὸ τίς κατακόμβες γιὰ νὰ τὸ ξεριζώσουν. Ὅσο ὅμως ἐκεῖνοι προσπαθοῦσαν, τόσο
οἱ ρίζες ἀντιστέκονταν, τόσο οἱ καινούργιοι βλαστοὶ μεγάλωναν κι ἄλλοι φύτρωναν ἀπὸ τὴν
ἀρχὴ καὶ πύκνωναν. Ἔτσι τὸ δέντρο τοῦ Χριστοῦ, ποὺ φυτεύτηκε μὲ τοῦ Θεοῦ τὸν τρόπο κι
ὄχι τοῦ ἀνθρώπου, ἐξακολουθεῖ ν' ἀνθίζει ὡς σήμερα, δυὸ χιλιάδες χρόνια ἀργότερα,

[15]
παράγει καρποὺς γλυκοὺς γιὰ ἀνθρώπους καὶ ἀγγέλους καὶ λάμπει ἀπὸ φρεσκάδα καὶ
κάλλος, σὰ νὰ ‘χε φυτευτεῖ μιὰ γενιὰ νωρίτερα.
Ἄν ὁ Κύριος εἶχε ἐνεργήσει ὅπως οἱ ἄνθρωποι, εἶναι ἀλήθεια πῶς θὰ τὸν εἶχαν δοξάσει
πολὺ νωρίτερα οἱ ἄνθρωποι, ἐμεῖς ὅμως δὲ θὰ εἴχαμε σωθεῖ. Δὲν τὸν ἐνδιέφερε ἡ δόξα τῶν
ἀνθρώπων, ὁ ἦχος τῶν ποιμενικῶν αὐλῶν, ποὺ σήμερα ἀκούγονται κι αὔριο ρίχνονται στὴ
φωτιά. Ἐκεῖνο ποὺ τὸν ἐνδιέφερε ἦταν ἡ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Δὲν ἦρθε στοὺς
ἀνθρώπους ὅπως κάνει κάποιος γίγαντας σὲ τσίρκο, γιὰ νὰ δείξει τὴ δύναμη καὶ τίς
ἱκανότητές του, ν' ἀπολαύσει τὸ χειροκρότημα τῶν θεατῶν. Ἠρθε σὰν φίλος σ' ἐμᾶς, σὰν
γιατρὸς σὲ θεραπευτήριο γιὰ νὰ μᾶς ἐπισκεφτεῖ, νὰ συνομιλήσει μὲ τὸν καθένα μας καὶ νὰ
μᾶς προσφέρει συμβουλὲς καὶ θεραπεία. Εἶναι ἑπομένως πολὺ καλὸ γιὰ ὅλη τὴν
ἀνθρωπότητα, ἀπὸ τότε ποὺ ξεκίνησε ὁ κόσμος ὡς τὴ συντέλεια, τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Κύριος
ἐνήργησε μὲ θεϊκὸ τρόπο. Διάλεξε γιὰ ἀποστόλους Του ὄχι δώδεκα τρανοὺς βασιλιᾶδες, μὰ
δώδεκα ἄσημους ψαρᾶδες. Στὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο μαθαίνουμε μὲ ποιό τρόπο τοὺς
διάλεξε.
«Περιπατῶν δὲ ὁ Ἰησοῦς) παρὰ τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας εἶδε δύο ἀδελφούς, Σίμωνα
τὸν λεγόμενον Πέτρος καὶ Ἀνδρέαν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, βάλλοντας ἀμφίβληστρον εἰς τὴν
θάλασσαν ἦσαν γὰρ ἁλιεῖς» (Ματθ. δ' 4). Ἀπὸ ποῦ ἦρθε ὁ Ἰησοῦς στὴ θάλασσα τῆς
Γαλιλαίας; Αὐτὸ ὁ εὐαγγελιστής μας τὸ λέει στὴν προηγούμενη εὐαγγελικὴ περικοπή.
Ὅταν ἄκουσε πῶς φυλάκισαν τὸν Ἰωάννη το Βαπτιστή, ἔφυγε ἀπὸ τὴν Ἰουδαία καὶ πῆγε
στὴ Γαλιλαία, στὴν περιφρονημένη αὐτὴ περιοχὴ τῆς Ἰσραηλιτικῆς γῆς. Προέβλεπε τὸ
μαρτυρικὸ θάνατο τοῦ μεγάλου στρατιώτη Του, τοῦ Προδρόμου. Ἔτσι φάνηκε σὰ νὰ
ὑποχώρησε, στὴν οὐσία ὅμως πῆγε νὰ προετοιμαστεῖ γιὰ νὰ νικήσει τοὺς ἐχθρούς Του. .
Ὅσο διάστημα βρισκόταν στὴ Γαλιλαία τώρα, δὲν ἦταν φυσικὸ νὰ μείνει στὴ Ναζαρέτ,
ὅπου εἶχε περάσει τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς ἐπίγειας ζωῆς Του; Μὰ ποιός προφήτης εἶναι
ἀποδεκτὸς στὴ δική του πατρίδα; Στὴ Ναζαρὲτ βρισκόταν, ὅταν οἱ συμπατριῶτες Του
θέλησαν νὰ τὸν γκρεμίσουν ἀπὸ τὸ χεῖλος κάποιου βράχου. Γιὰ ν' ἀποφύγει ἄλλη μιὰ φορὰ
τὴν προσωρινὴ κακία τῶν ἀνθρώπων, ἐγκαταστάθηκε τελικὰ δίπλα στὴ θάλασσα τῆς
Γαλιλαίας, στὰ ὅρια τῶν φυλῶν Ζαβουλῶν καὶ Νεφθαλείμ. Ἐκεῖ ζοῦσαν οἱ πιὸ
περιθωριακοὶ καὶ περιφρονημένοι ἄνθρωποι, «ἐν σκότει, ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανάτου» (βλ.
Ἠσ. θ' 2). Σ' αὐτὸ τὸ πυκνὸ σκοτάδι ἔμελλε νὰ θάψει το σπόρο τοῦ καρποφόρου δέντρου
τοῦ εὐαγγελίου Του.
Ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης γράφει πῶς ὁ πρῶτος ποὺ κάλεσε ὁ Κύριος ἦταν ὁ Ἀνδρέας,
στὴν Ἰουδαία. Ὁ Ἀνδρέας ἦταν πρὶν μαθητὴς τοῦ Ἰωάννη τοῦ Βαπτιστῆ. Ὅταν ὅμως ὁ
Ἰωάννης ἔδειξε τὸ Χριστὸ καὶ εἶπε πῶς Ἐκεῖνος ἦταν ἀνώτερός του, ὁ Ἀνδρέας ἄφησε τὸ
δάσκαλό του καὶ ἀκολούθησε τὸ Χριστό. Ἀμέσως μετὰ ἀπ' αὐτὸ ὁ Ἀνδρέας βρῆκε τὸν
ἀδερφό του Σίμωνα καὶ τοῦ εἶπε: «εὑρήκαμεν τὸν Μεσσίαν· ὃ ἔστι μεθερμηνευόμενον
Χριστὸς καὶ ἤγαγεν αὐτὸν πρὸς τὸν Ἰησοῦν» (Ἰωάν. ἅ' 42-43). Τότε ἦταν ποὺ ὁ Χριστὸς
ἔδωσε στὸ Σίμωνα τὸ ὄνομα «Πέτρος», ποὺ σημαίνει τὴ σταθερὴ πέτρα τῆς πίστης. Ἡ Δὲν
ὑπάρχει κάποια ἀντίφαση ἀνάμεσα σ' αὐτὰ ποὺ γράφει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ἐδῶ καὶ σ'
ἐκεῖνα ποὺ ἀναφέρει ὁ Ματθαῖος στὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο, ὅτι ὁ Κύριος κάλεσε τὰ δυὸ
ἀδέρφια στὴ θάλασσα τῆς Γαλιλαίας; Σύμφωνα μὲ τὸ εὐαγγέλιο τοῦ Ἰωάννη, πρῶτος
ἀκολούθησε τὸ Χριστὸ ὁ Ἀνδρέας κι ἔπειτα ὁ Πέτρος. Στὸ εὐαγγέλιο τοῦ Ματθαίου
βλέπουμε πῶς ὁ Χριστὸς τοὺς βρῆκε καὶ τοὺς κάλεσε μαζί. Ἀναφέρει μάλιστα πρῶτα τὸν
Πέτρο κι ἔπειτα τὸν Ἀνδρέα. Αὐτὴ δὲν εἶναι μιὰ φανερὴ ἀντίφαση; Ὄχι, καθόλου. Ὅπως
γράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἐδῶ περιγράφονται δυὸ χωριστὰ γεγονότα. Τὸ ἕνα
ἔλαβε χώρα στὴν Ἰουδαία, ὅταν ὁ Βαπτιστὴς ἦταν ἀκόμα ἐλεύθερος, καὶ τὸ ἄλλο στὴ
[16]
Γαλιλαία, ἀργότερα, ὅταν ὁ Βαπτιστὴς εἶχε ἤδη φυλακιστεῖ κι ὁ Κύριος ζοῦσε πιὰ στὴν
Καπερναούμ, στὰ παράλια τῆς θάλασσας τῆς Γαλιλαίας. Ὁ Ἰωάννης περιγράφει τὴν
προηγούμενη συνάντηση τοῦ Χριστοῦ μὲ τὸν Πέτρο καὶ τὸν Ἀνδρέα, ὁ Ματθαῖος τὴ
μεταγενέστερη. Αὐτὸ φαίνεται καθαρὰ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Ματθαῖος μιλάει γιὰ τὸ
«Σίμωνα τὸν λεγόμενον Πέτρον», ποὺ σημαίνει πῶς ὁ Σίμων εἶχε πάρει ἤδη τὸ ὄνομα
«Πέτρος» ἀπὸ τὸν Κύριο. Ἡ προηγούμενη συνάντηση, ἡ πρώτη ποὺ εἶχε ὁ Πέτρος μὲ τὸ
Χριστό, ἔγινε στὴν Ἰουδαία, τότε ποὺ ὁ Ἀνδρέας τὸν ἔφερε στὸ Χριστό. Τὴν πρώτη
συνάντηση τὴν περιγράφει ὁ Ἰωάννης: «Καὶ ἤγαγεν αὐτὸν (ὁ Ἀνδρέας) πρὸς τὸν Ἰησοῦν.
ἐμβλέψας αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς εἶπε: σὺ εἰ,εἶ Σίμων ὁ υἱὸς Ἰωνά, σὺ κληθήση Κηφάς, ὸ
ἑρμηνεύεται Πέτρος» (Ἰωάν. ἅ' 43).
Ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος τὸ γνώριζε αὐτὸ καὶ τώρα περιγράφει τὴν ἑπόμενη συνάντηση
ποὺ εἶχαν τὰ παιδιὰ τοῦ Ἰωνὰ μὲ τὸν Κύριο, γι' αὐτὸ καὶ μιλάει γιὰ «Σίμωνα τὸν λεγόμενον
Πέτρον». Ἀναφέρει πρῶτα τὸν Πέτρο κι ὕστερα τὸν Ἄνδρέα, ἐπειδὴ ὁ Πέτρος ἦταν πιὸ
ζωηρὸς χαρακτῆρας ἀπὸ τὸν ἀδερφό του κι ἔκανε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ μεγαλύτερη ἐντύπωση. Τὸ
ὅτι ὁ Ἰωάννης κι ὁ Ματθαῖος περιγράφουν δύο περιστατικά, εἶναι πεντακάθαρο σ' ὅποιον
διαβάσει καὶ τὰ δύο εὐαγγέλια. Ἐνῶ ὁ Ματθαῖος περιγράφει τὴν ὁριστικὴ κλήση τοῦ
Πέτρου καὶ τοῦ Ἀνδρέα νὰ γίνουν μαθητές, ὁ Ἰωάννης περιγράφει ἕνα ἄλλο περιστατικό,
ὅταν τὰ δυὸ ἀδέρφια συνάντησαν τὸ Χριστὸ τότε ποὺ ὁ Πρόδρομος εἶπε: «Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ
Θεοῦ!» Συνάγεται καθαρὰ πῶς μετὰ τὴν πρώτη αὐτὴ συνάντηση χωρίστηκαν ἀπὸ τὸ
Χριστὸ κι ἀργότερα πῆγαν στὴ Γαλιλαία, ὅπου καί Κύριος τοὺς συνάντησε τὴν ὥρα ποὺ
ἐπιδίδονταν στὸ ἔργο τους, τοῦ ψαρᾶ.
«Καὶ λέγει αὐτοὺς δεῦτε ὀπίσω μου
καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων. οἱ
δὲ εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα
ἠκολούθησαν αὐτό» (Ματθ. δ' 19-20).
Ὁ Κύριος γνώριζε τὴν καρδιά τους. Οἱ
ψαρᾶδες αὐτοὶ εἶχαν μιὰ παιδιάστικη
πίστη στὸ Θεό, ὑπάκουγαν στὸ λόγο
Του. Δὲν εἶχαν συνηθίσει νὰ
ἐξουσιάζουν καὶ νὰ δίνουν ἐντολές, μὰ
νὰ ἐργάζονται ἁπλᾶ καὶ νὰ ὑπακούν.
Ἡ ταπείνωση καὶ ἡ ὑπακοὴ στὸ
θέλημα τοῦ Θεοῦ γέμιζε τὴν καρδιά
τους. Μπορεῖ νὰ ἦταν ἁπλοϊκοὶ
ψαρᾶδες, ἀλλὰ οἱ ψυχές τους
διψοῦσαν καὶ πεινοῦσαν γιὰ ἀλήθεια
καὶ δικαιοσύνη. Ὁ Ἀνδρέας εἶχε ἤδη
ἐγκαταλείψει μιᾷ φορᾷ τὰ δίχτυα του, γιὰ ν' ἀκολουθήσει ὡς μαθητὴς τὸν Ἰωάννη τὸν
Πρόδρομο. Μόλις ὁ Ἰωάννης ἔδειξε τὸν Ἰησοῦ καὶ εἶπε πῶς 'Ἐκεῖνος ἦταν ἀνώτερός του, ὁ
Ἀνδρέας ἄφησε τὸν Ἰωάννη κι ἀκολούθησε τὸ Χριστό. Ἦταν κι οἱ δυό τους φλογερὲς
ψυχές, ποὺ ἀναζητοῦσαν μὲ ἀγωνία τὴ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴ βασιλεία Του. Γι' αὐτὸ
κι ὁ Χριστὸς ἀπευθύνθηκε σ' αὐτοὺς αὐθεντικά, μὲ ἐξουσία: «Ἀκολούθει μοι!»
Ἔτσι ἐνεργεῖ μὲ ὅλους μας ὁ Θεός. Δὲ θὰ μᾶς πιέσει ν' ἀκολουθήσουμε το δρόμο Του.
Μᾶς ἀφήνει νὰ διαλέξουμε τὸ δρόμο τῆς σωτηρίας ἢ τῆς ἀπώλειάς μας ἐλεύθερα, σύμφωνα
μὲ τὴ δική μας ἀντίληψη. Ὅταν ὅμως ὁ καρδιογνώστης Θεὸς μεριμνᾶ γιὰ νὰ βάλει τίς
καρδιές μας στὸ σωστὸ δρόμο, στὸ δρόμο τῆς σωτηρίας, τότε μᾶς ἕλκει σταθερὰ πρὸς

[17]
αὐτόν το δρόμο. Ὅταν βλέπει πῶς ἡ καρδιά μας ἔχει στραφεῖ ὁλότελα πρός το δρόμο τῆς
κακίας καὶ τῆς ἀπώλειας, τότε μᾶς ἀφήνει ὁ Θεὸς καὶ πέφτουμε στὴ δυναστεία τοῦ σατανᾶ.
Αὐτὸ ἔγινε στὴν περίπτωση τοῦ προδότη Ἰούδα. Ὅταν ἡ καρδιά του στράφηκε ἐξ
ὁλοκλήρου πρὸς τὸ πονηρὸ καὶ διάλεξε ν' ἀκολουθήσει τὸ σκοτεινὸ δρόμο τῆς ἀπώλειας, ὁ
Χριστὸς δὲν προσπάθησε περισσότερο νὰ τὸν γυρίσει πίσω. Ἀντίθετα, σὰν εἶδε πῶς ὁ
σατανᾶς εἶχε μπεῖ πιὰ στὸν Ἰούδα, τοῦ εἶπε: «Ὅ ποιεῖς, ποίησον τάχιον» (Ἰωάν. ἴγ' 27).
Οὔτε στὴν περίπτωση τοῦ Πέτρου καὶ τοῦ Ἀνδρέα λοιπόν, οὔτε σὲ κείνην τοῦ Ἰούδα δὲν
παραβίασε τὴν ἐλευθερία τῆς ἐπιλογῆς τους. Μιλάει ἁπλᾶ στὶς καρδιὲς ποὺ ἔχουν ἤδη
διαλέξει τὸ καλὸ ἢ τὸ κακὸ καὶ λέει ἀποφασιστικὰ στὸν Πέτρο, «ἀκολούθει μοὶ» καὶ στὸν
Ἰούδα, «ὃ ποιεῖς, ποίησον τάχιον».
Ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων. Τί σημαίνει αὐτό;
Πῶς ὅπως μέχρι τώρα πιάνετε ψάρια στὰ δίχτυα σᾶς ἀπὸ τὰ σκοτεινὰ βάθη τῆς
θάλασσας, ἔτσι ἀπὸ τώρα, μαζί μου καὶ μὲ τὸ εὐαγγέλιό μου, θὰ ἁλιεύετε ἀνθρώπους ἀπὸ
τὰ σκοτεινὰ βάθη τῆς κακίας αὐτοῦ τοῦ κόσμου.
Ὁ Πέτρος κι ὁ Ἀνδρέας ἄκουσαν τὴν κλήση τοῦ Χριστοῦ καὶ εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα
ἤκολούθησαν αὐτῷ. Βλέπεις πῶς οἱ καρδιὲς τῶν δύο αὐτῶν ἀνθρώπως εἶχαν ἤδη διαλέξει ν'
ἀκολουθήσουν τὸ καλό; Δὲ ρώτησαν: «Ἀπὸ ποὺ μᾶς καλεῖς; Τί θὰ τρῶμε; Ποιός θὰ
φροντίσει τίς οἰκογένειές μας;» Θαρρεῖς πῶς ἦταν σὰ νὰ περίμεναν σ' ὅλη τους τὴ ζωὴ
αὐτὴν τὴν κλήση. Ἄφησαν σὰν παιδιὰ ὅλες τίς φροντίδες τοὺς στὸν Κύριο, τὰ ἐγκατέλειψαν
ὅλα κι ἀνταποκρίθηκαν στὴν κλήση Του.
«Καὶ προβὰς ἐκεῖθεν εἶδεν ἄλλους δύο ἀδελφούς, Ἰάκωβον τον τοῦ Ζεβεδαίου καὶ
Ἰωάννην τὸν ἀδελφόν αὐτοῦ, ἕν τῷ πλοίῳ μετὰ Ζεβεδαίου τοῦ πατρὸς αὐτῶν καταρτίζοντας
τὰ δίκτυα αὐτῶν, καὶ ἐκάλεσεν αὐτούς. οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὸ πλοῖον καὶ τὸν πατέρα
αὐτῶν ἠκολούθησαν αὐτῷ» (Ματθ. δ' 21,22). Καὶ πάλι ἐδῶ ἔχουμε τὴν κλήση δύο
ψαράδων, ὄχι δυὸ βασιλιάδων. Δὲ φοροῦσαν στέμματα στὸ κεφάλι τους, στὸ στῆθος τους
ὅμως εἶχαν βασιλικὲς καρδιές. Ὁ Κύριος μαζεύει μαργαριτάρια στὸ σκοτάδι. Διαλέγει τοὺς
ταπεινοὺς κι ἀγράμματους, γιὰ νὰ
κατατροπώσει τοὺς ἰσχυροὺς καὶ τοὺς
σοφούς. Διαλέγει τοὺς φτωχούς, γιὰ νὰ
ντροπιάσει τοὺς πλούσιους.
Ὁ Ἰάκωβος κι ὁ Ἰωάννης ἦταν πολὺ
φτωχοί. Οἱ ἴδιοι ἐπισκεύαζαν τὰ δίχτυα,
μαζὶ μὲ τὸν πατέρα τους. Οἱ ψυχές τους
ὅμως ἦταν πλούσιες. Πεινοῦσαν καί
διψοῦσαν γιὰ τὸ Θεό. Οἱ καρδιές τους
εἶχαν στραφεῖ πρὸς τὸ καλό. Καὶ
περίμεναν. Καὶ μόλις τοὺς κάλεσε ὁ
Κύριος, ἄφησαν τὴν ἴδια στιγμὴ τὴ
δουλειά τους, τὴ βάρκα, τὸν πατέρα
τους καὶ τὰ δίχτυα καὶ ἠκολούθησαν
αὐτό.

Ἡ βαθύτερη ἔννοια εἶναι ἡ ἑξῆς:


ἁλιεῖς, ψαρᾶδες, εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ
ἀναζητοῦν πνευματικὲς εὐλογίες τὰ
[18]
δίκτυα ὑποδηλώνουν τὴν ψυχὴ θάλασσα εἶναι ὁ κόσμος καὶ πλοῖο τὸ σῶμα. To βάλλοντας
ἀμφιβληστρον εἰς τὴν θάλασσαν δείχνει πῶς οἱ ψαρᾶδες ἀναζητοῦσαν πνευματικὲς
εὐλογίες, πνευματικὴ τροφή, τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. "Ἅπλωναν καὶ βύθιζαν τὴν ψυχή τους
στὰ πλάτη καὶ τὰ βάθη αὐτοῦ τοῦ κόσμου, γιὰ νὰ βροῦν τίς εὐλογίες αὐτές, ὅπου καὶ νὰ
ἦταν. Καταρτίζοντας τὰ δίκτυα σημαίνει τίς προσπάθειες ποὺ ἔκαναν γιὰ νὰ καταρτίσουν
τίς ψυχές τους. Γιὰ τοὺς δύο πρώτους, το ἀφέντες τὰ δίκτυα, ἠκολούθησαν αὐτῷ, σημαίνει
πῶς ἄφησαν τὴν παλιὰ κι ἁμαρτωλὴ ψυχή τους κι ἄρχισαν ν' ἀνακαινίζονται ἀπὸ τὸ Χριστό,
γιὰ ν' ἀναγεννηθοῦν, νὰ μορφώσουν καινούργια ψυχὴ καὶ καινούργιο πνεῦμα. Σημαίνει
ἐπίσης πῶς ἀπὸ τώρα δὲ θ' ἀναζητοῦν πιὰ ν' ἀποκτήσουν πνευματικὲς εὐλογίες μὲ τίς δικές
τους προσπάθειες καὶ δυνάμεις, ἀλλὰ μὲ τὸ Χριστό. Δὲ θὰ στηριχθοῦν στὴ δική τους
δύναμη, ἀλλὰ στὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ. Δὲ θὰ βασιστοῦν στὸ δικό τους νοῦ, ἀλλὰ στὴν
ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ. Στοὺς ἄλλους δύο μαθητές, το ἀφέντες τὸ πλοῖον καὶ τὸν πατέρα
αὐτῶν σημαίνει πῶς ἄφησαν τ' ἁμαρτωλὰ σώματα καὶ τὸν ἐπίγειο πατέρα τοὺς γιὰ ν'
ἀσχοληθοῦν μὲ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς τους, νὰ βαδίσουν πρὸς συνάντηση τοῦ οὐράνιου
Πατέρα τους, ὡς παιδιὰ κατ' υἱοθεσία μέ τη χάρη τοῦ Θεοῦ.
«Καὶ περιῆγεν ὅλην τὴν Γαλιλαίαν ὁ Ἰησοῦς διδάσκων ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν καὶ
κηρύσσων τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας καὶ θεραπεύων πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν
ἐν τῷ λαῷ» (Ματθ. δ' 23). Μετὰ ἀπὸ τριάντα χρόνια ποὺ εἶχε περάσει στὴν ἀφάνεια, τώρα ὁ
Κύριος Ἰησοῦς ξεκινάει τὴ θεϊκὴ ἀποστολή Του μὲ ζῆλο κι ἀποφασιστικότητα. Αὐτὸ
ἐκφράζεται μὲ τὰ λόγια περιῆγεν ὅλην τὴν Γαλιλαίαν ὁ Ἰησοῦς. Ἀποστολὴ καὶ διακονία
Του ἦταν νὰ ἐξηγήσει τὸ παλιὸ καὶ νὰ κηρύξει τὸ νέο. Νὰ ἐπιβεβαιώσει καὶ τὰ δυὸ μὲ
θαύματα καὶ θεραπεῖες. Ὁ Νόμος εἶχε δοθεῖ ἀπό το Μωυσῆ καὶ τοὺς προφῆτες καὶ
μαρτυρήθηκε μὲ πολλὰ θαύματα, γιὰ νὰ πιστέψουν οἱ ἄνθρωποι πῶς ὁ Νόμος αὐτὸς ἦταν
θεϊκός. Οἱ ἑρμηνευτὲς τοῦ Νόμου ὅμως εἶχαν σκοτισμένες ψυχὲς καὶ διέστρεψαν τὸ πνεῦμα
του. Ὁ παλιὸς Νόμος ἑπομένως εἶχε καταστεῖ νεκρός, ἦταν σὰ νὰ μὴν ὑπῆρξε ποτέ.
Τώρα ὁ πάναγνος κι ἀναμάρτητος Κύριος Ἰησοῦς ἐμφανίζεται ὡς ὁ μοναδικὸς ποὺ
ἀντιλαμβάνεται καὶ μπορεῖ νὰ ἑρμηνεύσει ἀληθινὰ τὸν πρῶτο αὐτὸ Νόμο. Ἑρμηνεύει τὸ
νόημά του κι ἀποκαλύπτει τὸ πνεῦμα τοῦ γιὰ τοὺς ἁμαρτωλούς. Εἶναι τώρα καὶ ἑρμηνευτὴς
τοῦ Πνεύματος, ὅπως ἀργότερα τὸ Πνεῦμα θὰ ἐπιβεβαιώσει τὸν ἴδιο. Δὲν ἀπορρίπτει τὸν
παλιὸ Νόμο τοῦ Θεοῦ. Πῶς θὰ μποροῦσε νὰ τὸν ἀπορρίψει, ἀφοῦ Ἐκεῖνος τὸν εἶχε δώσει;
Ἀπὸ ἄποψη ὅμως πραγματικῆς πνευματικῆς καὶ προφητικῆς σημασίας, τώρα δίνει το νόμο
τῆς σωτηρίας, κηρύττει τὸ εὐαγγέλιο τῆς Βασιλείας.
Ὁ παλιὸς Νόμος εἶναι σὰν μιὰ καλὴ καὶ εὔφορη γῆ. Μιὰ γῆ ὅμως ποὺ καλύφθηκε
ὁλόκληρη ἀπὸ ἀγκάθια καὶ ζιζάνια, παραμελημένη ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, δηλαδὴ ἀπὸ
ἀσύνετους ἑρμηνευτές. Ἔτσι τὰ μάτια ὅλων στρέφονται μακριὰ ἀπὸ τὴν ἐγκαταλειμμένη
αὐτὴ γῆ. Τώρα ὁ Κύριος τὴν ὀργώνει ὁλόκληρη, σπέρνει καινούργιο σπόρο κι οἱ ἄνθρωποι
τὸν παρακολουθοῦν μὲ φόβο καὶ δέος. Κι ὅπως ὁ παλιὸς Νόμος πιστοποιήθηκε μὲ πολλὰ
θαύματα, ἔτσι καὶ τώρα ὁ Κύριος Ἰησοῦς, ὡς Νομοθέτης, πιστοποιεῖ τὸν καινούργιο Νόμο
μὲ πολλὰ θαύματα. Τὰ θαύματα αὐτὰ δὲ γίνονται γιὰ νὰ κάνει μιὰ κενόδοξη καὶ μάταιη
ἐπίδειξη τῆς δύναμής Του, ἀλλὰ γιὰ νὰ προσφέρει ἀληθινὴ ὑπηρεσία στοὺς ἀνθρώπους. Τὰ
θαύματα αὐτὰ ἦταν θεραπεῖες ἀσθενειῶν τοῦ σώματος, τοῦ νοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπινων
ἀδυναμιῶν. Ὁ Κύριος μᾶς ἐπισκέφτηκε ὄχι σὰν κάποιος μάγος, ἀλλὰ σὰν φίλος καὶ
θεραπευτής.
Ὅλοι ἐμεῖς ποὺ πεινοῦμε καὶ διψοῦμε γιὰ τὴ δικαιοσύνη καὶ τὴν ἀγάπη Του, ἐμεῖς ποὺ
ψαρεύουμε μάταια μὲ τὴν ψυχή μας, σὰν δίχτυα, στὴ θάλασσα αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ἂς
ἀκούσουμε τὴ φωνὴ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Μᾶς καλεῖ τώρα, ὅπως τότε τοὺς ψαρᾶδες στὴ
[19]
θάλασσα τῆς Γαλιλαίας: «Ἀκολούθει μοι!» Μόλις ἀκούσουμε τὴ φωνὴ αὐτή, ἂς μὴ
διστάσουμε οὔτε στιγμή. Ἄς παρατήσουμε ὅλες τίς παλιὲς δουλειὲς καὶ τίς παλιὲς ἀγάπες κι
ἂς τὸν ἀκολουθήσουμε. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ ἀληθινός μας φίλος καὶ Θεραπευτής. Ὅλοι οἱ
ἄλλοι εἶναι εἴτε ἀνόητοι εἴτε ἀπατεῶνες.
Προσέξτε! Δὲ μᾶς καλεῖ ὡς βασιλιᾶδες ἢ ποιμένες, ὡς πλούσιους ἢ φτωχούς, ὡς σοφοὺς
ἢ ἀμαθεῖς, ἀλλ' ὡς ἄντρες καὶ γυναῖκες ἄρρωστους, ἀδύναμους. Οἱ ἀρρώστιες κι οἱ
ἀδυναμίες μας προέρχονται ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Γι' αὐτὸ ἂς προσκυνήσουμε τὸν Κύριο Ἰησοῦ
κι ἂς κραυγάσουμε σ' Ἐκεῖνον, ὅπως ἔκαναν τόσοι ἄρρωστοι κι ἀδύναμοι ἄνθρωποι ἐκεῖνο
τὸν καιρό: «Κύριε Ἰησοῦ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν μέ τον ἁμαρτωλό! Συγχώρεσέ μέ, Κύριε,
συγχώρεσε τίς ἀμέτρητες ἁμαρτίες μου. Καθάρισὲ με μὲ τὴ δύναμή Σοῦ, ζωοποίησὲ με μὲ
τὸν ζωοποιὸ ἄρτο Σου, εἴσελθε στὰ ἐσώτατα βάθη τῆς ψυχῆς μοῦ ὡς καθαρὸς καὶ ζωογόνος
ἀέρας σὲ σκοτεινὸ δωμάτιο. Κι ἐγὼ τότε θὰ γιατρευτῶ θὰ γιατρευτῶ καὶ θὰ γίνω καλά, θὰ
ζήσω!»
Εἴθε ὁ Κύριος νὰ δοξαστεῖ ἔτσι μὲ τὴ δύναμη τῆς ψυχῆς μας καὶ τὴν ἁγνότητα τοῦ
σώματός μας, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη
Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

[20]
(Ἡ κάθαρση τοῦ νοῦ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
στ’ 22 – 33
Εἶπεν ὁ Κύριος· Ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός· ἐὰν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾖ,
ὅλον τὸ σῶμά σου φωτεινὸν ἔσται· 23ἐὰν δὲ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρὸς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου
σκοτεινὸν ἔσται. εἰ οὖν τὸ φῶς τὸ ἐν σοὶ σκότος ἐστί, τὸ σκότος πόσον; 24Οὐδεὶς δύναται δυσὶ
κυρίοις δουλεύειν· ἢ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει, ἢ ἑνὸς ἀνθέξεται καὶ τοῦ
ἑτέρου καταφρονήσει· οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ. 25Διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν, μὴ
μεριμνᾶτε τῇ ψυχῇ ὑμῶν τί φάγητε καὶ τί πίητε, μηδὲ τῷ σώματι ὑμῶν τί ἐνδύσησθε· οὐχὶ ἡ
ψυχὴ πλεῖόν ἐστιν τῆς τροφῆς καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἐνδύματος; 26ἐμβλέψατε εἰς τὰ πετεινὰ τοῦ
οὐρανοῦ, ὅτι οὐ σπείρουσιν οὐδὲ θερίζουσιν οὐδὲ συνάγουσιν εἰς ἀποθήκας, καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ
οὐράνιος τρέφει αὐτά· οὐχ ὑμεῖς μᾶλλον διαφέρετε αὐτῶν; 27τίς δὲ ἐξ ὑμῶν μεριμνῶν δύναται
προσθεῖναι ἐπὶ τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ πῆχυν ἕνα; 28καὶ περὶ ἐνδύματος τί μεριμνᾶτε; καταμάθετε τὰ
κρίνα τοῦ ἀγροῦ πῶς αὐξάνει· οὐ κοπιᾷ οὐδὲ νήθει· 29λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι οὐδὲ Σολομὼν ἐν πάσῃ τῇ
δόξῃ αὐτοῦ περιεβάλετο ὡς ἓν τούτων. 30Εἰ δὲ τὸν χόρτον τοῦ ἀγροῦ, σήμερον ὄντα καὶ αὔριον
εἰς κλίβανον βαλλόμενον, ὁ Θεὸς οὕτως ἀμφιέννυσιν, οὐ πολλῷ μᾶλλον ὑμᾶς, ὀλιγόπιστοι; 31μὴ
οὖν μεριμνήσητε λέγοντες, τί φάγωμεν ἤ τί πίωμεν ἤ τί περιβαλώμεθα; 32πάντα γὰρ ταῦτα τὰ
ἔθνη ἐπιζητεῖ· οἶδεν γὰρ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος ὅτι χρῄζετε τούτων ἁπάντων. 33ζητεῖτε δὲ
πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται
ὑμῖν.

Ἀπ' ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ποὺ κατοικοῦν στὴ γῆ, τὴ μεγαλύτερη εὐθύνη ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ τὴ
φέρει ἐκεῖνος ποὺ θέλει νὰ ὀνομάζεται χριστιανός. Ὁ Θεὸς ἔδωσε περισσότερα στοὺς χριστιανοὺς
καὶ θ' ἀπαιτήσει περισσότερα ἀπ' αὐτούς. Στοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἔχουν ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὴν
ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ, ὁ Θεὸς ἔδωσε τὴ φύση καὶ τὸ νοῦ. Τὴ φύση ὡς βιβλίο καί το νοῦ ὡς ὁδηγὸ
γιὰ τὴν ἀνάγνωση τοῦ βιβλίου αὐτοῦ. Στοὺς χριστιανοὺς ὅμως, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ φύση καὶ τὸ νοῦ, ἀφοῦ
ἀποκαταστάθηκε ἡ πρώτη ἀποκάλυψη, ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς ἔδωσε τὴ νέα ἀποκάλυψη τῆς
ἀλήθειας. Οἱ χριστιανοὶ ἔχουν ἐπὶ πλέον τὴν Ἐκκλησία, ποὺ εἶναι φύλακας, ἑρμηνευτὴς καὶ ὁδηγὸς
καὶ στὶς δυὸ ἀποκαλύψεις. Καί, τέλος, οἱ χριστιανοὶ ἔχουν τὴ δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, που
έδωσε ζωή από την αρχή της Εκκλησίας, που διδάσκει και την καθοδηγεί. Έτσι, ενώ οι μή
χριστιανοί έχουν μόνο ένα χάρισμα που τους καθοδηγεί και τούς διδάσκει από το βιβλίο της φύσης
- το νου - οι χριστιανοί έχουν πέντε χαρίσματα: το νου, την πρώτη αποκάλυψη (Παλαιά Διαθήκη),
τη νέα αποκάλυψη (Καινή Διαθήκη), την Εκκλησία και τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος.
Ὅταν κάποιος που δεν είναι χριστιανός στρέφεται πρός τη φύση, για να τη διαβάσει και να την
ερμηνεύσει, για βοήθεια έχει το φῶς ενός μόνο κεριού: του νου. Όταν ο Ιουδαίος στρέφεται στη
φύση, γιά να τη διαβάσει και να την ερμηνεύσει, έχει το φῶς δύο κεριών: του νου του και της
Παλαιάς Διαθήκης. “Όταν ο χριστιανός στρέφεται προς τη φύση, γιά νά τη διαβάσει και να την
ερμηνεύσει, έχει το φῶς πέντε κεριών: του νου, της Παλαιάς Διαθήκης, της Καινής Διαθήκης, της
Εκκλησίας και της δύναμης του Αγίου Πνεύματος. Ποιός λοιπόν βλέπει καλύτερα και καθαρότερα;
Εκείνος που διαθέτει ένα κερί, ο άλλος με τα δύο ή όποιος έχει πέντε κεριά; Αναμφισβήτητα όλοι
μπορούν να διαβάσουν ως ένα σημείο, δεν υπάρχει αμφιβολία όμως πώς εκείνος που έχει πέντε
κεριά θα δει μακρύτερα και θα διαβάσει καθαρότερα από τον άλλον που έχει ένα ή δύο κεριά.
Όταν ο άνθρωπος που πορεύεται με το φῶς πέντε κεριών τα βρίσκει όλα σβησμένα, θα νιώσει
πώς βρίσκεται σε μεγαλύτερο σκοτάδι από εκείνον που βάδιζε με το φῶς ενός κεριού, που έσβησε
κι αυτό. Όταν δυό άνθρωποι βρεθούν στο ίδιο σκοτάδι, εκείνος που έρχεται από πιο φωτεινό τόπο
[21]
θα το νιώσει πιό βαθύ. Ὅσοι ὅμως βαδίζουν στὸ φῶς ποῦ προέρχεται ἀπὸ ἕνα μόνο κερί - μὲ
καθαρὸ νοῦ - μποροῦν νὰ διακρίνουν μέσα ἀπὸ τὴ σκοτεινὴ κοιλάδα αὐτῆς τῆς ζωῆς τὸ μεγάλο
φῶς τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ ὅμως εἶναι πολὺ πιὸ εὔκολο σ' ἐκείνους ποὺ ὁ δρόμος τους φωτίζεται ἀπὸ μιὰ
πεντάφωτη λυχνία. Ὅταν ἐκεῖνοι ποὺ περπατοῦν μ' ἕνα κερὶ εἶναι ἀναπολόγητοι (βλ. Ρωμ. α' 20) ἂν
ξεφύγουν ἀπό το δρόμο καὶ χαθοῦν στὸ σκοτάδι, τί ἀπάντηση μποροῦν νὰ δώσουν ἐκεῖνοι ποὺ ὁ
Θεὸς τοὺς ἔδωσε νὰ κρατοῦν στὰ χέρια τοὺς πεντάφωτη λυχνία, ἂν ξεφύγουν ἀπὸ τὸ δρόμο Του καὶ
χαθοῦν στὸ σκοτάδι; Εἶναι ἀλήθεια πῶς ἀπ' ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ζοῦν στὴ γῆ, τὴ μεγαλύτερη
εὐθύνη ἐνώπιον Θεοῦ τὴν ἔχει ὁ ἄνθρωπος ποὺ θέλει νὰ ὀνομάζεται χριστιανός.
Στὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο ὁ Κύριος Ἰησοῦς ἀποκαλύπτει ἁπλὲς καὶ καθαρὲς ἀλήθειες ποὺ πολλοὶ
ἀπὸ μᾶς ποδοπατοῦμε θεληματικὰ ἢ ἀθέλητα. Εἶναι τόσο καθαρὲς κι ἁπλὲς οἱ ἀλήθειες αὐτές, ὥστε
ὁ ἄνθρωπος ποὺ κρατᾶ ἕνα κερί, ποὺ ἔχει δηλαδὴ καθαρὸ καὶ θεόσδοτο νοῦ, μπορεῖ νὰ τίς δεῖ καὶ
νὰ τίς ἀναγνωρίσει. Λέει ὁ Κύριος: «Ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός: ἐὰν οὖν ὁ ὀφθαλμός
σου ἁπλοῦς ἤ, ὅλον τὸ σῶμα σου φωτεινὸν ἔσται. Ἐὰν δὲ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρὸς ἤ, ὅλον τὸ
σῶμα σου σκοτεινὸν ἔσται» (Ματθ. στ' 22,23).
Τὰ μάτια εἶναι τὰ παράθυρα τοῦ σώματος. Ἀπὸ τὰ μάτια τὸ
σῶμα ἀντιλαμβάνεται τὸ φῶς καὶ γνωρίζει πῶς ζεῖ μέσα στὸ
φῶς. Ἄν τὸ παράθυρο αὐτὸ εἶναι ἑρμητικὰ κλεισμένο, τὸ σῶμα
βρίσκεται μέσα σ' ἕνα φοβερὸ σκοτάδι. Τὰ μάτια εἶναι ὁδηγὸς
τοῦ ἀνθρώπου. Ὅταν ὁ ὁδηγὸς αὐτὸς προπορεύεται σταθερά,
τὸ σῶμα προχωρεῖ μπροστὰ καὶ δὲν παρεκκλίνει ἀπὸ τὴν
πορεία του, τὰ πόδια πᾶνε ἐκεῖ ποὺ πρέπει, τὰ χέρια κάνουν
αὐτὸ ποὺ πρέπει καὶ κάθε μέλος καὶ ὄργανο κάνει τὴ δουλειά
του ὅπως πρέπει. Ἄν ὅμως ὁ ὁδηγὸς πέσει σὲ σκοτάδι, θὰ
ὁδηγήσει κι τὸν ἀκολουθοῦν στὸ σκοτάδι. Ἄν τὰ μάτια
σβήσουν καὶ σταματήσουν νὰ φωτίζουν τὸ σῶμα, τὸ παχὺ
στρῶμα σκοταδιοῦ θὰ τὸ καλύψει! Τότε ὅλοι οἱ δρόμοι θὰ εἶναι
κλειστοὶ γιὰ τὸ σῶμα. Τὰ πόδια εἴτε δὲ θὰ κινοῦνται καθόλου
εἴτε θ' ἀκολουθοῦν στραβὸ δρόμο. Τὰ χέρια εἴτε δὲ θὰ
δουλεύουν εἴτε θὰ κάνουν ἄσχημα πράγματα. Κάθε ὄργανο θὰ
κάνει τὸ δικό του στραβὸ ἔργο. Τὰ πόδια θὰ εἶναι βαριά, θὰ
βαδίζουν ἀργά, προσπαθῶντας μ' αὐτὸν τὸν τρόπο ν'
ἀντιμετωπίσουν τὸ σκοτάδι. Τὰ χέρια θ' ἁπλώνονται γιὰ νὰ
ψηλαφίσουν, γιὰ ν' ἀναπληρώσουν μὲ τὴν ἁφὴ αὐτὸ ποὺ τοὺς
λείπει, τὸ φώς. Τὸ αὐτὶ θὰ τεντώνεται ν' ἀκούσει, στὴν
προσπάθειά του ν' ἀντικαταστήσει τὸ φώς. "Ὅλα ὅμως θὰ εἶναι μάταια. Χωρὶς μάτια, τὸ σῶμα τοῦ
ἀνθρώπου μετατρέπεται σὲ φυλακή.
Τὸ βαθύτερο νόημα ποῦ 'χοῦν τὰ λόγια αὐτὰ γίνεται ὁλοφάνερο ἀπὸ τὴν πρόταση ποὺ
ἀκολουθεῖ: «εἰ οὖν τὸ φῶς τὸ ἐν σοὶ σκότος ἐστί, τὸ σκότος πόσον;» (Ματθ. στ' 23). Ὁ Κύριος δὲ
λέει «τὸ φῶς ποῦ εἶναι σὲ σένα», ἢ «ποῦ εἶναι μπροστά σου», ἀλλὰ μέσα σου, τὸ φῶς τὸ ἐν σοί. Μὲ
τὰ λόγια αὐτὰ ἐντοπίζει ὅλη τὴν εἰκόνα τοῦ ματιοῦ καὶ τοῦ σώματος στὸν ἐσωτερικὸ ἄνθρωπο, στὸ
νοῦ καὶ τὴν ψυχή. Τὸ μάτι ἀντιπροσωπεύει τὸ νοῦ καὶ τὸ σῶμα τὴν ψυχή. Στὴν Ἁγία Γραφὴ
ἀναφέρεται πολλὲς φορὲς ἡ ὅραση τοῦ νοῦ, καθὼς καὶ ἡ τυφλότητά του. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος
ζητᾶ ἀπό το Θεὸ γιὰ τοὺς Ἐφεσίους νὰ κάνει «πεφωτισμένους τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς καρδίας» (ἅ'
18). Ὁ ἱερὸς Ψαλμωδὸς εὔχεται: «Ἀποκάλυψαν τοὺς ὀφθαλμούς μου, καὶ κατανοήσω τὰ θαυμάσια
ἐκ τοῦ νόμου σοῦ» (Ψαλμ. ριη' 18). Ἐδῶ ἐννοεῖ τὰ μάτια τοῦ νοῦ, τὴν ἐσωτερικὴ ὅραση, μὲ τὴν
ὁποία μόνο μπορεῖ κανεὶς νὰ δεῖ το νόμο τοῦ Θεοῦ.
Ὁ νοῦς εἶναι τὸ μάτι ὁλόκληρης τῆς ψυχῆς. Ὁ νοῦς εἶναι τὸ παράθυρο τῆς ψυχῆς ποὺ βλέπει
πρὸς τὸ Θεό. Ὅταν ὁ νοῦς εἶναι καθαρός, ἐλαφρὺς καὶ ἀνοιχτὸς στὸ Θεό, στὴν ψυχὴ πέφτει
οὐράνιο φὼς κι οἱ λογισμοί μας στρέφονται κατευθεῖαν στὸ Θεό. Ὅλα μας τὰ καρδιακὰ αἰσθήματα
μετατρέπονται σὲ ἀγάπη γιά το Θεὸ καί το νόμο Του. Ὅλοι μας οἱ στόχοι, οἱ ἐπιθυμίες μας κι οἱ
[22]
ἐνέργειες τῆς ψυχῆς μας, τὰ πάντα, εἶναι λουσμένα στὸ φῶς. Εἶναι ὅλα καθαρὰ καὶ θέλουν νὰ
ὑπηρετοῦν το Θεό. Μοιάζουν μ' ἕναν ἡλιόλουστο ἀγρό, ὅπου τὰ κοπάδια βόσκουν κι ὁ τσοπάνος
εἶναι χαρούμενος. Ἐκεῖ δὲν τολμοῦν νὰ μποῦν οἱ λύκοι, γιατί ὑπάρχει ἄπλετο φῶς. Μόνο ὅταν
δύσει ὁ ἥλιος κι ἐπικρατήσει τὸ σκοτάδι, θὰ τολμήσουν νὰ μποῦν στὸν ἀγρὸ αὐτὸν οἱ λύκοι γιὰ ν'
ἁρπάξουν ὅ,τι μποροῦν.
Ὅταν ὁ νοῦς μας εἶναι φωτισμένος καὶ καθαρός, οἱ ψυχές μας ἐλευθερώνονται ἀπὸ τ' ἄγρια
θηρία τῆς κακίας καὶ τῶν παθῶν. Ἐκεῖ μπαίνουν μόνο ὅταν σκιάζονται ἀπὸ τὸ σκοτάδι τοῦ
ἀρρωστημένου νοῦ. Στὸ Γεροντικὸ διαβάζουμε πῶς ὁ ἀββᾶς Βενιαμὶν κάποτε ἦταν βαριὰ
ἄρρωστος, ὅδευε πρὸς τὸ θάνατο. Οἱ μαθητὲς κι οἱ θαυμαστές του ἄρχισαν νὰ προσεύχονται μὲ
πόνο δίπλα στὸ κρεβάτι του γιὰ νὰ γίνει καλά. Ὁ γέροντας ποὺ ἄκουσε γιὰ ποιό λόγο
προσεύχονταν, τοὺς εἶπε: «Προσευχηθεῖτε νὰ μὴν ἀρρωστήσει ὁ μέσα μου ἄνθρωπος. Ἀπὸ τὸ σῶμα
μου εἶχα πολὺ λίγη βοήθεια ὅταν ἦταν ὑγιές. Τώρα ποὺ εἶναι ἄρρωστο, δὲ νιώθω ὅτι κινδυνεύω».
"Ὅταν ὁ νοῦς εἶναι καθαρός, ὅλα εἶναι καθαρὰ μέσα στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ἄνθρωπος
ὁλόκληρος εἶναι καθαρός. «Πάντα μὲν καθαρὰ τοὺς καθαρούς» (Τίτ. ἅ' 15). Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία
ὅμως πῶς μέσα σὲ κάθε ἄνθρωπο, μαζὶ μὲ τὴ μέγιστη καθαρότητα συνυπάρχει κι ἡ ἀκαθαρσία. Ὁ
ἄνθρωπος ποὺ ἔχει καθαρὸ νοῦ ὅμως δὲ βλέπει τὴν ἀκαθαρσία. Ὁ καθαρὸς ἄνθρωπος κατευθύνει
το νοῦ του κι ὁ νοῦς κατευθύνει τὴν ψυχὴ ὁλόκληρη μόνο σ' ἐκεῖνα ποὺ εἶναι καθαρὰ τόσο μέσα
στὸν ἄνθρωπο ὅσο καὶ στὸν κόσμο ἔξω. Κι ὅταν κατευθύνει τὸ νοῦ του μόνο σ' ἐκεῖνα ποὺ εἶναι
καθαρά, ἡ καθαρότητά του βελτιώνεται ὅλο καὶ περισσότερο. Ὅσο ὁ νοῦς μας προσεγγίζει τὸν
Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, τὸν τέλειο σὲ καθαρότητα καὶ σὲ φώς, τόσο καθαρότερος γίνεται. Καὶ μαζὶ
μὲ τὸ νοῦ μας καθαρίζεται ἡ καρδιὰ κι ἡ ψυχή μας, φωτίζονται περισσότερο, γίνονται λαμπερὲς κι
ἀποκτοῦν μεγαλύτερη ἀντίληψη.
Ὅταν ὁ νοῦς ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸ Θεό, τὸν ἀρνιέται ἢ τὸν βλασφημεῖ, τότε τὸ κερὶ τῆς ψυχῆς
σβήνει. Τότε τὸ παράθυρο τοῦ δωματίου κλείνει ἑρμητικά, ὁ ὁδηγὸς τῆς ψυχῆς παρεκκλίνει ἀπό το
δρόμο του καὶ πέφτει σὲ λάκκο. Πόσο σκοτεινὴ γίνεται ἡ ψυχὴ τότε! Μέσα της ξεσπᾶ ἀνταρσία,
ὁδεύει στὰ τυφλὰ καὶ παραπατᾶ ἀπὸ τὴ μιὰ ἄκρη τοῦ δρόμου στὴν ἄλλη. Μιὰ ἀχτίδα μοιάζει νὰ
γίνεται ὁδηγὸς τῆς ψυχῆς, κάτι σὰν σπίθα, μὰ γρήγορα σβήνει κι αὐτὴ καὶ παραδίνει τη χειραγωγία
σὲ κάποιο παροδικὸ συναίσθημα. Αὐτὸ σύντομα ἀντικαθίσταται ἀπὸ ἄλλες σκέψεις κι ἄλλα
αἰσθήματα, ἀπὸ τὴ μιὰ ἐπιθυμία ἢ τὴν ἄλλη, ὡσότου τελικὰ ὁ ἄνθρωπος πέσει στὸ σκοτάδι τῆς
μαύρης ἀπελπισίας. Ἡ ἀδύναμη καὶ σκοτισμένη ψυχὴ τότε παραδίδεται ὁλοκληρωτικὰ στὴν
καθοδήγηση της ἀπὸ τὸ σῶμα. Τὸ σῶμα ποὺ ἀπὸ μόνο του ἔχει γίνει σκοτάδι καὶ τυφλότητα, ἀφοῦ
τοῦ λείπει τὸ φῶς τῆς ψυχῆς. Καὶ τὸ σῶμα γίνεται ὁδηγός. Ὁ τυφλὸς ὁδηγεῖ τὸν τυφλὸ ωσότου
πέσουν κι οἱ δυὸ μέσα σὲ λάκκο.
Τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Χριστοῦ ὅμως ἔχουν ἐφαρμογὴ καὶ σὲ γονεῖς καὶ δασκάλους, σὲ ἡγέτες τοῦ
λαοῦ καὶ στοὺς ἱερεῖς τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ. Οἱ γονεῖς λειτουργοῦν κατὰ κάποιο τρόπο σὰν
μάτια στὰ παιδιά τους, ὅπως οἱ δάσκαλοι στοὺς μαθητὲς καὶ οἱ ἡγέτες στοὺς λαούς. Ἄν ἐκεῖνοι ποὺ
προηγοῦνται δὲν μποροῦν νὰ δοῦν ποὺ πηγαίνουν, τότε πολὺ λιγότερο θὰ μποροῦν νὰ δοῦν ἐκεῖνοι
ποὺ ἀκολουθοῦν. Ἄν οἱ γονεῖς ἔχουν ξεστρατίσει, πῶς τὰ παιδιά τους θὰ μπορέσουν νὰ βροῦν τὸν
ἴσιο δρόμο; Ἄν οἱ δάσκαλοι λένε ψέματα, πῶς θὰ μπορέσουν οἱ μαθητές τους νὰ μάθουν ἀπ' αὐτοὺς
τὴν ἀλήθεια; Ἄν οἱ ἡγέτες εἶναι ἄθεοι, πῶς νὰ πιστέψει ὁ λαός τους; Ἄν οἱ ἱερεῖς τοῦ Θεοῦ δὲν
εἶναι καθαροί, πῶς νὰ διατηρηθοῦν καθαροὶ οἱ πιστοί; Τότε σ' ἐκείνους θὰ ἰσχύσουν τὰ προφητικὰ
λόγια ποῦ, χρόνια ἀμέτρητα νωρίτερα, εἶχαν ἐπαληθευτεῖ στοὺς Ἰσραηλῖτες: «βλέποντες βλέψετε
καὶ οὐ,οὗ μὴ συνῇτε» (Ματθ. ιγ' 14). Αὐτὸ σημαίνει: θὰ κοιτάζετε μὲ τὰ σωματικά σας μάτια τὰ
πνευματικὰ πράγματα καὶ γεγονότα καὶ δὲ θὰ τὰ βλέπετε. Γιατί τὰ σωματικὰ μάτια βλέπουν μόνο
ὅ,τι εἶναι αἰσθητό, σωματικό· τα πνευματικὰ μάτια (ὁ νοὺς) βλέπουν ὅ,τι εἶναι πνευματικό. Ὅταν ἡ
ὅραση τοῦ νοῦ σας εἶναι ἀνύπαρκτη, τυφλή, ὅλα τὰ πνευματικὰ ποὺ ὑπάρχουν στὸν οὐρανὸ καί τη
γῆ παραμένουν ἀόρατα καὶ ἄγνωστα σέ σας, ἐπειδὴ βλέπετε μόνο μὲ τὰ σωματικὰ μάτια. «Ψυχικὸς
δὲ ἄνθρωπος οὐ,οὗ δέχεται τὰ τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ μωρία γὰρ αὐτῷ ἐστι, καὶ οὐ,οὗ δύναται
γνῶναι, ὅτι πνευματικῶς ἀνακρίνεται» (A Κορ. β' 14). Ὁ μὴ ἀναγεννημένος ἄνθρωπος, ὁ σαρκικός,
δὲ δέχεται ἐκεῖνα ποὺ ἀποκαλύπτει τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, τοῦ φαίνονται ἀνόητα. Δὲν ἔχει τὴν
[23]
πνευματικὴ ἱκανότητα νὰ γνωρίσει, ἐπειδὴ αὐτὰ ἐρευνῶνται καὶ κατανοοῦνται μὲ πνευματικὸ
τρόπο.
Προσέξτε τί λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Ἡμεῖς δὲ νοῦν Χριστοῦ ἔχομεν» (Α Κορ. β' 16).
Μακάριος εἶναι ἐκεῖνος ἀπό μας ποὺ μπορεῖ νὰ ἰσχυριστεῖ πῶς ἔχει νοῦν Χριστοῦ! Μακάριος εἶναι
ὅποιος ἔχει ἀπορρίψει τόν ἐγκόσμιο καὶ θνητὸ νοῦ του καὶ τὸν ἔχει ἀντικαταστήσει μὲ νοῦν
Χριστοῦ! Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς θὰ φωτιστεῖ ὁλόκληρος καὶ θὰ δεῖ ὅλον τὸν κόσμο λουσμένο σὲ
οὐράνιο φῶς, ὅπως ὁ Μωυσῆς εἶδε τὴ φλεγόμενη βάτο. Αὐτὸς θὰ βαδίσει μὲ σιγουριὰ μέσα στὴ
σκοτεινὴ κοιλάδα αὐτοῦ τοῦ κόσμου, γιατί ὁ δρόμος τοῦ θὰ φωτιστεῖ μὲ τὴ μέγιστη λυχνία, μὲ τὸ
μάτι ποὺ βλέπει τὰ πάντα, μὲ τὸ καθαρότερο νοῦ. Ὁ Κύριος εἶπε: «Ἐγὼ εἰμὶ τὸ φῶς τοῦ κόσμου καὶ
ἀκολουθῶν ἐμοὶ οὐ,οὗ μὴ περιπατήσει ἐν τὴ σκοτία» (Ἰωάν. ἡ' 12).
Ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ φῶς μας. Ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ μάτι μας στὴ ζωή. Ἄν ὁ ἄνθρωπος θέλει νὰ
γνωρίσει τὴ ζωή, νὰ βρεῖ το δρόμο τῆς ἀληθινῆς ζωῆς, πρέπει νὰ κοιτάζει μὲ τὸ μάτι αὐτό. Κάθε
ἄλλο μάτι ἔχει σκοτιστεῖ ἐπικίνδυνα, ἔχει λίγο ἢ πολὺ κηλιδωθεῖ καὶ μεγιστοποιεῖ ἢ ἐλαχιστοποιεῖ
τὰ ἀντικείμενα, ὅπως κάνουν οἱ φακοί. Τὰ παραμορφώνουν, τὰ κάνουν νὰ φαίνονται πιὸ κοντὰ ἢ
πιὸ μακριά. Μόνο μὲ τὸ μάτι τοῦ Χριστοῦ μποροῦμε νὰ δοῦμε τὰ πράγματα ὅπως εἶναι, τόσο στὸν
οὐρανὸ ὅσο καὶ στὴ γῆ, τόσο στοὺς ἀνθρώπους ὅσο καὶ στὴν ὑπόλοιπη πλάση. Γι' αὐτὸ καὶ θὰ εἶναι
πολὺ πιὸ σκληρὸ στοὺς ἀνθρώπους ποὺ τοὺς ἔχει δοθεῖ ἡ δυνατότητα νὰ βλέπουν μὲ τὸ μάτι τοῦ
Χριστοῦ καὶ δὲν τὸ κάνουν. Αὐτοὶ θὰ εἶναι ἀναπολόγητοι.
«Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν ἢ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει, ἢ ἑνὸς
ἀνθέξεται καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει. οὐ,οὗ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνά» (Ματθ. στ'
24). Δὲν εἶναι δυνατὸ οἱ δύο τροχοὶ κάποιου ὀχήματος νὰ κινοῦνται μπροστὰ κι οἱ ἄλλοι δύο πίσω.
Δὲ γίνεται νὰ κοιτάζει ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸ ἕνα μάτι τὴν ἀνατολὴ καὶ μὲ τὸ ἄλλο τὴ δύση. Λέει ὁ
ἀββᾶς Ἠσαΐας: «Ὅπως δὲν μπορεῖ τὸ ἕνα μάτι νὰ κοιτάζει τὸν οὐρανὸ καὶ τὸ ἄλλο τὴ γῆ, ἔτσι κι ὁ
νοῦς δὲν μπορεῖ νὰ συνδυάσει τίς οὐράνιες μέριμνες μὲ τίς ἐπίγειες». Εἶναι δυνατὸ τὸ ἕνα πόδι νὰ
βαδίζει δεξιὰ καὶ τὸ ἄλλο ἀριστερά; Αὐτὸ δὲ γίνεται. Ἔτσι εἶναι ἀδύνατο ἀπὸ τὴ μιὰ νὰ πορεύεται
κανεὶς σὲ συνάντηση μέ το Θεὸ κι ἀπὸ τὴν ἄλλη νὰ εἶναι σφιχτοδεμένος στὴ γῆ. Δὲν μπορεῖ ὁ
ἄνθρωπος νὰ εἶναι δοῦλος καὶ τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ἁμαρτίας. Εἴτε θ' ἀγαπήσει το Θεὸ καὶ θὰ μισήσει
τὴν ἁμαρτία, εἴτε τὸ ἀντίθετο, δηλαδὴ θ' ἀγαπήσει τὴν ἁμαρτία καὶ θὰ μισήσει το Θεό. Γιὰ νὰ
δώσει ἰδιαίτερη ἔμφαση σ' αὐτὸ ὁ Κύριος τὸ ἐπαναλαμβάνει μὲ ἄλλα λόγια: ἢ ἑνὸς ἀνθέξεται καὶ
τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει.
Ὅταν ὁ ἄνθρωπος προσκολληθεῖ στὸ Θεό, δὲν μπορεῖ νὰ προσκολληθεῖ καὶ στὸν ἐχθρό Του. Ἡ
ἀγάπη γι' αὐτὸν τὸν κόσμο, σημαίνει μῖσος γιά το Θεό. Ὁ Θεὸς ζητάει ὁλόκληρη τὴν καρδιά μας.
Καὶ γιὰ τὸ σκοπὸ αὐτὸ μᾶς προσφέρει κάθε βοήθεια κι ὅλες τίς δωρεές Του: «ὅτι οἱ ὀφθαλμοὶ
Κυρίου ἐπιβλέπουσιν ἐν πάσῃ τῇ γῆ, κατισχῦσαι ἐν πάσῃ καρδίᾳ πλήρει πρὸς αὐτόν» (Β' Παραλ.
ἴστ' 9). Τὰ μάτια τοῦ Κυρίου ἐπιβλέπουν ὅλη τὴν οἰκουμένη, γιὰ νὰ στηρίζουν καὶ νὰ ἐνισχύουν
ἐκείνους ποὺ ἔχουν ἀφοσιωμένη ὁλοκληρωτικὰ τὴν καρδιά τους σ' Αὐτόν. Τὸ τρίπτυχο τοῦ σωστοῦ
χριστιανοῦ εἶναι: τέλειος, ὁλοκληρωμένος, ἁγνὸς χωρὶς πίστη, ἐλπίδα κι ἀγάπη γιὰ τὸν κόσμο.
Γεμᾶτος μὲ πίστη, ἐλπίδα κι ἀγάπη γιὰ τὸ ζῶντα κι ἀθάνατο Θεό.
Ὅποιος προσκολλᾶται στὸ Θεὸ πρέπει νὰ περιφρονήσει ἀληθινὰ κάθε εἶδος φθαρτης, ἀπατηλῆς
καὶ θανάσιμης ἀπόλαυσης ποὺ προσφέρει αὐτὸς ὁ κόσμος. "Ὅποιος ἀντίθετα παραδίνεται
ὁλοκληρωτικὰ στὰ χέρια τῆς ἀπατηλῆς ἐλπίδας καὶ ὑπόσχεσης αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ὁπωσδήποτε θὰ
περιφρονήσει καὶ θὰ καταφρονήσει το Θεό.
«Μὴ πλανᾶσθε, Θεὸς οὐ,οὗ μυκτηρίζεται» (Γαλ. στ' 7). Δὲν μπορεῖς νὰ ξεγελάσεις καὶ νὰ
περιπαίξεις το Θεό. Ἐκεῖνον ποὺ ἀπορρίπτει το Θεό, θὰ τὸν ἀπορρίψει κι ὁ ἴδιος. Κι ὁ Θεὸς μὲν θὰ
παραμείνει Θεός, ὁ ἄνθρωπος ὅμως θὰ ξεγραφτεῖ ἀπὸ τὸ Βιβλίο τῆς Ζωῆς, τόσο σ' αὐτὸν τὸν
κόσμο ὅσο καὶ στὸν ἄλλον. Γι' αὐτὸ πρέπει νὰ παραμείνεις συνεπὴς στὴν ἀφοσίωσή σου στὸ Θεὸ
καὶ νὰ μὴν ἔχεις διχασμένη καρδιά. Ὅταν βάλεις τὸ χέρι στὸ ἀλέτρι τοῦ Θεοῦ, μὴ γυρίζεις πίσω.

[24]
Ἀφοῦ ξεκίνησες νὰ ἐλευθερωθεῖς ἀπὸ τὰ Σόδομα αὐτοῦ τοῦ κόσμου μὴν κοιτάζεις πίσω σου, γιὰ
νὰ μὴ γίνεις «στήλη ἅλατος», ὅπως ἡ γυναῖκα τοῦ Λώτ, ἀνίκανος νὰ βαδίσεις μπροστὰ ἢ πίσω.
Ἀφοῦ γλίτωσες ἀπὸ τὸν ἄδικο Φαραὼ τῆς Αἰγύπτου, μὴν ἐπιθυμήσεις νὰ ξαναγυρίσεις στὴ
σκλαβιά, ἀκόμα κι ἂν στὸ δρόμο πρὸς τὴ σωτηρία σου χρειαστεῖ ν' ἀντιμετωπίσεις ἐμπόδια ὅπως ἡ
θάλασσα κι ἡ ἔρημος, ἡ πεῖνα, ἡ δίψα κι οἱ πολυάριθμοι ἐχθροί. Ὁ Κύριος πορεύεται πάντα
μπροστὰ ἀπὸ ἐκείνους ποὺ βαδίζουν το δρόμο τῆς σωτηρίας, γιὰ νά τους σώσει ἀπὸ τὴ φωτιὰ τῆς
ἁμαρτίας καὶ νὰ τοὺς προστατεύει στὴν πορεία τοὺς ἀπὸ τὴ θάλασσα, τὴν ἔρημο καὶ τοὺς
πολυπληθεῖς ἐχθρούς τους.
«Οὐ,Οὗ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνά». Ὁ Κύριος ἐπισημαίνει γιὰ μιὰ ἀκόμα φορὰ τὴν
πρώτη σκέψη, ὅτι οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίους δουλεύειν. Δὲν μπορεῖ νὰ ὑπηρετεῖ κανεὶς δυὸ
κυρίους ποὺ οἱ σκέψεις, οἱ ἐπιθυμίες καὶ τὸ θέλημά τους συγκρούονται. Ὁ δίκαιος Ἀβραὰμ
ὑπηρέτησε τρεῖς κυρίους, (βλ. Γέν. ἰη' 12). Οἱ κύριοι αὐτοὶ ὅμως ἦταν ἕνας στὴν οὐσία καὶ τὸ
πνεῦμα. Μποροῦμε νὰ ὑπηρετοῦμε τριάντα ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ ἢ τριακόσιους ἀπὸ τοὺς ἁγίους Του.
Αὐτοὶ ὅμως δὲν εἶναι τριάντα ἢ τριακόσιοι κύριοι, ἀλλὰ μόνο ἕνας. Εἶναι ὁ φωτεινὸς στρατὸς τοῦ
Θεοῦ τῆς ἀλήθειας καὶ τῆς δικαιοσύνης, ποὺ ὑπόκειται στὸν Ἕνα καὶ μοναδικὸ Κύριο: το Θεό. Τὸ
ὅτι δὲν πρέπει νὰ νομίζουμε πῶς δὲν μποροῦμε νὰ ὑπηρετοῦμε δύο καλοὺς καὶ ἁγίους ἀνθρώπους,
τὸ ἐξηγεῖ ὁ Κύριος λέγοντας πῶς ἐννοεῖ δυὸ ἀντικρουόμενες δυνάμεις ποὺ δὲν ἔχουν τίποτα κοινὸ
μεταξύ τους, ὅπως ἡ νύχτα μὲ τὴ μέρα. Θεὸς καὶ μαμωνὰς εἶναι δυὸ ἀντικρούμενοι κύριοι,
ἀφεντάδες, στοὺς ὁποίους μαζὶ δὲν μποροῦμε νὰ προσφέρουμε τὴν ὑπηρεσία μας. Δὲν μποροῦμε νὰ
ὑπηρετοῦμε το Θεὸ γιὰ τὴ σωτηρία μας καὶ τὸ μαμωνὰ γιὰ τὴν καταδίκη καὶ τὸ θάνατό μας.
Μαμωνὰς εἶναι λέξη φοινικικὴ καὶ σημαίνει
«πλοῦτος». Λέγεται πὼς οἱ πολυθεϊστὲς Φοίνικες
εἶχαν καὶ εἴδωλο μὲ τὸ ὄνομα αὐτό, ποὺ τὸ
προσκυνοῦσαν ὡς θεὸ τοῦ πλούτου. Γιατί ὁ
Κύριος χ τὴν ξένη αὐτὴ λέξη γιὰ νὰ δηλώσει τὴν
ἀντίθεση τοῦ Θεοῦ; Γιὰ νὰ δείξει τὴ βαθιὰ
περιφρόνησή Τοῦ στὴ θεοποίηση τοῦ πλούτου,
στὴν ὑπηρεσία καὶ τὴν αἰχμαλωσία στὰ πλούτη.
«Ρίζα γὰρ πάντων τῶν κακῶν ἐστιν ἡ φιλαργυρία»
(A Tιμ. στ' 10). Φιλαργυρία δὲ σημαίνει μόνο τὴν
ἀγάπη γιὰ τὸ χρῆμα, ἀλλὰ γιὰ κάθε ὑπερβολικὸ καὶ
ψυχοκτόνο πλοῦτο. Θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ ὁ Κύριος:
«Δὲν μπορεῖτε νὰ ὑπηρετεῖτε το Θεὸ καὶ τὸ ψέμα,
γιατί ὁ Θεὸς εἶναι ἀλήθεια» ἤ «το Θεὸ καὶ τὴν
ἁρπαγή, γιατί ὁ Θεὸς εἶναι εὔσπλαγχνος» ἢ «τὸ
Θεὸ καὶ τὴ φιληδονία, γιατί ὁ Θεὸς εἶναι καθαρὸς»
ἤ «το Θεὸ καί το φθόνο, γιατί ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη»
ἤ «το Θεὸ καὶ» ὁποιαδήποτε ἁμαρτία, γιατί ὁ Θεὸς
εἶναι ἀναμάρτητος, ἐχθρὸς τῆς ἁμαρτίας.
Γιατί ὁ Κύριος τόνισε ἰδιαίτερα τὴν ὑπηρεσία
τοῦ πλούτου ὡς ἀντίθετη στὴν ὑπηρεσία τοῦ Θεοῦ;
Ἐπειδὴ ἡ ὑπηρεσία τοῦ πλούτου προκαλεῖ καὶ
κάνει δυνατὲς ὅλες τίς ἄλλες ἁμαρτίες καὶ τίς
κακίες. Ὅποιος προσκολλᾶται στὸν πλοῦτο μ' ὅλη του τὴν καρδιά, δὲ θὰ μπορέσει νὰ προφυλαχτεὶ
ἀπὸ τὸ ψέμα, τὴν κλοπή, τὴ λαγνεία, τὴν ψευδορκία ἢ ἀκόμα κι ἀπὸ τὸ φόνο, ἁπλᾶ καὶ μόνο γιὰ νὰ
διατηρήσει καὶ ν' αὐξήσει τὰ πλούτη του. Δὲ θὰ μπορέσει νὰ προφυλαχτεὶ ἀπὸ τό φθόνο καὶ τὸ
μῖσος γιὰ κείνους ποὺ ἔχουν περισσότερα ἀπ' αὐτόν. Τὰ πλούτη θὰ τοῦ ἀνοίξουν σύντομα τὸ δρόμο
πρὸς κάθε ἄλλη ἁμαρτία καὶ κακία, ὅπως τὴ μέθη, τὴν χαρτοπαιξία, τὴ φιληδονία, τὴ μοιχεία καὶ
κάθε ἀκαθαρσία.

