The Wayback Machine - https://web.archive.org/web/20251209145531/https://www.scribd.com/document/444047691/%CE%A7%CE%B1%CF%81-%CE%91%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%B5%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%85-%CE%97-%CE%95%CE%BA%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%83%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CF%80%CF%84%CF%85%CF%87%CE%AE-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%9C%CE%B1%CE%BA%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%8D-%CE%96%CE%B7%CF%84%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82
0% found this document useful (0 votes)
3K views26 pages

Χαρ. Ανδρεόπουλου, Η Εκκλησιαστική πτυχή του Μακεδονικού Ζητήματος

Χαρ. Ανδρεόπουλου, Η Εκκλησιαστική πτυχή του Μακεδονικού Ζητήματος, ΑΧΙΛΛΙΟΥ ΠΟΛΙΣ, 2ο τχ. Νοε. 2019, σσ. 327-347.
Copyright
© © All Rights Reserved
We take content rights seriously. If you suspect this is your content, claim it here.
Available Formats
Download as PDF, TXT or read online on Scribd
0% found this document useful (0 votes)
3K views26 pages

Χαρ. Ανδρεόπουλου, Η Εκκλησιαστική πτυχή του Μακεδονικού Ζητήματος

Χαρ. Ανδρεόπουλου, Η Εκκλησιαστική πτυχή του Μακεδονικού Ζητήματος, ΑΧΙΛΛΙΟΥ ΠΟΛΙΣ, 2ο τχ. Νοε. 2019, σσ. 327-347.
Copyright
© © All Rights Reserved
We take content rights seriously. If you suspect this is your content, claim it here.
Available Formats
Download as PDF, TXT or read online on Scribd
You are on page 1/ 26

EXOFILO 2.

qxp_Layout 1 22/10/2019 12:08 Page 1


ΑΡΧΗ.qxp_Layout 1 21/10/2019 20:16 Page 2

AXIΛΛΙΟΥ ΠΟΛΙΣ
ΕΞΑΜΗΝΙΑΙΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ
THΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΥΡΝΑΒΟΥ

ΤΕΥΧΟΣ 02 / ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2019 / 10,00 €

ΚΑΤΑ ΝΟΜΟΝ ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ:


ὁ Μητροπολίτης Λαρίσης καί Τυρνάβου Ἱερώνυμος
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ:
Πρωτ. Θεμιστοκλῆς Α. Μουρτζανός
ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ:
Σ. Μπαλατσούκας, Κ. Σπανός, Ν. Παπαθεοδώρου, Ἀ. Χρυσοβέργης
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ: Ἰωαννίνων 3, 413 34, Λάρισα
ΤΗΛΕΦΩΝΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ: 2410 61 76 85 καί 6945 152 571 / e-mail: info@imlarisis.gr
Τό περιοδικό ἀναρτᾶται ἠλεκτρονικά στόν ἰστότοπο www.imlarisis.gr καί στό Facebook στό
προφίλ AXIΛΛΙΟΥ ΠΟΛΙΣ
Συνεργασίες γίνονται δεκτές σταλμένες σέ ἠλεκτρονική μορφή
Οἱ θέσεις καί ἀπόψεις τῶν συγγραφέων τῶν κειμένων εἶναι προσωπικές
καί δέν ἀπηχοῦν κατ’ ἀνάγκη τίς θέσεις τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Λαρίσης

ΘΕΜΑ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ: Χρῆστος Παπανικολάου


ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ: Γιάννης Πέτρου
ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΚΗ ΔΙΟΡΘΩΣΗ: Βασίλης Μαλισιόβας
ΕΚΤΥΠΩΣΗ-ΒΙΒΛΙΟΔΕΣΙΑ: Λυχνία Α.Ε.

ISSN: 2654-0223
ΑΡΧΗ.qxp_Layout 1 21/10/2019 20:16 Page 3

Περιεχόμενα

EDITORIAL: Μητροπολίτης Λαρίσης καί Τυρνάβου Ἱερώνυμος


7

ΜΕΡΟΣ Α´
ΧΡΙΣΤΟΥ ΤΑ ΓΕΝΕΘΛΙΑ ΕΟΡΤΑΣΩΜΕΝ
___________________________________

Δρ ΣΩΤΗΡΙΟΣ Ι. ΜΠΑΛΑΤΣΟΥΚΑΣ
Ρωμανοῦ Μελωδοῦ,
«Κοντάκιον εἰς τήν ἁγίαν γέννησιν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ»
9
ΒΗΣΣΑΡΙΩΝ ΜΟΝΑΧΟΣ ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΟΡΙΝΟΣ
...Βίβλος ἡ σεβασμία τοῦ Θεολόγου...
Ἀναγνώσματα τῶν Χριστουγέννων στό Ἅγιο Ὄρος
21
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΧΡΥΣΟΒΕΡΓΗΣ
Ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ἐκ γῆς χοϊκός
31
ΠΡΩΤ. ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ ΜΟΥΡΤΖΑΝΟΣ
Ἡ Γέννα Του νά μᾶς βρεῖ ἐπιστρέφοντας στήν Ἀγάπη
43
ΦΑΝΗ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟΥ
Ἤθη καί ἔθιμα τοῦ Δωδεκαημέρου στήν Θεσσαλία
49
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΥΡΝΑΒΟΥ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ
Μήνυμα Χριστουγέννων
77

ΜΕΡΟΣ Β´
ΠΑΤΕΡ ΙΕΡΑΡΧΑ ΒΗΣΣΑΡΙΩΝ, ΠΡΕΣΒΕΥΕ ΥΠΕΡ ΗΜΩΝ
___________________________________

ΑΡΧΙΜ. ΒΗΣΣΑΡΙΩΝ ΔΟΥΣΙΚΙΩΤΗΣ


Ὁ Ἅγιος Βησσαρίων ὁ Β´ Ἀρχιεπίσκοπος Λαρίσης ὁ θαυματουργός
Ὁ ἐξαϋλωμένος βίος του καί τά φιλοπάτριδα ἒργα εὐποιίας του
81

XAΡΑΛΑΜΠΟΣ ΣΤΕΡΓΙΟΥΛΗΣ
Παχωμίου μοναχοῦ, «Ἐγκώμιον εἰς τόν ἅγιον Βησσαρίωνα».
Ρητορική Προσέγγιση
97
ΑΡΧΗ.qxp_Layout 1 21/10/2019 20:16 Page 4

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΑΘ. ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ


Ἱστορική διαδρομή τοῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Βησσαρίωνος
109
ΜΑΡΙΑ Π. ΒΟΥΒΟΥΣΗ
Ἕνα κατάστιχο τῶν κειμηλίων τῆς Μονῆς
τοῦ Ἁγίου Βησσαρίωνος (Δουσίκου) τοῦ ἔτους 1832
119

ΜΕΡΟΣ Γ´
ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ
___________________________________

ΣΤΑΥΡΟΣ ΓΟΥΛΟΥΛΗΣ
Τό ἐνεπίγραφο μολύβδινο ἔλασμα (Μάιος 842) ἀπό τόν τάφο
τοῦ Διακονικοῦ τοῦ Ἁγίου Ἀχιλλίου Πρέσπας
καί τά ἐγκαίνια τοῦ Ἁγίου Ἀχιλλίου Λάρισας
123
ΚΩΣΤΑΣ ΣΠΑΝΟΣ
Τά ὑπομνήματα ἐκλογῆς ἐπισκόπων στόν κώδικα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως
Λαρίσης Ε.Β.Ε. 1472 τῆς περιόδου 1647-1868
161
ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΟΛΕΜΗΣ
Τό χειρόγραφο 573 τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Μεταμορφώσεως Μετεώρων:
ἕνας λησμονημένος θεσσαλικός θησαυρός
171
ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΑΝΔΡΟΥΔΗΣ
Γλυπτά ἀπό τό ὑστεροβυζαντινό καθολικό
τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Δημητρίου στό Στόμιο (Τσάγεζι)
177
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Κ. ΣΠΑΝΟΣ
Ὁ μετέπειτα Μητροπολίτης Λαρίσης Δωρόθεος Σχολάριος (1870)
αἰτεῖται νά διορισθεῖ ἔμμισθος ἱεροκῆρυξ στήν Σύρο (1844)
197

ΜΕΡΟΣ Δ´
ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΛΑΡΙΣΑΙΩΝ ΜΝΗΜΕΣ
___________________________________

ΑΓΓΕΛΟΣ ΠΕΤΡΟΥΛΑΚΗΣ
Ὁ ἀξιότιμος Λαρισαῖος κύριος Κώστας Τσιρόπουλος
231
ΑΡΧΗ.qxp_Layout 1 21/10/2019 20:16 Page 5

ΠΡΩΤ. ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ ΜΟΥΡΤΖΑΝΟΣ


Μνήσθητι, Κύριε, τῶν κοπιασάντων: Πρωτ. Εὐκλείδης Κωστούλας
247
ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΑΙ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΟΥ
Πρωτοψάλτης Ἀριστείδης Γρηγοριάδης (1922-2007)
253

ΜΕΡΟΣ Ε´
ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑ
___________________________________

ΧΡΗΣΤΟΣ ΤΣΑΝΤΗΛΑΣ
Ἱστορίες γιά δύσπιστους καί εὐκολόπιστους
259
ΒΑΡΒΑΡΑ Γ. ΒΑΣΙΛΑΚΗ
Μέ ἀγάπη τό παιδί σου...
263
ΝΙΚΟΛΑΟΣ Α. ΠΑΥΛΟΥ
Διδάσκοντας Θρησκευτικά μέ νέες μεθόδους διδασκαλίας
273
ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ ΜΑΝΔΗΛΑΣ
Θρησκευτικές Ἀφηγήσεις καί εἰκονική πραγματικότητα
285

ΜΕΡΟΣ ΣΤ´
ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ
___________________________________

ΑΡΧΙΜ. ΑΒΕΛ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ


Ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ
303
ΑΡΧΙΜ. ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗΣ
Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου. Μία εἴσοδος στόν μυστικό κόσμο τοῦ Θεοῦ
307
ΑΡΧΙΜ. ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΙΑΤΡΟΣ
Ἅγια Θεοφάνεια
«Ἐν Ἰορδάνῃ βαπτιζομένου σου, Κύριε,
ἡ τῆς Τριάδος ἐφανερώθη προσκύνησις»
311
ΑΡΧΗ.qxp_Layout 1 21/10/2019 20:16 Page 6

ΑΡΧΙΜ. ΑΛΕΞΙΟΣ ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΣ


Ἡ Ἑορτή τῆς Ὑπαπαντῆς
315

ΜΕΡΟΣ Z´
ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΥ ΜΑΣ
___________________________________

ΟΠΟΥ Ο ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΕΚΕΙ ΚΑΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ


Χρονολόγιο Μαΐου 2019 - Σεπτεμβρίου 2019
319
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΥΡΝΑΒΟΥ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ
Μήνυμα πρός τούς ἐκπαιδευτικούς
325
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΑΝΔΡΕΟΠΟΥΛΟΣ
Ἡ ἐκκλησιαστική πτυχή τοῦ «Μακεδονικοῦ Ζητήματος»
Ἱστορική καί νομοκανονική προσέγγιση
327
ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΗ
Τό ἔπος τοῦ ’40 καί ἡ Κύπρος
347
ΑΡΧΙΜ. ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ
Ἡ Ἐκκλησία τῆς Δημητριάδος στήν Κατοχή καί στήν Ἀντίσταση 1941-1944
357
ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ ΖΕΡΒΑΚΗΣ
Γιά τήν ΕΟΚΑ
367
ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ ΜΩΡΑΪΤΗΣ
Παπαδιαμάντης: Ἕνα τέλος καί μιά ἀρχή
377
ΑΝΡΕΟΠΟΥΛΟΣ.qxp_Layout 1 21/10/2019 20:13 Page 327

Δρ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΑΝΔΡΕΟΠΟΥΛΟΣ
ΘΕΟΛΟΓΟΣ, ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ Β/ΜΙΑΣ
ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ ΕΡΓΟΥ ΘΕΟΛΟΓΩΝ ΣΤΕΡΕΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

H ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
ΤΟΥ «ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ»
Ἱστορική καί νομοκανονική προσέγγιση

1. Εἰσαγωγή

Τ ό «Μακεδονικό ζήτημα» ἀποτελεῖ στίς μέρες μας ἕνα ἀπό τά κύρια


θέματα τῆς ἀτζέντας στόν δημόσιο διάλογο μέσω τοῦ ὁποίου ἔχει
ἀναδειχθεῖ –πέραν τῆς καθαρά πολιτικῆς– καί μία ἰδιαίτερη καί σημαντική γιά
τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν διάσταση, ἡ καθαρά ἐκκλησιαστική, ἡ ὁποία
ἀφορᾶ στήν σχισματική «Μακεδονική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία» (ΜΟΕ).
Καίτοι ἀναφερόμαστε σ᾽ ἕνα ἰδιαίτερης σημασίας ἐκκλησιαστικό ζήτημα
πού ἔχει ἤδη ἱστορική διαδρομή ἑβδομήντα (70) καί πλέον ἐτῶν, ἐντούτοις, στά
σχολικά βιβλία οἱ ἀναφορές σέ αὐτό εἶναι ἀνύπαρκτες, πλήν
ἀποσπασματικῶν παραθεμάτων πού ἀναφέρονται ἐν γένει στό «Μακεδονικό
ζήτημα» ἀπό πολιτικῆς, κυρίως, σκοπιᾶς. Ἡ παροῦσα μελέτη1 ἀντιμετωπίζει
τήν ἐκκλησιαστική πτυχή τοῦ Μακεδονικοῦ ζητήματος ως μελέτη περίπτωσης
(case study) ἐξετάζοντας τούς λόγους γιά τούς ὁποίους ἀμέσως μετά τό πέρας
τοῦ Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, μέσω πολιτικῶν παρεμβάσεων ἐκ μέρους τοῦ

1
Ἡ μελέτη –ἡ ὁποία ἐνταῦθα δημοσιεύεται ἐμπλουτισμένη– παρουσιάσθηκε ὡς εἰσήγηση στό 3ο
Πανελλήνιο Ἐπιστημονικό Συνέδριο Θεολόγων Ἐκπαιδευτικῶν πού εἶχε ὡς θέμα «Θρησκευτική
Ἐκπαίδευση – Ἐκπαίδευση γιά τό Μέλλον» καί πραγματοποιήθηκε στή Θεολογική Σχολή τοῦ
Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ) ἀπό 27 ἕως 29/09/2019 με συνδιοργανωτές
το Τμῆμα Θεολογίας τοῦ ΑΠΘ καί τήν Περιφερειακή Διεύθυνση Α/θμιας και Β/θμιας Ἐκπαίδευσης
Κεντρικῆς Μακεδονίας. Τά στοιχεῖα καί, κυρίως, τά συμπεράσματα τῆς μελέτης παρουσιάσθηκαν,
ἀναλύθηκαν καί κατατέθηκαν ὡς ἐπικουρικό ἐκπαιδευτικό /διδακτικό ὑλικό τό ὁποῖο μπορεῖ νά
ἀξιοποιηθεῖ ἀπό τούς/τίς συναδέλφους ἐκπαιδευτικούς Θεολόγους / ΠΕ01 καί Φιλολόγους/ΠΕ02
γιά τή διδασκαλία σχετικῶν θεματικῶν ἑνοτήτων τοῦ θρησκευτικοῦ (περί ἐθνοφυλετισμοῦ,
σχίσματος, αυτοκεφαλίας κ.λπ.) καί ἱστορικοῦ (περί «Μακεδονικοῦ ζητήματος») μαθήματος.

