
ΟΙ ΔΥΟ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΡΕΣΗ ΤΟΥ ΚΥΠΡΙΑΝΙΤΙΣΜΟΥ
ΟΙ ΔΥΟ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΡΕΣΗ ΤΟΥ ΚΥΠΡΙΑΝΙΤΙΣΜΟΥ
1 Εἶναι μία ἐκ τῶν Συνόδων τῶν Γ.Ο.Χ., πού ἐδρεύει στήν ὁδό Κάνιγγος 32, στήν Ἀθήνα.
Ἱστός: https://www.ecclesiagoc.gr
2 Ἀντιόχου τοῦ ἐκ Γαλατίας, Πανδέκτης..., σελ. 316. Ὀρθόδοξος Κυψέλη, 1991. «Τοῦτο δέ σοι
ἔστω σημεῖον πρός ἀσφάλειαν σύντομον καί βέβαιον˙ πᾶσαι αἱ αἱρέσεις ἐπ' ὀνόματι
ἀνθρώπου ὀνομαζόμεναι, οἷον, Ἀρειανοί, Νεστοριανοί Σεβηριανοί καί ἄλλαι...».
1
Ἡ περί ἀρρωστημένων μελῶν τῆς Ἐκκλησίας κακοδοξία.
Ἡ δοξασία τῶν "κυπριανιστῶν" περί ἀρρωστημένων στήν πίστη μελῶν τῆς
Ἐκκλησίας, θεωρεῖται ἡ κύρια θέση στήριξης τῆς ἐκκλησιολογίας τους, τήν ὁποία
ἀναγάγουν μάλιστα καί σέ θέση δόγματος.
Πράγματι ὑπάρχουν ὁρισμένες καταχρηστικές ἐκφράσεις πού χρησιμοποιοῦν ἐνίοτε
οἱ Πατέρες, θέλοντες νά τονίσουν τό ἐμπερίστατο στόν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά
οὐδόλως ἔχουν τήν σημασία πού τίς ἀποδίδουν αὐτοί, ὅτι δηλαδή τό Σῶμα τῆς
Ἐκκλησίας ἀποτελεῖται ἀπό ἄρρωστα καί ὑγιῆ ὡς πρός τήν πίστη μέλη. Στήν
πραγματικότητα ἄρρωστοι εἶναι ὅσοι νοσοῦν ἀπό τέτοιες κακόδοξες ἰδέες καί ὄχι ἡ
Ἐκκλησία.
Ἡ πραγματικότητα βεβαίως εἶναι ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἄσπιλος καί ἀμόλυντος,
σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία τῶν Πατέρων, διό καί ὅταν ἕνα μέλος νοσήσῃ ἀπό
κάποια αἵρεση καί δέν δεχθῇ τήν ἰατρεία τῆς Ἐκκλησίας, διά τῆς ὑγιοῦς διδασκαλίας
Της, ἀποκόπτεται πάραυτα, ἀρχικῶς διά τῆς ἐκκοπῆς κάθε ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας
καί στήν συνέχεια διά τῆς ἐπικυρώσεως μέ Συνοδική Ἀπόφαση3. Δέν παραμένει τό
ἀρρωστημένο μέλος ἐς ἀεί ἑνωμένο μέ τό ὑπόλοιπο Σῶμα, ὅπως νομίζουν, καθώς
γίνεται σήμερα μέ τούς Οἰκουμενιστές, περιμένοντες μάλιστα καρτερικῶς τήν
σύγκληση αὐτῆς τῆς ἄφαντης στόν ὁρίζοντα Συνόδου, διότι οὕτω θά ἀρρωστήσῃ διά
τῆς μεταδοτικῆς ἀσθενείας καί τό ὑπόλοιπο Σῶμα, ὅπως ἀρρώστησαν καί οἱ ἴδιοι διά
τοῦ ἐν λόγῳ συγχρωτισμοῦ, χωρίς δυστυχῶς νά τό ἐννοήσουν4!
Ὅταν ὁμιλοῦμε περί ἀσπίλου καί ἀμολύντου Ἐκκλησίας δέν ἐννοοῦμε πώς μέσα στό
σῶμα Της δέν ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού νοσοῦν ὡς πρός τά πάθη καί τίς ἀδυναμίες,
3 ΡΠΣ, τόμ. 3ος, σελ.319. «Εἰ δέ καί οὕτω τῇ φυσιότητι, τοὐτέστι τῇ κενοδοξίᾳ καί τῇ ἀνηκοίᾳ
ἐμμένουσιν, ἀναθέματι καθυποβληθήσονται, ὡς σεσηπότα μέλη ἐκ τοῦ ὑγιαίνοντος σώματος
τῆς ἐκκλησίας ἐκκοπέντες».
4 Πρακτικά Συνόδων, τόμ. Α', σελ.599. «εἰ γάρ καί ἀναγκαῖος ὁ χωρισμός τῶν σεσηπότων
μελῶν, ἀλλ' ὅμως ὀδύνην πικράν τῷ λοιπῷ σώματι κατεργάζεται...., ἀλλ’ ὅμως οὐ
παραιτητέα τοῖς ἰατροῖς τῶν ἀχρήστων καί ἐπιβλαβῶν μελῶν ἡ τομή˙ ὁ γάρ ἐχέφρων καί
σοφός τῶν σωμάτων θεραπευτής εἰς τήν τῶν λοιπῶν ἀφορῶν ὑγείαν καταφρονεῖ τοῦ
σεσηπότος, παντί τῷ σώματι τήν σωτηρίαν πραγματευόμένος».
Ὁ Μ. Ἀθανάσιος παρακαλοῦσε διά τήν ἀποβολή τοῦ Ἀρείου, διά νά μήν συγχύζεται ὁ λαός
βλέποντας τόν αἱρετικό σέ Ὀρθόδοξο ναό: «καὶ ἆρον Ἄρειον, ἵνα μὴ εἰσελθόντος αὐτοῦ εἰς
τὴν ἐκκλησίαν δόξῃ καὶ ἡ αἵρεσις συνεισέρχεσθαι αὐτῷ καὶ λοιπὸν ἡ ἀσέβεια ὡς εὐσέβεια
νομισθῇ». (Epistula ad Serapionem de morte Arii Chapter 3, section 3, line 1).
2
διό καί ἐκλαμβάνουμε Αὐτήν ὡς Θεραπευτήριο-Νοσοκομεῖο, πού θεραπεύονται οἱ
ἀρρωστημένες ψυχές, ἀλλά εἶναι τοιαύτη ὡς πρός τήν καθαρότητα τῆς Πίστεως καί
τήν ἀκεραιότητα τῆς ὁμολογίας.
Τά μέλη ὅμως τῆς Ἐκκλησίας πού ἐμπίπτουν σέ αἵρεση, ἐάν μετά τόν ἔλεγχο δέν
μετανοήσουν, θεωροῦνται ὄχι ἁπλῶς ὡς ἄρρωστα, ἀλλ' ὡς σεσηπότα-σάπια καί
νεκρά πλέον μέλη καί ἀπόβλητα συνάμα, ἀπό τό ὑπόλοιπο σῶμα τῆς Ἐκκλησίας.
Ὁ Πατριάρχης Δοσίθεος στήν "Ὁμολογία" του, εἶναι σαφέσταστος διά τήν
σύσταση τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας: «Πιστεύομεν μέλη τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας, εἶναι
πάντας καί μόνους τούς πιστούς, τούς τήν τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ δήλα δή ἀμώμητον
πίστιν ὑπό τε ἐκείνου τοῦ Χριστοῦ καί τῶν Ἀποστόλων καί τῶν ἁγίων οἰκουμενικῶν
συνόδων δειχθεῖσαν ἀδιστάκτως πρεσβεύοντας, κἄν καί τινες ἐξ αὐτῶν ἁμαρτίαις
παντοίαις ὑπεύθυνοι εἶεν. Εἰ γάρ μή ἦν μέλη τῆς Ἐκκλησίας οἱ πιστοί μέν, ἁμαρτίαις δέ
συζῶντες, οὐκ ἄν ὑπό τῆς Ἐκκλησίας ἐκρίνοντο. Νῦν δέ κρινόμενοι ὑπ' αὐτῆς, εἴς τε
μετάνοιαν προσκαλούμενοι καί εἰς τόν τρίβον τῶν σωτηρίων ἐντολῶν
ποδηγετούμενοι, κἄν καί ἔτι ἁμαρτίαις ρυπαίνοιντο, μόνον δι' αὐτό τοῦτο, ὅτι οὐ
πεπτώκασιν εἰς ἀπόγνωσιν, καί ὅτι τῆς καθολικῆς καί εὐσεβοῦς ἀντέχοντες (ἴσως
ἀντέχονται) πίστεως, μέλη τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας εἰσί καί γινώσκονται»5.
Ἡ διδασκαλία τῶν Πατέρων εἶναι σαφέστατη περί καθαρότητας τῆς Ἐκκλησίας,
καί σφόδρα ἀντίθετη μέ τούς δικούς τους παραλογισμούς. Ἡ γνώμη αὐτή ἔχει
διατυπωθεῖ πολλάκις μέσα ἀπό τά συγγράμματά τους ἀλλά καί στίς Ἀποφάσεις τῶν
Συνόδων.
Οὕτω καί ὁ Νεστόριος π.χ., ἀπεκόπη πάραυτα τῆς κοινωνίας τοῦ λαοῦ,
ἐπερχομένης καί τῆς Γ' Οἰκουμενικῆς Συνόδου πρός ἐπικύρωση τοῦ τετελεσμένου ἤδη
γεγονότος διά καταλυτικῆς Συνοδικῆς Ἀποφάσεως.
Ἀναφέρονται στά Πρακτικά τῆς Συνόδου τά ἑξῆς σημαντικά πού δεικνύουν τήν
ὀρθή γνώμη: «Ὅπερ ἐπί τοῖς σώμασιν ἡμῶν ἰατρός, τοῦτο ταῖς ψυχαῖς ἱερεύς. Ἐπειδή
γάρ νόσημα ψυχῶν ἐστιν ἡ πλάνη, καί χρονίζουσα θάνατον τόν τῆς τιμωρίας
ἐπήγαγεν, ᾠκονόμησεν ἡ τοῦ πνεύματος χάρις ἰατρείαν ψυχῆς, τήν ἱερωσύνην τήν
ἁγίαν καί τό προσληφθέν τῷ πάθει μέλος ἐξέκοψεν, οὐκ ἐκείνου ἀφειδῶν, ἀλλά τῶν
λοιπῶν μελῶν φειδόμενος˙ ἐπειδή γάρ τό συνεχές τῆς σήψεως τῆς σαθρᾶς μετάδοσιν
Ἐγκύκλιος τῆς Μιᾶς Ἁγίας Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας πρός τούς ἀπανταχοῦ
13
ἀναιρεῖ τήν κανονικότητά του ὡς ἐπισκόπου ὑπό τήν ἔννοια τοῦ ὑπαρκτοῦ τῆς ἱερωσύνης του
καί τῆς θεσμικῆς του θέσεως στήν ἐκκλησία...».
15 ΡΠΣ, τόμ. 2ος, σελ. 367. «...ψήφισμα δε, ἡ διάγνωσις καί ἡ ἀπόφασις λέγεται, (Ζωναρᾶς)».
7
οἱ ἐξεταζόμενοι ἐπίσκοποι, χάρις τῷ Θεῷ καί αὐτοῖς· εἰ δέ ὑπουλότητα ἔχουσι, κρινεῖ
αὐτούς ὁ Θεός, ὡς ἐπί Ἀρείου καί Νεστορίου, καί τῶν ὁμοίων αὐτοῖς.... ἐλπίζομεν, ὅτι
μετά τήν σύνοδον οὐδείς διαστραφήσεται, καθότι ἐν ταῖς καταθέσεσιν αὐτῶν ἑαυτούς
οἱ ἐπίσκοποι ἀναθεμάτισαν· ὅτι ἐάν ἐπιστρέψωμεν ἐπί τήν προτέραν αἵρεσιν,
ἀναθεματισμένοι καί καθῃρημένοι ἐσμέν»16. Οἱ ἀποφάσεις τῆς Συνόδου δηλαδή
ἐνεργοῦν διαχρονικά διά ὅσους παραβοῦν τούς ὅρους της, ἀσχέτως ἐάν στόν μέλλον
λόγῳ ἀνακαινίσεως τῆς αἱρέσεως ξανασυγκροτηθῇ Σύνοδος ἐπί τοῦ αὐτοῦ θέματος.
Ὁ π. Γεώργιος Μεταλληνός, ἀναφερόμενος στόν Νεόφυτο Καυσοκαλυβίτη καί στό
"Κανονικόν" αὐτοῦ, λέγει, «Εἰς τό ἐπιπολάζον κατά τήν ἐποχήν τῶν συγγραφέων
ἐρώτημα, πότε κατεδικάσθησαν οἱ Λατῖνοι, ὡς αἱρετικοί17, ἀπαντᾷ ὁ Νεόφυτος, ὅτι
"τό τῶν Λατίνων περί Θεοῦ φρόνημα, εἶτ' οὖν δόγμα, αἱρετικόν ὄν, καί σύνοδοι
ἤλεγξαν...". Ἡ συνοδική, οὕτω, καταδίκη τοῦ "Φιλιόκβε" ὑπῆρξε διά τόν Νεόφυτον
συγχρόνως καταδίκη καί αὐτῶν τῶν Λατίνων, ὥστε νά μήν κρίνεται ἀναγκαία ἄλλη,
εἰδική καταδίκη αὐτῶν»18.
Ὁ ἅγιος Θεοφάνης ὁ Ἔγκλειστος (1815-1894) διασαφηνίζει ἐπί πλέον τό θέμα: «Στό
παρόν, ἔχουμε μία ἁλματώδη ἐξάπλωση μηδενιστῶν, πνευματιστῶν καί ἄλλων ἐπι-
ζήμιων ἔξυπνων πού παρασύρονται ἀπό τούς ψευδοδιδασκάλους τῆς Δύσεως. Νομί-
ζετε ἀληθῶς ὅτι ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία θά τηροῦσε σιωπή καί δέν θά ὕψωνε τή φωνή
Της γιά νά καταδικάσει καί νά τούς ἀναθεματίσει, ἐάν οἱ καταστροφικές διδασκαλίες
τους ἦταν κάτι νέο; Μέ κανένα τρόπο. Θά συγκαλεῖτο κάποια Σύνοδος, καί στή Σύ-
νοδο ὅλοι αὐτοί μαζί μέ τίς διδασκαλίες τους θά παρεδίδοντο σέ ἀνάθεμα, στό δέ τω-
ρινό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας θά προσετίθετο ἕνα ἐπιπρόσθετο κεφάλαιο: «Στόν
Φόϋερμπαχ, τόν Μποῦχνερ καί τόν Ρενάν, στούς πνευματιστές, καί ὅλους τούς ἀκο-
λούθους τους – στούς μηδενιστές – “ἔστω ἀνάθεμα”». Ἀλλά δέν ὑπάρχει καμμία ἀνά-
γκη γιά τέτοια Σύνοδο καί δέν ὑπάρχει καμμία ἀνάγκη ἐπίσης γιά τέτοια προσθήκη. Οἱ
ψευδοδιδασκαλίες τους ἔχουν ἤδη ὅλες ἀναθεματισθεῖ ἐκ τῶν προτέρων σέ ἐκεῖνα τά ση-
μεῖα ὅπου ἐκφέρεται ἀνάθεμα γιά ἐκείνους πού ἀρνοῦνται τήν ὕπαρξιν τοῦ Θεοῦ, τήν
19 Πρωτότυπο κείμενο (ρωσσικό): στό περιοδικό Pravoslavnaya Rus ( Ὀρθόδοξη Ρωσσία), #4,
1974. Ἀγγλικό κείμενο: https://groups.google.com/forum/#!topic/
alt.religion.christian.east-orthodox/xNL7b6YRnMg
20 Ἱεροθέου "Ναυπάκτου", «Ἐκκλησιαστική Παρέμβαση», τ. 89 – Ἰούνιος 2003.
