
ΙΕΡΟΚΑΝΟΝΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΙΣ ΤΟΥ ΠΑΠΙΚΟΥ ΠΡΩΤΕΙΟΥ
ΙΕΡΟΚΑΝΟΝΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΙΣ ΤΟΥ ΠΑΠΙΚΟΥ ΠΡΩΤΕΙΟΥ
ΙΕΡΟΚΑΝΟΝΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΙΣ
ΤΟΥ ΠΑΠΙΚΟΥ ΠΡΩΤΕΙΟΥ
(Πειραιάς 28.4.2010)
π. Αναστάσιος Γκοτσόπουλος
Εφημέριος Ι. Ν. Αγ. Νικολάου Πατρών
agotsopo@[Link], τηλ. 6945-377621
3
11
Βλ. Φειδάς, «Πατριάρχης της Δύσεως», Επίσκεψις, τ. 600(2006), σ. 24-26.
12
Φειδάς, Ut unum sint.
13
Αθ. Δεληκωστόπουλος, Αι εκκλησιολογικαί θέσεις της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας ως δογματικόν
πρόβλημα του Θεολογικού Διαλόγου, εν Αθήναις 1969, σ. 47. Κατά τον W. Kasper Η Β΄ Βατικανή Σύνοδος
«εγκολπώνεται όλες τις αποφάσεις της Α΄ Βατικανής αναφορικά με το πρωτείο και το αλάθητο του πάπα.
Από αυτά τίποτα δεν παρέλειψε», W. Kasper, Das Petrusamt als Dienst der Einheit. Die Lehre des I. und II.
Vatikanischen Konzils und die gegenwärtige Diskussion, στο Vasilios von Aristi, Das Papstamt : Dienst oder
Hindernis für d. Ökumene ?, Regensburg 1985, σ.124. «Η πέτρεια αποστολικότητα του θρόνου της Ρώμης
μεταξελίχθηκε από κανονική κατοχύρωση πρεσβείων τιμής και διοικητικών διεκδικήσεων, σε θεολογική
και εκκλησιολογική θεωρία, η οποία προβάλει τον προκαθήμενο της Εκκλησίας της Ρώμης ως την πηγή, το
φορέα και το νομέα όλων των χαρισμάτων στην Εκκλησία, κατέχοντα δηλαδή ως η ορατή κεφαλή της το
αποκλειστικό πρωτείο εκκλησιαστικής εξουσίας», Ευ. Πριγκιπάκη, Το παπικό πρωτείο κατά τον Άγιο
Άνθιμο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πρόεδρο Κρήτης τον Ομολογητή, Αθήνα 2009 (δακτυλογρφημένο
κείμενο), σ. 45.
7
εκκλησιαστικής κοινωνίας14. Ή για να χρησιμοποιήσω τα ίδια τα λόγια του Πάπα
Ιωάννη Παύλου Β΄ «ακούω την έκκληση που μου απευθύνεται να εύρω μία μορφή
ασκήσεως του πρωτείου ανοικτή στη νέα πραγματικότητα, αλλά χωρίς παραίτηση
από τα ουσιώδη της αποστολής του» 15
Ας προσπαθήσουμε να δούμε ποια είναι λοιπόν τα «ουσιώδη της αποστολής του» και αν
αυτά είναι συμβατά με την πίστη και πράξη της πρώτης χιλιετίας, όπως αυτή έχει
καταγραφεί στην κανονική παράδοση του ενωμένου Χριστιανισμού.
Με βάση το περί Εκκλησίας Διάταγμα της Β΄ Βατικανής Συνόδου (Lumen Gentium-
21.11.1964)16, τον Κώδικα του Λατινικού Κανονικού Δικαίου (Codex Juris Canonici -
αναθεώρηση 1983)17 και την επίσημη «Κατήχηση της Καθολικής Εκκλησίας» (1992)
μπορούμε να παρουσιάσουμε τη διδασκαλία περί του πρωτείου του πάπα στις εξής
ενότητες και παραλλήλως να τη σχολιάσουμε με βάση τους ιερούς Κανόνες της αρχαίας
Εκκλησίας:
14
Ενδεικτική της προσπάθειας αυτής είναι η πρόταση του Καρδιναλίου W. Kasper (Συμπροέδρου της Μικτής
Θεολογικής Επιτροπής του Θεολογικού Διαλόγου) για πρόταξη της διατυπώσεως «Πέτρειο αξίωμα»
(Petrusamt) ή «Πέτρειος Διακονία» (Petrusdienst) : «έχει το πλεονέκτημα απέναντι στη μέχρι τώρα
χρησιμοποιούμενη και ιστορικά πολύ φορτισμένη έννοια του Papstamt-Papsttum ότι παραπέμπει στις
καινοδιαθηκικές της ρίζες και ταυτόχρονα συνδέει κριτικά τις μετέπειτα ιστορικές διαμορφώσεις».
Επίσης κατά τον W. Kasper το «Petrusdienst» προσφέρεται ώστε «να γίνει ένας σαφής διαχωρισμός των
δικαιωμάτων τα οποία αρμόζουν στον πάπα σαν πρώτο (Primus) της λατινικής Εκκλησίας και αυτών τα
οποία έχει σαν κάτοχος του «Πετρείου αξιώματος» για όλη την Εκκλησία. Το «Πέτρειο αξίωμα» δεν
δηλώνει απαραίτητα συγκεντρωτισμό και παπικές αρχές. Έτσι, για να αναφέρουμε μόνο ένα παράδειγμα,
δεν έχει απαραίτητα δοθεί με το «Πέτρειο αξίωμα» το δικαίωμα του πάπα να χορηγεί ελεύθερα όλες τις
επισκοπικές θέσεις . αυτό το δικαίωμα μπορεί να κατανοηθεί και ως ένα Πατριαρχικό δικαίωμα και
αντίστοιχα να περιοριστεί στη δικαιοδοσία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Με αυτόν τον τρόπο
εξασφαλίζεται ότι δεν θα εξαλειφθεί ο πλούτος και η ποικιλία των νομίμων παραδόσεων των
διαφορετικών ομολογιακών ομάδων, αλλά θα διατηρηθούν και μάλιστα θα εμπλουτισθούν (W. Kasper, Das
Petrusamt als Dienst der Einheit. Die Lehre des I. und II. Vatikanischen Konzils und die gegenwärtige
Diskussion, στο Vasilios von Aristi, Das Papstamt : Dienst oder Hindernis für d. Ökumene ?, Regensburg
1985, σ. 130, 133-134). Βλ. και διοργάνωση επιστημονικού Συνεδρίου περί του «Λειτουργήματος του
Αποστόλου Πέτρου» (21-25.5.2004) στην αίθουσα συνεδριών της Επιτροπής της Αγ. Έδρας για την
ενότητα των Χριστιανών, Βλ. Φειδάς-Π. Βασιλειάδης, «Έκθεση επί του επιστημονικού Συνεδρίου περί του
«Λειτουργήματος του Αποστόλου Πέτρου», Εκκλησία 81(2004), σ. 265-266.
15
Φειδάς, Ut unum sint.
16
Στην παρούσα εργασία χρησιμοποιείται η έκδοση : Β΄ Σύνοδος Βατικανού, Δογματική Διάταξη Περί
Εκκλησίας 1 (Lumen Gentium), μετφρ. Αθ. Αρμάου, Γραφείο Καλού Τύπου, αχ. σ.σ.125 (στο εξής : LG).
(Αποσπάσματα από το Lumen Gentium παρατίθενται στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Β΄).
17
Ο “Codex Juris Canonici”-1983 (CIC : Κώδικας Λατινικού Κανονικού Δικαίου) είναι «παγκόσμιος νόμος»
των Ρωμαιοκαθολικών (Κ. Κυριαζοπούλου, «Εξήγηση του από 26-10-1991 Responsum του Ποντιφικικού
Συμβουλίου για την ερμηνεία των νομοθετικών κειμένων» Χριστιανός, 32(1993), σ. 114. Oι σχετικοί
κανόνες του C.I.C. (κανόνες 330-341) που αφορούν στο παπικό πρωτείο παρατίθενται στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Γ΄
του παρόντος) σε μετάφραση του κ. Χρ. Μοσχόβη (θεολόγου-φιλολόγου) από τη γαλλική έκδοση “Code de
droit Canonique, Cite du Vatican, 1983 (pure le texte latin), Paris, 1984, (puer la texte francaise).
Στην παρούσα εργασία δεν γίνεται αναφορά στις Ουνιτικές Εκκλησίες και στον αντίστοιχο Codex Canonum
Ecclesiarum Orientalium-1990 (C.C.Ε.Ο. - Kώδικας Κανόνων Ανατολικών Εκκλησιών), λόγω της
απαράδεκτης εκκλησιολογικής υποστάσεώς τους, η οποία δε μπορεί να θεραπευθεί με οποιαδήποτε
συμφωνία τύπου Balamand. Άλλωστε σοβαρές επιφυλάξεις για την κανονική υπόστασή τους διατυπώνουν
και έγκριτοι Ρωμαιοκαθολικοί θεολόγοι, βλ. P. Duprey, Η συνοδική δομή της Εκκλησίας εν τη Ανατολική
Θεολογία, μτφρ. αρχιμ. Β. Αρχοντώνη, Γρηγόριος ο Παλαμάς, 55, 56(1972), σ. 117-118, 210-213.
8
αυτόν διαμένει το αξίωμα που εδόθη με ιδιαίτερο τρόπο από τον Κύριο στον Πέτρο,
τον πρώτο των Αποστόλων, για να μεταφέρεται στους διαδόχους του. (Κατήχηση §
882, LG § 22 ).
Ουσιαστικά, εδώ συνδέεται άμεσα το πρωτείο εξουσίας εφ’ όλης της
Εκκλησίας με την «πέτρεια» καταγωγή της Εκκλησίας της Ρώμης.
Δικαιολογείται όμως μία τέτοια προσέγγιση από την κανονική παράδοση της α΄
χιλιετίας ;
Η Εκκλησία της Ρώμης λοιπόν συνδύαζε όλους τους ανωτέρω λόγους31 για την απόδοση
πρεσβείων τιμής σε αυτή.
1. Η Ρώμη ήταν το κυριώτερο κέντρο πολιτισμού και προόδου σε όλη σχεδόν την
Αυτοκρατορία, όντας μάλιστα και πρωτεύουσά της. Στη Δύση, ιδιαίτερα , δεν
υπήρχαν άλλες πόλεις που έστω να πλησίαζαν την αίγλη της.
2. Η Εκκλησία της υπήρξε απ’ αρχής σημαίνουσα, έχοντας δεχθεί το αποστολικό
κήρυγμα. Η Παύλεια «προς Ρωμαίους» επιστολή δείχνει ακμάζουσα κοινότητα
που διακρινόταν για τη φιλανθρωπία της, πλούσια και πρόθυμη σε βοήθεια
άλλων εμπεριστάτων Εκκλησιών («προκαθημένη της αγάπης» κατά τον
Ιγνάτιο32). Το κύρος της στον πρωτοχριστιανικό κόσμο ήταν μοναδικό, διότι
25
Βλ. Φειδά, Βυζάντιο, Αθήναι 19903, σ. 275
26
Το γεγονός της υπάρξεως πολλών αποστολικής «καταγωγής» Εκκλησιών στην Ανατολή οδήγησε τον
πάπα Λέοντα Α΄ και στη συνέχεια ολόκληρο τον παπισμό να περιορίσει την σπουδαιότητα της
αποστολικής προελεύσεως μόνο στην εκ του Απ. Πέτρου, (Βλ. Φειδά, Ιστορικοκανονικά προβλήματα περί
την λειτουργία του θεσμού της Πενταρχίας των Πατριαρχών, Αθήναι 1970, σ. 120-126).
27
Ενδεικτικά : Στ΄ Οικουμενική Σύνοδος, στο Πρακτικά, τ. Γ΄ σ. 157 (17η, 18η πράξη)
28
Ενδεικτικά : Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος, στο Πρακτικά, τ. Γ΄ σ. 229 (1η πράξη), σ. 306 (4η πράξη), σ. 370,
374 (7η πράξη)
29
«ώστε τον μεν θρόνον της Αντιοχέων μεγαλοπόλεως τον του Αγίου Πέτρου, έχειν δύο Φοινίκας, και
Αραβίαν, τον δε θρόνον της Ιεροσολυμίτιδος έχειν τας τρεις Παλαιστίνας . και αξιούμεν εξ αποφάσεως
της υμετέρας μεγαλοπρεπείας, και της αγίας συνόδου, εγγράφως βεβαιωθήναι ταύτα» (7η πράξη, Δ΄
Οικουμενικής Συνόδου, στο Πρακτικά, τ. Β΄ σ. 186)
30
ΠΕΝΘΕΚΤΗΣ-36
31
«Δια πάντα γαρ υμών το πρωτεύειν αρμόττει . πολλοίς γαρ ο υμέτερος θρόνος κοσμείται πλεονεκτήμασι .
τας μεν γαρ άλλας πόλεις ή μέγεθος, ή κάλλος, ή πλήθος των οικητόρων κοσμεί . τη δε υμετέρα φοράν
έδωκεν αγαθών ο των αγαθών χορηγός . η γαρ αύτη πασών μεγίστη και λαμπροτάτη και της οικουμένης
προκαθημένη, και τω πλήθη των οικητόρων κυμαίνουσα . προς δε τούτοις και την ηγεμονίαν εβλάστησε .
και της οικείας προσηγορίας τοις αρχομένοις μετέδωκε . κοσμεί δε αυτήν διαφερόντως η πίστις . και
μάρτυς αξιόχρεως ο θείος απόστολος βοών, ότι η πίστις υμών καταγγέλλεται εν όλω τω κόσμω . ει δε
ευθύς δεξαμένη τα του σωτηρίου κηρύγματος σπέρματα, τοις αξιαγάστοις τούτοις εβεβρίτει καρποίς, τις
απόχρη λόγος την νυν εν αυτή πολιτευομένην ευσέβειαν ευφημήσαι ; έχει δε και των κοινών πατέρων και
διδασκάλων της αληθείας Πέτρου και Παύλου τας θήκας, των πιστών τας καρδίας φωτιζούσας . η δε
τρισμακαρία τούτων και θεία ξυνωρίς ανέτειλεν μεν εν τη εώα, και πάντοτε τας ακτίνας εξέπεμψεν . εν δε
τη δύσει προθύμως εδέξατο τας του βίου δυσμάς, κακείθεν νυν καταυγάζει την οικουμένην . ούτοι τον
υμέτερον περιφανέστατον απέφηναν θρόνον . ούτος των αγαθών των υμετέρων ο κολοφών . ο δ’ εκείνων
Θεός και νυν τον εκείνων ελάμπρυνεν θρόνον, την υμετέραν αγιωσύνην ιδρύσας εν τούτω της ορθοδοξίας
τας ακτίνας αφιείσαν» , «Λέοντι επισκόπω Ρώμης», στο Πρακτικά, τ. Β΄, σ. 35.
32
Ιγνάτιος, επιστολή προς Μαγν. 6, 1, ΕΠΕ τ. 2, σ. 274. Κατά τον Afanassieff «αν δεχθούμε ότι η φράση
αυτή προέρχεται από την εικόνα των ευχαριστηριακών δείπνων, τότε πρέπει να εννοήσουμε ότι η
Εκκλησία αυτή είχε την πρωτεύουσα θέση μεταξύ των Εκκλησιών, οι οποίες όμως ευρίσκονται επί του
αυτού επιπέδου, ως εις τράπεζα, εις την κεφαλήν της οποίας κάθηται η εκκλησία αυτή» (Ι. Αναστασίου,
«Αι προ της Συνόδου της Νικαίας αντιλήψεις περί του αξιώματος του Αποστόλουν Πέτρου», ΕΕΘΣΑΠΘ τ.
17(1972) σ. 27).
11
αξιώθηκε, κατά την παράδοση, να είναι ο τόπος μαρτυρίου των
Πρωτοκορυφαίων Πέτρου και Παύλου.
3. Παράλληλα, η Εκκλησία της Ρώμης στους μεταποστολικούς χρόνους παρουσίασε
έντονη ιεραποστολική δράση στη Δύση, παράλληλα με τις χιλιάδες των
μαρτύρων που προσέφερε στην Εκκλησία του Χριστού.
Συνοψίζοντας μπορούμε να πούμε ότι λόγω ηθικών, εκκλησιαστικών και πολιτικών
προϋποθέσεων η Εκκλησία της Ρώμης απέκτησε πολύ νωρίς μεγάλη αίγλη και ηθικό
κύρος σε ολόκληρο το χριστιανικό κόσμο33. Βέβαια στην αυτοσυνειδησία της Εκκλησίας
της Ρώμης δεν είχε βαρύνουσα σημασία η εκ της πολιτικής αρχής αίγλη της, διότι
αρχικά η πολιτική εξουσία κάθε άλλο παρά χριστιανική ήταν, και αργότερα διότι η
πρωτεύουσα μεταφέρθηκε στη Νέα Ρώμη. Το σημείο όμως στο οποίο οι προϋποθέσεις
της αίγλης της δεν κινδύνευαν, αλλά αντιθέτως μπορούσε να καυχιέται για τη
μοναδικότητά της στη Δύση, ήταν η αποστολική της προέλευση, με πατερικές μαρτυρίες
που ανάγονται στις αρχές του β΄ αι. για την εκεί παρουσία και το κήρυγμα του Απ.
Πέτρου.34
Δεν είναι λοιπόν παράξενο που όχι μόνο μεμονωμένες Πατερικές φράσεις δείχνουν το
μεγαλείο της, αλλά ακόμα και στα Πρακτικά των Οικουμενικών Συνόδων συχνά
απονέμεται η τιμή στην «αποστολική καθέδρα»35, στον «αποστολικό θρόνο»36, «του
αγίου και κορυφαίου των αποστόλων Πέτρου»37 στην Εκκλησία της «μεγίστης Ρώμης»38
και στον επίσκοπό της που κάθεται επί της «Πέτρου καθέδρας».39
Και όμως, ενώ αυτή είναι η πίστη της ενωμένης Εκκλησίας όπως καταγράφεται στα
Πρακτικά των Οικουμενικών Συνόδων40, εν τούτοις σε κανένα κανόνα επικυρωμένο από
33
I. Μάγεντορφ, «Το πρωτείον του Ρώμης εν τη κανονική παραδόσει των πρώτων αιώνων», ΘΗΕ τ. 10,
στ.704-706, Βλ. Φειδά, Προϋποθέσεις διαμορφώσεως του Θεσμού της Πενταρχίας των Πατριαρχών,
Αθήναι 1969, σ. 160-161.
34
Δεν είναι της παρούσης η αναφορά στην προβληματική της μεταβάσεως ή όχι του Απ. Πέτρου στη Ρώμη
και του εκεί μαρτυρίου του. Υιοθετούμε τη σαφή έκφραση πίστεως της Εκκλησίας των πρώτων αιώνων,
όπως αυτή έχει καταγραφεί στα Πρακτικά των Οικουμενικών Συνόδων. Εκτιμώ όμως ότι το πρόβλημα της
μεταβάσεως ή μη του Πέτρου δεν είναι καθοριστικής σημασίας, διότι ακόμα και αν δεχθούμε ως ακλόνητη
ιστορική βεβαιότητα τη μετάβαση του Απ. Πέτρου στη Ρώμη δεν δικαιολογείται ο λογικός ακροβατισμός
της παπικής εκκλησιολογίας περί του πρωτείου εξουσίας του Επισκόπου της. Τα ερωτήματα που τίθενται
είναι καίρια και απαιτούν πειστικές απαντήσεις που δεν έχουν δοθεί εκ μέρους της Λατινικής θεολογίας :
1. Είχε προσωπικό πρωτείο εξουσίας ο Απόστολος Πέτρος; 2. Και αν είχε, από πού προκύπτει ότι το
μετεβίβασε; 3. Και αν το μετεβίβασε γιατί στον Ρώμης; 4. Μήπως επειδή κήρυξε στη Ρώμη; 5. Όμως,
μόνο στην Ρώμη κήρυξε ο Απόστολος; 6. Δεν κήρυξε και στην Αντιόχεια και μάλιστα πριν από τη Ρώμη («η
Αντιοχέων Εκκλησία, εν η το πρώτον διδάσκοντος του μακαριωτάτου αποστόλου Πέτρου το του Χριστού
όνομα ήρξατο» (επιστολή πάπα Λέοντος προς Ανατόλιον, στο Πρακτικά, τ. Β΄ σ. 47); 7. Και ενωρίτερα, το
πρώτο του κήρυγμα με το εντυπωσιακό αποτέλεσμα της βαπτίσεως 3.000 ψυχών δεν έγινε στα
Ιεροσόλυμα; 8. Από πού συνάγεται ότι το «πρωτείο» του το έδωσε μόνο στον Ρώμης και όχι και σε
άλλους; 9. Τέλος, ρωτούμε μαζί με τον Βουλγαρίας Λέοντα : «ει από της των προσώπων ποιότητος το
πρωτείον τοις θρόνοις περίεστι, πώς ου λαμπρώς κατά πάντων τα Ιεροσόλυμα το κράτος έξει ; Αυτός γαρ
ο και Πέτρου και απάντων ημών κοινός πλάστης και δεσπότης, ο πρώτος και Μέγας Αρχιερεύς, η πηγή
πάσης ζωής και Αρχιερατικής τάξεως, εν αυτοίς … και τη διατριβήν έσχε και Εαυτόν υπέρ της του κόσμου
σωτηρίας εκών ιεράτευσε» (στο Σεραφείμ, Επισκόπου Πειραιώς, Αι αιρέσεις του Παπισμού, Αθήναι 2009, σ.
81) ;
35
Ενδεικτικά : στη Γ΄Οικουμενική Σύνοδο : Πρακτικά, τ. Α΄σ. 606 (3η πράξη), στη Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο :
Πρακτικά, τ. Β΄ σ. 86 (1η πράξη), στη Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο : Πρακτικά, τ. Γ΄ σ. 237, 325, 370.
36
Ενδεικτικά : στη Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο : Πρακτικά, τ. Β-153, (4η πράξη), στη Στ΄ Οικουμενική Σύνοδο :
Πρακτικά, τ. Γ, σ. 25 (1η πράξη), σ. 29 (3η πράξη), σ. 50 (4η πράξη), σ. 76 (10η πράξη).
37
Στην Στ΄ Οικουμενική Σύνοδο : Πρακτικά, τ. Γ΄ σ. 157 (17η, 18η πράξη), Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο :
Πρακτικά, τ. Γ΄ σ. 374.
38
Πρακτικά, τ. Α΄ σ. 609, τ. Β΄ σ. 147, 175.
39
Ενδεικτικά : στην Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο («προσφωνητικός της αγίας συνόδου προς βασιλέα Μαρκιανό»,
Πρακτικά, τ. Β-235). Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ταράσιος αναφερόμενος στον πάπα Γρηγόριο
αναφέρει στην 4η πράξη της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου : « Πέτρον τον θείον Απόστολον ζηλώσας
εσάλπησεν ημίν εκ Ρώμης την αλήθειαν και ο μακάριος ούτοις πατήρ» (Πρακτικά, τ. Γ΄ σ. 297).
40
Για την αξία των Πρακτικών των Οικουμενικών Συνόδων : στον «Τόμο Συνοδικό» (§ 12) της Συνόδου της
Κωνσταντινουπόλεως (1351) και στο «Συνοδικό Ορθοδοξίας» σημειώνεται σχετικά : «τοις
αποβαλλομένοις … έτι δε και τα των Οικουμενικών Συνόδων Πρακτικά, της τετάρτης, φημί, και της
έκτης, μη κατασπαζομένοις, ανάθεμα», στο Ι. Καρμίρη, Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της
Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, Αθήναι 1952, τ. Α΄, σ. 318. Επίσης, ο Αγ. Νικόδημος Αγιορείτης στην
«Ομολογία Πίστεως», δηλώνει : «συν τοις Κανόσι δε, αποδεχόμεθα και τα Πρακτικά των αυτών Αγίων
Συνόδων . την αυτήν γαρ δύναμιν αμφότερα έχουσιν», Αγ. Νικοδήμου Αγιορείτου, Ομολογία Πίστεως,
πανομοιότυπη έκδοση της Α΄εκδόσεως του 1819, Νάξος 2009, σ. 7. Bέβαια δεν πρέπει να μας διαφεύγει
12
Οικουμενική Σύνοδο το κριτήριο για την απόδοση πρεσβείων τιμής δεν συνδέεται με
τον Απ. Πέτρο. Δεν υπάρχει αναφορά και εξάρτηση των πρεσβείων τιμής και της
πρωτοκαθεδρίας της Εκκλησίας της Ρώμης από την αποστολική, «πέτρεια» προέλευσή
της, η οποία κατά τα άλλα θεωρείται δεδομένη. Μόνο στον ΣΑΡΔΙΚΗΣ-3 το δικαίωμα του
Ρώμης για αναψηλάφιση της κρίσεως των καταδικασθέντων επισκόπων συνδέεται με
απλή αναφορά και όχι αιτιολογία στην τιμή της μνήμης του Απ. Πέτρου («Πέτρου τοῦ
Ἀποστόλου τὴν μνήμην τιμήσωμεν»). Είναι λοιπόν σαφές ότι για την ενωμένη Εκκλησία
της πρώτης χιλιετηρίδας η αποστολική προέλευση μιας Εκκλησίας δεν είχε καθοριστική
σημασία για την απόδοση των πρεσβείων τιμής.