[25]
Ὅταν ὁ ἄνθρωπος βλέπει πῶς οἱ ἄλλοι τὸν φθονοὺν ἀλλὰ τὸν τιμοῦν γιὰ τὰ πλούτη του, θὰ
πάψει νὰ φοβᾶται το Θεὸ καὶ νὰ τὸν προσκυνᾶ. Θ' ἀντιμετωπίσει μὲ περιφρόνηση το νόμο τοῦ
Θεοῦ καὶ τὴν Ἐκκλησία Του καὶ σύντομα θὰ καταλήξει νὰ γίνει βλάσφημος καὶ ἄθεος. Αὐτὸς εἶναι
ὁ λόγος ποὺ ὁ Κύριος διάλεξε τὴν ὑπηρεσία τοῦ πλούτου - ἢ τοῦ μαμωνά, τοῦ δαίμονα τοῦ πλούτου
- ὡς διαμετρικὰ ἀντίθετη στὴν ὑπηρεσία τοῦ Θεοῦ.
Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ὑπηρετεῖ τὸν πλοῦτο καταλήγει στὴν αἰχμαλωσία του καὶ καταστρέφει
ὁλοκληρωτικὰ τὴν ψυχή του. Ὁ Μέγας Βασίλειος λέει στὴν ὁμιλία του γιὰ τὴ φιλαργυρία:
«Ἄξιοθρήνητος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ζητάει πολλά. Ἢ μεγάλη ἀπαίτηση δημιουργεῖ στὴ ζωὴ μιὰ
λαιμαργία ἐπιθυμιῶν. Εἶναι σὰν τὴ φωτιὰ ποὺ κατακαίει τὰ πάντα καὶ δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ τὴ
σταματήσει, ὡσότου τὰ κάνει ὅλα στάχτη. Τὸ ἴδιο γίνεται καὶ μὲ τὴ φιλαργυρία. Ὑπάρχει κανεὶς
ποὺ μπορεῖ νὰ τὴ σταματήσει;»
Σὲ μιὰν ἄλλη περίπτωση εἶχε πεῖ ὁ Κύριος: «Τί γὰρ ὠφελεῖται ἄνθρωπος, ἐὰν τὸν κόσμον ὅλον
κερδήση, τὴν δὲ ψυχὴν αὐτοῦ ζημιωθῆ;» (Ματθ. ἴστ' 26). Ὁ κόσμος εἶναι τοῦ Θεοῦ καὶ θὰ
παραμείνει στὴν κυριαρχία Του. Ὁ πλούσιος ἄνθρωπος, ὅταν πεθάνει, θὰ μείνει χωρὶς τὸν κόσμο
καὶ χωρὶς ψυχή· στὴν κρίση τοῦ Θεοῦ θὰ εἶναι πιὸ φτωχὸς κι ἀπὸ τὸ φτωχότερο τῶν ἐργατῶν καὶ
τῶν ὑπαλλήλων του σ' αὐτὴ τὴ ζωή.
Συνεχίζει ὁ Κύριος: «Διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν, μὴ μεριμνᾶτε τὴ ψυχὴ ὑμῶν τί φάγητε καὶ τί πίητε,
μηδέ το σώματι ὑμῶν τί ἐνδύσησθε οὐχὶ ἡ ψυχὴ πλεῖον ἔστι τῆς τροφῆς καὶ τὸ σῶμα τοῦ
ἐνδύματος;» (Ματθ. στ' 25).
Διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν... Γιατί; Γιὰ ποιό λόγο; Ἐπειδὴ τὰ χρήματα εἶναι τόσο ψυχοφθόρα. Ἐπειδὴ
ἡ ὑπηρεσία στὸ μαμωνὰ σ' ἐμποδίζει ἀπὸ τὴν ὑπηρεσία τοῦ Θεοῦ. Ἐπειδὴ θέλω νὰ γίνετε κύριοι
ὅλου τοῦ κόσμου καὶ ὅλης της κτίσης, στὴν ὁποία ὁ Θεὸς τοποθέτησε τὸν ἄνθρωπο. Δὲ θέλω νὰ
γίνετε ὑπηρέτες τῶν ὑπηρετῶν σας καὶ δοῦλοι τῶν δούλων σας. Γι' αὐτὸ μὴ γονατίζετε ἀπὸ τίς
μέριμνες γιὰ τροφή, ποτὸ καὶ ἐνδύματα. Εἶναι πιὸ δύσκολο νὰ δημιουργήσετε ἕνα σῶμα παρὰ νὰ τὸ
συντηρεῖτε μὲ τροφὴ κι ἐνδύματα. Ὁ Θεὸς ὅμως, ποὺ ἤδη ἔκανε τὸ σπουδαιότερο, θὰ κάνει καὶ τὸ
εὐκολότερο. «Οἰδε γὰρ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος ὅτι χρήζετε τούτων ἁπάντων» (Ματθ. στ' 32). Τὸ
μάτι Του εἶναι πάντα στραμμένο πάνω μας καὶ μᾶς παρακολουθεῖ. Τὸ γεμᾶτο χέρι Του εἶναι πάντα
ἁπλωμένο πρὸς τὸ μέρος μας.
Δὲ βλέπουμε ὁλόγυρά μας, πρὸς κάθε κατεύθυνση, πῶς ὁ Θεὸς παρέχει τροφή, ποτὸ καὶ
ἐνδύματα σ' ὅλα τὰ πλάσματά Τοῦ; Τρέφει τὰ μηρμύγκια στὸ χῶμα, τ' ἄγρια θηρία στὰ δάση, τὰ
ψάρια στὴ θάλασσα. "Ὅταν ἔρχεται ὁ κρύος καιρός, στέλνει τὰ χελιδόνια καὶ τοὺς γερανοὺς σὲ
θερμότερα κλίματα, ὅπου τὰ τρέφει ὅλο τὸ χειμῶνας βρίσκει στὴν ἀρκούδα φωλιὰ γιὰ νὰ
ξεχειμωνιάσει. Ποτίζει τὰ δέντρα καὶ τὰ φυτά. Ἄρδεύει τοὺς λόφους καὶ τίς πεδιάδες. Ὑπάρχει
κάποιο πλάσμα, κάποιο δημιούργημα τοῦ Θεοῦ στὴ γῆ ποὺ νὰ τὸ ἄφησε γυμνό; Ποιός ντύνει τὸ
λιοντάρι καὶ τὴν τίγρη, το λύκο καὶ τὴν ἀλεποῦ, ἂν ὄχι Ἐκεῖνος; Ποιός φτιάχνει τοῦ κόκορα τὴ
φορεσιὰ ἢ τοῦ κόρακα, ποιός κατασκευάζει τὸ καύκαλο της χελώνας καὶ τὰ λέπια τοῦ ψαριοῦ, ἂν
ὄχι Ἐκεῖνος; Ποιός δίνει τὸ μαλλὶ στό πρόβατο καὶ στὴν κατσίκα, τὴ σκληρὴ τρίχα στὸ χοῖρο, τὸ
δέρμα στὸ μοσχάρι καὶ τὴ χαίτη στὸ ἄλογο, ἂν ὄχι Αὐτός; Ποιός κεντᾶ τὰ φτερὰ τῆς πεταλούδας
καὶ τὸ σῶμα τῆς σφήκας, ποιός φτιάχνει τὸ κέλυφος γιὰ κάθε ἔντομο ποὺ κρύβεται στὸ γρασίδι καὶ
τὰ φύλλα, ἂν ὄχι Ἐκεῖνος; Ποιός ντύνει μὲ φλούδα ὅλα τὰ δέντρα καὶ στολίζει τὸ στέλεχος τοῦ
καλαμποκιοῦ; Ποιός κλώθει καὶ ὑφαίνει τίς στολὲς γιὰ τὰ λουλούδια τοῦ ἀγροῦ μὲ τόση
λαμπρότητα, ποὺ οὔτε οἱ ἐπίγειοι βασιλιᾶδες δὲ διαθέτουν; Ὁ Κύριος, ὁ ζωντανὸς Κύριος ποὺ τὰ
δημιούργησε. Αὐτὸς ὁ Κύριος τότε, εἶναι δυνατὸ νὰ λογαριάσει μόνο τὸν ἄνθρωπο θετό, ἀνάμεσα
σ' ὅλα τὰ πλάσματά Του; Ἐκεῖνος ποὺ τρέφει καὶ ποτίζει τὸ ἄγρια θηρία στὰ δάση, τὸ πράσινο
στοὺς λόφους καὶ στοὺς ἀγροὺς καὶ τὰ ἔντομα, θ' ἀφήσει τὸ πιὸ ἔνδοξο καὶ τιμημένο ἀπὸ τὰ
πλάσματά Του - τον ἄνθρωπο - πεινασμένο, διψασμένο καὶ γυμνό;
«Ἐμβλέψατε εἰς τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, ὅτι οὐ,οὗ σπείρουσιν οὐδὲ θερίζουσιν οὐδὲ
συνάγουσιν εἰς ἀποθήκας ». Καὶ ποιός τὰ τρέφει; «Ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος τρέφει αὐτά» (Ματθ.
στ' 26). Δὲ λέει «ὁ Πατέρας τους», ἀλλὰ «ὁ Πατέρας σας», Ὁ Θεὸς εἶναι μόνο Δημιουργός τους,
[26]
γιά σας ὅμως εἶναι κάτι παραπάνω: εἶναι ὁ Πατέρας σας. Ἐσεῖς εἶστε πολὺ καλλίτεροι, ἀξίζετε πολὺ
περισσότερο ἀπ' αὐτά.
Μὲ τὰ λόγια Του αὐτὰ ὁ Χριστὸς δείχνει τὴν ἀσύγκριτη ἀξία τοῦ ἀνθρώπου σὲ σχέση μὲ τὰ
ἄλλα πλάσματα. Δὲν εἴμαστε καλλίτεροι ἀπὸ τὰ πουλιά; Κι ἂν εἴμαστε καλλίτεροι, εἶναι δυνατὸ καὶ
πάνσοφος Θεὸς νὰ ταΐσει τὰ κατώτερα πλάσματα καὶ νὰ ξεχάσει νὰ θρέψει τὰ σπουδαιότερα ποὺ
ἔχει στὸν κόσμο, δηλαδή τὰ παιδιά Του; Κι ἔπειτα ὅλες οἱ φροντίδες μᾶς γιὰ φαγητὸ καὶ ποτὸ θὰ
μᾶς εἶναι ἄχρηστες ἂν ὁ Θεὸς δὲ δώσει τὴ ζωοποιό Του δύναμη στὰ προϊόντα ποὺ θὰ
καταναλώσουμε. Δὲν εἶναι τὸ ψωμὶ ποὺ μᾶς τρέφει, ἀλλὰ ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ στὸ ψωμί. Δὲν εἶναι
τὸ νερὸ ποὺ μᾶς ξεδιψάει, ἀλλὰ ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ στὸ νερό. Μόνοι μας δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε
τίποτα. «Τίς δὲ ἐξ ὑμῶν μεριμνῶν δύναται προσθῆναι ἐπὶ τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ πῆχυν ἕνα;» (Ματθ. στ'
27). Ποιός ἀπὸ μᾶς μπορεῖ νὰ προσθέσει ἔστω καὶ μιὰ μέρα στὴν ἐπίγεια ζωή του; «Κύριε, λέει ὁ
Δαβίδ, γνώρισε τὸ πέρας μου καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἡμερῶν μου, τίς ἔστιν» (Ψαλμ. λὴ 5). Ἐκεῖνοι
ποὺ τρῶνε καὶ πίνουν πολύ, δὲν πεθαίνουν ὅπως κι αὐτοὶ ποὺ τρῶνε λίγο; Οἱ λαίμαργοι κι οἱ
ἀδηφάγοι δὲν πεθαίνουν πιὸ γρήγορα ἀπὸ τοὺς ἀσκητές; Ἐκεῖνοι ποὺ τρῶνε καὶ πίνουν πολύ,
γίνονται ἔστω καὶ κατὰ τί ψηλότεροι ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους; Ἄν λοιπόν, μὲ τὸ νὰ φροντίζεις
μόνος σου γιὰ τὸ φαγητὸ καὶ τὸ ποτό, δὲν μπορεῖς νὰ προσθέσεις οὔτε ἕνα ἑκατοστὸ στὸ ἀνάστημά
σου ἢ νὰ ἐπιμηκύνεις τὴ ζωή σου ἔστω καὶ γιὰ μιὰ μέρα, ἄφησε κατὰ μέρος τίς φροντίδες γιὰ τὸ
σῶμα σου καὶ μερίμνησε γιὰ τὴν ψυχή σου. Ὅταν τὸ σῶμα σου ἀποβιώσει, μὲ τὴν ψυχή σου θὰ
παρουσιαστεῖς μπροστὰ στὸ Θεό.
«Καὶ περὶ ἐνδύματος τί μεριμνᾶτε; καταμάθετε τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ πῶς αὐξάνει: οὐ,οὗ κοπιᾶ
οὐδε νήθει: λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι οὐδὲ Σολομῶν ἐν πάσῃ τῇ δόξῃ αὐτοῦ περιεβάλετο ὡς ἔν τούτων»
(Ματθ. στ' 28,29). Ὁ Κύριος χρησιμοποίησε τὰ πουλιὰ πρῶτα, γιὰ νὰ δείξει πόσο πρέπει νὰ
ντρέπονται ἐκεῖνοι ποὺ μεριμνοῦν ὑπερβολικὰ γιὰ τὴ διατροφή τους. Τώρα ἀναφέρεται σ' ἕνα
ἀκόμα κατώτερο μέρος τῆς δημιουργίας: στὰ λουλούδια τοῦ ἀγροῦ. Κι αὐτὸ γιὰ νὰ κάνει νὰ
ντρέπονται ἐκεῖνοι ποὺ φροντίζουν ὑπερβολικὰ γιὰ τὸ ντύσιμό τους. Γιατί ὁ Κύριος μιλάει μόνο γιὰ
τὰ κρίνα κι ὄχι γιὰ κάποιο ἄλλο λουλούδι, ποὺ ὁ Θεὸς τὸ στόλισε μὲ λιγότερο κάλλος ἀπὸ τὸ κρίνο;
Πρῶτα ἐπειδὴ τὸ κρίνο, μὲ τὴ λευκότητά του, ἀντιπροσωπεύει τὴν ἁγνότητα. Γι' αὐτὸ τὸν ξεχωρίζει
ἀπὸ τὰ ὑπόλοιπα λουλούδια τοῦ ἀγροῦ.
Ὁ Ἰωάννης εἶδε στὴν Ἀποκάλυψη τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ στὸν οὐρανὸ «ὡς ἀρνίον... καὶ ὄχλον
πολύν...εστώτας ἐνώπιον τοῦ θρόνου καὶ ἐνώπιον τοῦ ἀρνίου, περιβεβλημένους στολὰς λευκάς»
(Ἀποκ. ζ' 9). Δεύτερο, ἐπειδὴ ὁ Κύριος θέλει νὰ συγκρίνει τὸ κάλλος τοῦ λουλουδιοῦ ἐκείνου μὲ τὸ
βασιλιᾶ Σολομῶντα, γιὰ τὸν ὁποῖο λέγανε πῶς τοῦ ἄρεσε τὸ λευκὸ χρῶμα. Ὁ Κύριος συγκρίνει
ἐπίσης τὰ κρίνα μέ το Σολομῶντα, ἐπειδὴ ὁ Σολομῶν ἦταν ὁ πλουσιότερος κι ἐνδοξότερος βασιλιᾶς
τῶν ἀρχαίων χρόνων. Καὶ νὰ ποὺ ὁ βασιλιᾶς Σολομῶν, ὁ πλούσιος καὶ σοφός, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι
προσπαθοῦσε νὰ ντύνεται ὅσο πολυτελέστερα καὶ πιὸ φανταχτερὰ γινόταν, δὲν μποροῦσε νὰ
συγκριθεῖ μὲ τὰ ἄψυχα κρίνα τοῦ ἀγροῦ ποὺ τὰ ἔντυνε ὁ Θεός. Καμιὰ ἀνθρώπινη φροντίδα καὶ
προσπάθεια λοιπὸν δὲν μπορεῖ νὰ κάνει αὐτὸ ποὺ κάνει ὁ παντοδύναμος Θεός.
«Εἰ δὲ τὸν χόρτον τοῦ ἀγροῦ, σήμερον ὄντα καὶ αὔριον εἰς κλίβανον βαλλόμενον, ὁ Θεὸς οὕτως
ἀμφιέννυσιν, οὐ,οὗ πολλῷ μᾶλλον ὑμᾶς, ὀλιγόπιστοι;» (Ματθ. στ' 30). Παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ
κρίνο εἶναι πανέμορφο, ὅμως δὲν εἶναι τίποτα περισσότερο ἀπό ἕνα συνηθισμένο χόρτο, ποὺ
σήμερα ἀνθίζει καὶ αὔριο ξεραίνεται καὶ τὸ ρίχνουν στὸ φοῦρνο. Ὁ Θεὸς λοιπόν, ποὺ στολίζει μὲ
τόση ὀμορφιὰ αὐτὸ τὸ χόρτο τοῦ ἀγροῦ, ποῦ δὲν κινεῖται ἀπὸ μόνο του, δὲ σκέφτεται οὔτε μιλάει,
θ' ἀφήσει ἐσᾶς γυμνούς, ὀλιγόπιστοι; Νὰ τὸ ξέρετε, όλιγόπἱστοι, πῶς ὅσο περισσότερο φροντίζετε
ἐσεῖς γιὰ τὸν ἑαυτό σας, τόσο λιγότερο ἀσχολεῖται ὁ Θεὸς γιά σας.

[27]
Ὁ Κύριος ἐπαναλαμβάνει γιὰ μιὰ
ἀκόμα φορὰ τὴν ἐντολὴ Τοῦ νὰ μὴν
ἀνησυχοῦμε ὑπερβολικὰ γιὰ τὸ τί θὰ
φᾶμε, τί θὰ πιοῦμε καὶ τί θὰ φορέσουμε.
Τὸ κάνει γιὰ νὰ μᾶς ἀπαλλάξει ἀπὸ τίς
ὑπερβολικὲς φροντίδες ποῦ σκοτίζουν τὴν
πνευματική μας ὅραση, τυφλώνουν το νοῦ
μας καὶ μᾶς βυθίζουν στὸ σκότος αὐτοῦ
τοῦ κόσμου, μᾶς παραδίδουν στὰ χέρια
τοῦ μαμωνά, ἀπομακρυσμένους καὶ
ἀποξενωμένους ἀπό το Θεό.
«Ἔχοντες δὲ διατροφῆς καὶ
σκεπάσματα, τούτοις ἀρκεσθησόμεθα»
(Α ́ Τιμ. στ' 8). Αὐτὸ σημαίνει πῶς ὅταν
ἔχουμε ἐκεῖνα ποὺ μᾶς εἶναι ἀπαραίτητα,
αὐτὰ ποὺ μᾶς παρέχει ὁ Θεός, ἂς μὴν ἐπιζητοῦμε περισσότερα. Ὅταν ἀνησυχοῦμε γιὰ περιττὰ
πράγματα, ὅπως γιὰ παράδειγμα ἡ φροντίδα μας γιὰ τὴν ἑπόμενη μέρα, αὐτὸ στὸ τέλος θὰ μᾶς
ὁδηγήσει στὴν ὑπηρεσία τοῦ σατανᾶ. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μᾶς διδάσκει νὰ ζητοῦμε μὲ τὴν προσευχὴ
μᾶς ἀπὸ τὸ Θεὸ τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον, τὸ καθημερινό μας σιτηρέσιο. Μὲ τὴ φράση αὐτὴ
πρέπει νὰ ἐννοήσουμε καὶ τὸν πνευματικὸ ἄρτο, ἐκεῖνον ποὺ ζωογονεῖ τοὺς ἀνθρώπους. Μᾶς
διδάσκει πῶς δὲν πρέπει νὰ ζητᾶμε ἀπὸ τὸ Θεὸ σωματικὲς πολυτέλειες καὶ ὑπερβολές, «πάντα γὰρ
ταῦτα τὰ ἔθνη ἐπιζητεῖ» (Ματθ. στ' 32). Ἐκεῖνοι ποὺ δὲ γνωρίζουν τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ, καθὼς
καὶ τὴν ἀπεριόριστη δύναμη καὶ ἀγάπη Του, τὴν ἀξία τῆς ἀθάνατης ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου ἢ τὸ
κάλλος καὶ τὴ γλυκύτητα τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς δικαιοσύνης Του, ἂς ζητοῦν περισσότερα
ἀπ' ὅσα χρειάζονται. Ὁ Θεὸς τοὺς δίνει σύμφωνα μὲ τίς ἐπιθυμίες τους. Ἔτσι δὲν τοὺς ὀφείλει
τίποτα οὔτε σ' αὐτὸν τὸν κόσμο οὔτε καὶ στὸ μέλλοντα. Κάθε ἀνταμοιβή τους τὴν παίρνουν σ' αὐτὴ
τὴ ζωή, ὅπως τὰ πουλιὰ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ.
Ὅλη ἡ δόξα τῶν πετεινῶν τοῦ οὐρανοῦ περιορίζεται στὴν ἐπίγεια ζωή τους. Ὅλο τὸ κάλλος τῶν
κρίνων τοῦ ἀγροῦ εἶναι ἐφήμερο, ἐξαντλεῖται σύντομα στὸ χρόνο. Γιὰ τὰ παιδιά Του ὅμως ὁ Θεὸς
ἔχει προετοιμάσει ἀπὸ καταβολῆς κόσμου τὴν οὐράνια βασιλεία Του, ὅπου τὰ περιμένει
ἀνέκφραστη δόξα. Ἡ δόξα τοῦ ἀνθρώπου λοιπὸν δὲν ἔγκειται στὴν τροφή, στὸ ποτὸ καὶ στὰ ροῦχα.
Ἄν ἡ δόξα τοῦ ἀνθρώπου ἐξαντλοῦνταν σ' αὐτά, ὁ Θεὸς θὰ τὸν ἔτρεφε καὶ θὰ τὸν ἔντυνε χίλιες
φορὲς καλύτερα σ' αὐτὴ τὴ ζωὴ ἀπὸ τ' ἄλλα πλάσματα ποὺ ζοῦν στὴ γῆ, στὴ θάλασσα ἢ στὸν ἀέρα.
Μὰ κι ὁ ἴδιος ὁ βασιλιᾶς Σολομῶντας, μὲ ὅλη του τὴ δόξα δὲν ἦταν τόσο ὄμορφα στολισμένος ὅσο
τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ. Γι' αὐτὸ οἱ ἄνθρωποι πρέπει νὰ καταλάβουν πῶς ἡ δόξα τους δὲ βρίσκεται στὰ
πολυτελῆ ροῦχα, ἀλλὰ σὲ κάτι ἀνώτερο καὶ πιὸ ἀνθεκτικὸ στὸ χρόνο. Πρέπει νὰ πάρουν τὰ μάτια
καὶ τὴν καρδιὰ τοὺς ἀπὸ τὴν ἐφήμερη δόξα αὐτοῦ τοῦ κόσμου καὶ ν' ἀναζητήσουν τὴ δόξα ἐκείνη
ποὺ τοὺς ἔχει ὑποσχεθεῖ ὁ Θεὸς καὶ γιὰ τὴν ὁποία τοὺς προορίζει.
«Ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα
προστεθήσεται ὑμῖν» (Ματθ. στ' 33). Μὴ ζητᾶτε κουρέλια ἀπὸ Ἐκεῖνον ποὺ μπορεῖ νὰ σᾶς δώσει
βασιλικὲς στολές. Μὴν ἐπαιτεῖτε ψίχουλα ποὺ πέφτουν ἀπὸ τὸ βασιλικὸ τραπέζι, ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ
θέλει νὰ σᾶς κάνει ὁμοτράπεζούς Του. Ἐκεῖνος εἶναι ὁ Βασιλιᾶς καὶ σεὶς εἶστε οἱ γιοί Του. Νὰ
ζητᾶτε αὐτὰ ποὺ ἁρμόζουν σὲ βασιλικὰ παιδιά, ἐκεῖνα ποὺ εἴχατε πρὶν μὰ τὰ χάσατε μὲ τὴν
ἁμαρτία. Ν' ἀναζητᾶτε πλούτη ποῦ δὲν τὰ τρώει ὁ σκόρος, δὲν τὰ φθείρει ἡ σκουριὰ καὶ δὲν τὰ
κλέβουν οἱ κλέφτες. Ἄν ἀξιωθεῖτε νὰ λάβετε τὸ ἀνώτερα, ὁπωσδήποτε θὰ λάβετε καὶ τὰ
ὑποδεέστερα. Ζητεῖστε πρῶτα τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ὅπου ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς κάθεται στὸ θρόνο Του
καὶ βασιλεύει (βλ. Ψαλμ. ρβ' 19), τὴ βασιλεία κάθε εὐλογίας καὶ δικαιοσύνης, ἐκεῖ ποὺ «οἱ δίκαιοι
ἐκλάμψουσιν ὡς ὁ ἥλιος» (Ματθ. ιγ' 43), ὅπου δὲν ὑπάρχει πόνος, θλίψη ἢ στεναγμός, οὔτε
θάνατος.

[28]
Μὴ γίνετε σὰν τὸν Ἄσωτο Υἱὸ ποὺ ἔφυγε ἀπὸ τὸν Πατέρα του καὶ κατάντησε νὰ τρώει
χοιροτροφές. Προσπαθῆστε νὰ γυρίσετε ἀπὸ τὴ μακρινὴ χώρα στὸ σπίτι τοῦ οὐράνιου Πατέρα σας,
γιατί «ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ (εἶναι) δικαιοσύνη καὶ εἰρήνη καὶ χαρὰ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ» (Ρωμ. ἴδ'
17). Μὴ μοιάσετε στὸν Ἠσαύ, ποὺ πούλησε τὰ πρωτοτόκια γιὰ ἕνα πιάτο φακῆς. Θ' ἀνταλλάξεις τὴ
βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ τὴ μακαριότητά της γιὰ ἕνα πιάτο φακῆ ποὺ σοῦ προσφέρει ὁ κόσμος αὐτός;
Εὔχομαι νὰ μᾶς φυλάξει ὁ Θεὸς ἀπὸ τέτοια ντροπὴ καὶ ἀτιμία. Εὔχομαι νὰ καθοδηγήσει τὰ νοερὰ
μάτια μας, γιὰ νὰ μὴ σκοτιστοῦν καὶ ξεστρατίσουν ἀπὸ τὸ μαμωνὰ καὶ τὸν πονηρὸ τῆς ἐπίγειας
παρακμῆς καὶ ἀπάτης. Εὔχομαι νὰ μᾶς δώσει φωτισμό, ὥστε νὰ γίνουμε σὰν τοὺς υἱοὺς τοῦ Θεοῦ
ποὺ ἔχασαν τὴ βασιλεία καὶ τώρα δὲ σκέφτονται τίποτ' ἄλλο, παρὰ πῶς νὰ τὴν ἀποκτήσουν ξανά.
Στὴ Συρία ὑπάρχει μιὰ ἐκκλησία ποὺ ἔφτιαξε ὁ αὐτοκράτορας Ἰουστινιανός. Ἐκεῖ ὑπάρχει μιὰ
ἐπιγραφὴ ποὺ ἔδωσε ἐντολὴ ὁ ἴδιος ὁ αὐτοκράτορας νὰ τοποθετηθεῖ. Ἡ ἐπιγραφὴ αὐτὴ διατηρεῖται
ὼς σήμερα καὶ λέει: «Ἡ βασιλεία Σου βασιλεία πάντων τῶν αἰώνων» (Ψαλμ. ρμδ' 13). Εὔχομαι νὰ
μᾶς βοηθήσει ὁ Κύριος νὰ ἐγκολπωθοῦμε τὰ λόγια αὐτά, νὰ τὰ κάνουμε δικά μας, νὰ γίνουν ἡ
ἔκφραση τῆς νοσταλγίας τῆς καρδιᾶς μᾶς γιὰ τὸ Χριστό. Ὅλα τ' ἄλλα ἔχουν δευτερεύουσα
σημασία, εἶναι ἀσήμαντα. Ὅλες τίς ἄλλες ἐπίγειες βασιλεῖες τίς περιμένει τάφος, φθορά. Κι ὅταν ὁ
κόσμος αὐτὸς κι οἱ ἐπίγειες βασιλεῖες παρέλθουν, οἱ δίκαιοι θὰ συμψάλουν μαζὶ μὲ τοὺς ἀγγέλους
στὸν οὐρανό: «Ἡ βασιλεία Σου, Χριστὲ ὁ Θεός, βασιλεία πάντων τῶν αἰώνων, καὶ ἡ δεσποτεία Σοῦ
ἐν πάσῃ γενεᾷ καὶ γενεᾷ».
Στὸ μέγιστο Διδάσκαλο ὑπὸ τὸν ἥλιο, στὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ Θεό μας, πρέπει ὁ ὕμνος κι
ἡ δόξα, μαζὶ μέ το Θεὸ Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ
πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

[29]
(Ἡ μεγάλη πίστη τοῦ ἐκατόνταρχου)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
η΄ 5 – 13
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐλθόντι τῷ Ἰησοῦ εἰς Καπερναοὺμ προσῆλθεν αὐτῷ ἑκατόνταρχος
παρακαλῶν αὐτὸν καὶ λέγων· 6Κύριε, ὁ παῖς μου βέβληται ἐν τῇ οἰκίᾳ παραλυτικός, δεινῶς
βασανιζόμενος. 7καὶ λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Ἐγὼ ἐλθὼν θεραπεύσω αὐτόν. 8καὶ ἀποκριθεὶς ὁ
ἑκατόνταρχος ἔφη· Κύριε, οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς ἵνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς· ἀλλὰ μόνον εἰπὲ
λόγῳ, καὶ ἰαθήσεται ὁ παῖς μου. 9καὶ γὰρ ἐγὼ ἄνθρωπός εἰμι ὑπὸ ἐξουσίαν, ἔχων ὑπ' ἐμαυτὸν
στρατιώτας, καὶ λέγω τούτῳ, πορεύθητι, καὶ πορεύεται, καὶ ἄλλῳ, ἔρχου, καὶ ἔρχεται, καὶ τῷ
δούλῳ μου, ποίησον τοῦτο, καὶ ποιεῖ. 10ἀκούσας δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐθαύμασε καὶ εἶπε τοῖς
ἀκολουθοῦσιν· Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδὲ ἐν τῷ Ἰσραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον. 11λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι
πολλοὶ ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν ἥξουσιν καὶ ἀνακλιθήσονται μετὰ Ἀβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ
Ἰακὼβ ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν, 12οἱ δὲ υἱοὶ τῆς βασιλείας ἐκβληθήσονται εἰς τὸ σκότος τὸ
ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. 13καὶ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς τῷ
ἑκατοντάρχῷ· Ὕπαγε, καὶ ὡς ἐπίστευσας γενηθήτω σοι. καὶ ἰάθη ὁ παῖς αὐτοῦ ἐν τῇ ὥρᾳ ἐκείνῃ.

Ὅταν ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔχει μεγάλη ταπείνωση, πραότητα, ὑποταγῆ καὶ ὑπακοὴ στὸ Θεό, πῶς
μπορεῖ νὰ σωθεῖ; Πῶς θὰ μποροῦσε νὰ σωθεῖ ἕνας ἄπιστος κι ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος, ὅταν κι ὁ
δίκαιος «μόλις σώζεται» (Ἀπέτρ. δ' 18); Τὸ νερὸ δὲ μαζεύεται στὰ ψηλὰ κι ἀπόκρημνα βουνά, ἀλλὰ
σὲ χαμηλά, ἐπίπεδα καὶ βαθιὰ μέρη. Τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ δὲν κατοικεῖ στοὺς ὑπερήφανους, ποῦ
κομπάζουν καὶ ἀντιτίθενται στὸ Θεό, ἀλλὰ στοὺς ταπεινοὺς καὶ τοὺς πράους, ποὺ ἡ καρδιά τους
εἶναι ταπεινωμένη κι εἰρηνική, ποὺ εἶναι ὑποταγμένοι στὸ μεγαλεῖο τοῦ Θεοῦ κι ὑπάκουοι στὸ
θέλημά Του.
Ὅταν κάποια ἀρρώστια προσβάλλει ἕνα κλίμα ποὺ ἔχει φυτέψει ὁ οἰκοδεσπότης καὶ τὸ
φροντίζει προσεκτικὰ γιὰ χρόνο πολύ, τὸ κόβει καὶ τὸ καίει καί στὴ θέση του φυτεύει ἕνα
ἀγριόκλημα. Ὅταν οἱ γιοὶ ξεχνοῦν τὴν ἀγάπη τοῦ πατέρα τους κι ἐπαναστατοῦν ἐναντίον του, τί θὰ
τοὺς κάνει; Θ' ἀπομακρύνει τὰ παιδιὰ ἀπὸ τὸ σπίτι του καὶ στὴ θέση τους θὰ προσλάβει μισθωτούς.
Ὅπως συμβαίνει στὴ φύση, ἔτσι γίνεται καὶ μὲ τοὺς ἀνθρώπους. Λένε οἱ ἄπιστοι: Ἔτσι γίνεται
σύμφωνα μὲ τοὺς νόμους τῆς φύσης καὶ τοὺς νόμους τῶν ἀνθρώπων. Οἱ πιστοὶ ὅμως δὲ μιλᾶνε
ἔτσι. Ἐκεῖνοι τραβοῦν τὸ παραπέτασμα τῶν φυσικῶν καὶ τῶν ἀνθρώπινων νόμων, ἀτενίζουν μὲ
φλογερὰ μάτια τὸ μυστήριο τῆς αἰώνιας ἐλευθερίας καὶ μιλοῦν διαφορετικά. Λένε: "Ἔτσι γίνεται
μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ γιὰ τὸ καλό μας. Ὁ Θεὸς τὰ γράφει αὐτὰ μὲ τὸ χέρι Του. Ἐκεῖνοι ποὺ
μποροῦν νὰ διαβάζουν αὐτὰ ποὺ χαράζει ὁ Θεὸς μὲ φωτιὰ καὶ πνεῦμα τόσο στὴ φύση ὅσο καὶ
στοὺς ἀνθρώπους, μόνο αὐτοὶ θὰ καταλάβουν τὴ σημασία τους. Ἐκεῖνοι ποὺ μπροστὰ στὰ μάτια
τους ἡ φύση κι ἡ ἀνθρώπινη ζωὴ ἀνακατεύονται ὅπως ἕνας μεγάλος σωρὸς ἀπὸ γράμματα, χωρὶς
πνεῦμα καὶ νόημα, λένε πῶς ὅλα εἶναι «τυχαία». «Ὅλα ὅσα βλέπουμε γύρῳ,γύρω μας, λένε, ἔγιναν
τυχαῖα». Μὲ αὐτὸ ἐννοοῦν πῶς ὅλος αὐτὸς ὁ σωρὸς μὲ τὰ γράμματα κινεῖται καὶ ἀνακατεύεται ἀπὸ
μόνος του, κι ἀπ' αὐτὴ τὴν ἀνόητη μίξη προκύπτει τὸ ἕνα γεγονὸς ἢ τὸ ἄλλο. Ἄν ὁ Θεὸς δὲν ἦταν
ἐλεήμων καὶ εὔσπλαγχνος, θὰ γελοῦσε μ' αὐτοὺς τοὺς ἑρμηνευτὲς τοῦ κόσμου καὶ τῆς ζωῆς.
Ὑπάρχει ὅμως καὶ κάποιος ποὺ γελάει καὶ χαίρεται μὲ τὴν ἀνοησία αὐτοῦ τοῦ συλλογισμοῦ: τὸ
πονηρὸ πνεῦμα, ὁ ἐχθρὸς τῆς ἀνθρώπινης φύσης, ποὺ δὲν ἔχει οὔτε ἔλεος οὔτε συμπάθεια πρὸς τὸν
ἄνθρωπο.
Ὅταν μιὰ χήνα περιπλανιέται σ' ἕναν πολύχρωμο τάπητα ποὺ εἶναι ἁπλωμένος σὲ λιβάδι, ἴσως
σκεφτεῖ πῶς όλ' αὐτὰ τὰ σχέδια καὶ τὰ χρώματα τοῦ τάπητα βρέθηκαν ἐκεῖ τυχαία, πῶς ὁ τάπητας
ξεπήδησε ξαφνικὰ ἀπό τη γῆ, ὅπως τὸ γρασίδι - κατὰ τὸ σκεπτικὸ τῆς χήνας. Ἡ ὑφάντρα ὅμως, ποῦ
[30]
ὕφανε καὶ ἔβαψε τὸν τάπητα, γνωρίζει πῶς δὲ βρέθηκε τυχαῖα ἐκεῖ. Ξέρει τί σημαίνει κάθε
λεπτομέρεια τοῦ σχεδίου καὶ τῶν χρωμάτων, γιατί τὰ σχέδια καὶ τὰ χρώματα παρουσιάζονται μὲ
τὸν τρόπο ποὺ ἔχουν συνδυαστεῖ. Μόνο ἡ ὑφάντρα μπορεῖ νὰ διαβάσει καὶ νὰ ἐξηγήσει τὸν τάπητα,
ἐκείνη ποῦ τὸν ὕφανε μὲ τὸ χέρι της, καθὼς κι ἐκεῖνοι στοὺς ὁποίους τὸ διηγεῖται. Τὸ ἴδιο κάνουν
κι οἱ ἄπιστοι. Περιφέρονται γύρω ἀπὸ τὸν πανέμορφο τάπητα τοῦ κόσμου καὶ λένε πῶς ὅλα ἔγιναν
«τυχαῖα». Ὁ Θεὸς μόνο, ποῦ ὕφανε αὐτὸν τὸν κόσμο, γνωρίζει τὴ σημασία ποὺ ἔχει κάθε κλωστὴ
στὸ στημόνι καὶ στὸ ὑφάδι, καθὼς καὶ κεῖνοι στοὺς ὁποίους Ἐκεῖνος τὸ ἀποκαλύπτει.
Ὁ Ἠσαΐας εἶδε καὶ ἔγραψε: «Κύριος Ὕψιστος ἐν ἁγίοις ἀναπαυόμενος καὶ ὀλιγοψύχοις διδοὺς
μακροθυμίαν καὶ διδοὺς ζωῆς τους συντετριμμένοις τὴν καρδίαν» (Ἠσ. νζ' 15). Ὁ Θεὸς βρίσκεται
στὴ γῆ ἀνάμεσα σὲ κείνους ποὺ ἔχουν καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην. Ὁ Θεὸς
ἀποκαλύπτει τὰ μυστήρια τοῦ κόσμου καὶ τῆς ζωῆς σ' ἐκείνους στοὺς ὁποίους «ἐνοικεῖ». Σ' αὐτοὺς
ἐξηγεῖ τὰ πνευματικὰ βάθη ὅλων ἐκείνων ποὺ ὁ ἴδιος ἔγραψε μέσα ἀπὸ τὰ πράγματα καὶ τὰ
γεγονότα. Ὁ Ἀβραάμ, ὁ Ἰσαάκ, ὁ Ἰακώβ, ὁ Ἰωσήφ, ὁ Μωυσῆς κι ὁ Δαβὶδ εἶχαν συντετριμμένη
καρδιά, ταπεινὸ πνεῦμα. Γι' αὐτὸ κι ὁ Θεὸς κατοικοῦσε μέσα τους καὶ ὑποσχέθηκε πῶς θὰ εἶναι
μαζί τους καὶ μὲ τοὺς ἀπογόνους τους, ἐφόσον ἐκεῖνοι ἐξακολουθοῦν νὰ ἔχουν συντετριμμένη
καρδιὰ καὶ ταπεινὸ πνεῦμα. Ὅταν ὅμως ἡ συχνὴ ἐπαφὴ μὲ τὸ Θεὸ κάνει κάποιον ἄνθρωπο
ὑπερήφανο, τότε ἐκεῖνος βλάπτεται περισσότερο ἀπ' αὐτοὺς ποὺ δὲ γνώρισαν τὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ
δὲν εἶχαν ἐπαφῆ μαζί Του.
Τὸ καλλίτερο καὶ σαφέστερο παράδειγμα σ' αὐτὸ τὸ θέμα μας τὸ δίνουν οἱ Ἰσραηλῖτες. Ἠταν
ἀπόγονοι τῶν μεγάλων καὶ θεαρέστων προπατόρων ποὺ προαναφέραμε. Ἡ ἐπαφή τους ὅμως μὲ τὸν
ἀληθινὸ Θεὸ τοὺς δημιούργησε οἴηση. Ἔτσι τὸ ἔθνος αὐτὸ ἄρχισε νὰ βλέπει ὅλα τ' ἄλλα ἔθνη μὲ
περιφρόνηση, σὰ νὰ ‘τὰν σκύβαλα πεταμένα. Μὲ τὴ συμπεριφορά τους αὐτὴ ὅμως προκάλεσαν τὴ
δική τους καταστροφή. Ἡ ὑπερηφάνεια τοὺς τύφλωσε τόσο πολύ, ὥστε τὸ μόνο ποὺ κράτησαν ἀπ'
ὅλα ὅσα τοὺς ἀποκάλυψε ὁ Θεὸς μὲ τοὺς προφῆτες καὶ τοὺς ἄλλους δίκαιους τῆς Παλαιᾶς
Διαθήκης, ἦταν πῶς αὐτοὶ ἀποτελοῦσαν τὸν ἐκλεκτὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ, τὸν περιούσιο. Τὸ πνεῦμα καὶ
τὸ νόημα τῆς ἀρχαίας ἀποκάλυψης τοῦ Θεοῦ γι' αὐτοὺς εἶχε ὁλότελα χαθεῖ. Ἡ Ἁγία Γραφὴ χόρευε
μπροστὰ στὰ μάτια τους σὰν ἕνα συνοθύλευμα μὲ ἀκατανόητα γράμματα. Ὅταν ὁ Κύριος Ἰησοῦς
ἐμφανίστηκε στὸν κόσμο μὲ μιὰ νέα ἀποκάλυψη, ἐκεῖνοι μὲ τὴν τυφλότητά τους ἀγνοοῦσαν τὸ
θέλημα τοῦ Θεοῦ, εἶχαν φτάσει στὸ ἐπίπεδο τῶν εἰδωλολατρῶν. Μὲ τὴ σκοτισμένη πνευματική
τους ὅραση καὶ τὴν τραχύτητα τῆς καρδιᾶς τους, εἶχαν καταντήσει πολὺ χειρότεροι κι ἀπὸ τοὺς
εἰδωλολάτρες.
Ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ μᾶς ἀποδείχνει τὴν ἀλήθεια αὐτῶν ποὺ εἴπαμε παραπάνω.
Μᾶς περιγράφει ἕνα γεγονὸς ποὺ μᾶς δείχνει πῶς κάποιοι ἄνθρωποι εἶναι ὑγιεῖς ἀνάμεσα στοὺς
ἀσθενεῖς κι ἄλλοι εἶναι ἄρρωστοι ἀνάμεσα στοὺς ὑγιεῖς. Πῶς ὑπάρχει πίστη ἀνάμεσα στοὺς
εἰδωλολάτρες καὶ ἀπιστία ἀνάμεσα σὲ κείνους ποὺ ὑπερηφανεύονται γιὰ τὴν καθαρότητα τῆς
πίστης τους, κομπάζουν ὅτι εἶναι ὁ ἐκλεκτὸς λαὸς τοῦ Θεοῦ. Ἡ περικοπὴ αὐτὴ γράφτηκε σὰν μιὰ
διδαχὴ γιὰ ὅλες τίς ἐποχὲς καὶ γιὰ ὅλους τοὺς λαοὺς καὶ ἐφαρμόζεται καί σε μᾶς μέχρι σήμερα. Ἡ
διδαχὴ αὐτὴ εἶναι τόσο ὀξεῖα, ὅσο καὶ τὸ ξίφος τῶν χερουβίμ, καθαρὴ σὰν τὸν ἥλιο, φρέσκια κι
ἀναπάντεχη ὅπως τὰ λουλούδια τοῦ ἀγροῦ. Κι αὐτὸ γιὰ νὰ μᾶς δημιουργήσει δέος μὲ τὴν ὀξύτητά
της, νὰ μᾶς φωτίσει μὲ τὴν καθαρότητά της καὶ νὰ μᾶς ἀφυπνίσει ἀπὸ τὴν πνευματικὴ νάρκωση κι
ἀδράνειά μας. Κυρίως ὅμως καταγράφηκε γιὰ νὰ προειδοποιήσει ὅλους ἐμᾶς τοὺς χριστιανοὺς νὰ
μὴν ξεχαστοῦμε καὶ πέσουμε στὴν οἴηση ἐπειδὴ ἐκκλησιαζόμαστε, προσευχόμαστε στὸ Θεὸ καὶ
ὁμολογοῦμε τὸ Χριστό. Γιατί τότε στὴν τελικὴ Κρίση τοῦ Θεοῦ θὰ συναντήσουμε μπροστά μας
ἀνθρώπους ποὺ βρίσκονται ἔξω ἀπὸ τήν 'Ἐκκλησία, ἄλλ' ἔχουν μεγαλύτερη πίστη καὶ περισσότερα
καλὰ ἔργα.
«Εἰσελθόντι δὲ αὐτῷ εἰς Καπερναοὺμ προσῆλθεν αὐτὸ ἑκατόνταρχος παρακαλῶν αὐτὸν καὶ
λέγων: Κύριε, ὁ παῖς μου βέβληται ἐν τῇ οἰκίᾳ παραλυτικός, δεινῶς βασανιζόμενος» (Ματθ. ἡ' 5,6).
Ὁ ἑκατόνταρχος ἦταν ἀξιωματικὸς στὰ στρατόπεδα τῆς Καπερναούμ, ποὺ ἦταν ἡ πιὸ σπουδαία
πόλη στὰ παράλια τῆς Γαλιλαίας. Δὲν ξέρουμε, ἀλλ' ἔχει καὶ δευτερεύουσα σημασία, ἂν ὑπαγόταν
ἀπ' εὐθείας στὴ Ρώμη ἢ βρισκόταν στὴν ἐξουσία τοῦ Ἡρώδη Ἀντίπα, μᾶλλον ὅμως ἀναφερόταν ἀπ'
[31]
εὐθείας στὴ Ρώμη. Αὐτὸ ποὺ ἀξίζει νὰ ἐπισημάνουμε εἶναι ὅτι ἦταν εἰδωλολάτρης, ὄχι Ἰουδαῖος.
Εἶναι ὁ πρῶτος Ρωμαῖος ἀξιωματικὸς ποὺ ἀναφέρεται στὸ εὐαγγέλιο ὅτι πίστεψε στὸ Χριστό.
Δεύτερος ἦταν ὁ ἑκατόνταρχος ποὺ βρισκόταν σὲ ὑπηρεσία στὴ σταύρωση τοῦ Χριστοῦ, ἐκεῖνος
ποὺ σὰν εἶδε τὰ ὑπερφυσικὰ φαινόμενα τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ Κύριος παρέδιδε τὸ πνεῦμα Του,
ἀναφώνησε: «Ἀληθῶς Θεοῦ Υἱὸς ἢν οὗτος» (Ματθ. κζ' 54). Μετὰ ἀναφέρεται κι ὁ ἑκατόνταρχος
Κορνήλιος στὴν Καισάρεια, ἐκεῖνος ποῦ τὸν βάφτισε ὁ ἀπόστολος Παῦλος (βλ. Πράξ. κεφ. ι). Ἄν
κι οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ ἦταν εἰδωλολάτρες, γνώρισαν τὴν ἀλήθεια καὶ τὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ
πίστεψαν σ' Αὐτὸν πιὸ γρήγορα ἀπὸ τίς ὀρδὲς τῶν σοφῶν ἀλλὰ τυφλῶν Ἰουδαίων γραμματέων.
Κύριε, ὁ παῖς μου βέβληται ἐν τῇ οἰκίᾳ παραλυτικός, δεινῶς βασανιζόμενος. Ὁ «παῖς» του
ἑκατόνταρχον πρέπει νὰ ἦταν δοῦλος του. Κι ὁ ὑψηλόβαθμος ἀξιωματικός, ὁ ἑκατόνταρχος, μίλησε
σὰν ἁπλὸς στρατιώτης ποὺ ζητάει βοήθεια. Ἡ παράλυση εἶναι τρομερὴ πάθηση. Ὁ νεαρὸς
στρατιώτης βρισκόταν στὰ πρόθυρα τοῦ θανάτου, ὅπως διηγεῖται ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς. Καὶ
φαίνεται πῶς ὁ ἑκατόνταρχος τὸν ἀγαποῦσε πολύ. Ἔτσι μόλις ἄκουσε πῶς ὁ Χριστὸς ἔφτανε στὴν
Καπερναούμ, ξεκίνησε νὰ πάει νά τον συναντήσει καὶ νὰ τοῦ ζητήσει βοήθεια γιὰ τὸν ἀγαπημένο
του δοῦλο. Ὁ Ὅποιος διαβάζει τὸ περιστατικὸ αὐτὸ στοὺς δύο εὐαγγελιστές, το Ματθαῖο καί το
Λουκᾶ, θὰ σχηματίσει τὴν ἐντύπωση πῶς οἱ δυὸ ἀφηγητὲς διαφωνοῦν μεταξύ τους. Ὁ Ματθαῖος
γράφει πῶς ὁ ἑκατόνταρχος πλησίασε ὁ ἴδιος τὸ Χριστὸ καὶ τοῦ παρουσίασε τὸ αἴτημά του. Ὁ
Λουκᾶς γράφει πῶς ὁ ἑκατόνταρχος πρῶτα ἔστειλε τοὺς Ἰουδαίους πρεσβυτέρους γιὰ νὰ ζητήσουν
ἀπὸ τὸ Χριστὸ νὰ βοηθήσει τὸ δοῦλο του. Μετά, ὅταν ὁ Κύριος πλησίαζε στὸ σπίτι του, ἔστειλε
τοὺς φίλους του νὰ τὸν συναντήσουν καὶ νὰ τοῦ ζητήσουν νὰ μὴν πάει στὸ σπίτι του, ἐπειδὴ
ἐκεῖνος (ὁ ἑκατόνταρχος) ἦταν ἁμαρτωλός. Ἔφτανε νὰ πεῖ ἕνα λόγο ὁ Κύριος κι ὁ δοῦλος του θὰ
γινόταν καλά. «Ἀλλὰ μόνον εἶπε λόγῳ καὶ ιαθήσεται ὁ παίς μου» (Ματθ. ἡ' 8).
Εἶναι ἀλήθεια πῶς ἀνάμεσα στὶς δυὸ διηγήσεις ὑπάρχει μιὰ διαφορά, ἀλλ' ὄχι ἀντίφαση. Ἡ
διαφορὰ συνίσταται στὸ ὅτι ὁ Ματθαῖος παραλείπει τοὺς δυὸ ἀγγελιαφόρους ποὺ ἔστειλε ἀρχικὰ ὁ
ἑκατόνταρχος στὸν Κύριο, ἐνῶ ὁ Λουκᾶς δὲν ἀναφέρει τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ἴδιος ὁ ἑκατόνταρχος, παρὰ
τὴν ταπείνωση ποὺ ἔνιωθε μπροστὰ στὸ μεγαλεῖο τοῦ Χριστοῦ, πῆγε νὰ τὸν συναντήσει. Ἡ ὄμορφη
καὶ ἀμοιβαία αὐτὴ φιλοφρόνηση ποὺ ἔχουν οἱ δυὸ εὐαγγελιστές, ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλον, δημιουργεῖ
θαυμασμὸ καὶ χαρὰ στὸν πνευματικὸ ἄνθρωπο. Ἄν, ὅπως λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος,
ὅλα τὰ γεγονότα εἶχαν καταγραφεῖ μὲ τὸν ἴδιο ἀκριβῶς τρόπο ἀπὸ τοὺς εὐαγγελιστές, ὁ καθένας θὰ
σκεφτόταν πῶς ὁ ἕνας ἀντιγράφει τὸν ἄλλον. Τί χρειάζονταν τότε τέσσερις εὐαγγελιστὲς καὶ
τέσσερα εὐαγγέλια; Σὲ ὅλα τὰ δικαστήρια στὴ γῆ ἢ μαρτυρία δύο μαρτύρων ἀπαιτεῖται γιὰ ν'
ἀποδειχτεῖ ἕνα γεγονός, νὰ γίνει πιστευτό. Ὁ Θεός μας ἔδωσε δυὸ φορὲς τὴ διπλὴ μαρτυρία μὲ τοὺς
τέσσερις εὐαγγελιστές, ὥστε ὅσοι ἐπιδιώκουν τὴ σωτηρία τους νὰ πιστέψουν ὅσο τὸ δυνατὸ πιὸ
εὔκολα καὶ πιὸ γρήγορα, ἀλλὰ καὶ ὅσοι δὲν πιστέψουν καὶ ὁδεύουν πρὸς τὴν ἀπώλεια νὰ εἶναι
ἀναπολόγητοι. Ὁ Θεός μας ἔδωσε τοὺς τέσσερις εὐαγγελιστὲς ἂν καὶ θὰ μποροῦσε νὰ δώσει ὅλη τὴ
σοφία Του γιὰ τὴ σωτηρία μας στὸ ἕνα μόνο εὐαγγέλιο. Κι αὐτὸ γιὰ νὰ δοῦμε τὴν ἀμοιβαία
φιλοφρόνησή τους καὶ νὰ μάθουμε ἀπ' αὐτὸ πῶς πρέπει νὰ κάνουμε κι τὸ ἴδιο στὴ ζωή μας,
ἀνάλογα μὲ τὰ διαφοροποιημένα πνευματικὰ χαρίσματα ποὺ ἔδωσε ὁ Θεὸς στὸν καθένα μας, ὡς
μέλη τοῦ ἑνὸς Σώματος ποὺ εἴμαστε. Ἔτσι πρέπει νὰ βοηθᾶμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον ἀνάλογα μὲ τίς
δυνάμεις καὶ τίς ἱκανότητές μας.
Ἔχοντας μπροστά μας τίς δύο διηγήσεις, μποροῦμε νὰ βγάλουμε ἀκριβῆ συμπεράσματα καὶ νὰ
καθαρίσει ἡ εἰκόνα τοῦ γεγονότος ποὺ μᾶς ἀπασχολεῖ. Ἀκούοντας γιὰ τὴ δόξα καὶ τὴ δύναμη τοῦ
Κυρίου Ἰησοῦ καὶ αἰσθανόμενος τὴν ἀνθρώπινη ἀμαρτωλότητα κι ἀναξιότητά του, ὁ ἑκατόνταρχος
ζήτησε πρῶτα ἀπὸ τοὺς πρεσβυτέρους τῶν Ἰουδαίων νὰ πᾶνε ἐκεῖνοι στὸν Κύριο καὶ νὰ τὸν
παρακαλέσουν νὰ πάει στὸ σπίτι του. Δὲν ἦταν καθόλου σίγουρος πῶς ὁ Κύριος θὰ "θελε νὰ τὸν
ἐπισκεφτεῖ. Ἴσως νὰ σκεφτόταν: «Ἐγὼ εἶμαι εἰδωλολάτρης κι ἁμαρτωλός. Ἐκεῖνος εἶναι
διορατικός. Μὲ τὸ ποὺ θ' ἀκούσει τὸ ὄνομά μου θὰ καταλάβει ἀμέσως πῶς εἶμαι ἁμαρτωλός. Ποιός
ξέρει τότε ἂν θὰ θελήσει νὰ ἔρθει στὸ σπίτι μου; Εἶναι καλύτερα νά στείλω τοὺς Ἰουδαίους κι ἂν
ἀρνηθεῖ, ἡ ἄρνηση θὰ εἶναι σ' αὐτούς, ἂν δεχτεί...θα δοῦμε». Ὅταν διαπίστωσε πῶς ὁ Κύριος
δέχτηκε, τὰ ‘χασε, βρέθηκε σὲ μεγάλη ἀμηχανία. Τότε ἔστειλε τοὺς φίλους του νὰ ποῦν στὸ Χριστὸ

[32]
νὰ μὴν ἔρθει στὸ σπίτι του, γιατί ἦταν ἀμαρτωλὸς καὶ ἀνάξιος. Ἔφτανε μόνο νὰ πεὶ ἕνα λόγο κι ὁ
δοῦλος του θὰ γινόταν καλά.
Μέ το ποὺ ἔφτασαν οἱ δοῦλοι του ὅμως στὸ Χριστὸ καὶ τοῦ ἔδωσαν τὸ μήνυμα τοῦ
ἐκατόνταρχου, ἔφτασε κι ὁ ἑκατόνταρχος. Ἠταν τόσο θλιμμένος, ποὺ δὲν ἄντεχε νὰ μείνει στὸ
σπίτι του. Νὰ ἐρχόταν ὁ ἴδιος ὁ Κύριος στὸ σπίτι τοῦ; "Ὄχι, ὄχι. Οἱ φίλοι του δὲν ἤξεραν ἀκόμα
ποιός ἦταν ὁ Κύριος. Ὅσο γιὰ τοὺς πρεσβυτέρους τῶν Ἰουδαίων, ὁ ἑκατόνταρχος θὰ εἶχε μάθει ἀπὸ
πρὶν πῶς μερικοὶ ἀπ' αὐτοὺς λειτουργοῦσαν ἀνταγωνιστικὰ στὸ Χριστό, δὲν πίστευαν σ' Αὐτόν.
"Ἔτσι ἔτρεξε νὰ τὸν συναντήσει ὁ ἴδιος, ἀφοῦ τώρα ἤξερε πῶς δὲ θ' ἀρνιόταν κι ἑπομένως δὲ θὰ
τὸν ταπείνωνε μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους, ἐπειδὴ ἦταν καὶ ἀξιωματικός.
Εἶναι ἀλήθεια πῶς οἱ Ἰουδαῖοι μίλησαν μὲ καλὰ λόγια στὸ
Χριστὸ γιὰ τὸν ἑκατόνταρχο. «Ἄξιὸς ἔστιν ὦ παρέξει τοῦτο.
ἀγαπᾶ γὰρ τὸ ἔθνος ἡμῶν, καὶ τὴν συναγωγὴν αὐτὸς
ώκοδόμησεν ἡμῖν» (Λουκ. ζ' 4-5). "Ὅλα ὅσα κι ἂν εἶπαν ὅμως
δὲν ἀγγίζουν τὴν οὐσία τοῦ θέματος. Πρόβαλαν τὴν καλοσύνη
του ἐκατόνταρχου γιὰ δικό τους ὄφελος. Ἀγαπᾶ γὰρ τὸ ἔθνος
ἡμῶν, εἶπαν. Ἄλλοι Ρωμαῖοι ἀξιωματικοὶ κι ἀξιωματοῦχοι
περιφρονοῦσαν τοὺς Ἰουδαίους, αὐτὸς ὅμως τοὺς ἀγαποῦσε. Καὶ
τὴν συναγωγὴν αὐτὸς ᾠκοδόμησεν ἡμῖν. Ἦταν σὰ νά 'λεγαν
δηλαδή: Αὐτὸς ξοδεύει τὰ δικά του χρήματα καὶ μεις γλιτώνουμε
τὰ δικά μας. Μᾶς οἰκοδόμησε ἕναν οἶκο προσευχῆς ποὺ τὸν
εἴχαμε ἀνάγκη, ἀλλιῶς θ' ἀναγκαζόμασταν νὰ τὸν
οἰκοδομήσουμε καὶ νὰ τὸν πληρώσουμε μόνοι μας». Τὰ εἶπαν όλ'
αὐτὰ σὰ ν' ἀπευθύνονταν στὸν Καϊάφα, ὄχι στὸ Χριστό. Ὁ
Χριστὸς δὲν τοὺς ἔδωσε καμιὰ ἀπάντηση σ' αὐτά, ἔμεινε
σιωπηλὸς καὶ ἐπορεύετο σὺν αὐτοῖς. Τότε οἱ φίλοι του
ἐκατόνταρχου πῆγαν νὰ συναντήσουν τὸ Χριστὸ καὶ στὸ τέλος
πῆγε κι ὁ ἴδιος ὁ ἑκατόνταρχος.
Ὅταν ὁ ἑκατόνταρχος βρέθηκε πρόσωπο μὲ πρόσωπο μὲ τὸ Χριστό, ἔπρεπε βέβαια νὰ τοῦ
ἐξηγήσει γιὰ μιὰ ἀκόμα φορὰ ὅλο τὸ πρόβλημα, ἂν κι ὁ Χριστὸς εἶχε ἤδη πληροφορηθεῖ γι' αὐτό.
«Καὶ λέει αὐτὸ καὶ Ἰησοῦς: ἐγὼ ἐλθὼν θεραπεύσω αὐτόν» (Ματθ. ἡ' 5). Προσέξτε πῶς μιλάει
ἐκεῖνος ποὺ ἔχει ἐξουσία καὶ δύναμη! Δὲν εἶπε «θὰ δοῦμε», οὔτε τὸν ρώτησε ὅπως ἔκανε μὲ
ἄλλους: «Πιστεύεις πῶς μπορῶ νὰ τὸ κάνω αὐτό;» Ἔβλεπε ἤδη στὴν καρδιὰ τοῦ ἐκατόνταρχου τὴν
πίστη του. Ἔτσι εἶπε ἀποφασιστικά, μ' ἕναν τρόπο ποὺ κανένας γιατρὸς δὲν μπορεῖ νὰ
χρησιμοποιήσει: Ἐγὼ ἐλθὼν θεραπεύσω αὐτόν.
Ὁ Κύριος μίλησε σκόπιμα μὲ τέτοια ἀποφασιστικότητα, γιὰ νὰ προκαλέσει ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ
ἐκατόνταρχου τὴν ἀπάντηση μπροστὰ στοὺς Ἰουδαίους. Ὅταν ὁ Θεὸς ἐπιτελεῖ ἕνα ἔργο, τὸ κάνει
μὲ τέτοιο τρόπο ὥστε νὰ μὴν ὑπηρετεῖ μιὰ μόνο περιοχή, ἀλλὰ πολλές. Ὁ Κύριος ἤθελε τὸ γεγονὸς
αὐτὸ νὰ ὠφελήσει πολλούς: νὰ θεραπεύσει τὸν ἄρρωστο, ν' ἀποκαλύψει τὴ μεγάλη πίστη τοῦ
ἐκατόνταρχου, νὰ ἐπιτιμήσει τοὺς Ἰουδαίους γιὰ τὴν ἀπιστία τους καὶ νὰ κάνει μιᾷ μεγάλῃ
προφητείᾳ γιὰ τὴ βασιλεία Του: νὰ μιλήσει δηλαδὴ γιὰ κείνους ποὺ νομίζουν πῶς εἶναι ἄξιοι νὰ
μποῦν στὴ βασιλεία Του, ποὺ οὐδέποτε θὰ μποῦν, καθὼς καὶ γι' αὐτοὺς ποὺ δὲν ἔχουν καμιὰ
ἐλπίδα, ἀλλὰ τελικὰ θὰ μποῦν.
«Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ἑκατόνταρχος ἔφη: Κύριε, οὐκ εἰμι ἱκανὸς νὰ μοῦ ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθης:
ἀλλὰ μόνον εἰπὲ λόγῳ καὶ ἰαθήσεται ὁ παίς μου» (Ματθ. ἡ' 8). Τί τεράστια διαφορὰ ὑπάρχει
ἀνάμεσα στὴ φλογερὴ αὐτὴ πίστη καὶ τὴν ψυχρή, νομικίστικη πίστη τῶν Φαρισαίων! Ἡ πίστη τοῦ
ἐκατόνταρχου μοιάζει μὲ φωτιὰ ποὺ καίει, ἐνῶ τῶν Φαρισαίων ἡ πίστη εἶναι σὰν εἰκόνα τῆς
φωτιᾶς. Ὅταν κάποιος Φαρισαῖος κάλεσε στὸ σπίτι του τὸ Χριστὸ γιὰ δεῖπνο, μὲ τὴ νομικίστικη
νοοτροπία του σκέφτηκε πῶς, μὲ τὸ νὰ τὸν καλέσει στὸ σπίτι του, τιμοῦσε πολὺ τὸ Χριστό. Δὲ
διανοήθηκε καθόλου πῶς ὁ Χριστὸς τιμοῦσε αὐτὸν καὶ τὸ σπίτι του μὲ τὴν ἐπίσκεψή Του. Μέ την

[33]
ἀλαζονεία καὶ τὴν ὑπέρμετρη ὑπερηφάνειά του, ὁ Φαρισαῖος ἀμέλησε ἀκόμα καὶ τίς συνηθισμένες
φιλοφρονήσεις καὶ τίς πράξεις φιλοξενίας, δηλαδὴ δὲν ἔφερε νερὸ στὸ φιλοξενούμενο γιὰ νὰ πλύνει
τὰ πόδια Του, δὲν τὸν ὑποδέχτηκε μὲ ἐναγκαλισμὸ οὔτε καὶ ἔχρισε τὸ κεφάλι Του μὲ μύρο (βλ.
Λουκ. ζ' 44-46).
Προσέξτε τώρα πόσο ταπεινὸς ἦταν ὁ εἰδωλολάτρης αὐτός, πόσο συντετριμμένος στάθηκε
μπροστὰ στὸν Κύριο, ἂν καὶ δὲν εἶχε διαβάσει το νόμο τοῦ Μωυσῆ καὶ τοὺς προφῆτες. Εἶχε μόνο
τὸν κοινὸ νοῦ, τὸ μοναδικὸ φῶς γιὰ νὰ διακρίνει τὴν ἀλήθεια ἀπὸ τὸ ψέμα, τὸ καλὸ ἀπὸ τὸ κακό.
Ἤξερε πῶς ὁποιοσδήποτε ἄλλος κάτοικος τῆς Καπερναοὺμ θὰ τὸ λογάριαζε μεγάλη τιμὴ νὰ δεχτεῖ
τὸν ἑκατόνταρχο στὸ σπίτι του. Στὸ Χριστὸ ὅμως καὶ ἑκατόνταρχος δὲν ἔβλεπε ἕνα συνηθισμένο
ἄνθρωπο, ἀλλὰ τὸν ἴδιο τὸ Θεό. Γι' αὐτὸ καὶ εἶπε: οὐκ εἶμι ἱκανὸς νὰ μοῦ ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθης.
Τί μεγάλη, τί ὑπέροχη πίστη στὸ Χριστὸ καὶ τὴ δύναμή Τοῦ! Μόνον εἰπὲ λόγῳ καὶ ἡ ἀρρώστια
θὰ ξεπεραστεῖ, ὁ δοῦλος μου θὰ γίνει καλά. Οὔτε ὁ ἀπόστολος Πέτρος δὲν μποροῦσε, γιὰ μεγάλο
χρονικὸ διάστημα, νὰ φτάσει σὲ τόσο μεγάλη πίστη. Στὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ ὁ ἑκατόνταρχος
ἔνιωσε τὴν παρουσία, τὸ πῦρ καὶ τὸ φῶς τοῦ οὐρανοῦ. Γιατί ἔπρεπε νὰ μπεῖ τόσο μεγάλη φωτιὰ στὸ
σπίτι του, ὅταν καὶ μιὰ σπίθα θὰ ἦταν ἀρκετή; Γιατί νὰ βάλει ὁλόκληρο τὸν ἥλιο στὸ σπίτι του,
ὅταν ἀρκοῦσε καὶ μιὰ μόνο ἀκτῖνα του; Ἄν ὁ ἑκατόνταρχος γνώριζε τίς Γραφές, ὅπως ἐμεῖς
σήμερα, ἴσως νὰ ἔλεγε στὸ Χριστό: «Ἐσύ, ποὺ μόνο μὲ τὸ λόγο Σου δημιούργησες τὸν κόσμο καὶ
τὸν ἄνθρωπο, μπορεῖς μ' ἕνα Σου λόγο νὰ θεραπεύσεις τὸν ἄρρωστο. Μιὰ μόνο λέξη Σου εἶναι
ἀρκετή, γιατί εἶναι πιὸ δυνατὴ ἀπὸ τὴ φωτιά, πιὸ λαμπερὴ ἀπὸ τὴν ἀκτῖνα τοῦ ἥλιου. Μόνον εἶπε
λόγῳ! Πόση ντροπὴ πρέπει νὰ προξενήσει σὲ πολλοὺς ἀπὸ μᾶς σήμερα ἡ μεγάλη αὐτὴ πίστη, σὲ
μᾶς ποὺ γνωρίζουμε τίς Γραφές, ἀλλὰ ἡ πίστη μας εἶναι ἑκατὸ φορὲς μικρότερη!
Ὁ ἑκατόνταρχος δὲν τέλειωσε μὲ τὰ λόγια αὐτά. Συνέχισε γιὰ νὰ ἐξηγήσει ποὺ στήριζε τόσο
πολὺ τὴν πίστη του στὴ δύναμη τοῦ Χριστοῦ: «Καὶ γὰρ ἐγὼ ἄνθρωπος εἶμι ὑπὸ ἐξουσίαν, ἔχων ὑπ'
ἐμαυτὸν στρατιώτας, καὶ λέγω τούτῳ, πορεύθητι, καὶ πορεύεται, καὶ ἄλλῳ, ἔρχου, καὶ ἔρχεται, καὶ
τῶν δούλῳ μου, ποίησον τοῦτο, καὶ ποιεῖ» (Ματθ. ἡ' 9).
Τί ἦταν ὁ ἑκατόνταρχος; Ἕνας ἄνθρωπος ποὺ εἶχε στὴν ἐξουσία του ἑκατὸ στρατιῶτες καὶ
ὑπῆρχαν ἄλλοι ἑκατὸ ποὺ τὸν ἐξουσίαζαν. Ἐκεῖνοι ποὺ βρίσκονταν στὴν ἐξουσία του ἦταν
ὑποχρεωμένοι νὰ τὸν υπακούν. Ὅταν λοιπὸν αὐτός, ποὺ εἶχε καὶ ἀνωτέρους νὰ τὸν ἐξουσιάζουν,
ἀλλὰ ποὺ εἶχε κι ὁ ἴδιος μικρότερη ἐξουσία, μποροῦσε νὰ δίνει διαταγὲς στοὺς στρατιῶτες καὶ τοὺς
δούλους του, πόση μεγαλύτερη ἐξουσία εἶχε ὁ Χριστός, ποῦ δὲν ἐξουσιάζεται ἀπὸ κανέναν
ἄνθρωπο, ποὺ εἶναι ὁ ἴδιος ἢ ὑπέρτατη ἐξουσία στὴ φύση καὶ στὸν ἄνθρωπο. Ὅταν τόσοι ἄνθρωποι
ὑποτάσσονται στὴν ἀδύναμη φωνὴ τοῦ ἑκατοντάρχου, πῶς νὰ μὴν ὑποτάσσονται τὰ πάντα στὸ
λόγο τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι δυνατὸς σὰν τὴ ζωή, ὀξὺς σὰν ξίφος καὶ φοβερὸς σὰν τὴν καταιγίδα;
Ποιοὶ εἶναι οἱ στρατιῶτες καὶ οἱ δοῦλοι τοῦ Χριστοῦ; Δὲν εἶναι κάθε λογικὴ ὕπαρξη ἐνταγμένη
στὸ στρατὸ τοῦ Χριστοῦ; Οἱ ἄγγελοι, μαζὶ μὲ τοὺς ἁγίους καὶ τοὺς θεοφοβούμενους ἀνθρώπους,
δὲν εἶναι στρατιῶτες τοῦ Χριστοῦ; Ὅλες οἱ δυνάμεις τῆς φύσης, τῶν ἀσθενειῶν καὶ τοῦ θανάτου,
δὲν εἶναι δοῦλοι Του; Ὁ Κύριος διατάζει τὴ ζωή. Λέει: «πήγαινε σ' αὐτὴν ἢ τὴν ἄλλη ὕπαρξη» καὶ
πηγαίνει. Λέει «ἔλα πίσω» καὶ γυρίζει. Στέλνει ζωή, ἐπιτρέπει τὴν ἀρρώστια καί το θάνατο.
Θεραπεύει τοὺς ἀρρώστους καὶ ἀνασταίνει τοὺς νεκρούς. Στὸ λόγο Του, οἱ ἀγγελικὲς δυνάμεις
κάμπτουν ὅπως ἡ φλόγα στὸν ἰσχυρὸ ἄνεμο. «Αὐτὸς εἶπε καὶ ἐγενήθησαν, αὐτὸς ἐνετείλατο καὶ
ἐκτίσθησαν» (Ψαλμ. λβ' 9). Κανένας δὲν μπορεῖ ν' ἀντισταθεῖ στὴ δύναμή Τοῦ, δὲν τολμᾶ ν'
ἀμφισβητήσει τὸ λόγο Του. «Οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος» (Ἰωάν.
ζ' 46). Δὲ μιλοῦσε σὰν ἄνθρωπος ποὺ ἐξουσιάζεται, ἀλλὰ ὡς ἄρχοντας, «ὡς ἐξουσίαν ἔχων» (Ματθ.
ζ' 29). Εἶχε τέτοιο πρόσωπο ποὺ ἔκανε τὸν ἑκατόνταρχο νὰ τὸν ἱκετεύσει: εἰπὲ λόγῳ καὶ ἰαθήσεται
ὁ παῖς μου. Θεραπεία παραλυτικοῦ δὲν μπορεῖ νὰ κάνει κανένας θνητὸς ἄνθρωπος στὴ γῆ, γιά τὸ
Χριστὸ ὅμως ἦταν ἐντελῶς συνηθισμένο πρᾶγμα. Δὲ χρειαζόταν νὰ καταβάλει κάποια μεγάλη
προσπάθεια γιὰ νὰ κάνει τὴ θεραπεία, οὔτε κἂν νὰ πάει στὸ σπίτι τοῦ ἐκατόνταρχου. Δὲν εἶχε
ἀνάγκη οὔτε κἄν νὰ δεῖ τὸν ἄρρωστο. Δὲ χρειαζόταν νὰ τὸν πιάσει ἀπὸ τὸ χέρι καὶ νὰ τὸν σηκώσει.
Μόνο εἰπὲ λόγῳ καὶ τὸ ἔργο θὰ γίνει. Αὐτὸ ἦταν τὸ μέτρο τῆς πίστης τοῦ ἐκατόνταρχου, τῆς ἀπὸ

[34]
μέρους τοῦ ἀποδοχῆς τοῦ Χριστοῦ. Ὁ «Ἀκούσας δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐθαύμασε καὶ εἶπε τοὶς ἀκολουθοῦσιν
ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδὲ ἕν τῷ Ἰσραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον» (Ματθ. ἡ' 10). Γιατί θαύμασε ὁ
Χριστός, ἀφοῦ γνώριζε ἀπὸ πρὶν ποιά θὰ ἦταν ἡ ἀπάντηση τοῦ ἐκατόνταρχου; Δὲν προκάλεσε τὴν
ἀπάντηση αὐτὴ μὲ τὰ λόγια Του, ἐγὼ ἐλθὼν θεραπεύσω αὐτόν; Γιατί λοιπὸν τώρα θαυμάζει; Ἁπλᾶ
γιὰ νὰ διδάξει ἐκείνους ποὺ ἦταν μαζί Του. Θαυμάζει γιὰ νὰ τοὺς δείξει τί ἀξίζει νὰ θαυμάζεται σ'
αὐτὸν τὸν κόσμο. Θαυμάζει τὴ μεγάλη πίστη τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ, γιὰ νὰ διδάξει τοὺς πιστοὺς πῶς
πρέπει νὰ ἐκτιμοῦν τὴ μεγάλη πίστη. Καὶ πραγματικὰ δὲν ὑπάρχει τίποτα στὸν κόσμο ποὺ ν' ἀξίζει
τόσο θαυμασμὸ ὅσο ἡ μεγάλη πίστη κάποιου ἀνθρώπου. Ὁ Χριστὸς δὲ θαύμαζε τὴν ὀμορφιὰ τῆς
θάλασσας τῆς Γαλιλαίας, ἐπειδὴ τέτοια ὀμορφιὰ σὲ σύγκριση μὲ τὰ κάλλη τοῦ οὐρανοῦ, ποὺ
ἁπλωνόταν μπροστὰ στὰ μάτια Του, δὲν ἄξιζε τίποτα. Οὔτε καὶ τὴ μεγάλη σοφία τῶν ἀνθρώπων
θαύμαζε, οὔτε τὰ πλούτη καὶ τὴ δύναμή τους. Όλ' αὐτὰ εἶναι μηδαμινὰ μπροστὰ στὴ σοφία, τὸν
πλοῦτο καὶ τὴ δύναμη τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, ποὺ τοῦ ἦταν τόσο οἰκεία. Ἀλλ' οὔτε καὶ τίς
μεγάλες ἐθνικὲς συναθροίσεις ποὺ γίνονταν στὴν Ἱερουσαλὴμ γιά τη γιορτὴ θαύμαζε. Τέτοιες
συναθροίσεις ἦταν ἐντελῶς ἀσήμαντες σὲ σύγκριση μὲ τὴ σύναξη τῶν ἀγγέλων στὸν οὐρανό, ποὺ
γίνονταν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου. Ὅταν οἱ ἄλλοι θαύμαζαν τὸ περίφημο κάλλος τοῦ ναοῦ τοῦ
Σολομῶντα, Ἐκεῖνος μιλοῦσε γιὰ τὴν ἰσοπέδωση τοῦ. Τὸ μόνο ποὺ ἄξιζε νὰ θαυμάζει κανεὶς ἦταν ἡ
μεγάλη πίστη κάποιου ἀνθρώπου. Εἶναι τὸ μέγιστο καὶ κάλλιστο γεγονὸς στὴ γῆ. Μὲ τὴν πίστη καὶ
σκλάβος ἐλευθερώνεται, ὁ μισθωτὸς γίνεται υἱὸς Θεοῦ, ὁ θνητὸς ἄνθρωπος μεταβάλλεται σὲ
ἀθάνατο. Ὅταν ὁ δίκαιος Ἰὼβ κείτονταν πληγωμένος στὶς στάχτες καὶ τὰ ἐρείπια ὅλης του τῆς
περιουσίας, ὅταν εἶχε χάσει καὶ τὰ παιδιὰ τοῦ ἀκόμα, ἡ πίστη τοῦ στὸ Θεὸ παρέμεινε ἀναλλοίωτη,
ἀκλόνητη. Ἐνῶ ὑπόφερε ἀπὸ τίς πληγὲς καὶ τοὺς πόνους, ἔκραζε: «Εἴη τὸ ὄνομα Κυρίου
εὐλογημένον εἰς τοὺς αἰῶνας» (Ἰὼβ ἅ' 21).
Σὲ ποιούς ἐκφράζει ὁ Κύριος Ἰησοῦς το θαυμασμό Του; Τοὺς ἀκολουθοῦσιν. Οἱ ἀκολουθοῦντες
ἦταν οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι. Θαύμαζε, γιὰ νὰ διδαχτοῦν ἐκεῖνοι. Οἱ ἄλλοι Ἰουδαῖοι ποὺ εἶχαν πάει μαζί
του στὸ σπίτι τοῦ ἐκατόνταρχου, ἄκουσαν τὰ λόγια ποὺ χρησιμοποίησε ὁ Κύριος γιὰ νὰ διατυπώσει
το θαυμασμὸ Τοῦ: οὐδέ ἕν τῷ Ἰσραὴλ τοσαύτην
πίστιν εὗρον. Τοὺς εἶπε δηλαδὴ ὁ Κύριος πῶς
τέτοια πίστη δὲ συνάντησε οὔτε ἀνάμεσα στοὺς
Ἰσραηλῖτες, ποὺ ἔπρεπε νὰ εἶχαν μεγαλύτερη πίστη
ἀπ' ὅλους τοὺς ἄλλους λαοὺς στὴ γῆ, ἀφοῦ ὁ Κύριος
τοὺς εἶχε ἀποκαλύψει ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τὴ δύναμη καὶ
τὴν ἐξουσία Του, τὴ μέριμνα καὶ τὴν ἀγάπη Του μὲ
ἀμέτρητα σημεῖα καὶ θαύματα, καθὼς καὶ μὲ τὰ
πύρινα λόγια τῶν προφητῶν Του. Στὸν Ἰσραὴλ
ὅμως ἡ πίστη εἶχε σχεδὸν ὁλότελα ἀφυδατωθεῖ, εἶχε
στεγνώσει. Ὁ ἐκλεκτὸς λαὸς εἶχε ἐπαναστατήσει
ἐνάντια στὸν Πατέρα. Τόσο ἡ καρδιὰ ὅσο κι ὁ νοῦς
τους τυφλώθηκαν, πέτρωσαν. Ἀκόμα κι οἱ
ἀπόστολοι Του στὴν ἀρχή - γιὰ παράδειγμα ὁ
Πέτρος - δὲν εἶχαν τόση πίστη στὸ Χριστὸ ὅση ὁ
Ρωμαῖος αὐτὸς ἀξιωματικός. Οὔτε καὶ οἱ ἀδελφές
του Λάζαρου, ποὺ ἐπισκέφτηκε ὁ Χριστὸς στὸ σπίτι τους, οὔτε κι οἱ συγγενεῖς καὶ οἱ φίλοι Του στὴ
Ναζαρέτ, ποὺ μεγάλωσαν μαζί.
Τώρα ὁ Κύριος, ποὺ βλέπει μὲ τὸ πνεῦμα Τοῦ ὡς τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου, προφητεύει τίς
δυσμενεῖς ἐξελίξεις γιὰ τοὺς Ἰουδαίους, ἀλλὰ καὶ τίς εὐχάριστες εἰδήσεις γιὰ τὸν εἰδωλολατρικὸ
κόσμο:
«Λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι πολλοὶ ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν ἤξoυσι καὶ ἀνακλιθήσονται μετὰ Ἀβραάμ
καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακὼβ ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν, οἱ δὲ υἱοὶ τῆς βασιλείας ἐκβληθήσονται εἰς τὸ
σκότος τὸ ἐξώτερον: ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμός των ὀδόντων» (Ματθ. ἡ' 11,12). Ἡ
προφητεία αὐτὴ ἐκπληρώθηκε καὶ ἐκπληρώνεται ὡς τίς μέρες μας στὸ ἀκέραιο.