21 Οἱ ἀγῶνες τῶν μοναχῶν ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας, ἔκδ. Ἱερά Μονή Ὁσίου Γρηγορίου, Ἅγιον
Οἱ Μονοφυσῖτες κατά τόν καιρό τοῦ Σεβήρου δέν εἶχαν ἀκόμη δημιουργήσει ἰδία ἱεραρχία,
24
ἀλλά ὑπούλως καί μέ τήν βοήθεια τῆς κρατικῆς ἐξουσίας, προσπαθοῦσαν νά ἀποσπάσουν
ἀπό τούς Ὀρθοδόξους τούς πατριαρχικούς καί λοιπούς ἐπισκοπικούς θρόνους καί
ἐπικρατήσουν οὕτω στό σύνολο τῆς Ἐκκλησίας. (Βλπ, Βλασίου Φειδᾶ,Ἐκκλησιαστική
Ἱστορία, τόμ. 1ος, σελ. 724). Κατ' αὐτόν τόν τρόπο δημιουργοῦνταν σύγχυση ἀνάμεσα στόν
λαό, πού ἀδυνατοῦσε νά διακρίνῃ τούς πραγματικούς Ἐπισκόπους ἀπό τούς ψευδεῖς, μέ
ἀποτέλεσμα αὐτοί νά διεισδύουν ὡς λύκοι ἐνδυόμενοι προβιά προβάτου καί νά ἀποσποῦν
τούς ἀπλουστέρους ἀπό τήν πραγματική Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.
10
ἀπογυμνούμενος παντελῶς τῆς ἱερωσύνης του25, καθιστάμενος πλέον ἁπλός λαϊκός ἤ
μοναχός, ὅπως πρίν τήν χειροτονία.
Στήν περίπτωση ὅμως τῆς διεγνωσμένης αἱρέσεως, ὅπου εἶναι γνωστό πλέον τό
μέγεθος τῆς βλασφημίας της ἀπέναντι στόν Θεό, ἡ παροχή καί ἐπισκίαση τῆς Χάριτος
διακόπτεται καί πρίν τῆς ἐπικειμένης συνοδικῆς καθαιρέσεως, λόγῳ τῆς αὐτοβούλου
ἐπισχέσεως αὐτῆς, ὑπό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἕνεκα τῆς μέ πλήρη ἐπίγνωση
βλασφημίας τῆς αἱρέσεως, πού φανερά ὁμολογεῖται ὑπό τῶν αἱρετικῶν. Βεβαίως
ἀργότερα ἔρχεται καί ἡ Ἀπόφαση τῆς Συνόδου, πού ἐπισήμως προβαίνει στήν
ἀφαίρεση τῆς ἰδιότητα τοῦ κληρικοῦ, ἀλλά συνάμα ἀποσκοπεῖ καί στήν ἐνημέρωση
τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως διασφαλισθῇ ἐκ τοῦ κινδύνου τοῦ
συγχρωτισμοῦ μετά τῶν αἱρετικῶν, καί οὕτως ἐξαλειφθῇ ἡ ἐντύπωση στούς
ἁπλουστέρους, ὅτι αὐτοί παραμένουν πραγματικοί κληρικοί ἐντός τῶν ὁρίων τῆς
Ἐκκλησίας.
Ὁ Ἀναθεματισμός καί ἡ καταδίκη τῶν αἱρέσεων καί τῶν αἱρετικῶν, ἀσφαλῶς καί
δέν εἶναι προνόμιο μόνον τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ὅπως διατείνονται οἱ
συντάκτες τῆς Ἐπιστολῆς (σελ 18), θεωροῦντες ἐν τοῖς πράγμασι ἀνεπαρκῆ τήν ἀξία
τῶν Τοπικῶν26. Ὁ λόγος πού συγκλήθηκαν Οἰκουμενικές Σύνοδοι ὅπου ἐπανέλαβαν
καί ἐπικύρωσαν τίς καταδίκες τῶν Τοπικῶν Συνόδων, ἦταν διότι οἱ αἱρέσεις αὐτές δέν
περιορίσθηκαν μετά τίς καταδίκες αὐτῶν, ἀλλ' ἐπεκτάθηκαν τόσο στόν χριστιανικό
κόσμο, ὥστε ἦταν ἀναγκαία ἡ σύγκληση τοῦ συνόλου εἰ δυνατόν τῆς Ἐκκλησίας, διά
25 Κων. Ράλλη, Ποινικό Δίκαιο, σελ.1, ἐκδ. Πουρναρᾶς, 1998. «Ἡ ποινή αὕτη ἀποδίδοται διά
τῶν ὅρων καθαίρεσις, ἔνδικος καί κανονική καθαίρεσις, τελεία καθαίρεσις, καθαίρεσις καί
γύμνωσις πάσης ἱερατικῆς (ἀρχιερατικῆς) ἐνεργείας καί τάξεως...».
26 Ἰωάννου Ρωμανίδη, "ΘΕΟΛΟΓΙΑ", τόμος 1995, τεύχος 4, σελίδες 646-680. «Ὁ Ἄρειος, ὁ
Νεστόριος καί ὁ Εὐτυχής κατεδικάσθησαν πρῶτα ὑπό τοπικῶν συνόδων καί κατόπιν ὑπό
Οἰκουμενικῶν. Ὁ Παῦλος Σαμοσατεύς κατεδικάσθη ὑπό τοπικῆς συνόδου, τῆς ὁποίας ἡ
ἀπόφασις ἔγινε δεκτή ὑφ' ὅλων τῶν ὑπολοίπων συνόδων. Τό ἴδιον συνέβη μέ τόν Σαβέλλιον.
Ἀκόμη καί εἰς τάς Οἰκουμενικάς Συνόδους οἱ ἐπίσκοποι ἐλάμβανον μέρος ὡς μέλη τῶν συνόδων
των, τῶν ὁποίων ἐκφρασταί ἦσαν οἱ Μητροπολῖται, Ἀρχιεπίσκοποι καί Πατριάρχαι ἤ οἱ
ἐκπρόσωποί των. Θά πρέπει νά διευκρινισθῆ, ὅτι οὔτε ἡ Οἰκουμενική Σύνοδος δύναται νά
ὑποκαταστήση τάς Τοπικάς Συνόδους, οὔτε αἱ Τοπικαί Σύνοδοι δύνανται νά πάρουν τό
προβάδισμα ἔναντι Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἐκτός ἄν ἡ μία ἤ ἡ ἄλλη παρεκκλίνει τῆς πίστεως.
Τοῦτο διότι ἡ αὐθεντία ἐνυπάρχει εἰς τούς θεουμένους (δοξασμένους) Ἀποστόλους, Προφήτας
καί Πατέρας, πού συμμετέχουν εἰς τάς Συνόδους ἤ εἰς τούς ἀκολουθοῦντας τήν διδασκαλίαν
τῶν θεουμένων Συνοδικοί, καί ὄχι εἰς τοπικάς ἤ Οἰκουμενικάς Συνόδους καθ' ἑαυτάς».
11
νά σταματήσῃ ἡ ἐξάπλωσή τους καί νά ἐπέλθη ἡ καταστολή, ἀλλά καί διά
ἐπιβεβαίωση ὅτι ἐμφοροῦνται ἀπό τήν ἴδια Πίστη. Ὑπάρχουν ὅμως περιπτώσεις,
ὅπου Τοπικές Σύνοδοι μετά ἀπό καταδίκες μπόρεσαν καί περιόρισαν τίς αἱρέσεις, ἄν
ὄχι καί νά τίς καταστείλουν ἐντελῶς, ὥστε νά μήν εἶναι πλέον ἀπαραίτητη ἡ
σύγκληση μεγαλυτέρας Συνόδου.
Ἡ ἐν Καρθαγένῃ π.χ. Τοπική Σύνοδος, κατεδίκασε τούς Δονατιστές. Ἡ ἐν Γάγγρα
ἐπίσης Τοπική Σύνοδος ἀναθεμάτισε τόν τῆς Σεβαστείας Ἐπίσκοπο Εὐστάθιο καί τούς
μαθητές του μέ προσωπικά Ἀναθέματα. Ἡ ἐν Ἀντιοχείᾳ τόν ἐπίσκοπο Παῦλο
Σαμοσάτων, καί πλεῖστα ἄλλα παραδείγματα. Τά ἀναθέματα αὐτά δέν
ἀνανεώθηκαν ὑπό μεγαλύτερης Συνόδου, διότι ἦταν ἐπαρκῆ ἀπό μόνα τους, καθώς οἱ
αἱρέσεις αὐτές εἶχαν τοπικό χαρακτῆρα καί δέν ἐπεκτάθηκαν ἀποτελώντας
μεγαλύτερο κίνδυνο γιά τήν Ἐκκλησία.
Συγκεκριμένα ἀναφέρονται τοὐλάχιστον 140 Τοπικές Σύνοδοι, πού κατέκριναν καί
Ἀναθεμάτισαν τίς ἀναφανεῖσες στήν ἐποχή τους αἱρέσεις.
Οἱ ἐπικυρώσεις τῶν Τοπικῶν Ἀποφάσεων ὑπό τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, δέν
γίνονται διότι οἱ πρῶτες εἶναι ἀνεπαρκεῖς, ἀλλά τοὐναντίον, ἔρχονται διά νά
ἐπιβεβαιώσουν τήν αὐθεντία τους καί νά τούς ἀποδώσουν οἰκουμενικό μάλιστα κῦρος.
Κατά τόν Δοσίθεο Ἱεροσολύμων, τό δικαίωμα τῆς κρίσης καί Ἀναθεματισμοῦ τῶν
αἱρετικῶν δέν εἶναι μόνον προνόμιο τῶν Οἰκουμενικῶν ἤ Τοπικῶν Συνόδων, ἀλλά καί
μεμονωμένοι Μητροπολῖτες ὅπως ἡ ἱστορία μᾶς διδάσκει, προέβησαν σέ καταδίκες καί
Ἀναθεματισμούς αὐτῶν27.
Τόσο μεγάλη μάλιστα παρουσιάζουν τήν ἀνεπάρκεια τῶν Τοπικῶν Συνόδων, πού
τίς στεροῦν ἀκόμη καί τήν δυνατότητα νά κηρύξουν ἔκπτωτο ἕναν Ἐπίσκοπο ἀπό
τόν θρόνο του!!! Στήν σελίδα 19, ἀναφέρουν τό ἑξῆς φαιδρό: «...ἄν δέν ὑπάρξει
συνοδική καταδίκη, καθαίρεση καί ἀναθεματισμός ἀπό Γενική Σύνοδο, δέν τίθεται
ζήτημα ἀκυρότητας τῶν μυστηρίων ἤ παύσεως ἀπό τῆς ἱερωσύνης αὐτῶν πού
υἱοθέτησαν τέτοιες ἀπόψεις». Ἐπίσης καί στήν σελ. 36: «Αὕτη αἵρεται μόνο μέ τήν
ἐπίσχεση τῆς ἱερωσύνης του ὑπό Γενικῆς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας διά τῆς κατά
πρόσωπον καθαιρέσεώς του...»! Ἄν καταλάβαμε καλά, μᾶς λένε ὅτι διά νά χάσῃ
κάποιος Ἐπίσκοπος τήν θεσμική του ἰδιότητα, δλδ τό νά εἶναι Ἐπίσκοπος, διά τῆς
καθαιρέσεως, τοῦτο γίνεται μόνον ἀπό μία "Γενική Σύνοδο"!!! Προφανῶς, μέ τόν
νεόκοπο ὅρο "Γενική", ἐννοοῦν Οἰκουμενική ἤ Πανορθόδοξη, πού κατά κόρον συνήθιζε
«...Σημείωσαι ταῦτα (προηγοῦνται τά σχόλια τοῦ Βαλσαμώνος στόν ΙΕ' Κανόνα), ἴσως
32
ὠφελήσοντα κατά τῶν λεγόντων, μή καλῶς ἡμᾶς ἀποσχισθῆναι ἀπό τοῦ θρόνου τῆς παλαιάς
Ρώμης, πρό τοῦ καταδικασθῆναι τούς περί ταύτην ὡς κακόφρονας». ΡΠΣ, τόμ. 2ος, σελ. 693.
33 Τό Οἰκομενικό Πατριαρχεῖο καί κατόπιν αὐτά τῶν Ἱεροσολύμων καί τῆς Ἀλεξανδρείας ὡς
καί ἡ Ἐκκλησία τῆς Κύπρου, ἀναγνώρισαν κατά τήν περίοδο 1922-1930 τήν ἱερωσύνη τῶν
Ἀγγλικανῶν. (Η.Θ.Ε., τόμ. 1ος, σελ.202).
15
ὑποστηρικτές τοῦ "αὐτοματισμοῦ" καί τοῦ διαπιστωτικοῦ χαρακτῆρα τῶν ἱερῶν
Κανόνων, διά τίς κατεγνωσμένες αἱρέσεις καί αἱρετικούς;
Ἔχουμε τήν ἐντύπωση ὅτι τά ἔχουν κάπως μπερδέψει καί δέν εἶναι καί τόσο
συνεπεῖς μέ τήν "κυπριανιστική" ἐκκλησιολογία, ὅσο κάποιοι ἄλλοι ὁμόφρονές τους
ἁγιορεῖτες Πατέρες πού ξεπέρασαν τούς φόβους τους..., πού ἄν καί δειλά, διδάσκουν
ὅτι οἱ παπικοί ὡς ἀκατάκριτοι προσωπικά ὑπό Γενικῆς... Συνόδου, μετέχουν τῆς
ἁγιαστικῆς Χάριτος!
Διαπιστωτισμός.