αναφορικά με τα Πρακτικά των Οικουμενικών Συνόδων η εύστοχη επισήμανση του Ιουστινιανού : «πλην
κακείνω δει προσέχειν τους της αληθείας ερευνώντας . ότι πολλάκις τινάς εν ταις Συνόδοις παρά τινών εν
αυταίς ευρισκομένων λέγεται ή κατά προσπάθειαν, ή κατ’ εναντίωσιν, ή κατ’ άγνοιαν . ουδείς δε προσέχει
τοις κατά μέρος παρά τινων λεγομένοις, αλλά μόνοις τοις κατά κοινήν συναίνεσιν παρά πάντων
οριζομένοις . εις γαρ κατ’ εκείνους βουληθείη τις προσέχειν ταις τοιαύταις εναντιώσεσιν, εκάστη
Σύνοδος ευρίσκεται εαυτήν ανατρέπουσα» (Ιουστινιανός, Ομολογία πίστεως,).
41
Κ. Κυριαζόπουλου, Η Κεντρική Οργάνωσις της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας (Ρωμαϊκή Κουρία), εκδ.
Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1996, σ. 188. Ο καρδινάλιος W. Kasper προσπαθώντας να αμβλύνει την
διδασκαλία περί της «θείω δικαίω» προελεύσεως του παπικού πρωτείου, σημειώνει ότι στην Εκκλησία
«δεν υπάρχει κανένα “χημικώς καθαρό” “θείο δίκαιο” . αυτό πάντα παρέχεται ιστορικώς και αναπτύσσεται
με ιστορικές μορφές» W. Kasper, Das Petrusamt als Dienst der Einheit. Die Lehre des I. und II.
Vatikanischen Konzils und die gegenwärtige Diskussion, στο Vasilios von Aristi, Das Papstamt : Dienst oder
Hindernis für d. Ökumene ?, Regensburg 1985, σ. 130.
42
Τονίζει χαρακτηριστικά ο Αγ. Νικόδημος Αγιορείτης : «Ου βλέπομεν τι λέγουσιν οι επίσκοποι περί εαυτών,
αλλά τι περί αυτών λέγει η Καθολική Εκκλησία» (Πηδάλιο σ. 130).
43
Για την έννοια του «μετά» βλ. Π. Μπούμη, Τα κανονικά προνόμια των Θρόνων Ρώμης-
Κωνσταντινουπόλεως, Αθήναι 1983, σ. 53 κ.εξ.
44
Π. Μπούμη, Τα κανονικά προνόμια των Θρόνων Ρώμης-Κωνσταντινουπόλεως, Αθήναι 1983, σ. 35.
45
«Πανταχοῦ τοῖς τῶν ἁγίων Πατέρων ὅροις ἑπόμενοι, καὶ τὸν ἀρτίως ἀναγνωσθέντα κανόνα τῶν ἑκατὸν
πεντήκοντα θεοφιλέστατων ἐπισκόπων, τῶν συναχθέντων ἐπὶ τοῦ τῆς εὐσεβοῦς μνήμης Μεγάλου
Θεοδοσίου, τοῦ γενομένου βασιλέως ἐν τῇ βασιλίδι Κωνσταντινουπόλεως Νέᾳ Ῥώμῃ, γνωρίζοντες, τὰ
αὐτὰ καὶ ἡμεῖς ὁρίζομέν τε καὶ ψηφιζόμεθα περὶ τῶν πρεσβείων τῆς ἁγιωτάτης ἐκκλησίας τῆς αὐτῆς
Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ῥώμης· καὶ γὰρ τῷ θρόνῳ τῆς πρεσβυτέρας Ῥώμης, διὰ τὸ βασιλεύειν τὴν
πόλιν ἐκείνην, οἱ Πατέρες εἰκότως ἀποδεδώκασι τὰ πρεσβεῖα. Καὶ τῷ αὐτῷ σκοπῶ κινούμενοι οἱ ἑκατὸν
πεντήκοντα θεοφιλέστατοι ἐπίσκοποι, τὰ ἴσα πρεσβεῖα ἀπένειμαν τῷ τῆς Νέας Ῥώμης ἁγιωτάτω θρόνῳ,
εὐλόγως κρίναντες, τὴν βασιλείᾳ καὶ συγκλήτῳ τιμηθεῖσαν πόλιν, καὶ τῶν ἴσων ἀπολαύουσαν πρεσβείων
τῇ πρεσβυτέρᾳ βασιλίδι Ῥώμῃ, καὶ ἐν τοῖς ἐκκλησιαστικοῖς ὡς ἐκείνην μεγαλύνεσθαι πράγμασι, δευτέραν
μετ᾿ ἐκείνην ὑπάρχουσαν. Καὶ ὥστε τοὺς τῆς Ποντικῆς, καὶ τῆς Ἀσιανῆς, καὶ τῆς Θρακικῆς διοικήσεως
μητροπολίτας μόνους, ἔτι δὲ καὶ τοὺς ἐν τοῖς βαρβαρικοῖς ἐπισκόπους τῶν προειρημένων διοικήσεων
χειροτονεῖσθαι ὑπὸ τοῦ προειρημένου ἁγιωτάτου θρόνου τῆς κατὰ Κωνσταντινούπολιν ἁγιωτάτης
ἐκκλησίας· δηλαδή ἑκάστου μητροπολίτου τῶν προειρημένων διοικήσεων μετὰ τῶν τῆς ἐπαρχίας
ἐπισκόπων χειροτονοῦντος τοὺς τῆς ἐπαρχίας ἐπισκόπους, καθὼς τοῖς θείοις κανόσι διηγόρευται·
χειροτονεῖσθαι δέ, καθὼς εἴρηται, τοὺς μητροπολίτας τῶν προειρημένων διοικήσεων παρὰ τοῦ
Κωνσταντινουπόλεως ἀρχιεπισκόπου, ψηφισμάτων συμφώνων κατὰ τὸ ἔθος γινομένων, καὶ ἐπ᾿ αὐτὸν
ἀναφερομένων».
13
έπαιξε καθοριστικό ρόλο η αποστολική καταγωγή της Εκκλησίας από τον Απόστολο
Πέτρο – η οποία σαφώς της αναγνωρίζεται. Επρυτάνευσαν λόγοι φύσεως καθαρά
πολιτικής «τῷ θρόνῳ τῆς πρεσβυτέρας Ῥώμης, διὰ τὸ βασιλεύειν τὴν πόλιν ἐκείνην, οἱ
Πατέρες εἰκότως ἀποδεδώκασι τὰ πρεσβεῖα» ! Συνεπώς, σύμφωνα με την απόφαση της
Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου τα πρεσβεία τιμής παραχωρήθηκαν στην Εκκλησία της Ρώμης
όχι από τον Κύριο, αλλά από τους «Πατέρες» 46. Δεν εδράζονται επί Κυριακής εντολής, ή
αγιογραφικού χωρίου ή αποστολικής παραδόσεως, έστω και προφορικής, αλλά στην
σπουδαιότητα της πόλεως ως πρωτευούσης και στο συνεπαγόμενο αυξημένο κύρος και
την επιρροή της τοπικής Εκκλησίας στην Καθολική Εκκλησία. Συνεπώς, δεν είναι «θείω
δικαίω», αλλά εκκλησιαστικώ ! Και για τον ίδιο λόγο χορηγήθηκαν από τους Πατέρες και
στον Κωνσταντινουπόλεως «τὰ ἴσα πρεσβεῖα … εὐλόγως κρίναντες, τὴν βασιλείᾳ καὶ
συγκλήτῳ τιμηθεῖσαν πόλιν, καὶ τῶν ἴσων ἀπολαύουσαν πρεσβείων τῇ πρεσβυτέρᾳ
βασιλίδι Ῥώμῃ, καὶ ἐν τοῖς ἐκκλησιαστικοῖς ὡς ἐκείνην μεγαλύνεσθαι πράγμασι,
δευτέραν μετ᾿ ἐκείνην ὑπάρχουσαν». Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η έγκριση του Δ-2847
δεν ήταν αποτέλεσμα πρόχειρης και επιπόλαιης προσεγγίσεως, αλλά έγινε μετά από
αναλυτική και εντονότατη συζήτηση λόγω της σοβαράς αντιρρήσεως του παπικού
θρόνου.
66
Στο ενδιαφέρον άρθρο του P. Duprey, «Η συνοδική δομή της Εκκλησίας εν τη Ανατολική Θεολογία», μτφρ.
αρχιμ. Β. Αρχοντώνη, Γρηγόριος ο Παλαμάς, 55 (1972), 128, αναφερόμενο στα «πρεσβεία», ενώ αναλύει
τον Δ-28, αποφεύγει την αναφορά στη καταλυτική για το κρίσιμο θέμα φράση του «καὶ γὰρ τῷ θρόνῳ τῆς
πρεσβυτέρας Ῥώμης, διὰ τὸ βασιλεύειν τὴν πόλιν ἐκείνην, οἱ Πατέρες εἰκότως ἀποδεδώκασι τὰ πρεσβεῖα»
για να καταλήξει ότι «δυστυχώς ουδέν κείμενον διηκρίβωσεν τους λόγους … των «πρεσβείων» των
Εκκλησιών. Τούτο υπήρξε η πηγή δραματικών αντεγκλήσεων, αι οποίαι δεν εξέλιπον εισέτι τελείως» !
67
Βλ. Φειδά, Εκκλησιαστική Ιστορία, τ. Α, σ. 154.
68
Μαξίμου, Μητρ. Σάρδεων, Το Οικουμενικόν Πατριαρχείον εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία, εκδ. ΠΙΠΜ,
Θεσσαλονίκη 19892 σ. 211, Γενναδίου, Μητρ. Ηλιουπόλεως και Θείρων, «Η οριστική διαμόρφωσις του
Οικουμενικού Πατριαρχείου και η εν Χαλκηδόνι Σύνοδος», Ορθοδοξία, 26(1951), σ. 428-430.
69
Βλ. Φειδά, Ιστορικοκανονικά προβλήματα περί την λειτουργία του θεσμού της Πενταρχίας των
Πατριαρχών, Αθήναι 1970, σ. 255.
70
Β. Σταυρίδου, «Τα πρεσβεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου εν σχέσει προς τα άλλα ανατολικά
Πατριαρχεία», Θεολογία τ. 42(1971), σ.326. Αναλυτικά περί της Πενταρχίας των Πατριαρχών βλ. Βλ.
Φειδάς, Προϋποθέσεις διαμορφώσεως του θεσμού της Πενταρχίας των Πατριαρχών, Αθήναι 1969, σ.σ.
350, του ιδίου, Ιστορικοκανονικά προβλήματα περί την λειτουργίαν του θεσμού της Πενταρχίας των
Πατριαρχών, Αθήναι 1970, σ.σ. 275.
17
94
ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΣ-74, Β-6, ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ-12, 14, 15, ΣΑΡΔΙΚΗΣ-3, ΚΑΡΘΑΓΕΝΗΣ-12 και 2ος κανόνας της
Συνόδου Κωνσταντινουπόλεως του 394.
95
Η Σύνοδος της Σαρδικής συνεκλήθη αρχικά ως Οικουμενική, αλλά εξελίχθηκε σε τοπική σύνοδο της
Δύσεως βλ. σχόλιο Ζωναρά (Ρ-Π, τ. Β΄ σ. 178-179 και Προσχέδιο Κρήτης, § 26), οι κανόνες της όμως έχουν
επικυρωθεί από την Πενθέκτη. Περί της Συνόδου της Σαρδικής και των κανόνων της βλ. Σεραφείμ,
Επισκόπου Πειραιώς, Αι αιρέσεις του Παπισμού, Πειραιάς 2009, σ. 105-107, Βλ. Φειδά, Προϋποθέσεις
διθαμορφώσεως του θεσμού της Πενταρχίας των Πατριαρχών, Αθήναι 1969, σ. 105-111, , Φ. Τακόπουλος,
Το ζήτημα του Εκκλήτου στους Κανόνες της Συνόδου της Καρθαγένης (419), σ. 78 κ.εξ. Β. Στεφανίδης,
«Ιννοκέντιος Α΄», ΕΕΘΣΠΑ 1924, σ. 360 κ. εξ., του αυτού «Η γνησιότης των τριών κανόνων της εν Σαρδική
Συνόδου» ΕΕΘΣΠΑ, 1931, σ. 389-392.
96
Δ. Σαλάχας, «Πρωτείο και συνοδικότητα στο Θεολογικό διάλογο Καθολικών και Ορθοδόξων (θέσεις και
αντιθέσεις στο Κείμενο της Μικτής Επιτροπής στη Ραβέννα)», στη διαδικτυακή τοποθεσία
[Link]/[Link]?Itemid=96&id=239&option=com_content&task=view .
97
Στο «Προσχέδιο Κρήτης» (βλ. πιο κάτω, στα Επιλεγόμενα) σημειώνεται : «Ἡ ἀκολουθητέα διαδικασία σὲ
ἐκκλήσεις πρὸς τὴ Ρώμη, ἀπὸ τὴ Σύνοδο τῆς Σαρδικῆς. Ἐκεῖ κατετέθη ὅτι Ἐπίσκοπος ποὺ εἶχε καταδικα-
σθεῖ μποροῦσε νὰ κάνει ἔκκληση πρὸς τὸν Πάπα, καὶ ὁ τελευταῖος, ἐὰν τὸ θεωροῦσε κατάλληλο, μποροῦσε
νὰ διατάξει ἐπανεκδίκαση, ἡ ὁποία διεξαγόταν ἀπὸ τοὺς Ἐπισκόπους τῶν Μητροπόλεων, ὁμόρων πρὸς τὸν
καταδικασθέντα Ἐπίσκοπο. Ἐὰν ἔτσι ἐζητεῖτο ἀπὸ τὸν καταδικασθέντα Ἐπίσκοπο, ὁ Πάπας θὰ μποροῦσε νὰ
στείλει ἀντιπροσώπους [sic] γιὰ νὰ βοηθήσουν τοὺς Ἐπισκόπους τῶν γειτονικῶν Μητροπόλεων»
(Προσχέδιο Κρήτης, § 26).
98
Τακόπουλος, ενθ’ ανωτ. σ. 55-59.
99
Βλ. Φειδά, «Η αυθεντία του Πρώτου και ο συνοδικός θεσμός στην περίοδο των Οικουμενικών συνόδων»,
Επίσκεψις, τ. 709(1010), σ. 14.
100
I. Μάγεντορφ, «Το πρωτείον του Ρώμης εν τη κανονική παραδόσει των πρώτων αιώνων», ΘΗΕ τ. 10, στ.
707.
21
θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως και στους εξάρχους της διοικήσεως για την κρίση
των Μητροπολιτών της δικαιοδοσίας τους.
Επίσης, άξια επισημάνσεως είναι η αναφορά του ΣΑΡΔΙΚΗΣ-3 όχι στον επίσκοπο Ρώμης
γενικά, όπως συμβαίνει σε όλες τις κανονικές διατάξεις γενικής ισχύος101, αλλά στο
συγκεκριμένο πάπα, «Ιουλίω τω επισκόπω Ρώμης». Γίνεται σαφές ότι οι Πατέρες της
Συνόδου θέλησαν με αυτή την εξαίρεση από την κανονική τάξη να θεραπεύσουν την πολύ
δύσκολη εκκλησιαστική κατάσταση της εποχής τους, όπου μόνο ο Ρώμης Ιούλιος ήταν
Ορθόδοξος και είχε τη δυνατότητα102 να προστατεύσει τους πιστούς της Συνόδου της
Νίκαιας (Μ. Αθανάσιο Αλεξανδρείας, Μάρκελλο Αγκύρας και Ασκληπά Γάζης), διότι οι
θρόνοι της Ανατολής και ο αυτοκράτορας της Κωνσταντινουπόλεως ήταν
αρειανόφρονες και τους κατεδίωκαν103. Είναι προφανές, λοιπόν, ότι οι κανόνες αυτοί
αφορούσαν τους επισκόπους της εποχής εκείνης που μπορούσαν να προσφεύγουν «Ιουλίω
τω επισκόπω Ρώμης» και όχι σε κάθε πάπα104.
Επίσης, σύμφωνα με τους ανωτέρω κανόνες, το δικαίωμα χορηγήσεως της δυνατότητος
του πάπα να κρίνει αποφάσεις εκκλησιαστικών δικαστηρίων το χορηγεί, ιδία εξουσία, η
σύνοδος. Και ασφαλώς η σύνοδος έχει τη δυνατότητα και να μην το χορηγήσει. Στον
ΣΑΡΔΙΚΗΣ-3 η σύνοδος ερωτάται – ή μάλλον παρακαλείται : «ει δοκεί υμίν, τη αγάπη
Πέτρου του Αποστόλου την μνήμην τιμήσωμεν και γραφήναι … Ιουλίω τω επισκόπω
Ρώμης» και «απεκρίναντο οι Επίσκοποι . τα λεχθέντα ήρεσεν» ! Συνεπώς, το όποιο
δικαίωμα του Επισκόπου Ρώμης καθορίζεται «συνοδικώ δικαίω» από τους κανόνες
αυτούς και δεν πηγάζει από κάποιο δήθεν «θείω δικαίω» παπικό πρωτείο δικαιοδοσίας
εφ’ όλης της Εκκλησίας105. Δεν υπήρχε μέχρι τη στιγμή που χορηγήθηκε από τη Σύνοδο
για να θεραπευτεί η σοβαρή κρίση που ταλαιπωρούσε τότε την Εκκλησία. Το ότι οι
κανόνες αυτοί δεν υπονοούν κανένα «παπικό πρωτείο δικαιοδοσίας» συνάγεται εκ του
ότι ο πάπας δεν έχει τη δυνατότητα αυτοδικαίας ασκήσεως του δικαιώματος αυτού,
παρά μόνο αν του ζητηθεί από τον ενδιαφερόμενο Επίσκοπο.
ii. ΚΑΝΟΝΕΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΚΑΡΘΑΓΕΝΗΣ (419)
Οι κανόνες της Συνόδου της Σαρδικής (341), όπως ήδη αναφέρθηκε, ήσαν τοπικής
Συνόδου και αφορούσαν τη συγκεκριμένη εκκλησιαστική κρίση, κατά την οποία δόθηκε η
δυνατότητα στον Πάπα Ιούλιο να βοηθήσει στην υπέρβασή της, και συνεπώς δεν είχαν
οικουμενική ισχύ. Για το λόγο αυτό η Σύνοδος της Καρθαγένης (418-419)106 αρνήθηκε το
δικαίωμα κρίσεως των αποφάσεών της στον Επίσκοπο Ρώμης. Οι παπικοί αντιπρόσωποι
στη Σύνοδο της Καρθαγένης διεξεδίκησαν την αναγνώριση του εκκλήτου. Δεν μπόρεσαν
όμως να επικαλεσθούν κανένα ισχυρό κανονικό επιχείρημα και αναγκάστηκαν να
επικαλεσθούν νοθευμένους τους κανόνες της Σαρδικής ως δήθεν κανονικές διατάξεις
της Α΄ Οικουμ. Συνόδου ! Τα μέλη της Συνόδου αμφισβήτησαν την αξιοπιστία των
κανόνων που παρέθεσε η Ρώμη και ζήτησαν τα αυθεντικά κείμενα από τις Εκκλησίες της
Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας και Αντιοχείας. Κριτήριο του κύρους των
αποφάσεων περί εκκλήτου θα ήσαν οι αναμενόμενες απαντήσεις των θρόνων της
Ανατολής107. Η αποδειχθείσα νοθεία οδήγησε την Εκκλησία της Αφρικής σε έντονη
αντίδραση και απέστειλε επιστολή στον Επίσκοπο Ρώμης με την οποία του αρνείτο
κατηγορηματικά το δικαίωμα της κρίσεως των συνοδικών αποφάσεών της ! Οι δύο
επιστολές της Συνόδου της Εκκλησίας της Αφρικής στους πάπες Βονιφάτιο108 και
101
βλ τις αντίστοιχες διατάξεις περί εκκλήτου της Δ΄ Οικουμενικής, οι οποίες αναφέρουν «τῷ
Κωνσταντινουπόλεως θρόνῳ» (Δ-17), ή «τὸν τῆς βασιλευούσης Κωνσταντινουπόλεως θρόνον» (Δ-9)
102
Ο αυτοκράτορας της Δύσεως Κώνστας ήταν Ορθόδοξος, σε αντίθεση με τον Κωνσταντινουπόλεως που
ήταν αρειανόφρονας.
103
«Η de facto περιφρόνηση της καταστατικής … βάσεως από τις αντικανονικές συνόδους των
αρειανοφρόνων επισκόπων της Ανατολής κατέστησε … αναγκαίο των έλεγχο των αποφάσεων των
επαρχιακών συνόδων», Δ. Παπανδρέου, «Η ανωτάτη αυθεντία στις Ορθόδοξες Εκκλησίες», Χριστιανός, τ.
297 (1991), σ. 108.
104
Βλ. Φειδά, Προϋποθέσεις διαμορφώσεως του Θεσμού της Πενταρχίας των Πατριαρχών, Αθήναι 1969, σ.
115-129.
105
Σεραφείμ, Επισκόπου Πειραιώς, Αι αιρέσεις του Παπισμού, Αθήναι 2009, 115-116.
106
Τακόπουλος, ενθ’ ανωτ. σ. 102 κ.εξ.
107
Βλ. Φειδά, Ιουστινιανός και Πενταρχία, Αθήναι 1968, σ. 6-7
108
Πηδάλιο, σ. 538-539.
22
Κελεστίνο109 δεν αφήνουν κανένα περιθώριο για αναγνώριση μιας υπερέχουσας
εξουσίας των παπών. Επισημαίνεται ότι οι ανωτέρω πάπες Βονιφάτιος και Κελεστίνος
ήσαν εκ των πρώτων που απαίτησαν αυξημένη δικαιοδοσία της Ρώμης εφ’ όλης της
Εκκλησίας. Στις επιστολές τους προς τους πάπες οι Πατέρες της Συνόδου της
Καρθαγένης εκ μέρους των Εκκλησιών της Αφρικής :
1. Αποκαλούν τους Επισκόπους Ρώμης τρεις φορές με την απλή προσωνυμία «αδελφέ»,
2. Αναγνωρίζουν τον Ρώμης ως επίσκοπο της «αποστολικής καθέδρας»110 χωρίς όμως
αυτή η αναγνώριση να του προσδίδει και υπεροχή εξουσίας και δικαιώματα επί
άλλων εκκλησιών.
3. Δεν τους αρκεί η μαρτυρία της Εκκλησίας της Ρώμης για τη διαφύλαξη της
κανονικής παραδόσεως της Νικαίας, αλλά απευθύνονται στις Εκκλησίες της
Ανατολής για να επαληθεύσουν την αξιοπιστία των κανόνων που τους προσάγει η
Ρώμη.
4. Η έκταση της δικαιοδοσίας του Επισκόπου της Ρώμης ορίζεται από τις κανονικές
διατάξεις της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου111. Είναι προφανές ότι κατ΄ αυτόν τον
τρόπο διαμηνύουν ότι δεν μπορεί να απαιτεί κάποιας άλλης μορφής δικαιοδοσία :
«Εφ’ όσον Σύνοδος ουδέν παρέχει δικαίωμα εις τον επίσκοπον Ρώμης, δεν κατέχει
το δικαίωμα τούτο ex sesse»112
5. Με εξαιρετική λεπτότητα μάλιστα υποδεικνύουν την υποχρέωση της Εκκλησίας της
Ρώμης και του Επισκόπου της να τηρεί τους κανόνες της Νικαίας113, υπονοώντας
τον Α-5, ο οποίος ορίζει ότι η απόφασις ενός Επισκόπου περί αφορισμού μέλους
της Εκκλησίας του δεσμεύει όλους τους Επισκόπους της Καθολικής Εκκλησίας.