327
ΑΝΡΕΟΠΟΥΛΟΣ.qxp_Layout 1 21/10/2019 20:13 Page 328

ΜΕΡΟΣ Ζ´. ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΥ ΜΑΣ

κυβερνῶντος Κομμουνιστικοῦ Κόμματος Γιουγκοσλαβίας (ΚΚΓ), ἐπιχειρήθηκε


τό 1945 ἡ αὐτονόμηση τῆς - ὑπαγομένης στό Πατριαρχεῖο Σερβίας -
ἐκκλησιαστικῆς ἐπαρχίας (Μητροπόλεως) τῶν Σκοπίων ἡ ὁποία
μετονομάσθηκε σέ «Μακεδονική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία» προκειμένου νά
ὑπηρετηθοῦν οἱ πολιτικές σκοπιμότητες πού συνδέονταν μέ τήν προηγηθεῖσα
(τό 1943) ἵδρυση τῆς «Λαϊκῆς Δημοκρατίας» τῆς «Μακεδονίας» (ΛΔΜ). Ἑνός
κρατικοῦ μορφώματος μέ τήν ἵδρυση τοῦ ὁποίου, διά τῆς χρήσεως τοῦ
ὀνόματος Μακεδονία, τέθηκε σέ ἐφαρμογή ἡ ὑπηρετοῦσα πολιτικές
σκοπιμότητες ἐθνογενετική διεργασία περί ἀναδείξεως τῆς «ΛΔΜ» ὡς
πατρίδας τοῦ «μακεδονικοῦ ἔθνους» καί τῶν (νοτιογιουγκοσλάβων) κατοίκων
της ὡς ἀπογόνων τῶν ἀρχαίων Μακεδόνων.

2. Θεωρητικό πλαίσιο. Ἱστορική καί νομοκανονική προσέγγιση.

Ι. Σύντομο ἱστορικό
Τό ἐκκλησιαστικό πρόβλημα τῶν Σκοπίων, ὡς πτυχή τοῦ «Μακεδονικοῦ
ζητήματος», ξεκίνησε τό 1941, ὅταν οἱ τρεῖς νοτιότερες ἐκκλησιαστικές ἐπαρχίες
τοῦ μέχρι τότε Βασιλείου τῆς Γιουγκοσλαβίας, δηλαδή ἡ Μητρόπολη Σκοπίων,
ἡ Μητρόπολη Ζλετόβου-Στρωμνίτσης καί ἡ Ἐπισκοπή Ἀχρίδος-Βιτωλίων
ἀποτελοῦσαν ἐπαρχίες τοῦ Πατριαρχείου τῆς Σερβίας. Μέ τήν κατάληψη τῆς
νότιας Σερβίας ἀπό τούς Γερμανούς καί τούς Βουλγάρους συμμάχους τους ἡ
περιοχή προσαρτήθηκε στή Βουλγαρική Ἐξαρχία2 καί οἱ μέχρι τότε Σέρβοι
ἱεράρχες τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, εἴτε ἀντικατατάθηκαν ἀμέσως ἀπό
Βούλγαρους ἀρχιερεῖς, ὅπως οἱ νόμιμοι καί κανονικοί Μητροπολίτες Σκοπίων
Ἰωσήφ [Τσβίγκοβιτς], Ζλετόβου-Στρωμνίτσης Βικέντιος [Προντάνωφ, ὁ

2
Ἡ ὁποία εἶχε ἱδρυθεῖ ὅλως ἀντικανονικῶς τό 1870 μέ σουλτανικό φιρμάνι καί ἕδρα στήν
Κωνσταντινούπολη καί παρά τήν καταδίκη της ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο τό 1872 ὡς
σχισματικῆς («φυλετικῆς παρασυναγωγῆς», κατά τόν «Ὅρον» τῆς Μεγάλης ἐν Κωνσταντινουπόλει
τοπικῆς Συνόδου τοῦ 1872) συνέχισε τήν λειτουργία της μέχρι καί τίς ἀρχές τοῦ 1945, ὅταν κατόπιν
Πράξεως τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἤρθη τό βουλγαρικό σχίσμα, βλ. σχετικῶς τήν κλασσική,
πλέον, μονογραφία τοῦ Γερ. Ἰ. Κονιδάρη, Ἡ ἄρσις τοῦ βουλγαρικοῦ σχίσματος ἐν τῷ πλαισίῳ τῆς
Καθολικῆς Ὀρθοδοξίας τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἔκδ. δ΄, Ἀθήνα 2012. Γιά τήν δράση τῆς Βουλγαρικῆς
Ἐξαρχίας (1870-1945) στήν ἀπόσπαση πληθυσμῶν ἀπό τήν ἐκκλησιαστική δικαιοδοσία τοῦ
Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί τήν ὑπαγωγή τους στήν δική της (βουλγαρική) ἐκκλησιαστική καί,
παραλλήλως, ἐθνική δικαιοδοσία, βλ. Ἀρχιμ. Ἀνδρέα Νανάκη (νῦν Μητροπολίτου Ἀρκαλοχωρίου),
«Ὁ Μακεδονικός ἀγώνας καί ἡ Ἐκκλησία», στόν τόμο: Ἐκκλησία, Γένος, Ἑλληνισμός, Κατερίνη,
1993, σ. 63-79.

328
ΑΝΡΕΟΠΟΥΛΟΣ.qxp_Layout 1 21/10/2019 20:13 Page 329

H ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΟΥ «ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ»

μετέπειτα (1950-1958) Πατριάρχης Σερβίας], εἴτε ἐκτοπίσθηκαν, ὅπως ὁ


Ἐπίσκοπος Ἀχρίδος Νικόλαος [Βελιμίροβιτς], ὁ ἀνακηρυχθείς τό 2003 ἅγιος
ὑπό τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σερβίας, ὁ ὁποῖος βρέθηκε στό στρατόπεδο
συγκεντρώσεως Νταχάου, στή Γερμανία, μαζί μέ τόν ἐκεῖ, ἐπίσης, ἐκτοπισθέντα
Πατριάρχη τῶν Σέρβων Γαβριήλ [Ντότζιτς].
Τό καθεστώς αὐτό, τῶν ὑπό «ἐξαρχική» ἐξουσία3 τελουσῶν ἐκκλησιαστικῶν
ἐπαρχιῶν τῆς νότιας Σερβίας παρέμεινε καί μετά τό 1944, ὅταν, μετά τήν
ὑποχώρηση τῶν Γερμανῶν καί τήν ἀποχώρηση τῶν συμμαχικῶν τους
βουλγαρικῶν δυνάμεων, παρά τό γεγονός ὅτι ἡ ἀπελευθερωθεῖσα περιοχή
περιῆλθε ξανά στήν ἐθνική κυριαρχία τῆς Γιουγκοσλαβίας, οἱ Ἀρχές τῆς χώρας,
ὑπό τόν Κροάτη στρατάρχη Γιόσιπ Μπρόζ Τίτο καί τό Κομμουνιστικό Κόμμα
Γιουγκοσλαβίας (ΚΚΓ), δέν ἐπέτρεψαν στούς διωγμένους ἀπό τούς Γερμανούς
καί Βουλγάρους Σέρβους ἱεράρχες νά ἐπιστρέψουν στίς θέσεις τους4. Τοῦτο
εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα ἡ ἐκκλησιαστική ὀργάνωση τῆς περιοχῆς, ἡ ὁποία
γεωγραφικά καί διοικητικά ἀποτελοῦσε τότε μέρος τοῦ σερβικοῦ κράτους καί
ὀνομαζόταν Νότια Σερβία ἤ Vardarska Banovina (δηλ. «Περιφέρεια/Διοίκηση
τοῦ Βαρδάρη»), νά συνεχίσει νά παραμένει σέ «βουλγαρικά χέρια»5.
Στίς ἀρχές Δεκεμβρίου 1943, σέ συνέδριο τῶν παρτιζάνων, κατόπιν
εἰσηγήσεως τοῦ ἀρχηγοῦ τους Γιόσιπ Τίτο6, ἐνεκρίθη ψήφισμα γιά τή
δημιουργία Ὁμόσπονδης «Λαϊκῆς Δημοκρατίας τῆς Μακεδονίας», ἐνῶ στίς
ἀρχές Αὐγούστου τοῦ 1944 τό ψήφισμα αὐτό ὁριστικοποιήθηκε, ὡς πολιτική
ἀπόφαση, σέ διευρυμένη κομματική σύσκεψη πού πραγματοποιήθηκε στό
ἱστορικό μοναστήρι τοῦ Ἁγ. Προχόρου τοῦ Πτσίνσκι (Prohor Pcinjski)7, στά

3
Κατά τό διάστημα 1941-1945 τῆς κατοχῆς τῆς Γιουγκοσλαβίας ὑπό τῶν δυνάμεων τοῦ «ἄξονα»
(Γερμανῶν, Βουλγάρων) οἱ τρεῖς ἐκκλησιαστικές ἐπαρχίες τῆς Νότιας Σερβίας τελοῦσαν ὑπό τόν
ἔλεγχο τῶν Βουλγάρων, ἐξαρχικῶν Μητροπολιτῶν καί συγκεκριμένα τοῦ Μεγάλου Τυρνόβου
Σωφρονίου [Τσαβντάρωφ] ὡς τοποτηρητοῦ τῆς Μητροπόλεως Σκοπίων, τοῦ Νευροκοπίου Βόριδος
[Ραζούμωφ] ὡς τοποτηρητοῦ τῆς Μητροπόλεως Στρωμνίτσης καί τοῦ Λοφτσοῦ Φιλαρέτου
[Παναγιώτωφ] ὡς τοποτηρητοῦ τῆς Μητροπόλεως Ἀχρίδος. Βλ. σχετικῶς εἰς Χαραλάμπους
Ἀνδρεοπούλου, «Ἡ σχισματική “Ἐκκλησία τῆς Μακεδονίας”», Νομοκανονικά 1/2018, σ. 52.
4
Δημ. Γόνη, Ἱστορία τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν Βουλγαρίας καί Σερβίας, Ἀθήνα 2001, σ. 265.
5
Κατά τήν χαρακτηριστική ἔκφραση τοῦ Ἰωάννη Ταρνανίδη, Οἱ Κατά Μακεδονίαν Σκλαβῆνοι:
Ἱστορική πορεία καί σύγχρονα προβλήματα προσαρμογῆς, Θεσσαλονίκη, 2001, σ. 133. Πρβλ. καί
σημ. 9.
6
Βλ. σχετικῶς Σαράντου Καργάκου, «Ἡ τιτοϊκή κατασκευή», Ἡ ἀπάντηση τῆς Ἱστορίας, στό
συλλογικό ἔργο Μακεδονία. Ἱστορία ἐναντίον προπαγάνδας (ἐπιμ. Γιαν. Μαρίνος), Ἀφιερωματική
ἔκδοση περιοδικοῦ Οἰκονομικός Ταχυδρόμος, Ἀθήνα 30.1.1997, σ. 54-55.
7
Σ. Καργᾶκος, ὅ.π., σ. 54. Διόλου τυχαία, ἀσφαλῶς, ἡ ἐπιλογή τοῦ χώρου τῆς συσκέψεως σέ

329
ΑΝΡΕΟΠΟΥΛΟΣ.qxp_Layout 1 21/10/2019 20:13 Page 330

ΜΕΡΟΣ Ζ´. ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΥ ΜΑΣ

νότια του σημερινοῦ κράτους τῆς Σερβίας, κοντά στά σύνορα μέ τήν «πρώην
Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία τῆς Μακεδονίας» («FYROM», νῦν «Δημοκρατία
τῆς Βόρειας Μακεδονίας», βάσει τῆς ἀπό 1212.06.2018 Συμφωνίας τῶν
Πρεσπῶν). Τήν ἀπόφαση αὐτή θά ἐπικυρώσει τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1945 ἡ
Ἐθνοσυνέλευση τοῦ ΚΚΓ καί ἔκτοτε ἡ περιοχή αὐτή θά ἀποτελέσει τήν μία
ἀπό τίς ἕξι «Λαϊκές Δημοκρατίες» τῆς συσταθείσης «Ὁμοσπονδιακῆς Λαϊκῆς
Δημοκρατίας τῆς Γιουγκοσλαβίας» (ΟΛΔΓ), μέ τήν ἐπωνυμία «Λαϊκή
Δημοκρατία τῆς Μακεδονίας» (ἐφεξῆς: ΛΔΜ). Ἕνα κρατικό μόρφωμα μέ τήν
ἵδρυση τοῦ ὁποίου, διά τῆς χρήσεως τοῦ ὀνόματος Μακεδονία, τέθηκε σέ
ἐφαρμογή ἡ ὑπηρετοῦσα πολιτικές σκοπιμότητες ἐθνογενετική διεργασία περί
ἀναδείξεως τῆς ΛΔΜ ὡς πατρίδας τοῦ «μακεδονικοῦ ἔθνους»8 καί τῶν
(νοτιογιουγκοσλάβων) κατοίκων της ὡς ἀπογόνων τῶν ἀρχαίων Μακεδόνων
καί συνεχιστῶν τοῦ πολιτισμοῦ, τῶν ἐθίμων καί τῆς γλώσσας τους. Ἐπρόκειτο
γιά μία διεργασία πού ἀποσκοποῦσε στόν πλήρη πολιτικό ἔλεγχο τῆς
περιοχῆς αὐτῆς ἀπό τούς Γιουγκοσλάβους ἔναντι τῶν Βουλγάρων, πρωτίστως,
ἀλλά δευτερευόντως καί τῶν Ἑλλήνων, καθώς οἱ πρῶτοι εἶχαν ἰσχυρά
ἐρείσματα στήν περιοχή ἀπό τά τέλη ἀκόμα τοῦ 19ου αἰώνος καί ἕνα μεγάλο
ποσοστό τῶν κατοίκων της ἐθεωρεῖτο βουλγαρικῆς αὐτοσυνειδησίας καί ὡς
ἐκ τούτου ἔπρεπε νά ἀφομοιωθεῖ τεχνητά, ὑπό ἑτέρας μορφῆς ἐθνότητα,
ὅπως ἡ ἐπινοηθεῖσα «μακεδονική». Σέ αὐτή τήν τιτοϊκής ἐμπνεύσεως
διεργασία θά συμπράξουν, ὡς πρόθυμοι συνεργάτες, καί οἱ σκοπιανοί-
σλαβομακεδόνες ἱεράρχες, οἱ ὁποῖοι ἀντικαθιστώντας σταδιακά τούς
βουλγάρους ἱεράρχες καί ἀποκτώντας, κατά τή δεκαετία τοῦ 1950 καί
ἐντεῦθεν, τόν πλήρη ἔλεγχο τῆς τοπικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τῆς Νότιας