Ἀποτελεῖ φρόνημα τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅτι ἡ ἐπιβολή τοῦ Ἀναθέματος ἔχει
διαχρονικό χαρακτῆρα, δηλαδή, π.χ. στόν Ἀναθεματισμό πού ἐξέδωκε ἡ Α'
Οἰκουμενική Σύνοδος κατά τοῦ Ἀρείου ἐμπίπτουν ὅλοι ὅσοι στό μέλλον περιπέσουν
στίς κακοδοξίες του, χωρίς νά παραστῇ ἀνάγκη συνεχῶν συγκλήσεων Συνόδων πρός
ἀπόδοση νέων προσωπικῶν Ἀναθεματισμῶν! Οὕτω δέ, ὡς ὑποκείμενοι οἱ νέοι
αἱρετικοί στό παλαιό ἐκεῖνο Ἀνάθεμα, τίθενται ἐκ τῶν πραγμάτων κάτω ἀπό τίς
πνευματικές συνέπειές του, δηλαδή, χωρίζονται ἀπό τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, κατά
τόν χρόνο ἀποδοχῆς τῆς κεκηρυγμένης αἱρετικῆς διδασκαλίας. Ὅσες μελλοντικές
Σύνοδοι ἐπιληφθοῦν τίς περιπτώσεις τῶν νέων αὐτῶν αἱρετικῶν πού ἀνακαινίζουν
τήν παλαιά ἐκείνη αἵρεση καί καταδικάσουν αὐτούς, ἡ καταδίκη καί τά ἐπιτίμιά τους
θά ἀποτελέσουν μέτρο διαπιστωτικό.
Αὐτή εἶναι καί ἡ σημασία τῆς λέξεως "διαπιστωτικός", ὅτι διαπιστώνει μία
κατεγνωσμένη αἵρεση πού ἐντοπίζεται νά κηρύττεται σέ μεταγενέστερο χρόνο, διότι
ποῖο τό νόημα νά τό ὀνομάζωμε ἔτσι, ἄν δέν εἶχε νά διαπιστώσῃ κάτι πού
προηγουμένως δέν εἶχε ἐλεγχθῆ καί διαγνωσθεῖ; Ἀπαραίτητο λοιπόν ἡ αἵρεση
προηγουμένως νά εἶναι διεγνωσμένη.
Ὁ καθηγητής ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου Σ. Τρωιάνος34, διασαφηνίζει πλήρως καί
ρίχνει ἄπλετο φῶς στήν συσκότιση πού ἐπιχειροῦν οἱ συντάκτες τῆς Ἐπιστολῆς:
«Εἰδικωτέρα γιά τήν ἐγκυρότητα μυστηρίων πού ἔχουν τελεσθεῖ ἀπό αἱρετικούς ἤ
σχισματικούς θρησκευτικούς λειτουργούς, πρέπει νά γίνει ἡ ἀκόλουθη διάκριση. Ἄν ὁ
κληρικός πρίν ἀπό τήν τέλεση τῶν μυστηρίων εἶχε τυπικά προσχωρήσει σέ θρησκευτική
κοινότητα γνωστή ὡς αἱρετική ἤ σχισματική, ἤ φανερά ἀποδεχόταν δοξασίες,
34 Παραδόσεις Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου, σελ. 351, β' ἔκδοση, Ἀθήνα - Κομοτινή, 1984.
16
καταδικασμένες ἤδη γιά τήν ἀπόκλιση τους ἀπό τήν ὀρθόδοξη δογματική διδασκαλία,
τότε (κι' ἄν ἀκόμα ὁ κληρικός δέν εἶχε ἀποβάλει τήν ἰδιότητά του μέ καθαίρεση ἤ λόγω
τῆς ἐξόδου του ἀπό τήν Ἐκκλησία) τά μυστήρια εἶναι ἄκυρα μέ βάση τήν ἀρχή ὅτι οἱ
κανόνες ἀπορρίπτουν μυστήρια πού τελοῦνται ἀπό αἱρετικούς (βλπ. κάν. 68 Ἀποστ., 1
Καρχ.). Ἄν ἀντίθετα οἱ δοξασίες τοῦ κληρικοῦ κρίθηκαν μεταγενέστερα (μετά τήν
τέλεση τῶν μυστηρίων) ὡς αἱρετικές, τότε κάθε πράξη του προγενέστερη τῆς
καταδίκης εἶναι ἰσχυρή»35.
Ἐπίσης ὁ ἴδιος καθηγητής, ἀπαριθμεῖ τούς τρεῖς τρόπους ἐξόδου ἀπό τήν Ἐκκλησία,
ἐκ τῶν ὁποίων ὁ τρίτος εἶναι κυρίως αὐτός πού μᾶς ἀφορᾷ:
«Ἡ ἑκούσια ἔξοδος ἀπό τήν Ἐκκλησία — ἐφ’ ὅσον συντρέχουν οἱ προϋποθέσεις τῆς
βουλητικῆς ἱκανότητας πού ἀναπτύχθηκαν πιό πάνω σχετικά μέ τήν εἴσοδο στήν
Ἐκκλησία καί τήν προσέλευση στήν ’Ορθοδοξία — μπορεῖ νά πραγματοποιηθεῖ μέ
τούς ἑξῆς τρόπους: α) Μέ τήν Ἀποδοχή ἀπό τόν μέχρι τότε ὀρθόδοξο χριστιανό
ἄλλου δόγματος (περιλαμβάνεται καί ἡ προσχώρηση σέ σχισματική ἐκκλησία) ἤ
ἄλλου θρησκεύματος, σύμφωνα μέ τίς διατάξεις του ἀντίστοιχου ἐκκλησιαστικοῦ ἤ
γενικώτερα θρησκευτικοῦ δικαίου, β) Μέ ρητή, ἀλλά ὄχι καί τυπική, δήλωση
ἀποχωρήσεως πρός τήν ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστική ἀρχή (Ἱ. Σύνοδο, ἁρμόδιο ἐπίσκοπο
ἤ ἐφημέριο), χωρίς ἡ ἐπέλευση τοῦ ἀποτελέσματος νά ἐξαρτᾶται ἀπό τήν τήρηση
κάποιας διατάξεως σχετικά μέ τήν καθ’ ὕλην ἁρμοδιότητα γ) Μέ τή γενική στάση καί
τήν ὅλη συμπεριφορά τοῦ μέλους, ἀπό τίς ὁποῖες νά συνάγεται ἀνεπιφύλακτα ἡ
ἀπομάκρυνσή του ἀπό τήν ὀρθόδοξη πίστη — ἀνεξάρτητα ἀπό τήν προσχώρηση σέ
ἄλλη θρησκευτική κοινότητα, στήν ἀθεΐα ἤ στήν ἀθρησκεία»36. Καί συνεχίζει:
«Ἄν ὁ ἀφορισμός ἐπιβληθεῖ σέ μία ἀπό τίς περιπτώσεις α' - γ', τότε δέν ἔχει πιά
χαρακτῆρα ποινῆς, ἀφοῦ ἡ ἀποχώρηση του μέλους ἔχει ἤδη συντελεσθεῖ, καί ἀποτελεῖ
μέτρο διαπιστωτικό»37.
«Σήμερα τιμωρεῖται μέ τήν ποινή τοῦ μεγάλου ἀφορισμοῦ (καν. 7 Γ' Οἰκουμ., 1
Πενθ.) πού καί ἐδῶ θά ἔχει μόνο διαπιστωτικό χαρακτῆρα, ἄν ἔχει προηγηθεῖ ἡ
προσχώρηση τοῦ αἱρετικοῦ σέ ἄλλη (ἑτερόδοξη) θρησκευτική κοινότητα»38.
35 Βλπ. τήν χειροτονία τοῦ Πατρ. Ἀνατολίου ὑπό τοῦ Διοσκούρου. πού ἐπικαλεῖται ὁ Ἅγιος
Ταράσιος κατά τήν Ζ' Οἰκ. Σύνοδο, ὡς γενομένη ὑπό τοῦ Θεοῦ.
36 Παραδόσεις Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου, σελ. 154.
37 Αὐτόθι.
38 Αὐτόθι, σελ. 430.
17
Ὅπως βλέπουμε στήν κατηγορία τῶν ἐκτός Ἐκκλησίας καί δή τῶν
"ἀυτοεξωεκκλησιασθέντων", δέν κατατάσσονται μόνον οἱ ἀποστάτες καί οἱ
προσχωροῦντες σέ κάποια ἑτερόδοξη ἐκκλησία, ἀλλά καί ὅσοι ἁπλῶς κηρύττουν τήν
αἵρεση φανερά-γυμνῇ τῇ κεφαλῇ. Καταλήγουμε λοιπόν ὅτι, αὐτοί πού ἀποδέχονται
φανερά μία αἵρεση, θεωροῦνται ὅτι ἐγκατέλειψαν ἀπό μόνοι τους τήν Ἐκκλησία39, διό
καί ἐμπίπτουν στήν κατηγορία ἐκείνη, πού ἐφαρμόζεται τό ἐπιτίμιο ὡς διαπιστωτικό
μέτρο.
Ἡ ἑτέρα ἐπίσης κατηγορία στήν σελίδα (21) περί ἀποδοχῆς τῆς Παπικῆς
ἀντιλήψεως τοῦ διαπιστωτικοῦ χαρακτῆρα τῶν Συνοδικῶν Ἀποφάσεων, εἶναι τό
λιγότερο παραπλανητική, σκοπό ἔχουσα νά ἐπιφέρῃ σύγχυση στούς ἀναγνῶστες.
Θέλοντες οἱ συντάκτες τῆς ἁγιορείτικης αὐτῆς Ἐπιστολῆς νά θολώσουν περαιτέρω
τά νερά, χρησιμοποιοῦν μία κατηγορία πού ὄχι μόνον εἶναι ἄστοχη, ἀλλά καί ψευδῆς,
ἡ ὁποία κατά κόρον προβάλλεται στήν ἐν λόγῳ Ἐπιστολή, περί ἐπίδρασης δῆθεν τοῦ
Δυτικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου, διά τοῦ "διαπιστωτισμοῦ" στήν ἐκκλησιολογία τῶν
"αὐτοματιστῶν". Ἡ ἀναφορά πού ἐπικαλοῦνται δέν ἔχει οὐδεμία σχέση μέ τό
ἀντικείμενό μας. Τό Δυτικό Δίκαιο φέρει πράγματι τόν διαπιστωτικό χαρακτῆρα,
κυρίως ἐπί τῶν πειθαρχικῶν ποινῶν, σέ ἀδικήματα δηλαδή πού παραβαίνουν τό
κοινό Ποινικό Δίκαιο. Π.χ., ἐάν κάποιος κληρικός ὑποπέσει στό παράπτωμα τῆς
πορνείας, πάραυτα θεωρεῖται ἀπό τό ἐκκλησιαστικό τους δικαστήριο, ὡς ἤδη
καθῃρημένος, διότι παρέβη τόν ἰσχύοντα κανόνα, πού εἶναι καθαιρετικός διά τούς
ὑποπεσόντας σέ αὐτό τό παράπτωμα. Τοῦτο εἶναι ἀπορριπτέο καί ἀπαράδεκτο ἀπό
τό ὀρθόδοξο ἐκκλησιαστικό καί ποινικό Δίκαιο, πού προϋποθέτει τήν πρότερη
ἐκτελεσθεῖσα ἐκκλησιαστική ποινή τῆς καθαιρέσεως, ὑπό τοῦ συνοδικοῦ δικαστηρίου
καί μετέπειτα τήν ἀποβολή αὐτοῦ ἀπό τόν κλῆρο, ὡς καθῃρημένου. Ἐδῶ ὅμως
μιλᾶμε, διά κάτι ἐντελῶς τό διαφορετικό, μιλᾶμε διά μία ἤδη διεγνωσμένη,
γνωστοποιημένη καί κατακεκριμένη αἵρεση μέ τό ἐπιτίμιο τοῦ Ἀναθέματος, πού οἱ
39Ὁ ἅγιος Θεόδωρος Στουδίτης ἀπευθυνόμενος πρός τόν βασιλέα Λέοντα, τόν κατηγορεῖ
εὐθέως, ὅτι κανένας δέν τόν ἔβγαλε ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἀλλά μόνος του "ἐξωεκκλησιάστηκε".
«Τότε ὁ αὐτοκράτωρ κάλεσε πάλι τόν Ὅσιο μέ τό ὄνομά του καί τοῦ εἶπε: "Λοιπόν σήμερα μέ
διώχνεις ἀπό τήν Ἐκκλησία"; ”Ὁ δέ Ἅγιος τοῦ λέγει: "Ὄχι ἐγώ, ἄλλα ὁ νυμφοστόλος της καί
θεῖος Ἀπόστολος. Ἄλλα μᾶλλον ἐσύ τόν πρόλαβες καί αὐτόν καί μέ τά ἔργα σου ἔβγαλες ὁ ἴδιος
τόν ἑαυτό σου ἀπό τήν Ἐκκλησία. Ἐάν ὅμως ἐπιθυμῇς πάλι νά εἰσέλθῃς σ' αὐτήν, ἔλα μέ μᾶς
πού πιστεύουμε τήν ἀλήθεια καί προσκυνοῦμε τήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, ἀκολουθώντας σέ ὅλα
τόν πατριάρχη μας"». (Ἱ. Μ. Γρηγορίου, Οἱ ἀγῶνες τῶν Μοναχῶν..., σελ. 184).
18
συνέπειές του ἐπιβάλλονται διαχρονικά ὑπό τοῦ Κανόνος σέ ὅσους μελλοντικά
ἀκολουθήσουν τήν ἤδη καταδικασθεῖσα αἵρεση, ὅπως σαφῶς ἀναφέρει καί ὁ Β' τῆς Γ'
Οἰκουμ. "...πάσης Ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας ἐντεῦθεν ἤδη ὑπό τῆς Συνόδου
ἐκβεβλημένος καί ἀνενέργητος ὑπάρχων". Ποῦ εἶναι λοιπόν τό δυσνόητο;;;
Στήν Ἐπιστολή τους λοιπόν (σελ. 21), ὡς μαρτυρία ἐναντίον τοῦ "αὐτοματισμοῦ",
ἐπικαλοῦνται τήν θέση τοῦ Κανονολόγου Ἀν. Π. Χριστοφιλοπούλου, πού ἀναφέρει τά
ἑξῆς: "Κατά τό ἐκκλησιαστικόν ἡμῶν δίκαιον, ὡς καί κατά τό κοινόν ποινικόν, πᾶσα
ποινή δέον νά ἀπαγγέλληται καί ἐπιβάλλεται διά δικαστικῆς ἀποφάσεως. Αἱ κατά τό
δίκαιον τῆς δυτικῆς ἐκκλησίας αὐτομάτως ἅμα τῇ τελέσει τοῦ ἀδικήματος ἐπερχόμεναι
ποιναί, διά τήν ἐπιβολήν τῶν ὁποίων δέν εἶναι ἀναγκαία δικαστική ἀπόφασις, αὕτη
δέ καί ἄν ἀπαγγελθῇ ἔχει μόνον διαπιστωτικόν χαρακτῆρα (poenae sententiae latae)
εἶναι παρ' ἡμῖν ἄγνωστοι κατά κανόνα". (Ἀν Π. Χριστοφιλοπούλου, Ἑλληνικόν
Ἐκκλησιαστικόν Δίκαιον, σελ. 279.- ὑπογραμμίσεις δικές τους)40.