[35]
Στὰ ἀνατολικὰ καὶ τὰ δυτικὰ τῶν Ἰουδαίων ζοῦσαν εἰδωλολατρικοὶ λαοί. (Ὁ Θεοφύλακτος λέει:
«Ὁ Κύριος δὲ λέει "πολλοὶ εἰδωλολάτρες" ἀλλὰ " πολλοί...από ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν", ἂν καὶ εἶναι
φανερὸ πῶς ἔννοοῦσε τοὺς εἰδωλολάτρες. Γιατί δὲν κατονομάζει τοὺς εἰδωλολάτρες; Γιὰ νὰ μὴ
σκανδαλίσει τοὺς Ἰουδαίους. Γι' αὐτὸ καὶ εἶπε ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν»). Πολλοὶ ἀπ' αὐτοὺς
προσῆλθαν στὴν πίστη ὡς ὁλόκληρα ἔθνη, ὅπως οἱ Ἀρμένιοι, οἱ Αἰθίοπες, οἱ Ἕλληνες καὶ οἱ
Ρωμαῖοι, καθὼς καὶ οἱ ὑπόλοιποι λαοὶ τῆς Εὐρώπης. Σὲ μερικὲς χῶρες ἕνα μέρος τοῦ λαοῦ
ἀσπάστηκε τὴν πίστη, ὅπως στὴν Ἀραβία, τὴν Αἴγυπτο, τὴν Ἰνδία, τὴν Περσία, τὴν Ἰαπωνία κ.ἄ.
ἐνῶ οἱ υἱοὶ τῆς βασιλείας (οἱ Ἰουδαῖοι), στοὺς ὁποίους προσφέρθηκε πρῶτα ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ,
ἔμειναν ἄκαμπτοι στὴν ἀπιστία τοὺς μέχρι σήμερα. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ διασκορπίστηκαν σ'
ὁλόκληρο τὸν κόσμο, ἀποσπάστηκαν ἀπὸ τίς ἑστίες τους, περιφρονήθηκαν καὶ μισήθηκαν ἀπὸ τοὺς
λαοὺς ἀνάμεσα στοὺς ὁποίους ἔζησαν ὡς μετανάστες. Ἡ ζωή τους στὴ γῆ ἔγινε σκότος ἐξώτερον,
κλαυθμὸς καὶ βρυγμός των ὀδόντων. Στὸν ἄλλο κόσμο, στὸ ἀθάνατο τραπέζι τῶν προπατόρων τοὺς
Ἀβραάμ, Ἰσαὰκ καὶ Ἰακώβ, θὰ βρεθοῦν ἄλλοι ἄνθρωποι ἀπὸ κάθε γωνιὰ τῆς γῆς, ἀπ' ὅλες τίς φυλὲς
καὶ τίς γλῶσσες, ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους. Σ' ἐκεῖνον τὸν κόσμο, γιά τοὺς ἄπιστους υἱοὺς τῆς
βασιλείας θὰ ὑπάρξει σκότος, κλαυθμὸς καὶ βρυγμός των ὀδόντων.
Ὁ γεωργὸς ξεριζώνει καὶ καίει τὸ μαραμένο κλῆμα καὶ στὴ θέση του τοποθετεῖ βλαστάρια ἀπὸ
παλιὰ κλήματα. Θὰ ξεχωρίσει τοὺς ἐπαναστατημένους γιοὺς τοῦ οὐράνιου Πατέρα Του γιὰ πάντα,
αἰώνια, καὶ θὰ υἱοθετήσει τοὺς μισθωτούς Του. Οἱ ἐκλεκτοί Του θὰ γίνουν ἀπόβλητοι κι οἱ
ἀπόβλητοι ἐκλεκτοί. Οἱ πρῶτοι θὰ γίνουν ἔσχατοι κι οἱ ἔσχατοι πρῶτοι. Κι ὁ Ἰησοῦς συνέχισε καὶ
εἶπε στὸν ἑκατόνταρχο:
«Καὶ εἶπεν Ἰησοῦς τὰ ἑκατοντάρχῳ ὕπαγε, καὶ ὡς ἐπίστευσας γενηθήτω σοί. καὶ ἰάθη ὁ παῖς
αὐτοῦ ἐν τῇ ὥρᾳ ἐκείνῃ» (Ματθ. ἡ' 13). Προφήτευσε πρῶτα κι ἔπειτα ἔκανε τὸ θαῦμα, ὄχι μόνο γιὰ
νὰ ἐπιβραβεύσει τὴν πίστη τοῦ ἐκατόνταρχου, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ ἐπιβεβαιώσει τὴν προφητεία Του.
Εἶπε ἕνα λόγο κι ὁ δοῦλος θεραπεύτηκε. Ὅπως στὴν πρώτη δημιουργία ὁ Θεὸς εἶπε καὶ
ἐγενήθησαν, ἔτσι καὶ τώρα στὴν Καινὴ Κτίση, ὁ Κύριος λέει καὶ γίνεται. Ὁ παράλυτος ἄνθρωπος,
ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ τὸν θεραπεύσει ὁλόκληρη ἡ Ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία, θεραπεύτηκε καὶ
σηκώθηκε ἀμέσως μ' ἕνα θεϊκὸ λόγο τοῦ Σωτῆρα μας. Ἡ ἀρρώστια εἶναι ὑπηρέτης τοῦ Θεοῦ. Ὅταν
ὁ Κύριος λέει «πήγαινε», πηγαίνει ὅταν λέει «ἔλα», ἔρχεται. Ὁ ἄρρωστος ἄνθρωπος ἔγινε καλὰ
δίχως φάρμακα καὶ ἀλοιφές, ἐπειδὴ ὁ ὑπηρέτης (ἡ ἀρρώστια) ἀναγνώρισε τὴ φωνὴ τοῦ Ἀφέντη του
καὶ ἀναχώρησε. Τὰ φάρμακα κι οἱ ἀλοιφὲς δὲ θεραπεύουν. Ὁ Θεὸς θεραπεύει. Ὁ Θεὸς θεραπεύει
εἴτε ἄμεσα μέ το λόγο Του εἴτε μὲ τὰ φάρμακα καὶ τίς ἀλοιφές, ἀνάλογα μὲ τὴν πολλὴ ἢ λίγη πίστη
τοῦ ἄρρωστου. Δὲν ὑπάρχει σ' ὁλόκληρο τὸν κόσμο φάρμακο γιὰ κάθε περίπτωση, ποὺ θὰ
μποροῦσε νὰ διώξει τὴν ἀρρώστια καὶ ν' ἀποκαταστήσει τὴν ὑγεία χωρὶς τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, τὴ
δύναμη, τὴν παρουσία καί το λόγο Του.
Ἄς ἔχει δόξα ὁ Θεὸς γιὰ τίς ἀμέτρητες θεραπεῖες ποὺ κάνει στοὺς πιστοὺς μὲ τὸ δυναμικό Του
λόγο, τόσο στὰ ἀρχαῖα χρόνια ὅσο καὶ σήμερα. Προσκυνοῦμε τὸν ἅγιο καὶ παντοδύναμο λόγο Του,
μὲ τὸν ὁποῖο ἀναδημιουργεῖ, θεραπεύει τοὺς ἄρρωστους, ἀνασταίνει ὅσους ἔπεσαν, δοξάζει τοὺς
περιφρονημένους, ἐπιβραβεύει τοὺς πιστοὺς καὶ προσηλυτίζει τοὺς ἄπιστους. Κι όλ' αὐτὰ μέσῳ τοῦ
Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ Μονογενοῦς Του Υἱοῦ, τοῦ Κυρίου καὶ Σωτῆρα μας, μὲ τὴ δύναμη τοῦ Ἁγίου
Πνεύματος. Μαζὶ μὲ τίς χορεῖες τῶν ἀγγέλων καὶ τῶν ἁγίων, προσκυνοῦμε τὸν Πατέρα, τὸν Υἱὸ καὶ
τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν
αἰώνων. Ἀμήν.

[36]
(H θεραπεία τοῦ δαιμονισμένου)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
η’ 28 - 34, θ΄ 1
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐλθόντι τῷ Ἰησοῦ εἰς τὴν χώραν τῶν Γεργεσηνῶν ὑπήντησαν αὐτῷ δύο
δαιμονιζόμενοι ἐκ τῶν μνημείων ἐξερχόμενοι, χαλεποὶ λίαν, ὥστε μὴ ἰσχύειν τινὰ παρελθεῖν διὰ
τῆς ὁδοῦ ἐκείνης. 29καὶ ἰδοὺ ἔκραξαν λέγοντες· Τί ἡμῖν καὶ σοί, Ἰησοῦ υἱὲ τοῦ Θεοῦ; ἦλθες ὧδε
πρὸ καιροῦ βασανίσαι ἡμᾶς; 30ἦν δὲ μακρὰν ἀπ' αὐτῶν ἀγέλη χοίρων πολλῶν βοσκομένη. 31οἱ δὲ
δαίμονες παρεκάλουν αὐτὸν λέγοντες· Εἰ ἐκβάλλεις ἡμᾶς, ἐπίτρεψον ἡμῖν ἀπελθεῖν εἰς τὴν
ἀγέλην τῶν χοίρων. 32καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Ὑπάγετε. οἱ δὲ ἐξελθόντες ἀπῆλθον εἰς τὴν ἀγέλην τῶν
χοίρων · καὶ ἰδοὺ ὥρμησεν πᾶσα ἡ ἀγέλη τῶν χοίρων κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν θάλασσαν, καὶ
ἀπέθανον ἐν τοῖς ὕδασιν. 33οἱ δὲ βόσκοντες ἔφυγον, καὶ ἀπελθόντες εἰς τὴν πόλιν ἀπήγγειλαν
πάντα καὶ τὰ τῶν δαιμονιζομένων. 34καὶ ἰδοὺ πᾶσα ἡ πόλις ἐξῆλθεν εἰς συνάντησιν τῷ Ἰησοῦ,
καὶ ἰδόντες αὐτὸν παρεκάλεσαν ὅπως μεταβῇ ἀπὸ τῶν ὁρίων αὐτῶν. Καὶ ἐμβὰς εἰς πλοῖον
διεπέρασεν καὶ ἦλθεν εἰς τὴν ἰδίαν πόλιν.

Oι ἄνθρωποι εἶναι ἄδικοι μὲ τὸ Θεό, γι' αὐτὸ καὶ ἐξοργίζονται μαζί Του. Ποιός ἔχει τὸ δικαίωμα
ὅμως νὰ ἐξοργιστεῖ ἐναντίον ὁποιουδήποτε καὶ μάλιστα ἐναντίον τοῦ Θεοῦ;
Οἱ ἄθεοι κλείνουν τὸ στόμα τους καὶ σκέφτονται: «Ἄς μὴν ἀναφέρουμε τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ,
ὥστε νὰ ἐξαφανιστεῖ ἀπ' αὐτὸν τὸν κόσμο». Ἀνόητοι ἄνθρωποι! Τὰ στόματά σας εἶναι μιὰ μικρὴ
μειονότητα στὸ εὗρος τοῦ κόσμου. Ἔχετε δεῖ ἢ ἀκούσει πῶς δίνει φωνῆ στὸ ποτάμι ἕνα φράγμα;
Aν δὲν ἦταν τὸ φράγμα, τὸ ποτάμι δὲ θ' ἀκουγόταν, θὰ ἦταν μουγγό. Τὸ φράγμα ὅμως ἄνοιξε τὸ
λαρύγγι του καὶ κάθε μικρὴ σταγόνα ἀπέκτησε γλῶσσα.
Τὸ δικό σας φράγμα θὰ κάνει τὸ ἴδιο: θ' ἀνοίξει τὸ λαρύγγι τῶν ἄλαλων καὶ θὰ διδάξει τοὺς
βωβοὺς νὰ μιλήσουν. "Ἄν τὰ χείλη σας πάψουν νὰ ὁμολογοῦν τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, ἡ καρδιά σας θὰ
γεμίσει μὲ φόβο ὅταν ἀκούσετε νὰ τὸν ὁμολογοῦν οἱ ἄσοφοι καὶ οἱ βουβοί. Ἀλήθεια σᾶς λέω: "Ἄν
ἐσεῖς σιωπήσετε, οἱ λίθοι κεκράξονται. Ἀκόμα κι ἂν δὲ μιλήσει κανένας ἄνθρωπος στὴ γῆ, θ'
ἀποκτήσει φωνῇ τὸ χορτάρι. Ἀκόμα κι ἂν ἀποκηρύξουν τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, αὐτὸ
θὰ γραφτεῖ στὸ οὐράνιο τόξο, στὸν οὐρανό, θὰ χαραχτεῖ μὲ φωτιὰ σὲ κάθε χόρτο, σὲ κάθε κόκκο
ἄμμου. Τότε ἡ ἄμμος θὰ μετατραπεῖ σὲ ἄνθρωπο κι ὁ ἄνθρωπος σὲ ἄμμο.
«Οἱ οὐρανοὶ διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ, ποίησιν δὲ χειρῶν αὐτοῦ ἀναγγέλει τὸ στερέωμα. ἡμέρα τὴ
ἡμέρα ἐρεύγεται ρημα, καὶ νὺξ νυκτὶ ἀναγγέλλει γνῶσιν» (Ψαλμ. ἰη' 2,3)). Αὐτὰ μᾶς ἀπαγγέλει ὁ
ἱερὸς Ψαλμωδὸς καὶ προφήτης. Κι ἐσεῖς τί λέτε; Κρατᾶτε μιὰ περιφρονητικὴ σιγὴ γιὰ τὸ Θεό. Γι'
αὐτὸ λοιπὸν θὰ δώσουν φωνὴ οἱ πέτρες. Κι ὅταν μιλήσουν οἱ πέτρες θὰ θελήσεις νὰ μιλήσεις κι
ἐσύ, μὰ δὲ θὰ μπορέσεις. Θά σου ἀφαιρεθεῖ ὁ λόγος καὶ θὰ δοθεῖ στὶς πέτρες. Καὶ τότε οἱ πέτρες θὰ
μετατραποῦν σὲ ἀνθρώπους κι οἱ ἄνθρωποι σὲ πέτρες.
Στοὺς παλιότερους καιροὺς ἄνθρωποι μὲ σκληρὸ στόμα ἔτυχε νὰ δοῦν τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ
μὴ τὸν ἀναγνωρίσουν, οἱ γλῶσσες τους δὲν ἦταν λυμένες γιὰ νὰ τὸν δοξολογήσουν. Τότε ὁ Θεὸς
ἐλευθέρωσε τὰ στόματα τῶν δαιμόνων γιὰ νὰ ντροπιάσουν τοὺς ἀνθρώπους, ἀφοῦ οἱ δαίμονες
ἀναγνώρισαν τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. Οἱ δαίμονες ποὺ ἦταν σκληρότεροι ἀπὸ τήν πέτρα καὶ κατώτεροι
σὲ ἀξία ἀπὸ τὴν ἄμμο, ἔκραξαν ὅταν εἶδαν τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. Οἱ ἄνθρωποι γύρῳ,γύρω Του ὅμως
ἔμειναν ἄφωνοι. Κι ὅταν ἐκεῖνος ποὺ εἶχε ἐντελῶς ἀποχωριστεῖ ἀπὸ τὸ Θεὸ ἀναγκάστηκε νὰ
ὁμολογήσει τὸ ὄνομὰ Τοῦ, πῶς δὲ θὰ μποροῦσε νὰ κάνει τὸ ἴδιο ἢ ἀθώα πέτρα, ποὺ ὑποτάσσεται
τυφλὰ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ;

[37]
Ὁ Θεὸς δίνει μαθήματα στοὺς ἀνθρώπους ὄχι μόνο ἀπὸ τὸν οὐρανό, ποὺ εἶναι γεμᾶτος ἀγγέλους
καὶ στολίζεται ἀπὸ ἄστρα, ὄχι μόνο ἀπό τη γῆ, ποὺ εἶναι γεμάτη ἀπ' ὅλα τὰ δημιουργημένα
πλάσματα τοῦ Θεοῦ, ἀλλ' ἀκόμα κι ἀπὸ τοὺς δαίμονες. Κι αὐτὸ γιὰ νὰ δώσει μιὰ εὐκαιρία στοὺς
εἰδωλολάτρες, ποὺ βρίσκουν πολὺ εὔκολα τὸ δρόμο ποὺ ὁδηγεῖ στὴν κόλαση, ὥστε νὰ
ντροπιαστοῦν ἀπὸ κάτι, ὁτιδήποτε, νὰ κοιτάξουν ψηλὰ στὸν οὐρανὸ καὶ νὰ σώσουν τὴν ψυχή τους
ἀπὸ τὴν ἄβυσσο, ἀπὸ τὴ φωτιὰ καὶ τὴ δυσωδία.
Οἱ ἐκλεκτοὶ ποὺ συνόδευαν τὸν Κύριο Ἰησοῦ στὶς πορεῖες Του εἶχαν ἀποδείξει πῶς ἡ πίστη τους
ἦταν ρηχή. Ἔτσι ὁ Κύριος τοὺς ὁδήγησε σὲ μιὰ περιοχὴ ὅπου ἐπικρατοῦσε ἡ πιὸ φανατικὴ
εἰδωλολατρεία, ὥστε μ' αὐτὰ ποῦ θὰ γίνονταν, νὰ τοὺς συνετίσει καὶ νὰ καταγγείλει τὴ λειψή τους
πίστη. Αὐτὰ ποὺ ἔγιναν, περιγράφονται στὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο.
«Καὶ ἐλθόντι αὐτῷ εἰς τὸ πέραν εἰς τὴν χώραν τῶν Γεργεσηνῶν, ὑπήντησαν αὐτῷ δύο
δαιμονιζόμενοι ἐκ τῶν μνημείων ἐξερχόμενοι, χαλεποὶ λίαν, ὥστε μὴ ἰσχύειν τινὰ παρελθεϊν διὰ
τῆς ὁδοῦ ἐκείνης» (Ματθ. κή' 28). Τὰ Γέργεσα καὶ τὰ Γάδαρα ἦταν δυὸ πόλεις εἰδωλολατρικές,
στὴν ἀπώτερη ἀκτὴ τῆς θάλασσας τῆς Γαλιλαίας. Ἠταν δυὸ ἀπὸ τίς δέκα πόλεις ποὺ βρίσκονταν
στὰ παράλια αὐτά. Σύμφωνα μὲ ὅσα ἀναφέρουν οἱ εὐαγγελιστὲς Μάρκος καὶ Λουκᾶς, τὰ Γάδαρα
ἀναφέρονται ἀντὶ γιὰ τὰ Γέργεσα. Αὐτὸ σημαίνει πῶς οἱ δυὸ πόλεις πρέπει νὰ βρίσκονταν πολὺ
κοντὰ ἢ μιὰ στὴν ἄλλη καὶ πῶς τὸ περιστατικὸ ποὺ ἀναφέρουν πρέπει νὰ ἔγινε κάπου ἀνάμεσα στὶς
δυό.
Οἱ εὐαγγελιστὲς ἀναφέρουν ἕναν τρελὸ ἄνθρωπο, ἐνῶ ὁ Ματθαῖος μιλάει γιὰ δύο. Οἱ πρῶτοι
εὐαγγελιστὲς ἀναφέρουν τὸν ἕνα ἀπὸ τοὺς δύο, ποὺ φαίνεται πῶς ἦταν χειρότερος ἀπὸ τὸν ἄλλο καὶ
τὸν ἔτρεμε ὅλη ἢ περιοχή. Ὁ Ματθαῖος τους ἀναφέρει καὶ τοὺς δύο, ἐπειδὴ καὶ τοὺς δύο θεράπευσε
ὁ Κύριος. Τὸ ὅτι ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς δύο ἦταν πιὸ γνωστὸς ἀπὸ τὸν ἄλλον, φαίνεται ἀπὸ τὴν
περιγραφὴ τοῦ Λουκᾶ, ποὺ λέει πῶς ὁ τρελὸς αὐτὸς καταγόταν ἀπὸ τὴν πόλη («ὑπήντησεν αὐτὸ
ἀνὴρ τίς ἐκ τῆς πόλεως », Λουκ. ἡ' 9). Σὰν ντόπιο λοιπὸν πρέπει νὰ τὸν γνώριζαν καλύτερα ἀπὸ τὸν
ἄλλον, ποὺ μᾶλλον καταγόταν ἀπὸ κάποιο χωριό. Ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ Λουκᾶ ἐπίσης συμπεραίνουμε
πῶς εἶχε δαιμόνια ἐκ χρόνων ἱκανῶν. Αὐτὸ σημαίνει πῶς ἦταν ἄρρωστος ἀπὸ χρόνια καὶ γι' αὐτὸ τὸ
λόγο τὸν ἤξερε ὅλη ἡ περιοχή. Τὸ ὅτι ἦταν πολὺ πιὸ ἄρρωστος καὶ φρενιασμένος ἀπὸ τὸν ἄλλον,
προκύπτει ἀπὸ αὐτὰ ποὺ μᾶς λέει ὁ Λουκᾶς, πῶς «ἔδεσμεῖτο ἁλύσεσι καὶ πέδαις φυλασσόμενος,
καὶ διαρρήσσων τὰ δεσμὰ ἤλαύνετο ὑπὸ τοῦ δαίμονος εἰς τὰς ἐρήμους» (Λουκ. ἡ 29). Αὐτὸς εἶναι
ὁ λόγος ποὺ οἱ δύο εὐαγγελιστὲς ἀναφέρουν μόνο τὸν ἕνα δαιμονιζόμενο, ἂν καὶ ἦταν δύο. Πολὺ
συχνὰ κάνουμε τὸ ἴδιο καὶ μεὶς σήμερα ὅταν ἀναφέρουμε κάποιο περιστατικὸ καὶ ἀναφέρουμε γιὰ
παράδειγμα μόνο τὸν ἀρχηγὸ μιᾶς συμμορίας λῃστῶν ποὺ συλλήφθηκαν. Ὅταν συλλήφθηκε
ὁλόκληρη ἡ συμμορία μὲ τὸν ἀρχηγό της λέμε πῶς ἕνας λῃστὴς ἔτσι κι ἔτσι, ἀρχηγὸς τῶν
ὑπόλοιπων λῃστῶν, πιάστηκε. Τὸ ἴδιο κάνουν κι οἱ εὐαγγελιστές. Ὅπως ὁ Μάρκος κι ὁ Λουκᾶς
συμπληρώνουν τὴν ἀφήγηση τοῦ Ματθαίου σὲ μιὰ λεπτομέρεια, ἔτσι κάνει κι ὁ Ματθαῖος στὸ
Μάρκο καί το Λουκᾶ σὲ ἄλλες περιπτώσεις. Παράδειγμα τὸ περιστατικὸ μὲ τοὺς δύο
δαιμονιζόμενους.
Οἱ δαιμονιζόμενοι αὐτοὶ ζοῦσαν στοὺς τάφους, περιπλανιοῦνταν στὴν ἔρημο καὶ
τρομοκρατοῦσαν τοὺς ἀνθρώπους στοὺς ἀγροὺς καὶ στοὺς δρόμους. Ἰδιαίτερα φόβιζαν αὐτοὺς ποὺ
περνοῦσαν κοντὰ ἀπό το δρόμο ὅπου ἔμεναν ἐκεῖνοι. Οἱ εἰδωλολάτρες συχνὰ ἔφτιαχναν τοὺς
τάφους δίπλα στὸ δρόμο, ἐνῶ καὶ οἱ Ἰουδαῖοι συνήθιζαν πολλὲς φορὲς νὰ κάνουν τὸ ἴδιο. Ὁ τάφος
τῆς Ραχὴλ εἶναι δίπλα στὸ δρόμο ποὺ ὁδηγεῖ ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλὴμ στὴ Βηθλεέμ. Ὁ τάφος τοῦ
Μανασσὴ εἶναι δίπλα στὸ δρόμο ποὺ ὁδηγεῖ στὴ Νεκρὰ Θάλασσα. Ὁ διάβολος εἶχε καταλάβει τοὺς
δυὸ αὐτοὺς δαιμονιζόμενους καὶ τοὺς χρησιμοποιοῦσε ὡς ὅπλα γιὰ νὰ βλάψει τοὺς ἀνθρώπους.
Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἔχουν καταληφθεῖ ἀπὸ δαιμόνια, ἔχουν ὡς κύριο χαρακτηριστικό τους νὰ
κάνουν τὸ κακὸ καὶ νὰ καταστρέφουν. Ἠταν γυμνοὶ ἀπὸ κάθε καλὸ πρᾶγμα. Γιὰ τὸν ἕνα ἀπ' αὐτοὺς
λέγεται πῶς δὲ φοροῦσε ροῦχα (μάτιον οὔκ ἐνεδιδάσκετο). Μαζὶ μὲ τὴ σωματική του γύμνωση,
ἦταν γυμνὴ καὶ ἄδεια ἡ ψυχή του, δὲν εἶχε κανένα καλὸ μέσα του, κανένα δῶρο τοῦ Πνεύματος τοῦ
Θεοῦ. Ἠταν κυριολεκτικὰ γυμνὸς ἀπὸ κάθε καλό, ποῦ εἶναι χάρισμα τοῦ Θεοῦ. Κι οἱ δυὸ τοὺς ἦταν
τόσο κακοὶ καὶ πονηροί, ὥστε μὴ ἰσχύειν τινὰ παρελθεῖν διὰ τῆς ὁδοῦ ἐκείνης.
[38]
«Καὶ ἰδοὺ ἔκραξαν λέγοντες· τί ἤμϊν καὶ σοί, Ἰησοῦ, υἱὲ τοῦ Θεοῦ; ἦλθες ὧδε πρὸ καιροῦ
βασανίσαι ἡμᾶς;» (Ματθ. ἡ' 29). Τὸ πιὸ ἀξιοσημείωτο στὴν κραυγὴ αὐτὴ τῶν δαιμόνων, εἶναι ὅτι
ἀναγνώρισαν τὸν Ἰησοῦ ὡς Υἱὸ τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ βροντοφώνησαν μὲ τρόμο. Ἄς καταισχυνθοῦν
λοιπὸν ἐκεῖνοι ποὺ κοιτάζουν κατὰ πρόσωπο τὸν Κύριο καὶ δὲν τὸν ἀναγνωρίζουν ἢ τὸν
ἀναγνωρίζουν μὲν ἀλλὰ δὲν τὸν ὁμολογοῦν δημόσια. (Γράφει ὁ Ζηγαβηνός: «Καθὼς οἱ μαθητὲς κι
ὁ λαὸς τὸν ἔβλεπαν σὰν ἄνθρωπο, οἱ δαίμονες ἦρθαν τώρα νὰ κηρύξουν τὴ θεότητά Του»).
Εἶναι ἀλήθεια πῶς οἱ δαίμονες δὲν ὁμολόγησαν τὸ Χριστὸ μὲ χαρὰ καὶ εὐχαρίστηση, δὲ χάρηκαν
καὶ γι' αὐτὸ ἔκραξαν δυνατά. Δὲ φώναξαν ὅπως κάνει ὁ ἄνθρωπος ποὺ βρῆκε μεγάλο θησαυρὸ ἢ
ὅπως φώναξε γεμᾶτος χαρὰ καὶ ἀπόστολος Πέτρος, «σὺ εἴ ὁ Χριστός, ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος»
(Ματθ. ἴστ' 16). Οἱ δαίμονες ἔκραξαν ἀπὸ φόβο καὶ τρόμο, γιατί μπροστά τους ἔβλεπαν Ἐκεῖνον
ποὺ θὰ τοὺς κρίνει. "Ἔκραξαν καὶ ὁμολόγησαν Ἐκεῖνον ποὺ στὸ ὄνομά Του μόνο ἔτρεμαν ἀπὸ
φόβο, ποὺ τὸ ὄνομα αὐτὸ προσπαθοῦσαν νὰ κρύψουν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, νὰ τὸ σβήσουν ἀπὸ τίς
καρδιές τους. Όμολόγησαν τὸ ὄνομά Του μέσα στὸν τρόμο καὶ τὴν ἀπελπισία τους, μὲ τὸν ἴδιο
τρόπο, μὲ τὴν ἴδια ἀπέχθεια κι ἀπόγνωση ποὺ προφέρουν τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ πολλοὶ ἄνθρωποι.
Τί ἡμῖν καὶ σοί, Ἰησοῦ, υἱὲ τοῦ Θεοῦ; ρώτησαν οἱ δαίμονες.
Τί κοινὸ ἔχουμε μεταξύ μας Ἐσὺ κι ἐμεῖς; Ποιό εἶναι τὸ
μήνυμα ποὺ φέρνει αὐτὴ ἡ ἀναπάντεχη κι ἀνεπιθύμητη
ἐπίσκεψή Σοῦ; «Τίς δὲ κοινωνία Χριστου καὶ Βελίαλ;» (Βκορ.
στ' 15). Ἀπολύτως καμία. Οἱ ὑπηρέτες τοῦ Βελίαλ ἑπομένως,
οἱ βασανιστὲς τῶν ἀνθρώπων, ρωτοῦν τὸ Χριστὸ γιατί ἦρθε
πρόωρα, πρὶν ἀπὸ τὸν καιρό Του, νὰ τοὺς βασανίσει. Ἠλθες
ὧδε πρὸ καιροῦ βασανίσαι ἡμᾶς; Τὴν ὥρα τῆς κρίσης καὶ τῆς
αἰώνιας καταδίκης τους τὴν περιμένουν. Ἡ ἐμφάνιση τοῦ
Χριστοῦ μπροστά τους ἀπὸ μόνη της ἦταν ἕνα βάσανο, ἕνα
βασανιστήριο χειρότερο ἀπ' ὅ,τι εἶναι ἡ λάμψη τῆς φωτιᾶς σὲ
μιὰ ἀράχνη. "Ὅταν λείπει ὁ Χριστός, οἱ δαίμονες εἶναι τόσο
βάναυσοι καὶ ἀλαζόνες, ὥστε ὑποτιμοῦν καὶ ὑποβιβάζουν τοὺς
ἀνθρώπους στὴν κατηγορία τῶν ζώων, τρομοκρατοῦν ὅλη τὴν
περιοχὴ ὥστε μὴ ἰσχύειν τινὰ παρελθεῖν διὰ τῆς ὁδοῦ ἐκείνης.
Ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ τοὺς ἔφερε σὲ ἀξιοθρήνητη
ἀπόγνωση. Ὁ τρόμος τους ταπείνωσε, ὅπως καὶ κάθε τύραννο
ὁ κριτής. Γι' αὐτὸ κι ἄρχισαν νὰ ζητοῦν ταπεινωμένοι ἀπὸ τὸν
Κύριο ἶνα μὴ ἐπιτάξη αὐτοῖς εἰς τὴν ἄβυσσον ἀπελθεϊν, νὰ μή
τους στείλει στὰ βάθη τῆς θάλασσας (Λουκ. ἡ 31). Ἡ ἱκεσία
τους νὰ μὴ ἐπιτάξη αὐτοῖς νὰ πᾶνε στὴν ἄβυσσο, σημαίνει πῶς
ἂν τοὺς διέταζε, θὰ ἦταν ἀναγκασμένοι νὰ πᾶνε. Αὐτὴ ἦταν ἡ
ἐξουσία τοῦ Χριστοῦ, αὐτὴ ἦταν ἡ δύναμή Τοῦ! Ἡ ἄβυσσος
ἦταν ὁ πραγματικός τους τόπος, ἡ ἀληθινή τους κατοικία. Εἶπε ὁ προφήτης γιὰ τὸν ἀρχηγὸ τῶν
δαιμόνων: «Πῶς ἐξέπεσεν ἐκ τοῦ οὐρανου ὁ ἑωσφόρος ὁ πρωϊ ἀνατέλλων...νύν δὲ εἰς ἅδην
καταβήση καὶ εἰς τὰ θεμέλια τῆς γῆς» (Ἠσ. Ἴδ' 12,15).
Θὰ καταδικαστεῖ στὴν ἄβυσσο, ὅπου εἶναι ὁ βρυγμὸς καὶ ὁ τριγμὸς τῶν ὀδόντων.
Ὁ Θεὸς ἄφησε τοὺς δαίμονες νὰ περιφέρονται ἐλεύθεροι ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους, λόγῳ τῶν
ἁμαρτιῶν τους. Εἶναι καλύτερα γι' αὐτοὺς νὰ κυκλοφοροῦν ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους, παρὰ νὰ
κατοικήσουν στὴν ἄβυσσο; "Ὅταν κυκλοφοροῦν ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους, βασανίζουν ἐκείνους
ὅταν βρίσκονται στὰ βάθη τῆς ἀβύσσου, μόνο τὸν ἑαυτό τους ἔχουν νὰ βασανίζουν. Ὅταν
βρίσκονται ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους βασανίζονται πάλι, μὰ τότε ἡ κόλασή τους μειώνεται ἀπὸ
τὴν κόλαση τῶν ἄλλων.
Ὁ διάβολος εἶναι καταστροφέας γιὰ τὸ σῶμα, σκώλωψ τη σαρκί, ὅπως τὸν ὀνόμασε ὁ
ἀπόστολος Παῦλος ποὺ εἶχε νιώσει τὴν παρουσία τοῦ (βλ. Βκορ. ἴβ' 7). Χρησιμοποιεῖ τὸ σῶμα σὰν
[39]
σκάλα, σκαρφαλώνει στὴν ψυχὴ καὶ πιάνεται ἀπὸ τὴν καρδιὰ καί το νοῦ, ὡσότου κατασπαράξει
ὁλόκληρο τὸν ἄνθρωπο, ὥσπου νὰ τὸν παραμορφώσει καὶ νὰ τὸν γυμνώσει ἀπὸ κάθε κάλλος καὶ
ἁγνότητα, ἀπὸ κάθε αἴσθημα δικαιοσύνης, ἀγάπης καὶ πίστης, ἐλπίδας κι ἐπιθυμίας γιὰ τὸ ἀγαθό.
Μετὰ ἐγκαθίσταται στὸν ἄνθρωπο ὅπως κάθεται ὁ βασιλιᾶς στὸ θρόνο του, καὶ παίρνει τὰ ἡνία τῆς
ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος στὰ χέρια του. Τότε ὁ ἄνθρωπος μεταβάλλεται σὲ κτῆνος ποὺ τὸ ἱππεύει ὁ
σατανᾶς, γίνεται ἕνα ἄθυρμα ποῦ τὸν διασκεδάζει, ἕνα ἄγριο θηρίο ποὺ κατασπαράζει.
Κάπως ἔτσι ἦταν οἱ δαιμονιζόμενοι ποὺ περιγράφονται στὸ εὐαγγέλιο. Δὲν ἀναφέρεται ἂν οἱ
ἄνθρωποι αὐτοὶ εἶδαν τὸ Χριστό, ἂν τὸν ἀναγνώρισαν, τὸν ὀνόμασαν ἢ ἂν συνομίλησαν μαζί Του.
Όλ' αὐτά τα ἔκαναν οἱ δαίμονες ποὺ ἦταν μέσα τους. Οἱ δαιμονιζόμενοι ἦταν σὰ νὰ μὴν ὑπῆρχαν,
σὰν δυὸ σώματα ποῦ τὰ ὁδηγοῦσαν οἱ δαίμονες καὶ τὰ κατεύθυναν μὲ τὰ καμτσίκια τούς. Τὸ νὰ
θεραπεύσει κανεὶς τέτοιους ἀνθρώπους, ἦταν σὰ ν' ἀνασταίνει νεκρούς. Ἀλλὰ ἦταν καὶ κάτι
παραπάνω ἀπ' αὐτό, γιατί νεκρὸς ἄνθρωπος σημαίνει πῶς ἡ ψυχὴ ἔχει ἀποχωριστεῖ ἀπὸ τὸ σῶμα.
Τότε ὅμως ἡ ψυχὴ βρίσκεται στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ, κι ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ τὴν ξαναγυρίσει στὸ σῶμα,
νὰ ἐπαναφέρει τὴ ζωή. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ὅμως ἦταν αἰχμάλωτοι στοὺς δαίμονες, ποὺ τοὺς
κρατοῦσαν δέσμιους. "Ἔπρεπε ν' ἀποσπάσει πρῶτα τίς ψυχὲς τοὺς ἀπὸ τοὺς δαίμονες, νὰ ἐκβάλλει
τοὺς δαίμονες ἀπὸ τὸ σῶμα τους κι ἔπειτα νὰ τοὺς θεραπεύσει. Ἔτσι τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας τῶν
δύστυχων αὐτῶν ἀνθρώπων εἶναι τοὐλάχιστον ἴσο μὲ ἀνάσταση νεκρῶν, ἂν ὄχι μεγαλύτερο.
Ἠλθες ὧδε πρὸ καιροῦ βασανίσαι ἡμᾶς; ρώτησαν οἱ δαίμονες τὸ Χριστό. Ἤξεραν πῶς τελικὰ
τοὺς περιμένει ἡ κόλαση. "Ἄχ, νὰ τὸ γνώριζαν κι οἱ ἄνθρωποι αὐτό! Νὰ συνειδητοποιοῦσαν πῶς
τοὺς περιμένει κόλαση ὅμοια μὲ κείνης ποὺ περιμένει τοὺς δαίμονες! Οἱ δαίμονες ἤξεραν πῶς στὸ
τέλος τὸ ἀνθρώπινο γένος, ἡ βασικὴ τροφή τους, θὰ ἐλευθερωνόταν ἀπὸ τὰ χέρια τους, πῶς οἱ ἴδιοι
θὰ ρίχνονταν στὴ σκοτεινὴ ἄβυσσο, ὅπου μόνο τὸν ἑαυτό τους θὰ εἶχαν νὰ βασανίζουν. Ὁ μέγας
προφήτης εἶπε γιὰ τὸν ἀρχηγὸ τῶν δαιμόνων: «σὺ δὲ ριφήση ἐν τοῖς όρεσιν ὡς νεκρὸς
ἔβδελυγμένος μετὰ πολλῶν τεθνηκότων ἐκκεκεντημένων μαχαίραις, καταβαινόντων εἰς ἅδου»
(Ἠσ. ἰε' 19). Κι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἐπιβεβαίωσε: «Ἐθεώρουν τὸν σαταναν ὡς ἀστραπὴν ἐκ τοῦ
οὐρανοῦ πεσόντα» (Λουκ. ἰ' 18). Στὸ τέλος θὰ δοῦν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι τοὺς ἁμαρτωλούς, ποῦ θὰ
ριφθοῦν καὶ κεῖνοι σὰν ἀστραπὴ «εἰς τὸ πὺρ τὸ αἰώνιον τὸ ἤτοιμασμένον το διαβόλῳ καὶ τοὺς
ἀγγέλους αὐτοῦ» (Ματθ. κέ' 41).
Τὴν ὥρα ποὺ οἱ δαίμονες ἱκέτευαν μὲ φόβο καὶ τρόμο τὸ Χριστό, στὸ διπλανὸ λόφο ἦταν ἕνα
μεγάλο κοπάδι ἀπὸ δυὸ περίπου χιλιάδες χοίρους, ποὺ ἔβοσκαν ἤρεμα ἐκεῖ (βλ. Μάρκ. ἔ' 13). Οἱ
δαίμονες παρακάλεσαν τὸ Χριστό: «Εἴ ἐκβάλλεις ἡμᾶς, ἐπίτρεψον ἡμῖν ἀπελθεῖν εἰς τὴν ἀγέλην
τῶν χοίρων» (Ματθ. ἡ' 31). Μή μας στέλνεις στὴν ἄβυσσο, τοῦ εἴπανε, ἀλλὰ ἄφησέ μας
τοὐλάχιστον,τουλάχιστο νὰ μποῦμε μέσα στοὺς χοίρους. Εἰ,Εἶ ἐκβάλλεις ἡμᾶς. Δὲν εἶπαν μὴ μᾶς
βγάζεις ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, αὐτὸν δὲν ἤθελαν οὔτε νὰ τὸν κατονομάσουν, γι' αὐτοὺς ἦταν τελείως
νεκρός.
Ἀπ' ὅλα τὰ πλάσματα στὸν κόσμο, δὲν ὑπάρχει κανένας ποὺ νὰ μισεῖ καὶ νὰ φθονεῖ τόσο ὁ
διάβολος, ὅσο ὁ ἄνθρωπος. Ὁ Κύριος Ἰησοῦς, ἀντίθετα, τόνιζε ἰδιαίτερα τὴ λέξη «ἄνθρωπος».
«Ἔξελθε τὸ πνεῦμα τὸ ἀκάθαρτον ἐκ τοῦ ἀνθρώπου» (Μάρκ. ἔ' 8). Οἱ δαίμονες δὲν ἤθελαν νὰ
φύγουν ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο. Θὰ προτιμοῦσαν πολὺ περισσότερο νὰ μείνουν σ' αὐτὸν παρὰ νὰ πᾶνε
στοὺς χοίρους. Σὲ τί θὰ τοὺς χρησίμευαν οἱ χοῖροι; Οἱ δαίμονες μποροῦν νὰ κάνουν τοὺς
ἀνθρώπους νὰ μοιάζουν μὲ τοὺς χοίρους, ὁπότε τί τοὺς χρειάζονται οἱ χοῖροι; "Ὅπως καὶ νὰ "χοῦν
τὰ πράγματα, ἀκόμα κι ἂν βρίσκονται μέσα στοὺς χοίρους ἢ σὲ ὁποιοδήποτε ἄλλο πλάσμα, ἡ κακία
τους στρέφεται ἴσια στὸν ἄνθρωπο. Μέσα ἀπὸ τοὺς χοίρους, σκοπὸς τοὺς ἦταν νὰ βλάψουν τὸν
ἄνθρωπο. Ἄν δὲν μποροῦσαν μὲ ἄλλον τρόπο, θὰ ἔκαναν τὸ κακὸ μὲ τὸ νὰ πνίξουν τοὺς χοίρους
καὶ νὰ στρέψουν τὴν ὀργὴ τῶν ἀνθρώπων ἐναντίον τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι, ὅταν μπροστά τους ἔχουν τὴν
ἀπειλὴ τῆς ἀβύσσου, ἀντὶ γι' αὐτὴν προτιμοῦν νὰ πᾶνε στοὺς χοίρους.
«Καὶ εἶπεν αὐτοῖς: ὑπάγετε. οἱ δὲ ἐξελθόντες ἀπῆλθον εἰς τὴν ἀγέλην τῶν χοίρων καὶ ἰδοὺ
ὥρμησε πᾶσα ἡ ἀγέλη τῶν χοίρων κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν θάλασσαν καὶ ἀπέθανον ἐν τοῖς
ὕδασιν» (Ματθ. ἡ 32). Οἱ δαίμονες θὰ μποροῦσαν εὔκολα νὰ ὁδηγήσουν τοὺς ταλαίπωρους αὐτοὺς

[40]
ἀνθρώπους νὰ πνιγοῦν στὴ θάλασσα, ἂν δὲν τοὺς ἐμπόδιζε ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ. Δὲν εἶναι
ἀσυνήθιστο νὰ βλέπει κανεὶς ἀνθρώπους ποὺ ἔχουν παρανοήσει νὰ πέφτουν ἀπὸ μεγάλο ὕψος καὶ
νὰ γίνονται κομμάτια ἢ νὰ πνίγονται στὸ νερὸ ἢ νὰ πέφτουν στὴ φωτιὰ ἢ νὰ ἀπαγχονίζονται. Οἱ
παγκάκιστοι δαίμονες ὁδηγοῦν τοὺς ἀνθρώπους σὲ τέτοιο τέλος μὲ σκοπὸ ὄχι μόνο νὰ
καταστρέψουν τὴ ζωή τους, ἀλλὰ νὰ νεκρώσουν καὶ τὴν ψυχή τους, τόσο στὴν παροῦσα ὅσο καὶ
στὴ μέλλουσα ζωή. Πολὺ συχνὰ ὅμως συμβαίνει νὰ παρεμβαίνει ὁ Θεὸς μὲ τὴ σοφὴ πρόνοιά Τοῦ
καὶ νὰ προφυλλάσσει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τέτοιο θάνατο.
Γιατί ὁ Κύριος ἐπέτρεψε στὰ πονηρὰ πνεύματα νὰ μποῦν στοὺς χοίρους; Θὰ μποροῦσε νὰ τὰ
εἶχε στείλει στὰ δέντρα ἢ στὶς πέτρες. Γιατί εἰδικὰ στοὺς χοίρους; "Ὄχι βέβαια γιὰ νὰ κάνει τὸ
θέλημά τους, ἐπειδὴ ἐκεῖνοι του τὸ ζήτησαν, ἀλλὰ γιὰ νὰ διδάξει τοὺς ἀνθρώπους. "Ὅπου
ὑπάρχουν χοῖροι, ὑπάρχει καὶ ἀκαθαρσία. Καὶ τὰ πονηρὰ πνεύματα ἀγαποῦν τὰ ἀκάθαρτα μέρη.
Ὅπου δὲν ὑπάρχει ἀκαθαρσία, τὴ φτιάχνουν μόνοι τους βιαίως. "Ὅταν βρίσκουν λίγη ἀκαθαρσία,
προσθέτουν σύντομα κι ἄλλη καὶ τὴν κάνουν περισσότερη. Ὅταν μπαίνουν μέσα ἀκόμα καὶ στὸν
πιὸ καθαρὸ ἄνθρωπο, μαζεύουν γρήγορα μέσα του ἀκαθαρσία χοίρων. Μὲ τὸ τρέξιμο τῶν χοίρων
καὶ τὸ πέσιμό τους στὴ θάλασσα, ὁ Κύριος ἤθελε νὰ μᾶς διδάξει πόσο ἀδύναμη εἶναι ἡ ἀντίσταση
τῆς λαιμαργίας καὶ τῆς πολυφαγίας στὶς διαβολικὲς δυνάμεις καὶ νὰ μᾶς θυμίσει τὴν ἀρετὴ τῆς
νηστείας.
Τί σχέση ἔχουν ἡ λαιμαργία κι ἡ πολυφαγία μὲ τοὺς χοίρους; Προσέξτε πόσο γρήγορα τοὺς
κατέλαβαν οἱ δαιμονικὲς δυνάμεις καὶ τοὺς ὁδήγησαν στὴν καταστροφή! Τὸ ἴδιο γίνεται μὲ τοὺς
λαίμαργους καὶ τοὺς ἀχόρταγους ἀνθρώπους, ποὺ νομίζουν πῶς θὰ γίνουν δυνατοὶ μὲ τὴν
πολυφαγία. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν ὅμως δὲ γίνονται δυνατότεροι, ἀλλὰ μᾶλλον ἀσθενέστεροι, τόσο
σωματικὰ ὅσο καὶ πνευματικά. (Ὁ Μέγας Βασίλειος λέει στὸ λόγο τοῦ I' περὶ νηστείας τ'
ἀκόλουθα: «Γνωρίζω πῶς οἱ γιατροὶ δὲ συνιστοῦν στοὺς ἀρρώστους ποικιλία φαγητῶν, ἀλλ' ἀποχὴ
καὶ νηστεία. Μὴ νομίσεις πῶς ὁ καπετάνιος κάποιου πλοίου θὰ σώσει εὐκολότερα τὸ πλοῖο τοῦ ἂν
τὸ ὑπερφορτώσει κι ὄχι ἂν τὸ φορτώσει μὲ μέτρο»). Οἱ λαίμαργοι ἄνθρωποι ἔχουν ἀδύναμο
χαρακτῆρα. Δειλιάζουν τόσο μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους, ὅσο καὶ πολὺ περισσότερο) μπροστὰ
στοὺς δαίμονες. Δὲν ὑπάρχει τίποτα εὐκολότερο στοὺς δαίμονες ἀπὸ τὸ νὰ τοὺς πνίξουν στὴ
θάλασσα τοῦ πνευματικοῦ θανάτου.
Ἐδῶ βλέπουμε μιὰ ἀκόμα πιὸ καθαρὴ διδασκαλία. Βλέπουμε πόσο
φοβερὴ εἶναι ἡ δύναμη τοῦ διαβόλου ἂν δὲν τὴν ἐλέγχει ὁ Θεός. Οἱ
δαίμονες ποὺ κατοικούσαν σὲ δύο μόνο ἀνθρώπους, ἔπνιξαν σὲ λίγα
λεπτὰ περίπου δύο χιλιάδες γουρούνια. Ὁ Θεὸς ὅμως τοὺς κρατοῦσε
ἐκεῖ ὡσότου ἔρθει ὁ Χριστὸς γιὰ νὰ δείξει τὴ δύναμη καὶ τὴν ἐξουσία
ποὺ εἶχε πάνω τους. Μετὰ τοὺς ἐπέτρεψε νὰ πᾶνε στοὺς χοίρους, γιὰ νὰ
δείξει τὴ δύναμη τῶν δαιμόνων. Ἄν τὸ ἐπέτρεπε ὁ Θεός, οἱ δαίμονες θὰ
ἔκαναν μέσα σὲ λίγα λεπτὰ σ' ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, αὐτὸ ποὺ ἔκαναν
στοὺς χοίρους. Ὁ Θεὸς ὅμως ἀγαπᾶ τὸ ἀνθρώπινο γένος. Ἡ
ἀπεριόριστη ἀγάπη Του μᾶς συντηρεῖ στὴ ζωὴ καὶ μᾶς προστατεύει
ἀπὸ τοὺς πιὸ σκληροὺς κι ἀδυσώπητους ἐχθρούς μας.
Θὰ ρωτήσουν μερικοί: Δὲ λυπήθηκε ὁ Θεὸς πρῶτα μὲ τὸ χαμὸ
τόσων πολλῶν χοίρων καὶ δεύτερο μὲ τὴ ζημιὰ τῶν χωρικῶν; Μόνο ὁ
πονηρὸς ὁδηγεῖ τοὺς ἀνθρώπους σὲ τέτοιες σκέψεις, γιὰ νὰ δείξει πῶς
ὁ ἴδιος εἶναι πιὸ εὔσπλαχνος ἀπὸ τὸ Χριστό. Τί ἄλλο εἶναι οἱ χοῖροι,
παρὰ ἄνθος τοῦ ἀγροῦ; "Ὅταν ὁ Θεὸς δὲ λυπᾶται τὰ λευκὰ κρίνα τοῦ
ἀγροῦ, ποὺ εἶναι στολισμένα καλύτερα ἀπό το βασιλιᾶ Σολομῶντα καὶ αὔριο ρίχνονται στὴ φωτιά,
γιατί νὰ λυπηθεῖ τὰ γουρούνια; Εἶναι δυσκολότερο στὸ Θεὸ νὰ φτιάξει χοίρους ἀπὸ τὸ νὰ φτιάξει
τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ; Θὰ ποῦν ὅμως κάποιοι ἄλλοι: Δὲν εἶναι θέμα κάλλους ἀλλὰ χρησιμότητας. Καὶ
εἶναι οἱ χοῖροι χρήσιμοι στοὺς ἀνθρώπους μόνο ὅταν τοὺς τρέφουν καὶ τοὺς παχαίνουν κι ὄχι ὅταν
βοηθοῦν στὸ φωτισμὸ τῆς ψυχῆς τους; Κι ἐδῶ ἐρχόμαστε στὴ δεύτερη περίπτωση. «Πολλῶν
στρουθίων διαφέρετε ὑμεῖς» (Ματθ. ἰ' 31). Ἐσεῖς ἀξίζετε περισσότερο ἀπὸ πολλὰ σπουργίτια, εἶπε
[41]
ὁ Κύριος στοὺς μαθητές Του. Δὲν ἀξίζουν περισσότερο οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ πολλοὺς χοίρους, ἔστω
καὶ δυὸ ἢ τρεῖς χιλιάδες ἀπ' αὐτούς;
Ἄς ἀναλογιστεῖ ὁ καθένας τὴ δική του ἀξία. Καὶ τότε θὰ φτάσει στὸ ἀσφαλὲς συμπέρασμα πῶς,
σὲ σχέση μὲ τὴ μεγάλη ὠφέλεια ποὺ δέχτηκαν οἱ ἄνθρωποι, ἡ ἀπώλεια (τῶν χοίρων) ἦταν πολὺ
μικρή. Ἠταν ὁπωσδήποτε ἀπαραίτητο νὰ δείξει στὸ ἀναίσθητο ἀνθρώπινο γένος πόσο ἀκάθαρτοι
εἶναι οἱ δαίμονες, ἀλλὰ καὶ πόση εἶναι ἡ δύναμή τους.
Δὲν ὑπάρχουν λόγια ἀνθρώπινα νὰ τὸ ἐκφράσουν καλύτερα αὐτό, ὅσο ἡ δαιμονοληψία κι ὁ
πνιγμὸς τῶν χοίρων τὴ στιγμὴ ἀκριβῶς ποὺ τὰ ἀκάθαρτα πνεύματα μπῆκαν μέσα τους. Ποιά λόγια
θὰ μποροῦσαν νὰ πείσουν τοὺς εἰδωλολάτρες Γεργεσηνοὺς καὶ Γαδαρηνούς, ἂν αὐτὴ ἡ τρομερὴ
ἀπόδειξη -ἢ μᾶλλον ἀποκάλυψη δεν μποροῦσε νὰ τοὺς ξυπνήσει ἀπό το λήθαργο τῆς ἁμαρτίας καὶ
νὰ τοὺς κάνει νὰ συνειδητοποιήσουν σὲ ποιό λάκκο τοὺς τραβοῦσαν ἀνηλεῶς οἱ δαίμονες, ὅπως
ἔκαναν μὲ τοὺς χοίρους; Τί θὰ μποροῦσε νὰ τοὺς φέρει εὐκολότερα στὴν πίστη τοῦ παντοδύναμου
Χριστοῦ;
Ἄς δοῦμε ὅμως τί ἔγινε μετά. «Οἱ δὲ βόσκοντες ἔφυγον, καὶ ἀπελθόντες εἰς τὴν πόλιν
ἀπήγγειλαν πάντα καί τα τῶν δαιμονιζομένων. καὶ ἰδοὺ πᾶσα ἢ πόλις ἐξῆλθεν εἰς συνάντησιν τὼ
Ἰησοῦ, καὶ ἰδόντες αὐτὸν παρεκάλεσαν ὅπως μεταβῆ ἀπὸ τῶν ὁρίων αὐτῶν» (Ματθ. ἡ' 33,34). Οἱ
βοσκοὶ κι οἱ κάτοικοι τῆς πόλης φοβήθηκαν πολὺ (Λουκ. ἡ 35), τρόμαξαν. Εἶδαν κάτι ποὺ ποτὲ
τοὺς δὲν εἶχαν δεῖ ἢ ἀκούσει. Οἱ δαιμονισμένοι ποὺ τοὺς κατατρόμαζαν τόσα χρόνια, τώρα
κάθονταν στὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ ἤρεμοι, νηφάλιοι. "Ἄκουσαν τὸ περιστατικὸ ἀπὸ τοὺς
ἀποστόλους καὶ τοὺς βοσκούς, πῶς δηλαδὴ ὁ Χριστὸς θεράπευσε τοὺς δαιμονισμένους κι ἔτρεμαν
ἀπὸ φόβο μπροστὰ στό Χριστό. Ὅταν ἄκουσαν μάλιστα πῶς οἱ δαίμονες τὸν παρακαλοῦσαν
ἔντρομοι νὰ τοὺς ἐπιτρέψει νὰ μποῦν στοὺς χοίρους, ἂν τοὺς ἔβγαζε ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ἡ
κατάπληξή τους μεγάλωσε. Ἔμαθαν τελικὰ πῶς τὰ πονηρὰ πνεύματα ὅρμησαν σὰν
ἀνεμοστρόβιλος, παρέσυσαν τοὺς χοίρους καὶ τοὺς ἔριξαν στὴ θάλασσα.
Τ' ἄκουσαν όλ' αὐτὰ οἱ Γεργεσηνοὶ κι οἱ Γαδαρηνοὶ καὶ τὰ συνειδητοποίησαν καλά. Μετὰ εἶδαν
καὶ τοὺς δυὸ θεραπευμένους, ποὺ ἐνῶ λίγο νωρίτερα ἔμοιαζαν νεκροί, τώρα κάθονταν ἰματισμένοι
καὶ σωφρονοῦντες, σὰ ν' ἀναστήθηκαν ἐκ νεκρῶν. Κοίταξαν μετὰ τὸ πρόσωπο τοῦ πράου καὶ
ταπεινοῦ Κυρίου. Ἔστεκε ἤρεμα καὶ εἰρηνικὰ μπροστά τους, σὰ νὰ μὴν εἶχε κάνει λίγο πρὶν ἕνα
θαῦμα μεγαλύτερο ἀπὸ τὸ νὰ ἰσοπεδώσει το λόφο τῶν Γεργεσῶν καὶ νὰ τὸ ρίξει στὴ θάλασσα. Ἀπ'
όλ' αὐτὰ ἕνα κράτησαν οἱ κάτοικοι τῶν δύο πόλεων στὸ νοῦ καὶ τὴν καρδιά τους: πῶς τὰ γουρούνια
τους χάθηκαν, ἡ περιουσία τους καταστράφηκε χωρὶς ἐπανόρθωση. Ἀντὶ νὰ κάνουν μετάνοια καὶ
νὰ τὸν εὐχαριστήσουν ποῦ ἔσωσε τοὺς δυὸ δαιμονισμένους, ἐκεῖνοι παραπονιοῦνταν ἐπειδὴ ἔχασαν
τὰ γουρούνια! Ἀντὶ νὰ προσκαλέσουν τὸν Κύριο γιὰ νὰ τὸν φιλοξενήσουν, τοῦ ζήτησαν νὰ φύγει
ἀπὸ τὰ ὅριά τους ὅσο γίνεται πιὸ γρήγορα. Ἀντὶ νὰ ὑμνήσουν καὶ νὰ δοξολογήσουν το Θεό, ἐκεῖνοι
ἄρχισαν νὰ θρηνοῦν γιὰ τὸ χαμὸ τῶν γουρουνιῶν.
Ἄς μὴ βιαστοῦμε νὰ κατηγορήσουμε τὴν ἀγάπη τῶν Γεργεσηνῶν γιὰ τὰ γουρούνια τους, προτοῦ
ἀξιολογήσουμε τὴ σημερινὴ κοινωνία. Νὰ ἐκτιμήσουμε ὅλους τοὺς συμπολῖτες μας ποὺ ἐπίσης
εἶναι πολὺ δεμένοι μὲ τὰ ζῶα τους, ὅπως οἱ Γεργεσηνοί, ποῦ νόμιζαν πῶς τὰ γουρούνια τους
ἀξίζουν περισσότερο ἀπὸ τοὺς γείτονές τους. Γιὰ σκεφθεῖτε, πόσοι εἶναι σήμερα ἐκεῖνοι ἀπ' αὐτοὺς
ποὺ κάνουν το σταυρό τους, ὁμολογοῦν τὸ Χριστὸ μὲ τὴ γλῶσσα τους, ἀλλὰ πολὺ σύντομα θὰ
μποροῦσαν νὰ σκοτώσουν δυὸ ἀνθρώπους, ἂν ἡ πράξη αὐτὴ θὰ τοὺς χάριζε δυὸ χιλιάδες χοίρους;
Ἢ σκεφθεῖτε ἂν ὑπάρχουν πολλοὶ ἀνάμεσά σας ποὺ θὰ θυσίαζαν δυὸ χιλιάδες χοίρους γιὰ νὰ
σώσουν τὴ ζωὴ δύο δαιμονισμένων. "Ἄς ντραποῦν ἐκεῖνοι ποὺ καταδικάζουν τοὺς Γεργεσηνοὺς
προτοῦ κατηγορήσουν τὸν ἑαυτό τους. Ἄν οἱ Γεργεσηνοὶ ἀνασταίνονταν σήμερα ἀπὸ τοὺς τάφους
τους κι ἄρχιζαν νὰ μετροῦν πόσοι ἄνθρωποι ἔχουν τὴν ἴδια νοοτροπία μαζί τους, στὴν Εὐρώπη θὰ
φθαναν σ' ἕνα τεράστιο ἀριθμό. Ἐκεῖνοι τοὐλάχιστον,τουλάχιστο ζήτησαν ἀπὸ τὸ Χριστὸ νὰ φύγει,
ἐνῶ οἱ λαοὶ τῆς Εὐρώπης τὸν ἀπομακρύνουν οἱ ἴδιοι. Γιατί; Γιὰ νὰ μείνουν μόνοι μὲ τὰ γουρούνια
τους καὶ τοὺς κυρίους τους, τοὺς δαίμονες.

[42]
Όλόκληρο τὸ περιστατικὸ αὐτὸ ὅμως, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὼς τὸ τέλος, ἔχει κι ἕνα βαθύτερο νόημα.
Αὐτὰ ποὺ εἴπαμε ὼς τώρα εἶναι ἀρκετὰ γιὰ διδασκαλία, γιὰ ὑπόμνηση καὶ γιὰ τὴν ἀνάσταση ὅλων
ἐκείνων ποὺ μέσα στὸ σῶμα τους νιώθουν κλεισμένοι σὰ νὰ βρίσκονταν μέσα σὲ τάφο: ἐκείνων
ποὺ ἀντιλαμβάνονται τὴν ἐπίδραση τῶν δαιμονικῶν δυνάμεων στὰ πάθη ποῦ τοὺς πιέζουν σὰν
χειροπέδες ἢ σὰν ἁλυσίδες, πού τοὺς τραβοῦν βίαια στὴν ἄβυσσο τῆς καταστροφῆς ἐκείνων ποῦ,
παρ' όλ' αὐτά, πιστεύουν στὴν ἀξία τοῦ ἀνθρώπου, ὅτι ἡ ψυχή τους ἀξίζει περισσότερο ἀπ' ὅλα τὰ
γουρούνια, ὅλα τὰ κτήνη, ὅλες τίς περιουσίες καὶ τὰ πλούτη, ποὺ ἀναζητοῦν τὴ θεραπεία καί το
Θεραπευτὴ τῶν ἀσθενειῶν τους περισσότερο ἀπ' ὅλα τ' ἀγαθά τους.
Όλόκληρη ἡ διήγηση τελειώνει μὲ τὰ ἑξῆς λόγια: «Καὶ ἐμβὰς εἰς πλοῖον διεπέρασε καὶ ἦλθεν εἰς
τὴν ἰδίαν πόλιν» (Ματθ. θ' 1). Στοὺς Γεργεσηνοὺς δὲν εἶπε οὔτε λέξη. Σὲ τί θὰ χρησίμευαν οἱ λέξεις
ἐκεῖ ποῦ δὲν ἔπεισε τὸ θαῦμα; Οἱ λέξεις δὲ θὰ τοὺς ἔκαναν νὰ πιστέψουν. Τί ἀξία θὰ εἶχε νὰ κάνει
τοὺς νεκροὺς τάφους νὰ πιστέψουν; Κατέβηκε το λόφο σιωπηλός, μπῆκε στὸ πλοῖο καὶ ἀναχώρησε.
Τί ταπείνωση, πόση ὑπομονή, τί θεϊκὸ μεγαλεῖο! Πόσο κενὴ ἦταν ἡ νίκη γιὰ ἕναν ἀπὸ τοὺς
Καίσαρες ποὺ ἔγραψε στὴ σύγκλητο: «Ἦλθον, εἶδον, ἐκυρίευσα!». Ὁ Χριστὸς εἶδε, κυρίευσε καὶ
ἔμεινε σιωπηλός. Κρατῶντας τὴ σιωπή Του ἔδωσε στὴ νίκη Του ἕναν ὑπέροχο κι αἰώνιο
χαρακτῆρα. Ἄν θέλουν οἱ εἰδωλολάτρες ἂς μάθουν ἀπὸ τὸ παράδειγμα τοῦ ταπεινοῦ Κυρίου Ἰησοῦ,
ποὺ ποτὲ δὲ φροντίζει νὰ ἐντυπωσιάσει. "Ὅποιος τὸν δέχεται, δέχεται τὴν αἰώνια ζωή. "Ὅποιος τὸν
διώχνει ἀπὸ τὴ ζωή του, παραμένει στὴ συντροφιὰ τῶν χοίρων, στὴν αἰώνια παραφροσύνη καὶ τὸν
αἰώνιο θάνατο.
Κύριε Ἰησοῦ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησέ μας τοὺς ἁμαρτωλούς, θεράπευσε μᾶς, σῶσε μας! Σὲ Σένα
πρέπει δόξα καὶ ὕμνος, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη
Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

[43]
(Ἡ θεραπεία τοῦ παραλυτικοῦ)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
θ΄ 1 - 8
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἐμβὰς ὁ Ἰησοῦς εἰς πλοῖον διεπέρασεν καὶ ἦλθεν εἰς τὴν ἰδίαν πόλιν. 2Καὶ
ἰδοὺ προσέφερον αὐτῷ παραλυτικὸν ἐπὶ κλίνης βεβλημένον. καὶ ἰδὼν ὁ Ἰησοῦς τὴν πίστιν αὐτῶν
εἶπεν τῷ παραλυτικῷ· Θάρσει, τέκνον· ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου. 3καὶ ἰδού τινες τῶν
γραμματέων εἶπον ἐν ἑαυτοῖς· Οὗτος βλασφημεῖ. 4καὶ εἰδὼς ὁ Ἰησοῦς τὰς ἐνθυμήσεις αὐτῶν
εἶπεν· Ἵνα τί ὑμεῖς ἐνθυμεῖσθε πονηρὰ ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν; 5τί γάρ ἐστιν εὐκοπώτερον, εἰπεῖν,
ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι, ἢ εἰπεῖν, ἔγειρε καὶ περιπάτει; 6ἵνα δὲ εἰδῆτε ὅτι ἐξουσίαν ἔχει ὁ υἱὸς
τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ τῆς γῆς ἀφιέναι ἁμαρτίας – τότε λέγει τῷ παραλυτικῷ· Ἐγερθεὶς ἆρόν σου τὴν
κλίνην καὶ ὕπαγε εἰς τὸν οἶκόν σου. 7καὶ ἐγερθεὶς ἀπῆλθεν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ. 8ἰδόντες δὲ οἱ
ὄχλοι ἐθαύμασαν καὶ ἐδόξασαν τὸν Θεὸν τὸν δόντα ἐξουσίαν τοιαύτην τοῖς ἀνθρώποις.