6. Απαιτούν από τον επίσκοπο Ρώμης να γίνεται σεβαστή η κρίση των Συνόδων
τους114, να μην δέχεται ακοινωνήτους και ουσιαστικά τον δεσμεύουν να θεωρεί
και αυτός όσους η Εκκλησία της Αφρικής εφαρμόζοντας την κανονική διαδικασία
χαρακτηρίζει ως ακοινωνήτους115.
7. Τέλος, ο επίλογος της επιστολής είναι ο πλέον εκφραστικός του κινδύνου που
διέβλεπαν κάτω από την εν τη γενέσει απαίτηση της Ρώμης για επέκταση της
δικαιοδοσίας της στην κρίση των επισκόπων της Αφρικής : «Ἐκβιβαστὰς τοίνυν
κληρικοὺς ὑμῶν τινῶν αἰτούντων μὴ θέλετε ἀποστέλλειν, μήτε παραχωρεῖν, ἵνα
μὴ τὸν καπνώδη τύφον τοῦ κόσμου δόξωμεν εἰσάγειν τῇ τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίᾳ,
ἥτις τὸ φῶς τῆς ἁπλότητος, καὶ τῆς ταπεινοφροσύνης τὴν ἡμέραν τοῖς τὸν Θεὸν
ἰδεῖν ἐπιθυμοῦσι προσφέρει».
Η βασική αυτή αρχή του κανονικού δικαίου περί κρίσεως Επισκόπων αποκλειστικά και
μόνο από Σύνοδο της επαρχίας, ή από Οικουμενική, είχε εφαρμογή σε ολόκληρη την
περίοδο της ενωμένης Εκκλησίας. Ας σημειώσουμε δύο χαρακτηριστικά περιστατικά :
1. Κατά την έναρξη της Δ΄Οικουμενικής Συνόδου οι «ενδοξότατοι άρχοντες και η η
υπερφυής σύγκλητος είπεν . εισίτω και ο ευλαβέστατος Θεοδώρητος (Κύρου),
κοινωνήσων τη συνόδω επειδή και αποκατέστησεν αυτώ και την επισκοπήν ο αγιώτατος
αρχιεπίσκοπος Λέων, και ο θειότατος και ευσεβέστατος βασιλεύς παρείναι αυτόν τη
109
Πηδάλιο, σ. 540-541.
110
επιστολή της Συνόδου προς τον πάπα Κελεστίνο και ΚΑΡΘΑΓΕΝΗΣ-77.
111
«Περὶ γὰρ τοῦ, τινὰς ὡσανεὶ ἐκ τοῦ πλευροῦ τῆς σῆς ἁγιωσύνης πέμπεσθαι, οὐδεμιᾷ τῶν Πατέρων
συνόδῳ ὁρισθὲν εὑρίσκομεν» και «ἐπειδὴ ὅπερ πάλαι διὰ τοῦ αὐτοῦ συνεπισκόπου ἡμῶν
Φαυστίνου(εκπροσώπου του Ρώμης), ὠσανεὶ ἐκ μέρους τῆς ἐν Νικαίᾳ συνόδου αὐτόθεν ἀπέσταλτο, ἐν ταῖς
ἀληθεστέραις ἀπογραφαῖς τῆς ἐν Νικαίᾳ, … τοιοῦτο τί ποτε οὐκ ἠδυνήθημεν εὑρεῖν» Πηδάλιο, σ. 540-541
112
I. Μάγεντορφ, «Το πρωτείον του Ρώμης εν τη κανονική παραδόσει των πρώτων αιώνων», ΘΗΕ τ. 10, στ.
708.
113
«ἐπειδὴ τοῦτο καὶ τῆς ἐν Νικαίᾳ συνόδῳ ὁρισθὲν εὐχερῶς εὕροι ἡ σὴ σεβασμιότης», Πηδάλιο, σ. 540.
114
«τίς ἐστιν, ὅστις πιστεύσει, ἑνὶ ᾡτινιδήποτε δύνασθαι τὸν Θεὸν ἡμῶν τῆς κρίσεως ἐμπνεῦσαι
τὴν δικαιοσύνην, τοῖς δὲ ἀναριθμήτοις εἰς σύνοδον συνηθροισμένοις ἱερεῦσιν ἀρνεῖσθαι. Πῶς
δὲ αὕτη ἡ περαματικὴ κρίσις βεβαία ἔσται, πρὸς ἣν τῶν μαρτύρων τὰ ἀναγκαῖα πρόσωπα, ἢ διὰ τὴν τῆς
φύσεως, ἢ διὰ τὴν τοῦ γήρως ἀσθένειαν, ἢ πολλοῖς ἄλλοις ἐμποδισμοῖς, ἐνεχθῆναι οὐ δύναται;», Πηδάλιο,
σ. 540.
115
«τοῦ λοιποῦ πρὸς τὰς ὑμετέρας ἀκοὰς τοὺς ἐντεῦθεν παραγινομένους εὐχερῶς μὴ προσδέχησθε, μηδὲ
τοὺς παρ᾽ ἡμῶν ἀποκοινωνητέους, εἰς κοινωνίαν τοῦ λοιποῦ θελήσητε δέξασθαι· ἐπειδὴ τοῦτο καὶ τῆς ἐν
Νικαίᾳ συνόδῳ ὁρισθὲν εὐχερῶς εὕροι ἡ σὴ σεβασμιότης· ….. Μὴ οὖν οἱ ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐπαρχίᾳ ἀπὸ τῆς
κοινωνίας ἀναρτηθέντες παρὰ τῆς σῆς ἁγιωσύνης, σπουδαίως, καὶ καθὼς μὴ χρή, φανῶσιν
ἀποκαθιστάμενοι τῇ κοινωνίᾳ», Πηδάλιο, σ. 540.
23
αγία συνόδω εθέσπισεν».116 Η αντίδραση των πατέρων της Συνόδου ήταν
κατηγορηματική : «εισελθόντος Θεοδωρήτου του ευλαβεστάτου επισκόπου, οι Αιγύπτιοι,
και οι Ιλλυρικιανοί, και Παλαιστίνιοι ευλαβέστατοι επίσκοποι εξεβόησαν . ελεήσατε . η
πίστις απόλλυται . οι κανόνες τούτον εκβάλλουσι . τούτον έξω βάλε». Παρά την επιμονή
των αρχόντων ότι «Θεοδώρητος ο ευλαβέστατος επίσκοπος τον οικείον απολαβών
τόπον παρά του αγιωτάτου αρχιεπισκόπου της μεγαλωνύμου Ρώμης» οι επίσκοποι
αρνούνταν να τον αποδεχθούν ως Επίσκοπον : «μη λέγετε αυτόν επίσκοπον . ουκ έστιν
επίσκοπος … οι κανόνες τούτον εξέβαλον . τούτον ο Θεός απεστράφη»117. Με άλλα λόγια
οι Πατέρες της Συνόδου αρνούνται στον πάπα το δικαίωμα να ακυρώνει πράξεις
Συνόδων που αφορούν σε καταδίκη Επισκόπου. Τελικά ο Θεοδώρητος Κύρου προσήλθε να
επανακριθεί από Οικουμενική Σύνοδο και αφού «διά πάντων μεν ορθόδοξος απεδείχθη,
και δι’ αυτού δε του αναθεματίσαι Νεστόριον και Ευτυχή δικαίως τοίνυν και την εαυτού
απολήψεται εκκλησίαν».118 Δηλ. η Σύνοδος δεν απεδέχθη την παπική απόφαση, αλλά
έκρινε η ιδία τον Θεοδώρητο και κατόπιν της δικής της αποφάσεως απεκατεστάθη.
2. Ακόμα και αυτή η παπόφιλη Σύνοδος της Κωνσταντινουπόλεως 869/870, την οποία οι
Δυτικοί θεωρούν ως Η΄ Οικουμενική, απαιτεί «συνοδική απόφαση» για την κρίση
κληρικών.119 Για το λόγο αυτό και ο Μ. Φώτιος ετέθη στην κρίση της συνόδου, παρά την
προηγηθείσα καταδίκη από τον Πάπα120. Μάλιστα σύμφωνα με τον 13ο Κανόνα της
παπόφιλης Συνόδου της Κωνσταντινουπόλεως 869/870 ακόμα και η «καθέδρα Πέτρου
του κορυφαίου των Αποστόλων» τίθεται υπό κρίσιν συνόδου121, σε αντίθεση με την
παπική αυθαίρετη διδασκαλία που αργότερα διατυπώθηκε : «summa sedes a nemini
judicatur» και δυστυχώς έχει ενταχθεί παραλαγμένη στο Codex Juris Canonici122 και
ισχύει και σήμερα ! Επί πλέον δε η Σύνοδος Κωνσταντινουπόλεως 879/880 στον 1ο
κανόνα123 ρητώς δηλώνει την απόλυτη αυτονομία των τοπικών εκκλησιών στην κρίση
των Επισκόπων και τη δέσμευση των λοιπών να τους θεωρούν «εν τω αυτώ της
επιτιμίας κρίματι». Ουδεμία παρέμβαση της Ρώμης στα θέματα κρίσεως των επισκόπων
της Κωνσταντινουπόλεως ή το αντίστροφο δε είναι επιτρεπτό.
Συνεπώς τα έκτακτα περιστατικά προσφυγής ή παρεμβάσεως άλλων θρόνων σε
περιπτώσεις σημαντικών κρίσεων και ιδιαίτερα σοβαρών προβλημάτων στην Εκκλησία,
κυρίως όταν είχαμε ισχυρές αυτοκρατορικές παρεμβάσεις, με συνέπεια η εκκλησιαστική
και κανονική τάξη να περιφρονείται δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ισχύουσα κανονική
τάξη και να αναγνωρισθούν ως κανονική και εφαρμοστέα πρακτική. Τα τυχόν
περιστατικά που συνέβησαν κατά παράβαση των κανονικών αυτών διατάξεων δεν
μπορούν να καταργήσουν την κανονική τάξη και εφαρμογή των ι. Κανόνων, ούτε πολύ
περισσότερο, να δημιουργήσουν κανονική πρακτική. Η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος είναι
κατηγορηματική : «η αγία Σύνοδος είπε . κατά των κανόνων πραγματικόν (νομική
διάταξη) μηδέν ισχύσει . οι κανόνες των Πατέρων κρατείτωσαν»124 ενώ κατά τον
Βαλσαμώνα «ου χρη το κατ’ οικονομίαν διά τι χρήσιμον εισενεχθέν εις υπόδειγμα
έλκεσθαι και ως κανόνα κρατείν εις το εξής»125. Και για να χρησιμοποιήσω τις εύστοχες
παρατηρήσεις του Μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννου : «Ιστορικά προηγούμενα δεν πρέπει
να αναμειγνύονται στο Κανονικό Δίκαιο ωσάν να επρόκειτο περί μονίμων αρχών
εκκλησιολογικού ή κανονικού χαρακτήρος. Το ορθόδοξον κανονικόν δίκαιον οφείλει να
μην επιτρέπει εξελίξεις και μεταβολάς ιστορικού χαρακτήρος αι οποίαι καθ’ οιονδήποτε
τρόπο θίγουν το βαθύτερον εκκλησιολογικόν περιεχόμενον του συνοδικού θεσμού».126
116
1η πράξη, Πρακτικά τ. Β΄ σ. 67.
117
Πρακτικά, τ. Β΄ σ. 67
118
8η πράξη, Πρακτικά τ. Β΄ σ. 188.
119
Σύνοδος Κωνσταντινουπόλεως 869/870 : 9ος Κανόνας : στο Πρακτικά, τ. Γ΄ σ. 429.
120
Σύνοδος Κωνσταντινουπόλεως 869/870 : 4ος και 6ος Κανόνας, στο Πρακτικά τ. Γ΄ σ. 428.
121
Πρακτικά, τ. Γ΄ σ. 429.
122
κανόνας 333 §3 του CIC (βλ. Παράρτημα Α΄) και άρθρο 118 § 3 της Αποστολικής Διατάξεως «Pastor
Bonus» στο Κ. Κυριαζόπουλος, Η Κεντρική Οργάνωσις της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας (Ρωμαϊκή Κουρία),
εκδ. Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1996, σ. 148.
123
Πρακτικά, τ. Γ΄ σ. 470.
124
4η πράξη Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, Πρακτικά, τ. Β΄ σ. 170.
125
Ρ-Π. Σύνταγμα, Β΄ σ. 214.
126
Ι. Ζηζιούλας, «Ο συνοδικός Θεσμός, ιστορικά, εκκλησιολογικά και κανονικά προβλήματα», στο Τιμητικό
αφιέρωμα εις τον Μητροπολίτην Κίτρους Βαρνάβαν, Αθήναι 1980, σ. 190, πρβλ. Βλ. Φειδά, «Η αυθεντία
του Πρώτου και ο συνοδικός θεσμός στην περίοδο των Οικουμενικών Συνόδων», Επίσκεψις τ. 709(2010), σ.
24
133
Β. Τσίγκου, «Η θέσις του Πατριάρχου Ιεροσολύμων και του «Πατριάρχου της Δύσεως» στην Καθολική
Εκκλησία και η εκκλησιολογία της «Κοινωνίας» στην επιστολογραφία του Γ. Θεοδώρου του Στουδίτου»,
ΕΕΘΣΑΠΘ, Τμήμα Ποιμαντικής, τ. 11(2006), σ. 50, Χρυσοστόμου, Μητροπολίτου Μεσσηνίας, «Θεολογική
προσέγγιση του κειμένου της Ραβάννας», Εκκλησία, τ. 86(2009), σ. 546.
134
Ι. Ζηζιούλας, «Ο συνοδικός Θεσμός, ιστορικά, εκκλησιολογικά και κανονικά προβλήματα», στο Τιμητικό
αφιέρωμα εις τον Μητροπολίτην Κίτρους Βαρνάβαν, Αθήναι 1980, σ. 177
135
Π. Ροδοπούλου, «Εκκλησιολογική θεώρησις του τριακοστού τετάρτου Αποστολικού κανόνος»,
Κληρονομία, τ. 11(1979), σ. 4-5.
136
Βλ. Φειδά, «Η θέση του πρώτου των Επισκόπων εις την κοινωνίαν των Τοπικών Εκκλησιών», Τοπική και
κατά την Οικουμένην Εκκλησία, εκδ. Centre Orthodoxe du Patriarchat Oecumenique, Chambesy Geneve
1981, σ. 160.
137
Βλ. Φειδά, «Η θέση του πρώτου των Επισκόπων εις την κοινωνίαν των Τοπικών Εκκλησιών», Τοπική και
κατά την Οικουμένην Εκκλησία, εκδ. Centre Orthodoxe du Patriarchat Oecumenique, Chambesy Geneve
1981, σ. 161
26
Επειδή ο ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΣ-34 είναι η μοναδική ιεροκανονική διάταξη επί της οποίας είναι
δομημένο το Κείμενο της Ραβέννας, ας επιτραπεί στο σημείο αυτό σύντομος σχολιασμός
του Κειμένου εν σχέσει προς τον κανόνα αυτό.
1. Το Κείμενο της Ραβέννας, ενώ επικαλείται «την κανονική παράδοση της
Εκκλησίας» (§ 43), εν τούτοις υπάρχει πλημμελέστατη αναφορά σ’ αυτή. Είναι
απορίας άξιο πώς ένα τόσο σημαντικό Κείμενο που αφορά στην εκκλησιαστική
πρακτική της α΄ χιλιετίας και αναφέρεται στο κρίσιμο θέμα των εκκλησιαστικών
και καανονικών συνεπειών της φύσεως της Εκκλησίας παραπέμπει μόνο στον
ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ-34 χωρίς ούτε καν να αναφερθεί σε άλλους σχετικούς με αυτόν
κανόνες ! Τι συνέβη με τίς λοιπές κανονικές διατάξεις ;
2. Στήν § 43 του Κειμένου της Ραβέννας αναφέρεται επί λέξει: «Το πρωτείον εις όλα
τα επίπεδα (Σ.Σ. τοπικό-περιφερειακό-παγκόσμιο § 10) αποτελεί πρακτικήν
σταθερώς εδραιωμένην εις την κανονικήν παράδοσιν της Εκκλησίας». Επί πλέον,
σε ολόκληρο το Κείμενο τίθεται παράλληλα το «πρωτείο» στο «τοπικό επίπεδο»
με το «πρωτείο» στο «επαρχιακό επίπεδο» και το «πρωτείο» στο «παγκόσμιο
επίπεδο». H διατύπωση αυτή προκαλεί σύγχυση ως προς το περιεχόμενο του όρου
«πρωτείον», αφού πρόκειται, κατά την Ορθόδοξη εκκλησιολογία, για εντελώς
διαφορετικά πράγματα : το «πρωτείο» του «τοπικού επιπέδου», προβλέπει πλήρη
και άμεση επισκοπική, κανονική δικαιοδοσία εφ’ όλης της τοπικής Εκκλησίας, ενώ
το «πρωτείο» του «επαρχιακού» και «παγκοσμίου επιπέδου», δεν έχει ούτε πλήρη,
ούτε άμεση επισκοπική κανονική δικαιοδοσία εφ’ όλης της επαρχίας ή της
«παγκοσμίου» Εκκλησίας. Με άλλα λόγια το «πρωτείο» «τοπικού επιπέδου» δεν
είναι «πρωτείο τιμής», αλλά «πρωτείο δικαιοδοσίας», ενώ το «πρωτείο» του
«επαρχιακού» και «παγκοσμίου επιπέδου», είναι «πρωτείο τιμής» και όχι «πρωτείο
δικαιοδοσίας». Η σύγχυση ασφαλώς επιτείνεται από το γεγονός ότι «ο παπικός
θεσμός διαμόρφωσεν ίδιον τύπον πρώτου εν τη Εκκλησία επί τη βάσει της περί
του παπικού πρωτείου διδασκαλίας»139
3. Η αποδοχή στο Κείμενο της Ραβέννας του όρου «πρωτείο», αφ’ ενός μεν για να
δηλωθεί η υπεροχή της Αρχιερωσύνης του Επισκοπικού λειτουργήματος έναντι
της ιερωσύνης των υπ’ αυτόν πρεσβυτέρων στο «τοπικό επίπεδο» (§§ 18-21), και
αφ’ ετέρου για να περιγραφεί η σχέση του «πρώτου» και των λοιπών «ομοταγών»
του στο «παγκόσμιο επίπεδο», όπου δεν υφίσταται απολύτως καμία υπεροχή
ιερατικού βαθμού μεταξύ τους, προκαλεί οπωσδήποτε σύγχιση και οδηγεί
σταδιακά σε μία παπική προσέγγιση του λειτουργήματος του «πρώτου».
4. Η χρήση από Ορθοδόξους του όρου «πρωτείο» στο επίπεδο της τοπικής
Εκκλησίας (Επισκοπής) είναι μάλλον αδόκιμη, διότι στην παράδοσή μας ο
«πρώτος» νοείται πάντοτε σε αναφορά με άλλους «συνθρόνους»,140 ή
«ομοτίμους» του (primus inter pares). Και ασφαλώς στο «τοπικό επίπεδο» δεν
έχουμε «πρώτον» εν αυτή τη εννοία, διότι δεν υπάρχουν άλλοι «ομότιμοι» αυτού.
Η παράγραφος αυτή προφανώς υπονοεί παπική περί «πρωτείου» αντίληψη.
5. Στο Κείμενο της Ραβέννας δε δίδεται απάντηση από τη Ρωμαιοκαθολική πλευρά
στο ερώτημα : πώς είναι δυνατόν να υφίσταται στο «επαρχιακό επίπεδο»
«πρωτείο» όπως περιγράφεται στον ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ-34, και ταυτόχρονα να
λειτουργεί και «πρωτείο εξουσίας» στο «παγκόσμιο επίπεδο». Πώς συμβιβάζονται
και συνυπάρχουν τα δύο «πρωτεία» ; Πώς λειτουργούν σε περίπτωση κρίσεως ;
138
Ως «Κείμενο Ραβέννας» χαρακτηρίζεται το κείμενο της Ι΄ Γενικής Συνελεύσεως της Μικτής Θεολογικής
Επιτροπής του Θεολογικού Διαλόγου Ρωμαιοκαθολικής και Ορθοδόξου Εκκλησίας (Ραβέννα 8-14.10.2007)
με τίτλο «Εκκλησιολογικαί και κανονικαί συνέπειαι της μυστηριακής φύσεως της Εκκλησίας.
Εκκλησιαστική κοινωνία, συνοδικότης και αυθεντία», Θεολογία, τ. 79(2008), σ.σ. 78-95. Θεολογικός
σχολιασμός από τον π. Γεώργιο Καψάνη, «Το κείμενο της Ραβέννας και το πρωτείο του πάπα»,
Παρακαταθήκη, τ. 57(2007), Σ. Σαράντος, «Οικουμενιστικά βήματα από τη Ραβέννα έως την Ελούντα»,
Θεοδρομία, τ. 11(2009), σ.σ. 82-104.
139
Βλ. Φειδά, «Η θέση του πρώτου των Επισκόπων εις την κοινωνίαν των Τοπικών Εκκλησιών», Τοπική και
κατά την Οικουμένην Εκκλησία, εκδ. Centre Orthodoxe du Patriarchat Oecumenique, Chambesy Geneve
1981, σ. 171.
140
Στ΄ Οικουμενική Σύνοδος, Θεία Σάκρα του αυτοκράτορος Κωνσταντίνου προς πάπα Λέοντα, Πρακτικά τ.
Γ΄ σ. 166.
27
6. Η κανονική παράδοση της ενωμένης Εκκλησίας στο «επαρχιακό επίπεδο»
απαιτεί από τους Επισκόπους κάθε επαρχίας να αναγνωρίζουν ένα Επίσκοπο ως
«πρώτον» και οριοθετεί επακριβώς τα δικαιώματά του («Τοὺς ἐπισκόπους
ἑκάστου ἔθνους εἰδέναι χρή τὸν ἐν αὐτοῖς πρῶτον, καὶ ἠγεῖσθαι αὐτὸν ὡς
κεφαλήν, καὶ μηδὲν τι πράττειν ἄνευ τῆς ἐκείνου γνώμης» (ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΣ-34 και
άλλοι συναφείς κανόνες). Όμως η ίδια η κανονική παράδοση για το «παγκόσμιο
επίπεδο» αρνήθηκε να προβεί όχι μόνο σε καθορισμό των δικαιωμάτων κάποιου
«πρώτου» της παγκόσμιας Εκκλησίας, αλλά ούτε καν σε αναγνώριση της
υπάρξεως ενός Επισκόπου ως «πρώτου της παγκοσμίου Εκκλησίας». Είναι
εντελώς αδιανόητη για την Εκκλησία της α΄ χιλιετηρίδος διάταξη που να
προβλέπει: «τους Επισκόπους της παγκοσμίου Εκκλησίας ειδέναι χρη τον εν
αυτοίς πρῶτον της παγκοσμίου Εκκλησίας, καὶ ἠγεῖσθαι αὐτὸν ὡς κεφαλήν, καὶ
μηδὲν τι πράττειν ἄνευ τῆς ἐκείνου γνώμης» ! Στην «παγκόσμια εκκλησία» τα
δικαιώματα του «πρώτου» ουδέποτε καθορίστηκαν από κανονικές διατάξεις141
όπως έγινε για τον «πρώτο» του «επαρχιακού επιπέδου». « O σπουδαίος
Ρωμαιοκαθολικός ιστορικός και θεολόγος Yves Congar είναι απολύτως σαφής :
«το ζήτημα του Ρωμαϊκού Πρωτείου υπό ουδεμιάς των Οικουμενικών Συνόδων
της χριστιανικής αρχαιότητος καθωρίσθη σαφώς, ουδέν καν προσδιωρίσθη η
σημασία του».142 Και ασφαλώς δόθηκαν πολλές αφορμές για την αναγνώριση
«πρώτου» σε «παγκόσμιο επίπεδο», αλλά η Εκκλησία δεν θέλησε να το καθορίσει
με ρητή κανονική διάταξη143 . προφανώς είχε τους λόγους της …
7. Το Κείμενο της Ραβέννας έρχεται να … «θεραπεύσει» την «έλλειψη» αυτή της
εκκλησιαστικής παραδόσεως ! Στην § 10, μετά την αναφορά στον ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ-
34 τίθεται η φράση «εις το επίπεδον τούτο (Σ.Σ. το παγκόσμιο), οι πρώτοι πρέπει
να αναγνωρίζουν ποίος είναι ο πρώτος μεταξύ αυτών». Η χρήση της φράσεως
αυτής, που ουσιαστικά αποτελεί παράφραση του ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΥ-34 που αφορά σε
επαρχιακές συνόδους («τους επισκόπους … εἰδέναι χρή τὸν ἐν αὐτοῖς πρῶτον»),
αφήνει να εννοηθεί ότι και στο «παγκόσμιο επίπεδο» έχει κανονική ισχύ ο κανόνας
αυτός144. Έτσι, η σκέψη οδηγείται συνειρμικά στην προσομοίωση των πλήρως
καθορισμένων δικαιωμάτων του «πρώτου» της επαρχιακής συνόδου, βάσει του
ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΥ-34, με τα μη καθορισμένα από κανονικές διατάξεις δικαιώματα
του «πρώτου» της «παγκοσμίου Εκκλησίας». Δηλαδή με αυτόν τον τρόπο εμέσως
πλην σαφώς ο «πρώτος» του «παγκοσμίου επιπέδου» αποκτά τα κανονικά
δικαιώματα που προβλέπονται με τον ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ-34 !