Οὕτω δέ παραποιοῦντες καί διαστρέφοντες τό πραγματικό νόημα τῶν ὑπό τοῦ
καθηγητοῦ γραφομένων, παρουσιάζουν αὐτόν, ὡς συμφωνοῦντα δῆθεν μέ τίς
δοξασίες τους. Ἀποκρύπτουν ὅμως κάποιο ἄλλο σημεῖο τοῦ ἰδίου συγγράμματος, τοῦ
αὐτοῦ συγγραφέα, νά γράφῃ ξεκάθαρα τήν ἀντίθετη μέ αὐτούς θέση! "Δεδομένου ὅτι
τόσον οἱ αἱρετικοί ὅσον καί οἱ ἀποστάται ἀπαρνούμενοι τά δόγματα τῆς ὀρθοδόξου
ἐκκλησίας ἐξέρχονται ἀπό νομικῆς τοὐλάχιστον ἀπόψεως αὐτομάτως ἀπ' αὐτῆς, καθ’
ὅ ἄλλως τε καί ἐκ τοῦ Συντάγματος ἔχουν δικαίωμα, ἡ ἀπόφασις τῆς Διαρκοῦς Ἱεράς
Συνόδου θά ἔχῃ κατά κανόνα διαπιστωτικόν μᾶλλον χαρακτῆρα καί αἱ πλεῖσται τῶν
μετά τοῦ ἀφορισμοῦ συνδεομένων νομικῶν συνεπειῶν θά ἐπήρχοντο καί ἄνευ αὐτοῦ διά
τῆς ἑκουσίας ψυχικῆς ἀπό τῆς ἐκκλησίας ἀπομακρύνσεως τοῦ αἱρετικοῦ ἤ ἀποστάτου,
ἐφ’ ὅσον αὐτή ἀποδεικνύεται καθ’ οἱονδήποτε τρόπον καί οὐχί ἀναγκαίως διά τῆς εἰς
ἀφορισμόν καταδικαστικῆς ἀποφάσεως τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου". (Αὐτόθι, σελ.
274)41.
42 Αὐτόθι, «Τό ἀδίκημα τῆς ἀποστασίας ἀπειλεῖται στό ἰσχύον δίκαιο μέ τήν ποινή τοῦ
μεγάλου ἀφορισμοῦ (καν. 62 Ἀποστ., 73 Βασιλείου, 2 Γρηγ. Νύσσης), πού, ἐφ’ ὅσον ἡ ἔξοδος
τοῦ μέλους ἀπό τήν Ἐκκλησία ἔχει ήδη συντελεσθεῖ, θά ἔχει πιό πολύ τό χαρακτῆρα μέτρου
διαπιστωτικοῦ παρά ποινῆς».
43 Ἐπιστολή..., σελ. 36.
20
στίς περιπτώσεις, πού ἀνήκουν στήν κατηγορία ἐκείνη πού εἶναι ὑποκείμενη στήν
διαπιστωτική ἐπίδραση τοῦ Κανόνα. Δηλαδή, αὐθαιρέτως καί ἐτσιθελικῶς
διαγράφουν ἀπό τίς προαναφερθεῖσες περιπτώσεις, ἐκείνους τούς αἱρετικούς πού
ἀποδέχονται, μία ἤδη κατεγνωσμένη καί Ἀναθεματισμένη αἵρεση.
Ἀποροῦμε, ὑπάρχει καί ἐντός τῆς Ἐκκλησίας κατεγνωσμένη αἵρεση;;; Τί ἐννοοῦν
ἄραγε, ὡς κατάγνωση; Μποροῦν ἐπίσης νά μᾶς καταδείξουν ἐγγράφως, ἔστω καί ἕνα
ἀποδοθέν Ἀνάθεμα ἐναντίον τῆς Παπικῆς44 καί Προτεσταντικῆς ἐκκλησίας, ὡς
ἐκκλησιαστικές ὀντότητες45; Ζητοῦμε τοῦτο, διότι ὡς φαίνεται κρίνοντες ἀπό τίς
ἀντιφάσεις τους, ἀπό μόνη της ἡ καταδίκη τῶν αἱρέσεων δέν τούς εἶναι ἀρκετή διά νά
ἀποκόψῃ τούς αἱρετικούς ἀπό τήν Ἐκκλησία! Καί ὅμως, θεωροῦν τούς συγκεκριμένους
κατά τ' ἄλλα ἄκριτους αἱρετικούς ἐκτός Ἐκκλησίας! Αὐτό θά πεῖ, στοχευμένη
ἐκκλησιολογία..., μή μπῇς στό μάτι τους!
Ὁ παραλογισμός σέ ὅλο τό μεγαλεῖο του!
44 Στ. Ράνσιμαν, Δύση καί ἀνατολή σέ σχίσμα, σελ. 78. «Ὁ Οὐμβέρτος καί οἱ συνοδοί του
ἀναθεματίζονταν ἐπίσημα. Τό κείμενο εἶχε συνταχθεῖ προσεκτικά, ὥστε νά μήν ἐμπλέκει κατ’
οὐδένα τρόπο τόν Πάπα ἤ τή Δυτική Ἐκκλησία, στό σύνολό της...». Ἀργότερα ὁ Αὐτοκρ.
Ἀλέξιος Κομνηνός, σέ μία ἑνωτική προσπάθεια, «Συγκάλεσε σύνοδο στήν
Κωνσταντινούπολη, ἡ ὁποια διακήρυξε ὅτι ἐκ παραδρομῆς παραλείπονταν τά ὀνόματα τῶν
Παπῶν ἀπό τά δίπτυχα τῆς Κωνσταντινούπολης, καί ὅτι ἦταν ἀντικανονικό νά ἀφαιρεθοῦν
ἐάν δέν ὑπῆρχε ἀπόφαση συνόδου». Αὐτόθι, σελ. 94.
Ὁ ἐπίσκοπος τοῦ ν. ἡμ. Ἀμβρόσιος Ἐλευθερουπόλεως, σέ βιβλίο του ἀπαριθμεῖ 17
τοὐλάχιστον Συνόδους, πού κατακρίνουν τίς αἱρετικές δοξασίες τῶν Λατίνων, ἀλλά σέ
καμμία ἐξ αὐτῶν δέν ὑπάρχει ἐπίσημη Ἀπόφαση πού νά ἀποβάλλῃ αὐτούς ἀπό τά ὅρια τῆς
Ἐκκλησίας, καί ὅμως ὅλοι οἱ Πατέρες εἶχαν τήν συνείδηση, ὅτι καί μόνη ἡ κατεγνωσμένη
αἱρετική διδασκαλία τους τούς ἐξωβέλιζε ἔξω τῶν ὀρίων της.
(https://www.impantokratoros.gr/BD7FE22A.el.aspx).
45Τό νά ἀναθεματίσῃς μία αἵρεση ἀόριστα, χωρίς ταὐτόχρονα νά κατονομάσῃς καί
ἀναθεματίσῃς καί τούς ὑπαιτίους, πού προξενοῦν αὐτήν αἵρεση, πιθανόν νά ὑποκρύπτῃ καί
κάποιον φόβο διά τίς μετέπειτα ἐπιπτώσεις, πού θά ὑποστῇ αὐτός πού θά τολμοῦσε κάτι
τέτοιο. Ἤ διότι, δέν ὑπάρχει ἐξ ὁλοκλήρου συμφωνία... διά μία τέτοια παράτολμμη πράξη!
21
ἀπροκάλυπτα μέ λόγια καί μέ ἔργα, διαφορετική πίστη ἀπ' αὐτή τῆς Ἐκκλησίας;
Πολλοί ἐπίσκοποί τους φανερά ἀπαγγέλλουν κατά τίς συμπροσευχές τους μέ τούς
Λατίνους τό Σύμβολο τῆς Πίστεως μέ τήν προσθήκη τοῦ Φιλιόκβε! Ἀπό τό 1922-1930
ἀνεγνώρισαν τήν "ἱερωσύνη" τῶν Ἀγγλικανῶν! Τό 1965 ἐπί Ἀθηναγόρα ἦραν τήν
ἀκοινωνησία μέ τούς Παπικούς! Δηλαδή πλήρη ἕνωση!!! Ἐξέδωσαν κείμενο ἑνώσεως
στό Chambésy τῆς Ἑλβετίας μέ τούς Μονοφυσῖτες! Τά ἴδια μέ τούς Οὐνῖτες στό
Balamand τοῦ Λιβάνου. Τά δεκάδες συλλείτουργα καί οἱ συμπροσευχές, ὅπως καί οἱ
ἀπό κοινοῦ δηλώσεις, ὅτι ἀνήκουν ὅλοι στήν ἴδια "ἐκκλησία", σύμφωνα μέ τήν
προτεσταντική θεωρία τῶν κλάδων! Καί πόσα ἄλλα!!!
Ὅλα αὐτά δέν φανερώνουν, ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοί ἀνήκουν ὁπουδήποτε ἀλλοῦ,
παρά στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία; Μόνοι τους τό διακηρύσσουν!!!
Τό ὄνομα "ὀρθόδοξος" τό χρησιμοποιοῦν ἁπλῶς, διά νά ἐξαπατοῦν τούς ἀφελεῖς
καί ἀνυποψίαστους πιστούς, πού περί ἄλλων τυρβάζουν...
Κι ὅμως ὑπάρχουν κάποιοι, πού διά ἰδιοτελεῖς προφανῶς σκοπούς, καί ἵνα
ἱκανοποιήσουν τόν ἐγωισμό τους εἶναι ἕτοιμοι νά χύσουν τόνους μελάνης, διά νά
ἀποδείξουν ὅτι ἡ αἵρεση καί ἡ ἐκκλησία ἀποτελοῦν ἕνα ἑνιαῖο σῶμα, ὅπου τά
σεσηπότα (οὐχί κἄν ἄρρωστα, ἀλλά σάπια=σεσηπότα) καί ὑγιῆ μέλη της διαβιώνουν
ἀγαστά!
Ἀδιανόητο!
Περί ψευδεπισκόπων.
Ἐπίσκοπος πού διδάσκει κατεγνωσμένη αἵρεση θεωρεῖται ὄχι ἁπλῶς
ψευδεπίσκοπος ἀλλά καί ἀπόβλητος τῆς Ἐπισκοπῆς, ὡς ψευδοποιμένας. Ὑπάρχουν
πολλές περιπτώσεις πού Ἐπίσκοποι ἁπλοί ἤ καί Πατριάρχες ἀκόμη, ἐνῷ εἶχαν
καταδικασθεῖ ὑπό Συνόδων, ἤ ἕτεροι πού ἀκολουθοῦσαν μία ἤδη κατακεκριμένη
αἵρεση, παρέμειναν στούς θρόνους τους, ἤ τοποθετήθηκαν σέ ἄλλους, λόγῳ κρατικῆς
παρεμβάσεως καί ἐπιβολῆς. Αὐτοί σέ καμμία περίπτωση θά μποροῦσαν νά θεωρηθοῦν
ὡς "κανονικοί", ἐπειδή διατηροῦσαν τίς ἐπισκοπικές θέσεις τους, ὅπως τούς θεωροῦν
σήμερα οἱ "κυπριανιστές", διότι ἡ κατοχή τοῦ θρόνου δέν σημαίνει αὐτομάτως καί
κανονικότητα. Τήν κανονικότητα τοῦ θρόνου τήν φέρνει τό ἴδιο φρόνημα καί ἡ κοινή
μέ τήν Ἐκκλησία Πίστη καί ὄχι οἱ πεπλανημένες ἑκάστου ἐκκλησιολογίες. Ἐάν διά τούς
"κυπριανιστές" οἱ σημερινοί νόμιμοι κάτοχοι τῶν ἐπισκοπικῶν θρόνων εἶναι οἱ
Οἰκουμενιστές, διά τούς Πατέρες ὅμως ἦταν, ὅπως καί θά εἶναι γιά πάντα, ὅσοι εἶναι
22
σύμφωνοι μέ τήν ὀρθή πίστη τῆς Ἐκκλησίας, καθώς τοιούτους ψευδεπισκόπους τούς
θεωροῦσαν ὡς ἀνόσιους καί ὑφαρπαστές46 τῶν θρόνων47! Τίς ὑπ' αὐτῶν δέ
χειροτονίες καί λοιπές ἱερατικές πράξεις ἐξελάμβαναν ὡς ἄκυρες καί παντελῶς
ἀνυπόστατες48!
Βλέπουμε λοιπόν τούς ἁγιορεῖτες "κυπριανιστές", νά ἀποδέχονται ἀκραιφνῆ
Ἀποστολική Διαδοχή ὄχι στούς Ὀρθοδόξους, ἀλλά στούς Οἰκουμενιστές,
κληρονομικῷ δικαίῳ, λόγῳ τῆς κατοχῆς τῶν κτιριακῶν ἐγκαταστάσεων πού
ἑδράζονται οἱ θρόνοι, ἴσως... Ποία εἶναι ἡ γνώμη ὅμως τῶν Ἁγίων, περί αὐτῶν τῶν
νεοκόπων, ἀντορθοδόξων καί κακοδόξων δοξασιῶν τους; Ἄς ἀκούσωμε τόν Ἅγιο
τῆς Ἐκκλησίας Πατέρα καί Οἰκουμενικό Διδάσκαλο, Γρηγόριο τόν Θεολόγο, περί τοῦ
τί εἶναι ἡ Ἀποστολική Διαδοχή καί ποῖος τήν κατέχει πραγματικῶς, ἀπό λόγο του
ἀναφερόμενο στόν Μέγα Ἀθανάσιο:
«Ἔτσι λοιπόν καί δι᾿ αὐτά ὅλα, μέ τήν ἀπόφασιν ὅλου τοῦ λαοῦ, ὄχι σύμφωνα μέ
τόν πονηρόν τύπον πού ἐπεκράτησε ἀργότερα, οὔτε ἐγκληματικά καί τυραννικά,
ἀλλά ἀποστολικά καί πνευματικά, ἀνεβαίνει εἰς τόν θρόνον τοῦ Μάρκου, διάδοχος
ὅμοια τῆς εὐσεβείας καί τοῦ ἀξιώματος ἐκείνου. Καί ἄν ἦλθεν ἔπειτα ἀπό πολλούς
ἄλλους νά τόν διαδεχθῇ εἰς τό ἀξίωμα, εἰς τήν εὐσέβειαν ἦταν ἀμέσως ἔπειτα ἀπό
αὐτόν. Καί αὐτή βέβαια εἶναι ἡ κατ’ ἐξοχήν διαδοχή. Ἡ ταυτότης γνώμης εἶναι καί
ταυτότης θρόνου, ἐνῷ ἡ διαφορά γνώμης εἶναι ἡ διαφορά θρόνου. Ἡ μία εἶναι κατ᾿
ὄνομα, ἐνῷ ἡ ἄλλη, ἀληθινή διαδοχή. Καί διάδοχος δέν εἶναι αὐτός πού ἠνάγκασε νά
τόν δεχθοῦν, ἀλλά ἐκεῖνος πού ἠναγκάσθη νά δεχθῇ. Δέν εἶναι νόμιμος αὐτός πού
παρενόμησεν, ἀλλά αὐτός πού τόν ὥρισαν· οὔτε αὐτός πού φρονεῖ ἀντίθετα. ἀλλά
ὅποιος ἔχει τήν ἰδίαν πίστιν. Ἄν δέν ἐννοῇ κανείς ἔτσι τήν διαδοχήν, τότε ἔχομεν
Σύμφωνα μέ τό Λεξικό Βυζαντινοῦ Δικαίου, τοῦ Ἐ. Ρούσσου, ἔκδ. 1948, σελ. 463, ἡ σημασία
46
πού δίνεται στό λῆμμα "ὑπαρπαγή" εἶναι: Ἡ ὑποκλοπή, ἡ λαθραία ἀπόκτηση, ἡ ἀπόκτηση
μέ δόλο!