Τὸ νὰ μὴ χαίρεται κανεὶς μὲ τὴ χαρὰ τοῦ ἄλλου, εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ ἐπαίσχυντα σημάδια Α.
ἀνθρώπινης ψυχῆς ποὺ ἔχει σκληρύνει ἡ ἁμαρτία. Τί διδάσκει ὁ ἥλιος τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸ πρωὶ ὼς
τὸ βράδυ; «Ἄνθρωποι! Νὰ χαίρεστε μὲ τὸ καλό. Ἡ χαρά σας αὐτὴ θὰ σᾶς μετατρέψει σὲ μικροὺς
θεούς!»
Τὸ πεινασμένο ἀηδόνι κελαηδάει γιὰ μιὰ δυὸ ὧρες κατὰ τὰ χαράματα, ὡσότου βρεῖ δυὸ
μπουκίτσες φαγητὸ γιὰ πρωινό. Τί διδάσκει τὸ ἀηδόνι αὐτὸ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ κείτονται στὰ
πλούσια κρεβάτια τους κι ἀνοίγουν τὸ στόμα τους ὄχι γιὰ νὰ τραγουδήσουν, μὰ νὰ φᾶνε;
«Ἄνθρωποι! Νὰ χαίρεστε μὲ τὸ καλό, νὰ τραγουδᾶτε τὸ καλό!» Νὰ μὴ ρωτᾶτε: «Ποιανοῦ τὸ
καλό;» Τὸ καλὸ δὲν ἔχει ἀφεντικὸ στὴ γῆ. Εἶναι ἕνας ἐπισκέπτης ποὺ ἔρχεται ἀπὸ μακριά. Ἐμεῖς οἱ
θνητοὶ δὲν εἴμαστε ἰδιοκτῆτες, ἀλλὰ ὑμνητές του.
Τὸ νὰ λυπᾶται κανεὶς μὲ τὴ λύπη τῶν ἄλλων, εἶναι κάτι ποὺ μποροῦν εὔκολα νὰ τὸ κάνουν
ἀκόμα κι ἁμαρτωλοὶ ἐνήλικες ἄνθρωποι. Τὸ νὰ χαίρεσαι μὲ τὴ χαρὰ τῶν ἄλλων ὅμως, εἶναι κάτι
ποὺ μόνο τὰ παιδιὰ μποροῦν νὰ κάνουν, καθὼς κι ἐκεῖνοι ποὺ εἶναι ἀθῶοι σὰν παιδιά. Γι' αὐτὸ εἶπε
ὁ Κύριος: «Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὸς ἐὰν μὴ δέξηται τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ὡς παιδίον, οὐ μὴ εἰσέλθη
εἰς αὐτήν» (Μάρκ. ἰ ́ 15). Τί ἄλλο εἶναι ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, παρὰ τὸ σύνολο ὅλου τοῦ καλοῦ κι ἡ
ἀπουσία ὅλου τοῦ κακοῦ; Τὸ ἀθῶο παιδὶ χαίρεται περισσότερο μὲ τὸ καλὸ τοῦ ἄλλου, ἀπ' ὅσο
χαίρεται ὁ κακὸς ἄνθρωπος μὲ τὸ δικό του καλό. Γιὰ τὸ παιδὶ δὲν ὑπάρχει καλὸ τοῦ ἄλλου ἢ χαρὰ
τοῦ ἄλλου. Μοιράζεται τὸ γέλιο μὲ ὁποιονδήποτε. Ἀκόμα καὶ τὸν καγχασμὸ τὸν λογαριάζει γιὰ
γέλιο. Κανένας στὴ γῆ δὲν εἶναι τόσο θεοειδὴς ὅσο τὸ ἀθῶο παιδί. Ἡ χαρὰ τοῦ Θεοῦ στὸ δικό μας
καλό, στὸ παραμικρὸ δικό μας καλό, εἶναι ἀνέκφραστα τέλεια. Ὅταν ὁ Κύριος Ἰησοῦς ἦρθε γιὰ νὰ
ζήσει ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους, μᾶς ἀποκάλυψε τὰ ἀρίφνητα πλούτη τῶν εὐλογιῶν τοῦ Θεοῦ. Τὰ
παιδιὰ ἔνιωσαν ἀγαλλίαση μὲ τίς εὐλογίες αὐτές. Τὸ ἴδιο ἔκαναν καὶ κεῖνοι ποὺ εἶχαν ἀγαθὴ
προαίρεση κι ἁπλότητα κι ἔμοιαζαν πολὺ μὲ παιδιά.
Ὁ Χριστὸς θυμίζει στοὺς ἀνθρώπους τὴν πρώτη τους κατοικία, ἐκεῖ ποὺ ζοῦσε μὲ τὴ
λαμπρότητα τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ καὶ τὴ συντροφιὰ τῶν ἀγγέλων. Τὰ παιδιὰ τὸ χαίρονται αὐτό,
ἐνῶ οἱ κακοὶ ἐνήλικες τὸ μυκτηρίζουν. Ὁ Χριστὸς ἀφαιρεῖ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους το φόβο, τοὺς
κάνει ἄφοβους, κυρίους τοῦ κόσμου. Τα παιδιὰ τὸ δέχονται μὲ χαρὰ αὐτό, οἱ ἄρχοντες ὅμως τὸ
ἀπορρίπτουν. Ὁ Χριστός μας δείχνει πῶς μπορεῖ ὁ ἑνωμένος μέ το Θεὸ ἄνθρωπος νὰ κατακτήσει
τὸν ἑαυτό του, τὴ φύση γύρῳ,γύρω του, τὰ πονηρὰ πνεύματα, τὴν ἀρρώστια καί το θάνατο. Τὰ
παιδιὰ στριμώχνονται μὲ χαρὰ γύρω ἀπὸ τὸν Κύριο, γιὰ νὰ γευτοῦν ὅσο καλύτερα μποροῦν τὴ χαρὰ
ποὺ προκύπτει ἀπὸ τίς νῖκες αὐτές. Οἱ γραμματεῖς ὅμως τὸν πιέζουν μὲ φθόνο, θέλουν νὰ βροῦν
[44]
αἰτία νὰ τὸν ταπεινώσουν, νὰ τὸν συλλάβουν καὶ νὰ τὸν βασανίσουν. Τὰ παιδιὰ ἀναζητοῦν τὴν
εὐλογία τοῦ Χριστοῦ, ἐνῶ οἱ πρεσβύτεροι τοῦ λαοῦ τὸν βλασφημοῦν. Ἄν οἱ ἄνθρωποι ἦταν λογικοὶ
καὶ συνετοί, θά 'πρεπε νὰ χαίρονται σὰν παιδιὰ μὲ τὴν κάθε λέξη καί την κάθε πράξη τοῦ Χριστοῦ.
Ἐκεῖνος δείχνει μόνο τὸ καλὸ στοὺς ἀνθρώπους, μόνο τὴ λαμπρότητα καὶ τὴν ὀμορφιὰ τοῦ καλοῦ,
τὴ γλυκύτητα, τὴ διάρκεια καὶ τὴ δύναμη τοῦ καλου. Ὑπάρχουν ὅμως πολλοὶ ἄνθρωποι ποὺ οὔτε
τότε οὔτε καὶ τώρα χαίρονται ὅταν βλέπουν τὸ καλὸ ποὺ φανέρωσε καὶ ἔκανε ὁ Χριστός. Μὰ γιατί
συμβαίνει αὐτό; Ἐπειδὴ οἱ ἄνθρωποι ἔχουν συνάψει εἰρήνη μὲ τὸ κακό, ἔχουν συνηθίσει στὸ κακὸ
καὶ κάνουν παρέα μὲ τὸ κακό. Ἔτσι τὸ κακὸ γι' αὐτοὺς εἶναι μιὰ πραγματικότητα, ἐνῶ τὸ καλὸ δὲν
εἶναι παρὰ φαντασία, ἀπάτη.
Τέτοιοι ἄνθρωποι μοιάζουν μὲ τὴν κότα ποῦ ραμφίζει μάταια γιὰ πολλὴ ὥρα ἕνα σπυρὶ
ζωγραφισμένο σὲ πίνακα. Κι ὅταν δίπλα στὸ ζωγραφισμένο σπυρὶ βάζουν ἕνα ἀληθινό,
ἀπογοητευμένη ἡ κότα δὲν τὸ τσιμπᾶ, ἐπειδὴ λογαριάζει τὸ πραγματικὸ σπυρὶ γιὰ ψεύτικο. Πόσο
κοκορόμυαλοι εἶναι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ποὺ νομίζουν πῶς ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Χριστοῦ μπορεῖ νά
προκύψει ἀπάτη, ὅπως γίνεται ἀπὸ τὰ ἄλλα χέρια, τὰ ἀκάθαρτα! Ἄν μποροῦσε νὰ προκύψει ἀπάτη
ἀπὸ τὰ χέρια Του, ἀπὸ τὰ χείλη Του, τότε ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου θὰ ἦταν πραγματικὰ πιὸ πικρὴ κι
ἀπὸ τὴν ἀνυπαρξία, πιὸ τρομερὴ κι ἀπὸ τὸ πιὸ φοβερὸ ὄνειρο, πιὸ ἄγρια κι ἀπὸ τὸ ἀγριότερο θηρίο.
Ἐκεῖνοι ποὺ δὲν ἁπλώνουν τὰ χέρια τοὺς γιὰ νὰ συναντήσουν τὰ χέρια τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἑκατὸ
φορὲς ἀξιοθρήνητοι. Κάθε φορὰ ποὺ τὸ ἁπλώνουν πρὸς ἄλλες κατευθύνσεις, σίγουρα θὰ τὰ βάλουν
στὴ φωτιὰ ἢ στὸ στόμα τοῦ λύκου. Ἑκατὸ φορὲς μακάριοι εἶστε ἐσεῖς οἱ πιστοί, ποὺ χαίρεστε στὸ
ἄκουσμα τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ, ὅπως χαίρονται τὰ παιδιὰ στὸ ἄκουσμα τῆς φωνῆς τῆς
μητέρας τους. Φτάνει μόνο νὰ ὁπλισθεῖτε μὲ δύναμη καὶ ὑπομονή, γιὰ ν' ἀντέξετε ὼς τὸ τέλος στὴν
πίστη καὶ τὴ χαρά. Γιατί αὐτὸς ποὺ ξεκινᾶ ν' ἀκολουθήσει τὸ Χριστὸ κι ἔπειτα γυρίζει πίσω, εἶναι
χειρότερος ἀπὸ κεῖνον ποὺ δὲν ξεκίνησε καθόλου. Ἄν ὁ Κύριος τὸν ἐλευθέρωσε ἀπὸ ἕνα πονηρὸ
πνεῦμα κι αὐτὸς ἔπειτα τὸν ἀπαρνιέται, θὰ τὸν καταλάβουν ἑπτὰ δαιμόνια, χειρότερα ἀπὸ τὸ πρῶτο
(βλ. Λουκ. ἰα' 24-26).
Ὁ Χριστὸς εἶναι σὰν τὴ νεροχωρίστρα. Ὅπου ἐμφανίζεται, οἱ ἄνθρωποι ἀμέσως χωρίζονται σὲ
δύο στρατόπεδα: σ' ἐκείνους ποὺ χαίρονται στὸ καλὸ καὶ σ' ἐκείνους ποὺ δὲ χαίρονται. Αὐτὸ
γίνεται σήμερα μὲ τοὺς ἀνθρώπους κι αὐτὸ γινόταν καὶ τίς μέρες ποὺ ὁ Κύριος περπατοῦσε στὴ γῆ,
φορῶντας ἀνθρώπινη σάρκα. Τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο μᾶς δίνει μιᾷ περιγραφῇ τῆς φοβερῆς αὐτῆς
διαίρεσης τῶν ἀνθρώπων, μπροστὰ στὴν παρουσία Ἔκείνου ποὺ φανερώνει τὸ καλό, τοῦ Κυρίου
καὶ Σωτῆρα μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.
«Καὶ ἐμβὰς (ὁ Ἰησοῦς) εἰς πλοῖον διεπέρασε καὶ ἦλθεν εἰς τὴν ἰδίαν πόλιν» (Ματθ. θ' 1). Αὐτὸ
ἔγινε μετὰ τὴν ἐπίσκεψη ποὺ ἔκανε στοὺς εἰδωλολάτρες, στὴν ἀνατολικὴ ὄχθη τῆς λίμνης
Γενησαρέτ, ἐκεῖ ποὺ θεράπευσε τοὺς δύο δαιμονιζόμενους καὶ ἐπιτίμησε μὲ δριμύτητα τὴν ἀπιστία
τῶν ἀνθρώπων, ἐνῶ οἱ δαίμονες εἶχαν διακηρύξει πῶς ὁ Χριστὸς ἦταν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Χριστὸς μπῆκε σ' ἕνα πλοῖο. Ἦταν τὸ ἴδιο πλοῖο ὅπου νωρίτερα εἶχε κάνει ἕνα θαῦμα ἰσάξιο
μὲ τὴ θεραπεία τῶν δαιμονισμένων. Μιλᾶμε γιὰ τότε ποὺ ὁ Χριστὸς «ἔπετίμησε τοὺς ἀνέμους καὶ
τῇ θαλάσσῃ, καὶ ἐγένετο γαλήνη μεγάλη» (Ματθ. ἡ 26). Στὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο βλέπουμε πῶς
μετὰ τὴν ἐπιστροφή του ἀπὸ τὸ ταξίδι αὐτὸ ὁ Κύριος θεράπευσε τὸν παραλυτικὸ καὶ συγχώρεσε τίς
ἁμαρτίες του. Βλέπουμε πῶς σὲ πολὺ σύντομο διάστημα ὁ Χριστὸς ἔκανε τρία θαυμαστὰ ἔργα, τρία
καταπληκτικὰ θαύματα, ποὺ ἐπιβεβαίωσαν τὴν ἔλευση τοῦ Θεοῦ στὸν κόσμο. Στὸ συντομότερο
δυνατὸ χρόνο ὁ Κύριος φανέρωσε τρεὶς τεράστιες εὐλογίες στοὺς ἀνθρώπους: τὴ δύναμή Τοῦ πάνω
στὴ φύση, τὴν ἐξουσία Του στοὺς δαίμονες καὶ τὴν ἰσχύ Του στὴν ἁμαρτία καὶ τὴν ἀρρώστια. Κι οἱ
τρεὶς αὐτὲς εὐλογίες προξενοῦν πολὺ μεγάλη ἀγαλλίαση κι εὐφροσύνη στοὺς ἀνθρώπους.
Οἱ ἁλυσίδες μὲ τίς ὁποῖες μᾶς ἔχει δεμένους ἡ φύση εἶναι φοβερές. Ποιός δὲ θὰ χαιρόταν ἂν
ἐλευθερωνόταν ἀπ' αὐτές; Πολὺ πιὸ φοβερὲς ὅμως εἶναι οἱ ἁλυσίδες μὲ τίς ὁποῖες μᾶς δεσμεύουν οἱ
δαίμονες καὶ μᾶς μαστιγώνουν, καθὼς μᾶς ὁδηγοῦν στὴν παραφροσύνη. Ποιός δὲ θὰ χαιρόταν γιὰ
τὴ νίκη ἐναντίον ἐκείνων ποὺ εἶναι οἱ μεγαλύτεροι ἐχθροὶ τοῦ ἀνθρώπου; Οἱ ἁλυσίδες μὲ τίς ὁποῖες
[45]
μᾶς δένει ἡ ἁμαρτία καὶ μᾶς παραδίνει δούλους στὴ φύση, στοὺς δαίμονες καὶ τὴν ἀρρώστια, εἶναι
ἐκεῖνες μὲ τίς ὁποῖες ὁ ἄνθρωπος δέθηκε θεληματικὰ ἀπὸ τὴν ἀρχή, τότε ποὺ ἀρνήθηκε νὰ
ὑπακούσει στὸ Δημιουργό του καὶ νὰ ταπεινωθεῖ σ' Αὐτόν. Ποιός ἀπό σας, θνητοὶ ἄνθρωποι, δὲ θὰ
χαιρόταν ἂν μποροῦσε ν' ἀπαλλαγεῖ ἀπ' αὐτὲς τίς πρῶτες ἁλυσίδες, ὅπου στηρίζονται ὅλες οἱ
ὑπόλοιπες ποὺ σᾶς σκλαβώνουν;
Ἡ τελευταία αὐτὴ εὐλογία, δηλαδὴ ἡ δύναμη τοῦ Χριστοῦ πάνω στὴν ἁμαρτία καὶ τὴν
ἀρρώστια, φανερώθηκε στοὺς ἀνθρώπους ὅταν ὁ Κύριος διεπέρασε καὶ ἦλθεν εἰς τὴν ἰδίαν πόλιν.
Πόλη Του ἦταν ἡ Καπερναούμ. Ἐκεῖ ἔγκαταστάθηκε ὅταν τὸν ἔδιωξαν ἀπὸ τὴ Ναζαρέτ, τὴν πόλη
ὅπου ἔζησε πολλὰ χρόνια κι ὅπου παρὰ λίγο νὰ τὸν σκοτώσουν.
«Καὶ ἰδοὺ προσέφερον αὐτὸ παραλυτικὸν ἐπὶ κλίνης βεβλημένον» (Ματθ. θ' 2). Τὸ ἴδιο
περιστατικὸ περιγράφουν κι οἱ εὐαγγελιστὲς Μάρκος καὶ Λουκᾶς. Κι οἱ δυὸ τοὺς ἔχουν κάποιες
λεπτομέρειες ποὺ ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος παραλείπει. Ὁ ἄνθρωπος ἦταν τόσο παράλυτος, ποὺ
ὄχι μόνο δὲν μποροῦσε νὰ πάει μόνος του στὸ Χριστό, ἀλλὰ οὔτε ἀπὸ τὸ κρεβάτι του δὲν μποροῦσε
νὰ κουνηθεῖ. Ἔτσι οἱ συγγενεῖς κι οἱ φίλοι του ἀναγκάστηκαν νὰ τὸν μεταφέρουν ἀπὸ τὸ σπίτι του
καὶ νὰ τὸν φέρουν στὸ Χριστὸ μὲ τὸ κρεβάτι του. Ἡ ἀπελπιστικὴ κατάσταση κι ἡ ἀδυναμία του
ἄρρωστου ἀνθρώπου φαίνεται κι ἀπὸ τὸ γεγονὸς πῶς τὸ κρεβάτι ἔπρεπε νὰ τὸ κουβαλοῦν τέσσερις
ἄνθρωποι, γιὰ νὰ μένει ὅσο γίνεται σταθερός, νὰ μὴν κουνιέται. Ὅταν τὸν ἔφεραν στὸ σπίτι ὅπου
βρισκόταν ὁ Ἰησοῦς, διαπίστωσαν πῶς οἱ ἄνθρωποι ποὺ στριμώχνονταν ἔξω ἀπὸ τὴν πόρτα γιὰ νὰ
μποῦν ἦταν τόσο πολλοί, ποῦ σὲ κείνους ἡ εἴσοδος θὰ ἦταν ἀδύνατη. Ἔτσι ἀποφάσισαν ν' ἀνοίξουν
μιὰ τρῦπα στὴν ὀροφὴ τοῦ σπιτιοῦ καὶ νὰ κατεβάσουν ἀπὸ κεῖ τὸ κρεβάτι μὲ τὸν παράλυτο
ἄνθρωπο, μπροστὰ στὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ.
Ἐκείνη τὴ στιγμὴ ὁ Χριστὸς μιλοῦσε στοὺς ἀνθρώπους, τοὺς δίδασκε. Καὶ τότε δὲν ἔχασε οὔτε
στιγμή. Μετὰ τὸ ἔργο, ἦρθε ὁ λόγος. Μετά το λόγο, ἦρθε ἡ πράξη. Μὲ τὸ λόγο Του βοηθοῦσε τοὺς
ἀνθρώπους νὰ χαροῦν τὸ καλό, νὰ πιστέψουν στὸ καλὸ καθὼς καὶ σ' Ἐκεῖνον, τὸ μέγιστο φορέα
τοῦ καλοῦ.
«Καὶ ἰδὼν ὁ Ἰησοῦς τὴν πίστιν αὐτῶν εἶπε τῷ παραλυτικῷ:
θάρσει, τέκνον ἀφέωνταί σοὶ αἱ ἁμαρτίαι σοῦ» (Ματθ. θ' 2). Ὁ
Κύριος Ἰησοῦς δὲν εἶδε τὴν πίστη τους ὅταν ἄφησαν τὸν
ἄρρωστο ἄνθρωπο μπροστὰ στὰ πόδια Του. Τὴν εἶχε δεῖ ἀπὸ
τὴν ὥρα ποὺ σήκωναν τὸ κρεβάτι μὲ τὸν ἄρρωστο καὶ
ξεκίνησαν ἀπὸ τὸ σπίτι γιὰ νὰ τὸν συναντήσουν. Ἐκεῖνος ποὺ
διάβαζε τίς σκέψεις τῶν ἀνθρώπων, μποροῦσε πολὺ πιὸ εὔκολα
νὰ δεῖ καὶ τὰ γεγονότα, εἴτε μακριὰ γίνονταν αὐτὰ εἴτε κοντά.
Εἶχε δεῖ τὸ Ναθαναὴλ κάτω ἀπὸ τὴ συκιὰ προτοῦ ὁ ἴδιος
ἐμφανιστεῖ μπροστά Του. Δὲν ἔβλεπε μόνο τὰ γεγονότα,
πράγματα ποὺ γίνονταν, ἀλλὰ καὶ ὅσα ἐπρόκειτο νὰ γίνουν ὡς
τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου.
Ἐδῶ ὁ Χριστὸς δὲν εἶπε «ἰδὼν αὐτούς», ἀλλὰ ἰδὼν τὴν πίστιν
αὐτῶν. Ἤθελε ἔτσι νὰ δείξει ὁ Χριστὸς πῶς εἶδε αὐτὸ ποὺ ἦταν
δυσκολότερο νὰ δεῖ, ἐκεῖνο ποὺ ἦταν κρυμμένο βαθιὰ μέσα
στὸν ἄνθρωπο. Κι αὐτὸ τὸ ἔκανε γιὰ χάρη μας, γιὰ νὰ
προσέξουμε τί εἶναι ἐκεῖνο ποὺ κοιτάζει ὁ Χριστὸς σήμερα,
ὅπως καὶ τότε. Γιὰ νὰ μάθουμε πῶς μποροῦμε νὰ ζητᾶμε τὴ
βοήθεια τοῦ Θεοῦ στὰ προβλήματά μας μόνο ὅταν ἔχουμε
πίστη. Κι ὅταν ὁ Θεὸς βλέπει τὴν πίστη μας, δὲν ἀργεῖ νὰ μᾶς βοηθήσει.
Ἰδὼν τὴν πίστιν αὐτῶν... Ποιά πίστη εἶδε; Μόνο ἐκείνων ποὺ μετέφεραν τὸν ἄρρωστο ἄνθρωπο
ἢ καὶ τὴ δική του; Όπωσδήποτε ἦταν σίγουρη ἡ πίστη τῶν ἀνθρώπων ποὺ μετέφεραν τὸν ἄρρωστο.
Ὁ Κύριος ἀνταποκρίθηκε στὴ δική τους πίστη καὶ θεράπευσε τὸν παραλυτικό. Ὑπάρχουν πολλὰ
[46]
περιστατικὰ ποὺ ὁ Χριστὸς ἔκανε θαύματα χωρὶς νὰ γνωρίζει τὸν ἄρρωστο ἄνθρωπο οὔτε καὶ τὴν
πίστη του. Πρώτ' ἀπ' ὅλα στὴν περίπτωση τοῦ νεκροῦ ποὺ ἀνέστησε, δὲ θὰ μποροῦσε καὶ νεκρὸς νὰ
εἶχε πίστη, ὥστε ν' ἀνταποκριθεῖ σ' αὐτὴν καὶ Χριστὸς καὶ νὰ κάνει τὸ θαῦμα. Ἀλλ' ἀκόμα κι
ἐκεῖνοι ποὺ βρίσκονται κοντὰ στὸ νεκρὸ ἄνθρωπο πολλὲς φορὲς δὲ δείχνουν κάποια ἰδιαίτερη
πίστη. Στὴν περίπτωση τῆς χήρας τῆς Ναΐν, γιὰ παράδειγμα, δὲν ἀναφέρεται πῶς εἶχε πίστη, ἀλλὰ
πῶς ἔκλαιγε καὶ θρηνοῦσε πάνω στὸ νεκρὸ παιδί της. Τὴ στιγμὴ ὅμως ποὺ τὴ συνάντησε ὁ Κύριος,
εἶδε τὴ θλίψη της καὶ τῆς εἶπε ἀποφασιστικὰ «μὴ κλαῖε», ἴσως κάποια σπίθα πίστης ἄναβε μέσα
της. Ἡ Μάρθα κι ἡ Μαρία, οἱ ἀδερφὲς τοῦ Λάζαρου, δὲν πίστευαν πῶς ὁ Χριστὸς θ' ἀνάσταινε τὸ
νεκρὸ ἀδερφό τους, ποὺ βρισκόταν ἤδη τέσσερις μέρες στὸν τάφο. Μόνο ὁ Ἰάειρος εἶχε θερμὴ
πίστη στὸ Χριστό, ὅταν τὸν πλησίασε καὶ τοῦ εἶπε: «Ἡ θυγάτηρ μοῦ ἄρτι ἐτελεύτησεν· ἀλλὰ ἐλθὼν
ἐπίθες τὴν χείρά σοῦ ἐπ' αὐτὴν καὶ ζήσεται» (Ματθ. θ' 18). Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ὁ Χριστὸς δὲ
θεράπευσε πολλοὺς βαριὰ ἄρρωστους γιὰ τὴ δική τους πίστη, ἀλλὰ βλέποντας συνολικὰ καὶ τὴν
πίστη τῶν συγγενῶν καὶ τῶν φίλων τους. Ἔτσι θεράπευσε καὶ τὸ δοῦλο τοῦ ἐκατόνταρχου στὴν
Καπερναοὺμ (βλ. Ματθ. ἡ 5-13). Σ' αὐτὴν τὴν περίπτωση δὲν ἀνταποκρίθηκε στὴν πίστη τοῦ
ἄρρωστου δούλου, ἀλλὰ τοῦ ἐκατόνταρχου. Ἔτσι θεράπευσε ἐπίσης τὴν κόρη τῆς Χαναναίας,
ἀνταποκρινόμενος στὴν πίστη τῆς μητέρας τῆς (βλ. Ματθ. ἰε' 22-28), ἀλλὰ καὶ πολλοὺς
ἐπιληπτικοὺς καὶ δαιμονιζόμενους, καθὼς καὶ τὸν κωφάλαλο, βλέποντας τὴν πίστη τῶν συγγενῶν
καὶ τῶν φίλων τους. Τοὺς δαιμονισμένους των Γαδάρων τοὺς ἐλευθέρωσε ἀπὸ τὰ δαιμόνια καὶ τοὺς
θεράπευσε χωρὶς οὔτε οἱ ἴδιοι νὰ δείξουν τὴν πίστη τους οὔτε καὶ οἱ δικοί τους, ἀλλὰ ἁπλᾶ ἐπειδὴ
τοὺς σπλαχνίστηκε κι ἐπειδὴ ἤθελε νὰ ἐφαρμόσει τὸ σχέδιό Του γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων,
ὥστε νὰ φυτέψει τὴν πίστη στοὺς ἀναίσθητους καὶ νὰ τὴν ἐνισχύσει στοὺς λιπόψυχους.
Στὴν περίπτωση τοῦ παραλυτικοῦ ποὺ μᾶς ἀπασχολεῖ σήμερα, εἶναι φανερὸ πῶς ἐκεῖνοι ποὺ τὸν
ἔφεραν στὸ Χριστὸ εἶχαν μεγάλη πίστη. Ὁ Χριστὸς δὲν εἶχε ἀνάγκη νὰ πειστεῖ γιὰ τὴν πίστη τους
ἀπὸ ἐξωτερικὲς ἐκδηλώσεις. Διάβαζε ἄμεσα τίς καρδιές τους καὶ τὴν εἶδε. Ἐμεῖς ποὺ δὲν μποροῦμε
νὰ διαβάζουμε τίς καρδιές, διακρίνουμε τὴ μεγάλη πίστη ἀπὸ ἐξωτερικὲς ἐνδείξεις. Δὲν εἶναι
ἔνδειξη μεγάλης πίστης, γιὰ παράδειγμα, τὸ ν' ἀποφασίσουν νὰ πάρουν τέσσερις ἄνθρωποι ἕναν
ἀπελπισμένο ἀνάπηρο καὶ νὰ τὸν φέρουν στὸ Χριστό; "Ἔπειτα τὸ νὰ τὸν ἀνεβάσουν στὴν ὀροφή,
νά τὴν ἀνοίξουν καὶ νὰ τὸν κατεβάσουν ἀπὸ κεῖ μπροστὰ στὸ Χριστό, δὲν εἶναι κι αὐτὸ ἔνδειξη
μεγάλης πίστης; Γιὰ σκεφθεῖτε σὲ τί κίνδυνο μπῆκαν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ καὶ πόσο γελοῖοι θὰ
φαίνονταν στοὺς γείτονες, ἂν μετὰ ἀπὸ τέτοια προσπάθεια καὶ τὸ ἄνοιγμα τῆς ὀροφῆς, ἔπαιρναν
πίσω τον ἄνθρωπό τους ἀθεράπευτο! Οἱ ἄνθρωποι φοβοῦνταν καὶ τότε τίς λοιδορίες ὅπως καὶ
σήμερα. Μόνο ἡ μεγάλη πίστη δὲν τίς φοβᾶται καὶ δὲ διστάζει μπροστὰ στὸ ἐνδεχόμενο ἀποτυχίας.
Ἡ μεγάλη πίστη δὲ σκέφτεται κἂν τίς λοιδορίες καὶ τὴν ἀποτυχία, ὅπως καὶ δὲν ἀμφιβάλει γιὰ τὴν
ἐπιτυχία.
Θὰ μποροῦσε λοιπὸν ὁ Κύριος νὰ εἶχε θεραπεύσει τὸν ἄρρωστο βλέποντας μόνο τὴν πίστη
ἐκείνων ποὺ τὸν ἔφεραν μπροστά Του. Ὑπάρχουν ἐνδείξεις ὅμως πῶς εἶχε κι ὁ ἄρρωστος πίστη.
Πρώτ' ἀπ' ὅλα κάθε ἄνθρωπος ποὺ ἔχει τὰ λογικά του, ἂν δὲν πίστευε δὲ θ' ἄφηνε τοὺς ἄλλους νὰ
τὸν κουβαλᾶνε στοὺς δρόμους πάνω στὸ κρεβάτι του καὶ πολὺ περισσότερο νὰ τὸν ἀνεβάσουν στὴν
ὀροφὴ καὶ νὰ τὸν κατεβάσουν ἀπὸ κεῖ μέσα στὸ σπίτι. Ἀλλ' ὑπάρχει κι ἄλλη μιὰ βαθύτερη ἔνδειξη
γιὰ τὴν πίστη τοῦ ἄρρωστου. Ὁ Κύριος ἀπευθύνθηκε σ' ἐκεῖνον χρησιμοποιῶντας τὴ λέξη
«τέκνον»: τέκνον, ἀφέωνταί σοὶ αἱ ἁμαρτίαι σου. Θ' ἀποκαλοῦσε ποτὲ ὁ Χριστὸς ἕναν ἄπιστο
«τέκνο»; Θά 'λεγε ποτὲ σ' ἕναν ἀμετανόητο ἄνθρωπο ἀφέωνταί σοὶ αἱ ἁμαρτίαι σου;
Ὅταν ὁ Κύριος ἀνάστησε το γιὸ τῆς χώρας στὴ Ναΐν δὲν τὸν ὀνόμασε «τέκνον», ἀλλὰ
«νεανίσκο», ἐπειδὴ ὁ νεκρὸς δὲν μποροῦσε οὔτε νὰ πιστεύει οὔτε νὰ μετανοεῖ. Ἐδῶ ὅμως ἀποκαλεῖ
τὸν ἄρρωστο τέκνον. Δὲν εἶπε ὁ Χριστός, «ἐὰν (ἕνας ἄνθρωπος) μετανοήσει, ἄφες αὐτῷ» (Λουκ. ἴζ'
3); Ἡ μετάνοια ἑπομένως, εἶναι προϋπόθεση ἄφεσης. Δὲν ὑπάρχει μετάνοια χωρὶς ντροπή, φόβο
Θεοῦ καὶ πίστη.
«Καὶ ἰδοὺ τινες τῶν γραμματέων εἶπον ἐν ἑαυτοῖς οὗτος βλασφημεῖ» (Ματθ. θ' 3). Τέτοιες εἶναι
οἱ σκέψεις ἐκείνων ποὺ δὲ χαίρονται μὲ τὸ καλό, ποῦ εἶναι φίλοι καὶ ὑπηρέτες τοῦ πονηροῦ. Ἠταν

[47]
σὰ νὰ λέγανε: «Ποιός μπορεῖ νὰ συγχωρεῖ ἁμαρτίες ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸ Θεό;» Οἱ κλειστὲς καὶ
μαραμένες αὐτὲς ψυχὲς λογάριαζαν τὸν ἑαυτό τους ὡς τὸ σοφότερο ἄνθρωπο τοῦ κόσμου. Τὸ
Χριστὸ προσπαθοῦσαν νὰ τὸν κατεβάσουν στὰ μέτρα τους, ἂν ὄχι χαμηλότερα. Δὲν εἶχαν χῶρο στὸ
ἀγγυλωμένο καὶ σκοτισμένο νοῦ τοὺς γιὰ νὰ κάνουν τὴ σκέψη πῶς ὁ Θεὸς θὰ μποροῦσε νὰ
ἐμφανιστεῖ ὡς ἄνθρωπος, πῶς ἡ ἐμφάνιση αὐτὴ τοῦ Θεοῦ πραγματοποιήθηκε στὸ πρόσωπο τοῦ
ἴδιου τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Δὲν τοὺς ἔνοιαζε πόσο ὑπόφερε ὁ ἄρρωστος ἄνθρωπος, πολὺ λιγότερο
νοιάζονταν γιὰ τὴ θεραπεία του. Ἐκεῖνο ποὺ ἔκαναν, ἦταν νὰ ἐκμεταλλεύονται κάθε λέξη τοῦ
Χριστοῦ, σὲ μιὰ προσπάθεια νὰ τὸν ταπεινώσουν, νὰ τὸν βγάλουν ἀπὸ τὸ δρόμο τους καὶ νὰ τὸν
ἐξαλείψουν ὁλότελα ἀπό το νοῦ τους. Γι' αὐτοὺς ἦταν πολὺ δύσκολο νὰ τὸν ἀποδεχτοῦν, νὰ τὸν
χωνέψουν.
«Καὶ ἰδὼν ὁ Ἰησοῦς τὰς ἐνθυμήσεις αὐτῶν εἶπεν: ἴνα τί ὑμεῖς ἐνθυμεῖσθε πονηρὰ ἐν ταῖς
καρδίαις ὑμῶν;» (Ματθ. θ' 4). Οἱ γραμματεῖς ποὺ παρευρίσκονταν ἐκεῖ δὲν εἶχαν πεῖ οὔτε λέξη,
μόνο μέσα τους εἶχαν κάνει τίς σκέψεις. Κι ὁ Κύριος δὲν εἶπε «τί ἔχετε στὸ νοῦ σας» ἀλλὰ ἐν ταῖς
καρδίαις ὑμῶν. Αὐτὸ σημαίνει πῶς οἱ σκέψεις τους αὐτὲς ἦταν γεμᾶτες πίκρα καὶ μῖσος. Τὸ Χριστὸ
δὲν τὸν ἄκουγαν ὡς πιστοὶ ἢ ὡς ἀντικειμενικοὶ ἐρευνητές, ἀλλ' ὡς κατάσκοποι, ὡς διῶκτες. Ἄν
ἦταν πιστοί, θὰ χαίρονταν μὲ τὰ λόγια καὶ τὰ ἔργα τοῦ Χριστοῦ ὅπως κι οἱ ἄλλοι, ποὺ ἀφοῦ εἶδαν,
ἐδόξασαν τὸν Θεόν. Ἄν ἦταν ἀντικειμενικοὶ ἐρευνητές, ἄνθρωποι ποὺ ἀναζητοῦσαν τὴν ἀλήθεια,
θὰ πίστευαν στὸ Χριστό, ὅπως ἔκανε ὁ ἑκατόνταρχος κι ὅσοι ἦταν μαζί του κάτω ἀπό το σταυρό,
στὸ Γολγοθᾶ. Ἐκεῖνοι παρακολούθησαν μὲ ἀμεροληψία καὶ ἀντικειμενικότητα ὅλα ὅσα γίνονταν,
πῶς δηλαδὴ ἡ φύση ὁλόκληρη ἀντέδρασε μὲ φόβο καὶ τρόμο στὸ θάνατο τοῦ Χριστοῦ κι ἔπειτα
ἀναφώνησαν: «Ἀληθῶς Θεοῦ υἱὸς ἢν οὗτος» (Ματθ. κζ' 54).
Ὁ Κύριος διάβασε τίς σκέψεις τους. Ποιός ἄλλος μπορεῖ νὰ διαβάζει τίς σκέψεις, ἐκτὸς ἀπό το
Θεό; Ὁ Θεὸς εἶναι ὁ «ἐτάζων καρδίας καὶ νεφρούς» (Ψαλμ. ζ' 10), ὅπως ψάλλει ὁ Δαβίδ. «Ἐγὼ
Κύριος ἐτάζων καρδίας καὶ δοκιμάζων νεφρούς του δοῦναι ἑκάστῳ κατὰ τὰς ὁδοὺς αὐτου», λέει ὁ
ἴδιος ὁ Κύριος μὲ τὸ στόμα τοῦ προφήτη Ἰερεμία (ἴζ' 10). Κι ὁ βασιλιᾶς Σολομῶν εἶπε στὴν
προσευχή του «...ὅτι μόνος γινώσκεις τὴν καρδίαν υἱῶν ἀνθρώπων» (Παραλ. στ' 30). Ὁ Κύριος
Ἰησοῦς βλέπει τὴν καρδιὰ καὶ τοὺς διαλογισμούς της. Ἡ γῆ δὲν μπορεῖ νὰ δεῖ τὸ μάτι, μ' ὅλο ποὺ τὸ
μάτι βλέπει τὴ γῆ. Ἔτσι καί το ἀνθρώπινα πλάσματα, ποὺ εἶναι θνητά, δὲν μποροῦν νὰ συλλάβουν
τὰ μυστήρια τῆς αἰωνιότητας. Τὸ μάτι τῆς αἰωνιότητας ὅμως μπορεῖ καὶ συλλαμβάνει ὅλα ὅσα
γίνονται στὴ γῆ, μέσα στὸ χρόνο. Βλέποντας μὲ τὸ μάτι αὐτὸ τῆς αἰωνιότητας καὶ Κύριος Ἰησοῦς
τὰ ἔβλεπε ὅλα: πράγματα ποὺ ἦταν κρυμμένα στὰ βάθη τῆς θαλασσας, καθὼς καὶ στά βάθη τῆς
καρδιᾶς τῶν ἀνθρώπων, ὅπως καὶ στὰ βάθη τοῦ χρόνου καὶ τοῦ χώρου.
Ἶνα τί ὑμεῖς ἐνθυμεῖσθε πονηρὰ ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν; Αὐτὴ τὴν ἐρώτηση ἔκανε ὁ ἀγαθὸς
Κύριος στοὺς ἀκροατὲς καὶ διῶκτες Του. Πόσο ἁγνὲς καὶ καθαρὲς εἶναι οἱ σκέψεις Του! Πόσο
ἀνέκφραστα μεγαλειῶδες εἶναι τὸ κάλλος τῆς καρδιᾶς Του! Πόση εἶναι ἡ πραότητά Τοῦ! Ἶνα τί
ὑμεῖς ἐνθυμεῖσθε πονηρά; Γιατί δὲ σκέφτεστε τὸ καλό; Γιατί ἀναζητᾶτε τὸ κακό; Γιατί δὲν ψάχνετε
γιὰ τὸ καλό; Γιατί χαίρεστε στὸ κακὸ κι ὄχι στὸ καλό; Γιατί στέκεστε δίπλα σὲ μιὰ πηγὴ μὲ καθαρὸ
νερὸ καὶ περιμένετε νὰ λασπώσει, νὰ γίνει βρώμικο; Γιατί κοιτάζετε τὸν ἥλιο καὶ περιμένετε νὰ
δεῖτε πότε θὰ σκοτιστεῖ; Ἀπαλλαγεῖτε ἀπὸ τίς κακὲς αὐτὲς συνήθειές σας. Χαρεῖτε στὴν καθαρὴ
πηγή, στὸ φῶς τοῦ ἥλιου. Ὁ Κύριος δὲν τοὺς μυκτηρίζει, δὲν ἐπιτίθεται οὔτε τοὺς ἐπικρίνει, ὅπως
θὰ ἔκανε ἕνας συνηθισμένος ἄνθρωπος στοὺς ἐχθρούς του, ἂν εἶχε κατορθώσει νὰ θεραπεύσει τὸν
παραλυτικό. Ἄλήθεια, οὔτε ὁ πιὸ διακριτικὸς γιατρὸς δὲ θὰ εἶχε ἀπευθυνθεῖ μὲ περισσότερη
εὐγένεια στοὺς βαριὰ ἄρρωστους ἀσθενεῖς του, ἀπ' ὅσο ἀπευθύνθηκε ὁ ταπεινὸς καὶ εὐγενὴς
Κύριος στοὺς παράφρονες ἐχθρούς Του. Ἵνα τί ὑμεῖς ἐνθυμεῖσθε πονηρὰ ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν,
ὅταν μπορεῖτε νὰ σκέφτεστε τὸ καλό, νὰ ἐπιδιώκετε τὸ καλὸ καὶ νὰ χαίρεστε στὸ καλό;
«Τί γὰρ ἔστιν εὔκοπώτερον, εἰπεῖν, ἀφέωνταί σοὶ αἱ ἁμαρτίαι, ἢ εἴπεϊν, ἔγειρε καὶ περιπάτει; ἶνα
δὲ εἴδητε ὅτι ἐξουσίαν ἔχει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ τῆς γῆς ἀφιέναι ἁμαρτίας - τότε λέγει τὸ
παραλυτικῶς ἐγερθεῖς ἀρόν σου τὴν κλίνην καὶ ὕπαγε εἰς τὸν οἴκόν σου, καὶ ἐγερθεὶς ἀπῆλθεν εἰς
τὸν οἶκον αὐτοῦ» (Ματθ. θ' 5-7). Γιὰ τὸν Κύριο ἦταν τόσο εὔκολο νὰ κάνει τὸ ἔργο, ὅσο καὶ τὸ νὰ

[48]
πεῖ ἕνα λόγο. Γιὰ μιὰ συνηθισμένη ἀνθρώπινη γλῶσσα εἶναι τὸ ἴδιο εὔκολο νὰ πεὶ ἀφέωνταί σοὶ αἱ
ἁμαρτίαι ὅσο καὶ τὸ νὰ πεῖ ἔγειρε καὶ περιπάτει. Καὶ οἱ δυὸ αὐτὲς φράσεις τῆς ἀνθρώπινης γλώσσας
ὅμως εἶναι ἐξίσου ἀναποτελεσματικές. Γιὰ τὸν ἀναμάρτητο Kύριο βέβαια, ὁ λόγος καὶ τὸ ἔργο
εἶναι ἀκριβῶς τὸ ἴδιο.
Μὲ τὰ παραπάνω λόγια Του ὁ Χριστὸς ἤθελε νὰ πεί: «Τί εἶναι εὐκολότερο νὰ κάνω: νὰ
συγχωρήσω τίς ἁμαρτίες κάποιου ἀνθρώπου ἢ νὰ τὸν θεραπεύσω καὶ νὰ τὸν σηκώσω ἀπὸ τὸ
κρεβάτι του;» Καὶ τὰ δυὸ αὐτὰ στὸ συνηθισμένο ἄνθρωπο εἶναι ἀδύνατα. «Παρὰ ἀνθρώπους τοῦτο
ἀδύνατόν ἔστι, παρὰ δὲ Θεῷ πάντα δυνατὰ ἔστι» (Ματθ. ἴθ' 26). Τί εἶναι πιὸ εὔκολο λοιπόν; Νὰ
θεραπεύσεις τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα; Ἡ ψυχὴ δὲν μπορεῖ νὰ θεραπευτεῖ μὲ ἄλλο τρόπο, παρὰ μὲ τὴ
συχώρεση τῶν ἁμαρτιῶν της. Ὅταν οἱ ἁμαρτίες ἔχουν συχωρεθεί, τότε γίνεται ὑγιής. Καὶ σὲ μιὰ
ὑγιῆ ψυχὴ εἶναι εὔκολο νὰ χαρίσεις καὶ τὴ σωματικὴ ὑγεία. Σὲ κάθε περίπτωση εἶναι πολὺ πιὸ
σπουδαῖο νὰ συγχωρέσεις τίς ἁμαρτίες τοῦ ἀνθρώπου, παρὰ νὰ τὸν κάνεις νὰ σταθεῖ στὰ πόδια του.
Εἶναι πιὸ σπουδαῖο νὰ βγάλεις τὸ σκουλήκι ἀπὸ τὴ ρίζα τοῦ δέντρου, παρὰ νὰ καθαρίσεις τὴν
ἐπιφάνειά του ἀπὸ τ' ἀπόβλητα τοῦ σκουληκιοῦ. Ὅταν τὸ σκουλήκι βρίσκεται μέσα στὸ δέντρο,
σίγουρα θὰ ὑπάρχουν κι ἀπόβλητα. Αἰτία τῆς ἀρρώστιας τόσο τῆς ψυχῆς ὅσο καὶ τοῦ σώματος,
ἀντικειμενικὰ εἶναι ἡ ἁμαρτία. Ἐξαιρέσεις εἶναι μόνο οἱ περιπτώσεις ποὺ ὁ Θεός, μὲ τὴν
ἀνεξιχνίαστη πρόνοια Τοῦ, ἐπιτρέπει νά προσβληθεῖ κι ὁ δίκαιος ἀπὸ ἀρρώστια. Τὸ καλλίτερο
παράδειγμα σ' αὐτὴν τὴν περίπτωση εἶναι ὁ Ἰώβ. Ὁ κανόνας ὅμως, ἀπὸ καταβολῆς κόσμου, εἶναι
πῶς αἰτία κάθε ἀρρώστιας εἶναι ἡ ἁμαρτία. Ἐκεῖνος ποὺ μπορεῖ ν' ἀπαλείψει τὴν ἁμαρτία ἀπὸ τὸν
ἄρρωστο ἄνθρωπο, εἶναι πολὺ πιὸ εὔκολο νὰ κάνει καλὰ καὶ τὸ σῶμα του ὁλόκληρο. Ἐκεῖνος ποὺ
θὰ μποροῦσε νὰ δώσει στὸ σῶμα μιὰ πρόσκαιρη θεραπεία, ἀλλὰ δὲ θὰ μποροῦσε νὰ συγχωρέσει
ἁμαρτίες, θὰ ἔμοιαζε μὲ τὸν καλλιεργητὴ ποὺ καθάρισε τὸ δέντρο ἀπὸ τ' ἀπόβλητα τοῦ σκουληκιοῦ
ἀλλὰ θεράπευσε τίς ρίζες του.
Ὁ Κύριος Ἰησοῦς τὰ ἔκανε ὅλα τέλεια, μὲ τάξη, δὲν παρέλειψε τίποτα. Χαιρόταν νὰ προσφέρει
πλήρη ὑγεία, τόσο στὴν ψυχὴ ὅσο καὶ στὸ σῶμα. Γι' αὐτὸ καὶ πρῶτα θεράπευσε τὴν ψυχὴ κι ἔπειτα
περίμενε τοὺς γραμματεῖς νὰ κάνουν τὸ δικό τους, νὰ ποῦν δηλαδὴ πῶς οὗτος βλασφημεῖ. Ἔτσι
ἐκμεταλλεύεται τὴν εὐκαιρία γιὰ νὰ ἐξηγήσει τὴ σχέση ἀνάμεσα στὴν ἁμαρτία καὶ τὴν ἀρρώστια,
νὰ ἐκθέσει τὴν προτεραιότητα τῆς ψυχῆς πάνω στὸ σῶμα καὶ νὰ φανερώσει τὴ θεϊκή Του δύναμη
ὅσο ἔντονότερα γινόταν. Στοὺς βαριὰ ἄρρωστους μερικὲς φορὲς δίνουν τὰ πιὸ δυνατὰ φάρμακα.
Στὴν περίπτωση αὐτὴ ὁ Κύριος ἔδειξε πῶς ὁ ἴδιος ἔχει ἐξουσία. Δὲν κάλεσε τὸν οὐράνιο Πατέρα
Του, ἀλλὰ λειτούργησε μὲ τὴ δική του αἰώνια αὐθεντία καὶ δύναμη. Πρέπει νὰ προσέξουμε
ἰδιαίτερα τὰ λόγια: ἐξουσίαν ἔχει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ τῆς γῆς ἀφιέναι ἁμαρτίας. Αὐτὸ
σημαίνει πῶς μόνο ἐνόσῳ ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται στὴν ἐπίγεια ζωὴ μπορεῖ νὰ συχωρεθοὺν οἱ
ἁμαρτίες του. Ὅταν ἀναχωρεῖ ἀπ' αὐτὸν τὸν κόσμο, δὲν ὑπάρχει πιὰ συχώρεση. Στὴ μέλλουσα ζωὴ
δὲ συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτωλοὶ ποὺ ἔφυγαν ἀπ' αὐτὸν τὸν κόσμο ἀμετανόητοι. Γι' αὐτὸ εἶπε ὁ
Κύριος ἐπὶ τῆς γῆς.
Ἐγερθεὶς ἀρόν σου τὴν κλίνην καὶ ὕπαγε εἰς τὸν οἴκόν σου. Ὁ Κύριος μίλησε μὲ αὐθεντία στὸν
ἄρρωστο. Δὲ μίλησε ὅπως οἱ γραμματεῖς, ἀλλ' ἀποφασιστικά, ὅπως κάνει Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει
ἐξουσία. Ὅπως εἶχε ἐξουσία νὰ συγχωρήσει τίς ἁμαρτίες τῆς ψυχῆς, ἔτσι εἶχε καὶ τὴν ἐξουσία νὰ
διατάξει τὸ σῶμα νὰ θεραπευτεῖ. Γιὰ νὰ μὴ μείνει καμιὰ ἀμφιβολία ὅτι ὁ ἄρρωστος ἄνθρωπος
θεραπεύτηκε, ὁ Κύριος τοῦ ἔδωσε ἐντολὴ νὰ σηκώσει τὸ κρεβάτι του, ἐκεῖνο ὅπου τὸν μετέφεραν
οἱ τέσσερις ἄντρες, καὶ νὰ πάει στὸ σπίτι. Γιατί τοῦ ἔδωσε ἐντολὴ νὰ πάει στὸ σπίτι; Πρῶτο, ἐπειδὴ
ὁ Κύριος χαιρόταν μὲ τὴ χαρὰ τῶν ἄλλων κι ἤθελε νὰ πάει ὁ ἄρρωστος ἄνθρωπος κατευθεία στὸ
σπίτι του, γιὰ νὰ ἐπικρατήσει χαρὰ ἐκεῖ ὅπου γιὰ μεγάλο χρονικὸ διάστημα βασίλευε ἡ θλίψη: νὰ
δώσει χαρὰ στοὺς δικούς του, ποὺ εἶχαν τὸ βάρος νὰ τὸν ὑπηρετοῦν. Δεύτερο, γιὰ νὰ δείξει στοὺς
κενόδοξους γραμματεῖς πῶς, ὅ,τι ἔκανε, ἦταν ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος, ὄχι σὰν ἐκείνους
ποὺ ἐπιζητοῦσαν τὸν ἔπαινο τῶν ἀνθρώπων. Ὅπως ὁ καλὸς ποιμένας δὲν περιμένει τὸν ἔπαινο τῶν
προβάτων, ἔτσι δὲν τὸν περιμένει κι ὁ Χριστὸς ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. «Δόξαν παρὰ ἀνθρώπων οὐ
λαμβάνω», εἶπε ὁ ἴδιος (Ἰωάν. ἔ' 41).

[49]
«Ἰδόντες δὲ οἱ ὄχλοι ἐθαύμασαν καὶ ἐδόξασαν τὸν Θεὸν τὸν δόντα ἐξουσίαν τοιαύτην τους
ἀνθρώποις» (Ματθ. θ' 8). Ἐνῶ οἱ γραμματεῖς βλασφημοῦσαν μέσα τους τὸ Χριστό, οἱ ὑπόλοιποι
ἄνθρωποι, ποὺ ἡ ἔγκόσμια δόξα καὶ ματαιότητα δὲν εἶχε κλείσει οὔτε σκοτίσει τὴν καρδιά τους,
θαύμασαν καὶ δόξασαν το Θεὸ γιὰ τὸ θαυμαστὸ γεγονὸς ποὺ ἔκαμε μπροστὰ στὰ μάτια τους. Τὸ
πλῆθος αὐτό, οἱ ἄνθρωποι ποὺ τόσο θαύμασαν καὶ δόξασαν τὸ Θεό, ἦταν κατὰ πολὺ καλλίτεροι
ἀπὸ τοὺς στενόμυαλους γραμματεῖς, πολὺ πιὸ κοντὰ στὴν καλοσύνη καὶ τὴν ἀλήθεια ἀπὸ τοὺς
εἰδωλολάτρες τῶν Γαδάρων. Ἐκεῖνοι εἶδαν τὸ θαῦμα μὰ δὲ δόξασαν το Θεό, ἀλλὰ
διαμαρτυρήθηκαν γιὰ τὴν ἀπώλεια τῶν γουρουνιῶν τους κι ἀπομάκρυναν τὸ Χριστὸ ἀπὸ τὸν τόπο
τους. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ δὲν κατανόησαν μέσα τους τὴ θεϊκὴ δύναμη τοῦ Σωτῆρα Χριστοῦ.
Δόξασαν το Θεό, τὸν δόντα ἐξουσίαν τοιαύτην τοὺς ἀνθρώπους, μὰ δὲν εἶδαν καὶ δὲν ἀναγνώρισαν
τὸν Κύριο Ἰησοῦ ὡς το μονογενῆ Υἱὸ τοῦ Θεοῦ.
Αὐτὸ ποὺ δὲν ἀναγνώρισαν καὶ δὲν ὁμολόγησαν τότε οἱ ἄνθρωποι, δόθηκε σὲ μᾶς ἀπὸ τὴν
Ἐκκλησία ἡ χάρη νὰ γνωρίσουμε. Διδαχτήκαμε νὰ χαιρόμαστε μὲ τὸ καλό, γιατί «πᾶσα δόσις
ἀγαθὴ» προέρχεται ἀπό το Θεό. Ἔτσι θὰ μάθουμε νὰ χαιρόμαστε μὲ τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ, ποὺ
εἶναι ἡ ζωοδόχος Πηγὴ κάθε χαράς. Ὅπως εἶπε ὁ προφήτης καὶ ψαλμωδός: «Εὐφρανθήσομαι καὶ
ἀγαλλιάσομαι ἕν σοί, ψαλῶ τῷ ὀνόματί σου, Ὕψιστε» (Ψαλμ. θ' 3). Ἡ χαρὰ αὐτὴ θ' ἀνοίξει τὰ
μάτια σου γιὰ νὰ δεῖς στὸν Κύριο Ἰησου τὴν πληρότητα τῆς ἀλήθειας: θ' ἀνοίξει τὰ χείλη μας γιὰ
νὰ ὁμολογήσουμε καὶ νὰ δοξολογήσουμε Ἐκεῖνον, τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, τὸ μοναδικὸ Σωτῆρα τοῦ
κόσμου.
Σ' Ἐκεῖνον πρέπει ὁ ὕμνος κι ἡ δόξα, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ
ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

[50]
(Ἡ θεραπεία τῶν δύο τυφλῶν)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
θ΄ 27 - 35
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ παράγοντι τῷ Ἰησοῦ ἠκολούθησαν αὐτῷ δύο τυφλοὶ κράζοντες καὶ
λέγοντες· Ἐλέησον ἡμᾶς, υἱὲ Δαυῒδ. 28ἐλθόντι δὲ εἰς τὴν οἰκίαν προσῆλθον αὐτῷ οἱ τυφλοί, καὶ
λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Πιστεύετε ὅτι δύναμαι τοῦτο ποιῆσαι; λέγουσιν αὐτῷ· Ναί, Κύριε. 29τότε
ἥψατο τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν λέγων· Κατὰ τὴν πίστιν ὑμῶν γενηθήτω ὑμῖν. 30καὶ ἀνεῴχθησαν
αὐτῶν οἱ ὀφθαλμοί· καὶ ἐνεβριμήσατο αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς λέγων· Ὁρᾶτε μηδεὶς γινωσκέτω. 31οἱ δὲ
ἐξελθόντες διεφήμισαν αὐτὸν ἐν ὅλῃ τῇ γῇ ἐκείνῃ. 32Αὐτῶν δὲ ἐξερχομένων ἰδοὺ προσήνεγκαν
αὐτῷ ἄνθρωπον κωφὸν δαιμονιζόμενον· 33καὶ ἐκβληθέντος τοῦ δαιμονίου ἐλάλησεν ὁ κωφός.
καὶ ἐθαύμασαν οἱ ὄχλοι λέγοντες, Οὐδέποτε ἐφάνη οὕτως ἐν τῷ Ἰσραήλ. 34οἱ δὲ Φαρισαῖοι
ἔλεγον· Ἐν τῷ ἄρχοντι τῶν δαιμονίων ἐκβάλλει τὰ δαιμόνια. 35Καὶ περιῆγεν ὁ Ἰησοῦς τὰς πόλεις
πάσας καὶ τὰς κώμας, διδάσκων ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν καὶ κηρύσσων τὸ εὐαγγέλιον τῆς
βασιλείας καὶ θεραπεύων πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ.

Ὁ πρωτόπλαστος ἄνθρωπος ζοῦσε ὅπως οἱ ἄγγελοι, μὲ τὴ θεωρία τοῦ Θεοῦ. Μετὰ τὴν πτώση, οἱ
ἀπόγονοι τοῦ ζοῦσαν μὲ τὴν πίστη στὸ Θεό. Ἐκεῖνοι ποὺ δὲ θεωροῦσαν το Θεὸ κι ἡ πίστη τους εἶχε
ἐκλείψει, δὲν μποροῦσαν νὰ συναριθμηθοῦν μὲ τοὺς ζωντανούς, ἀφοῦ δὲν εἶχαν ἐπαφῆ μὲ τὴ Ζωή.
Πῶς, λοιπόν, θὰ μποροῦσαν νὰ ζοῦν;
Ἡ λίμνη ποὺ εἶναι ἀνοιχτὴ στὸ στερέωμα, δέχεται τὸ νερὸ ἀπὸ ψηλά. Γεμίζει μὲ νερὸ καὶ δὲν
ξεραίνεται. Μιὰ ἄλλη λίμνη, ποῦ δὲν εἶναι ἀνοιχτὴ στὸ στερέωμα, δέχεται τὸ νερὸ ἀπό τη γῆ, ἀπὸ
τίς πηγὲς τῶν βουνῶν. Γεμίζει κι αὐτὴ καὶ δὲν ξεραίνεται. Μιὰ τρίτη λίμνη ὅμως, ποὺ δὲν εἶναι
ἀνοιχτὴ στὸ στερέωμα, οὔτε καὶ δέχεται νερὸ ἀπὸ κάποιο ὑπόγειο ρεῦμα, δὲν μπορεῖ παρὰ κάποια
στιγμὴ ν' ἀδειάσει καὶ νὰ ξεραθεῖ.
Ὅταν μιὰ λίμνη δὲν ἔχει νερό, μπορεῖ πιὰ νὰ λέγεται λίμνη; "Ὄχι. Μᾶλλον εἶναι ἕνας στεγνὸς
κρατῆρας. Μπορεῖ ἕνας ἄνθρωπος χωρὶς Θεὸ νὰ ὀνομάζεται ἄνθρωπος; "Ὄχι. Μᾶλλον εἶναι ἕνας
στεγνός, ἕνας ἄδειος τάφος. Ὅπως τὸ νερὸ εἶναι τὸ κύριο συστατικὸ τῆς λίμνης, ἔτσι εἶναι κι ὁ
Θεὸς γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Λίμνη χωρὶς νερὸ δέν εἶναι λίμνη: ἄνθρωπος χωρὶς Θεὸ δὲ λέγεται
ἄνθρωπος. Πῶς μπορεῖ νὰ χεῖ ἕνας ἄνθρωπος τὸ Θεὸ μέσα του, ἂν τοῦ ἔχει κλείσει τὴν εἴσοδο ἀπ'
ὅλες τίς πλευρές, ὅπως μιὰ ἀποξηραμένη λίμνη ἢ ἕνας κλειστὸς τάφος χωρὶς φῶς;
Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι σὰν μιὰ πέτρα ποὺ πέφτει μέσα στὸν ἄνθρωπο καὶ παραμένει ἐκεῖ χωρὶς τὴ
θέληση τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Θεὸς εἶναι δύναμη, πιὸ ἰσχυρὴ καὶ πιὸ καθαρὴ ἀπὸ τὸ φῶς καὶ τὸν ἀέρα.
Εἶναι δύναμη ποὺ γεμίζει τὸν ἄνθρωπο ἢ τὸν ἐγκαταλείπει ἂν ἐκεῖνος μὲ τὴ ἐλεύθερη θέλησή του
τὴν ἀπορρίψει. Κι αὐτὸ ἐπειδὴ ὁ Θεὸς εἶναι ἄπειρα ἀγαθός. Ἔτσι, ἀπὸ τὴ μιὰ μέρα στὴν ἄλλη ὁ
ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ μὴν εἶναι τὸ ἴδιο γεμᾶτος ἀπὸ τὸ Θεό. Κι αὐτὸ ἐξαρτᾶται κυρίως ἀπὸ τὸ πόσο
ἀνοιχτὸς εἶναι ὁ ἄνθρωπος στὸ Θεό. Ἄν ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου ἦταν ἐντελῶς ἀνοιχτῆ μόνο πρός το
Θεό, ποὺ σημαίνει πῶς ταυτόχρονα θὰ ἦταν κλειστὴ γιὰ τὸν κόσμο, τότε θὰ ξαναγύριζε στὴν πρώτη
του ἀγαλλίαση τῆς θεωρίας τοῦ Θεοῦ. Ἀλλ' αὐτὸ εἶναι πολὺ δύσκολο στὸ θνητὸ περιβάλλον ὅπου
ζεῖ ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου. Μόνο ἕνα ἄνοιγμα ὑπάρχει ἀπ' ὅπου ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά 'ρθεὶ σ'
ἐπαφὴ μέ το Θεό, τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς. Καὶ τὸ ἄνοιγμα αὐτὸ εἶναι ἡ πίστη.
Πίστη σημαίνει πρῶτα τὴ μνήμη τῆς χαμένης θεωρίας τοῦ Θεοῦ. Ἡ μνήμη αὐτὴ παραμένει
χαραγμένη στὴ συνείδηση καί το νοῦ. Δεύτερο, σημαίνει τὴν ἀποδοχὴ ἐκείνου ποὺ ὁ Θεὸς
ἀποκάλυψε μὲ τοὺς προφῆτες καὶ τοὺς ἁγίους, ποὺ ἀξιώθηκαν νὰ δοῦν τὴν ἀλήθεια. Τρίτο καὶ
[51]
σπουδαιότερο σημαίνει τὴν ὁμολογία τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ ὡς Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, ὡς ὁρατῆς
εἰκόνας τοῦ ἀοράτου Θεοῦ (βλ. Β' Κορ. δ' 4). Ἡ τρίτη αὐτὴ σημασία εἶναι ἀρκετὴ ἀπὸ μόνη της.
Περιέχει καὶ ἐκπληρώνει μὲ τελειότητα τίς ἄλλες δύο. Αὐτὴ εἶναι ἡ πίστη ποῦ ζωοποιεὶ καὶ σώζει.
Εἶναι τὸ μεγαλύτερο ἄνοιγμα ἀπὸ τὸ ὁποῖο ὁ Θεὸς ἔρχεται στὸν ἄνθρωπο, κατὰ τὸ μέτρο τῆς
ἐπιθυμίας καὶ τῆς θέλησής του.
Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ ὁ Κύριος ρωτοῦσε συχνὰ τοὺς ἄρρωστους καί τους πάσχοντες:
«Πιστεύεις;» «Πιστεύετε ὅτι δύναμαι τοῦτο ποιῆσαι;» Ἀνοίγετε τὴν πόρτα γιὰ νὰ μπῶ μέσα; Ἡ
πίστη τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι τίποτ' ἄλλο, παρὰ τὸ ἄνοιγμα τῆς πόρτας τῆς ψυχῆς του, γιὰ ν'
ἀφήσει το Θεὸ νὰ μπεῖ μέσα του. «Θεέ μου, ἄδειασε με ἀπὸ τὸν ἑαυτό μου καὶ κατοίκησε Ἐσὺ
μέσα μου!» Τὰ λόγια αὐτὰ ἐκφράζουν τὴν οὐσία τῆς πίστης.
Τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο περιγράφει ἕνα περιστατικὸ ἀπὸ τὰ πολλά, ποῦ ὁ Θεὸς χτυπάει τὴν
πόρτα τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου κι ὁ ἄνθρωπος τὴν ἀνοίγει κι ἀφήνει τὸν Κύριο νὰ περάσει. Ὁ Θεὸς
θαυματουργεὶ σὲ ὁτιδήποτε κάνει. "Ὅπου κι ἂν βρίσκεται, θαυματουργεί. Μπροστὰ Τοῦ ὅλοι οἱ
νόμοι, φυσικοὶ καὶ ἀνθρώπινοι, ἀποσύρονται ὅπως τὰ σύννεφα μπροστὰ στὸν ἥλιο. Μόνο ἡ δύναμή
του παραμένει, ἡ σοφία κι ἡ ἀγάπη Του - καὶ τότε ὅλα εἶναι ὑπέροχα, γλυκύτατα καὶ πανένδοξα.
Μέσα στὸ σκότος ὅπου ζοῦσαν οἱ εἰδωλολάτρες Γαδαρηνοί, ὁ Κύριος δὲ βρῆκε πίστη στοὺς
ἀνθρώπους, ἀκόμα καὶ μετὰ τὸ μεγάλο θαῦμα ποὺ ἔκανε θεραπεύοντας τοὺς δυὸ δαιμονιζόμενους.
Μετὰ ὅμως ἀκολούθησαν διάφορα περιστατικά, τὸ ἕνα μετὰ τὸ ἄλλο, ὅπου ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ
συνάντησε τὴ μεγάλη πίστη τῶν ἀνθρώπων. Περιστατικὰ ὅπου ὁ Κύριος κρούει κι οἱ ἄνθρωποι
ἀνοίγουν πρόθυμα τὴν πόρτα τῆς ψυχῆς τους καὶ τοῦ δίνουν τὴν εὐκαιρία νὰ θαυματουργήσει. Ἐκεῖ
ποὺ συναντιέται ἡ πίστη μὲ τὴν ἀγάπη, γεννιέται τὸ θαῦμα.
Ἡ πίστη φάνηκε πρῶτα στοὺς ἀνθρώπους ποὺ κουβάλησαν τὸν παραλυτικὸ καὶ τὸν κατέβασαν
μπροστὰ στὸ Χριστὸ ἀπὸ τὴν ὀροφὴ τοῦ σπιτιοῦ. «Καὶ ἰδὼν Ἰησοῦς τὴν πίστιν αὐτῶν εἶπε τῷ
παραλυτικῷ· θάρσει, τέκνον ἀφέωνταί σοὶ αἱ ἁμαρτίαι σου...εγερθεὶς ἆρον σου τὴν κλίνην καὶ
ὕπαγε εἰς τὸν οἶκον σοῦ» (Ματθ. θ' 2,6). Δὲν εἶναι γεμᾶτα ἀγάπη τὰ λόγια αὐτά; «Καὶ ἐγερθεὶς
ἀπῆλθεν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ» (Θ' 9). Δὲν εἶναι ἕνα θαῦμα αὐτό, ποὺ προέκυψε ἀπὸ πίστη κι ἀγάπη;
Μετὰ ἀπ' αὐτὸ ἔχουμε τὴ γυναῖκα ποὺ ὑπόφερε δώδεκα χρόνια ἀπὸ αἱμορραγία. Μὲ μεγάλη
πίστη ἄγγιξε ἁπλᾶ τὸ ἱμάτιό Τοῦ καὶ εἶπε μέσα της: «Ἐὰν μόνον ἅψωμαι τοῦ ἱματίου αὐτοῦ,
σωθήσομαι» (Ματθ. θ' 21). Αὐτὴ εἶναι πίστη. Κι ὁ Κύριος τῆς εἶπε: «θάρσει, θύγατερ ἡ πίστις σου
σέσωκέ σέ» (Ματθ. θ' 22). Λόγια ἀληθινῆς ἀγάπης! «καὶ ἐσώθη ἡ γυνὴ ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης»
(αὐτόθι). Κι αὐτὸ τὸ θαῦμα γεννήθηκε ἀπὸ πίστη κι ἀγάπη.
Ἔχουμε ἔπειτα τὸν Ἰάειρο, ποῦ πῆγε περίλυπος στὸν Ἰησοῦ καὶ τοῦ εἶπε: «Ἡ θυγάτηρ μοῦ ἄρτι
ἐτελεύτησεν· ἀλλὰ ἐλθὼν ἐπίθες τὴν χεῖρα σοῦ ἐπ' αὐτὴν καὶ ζήσεται» (Ματθ. θ' 18). Ἀκούμπησε
μόνο τὰ χέρια Σου πάνω της καὶ θὰ ζήσει! Αὐτὴ ἦταν μιὰ πίστη ποῦ δὲν εἶχε τὸν παραμικρὸ
δισταγμό, τὴν παραμικρὴ ἀμφιβολία. Κι ὁ Κύριος πῆγε, «ἐκράτησε τῆς χειρὸς αὐτῆς, καὶ ἠγέρθη τὸ
κοράσιον» (Ματθ. θ' 25). Αὐτὴ εἶναι ἀγάπη πραγματικὴ ἑνὸς φίλου, ἑνὸς θεραπευτῆ. Τὴν κράτησε
ἀπὸ τὸ χέρι κι αὐτὴ ἀναστήθηκε. Ἦταν κι αὐτὸ ἕνα θαῦμα ποὺ προῆλθε ἀπὸ πίστη καὶ ἀγάπη.
Μετὰ ἀπὸ τὰ θαυμαστὰ αὐτὰ περιστατικά, ὅπου συναντιοῦνται ἡ πίστη τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν
ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο μᾶς περιγράφει κι ἄλλο ἕνα παρόμοιο περιστατικό.
«Καὶ παράγοντι ἐκεῖθεν τοῦ Ἰησοῦ ἠκολούθησαν αὐτῷ δύο τυφλοὶ κράζοντες καὶ λέγοντες·
ἐλέησον ἡμᾶς, υἱὲ Δαβίδ» (Ματθ. θ' 27). Ἀπὸ ποὺ ἐρχόταν ὁ Ἰησοῦς; Ἀπὸ τὸ σπίτι τοῦ Ἰάειρου,
ὅπου εἶχε ἀναστήσει τὸ νεκρὸ κορίτσι. Οἱ δυὸ τυφλοὶ ἄκουσαν πῶς ὁ Κύριος περνοῦσε ἀπὸ κεῖ καὶ
τὸν ἀκολούθησαν κραυγάζοντας καὶ ζητῶντας τὴν εὐσπλαχνία Του. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο εἶχε ζητήσει
τὸ ἔλεὸς του ὁ τυφλὸς στὴν Ἰεριχώ. Καθόταν στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου καὶ ζητιάνευε «καὶ ἀκούσας
ὅτι Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος ἔστιν, ἤρξατο κράζειν καὶ λέγειν· υἱὲ Δαβὶδ Ἰησοῦ, ἐλέησόν μέ» (Μάρκ. ἰ'
47). Τὸ ἴδιο ἔκαναν κι οἱ δυὸ τυφλοί. Ἄκουσαν ἀπὸ ἐκείνους ποὺ τοὺς ὁδηγοῦσαν πῶς περνοῦσε
ἀπὸ κεῖ καὶ θαυματουργὸς Ἰησοῦς, ξέχασαν τήν ἐπαιτεία τους καθὼς καὶ ὁτιδήποτε ἄλλο κι
[52]
ἄρχισαν ἀμέσως νὰ τὸν ἀκολουθοῦν καὶ νὰ φωνάζουν. Ἦταν κι αὐτοὶ τέκνα τοῦ Ἀβραάμ, τοῦ
φίλου του Θεοῦ, ποῦ ἀξιώθηκε κάποτε νὰ δεῖ τὸν ἴδιο τὸ Θεό. Οἱ ταλαίπωροι αὐτοὶ ἄνθρωποι ὅμως
δὲν εἶχαν μάτια γιὰ νὰ δοῦν τὴ δημιουργία τοῦ Θεοῦ.
Γιατί οἱ τυφλοὶ ἀποκαλοῦσαν τὸν Ἰησοῦ, «Υἱὸ τοῦ Δαβίδ»; Ἐπειδὴ στὸ Ἰσραὴλ ὁ τίτλος αὐτὸς
ἦταν ὁ πιὸ τιμητικὸς ἀπ' ὅλους. Ὁ βασιλιᾶς Δαβὶδ ἀποτελοῦσε τὸ πρότυπο γιὰ ὅλους τοὺς
βασιλιᾶδες τοῦ Ἰσραήλ. Κι ὅπως κάθε δίκαιος ἄνθρωπος ὀνομαζόταν «τέκνο τοῦ Ἀβραάμ», ἔτσι
καὶ κάθε δίκαιος ἡγέτης ὀνομαζόταν «υἱὸς τοῦ Δαβίδ». Ὁ Χριστὸς εἶχε ἀληθινὴ ἐξουσία καὶ
δύναμη, ποὺ ἔβγαινε ἀπὸ ἐκεῖνον φυσικά, ὅπως ἡ ἀνάσα. Τὸ ὅτι οἱ Ἰσραηλῖτες συνήθιζαν ν'
ἀποκαλοῦν τοὺς μακρινοὺς ἀπογόνους του Δαβὶδ «τέκνα τοῦ Δαβίδ», φαίνεται καθαρὰ σὲ πολλὰ
σημεῖα τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Εἶναι πιθανὸ ἐπίσης οἱ δυὸ τυφλοὶ νὰ σκέφτονταν πῶς ὁ Ἰησοῦς ἦταν ὁ
ἀναμενόμενος Μεσσίας καὶ γι' αὐτὸ τὸν ὀνόμαζαν Υἱὸ Δαβίδ. "Ὅλος ὁ λαὸς περίμενε το Μεσσία
ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ πίστευαν ὅλοι πῶς θὰ προερχόταν ἀπὸ τὸν οἶκο Δαβίδ. «Καὶ δώσει αὐτῷ Κύριος ὁ
Θεὸς τὸν θρόνον Δαβὶδ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ» (Λουκ. ἅ' 32), ἀποκάλυψε ὁ ἀρχάγγελος Γαβριὴλ στὴν
Παναγία Μητέρα τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἀρχάγγελος χρησιμοποίησε τὴν κοινὴ γλῶσσα τοῦ λαοῦ, γι' αὐτὸ καὶ
ὀνόμασε τὸ Δαβὶδ πατέρα τοῦ Ἰησοῦ, μ' ὅλο ποὺ λίγο νωρίτερα τὸν εἶχε ὀνομάσει Υἱὸ τοῦ
Ὑψίστου, δηλαδὴ Υἱὸ τοῦ Θεοῦ.
[Ὁ ὅσιος Συμεῶν ὁ Νέος Θεολόγος λέει στὸ Λόγο 56: «Ὅποιος προσεύχεται σαρκικὰ καὶ δὲν
ἔχει πνευματική αἴσθηση, εἶναι σὰν τὸν τυφλὸ ποῦ κράζει: "Υἱὲ Δαβίδ, ἐλέησόν μέ!" Ἕνας ἄλλος
τυφλὸς ὅμως, μὲ τὸ ποὺ ἔλαβε τὸ φῶς του καὶ εἶδε τὸν Κύριο, δὲν τὸν ὀνόμασε Υἱὸ Δαβίδ, ἀλλὰ
Υἱὸ τοῦ Θεοῦ (βλ. Ἰωάν. θ' 35, 38)].
Δὲν εἶναι κι αὐτὴ μιὰ φοβερὴ κατηγορία ἐνάντια στοὺς σκοτισμένους Φαρισαίους καὶ τοὺς
γραμματεῖς, ποὺ ὀνόμαζαν τὸ Χριστὸ βλάσφημο κι ἁμαρτωλό; Προσέξτε πὼς τοὺς ντροπιάζει ὁ
Κύριος μὲ κείνους ποὺ οἱ ἴδιοι ὑποτιμοῦσαν καὶ τοὺς λογάριαζαν κατώτερούς τους. Κι ἐννοῶ τοὺς
εἰδωλολάτρες καὶ τοὺς τυφλούς, ἀκόμα καὶ τοὺς δαίμονες! Ἐνῶ οἱ ἴδιοι, τυφλωμένοι ἀπὸ τὴ
ματαιότητα, δὲν μποροῦσαν νὰ δοῦν τὸ Χριστὸ παρὰ μόνο ὡς ἕνα βλάσφημο κι ἁμαρτωλό, ὁ
εἰδωλολάτρης ἑκατόνταρχος ἀπέδωσε τὴ δύναμή Τοῦ στὴ θεότητά Τοῦ (βλ. Ματθ. ἡ' 5-13): οἱ
δαίμονες στὰ Γάδαρα τὸν ὀνόμασαν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ (Ματθ. ἡ' 29) κι οἱ τυφλοὶ τὸν εἶδαν μὲ τὸ
πνεῦμα τους ὡς Υἱὸ τοῦ Δαβὶδ (Ματθ. θ' 27). Οἱ εἰδωλολάτρες εἶδαν στὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ
τὸν ἴδιο τὸ Θεό, ἐνῶ οἱ «σοφοὶ» ἄρχοντες τοῦ Ἰουδαϊκοῦ λαοῦ ἦταν ἀνίκανοι νὰ τὸν ἀναγνωρίσουν.
Οἱ τυφλοὶ ἄνθρωποι εἶδαν ὅ,τι δὲν μπόρεσαν νὰ δοῦν οἱ Φαρισαῖοι, οἱ γραμματεῖς κι οἱ ἄρχοντες
τοῦ λαοῦ.
Οἱ τυφλοὶ ἀκολουθοῦσαν τὸ Χριστὸ καὶ κραύγαζαν, Ἐκεῖνος ὅμως δὲ γύρισε νὰ τοὺς δεί. Γιατί;
Πρῶτο, γιὰ ν' αὐξήσει τῇ δίψα τους γιά το Θεὸ καὶ τὴν πίστη τους σ' Ἐκεῖνον. Δεύτερο, γιὰ ν'
ἀκούσουν πολλοὶ τίς κραυγές τους καὶ νὰ πέσουν κι οἱ ἴδιοι σὲ περισυλλογή, νὰ δοκιμαστεῖ ἡ πίστη
τους. Τρίτο γιὰ νὰ δείξει τὴν ταπείνωσή Του. Ἤθελε μ' αὐτὸν τὸν τρόπο ν' ἀποφύγει τὴ δόξα τῶν
ἀνθρώπων. Ἄν ἔκανε τὸ θαῦμα στή μέση τοῦ δρόμου, μπροστὰ στὸ πλῆθος, ὅλοι θὰ τὸν
ἐγκωμίαζαν. Γι' αὐτὸ καὶ προτίμησε νὰ τοὺς θεραπεύσει μέσα σὲ σπίτι, μπροστὰ σὲ μιὰ χούφτα
μάρτυρες. Τί σοφία, πόση ταπείνωση! Ἤξερε πολὺ καλὰ πῶς «οὖ γὰρ ἔστι κρυπτὸν καὶ ἐὰν μὴ
φανερωθῆ» (Μάρκ. δ' 22). Ὅσο πιὸ καλὰ κρύβεται τὸ καλὸ ἔργο, τόσο εὐκολότερα θ' ἀποκαλυφθεῖ.
«Ἐλθόντι δὲ εἰς τὴν οἰκίαν προσῆλθον αὐτῷ οἱ τυφλοί, καὶ λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς πιστεύετε ὅτι
δύναμαι τοῦτο ποιῆσαι; λέγουσιν αὐτῷ ναί, Κύριε» (Ματθ. Θ' 28). Ἡ πίστη τῶν τυφλῶν αὐτῶν
ἦταν τόσο μεγάλη, ποὺ τοὺς ἔκανε νὰ τρέξουν ξοπίσω Του. Δὲ δείλιασαν ἐπειδὴ δὲ γύρισε νὰ τοὺς
κοιτάξει στὸ δρόμο καὶ δὲν ἀνταποκρίθηκε στὶς ἀπεγνωσμένες κραυγές τους. Ἡ πίστη τους ἦταν
τόσο μεγάλη, ὥστε τὸν ἀναζήτησαν ἀκόμα καὶ στὸ σπίτι ποὺ ἐπισκέφτηκε. Μ' ὅλο ποὺ τὸ σπίτι
αὐτὸ ἦταν ξένο κι ἄγνωστο, ἐκεῖνοι τόλμησαν νὰ μποῦν μέσα. Θὰ σκέφτηκαν: «Αὐτὴ εἶναι ἡ
στιγμὴ τῆς θεραπείας μας. "Ἢ τώρα ἢ ποτέ!» Τὸ ἔνιωθαν πῶς δὲν ὑπῆρχε ἄλλος ἄνθρωπος σ'
ὁλόκληρο τὸν κόσμο ἐκτὸς ἀπὸ τὸ Χριστὸ ποὺ θὰ μποροῦσε ν' ἀνοίξει τὰ μάτια τους καὶ νὰ τοὺς
δώσει τὴν ὅραση.