8. Παραμένουμε στη φράση της §10 του Κειμένου της Ραβέννας «εις το επίπεδον
τούτο (Σ.Σ. το παγκόσμιο), οι πρώτοι πρέπει να αναγνωρίζουν ποίος είναι ο
πρώτος μεταξύ αυτών». Η πρόταση αυτή υποδηλώνει παπική προβληματική, αλλά
πρωτίστως έχει βατικάνεια προοπτική ! Διερωτώμαι όμως γιατί «πρέπει» ;
ποιος είναι αυτός που καθορίζει αυτό το «πρέπει» ; γιατί δεν
καθορίστηκε αυτό το «πρέπει» από τη μέχρι τώρα κανονική παράδοση,
όπως ορίστηκε το «ειδέναι χρή» στον ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ-34 για το «επαρχιακό
επίπεδο» ;
141
«Οι ιεροί κανόνες δεν καθορίζουν συγκεκριμένες αρμοδιότητες του πρώτου, πλην εκείνης κατά την εκλογή
και χειροτονία των επισκόπων», Δ. Σαλάχας, «Πρωτείο και συνοδικότητα στο Θεολογικό διάλογο Καθολικών
και Ορθοδόξων (θέσεις και αντιθέσεις στο Κείμενο της Μικτής Επιτροπής στη Ραβέννα)», στη διαδικτυακή
τοποθεσία [Link]/[Link]?Itemid=96&id=239&option=com_content&task=view
142
Y. Congar, Zerrissene Christenheit, Wien und Muenchen 1959 σ. 77, στο Au. Leidl, «Αι περί πρωτείου
διαπραγματεύσεις κατά τη Σύνοδον της Φλωρεντίας ως απάντησις προς την δυτικήν θεωρίαν της
υπερτάτης αυθεντίας της Οικουμενικής Συνόδου και την ανατολικήν θεωρίαν της Πενταρχίας», μετφρ. Φ.
Αγγελάτου, Γρηγόριος ο Παλαμάς, τ. 61(1978), σ. 162.
143
Σύμφωνα με τον W. Kasper «Δεν αναγνωρίζει η εκκλησιαστική αρχαιότητα καμία μαρτυρία διδασκαλίας
για το πρωτείο του Επισκόπου Ρώμης. Οι ανάλογες μαρτυρίες των αρχαίων Οικουμενικών Συνόδων της
Νικαίας, Κωνσταντινουπόλεως και Χαλκηδόνος είναι ειδικές μαρτυρίες όσον αφορά την τάξη των
Πατριαρχείων» W. Kasper, Das Petrusamt als Dienst der Einheit. Die Lehre des I. und II. Vatikanischen
Konzils und die gegenwärtige Diskussion, στο Vasilios von Aristi, Das Papstamt : Dienst oder Hindernis für
d. Ökumene ?, Regensburg 1985, σ. 114.
144
J. Zizioulas, “Primacy in the Church : An Orthodox Approach”, στο Ι. Λότσιου, Η σύνθεση Παγκοσμίου
Πρωτείου και συνοδικότητας στο Κείμενο της Ραβέννας στον Θεολογικό Διάλογο Ορθοδόξων και
Ρωμαιοκαθολικών, Βέροια 2009, σ. 65.
28
9. Ο συσχετισμός λοιπόν στο Κείμενο της Ραβέννας του όρου «πρωτείον» με τον
ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ-34, ο οποίος περιγράφει τα δικαιώματα του «πρώτου» της
επαρχιακής Συνόδου, αφήνει να εννοηθεί, χωρίς να δηλώνεται ρητώς, ότι η περί
πρωτείου αντίληψη –και σε «παγκόσμιο επίπεδο» – θεμελιώνεται και ρυθμίζεται
από αυτόν τον κανόνα. Μάλιστα στην § 43 σημειώνεται χωρίς την απαραίτητη
τεκμηρίωση : «Το πρωτείον εις όλα τα επίπεδα (Σ.Σ. τοπικό-περιφερειακό-
παγκόσμιο § 10) αποτελεί πρακτικήν σταθερώς εδραιωμένην εις την κανονικήν
παράδοσιν της Εκκλησίας»145.
10. Όμως, σε καμία κανονική διάταξη δεν προβλέπεται «πρώτος» με τις
αρμοδιότητες του ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΥ-34 που να αφορά στο «παγκόσμιο επίπεδο» της
οικουμενικής Εκκλησίας! Ποτέ δε συνδέθηκε, στην εκκλησιαστική γραμματεία
Ανατολής ή Δύσεως, η έννοια «πρώτου» του ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΥ-34 με την «παγκόσμια
Εκκλησία». Και φυσικά ποτέ δε χαρακτηρίστηκε ο πάπας Ρώμης ως «πρώτος» της
παγκόσμιας Εκκλησίας, παρά το γεγονός ότι σε τίτλους ήταν ιδιαίτερα
εφευρετικός … Η κανονική παράδοση της α΄ χιλιετηρίδας δεν θέλησε να
παραχωρήσει σε ένα πρόσωπο τις αρμοδιότητες, του «πρώτου» της Οικουμενικής
Εκκλησίας αλλά πρόβαλε με τα δικαιώματα του «πρώτου» τον κανονικό θεσμό
της Πενταρχίας των Πατριαρχών, το «πεντακόρυφο κράτος» της Εκκλησίας146. Ο
καθηγητής Φειδάς είναι απολύτως σαφής : «Ο κανονικός θεσμός της Πενταρχίας
των Πατριαρχών, εις τον οποίον συμπεριλαμβάνετο ως πρώτος τη τάξει και ο
παπικός θρόνος, απετέλεσε τον τύπον του πρώτου της κατ’ Ανατολάς Ορθοδόξου
Εκκλησίας. Εις τον κανονικόν αυτόν θεσμόν οι πέντε πατριάρχαι συγκροτούν την
ανωτάτην εν τη Εκκλησία διοικητικήν αρχήν, το «πεντακόρυφον κράτος» της
Εκκλησίας … Αντί λοιπόν της δια του παπικού πρωτείου τιθεμένης μονοκεντρικής
βάσεως δια την διαφύλαξιν της ενότητος και της κοινωνίας των τοπικών
εκκλησιών, η Ορθόδοξος Ανατολή προέβαλε τα δι’ αποφάσεων Οικουμενικών
Συνόδων εισαχθέντα πέντε κέντρα ενότητος και κοινωνίας των τοπικών
Εκκλησιών».147
11. Τα δικαιώματα του «πρώτου» του «επαρχιακού επιπέδου» (ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΣ-34 και
συναφείς) ουδέποτε στην εκκλησιαστική παράδοση της α΄ χιλιετίας συγκρίθηκαν
ή τέθηκαν πράλληλα, ή έγινε αναγωγή τους στο «παγκόσμιο επίπεδο» της
Εκκλησίας. Ενδεικτικά :
1. Σύμφωνα με τον ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ-34 εν συνδυασμώ με τους ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ 16, 9
και 19 δεν μπορεί να υπάρχει σύνοδος «τελεία», «δίχα τοῦ τῆς μητροπόλεως
ἐπισκόπου», διότι ο «πρώτος» πρέπει να είναι «παρών ἐξάπαντος». Αυτή η
διάταξη ασφαλώς δεν είχε εφαρμογή στο «παγκόσμιο επίπεδο» κατά την α΄
χιλιετίας ! Διότι,
1. καμία Οικουμενική Σύνοδος
δεν συνήλθε κατόπιν προσκλήσεως του πάπα Ρώμης, όπως επιτάσσουν οι
κανόνες για τις επαρχιακές, να προσκαλούνται από τον «πρώτο» τους.
2. μόνο σε δύο Οικουμενικές
Συνόδους (Δ΄ και Στ΄) προήδρευσαν οι εκπρόσωποι του Πάπα. Αντίθετα στις
επαρχιακές βάσει του ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΣ-34 και του ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ-9 προεδρεύει
πάντοτε ο «πρώτος» της συνόδου.
145
Πρβλ. «Η σχέση του Πρώτου με τον Συνοδικό θεσμό συνδέεται άρρηκτα με την ορθόδοξη Εκκλησιολογία
της τοπικής Εκκλησίας και έχει σαφώς καθορισθή από την κανονική παράδοση και τη διαχρονική συνεπή
εκκλησιαστική πράξη», Βλ. Φειδά, «Ο Πρώτος και η συνοδικότης της Εκκλησίας στην Ορθόδοξη
παράδοση», Επίσκεψις, τ. 671(2007), σ. 40.
146
«Ο θεσμός της πενταρχίας των Πατριαρχών αποτελεί η συλλογική-πενταμελή έκφραση του «πρώτου» της
Εκκλησίας. Είναι ιστορικό δημιούργημα και αναπόσπαστο μέρος της δομής της αδιαίρετης Εκκλησίας της
πρώτης χιλιετίας και λειτουργεί εντός του πλαισίου της συνοδικότητάς της», Β. Τσίγκου, «Η θέσις του
Πατριάρχου Ιεροσολύμων και του «Πατριάρχου της Δύσεως» στην Καθολική Εκκλησία και η εκκλησιολογία
της «Κοινωνίας» στην επιστολογραφία του Γ. Θεοδώρου του Στουδίτου», ΕΕΘΣΑΠΘ, Τμήμα Ποιμαντικής,
τ. 11(2006), σ. 39.
147
Βλ. Φειδά, «Η θέση του πρώτου των Επισκόπων εις την κοινωνίαν των Τοπικών Εκκλησιών», Τοπική και
κατά την Οικουμένην Εκκλησία, έκδ. Centre Orthodoxe du Patriarchat Oecumenique, Chambesy Geneve
1981, σ. 172-174.
29
3. ακόμα και σε τοπικές
Συνόδους της Δύσεως (Αρλεάτης, Arles (314) και Σαρδικής (343) παρά το
γεγονός ότι ήσαν παρόντες αντιπρόσωποι του Επισκόπου Ρώμης,
προήδρευσαν ο Κορδούης Όσιος148 και ο Αρλεάτης Μαρίνος149 αντίστοιχα.
2. Δύο Οικουμενικές Σύνοδοι (Β΄ και Πενθέκτη) συνήλθαν χωρίς την παρουσία ή
εκπροσώπηση του πάπα Ρώμης. Επίσης, πάπας διαφωνούσε έντονα με τη
σύγκλιση της Ε΄ Οικουμενικής Συνόδου και τελικά αρνήθηκε να συμμετάσχει. Και
όμως αυτές οι Σύνοδοι έγιναν. Αν είχαν εφαρμογή τα δικαιώματα του πρώτου
(«μηδέν πράσσειν άνευ της εκείνου γνώμης») σε «παγκόσμιο επίπεδο» δεν θα
μπορούσαν να συγκληθούν, αφού δεν υπήρχε η παρουσία ή η σύμφωνη γνώμη του
«Πρώτου» !
3. Από την ψήφιση του Δ-28 απείχαν οι παπικοί λεγάτοι και στη συνέχεια και οι ίδιοι
και πάπας Λέων Α΄ εξέφρασαν την εντονότατη διαφωνία τους. Επίσης, ο πάπας
δεν συμμετείχε και τελικά δεν ενέκρινε τους κανόνες της Πενθέκτης Συνόδου.
Μήπως δεν ισχύουν επειδή δεν συνετάγησαν με τη σύμπραξη του «πρώτου» του
«παγκοσμίου επιπέδου» ; Ασφαλώς όχι ! διότι προφανώς δεν προβλέπονταν σε
«παγκόσμιο επίπεδο» δικαιώματα πρώτου, ωσάν αυτά του «επαρχιακού
επιπέδου» !
4. Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό με τους Αιγυπτίους Επισκόπους στην Δ΄
Οικουμενική Σύνοδο. Αρνήθηκαν να υπογράψουν τον Όρο της Συνόδου
αναμένοντας την εκλογή του Επισκόπου Αλεξανδρείας, του «πρώτου» της
επαρχιακής τους Συνόδου. Διότι «ἔθος εἶναι τῇ Αἰγυπτιακῇ διοικήσει, παρὰ
γνώμην καὶ διατύπωσιν τοῦ ἀρχιεπισκόπου μηδὲν τοιοῦτο ποιεῖν» (κανόνας Δ-30)
Προφανώς οι Αιγύπτιοι Επίσκοποι παρά την παρουσία του - δήθεν - πρώτου σε
«παγκόσμιο επίπεδο» (κείμενο Ραβέννας § 10) πάπα Ρώμης στη Σύνοδο διά των
λεγάτων του περιόριζαν την εφαρμογή των δικαιωμάτων του «πρώτου» μόνο στο
περιφερειακό επίπεδο της επαρχιακής τους Συνόδου τους σύμφωνα με τον
ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ-34 και δεν αναγνώριζαν σε κανένα δικαιώματα «πρώτου» σε επίπεδο
… παγκόσμιας Εκκλησίας ! Και αυτός ο τρόπος σκέψεως και ενεργείας των
Αιγυπτίων επισκόπων εφάνη «εύλογος» στους Πατέρες της Δ΄ Οικ. Συνόδου150.
5. Τέλος, σύμφωνα με την ορθόδοξη κανονική παράδοση, ενώ στο «επαρχιακό
επίπεδο» αναγνωρίζεται ο πρώτος ως «κεφαλή» της επαρχιακής Συνόδου
(ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΣ-34), δεν συμβαίνει το ίδιο με τον «πρώτο» στο «παγκόσμιο
επίπεδο»151. Γι’ αυτό σύμφωνα με την «Ομολογία Πίστεως» της εν
Κωνσταντινουπόλει Συνόδου 1727, «ουδεμία άλλην ήντινα ουν κεφαλήν
αποδέχεται εν αυτή τη Ανατολική Εκκλησία, ειμή τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν
μόνον παρά του Πατρός δοθέντα κατά πάντα τη Εκκλησία και θεμέλιον τον
αυτόν»152
148
Στ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία, τ. Β΄, Αθήνα 1990, σ. 193.
149
Στ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία, τ. Β΄, Αθήνα 1990, σ. 82.
150
Πρακτικά, τ. Β΄ σ. 164
151
Στην παπόφιλη Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως (869-870) ο φερόμενος ως εκπρόσωπος του
πατριαρχείου Ιεροσολύμων σύγκελος Ηλίας δεν αναφέρεται σε μία κεφαλή στην Εκκλησία, αλλά σε
«πατριαρχικάς κεφαλάς εν τω κόσμω» υπονοώντας το «πεντακόρυφο κράτος» της Πενταρχίας των
Πατριαρχών : « διά τούτο τας πατριαρχικάς κεφαλάς εν τω κόσμω έθετο το Πνεύμα το Άγιον, ίνα τα εν τη
Εκκλησία του Θεού αναφυόμενα σκανδαλα δι’ αυτών αφανίζονται», Βλ. Φειδά, «Η θέση του πρώτου των
Επισκόπων εις την κοινωνίαν των Τοπικών Εκκλησιών», Τοπική και κατά την Οικουμένην Εκκλησία, έκδ.
Centre Orthodoxe du Patriarchat Oecumenique, Chambesy Geneve 1981, σ. 173.
152
«Ομολογία Πίστεως» της εν Κωνσταντινουπόλει Συνόδου 1727, § 11, στο Ι. Καρμίρη, Τα Δογματικά και
Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, εν Αθήναις 1953, τ. Β΄ σ. 867). Βλ και
«Ορθόδοξος Ομολογία» Πέτρου Μογγίλα (1638/1642) : «Μόνος ο Χριστός κεφαλή της Εκκλησίας …κεφαλή
των ποιμένων είναι κατά τον Απ. Πέτρον (Α΄ Πετρ. Ε΄ 4) μόνος ο Ιησούς Χριστός» (μέρος Α΄, απόκρ. 85,
στο Ι. Καρμίρη, ενθ’ ανωτ., τ. Β΄ σ. 631). «Ομολογία Κριτοπούλου» : «ουδείς γαρ τούτων κατεπαίρεται
των άλλων, ουδέ καθόλου κεφαλή της Καθολικής Εκκλησίας αξιοί τις εκείνον καλείσθαι … Ταύτα ουν
ειδότες οι αγιώτατοι … Πατριάρχαι της καθόλου Εκκλησίας … ουδένα θέλουσι καθόλου κεφαλήν
ονομάζειν, αρκούμενοι τη τεθεωμένη και παντοδυνάμω κκεφαλή, τη δεξιά του πατρός καθημένη»
(Σεραφείφ, Επισκόπου Πειραιώς, Αι αιρέσεις του Παπισμού, Αθήναι 2009, σ. 60), «Δοσιθέου ομολογία»
(1672) : «Ήστινος καθολικής Εκκλησίας επειδή θνητός άνθρωπος καθόλου και αϊδιος κεφαλή είναι ου
δυνατόν, αυτός ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός εστι καφαλή και αυτός τους οίακας έχων εν τη της
30
Ο Ρωμαιοκαθολικός καθηγητής Aug. Leidl αναφερόμενος στα δικαιώματα του πάπα
ως «πρώτου» στο «παγκόσμιο επίπεδο» αναφέρει συνοπτικά : «κατά την α΄ χιλιετηρίδα,
ουδέποτε η πρωτοκαθεδρία της Ρώμης έπαιξεν ιδιαιτέρως σημαντικόν ρόλον εις την
όλην Ανατολικήν Εκκλησίαν. Βεβαίως δεν κρίνονται ευκαταφρόνητοι αι μαρτυρίαι της
Ελληνικής παραδόσεως, κατά τας οποίας ανεγνωρίζετο προ του σχίσματος και εν τη
Ανατολή μία υπεροχή εις την Ρωμαϊκήν έδραν, η οποία εθεωρείτο πλέον ή απλή τιμητική
διάκρισις. Εν τη πράξει όμως, μόλις ολίγη αξία απεδίδετο εις το Πρωτείον τούτο, το
οποίο υπό ομαλάς συνθήκας περιέπιπτεν εις αδράνειαν».153
Συνεπώς, το «πρωτείο» του «τοπικού επιπέδου», ουδεμία σχέση έχει με το πρωτείο του
«επαρχιακού επιπέδου» και πάλι και τα δύο αυτά ουδεμία σχέση έχουν με το «πρωτείο»
του «παγκοσμίου επιπέδου» ! μόνη σχέση μεταξύ τους : χαρακτηρίζονται στο Κείμενο
της Ραβέννας με τον ίδιο όρο, ως … «πρωτείο» ! Όμως η παράλληλη αυτή χρήση του
όρου «πρωτείον» οδηγεί σε σύγχυση και προωθεί την περί πρωτείου παπική αντίληψη.
Εκκλησίας κυβερνήσει πηδαλιουχεί διά των αγίων Πατέρων» (όρος ι΄, στο Ι. Καρμίρη, ενθ’ ανωτ., τ. Β΄ σ.
752). Επίσης, «ο επίσκοπος Ρώμης… ούτε μπορεί να λογίζεται ως η κεφαλή των άλλων Πατριαρχών και
κατά προέκταση κεφαλή της Εκκλησίας, διότι κατά τη διδασκαλία της, «είναι μόνος (…) ο Χριστός κεφαλή
απάσης της καθολικής και αποστολικής αγίας Εκκλησίας» (Ευ. Πριγκιπάκη, Το παπικό πρωτείο κατά τον
Άγιο Άνθιμο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πρόεδρο Κρήτης τον Ομολογητή, Αθήνα 2009 (δακτυλογρφημένο
κείμενο), σ. 39-40) και Στ. Χαρκιανάκη, Το περί Εκκλησίας Σύνταγμα της Β΄ Βατικανής Συνόδου,
Θεσσαλονίκη 1969, σ. 185-186.
153
Au. Leidl, «Αι περί πρωτείου διαπραγματεύσεις κατά τη Σύνοδον της Φλωρεντίας ως απάντησις προς την
δυτικήν θεωρίαν της υπερτάτης αυθεντίας της Οικουμενικής Συνόδου και την ανατολικήν θεωρίαν της
Πενταρχίας», μετφρ. Φ. Αγγελάτου, Γρηγόριος ο Παλαμάς, τ. 61(1978), σ. 162.
154
Β. Τσίγκου, «Η θέσις του Πατριάρχου Ιεροσολύμων και του «Πατριάρχου της Δύσεως» στην Καθολική
Εκκλησία και η εκκλησιολογία της «Κοινωνίας» στην επιστολογραφία του Γ. Θεοδώρου του Στουδίτου»,
ΕΕΘΣΑΠΘ, Τμήμα Ποιμαντικής, τ. 11(2006), σ. 50, Χρυσοστόμου, Μητροπολίτου Μεσσηνίας, «Θεολογική
προσέγγιση του κειμένου της Ραβέννας», Εκκλησία, τ. 86(2009), σ. 546.
155
Δ. Σαλάχας, Προοπτικές και προβλήματα του Θεολογικού Διαλόγου Καθολικής και Ορθοδόξου Εκκλησίας,
έκδ. Αδελφότητος Πνευματικού Οικουμενισμού, Αθήναι 1981, σ. 11.
156
Αλεξανδρείας Μελέτιος Β΄ (Μεταξάκης) προς τον Κωνσταντινουπόλεως, Ορθοδοξία, τ. 5(1930), σ. 200.
157
Κατά τον Μητροπ. Μεσσηνίας Χρυσόστομο (Σαββάτο) : «αν και αναγνωρίζεται ως «πρώτος» στην τάξη
και την τιμή ως primus inter pares μεταξύ των πέντε πατριαρχών, εν τούτοις το πρωτείο αυτό δεν ισχύει
και για το σύνολο των επισκόπων της Εκκλησίας ούτε σε σχέση προς την Καθολική Εκκλησία («Παγκόσμια
Εκκλησία»)», Χρυσοστόμου, Μητροπολίτου Μεσσηνίας, «Θεολογική προσέγγιση του κειμένου της
Ραβέννας», Εκκλησία, τ. 86(2009), σ. 546.
31
Καρθαγένης απαντάται το «επίσκοπος πρώτης καθέδρας» συγκεκριμένης επαρχίας.158
Πολύ εύστοχα λοιπόν παρατηρεί ο καθηγητής Φειδάς : «Κατά την ερμηνεία της
Ανατολής το «πρωτείο» απέρρεε από τα «πρεσβεία τιμής» των πέντε πατριαρχικών
θρόνων. Το «πρωτείο» αυτό ήταν αφ’ ενός μεν «πρωτείο τιμής» και όχι «πρωτείο
εξουσίας», αφ’ ετέρου δε αναφερόταν μόνο στη σχέση του «πρώτου» προς τους λοιπούς
πατριάρχες και όχι στη σχέση του «πρώτου» προς το όλο σώμα των επισκόπων της
Εκκλησίας»159, όπως συμβαίνει με τον παπικό πρωτείο.
β) Για να ενισχυθεί η άρτι φανείσα περί τον «πρώτον» φιλολογία γίνεται έντονη και
βεβιασμένη προσπάθεια να της παρασχεθούν ερείσματα στη δογματική. Μάταια
επιζητούν να τη συνδέσουν με την Τριαδολογία και την Εκκλησιολογία και έτσι να της
προσδοθεί κύρος δόγματος, ώστε όποιος δεν το δέχεται να οδηγείται σε … αίρεση!
Αυτή η νοοτροπία παραπέμπει σαφώς σε βατικάνεια συλλογιστική.
a. Έτσι ακούσαμε από επίσημα χείλη, να παρομοιάζεται η αλληλεξάρτηση και
σχέση του «πρώτου» και των λοιπών επισκόπων με αυτή των Θ. Προσώπων της Αγ.