47 Πρακτ. τόμ. 2ος, σελ. 290. «...ἠδυνήθην (ὁ αἱρετικός Ἄνθιμος, Κων/λεως) διά τῆς ἐκείνων
συνάρσεως τόν δέ τῆς πόλεως θρόνον ὑφαρπάσαι παρά πάντα τούς ἐκκλησιαστικούς θεσμούς
καί κανόνας». Καί ταῦτα πρίν τήν καθαίρεση!
Αὐτόθι, σελ 318. «...μή δυναμένων τόπου διαφοράν διακρῖναι ἁγίου τε καί κοινοῦ; σιωπῶμεν
48
τάς ἀπό νεκρᾶς χειρός ἐπιθέσεις τοῦ βδελυκτοῦ, καί ψευδοῦς αὐτῶν ἀρχιερέως, καί τούς ὑπέρ
τοῦ νεκροῦ ζῶντος ἐπί τοῖς χειροτονουμένοις ρήματα ἐπικλήσεως προϊεμένους οὐκ ἐκ Θείας
Χάριτος, ἀλλ' ἐκ κοιλίας κενολογοῦντες καί ἀπό γῆς φθεγγομένους».
23
διαδοχήν τῆς ὑγείας ἀπό τήν ἀσθένειαν, τοῦ φωτός ἀπό τό σκοτάδι, τῆς γαλήνης ἀπό
τήν ζάλην, τῆς φρονήσεως ἀπό τήν παραφροσύνη»49.
Τούς ρωτᾶμε λοιπόν: Ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος καί οἱ λοιποί κοινωνικοί του
ἐπίσκοποι, ἔχουν ταὐτότητα πίστεως μέ τήν Πίστη τῆς Ἐκκλησίας; Ἐάν ὄχι, τότε
κατέχουν θρόνους, οἱ ὁποῖοι δέν εἶναι τῆς ἡμετέρας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀλλά τῆς
αἱρέσεως καί τῆς ἐκκλησίας τῆς ὁποίας ἀνήκουν, διότι οἱ κατέχοντες τούς θρόνους τῶν
Ὀρθοδόξων ἀπαιτοῦν οἱ ἐπιβαίνοντες νά πιστεύουν Ὀρθόδοξα!
Πῶς λοιπόν τούς θεωροῦν νομίμους κατόχους τῶν θρόνων;;; Δέν ἔψαλαν ποτέ
στούς ναούς τό τροπάριο, «καί τρόπον μέτοχος καί θρόνον διάδοχος, τῶν
Ἀποστόλων γενόμενος, τήν πράξιν εὗρες, θεόπνευστε, εἰς θεωρίας ἐπίβασιν˙ διά τοῦτο
τόν λόγον τῆς Ἀληθείας ὀρθοτομῶν, καί τῇ πίστῃ ἐνήθλησας μέχρις αἵματος...», τό
ὁποῖον ἀναφέρεται σαφέστατα στήν ταὐτότητα τῆς Πίστεως τοῦ Ἐπισκόπου καί τοῦ
κατεχομένου ὑπ' αὐτοῦ θρόνου;
Κάτω λοιπόν ἀπό αὐτό τό πρίσμα οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅταν οἱ περιστά-
σεις τό ἐπέτρεπαν, λόγῳ πιό ἀνεκτικῆς κρατικῆς παρεμβάσεως, τοποθετοῦσαν στίς
καταληφθεῖσες ὑπό τούς αἱρετικούς Ἐπισκοπές, Ὀρθοδόξους Ἐπισκόπους, χωρίς βε-
βαίως νά ἔχουν τήν ἐνοχή πώς παραβαίνουν τούς κανόνες, πού ἀπαγορεύουν ρητῶς
διπλούς Ἐπισκόπους στήν ἴδια Ἐπισκοπή50. Ὑπάρχουν ἄπειρα τέτοια παραδείγματα
καταγεγραμμένα στήν ἐκκλησιαστική ἱστορία, πού ἀποδεικνύουν πώς οἱ Ὀρθόδοξοι
οὐδόλως ἐκλάμβαναν ὑπ' ὄψιν τους τήν ὕπαρξη ἑτέρου ψευδεπισκόπου στήν ἴδια Ἐπι-
σκοπή, ὡς κανονικοῦ ἐπισκόπου, ὅπως πράττουν στίς μέρες μας οἱ ἀπίθανοι "κυπρια-
νιστές"!!!
Ἐκ τῶν ἀνωτέρω συμπεραίνουμε ὅτι, πράγματι, τά ὅρια -σύνορα- μεταξύ αἱρέ-
σεως καί "κυπριανιστῶν" εἶναι δυσδιάκριτα, ἄν ὄχι ἀνύπαρκτα!
53 Αὐτόθι.
54 Παντελεήμονος Ροδοπούλου, Ἐπιτομή Κανονικοῦ Δικαίου, σελ. 125. «Τό Ἀνεξάλειπτον τῆς
ἱερωσύνης. Κατά τήν θεωρίαν αὐτήν ἡ χειροτονία δέν ἐξαλείφεται καί ἐάν ὁ καθαιρεθείς ἱερεύς
ἀποκατασταθῇ δέν ἐπαναλαμβάνεται ἡ χειροτονία. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δέν ἔχει
ἀποφανθῇ ἐπισήμως ἐπί τοῦ θέματος αὐτοῦ. Ἡ Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία καθιέρωσε τό
δόγμα αὐτό διά τῆς ἐν Τριδέντῳ συνόδου (1545-1563). Μερικοί Ὀρθόδοξοι θεολόγοι
ἐπηρεασθέντες ἐκ τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς διδασκαλίας ἐδέχθησαν τήν θεωρίαν αὐτήν».
26
εἶναι δυνατόν νά ἀποφασίσῃ ἐπίσχεσιν τῆς ἀνεξαλείπτoυ πάντοτε Ἱερωσύνης ἀπό
μίαν τοπικήν Ἐκκλησίαν καί νά ἀνακηρύξῃ ἄμοιρα θείας χάριτος τά Μυστήρια
αὐτῆς»55.
Στούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας ὁ ὅρος "ἀνεξάλειπτος ἱερωσύνη" εἶναι παντελῶς
ἄγνωστος56 καί δέν θά τόν συναντήσωμε ποτέ σ' αὐτούς. Ἀντ' αὐτοῦ
χρησιμοποιοῦσαν ὁρισμούς ὅπως, ''σφραγῖδος ἀκαταλύτου'', ἤ ''μυστικῆς'', ἤ
''ἀθραύστου'', κ.ἄ.57, ἀλλά τοῦτο μόνον διά τό θεῖον Βάπτισμα καί ὄχι περί τῆς
ἱερωσύνης.
Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀνέκαθεν ἐπρέσβευε ὅτι, μέ τήν καθαίρεση ἡ ἱερωσύνη
ἀφαιρεῖται ἐντελῶς καί ὁ καθαιρούμενος εἶναι πλέον ἁπλός λαϊκός ἤ μοναχός, ἄν
προέρχεται ἀπό τήν τάξη τῶν μοναχῶν, ὅπως ἦταν καί πρίν τήν χειροτονία58.
Ἡ λέξη πού χρησιμοποιοῦν οἱ ἱ. Κανόνες διά νά περιγράψουν τήν ἀφαίρεση τῆς
ἱερωσύνης εἶναι ἡ ἀπογύμνωση. Ὅπως δηλαδή ἀφαιροῦμε ἀπό κάποιον ὅλα τά
ἐνδύματα καί τόν ἀφήνουμε ἐντελῶς γυμνό, ἔτσι μένει καί μετά τήν καθαίρεση ὁ
καθαιρούμενος γυμνός ἀπό τήν ἱερωσύνη πού πρωτύτερα ἔφερε.
Ὁ ὁρισμός αὐτός δέν φέρει οὐδεμία ἄλλη σημασία.
Οἱ Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι σαφεῖς, ὅταν ὁμιλοῦν περί τῆς οὐσίας τῶν
καθαιρέσεων: «Ὁ δημοσίου κλοπῆς ἑαλωκώς περί τά λεγόμενα κεφαλαιώδη
κλέμματα, εἰς Ἱερωσύνην οὐκ ἔρχεται· ἀλλ' εἰ καί μετά ταύτην τῷ πάθει περιπέσειε
τούτῳ τῆς Ἱερωσύνης ἀπογυμνοῦται, κατά τόν κε' τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων»59.
Ἐπίσης καί ἡ Πενθέκτη Σύνοδος ἀποφαίνεται τοιουτοτρόπως: «Καί εἰ μέν ἱερατικός
ἐστιν ὁ παραβάτης τῶν ὁρισθέντων, ἀπογυμνοῦσθαι τοῦτον ἱερατικῆς ἀξίας
55 Ἀποστασία καί Διχασμός, 1981, σελ. 74, πρβλ. καί σελ. 47.
56Κ. Ράλλη, Ἐγχειρίδιον Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου, σελ. 105. “Ἡ γνώμη τῶν δεχομένων ὅτι
ἤδη ἐν τῇ ἐκκλησιαστικῇ ἀρχαιότητι οἱ καθαιρούμενοι παρέμενον potentialiter κληρικοί,
ἀνεξιτήλου ὄντος τοῦ ἐκ τῆς χειροτονίας προσδιδομένου χαρακτῆρος, οὐδόλως ἀποδείκνυται
ὑπὸ τῶν χωρίων, ἅτινα ἐπικαλοῦνται”.
57 Αὐτόθι, τόμ. 9ος, σελ. 236.
58 Παντελεήμονος Ροδοπούλου, Ἐπιτομή Κανονικοῦ Δικαίου, σελ. 125. «Ἡ μακραίων ὅμως
πρᾶξις τῆς Ἐκκλησίας καί ἡ διδασκαλία αὐτῆς περί χάριτος ἀπορρίπτει τήν περί
ἀνεξαλείπτου τῆς ἱερωσύνης θεωρίαν. Οἱ καθαιρούμενοι κληρικοί ἐπανέρχονται εἰς τήν τάξιν
τῶν λαϊκῶν ἤ τῶν μοναχῶν».
59 Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Νηστευτοῦ, Κανών, ΚΗ'. Ἱ. Πηδάλιον, σελ. 575.
27
προστάσσομεν, εἰ δέ λαϊκός, ἀφορίζεσθαι»60. Ὡσαύτως ἀποφαίνεται καί εἰς ἕτερον
Κανόνα: «Οἱ ἐπ' ἐγκλήματι Κανονικοῖς ὑπεύθυνοι γινόμενοι, καί διά τοῦτο παντελεῖ τε,
καί διηνεκεῖ καθαιρέσει ὑποβαλλόμενοι, καί ἐν τῷ τῶν λαϊκῶν ἀπωθούμενοι τόπῳ, εἰ
μέν ἑκουσίως πρός ἐπιστροφήν ὁρῶντες, ἀθετοῦσι τήν ἁμαρτίαν, δι' ἧς τῆς χάριτος
ἐκπεπτώκασι, καί ταύτης τέλεον ἀλλοτρίους ἑαυτούς καθιστῶσι τῷ τοῦ Κλήρου
κειρέσθωσαν σχήματι. Εἰ δέ μή τοῦτο αὐθαιρέτως αἱρήσωνται καθάπερ οἱ λαϊκοί, τήν
κόμην ἐπιτρεφέτωσαν, ὡς τήν ἐν κόσμῳ ἀναστροφήν τῆς οὐρανίου ζωῆς
προτιμήσαντες»61.
Ὡς ἀντίλογο σέ ὅλα αὐτά οἱ "κυπριανιστές" φέρουν ὡς "ἀπόδειξη", ὅτι οἱ γινόμενες
χειροτονίες ὑπό καθῃρημένων γίνονται δεκτές χωρίς ἀναχειροτονία, καί ἄρα
συμπεραίνουν πώς εἶναι ἰσχυρές! Λυπούμεθα διά τήν παιδαριώδη ἀντίληψή τους,
καθότι, «Ἄν ἡ ἀπόφαση διά τή χάρη ἔχει ὡς περιεχόμενο τήν ἄφεση τῆς ποινῆς, ὁ
καθῃρημένος ἀνακτᾶ αὐτόματα τήν κληρική ἰδιότητα πού ἀπέβαλε μέ τήν καθαίρεση.
Εἶναι αὐτονόητο ὅτι αὐτή ἡ ἐπάνοδος εἰς τήν τάξη τοῦ κλήρου εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς
χάρης καί ὄχι ἐφαρμογή τοῦ δόγματος τοῦ ἀνεξιτήλου - ὅπως μερικοί ἰσχυρίζονται»62.
Οἱ Πατέρες μάλιστα πού ἀναθεμάτισαν καί καθῄρεσαν τόν Σεβῆρο καί τούς σύν
αὐτῷ, ἀναφέρουν χαρακτηριστικά πώς ἡ ἱερωσύνη αὐτῶν εἶναι φανταστική:
«...ἀπαλλοτριοῦντες αὐτούς παραπλησίως καθάπερ ὑμεῖς, μακαριώτατοι, παντός
πράγματος, τιμῆς, ἀξίας, ἐνεργείας ἱερατικῆς, τῆς σεπτῆς κοινωνίας καί γυμνοῦντες οὐ
μόνον ἱερωσύνης ἧς ἔχειν ἐφαντάζοντο μάτην..., ἐπικυρῶσαι καί τήν παρ’ ἡμῶν νῦν
ἡγησαμένην διοίκησιν τοῖς θείοις ἐγνωσμένην κανόσιν, εἰ καί μηδέν ἔχειν αὐτούς
ἔνθεσμον ἱερωσύνης ἐγνώκαμεν πώποτε(!!!)»63.
Θά μπορούσαμε νά παραθέσωμε δεκάδες παραδείγματα ἀπό τούς Κανόνες καί
τούς ἑρμηνευτές αὐτῶν, πού κατεδαφίζουν κυριολεκτικά τό πεπλανημένο αὐτό
φρόνημα, ἀλλά δέν ἔχει νόημα.