[53]
Πιστεύετε ὅτι δύναμαι τοῦτο ποιῆσαι; τοὺς ρώτησε ὁ Κύριος. Γιατί τοὺς ρώτησε ἀφοῦ γνώριζε
καὶ εἶδε τὴν πίστη τους; Ἐκεῖνος βλέπει ὅλα τὰ μυστήρια, διαβάζει ὅλες τίς καρδιές. Τοὺς ρώτησε
γιὰ νὰ τοὺς κάνει νὰ δημοσιοποιήσουν τὴν πίστη τους, τόσο γιὰ δική τους χάρη ὅσο καὶ γιὰ κείνους
ποὺ ἦταν μπροστά. Ἡ δημόσια ὁμολογία βεβαιώνει τὴν πίστη, τόσο σ' αὐτοὺς ποὺ ὁμολογοῦν ὅσο
καὶ σ' ἐκείνους ποὺ ἀκοῦν τὴν ὁμολογία τους.
Ναί, Κύριε, ἀπάντησαν οἱ τυφλοί. Χαρούμενοι ποὺ τοὺς μίλησε ὁ Χριστός, φανέρωσαν μὲ
ἀκόμα μεγαλύτερη δύναμη τὴν πίστη τους σ' Ἐκεῖνον καὶ στὴν ἐξουσία Του. Ναί, Κύριε. Δὲν τὸν
ὀνόμασαν πάλι «υἱὸ Δαβίδ». Τοὺς φάνηκε κάπως μικρὸς κι ἐφήμερος ὁ τίτλος αὐτός. Γι' αὐτὸ τὸν
ὀνόμασαν Κύριο. Αὐτὴ ἦταν ἢ ὁμολογία τῆς πίστης τους. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ὁ Κύριος, ὁ
Θεάνθρωπος καὶ Σωτῆρας. Κι αὐτὸ εἶναι ἀρκετό, «πᾶς γὰρ ὅς ἐὰν ἐπικαλέσηται τὸ ὄνομα Κυρίου
σωθήσεται» (Ρωμ. ἰ' 13).
Ἡ πίστη λοιπὸν βρισκόταν στὴν καρδιὰ καὶ τὰ χείλη τους. Τώρα ἔπρεπε νὰ βαδίσει ἡ ἀγάπη γιὰ
νὰ συναντήσει τὴν πίστη καὶ τότε θὰ γινόταν τὸ θαῦμα. Καὶ τώρα ἡ ἀγάπη, ποὺ οὐδέποτε ἐκπίπτει,
σπεύδει γιὰ νὰ συναντηθεῖ μὲ τὴν πίστη. «Τότε ἥψατο τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν λέγων· κατὰ τὴν
πίστιν ὑμῶν γενηθήτω ὑμῖν: καὶ ἀνεώχθησαν αὐτῶν οἱ ὀφθαλμοί» (Ματθ. θ' 29, 30). Ἦταν σὰ νὰ
'βαζαν μιὰ λάμπα δίπλα σ' ἕνα νεκρὸ ἄνθρωπο! Ὁ πάναγνος Κύριος δὲ μολύνθηκε ἀπὸ τὸ ἀκάθαρτο
σῶμα τῆς ἀνθρωπότητας καὶ τὴν ἀκόμα πιὸ ἀκάθαρτη ἀνθρώπινη ψυχή.
«Πάντα μὲν καθαρά τους καθαροῖς», μᾶς λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Τίτ. ἅ' 15). Ὁ Χριστὸς
ἅπλωσε τὰ χέρια Του καὶ ἄγγιξε τὰ σκοτεινὰ βαθουλώματα, τὰ κλειστὰ παράθυρα, τὰ σβησμένα
μάτια τοῦ τυφλοῦ - καὶ τὰ μάτια ἄνοιξαν. Τὸ παραπέτασμα σύρθηκε στὸ πλάϊ καὶ τὸ φῶς
πλημμύρισε τὴ φυλακή. Κι ἡ φυλακὴ τότε ἔγινε παλάτι ἡλιόλουστο. Κατὰ τὴν πίστιν ὑμῶν
γενηθήτω ὑμῖν. Ἡ πίστη δὲν καταισχύνεται. Γι' αὐτὸ καὶ στοὺς τυφλοὺς ὅλα ἔγιναν κατὰ τὴν πίστη
τους. Πόσο ἀλήθεια ἐκτιμᾶ τὰ πλάσματά Του ὁ Κύριος, μ' ὅλο ποὺ ἡ πλάση ὁλόκληρη δὲν εἶναι
παρὰ καπνὸς καὶ στάχτη κάτω ἀπὸ τὰ πόδια Του! Ζητῶντας τὴν πίστη, ζητᾶ ἁπλᾶ τὴ συνεργασία
τοῦ ἀνθρώπου στὸ ἔργο τῆς δημιουργίας Του. Ὅπως λέει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, θὰ μποροῦσε νὰ
θεραπεύσει ὅλους τοὺς ἄρρωστους τῆς γῆς μ' ἕνα Του λόγο. Τί θὰ κατόρθωνε ἔτσι ὅμως; Θὰ βαζε
ὅλους τους ἀνθρώπους στὴ σειρὰ μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα ἄλογα ζῶα, ποὺ οὔτε ἐλεύθερη ἐπιλογὴ οὔτε
ἐλεύθερη βούληση ἔχουν, μὰ οὔτε καὶ ἀνώτερους σκοπούς. Θὰ ὑποβίβαζε τὸν ἄνθρωπο στὸ
ἐπίπεδο τῆς σελήνης καὶ τῶν ἄστρων, κατὰ κάποιο τρόπο, ποὺ λάμπουν ὅπως ἔχουν ὁριστεῖ νὰ
κάνουν. Θὰ τοὺς κατέβαζε στὸ ἐπίπεδο τῶν βράχων, ποὺ εἶναι ταγμένα νὰ στέκονται ἢ νὰ πέφτουν,
ἢ στὸ ἐπίπεδο τοῦ νεροῦ τῶν ποταμῶν, ποὺ ρέουν κατὰ πῶς εἶναι ὑποταγμένα στοὺς φυσικοὺς
νόμους.
Ὁ ἄνθρωπος εἶναι λογικὸ ὄν. Εἶναι ἠθικὰ ὑποχρεωμένος νὰ κάνει ἐκεῖνο ποῦ ἢ ἄλογη κτίση
κάνει ἀσυνείδητα, νὰ ναὶ δηλαδὴ ἀφοσιωμένος στὸ Θεὸ καὶ νὰ τηρεῖ τίς ἐντολές Του. Ἡ φύση
ὁλόκληρη λέει: «Ὁ Θεὸς διατάζει κι ἐγὼ ὑπακούω, δὲν μπορῶ νὰ κάνω ἀλλιῶς». «Ὁ Κύριος
διατάζει κι ἐγὼ εἶμαι ἠθικὰ ὑποχρεωμένος νὰ τὸν ὑπακούσω», λέει ὁ ἀληθινὸς ἄνθρωπος. Ὁ
ἄνθρωπος ἔχει ἐπιλογὴ ὄχι ἀνάμεσα σὲ δυὸ καλά, ἀλλὰ ἀνάμεσα στὸ καλὸ καὶ στὸ κακό. Ἄν
ἐπιλέξει τὸ καλὸ θὰ εἶναι φίλος τοῦ Θεοῦ καὶ γιὸς τῆς αἰώνιας βασιλείας. Ἄν ἐπιλέξει τὸ κακὸ θ'
ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ θὰ εἶναι σὲ χειρότερη θέση ἀκόμα κι ἀπὸ τὴν ἄλογη κτίση. Αὐτὸ
εἶναι τὸ θέλημα τοῦ Δημιουργοῦ, ὥστε ὁ ἄνθρωπος νὰ διαλέξει σ' αὐτὴ τὴ ζωὴ ἀνάμεσα στὸ καλὸ
καὶ στὸ κακό. Γι' αὐτὸ ζητᾶ ὁ Κύριος τὴν πίστη ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Ὥστε νὰ συνεργαστοῦν μαζί
του γιὰ τὴ δική τους σωτηρία. Ὁ Θεὸς ζητᾶ πολὺ λίγα ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Ζητᾶ μόνο τὴ θέλησή
τους, νὰ τὸν ὁμολογήσουν ὡς Θεὸ παντοδύναμο, νὰ παραδεχτοῦν πῶς οἱ ἴδιοι χωρὶς Θεὸ δέν εἶναι
τίποτα. Αὐτὴ εἶναι πίστη. Μόνο τὴν πίστη αὐτὴ ζητᾶ ὁ Κύριος ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους γιὰ τὸ δικό
τους καλό, γιὰ τὴ δική τους σωτηρία.

[54]
«Καὶ ἐνεβριμήσατο αὐτοῖς Ἰησοῦς λέγων·
ὁρᾶτε μηδεὶς γινωσκέτω. οἱ δὲ ἐξελθόντες
διεφήμισαν αὐτὸν ἐν ὅλῃ τῇ γῆ ἐκείνη» (Ματθ. θ'
30,31). Γιατί ὁ Κύριος τοὺς ζήτησε νὰ μὴν ποῦν
λέξη γιὰ τὸ θαῦμα αὐτό; Πρῶτο, ἐπειδὴ δὲν
ἐπιζητεῖ τὴ δόξα ἢ τὸν ἔπαινο τῶν ἀνθρώπων. Ἡ
δόξα κι ὁ ἔπαινος τῶν ἀνθρώπων δὲν προσθέτουν
οὔτε ἕνα ἰῶτα στὴ δόξα Του. Δεύτερο, γιὰ νὰ
δείξει πῶς ὅ,τι κάνει, προέρχεται ἀπὸ συμπάθεια
κι ἀγάπη γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ὅπως κάνει ἡ μάνα γιὰ
τὸ παιδί της. "Ὄχι ὅπως κάνουν οἱ μάγοι κι οἱ
ταχυδακτυλουργοί, οἱ ὑπηρέτες τῶν δαιμόνων,
ποὺ μέσα τους μισοῦν καὶ περιφρονοῦν τοὺς
ἀνθρώπους κι ὅ,τι κάνουν, εἶναι γιὰ νὰ
εἰσπράξουν τὴ δόξα καὶ τὸν ἔπαινό τους. Τρίτο,
γιὰ νὰ δώσει ἔτσι στοὺς ἀνθρώπους τὸ παράδειγμα
πῶς κάθε καλὸ ἔργο πρέπει νὰ τὸ κάνουν γιὰ χάρη
τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι γιὰ χάρη τῆς ματαιότητας. «Μὴ
γνώτω ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου»
(Ματθ. στ' 3). Καὶ τέταρτο, ἐπειδὴ γνωρίζει πῶς
τὸ καλὸ δὲν μπορεῖ νὰ κρυφτεῖ καὶ θέλει νὰ τὸ
καταλάβουν κι οἱ ἄνθρωποι αὐτό. Αὐτὸ ἔπρεπε νὰ
ξεκαθαριστεῖ μιὰ καὶ καλή. Εἴτε τοὺς ἄρεσε εἴτε
ὄχι, οἱ τυφλοὶ θὰ διατυμπάνιζαν τὸ θαῦμα Του σ' ὅλη τὴν περιοχή τους. Κι ἂν ἀκόμα ἡ γλῶσσα
τους δὲ μιλοῦσε, θὰ μιλοῦσαν τὰ μάτια τους. Ἄν ἤθελαν νὰ μείνουν σιωπηλοί, θὰ τοὺς ἀνάγκαζε νὰ
μιλήσουν ξανὰ καὶ ξανὰ ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ, ποὺ φέρνει ὅλα τὰ πράγματα στὸ φῶς. Ὁ Κύριος
ἤθελε νὰ δείξει πῶς τὰ πράγματα αὐτὰ γίνονται γνωστὰ ἀκόμα καὶ χωρὶς τὴ θέλησή μας, ὅσο κι ἂν
προσπαθοῦμε νὰ τὰ κρύψουμε. Φτάνει μόνο νὰ μὴ ζητᾶμε νὰ γίνονται γνωστὰ ἀπὸ προσωπικὴ
ματαιότητα, νὰ μὴ γίνονται γιὰ τὸν ἔπαινο, οὔτε γιὰ τὸ δικό μας οὔτε γιὰ τὸ δικό του. Τὸ Θεὸ νὰ
δοξάζετε, αὐτὸ ἔχει σημασία.
«Αὐτῶν δὲ ἐξερχομένων ἰδοὺ προσήνεγκαν αὐτῷ ἄνθρωπον κωφὸν δαιμονιζόμενον· καὶ
ἐκβληθέντος τοῦ δαιμονίου ἐλάλησεν ὁ κωφός» (Ματθ. θ' 32,33). Οἱ ἄνθρωποι ποὺ διψοῦν γιὰ
ὑγεία, σοφία, καλοσύνη καὶ εἰρήνη τρέχουν στὸν Κύριο Ἰησοῦ, στὴ μοναδικὴ πηγὴ κάθε καλοῦ,
ὅπως οἱ διψασμένοι ταξιδιῶτες στὴν ἔρημο μόλις βροῦν μιὰ πηγὴ μὲ νερό. Κι ἡ πηγὴ αὐτὴ εἶναι
τόσο πλούσια, ὥστε ὅποιος καὶ νά 'ρθεὶ δὲ φεύγει διψασμένος. Μέ το ποὺ βγῆκαν ἔξω οἱ τυφλοὶ
ποὺ θεραπεύτηκαν, μὲ ἀνοιχτὰ τὰ μάτια καὶ χωρὶς τὴν ἀνάγκη ὁδηγοῦ τώρα, οἱ ἄνθρωποι ποὺ
φρόντιζαν ἕναν κουφὸ καὶ δαιμονισμένο ἄνθρωπο, τὸν ἔφεραν μπροστὰ στὸ Χριστό. Κουφὸς καὶ
δαιμονισμένος! Οὔτε τὸ μυαλὸ γιὰ νὰ σχηματίσει προτάσεις εἶχε, μὰ οὔτε καὶ τὴ γλῶσσα. Ὁ
Κύριος δὲν τὸν ρώτησε ἂν πιστεύει. Πῶς θὰ μποροῦσε νὰ πιστεύει κάποιος δαιμονισμένος; Πῶς θὰ
μποροῦσε νὰ ὁμολογήσει τὴν πίστη του ἕνας βουβός;
Ὁ Χριστὸς εἶδε ἐδῶ τὴν πίστη ἐκείνων ποῦ τὸν φρόντιζαν, ποὺ τὸν ἔφεραν μπροστά Του. Εἶναι
πιθανὸ καὶ Κύριος νὰ μίλησε μαζί τους, ὅπως μίλησε καὶ μὲ τοὺς τυφλούς. Ὁ εὐαγγελιστὴς ὅμως
δὲν ἀναφέρει τίποτα, ἴσως γιὰ ν' ἀποφύγει τὴν ἐπανάληψη. Ἐκεῖνοι ποὺ ἀναζητοῦν τὴ σωτηρία
τους, θὰ διδαχτοῦν ἀρκετὰ ἀπ' ὅσα εἶπε στοὺς τυφλούς. Ἐκεῖνοι ὅμως ποὺ ἐμπαίζουν τὸν Κύριο καὶ
τοὺς σωτήριους λόγους Του, ὁδηγοῦνται θεληματικὰ στὴν ἀπώλεια. Αὐτοὺς δὲν μποροῦν νά τοὺς
σώσουν οὔτε ὅλα τὰ λόγια ποὺ εἶπε κι ὅλα τὰ ἔργα ποὺ ἔκανε ὁ Κύριος σ' ὅλη τὴ διάρκεια τῆς
ἐπίγειας ζωῆς Του, ποῦ ἂν εἶχαν ὅλα καταγραφεῖ, «οὐδε αὐτὸν οἶμαι τὸν κόσμον χωρῆσαι τὰ
γραφόμενα βιβλία», ὅπως λέει ὁ εὐαγγελιστῆς Ἰωάννης (κά' 25). Αὐτὰ ποὺ ἔχουν γραφεῖ ὅμως,
εἶναι ἀρκετὰ γιά μας. Φτάνουν γιὰ νὰ πιστέψουμε στὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ κερδίσουμε τὴν αἰώνια
ζωή.

[55]
Ὁ εὐαγγελιστὴς περιγράφει ὁλόκληρο τὸ περιστατικὸ αὐτὸ σὲ δυὸ μόνο προτάσεις. Σκεφτεῖτε
ὅμως πόσο μεγάλο εἶναι τὸ γεγονὸς αὐτό. Νὰ βγάλει τὸ δαιμόνιο ἀπὸ τὸ δαιμονισμένο, νὰ
ξεκλειδώσει τὴ γλῶσσα του καὶ νὰ τὸν κάνει νὰ μιλάει ἤρεμα καὶ συγκροτημένα. Αὐτὸ τὸ γεγονὸς
εἶναι μεγαλύτερο κι ἀπὸ ἕναν πόλεμο, γιὰ τὸν ὁποῖο γράφονται τόσα βιβλία. Ἕναν πόλεμο μπορεῖ
νὰ τὸν κάνει ὁποιοσδήποτε. Μόνο ὁ Θεὸς ὅμως μπορεῖ νὰ βγάλει ἕνα δαιμόνιο ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο
καὶ νὰ δώσει τὴν ὁμιλία σ' ἕναν βουβό. Γιὰ τὸ γεγονὸς αὐτὸ ποὺ ὁ εὐαγγελιστὴς ἀποτυπώνει σὲ δύo
φράσεις, θὰ μποροῦσαν νὰ γραφτοῦν βιβλία ὁλόκληρα. Ἀνάμεσα στοὺς ἄλλους λόγους, ὁ
εὐαγγελιστὴς τὸ κάνει αὐτὸ γιὰ νὰ δείξει πῶς ὁ μεγαλύτερος θαυματουργὸς ὅλων τῶν ἐποχῶν
ἔκανε πολλὰ τέτοια θαυμαστὰ ἔργα, ἀλλὰ καὶ τὴν εὐκολία μὲ τὴν ὁποία ἔκανε ὁ Κύριος τὰ
ἀνήκουστα αὐτὰ θαύματα.
Ὁ εὐαγγελιστὴς λέει πὼς πρῶτα ὁ Κύριος ἔβγαλε τὸ δαιμόνιο κι ἔπειτα ἔκανε τὸ βουβὸ ἄνθρωπο
νὰ μιλήσει. Ἡ πράξη αὐτὴ δείχνει πῶς ὁ Κύριος πάντα προχωρεῖ ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια στὸ κέντρο τῶν
πραγμάτων, βαθιὰ μέσα στὴ ρίζα τοῦ κακοῦ. Τὸ πονηρὸ πνεῦμα ἦταν μέσα στὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ
εἶχε δεσμεύσει καί τη γλῶσσα τοῦ βουβοῦ ἀνθρώπου. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ βγεῖ πρῶτα ἀπὸ τὸν
ἄνθρωπο τὸ πονηρὸ πνεῦμα καὶ τότε θὰ λύνονταν αὐτόματα τὰ δεσμὰ καὶ θὰ παραδίδονταν τὰ ἡνία
ποὺ αἰχμαλώτιζαν τὸ δαιμονισμένο. Γι' αὐτὸ ὁ Κύριος πρῶτα ἔβγαλε τὸ πονηρὸ πνεῦμα κι ἔπειτα
χάρισε στὸν ἄνθρωπο το νοῦ καὶ τὴν ὁμιλία.
Τὸ περιστατικὸ αὐτὸ μᾶς θυμίζει τὸν
παραλυτικό, ποῦ πρῶτα του εἶπε ὁ Κύριος,
«ἀφέωνταί σοὶ αἱ ἁμαρτίαι σου» καὶ ἔπειτα
«ἐγερθεὶς ἆρον σου τὴν κλίνην καὶ ὕπαγε εἰς τὸν
οἶκον σοῦ» (Ματθ. θ' 2,6). Ἦταν πάγια τακτικὴ
τοῦ Χριστοῦ νὰ θεραπεύει πρῶτα τὸν ἐσωτερικὸ
ἄνθρωπο, τὸ ἐσωτερικό του πάθος, κι ἔπειτα τὴ
σωματική του ἀρρώστια. Θὰ μποροῦσε νὰ λύσει
τὴ γλῶσσα τοῦ ἀνθρώπου καὶ ν' ἀφήσει τὸ
πονηρὸ πνεῦμα μέσα του. Ἔτσι ὅμως τί θὰ εἶχε
κατορθώσει; Γιατί νὰ λύσει τὴ γλῶσσα του; Γιὰ
νὰ μιλήσει τὸ δαιμόνιο καὶ νὰ ἐκστομίσει
βλασφημίες ἐνάντια στὸ Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο;
Γιατί νὰ ἐλευθερώσει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸ
μικρότερο κακὸ καὶ νὰ τὸν ἀφήσει δεμένο μὲ τὰ
μεγαλύτερα δεσμά; Μήπως μετὰ ἀπὸ λίγο καιρὸ ὁ διάβολος δὲ θὰ ἔδενε ξανὰ τὴ γλῶσσα του καὶ θὰ
τὸν ξανάκανε βουβό;
Πόσο σοφᾶ, πόσο σωστὰ εἶναι τὰ ἔργα Σου, Κύριε! Τὸ μόνο ποὺ μποροῦμε νὰ κάνουμε, εἶναι νὰ
θαυμάζουμε τὴν ἄπειρη σοφία Σου, νὰ μάθουμε ἔτσι νὰ ἐνεργοῦμε καὶ μεῖς μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, ἀπὸ
τὸ θεμέλιο πρὸς τὴν τελειότητα.
«Καὶ ἐθαύμασαν οἱ ὄχλοι λέγοντες ὅτι οὐδέποτε ἐφάνη οὕτως ἕν τῷ Ἰσραήλ: οἱ δὲ Φαρισαῖοι
ἔλεγον: ἕν τῷ ἄρχοντι τῶν δαιμονίων ἐκβάλλει τὰ δαιμόνια» (Ματθ. θ' 33,34). Μερικοὶ θαύμαζαν
κι ἄλλοι μυκτήριζαν. Μερικοὶ χαίρονταν μὲ τὸ καλὸ κι ἄλλοι ἐνεργοῦσαν ἐνάντια στὸ καλό. Ὁ
λαός, οἱ ἁπλοῖ ἄνθρωποι, δόξαζαν το Θεὸ κι οἱ ἡγέτες του σκέφτονταν τὸν πονηρό. Οἱ ἁπλοῖ
ἄνθρωποι ὀνόμαζαν τὸ Χριστὸ «Υἱὸ τοῦ Δαβὶδ» καὶ «Κύριο», ἐνῶ οἱ «σοφοὶ ἐν ἑαυτοῖς»
γραμματεῖς τὸν ἔλεγαν ἄρχοντα τῶν δαιμονίων, ἀπεσταλμένο του Βεελζεβούλ. Οἱ τυφλοὶ βρῆκαν
τὸ φῶς τους καὶ τὸν εἶδαν. Οἱ κουφοί βρῆκαν τὴν ἀκοή τους καὶ τὸν ἄκουσαν. Οἱ δαιμονισμένοι
ἐλευθερώθηκαν καὶ τὸν ἀναγνώρισαν. Οἱ ἄλαλοι μίλησαν καὶ τὸν ὁμολόγησαν. Οἱ σοφοὶ αὐτοῦ τοῦ
κόσμου ὅμως, μὲ μυαλὰ σκοτισμένα ἀπὸ τίς ἐπίγειες ἐπιδιώξεις καὶ μὲ καρδιὲς ἀποστεωμένες ἀπὸ
τὴ ματαιότητα καὶ τὸ φθόνο, δὲν μποροῦσαν νὰ δοῦν, ν' ἀκούσουν, νὰ γνωρίσουν καὶ νὰ
ὁμολογήσουν τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, «ἡ γὰρ σοφία τοῦ κόσμου τούτου μωρία παρὰ τῷ Θεῷ ἔστι»
(Α ́κόρ. γ' 19).

[56]
Οὐδέποτε ἐφάνη οὕτως ἕν τῷ Ἰσραήλ, ἀναφωνοῦσαν μὲ θαυμασμὸ οἱ ἄνθρωποι. Εἶναι ἀλήθεια
πῶς ὁ Μωυσῆς, ὁ Ἠλίας κι ὁ Ἐλισαῖος ἔκαναν διάφορα θαύματα, μὰ πῶς; Μὲ τὴ βοήθεια τῆς
πίστης, τῆς νηστείας καὶ τῆς προσευχῆς ἀπὸ τὴν πλευρά τους καί τη χάρη τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴν ἄλλη.
Τὰ θαύματα αὐτὰ τὰ ἔκανε ὁ Θεός, μέσα ἀπὸ τοὺς ἁγίους αὐτοὺς ἀνθρώπους. Τὰ θαύματα τοῦ
Χριστοῦ ὅμως ἔγιναν μὲ τὴ δική Του δύναμη καὶ ἐξουσία. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν
ἀρχαίων θαυματουργῶν εἶναι ὅπως ἡ διαφορὰ ἀνάμεσα στὸν ἥλιο καὶ τὸ φεγγάρι. Τὸ φεγγάρι
φέγγει μὲ τὸ φῶς ποῦ δανείζεται ἀπὸ τὸν ἥλιο, ὁ ἥλιος ὅμως εἶναι αὐτόφωτος, λάμπει μὲ τὸ δικό
του φῶς. Οἱ ἀπροκατάληπτες κι ἁπλὲς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων ἔνιωθαν τὴ μεγάλη διαφορά, γι' αὐτὸ
κι ἀναφωνοῦσαν: οὐδέποτε ἐφάνη οὕτως ἕν τῷ Ἰσραήλ.
Οἱ Φαρισαῖοι δὲν ἀρνοῦνταν τὴ θαυματουργικὴ δύναμη τοῦ Χριστοῦ. Ἄν μποροῦσαν βέβαια θά
'χαν ἀρνηθεῖ ὅλα τὰ θαύματα, θὰ τὰ ἔκρυβαν, θὰ κατέφευγαν σὲ ψευδομάρτυρες γιὰ νὰ
πιστοποιήσουν τὰ ψέματά τους, ὅπως στὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Δὲν μποροῦσαν ὅμως ν'
ἀρνηθοῦν αὐτὰ ποὺ ἔγιναν μπροστὰ σὲ μεγάλα πλήθη ἀνθρώπων. Τὸ ξαναλέμε πῶς δὲν ἀρνοῦνταν
τὸ θαῦμα, μὰ τὸ ἑρμήνευαν μὲ τὸ δικό τους πονηρὸ καὶ πανοῦργο τρόπο. Ἐν τῷ ἄρχοντι τῶν
δαιμονίων ἐκβάλλει τὰ δαιμόνια, ἔλεγαν. Τὸ εἶπαν αὐτὸ γιὰ τὸν Κύριο σὲ διάφορες περιπτώσεις κι
Ἐκεῖνος τοὺς ἔδωσε σκληρὴ καὶ ἀποστομωτικὴ ἀπάντηση. «Εἰ ὁ σατανᾶς ἀνέστη ἐφ' ἑαυτὸν καὶ
μεμέρισται, οὐ δύναται σταθηναι» (Μάρκ. γ' 23-26), τους είπε. (Βλ. επίσης και Ματθ. ιβ' 24-26). •
Λουκ. ια' 17-18).
Είναι αλήθεια πώς είναι πολύ σκληρό για τον άνθρωπο, ανεξάρτητα από τη διανοητική του
επάρκεια, να φανταστεί πιό γελοία, ασυνεπή και ανόητη ερμηνεία των έργων του Χριστού, απ'
αυτήν που σκέφτηκε ο σκοτισμένος νους των γραμματέων του Ισραήλ και των αρχόντων του
έθνους. Να βγουν τα δαιμόνια από τον άνθρωπο με τη βοήθεια του σατανά! Αυτό είναι το ίδιο
περίπου με το να ισχυριστούμε πώς, «σκοτώνει κάποιος τα παιδιά κάποιου πατέρα, με τη βοήθεια
του πατέρα τους!» "Ή να επιτίθεται και να εξολοθρεύει ένα στρατό με τη βοήθεια του διοικητή.
Δεν είναι ψέμα πώς ο φθόνος είναι τυφλός. Θά 'λεγε κανείς πώς ο φθόνος είναι και ανόητος. Γιατί ο
φθόνος δεν κάνει μόνο την καρδιά σκληρή σαν πέτρα και τυφλώνει το νοῦ, αλλά μπερδεύει και τη
γλώσσα. "Έτσι δεν ξέρει τι λέει κι επομένως όλα όσα εκφέρει η φθονερή γλώσσα, ακούγονται
γελοία κι ανόητα. - Ο Κύριος δεν έδωσε σημασία σ' αυτήν την ανόητη κακεντρέχεια των φθονερών
αρχόντων του λαού, αλλά πορεύτηκε ήρεμα το δρόμο Του, το δρόμο της σωτηρίας όλων εκείνων
που του εμπιστεύτηκε ο Πατέρας, ώστε «ουδείς εξ αυτών ἀπώλετο» (Ιωάν. ιζ' 12). Γι' αυτό και
καταλήγει το σημερινό ευαγγέλιο:
«Και περιήγεν ο Ιησούς τάς πόλεις πάσας και τάς κώμας διδάσκων εν ταῖς συναγωγαῖς αυτών
και κηρύσσων το ευαγγέλιον της βασιλείας και θεραπεύων πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν εν τῷ
λαῷ» (Ματθ. θ ́ 35). Οι πόλεις και τα χωριά ήταν το ίδιο γι' Αυτόν. Δεν αναζητούσε τις πόλεις και
τα χωριά, αλλά τοὺς ἀνθρώπους. Ὁ εὐαγγελιστὴς μιλάει γιὰ ὅλες τίς πόλεις καὶ τὰ χωριά, γιὰ νὰ
δείξει το ζῆλο τοῦ Χριστοῦ. «Ὁ ζῆλος τοῦ οἴκου σου κατέφαγέ μέ» (Ψαλμ. ξή' 9). Γιὰ τὸν Κύριο
μιὰ μέρα ἦταν σὰν χίλια χρόνια. Τὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ ἦταν τριμερές, ὅπως βγαίνει καθαρὰ ἀπὸ τὰ
λόγια τοῦ εὐαγγελιστῆ: Δίδασκε, κήρυττε τὸ Εὐαγγέλιο τῆς Βασιλείας καὶ θεράπευε κάθε ἀρρώστια
καὶ ἀσθένεια τῶν ἀνθρώπων. Δίδασκε, δηλαδὴ ἑρμήνευε τὸ πνεῦμα τῆς πρώτης Δημιουργίας καὶ
τοῦ Παλαιοῦ νόμου. Κήρυττε, ἔθετε τὰ θεμέλια τῆς Νέας Κτίσης, τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τῆς
Ἐκκλησίας τῶν Ἁγίων. Θεράπευε, ἔδινε δηλαδὴ τὴ μαρτυρία τῆς διδαχῆς καὶ τοῦ κηρύγματός του
μὲ τὰ ἔργα Του.
Όλ' αὐτὰ ὁ Κύριος τὰ ἔκανε ἀπὸ ἀγάπη ὄχι μόνο γιὰ τὸ λαὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, γιὰ τοὺς
συγχρόνους Του, ἀλλὰ καὶ γιά μας. Ὁ Κύριος εἶναι σύγχρονος μὲ ὅλους ὅσοι ὑπῆρχαν καὶ θὰ
ὑπάρξουν. Τό 'κανε αὐτὸ ὥστε μὲ τὸ φῶς Του ν' ἀνάψει τὸ καντήλι τῆς ψυχῆς μας μὲ τὴν ἀγάπη
Του νὰ συναντήσει τὴν πίστη μας μὲ τὴ συνάντηση αὐτὴ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν πίστη μας νὰ
πραγματοποιηθεῖ τὸ θαῦμα τῆς σωτηρίας μας: ἡ θεραπεία τῆς πνευματικῆς μας τύφλωσης, τῆς
παράνοιάς μας καὶ κάθε ἀρρώστιας καὶ ἀσθένειας.

[57]
Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Ζῶντος Θεοῦ, ἐλέησέ μας! Βοήθησέ μας νὰ μάθουμε νὰ
δοξολογοῦμε τὸ ὄνομά Σου με το σῶμα μας, μέ το λαό μας κι ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ζωντανοὺς
καὶ νεκρούς. Νὰ ὑμνοῦμε τὸ ὄνομὰ Σοῦ, μαζὶ μὲ τὸ ὄνομα τοῦ πανένδοξου καὶ ἄναρχου Πατέρα καὶ
τὸ πανάγιο καὶ ζωοποιό Σου Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ
στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

[58]
(Ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν ἄρτων)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
ιδ΄ 14 - 22
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, εἶδεν ὁ Ἰησοῦς πολὺν ὄχλον, καὶ ἐσπλαγχνίσθη ἐπ' αὐτοῖς καὶ ἐθεράπευσε
τοὺς ἀρρώστους αὐτῶν. 15ὀψίας δὲ γενομένης προσῆλθον αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες·
Ἔρημός ἐστιν ὁ τόπος καὶ ἡ ὥρα ἤδη παρῆλθεν· ἀπόλυσον τοὺς ὄχλους, ἵνα ἀπελθόντες εἰς τὰς
κώμας ἀγοράσωσιν ἑαυτοῖς βρώματα. 16ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Οὐ χρείαν ἔχουσιν ἀπελθεῖν·
δότε αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν. 17οἱ δὲ λέγουσιν αὐτῷ· Οὐκ ἔχομεν ὧδε εἰ μὴ πέντε ἄρτους καὶ δύο
ἰχθύας. 18ὁ δὲ εἶπε· Φέρετέ μοι αὐτούς ὧδε. 19καὶ κελεύσας τοὺς ὄχλους ἀνακλιθῆναι ἐπὶ τοὺς
χόρτους, λαβὼν τοὺς πέντε ἄρτους καὶ τοὺς δύο ἰχθύας, ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανὸν εὐλόγησε,
καὶ κλάσας ἔδωκε τοῖς μαθηταῖς τοὺς ἄρτους οἱ δὲ μαθηταὶ τοῖς ὄχλοις. 20καὶ ἔφαγον πάντες καὶ
ἐχορτάσθησαν, καὶ ἦραν τὸ περισσεῦον τῶν κλασμάτων δώδεκα κοφίνους πλήρεις. 21οἱ δὲ
ἐσθίοντες ἦσαν ἄνδρες ὡσεὶ πεντακισχίλιοι χωρὶς γυναικῶν καὶ παιδίων. 22Καὶ εὐθέως
ἠνάγκασεν ὁ Ἰησοῦς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἐμβῆναι εἰς τὸ πλοῖον καὶ προάγειν αὐτὸν εἰς τὸ πέραν,
ἕως οὗ ἀπολύσῃ τοὺς ὄχλους.

Ὅλα ὅσα κάνει ὁ Ὕψιστος, εἶναι ἀπαραίτητα. Δὲν κάνει τίποτα ἄσκοπο, τίποτα ὑπερβολικό,
τίποτα ποὺ νὰ μὴ χρειάζεται. Γιατί μερικοὶ ἄνθρωποι περιφέρονται τόσο ἄσκοπα καὶ κάνουν τόσο
ἀδιάφορα πράγματα; Ἐπειδὴ δὲν εἶναι βέβαιοι γιά το σκοπὸ τῆς ζωῆς τους, γιὰ τὸν προορισμὸ τοῦ
ἐπίγειου ταξιδιοῦ τους. Γιατί μερικοὶ ἄνθρωποι ὑπερφορτώνονται μὲ ἄσκοπες ὑποχρεώσεις,
προβαίνουν σὲ ὑπερβολικὲς ἐνέργειες, σὲ σημεῖο ποὺ νὰ μὴν μποροῦν νὰ κινοῦνται ἐλεύθερα κάτω
ἀπὸ τέτοιο βάρος ὑποχρεώσεων; Ἐπειδὴ δὲ γνωρίζουν τὸ ἕνα πρᾶγμα, «οὖ ἔστι χρεία».
Γιὰ νὰ βοηθήσει ὁ Κύριος τὸν ἄνθρωπο νὰ μαζέψει τὸ διασκορπισμένο νοῦ του, νὰ θεραπεύσει
τὴ διχασμένη καρδιά του καὶ νὰ συγκροτήσει τὴν ἀνεξέλεγκτη δύναμή του, ἀποκάλυψε τὸν ἕνα καὶ
μοναδικὸ στόχο ποῦ εἶναι ἀπαραίτητος: τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Πόσο ἄσκοπη εἶναι ἀλήθεια ἡ ζωὴ
τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἀγωνίζεται νὰ ἐπιτύχει διάφορους στόχους! Πόσο ἀναίσθητη εἶναι ἡ διχασμένη
καρδιά! Πόσο ἀδύναμη εἶναι ἡ θέληση, ὅταν ἡ δύναμή της κατακερματίζεται!
Ἑνὸς ἐστι χρεία. Μόνο ἕνα πρᾶγμα μας χρειάζεται: ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ὁ θαυματουργὸς
Χριστὸς προσπάθησε νὰ στρέψει τὰ μάτια καὶ τὴν προσοχὴ ὅλων τῶν ἀνθρώπων πρὸς αὐτὸν τὸν
προορισμό. Ὅποιος σκέφτεται ἔτσι, ἔχει ἕνα μόνο στόχο: το Θεό. Ἕνα αἴσθημα: τὴν ἀγάπη. Μιὰ
νοσταλγία: νὰ πλησιάσει το Θεό. Μακάριος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἔφτασε σ' αὐτὸ τὸ μέτρο. Ὁ
ἄνθρωπος αὐτὸς ἔχει γίνει σὰν τὸ φακὸ ποὺ συγκεντρώνει τίς ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου γιὰ νὰ
δημιουργήσει φωτιά.
Τὰ λόγια ποὺ εἶπε ὁ Χριστὸς στὴ Μάρθα, «Μάρθα, Μάρθα, μεριμνᾶς καὶ τυρβάζη περὶ πολλὰ
ἑνὸς δὲ ἔστι χρεία» (Λουκ. ἰ' 41,42), ἦταν στὴν πραγματικότητα ἕνας ἔλεγχος, μιὰ προειδοποίηση
στὸν κόσμο ὁλόκληρο. Κι αὐτὸ τὸ ἕνα ποὺ ἔχουμε πραγματικὴ ἀνάγκη, εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ
(βλ. Ματθ. στ' 33). Γιὰ ὅλα ὅσα εἶπε καὶ ἔκανε ὁ Κύριος, εἶχε στὸ νοῦ του τὸ στόχο αὐτό. Ἐκεῖ εἶχε
συγκεντρωθεῖ ὅλη ἡ φλόγα ποὺ φωτίζει τοὺς ταξιδιῶτες ἐκείνους ποὺ περιφέρονται γύρω ἀπὸ τίς
χαράδρες καὶ τοὺς ἄνεμοστρόβιλους τῆς πρόσκαιρης αὐτῆς ζωῆς.
Ὅλα ὅσα κάνει ὁ Ὕψιστος, εἶναι ἀπαραίτητα. Τὰ πάντα γίνονται μ' αὐτὸν τὸν ὕψιστο, τὸ
μοναδικὸ στόχο. Ὅλα εἶναι ἀπαραίτητα, τόσο τὰ λόγια ποὺ λέει ὅσο καὶ τὰ ἔργα ποὺ κάνει. Δὲν
ὑπάρχει οὔτε ἕνας ἀργός λόγος, οὔτε ἕνα ἀχρείαστο ἔργο. Καὶ πόσο καρποφόρα ἦταν τὰ λόγια καὶ

[59]
τὰ ἔργα Του! Πόσα ἑκατομμύρια φορὲς ἔχει καρποφορήσει κάθε λόγος καὶ κάθε Τοῦ πράξη, ὡς τίς
μέρες μας! Πόσο γλυκός, εὐωδιαστὸς καὶ ζωογόνος εἶναι ὁ καρπὸς αὐτός!
Γιατί ὁ Κύριος δὲ μετέτρεψε τίς πέτρες σὲ ψωμιὰ ὅταν του τὸ ζήτησε ὁ σατανᾶς; Σὲ δυὸ
μεταγενέστερες περιπτώσεις, ὅταν γύρω του ὑπῆρχε ἕνα πεινασμένο πλῆθος, πολλαπλασίασε τὸ
λίγο ψωμὶ σὲ μιὰ τεράστια ποσότητα, ὥστε μετὰ τὴ διατροφὴ τοῦ πλήθους, περίσσεψε περισσότερο
ψωμὶ ἀπ' ὅσο ἦταν ἀρχικά. Τὸ πρῶτο θαῦμα ὅμως (ἡ μετατροπὴ τῶν λίθων σὲ ψωμί), ἦταν κάτι
ἀδόκιμο, ἀνάρμοστο, ἄτοπο. Τὸ δεύτερο θαῦμα (ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν ἄρτων) ἦταν κατάλληλο,
ἀπαραίτητο καὶ ταιριαστό.
Γιατί ὁ Κύριος δὲν ἔδωσε «σημεῖον ἐκ τοῦ οὐρανοῦ» στοὺς Φαρισαίους, ὅταν του τὸ ζήτησαν;
Δὲν ἔδωσε τέτοια σημεῖα ἀπὸ τὸν οὐρανὸ σὲ ἀμέτρητες περιπτώσεις, ὅπως σὲ θαύματα-θεραπεῖες
ἀρρώστων, λεπρῶν, δαιμονισμένων, δὲν ἀνέστησε νεκρούς; Κάθε σημεῖο ἀπὸ τὸν οὐρανὸ στοὺς
φθονεροὺς Φαρισαίους ὅμως θὰ ἦταν ἀνάρμοστο, ἀκατάλληλο καὶ ὑπερβολικό, ἐνῶ σὲ ἄλλες
περιπτώσεις θὰ ἦταν κατάλληλο, ἀπαραίτητο καὶ ταιριαστό.
Γιατί ὁ Κύριος δὲ μετακίνησε ὄρη ἀπὸ ἕνα σημεῖο σὲ ἄλλο ἢ δὲν τὰ ἔριξε στὴ θάλασσα; Θὰ
μποροῦσε νὰ τὸ κάνει κι αὐτό, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία. Γιατί λοιπὸν δὲν τὸ ἔκανε; Ἐκεῖνος ποὺ
μποροῦσε νὰ διατάξει τὴν τρικυμισμένη θάλασσα καὶ νὰ γαληνέψει, τοὺς ἀνέμους καὶ νὰ
ἠρεμήσουν, σίγουρα θὰ μποροῦσε νὰ μετακινήσει ὄρη καὶ νὰ τὰ ρίξει στὴ θάλασσα. Ποιό σκοπό
ὅμως θὰ εἶχε ὑπηρετήσει ἔτσι; Κανέναν. Γι' αὐτὸ κι ὁ Κύριος δὲν ἔκανε τέτοιο θαῦμα. Ὑπῆρχε
ὅμως μεγάλη ἀνάγκη νὰ γαληνέψει ἡ θάλασσα καὶ νὰ ἠρεμήσει καὶ ἄνεμος, γιατί ὑπῆρχαν
ἄνθρωποι ποὺ ἔκραζαν γιὰ βοήθεια, ἐπειδὴ κινδύνευαν νὰ πνιγοῦν.
Μόνο οἱ δαίμονες κι οἱ ἁμαρτωλοὶ ζητοῦν ἀπὸ τὸ Χριστὸ θαύματα ποὺ εἶναι ὑπερβολικὰ κι
ἀχρείαστα, ὄχι ἀπαραίτητα. Προσέξτε τί ἀνόητα πράγματα ζήτησε ὁ σατανᾶς ἀπὸ τὸν Κύριο: νὰ
μετατρέψει τίς πέτρες σὲ ψωμιὰ στὴν ἔρημο, νὰ πηδήσει κάτω ἀπὸ τὸ πτερύγιο τοῦ ναοῦ! Κοιτᾶξτε
τώρα καὶ τοὺς σκληροτράχηλους ἁμαρτωλούς, τοὺς Φαρισαίους. Εἶχαν δεῖ πολλὰ θαύματα τοῦ
Χριστοῦ, ποὺ τὰ κανε ὅλα γιὰ νὰ βοηθήσει τοὺς ἀνθρώπους. Καὶ τοῦ ζητοῦσαν ἔπειτα νὰ κάνει
κάποια ἄσκοπα κι ἀνώφελα θαύματα, ὅπως τὸ νὰ ρίξει κάποιο βουνὸ στὴ θάλασσα! Ὁ Κύριος
ἀρνιόταν νὰ κάνει τέτοια θαύματα, νὰ ἱκανοποιήσει τέτοιες ἀπαιτήσεις τοῦ διαβόλου καὶ τῶν
ὑποκριτῶν. Ποτὲ ὅμως δὲν ἀρνήθηκε νὰ κάνει θαύματα ποὺ ἦταν ἀπαραίτητα, ἐπειδὴ ὑπηρετοῦσαν
τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων.
Τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο περιγράφει ἕνα τέτοιο ἀπαραίτητο καὶ χρήσιμο θαῦμα: τὸν
πολλαπλασιασμὸ τῶν ἄρτων στὴν ἔρημο. Αὐτὴ δὲν ἦταν κάποια ἀκατοίκητη ἔρημος, μιὰ ἔρημος
ὅπου μόνο ὁ διάβολος κατοικοῦσε. Ἦταν μιὰ ἔρημος ὅπου βρέθηκαν πάνω ἀπὸ δέκα χιλιάδες
πεινασμένοι ἄνθρωποι. Τὸ συμπέρασμα γιὰ τὸν ἀριθμό τους προκύπτει ἀπ' ὅσα γράφει ὁ
εὐαγγελιστής, πῶς τὸ πλῆθος ἦταν πέντε χιλιάδες ἄντρες, χωρὶς νὰ συνυπολογίσει τίς γυναῖκες καὶ
τὰ παιδιά.
«Καὶ ἐξελθὼν ὁ Ἰησοῦς εἶδε πολὺν ὄχλον, καὶ ἔσπλαγχνίσθη ἐπ' αὐτοὺς καὶ ἐθεράπευσε τοὺς
ἀρρώστους αὐτῶν» (Ματθ. ἴδ' 14). Αὐτὸ ἔγινε τὴν ἐποχὴ ποὺ ὁ βασιλιᾶς Ἡρώδης εἶχε
ἀποκεφαλίσει τὸν Ἰωάννη το Βαπτιστή. Κι ὅταν τὸ ἄκουσε αὐτὸ ὁ Ἰησοῦς ἐπιβιβάστηκε σ' ἕνα
πλοῖο καὶ ἀναχώρησε «εἵς ἔρημον τόπον κατ' ἰδίαν» (Ματθ. ἴδ' 13). Τὸ περιστατικὸ αὐτὸ τὸ
ἀναφέρουν καὶ οἱ τέσσερις εὐαγγελιστές. Μερικοὶ ἀναφέρουν περισσότερες λεπτομέρειες, ἄλλοι
λιγότερες. Σύμφωνα μὲ τὸν Ἰωάννη, ὁ Κύριος μπῆκε στὸ πλοῖο κοντὰ στὴν Τιβεριάδα καὶ πέρασε
στὸ ἀπέναντι μέρος τῆς θάλασσας τῆς Γαλιλαίας, ποὺ ὀνομάζεται καὶ θάλασσα τῆς Τιβεριάδας. Ὁ
Λουκᾶς λέει πῶς «ὑπεχώρησε κατ' ἰδίαν εἰς τόπον ἔρημον πόλεως καλουμένης Βηθσαϊδά» (Θ' 10).
Τὸ συνήθιζε ὁ Κύριος ν' ἀποσύρεται συχνὰ στὴν ἔρημο, σὲ ἐρημικὲς τοποθεσίες καὶ σὲ βουνά.
Τὸ ἔκανε αὐτὸ γιὰ τρεὶς λόγους: Πρῶτο, γιὰ νὰ κάνει σύντομα διαλείμματα ἀπὸ τίς ἐντατικὲς καὶ
πολυσχιδεῖς δραστηριότητές Του, ὥστε νὰ χωνέψουν κι οἱ ἄνθρωποι τίς διδαχές Του καὶ τὰ
θαύματα ποὺ εἶχε κάνει. Δεύτερο, γιὰ νὰ δώσει τὸ παράδειγμα στοὺς ἀποστόλους καὶ σὲ μᾶς πῶς

[60]
εἶναι ἀπαραίτητο ν' ἀποσυρόμαστε, νὰ εἰσερχόμαστε στὸ ταμιεῖο μας (Ματθ. στ' 6), γιὰ νὰ
παραμένουμε στὴν προσευχὴ μόνοι μᾶς μέ το Θεό. Ἡ ἡσυχία κι ἡ σιωπὴ καθαρίζουν τὸν ἄνθρωπο,
τοῦ διδάσκουν τὴν ὑποταγὴ στὸ Θεὸ καὶ τοῦ χαρίζουν πνευματικὴ διαύγεια καὶ δύναμη. Τρίτο, γιὰ
νὰ μᾶς δείξει πῶς ὁ καλὸς καὶ χρήσιμος ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νά κρυφτεῖ - «Οὐ δύναται πόλις
κρυβηναι ἐπάνω ὄρους κειμένη» (Ματθ. ἔ' 14). Ἔτσι ἔδειξε κι ἐπισήμανε ποιός εἶναι ὁ πραγματικὸς
τόπος γιὰ τοὺς ἐρημῖτες καὶ τοὺς μοναχούς.
Ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία τὸ ἔχει ἀποδείξει αὐτὸ χιλιάδες φορές. Δὲν ὑπάρχει οὔτε ἕνας
μοναδικὸς ἐρημίτης, ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς καὶ θαυματουργός, ποὺ νὰ κατόρθωσε νὰ κρυφτεῖ
ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Πολλοὶ ρωτᾶνε ἀναιτιολόγητα: Τί κάνει ὁ μοναχὸς στὴν ἔρημο; Δὲ θά 'τὰν
καλύτερα ὁ μοναχὸς νὰ μένει στὸν κόσμο, ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους, καὶ νὰ τοὺς ὑπηρετεῖ; Πῶς
ὅμως μπορεῖ νὰ φωτίσει ἕνα κερὶ ποῦ δὲν εἶναι ἀναμμένο; Ὁ μοναχὸς κουβαλάει τὴν ψυχή του
στὴν ἔρημο σὰν κερὶ ἄκαφτο. Τὴ φέρνει στὴν ἔρημο γιὰ νὰ τὴν ἀνάψει μὲ προσευχή, μὲ νηστεία, μὲ
περισυλλογὴ καὶ ἄσκηση. Ἄν κατορθώσει νὰ τὴν ἀνάψει, τὸ φώς Του θὰ λάμψει σ' ὁλόκληρο τὸν
κόσμο. Ὁ κόσμος θὰ τὸν ἀκολουθήσει καὶ θὰ τὸν βρεῖ, ἀκόμα κι ἂν αὐτὸς κρυφτεῖ στὴν ἔρημο, σὲ
ἀπομακρυσμένα βουνὰ ἢ σὲ ἀπρόσιτες σπηλιές. Ὄχι, ὁ μοναχὸς δὲν εἶναι ἄχρηστος. Εἶναι ἱκανὸς
νὰ γίνει πολὺ πιὸ χρήσιμος στοὺς ἄλλους ἀπὸ ὁποιονδήποτε ἄλλον. Αὐτὸ φαίνεται πολὺ καθαρὰ σ'
αὐτὴν τὴν περίπτωση ἀπὸ τὸν Κύριο Ἰησοῦ. Μάταια κρυβόταν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους στὴν ἔρημο,
γιατί τὰ πλήθη τὸν ἔβρισκαν καὶ τὸν ἀκολουθοῦσαν.
Ὁ Κύριος τοὺς κοίταξε καὶ «ἐσπλαχνίσθη περὶ αὐτῶν, ὅτι ἦσαν ἐκλελυμένοι καὶ ἐρριμένοι ὡς
πρόβατα μὴ ἔχοντα ποιμένα» (Ματθ. θ' 36). Κάτω στὶς πόλεις οἱ συναγωγὲς ἦταν γεμᾶτες ἀπὸ
αὐτόκλητους ποιμένες, ποὺ στὴν πραγματικότητα ἦταν λύκοι μὲ ἐμφάνιση προβάτων. Οἱ ἄνθρωποι
τὸ ἤξεραν αὐτό, τὸ ἔνιωθαν, ὅπως ἤξεραν κι ἔνιωθαν τὴν ἀμέτρητη εὐσπλαχνία καὶ ἀγάπη τοῦ
Χριστοῦ γι' αὐτούς. Οἱ ἄνθρωποι ἤξεραν καὶ ἔνιωθαν πῶς ὁ Χριστὸς ἦταν ὁ μόνος Καλὸς
Ποιμένας, πῶς ἡ μέριμνά Του γι' αὐτοὺς ἦταν γνήσια, στοργική. Γι' αὐτὸ καὶ τὸν ἀκολουθοῦσαν
στὴν ἔρημο. Κι ὁ Κύριος ἐθεράπευσε τοὺς ἀρρώστους αὐτῶν. Οἱ ἄνθρωποι ἔνιωθαν πῶς τὸν
χρειάζονταν τὸ Χριστό, δέν του ζητοῦσαν νὰ θαυματουργήσει ἀπὸ μάταιη περιέργεια, ἀλλ' ἀπὸ
μεγάλη ἀνάγκη. Κι ὁ Μάρκος μας λέει πῶς ἐκεῖ ἄρχισε νὰ τοὺς διδάσκει.
«Όψίας δὲ γενομένης προσῆλθον αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· ἔρημὸς ἐστιν ὁ τόπος καὶ ἡ
ὥρα ἤδη παρῆλθεν ἀπόλυσον τοὺς ὄχλους, ἶνα ἀπελθόντες εἰς τὰς κώμας ἀγοράσωσιν ἑαυτοῖς
βρώματα» (Ματθ. ἴδ' 15). Ὁ Ματθαῖος δὲ μᾶς λέει τί τὸν κρατοῦσε τόσο πολὺ μὲ τοὺς ἀνθρώπους.
Γράφει μόνο πῶς θεράπευσε τοὺς ἀρρώστους. Ὁ Μάρκος τὸ συμπληρώνει αὐτὸ καὶ λέει πῶς τοὺς
δίδασκε πολλὰ πράγματα. Προσέξτε πόσο ὄμορφα συμπληρώνουν ὁ ἕνας εὐαγγελιστὴς τὸν ἄλλο!
Ὁ Κύριος συνέχισε νὰ διδάσκει τοὺς ὄχλους γιὰ πολλὲς ὧρες, ὡσότου ἄρχισε νὰ νυχτώνει. Ὅλες
αὐτὲς τίς ὧρες ὁ Κύριος δίδαξε τόσο πολλὰ στὸ λαό, ποῦ θὰ μποροῦσε νὰ γεμίσει ὁλόκληρο
εὐαγγέλιο. Αὐτὸ τὸ εἶπε ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, ὅταν ἔγραψε πῶς «οὐδε αὐτὸν οἶμαι τὸν κόσμον
χωρῆσαι τὰ γραφόμενα βιβλία» (Ἰωάν. καὶ 25).
Παρατηροῦμε ὅμως καὶ τὴν ἀγάπη τῶν μαθητῶν: Ἔρημὸς ἐστιν ὁ τόπος καὶ ἡ ὥρα ἤδη
παρῆλθεν. Τὸ πλῆθος πεινάει κι εἶναι ἀργὰ πιὰ γιὰ νὰ φύγουν καὶ νὰ πᾶνε στὸν τόπο του ὁ καθένας.
Τὰ σπίτια τους εἶναι μακριά. Δές, ἐδῶ ἔχουμε καὶ πολλὲς γυναῖκες, ἔχουμε καὶ παιδιά. Πρέπει νὰ
βροῦν τροφὴ ὅσο πιὸ σύντομα γίνεται. Ἄς τους λοιπὸν νὰ πᾶνε στὰ γύρω χωριὰ γιὰ νὰ βροῦν κάτι
νὰ φᾶνε..
Ὁ Χριστὸς σίγουρα εἶναι πιὸ εὔσπλαχνος καὶ πιὸ στοργικὸς ἀπὸ τοὺς μαθητές Του. Μήπως δὲν
ἔνιωθε κι ὁ ἴδιος, ὅπως οἱ μαθητές Του, πῶς οἱ ἄνθρωποι πεινοῦσαν κι ἡ νύχτα ἦταν κοντά; Καὶ
βέβαια ὁ Χριστὸς ἦταν περισσότερο ἐλεήμων καὶ στοργικὸς ἀπὸ τοὺς μαθητές Του. Τίς ἀνάγκες
τῶν ἀνθρώπων τίς ἔνιωθε πρὶν ἀπὸ ἐκείνους. Στὴν ἀρχή, ὅπως λέει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης,
«ἐπάρας οὔν ὁ Ἰησοῦς τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ θεασάμενος ὅτι πολὺς ὄχλος ἔρχεται πρὸς αὐτόν, λέγει
πρὸς τὸν Φίλιππον πόθεν ἀγοράσωμεν ἄρτους ίνα φάγωσιν οὐτοι;» (Ἰωάν. στ' 5). Ἡ συζήτηση μέ
το Φίλιππο ὅμως τέλειωσε κι οἱ ἄνθρωποι μαζεύτηκαν γύρω ἀπὸ τὸν Κύριο μὲ τοὺς ἀσθενεῖς τους.

[61]
Ὁ Κύριος θεράπευσε πρῶτα ὅλους τοὺς ἀρρώστους κι ἔπειτα ἄρχισε νὰ διδάσκει τοὺς ὄχλους. Ἡ
διδασκαλία κράτησε ὼς τὸ βράδυ. Καὶ τότε μόνο σκέφτηκαν οἱ ἀπόστολοι πῶς οἱ ἄνθρωποι θὰ
πεινοῦσαν κι ἔπρεπε νὰ φᾶνε.
Ὁ Κύριος τὸ εἶχε προβλέψει αὐτὸ ἀπὸ τὴν ἀρχή. Δὲ μίλησε ὅμως, σκόπιμα. Περίμενε τοὺς
ἀποστόλους νὰ θέσουν τὸ πρόβλημα. Κι αὐτὸ τὸ ἔκανε γιὰ δυὸ λόγους: πρῶτα γιὰ νὰ τοὺς διεγείρει
τὴν εὐσπλαχνία καὶ τὴ συμπάθεια καὶ δεύτερο γιὰ ν' ἀποδείξει πόσο ἀδύναμοι ἦταν χωρὶς Ἐκεῖνον.
Τοὺς εἶπε ὁ Χριστός: «οὐ χρείαν ἔχουσιν ἀπελθεῖν δότε αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν» (Ματθ. ιδ' 16).
Γνώριζε πῶς αὐτὸ δὲν μποροῦσαν νὰ τὸ κάνουν, ἦταν ἀδύνατο ἀνθρωπίνως νὰ γίνει. Τὸ εἶπε ὅμως
γιὰ νὰ συνειδητοποιήσουν πλήρως καὶ νά ὁμολογήσουν τὴν ἀδυναμία τους. Γι' αὐτὸ καὶ τοῦ εἶπαν:
«οὐκ ἔχομεν ὧδε εἰ μὴ πέντε ἄρτους καὶ δύο ἰχθύας» (Ματθ. ἴδ' 17). Σύμφωνα μὲ τὸν εὐαγγελιστὴ
Ἰωάννη, τὰ λιγοστὰ αὐτὰ τρόφιμα δὲν ἦταν δικά τους, ἀνῆκαν σὲ κάποιο μικρὸ παιδὶ ποὺ
βρισκόταν ἐκεῖ. Γράφει ὁ εὐαγγελιστής: «Ἔστι παιδάριον ἕν ὧδε, ὸς ἔχει πέντε ἄρτους κριθίνους
καὶ δύο όψάρια ἀλλὰ ταῦτα τί ἔστιν εἰς τοσούτους;» (Ἰωάν. στ' 9). Στὸν Κύριο αὐτὸ τὸ εἶπε ὁ
Ἀνδρέας. Παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ πρωτόκλητος τῶν ἀποστόλων ζοῦσε τόσο καιρὸ μαζί Του, ἀκόμα
δὲν εἶχε ἑδραιωθεῖ στὴν πίστη, δὲν εἶχε τελειοποιηθεῖ. Αὐτὸ εἶναι φανερὸ ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ εἶπε:
ἀλλὰ ταῦτα τί ἐστιν εἰς τοσούτους; Τὸ ψωμὶ ἦταν κρίθινο. Κι αὐτὸ δὲν ἦταν συμπτωματικό.
Σύμφωνα μὲ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸ Χρυσόστομο, ἀπ' αὐτὸ μαθαίνουμε πῶς πρέπει νὰ
ἰκανοποιούμαστε μὲ ἁπλὲς τροφές, νὰ μὴν εἴμαστε ἀπαιτητικοί. «Ἡ λαιμαργία κι ἡ πολυφαγία εἶναι
μητέρες τῆς ἀρρώστιας», συμπληρώνει ὁ ἅγιος πατέρας.
«Ὁ δὲ εἶπε: φέρετέ μοὶ αὐτοὺς ὧδε» (Ματθ. ἴδ' 18). Τώρα εἶχε ἔρθει ἡ δική Του ὥρα. Οἱ ὄχλοι
δὲν μποροῦσαν νὰ βροῦν τρόφιμα γιὰ νὰ φᾶνε. Οἱ ἀπόστολοι ὁμολόγησαν τὴν ἀδυναμία τους, δὲν
μποροῦσαν νὰ τοὺς βοηθήσουν. Τότε καὶ μόνο τότε ἦρθε ἡ δική Του ὥρα. Τὸ κλίμα ἦταν ὥριμο γιὰ
νὰ γίνει τὸ θαῦμα.
«Καὶ κελεύσας τοὺς ὄχλους ἀνακλιθῆναι ἐπὶ τοὺς χόρτους, λαβὼν τοὺς πέντε ἄρτους καὶ τοὺς
δύο ἰχθύας, ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανὸν εὐλόγησε, καὶ κλάσας ἔδωκε τοὺς μαθηταῖς τοὺς ἄρτους, οἱ
δὲ μαθηταὶ τοὺς ὄχλοις» (Ματθ. ἴδ' 19). Γιατί κοίταξε πρῶτα στὸν οὐρανὸ ὁ Κύριος; "Ὅταν ἔκανε
πολλά ἀπὸ τ' ἄλλα θαύματά Τοῦ δὲν τὸ εἶχε κάνει, δὲν εἶχε ξανακοιτάξει στὸν οὐρανό. Δὲν τὸ
ἔκανε ὅταν ἄνοιγε τὰ μάτια τῶν τυφλῶν, ὅταν θεράπευε τοὺς λεπρούς, ἔβγαζε δαιμόνια ἀπὸ τοὺς
ἀνθρώπους, γαλήνευε τὴ θάλασσα, ἔκανε τὸ νερὸ κρασὶ κι ὅταν ἀκόμα ἀνάσταινε νεκρούς. Γιατί
λοιπὸν στὴ συγκεκριμένη αὐτὴ περίπτωση ἔστρεψε τὰ μάτια τοῦ πρὸς τὸν οὐρανό, πρὸς τὸν
οὐράνιο Πατέρα Του; Πρῶτο, γιὰ νὰ κάνει σαφῆ στοὺς ἀνθρώπους τὴν ταυτότητα τῆς θέλησης Τοῦ
μ' ἐκείνην τοῦ Πατέρα Του, νὰ καταρρίψει τὴν ἄποψη καὶ κατηγορία τῶν Φαρισαίων, πῶς τὰ
θαύματα τὰ ἔκανε μὲ τὴ συνέργεια τῶν δαιμόνων. Δεύτερο, γιὰ νὰ δώσει ὡς ἄνθρωπος στὸν κόσμο
τὸ παράδειγμα τῆς ταπείνωσης ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, καθὼς καὶ τῆς εὐχαριστίας γιὰ κάθε ἀγαθὸ ποῦ
προέρχεται ἀπὸ τὸ Θεό. Ἕνα παρόμοιο παράδειγμα μᾶς ἔδωσε καὶ στὸ Μυστικὸ Δεῖπνο: «Λαβὼν ὁ
Ἰησοῦς τὸν ἄρτον καὶ εὐχαριστήσας ἔκλασε...» (Ματθ. κστ' 26). Εὐχαρίστησε τὸν οὐράνιο Πατέρα
Του κι ὕστερα εὐλόγησε τὸ ψωμί, ὡς δῶρο Θεοῦ. Κι ἐμεῖς πρέπει νὰ εὐχαριστοῦμε καὶ νὰ ὑμνοῦμε
το Θεὸ γιὰ τὰ δῶρα Του σὲ κάθε γεῦμα, ὅσο λιτὸ κι ἂν εἶναι. Τρίτο, ὡς Θεός, μὲ τὸν
πολλαπλασιασμὸ τῶν ἄρτων - μιὰ πράξη ποὺ μοιάζει πολὺ μὲ νέα δημιουργία - νὰ ἐκφράσει τὴν
ἑνότητα δύναμης τῆς Ἁγίας Τριάδας: τοῦ Πατέρα, τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τῆς
ὁμοούσιας καὶ ἀδιαίρετης Τριάδας, τοῦ Δημιουργοῦ τῶν πάντων.
Ὁ Κύριος Ἰησοῦς «ἔκλασε», ἔκοψε τὸν ἄρτο μὲ τὰ ἴδια του τὰ χέρια. Γιατί; Γιατί δὲν ἔδωσε
ἐντολὴ στοὺς ἀποστόλους του νὰ τὸ κάνουν; Γιὰ νὰ δείξει πῶς ἐπιθυμοῦσε νὰ λογαριάσει τοὺς
ἀνθρώπους ὡς φιλοξενούμενούς Τοῦ, νὰ τονίσει τὴ μεγάλη ἀγάπη Του γι' αὐτοὺς καὶ νὰ διδάξει
ἔτσι κι ἐμᾶς πῶς, ὅταν δίνουμε ἐλεημοσύνη καὶ δῶρα, πρέπει νὰ τὸ κάνουμε μὲ ἀγάπη καὶ
ἱλαρότητα, ὅπως κι Ἐκεῖνος.