Τριάδος, επειδή ο ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΣ-34 καταλήγει με δοξολογία της Τριαδικής
Θεότητος ! Είναι περιττό να αναφερθεί ότι μία τέτοια προσέγγιση είναι ιδιαίτερα
επικίνδυνη : Διότι τότε κάλλιστα ο «Πρώτος» μπορεί να διεκδικήσει ότι αυτός είναι
η πηγή της Ιερωσύνης των λοιπών, όπως ο Πατήρ είναι η πηγή της Θεότητος του
Υιού και Πνεύματος ! Νομιμοποιείται έτσι και θεολογικά η παπική αντίληψη ότι
πηγή της αρχιερωσύνης είναι ο πάπας !
b. Επίσης, προσεκτικότερη ανάγνωση των σχετικών με τον «πρώτο» κανόνων
δεν παρέχει δυνατότητα εκκλησιολογικής αναφοράς σε δήθεν «θεμελιώδη και
απαραίτητη καταστατική αρχή»160. Σύμφωνα με τον ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ-9 που μνημονεύει
και ερμηνεύει τον ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ-34 η απόδοση σεβασμού και τιμής στον «πρώτο»
δεν γίνεται για δογματικούς – εκκλησιολογικούς λόγους, αλλά διότι ο μητροπολίτης
αναλαμβάνει τη φροντίδα των εκκλησιών, επειδή σ’ αυτόν, στη μητρόπολη, ως
κέντρο της επαρχίας, προστρέχουν οι επίσκοποι για διάφορες υποθέσεις τους. Γι’
αυτό, και όχι για δογματικούς λόγους, οφείλουν να του απονέμουν την πρέπουσα
τιμή και τίποτα να μην κάνουν χωρίς αυτόν σύμφωνα με τον αρχαίο πατερικό
κανόνα, τον ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ-34 («τὴν φροντίδα ἀναδέχεσθαι πάσης τῆς ἐπαρχίας, διὰ
τὸ ἐν τῇ μητροπόλει πανταχόθεν συντρέχειν πάντας τοὺς τὰ πράγματα ἔχοντας.
Ὅθεν ἔδοξε καὶ τῇ τιμῇ προηγεῖσθαι αὐτόν, μηδέν τε πράττειν περιττὸν τοὺς
λοιποὺς ἐπισκόπους ἄνευ αὐτοῦ, κατὰ τὸν ἀρχαῖον κρατήσαντα ἐκ τῶν Πατέρων
ἡμῶν κανόνα»). Συνεπώς λόγοι εκκλησιαστικοί και όχι δογματικοί συνέβαλαν στην
ανάδειξη ενός επισκόπου ως μητροπολίτου – πρώτου της συνόδου !
c. Σε πολύ πρόσφατο άρθρο του ο καθηγητής Φειδάς αναφέρει ότι «ο θεσμός
του Πρώτου καθιερώθηκε από τους αποστολικούς ήδη χρόνους ως θεμελιώδης και
απαραίτητη καταστατική αρχή για την ίδρυση, την οργάνωση και τη λειτουργία
της Εκκλησίας σε τοπική, περιφερειακή και οικουμενική προοπτική»161. Η
καινοφανής αυτή θεωρία έρχεται σε αντίθεση με παλαιότερες απόψεις του ιδίου
καθηγητού περί της διακονίας του «πρώτου»: «Η διαφοροποίηση του πρώτου από
τους λοιπούς έχει σαφώς εξωτερικόν, περιφερειακόν και διοικητικόν χαρακτήρα
(διά το εν τη μητροπόλει συντρέχειν πάντας τους τα πράγματα έχοντας) … Ούτως
ο μητροπολίτης-επίσκοπος ήτο διοικητική κεφαλή των τοπικών Εκκλησιών της
επαρχίας και ουδεμία είχε εξάρτησιν εξ ετέρας αυθεντίας, η οποία ευρίσκετο εκτός
των ορίων της επαρχίας. Ο χαρακτήρ της κανονικής εννοίας του πρώτου
είναι διοικητικός, εκφράζεται εντός των πλαισίων της συνοδικής
συνειδήσεως της εκκλησίας, αποτελεί εκκλησιαστικήν και όχι
158
Ενδεικτικά : ΚΑΡΘΑΓΕΝΗΣ-23, 85
159
Βλ. Φειδά, Βυζάντιο, Αθήναι 19903, σ. 277, πρβλ. Βλ. Φειδάς-Π. Βασιλειάδης, «Έκθεση επί του
επιστημονικού Συνεδρίου περί του «Λειτουργήματος του Αποστόλου Πάτρου», Εκκλησία 81(2004), σ. 266,
Β. Τσίγκου, «Η θέσις του Πατριάρχου Ιεροσολύμων και του «Πατριάρχου της Δύσεως» στην Καθολική
Εκκλησία και η εκκλησιολογία της «Κοινωνίας» στην επιστολογραφία του Γ. Θεοδώρου του Στουδίτου»,
ΕΕΘΣΑΠΘ, Τμήμα Ποιμαντικής, τ. 11(2006), σ. 50, Χρυσοστόμου, Μητροπολίτου Μεσσηνίας, «Θεολογική
προσέγγιση του κειμένου της Ραβέννας», Εκκλησία, τ. 86(2009), σ. 546
160
Βλ. Φειδά, «Η αυθεντία του Πρώτου και ο συνοδικός θεσμός στην περίοδο των Οικουμενικών Συνόδων»,
Επίσκεψις τ. 709(2010), σ. 12
161
Βλ. Φειδά, «Η αυθεντία του Πρώτου και ο συνοδικός θεσμός στην περίοδο των Οικουμενικών Συνόδων»,
Επίσκεψις τ. 709(2010), σ. 12
32
εκκλησιολογικήν βάσιν διακονίας της ενότητος της κοινωνίας των
τοπικών εκκλησιών και ουδεμίαν εισάγει διαφοροποίησιν εξουσίας του πρώτου
έναντι των λοιπών επισκόπων» !162
162
Βλ. Φειδά, «Η θέση του πρώτου των Επισκόπων εις την κοινωνίαν των Τοπικών Εκκλησιών», Τοπική και
κατά την Οικουμένην Εκκλησία, εκδ. Du Centre Orthodoxe du Patriarchat Oecumenique, Chambesy
Geneve 1981, σ. 160-161
163
Αθ. Δεληκωστόπουλος, Αι εκκλησιολογικαί θέσεις της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας ως δογματικόν
πρόβλημα του Θεολογικού Διαλόγου, εν Αθήναις 1969, σ. 123
164
W. Kasper, Das Petrusamt als Dienst der Einheit. Die Lehre des I. und II. Vatikanischen Konzils und die
gegenwärtige Diskussion, στο Vasilios von Aristi, Das Papstamt : Dienst oder Hindernis für d. Ökumene ?,
Regensburg 1985, σ. 127-128.
165
W. Kasper, Das Petrusamt als Dienst der Einheit. Die Lehre des I. und II. Vatikanischen Konzils und die
gegenwärtige Diskussion, στο Vasilios von Aristi, Das Papstamt : Dienst oder Hindernis für d. Ökumene ?,
Regensburg 1985, σ. 127.
166
Επισημαίνει επ’ αυτού ο καθηγητής Μουρατίδης : «Την καθαρώς διοικητικής φύσεως διάκρισιν
(Μητροπολίτης, αρχιεπίσκοπος, έξαρχος, πατριάρχης) προσεπάθησε ο Επίσκοπος Ρώμης να μεταβάλει εις
ουσιαστικήν διαφοροποίησιν, θέσας εαυτόν υπέρ το συνοδικόν σύστημα της περιοχής, ένθα επεκράτησεν.
Αλλ’ εάν μέχρι του μεγάλου σχίσματος της Δυτικής Εκκλησίας οι επίσκοποι Ρώμης επεδίωκον, κυρίως, να
υποτάξουν υπ’ αυτούς το μητροπολιτικόν συνοδικόν σύστημα, από του σχίσματος και εντεύθεν έθεσαν οι
Πάπες σαφώς το πρόβλημα των σχέσεων του παπικού θεσμού προς την Οικουμενικήν Σύνοδον. Η καθόλου
προσπάθεια των Επισκόπων Ρώμης συνίστατο πλέον εις την οικειοποίησιν των αρμοδιοτήτων της
Οικουμενικής Συνόδου, ως του υπερτάτου οργάνου της διοικήσεως της Εκκλησίας… Ο Πάπας Ρώμης
33
Για την Εκκλησία της α΄ χιλιετίας και στη συνέχεια για την Ορθόδοξη Εκκλησία η
Οικουμενική Σύνοδος, «εκπροσωπούσα ολόκληρη την Εκκλησία, την επί γης
στρατευομένη και την εν ουρανοίς θριαμβεύουσα»167, «απετέλεσε και αποτελεί το
υπέρτατον νομοθετικόν, διοικητικόν και δικαστικόν όργανον της αρχαίας και αδιαιρέτου
Εκκλησίας»168. Τίποτα και κανένας δεν μπορεί να σταθεί ως προς την αυθεντία και το
κύρος υπεράνω ή έστω και παράλληλα με την Οικουμενική Σύνοδο.
Συνεπώς, οι Οικουμενικές Σύνοδοι δεν είναι «θεσμός»169, αλλά μάλλον ένα «γεγονός
εκτάκτου χαρακτήρος»170, «εις καιρός εμπνεόμενος υπό του Αγίου Πνεύματος»,171 μία
δωρεά του Θεού στην Εκκλησία του για να την ελευθερώσει από δύσκολες και
δυσεπίλυτες καταστάσεις που άπτονταν της ίδιας της ουσίας της και της υπάρξεώς της,
γι’ αυτό και δεν είναι δυνατόν να «περιοριστεί», ή να υπόκειται σε δικονομικούς τύπους
και νομικές «προϋποθέσεις»172. Έτσι λοιπόν, «όταν μιλάμε για την ύπαρξη ή για την
έλλειψη εξωτερικών ή εσωτερικών όρων για τη σύγκληση και τη συγκρότηση μιας
Οικουμενικής Συνόδου, ή για τα εσωτερικά ή εξωτερικά γνωρίσματά τους, πρέπει να
είμαστε πολύ επιφυλακτικοί και προσεκτικοί (και πάντως όχι απόλυτοι και απαιτητικοί ή
σχολαστικοί).173
Η Οικουμενικότητα μιας Συνόδου δεν προσδιορίζεται, λοιπόν, από την τήρηση κάποιων
προϋποθέσεων για τη σύγκλισή της, όσο από το αν εξέφρασε τελικά την αποστολική
παράδοση, αν αποδείχθηκε ο ακαινοτόμητος εκφραστής της εκκλησιαστικής
αυτοσυνειδησίας της Καθολικής Εκκλησίας. Ή για να χρησιμοποιήσω τα λόγια του
αειμνήστου Μητροπολίτου Εφέσου Χρυσοστόμου (Κωνσταντινίδη) «η εν Συνόδω
ολοκληρωτική εκπροσώπησις της ορθοδόξου πίστεως και παραδόσεως, όχι τόσον εις
όγκον αριθμού Επισκόπων, όσον εις παρουσίαν προσώπων πιστώς απηχούντων και
επεδίωκε να καταστεί η ορατή κεφαλή της οικουμενικής Εκκλησίας … Ο πάπας Ρώμης κατέστη εν τη
Εκκλησία της Δύσεως η πηγή πάσης εν αυτή εξουσίας, εταυτίσθη μετά της Εκκλησίας και απέβη ο
κυρίαρχος αυτής. Εν μέλος δηλ. του σώματος της Εκκλησίας εταυτίσθη προς το καθόλου Σώμα», Κ.
Μουρατίδου, Οικουμενική Σύνοδος και παπικός θεσμός, Αθήναι 1960, σ. 11.
167
Π. Μπούμη, «Η Οικουμενικότητα μιας Συνόδου και συγκεκριμένως της εν Τρούλλω ή Πενθέκτης, Θεολογία
τ. 80(2009), σ. 42
168
Κ. Μουρατίδου, Οικουμενική Σύνοδος και παπικός θεσμός, Αθήναι 1960, σ. 3.
169
Κείμενο Ραβέννας, § 39.
170
Β. Σταυρίδου, Ο Συνοδικός θεσμός εις το Οικουμενικόν Πατριαρχείον, εκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1986,
σ. 273, 281.
171
Κείμενο Ραβέννας § 39, Ι. Ζηζιούλας, «Ο συνοδικός Θεσμός, ιστορικά, εκκλησιολογικά και κανονικά
προβλήματα», στο Τιμητικό αφιέρωμα εις τον Μητροπολίτην Κίτρους Βαρνάβαν, Αθήναι 1980, σ. 178.
172
Οι πατέρες της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου στην 6η πράξη, θέλοντας να προσβάλουν την οικουμενικότητα
της ληστρικής εν Ιερεία Συνόδου (754 μΧ) διερωτώνται : «πώς δ’ αυ μεγάλη και οικουμενική, ην ούτε
εδέξαντο, ούτε συνεφώνησαν οι των λοιπών εκκλησιών πρόεδροι, αλλ’ αναθέματι ταύτην παρέπεμψαν; Ουκ
έσχεν συνεργόν τον τηνικαύτα της Ρωμαίων πάπαν, ή τους περί αυτόν ιερείς, ούτε διά τοποτηρητών
αυτού, ούτε δι’ εγκυκλίου επιστολής, καθώς νόμος εστί ταις συνόδοις. Αλλ’ ούτε συμφρονούντας αυτή
τους πατριάρχας της Έω, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και της Αγίας Πόλεως, ή τους συν αυτοίς μύστας και
Αρχιερείς … Διότι τοπικώς, ως εν παραβύστω τα αυτών ελαλήθη, και ουκ επάνω του της ορθοδοξίας
όρους. Ουδέ εις πάσαν την γην αποστολικώς εξήλθεν ο φθόγγος αυτών, ή εις τα πέρατα της οικουμένης
τα ρήματα αυτών, ώσπερ των εξ αγίων οικουμενικών συνόδων» (Mansi 13, 208E-209A) (Πρακτικά, τ. Γ΄ σ.
326).
Με αφορμή τη φράση αυτή ο καθηγητής Φειδάς ισχυρίζεται ότι «σύμφωνα με την σχετική απόφαση της Ζ΄
Οικουμενικής Συνόδου (Mansi 13, 208-209) απαραίτητα κανονικά κριττήρια συγκροτήσεως Οικουμενικής
Συνόδου : αναγκαία η εκπροσώπηση («συνεργία») τουλάχιστον των θρόνων της Πρεσβυτέρας και Νέας
Ρώμης και η συμφωνία των αραβοκρατούμενων Πατριαρχείων της Ανατολής («συμφρονούντων»). Την
απόφαση αυτή επικαλέστηκε ο πάπας Ευγένιος Δ΄ για να υποστηρίξει την ύπαρξη των αναγκαίων
κριτηρίων, ήτοι την συμμετοχή του Πάπα και του Οικουμενικού Πατριάρχη και την εκπροσώπηση των
άλλων Πατριαρχών της Ανατολής (Mansi 31, 494) για την έναρξη των εργασιών της ενωτικής Συνόδου
Φερράρας-Φλωρεντίας έστω και χωρίς τους «συνοδικούς» της μεταρρυθμιστικής Συνόδου της Βασιλείας
(1431-1439) (Βλ. Φειδάς, «Πατριάρχης της Δύσεως», Επίσκεψις, 600(2006), σ. 22).
Όμως τα ανωτέρω δεν αποτελούν αδιαπραγμάτευτα κριτήρια για την αναγνώριση των Οικουμενικών
Συνόδων, όπως ορθά παρατηρεί ο καθηγητής Μπούμης : «οι προϋποθέσεις προβλήθηκαν και διατυπώθηκαν
στην Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο για την αξιολόγηση και κρίση της συνόδου της Ιερείας και δεν καθορίστηκαν
από αυτήν γενικώς για τον χαρακτηρισμό οποιασδήποτε Οικουμενικής Συνόδου του παρελθόντος ή του
μέλλοντος» (Π. Μπούμη, «Η Οικουμενικότητα μιας Συνόδου και συγκεκριμένως της εν Τρούλλω ή
Πενθέκτης, Θεολογία τ. 80(2009), σ. 53). Εν εναντία περιπτώσει ούτε η Β΄, ούτε η Ε΄, ούτε η Πενθέκτη
πληροί τα ανωτέρω κριτήρια και παρ’ όλα αυτά έγιναν δεκτές ως Οικουμενικές από την Ζ΄ Οικουμενική
Σύνοδο.
173
Π. Μπούμη, «Η Οικουμενικότητα μιας Συνόδου και συγκεκριμένως της εν Τρούλλω ή Πενθέκτης, Θεολογία
τ. 80(2009), σ. 42
34
εκφραζόντων την εξ αποκαλύψεως αλήθειαν και την κοινήν συνείδησιν των
πιστών»174, ήταν το καθοριστικό στοιχείο της αποδόσεως της προσωνυμίας
«Οικουμενική» σε μία Σύνοδο.
Για το λόγο αυτό, μελετώντας τα πρακτικά και τις κανονικές διατάξεις των
Οικουμενικών Συνόδων μπορούμε να συμπεράνουμε με ασφάλεια τη θέση του Επισκόπου
Ρώμης κατά την α΄ χιλιετίας, αλλά και να αξιολογήσουμε θεολογικά τη νεώτερη εξέλιξη
της Δυτικής εκκλησιολογίας στο θέμα αυτό.
Ο ρόλος του Πάπα στις Οικουμενικές Συνόδους ως ενός εκ των πέντε Πατριαρχών των
κυριοτέρων Εκκλησιών, των τιμηθέντων με εξαιρετικά προνόμια τιμής, ήταν ενεργός
αλλά όχι καθοριστικός. Πολύ πιο καθοριστικός στην πράξη ήταν ο ρόλος του
Κωνσταντινουπόλεως λόγω της συνεργασίας του με τον Αυτοκράτορα, ο οποίος είχε την
ευθύνη της προσκλήσεως και φιλοξενίας των Επισκόπων από όλη την Αυτοκρατορία και
γενικότερα της διοικητικής εξυπηρετήσεως των συνοδικών διαδικασιών175.
174
Χρ. Κωνσταντινίδου, «Αι ιστορικο-δογματικαί προϋποθέσεις της Οικουμενικότητος της Αγίας Β΄
Οικουμενικής Συνόδου», Θεολογία, τ. 52(1981), σ. 722
175
Για την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο : Πρακτικά, τ. Β΄, σ. 56-57, για την Στ΄ Οικουμενική Σύνοδο : Θεία σάκρα
του αυτοκράτορος Φλαβίου Κωνσταντίνου προς πάπα Δόμνο, Πρακτικά, τ. Γ΄ σ. 22.
176
Ακόμα και τοπικές Σύνοδοι συνήδχοντο εν αγνοία του Επισκόπου Ρώμης, Χρ. Παπαδόπουλος, Το πρωτείον
του Επισκόπου Ρώμης, Αθήναι 19642, σ. 19-20.
177
Χρ. Κωνσταντινίδου, «Αι ιστορικο-δογματικαί προϋποθέσεις της Οικουμενικότητος της Αγίας Β΄
Οικουμενικής Συνόδου», Θεολογία, τ. 52(1981), σ. 712
178
Β. Στεφανίδου, Εκκλησιαστική Ιστορία, εκδ. ΑΣΤΕΡΟΣ, Αθήναι 1970, σ. 216
179
Β. Στεφανίδου, «Οι πάπαι Κελεστίνος ο Α΄ και Λέων ο Α΄», ΕΕΒΣ τ. 1(1924), σ. 67-69, Γενναδίου, Μητρ.
Ηλιουπόλεως και Θείρων, «Η οριστική διαμόρφωσις του Οικουμενικού Πατριαρχείου και η εν Χαλκηδόνι
Σύνοδος», Ορθοδοξία, 26(1951), σ. 412 βλ. και Επιστολή πάπα Λέοντος στην Αυγούστα Πουλχερία,
Πρακτικά, τ. Β, σ. 33.
180
βλ. αναλυτικότερα πιο κάτω.
181
Βλ. Φειδά, «Η Οικουμενικότητα της Πενθέκτης εν Τρούλλω Συνόδου», Επίσκεψις, τ. 486(1992), σ. 21.
35
ii. ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΝΟΔΟ
1. ΠΡΟΕΔΡΙΑ ΤΩΝ ΣΥΝΟΔΩΝ
Μόνο στις Δ΄, και Στ΄ Οικουμενικές Συνόδους προήδρευσαν οι παπικοί λεγάτοι. Ακόμα
και στην τοπική σύνοδο της Δυτικής Εκκλησίας στη Σαρδική, προήδρευε ο
Κορδούης Όσιος και όχι οι παπικοί αντιπρόσωποι182. Και στην σημαντική για το
παπικό πρωτείο Σύνοδο Κωνσταντινουπόλεως 879/880 πρόεδρος ήταν ο
Κωνμσταντινουπόλεως Μ. Φώτιος183.
2. ΑΠΟΔΟΧΗ ΥΠΕΡΟΧΗΣ ΤΟΥ ΠΑΠΑ ;
a. ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ ΠΑΠΙΚΩΝ ΛΕΓΑΤΩΝ : Στις Οικουμενικές Συνόδους οι παπικοί
αντιπρόσωποι κατέβαλαν πολύ έντονες προσπάθειες για να παρουσιάσουν σε
εξέχουσα θέση υπεροχής τον Επίσκοπο της Εκκλησίας της Ρώμης, ως διάδοχο του
Αποστόλου Πέτρου. Μελετώντας τα πρακτικά των Συνόδων σε ορισμένες
περιπτώσεις η αγωνία των παπικών λεγάτων να παρουσιάσουν την παπική
υπεροχή είναι πολύ έντονη ! Το ίδιο παρατηρείται και πολλάκις σε επιστολές των
παπών προς τις Συνόδους. Ας δούμε κάποιες περιπτώσεις ενδεικτικά :
i. Στην Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο (3η πράξη) : "Φίλιππος
πρεσβύτερος και πρεσβευτής της αποστολικής καθέδρας, είπεν . Ουδενί
αμφίβολον εστί, μάλλον δε πάσι τοις αιώσι εγνώσθη, ότι ο άγιος και
μακαριώτατος Πέτρος, ο έξαρχος και κεφαλή των Αποστόλων, ο κίων της
πίστεως, ο θεμέλιος της καθολικής Εκκλησίας, ο από του Κυρίου ημών Ιησού
Χριστού του Σωτήρος και λυτρωτού του ανθρωπίνου τας κλεις της βασιλείας
εδέξατο . και αυτώ δέδοται εξουσίαν του δεσμείν και λύειν αμαρτίας . όστις έως
του νυν και αεί εν τοις αυτού διαδόχοις και ζη και δικάζει. Τούτου τοιγαρούν
κατά τάξιν ο διάδοχος και τοποτηρητής, ο άγιος και μακαριώτατος πάπας ημών
Κελεστίνος, ο επίσκοπος εις ταύτην την αγίαν σύνοδον διαδόχους ημάς της αυτού
παρουσίας απέστειλεν»184
ii. Στην Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο (πράξη 1η) : « Πασχασινός, ο
ευλαβέστατος επίσκοπος, φύλαξ του αποστολικού θρόνου, ως έστη εν μέσω μέντι
και των συνελθόντων αυτώ, έφη : του μακαριωτάτου, και αποστολικού επισκόπου
της Ρωμαίων πόλεως, κεφαλής υπάρχοντος πασών των Εκκλησιών … Λουκένσιος ο
ευλαβέστατος επίσκοπος επέχων τον τόπον της αποστολικής καθέδρας είπεν …(ο
Διόσκουρος) σύνοδον ετόλμησεν ποιήσαι επιτροπής δίχα του αποστολικού θρόνου,
όπερ ουδέποτε γέγονεν, ουδ’ εξόν γενέσθαι»185
iii. Εξαίρεση αποτελεί ο πάπας Βιγίλιος στην E΄ Οικουμενική Σύνοδο.
Παρά το γεγονός ότι πιεζόταν να αποδεχθεί τη σύγκλιση Οικουμενικής Συνόδου,
ενώ διαφωνούσε και αντιπρότεινε άλλο σχήμα διασκέψεως, εν τούτοις δεν
εκφράστηκε ως διαθέτων υπερέχουσα αυθεντία βάσει της οποίας υποχρεούται η
Εκκλησία και οι λοιποί Πατριάρχες να πειθαρχήσουν στην άποψή του, όπως
ισχυριζόταν παλαιότερα ο Λέων Α΄ ή ο Κελεστίνος. Ούτε ασφαλώς έθεσε θέμα
αντικανονικότητος ή ακυρότητος της Συνόδου λόγω της διαφωνίας και απουσίας
του.Αντίθετα μάλιστα θεωρούσε δίκαια την κατ’ αυτού καταδικαστική απόφαση
της συνόδου σε περίπτωση που αθετήσει την υπόσχεσή του186 !