ἕνα μοναστήρι, ὡς δηλωτική τῶν προθέσεων τῆς ἡγεσίας τοῦ ΚΚΓ νά συμπεριλάβει καί τήν
τοπική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὡς ἑταῖρο καί σύμμαχο, στή στρατηγική τῶν μελλοντικῶν
ἀλυτρωτικῶν της βλέψεων στόν βαλκανικό χῶρο μέσω τῆς δημιουργίας «μακεδονικοῦ ἔθνους».
Πρβλ. καί σημ. 7.
8
Εὐαγγ. Κωφοῦ, «Ἑλληνικό κράτος καί μακεδονικές ταυτότητες», στόν συλλογικό τόμο:
Μακεδονικές ταυτότητες στό χρόνο. Διεπιστημονικές προσεγγίσεις (ἐπιμ.: Ἰ. Στεφανίδη, Β. Βλασίδη,
Εὐαγγ. Κωφοῦ), Ἀθήνα 2008, σ. 363-364. Στό μελέτημά του αὐτό ὁ πολύπειρος διπλωμάτης θεωρεῖ
ὅτι ἡ ἐθνογενετική αὐτή διεργασία ὑπηρετοῦσε τό γιουγκοσλαβικό δόγμα τῆς «ἑνιαίας Μακεδονίας»,
βάσει τοῦ ὁποίου ὁλόκληρος ὁ γεωγραφικός χῶρος τῆς Μακεδονίας ἐχαρακτηρίζετο ὡς «ἐθνικά
μακεδονικός» καί ἐπεδιώκετο νά ἐμφανισθεῖ ἡ ΛΔΜ ὡς κοιτίδα αὐτοῦ τοῦ («μακεδονικοῦ») ἔθνους
στό ὁποῖο ἀνῆκαν, ἐπίσης, «ἀλύτρωτα» τμήματά του σέ Ἑλλάδα καί Βουλγαρία. Γιά μία περαιτέρω
γενική ἐπισκόπηση τοῦ Μακεδονικοῦ κατά τή μεταπολεμική περίοδο, βλ. Εὐαγγ. Κωφοῦ, «Τό
Μακεδονικό ἀπό τόν Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ὥς τήν ἐποχή μας», σέ: Ι. Κολιόπουλος καί Ἰ. Χασιώτης,
Ἡ Νεότερη καί Σύγχρονη Μακεδονία, τ. Β΄, Ἀθήνα-Θεσσαλονίκη, 1992, σ. 246-295.

330
ΑΝΡΕΟΠΟΥΛΟΣ.qxp_Layout 1 21/10/2019 20:13 Page 331

H ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΟΥ «ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ»

Σερβίας, θά διεκδικήσουν τήν ἀνεξαρτησία τους ἀπό τό Πατριαρχεῖο τῆς


Σερβίας9. Τοῦτο θά τό ἐπιχειρήσουν ἐπιδιώκοντας τήν σύσταση μίας νέας,
καταρχάς αὐτόνομης καί ἐν συνεχείᾳ αὐτοκέφαλης ἐκκλησιαστικῆς δομῆς στή
βάση τοῦ ὅλως ἀντικανονικοῦ ἐθνοφυλετικοῦ κριτηρίου ἐρειδομένου, ἐν
προκειμένῳ, στή βάση μίας ἐπίπλαστης («μακεδονικῆς») ἐθνικῆς ταυτότητας,
προσδιορίζοντας ὀνοματολογικά τήν μεταρρυθμισμένη διοικητικά καί
ὀργανωτικά Ἐκκλησία πού ἤθελαν νά συστήσουν ὡς «Μακεδονική Ὀρθόδοξη
Ἐκκλησία». Πρόκειται γιά τό ἐκκλησιαστικό πρόβλημα τῶν Σκοπίων, τό ὁποῖο
ἀνακύπτει τό 1945, κορυφώνεται τό 1967 καί συνεχίζει νά παραμένει ἄλυτο
μέχρι τίς ἡμέρες μας10.

II. Τό αἴτημα τοῦ 1945 γιά ἐκκλησιαστική ἀνεξαρτησία


1. Τά ἱστορικά καί «κανονικά» ἐπιχειρήματα τῶν Σκοπίων
Στό πλαίσιο τῆς συμπλεύσεώς της μέ τό τιτοϊκό καθεστώς γιά τήν ἐπίτευξη
τοῦ στόχου δημιουργίας «μακεδονικῆς» ταυτότητας, ἡ τοπική ἡγεσία τῶν
Σκοπίων, συνεπικουρουμένη ἀπό πολιτικά ὁμόφρονες κληρικούς, θά
προλειάνει τό ἔδαφος γιά τήν ἵδρυση τῆς ΛΔΜ, ὅταν ἑπτά μῆνες πρίν ἀπό τήν
ἐπίσημη ἀνακήρυξη τῆς Ὁμόσπονδης Λαϊκῆς Δημοκρατίας τῆς Γιουγκοσλαβίας
καί τήν ἵδρυση τῆς ΛΔΜ τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1945 θά διακηρύξει τή βούλησή
της γιά τήν ἀνασύσταση τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀχρίδος, ὡς «Μακεδονικῆς» (sic)
αὐτόνομης Ἐκκλησίας μέ προφανῆ τόν στόχο τῆς δημιουργίας τετελεσμένων.

9
Ὅπως ἔχει ἐπισημάνει σέ συνέντευξή του στό «Βῆμα» ὁ Ἰ. Ταρνανίδης, μετά τόν πόλεμο (1945),
στίς διοικήσεις τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἐπαρχιῶν τῆς Νότιας Σερβίας σταδιακά ἡ διαφορά θά ἐπέλθει
μέ τήν ἀντικατάσταση τῶν Βουλγάρων ἀρχιερέων ἀπό Σλαβομακεδόνες, οἱ ὁποῖοι, ὅμως, ἀπαίτησαν
τήν αὐτονομία τους ἀπό τήν Ἐκκλησία τῆς Σερβίας, βλ. συνέντευξη Ἰ. Ταρνανίδη στή δημοσιογράφο
Ἀντωνιάδου Μαρία, «Ἡ Ἐκκλησία τῶν Σκοπίων ζητεῖ ἀνεξαρτησία. Διέξοδο ἀπό τήν κρίση
ἀναζητοῦν στή Ναϊσό οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ Πατριαρχείου Βελιγραδίου καί τῆς αὐτοαποκαλούμενης
Ἐκκλησίας τῆς Μακεδονίας», Τό Βῆμα, 19.05.2002, σ. Α 42. Ἡ ἀντικατάσταση αὐτή ἦλθε καί ὡς
συνέπεια τῆς ἄρσεως τοῦ βουλγαρικοῦ σχίσματος, τό 1945, μέ Πράξη τοῦ Οἰκουμενικοῦ
Πατριαρχείου, γεγονός πού ἐσήμανε καί τό τέλος τῆς λειτουργίας καί δράσεως τῆς (σχισματικῆς)
Βουλγαρικῆς Ἐξαρχίας (καί) στήν περιοχή τῆς νότιας Σερβίας. Πρβλ. σημ. 2 καί 4.
10
Ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἐπανενάρξεως, στίς ἀρχές τοῦ 2018, τῶν διαπραγματεύσεων μεταξύ Ἑλλάδος
καί FYROM γιά τό ὀνοματολογικό, βλ. σχετ., Μιχ. Τρίτου, «Σύντομη ἱστορική θεώρηση τοῦ
ἐκκλησιαστικοῦ προβλήματος τῶν Σκοπίων», http://www.romfea.gr, 25.01.2018 (τελευταία
πρόσβαση: 30.09.2019), Χαρ. Ἀνδρεοπούλου, «Ἡ ἐκκλησιαστική πτυχή στό “Μακεδονικό
ζήτημα”», http://www.amen.gr, 01.02.2018 (τελευταία πρόσβαση: 30.03.2018) & ἐφημ. Ἐλευθερία
Λαρίσης, 04.02.2918, σ. 8, καί Ἀναστ. Κ. Βαβούσκου, «Ἡ Αὐτοκέφαλη “Μακεδονική Ἐκκλησία”.
Ἡ ἐκκλησιαστική πτυχή τοῦ “Μακεδονικοῦ”», http://orthodoxia.info/news, 23.02.2018 (τελευταία
πρόσβαση: 30.09.2019).

331
ΑΝΡΕΟΠΟΥΛΟΣ.qxp_Layout 1 21/10/2019 20:13 Page 332

ΜΕΡΟΣ Ζ´. ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΥ ΜΑΣ

Σέ κληρικολαϊκή συνέλευση 300 ἐκπροσώπων πολιτικῶν καί ἐκκλησιαστικῶν


φορέων, τήν ὁποία συγκάλεσε στά Σκόπια στίς 4 Μαρτίου 1945 ἡ ἐλεγχομένη
ἀπό τό κομμουνιστικό καθεστώς καί τήν ὁμάδα αὐτοχθόνων σκληροπυρηνικῶν
ἱερέων «Ἐπιτροπή Πρωτοβουλίας γιά τήν ὀργάνωση Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας
στή Μακεδονία» καί στό πλαίσιο τοῦ στόχου τῆς αὐτονομήσεως τῆς
ἐκκλησιαστικῆς τους ἐπαρχίας ἀπό τήν Ἐκκλησία της Σερβίας, στήν ὁποία
ἀνῆκε διοικητικά ἀπό τό 192211 , ἀποφασίστηκε νά ἀναβιώσει ἡ Ἀρχιεπισκοπή
Ἀχρίδος, ὡς «Μακεδονική» αὐτόνομη Ἐκκλησία, ἡ ὁποία, σύμφωνα μέ τό
Ψήφισμα πού ἐκδόθηκε, δέν θά εἶναι ὑποτεταγμένη σέ καμία τοπική
Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία (ἄρθρο 1). Ἡ Ἐκκλησία θά ἔχει ἐθνικούς ἐπισκόπους καί
ἐθνικό κλῆρο, οἱ ὁποῖοι θά διαφυλάξουν τήν «ἰδιαιτερότητα τοῦ «μακεδονικοῦ
λαοῦ» νά παραμείνει στή δική του Ἐκκλησία» (ἄρθρο 2). Στήν ἐκπλήρωση τοῦ
ἰδίου στόχου ἀποσκοποῦσαν καί τά δευτερευούσης σημασίας αἰτήματα τῆς
«Ἐπιτροπῆς Πρωτοβουλίας» πού ἀναφέρονταν τόσο στή χρήση τῆς
«μακεδονικῆς» γλώσσας κατά τή διάρκεια τῆς τελέσεως τῶν μυστηρίων ἐντός
τῶν γεωγραφικῶν ὁρίων τῆς ΛΜΔ, ὅσο καί αὐτά πού ἀνεφέρονταν στόν κατ’
ἀποκλειστικότητα διορισμό «Μακεδόνων» κληρικῶν12.
Ἐπιχειρώντας, ἐπίσης, νά θεμελιώσουν νομοκανονικά τά ἐπιχειρήματά τους13
οἱ θεωρητικοί της «Ἐπιτροπῆς Πρωτοβουλίας» γιά τήν ἵδρυση τῆς ἐθνικῆς

11
Βάσει τοῦ Πατριαρχικοῦ καί Συνοδικοῦ Τόμου τοῦ 1922, ἐπί πατριαρχίας Μελετίου Δ΄
(Μεταξάκη), οἱ μέχρι τότε ὑπό τόν πατριαρχικό οἰκουμενικό θρόνο τελοῦσες κανονικῶς ἐπαρχίες,
ἤτοι αὐτές τῶν Μητροπόλεων, α) Σκοπίων, β) Ρασκοπρεσρένης, Δεβρῶν καί Βελισσοῦ, καί γ)
Πελαγονίας, Πρεσπῶν καί Ἀχριδῶν, χειραφετήθηκαν καί προσαρτήθηκαν στήν Αὐτοκέφαλη
Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Σερβίας. Βλ. «Τόμος τῆς χειραφετήσεως τῶν εἰς τήν Σερβικήν Ἐκκλησίαν
περιελθουσῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων τοῦ Οἰκ. Θρόνου καί τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς γενομένης
ἑνότητος», Ἐκκλησιαστική Ἀλήθεια ΜΒ΄ (1922) 170-171.
12
Ἀθ. Ἀγγελοπούλου, Ὁ κόσμος τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἡ Σερβική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία στό παρελθόν
καί τό παρόν, Θεσσαλονίκη, 1984, σ. 59-61.
13
Βεβαίως γεννᾶται, ἐν προκειμένῳ, τό ἐρώτημα ὑπό ποίαν ἔννοιαν δύναται νά ἀποφαίνεται γιά
ζητήματα νομοκανονικά μία σαφέστατα πολιτικῆς συγκροτήσεως (ἐξωεκκλησιαστική) «Ἐπιτροπή
Πρωτοβουλίας», μετά τῆς ὁποίας τό καθεστώς δέν ἐπέτρεψε κάν τήν ἐπικοινωνία στόν μέχρι τότε
νόμιμο καί κανονικό Μητροπολίτη Σκοπίων Ἰωσήφ, παρότι, μάλιστα, ὁ τελευταῖος ἀσκοῦσε καί
χρέη τοποτηρητοῦ τοῦ Πατριαρχικοῦ θρόνου τῆς Σερβίας καθώς δέν εἶχε ἐπιστρέψει ἀκόμη ἀπό
τήν ἐξορία στό Νταχάου ὁ Πατριάρχης Γαβριήλ. Στόν Ἰωσήφ εἶχε ἀπαγορευθεῖ ἀπό τό καθεστώς
ἡ μετάβαση στά Σκόπια μέ ἔγγραφο τοῦ ὑπ. Ἐσωτερικῶν Βλάντο Ζέτσεβιτς πρός τή Σύνοδο τόν
Μάρτιο τοῦ 1945. Ὁ Ἰωσήφ μετέβη στήν πόλη Βράνια, ὅπου εἶχε μεταφερθεῖ προσωρινῶς ἡ ἕδρα
τῆς Μητροπόλεώς του, γιά νά παρακολουθεῖ καί κατευθύνει ἀπό ἐκεῖ τίς ἐξελίξεις, ἀλλά καί ἀπό
ἐκεῖ, λόγω διαμαρτυριῶν πού διοργάνωσαν οἱ τοπικές Ἀρχές, διετάχθη ἀπό τήν κεντρική ἐξουσία
νά ἀποχωρήσει, βλ. σχετ. Γ. Λόη, Ὁ Πατριάρχης τῶν Σέρβων Γερμανός. Βίος - δράση (1958-1990),
Θεσσαλονίκη, 2007, σ. 355-357. Πρβλ. καί σημ. 21.