[62]
«Καὶ ἔφαγον πάντες καὶ ἐχορτάσθησαν, καὶ
ᾖραν τὸ περισσεῦον τῶν κλασμάτων δώδεκα
κοφίνους πλήρεις: οἱ δὲ ἐσθίοντες ἦσαν ἄνδρες
ὡσεὶ πεντακισχίλιοι χωρὶς γυναικὼν καὶ
παιδίων» (Ματθ. ἴδ' 20,21). Αὐτὸ εἶναι τὸ θαῦμα
τῶν θαυμάτων, ἡ δόξα ποὺ ξεπερνάει κάθε ἄλλη
δόξα! Γιὰ νὰ πάρουν πέντε χιλιάδες ἄνθρωποι
(χωρὶς νὰ συνυπολογιστοῦν οἱ γυναῖκες καὶ τὰ
παιδιὰ) ἀπὸ μιὰ μπουκιὰ ψωμί, ὅπως τὸ
ἀντίδωρο ποὺ παίρνουμε στὴν ἐκκλησία, τὰ
πέντε ψωμιὰ δὲ θὰ ἔφταναν μὲ τίποτα. Ἐδῶ
ὅμως ἔφαγον πάντες καὶ ἐχορτάσθησαν καὶ
μάλιστα περίσσεψαν καὶ δώδεκα κοφίνια. Ἄν
αὐτὴ ἦταν κάποια ὀφθαλμαπάτη, δὲ θὰ ἔγραφε ὁ
εὐαγγελιστὴς πῶς ἐχορτάσθησαν. Ἄν κάποιος
ἄνθρωπος μποροῦσε νὰ ἐξαπατήσει ἕναν ἄλλο
ὅτι ἔφαγε, δὲ θὰ μποροῦσε ὅμως νὰ πείσει ἕναν
πεινασμένο ὅτι χόρτασε. Ἄν πράγματι ἦταν αὐτὸ
κάποια όφθαλμαπάτη, ἀπὸ ποῦ προέκυψαν τὰ
περισσεύματα, ποὺ γέμισαν δώδεκα κοφίνια
ψωμιά;
Ὄχι! Μόνο ἄνθρωποι ποὺ ἡ καρδιά τους εἶχε
νεκρωθεῖ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία μποροῦν νὰ τὸ
ἀποκαλέσουν ὀφθαλμαπάτη αὐτό. Ἦταν
πραγματικὸ γεγονός, ὅπως πραγματικὸς εἶναι κι
ὁ Θεός. Πρέπει νὰ προσέξετε ὅμως πῶς γιὰ τὸ
θαῦμα αὐτὸ δὲν ξεσηκώθηκαν φωνὲς ἐναντίον
του, δὲν τοῦ ἔδωσαν κάποιες ἀνόητες ἑρμηνεῖες, ὅπως ἔκαναν οἱ Φαρισαῖοι σὲ πολλὰ ἄλλα ἀπὸ τὰ
θαύματά Του. Κι ὄχι μόνο δὲν τὸ ἀμφισβήτησε κανένας, ἀλλὰ «οἱ ἄνθρωποι, ἰδόντες καὶ ἐποίησε
σημεῖον ὁ Ἰησοῦς, ἔλεγαν ὅτι οὔτὸς ἔστιν ἀληθῶς ὁ προφήτης ὁ ἐρχόμενος εἰς τὸν κόσμον (Ἰωάν.
στ' 14). Κι οἱ ὄχλοι ἤθελαν «ἁρπάζειν αὐτὸν ἵνα ποιήσωσιν αὐτὸν βασιλέα» (αὐτ. στίχ. 15). Τέτοια
ἀπήχηση εἶχε στὸ λαὸ τὸ καταπληκτικὸ αὐτὸ θαῦμα!
Πότε προσπάθησε κάποιος νὰ μετατρέψει μιὰ ἀπάτη σὲ βασιλιᾶ; Αὐτὸ ὅμως ἦταν πραγματικὸ
γεγονός. Οἱ ἄνθρωποι ξεσηκώθηκαν ἀπὸ τὴν ἀλήθεια καὶ ἤθελαν νὰ κάνουν τὸ Χριστὸ βασιλιᾶ μὲ
τὸ ζόρι. Κι αὐτὸ θὰ εἶχε γίνει, ἂν ὁ Χριστὸς δὲν εἶχε ἀπομακρυνθεῖ μόνος Του. Κι ἔτσι ματαιώθηκε
τὸ σχέδιο τοῦ πλήθους ποὺ ριγοῦσε ἀπὸ ἐνθουσιασμό.
«Καὶ εὐθέως ἤνάγκασεν ὁ Ἰησοῦς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἐμβῆναι εἰς τὸ πλοῖον καὶ προάγειν
αὐτὸν εἰς τὸ πέραν, ἕως ου ἀπολύση τοὺς ὄχλους» (Ματθ. ἴδ' 22). Δὲν εἶναι περίεργο τὸ γεγονὸς ὅτι
ὁ Χριστὸς ἀνάγκασε τοὺς μαθητές Του νὰ μποῦν σὲ πλοῖο καὶ νὰ φύγουν πρὶν ἀπὸ τὸν ἴδιο; Γιατί
τὸ ἔκανε αὐτό; Πρῶτο, γι' αὐτὸ ποὺ εἶχε γίνει. Καὶ δεύτερο, γι' αὐτὸ ποὺ ἐπρόκειτο νὰ γίνει. Τοὺς
ἄφησε ν' ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ τὸ πλῆθος ὅσο πιὸ γρήγορα γινόταν, γιὰ νὰ συλλογιστοῦν καὶ νὰ
συζητήσουν μεταξύ τους τὸ μεγάλο θαῦμα τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν ἄρτων. Τοὺς ἄφησε νὰ
ταξιδέψουν μὲ τὸ πλοῖο, ὅπου ὁ Κύριος θὰ τοὺς ἐπισκεπτόταν σύντομα μ' ἕνα καινούργιο κι
ἀνήκουστο θαῦμα: θὰ τοὺς πλησίαζε περπατῶντας πάνω στὸ νερό, ὅπως περπατάει κανεὶς σὲ
στέρεο ἔδαφος. Ὁ Κύριος γνώριζε ἐκεῖνο ποὺ ἐπρόκειτο νὰ γίνει καὶ τί θὰ ἔκανε ὁ ἴδιος. Οἱ μαθητές
Του, ποῦ δὲν ἔβλεπαν τίποτα, ἔνιωσαν ἔκπληξη ποὺ ὁ Χριστὸς τοὺς ἔστειλε πρὶν ἀπ' Αὐτόν. Τὸν
ἄφησαν ὅμως μόνο Του μὲ τὸ πλῆθος, κατέβηκαν ἀπὸ τὸ ὄρος στὴ θάλασσα καὶ ξεκίνησαν τὸ
ταξίδι.

[63]
Ἕνας ἄλλος ἀναμφισβήτητος λόγος γιὰ τὴ σπουδὴ ποὺ ἔδειξε ὁ Κύριος νὰ προπέμψει τοὺς
μαθητές Του, νὰ τοὺς ἀπομακρύνει ἀπὸ τὰ πλήθη τῶν ἀνθρώπων, ἦταν ἐπειδὴ ὁ ἴδιος ἤθελε νὰ τοὺς
προφυλάξει ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων, ἀπὸ τὰ ἐγκώμιά τους καὶ τὴν
αὐτοεκτίμηση ποὺ θὰ ἔνιωθαν ἐπειδὴ ἦταν μαθητὲς τέτοιου Θαυματουργοῦ. Ἤθελε νὰ τοὺς διδάξει
πῶς πρέπει νὰ εἶναι ταπεινοί, γι' αὐτὸ καὶ τοὺς εἶχε πεῖ: «δότε αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν». Καὶ τώρα τοὺς
ἔδιωξε ἐπειδὴ ἤθελε νὰ τοὺς προφυλάξει ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια καὶ τὴν ὑψηλοφροσύνη, ἐπειδὴ
εἶχαν τέτοια σχέση μαζί Του, μὲ τὸ Διδάσκαλό τους. Καὶ τελικὰ ἤθελε μ' αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ τοὺς
κάνει νὰ γνωρίσουν τὴν ἀπεριόριστη ταπείνωσή Τοῦ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ: μετὰ ἀπὸ ἕνα τόσο
καταπληκτικὸ θαῦμα, ἀποσύρθηκε στὴν ἡσυχία γιὰ νὰ προσευχηθεῖ.
Οἱ μαθητές Του ἦταν ἐξοικειωμένοι μὲ τὴ συνήθειά Τοῦ ν' ἀποσύρεται συχνὰ στὴν ἔρημο γιὰ νὰ
προσευχηθεῖ. Ἐκείνη τὴν ἡμέρα ὅμως μήπως ἀποσύρθηκε σκόπιμα στὴν ἔρημο, γιὰ νὰ μείνει μόνος
Του, μετὰ τὴ φοβερὴ εἴδηση γιά το θάνατο τοῦ Ἰωάννη τοῦ Βαπτιστῆ; Ἄς ξεχάσουν οἱ μαθητὲς Τοῦ
γιὰ ποιό λόγο πῆγε στὴν ἔρημο: ἂς συνειδητοποιήσουν πῶς τὸ μεγάλο θαῦμα ποὺ τόσο ξαφνικὰ
ἔκανε, καθὼς καὶ ὅλοι οἱ ἔπαινοι κι ὁ θαυμασμὸς τῶν ἀνθρώπων, δὲν μποροῦσαν νὰ καταστρέψουν
τὴν ἐσωτερικὴ γαλήνη καὶ τὴν ταπείνωσή Τοῦ, οὔτε καὶ νὰ τὸν κάνουν ν' ἀλλάξει τὴν ἀπόφασή του
νὰ πάει στὴν ἔρημο γιὰ νὰ προσευχηθεῖ.
Ὁλόκληρο τὸ περιστατικὸ αὐτὸ τῆς διανομῆς τῶν ἄρτων καὶ τῶν ψαριῶν στοὺς ἀνθρώπους, ὁ
ἀριθμὸς τῶν ψαριῶν καὶ τῶν ἄρτων, καθὼς καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν κοφινιῶν μὲ τὰ περισσεύματα, ὅλα
μαζὶ ἔχουν κι ἕνα ἐσωτερικό, ἕνα βαθύτερο νόημα. Λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ θάνατό Τοῦ ὁ Κύριος ὀνόμασε
τὸν ἄρτο Σῶμα Του. Στὸ συγκεκριμένο περιστατικὸ εἶναι ἀλήθεια πῶς δὲ λέει κάτι τέτοιο μὲ λόγια,
τὸ κάνει ὅμως μὲ τὸν ἀριθμὸ τῶν ἄρτων. Οἱ πέντε ἄρτοι σημαίνουν τίς πέντε αἰσθήσεις κι οἱ πέντε
αἰσθήσεις ἀντιπροσωπεύουν ὅλο τὸ σῶμα. Τὸ ψάρι σημαίνει τὴ ζωή. Τοὺς πρῶτες αἰῶνες τῆς
χριστιανικῆς ζωῆς τὸ Χριστὸ τὸν ἀπεικόνιζαν μὲ τὴ μορφὴ ψαριοῦ. Τὸ σύμβολο αὐτὸ μπορεῖ νὰ τὸ
δεῖ ἀκόμα καὶ σήμερα κανεὶς στὶς ἀρχαῖες χριστιανικὲς κατακόμβες. Ἀπ' αὐτὴν τὴν ἄποψη, ὁ
Χριστὸς ἔδωσε τὸ σῶμα καὶ τὴ ζωή του στοὺς ἀνθρώπους γιὰ νὰ τραφοῦν. Καὶ γιατί ἦταν δύο τὰ
ψάρια; Ἐπειδὴ ὁ Κύριος ἔδωσε καὶ δίνει τὸν ἑαυτὸ Τοῦ θυσία τόσο ὅσο διάστημα κράτησε ἡ
ἐπίγεια διαδρομή Του, ὅσο καὶ στὴν Ἐκκλησία μετὰ τὴν Ἀνάστασή Τοῦ, ὡς τὴ σημερινὴ μέρα.
Ποιά σημασία ἔχει τὸ γεγονὸς ὅτι ἔκοψε μόνος τοῦ τοὺς ἄρτους; Αὐτὸ σημαίνει πῶς Ἐκεῖνος, μὲ
τὴν ἐλεύθερη βούλησή Τοῦ, παραδόθηκε νὰ θυσιαστεῖ γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Γιατί ἔδωσε
τὰ ψωμιὰ καὶ τὰ ψάρια στοὺς ἀποστόλους, γιὰ νὰ τὰ μοιράσουν αὐτοὶ μετὰ στὸ λαό; Ἐπειδὴ ἐκεῖνοι
ἦταν ποὺ ἔπρεπε νὰ μεταφέρουν τὸ Χριστὸ σ' ὁλόκληρο τὸν κόσμο καὶ νὰ τὸν δώσουν στοὺς
ἀνθρώπους καὶ τὰ ἔθνη ὡς τροφὴ ζωῆς. Τί σημαίνουν τὰ δώδεκα κοφίνια μὲ τὰ περισσεύματα τῶν
ἄρτων; Τὴν ἄφθονη καρποφορία τοῦ ἔργου τῶν ἀποστόλων. Κάθε θερισμὸς τῶν ἀποστόλων θὰ
εἶναι ἀσύγκριτα μεγαλύτερος ἀπό το σπόρο ποὺ ἔσπειραν, ὅπως κάθε καλάθι εἶχε περισσότερο
ψωμὶ ἀπὸ τοὺς ἄρτους ποὺ ἔφαγαν καὶ χόρτασαν οἱ πεινασμένοι ἄνθρωποι. (Τὸ περιστατικὸ τοῦ
θαύματος τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν ἄρτων ποὺ ἔγινε μὲ τὴ δύναμη τοῦ Χριστοῦ μνημονεύεται
κάθε φορὰ σὲ μιὰ ὡραία εὐχή, στὴν τελετὴ τῆς ἀρτοκλασίας: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεός, ὁ
εὐλογήσας τοὺς πέντε ἄρτους ἐν τη ἐρήμῳ καὶ ἐξ αὐτῶν πεντακισχιλίους ἄνδρας χορτάσας,
εὐλόγησον καὶ τοὺς ἄρτους τούτους, τὸν σίτον, τὸν οἶνον καὶ τὸ ἔλαιον καὶ τοὺς ἐξ αὐτῶν
μεταλαμβάνοντας πιστοὺς δούλους Σου ἁγίασον»).
Όλ' αὐτὰ τὰ μυστήρια ἔχουν μεγάλο βάθος, δυσθεώρητο. Ποιός τολμᾶ νὰ κοιτάξει τόσο βαθιά,
στὰ ἀπύθμενα βάθη τους; Ποιός θὰ τολμοῦσε στὴν πρόσκαιρη ζωή μας νὰ διεισδύσει στὰ βάθη
αὐτά; Ἴσως πληροφορηθοῦν ἀρκετὰ ἐκεῖνοι ποὺ τοὺς ἀρέσει νὰ διαβάζουν καὶ ν' ἀκοῦνε τὸ
εὐαγγέλιο. Οἱ ἄγγελοι ἀπολαμβάνουν μέχρι κορεσμοῦ τὴ γλυκύτητα τοῦ εὐαγγελίου. Ὅσο
περισσότερο τὸ διαβάζει ὁ ἄνθρωπος, τόσο περισσότερο τρέπεται σὲ σκέψεις πνευματικὲς καὶ σὲ
προσευχή. Ὅσο περισσότερο καθοδηγεῖ τὴ ζωή του σύμφωνα μ' αὐτό, τόσο ἡ ἀνάγνωση θ' ἀνοίγει
τὰ βάθη τῶν νοημάτων του καὶ θὰ τὸν ἱκανοποιεῖ μὲ τὸ ἄρωμά του. Γι' αὐτὸ πρέπει δόξα καὶ ὕμνος
στὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, μαζὶ μὲ τὸν ἄναρχο Πατέρα Του καὶ τὸ Πανάγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια
καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

[64]
(H ὀλιγοπιστία τοῦ Πέτρου)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
ιδ΄ 22 - 34
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἠνάγκασεν ὁ Ἰησοῦς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἐμβῆναι εἰς τὸ πλοῖον καὶ
προάγειν αὐτὸν εἰς τὸ πέραν, ἕως οὗ ἀπολύσῃ τοὺς ὄχλους. 23καὶ ἀπολύσας τοὺς ὄχλους ἀνέβη
εἰς τὸ ὄρος κατ' ἰδίαν προσεύξασθαι. ὀψίας δὲ γενομένης μόνος ἦν ἐκεῖ. 24τὸ δὲ πλοῖον ἤδη
μέσον τῆς θαλάσσης ἦν, βασανιζόμενον ὑπὸ τῶν κυμάτων· ἦν γὰρ ἐναντίος ὁ ἄνεμος. 25τετάρτῃ
δὲ φυλακῇ τῆς νυκτὸς ἀπῆλθε πρὸς αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς περιπατῶν ἐπὶ τῆς θαλάσσης. 26καὶ ἰδόντες
αὐτὸν οἱ δὲ μαθηταὶ ἐπὶ τὴν θάλασσαν περιπατοῦντα ἐταράχθησαν λέγοντες ὅτι φάντασμά ἐστι,
καὶ ἀπὸ τοῦ φόβου ἔκραξαν. 27εὐθέως δὲ ἐλάλησεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς λέγων· Θαρσεῖτε, ἐγώ εἰμι·
μὴ φοβεῖσθε. 28ἀποκριθεὶς δὲ αὐτῷ ὁ Πέτρος εἶπε· Κύριε, εἰ σὺ εἶ, κέλευσόν με πρὸς σὲ ἐλθεῖν ἐπὶ
τὰ ὕδατα· 29ὁ δὲ εἶπεν, Ἐλθέ. καὶ καταβὰς ἀπὸ τοῦ πλοίου ὁ Πέτρος περιεπάτησεν ἐπὶ τὰ ὕδατα
ἐλθεῖν πρὸς τὸν Ἰησοῦν. 30βλέπων δὲ τὸν ἄνεμον ἰσχυρὸν ἐφοβήθη, καὶ ἀρξάμενος
καταποντίζεσθαι ἔκραξε λέγων· Κύριε, σῶσόν με. 31εὐθέως δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐκτείνας τὴν χεῖρα
ἐπελάβετο αὐτοῦ καὶ λέγει αὐτῷ· Ὀλιγόπιστε! εἰς τί ἐδίστασας; 32καὶ ἐμβάντων αὐτῶν εἰς τὸ
πλοῖον ἐκόπασεν ὁ ἄνεμος. 33οἱ δὲ ἐν τῷ πλοίῳ ἐλθόντες προσεκύνησαν αὐτῷ λέγοντες· Ἀληθῶς
Θεοῦ υἱὸς εἶ. 34Καὶ διαπεράσαντες ἦλθον εἰς τὴν γῆν Γεννησαρέτ.

O Θεός μας εἶναι ὁ Νικητής. Ὅλες οἱ καλὲς νῖκες, μόνιμες ἢ πρόσκαιρες, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τοῦ
χρόνου ὼς τὸ τέλος τῆς ἱστορίας, ἀνήκουν σ' Ἐκεῖνον. Εἶναι νικητὴς ὅταν ἀποκαθιστᾶ τὴν τάξη,
μέσα στὴν ἀταξία ποὺ προκαλοῦν ἁμαρτωλοὶ ἄνθρωποι. Ὅταν οἱ χειρότεροι τῶν ἀνθρώπων
ἀνέρχονται στὴν πρώτη θέση καὶ οἱ καλλίτεροι πέφτουν στὴν τελευταία, Ἐκεῖνος ἀναποδογυρίζει
τὴν ἀταξία καὶ βάζει τὸν τελευταῖο πρῶτο καὶ τὸν πρῶτο τελευταῖο. Νικᾶ τὴν κακία καὶ τὰ
τεχνάσματα τῶν πονηρῶν πνευμάτων ποὺ μαίνονται ἐναντίον τῶν ἀνθρώπων καὶ τὰ διαλύει, ὅπως
σκορπίζει ὁ ἰσχυρὸς ἄνεμος μιὰ ἄσχημη δυσοσμία. Εἶναι νικητὴς σὲ κάθε ἔλλειψη: ὅπου ὑπάρχει
λίγο, τὸ αὐξάνει ὅπου δὲν ὑπάρχει τίποτα, δίνει μὲ αφθονία. Εἶναι νικητής στὴν ἀρρώστια καὶ στὰ
βάσανα. Λέει ἕνα μόνο λόγο κι ἡ ἀρρώστια μαζὶ μὲ τὰ βάσανα ἐξαφανίζονται. Οἱ τυφλοὶ βλέπουν,
οἱ κουφοὶ ἀκοῦνε, οἱ ἄλαλοι μιλᾶνε, οἱ παράλυτοι σηκώνονται καὶ περπατᾶνε, οἱ λεπροὶ
καθαρίζονται. Εἶναι νικητὴς τοῦ θανάτου· διατάζει κι ὁ θάνατος ἐλευθερώνει τὸ θῦμα ἀπὸ τὰ
σαγόνια του. Βασιλεύει στὸ βασίλειο τῶν οὐρανίων δυνάμεων - τῶν ἀγγέλων καὶ τῶν ἁγίων - ποῦ
δὲν ἔχει τέλος. Ἕνα βασίλειο ποῦ ἂν συγκριθοῦν μαζί του τὰ βασίλεια αὐτοῦ τοῦ κόσμου εἶναι
τόσο σκοτεινὰ καὶ περιορισμένα, ὅσο ἕνας τάφος. Διατάζει τὰ στοιχεῖα καὶ τὰ ὄντα αὐτοῦ τοῦ
κόσμου καὶ τίποτα δὲν μπορεῖ ν' ἀντισταθεῖ στὶς ἐντολές Του, χωρὶς τὸν κίνδυνο νὰ διαλυθεῖ καὶ ν'
ἀποσυντεθεί.
Ἡ μιὰ μέρα διαδέχεται τὴν ἄλλη. Ἡ μιὰ νίκη ἀκολουθεῖ τὴν ἄλλη. Ἡ ἱστορία αὐτοῦ τοῦ κόσμου
εἶναι μιὰ σειρὰ ἀπὸ νῖκες τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ ἀποκάλυψη τῆς ἀκαταμάχητης θεϊκῆς δύναμης. Ὁ Θεὸς
εἶναι ταπεινὸς σὰν ἀρνί. Μπροστὰ Τοῦ ὅμως τρέμουν ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ. "Ὅταν ὁ ἴδιος τὸ
ἐπιτρέπει νὰ ταπεινώνεται, τότε ἀποκαλύπτεται περισσότερο δυναμικὰ καὶ ἐμφατικὰ ἢ μεγαλοσύνη
Του. Ὅταν ἐπιτρέπει νὰ τὸν φτύνουν, τότε φανερώνει τὴ χυδαιότητα καὶ τὴν ἰταμότητα τῶν ἄλλων.
Ὅταν παραδίδεται στὴ σφαγή, τότε ἡ ζωή Του ἀκτινοβολεῖ.
Ὁ Θεὸς φανέρωσε τὸ φῶς Του μὲ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου. Αὐτὸ ὅμως δὲν ἦταν παρὰ μιὰ ἀμυδρὴ σκιὰ
τοῦ "Ἑαυτοῦ Του. Φανέρωσε τὴ δύναμή Του μέσα ἀπὸ τὸ ἀμέτρητα πύρινα σώματα στὸ σύμπαν,
τὴ σοφία Του μὲ τὴν εὐταξία τῆς δημιουργίας καὶ τὴ δημιουργία τῶν ὄντων ἀπὸ τὴ μιὰ ἄκρη τοῦ
σύμπαντος ὼς τὴν ἄλλη, τὸ κάλλος Τοῦ ἀπὸ τὸ κάλλος τῆς φύσης, τὸ ἔλεός Του ἀπὸ τὴν ἐπιμελῆ
[65]
συντήρηση ὅλων ὅσα ἔφτιαξε, τὴ ζωή Του μὲ τὴ ζωὴ ὅλων τῶν ὄντων. "Όλ' αὐτὰ δὲν εἶναι παρὰ
μιὰ χλωμὴ κι ἐφήμερη εἰκόνα ποὺ παραπέμπει σ' Ἐκεῖνον. Εἶναι ἁπλᾶ λέξεις πύρινες, χαραγμένες
μὲ πυκνὸ καπνό.
Όλ' αὐτὰ τὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ Θεοῦ ἀποκαλύφτηκαν μὲ τὴ μεγαλύτερη δυνατὴ λαμπρότητα
ποὺ ἄντεχε ὁ ἄνθρωπος. Κι ἀποκαλύφτηκαν μέσα ἀπὸ ἕναν ἄνθρωπο. Ὄχι μὲ τὸν ὁποιονδήποτε
ἄνθρωπο, ὄχι μὲ τὸ συνηθισμένο, τὸν πλασμένο ἄνθρωπο, ἀλλὰ μὲ τὸν ἄκτιστο, τὸν Κύριο Ἰησοῦ
Χριστό. "Ὅλα ἔγιναν μ' Ἐκεῖνον. Μαζὶ Τοῦ ἔλαμψε στὴ σάρκα τὸ φὼς καὶ ἡ δύναμη, ἡ σοφία καὶ
τὸ κάλλος, ἡ εὐσπλαχνία καὶ ἡ ζωή.
Τί σημαίνει ζωή, ἂν ὄχι νίκη στὸ σκοτάδι; Τί σημαίνει δύναμη, ἂν ὄχι νίκη στὴν ἀδυναμία; Τί
ἄλλο εἶναι ἡ σοφία, παρὰ νίκη στὴν ἀφροσύνη καὶ τὴν παράνοια; Τί εἶναι τὸ κάλλος, ἂν ὄχι νίκη
στὴν ἀσχήμια καὶ τὴν κτηνωδία; Δὲν εἶναι νίκη κατὰ τῆς κακίας, τῆς πονηρίας καὶ τοῦ φθόνου τὸ
ἔλεος; Ζωὴ δὲν εἶναι ἡ θεία νίκη κατὰ τοῦ θανάτου; Τί νομίζετε ἐσεῖς ποὺ ἀκολουθεῖτε τὸ Χριστό,
ποῦ βαφτιστήκατε στὸ ὄνομὰ Τοῦ; Δὲ φανέρωσε ὁ Χριστὸς ὅλες τίς νῖκες αὐτές, ποὺ κανένας
ἄλλος στὸν κόσμο δὲν εἶχε κατορθώσει νὰ κάνει; Δὲν αἰσθάνεστε καθημερινὰ πῶς ἀκολουθεῖτε τὸ
μέγιστο Νικητὴ ἀπὸ τὴ δημιουργία τοῦ χρόνου καὶ τοῦ κόσμου; Δὲ νιώθετε πῶς εἶστε βαφτισμένοι
στὸ ὄνομα Εκείνου ποὺ γνωρίζει καὶ μπορεῖ νὰ κάνει τὰ πάντα, ποὺ στολίζει μὲ τὸ κάλλος Του ὅλα
τὰ πλάσματα, ποὺ τὰ θωπεύει μὲ τὸ ἔλεὸς Τοῦ καὶ τὰ ζωογονεῖ μὲ τὴ ζωή Του; Ἄν δὲν τὰ νιώθετε
καὶ δὲν τὰ ζεῖτε όλ' αὐτά, τότε το ὅτι τὸν ἀκολουθεῖτε καὶ καλεῖστε μὲ τὸ ὄνομα Τοῦ, πολὺ λίγο θὰ
σᾶς βοηθήσει. Μόνο μὲ τὸν Κύριο Ἰησοῦ θὰ μπορέσετε, χωρὶς τὴν παραμικρὴ ἀμφιβολία ἢ τὸν
ἐλάχιστο δισταγμό, νὰ πιστέψετε στὴ νικηφόρα δύναμη τοῦ Θεοῦ πάνω σὲ κάθε πλάσμα, σὲ κάθε
στοιχεῖο τῆς φύσης καὶ σὲ κάθε κακία τοῦ κόσμου. Μόνο ὁ Κύριος Ἰησοῦς μπορεῖ νὰ σοῦ δώσει τὸ
θάρρος νὰ ζήσεις, τὸ θάρρος ν' ἀντιμετωπίσεις τὸ θάνατο. Μόνο Ἐκεῖνος μπορεῖ νὰ σοῦ δώσει
ἐλπίδα σὲ μιὰ ζωὴ καλλίτερη ἀπὸ τὴν πρόσκαιρη, ποὺ ὑπόκειται στὴ φθορά. Μόνο Ἐκεῖνος μπορεῖ
νὰ ἐμπνεύσει μέσα σου τὴν ἀγάπη γιὰ κάθε καλό. Γιατί Ἐκεῖνος εἶναι ἡ σαρκωμένη νίκη κατὰ τοῦ
κόσμου. «Θαρσεῖτε: ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον» (Ἰωάν. ἴστ' 33), εἶπε ὁ Χριστὸς στοὺς μαθητές Του
καὶ μέσῳ τῶν μαθητῶν Του σ' ὅλους ἐμᾶς. Δὲν πρέπει νὰ φοβόμαστε. Ὁ Κύριος καὶ Σωτῆρας μας
Ἰησοῦς Χριστὸς νίκησε τὸν κόσμο. Τὸ εὐαγγέλιο εἶναι τὸ βιβλίο ποὺ περιέχει τὴ νίκη Του, ἡ
μαρτυρία τῆς παντοδυναμίας Του. Ἡ ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας ὼς τίς μέρες μας κι ὼς τὴ συντέλεια
τοῦ κόσμου, εἶναι ἕνα ἀκόμα βιβλίο μὲ λεπτομέρειες ἀπὸ τίς νῖκες Του. "Ὅποιος τὸ ἀμφισβητεῖ
αὐτό, θὰ στερηθεῖ τοὺς καρποὺς τῶν νικῶν Του. Ἄς προσεγγίσουμε τὴν ἑρμηνεία τοῦ σημερινοῦ
εὐαγγελίου λοιπὸν χωρὶς ἀμφιβολία, χωρὶς σκιές, γιατί περιγράφει μιὰ καταπληκτικὴ νίκη τοῦ
Χριστοῦ κατὰ τῆς φύσης.
«Καὶ εὐθέως ἤνάγκασεν ὁ Ἰησοῦς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἐμβῆναι εἰς τὸ πλοῖον καὶ προάγειν
αὐτὸν εἰς τὸ πέραν, ἕως oὺ ἀπολύση τοὺς ὄχλους» (Ματθ. ἴδ ́ 22). Αὐτὸ ἔγινε ἀμέσως μετὰ τὸ
μεγάλο θαῦμα τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν ἄρτων, τότε ποὺ ὁ Κύριος τάϊσε πέντε χιλιάδες ἄντρες,
χώρια ἀπὸ τίς γυναῖκες καὶ τὰ παιδιά, μὲ πέντε ἄρτους καὶ δυὸ ψάρια, καὶ περίσσεψαν ἀκόμα
δώδεκα κοφίνια ψωμί. Ὁ Κύριος προγνώρισε τότε καὶ προετοίμασε ἕνα ἄλλο μεγάλο θαῦμα, ποὺ
οὔτε κἄν τὸ φαντάζονταν οἱ μαθητές Του. Τὸ πρῶτο στάδιο τῆς προετοιμασίας ἦταν νὰ βάλει τοὺς
μαθητὲς Τοῦ νὰ πάρουν ἕνα πλοῖο καὶ νὰ περάσουν στὴν ἀντίπερα ὄχθη. Τὸ δεύτερο στάδιο ἦταν ν'
ἀπολύσει τοὺς ὄχλους καὶ τὸ τρίτο, ἦταν ν' ἀνεβεῖ ψηλότερα στὸ βουνὸ γιὰ νὰ προσευχηθεῖ κατὰ
μόνας.
«Καὶ ἀπολύσας τοὺς ὄχλους ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος κατ' ἰδίαν προσεύξασθαι. ὀψίας δὲ γενομένης
μόνος ἢν ἐκεῖ» (Ματθ. ἴδ ́ 23). Ἡ μόνωσή Τοῦ ἐπαναλαμβάνεται μὲ τίς λέξεις «μόνος» καὶ «κατ'
ἰδίαν», γιὰ νὰ δώσει ἔμφαση στὸ ὅτι ὁ Κύριος ἐπιδίωκε τὴν ἐρημιά, ὅπου καὶ παρέμεινε ἀφοῦ
πρῶτα ἔδιωξε τοὺς ὄχλους. Ὅρος, μόνωση, σκοτάδι. Σὲ τέτοιες συνθῆκες ὁ ἄνθρωπος νιώθει νὰ
βρίσκεται πιὸ κοντὰ στὸ Θεό. Καὶ τότε ἡ προσευχὴ εἶναι γλυκύτατη. Ὅλα ὅσα ἔκανε ὁ Κύριος
Ἰησοῦς, ἦταν γιὰ δική μας διδαχή, γιὰ τὴ σωτηρία μας. Δὲν ἦρθε στὴ γῆ γιὰ νὰ μᾶς διδάξει μόνο μὲ
τὰ λόγια Του, ἀλλὰ μὲ πράξεις, μὲ γεγονότα καὶ μὲ κάθε ἔργο καὶ κίνηση ποὺ ἔκανε. Ἀνέβηκε
ψηλότερα στὸ βουνὸ ἐπειδὴ ἐκεῖ εἶχε περισσότερη ἡσυχία. Ἔμεινε μόνος Του, ἐπειδὴ ἡ μόνωση

[66]
ὑποδηλώνει χωρισμὸ ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτόν. Προσευχήθηκε μέσα στὴ νύχτα, γιατί το σκοτάδι εἶναι
κάτι σὰν πέπλο στὰ μάτια. Καὶ τὰ μάτια εἶναι ποὺ ἐμποδίζουν τὸ νοῦ νὰ συγκεντρωθεῖ, καθὼς
τρέχουν ἀπὸ τὸ ἕνα ἀντικείμενο στὸ ἄλλο.
Ἡ προσευχὴ τοῦ Χριστοῦ στὸ ὄρος ἔχει κι ἕνα ἄλλο, βαθύτερο νόημα. «Ἀπόλυση» τῶν ὄχλων,
ἄνοδος στὸ ὄρος, μόνωση, σκοτάδι. Τί σημαίνουν όλ' αὐτά; Ἢ ἀπόλυση τῶν ὄχλων σημαίνει ὅτι
ἄφησε κατὰ μέρος ὅλα ἐκεῖνα ποὺ μᾶς παρουσιάζει ὁ κόσμος, ὅλες τίς μνῆμες ποὺ μᾶς δένουν μὲ
τὸν κόσμο καὶ μᾶς ἐνοχλοῦν. "Ἔτσι, ἄδειοι κι ἐλεύθεροι ἀπὸ τὸν κόσμο, μποροῦμε νὰ σταθοῦμε
στὴν προσευχὴ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.
Τί σημαίνει ἡ ἄνοδος στὸ ὅρος; Τὴν ἀνύψωση τῆς καρδιᾶς καὶ τοῦ νοῦ στὰ ὕψη τοῦ Θεοῦ, στὴν
παρουσία Του, στὴ συντροφιά Του. Ἐκεῖνος ποὺ συμφύρεται μὲ τὸν κόσμο καὶ τίς πολλές του
μέριμνες, δὲν μπορεῖ ν' ἀνεβεῖ ταυτόχρονα στὰ ὕψη ἐκεῖνα, ὅπου ὁ ἄνθρωπος νιώθει μόνος μὲ τὸ
Δημιουργό Του.
Τί σημαίνει ἡ μόνωσης Τὴ γύμνωση τῆς ψυχῆς. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸν
κόσμο, νιώθει μιὰ ἀπέραντη καὶ φοβερὴ μοναξιά. Ἐκεῖνοι ποὺ ἡ ἀπογοήτευση γιὰ τὸν κόσμο τοὺς
φέρνει σ' αὐτὴν τὴν τρομερὴ ἐρημία, ἂν δὲν κατορθώσουν νὰ φτάσουν στὰ ὕψη, ἐκεῖ ὅπου ὁ
ἄνθρωπος συναντᾶ το Θεό, τότε αὐτοκτονοῦν.
Τί σημαίνει σκοτάδι; Τὴν ὁλικὴ ἀπουσία τοῦ φωτὸς σ' αὐτὸν τὸν κόσμο. Στὸν προσευχόμενο
ἐρημίτη ὁ κόσμος αὐτὸς εἶναι καλυμμένος μὲ πυκνὸ σκοτάδι, ὅπου τὸ οὐράνιο φὼς ἀνατέλλει
σταδιακὰ καὶ φωτίζει ἕνα νέο κόσμο, ἀέναα λαμπερὸ καὶ καλλίτερο.
Αὐτὰ εἶναι τὰ τέσσερα στάδια τῆς προσευχῆς καὶ τὸ βαθύτερο νόημά τους. Στὴν περίπτωση τοῦ
Χριστοῦ τὰ τέσσερα αὐτὰ στάδια ἀπεικονίστηκαν μὲ τὴν ἀπόλυση τῶν ὄχλων, τὴν ἄνοδο στὸ ὄρος,
τὴ μόνωση καὶ τὸ σκοτάδι.
Ἢ προσευχὴ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ στὴν ἡσυχία τῆς ἐρήμου εἶναι διδακτικὴ γιά μας καὶ γιὰ τὴ
συνάφειά της: μὲ ὅ,τι ἔγινε πρὶν ἀπ' αὐτὴν καὶ μὲ τὸ ὅ,τι θὰ γινόταν στὴ συνέχεια. Προτοῦ
ἀποσυρθεῖ γιὰ νὰ προσευχηθεῖ, ὁ Κύριος εἶχε κάνει τὸ ἀνήκουστο θαῦμα τοῦ πολλαπλασιασμοῦ
τῶν ἄρτων. Μετὰ περπάτησε στὴ μέση τῆς λίμνης, ὅπως περπατάει κανεὶς στὴ στεριά. Μ' ὅλο ποῦ
καὶ τὰ δύο αὐτὰ θαύματα τὰ ἔκανε μὲ τὴ θεϊκὴ δύναμη ποὺ εἶχε προαιώνια καὶ ποῦ δὲν τὸν
ἐγκατέλειψε οὔτε κατὰ τὴν ἔνσαρκη διαδρομή Του στὴ γῆ, προσευχόταν μέ το λαὸ στὴ συναγωγή,
ἀλλὰ καὶ μόνος του στὴν ἔρημο. Σὲ μᾶς εἶναι πάρα πολὺ δύσκολο νὰ κατανοήσουμε αὐτὴ τὴ
μυστική, προσωπικὴ καὶ ἐνστικτώδη κίνηση γιὰ προσευχὴ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Μὲ τίς προσευχὲς
αὐτὲς ὁ Μονογενὴς Υἱὸς τοῦ προαιώνιου Θεοῦ σίγουρα συνέχιζε καὶ μαρτυροῦσε ἐδῶ στὴ γῆ τὴν
ἀδιάρρηκτη ἑνότητά Του με τον Πατέρα Του καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.
Ἡ προσευχὴ ποὺ ἔκανε ὁ Χριστὸς κατὰ μόνας στὸ ὄρος μας παρέχει κι ἄλλη καθαρὴ διδαχή. Τὰ
καλὰ ἔργα πρέπει νὰ προηγοῦνται τῆς προσευχῆς. Καὶ τότε ἡ προσευχὴ βοηθᾶ τὰ καλὰ ἔργα.
Πρέπει πρῶτα νὰ δοκιμάζουμε τὴν πίστη μας μὲ καλὰ ἔργα κι ἔπειτα νὰ τὴν ὁμολογήσουμε μὲ
λόγια. Ἡ προσευχὴ ὅμως ἀξίζει μόνο ὅταν προσευχόμαστε στὸ Θεὸ καὶ τὸν ἱκετεύουμε νὰ μᾶς
βοηθήσει, προκειμένου νὰ κάνουμε ἕνα καλὸ ἔργο. Νὰ κάνουμε προσευχὴ στὸ Θεὸ γιὰ νὰ μᾶς
βοηθήσει νὰ κάνουμε ἕνα πονηρὸ ἔργο δὲν εἶναι μόνο ἀνόητο, ἀλλὰ στὴν οὐσία εἶναι βλασφημία.
Τὸ νὰ κάνεις τὸ κακὸ μὲ προσευχή, εἶναι σὰ νὰ σπέρνεις καλαμπόκι καὶ νὰ ζητᾶς ἀπὸ τὸ Θεὸ νὰ
φυτρώσει σιτάρι. Μετὰ ἀπὸ κάθε καλὴ πράξη πρέπει νὰ καταφύγουμε στὴν προσευχὴ καὶ νὰ
εὐχαριστήσουμε τὸ Θεὸ ποὺ μᾶς ἀξίωσε νὰ κάνουμε ἕνα καλὸ ἔργο. Καὶ πρὶν ἀπὸ τὸ καλὸ ἔργο
ὅμως πρέπει νὰ προσευχόμαστε καὶ νὰ ζητᾶμε τη χάρη τοῦ Θεοῦ, τὴ βοήθεια καὶ τὴ συγκατάθεσή
Του, ὥστε τὸ καλὸ ἔργο ποὺ βρίσκεται μπροστά μας νὰ γίνει μὲ θεάρεστο τρόπο, τέλειο.
Κοντολογίς, κάθε καλὸ ποὺ ἔχουμε ἢ κάνουμε, ποὺ ἀκοῦμε ἢ διαβάζουμε - ἀκόμα καὶ τὸ
παραμικρό, χωρὶς ἐξαίρεση - πρέπει ν' ἀποδίδεται στὸ Θεό, ὄχι σε μᾶς. Τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ δύναμή
μας, ἡ εὐφυΐα μας, ἡ δικαιοσύνη μας. Μπροστὰ στὸν Κύριο ἐμεῖς εἴμαστε τίποτα. Ὅταν μετὰ ἀπὸ
τόσο μεγάλα θαύματα ὁ Κύριος Ἰησοῦς δείχνει στὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τὴν ταπείνωση,

[67]
τὴν πραότητα καὶ τὴν ὑπακοή Του, ἐνῶ εἶναι ἴσος μαζί τους στὴν οὐσία καὶ στὴν αἰωνιότητα, τότε
πῶς ἐμεῖς δὲν πρέπει νὰ δείχνουμε ταπείνωση, πραότητα καὶ ὑπακοὴ στὸ Δημιουργό μας, ποὺ μᾶς
ἔπλασε «ἐκ τοῦ μηδενός», ποὺ χωρὶς τὴ βοήθειά Τοῦ ὄχι μόνο δὲ θὰ κάναμε καλὰ ἔργα, μὰ δὲ θὰ
ὑπήρχαμε οὔτε γιὰ μιᾷ στιγμῇ;
«Τὸ δὲ πλοῖο μέσον τῆς θαλάσσης ἤν, βασανιζόμενον ὑπὸ τῶν κυμάτων ἢν γὰρ ἐναντίος ὁ
ἄνεμος τετάρτη δὲ φυλακὴ τῆς νυκτὸς ἀπῆλθε πρὸς αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς περιπατῶν ἐπὶ τῆς θαλάσσης»
(Ματθ. ἴδ' 24, 25). Ὅταν οἱ μαθητὲς ξεκίνησαν μὲ τὸ πλοῖο τὸ βράδυ, ἡ θάλασσα ἦταν ἤρεμη.
Ὅταν ἄλλαξε ἡ φορὰ τῶν ἀνέμων ὅμως, τὰ κύματα ἔγιναν τεράστια, ὅπως συνήθως γίνεται στὴ
λίμνη αὐτή, τὸ πλοῖο ἄρχισε νὰ κλυδωνίζεται κι οἱ μαθητὲς φοβήθηκαν. Ὁ Κύριος τὰ προγνώριζε
όλ' αὐτά. Ἄφησε σκόπιμα ὅμως τοὺς μαθητές Του νὰ ἐκτεθοῦν στὸν κίνδυνο, ὥστε νὰ νιώσουν
πόσο ἀβοήθητοι κι ἀδύναμοι ἦταν χωρὶς Ἐκεῖνον καὶ νὰ στερεωθοῦν στὴν πίστη τους, νὰ θυμηθοῦν
μιὰ προηγούμενη καταιγίδα στὴ θάλασσα, ὅταν ὁ Κύριος βρισκόταν μαζί τους κι ἐκεῖνοι τὸν
ξύπνησαν ἔντρομοι, φωνάζοντας: «Κύριε, σῶσον ἡμᾶς, ἀπολλύμεθα» (Ματθ. ἡ 25). Θὰ εὔχονταν
καὶ τώρα νὰ ἦταν μαζί τους. Τὸ "κανε αὐτὸ γιὰ νὰ νιώσουν καὶ νὰ γνωρίσουν προκαταβολικὰ τὴν
ἀλήθεια τῶν ἁγίων Του λόγων, ποὺ τοὺς εἶπε λίγο προτοῦ χωριστεῖ ἀπ' αὐτούς: «Χωρὶς ἔμου οὐ
δύνασθε ποιεῖν οὐδέν» (Ἰωάν. ἰε' 5).
Τότε ποὺ εἶχε γίνει ἡ προηγούμενη καταιγίδα οἱ μαθητὲς εἶχαν ἐκτεθεῖ σὲ μικρότερο κίνδυνο, ἡ
πίστη τους δοκιμάστηκε λιγότερο, γιατί τότε ὁ Χριστὸς ἦταν μαζί τους στὸ πλοῖο, ἂν καὶ κοιμόταν.
Τώρα, σ' αὐτὴ τὴ δεύτερη καταιγίδα, ἡ κατάσταση ἦταν χειρότερη κι ἡ πίστη τους δοκιμάστηκε
περισσότερο. Ὁ ἴδιος ἔλειπε μακριὰ τοὺς πάνω στὸ βουνό, στὴν ἔρημο. Πῶς νὰ τὸν φωνάξουν, νὰ
τὸν ἐπικαλεστοῦν γιὰ νὰ τοὺς ἀκούσει; Πῶς μποροῦσαν νὰ τὸν πληροφορήσουν γιὰ τὴ συμφορά
τους; Πῶς μποροῦσαν νὰ τοῦ στείλουν ἕνα μήνυμα, νά του ποῦν, «Κύριε, σῶσον ἡμᾶς,
ἀπολλύμεθα»; Δὲν ὑπάρχει κανένας τρόπος. Οἱ μαθητὲς τὸ βλέπουν πιά, πῶς τοὺς ἀπειλεῖ ναυάγιο.
Λὲς κι ἦταν δυνατὸ νὰ καταστραφεῖ κάποιος ἄνθρωπος, ὅταν τηρεῖ τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ! Ἀλήθεια,
τί ὑπέροχη διδαχὴ εἶναι αὐτὴ γιὰ τοὺς πιστούς, ὥστε νὰ μὴν ἀπελπίζονται ὅταν βαδίζουν στὸ δρόμο
ὅπου τοὺς ἔταξε ὁ Θεὸς νὰ πιστέψουν πῶς Ἐκεῖνος ποὺ τοὺς ἔστειλε στὸ δρόμο τοὺς φροντίζει γι'
αὐτούς, γνωρίζει τοὺς κινδύνους ποὺ θὰ συναντήσουν. Ὁ Θεὸς ὅμως δὲ σπεύδει στὴ βοήθειά Του.
Δοκιμάζει τὴν πίστη τοῦ δίκαιου ἀνθρώπου, ὅπως δοκιμάζεται κι ὁ χρυσὸς στὸ χωνευτήρι.
Ὅταν οἱ μαθητὲς ἔφτασαν στὸ ἔσχατο σημεῖο τῆς ἀπόγνωσης, ξαφνικὰ ἐμφανίστηκε μπροστά
τους o Χριστός, περπατῶντας πάνω στὰ νερά. Αὐτὸ ἔγινε «τετάρτη φυλακὴ τῆς νυκτός». Οἱ
Ἰουδαῖοι, ὅπως κι οἱ κυβερνῆτες τους, οἱ Ρωμαῖοι, εἶχαν χωρίσει τὴ νύχτα σὲ τέσσερις φυλακές, ποὺ
ἡ καθεμιὰ τοὺς διαρκοῦσε τρεὶς ὧρες. Ὁ Κύριος ἐμφανίστηκε στοὺς μαθητές Του τὴν τέταρτη
φυλακὴ τῆς νύχτας, δηλαδὴ λίγο προτοῦ χαράξει.
«Καὶ ἰδόντες αὐτὸν οἱ μαθηται ἐπὶ τὴν θάλασσαν περιπατοῦντα ἐταράχθησαν λέγοντες ὅτι
φάντασμα ἔστι, καὶ ἀπὸ τοῦ φόβου ἔκραξαν» (Ματθ. ἴδ ́ 26). Θὰ πρέπει ἢ νὰ ‘χὲ ἀρχίσει νὰ
ψιλοχαράζει ἢ νὰ εἶχε φεγγάρι ἢ ὁ Κύριος νὰ ἔλαμπε μὲ τὸ Θαβώρειο φώς Του, δὲ γνωρίζουμε.
Αὐτὸ ποὺ εἶναι γνωστὸ εἶναι πῶς οἱ μαθητές Του τὸν εἶδαν, ἦταν ὁρατός. Ὅταν τὸν εἶδαν στὴ
θάλασσα, ἔνιωσαν ἀπερίγραπτο φόβο. Κι ὁ νέος αὐτὸς φόβος ἦταν μεγαλύτερος ἀπό το φόβο τῆς
καταιγίδας καὶ τοῦ ναυαγίου ποὺ τοὺς ἀπειλοῦσε. Δὲν ἤξεραν πῶς ὁ Κύριός τους εἶχε τέτοια
δύναμη, τέτοια ἐξουσία στὴ φύση. Ώς τότε δὲν τὴν εἶχε φανερώσει. Τὸν εἶχαν δεῖ μόνο νὰ διατάζει
τὴ θάλασσα καὶ τοὺς ἀνέμους. Δὲν ἤξεραν ὅμως πῶς μποροῦσε νὰ περπατάει πάνω στὸ νερό, ὅπως
περπατᾶμε σὲ στέρεο ἔδαφος. Θὰ ἔπρεπε βέβαια νὰ τὸ εἶχαν συμπεράνει αὐτὸ ἀπὸ τὰ προηγούμενα
θαύματά Του. Ἐκεῖνος ποὺ μπορεῖ νά διατάζει τὴ θάλασσα νὰ γαληνεύει καὶ τοὺς ἀνέμους νὰ
ἤρεμούν, σίγουρα θὰ μποροῦσε νὰ περπατήσει καὶ πάνω στὸ νερό. Οἱ μαθητὲς ὅμως δὲν εἶχαν
φτάσει ἀκόμα σὲ τέτοια πνευματικὴ ὡριμότητα. Ἡ πίστη τους ἦταν ἀκόμα ἀδύναμη. Κι ὁ Χριστὸς
ἔκανε τὸ θαῦμα αὐτὸ γιὰ νὰ τὴ δυναμώσει.
Φάντασμά ἔστι, κραύγασαν οἱ μαθητές Του καὶ ἀπὸ τοῦ φόβου ἔκραξαν. Σκέφτηκαν πῶς θὰ
ἦταν φάντασμα ἢ κι ὁ ἴδιος ὁ σατανᾶς στὴ μορφὴ τοῦ Διδασκάλου τους. Ἤξεραν, εἶχαν δεῖ το

[68]
Δάσκαλό τους νὰ παλεύει μὲ τὸ σατανᾶ καὶ τίς ὀρδές του στὸν κόσμο. Καὶ τώρα ὁ σατανᾶς εἶχε
ἁρπάξει τὴν εὐκαιρία νὰ τοὺς ἐξολοθρεύσει. Οἱ φίλοι Του τὴ στιγμὴ ἐκείνη εἶχαν ἐκτεθεῖ στὸν
ἔσχατο κίνδυνο. Τί περισσότερο θὰ μποροῦσε νὰ τοὺς συμβεῖ; Σίγουρα ὅλα ὅσα συμβαίνουν καὶ
σήμερα στοὺς λιπόψυχους ποὺ βρίσκονται σὲ κίνδυνο, ἐνῶ βαδίζουν το δρόμο τοῦ Θεοῦ.
Ἔτσι ἐνεργεῖ ὁ Θεὸς σ' ἐκείνους ποὺ ἀγαπᾶ. «Ὄν γὰρ ἀγαπᾶ Κύριος παιδεύει, μαστιγοι δὲ πάντα
υἱὸν ὄν παραδέχεται» (Ἐβρ. ἴβ' 6). Καὶ σὰν τελευταῖο ἀπὸ τὰ βάσανα, στέλνει τὸ μεγαλύτερο, ὅπως
λέει ὁ σοφὸς ἱερὸς Χρυσόστομος. Ὁ Χριστὸς ὑπόφερε σ' ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς Του κι
ὅταν ἔφτασε στὸ τέλος, στὴν ὥρα τῆς νίκης, ὑπόφερε τὸ μεγαλύτερο βάσανο. Σταυρώθηκε κι
ἐνταφιάστηκε στὴ γῆ. Τὸ μεγαλύτερο αὐτὸ μαρτύριο ὅμως σύντομα ξεπεράστηκε καὶ μετὰ ἀπ' αὐτὸ
χάραξε ἡ καινούργια μέρα, ἡ μέρα τῆς νίκης μὲ τὴν Ἀνάστασή Του.
Τέτοια μαρτύρια πέρασαν πολλοὶ ἀπὸ τοὺς μάρτυρες ἀργότερα γιὰ τὴν πίστη τους. Στὴν ἀρχὴ τὰ
μαρτύριά τους ἦταν μικρὰ μὰ σιγὰ σιγὰ γίνονταν μεγαλύτερα, γιγάντωναν, ὥσπου μπροστὰ στὸν
ἴδιο τὸ θάνατο, ἀντιμετώπιζαν τὰ μεγαλύτερα μαρτύρια, τοὺς χειρότερους πειρασμούς.
Παραθέτουμε ἕνα περιστατικὸ ἀπό τα χιλιάδες ποὺ ἔγιναν:
Οἱ εἰδωλολάτρες βασάνιζαν τὴν ἁγία Μαρίνα μὲ φοβεροὺς καὶ τρομεροὺς τρόπους, μὲ ὅλο καὶ
σκληρότερα βασανιστήρια. Στὸ τέλος τὴν ἔδεσαν γυμνὴ σ' ἕνα δέντρο κι ἄρχισαν νὰ τὴν γδέρνουν.
Οἱ πληγές της ἦταν φοβερές. Τὸ αἷμα της ἔτρεχε κι ἄρχισαν νὰ φαίνονται τὰ κόκκαλά της. Δὲν ἦταν
αὐτὸ τὸ χειρότερο μαρτύριο; "Ὄχι, ἔπρεπε νὰ ὑποστεῖ κι ἄλλο, μεγαλύτερο, ἡ ἁγία τοῦ Θεοῦ. Τὸ
βράδυ τὴν ἔρριξαν ἔτσι, πληγωμένη ὅπως ἦταν, στὴ φυλακή. Στὸ σκοτάδι τῆς νύχτας μέσα στὴ
φυλακὴ τὴν ἐπισκέφτηκε ἕνα φοβερὸ φάντασμα: ἕνα πονηρὸ πνεῦμα μὲ τὴ μορφὴ ἑνὸς τεράστιου
φιδιοῦ. Στὴν ἀρχὴ τὸ φίδι ἄρχισε νὰ στριφογυρίζει γύρω ἀπὸ τὴν ἁγία, μετὰ κουλουριάστηκε
γύρῳ,γύρω της καὶ ἅρπαξε τὸ κεφάλι της μέσα στὰ φοβερὰ σαγόνια του. Αὐτὸ ὅμως δὲν κράτησε
πολύ. Ὁ Θεὸς δὲν ἀφήνει ποτὲ τοὺς πιστοὺς δούλους Του νὰ ὑποστοῦν πειρασμοὺς μεγαλύτερους
ἀπ' ὅσο μποροῦν ν' ἀντέξουν. Ἀμέσως μετὰ ἀπ' αὐτὸ ἡ Μαρίνα φώναξε δυνατὰ στὸ Θεὸ μ' ὅλη της
τὴν καρδιὰ κι ἔκανε τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ μέσα της. Καὶ τότε τὸ φίδι ἐξαφανίστηκε καὶ μπροστά
της ἄνοιξε ὁ οὐρανός. Ἡ Μαρίνα εἶδε μέσα σ' ἕνα ἐξαίσιο φώς το σταυρό, ποὺ στὴν κορυφή του
ἔστεκε ἕνα λευκὸ περιστέρι, κι ἄκουσε τὰ λόγια: «Χαῖρε, Μαρίνα, λογικὸ περιστέρι τοῦ Χριστοῦ,
γιατί νίκησες τὸν παγκάκιστο ἐχθρό».
Κάτι παρόμοιο ἔγινε μὲ τοὺς μαθητὲς τοῦ Χριστου. Μετὰ τὸ μεγάλο φόβο τῆς θαλάσσιας
καταιγίδας, ἀντιμετώπισαν ἕνα μεγαλύτερο φόβος μπροστά τους νόμισαν πῶς εἶδαν ἕνα φάντασμα.
Βέβαια δὲν ἦταν φάντασμα, ἀλλὰ μιὰ σωτήρια καὶ ὑπέροχη πραγματικότητα. Δὲν ἦταν ὄνειρο,
ἀλλὰ ἕνα ὅραμα. Δὲν ἦταν κάποιος ἄλλος μὲ τὴ μορφὴ τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ ὁ ἴδιος ὁ Χριστός.
«Εὐθέως δὲ ἐλάλησεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς λέγων: θαρσεῖτε, ἐγὼ εἶμι: μὴ φοβεῖσθε» (Ματθ. ἴδ' 27).
Ὁ Κύριος ποτὲ δὲν ἀφήνει γιὰ πολὺ μόνους τοὺς δικούς Του στοὺς μεγάλους πειρασμούς. "Ἤξερε
πῶς τοὺς διέτρεχε φόβος, πῶς ἦταν ἔντρομοι, ἐπειδὴ νόμιζαν πῶς ἔβλεπαν φάντασμα. "Ἔτσι
ἔσπευσε νὰ τοὺς λυτρώσει ἀπό το φόβο. Εὐθέως τοὺς εἶπε: θαρσεῖτε! Τοὺς ἔδωσε ἀμέσως θάρρος,
κατὰ κάποιο τρόπο τοὺς ξανὰ δωσε τὴν ἀνάσα τῆς ζωῆς, ποὺ τοὺς εἶχε κόψει ὁ φόβος. Θαρσεῖτε,
ἐγὼ εἶμι: μὴ φοβεῖσθε. Τί ὑπέροχη φωνή! Τί ζωηφόρα λόγια! Στὴ φωνὴ αὐτὴ οἱ δαίμονες φεύγουν,
οἱ ἀρρώστιες ὑποχωροῦν, οἱ νεκροὶ ἐγείρονται. Ἀπὸ τὴ φωνὴ αὐτὴ ἀπόκτησαν ὕπαρξη ὁ οὐρανὸς
καὶ ἡ γῆ, ὁ ἥλιος καὶ τὰ ἄστρα, ἄγγελοι καὶ ἄνθρωποι. Ἡ φωνὴ αὐτὴ εἶναι πηγὴ κάθε ἀγαθοῦ, ζωῆς,
ὑγείας, σοφίας κι εὐφροσύνης.
Θαρσεῖτε, ἐγὼ εἶμι! Δὲν μπορεῖ ὁ καθένας ν' ἀκούσει τὴ φωνὴ αὐτή. Τὴν ἀκοῦνε μόνο οἱ ὅσιοι
κι οἱ δίκαιοι, ποῦ ὑπομένουν γιὰ τὸ Χριστό. Δὲν ἀκούει τὴ φωνὴ τοῦ Χριστοῦ ὅποιος γενικὰ
ὑποφέρει. Πῶς νὰ τὸν ἀκούσουν ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ ὑποφέρουν γιὰ τίς ἁμαρτίες καὶ τίς ἀδικίες τους;
Θὰ τὸν ἀκούσουν ἐκεῖνοι μόνο ποὺ ὑποφέρουν γιὰ τὴν πίστη τους σ' Αὐτὸν (βλ. Πέτρ. δ' 13-16).
Τώρα μέσα στὴ θάλασσα οἱ μαθητὲς ὑπόφεραν γιά τὴν πίστη τους στὸ Χριστό. Ἢ μᾶλλον θὰ
λέγαμε πῶς ὑπόφεραν γιὰ νὰ ἐπιβεβαιωθεῖ περισσότερο ἡ πίστη τους στὸ Χριστό.