Τά ἄδικα ὑπό αἱρετικῶν ἐπιτίμια.
Τά ἀνωτέρω ὅμως δέν ἰσχύουν σέ ὅλες τίς περιπτώσεις τῶν καθαιρέσεων. Ὅταν οἱ
καθαιροῦντες ἔχουν ὑποπέσει σέ αἵρεση, ἀκόμη καί ἄν εἶναι ὑπόδικοι, μέ τήν
κατηγορία τῆς αἱρέσεως, οἱ καθαιρέσεις αὐτῶν εἶναι ἀνίσχυρες.
67 Ἐπιστολή..., σελ.21.
68 Ἐπιστολή 124.
69 Ἐπιστολή 48.
30
Χρυσόστομο, δέν εἶναι ἄβουλα καί ἄλογα πρόβατα, δι' αὐτό καί εἶναι ἄδικο νά
ἐπιρρίπτουμε ὅλα τά κακά στούς ποιμένες καί στούς ἄρχοντες70.
Δι' αὐτό καί οἱ Πατέρες τῆς Γ' Συνόδου, ἔπραξαν τά ἁρμόζοντα.
«Ὁμοίως δὲ καὶ εἴ τινες βουληθεῖεν τὰ περὶ ἑκάστου πεπραγμένα ἐν τῇ ἁγίᾳ συνόδῳ
τῇ ἐν Ἐφέσῳ οἱῳδήποτε τρόπῳ παρασαλεύειν, ἡ ἁγία σύνοδος ὥρισεν, εἰ μὲν
ἐπίσκοποι ἢ κληρικοὶ εἶεν, τοῦ οἰκείου παντελῶς ἀποπίπτειν βαθμοῦ· εἰ δὲ λαϊκοί,
ἀκοινωνήτους ὑπάρχειν»71.
Βλέπουμε ἐδῶ τήν κατακρίνασα τόν Νεστόριο, Γ' Σύνοδο νά ἐντέλλεται, ὅτι ἄν στό
μέλλον κάποιοι Ἐπίσκοποι ἤ κληρικοί παραβοῦν τίς Ἀποφάσεις τῆς Συνόδου, νά
χάνουν πάραυτα τόν βαθμό τους, ἀκόμα καί οἱ λαϊκοί, νά θεωροῦνται ἀκοινώνητοι!
Ἀκοινώνητοι, δλδ ἐκτός Ἐκκλησίας!!! Ἡ Ἐπιστολή τῶν ἁγιορειτῶν ὅμως ἀναφέρει
ἀντιθέτως ὅτι, ἄν καί ἀκολουθοῦν, ὅπως καί οἱ ἴδιοι ὁμολογοῦν κατεγνωσμένη αἵρεση,
ὅπως ὁ Οἰκουμενισμός (σελ.4), αὐτοί παραμένουν ἀδιάρρηκτα ἑνωμένοι μέ τό σῶμα
τοῦ Χριστοῦ!
Διά νά μήν πολυλογοῦμε μέ περισσές παραπομπές καί ἀποδείξεις, ἀφοῦ οἱ θέση τῆς
Ἐκκλησίας εἶναι ξεκάθαρη, ἄς ἀνατρέξῃ ὅποιος ἐπιθυμεῖ στούς κανόνες καί στούς
Ὅρους τῶν Συνόδων καί θά δῇ, ὅτι πουθενά δέν ἀπαλλάσσονται οἱ λαϊκοί, ἀλλά μαζί
μέ τήν αἵρεση πού ἀκολουθοῦσαν λάμβαναν ἐξίσου τά ἐπιτίμια.
Ἡ μόνη σωτηρία εἶναι ἡ ἄμεση ἀποκήρυξη καί ἀπομάκρυνση ἀπό τήν αἵρεση καί ἡ
ἔνταξη στό Ὀρθόδοξο ποίμνιο.
Ἄς κρίνῃ λοιπόν ἐν τῶν ἀνωτέρω ὁ ἀναγνώστης τήν ἀξιοπιστία τῆς
ἐκκλησιολογίας τους!!!
70 Ἰ. Χρυσοστόμου, PG, 64, σελ. 880. «Πανταχοῦ τούς ποιμένας αἰτιᾶται, καί τούς ἄρχοντας,
οὐχί τούς λοιπούς ἀπαλλάται. Πῶς γάρ; Μή γάρ ἄλογα πρόβατα εἰσι; Μή γάρ οὐκ
ἠδύναντο ὑψῶσαι αὐτούς».
71 Concilia Oecumenica (ACO), Concilium universale Ephesenum anno 431
part 1,1,3, page 28, line 17.
31
Ἐπίλογος.
Ἡ Ἐπιστολή αὐτή κυκλοφόρησε ἀρχικῶς ἀνάμεσα στούς Ζηλωτές τοῦ Ἁγίου
Ὄρους ἐν κρυπτῷ, στοχεύουσα σέ συγκεκριμένα εὐάλωτα ὡς πρός τό φρόνημα
πρόσωπα, πρός ἄγραν ὑπογραφῶν.
Ἀμφιβάλλουμε ἐάν ἐκ τῶν ὑπογραψάντων Πατέρων εἶχαν ὅλοι τήν ἐπίγνωση τοῦ
τί ὑπέγραφαν. Πιθανόν πολλοί νά ἔφριτταν ἐάν ἐρχόταν στήν ἐπίγνωσή τους οἱ καλά
ὑποκρυπτόμενες στήν Ἐπιστολή κακοδοξίες, πού ἀνεπαίσθητα τούς ὁδηγοῦν στήν
ἀγκάλη τῆς αἵρεσης.
Ἔχουμε ἐπίσης τήν ἐντύπωση, πώς οἱ συντάκτες τῆς Ἐπιστολῆς πονηρά
σκεπτόμενοι συνέταξαν αὐτήν ὄχι τόσο διαμαρτυρόμενοι, διά τήν ἐκκλησιολογία καί
τίς θέσεις τῶν ΓΟΧ (ἀπό παλαιά γνωστές), ἀλλά διά νά δημιουργήσουν ἕνα
μεγαλύτερο τεχνητό χάσμα μεταξύ τῶν Πατέρων, μέ τά ἤδη ὑπάρχοντά Συνοδικά
σχήματα μέ τά ὁποῖα εἶναι κοινωνικοί, ὥστε ἐκ τῆς συγχύσεως καί τοῦ σκανδαλισμοῦ
νά ἐπωφεληθοῦν καί προσεταιριστοῦν τινάς ἐκ αὐτῶν!
Διό καί ἐπιστοῦμε τήν προσοχή τῶν Πατέρων, ὅπως σταθοῦν στερεοί στήν
ὁμολογία τῆς πίστεως, ἀποδιώκοντες κάθε ἐκ δεξιῶν ἐπιβολή διά τῶν ἑλκυστικῶν
φωνῶν ἐκ τῶν Σειρήνων τοῦ Ἀντικειμένου.
32
Ἐδῶ ἐκτίθεται ἡ ἐπίστολή πρὸς τὴν Ρουμα-
νικὴ ἐκκλησία προκειμένου νὰ τὴν ἐπηρρεά-
σουν, ἐπειδὴ ἀναθεμάτισε τὸν Κυπριανιτισμό
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΗ
ΡΟΥΜΑΝΙΚΗ ΣΥΝ-
ΟΔΟ ΓΟΧ”.
ΕΠΙΣΟΛΗ ΠΙΣΩΝ ΠΡΟ ΣΗΝ ΙΕΡΑ ΤΝΟΔΟ ΣΗ ΡΟΤΜΑΝΙΚΗ ΓΝΗΙΑ
ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΙΑ (ΙΑΝΟΤΑΡΙΟ 2025)
"Δηόηη καξηπξώ πεξί απηώλ όηη έρνπλ δήιν Θενύ, αιιά όρη θαη’ επίγλσζε. Δηόηη, κε
γλσξίδνληαο ηε δηθαηνζύλε ηνπ Θενύ θαη δεηώληαο λα ζηεξίμνπλ ηε δηθή ηνπο
δηθαηνζύλε, δελ ππεηάγεζαλ ζηε δηθαηνζύλε ηνπ Θενύ." (Πξνο Ρσκαίνπο 10:2-3)
Χο πηνί θαη ζπγαηέξεο ηεο Δθθιεζίαο ηελ νπνία πνηκαίλεηε, ζπκκεξηδόκαζηε ηελ
αλεζπρία καο καδί ζαο, δηόηη είκαζηε βαζηά απνζαξξπκέλνη από ηελ θαηάζηαζε ζηελ
νπνία βξηζθόκαζηε ζήκεξα σο Δθθιεζία, δειαδή, από ηελ απνθνπή καο από ηελ
Αιεζηλή Οξζνδνμία ζε παγθόζκην επίπεδν, ζην ρείινο ηεο πηώζεο ζηελ άβπζζν ηνπ
ζρίζκαηνο, ζε έλαλ θόζκν όπνπ νη Υξηζηηαλνί ζα έπξεπε λα είλαη ελσκέλνη ελ
Υξηζηώ, ν νπνίνο είλαη ε Οδόο, ε Αιήζεηα θαη ε Εσή¹.
Όληαο πεπεηζκέλνη όηη απηό δελ ζπλέβε από θαθή πξόζεζε, αιιά από θξνληίδα πξνο
εκάο θαη ζεβαζκό πξνο ηνπο λόκνπο ηεο Δθθιεζίαο, ζαο παξαθαινύκε λα κελ
αγλνήζεηε ηελ αλεζπρία καο θαη λα επαξεζηεζείηε λα δηαβάζεηε ην παξόλ θείκελν,
καδί κε ηα ζπλεκκέλα παξαξηήκαηα, δηόηη ελδέρεηαη λα ειήθζε κηα βηαζηηθή
απόθαζε ππό ηελ πίεζε άιισλ Υξηζηηαλώλ ή ηεξέσλ, νη νπνίνη έρνπλ κελ δήιν, αιιά
1 "όρη θαη‟ επίγλσζε"², όπσο ιέεη ν Απόζηνινο Παύινο, θαη ησλ νπνίσλ ε ζηάζε δελ
δηθαηνινγείηαη από θαλέλαλ Άγην Παηέξα.
"Ο 20όο αηώλαο ππήξμε κάξηπξαο κηαο 'παηεξηθήο αλαβίσζεο', ελόο αθεξεκέλνπ
αθαδεκατθνύ θαηλνκέλνπ απνθνκκέλνπ από ηελ πξαγκαηηθή δσή, θέξνληνο ην
απνηύπσκα νξηζκέλσλ κηθξνπλεπκαηηθώλ παζώλ ηνπ ζύγρξνλνπ αθαδεκατθνύ
θόζκνπ—ηεο αλσηεξόηεηαο, ηεο απηάξθεηαο, ηεο ακείιηθηεο θξηηηθήο ζηηο απόςεηο ησλ
άιισλ θαη ηεο δεκηνπξγίαο νκάδσλ ή 'κπζηηθώλ θύθισλ' 'εηδηθώλ', νη νπνίνη
ππαγνξεύνπλ πνηεο έλλνηεο είλαη 'ηεο κόδαο' θαη πνηεο όρη (...) Τέηνηνη 'δεισηέο'
απνηπγράλνπλ λα ζπλεηδεηνπνηήζνπλ όηη ππνλνκεύνπλ ηα ίδηα ηα νξζόδνμα ζεκέιηα
θάησ από ηα πόδηα ηνπο, κεηώλνληαο ηε ζπλερή νξζόδνμε παξάδνζε ζε κηα απιή
'απεπζείαο γξακκή' πνπ κηα κηθξή νκάδα κεηαμύ απηώλ ππνηίζεηαη πσο έρεη κε ηνπο
'κεγάινπο Παηέξεο' ηνπ παξειζόληνο (…) Σε απηή ηελ πεξίπησζε, ε 'παηεξηθή
αλαβίσζε' πιεζηάδεη επηθίλδπλα ζε έλα είδνο Πξνηεζηαληηζκνύ. Απηνί νη ιόγηνη, ζηελ
αθαδεκατθή ηνπο 'νξζόηεηα', ζπρλά ράλνπλ ηελ ηαπεηλνθξνζύλε θαη ηελ εζσηεξηθή
επγέλεηα πνπ ραξαθηεξίδνπλ ηε γλήζηα κεηάδνζε ηεο νξζόδνμεο παξάδνζεο από παηέξα
ζε πηό (θαη όρη απιώο από θαζεγεηή ζε καζεηή)."³
Απηό είλαη ην ζπκπέξαζκα ηνπ Παηξόο εξαθείκ Ρόνπδ, ελόο από ηνπο κεγάινπο
νξζόδνμνπο αζθεηέο θαη ζπγγξαθείο ηνπ πεξαζκέλνπ αηώλα, "καζεηή" ηεο "ζρνιήο"
ηνπ Αγίνπ Ησάλλε Μαμίκνβηηο. Καη, δπζηπρώο, ηα ιόγηα ηνπ παξακέλνπλ εμίζνπ
επίθαηξα θαη ζηνλ δηθό καο αηώλα—έλαλ αηώλα γεκάην αηνκηθηζκό, εγσηζκό,
ππεξεθάλεηα θαη αζσηία.