332
ΑΝΡΕΟΠΟΥΛΟΣ.qxp_Layout 1 21/10/2019 20:13 Page 333

H ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΟΥ «ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ»

Ἐκκλησίας τῶν «Μακεδόνων», ἐπικαλέσθηκαν δυό ἐκκλησιαστικούς κανόνες14 .


Αὐτοί ἦταν οἱ Κανόνες 17 τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (451) καί 38 τῆς
Πενθέκτης (691). Ὁ πρῶτος ὁρίζει: «Εἰ δέ τις καὶ ἐκ βασιλικῆς ἐξουσίας ἐκαινίσθη
πόλις ἢ καὶ αὖθις καινισθείη, τοῖς πολιτικοῖς καὶ δημοσίοις τύποις, καὶ τῶν
ἐκκλησιαστικῶν παροικιῶν ἡ τάξις ἀκολουθείτω»15. Ὁ δεύτερος κανόνας πού
ἀποτελεῖ, ἐπί τῆς οὐσίας, ἐπανάληψη τῆς τελευταίας περιόδου τοῦ
προηγουμένου, καί ὁ ὁποῖος ἀποτέλεσε τό κύριο ἐπιχείρημα τοῦ Levko Arsov,
θεολόγου ἀπό τό Κουμάνοβο, στήν εἰσήγησή του στήν κληρικολαϊκή συνέλευση
τοῦ Μαρτίου 1945 στά Σκόπια16, ὁρίζει ὅτι «Τὸν ἐκ τῶν Πατέρων ἡμῶν τεθέντα
κανόνα καὶ ἡμεῖς παραφυλάττομεν, τὸν οὕτω διαγορεύοντα Εἴ τις ἐκ βασιλικῆς
ἐξουσίας ἐκαινίσθη πόλις, ἢ αὖθις καινισθείη, τοῖς πολιτικοῖς καὶ δημοσίοις
τύποις καὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων ἡ τάξις ἀκολουθείτω»17.
Τό γράμμα καί τό πνεῦμα τῶν κανόνων αὐτῶν συνδέεται μέ τό δικαίωμα
πού εἶχε ὁ βυζαντινός αὐτοκράτορας νά ἐπιφέρει μεταβολές στήν
ἐκκλησιαστική διοίκηση, ὅταν ὑπῆρχαν ἀλλαγές στήν πολιτική διοίκηση ἐντός
τῶν ὁρίων τῆς αὐτοκρατορίας, συνοψίσθηκαν δέ οἱ δυό αὐτοί κανόνες στή
γνωστή ἀρχή τοῦ ἱεροῦ Φωτίου «τά ἐκκλησιαστικά καί μάλιστά γε τά περί τῶν
ἐνοριῶν δίκαια ταῖς πολιτικαῖς ἐπικρατείαις καί διοικήσεσι συμμεταβάλλεσθαι
εἴωθεν»18, ἀρχή ἡ ὁποία, ἐπί τῆς οὐσίας, συνιστοῦσε μία ἑρμηνευτική
διατύπωσή τους, ἀλλά δέν ἀποτελοῦσε δεσμευτικό κανόνα, ὅπως φαίνεται
ἀπό τή λέξη «εἴωθεν» πού χρησιμοποιήθηκε19. Τήν ἐπίκληση, μάλιστα, τῶν ὡς
ἄνω ἱερῶν κανόνων συνόδευε ἡ πρόθεση γιά διατήρηση τῆς κανονικῆς

14
Βλ. σχετ. Δημ. Γόνη, ό.π., σ. 277. Γιά τό κατά πόσον θά μποροῦσαν νά ἔχουν ἐφαρμογή οἱ ἐν
λόγῳ Κανόνες στό ζήτημα τῆς «Μακεδονικῆς» Ἐκκλησίας τῶν Σκοπίων, βλ. παρακάτω (ὑπό § II,
2 [γ]).
15
Βλ. Γ. Ράλλη – Μ. Ποτλῆ, Σύνταγμα τῶν θείων καί ἱερῶν Κανόνων τῶν τέ ἁγίων καί πανευφήμων
Ἀποστόλων καί τῶν ἱερῶν καί τοπικῶν Συνόδων, καί τῶν κατά μέρος ἁγίων Πατέρων, τ. Β΄,
Ἀθήνησιν 1852, σ. 258 κ. ἐξ. (ἐφεξῆς: «Σύνταγμα»).
16
Γεωργ. Τσούπρα, «Ἡ σχισματική “Μακεδονική Ἐκκλησία” καί οἱ “κανονικοί” ἰσχυρισμοί της γιά
αὐτοκεφαλία», Νομοκανονικά 1/2015, σ. 87-88.
17
Σύνταγμα, τ. Β΄, σ. 392. Πρβλ. Ἀγαπίου Ἱερομονάχου καί Νικοδήμου Μοναχοῦ, Πηδάλιον, 12η
ἔκδ., (ἐπιμ. Μητροπολίτου Κορίνθου Παντελεήμονος Καρανικόλα) [ἀνατ. Ἐκδόσεις
Παπαδημητρίου, 1998], σ. 253.
18
Ἰωάν. Βαλέττα, Φωτίου τοῦ σοφωτάτου καί ἁγιωτάτου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως
Ἐπιστολαί, ἐν Λονδίνῳ 1864, σ. 162.
19
Γ. Τσούπρα, ὅ.π., σ. 92. Βλ. σχετ. καί τήν προσφάτως κυκλοφορήσασα μονογραφία τοῦ Ἰδίου,
Ἐκκλησία καί ἐθνογένεση. Ἡ “Μακεδονική” Ὀρθόδoξη Ἐκκλησία στήν ὑπηρεσία τῶν Σκοπίων,
Ἀθήνα, 2018.

333
ΑΝΡΕΟΠΟΥΛΟΣ.qxp_Layout 1 21/10/2019 20:13 Page 334

ΜΕΡΟΣ Ζ´. ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΥ ΜΑΣ

ἑνότητας τῆς ὑπό ἵδρυση νέας ἐθνικῆς («Μακεδονικῆς») Ἐκκλησίας μέ τό


Πατριαρχεῖο τῆς Σερβίας20. Τήν πρόθεση αὐτή στήν πράξη ὑπονόμευε ἡ ἐξ
ὑπαρχῆς προδήλως ἀντικανονική συμπεριφορά τῆς «κληρικολαϊκῆς
συνελεύσεως», πού λειτουργοῦσε ἐξωθεσμικά21, δημιουργώντας ἐν τοῖς
πράγμασι σχίσμα στούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σερβίας.

2. Κριτική θεώρηση τῶν ἀπαιτήσεων


Ἐπί τῆς οὐσίας, τό πλαίσιο τῶν χρησιμοποιηθέντων ἐπιχειρημάτων γιά
ἀνεξαρτησία ἐστερεῖτο πραγματικῶν ἱστορικῶν, ἐκκλησιολογικῶν καί
νομοκανονικῶν ἐρεισμάτων, καθώς:
α) Ἡ ἐπίκληση τοῦ ἐπιχειρήματος ὅτι ἡ νέα «Μακεδονική Ἐκκλησία»
ἀποτελεῖ ἱστορική συνέχεια τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀχρίδος δέν εὐσταθεῖ διότι ἡ ἐν
λόγῳ Ἀρχιεπισκοπή δέν ὑπῆρξε ποτέ ἐθνική Ἐκκλησία, ἀφοῦ δέν ταυτίσθηκε
μέ τήν πολιτική ὑπόσταση κανενός σλαβικοῦ κράτους· δέν ὑπῆρξε ποτέ
κανονικῶς αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία, ἀφοῦ δέν ἱδρύθηκε μέ ἀπόφαση πατριαρχική,
κατά τά ἐκκλησιαστικά θέσμια, ἀλλά μέ αὐτοκρατορική διάταξη (τοῦ
Ἰουστινιανοῦ, μέ ἀρχική ὀνομασία «Ἀρχιεπισκοπή Πρώτης Ἰουστινιανῆς»), ἡ
ὁποία δέν ἐπικυρώθηκε ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ἀλλά ἀναγνωρίσθηκε
de facto, μετονομάσθηκε τόν 11ο αἰώνα σέ «Ἀχρίδος» καί καταργήθηκε τό 1767,
ἐνσωματωθεισῶν τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἐπαρχιῶν της στό Πατριαρχεῖο
Κωνσταντινουπόλεως22· δέν εἶχε ποτέ τήν ὀνομασία «μακεδονική», ἀφοῦ ποτέ
δέν εἶχε μακεδονικό χαρακτήρα, καθώς τό ποίμνιό της ἦταν μεικτό: ἑλληνικό,
βουλγαρικό, σερβικό καί γεωγραφικά μόνο ἕνα μικρό τμῆμα τοῦ σημερικοῦ
κράτους τῶν Σκοπίων (FYROM) περιλαμβανόταν στήν Ἀρχιεπισκοπή Ἀχρίδος.
Τό μεγαλύτερο μέρος της ξεπερνοῦσε κατά πολύ τά μικρά δικαιοδοσιακά ὅρια
τῆς σημερινῆς σχισματικῆς Ἐκκλησίας τῶν Σκοπίων. Πλήν τῆς πόλεως καί
μικρῆς περιοχῆς γύρω ἀπό αὐτήν, το ὑπόλοιπο μέρος τῆς τότε Ἀρχιεπισκοπῆς

20
Δ. Γόνης, ὅ.π., σ. 269 καί Γ. Λόης, ὅ.π. σ. 361.
21
Καθώς τέτοιο σῶμα («κληρικολαϊκή συνέλευση») δέν προβλεπόταν στόν Καταστατικό Χάρτη
(πολιτειακό νόμο) τοῦ Πατριαρχείου Σερβίας. Συνεπῶς οἱ «διακηρύξεις» πού ἐξέδιδε ἡ ἐν λόγῳ
«Συνέλευση» εἶχαν περισσότερο τόν χαρακτήρα ἑνός πολιτικοῦ μανιφέστου, ξένου πρός τήν
κανονική τάξη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Γιά τίς κληρικολαϊκές συνελεύσεις ὡς παραφθορά τῆς
συνοδικότητας στή θεσμική Ἐκκλησία, βλ. Μητροπολίτου Περγάμου Ἰωάννου Ζηζιούλα, «Ὁ
Συνοδικός θεσμός. Ἱστορικά, ἐκκλησιολογικά καί κανονικά προβλήματα», Θεολογία 80 (2009) 37-39.
22
Ἀ. Κ. Βαβούσκου, «Νομοκανονική θεώρηση τοῦ καθεστῶτος κανονικῆς δικαιοδοσίας τῆς
Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀχρίδος», Μακεδονικά, 36 (2007), σ. 97-109.

334
ΑΝΡΕΟΠΟΥΛΟΣ.qxp_Layout 1 21/10/2019 20:13 Page 335

H ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΟΥ «ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ»

ἀνήκει σήμερα στίς Ἐκκλησίες Βουλγαρίας, Σερβίας, Ἀλβανίας καί Ἑλλάδος23 .


β) Ἡ ἀπαίτηση νά ἔχει ἡ «Μακεδονική» Ἐκκλησία ἐθνικούς («Μακεδόνες»)
Ἐπισκόπους καί ἐθνικό κλῆρο, διά τῆς χρήσεως (ἀκριβῶς εἰπεῖν: τοῦ
σφετερισμοῦ) τοῦ ὅρου «Μακεδονία», ἐγκαινιάζει τήν πολιτική τῆς φαλκιδεύσεως
τῆς ἱστορίας καί τοῦ πολιτισμοῦ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, θίγοντας τήν ἱστορική καί ἄρα
καί τήν ἐθνική ὑπόσταση τῶν ἑλληνικῶν Μητροπόλεων στή Μακεδονία, τή
Βόρειο Ἑλλάδα. Ἀκόμη καί στήν περίπτωση πού γινόταν ἐπίκληση τῆς ἀληθοῦς,
καθαρά σλαβικῆς24, φυλετικῆς/ἐθνικῆς τους ταυτότητας, αὐτή θά ἐρχόταν σέ
ἀντίθεση μέ τίς ἀρχές τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας25, καθώς εἰσάγει εὐθέως τό
φυλετικό κριτήριο τό ὁποῖο ἀντιμετωπίζεται ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία «ὡς
ἀντικείμενον τῇ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου καί τοῖς ἱεροῖς κανόσι»26, ἐν
προκειμένῳ δέ ἐπανεισάγει τήν αἵρεση τοῦ ἐθνοφυλετισμοῦ, ὅπως εἶχε συμβεῖ
τό 1870 καί μέ τήν ἵδρυση τῆς Βουλγαρικῆς Ἐξαρχίας27. Εἰς ὅ,τι ἀφορᾶ τό
αἴτημα περί ἀναγνωρίσεως καί καθιερώσεως τῆς «μακεδονικῆς» γλώσσας, ὁ
ἰσχυρισμός ὅτι αὐτή εἶναι μοναδική καί πρέπει νά κατοχυρωθεῖ ὡς «μακεδονική»,
ἔχει ἀπό μακροῦ καταρριφθεῖ. Ἡ γλώσσα αὐτή εἶναι σερβοβουλγαρική, ἕνα
«σλαβικό ἰδίωμα», ὅπως ἔχει ἤδη ἐνδελεχῶς ἀναλυθεῖ καί καταδειχθεῖ ἀπό τήν
ἐπιστημονική ἔρευνα28, καί, ἄρα, σέ καμμία περίπτωση δέν μπορεῖ νά θεωρηθεῖ
καί ὀνομασθεῖ «μακεδονική».
γ) Οἱ Κανόνες 17 τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς, 38 τῆς Πενθέκτης καί ἡ ἀρχή τοῦ

23
Ἰ. Ταρνανίδη, Ἱστορία τῆς Σερβικῆς Ἐκκλησίας, Θεσσαλονίκη 1998, σ. 112-114 , Δημ. Γόνη, ὅ.π.,
278-279 καί Ἀντωνίου-Αἰμιλίου Ταχιάου, «Ἡ Ἀρχιεπισκοπή Ἀχρίδος ὡς ὑπόδειγμα ἑλληνοσλαβικῆς
συμβίωσης» εἰς τό: Χριστιανική Μακεδονία. Πελαγονία – Μία ἄλλη Ἑλλάδα – Θεσσαλονίκη –
Ἀχρίδα (ἐπιμ. Ἀθ. Ἀγγελοπούλου), Θεσσαλονίκη, 2004, σσ. 457-459.
24
Ἰ. Ταρνανίδη, Οἱ “κατά Μακεδονίαν σκλαβῆνοι”, ὅ.π., ἰδίως σ. 44-47, 90-95, 121-126.
25
Βάσει τῆς ὁποίας τό κριτήριο τῆς ὀργανώσεως της χριστιανικῆς Ἐκκλησίας ὑπῆρξε, ἐξ ὑπαρχῆς,
γεωγραφικό, μέ ἕναν Ἐπίσκοπο σέ κάθε πόλη, στόν ὁποῖο ὑπήχθησαν ὅλοι οἱ κάτοικοι τῆς
περιοχῆς, χωρίς ἐθνική ἤ γλωσσική διάκριση, κατά τήν ἀποστολική διδασκαλία: «οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος
οὐδὲ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε
ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Γαλ. 3.28).
26
Συμφώνως μέ τήν ἐπακριβῆ διατύπωση (τῆς § Α΄) τοῦ «Ὅρου» τῆς Μεγάλης ἐν Κωνσταντινουπόλει
τοπικῆς Συνόδου τοῦ 1872, διά τοῦ ὁποίου κατεδικάσθη ὁ ἐθνοφυλετισμός ὡς αἵρεση.
27
Γιά τήν καταδίκη τῆς ἐν λόγῳ Βουλγαρικῆς Ἐξαρχίας, ὡς «φυλετικῆς παρασυναγωγῆς», βλ.
σχετ. σημ. 2. Πρβλ. καί σημ. 25.
28
Γιά τήν ἔγκυρη καί ὑπεύθυνη γλωσσολογική ἀνάλυση τοῦ θέματος, βλ. Νικολάου Ἀνδριώτη, Τό
Ὁμοσπονδιακό κράτος τῶν Σκοπίων καί ἡ γλώσσα του, Θεσσαλονίκη 1960 (ἀνατ. Ἀθήνα 1992)
ἰδίως σ. 26-31. Πρβλ. καί Γεωργ. Μπαμπινιώτη, «Γλωσσικές παραχαράξεις. Ἡ “Μακεδονική” τῶν
Σκοπίων καί τά περί σλαβομακεδονικῆς μειονότητας», Τό Βῆμα, 3.8.2008.

335
ΑΝΡΕΟΠΟΥΛΟΣ.qxp_Layout 1 21/10/2019 20:13 Page 336

ΜΕΡΟΣ Ζ´. ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΥ ΜΑΣ

ἱεροῦ Φωτίου, πράγματι, χρησιμοποιήθηκαν ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο


γιά τήν χειραφέτηση ἐκκλησιαστικῶν ἐπαρχιῶν ὡς συνάρτηση καί ἀποτέλεσμα
γεωπολιτικῶν μεταβολῶν σέ διάφορα ἔθνη / κράτη, ὡστόσο στήν περίπτωση
τῆς ΛΔΜ, καί κατά προέκταση τῆς «Μακεδονικῆς» Ἐκκλησίας, οἱ Κανόνες
αὐτοί δέν ἦταν ἐπιτρεπτό νά ἐφαρμοσθοῦν, διότι τέτοιες (γεωπολιτικές)
μεταβολές τήν ἐποχή αὐτή δέν ὑπῆρξαν. Η ΛΔΜ ἀποτελοῦσε τήν μία ἀπό τίς
ἕξι «Λαϊκές Δημοκρατίες» τῆς ὑπό ἑνιαία κρατική διοίκηση συσταθείσης
«Ὁμοσπονδιακῆς Λαϊκῆς Δημοκρατίας Γιουγκοσλαβίας», ἀποτελώντας
ὁμόσπονδο τμῆμα τοῦ κράτους μέ περιοριορισμένες δικαιοδοσίες. Συνεπῶς,
ἀπό πλευρᾶς Κανόνων οὐδέν ἔρεισμα ἐκκλησιαστικῆς της χειραφετήσεως
ὑφίστατο, ἐνῶ τό ἐπιχείρημα γιά τήν δημιουργία ἰδιαίτερης (αὐτόνομης)
ἐθνικῆς Ἐκκλησίας μέ γνώμονα τήν «μακεδονική» σύσταση τοῦ ποιμνίου τῆς
ΛΔΜ προσέκρουε εὐθέως, κατά τά προεκτεθέντα, σέ ἐκκλησιολογικές καί
νομοκανονικές ἀρχές τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
Στό «κίνημα» αὐτό γιά τήν ἀπόδοση ἀνεξαρτησίας μέ «μακεδονική»
ταυτότητα στίς τρεῖς ἐκκλησιαστικές ἐπαρχίες τοῦ Νότου τό Πατριαρχεῖο τῆς
Σερβίας θά ἀντιδράσει προσεκτικά. Ἐν πρώτοις, θά ὑπενθυμίσει ὅτι οἱ τρεῖς
αὐτές ἐπαρχίες ἔχουν παραχωρηθεῖ μέ τόν Συνοδικό Τόμο τοῦ 1922 ἀπό τό
Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο στό Πατριαρχεῖο τῆς Σερβίας, συνεπῶς ἀποτελοῦν
ἀναπόσπαστο τμῆμα τοῦ τελευταίου. Ἀκολούθως, θά ἐπισημάνει ὅτι ἡ
ἀπόφαση τῆς «κληρικολαϊκῆς συνελεύσεως» τοῦ Μαρτίου 1945 στά Σκόπια γιά
τήν ἀνακήρυξη τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐπαρχίας τοῦ Νότου ως ἀνεξάρτητης καί
τῆς ὀνομασίας της ὡς «Μακεδονικῆς Ἐκκλησίας», εἶναι πράξη αὐταρχική καί
ἀντικανονική. Τέλος, θά καταστήσει σαφές ὅτι δέν εἶναι δυνατόν νά ὑπάρξει ἡ
ὁποιαδήποτε ἀνασυγκρότηση τῆς οἱασδήποτε ἐκκλησιαστικῆς ἐπαρχίας του
χωρίς τή δική του γνώμη, ὡς Ἐκκλησίας-μητρός29, ὑπενθυμίζοντας ὅτι κατά τό
Κανονικό Δίκαιο ἡ παραχώρηση αὐτονομίας ἤ αὐτοκέφαλου καθεστῶτος σέ μία
ἐκκλησιαστική περιφέρεια ὑπάγεται στήν ἁρμοδιότητα συλλογικοῦ ὀργάνου τῆς

29
Ἐπισημαίνεται ὅτι ἱστορικά καί ἐκκλησιο-κανονικά ὁ ὅρος Ἐκκλησία μήτηρ δέν ταυτίζεται
μέ τόν ὅρο Μητέρα Ἐκκλησία πού χαρακτηρίζει μόνο τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, βλ.
Διορθόδοξος Προπαρασκευαστική Ἐπιτροπή τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, Σαμπεζύ, 7-
13 Νοεμβρίου 1993. Πρακτικά, Σαμπεζύ Γενεύης, 1994, σ. 320. Πρβλ. Ἀρχιμ. Γρηγ. Παπαθωμᾶ,
«Ἡ ἀποδοχή τῆς “Ἐκκλησιαστικῆς Διασπορᾶς” συνεπάγεται ἀναίρεση τῆς Ἐκκλησίας (κανόνας
28/Δ΄). Μία ἄλλη ἐκδοχή ἐπιλύσεως αὐτοῦ τοῦ ἐκκλησιο-κανονικοῦ ζητήματος», Θεολογία 80
(2009) 131 καί Δημ. Νικολακάκη, «Τό Αὐτοκέφαλον καί τό Αὐτόνομον στήν πορεία πρός τήν
Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», Θεολογία 85 (2015) 201.

336
ΑΝΡΕΟΠΟΥΛΟΣ.qxp_Layout 1 21/10/2019 20:13 Page 337

H ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΟΥ «ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ»

Ἐκκλησίας, καί εἰδικότερα συνόδου Ἐπισκόπων30 .

III. Ἡ παραχώρηση τῆς αὐτονομίας διά «κανονικοῦ ἑλιγμοῦ»


Ἀκολουθεῖ μία ἄκαρπη περίοδος (1945-1958) συζητήσεων καί διαβουλεύσεων,
ἐπί πατριαρχίας Γαβριήλ (1945-1950) καί Βικεντίου (1950-1958), μέ τήν
«Ἐπιτροπή Πρωτοβουλίας» (τήν ὑποστηριζομένη ἀπό τό πανίσχυρο τήν ἐποχή
αὐτή κομμουνιστικό καθεστώς) νά ἐμμένει στίς ἀξιώσεις της γιά ἐκκλησιαστική
ἀνεξαρτησία καί τό Πατριαρχεῖο Σερβίας νά ἀνθίσταται στό αἴτημα αὐτό,
προτάσσοντας κριτήρια ἐκκλησιολογικά καί κανονικά, διατεθειμένο, ὡστόσο,
προκειμένου νά ἐκτονώσει καί ἐξομαλύνει τήν κατάσταση, νά παραχωρήσει
κάποια ἀπό τά δικαιώματα τά ὁποῖα διεκδικοῦσε ἡ «Ἐπιτροπή», ὅπως ἡ χρήση
τῆς τοπικῆς (σλαβο-«μακεδονικῆς») γλώσσας καί ἡ ἐκλογή στίς τρεῖς ἐπαρχίες
τῆς Νότιας Γιουγκοσλαβίας αὐτοχθόνων κληρικῶν σέ θέσεις ἀρχιερέων31 .
Στά τέλη τοῦ 1958 ἡ «Ἐπιτροπή Πρωτοβουλίας» θά προκαλέσει τή ρήξη,
προχωρώντας τήν ὑλοποίηση τοῦ σχεδίου πού εἶχε δρομολογηθεῖ, δεκατρία
χρόνια πρίν (τόν Μάρτιο τοῦ 1945, στήν κληρικολαϊκή συνέλευση τῶν
Σκοπίων). Συγκαλώντας τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1958 στήν Ἀχρίδα νέα
κληρικολαϊκή συνέλευση32 θά προχωρήσει στήν πραξικοπηματική ἀναγόρευση
τῆς Ἐκκλησίας τῶν Σκοπίων, ὡς αὐτόνομης καί τιτλοφορουμένης ὡς
«Μακεδονικῆς», ἀπόφαση πού ὁλοκληρώθηκε μέ τήν ἐκλογή ὡς ἐπικεφαλῆς
Μητροπολίτη της τοῦ μέχρι τότε Ἐπισκόπου Τόπλιτσας τοῦ Πατριαρχείου
Σερβίας Δοσιθέου [Στόικοβιτς], ὑπό τόν τίτλο του «Ἀρχιεπισκόπου Ἀχρίδος
καί Σκοπίων καί Μητροπολίτου Μακεδονίας», μέ ἕδρα στά Σκόπια. Τό
Πατριαρχεῖο τῆς Σερβίας, στόν θρόνο τοῦ ὁποίου εἶχε ἀνέλθει ἀπό τόν
Σεπτέμβριο τοῦ 1958 ὁ ἀπό Ζίτσης Γερμανός [Τζόριτς] (1958-1990), δέν
ἀποδέχθηκε τίς ἀποσχιστικές αὐτές κινήσεις. Τίς κατεδίκασε μέν, ἀλλά ὑπό

30
Βλ. διεξοδικῶς γιά τά θέματα τῆς (ὑφ᾽ ὅρων) παραχωρήσεως καθεστῶτος αὐτονομίας/
αὐτοκεφαλίας σέ ἐκκλησιαστικές ἐπαρχίες, εἰς Ἀ. Κ. Βαβούσκου - Γρηγ. Λιάντα, Οἱ θεσμοί τοῦ
αὐτοκεφάλου καί τοῦ αὐτονόμου καθεστῶτος στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. (Μελέτες-Πηγές),
Θεσσαλονίκη 2014, ἰδίως σ. 15-45, 61-65 καί 68-78.
31
Γ. Λόης, ὅ.π., σ. 363.
32
Ἡ «συνέλευση» αὐτή, ὡς γενομένη χωρίς τήν ἄδεια καί τή γνώμη τοῦ ἁρμοδίου ἀρχιερέως,
ὑπῆρξε προδήλως ἀντικανονική καί ἄκυρη, ὅπως ὁρίζουν οἱ σχετικοί κανόνες 31, 34 καί 39
Ἁγίων Ἀποστόλων, 18 καί 30 Δ΄ Οἰκουμενικῆς καί 31 Πενθέκτης. Ἐπίσης, ὑπῆρξε καί
ἀντικαταστατική, διότι ἡ δικαιοδοσία γιά τήν ἵδρυση καί ὀνομασία νέων ἐπαρχιῶν ἀνῆκε
μόνο στήν Σύνοδο τῆς Ἱεραρχίας, βάσει τοῦ ἄρθρου 16 τοῦ Καταστατικοῦ τῆς Ἐκκλησίας
τῆς Σερβίας, βλ. Ἰ. Ταρνανίδη, Ἱστορία, ὅ.π., σ. 148.

337
ΑΝΡΕΟΠΟΥΛΟΣ.qxp_Layout 1 21/10/2019 20:13 Page 338

ΜΕΡΟΣ Ζ´. ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΥ ΜΑΣ

τήν ἀσφυκτική πίεση τοῦ κομμουνιστικοῦ καθεστῶτος33 ὑποχρεώθηκε νά


ἐνδώσει καί μεταξύ τῶν ἐτῶν 1958 καί 1967, στό πλαίσιο ἑνός ἀναγκαστικοῦ
κανονικοῦ ἑλιγμοῦ, παρεχώρησε τήν αὐτονομία σέ αὐτή τήν περιοχή,
παρέχοντας ἐσωτερική, ἐντός τῶν πατριαρχικῶν δομῶν, αὐτονομία στίς
Μητροπόλεις τῆς Νότιας Γιουγκοσλαβίας, ὑπό «Καταστατικό» πού ὅριζε τήν
ὀνομασία τῆς νέας, αὐτονόμου αὐτῆς Ἐκκλησίας ὡς «Μακεδονική Ὀρθόδοξη
Ἐκκλησία» (ἐφεξῆς: ΜΟΕ). Ὁ Πατριάρχης Γερμανός μετέβη στά Σκόπια καί
τόν Ἰούλιο τοῦ 1959 χειροτόνησε τόν Κλήμεντα [Τραϊκόβσκι] σέ Ἐπίσκοπο
Πρεσπῶν καί Βιτωλίων μέ ἕδρα στό Μοναστήρι. Στή συνέχεια οἱ Δοσίθεος καί
Κλήμης χειροτόνησαν τόν Ναούμ [Ντιμόβσκι] σέ Ἐπίσκοπο Ζλετόβου καί
Στρωμνίτσης μέ ἕδρα στό Στίπ. Ἔτσι ἡ σχέση κανονικῆς ἑνότητος τῆς ΜΟΕ
μέ τό Πατριαρχεῖο τῆς Σερβίας, ἔστω σέ ἀτμόσφαιρα ἀμοιβαίας καχυποψίας,
διατηρήθηκε μέχρι τό 1967, χρονιά κατά τήν ὁποία ἡ ΜΟΕ ἀπαίτησε τήν
αὐτοκεφαλία της ἔχοντας, φυσικά, σύμμαχό της στήν ἐπιδίωξή της αὐτή τό
κομμουνιστικό καθεστώς τοῦ Τίτο. Ὁ στρατάρχης Τίτο, ἐξ ὁρισμοῦ ἄθεος, στό
πλαίσιο τῆς γενικότερης προσπάθειας γιά διαμόρφωση μίας τοπικῆς ἐθνικῆς
φυσιογνωμίας ἔδωσε ἰδιαίτερη σημασία στήν πλήρη ἀνεξαρτησία τῆς τοπικῆς
«μακεδονικῆς» Ἐκκλησίας, τήν ὁποία ὁ ἴδιος ὑποκίνησε καί προσπάθησε νά
ἐπιβάλει γιά λόγους πολιτικῆς ὠφέλειας.

ΙV. Ἡ ἀντιπαράθεση στά ἄκρα: Τό σχίσμα τοῦ 1967


Ἡ σκοπιανή-σλαβομακεδονική ἐκκλησιαστική ἡγεσία, ὑπηρετώντας τότε
τά εὐρύτερα πολιτικά σχέδια τοῦ καθεστῶτος γιά δημιουργία «μακεδονικοῦ»
κράτους, τόν Ἰούλιο 1967, σέ κοινή συνεδρίαση τῆς Συνόδου τῶν τεσσάρων
ἀρχιερέων της34 καί τῶν ἐκπροσώπων τῆς κληρικολαϊκῆς συνελεύσεως,
ἀνεκήρυξε de facto τήν πλήρη ἀνεξαρτησία της ἀπό τήν Ἐκκλησία τῆς
Σερβίας, ἀνακηρύσσοντας μονομερῶς τήν ΜΟΕ ὡς αὐτοκέφαλη. Γινόταν ἔτσι

33
Τήν ὁποίαν πίεση ὁ (μετά τήν ἐκθρόνισή του ἀπό τούς Γερμανούς ἐπανελθών τόν Νοέμβριο τοῦ
1946 ἀπό τήν ἐξορία) Πατριάρχης Γαβριήλ [Ντότζιτς] (1937-1950) χαρακτήρισε σέ ποιμαντορική
του ἐγκύκλιο ὡς «Γολγοθᾶν», βλ. Ἀθ. Ἀγγελοπούλου, Ὁ κόσμος τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἡ Σερβική
Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, Θεσσαλονίκη 1968, σ. 278.
34
Καθώς πέραν τοῦ ἀναγνωρισθέντος (στό πλαίσιο τῆς παραχωρηθείσης, τόν Ἰούνιο τοῦ 1959,
αὐτονομίας) ὡς Ἀρχιεπισκόπου Ἀχρίδος καί Μητροπολίτου «Μακεδονίας» Δοσιθέου καί τῶν ἐν
συνεχείᾳ κανονικῶς ἐκλεγέντων Μητροπολιτῶν Κλήμεντος Πρεσπῶν καί Ναούμ Ζλετόβου, τήν
ἄνοιξη τοῦ 1966 ἡ Σύνοδος αὐτή τῶν τριῶν Μητροπολιτῶν, ὅλως ἀντικανονικῶς, ἵδρυσε νέα
ἐκκλησιαστική ἐπαρχία, αὐτή τῆς Βελισσοῦ (Βελίκης / Velickom), μέ ἕδρα στήν Ἀχρίδα, ἐκλέγοντας
σέ αὐτήν ὡς Ἐπίσκοπο τόν Μεθόδιο [Ποπόφσκι].

338
ΑΝΡΕΟΠΟΥΛΟΣ.qxp_Layout 1 21/10/2019 20:13 Page 339

H ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΟΥ «ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ»

ἀπό τότε φανερό ὅτι τό «μακεδονικό» ἐκκλησιαστικό πρόβλημα δέν ἦταν


ἐκκλησιαστικό, ἀλλά –καί ἐξ ὑπαρχῆς– πολιτικό35 .
Ἡ Ἐκκλησία τῆς Σερβίας, μή ἀποδεχομένη τήν ὡς ἄνω ἐδαφική καί
πνευματική συρρίκνωσή της, τόν Σεπτέμβριο 1968 κήρυξε τήν αὐτοαποκαλουμένη
ὡς «Μακεδονική» Ἐκκλησία τῶν Σκοπίων «σχισματική θρησκευτική
ὀργάνωση»36, δηλ. τήν ἀπέκοψε ἀπό τήν σχέση (ἱερο-)κανονικῆς ἑνότητος μαζί
της, ὄχι ἐπειδή ἡ ΜΟΕ ἦταν αἱρετική ως πρός τό ὀρθόδοξο δόγμα, ἀλλά ἐπειδή
παρεξέκλινε ἀπό βασικές ἐκκλησιολογικές ἀρχές καί διοικητικούς ἱερούς
Κανόνες, κοινοποιώντας τήν ἀπόφασή της αὐτή καί στίς ἄλλες Ὀρθόδοξες
Ἐκκλησίες. Τήν πράξη αὐτή τῆς κηρύξεως τῆς ΜΟΕ ὡς σχισματικῆς ἀναγνώρισαν
στή συνέχεια καί οἱ ὑπόλοιπες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, μέ πρώτη τήν Ἐκκλησία
τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία, μέ ἀπόφαση τῆς ὑπό τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καί
πάσης Ἑλλάδος Ἱερώνυμο [Κοτσώνη] τότε «Ἀριστίνδην» Ἱερᾶς Συνόδου, θεώρησε
ὡς «πάντῃ ἀντικανονικόν καί ἄθεσμον τόν τρόπον κατά τόν ὁποῖον ἀνεκηρύχθη
εἰς αὐτοκέφαλον ἡ λεγομένη Μακεδονική Ἐκκλησία», καί «κατά τά ὑπό τῶν
ἱερῶν κανόνων ἐπιτασσόμενα» διέκοψε «πάντα δεσμόν καί πᾶσαν μετά τῶν
σχισματικῶν ἐπισκόπων καί λοιπῶν κληρικῶν αὐτῆς ἐπικοινωνίαν»37 .
Ἐπίσης, σέ ρητή καταδίκη τῆς συμπεριφορᾶς τῆς ΜΟΕ προχώρησαν,
ἐκφράζοντας μέ Γράμματά τους τή συμπαράσταση τῶν Ἐκκλησιῶν τους πρός
τό Πατριαρχεῖο τῆς Σερβίας, οἱ Πατριάρχες Ἱεροσολύμων Βενέδικτος
[Παπαδόπουλος] καί Ἀντιοχείας Θεοδόσιος ΣΤ΄ [Ἀμπουρτζέηλη], ὁ
Τοποτηρητής τοῦ (χηρεύοντος) Πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας Λεοντοπόλεως
Κωνσταντῖνος [Κατσαράκης], ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος [Μοῦσκος],
ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Πράγας καί πάσης Τσεχίας Δωρόθεος [Φιλίπ], ἐνῶ ὁ
Πατριάρχης Μόσχας καί πάσης Ρωσίας Ἀλέξιος [Σιμάνσκυ] καί ὁ
Μητροπολίτης Βαρσοβίας καί πάσης Πολωνίας Στέφανος [Ρούντικ] στίς
ἀπαντήσεις τούς ἁπλῶς πληροφοροῦσαν τόν Πατριάρχη Σερβίας ὅτι
παρέλαβαν τήν ἐπιστολή του. Τέλος, ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Ἀθηναγόρας
[Σπύρου] γνώρισε στόν Πατριάρχη Σερβίας ὅτι στό Φανάρι «ἀπεφασίσαμεν
νά καταδικάσωμεν καί ἐξ ὁλοκλήρου νά ἀπορρίψωμεν αὐτό τό ὁποῖον κατά
τόν παρελθόντα μήνα Ἰούλιον ἀπεφασίσθη καί ἐξετελέσθη ἐν Ἀχρίδι», ἐνῶ,

35
Δημ. Γόνης, ὅ.π., 276.
36
Ἀθ. Ἀγγελοπούλου, «Τό Αὐτοκέφαλον τῆς “Μακεδονικῆς” Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐπί τῇ βάσει
τῶν ἀποφάσεων τῆς Ἐκτάκτου Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Σερβικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας»,
Δελτίον Σλαβικῆς Βιβλιογραφίας 15 (1967) 47-64.
37
Ἐκκλησία 44 (1967) 547-548.

339
ΑΝΡΕΟΠΟΥΛΟΣ.qxp_Layout 1 21/10/2019 20:13 Page 340

ΜΕΡΟΣ Ζ´. ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΥ ΜΑΣ

παραλλήλως, κοινοποιοῦσε τήν ἀπάντησή του στόν Μητροπολίτη Σκοπίων


Δοσίθεο καί τοῦ συνιστοῦσε νά ἐπανεξετάσει τήν ἀντικανονική στάση του καί
νά ἐπανέλθει στούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σερβίας38. Ἔκτοτε ἡ
Ἐκκλησία τῶν Σκοπίων θεωρεῖται σχισματική39 ἀπ’ ὅλες40 τίς Ὀρθόδοξες
Ἐκκλησίες καί οὔτε γίνεται δεκτή σέ διορθόδοξους ἤ διαχριστιανικούς
ὀργανισμούς (π.χ. Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν κ.ἄ.).

V. Ἀπόπειρες ἐπανενώσεως: Ἡ «Συμφωνία τῆς Νίς»


Μετά τή διάλυση τῆς ἑνιαίας Γιουγκοσλαβίας τό 199141 καί τήν
ἀνεξαρτητοποίηση τῶν Σκοπίων ἡ ἐκκλησιαστική ἡγεσία τοῦ νεοσύστατου
κράτους τῆς «Πρώην Γιουγκοσλαβικῆς Δημοκρατίας τῆς Μακεδονίας» (ΠΓΔΜ /
FYROM) ἄρχισε νά διεκδικεῖ τήν ἀναγνώρισή της ἀπό τίς ἄλλες Ὀρθόδοξες
Ἐκκλησίες. Ἀπό τό 1998 διάφορες πιέσεις ἄρχισαν νά ἀσκοῦνται πρός τό
Πατριαρχεῖο Σερβίας καί κυρίως πρός τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο. Τό 2000
ἄρχισε καί ἐπισήμως ὁ διμερής διάλογος μέ τό Πατριαρχεῖο Σερβίας, ἀπό τό
ὁποῖο εἶχε ἀποσχισθεῖ. Ἡ ἐμμονή τους, ὅμως, στή διεκδίκηση τῆς αὐτοκεφαλίας
ὁδήγησε στή ρήξη καί τόν Ἰανουάριο τοῦ 2001 σταμάτησε κάθε προσπάθεια
διαπραγματεύσεως.

38
Βλ. Ἰ. Ταρνανίδη, Οἱ “κατά Μακεδονίαν σκλαβῆνοι”, ὅ.π., σ. 139-140 καί Γ. Λόη, ὅ.π., σ. 411.
39
Οἱ λέξεις «σχίσμα» καί «σχισματικός» χρησιμοποιοῦνται εὐρέως στήν ἱστορία τοῦ
Χριστιανισμοῦ προκειμένου νά δηλωθοῦν οἱ διασπάσεις ἐντός τῆς Ἐκκλησίας. Ὅπως
ἐπισημαίνει ὁ Ἰωάν. Μ. Κονιδάρης [Ἐγχειρίδιο Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου, 3η ἔκδ. (μέ τή
συνεργασία Β. Κ. Μάρκου), Ἀθήνα – Θεσσαλονίκη, 2016, σ. 263-264] «τό σχίσμα διαφέρει
ἀπό τήν ἀποστασία κατά τό ὅτι ὁ σχισματικός δέν παύει νά εἶναι χριστιανός, διαφέρει, ὅμως,
καί ἀπό τήν αἵρεση, διότι ὁ σχισματικός ἁπλῶς δέν ἀναγνωρίζει τήν ὑπάρχουσα
ἐκκλησιαστική διοίκηση καί δημιουργεῖ νέα (σχίσμα διοικήσεως)», θεωρώντας ὡς τέτοιο
χαρακτηριστικό παράδειγμα τό βουλγαρικό σχίσμα, ἤτοι τήν αὐτογνώμονα ἀνακήρυξη τῆς
Βουλγαρικῆς Ἐξαρχίας τοῦ 1870, παρά τήν ἀντίδραση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου.
Παρόμοια μορφή σχίσματος διοικήσεως, σέ ἑτεροχρονισμένη ἐκδοχή, ἀπετέλεσε καί ἡ
αὐτογνώμων ἀνακήρυξη τῆς ΜΟΕ ὡς αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τό 1967, παρά τήν ἀντίθεση
τοῦ Πατριαρχείου τῆς Σερβίας.
40
Τοῦτο διεβεβαίωνε ὁ Πατριάρχης Σερβίας Γερμανός, δηλώνοντας τόν Σεπτέμβριο τοῦ 1968 σέ
συνέντευξή του πρός τήν θρησκευτική ἐφημερίδα «Pravoslavna» ὅτι μέ τίς ἀποφάσεις τῆς
Ἐκκλησίας τῆς Σερβίας, γιά τήν κήρυξη τῆς ΜΟΕ ὡς σχισματικῆς, «συνεφώνησαν ὅλαι αi ὀρθόδοξοι
αὐτοκέφαλοι Ἐκκλησίαι», βλ. Ἐκκλησία 45 (1968) 474.
41
Τήν Ἐκκλησία τῆς Σερβίας μετά τήν διάλυση τῆς Γιουγκοσλαβίας θά ταλαιπωρήσει καί τό
ἐκκλησιαστικό πρόβλημα τοῦ Μαυροβουνίου, ὅπου ἀπό τό 1998, μέ ἐνέργειες τοπικῶν ἐθνικιστικῶν
κύκλων, ἔχει ἱδρυθεῖ «αὐτοκέφαλη» Ἐκκλησία, ἡ ὁποία λειτουργεῖ, παραλλήλως, πρός τήν κανονική
Μητρόπολη. Παρόμοιο ἐσωτερικό σχίσμα ἐβίωσε ἀπό τό 1992 καί ἐντεῦθεν, στό πλαίσιο τῆς
«ἀποκομμουνιστικοποιήσεώς» της, καί ἡ Ἐκκλησία τῆς Βουλγαρίας.

340
ΑΝΡΕΟΠΟΥΛΟΣ.qxp_Layout 1 21/10/2019 20:13 Page 341

H ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΟΥ «ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ»

Νέα ἀπόπειρα προσεγγίσεως ἔλαβε χώρα τόν Μάϊο τοῦ 2002, ὁπότε
ἐκπρόσωποι τῶν δύο πλευρῶν συναντήθηκαν στήν πόλη Νίς τῆς Σερβίας καί
ὑπέγραψαν προσχέδιο συμφωνίας ἡ Ἐκκλησία τῶν Σκοπίων νά ὀνομάζεται
«Ἀρχιεπισκοπή Ἀχρίδος», μέ ἕδρα στά Σκόπια καί νά τῆς δοθεῖ εὐρεία
αὐτονομία42 . Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Σκοπίων (καί ἐπικεφαλῆς τῆς σχισματικῆς
ΜΟΕ) Στέφανος [Βελιανόφσκι], ἀναφερόμενος στίς διαφορές πού ὑπάρχουν
μέ τό Βελιγράδι, μέ δηλώσεις του ὅτι «ἡ Σερβική Ἐκκλησία μᾶς δίνει πλήρη
αὐτονομία ἐνῶ ἐμεῖς ἐπιθυμοῦμε τό αὐτοκέφαλο. Εἶναι ἀπαραίτητο νά
συνεργαστοῦμε ὅλοι γιά νά μποροῦμε μέσα ἀπό τήν ἀγάπη νά δείξουμε ὅτι
εἴμαστε μαθητές τοῦ Χριστοῦ»43 , ἄφηνε ἀνοικτό παράθυρο στήν ἐλπίδα γιά
ἐπανένωση, ὡστόσο καί αὐτή ἡ διαβούλευση, ἡ ὁποία φάνηκε ὅτι θά
μποροῦσε νά δώσει λύση στό ὑφιστάμενο πρόβλημα, ὁδηγήθηκε σέ ναυάγιο.
Οἱ διαπραγματεύσεις μέ τή σερβική πλευρά δέν τελεσφόρησαν διότι οἱ
ἐκπρόσωποι τῆς σκοπιανῆς πλευρᾶς, ὑπό τό πρόσχημα τῆς ἀποκαταστάσεως
τῶν σχέσεων μέ τήν Ἐκκλησία τῆς Σερβίας, μέσω μίας μορφῆς διοικητικῆς
ἀνεξαρτησίας (αὐτονομίας ἤ αὐτοκεφαλίας), ἔκρυβαν τίς μύχιες προθέσεις
τους, πού δέν εἶναι ἄλλες ἀπό τήν ἀναγνώριση τοῦ ὀνόματος τῆς Ἐκκλησίας
τους ὡς «μακεδονικῆς». Ἔτσι, ὕστερα ἀπό ἔντονες πιέσεις τῶν ἐθνικιστικῶν
κύκλων τῆς ΠΓΔΜ, τόν Ἰούλιο τοῦ 2002 ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῶν
Σκοπίων ἀπέρριψε τό προσχέδιο συμφωνίας πού εἶχαν ὑπογράψει ἕνα μόλις
μήνα πρίν οἱ ἐκπρόσωποί της στή Νίς. Ἕνας, ὅμως, ἀπό τούς μητροπολίτες
αὐτῆς τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Βελεσῶν καί Παραβαρδαρίου Ἰωάννης
[Βρανιτσκόφσκι], ἐπανέφερε τή Μητρόπολή του στούς κόλπους τῆς
Ἐκκλησίας τῆς Σερβίας καί ἡ μέν σχισματική Ἐκκλησία τόν καθήρεσε, ἡ δέ
Σερβία τόν ὅρισε Ἔξαρχό της στά Σκόπια. Ἀκολούθησαν ἀλλεπάλληλες
φυλακίσεις τοῦ Μητροπολίτου Ἰωάννη στίς φυλακές Ἰντρίζοβο τῶν Σκοπίων.
Τελικῶς, τό Πατριαρχεῖο τῆς Σερβίας ὅρισε τόν Βελεσῶν καί Παραβαρδαρίου
Ἰωάννη ως τοποτηρητή Ἀρχιεπίσκοπο Ἀχρίδος καί Μητροπολίτη Σκοπίων καί
τό ἔτος 2003, ἐπί Πατριάρχου Παύλου [Στόϊτσεβιτς] (1990-2009)
χειροτονήθηκαν ἄλλοι δύο Ἐπίσκοποι, καί συγκεκριμένα οἱ Πολόγου καί
Κουμανόβου Ἰωακείμ [Γιοφτσέφσκι] καί Μπρεγκαλνίτσης Μάρκος [Κίμεφ],

42
Μιχ. Τρίτου, Νεώτερες ἐξελίξεις στή σχισματική Ἐκκλησία τῶν Σκοπίων, Θεσσαλονίκη
2004, σ. 12 καί τοῦ Ἰδίου «Ἡ σχισματική Ἐκκλησία τῶν Σκοπίων καί τό μαρτύριο τοῦ
Ἀρχιεπισκόπου Ἀχρίδος Ἰωάννου», Ἐνατενίσεις 11. Κύπρος (Ἱερά Μονή Κύκκου), σσ. 65-67.
43
Μ. Ἀντωνιάδου, «Ἡ Ἐκκλησία τῶν Σκοπίων ζητεῖ ἀνεξαρτησία», κλπ., ὅ.π., Τό Βῆμα,
19.05.2002, σ. Α 42.

341
ΑΝΡΕΟΠΟΥΛΟΣ.qxp_Layout 1 21/10/2019 20:13 Page 342

ΜΕΡΟΣ Ζ´. ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΥ ΜΑΣ

τοποτηρητής καί τῆς Ἐπισκοπῆς Μοναστηρίου, οὕτως ὥστε νά συγκροτεῖται


Ἱερά Σύνοδος. Τέλος, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀχρίδος χειροτονήθηκε Μητροπολίτης
Σκοπίων τό ἔτος 2005 καί ἀπό τό 2007 τούς ἐν ἐνεργείᾳ αὐτούς ἀρχιερεῖς
πλαισιώνει ὁ ἐκλεγείς ὡς τιτουλάριος Ἐπίσκοπος Στοβίου Δαυΐδ [Νινώφ], ὁ
ὁποῖος ἔχει ὁρισθεῖ καί τοποτηρητής τῆς Ἐπισκοπῆς Στρωμνίτσης. Σήμερα ὁ
Ἀρχιεπίσκοπος Ἰωάννης καί οἱ τρεῖς ἐπίσκοποί του, προσπαθώντας νά
ἀσκήσουν τά ποιμαντικά τους καθήκοντα, ὄχι μόνο ἐμποδίζονται, ἀλλά συχνά
ὁδηγοῦνται στίς φυλακές μέ τίς ἀνυπόστατες κατηγορίες γιά «διατάραξη
θρησκευτικῆς εἰρήνης», «διέγερση σέ ἀπείθεια», «ἀναζωπύρωση θρησκευτικοῦ
καί ἐθνικοῦ μίσους» κ.λπ., γεγονός πού καθιστά σχεδόν ἀδύνατη τήν ἄσκηση
τοῦ λειτουργήματός τους.

VI. Ἡ ἀνάμιξη τῆς Βουλγαρίας


Τόν Νοέμβριο τοῦ 2017 ἡ σχισματική ΜΟΕ, ἐπιχειρώντας νά δημιουργήσει
«γέφυρες» ἐπανόδου της στήν (ἐκκλησιαστική) κανονικότητα, ἐζήτησε, μέ
ἐπιστολή τοῦ προέδρου της, «Ἀρχιεπισκόπου Μακεδονίας» Στεφάνου, ἀπό
τό Πατριαρχεῖο Βουλγαρίας τήν ὑπαγωγή της στή βουλγαρική Ἐκκλησία,
ἀναγνωρίζοντας αὐτήν, ἀντί τῆς σερβικῆς, ὡς «Μητέρα Ἐκκλησία». Ὅλως
ἀντικανονικῶς τό Πατριαρχεῖο τῆς Βουλγαρίας ἀνταποκρίθηκε θετικά,
ἀναλαμβάνοντας ρόλο διαμεσολαβητοῦ πρός τίς ἄλλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες
ἔτσι ὥστε, σύμφωνα μέ τό σχετικό Ἀνακοινωθέν, «νά ληφθοῦν ὅλα τά
ἀναγκαῖα μέτρα πρός ἀποκατάσταση τοῦ κανονικοῦ status τῆς Ὀρθοδόξου
Ἐκκλησίας τῆς Μακεδονίας»44.
Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἔχει ἐκφράσει τήν ἀνησυχία της γιά τό γεγονός
τῆς ἐπεμβάσεως τῆς Ἐκκλησίας τῆς Βουλγαρίας στά ἐσωτερικά (interna cor-
poris) τοῦ Πατριαρχείου τῆς Σερβίας, στή δικαιοδοσία τοῦ ὁποίου ὑπάγεται
ἱστορικά, καί, ἀσφαλῶς, νομοκανονικά ἡ ἐκκλησιαστική περιφέρεια τῶν
Σκοπίων. Ἡ ἐνέργεια τῆς Ἐκκλησίας τῆς Βουλγαρίας νά ἀποδεχθεῖ τό αἴτημα
τῆς σχισματικῆς «Ἐκκλησίας τῆς Μακεδονίας» καί νά ἀναλάβει ρόλο
«Ἐκκλησίας μητρός», συνιστᾶ, ἄν μή τί ἄλλο, κανονική ἐκτροπή. Ἡ Ἐκκλησία
τῆς Ἑλλάδος ἐπισημαίνει ὅτι ἡ πράξη αὐτή τῆς βουλγαρικῆς Ἐκκλησίας
ἀντίκειται σαφῶς στούς ἱερούς κανόνες καί τήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας,
παραθεωρεῖ τό κανονικό δικαίωμα καί τόν ὑπερέχοντα ρόλο τοῦ Οἰκουμενικοῦ
Πατριαρχείου γιά τήν ἐπίλυση διαφορῶν σέ ἐσωτερικά ζητήματα τῶν κατά

44
Ἐφ. Ἐλεύθερος Τύπος, 14.01.2018, σ. 7-9.

342
ΑΝΡΕΟΠΟΥΛΟΣ.qxp_Layout 1 21/10/2019 20:13 Page 343

H ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΟΥ «ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ»

τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν (Πατριαρχείων καί αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν)


καί ἐνδέχεται νά ἀποτελέσει ἀπαρχή δυσάρεστων ἐξελίξεων45.

VII. Συμπεράσματα. Ἡ πρόταση γιά τή λύση


Ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἐπανενάρξεως ἀπό τίς ἀρχές τοῦ 2018 τῶν διαπραγματεύσεων
μεταξύ Ἑλλάδος καί FYROM γιά τό ὀνοματολογικό ζήτημα στό θέμα παρενέβη
καί ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος
Ἱερώνυμος Β΄ [Λιάπης], ἐπικαλούμενος τήν ἀπό 9.1.2018 σχετική ἀπόφαση τῆς
Διαρκοῦς Ἱ. Συνόδου, κάλεσε τόν τότε Πρωθυπουργό Ἀ. Τσίπρα, νά λάβει ὑπόψη
του καί τήν ἐκκλησιαστική πτυχή τοῦ προβλήματος καί συγκεκριμένα τό γεγονός
ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῶν Σκοπίων αὐτοτιτλοφορεῖται «Μακεδονική», ἔχοντας γιά τόν
λόγο αὐτόν καταστεῖ ἀπό τό 1967 σχισματική, τελώντας σέ ἀπομόνωση ἀπό τίς
ἄλλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες. Ἐπισημαίνοντας τόν κίνδυνο τῆς πιθανότητας
μετακυλίσεως τοῦ προβλήματος τῆς ὀνομασίας τοῦ γειτονικοῦ κράτους, ἀπό τό
πολιτικό στό ἐκκλησιαστικό ἐπίπεδο καί τήν ἐπιβίωση ἑνός ἰδιότυπου
ἀλυτρωτισμοῦ στή γείτονα χώρα μέσω τοῦ τίτλου τῆς σχισματικῆς Ἐκκλησίας τῶν
Σκοπίων, ὡς «Ἐκκλησίας τῆς Μακεδονίας», ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἐζήτησε ἀπό τόν
Πρωθυπουργό νά ἐνεργήσει ἔτσι, ὥστε στό πλαίσιο τῆς ἐπιδιωκόμενης συμφωνίας
περί τοῦ ὀνόματος νά ὑπάρξει μέριμνα καί γιά τήν ἀντίστοιχη ὀνομασία τῆς
σχισματικῆς Ἐκκλησίας, ἀπό τόν τίτλο τῆς ὁποίας πρέπει νά ἀπαλειφθεῖ ὁ ὅρος
«Μακεδονία» καί τά παράγωγά του46.
Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἑστιάζει στό ζήτημα τοῦ ὀνόματος, θεωρώντας ὅτι
ἡ χρήση τοῦ ὀνόματος «Μακεδονική» γιά τήν Ἐκκλησία τῶν Σκοπίων ἀποτελεῖ
ἱστορική παραχάραξη, παραπέμποντας σέ ὁμολογία τοῦ ἰδίου τοῦ Πατριάρχου
Σερβίας Παύλου [Στόϊτσεβιτς], ὁ ὁποῖος διερχόμενος τόν Ἀπρίλιο τοῦ 1992 ἀπό
τήν Ἀθήνα, στό πλαίσιο συναντήσεώς του μέ τόν τότε Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν
καί πάσης Ἑλλάδος Σεραφείμ [Τίκα], εἶχε δηλώσει σχετικῶς: «H χρήση τοῦ
ὀνόματος Μακεδονία ἀπό τούς Σκοπιανούς εἶναι παράλογη, τεχνητή,
κλοπιμαία. Ἡ Μακεδονία δέν εἶναι δυνατόν νά εἶναι διεθνική, τό ὄνομά της, ἡ
ἱστορία της καί ὁ πολιτισμός της ἀνήκουν μόνο στήν Ἑλλάδα»47. Ἡ χρήση

45
Ἐκκλησία 94 (2017) 826, ὅπου τό σχετικό Ἀνακοινωθέν τῆς Δ.Ι.Σ.
46
«Πρός τόν Πρωθυπουργό κ. Ἀλέξη Τσίπρα γιά τό ὄνομα τοῦ κράτους τῶν Σκοπίων», Ἐκκλησία
95 (2018) 8.
47
Ἰωάννη Μ. Χατζηφώτη, Ἀρχιεπίσκοπος Σεραφείμ, 1913-1998. Μαρτυρίες καί τεκμήρια,
Ἀθήνα 1998, σ. 393.

343
ΑΝΡΕΟΠΟΥΛΟΣ.qxp_Layout 1 21/10/2019 20:13 Page 344

ΜΕΡΟΣ Ζ´. ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΥ ΜΑΣ

(ἀκριβῶς εἰπεῖν: ὁ σφετερισμός) τοῦ ὅρου «Μακεδονική» γιά τήν Ἐκκλησία τῶν
Σκοπίων θίγει ὄχι μόνο τήν ἱστορική καί τήν ἐθνική, ἀλλά καί τήν
ἐκκλησιολογική ὑπόσταση τῶν Μητροπόλεών της στήν Μακεδονία, στήν
Βόρεια Ἑλλάδα, πού διαθέτουν στούς τίτλους τους πατριαρχικές «ὑπερτιμίες»
καί «ἐξαρχίες»48 δοθεῖσες κανονικῶς ὑπό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, μετά
τήν παραχώρηση τῶν Μητροπόλεων αὐτῶν, τό 1928, στήν ἐπιτροπική διοίκηση
τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, διατηρουμένου «ἐπί τούτων τοῦ
ἀνωτάτου κανονικοῦ δικαιώματος τοῦ Ἁγιωτάτου Πατριαρχικοῦ Οἰκουμενικοῦ
Θρόνου». Οἱ «ἐξαρχίες» αὐτές, ὡς τίτλοι τιμῆς πού παρέχουν σέ αὐτούς πού
τούς φέρουν κανονικά δικαιώματα ἀσκήσεως ἔργου ἤ διεκπεραιώσεως εἰδικῆς
ἀποστολῆς ἐκ μέρους τοῦ Πατριαρχείου, ὁριοθετοῦνται, ἐν προκειμένῳ, σέ
κανονικό ἔδαφος τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἐπαρχιῶν τῆς Μακεδονίας, τῶν
ἀποκληθεισῶν «Νέων Χωρῶν» ὡς (μετά τούς νικηφόρους βαλκανικούς
πολέμους τοῦ 1912/1913 καί τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο), «περιελθουσῶν εἰς τό
Ἑλληνικόν Κράτος», ὅπως ρητά ἀναφέρεται στόν Α΄ «Ὅρο» τῆς σχετικῆς
Πατριαρχικῆς Συνοδικῆς Πράξεως τοῦ 192849. Τέτοιους πατριαρχικούς τίτλους
φέρουν οἱ πλεῖστοι ἐκ τῶν Μητροπολιτῶν τῆς Βορείου Ἑλλάδος, ὡς π.χ. ὁ
Καστορίας ὡς «ὑπέρτιμος καί ἔξαρχος Ἄνω Μακεδονίας», ὁ Γρεβενῶν ὡς
«ὑπέρτιμος καί ἔξαρχος Νοτίου Μακεδονίας», ὁ Λαγκαδᾶ ὡς «ὑπέρτιμος καί
ἔξαρχος Κεντρικῆς Μακεδονίας», ὁ Φιλίππων ὡς «ὑπέρτιμος καί ἔξαρχος
Ἀνατολικῆς Μακεδονίας», ὁ Γουμενίσσης ὡς «ὑπέρτιμος καί ἔξαρχος Δυτικῆς
Μακεδονίας». Συνεπῶς, ἡ ἀναγνώριση τῆς χρήσεως τοῦ (ἰδίου) ὀνόματος
«Μακεδονία» (ἤ παραγώγου του) γιά ἄλλη ἐκκλησιαστική ἐπαρχία, καί μάλιστα
γειτονικοῦ της Ἑλλάδος κράτους, ὅπως ἡ ΠΓΔΜ, θά ἀποτελοῦσε παραχάραξη
τῆς ἱστορίας καί ἐκκλησιο-κανονική ἐκτροπή50. Εἰς ὅ,τι ἀφορᾶ εἰς τό ὄνομα,
καθ’ ἑαυτό, θά πρέπει νά ἐπισημανθεῖ ὅτι ἡ ἰσχύουσα στό Διεθνές Δίκαιο ἀρχή

48
«Ἔξαρχος» εἶναι ὁ ἐκπρόσωπος ἑνός Πατριάρχη μέ εὐρύτερες διοικητικές δικαιοδοσίες σέ μία
περιοχή ἤ μέ εἰδική ἀποστολή. Ἀνάλογα μέ τό μέγεθος καί τήν σημαντικότητα τῆς Ἐξαρχίας ὁ
ἔξαρχος μπορεῖ νά εἶναι ἐπίσκοπος ἤ καί ἀρχιμανδρίτης. Τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο
Κωνσταντινουπόλεως δίδει τιμητικά τόν συγκεκριμένο τίτλο σέ Ἀρχιεπισκόπους καί Μητροπολίτες
ὑπερόριων Μητροπόλεων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, ὑποδηλώνοντας τή δικαιοδοσία καί τήν
ὑπεροχή τοῦ Μητροπολίτου (πού φέρει τόν τίτλο «ὑπέρτιμος καί ἔξαρχος») ἔναντι τῶν ἄλλων
Ἐπισκόπων πάνω σέ μία περιοχή.
49
Γεωργ. Ἰατροῦ, Ἡ θέση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στήν ἐκκλησιαστική, στήν ἑλληνική
καί τή διεθνῆ ἔννομη τάξη (= Βιβλιοθήκη Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου. Σειρά Β΄: Μελέτες, 2), Ἀθήνα
- Κομοτηνή 2010, σ. 251-300.
50
Χαρ. Ἀνδρεοπούλου, Ἡ σχισματική «Ἐκκλησία τῆς Μακεδονίας κ.λπ., ὅ.π., σσ. 68-69.

344
ΑΝΡΕΟΠΟΥΛΟΣ.qxp_Layout 1 21/10/2019 20:13 Page 345

H ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΟΥ «ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ»

τοῦ αὐτοπροσδιορισμοῦ, δηλαδή τό δικαίωμα ἑνός λαοῦ νά καθορίζει ὁ ἴδιος


τήν ταυτότητά του, δέν ἔχει ἐφαρμογή στό (Κανονικό) Δίκαιο τῆς Ὀρθοδόξου
Ἐκκλησίας, ὅπου, ἀντιθέτως, ἰσχύει ἡ ἀρχή τοῦ ἑτεροπροδιορισμοῦ. Ὁ
προσδιορισμός τοῦ ὀνόματος καί τῶν γεωγραφικῶν ὁρίων μίας ἐκκλησιαστικῆς
περιφέρειας ἀνήκει στήν ἁρμοδιότητα τῶν θεσμικῶν ὀργάνων τῆς Ὀρθόδοξης
Ἐκκλησίας καί ὄχι τῶν αἰτούντων τό αὐτόνομο ἤ αὐτοκέφαλο καθεστώς. Ἔτσι,
ἐάν κάποια ἐκκλησιαστική περιφέρεια θελήσει νά ἀλλάξει τό ὄνομά της ἤ τά
γεωγραφικά ὅρια τῆς κανονικῆς δικαιοδοσίας της, θά πρέπει νά ἀπευθυνθεῖ
στόν θεσμό πού ἐξέδωσε τήν ἀπόφαση περί παραχωρήσεως αὐτονόμου ἤ
αὐτοκεφάλου καθεστῶτος, δηλαδή εἴτε στήν τοπική Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία,
στήν ὁποία ὑπάγεται, εἴτε στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο51.
Τούτων δοθέντων ἡ μόνη ἐφικτή λύση πού μπορεῖ νά ὑπάρξει στήν βάση
ἱστορικῶν καί ἐκκλησιολογικῶν κριτηρίων εἶναι ἐκείνη πού εἶχε ἀρχικῶς
συμφωνηθεῖ ἀπό τίς δύο πλευρές (Ἐκκλησία τῆς Σερβίας καί ΜΟΕ), τόν Μάϊο
τοῦ 2002 στή Νίς τῆς Σερβίας, ἀλλά τήν ὁποία, ἕνα μόλις μήνα μετά, ὑπό τήν
πίεση ἐθνικιστικῶν κύκλων τῆς ΠΓΔΜ, ἡ Ἐκκλησία τῶν Σκοπῖων (ΜΟΕ)
ἀπέρριψε, μέ ἀποτέλεσμα τό πρόβλημα νά διαιωνίζεται. Ἡ «Συμφωνία τῆς
Νίς», ἡ ὁποία προέβλεπε νά ὀνομασθεῖ ἡ Ἐκκλησία τῶν Σκοπίων
«Ἀρχιεπισκοπή Ἀχρίδος», ὁ προκαθήμενός της νά φέρει τόν τίτλο
«Ἀρχιεπίσκοπος Ἀχρίδος καί Μητροπολίτης Σκοπίων» καί νά τῆς δοθεῖ εὐρεία
αὐτονομία, θά μποροῦσε νά ἀποτελέσει τή βάση τῆς ἐπανενάρξεως
ἐκκλησιαστικῶν διαβουλεύσεων γιά τήν ἐξεύρεση ἱστορικά δίκαιης καί
ἐκκλησιολογικά ὀρθῆς λύσεως τοῦ προβλήματος. Πρός αὐτή τήν κατεύθυνση
τό πλαίσιο τῆς κανονικῆς ἐπιλύσεως τοῦ προβλήματος ἔχει ἤδη προδιαγράψει
ἡ (συνελθοῦσα τόν Ἰούλιο τοῦ 2016, στό Κολυμπάρι Χανιῶν) Ἁγία καί Μεγάλη
Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὁρίζοντας καί τίς σχετικές προϋποθέσεις,
βάσει τῶν ὁποίων «ἡ ζητοῦσα τήν Αὐτονομίαν αὐτῆς τοπική Ἐκκλησία, ἐάν
διαθέτη τάς ἀναγκαίας ἐκκλησιαστικάς, κανονικάς καί ποιμαντικάς
προϋποθέσεις, ὑποβάλλει τό σχετικόν αἴτημα εἰς τήν πρός ἥν ἔχει τήν
ἀναφοράν αὐτῆς Αὐτοκέφαλον Ἐκκλησίαν, ἐξηγοῦσα καί τούς σοβαρούς
λόγους, οἱ ὁποῖοι ὑπαγορεύουν τήν ὑποβολή τοῦ αἰτήματος αὐτῆς»,
διευκρινιζομένου ὅτι «ἡ κίνησις καί ἡ ὁλοκλήρωσις τῆς διαδικασίας διά τήν
ἀπόδοσιν τοῦ Αὐτονόμου εἰς τμῆμα κανονικῆς δικαιοδοσίας τῆς Αὐτοκεφάλου

51
Ἀ. Βαβοῦσκος – Γρ. Λιάντας, ὅ.π., σ. 61-65, 68-78 καί Ἀ. Βαβούσκου, Ἡ ἐκκλησιαστική πτυχή, ὅ.π.

345
ΑΝΡΕΟΠΟΥΛΟΣ.qxp_Layout 1 21/10/2019 20:13 Page 346

ΜΕΡΟΣ Ζ´. ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΥ ΜΑΣ

Ἐκκλησίας ἀνήκει εἰς τήν κανονικήν ἁρμοδιότητα αὐτῆς, πρός τήν ὁποία
ἀναφέρεται ἡ ἀνακηρυσσομένη Αὐτόνομος Ἐκκλησία». Τό Κείμενο («Τό
Αὐτόνομον καί ὁ τρόπος ἀνακηρύξεως αὐτοῦ») ἔχει ὑπογράψει καί ἡ
Ἀντιπροσωπεία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σερβίας, πού συμμετεῖχε στή Σύνοδο μέ
ἐπικεφαλῆς τόν Πατριάρχη αὐτῆς Εἰρηναῖο [Γκαβρίλοβιτς]52. Θετική ἐξέλιξη
γιά τήν ἐπίλυση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ προβλήματος τῶν Σκοπίων, τό ὁποῖο
πληγώνει βαθύτατα τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία στή Βαλκανική ἐδῶ καί μισό
αἰώνα, ἀπετέλεσε τό ὑποβληθέν τόν Μάϊο τοῦ 2018 πρός τό Οἰκουμενικό
Πατριαρχεῖο αἴτημα τῆς «ἐν σχίσματι τελούσης Ἐκκλησίας τῶν Σκοπίων, τό
ὑποστηριζόμενον καί διά γράμματος τοῦ Πρωθυπουργοῦ τῆς FYROM κ. Ζόραν
Ζάεφ», διά τοῦ ὁποίου ζητεῖται «ἡ ἀνάληψις ὑπό τοῦ Οἰκουμενικοῦ
Πατριαρχείου τῆς πρωτοβουλίας ἐπαναφορᾶς τῆς Ἐκκλησίας αὐτῆς εἰς τήν
κανονικότητα, ὑπό τό ὄνομα τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀχριδῶν», αἴτημα περί τοῦ
ὁποίου ἡ Ἱ. Σύνοδος ἀπεφάσισε «νά ἐπιληφθεῖ αὐτοῦ (τοῦ αἰτήματος) καί
διενεργήση τά δέοντα ὑπό τούς ἀπαραβάτους ὅρους τῶν ἱστορικοκανονικῶν
ἁρμοδιοτήτων καί προνομίων τοῦ πρωτοθρόνου Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου»53.

52
«Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας: Τό Αὐτόνομον καί ὁ τρόπος
ἀνακηρύξεως αὐτοῦ (Τελικό κείμενο)», Ἐκκλησία 93 (2016) 611-612.
53
Ἀνακοινωθέν 30.05.2018 τῆς Ἱ. Συνόδου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, «Περί αἰτήματος
τῆς ἐν σχίσματι Ἐκκλησίας τῶν Σκοπίων», εἰς ἱστοσελίδα Φῶς Φαναρίου, 30.05.2018
(τελευταία ἀνάκτηση 25.08.2019).

346

You might also like