[69]
«Ἀποκριθεὶς δὲ αὐτῷ ὁ Πέτρος εἶπε: Κύριε, εἰ σὺ εἴ, κέλευσόν μὲ πρὸς σὲ ἐλθεῖν ἐπὶ τὰ ὕδατα»
(Ματθ. ἴδ' 28). Τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Πέτρου ἐκφράζουν τόσο χαρὰ ὅσο καὶ ἀμφιβολία. Κύριε,
ἀναφωνεῖ ἢ χαρούμενη καρδιὰ τοῦ: εἴ σὺ εἴ, λέει τώρα ἡ ἀμφιβολία. Ἀργότερα ποὺ ὁ Πέτρος εἶχε
στερεωθεῖ πιὰ στὴν πίστη του, δὲ θὰ μιλοῦσε ἔτσι. Ὅταν ὁ ἀναστημένος Κύριος ἐμφανίστηκε στὴν
ἀκτὴ τῆς ἴδιας λίμνης τῆς Γεννησαρὲτ κι ὁ Πέτρος ἄκουσε τὴ φωνὴ τοῦ Ἰωάννη νὰ λέει πῶς ὁ
Κύριός ἔστι, ὁ Πέτρος τὸν ἐπενδύτην διεζώσατο και ἔβαλεν ἑαυτὸν εἰς τὴν θάλασσαν (Ἰωάν. κά' 7).
Τότε δὲν ἀμφέβαλε καθόλου πῶς ἦταν ὁ Κύριος, οὔτε καὶ φοβήθηκε νὰ πέσει στὴ θάλασσα. Τώρα
ὅμως ἦταν ἀκόμα πνευματικὰ δόκιμος, λιπόψυχος, γι' αὐτὸ καὶ εἶπε: Κύριε, εἰ σὺ εἴ, κέλευσόν μὲ
πρὸς σὲ ἐλθεῖν ἐπὶ τὰ ὕδατα.
«Ὁ δὲ εἶπεν, ἐλθέ. καὶ καταβὰς ἀπὸ τοῦ πλοίου ὁ Πέτρος περιεπάτησεν ἐπὶ τὰ ὕδατα ἐλθεῖν πρὸς
τὸν Ἰησοῦν» (Ματθ. ἴδ' 29). "Ὅση ὥρα ἡ πίστη του ἦταν μέσα του, σταθερή, ὁ Πέτρος περπατοῦσε
πάνω στὸ νερό. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ὅμως ποὺ γλίστρησε μέσα του ἢ ἀμφιβολία, ὁ Πέτρος ἄρχισε νὰ
βυθίζεται, γιατί ἡ ἀμφιβολία προκαλεῖ το φόβο.
Τὸ ὅτι ὁ Πέτρος κατέβηκε ἀπὸ τὸ πλοῖο καὶ περπάτησε πάνω στὰ κύματα πρὸς τὸν Κύριο Ἰησοῦ,
ἔχει ἕνα βαθύτερο νόημα. Σημαίνει τὴν προφύλαξη τῆς ψυχῆς ἀπὸ τίς σωματικὲς φροντίδες καὶ τὴ
φιλαυτία στὸ ξεκίνημά της γιὰ τὸ δύσκολο δρόμο τῆς πνευματικῆς ζωῆς, το δρόμο ποὺ ὁδηγεῖ στὸ
Σωτῆρα. Τέτοιες στιγμὲς προκύπτουν στοὺς συνηθισμένους πιστούς, ἐκείνους ποὺ εἶναι λιπόψυχοι
καὶ ποῦ ἡ χαρὰ τοὺς γιὰ τὸ Χριστὸ ἀνακατεύεται μὲ τὴν ἀμφιβολία. Συχνὰ θέλουν νὰ νικήσουν τὴ
σάρκα καὶ ν' ἀκολουθήσουν τὸ Χριστό, τὸ βασιλιᾶ τοῦ πνευματικοῦ κόσμου. Σύντομα ὅμως
νιώθουν νὰ πέφτουν, νὰ ξαναγυρίζουν στὶς σαρκικὲς μέριμνές τους, νὰ ξαναγίνονται σὰν τὸ πλοῖο
ποὺ κλυδωνίζεται ἀπὸ τὰ κύματα. Μόνο ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν ὑψηλὸ πνευματικὸ ἀνάστημα, οἱ
μέγιστοι ἥρωες τῶν ἀνθρώπων, κατόρθωσαν μὲ μεγάλη ἄσκηση νὰ σταθεροποιηθοῦν στὴν πίστη
καὶ νὰ πέσουν ἀπὸ τὸ σωματικὸ πλοῖο στὴν πνευματικὴ θάλασσα, γιὰ νὰ συναντήσουν το βασιλιᾶ
Χριστό. Ἐκεῖνοι μόνο ἔχουν ζήσει τόσο τὸ φόβο τῆς ἐγκατάλειψης τοῦ πλοίου ὅσο καὶ τοῦ τρόμου
μπροστὰ στὴν καταιγίδα καὶ τοὺς σφοδροὺς ἀνέμους. Οἱ ἴδιοι ὅμως ἔνιωσαν καὶ τὴν ἀνέκφραστη
χαρὰ τῆς συνάντησής τους μὲ τὸ Χριστό. Τὸ χωρισμὸ τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸ πλοῖο τοῦ σώματος εἶχε
ζήσει κι ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴ διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς του, καθὼς καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἅγιοι
μετὰ ἀπ' αὐτόν. Πόσο μεγάλη ἦταν ἡ χαρὰ κι ἡ ἀγαλλίαση στὸ τέλος αὐτοῦ τοῦ ἐπικίνδυνου
ταξιδιοῦ, φαίνεται ἀπὸ τὴ χαρούμενη κραυγή: «ὑπὲρ τοῦ τοιούτου καυχήσομαι» (Β' Κορ. ἴβ' 5).
Ἄς δοῦμε τώρα τί ἔγινε μὲ τὸν Πέτρο, ποὺ ἦταν ἀκόμα λιπόψυχος: «Βλέπων δὲ τὸν ἄνεμον
ἰσχυρὸν ἐφοβήθη, καὶ ἀρξάμενος καταποντίζεσθαι ἔκραξε λέγων· Κύριε, σώσόν μέ» (Ματθ. ἴδ' 30).
Γιατί φοβήθηκε τὸν ἄνεμο καὶ ὄχι τὴ θάλασσα; Ὁ Πέτρος ἔκανε τὰ πρῶτα του βήματα σὰν μικρὸ
παιδί: Κάνει λίγα βήματα, κάποιος ὅμως γελάει καὶ τὸ μωρὸ πέφτει στὸ ἔδαφος. Τὸ ἴδιο γίνεται καὶ
μὲ τὸν πνευματικό μας ἐνθουσιασμό: Τὸ παραμικρὸ νὰ γίνει, μᾶς ἀναστατώνει καὶ μᾶς γυρίζει
πίσω.
«Εὐθέως δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐκτείνας τὴν χεῖρα ἐπελάβετο αὐτοῦ καὶ λέγει αὐτῷ ὀλιγόπιστες εἰς τί
ἐδίστασας;» (Ματθ. ἴδ ́ 22). Δὲν πνιγόμαστε πολλὲς φορὲς στοὺς κινδύνους τῆς θάλασσας τοῦ βίου,
ὡσότου μᾶς ἁρπάξει κάποιο ἀόρατο χέρι καὶ μᾶς λυτρώσει ἀπὸ τὸν κίνδυνο; Ποιός ἀπὸ μᾶς δὲν
ἔχει νὰ παρουσιάσει ἀρκετὰ τέτοια παραδείγματα; Ὅλοι μας τὸ γνωρίζουμε ἐμπειρικὰ αὐτό.
Μιλᾶμε κάθε τόσο γι' αὐτὰ τὰ πράγματα κι ὁμολογοῦμε τὴν παρουσία τοῦ ἀόρατου χεριοῦ ποὺ μᾶς
γλιτώνει ἀπὸ τὸν κίνδυνο. Δυστυχῶς ὅμως ὑπάρχουν καὶ λίγοι ἀνάμεσά μας, ἀκόμα καὶ ἡ ἴδια ἡ
συνείδησή μας, ποὺ ἀκοῦνε τὴν ἐπιτιμητικὴ φωνὴ ἀπὸ τ' ἀόρατα χείλη: ὀλιγόπιστες εἰς τί
ἐδίστασας;
Γιατί ἀμφιβάλλετε, φίλοι μου, πῶς τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ εἶναι κοντά; Γιατί δὲν δοξολογεῖτε το Θεὸ
ἀκόμα καὶ τὴ στιγμὴ ποὺ ἀντιμετωπίζετε τὸ μεγαλύτερο κίνδυνο; Ὁ Ἀβραὰμ δὲν ἦταν
ἀπαλλαγμένος ἀπὸ τὴν ἀμφιβολία ὅταν ὁδηγοῦσε το μονογενῆ του υἱὸ στὴ θυσία (βλ. Γέν. κβ' 1-
18) καὶ μετὰ τὸν ἔσωσε ὁ Θεός; Ὁ Ἰωνὰς δὲ δοξολογοῦσε το Θεὸ ἀπὸ τὴν κοιλιὰ τοῦ κήτους καὶ
σώθηκε (βλ. Ἰων. β' 7); Γιατί οἱ Τρεῖς Παῖδες δὲν ολιγοπίστησαν μέσα στὴν «κάμινο τοῦ πυρὸς»

[70]
καὶ τελικὰ τοὺς ἔσωσε ἡ πίστη τοὺς (βλ. Δαν. γ ́ 19-26); Τὸ ἴδιο δὲν ἔκανε κι ὁ προφήτης Δανιὴλ
μέσα στὸ λάκκο τῶν λεόντων (στ' 16-23), ἀλλὰ κι ὁ μακάριος Ἰὼβ ποὺ ἦταν πληγωμένος καὶ
γεμᾶτος σπυριὰ (Ἰὼβ β' 7-10); Ἀλλὰ καὶ χιλιάδες ἄλλοι ποὺ δέχτηκαν τίς μεγαλύτερες δοκιμασίες
γιὰ τὴν πίστη τους στὸ Χριστό, πῶς γλίτωσαν ἀπὸ τὴν ἀμφιβολία; Ἐμεῖς γιατί ἀμφιβάλλουμε; Ὁ
Θεὸς μᾶς σώζει ἀμέτρητες φορὲς μὲ τὸ ἀόρατο χέρι Του, ἐκεῖ ποὺ δὲν τὸ περιμένουμε καθόλου, καὶ
μ' ὅλο ποὺ ἀμφιβάλλουμε πολλὲς φορὲς γιὰ τὴ βοήθειά Του.
Πρέπει λοιπὸν νὰ ἔχουμε στὸ νοῦ μας ὅλες τίς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ μετανοοῦμε γιὰ τὴν
ὀλιγοπιστία καὶ τὴ λιποψυχία μας. Πρέπει νὰ γίνουμε ὥριμοι στὴν πίστη μας. Ἔτσι, ὅσο μεγάλο
κίνδυνο κι ἂν ἀντιμετωπίσουμε στὸ μέλλον, πρέπει νὰ δοξολογοῦμε το Θεὸ καὶ νὰ ἐπικαλούμαστε
τὸ ὄνομά Του. Καὶ τότε ὁ Θεὸς θὰ μᾶς βοηθήσει, θὰ μᾶς σώσει. Ἄς δοξολογοῦμε το Θεὸ ὅταν
βρισκόμαστε στὸν κίνδυνο, ὄχι ὅταν αὐτὸς περάσει.
Ἀλλὰ κι ὅταν φανοῦμε λιπόψυχοι κι ὀλιγόπιστοι, ἂς μή μας καταλάβει ἡ ἀπόγνωση. Ὁ Πέτρος
λιποψύχισε, ὁ Κύριος ὅμως ἐνίσχυσε τὴν πίστη του. Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἁγιότερους ἀνάμεσα στοὺς
ἁγίους, ἀρχικὰ εἶχαν λιποψυχίσει, ἀργότερα ὅμως ἔγιναν σταθεροὶ στὴν πίστη τους στὸ Χριστό.
Προσέξτε τί λέει ὁ προφητάνακτας Δαβίδ: «Ἐπὶ τῷ Θεῷ ἤλπισα, οὐ φοβηθήσομαι τί ποιήσει μοὶ
ἄνθρωπος. ἐν ἐμοί, ὁ Θεός, εὐχαι, ἂς ἀποδώσω αἰνέσεώς σου, ὅτι ἐρρύσω τὴν ψυχὴ μοῦ ἐκ θανάτου
καὶ τοὺς πόδας μοῦ ἐξ ὀλισθήματος» (Ψαλμ. νέ' 12-14).
Ἔτσι μιλάει ἐκεῖνος ποὺ πιστεύει ἀληθινά, ποῦ ἔχει γνωρίσει ἐμπειρικὰ ὅτι ὁ Θεὸς ἔχει μετρήσει
κάθε τρίχα τοῦ κεφαλιοῦ μας, πῶς οὔτε ἕνα σπουργίτι (πολὺ περισσότερο ἄνθρωπος) δὲν μπορεῖ νὰ
πέσει στὴ γῆ χωρὶς τὴ θέληση τοῦ Θεοῦ.
«Καὶ ἐμβάντων αὐτῶν εἰς τὸ πλοῖον
ἐκόπασεν ὁ ἄνεμος» (Ματθ. ἴδ' 32). Μέ το
ποὺ ἀνέβηκε ὁ Ἰησοῦς στὸ πλοῖο, ὁ
ἄνεμος σταμάτησε. Δὲ σταμάτησε ἀπὸ
μόνος του νὰ φυσᾶ, ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ
ἐντολὴ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Ἄν καὶ δὲν
ἀναφέρεται ἐδῶ, ὅπως στὴ προηγούμενη
περίπτωση, ὅταν ὁ Χριστὸς εἶχε
ἐπιτιμήσει τὸν ἄνεμο καὶ τὴ θάλασσα,
φαίνεται καθαρὰ πῶς τὸ ἔκανε καὶ τώρα.
Ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος σκέφτεται
σίγουρα πῶς ὁ ἄνεμος ἔπαυσε,
ὑπακούοντας σὲ ἐσωτερικὴ καὶ
ἀνέκφραστη ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ. Χάρη
στὴ δική του δύναμη κι ἐπιθυμία κόπασε
ὁ ἄνεμος.
Ὑπάρχει κι ἕνα βαθύτερο καὶ καθαρὸ
νόημα στὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Χριστὸς μπῆκε
στὸ πλοῖο καὶ ἠρέμησε τὸν ἄνεμο καὶ τὴ
θάλασσα. "Ὅταν ὁ Κύριος μπαίνει στὸ πλοῖο τοῦ σώματός μας, εἴτε μὲ τὴ θεία κοινωνία εἴτε μὲ τὴν
προσευχὴ εἴτε μὲ ὁποιονδήποτε ἄλλον εὔλογημένο τρόπο, οἱ ἄνεμοι τῶν παθῶν ἤρεμοὺν μέσα μας
καὶ τὸ πλοῖο ταξιδεύει μὲ ἀσφάλεια στὴν ἀκτή.
«Οἱ δὲ ἐν τῷ πλοίῳ ἐλθόντες προσεκύνησαν αὐτὸ λέγοντες· ἀληθῶς Θεοῦ υἱὸς εἴ» (Ματθ. ἴδ'
33). Ὅταν ὁ Κύριος ἠρέμησε τὴν καταιγίδα τῆς θάλασσας καὶ σταμάτησε τοὺς ἀνέμους στὴν
πρώτη περίπτωση, οἱ μαθητὲς ρώτησαν, ὅπως κάνουν ὅλοι οἱ ἄλλοι συνηθισμένοι καὶ λιπόψυχοι
ἄνθρωποι: «Ποταπὸς ἐστιν οὗτος, ὅτι καὶ οἱ ἄνεμοι καὶ ἡ θάλασσα ὑπακούουσιν αὐτῷ;» (Ματθ. ἡ'
27). Ἀπὸ τότε ὅμως εἶχαν δεῖ τόσα σημεῖα καὶ θαύματα ἀπό το Διδάσκαλό τους, εἶχαν ἀκούσει
τόσες διδαχές. Ἡ πίστη τους εἶχε πιὰ ἐνισχυθεῖ, εἶχε ἑδραιωθεῖ. Ἔτσι τώρα, ποὺ ἔβλεπαν τὸ μεγάλο
[71]
αὐτὸ θαῦμα, δὲ ρώτησαν πιά, ποταπὸς ἔστιν οὗτος. Ἐκεῖνο ποὺ ἔκαναν τώρα, ἦταν νὰ γονατίσουν
μπροστὰ Τοῦ καὶ νὰ ὁμολογήσουν: ἀληθῶς Θεοῦ υἱὸς εἴ!.
Ἦταν ἡ πρώτη φορὰ ποὺ ὁμολόγησαν ὅλοι μαζὶ οἱ μαθητὲς πῶς ὁ Ἰησοῦς ἦταν Υἱὸς τοῦ Θεοῦ.
Ἀνάμεσά τους ἦταν βέβαια κι ὁ Ἰούδας, ποῦ τὸν ὁμολόγησε κι αὐτός. Ἀργότερα ὅμως ἡ φιλαργυρία
τὸν ἔκανε ν' ἀρνηθεῖ κυριολεκτικὰ τὸν Κύριο καὶ Διδάσκαλό Του. Εἶναι ἀλήθεια πῶς τὸν ἀρνήθηκε
κι ὁ Πέτρος καὶ μάλιστα τρεῖς φορές. Ἡ ἄρνηση τοῦ Πέτρου ὅμως δὲν ἦταν προμελετημένη. Ἔγινε
ξαφνικὰ ἀπὸ φόβο κι ἀμέσως μετὰ μετανόησε πικρὰ κι ἔκλαψε γιὰ τὴν ἄρνησή του.
Τὸ βαθύτερο νόημα ποὺ ἔχουν τὰ
λόγια οἱ δὲ ἕν τὸ πλοῖο ἐλθόντες
προσεκύνησαν αὐτὸ καὶ τὸν ὁμολόγησαν
Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, εἶναι πολὺ διδακτικὸ σὲ
κάθε χριστιανό. Ἀφοῦ ὁ Θεὸς
ἐνανθρώπησε κι ἦρθε νὰ ζήσει μαζί μας,
πρέπει κι ἐμεῖς μὲ ὅλη τὴν ὕπαρξή μας
νά τὸν προσκυνήσουμε καὶ νὰ
ὁμολογήσουμε τὸ ὄνομά Του. Μὲ ὅλη
τὴν ὕπαρξή μας ἐννοοῦμε μέ το νοῦ καὶ
τὴ σκέψη μας, μὲ τὴν καρδιὰ καὶ τὰ
αἰσθήματά μας, μὲ τὴν ψυχὴ καὶ ὅλες τίς
ἐπιθυμίες μας. Ἔτσι τὸ σῶμα μας
ὁλόκληρο θὰ γεμίσει φώς, σκότος δὲ θὰ
ὑπάρχει μέσα του.
Ἀλίμονό μας ἂν δεχόμαστε τὸ Χριστὸ
μέσα μας κι ἔπειτα τὸν ἐξορίζουμε μὲ
τὴν ἁμαρτία μας ἢ τὸν ἀρνιόμαστε, ὅπως
ὁ Ἰούδας. Ἡ δεύτερη κατάσταση θὰ
εἶναι χειρότερη ἀπὸ τὴν πρώτη. "Ὅταν ὁ
Χριστὸς ἀπέλυσε τὸν Ἰούδα, «εἰσῆλθεν
εἰς ἐκεῖνον ὁ σατανᾶς» (Ἰωάν. ἴγ' 27). Ἄς
μὴν ξεχνᾶμε οὔτε στιγμὴ πῶς δὲν
μποροῦμε νὰ παίζουμε μὲ τὸ Θεό, γιατί
αὐτὸ εἶναι πολὺ ἐπικίνδυνο. Ὁ Θεὸς
εἶναι «πῦρ καταναλίσκον» (Ἐβρ. ἴβ' 29).
«Καὶ διαπεράσαντες ἦλθον εἰς τὴν
γῆν Γεννησαρέτ» (Ματθ. ἴδ' 34).
Ἔφτασαν κοντὰ στὴν Καπερναούμ, ποὺ
ἦταν ὁ προορισμὸς τοὺς (βλ. Ἰωάν. στ' 17). Ὅποιος ἔχει πάει στὴ Γαλιλαία, μπορεῖ νὰ καταλάβει
πόσο μακριὰ ὁδήγησε ἡ καταιγίδα τοὺς ἀποστόλους. Ἢ Βηθσαϊδὰ κι ἡ Καπερναοὺμ βρίσκονται
στὶς βόρειες ἀκτὲς τῆς λίμνης. Ὅταν οἱ μαθητὲς μπῆκαν στὸ πλοῖο κάτω ἀπὸ τὴ Βηθσαϊδά, ἐκεῖνο
ποὺ ἔπρεπε νὰ κάνουν, ἦταν νὰ πλεύσουν κατὰ μῆκος τῆς ἀκτῆς. Ὁ εὐαγγελιστὴς ὅμως γράφει πῶς
ἡ καταιγίδα τους παρέσυρε μέσον τῆς θαλάσσης. Ἐκεῖ, στὴ μέση τῆς λίμνης θεάθηκε ὁ Ἰησοῦς νὰ
περπατάει πάνω στὰ κύματα. Ὅταν κόπασε ἡ καταιγίδα, τὸ πλοῖο ἔπρεπε νὰ ταξιδέψει πάλι πίσω,
στὴν ἀκτὴ τῆς Καπερναούμ. ἢ Σύμφωνα μὲ το Ματθαῖο καί το Λουκᾶ, φαίνεται πῶς αὐτὴ τὴ φορὰ
τὸ πλοῖο ἀκολούθησε τὸ συνηθισμένο δρόμο, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ ἀνέμου καὶ τὰ κουπιά. Ἀπὸ τὴ
διήγηση τοῦ Ἰωάννη ὅμως μποροῦμε νὰ συμπεράνουμε πῶς ὁ Κύριος Ἰησοῦς ἔφερε τὸ πλοῖο στὴν
ἀκτή, μὲ τὴν ἀκατανίκητη δύναμή Του. Γράφει ὁ Ἰωάννης: «καὶ εὐθέως τὸ πλοῖον ἐγένετο ἐπὶ τῆς
γῆς εἰς ἢν ὑπῆγον» (Ἰωάν. στ' 17).

[72]
Δὲν ὑπάρχει καμιὰ ἀντίφαση στὶς διηγήσεις τῶν εὐαγγελιστῶν ἐδῶ. Ἐκεῖνος ποὺ μποροῦσε νὰ
περπατάει πάνω στὰ νερὰ καὶ νὰ γαληνέψει τοὺς ἀνέμους καὶ τὴν καταιγίδα μὲ τὰ λόγια καὶ τίς
σκέψεις Του, μποροῦσε ἂν τὸ ἤθελε, μὲ τὴ σκέψη Του μόνο νὰ μεταφέρει σὲ μιὰ στιγμὴ τὸ πλοῖο
στὸ λιμάνι. Τὸ βαθύτερο νόημα ποὺ ἔχουν ἐδῶ τὰ λόγια τοῦ Ἰωάννη, εἶναι πῶς ὅταν ὁ Κύριος
ἔρχεται νὰ κατοικήσει μέσα μας, ἐμεῖς νιώθουμε σὰ νὰ βρισκόμαστε στὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν,
ὅπως σὲ ἀσφαλὲς λιμάνι, ἐκεῖ ποὺ τὸ πλοῖο τῆς ζωῆς μας δὲν κλυδωνίζεται οὔτε ἀπὸ καταιγίδες
οὔτε ἀπὸ ἀνέμους. Ἄν ἔπειτα πρέπει νὰ ἐξακολουθήσουμε νὰ περπατᾶμε στὴ γῆ δὲν τὸ νιώθουμε
αὐτό, γιατί τώρα ἡ ψυχὴ κι ἡ καρδιὰ μᾶς ζοὺν σ' ἕναν ἄλλο καλλίτερο κόσμο, ἐκεῖ ποὺ βασιλεύει ὁ
Βασιλιᾶς Χριστός. Στὴ δική του νίκη βλέπουμε μὲ εὐφροσύνη τὴ δική μας νίκη.
Νικητὴς ἐνάντια σὲ κάθε κακὸ εἶναι ὁ Χριστός. Δὲν ἐπιτρέπει ὁ ἴδιος νὰ τὸν νικήσει κάποιο
κακό. Ἐμεῖς λοιπὸν πρέπει νὰ καταφεύγουμε κάτω ἀπὸ τίς σωστικὲς φτεροῦγες Του, ἐκεῖ ποὺ δέ θὰ
συναντήσουμε οὔτε καταιγίδες οὔτε ἀνέμους οὔτε φαντάσματα, «ἔνθα οὐκ ἔστι πόνος, οὐ λύπη, οὐ
στεναγμός, ἀλλὰ ζωὴ ἀτελεύτητος». Ἐκεῖ θὰ βροῦμε ὅλα τ' ἀγαθὰ πλούσια, αἰώνια, ποὺ δὲν τὰ
καταστρέφει οὔτε ὁ σκόρος οὔτε ἡ σκουριά. Ἐκεῖ θὰ δοξολογοῦμε μαζὶ μὲ τοὺς ἀγγέλους καὶ τοὺς
ἁγίους τὰ νικηφόρα ἔργα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ τὴ μεγαλοσύνη τους δὲν μποροῦμε νὰ κατανοήσουμε
στὴν περιορισμένη προοπτικὴ τῆς πρόσκαιρης ζωῆς μας. Ἐκεῖ θὰ μᾶς ἀποκαλυφτοῦν ὅλα καὶ τότε
θὰ εὔφθρανθοῦμε. Κι ἡ χαρὰ μᾶς αὐτὴ δὲ θὰ ἔχει τέλος. Γι' αὐτὸ πρέπει δόξα καὶ ὕμνος στὸν Κύριο
Ἰησοῦ Χριστό, μαζὶ μὲ τὸν ἄναρχο Πατέρα Του καὶ τὸ Πανάγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ
ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

[73]
(Ἡ δύναμη τῆς πίστης)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
ιζ΄ 14 - 23
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἄνθρωπός τις προσῆλθεν τῷ Ἰησοῦ, γονυπετῶν αὐτὸν καὶ λέγων· 15Κύριε,
ἐλέησόν μου τὸν υἱόν, ὅτι σεληνιάζεται καὶ κακῶς πάσχει· πολλάκις γὰρ πίπτει εἰς τὸ πῦρ καὶ
πολλάκις εἰς τὸ ὕδωρ. 16καὶ προσήνεγκα αὐτὸν τοῖς μαθηταῖς σου, καὶ οὐκ ἠδυνήθησαν αὐτὸν
θεραπεῦσαι. 17ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· Ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη! ἕως πότε
ἔσομαι μεθ' ὑμῶν; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν; φέρετέ μοι αὐτὸν ὧδε. 18καὶ ἐπετίμησεν αὐτῷ ὁ
Ἰησοῦς, καὶ ἐξῆλθεν ἀπ' αὐτοῦ τὸ δαιμόνιον καὶ ἐθεραπεύθη ὁ παῖς ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης.
19Τότε προσελθόντες οἱ μαθηταὶ τῷ Ἰησοῦ κατ' ἰδίαν εἶπον· Διατί ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν

ἐκβαλεῖν αὐτό; 20ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Διὰ τὴν ἀπιστίαν ὑμῶν. ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἐὰν
ἔχητε πίστιν ὡς κόκκον σινάπεως, ἐρεῖτε τῷ ὄρει τούτῳ, μετάβηθι ἐντεῦθεν ἐκεῖ, καὶ
μεταβήσεται· καὶ οὐδὲν ἀδυνατήσει ὑμῖν. 21τοῦτο δὲ τὸ γένος οὐκ ἐκπορεύεται εἰ μὴ ἐν προσευχῇ
καὶ νηστείᾳ. 22Ἀναστρεφομένων δὲ αὐτῶν εἰς τὴν Γαλιλαίαν εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Μέλλει ὁ
υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοσθαι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων 23καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ τῇ τρίτῃ
ἡμέρᾳ ἐγερθήσεται.

Ἀπὸ τὴ δημιουργία τοῦ κόσμου καὶ τοῦ χρόνου ὅλοι οἱ λαοὶ τῆς γῆς πίστευαν πῶς
ὑπάρχει πνευματικὸς κόσμος, ἀόρατα πνεύματα. Πολλοὶ ἄνθρωποι ὅμως ἀπομακρύνθηκαν
ἀπὸ τὴ θεωρία αὐτὴ κι ἀποδίδουν μεγαλύτερη δύναμη στὰ πονηρὰ πνεύματα, παρὰ στὰ
ἀγαθά. Μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου θεοποίησαν τὰ πονηρὰ πνεύματα, ἔχτισαν ναοὺς πρὸς
τιμή τους, προσέφεραν θυσίες καὶ προσευχὲς καὶ κατέφευγαν σ' αὐτὰ γιὰ κάθε πρόβλημά
τους. Ὅσο περνοῦσαν τὰ χρόνια πολλοὶ ἄνθρωποι ἐγκατέλειψαν τελείως τὴν πίστη τους στὰ
ἀγαθὰ πνεύματα κι ἀφέθηκαν νὰ πιστεύουν μόνο στὰ πονηρά, στοὺς «κακοὺς θεούς», ὅπως
τὰ ὀνόμαζαν. Ὁ κόσμος αὐτὸς ἔμοιαζε πιὰ μὲ στάδιο, ὅπου ἄνθρωποι καὶ πονηρὰ πνεύματα
ἀνταγωνίζονταν μεταξύ τους. Τὰ πονηρὰ πνεύματα βασάνιζαν τοὺς ἀνθρώπους ὅλο καὶ
περισσότερο, τοὺς τύφλωναν πνευματικά, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ σβήσουν ἀπὸ τὴ μνήμη
τους τὴν ἰδέα τοῦ καλοῦ Θεοῦ καὶ τῆς μέγιστης καὶ θεόσδοτης δύναμης τῶν ἀγαθῶν
πνευμάτων.
Στὶς μέρες μας ὅλοι οἱ λαοὶ τῆς γῆς πιστεύουν στὰ πνεύματα. Ἡ πίστη αὐτὴ ἀπὸ μόνη της
εἶναι ὀρθή. Ἐκεῖνοι ποὺ ἀπορρίπτουν τὸν πνευματικὸ κόσμο, τὸ κάνουν ἐπειδὴ ἡ ὅρασή
τους εἶναι μόνο σωματικὴ καὶ ἔτσι δὲν μποροῦν νὰ τὸν δοῦν. Ὁ πνευματικὸς κόσμος ὅμως
δὲ θὰ ἦταν πνευματικός, ἂν ἦταν ὁρατὸς στὰ σωματικὰ μάτια. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ὁ νοῦς τοῦ
δὲν ἔχει τυφλωθεῖ καὶ τὴν καρδιά του δὲν τὴν ἔχει κάνει ἀναίσθητη ἡ ἁμαρτία, μπορεῖ κάθε
μέρα καὶ κάθε ὥρα νὰ νιώσει μὲ ὅλη του τὴν ὕπαρξη, πῶς στὸν κόσμο αὐτὸν δὲν εἴμαστε
μόνοι μας. Συντροφιὰ μᾶς δὲν εἶναι μόνο ἡ βουβὴ καὶ ἄλαλη φύση, οἱ βράχοι, τὰ φυτά, τὰ
ζῶα καὶ τ' ἄλλα πλάσματα, στοιχεῖα καὶ φαινόμενα. Οἱ ψυχές μας βρίσκονται σὲ συνεχῆ
ἐπαφὴ μὲ τὸν ἀόρατο κόσμο, μὲ ἀόρατες ὑπάρξεις. Ἐκεῖνοι ποῦ ἀπὸ τὴ μιὰ ἀπορρίπτουν τὰ
ἀγαθὰ πνεύματα κι ἀπὸ τὴν ἄλλη θεοποιοῦν καὶ προσκυνοῦν τὰ πονηρά, εἶναι πλανεμένοι.
Ὅταν ὁ Κύριος Ἰησοῦς ἐμφανίστηκε στὸν κόσμο, ὅλοι σχεδὸν οἱ λαοὶ πίστευαν πῶς τὰ
πονηρὰ πνεύματα ἦταν δυνατὰ καὶ τὰ ἀγαθὰ πνεύματα ἀνίσχυρα. Οἱ πονηρὲς δυνάμεις
κυριαρχοῦσαν πραγματικὰ στὸν κόσμο, γι' αὐτὸ καὶ ὁ Χριστὸς ὀνόμασε τὸν ἀρχηγό τους
[74]
ἄρχοντα αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Δὲν εἶναι τυχαῖο ποὺ κι οἱ ἄρχοντες τῶν Ἰουδαίων ἀπέδιδαν
ὅλη τὴ θεϊκή δύναμη τοῦ Χριστοῦ στὸ διάβολο καὶ τοὺς ἀγγέλους του.
Ὁ Κύριος Ἰησοῦς ἦρθε στὸν κόσμο γιὰ νὰ ξεριζώσει τὴν πίστη τῶν ἀνθρώπων στὸ
πονηρὸ καὶ νὰ σπείρει στὶς ψυχές τους τὴν πίστη στὸ ἀγαθό, στὴν παντοδυναμία τοῦ καλοῦ
καὶ τὴν ἀκατανίκητη δύναμή του. Ὁ Χριστὸς δὲν κατήργησε, ἀλλ' ἐπιβεβαίωσε τὴν ἀρχαία
καὶ παγκόσμια πίστη στὰ πνεύματα. Ἀποκάλυψε ὅμως τὸν πνευματικὸ κόσμο ὅπως
πραγματικὰ εἶναι κι ὄχι ὅπως φαινόταν στοὺς ἀνθρώπους μὲ τὴ φθοροποιὸ ἐπιρροὴ τῶν
δαιμόνων. Ὁ ἕνας, ἀγαθός, σοφὸς καὶ παντοδύναμος Θεός, εἶναι ὁ Κύριος τόσο τοῦ
πνευματικοῦ ὅσο καὶ τοῦ φυσικοῦ κόσμου, ὁρατοῦ καὶ ἀοράτου. Τὰ ἀγαθὰ πνεύματα εἶναι
οἱ ἄγγελοι κι ὁ ἀριθμός τους εἶναι ἀμέτρητος. Τὰ ἀγαθὰ πνεύματα, οἱ ἄγγελοι, εἶναι ἀπείρως
πιὸ δυνατὰ ἀπὸ τὰ πονηρὰ πνεύματα, ποὺ στὴν πραγματικότητα δὲν ἔχουν ἐξουσία νὰ
κάνουν τίποτα, ἂν ὁ παντεπόπτης Θεὸς δὲν τὸ ἐπιτρέψει.
Τὰ πονηρὰ πνεύματα εἶναι πολυάριθμα. Σ' ἕνα μόνο δαιμονισμένο στὰ Γάδαρα, ποὺ τὸν
θεράπευσε ὁ Κύριος, κατοικοῦσε ὁλόκληρη λεγεῶνα, δηλαδὴ μερικὲς χιλιάδες δαίμονες. Τὰ
πονηρὰ αὐτὰ πνεύματα πλανοῦσαν τοὺς ἀνθρώπους, λαοὺς ὁλόκληρους, ἐκεῖνο τὸν καιρό,
ὅπως καὶ σήμερα πλανοῦν πολλοὺς ἁμαρτωλούς, προσπαθοῦν νὰ τοὺς πείσουν πῶς εἶναι
παντοδύναμα πῶς εἶναι στὴν οὐσία οἱ μόνοι θεοί, πῶς ἐκτὸς ἀπ' αὐτοὺς δὲν ὑπάρχουν ἄλλοι
θεοί, ἀγαθὰ πνεύματα δὲν ὑπάρχουν. "Ὅπου κι ἂν ἐμφανίστηκε ὁ Κύριος Ἰησοῦς ὅμως,
ἐκεῖνα ἔφευγαν μακριὰ ἔντρομα. Ἀναγνώριζαν πῶς ὁ Κύριος εἶχε ἐξουσία καὶ δύναμη, πῶς
μποροῦσε νὰ τοὺς διώξει ἀπ' αὐτὸν τὸν κόσμο καὶ νὰ τοὺς στείλει στὴν ἄβυσσο τῆς
κόλασης. Προκαλοῦσαν ἀναταραχὴ σ' αὐτὸν τὸν κόσμο μόνο μὲ τὴν παραχώρηση τοῦ
Θεοῦ. Πολεμοῦσαν τὸ ἀνθρώπινο γένος μὲ τόση ὁρμή, ὅπως τὰ όρνια πέφτουν στὰ
θνησιμαία. Τὸν κόσμο αὐτὸν τὸν λογάριαζαν καταφύγιο, κρησφύγετό τους.
Ξαφνικὰ ὁ φορέας τοῦ ἀγαθοῦ, ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ἐμφανίστηκε μπροστά τους.
Τρέμοντας ἀπὸ φόβο ἐκεῖνοι ἔκραξαν: «Τί ἡμῖν καὶ σοί, Ἰησοῦ ὑιε τοῦ Θεοῦ; ἦλθες ὧδε
πρὸ καιρου βασανίσαι ἡμᾶς;» (Ματθ. ἡ' 29). Κανένας δὲ φοβᾶται τόσο πολύ, ὅσο ἐκεῖνος
ποὺ βασανίζει τοὺς ἄλλους. Τὰ πονηρὰ πνεύματα βασάνιζαν τοὺς ἀνθρώπους γιὰ χιλιάδες
χρόνια, ἔβρισκαν ἱκανοποίηση στὰ βασανιστήρια αὐτά. Ὅταν ὅμως εἶδαν τὸ Χριστό,
τρόμαξαν μπροστὰ στὸ μέγιστο Κριτή τους. Ἦταν ἕτοιμα νὰ ἐγκαταλείψουν τὸν ἄνθρωπο
καὶ νὰ μποῦν στὰ γουρούνια ἢ καὶ σὲ ἄλλα πλάσματα, φτάνει νὰ μὴν τὰ ἐξόριζε ὁ Χριστὸς
ἀπ' αὐτὸν τὸν κόσμο. Ὁ Χριστὸς ὅμως δὲν εἶχε τέτοια πρόθεση. Ὁ κόσμος αὐτὸς εἶναι
γεμᾶτος μὲ ἀνάμικτες δυνάμεις. Εἶναι ἕνα πεδίο μάχης, ὅπου οἱ ἄνθρωποι ἔχουν νὰ
διαλέξουν ἐντελῶς συνειδητὰ καὶ ἐλεύθερα: "Ἢ θ' ἀκολουθήσουν το Νικητὴ Χριστό, ἢ θὰ
πᾶνε μαζὶ μὲ τ' ἀκάθαρτα καὶ νικημένα πνεύματα. Ὁ Χριστὸς ἦρθε στοὺς ἀνθρώπους ὡς
Ἄγάπη, γιὰ νὰ δείξει τὴ δύναμη τοῦ καλοῦ πάνω στὸ κακὸ καὶ νὰ στερεώσει τὴν πίστη τῶν
ἀνθρώπων στὸ ἀγαθό - μόνο στὸ ἀγαθό.
Τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο περιγράφει ἕνα μόνο περιστατικὸ ἀπὸ ἀναρίθμητα ἄλλα ἀνάλογα.
Μᾶς λέει πὼς ὁ Κύριος, μὲ τὴν ἀγάπη Τοῦ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, ἔδειξε γιὰ μιὰ ἀκόμα φορὰ
τὴ δύναμη τοῦ καλοῦ πάνω στὸ κακὸ καὶ πῶς προσπάθησε νὰ στερεώσει τὴν πίστη στὸ
παντοδύναμο καὶ νικηφόρο ἀγαθό.
«Καὶ ἐλθόντων αὐτῶν πρὸς τὸν ὄχλον προσῆλθεν αὐτῷ ἄνθρωπος γονυπετῶν αὐτὸν καὶ
λέγων· Κύριε, ἐλέησόν μου τὸν υἱόν, ὅτι σεληνιάζεται καὶ κακῶς πάσχει πολλάκις γὰρ
πίπτει εἰς τὸ πῦρ καὶ πολλάκις εἰς τὸ ὕδωρ» (Ματθ. ἴζ' 14-15). Τὸ περιστατικὸ αὐτὸ τὸ
ἀναφέρουν κι ἄλλοι δυὸ εὐαγγελιστές: ὁ Μάρκος (Θ' 9-17) κι ὁ Λουκᾶς (Θ' 37-42). Κι οἱ
δυό τους ἀναφέρουν κάποιες λεπτομέρειες γιὰ τὴν ἀρρώστια τοῦ παιδιοῦ. Ἠταν ὁ

[75]
μοναδικὸς γιὸς τοῦ πατέρα καὶ τὸν κατεῖχε πνεῦμα ἄλαλο. Ὅταν τὸ ἀκάθαρτο πνεῦμα
ἔμπαινε μέσα τοῦ, «ἐξαίφνης κράζει καὶ σπαράσσει αὐτὸν μετὰ ἀφροῦ, καὶ μόγις ἀποχωρεῖ
ἀπ' αὐτοῦ συντρίβων αὐτόν» (Λουκ. θ' 39). Τὸ πονηρὸ πνεῦμα κυριεύει τὸ παιδὶ κι αὐτὸ
ἔξαφνα κραυγάζει, συγκλονίζεται μὲ σπασμοὺς ὅλο του τὸ σῶμα, συντρίβεται καὶ βγάζει
ἀφροὺς ἀπὸ τὸ στόμα. Πολὺ δύσκολα φεύγει ἀπὸ μέσα του.
Τὰ βέλη τοῦ πονηροῦ στόχευαν ταυτόχρονα τρεὶς στόχους: τὸν ἄνθρωπο, τὴν κτίση τοῦ
Θεοῦ καὶ τὸν ἴδιο τὸ Θεό. Τὸ παιδὶ «σεληνιαζόταν». Πῶς θὰ μποροῦσε νὰ ἐνοχοποιηθεῖ ἡ
σελήνη γιὰ τὴν ἀρρώστια κάποιου ἀνθρώπου; "Ἄν ἡ σελήνη ἔχει τὴ δύναμη νὰ προκαλέσει
σ' ἕναν ἄνθρωπο ἀλαλία ἢ παραφροσύνη, γιατί δὲν τὸ κάνει σὲ ὅλους; Τὸ κακὸ δὲ βρίσκεται
στὴ σελήνη ἀλλὰ στὸ πονηρὸ καὶ ἀκάθαρτο πνεῦμα ποὺ πλανᾶ τὸν ἄνθρωπο, ἐνῶ τὸ ἴδιο
κρύβεται. Ἔνοχοποιεὶ τὴ σελήνη, ὥστε οἱ ἄνθρωποι νὰ μὴ κατηγορήσουν τὸ ἴδιο. Μ' αὐτὸν
τὸν τρόπο θέλει νὰ ὁδηγήσει τὸν ἄνθρωπο στὴ σκέψη πῶς ὅλη ἡ κτίση τοῦ Θεοῦ εἶναι
κακή, πῶς τὸ κακὸ ἔρχεται στὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴ φύση κι ὄχι ἀπὸ τὰ πονηρὰ πνεύματα ποὺ
ἐξέπεσαν ἀπό το Θεό. Τὰ θύματά τους ἐνεργοποιοῦνται στὶς ἀλλαγὲς φάσης τῆς σελήνης,
ὥστε οἱ ἄνθρωποι νὰ σκεφτοῦν: «Ὁρίστε, τὸ κακὸ αὐτὸ προέρχεται ἀπὸ τὴ σελήνη!» Κι
ἀφοῦ τὴ σελήνη τὴ δημιούργησε ὁ Θεός, σημαίνει πῶς τὸ κακὸ προέρχεται ἀπὸ τὸ Θεό.
Ἔτσι πλανιοῦνται οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ τ' ἄγρια καὶ πανοῦργα αὐτὰ θηρία.
"Ὅλα ὅσα ἔκανε ὁ Θεὸς εἶναι καλὰ λίαν. Αὐτὸ εἶναι πέρα γιὰ πέρα ἀληθινό. "Ὅλη ἡ
κτίση ἔγινε γιὰ νὰ ὑπηρετήσει τὸν ἄνθρωπο, νὰ τὸν βοηθήσει, ὄχι νὰ τὸν βλάψει. Ἄν καὶ
ὑπάρχουν πράγματα ποὺ ἐμποδίζουν τὴ φυσικὴ ἱκανοποίηση τοῦ ἀνθρώπου, ἀκόμα κι
λειτουργοῦν γιὰ τὸ καλὸ τῆς ψυχῆς του, νὰ τὴν χαροποιοῦν καὶ νὰ τὴν ἐμπλουτίζουν. «Σοὶ
εἰσιν οἱ οὐρανοὶ καὶ σὴ ἐστιν ἡ γῆ τὴν οἰκουμένην καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς σὺ ἔθεμελίωσας »
(Ψαλμ. πῆ' 12), ἀναφωνεῖ ὁ ἱερὸς Ψαλμωδός. Κι ὁ ἴδιος ὁ Θεός μας λέει μὲ τὸ στόμα τοῦ
προφήτη Ἠσαΐα: «πάντα γὰρ ταῦτα ἐποίησεν ἢ χεὶρ μοῦ» (ξστ' 2).
Ὁτιδήποτε λοιπὸν εἶναι τοῦ Θεοῦ, εἶναι καλό.
Ἡ πηγὴ βγάζει μόνο ὅ,τι περιέχει, ὄχι ὅ,τι θέλει.
Δὲν ὑπάρχει κακὸ στὸ Θεό. Πῶς λοιπὸν μπορεῖ
νὰ προκύψει κακὸ ἀπὸ Ἐκεῖνον, τὴ μοναδικὴ
πηγὴ τοῦ καλοῦ; Πολλοὶ ἀδαεῖς κι ἀπερίσκεπτοι
ἄνθρωποι ὀνομάζουν μεγάλο κακὸ τὴν ἀρρώστια.
Εἶναι ἀλήθεια ὅμως πως δὲν εἶναι κακὴ κάθε
ἀρρώστια. Μερικὲς ἀρρώστιες εἶναι ἔργο τοῦ
πονηροῦ κι ἄλλες εἶναι θεραπεία τοῦ κακοῦ.
Κακὸ εἶναι τὸ πονηρὸ πνεῦμα ποὺ ἐνεργεῖ σ' ἕναν
παράφρονα ἢ παρανοϊκὸ ἄνθρωπο.
Οἱ ἀρρώστιες κι οἱ δυστυχίες ποὺ βρῆκαν
πολλοὺς ἀπὸ τοὺς βασιλιᾶδες τοῦ Ἰσραήλ, ἐπειδὴ
ἔπραξαν τὸ κακὸ ἐνώπιον τοῦ Κυρίου (βλ. Α ́
Βασ. 25, 30), ἦταν συνέπεια τῆς ἁμαρτίας τους.
Οἱ ἀρρώστιες κι οἱ δυστυχίες ὅμως ποὺ ἐπιτρέπει
ὁ Κύριος νὰ ἐπισκεφτοῦν τοὺς δίκαιους, δὲν εἶναι
ἔργο τοῦ πονηροῦ ἀλλὰ φάρμακο, τόσο γιὰ τοὺς
ἴδιους τοὺς δίκαιους ὅσο καὶ γιὰ τοὺς δικούς
τους, ποὺ κατανοοῦν πῶς τὰ βάσανα τὰ στέλνει ὁ Θεὸς γιὰ τὸ καλό τους. Τὰ βάσανα ποῦ
ἔρχονται ἀπὸ τίς ἐπιθέσεις τῶν πονηρῶν πνευμάτων στὸν ἄνθρωπο ἢ εἶναι συνέπεια τῆς
ἁμαρτίας, εἶναι κακά. Ἐκεῖνα τὰ βάσανα ποὺ ἐπιτρέπει ὁ Θεός, γιὰ νὰ καθαρίσει τελείως
[76]
τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, νὰ τὸν ἐλευθερώσει ἀπὸ τὴν τυραννία τοῦ πονηροῦ καὶ νὰ
τὸν φέρει κοντά Του, εἶναι καθαρκτικά. Αὐτὰ δὲν προέρχονται ἀπὸ τὸ διάβολο οὔτε καὶ
εἶναι ἀπὸ μόνα τους κακά. Προέρχονται ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ λειτουργοῦν γιὰ τὸ καλὸ τοῦ
ἀνθρώπου. «Ἀγαθὸν μοὶ ὅτι ἐταπείνωσάς μέ, ὅπως ἂν μάθω τὰ δικαιώματά σου» (Ψαλμ.
ριη' 71), λέει ὁ προφητάνακτας Δαβίδ.
Ὁ πονηρὸς εἶναι κακός. Δρόμος τοῦ πονηροῦ εἶναι ἡ ἁμαρτία. Ἐκτὸς ἀπὸ τὸν πονηρὸ καὶ
τὴν ἁμαρτία, δὲν ὑπάρχει κανένα κακό. Τὸ πονηρὸ πνεῦμα εἶναι ἔνοχο γιὰ τὰ βάσανα τοῦ
παιδιοῦ αὐτοῦ, ὄχι ἡ σελήνη. Ἄν ὁ Θεὸς μὲ τὴν ἀγάπη του γιὰ τὸν ἄνθρωπο δὲν περιόριζε
τὰ πονηρὰ πνεύματα καὶ δὲν προστάτευε τὸν ἄνθρωπο ἀπ' αὐτά, εἴτε ἄμεσα εἴτε ἔμμεσα μὲ
τοὺς ἀγγέλους Του, τὰ πονηρὰ πνεύματα θὰ ἐξολόθρευαν ὅλους τοὺς ἀνθρώπους
ἀστραπιαῖα, σωματικὰ καὶ ψυχικά, ὅπως ἐξολοθρεύουν οἱ ἀκρίδες τοὺς σπόρους στοὺς
ἀγρούς.
«Καὶ προσήνεγκα αὐτὸν τοὺς μαθηταῖς σου καὶ
οὐκ ἠδυνήθησαν αὐτὸν θεραπεῦσαι» (Ματθ. ἴζ' 16),
εἶπε στὸν Κύριο ὁ πατέρας τοῦ ἄρρωστου παιδιοῦ.
Ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἔλειπαν τρεῖς ἀπὸ τοὺς μαθητὲς
τοῦ Κυρίου: ὁ Πέτρος, ὁ Ἰάκωβος κι ὁ Ἰωάννης,
ποὺ εἶχαν ἀκολουθήσει τὸν Κύριο στὸ ὄρος Θαβώρ,
τότε ποὺ μεταμορφώθηκε μπροστά τους. Ὅταν
κατέβηκαν ἀπὸ τὸ ὄρος μαζὶ μὲ τὸν Κύριο, βρῆκαν
ἐκεῖ τὸ πλῆθος συγκεντρωμένο γύρω ἀπὸ τοὺς
ἄλλους ἀποστόλους, καθὼς καὶ τὸ ἄρρωστο παιδί.
Ἀφοῦ δὲ βρῆκε τὸ Χριστό, ὁ δύστυχος πατέρας
ἔφερε τὸ παιδὶ στοὺς μαθητές Του, ἐκεῖνοι ὅμως δὲν
μπόρεσαν νὰ βοηθήσουν. Δὲν εἶχαν τὴ δύναμη νὰ
τὸ κάνουν αὐτὸ γιὰ τρεὶς λόγους: πρῶτο, ἐπειδὴ οἱ
ἴδιοι δὲν εἶχαν ἀρκετὴ πίστης δεύτερο, ἐπειδὴ κι ὁ
πατέρας τοῦ παιδιοῦ δὲν εἶχε πίστη καὶ τρίτο, ἐπειδὴ
ἡ πίστη ἔλειπε κι ἀπὸ τοὺς γραμματεῖς ποὺ
παρευρίσκονταν ἐκεῖ καὶ συζητοῦσαν μὲ τοὺς
μαθητές, ὅπως ἀναφέρει ὁ Μάρκος (Θ' 16). Ἡ
ἀπιστία τοῦ πατέρα τοῦ παιδιοῦ εἶναι φανερὴ ἀπὸ τὰ
λόγια ποὺ εἶπε στὸ Χριστό. Δὲ μίλησε ὅπως ὁ
λεπρός, ποὺ εἶπε: «Κύριε, ἐὰν θέλης δύνασαι μὲ καθαρίσαι» (Ματθ. ἡ 2). Τότε μίλησε ἕνας
ἄνθρωπος ποὺ εἶχε δυνατὴ πίστη. Δὲ μίλησε ὅπως ὁ Ἰάειρος, ὅταν κάλεσε τὸ Χριστὸ γιὰ ν'
ἀναστήσει τὴν κόρη του: «ἐλθὼν ἐπίθες ἐπ' αὐτὴν τὴν χείρά σου καὶ ζήσεται» (Ματθ. θ'
18). Κι ἐδῶ μίλησε ἕνας ἄνθρωπος μὲ δυνατὴ πίστη. Πολὺ λιγότερο μίλησε ὅπως καὶ
ἑκατόνταρχος στὴν Καπερναούμ, ποῦ ἦταν ἄρρωστος ὁ δοῦλος του: «μόνον εἶπε λόγῳ καὶ
ἰαθήσεται ὁ παίς μου» (Ματθ. ἡ 8). Ἐδῶ μίλησε ἡ πολὺ μεγάλη πίστη. Ἐκείνη ποὺ εἶχε τὴ
μεγαλύτερη πίστη ὅμως, ἡ αἱμορροοῦσα γυναῖκα, δὲν εἶπε τίποτα.
Σύρθηκε στὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ καὶ ἄγγιξε τὸ ἱμάτιό Του.
Ὁ πατέρας τοῦ παιδιοῦ δὲ μίλησε σὰν κι αὐτούς. Αὐτὸς εἶπε στὸ Χριστό: «εἴ τί δύνασαι,
βοήθησον ἡμῖν» (Μάρκ. Θ' 22). Εἴ τί δύνασαι! "Ἄν μπορεῖς, κάνε κάτι. Ταλαίπωρος
ἄνθρωπος! Θὰ πρέπει νὰ εἶχε μάθει πολὺ λίγα γιὰ τὸ Χριστὸ καὶ τὴ δύναμή Τοῦ γιὰ νὰ
μιλάει ἔτσι σ' Ἐκεῖνον, ποῦ μπορεῖ νὰ κάνει τὰ πάντα. Κι ἡ ἀδύναμη πίστη του ἐξασθένησε
ἀκόμα περισσότερο τὴ δύναμη τῶν ἀποστόλων νὰ τὸν βοηθήσουν. Ἔτσι οἱ σκόπιμες
[77]
συκοφαντίες τῶν γραμματέων ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν μαθητῶν Του, βοήθησαν γιὰ
νὰ διατυπώσει μὲ τόση ἀμφιβολία ὁ πατέρας τοῦ παιδιοῦ τὴν ἐρώτηση: εἴ τί δύνασαι. Ἡ
ἐρώτηση αὐτὴ προδίδει μόνο μιὰ ἀμυδρὴ ἀκτῖνα πίστης, πολὺ πολὺ μικρῆς, ἕτοιμης νὰ
σβήσει.
«Ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν: ὼ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη! ἕως πότε ἔσομαι μεθ'
ὑμῶν, ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν;» (Ματθ. ἴζ' 17). Ὁ Κύριος ἀπευθύνθηκε ἐπιτιμητικὰ σ'
ὅλους γενικά: στοὺς ἄπιστους καὶ τοὺς ὀλιγόπιστους τοῦ Ἰσραήλ, καθὼς καὶ σ' ὅλους
ἐκείνους ποὺ ἦταν μπροστά τους στὸν πατέρα τοῦ ἄρρωστου παιδιοῦ, στοὺς μαθητές Του
καὶ κυρίως στοὺς γραμματεῖς. Ὦ, γενεὰ ἄπιστος! Γενεὰ ποὺ ἔχεις ὑποταχθεῖ στὸν πονηρό,
στὸ διάβολο, ποὺ πιστεύει σταθερὰ στὴ δύναμη τοῦ πονηροῦ, ποὺ ὑπηρετεῖ δουλικὰ τὸν
πονηρὸ καὶ ἀρνεῖται τὸ καλό, ποὺ ἀντιτίθεται στὸ Θεὸ γενεὰ ποὺ ἔχει λίγη ἢ καὶ καθόλου
πίστη στὸ καλό, ποὺ ἐπαναστατεῖ στὸ καλό! Γι' αὐτὸ καὶ πρόσθεσε τὴ λέξη διεστραμμένη ὁ
Κύριος. "Ἤθελε μ' αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ δείξει ἀπὸ ποῦ προέρχεται ἡ ἀπιστία: ἀπὸ τὴ
διαστροφή, τὴ διαφθορὰ ἤ -ἀκόμα πιὸ καθαρά- ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Ἡ ἀπιστία εἶναι συνέπεια.
Αἰτία εἶναι ἡ διαφθορά. Ἡ ἀπιστία εἶναι κοινωνία μὲ τὸ διάβολο. Ἡ ἁμαρτία -διαφθορά-
εἶναι ὁ δρόμος ποὺ ὁδηγεῖ στὴν κοινωνία αὐτή. Διαφθορὰ εἶναι ἡ κατάσταση ἀποστασίας
ἀπό το Θεό. Ἀπιστία εἶναι τὸ σκοτάδι, ἡ ἀδυναμία κι ὁ τρόμος ὅπου βυθίζεται ὁ ἄνθρωπος
ὅταν ἀπομακρύνεται ἀπό το Θεό.
Ἀξίζει νὰ ἐπισημάνουμε πόσο προσεχτικὲς ἐκφράσεις χρησιμοποιεῖ ὁ Κύριος. Μιλάει
γενικά, δὲν κατονομάζει κανέναν. Δὲν τὸν ἐνδιαφέρει νὰ κάνει κριτικὴ στοὺς ἀνθρώπους,
ἀλλὰ νὰ τοὺς εὐαισθητοποιήσει. Δὲ θέλει νὰ τοὺς προσβάλει ἢ νὰ τοὺς ταπεινώσει, ἀλλὰ νὰ
ξυπνήσει τὴ συνείδησή τους, νὰ τοὺς βοηθήσει νὰ ξεπεράσουν τὸν ἑαυτό τους. Πόσο
ὑπέροχη εἶναι ἡ διδαχή Του γιὰ τὴν ἐποχή μας, γιὰ τὴ γενιά μας, ποὺ εἶναι τόσο πρόθυμη
στὰ λόγια, τόσο γρήγορη νὰ προσβάλει! "Ἄν οἱ ἄνθρωποι μποροῦσαν σήμερα νὰ
περιορίσουν τὴ γλῶσσα τους καὶ νὰ μετρήσουν τὰ λόγια τους, νὰ σταματήσουν νὰ
προσβάλουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, τότε τὸ μισὸ κακὸ στὸν κόσμο θὰ ἐξαφανιζόταν, τὰ μισὰ
πονηρὰ πνεύματα θὰ ἐγκατέλειπαν τοὺς ἀνθρώπους. Ὁ ἀπόστολος Ἰάκωβος, ποὺ διδάχτηκε
τὸ καλὸ ἀπὸ τὸ παράδειγμα τοῦ Διδασκάλου Του, λέει: «Πολλὰ γὰρ πταίομεν ἅπαντες. εἴ
τίς ἐν λόγῳ οὐ,οὗ πταίει, οὗτος τέλειος ἄνήρ, δυνατὸς χαλιναγωγῆσαι καὶ ὅλον τὸ σῶμα. ἴδε
τῶν ἵππων τοὺς χαλινοὺς εἰς τὰ στόματα βάλλομεν πρὸς τὸ πείθεσθαι αὐτοὺς ἡμῖν, καὶ ὅλον
τὸ σῶμα αὐτῶν μετάγομεν» (Ἰάκ. γ' 2-3).
Τί σημαίνουν τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ, ἕως πότε ἔσομαι μεθ' ὑμῶν; ἕως πότε ἀνέξομαι
ὑμῶν; Φανταστεῖτε ἕναν εὐγενῆ καὶ φωτισμένο ἄνθρωπο, νὰ τὸν ἔχουν ἀναγκάσει νὰ ζήσει
ἀνάμεσα σὲ ἀγρίους. "Ἢ ἕνα βασιλιᾶ ποὺ ἀφήνει το θρόνο του καὶ κατεβαίνει στοὺς
ἀγύρτες κι ἀπατεῶνες, ὄχι μόνο γιὰ νὰ ζήσει μαζί τους καὶ νὰ μάθει τὸν τρόπο ζωῆς τους,
ἀλλὰ νὰ τοὺς διδάξει πῶς νὰ σκέφτονται, νὰ ἐργάζονται καί νὰ νιώθουν σὰν βασιλιᾶδες, μὲ
εὐγένεια καὶ μεγαλοκαρδία. Ὅταν περνοῦσαν τρεῖς μέρες, ἀκόμα κι ἕνας βασιλιᾶς θὰ
φώναζε: «Πόσο καιρὸ μπορῶ νὰ μείνω μαζί σας;» Θὰ μπούχτιζε ἀπὸ τὴν ὑπερβολικὴ
ἀγριότητα, τὴν ἀνοησία, τὴν ἀκαθαρσία καὶ τὴ δυσωδία αὐτῶν τῶν τριῶν ἡμερῶν. Ὁ
Κύριος Ἰησοῦς ὅμως, ὁ «Βασιλεὺς τῶν βασιλέων», ἔβγαλε τέτοια φωνὴ μετὰ ἀπὸ τριάντα
τρία ὁλόκληρα χρόνια ποὺ ζοῦσε ἀνάμεσα σὲ ἀνθρώπους, ποὺ ἀπεῖχαν ἀπὸ τὴν ἀρχοντιά
Του πολὺ περισσότερο ἀπ' ὅσο ἀπέχουν οἱ ἀγριότεροι τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὸν εὐγενέστερο
ἀνάμεσά τους, ἀπ' ὅσο διαφέρει ὁ πιὸ βρώμικος ἀγύρτης ἀπὸ τὸν μέγιστο τῶν ἐπίγειων
βασιλιάδων.
Σίγουρα ὁ Κύριος δὲ θὰ μετροῦσε το χρόνο σὲ μέρες καὶ ἔτη, ἀλλὰ μὲ τὰ ἔργα καὶ τὰ
θαύματα ποὺ εἶχε κάνει μπροστὰ σὲ χιλιάδες ἀνθρώπους, μὲ τὴ διδασκαλία του ποὺ εἶχε
[78]
διαδοθεῖ σὲ πολλὲς χιλιάδες ἀνθρώπινες ψυχές. Μετὰ ἀπὸ τόσα ἔργα καὶ θαύματα, μετὰ ἀπὸ
τόσες διδαχὲς καὶ ἄπειρα θαυμαστὰ περιστατικὰ ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ καλύψουν χιλιάδες
χρόνια, ξαφνικὰ εἶδε πῶς οἱ μαθητὲς Τοῦ δὲν μποροῦσαν νὰ θεραπεύσουν ἕναν ἐπιληπτικὸ
νέο καὶ νὰ βγάλουν ἕνα δαιμόνιο ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, μ' ὅλο ποὺ τοὺς εἶχε διδάξει μὲ λόγια
καὶ μὲ τὸ παράδειγμά Τοῦ πῶς νὰ ἐκβάλουν λεγεῶνες δαιμόνων. Κι ἄκουσε ἕναν ἁμαρτωλὸ
μὲ πολὺ ἀδύναμη πίστη νὰ τοῦ λέει: εἰ,εἶ τί δύνασαι, βοήθησον ἡμῖν.
Ἀφοῦ ὁ Κύριος ἐπιτίμησε ἐκείνους ποὺ ἦταν μπροστὰ γιὰ τὴν ἀπιστία τους, μετὰ τοὺς
ἔδωσε ἐντολὴ νὰ φέρουν τὸ ἄρρωστο παιδὶ μπροστὰ Τοῦ: φέρετέ μου αὐτὸν ὧδε. Τότε
ἐπιτίμησε τὸ δαιμόνιο κι ἐκεῖνο βγῆκε ἀμέσως ἀπὸ τὸ σῶμα τοῦ παιδιοῦ. Τὴν ἴδια στιγμὴ τὸ
παιδὶ ἔγινε καλά. Αὐτὰ ἀναφέρει ὁ Ματθαῖος. Οἱ ἄλλοι δύο εὐαγγελιστὲς δίνουν
λεπτομέρειες γιὰ ὅσα ἔγιναν πρὶν ἀπὸ τὴν πραγματικὴ θεραπεία τοῦ παιδιοῦ. Οἱ τρεῖς αὐτὲς
λεπτομέρειες εἶναι οἱ ἑξῆς: πρώτη, πῶς ὁ Χριστὸς ρώτησε τὸν πατέρα ἀπὸ πότε εἶναι
ἄρρωστο τὸ παιδί.: δεύτερη, πῶς ἔδωσε ἔμφαση στὴν πίστη, ὡς προϋπόθεση τῆς θεραπείας
καὶ τρίτη, πῶς τὴν ὥρα ποὺ ὁδηγοῦσαν τὸ παιδὶ μπροστὰ στὸ Χριστό, τρομοκρατημένος ὁ
διάβολος ἐγκατέλειψε τὸ παιδὶ κι ἔφυγε.
«Πόσος χρόνος ἐστὶν ὼς τοῦτο γέγονεν αὐτῷ;», ρώτησε ὁ Ἰησοῦς τὸν πατέρα τοῦ
ἄρρωστου παιδιοῦ (Μάρκ. Θ' 21). Καὶ βέβαια δὲν ἔκανε τὴν ἐρώτηση αὐτὴ γιὰ τὸν ἑαυτό
του, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὴν ἀκούσουν οἱ συγκεντρωμένοι ἄνθρωποι. Ὁ ἴδιος τὸ ἤξερε καλά,
γνώριζε πῶς ἡ ἀρρώστια τοῦ παιδιοῦ ἦταν μακροχρόνια. Ὁ πατέρας ἀπάντησε:
«παιδιόθεν». Ἄς ἀναλογιστεῖ καὶ καθένας πόσα τρομερὰ βάσανα προκαλοῦνται ἀπὸ τὰ
πονηρὰ πνεύματα καὶ πόσο μεγάλη εἶναι ἡ προστασία τοῦ Θεοῦ. Χωρὶς τὴν προστασία Του,
τὰ πονηρὰ πνεύματα σίγουρα θὰ εἶχαν κυριολεκτικὰ ἀφανίσει τόσο τὸ σῶμα ὅσο καὶ τὴν
ψυχὴ τοῦ παιδιοῦ. Καὶ τελικὰ ἂς σκεφτοῦμε πόσο μεγάλη εἶναι ἡ δύναμη τοῦ Υἱοῦ τοῦ
Θεοῦ πάνω στὰ πονηρὰ πνεύματα. Βοήθησον ἡμῖν, εἶπε στὸ Χριστὸ ὁ πατέρας τοῦ παιδιοῦ.
Δὲν ἀνέφερε μόνο τὸ παιδί, γιατί τὰ βάσανα τοῦ παιδιοῦ ἦταν καὶ τοῦ πατέρα του βάσανα,
ὅπως καὶ ὅλης τῆς οἰκογένειας. "Ἄν τὸ παιδὶ θεραπευόταν, θὰ ἐλευθερώνονταν ἀπὸ τὸ
βάρος πολλὲς ἀνθρώπινες ψυχές. Κι ὁ Χριστός του ἀπάντησε: «εἴ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα
δυνατά το πιστεύοντι» (Μάρκ. Θ' 23).
Ὅπως συνήθιζε νὰ ἐνεργεῖ ὁ Κύριος, ἤθελε νὰ κάνει κι ἐδῶ τὸ μέγιστο δυνατὸ καλὸ μὲ
μιὰ πράξη. "Ἕνα καλὸ ἦταν ν' ἀποκαταστήσει τὴν ὑγεία τοῦ παιδιοῦ. Ἀλλὰ γιατί νὰ μὴν
ὠφελήσει καὶ τοὺς ἄλλους; Γιατί νὰ μὴν ἐνισχύσει καὶ νὰ σταθεροποιήσει τὴν πίστη τοῦ
πατέρα; Γιατί νὰ μὴν κάνει ταυτόχρονα κι ἕνα τρίτο καλό, νὰ δείξει δηλαδὴ τὴ δύναμή Του
ὅσο πιὸ καθαρὰ γινόταν, ὥστε νὰ τὸν πιστέψουν οἱ ἄνθρωποι; Καὶ γιατί νὰ μὴν κάνει κι ἕνα
τέταρτο καλό, νὰ καταγγείλει τὴν ἀπιστία καὶ τὴ διαφθορά, καθὼς καὶ τὴ χαμερπῆ τάση τῶν
ἀνθρώπων πρὸς τὸ κακό, πρὸς τὰ πονηρὰ πνεύματα καὶ τὴν ἁμαρτία; Καὶ γιατί νὰ μὴν
ἐπιτύχει κι ἕναν πέμπτο καλό, κι ἕνα ἕκτο κι ἕνα ἕβδομο κι ὅλα τὰ καλὰ ποὺ μποροῦν νὰ
προκύψουν ἀπὸ μιὰ καλὴ πράξη; Μιὰ καλὴ πράξη συνήθως σέρνει μαζί της πολλὲς ἄλλες,
ὅπως τὸ τρένο σέρνει πολλὰ βαγόνια.
Προσέξτε ἐπίσης πὼς ὁ Κύριος συνδυάζει μὲ πολλὴ σοφία τὴν ἀκρίβεια μὲ τὴ λεπτότητα.
Ὅταν κατάγγειλε αὐστηρὰ τὴν ἀπιστία, μίλησε γενικά, γιὰ νὰ διεγείρει ὅλων τὴν πίστη,
χωρὶς νὰ ταπεινώσει κανέναν προσωπικά. Μετά, ὅταν στράφηκε σ' ἐκεῖνον ποῦ τὸν ἱκέτευε,
δὲ μίλησε αὐστηρά, ἀλλὰ μὲ μεγάλη προσοχὴ καὶ εὐγένεια: εἰ,εἶ δύνασαι πιστεῦσαι... Αὐτὴ
ἡ προσεχτικὴ διατύπωση κι ἡ εὐγένεια τοῦ Χριστοῦ ἔφερε τὸ ἐπιθυμητὸ ἀποτέλεσμα. Ὁ
πατέρας ἔκραξε μὲ δάκρυα στὰ μάτια: «πιστεύω, κύριε βοήθει μου τὴ ἀπιστία» (Μάρκ. Θ'
24).

[79]
Δὲν ὑπάρχει τίποτα ποὺ νὰ λιώνει εὐκολότερα τὸν πάγο τῆς ἀπιστίας ὅσο τὰ δάκρυα.
Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἔκλαψε μπροστὰ στὸν Κύριο καί μετανόησε γιὰ τὴν
προηγούμενη ζωή του, ἀπὸ μέσα του ξεπήδησε ἡ πίστη ὅπως τὸ νερὸ ἀπὸ τὴν πηγή. Καὶ
τότε εἶπε τὰ λόγια ποὺ ἔμειναν ὡς ἕνα δυνατὸ μήνυμα σὲ ὅλες τίς γενιὲς τῶν ἀνθρώπων:
πιστεύω, κύριε· βοήθει μου τὴ ἀπιστία.
Τὰ λόγια αὐτὰ δείχνουν πῶς ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ οὔτε νὰ πιστέψει χωρὶς τὴ βοήθεια
τοῦ Θεοῦ. Ἀπὸ μόνος του μπορεῖ νὰ φτάσει σὲ μιὰ ὑποψία πίστης, νὰ πιστεύει δηλαδὴ στὸ
καλὸ καὶ στὸ κακὸ ἤ, μὲ ἄλλα λόγια, ν' ἀμφιβάλλει γιὰ τὸ καλὸ καὶ τὸ κακό. Ὁ δρόμος
ὅμως ἀπὸ τὴ μερικὴ πίστη στὴν ἀληθινὴ εἶναι πραγματικὰ μακρύς. Χωρὶς τὸ καθοδηγητικὸ
χέρι τοῦ Θεοῦ κανένας ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ ν' ἀκολουθήσει τὸ δρόμο αὐτό. Τὸ νόημα τῶν
λόγων τοῦ πατέρα τοῦ παιδιοῦ, πιστεύω, κύριε βοήθεια μοῦ τὴ ἀπιστία, εἶναι: «Βοήθησέ μέ,
Κύριε, νὰ πιστέψω σὲ Σένα! Βοήθησέ μὲ νὰ μὴν πιστέψω στὸ κακό! Βοήθησέ μὲ ν'
ἀπαλλαγῶ ἐντελῶς ἀπὸ τὸν πονηρὸ καὶ νὰ ἑνωθῶ μαζί Σου!»
«Ἔτι δὲ προσερχομένου αὐτοῦ ἔρρηξεν αὐτὸν τὸ δαιμόνιον καὶ συνεσπάραξεν» (Λουκ.
θ' 42). Αὐτὸ ἦταν τὸ τελευταῖο πρᾶγμα ποὺ ἐπέτρεψε ὁ Θεὸς στὸ δαίμονα. Κι αὐτὸ ὥστε νὰ
δοῦν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι το φόβο καὶ τὸν τρόμο ποὺ μπορεῖ νὰ προκαλέσει ὁ διάβολος στὸν
ἄνθρωπο. Νὰ καταλάβουν πόσο ἄνεπαρκὴς εἶναι ἡ δύναμη τῶν ἀνθρώπων, ἀκόμα καὶ τῶν
καλλίτερων γιατρῶν τοῦ κόσμου, γιὰ νὰ γλιτώσουν ἀπὸ τὸ φόβο καὶ τὸν τρόμο τὴ ζωὴ ἔστω
καὶ ἑνὸς μόνο ἀνθρώπου. Ἔτσι ὅταν οἱ ἄνθρωποι δοὺν τὴ δύναμη τοῦ διαβόλου καὶ
συνειδητοποιήσουν τὴ δική τους ἀδυναμία, θὰ κατανοήσουν πόσο μεγαλειώδης καὶ θεϊκὴ
εἶναι ἡ δύναμη τοῦ Χριστοῦ. Ὁ εὐαγγελιστὴς Μάρκος καταγράφει τὰ λόγια ποὺ εἶπε ὁ
Κύριος στὸ πονηρὸ πνεῦμα: «Τὸ πνεῦμα τὸ ἄλαλον καὶ κωφόν, ἐγὼ σοὶ ἐπιτάσσω, ἔξελθε
ἐξ αὐτοῦ καὶ μηκέτι εἰσέλθης εἰς αὐτόν» (Μάρκ. Θ' 25). Σοὶ ἐπιτάσσω, εἶπε ὁ Κύριος. Εἶναι
ἡ πηγὴ τῆς δύναμης καὶ τῆς ἐξουσίας. Δὲν τὴ δανείζεται ἀπὸ κάποιον ἄλλο. «Πάντα ὅσα
ἔχει ὁ πατὴρ ἐμὰ ἔστι» (Ἰωάν. ἴστ' 15), εἶχε πεῖ σὲ ἄλλη περίπτωση ὁ Κύριος Ἰησοῦς. Καὶ
τώρα βλέπουμε πῶς τὸ ἐπιβεβαιώνει αὐτὸ στὴν πράξη. «Σοῦ μιλάω Ἐγώ: σὲ διατάζω μὲ τὴν
ἐξουσία ποὺ ἔχω καὶ σὲ διώχνω ἀπὸ τὸ παιδὶ μὲ τὴ δύναμή μου». Ἄς τὸ καταλάβουν καλὰ
οἱ ἄνθρωποι πῶς ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς προφῆτες, ποὺ ἔκαναν κάποια
θαυμαστὰ πράγματα μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, Ἐκεῖνος ποὺ
προανήγγειλαν οἱ προφῆτες καὶ ἀνέμενε ὁ κόσμος.
Θὰ πρέπει νὰ προσέξουμε ἰδιαίτερα καὶ τὸ δεύτερο σκέλος τῆς ἐντολῆς τοῦ Χριστοῦ
πρὸς τὸ διάβολος καὶ μηκέτι εἰσέλθης εἰς αὐτόν. Ὁ Κύριος τοῦ ἔδωσε τὴν ἐντολὴ ὄχι μόνο
νὰ φύγει, μὰ καὶ νὰ μὴν ξαναγυρίσει στὸν ἄνθρωπο ποὺ εἶχε τόσο πολὺ ταλαιπωρήσει.
Αὐτὸ σημαίνει πὼς ἀκόμα κι ὅταν καθαριστεῖ καὶ θεραπευτει ὁ ἄνθρωπος, μπορεῖ νὰ
προσβληθεῖ ξανὰ ἀπὸ τὸ ἀκάθαρτα πνεύματα. Ὁ διάβολος μπορεῖ νὰ ξανάρθει στὸν
ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν ὁποῖο διώχτηκε. Αὐτὸ γίνεται ὅταν ὁ ἁμαρτωλὸς ποὺ μετάνιωσε καὶ
συχωρέθηκε ἀπό το Θεό, ξαναγυρίσει στὴν παλιὰ ἁμαρτία του. Τότε ὁ διάβολος βρίσκει
ἀνοιχτὴ τὴν εἴσοδο καὶ ξαναμπαίνει στὸν ἄνθρωπο.
Ὁ Κύριος ἐδῶ διατάζει τὸ διάβολο ὄχι μόνο νὰ ἐλευθερώσει τὸ παιδί, μὰ καὶ νὰ μὴν
ξαναγυρίσει ποτέ. Κι αὐτὸ γιὰ δυὸ λόγους: πρῶτο, ὥστε τὸ θεϊκὸ δῶρο ποὺ τοῦ ἔδωσε νὰ
εἶναι ὁλοκληρωμένο καὶ τέλειο: καὶ δεύτερο, γιὰ νὰ διδαχτοῦμε πῶς, ἀφοῦ λάβουμε τὴν
ἄφεση ἀπὸ τὸ Θεό, δὲν πρέπει νὰ ξαναγυρίσουμε στὴν ἁμαρτία, «ὥσπερ κύων ἐπὶ τὸ ἴδιον
ἔξέραμα» (Βπέτρ. β' 22), γιὰ νὰ μὴν ἐκτεθοῦμε στὸν κίνδυνο κι ἀνοίξουμε πάλι τὴν πόρτα
στὸ πονηρὸ πνεῦμα γιὰ νὰ μπεῖ μέσα μας καὶ νὰ μᾶς κυριεύσει.

[80]
Μετὰ τὸ μεγάλο αὐτὸ θαῦμα τοῦ Χριστοῦ, «ἔξεπλήσσοντο πάντες ἐπὶ τὴ μεγαλειότητα
τοῦ Θεοῦ», γράφει ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς (θ' 43). Πόσο καλὸ θὰ ἦταν νὰ ἔμενε ὁ
θαυμασμὸς αὐτὸς διαρκὴς κι ἀνεξάλειπτος ἀπὸ τίς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων! Νὰ μὴν ἔσβηνε
τόσο γρήγορα ὅσο οἱ σαπουνόφουσκες στὸ νερό! Ὁ Θεὸς ὅμως δὲ σπέρνει μάταια. "Ἄν ὁ
σπόρος ποὺ πέφτει στὸ δρόμο, στὴν πέτρα ἢ ἀνάμεσα στὰ ζιζάνια χάνεται, ἐκεῖνος ποὺ
πέφτει σὲ καλὴ γῆ μένει ζωντανὸς καὶ ἀποδίδει
καρποὺς ἑκατονταπλάσιους..
Ἀργότερα ποὺ ὁ Χριστὸς ἔμεινε μόνος μὲ τοὺς
μαθητές Του, ἐκεῖνοι τὸν ρώτησαν: «Τότε
προσελθόντες οἱ μαθηταὶ τὼ Ἰησοῦ κατ' ἰδίαν
εἶπον· διατὶ ἤμεὶς οὐκ ἠδυνήθημεν ἐκβαλεῖν
αὐτό; ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς: διὰ τὴν ἀπιστίαν
ὑμῶν, ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἐὰν ἔχετε πίστιν ὡς
κόκκον σινάπεως, ἔρεῖτε τῷ ὄρει τούτῳ μετάβηθι
ἐντεῦθεν ἐκεῖ, καὶ μεταβήσεται, καὶ οὐδὲν
ἀδυνατίσει ὑμῖν» (Ματθ. ἴζ' 19-20). Ἡ ρίζα τῆς
ἀδυναμίας τῶν ἀποστόλων ἑπομένως ἦταν ἡ
ἀπιστία. "Ὅσο μεγαλύτερη εἶναι ἡ πίστη, τόσο
μεγαλύτερη κι ἡ δύναμη. Λιγότερη πίστη,
λιγότερη δύναμη. Νωρίτερα ὁ Κύριος εἶχε δώσει
στοὺς ἀποστόλους «ἐξουσίαν πνευμάτων
ἀκαθάρτων, ὥστε ἐκβάλλειν αὐτὰ καί θεραπεύειν
πᾶσαν νόσον καὶ μαλακίαν» (Ματθ. ἰ' 1). Οἱ
μαθητὲς ἔκαναν γιὰ κάποιο διάστημα καλὴ χρήση
αὐτῆς τῆς ἐξουσίας. Στὸ μέτρο ὅμως ποὺ
ἐξασθένησε ἡ πίστη τους, εἴτε ἀπό το φόβο τῶν
ἀνθρώπων εἴτε ἀπὸ ὑπερηφάνεια, ἐξασθένησε καὶ
ἡ δύναμη ποὺ τοὺς ἔδωσε. Στὸν Ἀδὰμ εἶχε δοθεῖ ἐξουσία πάνω σ' ὅλα τὰ πλάσματα. Μὲ τὴν
παρακοή, τὴν ἀπληστία καὶ τὴν ὑπερηφάνειά του ὅμως, ἔχασε τὴν ἐξουσία αὐτή. Οἱ
ἀπόστολοι τώρα, ἀπὸ κάποιο δικό τους σφάλμα, εἶχαν χάσει τὴ δύναμη καὶ τὴν ἐξουσία ποὺ
τοὺς εἶχε δώσει ὁ Κύριος. Ἡ χαμένη αὐτὴ δύναμη τώρα μπορεῖ ν' ἀνακτηθεῖ μόνο μὲ πίστη,
πίστη καὶ περισσότερη πίστη.
Σ' αὐτὴν τὴν περίπτωση ὁ Κύριος ἔδωσε μεγάλη ἔμφαση στὸ θέμα τῆς πίστης. Ἡ πίστη
μπορεῖ νὰ μετακινήσει καὶ ὄρη. Δὲν ἀδυνατεῖ τίποτα μπροστά της. "Ὁ κόκκος τοῦ σιναπιοῦ
εἶναι πολὺ μικρός, τὸ ἄρωμά του ὅμως μπορεῖ νὰ διαπεράσει ἕνα μπὼλ ὁλόκληρο μὲ
φαγητό. Γράφει ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων στὴν Κατήχησή του ἀρ. 5: «Ὅπως ὁ
κόκκος τοῦ σιναπιοῦ, ποῦ εἶναι μικρὸς σὲ μέγεθος ἀλλὰ μεγάλος σὲ ἐνέργεια, ὅταν σπαρεὶ
σ' ἕναν τόπο βγάζει πολλοὺς κλάδους, ὥστε σ' αὐτοὺς νὰ κάθονται καὶ πουλιά, ἔτσι εἶναι κι
ἡ πίστη. Σύντομα κάνει ἔργα μεγάλα. Γι' αὐτὸ ἔχετε πίστη σ' Ἐκεῖνον, γιὰ νά σας δώσει
πίστη δυνατή, ποῦ ἐνεργεῖ πέρα ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη δύναμη». Ἄν ἔχετε πίστη ἔστω ὅσο ὁ
κόκκος τοῦ σιναπιοῦ, τὰ βουνὰ θὰ ὑποχωρήσουν μπροστά σας καὶ θὰ μετακινηθοῦν ἀπὸ τὸ
ἕνα μέρος σὲ ἄλλο.
Γιατί ὁ ἴδιος ὁ Κύριος δὲ μετακίνησε βουνά; Ἐπειδὴ δέν του ἦταν ἀπαραίτητο νὰ τὸ
κάνει. Ἔκανε ἐκεῖνα μόνο τὰ θαύματα, ποὺ χρειάζονταν γιὰ νὰ ὠφελήσουν τοὺς
ἀνθρώπους, γιὰ τὴ σωτηρία τους. Εἶναι ὅμως μεγαλύτερο θαῦμα νὰ μετακινήσεις ἕνα βουνὸ
ἢ νὰ μετατρέψεις τὸ νερὸ σὲ κρασί, νὰ πολλαπλασιάσεις τούς ἄρτους, νὰ ἐκβάλεις πονηρὰ

[81]
πνεύματα, νὰ θεραπεύσεις ὅλων τῶν λογιῶν τίς ἀρρώστιες, νὰ περπατήσεις πάνω στὸ νερὸ
ἢ νὰ γαληνέψεις μ' ἕνα λόγο - ἢ καὶ μία σκέψη - τίς καταιγίδες καὶ τοὺς ἀνέμους; Δὲν
ἄποκλείεται πιστοὶ τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶχαν πολὺ μεγάλη πίστη καὶ σὲ εἰδικὲς περιπτώσεις,
νὰ "καναν καὶ τὸ θαῦμα αὐτό, νὰ μετακίνησαν δηλαδὴ ὄρη. Εἶναι ὅμως τὰ ψηλὰ βουνὰ πιὸ
φοβερὰ φορτία γιὰ τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τίς ἔγκόσμιες μέριμνες, τοὺς ἔγκόσμιους δεσμοὺς καὶ
τίς ἁλυσίδες τῶν παθῶν; Ἐκεῖνος ποὺ μπορεῖ νὰ σηκώσει τὰ βάρη αὐτὰ ἀπὸ τὴν ψυχὴ τοῦ
ἀνθρώπου καὶ νὰ τὰ ρίξει στὴ θάλασσα, σίγουρα ἔχει μετακινήσει τὸ μεγαλύτερο βουνὸ τοῦ
κόσμου.
«Τοῦτο δὲ τὸ γένος οὐκ ἐκπορεύεται εἰ,εἶ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ» (Ματθ. ἴζ' 21). Ἡ
νηστεία κι ἡ προσευχὴ εἶναι οἱ δύο πυλῶνες τῆς πίστης, δυὸ δυνατὲς φλόγες ποὺ
κατακαίουν τὰ πονηρὰ πνεύματα. Μὲ τὴ νηστεία καταπραύνονται καὶ νεκρώνονται ὅλα τὰ
σωματικὰ πάθη, κυρίως τὰ σαρκικά. Μὲ τὴν προσευχὴ πολεμοῦνται κι ἄφανίζονται ὅλα τ'
ἄλλα πάθη τῆς ψυχῆς, τῆς καρδιᾶς καὶ τοῦ νοῦ, ὅπως πονηρὲς ἐπιθυμίες, κακὲς πράξεις,
φθόνος, ἐκδίκηση, μῖσος, κακία, ὑπερηφάνεια, κενοδοξία καὶ ἄλλα. Μὲ τὴ νηστεία
καθαρίζονται τὰ δοχεῖα τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸ ἀκάθαρτο περιεχόμενό των
ἐγκόσμιων παθῶν καὶ τῆς κακίας τους. Μὲ τὴν προσευχὴ ἕλκεται τὸ Ἅγιο Πνεῦμα στὸ
ἄδειο καὶ καθαρὸ δοχεῖο κι ἐγκαθίσταται στὸν ἄνθρωπο ἡ πληρότητα τῆς πίστης. - Ἡ
Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχει ἀπὸ χρόνια ἀμνημόνευτα τονίσει τὴ δοκιμασμένη συνταγὴ τῆς
νηστείας γιὰ ὅλα τὰ σωματικὰ πάθη καὶ σὰν ἕνα δυνατό ὅπλο ἐναντίον τῶν πονηρῶν
πνευμάτων. Ἐκεῖνοι ποὺ ὑποβαθμίζουν ἢ ἀπορρίπτουν τὴ νηστεία, στὴν οὐσία
ὑποβαθμίζουν κι ἀπορρίπτουν μιὰ θεμελιακὴ ἐντολὴ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, ποὺ ἀφορᾶ στὴ
σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ προσευχὴ ἐνισχύεται μὲ τὴ νηστεία, ἡ πίστη ἑδραιώνεται κι ἀπὸ
τὴ μιὰ (τὴν προσευχὴ) κι ἀπὸ τὴν ἄλλη (τὴ νηστεία). Κι ἡ πίστη μετακινεῖ ὄρη, ἐκβάλλει
δαιμόνια καὶ κάνει δυνατὰ τὰ ἀδύνατα.
Τὰ τελευταῖα λόγια τοῦ Χριστοῦ στὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο δὲ φαίνεται νὰ ἔχουν σχέση μὲ
τὸ περιστατικὸ ποὺ προηγήθηκε. Μετὰ τὸ μεγάλο θαῦμα τῆς θεραπείας τοῦ δαιμονισμένου
παιδιοῦ κι ἐνῶ οἱ ἄνθρωπου θαύμαζαν τὸ γεγονός, ὁ Κύριος ἄρχισε νὰ μιλάει στοὺς
μαθητὲς γιὰ τὸ Πάθος Του. «Μέλλει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοσθαι εἰς χεῖρας
ἀνθρώπων. καὶ ἀποκτενούσιν αὐτόν, καὶ τὴ τρίτη ἡμέρα ἐγερθήσεται. καὶ ἐλυπήθησαν
σφόδρα» (Ματθ. ἴζ' 22, 23). Γιατί μετὰ τὸ θαῦμα, ὅπως καὶ μετὰ ἀπὸ κάποια ἄλλα ἀπὸ τὰ
θαύματά Του, ὁ Κύριος μιλοῦσε στοὺς μαθητὲς γιὰ τὸ Πάθος Του; Τὸ ἔκανε αὐτὸ ὥστε,
ὅταν ἐρχόταν τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, νὰ μὴν ἀποκαρδιωθοῦν, νὰ μὴν ὀλιγοπιστήσουν. Τά
'λεγε αὐτὰ στοὺς μαθητὲς μετὰ ἀπὸ τὰ μεγάλα θαύματά Τοῦ, ὥστε οἱ προρρήσεις αὐτές,
κοντὰ στὰ μεγάλα γεγονότα, τὴ δόξα καὶ τὰ ἐγκώμια μὲ τὰ ὁποῖα τὸν ὑποδέχονταν, νὰ
χαραχτοῦν καλύτερα στὸ νοῦ τους. Τά 'λεγε ὅμως καὶ γιὰ νὰ διδάξει, ὄχι μόνο τοὺς
ἀποστόλους ἀλλὰ καί μας. Νὰ κατανοήσουμε πῶς μετὰ ἀπὸ τόσο μεγάλα ἔργα δὲν πρέπει
νὰ ζητοῦμε καὶ νὰ περιμένουμε ἀνταμοιβὴ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ νὰ εἴμαστε ἕτοιμοι
γιὰ τὸ χειρότερο, γιὰ τὰ σκληρότερα χτυπήματα καί τις ταπεινώσεις, ἀκόμα κι ἀπ' αὐτοὺς
ποὺ βοηθήσαμε κι εὐεργετήσαμε πολύ.
Ὁ Κύριος δὲν προεῖπε μόνο τὸ πάθος καί το θάνατό Τοῦ, ἀλλὰ καὶ τὴν ἔνδοξη Ἀνάστασή
Του. Στὸ τέλος ὅλων ὑπάρχει ἡ Ἀνάσταση, ἡ νίκη κι ἡ αἰώνια δόξα. Ὁ Κύριος προεῖπε
στοὺς μαθητές Του κάτι ποὺ φαινόταν ἀδύνατο. Ἤθελε νὰ τονώσει τὴν πίστη τους, γιὰ ν'
ἀντιμετωπίσουν ὅσα θ' ἀκολουθοῦσαν, νὰ τοὺς διδάξει πῶς πρέπει νὰ πιστέψουν ὅσα τοὺς
εἶπε. Πίστη ὅση ὁ κόκκος τοῦ σιναπιοῦ ἢ ἀκόμα λιγότερη, πρέπει νὰ χεῖ κάθε ἄνθρωπος γιὰ
νὰ ναὶ προετοιμασμένος καὶ νὰ περιμένει κάθε εἶδος βασάνων σ' αὐτὸν τὸν κόσμο. Νὰ `ναὶ
σίγουρος ὅμως πῶς στὸ τέλος ὑπάρχει ἡ ἀνάσταση. Κάθε ἐπίγεια δόξα καὶ κάθε ἔπαινο

[82]
πρέπει νὰ τὰ λογαριάζουμε σὰν μηδέν. Μετὰ ἀπ' ὅλους τοὺς θριάμβους ποὺ μπορεῖ νὰ
προσφέρει ὁ κόσμος, πρέπει ν' ἀναμένουμε τὸν πειρασμό. Ὅλα ὅσα μᾶς στέλνει ὁ οὐράνιος
Πατέρας μας, πρέπει νὰ τὰ δεχόμαστε μὲ ταπείνωση καὶ ὑπακοή. Δὲν πρέπει ν'
ἀπαριθμοῦμε τὰ καλὰ ποὺ ἔχουμε κάνει γιά το λαό, τὴν πόλη ἢ τὸ χωριό, γιὰ τὸ ἔθνος ἢ γιὰ
τὴν πατρίδα μας. Δὲν πρέπει νὰ ἐπανασταστοῦμε ὅταν μᾶς πιέζουν προβλήματα. "Ἄν
κάναμε κάτι γιὰ τοὺς πλησίον μας, αὐτὸ ἔγινε μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ. "Ἔτσι εἶναι. Κάθε
καλὸ γίνεται ἀπὸ τὸ Θεό, ἐμεῖς εἴμαστε ἁπλᾶ ὄργανά Του. Ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ
γογγύζουμε ὅταν μᾶς στείλει ὁ Θεὸς βάσανα μετά την εγκόσμια δόξα, ταπείνωση μετὰ ἀπὸ
ἐπαίνους, φτώχεια μετὰ τὸν πλοῦτο, περιφρόνηση μετὰ ἀπὸ ματαιοδοξία, ἀρρώστια μετὰ
τὴν ὑγεία, μόνωση καὶ ἐγκατάλειψη μετὰ ἀπὸ τὴν ἀπόλαυση πολλῶν φίλων.
Ὁ Θεὸς γνωρίζει γιατί μᾶς τὰ στέλνει όλ' αὐτά. Γνωρίζει πῶς ὅλα εἶναι γιὰ τὸ καλό μας.
Πρῶτο, γιὰ νὰ μάθουμε νὰ ἐκτιμοῦμε τίς αἰώνιες κι ἄφθαρτες ἀξίες καὶ νὰ μὴν ὁδηγηθοῦμε
στὸ θάνατο παρασυρμένοι ἀπὸ τὴν ψεύτικη καὶ παροδικὴ λαμπρότητα αὐτοῦ τοῦ κόσμου.
Δεύτερο, πῶς δὲν πρέπει νὰ λάβουμε ἀνταπόδοση ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους γιὰ τὰ καλὰ ποὺ
κάναμε σ' αὐτὸν τὸν κόσμο, γιατί ἔτσι δὲ θὰ μείνει τίποτα νὰ περιμένουμε γιὰ νὰ λάβουμε
στὴ μέλλουσα ζωή. "Ὅταν φτάσουμε στὴν πύλη τῆς οὐράνιας βασιλείας, εὔχομαι νὰ μὴν
ἀκούσουμε: «Πορεύεσθε ἀπ' ἐμοῦ, ὅτι ἤδη ἀπέχετε τὸν μισθὸν ὑμῶν».
Ἐλπίζω νὰ μὴ συμβεῖ αὐτό σε μᾶς. Γιὰ νὰ μὴ χαθοῦμε αἰώνια ὅταν ἔρθει τὸ σίγουρο
τέλος αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ἀπ' ὅπου λάβαμε δόξα καὶ τιμή, ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ὁ
μοναδικός μας Φίλος, μᾶς διδάσκει πῶς μετὰ τὴ μέγιστη δόξα, τὸν ἔπαινο καὶ τὴν τιμὴ ποὺ
μπορεῖ νὰ μᾶς προσφέρει αὐτὸς ὁ κόσμος, πρέπει νὰ προετοιμαστοῦμε γιὰ ν' ἀναλάβουμε τὸ
σταυρό μας. Γι' αὐτὸ πρέπει δόξα καὶ ὕμνος στὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, μαζὶ μὲ τὸν ἄναρχο
Πατέρα Του καὶ τὸ Πανάγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα
καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

[83]
(Τὸ εὐαγγέλιο τῆς συγχώρησης)
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
ιη΄ 23 - 35
Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ
ὃς ἠθέλησεν συνᾶραι λόγον μετὰ τῶν δούλων αὐτοῦ. 24ἀρξαμένου δὲ αὐτοῦ συναίρειν
προσηνέχθη αὐτῷ εἷς ὀφειλέτης μυρίων ταλάντων. 25μὴ ἔχοντος δὲ αὐτοῦ ἀποδοῦναι ἐκέλευσεν
αὐτὸν ὁ κύριος αὐτοῦ πραθῆναι καὶ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ καὶ τὰ τέκνα καὶ πάντα ὅσα εἶχε, καὶ
ἀποδοθῆναι. 26πεσὼν οὖν ὁ δοῦλος προσεκύνει αὐτῷ λέγων· κύριε μακροθύμησον ἐπ' ἐμοί, καὶ
πάντα σοι ἀποδώσω. 27σπλαγχνισθεὶς δὲ ὁ κύριος τοῦ δούλου ἐκείνου ἀπέλυσεν αὐτόν, καὶ τὸ
δάνειον ἀφῆκεν αὐτῷ. 28ἐξελθὼν δὲ ὁ δοῦλος ἐκεῖνος εὗρεν ἕνα τῶν συνδούλων αὐτοῦ, ὃς
ὤφειλεν αὐτῷ ἑκατὸν δηνάρια, καὶ κρατήσας αὐτὸν ἔπνιγεν λέγων· ἀπόδος μοι εἴ τι ὀφείλεις.
29πεσὼν οὖν ὁ σύνδουλος αὐτοῦ εἰς τοὺς πόδας αὐτοῦ παρεκάλει αὐτὸν λέγων· μακροθύμησον

ἐπ' ἐμοί, καὶ ἀποδώσω σοι· 30ὁ δὲ οὐκ ἤθελεν, ἀλλὰ ἀπελθὼν ἔβαλεν αὐτὸν εἰς φυλακὴν ἕως οὗ
ἀποδῷ τὸ ὀφειλόμενον. 31ἰδόντες δὲ οἱ σύνδουλοι αὐτοῦ τὰ γενόμενα ἐλυπήθησαν σφόδρα, καὶ
ἐλθόντες διεσάφησαν τῷ κυρίῳ ἑαυτῶν πάντα τὰ γενόμενα. 32τότε προσκαλεσάμενος αὐτὸν ὁ
κύριος αὐτοῦ λέγει αὐτῷ· δοῦλε πονηρέ, πᾶσαν τὴν ὀφειλὴν ἐκείνην ἀφῆκά σοι, ἐπεὶ
παρεκάλεσάς με· 33οὐκ ἔδει καὶ σὲ ἐλεῆσαι τὸν σύνδουλόν σου, ὡς καὶ ἐγὼ σὲ ἠλέησα; 34καὶ
ὀργισθεὶς ὁ κύριος αὐτοῦ παρέδωκεν αὐτὸν τοῖς βασανισταῖς ἕως οὗ ἀποδῷ πᾶν τὸ ὀφειλόμενον
αὐτῷ. 35Οὕτω καὶ ὁ πατήρ μου ὁ ἐπουράνιος ποιήσει ὑμῖν ἐὰν μὴ ἀφῆτε ἕκαστος τῷ ἀδελφῷ
αὐτοῦ ἀπὸ τῶν καρδιῶν ὑμῶν τὰ παραπτώματα αὐτῶν.

Ὅταν ὁ Κύριος Ἰησοῦς ἄφηνε τὴν τελευταία Του πνοὴ στὸ σταυρό, ἀκόμα καὶ τὴ στιγμὴ
αὐτὴ τῆς ἐπιθανάτιας ἀγωνίας Του, προσπαθοῦσε νὰ κάνει καλὸ στοὺς ἀνθρώπους. Δὲ
σκεφτόταν τὸν ἑαυτό Του. Στοὺς ἀνθρώπους ἦταν ὁ νοῦς Του, γι' αὐτὸ καὶ παράδωσε ἕνα
ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα μαθήματα ποὺ ἔδωσε ποτὲ στὸ ἀνθρώπινο γένος. Κι αὐτὸ εἶναι ἡ
διδασκαλία Του γιὰ τὴ συγχώρηση. «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι» (Λουκ.
κγ ́ 34).
Ποτὲ ὡς τότε δὲν εἶχαν ἀκουστεῖ τέτοια λόγια στοὺς τόπους ἐκτέλεσης. Ἀντίθετα
μάλιστα, ἐκεῖνοι ποὺ εἶχαν καταδικαστεῖ σὲ θάνατο μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, εἴτε ἀθῶοι ἦταν εἴτε
ἔνοχοι, συνήθως ἐπικαλοῦνταν θεοὺς καὶ ἀνθρώπους γιὰ ἐκδίκηση. «Ἐκδικηθεῖτε», ἦταν ὁ
λόγος ποὺ ἀκουγόταν συχνὰ μπροστὰ στὸ ἰκρίωμα καὶ δυστυχῶς ἀκούγεται ὡς τίς μέρες
μᾶς ἀπὸ τοὺς μελλοθάνατους, ἀκόμα κι ἀπὸ ἐκείνους ποὺ προτοῦ θανατωθοῦν κάνουν το
σταυρό τους.
Ὁ Χριστός, προτοῦ παραδώσει τὴν τελευταία Του πνοή, συγχώρεσε ὅλους ἐκείνους ποὺ
τὸν βασάνισαν, τὸν μυκτήρισαν καὶ τὸν θανάτωσαν. Προσευχήθηκε στὸν οὐράνιο Πατέρα
Τοῦ νὰ τοὺς συγχωρέσει, ἀλλὰ προχώρησε ἀκόμα παραπέρα. Τοὺς δικαιολόγησε, βρῆκε
ἐλαφρυντικὸ γι' αὐτούς. Εἶπε, οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι.
Γιατί ἐπανέλαβε ἰδιαίτερα ὁ Κύριος τὴ διδαχὴ Τοῦ γιὰ τὴ συχώρεση, τὴν ὥρα ποὺ
βρισκόταν πάνω στὸ σταυρό; Ἀπὸ τὸ τεράστιο πλῆθος τῶν διδαχῶν ποὺ ἔκανε ἐνόσω
ζοῦσε, γιατί διάλεξε αὐτὴν κι ὄχι κάποια ἄλλη νὰ προφέρουν τὰ ἅγια χείλη Του, στὸ τέλος
ἀκριβῶς τῆς ἐπίγειας ζωῆς Του; Ἀναμφίβολα ἐπειδὴ ἤθελε ἡ διδασκαλία του αὐτὴ νὰ
παραμείνει στὴ μνήμη ὅλων, νὰ λειτουργήσει σὰν παράδειγμα πρὸς μίμηση. Στὸ πάθος τοῦ
[84]
πάνω στὸ σταυρό, σ' αὐτὸ τὸ μεγαλειῶδες πάθος ποὺ ξεπερνᾶ κάθε μεγαλεῖο, ποὺ ὑψώνεται
πάνω ἀπὸ τοὺς βασιλιᾶδες καὶ τοὺς κριτὲς τῆς γῆς, πάνω ἀπὸ σοφοὺς καὶ διδασκάλους, ἀπὸ
πλούσιους καὶ φτωχούς, ἀπὸ κοινωνικοὺς ἀναμορφωτὲς κι ἐπαναστάτες, ὁ Κύριος Ἰησοῦς
μὲ τὸ παράδειγμα τῆς συχώρεσης ἔβαλε τὴ σφραγῖδα στὸ εὐαγγέλιό Του. Ἔδειξε μ' αὐτὸν
τὸν τρόπο πῶς χωρὶς συχώρεση οὔτε οἱ βασιλιᾶδες μποροῦν νὰ κυβερνοῦν οὔτε οἱ δικαστὲς
νὰ κρίνουν, οἱ σοφοὶ δὲν μποροῦν νὰ εἶναι σοφοί, οὔτε οἱ διδάσκαλοι νὰ διδάσκουν. Δὲν
μποροῦν οἱ πλούσιοι κι οἱ φτωχοὶ νὰ ζοῦν ὡς ἄνθρωποι κι ὄχι σὰν ἄλογα ζῶα, δὲ γίνεται ὁ
πυρετός των ἐπαναστατῶν κι ἀναμορφωτῶν νὰ εἶναι χρήσιμος. Πάνω ἀπ' ὅλα ὁ Χριστὸς
ἤθελε μὲ τὴ διδαχή Του αὐτὴ νὰ δείξει πῶς, χωρὶς συγχωρητικότητα, οἱ ἄνθρωποι δὲν
μποροῦν οὔτε νὰ κατανοήσουν τὸ εὐαγγέλιό Του, οὔτε πολὺ περισσότερο νὰ τὸ
ἐφαρμόσουν.
Ὁ Κύριος ξεκίνησε τὴ διδασκαλία του μὲ λόγια γιὰ τὴ μετάνοια καὶ τὴν τέλειωσε μὲ
λόγια γιὰ τὴ συχώρεση. Ἡ μετάνοια εἶναι ὁ σπόρος, ἡ συχώρεση εἶναι ὁ καρπός. Ὁ σπόρος
δὲν ἔχει καμιὰ ἀξία ἂν δὲν καρποφορήσει. Καμιὰ μετάνοια δὲν ἔχει ἀξία χωρὶς συχώρεση.
Τί θὰ ἦταν ἡ κοινωνία τῶν ἀνθρώπων χωρὶς συχώρεση; Ἕνα θηριοτροφεῖο,
τοποθετημένο στὴ μέση του θηριοτροφείου τῆς φύσης. Τί ἄλλο θὰ ἦταν ὅλοι οἱ νόμοι τῶν
ἀνθρώπων στὴ γῆ παρὰ ἁλυσίδες ἀφόρητες, ἂν δὲν ὑπῆρχε ἡ συχώρεση νὰ τίς μαλακώσει;
Θὰ μποροῦσε μιὰ γυναῖκα ν' ἀποκαλεῖται μητέρα ἂν δὲν εἶχε συχώρεση, ἢ ἕνας ἀδερφὸς
νὰ ὀνομάζεται ἀδερφός, ὁ φίλος φίλος, ἢ ὁ χριστιανὸς χριστιανός; Ὄχι! Ἡ συχώρεση εἶναι
ἡ καρδιὰ κι ἡ ρίζα ὅλων αὐτῶν τῶν τίτλων. Ἄν δὲν ὑπῆρχαν οἱ λέξεις «συχώρεσέ με» καὶ
«νὰ σαι συχωρεμένος», ἡ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων θὰ ἦταν ἀβάσταχτη, ἀνυπόφορη. Δὲν ὑπάρχει
σοφία στὸν κόσμο ἱκανὴ νὰ δημιουργήσει τάξη καὶ νὰ ἐπιβάλει τὴν εἰρήνη, χωρὶς τὴν
ἐφαρμογὴ τῆς συχώρεσης. Οὔτε ὑπάρχουν σχολεῖα ἢ ἄλλα ἐκπαιδευτικὰ ἱδρύματα ἱκανὰ νὰ
μεταδώσουν στοὺς ἀνθρώπους τὴ μεγαλοψυχία καὶ τὴν εὐγένεια, χωρὶς νὰ ἐφαρμόσουν τὴν
πρακτική της συχώρεσης.
Τί θὰ ὠφελήσει τὸν ἄνθρωπο ἡ κοσμικὴ γνώση ἂν δὲν μπορεῖ μὲ κανέναν τρόπο νὰ
συγχωρέσει τὸν πλησίον του, νὰ τοῦ πεῖ ἕνα καλὸ λόγο ἢ νὰ τοῦ ρίξει μιὰ γλυκιὰ ματιά;
Τίποτα ἀπολύτως. Τί θὰ χρησιμεύσουν στὸν ἄνθρωπο ἑκατοντάδες μπουκάλια λάδι
μπροστὰ στὸ καντήλι, ἂν κανένα ἀπ' αὐτὰ δὲν ἔχει νὰ μαρτυρήσει τὴ συχώρεση μιᾶς
τοὐλάχιστον ταπεινωτικῆς προσβολῆς; Τίποτα ἀπολύτως.
Ἄν γνωρίζαμε πόσα μᾶς συγχωροῦνται σιωπηρὰ κάθε μέρα καὶ κάθε ὥρα, ὄχι μόνο ἀπὸ
τὸ Θεὸ ἀλλὰ κι ἀπὸ ἀνθρώπους, θὰ τρέχαμε μὲ ντροπὴ νὰ συγχωρέσουμε τοὺς ἄλλους.
Πόσα ἀπρόσεχτα ἀλλὰ καὶ προσβλητικὰ λόγια βγαίνουν ἀπὸ τὸ στόμα μας, στὰ ὁποῖα ἡ
ἀπάντηση ποὺ δεχτήκαμε εἶναι ἡ σιωπή; Πόσα ἄγρια βλέμματα ρίχνουμε ἀπὸ δῶ κι ἀπὸ κεί;
Πόσες ἀνάρμοστες πράξεις κάνουμε, σὲ πόσες απαράδεκτες ἐνέργειες προβαίνουμε; Κι οἱ
ἄνθρωποι τὰ προσπερνοῦν ολ' αὐτά, δὲν ἐφαρμόζουν τὸ «οφθαλμόν ἀντὶ ὀφθαλμοῦ καὶ
ὀδόντα ἀντὶ ὀδόντος». Καὶ τί νὰ ποῦμε γιὰ τὴ συχώρεση τοῦ Θεοῦ; Δὲν ὑπάρχουν ἐπαρκῆ
λόγια νὰ τὴν ἐκφράσουν. Γιὰ νὰ περιγράψει κανεὶς τὰ ἀμέτρητα βάθη τῆς ἀγάπης καὶ τῆς
συγχωρητικότητας τοῦ Θεοῦ, χρειάζεται λόγος θεϊκός. Καὶ τέτοιος εἶναι ὁ λόγος ποὺ μᾶς
δίνει τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο. Ποιός θὰ μποροῦσε στὸν οὐρανὸ ἢ στὴ γῆ νὰ μᾶς ἐξηγήσει
καλύτερα καὶ νὰ μᾶς περιγράψει τὰ πράγματα τοῦ Θεοῦ, ἂν ὄχι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος Ἰησοῦς
Χριστός, ὁ προαιώνιος Υἱὸς τοῦ Θεοῦ; «Οὐδεὶς ἐπιγινώσκει… τόν πατέρα εἰ μὴ ὁ υἱὸς καὶ ὁ
ἐὰν βούληται ὁ υἱὸς ἀποκαλύψαι» (Ματθ. ἰα' 27).
Ὁ Κύριος Ἰησοῦς φανέρωσε τὴν ἀμέτρητη συγχωρητικότητα τοῦ Θεοῦ στὴν παραβολὴ
τοῦ δούλου ἐκείνου ποὺ εἶχε μεγάλο χρέος. Πῆρε ἀφορμὴ γι' αὐτὸ ἀπό τὸν ἀπόστολο
[85]
Πέτρο, ὅταν τὸν ρώτησε πόσες φορὲς θά 'πρεπε νὰ συγχωρεῖ τίς προσβολὲς τοῦ ἀδελφοῦ
του: «ἕως ἐπτάκις;» Στὴν ἐρώτηση αὐτὴ ὁ Κύριος ἀπάντησε μ' αὐτὰ τὰ πολὺ σημαντικὰ
λόγια: «οὐ λέγω σοὶ ἕως ἐπτάκις, ἀλλ' ἕως ἐβδομηκοντάκις ἑπτά» (Ματθ. ἰη' 22).
Προσπάθησε νὰ συγκρίνεις τίς δυὸ αὐτὲς προτάσεις καὶ θὰ διαπιστώσεις τὴ διαφορὰ
ἀνάμεσα στὸ Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο. Ὁ Πέτρος, ὅταν ρώτησε το Διδάσκαλό Του «ἕως
ἐπτάκις;», νόμιζε πῶς εἶχε φτάσει στὰ ἀνώτατα ὅρια τῆς συγχωρητικότητας. Ἡ ἀπάντηση
τοῦ Κυρίου ὅμως ἦταν: ἕως ἐβδομηκοντάκις ἑπτά! Καὶ σὰ νὰ μή του φάνηκε ἀρκετὸ ἀκόμα
κι αὐτὸ τὸ μέτρο, πρόσθεσε μετὰ καὶ τὴν ἀκόλουθη παραβολή, γιὰ νὰ ξεκαθαρίσει
καλύτερα τὰ πράγματα.
«Διὰ τοῦτο ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ, ὅς ἠθέλησε συνάραι
λόγον μετὰ τῶν δούλων αὐτοῦ» (Ματθ. ἰη' 23). Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν δὲν προσφέρεται
γιὰ περιγραφή, οὔτε μὲ λόγια οὔτε μὲ χρώματα. Ἡ ὁμοιότητά της μπορεῖ ν' ἀπεικονιστεῖ
μόνο μέσα σὲ περιορισμένη ἔκταση, μὲ ὅρους αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Ὁ Κύριος χρησιμοποιεῖ
παραβολές, ἐπειδὴ εἶναι οὐσιαστικὰ ἀδύνατο νὰ ἐκφράσει μὲ ἄλλα μέσα πράγματα ποὺ δὲν
ἀνήκουν σ' αὐτὸν τὸν κόσμο. Τὸν κόσμο αὐτὸν τὸν ἔχει παραμορφώσει καὶ ἀμαυρώσει ἡ
ἁμαρτία. Δὲν ἔχασε ἐντελῶς ὅμως τὴν ὁμοιότητά του μὲ τὸν ἄλλο κόσμο, τὸν ἀληθινό. Ὁ
κόσμος αὐτὸς δὲν εἶναι ἀντίγραφο τοῦ ἄλλου, σὲ καμιά περίπτωση. Εἶναι ἁπλᾶ μιὰ χλωμὴ
εἰκόνα καὶ σκιά του. Ἑπομένως ἀνάμεσα στοὺς δύο κόσμους μποροῦμε νὰ κάνουμε
σύγκριση ὅπως ἀνάμεσα σὲ κάτι ἀληθινὸ καὶ στὴ σκιά του.
Κάποιος βασιλιᾶς ἀποφάσισε νὰ κανονίσει τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ μὲ τοὺς δούλους του,
ποὺ ἦταν ὀφειλέτες του. Ἕνας βασιλιᾶς δὲν εἶναι ποτὲ ὀφειλέτης στοὺς δούλους του,
ἐκεῖνοι τοῦ χρωστᾶνε. «Ἀρξαμένου δὲ αὐτοῦ συναίρειν προσηνέχθη αὐτῷ εἰς ὀφειλέτης
μυρίων ταλάντων» (Ματθ. ἰη' 24). Ἕνα τάλαντο ἰσοδυναμεῖ μὲ διακόσιες σαράντα χρυσὲς
λίρες. Δέκα χιλιάδες τάλαντα ἀνέρχονται σὲ περίπου δυόμισυ ἔκατομμύρια χρυσὲς λίρες.
Αὐτὸ ἦταν ἕνα τεράστιο ποσὸ ἀκόμα καὶ γιὰ μιὰ χώρα, ὄχι γιὰ ἕνα δοῦλο. Τί σημασία ἔχει
αὐτὸ ὅμως; Τὸ πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν μας ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, τῶν ὀφειλῶν μᾶς πρὸς Αὐτόν,
εἶναι πολὺ μεγαλύτερο. Ὅταν ὁ Κύριος μιλάει γιὰ τὴν ὀφειλὴ τοῦ δούλου πρός το βασιλιᾶ,
ἐννοεῖ τίς ὀφειλές μας στὸ Θεό, γι' αὐτὸ καὶ ἐπισημαίνει πόσο μεγάλο εἶναι τὸ ὀφειλόμενο
ποσό, ποὺ ὅμως σὲ καμιὰ περίπτωση δὲν
εἶναι μεγαλύτερο ἀπὸ τίς ἁμαρτίες τῶν
ἀνθρώπων.
«Μὴ ἔχοντος δὲ αὐτοῦ ἀποδοῦναι
ἐκέλευσεν αὐτὸν ὁ κύριος αὐτοῦ πραθῆναι
καὶ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ καὶ τὰ τέκνα καὶ
πάντα ὅσα εἶχε, καὶ ἀποδοθῆναι» (Ματθ. ἰη'
25). Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη τόσο ὁ ρωμαϊκὸς ὅσο
κι ὁ ἰουδαϊκὸς νόμος (Ἔξ. καὶ 2, Λευϊτ. κέ'
39), προέβλεπαν νὰ πουλιοῦνται σκλάβοι οἱ
πτωχευμένοι ὀφειλέτες, μαζὶ μὲ τίς
οἰκογένειές τους. Ἀναφέρεται στὴν Ἁγία
Γραφὴ πῶς μιὰ χήρα ἔκραζε στὸν προφήτη
Ἐλισαῖο: «Ὁ δοῦλος σου ἀνὴρ μοῦ
ἀπέθανε... και ὁ δανειστὴς ἦλθε λαβεῖν τοὺς
δύο υἱούς μου ἑαυτῷ εἰς δούλους» (Δ Βασ. δ' 1). Αὐτὸ ἔκανε κι ὁ βασιλιᾶς τῆς παραβολῆς
κι ἦταν τόσο δίκαιο ὅσο καὶ νόμιμο.

[86]
Τὸ βαθύτερο νόημα τῆς ἐντολῆς τοῦ βασιλιᾶ ἦταν πῶς, ὅταν οἱ ἁμαρτίες ξεπερνοῦν τὰ
ὅρια, ὁ Θεός μας στερεῖ ὅλες τίς δωρεὲς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ καταξιώνουν τὸν
ἄνθρωπο. Ἡ πώληση τοῦ ὀφειλέτη σημαίνει πῶς ὁ ἁμαρτωλὸς στερεῖται τὸ πρόσωπο ποὺ
τοῦ ἔδωσε ὁ Θεός. Ἡ πώληση τῆς γυναίκας του σημαίνει τὴ στέρηση τῶν δώρων τῆς
ἀγάπης καὶ τοῦ ἐλέους. Ἡ πώληση τῶν παιδιῶν του ὑποδηλώνει πῶς στερεῖται τὴ
δυνατότητα δημιουργίας καὶ ἑνὸς ἔστω ἀγαθοῦ. Καὶ πάντα ὅσα εἶχε, σημαίνει πῶς
ἀποξενώνεται ἀπὸ κάθε χαρὰ πνευματικῆς εὐλογίας. Καὶ ἀποδοθῆναι, σημαίνει πῶς ὅλα τὰ
θεόσδοτα χαρίσματα ἐπιστρέφουν ἀπὸ τὸν ἁμαρτωλὸ ἄνθρωπο στὸ Θεό, τὴν Πηγὴ καὶ τὸν
Κύριο «παντὸς ἀγαθοῦ». «Ἡ εἰρήνη ὑμῶν πρὸς ὑμᾶς ἐπιστραφήτω» ἀπὸ ἕνα σπίτι ποὺ δὲν
ἀξίζει, εἶπε ὁ Κύριος στοὺς μαθητὲς Τοῦ (Ματθ. ἰ ́ 13).
«Πεσὼν οὖν ὁ δοῦλος προσεκύνει αὐτὸ λέγων: κύριε, μακροθύμησον ἐπ' ἐμοὶ καὶ πάντα
σοὶ ἀποδώσω. σπλαγχνισθεὶς δὲ ὁ κύριος τοῦ δούλου ἐκείνου ἀπέλυσεν αὐτὸν καὶ τὸ
δάνειον ἀφῆκεν αὐτῷ» (Ματθ. ἰη' 26, 27). Τί ξαφνική, τί ἀπρόσμενη μεταβολή! Πόσο
φτηνὸ ἀντίλυτρο τοῦ δανείου, πόσο ἀμέτρητο ἔλεος! Ὁ κακὸς δοῦλος, ποὺ εἶχε σωρεύσει
ἕνα τεράστιο χρέος, δὲν εἶχε ποῦ νὰ καταφύγει, οὔτε δεξιὰ οὔτε ἀριστερά. Δὲν μποροῦσε
κανένας ἄλλος στὸν κόσμο νὰ τὸν βοηθήσει, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ δανειστῆ του. Ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ
ἦταν ὁ κύριός του κι ἀπὸ τὴν ἄλλη οἱ σύνδουλοί του. Οἱ ἄλλοι δοῦλοι δὲν τολμοῦσαν νὰ
τὸν βοηθήσουν, ἐνάντια στὴ θέληση τοῦ κυρίου τους. Ὁ μόνος ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ τὸν
βοηθήσει, ἦταν ὁ κύριός του, ὁ κριτής του. Ἔτσι κι ἐκεῖνος ἔκανε τὸ μοναδικὸ πρᾶγμα ποὺ
τοῦ ἦταν δυνατὸ καὶ λογικό: Ἔπεσε στὰ πόδια τοῦ κυρίου του κι ἐπαιτοῦσε τὸ ἔλεός του.
Δὲ τοῦ ζήτησε νὰ τοῦ χαρίσει τὸ χρέος - οὔτε νὰ τὸ σκεφτεῖ αὐτὸ δὲν τολμοῦσε. Τοῦ ζήτησε
μόνο παράταση τοῦ χρόνου ἐξόφλησης. Μακροθύμησον ἐπ' ἐμοῦ καὶ πάντα σου ἀποδώσω,
τοῦ εἶπε. Κι ὁ βασιλιᾶς, ποὺ ἦταν ἀληθινὸς ἄνθρωπος καὶ σωστὸς κριτής, ἀπέλυσεν αὐτὸν
καὶ τὸ δάνειον ἀφῆκεν αὐτῷ. Τοῦ χάρισε μιὰ διπλὴ ἐλευθερία: τόσο ἀπὸ τὴ σκλαβιὰ ὅσο κι
ἀπὸ τὸ χρέος.
Δὲν εἶναι αὐτὸ ἕνα πραγματικὰ βασιλικὸ δῶρο; Αὐτὸς ὅμως δὲν εἶναι ὁ τρόπος ποὺ
συμπεριφέρονται πολλὲς φορὲς οἱ ἐπίγειοι βασιλιᾶδες. Τέτοιο ἔλεος καὶ μάλιστα μὴ
ἀπαιτητό, μόνο ἀπὸ τὸν οὐράνιο Βασιλιᾶ μπορεῖ νὰ ἔρθει. Ἐκεῖνος τὸ κάνει αὐτὸ καὶ
μάλιστα συχνά. Ὅταν κάποιος ἁμαρτωλὸς συνέρχεται καὶ μετανοεῖ, ὁ οὐράνιος Βασιλιᾶς
εἶναι ἕτοιμος νὰ τοῦ συγχωρέσει μύριες ἁμαρτίες, νὰ ἐπιστρέψει στὸν ἁμαρτωλὸ ὅλες τίς
δωρεὲς ποὺ ἀποστερήθηκε.
Κανένας ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ φτάσει τὸ μέτρο τῆς εὐεργεσίας τοῦ Θεοῦ. Κανένας
δὲν μπορεῖ οὔτε κἄν νὰ τὴν περιγράψει. «Ἰδοὺ γὰρ ἀπήλειψα ὡς νεφέλην τὰς ἀνομίας σου
καὶ ὡς γνόφον τὰς ἁμαρτίας σου· ἐπιστράφηθι πρὸς με καὶ λυτρώσομαί σε» (Ἠσ. μδ' 22),
εἶπε ὁ Κύριος. Ἐκεῖνος ποὺ ἐπιστρέφει στὸ Θεὸ μὲ εἰλικρινῆ μετάνοια, δέχεται τὴ
συγχώρηση τοῦ Θεοῦ γιὰ ὅλες τίς ἁμαρτίες του. Ὁ Θεός του χαρίζει περισσότερο χρόνο
δοκιμασίας, γιὰ νὰ δεῖ κατὰ πόσο ὁ ἁμαρτωλὸς αὐτὸς θὰ μείνει μαζί Του ἢ θὰ τὸν
προδώσει.
Ὅταν ὁ βασιλιᾶς Ἐζεκίας βρισκόταν στὸ νεκρικὸ κρεβάτι, γύρισε πρὸς τὸν τοῖχο καὶ
προσευχήθηκε στὸν Κύριο θρηνῶντας καὶ ζητῶντας Του νὰ ἐπιμηκύνει τὴ ζωή του. Ὁ Θεὸς
εἰσάκουσε τὴν προσευχή του καὶ τοῦ χάρισε ἄλλα δεκαπέντε χρόνια ζωῆς. Μετὰ ἀπ' αὐτὸ ὁ
Ἐζεκίας εὐχαρίστησε καὶ δοξολόγησε τὸ Θεὸ μὲ τοῦτα δω τὰ λόγια: «Eίλου γάρ μου τὴν
ψυχήν, ἕνα μὴ ἀπόληται, καὶ ἀπέρριψας ὀπίσω μου πάσας τὰς ἁμαρτίας» (Ἠσ. λή' 17).
Εὐδόκησες στὴν ψυχή μου καὶ τὴν προφύλαξες ἀπό το λάκκο τῆς φθορᾶς, εἶπε. Μὲ
λύτρωσες ἀπ' ὅλες τίς ἁμαρτίες μου.

[87]
Κάτι ἀνάλογο ἔγινε μὲ τὸ δοῦλο ποὺ ἦταν καταχρεωμένος. Ζήτησε ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ
μακροθυμήσει, νὰ τοῦ χαρίσει λίγο χρόνο γιὰ νὰ μπορέσει νὰ ἐξοφλήσει τὸ χρέος του. Κι ὁ
Κύριος τοῦ χάρισε ὁλόκληρο τό χρέος, ἀλλὰ τοῦ ἔδωσε καὶ τὴν ἐλευθερία του. Περίμενε
μόνο νὰ δεῖ ὄχι πῶς θὰ κατορθώσει ὁ δοῦλος ἐκεῖνος ν' ἀποπληρώσει τὸ παλιό του χρέος,
ἀλλὰ τί θὰ τοῦ ἀνταποδώσει γιὰ τὴ νέα εὐεργεσία του. Ἄς παρακολουθήσουμε τί ἔκανε στὴ
συνέχεια ὁ δοῦλος:
«Ἐξελθὼν δὲ ὁ δοῦλος ἐκεῖνος εὗρεν ἕνα τῶν συνδούλων αὐτοῦ, ὅς ὄφειλεν αὐτῷ ἑκατὸν
δηνάρια, καὶ κρατήσας αὐτὸν ἔπνιγε λέγων· ἀπόδος μοὶ εἴ τί ὀφείλεις» (Ματθ. ἰη' 28). Ἀφοῦ
ὁ κύριός του τὸν συγχώρεσε, τοῦ χάρισε τὸ χρέος καὶ τὸν ἐλευθέρωσε, ὁ δοῦλος βρῆκε
κάποιον σύνδουλό του ποὺ τοῦ εἶχε δανείσει χρήματα. Τώρα ὁ δοῦλος φέρθηκε σὰν κύριος
στὸ σύνδουλό του. Τότε ὅμως ἔγινε ἕνας φοβερὸς κύριος, δυνάστης. Ἐνῶ ὁ βασιλιᾶς εἶχε
φερθεῖ στὸν ὀφειλέτη τοῦ μ' ἕναν ἀνθρώπινο καὶ βασιλικὸ τρόπο, ὁ ἴδιος όφειλέτης, ποὺ ἡ
εὐσπλαχνία τοῦ κυρίου του τὸν εἶχε σώσει ἀπὸ τὸν ὄλεθρο, στὸ σύνδουλό του φέρθηκε σὰν
ἄγριο θηρίο. Καὶ γιὰ τί χρέος; Μόλις γιὰ ἑκατὸ δηνάρια! Ὁ βασιλιᾶς του χάρισε τὸ χρέος
του, ποὺ ἦταν δέκα χιλιάδες τάλαντα. Κι ὁ ἀχάριστος δοῦλος γιὰ ἕνα ἐλάχιστο ποσὸ ἅρπαξε
τὸ σύνδουλό του ἀπό το λαιμὸ καὶ τὸν πέταξε στὴ φυλακή, ὡσότου τοῦ πληρώσει τὸ χρέος.
Αὐτὸς δὲν ἦταν ὁ τρόπος ποὺ διευθετοῦσε ὁ βασιλιᾶς τοὺς λογαριασμοὺς μὲ τοὺς
δούλους του, ἀλλὰ ἐκεῖνος ποὺ χρησιμοποιοῦσαν οἱ δοῦλοι μεταξύ τους. Ὁ δανειστής-
δοῦλος ἅρπαξε ἀπὸ τὸ λαιμὸ τὸ χρεώστη σύνδουλό του καὶ ἀπαιτοῦσε τὴν ἄμεση
ἀποπληρωμὴ τοῦ χρέους του.
«Πεσὼν οὖν ὁ σύνδουλος αὐτοῦ εἰς τοὺς πόδας αὐτοῦ παρεκάλει αὐτὸν λέγων·
μακροθύμησον ἐπ' ἐμοὶ καὶ ἀποδώσω σοί» (Ματθ. ἰη' 29). Ἐπαναλήφθηκε τὸ ἴδιο σενάριο
ποὺ εἶχε ἐκτυλιχτεὶ λίγο νωρίτερα, ὅταν ὁ κακὸς αὐτὸς δοῦλος εἶχε γονατίσει μπροστὰ στὰ
πόδια τοῦ κυρίου του. Εἶχε ζητήσει κι αὐτὸς ἀπὸ τὸν κύριό του νὰ μακροθυμήσει, νὰ τοῦ
χαρίσει λίγο χρόνο, κι αὐτὸς θὰ πλήρωνε τὸ χρέος του. Κι ὁ κύριός του ἔνιωσε συμπάθεια
καὶ τοῦ χάρισε τὰ μύρια τάλαντα. Ὁ ἴδιος ὅμως, ὅταν ἦρθε ἡ σειρά του, δὲν ἔνιωσε καμιὰ
συμπάθεια γιὰ τὸ σύνδουλό του, ποὺ τοῦ χρωστοῦσε μόλις ἑκατὸ δηνάρια. Δὲν ἔδειξε οὔτε
ἔλεος οὔτε συγχωρητικότητα, ἀλλὰ «ἔβαλεν αὐτὸν εἰς φυλακὴν ἕως oὺ ἀποδῶ αὐτὸ τὸ
ὀφειλόμενον» (Ματθ. ἰη' 30).
Ἔτσι συμπεριφέρθηκε ὁ δανειστὴς δοῦλος στὸ χρεώστη σύνδουλό του. Ἔτσι
συμπεριφέρεται ἄνθρωπος σὲ ἄνθρωπο. Καὶ τέτοια συμπεριφορὰ μετατρέπει τὸ ἔλεος τοῦ
Θεοῦ σὲ δικαιοσύνη. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος παίζει μὲ τὴν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ, πέφτει ὁ ἴδιος
στὴ δικαιοσύνη Του. Κι ἡ κρίση αὐτῆς τῆς δικαιοσύνης, ποὺ ἀκολουθεῖ μιᾷ περιφρονημένῃ
εὐσπλαχνίᾳ, εἶναι φοβερή: «Μὴ πλανᾶσθε, Θεὸς οὐ μυκτηρίζεται: ὁ γὰρ ἐὰν σπείρει ὁ
ἄνθρωπος, τοῦτο καὶ θερίσει» (Γαλ. στ' 7), βεβαιώνει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Ὅταν
γονατίζουμε μπροστὰ στὸ Θεὸ καὶ ζητοῦμε τὸ ἔλεός Του γιὰ τίς δυσεξαρίθμητες ἁμαρτίες
μας κι ἔπειτα πετᾶμε τὸν ἀδελφό μας στὴ φυλακὴ γιὰ μιὰ μοναδικὴ ἁμαρτία ποὺ ἔκανε καὶ
μᾶς πρόσβαλε, τότε μυκτηρίζουμε το Θεό. Ἄς μὴν ξεγελιόμαστε. Ὁ Θεὸς δὲν ἐπιτρέπει νὰ
τὸν ἐμπαίζουμε, νὰ τὸν μυκτηρίζουμε, νὰ παίζουμε μαζί Του. Τὰ χέρια Τοῦ δὲν εἶναι
μακριά μας, καὶ τὰ δυό Του χέρια. Τόσο ἐκεῖνο ποὺ μᾶς χαϊδεύει ὅσο κι ἐκεῖνο ποὺ τιμωρεῖ.
«Φοβερὸν τὸ ἐμπεσεῖν εἰς χεῖρας Θεοῦ ζῶντος» (Ἐβρ. ι' 31). Πόσο φοβερὸ εἶναι, φαίνεται
καθαρὰ ἀπὸ τὴ συνέχεια τῆς παραβολῆς τοῦ Χριστοῦ:
«Ἰδόντες δὲ οἱ σύνδουλοι αὐτοῦ τὰ γενόμενα ἐλυπήθησαν σφόδρα, καὶ ἐλθόντες
διεσάφησαν το κυρίῳ ἑαυτῶν πάντα τὰ γενόμενα» (Ματθ. ἰη' 31). Ποιοὶ εἶναι αὐτοὶ οἱ
σύνδουλοι ποὺ εἶδαν τὰ γενόμενα καὶ ἐλυπήθησαν σφόδρα; Εἶναι ἄνθρωποι σπλαχνικοὶ ποὺ

[88]
διαθέτουν πνευματικὴ ἀντίληψη καὶ γνωρίζουν τί θὰ κάνει ὁ Θεὸς στὸν πονηρὸ δοῦλο,
ἐκεῖνοι ποῦ βλέπουν μὲ τὰ ἴδια τους τὰ μάτια τὴν ἀνείπωτη κακία τοῦ πονηροῦ δούλου καὶ
κραυγάζουν στὸ Θεό. Θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε πῶς αὐτὸ ἀναφέρεται καὶ στοὺς ἀγγέλους,
ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ ὀνομαστοῦν κι αὐτοὶ σύνδουλοι τῶν ἀνθρώπων, ἀφοῦ κι οἱ δυὸ
βρίσκονται στὴν ὑπηρεσία τοῦ Θεοῦ ἢ κι ἐπειδή, σύμφωνα μὲ τὰ λόγια τοῦ Κυρίου, ὅσοι
εἶναι ἄξιοι γιὰ τὸν ἄλλο κόσμο, εἶναι «ἰσάγγελοι» (Λουκ. κ' 36).
Περιττεύει νὰ ποῦμε πῶς οὔτε οἱ σπλαχνικοὶ ἄνθρωποι οὔτε κι οἱ ἄγγελοι πρέπει νὰ
πληροφορήσουν το Θεὸ γιὰ ὅ,τι γίνεται στὸν κόσμο, γιὰ νὰ τὸ μάθει κι ὁ Θεὸς μ' αὐτὸν τὸν
τρόπο. Ὁ Ὕψιστος Θεὸς εἶναι παντογνώστης καὶ παντεπόπτης. Ὅλα ὅσα βλέπουν κι
ἀντιλαμβάνονται ἄγγελοι καὶ ἄνθρωποι, γίνονται μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Γιατί ἀναφέρει
τότε πῶς οἱ σύνδουλοι εἶδαν αὐτὸ ποὺ ἔκανε ὁ ἄσπλαχνος δοῦλος καὶ τὸ ἀνέφεραν στὸν
κύριό τους; Γιὰ νὰ δείξει τὴ συμπάθεια ποὺ δείχνουν οἱ καλοὶ ἄνθρωποι κι οἱ ἄγγελοι. Εἶναι
θέλημα τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ ὥστε ὅλοι οἱ πιστοὶ δοῦλοι Του νὰ χαίρονται μὲ τὸ καλὸ καὶ νὰ
θλίβονται μὲ τὴν ἁμαρτία. Οἱ λυπημένοι δοῦλοι τότε ἦρθαν καὶ πληροφόρησαν τὸν κύριό
τους γιὰ ὅσα ἔγιναν.
«Τότε προσκαλεσάμενος αὐτὸν ὁ κύριος αὐτοῦ λέγει αὐτῷ δοῦλε πονηρέ, πᾶσαν την
ὀφειλῆς ἐκείνης ἀφῆκα σοί, ἐπεὶ παρεκάλεσάς με. οὔκ ἔδει καὶ σὲ ἐλεῆσαι τὸν σύνδουλόν
σου, ὡς καὶ ἐγὼ σὲ ἠλέησα;» (Ματθ. ἰη' 32, 33). Ὁ βασιλιᾶς δὲ θὰ τιμωρήσει τὸν πονηρὸ
δοῦλο προτοῦ καταγγείλει μπροστά του τὴν κακία του. Μ' αὐτὸν τὸν τρόπο θὰ ἐνεργήσει ὁ
Κύριος καὶ στὴν Τελικὴ Κρίση. Θὰ στραφεῖ σ' ἐκείνους ποὺ στέκονται στὰ δεξιά Του, θὰ
τοὺς καλέσει στὴν αἰώνια μακαριότητα καὶ θὰ τοὺς ἐξηγήσει γιατί κρίθηκαν ἄξιοι. Μετὰ θὰ
στραφεῖ σ' ἐκείνους ποὺ στέκονται ἀριστερά Του, θὰ τοὺς ὁδηγήσει στὴν αἰώνια κόλαση
καὶ θὰ τοὺς ἐξηγήσει ἐπίσης γιατί καταδικάστηκαν νὰ πᾶνε ἐκεῖ. Ὁ Κύριος θέλει νὰ
γνωρίζουν ὅλοι γιατί κρίθηκαν ἄξιοι γιὰ ἀνταπόδοση ἢ γιὰ τιμωρία, ὥστε κανένας νὰ μὴ
σκεφτεῖ πῶς ὁ Θεὸς τοὺς μεταχειρίστηκε ἄδικα.
Ὁ Θεὸς καλεῖ πρῶτα τὸν πονηρὸ δοῦλο καὶ τὸν ἀπομακρύνει γιὰ πάντα ἀπὸ κοντά Του.
Τὸ πονηρὸ δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει κάτι κοινὸ μὲ τὸ καλό. Ἀμέσως μετὰ ἀποδείχνεται γιατί ὁ
Θεὸς ἀποκάλεσε τὸν δοῦλο αὐτὸν πονηρό: πᾶσαν τὴν ὀφειλῆς ἐκείνην ἀφῆκα σοί. Ὁ Θεὸς
δὲν μπαίνει σὲ λεπτομέρειες. Δὲ λέει: «σοῦ χάρισα τὸ δάνειο δέκα χιλιάδων ταλάντων καὶ
σὺ δὲ χάρισες στὸ σύνδουλό σου τὸ δικό του χρέος, τὰ ἑκατὸ δηνάρια». Λέει ἁπλᾶ: πᾶσαν
την ὀφειλῶν. Ἐλπίζει ἔτσι νὰ διεγείρει στὸν ἁμαρτωλὸ τὴ συναίσθηση τοῦ μεγάλου χρέους
του. Ἐπεὶ παρεκάλεσάς με.
Ὁ Κύριος δὲν μπαίνει καὶ δω σὲ λεπτομέρειες. Ἀποσιωπᾶ ὅσα προηγήθηκαν τῆς
παράκλησης τοῦ δούλου, το ὅτι ἔπεσε στὰ πόδια Του γονατιστὸς καὶ τὸν παρακάλεσε. Οἱ
δυὸ αὐτὲς πράξεις σημαίνουν μετάνοια. Καὶ τῆς μετάνοιας προηγήθηκε ἡ προσευχή. Ἡ
προσευχὴ χωρὶς μετάνοια εἶναι χωρὶς νόημα, ἀνενεργή. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ὅμως ποὺ ἡ
προσευχὴ θὰ συνδεθεῖ μὲ τὴ μετάνοια, ὁ Θεὸς τὴν εἰσακούει. Ὁ δοῦλος μὲ τὸ ὑπέρογκο
χρέος στὴν ἀρχὴ ἔδειξε πραγματικὴ μετάνοια κι ἔτσι ζήτησε ἀπὸ τὸν κύριό του νὰ
μακροθυμήσει. Ἡ προσευχή του εἰσακούσθηκε ἀμέσως κι ὁ κύριος τοῦ ἔδωσε περισσότερα
ἀπ' ὅσα ζητοῦσε. Τοῦ χάρισε ὁλόκληρο τὸ χρέος. Ὁ κύριος συνέχισε χαρακτηρίζοντας τὴν
κακία τοῦ δούλου αὐτοῦ πρὸς τὸ σύνδουλό του κι αὐτὸ τὸ ἔκανε μὲ ἐρώτηση. Γιὰ ποιό
λόγο; Γιατί δὲν τοῦ εἶπε: «Ἐγώ σου ἔδειξα ἔλεος, ἐσὺ ὅμως φέρθηκες ἄσπλαχνα στὸ
σύνδουλό σου», ἀλλὰ οὔκ ἔδει καὶ σὲ ἐλεῆσαι τὸν σύνδουλόν σου, ὡς καὶ ἐγὼ σὲ ἠλέησα;
Τὸ ’κανε αὐτὸ ὥστε ὁ πονηρὸς δοῦλος νὰ συνειδητοποιήσει πῶς δὲν εἶχε τί ν' ἀπαντήσει,
ὥστε ὁ κύριος νὰ τὸν φέρει σὲ ἀμηχανία, ἀνίκανο νὰ μιλήσει καὶ νὰ πεῖ κάτι. Τοῦ ἔδωσε
τὴν εὐκαιρία νὰ μιλήσει γιὰ νὰ ὑπερασπιστεῖ τὸν ἑαυτό του, ἂν εἶχε κάτι νὰ πεῖ. Ὅταν ὁ
[89]
ὑπηρέτης τοῦ ἀρχιερέα χτύπησε τὸν Κύριο στὸ μάγουλο καὶ τὸν ρώτησε: «Οὕτως σὺ
ἀποκρίνη το ἀρχιερεῖ;», ὁ Κύριος Ἰησοῦς του ἀπάντησε: «Εἴ κακῶς ἐλάλησα, μαρτύρησον
περὶ τοῦ κακοῦ· εἰ δὲ καλῶς, τί μὲ δέρεις;» (Ἰωάν. ἰη' 22-23). Παρόμοια ἀπάντηση μὲ τοῦ
Χριστοῦ ἔπρεπε νὰ δώσει κι ὁ δοῦλος, ἀντὶ τῆς ἔνοχης σιωπῆς του. Τέτοια ἀπάντηση ὅμως
θὰ ἦταν σὰ νά ριχνε κάρβουνα ἀναμμένα στὸ κεφάλι του καὶ κάτω ἀπὸ τὰ πόδια του. Ὁ
τρόπος αὐτός του νὰ ἐκθέτει κανεὶς τὴν ἐνοχὴ τοῦ ἄλλου χρησιμοποιεῖται κι ἀπό το βασιλιᾶ
τῆς σημερινῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς: οὔκ ἔδει καὶ σὲ ἐλεῆσαι τὸν σύνδουλόν σου;
Στὴν ἀρχὴ εἴχαμε τὸν τρόμο τῆς σιωπῆς κι ὕστερα ἀκολούθησε ὁ τρόμος τῆς καταδίκης:
«Καὶ ὀργισθεὶς ὁ κύριος αὐτοῦ παρέδωκεν αὐτὸν τοῖς βασανισταῖς ἕως οὐ ἀποδῶ πᾶν τὸ
ὀφειλόμενον αὐτῷ» (Ματθ. ἰη' 34). Ὅταν τὸ ἔλεος ἀντιστρέφεται καὶ γίνεται δίκαιη
καταδίκη, τότε ὁ Θεὸς γίνεται φοβερός. Ὁ μακάριος Δαβὶδ λέει στὸ Θεό: «Σὺ φοβερὸς εἴ,
καὶ τίς ἀντιστήσεταί σοί; ἀπὸ τότε ἡ ὀργὴ σοῦ» (Ψαλμ. ὀε' 8). Κι ὁ προφήτης Ἠσαΐας:
«Ἰδοὺ τὸ ὄνομα Κυρίου ἔρχεται διὰ χρόνου πολλοῦ, καιόμενος ὁ θυμός» (Α' 27).
Ὁ βασιλιᾶς τότε ὀργίστηκε πολὺ ἐνατίον τοῦ ἄσπλαχνου δούλου καὶ τὸν παράδωσε
στοὺς βασανιστές - στὰ πονηρὰ πνεύματα, ἀφοῦ ἐκεῖνα εἶναι ποὺ βασανίζουν πραγματικὰ
τὸ ἀνθρώπινο γένος. Σὲ ποιόν θὰ μποροῦσε νὰ παραδοθεῖ ἐκεῖνος ποὺ εἶχε ἀπομακρυνθεῖ
ἀπό το Θεὸ γιὰ τὴν ασπλαχνία του, αὐτὸς ποὺ ὁ Θεὸς τὸν ἀποκαλεῖ πονηρὸ δοῦλο, ἂν ὄχι σ'
ἐκεῖνον ποὺ προκαλεῖ τὸ μεγαλύτερο κακό, στὸ διάβολο; Γιατι λέει: ἕως οὐ ἀποδῶ πᾶν τὸ
ὀφειλόμενον αὐτό; Γιὰ νὰ δείξει πῶς εἶχε ἤδη καταδικαστεῖ στὰ αἰώνια βάσανα. Πρῶτα
πρῶτα εἶναι ἐντελῶς ἀπίθανο γιὰ ἕναν ἄνθρωπο μὲ τέτοιο χρέος νὰ μπορέσει ποτὲ νὰ τὸ
ἐξοφλήσει. Καὶ δεύτερο, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς δὲν ἀπαγγέλει ποτὲ τέτοια τελικὴ καταδίκη στὸν
ἄνθρωπο σ' αὐτὴ τὴ ζωή, παρὰ μόνο μετὰ τὸ θάνατο, ὁπότε δὲν ὑπάρχει πιὰ δυνατότητα γιὰ
μετάνοια, οὔτε καὶ γιὰ τὴν ἐξόφληση τοῦ χρέους τῶν ἁμαρτιῶν ποὺ ἔκανε σ' αὐτὴ τὴ ζωή.
«Οὕτῳ καὶ ὁ πατήρ μου ὁ ἐπουράνιος ποιήσει ὑμῖν, ἐὰν μὴ ἀφῆτε ἕκαστος των ἀδελφῷ
αὐτοῦ ἀπὸ τῶν καρδιῶν ὑμῶν τὰ παραπτώματα αὐτῶν» (Ματθ. ἰη ́ 35). Αὐτὸ εἶναι τὸ τέλος
τῆς παραβολῆς κι αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσία τοῦ θέματος. Δὲν ὑπάρχει ἐπιφύλαξη ἢ κάποιο
διφορούμενο στὰ λόγια αὐτά. Ὁ Θεὸς θὰ συμπεριφερθεῖ ἀπέναντί μας μὲ τὸν τρόπο ποὺ
ἐμεῖς συμπεριφερόμαστε στὸν ἀδελφό μας. Ὁ Κύριος Ἰησοῦς μᾶς τὸ ξεκαθάρισε αὐτὸ καὶ
μαζὶ Τοῦ δὲν ὑπάρχει πιθανότητα λάθους ἢ ἔλλειψη γνώσης. Σ' αὐτὴν τὴν περίπτωση ὁ
Χριστὸς δὲν εἶπε ὁ Πατέρας σου, ἀλλὰ καὶ πατήρ μου ὁ ἐπουράνιος. Ἤθελε μ' αὐτὸν τὸν
τρόπο νὰ δείξει πῶς ἂν δὲ συγχωρήσουμε τὸν ἀδελφό μας γιὰ τίς ἁμαρτίες του, χάνουμε τὸ
δικαίωμα νὰ όνομάσουμε Πατέρα μας το Θεό. Ὁ Κύριος ἐπισημαίνει ἐπίσης μὲ ποιόν τρόπο
πρέπει νὰ γίνει ἡ συχώρεση· ἀπὸ τῶν καρδιῶν ὑμῶν. Ὁ βασιλιᾶς συγχώρεσε τὸ χρέος τοῦ
δούλου του μὲ τὴν καρδιά του, γι' αὐτὸ καὶ λέει, σπλαγχνισθεὶς δὲ ὁ κύριος... Κι ἡ
εὐσπλαχνία, τὸ ἔλεος, προέρχεται ἀπὸ τὴν καρδιά.
Ἄν δὲ συγχωρήσουμε τὸν ἀδελφό μας κι ἂν δὲν τὸ κάνουμε αὐτὸ ἀπὸ τὴν καρδιά μας, μὲ
συμπάθεια κι ἀγάπη, τότε κι ὁ Θεός, ὁ κοινὸς Δημιουργός μας, θὰ φερθεῖ σ' ἐμᾶς ὅπως κι ὁ
βασιλιᾶς ἐκεῖνος τῆς παραβολῆς στὸν ἀνελεήμονα δοῦλο. Θὰ παραδοθοῦμε στοὺς
βασανιστές - στὰ πονηρὰ πνεύματα - ποὺ θὰ μᾶς βασανίζουν αἰώνια στὸ βασίλειο τοῦ
σκότους, ἐκεῖ ὅπου ὁ κλαυθμὸς κι ὁ βρυγμός των ὀδόντων εἶναι ἀτελεύτητος. Ἄν δὲν ἦταν
ἔτσι, δὲ θά μας τὸ εἶχε πεῖ ὁ Κύριος. Δὲν τὸ εἶπε μόνο στὸ κείμενο τῆς παραβολῆς τοῦ
ἄσπλαχνου δούλου αὐτό, ἀλλὰ καὶ σὲ ἀρκετές ἄλλες περιπτώσεις: «Ἐνῶ γὰρ κρίματι
κρίνετε κριθήσεσθε, καὶ ἐνῶ μέτρῳ μετρεῖτε μετρηθήσεται ὑμῖν» (Ματθ. ζ' 2).
Ἡ διδαχὴ αὐτὴ εἶναι ἀκριβῶς ἴδια μ' ἐκείνης της σημερινῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς,
χωρὶς κανένα διφορούμενο, χωρὶς καμιὰ ἐπιφύλαξη. Τὴν ἴδια ἀκριβῶς διδαχή μας ἔκανε ὁ

[90]
Κύριος καὶ μὲ τὴ μεγαλύτερη προσευχὴ ποὺ μᾶς παρέδωσε, τὴν Κυριακὴ προσευχή: «Καὶ
ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν» (Ματθ. στ'
12); Ὅταν λέμε ἀπὸ τότε τὸ Πάτερ ἡμῶν, ἀνανεώνουμε τὴ συμφωνία μας μέ το Θεό. Τοῦ
λέμε νὰ μᾶς φερθεῖ ὅπως φερόμαστε κι ἐμεῖς στοὺς δικούς μας ἀνθρώπους. Νά μας ἐλεήσει,
ὅπως ἐλεοῦμε κι ἐμεῖς, νὰ μᾶς συγχωρήσει, ὅπως συγχωροῦμε κι ἐμεῖς αὐτοὺς ποὺ μᾶς
προσβάλλουν.
Πόσο εὔκολα δίνουμε ἐντολὲς στὸ Θεό, τί φοβερὴ εὐθύνη ἀναλαμβάνουμε γιὰ τὸν ἑαυτό
μας! Στὸ Θεὸ εἶναι εὔκολο νὰ μᾶς συγχωρέσει, στὸ μέτρο ποὺ συγχωροῦμε κι ἐμεῖς τοὺς
ἄλλους. Τοῦ εἶναι εὔκολο νὰ συγχωρέσει σὲ ὅλους μας κάποιο χρέος ἀπὸ δέκα χιλιάδες
τάλαντα. Ἐμεῖς εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ συγχωρέσουμε μὲ τέτοια θεϊκὴ εὐκολία χρέος ἑκατὸ
δηναρίων ποὺ μᾶς ὀφείλει ὁ ἀδελφός μας; Πιστέψτε με, ὅσο μεγάλο κι ἂν εἶναι τὸ χρέος
κάποιου ἀνθρώπου πρός το συνάνθρωπό του, ὅσο κι ἂν ἁμάρτησε ἕνας ἄνθρωπος στὸν
ἀδελφὸ ἢ τὸ φίλο του, τὸ χρέος αὐτὸ δὲ θὰ ξεπερνᾶ τα ἑκατὸ δηνάρια, σὲ σύγκριση μὲ τὸ
τεράστιο χρέος ποὺ ὀφείλει ὁ καθένας μᾶς στὸ Θεό. Ὅλοι μας, χωρὶς ἐξαίρεση, εἴμαστε
καταχρεωμένοι στὸ Θεό. Ὁποτεδήποτε σκεφτοῦμε νὰ ὁδηγήσουμε τοὺς συνανθρώπους μας
στὸ δικαστήριο γιὰ τὰ χρέη του, πρέπει νὰ σκεφτοῦμε πῶς ἐμεῖς χρωστᾶμε στὸ Θεὸ
ἀπείρως περισσότερα. Ἐκεῖνος ὅμως μακροθυμεῖ, περιμένει, ὑπομένει καὶ μᾶς συγχωρεῖ.
Πρέπει νὰ θυμόμαστε πῶς μὲ ὅποιο μέτρο μετρᾶμε τοὺς ἄλλους, θὰ μετρηθοῦμε κι ἐμεῖς.
Πάνω ἀπ' ὅλα πρέπει νὰ θυμόμαστε τὰ λόγια ποὺ εἶπε ὁ Χριστὸς πάνω στὸ σταυρό:
«Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς!» (Λουκ. κγ' 24). Ὅποιος ἔχει ἔστω καὶ λίγη συνείδηση, θὰ ντραπεῖ
ὅταν τὰ θυμηθεῖ αὐτὰ καὶ θὰ τραβήξει τὸ χέρι του, δὲ θὰ συνεχίσει νὰ καταδιώκει ἐκείνους
ποὺ τοῦ ὀφείλουν κάποιο μικρὸ χρέος.
Ἀδελφοί μου! Ἄς βιαστοῦμε νὰ συγχωρήσουμε ὅλες τίς ἁμαρτίες καὶ τίς προσβολὲς ποὺ
μᾶς κάνουν, ὥστε κι ὁ Θεὸς νὰ συγχωρέσει ὅλες τίς δικές μας ἁμαρτίες καὶ προσβολές. Ἄς
κάνουμε γρήγορα, προτοῦ μᾶς κρούσει τὴν πόρτα ὁ θάνατος καὶ μᾶς πεῖ: «Εἶναι πολὺ
ἀργά!» Πίσω ἀπὸ τὴν πόρτα τοῦ θανάτου δὲ θὰ μπορέσουμε οὔτε νὰ συγχωρέσουμε οὔτε νὰ
συγχωρεθοῦμε. Δόξα στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ στὴ δικαιοσύνη Του. Δόξα καὶ ὕμνος στὸ θεῖο
μας Διδάσκαλο καὶ Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, μαζὶ μὲ τὸν ἄναρχο Πατέρα καὶ τὸ Πανάγιο
Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν
αἰώνων. Ἀμήν.

[91]

You might also like