Δμ αξρήο, νκνινγνύκε όηη πηζαλόηαηα δελ είλαη ε ζέζε καο λα θέξνπκε απηά ηα
δεηήκαηα ζηελ πξνζνρή ζαο, ιακβάλνληαο ππόςε ηελ πινύζηα πλεπκαηηθή ζαο
εκπεηξία θαη ηα ρξόληα πξνζεπρήο ζαο. Χζηόζν, από θόβν κήπσο παξακείλνπκε ζηε
δύζθνιε θαηάζηαζε ζηελ νπνία βξηζθόκαζηε, αηζζαλόκαζηε ππνρξεσκέλνη λα
δξάζνπκε θαη λα κελ παξακείλνπκε ζησπεινί, όπσο καο δηδάζθεη ν σηήξαο⁴. Γηόηη,
ζε ζύγθξηζε κε ηηο Τκεηέξεο εβαζκηόηεηεο, είκαζηε ζαλ παηδηά, αιιά "Δθ ζηόκαηνο
λεπίσλ θαη ζειαδόλησλ θαηεξηίζσ αίλνλ, (...) ίλα θαηαξγήζεο ερζξόλ θαη
εθδηθεηήλ."⁵
Μεηαμύ ησλ πηζηώλ, έρεη αλαδπζεί έλα ζρηζκαηηθό πλεύκα—έλα πλεύκα γεκάην
κίζνο θαη δηακάρεο, πνιύ απνκαθξπζκέλν από ην πλεύκα ησλ Αγίσλ Παηέξσλ,
εμαηηίαο ηεο Δπινγεκέλεο Έλσζεο πνπ επηζύκεζε ν Θεόο κε ηνπο αδειθνύο καο από
ηελ Διιάδα. Καη πξάγκαηη, "Ηδνύ δε, ηί θαιόλ ή ηί ηεξπλόλ, αιι‟ ή ην θαηνηθείλ
αδειθνύο επί ην απηό! (...) όηη εθεί ελεηείιαην Κύξηνο ηελ επινγίαλ θαη δσήλ έσο ηνπ
αηώλνο."⁶
Καη πάιη: "Δκείο γλσξίδνπκε όηη έρνπκε κεηαβεί από ηνλ ζάλαην ζηε δσή, επεηδή
αγαπάκε ηνπο αδειθνύο. Όπνηνο δελ αγαπά ηνλ αδειθό ηνπ παξακέλεη ζηνλ ζάλαην."⁷
Καη επίζεο: "Αθέζεθαλ νη πνιιέο ηεο ακαξηίεο, δηόηη αγάπεζε πνιύ. Δθείλνο όκσο
πνπ ηνπ ζπγρσξείηαη ιίγν, αγαπά ιίγν."⁸
εβαζηνί Ηεξάξρεο, καο πνλά βαζηά ην γεγνλόο όηη έρνπκε θηάζεη ζην ζεκείν λα
ζεσξνύκε ηνπο εαπηνύο καο ηνπο κόλνπο Οξζνδόμνπο Υξηζηηαλνύο ζηνλ θόζκν,
αξλνύκελνη έηζη ηελ ζπλνδηθόηεηα ηεο Δθθιεζίαο. Με απηόλ ηνλ ηξόπν, πηνζεηνύκε
ζηαδηαθά ηε ζηάζε ηνπ Φαξηζαίνπ ζην Δπαγγέιην⁹, πηζηεύνληαο όηη, απιώο θαη κόλν
2 ηεξώληαο ηνλ λόκν, έρνπκε ην δηθαίσκα λα θαπρώκαζηε ελώπηνλ ηνπ θόζκνπ θαη ηνπ
Θενύ όηη εκείο είκαζηε νη δίθαηνη ηεο επνρήο καο. Αιινίκνλν ζε εκάο!—εκείο πνπ
γλσξίδνπκε ηνλ λόκν αιιά δελ δνύκε ζύκθσλα κε απηόλ, επηιέγνληαο αληί απηνύ λα
ηνλ εξκελεύνπκε όπσο καο βνιεύεη.
"Δίπε δε θαη πξνο ηηλαο ηνπο πεπνηζόηαο εθ‟ εαπηνίο όηη είλαη δίθαηνη θαη
εμνπζελνύληαο ηνπο ινηπνύο ηελ παξαβνιήλ ηαύηελ..."¹⁰
Χζηόζν, απηή ε "ξήμε" ήξζε γηα ηε δηθή καο ηαπείλσζε, θαη ζα έπξεπε λα
ραηξόκαζηε πνπ ν σηήξαο δελ καο έρεη μεράζεη, αιιά καο ηαπεηλώλεη ηώξα ώζηε
λα έρνπκε ρξόλν γηα κεηάλνηα, όπσο ιέεη ν Φαικσδόο:
"Δύθξαλόλ εκάο αληί ησλ εκεξώλ, σλ εηαπείλσζαο εκάο, εηώλ, σλ είδνκελ θαθά."¹¹
Καη πάιη:
"Γηόηη πξέπεη λα ππάξρνπλ κεηαμύ ζαο αηξέζεηο, ώζηε λα γίλνπλ θαλεξνί νη δόθηκνη
κεηαμύ ζαο."¹²
Έηζη απνθαιύπηνληαη νη αλάμηνη, εθηίζεληαη νη πιαλεκέλνη θαη, πξηλ αθόκα από ηελ
Ζκέξα ηεο Κξίζεσο, μερσξίδνληαη νη ςπρέο ησλ δηθαίσλ από ηηο ςπρέο ησλ αδίθσλ,
όπσο ην άρπξν μερσξίδεη από ην ζηηάξη¹³.
Έηζη, κε ηαπεηλόηεηα θαη βαζηά ζιίςε, επηζπκνύκε λα εθθξάζνπκε ηελ αλεζπρία καο
ζρεηηθά κε ηελ Έθζεζε ηεο Γνγκαηηθήο Δπηηξνπήο, ηδηαίηεξα κε ηελ ηειηθή ηεο
απόθαζε όηη ν Μεηξνπνιίηεο Κππξηαλόο Κνπηζνύκπαο είλαη αηξεηηθόο θαη όηη ηα
ζπγγξάκκαηά ηνπ είλαη αηξεηηθά.
"Αο δηεμαρζνύλ έξεπλεο γηα λα δηαπηζησζεί αλ ε θαηεγνξία βαζίδεηαη ζηελ άγλνηα ηνπ
θαηεγόξνπ ή αλ θαηαξξέεη από κόλε ηεο. Δηόηη πνιιά πξάγκαηα πνπ είλαη θαιά
θαίλνληαη θαθά ζε εθείλνπο πνπ έρνπλ αζηαζέο θξηηήξην, όπσο ηα ίζα βάξε δελ
θαίλνληαη ίζα όηαλ νη δπγαξηέο είλαη αληζόξξνπεο θαη αθόκε θαη ην κέιη κπνξεί λα
θαίλεηαη πηθξό ζε θάπνηνλ ηνπ νπνίνπ ε γεύζε είλαη αιινησκέλε από αζζέλεηα. Τν
κάηη, όηαλ είλαη άξξσζην, δελ αληηιακβάλεηαη ζσζηά ηα αληηθείκελα αιιά θαληάδεηαη
πνιιά πξάγκαηα πνπ δελ είλαη πξαγκαηηθά. Τν ίδην ζπκβαίλεη θαη κε ηελ εθηίκεζε ηεο
δύλακεο ελόο ιόγνπ: αλ ν θξηηήο είλαη ιηγόηεξν θαηαξηηζκέλνο από ηνλ ζπγγξαθέα, ε
αμηνιόγεζε κπνξεί λα είλαη εζθαικέλε. Εθείλνο πνπ θξίλεη ηελ αμία ελόο ιόγνπ πξέπεη
λα έρεη ην ίδην επίπεδν γλώζεσλ κε απηόλ πνπ ηνλ ζπλέζεζε. Θα ηνικνύζε θάπνηνο πνπ
δελ έρεη γλώζε ηεο γεσξγίαο λα θξίλεη δεηήκαηα θαιιηέξγεηαο; Θα κπνξνύζε θάπνηνο
πνπ δελ είλαη εμνηθεησκέλνο κε ηηο αξρέο ηεο αξκνλίαο λα δηαθξίλεη κεηαμύ ζσζηνύ θαη
ιάζνπο ζε κνπζηθέο ζπλζέζεηο; Θα κπνξνύζε νπνηνζδήπνηε λα αμηνινγήζεη έλα
ζενινγηθό θείκελν ρσξίο λα απνδείμεη πνηνο ηνλ δίδαμε, πόζα ρξόληα ζπνύδαζε θαη αλ
έρεη κάζεη έζησ θαη ηα βαζηθά ηεο ξεηνξηθήο; Οκνίσο, ζηα πλεπκαηηθά δεηήκαηα, δελ
επηηξέπεηαη ζηνλ θαζέλα λα εμεηάδεη ηηο εθθξαζκέλεο δηδαζθαιίεο, αιιά κόλν ζε
εθείλνπο πνπ έρνπλ ιάβεη ην πλεύκα ηεο θαηαλόεζεο, όπσο καο δηδάζθεη ν Απόζηνινο
ζρεηηθά κε ηε δηαλνκή ησλ πλεπκαηηθώλ ραξηζκάησλ."¹⁴
Δθόζνλ πηζηεύνπκε όηη νη πηέζεηο πνπ αζθήζεθαλ γηα λα δηαθνπεί ε θνηλσλία κε ηηο
αδειθέο καο Δθθιεζίεο είλαη καθξηά από ην Οξζόδνμν πλεύκα—θάηη πνπ
απνδεηθλύεηαη θαη από ηε ζηάζε όζσλ ππνζηεξίδνπλ απηή ηελ ηδέα—πξνρσξήζακε
ζε κηα ιεπηνκεξή εμέηαζε ησλ ζπγγξακκάησλ ηνπ Μεηξνπνιίηε Κππξηαλνύ γηα
Πξώηνλ, πηζηεύνπκε όηη ηα πξόζσπα απηά πάζρνπλ από ην "ζύλδξνκν ηνπ ζσηήξα".
"Τη ζπκβαίλεη κε ηνπο ‘ζσηήξεο’; Κνηηάδνπλ γύξσ ηνπο, ςάρλνληαο γηα θάπνηνλ πνπ
ρξεηάδεηαη βνήζεηα—είηε απηή ε αλάγθε είλαη πξαγκαηηθή είηε θαληαζηηθή.
Πξνζθέξνληαη εζεινληηθά λα θάλνπλ δηάθνξα πξάγκαηα γηα ηνπο άιινπο, κεξηθέο
θνξέο ρσξίο θαλ λα ξσηήζνπλ αλ απηή ε βνήζεηα είλαη απαξαίηεηε ή επηζπκεηή. Απιά
εληνπίδνπλ κηα αλάγθε, 'ζεθώλνπλ ηα καλίθηα ηνπο' θαη μεθηλνύλ λα δνπιεύνπλ.
Ωζηόζν, ην άηνκν πνπ ιακβάλεη απηή ηε βνήζεηα ζπρλά ληώζεη όηη εηζβάιινπλ ζηε δσή
ηνπ, όηη πλίγεηαη ή πηέδεηαη λα δερηεί κηα αλεπηζύκεηε βνήζεηα—βνήζεηα πνπ
δεκηνπξγεί αλεπηζύκεηεο ππνρξεώζεηο πξνο ηνλ ιεγόκελν ζσηήξα."¹⁵
"Εάλ δελ ππάξρεη εξκελεπηήο, αο ζησπά ελ ηε εθθιεζία θαη αο νκηιεί εηο εαπηόλ θαη εηο
ηνλ Θεόλ."¹⁶
Γηαηί, ινηπόλ, θαη κε πνην δηθαίσκα, θαλείο δελ έρεη εμεγήζεη ζε απηά ηα πξόζσπα όηη
δελ πξέπεη λα εξκελεύνπλ ηνπο λόκνπο ηεο Δθθιεζίαο ζύκθσλα κε ηε δηθή ηνπο
βνύιεζε; Αληηζέησο, ελζαξξύλζεθαλ θαη αθόκα θαη ππνζηεξίρζεθαλ από ηνλ θιήξν!
Αλ είραλ δηαπξάμεη ηέηνηα πξάγκαηα θαηά ηελ επνρή ηνπ Αγίνπ Γιπθεξίνπ ή
νπνηνπδήπνηε απζηεξνύ Αγίνπ Παηέξα, πηζαλόηαηα ζα είραλ αλαζεκαηηζηεί, θαζώο
είλαη πξνσζεηέο ηεο κάζηηγαο ηνπ ζρίζκαηνο!
"Ο δηάβνινο εμαπαηά εθείλνπο πνπ κπνξεί λα θξαηήζεη ζηελ ηύθισζε ηεο παιηάο
νδνύ¹⁸, νδεγώληαο ηνπο ζε κηα λέα, αθόκε θαη απνζπώληαο αλζξώπνπο κέζα από ηελ
Εθθιεζία¹⁹. Ελώ πηζηεύνπλ όηη έρνπλ πιεζηάζεη ζην θσο θαη έρνπλ μεθύγεη από ην
ζθνηάδη ηνπ θόζκνπ, ρσξίο λα ην ζπλεηδεηνπνηνύλ, βπζίδνληαη μαλά ζην ζθνηάδη. Καη
παξόιν πνπ δελ παξακέλνπλ ζηαζεξνί ζην Επαγγέιην ηνπ Χξηζηνύ θαη ζηνλ λόκν Τνπ,
ζπλερίδνπλ λα απνθαινύλ ηνπο εαπηνύο ηνπο Χξηζηηαλνύο. Πεξπαηώληαο ζην ζθνηάδη,
θαληάδνληαη όηη θαηέρνπλ ην θσο."²⁰
Ζ Σέηαξηε Οηθνπκεληθή ύλνδνο όξηζε όηη "θαλέλαο Χξηζηηαλόο πηζηόο δελ πξέπεη λα
αλαζεκαηίδεη θάπνηνλ άιινλ", θαζώο απηό ην δηθαίσκα αλήθεη απνθιεηζηηθά ζηελ
Έλα εληππσζηαθό παξάδεηγκα αιήζεηαο εηπσκέλεο κε αγάπε βξίζθεηαη ζηα ιόγηα ηνπ
Αγίνπ Βαζηιείνπ ηνπ Μεγάινπ, ζηελ 65ε επηζηνιή ηνπ πξνο ηνλ Αηηάξβην, Δπίζθνπν
ηεο Νενθαηζάξεηαο, ν νπνίνο επηζπκνύζε λα ζπκθηιηώζεη ηνπο Οξζνδόμνπο κε ηνπο
Αξεηαλνύο:
"Πνην ζα είλαη ην ηέινο απηήο ηεο ζησπήο αλ, παξά ηελ ειηθία κνπ, πεξηκέλσ από εζάο
λα θάλεηε ην πξώην βήκα ζηνλ ραηξεηηζκό, ελώ ε αγάπε ζαο επηιέγεη λα παξακείλεη
αθόκε πεξηζζόηεξν ζηελ επηδήκηα απόθαζε λα απνθεύγεη ηελ θνηλσλία; Όζν γηα κέλα,
ζεσξώληαο όηη ζε ζέκαηα αγάπεο ε ήηηα είλαη ηόζν πνιύηηκε όζν θαη ε λίθε, νκνινγώ
όηη ζε απηόλ ηνλ αγώλα έρεηε ην δηθαίσκα λα πηζηεύεηε όηη κε ληθήζαηε. Έηζη, θάλσ ην
πξώην βήκα γξάθνληάο ζαο, δηόηη γλσξίδσ όηη 'ε αγάπε πάληα ειπίδεη, πάληα ππνκέλεη',
'δελ επηδεηά ην δηθό ηεο', θαη επνκέλσο 'πνηέ δελ εθπίπηεη'. Δηόηη εθείλνο πνπ
ηαπεηλώλεηαη από αγάπε πξνο ηνλ πιεζίνλ ηνπ δελ είλαη άμηνο πεξηθξόλεζεο. Έηζη, θαη
εζείο, δείρλνληαο ηνλ πξώην θαξπό ηνπ Πλεύκαηνο—ηελ αγάπε—πξέπεη λα αθήζεηε
ζηελ άθξε ηνλ θαθό ηόλν ηνπ ζπκνύ, πνπ κνπ δείμαηε κέζσ ηεο ζησπήο ζαο, θαη αλη’
απηνύ λα εκθπζήζεηε ζηελ θαξδηά ζαο ραξά θαη εηξήλε πξνο ηνπο αδειθνύο ηεο ίδηαο
πίζηεο, θαζώο θαη δήιν θαη ελδηαθέξνλ γηα ηε ζσζηή δηαηήξεζε ησλ Εθθιεζηώλ ηνπ
Κπξίνπ. (...) Επνκέλσο, ζαο πξνηξέπσ λα απνβάιεηε από ηελ ςπρή ζαο νπνηαδήπνηε
ζθέςε όηη ε θνηλσλία κε ηνπο άιινπο είλαη πεξηηηή. Τν λα απνθόπηεηε ηνλ εαπηό ζαο
από ηε ζπλαλαζηξνθή κε ηνπο αδειθνύο ζαο δελ είλαη γλώξηζκα ελόο αλζξώπνπ πνπ δεη
ζύκθσλα κε ηελ αξρή ηεο αγάπεο θαη πνπ ηζρπξίδεηαη όηη εθπιεξώλεη ηελ εληνιή ηνπ
Χξηζηνύ."