Από τα πρακτικά των Οικουμενικών Συνόδων προκύπτει ότι η άμεση και πρωταρχική
φροντίδα των Συνοδικών Πατέρων εντοπιζόταν κυρίως στη διατήρηση της
εκκλησιαστικής ενότητος με την ομόφωνη διατύπωση της πίστεως και την ομόφωνη
καταδίκη των κακοδοξιών και των αιρετικών από τους Επισκόπους όλων των
Εκκλησιών και ιδιατέρως των κυριοτέρων Θρόνων και τις εξέχουσες θεολογικές
προσωπικότητες. Για το λόγο αυτό οι Πατέρες δεν ασχολούνται καθόλου με τις
υπερβολικές αυτές φράσεις των παπικών λεγάτων, ορισμένες από τις οποίες
στερούνται και ιστορικής βάσεως (πχ. αναφορά του Λουκενσίου στη Δ΄ Οικουμενική),
182
Πρακτικά, τ. Α, σ. 332
183
Β. Σταυρίδου, Ο Συνοδικός θεσμός εις το Οικουμενικόν Πατριαρχείον, εκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1986,
σ. 238.
184
Πρακτικά, τ. Α, σ. 604-605.
185
Πρακτικά, τ. Β, σ. 65.
186
πράξη 2η § 5,8, στο Μελετίου, Μητροπολίτου Νικοπόλεως, Η Πέμπτη Οικουμενική Σύνοδος, Εισαγωγή,
Πρακτικά, Σχόλια, Αθήναι 1985, σ. 212.
36
όσο αυτές δεν παράγουν κανένα βλαπτικό αποτέλεσμα για την Εκκλησία και την
αλήθειά της. Αντιθέτως, τυχόν προσπάθεια αποκαταστάσεως της ιστορικής
ακριβείας θα δημιουργούσε σοβαρότερες παρενέργειες στο σώμα της Εκκλησίας στις
πολύ κρίσιμες περιστάσεις που καλούνταν οι Οικουμενικές Σύνοδοι να αποφανθούν.
Όλες οι Οικουμενικές Σύνοδοι συνεδρίασαν, ενώ υπήρχε σοβαρή κρίση ενότητος της
Εκκλησίας, με αποκορύφωση τις φοβερές και τραγικές καταστάσεις που είχαν
προηγηθεί της Δ΄ Οικουμενικής (ληστρική Σύνοδος, δολοφονία του
Κωνσταντινουπόλεως Φλαυιανού), ώστε η τυχόν διατάραξη των λεπτών ισορροπιών
για κάποια «εγκώμια άνευ ιδιαιτέρου περιεχομένου, epitheta ornantia, πομπώδη,
ασυνήθη»187 να κρίνεται μάλλον ως άκριτη και επικίνδυνη, διότι σίγουρα θα
δημιουργούσε πρόβλημα στην εκκλησιαστική ενότητα και κοινωνία, που ήταν τόσο
απαραίτητη στις κρίσιμες στιγμές της Εκκλησίας.
Μόνο στην Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως 879-880, όπου στην ουσία κρίθηκε
και απορρίφθηκε η απαίτηση του πάπα για δικαιοδοσία εφ’ όλης της Εκκλησίας, μόνο
σε αυτή τη Σύνοδο, οι Συνοδικοί Πατέρες δεν άφησαν να «περάσουν» οι υπέρ του
πάπα υπερβολικές εκφράσεις των παπικών λεγάτων. Έτσι, σε κάθε φράση παπικού
αντιπροσώπου που υπονοείτο υπεροχική δικαιοδοσία του πάπα επί των άλλων
τοπικών Εκκλησιών, υπήρχε σαφής αντίλογος είτε από τον Μ. Φώτιο, είτε από άλλους
Πατέρες.188
κατείχε αύτη και ως εκ της αποστολικότητος αυτής, και εκ της δικαιοδοσιακής αυτής εξουσίας, ήτις
ανεγνωρίσθη εις αυτήν, διότι ακριβώς ήτο η Εκκλησία της πρωτευούσης του Κράτους», Μαξίμου, Μητρ.
Σάρδεων, Το Οικουμενικόν Πατριαρχείον εν της Ορθοδόξω Εκκλησία, εκδ. ΠΙΠΜ, Θεσσαλονίκη 19892, σ.
226.
208
Κατά τον C. J. Von Hefele «Οι Έλληνες εγγνώριζον λίαν καλώς ότι οι Σύνοδοί των και οι Πατριάρχαι των,
όταν ήθελον να επιτύχουν παραχώρησιν τινά παρά του Πάπα, απέδιδον εις αυτόν τους φιλοφρονεστέρους
τίτλους» ! ([Link] Hefele, Conciliengeschichte, 7 Freiburg i. Br. 1874, 737, στο Αu. Leidl, «Αι περί
πρωτείου διαπραγματεύσεις κατά τη Σύνοδον της Φλωρεντίας ως απάντησις προς την δυτικήν θεωρίαν
της υπερτάτης αυθεντίας της Οικουμενικής Συνόδου και την ανατολικήν θεωρίαν της Πενταρχίας»,
μετφρ. Φ. Αγγελάτου, Γρηγόριος ο Παλαμάς, τ. 61(1978), σ. 172). Σχετικώς αναφέρει και ο Ηλίας
Μηνιάτης : «και αν είναι και τινας των Αγ. Πατέρων όστις γράφων προς τον Ρώμης επίσκοπον ηθέλησεν
να τον εγκωμιάση … τα εγκώμια πρέπει να νομίζονται δόγματα ; Όχι», Σεραφείμ, Επισκόπου πειραιώς, Αι
αιρέσεις του Παπισμού, Αθήναι 2009, σ. 59.
209
Μελετίου, Μητροπολίτου Νικοπόλεως, Η Πέμπτη Οικουμενική Σύνοδος, Εισαγωγή, Πρακτικά, Σχόλια,
Αθήναι 1985, σ. 563
210
Μελετίου, Μητροπολίτου Νικοπόλεως, Η Πέμπτη Οικουμενική Σύνοδος, Εισαγωγή, Πρακτικά, Σχόλια,
Αθήναι 1985, σ. 563, 113
211
Πρακτικά, τ. Α΄ σ.575, 584-587
212
Πρακτικά, τ. Α΄ σ. 606, Β. Στεφανίδου, «Οι πάπαι Κελεστίνος Α΄ και Λέων Α΄», ΕΕΒΣ, τ. 1(10924), σ. 60-
62.
213
βλ. ανωτέρω, σ. 12 κεξ.
214
Β. Στεφανίδου, «Οι πάπαι και αι Οικουμενικαί Σύνοδοι», ΕΕΒΣ τ. 3(1926), σ. 251.
215
Πρακτικά, τ. Β΄ σ. 67.
40
και Παλαιστίνιοι ευλαβέστατοι επίσκοποι εξεβόησαν . ελεήσατε . η πίστις
απόλλυται . οι κανόνες τούτον εκβάλλουσι . τουτον έξω βάλε». Παρά την
επιμονή των αρχόντων ότι «Θεοδώρητος ο ευλαβέστατος επίσκοπος τον
οικείον απολαβών τόπον παρά του αγιωτάτου αρχιεπισκόπου της
μεγαλωνύμου Ρώμης» οι επίσκοποι αρνούνταν να τον αποδεχθούν ως
Επίσκοπον : «μη λέγετε αυτόν επίσκοπον . ουκ έστιν επίσκοπος … οι κανόνες
τούτον εξέβαλον . τούτον ο Θεός απεστράφη»216. Με άλλα λόγια οι Πατέρες
της Συνόδου αρνούνται την πρόταση του πάπα, αρνούμενοι το δικαίωμα να
ακυρώνει ο πάπας συνοδικές αποφάσεις. Τελικά στην 8η πράξη της Δ΄
Οικουμενικής Συνόδου ο Θεοδώρητος Κύρου προσέρχεται και καλείται να
καταδικάσει ρητώς το Νεστόριο ως αιρετικό και έτσι αφού «διά πάντων μεν
ορθόδοξος απεδείχθη, και δι’ αυτού δε του αναθεματίσαι Νεστόριον και
Ευτυχή δικαίως τοίνυν και την εαυτού απολήψεται εκκλησίαν» (πράξη 8η).217
Δηλ. η Σύνοδος δεν απεδέχθη την παπική απόφαση, αλλά έκρινε η ιδία τον
Θεοδώρητο και κατόπιν της δικής της αποφάσεως αυτός απεκατεστάθη.
ii. Την πλέον χαρακτηριστική περίπτωση άρνησης των παπικών απαιτήσεων
έχουμε στην ψήφιση του 28ου κανόνα της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου. Ο
κανόνας αυτός εψηφίσθη παρά τη ρητή αντίθεση του πάπα Λέοντα Α΄ που
δηλώθηκε από τον παπικό αντιπρόσωπο στη 16η πράξη της Συνόδου218 και την
έντονη αντίδραση και των λοιπών παπικών λεγάτων κατά τη διάρκεια της
Συνόδου και στη συνέχεια του ιδίου του Πάπα Λέοντος Α΄.
iii. Στην Ε΄ Οικουμενική Σύνοδο δεν έγιναν δεκτές οι προτάσεις του πάπα
Βιγιλίου, ο οποίος προσπαθούσε να αποτρέψει τη σύγκλισή της και αντ’ αυτής
να αντιμετωπισθεί το πρόβλημα των «Τριών Κεφαλαίων» σε δύο χωριστές
συνοδικές αποφάσεις των Επισκόπων Δύσεως και Ανατολής ή σε μια
ολιγομελή Διάσκεψη με εκπροσώπηση της Εκκλησίας της Δύσεως από τον
πάπα μαζί με τρεις εγκρίτους Επισκόπους και της Ανατολής από τους
τέσσερεις Πατριάρχες219. Ακολούθως, επειδή ο πάπας αρνήθηκε να παραστεί
στη Σύνοδο παρά το γεγονός ότι προσεκλήθη τέσσερεις φορές, η Σύνοδος
στην πράξη 2α §19220 αποφάσισε να τον θέσει υπό κατηγορία, η οποία
εξετάστηκε στην 7η πράξη και τελικώς ο πάπας Βιγίλιος καταδικάστηκε και
διεγράφη από τα δίπτυχα διότι κατέστησεν εαυτόν αλλότριον της αγίας
Καθολικής Εκκλησίας (§14-17)221. Μόνο μετά τη συμμόρφωσή του και την
πλήρη αποδοχή του όρου της Συνόδου με δεύτερη επιστολή του στον
Κωνσταντινουπόλεως Ευτύχιον222 έγινε δεκτός σε κοινωνία.
Η έντονη προσπάθεια της Συνόδου να εξασφαλίσει την σύμφωνη γνώμη και
συμμετοχή του πάπα Βιγιλίου δεν σημαίνει αναγνώριση και ιδιαιτέρου
216
Πρακτικά, τ. Β΄ σ. 67.
217
Πρακτικά, τ. Β΄ σ. 188
218
«Βονιφάτιος ο ευλαβέστατος πρεσβύτερος είπεν . Ο μακαριώτατος, και Αποστολικός επίσκοπος μέντοι
πολλά, και τούτο ημίν ενετείλατο. Και από του χάρτου ενέγνω . τον όρον των αγίων Πατέρων μηδεμιά
προπετεία ελλαττούσθαι ή μειούσθαι . φυλαττέσθω τοιγαρούν του ημετέρου προσώπου η αξία πάσι
τρόποις εν υμίν . καν τινές τυχόν πεπεοιθότες δυνάμει των ιδίων πόλεων, παρασαλεύσαι επεχείρησαν,
τούτους εκβάλλεσθαι κατά το τω δικαίω πρέπον» (Πρακτικά τ. Β΄ σ. 228).
219
1η §3, 13 και 2α πράξη, Τα πρακτικά της Αγίας Πέμπτης Οικουμενικής Συνόδου, § 5, 1-11, στο Μελετίου,
Μητροπολίτου Νικοπόλεως, Η Πέμπτη Οικουμενική Σύνοδος, Εισαγωγή, Πρακτικά, Σχόλια, Αθήναι 1985, σ. 170,
202-213.
220
Μελετίου, Μητροπολίτου Νικοπόλεως, Η Πέμπτη Οικουμενική Σύνοδος, Εισαγωγή, Πρακτικά, Σχόλια, Αθήναι
1985, σ. 221
221
Μελετίου, Μητροπολίτου Νικοπόλεως, Η Πέμπτη Οικουμενική Σύνοδος, Εισαγωγή, Πρακτικά, Σχόλια,
Αθήναι 1985, σ. 559-562.
222
Στην επιστολή του ο πάπας αφού δέχεται ότι ο διάβολος «τοις σοφίσμασι της ούτω πονηράς αυτού
πανουργίας επεχείρησε διελείν» τον ίδιο από της Συνόδου και ομολογεί με ταπείνωση ότι «πάσης
συγχύσεως της ημών διανοίας αποκινηθείσης» καταλήγει με την αποδοκιμασία των δικών του κειμένων :
«Άτινα δήποτε, είτε παρ’ εμού, είτε παρ’ άλλων προς εκδίκησιν των προειρημένων τριών κεφαλαίων
γεγένηται, τη διατυπώσει του παρόντος ημών γράμματος καταργούμεν . πάσας γαρ τας εμφερομένας
ανωτέρω βλασφημίας απέστω της Καθολικής Εκκλησίας», Μελετίου, Μητροπολίτου Νικοπόλεως, Η Πέμπτη
Οικουμενική Σύνοδος, Εισαγωγή, Πρακτικά, Σχόλια, Αθήναι 1985, σ.605-609.
41
πρωτείου στον παπικό θρόνο223, αλλά τη μέριμνα της Εκκλησίας για την
ομοφωνία των Πατριαρχών.
iv. Στην Στ΄ Οικουμενική Σύνοδο ο αναθεματισμός του πάπα Ονωρίου μαζί με
άλλους έξι πατριάρχες (Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας και Αντιοχείας)
για έκπτωση στην αίρεση του Μονοθελητισμού, επιβεβαιώνει ότι κατά την
περίοδο αυτή ο πάπας αντιμετωπιζόταν ως ένας από τους πέντε πατριάρχες
και υπέκειτο στην αυθεντία της Συνόδου.
v. Στην Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο η Εκκλησία καταδικάζει ρητώς ήθη
που είχαν επικρατήσει στην Εκκλησία της Ρώμης : μεταξύ άλλων, τη γενική
αγαμία του κλήρου (με τον 13ο κανόνα, στον οποίο μνημονεύονται οι κανόνες
ΚΑΡΘΑΓΕΝΗΣ-4 και ΚΑΡΘΑΓΕΝΗΣ-34) και τη νηστεία του Σαββάτου (με τον
55ο κανόνα, με τον οποίο υποχρεώνει «κρατείν και επί τη Ρωμαίων Εκκλησία
απαρασαλεύτως τον κανόνα», τον οποίο αυτή παραβίαζε).
223
Κατά την κρίσιν της Συνόδου η παρουσία του πάπα Βιγιλίου δεν είναι απαραίτητη, αλλά «ενδεδειγμένη και
θεάρεστη» : «προετρέψαμεν τον οσιώτατον πάπαν της πρεσβυτέρας Ρώμης Βιγίλιον να έλθη να
συνεδριάση μαζί με ημάς επί του ανακινηθέντος θέματος των Τριών Κεφαλαίων, επειδή [εξακολουθούμεν
να] φρονούμεν, ότι και ενδεδειγμένον είναι και θεάρεστον να έλθη – έστω και τώρα - και συνεδρεύων με
ημάς να διατυπώσει ένα - συμβαδίζοντα εις την ορθήν πίστιν – τύπον» (1η πράξη, § 8, Μελετίου,
Μητροπολίτου Νικοπόλεως, Η Πέμπτη Οικουμενική Σύνοδος, Εισαγωγή, Πρακτικά, Σχόλια, Αθήναι 1985,
σ.184-185).
224
«Η αρχή της πλειονοψηφίας, η οποία ισχύει εις το κοσμικόν δίκαιον των δημοκρατικών καθστώτων
κινδυνεύει να μεταβάλει τον συνοδικόν θεσμόν εις καθαρώς νομικόν θεσμόν, διό και εις τας συνόδους της
αρχαίας Εκκλησίας δεν εφηρμόζετο, παρά μόνον όταν εντατικαί προσπάθειαι ομοφωνίας απεδικνύοντο
άκαρποι» (Ι. Ζηζιούλας, «Ο συνοδικός Θεσμός, ιστορικά, εκκλησιολογικά και κανονικά προβλήματα», στο
Τιμητικό αφιέρωμα εις τον Μητροπολίτην Κίτρους Βαρνάβαν, Αθήναι 1980, σ. 176).
225
Σημειώνει ο Μ. Βασίλειος προς τους Δυτικούς : «Ο μεν γαρ παρ’ ημών λόγος ύποπτος εστι τοις πολλοίς,
ως τάχα διά τινα ιδιωτικάς φιλονικίαν προς αλλήλους ελομένων . υμείς δε όσον μακράν αυτών
απωκισμένοι τυγχάνετε, τοσούτω πλέον παρά τοις λαοίς το αξιόπιστον έχετε, προς τω και την παρά Θεού
χάριν συναίρεσθε υμίν εις την υπέρ των καταπονουμένων επιμέλειαν. Εάν δε και συμφώνως πλείονες ομού
τα αυτά δογματίσητε, δήλον ότι το πλήθος των δογματισάντων αναντίρρητον πάσι την παραδοχήν
κατασκευάσει του δόγματος» (Μ. Βασιλείου, επιστολή 263, 2 «τοις Δυτικοίς».
226
Βλ. Φειδά, Ιουστινιανός και πενταρχία, Αθήναι 1968, σ.14, 22.
227
Βλ. Φειδά, Βυζάντιο, Αθήναι 19903, σ. 295, 299.
228
Βλ. Φειδά, «Η αυθεντία του Πρώτου και ο συνοδικός θεσμός στην περίοδο των Οικουμενικών συνόδων»,
Επίσκεψις, τ. 709(2010), σ. 17.
42
Ο ρόλος του πάπα ήταν σημαντικός όχι στην επικύρωση των αποφάσεων των
Οικουμενικών Συνόδων, αλλά στη διαφύλαξη της ενότητος της Εκκλησίας. Ασφαλώς, η
υπό του πάπα αναγνώριση της οικουμενικότητος μιας Συνόδου ήταν άκρως επιθυμητή .
πώς θα μπορούσε άλλωστε να ήταν αδιάφορη η Εκκλησία στην άρνησή του «Πατριάρχου
της Δύσεως», της μεγαλυτέρας από απόψεως εκτάσεως Τοπικής Εκκλησίας ; Παρά
ταύτα, υπήρχαν αποφάσεις Οικουμενικών Συνόδων οι οποίες αν και δεν έγιναν αποδεκτές
από τον πάπα, ουδόλως μειώθηκε η οικουμενική τους ισχύς. Υπήρχαν ακόμα και
Οικουμενικές Σύνοδοι οι οποίες αν και δεν είχαν γίνει αποδεκτές από τον πάπα, εν
τούτοις είχε αναγνωριστεί η οικουμενικότητά τους από την εκκλησιαστική συνείδηση
και στη συνέχεια συμμορφώθηκε και ο πάπας και τις απεδέχθη και αυτός ως
Οικουμενικές. Οι Β΄229, Ε΄230, και Πενθέκτη231 Οικουμενικές Σύνοδοι είχαν αναγνωριστεί
ως Οικουμενικές προ της παπικής αποδοχής, η οποία ακολούθησε.
2. ΕΠΙΚΥΡΩΣΗ ΚΑΝΟΝΩΝ
Βέβαια πολύ ορθά έχει επισημανθεί ότι «άπαξ και μία σύνοδος αναγνωριστεί ως
Οικουμενική, τότε αυτομάτως και αναγκαίως αναγνωρίζεται και η οικουμενικότητα των
ι. Κανόνων της και η αυθεντικότητά τους και η ορθότητά τους. Αλλιώς και η εν λόγω
σύνοδος δεν θα ήταν αλάθητη και επομένως ούτε οικουμενική, ούτε ορθόδοξη. Σχετικώς
ο καθηγητής Ι. Καρμίρης έγραφε : «Η αποδοχή συνόδου τινός ως Οικουμενικής
συνεπάγεται την αποδοχήν αυτής ως αλαθήτου».232 Συνεπώς, το σύνολο των αποφάσεων
μιας Οικουμενικής Συνόδου (σε δογματικό και κανονικό επίπεδο) αποτελεί την έκφραση
της εκκλησιαστικής αυτοσυνειδησίας. Αυτή ήταν η πάγια θεολογική προσέγγιση της
Ορθοδόξου Εκκλησίας και αυτό γιατί οι κανόνες των Οικουμενικών Συνόδων θεωρούνται
ως «εξ ἑνὸς γὰρ ἅπαντες καὶ τοῦ αὐτοῦ Πνεύματος αὐγασθέντες» (Ζ-1), διότι οι
Πατέρες των Συνόδων «θεία επινεύσει ομοθυμαδόν συνελθόντες … κανόνες εξέδωκαν
229
Η Δύση καθυστέρησε να αποδεχθεί την Οικουμενικότητα της Β΄Οικουμενικής Συνόδου εξ αιτίας του Β-3.
([Link] S.I., Genesi storica del Canone di Chalcedonia, Gregorianum, τ. 33(1925), σ. 270-271. Η
Ρώμη ενοχλήθηκε από το κύρος της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου, χωρίς όμως ο πάπας Δάμασος να το
εκφράσει ρητώς «και ανέλαβε την πρωτοβουλία να συγκαλέσει «μεγίστην αυτόθι σύνοδον», ασφαλώς διά
να «υπερφαλαγγίση» την Σύνοδον της Κωνσταντινουπόλεως, την εκ ταύτης προβολήν της Ανατολής υπέρ
την Δύσιν και την προώθησιν του Επισκόπου της Κωνσταντινουπόλεως παραλλήλως προς τον της Ρώμης»
(Χρ. Κωνσταντινίδου, «Αι ιστορικο-δογματικαί προϋποθέσεις της Οικουμενικότητος της Αγίας Β΄
Οικουμενικής Συνόδου», Θεολογία, τ. 52(1981), σ. 711). Οι πατέρες της Συνόδου «πεπεισμένοι, ότι ουδέν
νεώτερον υπήρχε να λεχθή ή προστεθή εις τα ενταύθα ορισθέντα και θεσπιθέντα, εν πλήρει δε συνειδήσει,
ότι η εαυτών σύνοδος ήτο ήδη καθ’ εαυτήν «μεγίστη» και δη και «οικουμενική», ως αδιστάκτως αυτοί
αποκαλούν αυτήν εις την απαντητικήν επιστολήν των, ηρνήθησαν, με όλην την απαιτουμένην λεπτότητα
και με την προβεπλομένην τυπικήν όσον και ουσιαστικήν δικαιολόγησιν της αρνήσεώς των, ηρνήθησαν να
παραστώσιν» (αυτόθι). Είναι σημαντικό «αυτό τούτο το γεγονός της αρνήσεως των Πατέρων της Β΄
Οικουμενικής Συνόδου να μετάσχωσιν άλλης συνόδου επί του ιδίου θέματος. Εθεώρουν την Σύνοδόν των
αυτάρκη και έχουσαν ευρύτερον κύρος δι’ ολόκληρον την Εκκλησίαν, και άρα και διά την Δύσιν …
Ουδεμία αμφιβολία υπάρχει ότι η τοιαύτη απόδοσις του χαρακτηρισμού «οικουμενική» εις την Σύνοδον
της Κωνσταντινουπόλεως υπό των Πατέρων αυτής, είναι περίπτωσις σπανία, αν μη και μοναδική.
Μαρτυρεί δε εξ αυτής την πλήρην αυτοσυνειδησίαν τούτων περί της οικουμενικότητος του σώματος όπερ
είχον απαρτήσει και ήδη εκπροσώπουν … παρά τα υπάρχοντα περιοριστικά τινά της οικουμενικότητος
ταύτης δεδομένα γεωγραφικώς, αριθμητικώς κλπ» (Χρ. Κωνσταντινίδου, ενθ’ ανωτ. σ. 712). Αργότερα οι
πάπες Φήλιξ Γ΄(483-492), και Γελάσιος Α΄ (492-496) αρνήθηκαν να την χαρακτηρίσουν Οικουμενική, ενώ
οι πάπες Βιγίλιος (538-555), Πελάγιος Α΄(555-560) και Γρηγόριος Α΄(590-604) αναγνωρίζουν το κύρος και
την οικουμενικότητά της. Από του 6ου αι. και εξής δεν αμφισβητείται εν Δύσει η Οικουμενικότης της Β΄
Οικουμενικής Συνόδου, η πλήρης αναγνώρισις της οποίας, συμπεριλαμβανομένου και του 3ου κανόνος
αυτής ως γνησίου, εγένετο υπό της Δ΄ εν Λατερανώ Συνόδου, του έτους 1215, ίσως διότι είχε
δημιουργηθεί εν τω μεταξύ εν Κωνσταντινουπόλει το Λατινικόν Κράτοςκαι το Λατινικόν Πατριαρχείον, ο
δε 3ος Κανών της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου ωφέλει τότε την όλην υπόθεσιν» (Χρ. Κωνσταντινίδου, «ενθ’
ανωτ. σ. 721)
230
Η Ε΄ Οικουμενική Σύνοδος αυτοχαρακτηρίστηκε ως Οικουμενική παρά την έντονη διαφωνία για τη
σύγκλισή της και την απουσία του πάπα Βιγιλίου. Και αργότερα, ενώ έγινε αποδεκτή από τον πάπα Βιγίλιο
«ο πάπας Πελάγιος Α΄(555-561 μΧ) διάδοχος του Βιγιλίου, κατά την ενθρόνισή του διεκήρυξε την
ευλάβειά του προς τους «μακαρίους Ορθοδόξους επισκόπους Θεοδώρητον και Ίβαν», τους οποίους
καταδίκασε η Ε΄ Οικουμενική και … «τους συναριθμεί μεταξύ των μεγάλων ορθοδόξων αγίων Πατέρων.
Έτσι δι’ εν χρονικόν διάστημα η Ρώμη και οι πάπαι της τελούν υπό τα επιτίμια της Ε΄ Συνόδου» (555-579
μΧ)» (Μελετίου, Μητροπολίτου Νικοπόλεως, Η Πέμπτη Οικουμενική Σύνοδος, Εισαγωγή, Πρακτικά, Σχόλια,
Αθήναι 1985, σ.130)
231
Βλ. Φειδά, «Η Οικουμενικότητα της Πενθέκτης εν Τρούλλω Συνόδου», Επίσκεψις, τ.486(1992), σ. 20.
232
Π. Μπούμη, «Η Οικουμενικότητα μιας Συνόδου και συγκεκριμένως της εν Τρούλλω ή Πενθέκτης,Θεολογία
τ. 80(2009), σ. 61
43
επί κατορθώσει των εκκλησιαστικών πραγμάτων», όπως αναφέρει ο Αγ. Ταράσιος για
την Πενθέκτη233.
Η επιχειρηματολογία των Ρωμαιοκαθολικών ότι ορισμένοι κανόνες Οικουμενικών
Συνόδων δεν έχουν εγκριθεί από τον Πάπα και ως εκ τούτου δεν τον δεσμεύουν δεν
ευσταθεί, διότι οι αποφάσεις των Οικ. Συνόδων δεν είναι συμβάσεις οι οποίες
είναι δεσμευτικές μόνο στο μέτρο που τα μέρη συμβληθούν διά της υπογραφής
τους. Είναι απολύτως έγκυρες και εν ισχύει εν συνόλω, ανεξάρτητα αν είναι
αρεστές ή όχι. Συνεπώς δεν έχει κανένα νόημα η δήθεν επικύρωση των κανόνων των
Οικουμενικών Συνόδων από κάποια άλλη αυθεντία εκτός αυτής. Δεν υπάρχει άλλη
αυθεντία υπερτέρα της Οικουμενικής Συνόδου. Η άρνηση αποδοχής αποφάσεως
Οικουμενικής Συνόδου επισύρει κανονικά επιτίμια, όπως στην Ε΄ Οικουμενική, τα οποία
για λόγους οικονομίας η Εκκλησία μπορεί να μην επιβάλλει άμεσα προσβλέποντας στην
επιστροφή του παρεκτρεπομένου στην κανονική τάξη.
Υπό αυτό το πρίσμα οι επιφυλάξεις που εξέφρασσαν οι παπικοί λεγάτοι στην Δ΄
Οικουμενική Σύνοδο (Mansi 7, 441) και ακολούθως ο πάπας Λέων Α΄ και ενίοτε
επαναλαμβάνονται ακόμα και σήμερα για τον Β-3 και για τον Δ-28 δεν έχουν κανένα
νόημα και καμία θεολογική και κανονική βαρύτητα.
Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε ότι στις Οικουμενικές Συνόδους όταν τίθενται
θέματα πίστεως και εκκλησιαστικής τάξεως τότε παρά τον σεβασμό στην πρωτόθρονη
Εκκλησία της Ρώμης και τον Επίσκοπό της οι Οικουμενικές Σύνοδοι αποφαίνονται ρητώς
και κατηγορηματικώς, χωρίς να αφήνουν καμία δυνατότητα άλλης ερμηνείας. Ιδιαίτερα
χαρακτηριστικά είναι τα όσα αναφέρει ο Όρος της Ε΄ Οικουμενικής Συνόδου σε ευθεία
αναφορά με τη στάση του Πάπα Βιγιλίου : Αφού μνημονεύει της Αποστολικής Συνόδου
συνεχίζει λέγοντας : «Ωσαύτως και οι άγιοι Πατέρες, οι οποίοι κατά διαφόρους
εποχάς συνήλθον εις τας τέσσαρας αγίας Συνόδους, ακολουθούντες τα παλαιά
πρότυπα διετύπωσαν από κοινού εις ένα σαφές θέσπισμά τους τα περί των
αιρέσεων και των (θεολογικών) προβλημάτων. Και πράγματι . κατά τας κοινάς
συνδιασκέψεις το φως της αληθείας διαλύει τα σκότη του ψεύδους, αφού εκεί
τίθενται υπό κρίσιν τα εξ εκατέρου μέρους προτεινόμενα προς συζήτησιν.
Διότι εις τα ζητήματα πίστεως κανείς δεν έχει το δικαίωμα να προδικάσει κάτι
διά λογαρισμό του συνόλου της Εκκλησίας καθ’ όσον όλοι μας έχομεν την
ανάγκη του πλησίον μας» (πράξη 8η §4, 3-5)234. Δεν θα ήταν υπερβολικό να λέγαμε
ότι το Άγιο Πνεύμα στην Ε΄ Οικουμενική Σύνοδο προείδε την εξέλιξη της Δύσεως και
κατεδίκασε τον παπικό θεσμό εν τη γενέσει του. Ο πάπας αντιμετωπίστηκε ως ένας από
τους πέντε πατριάρχες και υποχρεώθηκε έτσι να συμμορφωθεί και να πολιτευτεί
υπακούοντας απολύτως . Η σύνοδος εν Αγίω Πνεύματι εδογμάτισε ότι «κανένας δεν έχει
το δικαίωμα να υπαγορεύει στην Εκκλησία το περιεχόμενο της πίστεώς της . ότι του
αλαθήτου της Εκκλησίας φορεύς δεν είναι πρόσωπον, αλλά σύνοδος επισκόπων . και ότι
ο πάπας δογματίζων μόνος του πλανάται εις τα σκότη του ψεύδους»235.
ΕΠΙΛΕΓΟΜΕΝΑ
ΤΟ “ΠΡΟΣΧΕΔΙΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ”
(Κύπρος 2009 – Βιέννη 2010)
Η κανονική παράδοση της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας της α΄
χιλιετίας είναι σαφής και κατηγορηματική : με κανένα τρόπο δε μπορεί να δικαιολογήσει
το πρωτείο του Επισκόπου Ρώμης, όπως αναπτύχθηκε και θεσμοθετήθηκε ως δόγμα
πίστεως στη β΄ χιλιετία. Δεν μπορεί να βρεθεί κανένα έρεισμα στην κανονική παράδοση
της Εκκλησίας του Χριστού . είναι εντελώς ασυμβίβαστοι οι ιεροί κανόνες των
Οικουμενικών Συνόδων με την παπική εκκλησιολογία, όποια λεκτική αναδιατύπωση και
αν της δοθεί, σε οποιαδήποτε μορφή και αν παρουσιαστεί !
233
6η πράξη της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου (Πρακτικά τ. Γ΄ σ. 280, 330).
234
Μελετίου, Μητροπολίτου Νικοπόλεως, Η Πέμπτη Οικουμενική Σύνοδος, Εισαγωγή, Πρακτικά, Σχόλια,
Αθήναι 1985, σ. 571-572
235
Μελετίου, Μητροπολίτου Νικοπόλεως, Η Πέμπτη Οικουμενική Σύνοδος, Εισαγωγή, Πρακτικά, Σχόλια,
Αθήναι 1985, σ. 135
44
Με ένα μόνο τρόπο μπορεί να παρακάμψουμε το σκόπελο των ιερών Κανόνων των
Οικουμενικών Συνόδων: Να τους καταργήσουμε, ή επί το «κομψότερον», να τους …
«υπερβούμε» και στη θέση τους να συντάξουμε άλλους προσαρμοσμένους στις
σύγχρονες επιθυμίες και σχεδιασμούς μας ! Αυτό το έκανε με εξαιρετική «συνέπεια» η
Ρωμαϊκή Έδρα : ουδεμία αναφορά στο κανονικό δίκαιο της α΄ χιλιετίας. Ωσάν να μην
υπήρξε ποτέ ! Κατ’ αυτόν τον τρόπο πολιτεύτηκε στην Α΄και Β΄ Βατικανή Σύνοδο, με
αυτό το σκεπτικό συνέταξε τον Κώδικα Λατινικού Δικαίου, έτσι απεφάνθη στην επίσημη
«Κατήχηση της Καθολικής Εκκλησίας»! Ένα απομένει να κατορθώσει πλέον : να γίνει το
ίδιο και στον επίσημο Θεολογικό Διάλογο με την Ορθόδοξη Εκκλησία.
Στην Κύπρο (16-23.10.09) τέθηκε προς συζήτηση και έγκριση ένα κείμενο που συνέταξε
η Συντονιστική Επιτροπή του Διαλόγου με τίτλο «Ο ρόλος του επισκόπου Ρώμης
στην κοινωνία των Εκκλησιών κατά την πρώτη χιλιετία» (Αγ. Νικόλαος Κρήτης
2008) («Προσχέδιο της Κρήτης»). Και αυτό το κείμενο σε αυτή τη βάση κινείται : στην
περιφρόνηση των Ι. Κανόνων των Οικουμενικών Συνόδων και στην εξίσωσή τους με
μεμονωμένες γνώμες παπών ή εκκλησιαστικών συγγραφέων ή μικρών τοπικών Συνόδων,
οι οποίες ουδέποτε έγιναν αποδεκτές από την καθολική εκκλησιαστική συνείδηση236 της
α΄ χιλιετίας !
Το ότι εισάγεται προς συζήτηση και επεξεργασία ένα τέτοιο Προσχέδιο είναι ασφαλώς
σημαντική επιτυχία της «Αγίας Έδρας» ! Η διοίκουσα σκέψη του προσχεδίου είναι ότι
στην Εκκλησία της α΄ χιλιετίας (δηλ. προ του Σχίσματος) δεν υπήρχε ενιαία
αντιμετώπιση της διδασκαλίας για το Παπικό Πρωτείο στην Ανατολή και στη Δύση, αλλά
πίστευε η κάθε πλευρά ό,τι νόμιζε ως σωστό και παρ’ όλα αυτά είμαστε ενωμένοι
(παραγρ. 15, 22, 32) ! Στο υπό συζήτηση και έγκριση, λοιπόν, Προσχέδιο προτείνεται
ακόμα και στα σοβαρά θέματα πίστεως να λειτουργήσει «η ἀρχὴ τῆς ποικιλίας ἐν τῇ
ἑνότητι» ως μοντέλο και «ὡς πρότυπο γιὰ τὴν ἀποκατάσταση τῆς πλήρους κοινωνίας»
(παράγρ. 32) ! Δηλαδή, εκτός από ένα minimum συμφωνίας, η κάθε Εκκλησία να
πιστεύει ακόμα και σε δογματικά θέματα ό,τι νομίζει ως σωστό και εν τούτοις να
είμαστε ενωμένοι ! Είναι προφανές ότι δεν έχουμε ενότητα «εν τη αληθεία», αλλά
υποταγή της αλήθειας σε μια εξωτερική, επίπλαστη ένωση ! Στο Προσχέδιο έχουμε την
ουσιαστική αποδοχή και από τους Ορθοδόξους του «περί Οικουμενισμού
Διατάγματος»237 της Β΄ Βατικανής Συνόδου !
238
βλ. την πρόταση για «κωδικοποίηση» των ιερών Κανόνων ώστε «διά της κοινότητος όσο το δυνατόν
περισσοτέρων όψεων του εκκλησιαστικού βίου παρά τοις Ορθοδόξοις και τοις Ρωμαιοκαθολικοίς
επέρχεται μεγαλυτέρα προσέγγισις αυτών και διευκολύνεται το έργο της καταλλαγής και της ενότητος,
της υπ’ αμφοτέρων των πλευρών διακαώς επιθυμουμένης και επιδιωκομένης … Το Εκκλησιαστικόν Δίκαιον
και διά της ως άνω οδού και δι’ άλλων καλείται να διαδραματίση σημαντικόν ρόλον εις τον οικουμενικόν
διάλογον και την δι’ αυτού μείωσιν της αποστάσεως μεταξύ των Εκκλησιών Ανατολής και Δύσεως», Β.
Αρχοντώνη, Περί την κωδικοποίησιν των Ι. Κανόνων και των κανονικών διατάξεων εν τη Ορθοδόξω
Εκκλησία, έκδ. ΠΙΠΜ, Θεσσαλονίκη 1970, σ. 87.
46
οποιαδήποτε «νέα ενδεχόμενη επανεξέταση και ερμηνεία του δικαιοδοσιακού
πρωτείου του Πάπα»239 !
Όμως το ερώτημα που πρέπει να απαντήσουμε εμείς οι Ορθόδοξοι είναι : Θέλουμε
λοιπόν να σεβαστούμε την παράδοσή μας, να σεβαστούμε τα Πανορθοδόξως
συμφωνηθέντα ; Ή μήπως, χάριν μιας «συμφωνίας» και «ένωσης», τα περιφρονούμε όλα
αυτά ; αλλά τότε η έκβαση ενός τέτοιου διαλόγου είναι βεβαία : όχι μόνο πλήρης
αποτυχία, αλλά θα συσσωρεύσει πολλή πικρία. Τα παραδείγματα της Λυώνος και της
Φερράρας-Φλωρεντίας ήταν τραγικά και οπωσδήποτε παραδείγματα προς αποφυγήν !
Θα ήθελα να τελειώσω με δύο σκέψεις - προτάσεις του σημερινού πάπα Βενεδίκτου XVI :
1. «Τό 1976 σέ ἓνα ἀπό τά συμπόσια τοῦ Pro Οriente στό Πανεπιστήμιο τοῦ Graz ὁ
καθηγητής τῆς Δογματικῆς Joseph Ratzinger διετύπωσε μία πρόταση γιά τή λύση τοῦ
ἐπίμαχου θεσμοῦ τῆς δικαιοδοσίας τῆς Ρώμης καί τῆς ἕνωσης τῶν Ἐκκλησιῶν, τῆς
Καθολικῆς καί τῆς Ὀρθόδοξης. Ἡ ἑνότητα θά μποροῦσε – εἶπε ὁ Ratzinger – “νά
ἐπιτευχθεῖ πάνω στή βάση ὃτι ἡ Ἀνατολή θά παραιτεῖτο ἀπό τό νά πολεμᾶ τή
δυτική ἐξέλιξη τῆς β΄χιλιετίας ὡς αἱρετική καί θά ἀναγνώριζε τήν Καθολική
Ἐκκλησία μέ ἐκείνη τή μορφή ὡς νόμιμη καί ὀρθή ἀπό ἂποψη πίστης, στήν
ὁποία ἡ Καθολική Ἐκκλησία βρέθηκε μέσα ἀπό τήν ἐξέλιξη τῆς β΄χιλιετίας, ἐνῶ
ἀντίστροφα ἡ Δύση θά ἀναγνώριζε τήν Ἀνατολή ὡς νόμιμη καί ὀρθή στήν
πίστη σέ ἐκείνη τή μορφή τήν ὁποία αὐτή διατήρησε στήν ἱστορία της”»240 !
Με πολύ πόνο ας επιτραπεί μια διαπίστωση :
• είναι ιδιαίτερα τραγικό μια ολόκληρη Τοπική Εκκλησία, η μεγαλύτερη, η
ενδοξότερη και ευκλεέστερη της α΄ χιλιετίας, να έχει περιέλθει σε τέτοια
σύγχυση, ώστε να θεωρεί θετική θεολογική εξέλιξη και πρόοδο τα όσα έχουν
συντελεστεί στη β΄ χιλιετία αναφορικά με το παπικό πρωτείο.
• Να θεωρεί ως θεολογική πρόοδο την άρνηση της θεόπνευστης, κανονικής,
εκκλησιαστικής τάξεως και παραδόσεως των Οικουμενικών Συνόδων !
• Να θεωρεί ως θεολογική πρόοδο το θεμελιωμένο πάνω στις πλαστογραφίες του
ζοφερού Μεσαίωνα (την ψευδο-Κωνσταντίνειο Δωρεά και τις ψευδο-Ισιδώρειες
Διατάξεις) παπικό θεσμό241 !
Παρακαλώ ας μην εκληφθεί η διαπίστωση αυτή ως εχθρική ή πολεμική κατά των
Ρωμαιοκαθολικών, αλλά μόνο ως έκφραση θλίψεως και πόνου, αλλά ταυτόχρονα και
ανησυχίας και εγρηγόρσεως για εμάς τους Ορθοδόξους, με το καίριο ερώτημα πού
μπορούμε να οδηγηθούμε και εμείς αρνούμενοι την κοινωνία με τους λοιπούς
αδελφούς μας και έχοντας εμπιστοσύνη στην αξία και την ψευτο-αυτάρκειά μας !
Τότε φυγαδεύουμε από πάνω μας τη Θεία Χάρη και η πτώση ημών των Ορθοδόξων θα
είναι μεγάλη !
2. Και η δεύτερη σκέψη του Πάπα Βενεδίκτου : «η Ρώμη δεν δύναται να απαιτήσει
από την Ανατολή εις ότι αφορά εις το «πρωτείον» περισσότερον εκείνου, το
οποίο διετυπώθη και εφηρμόσθη κατά την διάρκεια της πρώτης χιλιετίας»242.
239
Δ. Σαλάχας, Προοπτικές και προβλήματα του Θεολογικού Διαλόγου Καθολικής και Ορθοδόξου Εκκλησίας,
έκδ. Αδελφότητος Πνευματικού Οικουμενισμού, Αθήναι 1981, σ. 14, πρβλ. Vasilios von Aristi, “Das
Papsttum und die Zukunftder Ökumene“, στο Vasilios von Aristi, Das Papsamt: Dienst oder Hindernis fur
die Okumene ? Regensburg 1985, σ.σ. 170. Το ότι η Ρώμη όταν ομιλεί περί επαναδιατυπώσεως των
παπικών δογμάτων περί πρωτείου δικαιοδοσίας και αλαθήτου δεν ομιλεί για ουσιατική κατάργηση και
επιστροφή στην εκκλησιαστική παράδοση της α΄χιλιετίας βλ. τις απόψεις εγκρίτων Ρωμαιοκαθολικών
θεολόγων Pottmeyer, K. Pahner, H.-J. Schulz στο άρθρο του Paul Wess, στο Vasilios von Aristi, Das
Papsamt: Dienst oder Hindernis fur die Okumene ? Regensburg 1985, σ.σ. 124-134.
240
Σύμφωνα με μαρτυρία του καθηγητού Αθ. Βλέτση στήν ἐπιστημονική ἡμερίδα πού διοργάνωσε ἡ
Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης μέ θέμα «Ὁ θεολογικός Διάλογος μεταξύ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί
τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας» (Θεσσαλονίκη 20.5.2009), στο Αν. Γκοτσόπουλος, Η συμπροσευχή με
αιρετικούς, εκδ. Θεοδρομία, Θεσσαλονίκη 2009, σ. 235, Joseph Cardinal Ratzinger, Principles of Catholic
Theology, στο Ι. Λότσιου, Η σύνθεση Παγκοσμίου Πρωτείου και συνοδικότητας στο Κείμενο της Ραβέννας
στον Θεολογικό Διάλογο Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών, Βέροια 2009, σ. 122. Στο ίδιο πνεύμα είναι και
η πρόταση του Σεβ. Μητροπολίτου (τότε) Ελβετίας κ. Δαμασκηνού (D. Papandreou, “Ein Beitrag zur
Uberwindung der Trennung zwischen der romisch-katholischen und der orthdoxen Kirche” στο Vasilios von
Aristi, Das Papsamt: Dienst oder Hindernis fur die Okumene ? Regensburg 1985, σ.σ. 162, 166-167).
241
Προσχέδιο Κρήτης § 15.
242
Joserh Ratzinger, Die oekumenische Situation-Othodoxie, Katholizismus und reformation”, Theologische
Prinzipienlehre: Bausteine zur Funtamentaltheologie, εκδ. E. Wewel, Munich 1982, σ. 209, του ιδίου
47
Ευχαριστούμε πολύ τον «Αγιώτατο» για την κατανόηση στην … αδυναμία μας αυτή
! Τον διαβεβαιώνουμε ότι ούτε μπορούμε αλλά ούτε και επιθυμούμε να δεχθούμε και
δεν θα δεχθούμε κάτι περισσότερο από ό,τι «διετυπώθη και εφηρμόσθη κατά την
διάρκεια της πρώτης χιλιετίας». Αλλά, ας μας επιτρέψει ο «Αγιώτατος», να
δηλώσουμε και εμείς με τη σειρά μας ότι «και η Ανατολή δεν δύναται να ανεχθεί από
την Ρώμην εις ότι αφορά εις το «πρωτείον» περισσότερον εκείνου, το οποίο
διετυπώθη και εφηρμόσθη κατά την διάρκεια της πρώτης χιλιετίας». Και σε αυτό θα
είμαστε, οφείλουμε να είμαστε, απολύτως κατηγορημαστικοί !
Ευχαριστώ !
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α΄
Α΄ Σύνοδος Βατικανού
Constitutio dogmatica prima de ecclesia Christi «Pastor aeternus» 243
(18 Ιουλίου 1870)
Caput I.
De apostolici primatus in beato Petro institutione
(Περί αποστολικής θεμοθέτησης του πρωτείου στον μακάριο Πέτρο)
Εάν κάποιος λοιπόν πει, ότι ο μακάριος απόστολος Πέτρος δεν ορίστηκε από τον Κύριο Χριστό
ως πρώτος όλων των αποστόλων και ορατή κεφαλή ολοκλήρου της Εκκλησίας, είτε, πάλι
(κάποιος πει) γι’ αυτόν (τον Πέτρο), που είναι τόσο τιμημένος, ότι δεν έχει λάβει το πρωτείο στη
γνήσια και μόνιμη δικαιοδοσία του από τον ίδιο τον κύριό μας Ιησού Χριστό άμεσα και έμμεσα,
ανάθεμα.
Caput II.
De perpetuitate primatus beati Petri in Romanis pontificibus.
(Περί της αδιαλείπτου παρουσίας του πρωτείου του μακαρίου Πέτρου στους Ρωμαίους
ποντίφηκες).
Εάν κάποιος επομένως πει, ότι δεν είναι θεσμοθετημένο από τον ίδιο τον Κύριο Χριστό, θείω
δικαίω, ώστε ο μακάριος Πέτρος να έχει αδιάλειπτους διαδόχους ως προς το πρωτείο σε
ολόκληρη την Εκκλησία, είτε ότι ο Ρωμαίος ποντίφηκας δεν είναι διάδοχος του μακαρίου Πέτρου
ως προς το ίδιο το πρωτείο, ανάθεμα έστω.
Caput III.
De vi et ratione primatus Romani Pontificis
Επειδή το θείο δίκαιο του αποστολικού πρωτείου θέτει τo Ρωμαίο ποντίφικα στην κορυφή της
Eκκλησίας, διδάσκουμε και κηρύττουμε ακόμη ότι είναι υπέρτατος δικαστής των πιστών και ότι
και ότι για όλα τα θέματα που άπτονται της εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας επιτρέπεται να γίνει
προσφυγή στην κρίση του. Η κρίση της Αποστολικής Έδρα, από την οποία καμία εξουσία δεν είναι
ανώτερη, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί υπό ουδενός. Κανένας δεν έχει το δικαίωμα να κρίνει τις
αποφάσεις της. Γι’ αυτό, όσοι υποστηρίζουν ότι μπορεί να γίνει έκκληση κατά των κρίσεών της
στην οικουμενική σύνοδο ως σε ανώτερη από τον πάπα εξουσία παρεκκλίνουν από την οδό της
αλήθειας.
Εάν λοιπόν κάποιος ισχυρίζεται ότι η εξουσία του Ρωμαίου ποντίφικα περιορίζεται στον έλεγχο
και στη διοίκηση και ότι δεν είναι πλήρης και υπέρτατη εφ’ όλης της Εκκλησίας, όχι μόνο σε ό,τι
Church, Ecumenism and Politics. New essays in Ecclesiology, εκδ. St. Paul Publications New York 1988, σ.
29-45
243
Μετάφραση από το λατινικό πρωτότυπο : Kl. Schatz, Το πρωτείο του πάπα, μετφρ. Μ. Ρούσσος-Μηλιδώνης,
εκδ. Ροές Δοκίμια, 2005, σ. 266-267, Χρ. Παπαδοπούλου, Το Πρωτείον του Επισκόπου Ρώμης, Αθήναι 1964,
σ. 309-310, 310-313 και φιλολόγου Κοσμά Κούλη.
48
αφορά στην πίστη και στα ήθη, αλλά και στην τάξη και στη διακυβέρνηση ολόκληρης της
Εκκλησίας, ή ακόμη ότι έχει το πιο σημαντικό μέρος, όχι όμως και στην πληρότητα της
υπέρτατης αυτής εξουσίας, ή ότι η εξουσία του δεν είναι τακτική (δηλαδή όχι εκχωρούμενη αλλά
ex officio) εφ’ όλων των κληρικών και των πιστών, ανάθεμα έστω.
Caput IV.
De Romani pontificis infallibili magisterio
Ο Ρωμαίος ποντίφικας, όταν ομιλεί ex cathedra, όταν δηλαδή εκπληρώνοντας την αποστολή
ποιμένα και διδασκάλου όλων των χριστιανών, ορίζει, επικαλούμενος την υπέρτατη αποστολική
εξουσία του, ότι μια αλήθεια περί πίστεως ή περί ηθών οφείλει να γίνει δεκτή από όλη την
Εκκλησία, χαίρει, με τη συμπαράσταση που ο Θεός του υποσχέθηκε στο πρόσωπο του Αγίου
Πέτρο, του αλάθητου, με το οποίο ο θείος Λυτρωτής προίκισε την Εκκλησία του, όταν ορίζει τις
επί πίστεως και των ηθών αλήθειες. Κατά συνέπεια, οι ορισμοί αυτοί του Ρωμαίου ποντίφικα είναι
αλάθητοι αφ’ εαυτών και όχι από τη συγκατάθεση της Εκκλησίας.
Εάν κάποιος, είθε ο Θεός να αποτρέψει κάτι τέτοιο, από προκατάληψη διανοηθεί να αντισταθεί σε
αυτή τη δική μας απόφαση, ανάθεμα έστω»
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Β΄
Β΄ Σύνοδος Βατικανού
«Δογματική Διάταξη περί Εκκλησίας»
«Lumen Gentium»244
22. Όπως ο Άγιος Πέτρος και άλλοι Απόστολοι, σύμφωνα με το θέλημα του Κυρίου,
αποτελούν ένα και μόνον Αποστολικό Σύλλογο, έτσι και Επίσκοπος Ρώμης, διάδοχος του
Πέτρου, με τους Επισκόπους, διαδόχους των Αποστόλων, συνδέονται μεταξύ τους. Η
πανάρχαια τάξη, σύμφωνα με την οποία οι Επίσκοποι όλου του κόσμου επικοινωνούσαν
μεταξύ τους και με τον Επίσκοπο Ρώμης, με τον σύνδεσμο της ενότητας, της αγάπης και
της ειρήνης, όπως και η σύγκλιση Συνόδων, για να αντιμετωπίσουν μαζί τα σοβαρότερα
προβλήματα και να βγάλουν απόφαση μετά από ώριμη σκέψη των πολλών, μαρτυρούν το
συλλογικό χαρακτήρα και της φύσης Επισκοπικής τάξης, πράγμα που επιβεβαιώνουν οι
Οικουμενικές Σύνοδοι, που συγκλήθηκαν στους περασμένους αιώνες. Το ίδιο φανερώνει
και η αρχαία παράδοση, να καλούνται πολλοί Επίσκοποι για τη χειροτονία του νέου
εκλεγμένου στη διακονία της αρχιερωσύνης. Μέλος του Επισκοπικού Σώματος γίνεται
κανείς με τη μυστηριακή χειροτονία και με την ιεραρχική κοινωνία με την Κεφαλή και τα
μέλη του Συλλόγου.
Αλλά ο Σύλλογος, ή το Σώμα των Επισκόπων, δεν έχει εξουσία, αν δεν βρίσκεται σε
κοινωνία με τον Επίσκοπο Ρώμης, το διάδοχο του Πέτρου και κεφαλή του Συλλόγου,
διότι παραμένει ακέραιη η εξουσία του πρωτείου πάνω στους ποιμένες και τους πιστούς.
Πραγματικά, ο Επίσκοπος Ρώμης με το αξίωμά του ως αντιπρόσωπος του Χριστού και
ποιμένα όλης της Εκκλησίας, έχει πλήρη, υπέρτατη και παγκόσμια εξουσία μέσα στην
Εκκλησία, την οποία μπορεί πάντοτε να εξασκεί. Αλλά και η τάξη των Επισκόπων, που
διαδέχεται το Σύλλογο των Αποστόλων στο διδακτικό και ποιμαντικό του ρόλο και η
οποία μάλιστα διαιωνίζεται στην υπόστασή της το Αποστολικό Σώμα, μαζί με την
Κεφαλή της, τον Επίσκοπο Ρώμης και ποτέ χωρίς αυτήν την Κεφαλή, είναι επίσης φορέας
της υπέρτατης και ολοκληρωτικής εξουσίας μέσα στην παγκόσμια Εκκλησία, η οποία
όμως δεν μπορεί να εξασκηθεί χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του Επισκόπου Ρώμης. Ο Κύριος
έλαβε μόνο τον Σίμωνα σαν πέτρα και κλειδούχο της Εκκλησίας, ορίζοντάς τον ποιμένα
όλου του ποιμνίου του. Είναι όμως γνωστό ότι το αξίωμα που δόθηκε στον Πέτρο, να
δένει και να λύνει μέσα στην Εκκλησία, δόθηκε επίσης και στο Σύλλογο των Αποστόλων,
ενωμένο με την Κεφαλή του. Ο Σύλλογος αυτός σαν σύνθεση πολλών, εκφράζει την
ποικιλία και την παγκοσμιότητα του Λαού του Θεού και με την συνάθροισή του κάτω από
μία Κεφαλή, εκφράζει την ενότητα του ποιμνίου του Χριστού. Μέσα σ’ αυτόν οι
Επίσκοποι, τηρώντας πιστά το Πρωτείο και την αρχηγία της Κεφαλής, εξασκούν την
εξουσία τους για το καλό των πιστών τους και μάλιστα όλης της Εκκλησίας, ενώ το
Άγιο Πνεύμα ενισχύει διαρκώς την οργανική της δομή και την ομόνοιά της. Η υπέρτατη
εξουσία του Συλλόγου πάνω σ’ όλη την Εκκλησία, εξασκείται μ’ επίσημο τρόπο στην
Οικουμενική Σύνοδο. Αλλά δεν μπορεί να υπάρξει Οικουμενική Σύνοδος, αν δεν
244
Β΄ Σύνοδος Βατικανού, Δογματική Διάταξη Περί Εκκλησίας 1 (Lumen Gentium), μετφρ. Αθ. Αρμάου, Γραφείο Καλού
Τύπου, αχ. σ. 43-52
49
επικυρωθεί ή τουλάχιστον αν δεν γίνει δεκτή από τον Διάδοχο του Πέτρου. Ο
Επίσκοπος Ρώμης έχει την αρμοδιότητα να συγκαλεί αυτές τις Συνόδου, να προεδρεύει
σ’ αυτές και να τις επικυρώνει. Η ίδια συλλογική εξουσία μπορεί να εξασκηθεί από τους
σκορπισμένους σ’ όλον τον κόσμο επισκόπους, μαζί με τον Πάπα, όταν η Κεφαλή του
Συλλόγου τούς καλεί σε συλλογική δραστηριότητα, ή τουλάχιστον αναγνωρίζει ή
ελεύθερα δέχεται την κοινή ενέργεια των Επισκόπων, ώστε να προκύπτει μια αληθινή
συλλογική ενέργεια.
23. … Ο Επίσκοπος Ρώμης, σαν διάδοχος του Πέτρου είναι η διαρκής και ορατή Αρχή
και το θεμέλιο της ενότητας τόσο των Επισκόπων, όσο και του πλήθους πιστών…
Χάρη στη θεία Πρόνοια συνέβηκε ώστε διάφορες Εκκλησίες, ιδρυμένες από τους
Αποστόλους και του διαδόχους τους, σε διάφορους τόπους, να σχηματίσουν στο πέρασμα
των αιώνων διάφορες ομάδες, οργανικά ενωμένες μεταξύ τους. Διατηρώντας αμείωτη
την ενότητα της πίστης και τη μοναδική θεία δομή της παγκόσμιας Εκκλησίας, οι
Εκκλησίες αυτές έχουν τη δική τους εκκλησιαστική τάξη, τις δικές τους λατρευτικές
συνήθειες, τη δική τους θεολογική και πνευματική κληρονομιά. Μερικές από αυτές,
ιδιαίτερα οι παλαιές Πατριαρχικές Εκκλησίες, σαν μητέρες στη πίστη, εγέννησαν σαν
θυγατέρες τους άλλες Εκκλησίες, με τις οποίες μένουν μέχρι σήμερα συνδεδεμένες με
ένα πιο στενό σύνδεσμο αγάπης στη μυστηριακή ζωή και στον αμοιβαίο σεβασμό των
δικαιωμάτων και των καθηκόντων. Η ποικιλία αυτή των τοπικών Εκκλησιών, που τηρούν
την ενότητα, αποδεικνύει πιο φανερά την καθολικότητα της αδιαίρετης Εκκλησίας. Έτσι
και οι Σύνοδοι της Ιεραρχίας μπορούν σήμερα να συμβάλουν με πολλούς και γόνιμους
τρόπους, ώστε η συλλογική αγάπη να φτάνει στη συγκεκριμένη της εφαρμογής.
25. … Αλλά το θρησκευτικό αυτό σεβασμό της θέλησης και της διάνοιας τον χρωστούν
ιδιαίτερα στην αυθεντική διδασκαλία του Επίσκοπου Ρώμης, ακόμα και όταν δεν μιλεί
σαν υπέρτατη διδακτική αυθεντία (Ex Cathedra) έτσι ώστε να αναγνωρίζεται με
σεβασμό ο πιο σημαντικός διδακτικός του ρόλος, και να γίνονται ειλικρινά δεκτές οι
κρίσεις που βγάζει, ανάλογα με τη γνώμη του και τις προθέσεις του, που γίνονται
γνωστές από το είδος των κειμένων, από τη συχνή επανάληψη της ίδιας διδασκαλίας κι
από τον τρόπο της διατύπωσής της.
Αν και οι Επίσκοποι, χωριστά ο καθένας, δεν έχουν το προνόμιο του αλάθητου, όταν
όμως, σκορπισμένοι στον κόσμο, αλλά ενωμένοι σε κοινωνία μεταξύ τους και με τον
Διάδοχο του Πέτρου, στην αυθεντική διδασκαλίας τους γύρω από θέματα πίστης και
ηθικής θεωρούν ομόφωνα μια ορισμένη γνώμη σαν οριστική, τότε κηρύττουν αλάθητα
τη Διδασκαλία του Χριστού. Τούτο είναι ακόμη πιο φανερό, όταν, συγκεντρωμένοι σε
Οικουμενική Σύνοδο, γίνονται δάσκαλοι και κριτές στην πίστη και στην ηθική, για όλη
την Εκκλησία, και στους ορισμούς τους αρμόζει η υπακοή της πίστης.
Αυτό το αλάθητο, με το οποίο ο θείος Λυτρωτής θέλησε εφοδιασμένη την Εκκλησία
του, όταν αυτή καθορίζει τη διδασκαλία της πίστης και της ηθικής, επεκτείνεται τόσος
όσο και η παρακαταθήκη της θείας Αποκάλυψης, που πρέπει να φυλαχθεί με ζήλο και
πιστά να ερμηνευτεί. Αυτό το αλάθητο έχει ο Επίσκοπος Ρώμης, κεφαλή του Συλλόγου
των Αποστόλων, χάρη στο αξίωμά του, όταν σαν πρώτος ποιμένας και διδάσκαλος όλων
των πιστών, που στηρίζει στην πίστη τους αδερφούς του, (βλ. Λουκ. 22,32) , διακηρύττει
με οριστική πράξη μια διδασκαλία σχετική με την πίστη και την ηθική. Γι΄αυτό οι
ορισμοί του, από δικό τους χαρακτήρα κι όχι από συναίνεση της Εκκλησίας, πολύ σωστά
ονομάζονται αμετάκλητοι, επειδή γίνονται με τη συμπαράσταση του Αγίου Πνεύματος,
που ο Χριστός υποσχέθηκε στο πρόσωπο του Αγίου Πέτρου. Γι΄αυτό δεν έχουν ανάγκη
από την επικύρωση των άλλων, ούτε δέχονται έκκληση σε άλλο κριτήριο. Γιατί στην
περίπτωση αυτή ο Επίσκοπος Ρώμης διακηρύττει μια διδασκαλία όχι σαν ιδιωτικό
πρόσωπο, αλλά σαν κορυφαίος δάσκαλος της παγκόσμιας Εκκλησίας, εφοδιασμένος
ιδιαίτερα με το χάρισμα του αλάθητου της Εκκλησίας, ερμηνεύει και προστατεύει τη
διδασκαλία της καθολικής πίστης. Το αλάθητο, που υποσχέθηκε ο Χριστός στην
50
Εκκλησία, υπάρχει επίσης και στο Σώμα των Επισκόπων, όταν αυτοί μαζί μεν Διάδοχο
του Πέτρου, εξασκούν το ύψιστο διδακτικό τους αξίωμα.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Γ΄
Codex Juris Canonici (1983)245
ΜΕΡΟΣ Β΄
ΙΕΡΑΡΧΙΚΗ ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ 1ο
Η ΑΝΩΤΑΤΗ ΑΥΘΕΝΤΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1ο
Ο ΡΩΜΑΙΟΣ ΠΟΝΤΙΦΙΚΑΣ ΚΑΙ Η ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ
ΚΑΝΩΝ 330
Ακριβώς όπως ο Άγιος Πέτρος και οι Άγιοι Απόστολοι αποτελούν, σύμφωνα με την απόφαση του
Κυρίου, μοναδικό Kολέγιο, με τον ίδιο τρόπο ο Ρωμαίος Ποντίφικας, διάδοχος του Πέτρου και
οι Eπίσκοποί, διάδοχοι των Αποστόλων είναι ενωμένοι μεταξύ τους.
ΑΡΘΡΟ 1.
ΚΑΝΩΝ 331
Ο Επίσκοπος της Εκκλησίας της Ρώμης, στον οποίον παραμένει το αξίωμα που εδόθη με ιδιαίτερο
τρόπο από τον Κύριο στον Πέτρο, τον πρώτο των Αποστόλων, και που πρέπει να μεταβιβάζεται
στους διαδόχους του, είναι κεφαλή του Κολεγίου των Αποστόλων, ο βικάριος του Χριστού και
ποιμήν της Οικουμενικής Εκκλησίας σ’ αυτή τη γη. Έτσι, δυνάμει του αξιώματός του,
απολαμβάνει ανωτάτη, πλήρη, άμεση και παγκόσμια κανονική εξουσία στην Εκκλησία, που
μπορεί πάντα ελεύθερα να ασκεί.
ΚΑΝΩΝ 332
1. O Ρωμαίος Ποντίφικας έχει και ανωτάτη εξουσία στην Εκκλησία λόγω της νομίμου εκλογής που
έγινε αποδεκτή απ’ αυτόν, μαζί με την εις Επίσκοπον χειροτονία. Έτσι, κάποιος που εξελέγη στο
Υπέρτατο Ποντιφικικό Αξίωμα και είναι ήδη Επίσκοπος αποκτά αυτή την ίδια δύναμη από τη
στιγμή που αποδέχεται την εκλογή του στο ανώτατο αξίωμα του Ποντίφικα. Εάν ο εκλεγείς δεν
έχει το επισκοπικό αξίωμα πρέπει να χειροτονηθεί Επίσκοπος αμέσως.
2. Εάν συμβεί ο Ρωμαίος Ποντίφικας να αποποιηθεί το αξίωμά του είναι απαιτούμενο για την
εγκυρότητα ότι η παραίτηση είναι ελεύθερη και πρέπει να δηλωθεί δεόντως, αλλά δεν χρειάζεται
να γίνει αποδεκτή από κανένα.
ΚΑΝΩΝ 333
1. Ο Ρωμαίος Ποντίφικας έχει από το αξίωμά του όχι μόνο εξουσία σε όλη την Εκκλησία, αλλά
επίσης διαθέτει ένα πρωτείο τακτικής εξουσίας πάνω σε όλες τις επί μέρους Εκκλησίες και
ομάδες Εκκλησιών, το οποίο πρωτείο εγγυάται και διασφαλίζει την τακτική και άμεση εξουσία
την οποία διαθέτουν οι Επίσκοποι επί των επί μέρους Εκκλησιών που έχουν αναλάβει τη
φροντίδα τους.
2. Ο Ρωμαίος Ποντίφικας εκπληρών το αξίωμα του ανωτάτου ποιμένος της Εκκλησίας, βρίσκεται
πάντοτε σε κοινωνία με τους άλλους Επισκόπους σε ολόκληρη την Εκκλησία. Οπωσδήποτε έχει
245
Mετάφραση Χρ. Μοσχόβη (θεολόγου-φιλολόγου), από τη γαλλική έκδοση “Code de droit Canonique”, Cite du Vatican
1983 (pure le texte latin), Paris 1984 (puer la texte francaise), σ. 57-59.
51
το δικαίωμα, ανάλογα με τις ανάγκες της Εκκλησίας, να ορίζει τον τρόπο, είτε προσωπικό,
είτε συλλογικό, στην άσκηση της ευθύνης αυτής.
3. Δεν προβλέπεται έφεση, ούτε προσφυγή κατά αποφάσεως ή διατάγματος του Ρωμαίου
Ποντίφικος.
ΚΑΝΩΝ 334
Οι Επίσκοποι βοηθούν τον Ρωμαίο Ποντίφικα στην άσκηση της ευθύνης του, προσφέροντας τη
βοήθειά τους υπό διάφορα σχήματα, μεταξύ άλλων της Συνόδου των Επισκόπων. Εκτός των
άλλων, βοηθείται από τους Καρδιναλίους καθώς επίσης και από άλλα πρόσωπα και διαφόρους
Οργανισμούς σύμφωνα με τις ανάγκες των καιρών. Όλα αυτά τα πρόσωπα και οι Οργανισμοί
εκπληρώνουν στο όνομά του και υπό τη δική του αυθεντία το έργο που τους έχει ανατεθεί προς
το συμφέρον όλων των Εκκλησιών σύμφωνα με τις διατάξεις του δικαίου.
ΚΑΝΩΝ 335
Όταν η Ρωμαϊκή Έδρα είναι κενή ή ολικώς παρακωλυομένη τίποτε δεν μπορεί να καινοτομηθεί
στη διακυβέρνηση της Παγκόσμιας Εκκλησίας. Οπωσδήποτε οι ειδικοί νόμοι για τις περιστάσεις
αυτές πρέπει να λαμβάνονται υπ’ όψιν.
ΑΡΘΡΟ 2.
ΚΑΝΩΝ 336
Το Κολέγιο των Επισκόπων, του οποίου αρχηγός είναι ο Ανώτατος Ποντίφικας και του οποίου μέλη
είναι οι Επίσκοποι χάρις στην μυστηριακή καθιέρωση και ιεραρχική σχέση με την κεφαλή και
τα μέλη του Κολεγίου και στο οποίο το αποστολικό σώμα διαιωνίζεται είναι σε ενότητα με την
κεφαλή του και ποτέ χωρίς αυτή, έχει επίσης αρμοδιότητα ανωτάτης και πλήρους εξουσίας πάνω
στην Παγκόσμια Εκκλησία.
ΚΑΝΩΝ 337
1. Το Κολέγιο των Επισκόπων ασκεί εξουσία επί της Παγκοσμίου Εκκλησίας με μοναδικό τρόπο
στην Οικουμενική Σύνοδο.
2. Το Κολέγιο ασκεί την ίδια εξουσία δια μέσου της ενωμένης πράξεως των Επισκόπων που είναι
διασκορπισμένοι στον κόσμο, η οποία εξουσία ως τοιαύτη έχει ζητηθεί, ή έχει γίνει ελευθέρως
αποδεκτή από το Ρωμαίο Ποντίφικα, ώστε να είναι πραγματικά συνοδική πράξη.
3. Στο Ρωμαίο Ποντίφικα ανήκει, ανάλογα με τις ανάγκες της Εκκλησίας, η αρμοδιότητα να εκλέγει
και να προάγει τα σχήματα με βάση τα οποία οφείλει το Κολέγιο των Επισκόπων να ασκεί
συνοδικά το έργο του αναφορικά με ολόκληρη την Εκκλησία
ΚΑΝΩΝ 338
1. Μόνο ο Ρωμαίος Ποντίφικας έχει εξουσία να συγκαλεί την Οικουμενική Σύνοδο, να προεδρεύει
σ’ αυτήν προσωπικά ή δι’ αντιπροσώπου, να μεταφέρει, να αναβάλει, ή να διαλύει αυτή και να
επικυρώνει τις αποφάσεις της.
2. Στον ίδιο Ρωμαίο Ποντίφικα ανήκει η εξουσία να καθορίζει τα θέματα που θα συζητηθούν και να
καταρτίζει την ημερησία διάταξη που θα τηρηθεί σε μία Σύνοδο. Στα θέματα που προτείνονται
από τον Ρωμαίο Ποντίφικα οι Πατέρες της Συνόδου μπορούν να προσθέσουν άλλα θέματα με τη
δική του συναίνεση.
ΚΑΝΩΝ 339
1. Όλοι οι Επίσκοποι που είναι μέλη του Κολεγίου των Επισκόπων και μόνο αυτοί, έχουν το
δικαίωμα και την υποχρέωση να λάβουν μέρος σε μία Οικουμενική Σύνοδο με δικαίωμα ψήφου.
Η ανωτάτη εξουσία της Εκκλησίας μπορεί να προσκαλέσει άλλους που δεν είναι Επίσκοποι σε
μία Οικουμενική Σύνοδο και να καθορίσει το βαθμό συμμετοχής τους.
52
ΚΑΝΩΝ 340
Εάν η Αποστολική Έδρα κενωθεί κατά τη διάρκεια μιας Οικουμενικής Συνόδου, αυτή διακόπτεται
αυτοδικαίως, μέχρις ότου ο νέος Ανώτατος Ποντίφικας διατάξει να συνεχισθεί ή να την διαλύσει.
ΚΑΝΩΝ 341
1. Τα συνοδικά διατάγματα ουδεμία τελική δεσμευτική ισχύ έχουν, άνευ αφενός της επικυρώσεώς
τους υπό του Ρωμαίου Ποντίφικος μαζί με τους Πατέρες της Συνόδου, και αφετέρου της
δημοσιεύσεώς τους με διάταξή του.
2. Για να αποκτήσουν δεσμευτική ισχύ οι αποφάσεις οι οποίες εκδίδονται από το Κολέγιο των
Επισκόπων, όταν αυτό αποφαίνεται συνοδικά υπό άλλη μορφή που έχει προταθεί από το Ρωμαίο
Ποντίφικα ή έγινε ελεύθερα αποδεκτή από αυτόν, έχουν ανάγκη της αυτής επικυρώσεως και
δημοσιεύσεως.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Εισαγωγή 1
Η αξία των κανονικών διατάξεων
2
Το παπικό πρωτείο κατά τους Ρωμαιοκαθολικούς
5
Το παπικό πρωτείο και οι Ιεροί Κανόνες.
7
Α. Το παπικό πρωτείο και ο Απ. Πέτρος
7
1. Η γένεση των «πρεσβείων τιμής»
7
2. Τα «πρεσβεία τιμής» της Εκκλησίας της Ρώμης
9
3. De jure divino ή de jure canonico ; 11
4. Ο Δ-28 και η διαφωνία των παπικών λεγάτων - παπικού θρόνου
12
57
26
ε) Το «Λειτούργημα του “Πρώτου”» 30
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 55
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ 59