Πξνρσξώληαο πέξα από απηά ηα ζεκειηώδε δεηήκαηα, όπσο έρνπκε ήδε αλαθέξεη,
μεθηλήζακε κηα εηο βάζνο εμέηαζε ησλ θεηκέλσλ θαη ησλ πεγώλ πνπ επηθαιείηαη ν
Μεηξνπνιίηεο Κππξηαλόο, πξνζπαζώληαο, «θαζώο ην Πλεύκα καο έδηλε λα
ιαιήζνπκε»²², λα θαηαλνήζνπκε ηε βάζε ησλ θαηεγνξηώλ ελαληίνλ ηνπ.
Δπηπιένλ, ε κεζνδνινγία ηεο επηζηεκνληθήο έξεπλαο ζηε ζενινγία κάο δηδάζθεη όηη
ην επίθεληξν θάζε έξεπλαο πξέπεη λα είλαη ε κειέηε ησλ πξσηνγελώλ θαη
δεπηεξνγελώλ πεγώλ.
Πεξαηηέξσ, κε βάζε ηελ Δπίζεκε Οκνινγία Πίζηεσο πνπ εμέδσζε ε Ηεξά ύλνδνο,
ηνπο έρεη νπζηαζηηθά αλαζεκαηίζεη, θάηη πνπ είλαη ηόζν αλεπηζύκεην όζν θαη
αδηαλόεην, δεδνκέλνπ όηη απηνί νη ίδηνη Άγηνη Παηέξεο ήηαλ, ζηελ πξαγκαηηθόηεηα,
νη "ζπγγξαθείο θαη ππεξαζπηζηέο" ηεο "ζεσξίαο ησλ αζζελώλ κειώλ".
Η άπνςε ησλ Αγίσλ Παηέξσλ γηα ηα πηζαλά ιάζε άιισλ Παηέξσλ ηεο
Δθθιεζίαο
«Δελ ππήξμαλ, άξαγε, δύζθνιεο ζπλζήθεο πνπ αλάγθαζαλ πνιινύο Παηέξεο είηε λα
κηιήζνπλ κε αζαθή ηξόπν είηε λα πξνζαξκόζνπλ ηα ιόγηα ηνπο ζην εθάζηνηε πιαίζην,
ππό ηηο επηζέζεηο ησλ ερζξώλ ηνπο, ή αθόκα θαη ιόγσ αλζξώπηλεο άγλνηαο, ζηελ νπνία
θαη απηνί ππόθεηληαη; ... Αλ θάπνηνη κίιεζαλ αζαθώο ή, γηα ιόγνπο πνπ αγλννύκε,
απνθιίζεθαλ από ηελ νξζή νδό, αιιά δελ ειέγρζεθαλ νύηε παξαθηλήζεθαλ λα
αλαδεηήζνπλ ηελ αιήζεηα, ηόηε ηνπο δερόκαζηε σο Παηέξεο ζαλ λα κελ είραλ εθθέξεη
πνηέ απηέο ηηο απόςεηο—ιόγσ ηεο δηθαηνζύλεο ηεο δσήο ηνπο, ηεο εμαηξεηηθήο ηνπο
αξεηήο θαη ηεο αθιόλεηεο πίζηεο ηνπο ζηα ππόινηπα ζεκεία. Ωζηόζν, δελ αθνινπζνύκε
ηηο δηδαζθαιίεο ηνπο εθεί όπνπ παξεθηξάπεθαλ από ηελ αιήζεηα... Εκείο, πνπ
6 γλσξίδνπκε όηη θάπνηνη από ηνπο Αγίνπο Παηέξεο θαη Δηδαζθάινπο παξέθθιηλαλ από ηα
νξζά δόγκαηα, δελ πηνζεηνύκε σο δηδαζθαιία εθείλα ηα κέξε όπνπ έζθαιαλ, αιιά
αγθαιηάδνπκε ηνπο ίδηνπο ηνπο Παηέξεο.»
«Οη ηζηνξηθνί ηεο δηακάρεο γηα ηε ράξε ζηε Γαιαηία ηνπ 5νπ αηώλα (ζε ζρέζε
κε ηνλ Μαθάξην Απγνπζηίλν) έρνπλ παξαηεξήζεη πόζν ήπηα ήηαλ απηή ε
δηακάρε ζε ζύγθξηζε κε ηηο ζπγθξνύζεηο θαηά ηνπ Νεζηνξίνπ, ηνπ Πειάγηνπ
θαη άιισλ δηαβόεησλ αηξεηηθώλ. Απηή ε δηακάρε ζεσξήζεθε πάληνηε κηα
εζσηεξηθή δηαθσλία εληόο ηεο Δθθιεζίαο, όρη κηα κάρε κεηαμύ ηεο
Δθθιεζίαο θαη ησλ αηξεηηθώλ. Καλείο πνηέ δελ απνθάιεζε αηξεηηθό ηνλ
Απγνπζηίλν, νύηε θαη ν ίδηνο ραξαθηήξηζε αηξεηηθνύο όζνπο ηνλ επέθξηλαλ.
Αμηνζεκείσην είλαη όηη νη θαηεγνξίεο πεξί „αίξεζεο‟ πξνέξρνληαλ από ηνπο
ίδηνπο ηνπο αηξεηηθνύο, όρη από ηελ Δθθιεζία.»²⁴
ηελ Πέκπηε Οηθνπκεληθή ύλνδν, ζην ηειηθό Όξν, ν Μαθάξηνο Απγνπζηίλνο
αλαθέξεηαη κόλν κε ζεηηθά ιόγηα.
πκπεξάζκαηα
"Ζ Δθθιεζία είλαη κία· επεθηείλεηαη ζε κήθνο θαη πιάηνο κεηαμύ πνιιώλ ιαώλ κέζσ
ηεο άθζνλεο θαξπνθνξίαο ηεο. Όπσο ν ήιηνο έρεη πνιιέο αθηίλεο, αιιά ην θσο είλαη
8 έλα, θαη όπσο ε βειαληδηά έρεη πνιιά θιαδηά, αιιά ππάξρεη έλαο θνξκόο ξηδσκέλνο
ζην έδαθνο, έηζη θαη ε Δθθιεζία ηνπ Κπξίνπ, ινπζκέλε ζην θσο, απιώλεη ηηο αθηίλεο
ηεο ζε όιε ηε γε. Χζηόζν, ην θσο είλαη έλα· εμαπιώλεηαη παληνύ, αιιά ε ελόηεηα
ηνπ ζώκαηνο δελ δηαηξείηαη. Δθηείλεηαη κε ηνπο γόληκνπο θιάδνπο ηεο ζε όιν ηνλ
θόζκν, ηα ξεύκαηά ηεο ξένπλ αθόκα πην καθξηά. Παξ‟ όια απηά, ππάξρεη κόλν κία
Κεθαιή, κία Αξρή θαη κία Μεηέξα, ε νπνία μερεηιίδεη από άθζνλε θαξπνθνξία: από
ηε κήηξα ηεο γελληόκαζηε, κε ην γάια ηεο ηξεθόκαζηε θαη από ηελ πλνή ηεο
ιακβάλνπκε δσή."³¹
"Απηό ην κπζηήξην ηεο ελόηεηαο, απηή ε αιπζίδα ηεο αδηάζπαζηεο θαη ζηελά
ζπλδεδεκέλεο αξκνλίαο, απνθαιύπηεηαη όηαλ, ζην Δπαγγέιην, ν ρηηώλαο ηνπ Κπξίνπ
Ηεζνύ Υξηζηνύ δελ δηαηξείηαη νύηε ζρίδεηαη. Αληίζεηα, όηαλ ξίρλνληαη θιήξνη γηα ην
έλδπκα ηνπ Υξηζηνύ—γηα λα απνθαζηζηεί πνηνο ζα ην θνξέζεη—ην ξνύρν παξακέλεη
αθέξαην, θαη ν ρηηώλαο θαηέρεηαη νιόθιεξνο θαη αδηαίξεηνο. (...) Απηόο έθεξε εθείλε
ηελ ελόηεηα πνπ πξνέξρεηαη από ςειά, δειαδή από ηνλ νπξαλό θαη ηνλ Παηέξα, ε
νπνία πνηέ δελ ζα κπνξνύζε λα δηαηξεζεί από εθείλνλ πνπ ηελ έιαβε θαη ηελ θαηέρεη.
Αληίζεηα, έλα ηέηνην πξόζσπν ηελ απέθηεζε αθέξαηε θαη αδηάζπαζηε, κε όιε ηεο ηε
δύλακε: Καλείο πνπ δηαηξεί θαη δηαζπά ηελ Δθθιεζία ηνπ Υξηζηνύ δελ κπνξεί λα
θαηέρεη ην έλδπκα ηνπ Υξηζηνύ."³²
"Ο όθηο έρεη εμαπαηήζεη από ηελ αξρή ηνπ θόζκνπ θαη, δειεάδνληαο αλππνςίαζηεο
ςπρέο κε απαηειά ιόγηα, ηηο έρεη νδεγήζεη ζηελ πιάλε ιόγσ ηεο αζώαο έιιεηςεο
πξνλνεηηθόηεηάο ηνπο. Έηζη, πξνζπάζεζε αθόκε θαη λα πεηξάμεη ηνλ ίδην ηνλ Κύξην,
ζαλ λα κπνξνύζε λα Σνλ εμαπαηήζεη θαη λα Σνλ παξαζύξεη—πιεζηάδνληάο Σνλ κε
κπζηηθόηεηα. Όκσο, αλαγλσξίζηεθε θαη ζπληξίθζεθε. Καη γη‟ απηό ξίρζεθε θάησ:
επεηδή απνθαιύθζεθε θαη μεζθεπάζηεθε."³³
"Αο απνδείμνπκε ηε ζπλέρεηα καο κε ηελ αδηάζπαζηε ρξηζηηαληθή παξάδνζε ηνπ
παξειζόληνο, όρη κόλν κε ηελ πξνζπάζεηα γηα δνγκαηηθή αθξίβεηα, αιιά θαη κε ηελ
αγάπε καο πξνο εθείλνπο πνπ καο ηελ κεηέδσζαλ. Γλσξίδνπκε πνιινύο
λενθώηηζηνπο πνπ θξαηηνύληαη από ηελ „νξζόηεηα‟ όπσο έλα κσξό από ην κπηκπεξό
θαη πνπ, ίζσο, ζα έζσδαλ θαιύηεξα ηηο ςπρέο ηνπο αλ ήηαλ ιίγν ιηγόηεξν „νξζνί‟,
αιιά πην ηαπεηλνί."³⁴
"Όπνηνο δελ έρεη αγάπε, δελ έρεη ηνλ Θεό. Ο Απόζηνινο Ησάλλεο ιέεη: „Ο Θεόο είλαη
αγάπε, θαη όπνηνο κέλεη ζηελ αγάπε, κέλεη ζηνλ Θεό, θαη ν Θεόο κέλεη ζε απηόλ.‟³⁵
Δθείλνη πνπ αξλνύληαη λα παξακείλνπλ ελσκέλνη εληόο ηεο Δθθιεζίαο ηνπ Θενύ, δελ
κπνξνύλ λα παξακείλνπλ ζηνλ Θεό."³⁶
9 «αο δεηώ ζπγρώξεζε γηα ηελ εηιηθξίλεηά καο, αιιά αηζζάλνκαη όηη ν ρξόλνο είλαη
ήδε πνιύ πεξηνξηζκέλνο θαη νπνηνζδήπνηε κπνξεί λα θάλεη θάηη, πξέπεη λα ην θάλεη
ηώξα. Γλσξίδσ όηη ν Θεόο ζα ζπλερίζεη λα πξνζηαηεύεη ηελ Δθθιεζία Σνπ θαη όηη ζα
θάλεη λα επδνθηκήζεη ε αιεζηλή Οξζόδνμε απνζηνιή—ε νπνία κόιηο ηώξα αξρίδεη
ζηελ Δθθιεζία καο. (...) Χζηόζν, ε ηξαγσδία ησλ ςπρώλ πνπ ζα πηαζηνύλ ζε έλα
ζρίζκα πνπ πξνθιήζεθε από πείζκα ζα είλαη αλππνιόγηζηε»³⁷.
Γη‟ απηό, αο κελ γίλνπκε όπσο ε αίξεζε ησλ Καζαξώλ, ηνπο νπνίνπο ν Άγηνο
Βαζίιεηνο ν Μέγαο αλαθέξεη ζηελ Επηζηνιή 188. Αο κάζνπκε λα έρνπκε ηόζν ηελ
αγάπε όζν θαη ηνλ δήιν γηα ηνπο λένπο αγίνπο, νη νπνίνη αγσλίζηεθαλ κε όιε ηνπο ηε
δύλακε ελάληηα ζηελ αίξεζε ηνπ Οηθνπκεληζκνύ. Αο κάζνπκε λα δηαθξίλνπκε ηη είλαη
πξαγκαηηθά Οξζόδνμν θαη λα αθνινπζνύκε ηελ Παξάδνζε ησλ Αγίσλ Παηέξσλ.
Δπηπιένλ, πηζηεύνπκε όηη πξνζεύρεηαη γηα εκάο, καδί κε ηνλ Άγην Γιπθέξην ηνλ
Οκνινγεηή.
Με όια απηά, πξνζεπρόκαζηε ζηνλ Καιό Θεό λα θέξεη θσηηζκό θαη εηξήλε κεηαμύ
ησλ πηζηώλ θαη ησλ θιεξηθώλ ηεο Δθθιεζίαο, λα καο ζπκεζεί θαηά ηελ Ζκέξα ηεο
Φνβεξήο Κξίζεσο θαη, όζνλ αθνξά εθείλνπο πνπ αληηηίζεληαη ζηνλ Μεηξνπνιίηε
Κππξηαλό θαη ζηε πλνδηθόηεηα θαη Δλόηεηα ηεο Δθθιεζίαο, ηνπο εκπηζηεπόκαζηε
ζην έιενο ηνπ Κπξίνπ:
"Πάηεξ, ζπγρώξεζέ ηνπο, δηόηη δελ γλσξίδνπλ ηη πξάηηνπλ."³⁸
Υπνζεκεηώζεηο: