ΙΛΙΑΣ, ΜΤΦΡ ΠΟΛΥΛΑ
ΙΛΙΑΣ, ΜΤΦΡ ΠΟΛΥΛΑ
ΜΤΦΡ ΠΟΛΥΛΑ
PDF που παράγονται χρησιμοποιώντας την ανοικτού περιεχομένου εργαλειοθήκη mwlib. Βλέπε [Link] για περισσότερες
πληροφορίες.
PDF generated at: Wed, 06 Aug 2014 [Link] UTC
Περιεχόμενα
Άρθρα
Ιλιάδα (Πολυλάς)/α 1
Ιλιάδα (Πολυλάς)/β 7
Ιλιάδα (Πολυλάς)/γ 16
Ιλιάδα (Πολυλάς)/δ 21
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ε 27
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ζ 37
Ιλιάδα (Πολυλάς)/η 43
Ιλιάδα (Πολυλάς)/θ 48
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ι 54
Ιλιάδα (Πολυλάς)/κ 62
Ιλιάδα (Πολυλάς)/λ 68
Ιλιάδα (Πολυλάς)/μ 77
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ν 82
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ξ 91
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ο 97
Ιλιάδα (Πολυλάς)/π 105
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ρ 114
Ιλιάδα (Πολυλάς)/σ 122
Ιλιάδα (Πολυλάς)/τ 129
Ιλιάδα (Πολυλάς)/υ 133
Ιλιάδα (Πολυλάς)/φ 139
Ιλιάδα (Πολυλάς)/χ 145
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ψ 151
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ω 160
Παραπομπές
Πηγές άρθρων και Συνεισφέροντες 169
Άδειες Άρθρου
Άδεια 170
Ιλιάδα (Πολυλάς)/α 1
Ιλιάδα (Πολυλάς)/α
Ιλιάδα Ραψωδία β→
Συγγραφέας: Όμηρος
Μεταφραστής: Ιάκωβος
Πολυλάς
Ραψωδία α
<poem> Ψάλλε, θεά, τὸν τρομερὸν θυμὸν τοῦ Ἀχιλλέως, πῶς ἔγινε στοὺς Ἀχαιοὺς ἀρχὴ πολλῶν δακρύων· ποὺ
ἀνδράγαθες ροβόλησε πολλὲς ψυχὲς στὸν Ἅδη ἡοώων, κι ἔδωκεν αὐτοὺς ἁρπάγματα τῶν σκύλων καὶ τῶν
ὀρνέων - καὶ ἡ βουλὴ γενόνταν τοῦ Κρονίδη, ἀπ’ ὅτ’ ἐφιλονίκησαν κι ἐχωρισθῆκαν πρῶτα ὁ Ἀτρείδης, ἄρχος
τῶν ἀνδρῶν, καὶ ὁ θεῖος Ἀχιλλέας. Καὶ ἀπ’ τοὺς θεοὺς ποιός ἄναψε τὴν ἔχθραν μεταξύ τους Ὁ Ἀπόλλων, ὅπου
ὀργίσθηκε τοῦ Ἀτρείδη βασιλέως κι ἔφερε λώβαν στὸν στρατὸν ποὺ ἐθέριζε τὰ πλήθη, {{r|10}} ὅτι τοῦ
ἐκαταφρόνεσε τὸν Χρύσην ἱερέα. Στῶν Ἀχαιῶν τὰ γρήγορα καράβια τοῦτος ἦλθε, μὲ λύτρα πλουσιοπάροχα
τὴν κόρη του νὰ λύση· στὸ χρυσὸ σκῆπτρο τυλικτὸ τοῦ Φοίβου τὸ στεφάνι ἐκράτει, καὶ τοὺς Ἀχαιοὺς
παρακαλοῦσεν ὅλους: «῏Ω γενναιόκαρδοι Ἀχαιοί, ὦ βασιλεῖς Ἀτρεῖδες, τοῦ ᾽Ολύμπου ἄς, κάμουν οἱ θεοί, τὴν
πόλη τοῦ Πριάμου ἀφοῦ πορθήσετ᾽, εὐτυχεῖς νὰ πᾶτε στὴν πατρίδα ἀλλ’ ἀποδώσετε σ’ ἐμὲ τὴν ποθητήν μου
κόρην, δεχθῆτε αὐτὰ τὰ λύτρα της, ἂν τὸν υἱὸν τοῦ Δία {{r|20}} τὸν μακροβόλον τοξευτὴν ᾽Απόλλωνα
εὐλαβῆσθε». Ὅλοι ἀλαλάξαν οἱ ᾽Αχαιοί, κι εἷπαν τὸν ἱερέα νὰ σεβασθοῦν καὶ τὰ λαμπρὰ λύτρα δεκτὰ νὰ
γίνουν μόνος ὁ Ἀγαμέμνονας δὲν τό ᾽στεργεν ὁ Ἀτρείδης, ἀλλὰ κακὰ τὸν ἔδιωχνε καὶ βαρὺν λόγον εἶπε: «Μὴ σ’
ἀπαντήσω, γέροντα, σιμὰ στὰ κοῖλα πλοῖα ἤ τώρα ἐδῶ ν’ ἀργοπορῆς ἢ πάλιν νὰ γυρίσης καὶ μὴ θαρρεύης στοῦ
θεοῦ τὸ σκῆπτρο καὶ τὸ στέμμα. Αὐτὴν δὲν θ’ ἀπολύσω ἐγώ· τὸ γῆρας θὰ τὴν ἔβρη στὸ Ἄργος μὲς στὸ σπίτι μου
μακρὰν ἀπ’ τὴν πατρίδα {{r|30}} νὰ ὑφαίνη αὐτοῦ καὶ σύντροφον τῆς κλίνης νὰ τὴν ἔχω, Μὴ μ’ ἐρεθίζης, σύρ’
εὐθὺς ἂν θέλης νὰ μὴν πάθης. Τὸν λόγον του ἐφοβήθηκε καὶ ὑπάκουσεν ὁ γέρος· τὴν ἄκραν πῆρε σιωπηλὸς
τῆς ἠχερῆς θαλάσσης καὶ ὅταν εὑρέθη ἀνάμερα, τὸν γόνον τῆς ὡραίας Λητοῦς μέγαν Ἀπόλλωνα, θερμὰ
παρακαλοῦσε: «Ἄκουσέ με, ἀργυρότοξε, τῆς Χρύσης καὶ τῆς θείας Κίλλας προστάτη, κύριε στὴν Τένεδο,
Σμινθέα, ἐὰν σοῦ ἔκτισα ναὸν νὰ χαίρεται ἡ καρδιά σου, ἐὰν ποτὲ σοῦ ἔκαψα μεριὰ καλοθρεμμένα {{r|40}}
ταύρων κι ἐρίφων, τοῦτον μου τὸν πόθον τελείωσέ μου· τὰ βέλη σου στοὺς Δαναοὺς τὰ δάκρυά μου ἂς
πλερώσουν». Εὐχήθη καὶ ὡς τὸν ἄκουσεν ὁ Φοῖβος ὁ Ἀπόλλων, κατέβη ἀπὸ τὲς κορυφὲς τοῦ Ὀλύμπου
θυμωμένος, μὲ τόξον καὶ μ’ ὁλόκλειστην φᾳρέτραν εἰς τοὺς ὤμους. ᾽Εβρόντησαν ἐπάνω του τὰ βέλη ὡς ἐκινήθη
ὁ χολωμένος καὶ ὥμοιαζε τὴν νύκτα, ὡς προχωροῦσε. Τῶν πλοίων κάθισε ἄντικρυ καὶ ἀπόλυσε τὸ βέλος καὶ
ἀχὸς ἐβγῆκε τρομερὸς ἀπ’ τ’ ἀσημένιο τόξο· καὶ ἀφοῦ τοὺς σκύλους ἔπληξε καὶ τὰ μουλάρια πρῶτα, {{r|50}}
εἰς τοὺς ἀνθρώπους ἔριχνε τὰ πικροφόρ’ ἀκόντια ἀδιάκοπα· καὶ τῶν νεκρῶν παντοῦ πυρὲς ἐκαῖαν. Τὰ θεῖα
βέλη στὸν στρατὸν πετοῦσαν ἐννιὰ μέρες, καὶ τὴν δεκάτην τὸν λαὸν συγκάλεσε ὁ Πηλείδης, ὡς ἡ θεὰ τὸν
δίδαξεν ἡ Ἥρα ἡ λευκοχέρα, ποὺ ἐθλίβονταν τοὺς Δαναοὺς νὰ βλέπη πὼς πεθαῖναν. Καὶ ἀφοῦ συνάχθηκε ὁ
λαὸς εἰς ἕνα μέρος ὅλος, ὁ γοργοπόδης ᾽Αχιλλεὺς σηκώθη καὶ τοὺς εἶπε· «Ἀτρείδη, νὰ γυρίσουμε, θαρρῶ, θ’
ἀναγκασθοῦμε στὰ γονικά μας ἄπρακτοι, ἂν δὲν πεθάνουμ’ ὅλοι, {{r|60}} ἀφοῦ μᾶς φθέρνει λοιμικὴ καὶ
πόλεμος ἀντάμα, Λοιπὸν ἂς ἐρωτήσωμεν ἢ μάντιν ἢ ἱερέα ἤ ὀνειροκρίτην - ἔρχεται καὶ τ’ ὄνειρο ἀπ’ τὸν Δία -
νὰ εἰπῆ γιατί ἐχόλωσε τόσο σ’ ἐμᾶς ὁ Φοῖβος· μὴ κάποιο τάμα τοῦ ἔλειψε, μὴ τοῦ ᾽λειψ ἑκατόμβη ἴσως, ἂν τοῦ
καοῦν ἀρνιὰ καὶ ἐρίφια διαλεμένα, θελήση τὸ θανατικὸ νὰ διώξη ἀπὸ κοντά μας». Αὐτὰ εἶπε κι ἐκάθισε· καὶ
τότε ὁ Θεστορίδης ὁ Κάλχας ἐσηκώθηκεν, ὀρνεοσκόπος πρῶτος ποὺ ἐγνώριζ’ ὅλα μέλλοντα, παρόντα,
περασμένα {{r|70}} καὶ ὁδήγησε στὴν ῎Ιλιον τῶν Ἀχαιῶν τὰ πλοῖα μ’ αὐτὸ τὸ πνεῦμα μαντικὸ ποὺ τοῦ ᾽χε
δώσει ὁ Φοῖβος. Σ’ αὐτοὺς καλοπροαίρετα τότε ὁμιλοῦσ’ ἐκεῖνος: «Μὲ προσκαλεῖς, διίφιλε Πηλείδη, νὰ
ἐξηγήσω, πῶς ἐγεννήθηκε ὁ θυμὸς τοῦ μακροβόλου Φοίβου· θέλει τὸ εἰπῶ· μόνον ἐσὺ στοχάσου καὶ ὄμοσέ μου
νὰ μὲ βοηθήσης πρόθυμα μὲ λόγον καὶ μὲ χέρι, ὅτι θ’ ἀνάψω τὴν χολὴν ἀνδρὸς ποὺ τῶν Ἀργείων δεσπόζει καὶ
ὅλ’ οἱ Ἀχαιοὶ τοῦ εἶναι ὑποταγμένοι· ὅταν θυμώση στὸν μικρόν, νικᾶ ὁ βασιλέας· {{r|80}} ὅτι ἂν χωνεύση τὴν
χολὴν σ’ ἐκείνην τὴν ἡμέραν, ὄμως τὸ πάθος ἄσπονδο στὰ στήθη μέσα τρέφει νὰ ξεθυμάνη στὸ ἑξῆς· καὶ
Ιλιάδα (Πολυλάς)/α 2
σκέψου ἂν θὰ μὲ σώσης». Καὶ ὁ γοργοπόδης πρὸς αὐτὸν Πηλείδης ἀποκρίθη: «Ἄφοβα λέγε τὸν χρησμὸν
ὅποιον ἠξεύρει ὁ νοῦς σου· ὅτι, μὰ τὸν ᾽Απόλλωνα, ποὺ τὲς εὐχὲς ἀκούει, Κάλχα, καὶ σὺ τῶν Δαναῶν
προσφέρεις τοὺς χρησμούς του, ὅσο ἐγὼ ζῶ κι ἐδῶ στὴν γῆν βλέπω τὸ φῶς τοῦ ἡλίου, βαρὺ κανεὶς ἐπάνω σου
τὸ χέρι δὲν θὰ βάλη τῶν Δαναῶν ὅλων κανείς, καὶ μήτε ὁ ᾽Αγαμέμνων {{r|90}} ποὺ σήμερα τῶν ᾽Αχαιῶν
καυχᾶται ὅτ’ εἶναι ὁ πρῶτος». Καὶ ὁ μάντις ὁ ἀκατάκριτος ἐπῆρε θάρρος κι εἶπε: «Τάμα ποσῶς δὲν τοῦ ᾽λειψε,
μήτ’ ἑκατόμβη, ἀλλ’ εἶναι ὁ ἱερέας ἀφορμή, ποὺ ἀψήφησ’ ὁ ᾽Ατρείδης· τὴν κόρη δὲν ἀπόλυσε, τὰ λύτρα δὲν
ἐδέχθη, ἰδοὺ γιατὶ μᾶς ἔθλιψε καὶ θὰ μᾶς θλίψη ὁ Φοῖβος. Οὐδ’ ἀπ’ τοὺς Δαναοὺς ποτὲ τὴν λοιμικὴ θὰ διώξη
πρὶν δοθῆ ὀπίσω τοῦ πατρὸς ἡ λαμπρομάτα κόρη ἄλυτρη, ἀνεξαγόραστη καὶ ἁγίαν ἑκατόμβην στὴν Χρύσην
ἀποστείλωμεν· τότ’ ἴσως ἵλεως γίνη». {{r|100}} Αὐτὰ εἶπε κι ἐκάθισε· σηκώθη εὐθὺς ὁ ἥρως πολλῶν κυρίαρχος
λαῶν, ὁ Ἀτρείδης Ἀγαμέμνων φαρμακωμένος· καὶ ἡ χολὴ τὰ μαῦρα σωθικά του πλημμύριζ’ ὅλα, καὶ
ἄστραφταν τὰ μάτια του ὡσὰν φλόγες. Μὲ βλέμμα κακοσήμαντο στὸν Κάλχαντα εἷπε πρῶτα: «Μάντι κακῶν,
ὅχι, ποτὲ πρόσχαρό τι δὲν μοῦ ᾽πες, καὶ ὁ νοῦς σου πάντοτε ἀγαπᾶ κακὰ νὰ προμαντεύη· λόγον δὲν εἷπες σὺ
ποτὲ καλὸν οὔτ’ ἔχεις πράξει. Καὶ τώρα ἐδῶ στοὺς Δαναοὺς χρησμολογεῖς καὶ λέγεις,. ὁπὼς γιὰ τοῦτο
συμφορὲς τοὺς δίδει ὁ μακροβόλος, {{r|110}} ὅτι τὴν πλούσια ξαγορὰ τῆς θυγατρὸς τοῦ Χρύση δὲν δέχθηκα·
ναί, θέλω ἐγὼ καλύτερα τὴν κόρη σπίτι μου, ἀφοῦ τὴν προτιμῶ τῆς νυμφευτῆς μου ἀκόμα τῆς Κλυταιμνήστρας
καὶ ποσῶς κατώτερη δὲν εἷναι στὴν κλάση, στὸ ἀνάστημα, στὴ γνώμη καὶ στὰ ἔργα. Καὶ ὅμως ἂν συμφέρη
αὐτό, θὲ νὰ τὴν ἀποδώσω· τὸ καλὸ θέλω τοῦ λαοῦ, ποτὲ τὸν ὅλεθρό του· ἀλλὰ δῶρο ἑτοιμάσετε σ’ ἐμένα᾽εὐθὺς,
τί μόνος Ἐγὼ δὲν πρέπει ἀδώρητος νὰ μείνω τῶν Ἀργείων καὶ ὅλοι τὸ βλέπετε ὅτι ἀλλοῦ τὸ δῶρο μου
πηγαίνει». {{r|120}} Τοῦ ἀντεῖπεν ὁ φτερόποδος ἰσόθεος Πηλείδης: «῎Ενδοξε Ἀτρείδη, περισσὰ φιλόπλουτε, τί
λέγεις; Οἱ μεγαλόψυχοι Ἀχαιοὶ πῶς θὰ σοῦ δώσουν δῶρον; Μὴ κάπου λάφυρα κοινὰ γνωρίζομε ἀφημένα; ῞Οσ’
ἀπ’ τὲς χῶρες πήραμε ἐμοιρασθῆκαν ὅλα καὶ νὰ τὰ ξανακάμωμε σωρὸ δὲν εἷναι πρέπον· ἀλλὰ σὺ τώρα στὸν
θεὸν ἀπόλυσε τὴν κόρη, καὶ τετραπλὰ θ’ ἀνταμειφθῆς, ἂν ποτἐ δώση ὁ Δίας οἱ ᾽Αχαιοὶ νὰ πάρωμε τὴν
πυργωμένην Τροίαν». Καὶ πρὸς αὐτὸν ἀπάντησεν ὁ μέγας Ἀγαμέμνων: {{r|130}} «Ἄν καὶ γενναῖος, μὴ ζητῆς
μὲ ἀπάτην νὰ μὲ πάρης, θεῖε Πηλείδη, κι εὔκολα δὲν θὰ μὲ καταπείσης, νὰ ἔχης σὺ τὸ δῶρο σου καὶ ἐγὼ νὰ τὸ
στεροῦμαι θέλεις καὶ μὲ παρακινεῖς τὴν κόρη ν’ ἀποδώσω· ἀλλ’ ἂν δῶρον ἰσότιμο τῆς ἀρεσιᾶς μου λάβω ἀπ’
τοὺς γενναίους Ἀχαιούς, ἀρκεῖ, καὶ ἄν δὲν μοῦ δώσουν, θὰ ἔλθω μὲ τὸ χέρι μου νὰ πάρω ἢ τὸ δικό σου τὸ
δῶρον ἢ τοῦ Αἴαντος ἤ κεῖνο τοῦ Ὀδυσσέως· κι εἰς ὅποιον ἔλθω, τὴν χολήν, θαρρῶ, θὰ τοῦ κινήσω ἀλλ’ ὅλ’
αὐτὰ μετέπειτα μαζὶ θὰ τὰ σκεφθοῦμε. {{r|140}} Τώρα στὴν θείαν θάλασσαν μαῦρο ἄς συρθῆ καράβι μὲ
κουπηλάτες διαλεκτούς, καὶ ἄς θέσωμ’ ἑκατόμβην μέσα καὶ ἂς ἀνεβάσωμε τὴν κόρην Χρυσηίδα, καὶ ἀρχηγός
του νὰ εἶν’ ἐκεῖ τῶν βουληφόρων ἕνας ὁ Αἴας, ὁ ᾽Ιδομενεὺς ἤ ὁ θεῖος ᾽Οδυσσέας, ἢ σὺ Πηλείδη, τῶν ἀνδρῶν ὦ
τρομερὲ καὶ μόνε, μὲ τὲς εὐχές σου τὸν θεὸν νὰ μᾶς ἐξιλεώσης». Ἄγρια τὸν ἐκοίταξε καὶ ἀπάντησε ὁ Πηλείδης:
«᾽Ωιμένα πανουργότατε, μ’ ἀναίδειαν ἐνδυμένε, καὶ ποιός ἀπὸ τοὺς Ἀχαιοὺς θὰ δράμη, ἂν τὸν ζητήσης,
{{r|150}} εἴτε εἰς ταξίδι πρόθυμος, εἴτε εἰς πολέμου ἀγώνα; ᾽Εγὼ δὲν ἦλθα ἐξ ἀφορμῆς τῶν λογχοφόρων
Τρώων νὰ πολεμήσ᾽, ὅτι ποσῶς ἐκεῖνοι δὲν μοῦ πταίουν· τὰ βόδια μήτε τ’ ἄλογα δὲν βγῆκαν νὰ μοῦ πάρουν
μήτε στὴν μεγαλόσβολην, τὴν ἀνδροθρἐπτραν Φθίαν ποτὲ μοῦ ἐβλάψαν τοὺς καρπούς, ὅτ’ εἶναι ἀνάμεσόν μας
ὅρη κατάσκια πολλὰ καὶ πέλαγ’ ἀγριωμένα· ἀλλὰ γιὰ τὸν Μενέλαο καί, ἀναίσχυντε, γιὰ σένα ἡλθομεν ὅλοι
ἐκδίκησιν νὰ πάρωμε τῶν Τρώων, καὶ σύ, ὦ σκυλοπρόσωπε, λησμονημένα τά ᾽χεις. {{r|160}} Καὶ τώρ’ αὐτὸ τὸ
δῶρο μου νὰ πάρης φοβερίζεις πού ᾽ναι ἀμοιβὴ τῶν κόπων μου κι οἱ Ἀχαιοὶ μοῦ ἐδῶσαν· κι ἴσια μὲ σὲ δὲν ἔχω
ἐγὼ δῶρο καλὸ ποτέ μου, ὅταν καλὰ τειχόκαστρα πατοῦμε τῆς Τρωάδος ἀλλὰ τὸ βάρος τοῦ σφοδροῦ πολέμου
πρῶτος ἔχω ἐγὼ καὶ ἂν τύχη μοιρασμός, τρανὸ σὺ παίρνεις δῶρο, κι ἐγὼ μὲ δῶρο μικροστὸ καὶ ἀγαπητὸ
γυρίζω στἐς πρύμνες ἀπὸ τὸν σκληρὸν ἀγώνα τοῦ πολέμου· στὴν Φθίαν τώρ’ ἀναχωρῶ· καλύτερα νὰ γύρω
στὸν τόπον μου μὲ τὰ κυρτὰ καράβια, καὶ δὲν θέλω {{r|170}} ἐδῶ νὰ μείνω ἀτίμητος τὰ πλούτη,νὰ σοῦ
αὐξήσω». Καὶ πρὸς αὐτὸν ἀπάντησεν ὁ μέγας ᾽Αγαμέμνων: «Φύγε, ἂν τὸ θέλης, φύγ’ εὐθύς· καὶ χάριν μου νὰ
μένης, ἐγὼ δὲν σὲ παρακαλῶ˙ κοντά μου ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι νὰ μὲ δοξάσουν, κι ἔξοχα ὁ πάνσοφος Κρονίδης·
καὶ ἀπ’ τοὺς διοθρέπτους βασιλεῖς σὺ εἶσαι ὁ μισητός μου· ὅτι τὴν ἔριδα διψᾶς, τὲς μάχες, τοὺς πολέμους· καὶ
ἂν εἶσαι τόσο δυνατός, εἶναι θεοῦ τὸ δῶρον· σπίτι σου μὲ τὰ πλοῖα σου καὶ τοὺς συντρόφους σου ἄμε, τῶν
Μυρμιδόνων δέσποζε· κι ἐγὼ δὲ σὲ λογιάζω {{r|180}} καὶ στὴν χολήν σου ἀδιαφορῶ· κι ἰδοὺ τί σοῦ κηρύττω:
Ιλιάδα (Πολυλάς)/α 3
Καθὼς ἐμένα μοῦ ἀφαιρεῖ τὴν Χρυσηίδα ὁ Φοῖβος— κι ἐκείνην με συντρόφους μου καὶ μὲ δικά μου πλοῖα θὰ
στείλω — καὶ τὸ δῶρον σου τὴν κόρην τοῦ Βρισέως, εἰς τὴν σκηνήν σου θά ᾽λθω, ἐγὼ νὰ πάρω, γιὰ νὰ μάθης,
πόσο σοῦ εἶμαι ἀνώτερος ἐγὼ καὶ νὰ τρομάζη καὶ ἄλλος μ’ ἐμὲ νὰ συγκριθῆ καὶ ὅμοιος, νὰ γίνη ἐμπρός μου».
Τὰ λόγια τοῦτα ἐπλήγωσαν τὰ σπλάχνα τοῦ ᾽Αχιλλέως κι ἔστρεψε δύο στοχασμοὺς μὲς στὰ δασιά του στήθη· ἢ
θὲ νὰ σύρη ἀπ’ τὸ πλευρὸ τὸ ὰκονισμένο ξίφος {{r|190}} καὶ ἀφοῦ σκορπίση ὅλους ἐκεῖ, νὰ σφάξη τὸν
᾽Ατρείδην, ἢ νὰ σιγάση τὴν ὀργὴν κρατώντας τὴν ψυχήν του· κι αὐτὰ ὡς διαλογίζονταν στὸν νοῦν καὶ ἀπὸ τὴν
θήκην τὸ μέγα ξίφος ἔσερνε, κατέβηκε οὐρανόθεν ἡ Ἀθηνᾶ, τὴν ἔστελνεν ἡ ῞Ηρα ἡ λευκοχέρα, ὁποὺ ἀγαποῦσε
ὁλόψυχα παρόμοια καὶ τοὺς δύο· τοῦ ἐστήθη ὀπίσω κι ἔπιασε τὰ ὁλόξανθα μαλλιά του, σ’ ἐκεῖνον μόνον
φανερὴ καὶ ἀθώρητη στοὺς ἄλλους. Ξιπάσθη αὐτός, ἐστράφηκε κι ἐγνώρισεν ἀμέσως τὴν ᾽Αθηνᾶ ποὺ φοβερὴν
στὰ μάτια λάμψιν εἶχε· {{r|200}} καὶ ὁμίλησε πρὸς τὴν θεὰν μὲ λόγια φτερωμένα: «Τ’ ἦλθες καὶ σύ, ὦ τοῦ Διὸς
τοῦ αἰγιδοφόρου κόρη; Τοῦ Ἀτρείδη Ἀγαμέμνονος νὰ ἰδῆς τὴν ἀδικίαν; Ἀλλὰ σοῦ λέγω καθαρὰ καὶ πίστευσε·
μὲ τοῦτες τὲς ἔπαρσές του γρήγορα θὰ χάση τὴν ζωήν του». Καὶ ἡ γλαυκόφθαλμη θεὰ σ’ ἐκεῖνον ἀπεκρίθη:
«Κατέβηκ’ ἀπ’ τὸν οὐρανὸν νὰ παύσω τὴν ὀργήν σου, ἐὰν μ’ ἀκούσης· μ’ ἔστειλεν ἡ Ἥρα ἡ λευκοχέρα, ποὺ
ὁλόψυχα σᾶς ἀγαπᾶ παρόμοια καὶ τοὺς δύο· ἔλα τὴν μάχην ἄφησε, τὸ ξίφος σου μὴ σύρης, {{r|210}} μόνον μὲ
λόγια τ’ ὄνειδος ποὺ αὐτὸς θὰ πάθη εἰπέ του. Ὅτι νὰ γίνη θέλ’ ἰδῆς αὐτὸ ποὺ σοῦ προλέγω· τρίδιπλα δῶρ’
ἀτίμητα θὰ λάβης μιὰν ἡμέρα γι’ αὐτὴν τὴν ὕβριν· τώρα σὺ κρατήσου καὶ ἄκουσέ μας». Καὶ ὁ φτεροπόδης
πρὸς αὐτὴν Πηλείδης ἀποκρίθη: «Πρέπει, ὦ θεά, τῶν δύο σας νὰ σεβασθῶ τὸ λόγον, ἂν κι εἶν’ ἡ ὀργή μου
φοβερή· καὶ ὅμως αὐτὸ συμφέρει, ὅπου ὑπακούει στοὺς θεοὺς κι αὐτοὶ τὸν εἰσακούουν». Εἶπε καὶ ἀπὸ τὴν
ἀργυρὴν λαβὴν μὲ τὸ βαρύ του χέρι στὴν θήκην ἄμπωσε πάλι τὸ μέγα ξίφος {{r|220}} πειθόμενος στὴν ᾽Αθηνᾶ·
κι ἐκείνη πάλι ἀνέβη στὸν ῎Ολυμπον μὲς στοὺς θεούς, στὰ δώματα τοῦ Δία. Μὲ βαρεῖς λόγους ἔπειτα καὶ πάλιν
ὁ Πηλείδης πρὸς τὸν ῎Ατρείδη ἐστράφηκεν, οὐδ’ ἔπαυε ἡ χολή του: «῏Ω μέθυσε, σκυλόματε, καὶ μὲ καρδιὰν
ἐλάφου! μήτε ποτὲ μὲ τὸν λαὸν ν’ ἀρματωθῆς γιὰ μάχην, μήτε εἰς καρτέρι νὰ ὁδηγῆς τοὺς πρώτους
πολεμάρχους ἐτόλμησες· σοῦ φαίνονται τρόμος θανάτου ἐκεῖνα· καλύτερα στὸ στράτευμα τῶν ᾽Αχαιῶν σ’
ἀρέσει ὅποιος σ’ ἐσένα ἀντιλογᾶ, νὰ τοῦ ἀφαιρῆς τὰ δῶρα· {{r|230}} τωόντι ἀχρείους κυβερνᾶς, λαοφάγε
βασιλέα! ἀλλιῶς αὐτὸ τὸ ἀδίκημα θὰ ἦταν τὸ ὕστερό σου· ἀλλ’ ἕναν λόγον θὰ σοῦ εἰπῶ, καὶ ὀμόνω μέγαν
ὅρκον· ναί, μὰ τὸ σκῆπτρο τοῦτ’ ὁποὺ κλαδὶ δὲν βγάζ’ ἢ φύλλα, καθὼς ἀφῆκε τὸν κορμὸν στὰ ὄρη ἐκεῖ ποὺ
ἐκόπη, καὶ δὲν θ’ ἀναχλωράνη, ἀφοῦ τὰ φύλλα καὶ τὸ φλούδι γύρω του ἐλέπισε ὁ χαλκός, καὶ τὸ φοροῦν στὸ
χέρι οἱ δικαιοκρίτες ᾽Αχαιοὶ τοὺς νόμους νὰ φυλάγουν, ὅπως τοὺς ἔδωκεν ὁ Ζεύς, καὶ θά ᾽ναι μέγας ὅρκος· θ’
ἀποζητήσουν οἱ ᾽Αχαιοὶ μιὰ μέρα τὸν Πηλείδη {{r|240}} ὅλοι καὶ σὺ περίλυπος τὴν δύναμιν δὲν θά ᾽χης νὰ
τοὺς βοηθῆς, ὅταν πολλοὺς θὰ στρώση χάμω ἡ λόγχη τοῦ ἀνθρωποφόνου ῞Εκτορος καὶ σὲ θὰ τρώγη ὁ πόνος.,
ποὺ ἀψήφησες τῶν ᾽Αχαιῶν τὸν πρῶτον πολεμάρχον». Εἶπε καὶ χάμω ἐπέταξε τὸ χρυσοκαρφωμένο σκῆπτρο
καὶ πάλι ἐκάθισε˙ καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος τοῦ Ατρείδη ἔβραζε ἡ χολή· τότ’ ἐσηκώθη ὁ Νέστωρ, ὁ γλυκολόγος,
λιγυρὸς ὁμιλητὴς τῆς Πύλου ποὺ ὡσὰν τὸ μέλι ἡ λαλιὰ τοῦ ἐκύλ’ ἀπὸ τὰ χείλη· δυὸ γενεὲς εἶχαν σβησθῆ τῶν
πρόσκαιρων άνθρώπων, {{r|250}} στὴν Πύλον, συνομήλικοι καὶ συνανάστροφοί του, τώρα εἰς τὴν τρίτην
γενεὰν βασίλευεν ὁ γέρος῾ αὐτὸς τότε καλόγνωμα σ’ ἐκείνους ὁμιλοῦσε: «᾽Ωιμέ! στὴν γῆν τῶν Ἀχαιῶν μεγάλη
θλίψις ἦλθε πόσην θὰ εἷχε ὁ Πρίαμος χαρὰ καὶ τὰ παιδιά του καὶ πόσον ὅλος ὁ λαὸς θὰ εὐφραίνονταν τῆς
Τροίας, ποὺ μάχεσθε ἂν ἐμάθαιναν οἱ δύο σεῖς ποὺ εἶσθε οἱ κορυφὲς τῶν Δαναῶν στὴν γνώση καὶ στὰ ὅπλα.
Καὶ ἀκούσετέ με, ὅτ’ εἷσθε σεῖς κι οἱ δυὸ νεώτεροί μου, ὅτι μὲ ἄνδρες ἔσμιξα πολὺ καλύτερούς σας, {{r|260}} σ’
ἄλλους καιροὺς καὶ αὐτοὶ ποσῶς δὲν μ’ ἐκαταφρονοῦσαν. ῎Ανδρες δὲν εἶδα ἢ θὰ ἰδῶ ποτέ μου ὡσὰν ἐκείνους,
Πειρίθοον καὶ Δρύαντα, καλὸν λαῶν ποιμένα, Καινέα καὶ ᾽Εξάδιον, Πολύφημον τὸν θεῖον καὶ ἀκόμα τὸν
ἰσόθεον Θησέα τὸν Αἰγείδην, ὡσὰν αὐτοὺς ἀνίκητοι θνητοὶ δὲν γεννηθῆκαν, σφόδρ’ ἀνδρειωμένοι ἐμάχονταν
μὲ σφόδρ’ ἀνδρειωμένους, μ’ ἄγρια θεριὰ βουνίσια, καί, ὤ θαῦμα, τ’ ἀφανίσαν· καὶ ἐγὼ μὲ κείνους ἔσμιγα
φερμένος ἀπ’ τὴν Πύλον μέσ’ ἀπὸ μέρη μακρινά, καὶ αὐτοὶ μὲ προσκαλέσαν {{r|270}} κι ἔκαμνα ἐγὼ τὸ μέρος
μου στὲς μάχες, πλὴν κανένας ἀπ’ ὅσους τώρα τρέφ’ ἡ γῆ μ’ αὐτοὺς δὲν θὰ μετριῶνταν· καὶ ὅμως ἐκεῖνοι
πρόθυμοι στὲς συμβουλές μου ἐκλίναν· ἀλλὰ καὶ σεῖς ἀκοῦτε με γιὰ τὸ καλύτερό σας· μήτε σύ, μεγαλόψυχε, τὴν
κόρην τοῦ ἀφαιρέσης ποὺ τοῦ ἐδωρῆσαν οἱ ᾽Αχαιοί, καὶ μήτε σύ, Πηλείδη, θελήσης ν’ ἀντιμάχεσαι στὸν μέγαν
βασιλέα, διότι κάτι ἀνώτερα τιμᾶται ὁ σκηπτροφόρος ἐκεῖνος ὁποὺ εὐδόκησε νὰ τὸν δοξάση ὁ Δίας· δυνατὸς
Ιλιάδα (Πολυλάς)/α 4
εἶσαι καὶ θεὰ σ’ ἐγέννησε μητέρα, {{r|280}} ἀλλ’ εἶναι αὐτὸς ἀνώτερος γιὰ τοὺ; πολλοὺς ποὺ ὁρίζει· καὶ σὺ νὰ
σβήσης τὸν θυμόν, ᾽Ατρείδη, σ’ ἐξορκίζω· μὴ τοῦ Πηλείδη ὀργίζεσαι, ποὺ ἀσάλευτ’ εἶναι σ’ ὅλους τοὺς
᾽Αχαιοὺς προφυλακὴ τοῦ φθαρτικοῦ πολέμου». Καὶ πρὸς αὐτὸν ἀπάντησεν ὁ μέγας ᾽Αγαμέμνων: «Ὅλα τὰ
εἶπες, γέροντα, καλὰ καὶ μετρημένα· ἀλλ’ αὐτὸς θέλει ἀνώτερος νὰ εἷναι καὶ ὅλων πρῶτος νά ᾽χη ὅλους
ἀποκάτω του, νὰ βασιλεύη σ’ ὅλους, ὅλους νὰ ὁρίζη αὐτὸ κανεὶς δὲν θὰ δεχθῆ, πιστεύω· κι ἐὰν οἱ ἀθάνατοι
θεοὶ πολεμιστὴν τὸν κάμαν {{r|290}} μὲ τοῦτο καὶ τὸν ἔβαλαν ὀνειδισμοὺς νὰ λέγη; ᾽Εκεῖ τὸν λόγον τοῦ ᾽κοψεν
ὁ ἰσόθεος Πηλείδης: «Ἀληθινὰ δειλόψυχον θὰ μ’ ἔλεγαν καὶ ἀχρεῖον, ἂν σ’ ὅ,τ’ εἰπῆς θὰ ἔστεργα τὴν κεφαλὴν
νὰ κλίνω· αὐτὰ στοὺς ἄλλους πρόσταζε, καὶ διαταγὲς ἐμένα μὴ δίδης, ὅτι στὸ ἑξῆς ποτὲ δὲν θὰ σ’ ἀκούσω· κι
ἕν’ ἄλλο ἀκόμα θὰ σοῦ εἰπῶ, κᾳὶ ἂς τὸ φυλάξη ὁ νοῦς σου μὲ σὲ ἢ μ’ ἄλλους πόλεμον νὰ στήσω γιὰ τὴν κόρην
δὲν θέλω, σεῖς τὴν δώσατε, σεῖς μοῦ τὴν ἀφαιρεῖτε˙ ἀλλ῍ἀπὸ τ’ ἄλλα ὅσα ᾽χω ἐγὼ σιμὰ στὸ μαῦρο πλοῖον
{{r|300}} τίποτε δὲν θὰ δυνηθῆς νὰ πάρης ἄβουλά μου Καὶ ἂν ἀγαπᾶς, δοκίμασε, γιὰ νὰ ἰδοῦν καὶ τοῦτοι·
εὐθὺς τὸ μαῦρο αἷμα σου στὴν λόγχην μου θὰ τρέξη». Καὶ ἀφοῦ ἐλογομάχησαν, ἐκεῖνοι ἐσηκωθῆκαν καὶ
διάλυσαν τὴν σύνοδον στῶν Ἀχαιῶν τὰ πλοῖα. Στὲς πρύμνες του καὶ στὲς σκηνὲς ἐγύρισ’ ὁ Πηλείδης καὶ οἱ
σύντροφοί του ὀπίσω του μὲ τὸν Μενοιτιάδη κι ἔριξ’ ὁ ᾽Ατρείδης γρήγορο στὴν θάλασσαν καράβι μὲ
κουπηλάτες εἴκοσι κι ἐπάνω ἑκατόμβην πρὸς τὸν θεὸν καὶ ἀνέβασε τὴν κόρην Χρυσηίδα· {{r|310}} καὶ
ἀρχηγὸς ὁ συνετὸς ἀνέβηκε ᾽Οδυσσέας. Κι ἐνῶ στὰ πλάτη ἀρμένιζαν ἐκεῖνοι τῆς θαλάσσης, ὁ ᾽Ατρείδης νὰ
καθαρισθοῦν παράγγειλε τὰ πλήθη· κ ἐκεῖνοι ἐκαθαρίζονταν καὶ τ’ ἀποπλύματ’ ὅλα ἔριχναν μὲς στὴν
θάλασσαν, καὶ τέλειες ἑκατόμβες ταύρων κι ἐρίφων ἔκαιαν ἀκρόγιαλα τοῦ Φοίβου καὶ ἀνέβαιν’ ὡς τὸν
οὐρανὸν καπνὸς εὐωδιασμένος. Τοῦτα ἐνεργοῦσαν στὸν στρατόν, καὶ ἀσάλευτος ὁ ᾽Ατρείδης σ’ ὅ,τι ἐφοβέρισε
ἀπ’ ἀρχῆς νὰ κάμη τοῦ ᾽Αχιλλέως εἶπε πρὸς τὸν Ταλθύβιον καὶ πρὸς τὸν Εὐρυβάτην, {{r|320}} ποὺ ἦσαν αὐτοὶ
κήρυκες καὶ ἀκόλουθοι δικοί του: «Εἰς τοῦ Πηλείδη τὴν σκηνὴν ἀμέτε, τοῦ ᾽Αχιλλέως, καὶ ἀπὸ τὸ χέρι πάρετε
τὴν κόρην Βρισηίδα, καὶ ἂν δὲν τὴν δώση, μὲ πολλοὺς θὰ ἔλθω νὰ τὴν πάρω ἐγώ· μ’ αὐτὸ χειρότερα θὰ
ταραχθῆ ἡ ψυχή του». Εἶπε καὶ τοὺς ξαπόστειλε μὲ δυνατὲς φοβέρες· ἄθελα ἐκεῖνοι παίρνοντας τὴν ἄκραν τῆς
θαλάσσης στῶν Μυρμιδόνων τὲς σκηνὲς καὶ τὰ καράβια φθάσαν. Καθήμενον εἰς τὴν σκηνὴν σιμὰ καὶ στὸ
καράβι τὸν ἦβραν καὶ νὰ τοὺς ἰδῆ δὲν χάρηκε ὁ Πηλείδης. {{r|330}} Τότε ἀπὸ φόβον κι ἐντροπὴν ἐμπρὸς στὸν
βασιλέα ἐκεῖνοι ἐμέναν ἄφωνοι καὶ δὲν τὸν ἐρωτοῦσαν· τοὺς νόησε καὶ «χαίρετε, ὦ κήρυκες», τοὺς εἶπε,
«ἀγγελιοφόροι τοῦ Διὸς καὶ τῶν θνητῶν ἀνθρώπων· ἐλᾶτ’ ἐμπρός, δὲν φταῖτε σεῖς, ὁ ᾽Αγαμέμνων φταίει
πόστειλε σᾶς νὰ πάρετε τὴν κόρην τοῦ Βρισέως. Πάτροκλε διογέννητε, τὴν κόρην ἔξω βγάλε καὶ νὰ τὴν
πάρουν δῶσε την· καὶ ἂς εἶναι αὐτοὶ μαρτύροι πρὸς τοὺς θεούς, πρὸς τοὺς θνητοὺς καὶ πρὸς τὸν βασιλέα
ἐκεῖνον τὸν σκληρόψυχον, ἂν ποτὲ φθάση ἀνάγκη {{r|340}} ἀπὸ ἀχρεῖον ὄλεθρον νὰ σώσω ἐγὼ τοὺς ἄλλους·
τωόντι αὐτὸς λυσσομανεῖ μὲ λογικὰ χαμένα καὶ δὲν γνωρίζει τὰ ἐμπρὸς νὰ ἰδῆ καὶ τὰ κατόπι, πῶς νὰ τοῦ
μάχωντ’ οἱ ᾽Αχαιοὶ γεροὶ σιμὰ στὰ πλοῖα». Καὶ ἀπ’ τὴν σκηνὴν ὁ Πάτροκλος τὴν κόρην Βρισηίδα ἔβγαλε καὶ
τὴν ἔδωκε στὰ χέρια τῶν κηρύκων, κι εὐθὺς ἐκεῖνοι γύρισαν στῶν ᾽Αχαιῶν τὰ πλοῖα, κι ἡ ὡραία κόρη ἐβάδιζε
κατόπι λυπημένη· τότε ὁ Πηλείδης ἔκλαιγε καὶ στ’ ἀκρογιάλι μόνος καθήμενος ἐκοίταζε τ’ ἀπέραντα πελάγη
{{r|350}} καὶ θερμοευχήθη τῆς μητρὸς ἁπλώνοντας τὰ χέρια: «Μητέρ᾽, ἀφοῦ κοντόχρονον μὲ ἔχεις γεννημένον,
ἔπρεπε κὰν ὁ βροντητὴς νὰ μοῦ χαρίση ὁ Δίας τιμὴν καὶ ἀντὶς ὁλότελα δὲν μ’ ἔχει αὐτὸς τιμήσει· ἰὅοὺ τώρα μὲ
ἀτίμασεν ὁ μέγας ᾽Αγαμέμνων, ὄτι μοῦ ἅρπαξεν αὐτὸς τὸ δῶρο μου καὶ τό ᾽χει». Εἶπε μὲ δάκρυα καὶ ἡ σεπτὴ
τὸν ἄκουσε μητέρα στὰ βάθη ὅπ’ ἔμενε σιμὰ στὸν γέροντα γονέα καὶ σὰν ὁμίχλη ἀνέβηκε μέσ’ ἀπὸ τ’ ἄσπρο
κύμα. Στὸ πλάγι αὐτοῦ ποὺ ἔκλαιεν ἐκάθισεν ἡ θεία, {{r|360}} τὸν χάιδεψε, κατ’ ὄνομα τὸν ἔκραξε καὶ τοῦ ᾽πε:
«Τί κλαῖς, παιδί μου, στὴν καοδιὰ ποιά λύπη σ’ ἦβρε; Εἰπέ μου εὐθὺς, μὴ τό ᾽χης μυστικό, κι ἐγὼ νὰ τὸ
γνωρίσω». Κι’ ὁ Ἀχιλλεὺς στενάζοντας τῆς εἶπε: «Τὰ γνωρίζεις, τί ἀπ’ ἀρχῆς νὰ σοῦ τὰ εἰπῶ; Τὴν πόλιν τὴν
ἁγίαν τὴν Θήβην, ποὺ ἐβασίλευσεν ὁ μέγας ᾽Ηετίων, πατήσαμε κι ἐφέραμεν ἐδῶ τὰ λάφυρά της· κι ὡς ἔπρεπεν
οἱ ᾽Αχαιοὶ τὰ μοιρασθῆκαν ὅλα καὶ τοῦ ᾽Ατρείδη ἐδιάλεξαν τὴν κόρην Χρυσηίδα· ὁ ἱερέας ἔπειτα τοῦ
μακροβόλου Φοίβου {{r|370}} ὁ Χρύσης ἦλθε στὰ γοργὰ τῶν ᾽Αχαιῶν καράβια μὲ λύτρα πλουσιοπάροχα τὴν
κόρην του νὰ λύση, καὶ τοῦ θεοῦ στὸ χέρι του τὰ στέφανα κρατώντας στὸ σκῆπτρο ἐπάνω τὸ χρυσὸ
ἐπρόσπεσεν εἰς ὅλους τοὺς ᾽Αχαιούς, ἀλλ’ ἔξοχα στοὺς βασιλεῖς ᾽Ατρεῖδες· τότ’ εἶπαν ὅλοι οἱ ᾽Αχαιοὶ τὸν
γέροντ’ ἱερέα νὰ σεβασθοῦν καὶ τὰ λαμπρὰ λύτρα δεκτὰ νὰ γίνουν· ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἔστερξεν ὁ ᾽Ατρείδης
Ιλιάδα (Πολυλάς)/α 5
᾽Αγαμέμνων, καὶ τὸν ἀπόδιωξε κακὰ μὲ δυνατὲς φοβέρες˙ ἔφυγε ὁ γέρος μὲ χολὴν καὶ τὲς εὐχές του ὁ Φοῖβος,
{{r|380}} ἄκουσ’ εὐθύς, ὄτι ὁ θεὸς πολὺ τὸν ἀγαποῦσε˙ καὶ στοὺς ᾽Αργείους ἔριξε βέλος κακό, κι ἐπέφταν
σωρὸς τὰ πλήθη, ὡς τοῦ θεοῦ τὰ βέλη ὁλοῦ πετοῦσαν στὸ ἀπέραντο στρατόπεδο τῶν ᾽Αχαιῶν, καὶ ὁ μάντις ὁ
γνώστης μᾶς φανέρωσεν ὅ,τι τοῦ εἶπε ὁ Φοῖβος· τότε ὁ θεὸς νὰ ἱλεωθῆ συμβούλευσα ἐγὼ πρῶτος· μὲ τοῦτο
σφόδρα ἐθύμωσεν ὁ ᾽Ατρείδης κ’ ἐσηκώθη καὶ λόγον εἶπε φοβερόν, ποὺ εἶναι τελειωμένος. Κι οἱ ᾽Αχαιοὶ
προβόδησαν μὲ γρήγορο καράβι καὶ προσφορὲς γιὰ τὸν θεὸν τὴν κόρην εἰς τὴν Χρύσην, {{r|390}} ἀλλ’ ἀπὸ
τώρ’ ἀπ’ τὴν σκηνὴν τὴν κόρην τοῦ Βρισέως, ὅῶρο σ’ ἐμὲ τῶν ᾽Αχαιῶν, οἱ κήρυκες μοῦ ἐπῆραν· καί, ἂν
δύνασαι, προστάτευσε σὺ τὸ καλὸ παιδί σου῾ ἀνέβα εὐθὺς στὸν ῎Ολυμπον καὶ πρόσπεσε στὸν Δία, ἂν χάριν
τοῦ ᾽καμες ποτὲ μὲ λόγον ἢ μὲ ἔργον· συχνὰ στὸ σπίτι τοῦ πατρὸς σ’ ἄκουσα νὰ καυχᾶσαι ὅτι τὸν
μαυροσύννεφον Κρονίδην ἐσὺ μόνη τῶν ἀθανάτων ἔσωσες ἀπ’ ὄλεθρον ἀχρεῖον, ὅταν οἱ ἄλλοι ᾽Ολύμπιοι
ἐπῆγαν νὰ τὸν δέσουν, ἡ ῞Ηρα μὲ τὴν ᾽Αθηνᾶν καὶ ὁ Ποσειδῶν ἀκόμη, {{r|400}} καὶ σύ, θεά, τὸν λύτρωσες ποὺ
φώναξες ἀμέσως τὸν μέγαν ἑκατόγχειρον στὲς κορυφὲς τοῦ ᾽Ολύμπου· ἀπ’ τοὺς θεοὺς Βριάρεως, καὶ ἀπ’ τοὺς
θνητοὺς Αἰγαίων λέγεται καὶ στὴν δύναμιν περνᾶ καὶ τὸν πατέρα· μ’ ἔπαρσιν κάθισεν αὐτὸς στὸ πλάγι τοῦ
Κρονίδη, καὶ ἀπὸ τὸν φόβον του οἱ θεοὶ δἐν ἔδεσαν τὸν Δία. Τὰ γόνατά του ἀγκάλιασε καὶ τοῦτα ἐνθύμισέ του,
στοὺς Τρῶας ἴσως βοηθὸς θελήση αὐτὸς νὰ γίνη, καὶ ἀκρόγιαλα τοὺς ᾽Αχαιοὺς νὰ κλείση πρὸς τὲς πρύμνες νὰ
σφάζωνται γιὰ νὰ χαροῦν τὸν βασιλιά τους ὅλοι. {{r|410}} Νὰ μάθη καὶ ὁ κραταιὸς ᾽Ατρείδης ᾽Αγαμέμνων
πόσο ἐτυφλώθη ν’ ἀψηφᾶ τῶν ᾽Αχαιῶν τὸν πρῶτον». Καὶ δάκρυα χύνοντας πολλὰ τοῦ ἀπάντησεν ἡ Θέτις: «Υἱέ
μου, τί σ’ ἀνάσταινα τὸν πικρογεννημένον; ῎Αλυπος κὰν καὶ ἀδάκρυτος νὰ κάθοσουν στὲς πρύμνες, ἀφοῦ δὲν
θέλ’ ἡ μοίρα σου πολὺν καιρὸν νὰ ζήσης· ἀλλ’ εἶσαι καὶ ὀλιγόζωος καὶ πίκρες ποτισμένος σὰν κανεὶς ἄλλος·
ἄμοιρα στὸ σπίτι σ’ ἐγεννοῦσα· κι ἐγὼ τὸν λόγον σου νὰ εἰπῶ τοῦ βροντοφόρου Δία, στὸν χιονισμένον
῎Ολυμπον θὰ ὑπάγω, ἄν θὰ μ’ ἀκούση· {{r|420}} σὺ ὡστόσο ἀπὸ τὸν πόλεμον τραβήξου καὶ στὲς πρύμνες
ἡσύχαζε, τῶν ᾽Αχαιῶν νὰ δείξης τὸν θυμόν σου· καὶ ὁ Δίας στὸν ᾽Ωκεανὸν, ποὺ τὸν καλοῦν οἱ θεῖοι Αἰθίοπες
κατέβη χθὲς καὶ ὅλ’ οἱ θεοὶ μαζί του καὶ μετὰ ἡμέρες δώδεκα στὸν ῎Ολυμπον θὰ γύρη, καὶ τότε στὰ
χαλκόστρωτα θ’ ἀνέβω δώματά του, νὰ τοῦ προσπέσω ταπεινὰ κι ἐλπίζω νὰ μ’ ἀκούση». Εἶπε κι ἐκεῖ, τὸν
ἄφησε περίσσια χολωμένον, ὁποὺ τὴν ὀμορφόζωνην τοῦ ἐπῆραν κορασίδα δυναστικῶς. ᾽Αλλ’ ἔφθανεν ὁ
ἰσόθεος ᾽Οδυσσέας {{r|430}} στὴν Χρύσην ὅπου ἔφερνε τὴν θείαν ἑκατόμβην· κι ὅταν ἐμπῆκε στὸ βαθὺ λιμάνι
τὸ καράβι, μάζωξαν ὅλα τὰ πανιὰ καὶ τ’ ἀποθέσαν κάτω, τὰ ξάρτια λύσαν κι ἔβαλαν στὴν θήκην τὸ κατάρτι,
ἔφεραν μέσα στ’ ἄρασμα μὲ τὰ κουπιὰ τὸ πλοῖον, καὶ τὰ πρυμνόσχοιν’ ἔδεσαν κι ἐρίξαν τὲς ἀγκύρες, καὶ
ἐβγῆκαν ἔξω στὴν στεριὰ καὶ μέσ’ ἀπ’ τὸ καράβι, τὴν ἑκατόμβην ἔβγαλαν τοῦ μακροβόλου Φοίβου, καὶ ἀπ’
ὅλους βγῆκεν ὕστερη τοῦ Χρύση ἡ θυγατέρα. Τὴν κόρην ὁ πολύγνωμος ὁδήγησε Οδυσσέας {{r|440}} εἰς τὸν
βωμὸν καὶ τοῦ πατρὸς τὴν ἔδωσε καὶ τοῦ ᾽πε: - «῏Ω Χρύση, ὁ μέγας μ, ἔστειλεν Ἀτρείδης Ἀγαμέμνων τὴν
κόρην νὰ σοῦ φέρω ἐδῶ καὶ θείαν ἑκατόμβην, νὰ τὸν ἐξιλεώσωμε, τοῦ Φοίβου νὰ προσφέρω, πόβαλε εἰς
πολυστένακτες ὀδύνες τοὺς Ἀργείους». Εἶπε καὶ τοῦ τὴν ἔδωσε τὴν ἀκριβή του κόρην· ἐδέχθη αὐτὸς καὶ
χάρηκε· κι εὐθὺς τὴν ἑκατόμβην εἰς τὸν καλόκτιστον βωμὸν ὁλόγυρ’ ἀραδιάσαν καὶ ἀφοῦ ἐχερονίφθηκαν κι
ἐπῆραν τὸ κριθάρι, ψηλὰ τὰ χέρια σήκωσεν ὁ Χρύσης κι ἐδεήθη: {{r|450}} «῎Ακουσέ με ἀργυρότοξε, τῆς
Χρύσης καὶ τῆς θείας Κίλλας ὑπέρμαχε θεέ, ὦ κύριε τῆς Τενέδου, ὡς ἔδωκες ἀκρόασιν εἰς τὲς εὐχές μου
πρῶτα, κι ἐπλήγωσες τοὺς ᾽Αχαιοὺς κι ἐτίμησες ἐμένα, αὐτή μου πάλι εὐδόκησε νὰ γίν’ ἡ ἐπιθυμία, ἀπ’ τὸ κακὸ
θανατικὸ τοὺς Δαναοὺς ὤ σῶσε!» Εἶπε, καὶ ὁ Φοῖβος ἄκουσε, κι ἐδέχθη τὴν εὐχή του. Τότε ἀφοῦ κάμαν τὲς
εὐχὲς κι ἐρίξαν τὸ κριθάρι, τῶν σφακτῶν στρέψαν τοὺς λαιμούς, τὰ ἔσφαξαν, τὰ γδάραν, τὰ μεριὰ κόψαν, μὲ
διπλὸ κνισάρι τὰ σκεπάσαν {{r|460}} κι ἐπάνω τους ὠμά ᾽βαλαν κομ!ιάτια καὶ στὲς σχίζες λαμπρὸ κρασὶ τὰ
ἐράντιζε καὶ τά ᾽καιεν ὁ γέρος καὶ τὰ πεντόσουβλα σιμὰ τ’ ἀγόρια τοῦ κρατοῦσαν· καὶ ἀφοῦ καῆκαν τὰ μεριὰ
κι ἐγεύθηκαν τὰ σπλάχνα, ἐλιάνισαν τὰ ἐπίλοιπα τὰ πέρασαν στὲς σοῦβλες, καὶ ἀφοῦ μὲ τέχνην τά ᾽ψησαν, ἀπ’
τὴν φωτιὰ τὰ ἐπῆραν καὶ ἅμ’ ἀπ’ τὸν κόπον ἔπαυσαν κι ἑτοίμασαν τὸ γεῦμα, ἐτρῶγαν κι ὅλ’ ἱσόμοιρα χαρῆκαν
τὸ τραπέζι· καὶ ἅμα ἐφάγαν κι ἔπϊαν ὅσ’ ἤθελε ἡ ψυχή τους, ξέχειλο ἐβάλαν τὸ κρασὶ τ’ ἀγόρια στοὺς κρατῆρες
{{r|470}} κι ἔδωκαν σ’ ὅλους ἀπαρχὲς στὰ ὁλόγεμα ποτήρια, κι ἐξιλεώναν τοὺς θεοὺς μὲ ἄσματα ὁλημέρα
καλὸν παιάνα ψάλλοντας τῶν Ἀχαιῶν τ’ ἀγόρια καὶ ὁ μακροβόλος ἄκουε κι εὐφραίνετο ἡ ψυχή του· καὶ ὁ
ἥλιος ἅμα ἐβύθισε καὶ ἦλθε τὸ σκοτάδι, στοῦ πλοίου τὰ πρυμνόσχοινα κοιμήθηκαν πλησίον· καὶ ἅμα ἐρόδιζ’ ἡ
Ιλιάδα (Πολυλάς)/α 6
αὐγή, ἀφῆκαν τὸ λιμάνι στῶν Ἀχαιῶν τὸ ἀπέραντο στρατόπεδο νὰ γύρουν˙ καὶ πρίμον τοὺς ἀπόστειλε ὁ
μακροβὂλος Φοῖβος· τότ’ ἅπλωσαν τὰ κάτασπρα πανιά τους στὸ κατάρτι, {{r|480}} κι ὁ ἄνεμος τὰ φούσκωνε,
κι ὡς πήγαινε τὸ πλοῖον, εἰς τὴν καρίνα ὁλόγυρα τὸ μαῦρο κύμα ἠχοῦσε κι ἔκοβε δρόμον γρήγορο στὸ κύμα τὸ
καράβι· στῶν ᾽Αχαιῶν τὸ ἀπέραντο στρατόπεδο ἅμα ἐφθάσαν ἐτράβηξαν εἰς τὴν στεριὰ τ’ ὁλόμαυρο καράβι
ψηλὰ στὴν ἄμμον κι ἔβαλαν στυλώματα ἀποκάτω καὶ στὲς σκηνὲς ἐσκόρπισαν ἐκεῖθε καὶ στὲς πρύμνες.
῾Ωστόσο ἐκεῖνος θύμωνε σιμὰ στὰ γοργὰ πλοῖα ὁ φτεροπόδης διογενὴς Πηλείδης Ἀχιλλέας δὲν πήγαινε στὴν
σύνοδον, ὅπου δοξάζοντ’ ἄνδρες, {{r|490}} οὔτε στὸν πόλεμον, καὶ αὐτοῦ βαρύλυπ’ ἡ καρδιά του ἐλαχταροῦσε
τὴν βοήν, τὴν φλόγα τοῦ πολέμου. ῎Εφεξε ἡ δωδεκάτη αὐγή, καὶ οἱ θεοὶ γυρίζουν στὸν ῎Ολυμπον κι ἐβάδιζεν
ἐμπρός τους ὁ Κρονίδης καὶ ἡ Θέτις τὸ παράγγελμα δὲν ξέχανε τοῦ υἱοῦ της καὶ τῆς θαλάσσης ἔσχισε τὰ
κύματα κι ἐβγῆκε καὶ ἀνέβη τὰ χαράματα στ’ ᾽Ολύμπου τὸν αἰθέρα. Εὕρηκε τὸν βροντόφωνον Κρονίδην
καθισμένον μόνον στὴν ἄκραν κορυφὴν τοῦ πολυλόφου ᾽Ολύμπου, ἐμπρός του ἐκάθισε ἡ θεὰ καὶ μὲ τ’
ἀριστερό της {{r|500}} τοῦ ἔπιασε τὰ γόνατα, μὲ τ’ ἄλλο τὸ πηγούνι, κι ἔλεγεν ἱκετεύοντας στὸν ὕψιστον
Κρονίδην: «Δία πατέρ᾽, ἂν κάποτε μὲ λόγον ἢ μὲ ἔργον σ’ ἔχω ὠφελήσει, εὐδόκησε σ’ αὐτὸ νὰ μὲ εἰσακούσης·
τὸν ὀλιγοημερώτατον υἱόν, ἄχ! τίμησέ μου ἰδὲ πῶς τὸν ἀτίμασεν ὁ μέγας ᾽Αγαμέμνων, ὁποὺ τοῦ ἅρπαξεν αὐτὸς
τὸ δῶρο του καὶ τό ᾽χει Δικαίωσέ τον κὰν ἐσύ, πάνσοφε ᾽Ολύμπιε Δία, στοὺς Τρῶας νίκες δώρησε ὡσότου τὸ
παιδί μου νὰ δικαιώσουν οἱ ᾽Αχαιοί, νὰ τὸν ὑπερδοξάσουν». {{r|510}} Καὶ ἀπάντησιν δὲν ἔδωκεν ὁ
νεφελοσυνάκτης κι ὥραν πολλὴν ἐσώπαινε· καὶ ἡ Θέτις τοῦ κρατοῦσε ὡς ἀπ’ ἀρχῆς τὰ γόνατα καὶ πάλιν τὸν
ἐρώτα: «῎Ασφαλτην δός μου ὑπόσχεσιν μ’ ἐκεῖνο σου τὸ νεῦμα ἢ ἀρνήσου˙ τί θὰ φοβηθῆς; Θέλω νὰ μάθω
μόνον, ἂν εἶμαι τὸ ἐξουθένωμα τῶν ἀθανάτων ὅλων». Μὲ βάρος τῆς ἀπάντησεν ὁ νεφελοσυνάκτης: «῎Ω! τί
κακό! νὰ ὀργισθῶ τῆς ῞Ηρας θὰ μὲ βάλης, ὅταν μὲ λόγια ὑβριστικὰ πικρὰ θὰ μὲ κεντήση· καὶ χωρὶς λόγον
πάντοτε μοῦ κλαίεται καὶ λέγει {{r|520}} ἐμπρὸς εἰς ὅλους τοὺς θεοὺς πὼς βοηθῶ τοὺς Τρῶας, ἀλλὰ σὺ φύγε
τώρα εὐθὺς μὴ σὲ νοήσ’ ἡ ῞Ηρα καὶ ἄφες σ’ ἐμὲ τὴν μέριμναν σ’ αὐτὸ νὰ δώσω τέλος· καὶ ἰδοὺ γιὰ νὰ
βεβαιωθῆς τὴν κεφαλὴν θὰ σκύψω· σημάδι τοῦτο ἀλάθευτο στοὺς ἀθανάτους ἔχω· τί ὅ,τι μὲ τῆς κεφαλῆς τὸ
σκύψιμο κηρύξω δὲν ἀπατᾶ, δὲν παίρνεται ὀπίσω καὶ θὰ γίνη». Εἶπε, τὰ μαῦρα φρύδια του χαμήλωσε ὁ
Κρονίδης, ἔκλινε ἀπὸ τ’ ἀθάνατο κεφάλι τοῦ κυρίου ἡ θεία κόμη καὶ ὁ τρανὸς ὁ ῎Ολυμπος ἐσείσθη. {{r|530}}
Αὐτά ᾽παν κι ἐχωρίσθηκαν· ἀπ’ τὸν ἀκτινοβόλον ῎Ολυμπον κείνη ἐπήδησε στῆς θάλασσας τὰ βάθη, καὶ ὁ Δίας
πρὸς τὸ δῶμα του· κι ἐμπρὸς εἰς τὸν πατέρα ὅλ’ οἱ θεοὶ σηκώθηκαν· οὐδὲ νὰ προχωρήση κανεὶς ἐπρόσμενε
ἀλλ’ ὀρθοὶ τὸν προυπαντῆσαν ὅλοι· κι ἐκάθισε στὸν θρόνον του˙ καὶ ὅτι πρῶτα ἡ Θέτις ἡ κόρ’ ἡ ἀργυρόποδη
τοῦ γέρου τῆς θαλάσσης, εἶχε μ’ αὐτὸν συνακουσθῆ, δὲν ξέφυγε τῆς ῞Ηρας, καὶ ἄρχισε πειραχτικὰ νὰ λέγη
πρὸς, τὸν Δία: «Ποιά θεὰ πάλι, ὦ δολερέ, μὲ σένα ἐσυνακούσθη; {{r|540}} Σ’ ἀρέσει πάντοτε μακρὰν ἀπὸ ἐμὲ
νὰ κρίνης, ν’ ἀποφασίζης μυστικά· δὲν σοῦ ᾽δωσε ἡ καρδιά σου τίποτε ἀπ’ ὅσα σκέπτεσαι σ’ ἐμὲ νὰ
φανερώσης». Σ’ αὐτὴν ἀντεῖπε τῶν θεῶν καὶ ἀνθρώπων ὁ πατέρας: «῞Ηρα, μὴ ἐλπίσης ὅλους μου τοὺς
στοχασμοὺς νὰ μάθης, δὲν θὰ τοὺς ἔβρης εὔκολα, καὶ ἂς εἷσαι ὁμόκλινή μου, ἀλλ’ ὅ,τι ἁρμόζει ν’ ἀκουσθῆ
κανεὶς δὲν θὰ γνωρίση ἢ τῶν θεῶν ἤ τῶν θνητῶν, πρὶν σὺ τὸ μάθης πρῶτα· ἀλλ’ ὅ,τι ἐγὼ ἀνάμερα τῶν
ἀθανάτων θέλω νὰ στοχασθῶ, μὴ τὸ ἐρωτᾶς, μὴ θέλεις νὰ ἐξετάζης». {{r|550}} Καὶ ἡ μεγαλόφθαλμη θεὰ τοῦ
ἀπάντησεν, ἡ ῞Ηρα: «῾Οποῖον λόγον, πρόφερες, σκληρότατε Κρονίδη; ῎Εχω καιρὸν π’ οὔτε ρωτῶ, οὔτ’
ἐξετάζω πλέον, ἀλλ’ ὅσα θέλεις, ἥσυχος ὁ νοῦς σου κρίνει μόνος· ἀλλὰ φοβοῦμαι τώρα μὴ τοῦ γέρου τῆς
θαλάσσης ἡ κόρη σὲ ξεπλάνεσε, ὅτι πρωὶ τὴν εἷδα σιμά σου ἐκεῖ τὰ γόνατα κλιτὴ νὰ σοῦ ἀγκαλιάζη, καὶ θὰ
τῆς, ἔστερξες τιμὴν νὰ δώσης τοῦ Ἀχιλλέως καὶ ν’ ἀφανίσης Ἀχαιοὺς πολλοὺς ἐκεῖ στὰ πλοῖα». Καὶ ὁ Δίας τῆς
ἀπάντησεν ὁ νεφελοσυνάκτης: {{r|560}} «Στιγμὴ δὲν παύεις, ὦ κακή, νὰ μὲ παραμονεύης· ἀλλὰ δὲν βγάζεις
τίποτε καἰ πλέον μισητή μου θὰ γίνης καὶ θὰ λυπηθῆς χειρότερα· κι ἂν εἶναι τὸ πράγμα ὡς ἔλεγες, θὰ πῆ, ποὺ
αὐτὸ σ’ ἐμένα ἀρέσει. ᾽Αλλὰ κάθου καὶ σώπαινε, στὸν λόγον μου ὑποτάξου, δὲν θὰ σὲ σώσουν, πίστευσε, ὅλ’ οἱ
θεοὶ τοῦ ᾽Ολύμπου, ἂν τοῦτ’ ἁπλώσω ἐγὼ σ’ ἐσὲ τ’ ἀνίκητά μου χέρια». Εἶπε καὶ ἡ μεγαλόφθαλμη φοβήθηκεν ἡ
῞Ηρα καὶ τὴν καρδιά της σφίγγοντας καθήμενη ἐβουβάθη· κι ὅλ’ οἱ θεοὶ λυπήθηκαν στὸ δῶμα τοῦ Κρονίδη˙
{{r|570}} τότε βοηθὸς εἰς τὴν γλυκιὰ μητέρα του τὴν ῞Ηραν ὁ ῞Ηφαιστος, ὁ ἔνδοξος τεχνίτης, σ’ ὅλους εἶπε:
«Κακὸ θὰ εἷναι ἀβάστακτο τωόντι σεῖς οἱ δύο νὰ ἐρίζετε γιὰ τοὺς θνητοὺς καὶ μὲς στοὺς ἀθανάτους νὰ
ὀχλοβοῆτε φοβερά· καὶ τῆς καλῆς τραπέζης ὅλ’ ἡ εὐφροσύνη ἐχάθηκεν, ἀφοῦ νικᾶν τ’ ἀχρεῖα, καὶ τῆς μητρός
Ιλιάδα (Πολυλάς)/α 7
μου θά ᾽λεγα, ποὺ τὸ ἐννοεῖ καὶ μόνη, εἰς τὸν γλυκὸν πατέρα μου νὰ εἶναι καλή, μὴ πάλιν θυμώση καὶ τὴν
τράπεζαν μᾶς βάλη ἐπάνω-κάτω˙ νὰ θέλη μᾶς κατρακυλᾶ ἀπ’ τὸ θρονί μας ὅλους {{r|580}} ὁ Βροντητής, στὴν
δύναμιν περίσσι’ ἀνώτερός μας, Ἀλλὰ μὲ λόγια μαλακὰ νὰ τὸν καταπραΰνης κι ὁ Βροντοφόρος ΐλεως, θαρρῶ,
σ’ ἐμᾶς θὰ γίνη». Εἶπ᾽, ἐπετάχθη κι ἔβαλε τὸ δίκουπο ποτήρι στὸ χέρι τῆς ἀγαπητῆς μητρός του καὶ τῆς εἶπε:
«῾Υπόμεινε, μητέρα μου, καὶ βάστα ἂν καὶ θλιμμένη, μήπως ἐμπρὸς στὰ μάτια μου δαρθῆς, γλυκιὰ μητέρα· καὶ
τότε δὲν θὰ δυνηθῶ ποσῶς νὰ σὲ βοηθήσω ὁ θλιβερός· ἀντίσταση δὲν ἔχει ὁ Βροντοφόρος˙ ἄλλη φορὰ τὸ
ἐτόλμησα, καὶ αὐτὸς ἀπὸ τὸν πόδα {{r|590}} μ’ ἔπιασε καὶ μ’ ἀπόλυσε τοῦ ᾽Ολύμπου ἀπ’ τὸ κατώφλι.
῾Ολημερὶς ἐγύριζα, καὶ ὁ ἥλιος εἶχε δύσει ὅταν στὴν Λῆμνον ἔπεσα κοντὰ νὰ βγῆ ἡ ψυχή μου· καὶ ἄνθρωποι
Σίντιες ἐκεῖ μὲ περιποιηθῆκαν». Καὶ χαμογέλασε ἡ θεά, ἡ ῞Ηρα ἡ λευκοχέρα καὶ ἀπ’ τὸ παιδί της ἔλαβε
γελώντας τὸ ποτήρι καὶ γλυκὸ νέκταρ παίρνοντας ἀπ’ τὸν κρατήρα ἐκεῖνος δεξιὰ κερνοῦσε ὁλόγυρα τοὺς
ἄλλους ἀθανάτους· τότε οἱ μακάριοι θεοὶ τὰ γέλια δὲν κρατοῦσαν νὰ βλέπουν κεῖ τὸν ῞Ηφαιστον νὰ ὑπηρετῆ
στὸ δῶμα· {{r|600}} αὐτοῦ ἐτρῶγαν κι ἔπιναν ὁλήμερα ὡς τὸ δείλι, κι ὅλες χαρῆκαν οἱ καρδιὲς τὸ ἰσόμοιρο
τραπέζι, τοῦ Φοίβου ἀκόμη τὴν λαμπρὰν κιθάραν καὶ τὲς Μοῦσες ὡς ἔψαλναν καλόφωνα μὲ τὴν σειράν τους
ὅλες· κι ἅμα τοῦ ἥλιου βύθισε τὸ φῶς καθεὶς ἐπῆγε νὰ κοιμηθῆ στὸ δῶμα του, ποὺ ὁ ξακουστὸς τεχνίτης τοῦ
ἐποίησεν ὁ ῞Ηφαιστος μὲ τὴν σοφήν του γνώση. ᾽Εκίνησε καὶ ὁ βροντητὴς ᾽Ολύμπιος κι ἀνέβη στὴν κλίνην ποὺ
ἀναπαύονταν ὅσες φορὲς ὁ ὕπνος τὸν ἐκυρίευε ὁ γλυκός· αὐτοῦ κοιμήθη ὁ Δίας {{r|610}} καὶ ἡ χρυσόθρονη
θεά, ἡ ῞Ηρα στὸ πλευρό του.
Ιλιάδα (Πολυλάς)/β
←Ραψωδία α Ιλιάδα Ραψωδία γ→
Συγγραφέας: Όμηρος
Μεταφραστής: Ιάκωβος
Πολυλάς
Ραψωδία β
<poem> ῞Ολοι κοιμῶντ’ ὁλονυκτὶς θεοὶ καὶ πολεμάρχοι, ἀλλ’ ὕπνος δὲν κατέβαινε στὰ μάτια τοῦ Κρονίδη κι
ἐμεριμνοῦσε πῶς τιμὴν νὰ δώση τοῦ ᾽Αχιλλέως καὶ ἀφανισμὸν τῶν Ἀχαιῶν νὰ φέρη ἐκεῖ στὰ πλοῖα· καὶ τούτ’ ἡ
συμφερώτερη βουλὴ στὸν νοῦν του ἐφάνη νὰ στείλη πλάνον ῎Ονειρον εὐθὺς εἰς τὸν ᾽Ατρείδην, κι ἐκεῖνον
ἐπροσφώνησε μὲ λόγια φτερωμένα: «῎Ονειρε πλάνε, στὰ γοργὰ τῶν ᾽Αχαιῶν καράβια κατέβα, τοῦ
᾽Αγαμέμνονος μὲς στὴν σκηνὴν τοῦ ᾽Ατρείδη, ὅλ’ ἀπαράλλακτα νὰ εἰπῆς αὐτὰ ποὺ σὲ προστάζω. {{r|10}} Τῶν
ἀνδρειωμένων ᾽Αχαιῶν τὰ πλήθη ἂς ἀρματώση ὀλα, καὶ τώρα θά ᾽παιρνε τὴν πόλιν τοῦ Πριάμου, ποὺ πλέον
δὲν διχογνωμοῦν οἱ κάτοικοι τοῦ ᾽Ολύμπου, ἀφοῦ τοὺς παρακάλεσεν ἡ ῞Ηρα κι ἐσυγκλίναν καὶ πόνου ὥρα
κρέμαται στὴν κεφαλὴν τῶν Τρώων». Ἅμα τὸν λόγον ἄκουσε, στῶν ᾽Αχαιῶν τὰ πλοῖα ἐχύθη εὐθὺς ὁ ῎Ονειρος,
μὲς στὴν σκηνὴν τοῦ ᾽Ατρείδη καὶ σ’ ὕπνον μέσ’ ἀμβρόσιον τὸν ἦβρε βυθισμένον˙ στὴν κεφαλήν του ἐστήθηκεν
ἐπάνω καὶ ὁμοιώθη τοῦ Νηλεΐδη Νέστορος, ποὺ ἐκεῖνον ὁ Ἀτρείδης {{r|20}} ἀπὸ τοὺς ἄλλους γέροντες
ἐξαίρετα ἐτιμοῦσε. Μ’ αὐτὸν ὁ θεῖος Ὄνειρος ὁμοιώθη καὶ τοῦ εἶπε: « Κοιμᾶσ᾽, υἱὲ τοῦ ἀνδράγαθου τοῦ
πολεμάρχου ᾽Ατρέως; Καὶ νὰ κοιμᾶται ὁλονυκτὶς δὲν πρέπει ὁ βουληφόρος, ποὺ σ’ αὐτὸν κρέμονται οἱ λαοὶ καὶ
ἔχει φροντίδες τόσες· τώρ,’ ἄκουσέ με· μηνυτὴν σ’ ἐσὲ μὲ στέλνει ὁ Δίας ποὺ καὶ μακρὰν σὲ συμπονεῖ πολὺ καὶ
σ’ ἐλεεῖται. Τοὺς ἀνδρειωμένους ᾽Αχαιοὺς σοῦ λέγει ν’ ἀρματώσης ὅλους· καὶ τώρα θά ᾽παιρνες τὴν πόλιν τοῦ
Πριάμου, ποὺ πλέον δὲν διχογνωμοῦν οἱ κάτοικοι τοῦ ᾽Ολύμπου, {{r|30}} ἀφοῦ τοὺς παρακάλεσεν ἡ Ἤρα κι
ἐσυγκλίναν, καὶ ὁ Δίας κρέμασ’ ὄλεθρον στὴν κεφαλὴν τῶν Τρώων. Αὐτὸ στὸν νοῦν σου φύλαξε, νὰ μὴ τὸ
λησμονήσης ὅταν ὁ ὕπνος ὁ γλυκὺς τὰ μέλη σου θ’ ἀφήση». Εἶπε καὶ αὐτοῦ τὸν ἄφησε νὰ ἔχη μὲς στὸν νοῦν του
ἐκεῖνα ποὺ ἀληθινὰ δὲν ἔμελλαν νὰ γίνουν· νὰ πάρη ἐθάρρευε ὁ τυφλὸς ἐκείνην τὴν ἡμέραν τὴν Τροίαν καὶ δὲν
γνώριζε τί μελετοῦσε ὁ Δίας, πόμελλε ἀκόμη στεναγμοὺς ·καὶ πόνους νὰ γεννήση τῶν Τρώων καὶ τῶν Δαναῶν
μὲ φοβεροὺς πολέμους. {{r|40}} ᾽Εξύπνησε ποὺ ἔπλεε τριγύρ’ ὁ θεῖος λόγος. ᾽Εκάθισε καὶ μαλακὸν ἐπέρασε
χιτώνα, εὔμορφον, νέον, κι ἔβαλε μεγάλο ἐπανωφόρι, στὰ λαμπρὰ πόδια σάνδαλα προσέδεσεν ὡραῖα, ξίφος
Ιλιάδα (Πολυλάς)/β 8
ἀργυροκάρφωτον ἐζώσθη καὶ τὸ σκῆπτρον προγονικό του κι ἄφθαρτον ἐπῆρε καὶ μ’ ἐκεῖνο τῶν χαλκοφόρων
Ἀχαιῶν ἐπῆγε στὰ καράβια. Ἅμα ἡ θεὰ στὸν ῎Ολυμπον ᾽Ηὼς ἀνεβασμένη τοῦ Δία καὶ ὅλων τῶν θεῶν τὸ φῶς
ἐπρομηνοῦσε, τοὺς ψηλοφώνους κήρυκες ἐπρόσταζεν ἐκεῖνος {{r|50}} τοὺς ἀνδρειωμένους ᾽Αχαιοὺς στὴν
σύνοδο νὰ κράξουν. ᾽Εκεῖνοι ἐκράξαν καὶ γοργὰ συνάζοντο τὰ πλήθη. Καὶ πρῶτα ἐκάθισε βουλὴν τῶν
σεβαστῶν γερόντων, ὅπου τῆς Πύλου ὁ βασιλιὰς τὸ πλοῖον εἶχε, ὁ Νέστωρ. Κι ἔστρωσ’ ἐμπρός τους βούλημα
σοφὸ ποὺ ἐβρῆκε ὁ νοῦς του: «᾽Ακούσετέ με, ἀγαπητοί· μὲς στὴν ἁγίαν νύκτα ὁ θεῖος μ’ ἦβρεν ῎Ονειρος καὶ
εἶχε τοῦ γενναίου Νέστορος τὸ ἀνάστημα, τὴν πλάση καὶ τὴν ὅψη· στὴν κεφαλήν μου ἐστάθηκεν ἐπάνω καὶ
μοῦ εἷπε: «Κοιμᾶσ᾽, υἱὲ τοῦ ἀνδράγαθου, τοῦ πολεμάρχου Ἀτρέως; {{r|60}} Καὶ νὰ κοιμᾶται ὁλονυκτὶς δὲν
πρέπει ὁ βουληφόρος ποὺ σ’ αὐτὸν κρέμονται οἱ λαοὶ κι ἔχει φροντίδες τόσες· τώρ’ ἄκουσέ με· μηνυτὴν σ’ ἐσὲ
μὲ στέλνει ὁ Δίας ποὺ καὶ μακρὰν σὲ συμπονεῖ πολὺ καὶ σ’ ἐλεεῖται· τοὺς ἀνδρειωμένους ᾽Αχαιοὺς σοῦ λέγει ν’
ἀρματώσης ὅλους˙ καὶ τώρα θά ᾽παιρνες τὴν πόλιν τοῦ Πριάμου ποὺ πλέον δὲν διχογνωμοῦν οἱ κάτοικοι τοῦ
᾽Ολύμπου, ἀφοῦ τοὺς παρακάλεσεν ἡ ῞Ηρα κι ἐσυγκλίναν καὶ ὁ Δίας ὄλεθρον κρεμᾶ στὴν κεφαλὴν τῶν
Τρώων. Τοῦτα στὸν νοῦν σου φύλαξε». Εἶπεν αὐτὰ κι ἐχάθη, {{r|70}} κι ἐμέν’ ὁ ὔπνος ἄφησε· τώρ’ ἄς ἐβροῦμε
τρόπον πῶς νὰ πεισθοῦν ν’ ἀρματωθοῦν καὶ πρῶτα, ὡς θέλ’ ἡ ἀνάγκη, γιὰ νὰ τοὺς δοκιμάσω ἐγὼ θὰ τοὺς εἰπῶ
νὰ φύγουν μὲ τὰ γοργὰ καράβια τους καὶ σεῖς ἀπ’ ἄλλο μέρος μὲ νουθεσίες ὅλοι σας θὰ τοὺς κρατῆτε ὀπίσω».
Αὐτὰ εἶπε κι ἐκάθισε καὶ ὁ Νέστωρ ἐσηκώθη ὁ γέρος ποὺ ἐβασίλευεν εἰς τὴν ἀμμώδη Πύλον· κι εἶπε
καλοπροαίρετα: « ῏Ω φίλοι πολεμάρχοι, ὦ τῶν Ἀργείων ἀρχηγοί, ἂν τ’ ὄνειρον ἀπ’ ἄλλον τῶν Ἀχαιῶν
ἀκούαμεν, θὰ λέγαμε πὼς εἶναι {{r|80}} μύθος νὰ τ’ ἀψηφήσωμεν˙ ἀλλὰ τὸ εἷπε ὁ πρῶτος, ὁ ὑπέρτατος τῶν
᾽Αχαιῶν, κι ἐλᾶτε ἄς κινηθοῦμε, ἂν γίνεται, νὰ ὁπλίσωμεν τῶν Ἀχαιῶν τὰ πλήθη». Εἶπε κι ἐβγῆκε ἀπ’ τὴν
βουλὴν πρῶτος αὐτὸς κι οἱ ἄλλοι εἰς τοῦ ποιμένος τῶν λαῶν τὸν λόγον ὑπακοῦσαν οἱ σκηπτροφόροι βασιλεῖς
κι ἐτάραξαν τὰ πλήθη καὶ ὡσὰν μελίσσια στριμωκτὰ μέσ’ ἀπὸ κούφιον βράχον βλέπεις νὰ βγαίνουν ἄπειρα
καὶ πάντοτε ἀναβρύζουν κι ἐδῶ πολλὰ κι ἐκεῖ πολλά, πετώντας τριγυρίζουν καὶ στ’ ἅνθη τ’ ἀνοιξιάτικα
σταφυλωτὰ κρεμιῶνται, {{r|90}} ὁμοίως ἀπὸ τὲς σκηνὲς τὰ πλήθη κι ἀπ’ τὰ πλοῖα νὰ μυρμηγκιάζουν ἕβλεπες
στ’ ἀπέραντο ἀκρογιάλι καὶ αὐτοῦ μηνύτρα τοῦ Διὸς τοὺς ἄναβεν ἡ Φήμη, ὅσον ὁποὺ στὴν σύνοδον
συναθροισθῆκαν ὅλοι. Τάραχον εἷχε ἡ σύνοδος, κ ἐβόγγα ἡ γῆ στὸν κρότον καθὼς τὰ πλήθη ἐκάθιζαν καὶ
κήρυκες ἐννέα βροντόφωνοι δὲν πρόφθαναν νὰ τοὺς εἰποῦν νὰ παύσουν τὴν χλαλοὴ γιὰ ν’ ἀκουσθοῦν οἱ
βασιλεῖς οἱ θεῖοι· τέλος τὰ πλήθ’ ἡσύχασαν κι ἐκάθισαν τριγύρω καὶ ὁ κραταιὸς σηκώθηκεν Ἀτρείδης κι
ἐφοροῦσε {{r|100}} τὸ σκῆπτρον, ἔργο θαυμαστὸ τοῦ φιλοτέχνου ῾Ηφαίστου. Πρῶτα τὸ ἐδώρησε ὁ θεὸς στὸν
ὕψιστον Κρονίδην, ὁ Δίας τό ᾽δωσε τοῦ ῾Ερμῆ καὶ ὁ μέγας Ἀργοφόνος τοῦ ἱπποδάμου Πέλοπος, καὶ ὁ Πέλοψ
στὸν Ἀτρέα, καλὸν ποιμένα τῶν λαῶν, καὶ τοῦτος, πρὶν πεθάνη, τό ᾽δωσε στὸν πολύαρνον Θυέστην, καὶ ὁ
Θυέστης τ’ ἀφῆκε τοῦ ᾽Αγαμέμνονος νὰ τὸ κρατῆ στὸ χέρι, νὰ βασιλεύη στὰ πολλὰ νησιὰ καὶ στ’ Ἄργος ὅλο· σ’
αὐτὸ ἐπάνω στέκονταν ὁ ᾽Ατρείδης καὶ τοὺς εἶπε: « ῞Ηρωες φίλοι Δαναοί, θεράποντες τοῦ Ἄρη, {{r|110}}
βαριὰ πολὺ μ’ ἐτύφλωσε καὶ μ’ ἔμπλεξε ὁ Κρονίδης. Μοῦ ὑποσχέθηκε ὁ σκληρὸς τὴν πυργωμένην Τροίαν πὼς
θὰ πορθήσω κι ἔνδοξος θὰ γύρω στὴν πατρίδα καὶ δόλον τώρα ἐσκέφθηκε καὶ ἀδόξως εἰς τὸ Αργος θέλει νὰ
γύρω, ἀφοῦ πολὺς λαὸς ἐδῶ μοῦ ἐχάθη· ναί, τοῦτο ἀρέσει, ὡς φαίνεται, τοῦ ὑπερηφάνου Δία, ὁποὺ πολλῶν
πολιτειῶν ἡ ἄκρα δύναμίς του τὲς κορυφὲς ἐξέκαμε καὶ θὰ ξεκάμη ἀκόμα· εἶν’ ἐντροπή μας κι ἄκουσμα κακὸ
στοὺς ἀπογόνους, τόσος λαὸς τῶν Ἀχαιῶν καὶ τόσο ἀνδρειωμένος {{r|120}} πόλεμον ἀνωφέλευτον μ’ ἐχθροὺς
ὀλιγοτέρους τόσους καιροὺς νὰ πολεμᾶ καὶ νὰ μὴ φαίνετ’ ἄκρη˙ ὅτι τωόντι ἂν θέλαμεν, οἱ ᾽Αχαιοὶ καὶ οἱ
Τρῶες, δεμένοι μ’ ὅρκους ἱεροὺς ἐδῶ νὰ μετρηθοῦμε, ἐκεῖνοι νὰ ξεδιαλεχθοῦν οἱ κάτοικοι τῆς, Τροίας, καὶ εἰς
δεκάδες οἱ ᾽Αχαιοὶ νὰ διαιρεθοῦμεν ὅλοι καὶ ἀπὸ τοὺς Τρῶας κεραστὴ νὰ πάρ’ ἡ καθεμία, θὰ ἔλειπεν ὁ
κεραστὴς ἀπὸ πολλὲς δεκάδες· τόσα ᾽ναι τ’ ᾽Αχαιόπαιδα πλειότερα τῶν Τρώων, ὅσοι στὴν πόλιν κατοικοῦν·
ἀλλ’ ἀπὸ χῶρες ἄλλες {{r|130}} πολλὲς τοὺς ἦλθαν σύμμαχοι κονταροσεῖστες ἄνδρες, ἐκεῖνοι μὲ
ὀπισθοδρομοῦν πολὺ καὶ δὲν μ’ ἀφήνουν τὴν πόλιν τὴν περήφανην τῶν Τρώων νὰ πατήσω. Κι ἐννέα τώρα
διάβηκαν χρόνια τοῦ ·ὑψίστου Δία καὶ τὰ καράβια σάπησαν, τὰ ξάρτια τους ἐλιῶσαν καὶ κάθονται οἱ γυναῖκες
μας μὲ τὰ μικρὰ παιδιά μας στὰ σπίτια μας καὶ καρτεροῦν καὶ αὐτὸ ποὺ ἐμεῖς μὲ πόθον ἤλθαμ’ ἐδῶ νὰ
κάμωμεν ποσῶς δὲν κατωρθώθη· ἀλλὰ δεχθῆτε ὅ,τι θὰ εἰπῶ· νὰ φύγωμεν σᾶς λέγω ὅλοι μὲ τὰ καράβια μας γιὰ
τὴν γλυκιὰ πατρίδα, {{r|140}} ὅτι δὲν γίνεται ποτὲ νὰ πάρωμε τὴν Τροίαν». Οἱ λόγοι αὐτοὶ κατάκαρδα
Ιλιάδα (Πολυλάς)/β 9
ἐτάραξαν τὰ πλήθη ποὺ δὲν γνωρίζουν στὴν βουλὴν ποιὰ σκέψις εἶχε γίνει κι ὅλη ἐκινήθ’ ἡ σύνοδος σὰν τοῦ
᾽Ικαρίου πόντου τ’ ἀγριωμένα κύματα ποὺ ὁ Νότος μὲ τὸν Εὖρον ἀπὸ τὰ νέφη τοῦ Διὸς ὁρμώντας τὰ
σηκώνουν· ἢ ὅπως τὸ βαθὺ σπαρτὸ μ’ ὅλα τὰ στάχυα κλίνει, ἂν ἔλθη ξάφνου Ζέφυρος σφοδρὸς νὰ τὸ κινήση,
ὅμοια κινήθ’ ἡ σύνοδος καὶ μὲ βοὴν στὰ πλοῖα χύνονταν καὶ ἀπ’ τὰ πόδια των ἐφούντωνεν ἡ σκόνη {{r|150}}
ἀνάερα κι ἐσπρώχνονταν νὰ σύρουν τὰ καράβια, εἰς τὴν ἁγίαν θάλασσαν, κι ἐκάθαιρναν τοὺς λάκκους· καὶ
ὁλοένα τὰ σκαριὰ σηκώναν κι ἡ βοή τους στὸν οὐρανὸν ἀνέβαινε γιὰ τὴν γλυκιὰν πατρίδα. Πρόμοιρα τότ’ ἡ
ἐπιστροφὴ γινόνταν τῶν Ἀργείων, ἐὰν νὰ εἰπῆ τῆς ᾽Αθηνᾶς δὲν πρόφθανεν ἡ ῞Ηρα: « Τωόντι, ὦ κόρη
ἀδάμαστη τοῦ αἰγιδοφόρου Δία, οἱ ᾽Αργεῖοι πίσω σχίζοντας τῆς θάλασσας τὰ πλάτη θὰ φύγουν τώρα στὴν
γλυκιὰ πατρίδα νὰ γυρίσουν; Καὶ τοῦ Πριάμου καύχημα θ’ ἀφήσουν καὶ τῶν Τρώων {{r|160}} τὴν ῎Αργισσαν
῾Ελένην τους, ἀφοῦ γι’ αὐτὴν χαθῆκαν τόσοι στὴν Τροίαν ᾽Αχαιοὶ μακρὰν ἀπ’ τὴν πατρίδα; ᾽Αλλὰ κατέβα
τώρα εὐθὺς στῶν ᾽Αχαιῶν τὰ πλήθη, σὺ τὸν καθένα κράτησε μὲ τὰ γλυκά σου λόγια, στὴν θάλασσαν τὰ
ἰσόπλευρα καράβια νὰ μὴ σύρουν». Καὶ ἡ γλαυκόματη θεὰ ὑπάκουσε στὸν λόγον καὶ ἀπὸ τοῦ ᾽Ολύμπου τὴν
κορφὴ στὰ γρήγορα καράβια κατέβηκε τῶν ᾽Αχαιῶν κι ἐκεῖ τὸν ᾽Οδυσσέα εὕρηκε, αὐτὸν ποὺ ἐταίριαζε στὴν
γνώση μὲ τὸν Δία˙ τὸ χέρι του δὲν ἅπλωνεν εἰς τὸ καράβι ἐκεῖνος, {{r|170}} ἀλλ’ ἔστεκε περίλυπος καὶ
καταπικραμένος. Καὶ ἡ γλαυκόματη Ἀθηνᾶ πλησίασε καὶ τοῦ ᾽πε: « Λαερτιάδη διογενή, πολύτεχνε ᾽Οδυσσέα,
τωόντι στὰ καλόσκαρμα καράβια θὰ ριχθῆτε ὀπίσω νὰ γυρίσετε στὴν ποθητὴν πατρίδα; Καὶ τοῦ Πριάμου
καύχημα θ’ ἀφῆστε καὶ τῶν Τρώων τὴν Ἄργισσαν ῾Ελένην σας, ἀφοῦ γι’ αὐτὴν χαθῆκαν τόσοι στὴν Τροίαν
᾽Αχαιοὶ μακρὰν ἀπ’ τὴν πατρίδα; ᾽Αλλ’ ἄμε καὶ τῶν Ἀχαιῶν πλησίασε τὰ πλήθη μὲ τὸ γλυκό σου μίλημα νὰ
πιέσης τὸν καθέναν {{r|180}} στὴν θάλασσαν τὰ ἰσόπλευρα καράβια νὰ μὴ σύρουν». Εἶπε ἡ θεὰ κι ἐγνώρισεν
ἐκεῖνος τὴν φωνήν της, κι ἐχύθη τὴν χλαμύδα του πετώντας· καὶ τὴν πῆρε ὁ ᾽Ιθακήσιος του ὀπαδὸς ὁ κήρυξ
Εὐρυβάτης· κι ἦβρε τὸν ᾽Αγαμέμνονα ὁ θεῖος ᾽Οδυσσέας, τὸ σκῆπτρο ἐπῆρε τ’ ἄφθαρτο προγονικὸ τοῦ
᾽Ατρείδη καὶ τῶν ἀνδρείων Ἀχαιῶν κατέβη στὰ καράβια. Κι ἂν ἀπαντοῦσε βασιλιὰ κι ἄνδρ’ ἄλλον τῶν
προκρίτων, νὰ τὸν κρατήση ἐπάσχιζε μὲ λόγια μελωμένα: «῎Ανθρωπε νὰ δειλιάζης σύ, σὰν ἄνανδρος δὲν
πρέπει, {{r|190}} στάσου καὶ σὺ καὶ νὰ σταθοῦν παράγγειλε τοὺς ἄλλους, ὅτι δὲν ξεύρεις καθαρὰ τί κρύβει ὁ
νοῦς τοῦ ᾽Ατρείδη· μᾶς δοκιμάζει κι ὕστερα, θαρρῶ, θὰ μᾶς πατάξη˙ καὶ ὅ,τ’ εἶπε μέσα στὴν βουλὴν δὲν τὸ
ἀκούσαμ’ ὅλοι, ἀλίμονο στοὺς ᾽Αχαιοὺς, ἐκεῖνος ἄν θυμώση, ὅτι μεγάλ’ εἶν’ ἡ ψυχὴ τοῦ θείου βασιλέως ποὺ τὸν
δοξάζει καὶ ἀγαπᾶ ὁ πάνσοφος Κρονίδης». Κι ἄνθρωπον ὄταν τοῦ λαοῦ ποὺ φώναζε ἀπαντοῦσε, κακὰ τὸν
ἐφοβέριζε καὶ μὲ τὸ σκῆπτρο ἐκτύπα: « Σίγα, χαμένε, ὑπάκουσε εἰς τοὺς καλύτερούς σου· {{r|200}} ἄνανδρος
σὺ καὶ οὐτιδανὸς καθόλου δὲν μετριέσαι στὸν πόλεμον ἢ στὴν βουλήν· μήπως θαρρεῖς πὼς ὅλοι θὰ
βασιλεύωμεν ἐδῶ; Πολυαρχία βλάπτει˙ ἕνας θὰ εἶναι ὁ ἀρχηγός, ὁ βασιλέας ἕνας, ποὺ σ’ αὐτὸν ἔδωσ’ ὁ υἱὸς
τοῦ κρυπτοβούλου Κρόνου τὸ σκῆπτρο καὶ τὰ νόμιμα νὰ βασιλεύη σ’ ὅλους». Μὲ τοῦτ’ αὐτὸς διόρθωνε τὰ
πλήθη κι ἐχυνόνταν ὀπίσω πρὸς τὴν σύνοδον ἀπὸ σκηνὲς καὶ πλοῖα μὲ ἀλαλαγμόν, καθὼς βροντοῦν σ’
ἀπέραντο ἀκρογιάλι τὰ κύματα κι ἀντιβοοῦν τὰ πλάτη τῆς θαλάσσης. {{r|210}} ῞Ολος ἡσύχασε ὁ λαὸς κι
ἐκάθιζαν τριγύρω· μόνο; ἀκόμη ὁ φλύαρος Θερσίτης θορυβοῦσε, ποὺ λόγια γνώριζ’ ἄπρεπα πολλὰ νὰ ἐφεύρη ὁ
νοῦς του, νὰ λοιδορῆ τοὺς βασιλεῖς, ὡς τύχαινε, καὶ μόνον νὰ δώση κάποιαν ἀφορμὴν στὰ πλήθη νὰ γελάσουν
κι ἄσχημος ἄλλος σὰν αὐτὸν δὲν ἦλθε στὴν Τρωάδα· ἦταν λοξόποδος, χωλὸς ἀπὸ τὸ ἕνα πόδι, μὲ κυρτοὺς
ὤμους ὁποὺ ἐμπρὸς τοῦ πλάκωναν τὸ στῆθος, μὲ κεφαλὴν οτενόμακρην κι ἐπάν’ ὀλίγες τρίχες· τοῦ ᾽Αχιλλέως
μισητὸς πολὺ καὶ τοῦ ᾽Οδυσσέως, {{r|220}} ὅτι συχνὰ τοὺς ὕβριζε· καὶ τότε τὸν Ἀτρείδη κρώζοντας
ἐγλωσσόδερνε καὶ τὸν μισοῦσαν ὅλοι στὰ στήθη τους οἱ Ἀχαιοὶ καὶ τὸν ἐκατακραίναν. Καὶ αὐτὸς βοώντας
ἔλεγε κάθε κακὸ τοῦ ᾽Ατρείδη: «᾽Ατρείδη, πάλιν τί ζητεῖς; Εἰπέ μας τί σοῦ λείπει; Πλῆθος χαλκὸν εἰς τὲς
σκηνές, πολλὲς γυναῖκες ἔχεις ποὺ διαλεκτὲς σοῦ δίδομεν ἐσέν’ ἀπ’ ὅλους πρῶτα κάθε φορὰ ποὺ τοῦ ἐχθροῦ
πορθοῦμεν πολιτείαν. ῎Η καὶ χρυσάφι λαχταρεῖς, ἐδῶ νὰ σοῦ τὸ φέρη κάποιος τῶν Τρώων ποθητὸ παιδὶ νὰ
ἐξαγοράση {{r|230}} ποὺ ἐγὼ ἢ κι ἄλλος ᾽Αχαιὸς θὰ ἐσύραμε δεμένον; ῍Η γιὰ νὰ γλυκοκοιμηθῆς γυναίκα
θέλεις νέαν, μόνος σου νὰ τὴν χαίρεσαι; Καὶ σὺ πού ᾽σαι ἀρχηγός τους δὲν ἔπρεπε τοὺς ᾽Αχαιοὺς νὰ
καταβασανίζης. ῏Ω λέρες! πλέον ᾽Αχαιοὶ δὲν εἶσθ’ ἀλλ’ ᾽Αχαιίδες! Στὰ σπίτια μας ἂς γύρωμε, κι ἂς μείνη ἐδῶ
στὴν Τροία τὰ δῶρα νὰ χωνεύη αὐτός, νὰ μάθη τότε ἂν κάτι τὸν βοηθούσαμε κι ἐμεῖς. Κι ἔχει ἀτιμάσει τώρα
ἄνδρ’ ἀπ’ αὐτὸν καλύτερον πολὺ τὸν ᾽Αχιλλέα, ὅτι τοῦ ἀφαίρεσ’ ἄδικα τῶν ᾽Αχαιῶν τὸ δῶρον. {{r|240}} Κι ἂν
Ιλιάδα (Πολυλάς)/β 10
αὐτὸς εἶχε μέσα του χολήν, ἂν εἶχεν αἷμα, θὰ ἦταν ὕστερη φορὰ ποὺ ἀδίκησες, ᾽Ατρείδη! » Τὸν μέγαν
᾽Αγαμέμνονα μ’ αὐτὰ κακολογοῦσε τότε ὁ Θερσίτης, κι ἔφθασεν ὁ θεῖος ᾽Οδυσσέας καὶ λόγια τοῦ ᾽πε φοβερὰ
μὲ ἦθος ἀγριωμένο: « Ἄν καὶ λαμπρὸς ὁμιλητής, μωρόλαλε Θερσίτη, βουβάσου καὶ τοὺς βασιλεῖς μὴ ψέγε σὺ
καὶ μόνος, ὅτι ἀπὸ σὲ χειρότερον κανέναν δὲν γνωρίζω ἀπ’ ὅσους ἔφθασαν ἐδῶ μαζὶ με τοὺς ᾽Ατρεῖδες· παῦσε
λοιπὸν τοὺς βασιλεῖς συχνὰ πυκνὰ νὰ σέρνης {{r|250}} στὸ στόμα σου καὶ νὰ τηρᾶς τοῦ γυρισμοῦ τὴν ὥρα καὶ
ἀκόμη δὲν γνωρίζομεν αὐτὰ πῶς θὰ τελειώσουν, ἂν γιὰ καλὸν ἢ γιὰ κακὸ θὰ γίνη ὁ γυρισμός μας˙ σὺ κάθεσαι
καὶ τοῦ λαοῦ τὸν ἀρχηγὸν ᾽Ατρείδην κατηγορεῖς ποὺ οἱ Δαναοὶ τοῦ δίδουν πολεμάρχοι δῶρα πολλὰ καὶ οἱ
λόγοι σου φαρμάκ’ εἶναι γεμάτοι· ἀλλ’ ἄκουσε καὶ πίστευσε ποὺ ὅ,τι θὰ εἰπῶ θὰ γίνη˙ ἂν σ’ ἔβρω νὰ
λυσσομανᾶς κι ἄλλην φοράν, ὡς τώρα, ἡ κεφαλὴ νὰ μὴ σταθῆ στοὺς ὤμους τοῦ ᾽Οδυσσέως, μήτε πατέρα νὰ μὲ
εἰποῦν τοῦ Τηλεμάχου πλέον, {{r|260}} ἂν δὲν σὲ πιάσω εὐθὺς ἐγὼ νὰ σὲ γυμνώσω ἀπ’ ὅλα ὅσα φορεῖς καὶ
ἀκόμ’ αὐτὰ ποὺ τὰ κρυφὰ σκεπάζουν, καὶ νὰ σὲ διώξω ἐλεεινὰ δαρμένον, ποὺ νὰ κλαίης φεύγοντας ἀπ’ τὴν
σύνοδον ὡς τὰ γοργὰ καράβια». Καὶ μὲ τὸ σκῆπτρο τοῦ ᾽πληξε τὴν ράχιν καὶ τοὺς ὤμους· κυρτώθη ἐκεῖνος καὶ
θερμὸ τοῦ ἐκύλησε τὸ δάκρυ· τὸ χρυσὸ σκῆπτρο ἐσήκωσε στὴν ράχιν φουσκαλίδα καὶ πονεμένος τρέμοντας
ἐκάθισε ὁ Θερσίτης, χαμένα γύρω ἐκοίταξε κι ἐσφόγγισε τὸ δάκρυ· κι ὅλος ἐγέλασ’ ὁ λαὸς ἂν κι ἦταν
πικραμένος· {{r|270}} κι ἐστράφη κάποιος κι ἔλεγεν ἐκεῖ στὸν πλαγινόν του: « ῎Ω ἔργα πόσα ἐξαίσια
κατόρθωσ’ ὁ ᾽Οδυσσέας, σύμβουλος πρῶτος, συνετὸς καὶ ἄξιος πολεμάρχος! Ἀλλὰ τώρα εὐεργέτησε μεγάλως
τοὺς Ἀργείους πού τὴν αὐθάδειαν ἔπαυσε τοῦ κακογλώσσου ἀχρείου· πολὺ θ’ ἀργήσ’ ἡ ἀπότολμη ψυχή του νὰ
τὸν σπρώξη πάλι μὲ λόγι’ ἀναίσχυντα τοὺς βασιλεῖς νὰ ψέγη». ᾽Ορθὸς ὡστόσ’ ὁ πορθητὴς κρατοῦσεν
᾽Οδυσσέας το σκῆπτρο, καὶ στὸ πλάγι του μὲ κήρυκος τὴν ὄψιν, ἡ Ἀθηνᾶ παράγγελνε τὰ πλήθη νὰ σωπάσουν,
{{r|280}} ὥστε τὸν λόγον οἱ Ἀχαιοὶ ἀπ’ ἄκρην σ’ ἄκρην ὅλοι ν’ ἀκούσουν καὶ τὴν συμβουλὴν νὰ πάρουν εἰς τὸν
νοῦν τους˙ καὶ αὐτὸς με γνώμην ἀγαθὴν ὁμίλησε στὰ πλήθη· « Σήμερα θέλουν οἱ ᾽Αχαιοί, ᾽Ατρείδη βασιλέα, ἐσὲ
νὰ κάμουν ἄτιμον ἐμπρὸς στὸν κόσμον ὅλον· καὶ ἰδοὺ τὸν λόγον ἀθετοῦν ποὺ ἀπ’ ἀρχῆς σοῦ δῶσαν, ὅταν στὴν
Τροίαν ἔρχονταν ἀπ’ τὸ ἱπποτρόφον ῎Αργος, ὁπὼς θὰ γύρης πορθητὴς τῶν πύργων τοῦ Πριάμου. Καὶ τώρα
ὡσὰν μικρὰ παιδιὰ καὶ ἀπόχηρες γυναῖκες τοὺς πῆρε τὸ παράπονο νὰ ἰδοῦν τὰ γονικά τους· {{r|290}} καὶ πῶς
νὰ μὴ τὸ ἐπιθυμοῦν μὲ τόσα ποὺ ὑποφέρουν; ῾0 ἄνθρωπος ἀδημονεῖ κι ἕνα φεγγάρι ἂν μείνη, μακρὰν ἀπ’ τὴν
γυναίκα του, στὸ πλοῖον ἂν τὸν κλεῖσαν χειμῶνος ἄνεμοι κακοὶ καὶ θάλασσ’ ἀγριωμένη. Κι ἐμᾶς ὁ χρόνος
ἔνατος στὸν κύκλον του μᾶς ἦβρε ἀκόμη ἐδῶ νὰ μένωμεν· γιὰ τοῦτο ἐγὼ δὲν ψέγω τοὺς ᾽Αχαιοὺς ποὺ
ἀδημονοῦν, ἀλλ’ ὅμως εἷν’ αἰσχύνη πολὺν νὰ ἔμεινες καιρὸν καὶ ἄδειος νὰ γυρίσης. Λάβετε, ὦ φίλ᾽, ὑπομονὴν
καὶ καρτερεῖτε ὀλίγο νὰ ἰδοῦμ’ ἐὰν τοῦ Κάλχαντος τὰ ρήματ’ ἀληθεύσουν. {{r|300}} Εἶναι στὸν νοῦν μας
ζωντανὰ καὶ μάρτυρες εἶσθ’ ὅλοι ὅσους δὲν πῆρε ὁ θάνατος, ὁπόταν στὴν Αὐλίδα — χθὲς ἢ προχθὲς μοῦ
φαίνεται — συνάζονταν τὰ πλοῖα τῶν ᾽Αχαιῶν καταστροφὴν νὰ φέρουν εἰς τοὺς Τρῶας· κι ἐμεῖς στοὺς ἱεροὺς
βωμούς, ὅπου μιὰ βρύση ἐκύλα κάτω ἀπ’ ὡραῖον πλάτανον τὰ ὄμορφα νερά της, τῶν ἀθανάτων καίαμεν
ἐξαίσιες ἑκατόμβες· μέγα σημάδι ἐφάνη ἐκεῖ, μαῦρος σὰν αἷμα δράκος, τἑρας ποὺ ἔβγαλε στὸ φῶς ὁ ἴδιος ὁ
Κρονίδης, ἀπὸ τὸ βάθος τοῦ βωμοῦ στὸν πλάτανον ἐχύθη. {{r|310}} ᾽Εκεῖ φωλιάζαν σπούργιτες, ἀφτέρωτα
πουλάκια εἰς τὸ ὑψηλότατο κλαδὶ κρυμμένα μὲς στὰ φύλλα ὀκτώ, κι ἐνάτ’ ἡ μάνα τους ποὺ τά ᾽χε γεννημένα.
Τά ᾽τρωγε αὐτὸς ποὺ ἔτριζαν ἐλεεινὰ καὶ γύρω πετοῦσε ἡ μάνα κλαίοντας τὰ τέκνα της κι ὁ δράκος ᾽στράφη,
ἐτινάχθη κι ἔπιασεν ἀπ’ τὸ φτερὸ κι ἐκείνην· καὶ ἀφοῦ τὰ τέκνα ὅλά ᾽φαγε και ἀκόμη τὴν μητέρα, θαῦμα τὸν
ἔστησε ὁ θεὸς ὁποὺ τὸν εἶχε δείξει· ἐκεῖ τὸν πέτρωσ’ ὁ υἱὸς τοῦ κρυπτοβούλου Κρόνου˙ κι ἐμεῖς ὅλοι
ἀπορούσαμε σ’ αὐτὸ ποὺ ἐγίνη ἐμπρός μας· {{r|320}} κι ὡς ἦλθαν ξάφνου ἀνάμεσα στὲς θεῖες ἑκατόμβες
τέρατα τόσα φοβερά, τὸν λόγον πῆρε ὁ Κάλχας: «Πῶς ὅλοι στέκεσθ’ ἄφωνοι; Τὸ μέγ’ αὐτὸ σημεῖον ὁ Ζεὺς μᾶς
τό ᾽δειξε ὁ σοφός, κι ὅ,τι δηλοῖ θὰ γίνη μὲ τοὺς καιρούς, ἀλλ’ ἔνδοξο θὰ μείνη στὸν αἰώνα· καθὼς τὰ τέκνα ὅλά
᾽φαγε καὶ τὴν μητέρα ἐκεῖνος, ὀκτώ, κι ἐνάτη ἧταν αὐτὴ ποὺ τά ᾽χε γεννημένα, κι ἐμεῖς θὰ πολεμήσωμεν αὐτοῦ
χρόνους ἐννέα, καὶ ἡ πόλις ἡ πλατύδρομη στὸν δέκατον θὰ πέση». Αὐτὰ μᾶς ἔλεγε καὶ ἰδοὺ ποὺ τώρα γίνοντ’
ὅλα. {{r|330}} Καί, ὦ μεγαλόψυχοι Ἀχαιοί, νὰ μείνετε σᾶς λέγω, ὡσότου νὰ πατήσωμε τοὺς πύργους τοῦ
Πριάμου». Εἶπε καὶ ὅλοι ἐφώναξαν καὶ τρομερὰ τὰ πλοῖα ἀπ’ τὴν βοὴν τῶν ᾽Αχαιῶν ὡς πέρα ἠχολογῆσαν,
τόσον εἰς ὅλους ἄρεσαν οἱ λόγοι τοῦ ᾽Οδυσσέως. Τότ’ εἶπεν ὁ Γερήνιος ὁ Νέστωρ ἱππηλάτης: « ᾽Ωιμέ, νὰ
συναθροίζεσθε καὶ νὰ δημηγορῆτε, ὡς θά ’καναν ἀνήλικα καὶ ἀπόλεμα παιδία! Λοιπὸν οἱ συμφωνίες μας κι οἱ
Ιλιάδα (Πολυλάς)/β 11
ὅρκοι τί θὰ γίνουν; Θὲ νὰ καοῦν οἱ συμβουλὲς κι οἱ γνῶμες τῶν ἠρώων, {{r|340}} οἱ ἁγνὲς σπονδὲς καὶ τῶν
χεριῶν ποὺ ἐδώκαμεν ἡ πίστις; Λογομαχοῦμεν μάταια καὶ τρόπον νὰ σωθοῦμε, τόσους καιροὺς ποὺ ᾽μεθα ἐδῶ
δὲν ἔχομ’ ἔβρει ἀκόμη· καὶ σὺ ᾽Ατρείδη πάλι ὡς πρὶν ἀσάλευτος στὴν γνώμην, σὺ τῶν Ἀργείων ἀρχηγὸς νὰ
εἶσαι εἰς τοὺς ἀγῶνες, κι ἄφησ’ ἐκεῖνοι νὰ χαθοῦν, ἕνας ἢ δύο ποὺ χώρια βουλεύονται ἀπ’ τοὺς ᾽Αχαιούς, καὶ
τοῦ κακοῦ κοπιάζουν, στὸ ῎Ἄργος νὰ γυρίσωμεν πρὶν μάθωμ’ ἂν ἀλήθεια ἤ ψέμα θά ᾽ν’ ἡ ὑπόσχεση τοῦ
αἰγιδοφόρου Δία. Ναί, λέγ’ ὅτι τὴν ἔδωκεν ὁ ὑπέρτατος Κρονίδης {{r|350}} ἀστράφτοντας στὰ δεξιὰ μὲ
φανερὰ σημεῖα τὴν ὥραν ὅπου ἀνέβαιναν στὰ γρήγορα καράβια οἱ Ἀργεῖοι μαῦρον θάνατον νὰ φέρουν εἰς
τοὺς Τρῶας. Ὅθεν κανεὶς ἂς μὴ βιασθῆ νὰ γύρη στὴν πατρίδα, πρὶν λάβη στὲς ἀγκάλες του γυναίκ’ ἀνδρὸς
τῆς Τροίας, καὶ δικαιωθοῦν οἱ στεναγμοὶ κι οἱ πόνοι τῆς ῾Ελένης· καὶ ἂν κάποιος θέλη φοβερὰ νὰ γύρη στὴν
πατρίδα τὸ χέρι στὸ κακόστρωτο κρεβάτι του ἂς ἁπλώση, καὶ πρὶν τῶν ἄλλων γρήγορα θὰ κακοθανατίση.
᾽Αλλὰ καὶ ἀτός σου, κύριε, σκέψου καλὰ καὶ σ’ ἄλλον {{r|360}} πείθου καὶ λόγον ποὺ θὰ εἰπῶ μὴ τὸν
καταφρονέσης κατὰ φυλὲς νὰ χωρισθοῦν καὶ κατὰ γέν’ οἱ ἄνδρες, ὥστε φυλὴ νὰ βοηθῆ φυλὴν καὶ γένος γένος.
Καὶ ἄν τοῦτο κάμης κι οἱ ᾽Αχαιοὶ στὸν λόγον σου ὑπακούσουν, τῶν ἀρχηγῶν καὶ τῶν λαῶν θὰ ἰδῆς ποιὸς εἶναι
ἀνδρεῖος καὶ ποιὸς δειλός, ὡς χωριστὰ θὰ πολεμᾶ καθένας· θὰ ἰδῆς ἂν εἶναι ἀπὸ θεοῦ τὴν πόλιν νὰ μὴ πάρης
ἢ ἀπὸ δειλίαν τῶν ἀνδρῶν καὶ ἀμάθειαν τοῦ πολέμου». Τότε σ’ αὐτὸν ἀπάντησεν ὁ κραταιὸς ᾽Ατρείδης: «Στὲς
συμβουλὲς πόσο νικᾶς τοὺς ᾽Αχαιούς, ὦ γέρε! {{r|370}} πατέρα Δία καὶ ᾽Αθηνᾶ καὶ ᾽Απόλλων, ὦ θεοί μου, ἂν
εἶχα δέκα ὡσὰν ἐσὲ συμβούλους στὸ πλευρό μου· στὴν δύναμίν μας γρήγορα ἡ πόλις τοῦ Πριάμου θὰ ἔσκυφτε,
καὶ χαλασμὸς κι ἐρμιὰ θὰ τὴν πλακῶναν. ᾽Αλλὰ μ’ ἐταλαιπώρησεν ὁ ὑπέρτατος Κρονίδης, πού σ’ ἔχθρες
ἀδιόρθωτες καὶ σ’ ἔριδες μ’ ἐμπλέκει· ὅτι ἐλογομαχήσαμεν ἐγὼ καὶ ὁ Πηλείδης χάριν τῆς κόρης καὶ βαρὺς
ἐδείχθηκα ἐγὼ πρῶτος· ἀλλ’ ἂν ὁμογνωμήσωμε καὶ παλ’ ἐμεῖς οἱ δύο, δὲν θὲ ν’ ἀργήση οὐδὲ στιγμὴν ὁ ὄλεθρος
τῶν Τρώων. {{r|380}} Τώρα θὰ γευματίσετε, κατόπι ἀρματωθῆτε· σιάσετε τὲς ἀσπίδες σας τροχίσετε τὲς
λόγχες· ἄφθονην δώσετε τροφὴν στὰ γρήγορα πουλάρια, τ’ ἁμάξια θεωρήσετε, μὲ τοῦτο στὴν καρδιά σας, ποὺ
θὰ κρατοῦμε ὁλήμερα τὸν φονικὸν ἀγώνα καὶ δὲν θὰ ἔχη ὁ πόλεμος ξανάσασμα κανένα ως νά ᾽λθ’ ἡ νύκτα τὴν
ὁρμὴν νὰ κόψη τῶν ἀνδρείων· στὰ στήθη σας καὶ τὸ λουρὶ τῆς κυκλωτῆς ἀσπίδος θὰ ἱδρώση καὶ τὸ χέρι σας
στὴν λόγχην θ’ ἀποκάμη, καὶ θὰ ἱδρώσουν τ’ ἄλογα στ’ ἁμάξι τανυσμένα. {{r|390}} Κι ἂν ἀπ’ τὸν πόλεμον
μακρὰν εἰς τὰ κυρτὰ καράβια μείνη κανεὶς καὶ τὸν ἰδῶ, νὰ μὴν ἐλπίση ἐκεῖνος ποὺ δὲν θὰ γίνη σπάραγμα τῶν
ὄρνεων καὶ τῶν σκύλων». Εἶπε καὶ ὅλοι ἐβόησαν, καθὼς βοᾶ τὸ κύμα ἀπὸ τοῦ Νότου τὴν ὁρμὴν ἐπάνω σ’
ἀκρωτήρι, ποὺ βγαίνει ἐμπρὸς στὴν θάλασσαν καὶ πάντοτε τὸ δέρνουν τὰ κύματ’ ὅπως ἔρχονται ἀπ’ ὅλους
τοὺς ἀνέμους. Τὰ πλήθη τότ’ ἐσκόρπισαν τριγύρω στὰ καράβια, φωτιὰ στὲς σκηνὲς ἄναψαν κι ἐκάθισαν νὰ
φάγουν˙ κι εἰς ἕναν ἀπὸ τοὺς θεοὺς θυσίαζε ὁ καθένας {{r|400}} κι εὔχονταν νά ᾽βγη ζωντανὸς ἀπ’ τὸν
φρικτὸν ἀγώνα˙ ἀλλὰ βόδι πεντάχρονον ὁ μέγας Ἀγαμέμνων παχύτατο ἐθυσίασε τοῦ φοβεροῦ Κρονίδη, καὶ
τῶν Παναχαιῶν ἐκεῖ τοὺς γέροντας καλοῦσε καὶ πρώτιστα τὸν Νέστορα καὶ τὸν ᾽Ιδομενέα, τοὺς δυὸ κατόπιν
Αἴαντες, καὶ τὸν Τυδείδην, κι ἔκτον τὸν ᾽Οδυσσέα, πόμοιαζε στὴν γνώση μὲ τὸν Δία, καὶ μόνος αὐτοκάλεστος
τοῦ ἦλθεν ὁ γενναῖος Μενέλαος ποὺ ἐγνώριζε πόσες φροντίδες εἶχε· καὶ ἀφοῦ στὸ βόδι ὁλόγυρα ἐπῆραν τὰ
κριθάρια, {{r|410}} ἄρχισ’ ὁ Ἀτρείδης τὴν εὐχήν: « ῾Υπέρτατε Κρονίδη, ἔνδοξε, μαυρονέφελε, ἐγκάτοικε τοῦ
αἰθέρος, δῶσε πρὶν πέση ὁ ἥλιος καὶ τὸ σκοτάδι φθάση χάμω στὴν γῆν τὸ μέγαρον νὰ ρίξω τοῦ Πριάμου
ἀσβολωτὸ καὶ στὴ φωτιὰ τὲς πύλες του νὰ λιώσω, καὶ τὸν ῾Εκτόρειον θώρακα μὲ τὸ σπαθὶ νὰ σχίσω στὰ
αἱματωμένα στήθη του, κι ἐπίστομα στὴν σκόνη γύρω του σύντροφοι πολλοὶ τὸ χῶμα νὰ δαγκάσουν». Εἶπε,
ἀλλ’ ὁ Δίας τὴν εὐχὴν δὲν ἔστεργε, κι ἐδέχθη τὴν προσφορὰν καὶ δυνατὸν τοῦ ἑτοίμαζεν ἀγώνα· {{r|420}} καὶ
ἀφοῦ τὲς εὐχὲς ἔκαμαν κι ἐρίξαν τὰ κριθάρια, τὸν τράχηλον τοῦ ἐσήκωσαν, τὸ σφάξαν καὶ τὸ γδάραν, καὶ
ἀφοῦ χωρίσαν τὰ μεριὰ μὲ διπλωτὸ κνισάρι τὰ σκέπασαν κι ἐπάνω των ὠμὰ κομμάτια θέσαν· καὶ αὐτὰ μὲ
σχίζες ἄφυλλες ἐκαῖαν, καὶ τὰ σπλάχνα ἐσούβλισαν καὶ στὴν φωτιὰν ἐπάνω τὰ κρατοῦσαν· καὶ ἀφοῦ καῆκαν
τὰ μεριὰ κ ἐγεύθηκαν τὰ σπλάχνα ἐλιάνισαν τὰ ἐπίλοιπα, τὰ ἐπέρασαν στὲς σοῦβλες, καὶ ἀφοῦ μὲ τέχνην τά
᾽ψησαν ἀπ’ τὴν φωτιὰ τὰ πῆραν. Κι ἅμ’ ἀπ’ τὸν κόπον ἔπαυσαν, κι ἑτοίμασαν τὸ γεῦμα, {{r|430}} ἔτρωγαν κι
ὅλ’ ἰσόμοιρα χαρῆκαν τὸ τραπέζι, καὶ ἅμα ἐφάγαν κι ἔπϊαν ὅσ’ ἤθελε ἡ ψυχή τους, ὁ Νέστωρ εἶπε πρὸς αὐτούς:
«Ἀτρείδη βασιλέα, μὲ ὁμιλίες τὸν καιρὸ μὴ τρίβωμ’ ἐδῶ πέρα, καὶ ἀνάγκη εἶναι ν’ ἀρχίσωμε χωρὶς ἀργοπορίαν
τὸ ἔργον τοῦτο, ποὺ ὁ θεὸς μᾶς ἔδωκε στὸ χέρι· καὶ οἱ κήρυκες τῶν Ἀχαιῶν τὰ χαλκοφόρα πλήθη ἂς κράξουν
Ιλιάδα (Πολυλάς)/β 12
νὰ συναθροισθοῦν ἀπ’ ὅλα τὰ καράβια, κι ἐμεῖς ἄς πᾶμε ὅλοι μαζὶ στὸ στράτευμα τριγύρω στὰ στήθη των ν’
ἀνάψωμεν τὴν λύσσαν τοῦ πολέμου». {{r|440}} Αὐτὰ εἶπεν ὁ γέροντας, καὶ ὁ μέγας Ἀγαμέμνων τοὺς
ψηλοφώνους κήρυκες παράγγειλε νὰ κράξουν στὸν πόλεμον τῶν Ἀχαιῶν τ’ ἀντρειωμένα πλήθη καὶ γρήγορα
στὸ κήρυγμα συναθροιζόνταν ὅλοι. Τοὺς διαχωρίζαν μὲ σπουδὴν οἱ βασιλεῖς οἱ θεῖοι μὲ τὸν Ἀτρείδη κι ἡ
Ἀθηνᾶ στὴν μέσ’ ἡ γλαυκομάτα μὲ ἀτίμητην, ἀγέραστην, ἀθάνατην αἰγίδα· ποὺ ἑκατὸν κρόσες γύρω της
ὁλόχρυσες κρεμόνταν, καλοπλεγμένες κι ἑκατὸν ἀξίζει βόδια ἡ μία· μὲ αὐτὴν περνοῦσε ὡς ἀστραπὴ τῶν
Ἀχαιῶν τὰ πλήθη {{r|450}} καὶ τ’ ἄναφτε κι ἐγέμιζε τὰ στήθη τους ἀνδρείαν νὰ μάχωνται νὰ πολεμοῦν καὶ
παῦσιν νὰ μὴ θέλουν. Καὶ ἀγάπησαν τὸν πόλεμον καλύτερα ἢ νὰ γύρουν μὲ τὰ βαθιὰ καράβια τους, στὴν
ποθητὴν πατρίδα. Ὅπως κακὴ πυρκαϊὰ μεγάλο δάσος καίει, σ’ ἄκρην βουνοῦ καὶ φαίνεται μακρὰν ἡ
ἀναλαμπή της, ὁμοίως ἀπ’ τὸν ἄπειρον χαλκόν, καθὼς κινοῦντο, ὁ αἰθέρας ὡς τὸν οὐρανὸν λαμποκοποῦσεν
ὅλος. Καὶ ὅπως πλήθη ἀμέτρητα πουλιῶν συμμαζωμένα, χηνῶν κοπάδ’ ἢ γερανῶν ἢ κύκνων μακρολαίμων
{{r|460}} στ’ Ἄσιο λιβάδι, στὲς ροὲς σιμὰ τοῦ Καϋστρίου φτεροκοποῦν περήφανα στό ᾽να καὶ στ’ ἄλλο μέρος κι
ὅταν καθίζουν κλαγγηκτὰ καὶ ὁ κάμπος ἀντηχάει, τόσα τὰ πλήθη τῶν ἀνδρῶν ἀπὸ σκηνὲς καὶ πλοῖα στὸ σιάδι
τὸ Σκαμάνδριον χυνόνταν κι ἀπ’ τὸν κτύπον ἵππων καὶ ἀνδρῶν τρομακτικὰ ἡ γῆ βροντοκοποῦσεν· κι ἔμειναν
στὸ Σκαμάνδριον λιβάδι τὸ ἀνθοφόρο ἄπειροι ὡσὰν τῆς, ἄνοιξης τὰ ἄνθῃ καὶ τὰ φύλλα. Κι ὅπως σωρεύοντ’
ἄπειρες οἱ μύγες εἰς τὴν στάνην τὴν ἄνοιξιν ὁποὺ τ’ ἀγγειὰ μὲ γάλα ξεχειλίζουν, {{r|470}} ὁμοίως καὶ τῶν
Ἀχαιῶν τ’ ἀνδρειωμένα πλήθη στὴν πεδιάδ’ ἀμέτρητα, πυκνότατα, ἐστεκόνταν κι ἐλαχταροῦσαν ὄλεθρον νὰ
φέρουν εἰς τοὺς Τρῶας. Καὶ ὅπως εὔκολα γιδιῶν κοπάδια σκορπισμένα καὶ στὴν βοσκὴν ἀνάμεικτα χωρίζουν
οἱ ποιμένες, ὁμοίως εἰς τὸν πόλεμον ἐσύνταζαν τὰ πλήθη οἱ ἀρχηγοὶ καὶ ἀνάμεσα ὁ κραταιὸς ᾽Ατρείδης στὰ
μάτια καὶ στὴν κεφαλὴν ἀστραποφόρος Δίας στὴν ζῶσιν ῎Αρης ἔδειχνε καὶ Ποσειδῶν στὰ στήθη. Κι ὅπως σ’
ἀγέλην ἔξοχος ἀπ’ ὅλους εἶναι ὁ ταῦρος, {{r|480}} καὶ στὴν βοσκὴν διακρίνεται, ὁμοίως τὸν Ἀτρείδην ὁ
Βροντητὴς ἠθέλησεν ἐκείνην τὴν ἡμέραν λαμπρὸν νὰ κάμη κι ἔξοχον στὸ πλῆθος τῶν ἡρώων. Μοῦσες, τοῦ
᾽Ολύμπου κάτοικες, διδάξετέ με τώρα — εἶσθε θεὲς καὶ βρίσκεσθε παντοῦ καὶ ἠξεύρετ’ ὅλα, τίποτ’ ἐμεῖς δὲν
ξεύρομεν, τὴν φήμην μόνο ἀκοῦμε,— τῶν Δαναῶν οἱ βασιλεῖς καὶ οἱ ἄρχοι τίνες ἧσαν· τοῦ πλήθους τὰ
ὀνόματα νὰ εἰπῶ δὲν θὰ ἠμποροῦσα ἐγὼ κι ἂν δέκα στόματα κι ἂν δέκα γλῶσσες εἶχα, κι ἂν εἶχ’ ἀσύντριφτην
φωνὴν καὶ χάλκινα τὰ στήθη· {{r|490}} μόνον οἱ κόρες τοῦ Διὸς αἰγιδοφόρου, οἱ Μοῦσες ᾽Ολυμπιάδες θά
᾽λεγαν πόσοι στὴν Τροίαν ἦλθαν· ἀλλὰ θὰ εἰπῶ τοὺς ἀρχηγοὺς καὶ ὅλα τὰ καράβια. Τῶν Βοιωτῶν οἱ ἀρχηγοὶ
Πηνέλαος, Κλονίος, Προθήνωρ, ᾽Αρκεσίλαος, καὶ Λῆτος διοικοῦσαν ὅσους ἀπόστειλ’ ἡ Αὐλὶς πετρώδης, ἡ
῾Υρία, ἡ Σχοῖνος, ὁ ᾽Ετεωνὸς πολύλοφος, ἡ Σκῶλος, ἡ εὐρύχωρη Μυκαλησσός, ἡ Θέσπεια κι ἡ Γραία, ὅσους τὸ
῞Αρμ’ ἀπόστειλε, τὸ Εἰλέσιον, οἱ ᾽Ερύθρες, ἀκόμη ὅσους ὁ ᾽Ελεών, ὁ Πετεών, ἡ Ὕλη, {{r|500}} ὁ Μεδεὼν πόλις
καλὴ καὶ ὅσους ἡ ᾽Ωκαλέη, ἡ Θίσβ’ ἡ πολυτρύγονη, ἡ Εὔτρησις, οἱ Κῶπες, κι ὁ χλοερὸς ῾Αλίαρτος, κι ὅσους
ἀκόμη ἐστεῖλαν ὁ Γλίσας, ἡ Κορώνεια, ἡ Πλάταια καὶ ἡ πόλις ὡραία τῶν ῾Υποθηβῶν, καὶ ἡ πόλις ἡ ἁγία ἡ
῎Ογχηστος, πολύδενδρο τοῦ Ποσειδῶνος κτῆμα, ἡ θεία Νίσα, ἡ Μίδεια, ἡ ῎Αρνη ἀμπελοφόρα, καὶ ὅσοι ἀπὸ
τὴν ἔσχατην ἔφθασαν ᾽Ανθηδόνα. Πενήντα σαν τὰ πλοῖα των κι ἐπάνω στὸ καθένα ἦσαν ἑκατὸν εἴκοσι τῶν
Βοιωτῶν ἀγόρια. {{r|510}} Τοῦ ᾽Ορχομενοῦ τῶν Μινυῶν τοὺς ἄνδρες καὶ ᾽Ασπληδόνος ἐδιοικοῦσε ὁ ᾽Ιάλμενος
καὶ Ἀσκάλαφος, ἀγόρια τοῦ Ἄρη καὶ τῆς θυγατρὸς τοῦ ῎Ακτορος Ἀζείδη τῆς Ἀστυόχης, ὁποὺ ἁγνὴ στ’ ἀνώγι
της ἀνέβη κι ὁ Ἄρης, δυνατὸς θεός, μὲ αὐτὴν κρυφὰ κοιμήθη· κι εἶχαν τριάντα βαθουλὰ κατόπι τους καράβια.
Μὲ τοὺς Φωκεῖς ὁ ᾽Επίστροφος ἐρχόταν καὶ ὁ Σχεδίος υἱοὶ τοῦ μεγαλόψυχου ᾽Ιφίτου Ναυβουλίδη. Τοὺς ἔστειλε
ἡ Κυπάρισσος καὶ ἡ Πυθὼ πετρώδης, ἡ θεία Κρίσα καὶ ἡ Δαυλίς, ὁ Πανοπεὺς καὶ ἀκόμη {{r|520}} τὰ μέρη τῆς
῾Υαμπόλεως, καὶ τῆς ᾽Ανεμωρείας κι αὐτὰ ποὺ ὁ θεῖος ποταμὸς ο Κηφισὸς ποτίζει, καὶ ἡ Λίλαια ποὺ
κτίστηκεν ἐπάνω στὲς πηγές του· κι εἶχαν σαράντα ὁλόμαυρα κατόπι τους καράβια καὶ κολλητὰ στοὺς
Βοιωτούς, στὸ ἀριστερό τους πλάγι οἱ πολεμάρχοι ἐσύνταζαν τὰ πλήθη τῶν Φωκέων. Τῶν Λοκρῶν ἦταν
ἀρχηγὸς ὁ Οἰλείδης ταχὺς Αἴας πολὺ πολὺ μικρότερος τοῦ Τελαμωνιάδη στὸ σῶμα, καὶ μικρόσωμος
λινοθωρακωμένος τῶν Πανελλήνων καὶἈχαιῶν εἰς τὸ κοντάρι πρῶτος· {{r|530}} ἦλθαν ἀπ’ τὴν Καλλίαρον,
τὴν Κύνον, τὸν ᾽Οπούντα, ἀπ’ τὲς ὡραῖες Αὐγειές, τὴν Βήσσαν καὶ τὴν Σκάρφην, τὴν Τάρφην καὶ τὸ Θρόνιον,
τοῦ Βοαγρίου πόρον· καὶ αὐτὸν σαράντα ὁλόμαυρα καράβι’ ἀκολουθοῦσαν τῶν Λοκρῶν πού ᾽ναι ἀντίπερα τῆς
ἱερᾶς Εὐβοίας. Καὶ τοὺς ἀνδρείους Ἄβαντας κατοίκους τῆς Εὐβοίας ἀπὸ Χαλκίδ’ ᾽Ερέτριαν καὶ ἀπ’ τὴν
Ιλιάδα (Πολυλάς)/β 13
σταφυλοφόραν ῾Ιστίαιαν καὶ Κήρινθον ἀκρόγιαλην καὶ ἀκόμη ἀπὸ τὸ Δίον τὸ ὑψηλό, τὴν Κάρυστον καὶ
Στύρα, τοὺς διοικοῦσε ὁ φοβερὸς στὴν μάχην ᾽Ελεφήνωρ {{r|540}} Χαλκωδοντιάδης ἀρχηγὸς τῶν ψυχερῶν
Ἀβάντων. Γοργόποδοι μὲ τὰ μαλλιὰ στὲς πλάτες ἁπλωμένα, λογχιστὲς ἦσαν πρόθυμοι μὲ τὰ μακριὰ κοντάρια
στὰ στήθη ἐπάνω τῶν ἐχθρῶν τοὺς θώρακες νὰ σπάσουν· καὶ αὐτὸν σαράντα ὁλόμαυρα καράβια
ἀκολουθοῦσαν. Ἄνδρες οἱ Ἀθῆνες ἔστειλαν, καλοκτισμένη πόλις· κι ἦταν ἡ χώρα τοῦ ὑψηλοῦ στὸ φρόνημα
᾽Ερεχθέως· τὸν γέννησεν ἡ δότρα Γῆ καὶ τοῦ Διὸς ἡ κόρη ἡ Ἀθηνᾶ τὸν ἔθρεψε, καὶ στὸν λαμπρὸν ναόν της τὸν
ἔθεσε, καὶ μὲ κριοὺς καὶ ταύρους, κάθε χρόνο {{r|550}} τ’ ἀγόρϊα τῶν ᾽Αθηνῶν εὐφραίνουν τὴν ψυχή του˙ ὁ
Μενεσθεὺς τοῦ Πετεῶ τοὺς διοικοῦσε, ὁ μόνος ἵππους νὰ τάξ’ εἰς πόλεμον καὶ ἀσπιδοφόρους ἄνδρες, καὶ σ’
ὅλους μέσα τοὺς θνητοὺς ἀντίπαλον δὲν εἶχεν ἄλλον παρὰ τὸν Νέστορα, τὸν γεροντότερόν του· καὶ αὐτὸν
πενήντα ὁλόμαυρα καράβια ἀκολουθοῦσαν. ῾0 Αἴας πρύμνες δώδεκα τῆς Σαλαμῖνος εἶχε, κι ἐστάθηκε στὲς
φάλαγγες σιμὰ τῶν ᾽Αθηναίων. ῎Ανδρες τὸ ῎Αργος ἔστειλε κι ἡ πυργωμένη Τίρυνς ἀπ’ τὸ βαθὺ λιμάνι τους ἡ
᾽Ασίνη κι ἡ ῾Ερμιόνη, {{r|560}} ἡ ἀμπελωμένη ᾽Επίδαυρος, τὰ μέρη τῆς Τροιζῆνος, τῶν ᾽Ηιονῶν, τοῦ Μάσητος,
ἀκόμη τῆς Αἰγίνης· τοὺς διοικοῦσαν ὁ καλὸς στὴν μάχην Διομήδης καὶ ὁ Σθένελος· τοῦ δοξαστοῦ υἱὸς τοῦ
Καπανέως, καὶ τρίτος ὁ Εὐρύαλος, ὁ θεῖος, ποὺ ἐγεννήθη ἀπ’ τὸν υἱὸν τοῦ Ταλαοῦ τὸν ἄρχον Μηκιστέα˙ ἀλλ’
ἦταν ὅλων ἀρχηγὸς ὁ ἀνδρεῖος Διομήδης· κι εἷχαν ὀγδόντα ὁλόμαυρα κατόπιν τους καράβια. Καὶ οἱ Μυκῆνες
οἱ λαμπρές, ἡ Κόρινθος πλουσία, οἱ Κλεωνὲς καλόκτιστες, τῶν ᾽Ορνειῶν τὰ μέρη, {{r|570}} ἡ ᾽Αραιθυρέα
πάντερπνη, ἡ πόλις Σικυῶνος, ἐκεῖ ποὺ πρῶτ’ ὁ ῎Αδραστος ἐγίνη βασιλέας, ἡ ῾Υπερησία, καὶ ἡ ψηλὴ
Γονούσσα καὶ ἡ Πελλήνη, ὁ Αἰγιαλός, τὸ Αἴγιον κι ἡ ἁπλωμένη ῾Ελίκη ἔστειλαν ἄνδρες σ’ ἑκατὸ καράβια
ἀνεβασμένους καὶ ἀρχηγὸς ἦτ’ ὁ κραταιὸς Ἀτρείδης Ἀγαμέμνων. ᾽Εκεῖνος εἶχε τὰ πολλὰ καὶ ἀνδρειωμένα
πλήθη, κι ἄστραφτεν ὅλος στ’ ἄρματα κι ἐπαίρετο ἡ ψυχή του ὡς ἦταν εἰς τὴν δύναμιν ὁ πρῶτος τῶν ἡρώων,
ὅτ’ εἶχε αὐτὸς πλιότερον λαὸν ὁλόγυρά του. {{r|580}} ῎Εστειλεν ἄνδρες ἡ κλειστὴ στὰ ὄρη Λακεδαίμων, ἡ
Μέσσ’ ἡ πολυτρύγονη, ἡ Σπάρτη καὶ ἡ Φάρις, οἱ Βρυσειές, οἱ Αὐγειὲς οἱ πάντερπνες, οἱ ᾽Αμύκλες, τὸ ῞Ελος,
χώρ’ ἀκρόγιαλη, τὸ Οἴτυλος καὶ ὁ Λάας καὶ τούτους ὁ Μενέλαος ὁ ἀνδρεῖος ἀδελφός του ἐδιοικοῦσε κι ἔφερνε
μαζί του ἑξήντα πλοῖα· καὶ ἀνάμερ’ ἀρματώνονταν καὶ αὐτὸς μὲ προθυμίαν στὴν μέση τους ἐπρόβαινε καὶ τοὺς
παρακινοῦσε στὸν πόλεμον καὶ τοῦ ᾽καιε τὰ σπλάχνα μέσα ὁ πόθος νὰ ἐκδικηθῆ τοὺς στεναγμούς, τὰ δάκρυα
τῆς ῾Ελένης. {{r|590}} ῾Η Πύλος ἄνδρες ἔστειλε καὶ ἡ πάντερπνη Ἀρήνη τὸ Θρύον, πόρος τοῦ Ἀλφειοῦ, τὸ
Αἰπὺ λαμπρό, τὰ μέρη καὶ τοῦ Κυπαρισσήεντος καὶ τῆς Ἀμφιγενείας, τοῦ ῞Ελους καὶ τῆς Πτελεοῦ, τὸ Δώριον,
ὅπου οἱ Μοῦσες ἦβραν τὸν Θράκα Θάμυριν καὶ ἀλάλητον τὸν κάμαν, ὡς γύριζε ἀπ’ τὸν Εὔρυτον τὸν ἄρχον
Οἰχαλίας· πὼς θὰ ἐνικοῦσ’ ἐπαίρονταν αὐτὸς καὶ ἂν τραγουδοῦσαν οἱ Μοῦσες κόρες τοῦ Διὸς κι ἐκεῖνες
χολωμένες τὸν τύφλωσαν· καὶ τῆς ὠδῆς τὸ χάρισμα τὸ θεῖον καὶ ἀκόμη τὸ κιθάρισμα τὸν κάμαν ν’ ἀστοχήση
{{r|600}} καὶ τούτους ὁ Γερήνιος ὁ Νέστωρ διοικοῦσε, κι ἦσαν καράβια βαθουλὰ κατόπι του ἐνενήντα. ῾Η
᾽Αρκαδία κάτωθεν ἀπ’ τ’ ὄρος τῆς Κυλλήνης ποὺ ὁ τάφος εἶν’ ὁ Αἰπύτιος καὶ τρέφει λογχοφόρους ὁ
᾽Ορχομενὸς πολύαρνος, ἡ ἀνεμισμένη ᾽Ενίσπη, ἡ Ρίπη καὶ ὁ Φενεὸς ἐστεῖλαν κι ἡ Στρατία ἡ Μαντινέα
πάντερπνη, ἡ Στύμφαλος κι ἀκόμη ἡ Παρρασία, κι ἔστειλεν ἡ χώρα τῆς Τεγέας· καράβια ἑξήντα εἶχε μ’ αὐτοὺς
ὁ γόνος τοῦ Ἀγκαίου ὁ Ἀγαπήνωρ ἀρχηγός, καὶ στὸ καθένα πλῆθος {{r|610}} Ἀρκάδες ἦσαν πρακτικοὶ στὴν
τέχνην τοῦ πολέμου. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν γνώριζαν τὰ ἔργα τῆς θαλάσσης, τοὺς εἶχε δώσει ὁ κραταιὸς ᾽Ατρείδης
᾽Αγαμέμνων τὰ πλοῖα τὰ καλόστρωτα νὰ σχίζουν τὰ πελάγη. Καὶ ἀπὸ τὴν θείαν ῎Ηλιδα κι ἀπ’ τὸ Βουπράσιον
ἦλθαν ἀπὸ τοὺς τόπους ὅπου κλειοῦν ἡ Μύρσινος, στὴν ἄκρην, ἡ ῾Υρμίνη, τὸ ᾽Αλείσιον κι ἡ ᾽Ωλενία πέτρα·
τέσσαρες ἦσαν ἀρχηγοὶ κι εἶχε ὁ καθένας δέκα καράβια καὶ τὰ γέμιζαν τῶν ᾽Επειῶν τὰ πλήθη. ῞Ενας ὁ
Θάλπιος υἱὸς τοῦ Ἀκτορίδη Εὐρύτου, {{r|620}} δεύτερος ὁ ᾽Αμφίμαχος, ὁ γόνος τοῦ Κτεάτου· ὁ ᾽Αμαρυγκείδης
ὁ καλὸς Διώρης ἦταν τρίτος, τέταρτος, ὁ Πολύξενος λαμπρὸ τοῦ ᾽Αγασθένους τοῦ βασιλέως γέννημα καὶ
ἔγγονος τοῦ Αὐγείου. Καὶ τὰ νησιὰ τὰ ἱερὰ τῆς ῎Ηλιδος ἀντίκρυ ᾽Εχίνες καὶ Δουλίχιον, σαράντα ἐστεῖλαν
πλοῖα κι ὁ Μέγης ἦταν ἀρχηγὸς ἰσόπαλος τοῦ Ἄρη, καὶ τὸν ἐγένησε ὁ Φυλεύς, ἀγαπητὸς τοῦ Δία, ποὺ ἕναν
καιρόν, ὡς ἔπεσε στὴν ἔχθραν τοῦ πατρός του, εἰς τὸ Δουλίχιον πέρασεν ἐκεῖ νὰ κατοικήση. {{r|630}} Κατόπ’
οἱ μεγαλόψυχοι ἐρχόνταν Κεφαλλῆνες, ἡ ᾽Ιθάκη, τὰ σεισόφυλλα προπόδια τοῦ Νηρίτου, τοὺς στεῖλαν, τὰ
Κροκύλεια, ἡ Αἰγίλιψ ἡ τραχεῖα, τοὺς ἔστειλεν ἡ Ζάκυνθος, ἡ Σάμος καὶ τὰ μέρη τῆς στερεᾶς τ’ ἀντίπερα· καὶ
εἶχαν ἀρχηγό τους τὸν ᾽Οδυσσέα πόμοιαζε στὴν γνώση μὲ τὸν Δία, καὶ εἶχαν πλοῖα δώδεκα μὲ κόκκινες τὲς
Ιλιάδα (Πολυλάς)/β 14
πλῶρες. Τῶν Αἰτωλῶν ἦτο ἀρχηγὸς ὁ ᾽Ανδραιμονίδης Θόας· τοὺς ἔστειλ’ ἡ ἀκρόγιαλη Χαλκὶς καὶ ἡ Πυλήνη, ἡ
῎Ωλενος καὶ ὁ Πλευρών, καὶ ἡ Καλυδὼν πετρώδης· {{r|640}} καὶ ὡς εἶχε λείψ’ ἡ γενεὰ τοῦ ἀνδρειωμένου
Οἰνέως μὲ τὸν ξανθὸν Μελέαγρον, γι’ αὐτὸ καθ’ ἐξουσία ἐδόθηκε τοῦ Θόαντος στῶν Αἰτωλῶν τὰ πλήθη· κι
εἶχε σαράντα ὁλόμαυρα κατόπι του καράβια. Καὶ τῶν Κρητῶν ἦτο ἀρχηγὸς ὁ ᾽Ιδομενεὺς ὁ ἀνδρεῖος, ὅσους
ἀπόστειλε ἡ Κνωσὸς καὶ ἡ πυργωμένη Γόρτυς καὶ ὁ λευκόγειος Λύκαστος καὶ ἡ Μίλητος καὶ ἡ Λύκτος, τὸ
Ρύτιον καὶ ἡ Φαιστὸς χῶρες λαμπρὲς καὶ ἄλλοι ὁποὺ τὴν ἑκατόμπολιν ἐκατοικοῦσαν Κρήτην· ὅλων αὐτῶν ἦτο
ἀρχηγὸς ὁ ᾽Ιδομενεὺς ὁ ἀνδρεῖος, {{r|650}} καὶ ὁ Μηριόνης ὅμοιος τοῦ ἀνθρωποφόνου ῎Αρη· κι εἶχαν ὀγδόντα
ὁλόμαυρα κατόπι τους καράβια. Καὶ ὁ Τληπόλεμος τρανὸς καὶ ὡραῖος ῾Ηρακλείδης ἐννέα πρύμνες ἔφερνε
Ροδίων περηφάνων ποὺ εἰς τρεῖς μοιράσαν τὸ νησὶ τῆς Ρόδου χῶρες ὅλο τῆς Λίνδου, τῆς ᾽Ιαλισοῦ καὶ τῆς
λευκῆς Καμείρου˙ καὶ τὸν λαμπρὸν Τληπόλεμον ἀπὸ τὸν ῾Ηρακλέα ἡ ᾽Αστυόχη ἐγέννησε, ποὺ ἀπ’ ὅπου τὴν
᾽Εφύραν βρέχει ὁ Σελλήεις ποταμός, τὴν εἶχε πάρει ἐκεῖνος, ἀφοῦ πολλὲς ξολόθρευσε χῶρες ἀνδρῶν ἡρώων·
{{r|660}} καὶ τοῦτος ὁ Τληπόλεμος, ἅμα στὸ σπίτι ἀνδρώθη, ξάφνου τὸν θεῖον μητρικὸν φονεύει τοῦ πατρός
του τὸν γέροντα Λικύμνιον· κι εὐθὺς κατασκευάζει καράβια καὶ ἀφοῦ σύναξε πολλὰ μαζί του πλήθη εἰς τὰ
πελάγη ἐρίχθηκεν, ὀτι τοῦ ῾Ηρακλέους οἱ ἄλλ’ υἱοὶ καὶ ἔγγονοι δεινὰ τὸν φοβερίζαν. Καὶ ἀφοῦ πολὺ
παράδειραν ἐφθάσαν εἰς τὴν Ρόδον καὶ τριμερῶς κατοίκησαν κατὰ φυλὲς τὴν νῆσον, καὶ τοὺς ἀγάπησε ὁ θεὸς
ποὺ σ’ ὅλους βασιλεύει καὶ πλουτισμοῦ τοὺς ἔχυσε πλημμύραν, ὁ Κρονίδης. {{r|670}} Ἀπὸ τὴν Σύμην ὁ Νιρεὺς
καράβια φέρνει τρία, τῆς Ἀγλαΐας ὁ Νιρεὺς καὶ τοῦ Χαρόπου ἀγόρι, ὁποὺ στὸ κάλλος, ὁ Νιρεύς, ἂν ἔλειπε ὁ
Πηλείδης., θὰ ἐπρώτευε τῶν Δαναῶν ὅσ’ ἦλθαν εἰς τὴν Τροίαν· ἀλλὰ ἦταν ἀπόλεμος καὶ ὀλίγους εἶχεν ἄνδρες.
Τοὺς ἄνδρες ἀπ’ τὴν Νίσυρον, τὴν Κάρπαθον, τὴν Κάσον, καὶ ἀπ’ τὲς Καλύδνες καὶ ἀπ’ τὴν Κῶν τὴν πόλιν τοῦ
Εὐρυπύλου ἐδιοικοῦσε ὁ ῎Αντιφος καὶ ὁ Φείδιππος, βλαστάρια τοῦ βασιλέως Θεσσαλοῦ τοῦ γόνου τοῦ
῾Ηρακλέους· κι εἶχαν τριάντα βαθουλὰ κατόπι τους καράβια. {{r|680}} Καὶ ἀπ’ τ’ Ἄργος τὸ Πελασγικὸν ὅσ’
ἦλθαν καὶ ἀπ’ τὴν Ἄλον καὶ ἀπ’ τὴν Τρηχίνα πληθυσμοὶ καὶ ἀπ’ τὴν Ἀλόπην ὅσοι κι ὅσοι ἀπ’ τὴν καλλιγύναικα
῾Ελλάδα καὶ τὴν Φθίαν, καὶ Μυρμιδόνες καὶ Ἀχαιοὶ καὶ ῞Ελληνες λεγόνταν, πενήντα πλοῖα καὶ ἀρχηγὸς εἰς
ὅλους, ὁ Πηλείδης. Ἀπὸ τὸν φρικτὸν πόλεμον ἐσχόλαζαν ἐκεῖνοι, ὅτι δὲν εἶχαν ἀρχηγὸν νὰ τοὺς συντάξ’ εἰς
μάχην, ὡς ἔμενεν ὁ ᾽Αχιλλεὺς στὲς πρύμνες χολωμένος, ἀφ’ ὅτου τὴν καλόκομην τοῦ ἐπῆραν Βρισηίδα, ὁποὺ μ’
ἀγών’ ἀπόκτησεν ὅτ’ ἔριξε τὰ τείχη {{r|690}} τῆς Θήβης καὶ τῆς Λυρνησσοῦ καὶ τ’ ἀνδρειωμέν’ ἀγόρια
᾽Επίστροφον καὶ Μύνητα τοῦ Εὐήνου βασιλέως Σεληπιάδη ἐνίκησεν· μὲ αὐτὸν τὸν πόνον στέκει ἀργός, ἀλλὰ
τὰ ἄρματα νὰ πιάση δὲν θ’ ἀργήση. Ἄνδρες ἡ Πύρασος χλωρή, ποὺ ἡ Δήμητρα ἔχει δάσος, ἡ ῎Ιτων ἡ πολύαρνη
καὶ ἡ Φυλάκη ἐστεῖλαν, καὶ τῆς ᾽Αντρῶνος οἱ γιαλοὶ καὶ ἡ Πτελεὸς χλοώδης· ὁ ἀνδρεῖος Πρωτεσίλαος ἦτο
ἀρχηγός τους πρῶτα· τότε τὸν εἶχε ἡ μαύρη γῆ, καὶ ἔρμη στην Φυλάκην τὸν ᾽μοιρολόγα ἡ χήρα του στὸ ἄκλερό
του σπίτι· {{r|700}} Δαρδάνου ἀκόντι ἐνέκρωσεν αὐτὸν κεῖ ποὺ πηδοῦσε πρῶτος τῶν ἄλλων Ἀχαιῶν ἀπὸ τὴν
πλώρην μόνος· καὶ αὐτὸν ποθοῦσεν ὁ λαός, ἄν κι ἦταν ἀρχηγός τους ἄλλο τοῦ Ἄρη βλάστημα, ὁ ἀνδράγαθος
Ποδάρκης, υἱὸς τοῦ πολυπρόβατου ᾽Ιφίκλου Φυλακίδη καὶ αὐτάδελφος τοῦ ἤρωος λαμπροῦ Πρωτεσιλάου·
ἀλλὰ στὰ χρόνι’ ἀνώτερος, καθὼς καὶ στὴν ἀνδρείαν ἦταν ὁ Πρωτεσίλαος καὶ ἂν ἀρχηγὸν ἐλάβαν, ὅμως
ἐκεῖνον τὸν καλὸν μὲς στὴν καρδιά τους εἶχαν· κι εἷχαν σαράντα ὁλόμαυρα κατόπι τους, καράβια. {{r|710}}
῎Εστειλαν ἄνδρες καὶ οἱ Φερὲς πού ᾽ναι ἡ Βοιβία λίμνη, κι ἡ Βοίβη κι ἡ ᾽Ιαωλκὸς ὡραία καὶ οἱ Γλαφύρες· τοὺς
διοικοῦσ’ ὁ Εὔμηλος κι ἕνδεκα πρύμνες εἶχε· ἡ Ἄλκηστις ἡ ἀσύγκριτη τὸν γέννησε τοῦ Ἀδμήτου, ἡ κόρ’ ἡ
ὡραιότερη ἀπ’ ὅλες τοῦ Πελίου. Τῆς Θαυμακίας στάλθηκαν καὶ τῆς Μηθώνης ἄνδρες τῆς ᾽Ολιζῶνος πετρωτῆς
καὶ ὁμοῦ τῆς Μελιβοίας· καὶ ὁ Φιλοκτήτης ἀρχηγός, ἐξαίσιος τοξότης, μ’ ἑπτὰ καράβια ὁλόμαυρα· κι ἐπάνω
στὸ καθένα ἦσαν τοξότες θαυμαστοὶ πενήντα κουπηλάτες· {{r|720}} ἀλλὰ ἐκεῖνος ἔμενε στὴν Λῆμνον τὴν
ἁγίαν ποὺ τὸν ἀφῆκαν οἱ Ἀχαιοὶ φρικτὰ βασανισμένον ἀπ’ τὴν πληγὴν ποὺ τοῦ ᾽φερεν ὀλέθρια νεροφίδα. ᾽Εκεῖ
θλιμμένος ἔμενεν· ἀλλ’ ἔμελλαν οἱ ᾽Αργεῖοι ὀγρήγορα νὰ ἐνθυμηθοῦν τὸν μέγαν Φιλοκτήτην· καὶ αὐτὸν
ποθοῦσεν ὁ λαός, ἂν κι ἄναρχοι δὲν ἦσαν· ἦταν ὁ Μέδων ἀρχηγός, ἐκεῖνος ὁποὺ νόθον ἀπ’ τὸν Οἰλέα
πορθητὴν ἐγέννησεν ἡ Ρήνη. Κι ὅσοι τῆς Τρίκκης κάτοικοι καὶ τῆς τραχιᾶς ᾽Ιθώμης κι ὅσοι τῆς χώρας κάτοικοι
τοῦ Εὐρύτου Οἰχαλίας, {{r|730}} εἶχαν τριάντα βαθουλὰ καράβια κι ἀρχηγοί τους ἦσαν ὁ Ποδαλείριος κι ὁ
ἀδελφὸς Μαχάων ἰατροὶ καλοί, τοῦ ᾽Ασκληπιοῦ δυὸ τέκνα δοξασμένα. Ὅσοι τ’ ᾽Ορμένιον ἄφησαν τὴν βρύσιν
῾Υπερείας, τ’ ᾽Αστέριον καὶ τὲς κορυφὲς τὲς ἄσπρες τοῦ Τιτάνου, τοὺς διοικοῦσε ὁ Εὐρύπυλος λαμπρὸς
Ιλιάδα (Πολυλάς)/β 15
Εὐαιμονίδης κι εἶχε σαράντα ὁλόμαυρα κατόπι του καράβια. Ἀπὸ Γυρτώνην, Ἄργισσαν, ἀπ’ Ὄρθην, ἀπ’ τὴν
πόλιν ᾽Ηλώνην καὶ ἀπὸ τὴν λευκὴν ᾽Ολοοσσὸν ὅσ’ ἦλθαν, τοὺς διοικοῦσ’ ὁ ἀτρόμητος στὴν μάχην Πολυποίτης,
{{r|740}} ποὺ ἔγγονος ἦταν τοῦ Διὸς κι υἱὸς τοῦ Πειριθόου, μὲ τὸν Πειρίθοο ἡ ξακουστὴ τὸν γέννησ’
῾Ιπποδάμεια, ὅταν ἐκεῖνος πάταξε τὰ δασερὰ θηρία καὶ τά ᾽διωξε ἀπ’ τὸ Πήλιον στὴν χώραν τῶν Αἰθίκων· κι
ἦταν μ’ αὐτὸν συναρχηγοὶ ὁ Λεοντεὺς ἀνδρεῖος κι εἶχαν σαράντα ὁλόμαυρα κατόπι τους καράβια. ῏Ηλθε ἀπ’
τὴν Κύφον ὁ Γουνεὺς μὲ εἰκοσιδύο πρύμνες· εἶχ’ ῾Ενιήνων πληθυσμὸν καὶ Περραιβῶν γενναίων, ὅσοι στὴν
κακοχείμωνην Δωδώνην κατοικῆσαν, {{r|750}} καὶ ὅσοι ἀπ’ τὸν Τιταρήσιον ποτίζουν τοὺς ἀγρούς των, ποὺ
χύνει μὲς στὸν Πηνειὸν τὰ πρόσχαρα νερά του καὶ μὲ τὲς ἀργυρὲς στροφὲς τοῦ Πηνειοῦ δὲν σμίγει καὶ καθαρὸς
ἐπάνωθεν ὡσὰν τὸ λάδι πλέει ὅτι ἀπ’ τὴν Στύγα ἐκόπηκε καὶ αὐτή ᾽ναι μέγας ὅρκος. ῾0 γοργοπόδης Πρόθοος,
υἱὸς τοῦ Τενθρηδόνος, ἦτο ἀρχηγὸς στοὺς Μάγνητες, ποὺ τοῦ κινησιφύλλου Πηλίου καὶ τοῦ Πηνειοῦ τὰ μέρη
ἐκατοικοῦσαν˙ κι εἶχε σαράντα ὁλόμαυρα κατόπι του καράβια. ῏Ησαν αὐτοὶ τῶν Δαναῶν οἱ πρῶτοι
πολεμάρχοι. {{r|760}} Τώρα ποιός ἄνδρας κάλλιστος, ποιός ἵππος ἦτο ἀπ’ ὅσους μὲ τοὺς ᾽Ατρεῖδες
στράτευσαν, σύ, Μούσα, δίδαξέ με· τοῦ Φηρητιάδη ἐπρώτευαν οἱ ἐξαίσιες φοράδες, τὲς ἔζεψεν ὁ Εὔμηλος καὶ
ὡσὰν πουλιὰ πετοῦσαν, ὁμότριχες, ὁμήλικες, μὲ νῶτα σταφνισμένα· τὲς ἔθρεψ’ ὁ ἀργυρότοξος Ἀπόλλων στὴν
Πηρείαν, φυγῆς καὶ τρόμου πρόξενα, δυὸ θηλυκὰ πουλάρια· καὶ τῶν ἀνδρῶν ἐπρώτευεν ὁ Τελαμώνιος Αἴας,
ἐνόσω ἀκόμη ἐθύμωνεν ὁ ἀσύγκριτος Πηλείδης· καὶ σ’ ὅλους πάλι ἐπρώτευαν οἱ ἵπποι τοῦ Ἀχιλλέως. {{r|770}}
᾽Εκεῖνος ἔμενεν ἀργὸς στὰ ποντοπόρα πλοῖα αὐτοῦ νὰ τρέφη τὸν θυμὸν ποὺ εἶχε στὸν ᾽Ατρείδην· κι ἐπάνω
στὴν ἀκρογιαλιὰ τὰ πλήθη διασκεδάζαν μὲ δίσκους, μὲ ἀκόντια, ποὺ ρίχναν καὶ μὲ τόξα, κι οἱ ἵπποι στέκονταν
σιμὰ στ’ ἁμάξι του καθένας κι ἐτρῶγαν βαλτοσέλινα καὶ τρυφερὸ τριφύλλι· κι ἦσαν τ’ ἁμάξια στὲς σκηνές, ὡς
πρέπει, σκεπασμένα· καὶ οἱ κύριοι τὸν ἀρχηγὸν ποθοῦσαν τὸν ἀνδρεῖον καὶ στὸν στρατὸν ἐγύριζαν μακρὰν
ἀπὸ τὴν μάχην. Κι ἐρχόνταν ὡς νὰ ἔβοσκε φωτιὰ στὸν τόπον ὅλον {{r|780}} κι ὅλη ἀποκάτω ἐβόγγα ἡ γῆ, σὰν
ὅταν θυμωμένος ὁ βροντητὴς δέρνει τὴν γῆν ποὺ θλίβει τὸν Τυφώνα, ποὺ λέγουν ὅτι κείτεται στὴν χώραν τῶν
Ἀρίμων, τόσον ἀπ’ τὸν ποδόκτυπον αὐτῶν, ὡς προχωροῦσαν, βογγοῦσε ἡ γῆ, καὶ μὲ σπουδὴν τὴν πεδιάδα
ἐσχίζαν. Καὶ ἀποσταλμένη τοῦ Διὸς ἡ ἀνεμόποδ’ ῎Ιρις ἦλθε τὸ μήνυμα πικρὸ νὰ φέρη ἐκεῖ στοὺς Τρῶας κι
εἶχαν ἐκεῖνοι σύνοδον στὴν θύραν τοῦ Πριάμου συναθροισμένοι ὅλοι μαζὶ καὶ γέροντες καὶ νέοι· σ’ αὐτοὺς
πλησίασε ἡ θεά, καὶ στὴν φωνὴν ὁμοιώθη {{r|790}} μὲ τοῦ Πριάμου τὸν υἱὸν Πολίτην· καὶ τῶν Τρώων αὐτὸς
ἐκάθιζε σκοπός, ὡς ἦταν φτεροπόδης, ψηλὰ στὸν τάφον πόσκεπε τὸν γέροντ’ Αἰσυήτην, κι ἐτήρα πότ’ οἱ
Ἀχαιοὶ θὰ ὁρμοῦσαν ἀπ’ τὰ πλοῖα. Μ’ αὐτὸν ὁμοιώθη στὴν φωνὴν ἡ ῎Ιρις καὶ τοὺς εἶπε: « ῏Ω γέρε, οἱ λόγοι
περισσοὶ σ’ ἀρέσουν, σὰν ἀκόμη νά ᾽χαμε εἰρήνην· κι ἔφθασεν ὥρα φρικτοῦ πολέμου· μάχες ἀνδρῶν εἶδαν
πολλὲς τὰ μάτια μου, ἀλλ’ ἀκόμα τόσον δὲν εἶδα ἐγὼ λαὸν καὶ τόσο ἀνδρειωμένον, ὅτι ὡσὰν φύλλ’ ἀμέτρητον
τωόντι ἢ σὰν τὸν ἄμμον {{r|800}} τοὺς βλέπω ἐδῶ νὰ χύνωνται τὴν πόλιν νὰ κτυπήσουν· ὦ ῞Εκτωρ, ἐσὺ
μάλιστα τὸν λόγον μου ν’ ἀκούσης· ὡς εἶναι οἱ βοηθοὶ πολλοὶ στὴν πόλιν τοῦ Πριάμου καὶ γλῶσσαν ἄλλην
χωριστὴν τὸ κάθε γένος ἔχει, νὰ διοικῆ κάθε ἀρχηγὸς τοὺς ἰδικούς του κάμε καὶ νὰ ὁδηγῆ στὸν πόλεμον μὲ
τάξιν τοὺς πολίτες». Εἶπε καὶ ἀπὸ τὸν ῞Εκτορα γνωρίσθ’ ἡ φωνὴ θεία, κι ἔλυσ’ εὐθὺς τὴν σύνοδον, καὶ
ἀρματωθῆκαν ὅλοι· οἱ πύλες ὅλες ἄνοιξαν, κι ἐχύνονταν τὰ πλήθη πεζοὶ καὶ ἱππεῖς καὶ ἀλαλαγμὸς μεγάλος
ἀκουόνταν. {{r|810}} ᾽Εμπρὸς στὴν πόλιν ὑψηλὴ σηκώνεται μιὰ ράχη στὴν πεδιάδ’ ἀνάμερα κι ἐλεύθερη
τριγύρω καὶ τάφον τῆς πολύσκιρτης Μυρίνας τὴν ἐλέγαν οἱ ἀθάνατοι καὶ Βάτειαν οἱ ἄνθρωποι ὀνομάζαν· ἐκεῖ
ἐξεχωρίσθηκαν οἱ βοηθοὶ καὶ οἱ Τρῶες. Τῶν Τρώων ἦταν ἀρχηγὸς ὁ λοφοσείστης ῞Εκτωρ ὁ Πριαμίδης, καὶ
λαὸς πλιότερος καὶ ἀνδρεῖος στὸ πλάγι του ἐσυντάζονταν γιὰ μάχη διψασμένος. Τῶν Δαρδανίων ἀρχηγὸς ἦτ’ ὁ
λαμπρὸς Αἰνείας· τοῦ ᾽Αγχίση τὸν ἐγέννησεν ἡ ἀσύγκριτη Ἀφροδίτη, {{r|820}} ὁποὺ θεὰ μ’ ἄνδρα θνητὸν στὴν
῎Ιδην ἐκοιμήθη· κι εἶχε κοντὰ συναρχηγοὺς τοῦ ᾽Αντήνορος δύο τέκνα, Ἀρχέλοχον καὶ Ἀκάμαντα στὸν
πόλεμον τεχνίτες. Ἀπὸ τῆς ῎Ιδης τὲς ποδιὲς οἱ Τρῶες τῆς Ζελείας, πλούσιος λαὸς ποὺ τὸ βαθὺ πίνει νερὸ τοῦ
Αἰσήπου, τ’ ἀγόρι τοῦ Λυκάονος τοὺς διοικοῦσ’ ὁ θεῖος ὁ Πάνδαρος, ποὺ ἔλαβε τὸ τόξο ἀπὸ τὸν Φοῖβον. Τῆς
᾽Αδραστείας καὶ ᾽Απαισοῦ καὶ τῆς ψηλῆς Τηρείας καὶ τῆς Πιτύας τοὺς λαοὺς ἐδιοικοῦσαν δύο, ὁ ἄδραστος καὶ
ὁ ῎Αμφιος λινοθωρακισμένος, {{r|830}} τοῦ Περκωσίου Μέροπος υἱοί, τοῦ ἐξόχου μάντη· καὶ νὰ μὴ πᾶν
ἐξόρκιζε ὁ γέρος τὰ παιδιά του στὸν ἀνδροφθόρον πόλεμον· καὶ αὐτοὶ δὲν τὸν ἀκοῦσαν, ὅτ’ οἱ κακὲς τοὺς
ἔσερναν μαύρου θανάτου μοῖρες. Ὅσ’ ἦλθαν ἀπὸ Πράκτιον, ἀπὸ Περκώτην ἄνδρες, ἀπὸ Σηστόν, ἀπ’ ῎Αβυδον
Ιλιάδα (Πολυλάς)/β 16
καὶ ἀπ’ τὴν λαμπρὴν ἀρίσβην, ὁ ῾Υρτακίδης ῎Ασιος τοὺς διοικοῦσε ὁ μέγας. Καὶ αὐτὸν ἀπ’ τὸν Σελλήεντα,
ποτάμι τῆς ἀρίσβης, ἵπποι μεγάλοι ἀστραφτεροὶ ἐφέραν τὸν ἀνδρεῖον. Τὰ γένη ἀκόμη Πελασγῶν καλῶν
κονταρομάχων, {{r|840}} ποὺ τῆς Λαρίσης κατοικοῦν στὰ κάρπιμα πεδία· ὁ ῾Ιππόθοος καὶ ὁ Πύλαιος τὰ
διοικοῦσαν δύο τέκνα τοῦ Λήθου Πελασγοῦ τοῦ Τευταμίδη ἀνδρεῖα. ὁ Ἀκάμας καὶ ὁ Πείροος τοὺς Θρᾶκας
διοικοῦσαν ὅσ’ εἷναι ἀπ’ τὸν ὁρμητικὸν ῾Ελλήσποντον κλεισμένοι. Ὁ Εὔφημος ἦτο ἀρχηγὸς τῶν λογχιστῶν
Κικόνων· τὸν γέννησε ὁ θεοφίλητος ὁ Τροίζηνος Κεάδης. Οἱ τοξοφόροι Παίονες μὲ τὸν Πυραίχμην ἦλθαν
μακρόθε, ἀπὸ τὸν ᾽Αξιόν, πλατύροο ποτάμι τὸ ὡραιότεοο τῆς γῆς, καὶ ἀπὸ τὴν Ἀμυδώνα. {{r|850}} Τοὺς
Παφλαγόνας ἔφερεν ὁ ἀνδρεῖος Πυλαιμένης ἀπὸ τὴν γῆν τῶν ᾽Ενετῶν, π’ ἄγρια μουλάρια τρέφει, τοὺς ἔστειλεν
ἡ Κύτωρος, ἡ Σήσαμος ποὺ ἔχουν στοῦ Παρθενίου τὴν ροὴν λαμπρὲς τὲς κατοικίες, ἡ Κρώμνα καὶ ὁ Αἰγιαλὸς
κι οἱ ἀπόκρημνοι ᾽Ερυθίνοι. Τοὺς ῾Αλιζῶνας ἔφεραν οἱ ᾽Επίστροφος καὶ ῾Οδίος, ὅθεν μακρὰν ὁ ἄργυρος
γεννᾶται, στὴν Ἀλύβην. Ὁ Χρόμις εἶχε τοὺς Μυσοὺς κι ὁ ῎Εννομος ὁ μάντις· καὶ μ’ ὅλην του τὴν μαντικὴν δὲν
ξέφυγε τὴν μοίραν, ἀλλὰ καὶ αὐτὸν ἐφόνευσεν ὁ γρήγορος Πηλείδης {{r|860}} μὲς στὸ ποτάμι, ὅπ’ ἔσφαξε καὶ
τόσους ἄλλους Τρῶας. Τοὺς Φρύγας τοὺς πολεμικοὺς ἀπὸ τὴν Ἀσκανίαν ὁ θεϊκὸς ᾽Ασκάνιος καὶ ὁ Φόρκυς
διοικοῦσαν. Ὁ Ἄντιφος τοὺς Μήονας καὶ ὁ Μέσθλης διοικοῦσαν ποὺ ὁ Ταλαιμένης γέννησε καὶ ἡ Γυγαία
λίμνη· τοὺς Μήονας ποὺ κατοικοῦν εἰς τὲς ποδιὲς τοῦ Τμώλου. Ὁ Νάστης πάλιν τῶν Καρῶν, λαῶν
βαρβαροφώνων, ἦτο ἀρχηγὸς ποὺ τῶν Φθειρῶν τοὺς ἔστειλαν τὰ πλάγια πολύδενδρα καὶ ἡ Μίλητος καὶ οἱ
πέτρες τῆς Μυκάλης δύο τέκνα τοῦ Νομίονος, ἀγόρια παινεμένα, {{r|870}} ἦσαν ἐκείνων οἱ ἀρχηγοί,
Ἀμφίμαχος καὶ Νάστης, ποὺ ὡς κόρη χρυσοστόλιστος στὸν πόλεμον κινοῦσε· μωρὸς καὶ ἀπὸ τὸν θάνατον μὲ
τοῦτον δὲν ἐσώθη, ἀλλὰ νεκρὸν τὸν ἔστρωσεν ὁ τρομερὸς Πηλείδης μὲς στὸ ποτάμι κι ἔπειτα τοῦ ἐπῆρε τὸ
χρυσάφι. Καὶ τοὺς Λυκίους ἔφεραν ὁ Σαρπηδὼν καὶ ὁ Γλαῦκος ἀπ’ τῆς Λυκίας τοὺς ἀγροὺς ὁποὺ ποτίζει ὁ
Ξάνθος.
Ιλιάδα (Πολυλάς)/γ
←Ραψωδία β Ιλιάδα Ραψωδία δ→
Συγγραφέας: Όμηρος
Μεταφραστής: Ιάκωβος
Πολυλάς
Ραψωδία γ
<poem> Καὶ ἀφοῦ σιμὰ στοὺς ἀρχηγοὺς ἐσυνταχθῆκαν ὄλοι, οἱ Τρῶες ἀλαλάζοντας, σὰν τὰ πτηνὰ κινοῦντο·
καθὼς διαβαίνουν γερανοὶ καὶ κρώζουν στὸν αἰθέρα, ὡς φεύγουν τὲς νεροποντὲς καὶ τὸν βαρὺν χειμώνα νὰ
φθάσουν στὸν ᾽Ωκεανόν, κι ἅμα χαράξη ἀρχίζουν πόλεμον φονικότατον στὸ γένος τῶν Πυγμαίων· κι οἱ
᾽Αχαιοί, μ’ ἀνδρειᾶς πνοήν, σιωπηλοὶ κινοῦντο, ἕνας τὸν ἄλλον πρόθυμοι στὴν μάχην νὰ βοηθήσουν, κι ὅπως ὁ
Νότος καταχνιὰ σὲ κορφοβούνι χύνει, ποὺ δὲν ἀρέσει τοῦ βοσκοῦ, κι εἶναι χαρὰ τοῦ κλέφτη. {{r|10}} Καὶ τῆς
νυκτὸς καλύτερη, καὶ τόσ’ εἶναι ἡ μαυρίλα ποὺ κεῖ ποὺ πέτραν ἔριξες μόλις τὸ μάτι φθάνει, ἔτσι πυκνὴ
σηκώνονταν ἀπ’ τὴν ποδοβολή τους ἡ σκόνη, καθὼς ἔσχιζαν γοργὰ τὴν πεδιάδα. Καὶ ὁπόταν ἐπροχώρησαν κι,
ἐβρέθηκαν ἀντίκρυ, ὁ θεϊκὸς Ἀλέξανδρος προμάχιζε τῶν Τρώων· φορεῖ στοὺς ὤμους παρδαλήν, τὸ ξίφος καὶ
τὸ τόξο, στὰ χέρια δυὸ κοντάρϊα τινάζει χαλκοφόρα καὶ τῶν Ἀργείων προκαλεῖ τοὺς πρώτους πολεμάρχους νά
᾽λθουν μ’ αὐτὸν νὰ μετρηθοῦν στὸν φονικὸν ἀγώνα· {{r|20}} κι ὡς ἔρχονταν ἐμπρὸς ἐμπρὸς μὲ διάσκελα
μεγάλα, τὸν νόησεν ὁ ψυχερὸς Μενέλαος κι ἐχάρη, σὰν πεινασμένος λέοντας μεγάλο σῶμ’ ἂν ἔβρη, ἐλάφ’ ἢ
τράγον ἄγριον, καὶ ὁλάκερον τὸν τρώγει, ἂν καὶ τοῦ χύνονται σκυλιὰ κι ἀνδρειωμέν’ ἀγόρια, ὁμοίως ὁ
Μενέλαος ἐχάρη ὡς εἶδ’ ἐμπρός του τὸν θεϊκὸν ᾽Αλέξανδρον, θαρρώντας πού ᾽χε φθάσει ἡ ὥρα νὰ ἐκδικηθῆ
τὸν ἄνομον ἐχθρόν του καὶ ἀπὸ τ’ ἁμάξι ἐπήδησε στὴν γῆν μὲ τ’ ἄρματά του. Καὶ ὁ θεϊκὸς ᾽Αλέξανδρος ἅμ’
εἶδε αὐτὸν ποὺ ἐφάνη {{r|30}} μὲς στοὺς προμάχους, ἡ καρδιὰ τοῦ ἐσπάραξε στὰ στήθη καὶ νὰ σωθῆ
ἐσύρθηκε στὴν μέση τῶν συντρόφων. Σὰν ἄνθρωπος ποὺ ἀπάντησε φίδι κακὸ στὸν λόγγον, γυρίζει ὀπίσω,
τρέμοντας εἰς ὅλα του τὰ μέλη καὶ στρέφει ἀπὸ τὸν δρόμον του στὴν ὄψη κερωμένος, ὁμοίως εἰς τὲς φάλαγγες
Ιλιάδα (Πολυλάς)/γ 17
ἐκρύφθηκε τῶν Τρώων ὁ θεϊκὸς Ἀλέξανδρος νὰ φύγη ἀπ’ τὸν Ἀτρείδην· καὶ ὁ ῞Εκτωρ τὸν ὀνείδισε πικρῶς
ἅμα τὸν εἶδε: « Δύσπαρι, ἐξαίσιε στὴν εἰδή, γυναιμανῆ καὶ πλάνε, ποτὲ νὰ μὴ εἶχες γεννηθῆ ἢ νά ᾽χες ἀποθάνει
{{r|40}} ἄγαμος, κι ὄχι νὰ σὲ ἰδῶ, καθὼς σὲ βλέπω τώρα, νὰ γίνεσ’ ἐξουθένωμα καὶ μίσος τῶν ἀνθρώπων· ἄ!
πόσο θὰ χασκογελοῦν τῶν ᾽Αχαιῶν τὰ πλήθη, ποὺ ἀνδρειωμένον σ’ ἔλεγαν ἀπ’ τὴ λαμπρὴ θωριά σου· καὶ
θάρρος σὺ καὶ δύναμιν στὰ σπλάχνα σου δὲν ἔχεις· τέτοιος ὡς εἶσαι ἐτόλμησες μὲ ποντοπόρα πλοῖα καὶ μὲ
συντρόφους διαλεκτοὺς τὰ πέλαγα νὰ σχίσης καὶ νὰ πατήσης ξένων γῆν, κι ἀπὸ μακρινὰ μέρη, νὰ φέρης
ὡραιότατην νύφην ἀνδρῶν ἡρώων καὶ τοῦ πατρός σου συμφορὰ καὶ τῆς πατρίδος ὅλης, {{r|50}} χαρὰ μεγάλη
τῶν ἐχθρῶν, δική σου καταισχύνη; Γιατὶ δὲν στέκεσ’ ἔμπροσθεν τοῦ ἀνδρείου Μενελάου, τότε νὰ ἰδῆς τίνος
ἀνδρὸς τὴν νύφην ἀγκαλιάζεις; Κιθάρα, ἀκόμη κι ὀμορφιὰ καὶ ὅσες χάρες ἔχεις τῆς Ἀφροδίτης, θὰ χαθοῦν, ἂν
κυλιστῆς στὸ χῶμα· ἄχ! τόσα ἔπραξες κακὰ πού, ἂν εἶχαν αἷμα οἱ Τρῶες, θὰ ἐφοροῦσε πέτρινον χιτώνα τὸ
κορμί σου». Κι ὁ θεϊκὸς Ἀλέξανδρος τοῦ ἀπάντησε καὶ εἶπε: «῞Εκτορ᾽, ἀφοῦ μὲ δίκαιον μὲ ψέγεις κι ὄχι
ἀδίκως, — εἶναι ἡ καρδιά σου ἀμάλακτη σὰν τὴν σκληρὴν ἀξίνη {{r|60}} ποὺ σχίζει δέντρο δυνατὸ στοῦ
ξυλουργοῦ τὸ χέρι κι εἶναι στὴν τέχνην βοηθὸς καὶ στὴν ὁρμὴν τοῦ ἀνθρώπου· ὁμοίως εἷναι ἀτρόμητος στὰ
στήθη μέσα ὁ νοῦς σου — τὰ γλυκὰ δῶρα τῆς χρυσῆς θεᾶς μὴ μοῦ ὀνειδίζης ποιὸς θ’ ἀψηφήση τὰ λαμπρὰ τῶν
ἀθανάτων δῶρα; Καὶ στανικῶς δὲν παίρνονται, τὰ δίδ’ ἡ θέλησίς των καὶ τώρα ἐὰν ἐπιθυμᾶς ἐγὼ νὰ
πολεμήσω, τοὺς Τρῶας καὶ τοὺς ᾽Αχαιούς, σὺ κάμε νὰ ἡσυχάσουν καὶ βάλτε τὸν Μενέλαον κι ἐμὲ ν’
ἀγωνισθοῦμε γιὰ τὴν ῾Ελένην κι ὅλους της τοὺς θησαυροὺς οἱ δύο· {{r|70}} καὶ αὐτὸς ποὺ θά ᾽βγη νικητής,
στὰ γονικά του ἄς πάρη τὴν νέαν καὶ τοὺς θησαυρούς, καὶ σεῖς οἱ ἄλλοι ὀμόστε εἰρήνην καὶ τὴν κάρπιμην
Τρωάδα μας χαρῆτε. Κι ἐκεῖνοι στὴν πατρίδα τους, στὸ ἱπποτρόφον ῎Αργος καὶ στὴν ὀμορφοπάρθενην ἂς
γύρουν ᾽Αχαΐαν». Εἶπε, κι ὁ ῞Εκτωρ χάρηκε στὸν λόγον καὶ στὴν μέσην ἐβγῆκε κι ἐσταμάτησε τὲς φάλαγγες
τῶν Τρώων μὲ τὸ κοντάρι, καὶ ὅλα εὐθὺς ἐκάθισαν τὰ πλήθη, καὶ οἱ καλλίκομοι Ἀχαιοί, καθὼς ἐπροχωροῦσε,
μὲ τόξα τὸν σημάδευσαν, μ’ ἀκόντια, μὲ λιθάρια· {{r|80}} καὶ τρανὴν ἔσυρε φωνὴν ὁ μέγας ᾽Αγαμέμνων: «
Σταθῆτε, ᾽Αργεῖοι, παύσετε, τῶν ᾽Αχαιῶν ἀγόρια, κάτι νὰ εἰπῆ, θέλει σ’ ἐμᾶς ὁ λοφοσείστης ῞Εκτωρ». Αὐτὰ
εἶπε κι ἐλούφαξαν τὰ πλήθη στὴν φωνήν του· τότε στὴν μέσην τῶν στρατῶν ὁμίλησεν ὁ Ἕκτωρ: « Σεῖς Τρῶες
καὶ σεῖς Ἀχαιοί, ἀκοῦστε ὅ,τι προβάλλει ὁ ᾽Αλέξανδρος, αὐτὸς ἀρχὴ τοῦ φοβεροῦ πολέμου· οἱ Τρῶες ὅλοι κι οἱ
Ἀχαιοὶ σᾶς λέγει ν’ ἀποθέσουν τὰ λαμπρὰ ἄρματα χαμαὶ στὴν γῆν τὴν πολυθρέπτραν· κι αὐτὸς καὶ ὁ Μενέλαος
ν’ ἀγωνισθοῦν στὴν μέσην {{r|90}} γιὰ τὴν ῾Ελένην κι ὅλους της τοὺς θησαυρούς της μόνοι, κι ὅποιος φανῆ
καλύτερος καὶ τὸν δοξάσ’ ἡ νίκη, τὴν νέαν καὶ τοὺς θησαυροὺς στὰ γονικά του ἂς πάρη, οἱ ἄλλοι μὲ ὅρκους
στερεοὺς νὰ κλείσωμεν ἀγάπην». Αὐτὰ εἶπε, κι ἐσίγησαν, ἄφωνοι ἐμεῖναν ὅλοι. Καὶ ὁ ψυχερὸς Μενέλαος τὸν
λόγον πῆρε κι εἶπε: « Τώρα ν’ ἀκούσετε κι ἐμέ, ποὺ ἐξόχως θλίβει ὁ πόνος νὰ χωρισθῆτ’ ἦλθ’ ὁ καιρός, κι ἐγὼ
τὸ βλέπω, Ἀργεῖοι καὶ Τρῶες, ἀφοῦ ἐπάθετε τόσα κακὰ γιὰ μένα ἀπὸ τὴν ἔχθραν π’ ἄναψεν ἡ πρᾶξις τοῦ
Ἀλεξάνδρου· {{r|100}} καὶ σ’ ὅποιον ὅρισε ἀπὸ ἐμᾶς τὸν θάνατον ἡ μοίρα, ἂς ἀποθάνη καὶ οἱ λοιποὶ μἐ
ἀγάπην χωρισθῆτε˙ καὶ ἀρνάδα ὁλόμαυρην τῆς Γῆς, κάτασπρο ἀρνὶ τοῦ ῾Ηλίου φέρετε σεῖς, καὶ τοῦ Διὸς ἐμεῖς
θὰ φέρωμ’ ἄλλο καὶ ἄς ἔλθη ὁ Πρίαμος, αὐτὸς νὰ κάμη τὴν θυσίαν τῶν ὅρκων, ὅτ’ εἶναι ἄπιστα καὶ αὐθάδη τὰ
παιδιά του, μὴν ἀσεβήσουν ἄνομα στοὺς ὅρκους τοῦ Κρονίδη. Γνωρίζουμε ποὺ ἀνάερος ὁ νοῦς τῶν νέων εἶναι·
καὶ ὅπου εἶναι γέροι καὶ τὰ ἐμπρὸς καὶ τὰ κατόπι βλέπουν, κι ὅ,τι συμφέρει προνοοῦν στό ᾽να καὶ στ’ ἄλλο
μέρος». {{r|110}} Αὐτὰ εἶπε κι ἐχάρηκαν οἱ Ἀχαιοὶ καὶ οἱ Τρῶες, ὡς ἔλπιζαν τὸ ξύφασμα τοῦ ὀδυνηροῦ
πολέμου. Καὶ ἀράδιασαν τ’ ἁμάξια τους, ἐκατεβῆκαν ὅλοι, τὰ ἄρματά τους ἔβγαλαν καὶ τ’ ἀποθέσαν χάμου οἱ
δυὸ στρατοὶ καὶ διάστημα τοὺς χώριζεν ὀλίγο˙ καὶ ἀπόστειλε δυὸ κήρυκες ὁ ῞Εκτωρ εἰς τὴν πόλιν κεῖθεν νὰ
φέρουν τὰ σφακτὰ καὶ ἀμέσως νὰ καλέσουν τὸν Πρίαμον· καὶ ἀπόστειλεν ὁ μέγας Ἀγαμέμνων στὰ πλοῖα τὸν
Ταλθύβιον νὰ φέρη τὸ κριάρι· καὶ ὑπάκουσε ὁ Ταλθύβιος στὸν κραταιὸν ᾽Ατρείδην. {{r|120}} Μηνύτρα στὴν
λευκόχερην ῾Ελένην ἦλθ’ ἡ ῎Ιρις καὶ ὁμοιώθη μὲ τὴν ἀδελφὴν τοῦ ἀνδρός της Λαοδίκην, πού ᾽χε τὸν
῾Ελικάωνα Ἀντηνορίδην ἄνδρα ἀπ’ ὅλες ὡραιότερη τὲς κόρες τοῦ Πριάμου. Τὴν ἦβρεν ὁποὺ ὕφαινε διπλὸ
μεγάλο ὑφάδι πορφύριο κι ἐπάνω του κεντοῦσε τοὺς πολέμους τῶν χαλκοφόρων Ἀχαιῶν, τῶν ἱπποδάμων
Τρώων ποὺ ἐξ ἀφορμῆς της ἀπαρχῆς ἐκεῖνοι ἐπολεμοῦσαν. ᾽Εστάθηκ’ ἡ γοργόποδη θεὰ ἐμπρός της κι εἶπε: «
῎Ελα, γλυκιά μου, πράγματα νὰ ἰδῆς καὶ νὰ θαυμάσης {{r|130}} τῶν χαλκοφόρων Ἀχαιῶν, τῶν ἱπποδάμων
Τρώων, αὐτοὶ ποὺ τὸν πολύθρηνον ἀγώνα τοῦ πολέμου ν’ ἀρχίσουν ἦσαν πρόθυμοι, τώρα ἡσυχάζουν ὅλοι˙
Ιλιάδα (Πολυλάς)/γ 18
ἔπαυσ’ ὁ πόλεμος καὶ αὐτοῦ γυρμένοι στὲς ἀσπίδες κάθονται κι ἔστησαν ὀρθὰ σιμά τους τὰ κοντάρια, κι ὁ
ψυχερὸς Μενέλαος κι ὁ Πάρις ἐκεῖ κάτω μὲ τὰ μακριὰ κοντάρια τους γιὰ σὲ θὰ πολεμήσουν· καὶ ὁ νικητὴς
ὁμόκλινην θὰ σ’ ἔχη ἀγαπημένην». Εἶπε ἡ θεὰ καὶ τρυφερὴν τῆς βάζει ἐπιθυμίαν τοῦ πρώτου ἀνδρός, τῆς
χώρας της καὶ τῶν γλυκῶν γονέων. {{r|140}} Κι εὐθὺς ἀπὸ τὸν θάλαμον μ’ ἕνα λευκὸ μαγνάδι ἡ ῾Ελένη ἐχύθη
καὶ θερμὰ τὰ δάκρυα της κυλοῦσαν. Καὶ δύο της θεράπαινες, ἡ κόρη τοῦ Πιτθέως Αἴθρα καὶ ἡ μεγαλόφθαλμη
Κλυμένη ἀκολουθοῦσαν. Καὶ τῶν Σκαιῶν Πυλῶν εὐθὺς τὸν πύργον ἀνεβῆκαν. Καὶ ὁ Πρίαμος, ὁ Πάνθοος, ὁ
Λάμπος, ὁ Θυμοίτης, ὁ ῾Ικετάων, βλάστημα τοῦ Ἄρη, καὶ ὁ Κλυτίος, καὶ δύο φρονιμότατοι ᾽Αντήνωρ καὶ
Οὐκαλέγων, ὅλοι τῶν Τρώων ἀρχηγοὶ καὶ σύμβουλοι ἐκαθόνταν στὸν πύργον τῶν Σκαιῶν Πυλῶν, ποὺ
γέροντες ὡς ἦσαν {{r|150}} εἶχαν ἀφήσει τ’ ἄρματα, ἀλλ’ ἦσαν δημηγόροι ἐξαίρετοι καὶ ὁμοίαζαν τοὺς
τσίτσικες ποὺ χύνουν ἀπὸ τὸ πυκνὸ φύλλωμα τὴν ἱλαρὴ λαλιά τους. Κι ἅμ’ εἶδαν, ὡς ἐσίμωνε στὸν πύργον τὴν
῾Ελένην, συνομιλοῦσαν σιγανὰ μὲ λόγια πτερωμένα: « Κρίμα δὲν ἔχουν οἱ ᾽Αχαιοί, δὲν ἔχουν κρίμα οἱ Τρῶες
χάριν ὁμοίας γυναικὸς τόσον καιρὸν νὰ πάσχουν· τωόντι ὁμοιάζει ὡσὰν θεᾶς ἡ τρομερὴ θωριά της· ἀλλὰ καὶ
ὡς εἶναι ἀσύγκριτη καλύτερα νὰ φύγη παρὰ νὰ μείνη συμφορὰ σ’ ἐμᾶς καὶ στὰ παιδιά μας». {{r|160}} Καὶ ὁ
Πρίαμος ἐκάλεσε σιμά του τὴν ῾Ελένην: « Προχώρησε, παιδί μου, ἐδῶ κοντά μου νὰ καθίσης τὸν πρῶτον
ἄνδρα σου νὰ ἰδῆς, τοὺς συγγενεῖς καὶ φίλους· σὺ δὲν μοῦ πταίεις, οἱ θεοὶ μοῦ πταίουν, ὁποὺ ἐκεῖνοι μ’ ἔριξαν
στὸν πολύθρηνον τῶν Ἀχαιῶν ἀγώνα· κι ἐκεῖνον τὸν θεόρατον νὰ μοῦ ὀνομάσης ἄνδρα ποὺ ἀνάμεσα τῶν
Ἀχαιῶν τόσο λαμπρὰ φαντάζει. Ἀλήθεια, στὸ ἀνάστημα τὸν ὑπερβαίνουν κι ἄλλοι, ἀλλ’ ἄνδρα ὡς αὐτὸν καλὸν
καὶ σεβαστὸν δὲν εἶδα εἰς τὴν ζωήν μου· φαίνεται τωόντι βασιλέας». {{r|170}} Καὶ πρὸς αὐτὸν ἀπάντησεν ἡ
῾Ελένη γυνὴ θεία: « Σέβας καὶ φόβον, ὦ γλυκέ, σοῦ ἔχω, πενθερέ μου· κάλλιο νὰ εἶχα σκοτωθῆ, παρὰ νὰ φύγ᾽,
ὀιμένα, μὲ τὸν υἱόν σου, ἀφήνοντας τὸν θάλαμον, τοὺς φίλους, τὲς τρυφερές μου ὁμήλικες, τὴν μόνην
θυγατέρα· ἀλλ’ ἔζησα· νὰ φθείρεται στὰ κλάιματα ἡ ζωή μου. Ἀλλὰ σ’ αὐτὸ ποὺ μ’ ἐρωτᾶς ἐγὼ θὰ σοῦ
ἀπαντήσω. Ἐκεῖνος εἶναι ὁ κραταιὸς ᾽Ατρείδης ᾽Αγαμέμνων, συνάμα βασιλιὰς καλὸς καὶ ἀνδρεῖος πολεμάρχος
καὶ ἀνδράδελφον, ἕναν καιρόν, ἐγὼ τὸν εἶχα ἡ σκύλα»! {{r|180}} Καὶ ὁ γέρος τὸ ἐθαύμασε καὶ εἶπε: «
Εὐτυχισμένε Ἀτρείδη, θεαγάπητε, καλόμοιρε, τωόντι σοῦ πρέπει τόσων ᾽Αχαιῶν ἐσὺ νὰ βασιλεύης· καὶ στῆς
Φρυγίας μιὰ φορὰ τ’ ἀμπελοφόρα μέρη ἐπῆγα κι εἶδα πληθυσμὸν Φρυγῶν τῶν ἱππομάχων, ποὺ τότ’
ἐστρατοπέδευαν στὲς ὄχθες τοῦ Σαγγάρου, τοῦ θείου Μύγδονος λαοὶ συνάμα καὶ τοῦ ᾽Οτρέως, ὅτι βοηθός τους
ἔφθασα κι ἐγὼ νὰ πολεμήσω, ὅταν αὐτοὶ τὲς ἴσανδρες κτυποῦσαν Ἀμαζόνες· ἀλλ’ ἦσαν ὀλιγότερει τῶν Ἀχαιῶν
ἐκεῖνοι». {{r|190}} Εἶδε κατόπι ὁ Πρίαμος τὸν ᾽Οδυσσέα κι εἶπε: « Παιδί μου, τώρα λέγε μου ποιός εἶναι πάλι
ἐκεῖνος˙ τοῦ Ἀτρείδη Ἀγαμέμνονος στ’ ἀνάστημα δὲν φθάνει, ἀλλ’ ἔχει αὐτὸς πλατύτερα τὰ στήθη καὶ τοὺς
ὤμους. Ἄφησε κάτω τ’ ἄρματα στὴν γῆν τὴ πολυθρέπτραν, καὶ μόνος περιφέρεται στὲς τάξεις τῶν ἀνδρείων·
τὸν παρομοιάζω μὲ τρανὸ δασύμαλλο κριάρι, ὁποὺ διαβαίνει ἀπέραντην κοπὴν λευκῶν προβάτων». ῾Η ῾Ελένη
κόρη τοῦ Διὸς σ’ ἐκεῖνον ἀπαντοῦσε: « Αὐτὸς εἶναι ὁ πολύβουλος Λαερτιάδης ᾽Οδυσσέας {{r|200}} ὁποὺ
ἀνετράφη στὸ νησὶ τῆς πετρωτῆς ᾽Ιθάκης καὶ πολλοὺς δόλους καὶ ἄπειρα σοφίσματα γνωρίζει». Καὶ πρὸς
αὐτὴν ἀπάντησεν ὁ συνετὸς Ἀντήνωρ: « Λόγον τωόντι ἀληθινόν, ὦ δέσποινα, μᾶς εἶπες· γιατ’ ἦλθ’ ἐκεῖνος
ἄλλοτε γιὰ σέν’ ἀποσταλμένος ἐδῶ μὲ τὸν Μενέλαον καὶ φιλικὰ στὸ σπίτι τοὺς δέχθηκα κι ἐγνώρισα τὴν πλάση
καὶ τῶν δύο καὶ τὴν μεγάλην σύνεσιν· ἀλλ’ ὅταν ἐσταθῆκαν τῶν Τρώων εἰς τὴν σύνοδον ὁ Ἀτρείδης τὸν
περνοῦσε μὲ τοὺς μεγάλους ὤμους του καὶ ὀτ’ ἦσαν καθισμένοι {{r|210}} ἐφάνη σεβαστότερος ὁ θεῖος
᾽Οδυσσέας· ἀλλ’ ὅταν λόγους συνετοὺς νὰ εἰποῦν στὰ πλήθη ἀρχίσαν, γοργότατα ὁ Μενέλαος καὶ σύντομα
ὁμιλοῦσε, ἀλλὰ κοφτά, γλυκὰ πολύ, χωρὶς στιγμὴν νὰ φύγη ἀπ’ τὸν σκοπόν, νεώτερος ἂν κι ἦταν τοῦ
᾽Οδυσσέα· ἀλλ’ ὅταν ὁ πολύβουλος σηκώθηκε ᾽Οδυσσέας, στέκονταν μὲ τὰ μάτια του στὴ γῆ προσηλωμένα, καὶ
μήτ’ ἐμπρὸς τὸ σκῆπτρο του κινοῦσε μήτ’ ὀπίσω καὶ τὸ βαστοῦσε ἀσάλευτο σὰν πράξη νὰ μὴν εἶχε, θά ᾽λεγες
πού ᾽ναι ἕνας μωρὸς κι ἀπὸ χολὴν γεμάτος. {{r|220}} Ἀλλ’ ἅμ’ ἀπὸ τὰ στήθη του βγῆκε ἡ φωνὴ ἡ μεγάλη καὶ
ὡσὰν πυκνὲς χιονόψιχες οἱ λόγοι του πετιόνταν, θνητὸς δὲν ἦταν ἄξιος νὰ μετρηθῆ μ’ ἐκεῖνον· καὶ τότε δὲν μᾶς
ξίπασεν ἡ ὄψις του ὡσὰν πρῶτα». Καὶ τρίτον εἶδ’ ὁ γέροντας τὸν Αἴαντα κι ἐρώτα: « Καὶ αὐτὸς ποιός εἶν’ ὁ
ἐξαίσιος ποὺ τοὺς μεγάλους ὥμους ὑψώνει καὶ τὴν κεφαλὴν ἐπάνω τῶν Ἀργείων »; Ἀπάντησε ἡ μακρόπεπλη
῾Ελένη γυνὴ θεία: « Ὁ Αἴας ὁ γιγάντινος, τῶν Ἀχαιῶν ὁ στύλος· πλησίον στέκει ὡσὰν θεὸς μὲς στῶν Κρητῶν
τὰ πλήθη {{r|230}} ὁ ᾽Ιδομενεὺς καὶ ὁλόγυρα οἱ Κρῆτες πολεμάρχοι· συχνὰ τὸν φιλοξένησε στὸ σπίτι μας ὁ
Ιλιάδα (Πολυλάς)/γ 19
ἀνδρεῖος Μενέλαος, ὅτ’ ἔρχονταν ἐκεῖνος ἀπ’ τὴν Κρήτην˙ κι ὅλους τοὺς ἄλλους ᾽Αχαιοὺς καὶ βλέπω καὶ
γνωρίζω καὶ θὰ ἠμποροῦσ’ ἀλάθευτα νὰ εἰπῶ τὰ ὀνόματά τους, καὶ δύο μόνον βασιλεῖς νὰ ἰδῶ δὲν κατορθώνω
τὸν Κάστορα ἱπποδαμαστήν, τὸν πύκτην Πολυδεύκην· κι εἶναι ἀδελφοί μου, ἀπὸ μιὰ μητέρα γεννημένοι·
μήπως στὴν Λακεδαίμονα τὴν ποθητὴν ἐμεῖναν, ἢ μὲ τοὺς ἄλλους ἔφθασαν κι ἐκεῖνοι στὴν Τρωάδα, {{r|240}}
ἀλλὰ δὲν θέλουν νὰ φανοῦν στὲς μάχες τῶν ἀνδρείων, μὴν πάρουν ἀπὸ τ’ ὄνειδος καὶ ἀπὸ τὴν ἐντροπή μου »;
Αὐτά ᾽λεγε καὶ ἀπὸ καιρὸν τοὺς εἶχε ἡ γῆ σκεπάσει ἐκεῖ στὴν Λακεδαίμονα, στὴν ποθητὴν πατρίδα. Καὶ οἱ
κήρυκες τὲς προσφορὲς τῆς ἔνορκης θυσίας, δύο κριάρια κι ἕν’ ἀσκὶ γλυκὸ κρασὶ γεμάτο, μέσ’ ἀπ’ τὴν πόλιν
ἔφερναν· καὶ ὁ κήρυξ ὁ ᾽Ιδαῖος ἕναν κρατήρα ὁλόκληρον μὲ τὰ χρυσὰ ποτήρια. Κι ἐσίμωσε στὸν γέροντα καὶ
τὸν παρακινοῦσε: « Σήκω», τοῦ εἷπε, « ὦ Πρίαμε, σὲ προσκαλοῦν οἱ πρῶτοι {{r|250}} τῶν Τρώων καὶ τῶν
᾽Αχαιῶν νὰ κατεβῆς νὰ κάμης μ’ αὐτοὺς θυσίαν ἔνορκην˙ θὰ πολεμήσουν τώρα ὁ Πάρις καὶ ὁ Μενέλαος μὲ τὰ
μακριὰ κοντάρια· καὶ ὅποιος νικήση ἀπὸ τοὺς δυὸ θὰ λάβη τὴν ῾Ελένην μὲ ὅσους ἔχει θησαυρούς· κι ἐμεῖς οἱ
ἄλλ’ εἰρήνην θὰ ὁμόσωμεν ἀσάλευτην καὶ θὰ χαροῦν οἱ Τρῶες τὴν κάρπιμη Τρωάδα τους κι ἐκεῖνοι ὀπίσω στ’
Ἄργος καὶ στὴν ὀμορφοπάρθενην θὰ γύρουν Ἀχαΐαν». Καὶ ὁ γέροντας ἐπάγωσε καὶ τῶν συντρόφων εἶπε εὐθὺς
νὰ ζέψουν τ’ ἄλογα καὶ ἀνέβηκε μαζί του {{r|260}} ὁ Ἀντήνωρ εἰς τὴν ἅμαξαν καὶ ὁ Πρίαμος ὀπίσω τὰ
χαλινάρια ἐτέντωνε καὶ τ’ ἄλογα τοὺς φέραν ἀπὸ τὲς Πύλες τὲς Σκαιὲς στὴν πεδιάδα κάτω· καὶ ἅμ’ ἔφθασαν
εἰς τοὺς στρατοὺς κατέβηκαν καὶ οἱ δύο κι ἐβάδιζαν ἀνάμεσα τῶν ᾽Αχαιῶν καὶ Τρώων. Σηκώθη τότε ὁ
κραταιὸς ᾽Ατρείδης καὶ σιμά του σηκώθη ὁ θεῖος ᾽Οδυσσεύς· οἱ κήρυκες ἐφέραν τῶν θείων ὅρκων τὰ σφαχτὰ
καὶ ἀφοῦ μὲς στὸν κρατήρα ἐσυγκεράσαν τὸ κρασί, τὸ νίψιμο κατόπι εἰς τὲς παλάμες ἔχυναν τῶν θείων
βασιλέων· {{r|270}} κι ἔσυρ’ ὁ Ἀτρείδης μάχαιραν ποὺ πάντοτ’ ἐκρεμόταν εἰς τὴν λαβὴν τοῦ ξίφους του καὶ
ἀπόκοψε τὲς τρίχες ἀπ’ τῶν κριῶν τὲς κεφαλές, καὶ ἀφοῦ τὲς διαμοιράσαν οἱ κήρυκες στοὺς ἀρχηγοὺς τῶν
Ἀχαιῶν καὶ Τρώων, ψηλὰ τὰ χέρια σήκωσεν ὁ Ἀτρείδης κι ἐδεήθη: « Δία πατέρα, δοξαστέ, μεγάλε, ὅπου
δεσπόζεις ἀπὸ τὴν ῎Ιδην, κι ῞Ηλιε, ποὺ ἀκοῦς καὶ βλέπεις ὅλα, καὶ ποταμοί, καὶ γῆ, καὶ σεῖς θεοί, ποὺ ἐκεῖ
στὸν Ἅδη κάθ’ ἐπιόρκου τὴν ψυχὴν ὡς πρέπει τιμωρεῖτε, γίνεσθε τώρα μάρτυρες καὶ φύλακες τῶν ὅρκων·
{{r|280}} ἀνίσως τὸν Μενέλαον ὁ Πάρις θανατώση μὲ ὅλους της τοὺς θησαυροὺς θὰ ἔχη τὴν ῾Ελένην κι ἐδῶθ’
ἐμεῖς θὰ φύγουμε μὲ τὰ γοργὰ καράβια· κι ἂν ὁ ξανθὸς Μενέλαος τὸν Πάριν θανατώση ἐκείνην μὲ τοὺς
θησαυροὺς οἱ Τρῶες θ’ ἀποδώσουν καὶ θὰ πληρώσουν πρόστιμον, ὡς πρέπει τῶν Ἀργείων, ποὺ καὶ στὲς ἄλλες
γενεὲς νὰ φθάση τ’ ἄκουσμά του, κι ἂν ὕστερ’ ἀπ’ τὸν θάνατον τοῦ Πάριδος δὲν θέλουν νὰ τὸ πληρώση ὁ
Πρίαμος καὶ οἱ παῖδες τοῦ Πριάμου, θὰ μείνω ἐδῶ τὸν πόλεμον ν’ ἀκολουθήσ’ ὡσότου {{r|290}} μοῦ πληρωθῆ
τὸ πρόστιμο καὶ βρῶ τοῦ ἀγῶνος ἄκρην». Εἶπε καὶ μὲ τὸ ἀλύπητο μαχαίρι τὰ κριάρια ἔσφαξε καὶ σπαρταριστὰ
ξαπλώθηκαν στὸ χῶμα χωρὶς πνοήν, ἅμα ὁ χαλκὸς τὴν δύναμιν τοὺς πῆρε· καὶ ἀπ’ τὸν κρατήρα παίρνοντας
κρασὶ μὲ τὰ ποτήρια τὸ χύναν καὶ προσεύχονταν καὶ ᾽Αχαιοὶ καὶ Τρῶες καὶ αὐτὲς προφέρναν τὲς εὐχές: « ῏Ω
ὕψιστε Κρονίδη, καὶ ὅλοι οἱ ἀθάνατοι θεοί, τῶν δολερῶν ποὺ πρῶτοι ἐπιορκήσουν ὁ μυελὸς νὰ ρεύση καθὼς
ρέει τοῦτ’ ὁποὺ χύνω τὸ κρασί, καὶ αὐτῶν καὶ τῶν παιδιῶν τους {{r|300}} καὶ ἀγκάλες ἄλλων νὰ χαροῦν τὰ
ἔρμα θηλυκά τους». Εἶπαν, ἀλλ’ ὅμως τὴν εὐχὴν δὲν ἔστερξε ὁ Κρονίδης. Καὶ ὁ Δαρδανίδης Πρίαμος ἐμπρὸς
εἰς ὅλους εἶπε: « Ἀκούσετέ με, Ἀχαιοί, ἀκούσετέ με, Τρῶες, θὰ γύρω ἐγὼ στὴν ῎Ιλιον τὴν πολυανεμισμένην, ὅτι
ἡ καρδιὰ δὲν μοῦ βαστᾶ τὸν ποθητὸν υἱόν μου νὰ ἰδῶ μὲ τὸν Μενέλαον στὸν φονικὸν ἀγώνα· μόν’ οἱ ἀθάνατοι
θεοὶ κι ἐξόχως ὁ Κρονίδης γνωρίζ’ εἰς ποῖον διόρισε τὸν θάνατον ἡ μοίρα». Εἶπε, στ’ ἁμάξι τοὺς κριοὺς ἐπῆρε ὁ
θεῖος ἄνδρας, {{r|310}} ἀνέβη καὶ τοὺς χαλινοὺς ἐτέντωσεν ὀπίσω, καὶ πλαγινός του ἐκάθισεν ὁ Ἀντήνωρ εἰς
τ’ ἁμάξι. Κι ἐνῶ τοῦτοι στὴν ῎Ιλιον ὀπίσω ἀναχωροῦσαν, μὲ τὸν Πριαμίδην ῞Εκτορα ὁ θεῖος ᾽Οδυσσέας τὸν
τόπον πρῶτα ἐμέτρησαν, λαχνοὺς κατόπι ἐπῆραν καὶ μέσα εἰς κράνος χάλκινο τοὺς τίναζαν νὰ δείξη τὴν
λόγχην ποιὸς ἀπὸ τοὺς δυὸ θὲ ν’ ἀκοντίση πρῶτος· καὶ τῶν θεῶν εὐχήθηκε μὲ χέρια σηκωμένα ὁ λαὸς ὅλος κι
ἔλεγαν καὶ Ἀχαιοὶ καὶ Τρῶες: « Δία πατέρα, δοξαστέ, μεγάλε, ποὺ δεσπόζεις {{r|320}} ἀπὸ τὴν ῎Ιδην, κάμε σὺ
νὰ κατεβῆ στὸν Ἅδη ἐκεῖνος ποὺ πρῶτ’ ἄναψε τὴν ἔχθραν μεταξύ μας· καὶ αὐτοὺς σ’ ἐμᾶς στερέωνε τοὺς
ὅρκους τῆς ἀγάπης». Καὶ τοὺς λαχνοὺς ἐτίναζεν ὁ μέγας Πριαμίδης κι ἔβλεπε ὀπίσω· καὶ ὁ λαχνὸς πετάχθη
τοῦ Ἀλεξάνδρου· καὶ τότε χάμω ἐκάθισαν σειρὲς σειρὲς τὰ πλήθη καθένας εἰς τοὺς ἵππους του σιμὰ καὶ στ’
ἄρματά του. Κι ἔβαλε τὴν ὑπέρλαμπρην ἀρματωσιά του ὁ θεῖος Ἀλέξανδρος, ὁ σύγκλινος τῆς ὄμορφης
῾Ελένης. Τὰ σκέλη πρῶτα μὲ λαμπρὲς κνημίδες περιζώνει, {{r|330}} μὲ τὲς περόνες ἀργυρὲς καλὰ
Ιλιάδα (Πολυλάς)/γ 20
θηλυκωμένες, μὲ θώρακα τοῦ ἀδελφοῦ Λυκάονος ὡραῖον, ποὺ στὸ κορμί του ἐταίριαζε, τὸ στῆθος περικλείει-
ξίφος ἀσημοκόμπωτον ἐκρέμασε ἀπ’ τοὺς ὤμους χάλκινον, κι ἔπειτα τρανὴν βαρύτατην ἀσπίδα. Εἰς τὴν
ἀνδρείαν κεφαλὴν καλὸν ἔβαλε κράνος καὶ μὲ τὴν χαίτην σείονταν φρικτὸς. ἐπάν’ ὁ λόφος καὶ ἁρμόδιο στὴν
παλάμην του δεινὸ κοντάρι ἐπῆρε. Παρόμοια φόρεσ’ ἄρματα καὶ ὁ ψυχερὸς ᾽Ατρείδης. Καὶ ἀφοῦ μακρὰν τοῦ
πληθυσμοῦ καὶ οἱ δυὸ θωρακισθῆκαν, {{r|340}} στὴν μέσην ἐπροχώρησαν τῶν Ἀχαιῶν καὶ Τρώων μὲ βλέφαρο
τρομακτικὸ καὶ τ’ ἀνδρειωμένα πλήθη τῶν Τρώων καὶ τῶν Ἀχαιῶν τοὺς βλέπαν κι ἐθαυμάζαν· στήθηκαν
ἀντιμέτωποι στὸν μετρημένον τόπον καὶ μὲ τὸ μίσος στὴν καρδιὰ τινάζαν τὰ κοντάρια. Πρῶτος ὁ Πάρις ἔριξε
τὸ μακρινὸ κοντάρι καὶ τοῦ ᾽Ατρείδη ἐκτύπησε τὴν κυκλωτὴν ἀσπίδα· δὲν ἔσπασε τὴν δυνατὴν ἀσπίδα ἡ
χάλκιν’ ἄκρη κι ἐλύγισε· καὶ δεύτερος ὁ Ἀτρείδης ἐπετάχθη καὶ πρῶτα εὐχήθη μέσα του: « Κάμε, ὦ πατέρα
Δία, {{r|350}} νὰ ἐκδικηθῶ τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἀδίκησέ με πρῶτα, τὸν θεῖον Πάριν νὰ σβησθῆ στὴν λόγχην μου
ἀποκάτω, γιὰ νὰ τρομάζη στὸ ἑξῆς καθένας ν’ ἀδικήση τὸν ἄνθρωπον ποὺ σπίτι του φιλόξενα τὸν δέχθη».
Εἶπε καὶ τὸ μακρόσκιον ἐτίναξε κοντάρι καὶ τοῦ Ἀλεξάνδρου ἐκτύπησε τὴν κυκλωτὴν ἀσπίδα. Ἔσπασε ἡ λόγχ’
ἡ δυνατὴ τὴν φωτεινὴν ἀσπίδα, καὶ στὸν ὡραῖον θώρακα ἐμπήχθη πέρα πέρα· καὶ τὸν χιτώνα τοῦ ᾽σχισε στὸ
μέρος τῆς λαπάρας. ῎Εσκυψε καὶ τὸν θάνατον ἐξέφυγεν ὁ Πάρις· {{r|360}} τὸ ξίφος τ’ ἀσημόκομπον
ἐσήκωσεν ὁ Ἀτρείδης κι ἐκτύπησε τὸ μέτωπο τῆς περικεφαλαίας· τὸ ξίφος τρίμματ’ ἔγινε καὶ τοῦ ᾽πεσε ἀπ’ τὸ
χέρι· κι ἐστράφη πρὸς τὸν οὐρανὸν κι ἐγόγγυσ’ ὁ Ἀτρείδης « Δία πατέρα, ποιός θεὸς ὀλέθριος εἶναι ὡς εἶσαι;
Θαρροῦσα πὼς τὸν Πάριδα θ’ ἀντικακώσω τώρα, καὶ ἰδοὺ τὸ ξίφος μοῦ ᾽σπασε στὰ χέρια καὶ τὴν λόγχην ἔριξ’
ἀπ’ τὴν παλάμην μου χωρὶς νὰ τὸν φονεύσω». Καὶ ὅρμησ’ εὐθύς, τὸν ἅρπαξεν ἀπ’ τὸ δασύ του κράνος, τὸν
ἔστριψε, τὸν ἔσερνε στῶν Ἀχαιῶν τὰ πλήθη· {{r|370}} τὸν ἔπνιγε στὸν τρυφερὸν λαιμό του ἀνεβασμένο τὸ
πολυκέντητο λουρὶ τῆς περικεφαλαίας· κι εἶχε τὸν σύρει καὶ λαμπρὴν τὴν δόξαν θ’ ἀποκτοῦσε, ἀλλ’ ἔγκαιρα τὸ
ἐνόησεν ἡ Ἀφροδίτ’ ἡ θεία κι ἔκοψε ἀμέσως τὸ λουρί, σκληρὸ βοδιοῦ τομάρι· ἄδειο τὸ κράνος πήγαινε μὲ τ’
ἀνδρειωμένο χέρι τοῦ Ἀτρείδη, ὥσπου τὸ πέταξε στῶν Ἀχαιῶν τὰ πλήθη· κι οἱ σύντροφοι τὸ ἐδέχθηκαν· κι
ὅρμησε αὐτὸς ὀπίσω λυσσώντας μὲ τὸ χάλκινο κοντάρι νὰ τὸν σχίση. Ἀλλ’ εὔκολα, ὡσὰν θέαινα, τὸν σήκωσ’ ἡ
Ἀφροδίτη· {{r|380}} μὲ καταχνιὰ τὸν ἔζωσε καὶ μὲς στὸν μυροβόλον θάλαμον τὸν ἐκάθισε· κι ἡ ἴδια τὴν
῾Ελένην ἐβγῆκε νὰ καλέση εὐθύς, καὶ τὴν ἐβρῆκ’ ἐπάνω στὸν πύργον κι εἶχε Τρώισσες πολλὲς ὁλόγυρά της.
Ἀπ’ τὸ νεκτάριο φόρεμα τὴν τράβηξε κι ἐφάνη μὲ τὴν μορφὴν γερόντισσας, ὁποὺ τὴν εἶχε γνέστραν ἡ ῾Ελένη
στὴν πατρίδα της νὰ τῆς δουλεύη ὡραῖα κάθε πολύτιμο μαλλὶ καὶ τὴν ὑπερηγάπα· μὲ αὐτὴν ὁμοιώθηκε ἡ θεὰ
καὶ τῆς ῾Ελένης εἶπε: « ῎Ελα καὶ ὁ Πάρις σὲ καλεῖ στὸ σπίτι νὰ γυρίσης· {{r|390}} στὸν θάλαμον, στὰ τορνευτὰ
κλινάρια λαμπροφόρος ἀστράφτει ἀπὸ τὴν ὀμορφιά· δὲν θά ᾽λεγες πὼς ἦλθε ἐκεῖνος ἀπ’ τὸν πόλεμον, ἀλλ’ ὄτ’
ἢ θὰ πηγαίνη εἰς τὸν χορόν, ἢ ἀπὸ χορὸν ν’ ἀναπαυθῆ καθίζει». Εἶπε καὶ τὴν ἐτάραξε μὲς στῆς καρδιᾶς τὰ
βάθη˙ ἀλλ’ ἅμα εἶδε τῆς θεᾶς τὰ ἐρωτεμένα στήθη καὶ τὸν πανώραιον λαιμὸν καὶ τῶν ματιῶν τὴν λάμψιν
φόβος τὴν πῆρεν ἔξαφνα καὶ πρὸς ἐκείνην εἶπε: « Παμπόνηρη, τί προσπαθεῖς μ’ αὐτὰ νὰ μὲ πλανέσης; Εἰς
ποίαν χώραν μακρινὴν ἀκόμη θὰ μὲ βγάλης, {{r|400}} στῆς Μαιονίας τὸν τερπνὸν ἀέρα ἢ τῆς Φρυγίας, ἂν
κάποιον ἔχης ὡς καὶ αὐτοῦ θνητὸν ἀγαπημένον, ἀφοῦ τώρα ὁ Μενέλαος, ποὺ ἐνίκησε τὸν Πάριν, βούλετ’ ἐμὲ
τὴν μισητὴν νὰ πάρη στὴν πατρίδα; Διὰ τοῦτο ἐδῶ κατέβηκες μὲ δόλο νὰ μὲ πιάσης; Ἄμε, μαζί του κάθισε,
μακρὰν τῶν Ἀθανάτων, καὶ οἱ πόδες σου στὸν ῎Ολυμπον νὰ μὴ σὲ ξαναφέρουν, ἀλλὰ νὰ λιώνεσαι μ’ αὐτόν, νὰ
τὸν προσέχης μεῖνε, ὡς νὰ θελήση σύντροφον ἢ δούλην νὰ σὲ κάμη. Θὰ ἦταν καταισχύνη μου νὰ ὑπάγω ἐκεῖ
ποὺ θέλεις, {{r|410}} νὰ εἶμ’ ἐκείνου ὁμόκλινη· καὶ οἱ σεβαστὲς μητέρες τῆς Τροίας θὰ μὲ ὀνείδιζαν καὶ
ἀρκοῦν ὅσα ὑποφέρω». Ὀργίσθη καὶ ἀποκρίθηκεν ἡ Ἀφροδίτ’ ἡ θεία: « Μὴ μὲ θυμώνης, δύστυχη, μὲ αὐτὰ καὶ
μ’ ἀναγκάσης, ἀφοῦ πολὺ σ’ ἀγάπησα, πολὺ νὰ σὲ μισήσω, καὶ ἰδῆς νὰ σπείρω ἀνάμεσα τῶν Ἀχαιῶν καὶ
Τρώων ἔχθρητες νέες, φοβερὲς καὶ κακοθανατίσης». ᾽Ετρόμαξε στὸν λόγον της ἡ ῾Ελένη καὶ στὸν πέπλον
κλεισμένη τὸν ὁλόασπρον κατόπι της κινοῦσε σιγά, χωρὶς οἱ Τρώισσες ποσῶς νὰ τὸ νοήσουν, {{r|420}} κι ὅταν
στὰ δώματ’ ἔφθασαν τὰ ὡραῖα τοῦ Ἀλεξάνδρου, ἀμέσως οἱ θεράπαινες στὰ ἔργα τους στραφῆκαν, καὶ στὸν
ὑψηλὸν θάλαμον ἀνέβ’ ἡ γυνὴ θεία, κι ἔπιασεν ἡ φιλόγελη ἀθάνατη Ἀφροδίτη ἔνα θρονὶ καὶ τό ᾽στησεν
ἀντίκρυ τοῦ Ἀλεξάνδρου˙ σ’ αὐτὸ ἡ ῾Ελένη ἐκάθισε, τοῦ Δία θυγατέρα, κι ὀνείδιζε τὸν ἄνδρα της μὲ
ἀντίστροφο τὸ βλέμμα: « ῏Ηλθες ἀπὸ τὸν πόλεμον, στὸν τόπον νά ᾽χες μείνει σφαγμένος ἀπ’ τὸν ἥρωα ποὺ
πρῶτος μου ἦταν ἄνδρας, καὶ ὅμως πρῶτα ἐπαίρεσο πὼς ἤσουν καὶ στὰ χέρια {{r|430}} καὶ στὸ κοντάρι
Ιλιάδα (Πολυλάς)/γ 21
ἀνώτερος τοῦ ἀνδρείου Μενελάου· ἐμπρὸς λοιπὸν προκάλεσε καὶ πάλιν τὸν ἀνδρεῖον Μενέλαον στὸν πόλεμον·
ἀλλὰ σὲ συμβουλεύω νὰ ἡσυχάσης στὸ ἑξῆς, μὴ σὰν μωρὸς θελήσης μὲ τὸν ξανθὸν Μενέλαον νὰ κτυπηθῆς καὶ
πάλιν, μὴ πέσης γρήγορα νεκρὸς στὴν λόγχην του ἀποκάτω». Καὶ ὁ Πάρις τῆς ἀπάντησε: « Γυνή, μὴ μ’
ὀνειδίζης τόσο πικρά, καὶ ἂν σήμερον μ’ ἐνίκησεν ὁ ᾽Ατρείδης μὲ βοηθὸν τὴν ᾽Αθηνᾶν, κι ἐγὼ θὰ τὸν νικήσω
ἄλλην φοράν· ὅτι θεοὶ καλοὶ κι ἐμᾶς δὲν λείπουν· {{r|440}} ἀλλ’ ἔλα τώρα ἐρωτικὰ νὰ γλυκοκοιμηθοῦμε· ποτὲ
τόσον δὲν ἄναψεν ὁ πόθος τὴν ψυχήν μου, μηδ’ ὅταν ἀπ’ τὴν Σπάρτην σου τὴν πρόσχαρην σ’ ἐπῆρα τότε κι
ἐπλέαμε μαζὶ στὰ ποντοπόρα πλοῖα κι ἔσμιξα ἐρωτικὰ μ’ ἐσὲ στὴν νῆσο τῆς Κρανάης, ὅσο γιὰ σὲ τώρα γλυκὸς
μὲ συνεπαίρνει ὁ πόθος». Εἶπε, στὴν κλίνην ἔπεσε κι ἐκείνη εὐθὺς κατόπι. Κι ἐνῶ ἐκεῖνοι ἐπλάγιαζαν στὴν
τορνευμένην κλίνην, ὡσὰν θηρίον γύριζεν ὁ ᾽Ατρείδης μὲς στὰ πλήθη κάπου νὰ ἰδῆ τὸν Πάριδα, ἀλλὰ δὲν
ἐδυνήθη {{r|450}} τῶν Τρώων καὶ τῶν βοηθῶν κανεὶς νὰ φανερώση τὸν θεϊκὸν ᾽Αλέξανδρον τοῦ θείου
Μενελάου κι ὅμως δὲν θὰ τὸν ἔκρυβε κανένας ἀπ’ ἀγάπην, ὅτι ὡς τὸν μαῦρον θάνατον τὸν ἐμισοῦσαν ὅλοι· καὶ
εἶπε τότε ὁ κραταιὸς Ἀτρείδης Ἀγαμέμνων: « Σεῖς Τρῶες, καὶ σεῖς Δάρδανοι, σεῖς σύμμαχοι, ὅλοι ἀκοῦτε· ἡ
νίκη ἐφανερώθηκε τοῦ ἀνδρείου Μενελάου· σεῖς τώρα παραδώσετε τὴν ῎Αργισσαν ῾Ελένην μὲ ὅσους ἔχει
θησαυροὺς καὶ πρόστιμον ἀκόμη, ποὺ καὶ στὲς ἄλλες γενεὲς νὰ φθάση τ’ ἄκουσμά του». {{r|460}} Αὐτά ᾽πε
καὶ τῶν ᾽Αχαιῶν τὰ πλήθη συμφωνοῦσαν.
Ιλιάδα (Πολυλάς)/δ
←Ραψωδία γ Ιλιάδα Ραψωδία ε→
Συγγραφέας: Όμηρος
Μεταφραστής: Ιάκωβος
Πολυλάς
Ραψωδία δ
<poem> Σύνοδον εἶχαν οἱ θεοὶ στὸ πλάγι τοῦ Κρονίδη, στὸ δῶμα τὸ χρυσόστρωτον καὶ τοὺς κερνοῦσε ἡ θεία
῞Ηβη τὸ νέκταρ καὶ φαιδροὶ μὲ τὰ χρυσὰ ποτήρια ἀντιπροπίναν κι ἔβλεπαν τὴν πόλιν τοῦ Πριάμου. Καὶ νὰ
πειράξ’ ἠθέλησε τὴν ῞Ηραν ὁ Κρονίδης καὶ λόγον εἶπε ἀνάσκεπον πικρὰ νὰ τὴν κεντήση: « Δύο θεὲς εἶναι,
θαρρῶ, βοηθοὶ τοῦ Μενελάου, ἡ Ἄργισσ’ ῞Ηρα κ ἡ Ἀθηνᾶ, ἡ σώστρα τῶν ἀνδρείων· ἀλλὰ κάθονται ἀνάμερα
καὶ τέρπονται νὰ βλέπουν˙ τὸν ἄλλον ἡ φιλόγελη θεὰ τὸν παραστέκει {{r|10}} ἡ ᾽Αφροδίτη καὶ κακὸ νὰ πάθη
δὲν ἀφήνει˙ καὶ ἰδοὺ τώρα τὸν ἔσωσε στὴν ὥρα τοῦ θανάτου· ἀλλ’ εἶναι ἡ νίκη φανερὰ τοῦ ἀνδρείου
Μενελάου. Καὶ τώρα νὰ σκεφθοῦμ’ ἐμεῖς, πῶς τοῦτα θὰ τελειώσουν ἂν πάλιν θὰ σηκώσουμε φρικτὸν πολέμου
ἀγώνα, ἢ μεταξὺ τῶν δυὸ λαῶν θὰ φέρωμεν εἰρήνην; Κι ἂν τὸ δεχθῆτε πρόθυμα μὲ τὴν καρδιά σας ὅλοι, ἄς
μείν’ ἡ πόλις ἄφθαρτη τοῦ γέροντος Πριάμου κι ἂς λάβη ὁ Μενέλαος ὀπίσω τὴν ῾Ελένην». Αὐτὰ εἶπε κι
ἐγόγγυσαν ἡ Ἀθηνᾶ κι ἡ ῞Ηρα, {{r|20}} σιμὰ καθίζαν κι ὄλεθρον τῶν Τρώων μελετοῦσαν λόγον δὲν εἶπεν ἡ
᾽Αθηνᾶ καὶ στὸν πατέρα Δία ἀπὸ χολὴν ἐμάνιζεν· ἀλλ’ ἡ χολὴ στῆς ῞Ηρας τὸ στῆθος δὲν ἐχώρεσε, καὶ πρὸς
ἐκεῖνον εἶπε: « Τί ᾽πες, Κρονίδη τρομερέ; Πῶς ν’ ἀφανίσης θέλεις τοὺς κόπους, τὸν ἀγώνα μου, τὸν ἵδρον πόχω
ἱδρώσει; Καὶ τ’ ἄλογά μου ἀπόκαμαν, ὥσπου νὰ συναθροίσω τόσον λαόν, στὸν Πρίαμον κακὸ καὶ στὰ παιδιά
του; Κάμε το, ἀλλ’ ὅμως οἱ θεοὶ δὲν συμφωνοῦμεν ὅλοι». ᾽Εβάρυνε˙ καὶ « ὦ τρομερή », τῆς εἶπεν ὁ Κοονίδης,
{{r|30}} « τί σοῦ ᾽καμεν ὁ Πρίαμος καὶ ὅλ’ ἡ γενεά του κακὸ μεγάλο νὰ ὀργισθῆς καὶ τόσο νὰ μανίζης, νὰ
ἐξολοθρεύσης ἔρριζα τὴν πυργωμένην Τροίαν; Τὲς πύλες της ἂν δὲν διαβῆς καὶ τὰ ὑψηλά της τείχη, ὠμὸν νὰ
φᾶς τὸν Πρίαμον καὶ τὰ παιδιά του κι ὅλους τοὺς Τρῶες, δὲν γιατρεύεται τὸ πάθος ποὺ σὲ καίει˙ κάμε ὅπως
θέλεις, ἀλλ’ ἰδὲ μὴ τούτ’ ἡ διαφορά μας κάποτε ἀνάψη πόλεμον κακὸν ἀνάμεσόν μας· κι ἕν’ ἄλλο ἀκόμα θὰ
σοῦ εἰπῶ, νὰ τὸ φυλάξη ὁ νοῦς σου· ἐὰν ποτὲ προθυμηθῶ νὰ ἐξολοθρεύσω πόλιν, {{r|40}} ὅπου τυχαίνουν
ἄνθρωποι νὰ ζοῦν ἀγαπητοί σου, μὴ στὴν ὀργήν μου ἀντισταθῆς, ἀλλ’ ἄφησε νὰ κάμω· κι ἐγὼ σοῦ τὴν
ἀπάφησα μὲ πόνον τῆς ψυχῆς μου· καὶ ἀπὸ τὲς χῶρες τῶν θνητῶν ἀνθρώπων, ὅσες εἶναι κάτω ἀπὸ τ’ ἄστρα τ’
οὐρανοῦ καὶ ἀπὸ τὸ φῶς τοῦ ἡλίου, ὁλόψυχα ἐπροτίμησα τὴν ῎Ιλιον τὴν θείαν, τὸν Πρίαμον καὶ τὸν λαὸν τοῦ
δυνατοῦ Πριάμου, ὅτι ποτὲ δὲν ἔλειψε τραπέζι ἀπ’ τὸν βωμόν μου, σπονδὴ καὶ κνίσσα, οἱ προσφορὲς ποὺ τῶν
Ιλιάδα (Πολυλάς)/δ 22
θεῶν ἀνήκουν». Κι ἡ μεγαλόφθαλμη θεὰ τοῦ ἀπάντησεν ἡ ῞Ηρα: {{r|50}} « Ἀπ’ ὅλες ὑπεραγαπῶ τρεῖς χῶρες
εἰς τὸν κόσμον· τὁ ῎Αργος, τὴν πλατύδρομην Μυκήνην καὶ τὴν Σπάρτην· κατάστρεψέ τες, ἂν ποτὲ κινήσουν
τὴν ὀργήν σου˙ δὲν θὰ μὲ ἰδῆς νὰ ὑπερμαχῶ γι’ αὐτὲς ἤ νὰ γογγύζω, ὅτι δὲν θὰ κατόρθωνα ποσῶς νὰ σ’
ἀντισκόψω, ὅσα κι ἂν ἔκανα, ἐπειδὴ πολύ ᾽σαι ἀνώτερός μου· ἀλλὰ καὶ σὺ τοὺς κόπους μου νὰ χάσω μὴ
θελήσης, ὅτι κι ἐγὼ εἶμαι θεὸς κι ἀπ’ τὴν δικήν σου ρίζαν, ἐγὼ ἡ σεβαστότερη τοῦ Κρόνου θυγατέρα καὶ ἀπὸ τὸ
γένος ἔνδοξη καὶ ὅτ’ εἶμαι ὁμόκλινή σου, {{r|60}} καὶ σύ ᾽σαι πρῶτος βασιλεὺς τῶν ἀθανάτων ὅλων· ἀλλὰ τώρ’
ἂς συγκλίνωμεν, ἐγὼ πρὸς σὲ καὶ πάλιν σὺ πρὸς ἐμὲ κι ὄλ’ οἱ θεοὶ θὰ μᾶς ἀκολουθήσουν· σὺ στεῖλ’ εὐθὺς τὴν
Ἀθηνᾶν στῶν Ἀχαιῶν καὶ Τρώων τ’ ἀντίμαχα στρατεύματα, νὰ ἐφεύρη ἐκείνη τρόπον ὥστε τοὺς ὅρκους
πρότερον νὰ παραβοῦν οἱ Τρῶες, προσβάλλοντας τοὺς Ἀχαιοὺς ποὺ ἐπαίρονται στὴν νίκην». Σ’ αὐτὰ ἐπείσθη
τῶν θεῶν καὶ ἀνθρώπων ὁ πατέρας κι ἐστράφη πρὸς τὴν Ἀθηνᾶν: « Κατέβα εὐθὺς » τῆς εἶπε, «στ’ ἀντίμαχα
στρατεύματα τῶν ᾽Αχαιῶν καὶ Τρώων, {{r|70}} κάμε τοὺς ὅρκους πρότερον νὰ παραβοῦν οἱ Τρῶες,
προσβάλλοντας τοὺς ᾽Αχαιοὺς ποὺ ἐπαίρονται στὴν νίκην». Καὶ αὐτοπροαίρετα ἡ θεὰ στὸν λόγον του ἐτινάχθη
ἀπὸ τοῦ ᾽Ολύμπου τὲς κορφὲς κι ἐχύθη ὡσὰν τ’ ἀστέρι, ὁποὺ ὁ Κρονίδης ἔριξε σημάδι στοὺς ἀνθρώπους, ἤ
ναῦτες ἢ στρατόπεδο λαῶν ἐκτεταμένο· λαμπρὸ ἀστέρι κι ἄπειρες οἱ σπίθες του πετιοῦνται· ὁμοίως τότ’ ἡ
᾽Αθηνᾶ στὴν γῆν ἐροβολοῦσε καὶ μὲς στὴν μέσην πήδησε τῶν ἱπποδάμων Τρώων, τῶν χαλκοφόρων Ἀχαιῶν
καὶ ἀπόρησαν τὰ πλήθη, {{r|80}} καὶ μεταξύ τους ἔλεγαν: « ῍Η πάλιν τοῦ πολέμου θὰ ξαναρχίση τὸ κακό, τὰ
αἵματα καὶ οἱ φόνοι, ἢ μεταξὺ τῶν δυὸ λαῶν ἀγάπην βάζει ὁ Δίας ποὺ κυβερνᾶ τὸν πόλεμον, ὡς θέλει, τῶν
ἀνθρώπων». Αὐτὰ ἐλέγαν οἱ λαοί· κι ὡστόσο μὲς στὸ πλῆθος τῶν Τρώων γύριζε ἡ θεὰ μὲ τὴν μορφὴν
ἀνθρώπου, τοῦ ἀνδρειωμένου μαχητοῦ Λαοδόκου ᾽Αντηνορίδη ζητώντας τοῦ Λυκάονος τὸ δοξασμένο ἀγόρι,
τὸν πολεμάρχον Πάνδαρον˙ τὸν ἦβρε ποὺ ἐστεκόνταν στὲς φάλαγγες τὲς φοβερὲς λαῶν ἀσπιδοφόρων, {{r|90}}
ποὺ ἦλθαν ἀπ’ τὸν Αἴσωπον μαζί του στὴν Τρωάδα· σιμά του ἐστήθη κι ἔλεγε μὲ λόγια φτερωμένα: « Θενὰ
πεισθῆς σ’ ὅτι θὰ εἰπῶ, Λυκαονίδη ἀνδρεῖε; Θὰ ἐτόλμας στὸν Μενέλαον γοργὸ νὰ σύρης βέλος; Δόξαν ἀπ’ ὅλον
τὸν λαὸν καὶ χάριν θ’ ἀπολαύσης καὶ ὁ βασιλέας μάλιστα θὰ σὲ τιμήση ὁ Πάρις. Πρῶτος αὐτὸς μὲ ὑπέρτιμα θὰ
σὲ ἀνταμείψη δῶρα, ἐὰν ἰδῆ στὴν θλιβερὰν πυρὰν ἀνεβασμένον τὸν δυνατὸν Μενέλαον ἀπὸ δικό σου ἀκόντι˙
ἐμπρός, λοιπόν, ἀκόντισε τὸν ἔνδοξον Ἀτρείδην, {{r|100}} ἀφοῦ στὸν φωτογέννητον Ἀπόλλωνα τοξότην
ἀρνιῶν πρωτόγονων ταχθῆς νὰ σφάξης ἑκατόμβην, ἅμα στὴν θείαν Ζέλειαν, στὸ σπίτι σου, γυρίσης». Στὰ
λόγια τοῦτα ἐπείσθηκεν ὁ ἀνόητος κι ἐπῆρε τὸ στιλβωμένο τόξο του, κέρατο ἀγρίου τράγου, ποὺ ἀπὸ
καθίστραν εἶχε αὐτὸς κτυπήσει ἅμα τὸν εἶδε νὰ βγαίνη μέσ’ ἀπὸ σπηλιά, καὶ κάτω ἀπὸ τὸ στῆθος τὸν πέτυχε
καὶ ἀνάσκελα τὸν ξάπλωσε στὸν βράχον· μακριὰ δεκάξι σπιθαμὲς τὰ κέρατα ἐφοροῦσε· αὐτὰ ἐργάσθη καὶ
ἅρμωσε καλὸς κερατοξόος˙ {{r|110}} τὸ ἔξυσ’ ὅλο καὶ χρυσὸ τοῦ πρόσθεσε κουλούρι· τὸ τόξο ἐκεῖνο ἐτάνυσε
καὶ καταγῆς ἀγάλι τὸ ἔκλινε καὶ οἱ σύντροφοι κρατοῦσαν τὲς ἀσπίδες ἐμπρός του, μήπως πεταχτοῦν οἱ ᾽Αχαιοὶ
γενναῖοι, πρὶν ἀκοντίση ὁ Πάνδαρος τὸν δυνατὸν Ἀτρείδην˙ κι ἀπ’ τὴν φαρέτραν σήκωσε τὸ σκέπασμα κι
ἐπῆρε ἄριχτο βέλος φτερωτό, μαύρην φωλιὰ θανάτου· τὸ πικρὸ βέλος ἴσιασεν εἰς τὴν χορδὴν ἐπάνω, καὶ πρὸς
τὸν φωτογέννητον Ἀπόλλωνα τοξότην νὰ σφάξη ἀρνιῶν πρωτόγονων ἐτάχθηκε ἑκατόμβην, {{r|120}} ἅμα
στὴν θείαν Ζέλειαν, στὸ σπίτι του γυρίση καὶ μὲ τὲς κόκες τὴν χορδὴν τραβώντας τὴν σιμώνει εἰς τὸ βυζὶ καὶ
ἀπίθωσε τὸ σίδερο στὸ τόξο· καὶ ὅταν εἰς κύκλον τέντωσε τὸ μέγα τόξο, ἀκούσθη τριγμὸς τοῦ τόξου, τῆς
χορδῆς βοὴ κι ἐξετινάχθη τὸ βέλος ἀνυπόμονο νὰ πέση μὲς στὰ πλήθη. ᾽Αλλὰ δὲ σ’ ἐλησμόνησαν, Μενέλαε, τοῦ
᾽Ολύμπου, οἱ κάτοικοι οἱ μακάριοι κι ἡ ᾽Αθηνᾶ ποὺ ἐμπρός σου εὐθὺς εὑρέθη κι ἔδιωξε τὸ πικροφόρο ἀκόντι
ἀπὸ τὸ σῶμα σου ἀρκετά, καθὼς μητέρα διώχνει {{r|130}} μύγαν ἀπὸ τὸ βρέφος της, ἐνῶ γλυκὰ κοιμᾶται, κι ἡ
ἴδια τ’ ὁδήγησεν ὅπου οἱ χρυσὲς τῆς ζώνης θηλιὲς κι ὁ θώραξ διπλωτὸς ἐσμίγαν σ’ ἕνα μέρος. Τὸ πικρὸ βέλος
ἔπεσε στὴν σφικτασφαλισμένην ζώνην τὴν πολυδαίδαλην καὶ τὴν διαπέρασ’ ὅλην· καὶ μὲς στὸν λαμπρὸν
θώρακα προχώρησ’ ὡς τὴν πλάκα ὁποὺ στὰ βέλη ἀντίφραγμα στὸ σῶμα του ἐφοροῦσε κι ἐξόχως τὸν
προφύλαξεν, ἀλλ’ ἔσπασε κι ἐκείνην. Καὶ τοῦ ἀνδρὸς ἐχάραξε τὸ δέρμα ἡ χάλκιν’ ἄκρη κι ἔρρευσε ἀπὸ τὸ
λάβωμα εὐθὺς τὸ μαῦρον αἷμα. {{r|140}} ῾Ως ὅταν Κάειρα ἢ Μαιονὶς γυνὴ κοκκινοβάφει λευκὸν
ἐλεφαντόδοντο, τοῦ ἀλόγου χαλινάρι, πολλοὶ τὸ ζήλευσαν ἱππεῖς, καὶ μένει φυλαγμένο στὸν θάλαμον γιὰ
βασιλεῖς πολύτιμο στολίδι, καὶ στ’ ἄλογο καλλώπισμα καὶ δόξα τοῦ ἀναβάτη· ὁμοίως, ὦ Μενέλαε, ἐβάφηκαν
τὰ ὡραῖα μεριά σου καὶ τὰ κνήμια σου καὶ οἱ φτέρνες εἰς τὸ αἶμα· ἐπάγωσεν ὁ κραταιὸς ᾽Ατρείδης
Ιλιάδα (Πολυλάς)/δ 23
᾽Αγαμέμνων, ἅμ’ εἶδε ἀπὸ τὸ λάβωμα νὰ τρέχη μαῦρον αἷμα, πάγωσε καὶ ὁ Μενέλαος ὁ ἀνδρεῖος, ἀλλ’ ὡς εἶδε
{{r|150}} ὁποὺ τῆς λόγχης τὸ λουρὶ κι οἱ ἀγκίδες μεῖναν ἔξω, τοῦ ἐπανῆλθεν ἡ ψυχή· καὶ ὁ μέγας ᾽Αγαμέμνων
μὲ στεναγμοὺς τοῦ ἔλεγε κρατώντας του τὸ χέρι, καὶ οἱ φίλοι γύρω ἐστέναζαν: « Γλυκύτατε ἀδελφέ μου, στοὺς
ὅρκους σ’ ἐθανάτωνα, τὴν ὥρα ποὺ σὲ μόνον ἐμπρὸς τῶν Τρώων σ’ ἔσταινα γιὰ μᾶς νὰ πολεμήσης· κι ἐκεῖν’
ἰδοὺ σ’ ἐκτύπησαν κι ἐπάτησαν τοὺς ὅρκους· ἀλλὰ δὲν θὰ ματαιωθοῦν οἱ ὅρκοι καὶ ἡ θυσία, οἱ ἁγνὲς σπονδὲς
καὶ οἱ δεξιὲς ποὺ ἐσφίξαμε μὲ θάρρος κι ἐὰν εὐθὺς δὲν τὸ ἐνεργῆ, στὸ ἑξῆς θὰ τὸ ἐνεργήση {{r|160}} ὁ Δίας
καὶ πολὺ βαριὰ τὸ κρίμα θὰ πληρώσουν ἐκεῖνοι καὶ οἱ γυναῖκες τους καὶ τὰ παιδιά τους ὅλα· ὅτ’ εἶναι τοῦτο
φανερὸ στὰ βάθη τῆς ψυχῆς μου· θὰ φθάση μέρα νὰ χαθῆ κι ἡ ῎Ιλιος ἡ ἁγία καὶ ὁ Πρίαμος ὁ δυνατὸς μἐ ὅλον
τὸν λαόν του, ὅταν ὁ αἰθεροκάτοικος Κρονίδης χολωμένος γιὰ τούτην τὴν ἀπάτην τους ἐπάνω τους τινάξη τὴν
σκοτεινὴν αἰγίδα του· καὶ αὐτὰ θὰ γίνουν ὅλα. Ἀλλ᾽, ὦ Μενέλαε, σκληρὸς ἐμὲ θὰ σφάζη πόνος, ἄν ἀποθάνης
καὶ κλεισθοῦν οἱ μέρες τῆς ζωῆς σου˙ {{r|170}} στ’ ἄνανδρον ῎Αργος ἄτιμος μοῦ μέλλει νὰ γυρίσω, ὅτ’ οἱ
᾽Αχαιοὶ θὰ θυμηθοῦν ἀμέσως τὴν πατρίδα καὶ τοῦ Πριάμου καύχημα θὰ μείνη καὶ τῶν Τρώων ἡ Ἄργισσα
῾Ελένη μας, καὶ ἡ γῆ τὰ κόκαλά σου, χωρὶς νὰ γίνη τίποτε θὰ σέπη ἐδῶ στὴν Τροίαν· καὶ κάποιος τότε θέλ’
εἰπεῖ τῶν ἀποτόλμων Τρώων, ἐνῶ στὸν τάφον θὰ σκιρτᾶ τοῦ ἐνδόξου Μενελάου: « Νὰ χαρῆ πάντοτε ἡ χολὴ
τοῦ Ἀτρείδη ὡς τώρα ἐχάρη ποὺ στρατὸν ἔφερε Ἀχαιῶν ἀνώφελα ἐδῶ πέρα καὶ μ’ ἄδεια πλοῖα γύρισεν εἰς τὴν
πατρίδα, δίχως {{r|180}} τὸν ἀγαθὸν Μενέλαον»· αὐτὰ θὰ εἰποῦν· κι ἐμένα χάσμ’ ἂς ἀνοίξ’ ἡ μαύρη γῆ κι
ἐπάνω μου νὰ κλείση». Κι ειπε ὁ ξανθὸς Μενέλαος νὰ τὸν ἐγκαρδιώση: « Κάμε καρδιά, τοὺς Ἀχαιοὺς ἀκόμη
μὴ δειλιάζης· δὲν ἦβρε μέρος ἀκριβὸ τὸ βέλος, ὅτ’ ἡ ζώνη ἡ πλουμιστὴ μ’ ἐφύλαξε καὶ κάτωθε τὸ ζῶμα καὶ ἡ
καλὴ πλάκα ὁποὺ χαλκεῖς κατασκευάσαν ἄνδρες». Καὶ πρὸς αὐτὸν ἀπάντησεν ὁ μέγας Ἀγαμέμνων: « Εἴθε,
γλυκὲ Μενέλαε, νὰ εἶναι καθὼς λέγεις˙ ἰατρὸς θὰ ψάξη τὴν πληγὴν κι ἐπάνω της θὰ βάλη {{r|190}} βοτάνια,
τὲς φαρμακερὲς ὀδύνες νὰ πραΰνη». Κι ἐστράφη πρὸς τὸν κήρυκα Ταλβύθιον καὶ τοῦ εἶπε: « Ταλβύθιε, τὸν
Μαχάονα κάλεσ’ εὐθύς, τὸν γόνον τοῦ Ἀσκληπιοῦ, ποὺ ἀσύγκριτος ἰατρὸς στὸν κόσμον ἦταν, νά ᾽λθη νὰ ἰδῆ
τὸν ψυχερὸν Μενέλαον Ἀτρείδην, ὁποὺ τὸν κτύπησ’ ἄξιος τοξότης ἢ τῶν Τρώων ἢ τῶν Λυκίων, δόξα του καὶ
σ’ ἐμᾶς ὅλους λύπη». Αὐτὰ εἶπε καὶ ὑπάκουσεν ὁ κήρυξ εἰς τὸν λόγον, καὶ τῶν ἀνδρείων ᾽Αχαιῶν ἐγύρνα μὲς
στὰ πλήθη νὰ ἔβρη τὸν Μαχάονα· τὸν εἶδε ποὺ ἐστεκόταν {{r|200}} στὲς φάλαγγες τὲς φοβερὲς λαῶν
ἀσπιδοφόρων ποὺ ἀπὸ τὴν Τρίκκην ἔφθασαν μαζί του στὴν Τρωάδα˙ σιμά του ἐστάθη κι εἶπε του: « Πετάξου,
Ἀσκληπιάδη, ὁ κραταιὸς σὲ προσκαλεῖ Ἀτρείδης Ἀγαμέμνων νά ᾽λθης νὰ ἰδῆς τὸν ψυχερὸν Μενέλαον
᾽Ατρείδην, ὁποὺ τὸν κτύπησ’ ἄξιος τοξότης ἤ τῶν Τρώων ἤ τῶν Λυκίων, δόξα του καὶ σ’ ἐμᾶς ὅλους λύπη».
Εἶπε καὶ τοῦ ἐτάραξε στὰ στήθη τὴν καρδίαν. Καὶ μέσ’ ἀπ’ τὸν πλατὺν στρατὸν τῶν Ἀχαιῶν ἐφθάσαν ὅπου ὁ
ξανθὸς Μενέλαος στεκόνταν λαβωμένος {{r|210}} καὶ κύκλον εἶχε ὁλόγυρα τῶν πρώτων πολεμάρχων, ὁ
ἄνδρας ὁ ἰσόθεος˙ κι εὐθὺς ἀπὸ τὴν ζώνην τὴν δυνατὴν ἐτράβηξε τὸ βέλος· καὶ ὡς τραβοῦσε, γυρτὲς ὀπίσω
ἐκόπηκαν οἱ μυτερὲς ἀγκίδες. Τὴν ζώνην ἔλυσ’ ἔπειτα, τὸ ζῶμα καὶ τὴν πλάκα, ποὺ κατασκεύασαν χαλκεῖς˙
καὶ ἅμ’ εἶδε ὅπου τὸ βέλος φαρμακερὰ τὸν λάβωσεν, ἐβύζαξε τὸ αἷμα κι ἔβαλ’ ἐπάνω βότανα πραϋντικὰ
γνωστά του, ποὺ ὁ Χείρων στὸν πατέρα του, σὰν φίλος εἶχε δώσει. ᾽Εκεῖνοι τὸν ἀνδράγαθον Μενέλαον
θεραπεῦαν {{r|220}} κι ἦλθαν ὡστόσο ἐπάνω τους οἱ φάλαγγες τῶν Τρώων κι ἔπιασαν τ’ ἄρματα καὶ αὐτοὶ τὸν
πόλεμον ν’ ἀρχίσουν· ὀκνὸν τότε δὲν θά ᾽βλεπες τὸν δυνατὸν Ἀτρείδην νὰ δειλιᾶ, νὰ κρύβεται, τὴν μάχην ν’
ἀποφεύγη, ἀλλὰ νὰ ὁρμᾶ στὸν πόλεμον, ὅπου δοξάζοντ’ ἄνδρες˙ τὸ λαμπρὸ ἁμάξι, τ’ ἄλογα ποὺ φλογερὰ
φυσοῦσαν, ἀφήνει τοῦ Εὐρυμέδοντος υἱοῦ τοῦ Πτολεμαίου τοῦ Πειραΐδη καὶ σιμὰ νὰ τά ᾽χη τὸν προστάζει
πρόχειρα, ὁπόταν κάματος τὰ μέλη του νικήση ἐκεῖ ποὺ θὰ τακτοποιῆ σὰν ἀρχηγός, τὰ πλήθη· {{r|230}} καὶ
αὐτὸς πεζὸς τὲς φάλαγγες τῶν μαχητῶν περνοῦσε κι ὅσους θωροῦσε Δαναοὺς στὴν μάχην νὰ σπουδάζουν,
λόγια τοὺς ἔλεγε καλὰ τὸ θάρρος τους ν’ αὐξήση: «Ἀργεῖοι, μὴν ἀφήνετε τὴν ἀνδρικὴν ὁρμήν σας. Δὲν βοηθεῖ
τοὺς δολεροὺς ὁ ὕψιστος πατέρας· καὶ αὐτῶν ποὺ πρῶτοι ἀδίκησαν τοὺς ὅρκους των πατώντας τὰ τρυφερά
τους σώματα θὰ καταφάγουν γῦπες καὶ τὲς γυναῖκες τους ἐμεῖς καὶ τὰ μικρὰ παιδιά τους, ἀφοῦ τὴν πόλιν
πάρωμε, θὰ σύρωμε στὰ πλοῖα». Κι ὅσους τὸν φρικτὸν πόλεμον θωροῦσε νὰ τρομάζουν, {{r|240}} «᾽Αργεῖοι »,
τοὺς ἐφώναζε, « τοῦ τόξου ἀνδρειωμένοι, οὐτιδανοί, τάχα ἐντροπὴν δὲ θὰ αἰσθανθῆτε ἀκόμη; Πῶς παγωμένοι
στέκεσθε, ὡσὰν τὰ ἐλαφομόσχια, ποὺ ὡς ἀποκάμαν τρέχοντας σ’ ἀπέραντην πεδιάδα στέκονται, καὶ στὰ
στήθη τους, ἡ δύναμις ἐκόπη; ῞Ομοια κι ἐσεῖς παγώσατε, ποσῶς δὲν πολεμεῖτε· νά ᾽λθουν οἱ Τρῶες θέλετε σιμὰ
Ιλιάδα (Πολυλάς)/δ 24
κεῖ ποὺ τὰ πλοῖα στέκονται τὰ καλόπρυμνα στὴν ἄκρην τῆς θαλάσσης νὰ ἰδῆτε ἄν χέρι σωστικὸ γιὰ σᾶς
ὑψώση ὁ Δίας; » Κι ὅπως αὐτὸς βασιλικὰ τὲς τάξες τῶν ἀνδρείων {{r|250}} ἐθεωροῦσεν, ἔφθασε στὸ μέρος
ποὺ ὁ γενναῖος ᾽Ιδομενεὺς ἐσύνταζε τοὺς Κρῆτας εἰς τὴν μάχην, καὶ στοὺς προμάχους ἔστεκε μὲ τόλμην χοίρου
ἀγρίου καὶ τὲς ὀπίσω φάλαγγες κυβέρνα ὁ Μηριόνης. Ἅμα τοὺς εἶδ’ ἐχάρηκεν ὁ κραταιὸς Ἀτρείδης, κι
ἐγλυκομίλησεν εὐθὺς πρὸς τὸν ᾽Ιδομενέα: « Τῶν ἱππομάχων Δαναῶν τιμῶ σε ᾽Ιδομενέα, ἐξόχως καὶ στὸν
πόλεμον καὶ σ’ ὅ,τι ἄλλο ἀκόμη˙ καὶ στὸ τραπέζι ποὺ ἐκλεκτὸ κρασὶ καὶ πυρωμένο εἰς τὸν κρατῆρα
συγκερνοῦν οἱ πρῶτοι πολεμάρχοι {{r|260}} οἱ ἀνδρειωμένοι Ἀχαιοὶ τὸ πίνουν μετρημένο καθένας, ἀλλὰ
πάντοτε σὺ ἔχεις τὸ ποτήρι γεμάτο ἐμπρὸς ὡς τό ᾽χω ἐγώ, νὰ πίνης ὅταν θέλης· ἀλλ’ ὅρμησε στὸν πόλεμον καὶ
δείξου ὡς ἤσουν πρῶτα » Καὶ τῶν Κρητῶν ὁ ἀρχηγὸς ὁ ᾽Ιδομενεὺς ἀντεῖπε: « Ἀγαπητόν σου σύντροφον θὰ μ’
ἔχης εἰς τὴν ἄκρην, Ἀτρείδη, ὡς ἔστερξ’ ἀπ’ ἀρχῆς κι ὑπόσχεσιν ἐπῆρα τοὺς ἀνδρειωμένους Ἀχαιοὺς τοὺς
ἄλλους νὰ κινήσης ν’ ἀρχίση εὐθὺς ὁ πόλεμος˙ ἀφοῦ τὴν συμφωνίαν οἱ Τρῶες τώρα ἐχάλασαν˙ καὶ ὡς
πάτησαν τοὺς ὅρκους {{r|270}} καὶ πρῶτοι ἀδίκησαν, κακὸ τοὺς περιμένει τέλος». Αὐτὰ εἶπε καὶ ὁλόχαρος
προχώρησ’ ὁ Ἀτρείδης στὸ στράτευμα ὅσο πόφθασεν ἐκεῖ ποὺ ἐσυνταζόνταν οἱ Αἴαντες καὶ σύννεφο μ’ αὐτοὺς
πεζῶν ἀνδρείων· ὡς ὅταν σύννεφο βοσκὸς ἀπὸ ψηλὰ ξανοίγη νὰ προχωρῆ στὸ πέλαγος μὲ τὴν πνοὴν τοῦ
ἀνέμου· καὶ φαίνεται στὰ μάτια του κατάμαυρο σὰν πίσσα, καθὼς τὸ πέλαγος περνᾶ γεμάτο ἀνεμοζάλες, τὸν
παίρνει φόβος καὶ ὁδηγεῖ μὲς στ’ ἄντρο τὸ κοπάδι· ὁμοίως εἰς τὸν πόλεμον κινοῦνταν τῶν Αἰάντων {{r|280}}
πυκνότατες οἱ φάλαγγες ἀνδρειωμένων νέων μαῦρες, καὶ λόγγον ἔκαναν λόγχες ὁμοῦ καὶ ἀσπίδες· ἅμα τοὺς
εἶδ’ ἐχάρηκεν ὁ κραταιὸς ᾽Ατρείδης κι εὐθὺς τοὺς ἐπροσφώνησε μὲ λόγια φτερωμένα: « Αἴαντες σεῖς, ὦ
ἀρχηγοὶ τῶν θωρηκτῶν Ἀργείων, ἐσᾶς δὲν δίδω προσταγὴν ὅτι δὲν εἶναι πρέπον, ἀφοῦ καὶ μόνοι τὸν λαὸν
στὸν πόλεμον κινεῖτε· καί, Ἀπόλλων, εἴθε, καὶ Ἀθηνᾶ, καὶ σύ, πατέρα Δία, ἂν εἶχαν ὅλοι τὴν ψυχὴν πόχετε σεῖς
στὰ στήθη, εὐθὺς ἐμπρός μας θά ᾽σκυφτεν ἡ πόλις τοῦ Πριάμου {{r|290}} ὁλόβολη ἀπ’ τὰ χέρια μας νὰ μείνη
ἐρημασμένη». Εἶπε, τοὺς ἄφησεν αὐτοῦ καὶ πέρασε στοὺς ἄλλους· ἦβρε τὸν Νέστορα, γλυκὸν τῆς Πύλου
δημηγόρον, ποὺ ἐσύνταζε κι ἐγκάρδιωνε τοὺς ἄνδρες εἰς τὴν μάχην μὲ τοὺς ἀνδρείους Αἵμονα, Πελάγοντα,
Χρομίον, Ἀλάστορα καὶ Βίαντα, ποιμένα τῶν ἀνθρώπων. Καὶ τοὺς ἱππεῖς ἔστησ’ ἐμπρὸς μὲ τὰ ζεμέν’ ἁμάξια,
ἔβαλε ὀπίσω τοὺς πεζοὺς πολλοὺς καὶ ἀνδρειωμένους, πύργον πολέμου στερεόν, καὶ τοὺς κακοὺς στὴν μέση, ν’
ἀναγκασθῆ νὰ μάχεται καὶ αὐτὸς ὁποὺ δὲν θέλει. {{r|300}} Καὶ νὰ μὴ σπρώξουν τ’ ἄλογα στὴν ταραχὴν τῆς
μάχης εἰς τοὺς ἱππεῖς συμβούλευε. « Κανεὶς ἂς μὴ θαρρέψη στὴν ἱππικὴ καὶ στὴν ἀνδρειὰ νὰ ὁρμήση ἐμπρὸς
τῶν ἄλλων μόνος ἐνάντια στὸν ἐχθρόν· ἀλλὰ μήτε νὰ γύρη ὀπίσω· καὶ τὰ δυὸ κακὰ καὶ σᾶς ἀδυνατίζουν. Κι
ὅποιος ἀπὸ τ’ ἁμάξι του στοῦ ἐχθροῦ τ’ ἁμάξι φθάση, μὲ τὸ κοντάρι ἄς κτυπηθῆ, καὶ αὐτὸ συμφέρει πλέον·
αὐτὴν τὴν γνώμην ἔτρεφαν καὶ τὴν ψυχὴν στὰ στήθη οἱ παλαιοί μας κι ἔπαιρναν τὲς χῶρες καὶ τὰ τείχη». Αὐτὰ
πολέμων ἔμπειρος ἐδίδασκεν ὁ γέρος. {{r|310}} Ἅμα τὸν εἶδε χάρηκεν ὁ κραταιὸς ᾽Ατρείδης, κι εὐθὺς τὸν
ἐπροσφώνησε μὲ λόγια φτερωμένα: « ῎Αμποτε, ὦ γέρε, ἀδάμαστην ὡς ἔχεις τὴν ψυχήν σου νὰ εἶχες καὶ τὰ
γόνατα κι ἀκέριαν τὴν ἀνδρείαν ἀλλὰ τὸ γῆρας τὸ κοινὸ σὲ φθέρνει· κι ἄμποτ’ ἄλλος νὰ τό ᾽χε καὶ νὰ
ἐβρίσκοσουν σὺ μεταξὺ τῶν νέων». Καὶ ὁ Νέστωρ, ὁ Γερήνιος ἱππότης, τοῦ ἀποκρίθη: «᾽Ατρείδη, τό ᾽θελα κι
ἐγὼ νὰ εἶμαι ὡς ἤμουν πρῶτα ποὺ τὸν ᾽Ερευθαλίωνα ἐφόνευσα τὸν θεῖον· ἀλλὰ δὲν δίδουν στοὺς θνητοὺς οἱ
ἀθάνατοι ὅλ’ ἀντάμα. {{r|320}} ᾽Αγόρι τότε ἤμουν κι ἐγώ, τώρα τὸ γῆρας μ’ ἦβρε, ἀλλὰ καὶ ὡς εἶμαι, στοὺς
ἱππεῖς ἀνάμεσα θὰ μείνω νὰ συμβουλεύω· κι εἶναι αὐτὸ τὸ μέρος τῶν γερόντων. Καὶ μὲ κοντάρια θὰ κτυποῦν
οἱ νέοι ποὺ ἀπὸ μένα χρόνια ὀλιγότερα μετροῦν καὶ στὴν ἀνδρειὰ θαρρεύουν». ῎Ακουσε τοῦτα καὶ φαιδρὸς
προχώρησ’ ὁ ᾽Ατρείδης· τὸν Μενεσθέα πλήξιππον τοῦ Πετεοῦ τὸν γόνον ἦβρε στὴν μέση τῶν φρικτῶν στὲς
μάχες ᾽Αθηναίων· πλησίον ὁ πολύβουλος στεκόταν ᾽Οδυσσέας, κι οἱ τάξεις οἱ ἀνίκητες, σιμά, τῶν
Κεφαλλήνων· {{r|330}} ὅτι τῆς μάχης ἡ βοὴ σ’ αὐτοὺς δὲν εἶχε φθάσει, ἐνῶ μόλις οἱ φάλαγγες τῶν ἱπποδάμων
Τρώων κινοῦνταν καὶ τῶν ᾽Αχαιῶν, κι ἐκεῖνοι περιμέναν ὁπόταν σῶμ’ ἄλλο ᾽Αχαιῶν νὰ φθάση καὶ νὰ ὁρμήση
στοὺς Τρῶας πρῶτον, ὥστε ἀρχὴ νὰ γίνη τοῦ πολέμου. Τοὺς εἶδ’ εὐθὺς καὶ ὀνείδισεν ὁ κραταιὸς ᾽Ατρείδης κι
ἐκείνους ἐπροσφώνησε μὲ λόγια φτερωμένα: « ῏Ω γόνε, σύ, τοῦ Πετεοῦ διοθρέφτου βασιλέως, καὶ σύ, ποὺ στὰ
σοφίσματα ἐξέχεις καὶ στοὺς δόλους, τί κρύβεσθε, τί μένετε μακρὰν ὡς νά ᾽λθουν ἄλλοι; {{r|340}} Καὶ νὰ
σταθῆτ’ ἔπρεπε σεῖς στὴν πρώτην τάξιν πρῶτοι καὶ πρῶτοι ν’ ἀπαντήσετε τὴν φλόγα τοῦ πολέμου, καθὼς
δέχεσθε κάλεσμα στὴν τράπεζά μου πρῶτοι, ὁπότε στρώνουμ’ οἱ ᾽Αχαιοὶ τραπέζι τῶν γερόντων. Καὶ σᾶς
Ιλιάδα (Πολυλάς)/δ 25
ἀρέσει τὰ ψητὰ νὰ τρώγετε καὶ ὡραῖο κρασὶ νὰ πίνετ’ ἄφθονο καὶ τώρα σᾶς ἀρέσει καὶ ἂν δέκα σώματ’
Ἀχαιῶν ἐβλέπετ’ ἔμπροσθέν σας μὲ τ’ ἀνδροφόνο σίδερο ν’ ἀρχίσουν τὸν ἀγώνα». Μ’ ἄγριο βλέμμα ὁ
πολύγνωμος τοῦ ἀπάντησε ᾽Οδυσσέας· «Ἀτρείδη, ἀπὸ τὰ χείλη σου ποῖος ἐβγῆκε λόγος! {{r|350}} ᾽Εμεῖς τὴν
μάχην φεύγομεν; Ὅταν τὸν ἄγριον Ἄρη κινήσωμ’ ὅλ’ οἱ ᾽Αχαιοὶ στοὺς ἱπποδάμους Τρῶες, θὰ ἰδῆς, ἂν θέλης
καὶ ἂν γι’ αὐτὸ σὲ μέλη, τὸν πατέρα τοῦ Τηλεμάχου νὰ ριχθῆ τῶν ἱπποδάμων Τρώων εἰς τοὺς προμάχους, καὶ
ὅλ’ αὐτὰ ποὺ λέγεις παίρν’ ὁ ἀέρας». Καὶ ἅμ’ εἶδε τον ποὺ ἐθύμωνε, τὸν λόγον πῆρε ὀπίσω καὶ τοῦ ᾽πε μὲ
γλυκόγελον ὁ κραταιὸς Ἀτρείδης: « Λαερτιάδη διογενῆ, πολύτεχνε ᾽Οδυσσέα, δὲν ὀνειδίζω ὑπέρμετρα ἐσένα
οὔτε προστάζω· γνωρίζ’ ὅτ’ ἡ καρδία σου καλὰ γιὰ μένα τρέφει {{r|360}} αἰσθήματα κι ὅτι μ’ ἐμὲ τὴν ἴδιαν
ἔχεις γνώμη, καὶ θὰ τὰ καλοκάμωμε κατόπι, ἂν τώρα εἰπώθη λόγος κακός, κι εἴθε οἱ θεοὶ νὰ τ’ ἀποσβήσουν
ὅλα». Εἶπε, τοὺς ἄφησεν αὐτοῦ καὶ πέρασε στοὺς ἄλλους. Κι ἦβρε τὸν μεγαλόψυχον Τυδείδη Διομήδη ὀρθὸν
εἰς τ’ ἄλογα σιμὰ καὶ τ’ ἁρμοσμέν’ ἁμάξια· ἦταν σιμά του ὁ Σθένελος, υἱὸς τοῦ Καπανέως. Τὸν εἶδε εὐθὺς κι
ὀνείδισεν ὁ μέγας ᾽Αγαμέμνων καὶ κεῖνον ἐπροσφώνησε μὲ λόγια φτερωμένα: « Ὀιμέν᾽, υἱὲ τοῦ συνετοῦ Τυδέα
τοῦ ἱπποδάμου, {{r|370}} τί κρύβεσαι; Τὲς γέφυρες τί βλέπεις τοῦ πολέμου; Νὰ κρύβεται, ὅπως κρύβεσαι, δὲν
ἤθελε ὁ Τυδέας, καὶ τῶν συντρόφων πολὺ ἐμπρὸς στὴν μάχην ἐκινοῦσε. Ἐγὼ δὲν τὸν ἀντάμωσα καὶ ἀπ’
ἄλλους, ποὺ τὸν εἶδαν εἰς τὸν ἀγώνα τό ᾽μαθα, καὶ ὅτ’ εἶχε τὰ πρωτεῖα. Ὅτ’ ἧλθε αὐτὸς εἰρηνικὸς ὡς ξένος
στὲς Μυκῆνες καὶ ὁ Πολυνείκης ὁ λαμπρὸς ὁποὺ συνάζαν ἄνδρες ὅταν στρατεῦαν στ’ ἅγια τῆς Θήβας τείχη
ἐκεῖνοι· κι ἐπαρακάλουν ἐκλεκτοὺς συμμάχους νὰ τοὺς δώσουν καὶ πρόθυμ’ ἔστεργε ὁ λαὸς νὰ δώσουν, ἀλλ’ ὁ
Δίας {{r|380}} τὴν γνώμην τοὺς ἐγύρισε μ’ ἀντίστροφα σημεῖα. Καὶ ὅτ’ ἔφυγαν, ἅμ’ ἔφθασαν, ὡς προχωροῦσε
ὁ δρόμος, στοῦ Ἀσωποῦ τὲς χορτερὲς ἄκρες γεμάτες σχοῖνον, οἱ Ἀχαιοὶ γιὰ μηνυτὴν ἐστεῖλαν τὸν Τυδέα. Κι
ἐκεῖνος ἐπορεύθηκε κι ἦβρε πολλοὺς Καδμείους στοῦ δυνατοῦ ᾽Ετεοκλῆ τὸ δῶμα ὁποὺ συντρῶγαν· τότε, καὶ ἂν
ξένος ἔτυχε, ὁ ἱππόμαχος Τυδέας δὲν ἐφοβεῖτο ἀνάμεσα στὸ πλῆθος τῶν Καδμείων, ἀλλ’ εἰς ἀγώνα ἐκάλει
αὐτούς, καὶ εἰς ὅλα τοὺς ἐνίκα εὔκολα, τόσον ἡ ᾽Αθηνᾶ προθύμως τὸν βοηθοῦσε· {{r|390}} καὶ θυμωμέν’ οἱ
κεντηταὶ τῶν ἵππων οἱ Καδμεῖοι, πενήντα νέους τοῦ ᾽στησαν καρτέρι στὴν ὁδόν του καὶ τοὺς ὁδήγα ὁ Μαίονας
ἰσόθεος Αἰμονίδης μὲ τοῦ Αὐτοφόνου τὸν υἱὸν γενναῖον Πολυφόντην. Ἀλλ’ ἄσχημα ἐθανάτωσε κι ἐκείνους ὁ
Τυδέας· τοὺς φόνευσ’ ὅλους κι ἔστειλε μόν’ ἕνα στὴν πατρίδα, τὸν Μαίον᾽, ὡς τὸν δίδαξαν τὰ θεϊκὰ σημεῖα.
᾽Ιδοὺ ποιὸς ἦταν ὁ Τυδεὺς ἀπὸ τὴν Αἰτωλίαν. Ἀλλὰ τοῦτος ἐγέννησεν υἱὸν κατώτερόν του στὴν μάχην, ἄν καὶ
ἀνώτερον στὴ γλώσσα καὶ στοὺς λόγους». {{r|400}} Λόγον σ’ αὐτὰ δὲν πρόφερεν ὁ δυνατὸς Διομήδης·
ἐντράπη τὸν ὀνειδισμὸν τοῦ σεβαστοῦ κυρίου· ἀλλὰ τοῦ ἀπάντησ’ ὁ υἱὸς τοῦ ἐνδόξου Καπανέως: « ᾽Ενῶ σωστὰ
ξέρεις νὰ εἰπῆς, μὴ ψεύδεσαι, Ἀτρείδη. Εἴμασθε τῶν πατέρων μας πλιότερ’ ἀνδρειωμένοι· τὰ ἄρεια τείχη
ἐπήραμε τῆς ἑπταπύλου Θήβης ἐμεῖς, ἄν καὶ ὀλιγότερος λαὸς μᾶς ἀκολούθα, θαρρώντας εἰς τὰ θεϊκὰ σημάδια
καὶ στὸν Δία· κι ἐκεῖνοι ἀντὶς ἐχάθηκαν ἀπ’ τ’ ἀσεβήματά των˙ ὅθεν μὲ τοὺς πατέρες μας ποτὲ μὴ μᾶς
συγκρίνης». {{r|410}} Μ’ ἄγριο βλέμμα τοῦ ὁμίλησεν ὁ δυνατὸς Διομήδης: « Πατέρα, σώπα τώρ’ αὐτοῦ, καὶ
ὅ,τι σοῦ λέγω στέργε· δὲν κατακρίνω ἐγὼ ποσῶς τὸν ἀρχηγὸν ᾽Ατρείδην, ἂν τοὺς ἀνδρείους ᾽Αχαιοὺς παρακινῆ
στὴν μάχην. ᾽Εκείνου ἡ δόξα θά ᾽ν᾽, ἐὰν οἱ Ἀχαιοὶ τοὺς Τρῶας νικήσουν καὶ τὴν ἱερὰ Τρωάδα ρίξουν κάτω· κι
ἐκείνου πάλι, ἄν χαλασθοῦν οἱ ᾽Αχαιοί, τὸ πένθος· ἀλλ’ ἔλ’ ἀρχὴν ἂς βάλωμε κι ἐμεῖς εἰς τὸν ἀγώνα». Εἶπε, ἀπ’
τ’ ἁμάξι ἐπήδησε στὴν γῆν μὲ τ’ ἄρματά του· φοβερὰ ἐβρόντησε ὁ χαλκὸς στὰ στήθη τοῦ κυρίου, {{r|420}} ὡς
ὅρμησε, ὥστε θά ᾽παιρνεν τρομάραν καὶ ὁ γενναῖος. Καὶ ὅπως στὴν πολύβροντην ἀκρογιαλιὰ τὸ κύμα, ὡς τὸ
σηκώνει ὁ Ζέφυρος ἐπανωτὸ κινεῖται, φουσκώνει πρὶν στὸ πέλαγος καὶ στὴν στεριὰ κατόπι σπώντας
μουγγρίζει καὶ κυρτὸν ἔρχετ’ ἐμπρὸς καὶ γύρω στοὺς βράχους κάμνει κορυφὴν καὶ τὸν ἀφρὸν ξερνάει˙ ὁμοίως
τότ’ ἐπανωτὲς τῶν Δαναῶν κινοῦντο οἱ φάλαγγες στὸν πόλεμον˙ καὶ κάθε πολεμάρχος τοὺς ἰδικούς του
πρόσταζε˙ κι οἱ ἐπίλοιποι σωπαῖναν,— ὡσὰν φωνὴν τόσος λαὸς στὰ στήθη νὰ μὴν εἶχε,— {{r|430}}
φοβούμενοι τοὺς ἀρχηγούς˙ ἐπάνω των ἐλάμπαν τὰ πλουμιστά των ἅρματα, καθὼς ἐπροχωροῦσαν. Καὶ οἱ
Τρῶες, ὡς τὰ πρόβατα σ’ αὐλὴν ἀνδρὸς πλουσίου ἄπειρα μένουν τὸ λευκὸ νὰ τοὺς ἀρμέγουν γάλα καὶ ὅλο
βελάζουν ὡς ἀκοῦν νὰ κράζουν τὰ κριάρια, ὁμοίως στὸν πλατὺν στρατὸν ἀλάλαζαν οἱ Τρῶες, ὅτι δὲν ἦτο εἰς
ὅλους μιὰ λαλιὰ καὶ γλώσσα μία, ἀλλὰ μικτή, κι ἦσαν λαοὶ ποὺ πολλαχόθεν ἦλθαν. Τούτους ὁ Ἄρης, ἡ Ἀθηνᾶ
τοὺς Ἀχαιοὺς κεντάει, ὁ Δεῖμος καὶ ὁ Φόβος κεῖ, ἡ λυσσασμένη ῎Ερις, {{r|440}} πού ᾽ναι ἀδελφὴ καὶ σύντροφη
τοῦ ἀνθρωποφόνου Ἄρη, ὄπου προβαίνει ὡς ἄφαντη, κι ἐνῶ τὴν γῆν κατόπι διασκελᾶ, στὸν οὐρανὸν τὴν
Ιλιάδα (Πολυλάς)/δ 26
κεφαλὴν στηρίζει, ὅπου καὶ τότ’ ἐγέννησεν ἔχθραν σ’ αὐτοὺς ὁμοίαν καὶ μὲς στὰ πλήθη ἐγύριζε τοὺς πόνους νὰ
πληθύνη. Καὶ ὅτ’ ἔφθασαν κι ἐβρέθηκαν εἰς ἐνα τόπον ὅλοι, τὰ τόμαρα καὶ τ’ ἄρματα καὶ τ’ ἀνδρειωμένα
στήθη τὰ χαλκοθώρηκτ’ ἔσμιξαν, κι οἱ ὀμφαλωτὲς ἀσπίδες ἀπ’ τὰ δυὸ μέρη ἐγγίζονταν καὶ ὁ κόσμος
ἐβροντοῦσε˙ κι ἐκεῖ κραυγὴ χαρᾶς ἀνδρῶν ποὺ φόνευαν καὶ βόγγος {{r|450}} ἀνδρῶν ὁποὺ ἐφονεύονταν καὶ ἡ
γῆ πλημμύριζ’ αἷμα· καὶ ὡς ὅταν δύο χείμαρροι, ποὺ ἀπὸ τὰ ὄρη ρέουν, μέσ’ ἀπὸ κεφαλόβρυσα τ’ ἀκράτητα
νερά τους σμίγουν εἰς ἕνα σύρρυακο στὰ βάθη τοῦ βαράθρου – μακρόθε ἀκούει στὰ βουνὰ τὸν βρόντον ὁ
ποιμένας – ὅμοιος, κι ἐκεῖνοι ὡς ἔσμιξαν, ἀχὸς καὶ ἀγώνας ἦταν. Ρίχνει πρῶτος ὁ ᾽Αντίλοχος πολεμιστὴν τῶν
Τρώων τὸν Θαλυσιάδη ᾽Εχέπωλον λαμπρὸν μὲς στοὺς προμάχους· τῆς τριχοφόρου κόρυθος τοῦ κτύπησε τὸν
κῶνον, τὸ ἔμπηξε στὸ μέτωπον κι ἡ χάλκιν’ ἄκρη μέσα {{r|460}} ἐπέρασε τὸ κόκαλο κι ἔχασε αὐτὸς τὸ φῶς του
καὶ ὡς πέφτει πύργος ἔπεσε στὸν φοβερὸν ἀγώνα. Καὶ ἅμ’ ἔπεσε, ἀπ’ τὰ πόδια του τὸν ἔπιασ’ ὁ Ἐλεφήνωρ
Χαλκωδοντιάδης, ἀρχηγὸς τῶν ψυχερῶν ᾽Αβάντων, καὶ νὰ τὸν σύρη ἐσπούδαζε μακρὰν ἀπὸ τὰ βέλη νὰ τὸν
γυμνώση, ἀλλὰ πολὺ δὲν κράτησ’ ἡ ὁρμή του, ὀτι ὡς τὸν εἶδ’ ὁ ψυχερὸς ᾽Αγήνωρ νὰ τὸν σέρνη, εἰς τὸ πλευρὸν
ποὺ ὡς ἔσκυφτε γυμνώθη ἀπ’ τὴν ἀσπίδα, χάλκινο βέλος τοῦ ᾽ριξε καὶ τοῦ ᾽λυσε τὰ μέλη. ῎Ετσι τὸν ἄφηκε ἡ
ψυχὴ κι ἐπάνω του ἐκροτήθη {{r|470}} τῶν Τρώων καὶ τῶν ᾽Αχαιῶν ἔργον δεινόν· καὶ ὡς λύκοι ὁρμοῦσαν γιὰ
νὰ χαλασθοῦν κι ἄνδρας ἐφόνευ’ ἄνδρα. Τὸν Σιμοείσιον κτύπησεν ὁ Τελαμώνιος Αἴας τοῦ ᾽Ανθεμίωνος
λαμπρὸν ἀγόρι, ποὺ ἡ μητέρα στὲς ὄχθες τοῦ Σιμόεντος ἐγέννησε, ὡς ἐρχόταν ἀπὸ τὴν ῎Ιδην στὲς βοσκὲς
κατόπι στοὺς γονεῖς της, ὀθεν τοῦ ἐβγάλαν τ’ ὄνομα˙ καὶ τῶν γλυκῶν γονέων τὰ θρέπτρα δὲν ἀπέδωκεν ὅτ’ ἡ
ζωή του ἐκόπη ἀπ’ τοῦ μεγάλου Αἴαντος τὸ ἀνίκητο κοντάρι. ῞Οτι ἐνῶ πρῶτος πρόβαινε τὸν κτύπησε στὸ
στῆθος {{r|480}} σιμὰ στὸν δεξιὸν μαστόν· ἀντίκρυ ἐβγῆκε ἡ λόγχη στὸν ὦμον· ἔπεσεν αὐτὸς στὰ χώματα,
ὡσὰν λεύκα ὁποὺ εἰς μεγάλην λιβαδιὰ γεννήθηκε κι ἀνδρώθη ὁμαλὴ ὅλη καὶ ὑψηλὰ μόνον γεννᾶ τοὺς
κλώνους˙ τὴν ἔκοψε ἁμαξοποιὸς μὲ τὴν λαμπρὴν ἀξίνην νὰ τὴν λυγίση γιὰ τροχὸν εἰς εὔμορφον ἁμάξι·
κείτεται αὐτοῦ καὶ φρύγεται στοῦ ποταμοῦ τὴν ὄχθην· ὄμοιον τὸν Σιμοείσιον ἔστρωσε κάτ’ ὁ Αἴας. Καὶ αὐτὸν ὁ
λαμπροθώρηκτος ῎Αντιφος Πριαμίδης μέσα στὰ στήθη ἀκόντισε, ἀλλ’ ἀντ’ αὐτοῦ τὸν Λεῦκον, {{r|490}} τοῦ
᾽Οδυσσέως σύντροφον λαμπρόν, στὸ ριζομέρι ἐπέτυχεν εἰς τὴν στιγμὴν πόσερνε ἀλλοῦ τὸ πτῶμα˙ καὶ ὅπως
σωριάσθη τοῦ ᾽πεσε τὸ πτῶμ’ ἀπὸ τὸ χέρι. ᾽Εκείνου ὁ φόνος χόλωσε πολὺ τὸν ᾽Οδυσσέα· εἰς τοὺς προμάχους
σπρώχθη εὐθὺς κι ἔλαμπε στ’ ἄρματ’ ὅλος· ἐστάθη αὐτοῦ πολὺ σιμὰ καὶ γύρω του κοιτώντας ἀκόντισε·
τραβήχθηκαν στ’ ἀκόντισμά του οἱ Τρῶες· τὸ βέλος του δὲν χάθηκεν, ἀλλ’ ἦβρε τοῦ Πριάμου τὸν νόθον
Δημοκόωντα, πού ᾽χ’ ἔλθει ἀπ’ τῆς Ἀβύδου τὰ μέρη, ὅπου γοργόποδες ἀνάτρεφε φοράδες. {{r|500}} ᾽Εκεῖνον,
γιὰ τὸν σύντροφον ὡς χόλωσ’ ὁ ᾽Οδυσσέας, ἐκτύπησε στὸν μήλιγγα· κι ἡ χάλκιν’ ἄκρη ἐβγῆκε στὸν ἄλλον
μήλιγγ’ ἀντικρύ· τὸ φῶς του χάνει ἐκεῖνος, μὲ κρότον πέφτει καὶ ἀντηχοῦν ἐπάνω τ’ ἄρματά του. Κάμνουν τὰ
ὀπίσω οἱ πρόμαχοι καὶ ὁ δοξασμένος ῞Εκτωρ· ἐκραύγασαν οἱ Ἀχαιοὶ καὶ τοὺς νεκροὺς ἐπῆραν κι ἐμπρὸς πολὺ
προχώρησαν· ὀργίσθη ὅπως τοὺς εἶδε ὁ Φοῖβος ἀπ’ τὰ Πέργαμα κι ἐφώναζε τῶν Τρώων: « Τρῶες, ξυπνᾶτε,
ἱππόδαμοι, καὶ μὴν ὑποχωρεῖτε τῶν Ἀχαιῶν, καὶ σίδερον ἡ σάρκα τους δὲν εἶναι {{r|510}} ἢ λίθος, ὥστε τοῦ
χαλκοῦ τὸ δάγκαμα νὰ διώχνη οὔτ’ ὁ Ἀχιλλέας μάχεται, ὁ υἱὸς τῆς καλλικόμου Θέτιδος, ἀλλὰ τὸν θυμὸν τρέφει
σιμὰ στὰ πλοῖα». Αὐτά ᾽πε ὁ φοβερὸς θεὸς ψηλάθε ἀπὸ τὴν πόλιν· ἀλλ’ ἡ διογέννητη θεὰ τοὺς Ἀχαιοὺς κινοῦσε
καὶ ἀνάμεσόν τους πήγαινε τὸ θάρρος τους ν’ αὐξήση. ῾Η μοίρα τότ’ ἐσπέδισε τὸν Διώρη ᾽Αμαρυγκείδην·
πέτρα τὸν πῆρε δοντερὴ στὴν δεξιάν του κνήμην εἰς τ’ ἀστραγάλι· ὁ Πείροος τὴν ἔριξ’ ὁ ᾽Ιμβρασίδης˙ τῶν
Θρακῶν ἦταν ἀρχηγὸς καὶ ἀπὸ τὸν Αἶνον ἦλθε˙ {{r|520}} τὰ νεῦρα καὶ τὰ κόκαλα τοῦ σύντριψεν ὁ μέγας
λίθος καὶ κάτω ἔπεσε τ’ ἀνάσκελα στὴν σκόνη· καὶ ὡς ξεψυχοῦσεν ἅπλωσε στοὺς ποθητοὺς συντρόφους τὰ
δυό του χέρια˙ ἔτρεξεν ὁ Πείροος, ποὺ τὸν εἶχε κτυπήσει καὶ στὸν ὀμφαλὸν τὸν λόγχισε καὶ χάμου τὰ ἔντερά
του χύθηκαν, κι ἔχασ’ εὐθὺς τὸ φῶς του. Καὶ ὡς ἔφευγε τὸν κτύπησεν εἰς τὸν μαστὸν ἐπάνω ὁ Αἰτωλὸς Θόας
καὶ ὁ χαλκὸς μὲς στὸ πνευμόνι ἐμπήχθη· τὸν σίμωσε καὶ τὸ βαρὺ κοντάρι ἀπὸ τὸ στῆθος ἀπέσπασ᾽, ἔσυρ’ ἐν
ταυτῶ τ’ ἀκονητό του ξίφος, {{r|530}} μὲς στὴν κοιλιὰ τὸν κτύπησε καὶ τὴν ψυχὴν τοῦ ἐπῆρε. Δὲν τὸν
ἐγύμνωσε, ὅτι αὐτὸν οἱ σύντροφοί του Θράκες οἱ ἀκρόκομοι τὸν φύλαγαν μὲ τὰ μακριὰ κοντάρια, καί, ἂν κι
ἦταν μέγας καὶ λαμπρὸς καὶ ἀνδρειωμένος, ὅμως τὸν ἔσπρωξαν˙ τινάχθηκεν αὐτὸς κι ἐσύρθη ὀπίσω· ἔτσι στὸ
χῶμα ἐκείτονταν πλάγι μὲ πλάγ’ οἱ δύο τῶν χαλκοφράκτων ᾽Επειῶν καὶ τῶν Θρακῶν ἀντάμα οἱ ἀρχηγοί· κι
ἄνδρες πολλοὶ τριγύρω ἐφονευόνταν. Τότε πολὺ θὰ ἐθαύμαζεν ἐκεῖνον τὸν ἀγώνα ἄνθρωπος, ἂν ἀκτύπητος
Ιλιάδα (Πολυλάς)/δ 27
καὶ ἀλάβωτος περνοῦσε {{r|540}} ἀνάμεσόν τους κι ἡ Ἀθηνᾶ τὸν ἔπαιρνε ἀπ’ τὸ χέρι καὶ τὸν ὁδήγα κι ἔδιωχνε
τὰ βέλη ἀπὸ σιμά του· ὅτ’ εἶδε Τρῶας καὶ Ἀχαιοὺς πολλοὺς ἡ μέρα ἐκείνη πλάγι μὲ πλάγι ἐπίστομα στὸ χῶμα
ἐξαπλωμένους.
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ε
←Ραψωδία δ Ιλιάδα Ραψωδία ζ→
Συγγραφέας: Όμηρος
Μεταφραστής: Ιάκωβος
Πολυλάς
Ραψωδία ε
<poem> Δύναμιν τότ’ ἡ Ἀθηνᾶ καὶ θάρρος τοῦ Διομήδη ἔδωκεν ὥστ’ ἐξαίσια στὰ πλήθη τῶν Ἀργείων νὰ
δοξασθῆ καὶ ὑπέρλαμπρην φήμην παντοῦ νὰ λάβη. Ἀπὸ τὸ κράνος τοῦ ἄναβε καὶ ἀπ’ τὴν ἀσπίδα φλόγα ποὺ
ἀκτινοβόλ’ ἀκοίμητη, τοῦ φθινοπώρου ὡς τ’ ἄστρο λουσμένο ἀπ’ τὸν ᾽Ωκεανὸν ὁλόφωτο ἀναλάμπει· φῶς τόσο
ἀπὸ τὴν κεφαλὴν τοῦ ἀνάβει καὶ ἀπ’ τοὺς ὤμους κι ἔσπρωξε αὐτὸν κεῖ πόβραζε σφοδρότερος ὁ ἀγώνας. ῏Ηταν
Τρωαδίτης ἄνθρωπος, ὁ Δάρης, ἱερέας τοῦ ῾Ηφαίστου, πλούσιος, ἄψεγος· καὶ τέκνα τὸν Φηγέα {{r|10}} καὶ
τὸν ᾽Ιδαῖον εἶχε δυό, κι ἦσαν πολέμων γνῶστες· κινῆσαν ἐναντίον του κι οἱ δυό τους ἀπ’ τὴν τάξιν, στ’ ἁμάξι
αὐτοί, κι ἐμάχετο πεζὸς ὁ Διομήδης. Καί, ἅμ’ ἀφοῦ προχώρησαν, ἀντίκρυς ἐσταθῆκαν, ἔριξε πρῶτος τὸ μακρὺ
κοντάρι του ὁ Φηγέας· ξάκρισε ἡ λόγχη ἀριστερὰ τὸν ὦμον τοῦ Τυδείδη καὶ δὲν τὸν πῆρε· ἀκόντισε καὶ αὐτὸς
κι ὄχι χαμένα. ᾽Αλλὰ στὸ στηθοκόκαλο τὸν κτύπησ’ ὥστε χάμω τὸν κρήμνισ’ ἀπ’ τὴν ἅμαξαν· ἐπήδησεν ὁ
᾽Ιδαῖος τ’ ὄμορφο ἁμάξι ἀφήνοντας, οὐδ’ ἔλαβε τὴν τόλμην {{r|20}} τοῦ φονευμένου του ἀδελφοῦ φρουρὸς
αὐτοῦ νὰ μείνη, ὅτι οὐδ’ αὐτὸς θὲ νά ᾽φευγε τὸν χάρον, ἀλλ’ ἐσώθη ἀπὸ τὸν ῞Ηφαιστον, ὁποὺ τὸν ἔζωσε μὲ
σκότος, νὰ μὴ τοῦ μείνη ὁ γέροντας χωρὶς παρηγορίαν. Τ’ ἄλογα τότ’ ἐξέζεψεν ὁ ἔνδοξος Τυδείδης καὶ τῶν
συντρόφων τά ᾽δωκε νὰ πάρουν εἰς τὰ πλοῖα, Καὶ οἱ Τρῶες στὴν γενναίαν των ψυχὴν ἐταραχθῆκαν ποὺ τοὺς
υἱοὺς τοῦ Δάρητος, τὸν ἕναν φονευμένον εἶδαν, τὸν ἄλλον ἄφαντον· κι ἡ γλαυκομάτ’ Ἀθήνη τὸν ἄγριον ῎Αρη
ἔπιασεν ἀπὸ τὸ χέρι κι εἶπε: {{r|30}} «῏Ω ῎Ἄρη φονικότατε, ὦ Ἄρη τειχοπλήκτη, μόνους δὲν τοὺς ἀφήνομε
τοὺς ᾽Αχαιοὺς καὶ Τρῶας νὰ μάχωνται, καὶ ἂς δοξασθοῦν ὅποιοι θελήση ὁ Δίας; Ἀπὸ τὴ μέση ἂς λείψωμε
μήπως σ’ ἐμᾶς θυμώση.» Αὐτά ᾽πε κι ἀπ’ τὸν πόλεμον τὸν ἄγριον Ἄρη ἐπῆρε κι ἔβαλε αὐτὸν ν’ ἀναπαυθῆ στὲς
ὄχθες τοῦ Σκαμάνδρου· τότ’ ἔγειραν οἱ Δαναοὶ τοὺς Τρῶας καὶ ἀπὸ ἔνα κάθε ἀρχηγός τους φόνευε˙ καὶ
πρῶτος ὁ ᾽Αγαμέμνων ἀπὸ τ’ ἁμάξι τὸν τρανὸν ἔριξε κάτ’ ᾽Οδίον, τῶν Ἁλιζώνων ἀρχηγόν, πού, ὡς πρῶτος
᾽στράφη, ἐμπήχθη {{r|40}} τ’ ἀκόντι μὲς στοὺς ὤμους του καὶ ἀπὸ τὰ στήθη ἐβγῆκε. Πέφτει μὲ βρόντον καὶ
ἀντηχοῦν ἐπάνω τ’ ἄρματά του. ᾽Εφόνευσ’ ὁ ᾽Ιδομενεὺς τὸν Φαῖστον ἀπ’ τὴν Τάρνην τὴν μεγαλόσβολην, υἱὸν
τοῦ Βώρου Μαιονίδου. Αὐτὸν ἐκεῖ ποὺ ἀνέβαινε σ’ ἁμάξι μὲ κοντάρι στὸν δεξιὸν ὦμον λόγχισεν ὁ μέγας
στρατηλάτης. Κάτω ἐκρημνίσθη, κι ἔζωσεν αὐτὸν θανάτου σκότος. Καὶ οἱ σύντροφοι τὸν γύμνωναν ἐκεῖ τοῦ
᾽Ιδομενέως· τότε ὁ Μενέλαος φόνευσε μὲ λόγχην τὸν Στροφίδην Σκαμάνδριον, ποὺ ἦταν ἔξοχος εἰς τὸ κυνήγι
γνώστης {{r|50}} ὅτι τὸν εἶχ’ ἡ Ἅρτεμις ἡ ἴδια μορφωμένον ὅλα τ’ ἀγρίμια νὰ κτυπᾶ ποὺ στ’ ὄρος τρέφει ὁ
λόγγος. Τότε ὄμως οὔτ’ ἡ Ἄρτεμις τὸν ἔσωσε ἡ τοξεύτρα, οὔτ’ οἱ μακροβολίες του ποὺ τόσο τὸν δοξάσαν· τὸν
κτύπησ’ ὁ Μενέλαος ὁ ἀνδρεῖος Ἀτρεΐδης, μὲ λόγχην, ὅπως ἔφευγεν ἐμπρός του, μὲς στοὺς ὤμους στὴν ράχιν·
καὶ ἀπ’ τὸ στῆθος του ἡ ἄκρη πέρα ἐβγῆκε· ᾽πίστομα πέφτει καὶ βροντοῦν ἐπάνω τ’ ἄρματά του. Τὸν
῾Αρμονίδην Φέρεκλον φονεύει ὁ Μηριόνης αὐτόν, ποὺ μὲ τὰ χέρια θαυμάσια τεχνουργοῦσε, {{r|60}} ὅτ’ ἡ
Παλλὰς ἡ ᾽Αθηνᾶ περίσσα τὸν ἀγάπα. Καὶ τοῦ ᾽Αλεξάνδρου ἔκαμε αὐτὸς τὰ ἰσόπλευρα καράβια τ’ ἀρχέκακα,
ποὺ ἐγέννησαν κακὸ στοὺς Τρῶας ὅλους καὶ εἰς αὐτόν, ποὺ τῶν θεῶν τὰ ρήματ’ ἀγνοοῦσε. Καὶ αὐτὸν ὡς τὸν
κατάτρεχεν, προφθάνει ὁ Μηριόνης καὶ τὸν κτυπᾶ στὸ δεξιὸ μερὶ καὶ ἀντίκρ’ ἡ λόγχη στὴν φούσκαν βγαίνει,
ἀφοῦ περνᾶ στὸ κόκαλο ἀποκάτω. Βογγᾶ, πέφτει στὰ γόνατα καὶ ὁ θάνατος τὸν ζώνει. ᾽Εφόνευσε τὸν Πήδαιον
Ἀντηνορίδη ὁ Μέγης, νόθον καὶ αὐτόν· ἡ Θεανώ, θεία γυνή, πρὸς χάριν {{r|70}} τοῦ ἀνδρός της,
καλοανάτρεφεν ὡς τ’ ἀκριβὰ παιδιά της. ᾽Εκεῖνον τότ’ ἀπὸ σιμὰ ὁ ἀνδρεῖος Φιλεΐδης κτύπησε στ’ ἀντικέφαλο
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ε 28
μ’ ἀκονισμένην λόγχην· τὴν γλώσσαν ἔκοψ ὁ χαλκὸς κάτ’ ὡς τὰ δόντια πέρα· πέφτει· σφίγγουν τὰ δόντια του
τὸ σίδερο τὸ κρύο. Τὸν θεῖον τότε ῾Υψήνορα, τοῦ ὑπερηφάνου ἐκείνου ποῦ Δολοπίονος υἱόν, ἱερέα τοῦ
Σκαμάνδρου, ὁποὺ ὁ λαὸς ὁλόκληρος ὡσὰν θεὸν τιμοῦσε, ὁ Εὐαιμονίδης ὁ λαμπρὸς Εὐρύπυλος τὸν φθάνει,
ἐμπρός του ὡς ἔφευγε, καὶ αὐτοῦ τοῦ θέρισε ἀπ’ τὸν ὦμον {{r|80}} μὲ μάχαιραν τὸ δυνατό του χέρι· καὶ αὐτὸ
πέφτει αἱματωμένο κατὰ γῆς· τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ κλεῖσαν ἡ μοίρα ἡ παντοδύναμη καὶ τοῦ θανάτου σκότος.
Ετσι ἐνεργοῦσαν στὸν σφοδρὸν ἀγώνα τοῦ πολέμου· καὶ τότε δὲν θὰ γνώριζες μὲ ποιοὺς εἶναι ὁ Τυδείδης, ἂν
πάη μὲ τοὺς Ἀχαιοὺς ἤ μὲ τοὺς Τρωαδίτες, ὅτι στὸ σιάδι ἐμάνιζεν, ὡς φουσκωτὸ ποτάμι ποὺ παίρνει κάθε
πρόχωμα μὲ τὴν σφοδρὰν ροήν του· οὔτε προχώματα κρατοῦν ἐκείνου τὴν πλημμύραν, οὔτε τῶν κήπων στερεοὶ
φραγμοὶ τὴν ἐμποδίζουν, {{r|90}} ἔξαφν’ ἄν φθάση, ἂν τοῦ Διὸς νεροποντιὰ πληθύνη˙ καὶ καταστρέφει
γεωργῶν ἔργα πολλὰ καὶ ὡραῖα· ὅμοια τὲς πυκνὲς φάλαγγες ἐτάραζε ὁ Τυδείδης τῶν Τρώων καὶ τὰ πλήθη των
δὲν στέκονταν ἐμπρός του. Τὸν εἶδε τοῦ Λυκάονος ὁ υἱὸς ὁ ἐπαινεμένος τὲς φάλαγγες μὲ μάνιτα νὰ σπάνη
στὴν πεδιάδα· τὸ κυρτὸ τόξο ἐτέντωσε ἐνάντιά του, ὡς ὁρμοῦσε ἐπάνω του˙ τὸν πίτυχε στοῦ θώρακος τὸ κύτος,
στὸν δεξιὸν ὦμον˙ τὸ πικρὸν ἀκόντι ἀνοίγει δρόμον ἀντίπερα κι ὁ θώρακας ἐγέμισ’ ὅλος αἷμα. {{r|100}}
Φώναξε τότε ὁ Πάνδαρος μακριὰ νὰ τὸν ἀκούσουν : «Γενναῖοι Τρῶες, κεντηταὶ τῶν ἵππων, κινηθῆτε· λαβώθ’
ἰδοὺ τῶν Ἀχαιῶν ὁ πρῶτος καὶ θὰ πέση ἀπ’ τὸ σφοδρό μου ἀκόντισμα˙ ἂν μ’ ἔσπρωξε τωόντι ὁ Ἀπόλλων τοῦ
Διὸς υἱὸς ὡς ἦλθ’ ἀπ’ τὴν Λυκίαν». Αὐτά ᾽πε αὐτὸς καυχώμενος· δὲν ἔπεσε ἀπ’ τὸ βέλος κεῖνος, ἀλλ’ ἀναμέρισε
κι ἐμπρὸς στ’ ἁμάξι ἐστάθη καὶ εἶπε πρὸς τὸν Σθένελον, υἱὸν τοῦ Καπανέως : «῎Ελα, Καπανειάδη μου, κατέβ’
ἀπὸ τ’ ἁμάξι ἀπὸ τὸν ὦμον τὸ πικρὸν ἀκόντι νὰ μοῦ σύρης». {{r|110}} Εἶπε καὶ χάμου ὁ Σθένελος ἐπήδησ’ ἀπ’
τὸ ἁμάξι καὶ ἀπὸ τὸν ὦμον μέσαθε τοῦ ἐτράβηξε τὸ ἀκόντι καὶ τὸ αἷμα εὐθὺς πετάχθηκεν ἀπ’ τὸν κρουστὸν
χιτώνα· καὶ τότ’ εὐχήθη ὁ ξακουστὸς στὲς μάχες Διομήδης : «Ἄκου με, κόρη ἀδάμαστη τοῦ αἰγιδοφόρου Δία,
ἐὰν ποτὲ στὸν πόλεμον ἐδείχθης τοῦ πατρός μου καλὴ βοηθός, ἀγάπησε κι ἐμέ, θεά μου, τώρα· τὸν ἄνδρα ποὺ
μ’ ἐλάβωσε κι ἐπαίρεται καὶ λέγει ποὺ ὀλίγο ἀκόμη θὰ χαρῶ τὸ λαμπρὸ φῶς τοῦ ἡλίου, δὸς νὰ τὸν φθάσ’ ἡ
λόγχη μου νεκρὸς νὰ πέση ἐμπρός μου». {{r|120}} Αὐτὰ δεήθη, κι ἡ θεὰ τὴν δέησιν ἐδέχθη, τὰ μέλη τοῦ ᾽καμ’
ἐλαφρά, τὰ πόδια καὶ τὰ χέρια, κι ἦλθε σιμά του κι εἶπε του μὲ λόγια φτερωμένα : «Διομήδη, τώρα θαρρετὰ
πολέμησε τοὺς Τρῶας, ὅτι στὰ στήθη σοῦ ᾽βαλα τὴν πατρικὴν ἀνδρείαν ἀτρόμητην, ὡς ὁ Τυδεὺς τὴν εἷχε ὁ
ἀσπιδοφόρος καὶ τὴν κατάχνια ἀφαίρεσα ποὺ σκέπαζε τὸ φῶς σου, ὅπως θεὸν ἀπὸ θνητὸν εὐκόλως
ξεχωρίσης. Διὰ τοῦτο ἂν ἔλθη ἐδῶ θεὸς γιὰ νὰ σὲ δοκιμάση, μ’ ἄλλον ἀθάνατον θεὸν ἐσὺ μὴ πολεμήσης
{{r|130}} κανέναν· ἀλλ’ ἂν τοῦ Διὸς ἡ κόρ’ ἡ Ἀφροδίτη ἔλθη στὸν πόλεμον αὐτὴν μὲ λόγχην θὰ κτυπήσης».
Αὐτά ᾽πε καὶ ἀναχώρησεν ἡ γλαυκομάτ’ Ἀθήνη. Εἰς τοὺς προμάχους ὅρμησε καὶ πάλιν ὁ Τυδείδης καὶ ἂν ἦταν
πρόθυμος καὶ πρὶν νὰ πολεμᾶ τοὺς Τρῶας, τώρ’ εἶχε τρίδιπλην ὁρμήν, ὡς ἔχει τὸ λεοντάρι, ποὺ ὅταν πηδήση
στὴν αὐλὴν τῶν μαλλιαρῶν προβάτων καὶ τὸ σκαρφίση ὁ φύλακας, χωρὶς νὰ τὸ φονεύση, ἀνδρειὰ τοῦ δίδει
καὶ ποσῶς δὲν τοῦ ἀντιστέκει πλέον, μέσα στὲς στάνες κρύβεται καὶ τά ᾽ρημα σκορπιοῦνται· {{r|140}} ἐκεῖνα
ἐπανωβιάζονται κι ἐκεῖνο ἀπ’ τὴν βαθεῖαν αὐλὴν μὲ μέγα πήδημα στὴν ἐξοχὴν πετιέται· ἔτσι στοὺς Τρῶας
χύθηκεν ὁ δυνατὸς Τυδείδης. Κτυπᾶ κεῖ τὸν ᾽Αστύνοον κι ῾Υπείρονα τὸν ἄρχον· κεῖνον ἐπάνω στὸν μαστὸν μὲ
λογχοφόρο ἀκόντι, τὸν ἄλλον μὲ τρανὸ σπαθὶ μέσα στὴν ὠμοπλάτην καὶ ἀπ’ τὸν αὐχένα ἐχώρισε τὸν ὦμον καὶ
ἀπ’ τὰ νῶτα. ᾽Εκεῖθε στὸν Πολύιδον καὶ Ἄβαντα περνάει, υἱοὺς τοῦ Εὐρυδάμαντος, τοῦ γέρου ὀνειροκρίτου· σ’
αὐτοὺς δὲν ξήγησ’ ὄνειρα ὁπότε ἀναχωροῦσαν, {{r|150}} ἀλλὰ νεκροὺς τοὺς γύμνωσεν ὁ δυνατὸς Διομήδης.
Τὸν Ξάνθον καὶ τὸν Θόωνα, δυὸ τέκνα καὶ τὰ δύο ἀγαπητὰ τοῦ Φαίνοπος, πού ᾽χε κακὸ τὸ γῆρας, ὅτι ἄλλον
δὲν ἐγέννησε τὸ βιό του νὰ τοῦ ἀφήση. Τοὺς πῆρε τὴν γλυκιὰ ζωὴν κι ἐγύμνωσε ὁ Τυδείδης καὶ ἄφην’ εἰς
δάκρυα καὶ ὀδυρμοὺς τὸν ἄκληρον πατέρα, ποὺ δὲν τοὺς διέχθη ζωντανοὺς ὀπίσω ἀπὸ τὴν μάχην καὶ
μακρινοί του συγγενεῖς τὸ βιός του ἐμοιρασθῆκαν. Τοῦ Δαρδανίδου πιάνει αὐτοῦ, δυὸ τέκνα, τοῦ Πριάμου ποὺ
σ’ ἕνα ἁμάξι ἐκάθονταν, ᾽Εχέμμων καὶ Χρομίος. {{r|160}} Καὶ ὡσὰν λιοντάρι ποὺ εἰς κοπὴν βοδιῶν μέσα στὸν
λόγγον ὁρμᾶ καὶ ἀπὸ τὸν τράχηλον τραβᾶ μοσχάρι ἢ ταῦρον, ὁμοίως ἀπ’ τὴν ἅμαξαν ἐκεῖνος καὶ τοὺς δύο
κακόσυρε καὶ γύμνωσε νεκρούς· καὶ τ’ ἄλογά των ἔδωκε τῶν συντρόφων του νὰ φέρουν εἰς τὰ πλοῖα. Τὸν εἶδ’
ὁ Αἰνείας τῶν ἀνδρῶν τὲς φάλαγγες νὰ στρώνη καὶ μέσ’ ἀπὸ τὴν ταραχὴν διαβαίνει κι ἀπ’ τ’ ἀκόντια, καὶ τὸν
ἰσόθεον Πάνδαρον ζητοῦσε ν’ ἀπαντήση· κι ἐβρῆκε τὸν ἀσύγκριτον καὶ τὸν ἀνδρειωμένον Λυκαονίδην, κι
ἔμεινεν ἐμπρός του καὶ τοῦ εἶπε: {{r|170}} «Πάνδαρε, ποῦ τὸ τόξο, ποῦ τὰ φτερωτά σου βέλη, ἡ δόξα ποῦ ; Καὶ
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ε 29
ἰσόπαλον κανένα ἐδῶ δὲν ἔχεις, οὐδὲ μὲς στὴν Λυκίαν σου δὲν εἶναι ἀνώτερός σου. Ἀλλ’ ἔλα, εὔχου τοῦ Διὸς
καὶ βέλος ρίξε εἰς τοῦτον τὸν ἄνδρα ποὺ μανίζει ἐδῶ καὶ ἀφάνισε τοὺς Τρῶας, ὅτι τὰ γόνατ’ ἔλυσε πολλῶν καὶ
ἀνδρειωμένων, ἐκτὸς ἄν εἶναι τις θεὸς ποὺ ὠργίσθη διὰ θυσίες στοὺς Τρῶας· εἶναι φοβερὴ ἡ ὀργὴ τῶν
ἀθανάτων». Τότε ὁ λαμπρὸς ἀπάντησε σ’ αὐτὸν Λυκαονίδης: «Τῶν χαλκοφράκτων Τρωαδιτῶν, ὦ βουληφόρ’
Αἰνεία, {{r|180}} εἰς ὅλα φαίνεταί μου αὐτὸς ὁ ἀνδρεῖος Διομήδης, διακρίνω τὴν ἀσπίδα του, τὸ κωνικό του
κράνος καὶ τ’ ἄλογα· πλὴν καθαρὰ δὲν ξεύρω ἂν θεὸς εἶναι. Καὶ ἂν εἶναι αὐτὸς ποὺ λέγω ἐγὼ ὁ ἀνδρεῖος
Τυδεΐδης, δὲν εἶναι ἀνθρώπου ἡ λύσσ’ αὐτὴ καὶ κάποιον στὸ πλευρό του ἔχει θεὸν ἀθώρητον μὲ νέφος
τυλιγμένον, ποὺ ἔγυρε ἀλλοῦ τὸ πτερωτὸν ἀκόντι ποὺ τὸν πῆρε, ὅτι ἤδη βέλος τοῦ ᾽ριξα καὶ τὸν δεξιόν του
ὦμον τοῦ πέτυχα κι ἐπέρασα τοῦ θώρακος τὸ κύτος κι ἐθάρρουν πὼς τὸν ἔστειλα στὸ δῶμα τοῦ Ἀϊδωνέως,
{{r|190}} καὶ ὅμως δὲν τὸν φόνευσα· θεὸς εἶναι ὀργισμένος. Τοὺς ἵππους μου διὰ ν’ ἀνεβῶ τ’ ἁμάξια ἐδῶ δὲν
ἔχω, ἀλλὰ μὲς στοῦ Λυκάονος τὰ μέγαρ’ εἶναι ἁμάξια ἕνδεκα νέα κι εὔμορφα, μὲ πέπλους σκεπασμένα κι εἰς
κάθε ἁμάξ’ εἶναι σιμὰ ζευγαρωτὰ πουλάρια, στέκουν καὶ τρώγουν τὴν ζειὰ καὶ τὸ λευκὸ κριθάρι. Πολὺ τωόντι
ὁ γέροντας πολεμιστὴς Λυκάων μὲ νουθετοῦσ’ ὅτ’ ἄφηνα τὰ ὡραῖα μέγαρά μας· μοῦ ᾽λεγεν εἰς τ’ ἁμάξια μου
καὶ στ’ ἄλογ’ ἀναβάτης νὰ ὁδηγῶ Τρῶας στοὺς δεινοὺς ἀγῶνες τοῦ πολέμου˙ {{r|200}} καὶ τὴν καλήν του
συμβουλὴν δὲν ἄκουσ’ ἀπὸ φόβον γιὰ τ’ ἄλογά μου εἰς ἄφθονην τροφὴν συνηθισμένα, μήπως εἰς τόπον, ὅπου
κλειοῦν ἐχθροί, τροφὴ τοὺς λείψη· τ’ ἄφηκ’ αὐτοῦ, κι ἦλθα πεζὸς στὸ ῎Ιλιον, θαρρώντας στὸ τόξο, ἀλλὰ δὲν
ἔμελλεν αὐτὸ νὰ μ’ ὠφελήση. Διότι ὡς τώρα ἐτόξευσα τῶν πολεμάρχων δύο, τὸν Ἀτρείδην, ἔπειτα τὸν Διομήδη
κι αἷμα τὸ βέλος μου τοὺς ἔβγαλε διὰ ν’ ἀγριεύσουν πλέον. Σ’ ὥραν κακὴν ξεκρέμασα λοιπὸν τὸ τόξο τοῦτο,
ὅταν ἀνδρείων ἀρχηγὸς διὰ τὴν τερπνὴν Τρωάδα {{r|210}} τοῦ ἰσοθέου ῞Εκτορος πρὸς χάριν ξεκινοῦσα. Καὶ
ἄν γύρω ἀπὸ τὸν πόλεμον καὶ ἴδω τὴν πατρίδα, τὴν ποθητὴν συμβιαν μου καὶ τὸ ὑψηλό μου δῶμα, τὴν
κεφαλήν μου ἂς κόψη ἐχθρός, ἐὰν μ’ αὐτὰ τὰ χέρια τὸ τόξο αὐτὸ συντρίμματα δὲν κάνω, ἂν δὲν τὸ ρίξω στὲς
φλόγες, ὅτι ἀνώφελα αὐτὸ μὲ συνοδεύει». Ὁ Αἰνείας τοῦ ἀπάντησε, τῶν Τρώων πολεμάρχος: «Αὐτὰ μὴ λέγης·
παντελῶς τὸ πράγμα δὲν θ’ ἀλλάξη· ἀπ’ τὴν ζεμένην ἅμαξαν ῍ἀν δὲν δοκιμασθοῦμε στὸν ἄνδρα τοῦτον
ἄντικρυ, μὲ ὅλα τ’ ἅρματά μας. {{r|220}} ᾽Εμπρός, στ’ ἁμάξι ἀνέβα ἐδῶ, διὰ νὰ γνωρίσης ποῖα τ’ ἄλογα εἶναι
τοῦ Τρωός, πῶς ξεύρουν στὴν πεδιάδα, κυνηγοῦντ’ εἴτε κυνηγοῦν, γοργότατα νὰ τρέχουν· καὶ αὐτὰ στὴν πόλιν
ἄσφαλτα μᾶς σώζουν, ἂν τὴν νίκην εἰς τοῦ Τυδέως τὸν υἱὸν χαρίση πάλι ὁ Δίας. Καὶ πάρε σὺ τὴν μάστιγα καὶ
τὰ λαμπρὰ λουρία, στ’ ἁμάξι θ’ ἀνεβῶ κι ἐγώ, νὰ μάχωμαι, ἢ σὺ δέξου τοῦ ἀνδρὸς ἐκείνου τὴν ὁρμήν, κι ἐγὼ τ’
ἁμάξι βλέπω». Ἀντεῖπε τοῦ Λυκάονος ὁ υἱὸς ὁ ἐπαινεμένος: «Ὁ ἴδιος λάβε τὰ λουριὰ καὶ τ’ ἄλογά σου, Αἰνεία˙
{{r|230}} μὲ κυβερνήτην τους γνωστὸν καλύτερα θὰ παίρνουν τ’ ἁμάξι, ἂν μᾶς κυνηγᾶ καὶ πάλιν ὁ Τυδείδης·
μὴν ἀπὸ φόβον ὀκνηρά, ποθώντας τὴν φωνήν σου, ἐμᾶς νὰ φέρουν ἀρνηθοῦν μακρὰν ἀπ’ τὸν ἀγώνα, καὶ τότ’
ὁρμήση ἐπάνω μας ὁ ἀνδρεῖος Διομήδης καὶ μᾶς φονεύση καὶ τοὺς δυὸ καὶ πάρη καὶ τοὺς ἵππους· ἀλλὰ ἐσὺ
τοὺς ἵππους σου κυβέρνα καὶ τ’ ἁμάξι, καὶ τὴν ὁρμὴν τοῦ ἀνδρὸς ἐγὼ μὲ λόγχην θ’ ἀπαντήσω». Αὐτά ’παν κι’
ἅμ’ ἀνέβηκαν στ’ ὡραϊσμένο ἁμάξι κινῆσαν τὰ γοργ’ ἄλογα μὲ ὁρμὴν πρὸς τὸν Τυδείδην. {{r|240}} Τοὺς εἶδε ὁ
Σθένελος, λαμπρὸς υἱὸς τοῦ Καπανέως, καὶ στὸν Τυδείδην εἶπ’ εὐθὺς μὲ λόγια φτερωμένα: «Τυδείδη,
ἀγαπημένε μου Διομήδη, βλέπω δύο ἀνδρειωμένους ὁποὺ ὁρμοῦν μὲ σὲ νὰ πολεμήσουν καὶ ἄμετρην ἔχουν
δύναμιν· ὁ Πάνδαρος τοξότης καλὸς καὶ τοῦ Λυκάονος καυχᾶτ’ ὅτ’ εἶναι γόνος, ὁ Αἰνείας πάλι ὅτ’ εἶναι υἱὸς
καυχᾶται τοῦ γενναίου Ἀγχίση καὶ μητέρα του τὴν Ἀφροδίτην ἔχει. Κι ἔλα στ’ ἁμάξι ἀνάμερα μ’ ἐμέ καὶ στοὺς
προμάχους μὴ τόσο μοῦ λυσσομανᾶς, μὴ χάσης τὴν ζωήν σου». {{r|250}} Μὲ λοξὸ βλέμμ’ ἀπάντησεν ὁ δυνατὸς
Διομήδης: «Μὴ κάμης λόγον διὰ φυγήν, ποσῶς δὲν θὰ μὲ πείσης· ὅτι δὲν τό ᾽χω φυσικὸ τὴν μάχην ν’ ἀποφεύγω
ἤ νὰ δειλιάζω· ἀσάλευτην ἔχω καρδιὰν ἀκόμη˙ μοῦ ᾽ναι τ’ ἁμάξι βαρετὸ κι ἐνάντια τους θὰ ὁρμήσω ὡς εἷμαι
τώρα κι ἡ Ἀθηνᾶ δὲν στέργει ἐγὼ νὰ φεύγω. Καὶ μ’ ὅλα τὰ γοργ’ ἄλογα δὲν θὰ σωθοῦν ἐκεῖνοι· ὁ ἕνας ἀπ’ τὰ
χέρια μας θὰ πέση, ἂν καὶ ὄχ’ οἱ δύο. Καὶ ἄλλο τι ἀκόμα θὰ σοῦ εἰπῶ καὶ βάλε το στὸ νοῦ σου˙ ἂν ἡ πολύβουλη
᾽Αθηνᾶ τὴν δόξαν μᾶς χαρίση {{r|160}} κι οἱ δυὸ νὰ πέσουν, τ’ ἄλογα σὺ κράτει τὰ δικά σου αὐτοῦ καὶ ἀπὸ
τὴν ἅμαξαν τοὺς χαλινούς των δέσε καὶ χύσου εὐθὺς εἰς τ’ ἄλογα τοῦ Αἰνεία νὰ τὰ φέρης εἰς τοὺς γενναίους
᾽Αχαιοὺς ἀπ’ τὸν στρατὸν τῶν Τρώων, ὅτι κρατοῦν ἀπ’ τ’ ἄλογα ποὺ ὁ βροντητὴς Κρονίδης τοῦ Τρωὸς ἔδωκε
ἀμοιβὴν τοῦ υἱοῦ του Γανυμήδη, ὡς τὰ καλύτερα ἄλογα στὸν ἥλιον ἀποκάτω. Ἀπ’ τὴν σποράν τους ἔκλεψεν ὁ
Ἀγχίσης βασιλέας κρυφ’ ἀπ’ τὸν Λαομέδοντα μὲ θηλυκὰ δικά του καὶ ἕξι τοῦ γεννήθηκαν πουλάρια κι
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ε 30
ἐκρατοῦσε {{r|270}} τὰ τέσσερα κι ἀνάτρεφε στὴν φάτνην του καὶ τοῦτα τὰ δύο, πρόξενα φυγῆς, ἐχάρισε τοῦ
Αἰνεία. ᾽Εκεῖν’ ἂν πάρωμε, θὰ εἶν’ ἡ δόξα μας μεγάλη». Τοὺς λόγους τούτους ἔλεγαν ἐκεῖνοι ἀνάμεσόν τους κι
εὐθὺς μὲ τὰ γοργ’ ἄλογα πλησίασαν οἱ δύο. Καὶ πρῶτος τοῦ Λυκάονος ὁ λαμπρὸς γόνος εἶπε: «῏Ω γόνε
σιδηρόκαρδε τοῦ θαυμαστοῦ Τυδέως, τὸ γοργὸ βέλος τὸ πικρὸ δὲν σ’ ἔριξε· καὶ τώρα μὲ τὸ κοντάρι δοκιμὴν θὰ
κάμω, ἂν σ’ ἐπιτύχω». Εἶπε καὶ τὸ μακρόσκιον κοντάρι σφενδονίζει {{r|280}} καὶ τὴν ἀσπίδα τρύπησε τοῦ
Διομήδη πέρα ἡ χάλκιν’ ἄκρη κι ἔφθασε τὸν θώρακα νὰ ἐγγίξη κι ἐφώναξεν ὁ Πάνδαρος μακρὰν νὰ τὸν
ἀκούσουν: «Εἰς τὸ λαγγόνι περαστὰ σὲ λάβωσα· καὶ ὀλίγην ἔχεις ζωήν· καὶ καύχημα σ’ ἐμὲ ἔδωκες μεγάλο».
Καὶ ἀτρόμητος τοῦ ἀπάντησεν ὁ δυνατὸς Διομήδης: «῎Εσφαλες, δὲν μ’ ἐπέτυχες· ἀλλὰ δὲν θὰ ἡσυχάστε, πρὶν
πέση ἀπὸ τοὺς δύο σας ὁ ἕνας καὶ χορτάσω στὸ αἷμα τὸν ἀδάμαστον πολεμιστὴν τὸν Ἄρη». Ρίχνει τ’ ἀκόντι· κι
ἡ Ἀθηνᾶ τ’ ὁδήγησε στὴν μύτην, {{r|290}} σιμὰ στὸ μάτι· καὶ ὁ σκληρὸς χαλκὸς τὰ λευκὰ δόντια τοῦ πέρασε
καὶ τοῦ ᾽κοψε τὴ γλώσσαν εἰς τὴ ρίζα, κι ἡ χάλκιν’ ἄκρη κάτωθεν ἐφάνη ἀπ’ τὸ πηγούνι. Πέφτει ἀπ’ τ’ ἁμάξι
καὶ βροντοῦν ἐπάνω τ’ ἄρματά του τὰ εὔμορφα καὶ ὁλόλαμπρα καὶ ἀνάμερα ἀπὸ φόβον συρθῆκαν τὰ γοργ’
ἄλογα· κι ἐκεῖνος ἐνεκρώθη. Μὲ τὴν ἀσπίδα ἐπήδησε καὶ τὸ μακρὺ κοντάρι ὁ Αἰνείας, μήπως οἱ Ἀχαιοὶ τοῦ
πάρουν τὸν νεκρόν του˙ καὶ ὡς θαρρετὸ στὴν ρώμην του λιοντάρι διασκελοῦσε γύρω του μὲ τ’ ἀκόντι ἐμπρὸς
καὶ τὴν γλιστρὴν ἀσπίδα, {{r|300}} ἔτοιμος νὰ φονεύση αὐτὸν ποὺ στὸν νεκρὸν σιμώση κι ἐφώναζε
τρομακτικά· κι ἐσήκωσε ὁ Τυδείδης πέτραν τρανήν, θεόρατην· δὲν θὰ τὴν παῖρναν δύο τῶν τωρινῶν θνητῶν
καὶ αὐτὸς τὴν ἔπαιζε καὶ μόνος. Καὶ τὸν Αἰνείαν κτύπησε μ’ αὐτὴν στὸ μέρος, ὅπου στρέφεται ὁ γόφος στὸ μερὶ
καὶ λέγεται κουτάλα˙ καὶ τὴν κουτάλα σύντριψε καὶ τὰ δυὸ νεῦρ’ ἀκόμη· ὁ τραχὺς λίθος τοῦ ᾽γδαρε τὸ δέρμα·
πέφτει ὁ ἥρως στὰ γόνατά του καὶ στὴν γῆν μὲ τὸ παχύ του χέρι στηρίχθη καὶ τὰ μάτια του μαύρη σκεπάζει
νύκτα. {{r|310}} Κι ἔχανε τότε τὴν ζωὴν ὁ βασιλεὺς Αἰνείας, ἀλλ’ ἡ Ἀφροδίτη τοῦ Διὸς ἡ κόρη εὐθὺς τὸν εἶδε,
ὁποὺ στῶν μόσχων τὲς βοσκὲς τὸν γέννησε τοῦ Ἀγχίση· ἔζωσε αὐτὴ μὲ τὲς λευκὲς ἀγκάλες τὸ παιδί της καὶ ὁ
φωτοβόλος πέπλος της στὲς δίπλες του τὸν κρύβει, φράγμα στὰ βέλη, μὴ κανὲν ἀκόντι χαλκοφόρο τῶν
ταχυΐππων Δαναῶν τὸν εὕρη μὲς στὸ στῆθος. Κι ἐνῶ ἀπ’ τὴν μάχην ἔπαιρνε τὸν ποθητὸν υἱόν της ἐκείνη, δὲν
λησμόνησεν ὁ υἱὸς τοῦ Καπανέως αὐτὰ ποὺ τοῦ παράγγειλεν ὁ ἀνδρεῖος Διομήδης· {{r|320}} καὶ τὰ δικά του
ἄλογα μακρὰν ἀπὸ τὸν κρότον ἔστησε καὶ τοὺς χαλινοὺς προσέδεσε στ’ ἁμάξι. Καὶ τὰ καλότριχ’ ἄλογα τοῦ
Αἰνεία παίρνει ἀμέσως πρὸς τοὺς γενναίους Ἀχαιοὺς ἀπ’ τὸν στρατὸν τῶν Τρώων· τά ᾽δωκε στὸν Δηίπυλον,
τὸν σύντροφον ποὺ ἀπ’ ὅλους προτίμα τοὺς ὁμήλικες, ὅτ’ εἶχαν μίαν γνώμην, νὰ τὰ ὁδηγήση στὰ βαθιὰ
καράβια· τότ’ ὁ ἥρως στ’ ἁμάξι ἀνέβη κι ἔπιασε τὰ ὁλόλαμπρα λουρία καὶ τὰ στερεόποδ’ ἄλογα πρὸς τὸν
Τυδείδην σπρώχνει. Τοῦτος τὴν Κύπριν μ’ ἄπονο κοντάρι ἐκυνηγοῦσε, {{r|330}} ὅτ’ ἤξευρε πού ᾽ν’ ἄνανδρη
θεὰ καὶ δὲν ὁμοιάζει μὲ τὲς θεές, ὁποὺ ἀρχηγοῦν στὴν μάχην τῶν ἀνδρείων, οὔτε ἡ πορθήτρα ᾽Ενυώ, οὔτε ἡ
Παλλὰς Ἀθήνη. Ἀλλ’ ὅτε τὴν ἐπρόφθασε στὸ μέγα πλῆθος μέσα τινάχθη, ἐπήδησ’ ὁ υἱὸς τοῦ θαυμαστοῦ
Τυδέως καὶ μὲ τ’ ἀκόντι ἐσκάρφισε τὸ τρυφερό της χέρι· τὸν πέπλον της, ἀμβρόσιον ὑφάδι τῶν Χαρίτων,
πέρασ’ ἡ λόγχη κι εὕρηκε τὴν ἄκρην τῆς παλάμης˙ ρέει τὸ αἷμα τῆς θεᾶς καὶ ἄφθαρτον εἶν’ ἐκεῖνο, τὸ ἔχουν
μόν’ οἱ μάκαρες θεοὶ καὶ ἰχὼρ τὸ λέγουν˙ {{r|340}} οἶνον δὲν πίνουν οἱ θεοί, μήτε σιτάρι τρώγουν, κι εἶναι διὰ
τοῦτο ἀναίματοι καὶ ἀθάνατοι καλοῦνται. Φώναξ’ ἐκείνη θλιβερὰ καὶ ἀφήνει τὸν υἱόν της· στὰ χέρια του τὸν
σήκωσεν ὁ Ἀπόλλων καὶ μὲ νέφος μαῦρο τὸν ζώνει, μὴ κανὲν ἀκόντι χαλκοφόρο τῶν ταχυΐππων Δαναῶν τὸν
εὕρη μὲς στὸ στῆθος. Μακρὰν τότ’ ἔσυρε κραυγὴν ὁ ἀνδρεῖος Διομήδης: «Φεῦγε, ὦ κόρη τοῦ Διός, τῆς μάχης
τοὺς ἀγῶνε. Ἤ δὲν σοῦ ἀρκεῖ ποὺ ξεπλανᾶς τὲς ἄνανδρες γυναῖκες; Θαρρῶ πὼς ἄν εἰς πόλεμον καὶ πάλιν
λάβης μέρος, {{r|350}} θ’ ἀνατριχιᾶς κι ἐὰν μακρὰν διὰ πόλεμον ἀκούσης». Αὐτά ᾽πε κι ἔφευγε ἡ θεὰ μὲ ζάλην
καὶ μὲ πόνους σκληροὺς κι ἐγίνη μελανὸ τὸ ρόδινό της σῶμα· κι ἡ ῎Ιρις ἡ ἀνεμόποδη τὴν πῆρε ἀπὸ τὸ πλῆθος
τὸν ἄγριον ῎Αρη ἀριστερὰ τῆς μάχης καθισμένον ἦβρε· καὶ ὁμίχλη σκέπαζε τὴν λόγχην καὶ τοὺς ἵππους. Τότ’
ἐγονάτισε ἡ θεὰ καὶ ἀπὸ τὸν ἀδελφόν της τὰ χρυσοστέφαν’ ἄλογα πολὺ θερμὰ ζητοῦσε : «Γλυκέ, βοήθα με,
ἀδελφέ, καὶ δός μου τ’ ἄλογά σου νὰ μεταβῶ στὸν ῎Ολυμπον, ἕδραν τῶν ἀθανάτων· {{r|360}} πληγὴ μὲ σφάζει
ὁποὺ θνητὸς μοῦ ἔκαμε, ὁ Τυδείδης, ποὺ τώρα μάχην θά ᾽καμνε καὶ στὸν πατέρα Δία». Τὰ χρυσοστέφαν’
ἄλογα τῆς ἔδωκεν ὁ Ἄρης· στ’ ἁμάξι ἀνέβ’ ἡ θλιβερή· στὸ πλάγι της ἡ ῎Ιρις κάθισε καὶ τοὺς χαλινοὺς στὰ χέρια
της ἐπῆρε· κτυπᾶ κι ἐκεῖνα πρόθυμα πετοῦν καὶ γοργὰ φθάνουν εἰς τὸν ὑψηλὸν Ὄλυμπον, τῶν ἀθανάτων
ἔδραν˙ τ’ ἄλογ’ αὐτοῦ σταμάτησεν ἡ ἀνεμόποδ’ ῎Ιρις καὶ ἀφοῦ τὰ ξέζεψε, τροφὴν τοὺς ἔβαλε ἀμβροσίαν· κι ἡ
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ε 31
Ἀφροδίτη ἔπεσε στὸν κόλπον τῆς μητρός της {{r|370}} Διώνης· τούτη ἀγκάλιασε τὴν ποθητήν της κόρην, μὲ τὸ
χέρι τὴν χάιδευσε κι εἶπε σ’ αὐτήν : «Παιδί μου, ποιός τῶν θεῶν τόσ’ ἄπρεπα σοῦ ᾽καμε αὐτὰ ποὺ βλέπω, ὡς νά
᾽χε σ’ ἔβρει φανερὰ κάποιο κακὸ νὰ κάμνης ; » Σ’ ἐκείνην ἡ φιλόγελη ἀπάντησε Ἀφροδίτη : «᾽Εμένα ὁ
μεγαλόψυχος ἐλάβωσε Τυδείδης, διότι ἀπὸ τὸν πόλεμον ἔπαιρνα τὸν υἱόν μου Αἰνείαν, ποὺ ὑπεραγαπῶ, καθὼς
κανέναν ἄλλον. Διότι Τρώων καὶ ᾽Αχαιῶν δὲν εἶναι μάχη πλέον· πολεμοῦν ἤδ’ οἱ Δαναοὶ καὶ μἐ τοὺς
ἀθανάτους». {{r|380}} Καὶ πρὸς αὐτὴν ἀπάντησεν ἡ σεβαστὴ Διώνη : «Μὲ ὑπομονὴν τὸ πάθος σου, παιδί μου,
νὰ βαστάσης· ἀπ’ τοὺς ἀνθρώπους πάθαμε πολλοὶ τῶν Ὀλυμπίων, ὡς ἐμεῖς δίδομε ἀφορμὴν κακῶν ἀνάμεσόν
μας. Βάσταξ’ ὁ Ἄρης π’ ἄλυτα τὸν έδεσεν ὁ ῏Ωτος καὶ ὁ ᾽Εφιάλτης ὁ δεινός, τὰ τέκνα τοῦ ᾽Αλωέως˙ κι ἔμεινε
μῆνες δεκατρεῖς στὸ χάλκινον ἀγγεῖον˙ καὶ τότε ὁ πολεμόδιψος ὁ Ἄρης θὰ ἐχανόνταν, ἡ μητρυιά του ἄν τοῦ
῾Ερμῆ δὲν τό ᾽λεγεν, ἡ ὡραία ᾽Ηεριβοίη· κι ἔκλεψεν αὐτὸς τὸν Ἄρη, ὁπόταν {{r|390}} ἐκόντευε ὁ σκληρὸς
δεσμὸς νὰ πάρη τὴν πνοήν του. Βάσταξ’ ἡ ῞Ηρα, ὅτε ὁ δεινὸς ᾽Αμφιτρυωνιάδης, μ’ ἀκόντι τρίγωνο ἔπληξε τὸν
δεξιὸν μαστόν της καὶ τὴν θεὰν ἀγιάτρευτος βασάνιζεν ὁ πόνος. Βάσταξε καὶ ὁ θεόρατος ὁ Ἅδης πικρὸ βέλος·
ὁ ἴδιος ἄνδρας, ὁ υἱὸς τοῦ αἰγιδοφόρου Δία, ὀδυνηρὰ τὸν πλήγωσε εἰς τῶν νεκρῶν τὴν πύλην˙ κίνησε πρὸς τὸν
῎Ολυμπον στὸ δῶμα τοῦ Κρονίδη περίλυπος καὶ στὴν καρδιὰ τὸν ἔπιαναν οἱ πόνοι, ὅτι τὸν μέγαν ὦμον του τ’
ἀκόντ’ εἶχε περάσει. {{r|400}} Μὲ βότανα παυσίπονα, ποὺ τοῦ ᾽βαλε ὁ Παιήων, τὸν γιάτρευσεν ὅτι θνητὸς δὲν
ἦτο αὐτὸς πλασμένος· ὁ ἄθλιος, ὁ αὐθαδέστατος ἐργάτης ἀσεβείας, ποὺ τοὺς θεοὺς ποὺ κατοικοῦν στὸν
῎Ολυμπο κτυποῦσε, καὶ αὐτὸν τώρα ἐναντίον σου ἡ Ἀθήνη τὸν Τυδείδην ἔβαλε καὶ δὲν σκέπτεται ὁ μωρὸς ποὺ
ὀλίγες ἔχει ἡμέρες ὅποιος πόλεμον κινεῖ τῶν ἀθανάτων, καὶ ὀπίσω ἀπὸ τὸν πόλεμον δὲν θά ᾽λθη νὰ τοῦ πέσουν
στὰ γόνατά του τὰ παιδιά, παπὰ νὰ τοῦ ψελλίζουν. Διὰ τοῦτο, ἂν κι ἔχη δύναμιν μεγάλην ὁ Τυδείδης,
{{r|410}} ἄς συλλογιέται ἀντίμαχον μὴν ἔβρη ἀνώτερόν σου· μὴν ἡ Αἰγιάλεια ποτέ, ἡ φρόνιμη ᾽Αδρηστίνη,
ξυπνήση τοὺς ἀνθρώπους της θρηνώντας ποὺ τῆς λείπει ὁ νυμφευτός της σύντροφος τῶν ᾽Αχαιῶν ὁ πρῶτος,
τοῦ ἱπποδάμου ἡ θαυμαστὴ γυνή, τοῦ Διομήδη». Εἶπε· καὶ μὲ τὰ χέρια της σφογγίζει τὸν ἰχώρα ἀπ’ τὴν
παλάμην κι ἔκλεισ’ ἡ πληγὴ κι οἱ πόνοι ἐπαῦσαν. Κι ἀπ’ τ’ ἄλλο μέρος ἡ ᾽Αθηνᾶ κι ἡ ῞Ηρα, ἐνῶ τηράζουν, μὲ
λόγια μετωριστικὰ κεντοῦσαν τὸν Κρονίδην. Καὶ πρώτη τότ’ ὁμίλησεν ἡ γλαυκομάτ’ Ἀθήνη : {{r|420}} «Δία
πατέρα, ὅτι θὰ εἰπῶ μὴ σὲ θυμώση τάχα ; Ἄσφαλτα ἡ Κύπρις ἤθελε καμίαν Ἀχαιΐδα τῶν Τρώων ποὺ
ὑπεραγαπᾶ νὰ φέρη στὲς ἀγκάλες· κι ἐκεῖ ποὺ τὴν λαμπρόπεπλον ἐχάιδευεν ὡραίαν, χρυσὴ βελόνη ἐσκάρφισε
τὸ τρυφερό της χέρι». Εἰς τοῦτο ἐγλυκογέλασεν ὁ ὕψιστος πατέρας καὶ τὴν χρυσὴν προσκάλεσ’ Ἀφροδίτην καὶ
τῆς εἶπε : «Τὰ ἔργα τὰ πολεμικά, παιδί μου, δὲν σοῦ ἀνήκουν˙ στοῦ γάμου σὺ τὲς ζηλευτὲς φροντίδες
καταγίνου καὶ τ’ ἄλλα ἔχ’ ἡ Ἀθηνᾶ καὶ ὁ μανιωμένος Ἄρης». {{r|430}} Τοὺς λόγους τούτους ἔλεγαν ἐκεῖνοι
ἀνάμεσόν τους, καὶ στὸν Αἰνείαν ὅρμησεν ὁ ἀνδρεῖος Τυδεΐδης, ἂν κι ἤξευρε ποὺ σκέπει αὐτὸν τοῦ
᾽Απόλλωνος τὸ χέρι· ἀλλὰ καὶ ἀπέναντι θεοῦ μεγάλου, θὰ φονεύση καὶ ἀπ’ τὰ λαμπρά του ἄρματα θὰ γδύση
τὸν Αἰνείαν. Καὶ τρεῖς ἐχύθηκε φορὲς μὲ ὁρμὴν νὰ τὸν φονεύση καὶ τρεῖς τοῦ ἑτίναξε ὁ θεὸς τὴν φωτεινήν του
ἀσπίδα˙ ἀλλὰ τὴν τέταρτην φορὰν ποὺ ὡς δαίμων ἐπετάχθη, μὲ φοβερὰν κραυγὴν φρικτὰ τὸν ἀποπῆρε ὁ
Φοῖβος : «Σκέψου Τυδείδη, στρέψε αὐτοῦ· καὶ μὴ τὸν ἑαυτόν σου {{r|440}} ἴσον νομίσης τῶν θεῶν, ὅτι πολὺ
διαφέρει τὸ γένος τῶν θνητῶν τῆς γῆς ἀπὸ τοὺς ἀθανάτους». Εἶπε· καὶ ὀπίσω ἐσύρθηκεν ὀλίγον ὁ Τυδεΐδης,
ὅτι ἐφοβήθη τὴν ὀργὴν τοῦ μακροβόλου Φοίβου. Καὶ ἀπὸ τὸ πλῆθος ἔπαιρνεν ὁ Ἀπόλλων τὸν Αἰνείαν εἰς τὴν
ἁγίαν Πέργαμον, ὅπ’ εἶχε τὸν ναόν του. Καὶ ἡ τοξοφόρα Ἄρτεμις μὲ τὴν Λητὼ στὰ βάθη τοῦ ἱεροῦ τὸν ἔγιαναν
καὶ λάμψιν τοῦ χαρίζαν. Καὶ ὁ Φοῖβος ὁ ἀργυρότοξος ἐποίησ’ ἕνα πλάσμα ὁλόμοιον εἰς τὸ πρόσωπο καὶ στ’
ἄρματα τοῦ Αἰνεία, {{r|450}} στὸ φάσμα ἐκεῖνο οἱ Ἀχαιοὶ καὶ οἱ Τρῶες ἐκτυπιόνταν καὶ διὰ νὰ φθάσουν εἰς
τοῦ ἐχθροῦ τὸ στῆθος πελεκοῦσαν ἀσπίδες ὁλοστρόγγυλες καὶ ἐλαφρὰ σκουτάρια. Τότε τὸν ἄγριον φώναξε τὸν
Ἄρην ὁ Ἀπόλλων : «Ἄρη, ὦ Ἄρη, φονικέ, ἄπονε, τειχοπλήκτη, δὲν σέρνεις ἀπ’ τὸν πόλεμο ἐκεῖνον τὸν
Τυδείδην, ποὺ μάχην τώρα θά ’καμνε καὶ στὸν πατέρα Δία ; Πρῶτα τὴν Κύπριν λάβωσε στὸ χέρι καὶ κατόπιν
κι ἐμὲ τὸν ἴδιον χύθη αὐτὸς ὡς δαίμων νὰ κτυπήση». Εἶπε κι ἐκάθισεν αὐτὸς στὴν ἄκρην τῆς Περγάμου˙
{{r|460}} κι ὁ ῎Αρης τὸν ᾽Ακάμαντα τὸν Θράκα βασιλέα ὅμοιασε κι ἐκινοῦσ’ ἐμπρὸ τὲς φάλαγγες τῶν Τρώων·
καὶ στοὺς Πριαμίδες φώναξε : «Διοθρέπτου βασιλέως, ὦ τέκνα, τοῦ Πριάμου σεῖς διόθρεπτα, καὶ ὡς πότε θ’
ἀφήσετε ἀπ’ τοὺς Ἀχαιοὺς νὰ σφάζεται ὁ λαός σας ; Νὰ φθάσ’ ἡ μάχη θέλετε στὲς πύλες ; ῎Επεσ’ ἄνδρας ποὺ
σὰν τὸν θεῖον ῞Εκτορα δοξάζαμεν, ὁ Αἰνείας, τοῦ ᾽Αγχίση υἱὸς τοῦ δοξαστοῦ· προφθάστε, κινηθῆτε τὸν
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ε 32
δοξαστόν μας σύντροφον νὰ σώσωμε ἀπ’ τὸν κτύπον». Εἶπε καὶ εἰς ὅλους αὔξησεν εἰς τὴν καρδιὰ τὸ θάρρος·
{{r|470}} τότε ἀποπῆρε ὁ Σαρπηδὼν τὸν ῞Εκτορα τὸν θεῖον : «Ἕκτορ, ποῦ εἶναι ἡ πρώτη σου μεγάλη
ἀνδραγαθία ; Χωρὶς λαούς, χωρὶς βοηθοὺς εἶπες νὰ σώσης μόνος τὴν πόλιν σὺ μὲ τοὺς γαμβροὺς καὶ μὲ τοὺς
ἀδελφούς σου˙ καὶ αὐτῶν κανένα τώρα ἐγὼ δὲν βλέπω, δὲν ξανοίγω, ἀλλ’ ὡσὰν σκύλοι κρύβονται, πόχουν
λεοντάρι ἐμπρός τους, κι ἐμεῖς ὅσ’ εἴμασθε βοηθοί, τὸν πόλεμον κρατοῦμεν. Τῶν βοηθῶν εἶμαι κι ἐγώ, πολὺ
μακρόθεν ἦλθα. Πέρα στοῦ Ξάνθου τὲς ροὲς ἐπάνω εἶν’ ἡ Λυκία, ποθητὴν ὅπου σύντροφον καὶ βρέφος ἔχω
ἀφήσει {{r|480}} καὶ πολὺ βιὸ ποὺ τὸ ποθοῦν ἐκεῖνοι ποὺ δὲν τό ᾽χουν. Καὶ ὅμως ἐγὼ παρακινῶ στὴν μάχην
τοὺς Λυκίους καὶ ἀτός μου ἀντίπαλον ζητῶ, ἂν καὶ δὲν ἔχω πράγμα νὰ μοῦ ἀφαιρέσουν οἱ Ἀχαιοὶ ἢ πέρα νὰ τὸ
πάρουν. Σὺ στέκεις, οὐδὲ τοὺς λαοὺς παρακινεῖς τοὺς ἄλλους γυναῖκες καὶ παιδία τους μ’ ἀνδρειὰ νὰ
ὑπερασπίσουν˙ καί, ὡς ἀπὸ δίκτυ ὁλάρπαγο πιασμένοι στὲς θηλιές τους, μὴν ηὕρεμα καὶ σπάραγμα γενῆτ’
ἐχθρῶν ἀνθρώπων· καὶ τὴν ὡραίαν πόλιν σας γρήγορ’ αὐτοὶ θὰ πάρουν. Κι ὅλ’ αὐτὰ πρέπει νά ᾽χης σὺ στὸν
νοῦν σου νύκτα ἡμέρα {{r|490}} τοὺς ἄρχους νὰ παρακαλῆς τῶν ξένων βοηθῶν σου ν’ ἀνδρειευθοῦν· τότε
κανεὶς δὲν θέλει σ’ ὀνειδίση». Οἱ λόγοι αὐτοὶ κατάκαρδα τὸν ῞Εκτορα πληγῶσαν· καὶ ἀπὸ τ’ ἁμάξι ἐβρόντησε
στὴν γῆν ἀρματωμένος, δυὸ λόγχες σείει καὶ παντοῦ στὸ στράτευμα γυρίζει, στὴν μάχην σπρώχνει καὶ δεινὴν
πολέμου φλόγ’ ἀνάφτει. Στρἐψαν κι ἐνάντια στήθηκαν τῶν Ἀχαιῶν οἱ Τρῶες κι οἱ Ἀργεῖοι τοὺς ἀπάντησαν
πυκνοὶ καὶ δὲν δειλιάσαν, καθὼς ὁπόταν στὰ ἱερὰ τ’ ἁλώνια ποὺ λιχνίζουν, τ’ ἄχυρα παίρν’ ὁ ἄνεμος καὶ ὡς
σπρώχνουν οἱ ἀέρες, {{r|500}} τ’ ἄχυρο ἡ ξανθὴ Δήμητρα καὶ τὸν καρπὸν χωρίζει καὶ ἀσπρίζουν ὅλες οἱ
ἀχυριές˙ ὁμοίως ἄσπριζ’ ὅλους τοὺς Ἀχαιοὺς ὁ κονιορτός, ποὺ ὡς τ῏ οὐρανοῦ τὸν θόλον τὸν χάλκινον ἐσήκωνε
ποδόκτυπος τῶν ἵππων ὁποὺ στὴν σμίξην ἔμπαζαν ὀπίσω οἱ κυβερνῆτες, κι ἴσια τὸν κτύπον ἔφερναν· καὶ
βοηθὸς τῶν Τρώων ὁ ἄγριος Ἄρης κύκλωσε μὲ σκότος τὸν ἀγώνα, παντοῦ φερόμενος· μ’ αὐτὸ προστάγματα
ἐνεργοῦσε τοῦ χρυσοξίφου ᾽Απόλλωνος ποὺ τοῦ ᾽χε παραγγείλει τοὺς Τρῶας νὰ ἐμψυχώση εὐθὺς ἅμ’ εἶδεν ὅτι
ἡ Ἀθήνη {{r|510}} ἀναχωροῦσε, ἡ βοηθὸς τῶν Δαναῶν· κι ἐκεῖνος ἔστειλε ἀπὸ τὸ πάμπλουτον ἱερόν του τὸν
Αἰνείαν καὶ θάρρος τοῦ ᾽βαλε πολὺ στὰ στήθη καὶ κατέβη ὁ Αἰνείας στοὺς συντρόφους του· χαρὰ τοὺς πῆρε
ἅμ’ εἶδαν τὸν ἀρχηγόν τους ζωντανόν, γερὸν κι ἐμψυχωμένον, ἀλλὰ δὲν τὸν ἐρώτησαν ὅτ’ εἶχαν τὸν ἀγώνα ποὺ
ὁ Φοῖβος ὁ ἀργυρότοξος τοὺς ἄναψε καὶ ὁ Ἄρης ὁ φονικὸς καὶ ἡ λυσσερὴ τῆς ῎Εριδος μανία. Οἱ Αἴαντες, ὁ
᾽Οδυσσεὺς κινοῦσαν καὶ ὁ Τυδείδης στὸν πόλεμον τοὺς Δαναούς· καὶ τοῦτοι ἀφ’ ἑαυτοῦ των {{r|520}} στοὺς
κτύπους καὶ στὸν θόρυβον τῶν Τρώων δὲν δειλιάζαν, ἄλλ’ ἔμεναν ὡς σύννεφα ὁποὺ ὁ Κρονίδης σταίνει εἰς
τῶν βουνῶν τὲς κορυφὲς μὲ τὴν ἀνανεμίαν, ἀτάραχ’ ὅσο τοῦ Βοριᾶ καὶ τῶν σφοδρῶν ἀνέμων ὅλων κοιμᾶται ἡ
δύναμις, ποὺ ἐκεῖνοι διασκεδάζουν μὲ τὸ ἠχηρό τους φύσημα τὰ σκιοφόρα νέφη· ἀτάρακτ’ ἔτσι οἱ Δαναοὶ τοὺς
Τρῶας ἀπαντοῦσαν˙ καὶ μὲς στὰ πλήθη ἐγύριζε κι ἐνουθετοῦσ’ ὁ Ἀτρείδης : «Ἄνδρες, σταθῆτε· κάμετε, φίλοι,
καρδιὰ καὶ θάρρος, ἕνας τὸν ἄλλον στοὺς δεινοὺς ἀγῶνες ἐντραπῆτε· {{r|530}} νὰ σώση δύνατ’ ἡ ἐντροπὴ
τοὺς ἄνδρες, ὄχι ὁ φόβος. Καὶ σ’ ὅσους’ φεύγουν δύναμις καὶ δόξα δὲν γεννᾶται». Εἶπε καὶ τὸν Δηϊκόωντα, τὸν
σύντροφον τοῦ Αἰνεία, τὸν Περγασίδην κτύπησε μ’ ἀκόντι στοὺς προμάχους, ποὺ ὡς τοῦ Πριάμου τὰ παιδιὰ
σέβονταν ὅλ’ οἱ Τρῶες, ὅτι ἐμαχόνταν πρόθυμος στὴν πρώτην τάξιν πρῶτος. Αὐτὸν μ’ ἀκόντι κτύπησεν ὁ
᾽Ατρείδης στὴν ἀσπίδα καὶ στὸν χαλκὸν δὲν βάσταξεν ἡ ἀσπίδα, ἀλλ’ ἐτρυπήθη καὶ τὸν ζωστήρα ἐπέρασεν ὡς
τὴν γαστέρα ἡ λόγχη· πέφτει μὲ βρόντο καὶ ἀντηχοῦν ἐπάνω τ’ ἄρματά του. {{r|540}} Τότε δυὸ πρώτους
Δαναοὺς ἐφόνευσ’ ὁ Αἰνείας, τὸν Κρήθωνα καὶ ᾽Ορσίλοχον, παιδιὰ τοῦ Διοκλέους, ποὺ μέσα στὴν καλόκτιστην
Φερὰν ἐκατοικοῦσε πάμπλουτος καὶ ἀπ’ τὸν ᾽Αλφειὸν κρατοῦσεν ὅπου ρέει, πλατὺ ποτάμι, ἀνάμεσα στὴν χώρα
τῶν Πυλίων, κ’ ἐγέννα τὸν ᾽Ορσίλοχον πολλῶν ἀνθρώπων ἄρχον· τοῦτος τὸν μεγαλόκαρδον ἐγέννησε Διοκλέα·
καὶ τοῦ Διοκλέους δίδυμα δυὸ τέκνα γεννηθῆκαν ὁ Κρήθων καὶ ᾽Ορσίλοχος, γνῶστες πολέμου πρῶτοι˙ καὶ ἅμ’
ἀνδρωθῆκαν ἔπλευσαν στὴν εὔιππην Τρωάδα {{r|550}} μὲ τοὺς Ἀργείους πρόθυμοι καὶ αὐτοὶ διὰ τοὺς
Ἀτρεῖδες Μενέλαον καὶ Ἀγαμέμνονα ἐκδίκησιν νὰ πάρουν. Καὶ ὁ θάνατος ἐσκέπασεν αὐτοὺς στὸ χῶμα ἐκεῖνο·
ὅμοια μὲ δυὸ λιοντάρϊα, ποὺ μέσα εἰς πυκνὸ λόγγο σ’ ὑψηλὸν ὄρος ἔθρεψε λεόντισσα μητέρα, ποὺ μόσχους
ἀφοῦ ἅρπαξαν καὶ πρόβατα παχέα καὶ στάνες ἀφοῦ ἐρήμωσαν πολλές, ἔρχεται ὥρα ὁποὺ ἀπὸ χέρι ἀνθρώπινο
καὶ αὐτὰ σφαμένα πέφτουν, ὁμοίως, ὡς τοὺς ἔπιασεν ἡ δύναμις τοῦ Αἰνεία, ὡς πέφτουν ἔλατ’ ὑψηλοὶ κι ἐκεῖνοι
ἐξαπλωθῆκαν. {{r|560}} Ὁ θάνατός τους πόνεσε τοῦ ἀνδρείου Μενελάου κι ἐβγῆκε μὲ λαμπρ’ ἄρματα
ζωσμένος στοὺς προμάχους κι ἔσειε λόγχην· δολερὰ τὸν ἔσπρωχνεν ὁ Ἄρης, ὅπως τὸν φέρη θάνατον νὰ λάβη
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ε 33
ἀπ’ τὸν Αἰνείαν· τὸν εἷδ’ ὁ Ἀντίλοχος, υἱὸς τοῦ Νέστορος γενναίου, καὶ στοὺς προμάχους πρόβαλε φοβούμενος
μὴ πάθη ὁ βασιλέας καὶ πολὺ τοὺς βλάψη τὸν ἀγώνα· κι ἐνῶ κεῖνοι ἀντιμέτωποι καὶ χέρια καὶ κοντάρια
τεντῶναν ὁλοπρόθυμοι τὴν μάχην ν’ ἀρχινήσουν, ἐστήθηκε ὁ Ἀντίλοχος στοῦ βασιλιᾶ τὸ πλάγι. {{r|570}} Καί,
ἂν καὶ δεινὸς πολεμιστής, ὁ Αἰνείας δὲν ἐστάθη ἅμ’ εἶδε δύο μαχητὰς νὰ καρτεροῦν ἀντάμα Καὶ ἀφοῦ τοὺς
νεκροὺς ἔσυραν ἐκείνοι στὸν στρατόν τους κι ἔβαλαν τ’ ἄμοιρα παιδιὰ στὰ χέρια τῶν συντρόφων, ἐστράφηκαν
κι ἐμάχονταν στὴν πρώτην τάξιν πάλιν. Τὸν Πυλαιμένεα φόνευσαν, ἰσόπαλον τοῦ Ἄρη, τὸν ἀρχηγὸν τῶν
ἀσπιστῶν γενναίων Παφλαγόνων. Τοῦτον, ὀρθὸν στὴν ἅμαξαν, ὁ ἀνδρεῖος ᾽Ατρεΐδης μέσα στὸ κλειδοκόκαλον
ἐκτύπησε μ’ ἀκόντι· ὁ ᾽Αντίλοχος τὸν Μύδωνα, τὸν ἄξιον κυβερνήτην {{r|580}} Ἀτυμνιάδην, πόστρεφε τοὺς
ἵππους, τὸν κτυπάει μὲ πέτραν εἰς τὸν ἄγκωνα· τοῦ πέσαν ἀπ’ τὰ χέρια τὰ ἐλεφαντόλαμπρα λουριά· κατόπιν
τοῦ ἐχύθη ὁ ᾽Αντίλοχος καὶ μὲ σπαθιὰ τὸν μήλιγγα τοῦ σχίζει· ἔπεσεν ἐπικέφαλα βογγώντας ἀπ’ τ’ ἁμάξι κι
ἐβύθισε τὸ καύκαλο στὸ χῶμα καὶ τοὺς ὤμους˙ πολληώρα ἐστάθη, ὡς εὕρηκεν αὐτοῦ βαθὺν τὸν ἄμμον, ὥσπου
τετραποδίζοντας οἱ ἵπποι τὸν ξαπλῶσαν, ποὺ ράβδιζεν ὁ ᾽Αντίλοχος νὰ πάρη στὸν στρατόν του. Τοὺς εἶδ’ ὁ
῞Εκτωρ, μὲ κραυγὴν ἐπάνω τους ἐχύθη· {{r|590}} καὶ οἱ φάλαγγες κατόπι του οἱ δυνατὲς τῶν Τρώων· ἡ σεπτὴ
δέσποινα ‘Ενυὼ προεξάρχει μὲ τὸν ῎Αρη · τὴν λύσσαν ἀδιάντροπον ἔφερνε αὐτὴ τοῦ φόνου· κρατοῦσ’ ὁ Ἄρης
κι ἔσειε θεόρατο κοντάρι καὶ πότ’ ἐμπρὸς τοῦ ῞Εκτορος φαινόνταν πότε ὀπίσω. Καὶ ἅμα τὸν εἷδ’ ἐρίγησεν ὁ
ἀνδρεῖος Διομήδης· καὶ ὡς ἀπὸ δρόμον μακρινὸν ὁδίτης μ’ ἀπορίαν στέκει στὴν ὄχθην ποταμοῦ ποὺ ἀφροκοπᾶ
καὶ ρέει ὁρμητικὰ στὴν θάλασσαν καὶ ὀπίσω φεύγει ἐκεῖνος, ἔτσι ὁ Τυδείδης σύρθηκε καὶ πρὸς τὸ πλῆθος εἶπε
: {{r|600}} «Φίλοι, τὸν θεῖον ῞Εκτορα θαυμάζομεν ὡς μέγαν πολεμιστὴν ἀτρόμητον· καὶ ὡστόσο ἔχει σιμά του
πάντοτε κάποιον τῶν θεῶν ποὺ τὴν ζωὴν τοῦ σώζει· καὶ τώρα ἰδέτε μὲ μορφὴν θνητοῦ τὸν Ἄρην ἔχει, ἀλλ’
ὀπισθοποδήσετε γυρμένοι πρὸς τοὺς Τρῶας πάντοτε καὶ μὴ πόλεμον πρὸς τοὺς θεοὺς ζητεῖτε». Αὐτά ᾽πε καὶ
πολὺ σιμὰ τοὺς ἔσμιξαν οἱ Τρῶες. Ὁ ῞Εκτωρ τὸν Ἀγχίαλον καὶ τὸν Μενέσθην ἄνδρες ἀνδρειωμένους φόνευσεν
εἰς ἕν’ ἁμάξι ἀντάμα˙ ὁ μέγας τοὺς λυπήθηκεν ὁ Τελαμώνιος Αἴας, {{r|610}} ποοχώρησε κι ἐστήθη αὐτοῦ κι
ἐκτύπησε μ’ ἀκόντι τὸν Σελαγίδην ῎Αμφιον, ποὺ στὴν Παισὸν κατοίκα καὶ κτήματ’ εἶχε καὶ πολλὰ χωράφια,
πλὴν ἡ μοίρα στὸν Πρίαμον τὸν ἔφερε βοηθὸν καὶ στὰ παιδιά του. Στὴν ζώνην τὸν ἐκτύπησεν ὁ Τελαμώνιος
Αἴας καὶ στὴν γαστέρα ἐμπήχθηκε τὸ ἀπέραντον ἀκόντι· μὲ βρόντον πέφτει· τρέχει εὐθὺς τὰ ὅπλα νὰ τοῦ πάρη
ὁ μέγας Αἴας· κι ἔχυναν τὰ φονικά των βέλη σ’ αὐτὸν οἱ Τρῶες πάμπολλα κι ἐπῆρε ἡ ἀσπίδα πλῆθος. Καὶ
ἀντιπατώντας ἔβγαλεν ἀπ’ τὸν νεκρὸν τ’ ἀκόντι· {{r|620}} ἀλλ’ ὅμως δὲν τὸν ἄφηναν τ’ ἀκόντια νὰ τὸν γδύση
ἀπ’ τὰ λαμπρά του ἄρματα· φοβήθη τότ’ ὁ Αἴας μὴ πάθη κύκλωσιν σφοδρὴν τῶν ἀγερώχων Τρώων, ποὺ μὲ
κοντάρι ἐπάνω του πολλοὶ καὶ ἀνδρειωμένοι, ἂν κι εἶχε μέγα θαυμαστὸ παράστημα καὶ ὡραῖο, τὸν ἔσπρωξαν·
τινάχθηκεν αὐτὸς κι ἐσύρθη ὀπίσω. ῎Ετσι ἐνεργοῦσαν στὸν σφοδρὸν ἀγώνα τοῦ πολέμου. Κι ἔσπρωξ’ ἡ μοίρα
ἀνίκητη τὸν μέγαν Ἡρακλείδην Τληπόλεμον ἐνάντια στὸν θεῖον Σαρπηδόνα· καὶ ἅμ’ ἀντικρὺ προχώρησαν ὁ
ἕνας πρὸς τὸν ἄλλον, {{r|630}} ὁ ἔγγονος μὲ τὸν υἱὸν τοῦ βροντοφόρου Δία, προσφώνησε ὁ Τληπόλεμος τὸν
Σαρπηδόνα πρῶτος : «Τί σ’ ἀναγκάζει, Σαρπηδών, ὦ τῶν Λυκίων ἄρχε, ὡς ἄνθρωπος ἀπόλεμος νὰ κρύβεσ’
ἐδῶ πέρα ; Ψεύδοντ’ ἂν λέγουν πού ᾽σαι υἱὸς τοῦ αἰγιδοφόρου Δία κι εἶσαι πολὺ κατώτερος ἐκείνων τῶν
ἡρώων ὁποὺ στὲς πρῶτες γενεὲς ἔχει γεννήσει ὁ Δίας, ὡς ἦταν ὁ πατέρας μου, ὡς λέγουν, ὁ ῾Ηρακλέας
λεοντόψυχος, ἀτρόμητος, ποὺ ὅτ’ ἦλθε ἐδῶ νὰ λάβη τοὺς ἵππους τοῦ Λαομέδοντος, μ’ ἕξι καράβια μόνα
{{r|640}} καὶ μ’ ὀλιγότερον στρατόν, τὴν πόλιν τῆς ᾽Ιλίου ἐπόρθησε καὶ ἀπὸ λαὸν ὀρφάνωσε τοὺς δρόμους· καὶ
σὺ ψυχὴν ἔχεις δειλὴν καὶ φθείροντ’ οἱ λαοί σου. Οὐδὲ θαρρῶ πὼς στήριγμα θενά ᾽σαι σὺ τῶν Τρώων, ἄν καὶ
ἀνδρειωμένος βοηθὸς ἀπ’ τὴν Λυκίαν ἦλθες˙ ἀλλὰ θὰ ἰδῆς ποὺ ἡ λόγχη μου στὸν ῞Αδη θὰ σὲ στείλη». Καὶ ὁ
Σαρπηδὼν ἀπάντησε : «Τληπόλεμε, ὅτι ἐκεῖνος τὴν ῎Ιλιον τότ’ ἐρήμωσε, προῆλθε ἀπ’ τὴν μωρίαν τοῦ σεβαστοῦ
Λαομέδοντος, ποὺ αὐτὸν ὁποὺ τὸν εἶχε εὐεργετήσει ἐξύβρισε, κι ἔλειψε νὰ τοῦ δώση {{r|650}} τοὺς ἵππους,
ποὺ χάριν αὐτῶν μακρόθεν εἶχεν ἔλθει· καὶ σένα λέγ’ ὅτι ἀπ’ ἐμὲ φόνον καὶ μαύρην μοίραν ἐδῶ θὰ λάβης καὶ
ἀπ’ αὐτὴν τὴν λόγχην μου θὰ πέσης, τὸ καύχημα νὰ πάρω ἐγὼ καὶ ὁ Ἅδης τὴν ψυχήν σου». Κι ἐσήκωσε ὁ
Τληπόλεμος τὸ φράξινο κοντάρι· σύγχρον’ ἀπὸ τὰ χέρια τους τ’ ἀκόντια πεταχθῆκαν τὸ ζνίχι ὁ Σαρπηδὼν
κτυπᾶ καὶ πέρα ἡ πικρὴ λόγχη ἐβγῆκε καὶ τὰ μάτια του μαῦρο σκεπάζει σκότος. Ἀλλὰ τ’ ἀριστερὸ μερὶ τοῦ
Σαρπηδόνος εἶχε ἤδη τρυπήσ’ ἡ μακριὰ τοῦ Τληπολέμου λόγχη {{r|660}} καὶ μανιωμένη ξάκρισε ξυστὰ τὸ
κόκαλό του· ἀκόμη ἀπὸ τὸν θάνατον τὸν φύλαγε ὁ πατέρας. Καὶ οἱ σύντροφοι ἀπ’ τὸν πόλεμον τὸν θεῖον
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ε 34
Σαρπηδόνα ἔπαιρναν· τὸν ἐβάρυνεν, ὡς τό ᾽σερνε, τὸ μέγα κοντάρι ὅτι βιαζόμενοι καὶ στενοχωρημένοι κανεὶς
δὲν σκέφθη, ὅπως αὐτὸς ἐλεύθερα πατήση, νὰ τοῦ ἀφαιρέση ἀπ’ τὸ μερὶ τὸ φράξινο κοντάρι. ῾Ομοίως τὸν
Τληπόλεμον ἐπαῖρναν οἱ γενναῖοι οἱ ᾽Αχαιοὶ καὶ ὡς εἶδε αὐτοὺς ὁ θεῖος ᾽Οδυσσέας, πάθος μεγάλο αἰσθάνθηκεν
ἡ ἀνδράγαθη καρδιά του, {{r|670}} κι ἐβάλθηκε στοῦ λογισμοῦ τὰ βάθη νὰ μετρήση· θὰ κυνηγήση τὸν υἱὸν τοῦ
βαρυκτύπου Δία ἤ αὐτοῦ θὰ δώση θάνατον στὸ πλῆθος τῶν Λυκίων ; Ἀλλ’ ἀπ’ τὴν λόγχην τοῦ ὑψηλοῦ στὸ
φρόνημα ᾽Οδυσσέως νὰ πέση ὁ γόνος τοῦ Διὸς δὲν ἤθελεν ἡ μοίρα· κι ἡ ᾽Αθηνᾶ τὸν ἔκλινε στὸ πλῆθος τῶν
Λυκίων. Τὸν Κοίρανον καὶ Ἀλάστορα, τὸν Ἅλιον καὶ Χρομίον τὸν Νοήμονα, τὸν ῎Αλκανδρον, τὸν Πρύτανιν
φονεύει· καὶ ἄλλους θὰ ἔκοφτε πολλοὺς ὁ θεῖος ᾽Οδυσσέας, μακρόθε ἂν δὲν τὸν ἔβλεπεν ὁ λοφοσείστης
῞Εκτωρ. {{r|680}} Κι ἐβγῆκε μὲ λαμπρ’ ἄρματα ζωσμένος στοὺς προμάχους, φόβος πολὺς τῶν Δαναῶν· ἅμα
τὸν εἶδ’ ἐχάρη ὁ Σαρπηδὼν ὁ διογενὴς καὶ θλιβερὰ τοῦ εἶπε : «Πριαμίδη, μὴ στῶν Δαναῶν τὰ χέρια ᾽δῶ μ’
ἀφήσης ἀλλὰ βοήθειαν δῶσε μου· κὰν στὴν δικήν σας πόλιν ἂς ξεψυχήσω, ἀφοῦ σ’ ἐμὲ δὲν ἦταν διορισμένο νὰ
γύρω στὴν ἀγαπητὴν πατρίδα νὰ χαρύνω τὴν ποθητήν μου σύντροφον καὶ τὸ γλυκό μου βρέφος». Τίποτε δὲν
τοῦ ἀπάντησεν ὁ λοφοσείστης ῞Εκτωρ, ἀλλὰ μὲ ὁρμὴν προσπέρασε ποθώντας ν’ ἀποδιώξη {{r|690}} τοὺς
Δαναοὺς καὶ ἄνδρες πολλοὺς νὰ θανατώση ἀκόμη. Κι ἐκάθισαν οἱ σύντροφοι τὸν θεῖον Σαρπηδόνα κάτω ἀπ’
τὴν εὔμορφην ὀξυὰ τοῦ αἰγιδοφόρου Δία καὶ ὅπως τοῦ βγάζει ἀπ’ τὸ μερὶ τὸ φράξινο κοντάρι ὁ ποθητός του
σύντροφος Πελάγων ὁ γενναῖος, ἔχαν’ ἐκεῖνος τὴν ψυχήν, τὰ μάτια του θαμπῶναν· καὶ πάλι ἐπῆρε ἀνάσαμα
καὶ ὁ δροσερὸς Βορέας, φυσώντας τὴν μισόσβηστην ψυχὴν τοῦ ζωντανεύει. Καὶ ἂν καὶ τοὺς κτύπησ’ ὁ
῞Εκτορας καὶ ἂν καὶ τοὺς κτύπησ’ ὁ Ἄρης οἱ ᾽Αργεῖοι δὲν ἐστρέφοντο νὰ φύγουν πρὸς τὰ πλοῖα, {{r|700}} ἀλλ’
οὔτε ὁρμοῦσαν πρὸς αὐτούς, ἀλλ’ ὀπισθοποδοῦσαν πάντοτ’ εὐθὺς ποὺ νόησαν τὸν ῎Αρη μὲς στοὺς Τρῶας.
Τότε ποιόν πρῶτον φόνευσεν, ποιόν ὕστερον ὁ ῞Εκτωρ ὁ Πριαμίδης καὶ μ’ αὐτὸν ὁ χαλκοφόρος ῎Αρης ; Ὁ
θεῖος Τεύθρας ἔπεσεν, ὁ πλήξιππος ᾽Ορέστης, ὁ Αἰτώλιος, Τρῆχος λογχιστής, ὁ Οἰνόμαος, ὁ Οἰνοπίδης Ἕλενος
καὶ ὁ λαμπρόζωνος ᾽Ορέσβιος ποὺ στὴν ῞Υλην ἐγκάτοικος ἐφρόντιζε πολλὰ νὰ θησαυρίζη, σιμὰ στοὺς ἄλλους
Βοιωτοὺς ὁποὺ στῆς Κηφισίδος λίμνης τὰ πλάγια χαίρονται τῆς γῆς τὴν ἀφθονίαν. {{r|710}} Καὶ ἄμα ἡ θεὰ
τοὺς νόησεν ἡ ῞Ηρα ἡ λευκοχέρα ὁποὺ στὸν σφοδρὸν πόλεμον χαλοῦσαν τοὺς ᾽Αργείους, προσφώνησε τὴν
Ἀθηνᾶ μὲ λόγια φτερωμένα : «Ὀιμένα, κόρη ἀδάμαστη τοῦ αἰγιδοφόρου Δία, ἂν νὰ λυσσάξη ἀφήσωμεν τὸν
Ἄρην, ὡς τὸν βλέπεις, ὁ λόγος θὰ ματαιωθῆ, ποὺ ἐδώκαμε τοῦ Ἀτρείδη, πὼς θὰ γυρίση πορθητὴς τοῦ
πυργωμένου ᾽Ιλίου. Κι ἔλα κι ἐμεῖς τὸν πόλεμον ἂς θυμηθοῦμε τώρα». Αὐτά ᾽πε· τὴν ὑπάκουσεν ἡ γλαυκομάτ’
᾽Αθήνη, τὰ χρυσοφάλαρ’ ἄλογα τότ’ εὐτρεπίζ’ ἡ ῞Ηρα {{r|720}} τοῦ ὑψίστου Κρόνου σεβαστὴ κόρη κι εὐθὺς ἡ
῞Ηβη στὸν σιδερένιο ἄξονα τῆς ἅμαξας περνάει τροχοὺς ὁπού ᾽ναι χάλκινοι μὲ ὀκτὼ στὴ μέση ἀκτίνες. Καὶ
τῶν τροχῶν εἶν’ ἄφθαρτος χρυσὸς ὁ γύρος ὅλος κι ἔχει στεφάνια χάλκινα π’ ὅποιος τὰ ἰδῆ θαυμάζει. Καὶ ἀπ’
τὰ δυὸ μέρη ὁλάργυρο τὸ κεφαλάρι ἀστράφτει· σύρματα ὁλάργυρα, χρυσὰ στηρίζουν τεντωμένα τὸν θρόνον
πόχει ἕνα πλευρὸ κυρτὸ στὸ κάθε μέρος˙ εἰς τὸ τιμόνι ὁλάργυρο σμίγει χρυσὸν ὡραῖον ζυγὸν μὲ τὰ ζυγόλουρα
πού ᾽ναι χρυσὰ κι ἐκεῖνα· {{r|730}} κι ἔφερε κάτω ἀπ’ τὸν ζυγὸν τὰ γρήγορα πουλάρια ἡ ῞Ηρα ποὺ τὴν ἔριδα
διψᾶ καὶ τὸν ἀγώνα· κι ἡ ᾽Αθηνᾶ, κόρη σεμνὴ τοῦ αἰγιδοφόρου Δία, εἰς τοῦ πατρὸς τὸ ἔδαφος τὸν πέπλον
ἀπολνάει τὸν ἀγανόν, τὸν πλουμιστὸν πού ᾽χε ποιήσει ἐκείνη. Καὶ ὡς τὸν χιτώνα ἐνδύθηκε τοῦ ἀστραποδόρου
Δία, στὴν μάχῃν τὴν πολύθρηνον νὰ ὁρμήση ὁπλίζετ’ ὅλη. Στοὺς ὤμους βάζει τὴν φρικτήν, τὴν κροσωτὴν
ἀσπίδα, πόχει τριγύρω τὴν φυγὴν κι ἡ ῎Ερις εἶναι μέσα, ἡ Δύναμις καὶ ὁ Διωγμός, ὁποὺ καρδιὲς παγώνει,
{{r|740}} καὶ τῆς Γοργοῦς ἡ κεφαλή, τρομακτικὸ καὶ μέγα τέρας, ποὺ δείχνει τῶν θνητῶν ὁ αἰγιδοφόρος Δίας.
Κράνος δικέφαλο φορεῖ, τετράλοφον, ὡραῖον, χρυσό, ποὺ πόλεων ἑκατὸν στρατοὺς ἀντισηκώνει. Καὶ ἀνέβηκε
στὸ φλογερὸν ἁμάξι καὶ κοντάρι φουκτώνει μέγα, στερεὰ μ’ αὐτὸ δαμάζ’ ἡρώων τὰ πλήθη σ’ ὅποιους ὀργισθῆ
φρικτοῦ πατρὸς ἡ κόρη. Κι ἡ ῞Ηρα μὲ τὴν μάστιγα σφοδρὰ κινεῖ τοὺς ἵππους· βροντᾶ ἡ πύλη τ’ οὐρανοῦ
αὐτάνοικτη ἔμπροσθέν τους, ὁποὺ τοῦ ἀπέραντ’ οὐρανοῦ φυλάκτρες καὶ τοῦ ᾽Ολύμπου {{r|750}} τὴν φράζουν
μὲ τὸ σύγνεφον ἢ τ’ ἀφαιροῦν οἱ ῟Ωρες. Καὶ ὡς τὰ κεντοῦσαν, τ’ ἄλογα περάσαν ἀπ’ τὴν πύλην. Καὶ τὸν
Κρονίδην εὕρηκαν ἀνάμερ’ ἀπ’ τοὺς ἄλλους θεοὺς στὴν ἄκρην κορυφὴν τοῦ πολυλόφου ᾽Ολύμπου. Τοὺς
ἵππους ἐκεῖ ἐκράτησεν ἡ ῞Ηρα ἡ λευκοχέρα καὶ ὁμίλησε κι ἐξέτασε τὸν ὕψιστον Κρονίδην. «Δία πατέρ᾽,
ἀρέγουν σε τὰ ἔργ’ αὐτὰ τοῦ ῎Αρη ; Ἄδικ’ ἀφάνισε ἀπρεπῶς τόσον λαὸν ἀνδρεῖον τῶν Ἀχαιῶν, λύπη σ’ ἐμέ, κι
ἥσυχοι ὡστόσο ἐπάνω εὐφραίνοντ’ ὁ ἀργυρότοξος Ἀπόλλων κι ἡ Ἀφροδίτη {{r|760}} πὼς ἀπολύσαν τὸν
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ε 35
τρελὸν ποὺ νόμον δὲν γνωρίζει. Τάχα σ’ ἐμὲ θὰ χολωθῆς, πατέρ᾽, ἂν ἐγὼ διώξω μ’ ἐλεεινὰ κτυπήματα τὸν ῎Αρη
ἀπὸ τὴν μάχην ; » Καὶ ὁ Δίας τῆς ἀπάντησεν ὁ νεφελοσυνάκτης : «Τὴν ἀνδρειωμένην Ἀθηνᾶ σπρῶξε του εὐθὺς
ἐπάνω· ποὺ συνηθᾶ μάλιστ, αὐτὴ μ’ ὀδύνες νὰ τὸν πλήττη». Αὐτά ᾽πε καὶ τὸν ἄκουσεν ἡ ῞Ηρα ἡ λευκοχέρα.
Καὶ τ’ ἄλογά της ράβδισε καὶ αὐτὰ μὲ προθυμίαν πετοῦν ἀνάμεσα στὴν γῆν καὶ στ’ οὐρανοῦ τ’ ἀστέρια καὶ
ὅσος ἀέρας φαίνεται στοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ ἀνθρώπου {{r|770}} ποὺ ἀπ’ ἀκρωτήρι θεωρεῖ τ’ ἀπέραντα πελάγη,
διάστημα τόσο τῶν θεῶν οἱ ἵπποι διασκελίζουν· καὶ ὅτε στὴν Τροίαν ἦλθαν κεῖ, ποὺ δυὸ ποτάμια ρέουν καὶ
στοῦ Σκαμάνδρου σμίγεται τὰ ρεύματα ὁ Σιμόεις, τ’ ἄλογ’ αὐτοῦ σταμάτησεν ἡ ῞Ηρα ἡ λευκοχέρα˙ τὰ ξέζεψε
καὶ ὁλόγυρα μὲ καταχνιὰ τὰ ζώνει. Καὶ ἀμβρόσιο φύλλο ἐβλάστησε νὰ βόσκουν ὁ Σιμόεις. Κι ἐκεῖνες μὲ τὸ
βάδισμα πόχει δειλὴ τρυγόνα πηγαῖναν ὁλοπρόθυμες νὰ σώσουν τοὺς Ἀργείους· ἀλλ’ ὅτε εἰς μέρος ἔφθασαν
πού ᾽σαν πολλοὶ καὶ ἀνδρεῖοι {{r|780}} συμπυκνωμένοι ὁλόγυρα τοῦ τρομεροῦ Διομήδη, ὁποὺ στὴν ὄψιν
ὅμοιαζαν λεόντων ὠμοφάγων, ἢ ἀγριοχοίρων φοβερῶν ποὺ ἀδάμαστά ᾽χουν στήθη, ἐστάθη αὐτοῦ κι
ἐκραύγασεν ἡ ῞Ηρα ἡ λευκοχέρα, μὲ τὴν φωνὴν τοῦ Στέντορος ποὺ χάλκιν’ εἶχε στόμα· κι ἐφώναζ’ ὅσο δὲν
μποροῦν ἄνδρες ὁμοῦ πενήντα : «Αἶσχος, Ἀργεῖοι θαυμαστοὶ στὴν ὄψιν, ἀλλ’ ἀχρεῖοι· στὸν πόλεμον ὅσο
ἔρχονταν ὁ θεῖος Ἀχιλλέας, τὴν πύλην τὴν Δαρδανικὴν δὲν διάβαιναν οἱ Τρῶες ποτέ· τόσο τῆς λόγχης του τὸ
βάρος ἐτρομάζαν˙ {{r|790}} τώρ’ ἀπ’ τὴν πόλιν τους μακρὰν σᾶς πολεμοῦν στὰ πλοῖα». Αὐτά ᾽πε˙ καὶ ὅλων
τῶν ἀνδρῶν ἐμψύχωσε τὸ στῆθος. Καὶ στὸν Τυδείδην ἔδραμεν ἡ γλαυκομάτ’ Ἀθήνη καὶ αὐτοῦ σιμὰ στ’ ἁμάξι
του τὸν ἧβρε νὰ δροσίζη τὸ λάβωμα ποὺ τοῦ ἄνοιξε τὸ βέλος τοῦ Πανδάρου· τὸν ἔκαιεν ὁ ἵδρωτας ἀπ’ τὸν
πλατὺν ζωστήρα τῆς κυκλωτῆς ἀσπίδος του· κι εἶχε βαρὺ τὸ χέρι· καὶ τὸν ζωστήρα ἐσήκωσε κι ἐσφόγγιζε τὸ
αἷμα· καὶ τὸν ζυγὸν τῶν ἵππων του πιάν’ ἡ θεὰ καὶ λέγει : «Υἱὸν ποὺ ὀλίγον τοῦ ᾽μοιασεν ἐγέννησε ὁ Τυδέας.
{{r|800}} ῏Ητ’ ὁ Τυδέας μαχητής, ἄν καὶ μικρὸς τὸ σῶμα· καὶ ὅτ’ ἐγὼ τὸν μπόδιζα νὰ δείξη τὴν ἀνδρειά του εἰς
τὸν καιρὸν ποὺ μηνυτὴς ἐπῆγεν εἰς τὲς Θῆβες μόνος μακρὰν τῶν ᾽Αχαιῶν στὰ πλήθη τῶν Καδμείων, νὰ
ἡσυχάζη τοῦ ᾽λεγα στὴν τράπεζαν μαζί τους. Καὶ αὐτὸς ὁπού ᾽χε τὴν ψυχήν, ὡς πρότερα γενναίαν, προκάλεσε
κι ἐνίκησε τ ἀγόρια τῶν Καδμείων εὐκόλως· ὅτι βοηθὸς εὑρέθην στὸ πλευρό του. Καὶ ὁμοίως σὺ μ’ ἔχεις κοντὰ
καὶ σὲ περιφυλάγω καὶ σὲ κεντῶ μὲ προθυμιὰ νὰ κυνηγῆς τοὺς Τρῶας. {{r|810}} Ἀλλ’ ἢ ὁ κόπος ὁ βαρὺς σοῦ
μούδιασε τὰ μέλη ἤ φόβος σ’ ἀπονέκρωσε καὶ γόνος τοῦ Οἰνείδη Τυδέως τοῦ πολεμικοῦ τωόντι σὺ δὲν εἶσαι».
᾽Εκείνης τότε ἀπάντησεν ὁ δυνατὸς Διομήδης : «Καλῶς γνωρίζω σε, θεά, σεπτὴ τοῦ Δία κόρη, ὄθεν προθύμως
θὰ σοῦ εἰπῶ, χωρὶς τὸ οὐδὲν νὰ κρύψω. ῾Ο κόπος δὲν μ’ ἐμούδιασεν, οὔτε ποσῶς ὁ φόβος, ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι
ἀκόμη ἐγὼ τί μόχεις παραγγείλει· μ’ ἐμπόδιζες ἄλλους θεοὺς στὴν μάχην ν’ ἀντικρίσω˙ ἀλλὰ τὴν κόρην τοῦ
Διός, στὸν πόλεμον ἂν ἔλθη, {{r|820}} τὴν ᾽Αφροδίτην μοῦ ᾽λεγες μὲ λόγχῃν νὰ κτυπήσω. Διὰ τοῦτο ἀτός μου
ἀνάμερα καθίζω καὶ τῶν ἄλλων Ἀργείων εἶπα νὰ σταθοῦν ἐδῶ συγκεντρωμένοι, ὅτι τὸν Ἄρην ἀρχηγὸν στὴν
μάχην τώρα βλέπω». Τότε ἡ Γλαυκόφθαλμη θεὰ τοῦ ἀπάντησε καὶ τοῦ ᾽πε : «῏Ω τῆς καρδιᾶς μου ἀγαπητὲ
Τυδείδη, διὰ τὴν ὥραν τὸν ῎Αρην σὺ μὴ φοβηθῆς μήτε τῶν ἀθανάτων κανέναν· ἀφοῦ βοηθὸς σοῦ εἶμαι· κι ἔλα
σπρῶξε τὰ στερεόποδ’ ἄλογα στὸν ῎Αρην ἐναντίον καὶ κτύπα τον ἀπὸ κοντά, σέβας ποσῶς μὴν ἔχης {{r|830}}
στὸν μανιακόν, τὸν πάγκακον, τὸν ἄστατον, ποὺ πρῶτα τῆς ῞Ηρας ἔλεγε κι ἐμοῦ πὼς θέλει πολεμήσει τοὺς
Τρῶας τάχα καὶ βοηθὸς θὰ γίνη τῶν ᾽Αργείων, καὶ τώρα τὰ λησμόνησε κι ἐπῆγε μὲ τοὺς Τρῶας». Καὶ μὲ τὸ
χέρι ἐτράβηξε τὸν Σθένελον καὶ τοῦτος ἀπὸ τ’ ἁμάξι ἐπήδησε καὶ ἀνέβηκε ἀναμμένη στὸν θρόνον ἡ ᾽Αθηνᾶ
σιμὰ στὸν θεϊκὸν Τυδείδην. ᾽Απὸ τὸ βάρος βρόντησε τὸ δρύινον ἀξόνι, ὅτ’ εἶχε ἐπάνω τρομερὰν θεὰν κι
ἐξαίσιον ἄνδρα. Τὴν μάστιγα, τοὺς χαλινοὺς ἔχ’ ἡ θεὰ καὶ σπρώχνει {{r|840}} τὰ στερεόποδ’ ἄλογα στὸν Ἄρη
ἐναντίον, ἐκεῖ ποὺ τὸν θεόρατον Περίφαντα ᾽Οχησίδην ἐγύμνωνε, τῶν Αἰτωλῶν ἐξαίσιον πολεμάρχον. Τότε, νὰ
γίνη ἀόρατη στὸν ἀνδροφόνον Ἄρη, στοῦ Ἅδη ἐκρύφθη ἡ θεὰ τὴν περικεφαλαία. Καὶ ἅμ’ εἶδ’ ὁ Ἄρης ὁ
σκληρὸς τὸν θεῖον Διομήδη, ἄφησε τὸν θεόρατον Περίφαντα νὰ κεῖται νεκρὸς ἐκεῖ ποὺ θάνατον τοῦ εἶχε δώσει
πρῶτα κι ἴσια στὸν ἱπποδαμαστὴν ἐχύθηκε Διομήδη. κι’ ὅτ’ ἦσαν ἀντιμέτωποι, τὸ χάλκινο κοντάρι {{r|850}}
ξάμωσ’ ἐπάνω ἀπ’ τὸν ζυγὸν καὶ τὰ λουριὰ τῶν ἵππων ὁ ῎Αρης ὁλοπρόθυμος νὰ πάρη τὴν ψυχήν του. Τό
᾽πιασε μὲ τὸ χέρι της ἡ γλαυκομάτ’ ᾽Αθήνη καὶ ἀπὸ τὸν θρόνον τό ᾽καμε χαμένο αὐτοῦ νὰ πέση˙ δεύτερος τότ’
ἐχύθηκε μὲ χάλκινο κοντάρι ὁ Διομήδης, κι ἡ θεὰ τ’ ἄμπωσεν ὥσπου ἐβρῆκε ἡ λόγχη τὸ λαγγόνι αὐτοῦ ποὺ
ζώστρα τὸ σκεπάζει˙ τὸν πλήγωσε αὐτοῦ κι ἔφαγε τὴν τρομερήν του σάρκα, καὶ τὸ κοντάρι ἀνέσπασε· καὶ ὁ
χαλκοφόρος Ἄρης βόησε τόσ’ ὅσο βοοῦν ἐννιὰ δέκα χιλιάδες {{r|860}} ἄνδρες, ἐνῶ συγκρούονται στὴν φλόγα
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ε 36
τοῦ πολέμου. Κι ἔπεσε τρόμος στὴν καρδιὰ τῶν ᾽Αχαιῶν καὶ Τρώων. Τόσο σφοδρῶς ἐβόησεν ὁ αἱμόχαρος ὁ
Ἄρης. Καὶ ὡς ἀπὸ νέφη φαίνεται σκοταδερὸς ὁ ἀέρας, ὅτ’ ἄνεμος σηκώνεται κακὸς ἀπὸ τὸ καῦμα, τοῦ
Διομήδη ἐφαίνετο καὶ ὁ χαλκοφόρος Ἄρης ὡς μὲς στὰ νέφη ἀνέβαινεν εἰς τ’ οὐρανοῦ τὸν θόλον. Κι ἔφθασε
εὐθὺς στὸν ῎Ολυμπον, ἕδραν τῶν ἀθανάτων, καὶ λυπημένος κάθισε στὸ πλάγι τοῦ Κρονίδη καὶ τ’ ἄφθαρτ’
αἷμα τοῦ ᾽δειχνε, ποὺ ἀπ’ τὴν πληγήν του ρέει, {{r|870}} καὶ τοῦ ᾽λεγε ὀδυρόμενος μὲ λόγια φτερωμένα :
«Πατέρα Δία, στὸ κακὸ ποὺ βλέπεις δὲν θυμώνεις ; Φρικτὰ πάντοτ’ ἐπάθαμεν οἱ ἀθάνατοι ἀπὸ γνώμην δικήν
μας ὅταν παίρνωμεν μὲ τοὺς ἀνθρώπους μέρος. Καὶ ὅλοι σ’ ἐσὲ θυμώνομεν, διότι ἔχεις γεννήσει κόρην τρελήν,
κακότροπην, ποὺ στ’ ἄνομα εἶναι ὁ νοῦς της. Διότι οἱ ἐπίλοιποι θεοὶ στὸν Ὄλυμπον ὅσ’ εἶναι, ὅλοι σοῦ
ὑποτάσσονται, σ’ ἐσὲ καθείς μας κλίνει· καὶ αὐτὴν ποσῶς δὲν τιμωρεῖς μὲ ἔργον ἢ μὲ λόγον, ἀλλ’ ἐπειδὴ τὴν
γέννησες κακὴν τὴν ὑποφέρεις, {{r|880}} ποὺ τώρα τὸν περήφανον Διομήδην ἔχει σπρώξει νὰ πολεμήση
μανιακὸς αὐτοὺς τοὺς ἀθανάτους· τὴν Κύπριν πρῶτα ἐλάβωσε στὸ χέρι καὶ κατόπιν ὡς δαίμων ὤρμησε σ’ ἐμέ·
καὶ ἂν οἱ γοργοί μου πόδες δὲν μ’ ἔπαιρναν θὰ ἐκείτομουν πολὺν καιρὸν μὲ πόνους κεῖ μέσα στοὺς ἐλεεινοὺς
σωροὺς τῶν πεθαμένων ἤ ἄψυχον ζωντόνεκρον θὰ μ’ ἔκαμναν οἱ λόγχες». Μ’ ἄγριο βλέμμ’ ἀπάντησεν ὁ
νεφελοσυνάκτης : «᾽Εδῶ μὴ κάθεσ᾽, ἄστατε, ὡσὰν παιδὶ νὰ κλαίης· καὶ ἀπ’ τοὺς θεοὺς τοῦ ᾽Ολύμπου σὲ μισῶ
μὲ τὴν καρδιά μου, {{r|890}} ὅτι τὴν ἔριδ’ ἀγαπᾶς, τὲς μάχες, τοὺς πολέμους. Τῆς μητρός σου ἔχεις τὴν ὁρμὴν
ἀκράτητην, βαρεῖαν, τῆς Ἥρας ὅπου οἱ λόγοι μου δυσκόλως τὴν δαμάζουν, καὶ τώρ’ αὐτη σὲ πρόσταξε,
θαρρῶ, καὶ αὐτὰ παθαίνεις. Ἀλλὰ νὰ βασανίζεσαι δὲν θέλει ἐγὼ σ’ ἀφήσω, αἷμα μου εἶσαι, καὶ σ’ ἐμὲ σ’
ἐγέννησε ἡ μητέρα· κακὸς ὡς εἶσαι, ἂν εἶχε σὲ θεὸς ἄλλος γεννήσει ἀπὸ καιρὸν θὰ εὑρίσκεσο μακρὰν τῶν
Οὐρανίων». Εἶπε καὶ τὸν Παιήονα προστάζει νὰ τὸν ἰάνη. Μὲ βότανα παυσίπονα πού τοῦ ᾽βαλε ὁ Παιήων
{{r|900}} τὸν ἰάτρευσεν ὅτι θνητὸς δὲν ἦτο αὐτὸς πλασμένος· καὶ ὅπως γρήγορα ἡ πυτιὰ τὸ λευκὸ γάλα πήζει
ποὺ ὑγρὸν γοργὰ συσφίγγεται, καθὼς τὸ ἀνακατώνουν, ἔτσι ἐθεράπευσε γοργὰ τὸν ἄγριον ῎Αρη ἐκεῖνος. Καὶ ὁ
Ἄρης, ὡς τὸν ἔλουσεν ἡ ῞Ηβη, λαμπροφόρος μὲ περηφάνια κάθισε στὸ πλάγι τοῦ Κρονίδη. Καὶ πρὸς τὸ δῶμα
τοῦ Διὸς τοῦ μεγαλοδυνάμου γύρισε μὲ τὴν Ἄργισσαν Ἥραν ἡ σώστρ’ Ἀθήνη, τὸν Ἄρην ἀφοῦ ἐμπόδισαν ἀπ’
τὲς ἀνδροφονίες.
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ζ 37
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ζ
←Ραψωδία ε Ιλιάδα Ραψωδία η→
Συγγραφέας: Όμηρος
Μεταφραστής: Ιάκωβος
Πολυλάς
Ραψωδία ζ
<poem> Τῶν Τρώων καὶ τῶν Ἀχαιῶν ὁ ἀγώνας ἐμονώθη˙ καὶ ἀπ’ τὰ δυὸ μέρη ὡς ἔριχναν τὰ χαλκοφόρ’
ἀκόντια, πολὺν καιρὸν κυμάτισεν ἡ μάχη στὴν πεδιάδα, ποὺ κλείουν μὲ τὲς ὄχθες των ὁ Ξάνθος καὶ ὁ Σιμόεις.
Πρῶτος, τὸ μέγα στήριγμα τῶν Ἀχαιῶν, ὁ Αἴας ἔσπασε Τρώων φάλαγγα καὶ οἱ σύντροφοι ἀναπνεῦσαν, ποὺ
ἐκτύπησ’ ἕναν τῶν Θρακῶν ἐξαίσιον πολεμάρχον, τὸν ὑψηλὸν Ἀκάμαντα, λαμπρὸν υἱὸν τοῦ Εὐσσώρου. Στὸν
κῶνον τὸν ἐκτύπησε τῆς περικεφαλαίας κι ἐμπήχθη μὲς στὸ μέτωπο κι ἐπέρασεν ἠ λόγχη {{r|10}} τὸ κόκαλο·
κι ἐσκέπασε τοὺς ὀφθαλμούς του σκότος. Τὸν Τευθρανίδην Ἄξυλον ὁ ἀνδρεῖος Διομήδης φονεύει, ποὺ στὴν
εὔμορφην ᾽Αρίσβην κατοικοῦσε, πάμπλουτος, κοσμαγάπητος, διότι ὡς εἶχε ἐπάνω στὸν δρόμον τὴν οἰκίαν του,
φιλοξενοῦσεν ὅλους. Ἀλλ’ ἀπ’ αὐτοὺς τότε κανεὶς δὲν πρόβαλε τὸ στῆθος διὰ νὰ τὸν σώση, ἀλλὰ καὶ αὐτὸν καὶ
τὸν ἀκόλουθόν του Καλήσιον, ποὺ στὸ πλάγι του τοὺς ἵππους κυβερνοῦσε, ἔστειλε κάτω ἀπὸ τὴν γῆν ἡ λόγχη
τοῦ Τυδείδη. Ἀφοῦ τὸν Δρῆσον γύμνωσε καὶ ἀντάμα τὸν ᾽Οφέλτιν {{r|20}} ὁ Εὐρύαλος, στὸν Αἴσηπον καὶ
Πήδασον ἐχύθη, πού ᾽χε γεννήσ’ ἡ Ναϊάς, ἡ νύμφη Ἀβαρβαρέη, τοὺ ἀψόγου Βουκολίωνος, ποὺ τέκνον ἦταν
πρῶτο τοῦ θείου Λαομέδοντος ἀπὸ κρυφὴν μητέρα· ὡς ἔβοσκε τὰ πρόβατα κοιμήθη μὲ τὴν νύμφη καὶ δύο
τέκνα δίδυμα τοῦ γέννησεν ἐκείνη· αὐτῶν τῶν δύο νέκρωσε τ’ ἀνδρειωμένα μέλη ὁ Μηκιστηάδης κι ἔπειτα καὶ
τ’ ἄρματα τοὺς πῆρε. Φονεύει τὸν ᾽Αστύαλον ὁ ἀνδρεῖος Πολυποίτης καὶ τὸν Περκώσιον λόγχισε Πιδύτην ὁ
᾽Οδυσσέας· {{r|30}} τὸν θεῖον ᾽Αρετάονα ὁ Τεῦκρος· καὶ μ’ ἀκόντι τὸν ῎Αβληρον ὁ ᾽Αντίλοχος ἐπῆρε
Νεστορίδης˙ ἡ ὁρμὴ τοῦ ᾽Αγαμέμνονος τὸν ῎Ελατον, ἀνδρεῖον ἀπ’ τὴν ὑψηλὴν Πήδασον, ποὺ βρέχει ὁ
Σατνιόεις. Τὸν Φύλανον ποὺ ἔφευγεν ὁ Λήιτος φονεύει καὶ τὸν Μελάνθιον ἔριξεν ἡ λόγχη τοῦ Εὐρυπύλου· καὶ
ζωντανὸν τὸν ῎Αδραστον ἡ ἀνδρειὰ τοῦ Μενελάου ἔπιασεν˙ ὅτι τ’ ἄλογα στὸν κάμπο ξαφνισμένα σ’ ἕνα μυρίκι
ἐσκόνταψαν κι ἐσπάσαν τὸ τιμόνι τῆς ἅμαξας στὴν ἄκρη του, κι ἐτρέχαν πρὸς τὴν πόλιν, {{r|40}} ἐκεῖ ποὺ
πλῆθος ἄλλο ἀνδρῶν ἐφεῦγαν τρομασμένοι˙ ἐκεῖνος στὸν τροχὸν σιμὰ ροβόλησε ἀπ’ τὸν θρόνον ἐπίστομα στὰ
χώματα, καὶ αὐτοῦ κοντά του ἐστήθη ὁ Ἀτρείδης ὁ Μενέλαος μὲ τὸ μακρὺ κοντάρι. Τὸν ἔπιασε ἀπ’ τὰ γόνατα
καὶ ἱκέτευσεν ἐκεῖνος: «Πάρε με, Ἀτρείδη, ζωντανὸν καὶ λάβε ἀντάξια λύτρα· ἀπείρους ἔχει θησαυροὺς ὁ
πλούσιος μου πατέρας· ἔχει χρυσάφι, χάλκωμα καὶ σίδερο ἐργασμένο, κι ἀπ’ ὅλα πλουσιοπάροχα θὰ σοῦ
προσφέρη δῶρα, ἂν μάθη πού ᾽μαι ζωντανὸς στῶν Ἀχαιῶν τὰ πλοῖα». {{r|50}} Εἶπε· καὶ τοῦ ἐπράυνε στὰ
στήθη τὴν καρδίαν· καὶ θὰ τὸν ἐπαράδιδεν εἰς τὸν ἀκόλουθόν του στὰ πλοῖα νὰ τὸν πάρη εὐθύς, ἀλλ’ ἔτρεξε ὁ
ἀδελφός του σιμά του καὶ τοῦ φώναξε: «Μενέλαε, καλέ μου, τί κάμνεις; Τὴν ζωήν τους σὺ λυπεῖσαι; Ναὶ
τωόντι οἱ Τρῶες εἰς τὸ σπίτι σου πολὺ καλὸ σοῦ κάμαν· κανεὶς ἀπὸ τὸν ὄλεθρον, στὰ χέρια μας ἂν πέση, νὰ μὴ
σωθῆ ποτέ· μηδὲ τ’ ἀγόρι, πού ᾽ναι ἀκόμη μέσα στὰ σπλάχνα τῆς μητρός, νὰ μὴ σωθῆ καὶ ὅλοι ἄταφοι καὶ
ἄφαντοι ἂς χαθοῦν οἱ κάτοικοι τῆς Τροίας». {{r|60}} Οἱ ὀρθοί του λόγοι ἐγύρισαν τὴν γνώμην τοῦ ἀδελφοῦ
του, καὶ μὲ τὸ χέρι ἐμάκρυνε τὸν Ἄδραστον· καὶ ὁ πρῶτος Ἀτρείδης τὸν ἐπλήγωσε στὸ βάθος τῆς λαπάρας· καὶ
ὡς ἔπεσε τ’ ἀνάσκελα, τὸν πάτησεν ὁ Ἀτρείδης στὸ στῆθος κι ἔξω ἀνέσπασε τὸ φράξινο κοντάρι. Καὶ ὁ
Νέστωρ μεγαλόφωνα πρὸς τοὺς Ἀργείους εἶπε: «Ἥρωες, φίλοι Δαναοί, θεράποντες τοῦ Ἄρη, τώρα διὰ λάφυρα
κανεὶς ὀπίσω ἂς μὴ ξεμείνη, διὰ νὰ γυρίση μὲ πολλὰ στὰ γρήγορα καράβια, ἀλλ’ ἄνδρες ἂς φονεύωμε· κατόπι
μὲ ἡσυχίαν {{r|70}} τὰ λείψανα θὰ γδύσετε στρωμένα στὴν πεδιάδα». Εἶπε καὶ εἰς ὅλους ἄναψε τὸ θάρρος τῆς
ἀνδρείας. Καὶ τότε ἀπ’ τὴν σφοδρὴν ὁρμὴν τῶν Ἀχαιῶν οἱ Τρῶες στὴν ῎Ιλιον πάλε ἀνέβαιναν ἀνάνδρως
συντριμμένοι, ἂν ὁ Πριαμίδης ῞Ελενος, καλὸς ὀρνεοσκόπος, δὲν ἔρχονταν στὸν ῞Εκτορα νὰ εἰπῆ καὶ στὸν
Αἰνείαν: «Ἀφοῦ σ’ ὅλους ἀνάμεσα τοὺς Τρῶας καὶ Λυκίους, «Αἰνεία κι ῞Εκτωρ, εἰς ἐσᾶς ὁ ἀγώνας κρέμετ’
ὅλος, ὅτ’ εἶσθε καὶ στὸν πόλεμον κι εἰς πᾶσαν σκέψιν πρῶτοι, σταθῆτε αὐτοῦ καὶ τὸν λαὸν κρατεῖτε
πανταχόθεν {{r|80}} ἐμπρὸς στὲς πύλες καὶ προτοῦ κυνηγημένοι πέσουν στῶν γυναικῶν τὲς ἀγκαλιὲς καὶ ὅλοι
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ζ 38
χαροῦν οἱ ἐχθροί μας. Καὶ ἀφοῦ τὲς φάλαγγες ἐσεῖς παρακινήσετ’ ὅλες, ἐμεῖς ἐδῶ θὰ μείνωμε τὴν μάχην νὰ
κρατοῦμε, ἂν καὶ μ’ ἀγώνα φοβερόν, ὅτι τὸ θέλ’ ἡ ἀνάγκη. Καὶ σὺ στὴν πόλιν ν’ ἀνεβῆς καὶ λέγε τῆς μητρός
μας ἐπάνω εἰς τὴν ἀκρόπολιν αὐτὴ νὰ συναθροίση τὲς σεβαστὲς γερόντισσες καὶ τὸν ναὸν τὸν θεῖον τῆς
γλαυκομάτας ᾽Αθηνᾶς μὲ τὸ κλειδὶ ν’ ἀνοίξη, καὶ ἀπ’ ὅσους πέπλους διαλεκτοὺς στὸ δῶμα της φυλάγει
{{r|90}} τὸν μέγαν, τὸν λαμπρότερον, τὸν ἀκριβότερόν της στῆς καλοπλέξουδης θεᾶς τὰ γόνατα νὰ θέση, καὶ
δώδεκα νὰ ὑποσχεθῆ χρονιάρικες μοσχάρες θυσίαν, ἴσως ἡ θεὰ νὰ ἐλεηθῆ θελήση τὴν πόλιν, τὲς γυναῖκες μας
καὶ τὰ μικρὰ παιδιά μας, καὶ ἀπ’ τὴν ἁγίαν ῎Ιλιον μακρύνη τὸν Τυδείδην, τὸν ἄγριον πολεμιστήν, δεινὸν
φυγῆς ἐργάτην, ποὺ ἐδείχθηκε τῶν Ἀχαιῶν ὁ πρῶτος στὴν ἀνδρείαν. Τόσο δὲν μᾶς ἐτρόμαζεν ὁ μέγας
Ἀχιλλέας, ἂν κι ἐγεννήθη ἀπὸ θεάν, ὡς λέγουν, ἀλλὰ τούτου {{r|100}} ἡ μάνιτα εἶναι ἀκράτητη καὶ ἀντίσταση
δὲν ἔχει». Εἶπε· καὶ ὁ ῞Εκτωρ ἔστρεξε στοὺς λόγους τοῦ ἀδελφοῦ του· καὶ ἀπὸ τ’ ἁμάξι ἐβρόντησε στὴν γῆν μὲ
τ’ ἄρματά του. Δυὸ λόγχες σείε καὶ παντοῦ στὸ στράτευμα γυρίζει, στὴν μάχην σπρώχνει καὶ δεινὴν πολέμου
ἀνάφτει φλόγα. Τινάχθηκαν κι ἀντίκρισαν τοὺς Ἀχαιοὺς ἐκεῖνοι καὶ τοῦτοι ὀπισθοπόδησαν κι ἐπαῦσαν ἀπ’
τοὺς φόνους κι εἶπαν πὼς ἀπ’ τὸν κάταστρον αἰθέρα πρὸς τοὺς Τρῶας βοηθὸς κατέβη ἕνας θεός· τόσην ὁρμὴν
ἐδεῖξαν· καὶ ὁ ῞Εκτωρ τότ’ ἐφώναξε παντοῦ νὰ τὸν ἀκούσουν: {{r|110}} «Γενναῖοι Τρῶες καὶ βοηθοὶ μακρόθεν
καλεσμένοι, ἄνδρες φανῆτε μ’ ὅλην σας τὴν δύναμιν, ὦ φίλοι, ὅσο στὴν ῎Ιλιον ν’ ἀνεβῶ νὰ εἰπῶ τῶν γυναικῶν
μας καὶ τῶν γερόντων βουλευτῶν εὐχὲς τῶν ἀθανάτων νὰ κάμουν κι ἐξιλέωμα νὰ τάξουν ἑκατόμβες». Εἶπε· κι
εὐθὺς ἐκίνησεν ὁ λοφοσείστης ῞Εκτωρ· τὲς πτέρνες καὶ τὸν τράχηλον τὸ μαῦρο δέρμα ἐκτύπα, καὶ γύρω τὴν
ὀμφαλωτὴν ἐκύκλωνεν ἀσπίδα. Καὶ τοῦ Τυδέως ὁ υἱὸς καὶ ὁ Γλαῦκος τοῦ ῾Ιππολόχου τῶν δύο στρατῶν
ἀνάμεσα νὰ κτυπηθοῦν ὁρμῆσαν {{r|120}} καὶ ὁπόταν ἐπροχώρησαν κι ἐβρέθηκαν ἀντίκρυ, στὸν ἄλλον
πρῶτος ἔλεγεν ὁ ἀνδρεῖος Διομήδης: «Ἀπ’ ὅσους ἔχ’ ἡ γῆ θνητούς, ὦ θαυμαστέ, ποιός εἶσαι; Στὴν μάχην,
δόξαν τῶν ἀνδρῶν, ποτὲ δὲν σ᾽ εἶδ’ ἀκόμη· καὶ τώρα μὲ τὴν τόλμην σου κάθ’ ἄλλον ὑπερβαίνεις, ἀφοῦ σὺ στὸ
μακρόσκιον κοντάρι μου ἀντιστέκεις˙ τέκνα γονέων δυστυχῶν τὴν ρώμην μου ἀντικρίζουν. ᾽Αλλ’ ἂν ἀθάνατος
θεὸς κατέβης οὐρανόθεν, μάθε ὄτι ἐγὼ δὲν μάχομαι μὲ τοὺς ἐπουρανίους. Καὶ ὁ τρομερὸς Λυκόοργος, τοῦ
Δρύαντος ὁ γόνος {{r|130}} ἐφιλονείκα μὲ θεούς, ἀλλ’ ἔζησεν ὀλίγο, ποὺ ἕναν καιρὸ τοῦ μανικοῦ Διονύσου τὲς
βυζάστρες σκόρπισε στὰ πανάγια βουνὰ τοῦ Νυσηΐου· μὲ βούκεντρ’ ὁ Λυκόοργος τὲς ἔπληττε ὁ φονέας, ὥστε
τοὺς κλάδους ἔριξαν, καὶ ὁ Διόνυσος στὰ βάθη τῆς θάλασσας ἐβύθισε, καὶ ἡ Θέτις στὴν ἀγκάλην τὸν δέχθηκε
ποὺ ἐτρόμαζεν ἀκόμη ἀπ’ τὴν βοήν του. Αὐτὸν οἱ μάκαρες θεοὶ κατόπιν ὀργισθῆκαν καὶ ὁ Δίας τὸν ἐτύφλωσε·
καὶ ὀλίγες εἶδε ἡμέρες, ἀφοῦ στὸ μίσος ἔπεσε τῶν ἀθανάτων ὅλων· {{r|140}} οὐδ’ ἐγὼ θέλω πόλεμον μὲ τοὺς
ἐπουρανίους. Καὶ ἂν θνητὸς εἶσαι καὶ καρποὶ τῆς γῆς καὶ σένα τρέφουν, πλησίασε, ταχύτερα νὰ ἰδῆς τὸν
ὄλεθρόν σου». Σ’ αὐτὸν ἀπάντησε ὁ λαμπρὸς τοῦ ῾Ιππολόχου γόνος· «Τὴν γενεάν μου τί ἐρωτᾶς, ἀτρόμητε
Τυδείδη; Καὶ τῶν θνητῶν ἡ γενεὰ τῶν φύλλων ὁμοιάζει· τῶν φύλλων ἄλλα ὁ ἄνεμος χαμαὶ σκορπᾶ καὶ ἄλλα
φυτρώνουν, ὡς ἡ ἄνοιξη τὰ δένδρ’ ἀναχλωραίνει· καὶ τῶν θνητῶν μιὰ γενεὰ φυτρώνει καὶ ἄλλη παύει. Καὶ
μάθε, ἀφοῦ τὸ ἐπιθυμεῖς, καλὰ νὰ τὴν γνωρίσεις {{r|150}} τὴν ἰδικήν μας γενεάν, ἀφοῦ πολλοὶ τὴν ξέρουν·
ὑπάρχει πόλις ῎Εφυρα μὲς στὸ ἱπποτρόφον Ἄργος κι εἶχε τὸν δολιότερον ἀπ’ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, τὸν
Αἰολίδην Σίσυφον, ποὺ ἐγέννησε τὸν Γλαῦκον, καὶ ὁ Γλαῦκος τὸν ἀσύγκριτον λαμπρὸν Βελλερεφόντην· κάλλος
τοῦ δῶσαν οἱ θεοί, χάριν ὁμοῦ καὶ ἀνδρείαν, ἀλλὰ κρυφίως ὄλεθρον ὁ Προῖτος τοῦ ἐσοφίσθη. Ἀπ’ τ’ Ἄργος τὸν
ἐξόρισεν, ὡς ἦτο ἀνώτερός του, ὅτ’ εἶχ’ ἐπάνω στὸν λαὸν τὸ σκῆπτρο ἀπὸ τὸν Δία. Ἀπὸ τὸν πόθον ἄναψε
κρυφὰ μ’ αὐτὸν νὰ σμίξη {{r|160}} ἡ δέσποινα Ἄντεια, γυνὴ τοῦ Προίτου· ἀλλὰ σ’ ἐκείνειν δὲν ἔστεργε ὁ
καλόγνωμος χρηστὸς Βελλερεφόντης κι ἡ Ἄντεια ψευδολόγησε τοῦ Π ροίτου: «Ν’ ἀποθάνης, » τοῦ εἶπε, «ὦ
Προῖτε, ἢ φόνευσε σὺ τὸν Βελλερεφόντην, ποὺ θέλ’ ἐμέν’ ἀθέλητην ἐκεῖνος νὰ φιλήση. » Καὶ ὁ βασιλέας
χόλωσε, πλὴν νὰ φονεύση ξένον ἐντράπη καὶ τὸν ἔστειλε νὰ ὑπάγη στὴν Λυκίαν· καὶ μέσα εἰς κλειστὸν πίνακα
τοῦ ἔδωκε σημεῖα, ποὺ χάραξε κακόβουλα μὲ νόημα θανάτου, τοῦ πενθεροῦ του νὰ δειχθοῦν διὰ νὰ τὸν
ἀφανίση˙ {{r|170}} καὶ μὲ τὸ ἅγιο τῶν θεῶν προβόδισμα κινοῦσε πρὸς τὴν Λυκίαν κι ἔφθασεν ἐκεῖ ποὺ ὁ
Ξάνθος ρέει· καὶ ὁ βασιλέας πρόθυμα τὸν τίμησε κι ἐννέα ἡμέρες τὸν ἐξένισε κι ἔσφαξ’ ἐννέα μόσχους. Ἀλλ’ ὡς
ἡ αὐγὴ στὸν οὐρανὸν ἐρόδισε ἡ δεκάτη ἐκεῖνος τὸν ἐξέτασε κι ἐζήτα νὰ γνωρίση ὅ,τι σημάδι τοῦ ᾽φερεν. ἀπ’
τὸν γαμβρόν του Προῖτον. Καὶ ὡς ἔλαβε τ’ ὀλέθριο σημάδι τοῦ γαμβροῦ του, πρῶτον τὴν φρικτὴν Χίμαιραν τὸν
στέλνει νὰ φονεύση· καὶ αὐτὴ γένος ἀνθρώπινο δὲν ἦταν, ἀλλὰ θεῖον, {{r|180}} δράκος ὀπίσω, λέοντας
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ζ 39
ἐμπρός, στὴν μέσην αἴγα, κι ἦσαν τὰ σπλάχνα της φωτιὰ καὶ φλόγες ἡ πνοή της. Τὴν φόνευσ’ ὅμως, θαρρετὸς
στὰ θεϊκὰ σημεῖα· δεύτερον, ἐπολέμησε τοὺς δοξαστοὺς Σολύμους, κι εἰς μάχην τόσον τρομερὴν δὲν εἶχεν ἔμπη
ἀκόμη· τρίτον τὲς ἀνδρικότατες ἐφόνευσε ᾽Αμαζόνες. Καὶ ὡς γύριζεν, ἐπιβουλὴν τοῦ πλέκει ἐκεῖνος ἄλλην·
καρτέρι σταίνει διαλεκτῶν ἀνδρῶν ἀπ’ τὴν Λυκίαν, ἀλλ’ ἀπ’ αὐτοὺς δὲν γύρισε κανεὶς εἰς τὴν πατρίδα· τοὺς
ἔστρωσ’ ὅλους τοῦ λαμπροῦ Βελλερεφόντ’ ἡ λόγχη. {{r|190}} Καὶ ὅταν καλῶς ἐνόησε πὼς ἦταν θεοῦ γόνος, τὸν
κράτησε στὸ σπίτι του, τὸν ἔκαμε γαμβρόν του καὶ τὴν βασιλικὴν τιμὴν ἐμοίρασε μαζί του· καὶ οἱ Λύκιοι τοῦ
χώρισαν ἐξαίσιο περιβόλι νὰ τό ᾽χη κῆπον εὔμορφον καὶ κάρπιμο χωράφι. Τρία παιδιὰ γεννήθηκαν ἀπὸ τὴν
νυμφευτήν του· ὁ ῎Ισανδρος, ὁ ῾Ιππόλοχος, κι ἡ Λαοδάμεια, κόρη ὁποὺ σιμά της πλάγιασεν ὁ πάνσοφος
Κρονίδης, κι ἔλαβ’ υἱὸν τὸν μαχητὴν ἰσόθεον Σαρπηδόνα. Ἀλλ’ ὅταν ὅλ’ οἱ ἀθάνατοι κι ἐκεῖνον ἐμισῆσαν,
{{r|200}} νὰ φύγη ἀνθρώπου πάτημα παράδερνε στὸ Ἀλήιον πεδίον μόνος κι ἔτρωγε τὰ ἔρμα σωθικά του. Τὸν
῎Ισανδρον μαχόμενον μὲ τοὺς λαμπροὺς Σολύμους ὁ Ἄρης τοῦ ἐθανάτωσε· στὴν κόρην του ἐχολώθη ἡ
χρυσοχάλινη Ἄρτεμις καὶ τὴν ζωὴν τῆς πῆρε· ὁ ῾Ιππόλοχος ἐγέννησεν ἐμέ, κι αὐτὸς στὴν Τροίαν μ’ ἔστειλε καὶ
πολὺ θερμὰ μοῦ ἔχει παραγγείλει πάντοτε μέγας νὰ φανῶ καὶ τῶν ἀνδρείων πρῶτος, καὶ ὡς πρέπει τῶν
πατέρων μας τὸ γένος νὰ τιμήσω, ποὺ ἔλαμψαν καὶ στὴν ῎Εφυραν καὶ στὴν πλατιὰν Λυκίαν. {{r|210}} Τὴν
γενεάν, τὸ αἷμ’ αὐτό, καυχῶμαι ἐγὼ πὼς ἔχω». Στὰ λόγια τοῦτα ἐχάρηκεν ὁ ἀνδρεῖος Διομήδης, κι ἐστύλωσε
τὴν λόγχην του στὴν γῆν τὴν πολυθρέπτραν, καὶ εἰς τὸν ποιμένα τῶν λαῶν γλυκομιλοῦσε κι εἶπε: «Μάθε ὅτι
ξένος παλαιὸς μοῦ εἶσαι πατρικός μου· ὅτι ἄλλοτε τὸν ἄψεγον λαμπρὸν Βελλερεφόντην ὁ Οἰνεὺς ἐφιλοξένησεν
εἴκοσ’ ἡμέρες ὅλες· καὶ λαμπρὰ δῶρα ἐχάρισεν ὁ ἕνας πρὸς τὸν ἄλλον, ὁ Οἰνεὺς ζωστήρα πορφυρὸν καὶ ὁ
πάππος σου ποτήρι δίκουπο τοῦ ᾽δωκε χρυσὸ πού, ἐκεῖθεν ὅταν ἦλθα, {{r|220}} στὰ δώματά του ἐσώζονταν
ἀλλ’ ὅμως τὸν Τυδέα δὲν τὸν θυμοῦμαι, ὅτι μικρὸν στὸ σπίτι μ’ ἔχει ἀφήσει, ὅταν στὲς Θῆβες ὁ λαὸς ἐχάθη τῶν
Ἀργείων. Ὅθεν στὸ Ἄργος μέσα ἐγὼ φίλος σοῦ εἶμαι ξένος καὶ σὺ σ’ ἐμένα, στὸν λαὸν ἂν ἔλθω τῶν Λυκίων.
Καὶ ἄς μὴ σμιχθοῦν οἱ λόγχες μας οὐδ’ ὅπου ἡ μάχη βράζει· πολλοί ᾽ναι Τρῶες κι ἔνδοξοι βοηθοί, διὰ νὰ
φονεύω ὅποιον θεὸς μοῦ φέρη ἐμπρὸς κι οἱ πόδες μου προφθάσουν· καὶ Ἀχαιοὶ πάλι, ἂν δυνηθῆς, δὲν λείπουν
νὰ φονεύσης· καὶ τ’ ἄρματα ἄς ἀλλάξωμεν, ὅπως καὶ τοῦτοι μάθουν {{r|230}} πού ᾽μαστε ξένοι πατρικοὶ κι
εἶναι τιμὴ δική μας». Εἶπαν· καὶ ἀπὸ τ’ ἁμάξι των ἐπήδησαν καὶ οἱ δύο, τὰ χέρια πιάσαν κι ἔδωκαν βεβαίωσιν
φιλίας. Τοῦ Γλαύκου τότε ἀφαίρεσε τὲς φρένες ὁ Κρονίδης· ἔλαβε χάλκιν’ ἄρματα ποὺ εννέα βόδι’ ἀξίζαν κι
ἔδωκεν ἄρματα χρυσὰ ποὺ ἀξίζαν ἐνενήντα. Στὲς Σκαιὲς πύλες ἔφθασεν ὁ ῞Εκτωρ καὶ στὸ φράξον, κι οἱ κόρες
τὸν τριγύρισαν τῶν Τρώων κι οἱ μητέρες νὰ μάθουν διὰ τὰ τέκνα των, τοὺς ἀδελφούς, τοὺς ἄνδρες καὶ
συγγενεῖς· καὶ δέησες πρὸς τοὺς θεοὺς νὰ κάμουν {{r|240}} εἰς ὅλες εἶπε· ἀλλ’ ἔμελλαν πολλὲς ν’
ἀναστενάξουν. Καὶ ὡς ἔφθασε στὸ μέγαρο τ’ ὡραῖο τοῦ Πριάμου, μὲ σκαλισμένες αἴθουσες κτισμένο, κι ἦσαν
μέσα θάλαμοι καλοσκάλιστοι μαρμάρινοι πενήντα, ὅλοι κτισμένοι σύνεγγυς· καὶ αὐτοῦ μέσα ἐκοιμόνταν μὲ τὲς
μνηστὲς γυναῖκες των οἱ παῖδες τοῦ Πριάμου˙ καὶ ἀπ’ τ’ ἄλλο μέρος στὴν αὐλήν, ἀντίκρυς, εἰς τ’ ἀνώγι,
θάλαμοι καλοσκάλιστοι μαρμάρινοι ἐκτισθῆκαν δώδεκα σύνεγγυς καὶ αὐτοί· καὶ αὐτοῦ πάλι ἐκοιμόνταν μὲ τὲς
σεβάσμιες κόρες του οἱ ἀγαπητοὶ γαμβροί του, {{r|250}} κεῖ τὸν ἀπάντησ’ ἡ ἀγαθὴ μητέρα ὁποὺ περνοῦσε
στὴν Λαοδίκην κόρην της στὸ κάλλος ἐξαισίαν· τὸ χέρι τοῦ ᾽πιασε σφικτά, προσφώνησε τον κι εἶπε: «Τέκνον,
πῶς ἦλθες κι ἄφησες τὸν ἄγριον ἀγώνα; Οἱ ἐπικατάρατοι Ἀχαιοὶ στενὰ μᾶς περιορίζουν κάτω ἀπ’ τὰ τείχη· κι
ἔρχεσαι, καθὼς σοῦ ᾽πε ἡ καρδιά σου, τὰ χέρια ἀπ’ τὴν ἀκρόπολην νὰ ὑψώσης πρὸς τὸν Δία. Ἀλλ’ ἐδῶ μεῖνε,
ὅσο γλυκὸ κρασὶ νὰ σοῦ προσφέρω, καὶ νὰ σπονδίσης τοῦ Διὸς καὶ ὅλων τῶν ἀθανάτων, καὶ σὺ νὰ λάβης
ἄνεσιν, ἂν τὸ γευθῆς ὀλίγο· {{r|260}} ἐνδυναμώνει τὸ κρασὶ τὸν κατακουρασμένον, ὡς εἶσαι σύ, μαχόμενος νὰ
σώσης τοὺς δικούς σου». Καὶ ὁ μέγας τῆς ἀπάντησεν ὁ λοφοσείστης ῞Εκτωρ: «Μὴ μοῦ προσφέρης τὸ γλυκὸ
κρασὶ, σεπτὴ μητέρα, καὶ ἀπολυθοῦν τὰ μέλη μου καὶ χάσω τὴν ἀνδρειά μου· ἄνιφτος τὸ γλυκὸ κρασὶ δὲν χύνω
ἐγὼ στὸν Δία· δὲν γίνεται μὲ αἵματα καὶ χῶμα μολυσμένοι νὰ κάμωμεν στὸν βροντητὴν Κρονίδην τὲς εὐχές
μας. Ἀλλὰ σὺ τὲς γερόντισες πάρε σιμά σου καὶ ἄμε εἰς τὸν ναὸν τῆς Ἀθηνᾶς με ἀρώματα μαζί σου· {{r|270}}
καὶ ἀπ’ ὅσους πέπλους διαλεκτοὺς στὸ δῶμα σου φυλάγεις τὸν μέγαν, τὸν λαμπρότερον, τὸν ἀκριβότερόν σου˙
στῆς καλοπλέξουδης θεᾶς τὰ γόνατα νὰ θέσης, καὶ δώδεκα νὰ ὑποσχεθῆς χρονιάρικες μοσχάρες θυσίαν, ἴσως
ἡ θεὰ νὰ ἐλεηθῆ θελήση τὴν πόλιν, τὲς γυναῖκες μας καὶ τὰ μικρὰ παιδιά μας, καὶ ἀπ’ τὴν ἁγίαν ῎Ιλιον
μακρύνη τὸν Τυδείδην, τὸν ἄγριον πολεμιστήν, δεινὸν φυγῆς ἐργάτην. Καὶ στὸν ναὸν τῆς ᾽Αθηνᾶς σὺ πήγαινε,
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ζ 40
ὦ μητέρα, κι ἐγὼ τὸν Πάριν τώρα εὐθὺς θὰ εὕρω νὰ καλέσω, {{r|280}} ἂν θὰ μ’ ἀκούση· ν’ ἄνοιγαν τῆς γῆς τὰ
βάθη ἐμπρός του! Διότι ὁ Ζεὺς τὸν ἔτρεφε μέγα κακὸ στοὺς Τρῶας, εἰς τὸν γενναῖον Πρίαμον καὶ εἰς ὅλα τὰ
παιδιά του. Τὰ μάτια μου ἂν τὸν ἔβλεπαν νὰ κατεβῆ στὸν Ἅδη, θαρρῶ πὼς ὅλοι θά ᾽παυαν οἱ πόνοι τῆς ψυχῆς
μου». Τὸν ἄκουσε καὶ πρόσταξε τὲς κόρες νὰ συνάξουν γύρωθεν τὲς γερόντισες· κατέβη ὡστόσο ἐκείνη στὸν
μυροβόλον θάλαμον, ὁποὺ πολλοὶ ἦσαν πέπλοι, ἔργα θαυμάσια γυναικῶν ἀπ’ τὰ Σιδώνια μέρη, ὁπόθεν ὁ
θεόμορφος Ἀλέξανδρος τὲς πῆρε, {{r|290}} τὰ πέλαγα ὅταν ἔσχιζεν εἰς τὸ ταξίδι ἐκεῖνο, ὁποὺ τὴν
λαμπρογέννητην ἀνέβαζεν ῾Ελένην. Καὶ νὰ προσφέρη τῆς θεᾶς ἡ ῾Εκάβη ἐσήκωσ’ ἕναν ἀπ’ ὅλους τὸν
πλατύτερον κι ἐξαίσια κεντημένον, ποὺ ὡσὰν ἀστέρας ἔλαμπε καὶ κάτω ἀπ’ ὅλους ἦταν· καὶ ὡς πήγαινε
γερόντισσες πολλὲς ἀκολουθοῦσαν. Καὶ ὁπόταν στὴν ἀκρόπολιν καὶ στὸν ναὸν ἐφθάσαν, ἡ καλοπρόσωπη
Θεανὼ τοὺς ἄνοιξε τὴν θύραν, τοῦ Ἀντήνορος ἡ ὁμόκλινη καὶ κόρη τοῦ Κισσέως· τῆς Ἀθηνᾶς ἱέρειαν τὴν εἶχαν
βάλ’ οἱ Τρῶες· {{r|300}} καὶ ὅλες μὲ θρήνους ὕψωσαν στὴν ᾽Αθηνᾶ τὰ χέρια, καὶ ἡ κᾳλοπρόσωπη Θεανὼ τὸν
πέπλον ποὺ τῆς δῶσαν στῆς λαμπρομάλλας Ἀθηνᾶς τὰ γόνατ’ ἀποθέτει, καὶ πρὸς τὴν κόρην τοῦ Διὸς
κεραυνοφόρου εὐχήθη: «Θεὰ θεῶν, ὦ Ἀθηνᾶ, σωσίπολις, ἁγία, τοῦ Διομήδη σύντριψε τὴν λόγχην, καὶ αὐτὸν
κάμε ἔμπροσθεν τῶν Σκαιῶν πυλῶν, ἐπίστομα νὰ πέσν, κι εὐθὺς θὰ λάβης δώδεκα χρονιάρικες μοσχάρες, ἂν
εὐδοκήσης, ὦ θεά, νὰ ἐλεηθῆς τὴν πόλιν τῶν Τρώων, τὲς γυναῖκες των καὶ τὰ μικρὰ παιδιά των». {{r|310}}
Εὐχήθη, ἀλλ’ ὅμως ἡ θεὰ σ’ αὐτὰ δὲν εὐδοκοῦσε. Κι ἐνῶ τὴν κόρην τοῦ Διὸς αὐτὲς παρακαλοῦσαν, ὁ ῞Εκτωρ
πρὸς τὰ δώματα κινοῦσε τοῦ Ἀλεξάνδρου, ποὺ ὡραῖα τά ᾽χε κάμει αὐτὸς μὲ διαλεκτοὺς τεχνίτες καὶ ἦσαν τότ’
ἐξαίσιοι στὴν κάρπιμην Τρωάδα· αὐλὴν εἰς τὴν ἀκρόπολιν καὶ θάλαμον καὶ δῶμα τοῦ ἔκτισαν στοῦ ῞Εκτορος
σιμὰ καὶ τοῦ Πριάμου˙ καὶ ὁ θεῖος ῞Εκτωρ βάδιζ’ ἐκεῖ μέσα κι ἐκρατοῦσε κοντάρι ἑνδεκάπηχο, ποὺ μὲ χρυσὸ
στεφάνι σπιθοβολοῦσε ἡ λόγχη του· κι ἦβρε τὸν ἀδελφόν του {{r|320}} στὸν θάλαμο ποὺ τὰ λαμπρὰ συγύριζε
ἄρματά του, τὸ τόξο καὶ τὸν θώρακα καὶ τὴν καλὴν ἀσπίδα· κι ἡ ῾Ελέν’ ἡ ᾽Αργεία κάθονταν καὶ ὁλόγυρα οἱ
γυναῖκες κι ἔφτιαναν ἔργ’ ἀμίμητα καθὼς τὲς ὁδηγοῦσε. Καὶ ὁ ῞Εκτωρ τὸν ὀνείδισε πικρῶς ἅμα τὸν εἶδε:
«Ἄθλιε, καλὰ δὲν ἔκαμες τόσην χολὴν νὰ πάρης· πέφτουν μαχόμενοι λαοὶ στὰ τείχη μας τριγύρω καὶ ἐξ
ἀφορμῆς σου ἀλαλαγμός, φλόγα πολέμου ζώνει τὴν πόλιν τούτην· καὶ ὅμως σὺ θὰ ὀνείδιζες καθέναν ἄλλον
ποὺ νά ᾽βλεπες μακρὰν νὰ φύγη ἀπ’ τὸν ἀγώνα· {{r|330}} ἀλλὰ σηκώσου πρὶν τὸ πῦρ τὴν πόλιν καταλύση».
Τοῦ ἀπάντησε ὁ θεόμορφος Ἀλέξανδρος καὶ τοῦ ᾽πε: «῞Εκτορ᾽, ἀφοῦ μὲ δίκαιον μ’ ἐλέγχεις καὶ ὄχι ἀδίκως, θὰ
σοῦ ὁμιλήσω καθαρὰ καὶ πρόσεχε ν’ ἀκούσης· στοὺς Τρῶας πεῖσμα μήτε ὀργὴ δὲν μ’ ἔκαμε νὰ μείνω στὸν
θάλαμον, ἀλλ’ ἤθελα τὴν θλίψιν μου νὰ τρέφω· τώρα μὲ λόγια μαλακὰ μ’ ἐκίνησε ἡ γυνή μου νὰ πολεμήσω· καὶ
ὡς κι ἐγὼ καλύτερο τὸ κρίνω· τοὺς ἄνδρες εἰς τὸν πόλεμον συχνὰ ξαλλάζ’ ἡ νίκη. Ἀλλ’ ὅσο ἐγὼ ν’ ἀρματωθῶ,
σὺ μὴν ἀναχωρήσης, {{r|340}} ἤ, ἂν θέλης, πήγαινε, κι ἐγώ, θαρρῶ, θὰ σὲ προφθάσω». Εἶπε˙ καὶ δὲν τοῦ
ἀπάντησεν ὁ λοφοσείστης ῞Εκτωρ· κι ἡ ῾Ελένη γλυκομίλητα τοῦ εἶπε: «Ἀνδράδελφέ μου, ὀιμένα τῆς
κακόπρακτης, τῆς ὀργισμένης σκύλας· ἄχ! τὴν ἡμέρα ποὺ στὸ φῶς μὲ ἔφερε ἡ μητέρα, νὰ μ’ εἶχε ἁρπάξει
ἀνεμικὴ κακή, νὰ μ’ εἶχε ρίξει εἰς ὄρος ἢ στῆς θάλασσας τὸ φουσκωμένο κύμα νὰ μὲ ρουφήση καὶ ὄχι αὐτὰ ποὺ
ἐγίνηκαν νὰ γίνουν. ᾽Αλλ’ ἀφοῦ τοῦτα τὰ κακὰ οἱ ἀθάνατοι διορίσαν, ἂς εἶχα κὰν καλύτερον τὸν ἄνδρα νὰ
γνωρίζη {{r|350}} τοῦ κόσμου τὴν κατακραυγὴν καὶ τοὺς ὀνειδισμούς του· καὶ τοῦτος τώρα νοῦν ποσῶς δὲν
ἔχει οὔτε θὰ λάβη, ὥστε θὰ πάθη· ἀλλ’ ὅρισε, ἀνδράδελφε, ἐδῶ μέσα, κάθισε εἰς τοῦτο τὸ θρονί· γνωρίζ’ ὅτ’ ἡ
ψυχή σου μάλιστα ἐκείνη αἰσθάνεται τὸν μόχθον ποὺ ἀπὸ ἐμένα τὴν σκύλαν καὶ ἀπ’ τὸ ἀνόμημα προῆλθε τοῦ
Ἀλεξάνδρου, ὁποὺ μᾶς κακομοίρανε ὁ Ζεὺς διὰ νὰ γενοῦμε καὶ τῶν κατόπι γενεῶν τραγούδι ξακουσμένο». Καὶ
ὁ μέγας τῆς ἀπάντησεν ὁ λοφοσείστης Ἕκτωρ: «᾽Εὰν κι ἐγκάρδια μὲ καλεῖς, δὲν θὰ καθίσω, ῾Ελένη, {{r|360}}
ὅτ’ ἡ ψυχή μου ἐπιθυμεῖ σφόδρα βοηθὸς νὰ δράμω τῶν Τρώων ποὺ μὲ ἀναζητοῦν, ἀφοῦ μακράν τους εῖμαι˙
ἀλλὰ σὺ παρακίνησε τὸν Πάριν κι ἂς φροντίση καὶ ἀφ’ ἑαυτοῦ του ὅσο εἶμ’ ἐγὼ στὴν πόλιν, νὰ μὲ φθάση, ὅτι
θὰ ὑπάγω σπίτι μου νὰ ἰδῶ τοὺς σπιτικούς μου, τὴν ποθητὴν συμβίαν μου καὶ τὸ γλυκό μου βρέφος, Δὲν ξεύρω
ἄν θὰ ξαναϊδοῦν ᾒ θέλει βουλὴ θεία σήμερ’ ἀπὸ τῶν Ἀχαιῶν τὰ χέρια νὰ ἀποθάνω». Αὐτὰ εἶπε· κι ἐκίνησεν ὁ
λοφοσείστης ῞Εκτωρ. Καὶ εἰς τὸ λαμπρό του μέγαρο δἕν ἄργησε νὰ φθάση. {{r|370}} Ἀλλ’ ὅμως τὴν
λευκόχερην δὲν ηὗρεν Ἀνδρομάχην· ἐκείνη μὲ τὸ βρέφος της καὶ τὴν καλὴν βυζάστραν ἄνω στὸν πύργον
ἔστεκε νὰ ὀδύρεται, νὰ κλαίη· καὶ ἀφοῦ μέσα δὲν εὕρηκε τὴν ἄψογην συμβίᾱν, εἰς τὸ κατώφλι ἐστάθηκε καὶ
πρὸς τὲς κόρες εἶπε: «῏Ω κόρες, τὴν ἀλήθειαν εἰπῆτε μου νὰ μάθω· ἐδῶθεν ἡ λευκόχερη ποῦ ἐβγῆκεν
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ζ 41
Ἀνδρομάχη Νὰ εὕρη συννυφάδα της ἢ ἀνδράδελφην ἐπῆγεν, ἤ στὸν ναὸν τῆς Ἀθηνᾶς ὅπου κι οἱ ἄλλες εἶναι
δέσποινες καὶ τὴν τρομερὴν θεὰν ἐξιλεώνουν; » {{r|380}} Τότε σ’ αὐτὸν ἀπάντησεν ἡ ἔξυπνη οἰκονόμα: «῏Ω
῞Εκτωρ, τὴν ἀλήθειαν θὰ εἰπῶ, καθὼς προστάζεις˙ δὲν πῆγε εἰς συννυφάδα της ἤ ἀνδράδελφην καθόλου ἤ
στὸν ναὸν τῆς Ἀθηνᾶς, ὅπου κι οἱ ἄλλες εἶναι δέσποινες καὶ τὴν τρομερὴν θεὰν ἐξιλεώνουν· ἀλλὰ στὸν πύργον
ἔτρεξε τῆς πόλεως ἄμ’ ἀκούσθη νίκη τρανὴ τῶν Ἀχαιῶν καὶ συντριμμὸς τῶν Τρώων· καὶ ὡς φρενιασμένη θά
᾽φθασε στὰ τείχη τώρα κείνη, κι ἔχει σιμά της ἡ τροφὸς τὸ βρέφος στὴν ἀγκάλη». Καὶ ὡς τ’ ἄκουσε ἐπετάχθη
εὐθὺς ὁ ῞Εκτωρ ἀπ’ τὸ δῶμα {{r|390}} πάλι στοὺς δρόμους τοὺς λαμπροὺς πού ᾽χε περάσει πρῶτα, κι ἔφθασε,
τὴν πολύχωρη περνώντας πολιτείαν. στὲς Σκαιὲς πύλες· στὴν στιγμὴν ποὺ ἐκίνα εἰς τὸ πεδίον, μὲ ὁρμὴν
ἐμπρός του ἐπρόβαλεν ἡ ἀσύγκριτη Ἀνδρομάχη πολύδωρη συμβία του καὶ κόρη τοῦ γενναίου Ἀετίωνος, ποὺ
κάτωθεν τῆς δενδρωμένης Πλάκου τῆς Θήβης ἐβασίλευε καὶ τῶν Κιλίκων ὅλων. Τοῦ πολεμάρχου ῞Εκτορος
αὐτή ᾽ταν ἡ συμβία ποὺ τότε τὸν ἀπάντησε μὲ τὴν τροφὸν σιμά της, ὁποὺ βαστοῦσε τὸ μικρὸ μονάκριβο παιδί
της, {{r|400}} τὸν ῾Εκτορίδην, ὅμοιον μὲ εὔμορφον ἀστέρα· Σκαμάνδριον ὁ πατέρας του, Ἀστυάνακτα τὰ.
πλήθη τὸν λέγαν, ὅτι ἔσωζεν ὁ ῞Εκτωρ τὴν Τρωάδα. ᾽Εκεῖνος χαμογέλασε κοιτώντας τὸ παιδί του ἥσυχα˙ κι
ἀπ’ τὸ χέρι του πιασμένη ἡ Ἀνδρομάχη ἐδάκρυσε καὶ τοῦ ᾽λεγεν: «Ὀιμέ! Θὰ σ’ ἀφανίση τούτη σου ἡ τόλμη, ὦ
τρομερέ˙ τὸ βρέφος δὲν λυπεῖσαι τοῦτο κι ἐμὲ τὴν ἄμοιρην ποὺ χήρα σου θὰ γίνω ὀγρήγορα, ὅτι ὀγρήγορα θὰ
ὁρμήσουν ὅλοι ἀντάμα νὰ σὲ φονεύσουν οἱ ἀχαιοί καὶ ἅμα σὲ χάσω, κάτω {{r|410}} στὸν μαῦρον Ἅδη ἂς
κατεβῶ, διότι ἂν ἀποθάνης καὶ σύ, καμιὰ παρηγοριὰ δι’ ἐμὲ δὲν θ’ ἀπομείνη, καὶ πόνοι μόνον· ἔχασα πατέρα
καὶ μητέρα· τὸν μέγαν Ἀετίωνα μοῦ φόνευσεν ὁ θεῖος Πηλείδης, ὅταν ἔριξε τὴν πόλιν τῶν Κιλίκων, τὴν Θήβην
τὴν ὑψίπυλον· ἀλλὰ τὸν ἐσεβάσθη νεκρόν, δὲν τὸν ἐγύμνωσε, καὶ μ’ ὄλην τὴν λαμπρήν του ἀρματωσιὰ τὸν
ἔκαυσε κι ἐσήκωσέ του μνῆμα, κι ὁλόγυρά του ἐφύτευσαν πεῦκα μεγάλα οἱ νύμφες ᾽Ορεστιάδες, τοῦ Διὸς
αἰγιδοφόρου κόρες· {{r|420}} ἦσαν ἑπτὰ στὸ σπίτι μας γλυκεῖς αὐτάδελφοί μου, κι εἰς μιὰν ἡμέραν ὅλοι ὁμοῦ
ροβόλησαν στὸν Ἅδη· ὅλους τοὺς ἐθανάτωσεν ὁ θεῖος ᾽Αχιλλέας τῶν μόσχων μέσα εἰς τὲς κοπὲς καὶ τῶν
λευκῶν προβάτων. Καὶ τὴν σεπτὴν μητέρα μου, βασίλισσαν στὴν Θήβην, δούλην ἐδῶ τὴν ἔφερε μὲ τ’ ἄλλα
λάφυρά του. Καὶ ἀφοῦ μὲ δῶρ’ ἀμέτρητα κατόπι ἐξαγοράσθη, τὴν ἔσβησεν ἡ ἄρτεμις στὸ σπίτι τοῦ πατρός
μου. ῞Εκτωρ, σὺ εἶσαι δι’ ἐμὲ πατέρας καὶ μητέρα, σὺ ἀδελφός, σὺ ἀνθηρὸς τῆς κλίνης σύντροφός μου.
{{r|430}} Ἀλλὰ λυπήσου μας, καὶ αὐτοῦ μεῖνε στὸν πύργον, μήπως ὀρφανὸ κάμης τὸ παιδὶ καὶ χήραν τὴν
γυναίκα. Κι ἐκεῖ στὴν ἀγριοσυκιὰ τοὺς ἄνδρες στῆσε ὁπού ᾽ναι ἡ πόλις καλοανέβατη, καλόπαρτο τὸ τεῖχος·
τρεῖς τὸ δοκίμασαν φορὲς τῶν Ἀχαιῶν οἱ πρῶτοι, οἱ Αἴαντες, και ὁ δοξαστὸς ᾽Ιδομενεὺς καὶ οἱ δύο Ἀτρεῖδες
καὶ ὁ ἀτρόμητος Τυδείδης ἑνωμένοι· ἢ τὸ φανέρωσε σ’ αὐτοὺς χρησμῶν ἐξαίσιος γνώστης, ἤ τοὺς κινεῖ μόν’ ἡ
ψυχὴ σ’ αὐτὸ καὶ τοὺς διδάσκει » Καὶ πρὸς αὐτὴν ἀπάντησεν ὁ λοφοσείστης ῞Εκτωρ: {{r|440}} «Ὅλα τὰ
αἰσθάνομαι κι ἐγώ, γυνή μου, ἀλλὰ φοβοῦμαι καὶ τῶν ἀνδρῶν τὸ πρόσωπο καὶ τῶν σεμνῶν μητέρων, ἂν μ’
ἔβλεπαν ὡς ἄνανδρος νὰ φεύγω ἀπὸ τὴν μάχην· οὐδ’ ἡ καρδιά μου θέλει το, ποὺ μ’ ἔμαθε νὰ εἶμαι γενναῖος
πάντοτε κι ἐμπρὸς νὰ μάχωμαι τῶν Τρώων χάριν τῆς δόξας τοῦ πατρὸς καὶ τῆς δικῆς μου ἀκόμη· ὅτ’ εἶναι
τοῦτο φανερὸ στὰ βάθη τῆς ψυχῆς μου· θὰ φθάσ’ ἡ μέρα νὰ χαθῆ κι ἡ ῎Ιλιος ἡ ἁγία καὶ ὁ Πρίαμος ὁ δυνατὸς
μὲ ὅλον τὸν λαόν του. Ἀλλὰ τῶν Τρώων ἡ φθορὰ δὲν μὲ πληγώνει τόσο {{r|450}} καὶ τοῦ πατρός μου ὁ
θάνατος καὶ τῆς σεμνῆς μητρός μου καὶ τῶν γλυκῶν μου ἀδελφῶν, ὁποὺ πολλοὶ καὶ ἀνδρεῖοι ἀπὸ τὲς λόγχες
τῶν ἐχθρῶν θὰ κυλισθοῦν στὸ χῶμα ὅσ’ ὁ καημός σου, ὅταν κανεὶς τῶν Ἀχαιῶν σὲ πάρη εἰς τὴν δουλείαν, ἐνῶ
σὺ θὰ ὀδύρεσαι, θὰ κλαίης, εἰς τ’ Ἄργος ξένον ὕφασμα θὰ ὑφαίνης προσταγμένη· ἀπ’ τὴν ῾Υπέρειαν πηγὴν ἢ
ἀπὸ τὴν Μεσσηΐδα νερὸ θὰ φέρνης στανικῶς, ἀπὸ σκληρὴν ἀνάγκην· κι ἐνῶ σὺ κλαίεις θενὰ εἰποῦν: «᾽Ιδέτε
τὴν συμβίαν τοῦ ῞Εκτορος ποὺ πρώτευε τῶν ἱπποδάμων Τρώων {{r|460}} στὸν πόλεμον, ποὺ ὁλόγυρα στὴν
῎Ιλιον πολεμοῦσαν». Αὐτὰ θὰ εἰποῦν καὶ μέσα σου θὰ ξαναζήση ὁ πόνος τοῦ ἀνδρὸς ἐκείνου, ὁποὺ δὲν ζῆ διὰ
νὰ σὲ ἐλευθερώση. Ἀλλὰ παρὰ τὸν θρῆνον σου καὶ τ’ ὄνειδος ν’ ἀκούσω βαθιὰ στὴν γῆν καλύτερα νὰ μὲ
σκεπάση ὁ τάφος». Καὶ ὁ μέγας ῞Εκτωρ ἅπλωσε τὰ χέρια στὸ παιδί του· ἔσκουξ’ ἐκεῖνο κι ἔγειρε στὸ στῆθος
τῆς βυζάστρας· φοβήθη τὸν πατέρα του καθὼς εἶδε ν’ ἀστράφτουν τ’ ἄρματα καὶ ἀπ’ τὴν κόρυθα τῆς
περικεφαλαίας τὴν χαίτην ποὺ τρομακτικῶς ἐπάνω του ἐσειόνταν· {{r|470}} ἐγέλασε ὁ πατέρας του καὶ ἡ
σεβαστὴ μητέρα· καὶ ὁ μέγας ῞Εκτωρ ἔβγαλε τὴν περικεφαλαία καὶ καταγῆς τὴν ἔθεσεν ὁποὺ λαμποκοποῦσε.
᾽Εφίλησε κι ἐχόρευσε στὰ χέρια τὸ παιδί του κι ἔπειτα εὐχήθη στοὺς θεοὺς κι εἶπε: «῏Ω πατέρα Δία, κι ὅλ’ οἱ
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ζ 42
ἐπουράνιοι θεοί, δώσετε εἰς τὸ παιδί μου τοῦτο, ὡς ἐδώκατε εἰς ἐμέ, στὸ γένος του νὰ λάμπη, στ ἄρματα μέγας,
δυνατὸς στὴν ῎Ιλιον βασιλέας, καὶ ὡς ἔρχεται ἀπ’ τὸν πόλεμον μ’ ἄρματα αἱματωμένα ἐχθροῦ ποὺ ἐφόνευσε,
νὰ εἰποῦν: καλύτερος ἐδείχθη {{r|480}} καὶ τοῦ πατρός του, καὶ χαρὰν θὰ αἰσθάνεται ἡ μητέρα». ῾Ως εἶπε
αὐτά, στὴν ἀγκαλιὰ τῆς ποθητῆς συμβίας τὸ βρέφος ἔβαλε καὶ αὐτὴ στὸ μυροβόλο στῆθος τὸ πῆρε
γελοκλαίοντας· τὴν ἐλυπήθη ἐκεῖνος, ἐχάιδευσέ την κι ἔλεγε: «Ἀγαπητή, μὴ θέλης τόσο δι’ ἐμὲ νὰ θλίβεσαι,
στοχάσου ὅτι στὸν Ἅδη δὲν θὰ μὲ στείλη ἄνθρωπος ἡ ὥρα μου πρὶν φθάση· καὶ ἄνθρωπος ἅμα γεννηθῆ εἴτε
γενναῖος εἶναι, εἴτε δειλὸς δὲν δύναται τὴ μοίρα ν’ ἀποφύγη. ᾽Αλλ’ ἄμε σπίτι, ἔχε στὸν νοῦν τὰ ἔργα τὰ δικά
σου, {{r|490}} τὴν ἠλακάτην, τ’ ἀργαλειό, καὶ πρόσταζε τὲς κόρες νὰ ἐργάζωνται· στὸν πόλεμον θὰ
καταγίνουν ὅλοι οἱ ἄνδρες ποὺ ἐγεννήθησαν στὴν Τροίαν κι ἐγὼ πρῶτος». Εἶπε καὶ πάλι ἐφόρεσε τὴν
περικεφαλαίαν. Καὶ πρὸς τὸ σπίτι ἐκίνησεν ἡ ἀγαπητὴ γυνή του κι ἐσυχνογύριζε νὰ ἰδῆ μὲ μάτια δακρυσμένα.
Εἰς τοῦ ἀνδροφόνου ῞Εκτορος τὴν ὑψηλὴν οἰκίαν ἔφθασε κι εὕρηκεν ἐκεῖ τῶν γυναικῶν τὸ πλῆθος κι ἀπ’ τὴν
ψυχήν τους ἔκαμεν ὁ θρῆνος ν’ ἀναβρύση. Καὶ ζωντανὸν τὸν ῞Εκτορα στὸ σπίτι του ἐθρηνοῦσαν, {{r|500}}
θαρρώντας ποὺ ἀπ’ τὸν πόλεμον κι ἀπ’ τ’ ἀνδρειωμένα χέρια τῶν Ἀχαιῶν δὲν θὰ σωθῆ καὶ δὲν θὰ γύρη πλέον.
Ἀλλὰ δὲν ἀργοπόρησε στὰ δώματά του ὁ Πάρις˙ ἐζώσθη τὰ πολύχαλκα καὶ ὑπέρλαμπρα ἄρματά του, τὴν
πόλιν γοργὰ διάβηκεν, ὡς ἦταν πτεροπόδης˙ καὶ ὡς ὅταν σπάση τὸν δεσμὸν καλοθρεμμένος ἵππος, βροντᾶ
τετραποδίζοντας στὴν ἀνοικτὴν πεδιάδα, νὰ λούεται στὸ καθαρὸ ποτάμι μαθημένος· τὴν κεφαλὴν κρατεῖ
ὑψηλά, τὴν χαίτην ἀνεμίζει, καὶ ὑπερηφανευόμενον στα κάλλη του τὸν φέρνουν {{r|510}} στὲς μαθημένες του
βοσκὲς γοργὰ τὰ γόνατά του, ὁμοίως ἀπ’ τὴν Πέργαμον ὁ Πριαμίδης Πάρις περήφανος κατέβαινε μὲ πόδια
φτερωμένα καὶ στ’ ἄρματα ὡσὰν ἥλιος λαμποκοποῦσεν ὅλος. Τὸν θεῖον εὕρηκε ἀδελφὸν κεῖ πόμελλε νὰ
στρέψη ἀπ’ ὅπου μὲ τὴν ποθητὴν γυναίκα του ὁμιλοῦσε. Καὶ πρῶτος ὁ θεόμορφος ᾽Ἀλέξανδρος τοῦ εἶπε:
«῎Εγκαιρα δὲν ἐπρόφθασα, καθὼς ἔχεις προστάξει, ὦ σεβαστέ μου˙ σὲ κρατῶ καὶ σὺ πολὺ σπουδάζεις». Καὶ
πρὸς αὐτὸν ἀπάντησεν ὁ λοφοσείστης ῞Εκτωρ: {{r|520}} «Γλυκέ μου, ἂν εἶναι δίκαιος, κανεὶς δὲν θὰ σὲ ψέγη
στὰ ἔργα τὰ πολεμικὰ καὶ ἀνδρειωμένος εἶσαι· τὸ θέλεις καὶ ὀκνηρεύεσαι, καὶ μέσα μου λυποῦμαι, ὅταν
πολλοὺς ὀνειδισμούς ἐνάντια σου προφέρουν οἱ Τρῶες ποὺ ἐξαιτίας σου βαρὺν ἔχουν ἀγώνα. Ἄς πᾶμε καὶ θὰ
διορθωθοῦν τοῦτ’ ἂν θελήση ὁ Δίας νὰ στήσωμεν στὰ σπίτια μας ἐλεύθερον κρατήρα, προσφορὰν ὅλων τῶν
θεῶν μεγάλων, αἰωνίων, ἅμ’ ἀπ’ τὴν Τροίαν διώξωμεν τῶν Ἀχαιῶν τὰ πλήθη».
Ιλιάδα (Πολυλάς)/η 43
Ιλιάδα (Πολυλάς)/η
←Ραψωδία ζ Ιλιάδα Ραψωδία θ→
Συγγραφέας: Όμηρος
Μεταφραστής: Ιάκωβος
Πολυλάς
Ραψωδία η
<poem> Εἶπε, τὲς Πύλες ἄφησε κι ἐβγῆκε ὁ μέγας Ἕκτωρ· καὶ ὁ ἀδελφός του ᾽Αλέξανδρος ἐβάδιζε σιμά του
καὶ ὁλόγυρα τὸν πόλεμον, τὴν μάχην ἐδιψοῦσαν. Καὶ ὡς ὅταν πρίμος ἄνεμος ἀπὸ θεὸν ἐστάλη, στοὺς ναῦτες
πολυπόθητος, ποὺ κατακουρασμένοι μὲ τὰ καλόξυστα κουπιὰ τὸ πέλαγος ὀργώνουν, τόσο κι ἐκεῖνοι ποθητοὶ
φανῆκαν εἰς τοὺς Τρῶας. Ἀμέσως τὸν Μενέσθιον ἐγκάτοικον τῆς ῎Αρνης, ποὺ γέννησ’ ὁ Ἀρηίθοος,
ροπαλοφόρος ἄνδρας, κι ἡ ὡραία Φυλομέδουσα, νεκρὸν τὸν ρίχνει ὁ Πάρις {{r|10}} Ὁ ῞Εκτωρ εἰς τὸν
τράχηλον λογχίζει τὸν ᾽Ηονέα κάτω ἀπὸ τὸ καλόχαλκο στεφάνι, ὥστ’ ἐνεκρώθη. Καὶ τῶν Λυκίων ὁ ἀρχηγός, ὁ
῾Ιππολοχίδης Γλαῦκος, τὸν Δεξιάδην κτύπησεν ᾽Ιφίνοον στὴν πλάτην, ὡς εἰς τ’ ἁμάξι ἀνέβαινε στὴν ταραχὴν
τῆς μάχης, κι ἔπεσεν ἀπ’ τὴν ἅμαξαν κι ἐβγῆκεν ἡ ψυχή του. Καὶ ὡς τοὺς ἐνόησ’ ἡ Ἀθηνᾶ, ποὺ στὸν δεινὸν
ἀγώνα τοὺς Ἀχαιοὺς ἐσύντρῑβαν, ἐχύθη ἀπὸ τοῦ ᾽Ολύμπου τὲς κορυφὲς κι ἐστάθηκε στὴν ἱερὴν Τρωάδα. Τὴν
ξάνοιξε ἀπ’ τὴν Πέργαμον ὁ ᾽Απόλλων κι ἦλθ’ ἐμπρός της· {{r|20}} τῶν Τρώων ἤθελεν αὐτὸς τὴν νίκην· τότε οἱ
δύο ἀθάνατοι ἀπαντήθηκαν κεῖ πού ᾽ναι ρίζα φράξου. Πρῶτος ὁ γόνος τοῦ Διὸς ὁ Ἀπόλλων σ’ αὐτὴν εἶπε: «Τί
πάλιν ἀπ’ τὸν ῎Ολυμπον, ὦ κόρη τοῦ Κρονίδη, ὅρμησες, καθὼς σ’ ἔσπρωξεν ἡ μεγαλοψυχία; Στοὺς Δαναοὺς
σὺ βούλεσαι τὴν νίκην νὰ γυρίσης, ὅτι ποσῶς τὸν ὄλεθρον δὲν συμπονεῖς τῶν Τρώων. ἀλλ’ ἂν δεχθῆς ὅ,τι θὰ
εἰπῶ, θαρρῶ ποὺ θὰ ὠφελήσης. Διὰ σήμερον ἂς παύσωμεν τὸν φονικὸν ἀγώνα· θὰ πολεμήσουν ὕστερον, ἕως
ὅτου τῆς ᾽Ιλίου {{r|30}} τὸ τέλος νά ᾽βρουν, ἐπειδὴ σᾶς τῶν θεῶν τῶν δύο τούτην νὰ ἐξολοθρεύσετε τὴν πόλιν
τόσο ἀρέσει». Τότε ἡ γλαυκόματη ᾽Αθηνᾶ τοῦ εἶπε: «Μακροβόλε, ἂς γίνη αὐτὸ ποὺ ἐπιθυμεῖς· μ’ αὐτὴν κι ἐγὼ
τὴν γνώμην κατέβηκ’ ἀπ’ τὸν ῎0λυμπον στοὺς Ἀχαιοὺς καὶ Τρῶας. Ἀλλὰ εἰπέ, πῶς τῶν ἀνδρῶν τὴν μάχην
θενὰ παύσης; » Καὶ ὁ Φοῖβος τοῦ Διὸς υἱὸς σ’ ἐκείνην ἀπαντοῦσε: «Τοῦ ῞Εκτορος ἂς σπρώξωμε τὴν φλογερὴν
καρδίαν, ἕναν ἀπὸ τοὺς Δαναοὺς νὰ προκαλέση μόνος, ἀντίπαλοι νὰ κτυπηθοῦν εἰς φονικὸν ἀγώνα, {{r|40}}
καὶ αὐτοὶ θὰ φιλοτιμηθοῦν ἕναν νὰ σπρώξουν ἄνδρα ποὺ μὲ τὸν θεῖον ῞Εκτορα νὰ πολεμήση μόνος». Αὐτά ᾽πε
καὶ ἡ γλαυκόματη θεὰ τὸν λόγον στέργει. Καὶ ὁ Πριαμίδης ῞Ελενος ἐνόησε τὴν γνώμην, ποὺ ἄρεσε τῶν δύο
θεῶν αὐτοῦ ποὺ ἐβουλευόνταν˙ τὸν ῞Εκτορα ἐπλησίασε καὶ τοῦ ᾽πε: «῏Ω Πριαμίδη ῞Εκτορ᾽, ὁποὺ στὴν
φρόνησιν ὁμοιάζεις μὲ τὸν Δία, θὰ ἐδέχοσουν ὅ,τι θὰ εἰπῶ; Εἶμαι ἀδελφός σου· κάμε οἱ Τρῶες ὅλοι κ’ οἱ ἀχαιοὶ
νὰ παύσουν, νὰ καθίσουν, καὶ σὺ τὸν ἀνδρειότερον τῶν ἀχαιῶν εἰς μάχην {{r|50}} προκάλεσε ν’ ἀγωνισθῆ
μόνος μὲ σένα μόνον· ὅτι δὲν ἦλθ’ ἡ ὥρα σου στὸν πόλεμον νὰ πέσης· στὸν νοῦν μου τὸ ἐφανέρωσε φωνὴ τῶν
ἀθανάτων». Αὐτά ᾽πε καὶ ἀναγάλλιασεν ὁ ῞Εκτωρ εἰς τὸν λόγον· στὴν μέσην βγῆκε, ἐχώρισε τὲς φάλαγγες τῶν
Τρώων κι ἔσφιγγε λόγχην· καὶ ὅλα εὐθὺς ἐκάθισαν τὰ πλήθη, ἐκάθισαν κι οἱ Ἀχαιοί, ὡς πρόσταξ’ ὁ Ἀτρείδης·
καὶ ὁ Φοῖβος μὲ τὴν ᾽Αθηνᾶ στοὺς κλάδους ἡσυχάζαν τοῦ ὑψηλοῦ φράξου τοῦ πατρὸς Διὸς αἰγιδοφόρου, εἰς
τὴν μορφὴν γυπαετοὶ κι ἐχαίροντο τοὺς ἄνδρες· {{r|60}} κι ἦσαν οἱ ἀράδες στριμωκτὲς καὶ ὡς λόγγος
ἐφαντάζαν ἀσπίδες καὶ κοντάρϊα καὶ περικεφαλαῖες· καὶ ὡς τοῦ Ζεφύρου ἡ πρώτη ὁρμὴ τὴν θάλασσαν
σουφρώνει κι ἐκεῖνο τ’ ἀνατρίχιασμα τὴ θάλασσαν μαυρίζει, ὁμοίως καὶ τῶν Ἀχαιῶν οἱ ἀράδες καὶ τῶν Τρώων
εἰς τὸ πεδίον· κι ἔλεγεν ὁ ῞Εκτωρ εἰς τὴν μέσην: «ἀκοῦτε, Τρῶες καὶ ᾽Αχαιοὶ λαμπροκνημιδοφόροι, ὅ,τι στὰ
στήθη μου ἡ ψυχὴ νὰ εἰπῶ παρακινεῖ με· τοὺς ὅρκους δὲν στερέωσεν ὁ ὑψίθρονος Κρονίδης, ἀλλ᾽ ἑτοιμάζει
συμφορὲς καὶ στὰ δυὸ μέρη ὡσότου {{r|70}} ἢ σεῖς τὴν Τροίαν πάρετε τὴν καλοτειχισμένην, ἤ σᾶς
συντρίψωμεν ἐμεῖς σιμὰ στὰ κοῖλα πλοῖα· ἔχετε τῶν Παναχαιῶν ἄνδρες στὴν μάχην πρώτους· καὶ ὅποιός
αὐτῶν ἐπιθυμεῖ μ’ ἐμὲ νὰ πολεμήση, ἂς ἔλθη ἐδῶ ν’ ἀντιταχθῆ στὸν ῞Εκτορα τὸν θεῖον· καὶ ἰδοὺ τί λέγω·
μάρτυρα σ’ ἐμᾶς καλῶ τὸν Δία· καὶ ἂν μὲ φονεύσ’ ἡ λόγχη του, ἂς πάρη τ’ ἄρματά μου εἰς τὰ γοργὰ καράβια
σας, ἀλλὰ στὰ γονικά μου τὸ σῶμα θ’ ἀποδώση αὐτὸς ὅπως εἰς τὸν νεκρόν μου τὴν τιμὴν δώσουν τοῦ πυρὸς
καὶ ἄνδρες καὶ γυναῖκες· {{r|80}} καὶ ἂν νὰ τὸν ρίξ’ ἡ λόγχη μου τὴν δόξαν δώση ὁ Φοῖβος, ἐγὼ θὰ πάρω τ’
Ιλιάδα (Πολυλάς)/η 44
ἄρματα στὴν ῎Ιλιον τὴν ἁγίαν νὰ τὰ κρεμάσω στὸν ναὸν τοῦ τοξοφόρου Φοίβου, καὶ θ’ ἀποδώσω τὸν νεκρὸν
στὰ γρήγορα καράβια, οἱ κομοτρόφοι Ἀχαιοὶ νὰ τὸν ἐνταφιάσουν καὶ στὸν πλατὺν ῾Ελλήσποντον νὰ τοῦ
σηκώσουν μνῆμα. Καὶ τῶν κατόπιν γενεῶν κάποιος θὰ εἰπῆ περνώντας μὲ καράβι πολύσκαρμο στὰ μελαψὰ
πελάγη: «Ἀνδρὸς ὁποὺ ἀπέθανε τὸ πάλαι ἰδοὺ τὸ μνῆμα. καὶ ὁ μέγας ῞Εκτωρ φόνευσεν αὐτὸν τὸν
ἀνδρειωμένον. {{r|90}} Αὐτὸ θὰ εἰποῦν καὶ ἡ δόξα μου ποτὲ δὲν θά ᾽χη τέλος». Αὐτά ᾽πε καὶ ὡς τὸν ἄκουσαν
ἄφωνοι ἐμεῖναν ὅλοι· νὰ τ’ ἀρνηθοῦν ἐντρέποντο, νὰ τὸ δεχθοῦν ἐτρέμαν˙ καὶ τέλος ὁ Μενέλαος σηκώθη
πονεμένος ἐγκάρδια καὶ τοὺς ὕβριζεν: «Ὀιμὲ φοβερολόγοι », τοὺς εἶπεν, «ὄχι Ἀχαιοί, ἀλλ’ Ἀχαιίδες πλέον,
αἰσχύνη θά ᾽ναι τρομερὴ τῶν Δαναῶν, ἀνίσως ἀντίπαλος τοῦ ῞Εκτορος δὲν ἔβγη ἐδῶ κανένας· ἀλλὰ σεῖς αἷμα
καὶ νερὸ γενῆτε, ὅπως σᾶς βλέπω αὐτοῦ νὰ κάθεσθ’ ἄδοξοι μὲ τὴν ψυχὴν χαμένην· {{r|100}} κι ἐγὼ θὰ ζώσω τ’
ἄρματα ν’ ἀντιταχθῶ σ’ ἐκεῖνον· κι εἶναι στὰ χέρια τῶν θεῶν οἱ κορυφὲς τῆς νίκης». Αὐτά ᾽πε καὶ ἀρματώθηκε·
τότε, Μενέλαε, πλέον θά ᾽βρες ἀπὸ τὸν Ἑκτορα τὸ τέλος τῆς ζωῆς σου, ποὺ ἦτο ἐκεῖνος στ’ ἄρματα. πολὺ
καλύτερός σου, ἐὰν δὲν ἐσηκώνοντο καὶ δὲν σ’ ἐπιάναν ὅλοι οἱ βασιλεῖς τῶν Ἀχαιῶν· καὶ ὁ μέγας Ἀγαμέμνων
σ’ ἔπιασε ἀπὸ τὴν δεξιὰν καὶ σοῦ ᾽λεγε: «Τὸν νοῦν σου ἔχασες, ὦ Μενέλαε, καὶ αὐτὸ δὲν σοῦ συμφέρει·
ὑπόμεινε, διογέννητε, τὸν πόνον τῆς καρδιᾶς σου· {{r|110}} μ’ ἄνδρ’ ἀπὸ σὲ καλύτερον ν’ ἀγωνισθῆς μὴ θέλης,
μὲ τὸν Πριαμίδην ῞Εκτορα ποὺ τὸν τρομάζουν ὅλοι· καὶ ὁ ᾽Αχιλλεὺς ὁποὺ πολὺ στὴν ρώμην σὲ ὑπερβαίνει
αὐτὸν τρέμει στὸν πόλεμο ὅπου δοξάζοντ’ ἄνδρες. Ἀλλ’ ἄμε σὺ καὶ ἡσύχαζε μαζὶ μὲ τοὺς συντρόφους, καὶ
ἄλλον σ’ αὐτὸν ἀντίπαλον οἱ Ἀχαιοὶ θὰ βγάλουν· ὅσον καὶ ἂν εἶναι ἀτρόμητος καὶ ἀχόρταγος πολέμου, θαρρῶ
ποὺ μ’ εὐχαρίστησιν τὸ γόνα θὰ λυγίση, ἂν ἀπ’ τὸν πόλεμο σωθῆ καὶ ἀπ’ τὸν δεινὸν ἀγώνα». Εἶπε καὶ αὐτὸς
ὑπάκουσε στὸν λόγον τοῦ ἀδελφοῦ του {{r|120}} τὸν γνωστικὸν κι ἐπείσθηκε· καὶ ἀμέσως ἀπ’ τοὺς ὤμους
χαρούμεν’ οἱ θεράποντες τὰ ὅπλα τοῦ σηκῶσαν· καὶ ὁ Νέστωρ τότε ὁμίλησε στὴν μέσην τῶν Ἀργείων: «Ὀιμέ,
στὴν γῆν τῶν Ἀχαιῶν μεγάλο πένθος ἦλθε· πόσον ὁ ἱππόμαχος Πηλεὺς θὰ ἐγόγγυζεν ὁ γέρος τῶν Μυρμιδόνων
ρήτορας καλὸς καὶ βουληφόρος, ποὺ ἕναν καιρὸ στὸ σπίτι του χαρούμενος μ’ ἐρώτα διὰ τοὺς προγόνους καὶ
παιδιὰ τοῦ γένους τῶν Ἀργείων. Καὶ ἂν ἄκουε τώρα ποὺ ὅλοι αὐτὸν τὸν ῞Εκτορα φοβοῦνται, θ’ ἅπλωνε τὲς
ἀγκάλες του πρὸς τοὺς θεοὺς νὰ κάμουν {{r|130}} ἀπὸ τὰ χείλη του ἡ ψυχὴ νὰ κατεβῆ στὸν Ἅδην. Καί, ὦ Ζεῦ
καὶ ᾽Απόλλων καὶ ᾽Αθηνᾶ, νὰ ἤμουν πάλι νέος, ὡς ὅταν στὸν γοργὸν κοντὰ Κελάδοντα ἐμαχόνταν Πύλιοι καὶ
Ἄρκαδες ὁμοῦ καλοὶ κονταροφόροι σιμὰ στὰ τείχη τῆς Φειᾶς, στὰ ρεῖθρα τοῦ ᾽Ιαρδάνου. Κι ἐκείνων ἦταν
πρόμαχος ὁ ᾽Ερευθαλίων, ἄνδρας ἰσόθεος καὶ τ’ ἄρματα φοροῦσε τοῦ ᾽Αρηθόου, τοῦ Ἀρηθόου τοῦ λαμπροῦ
ποὺ ἄνδρες καὶ γυναῖκες ροπαλοφόρον ἔλεγαν, ἐξ ἀφορμῆς ποὺ λόγχην ἤ τόξον εἰς τὸν πόλεμον δὲν εἶχεν,
ἀλλὰ μόνον {{r|140}} μὲ σιδερένιο ρόπαλο τὲς φάλαγγες ἐσποῦσε. Μὲ δόλον, ὄχι ἀντίμαχα, τὸν φόνευσε ὁ
Λυκοῦργος εἰς μονοπάτι ποὺ ποσῶς σ’ αὐτὸν δὲν ὠφελοῦσε τὸ ρόπαλον· κι ἐπρόφθασε μὲ λόγχην ὁ Λυκοῦργος
νὰ τὸν τρυπήση κι ἔπεσε τ’ ἀνάσκελα στὸ χῶμα. Καὶ ἀπ’ τ’ ἄρματα πού ᾽χε σ’ αὐτὸν δωρήσει ὁ χάλκεος Ἄρης
ἐγύμνωσέ τον κι ἔπειτα στὸν πόλεμον τὰ ἐφόρει· καὶ ἀφοῦ στὸ σπίτι ἐγήρασε τὰ χάρισε ὁ Λυκοῦργος εἰς τὸν
᾽Ερευθαλίωνα καλὸν θεράποντά του. Τοῦτος μ’ ἐκεῖνα τ’ ἄρματα τοὺς πολεμάρχους ὅλους {{r|150}}
ἐπροκαλοῦσε κι ἔτρεμε καθείς, δὲν εἶχε τόλμην· κι ἐμ’ ἔφερε ν’ ἀγωνισθῶ ἡ θαρρετὴ ψυχή μου, ἂν κι ἤμουν ὁ
νεώτερος ἀπ’ ὅλους τοὺς ἀνδρείους· πολέμησα κι ἡ ᾽Αθηνᾶ μοῦ χάρισε τὴν νίκην˙ τρανὸν καὶ ἀνδρεῖον ὡς
αὐτὸν δὲν φόνευσ’ ἄλλον ἄνδρα· φαρδὺς μακρὺς ἀπέραντος ἐκείτετο στὸ χῶμα. Ἄχ! μ’ ὅλην τὴν ἀνδρείαν μου
νὰ ἤμουν πάλι νέος˙ θά ᾽βρισκε τὸν ἀντίμαχον ὁ λοφοσείστης ῞Εκτωρ. Καὶ ἀπ’ ὅλους τοὺς Παναχαιοὺς ὅσ’
εἶσθε πολεμάρχοι τώρα κανεὶς στὸν ῟Εκτορα ν’ ἀντισταθῆ δὲν θέλει». {{r|160}} Στοῦ γέρου τοὺς ὀνειδισμοὺς
ἐννέα σηκωθῆκαν. Πρῶτος σηκώθη ὁ δυνατός, ὁ μέγας ᾽Αγαμέμνων· κατόπιν ὁ ἀνίκητος Τυδείδης Διομήδης,
οἱ Αἴαντες, μ’ ἀδάμαστην ζωσμένοι ἀνδραγαθίαν, ὁ ᾽Ιδομενεὺς καὶ ὁ σύντροφος ἐκείνου Μυριόνης, στὴν
δύναμιν ἰσόπαλος τοῦ ἀνδροφόνου Ἄρη, ὁ Εὐρύπυλος τοῦ Εὐαίμονος λαμπρὸς υἱὸς καὶ ὁ Θόας Ἀνδραιμονίδης
καὶ μ’ αὐτοὺς ὁ θεῖος ᾽Οδυσσέας, μὲ τὸν γενναῖον ῞Εκτορα καθεὶς νὰ πολεμήση. Καὶ πάλιν ὁ Γερήνιος ἱππότης
Νέστωρ εἶπε: {{r|170}} «Νὰ τιναχθοῦν τώρα οἱ λαχνοί, νὰ ἰδοῦμε ποιὸς θὰ τύχη˙ ὅτι χαρᾶς θά ᾽ναι ἀφορμὴ
στῶν ᾽Αχαιῶν τὸ γένος καὶ ἡ καρδιά του θὰ αἰσθανθῆ χαράν, ἂν κατορθώση ἀπὸ τῆς μάχης νὰ σωθῆ τὸν
φοβερὸν ἀγώνα». Αὐτά ᾽πε κι ἐσημείωσε καθένας τὸν λαχνόν του. Καὶ τοῦ Ἀτρείδη Ἀγαμέμνονος τοὺς ἔβαλαν
στὸ κράνος· καὶ ὅλοι ἐδέοντο οἱ λαοὶ μὲ χέρια σηκωμένα καὶ μάτια πρὸς τὸν οὐρανὸν κι εἶπαν: «Πατέρα Δία,
δῶσ’ τὸν λαχνὸν τοῦ Αἴαντος ἤ τοῦ Τυδείδ’ ἤ δῶσ’ τον αὐτοῦ ποὺ στὲς πολύχρυσες Μυκῆνες βασιλεύει».
Ιλιάδα (Πολυλάς)/η 45
{{r|180}} Αὐτά ᾽λεγαν καὶ τοὺς λαχνοὺς ἐτίναξεν ὁ Νέστωρ· καὶ ἀπὸ τὸ κράνος πήδησε λαχνὸς ὡς τὸν ἠθέλαν,
τοῦ Αἴαντος· καὶ ὁ κήρυκας τὸν παίρνει καὶ τὸν δείχνει τῶν πολεμάρχων Ἀχαιῶν μὲ τάξιν εἰς καθέναν. Καὶ τὸν
λαχνὸν δὲν γνώρισε κανεὶς ὡσὰν δικόν του καὶ ὅτ’ ἔφθασε στὸν Αἴαντα ποὺ τὸν λαχνὸν στὸ κράνος ἔριξε ἀφοῦ
τὸν χάραξεν, ἅπλωσεν ὁ γενναῖος τὸ χέρι του καὶ ὁ κήρυκας σ’ αὐτὸν τὸν παραδίδει· καὶ τὸ σημάδι ἅμ’ εἶδε
αὐτὸς τὸ γνώρισε κι ἐχάρη. Τὸν λαχνὸν ἔριξε χαμαὶ κι ἐφώναξε: «Δικός μου {{r|190}} εἶναι ὁ λαχνός ἀγαπητοί·
καὶ χαίρεται ἡ ψυχή μου ὅτι τὸν θεῖον ῞Εκτορα θαρρῶ πὼς θὰ νικήσω. Ἀλλ’ ὅσο ἐγὼ μὲ τ’ ἄρματα τὸ σῶμα μου
νὰ ζώσω, ἐσεις ὡστόσον εὔχεσθε πρὸς τὸν πατέρα Δία, σιγὰ μήπως νὰ εὔχεσθε οἱ Τρῶες σᾶς νοήσουν, ἢ ἂν
θέλετε καὶ φανερά, κανέναν δὲν φοβοῦμαι· διότι κανεὶς μὲ δύναμιν ἐμὲ δὲν θὰ δαμάση, μὲ τέχνην οὔτε, ὅτι
θαρρῶ πού, γέννημα καὶ θρέμμα τῆς Σαλαμῖνος, δὲν εἶμαι ἀμάθητος τελείως». Αὐτά ᾽πε κι εὔχονταν αὐτοὶ
πρὸς τὸν πατέρα Δία. {{r|200}} Καὶ τὸν μεγάλον οὐρανὸν κοιτώντας κάποιος εἶπε: «Δία, πατέρα, δοξαστέ, ποὺ
βλέπεις ἀπ’ τὴν ῎Ιδην, ὕψιστε, δῶσ’ τοῦ Αἴαντος τὸ καύχημα τῆς νίκης· κι ἐὰν τὸν ῞Εκτορ’ ἀγαπᾶς πολὺ καὶ
προστατεύης, δῶσ’ καὶ τῶν δύο δύναμιν καὶ δόξαν παρομοίαν». Καὶ ὡστόσο τὸν λαμπρὸν χαλκὸν ἐζώνονταν ὁ
Αἴας καὶ στὰ καλὰ τὰ ἄρματα τὰ μέλη του εἶχε κλείσει. Κινοῦνταν, ὡς θεόρατος ὁ Ἄρης κατεβαίνει στὸν
πόλεμον μὲς στοὺς θνητούς, ποὺ ὁ βροντητὴς Κρονίδης στῆς διχονοίας ἔριξε τὸν φονικὸν ἀγώνα. {{r|210}}
Παρόμοιος θεόρατος τῶν ᾽Αχαιῶν ὁ πύργος, ὁ Αἴας μὲ χαμόγελο στὸ ἄγριο πρόσωπό του μέγα κοντάρι ἐτίναξε
μακροδιασκελώντας. Ἀναγαλλιάζαν οἱ Ἀχαιοὶ καθὼς τὸν ἐθωροῦσαν, ἀλλ᾽ ἀπὸ τρόμον φοβερὸν ἐπάγωσαν οἱ
Τρῶες, καὶ ἀκόμα καὶ τοῦ ῞Εκτορος ἐσπάραξε ἡ καρδία· ἀλλὰ νὰ φύγη, νὰ συρθῆ μὲς στὸν στρατόν του πλέον
δὲν ἠμποροῦσε αὐτὸς ἀφοῦ προκάλεσε εἰς τὴν μάχην. Καὶ ὁ Αἴας ἐπροχώρησε μ’ ἀσπίδα ὡσὰν πύργον,
χάλκινην μ’ ἑπτὰ δέρματα ποὺ τοῦ ἔκαμε ὁ Τυχίος {{r|220}} τῶν σκυτοτόμων ἔξοχος, ἐγκάτοικος στὴν ῞Υλην,
λαμπρὴν τὴν ἐτεχνούργησεν ἑπτάδιπλην μὲ δέρμα δυνατῶν ταύρων, κι ἔβαλε δίπλαν χαλκοῦ ὀγδόην. Αὐτὴν
στὰ στήθη ἐπρόβαλεν ὁ Τελαμώνιος Αἴας Κι ἐστάθη ἐμπρὸς στὸν ῞Εκτορα καὶ τοῦ ᾽πε μὲ φοβέρες: «῏Ω
῞Εκτωρ, θὰ γνωρίσης σύ, μόνος μὲ μόνον τώρα, ἂν ἄλλοι ἐδῶ τῶν Δαναῶν εὑρίσκονται ἀνδρειωμένοι, ἔξω ἀπὸ
τὸν λεοντόκαρδον Πηλείδην ἀνδροφόνον. Ἀλλ’ αὐτὸς μένει στὰ κυρτὰ θαλασσοπόρα πλοῖα, ἀφοῦ στὸν πρῶτον
ἀρχηγὸν Ἀτρείδην ἐχολώθη. {{r|230}} Ἀλλ’ ἡμεῖς εἴμεθ’ ἀρκετοὶ μὲ σὲ νὰ μετρηθοῦμε καὶ πάμπολλοι· ἀλλ’
ἀρχίνησε πρῶτος ἐσὺ τὴν μάχην». Καὶ ὁ μέγας τότε ἀπάντησεν ὁ λοφοσείστης ῞Εκτωρ: «Αἴα, ὦ δϊογέννητε,
μεγάλε πολεμάρχε, τί τάχα ὡσὰν ἀδύνατο παιδὶ μὲ δοκιμάζεις ἤ ὡσὰν γυναίκ’ ἀμάθητην στὰ ἔργα τοῦ
πολέμου; Τὲς μάχες ξεύρω ἐγὼ καλὰ καὶ τὲς ἀνδροφονίες. ᾽Αριστερὰ καὶ δεξιὰ νὰ στρέφω τὴν βαρεῖαν ἀσπίδα
ἠξεύρω ἀκούραστος στὸν κόπο τοῦ πολέμου. Ξεύρω τῶν ἵππων τὴν ὁρμὴν στὴν μάχην νὰ ὁδηγήσω, {{r|240}}
καὶ πεζὸς ξεύρω τὸν χορὸν τοῦ Ἄρη τοῦ ἀνδροφόνου. ᾽Αλλὰ γενναῖον ὡς ἐσὲ δὲν θέλω νὰ κτυπήσω ἀπόκρυφ’
ἀλλὰ φανερά, τὸ ἀκόντι μου ἂν πιτύχη». Εἶπε καὶ τὸ μακρόσκιον ἐτίναξε κοντάρι. Καὶ τὴν φρικτὴν τοῦ
Αἴαντος ἐκτύπησεν ἀσπίδα καὶ τὸν χαλκὸν ποὺ ὄγδοος ἑπτὰ σκεπάζει δίπλες· τὲς ἕξι δίπλες ἔσχισε κι ἐστάθη
στὴν ἑβδόμην τῆς λόγχης ὁ σκληρὸς χαλκός· καὶ δεύτερος ὁ Αἴας ὁ θεῖος τὸ μακρόσκιον ἐτίναξε κοντάρι, κι
ἐκτύπησε τὴν στρογγυλὴν τοῦ ῞Εκτορος ἀσπίδα. {{r|250}} Τρύπησ’ ἡ λόγχ’ ἡ δυνατὴ τὴν φωτεινὴν ἀσπιδα, καὶ
στὸν ὡραῖον θώρακα ἐμπήχθη πέρα πέρα, καὶ στὸ λαγγόνι του ἀντικρὺ τοῦ σχίζει τὸν χιτώνα. ῎Εσκυψε καὶ τὸν
θάνατον ἀπόφυγεν ἐκεῖνος. Καὶ ἀπ’ τὲς ἀσπίδες ἔσυραν τὲς λόγχες των καὶ οἱ δύο˙ μὲ ὁρμὴν ἐπέσαν καὶ
ὅμοιαζαν λεόντων ὠμοφάγων, ἤ ἀγριοχοίρων φοβερῶν ποὺ δύσκολα νικοῦνται· καὶ ὁ ῞Εκτωρ πρῶτος ἔκρουσε
στὴν μέσην τὴν ἀσπίδα, καὶ ἡ λόγχη δὲν τὴν ἔσπασε, ὥστ’ ἐκυρτώθ’ ἡ ἄκρη· τότε πηδώντας ἔμπηξε τὴν λόγχην
στὴν ἀσπίδα {{r|260}} τοῦ ῞Εκτορος καὶ ἀπ’ τὴν ὁρμὴν τὸν ἔκοψεν ὁ Αἴας, καὶ τὸν λαιμὸν τοῦ λάβωσεν ἡ
λόγχη κι ἔσταξ’ αἷμα. Καὶ ὅμως ὁ ῞Εκτωρ μ’ ὅλ’ αὐτὰ τὴν μάχην δὲν ἀφήνει. Τραβιέται ὀπίσω κι ἀπ’ τὴν γῆν μὲ
τὸ τρανό του χέρι πέτραν σηκώνει ὁλόμαυρην, μεγάλην καὶ τραχεῖαν· τοῦ Αἴαντος τὴν φοβερὴν ἑπτάδιπλην
ἀσπίδα μ’ αὐτὴν κτυπᾶ στὸν ὀμφαλὸν κι ἐβρόντησε ὁ χαλκός της. Βράχον πολὺ τρανότερον ἐσήκωσεν ὁ Αἴας·
σφενδονιστὰ τὸν ἔριξε μ’ ἀμέτρητην ἀνδρείαν κι ἔσπασεν ἡ μυλόπετρα στὰ βάθη τὴν ἀσπίδα· {{r|270}}
ἐτρέκλισε καὶ ἀνάσκελα ξαπλώθηκε ἀπὸ κάτω εἰς τὴν ἀσπίδα· κι ἔξαφνα τὸν ὄρθωσεν ὁ Φοῖβος. Καὶ μὲ τὰ
ξίφη ἀντίστηθα νὰ κτυπηθοῦν θὰ ὁρμοῦσαν, ἄν τοῦ Διὸς οἱ μηνυταὶ καὶ τῶν θνητῶν ἀνθρώπων, οἱ κήρυκες
ποὺ ἔστελναν καὶ Ἀχαιοὶ καὶ Τρῶες ὁ ᾽Ιδαῖος καὶ Ταλθύβιος, ἄνδρες σοφοὶ καὶ οἱ δύο δὲν πρόφθαναν στὸ
μέσον των τὰ σκῆπτρα των ν’ ἁπλώσουν˙˙ ὁ ᾽Ιδαῖος τότε ὁμίλησε ποὺ νοῦν καὶ γνῶσες εἶχε: «Τὴν μάχην πλέον
παύσετε, τὸν πόλεμον, παιδιά μου, διότι ὁ Ζεὺς σᾶς ἀγαπᾶ παρόμοια καὶ τοὺς δύο, {{r|280}} εἶσθε κι οἱ δυὸ
Ιλιάδα (Πολυλάς)/η 46
πολεμισταί· κι αὐτὸ τὸ βλέπομ’ ὅλοι. Κι ἐνύκτωσεν, εἶναι καλὸ στὴν νύκτα νὰ ὑπακοῦμε». Σ’ αὐτὸν τότε
αποκρίθηκεν ὁ Τελαμώνιος Αἴας: «Τοῦ Ἕκτορος αὐτὰ νὰ εἰπῆς νὰ τὰ ζητήσ’ ᾽Ιδαῖε, ἀφοῦ προκάλεσεν αὐτὸς
τοὺς πολεμάρχους ὅλους ἂς ἀρχινήση· καὶ ὅ,τ’ εἰπῆ θέλει κι ἐγὼ τὸ στέρξω». Καὶ ὁ μέγας τότε ἀπάντησεν ὁ
λοφοσείστης ῞Εκτωρ: «῏Ω Αἴα, σοῦ ᾽δωσε ὁ θεὸς καὶ ἀνάστημα καὶ ἀνδρείαν καὶ γνῶσιν καὶ τῶν Ἀχαιῶν
πρῶτος στὴν λόγχην εἶσαι. Ἄς παύσωμε διὰ σήμερα τῆς μάχης τὸν ἀγώνα {{r|290}} κι ὕστερ’ ἂς πολεμήσωμεν,
ὡσότου μᾶς χωρίση θεὸς καὶ εἰς ἕναν τῶν λαῶν χαρίση αὐτὸς τὴν νίκην. Κι ἐνύκτωσεν· εἶναι καλὸ στὴν νύκτα
νὰ ὑπακοῦμε. Κι οἱ Ἀχαιοὶ στὰ πλοῖα σας νὰ σὲ χαροῦν, γενναῖε, καὶ μάλιστα οἱ συντρόφοι σου κι οἱ φίλοι,
ὅσους κι ἂν ἔχης, καὶ στοῦ Πριάμου τὴν λαμπρὴν μεγάλην πολιτείαν ἐμένα οἱ Τρῶες νὰ χαροῦν κι οἱ σεβαστὲς
μητέρες συναθροισμένες νὰ εὐχηθοῦν στὸν ἁγιασμένον τόπον· καὶ δῶρ’ ἂς ἀντιδώσωμεν ἐξαίσια μεταξύ μας,
ὥστε νὰ εἰπῆ τῶν Ἀχαιῶν κανένας καὶ τῶν Τρώων: {{r|300}} Στῆς διχονοίας πιάσθηκαν τὸν φονικὸν ἀγώνα
καὶ πάλιν ὁμογνώμησαν καὶ ὡς φίλοι ἐχωρισθῆκαν». Καὶ ὡς εἶπε τοῦ ἐπρόσφερεν ἀργυροκαρφωμένο ξίφος μὲ
τὸ θηκάρι του καὶ κρεμαστήρι ὡραῖο· ζώνην μὲ κόκκινην βαφὴν τοῦ χάρισεν ὁ Αἴας· καὶ ἀποχωρῆσαν στὸν
λαὸν τῶν Ἀχαιῶν ὁ Αἴας, ὁ ῞Εκτωρ εἰς τὸν Τρωϊκόν, κι ἐχάρηκαν οἱ Τρῶες, ὡς ζωντανὸν καὶ ἀλάβωτον τὸν
εἶδαν ἀφοῦ μόλις ἐξέφυγε ἀπ’ τοῦ Αἴαντος τὰ χέρια τ’ ἀνδρειωμένα ἀνέλπιστα, καὶ ὅλοι φαιδροὶ στὴν πόλιν
τὸν ἐπῆραν. {{r|310}} Κι οἱ ᾽Αχαιοὶ τὸν Αἴαντα, φαιδρὸν ἀπὸ τὴν νίκην, τοῦ θείου ᾽Αγαμέμνονος εἰς τὴν
σκηνὴν ἐπῆραν· καὶ τοῦ ᾽Ατρείδη ὅτ ἔφθασαν εἰς τὲς σκηνὲς ἐκεῖνοι βόδι ἐθυσίασε δι’ αὐτοὺς ὁ μέγας βασιλέας
ἀρσενικὸ πεντάχρονο στὸν ὕψιστον Κρονίδην. Τὸ γδάραν, τὸ συγύρισαν καὶ ἀφοῦ τὸ τεταρτιάσαν, μὲ τέχνην
τὸ ἐλιάνισαν, τὸ πέρασαν στὲς σοῦβλες καὶ ἀφοῦ τὸ ψῆσαν εὔμορφα χωρίσαν τὲς μερίδες καὶ ἅμ’ ἀπ’ τὸν
κόπον ἔπαυσαν κι ἑτοίμασαν τὸ γεῦμα, ἐτρῶγαν καὶ ὅλ’ ἰσόμοιρα χαρῆκαν τὸ τραπέζι. {{r|320}} Τότε τὸν θεῖον
Αἴαντα ὁ μέγας Ἀγαμέμνων μ’ όλόκληρην ἐτίμησε τὴν νεφραμιὰ τοῦ μόσχου· καὶ τοῦ φαγιοῦ καὶ τοῦ πιοτοῦ τὴν
ὄρεξη ἀφοῦ σβῆσαν, πρῶτος ὁ γέρος ἄρχισε σκέψιν ἐμπρὸς νὰ φέρη ὁ Νέστωρ, ὁποὺ ἡ γνώμη του ὡς πρῶτα
ἐπροτιμήθη· ἐκεῖνος τοὺς ἀγόρευσε καλόγνωμα καὶ εἶπε: «Ἀτρείδη, τῶν Παναχαιῶν σεῖς ἄλλοι πολεμάρχοι,
τῶν ἀνδρειωμένων ᾽Αχαιῶν πολλοί ᾽ναι ἀποθαμένοι, ποὺ μὲ τὸ μαῦρον αἷμα τους τὲς ὄχθες τοῦ Σκαμάνδρου
ἔβαψ’ ὁ Ἄρης κι οἱ ψυχὲς κατέβηκαν στὸν Ἅδην· {{r|330}} ὅθεν ἀπὸ τὸν πόλεμον θὰ παύσης· καὶ ἅμα φέξη
ἐδῶ θὰ μεταφέρουμε μὲ ἁμάξια τοὺς νεκρούς μας· καὶ θὰ τοὺς καύσωμε μακρὰν ὀλίγο ἀπὸ τὰ πλοῖα, καὶ τῶν
ἀγαπημένων του τὰ κόκαλα θὰ πάρη καθεὶς ὅταν γυρίσουμε στὴν ποθητὴν πατρίδα· καὶ ἀπ’ τὸ πεδίον
πάγκοινον θὰ ὑψώσουμ’ ἕναν τάφον εἰς τὴν πυρὰν ὁλόγυρα, καὶ θὰ κτισθοῦν στὸ πλάγι πύργ’ ὑψηλοί,
προφυλακὴ σ’ ἐμᾶς καὶ στὰ καράβια. Πύλες κατόπιν στερεὲς θὰ κάμουμε στοὺς πύργους, πλατιές, διὰ νά ᾽χουν
διάβασιν τ’ ἁμάξια μὲ τοὺς ἵππους, {{r|340}} κι ἐγγὺς τῶν πύργων ἔξωθεν βαθὺς νὰ γίνη λάκκος, ποὺ τὸν
λαὸν καὶ τ’ ἄλογα θέν’ ἀσφαλίση ὁπόταν ὁρμήση πόλεμος βαρὺς τῶν ἀγερώχων Τρώων». ῎Επαυσε καὶ ὅλ’ οἱ
βασιλεῖς ὅ,τ’ εἶπεν ἐδεχθῆκαν· καὶ ὡστόσο στὴν ἀκρόπολιν, στὲς πύλες τοῦ Πριάμου, μὲ κρότον καὶ μὲ θόρυβον
συνάζονταν οἱ Τρῶες. Τὸν λόγον πῆρε ὁ φρόνιμος ᾽Αντήνωρ καὶ τοὺς εἶπε: «᾽Ακοῦτε, Τρῶες, Δάρδανοι, κι ὅσ’
εἶσθε βοηθοί μας, ὅ,τι στὰ στήθη μου ἡ ψυχὴ νὰ εἰπῶ παρακινεῖ με. ᾽Ελᾶτ’ εὐθύς, τῶν ᾽Ατρειδῶν τὴν Ἄργισσαν
῾Ελένην {{r|350}} μ’ ὅλα τὰ πλούτη ἂς δώσωμε· πατήσαμε τοὺς ὅρκους καὶ πολεμοῦμ’ ἐπίορκα· διὰ τοῦτο ἂν
πράξωμ’ ἄλλο ἀπ’ ὅ,τι λέγω, ὄχι καλὸ τὸ τέλος μας προβλέπω». Εἶπεν αὐτὸς κι ἐκάθισε· κι εὐθὺς σηκώθη ὁ
θεῖος Ἀλέξανδρος ὁ σύντροφος τῆς εὔμορφης ῾Ελένης κι ἐκεῖνον ἐπροσφώνησε μὲ λόγια φτερωμένα:
«Ἀντῆνορ, δὲν ἀρέσκομαι ποσῶς σ’ αὐτὰ ποὺ λέγεις· καὶ λόγον τούτου ὀρθότερον νὰ βγάλ’ ἠξεύρει ὁ νοῦς σου.
Ἀλλ’ ἂν τὸν λέγης σοβαρὰ καὶ μέτωρο δὲν εἶναι, τότε θὰ εἰπῶ, πὼς οἱ θεοὶ τὰ λογικὰ σοῦ πῆραν· {{r|360}} καὶ
θὰ ὁμιλήσω καθαρὰ τῶν ἱπποδάμων Τρώων· τὸ λέγω κατὰ πρόσωπον δὲν δίδω ἐγὼ τὴν νέαν, ὅμως νὰ δώσω
εἶμ’ ἔτοιμος τοὺς θησαυροὺς ποὺ ἐπῆρα ἀπὸ τὸ Ἄργος καὶ πολλὰ δικά μου νὰ προσθέσω». Εἶπεν αὐτὰ κι
ἐκάθισε κι ἐμπρός τους ἐσηκώθη ὁ Δαρδανίδης Πρίαμος ἰσόθεος στὴν γνῶσιν, καὶ πρὸς αὐτοὺς ὁμίλησε μὲ
καλὴν γνώμην κι εἶπε: «Ἀκοῦτε, Τρῶες, Δάρδανοι κι ὅσ’ εἶσθε βοηθοί μας, ὅ,τι στὰ στήθη μου ἡ ψυχὴ νὰ εἰπῶ
παρακινεῖ με. Καὶ τώρα, καθὼς γίνεται, δειπνήσετε στὴν πόλιν, {{r|370}} καὶ ὅλοι μείνετ, ἄγρυπνοι στὴν
νυκτοφυλακήν σας· καὶ ἅμα χαράξη ἂς πορευθῆ στὰ γρήγορα καράβια ὁ ᾽Ιδαῖος τοῦ Ἀγαμέμνονος νὰ εἰπῆ καὶ
Μενελάου, ὁ Ἀλέξανδρος πού ᾽ναι ἀφορμὴ τῆς ἔχθρας, τί προβάλλει· καὶ λόγον νὰ προσθέση ὀρθόν, ὁ πόλεμος
ἂν θέλουν νὰ παύση ὁ ἐπικατάρατος, ὡσότου τοὺς νεκρούς μας νὰ καύσωμε˙ μετέπειτα θὰ κτυπηθοῦμε πάλι
ὥσπου νὰ δώση ἕνας θεὸς τὴν νίκην σ’ ὅποιον θέλει». Εἶπε κι ὅλοι τὸν ἄκουσαν κι ἐστέρξαν εἰς τὸν λόγον· καὶ
Ιλιάδα (Πολυλάς)/η 47
στὸν στρατὸν ἐδείπνησε στὴν τάξιν του καθένας, {{r|380}} καὶ ἅμ’ ἔφεξε στὰ βαθουλὰ καράβια πῆγε ὁ ᾽Ιδαῖος
καὶ στοῦ ᾽Αγαμέμνονος σιμὰ στὴν πρύμνην ἦβρεν ὅλους τοὺς Δαναοὺς θεράποντες τοῦ Ἄρη συναγμένους· καὶ
ὁ κήρυκας γλυκόφωνος στὴν μέση ἐστάθη κι εἶπε: «᾽Ατρείδη, τῶν Παναχαιῶν σεῖς ἄλλοι πολεμάρχοι, ὁ
Πρίαμος καὶ οἱ σεβαστοὶ μὲ πρόσταξαν οἱ Τρῶες νὰ σᾶς εἰπῶ ν’ ἀκούσετε, καὶ ἂν ἀρεστὰ σᾶς εἶναι, ὁ
Ἀλέξανδρος πού ᾽ναι ἀφορμὴ τῆς ἔχθρας τί προβάλλει· ὅλα τὰ πλούτη ὅπ’ ἔφερεν ὁ Ἀλέξανδρος στὴν Τροίαν
στὰ βαθουλὰ καράβια του - ποὺ νά ᾽χε χαθῆ πρῶτα- {{r|390}} νὰ τ’ ἀποδώσ’ εἶν’ ἔτομος καὶ ἄλλα πολλὰ δικά
του· πλὴν τὴν γυναίκα νυμφευτὴν τοῦ ἐνδόξου Μενελάου νὰ δώση ἀρνεῖται, ἂν καὶ πολὺ τοῦτο ἀπαιτοῦν οἱ
Τρῶες. Καὶ ἄλλο νὰ εἰπῶ μ’ ἐπρόσταξαν, ὁ πόλεμος νὰ παύση, ἄν θέλετε, ὁ κατάρατος, ὡσότου τοὺς νεκρούς
μας νὰ καύσωμε˙ μετέπειτα θὰ κτυπηθοῦμε πάλι ὥσπου νὰ δώση ἕνας θεὸς τὴν νίκην σ’ ὅποιον θέλει».
῎Επαυσε καὶ ὅλοι ἐσίγησαν, ἄφωνοι ἐμεῖναν ὅλοι· τέλος σ’αὐτοὺς ὁμίλησεν ὁ ἀνίκητος Διομήδης: «Τα πλούτη
ἀπ’τὸν Ἀλέξανδρον καὶ μήτε τὴν Ἑλένην {{r|400}} δὲν θὰ δεχθοῦμε· φανερὰ κι ἕνα μωρὸ τὸ βλέπει, πὼς ἤδη
κρέμετ’ ὄλεθρος στὴν κεφαλὴν τῶν Τρώων». Εἶπε, κι οἱ ᾽Αχαιόπαιδες μ’ ἀλαλαγμοὺς τὸν στέρξαν, ὡς τοῦ
Τυδείδη ἐθαύμασαν τὸν λόγον τοῦ ἱπποδάμου. Καὶ στὸν ᾽Ιδαῖον ἔλεγεν ὁ μέγας Ἀγαμέμνων: «Τὸν λόγον σὺ τῶν
᾽Αχαιῶν τώρ’ ἄκουσες, ᾽Ιδαῖε, πῶς σοῦ ἀποκρίνονται· κι ἐγὼ τὴν ἴδιαν ἔχω γνώμην. Καὶ ὡς πρὸς τὴν καῦσιν
τῶν νεκρῶν δὲν θὰ τὴν στερηθῆτε· καὶ ποιός φιλαργυρεύεται πρὸς τοὺς ἀπεθαμένους παρηγοριὰ μὲ τὴν πυρὰν
στὸ πνεῦμα τους νὰ δώση; {{r|410}} Στὸν ὅρκον ἔχω μάρτυρα τὸν ὕψιστον Κρονίδην». Εἶπε καὶ εἰς ὅλους τοὺς
θεοὺς ὕψωσε αὐτὸς τὸ σκῆπτρον. Ὁ Ἰδαῖος πάλι ἀνέβηκε στὴν ῎Ιλιον τὴν ἁγίαν, καὶ οἱ Τρῶες τότε εἰς σύνοδον
ὁμοῦ καὶ οἱ Δαρδανίδες ἐκάθονταν κι ἐπρόσμεναν ὁ κήρυκας νὰ φθάση· ἦλθεν αὐτός, ἐστάθηκε στὸ μέσον καὶ
τοὺς εἶπε τὸ μήνυμα τῶν ᾽Αχαιῶν˙ κι ἐκεῖνοι ἑτοιμαζόνταν ἄλλοι νὰ φέρουν τοὺς νεκροὺς καὶ ἄλλοι κορμοὺς
νὰ κόψουν. Καὶ ἀπ’ τ’ ἄλλο μέρος οἱ Ἀχαιοὶ σπουδάζαν ἀπ’ τὰ πλοῖα ἄλλοι νὰ φέρουν τοὺς νεκροὺς καὶ νὰ
ξυλεύσουν ἄλλοι. {{r|420}} Καὶ τοὺς ἀγροὺς ὁ ἥλιος φωτοβολοῦσε πάλιν καὶ ἀπ’ τὸν βαθὺν καὶ σιγαλὸν
ὠκεανὸν ἐπάνω στὸν οὐρανὸν ἀνέβαινε· καὶ αὐτοὶ συναπαντῶντο· μὲ κόπον ἐξεχώριζε καθένας τὸν νεκρόν
του· ἀλλ’ ἔπλεναν τὰ σώματα τὰ αἱματοκυλισμένα καὶ δάκρυα χύνοντας θερμὰ στ’ ἁμάξια τὰ σηκῶναν. Καὶ ὁ
Πρίαμος δὲν ἄφηνε νὰ ὀδύρωνται· κι ἐκεῖνοι βουβοί, θλιμμένοι στὴν πυρὰν σωρεῦαν τοὺς νεκρούς των˙ καὶ
ἀφοῦ τοὺς κάψαν γύρισαν στὴν ῎Ιλιον τὴν ἁγίαν· καὶ ἀπ’ τ’ ἄλλο μέρος οἱ Ἀχαιοὶ μὲ τὴν καρδιὰν θλιμμένην
{{r|430}} κι ἐκεῖνοι ἐπάνω εἰς τὴν πυρὰν σωρεῦαν τοὺς νεκρούς των, καὶ ἀφοῦ τοὺς κάψαν γύρισαν στὰ
βαθουλὰ καράβια. Ἀκόμη δὲν γλυκόφεγγε καὶ στὴν πυρὰν τριγύρω ἐκλεκτὸ μέρος Αχαιῶν σηκώθη ἀπὸ τὸν
ὕπνον καὶ ὁλόγυρά της πάγκοινον σηκῶσα τάφον ἕναν ἀπ’ τὸ πεδίον κι ἔκτισαν σιμά του τεῖχος μέγα μὲ
ὑψηλοὺς πύργους, φύλαξιν δι’ αὐτοὺς καὶ τὰ καράβια· πύλες κατόπιν στερεὲς στοὺς πύργους μέσα ἐκάμαν,
πλατιὲς διὰ νά ᾽χουν διάβασιν τ’ ἁμάξια μὲ τοὺς ἵππους· κι ἐγγὺς τοῦ τείχους χάνδακα βαθὺν ἀπ’ ἔξω
ἐσκάψαν {{r|440}} πλατύν, μεγάλον κι ἔμπηξαν στὴν ἄκρην του πασσάλους. Σ’ αὐτὰ μ’ ἀγώνα ἐργάζονταν
τῶν Ἀχαιῶν τὰ πλήθη· καὶ ὅλ’ οἱ ἀθάνατοι σιμὰ στὸν βροντητὴν Κρονίδην θαυμάζαν τὸ κατόρθωμα τῶν
᾽Αχαιῶν ἀνδρείων· καὶ ὁ Ποσειδὼν τότ’ ἄρχισε νὰ λέγη ὁ κοσμοσείστης: «Δία, πατέρα, εἶναι θνητὸς κανεὶς
στὴν οἰκουμένην, ὁποὺ νὰ εἰπῆ τὴν σκέψιν του στοὺς ἀθανάτους πλέον; Τοὺς κομοφόρους Ἀχαιοὺς δὲν βλέπεις
πῶς ἐκτίσαν τεῖχος διὰ τὰ καράβια των καὶ γύρω ἀνοῖξαν λάκκον καὶ τῶν θεῶν δὲν ἔδωκαν τὲς ἐκλεκτὲς
θυσίες; {{r|450}} Καὶ ὡς ὅπου χύνεται τὸ φῶς θὰ φθάση τ’ ἄκουσμά του· κι ἐκεῖνο θὰ λησμονηθῆ, ποὺ τότ’ ἐγὼ
κι ὁ Φοῖβος τοῦ θείου Λαομέδοντος σηκώσαμε μ’ ἀγώνα.» Βάρυνε ὁ Ζεύς, κι εἶπε σ’ αὐτόν, ὁ νεφελοσυνάκτης:
«Ὀιμέ, τί εἶπες δυνατέ, μεγάλε κοσμοσείστη! Εἰς ἄλλον θεὸν ἅρμοζε νὰ ἔλθη αὐτὸς ὁ φόβος στὰ χέρια καὶ στὴν
δύναμιν πολὺ κατώτερόν σου· καὶ ὥς ὅπου χύνεται τὸ φῶς θὰ φθάση τ’ ἄκουσμά σου· καὶ σκέψου ὁπόταν οἱ
Ἀχαιοὶ στὴν ποθητὴν πατρίδα γυρίσουν μὲ τὰ πλοῖα τους, ἰδοὺ τί θενὰ κάμης· {{r|460}} σπάσε, ρίξε στὴν
θάλασσαν ἐσὺ τὸ τεῖχος ὅλο καὶ μ’ ἄμμον πάλι σκέπασε τ’ ἀπέραντο ἀκρογιάλι, κι ἐχάθηκε τῶν Ἀχαιῶν εὐθὺς
τὸ μέγα τεῖχος». Αὐτοὺς τοὺς λόγους ἔλεγαν ἐκεῖνοι· καὶ τὸ ἑσπέρας ὡς ἦλθεν, εἶχαν οἱ Ἀχαιοὶ τὸ ἔργο
τελειωμένο, καὶ βόδια σφάζαν στὲς σκηνὲς κατόπιν κι ἐδειπνῆσαν˙ τότε ἀπ’ τὴν Λῆμνον μὲ κρασὶ πάμπολλ’
ἀράξαν πλοῖα, σταλμέν’ ἀπὸ τὸν Εὔηνον ποὺ ἀπὸ τὴν ῾Υψιπύλην καὶ ἀπὸ τὸν ἀρχηγὸν ἀνδρῶν ᾽Ιάσονα
ἐγεννήθη. Καὶ κρασὶ μέτρα χίλια στοὺς ἀδελφοὺς Ἀτρεῖδες {{r|470}} ὁ ᾽Ιασονίδης ἔδωκε διαλεκτὸ νὰ πάρουν·
κι ἐπρομηθεύοντο κρασὶ τῶν ᾽Αχαιῶν καθένας, καὶ ἄλλοι χαλκὸν ἀντέδιδαν, λαμπρὸν σίδερον ἄλλοι, ἄλλοι
τομάρια βοδινά, ζωντανοὺς μόσχους ἄλλοι, ἀνδράποδ’ ἄλλοι· κι ἔπειτα λαμπρὸ τραπέζι ἐστρῶσαν, καὶ
Ιλιάδα (Πολυλάς)/η 48
ὁλονυκτὶς τῶν ᾽Αχαιῶν τὸ πλῆθος ἐδειπνοῦσαν, καὶ οἱ Τρῶες μὲ τοὺς βοηθοὺς στὴν πόλιν καὶ ὁληνύκτα κακὰ
σ’ αὐτοὺς σοφίζονταν ὁ πάνσοφος Κρονίδης μὲ φοβερὲς βροντές· καὶ αὐτοὶ τρομάζοντας ἐχύναν ἀπ’ τὰ
ποτήρια τὸ κρασὶ στὴν γῆν καὶ δὲν ἐπίναν. {{r|480}} εἰς τὸν μεγαλοδύναμον Κρονίδην πρὶν σπονδίσουν·
κατόπιν ὅλοι ἐπλάγιασαν κι ἐχάρηκαν τὸν ὕπνον.
Ιλιάδα (Πολυλάς)/θ
←Ραψωδία η Ιλιάδα Ραψωδία ι→
Συγγραφέας: Όμηρος
Μεταφραστής: Ιάκωβος
Πολυλάς
Ραψωδία θ
<poem> Ἠ ῞Εως ἅπλωνε ἡ χρυσὴ σ’ ὅλην τὴν γῆν τὸ φῶς της, κι ἐσυγκαλοῦσε τοὺς θεοὺς ὁ ὑπέρτατος
Κρονίδης στὴν ἀκροτάτην κορυφὴν τοῦ πολυλόφου ᾽Ολύμπου. ῎Ελεγε αὐτὸς καὶ ὅλ’ οἱ θεοὶ προσέχαν εἰς τὸν
λόγον: «Ἀθάνατοι καὶ ἀθάνατες θεές, ἀκούσετ’ ὅλοι ὅ,τι στὰ στήθη μου ἡ ψυχὴ νὰ εἰπῶ παρακινεῖ με· μήτε
θεὸς μήτε θεὰ τολμήση ν’ ἀντικόψη τοῦτον ποὺ λέγω τὸν σκοπὸν καὶ στέρξετ’ ὅλοι ἀντάμα ὥστε στὰ ἔργα
τοῦτα ἐγὼ γοργὸ νὰ δώσω τέλος. Καὶ ὅποιον θεὸν ἀλλόγνωμα νοήσω νὰ βοηθήση {{r|10}} τοὺς Τρῶας ἤ τοὺς
Δαναούς, ἄσχημα κτυπημένος στὸν ῎Ολυμπον θὰ στρέψη αὐτὸς ἢ θὰ τὸν ρίξω κάτω μὲ τοῦτα ἐγὼ τὰ χέρια μου
στὰ σκότη τοῦ Ταρτάρου, πολὺ μακρὰν στὰ τρίσβαθα τοῦ κόσμου καταχθόνια, ποὺ πύλες ἔχει σιδηρὲς καὶ
χάλκινο κατώφλι, κάτω ἀπ’ τὸν Ἅδη ὅσο τῆς γῆς ὁ οὐρανὸς ἀπέχει· τότε θὰ μάθη ἄν τοὺς θεοὺς νικῶ στὴν
ρώμην ὅλους. Καὶ δοκιμάσετε, ὦ θεοί, νὰ τὸ γνωρίσετ’ ὅλοι. Χρυσὴν κρεμάσετ’ ἅλυσον ἀπ’ τ’ οὐρανοῦ τὴν
ἄκρην, καὶ ἀθάνατοι καὶ ἀθάνατες ὅλοι ἀπ’ αὐτὴν πιασθῆτε. {{r|20}} Ἀλλὰ δὲν θά ᾽σθε δυνατοὶ μ’ ὅσον καὶ ἂν
βάλτε κόπον νὰ σύρετ’ ἀπ’ τὸν οὐρανὸν τὸν πάνσοφον Κρονίδην. Ἀλλ’ ἄν ἐγὼ τὸ ἤθελα θὰ ἐδύνομουν καὶ
μόνος μ’ ὅλην τὴν γῆν καὶ θάλασσαν ἐπάνω νὰ σᾶς σύρω˙ καὶ θά ᾽δενα τὴν ἅλυσον στὴν κορυφὴν τοῦ
᾽Ολύμπου ὥστε τὰ πάντ’ ἀνάερα νὰ μείνουν εἰς τὸν κόσμον· τόσον ἀνώτερος ἐγὼ θεῶν καὶ ἀνθρώπων εἶμαι».
Εἶπεν αὐτὰ κι ἐσίγησεν, ἄφωνοι ἐμεῖναν ὅλοι· ὅτι μὲ φόβον ἄκουσαν τὸν αὐστηρόν του λόγον· καὶ τέλος ἡ
γλαυκόματη θεὰ σ’ ἐκεῖνον εἶπε: {{r|30}} «Κρονίδη, ὦ πατέρα μας, τῶν βασιλέων πρῶτε, τὸ ἠξεύρομ’ ὅτι
ἀντίσταση δὲν ἔχ’ ἡ δύναμίς σου˙ ἀλλ’ ὅμως διὰ τοὺς Δαναοὺς πονοῦμε τοὺς ἀνδρείους, ὁποὺ θὰ πάθουν καὶ
ἄσφαλτα θ’ ἀδικοθανατήσουν· ἀλλ’ ὅμως θέλει ἀπέχωμεν, ὡς θέλεις, ἀπ’ τὴν μάχην. Πλὴν συμβουλὴν θὰ
δώσωμεν καλὴν εἰς τοὺς Ἀργείους, νὰ μὴ χαθοῦν ὅλοι διὰ μιᾶς ἀπ’ τὸ βαρύ σου μίσος». Τῆς εἶπε μὲ χαμόγελον
ὁ νεφελοσυνάκτης: «Παρηγορήσου, τέκνον μου· μὲ τὴν ψυχὴν δὲν εἶπα τὸν λόγον ὁποὺ ἐπρόφερα˙ καὶ μαλακὸν
θὰ μ’ ἔβρης». {{r|40}} Εἶπε· στ’ ἁμάξι ἔζεψε τὰ ὁρμητικὰ πουλάρια, χαλκόποδα, μ’ ὁλόχρυσην καὶ
φουντωμένην κόμην, ὁλόχρυσ’ ἄρματα καὶ αὐτὸς ἐζώσθηκε κι ἐπῆρε χρυσὴν ὡραία μάστιγα καὶ ἀνέβηκε στὸν
θρόνον κι ἐράβδισε νὰ κινηθοῦν καὶ πρόθυμα ἐπετοῦσαν τ’ ἄλογ’ ἀνάμεσα στὴν γῆν καὶ τ’ οὐρανοῦ τ’ ἀστέρια.
῎Εφθασε στὴν πολύβρυσην καὶ θηριοθρέπτραν ῎Ιδην, στὸ Γάργαρον, ποὺ τοῦ Διὸς ἔχει βωμὸν καὶ κτῆμα·
αὐτοῦ ἐστάθη τῶν θεῶν καὶ ἀνθρώπων ὁ πατέρας, καὶ τ ἄλογ’ ἀφοῦ ξέζεψε καὶ τά ’ζωσε μὲ νέφος, {{r|50}}
στὴν κορυφὴν περήφανος ἐκάθισε νὰ βλέπη τῶν Τρώων καὶ τῶν Ἀχαιῶν τὴν πόλιν καὶ τὰ πλοῖα. Καὶ εἰς τὲς
σκηνές των οἱ ᾽Αχαιοὶ τὸ πρόγευμά τους παῖρναν σύντομα καὶ ἀρματώνονταν εὐθὺς κατόπιν ὅλοι, καὶ οἱ Τρῶες
εἰς τὴν πόλιν των, καὶ ἂν καὶ ὀλιγότερ’ ἦσαν, διψοῦσαν διὰ τὸν πόλεμον, βιασμένοι ἀπ’ τὴν ἀνάγκην, διὰ τὲς
γυναῖκες, τὴν ζωήν, διὰ τὰ παιδιὰ νὰ βάλουν· οἱ πύλες ὅλες ἄνοιξαν κι ἐχύνονταν τὰ πλήθη, πεζοὶ καὶ ἱππεῖς,
καὶ ἀλαλαγμὸς μεγάλος ἀκουόνταν. Καὶ ὅτ’ ἔφθασαν καὶ ἐβρέθηκαν εἰς ἕναν τόπον ὅλοι, {{r|60}} τὰ τόμαρα
καὶ τ’ ἄρματα καὶ τ’ ἀνδρειωμένα στήθη, τὰ χαλκοθώρηκτ’ ἔσμιξαν· κι οἱ ὀμφαλωτὲς ἀσπίδες ἀπ’ τὰ δυὸ μέρη
ἐγγίζονταν, καὶ ὁ κόσμος ἐβροντοῦσε. Κι ἐκεῖ κραυγὴ χαρᾶς ἀνδρῶν ποὺ φόνευαν καὶ βόγγος ἀνδρῶν ὁποὺ
ἐφονεύοντο καὶ ἡ γῆ πλημμύριζ’ αἷμα. Καὶ ὅσο ἦτο αὐγὴ καὶ τ’ ἅγιο φῶς αὔξαινε τῆς ἡμέρας, ἐπέφταν καὶ τῶν
δυὸ στρατῶν ἄνδρες πολλοὶ στὴν μάχην. Καὶ ὅταν ὁ ἥλιος τ’ οὐρανοῦ στὴν μέσην εἶχε φθάσει, τὰ χρυσὰ
τάλαντ’ ἄνοιξεν ὁ ὕψιστος πατέρας καὶ εἰς τὸ καθέν’ ἀπέδωσε πικροῦ θανάτου μοίραν, {{r|70}} τῶν
Ιλιάδα (Πολυλάς)/θ 49
χαλκοφράκτων Ἀχαιῶν, τῶν ἱπποδάμων Τρώων· τὰ σήκωσε κι ἔκλιν᾽ εὐθὺς τῶν Ἀχαιῶν ἡ μοίρα· τῶν Ἀχαιῶν
ἐκάθισαν κάτω στὴν γῆν οἱ μοῖρες· τῶν Τρώων ὡς τὸν οὐρανὸν οἱ μοῖρες πεταχθῆκαν· καὶ ἀπὸ τὴν ῎Ιδην
βρόντησεν ὁ Ζεὺς καὶ ἀστροπελέκι φρικτὸν στὴν μέσην ἔριξε τῶν ᾽Αχαιῶν· κι ἐκεῖνοι τὴν φλόγα ὡς εἶδαν
ἔμειναν καὶ ἀχνὸς τοὺς πῆρε φόβος. Καὶ τότε μήτ’ ὁ ᾽Ιδομενεὺς καὶ μήτ’ ὁ Ἀγαμέμνων μήτ’ οἱ ἀνδρειωμένοι
Αἴαντες κεῖ νὰ σταθοῦν τολμοῦσαν· μόνος ὁ Νέστωρ ἔμεινε, κι ἐκεῖνος ἐξ ἀνάγκης· {{r|80}} ἀδημονοῦσ’ ὁ
ἵππος του, πού ᾽χε ἀκοντίσει ὁ Πάρις στὴν κορυφὴν τῆς κεφαλῆς ποὺ οἱ πρῶτες τρίχες βγαίνουν τῶν ἵππων εἰς
τὸ καύκαλο, κι εἶναι ἀκριβὸ τὸ μέρος· καὶ ἡ λόγχη στὸν ἐγκέφαλον ἐμπήχθη καὶ ἀπ’ τὸν πόνον ὀπίσ’ ὀρθὸς
σηκώθηκε καὶ μὲ τὴν λόγχην ὅλην χάμω ἐκυλιόταν κι ἔβαλε τοὺς ἵππους ἄνω κάτω νὰ κόψη τὰ παράζυγα
καθὼς ἐπροσπαθοῦσεν ὁ γέρος μὲ τὴν μάχαιραν, τοῦ ῞Εκτορος ἐφθάσαν οἱ ταχεῖς ἵπποι στὸν διωγμὸν κι
ἐφέρναν κυβερνήτην ἀπότολμον τὸν ῞Εκτορα· οὐδ’ εἶχε σωτηρίαν· {{r|90}} ἀλλὰ τὸν εἶδε ὁ δυνατὸς Τυδείδης
καὶ μεγάλην, τρομερὴν ἔσυρε κραυγὴν νὰ εἰπῆ στὸν ᾽Οδυσσέα: «Λαερτιάδη, διογενῆ, πολύτεχνε Ὀδυσσέα: ποῦ
φεύγεις, ποῦ μὲ τοὺς πολλοὺς δειλὸς τὰ νῶτα στρέφεις; Μή, καθὼς φεύγεις, τρυπηθῆς στὴν ράχην ἀλλὰ μεῖνε,
ἐμεῖς ἀπ’ ἄνδρ’ ἀπάνθρωπον νὰ σώσωμεν τὸν γέρον». Εἶπεν, ἀλλ’ ὁ πολύπαθος ὁ θεῖος ᾽Οδυσσέας ποσῶς δὲν
τὸν εἰσάκουσε κι ἔτρεχε πρὸς τὰ πλοῖα· τότε ὁ Τυδείδης πρόμαχος πετάχθη, κι ἦταν μόνος κι ἐστήθη ἐμπρὸς
στὴν ἅμαξαν τοῦ γέροντος Νηλείδη, {{r|100}} κι ἐκεῖνον ἐπροσφώνησε μὲ λόγια φτερωμένα: «῏Ω γέρε, τώρα
μαχηταὶ στενοχωροῦν σε νέοι, σ’ ἦβρε τὸ γῆρας τὸ κακὸ καὶ ἡ δύναμίς σου ἐκόπη, ἀδύναμον θεράποντα καὶ
ἀργοὺς τοὺς ἵππους ἔχεις· καὶ ἀνέβα ἐδῶ στ’ ἁμάξι μου νὰ ἰδῆς τοὺς ἀνδρειωμένους ἵππους ποὺ ἦσαν τοῦ
Τρωὸς κι ἐπῆρ’ ἀπ’ τὸν Αἰνείαν, πῶς κυνηγοῦνται ἤ κυνηγοῦν, πετοῦν εἰς τὸ πεδίον· ἂς ἔχουν οἱ θεράποντες
τῶν ἵππων σου φροντίδα κι ἐμεῖς μὲ τοῦτ’ ἂς τρέξουμε τὰ φοβερὰ πουλάρια τῶν Τρώων μὲς στὲς φάλαγγες, ὁ
῞Εκτωρ νὰ γνωρίση {{r|110}} ἐὰν εἰς τὴν παλάμην μου τούτη μανίζ’ ἡ λόγχη». Εἶπε καὶ ὁ Νέστωρ ἔστερξε τὸν
λόγον τοῦ Τυδείδη· τότε οἱ λαμπροὶ θεράποντες φροντίσαν διὰ τοὺς ἵππους τοῦ Νέστορος, ὁ Σθένελος κι ὁ
ἀνδρεῖος Εὐρυμέδων· καὶ ὁ Νέστωρ εἰς τὴν ἅμαξαν μὲ τὸν Τυδείδη ἀνέβη· τοὺς λαμπροὺς πῆρε χαλινοὺς κι
ἐράβδισε τοὺς ἵππους κι ἔφθασαν ὡς τὸν ῞Εκτορα ποὺ ἐπάνω τους ἐχύθη. Πετάχθη εὐθὺς ἀλλ’ ἔσφαλε τὸ
βέλος τοῦ Τυδείδη κι εὕρηκε τὸν ἀκόλουθον καλὸν ᾽Ηνιοπῆα, ποὺ γόνος ἦταν τοῦ ὑψηλοῦ στὸ φρόνημα
Θηβαίου, {{r|120}} στὰ στήθη, ἐνῶ τοὺς χαλινοὺς τῶν ἵππων ἐκρατοῦσε· κυλίσθη ἀπὸ τὴν ἅμαξαν κι οἱ ταχεῖς
ἵπποι ὀπίσω ἐπήδησαν, καὶ ἡ δύναμις ἐκόπη καὶ ἡ πνοή του˙ ἐζάλισε τὸν ῞Εκτορα ὁ πόνος τοῦ συντρόφου·
θλιμμένος κεῖ τὸν ἄφησε κι ἐζήτα κυβερνήτην νὰ ἔβρη ἄλλον ἀτρόμητον· οὐδὲ πολληώρα ἐμεῖναν οἱ ἵπποι
δίχως ὁδηγόν, ὅτι τὸν ᾽Ιφιτίδην ἦβρε τὸν ᾽Αρχιπτόλεμον, ἀτρόμητον κι ἐπῆρε στὴν ἅμαξαν καὶ τοῦ ᾽δωκε τοὺς
χαλινοὺς τῶν ἵππων. ῎Ολεθρος τότε θά ᾽ρχονταν· καταστροφὴ τῶν Τρώων, {{r|130}} καὶ μὲς στὰ τείχη ὡσὰν
ἀρνιὰ θὰ τοὺς μανδρίζαν ὅλους· τὸ νόησ’ ὅμως τῶν θεῶν κι ἀνθρώπων ὁ πατέρας· καὶ μὲ φωνὴν τρομακτικὴν
λευκὸν ἀστροπελέκι στὴν γῆν ἀπέλυσ’ ἔμπροσθεν τῶν ἵππων τοῦ Τυδείδη, καὶ ἀπὸ τὸ θειάφι ὅπ’ ἄναβε δεινὴ
σηκώθη φλόγα· ἐτρόμαξαν στὴν ἅμαξαν ζεμένα τὰ πουλάρια· οἱ χαλινοὶ τοῦ Νέστορος ἀπὸ τὰ χέρια φύγαν καὶ
φόβος τὸν κυρίευσε καὶ στὸν Τυδείδην εἶπε: «Τυδείδη, στρέψε διὰ φυγὴν τ’ ἀκούραστα πουλάρια· δὲν βλέπεις
ὅτι τοῦ Διὸς δὲν σὲ βοηθεῖ τὸ χέρι; {{r|140}} εἰς τοῦτον τώρα ἐχάρισε τὴν δόξαν ὁ Κρονίδης, σήμερα· κι ὕστερα
σὲ μᾶς θὰ τὴν χαρίση, ἂν θέλη. Θνητὸς τὴν γνώμην τοῦ Διὸς τοῦ μεγαλοδυνάμου, ὅσον καὶ ἂν εἶναι
ἀνδράγαθος, ποτὲ δὲν θὰ κρατήση». Σ’ ἐκεῖνον τότε ἀπάντησεν ὁ ἀνδρεῖος Διομήδης: «Αὐτὰ ποὺ λέγεις,
γέροντα, ὀρθὸν τὸν λόγον ἔχουν· ἀλλ’ εἶναι τοῦτο ποὺ βαθιὰ πληγώνει τὴν ψυχήν μου· μιὰ μέρα θέλει καυχηθῆ
ὁ ῞Εκτωρ πρὸς τούς Τρῶας: «Τὸν Διομήδη ἔκαμα ἐγὼ νὰ φύγη πρὸς τὰ πλοῖα». Αὐτὸ θὰ εἰπῆ, καὶ ἠ μαύρη γῆ
τότε ἂς ἀνοίξη ἐμπρός μου». {{r|150}} Τοῦ ἀπάντησ’ ὁ Γερήνιος ὁ Νέστορας ἱππότης: «᾽Οιμένα, υἱὲ τοῦ
συνετοῦ Τυδέως τοῦ ἱπποδάμου, καὶ ἂν ὁ ῞Εκτωρ ἄνανδρον σὲ εἰπῆ, πῶς θὰ τὸ στέρξουν τῶν Τρώων καὶ
Δαρδανιδῶν τ’ ἀσπιδοφόρα πλήθη, κι ἐξόχως οἱ γυναῖκες των ποὺ τοὺς ἀνδρειωμένους συντρόφους εἶδαν ἀπὸ
σὲ νὰ κυλισθοῦν στὸ χῶμα; » Κι ἐστρεψε ὁ γέρος διὰ φυγὴν τ’ ἀκούραστα πουλάρια μὲ τὸν λαὸν ὅπ’ ἔφευγε,
καὶ ὁ ῞Εκτωρ μὲ τοὺς Τρῶας μ’ ἀλαλαγμὸν ἐπάνω τους τὰ πικρὰ βέλη ἐχύναν. Τότε μακρὰν τοῦ ἔσυρε
κραυγὴν ὁ μέγας ῞Εκτωρ: {{r|160}} «Τυδείδ᾽, οἱ ἄνδρες Δαναοὶ μὲ θέσιν σ’ ἐτιμοῦσαν πρώτην, μὲ κρέας
ἄφθονον, μ’ ὁλόγεμα ποτήρια· τώρα ποὺ ἐφάνηκες γυνὴ θὰ σὲ καταφρονέσουν. ῍Ω χάσου, κόρη οὐτιδανή·
στοὺς πύργους μας νὰ φθάσης, δοῦλες εἰς τὰ καράβια σας νὰ πάρης τὲς γυναῖκες δὲν θὰ σ’ ἀφήσω καὶ ἀπὸ
ἐμὲ θὰ ἰδῆς τὴν κακὴν ὥραν». Εἶπε καὶ τότε μέσα του στοχάσθη ὁ Διομήδης ἐὰν θὰ στρέψη τ’ ἄλογα ν’
Ιλιάδα (Πολυλάς)/θ 50
ἀντιταχθῆ σ’ ἐκεῖνον· καὶ τρεῖς φορὲς εἰς τῆς ψυχῆς τὰ βάθη τὸ ἐστοχάσθη, καὶ τρεῖς ἐβρόντησε φορὲς τῆς
῎Ιδης ἀπ’ τὰ ὄρη {{r|170}} στοὺς Τρῶας νίκης μήνυμα ὁ πάνσοφος Κρονίδης. Καὶ φωνὴν ἔβγαλε τρανὴν ὁ
῞Εκτωρ πρὸς τοὺς Τρῶας: «Τρῶες, Λύκιοι, Δάρδανοι καὶ σεῖς κονταρομάχοι, ὡς ἄνδρες τὴν πολεμικὴν ὁρμήν
σας αἰσθανθῆτε. Ξεύρ’ ὅτι νίκην ἔνδοξον εὐδόκησε ὁ Κρονίδης σ’ ἐμὲ νὰ δώση καὶ κακὸ μεγάλο εἰς τοὺς
Ἀργείους ποὺ σοφισθῆκαν οἱ μωροὶ τὰ τείχη αὐτὰ ποὺ βλέπω τ’ ἀδύνατα τ’ ἀψήφιστα· κι ἡ ἀνδρειά μας θὰ τὰ
σπάση καὶ τ’ ἄλογα τὸν λάκκον τους εὐκόλως θὰ πηδήσουν. {{r|180}} Καὶ ὅταν περάσω κι εὑρεθῶ σιμὰ στὰ
κοῖλα πλοῖα, φωτιὰ νὰ μοῦ ἑτοιμάσετε, μὴ λησμονεῖτε, ὦ φίλοι, νὰ καύσω τὰ καράβια τους κι ἐκείνους νὰ
φονεύσω, τοὺς ᾽Αχαιοὺς κεῖ ποὺ ὁ καπνὸς θὰ τοὺς στενοχωρήση». Εἶπε κι ἐπαρακίνησε μὲ τὴν φωνὴν τοὺς
ἵππους: «῏Ω Ξάνθε καὶ σὺ Πόδαργε Αἴθων καὶ Λάμπε θεῖε, τώρα νὰ μοῦ ἀποδώσετε τὲς τόσες καλωσύνες, ποὺ
ἡ γεννημένη ἀπ’ τὸν λαμπρὸν Ἀετίων’ ᾽Ανδρομάχη ἔχει διὰ σᾶς καὶ πρόθυμα σᾶς ἐτοιμάζει πρῶτα γλυκὸ
σιτάρι καὶ κρασί, κι εὐφραίνεται ἡ καρδιά σας, {{r|190}} παρὰ σ’ ἐμὲ ποὺ σύντροφος καυχῶμαι ἀγαπητός της.
Συντρέχτε με σπουδακτικὰ καὶ τότε τὴν ἀσπίδα τοῦ Νέστορος θὰ πάρωμεν, ποὺ ὡς τ’ ἄστρ’ ἀνέβ’ ἡ φήμη, πὼς
εἶναι ὁλόκληρη χρυσὴ μὲ τὰ ραβδιά τῆς ὅλα, καὶ ἀπὸ τοὺς ὤμους ἔπειτα τοῦ δυνατοῦ Τυδείδη τὸν θώρακα νὰ
πάρωμεν ἔργον λαμπρὸν τοῦ ῾Ηφαίστου. Ἄν αὐτὰ πάρωμεν ἡμεῖς, οἱ Ἀχαιοί, νομίζω τὴν νύκτα τούτην θ’
ἀνεβοῦν στὰ γρήγορα καράβια». Στὸ καύχημά του ἐθύμωσεν ἡ ῞Ηρα κι ἐταράχθη στὸν θρόνον ἡ σεπτὴ θεὰ καὶ
ὁ ῎Ολυμπος ἐσείσθη. {{r|200}} Κι ἔπειτα ἐστράφη κι ἔλεγε στὸν μέγαν Ποσειδώνα: «Στὴν δύναμίν σου,
ἀπέραντε, μεγάλε κοσμοσείστη, δὲν θλίβεσαι τῶν Δαναῶν νὰ βλέπης τοὺς θανάτους; Καὶ σοῦ ἀνεβάζουν στὲς
Αἰγὲς καὶ στὴν ῾Ελίκην δῶρα καλὰ καὶ πάμπολλα· καὶ σὺ τὸ θέλεις νὰ νικήσουν. ᾽Εὰν ὅσ’ εἴμαστε βοηθοὶ τῶν
Ἀχαιῶν τὸν Δία θέλαμε νὰ κρατήσωμε κι ἐσπρώχναμε τοὺς Τρῶας, μόνος στὴν ῎Ιδην θά ᾽μενεν ὁ Βροντητὴς
θλιμμένος». ᾽Εβάρυνε καὶ ἀπάντησε, ὁ μέγας κοσμοσείστης: «Στὴν γλῶσσαν ἀχαλίνωτη, ποιόν λόγον εἶπες,
῞Ηρα; {{r|210}} Εἰς μάχην νά ᾽λθωμεν ἡμεῖς οἱ ἄλλοι μὲ τὸν Δία ἐγὼ δὲν θά ᾽θελα, ἐπειδὴ πολύ ᾽ναι ἀνώτερός
μας». Αὐτὰ ἐλέγαν οἱ θεοί˙ καὶ ὡστόσ’ ὅλον τὸν τόπον, ὁποὺ τοῦ τείχους ἔκλειεν ὁ λάκκος πρὸς τὰ πλοῖα, ἵπποι
γεμίζαν στριμωκτὰ καὶ πλήθη ἀσπιδοφόρα· καὶ τοὺς ἐστρίμωνε ὁ γοργὸς ἰσόπαλος τοῦ Ἄρη, ὁ ῞Εκτωρ, ἀφοῦ
ἤθελε νὰ τὸν δοξάση ὁ Δίας. Καὶ ἀφεύκτως τότε θά ’καιε τὰ ἰσόπλευρα καράβια, ἂν στοῦ Ἀγαμέμνονος τὸν
νοῦν δὲν ἔβαζεν ἡ ῞Ηρα νὰ κινηθῆ, τοὺς Ἀχαιοὺς ὁ ἴδιος νὰ ἐμψυχώση. {{r|220}} Τῶν Ἀχαιῶν εἰς τὲς σκηνὲς
ἐπῆγε κι ἐκρατοῦσε μέγαν μανδύαν πορφυρόν, καὶ εἰς τὸ τρανὸ καράβι τοῦ ᾽Οδυσσέως ἔμεινε, ποὺ εὑρίσκετο
στὴν μέσην, ὥστε ν’ ἀκούεται ἡ φωνὴ στό ᾽να καὶ στ’ ἄλλο μέρος˙ καὶ στὲς σκηνὲς τοῦ Αἴαντος τοῦ
Τελαμωνιάδη καὶ τοῦ Ἀχιλλέως, ποὺ ἀκρινὰ τὰ πλοῖα τους ἐστῆσαν, στὴν δύναμίν τους ἥσυχοι καὶ στὴν
πολλὴν ἀνδρείαν˙ καὶ ψιλὴν ἔσυρε φωνὴν στῶν Δαναῶν τὰ πλήθη: «Αἶσχος, Ἀργεῖοι θαυμαστοὶ στὴν ὄψιν,
ἀλλ’ ἀχρεῖοι! Ποῦ ἐπῆγαν τὰ καυχήματα πολεμικῆς ἀνδρείας ποὺ στὸν ἀέρα ἐρίχνετε στὴν Λῆμνον συναγμένοι,
{{r|230}} τρώγοντας κρέατα πολλὰ βοδιῶν ὀρθοκεράτων, πίνοντας τὸ γλυκὸ κρασὶ στὰ ὁλόγεμα ποτήρια, πὼς
ἕνας θ’ ἀντιστέκονταν πρὸς διακοσίους Τρῶας; Καὶ τώρα ἄξιοι δὲν εἴμασθεν δι’ ἕναν ὅλοι ἀντάμα, τὸν
῞Εκτορα, ποὺ ἰδοὺ φωτιὰ θὰ βάλη στὰ καράβια. ᾽Απ’ τοὺς μεγάλους βασιλεῖς τάχ’ ἄλλον, ὦ πατέρα, εἰς τόσην
ζάλην ἔριξες καὶ στέρησιν τῆς δόξης; Καὶ ὅμως κανέναν τῶν λαμπρῶν βωμῶν σου δὲν ἀφῆκα καθὼς ἀρμένιζα
γιὰ δῶ – ποτὲ νὰ μή ᾽χα φθάσει – χωρὶς τῶν μόσχων τὰ μηριὰ καὶ λίπος νὰ σᾶς κάψω, {{r|240}} διὰ νὰ
κερδίσ’ ὡς ἤθελα τὴν πυργωμένην Τροίαν. ᾽Αλλά, πατέρα, στέρξε μου κὰν τούτην τὴν εὐχήν μου· κὰν τὴν ζωὴν
νὰ σώσωμεν εὐδόκησε, μὴ θέλης οἱ Δαναοὶ νὰ συντριβοῦν, ὡς βλέπεις, ἀπ’ τοὺς Τρῶας». Εἶπε, καὶ τὸν
λυπήθηκε, ποὺ ἐδάκρυζε, ὁ πατέρας κι εὐδόκησε ἀπ’ τὸν ὄλεθρον νὰ σώση τὸν λαόν του. Κι ἔστειλ’ ἀπ’ τὰ
πετούμενα τὸ πλέον τελεσφόρον, τὸν ἀετὸν ὅπ’ ἔσφιγγε στὰ νύχια ἐλαφομόσχι, καὶ τ’ ἄφησε στὸν εὔμορφον
βωμὸν σιμὰ νὰ πέση, ὅπου θυσιάζαν οἱ ᾽Αχαιοὶ στὸν πάμφημον Κρονίδην. {{r|250}} Καὶ ὡς εἶδαν κεῖνοι τὸ
πτηνὸν σταλμένο ἀπὸ τὸν Δία, δίψαν πολέμου αἰσθάνθηκαν κι ἐχύθηκαν στοὺς Τρῶας». Καὶ ὅλων ἐκεῖ τῶν
Δαναῶν κανεὶς δὲν ἐκαυχήθη πὼς τοῦ Τυδείδη πρότερα τοὺς ἵππους εἶχε στρέψει πέραν τοῦ λάκκου νὰ στηθῆ,
τὴν μάχην ν’ ἀπαντήση· ἐκεῖνος πρῶτος κτύπησε πολεμιστὴν τῶν Τρώων, Ἀγέλαον τοῦ Φράδμονος υἱόν· καὶ
ὅπως τοὺς ἵππους ἔστρεψ’ ἐκεῖνος νὰ σωθῆ τ’ ἀκόντι μὲς στοὺς ὤμους τοῦ ἔμπηξε καὶ ἀπ’ τὰ στήθη του ἡ
λόγχη ἐβγῆκε πέρα. ῎Επεσε αὐτὸς κι ἐπάνω του βροντῆσαν τ’ ἄρματά του. {{r|260}} Κατόπι του εἰς τὸν
πόλεμον κατέβηκαν οἱ Ἀτρεῖδαι, οἱ Αἴαντες μ’ ἀδάμαστην ζωσμένοι ἀνδραγαθίαν, ὁ ᾽Ιδομενεὺς καὶ ὁ
σύντροφος ἐκείνου Μηριόνης, φρικτός, ὡς ὁ Ἐνυάλιος· ὁ Εὐρύπυλος ὁ ἀνδρεῖος, ὁ Εὐαιμονίδης, κι ἔνατος μ’
Ιλιάδα (Πολυλάς)/θ 51
αὐτοὺς ὁ Τεῦκτρος ἦλθε μὲ τόξ’ ὀπισθοτέντωτο, καὶ κάτω ἀπ’ τὴν ἀσπίδα ἔμεινε αὐτὸς τοῦ Αἴαντος τοῦ
Τελαμωνιάδη. Καὶ τὴν ἀσπίδα ἔβαζ’ ἐμπρὸς ὁ Αἴας· τότε ὁ Τεῦκρος στὸ πλῆθος γύρω ἐκοίταζε· καὶ ὅποιον
ἐτόξευ’ ἄνδρα, κάτω τὸν ἔριχνε καὶ αὐτὸς τοῦ Αἴαντος ὀπίσω {{r|270}} πάλιν ἐκρύβετ᾽, ὡς παιδὶ στὸν κόλπον
τῆς μητρός του· καὶ ὁ Αἴας τὸν ἐσκέπαζε μὲ τὴν λαμπρὴν ἀσπίδα. Ποιὸν ἀπ’ τοὺς Τρῶας ἔριξεν ὁ θεῖος
Τεῦκρος πρῶτον; Πρῶτ’ ἔπεσε ὁ ᾽Ορσίλοχος, κατόπιν κι οἱ ἀνδρειωμένοι Δαίτωρ, Χρομίος, ῎Ορμενος καὶ
ἰσόθεος Λυκοφόντης, ὁ ᾽Οφελέστης ἔπεσε καὶ ὁ ἥρως ᾽Αμοπάων Πολυαιμονίδης κι ὕστερον ἡ ἀνδρειὰ τοῦ
Μελανίππου. Καὶ ὡς εἶδ’ αὐτὸν ποὺ ἀφάνιζε τὲς φάλαγγες τῶν Τρώων τοῦ τόξου μὲ τὴν δύναμιν, ἐχάρη ὁ
βασιλέας ὁ Ἀγαμέμνων, κι ἔμεινε σιμά του καὶ τοῦ εἶπε· {{r|280}} «῟Ω Τεῦκρε Τελαμώνιε, γλυκέ μου
πολεμάρχε, καθὼς τὸ κάμνεις, τόξευε, τῶν Δαναῶν νὰ φέρνης χαρὰν καὶ εἰς τὸν πατέρα σου ποὺ σ’ ἔχει
θρέψει βρέφος καὶ τρυφερὰ σ’ ἀνάστησε στὸ σπίτι, ἅν κι ἤσουν νόθος· καὶ σὺ μακρόθεν λάμπρυνε μὲ δόξαν
τὸν γονέα. Καὶ ἄκουσε πράγμα ὁποὺ θὰ εἰπῶ καὶ ἄσφαλτ’ αὐτὸ θὰ γίνη· ἐὰν ὁ Ζεὺς κι ἡ Ἀθηνᾶ δώσουν σ’ ἐμὲ
τῂν χάριν, τὴν πόλιν τὴν καλόκτιστην νὰ πάρω τῆς ᾽Ιλίου σ’ ἐσὲ πρῶτον κατόπι μου θὰ δώσω ἐγὼ βραβεῖον ἢ
τρίποδα ἢ στὴν ἅμαξαν ζεμένα δυὸ πουλάρια {{r|290}} ἢ κορασίδα σύντροφον τῆς κλίνης νὰ τὴν ἔχης». Καὶ ὁ
Τεῦκρος τοῦ ἀποκρίθηκεν: «῏Ω δοξασμένε Ἀτρείδη, ἐμὲ κινεῖς τὸν πρόθυμον, ὡς βλέπεις, στὸν ἀγώνα; Καὶ μ’
ὅσην ἔχω δύναμιν ἐγὼ δὲν ἡσυχάζω· ἀπ’ τὴν στιγμὴν ποὺ ἐσπρώξαμεν αὐτοὺς κατὰ τὴν πόλιν, μ’ αὐτὸ τὸ τόξο
καρτερῶ τοὺς ἄνδρες καὶ φονεύω. ᾽Οκτώ μου βέλη ἀγκυλωτὰ ποὺ ἔριξα ἐμπηχθῆκαν ὅλα σ’ ἀνδρείων σώματα·
καὶ ὅμως τὸ λυσσασμένο τοῦτο σκυλὶ δὲν δύναμαι νὰ τὸ κτυπήσω ἀκόμη». Εἶπε κι εὐθὺς ἀπ’ τὴν χορδὴν
ἐτράβηξε ἄλλο βέλος, {{r|300}} τὸν ῞Εκτορα πού ᾽χε ἀντικρὺ ποθώντας νὰ πιτύχη. Τὸν ἔσφαλε κι ἐκτύπησε
στὸ στῆθος τὸν γενναῖον εὔμορφον Γοργυθίωνα, ἀγόρι τοῦ Πριάμου πού ᾽χε γεννήσει νυμφευτὴ γυνή του ἀπ’
τὴν Αἰσύμην. ἡ ὡραία Καστιάνειρα, ὡσὰν θεὰ στὸ σῶμα. Καὶ ὡς παπαρούνα φουντωτὴ ποὺ ἀπ’ τοῦ καρποῦ τὸ
βάρος καὶ ἀπ’ ἀνοιξιάτικες δροσιὲς τὴν κεφαλήν της γέρνει. τὴν κεφαλὴν ἔγειρε αὐτὸς τοῦ κράνους ἀπ’ τὸ
βάρος. Καὶ βέλος ἄλλο τράβηξεν ὁ Τεῦκρος νὰ κτυπήση τὸν ῞Εκτορα κατάντικρυς, ἀλλ᾽ ἔσφαλε καὶ πάλιν
{{r|310}} ὅτι τὸ βέλος ἀλλαχοῦ τοῦ ἔστριψεν ὁ Φοῖβος· τοῦ ῞Εκτορος τὸν τρομερὸν ἀνδρεῖον κυβερνήτην ἦβρε,
τὸν Ἀρχιπτόλεμον, τὸ βέλος, εἰς τὸ στῆθος. ᾽Απὸ τ’ ἁμάξι ἐβρόντησε καὶ οἱ ταχεῖς ἵπποι ὀπίσω ἐσύρθηκαν καὶ ἡ
δύναμις ἐκόπη καὶ ἡ πνοή του. Βαθιὰ τὸν ῞Εκτορα ἔπληξε τοῦ κυβερνήτου ὁ πόνος, θλιμμένος κεῖ τὸν ἄφησε,
κι εἶπε στὸν Κεβριόνην, τὸν αδελφὸν ποὺ ἦταν σιμὰ τοὺς χαλινοὺς νὰ πάρη, καὶ τὸν ὑπάκουσε ὁ ἀδελφός˙ καὶ
αὐτὸς ἀπ’ τὸν ὡραῖον θρόνον στὴν γῆν ἐπήδησε καὶ τρομερὰ βοώντας {{r|320}} ἔπιασε στρογγυλόπετραν κι
ἐχύθη πρὸς τὸν Τεῦκρον, νὰ τὸν κτυπήση πρόθυμος· καὶ ὁ Τεῦκρος παίρνει βέλος ἀπ’ τὴν φαρέτραν φονικὸ
καὶ στὴν χορδὴν τ ἁρμόζει, καὶ ὡς τὴν τραβοῦσαν ἄνωθεν στὴν κλείδωση τῆς πλάτης, ποὺ στῆθος δένει καὶ
λαιμὸν κι εἶναι ἀκριβὸ τὸ μέρος, ὁ ῞Εκτωρ κεῖ τὸν κτύπησε μὲ τὸ σκληρὸ λιθάρι καὶ τὴν χορδὴν τοῦ ἔσπασεν·
ἐνάρκωσε ἡ παλάμη εἰς τὸν ἁρμὸν κι ἔπεσε αὐτὸς στὰ γόνατα κι ἐστάθη ἀκίνητος καὶ τοῦ ᾽πεσε τὸ τόξο ἀπὸ τὸ
χέρι. Στὸν ἀδελφὸν ὅπ᾽ ἔπεσε δὲν ἔλειψεν ὁ Αἴας, {{r|330}} κι ἐμπρός του μὲ τὸ σῶμα του καὶ τὴν ἀσπίδα
ἐστάθη. Καὶ δυὸ καλοί του σύντροφοι, ὁ Μηκιστεύς, τοῦ ᾽Εχίου υἱός, μὲ τὸν Ἀλάστορα στοὺς ὤμους των τὸν
φέραν, ὁποὺ βαριαναστέναζε στὰ βαθουλὰ καράβια. Καὶ ὁρμὴν στοὺς Τρῶας ἔβαλε καὶ πάλιν ὁ Κρονίδης· καὶ
ὡς εἰς τὸν λάκκον τὸν βαθὺν τοὺς Ἀχαιοὺς ἐσπρῶξαν, καὶ ὁ ῎Εκτωρ πρῶτος μ’ ἔπαρσιν πολλὴν στὴν δύναμίν
του, καὶ ὡσὰν σκυλὶ γοργόποδο, ποὺ κυνηγᾶ λεοντάρι ἢ ἄγριον χοῖρον, τὰ μεριὰ τοῦ πιάνει καὶ τὲς φτέρνες,
καὶ εἰς ὅποιο μέρος καὶ ἂν στραφῆ, ποτὲ δὲν τὸν ἀφήνει, {{r|340}} παρόμοια τοὺς Ἀχαιοὺς πατοῦσε ὁ μέγας
῞Εκτωρ κι ὅπως ἐφεῦγαν πάντοτε τὸν ὕστερον κτυποῦσε. Καὶ ἀφοῦ διαβῆκαν οἱ Ἀχαιοὶ τοῦ λάκκου τοὺς
πασσάλους, καὶ πλῆθος καθὼς ἔφευγαν ἐφόνευσαν οἱ Τρῶες, πλησίον στὰ καράβια τους ἐμεῖναν ἑνωμένοι καὶ
ν’ ἀνδρειωθοῦν ἐκραύγαζαν ὁ ἕνας πρὸς τὸν ἄλλον καὶ στοὺς Θεοὺς ἐδέοντο μὲ χέρια σηκωμένα· καὶ ὁ ῞Εκτωρ
περιέστρεψεν ὁλόγυρα τοὺς ἵππους μὲ μάτια ὡς εἶναι τῆς Γοργοῦς καὶ τοῦ ἀνδροφόνου Ἄρη. Τοὺς εἶδε κι
ἐλεήθηκεν ἡ ῞Ηρα ἡ λευκοχέρα, {{r|350}} κι ἔλεγε πρὸς τὴν ᾽Αθηνᾶ: «῏Ω τοῦ Κρονίδη κόρη, ὀιμέ, πόνον δὲν
θά ᾽χωμεν ἐμεῖς οἱ δύο πλέον διὰ τὴν φθορὰν τῶν Δαναῶν στὴν ὕστερην κὰν ὥραν; Κι εὔκολον εἶναι ὁλόβολοι
νὰ κακοθανατίσουν ἑνὸς ἀνδρὸς ἀπ’ τὴν ὁρμήν· τοῦ ῞Εκτορος ἡ λύσσα τούτη δὲν ὑποφέρεται καὶ θρῆνον ἔχει
κάμει », Τότε ἡ γλαυκόματη Ἀθηνᾶ στὴν ῞Ηραν ἀποκρίθη: «Εὔκολ’ ἀπὸ τῶν Δαναῶν τὰ χέρια τὴν ἀνδρείαν
καὶ τὴν ζωὴν θά ᾽χανε αὐτὸς στὸ πατρικό του χῶμα· ἀλλ’ ὁ πατέρας μου κακὰ μανίζει ὁ διεστραμμένος
{{r|360}} ποὺ πάντοτε ὅ,τι ἐγὼ ποθῶ καὶ βούλομαι ἐμποδίζει. Λησμόνησε πόσες φορὲς τὸ τέκνον του ἔχω
Ιλιάδα (Πολυλάς)/θ 52
σώσει, ὅταν τὸ ἐβασάνιζαν οἱ ἀγῶνες τοῦ Εὐρυσθέως. Στὸν οὐρανὸν ἐκλαίονταν ἐκεῖνος, καὶ ὁ Κρονίδης ἐμέν’
ἀπὸ τὰ οὐράνια βοηθὸν τοῦ προβοδοῦσε. Ἂν τοῦτα ὁ νοῦς μου πρόβλεπεν ὅταν τὴν εἶχε στείλει στὸν Ἅδη, ἀπὸ
τὸ ῎Ερεβος στὸν κόσμον ν’ ἀνεβάση τὸν σκύλον ποὺ ὁ τρομακτικὸς θεὸς στὴν πύλην ἔχει, δὲ θά ᾽βγαινε ἀπὸ
τῆς στυγὸς τὸ ἀπέραντο ποτάμι. Καὶ τώρα ἐμὲ μισεῖ καὶ ἰδοὺ τὸν πόθον φέρ’ εἰς τέλος {{r|370}} τῆς Θέτιδος,
ποὺ πρόσπεσε κλιτὴ στὰ γόνατά του, νὰ τῆς τιμήση τὸν υἱὸν πολιορκητὴν Πηλείδην. Θὰ ἔλθ’ ἡ ὥρα νὰ μὲ εἰπῆ
καὶ πάλι ἀγαπητήν του. Ἀλλὰ σὺ τώρα εὐτρέπισε τὰ δυνατὰ πουλάρια, ὥσπου νὰ ζώσω τ’ ἄρματα στὸ δῶμα
τοῦ πατρός μου νὰ ἑτοιμασθῶ στὸν πόλεμον, νὰ μάθ’ ὁ λοφοστείστης ὁ ῞Εκτωρ τοῦ Πριάμου υἱὸς ἂν θὰ γελάση
ὁπόταν ν’ ἀναφανοῦμε μᾶς ἰδῆ στοὺς δρόμους τοῦ πολέμου. Τρῶες θὰ πέσουν πάμπολλοι σιμὰ στὰ κοῖλα πλοῖα
καὶ τὰ πουλιὰ στὲς σάρκες των καὶ οἱ σκύλοι θὰ χορτάσουν». {{r|380}} Εἶπε καὶ τὴν ὑπάκουσεν ἡ ῞Ηρα ἡ
λευκοχέρα. Πῆγε τὰ χρυσοστέφανα πουλάρια νὰ εὐτρεπίση ἡ ῞Ηρα σεβαστὴ θεὰ τοῦ ῾Υψίστου Κρόνου ἡ κόρη,
κι ἡ Ἀθηνᾶ κόρη σεμνὴ τοῦ αἰγιδοφόρου Δία εἰς τοῦ πατρὸς τὸ ἔδαφος τὸν πέπλον ἀπολύει τὸν ἀγανὸν καὶ
πλουμιστὸν ποὺ ἐκέντησεν ἐκείνη, καὶ τὸν χιτώνα ὡς ἔλαβε τοῦ ἀστραποφόρου Δία στὴν μάχην τὴν
πολύθρηνην νὰ ὁρμήση ἀρματωνόνταν. ᾽Ανέβηκε στὸ φλογερὸν ἁμάξι καὶ κοντάρι φούκτωσε μέγα, στερεὸ – μ’
αὐτὰ δαμάζ’ ἡρώων {{r|390}} τὰ πλήθη, ἂν ἡ πατράγαθη θεὰ μ’ αὐτοὺς θυμώση. Κι ἡ ῞Ηρα μὲ τὴν μάστιγα
σφοδρὰ κεντᾶ τοὺς ἵππους. Βρόντησε τότε τ’ Οὐρανοῦ ἡ πύλη καὶ τοῦ ᾽Ολύμπου ἀφ’ ἑαυτοῦ της· τὴν φρουροὖν
αἱ ῟Ωρες πόχουν ἔργον τὸ πυκνὸ νέφος ν’ ἀφαιροῦν ἢ νὰ τὸ ἐπαναφέρουν. Καὶ ὡς τὰ κεντοῦσαν, τ’ ἄλογα
περάσαν ἀπ’ τὴν πύλην. Τοὺς ξάνοιξε καὶ ὀργίσθηκεν ὁ Ζεὺς ἀπὸ τὴν ῎Ιδην, κι ἔλεγε πρὸς τὴν ῎Ιριδα,
χρυσόπτερην μηνύτραν: «Γοργόποδ’ ῎Ιρι, πήγαινε καὶ ὀπίσω γύρισέ τες, νά ᾽λθουν μ’ ἐμένα εἰς πόλεμον κακὸν
μὴ τὲς ἀφήσης. {{r|400}} Κι ἰδοὺ τὸ λέγω φανερὰ καὶ ὁ λόγος μου θὰ γίνη· θὰ τοὺς χολώσω τ’ ἄλογα στὰ
ἁμάξια τους ζεμένα· αὐτὲς θὰ ρίξω ἀπ’ τὸ θρονί, τ’ ἁμάξι θὰ συντρίψω καὶ χρόνοι δέκα δὲν θ’ ἀρκοῦν νὰ
κλείσουν οἱ πληγές των ὅσες χαράξη ὁ κεραυνός· καὶ τότε ἡ γλαυκομάτα θὰ ἰδῆ τί εἶναι πόλεμον νὰ κάμη στὸν
πατέρα. Στὴν ῞Ηραν δὲν χολεύομαι καὶ δὲν θυμώνω τόσο, τί ξέρω ποὺ ἀντιφέρεται σ’ ὅποιον κι ἂν εἴπω
λόγον». Εἶπε, κι εὐθὺς ἐκίνησεν ἡ ἀνεμόποδ’ ῎Ιρις πρὸς τὸν ὑψηλὸν ῎Ολυμπον τῆς ῎Ιδης ἀπ’ τὰ ὄρη· {{r|410}}
στὴν πύλην τὲς σταμάτησε τοῦ πολυλόφου ᾽Ολύμπου ὡς βγαῖναν καὶ τοὺς εἶπ᾽ εὐθὺς τὸν λόγον τοῦ Κρονίδη:
«Ποῦ τρέχετε, τί μάνιτα τὸν νοῦν σας συνεπῆρε; Δὲν στέργει ὁ Ζεὺς τῶν Δαναῶν βοηθοὶ νὰ κατεβῆτε. Καὶ
ἀκοῦτε ὅ,τ’ εἶπε, καὶ ἄσφαλτα θὰ κάμη ὁ υἱὸς τοῦ Κρόνου· θὰ σᾶς χολώση τ’ ἄλογα στ’ ἁμάξια σας ζεμένα,
ἐσᾶς θὰ ρίξη ἀπ’ τὸ θρονί, τ’ ἁμάξι θὰ συντρίψη, καὶ χρόνοι δέκα δὲν θ’ ἀρκοῦν νὰ κλείσουν οἱ πληγές σας,
ποὺ θὰ χαράξη ὁ κεραυνός· καὶ τότε, ὦ γλαυκομάτα, θὰ ἰδῆς τί εἶναι πόλεμον νὰ κάμνης τοῦ πατρός σου.
{{r|420}} Τῆς ῞Ηρας δὲν χολεύεται καὶ δὲν θυμώνει τόσο τί ξέρει ὅτι ἀντιφέρεται σ’ ὅποιον κι ἂν εἴπη λόγον.
Ἀλλὰ σὺ σκύλ’ ἀδιάντροπη, σὺ πάγκακη, ἂν τωόντι στὸν Δία τὸ θεόρατο κοντάρι θὰ σηκώσης». Αὐτὰ τοὺς εἶπε
κι ἔφυγεν ἡ ἀνεμόποδ’ Ἴρις, κι ἡ ῞Ηρα πρὸς τὴν Ἀθηνᾶ τὸν λόγον τοῦτον εἶπε: «Κόρη ὦ μεγάλη τοῦ Διός, ἐγὼ
δὲν στέργω πλέον πόλεμον χάριν τῶν θνητῶν νὰ κάμωμεν στὸν Δία. Ἄς ἀποθάνουν κεῖ στὴν γῆν ἄλλοι καὶ
ἄλλοι ἂς ζήσουν, ὅπως τοῦ τύχη καθενός· καὶ ὅπως τοῦ λέγη ὁ νοῦς του {{r|430}} τοὺς Τρῶας καὶ τοὺς
Δαναούς, ὡς πρέπει ἂς κρίνη ἐκεῖνος». Εἶπε καὶ ὀπίσω ἐγύρισε τὰ δυνατὰ πουλάρια· κι οἱ ῟Ωρες τὰ καλότριχα
τοὺς ξέζεψαν πουλάρια, κατόπιν εἰς τ’ ἀμβρόσια παχνιά τους τὰ προσδέσαν, καὶ πρὸς τοὺς τοίχους πόλαμπαν
τὴν ἅμαξαν ἐκλίναν. Κι οἱ δυὸ Θεὲς ἀνάμεσα τῶν ἄλλων ἀθανάτων καθίσαν εἰς χρυσὰ θρονιὰ μὲ θλίψιν στὴν
ψυχήν τους. Κίνησε τὸ καλότροχον ἁμάξι ἀπὸ τὴν ῎Ιδην ὁ Ζεύς, κι ἦλθε στὸν ῎Ολυμπον στὴν σύνοδον τὴν
θείαν. Καὶ τ’ ἄλογ’ ἀφοῦ ξέζεψεν ὁ μέγας Κοσμοσείστης {{r|440}} τ’ ἁμάξι ἐπάνω στοὺς βωμοὺς ἐσκέπασε μὲ
πέπλον· ἐκάθισεν ὁ Βροντητὴς εἰς τὸν χρυσόν του θρόνον καὶ ὁ ῎0λυμπος σαλεύετο στὰ πόδια του ἀποκάτου.
Καὶ μόνες τοῦ Διὸς μακρὰν ἡ Ἀθηνᾶ κι ἡ ῞Ηρα καθίζαν οὐδ᾽ ἐρώτησιν ἢ λόγον τοῦ προφέραν. Καὶ ὁ Ζεὺς
καλὰ τὲς νόησε κι εἶπε: «Ἀθηνᾶ καὶ ῞Ηρα, τί στέκεσθε περίλυπες; Δὲν ἔχετε κοπιάσει, θαρρῶ, πολὺ στὸν
πόλεμον, ὅπου δοξάζοντ’ ἄνδρες, τοὺς Τρῶας ν’ ἀφανίσετε, ποὺ φοβερὰ μισεῖτε. Τόσ’ ἡ δική μου δύναμις καὶ
τῶν χεριῶν μου ὁ τρόμος, {{r|450}} ποὺ ὅλ’ οἱ θεοὶ στὸν ῎Ολυμπον τὴν γνώμην δὲν μοῦ ἀλλάζουν. Καὶ σᾶς τῶν
δύο πάγωσαν τὰ τρυφερά σας μέλη πρὶν κὰν νὰ ἰδῆτε τοὺς φρικτοὺς ἀγῶνες τοῦ πολέμου. Καὶ ἀκοῦτε ὅ,τι εἶπα
καὶ ἄφευκτα θὰ ἦταν τελειωμένο· κρουσμένες ἀπ’ τὸν κεραυνὸν δὲν θά ᾽χετ’ ἐπανέλθει μὲ τὴν δικήν σας
ἅμαξαν στὰ δώματα τοῦ ᾽Ολύμπου». Εἶπε, κι ἐγόγγυσαν κρυφὰ ἡ Ἀθηνᾶ κι ἡ ῞Ηρα· σιμὰ καθίζαν καὶ ὄλεθρον
τῶν Τρώων μελετοῦσαν. Λόγον δὲν ἔλεγε ἡ ᾽Αθηνᾶ καὶ στὸν πατέρα Δία μ’ ἀγρίαν μάνιζε χολήν· ἀλλ’ ἡ χολὴ
Ιλιάδα (Πολυλάς)/θ 53
στῆς ῞Ηρας {{r|460}} τὸ στῆθος δὲν ἐχώρεσε, καὶ πρὸς ἐκεῖνον εἶπε: «Κρονίδη τρομερώτατε, ποιόν λόγον εἶπες
τώρα! Τὸ ἠξεύρομ’ ὅτι ἀντίστασιν δὲν ἔχ’ ἡ δύναμίς σου. ᾽Αλλ’ ὅμως διὰ τοὺς Δαναοὺς πονοῦμε τοὺς
ἀνδρείους ὁποὺ θὰ πάθουν καὶ ἄσφαλτα θ’ ἀδικοθανατίσουν. Ἀλλ’ ὅμως θέλει ἀπέχουμεν, ὡς θέλεις, ἀπ’ τὴν
μάχην καὶ συμβουλὴν θὰ δώσωμεν καλὴν εἰς τοὺς Ἀργείους, νὰ μὴ χαθοῦν ὅλοι διὰ μιᾶς ἀπ’ τὸν βαρὺν θυμόν
σου». Καὶ ὁ Δίας τῆς ἀπάντησεν: «Ἅμα χαράξ’ ἡ μέρα τὸν Δία τὸν ὑπέρτατον θὰ ἰδῆς, ἂν θέλης, ῞Ηρα
{{r|470}} ὦ μεγαλόφθαλμη θεά, χειρότερον νὰ φέρη ἀφανισμὸν εἰς τὸν στρατὸν τῶν μαχητῶν Ἀργείων. ῞Οτι
τὴν μάχην ὁ βαρὺς Πριαμίδης δὲν θ’ ἀφήση, πρὶν ἀπ’ τὰ πλοῖα σηκωθῆ ὁ ἀνίκητος Πηλείδης, ὁπόταν πέση ὁ
Πάτροκλος καὶ διὰ τὸ νεκρὸν σῶμα θὰ μάχωνται μὲ στένωσιν φρικτὴν σιμὰ στὰ πλοῖα. ῾Η μοίρ’ αὐτὸ διόρισε
καὶ προσοχὴν δὲν δίδει εἰς τὸν θυμόν σου, κι ἐὰν πᾶς στῆς γῆς καὶ τῆς θαλάσσης τὰ πέρατα, ὅπου κατοικοῦν ὁ
᾽Ιαπετὸς καὶ ὁ Κρόνος, κι οὔτε τοὺς τέρπουν ἄνεμοι, οὔτε τὸ φῶς τοῦ ἡλίου, {{r|480}} καὶ Τάρταρος βαθύτατος
παντοῦ τοὺς περιζώνει. Ἂν ἀπ’ τὸ πεῖσμα σου ὡς αὐτοῦ θὰ φθάσης, δὲν μὲ μέλει˙ ὅτι ἄλλο πράγμ’
ἀδιάντροπον, ὡς εἶσ’ ἐγὼ δὲν εἶδα». Εἶπεν ὁ Ζεὺς κι ἐσώπαινεν ἡ ῞Ηρα ἡ λευκοχέρα. Κι ἔπεσε στὸν ᾽Ωκεανὸν
τὸ λαμπρὸ φῶς τοῦ ἡλίου τὴν μαύρην νύκτα σέρνοντας στὴν γῆν τὴν σιτοδότραν. Τότε νὰ ἐσβήσθηκε τὸ φῶς
δὲν ἄρεσε τῶν Τρώων, πλὴν τῶν Ἀργείων ποθητὸ πολὺ τὸ σκότος ἦλθε. Ὁ ῞Εκτωρ πάλιν σύνοδον συνάθροιζε
τῶν Τρώων μακρὰν τῶν πλοίων καὶ σιμὰ στοῦ ποταμοῦ τὸ ρεῦμα, {{r|490}} ποὺ ἀπὸ νεκροὺς ἐλεύθερος εἶχε
ἀπομείνει ὁ τόπος. Ἀπὸ τ’ ἁμάξια ἐξέζεψαν καὶ τοῦ Ἕκτορος τοῦ θείου τὸν λόγον ἀκροάζονταν κι ἔσφιγγε
αὐτὸς στὸ χέρι κοντάρι ἑνδεκάπηχο κι ἐμπρὸς σπιθοβολοῦσε ἡ χάλκιν’ ἄκρη καὶ χρυσὸ τὴν ἔδενε στεφάνι. Σ’
ἐκεῖνο στηριζόμενος ὡμίλει πρὸς τοὺς Τρῶας: «Ἀκούτε, Τρῶες, Δάρδανοι καὶ ὅσ’ ἤλθετε βοηθοί μας. Τοὺς
Ἀχαιοὺς θαρροῦσα ἐγὼ νὰ ἐξολοθρεύσω ἀπόψε ὅλους καὶ τὰ καράβια τους, καὶ στὴν ἀνεμισμένην ῎Ιλιον νὰ
γύρω νικητής˙ ἀλλ’ ἔσωσε τὸ σκότος {{r|500}} αὐτοὺς καὶ τὰ καράβια τους στὴν ἄκραν τὴς θαλάσσης. Καὶ
τώρ’ ἂς ὑπακούσωμεν κι ἐμεῖς στὴν μαύρην νύκτα. Τὸν δεῖπνον ἑτοιμάσετε, καὶ τὰ καλὰ πουλάρια ἀπὸ τ’
ἁμάξια λύσετε καὶ βάλετε τροφήν τους. Βόδια κι ἐρίφϊα παχιὰ θὰ φέρετε ἀπ’ τὴν πόλιν ὀγρήγορα κι
εὐφραντικὸ κρασὶ προμηθευθῆτε καὶ ἄρτον ἀπ’ τὰ σπίτια σας συνάξετε καὶ ξύλα πολλὰ διότι ὁλόνυκτα θὰ
καῖμε, ὥσπου νὰ φέξη, πυρὰ πολλὰ ποὺ ἡ λάμψις των θὰ φθάση ὡς τὸν αἰθέρα, οἱ κομοφόροι Ἀχαιοὶ μήπως
τὴν νύκτα ὁρμήσουν {{r|510}} στὰ νῶτα ἐπάνω τὰ πλατιὰ τῆς θάλᾶσσας νὰ φύγουν. Μὴ τοὺς ἀφήσουμ’ ἥσυχοι
ν’ ἀνέβουν στὰ καράβια, ἀλλὰ καὶ κάποιος ἀπ’ αὐτοὺς στὸ σπίτι του ἄς χωνεύη τὴν ἀκοντιὰ ποὺ θά ᾽λαβε
πηδώντας εἰς τὸ πλοῖον· ὥστε καὶ ἄλλοι στὸ ἑξῆς νὰ φέρουν θὰ τρομάξουν τὸν Ἄρην τὸν πολύθρονον στοὺς
ἱπποδάμους Τρῶας· καὶ οἱ κήρυκες οἱ σεβαστοὶ στὴν πόλιν ν’ ἀναγγείλουν. Οἱ γέροντες οἱ ἀσπρόμαλλοι, τὰ
οὐράνια παλικάρια στοὺς πύργους, κτίσμα τῶν θεῶν, νὰ ξενυκτίσουν ὅλοι, καὶ οἱ γυναῖκες σπίτι τους φωτιὰ
πολλὴν ἂς ἔχουν {{r|520}} ἀδιάκοπα, καὶ ἀνύστακτη φρουρὰ νὰ στέκη μήπως ξάφνου στὴν πόλιν ἔμπη
ἐχθρός, οἱ ἄνδρες ἐνῶ λείπουν. ῏Ω Τρῶες μεγαλόψυχοι, τοῦτα ὅπου λέγω ἂς γίνουν. Καὶ ἰδοὺ σᾶς εἶπα ὅ,τι
καλὸν μοῦ ἐφάνη διὰ τὴν ὥραν· καὶ ἄλλ’ ἅμα φέξη θέλ’ εἰπῶ τῶν ἱπποδάμων Τρώων. Στὸν Δία καὶ ὅλους τοὺς
θεοὺς εὔχομ’ ἐγὼ κι ἐλπίζω ἐκεῖνα τὰ μοιρόφερτα σκυλιὰ νὰ διώξω ἐδῶθε ποὺ οἱ Μοῖρες ἔφεραν ἐδῶ στὰ
ὁλόμαυρα καράβια. Τὴν νύκτα νὰ μὴν πάθωμεν ὡστόσο ἄς φυλαχτοῦμε˙ καὶ αὔριο τὰ χαράματα μὲ τ’ ἄρματα
ἂς χυθοῦμε {{r|530}} τὸν Ἄρην τὸν ὁρμητικὸν νὰ ἐγείρωμεν στὰ πλοῖα· θὰ δοκιμάσω ἂν ὁ δεινὸς Τυδείδης μὲ
θὰ διώξη στὸ τεῖχος ἀπ’ τὰ πλοῖα των ἢ ἐγὼ θενὰ τοῦ σχίσω τὸ στῆθος κι αἱματόβρεκτα θὰ πάρω τ’ ἄρματά
του. Καὶ αὔριον τὴν ἀνδρείαν του θὰ μάθη, ἄν θὰ ὑπομείνη τῆς λόγχης μου τὸ κίνημα. Θὰ πέση, θαρρῶ,
πρῶτος ἀπὸ τὸ χέρι μου καὶ αὐτὸς καὶ τῶν συντρόφων πλῆθος ὁ ἥλιος ἅμα σηκωθῆ· καὶ ὁμοίως νὰ ἠμποροῦσα
ἀθάνατος καὶ ἀγέραστος νὰ εἶμαι στὸν αἰώνα καὶ νὰ τιμῶμαι ὡς ἡ Ἀθηνᾶ δοξάζεται καὶ ὁ Φοῖβος, {{r|540}}
ὅσο κακὴ τῶν Ἀχαιῶν τούτων θὰ φέξ’ ἡ ἡμέρα». Ὁ ῞Εκτωρ εἶπε, κι ἔκαμαν ἀλαλαγμὸν οἱ Τρῶες˙ τότ’ ἔλυσαν
ἀπ’ τὸν ζυγὸν τοὺς ἱδρωμένους ἵππους καὶ μὲ λουριὰ τοὺς πρόσδεσαν στὲς ἅμαξες πλησίον˙ ἀπὸ τὴν πόλιν
ἔφεραν ἐρίφια καὶ μοσχάρια ὀγρήγορα, κι εὐφραντικὸ κρασὶ προμηθευθῆκαν καὶ ἄρτον ἀπ’ τὰ σπίτια τους καὶ
πολλὰ ξύλα ἐκόψαν· κι ἐπρόσφεραν πρὸς τοὺς θεοὺς ἐξαίσιες ἑκατόμβες, καὶ ἀνέβαζαν οἱ ἄνεμοι στὸν
οὐρανὸν τὴν κνίσαν γλυκεῖαν· ἀλλ’ οἱ μάκαρες θεοὶ δὲν τὴν δεχόνταν {{r|550}} ποσῶς, ὅτι ἀπεστρέφοντο τὴν
῎Ιλιον τὴν ἁγίαν, τὸν Πρίαμον καὶ τὸν λαὸν τοῦ δυνατοῦ Πριάμου καὶ αὐτοὶ μὲ μέγα φρόνημα στὲς τάξες τοῦ
πολέμου ἐκάθοντο καὶ ὁλονυκτὶς πολλὰ πυρὰ ἐκαῖαν. Καὶ ὡς τ’ ἄστρα, ὁποὺ σπιθοβολοῦν σ’ ἀνάνεμον αἰθέρα
χαριτωμένα ὁλόγυρα στὴν φωτεινὴν σελήνην – φαίνεται κάθε κορυφή, καθ’ ἄκρη, κάθε πλάγι, ὡς ἄνοιξε ἀπ’
Ιλιάδα (Πολυλάς)/θ 54
τὸν οὐρανὸν ἀπέραντος αἰθέρας, ποὺ τ’ ἄστρα ὅλα ἐφανέρωσε καὶ χαίρονται οἱ ποιμένες· τόσ’ ἄστραφταν στὴν
῎Ιλιον ἐμπρὸς πυρὰ ποὺ ἐκαῖαν {{r|560}} οἱ Τρῶες τότε ἀνάμεσα στὸν Ξάνθον καὶ στὰ πλοῖα. Χίλια στὸν
κάμπον καίονταν πυρὰ καὶ στὸ καθένα ἄνδρες στὴν λάμψιν τοῦ πυρὸς ἐκάθηντο πενήντα. Κι οἱ ἵπποι ὀρθοὶ
στὲς ἅμαξες σιμὰ κριθάρι ἐτρῶγαν καὶ τὴν καλόθρονην ᾽Ηὼ νὰ φθάση ἐπεριμέναν.
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ι
←Ραψωδία θ Ιλιάδα Ραψωδία κ→
Συγγραφέας: Όμηρος
Μεταφραστής: Ιάκωβος
Πολυλάς
Ραψωδία ι
<poem> Αὐτοῦ οἱ Τρῶες φύλαγαν· ἀλλὰ θαυμάσιος φόβος ἀδέλφι τῆς φρικτῆς φυγῆς τοὺς Ἀχαιοὺς παγώνει, κι
ἔκρουε λύπη ἀβάστακτη τοὺς πρώτους τῶν ἀνδρείων. Καὶ ὡς ἄνεμοι στὴν θάλασσαν κινοῦν ἀντάμα δύο, ἐὰν
Βοριὰς καὶ Ζέφυρος ὁρμοῦν ἀπὸ τὴν Θράκην ἔξαφνα˙ κορυφώνεται τὸ κύμα καὶ μαυρίζει καὶ φύκι χύνεται
πολὺ στὴν ἄκραν τῆς θαλάσσης˙ ὁμοία ζάλη ἐχώριζε τῶν Ἀχαιῶν τὰ στήθη. Καὶ μ’ ἄκρον πόνον στὴν ψυχὴν ὁ
Ἀτρείδης ἐγυρνοῦσε τοὺς ψιλοφώνους κήρυκες ἀμέσως νὰ προστάξη {{r|10}} τοὺς Ἀχαιοὺς εἰς σύνοδον σιγὰ
νὰ συναθροίσουν καλώντας τους κατ’ ὄνομα κι ἐργάζετο αὐτὸς πρῶτος. Κι ἐκάθιζαν περίλυποι˙ καὶ ὀρθὸς ὁ
Ἀγαμέμνων ἔστεκε δάκρυα χύνοντας, μαυρόνερη ὡσὰν βρύση ποὺ εὶς βράχον χύνει ἀπάτητον τὰ σκοτεινὰ
νερά της. Καὶ βαριαναστενάζοντας ὡμίλει τῶν Ἀργείων: «῏Ω ἀγαπημένοι μου ἀρχηγοί, προστάτες τῶν
Ἀργείων, βαριὰ πολὺ μ’ ἐτύφλωσε καὶ μ’ ἔμπλεξε ὁ Κρονίδης. ῾Ο ἄσπλαχνος, μοῦ ἔταξε τὴν πυργωμένην
Τροίαν πὼς θὰ πορθήσω κι ἔνδοξος θὰ γύρω στὴν πατρίδα {{r|20}} κι ἰδοὺ κακὰ μ’ ἀπάτησε καὶ στ’ Ἄργος νὰ
γυρίσω ἄδοξα, θέλει, ἀφοῦ λαὸς πολὺς ἐχάθη ἀδίκως. Ναί, τοῦτο ἀρέσει ὡς φαίνεται τοῦ ὑπερηφάνου Δία,
ὁποὺ πολλῶν πολιτειῶν ἡ ἄκρα δύναμις του τὲς κορυφὲς ἐξέκαμε καὶ ἀκόμη θὰ ξεκάμη. Ἀλλὰ δεχθῆτε ὅ,τι θὰ
εἰπῶ· νὰ φύγωμε σᾶς λέγω ὅλοι μὲ τὰ καράβια μας γιὰ τὴν γλυκιὰ πατρίδα ὅτι δὲν γίνεται ποτὲ νὰ πάρωμεν
τὴν Τροίαν». Εἶπεν αὐτὰ καὶ σώπαιναν, ἄφωνοι ἐμεῖναν ὅλοι˙ ὥραν πολλὴν οἱ Ἀχαιοὶ ἐσίγησαν θλιμμένοι·
{{r|30}} κι ἔκοψε τέλος τὴν σιωπὴν ὁ ἀνίκητος Τυδείδης: «Σέ πρῶτα, ὁποὺ παραλογᾶς, θὰ πολεμήσω Ἀτρείδη·
δὲν θὰ θυμώσης, Κύριε· συνόδου τάξις εἶναι. Σὺ πρῶτα ἐμπρὸς τῶν Δαναῶν μ’ ὀνείδισες πὼς εἶμαι ἀπολεμος,
δειλόψυχος, κι οἱ Ἀχαιοὶ γνωρίζουν ἄν τὴν ἀλήθειαν ἔλεγες, καὶ γέροντες καὶ νέοι. Καὶ ἀπὸ τὰ δῶρα ὁ
πάνσοφος Κρονίδης σοῦ ᾽δωκ’ ἕνα ἐὰν,τὴν δόξαν σοῦ ᾽δωκε τοῦ σκήπτρου ἐπάνω σ’ ὅλους· τὸ ὑπέρτατον δὲν
σοῦ ᾽δωκε τὸ δῶρον τῆς ἀνδρείας. Παράδοξε, τόσο ἄνανδρα καὶ ἀπόλεμα τωόντι {{r|40}} ἔκρινες τ’
Ἀχαιόπαιδα στὰ λόγια ποὺ προφέρεις; Καὶ πρόθυμος ἂν εἶσαι σὺ νὰ γύρης στὴν πατρίδα, πήγαινε, ὁ δρόμος
ἕτοιμος καὶ αὐτοῦ στὸ περιγιάλι τὰ τόσα πλοῖα πόφεραν ἐσέν’ ἀπ’ τὴν Μυκήνην. Πλὴν ἄλλοι ἀνδράγαθοι
Ἀχαιοὶ θὰ μείνουν ὡς τὸ τέλος, τὴν Τροίαν νὰ πορθήσωμεν· καὶ τοῦτοι πάλι ἄς φύγουν, ἂν θέλουν, στὴν
πατρίδα τους, καὶ στὸν ἀγώνα μόνος θὰ μείνω μὲ τὸν Σθένελον, ὥσπου νὰ πέσ’ ἡ Τροία, ὅπως μᾶς ἔστειλεν
ἐδῶ τῶν ἀθανάτων γνώμη». Εἶπε, κι οἱ Ἀχαιόπαιδες μ’ ἀλαλαγμοὺς τὸν στέρξαν, {{r|50}} ὡς τοῦ Τυδείδη
ἐθαύμασαν τὸν λόγον τοῦ ἱπποδάμου. Τότε σηκώθηκε ὁ ἱππευτὴς ὁ Νέστωρ νὰ ὁμιλήση: «Τυδείδη, καὶ στὸν
πόλεμον ἐξόχως εἶσαι ἀνδρεῖος, καὶ εἰς τὴν βουλὴν ὑπερτερεῖς πολὺ τῶν ὁμηλίκων. Καὶ λόγον εἶπες, ποὺ
Ἀχαιὸς κανεὶς δὲν θέλει ψέξει ἢ θὰ σοῦ ἀντείπη˙ ἀλλ’ ἄφησες τὸ πλήρωμα τῶν λόγων. Καὶ νέος εἶσαι, ὥστε
παιδὶ νὰ λέγεσαι δικό μου μποροῦσες ὑστερόγεννο· καὶ ὅμως ὀρθὰ τὰ λέγεις πρὸς τοὺς Ἀργείους βασιλεῖς· ἀλλ’
ὡς ἀνώτερός σου στοὺς χρόνους, ὅλον φανερὰ θὰ εἰπῶ τὸν στοχασμόν μου, {{r|60}} καὶ δὲν θ’ ἀφήσω τίποτε·
οὐδὲ θέλει ἀψηφήσει κανεὶς τὸν λόγον μου, οὐδ’ αὐτὸς ὁ μέγας ᾽Αγαμέμνων. Νόμον δὲν ἔχει οὔτε φυλήν, ἀλλ’
οὔτε ἑστίαν ἔχει ποὺ τὸν ἐμφύλιον πόλεμον, τὸν ἄγριον, ἀγαπάει. Πλὴν τώρ’ ἂς ὑπακούσωμεν στὴν μαύρην
νύκτα καὶ ὅλοι τὸ δεῖπνο ἂς ἑτοιμάσωμεν, καὶ φύλακες ἀπ’ ἔξω τοῦ τείχους εἰς τὸν χάνδακα σιμὰ νὰ
ξενυκτίσουν. Τῶν νέων τοῦτο ἐσύστησα· καὶ ἀρχήν, Ἀτρείδη, σ’ ἄλλα σὺ κάμε, ὡς εἶσαι ὑπέρτατος τῶν ἄλλων
ἡγεμόνων. Εἰς δεῖπνον σὺ τοὺς γέροντες προσκάλεσε· σοῦ πρέπει· {{r|70}} εἶναι οἱ σκηνές σου ἀπὸ κρασιὰ
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ι 55
γεμάτες, ποὺ ἀπ’ τὴν Θράκην σοῦ φέρουν καθημερινῶς τῶν Ἀχαιῶν τὰ πλοῖα, καὶ ὅλα σοῦ ὑπάρχουν τὰ καλὰ
διὰ νὰ φιλοξενήσης. ῞Οπου πολλοὶ θὰ συναχθοῦν, πολλὲς θ’ ἀκούσης γνῶμες· σὺ δέξου τὴν καλύτερην· καὶ
ἀνάγκην ἔχομ’ ὅλοι γνώμης ὀρθῆς, γνώμης σοφῆς· οἱ ἐχθροί μας κάνουν τόσα πυρὰ σιμὰ στὰ πλοῖα μας· νὰ τὸ
χαρῆ ποιός εἶναι; ῾Η νύκτα τούτη τὸν στρατὸν θὰ σώσ’ ἤ θ’ ἀφανίση». Εἶπεν αὐτὰ καὶ ὑπάκουσαν ἐκεῖνοι στὴν
φωνήν του τότε τοὺς νυκτοφύλακες μὲ τ’ ἄρματά τους ὅλα {{r|80}} ἐκίνησαν τοῦ Νέστορος ὁ υἱός, ὁ
Θρασυμήδης, Ἀσκάλαφος καὶ ᾽Ιάλμενος, παιδιὰ καὶ οἱ δυὸ τοῦ Ἄρη, Μηριόνης καὶ Δηίπυρος καὶ μὲ τὸν
Ἀφαρέα τοῦ Κρείοντος τὸ ὑπέρλαμπρον ἀγόρι ὁ Λυκομήδης. Οἱ πολεμάρχ’ ἡσαν ἑπτὰ κι εἶχ’ ἑκατὸν καθένας
ἀγόρια, ὁποὺ μὲ μακριὰ κοντάρι’ ἀκολουθοῦσαν. Καὶ ἀνάμεσα στὸν χάνδακα καθίσαν καὶ στὸ τεῖχος, φωτιὰν
ἀνάψαν κι ἔκαμαν τὸ δεῖπνον του καθένας. Τῶν Ἀχαιῶν τοὺς γέροντες συνάθροισεν ὁ Ἀτρείδης εἰς τὴν
σκηνήν του κι ἔβαλεν εὐφραντικὸ τραπέζι, {{r|90}} τὰ χέρι’ ἁπλῶσαν στὰ ἕτοιμα φαγιὰ ποὺ ἐμπρός τους
εἶχαν. Καὶ τοῦ φαγιοῦ καὶ τοῦ πιοτοῦ τὴν ὄρεξι ἀφοῦ σβῆσαν, πρῶτος ὁ γέρος ἄρχισε σκέψιν ἐμπρὸς νὰ φέρη,
ὁ Νέστωρ, ὁποὺ ἡ γνώμη του ὡς πρῶτα ἐπροτιμήθη· ἐκεῖνος τοὺς ἀγόρευσε καλόγνωμα καὶ εἶπε: «῏Ω
Ἀγαμέμνον’ ἀρχηγέ, τρισένδοξε Ἀτρεΐδη, ἀπὸ ἐσὲ θὰ κάμω ἀρχήν, σ’ ἐσὲ θὰ κάμω τέλος. Πολλῶν λαῶν εἶσαι
ἀρχηγὸς καὶ σοῦ ᾽δωκε ὁ Κρονίδης, διὰ νὰ βουλεύεσαι σ’ αὐτούς, καὶ νόμιμα καὶ σκῆπτρο, ὅθεν ἐξόχως πρέπει
σὺ νὰ λέγης καὶ ν’ ἀκούης {{r|100}} καὶ νὰ ἐκτελῆς ὅ,τι ἀγαθὸν καὶ τοῦ ἄλλου ὁ νοῦς ἐμπνέει· τὸ ἔργον θὰ
κρέμεται ἀπὸ ἐσέ, πόδειξ’ ἐκείνου ὁ λόγος. Καὶ ἄκουσε αὐτὸ ποὺ ὀρθότερον ἀπ’ ὅλα ἐγὼ νομίζω. ῞Οτι, θαρρῶ,
καλύτερα δὲν θἀ σκεφθῆ κανένας ἀπ’ ὅ,τι σκέφθηκ’ ἀπ’ ἀρχῆς, ἀφοῦ τοῦ χολωμένου Πηλείδη μέσ’ ἀπ’ τὴν
σκηνὴν τὴν κόρην Βρισηίδα ἐπῆρες, ὦ διογέννητε, στὴν γνώμην μου ἐναντίον καὶ ἄν καὶ πολὺ σ’ ἐμπόδιζα καὶ
σὲ παρακαλοῦσα, μόνον τὴν μεγαλόκαρδην ὑπάκουσες ψυχήν σου· κι ἐξαίσιον ἄνδρα ἀψήφησες ποὺ καὶ οἱ
θεοὶ δοξάσαν· {{r|110}} καὶ τὸ βραβεῖον τοῦ κρατεῖς· ἀλλὰ καὶ τώρ’ ἀκόμη πῶς νὰ τὸν εἰρηνεύσωμεν ἂς
στοχασθοῦμεν ὅλοι μὲ πολλὰ δῶρα πρόσχαρα καὶ λόγια μελωμένα». Καὶ πρὸς αὐτὸν ἀπάντησεν ὁ μέγας
Ἀγαμέμνων: «Ὅλες μοῦ εἶπες γέροντα, σωστὰ τὲς ἁμαρτίες. ῎Εσφαλα, ναί, τ’ ὁμολογῶ· ἀντὶ πολλῶν ἀξίζει
λαῶν ὁ ἄνθρωπος ποὺ ὁ Ζεὺς ὁλόψυχ’ ἀγαπήσει. ῾Ως τώρα τοῦτον τίμησε, κι ἐμᾶς ἔχει ἀφανίσει, ἀλλ’ ἂν καὶ
τόσο ἐλεεινὰ τυφλώθη τότε ὁ νοῦς μου νὰ τὸ διορθώσω ἐπιθυμῶ μὲ ξαγορὰν πλουσίαν. {{r|120}} Καὶ ἰδού τὰ
δῶρα ὑπέρλαμπρα, ποὺ ἐγὼ θὰ τοῦ προσφέρω· ἄκαυτοι τρίποδες ἑπτά, χρυσοῦ τάλαντα δέκα, εἴκοσι λέβητες
λαμπροὶ καὶ δώδεκα γενναῖοι ἵπποι ποὺ ἐκέρδισαν πολλὰ τὰ πόδια των βραβεῖα˙ ἀγροὶ καὶ πολυτίμητο
χρυσάφι δὲν θὰ ἐλεῖπαν τοῦ ἀνδρός, ὁποὺ θὰ ἐλάμβανε τὰ πλούτη ἀπ’ τὰ βραβεῖα, ὅσ’ ἀπ’ τὲς νίκες ἔλαβα τῶν
μονονύχων ἵππων, κι ἑπτὰ Λεσβίδες ἄξιες σ’ ἔργα λαμπρὰ θὰ δώσω, ποὺ ὅταν τὴν Λέσβον πόρθησεν αὐτός,
εἶχε διαλέξει εὔμορφες ποὺ τῶν γυναικῶν τὸ γένος ἐνικοῦσαν. {{r|130}} Τοῦτες θὰ δώσω καὶ μ’ αὐτὲς θὰ εἶναι
ἡ Βρισηίδα ὁποὺ τοῦ ἐπῆρα· κι ἐνταυτῶ θὰ ὁμόσω μέγαν ὅρκον, ὅτι στὴν κλίνην της ποτὲ μαζί της δὲν ἀνέβην
ὡς τῶν ἀνθρώπων, γυναικῶν καὶ ἀνδρῶν, τὸ θέλει ὁ πόθος. Καὶ τοῦτ’ ἀμέσως θὰ δοθοῦν· καὶ ἂν οἱ θεοὶ
θελήσουν τὴν ὑψηλὴν νὰ ρίξωμεν τὴν πόλιν τοῦ Πριάμου, ἂς πάρη, ὅταν οἱ Ἀχαιοὶ τὰ λάφυρα μοιράσουν, ἀπὸ
χρυσὸν καὶ χάλκωμα γεμάτο ἕνα καράβι, κι εἴκοσι Τρωαδίτισσες γυναῖκες ἂς διαλέξη, ποὺ μόν’ ἡ ῾Ελέν’ ἡ
Ἀργισσα στὸ κάλλος θὰ ὑπερβαίνη. {{r|140}} καὶ στ’ Ἄργος τὸ Ἀχαϊκόν, τῆς γῆς μαστάρι, ἂν φθάση, γαμπρὸν
τὸν θέλω ἀγαπητόν, ὡς ἔχω τὸν ᾽Ορέστην, ποὺ χαίρετ’ ὅλα τὰ καλὰ μονάκριβό μου ἀγόρι. Στὸ στερεό μου
μέγαρο τρεῖς ἔχω θυγατέρες˙ ἀπὸ τὲς τρεῖς ἀδώρητα στὸ σπίτι τοῦ Πηλέως ἂς φέρ’ ἢ τὴν Χρυσόθεμιν ἢ καὶ τὴν
Λαοδίκην ἢ καὶ τὴν ᾽Ιφιάνασσαν καὶ θὰ τῆς δώσω δῶρα ὅσα κανεὶς στὴν κόρη του δὲν ἔδωκε πατέρας. Κι οἱ
ἑξῆς εἶναι οἱ περίφημες ποὺ θὰ τοῦ δώσω χῶρες: Φηρὲς τὸ θεῖον πόλισμα, ῾Ενόπη, Καρδαμύλη, {{r|150}} ῾Ιρὴ
χλοώδης, Πήδασος ἀμπελοφόρος ὅλη, Αἴπεια λαμπρὴ καὶ Ἄνθεια μὲ τὸ παχὺ γρασίδι. ῞Ολες ἀκρόγιαλα σιμά,
μὲ τὴν ἀμμώδη Πύλον. Κι οἱ ἐγκάτοικοι πολύαρνοι, πολύμοσχοι μὲ δῶρα θὰ τὸν τιμήσουν ὡς θεὸν καὶ
ἀφθόνως θὰ τοῦ δίδουν τὰ διορισμένα δίκαια, στὸ σκῆπτρον ἀποκάτω. Τοῦτα τὰ ὑπόσχομαι, ἂν αὐτὸς ἀπ’ τὸν
θυμόν του παύση. ῍Ας πραϋνθῆ – ἀπράϋντος καὶ ἄσπονδος εἶν’ ὁ Ἅδης, διὰ τοῦτο μόνος τῶν θεῶν μισεῖται
ἀπ’ τοὺς ἀνθρώπους – σ’ ἐμέν’ ἂς κλίνη, ἀνώτερος ὡς εἶμαι βασιλέας, {{r|160}} καὶ ὡς διὰ τὴν ἡλικίαν μου νὰ
προτιμῶμαι ἁρμόζει». Καὶ ὁ Νέστωρ ὁ Γερήνιος ἱππότης τοῦ ἀποκρίθη: «῏Ω ᾽Αγαμέμνον’ ἀρχηγέ, τρισένδοξε
Ἀτρεΐδη, τὰ δῶρα δὲν εἶναι μικρὰ ποὺ δίδεις τοῦ Πηλείδη˙ καὶ ἄνδρες ἂς στείλουμ’ ἐκλεκτοὺς στὸν θεῖον
᾽Αχιλλέα, καὶ ἂς ξεκινήσουν γρήγορα νὰ φθάσουν στὴν σκηνήν του. Καὶ ἀκοῦτε νὰ τοὺς δείξω ἐγώ, κι ἐκεῖνοι
ἂς ὑπακούσουν. ῾0 Φοίνιξ ὁ διίφιλος θά ᾽ναι ὁδηγὸς καὶ πρῶτος, ὁ μέγας Αἴας ἔπειτα καὶ ὁ θεῖος ᾽Οδυσσέας,
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ι 56
κατόπιν των οἱ κήρυκες ᾽Οδίος κι Εὐρυβάτης. {{r|170}} Νίψιμο φέρτε καὶ σιγὴν κηρύξετ’ εὐλαβείας διὰ νὰ
εὐχηθοῦμεν ἔλεος πρὸς τὸν πατέρα Δία». Εἶπε καὶ εἰς ὅλους ἀρεστὸς ἐφάνη ἐκείνου ὁ λόγος. Καὶ τὰ νερὰ τοὺς
ἔχυσαν οἱ κήρυκες στὰ χέρια, καὶ ἀφοῦ κρατῆρες μὲ κρασὶ στεφάνωσαν οἱ νέοι ἔδωκε σ’ ὅλους ἀπαρχὴν στὰ
γεμιστὰ ποτήρια, καὶ ἀφοῦ σπονδίσαν κι ἔπιαν ὅσ’ ἤθελε ἡ ψυχή των, ἀπὸ τοῦ Ἀτρείδη τὴν σκηνὴν ἐβγῆκαν κι
ἐκινῆσαν. Καὶ ὁ Νέστωρ σύσταινε σ’ αὐτοὺς μὲ λόγον καὶ μὲ ντῦμα στὸν ᾽Οδυσσέα μάλιστα πολὺ νὰ
προσπαθήσουν {{r|180}} νὰ πείσουν ὅπως δύνανται τὸν ἄψογον Πηλείδην. Καὶ ὡς πήγαιναν ἀκρόγιαλα στὸν
Ποσειδώνα εὐχόνταν τὴν μεγαλόκαρδην ψυχὴν νὰ πείσουν τοῦ Ἀχιλλέως. Στῶν Μυρμιδόνων τὲς σκηνὲς
ἐφθάσαν καὶ στὰ πλοῖα, κι ἦβραν αὐτὸν τὸ πνεῦμα του νὰ τέρπη μὲ γλυκεῖαν καλὴν κιθάραν τεχνικὴν μ’
ὁλάργυρον τὸν πῆχυν, ποὺ διάλεξ’ ἀπ’ τὰ λάφυρα τὴν πόλιν ὅταν πῆρε τοῦ Ἀετίωνος˙ αὐτὸς καὶ τὴν ψυχὴν μ’
ἐκείνην ἱλάρωνε, καὶ τῶν ἀνδρῶν τὲς δόξες ἐτραγούδα. Καὶ ὁ Πάτροκλος ἐκάθονταν ἀπέναντί του μόνος
{{r|190}} σιωπηλὸς κι ἀνάμενε νὰ παύση τὸ τραγούδι. ῾Ωστόσο αὐτοὶ προχώρησαν, καὶ πρῶτος ὁ ᾽Οδυσσέας,
κι ἐμπρός του ἐστάθηκαν ὀρθοί˙ πετάχθη ξιπασμένος, ἀπ’ τὸ θρονί του μ’ ὅλην του τὴ φόρμιγγα ὁ Πηλείδης· ὁ
Πάτροκλος σηκώθηκε καὶ αὐτὸς ἅμα τοὺς εἶδε. «Χαίρετε, ὦ φίλοι μου ἀκριβοί, τοὺς εἶπεν ὁ Ἀχιλλέας, - θὰ
εἶναι ἀνάγκη φοβερὴ - σεῖς εἶσθε ἀγαπητοί μου, ὄσο κανεὶς τῶν Ἀχαιῶν, καὶ ἂς εἶμαι χολωμένος». Παράμερα
τοὺς ἔμπασεν ὁ θεῖος Ἀχιλλέας καὶ τοὺς ἐκάθισε εἰς θρονιὰ μὲ τάπητες ὡραίους, {{r|200}} καὶ τοῦ Πατρόκλου
εἶπεν εὐθύς: «Τρανότερον κρατήρα, Μενοιτιάδη, στῆσε τους, καὶ με κρασὶ γενναῖο συγκέρνα τον, κι ἑτοίμασε
τοῦ καθενὸς ποτήρι. ῞Οτ’ εἶναι ἄνδρες ἀκριβοὶ στὴν σκέπην μου ἀποκάτω». ῾Υπάκουσεν ὁ Πάτροκλος τὸν
ποθητόν του φίλον˙ καὶ αὐτὸς εἰς κρεατοσάνιδο, στην φωτεινὴν γωνίαν ἀρνιοῦ τὴν πλάτην ἔριξε κι ἐρίφι
σαρκωμένο μὲ χοίρου νῶτον πόλαμπε στὸ πάχος κι ὁ Αὐτομέδων τοῦ τὰ ἐβαστοῦσε κι ἔκοφτεν ὁ θεῖος
Ἀχιλλέας. Καὶ ἀφοῦ τὰ λιάνισ’ εὔμορφα, τὰ πέρασε στὲς σοῦβλες, {{r|210}} καὶ ὡστόσο φωτιὰν ἄναφτεν ὁ
Πάτροκλος μεγάλην καὶ ὅταν ἐκάηκε ἡ φωτιὰ καὶ ὅλη ἐμαράνθ’ ἡ φλόγα ἀφοῦ τ’ ἀνθράκια ἔστρωσεν ἄνω
στοὺς ψῆστες βάζει τὲς σοῦβλες καὶ στὰ κρέατα τὸ ἅγιο ρίχνει ἁλάτι. Καὶ ἀφοῦ ἐψηθῆκαν τά ᾽συρεν ἐπάνω
στὲς σανίδες, καὶ ὁ Πάτροκλος εἰς κάνιστρα λαμπρὰ τὸν ἄρτον φέρνει στὴν τράπεζαν, καὶ ὁ Ἀχιλλεὺς τὰ
κρέατα μοιράζει. Κι ἐκάθισεν ἀπέναντι τοῦ θείου ᾽Οδυσσέως κι ἐπρόσταξε τὸν φίλον του τὴν προσφορὰν νὰ
κάμη, καὶ ὁ Πάτροκλος τὲς ἀπαρχὲς στὲς φλόγες παραδίδει {{r|220}} Ἅπλωσαν τότε στὰ ἕτοιμα καλὰ ποὺ
ἐμπρός τους εἶχαν. Καὶ ἀφοῦ σ’ ἐκεῖνα εὐφράνθηκαν, τοῦ Φοίνικος ὁ Αἴας ἔκαμε νεῦμα· ἐνόησεν ὁ ᾽Οδυσσεὺς
ὁ θεῖος, ἔνα ποτήρι ἐγέμισε κι ἐπρόπιε τοῦ Ἀχιλλέως: «Χαῖρε, Ἀχιλλέα· μήτ’ ἐδῶ καὶ μήτε στοῦ Ἀτρείδη εἰς τὴν
σκηνὴν παράπονο δὲν ἔχομε τοῦ δείπνου, καὶ ἄφθονα ὑπάρχουν τὰ καλὰ στὸ ἰσόμοιρο τραπέζι. Τὸν νοῦν ὅμως
δὲν ἔχομε στὸ εὐφραντικὸ τραπέζι, ἀλλὰ μεγάλην συμφορὰν μὲ τρόμον ἔμπροσθέν μας βλέπομε· τώρα θὰ
σωθοῦν ἢ θὰ χαθοῦν τὰ πλοῖα, {{r|230}} ἂν μὴ ἐσύ, διόθρεπτε, ζωσθῆς τὴν δύναμὶν σου. ῞Οτι ἐκαθίσαν
μεταξὺ τοῦ τείχους καὶ τῶν πλοίων οἱ Τρῶες οἱ ἀπότολμοι μὲ τοὺς βοηθούς των ὅλους. Καὶ ἄναψαν μύρια
πυρά, καὶ λέγουν ὅτι πλέον δὲν θὰ σταθοῦν καὶ ἀκράτητοι θὰ πέσουν στὰ καράβια - σ’ αὐτοὺς ἀστράφτει,
φανερὸ καλὸ σημάδι, ὁ Δίας. Μανίζει ὁ ῞Εκτωρ μ’ ἔπαρσιν πολλὴν στὴν δύναμίν του, καὶ στὸν Κρονίδην
θαρρετὸς θνητοὺς δὲν συλλογιέται μήτε θεούς, καὶ φοβερὴ μέσα του λύσσα ἐμπῆκε. Κι ἡ θεία πότε νά ᾽λθ’ ᾽Ηὼς
παρακαλεῖ καὶ πρῶτα {{r|240}} νὰ κόψη αὐτὸς τ ἀκρόπρυμνα καυχᾶται καὶ τὰ πλοῖα μὲ πῦρ νὰ κάψη
φλογερὸ καὶ ὡς ὁ καπνὸς θὰ διώχνη ἐδῶ κι ἐκεῖ τοὺς ᾽Αχαιοὺς νὰ τοὺς ἐξολοθρεύση. Πολὺ φοβοῦμαι μὴν αὐτὰ
ποὺ φοβερίζει ἐκεῖνος τοῦ τὰ ἐκτελέσουν οἱ θεοί, καὶ ἡ μοίρα μας στὴν Τροίαν θέλη νὰ πέσουμε, μακρὰν ἀπ’ τὸ
ἱπποτρόφον Ἄργος. Ἀλλ’ ἄστα, ἂν θέλης, ἂν καὶ ἀργά, τῶν Ἀχαιῶν τὰ τέκνα νὰ σώσης ἀπ’ τὸν τάραχον καὶ
τὴν ὁρμὴν τῶν Τρώων. Λύπην θὰ τό ᾽χης ἔπειτα καὶ σύ, καὶ γενναμένο κακὸ δὲν διορθώνεται· ἀλλ’ ἔγκαιρα
στοχάσου {{r|250}} τοὺς Δαναοὺς ἀπ’ τὴν κακὴν ἡμέραν νὰ φυλάξης· τί σοῦ ᾽λεγε ὁ πατέρας σου, γλυκέ μου,
τὴν ἡμέραν ὁποὺ στὸν Ἀγαμέμνονα σὲ ἔστελνε ἀπ’ τὴν Φθίαν; «Τέκνον, τὲς νίκες ἡ Ἀθηνᾶ κι ἡ ῞Ηρα θὰ σοῦ
δώσουν ἂν τὸ θελήσουν, ἀλλὰ σὺ στὸ στῆθος θὰ δαμάσης τὴν μεγαλόκαρδην ψυχήν· προτίμα νά ᾽σαι πράος·
ἄπεχε ἀπ’ τὴν κακόπρακτην τὴν ἔριδα, ὥστε πλέον θὰ σὲ τιμήσουν οἱ Ἀχαιοὶ καὶ γέροντες καὶ νέοι». Αὐτὰ καὶ
σὺ τὰ λησμονεῖς, ποὺ ἐσύσταινεν ὁ γέρος· ἀλλὰ πραΰνου· τὸν θυμόν, πληγὴν φαρμακωμένην, {{r|260}} παῦσε
ὅσο ἀκόμα εἶναι καιρός· καὶ ὁ Ἀτρείδης θὰ σοῦ δώση ἀντάξια δῶρ’ ἂν προτιμᾶς τῆς ἔχθρας τὴν φιλίαν. Καὶ
ἰδοὺ πόσα ὑποσχέθηκε προτώρα στὴν σκηνήν του: Ἄκαυτοι τρίποδες ἑπτά, χρυσοῦ τάλαντα δέκα, εἴκοσι
λέβητες λαμπροὶ καὶ δώδεκα γενναῖοι ἷπποι, ποὺ μὲ τὰ πόδια των πῆραν πολλὰ βραβεῖα, ἀπὸ χρυσὸν
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ι 57
βαρύτιμον καὶ τόπον σιτοφόρον πλούσιος θὰ ἦτ’ ὁ ἄνθρωπος ποὺ νά ᾽χη τὰ βραβεῖα ὅσα τοῦ Ἀτρείδη
ἐκέρδισαν τὰ δυνατὰ πουλάρια. Κι ἑπτὰ γυναῖκες ἄξιες σ’ ἔργα λαμπρὰ θὰ δώση {{r|270}} πού, ὅταν τὴν
Λέσβον ἔριξες, ἐδιάλεξεν ἐκεῖνος, κι ἐνίκων εἰς τὴν εὐμορφιὰν τῶν γυναικῶν τὰ γένη. Τοῦτες θὰ δώση· καὶ μ’
αὐτὲς θὰ εἶναι ἡ Βρισηίδα ὁποὺ σοῦ ἐπῆρε κι ἐνταυτῶ θὰ ὁμόση μέγαν ὀρκον ποὺ δἐν ἀνέβηκε ποτὲ μαζί της
εἰς τὴν κλίνην, ὡς ἄνδρας κάμνει καὶ γυνὴ στὸ γένος τῶν ἀνθρώπων καὶ τοῦτ’ ἀμέσως θὰ δοθοῦν· κι οἱ
ἀθάνατοι ἂν θελήσουν τὴν ὑψηλὴν νὰ ρίξουμε τὴν πόλιν τοῦ Πριάμου, νὰ πάρης, ὅταν οἱ Ἀχαιοὶ τὰ λάφυρα
μοιράσουν, χρυσὸν καὶ χάλκωμ’ ἀρκετὸ καράβι νὰ φορτώσης. {{r|280}} Κι εἴκοσι Τρωαδίτισσες γυναῖκες νὰ
διαλέξης θαυμάσιες διὰ τὸ κάλλος των κατόπιν τῆς ῾Ελένης. καὶ στ’ Ἄργος τὸ Ἀχαϊκόν, τῆς γῆς μαστάρι, ἂν
φθάση, γαμβρὸν σὲ θέλει, ἀγαπητὸν ὡς ἔχει τὸν ᾽Ορέστην ποὺ χαίρεται ὅλα τὰ καλά, μονάκριβό του ἀγόρι. Στὸ
στερεό του μέγαρο τρεῖς ἔχει θυγατέρες· ἀπὸ τὲς τρεῖς ἀδώρητα, στὸ σπίτι τοῦ Πηλέως φέρε ἢ τὴν Χρυσόθεμιν
ἢ καὶ τὴν Λαοδίκην ἢ καὶ τὴν ᾽Ιφιάνασσαν, καὶ θὰ τῆς δώση δῶρα ὅσα κανεὶς στὴν κόρην του δὲν ἔδωκε
πατέρας. {{r|290}} Χῶρες περίφημες ἑπτὰ τῆς δίδει, τὴν ᾽Ενόπην, τὴν Αἴπειαν καὶ τὴν Πήδασον, ἀμπελοφόρον
ὅλην, τὴν Καρδαμύλην, τὴν ῾Ιρήν, χλοώδη, τὴν ἁγίαν πόλιν Φηρῶν, τὴν Ἄνθειαν μὲ τὸ βαθὺ γρασίδι, ὅλες
ἀκρόγιαλα σιμὰ μὲ τὴν ἀμμώδη Πύλον. Κι οἱ ἐγκάτοικοι πολύαρνοι, πολύμοσχοι, μὲ δῶρα θὰ σὲ τιμήσουν ὡς
θεόν, καὶ ἀφθόνως θὰ σοῦ δίνουν τὰ διορισμένα νόμιμα στὸ σκῆπτρον σου ἀποκάτω. Αὐτὰ θὰ δώση, ἂν τὸν
θυμὸν ἀφήσης, ὁ Ἀγαμέμνων. Καὶ τὸν Ἀτρείδην ἂν μισῆς καὶ ὅσα προσφέρνει δῶρα, {{r|300}} λυπήσου τῶν
Παναχαιῶν τὸ στράτευμα ποὺ πάσχει. Θὰ σὲ τιμήσουν ὡς θεὸν ὅτι θὰ λάβης δόξαν λαμπρὰν ἀπ’ ὅλους, ἐπειδὴ
σὺ τώρα νὰ κτυπήσης θὰ δυνηθῆς τὸν ῞Εκτορα ποὺ ἐμπρός σου θά ᾽λθη, ὡς εἶναι ἀπὸ τὴν λύσσαν του τυφλός,
καὶ λέγει ὅτι δὲν ἔχουν τὸν ὅμοιόν του οἱ Δαναοί, ὅσ’ ἤλθαμε στὴν Τροίαν». Καὶ ὁ γοργοπόδης ᾽Αχιλλεὺς
ἀπάντησέ του κι εἶπε: «Λαερτιάδη εὑρετικέ, διογένννητε Ὀδυσσέα, ἴσια θὰ εἰπῶ καὶ καθαρὰ τὴν ὁμιλία ὅλην
καθὼς φρονῶ καὶ ἀσάλευτη θὰ μείν’ ἡ θέλησίς μου, {{r|310}} ὥστε νὰ μὴ προσκλαίεσθε καθήμενοι σιμά μου.
῞Οτι μοῦ εἶναι μισητός, ὅσο τοῦ Ἅδ’ οἱ πύλες, κεῖνος ποὺ κρύβει ἄλλο στὸν νοῦν καὶ ἄλλο στὸ χεῖλος ἔχει. Καὶ
ὅ,τι ἐγὼ κρίν’ ὀρθότερον θὰ εἰπῶ· μήτ’ ὁ Ἀγαμέμνων, μήτε τῶν ἄλλων Ἀχαιῶν κανεὶς δὲν θὰ μὲ πείση˙ χάριν
δὲν εἶχε ὁ πόλεμος ποὺ ἀδιάκοπα ἐκρατοῦσα μὲ τοὺς ἐχθρούς, ἀφοῦ καὶ αὐτὸς ποὺ ἀπέχει ἀπὸ τὴν μάχην καὶ
αὐτὸς ποὺ σφόδρα πολεμεῖ, μερίδα ὁμοίαν παίρνουν. ῎Ισα τιμᾶτ’ ὁ ἄνανδρος μὲ τὸν ἀνδρειωμένον. Πολλὰ καὶ
ἂν πράξης καὶ ἄνεργος ἂν μείνης, ἀποθνήσκεις. {{r|320}} Τί κέρδος τάχα μ’ ἄφησε τὸ νὰ ταλαιπωροῦμαι καὶ
τὴν ζωήν μου εἰς κίνδυνον νὰ βάζω πολεμώντας; Καὶ ὡς τὴν χαψιὰ στ’ ἀπτέρωτα μικρά της δίδ’ ἡ μάνα, ἅμα
τὴν ἔβρη, πλὴν αὐτὴ ζωὴν καλὴν δὲν ἔχει, κι ἐγὼ πολλὲς ἀγρύπνησα νυκτιὲς καὶ τὲς ἡμέρες περνοῦσα
αἱματοστάλακτες μ’ ἐχθροὺς ἀνδρειωμένους μαχόμενος, ἐξ ἀφορμῆς τῶν γυναικῶν τους μόνον. Καὶ μὲ τὰ
πλοῖα δώδεκα ἔχω πατήσει χῶρες, καὶ πάλιν ἕνδεκα πεζὸς στὴν κάρπιμην Τρωάδα. Καὶ ἀπ’ ὅλες θησαυροὺς
πολλοὺς ἐπῆρα καὶ τοῦ Ἀτρείδη {{r|330}} εὐθὺς ὅλα ἐπαράδιδα, καὶ αὐτὸς στὰ κοῖλα πλοῖα σιμά, μένοντας
ἥσυχος τὰ ἐδέχετο καὶ μέρος ὀλίγο ἐμοίραζε, πολλὰ κρατοῦσε, καὶ ὡς βραβεῖα τῶν βασιλέων ἔδιδε καὶ
πολεμάρχων ἄλλα. Σ’ αὐτοὺς τ’ ἀφήνει, καὶ ἀπ’ ἐμὲ καὶ μόνον πῆρε ὀπίσω τὴν ποθητήν μου· ἂς τέρπεται σιμά
της ξενυκτώντας. Τί τοὺς Ἀργείους ἔφερε νὰ πολεμοῦν τοὺς Τρῶας; Τί τόσα πλήθη ἐσύναξε καὶ ἀνέβασεν ὁ
Ἀτρείδης ἐδῶ; Δὲν εἶν’ ἐξ ἀφορμῆς τῆς εὔμορφης ῾Ελένης; Οἱ Ἀτρεῖδες τὲς γυναῖκες των μόνοι ἀγαποῦν στὸν
κόσμον; {{r|340}} Κάθε καλὸς καὶ φρόνιμος πόνον καὶ ἀγάπην ἔχει εἰς τὴν δικήν του σύντροφον· καὶ αὐτὴν
ἐγὼ τὴν κόρην, ἂν καὶ πολέμου λάφυρον, ὁλόψυχ’ ἀγαποῦσα. Καὶ τώρα ποὺ ἀπ’ τὰ χέρια μου ἐπῆρε τὸ
βραβεῖον μ’ ἀπάτην, ἂς μὴ προσπαθῆ τὸν γνώστην του νὰ πείση καὶ μὲ τοὺς ἄλλους βασιλεῖς καὶ σέ,
Λαερτιάδη, τρόπον ἄς ἔβρη ἀπ’ τὴ φωτιὰ νὰ σώση τὰ καράβια. Πολλά ᾽καμε χωρὶς ἐμέ, καὶ τεῖχος ἔχει κτίσει
καὶ χάντακ’ ἄνοιξε βαθύν, μὲ πάλους εἰς τὸ βάθος. Πλήν, τοῦ ἀνδροφόνου ῞Εκτορος τὴν ρώμην νὰ ἐμποδίση
{{r|350}} δὲν δύναται˙ καὶ ὅταν ἐγὼ μὲ σᾶς συμπολεμοῦσα, ποτὲ δὲν ἤθελεν αὐτὸς τὴν μάχην νὰ κινήση
μακρὰν ἀπὸ τὰ τείχη του, καὶ μόνον ὡς τὸν φράξον ἔφθασε τῶν Σκαιῶν Πυλῶν· αὐτοῦ μ’ ἔχει ἀντικρίσει μίαν
φορὰν καὶ μετὰ βιᾶς ἐσώθη ἀπ’ τὴν ὁρμήν μου. Καὶ ἀφοῦ τὸν θεῖον Ἕκτορα νὰ πολεμήσω πλέον δὲν θέλω,
αὔριον τοῦ Διὸς καὶ ὅλων τῶν ἀθανάτων θὰ θυσιάσω, κι ἔπειτα στὴν θάλασσα θὰ σύρω τὰ πλοῖα
καλοφόρτωτα, καὶ θὰ τὰ ἰδῆς ἂν θέλης πολὺ πρωὶ μὲς στὸν βαθὺν ῾Ελλήσποντον νὰ πλέουν {{r|360}} καὶ μέσα
νὰ λαμνοκοποῦν οἱ ἄνδρες μου μὲ πόθον κι ἐὰν ταξίδι ὁ Ποσειδῶν καλὸ μοῦ δώση ὁ θεῖος, στὴν καρποφόρον
Φθίαν μου τὴν τρίτην φθάνω ἡμέραν. Πλούτη ἔχω ἀφήσει ἐκεῖ πολλὰ ὅταν στὴν Τροίαν ἦλθα· κι ἐδῶθε
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ι 58
χάλκωμα, χρυσὸν καὶ σίδερο θὰ πάρω, καὶ ὡραῖες κόρες λάφυρα δικά μου ἀπὸ τὸν κλῆρον· μοῦ λείπει τὸ
βραβεῖον μου, ποὺ αὐτὸς, ποὺ τό ᾽χε δώσει, τὸ ἐπῆρε πίσω ὑβριστικῶς, ὁ κραταιὸς Ἀτρείδης. Καὶ ὅλα ταῦτα
ἐπιθυμῶ νὰ εἰπῆτε δημοσίως, ὥστε κι οἱ ἐπίλοιποι Ἀχαιοὶ δι’ αὐτὰ ν’ ἀγανακτήσουν, {{r|370}} καὶ μὴ
θαρρεύση στὸ ἑξῆς νὰ ξεπλανήση καὶ ἄλλον ὁ ἀδιάντροπος· ἀλλὰ σ’ ἐμὲ δὲν θὰ τολμήση πλέον, ὅσο καὶ εἶναι
ἀναίσχυντος τὰ μάτια νὰ σηκώση. ῎Εργο κανένα ἐγὼ μ’ αὐτὸν οὐδὲ συμβούλια θέλω· μ’ ἀπάτησε, μ’ ἀδίκησε·
δὲν μὲ δολώνει πλέον. Τόσο τοῦ ἀρκεῖ· καὶ ἀμέριμνος στὸν ὄλεθρόν του ἂς τρέχη, ἀφοῦ τὸν νοῦν τοῦ ἀφαίρεσεν
ὁ πάνσοφος Κρονίδης. Τὰ δῶρα του ἀποστρέφομαι καὶ οὐτιδανὰ τὰ κρίνω, καὶ ἂν δέκ᾽, ἂν εἴκοσι φορὲς τόσα
μοῦ δώση ὅσα ἔχει καὶ ὅσα κατόπι γίνεται νὰ λάβη καὶ ὅσα πλούτη {{r|380}} συρρέουν στὸν ᾽Ορχομενὸν ἢ στὲς
Αἰγύπτιες Θῆβες, ποὺ ὡσὰν ἐκεῖνες θησαυροὺς ἄλλη δὲν ἔχει χώρα, ποὺ πύλες ἔχουν ἑκατὸν καὶ ἀπὸ τὴν κάθε
πύλην ἄνδρες περνοῦν διακόσιοι μὲ τὰ ζεμέν’ ἁμάξια· ἢ ὅσ’ ἡ σκόν’ εἶναι τῆς γῆς ἢ ὁ ἄμμος τῆς θαλάσσης, τὴν
πληγωμένην μου ψυχὴν δὲν θὰ πραΰν’ ὁ Ἀτρείδης πρὶν μοῦ πληρώση ὁλόκληρον τὸ μέγ’ ἀδίκημά του. Καὶ τοῦ
Ἀγαμέμνονος ἐγὼ δὲν παίρνω θυγατέρα, στὸ κάλλος καὶ ἂν μὲ τὴν χρυσὴν συγκρίνεται Ἀφροδίτην καὶ ἂν ἔχη
μὲ τὴν Ἀθηνᾶ τῶν ἔργων τὰ πρωτεῖα, {{r|390}} δὲν θὰ τὴν πάρω· ἀνώτερον ἂς ἔβρη βασιλέα μέσ’ ἀπ’ τοὺς
ἄλλους Ἀχαιούς, γαμβρὸν ποὺ νὰ τοῦ πρέπει. ῞Οτι ἂν μὲ σώσουν οἱ θεοὶ καὶ στὴν πατρίδα φθάσω, κάπου θενά
᾽βρη δι’ ἐμὲ μίαν νύμφην ὁ πατέρας. ῞Οτι ᾽Αχαιίδες πάμπολλες ἡ ῾Ελλὰς ἔχει κι ἡ Φθία κόρες προκρίτων
δυνατῶν ὁποὺ δεσπόζουν χῶρες, καὶ ὅποιαν θελήσω, σύντροφον θὰ κάμω ποθητήν μου. Αὐτοῦ σφόδρα
ἐπεθύμησεν ἡ ἀνδρικὴ ψυχή μου καλὴν νὰ πάρω σύντροφον καὶ νὰ χαρῶ μαζί της τὰ κτήματα ὅσ’ ἀπόκτησεν
ὁ γέρος μου πατέρας. {{r|400}} ῞Οτι δὲν κρίνω θησαυρὸν ἀντάξιον τῆς ψυχῆς μου οὐδ’ ὅσα ἡ πόλις ἡ λαμπρὴ
κρατοῦσε τῆς ᾽Ιλίου, ὅταν πρὶν ἔλθουν οἱ Ἀχαιοί, καλὴν εἰρήνην εἶχε, οὐδ’ ὅσα κλείει μέσα του τὸ λίθινο
κατώφλι τοῦ μακροβόλου Ἀπόλλωνος, στὴν πετρωτὴν Πυθώνα. Τρίποδες, μόσχους, πρόβατα, ἵππους ξανθοὺς
ἂν χάσης, πάλιν μ’ ἀνάλλαγμ’ ἀποκτᾶς ἢ λάφυρα τὰ παίρνεις. Ἀλλ’ ἡ ψυχή μας λάφυρο δὲν γίνεται, οὔτε
κτῆμα, ἀφοῦ περάση μιὰ φορὰ τὸ φράγμα τῶν ὀδόντων. Καὶ ὡς λέγ’ ἡ Θέτις ἡ θεὰ μητέρα μου, δυὸ μοῖρες
{{r|410}} ἐμὲ φέρουν διάφορες στὸ τέλος τοῦ θανάτου. Ἂν μείνω ἐδῶ νὰ πολεμῶ τὴν πόλιν τοῦ Πριάμου ἡ
ἐπιστροφή μου ἐχάθηκεν, ἀλλ’ ἄφθαρτη θὰ μείνη ἡ δόξα μου· στὴν ποθητὴν πατρίδα μου ἂν γυρίσω, μοῦ ἐχάθ’
ἡ δόξα, ἀλλ’ ἔπειτα πολλὲς θὰ ζήσω ἡμέρες, καὶ δὲν θὰ μ’ ἔβρη γρήγορα τὸ τέλος τοῦ θανάτου. Καὶ σᾶς τῶν
ἄλλων θά ᾽λεγα νὰ στρέψτε στὴν πατρίδα· νὰ εὑρῆτε μὴν ἐλπίσετε τῆς ὑψηλῆς ᾽Ιλίου τὸ τέλος˙ καὶ δὲν βλέπετε
πὼς ὕψωσεν ἐμπρός της ὁ Βροντητὴς τὸ χέρι του κι ἐθάρρευσαν τὰ πλήθη; {{r|420}} Ἀλλὰ τώρα κινήσετε, καὶ
ὡς πρέπει τῶν γερόντων, σεῖς φέρετε τὸ μήνυμα στῶν Ἀχαιῶν τοὺς πρώτους, ὥστ’ ἄλλον τρόπον νὰ σκεφθοῦν
καλύτερον στὸν νοῦν τους τὰ πλοῖα των καὶ τὸν λαὸν τῶν Ἀχαιῶν νὰ σώσουν διότι αὐτὸ ποὺ ἐσκέφθηκαν στὸ
χέρι τους δὲν εἶναι, δὲν κατορθώνεται, ἀφοῦ ἐγὼ θὰ μείνω στὸν θυμόν μου. Καὶ ἂς μείνη ἐδῶ νὰ κοιμηθῆ ὁ
Φοίνιξ καὶ ἅμα φέξη καθὼς θὰ κάμωμε πανιὰ γιὰ τὴν γλυκιὰν πατρίδα, μαζὶ μου ἂς ἔλθη, ἂν βούλεται· κι ἐγὼ
δὲν θὰ τὸν βιάσω». Εἶπε˙ κι ἐκεῖνοι ἐσίγησαν, ἄφωνοι μεῖναν ὅλοι, {{r|430}} ἀπὸ τὴν σκληρὴν ἄρνησιν, ποὺ
ἀκοῦσαν, ξιπασμένοι. ῞Οσο ποὺ ὁ Φοίνιξ ἄρχισε, δακρύζοντας ὡς εἶδε καταστροφὴ νὰ κρέμεται στῶν Ἀχαιῶν
τὰ πλοῖα: «Ἄν στὴν πατρίδα σου ἐννοῆς, λαμπρότατε Ἀχιλλέα, νὰ ἐπανέλθης καὶ ὁ δεινὸς θυμός σου δὲν σ’
ἀφήνει παντάπασι τὰ πλοῖα μας νὰ σώσης ἀπ’ τὲς φλόγες, πῶς, ὦ παιδί μου ἀγαπητό, μακράν σου δῶ νὰ
μείνω μόνος; Καὶ διὰ σέ μ’ ἔστελνεν ὁ γέρος σου πατέρας, ὅταν στὸν Ἀγαμέμνονα ἐσ’ ἔστελνε ἀπ’ τὴν Φθίαν
νέον, ἀκόμη ἀμάθητον τοῦ φοβεροῦ πολέμου {{r|440}} καὶ τῶν λαμπρῶν ὁμιλιῶν, ὅπου διακρίνοντ’ ἄνδρες διὰ
τοῦτο ἐμέν’ ἀπόστειλε, σ’ αὐτὰ νὰ σὲ διδάξω ὥστε νὰ γίνης ἔξοχος στὸν λόγον καὶ στὴν πρᾶξιν. ῞Ωστε ἀπὸ σὲ
νὰ χωρισθῶ δὲν ἤθελα, παιδί μου, κι ἐὰν θεὸς μοῦ ὑπόσχονταν τὸ γῆρας ν’ ἀποξύση κᾳὶ νὰ μὲ κάνη ἀκρόνεον,
ὡς ἤμουν ὄτε πρῶτα τὴν καλλιγύναικ’ ἄφησα ῾Ελλάδα, διὰ νὰ φύγω τὸν ᾽Ορμενίδη Ἀμύντορα πατέρα μου ποὺ
ὠργίσθη σ’ ἐμὲ δι’ ὡραίαν παλλακήν, ποὺ ἀγάπα κι ἐπροτίμα ἀπ’ τὴν μητέρα μου, καὶ αὐτὴ θερμὰ μ’
ἐπαρεκάλει {{r|450}} συχνὰ τόσο, ποὺ μ’ ἔπεισε νὰ πέσω μὲ τὴν νέαν πρῶτος, ὥστε τὸν γέροντα ν’ ἀποστραφῆ
κατόπιν. Τὸ νόησε ὁ πατέρας μου κι ἐπρόφερε κατάραν, στὴν κεφαλήν μου τες φρικτὲς καλώντας ᾽Ερινύες,
στὰ γόνατά του, σπέρμα μου ποτὲ νὰ μὴν καθίση˙ κι ἐνέργησαν οἱ ἀθάνατοι τὴν πατρικὴν κατάραν, ὁ χθόνιος
Ζεὺς κι ἡ ἄσπονδη στὸν Ἅδη Περσεφόνη. Καὶ στὸν θυμόν μου ἐσκέφθηκα νὰ κόψω τὸν πατέρα˙ ἀλλὰ μ’
ἐπράυνε θεός, ἅμ’ ἔβαλε στὸν νοῦν μου πόσους θ’ ἀκούσ’ ὀνειδισμοὺς ἀπ’ τὴν φωνὴν τοῦ κόσμου, {{r|460}} ἂν
πατροφόνον οἱ Ἀχαιοὶ κατόπιν μὲ ὀνομάσουν. Τότε νὰ περιφέρωμαι στὸ σπίτι τοῦ πατρός μου τοῦ θυμωμένου,
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ι 59
ἀποστροφὴν αἰσθάνετο ἡ ψυχή μου. Καὶ ὁλόγυρά μου συγγενεῖς, ἐξάδελφοι καὶ φίλοι παρακαλοῦσαν με
θερμῶς νὰ μὴν ἀναχωρήσω· κι ἐσφάζαν ἀρνιὰ πάμπολλα, μόσχους πολλούς, κι ἐβάζαν χοίρους πολλούς, ὅπ’
ἔλαμπαν στὸ πάχος μὲς στὴν φλόγα τοῦ ῾Ηφαίστου νὰ καψαλισθοῦν· καὶ τὸ κρασὶ ἐπίναν ἄφθον’ ἀπὸ τοῦ
γέροντος τὰ πήλινα πιθάρια. Κι ἐννέα νύκτες ἔμειναν κοντά μου καὶ ἀλλαζόνταν {{r|470}} στὴν φύλαξιν καὶ
τὴν φωτιὰν ἀκοίμητην κρατοῦσαν, ἄλλην στῆς καλοτείχιστης αὐλῆς μέσα στὸν γύρον καὶ ἄλλην στὸν
πρόδρομον, ἐμπρὸς στὴν θύραν τοῦ θαλάμου· καὶ τῆς νυκτὸς ὅτ’ ἔφθασε τὸ σκότος τῆς δεκάτης, τότ’ ἔσπασ᾽,
ἂν καὶ στερεήν, τὴν θύραν τοῦ θαλάμου καὶ τῆς αὐλῆς ἐπήδησα τὸ τεῖχος καὶ οὔτε οἱ ἄνδρες μ’ ἐννόησαν ποὺ
φύλαγαν, οὔτε οἱ γυναῖκες δοῦλες˙ μακρὰν νὰ φύγω ἐδιάβηκα ᾽πὸ τὴν πλατιὰν ῾Ελλάδα κι ἔφθασα στὴν
καλόσβωλον, τὴν ἀρνοθρόφον Φθίαν· καὶ ὁ βασιλέας ὁ Πηλεὺς μ’ ἐδέχθηκε ἐγκαρδίως, {{r|480}} καὶ μ’ εἶχε,
ὡσὰν μονάκριβον υἱὸν ἔχει πατέρας, ποὺ στὰ πολλά του ὑπάρχοντα θ’ ἀφήση κληρονόμον· πολὺν μοῦ ἔδωκε
λαὸν καὶ πλούτη καὶ στῆς Φθίας τὴν ἄκρην ἄρχον μ’ ἔστησε τοῦ γένους τῶν Δολόπων. Καὶ ὡς εἶσ’ ἐγὼ σ’
ἀνάστησα, θεόμορφε Ἀχιλλέα, μὲ πολὺν πόθον, ἐπειδὴ δὲν ἤθελες ποτέ σου εἰς δεῖπνον ἔξω ἢ σπίτι σου χωρὶς
ἐμὲ νὰ τρώγης. Στὰ γόνατά μου σ’ ἔπαιρνα καὶ σοῦ ᾽διδα προσφάγι κομμένο ἀπὸ τὰ χέρια μου, καὶ τὸ κρασὶ
στὸ χεῖλος, πολλὲς φορὲς μοῦ ἔβρεξες στὰ στήθη τὸν χιτώνα {{r|490}} ἀπὸ κρασί, πού, ἀδύναμο παιδάκι,
ἐξεχειλοῦσες. ᾽Εβασανίστηκα γιὰ σέ, διότ’ εἶχα στὸν νοῦν μου, ὅτι μοῦ ἀρνοῦντ’ οἱ ἀθάνατοι παιδὶ τῆς γενεᾶς
μου, καὶ σὲ παιδί μου σ’ ἔκαμα, ἰσόθεε Πηλείδη, ὥστε ἀπὸ θάνατον κακόν, ἂν τύχη νὰ μὲ σώσης. Ἀλλ’ ἂς
λυγίση ἡ ἀδάμαστη ψυχή σου, Ἀχιλλέα· μὴν εἶσαι ἀνήλεος· κι οἱ θεοὶ συγκλίνουν, ἂν κι ἐκείνων ἀνώτερ’ εἶναι ἡ
ἀρετὴ καὶ ἡ δύναμις καὶ ἡ δόξα. Καὶ ὅμως τὴν γνώμην τῶν θεῶν οἱ ἄνθρωποι γυρίζουν μὲ κνίσσαν, μὲ
θυμίαμα, μὲ προσευχὲς γλυκεῖες, {{r|500}} ἂν εἰς αὐτοὺς ἀσέβησαν κι ἐπράξαν ἀνομίαν, ῞Οτ’ οἱ ῾Ικεσίες τοῦ
Διὸς τοῦ ὑψίστου θυγατέρες, εἶναι χωλές, ἀλλὴθωρες, στὴν ὄψιν ζαρωμένες καὶ φροντισμένες σέρνονται ὀπίσω
ἀπὸ τὴν Ἄτην. Κι ἡ Ἄτη στερεόποδη, γερὴ πολύ, προτρέχει σ’ ὅλην τὴν γῆν καὶ τοὺς θνητοὺς προφθάνει ν’
ἀδικήση. Καὶ αὐτὲς ἔρχονται πίσω της τ’ ἀδίκημα νὰ σιάσουν. Καὶ ὅποιος μ’ εὐλάβειαν δέχεται τὲς κόρες τοῦ
Κρονίδη, τὸν βοηθοῦν καὶ ἀκρόασιν στὲς προσευχές του δίδουν· καὶ ἂν τὲς ἀρνῆται ἀμάλακτος, παρακαλοῦν
τὸν Δία {{r|510}} νὰ στείλη εὐθὺς κατόπι του τὴν Ἄτην, διὰ νὰ πάθη ὅμοια καὶ αὐτὸς καὶ ὁλόκληρον τὸ κρίμα
νὰ πλερώση. Καὶ σὺ στὲς κόρες τοῦ Διὸς νὰ δώσης, ὦ Ἀχιλλέα, τὸ σέβας ποὺ καὶ ἄλλων καλῶν πραΰνει τὴν
καρδίαν. ῞Οτι ἂν δῶρα δὲν ἔφερνεν καὶ δὲν ἐκήρυττ’ ἄλλα ὁ ᾽Ατρείδης, ἀλλὰ πάντοτε βαστοῦσε τὴν ὀργήν του,
τότε δὲν θὰ σοῦ ἔλεγα ν’ ἀφήσης τὸν θυμόν σου, νά ᾽λθης βοηθὸς τῶν ᾽Αχαιῶν, ὅσην καὶ ἂν εἶχαν χρείαν· πλὴν
τώρα δίδει σου πολλὰ καὶ ὑπόσχετ’ ἄλλα ὀπίσω, καὶ σοῦ ᾽στειλ’ ἄνδρες ταπεινὰ σ’ ἐσένα νὰ προσπέσουν
{{r|520}} τοὺς ἐκλεκτοὺς τῶν Ἀχαιῶν καὶ ὁπού ᾽ναι ἀγαπητοί σου. Τοὺς λόγους καὶ τὸν δρόμον των σὺ μὴ
καταφρονέσης˙ καὶ ὡς τώρ’ ἂν ἐχολεύεσο κατάκρισιν δεν εἶχες. Καὶ τῶν ἡρώων παλαιῶν αὐτὰ μᾶς λέγ’ ἡ
φήμη, κι ἐὰν βαρὺς ἐκάθιζε θυμὸς εἰς τὴν ψυχήν τους, ἀμάλακτοι δὲν ἔμεναν στὸν λόγον καὶ στὰ δῶρα. Τοῦτο
ἐνθυμοῦμαι τὸ συμβὰν ἐγὼ καιρῶν ἀρχαίων ὡς ἔγινε· θὰ σᾶς τὸ εἰπῶ, σεῖς ὅλοι ἀγαπητοί μου. Μὲ τοὺς
ἀνδρείους Αἰτωλοὺς ἐμάχοντο οἱ Κουρῆτες τῆς Καλυδῶνος ἔμπροσθεν κι ἐσφάζοντο μὲ λύσσαν, {{r|530}} οἱ
Αἰτωλοὶ τὴν πάντερπνην νὰ σώσουν Καλυδώνα, καὶ νὰ τὴν πάρουν στὴν ὁρμὴν τῆς λόγχης οἱ Κουρῆτες, Ὅτ’ ἡ
χρυσόθρονη Ἄρτεμις πληγὴν τοὺς εἶχε στείλει, ὅτι ἀπαρχὲς τοῦ θερισμοῦ δὲν πρόσφερεν ἐκείνης ὁ Οἰνεύς· κι
ἐχαίροντο οἱ θεοὶ τὴν ἑκατόμβην ὅλοι, ἀλλ’ ὄχ’ ἡ κόρη τοῦ Διός· τὴν εἶχε λησμονήσει αὐτὸς ἢ δὲν τό ᾽χε
σκεφθῆ˙ καὶ ἀσέβησε μεγάλως· θύμωσε ἡ θεογέννητη παρθένα τοξοφόρα καὶ τοῦ ᾽στειλε δασόθρεπτον
λευκόδοντ’ ἄγριον χοῖρον, ποὺ στοῦ Οἰνέως κάθισε τὸ κάρπιμο χωράφι {{r|540}} καὶ ἀφάνιζ’ ὅλα ρίχνοντας
μεγάλα δένδρα κάτω ὅλα βγαλμένα σύρριζα μὲ τ’ ἄνθη τῶν καρπῶν τους. ῾0 Οἰνειδης ὁ Μελέαγρος τὸν
φόνευσε μὲ πλῆθος σκύλων καὶ ἀνδρῶν ποὺ ἐσύναξε τριγύρω ἀπὸ τὲς χῶρες· ὀλίγοι τὸ θεόρατο θεριὸ δὲν θὰ
νικοῦσαν, ποὺ ἄνδρες ἀνέβασε πολλοὺς εἰς τὴν πυρὰν τοῦ τάφου˙ κι ἐπάνω του ἄναψε ἡ θεὰ πολλὴν βοὴν καὶ
ἀγώνα, τῶν ἀνδρειωμένων Αἰτωλῶν καὶ τῶν Κουρήτων μάχην τοῦ χοίρου διὰ τὴν κεφαλὴν καὶ τὸ δασύ του
δέρμα. Καὶ ὅσ’ ὁ δεινὸς Μελέαγρος τὸν πόλεμον βαστοῦσε, {{r|550}} πάντοτ’ ἐνίκων οἱ Αἰτωλοὶ κι ἐβιάζαν
τοὺς Κουρῆτες νὰ μείνουν, ἂν κι ἦσαν πολλοί, στὰ τείχη τους κλεισμένοι· ἀλλ’ ὅταν τὸν Μελέαγρον πῆρε ὁ
θυμός, ποὺ καὶ ἄλλων ἀνδρῶν τῶν πλέον συνετῶν συχνὰ τὰ σπλάχνα καίει, ἀφοῦ μὲ τὴν μητέρα του χολώθη
τὴν Ἀλθαίαν, μὲ τὴν Κλεοπάτραν ἔμενεν, ὡραίαν νυμφευτήν του πού ᾽χε γεννησ’ ἡ Μάρπησσα καλόφτερνη
Εὐηνίνη, καὶ ὁ ῎Ιδης, ὁ ἀνδρειότερος τῶν τότε ἀνδρῶν ἡρώων, ὥστε τὸ τόξον ἔπιασε τὸν Φοῖβον νὰ κτυπήση
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ι 60
γι’ ἀγάπην τῆς νεόνυμφης καλόφτερνης Μαρπήσσης. {{r|560}} Ἐκείνης βγάλαν οἱ γονεῖς παράνομ’ Ἀλκυόνην,
ὅτι πικρὸν παράπονον ὡσὰν τῆς Ἀλκυόνος θρηνολογοῦσε ἡ μάνα της θλιμμένη, ἀπ’ ὅτε ὁ Φοῖβος Ἀπόλλων ἀπ’
τὸν κόλπον της τὴν πῆρε ὁ μακροβόλος. Σιμά της ἔτρεφεν αὐτὸς τὴν πίκραν τῆς χολῆς του ἀπ’ τὲς κατάρες τῆς
μητρός, ποὺ ἔκλαιε τὸν φόνον τοῦ ἀδελφοῦ της κι ἔκραζε καὶ τοὺς ἐπουρανίους θεούς, καὶ με τὰ χέρια της τὴν
θρέπτραν γῆν κτυπώντας στὰ γόνατά της καθιστή, στὰ δάκρυα πνιμένη, τὸν Ἅδην καὶ τὴν φοβερὴν καλοῦσε
Περσεφόνην {{r|570}} νὰ τῆς φονεύσουν τὸν υἱὸν καὶ στ’ ἄπονά της σπλάχνα ἡ Ἐριννὺς στὸ ῎Ερεβος ἐδέχθη
τὴν κατάραν. ἀλλ’ ὅτε ἀκούσθη ὀχλοβοὴ καὶ κτύπος εἰς τὲς πύλες τῶν πύργων ποὺ ἐπροσβάλλοντο, τῶν
Αἰτωλῶν οἱ γέροι τὸν ἱκετεῦαν κι ἔστειλαν ἱερεῖς ὅσ’ ἦσαν πρῶτοι, νά ᾽λθη βοηθὸς καὶ ὑπόσχονταν μέγα νὰ
δώσουν δῶρον· νὰ ἐκλέξη ἀπὸ τὸν πρόσχαρον ἀγρὸν τῆς Καλυδῶνος τὸ μέρος τὸ παχύτερο, πεντήκοντα
στρεμμάτων, ἐξαίσιον κτῆμα, τὸ μισὸ χωράφι ἀμπελωμένο, τ’ ἄλλο μισὸ ἀφύτευτο καὶ ὀργώσιμο χωράφι·
{{r|580}} ἐπρόσπεσε καὶ ὁ γέροντας Οἰνεὺς εἰς τὸν υἱόν του καὶ ἀνέβηκεν εἰς τοῦ ὑψηλοῦ θαλάμου τὸ κατώφλι
ὡσὰν ἱκέτης κι ἔστιε τὲς κολλητὲς σανίδες. Τοῦ πρόσπεσαν κι οἱ ἀδελφοὶ καὶ ἡ σεβαστὴ μητέρα καὶ αὐτὸς
ἀρνεῖτο πάντοτε· τοῦ πρόσπεσαν οἱ φίλοι, ἀπ’ ὅσους εἶχε, σεβαστοὶ σ’ αὐτὸν καὶ ἀγαπημένοι, ἀλλ’ οὐδ’ αὐτοὶ
δὲν ἔπεισαν, ὡσπού ᾽φθασεν ὁ κτύπος στὸν θάλαμον καὶ ἀνέβαιναν τοὺς πύργους οἱ Κουρῆτες καὶ τὴν
μεγάλην ἄρχιζαν νὰ κάψουν Καλυδώνα. Καὶ τότε στὸν Μελέαγρον ἐπρόσπεσεν ἡ ὡραία {{r|590}} ὁμόκλινή
του κλαίοντας καὶ τοῦ ᾽δειξε ὅσα πάθη στὴν πόλιν ποὺ πατήση ἐχθρὸς οἱ ἄνθρωποι παθαίνουν. Σφάζουν τοὺς
ἄνδρες, ἡ φωτιὰ τὴν πόλιν ἐρημάζει, καὶ δούλους παίρνουν τὰ παιδιὰ καὶ τὲς γυναῖκες ξένοι. Στὰ τόσα ποὺ
ἄκουσε κακὰ κλονίσθη στὴν καρδίαν κι ἐζώσθη τὰ λαμπρ’ ἄρματα νὰ πεταχθῆ εἰς τὴν μάχην. Κι ἔτσι ἀπὸ
ἰδίαν θέλησιν τοὺς ἔσωσεν ἐκεῖνος. Πλὴν δὲν τοῦ ἐδῶσαν οἱ Αἰτωλοὶ τὰ ἐξαίσια δῶρα πλέον καὶ χάρισμ’ ἀπ’
τὸν ὄλεθρον τοὺς ἔσωσε εἰς τὸ τέλος. ῞Ομοια μὴ σκέπτεσαι καὶ σὺ παιδί μου. Μὴ σὲ σύρη {{r|600}} κακὸς θεὸς
κι εἶν’ ἄσχημο βοηθὸς νὰ δράμης μόνον ὅταν τὰ πλοῖα καίωνται. Πρόλαβε, ἀφοῦ μὲ δῶρα σὲ προσκαλοῦν οἱ
Ἀχαιοί, ποὺ ὡσὰν θεὸν θὰ σ’ ἔχουν. Καὶ ἂν κατεβῆς ἀδώρητος στὴν ἀνδροφθόρον μάχην ὁμοίαν ἀπ’ τὴν νίκην
σου τιμὴν δὲν θ’ ἀπολαύσης». Καὶ ὁ γοργοπόδης Ἀχιλλεὺς σ’ ἐκεῖνον ἀποκρίθη: «῏Ω γέροντά μου, τῆς τιμῆς
αὐτῆς δὲν ἔχω ἀνάγκην. Ἀρκεῖ με ὅτι τοῦ Διὸς μ’ ἔχει τιμήσ’ ἡ μοίρα, ποὺ στὰ κυρτὰ καράβια μου σ’ ἐμὲ θὰ
παραστέκη ὅσο ἀναπνέω καὶ γερὰ κινῶ τὰ γόνατά μου. {{r|610}} Κι ἕν’ ἄλλο πράγμα θὰ σοῦ εἰπῶ καὶ ἂς τὸ
φυλάξη ὁ νοῦς σου· μὴ μοῦ ταράζης τὴν ψυχὴν μὲ δάκρυα, μὲ θρήνους, χάριν στὸν Ἀγαμέμνονα νὰ κάμης, καὶ
ἂν δὲν θέλης νὰ σὲ μισήσ’ ὡς σ’ ἀγαπῶ, μὴ κεῖνον ἀγαπήσης· τὸν ἄνθρωπον ποὺ μὲ λυπεῖ σὺ νὰ λυπήσης
πρέπει. Τῆς βασιλείας μέτοχον σὲ θέλω καὶ τῆς δόξης. Καὶ αὐτοὶ παίρνουν τὴν εἴδησιν, καὶ σὺ στ’ ἁπαλὸ
στρῶμα ἐδῶ κοιμήσου, καὶ πρωὶ θέλει σκεφθοῦμε ἂν πρέπει νὰ μείνωμε ἢ νὰ κάμωμε πανιὰ διὰ τὴν πατρίδα».
Καὶ μὲ τὸ νεῦμα ἐπρόσταξε τὸν Πάτροκλον νὰ στρώση {{r|620}} κλίνην καλὴν τοῦ Φοίνικος, ὥστε νὰ μὴν
ἀργήσουν οἱ ἄλλοι ν’ ἀφήσουν τὴν σκηνήν. Καὶ τότε ἀνάμεσόν τους ὁ ἰσόθεος ὁμίλησεν ὁ Τελαμώνιος Αἴας:
«Λαερτιάδη διογενῆ, πολύτεχνε ᾽Οδυσσέα, πηγαίνομε, ὅτι ὁ λόγος μας σ’ αὐτὸ κὰν τὸ ταξίδι, θαρρῶ, δὲν
κατορθώνεται. Κι εὐθὺς τὴν ἀγγελίαν νὰ φέρωμε στοὺς Δαναούς, ἄν καὶ καλὴ δὲν εἶναι, ποὺ ἀνήσυχοι μᾶς
καρτεροῦν· ἀλλ’ ὅμως ὁ Ἀχιλλέας τὴν μεγαλόκαρδην ψυχὴν ἀγρίωσε στὰ στήθη. Λησμόνησεν ὁ ἄπονος τοὺς
φίλους ποὺ μὲ τόσην {{r|630}} ἀγάπην τὸν δοξάζαμεν ὡς ἔξοχον τῶν ἄλλων· καὶ ὅμως πατέρας ἢ ἀδελφὸς
στέργει ἀπὸ τὸν φονέα τοῦ ἀδελφοῦ του ἢ τοῦ παιδιοῦ τὸ πρόστιμον νὰ λάβη˙ κι ἐκεῖνος, ἀφοῦ πλέρωσε πολλά,
στὸν τόπον μένει καὶ ὁ ἄλλος μὲ τὴν ξαγορὰν ποὺ ἐπῆρε τὴν ψυχήν του δαμάζει. Ἀλλ’ ἄσπονδην, κακὴν στὰ
στήθη τὴν καρδίαν σοῦ ἔκαμαν οἱ ἀθάνατοι, ἐξ ἀφορμῆς μιᾶς κόρης μόνης· κι ἑπτὰ σοῦ δίδομεν ἀσύγκριτες
στὸ κάλλος καὶ ἄλλα πολλά· καὶ δέξου σὺ τὸ ἔλεος εἰς τὰ στήθη, σέβου τὴν κατοικίαν σου· στὴν στέγην σου μᾶς
ἔχεις {{r|640}} ἀπ’ τὸν λαὸν τῶν Δαναῶν, κι ἐμεῖς θαρροῦμε ἀπ’ ὅλους τοὺς Ἀχαιοὺς πὼς εἴμασθεν οἱ φίλοι
τῆς καρδιᾶς σου». Καὶ ὁ γοργοπόδης Ἀχιλλεὺς σ’ ἐκεῖνον ἀποκρίθη: «῏Ω Αἴας διογέννητε, μεγάλε πολεμάρχε,
μὲ τὴν καρδιά μου φαίνεται ποὺ ὁ λόγος σου ταιριάζει· πλὴν βράζω ἀπ’ ἀγανάκτησιν ὅταν θυμοῦμαι πόσον ὁ
᾽Ατρείδης μ’ ἐξουθένωσεν ἐμπρὸς εἰς τοὺς Ἀργείους, ὡς ξένον, ὅπ’ οἱ ἐγκάτοικοι πολίτες ἀτιμάζουν. Πηγαίνετε
καὶ φανερὰ κηρύξετ’ ὅ,τι λέγω· ὅτι ἀπ’ τὸ ἔργον φονικὸν θ’ ἀπέχω τοῦ πολέμου, {{r|650}} ὥσπου τὸν θεῖον
῞Εκτορα νὰ ἰδῶ τὸν Πριαμίδην στῶν Μυρμιδόνων τὲς σκηνὲς ἐμπρὸς καὶ στὰ καράβια φονεύοντας τοὺς
Ἀχαιοὺς καὶ καίοντας τὰ πλοῖα. Κι ἐμπρὸς εἰς τὸ καράβι μου, θαρρῶ, καὶ στὴν σκηνήν μου ὁ ῞Εκτωρ ἂν καὶ
πρόθυμος θὰ παύση ἀπὸ τὴν μάχην». Εἶπε· καὶ αὐτοί, μὲ δίκουπο ποτήρι ἀφοῦ σπονδίσαν καθείς, στὰ πλοῖα
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ι 61
γύριζαν κατόπιν τοῦ ᾽Οδυσσέως. Κι ἐπρόσταξεν ὁ Πάτροκλος τοὺς ἄνδρες καὶ τὲς δοῦλες τὴν κλίνην
ἀναπαυτικὴν τοῦ Φοίνικος νὰ στρώσουν. Καὶ αὐτὲς τὴν στρῶσαν μὲ προβιές, μὲ τάπητες καὶ ὡραῖο {{r|660}}
λινὸ σινδόνι ἐπάνωθε· καὶ ὁ γέρος εἰς τὴν κλίνην ἐπλάγιασε, τὴν ἄφθαρτην ᾽Ηὼ νὰ περιμένη. Καὶ παραμέσα
στὴν σκηνὴν κοιμήθηκε ὁ Πηλείδης· σιμά του ἐπλάγιασε γυνή, ποὺ ἐπῆρε ἀπὸ τὴν Λέσβον, καὶ κόρ’ ἦταν τοῦ
Φόρβαντος, ἡ ὄμορφη Διομήδη. Εἰς μέρος ἄλλ’ ὁ Πάτροκλος· κι εἶχε καὶ αὐτὸς στὸ πλάγι τὴν ῎Ιφιν τὴν
καλόζωνην ποὺ τοῦ ᾽δωκε ὁ Πηλείδης, στὴν Σκύρον ὅτε ἀνέβηκε, τὴν πόλιν τοῦ ᾽Ενυέως. Καὶ στοῦ ᾽Ατρείδη τὲς
σκηνὲς ὅταν ἐκεῖνοι ἐφθάσαν όρθοὶ σ’ αὐτοὺς ἐπρόπιναν τῶν Ἀχαιῶν οἱ παῖδες {{r|670}} μὲ τὰ ποτήρια τὰ
χρυσὰ καὶ τοὺς ἐρώτων ὅλοι. Καὶ πρῶτος τοὺς ἐρώτησεν ὁ μέγας Ἀγαμέμνων: «Λέγε, ᾽Οδυσσέα θαυμαστέ, ὦ
δόξα τῶν Ἀργείων, θέλει ἀπ’ τὸ πῦρ τὸ φλογερὸν νὰ σώση τὰ καράβια, ἢ ἀρνεῖται, καὶ ἡ μεγάλη του καρδιὰ
θυμώνει ἀκόμη;» Τοῦ ἀπάντησε ὁ πολύπαθος, ὁ θεῖος ᾽Οδυσσέας: «῏Ω Ἀγαμέμνων ἀρχηγέ, τρισένδοξε, ὅχι
μόνον δὲν σβήνει ἐκεῖνος τὸν θυμόν, ἀλλὰ καὶ φλόγα παίρνει χειρότερη, καὶ ἀρνεῖται σὲ καὶ τὰ δικά σου δῶρα.
Καὶ μόνος σου, εἶπε, νὰ σκεφθῆς ἐσὺ μὲ τοὺς Ἀργείους {{r|680}} πῶς τὸν λαὸν τῶν Ἀχαιῶν νὰ σώσης καὶ τὰ
πλοῖα. Καὶ αὐτὸς μᾶς ἐφοβέρισε, πὼς ἅμα ξημερώση στὴν θάλασσαν τὰ ἰσόπλευρα καράβια του θὰ σύρη. Καὶ
νὰ στραφοῦμε θά ᾽λεγε κι οἱ ἄλλοι στὴν πατρίδα διότι δὲν θά ᾽βρετε ποτὲ τῆς ὑψηλῆς Ἰλίου τὸ τέλος· ὅτι
ἐπρόβαλε τὸ χέρι του ἔμπροσθέν της νὰ τὴν σκεπάση ὁ Βροντητὴς κι ἐθάρρευσαν τὰ πλήθη. Καὶ αὐτὰ ποὺ
εἶπεν ἄκουσαν καὶ τοῦτ’ οἱ συνοδοί μου, ὁ Αἴας κι οἱ δυὸ κήρυκες, ἄνδρες καὶ οἱ δυὸ μὲ γνῶσιν. Καὶ ὡς εἶπ’
ἐκεῖνος πλάγιασεν ὁ Φοῖνιξ στὴν σκηνήν του, {{r|690}} καὶ στὴν γλυκιὰν πατρίδα του θενὰ τὸν συνοδεύση
αὔριον, ᾶν θέλη· στανικῶς δὲν θέλει αὐτὸς τὸν πάρει». Εἷπε κι ἐκεῖνοι ἐσίγησαν, ἄφωνοι ἐμεῖναν ὅλοι ἀπὸ τὸν
λόγον φοβερὸν ποὺ ἀκοῦσαν ξιπασμένοι. Κι ἐσῶπαν εἰς τὴν θλίψιν τους τῶν Ἀχαιῶν οἱ παῖδες, ὅσο ποὺ λόγον
ἄρχισεν ὁ ἀνίκητος Διομήδης: «῏Ω Ἀγαμέμνων ἀρχηγέ, τρισένδοξε Ἀτρείδη, τὸν ἔξοχον Πηλείωνα νὰ μή ᾽χες
ἱκετεύσει μὲ δῶρα τόσα˙ κι ἔπαρσιν πολλὴν ἔχ’ ἡ ψυχή του καὶ τώρα τὸν ἐμψύχωσες πολὺ στὴν ἔπαρσίν του.
{{r|700}} Ἀλλ’ ἂς ἀφήσωμεν αὐτόν, ἢ ἀναχωρήσ’ ἢ μείνη· καὶ πάλι ὁπόταν τοῦ τὸ εἰπῆ στὰ στήθη του ἡ καρδία
καὶ τὸν κινήση ἕνας θεός, αὐτὸς θὰ πολεμήση. Ἀλλ’ ὅ,τι τώρα ἐγὼ θὰ εἰπῶ νὰ τὸ δεχθοῦμεν ὅλοι. Πρῶτα
εὐφρανθῆτε τὸ φαγὶ καὶ τὸ κρασὶ ποὺ εἶναι δύναμις εἰς τὸν ἄνθρωπον· κατόπι ἀναπαυθῆτε. Καὶ ὅταν ἡ
ροδοδάκτυλος ᾽Ηὼς τὴν γῆν φωτίση, τοὺς ἵππους καὶ ὅλον τὸν λαὸν εὐθὺς ἐμπρὸς στὰ πλοῖα κίνησε καὶ
πολέμησε σὺ μεταξὺ τῶν πρώτων». ῎Επαυσε καὶ ὅλ’ οἱ βασιλεῖς, ὅτ’ εἶπεν ἐδεχθῆκαν {{r|710}} καὶ τοῦ
Διομήδη ἐθαύμασαν τὸν λόγον τοῦ ἱπποδάμου· καὶ ἀφοῦ σπονδίσαν πήγαινε καθεὶς εἰς τὴν σκηνήν του κι ἐκεῖ
τοῦ ὕπνου ἐχάρηκαν τὸ δῶρον πλαγιασμένοι.
Ιλιάδα (Πολυλάς)/κ 62
Ιλιάδα (Πολυλάς)/κ
←Ραψωδία ι Ιλιάδα Ραψωδία λ→
Συγγραφέας: Όμηρος
Μεταφραστής: Ιάκωβος
Πολυλάς
Ραψωδία κ
<poem> Οἱ πρῶτοι τῶν Παναχαιῶν ὁλόνυκτα κοιμοῦνταν ὅλοι σιμὰ στὰ πλοῖα τους, ἀλλὰ τοῦ Ἀτρείδη μόνον,
τοῦ ἀρχηγοῦ, δὲν ἔπιανε τὰ μέλη ὁ γλυκὸς ὕπνος, ὅτι πολλοὺς διαλογισμοὺς ἀνακινοῦσε ὁ νοῦς του, καὶ ὡς
συχναστράφτει ὁ σύζυγος τῆς λαμπροκόμης ῞Ηρας κι εἴτε χαλάζι προμηνᾶ ἤ μέγα νεροπόντι ἢ χιόνι ποὺ ὅλους
τοὺς ἀγροὺς κατάλευκο σκεπάζει ἢ καὶ τὸν μέγαν λάρυγγα τοῦ φθαρτικοῦ πολέμου, ὁμοίως συχνοεστέναζεν
ἀπ’ τῆς ψυχῆς τὰ βάθη ὁ Ἀγαμέμνων, καὶ σφοδρῶς τοῦ ἐλάκτιζε ἡ καρδία. {{r|10}} Καὶ στὴν πεδιάδα ὅτ’
ἔστρεφε τὰ μάτια πρὸς τὴν Τροίαν μὲ πλῆξιν τὰ πολλὰ πυρὰ θωροῦσε καὶ τὸν ἦχον συρίγγων ἄκουε καὶ αὐλῶν
καὶ χλαλοὴν ἀνθρώπων˙ καὶ ὅτ’ ἔστρεφε στῶν Ἀχαιῶν τὰ πλήθη καὶ στὰ πλοῖα, τῆς κεφαλῆς ξερίζωνε τὲς
τρίχες πρὸς τὸν Δία ἐπάνω κι ἡ ἀνδράγαθη ψυχή του ἀδημονοῦσε. Καὶ τούτη συμφερώτερη τότε τοῦ ἐφάνη
γνώμη, στὸν Νηλιάδη Νέστορα πρῶτον νὰ ὑπάγη ἀπ’ ὅλους, ἴσως ὡραῖον σοφισθῆ τρόπον μαζί του ὁ γέρος
ὅλους ἀπὸ τὸν ὄλεθρον τοὺς Δαναοὺς νὰ σώση. {{r|20}} Σηκώθη, περιέβαλε τὸ στῆθος μὲ χιτώνα, στὰ λαμπρὰ
πόδια πέδιλα ἐπρόσδεσεν ὡραῖα, δέρμα μεγάλου λέοντος ἐφόρεσε στοὺς ὤμους ξανθὸ μακρὺ κι ἐφούκτωσε τὸ
δυνατὸ κοντάρι. ῾Ομοίως καὶ ὁ Μενέλαος - οὐδὲ στὰ βλέφαρά του ἐκάθιζ’ ὕπνος - τρόμαζε μὴ πάθουν οἱ
Ἀργεῖοι, ποὺ ἐξ ἀφορμῆς του ἀπέραντα πελάγ’ εἶχαν περάσει καὶ πόλεμον ἀπότολμον ἐκίνησαν στὴν Τροίαν.
Στοὺς πλατεῖς ὤμους φόρεσε δέρμα στικτὸ τῆς πάρδου, χάλκινο κράνος ἔβαλε στὴν κεφαλὴν κι ἐπῆρε {{r|30}}
τὴν λόγχην εἰς τὸ χέρι του κι ἐπῆγε νὰ σηκώση τὸν ἀδελφόν του, κι ἦτο αὐτὸς τῶν βασιλέων πρῶτος εἰς τοὺς
᾽Αργείους, καὶ ὡς θεὸν τὸν ἐτιμοῦσαν ὅλοι. Τὸν ἦβρε μ’ ἄρματα λαμπρὰ τὸ σῶμα του νὰ ζώνη σιμὰ στὴν
πρύμνην· καὶ χαρὰν ἐπῆρε, ἅμα τὸν εἶδε νὰ φθάση˙ καὶ ὁ Μενέλαος σ’ ἐκεῖνον πρῶτος εἶπε: «Σεπτέ μου, τί
ἀρματώνεσαι; Μή τάχα τῶν συντρόφων νὰ στείλης κάποιον βούλεσαι κατάσκοπον στοὺς Τρῶας; Πολὺ
φοβοῦμαι μὴ κανεὶς δὲν εὑρεθῆ νὰ θέλη μὲς στοὺς ἐχθροὺς κατάσκοπος νύκτα νὰ ὑπάγη μόνος˙ {{r|40}} θά
᾽χη τωόντι ἀτρόμητην ψυχὴν ὅποιος τὸ κάμη». Καὶ πρὸς αὐτὸν ἀπάντησεν ὁ μέγας Ἀγαμέμνων: «᾽Εγὼ καὶ σὺ
Μενέλαε, πολλὴν ἔχομε ἀνάγκην βουλῆς ὀρθῆς, τοὺς ᾽Αχαιοὺς νὰ σώση καὶ τὰ πλοῖα, ἀφοῦ τώρ’ ἄλλαξεν ὁ
Ζεὺς τὴν γνώμην του καὶ ὁ νοῦς του προσέχει προθυμότερον στοῦ ῞Εκτορος τὰ δῶρα. Ὅτι δὲν εἶδα ἐγὼ ποτέ,
μήτ’ ἄκουσ’ ἄνδρας ἕνας εἰς μίαν ἡμέραν συμφορὲς τόσες νὰ ἐργάσθη ὅσες ὁ ῞Εκτωρ ὁ διίφιλος ἐργάσθ’ εἰς
τοὺς Ἀργείους, ἐνῶ θεᾶς οὔτε θεοῦ γόνος αὐτὸς δὲν εἶναι· {{r|50}} τόσα τοὺς ἔκαμε κακά, ποὺ θὰ περάσουν
χρόνοι πρὶν τ’ ἀστοχήσουν οἱ Ἀχαιοί. Καὶ τώρα σὺ στὰ πλοῖα δράμε νὰ ἐβρῆς τὸν Αἴαντα καὶ τὸν ῾Ιδομενέα,
προσκάλεσέ τους ἐνῶ ἐγὼ τὸν Νέστορα τὸν θεῖον θενὰ σηκώσω νά ᾽λθη αὐτός, ἄν θέλη, στῶν φυλάκων τὸ
θεῖον τάγμα προσταγὲς νὰ δώση· καὶ στὸν γέρον πρόθυμ’ αὐτοὶ θὰ ὑπάκουαν, διότι τὸν υἱόν του καὶ τὸν
Μηριόνην, σύντροφον τοῦ ᾽Ιδομενέως, πρώτους ἐμεῖς διορίσαμε ἀρχηγοὺς τῆς νυκτοφυλακῆς μας». Καὶ ὁ
δυνατὸς Μενέλαος σ’ ἐκεῖνον ἀποκρίθη: {{r|60}} «Λέγε μου τώρα καθαρὰ καὶ πρόσταζε τί θέλεις· αὐτοῦ μ’
ἐκείνους θὰ σταθῶ νὰ περιμείνω, ὡς νά ᾽λθης, ἢ ἅμα εἰπῶ τὸν λόγον σου θὰ τρέξω εὐθὺς νὰ σ’ ἔβρω;» Καὶ ὁ
Ἀγαμέμνων πρὸς αὐτόν, «αὐτοῦ νὰ μείνης» εἶπε, «μὴ τύχη ἐγὼ νὰ σὲ ζητῶ, σὺ νὰ ζητᾶς ἐμένα στοὺς πολλοὺς
δρόμους τοῦ στρατοῦ· καὶ ὅπου θὰ πᾶς εἰπέ τους ὅλοι νὰ μείνουν ἄγρυπνοι, καὶ κάλεσε καθέναν μὲ τοῦ πατρός
του τ’ ὄνομα καὶ μὲ τὴν γενεάν του, τιμώντας ὅλους· κι ἔπαρσιν μὴν ἔχης μεγαλείου· ἄς κοπιάζομε κι ἐμεῖς, ὡς
ἀπ’ τὴν γέννησίν μας {{r|70}} σκληρὴν μᾶς ἐδιόρισεν ὁ Ζεὺς ταλαιπωρίαν! » Εἶπε κι ἐξεπροβόδησε μ’ αὐτὰ τὸν
ἀδελφόν του˙ κι ἐπῆγε αὐτὸς στὸν Νέστορα· τὸν ἦβρε πλαγιασμένον εἰς κλίνην ἀναπαυτικὴν εἰς τὴν σκηνὴν
πλησίον. Στὸ πλάγι του εἶχε τ’ ἄρματα, τὴν περικεφαλαίαν ὁλόλαμπρην, κοντάρια δυὸ καὶ τὴν καλὴν ἀσπίδα,
καὶ τὸ ζωνάρι τ’ ὄμορφον, ὁποὺ φοροῦσε ὁ γέρος, ὅταν κινοῦσε τὸν λαὸν στὴν ἀνδροφθόρον μάχην, ὅτι τὸ
γῆρας τὸ κακὸ δὲν τὸν νικοῦσε ἀκόμη. Τὴν κεφαλὴν ἐσήκωσεν, ὠρθώθη στὸν ἀγκώνα {{r|80}} καὶ στὸν
Ἀτρείδην ἔλεγε κι ἐρώτα: «Ποῖος εἶσαι σὺ ποὺ στὰ πλοῖ’ ἀνάμεσα μὲς στὸν στρατὸν γυρίζεις, μόνος στὸ σκότος
Ιλιάδα (Πολυλάς)/κ 63
τῆς νυκτός, οἱ ἄλλοι ἐνῶ κοιμῶνται; Μὴ σύντροφον, μὴ φύλακα ζητεῖς; Ὁμίλησέ μου, μὴ μὲ σιμώνης ἄλαλος·
ποιά σ’ ἔφερεν ἀνάγκη; » Καὶ ὁ ᾽Αγαμέμνων πρὸς αὐτόν: «῏Ω Νέστορ Νηλιάδη, ὦ καύχημα τῶν Ἀχαιῶν,
ἀκούεις τὸν Ἀτρείδην· ἰδοὺ τὸν Ἀγαμέμνονα, ποὺ ἀπ’ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ὁ Δίας ἀκατάπαυστα μὲ θλίψεις
βασανίζει, ὅσο ἀναπνέω κι ἐλαφρὰ κινῶ τὰ γόνατά μου˙{{r|90}} ὕπνος δὲν κλεῖ τὰ μάτια μου, κι ἐδῶ
πλανῶμαι ὡς βλέπεις, ἀπ’ τὸν καημὸν τῶν Δαναῶν, πόχουν βαρὺν ἀγώνα. Δι’ αὐτοὺς τρομάζω καὶ ἡ ψυχὴ τὴν
στάσιν της δὲν ἔχει, ἀδημονῶ, κι ἔξω ἡ καρδιὰ πετιέται ἀπὸ τὰ στήθη, καὶ ὄλοι μοῦ τρέμουν οἱ ἁρμοί· καὶ ἄν
νὰ ἐνεργήσης θέλης ἀφοῦ καὶ σὺ μάτι δὲν κλεῖς, ἂς κατεβοῦμε ἀντάμα, κεῖ ποὺ φρουροῦν οἱ φύλακες, νὰ
ἰδοῦμε μὴν ὁ κόπος κι ἡ ἀγρύπνια τοὺς ἐδάμασεν, ὥστ’ ἔπεσαν στὸν ὕπνον, καὶ λησμονοῦν τὴν φύλαξιν·
ἄνδρες ἐχθροὶ πλησίον εἰς τὸν στρατόν μας κάθονται· καὶ φόβος εἶναι μήπως {{r|100}} καὶ μὲς στὴν νύκτα
στοχασθοῦν τὴν μάχην ν’ ἀρχινήσουν». Σ’ αὐτὸν τότε ὁ Γερήνιος ὁ Νέστωρ ἀποκρίθη: «῏Ω Ἀγαμέμνων ἀρχηγέ,
ὦ Ἀτρείδη δοξασμένε, τοῦ ῞Εκτορος τοὺς λογισμοὺς καὶ ὅσα ἐλπίζει τώρα δὲν θὰ ἐκτελέση ὁ πάνσοφος
Κρονίδης· ἀλλ’ ἀγῶνες βαρύτεροι θὰ τὸν ἐβροῦν, ἐὰν ἀλλάξη γνώμην ὁ Ἀχιλλεύς, καὶ τὸν κακὸν θυμόν του
παραιτήση. Πρόθυμα ἐγὼ σ’ ἀκολουθῶ καὶ ἄς σηκωθοῦνε καὶ ἄλλοι, ὁ Διομήδης, ὁ ἀκουστὸς εἰς τ’ ἄρματα
᾽Οδυσσέας, ὁ ταχὺς Αἴας καὶ μ’ αὐτοὺς ὁ Μέγης Φυλεΐδης. {{r|110}} Κανένα τώρα ἠθέλαμε, καὶ αὐτοὺς νὰ
προσκαλέση καὶ τὸν ἰσόθεον Αἴαντα καὶ τὸν ᾽Ιδομενέα, ὅτι ἔχουν τοῦτοι ξέμακρα τὰ πλοῖα τους στημένα· ἀλλ’
ὅμως τὸν Μενέλαον, ἄν κι εἶναι σεβαστός μου καὶ ἀγαπητός, δὲν ἐπαινῶ, καὶ ἂν σὲ θενὰ λυπήσω, ὅτι κοιμᾶται
καὶ ἄφησε σὲ μόνον νὰ κοπιάζης· τώρα ἔπρεπε νὰ τρέχη αὐτὸς στοὺς πολεμάρχους ὅλους, τώρα στὸν ἄκρον
κίνδυνον σ’ ἐκείνους νὰ προσπέση». Καὶ ὁ ᾽Αγαμέμνων πρὸς αὐτόν: «Ἄλλες φορὲς, ὦ γέρε, πρῶτος σ’
ἐπαρακίνησα, ἐσὺ νὰ τὸν ἐλέγξης, {{r|120}} διότι ἀργεῖ πολλὲς φορές, νὰ ἐργάζεται δὲν θέλει. Μωρὸς δὲν
εἶναι, οὔτε ὀκνηρός· ὅμως σ’ ἐμὲ προσβλέπει καὶ περιμένει τὴν ἀρχὴν ἐγὼ νὰ κάμω πρῶτος· ἀλλὰ τώρα μ’
ἐπρόλαβε κι ἦλθε νὰ μ’ ἔβρη πρῶτος καὶ αὐτὸς τοὺς ἄνδρες ποὺ ζητεῖς ἐστάλη νὰ καλέση· πηγαίνωμε· εἰς τοὺς
φύλακες, ὅπου φρουροῦν στὲς πύλες, θὰ τοὺς ἐβροῦμεν, ὅτι αὐτοῦ νὰ συναχθοῦν τοὺς εἶπα». Καὶ ὁ Νέστωρ ὁ
Γερήνιος ἀπάντησε του κι εἶπε: «Τότε κανεὶς τῶν Ἀχαιῶν δὲν θὰ τὸν παρακούση καὶ θὰ ἐνεργήση ἀγόγγυστα
τὴν κάθε προσταγήν του». {{r|130}} Εἶπε καὶ περιέβαλε τὸ στῆθος μὲ χιτώνα, στὰ λαμπρὰ πόδια πέδιλα
προσέδεσεν ὡραῖα, ἐπανωφόρι πορφυρὸ περόνησε στοὺς ὤμους διπλό, μακρύ, μὲ τρυφερὸ καὶ φουντωμένο
χνούδι, κοντάρι ἐπῆρε δυνατὸ μ’ ἀκονισμένην λόγχην, κι ἐκίνησε τῶν Ἀχαιῶν πρὸς τὰ γοργὰ καράβια. Καὶ
πρῶτον τὸν ἰσόπαλον στὴν γνῶσιν πρὸς τὸν Δία, τὸν ᾽Οδυσσέα σήκωσεν ὁ Νέστωρ ἀπ’ τὸν ὕπνον μὲ τὴν
φωνήν· καὶ τὸν ἀχὸν ὡς ἄκουσεν ἐκεῖνος, πετάχθη μέσ’ ἀπ’ τὴν σκηνὴν καὶ πρὸς ἐκείνους εἶπε: {{r|140}}
«Διατὶ στὰ πλοῖ’ ἀνάμεσα καὶ στὸν στρατὸν γυρνᾶτε τὴν νύκτα μόνοι, τ’ εἶναι αὐτὸ ποὺ τόσο σᾶς βιάζει; » Καὶ
ὁ Νέστωρ εἶπε πρὸς αὐτόν: «Πολύτεχνε Ὀδυσσέα, μὴ μᾶς ἐλέγχης· συμφορὰ στενοχωρεῖ μεγάλη τοὺς Ἀχαιούς·
στέρξε καὶ σὺ νὰ μᾶς ἀκολουθήσης, καὶ ἄλλους νὰ σηκώσουμε καλούς, νὰ δώσουν γνώμην εἰς τὰ συμβούλια,
τὴν φυγὴν νὰ ἐκλέξωμε ἤ τὴν μάχην». Καὶ τότ’ ἐπῆρε ἀπ’ τὴν σκηνὴν τὴν εὔμορφήν του ἀσπίδα ὁ ᾽Οδυσσεὺς κι
ἐκίνησε μ’ αὐτούς· κι ἐπῆγαν πρῶτα εἰς τὸν Τυδείδην κι εὕρηκαν αὐτὸν μὲ τ’ ἄρματά του {{r|150}} ἔξω στὸ
πλάγι τῆς σκηνῆς· καὶ γύρω οἱ σύντροφοί του κοιμῶνταν μὲ προσκέφαλα τὲς φωτεινὲς ἀσπίδες. Κι εἶχαν
ὁλόρθα στυλωτὰ στὸ χῶμα τὰ κοντάρια, καὶ πέρα οἱ λόγχες ἔλαμπαν ὡς ἡ ἀστραπὴ τοῦ Δία. ᾽Επάνω εἰς δέρμα
ταύρινον ὁ ἥρως ἐκοιμόνταν κι ἔκλινε ἐπάνω εἰς τάπητα λαμπρὸν τὴν κεφαλήν του. Τὸν σίμωσε κι ἐσήκωσεν ὁ
Νέστωρ μὲ τὸ πόδι κινώντας τον καὶ φανερὰ τὸν ἔλεγξε καὶ τοῦ ᾽πε: «Σήκ᾽, ὦ Τυδείδη· ὁλονυκτὶς τὸν ὕπνον θ’
ἀπανθίζης; Οἱ Τρῶες, ξεύρεις, κάθονται στὸν ὄχθον τοῦ πεδίου {{r|160}} καὶ ἀπὸ τὰ πλοῖα διάστημα μικρὸ
τοὺς διαχωρίζει». Εἶπε· καὶ κεῖνος γρήγορα πετάχθηκε ἀπ’ τὸν ὕπνον, σ’ αὐτὸν ἐστράφη κι ἔλεγεν: «Εἶσαι
σκληρός, ὦ γέρε· ἀπὸ τὸν κόπον σὺ ποτὲ δὲν παύεις· μή δὲν ἦσαν ἄλλοι νεώτεροι Ἀχαιοί, ποὺ ὁλόγυρα
ἠμποροῦσαν νὰ ὑπάγουν ἀπ’ τοὺς βασιλεῖς καθέναν νὰ ξυπνήσουν; Ἀλλ’ εἶσαι ἀκαταδάμαστος τωόντι,
γέροντά μου». Καὶ ὁ Νέστωρ εἶπε πρὸς αὐτόν: «Τὰ λόγια σου, παιδί μου, εὑρίσκω ὀρθὰ καὶ φρόνιμα· κι ἐγὼ
τέκνα γενναῖα ἔχω, καὶ πλῆθος ἄλλο ἀνδρῶν ὑπάρχει, καὶ ἀπὸ τόσους {{r|170}} κάποιος θὰ ἐπήγαινεν εὐθὺς
τοὺς ἀρχηγοὺς νὰ φέρη· ἀλλὰ δεινὴ στενοχωρεῖ τοὺς Ἀχαιοὺς ἀνάγκη· ὅτι ἀπὸ τρίχα κρέμεται στὴν ὥραν ποὺ
μιλοῦμε ὅλ’ οἱ Ἀχαιοὶ ν’ ἀφανισθοῦν ἤ νά ᾽βρουν σωτηρίαν. Ἀλλὰ τὸν ταχὺν Αἴαντα καὶ τὸν Φυλεΐδην ἄμε νὰ
φέρης ὡς νεώτερος, καὶ ἄν μὲ λυπῆσαι, ὡς εἶπες». Καὶ ὁ ἤρως λεοντοτόμαρο πυρρό, μακρὺ στοὺς ὤμους ἔριξε,
τὸ κοντάρι του ἐπῆρε καὶ πηγαίνει, καὶ ὅθ’ ἐκοιμόνταν σήκωσε τοὺς δύο πολεμάρχους καὶ ὅταν
Ιλιάδα (Πολυλάς)/κ 64
συναπαντήθηκαν στὸν λόχον τῶν φυλάκων, {{r|180}} δὲν εὕρηκαν τοὺς ἀρχηγοὺς ἐκείνων νὰ κοιμῶνται, ἀλλὰ
νὰ κάθωντ’ ἄγρυπνοι μὲ τ’ ἄρματά τους ὅλοι. Κι ὡς σκύλοι ὁποὺ κακονυκτοῦν μέσα εἰς αὐλὴν προβάτων, ὡς
ἄκουσαν τὸ ἀτρόμητο θεριὸ νὰ κατεβαίνη ἀπὸ τὸν λόγγον· χλαλοὴν τότε δι’ αὐτὸ σηκώνουν ἄνδρες καὶ σκύλοι
καὶ ἀπ’ αὐτοὺς ἐχάθη ὁ γλυκὺς ὕπνος· ὅμοια κ ἐκεῖνοι ἀκοίμητοι τὴν νύκτ, ἀδημονοῦσαν φυλάγοντας, κι
ἐστρέφοντο στὴν ἄντικρυ πεδιάδα μήπως ἀκούσουν κάπουθε νὰ ὁρμήσουν ξάφνου οἱ Τρῶες. Ἅμα τοὺς εἶδ’
ἐχάρηκεν ὁ γέρος καὶ τοὺς εἶπε {{r|190}} νὰ τοὺς θαρρύνη: «Ἀγαπητὰ παιδιά μου, νὰ φρουρῆτε, καθὼς σᾶς
βλέπω ἀκούραστοι· μὴν ἀπὸ σᾶς κανέναν τὸν πάρη ὁ ὕπνος καὶ χαροῦν κατόπιν οἱ ἐχθροί μας». Καὶ διάβηκε
τὸν χάντακα· καὶ οἱ βασιλεῖς κατόπι κεῖνοι ποὺ στὸ συμβούλιον καλοῦντο νὰ καθίσουν· καὶ ὁ Νεστορίδης ὁ
λαμπρὸς καὶ ὁ Μυριόνης ἦλθαν, ὅτι τοὺς ἐπροσκάλεσαν νὰ βουλευθοῦν μαζί τους. Καὶ ἀπ’ τὸν σκαμμένον
χάντακα εἰς μέρος ἐκαθίσαν, ὅπου δὲν ἦσαν λείψανα τὸν τόπον νὰ σκεπάζουν, κεῖ ποὺ τοῦ ῞Εκτορος ἡ ὁρμὴ
νὰ σφάζη τοὺς Ἀργείους {{r|200}} σταμάτησε, ὅταν ἔφθασε νὰ τοὺς χωρίσ’ ἡ νύκτα· κεῖ καθισμένοι νὰ ὁμιλοῦν
ἀρχίζαν μεταξύ των· καὶ ὁ Νέστωρ πρωτομίλησε σ’ αὐτοὺς: «Ὦ ἀγαπητοί μου, ποιός ἀπὸ σᾶς θὰ ἐθάρρευε
στὴν τόλμην τὴν ψυχῆς του νὰ ὑπάγη μέσα εἰς τὸν στρατὸν τῶν ἀνδρειωμένων Τρώων, ἴσως κανένα τῶν
ἐχθρῶν εἰς κάποιαν ἄκοην πιάση πλανώμενον ἢ στὸν λαὸν κάποιαν νὰ μάθη φήμην, τί μεταξύ των σκέπτονται,
ἤ ἐδῶ πέρα νὰ μείνουν πλησίον στὰ καράβια μας, ἤ, ἀφοῦ τώρα ἐνικῆσαν τοὺς Ἀχαιούς, στὴν πόλιν τους
ὀπίσω θὰ γυρίσουν; {{r|210}} Αὐτὰ νὰ μάθη καὶ ἄβλαβος ἐκεῖθε νὰ γυρίση· κάτω ἀπὸ τ ἄστρα τ’ οὐρανοῦ θὰ
ἔβγη τ’ ἄκουσμά του στοὺς θνητοὺς ὅλους, καὶ λαμπρὸ δῶρο θὰ λάβη ἀκόμη. ῞Οτι ἀπὸ τὰ καράβια μας οἱ
πολεμάρχοι πρῶτοι μαύρην ἀρνάδα μὲ τ’ ἀρνιὰ ποὺ τρέφει θὰ τοῦ δώση καθένας καὶ παρόμοιος μ’ αὐτὴν δὲν
εῖναι πλοῦτος. Καὶ εἰς ὅλα τὰ συμπόσια θέσιν θὰ λάβη ἐκεῖνος». Εἶπε, καὶ ὅλοι ἐσίγησαν, ἄφωνοι ἐμεῖναν ὅλοι·
ὅσο ποὺ λόγον ἄρχισεν ὁ δυνατὸς Τυδείδης: «Μὲ σπρώχνει, Νέστορ, ἡ καρδιὰ κι ἡ ἀνδρικὴ ψυχή μου {{r|220}}
νὰ μπῶ στὸ ἐχθρικὸ στράτευμα πού ᾽ναι σιμὰ τῶν Τρώων. Ἀλλὰ θάρρος θερμότερον θὰ ἔπαιρνα καὶ τόλμην, ἂν
εἶχα καὶ ἄλλον σύντροφον· ὅταν πηγαίνουν δύο, τοῦ ἑνὸς συμβαίν’ ἡ νόησις νὰ ἔβρη πρὶν τοῦ ἄλλου ὅ,τι
συμφέρει· ἀλλ’ ἂν τὸ ἐβρῆ καὶ ἄλλον σιμὰ δὲν ἔχη, ἡ σκέψις του εἶναι ἰσχνότερη καὶ ἀργότερος ὁ νοῦς του».
Αὐτά ᾽πε, κι ἤθελαν πολλοὶ να τὸν ἀκολουθήσουν· θέλαν οἱ Αἴαντες οἱ δυό, τοῦ Ἄρη δορυφόροι, ὁ Νεστορίδης
τό ’θελε σφοδρῶς καὶ ὁ Μηριόνης, ἤθελεν ὁ Μενέλαος καὶ ὁ θεῖος ᾽Οδυσσέας· {{r|230}} νὰ εἰσέλθη καὶ αὐτὸς
ἤθελε μὲς στὸν στρατὸν τῶν Τρώων, ὅτ’ εἶχε τόλμην πάντοτε ἡ ἀδάμαστη ψυχή του. Καὶ πρὸς αὐτοὺς ὁμίλησεν
ὁ μέγας Ἀγαμέμνων: «Τυδείδη πολυαγάπητε, σὺ διάλεξ’ ὅποιον θέλεις σύντροφον, τὸν καλύτερον, καὶ πρόθυμ’
εἶναι τόσοι κι ἐμπρός μας φανερώθηκαν· πρόσεξε μὴ τὸ σέβας σὲ κάμη τὸν καλύτερον ν’ ἀφήσης, καὶ νὰ
πάρης σύντροφον τὸν κατώτερον· τὸ γένος μὴ κοιτάζης μηδ’ ἂν βασιλικότερος εἶναι εἰς αὐτοὺς κανένας». Εἶπε
καὶ διὰ τὸν ἀδελφὸν Μενέλαον ἐφοβεῖτο. {{r|240}} Καὶ πάλιν τοὺς ὁμίλησεν ὁ ἀνδρεῖος Διομήδης: «᾽Εὰν
ἀφήνετε σ’ ἐμὲ νὰ ἐκλέξω σύντροφόν μου καὶ πῶς θὰ ἐλησμονοῦσα ἐγὼ τὸν θεῖον Ὀδυσσέα, ποὺ τρέχει
προθυμότατα ἡ ἀνδράγαθη καρδιά του εἰς κάθε ἀγώνα, κι ἡ Ἀθηνᾶ τὸν ἔχει ἀγαπητόν της; Καὶ ἀπὸ τὲς
φλόγες ἄβλαβοι θὰ ἐβγαίναμε καὶ οἱ δύο, ἂν αὐτὸς ἔλθη, ποὺ ἔχει νοῦν ὅσον κανεὶς δὲν ἔχει». «Τυδείδη, δὲν
χρειάζεται », τοῦ ἀπάντνησ’ ὁ ᾽Οδυσσέας, «μήτε πολὺ νὰ μ’ ἐπαινῆς καὶ μήτε νὰ μὲ ψέγης, ὅτι ὁμιλεῖς τῶν
Ἀχαιῶν, ποὺ ὅλα αὐτὰ γνωρίζουν. {{r|250}} Ἄς πᾶμε, ἡ νύκτα σώνεται καὶ ἡ χαραυγὴ σιμώνει, τ’ ἄστρα
ἐπροχώρησαν πολύ, καὶ τῆς νυκτὸς τὰ δύο μέρη ἐπεράσαν κι ἔμεινε μόλις τὸ τρίτο ἀκόμη». Εἶπαν κι εὐθὺς
ἐζώσθηκαν ὅπλα φρικτὰ κι οἱ δύο. Τοῦ Διομήδη, π’ ἄφησεν εἰς τὴν σκηνὴν τὸ ξίφος, ἔδωκεν ἄλλο δίστομον ὁ
ἀνδρεῖος Θρασυμήδης καὶ ἀσπίδα· καὶ τὸν σκέπασε μὲ κράνος χωρὶς κῶνον καὶ χωρὶς χαίτην, ταύρινον·
καταίτυγα τὸ λέγουν· τὰ καλ’ ἀγόρια τὸ φοροῦν τῆς κεφαλῆς των σκέπην. Καὶ ὁ Μηριόνης ἔδωκε φαρέτραν
τοῦ ᾽Οδυσσέως {{r|260}} τόξον καὶ ξίφος· κι ἔπειτα τὴν κεφαλὴν μὲ κράνος δερμάτινο τοῦ ἐσκέπασε, σφικτὰ
στερεωμένο μέσα μὲ πάμπολλα λουριά, κι εἶχε μαλλὶ στὸ βάθος, καὶ χοίρου δόντια σύμπυκνα λευκὰ τὸ
περιδέναν. Τοῦτο εἶχε κλέψ’ ὁ Αὐτόλυκος στὴν ᾽Ελεώνα, ὁπόταν τοῦ ᾽Ορμενίδη Ἀμύντορος ἐτρύπησε τὸ δῶμα·
στὴν Σκάνδειαν τοῦ Ἀμφιδάμαντος, κατοίκου τῶν Κυθήρων τό ᾽στειλε αὐτός· κι ἐνθύμημα στὸν Μόλον τῆς
ξενίας ὁ Ἀμφιδάμας τό ᾽δωκε· καὶ στὸν υἱόν του ὁ Μόλος τὸν Μηριόνην τ’ ἄφησε· καὶ αὐτὸ τὸ κράνος ἦταν
{{r|270}} ποὺ ἔζωσε τὸ μέτωπον τοῦ θείου ᾽Οδυσσέως. Καὶ ἀφοῦ τὰ ὅπλα ἐζώσθηκαν τὰ φοβερὰ καὶ οἱ δύο,
ἐξεκινῆσαν καὶ ἄφησαν αὐτοῦ τοὺς πολεμάρχους. Δεξιὰ τοῦ δρόμου ἐρωδιὸν τοὺς ἔστειλε σιμά τους ἡ Ἀθηνᾶ,
καὶ τὸ πουλὶ τὰ μάτια τους δὲν εἶδαν εἰς τὸ σκοτάδι, ἀλλ’ ἄκουσαν τὸν ἦχον τῆς φωνῆς του. Ὁ ᾽Οδυσσεὺς
Ιλιάδα (Πολυλάς)/κ 65
ἐχάρηκε διὰ τὸ πουλὶ κι εὐχήθη: «Ἄκου με, ὦ κόρη τοῦ Διός, ποὺ πάντοτε σιμά μου εἰς κάθε ἀγώνα εὑρίσκεσαι
καί, ἅμα κινοῦμαι, βλέπεις· θεά μου, πόσο μ’ ἀγαπᾶς ἐξόχως δεῖξε τώρα· {{r|280}} εὐδόκησε νὰ γύρουμε στὰ
πλοῖα δοξασμένοι ἀπὸ μέγα κατόρθωμα, νὰ τὸ θυμοῦνται οἱ Τρῶες». Καὶ ὁ Διομήδης δεύτερος εὐχήθη: «Κι ἐμὲ
τώρα ἄκουσε, κόρη τοῦ Διός· ἔλα σιμά μου, ὡς ἤσουν καὶ εἰς τὸν πατέρα μου σιμὰ τὸν ἔνδοξον Τυδέα στὲς
Θῆβες, ποὺ τῶν Ἀχαιῶν ἐπῆγε ἀπεσταλμένος. Στὲς ὄχθες τότε τοῦ Ἀσωποῦ σταμάτησ’ ὁ στρατός των, καὶ
λόγον πράον ἔφερεν αὐτὸς εἰς τοὺς Καδμείους· ἀλλ’ ἔργα στὴν ἐπιστροφὴν κατόρθωσε ἀνδρειωμένα μὲ σέ,
θεά, ποὺ πρόθυμη τοῦ στάθηκες στὸ πλάγι. {{r|290}} ῾Ομοίως τώρα σῶζ’ ἐμὲ καὶ στάσου εἰς τὸ πλευρόν μου.
Κι ἐγὼ μιὰν πλατυμέτωπην δαμάλαν θὰ σοῦ σφάξω, χρονιάρικην, ποὺ τὸν ζυγὸν τοῦ ἀνθρώπου δὲν γνωρίζει˙
θὰ σοῦ τὴν σφάξω, ἀφοῦ προτοῦ τὰ κέρατα χρυσώσω». Εὐχήθηκαν καὶ ἀπ’ τὴν θεὰν ἡ εὐχή τους εἰσακούσθη.
Καὶ ἀφοῦ τὴν εὐχὴν ἔκαμαν εἰς τοῦ Διὸς τὴν κόρην βαδίζαν, ὡς δυὸ λέοντες, τὴν μαύρη νύκτα, ἐπάνω εἰς τὲς
σφαγές, εἰς τοὺς νεκρούς, στὰ ὅπλα καὶ στὸ αἷμα. Ἀλλ’ οὐδ’ ὁ ῞Εκτωρ ἄφησε τοὺς Τρῶας νὰ κοιμῶνται, καὶ
ὅλους ἐσυγκάλεσε τοὺς πρώτους πολεμάρχους, {{r|300}} ὅσοι στοὺς Τρῶας ἀρχηγοὶ καὶ κυβερνῆτες ἦσαν.
Γνώμην σχεδίαζε σοφὴν ὁ ῞Εκτωρ καὶ τοὺς εἶπε: «Ποῖος τὸ ἔργον ποὺ θὰ εἰπῶ θὰ ὑπόσχεται νὰ κάμη μὲ δῶρον
μέγα; Καὶ ἀρκετὴ θὰ εἶναι ἡ ἀνταμοιβή του· ἁμάξι καὶ ὑψηλόλαιμα πουλάρια ἐγὼ θὰ δώσω, ἀπ’ ὅσα ἔχουν οἱ
Ἀχαιοὶ τὸ ἐξαίρετο ζευγάρι, σ’ ὅποιον τολμήση - κι ἔνδοξον θὰ κάμη τ’ ὄνομά του - σιμὰ στὰ γοργὰ πλοῖα τους
νὰ ὑπάγη καὶ νὰ μάθη ἂν οἱ Ἀχαιοὶ τὰ πλοῖα τους φρουροῦν ἀκόμη ὡς πρῶτα, ἤ, ἀφοῦ ἀπὸ τὰ ὄπλα μας
ἐπέσαν συντριμμένοι, {{r|310}} νὰ φύγουν ἤδη μελετοῦν καὶ δὲν φροντίζουν πλέον ὅλην τὴν νύκτα νὰ
φρουροῦν σβησμένοι ἀπὸ τὸν κόπον». Αὐτά ᾽πε καὶ ὅλοι ἐσώπαιναν· καὶ μεταξύ τους ἦταν κάποιος τοῦ θείου
κήρυκος υἱός, τοῦ Εὐμήδη, ὁ Δόλων· εἶχε χαλκὸν ἀμέτρητον στὸ σπίτι καὶ χρυσάφι, ἄσχημην εἶχε τὴν μορφήν,
ἀλλ’ ἦτο γοργοπόδης· καὶ μέσα εἰς πέντε αὐτάδελφες αὐτὸς τὸ μόνο ἀγόρι. ᾽Εκεῖνος πρὸς τὸν ῞Εκτορα τότ’ εἶπε
καὶ στοὺς Τρῶας: «῞Εκτορ, ἐμὲ σπρώχν’ ἡ καρδιὰ κι ἡ ἀνδρικὴ ψυχή μου στὰ γοργὰ πλοῖα τῶν ἐχθρῶν νὰ
ὑπάγω καὶ νὰ μάθω. {{r|320}} Ἀλλὰ τὸ σκῆπτρο σήκωσε καὶ ὁρκίσου νὰ μοῦ δώσης τοὺς ἵππους καὶ τὴν
ἅμαξαν τὴν χαλκοστολισμένην, ποὺ φέρνουν τὸν ἰσόθεον Πηλείδην Ἀχιλλέα. Κι ἐμὲ καλὸν κατάσκοπον θὰ
ἐβρῆς, ὡς περιμένεις· πέρα ἐγὼ πέρα τὸν σρατὸν θὰ σχίσ’ ὥσπου νὰ φθάσω στὸ πλοῖον τοῦ Ἀγαμέμνονος, ἐκεῖ
ποὺ οἱ πολεμάρχοι νὰ φύγουν θὰ βουλεύωνται ἢ καὶ νὰ πολεμήσουν». Εἶπε, κι ἐκεῖνος ἔλαβε τὸ σκῆπτρον καὶ
τοῦ ὡρκίσθη: «Μάρτυς μου ὁ Ζεύς, πολύβροντος ὁμόκλινος τῆς Ἥρας, τῶν Τρώων ἄλλος ἀπὸ σὲ δὲν θ’ ἀνεβῆ
τοὺς ἵππους {{r|330}} ἐκείνους, καὶ θ’ ἀγάλλεσαι σὺ μόνος νὰ τοὺς ἔχης». Αὐτά ᾽πε καὶ ψευδόρκισε, κι
ἐμψύχωσεν ἐκεῖνον. Κι εὐθὺς τὸ τόξο ἐκρέμασεν, ἐφόρεσε τομάρι λύκου στακτιοῦ, σκεπάσθηκε μὲ κράνος τῆς
νυφίτσας, λόγχην ἐπῆρε ἀκονητήν, καὶ ἀπ’ τὸν στρατὸν προθύμως πρὸς τὰ καράβια ἐκίνησεν· ἀλλὰ νὰ φέρη
ἐκεῖθεν εἴδησιν εἰς τὸν ῞Εκτορα δὲν ἦταν διορισμένο. Ἀλλ’ ὅταν ἔξω ἀπ’ τὸν λαὸν εὑρέθη καὶ ἀπ’ τ’ ἁμάξια,
ἔτρεχε τότ’ ἐλεύθερα˙ καὶ ὁ θεῖος ᾽Οδυσσέας ἐρχόμενον τὸν νόησε καὶ στὸν Διομήδην εἶπε: {{r|340}} «Αὐτοῦ
κάποιος μᾶς ἔρχεται, Διομήδη, ἀπ’ τὸν στρατόν τους. Δὲν ξεύρω ἂν στὰ καράβια μας κατάσκοπος ἐστάλη, ἢ
διὰ νὰ γδύση σώματα νεκρῶν ἐβγῆκε μόνος. ᾽Ολίγο ἂς πάρη διάστημα πρὶν τοῦ χυθοῦμ’ ἐπάνω διὰ νὰ τὸν
πιάσωμε κι ἐὰν στὰ πόδια μᾶς νικήση, σὺ πάντοτε στὰ πλοῖα μας, μακρὰν ἀπ’ τὸν στρατόν του βιάζε τον μὲ
τὴν λόγχην σου νὰ μὴν ἀλλάξη δρόμον, μὴ μᾶς ξεφύγη τρέχοντας ὀπίσω πρὸς τὴν πόλιν». Εἶπαν καὶ μέσα εἰς
τοὺς νεκροὺς ἔξω τοῦ δρόμου ἐγύραν, καὶ αὐτὸς γοργὰ προσπέρασεν ὁ ἀνόητος· ἀλλ’ ὅταν {{r|350}} ἀπεῖχε
ὅσο μονόβολα ὀργώνουν τὰ μουλάρια - ὄτ’ εἶναι αὐτὰ καλύτερα καὶ ἀπὸ τὰ βόδι’ ἀκόμη στὸ βαθὺ νειάμα νὰ
τραβοῦν τὸ κολλητὸν ἀλέτρι - ἐχύθηκαν κι ἐστάθη αὐτός, ὡς ἄκουσε τὸν κρότον· πὼς ἦσαν φίλοι ἀπ’ τὸν
στρατόν, ἐπίστευε, σταλμένοι ἀπὸ τὸν ῞Εκτορα νὰ εἰποῦν ὀπίσω νὰ γυρίση. Καὶ ὅτ’ ἦσαν τόσο διάστημα ὅσο τ
ἀκόντι φθάνει, καὶ τοὺς ἐγνώρισεν ἐχθρούς, εἰς τὴν φυγὴν κινοῦσε γοργὰ τὰ πόδια καὶ ὅρμησαν αὐτοὶ νὰ τὸν
προφθάσουν. Καὶ ὡς δυὸ σκύλοι σκληρόδοντες, ἐξαίσιοι στὸ κυνήγι, {{r|360}} λαγὸν ἤ ζάρκαδον στενὰ
ξετρέχουν μὲς στὸν λόγγον, καὶ αὐτὸς φεύγει βελάζοντας· στενὰ καὶ ὁ Διομήδης καὶ ὁ πορθητὴς ὁ Ὀδυσσεὺς
τὸν Δόλωνα ἐκυνῆγαν, τὸν δρόμον ἀφοῦ τοῦ ᾽κοψαν νὰ γύρη στὸν στρατόν του. Καὶ πρὸς τὰ πλοῖα φεύγοντα,
στοὺς φύλακες πλησίον ἔφθασε˙ τότ’ ἡ Ἀθηνᾶ τοῦ Διομήδη ἀνδρείαν ἐπρόσθεσε μήπως κανεὶς τῶν Ἀχαιῶν
ἀνδρείων νὰ καυχηθῆ πὼς κτύπησε τὸν Δόλωνα προλάβη κι ἐκεῖνος φθάση δεύτερος˙ καὶ ὁρμώντας μὲ τὴν
λόγχην ἐπάνω του τοῦ ἐφώναξε: «Ἤ στάσου ἢ σὲ λογχίζω· {{r|370}} δὲν φεύγεις ἀπ’ τὰ χέρια μου». Κι ἔριξε τὸ
κοντάρι κι ἐπίτηδες τὸν ἔσφαλε· στὴν δεξιάν του πλάτην ἐπάνω ἡ λόγχη ἐπέρασε καὶ μὲς στὴν γῆν ἐμπήχθη˙ κι
Ιλιάδα (Πολυλάς)/κ 66
ἐκεῖνος ἐσταμάτησε κι ἐψέλλιζ’ ἀπὸ τρόμον χλωμὸς καὶ μὲς στὸ στόμα του τὰ δόντι’ ἀντικτυπιόνταν.
Λεχάζοντας τὸν πρόφθασαν ἐκεῖνοι καὶ τὸν πιάσαν. «Ἄχ! πάρετέ με ζωντανόν », δακρύζοντας τοὺς εἶπε· «κι
ἐξαγορὰν θὰ λάβετε· ὅτι ἀπ’ τοὺς θησαυρούς μου, χάλκινα σκεύη καὶ χρυσὰ καὶ σίδερο ἐργασμένο, τὰ λύτρα ὁ
πατέρας μου περίσσια θὰ σᾶς δώση {{r|380}} ἂν μάθη ὅτ’ εἶμαι ζωντανὸς στῶν Ἀχαιῶν τὰ πλοῖα». Σ’ αὐτὸν ὁ
πολυμήχανος ἀπάντησ’ Ὀδυσσέας: «Θάρρου· ποσῶς τὸν θάνατον στὸν νοῦν σου νὰ μὴν ἔχης· καὶ τοῦτο θέλω
νὰ μοῦ εἰπῆς ἀληθινά, νὰ μάθω τί θέλεις καὶ ἀπὸ τὸν στρατὸν στὰ πλοῖα μας πηγαίνεις μόνος στὸ σκότος τῆς
νυκτός, ποὺ ὅλ’ οἱ θνητοὶ κοιμῶνται; Μή διὰ νὰ γδύσης σώματα νεκρῶν ἐβγῆκες τώρα; Ἤ πρὸς τὰ πλοῖα σ’
ἔστειλεν ὁ ῞Εκτωρ νὰ ἐρευνήσης ὅ,τι συμβαίν’; Ἤ καὶ σ’ αὐτὸ παρακινήθης μόνος; » Καὶ ὁ Δόλων τοῦ
ἀπάντησε, κι οἱ ἁρμοί του ἐτρέμαν ὅλοι: {{r|390}} «Ὁ ῞Εκτωρ μ’ ἐξεμώρανε, ποὺ ἐδέχθη νὰ μοῦ δώση τοὺς
ἵππους καὶ τὴν ἅμαξαν τὴν χαλκοστολισμένην, ποὺ ἀνήκουν εἰς τὸν θαυμαστὸν Πηλείδην Ἀχιλλέα, κι
ἐπρόσταξέ με στῶν ἐχθρῶν τὸ στράτευμα νὰ ὑπάγω μέσα στὸ βάθος τῆς νυκτὸς νὰ μάθ’ ὅ,τι συμβαίνει, ἂν
εἶναι τὰ καράβια σας ὡς πρῶτα φρουρημένα, ἤ τώρ’ ἀπὸ τὰ χέρια μας ὡς εἶσθε συντριμμένοι, νὰ φύγετ’ ἤδη
σκέπτεσθε καὶ δὲν σᾶς μέλει πλέον ἀπὸ τὸν κόπον τὸν βαρύν, τὴν νύκτα να φρουρῆτε». Καὶ τοῦ ᾽πε μὲ
χαμόγελον ὁ θεῖος ᾽Οδυσσέας: {{r|400}} «Τωόντι δῶρα ἐπόθησες μεγάλα εἰς τὴν ψυχήν σου, τοῦ Ἀχιλλέως τ’
ἄλογα· καὶ αὐτὰ δὲν τὰ δαμάζει οὔτε ἀνεβαίνει ἄλλος θνητὸς ἢ μόνος ὁ ἀνδρειωμένος Αἰακίδης ὁποὺ ἀθάνατη
τὸν γέννησε μητέρα. Ἀληθινὰ τώρα θὰ εἰπῆς, ὅτ’ ἐδῶ πέρα ἐρχόσουν, τὸν πολεμάρχον ῞Εκτορα ποῦ ἄφησες;
Ποῦ ἔχει τὰ ἄρματα αὐτὸς καὶ τ’ ἄλογα; Καὶ ποῦ τῶν ἄλλων Τρώων εἶναι στημένες οἱ φρουρὲς καὶ ποῦ καὶ
ποιοί κοιμῶνται; Τί μεταξύ τους μελετοῦν, ἢ ἐδῶ πέρα νὰ μείνουν πλησίον στὰ καράβια μας ἢ σκέπτονται στὴν
πόλιν {{r|410}} νὰ γύρουν, ἀφοῦ ἐσύντριψαν στὴν μάχην τοὺς Ἀργείους; » Καὶ πρὸς αὐτὸν ἀπάντησεν ὁ υἱὸς
τοῦ Εὐμήδη, ὁ Δόλων: «Καὶ τὴν ἀλήθειαν ἀπ’ ἐμὲ καταλεπτῶς θὰ μάθης. Ὁ ῞Εκτωρ μὲ τοὺς ἀρχηγούς, ὄσ᾽
εἶναι βουληφόροι, ἔχει συμβούλιον μακρὰν τοῦ κρότου, πρὸς τὸ μνῆμα τοῦ ῎Ιλου· καὶ ὡς πρὸς τὲς φρουρές,
ποὺ μ’ ἐρωτᾶς, ἀνδρεῖε, φρουρὰ δὲν εἶναι χωριστὴ τὸ στράτευμα νὰ σκέπη. ῞Οτι στῶν Τρώων τὲς πυρὲς ὅσ’
εἶναι ἀναγκασμένοι ἄνδρες φυλάγουν ἄγρυπνοι καὶ ἀντιπαρακινοῦνται. Ἀλλ’ οἱ διάφοροι λαοί, ποὺ βοηθοὶ
τοὺς ἦλθαν, {{r|420}} κοιμῶνται, καὶ τὴν φύλαξιν ἀφήνουν εἰς τοὺς Τρῶας, ὅτι γυναῖκες ἢ παιδιὰ πλησίον
τους δὲν ἔχουν». Σ’ ἐκεῖνον ὁ πολύβουλος ἀπάντησε ᾽Οδυσσέας: «Ἀλλὰ κι ἐκεῖνοι ἀνάμικτα μὲ τοὺς
ἀνδρειωμένους Τρῶας κοιμῶνται ἢ μακριά; Τοῦτο θὰ εἰπῆς νὰ μάθω». Καὶ ὁ Δόλων τοῦ ἀποκρίθηκεν: «Ὅλ’
ἀπ’ ἐμὲ θὰ μάθης καταλεπτῶς, ὅσα ἐρωτᾶς· στὸ μέρος τῆς θαλάσσης οἱ τοξοφόροι Παίονες, τῶν Πελασγῶν τὸ
θεῖον γένος, αὐτοῦ καὶ οἱ Λέλεγες, οἱ Καύκωνες καὶ οἱ Κάρες. Τὴν Θύμβραν οἱ περήφανοι Μυσοὶ κι οἱ Λύκιοι
βλέπουν {{r|430}} καὶ τῶν Φρυγῶν οἱ ἱππόμαχοι λαοὶ καὶ τῶν Μαιόνων. Ἀλλὰ πρὸς τί καταλεπτῶς νὰ μ’
ἐρωτᾶτε εἰς ὅλα; ᾽Εὰν θενὰ πατήσετε τὸ στράτευμα τῶν Τρώων, ἰδοὺ οἱ Θράκες νιόφερτοι καὶ ἀνάμερα στὴν
ἄκρην ὕστεροι ἀπ’ ὅλους καὶ μ’ αὐτοὺς ὁ Ρῆσος βασιλέας, τοῦ ᾽Ηιονέως ὁ υἱός· κι οἱ ἵπποι του εἶναι ὡραῖοι,
μεγάλοι, ἀνεμόποδες, λευκότεροι ἀπ’ τὸ χιόνι. Μ’ ἀργυροχρυσοκόλλητον ἦλθεν αὐτὸς ἁμάξι, καὶ ἀρματωσιὰν
θεόρατην χρυσήν, ὁπού ᾽ναι θαῦμα. ῞Οπλα παρόμοια τῶν θνητῶν ἀνθρώπων δὲν ἀνήκουν, {{r|440}} μόνον οἱ
ἀθάνατοι θεοὶ νὰ τὰ φοροῦν ἁρμόζει. Ἀλλὰ σεῖς τώρα φέρτε με στὰ ταχυπόρα πλοῖα, ἢ ἐδῶ μὲ ἄπονον δεσμὸν
νὰ μείνω δέσετέ με, ὡσότου ἐπανέλθετε καὶ γνωρισθῶ τωόντι ἂν ψευδολόγησα εἰς ἐσᾶς ἢ τὴν ἀλήθειαν εἶπα».
Μ’ ἄγριο βλέμμα ὁ δυνατὸς τοῦ εἶπε Διομήδης: «῏Ω Δόλων, ἀφοῦ ἔπεσες στὰ χέρια μας, μὴ ἐλπίζης νὰ φύγης
ἄν κι εὐχάριστα τὸ στόμα σου μᾶς εἶπε. Καὶ ἂν τώρα σ’ ἀπολύσωμεν ἤ λύτρα σου δεχθοῦμεν, πάλιν θὰ ἔλθης
στὰ γοργὰ τῶν Ἀχαιῶν καράβια {{r|450}} κατόπιν ἢ κατάσκοπος ἤ νὰ μᾶς πολεμήσης. Ἀλλ’ ἂν σοῦ δώσω
θάνατον, στὸ ἑξῆς δὲν θά ᾽σαι πλέον στοὺς Ἀχαιοὺς ὀλέθριος». Καὶ ὡς ἅπλωνε τὸ χέρι ὁ Δόλων στὸ πηγούνι
του νὰ τὸν ἐξιλεώση, ὅρμησε μὲ τὴν μάχαιραν ἐπάνω του ὁ Τυδείδης, τοῦ ἐχώρισε τὸν λάρυγγα κι ἐκόπηκαν τὰ
νεῦρα, κι ἐνῶ μιλοῦσ’ ἐκύλησε στὸ χῶμα ἡ κεφαλή του. Καὶ αὐτοὶ τὸ λυκοτόμαρο τοῦ ἐπῆραν καὶ τὸ κράνος, τὸ
τόξ’ ὀπισθοτέντωτο καὶ τὸ μακρὺ κοντάρι· πρὸς τὴν νικήτραν Ἀθηνᾶ τὰ σήκωσ’ ὁ ᾽Οδυσσέας {{r|460}} ψηλὰ
στὸ χέρι κι ἔκαμεν εὐχήν: «Μὲ τοῦτα χαίρου, θεά, τὰ λάφυρα, καὶ σὲ τῶν ἀθανάτων πρώτην μὲ δῶρα θὰ
τιμήσωμεν· καὶ τώρα ὁδήγησέ μας στοὺς ἵππους καὶ στὸ στράτευμα τῶν μαχητῶν τῆς Θράκης». Εἶπε κι ἐπάνω
τά ᾽βαλε ψηλὰ σ’ ἕνα μυρίκι˙ κι ἐπῆρε κι ἔκοψε τρανὸ σημάδι ἀπὸ καλάμια δεμένα μὲ μυρίκινα κλαδιά, νὰ μὴ
τὰ χάσουν μέσα στὸ σκότος τῆς νυκτὸς εἰς τὴν ἐπιστροφήν τους. Κι ἐκεῖνοι αἷμα κι ἄρματα πατώντας
προχωροῦσαν, ὥσπου στοὺς Θράκες ἔφθασαν· τοὺς ἦβραν ποὺ ἐκοιμόνταν {{r|470}} σβησμένοι ἀπὸ τὸν
Ιλιάδα (Πολυλάς)/κ 67
κάματον, μὲ τ ἄρματα σιμά τους στὴν γῆν μὲ τάξιν, τρεῖς σειρές˙ καὶ δίζυγα πουλάρια εἶχε καθεὶς στὸ πλάγι
του· στὴν μέσην ἐκοιμᾶτο ὁ Ρῆσος καὶ οἱ ταχύποδες ἵπποι του ἀπὸ τὴν ἄκρην τῆς ἅμαξας ἐστέκονταν μὲ τὰ
λουριὰ δεμένοι. Τοὺς εἷδε πρῶτος ὁ Ὀδυσσεὺς καὶ στὸν Τυδείδην εἶπε: «Τὸν ἄνδρα καὶ τοὺς ἵππους του,
Διομηδη, ἐμπρός σου βλέπεις, ποὺ ὁ Δόλων πρὶν θανατωθῆ μᾶς ἔχει φανερώσει. Δεῖξε, ὅπως εἷσαι,
ἀνδράγαθος· δὲν πρέπει τ’ ἄρματά σου ἀργὰ νὰ μείνουν· ξέλυσε τοὺς ἵππους ἢ τοὺς ἄνδρες {{r|480}} φόνευε
σὺ καὶ ἄφες σ’ ἐμὲ τῶν ἵππων τὴν φροντίδα». Καὶ ὡς ἡ ᾽Αθηνᾶ τὸν ἄναψεν, ἐφόνευε ὁ Τυδείδης δεξιὰ ζερβά·
κι ἐλεεινὸς ἀνδρῶν, ὁποὺ ἐσφαζόνταν βόγγος ἀκούετο κι ἡ γῆ κοκκίνιζε ἀπὸ αἷμα, Καὶ ὡς ὅταν πέση λέοντας
πόχει στὸν νοῦν του φόνους μέσα εἰς ἀφύλακτην κοπὴν ἐρίφων ἢ προβάτων, ὁμοίως τότε ἀφάνιζε τοὺς Θράκες
ὁ Τυδείδης καὶ δώδεκα ἐθανάτωσε· καὶ ὅποιον βαροῦσ’ ἐκεῖνος μὲ κτύπημα θανάσιμο, κατόπιν ὁ ᾽Οδυσσέας ὁ
συνετὸς ἐρχόμενος τὸν ἔσερνε ἀπ’ τὸν πόδα, {{r|490}} καὶ τὸν τραβοῦσεν ἔξωθεν, ὅπως ἀνοίξη δρόμον εἰς τὰ
λαμπρὰ τετράποδα, μήπως ἐὰν πατοῦσαν νεκροὺς ἀκόμη ἀμάθητα σκιρτήσουν ἀπὸ τρόμον. Δέκατον τρίτον
ἔσφαξε τὸν Ρῆσον βασιλέα, πού, ἐνῶ τὴν ποθητὴν ζωὴν τοῦ ἔπαιρνε ὁ Τυδείδης, λέχαζε ἀπ’ ὄνειρο κακὸ ποὺ
ἐπάνω του εἶχε στήσει τῆς Ἀθηνᾶς ἡ σύνεσις, τὸν ἔγγονον τοῦ Οἰνέως. Τ’ ἄλογα ἀπὸ τὴν ἅμαξαν τότ’ ἔλυσ’ ὁ
᾽Οδυσσέας καὶ ἀφοῦ μαζὶ τὰ ἔδεσε μὲ τὰ λουριὰ τὰ ὁδήγα ἔξω ἀπ’ τὸ πλῆθος κι ἐπειδὴ νὰ πάρη ἀπὸ τ’ ἁμάξι
{{r|500}} τὴν μάστιγα ἐλησμόνησε, τὰ ἐκτύπα μὲ τὸ τόξο. Κι ἔπειτα ἐσφύριξε σιγὰ σημάδι τοῦ Διομήδη. Ἔμενε
αὐτὸς κι εσκέπτετο τὸ πῶς νὰ ἀνδραγαθήση, τ’ ἁμάξι μ’ ὅλα τ’ ἄρμα;α τὰ ὑπέρλαμπρα νὰ σύρη ἀπ,’ τὸ τιμόν’ ἢ
βαστακτὰ στοὺς ὤμους νὰ τὰ πάρη, ἢ τῶν Θρακῶν ἄλλες ζωὲς ἀκόμη νὰ θερίση· τοῦτα ἐνῶ διαλογίζονταν ὁ
θεῖος Διομήδης, ἦλθ’ ἡ Ἀθηνᾶ στὸ πλάγι του καί, «ὦ τέκνον τοῦ γενναίου Τυδέως », εἶπε πρὸς αὐτόν, «νὰ
γύρης συλλογίσου στὰ κοίλα πλοῖα, μὴ συμβῆ μὲ κίνδυνον νὰ φύγης, {{r|510}} ἂν κάποιος ἄλλος τῶν θεῶν
σηκώση ἐδῶ τοὺς Τρῶας». Καὶ τὴν φωνὴν τῆς Ἀθηνᾶς ἄκουσε αὐτὸς καὶ ἀνέβη σ’ ἕνα τῶν ἵππων κι ἔπληκτε
τοὺς ἵππους μὲ τὸ τόξο ὁ ᾽Οδυσσεὺς κι ἐπέταξαν πρὸς τὰ γοργὰ καράβια. Καὶ ὁ Φοῖβος ὁ ἀργυρότοξος ἅμ’ εἶδε
στὸν Τυδείδην συμπροβοδὸν τὴν Ἀθηνᾶ, ὠργίσθη κι ἐκατέβη στῶν Τρώων τὸ στρατόπεδον κι ἐσήκωσε ἀπ’ τὸν
ὕπνον τῶν Θρακῶν ἕναν ἀρχηγόν, ἐξάδελφον τοῦ Ρήσου, τὸν μέγαν ῾Ιπποκόωντα. Καὶ ὡς ἐσηκώθη ἐκεῖνος κι
εἶδε τῶν ἵππων ἔρημον τὸν τόπον, καὶ τοὺς ἄνδρες {{r|520}} νὰ σπαρταροῦν στὸ αἷμα τους, βοὴν ἔσυρε πόνου
κι ἐφώναξε κατ’ ὄνομα τὸν ποθητόν του φίλον. Καὶ οἱ Τρῶες ὅλοι μὲ βοὲς καὶ ἀλαλαγμὸν χυθῆκαν κι
ἐθαύμαζαν τὸ φοβερὸ κατόρθωμα ποὺ ἐπράξαν ἐκεῖνοι, κι ἔπειτ’ ἄβλαπτοι στὰ πλοῖα τους γυρίσαν. Κι ἐκεῖνοι
ὁπόταν ἔφθασαν ἐκεῖ πού ᾽χαν φονεύσει τὸν Δόλωνα, ἐσταμάτησε τοὺς ἵππους ὁ ᾽Οδυσσέας· πήδησ’ ὁ ἄλλος
εἰς τὴν γῆν καὶ τὰ αἱματοβαμμένα λάφυρα ἐπῆρε κι ἔβαλε στὰ χέρια τοῦ ᾽Οδυσσέως. Ἀνέβη πάλι, ἐκέντησε τὰ
γρήγορα πουλάρια {{r|530}} καὶ αὐτὰ πετοῦσαν πρόθυμα στῶν Ἀχαιῶν τὰ πλοῖα. Τὸν κρότον πρῶτος ἄκουσεν
ὁ Νέστωρ καὶ τοὺς εἶπεν: «Ὦ πολεμάρχοι ἀγαπητοί, προστάτες τῶν Ἀργείων, μαντεύω ἢ σφάλλω; Καὶ ἡ
καρδιὰ μοῦ λέγει νὰ ὁμιλήσω. Κρότον ἀκούω καθαρὰ τῶν ταχυπόδων ἵππων. Νά ᾽φερναν ἐδῶ λάφυρον ἀπ’
τὸν στρατὸν τῶν Τρώων αὐτοὺς τοὺς ἵππους ὁ ᾽Οδυσσεὺς καὶ ὁ δυνατὸς Τυδείδης. Ἀλλ’ ὅμως ἡ καρδία μου
τρομάζει μήπως πάθουν ἀπὸ τῶν Τρώων τὴν ὁρμὴν ἐκεῖν’ οἱ ἀνδρειωμένοι». Τὸν λόγον δὲν τελείωσεν, κι ἦσαν
ἐκεῖνοι ἐμπρός τους. {{r|540}} Κι εὐθὺς ἐπέζευσαν αὐτοὶ καὶ ὅλοι φαιδροὶ τριγύρω οἱ Ἀργεῖοι τοὺς ἀσπάζοντο
καὶ τοὺς γλυκομιλοῦσαν. Καὶ ὁ Νέστωρ ὁ Γερήνιος ἐρώτησέ τους πρῶτος: «Λέγε μας πῶς ἐλάβετε, τρισένδοξε
᾽Οδυσσέα, τοὺς ἵππους τούτους; Λάφυρον τοὺς πήρετε τῶν Τρώων, ἢ δῶρον εἶν’ ἑνὸς θεοῦ ποὺ σᾶς
ἐφανερώθη; Τοῦ ἡλίου, θαῦμα τρομερόν, ὁμοιάζουν τὲς ἀκτίνες. Πάντοτε μέσα εὑρίσκομαι στὲς φάλαγγες τῶν
Τρώων, ὅτι ἂν καὶ γέρος μαχητής, θαρρῶ ποὺ ὀκνὸς δὲν μένω, ἀλλ’ ἵππους τόσο θαυμαστοὺς ποτέ μου ἐγὼ δὲν
εἶδα. {{r|550}} Ναί, μὲ τὸ χέρι του θεὸς σᾶς ἔδωκε τοὺς ἵππους, διότι ἀγάπην περισσὴν σᾶς ἔχουν καὶ τῶν δύο
καὶ ἡ γλαυκόφθαλμη Ἀθηνᾶ καὶ ὁ βροντητὴς Κρονίδης». Σ’ αὐτὸν τότε ὁ πολύβουλος ἀπάντησε Ὀδυσσέας·
«Νέστορ Νηλείδη σεβαστέ, τῶν Ἀχαιῶν ὦ δόξα, εὔκολα δύνανται οἱ θεοί, ποὺ τόσο ἀνώτερ’ εἶναι, ἵππους νὰ
δώσουν καὶ ἀπ’ αὐτούς, ἂν θέλουν, καλυτέρους. Καὶ τοῦτ’ εἶναι νεόφερτοι ἀπὸ τὴν Θράκην ἵπποι· τὸν κύριόν
τους φόνευσεν ὁ δυνατὸς Τυδείδης καὶ δώδεκα στὸ πλάγι του τῶν πρώτων ἀνδρειωμένων. {{r|560}} Καὶ
ἄλλον στὰ πλοῖα μας σιμὰ δέκατον τρίτον ἄνδρα φονεύσαμε ποὺ ἔρχονταν κατάσκοπος σταλμένος τῶν Τρώων
καὶ τοῦ ῞Εκτορος εἰς τὸ στρατόπεδόν μας». Εἶπε κι εὐθὺς τὸν χάντακα περνοῦσε, μὲ τοὺς ἵππους περήφανος·
καὶ ὁλόχαροι κατόπ’ οἱ πολεμάρχοι. Καὶ ὅτ’ ἔφθασε στὴν στερεὴν σκηνὴν τοῦ Διομήδη, εἰς τὸ παχνὶ μὲ τὰ
λουριὰ προσέδεσαν τοὺς ἵππους ὅπ’ ἦσαν καὶ τὰ γρήγορα πουλάρια τοῦ Τυδείδη καὶ σίτον ἔτρωγαν γλυκόν.
Ιλιάδα (Πολυλάς)/κ 68
Καὶ ἀπέθεσε στὴν πρύμνην ὁ ᾽Οδυσσεὺς τοῦ Δόλωνος τὰ ὅπλα αἱματωμένα {{r|570}} ὥσπου θυσίαν τῆς θεᾶς
κατόπιν ἑτοιμάσουν. Καὶ αὐτοὶ μέσα στὴν θάλασσαν ἐμπῆκαν ν’ ἀποπλύνουν σκέλη, μεριὰ καὶ τράχηλον ἀπ’
τὸν πολὺν τὸν ἵδρο. Καὶ ἀφοῦ τὸν ἵδρο τὸν πολὺν τὸ κύμα τῆς θαλάσσης ἔνιψιε ἀπὸ τὸ σῶμα τους κι
ἐδροσολογηθῆκαν, κατέβηκαν κι ἐλούσθηκαν στοὺς σκαλιστοὺς λουτῆρες. Καὶ ἀφοῦ λουσθῆκαν καὶ ἄλειμμα
τὸ σῶμα τους ἐχρίσαν, εἰς τὸ τραπέζι ἐκάθισαν καὶ τὸ κρασί, ποὺ εὐφραίνει, ἀπὸ κρατήρα ὁλόγεμον τῆς
Ἀθηνᾶς σπονδίζαν.
Ιλιάδα (Πολυλάς)/λ
←Ραψωδία κ Ιλιάδα Ραψωδία μ→
Συγγραφέας: Όμηρος
Μεταφραστής: Ιάκωβος
Πολυλάς
Ραψωδία λ
<poem> Τοῦ γέρου ἀφήνει Τιθωνοῦ τὸ πλάγ’ ἡ χρυσωμένη ᾽Ηὼς νὰ φέρη τῶν θεῶν τὸ φῶς καὶ τῶν ἀνθρώπων·
κι ἔστελνε ὁ Ζεὺς τὴν ῎Εριδα στῶν Ἀχαιῶν τὰ πλοῖα κι εἶχε στὸ χέρι τὸ φρικτὸ σημάδι τοῦ πολέμου. Ἐστήθη
στὸ θεόρατο καράβι τοῦ Ὀδυσσέως, ποὺ ἦταν στὴν μέσην, καὶ ἡ φωνὴ καὶ στὰ δυὸ μέρ’ ἠχοῦσε, καὶ εἰς τὲς
σκηνὲς τοῦ Αἴαντος τοῦ Τελαμωνιάδη καὶ στοῦ Ἀχιλλέως, ποὺ ἀκρινὰ τὰ πλοῖα τους ἐστῆσαν, θαρρώντας
εἰςτὴν ρώμην τους καὶ εἰς τὴν ἀνδραγαθίαν. ᾽Εκεῖθεν ἔσυρε ἡ θεὰ δεινὴν φωνὴν μεγάλην, {{r|10}} κι ἐφύσησε
στῶν Ἀχαιῶν τὰ στήθη τὴν ἀνδρείαν, νὰ πολεμοῦν, νὰ μάχωνται καὶ παῦσιν νὰ μὴ θέλουν. Καὶ ἀγάπησαν τὸν
πόλεμον σφοδρότερα ἢ νὰ γύρουν μὲ τὰ βαθιὰ καράβια τους στὴν ποθητὴν πατρίδα. Κι ἐβόησε τῶν Ἀχαιῶν ν’
ἀρματωθοῦν ὁ Ἀτρείδης· καὶ μὲ χαλκὸν ἀστραφτερὸν ὁ ἴδιος ὁπλιζόνταν. Τὰ σκέλη πρῶτα μὲ λαμπρὲς
κνημίδες ἔζωσ’ ὅλα ὅποὺ ἐθηλυκώνονταν μὲ ὁλάργυρ;ς περόνες. Τὸ στῆθος σκέπασ’ ἔπειτα μὲ θώρακα ὁποὺ
δῶρον φιλοξενίας ἄλλοτε τοῦ ἔδωκε ὁ Κινύρας, {{r|20}} ὅτι τὸ μέγα ἄκουσμα στὴν Κύπρον εἶχε φθάσει ποὺ
ἀρμένιζαν οἱ Ἀχαιοὶ ν’ ἀνέβουν εἰς τὴν Τροίαν· ὅθεν ἐφιλοδώρησεν αὐτὸς τὸν βασιλέα καὶ δώδεκα εἶχε ὁ
θώρακας κλωστὲς ἀπὸ χρυσάφι, δέκ’ ἀπὸ μαῦρον χάλυβα κι εἴκοσι κασσιτέρου· καὶ δράκοντες χαλυβικοὶ τρεῖς
ἀπὸ κάθε μέρος ὡς τὸν λαιμὸν ἁπλώνονταν, ὡς ῎Ιριδες, ποὺ ὁ Δίας σταίνει στὰ νέφη φοβερὸ σημάδι στοὺς
ἀνθρώπους. Καὶ ἀπὸ τοὺς ὤμους κρέμασε τὸ ξίφος, ποὺ ἡ λαβή του ἄστραπτε χρυσοκόμπωτη κι εἶχε ἀργυρὴν
τὴν θήκην, {{r|30}} μὲ κρεμαστάρια ὁλόχρυσα καλὰ συναρμοσμένην, Κι εὔμορφην, πολυδαίδαλην, σκέπην
ἀνδρῶν, ἀσπίδα ἐπῆρε, καὶ τὴν ἔζωναν χάλκινοι κύκλοι δέκα· κι εἴκοσιν ἦσαν ὀμφαλοὶ λαμπροὶ τοῦ
κασσιτέρου λευκοὶ κι ἕνας χαλύβδινος ἐμαύριζε στὴν μέσην. Στὸν γύρον ἦταν ἡ Γοργὼ μὲ τ’ ἄγριο κοίταγμά
της τρομακτικὸν καὶ ὁλόγυρα μὲ τὴν Φυγὴν ὁ Φόβος. Τὸν τελαμώνα εἶχε ἀργυρόν· καὶ δράκοντας ἐπάνω
ἐστρέφετο ἀπὸ χάλυβα, καὶ τρεῖς ἀπὸ τὸν μόνον λαιμὸν φυτρώνουν κεφαλὲς ἀντίστροφα γυρμένες. {{r|40}}
Μὲ κράνος τετραφάληρον τὴν κεφαλήν του σκέπει καὶ μὲ τὴν χήτην σείετο φρικτὸς ἐπάν’ ὁ λόφος. Ἐπῆρε δύο
κοφτερὰ κοντάρια χαλκοφόρα κι ἡ λάμψις ἀπ’ τὲς ἄκρες των κτυποῦσε στὸν αἰθέρα. Τότ’ ἐβροντῆσαν ἡ
Ἀθηνᾶ κι ἡ Ἥρα νὰ τιμήσουν τῶν πολυχρύσων Μυκηνῶν τὸν μέγαν βασιλέα. Τότε τοὺς κυβερνήτας των
παράγγειλαν νὰ στήσουν μὲ καλὴν τάξιν ἔμπροσθεν τοῦ χάντακος τ’ ἁμάξια, καὶ ἀρματωμένοι αὐτοὶ πεζοὶ μὲ
ὁρμὴν ἐπροχωροῦσαν καὶ ἀλαλαγμὸς ἀπέραντος τὸ χάραμ’ ἀκουὸνταν. {{r|50}} Καὶ πρῶτοι ἐπαρατάχθηκαν
καὶ ἀπὸ σιμὰ κατόπιν ἀκολουθοῦσαν οἱ ἱππεῖς˙ καὶ τάραχον ὁ Δίας ὀλέθριον ἐσήκωσε κι αἱματωμένην δρόσον
ἀπ’ τὸν αἰθέρα ἐστάλαζεν, ὅτ’ εἶχε ἀποφασίσει πολλὲς γενναῖες κεφαλὲς νὰ στείλη μὲς στὸν Ἅδη. Ἀλλὰ τοὺς
Τρῶας ἔστησε στὸν ὄχθον τοῦ πεδίου ὁ μέγας ῞Εκτωρ καὶ μ’ αὐτὸν ὁ θεῖος ΙΙολυδάμας, ὁ Αἰνείας ὁποὺ
ἐδόξαζαν ὡσὰν θεὸν οἱ Τρῶες, ὁ Ἀγήνωρ μὲ τὸν Πόλυβον, οἱ τρεῖς Ἀντηνορίδες, ὁ Ἀκάμας νέος πόμοιαζεν εἰς
τοὺς ἐπουρανίους. {{r|60}} Καὶ ὁ ῞Εκτωρ μ’ ὁλοστρόγγυλην ἀσπίδα ἐπρομαχοὗσε. Καὶ ὡς ἀπ’ τὰ νέφη
ὁλόφωτο τ’ ὀλέθριο ἀστέρι λάμπει κι ἔπειτα πάλιν χάνεται στὰ σκιοφόρα νέφη, καὶ ὁ ῞Εκτωρ πότ’ ἐφαίνετο
στοὺς πρώτους νὰ προστάζη, καὶ πότε εἰς τοὺς ὑστερινους, καὶ στ’ ἄρματά του ὅλος ἔλαμπεν ὡς ἡ ἀστραπὴ
τοῦ αἰγιδοφόρου Δία. Καὶ ὅπως ἀντίκρυ θερισταί, σ’ ἀγρὸν ἀνδρὸς πλουσίου μέσα στὴν ἴσιαν αὐλακιὰ
Ιλιάδα (Πολυλάς)/λ 69
θερίζουν προχωρώντας κριθάρ’ ἣ σίτον καὶ οἱ χεριὲς πυκνὲς ὀπίσω πέφτουν, ἔτσι ἀντιμέτωποι μὲ ὁρμὴν οἱ
Δαναοὶ καὶ οἱ Τρῶες {{r|70}} φονεῦαν καὶ τὴν ἄνανδρην φυγὴν στὸν νοῦν δὲν εἶχαν. Ἡ μάχ’ ἦτο ἰσοκέφαλη·
καὶ αὐτοὺς ποὺ ὡς λύκοι ἀφρίζαν ἡ ῎Ερις ἡ πολύθρηνος ἐχαίρετο νὰ βλέπη· ὅτι αὐτὴ μόνη τῶν θεῶν
παράστεκε στὴν μάχην ἄλλος δὲν παρευρίσκετο θεὸς ἀλλὰ καθίζαν στὰ μέγαρά τους ἥσυχοι, κεῖ ποὺ καθένας
εἶχε λαμπρὴν τὴν κατοικίαν του στὲς φάραγγες τοῦ Ὀλύμπου. Καὶ ὅλοι τὸν μαυρονέφελον Κρονίδη
ἐκατακρέναν, ὅτι νὰ δώση ἐβούλετο τὴν δόξαν εἰς τοὺς Τρῶας. Ἀλλὰ δὲν τοὺς ἐλόγιαζεν ὁ ὕψιστος πατέρας
{{r|80}} κι ἐκάθιζε ὑπερήφανος ἀνάμερ’ ἀπ’ τοὺς ἄλλους, τοὺς Τρῶας καὶ τοὺς Ἀχαιούς, τὴν πόλιν καὶ τὰ
πλοῖα καὶ τοῦ χαλκοῦ τὲς ἀστραψιὲς θωρώντας καὶ τοὺς φόνους. Καὶ ὅσο ἦτο αὐγὴ καὶ τ’ ἅγιο φῶς αὔξαινε
τῆς ἡμέρας, ἔπεφταν καὶ τῶν δυὸ στρατῶν ἄνδρες πολλοὶ στὴν μάχην˙ ἀλλ’ ὅταν ἑτοιμάζεται νὰ φάγη ὁ
ξυλοκόπος στὰ ὄρη ἀφοῦ δείλιασαν τὰ χέρια του νὰ σχίζουν δένδρα μεγάλα κι ἔφθασεν εἰς τὴν ψυχήν του ὁ
κόρος, κι ἡ ὄρεξις τῆς ποθητῆς τροφῆς τὸν κυριεύει, τότ’ οἱ ἀνδρειωμένοι Δαναοὶ τὲς φάλαγγες ἐσπάσαν
{{r|90}} ἀντιπαρακινούμενοι. Πρῶτος τὸν πολεμάρχον ἐφόνευσε Βιάνορα ὁ Ἀτρείδης καὶ κατόπιν τὸν ᾽Οϊλέα
σύντροφον ἐκείνου κυβερνήτην, ποὺ ἐπήδησ’ ἀπ’ τὴν ἅμαξαν κι ἴσια του ἐπάνω ὁρμοῦσε, στὸ μέτωπο τὸν
κτύπησε μὲ ἀκονητὸ κοντάρι· τὴν λόγχην δὲν σταμάτησε τ’ ὁλόχαλκο στεφάνι ὥστ’ ἦβρε αὐτὴ τὸ κόκαλο, κι
ἐγέμισ’ ὅλος αἷμα ὁ ἐγκέφαλος· κι ἔπεσε αὐτός, μ’ ὅσην ὁρμὴν καὶ ἂν εἶχε. Αὐτοῦ τὰ λαμπρὰ στήθη των τοὺς
ἄφησε νὰ δείχνουν ἀφοῦ τοὺς ἀπογύμνωσε· κι εὐθὺς ἐχύθη ἐπάνω {{r|100}} στὸν ῎Ισον καὶ τὸν Ἄντιφον, δυὸ
τέκνα τοῦ Πριάμου, νόθον καὶ νόμιμον ὁμοῦ, τὰ δύο σ’ ἕν’ ἁμάξι. Ὁ Ἄντιφος ἐμάχονταν καὶ ὁ νόθος
κυβερνοῦσε· αὐτοὺς ἐπῆρεν ἄλλοτε μὲ λυγαριὲς δεμένους ἐνῶ τ’ ἀρνιά τους ἔβοσκαν εἰς τὲς πλαγιὲς τῆς ῎Ιδης
ὁ Ἀχιλλεὺς κι ἐξαγορὰν ἐδέχθη νὰ τοὺς λύση. Καὶ αὐτῶν τὸν ἕνα κτύπησεν ὁ μέγας Ἀγαμέμνων μὲ λόγχην ἄνω
τοῦ μαστοῦ, τὸν Ἄντιφον μὲ ξίφος, σιμὰ στ’ αὐτὶ κι ἔπεσε αὐτὸς νεκρὸς ἀπὸ τ’ ἁμάξι. Καὶ θυμωμένος τ’ ἄρματα
τὰ ὑπέρλαμπρα τοὺς πῆρε {{r|110}} ὅτι καλὰ τοὺς γνώριζεν ἀπ’ ὅταν εἰς τὰ πλοῖα ὁ ἀνεμοπόδης Ἀχιλλεὺς τοὺς
ἔφερε ἀπ’ τὴν ῎Ιδην. Καὶ ὅπως λεοντάρι ἄν ἔπεσε στὴν κοίτην ἐλαφίνας, μὲ τ’ ἀνδρειωμένα δόντια του
συντρίβει τὰ μικρά της εὔκολα καὶ τὲς ἁπαλὲς ζωοῦλες ἀφανίζει· καὶ αὐτὴ καὶ ἂν τύχη αὐτοῦ σιμὰ νὰ εἶναι,
τόσος τρόμος τὴν πιάνει ὁποὺ δὲν δύναται σ’ αὐτὰ βοηθὸς νὰ γίνη· πετιέται, ἱδρώνει τρέχοντας στὰ λογγωμένα
δάση κυνηγημένη ἀπ’ τὴν ὁρμὴν τοῦ δυνατοῦ θηρίου· ὅμοια μ’ ἐκείνην τὴν ζωὴν δὲν δύνανται νὰ σώσουν
{{r|120}} οἱ Τρῶες, ἀπ’ τοὺς Ἀχαιοὺς καὶ αὐτοὶ κυνηγημένοι. Τὸν Πείσανδρον καὶ ῾Ιππόλοχον, ἀγόρια τοῦ
Ἀντιμάχου τοῦ ἀνδρὸς ποὺ ἀπ’ τὸν Ἀλέξανδρον περίσσια ἐπῆρε δῶρα χρυσάφι καὶ δὲν ἄφηνε, πρῶτος αὐτός,
νὰ δώσουν εἰς τὸν ξανθὸν Μενέλαον ὀπίσω τὴν ῾Ελένην, ἐπρόφθασεν ὁ κραταιὸς Ἀτρείδης καὶ τοὺς δύο εἰς
ἕν’ ἁμάξι, ποὺ ἡθελαν τοὺς ἵππους νὰ κρατήσουν· ὅτι ἀπ’ τὰ χέρια οἱ χαλινοὶ τοὺς φύγαν καὶ ἄνω κάτω ἦσαν
οἱ ἵπποι· τότε αὐτόν, ποὺ ὡσὰν λεοντάρι ἐχύθη, ἐκεῖνοι ἀπὸ τὴν ἅμαξαν ἱκέτευαν: «Ἀτρείδη, {{r|130}} πάρε
μας » εἶπαν «ζωντανοὺς καὶ ἀντάξια λάβε δῶρα· περισσοὺς ἔχει θησαυροὺς ὁ Ἀντίμαχος στὸ σπίτι, ἔχει
χρυσάφι, ἔχει χαλκὸν καὶ σίδερο ἐργασμένο καὶ ἀπ’ ὅλα λύτρα περισσὰ θέλει σοῦ δώσει, ἂν μάθη ποὺ
ζωντανοὶ κρατούμεθα στῶν Ἀχαιῶν τὰ πλοῖα». Κλαίοντας γλυκομίλησαν αὐτοὶ στὸν βασιλέα, ἀλλὰ πικρὴν
ἀντάκουσαν αὐτοῦ τὴν ὁμιλίαν. «Ἂν τοῦ Ἀντιμάχου γέννημα σεῖς εἶσθε τοῦ ἀνδρειωμένου ποὺ ἄλλοτ’
ἐσυμβούλευε στὴν σύνοδον τῶν Τρώων νὰ σφάξουν τὸν Μενέλαον, ποὺ μὲ τὸν Ὀδυσσέα {{r|140}}
ἀπεσταλμένος πῆγε αὐτοῦ, σεῖς τώρα τοῦ πατρός σας ὅλο θὰ μοῦ πληρώσετε τ’ ὀνειδισμένο κρίμα». Καὶ μὲ τὴν
λόγχην πλήγωσε τὸν Πείσανδρον στὸ στῆθος κι ἔπεσε ἀπὸ τὴν ἅμαξαν τ’ ἀνάσκελα στὸ χῶμα˙ τὸν ἄλλον, ποὺ
ἐπετάχθηκε νὰ φύγη, ρίχνει χάμου, τὰ χέρια καὶ τὴν κεφαλὴν τοῦ κόφτει μὲ τὸ ξίφος καὶ τὸν ἀμπώθει ὡς
κύλινδρον στὸ πλῆθος νὰ κυλάη. Κι εὐθύς, ἐκεῖ ποὺ φάλαγγες πυκνότερες κτυπιόνταν, ὅρμησε μέσα καὶ μ’
αὐτὸν ἄλλοι Ἀχαιοὶ γενναῖοι. Πεζοὶ φονεῦαν τοὺς πεζοὺς ποὺ βιασμένοι ἐφεῦγαν, {{r|150}} ἱππεῖς φονεῦαν
τοὺς ἱππεῖς, κι ἐπλήθυνεν ἡ σκόνη ποὺ ὁ βροντερὸς ἐσήκωνε ποδόκτυπος τῶν ἵππων. Κατόπι τους ὁ βασιλεὺς ὁ
μέγας ἀπ’ τὸν φόνον δὲν παύει καὶ τοὺς Ἀχαιοὺς στὴν μάχην ἐμψυχώνει. Καὶ ὡς ὅταν φλόγα φθαρτικὴ
ξεσπάσ’ εἰς μέγα δάσος, γύρω τὴν στρέφ’ ὁ ἄνεμος καὶ πανταχοῦ τὴν φέρνει καὶ ἀπ’ τὴν ὁρμήν της σύρριζα
πέφτουν τὰ δένδρα κάτω, τόσες ἐπέφταν κεφαλὲς εἰς τὴν φυγὴν τῶν Τρώων ἀπὸ τοῦ Ἀτρείδη τὴν ὁρμὴν, κι
ἵπποι πολλοὶ κροτοῦσαν ἄδεια τ’ ἁμάξια σέρνοντας στοὺς δρόμους τοῦ πολέμου. {{r|160}} Καὶ οἱ ποθητοί τους
ὁδηγοὶ ἐκείτοντο στὸ χῶμα τὰ ὄρνεα νὰ τοὺς χαροῦν καὶ ὄχ’ οἱ ὁμόκλινές των. Κι ἔσυρ’ ὁ Ζεὺς τὸν ῞Εκτορα
μακρὰν ἀπὸ τὰ βέλη, τὴν ταραχήν, τὰ αἵματα καὶ τὴν ἀνδροφονίαν· καὶ οἱ Τρῶες στὴν ἀγριοσυκιά, στὸν τάφον
Ιλιάδα (Πολυλάς)/λ 70
τοῦ ἀρχαίου Ἴλου ἔτρεχαν ἄτακτοι, στὴν μέσην τῆς πεδιάδος, πρόθυμοι πρὸς τὴν πόλιν τους· καὶ μὲ κραυγὲς ὁ
Ἀτρείδης πάντοτε μὲ τοὺς Δαναοὺς σφοδρὰ τοὺς κυνηγοῦσε κι εἶχε τὰ χέρι’ ἀνίκητα, σ’ αἷμα πηκτὸ βαμμένα.
Καὶ ἀντίκρυ τῶν Σκαιῶν Πυλῶν φθασμένοι καὶ στὸν φράξον {{r|170}} ἐστάθηκαν καὶ ἀνέμεναν οἱ ὑστερινοὶ
νὰ φθάσουν. Κι ἐκεῖνοι ἐφεῦγαν σκορπιστοὶ στὸν κάμπον ὡς δαμάλες, ὁποὺ λεοντάρι ἐσκόρπισεν ἐρχόμενες τὸ
δείλι καὶ ἀπ’ ὅλες μία φανερὰ τὸν ὅλεθρον γνωρίζει· μὲ τὰ ἀνδρειωμένα δόντια του συντρίβει τὸν λαιμόν της,
καὶ ὅλα τὰ ἐντόσθια της ρουφᾶ καὶ πίνει της τὸ αἷμα. Ὅμοια καὶ αὐτοὺς κατάποδα πατοῦσεν ὁ Ἀγαμέμνων καὶ
πάντοτε τὸν ὕστερον ἐφόνευε ὡς ἐφεῦγαν. Κι ἐπίστομα καὶ ἀνάσκελα ἐπέσαν ἀπ’ τὰ ἁμάξια πάμπολλοι ἀπὸ
τὴν λόγχην του, καθὼς λυσσομανοῦσε. {{r|180}} Ἀλλ’ ὅταν ἐπλησίαζαν στὴν πόλιν καὶ στὸν πύργον, τότε ὁ
πατέρας τῶν θεῶν καὶ τῶν θνητῶν ἀνθρώπων κατέβη ἀπὸ τὸν οὐρανὸν καὶ κεραυνὸν κρατώντας στὰ πλάγια
τὰ πολύβρυσα τῆς ῎Ιδης νὰ καθίση. Καὶ πρὸς τὴν ῎Ιριν ἔλεγε, χρυσόπτερην μηνύτραν: «Πτερόποδ’ ῎Ιρι,
πήγαινε στὸν ῞Εκτορα καὶ εἰπέ του, ὅσο τὸν Ἀγαμέμνονα θωρεῖ, τὸν πολεμάρχον μὲς στοὺς· προμάχους
λυσσερὰ τοὺς ἄνδρες νὰ θερίζη, ἂς πάγη αὐτὸς ἀνάμερα, καὶ τὸν στρατόν του ἂς σπρώχνη πρὸς τοὺς ἐχθρούς,
τὸν φοβερὸν ἀγώνα νὰ κρατήση. {{r|190}} Καὶ ὅταν ἢ βέλος ἢ λογχιὰ τὸν βιάση νὰ πηδήση στ, ἁμάξι, τότε
δύναμιν τοῦ ῞Εκτορος θὰ δώσω νὰ σφάζη καὶ τοὺς Ἀχαιοὺς νὰ διώχνη πρὸς τὰ πλοῖα, ὥσπου νὰ πέσ’ ὁ ἥλιος
καὶ τ’ ἅγιο σκότος φθάση». Τὸν Δία δὲν παράκουσεν ἡ ἀνεμόποδ’ ῎Ιρις˙ καὶ στὴν ἁγίαν Ἴλιον κατέβη ἀπὸ τὴν
῎Ιδην κι ἦβρε τὸν θεῖον ῞Εκτορα, τὸ τέκνον τοῦ Πριάμου νὰ στέκη μὲ τοὺς ἵππους του καὶ τὰ λαμπρά του
ἁμάξια. Κι ἡ ῎Ιρις ἡ πτερόποδη σιμά του ἐστάθη κι εἶπε: «῏Ω ῞Εκτορ, ποὺ συγκρίνεσαι στὴν γνῶσιν μὲ τὸν
Δία, {{r|200}} ὁ Ζεὺς πατέρας μ’ ἔστειλε τὰ ἑξῆς νὰ σοῦ ὁμιλήσω: ὅσο τὸν Ἀγαμέμνονα θωρεῖς τὸν πολεμάρχον
μὲς στοὺς προμάχους λυσσερὰ τοὺς ἄνδρες νὰ θερίζη, τὴν μάχην ἀναμέριζε καὶ σπρῶχνε τὸν στρατόν σου
πρὸς τοὺς ἐχθροὺς τὸν φοβερὸν ἀγώνα νὰ κρατήσης· καὶ ὅταν ἢ βέλος ἢ λογχιὰ τὸν βιάση νὰ πηδήση στ’
ἁμάξι, τότε δύναμιν σ’ ἐσὲ θὰ δώση ὁ Δίας, νὰ σφάζης καὶ τοὺς Ἀχαιοὺς νὰ διώχνης ὡς τὰ πλοῖα, ὥσπου νὰ
πέσ’ ὁ ἥλιος καὶ τ’ ἅγιο σκότος φθάση». Αὐτὰ τοῦ εἶπε κι ἔφυγεν ἡ ἀνεμόποδ’ ῎Ιρις. {{r|210}} Καὶ ὁ ῞Εκτωρ μ’
ὅλα τ’ ἄρματα ἐπήδησε ἀπ’ τ’ ἁμάξι, δυὸ λόγχες σείει καὶ παντοῦ στὸ στράτευμα γυρίζει, στὴν μάχην σπρώχνει
καὶ δεινὴν πολέμου ἀνάφτει φλόγα. Τινάχθηκαν καὶ ἀντίκρισαν τοὺς Ἀχαιοὺς ἐκεῖνοι. Καὶ ἀπ’ τ’ ἄλλο μέρος
ἔσφιξαν τὲς φάλαγγες οἱ Ἀργεῖοι τὴν μάχην πάλι ἐσύστησαν οἱ ἀντίθετοι· καὶ πρῶτος ὅρμησ’ ὁ ᾽Ατρείδης
πρόθυμος παντοῦ νὰ προμαχήση. Μοῦσες τοῦ Ὀλύμπου ἐγκάτοικοι, σεῖς τώρα λέγετέ μου, ποιός πρῶτος τότ’
ἐστήθηκεν ἐμπρὸς εἰς τὸν Ἀτρείδην τῶν Τρώων ἢ τῶν ξακουστῶν στὴν μάχην βοηθῶν των. {{r|220}} Ὁ
Ἀντηνορίδης καλοειδὴς καὶ μέγας ᾽Ιφιδάμας· αὐτὸν στὴν Θράκην κάρπιμην μητέρα τῶν προβάτων μικρὸν
ἀκόμη ἀνάθρεψεν ὁ πάππος του Κισσέας ποὺ τῆς εὐμορφοπρόσωπης Θεανοῦς ἦταν πατέρας· καὶ ὅτ’ ἔφθασε
τῆς ζηλευτῆς νεότητος στὸ ἄνθος, τοῦ ἔδωκε τὴν κόρην του σιμά του νὰ τὸν ἔχη, καὶ ἀπ’ τὸν νυμφώνα, ὡς
ἄκουσε τῶν Ἀχαιῶν τὴν φήμην, ξεκίνησε μὲ δώδεκα κυρτόπρωρα καράβια. Κι ἔπειτα ὀπίσω τ’ ἄφησε στὴν
πόλιν τῆς Περκώτης κι ἦλθε πεζὸς στὴν ῎Ιλιον καὶ αὐτὸς νὰ πολεμήση· {{r|230}} κι ἐκεῖνος τότ’ ἐστήθηκεν
ἐμπρὸς εἰς τὸν Ἀτρείδην. Καὶ ὁπόταν ἐπροχώρησαν κι ἐβρέθηκαν ἀντίκρυ, τοῦ Ἀτρείδ’ ἡ λόγχη ἔγυρε ἀλλοῦ κι
ἐκεῖνον δὲν ἐπῆρε· καὶ κάτω ἀπὸ τὸν θώρακα, στὴν ζώνην, ὁ ᾽Ιφιδάμας τὸν κτύπησε κι ἐστήριξε μὲ τὸ βαρύ
του χέρι τὴν λόγχην, πλὴν δὲν ἔσχισε τὸν εὔμορφον ζωστήρα, κι ἡ ἄκρη της στὸν ἄργυρον κυρτώθη ὡσὰν
μολύβι. Τὴν ἔπιασεν ὁρμητικός, ὡς λέοντας, ὁ Ἀτρείδης καὶ τραβηκτὰ τὴν ἔσυρεν ἀπὸ τὸ χέρι ἐκείνου, καὶ μὲ
τὸ ξίφος ἔπειτα τὴν κεφαλὴν τοῦ ἐπῆρε. {{r|240}} Ὁ θλιβερὸς τὸν χάλκινον ὕπνον ἀποκοιμήθη στοὺς
συμπολίτες του βοηθὸς μακρὰν τῆς νυμφευτῆς του, πρὶν διὰ τὰ μύρια δῶρα του τοῦ ἀνταποδώση χάριν. Βόδια
τῆς ἔδωκ’ ἑκατὸν κι ἔταξε χίλι’ ἀκόμη γίδια καὶ ἀρνιά, ποὺ ἀμετρητα τοῦ ἐβόσκαν οἱ ποιμένες. Αὐτὸν τότε
ἀπογύμνωσεν ὁ Ἀτρείδης καὶ τὰ ὡραῖα ἄρματα ἐπῆρε ἀνάμεσα στῶν Ἀχαιῶν τὸ πλῆθος. Τὸν ἀδελφόν του ὅπ’
ἔπεσεν ἅμ’ εἶδ’ ὁ Ἀντηνορίδης ὁ Κόων, ὁ πρωτότοκος, ἐξαίσιος πολεμάρχος, λύπης μαυρίλα ἐσκέπασε τὸ φῶς
τῶν ὀφθαλμῶν του. {{r|250}} Τοῦ θείου Ἀγαμεμνονος κρυφὰ στὸ πλάγι ἐστήθη, καὶ κάτω ἀπὸ τὸν ἄγκωνα τὸν
κτύπησε κι ἡ λόγχη τὸν ἄνοιξε ἡ στιλβωτη κι ἡ ἄκρη ἐβγῆκε ἀντίκρυ. Ρίγος αἰσθάνθη στὴν καρδιὰν ὁ μέγας
βασιλέας· ὅμως δι’ αὐτὸ δὲν ἔπαυσε ποσῶς ἀπὸ τὴν μάχην· τοῦ ἐχύθη μ’ ἀνεμόθρεπτο κοντάρι στὴν παλάμην
καὶ ἀπὸ τὸν πόδα ὡς ἓσερνε τὸν ἀδελφόν του ὁ Κόων μέσα στὸ πλῆθος κι ἔκραζε τοὺς πρώτους πολεμάρχους,
κάτω ἀπὸ τὴν ἀσπίδα του τὸν λάβωσεν ὁ Ἀτρείδης μὲ τὸ κοντάρι κι ἔλυσε τὰ μέλη του κι ἐπάνω {{r|260}} στὸ
σῶμα τοῦ ᾽Ιφιδάμαντος τὴν κεφαλὴν τοῦ ἐπῆρε. Καὶ τὰ παιδιὰ τοῦ Ἀντήνορος, ὡς ἤθελεν ἡ μοίρα, μέσα στὸν
Ιλιάδα (Πολυλάς)/λ 71
Ἅδη ἀπέστειλεν ὁ Ἀτρείδης βασιλέας. Καὶ ἀκόμα ἐπεριφέρετο στὲς τάξες τῶν ἀνδρείων μὲ τὸ κοντάρι, μὲ
τρανὰ λιθάρια καὶ μὲ ξίφος, ὡσότου ἀπὸ τὸ λάβωμα ζεστὸν ἀνάβρυζ’ αἷμα. Ἀλλ’ ὅτε ἐστέγνωσε ἡ πληγὴ κι
ἐστάθηκε τὸ αἷμα, πόνοι τότ’ ἔσφαζαν πικροὶ τοῦ Ἀτρείδη τὴν ἀνδρείαν, καὶ ὡς εἰς γυναίκα ὅταν γεννᾶ δριμὺ
τοξεύουν βέλος οἱ ὀδυνηρὲς Εἰλείθυιες τῆς ῞Ηρας θυγατέρες, {{r|270}} ὅπου τῆς γέννας τοὺς πικροὺς πόνους
μαζί τους φέρουν, παρόμοιοι πόνοι ἐθέριζαν τοῦ Ἀτρείδη τὴν ἀνδρείαν. Πηδώντας εἰς τὴν ἅμαξαν στὸν
κυβερνήτην εἶπε νὰ στρέψη πρὸς τὰ πλοῖα τους, ὅτ’ ἡ καρδιά του ἐπιάσθη. Κι ἐφώναξε τῶν Δαναῶν: «῏Ω
φίλοι πολεμάρχοι, ὧ τῶν Ἀργείων ἀρχηγοί, σεῖς τώρ’ ἀκολουθεῖτε διὰ τὰ γοργὰ καράβια μας τὸν ἱερὸν ἀγώνα,
διότι ἐμὲ δὲν ἄφησε ὁ πάνσοφος Κρονίδης νὰ πολεμήσ’ ὁλήμερα τοὺς ἀποτόλμους Τρῶας». Εἶπε καὶ αὐτὸς
ἐράβδισε τοὺς ἵππους πρὸς τὰ πλοῖα, {{r|280}} καὶ αὐτοὶ πετάξαν πρόθυμοι· τὰ στήθη τους ἀφρίζαν καὶ ὁ
κονιορτὸς τοὺς ἔραινεν ἐνῶ τὸν βασιλέα μακρὰν τῆς μάχης ἔφερναν σκληρὰ βασανισμένον. Καὶ ὁ Ἕκτωρ ἅμα
ἐνόησε ποὺ ἀποχωροῦσ’ ὁ Ἀτρείδης, τῶν Τρώων μεγαλόφωνα καὶ τῶν Λυκίων εἶπε: «Τρῶες, Λύκιοι, Δάρδᾳνοι
καὶ σεῖς κονταρομάχοι, ἄνδρες φανῆτε, μ’ ὅλην σας τὴν δύναμιν, ὦ φίλοι. Τοὺς ἄφησ’ ὁ καλύτερος κι ἐμένα θὰ
δοξάση ὁ Ζεύς· ἀλλὰ κινήσετε τοὺς ἵππους σας ἐπάνω τῶν ἀνδρειωμένων Δαναῶν πολὺ νὰ δοξασθῆτε».
{{r|290}} Εἶπε καὶ εἰς ὅλους ἄναψε τὸ θάρρος τῆς ἀνδρείας καὶ ὡς κυνηγὸς λευκόδοντα σκυλιὰ κινεῖ νὰ
πιάσουν ἀγριόχοιρον ἢ λέοντα, παρόμοια τὸν γενναῖον λαὸν τῶν Τρώων ἔσπρωχνεν ἐνάντια στοὺς Ἀργείους ὁ
μέγας ῞Εκτωρ, καὶ ὅμοιαζε τὸν ἀνδρειωμένον Ἄρην. Εἰς τοὺς προμάχους μ’ ἔπαρσιν αὐτὸς ἐπροχωροῦσε καὶ
μὲς στὴν μάχην ἔπεσεν, ὡς πέφτει ἡ ἀνεμοζάλη καὶ τὰ γαλάζια κύματα σηκώνει τῆς θαλάσσης. Αὐτοῦ ποιόν
πρῶτον φόνευσε, ποιόν ὕστερον ὁ ῞Εκτωρ, ποὺ τότε ὁ Ζεὺς ἐδόξαζε; Καὶ τὸν Ἀσαῖον πρῶτον, {{r|300}}
κατόπιν τοὺς πολεμιστὰς Αὐτόνοον, Ὀπίτην, Ὀφέλτιον, Ὦρον, Αἴσυμνον, Δόλοπα τὸν Κλυτίδην, Ἀγέλαον καὶ
Ἱππόνοον ἀκλόνητον στὴν μάχην. Καὶ ἀφοῦ τούτους ἐφόνευσε τοὺς ἀρχηγούς, ἐχύθη στὸ πλῆθος· καὶ ὡς ὁ
Ζέφυρος μὲ στρόβιλον καὶ κτύπον σκορπᾶ τὰ νέφη ὅπ’ ἔφερεν ὁρμὴ σφοδρὴ τοῦ Νότου, κυλοῦν τρανὰ τὰ
κύματα πυκνὰ καὶ ἀφρὸς πετιέται ψηλὰ τοῦ ἀνέμου ἀπ’ τὴν ροπήν, ποὺ ἐδῶ κι ἐκεῖ μανίζει· ὁμοίως πέφταν
κεφαλὲς πολλὲς ἀπ’ τὴν ροπήν του. Κακὸ τότε θὰ ἔβρισκε μεγάλο τοὺς Ἀργείους {{r|310}} καὶ θά ᾽φευγαν στὰ
πλοῖα τους, ἐὰν τοῦ Διομήδη δὲν φώναζεν ὁ Ὀδυσσεύς: «Τί ἐπάθαμε, ὦ Τυδείδη, καὶ τόσον ἡ πολεμικὴ μᾶς
ἔλειψεν ἀνδρεία; Ὦ φίλε, στήσου ἐδῶ σιμά· καὶ ὄνειδος θά ᾽ναι μέγα ἂν πάρη τὰ καράβια μας ὁ λοφοσείστης
῞Εκτωρ». Καὶ πρὸς αὐτὸν ἀπάντησεν ὁ δυνατὸς Τυδείδης: «Ἐγὼ θὰ μείνω ἀκλόνητος στὴν μάχην· ἀλλὰ ὀλίγο
καλὸ θὰ ἰδοῦμεν, ὅτι ὁ Ζεὺς ὁ νεφελοσυνάκτης στοὺς Τρῶας νίκην βούλεται καὶ ὄχι σ’ ἐμᾶς νὰ δώση». Εἶπε καὶ
ἀπὸ τὴν ἅμαξαν μὲ λόγχην τὸν Θυμβραῖον {{r|320}} στὴν γῆν ἐβρόντησε νεκρόν, καὶ ὁ θεῖος Ὀδυσσέας
φονεύει τὸν Μολίονα λαμπρὸν ἡνίοχόν του. Καὶ ἀφοῦ νεκροὺς τοὺς ἄφησαν, τρικύμισαν τὸ πλῆθος, ὡσὰν δυὸ
χοῖροι ἀτρόμητοι ποὺ πέφτουν μανιωμένοι ἐπάνω εἰς σκύλους κυνηγούς· ὅμοια καὶ αὐτοὶ στραφῆκαν καὶ τὸν
ἐχθρὸν ἀφάνιζαν, καὶ ἀναπνοὴν ἐδῶσαν τῶν Ἀχαιῶν ποὺ ἔφευγαν τὸν Ἕκτορα τὸν θεῖον. Ἔπιασαν εἰς μιὰν
ἅμαξαν ἔξοχ’ ἀγόρια δύο τοῦ Περκωσίου Μέροπος, ποὺ ἐξαίσιος ἦταν μάντις, καὶ αὐτὸς ποσῶς δὲν ἄφηνε τὰ
τέκνα του νὰ ὑπάγουν {{r|330}} στὸν ἀνδροφθόρον πόλεμον· ἀλλὰ δὲν ὑπακοῦσαν ὅτι τοὺς ἔφερναν αὐτοῦ
μαῦρες θανάτου μοῖρες. Ἐκείνους τότ’ ἐφόνευσεν ὁ δοξαστὸς Τυδείδης κι ἐπῆρε τὰ λαμπρ’ ἄρματα· καὶ ἀπὸ
τοῦ ᾽Οδυσσέως τὴν λόγχην ὁ Ἱππόδαμος καὶ ὁ ῾Υπείροχος ἐπέσαν. Κι ἐζυγοστάτησεν ὁ Ζεὺς ἴσην σ’ αὐτοὺς
τὴν μάχην καὶ ἀπὸ τὴν Ἴδην ἔβλεπε˙ καὶ οἱ φόνοι ἀκολουθοῦσαν. Τὸν Παιονίδην ἥρωα ἐλόγχισε ὁ Τυδείδης
στὸν γόφον, τὸν Ἀγάστροφον, ποὺ τόσο ἀπομωράνθη ὥστε τοὺς ἵππους δὲν εἶχε σιμά του νὰ προσφύγη·
{{r|340}} μακρὰν τοὺς εἶχε ὁ ἀκόλουθος, καὶ αὐτὸς ἐπρομαχοῦσε πεζός, ὡσότου ἔχασε τὴν ποθητὴν ζωήν του.
Ἅμα τοὺς εἶδε, μὲ κραυγὴν ἐπάνω τους ἐχύθη ὁ Ἕκτωρ καὶ κατόπι του οἱ φάλαγγες τῶν Τρώων. Καὶ ἅμα τὸν
εἶδ’ ἐπάγωσεν ὁ δυνατὸς Διομήδης, καὶ τοῦ ᾽Οδυσσέως ἔλεγε ποὺ εὑρίσκετο σιμά του: «Κακὸ μεγάλο ροβολᾶ σ’
ἐμᾶς ὁ μέγας Ἕκτωρ. Ἀλλ’ ἂς μείνωμε ἀκλόνητοι μαζὶ ν’ ἀντισταθοῦμε». Εἶπε καὶ τὸ μακρόσκιον τοῦ ἐτίναξε
κοντάρι, καὶ ὡς ἤθελε τοῦ ἐπέτυχε τὴν κεφαλὴν στὴν ἄκρην {{r|350}} τῆς κόρυθος· ἀλλ’ ὁ χαλκὸς ἀπ’ τὸν
χαλκὸν ἐδιώχθη˙ τ’ ὡραῖον δέρμα ἐφύλαξεν ἡ περικεφαλαία ἡ κωνικὴ μὲ δίπλες τρεῖς, δῶρον λαμπρὸν τοῦ
Φοίβου. Πολὺ μακρὰν ἐσύρθηκεν ὁ Ἕκτωρ μὲς στὸ πλῆθος, γονατιστὸς ἐστάθηκε κι ἐστήριξε τὸ χέρι στὴν γῆν
καὶ σκότος σκέπασε βαθὺ τοὺς ὀφθαλμούς του. Κι ὥσπου ὁ Τυδείδης ἔτρεχε μακρὰν μὲς στοὺς προμάχους
κατόπιν εἰς τὴν λόγχην του στὸ μέρος ὅπου ἐμπήχθη ὁ ῞Εκτωρ ἐξανάσανε, στ’ ἁμάξι πάλι ἀνέβη καὶ μὲς στὸ
πλῆθος ξέφυγε τὴν μοίραν τοῦ θανάτου {{r|360}} καὶ ὁρμώντας μὲ τὴν λόγχην του τοῦ φώναξε ὁ Τυδείδης:
Ιλιάδα (Πολυλάς)/λ 72
«Καὶ πάλιν, σκύλ᾽, ἐξέφυγες τὸν θάνατον· τὸν εἶδες κοντά σου· πάλιν σ’ ἔσωσεν ὁ Φοῖβος, καὶ σ’ ἐκεῖνον
εὐχήσου, ὁπόταν προχωρῆς κεῖ ποὺ κροτοῦν τ’ ἀκόντια. Θὰ σ’ ἀπαντήσω κι ὕστερα καὶ θὰ σὲ τελειώσω ἂν
κάποιος εἶναι τῶν θεῶν κι ἐμὲ νὰ βοηθήση. Διὰ τώρα πάλιν θὰ χυθῶ στοὺς ἄλλους, ὅποιον ἔβρω». Εἶπε κι
ἐβάλθη τὸν λαμπρὸν νὰ γδύση Παιονίδην. Καὶ ὁ Πάρις τότε, ὁ σύγκλινος τῆς εὔμορφης ῾Ελένης, εἰς τὸν
Τυδείδην τέντωνε τὸ τόξο, στηριγμένος, {{r|370}} ἀπὸ στήλην τοῦ μνήματος, πού ᾽χε ὁ λαὸς σηκώσει τοῦ
ἀρχαίου δημογέροντος τοῦ Ἴλου Δαρδανίδου. Καὶ ἀπ’ τὸν λαμπρὸν Ἀγάστροφον ὡς σήκωνε ὁ Τυδείδης τὸν
θώρακα, τὴν φωτεινὴν ἀσπίδα καὶ τὸ κράνος, ὁ Ἀλέξανδρος τοῦ τόξου του τὸ κέρατο ἐτραβοῦσε, καὶ ὄχι
χαμένα ἐπέταξε τὸ βέλος καὶ τὸν πῆρε στὸ κτένι τοῦ δεξιοῦ ποδὸς καὶ ἀντίπερα τὸ βέλος στὴν γῆν ἐμπήχθη·
ἐπήδησεν ἀπ’ τὸ καρτέρι ὁ Πάρις, γελώντας καὶ καυχώμενος «λαβώθηκες » τοῦ εἶπε˙ «χαμένα δὲν ἐτόξευσα·
νὰ σ’ εἶχα στὸ λαγγόνι {{r|380}} μέσα ἐπιτύχει, νά ᾽πεφτες αὐτοῦ νεκρὸς ἐμπρός μου καὶ τότε ἀπὸ τὴν
συμφορὰν θ’ ἀνάσαιναν οἱ Τρῶες ποὺ τρέμουν σὲ ὡς τὸν λέοντα τὰ ἐρίφια ποὺ βελάζουν». Καὶ ὁ Διομήδης
ἄφοβα τοῦ ἐφώναξεν: «Ἀχρεῖε ἄνδρα στὸ τόξον ἔνδοξε, δειλὲ παρθενοσκόπε, ἐὰν μ’ ἐμὲ δοκιμασθῆς ἐσὺ νὰ
πολεμήσης, θὰ ἰδῆς πόσο τὸ τόξο σου ἀξίζει καὶ τὰ βέλη· καὶ τώρα ὅτι μοῦ χάραξες τὸν πόδα τό ᾽χεις δόξαν.
Λογιάζω πὼς μ’ ἐκτύπησε γυναίκα ἢ καὶ παιδάκι˙ ἄστοχον εἶναι ἀνδρὸς δειλοῦ, μηδαμινοῦ τὸ βέλος. {{r|390}}
Ἀλλ’ ἀπ’ τὸ χέρι μου πικρὸ πολὺ φεύγει τὸ βέλος καὶ θανατώνει ἄνθρωπον καὶ ἂν ξώδερμα τὸν πάρη˙ ἡ χήρα
του μὲ τὰ ὀρφανὰ τὰ μάγουλά της δέρνει, καὶ αὐτὸν ποὺ σέπεται νεκρὸς στὸ αἱματωμένο χῶμα γυναῖκες δὲν
μοιρολογοῦν, ἀλλ’ ὄρνια τριγυρίζουν. Εἶπε, κι ἐμπρός του ἐστήθηκεν ὁ θεῖος ᾽Οδυσσέας καὶ ὀπίσω αὐτὸς
καθήμενος τραβοῦσε ἀπὸ τὸ πόδι τὸ πικρὸ βέλος καὶ δριμὺς τὸν ἔσφαζεν ὁ πόνος. Καὶ ὅρμησ᾽ εὐθὺς στὴν
ἅμαξαν κι εἶπε στὸν κυβερνήτην νὰ στρέψη πρὸς τὰ πλοῖα τους ὅτ’ ἡ καρδιά του ἐπιάσθη. {{r|400}} Ἔμεινε
μόνος ὁ Ὀδυσσεύς, οὐδὲ σιμά του ἐστάθη κανένας ἀπ’ τοὺς Ἀχαιούς· ὅλους ἐπῆρε ὁ φόβος. Κι ἔλεγε μὲ
παράπονον στὴν ἀνδρικὴν ψυχήν του: «Ἄχ! τί θὰ γίνω; Εἶναι φρικτὸν τὸ πλῆθος ἀπὸ φόβον νὰ φύγω, ἀλλὰ
χειρότερον ἐὰν μὲ πιάσουν μόνον, ἀφοῦ τοὺς ἄλλους Δαναοὺς ἐσκόρπισε ὁ Κρονίδης. Πλὴν τοῦτα νὰ
διαλογισθῆ τί θέλησε ἡ ψυχή μου; Καλῶς γνωρίζ’ ὅτ’ οἱ δειλοὶ τὸν πόλεμον ἀφήνουν, ἀλλ’ ὅποιος εἶναι
ἀνδράγαθος, ἀκλόνητος θὰ μείνη τὸν θάνατον εἰς τὸν ἐχθρὸν νὰ δώσ’ ἢ νὰ τὸν λάβη». {{r|410}} Τοῦτα ἐνῶ
κεῖνος ἔλεγε στὰ βάθη τῆς ψυχῆς του, τῶν ἀσπιστῶν τοῦ ἔπεσαν λόχοι πολλοὶ τῶν Τρώων, τὸν ἔζωσαν, ἀλλὰ
κακὸ στὰ σπλάχνα τους ἐκλεῖσαν. Καὶ ὡς ὅταν ἀγριόχοιρον μὲ σκύλους ἄνδρες νέοι κυκλώνουν καὶ πετιέται
αὐτὸς ἀπ’ τὴν καρδιὰ τοῦ λόγγου· τὸ λευκὸ δόντι στὰ κυρτὰ σαγόνια του τροχίζει, ἐκεῖνοι ὁρμοῦν ἐπάνω του
νὰ τὸν δεχθοῦν, ἂν κι εἶναι τρομακτικὸς καὶ τοῦ κροτοῦν τὰ δόντι’ ἀπὸ τὴν λύσσαν· ὁμοίως τὸν διίφιλον
κυκλῶναν Ὀδυσσέα οἱ Τρῶες καὶ αὐτὸς ὅρμησε μὲ ἀκονισμένην λόγχην {{r|420}} καὶ ἄνω τοῦ ὤμου κτύπησε
τὸν θεῖον Δηοπίτην, τὸν Θώνα καὶ τὸν Εὔνομον ἐφόνευσε κατόπι· κι εὐθὺς τὸν Χερσιδάμαντα ποὺ ἐχύνετο ἀπ’
τ’ ἁμάξι ἐλάβωσε στὸν ὀμφαλὸν ἀπ’ τὴν ἀσπίδα κάτω ἔπεσε αὐτὸς κι ἐφούκτωσε τὴν γῆν μὲ τὴν παλάμην.
Τοὺς άφησε κι ἐλόγχισε τὸν Χάροπα ῾Ιππασίδην, ποὺ ἦτο τοῦ Σώκου αὐτάδελφος τοῦ λαμπρογεννημένου.
Βοηθὸς ὁ Σῶκος ἔδραμεν εὐθὺς ὁ ἰσόθεος ἄνδρας, καὶ ἀπὸ κοντὰ τοῦ ἔλεγεν: «Ὦ πολυεπαινεμένε, στοὺς
δόλους καὶ στὸν πόλεμον ἀκούραστε Ὀδυσσέα, {{r|430}} σήμερον ἢ θὰ καυχηθῆς ποὺ ἐφόνευσες τὰ δύο
λαμπρὰ τοῦ Ἱππάσου ἀγόρϊα καὶ τ’ ἄρματα τοὺς πῆρες, ἢ τώρ’ ἀπὸ τὴν λόγχην μου θὰ χάσης τὴν ζωήν σου».
Αὐτὰ ’πε και τον κτύπησε στὴν στρογγυλὴν ἀσπίδα, καὶ τὴν ἀσπίδα ἐτρύπησε τὸ δυνατὸ κοντάρι καὶ στὸν
τεχνικὸν θώρακα ἐμπήχθη πέρα πέρα, καὶ ὅλην τὴν σάρκα τοῦ ᾽σχισεν ἀπ’ τὰ πλευρά του, ἀλλ’ ὅμως ἡ Ἀθηνᾶ
δὲν τ’ ἄφησε στὰ σωθικὰ νὰ φθάση. Ἐννόησε ποὺ εἰς ἀκριβὸ δὲν ἐλαβώθη μέρος ὁ Ὀδυσσεὺς κι ἐσύρθηκε καὶ
πρὸς τὸν Σῶκον εἶπε: {{r|440}} «Ἀπὸ τὸν ἄκρον ὄλεθρον δὲν θὰ σωθῆς, χαμένε· κι ἐὰν ἐσὺ μὲ ξέκοψες νὰ
πολεμῶ τοὺς Τρῶας, θαρρῶ ποὺ σήμερον ἐδῶ φόνος καὶ μαύρη μοίρα σὲ θ’ ἀπαντήση καὶ ἀπ’ αὐτὴν τὴν
λόγχην μου θὰ πέσης, νὰ πάρω ἐγὼ τὸ καύχημα καὶ ὁ Ἅδης τὴν ψυχήν σου». Εἶπε καὶ ὅπως ἔστρεψεν ὁ Σῶκος
διὰ νὰ φύγη, ὁ Ὀδυσσεὺς τοῦ ἔμπηξε στὴν ράχην τὸ κοντάρι· κι ἡ ἄκρη ἀπὸ τοὺς ὤμους του στὸ στῆθος πέρα
ἐβγῆκε. Κι ἐπάνω του ἐκαυχήθηκεν ὁ θεῖος Ὀδυσσέας: «Ὦ Σῶκε, γόνε ἀγαπητὲ τοῦ ἱπποδάμου Ἱππάσου,
{{r|450}} σ’ ἐβρῆκε, δὲν τὸ ξέφυγες, τὸ τέλος τοῦ θανάτου. Δὲν θὰ σοῦ κλείσουν, δύστυχε, τὰ βλέφαρα ὁ
πατέρας οὔτ’ ἡ μητέρ᾽, ἀλλ’ ὄρνεα πυκνὰ πτεροκοπώντας Θὰ σὲ σπαράξουν· ἀλλ’ ἐμὲ στὸν θάνατόν μου, ἄν
ἔλθη, οἱ διογέννητοι Ἀχαιοὶ μὲ τάφον θὰ τιμήσουν». Εἶπε καὶ μέσ’ ἀπ’ τὸ πλευρὸ καὶ ἀπ’ τὴν λαμπρὴν ἀσπίδα
τὴν σκληρὴν λόγχην τράβηξε ποὺ τοῦ ᾽χε ρίξει ὁ Σῶκος. Κι εὐθὺς τὸ αἷμ’ ἀνάβρυσε κι ἐδείλιασε ἡ ψυχή του. Τὸ
Ιλιάδα (Πολυλάς)/λ 73
αἷμα του ἅμα ἐννόησαν οἱ ἀνδρειωμένοι Τρῶες παρακινοῦντο μὲ βοὴν κι ἐπάνω του ἐχυθῆκαν. {{r|460}} Καὶ
ὑποχωρώντας ἔκραζεν ἐκεῖνος τοὺς συντρόφους καὶ τρεῖς φορὲς τοὺς ἔκραξε μ’ ὅσην πνοὴν καὶ ἂν εἶχε. Καὶ
τρεῖς τὸν ἄκουσε φορὲς ὁ δεύτερος Ἀτρείδης κι ἔλεγε πρὸς τὸν Αἴαντα, ποὺ εὑρίσκετο σιμά του: «Ὦ Αἴας
διογέννητε, μεγάλε πολεμάρχε, στ’ αὐτιά μου ἔφθασ’ ἡ φωνὴ τοῦ ἀδάμαστου Ὀδυσσέως, ποὺ ὁμοιάζει, ὡς νὰ
τὸν ἔπνιγαν κατάμονον οἱ Τρῶες ἀφοῦ στῆς μάχης τὴν ὁρμὴν τὸν ἔχουν ἀποκλείσει. Ἀλλὰ βοηθοὶ ἂς
δράμωμεν, ὡς πρέπει, ὅτι φοβοῦμαι μὴ πάθη, ὡς μόνος ἔμεινεν ἀνάμεσα εἰς τοὺς Τρῶας, {{r|470}} καὶ θενὰ
κλάψουν οἱ Ἀχαιοὶ μεγάλον πολεμάρχον». Εἶπ᾽, ἐκινήθη καὶ σ’ αὐτὸν κατόπι ὁ μέγας ἥρως. Κι ἔφθασαν ὅπου
ἐκύκλωναν τὸν θεῖον ᾽Οδυσσέα οἱ Τρῶες ὡς ξανθότριχοι χρυσόλυκοι στὰ ὄρη κερατοφόρο τριγυρνοῦν ἐλάφι
λαβωμένο ποὺ ξέφυγε τοῦ κυνηγοῦ καὶ τρέχει ὅσον ἀκόμη τὸ αἷμα του εἶναι χλωρὸ κι ἔχει ἐλαφρὰ τὰ πόδια·
καὶ ὅταν πέση ἀπ’ τὴν πληγὴν μὲς στὴν σκιὰν τοῦ λόγγου τὰ ὠμοφάγ’ ἀγριόσκυλα τὸ τρώγουν, ἀλλὰ ἡ μοίρα
κακοποιὸ τοὺς στέρνει ἐκεῖ λιοντάρι καὶ ἀπ’ τὸν τρόμον {{r|480}} τ’ ἀγριόσκυλα σκορπίζονται καὶ αὐτὸ τὸ
κατατρώγει. Ὁμοίως τὸν πολύβουλον ἀνδρεῖον Ὀδυσσέα Τρῶες πολλοὶ καὶ ἀνδράγαθοι κτυποῦσαν, καὶ ὁ
γενναῖος τὴν λόγχην του ἔσειε μ’ ὁρμὴν νὰ σώση τὴν ζωήν του. Σιμά του ὁ Τελαμώνιος, μὲ τὴν ὰσπίδα ὡς
πύργον, ἐστήθη, καὶ ὅλοι ἐδῶ κι ἐκεῖ σκορπίσθηκαν οἱ Τρῶες. Κι ἐκεῖνον ὁ Μενέλαος ὁδήγ’ ἀπὸ τὸ χέρι ἔξω
ἀπ’ τὸ πλῆθος κι ἔφερνεν ὁ ἀκόλουθος τοὺς ἵππους. ῞Ορμησε ὁ Τελαμώνιος καί, νόθον Πριαμίδην, τὸν
Δόρυκλον ἐφόνευσε, τὸν Πάνδοκον κατόπιν, {{r|490}} τὸν Λύσανδρον, τὸν Πύρασον καὶ ἀκόμη τὸν Πυλάρτην.
Καὶ ὡς ἀπ’ τὰ ὄρη ροβολᾶ ποτάμι στὴν πεδιάδα, χείμαρρος ὁποὺ τοῦ Διὸς νεροποντιὰ φουσκώνει καὶ ξερὰ
δρυὰ σέρνουν πολλὰ καὶ πεύκους τὰ νερά του κι ὕλην πολλὴν στὸ πέλαγος· ὅμοια τὴν πεδιάδα κλονίζει καὶ
ἄνδρες καὶ ἄλογα φονεύει ὁ λαμπρὸς Αἴας. Καὶ ὁ ῞Εκτωρ δὲν τὸ γνώριζεν ἀκόμα, ἐπειδὴ πέρα, στῆς μάχης τὸ
ἀριστερὸ πλευρὸν ἐπολεμοῦσε, ἐκεῖ ποὺ ἐξόχως κεφαλὲς ἀνδρῶν πολλὲς ἐπέφταν στὸν Ξάνθον, ὅπου
ἀλαλαγμὸς ἀσίγητος βροντοῦσε. {{r|500}} Σιμὰ στὸν μέγαν Νέστορα καὶ τὸν ᾽Ιδομενέα ἐκεῖ στὴν λόγχην
τρομερὸς καὶ τὴν ἱππομαχίαν ὁ Ἕκτωρ θρῆνον ἔκαμνε στὲς φάλαγγες τῶν νέων· καὶ οἱ λαμπρογέννητοι Ἀχαιοὶ
δὲν θὰ ὀπισθοποδίζαν, ἀλλὰ ὁ Πάρις, σύγκλινος τῆς εὔμορφης ῾Ελένης, ἔπαυσε τὸν ἀνδράγαθον Μαχάον’ ἀπ’
τὴν μάχην· ὅτι μὲ βέλος τρίγωνο τὸν λάβωσε στὸν ὧμον. Διὰ κεῖνον ἐλαχτάρισαν οἱ Ἀχαιοὶ γενναῖοι, μὴ πέση,
ἂν κλίνη ὁ πόλεμος, εἰς τῶν ἐχθρῶν τὰ χέρια. Καὶ πρὸς τὸν θεῖον Νέστορα τότ’ εἶπε ὁ ᾽Ιδομενέας: {{r|510}}
«Στὴν ἅμαξάν σου ἀνέβα εὐθύς, ὦ Νέστορ Νηληιάδη, καὶ πάρε τὸν Μαχάονα, καὶ· κτύπα πρὸς τὰ πλοῖα τὰ
δυνατὰ πουλάρια σου· πολλῶν ἀντάξιος ἄλλων ἀνθρώπων εἶν’ ὁ ἰατρός, ποὺ βέλη ν’ ἀποσπάση γνωρίζει καὶ
μὲ βότανα λαβώματα νὰ γιάνη». Εἶπε καὶ ὁ Νέστωρ ἔστερξε στὸν λόγον τοῦ Τυδείδη. Στὴν ἅμαξάν του ἀνέβη
εὐθύς, σιμά του καὶ ὁ Μαχάων, ποὺ γέννησ’ ὁ Ἀσκληπιὸς ἰατρὸς ἐξακουσμένος. Τοὺς ἵππους ράβδισεν εὐθὺς
καὶ αὐτοὶ μὲ προθυμίαν πρὸς τὰ καράβια πέταξαν, στ’ ἀγαπημένα μέρη. {{r|520}} Ὁ Κεβριόνης νόησε τὴν
ταραχὴν τῶν Τρώων κι ἔλεγε πρὸς τὸν Ἕκτορα, στ’ ἁμάξι σύντροφός του: «Εἰς μίαν ἄκρην τοῦ κακοῦ πολέμου
ἐμεῖς οἱ δύο τοὺς Δαναοὺς μαχόμεθα, καὶ ὡστόσ’ οἱ ἄλλοι Τρῶες θορυβημένοι εὑρίσκονται κι οἱ ἵπποι των κι
ἐκεῖνοι ἀπὸ τὸν Τελαμώνιον· τὸν γνώρισα, ὅπως φέρνει αὐτὸς ἀσπίδ’ ἀπέραντην· ἀλλὰ κι ἐμεῖς τ’ ἁμάξι εὐθὺς
ἂς σπρώξωμεν ἐκεῖ, ὅπου μὲ τόσο πεῖσμα πεζοὶ καὶ ἱππόμαχοι φρικτὸν κροτοῦν πολέμου ἀγώνα σφαζόμενοι
καὶ ἀλαλαγμὸς ἀσίγητος βροντάει». {{r|530}} Εἶπε καὶ μὲ τὴν μάστιγα ξεκίνησε τοὺς ἵππους κι ἐκεῖνοι ὡς τὴν
αἰσθάνθηκαν γοργὰ τὸ ἁμάξι ἐφέραν τῶν Τρώων καὶ τῶν Ἀχαιῶν στὴν μέσην κι ἐπατοῦσαν νεκροὺς καὶ
ἀσπίδες εἰς τὴν γῆν· καὶ κάτωθε τὸ ἀξόνι καὶ τῆς ἁμάξης τὰ πλευρὰ μαυρίζαν ἀπ’ τὸ αἷμα, ποὺ ἐπάνω τους
ἐράντιζαν οἱ ὁπλὲς τῶν τετραπόδων καὶ τὰ στεφάνια τῶν τροχῶν· κι ἐλύσσ’ αὐτὸς στὸ πλῆθος νὰ ὁρμήση μέσα
τῶν ἀνδρῶν· καὶ συντριμμὸν εἰς ὅλες τὲς φάλαγγες τῶν Δαναῶν γυρνώντας μὲ τὸ ξίφος καὶ μὲ τὴν λόγχην
ἔφερνε καὶ μὲ τρανὰ λιθάρια, {{r|540}} καὶ μόνον μὲ τὸν Αἴαντα τὸν Τελαμωνιάδην ἀπέφευγε ν’ ἀγωνισθῆ,
διότι, ἂν πολεμοῦσε μ’ ἄνδρ’ ἀπ’ αὐτὸν καλύτερον, τοῦ ἀγανακτοῦσε ὁ Δίας. Καὶ στὴν ψυχὴν τοῦ Αἴαντος
ἔβαλε ὁ Ζεὺς τὸν φόβον. Στέκει, ἀπορεῖ, τὲς πλάτες του μὲ τὴν ἀσπίδα σκέπει, φεύγει, ἀφοῦ πρῶτα ἐκοίταξε τὸ
πλῆθος, ὡς θηρίον ἀργοκινεῖ τὰ γόνατα καὶ στρέφεται νὰ βλέπη· ὅμοια λεοντάρι πύρινον ἄνδρες τοῦ ἀγροῦ καὶ
σκύλοι διώχνουν μακρὰν ἀπ’ τὴν αὐλὴν καὶ ὁλόνυκτ’ ἀγρυπνώντας ν’ ἁρπάξη δὲν τοῦ συγχωροῦν τὸ ἄνθος
τῶν βοδιῶν των, {{r|550}} κι ἐκεῖνο, ἀπὸ τὴν ὄρεξη σπρωγμένο τῶν κρεάτων, ὁρμᾶ πλὴν ἀνωφέλητα, μὲ τόσην
τόλμην ρίχνουν ἀκόντια ἐπάνω του οἱ βοσκοὶ καὶ δέματ’ ἀναμμένα, ποὺ τὰ φοβεῖται ἂν καὶ λυσσᾶ· καὶ ἅμα
χαράξ’ ἡ ἡμέρα κατηφιασμένο ἀποχωρεῖ· παρόμοια τότε ὁ Αἴας ἀπὸ τοὺς Τρῶας ἔφευγε πολὺ κατηφιασμένος
Ιλιάδα (Πολυλάς)/λ 74
ἀθέλητα, φοβούμενος μὴ κάψουν τὰ καράβια. Καὶ ὡς ὅνος σ’ ἄκρην χωραφιοῦ παιδόπουλα νικάει ἀπάθητος,
καὶ τοῦ ᾽σπασαν πολλὰ ραβδιὰ στὴν ράχην καὶ στὰ βαθιὰ σπαρτὰ πατεῖ καὶ κόβει τὸ σιτάρι {{r|560}} καὶ ἂν
καὶ τὸν δέρναν ἄκοπα μικρή ᾽ναι ἡ δύναμίς των, καὶ μόλις ὅταν χορτασθῆ νὰ φύγη τὸν βιάζουν· ὅμοια τὸν
μέγαν Αἴαντα τὸν Τελαμωνιάδη, οἱ Τρῶες οἱ ἀπότολμοι καὶ οἱ βοηθοὶ κτυποῦσαν ὀπίσω του ἀκατάπαυστα
στὴν μέσην τῆς ἀσπίδας. Κι ἐκεῖνος πότ’ ἐγύριζε τὴν μάχην ν’ ἀπαντήση, κι ἐκράτει αὐτοῦ τὲς φάλαγγες τῶν
ἱπποδάμων Τρώων, καὶ πότε πάλι ἐστρέφετο νὰ φύγη καὶ αὐτὸς μόνος σ’ ὅλους τὸν δρόμον ἔφραζε πρὸς τὰ
γοργὰ καράβια ὁλόρθος, ἄγριος μεταξὺ τῶν Ἀχαιῶν καὶ Τρώων. {{r|570}} Καὶ ἀπὸ τ’ ἀκόντια, ποὺ ἔριχναν μὲ
λύσσαν, ἄλλα μέσα εἰς τὴν ἀσπίδα ἐμπήγονταν μὲ ὁρμὴν νὰ προχωρήσουν, πολλὰ στὴν μέσην καὶ πρὶν ἢ
γευθοῦν τὸ λευκὸ σῶμα στὴν γῆν στυλώνονταν ὀρθά, γιὰ σάρκα πεινασμένα. Ἅμα τὸν εἶδε ὁ Εὐρύπυλος
λαμπρὸς Εὐαιμονίδης ἀπὸ τὰ βέλη τὰ πυκνὰ κακὰ βασανισμένον, σιμά του ἐστήθη, ἀκόντισε μὲ τὸ λαμπρὸ
κοντάρι τὸν μέγαν Ἀπισάονα Φαυσιάδην πολεμάρχον εἰς τὸ συκώτι κι ἔλυσε τὰ μέλη τ’ ἀνδρειωμένου. Καὶ
ὅρμησ’ εὐθὺς καὶ τ’ ἄρματα τοῦ ἔπαιρνε ἀπ’ τοὺς ὤμους. {{r|580}} Καὶ ὁ Πάρις ὁ θεόμορφος, ἅμα τὸν εἶδ’
ἐπάνω εἰς τὸν νεκρόν, δὲν ἄργησε τὸ τόξο νὰ τραβήξη καὶ μέσα στὸ δεξιὸ μερὶ τὸν πίτυχε τὸ βέλος, καὶ τὸ μερὶ
τοῦ ἐβάραινεν ὡς τὸ καλάμι ἐκόπη. Ἐσύρθη στοὺς συντρόφους του τὴν μοίραν ν’ ἀποφύγη, κι ἐφώναξε τῶν
Δαναῶν: «Ὦ φίλοι πολεμάρχοι, ὧ τῶν Ἀργείων ἀρχηγοί, γυρίσατε, σταθῆτε τὸν Αἴαντα νὰ σώσετε ἀπ’ τὴν
σκληρὴν ἡμέραν, ἀπὸ τὰ βέλη πνίγεται καὶ ἀπ’ τὴν καταραμένην μάχην δὲν θά ᾽βγη ζωντανός, ἀλλ’ ὀλοι ἐδῶ
σταθῆτε {{r|590}} σιμὰ στὸν μέγαν Αἴαντα ἀντίμαχοι στοὺς Τρῶας». Τὸν λαβωμένον ἄκουσαν κι ἐστήθηκαν
πλησίον φορώντας τὲς ἀσπίδες των, προβάλλοντες τὲς λόγχες. Καὶ ὁ Αἴας τοὺς ἀπάντησεν, ἐγύρισε κι ἐστάθη,
ἀφοῦ στὸ πλῆθος ἔφθασε τῶν ποθητῶν συντρόφων. ῾Ως φλόγα μ’ ἄσβεστην ὁρμὴν ἐκεῖνοι ἐπολεμοῦσαν, ἐνῶ
τὸν Νέστορα ἔφερναν οἱ ἵπποι τοῦ Νηλέως ὁμοῦ μὲ τὸν Μαχάονα γοργὰ μακρὰν τῆς μάχης. Τὸν εἶδε καὶ τὸν
γνώρισεν ὁ θεῖος Ἀχιλλέας ὡς ἔστεκε στὸ εὐρύχωρο καράβι του στὴν πρύμνην {{r|600}} νὰ βλέπη τὴν
πολύθρηνην φυγὴν καὶ τὸν ἀγώνα. Τὸν σύντροφόν του Πάτροκλον ἐφώναξε ἀπ’ τὸ πλοῖον· εἰς τὴν φωνήν του
ἐβγῆκε αὐτὸς ἀπ’ τὴν σκηνὴν ὡραῖος ὡσὰν ὁ Ἄρης καὶ ἄρχισεν ἐκεῖθε ἡ συμφορά του. Πρῶτος τοῦ εἶπ’ ὁ
ἀνδράγαθος υἱὸς τοῦ Μενοιτίου: «Τί μὲ φωνάζεις; Ἀπὸ ἐμὲ τί θέλεις, Ἀχιλλέα;» Καὶ ὁ πτεροπόδης Ἀχιλλεὺς σ’
ἐκεῖνον ἀπαντοῦσε: «Μενοιτιάδη ἐξαίσιε καὶ φίλε τῆς ψυχῆς μου, τώρα θὰ ἰδῶ τοὺς Ἀχαιοὺς στὰ πόδια μου νὰ
πέσουν ὅτι τοὺς ἦβρε ἀβάστακτη τῆς συμφορᾶς ἀνάγκη, {{r|610}} ἀλλ’ ἄμε, θεῖε Πάτροκλε, στὸν Νέστορα, νὰ
μάθης ποιόν λαβωμένον φέρνει αὐτός, ὡς βλέπω, ἀπὸ τὴν μάχην. Ὁμοιάζει τὸν Μαχάονα, τοῦ ᾽Ασκληπιοῦ τὸν
γόνον ὄπισθεν ὅλος· πλὴν τοῦ ἀνδρὸς τὰ μάτια ἐγὼ δὲν εἶδα ὅτι ἔμπροσθέν μου ἐπέρασαν ὀγρήγορα οἱ
φοράδες». Καὶ ὁ Πάτροκλος ὑπάκουσε τὸν ποθητόν του φίλον καὶ στὲς σκηνὲς τῶν Ἀχαιῶν ἔδραμ’ εὐθὺς νὰ
φθάση. Καὶ ὅτ’ ἔφθασαν εἰς τὴν σκηνὴν ἐκεῖνοι, ἀπὸ τ’ ἁμάξι κατέβηκαν κι ἐξέζεψε τοὺς ἵππους ὁ Εὐρυμέδων,
ἀκόλουθος τοῦ Νέστορος· κι ἐκεῖνοι στ’ ἀκρογιάλι {{r|620}} ἐμέναν πρὸς τὸν ἄνεμον τὸν ἵδρον νὰ δροσίσουν.
Κι ἔπειτα ἐμπῆκαν στὴν σκηνὴν καὶ στὰ θρονιὰ καθίσαν. Καὶ μίγμα ἡ καλοπλέξουδη τοὺς ἔφτιασ’ ῾Εκαμήδη,
ἡ θυγατέρα τοῦ ὑψηλοῦ στὸ φρόνημ’ Ἀρσινόου, ποὺ ὅτ’ ἔριξε τὴν Τένεδον ὁ θεῖος Ἀχιλλέας οἱ Ἀχαιοὶ τοῦ
γέροντος τὴν κόρην ἐδιαλέξαν διότι στὸ συμβούλιον ἀπ’ ὅλους ἦταν πρῶτος. Καὶ αὐτὴ τοὺς ἔσυρεν ἐμπρὸς
τραπέζι στιλβωμένο μαυρόποδον καὶ χάλκινον ἐπάνω του κανίστρι μὲ τὸ κρεμμύδι, γευστικὸ προσφάγι διὰ νὰ
πίνουν, {{r|630}} μὲ χλωρὸ μέλι καὶ λευκὸν τοῦ ἁγίου σίτου ἀθέρα, κι ἔστησε χρυσοκούμπωτο ποτήρι ποὺ εἶχε
φέρει ὁ γέρος ἀπ’ τὸ σπίτι του κι εἶχε διπλὸ τὸ πόδι, τέσσερ’ αὐτιὰ καὶ ὁλόχρυσες εἰς τὸ καθένα δύο περιστερὲς
ἐφαίνονταν ὡς νὰ σπυρολογοῦσαν· μὲ κόπον ἀπ’ τὴν τράπεζαν καθ’ ἄλλος τὸ κινοῦσε γεμάτο, ἀλλ’ ἀκόπιαστα
τὸ ἐσήκωνεν ὁ γέρος. Σ’ ἐκεῖνο τοὺς ἑτοίμαζε τὸ μίγμα ἡ γυνὴ θεία, κρασὶ Πράμνειο καὶ τυρὶ τῆς αἴγας ποὺ μὲ
τρίφτην χάλκινον ἔτριψεν αὐτή, κι ἔραν’ ἐπάνω ἀλεύρι {{r|640}} λευκὸ καὶ ἀφοῦ τὸ ἑτοίμασε νὰ τὸ γευθοῦν
τοὺς εἶπε. Καὶ ἀφοῦ μ’ αὐτὰ τὴν ἄναψιν τῆς δίψας ἐπραΰναν, μὲ ὁμιλίες ἔτερπαν τὸ πνεῦμ’ ἀνάμεσόν τους καὶ
ὁ Πάτροκλος ὡσὰν θεὸς εἰς τὸ κατὠφλι ἐφάνη. Ἅμα τὸν εἶδε ὁ γέροντας, σηκώθη ἀπ’ τὸ θρονί του, τὸν ἔμπασε
καὶ τοῦ ᾽λεγε σιμά του νὰ καθίση. Δὲν τό ᾽στεργεν ὁ Πάτροκλος, καὶ τοῦ ᾽πε: «Σεβαστέ μου, δὲν δύναμαι, ὅ,τι
καὶ ἂν εἰπῆς, ὡς θέλεις, νὰ καθίσω. Φοβοῦμαι τὸν θυμὸν τοῦ ἀνδρὸς ποὺ μ’ ἔστειλε νὰ μάθω ποιὸν λαβωμένον
ἔφερες· ἀλλὰ καὶ μόνος τώρα {{r|650}} τὸν ἀρχηγὸν Μαχάονα, καὶ βλέπω καὶ γνωρίζω, καὶ ἀμέσως τὴν
ἀπάντησιν θὰ φέρω τοῦ Ἀχιλλέως. Πόσο εἶν’ ἐκεῖνος τρομερός, γνωρίζεις, σεβαστέ μου, ποὺ εὐκόλως καὶ στὸν
ἄπταιστον πταῖσμα νὰ ἐβρῆ συμβαίνει». Καὶ ὁ Νέστωρ τότε ἀπάντησε: «Πῶς γίνεται ὁ Πηλείδης διὰ τοὺς υἱοὺς
Ιλιάδα (Πολυλάς)/λ 75
τῶν Ἀχαιῶν, ὅσ᾽,εἶναι λαβωμένοι, νὰ ὀδύρεται; Καὶ αὐτὸς ποσῶς τὴν λύπην δὲν γνωρίζει, ποὺ κυριεύει τὸν
στρατόν, ἀφ’ ὄτου εἰς τὰ καράβια κείτονται ἀπὸ λαβωματιὲς οἱ πρῶτοι πολεμάρχοι, Κεῖ λαβωμένοι
εὑρίσκονται καὶ ὁ δυνατὸς Τυδείδης, {{r|660}} ὁ Ὀδυσσεὺς καὶ ὁ δοξαστὸς στὴν λόγχην Ἀγαμέμνων· λαβώθη
καὶ ὁ Εὐρύπυλος εἰς τὸ μερὶ μὲ βέλος· καὶ ἀπὸ τὴν μάχην ἔφερα καὶ τοῦτον πληγωμένον μὲ βέλος, ὅμως ὁ
Ἀχιλλεὺς ἂν καὶ γενναῖος εἶναι διὰ μᾶς καθόλου δὲν πονεῖ καὶ δὲν μᾶς ἐλεεῖται. Ἢ μένει ὥσπου τὰ πλοῖα μας
ἐπάνω στ’ ἀκρογιάλι μὲ ὅλον τὸν ἀγώνα μας τὸ πῦρ νὰ καταλύση, καὶ νὰ σφαγοῦμεν ὅλοι ἐκεῖ; Καὶ ἄχ! διατὶ
δὲν ἔχουν τὴν παλαιάν τους δύναμιν τὰ λυγερά μου μέλη; Ἄς εἶχα τὴν νεότητα καὶ ἀκέριαν τὴν ἀνδρείαν
{{r|670}} καθὼς ὅταν στὸν πόλεμον ἐξ ἀφορμῆς τῶν μόσχων μὲ τοὺς Ἠλείους φόνευσα τὸν ἄνδρα Ἰτυμονήα,
ἐγκάτοικον τῆς ῎Ηλιδος, λαμπρὸν Ὑπειροχίδην, ζητώντας ἀνταπόδοσιν. Τὸν κτύπησα μ’ ἀκόντι ἐκεῖ ποὺ
αὐτὸς τὰ βόδια του νὰ σώση ἐπρομαχοῦσε, καὶ ὡς ἔπεσ’ ἐφοβήθηκαν οἱ ἀγρότες, ἐσκορπίσαν. Λάφυρα τότ’
ἐπήραμεν ἀπ’ τὸ πεδίον πλῆθος, βοδιῶν κοπὲς πεντήκοντα, τόσες κοπὲς προβάτων καὶ τόσες χοίρων καὶ
γιδιῶν τόσα πλατιὰ κοπάδια, καὶ τρεῖς φορὲς πεντήκοντα ξανθότριχες φοράδες, {{r|680}} κι εἶχαν οἱ
περισσότερες νεογέννητα πουλάρια. Νύκτα μ’ ἐκεῖνα ἐφθάσαμε στὴν Πύλον τοῦ Νηλέως· καὶ ὁ γέρος
ἀναγάλλιασεν, ὅτι ὡς ἐβγῆκα νέος στὸν πόλεμον μοῦ ἔτυχε τόσα πολλὰ νὰ πάρω. Καὶ οἱ κήρυκες τὸ χάραμα
φωνάξαν νά ᾽λθουν ὅλοι σ’ ὅσους χρεωστεῖτο ἀπόδοσις μέσα στὴν θείαν ῏Ηλιν. Συνάχθηκαν κι ἐμοίραζαν οἱ
γέροντες τῆς Πύλου, ὅτ’ εἰς πολλοὺς ἀπόδοσιν οἱ ᾽Επειοὶ χρεωστοῦσαν μ’ ὅλον ποὺ ὀλίγοι ἐμέναμεν ἐμεῖς καὶ
ἀφανισμένοι, ὅτι μᾶς ταλαιπώρησεν εἰς τοὺς ἀρχαίους χρόνους {{r|690}} ὁ ῾Ηρακλῆς κι ἐσφάγησαν ὅλ’ οἱ
καλοὶ τῆς Πύλου. Ὅτι ἀπ’ τὰ δώδεκα παιδιὰ τὰ ἐξαίσια τοῦ Νηλέως, ἐγὼ μόνος τοῦ ἔμεινα καὶ τ’ ἄλλα τοῦ
ἀπέθαναν. Διὰ τοῦτο αὐθαδιάζοντας πολὺ μᾶς ἀδικοῦσαν τῶν ἀποτόλμων ᾽Επειῶν τὰ χαλκοφόρα πλήθη. Καὶ
ἀπ’ ὅλα μιὰν κοπὴν βοδιῶν καὶ πρόβατα τριακόσια μὲ τοὺς βοσκούς των ἔλαβε μερίδα του ὁ Νηλέας, ὡς εἶχε
ἀπόδοσιν τρανὴν νὰ λάβη ἀπ’ τοὺς ᾽Ηλείους τέσσαρες ἵππους μ’ ὅλα τους τ’ ἁμάξια νικηφόρους, ποὺ ἔμελλαν
διὰ τρίποδα νὰ κάμουν τὸν ἀγώνα· {{r|700}} στὴν ῎Ηλιδα τοὺς κράτησεν ὁ βασιλεὺς Αὐγείας καὶ πονεμένον
ἔδιωξε σκληρὰ τὸν ἱππηλάτην. Καὶ ὁ γέρος διὰ τὴν ὕβριν του καὶ τ’ ἄνομά του ἔργα λάφυρα ἐπῆρε ἀμέτρητα˙
καὶ τ’ ἄλλα εἰς τὸν λαόν του ἔδωκε νὰ τὰ μοιρασθοῦν ἰσόμετρα καθένας. Τοῦτα ἐνῶ κάμναμεν ἐμεῖς καὶ τῶν
θεῶν θυσίες στὴν πόλιν ἐπροσφέρναμεν, τρεῖς πέρασαν ἡμέρες κι ἦλθαν ἐκεῖνοι ἀμέτρητοι μὲ ἄρματα, μὲ
ἵππους, ὁ λαὸς ὅλος, κι οἱ ἀδελφοὶ Μολίονες μ’ ἐκείνους, ἀγόρι’ ἀκόμη ἀμάθητα πολεμικῆς ἀνδρείας. {{r|710}}
Πόλις Θρυοῦσσα εὑρίσκεται κτισμέν’ εἰς ἄκρην λόφου μακράν, αὐτοῦ στὸν Ἀλφειόν, ἀπ’ τὴν ἀμμώδη Πύλον.
Αὐτὴν ἐκύκλωσε ὁ στρατὸς μὲ λύσσαν νὰ τὴν πάρουν. Στὴν πεδιάδα εἶχαν χυθῆ κι ἦλθε ἡ Ἀθηνᾶ τὴν νύκτα
μηνύτρ’ ἀπὸ τὸν ῎Ολυμπον, νὰ εἰπῆ ν’ ἀρματωθοῦμε, καὶ τὸν λαόν, ποὺ ὁλόγυρα τὸν πόλεμον ζητοῦσε
συνάθροισ’ εὔκολα ἡ θεά κι ἐμὲ νὰ πολεμήσω δὲν μ’ ἄφηνεν ὁ γέροντας καὶ μοῦ ᾽κρυψε τοὺς ἵππους· ὅτ’ ἤμουν,
ἔλεγε, ἄπραγος στὰ ἔργα τοὺ πολέμου. Καὶ ὅμως ἀνδραγάθησα πεζὸς μὲς στοὺς ἱππέας, {{r|720}} ὡς
ἐκυβέρνησ’ ἡ Ἀθηνᾶ τῆς μάχης τὸν ἀγώνα. Στὸν ποταμὸν Μινύειον, ποὺ βρέχει τὴν Ἀρήνην καὶ χύνεται στὴν
θάλασσαν, ὅσο νὰ φέξ’ ἡ ἡμέρα τῆς Πύλου ἱππεῖς καὶ τῶν πεζῶν συνέρρεαν τὰ πλήθη. Κεῖθε ὁ στρατός μας
ὅρμησε μὲ ὅλα τ’ ἄρματά του καὶ στ’ ἅγιο ρεῦμα τοῦ Ἀλφειοῦ τὸ μεσημέρι εὑρέθη. Θυσίαν τότ’ ἐκάμαμεν στὸν
ὕψιστον Κρονίδην, ταῦρον κατόπιν τοῦ Ἀλφειοῦ, ταῦρον τοῦ Ποστιδῶνος, καὶ τῆς γλαυκόματης θεᾶς ὡραίαν
ἀγελάδα, καὶ ἀφοῦ στὴν τάξιν του κανεὶς ἐδείπνησε, στὲς ὄχθες {{r|730}} τοῦ ποταμοῦ πλαγιάσαμε μὲ τ’
ἄρματά μας ὅλοι. Καὶ οἱ μεγαλόψυχοι ᾽Επειοὶ τὴν πόλιν περιζῶναν, νὰ τὴν χαλάσουν πρόθυμοι· ἀλλὰ πρὶν νὰ
προφθάσουν, φρικτὴ σ’ αὐτοὺς ἐξέσπασε πολέμου ἀνεμοζάλη˙ ὁ ἥλιος μεσουράνιζε καὶ οἱ δυὸ στρατοὶ
κινοῦντο εὐχόμενοι στὴν Ἀθηνᾶ καὶ στὸν πατέρα Δία. Ἀλλ’ ὅταν Πύλιοι κι ᾽Επειοὶ πιασθῆκαν εἰς τὴν μάχην,
τὸν Μούλιον πολεμιστὴν ἐφόνευσα ἐγὼ πρῶτος κι έπῆρα καὶ τοὺς ἵππους του· κι εἶχεν αὐτὸς τὴν πρώτην τοῦ
Αὐγείου κόρην τὴν ξανθήν, ποὺ ἐλέγετο Ἀγαμήδη, {{r|740}} κι ἐγνώριζ’ ὅσα βότανα τῆς γῆς τὸ πλάτος τρέφει.
῾Ως ἔρχονταν τὸν κτύπησα μ’ ἀκόντι καὶ στὸ χῶμα ἔπεσε κι ἐγὼ πήδησα στ’ ἁμάξι, καὶ στοὺς πρώτους
πολεμιστὰς ἐστήθηκα· κι εὐθὺς ἐσκορπισθῆκαν οἱ μεγαλόψυχοι ᾽Επειοὶ καθὼς ἔπεσ’ ἐκεῖνος ποὺ τῶν ἱππέων
ἀρχηγὸς ἐπρώτευε στὴν μάχην. Καὶ ὅρμησα ἐπάνω τους εὐθύς, ὡς μαύρη ἀνεμοζάλη, πενήντα ἐπῆρ’ ἁμάξια
τους καὶ ἀπὸ καθένα δύο ἄνδρες ἔκαμε ἡ λόγχη μου τὸ χῶμα νὰ δαγκάσουν. Καὶ άκόμα τοὺς Μολίονας θὰ
ἐφόνευ’ ἀλλ’ ὁ μέγας {{r|750}} ὁ Ποσειδῶν πατέρας των τοὺς ἔσκεπε μὲ ὁμίχλην. Νίκην τότ’ ἔδωκεν ὁ Ζεὺς
μεγάλην τῶν Πυλίων· ὅτι τοὺς κυνηγούσαμε, φονεύαμε τοὺς ἄνδρες, τὰ ὅπλα τους ἐπαίρναμε, μέσ’ ἀπὸ τὴν
Ιλιάδα (Πολυλάς)/λ 76
πεδιάδα, ὅσον ὁποὺ ἀνεβήκαμεν εἰς τὰ Βουπράσια μέρη εἰς τὸν ᾽Ωλένιον κρημνόν, στὸν λόφον τοῦ Ἀλεισίου˙
ἐκεῖθεν γύρισ’ ἡ Ἀθηνᾶ τὰ πλήθη κι ἕναν ἄνδρα ὕστερον ἄφησα νεκρόν· τότ’ οἱ Ἀχαιοὶ τοὺς ἵππους ἀπ’ τὸν
Βουπράσιον ἀγρὸν ἐστρέψον πρὸς τὴν Πύλον, καὶ μ’ ἕνα στόμα ὁλόκληρος λαὸς ὑμνολογοῦσε {{r|760}} τὸν
Νέστορα ἀπὸ τοὺς θνητοὺς καὶ ἀπ’ τοὺς θεοὺς τὸν Δία. ᾽Ιδοὺ πῶς ἀνδραγάθιζα μὲ τοὺς ἀνδρειωμένους. Ἀλλ’ ὁ
Ἀχιλλεὺς θὰ χαίρεται τὴν ἀρετήν του μόνος· ἄχ! ὅταν ὁ λαὸς χαθῆ πολὺ καὶ ἀργὰ θὰ κλαύση. Θυμήσου ὅ,τι ὁ
Μενοίτιος σοῦ πρόσταξε, ὦ γλυκέ μου, ὅταν στὸν Ἀγαμέμνονα σὲ ἔστελνε ἀπ’ τὴν Φθίαν. Καὶ ὅλα τ’ ἀκούσαμεν
ἐγὼ καὶ ὁ θεῖος Ὀδυσσέας, στὸ δῶμα ὁπότ’ ἐφθάσαμε τὸ μέγα τοῦ Πηλέως, ἐνῶ τῆς Ἀχαιίδος γῆς συνάζαμεν
τὰ πλήθη. Κεῖ ἐβρήκαμε τὸν ἥρωα Μενοίτιον κα σένα· {{r|770}} σιμά σας ἦτ’ ὁ Ἀχιλλεύς· καὶ ὁ γέρος ὁ Πηλέας
τοῦ μόσχου τὰ παχιὰ μεριὰ στὸν βροντητὴν Κρονίδην ἔκαιε μέσα εἰς τὴν αὐλήν, καὶ μὲ χρυσὸ ποτήρι σπόνδιζε
τὸ γλυκὸ κρασὶ στὲς προσφορὲς ποὺ ἐκαῖαν. Κι ἐνῶ ἐσυγυρίζατε τὰ κρέατα, μᾶς εἶδεν ὁ Ἀχιλλέας στὰ
πρόθυρα· μᾶς πῆρε ἀπὸ τὸ χέρι, μᾶς εἶπε νὰ καθίσουμε κι ἔβαλε αὐτὸς ἐμπρός μας τὸ φίλεμα ποὺ δίδεται τοῦ
ξένου, ὡς θέλ’ ἡ τάξις. Καὶ τὴν τροφὴν καὶ τὸ πιοτὸν ἅμ’ ἐχαρήκαμ’ ὅλοι, τὸν λόγον πρῶτος ἄρχισα καὶ σᾶς
παρακινοῦσα {{r|780}} νὰ μᾶς ἀκολουθήσετε· καὶ πρόθυμοι σεῖς ἦσθε, καὶ τότε οἱ δυὸ πατέρες σας πολλὰ σᾶς
συμβουλεῦαν. Καὶ τοῦ Ἀχιλλέως σύσταινεν ὁ γέροντας Πηλέας πάντοτε μέγας νὰ φανῆ καὶ τῶν Ἀργείων
πρῶτος˙ κι ἐσένα ἰδοὺ τί σύσταινεν ὁ γέρος σου πατέρας: «Παιδί μου, ἂν ὁ Ἀχιλλεὺς στὸ γένος σὲ ὑπερβαίνη,
καὶ στὴν ἀνδρείαν, εἶσαι σὺ στὰ χρόνια ἀνώτερός του. Ἀλλ’ ὅ,τι χρήσιμον σκεφθῆς, σὺ βάλε το στὸν νοῦν του,
εὔμορφα καὶ πρὸς τὸ καλὸν τοὺς λόγους σου θὰ στέργη». Τοῦτα, καὶ σὺ τὰ λησμονεῖς, ποὺ σύσταινεν ὁ γέρος.
{{r|790}} Μὲ τοῦτα τώρα πάσχισε νὰ πείσης τὸν Πηλείδην. Ποιός ξέρει μὴν ὁ λόγος σου, μ’ ἑνὸς θεοὗ τὴν
χάριν, τοῦ συγκινήση τὴν ψυχήν; Καλὸς τοῦ φίλου ὁ λόγος. Κι ἐὰν στὸν νοῦν του ἔχη χρησμὸν ποὺ νὰ τὸν
ἐμποδίζη, ὁποὺ ἡ μητέρα του ἡ θεὰ τοῦ ἀνάφερε ἀπ’ τὸν Δία, ἂς ξαναστείλη κὰν ἐσὲ καὶ οἱ Μυρμιδόνες ὅλοι
ἂς ἔλθουν, ὥστε φῶς ἐσὺ τῶν Δαναῶν νὰ γίνης. Καὶ νὰ σοῦ δώση νὰ φορῆς στὴν μάχην τ’ ἄρματά του, ἴσως
φανῆς πὼς εἶσαι αὐτὸς καὶ ἀποσυρθοῦν οἱ Τρῶες, ἀπ’ τὸν ἀγών’ ἀνασασμὸν οἱ Δαναοὶ νὰ λάβουν {{r|800}} κι
εἶναι τ’ ἀνάσαμα καλὸν ὅσον μικρὸν καὶ ἂν εἶναι. Κι εὔκολα σεῖς ἀκούραστοι τὰ κουρασμένα πλήθη θὰ διῶξτε
πρὸς τὴν πόλιν τους ἀπ’ τὰ γοργὰ καράβια». Εἶπε καὶ τὸν ἐτάραξε στὰ βάθη τῆς καρδίας, κι ἔγυρ’ εὐθὺς
σπουδακτικὰ ὀπίσω στὸν Πηλείδην. Καὶ ὅτ᾽ εἶχε φθάσει ὁ Πάτροκλος στὰ πλοῖα τοῦ Ὀδυσσέως στὸ μέρος ὅπου
ἐδίκαζαν κι ἐκάμναν τὰς συνόδους καὶ τῶν θεῶν εἶχαν βωμοὺς ὁλόγυρα κτισμένους, ἐμπρός του ἦλθ’ ὁ
Εὐρύπυλος, λαμπρὸς Εὐαιμονίδης, ποὺ ἐρχόνταν ἀπ’ τὸν πόλεμον τρεκλὸς ἀπ’ τὴν πληγήν του, {{r|810}} ποὺ
εἶχε λάβει εἰς τὸ μερί· κι ἐκεῖθε μαῦρον αἷμα ἔβγαινε κι ἵδρωτας πολὺς τοῦ ἐνότιζε τὲς πλάτες, ἀλλ’ εἶχε ἀκόμη
τὴν ψυχὴν ἀσάλευτην στὰ στήθη. Ἅμα τὸν εἶδ’ ὁ ἀνδράγαθος υἱὸς τοῦ Μενοιτίου, μὲ πόνον τὸν προσφώνησεν:
«Ἔτσι, ὦ δυστυχισμένοι, τῶν Δαναῶν ὦ ἀρχηγοί, καὶ πρῶτοι πολεμάρχοι, τοὺς σκύλους νὰ χορτάσετε σᾶς
ἔμελλε στὴν Τροίαν, μακρὰν ἀπ’ τὴν πατρίδα σας κι ἀπὸ τοὺς ποθητούς σας; Ἀλλὰ εἰπέ μου, Εὐρύπυλε,
διόθρεπτε ἥρωά μου, οἱ Ἀχαιοὶ στοῦ Ἕκτορος τὴν ἄμετρην ἀνδρείαν {{r|820}} θ’ ἀντισταθοῦν ἢ θὰ χαθοῦν
στὴν λόγχην του ἀποκάτω;» Καὶ ὁ συνετὸς Εὐρύπυλος: «῏Ω Πάτροκλε γενναῖε, προπύργιον τῶν Ἀχαιῶν ὀιμὲ
δὲν εἶναι πλέον, ἀλλὰ στὰ μαῦρα πλοῖα τους ὀγρήγορα θὰ πέσουν. Κείτονται στὰ καράβια τους οἱ πρῶτοι
πολεμάρχοι ἀπ’ τὰ πολλὰ λαβώματα ποὺ ἐπῆραν εἰς τὴν μάχην καὶ πάντοτε σφοδρότερη γίνετ’ ἡ ὁρμὴ τῶν
Τρώων. Ἀλλὰ στὸ πλοῖον φέρε με νὰ σώσης τὴν ζωήν μου, τ’ ἀκόντι βγάλε ἀπ’ τὸ μερί, νίψε τὸ μαῦρον αἷμα μὲ
χλιὸ νερό, καὶ χρίσε το μὲ τὰ γλυκὰ βοτάνια, {{r|830}} ποὺ ἀπὸ τὸν δικαιότατον στὸ γένος τῶν Κενταύρων, τὸν
Χείρονα ἔμαθ’ ὁ Ἀχιλλεὺς κι ἐδίδαξε καὶ σένα· ὅτι ἀπ’ τοὺς δυό μας ἰατρούς, λαβώθηκε ὁ Μαχάων, κι εἰς τὲς
σκηνές μας κείτεται, κι ἔχει καὶ αὐτὸς ἀνάγκην ἀπὸ ἐξαίσιον ἰατρόν, καὶ ὁ ἄλλος μὲ τοὺς Τρῶας κτυπιέται, ὁ
Ποδαλείριος, ἀκλόνητος στὴν μάχην». Τοῦ ἀπάντησεν ὁ ἀνδράγαθος υἱὸς τοῦ Μενοιτίου: «Ἄχ! τί θὰ γίνη,
Εὐρύπυλε; Καὶ ἂν εἶμαι κινημένος πρὸς τὸν Πηλείδην νὰ τοῦ εἰπῶ τί μόχει παραγγείλει ὁ Νέστωρ ὁ Γερήνιος,
τῶν Ἀχαιῶν σωτήρας, {{r|840}} ἀφοῦ σὲ βλέπω εἰς κίνδυνον, ἐγὼ δὲν θὰ σ’ ἀφήσω». Εἶπε καὶ μέσα στὴν
σκηνὴν ἀγκαλιαστὰ τὸν πῆρε· καὶ εἰς τὸ τομάρι, ποὺ ἅπλωσεν ὁ ἀκόλουθος, τὸν στρώνει. Μὲ τὸ μαχαίρι ἀπ’ τὸ
μερὶ τὸ πικρὸ βέλος βγάζει, ἀπ’ τὴν πληγὴν μὲ χλιὸ νερὸ πλύνει τὸ μαῦρον αἷμα, ρίζαν τοῦ ἔβαλε πικρήν, ποὺ
πρῶτα μὲ τὰ χέρια ἐμάλαξε, παυσίπονην, ποὺ τοῦ ἔπαυσε τοὺς πόνους ὅλους, κι ἐστέγνωσε ἡ πληγή, κι
ἐστάθηκε τὸ αἷμα.
Ιλιάδα (Πολυλάς)/μ 77
Ιλιάδα (Πολυλάς)/μ
←Ραψωδία λ Ιλιάδα Ραψωδία ν→
Συγγραφέας: Όμηρος
Μεταφραστής: Ιάκωβος
Πολυλάς
Ραψωδία μ
<poem> Αὐτοῦ θεράπευε ὁ λαμπρὸς υἱὸς τοῦ Μενοιτίου τοῦ Εὐρυπύλου τὴν πληγήν˙ ὡστόσο ἐπολεμοῦσαν
Τρῶες καὶ Ἀργεῖοι σύσσωμοι· μηδ’ ἔμελλε τὸ τεῖχος τὸ μέγα μηδὲ ὁ χάντακας φραγμὸς δι’ αὐτοὺς νὰ εἶναι, ποὺ
ἔκτισαν οἱ Δαναοὶ προφυλακὴν τῶν πλοίων, χωρὶς νὰ δώσουν τῶν θεῶν ἐξαίσιες ἑκατόμβες· καὶ τὰ πολλά
τους λάφυρα νὰ κλείση καὶ τὰ πλοῖα τὸ ἔκτισαν· ἀλλ’ ἄβουλα τῶν ἀθανάτων ὅλων· ὅθεν πολὺν δὲν ἔμεινε
καιρὸν ὁρθὸ τὸ κτίσμα. Ὅσ’ ἦτο ὁ ῞Εκτωρ στὴν ζωὴν κι ἐθύμωνε ὁ Πηλείδης {{r|10}} καὶ ἄπαρτη ἀκόμη
ἐσώζονταν ἡ πόλις τοῦ Πριάμου, ὁλόρθο καὶ τῶν Ἀχαιῶν τὸ μέγα τεῖχος ἦταν˙ ἀλλ’ ὅταν οἱ καλύτεροι τῶν
Τρώων ἀπεθάναν, καὶ πάμπολλοι τῶν Δαναῶν ἐπέσαν καὶ ἄλλοι ἐμεῖναν, καὶ μὲς στὸν χρόνον δέκατον
ἐπόρθησαν τὴν Τροίαν οἱ Ἀργεῖοι καὶ ὅλοι ἐγύρισαν στὴν ποθητὴν πατρίδα, ὁ Ἀπόλλων καὶ ὁ Ποσειδῶν
σκεφθῆκαν ν’ ἀφανίσουν τὸ τεῖχος, ὅταν ἔσυραν τὴν δύναμιν ἀπ’ ὅσα ἀπὸ τὴν Ἴδην ροβολοῦν στὴν θάλασσαν
ποτάμια Κάρησος, Ρῆσος, Γράνικος, ῾Επτάπορος, Ροδίος, {{r|20}} Αἴσηπος, θεῖος Σκάμανδρος καὶ τὸ
Σιμούντειον ρεῦμα, ἐκεῖ ποὺ κράνη πάμπολλα καὶ ἀσπίδες καὶ ἡμιθέων γένος ἀνδρῶν στοὺς ἄμμους του
κυλοῦνται πεσημένα· αὐτῶν ὁ Ἀπόλλων ἔγυρε τὰ στόματα κι ἐννέα ἡμέρες ρέαν ὅλα ὁμοῦ στὸ τεῖχος, ἐνῶ
ἐπάνω ἄκοπα ἔβρεχεν ὁ Ζεὺς τὸ τεῖχος νὰ ποντίση. Καὶ ὁ ἴδιος μὲ τὴν τρίαιναν ἐμπρὸς ὁ κοσμοσείστης
ροβόλαε στὴν θάλασσαν τὰ θέμελ’ ἀπὸ πέτρες καὶ ἀπὸ κορμούς, ποὺ οἱ Δαναοὶ μὲ κόπον εἶχαν θέσει. Καὶ στὸν
βαθὺν ῾Ελλήσποντον ἐγγὺς ἐσιάδωσ’ ὅλα, {{r|30}} καὶ μ’ ἄμμον πάλι ἐσκέπασε τὸ ἀπέραντο ἀκρογιάλι, τὸ
τεῖχος ἀφοῦ ἀφάνισε· κι ἔγυρε τὰ ποτάμια ὅπου καὶ πρῶτα νὰ κυλοῦν τὰ ὄμορφα νερά τους. Αὐτὰ νὰ κάμουν
ἔμελλαν ὁ Ποσειδῶν καὶ ὁ Φοῖβος ἕναν καιρόν· ἀλλ’ ἔβραζε στὸ στερεωμένο τεῖχος ἡ μάχη τότε κι ἔτριζαν τῶν
πύργων τὰ δοκάρια, καὶ αὐτοῦ καθὼς τοὺς δάμασεν ἡ μάστιγα τοῦ Δία οἱ Ἀργεῖοι πρὸς τὰ πλοῖα τους σφικτὰ
στενοχωροῦντο τὸν ῞Εκτορα φοβούμενοι δεινὸν φυγῆς ἐργάτην. Καὶ αὐτός, ὡς πρῶτα, ἐμάχονταν, ὡσὰν
ἀνεμοζάλη. {{r|40}} Καὶ σὰν χοῖρος ἢ λέοντας στὴν μέση ἀνδρῶν καὶ σκύλων σ’ αὐτοὺς γυρίζει μ’ αἴσθησιν
τῆς ρώμης του μεγάλην˙ φάλαγγα ἐκεῖνοι πυργωτὴν ἀντίκρυ του μορφώνουν καὶ ρίχνουν βέλη ἀμέτρητα κι ἡ
εὐγενὴς ψυχή του φόβον δὲν ἔχ’ ἢ δισταγμόν, ἂν καὶ νεκρὸς θὰ πέση ἀπ’ τὴν ἀνδραγαθίαν του καὶ τῶν ἀνδρῶν
τοὺς λόχους νὰ σπάση συχνοστρέφεται· καὶ ὅπου χουμήση ἐκεῖνος οἱ πυκνοὶ λόχ’ ὑποχωροῦν· παρόμοια μὲς
στὰ πλήθη ὁ ῞Εκτωρ τοὺς συντρόφους του παρακαλοῦσεν ὅλους νὰ διαβοῦν τὸν χάνδακα κι οἱ ἵπποι του οἱ
γενναῖοι {{r|50}} δὲν ἐτολμοῦσαν καὶ σφοδρὰ χλιμίντριζαν στὴν ἄκρην ὀρθοί· καθὼς τοὺς φόβιζε φαρδὺς
ἐμπρὸς ὁ λάκκος ποὺ δὲν θὰ διάβαιν’ εὔκολα κανεὶς ἢ θὰ πηδοῦσε. Ὅτ’ ὑψηλὲς ἐστέκονταν καὶ κρεμαστὲς οἱ
ἄκρες καὶ ἀπ’ τὰ δυὸ μέρη καὶ ἄνωθεν ἀκονητὰ σταλίκια εἶχαν στυλώσ’ οἱ Ἀχαιοὶ τρανὰ καὶ στριμωμένα πρὸς
τοὺς ἐχθροὺς προφυλακήν· καὶ αὐτοῦ δὲν θὰ ἠμποροῦσεν εὐκόλως ἵππος σέρνοντας καλότροχον ἁμάξι πόδι
νὰ στήση καὶ οἱ πεζοὶ διστάζαν νὰ περάσουν. Καὶ στὸν τολμηρὸν ῞Εκτορα τότ’ εἶπε ὁ Πολυδάμας: {{r|60}}
«Ἕκτορ καὶ ὅλ’ οἱ ἀρχηγοὶ τῶν βοηθῶν καὶ Τρώων, ἀνόητα στὸν χάντακα τοὺς ἵππους ὁδηγοῦμε˙ ὅτ’ εἶναι
κακοδιάβατος, ὡς ἔχει ἀκονισμένα σταλίκια κι εἶναι ὀπίσω τους τῶν Ἀχαιῶν τὸ τεῖχος. Δὲν γίνεται νὰ
κατεβοῦν οὐδὲ νὰ πολεμήσουν ἱππεῖς καὶ μὲς στὸ στένεμα θ’ ἀφανισθοῦμεν ὅλοι, διότι ἂν τοὺς ἐμίσησε καὶ
τοὺς ἐξολοθρεύη εἰς τὴν ὀργήν του ὁ Βροντητὴς καὶ βοηθῆ τοὺς Τρῶας, ἤθελ’ ἀμέσως νὰ γενῆ κι ἐδῶ μακρὰν
ἀπ’ τ’ Ἄργος οἱ Ἀχαιοὶ νὰ συντριβοῦν αὐτοὶ καὶ τ’ ὄνομά τους· {{r|70}} ἀλλ’ ἂν στραφοῦν πάλιν αὐτοὶ κι ἐμεῖς
ἀπὸ τὰ πλοῖα διωχθοῦμε καὶ ὅλοι πέσωμε στοῦ χάντακος τὸ βάθος, θαρρῶ πὼς μηδὲ μηνυτὴς στὴν πόλιν δὲν
θὰ φθάση ἀπ’ τὸν διωγμὸν τῶν Ἀχαιῶν νὰ εἰπῆ τὸν ὄλεθρόν μας. Κι ἐλᾶτε τώρα, ὅ,τι θὰ εἰπῶ νὰ τὸ δεχθοῦμεν
ὅλοι· τοὺς ἵππους οἱ ἀκόλουθοι στὸν χάντακ’ ἂς κρατήσουν, κι ἐμεῖς πεζοὶ τὸν Ἕκτορα μὲ τ’ ἄρματά μας ὅλοι
θ’ ἀκολουθήσωμεν μ’ ὁρμήν, καὶ ἂν εἶναι διορισμένο ν’ ἀφανισθοῦν, οἱ Ἀχαιοὶ δὲν θὰ σταθοῦν ἐμπρός μας». Ὁ
Ἕκτωρ ἦβρε ὠφέλιμον ὅ,τι εἶπε ὁ Πολυδάμας, {{r|80}} καὶ ἀπὸ τ’ ἁμάξι πήδησε χαμαὶ μὲ τ’ ἄρματ’ ὅλα, οὐδ’
Ιλιάδα (Πολυλάς)/μ 78
ἔμειναν στ’ ἁμάξια τους οἱ ἄλλοι συναγμένοι, ἀλλ’ ὅλοι κάτω ἐπήδησαν στὸν ῞Εκτορα κατόπιν. Καὶ ὅλοι τοὺς
κυβερνῆτες των παράγγειλαν νὰ στήσουν μὲ καλὴν τάξη ἔμπροσθεν τοῦ χάντακος τοὺς ἵππους· κι ἐκεῖν’ εἰς
πέντε σώματα μὲ τάξιν χωρισθῆκαν, καθένα μὲ τοὺς ἀρχηγούς. Ἕκτωρ καὶ Πολυδάμας εἶχαν τὸ σῶμα τὸ
ἐκλεκτό, πυκνὸ καὶ ἀνδρειωμένο, ποὺ ἐμάνιζε τὸ τείχισμα νὰ σπάση καὶ στὰ πλοῖα νὰ φέρη εὐθὺς τὸν πόλεμον·
τρίτος ὁ Κεβριόνης {{r|90}} ἦταν σ’ ἐκείνους ἀρχηγός· κι εἶχεν ἀφήσει ὁ Ἕκτωρ ἄνδρ’ ἀπ’ αὐτὸν κατώτερον
στ’ ἁμάξι κυβερνήτην· στὸ δεύτερον ὁ Ἀλέξανδρος, ὁ Ἀλκάθοος καὶ ὁ Ἀγήνωρ· ὁ Ἕλενος, ὁ Δηίφοβος, ἀγόρια
τοῦ Πριάμου, στὸ τρίτον σῶμα καὶ μ’ αὐτοὺς ὁ Ἄσιος ῾Υρτακίδης ὁ ἥρως, ποὺ ἀπ’ τὸν ποταμὸν Σελλήεντα
εἶχαν φέρει ἵπποι φλογώδεις ὑψηλοὶ μέσ’ ἀπὸ τὴν Ἀρίσβην. Τὸ τέταρτ’ ὁ καλὸς υἱὸς τοῦ Ἀγχίση ἐκυβερνοῦσε ὁ
Αἰνείας, καὶ μαζὶ μ’ αὐτὸν ὁ Ἀρχέλοχος καὶ Ἀκάμας δύο παιδιὰ τοῦ Ἀντήνορος· καὶ τοὺς ἐξακουσμένους
{{r|100}} βοηθοὺς ὁδήγα ὁ Σαρπηδών, κι ἐπῆρε εἰς τὸ πλευρόν του τὸν Γλαῦκον καὶ τὸν φοβερὸν στὰ ὅπλα
Ἀστεροπαῖον, πού, ἔξω ἀπ’ αὐτόν, ἀνώτερον ἀπ’ ὅλους στὴν ἀνδρείαν τοῦ ἐφάνηκαν καλύτεροι τῶν ἄλλων
πολεμάρχων. Καὶ πήκτραν ἀφοῦ ἐμόρφωσαν στενὰ μὲ τὲς ἀσπίδες στοὺς Δαναοὺς ἐχύθηκαν κι ἐθάρρουν ὅτι
ἐκεῖνοι δὲν θὰ σταθοῦν καὶ ἀκράτητο θὰ πέσουν εἰς τὰ πλοῖα. Κι οἱ ἄλλοι Τρῶες καὶ οἱ λαμπροὶ βοηθοί των
ὑπακοῦσαν σ’ ὅ,τ’ εἶπε μὲ τὴν ἄψεγην ψυχήν του ὁ Πολυδάμας· μόνος δὲν τὸ ἠθέλησεν ὁ Ἄσιος Ὑρτακίδης,
{{r|110}} αὐτοῦ μὲ τὸν ἡνίοχον τοὺς ἵππους του ν’ ἀφήση, ἀλλὰ μ’ ἐκείνους ὅρμησε πρὸς τὰ γοργὰ καράβια,
μωρός, ὁποὺ δὲν ἔμελλε τὴν μοίραν νὰ ξεφύγη καὶ ἀπ’ τὰ καράβια νικητὴς νὰ γύρη μὲ τοὺς ἵππους περήφαν’
ἀνεβαίνοντας στὴν ἀνεμώδη πόλιν· διότι μοίρα σκοτεινὴ τὸν πῆρε μὲ τὴν λόγχην τοῦ υἱοῦ τοῦ Δευκαλίωνος
μεγάλου Ἰδομενέως. Διότι κεῖ ποὺ οἱ Δαναοὶ μὲ τὰ ζεμέν’ ἁμάξια ἀπ’ τὸ πεδίον γύριζαν, ἀριστερὰ τῶν πλοίων,
ἔσπρωξε αὐτὸς τὴν ἅμαξαν, οὐδ’ ἦσαν εἰς τὲς πύλες {{r|120}} κλεισμένα τὰ θυρόφυλλα μὲ τὸν μακρύν τους
σύρτην, ἀλλὰ τά ᾽χαν ὁλάνοικτα διὰ νὰ δεχθοῦν ἐκείνους ποὺ ἐφεῦγαν ἀπ’ τὸν πόλεμον πρὸς τὰ γοργὰ
καράβια. Κεῖ μὲ τοὺς ἵππους ὅρμησε καὶ μὲ κραυγὴν κατόπιν οἱ σύντροφοί του κι ἔλεγαν ποὺ ἐμπρός τους δὲν
θὰ μείνουν οἱ Ἀχαιοὶ καὶ ἀκράτητοι θὰ πέσουν στὰ καράβια. Κι ἦβραν στὲς πύλες οἱ μωροὶ δυὸ πολεμάρχους
πρώτους, δυὸ τέκνα μεγαλόψυχα τῶν Λαπιθῶν ἡρώων, τοῦ Πειριθόου τὸν υἱόν, ἀνδρεῖον Πολυποίτην καὶ τὸν
Λεοντέα πόμοιαζε τοῦ ἀνθρωποφόνου Ἄρη. {{r|130}} Στὲς ὑψηλὲς πύλες ἐμπρὸς ἦσαν στημένοι ἐκεῖνοι
ἀκλόνητοι, ὡς ὑψίκομα δρυὰ στὰ ὄρη ἐπάνω, ὁποὺ βροχὴ καὶ ἄνεμος τὰ δέρνουν αἰωνίως, εἰς τὲς μεγάλες
ρίζες των βαθιὰ θεμελιωμένα· ὁμοίως εἰς τὰ χέρια τους θαρρώντας καὶ στὴν ρώμην τὸν μέγαν Ἄσιον ἄφοβα
περίμεναν ἐκεῖνοι. Κι ἴσια στὸ τεῖχος τὸ παχὺ μ’ ἀσπίδες σηκωμένες οἱ γενναιόκαρδοι ὀπαδοὶ τοῦ πολεμάρχου
Ἀσίου Ἰαμενός, Οἰνόμαος, Ὀρέστης, Ἀσιάδης, Θόων καὶ Ἀδάμας μὲ κραυγὲς ἐμπρὸς ἐπροχωρῆσαν. {{r|140}}
Καὶ ὡς τότ’ ἐκεῖνοι μέσαθε σφοδρὰ παρακινοῦσαν τοὺς Ἀχαιοὺς ν’ ἀγωνισθοῦν νὰ σώσουν τὰ καράβια˙ ἀλλ’
ἅμα ἐνόησαν ἐμπρὸς νὰ προχωροῦν οἱ Τρῶες στὸ τεῖχος καὶ τῶν Δαναῶν βοὴ φυγῆς ἀκούσθη, τότε ἀπ’ τὲς
πύλες ὅρμησαν κι ἐμπρὸς ἐπολεμοῦσαν ἐκεῖν’ οἱ δύο, καὶ ὅμοιαζαν ἀγριόχοιροι στὰ ὄρη, ποὺ καρτεροῦν
ἀτρόμητοι πλῆθος ἀνδρῶν καὶ σκύλων, καὶ ὅπως ὁρμοῦν δεξιὰ ζερβιὰ τὰ δένδρα σποῦν τοῦ δάσους μ’ ὅλες τὲς
ρίζες, καὶ κροτοῦν τὰ δόντια τῶν θηρίων, ὡσότου κάποιος τὴν ζωὴν μ’ ἀκόντι νὰ τοὺς πάρη. {{r|150}} Ὅμοια
κροτοῦσεν ὁ χαλκὸς στὰ στήθη αὐτῶν τῶν δύο ὡς τοὺς κτυποῦσαν ἄντικρυ· κι ἐκεῖνοι ἐπολεμοῦσαν ἀνδρείως
εἰς τὴν ρώμην τους θαρρώντας καὶ στὰ πλήθη, ποὺ ἀπὸ τοὺς πύργους ἄνωθεν ἀκόντιζαν λιθάρια νὰ σώσουν
ἀπ’ τὸν ὄλεθρον τὴν ποθητὴν ζωήν τους, τὰ πλοῖα των καὶ τὲς σκηνές· καὶ ὡς ἡ πνοὴ τοῦ ἀνέμου, ὅταν
σφοδρῶς ἐτίναξε τὰ σκιοφόρα νέφη, μ’ ἐπανωτὲς χιονοβολὲς τὴν θρέπτραν γῆν σκεπάζει, ὁμοίως ἀπ’ τα χέρια
τῶν Ἀχαιῶν καὶ Τρώων τ’ ἀκόντια ρέαν ἄπειρα· καὶ ἀπὸ τὲς χοντρὲς πέτρες {{r|160}} ἠχοῦσαν κούφια
κόρυθες καὶ ὀμφαλωτὲς ἀσπίδες. Καὶ τότε βαθιὰ στέναξεν ὁ Ἄσιος Ὑρτακίδης, κι ἐγόγγυξε κι ἐφώναξε
κτυπώντας τὰ μεριά του: «Καὶ σὺ τὸ ψέμ’ ἀγάπησες, ὀιμέ, πατέρα Δία· ἐγὼ δὲν πίστευα ποτὲ ν’ ἀντισταθοῦν οἱ
Ἀργεῖοι στὰ χέρια μας τ’ ἀνίκητα καὶ στὴν σφοδρὴν ὁρμήν μας. Καὶ ὡσὰν σφῆκες ἢ μέλισσες μὲ ζῶσιν
λυγισμένην εἰς δρόμον κτίσαν πτερωτὸν τὴν θολωτὴν οἰκίαν καὶ ἂν ἔλθουν ἄνδρες κυνηγοὶ δὲν φεύγουν ἀλλὰ
μένουν καὶ ἀπὸ τὸν βράχον πολεμοῦν νὰ σώσουν τὰ παιδιά των, {{r|170}} ὅμοια καὶ τοῦτοι μόνοι δυὸ τὲς
πύλες δὲν ἀφήνουν καὶ μένουν εἴτε θάνατον νὰ δώσουν ἢ νὰ λάβουν». Εἶπεν ἀλλὰ δὲν ἔπεισε τὴν γνώμην τοῦ
Κρονίδη, ποὺ ἐβούλετο στὸν Ἕκτορα τὴν δόξαν νὰ χαρίση. Καὶ ὁμοίως τότ’ ἐμάχονταν εἰς ἄλλες πύλες ἄλλοι
ἀλλ’ ὅλα τοῦτα ὡσὰν θεὸς νὰ εἰπῶ φωνὴν δὲν ἔχω· ὅτι παντοῦ πολέμου πῦρ ἐμάνιζε στὸ τεῖχος κι οἱ Ἀργεῖοι
διὰ τὰ πλοῖα τους βιασμένοι ἐπολεμοῦσαν, ἂν καὶ θλιμμένοι· καὶ οἱ θεοὶ ποὺ βοηθοί τους ἦσαν κατάκαρδα τοὺς
Ιλιάδα (Πολυλάς)/μ 79
Δαναοὺς ἐσυμπονοῦσαν ὅλοι. {{r|180}} Καὶ οἱ δυὸ Λαπίθες κίνησαν νὰ συγκροτήσουν μάχην. Καὶ ὁ
Πολυποίτης κραταιὸς υἱὸς τοῦ Πειριθόου τὸν Δάμασον ἐκτύπησε στὸ χάλκινό του κράνος· τὸ κράνος δὲν
ἐκράτησε τὸ χαλκοφόρο ἀκόντι ποὺ ἐσύντριψε τὸ κόκαλο κι ἐγέμισ’ ὅλος αἷμα ὁ ἐγκέφαλος˙ καὶ ὡς νέκρωσεν
ἐκείνου τὴν ἀνδρείαν ἔπεσαν ἀπ’ τὴν λόγχην του ὁ Ὄρμενος καὶ ὁ Πύλων καὶ ἀκόντισεν ὁ Λεοντεύς, καλὸς
βλαστὸς τοῦ Ἄρη, στὴν ζώνην τὸν Ἱππόμαχον τοῦ Ἀντιμάχου γόνον. Καὶ ἀπὸ τὴν θήκην ἔσυρε τὸ κοφτερόν του
ξίφος, {{r|190}} στὸ πλῆθος ὅρμησε καὶ αὐτοῦ τὸν Ἀντιφάτην πρῶτον κτύπησε καὶ τὸν ἔστρωσε τ’ ἀνάσκελα
στὸ χῶμα. Κατόπιν Μένων, Ἰαμενὸς καὶ Ὀρέστης ἐστρωθῆκαν ἀπ’ τὸ κοντάρι του ὅλοι ὁμοῦ· κι ἐνῶ τοὺς
ἐγυμνῶναν ἀπ’ τὰ λαμπρά τους ἄρματα, τ’ ἀγόρια τ’ ἀνδρειωμένα ὁ Πολυδάμας ὁ λαμπρὸς καὶ ὁ Ἕκτωρ
ὁδηγοῦσαν, σῶμα ἐκλεκτὸ πυκνότατο, ποὺ ἐδίψαε νὰ σπάση τὸ τεῖχος καὶ τῶν Ἀχαιῶν νὰ κάψη τὰ καράβια.
Κι ἐμπρὸς στὸν χάντακα ἔστεκαν καὶ ἀκόμη ἐμεριμνοῦσαν, ὅτι ἐνῶ ἦσαν πρόθυμοι τὸν λάκκον νὰ περάσουν,
{{r|200}} ὑψηλοπέτης ἀετὸς ἐφάνη δεξιά τους, καὶ ζωντανὸς στὰ νύχια του καὶ κοκκινοβαμμένος μέγας
σπαρνοῦσε δράκοντας καὶ πολεμοῦσε ἀκόμη· ὅσο ποὺ ὀπίσω γέρνοντας τὸν ἀετὸν στὸ στῆθος ἔκοψε κάτω ἀπ’
τὸν λαιμόν˙ κι ἐκεῖνος ἀπ’ τὸν πόνον ἀπόλυσε τὸν δράκοντα νὰ πέση μὲς στὸ πλῆθος καὶ κρώζοντας ἐπέταξε
μὲ τὲς πνοὲς τοῦ ἀνέμου· καὶ ἅμα τὸν στικτὸν δράκοντα, σημεῖον τοῦ Κρονίδη, νεκρὸν εἶδαν στὸ μέσον τους,
ἐπάγωσαν οἱ Τρῶες. Εἰς τὸν τολμηρὸν Ἕκτορα τότ’ εἶπε ὁ Πολυδάμας: {{r|210}} «Ἕκτορ, μ’ ἐλέγχεις πάντοτε
στὴν σύνοδον, ἂν λέγω τὸ ἀγαθόν, καὶ τοῦ λαοῦ τωόντι δὲν ἁρμόζει στὸν πόλεμον ἢ στὴν βουλὴν παράκαιρα
νὰ λέγη, ἀλλὰ νὰ ὑψώνη πάντοτε χρεωστεῖ τὴν δύναμίν σου· καὶ τώρα πάλιν ὅ,τι ὀρθὸν νομίζω θὰ ὁμιλήσω. Μὲ
τ’ ἄρματ’ ἂς μὴ πέσωμε στῶν Δαναῶν τὰ πλοῖα, διότ’ ἰδοὺ τί προνοῶ· τὸ πουλὶ τοῦτο ἂν ἦλθε, ὁ ὑψηλοπέτης
ἀετός, στὰ δεξιὰ τῶν Τρώων, εἰς τὴν στιγμὴν ποὺ πρόθυμα τὸν λάκκον θὰ περνοῦσαν, καὶ δράκοντ’ εἶχε
ζωντανὸν στὰ νύχια του μεγάλον, {{r|220}} καὶ τὸν ἀπόλυσεν εὐθύς, ὥστε στὰ γονικά του δὲν ἔφθασε, στὰ
τέκνα του τροφὴν νὰ τὸν προσφέρη· ὅμοια κι ἐμεῖς, ἂν σπάσωμε τὲς πύλες καὶ τὸ τεῖχος τῶν Ἀχαιῶν
ὁρμητικῶς, καὶ αὐτοὶ τὰ ὀπίσω κάμουν, στὸν ἴδιον δρόμον ἄσχημα θὰ γύρωμε ἀπ’ τὰ πλοῖα, ὅτι θ’ ἀφήσωμεν
αὐτοῦ πολλοὺς ἀπ’ τοὺς δικούς μας ὁποὺ θὰ σφάξουν οἱ Ἀχαιοὶ τὰ πλοῖα τους νὰ σώσουν. Ἰδοὺ πῶς μάντις
ἱκανὸς καὶ γνώστης τῶν σημείων ὁποὺ τὸν σέβονται οἱ λαοί, τὸ πράγμα θὰ ἐξηγοῦσε». Μ’ ἄγριον βλέμμ’
ἀπάντησεν ὁ λοφοσείστης Ἕκτωρ: {{r|230}} «Δὲν μοῦ ἀρέσει παντελῶς ὅ,τ’ εἶπες, Πολυδάμα· καὶ λόγον
τούτου ὀρθότερον νὰ βγάλη ξεύρει ὁ νοῦς σου. Ἀλ’ ἂν τὸν λέγης σοβαρὰ καὶ μέτωρο δὲν εἶναι, τότ’ οἱ θεοὶ σ’
ἐμώραναν, ἀφοῦ μὲ συμβουλεύεις τοῦ ὑψίστου Δία τὲς βουλὲς ἐγὼ νὰ λησμονήσω, ποὺ μὲ ρητὴν ὑπόσχεσιν μοῦ
ἐμήνυσεν ἐκεῖνος· καὶ στὰ πλατύπτερα πουλιὰ σὺ θέλεις νὰ ὑπακούσω· κι ἐγὼ δὲν τὰ ψηφῶ ποσῶς, ἢ στοῦ
φωτὸς τὰ μέρη δεξιὰ πετοῦν ἢ ἀριστερὰ στοῦ σκότους τὸν ἀέρα. Κι ἐμεῖς ἂς ὑπακούσωμε τοῦ Βροντητῆ
Κρονίδη {{r|240}} εἰς τὴν ὑπέρτατην βουλήν, ποὺ μόνος βασιλεύει τῶν ἀθανάτων καὶ θνητῶν· ἔνα σημάδι
μόνον εἶναι καλόν, νὰ προμαχῆς γιὰ τὴν γλυκιὰ πατρίδα. Κι ἐσὺ πρὸς τί τὸν πόλεμον φοβεῖσαι καὶ τὴν μάχην;
Διότι ἂν καὶ ὅλοι πέσωμεν νεκροὶ μὲς στὰ καράβια ἐμεῖς οἱ ἄλλοι, νὰ χαθῆς ἐσὺ δὲν εἶναι φόβος· ὅτ’ ἡ καρδιά
σου εἶν’ ἄνανδρη καὶ φεύγει ἀπὸ τὲς μάχες· ἀλλ’ ἂν ἀπὸ τὸν πόλεμον θ’ ἀπέχης ἢ τολμήσης μὲ λόγια ἀπὸ τὸν
πόλεμον ν’ ἀπομακρύνης ἄλλους, μάθε ὅτι ἀπὸ τὴν λόγχην μου θὰ χάσης τὴν ζωήν σου. {{r|250}} Καὶ ὅρμησε
πρῶτος˙ μὲ βοὴν οἱ ἄλλοι ἀκολουθοῦσαν καὶ ἀπὸ τὴν ῎Ιδην σήκωσεν ὁ Ζεὺς ἀνεμοζάλην, ποὺ σκόνης ἕνα
σύγνεφον ἐφύσησε στὰ πλοῖα κι ἐμάργωσε τῶν Ἀχαιῶν τὸν νοῦν ὁ βροντοφόρος, τὴν δόξαν εἰς τὸν Ἕκτορα νὰ
δώση καὶ εἰς τοὺς Τρῶας, Κι ἐκεῖνοι στὰ σημεῖα του θαρρώντας καὶ στὴν ρώμην τῶν Ἀχαιῶν τὸ τείχισμα νὰ
σπάσουν προσπαθοῦσαν. Τοὺς προμαχῶνες γκρέμιζαν, τραβοῦσαν τὰ στεφάνια, καὶ μὲ λοστοὺς ἐκλόνιζαν τὲς
στῆλες, ποὺ εἶχαν θέσει πρῶτες στὴν γῆν οἱ Ἀχαιοὶ στηρίγματα τῶν πύργων· {{r|260}} καὶ ἅμ’ αὐτὲς πέσουν,
ἔλπιζαν τὸ τείχισμα νὰ σπάσουν. Ὅμως τὴν θέσιν οἱ Ἀχαιοὶ δὲν ἄφηναν ἀκόμη, ἀλλ’ ἀπὸ ἀσπίδες ἔκαμαν
φραγμὸν στοὺς προμαχῶνες κι ἐκεῖθ’ ἐκτύπαν τοὺς ἐχθροὺς τοῦ τείχους εἰς τὸν πάτον. Στοὺς πύργους τότ’ οἱ
Αἴαντες καὶ οἱ δυὸ παντοῦ γυρίζαν κι ἐμψύχωναν τοὺς Ἀχαιούς, μὲ καλωσύνην ἄλλους, ἄλλους μὲ λόγον
αὐστηρόν, ἄν ἔβλεπαν νὰ φεύγουν ὁλότελ’ ἀπ’ τὸν πόλεμον: «Ὦ φίλοι ἀπ’ τοὺς Ἀργείους ἔξοχος εἶναι ἢ
μέτριος, μικρότερος ἄν εἶναι - ὅτι ὅλοι δὲν εἶναι ὅμοιοι στὸν πόλεμον οἱ ἄνδρες - {{r|270}} ἔχει τὸ μέρος του ὁ
καθεὶς εἰς τοῦτον τὸν ἀγώνα˙ καὶ τὸ νοεῖτε μόνοι σας· κανεὶς ἂς μὴ προσέχη εἰς τὲς φοβέρες καὶ στραφῆ νὰ
φύγη πρὸς τὰ πλοῖα καὶ ἀντιπαρακινούμενοι στὰ ἐμπρὸς ὁρμήσετ’ ὅλοι, ἴσως μᾶς δώση ὁ Βροντητὴς τοῦ
Ὀλύμπου βασιλέας ὀπίσω πρὸς τὴν πόλιν τους νὰ διώξουμε τοὺς Τρῶας». Καὶ μὲ βοὴν σπρῶχναν αὐτοί τοὺς
Ιλιάδα (Πολυλάς)/μ 80
Ἀχαιοὺς στὴν μάχην. Καὶ ὡς πέφτουν οἱ χιονοβολὲς πυκνὲς ὥρα χειμῶνος, ὅταν ὁ Ζεὺς ὁ πάνσοφος νὰ δείξη
ἀποφασίση εἰς τοὺς θνητοὺς τὰ βέλη του καὶ νὰ χιονίση ἀρχίζει· {{r|280}} κοιμοῦνται, ὡς θέλ᾽, οἱ ἄνεμοι, καὶ
ἄκοπ’ αὐτὸς τὸ χύνει, ὡς νὰ σκεπάση τὰ ὑψηλὰ βουνά, τὲς ἄκρες ὅλες καὶ τὰ χωράφια τῶν θνητῶν καὶ τ’
ἀνθηρὰ λιβάδια λιμάνι’ ἀκόμα, ἀκρογιαλιές, καὶ στῆς λευκῆς θαλάσσης τὸ κύμα εὑρίσκει ἀντίστασιν· κι ἐπάνω
εἰς ὅλα τ’ ἄλλα τὸ χιόνι πέρ’ ἁπλώνεται, ὅταν ποντίση ὁ Δίας· ὁμοίως ἔπεφταν πυκνὲς οἱ πέτρες ἀπ’ τὰ χέρια
τῶν Τρώων εἰς τοὺς Ἀχαιούς, τῶν Ἀχαιῶν στοὺς Τρῶας, καὶ βρόντος ἐσηκώνετο στὸ τεῖχος πέρα πέρα. Καὶ οἱ
Τρῶες μὲ τὸν Ἕκτορα τὲς πύλες καὶ τὸν σύρτην {{r|290}} τὸν μέγαν δὲν θὰ ἔριχναν, πλὴν τὸν υἱόν του ὁ Δίας
ἔσπρωξεν ὁ πολύβουλος τὸν θεῖον Σαρπηδόνα στοὺς Ἀχαιοὺς, ὡς λέοντα μέσα εἰς βοδιῶν κοπάδι. Τὴν
εὔμορφην ἐπρόβαλε καὶ στρογγυλὴν ἀσπίδα, ὁποὺ τεχνίτης χάλκινην τοῦ ᾽χε σφυροκοπήσει, καὶ ἀφοῦ μὲ
δίπλες βοδινὲς τὴν ἔστρωσε ἀπὸ μέσα, μὲ σύρματα ὁλόχρυσα τὲς ἔραψε ὡς τὸν γύρον. Ἐκείνην πρόβαλεν
ἐμπρός, καὶ σείοντας δυὸ λόγχες ἐκίνησεν ὡς λέοντας, ποὺ δὲν ἐγεύθη κρέας πολὺν καιρόν, καὶ σπρώχνει τον
ἡ ἀνδράγαθη ψυχή του {{r|300}} καὶ μέσα εἰς κτίριο στερεὸ στὰ πρόβατα νὰ πέση· καὶ ἄν τοὺς ποιμένας ἔβρη
αὐτοῦ μὲ σκύλους καὶ μ’ ἀκόντια τ’ ἀρνία νὰ περιφρουροῦν, δὲν βούλεται ἀπ’ τὴν στάσιν ν’ ἀναχωρήση
ἀτόλμητος, ἀλλ’ ἢ πηδώντας μέσα κανέν’ ἁρπάζει πρόβατον, ἢ βέλος ἀπὸ χέρι ἀνδρειωμένο τὸν κτυπᾶ. Τὸν
Σαρπηδόνα ὁμοίως κινοῦσε ἡ θεία του ψυχὴ νὰ πεταχθῆ στὸ τεῖχος καὶ μὲς στοὺς προμαχῶνες του δρόμον
πλατὺν νὰ σχίση. Καὶ στοῦ Ἱππολόχου τὸν υἱόν, τὸν Γλαῦκον εὐθὺς εἶπε: «Γλαῦκε, διατὶ τιμώμασθεν ἔξοχα
ἐμεῖς οἱ δύο {{r|310}} μὲ θέσιν καὶ μὲ κρέατα καὶ γεμιστὰ ποτήρια εἰς τὴν Λυκίαν, καὶ ὡς θεοὺς μᾶς βλέπει ὁ
κόσμος ὅλος; Καὶ κτῆμα μέγα ἐλάβαμεν τοῦ Ξάνθου αὐτοῦ στὲς ἄκρες δενδρόφυτον καὶ κάρπιμο χωράφι
σιτοφόρο; Ὅθεν χρεωστοῦμε ἀνάμεσα εἰς τοὺς Λυκίους πρῶτοι καὶ τώρα ν’ ἀπαντήσωμε τὸν φλογερὸν ἀγώνα.
῞Ωστε νὰ εἰπῆ τοῦτο κανεὶς τῶν θωρηκτῶν Λυκίων: «Ὄχι, καθόλου ἀδόξαστοι δὲν εἶναι οἱ βασιλεῖς μας, ποὺ
τὴν Λυκίαν κυβερνοῦν κι ἐὰν ἐρίφια τρώγουν καὶ πίνουν διαλεκτὸ κρασί, τοὺς βλέπουμε νὰ λάμπουν {{r|320}}
εἰς τὴν ἀνδρείαν, πρόμαχοι στὰ πλήθη τῶν Λυκίων. Ἄν, ἀκριβέ μου, φεύγοντας ἀπ’ τὸν ἀγώνα τοῦτον
ἀθάνατοι θὰ ἐμέναμε καὶ ἀγέραστοι κατόπιν, τότε οὐδ’ ἐγὼ θὰ ἔβγαινα νὰ προμαχῶ καὶ σένα δὲν θά ᾽στελνα
στὸν πόλεμον, ὅπου δοξάζονται ἄνδρες, ἀλλ’ ἀφοῦ εἶναι οἱ θάνατοι πολλοὶ καὶ νὰ τοὺς φύγη κανεὶς δὲν
δύναται θνητός, ἂς πᾶμε καὶ στὴν μάχην ἄλλοι μ’ ἐμᾶς θὰ καυχηθοῦν ἢ ἐμεῖς θὰ καυχηθοῦμε». Τὸ ἐδέχθη ὁ
Γλαῦκος πρόθυμα, καὶ ἀντάμα τῶν Λυκίων τὸν μέγαν κίνησαν λαόν· τοῦ Πετεὼ τὸ τέκνον {{r|330}} ἅμα τοὺς
εἶδε, ὁ Μενεσθεύς, ἐπάγωσε· ὅτι ἐπάνω ὁρμοῦσαν εἰς τὸν πύργον του τὸν ὄλεθρον νὰ φέρουν. Καὶ ὁλόγυρά του
ἐκοίταζε νὰ ἰδῆ τῶν πολεμάρχων κανέναν στὴν ἀνάγκην τους βοηθὸς αὐτοῦ νὰ δράμη· κι ἐγγὺς εἶδε τοὺς
Αἴαντας, λεοντόκαρδο ζευγάρι, στὸν πύργον καὶ ἀπὸ τὴν σκηνὴν τὸν Τεῦκρον μόλις ἦλθε· ἀλλὰ βοὴν διὰ ν’
ἀκουσθῆ νὰ σύρη δὲν ἠμπόρει ὅτ’ ἦταν κτύπος πόφθανεν ὡς τ’ οὐρανοῦ τὸν θόλον, οἱ ἀσπίδες ὡς ἐκρούοντο
καὶ οἱ περικεφαλαῖες. Καὶ οἱ πύλες, ὅτ’ ἦσαν κλειστὲς καὶ οἱ Τρῶες νὰ τὲς σπάσουν {{r|340}} ἐπροσπαθοῦσαν
καὶ μὲ ὁρμὴν κατόπιν νὰ περάσουν. Κι ἔστειλ’ εὐθὺς στὸν Αἴαντα τὸν κήρυκα Θοώτην. «Θοώτη, ἐδῶ τὸν
Αἴαντα πετάξου νὰ καλέσης, τοὺς δύο μάλιστα· ὅτι αὐτὸ θὰ ἦταν σωτηρία, ὅτι φρικτὸς ἀφανισμὸς σ’ ὀλίγο ἐδῶ
θὰ γίνη. Θὰ πέσουν μ’ ὅλην τὴν ὁρμὴν οἱ Λύκιοι πολεμάρχοι ὁποὺ στὴν μάχην λυσσεροὶ καὶ πρῶτοι
ἐγνωρισθῆκαν. Ἀλλ’ ἂν καὶ αὐτοῦ στὸν πόλεμον πολὺ στενοχωροῦνται, μόνος ὁ Τελαμώνιος ἂς ἔλθη ὁ μέγας
Αἴας καὶ ὁ Τεῦκρος εἰς τὸ πλάγι του ἐξαίσιος τοξότης». {{r|350}} Εἶπε καὶ δὲν παράκουσεν ὁ κήρυξ εἰς τὸν
λόγον, τῶν χαλκοφράκτων Ἀχαιῶν ἐδιάβηκε τὸ τεῖχος, ἐστήθη ἐμπρὸς στοὺς Αἴαντας καὶ πρὸς ἐκείνους εἶπε:
«Τῶν χαλκοφράκτων Ἀχαιῶν ἀνδρεῖοι πολεμάρχοι, ὦ Αἴαντες, τοῦ Πετεὼ τὸ τέκνο ἀγαπημένο ὀλίγο κὰν σᾶς
θέλει ἐκεῖ νὰ δράμετε βοηθοί του, καὶ οἱ δύο μάλιστα· ὅτι αὐτὸ θὰ ἦταν σωτηρία· ὅτι σ’ ὀλίγο ἀφανισμὸς
φρικτὸς ἐκεῖ θὰ γίνη· θὰ πέσουν μ’ ὅλην τὴν ὁρμὴν οἱ Λύκιοι πολεμάρχοι ὁποὺ στὴν μάχην λυσσεροὶ καὶ πρῶτα
ἐγνωρισθῆκαν. {{r|360}} Ἀλλ’ ἂν κι ἐδῶ στὸν πόλεμον πολὺ στενοχωρῆσθε, μόνος ὁ Τελαμώνιος ἂς ἔλθη ὁ
μέγας Αἴας καὶ ὁ Τεῦκρος εἰς τὸ πλάγι του ἐξαίσιος εἰς τὸ τόξον». Καὶ ὁ μέγας δὲν ἀρνήθηκεν ὁ Τελαμώνιος
Αἴας, καὶ στὸν Ὀϊλιάδην ἔλεγε μὲ λόγια φτερωμένα: «῏Ω Αἴας, σὺ καὶ ὁ σύντροφος ἀνδρεῖος Λυκομήδης
μείνετ’ ἐδῶ τοὺς Δαναοὺς νὰ σπρώχνετε στὴν μάχην κι ἐγὼ πηγαίνω κεῖ βοηθὸς σ’ ἐκεῖνον τὸν ἀγώνα· καὶ ἅμα
τοὺς φέρω ἀνάσασιν, εὐθὺς ἐδῶ θὰ γύρω». Τοὺς εἶπε καὶ ἀνεχώρησεν, κατόπιν ὁ ἀδελφός του {{r|370}} ὁ
Τεῦκρος, καὶ τὸ τόξον του βαστοῦσεν ὁ Πανδίων. Καὶ ὅταν τοῦ τείχους ἔφθασαν ἀπὸ τὸ μέσα μέρος στὸν
πύργον ὁποὺ ὁ Μενεσθεὺς κρατοῦσεν ὁ γενναῖος, κι ἔφθασαν στὴν ἀνάγκην τους, διότι τῶν Λυκίων οἱ
Ιλιάδα (Πολυλάς)/μ 81
μεγαλόψυχοι ἀρχηγοὶ κι ἐξαίσιοι πολεμάρχοι στὸν προμαχών’ ἀνέβαιναν, ὡς μαύρη ἀνεμοζάλη. Καὶ ἄρχισαν
ἀντιμέτωποι μ’ ἀλαλαγμὸν τὴν μάχην. Καὶ πρῶτος ἄνδρα ἐφόνευσεν ὁ Τελαμώνιος Αἴας τοῦ Σαρπηδόνος
σύντροφον, τὸν μέγαν ᾽Επικλήα. Μὲ τρανὸ μάρμαρο σκληρὸ ποὺ μὲς στὸ τεῖχος ἦταν {{r|380}} στοὺς
προμαχῶνες ὑψηλὰ˙ καὶ δὲν θὰ τὸ βαστοῦσε μὲ τὰ δυὸ χέρια τωρινὸς θνητὸς εἰς τὰ καλά του· καὶ αὐτὸς τὸ
σήκωσε ὑψηλά· στὴν περικεφαλαίαν τό ᾽ριξε καὶ τὴν ἄνοιξε κι ἐσύντριψε ὅλ’ ἀντάμα τῆς κεφαλῆς τὰ κόκαλα·
καὶ ἀπ’ τὸν ὑψηλὸν πύργον ἔπεσε αὐτός, ὡς βουτηχτὴς καὶ ἐβγῆκεν ἡ ψυχή του. Καὶ ὁ Τεῦκρος τὸν
ἀνδράγαθον υἱὸν τοῦ ῾Ιππολόχου τὸν Γλαῦκον, ὡς ἀνέβαινε τὸ τεῖχος κι ἐγυμνώθη τὸ χέρι, τὸν ἐτόξευσε κι
ἔπαυσε ἀπὸ τὴν μάχην καὶ χάμου ἐπήδησε κρυφὰ μή τοὺς ἰδῆ κανένας {{r|390}} τῶν Ἀχαιῶν καὶ τὲς φωνὲς
τοῦ βάλη ποὺ ἐπληγώθη. Σφόδρα ἐλυπήθη ὁ Σαρπηδὼν ποὺ εἶδε νὰ φεύγη ὁ Γλαῦκος. Καὶ ὅμως μ’ ὁρμὴν
πολεμικὴν εὐθὺς τὸν Θεστορίδην Ἀλκμάονα ἐλόγχισε καὶ ὀπίσω τὸ κοντάρι ἐτράβηξε κι ἐπίστομα κατόπιν εἰς
τὴν λόγχην ἔπεσε αὐτὸς κι ἐβρόντησαν ἐπάνω τ’ ἄρματά του. Κι ἔσυρε αὐτὸς μὲ τὰ βαριά του χέρια
προμαχώνα καὶ ὅλον τὸν ἐκατέβασεν ὥστ’ ἐγυμνώθη ἐπάνω τὸ τεῖχος ὅλο καὶ εἰς πολλοὺς πλατὺν ἄνοιξε
δρόμον. Καὶ ὁ Τεῦκρος μὲ τὸν Αἴαντα συγχρόνως τοῦ ἐχυθῆκαν. {{r|400}} Τὸν τόξευσεν εἰς τὸν λαμπρὸν
ζωστήρα τῆς ἀσπίδος ὁ Τεῦκρος· ἀλλ’ ἐμάκρυνεν ὁ Ζεὺς ἀπ’ τὸν υἱόν του τὲς μοῖρες μὴ πέση νεκρὸς αὐτοῦ
σιμὰ στὰ πλοῖα. Καὶ τὴν ἀσπίδα ἐλόγχισεν ὁ Αἴας καὶ ἂν καὶ ἡ λόγχη δὲν βγῆκε πέρα, ἐτάραξεν αὐτὸν εἰς τὴν
ὁρμήν του· καὶ ὀπίσω λίγο ἐσύρθηκεν, ἀλλὰ τὸν προμαχώνα δὲν ἄφηνεν, ὡς ἔλπιζε δόξαν αὐτοῦ νὰ λάβη. Κι
ἐστράφη εὐθὺς κι ἐφώναζε τῶν θεϊκῶν Λυκίων: «Ὦ τῆς Λυκίας μαχηταί, ποῦ εἶναι ἡ πρώτη ὁρμή σας; ῞Οσον
καὶ ἄν εἶμαι ἀνδράγαθος, δύσκολον εἶναι μόνος {{r|410}} δρόμον νὰ σχίσω ἀνάμεσα στὸ τεῖχος πρὸς τὰ πλοῖα.
Ἀκολουθεῖτε καὶ οἱ πολλοὶ μεγάλα κατορθώνουν». Εἶπε κι ἐκεῖνοι ἀπ’ τὴν βοὴν τοῦ σεβαστοῦ κυρίου
ταράχθηκαν καὶ πρόθυμοι σιμά του ὁρμῆσαν ὅλοι. Ἀπ’ τ’ ἄλλο μέρος ἔσφιγγαν τὲς φάλαγγες οἱ Ἀργεῖοι μέσ’
ἀπ’ τὸ τεῖχος˙ καὶ ἄρχισε μέγας σ’ αὐτοὺς ἀγώνας. Διότι μήτε οἱ Λύκιοι τοὺς Δαναοὺς νὰ βιάσουν ἐδύνονταν
καὶ διάβασιν νὰ σχίσουν πρὸς τὰ πλοῖα καὶ μήτε οἱ Δαναοὶ ποτὲ νὰ διώξουν τοὺς Λυκίους ἀπὸ τὰ τείχη
ἐδύνονταν, ἀφοῦ σ’ αὐτὰ πατοῦσαν. {{r|420}} Καὶ ὅπως χωράφι ἀμοίραστο νὰ τερμονολογήσουν δυὸ γεωργοὶ
φιλονικοῦν, κι ἔχουν στὰ χέρια μέτρα κι ἐρίζουν διὰ τὸ ἀνάλογον μέρος σ’ ὀλίγον τόπον· ὅμοια κι αὔτοὺς,
ἐχώριζαν οἱ προμαχῶνες, ὅπου καὶ ἀπ’ τὰ δυὸ μέρη ἐσχίζονταν στ’ ἀνδρειωμένα στήθη ἄλλες βαριές, ἄλλες
λεπτές, δερμάτινες ἀσπίδες. Πολλῶν ὁ ἀλύπητος χαλκὸς ἐδάγκασε τὸ σῶμα· στὴν γυμνὴν πλάτην, ἂν κανεὶς
ἐστρέφετο εἰς τὴν μάχην, στὸ στῆθος, κι ἦσαν οἱ πολλοί, τρυπώντας τὴν ἀσπίδα. Καὶ ὁλοῦθε οἱ πύργοι
ἐρραίνοντο καὶ οἱ προμαχῶνες ὅλοι {{r|430}} ἀπὸ τὸ αἷμα τῶν ἀνδρῶν καὶ Δαναῶν καὶ Τρώων, ἀλλὰ δὲν
ἐκατόρθωναν ὥστ’ οἱ Ἀχαιοὶ νὰ φύγουν. Καὶ ὡς τὰ καυκιὰ τῆς ζυγαριᾶς γνέστρα γυνὴ δικαία ἴσια κρατεῖ
σηκώνοντας ὅμοια μαλλὶ καὶ ζύγι νὰ πάρη τὸν μικρὸν μισθὸν τροφὴν εἰς τὰ παιδιά της· ὅμοια κι ἐκεῖν’
ἰσόμετρα τὴν μάχην ἐκρατοῦσαν, ὡσότου ὁ Ζεὺς ἐδόξασε τὸν ῞Εκτορα μεγάλως, καὶ πρῶτος πήδησεν αὐτὸς
στῶν Ἀχαιῶν τὸ τεῖχος. Καὶ σφοδρὴν ἔσυρε φωνήν: «Ἀνδρειωμένοι Τρῶες, ἄ! σηκωθῆτε, σπάσετε τὸ τεῖχος
τῶν Ἀργείων {{r|440}} φλόγα νὰ βάλτε ἀκοίμητην, νὰ κάψετε τὰ πλοῖα». Καὶ αὐτή του ἡ παρακίνησις
ἐβρόντησε στ’ αὐτιά τους, καὶ ὁμοῦ στὸ τεῖχος ὅρμησαν κι ἐπάνω στὰ στεφάνια πατοῦσαν ἀνεβαίνοντας μ’
ἀκονισμένες λόγχες καὶ ἅρπαξ’ ὁ ῞Εκτωρ κι ἔφερνε λίθον ποὺ ἐμπρὸς στὲς πύλες ἦταν στὴν ρίζαν του παχὺς
καὶ σουβλερὸς στὴν ἄκρην, ὁποὺ καὶ δύο τοῦ λαοῦ διαλεμένοι ἐργάτες δὲν θὰ σηκῶναν μὲ λοστοὺς στ’ ἁμάξι ν’
ἀνεβάσουν, τῶν τωρινῶν θνητῶν, καὶ αὐτὸς τὸν ἔπαλλε, καὶ μόνος τοῦ τὸν ἐλάφρωσεν ὁ υἱὸς τοῦ
κρυπτοβούλου Κρόνου. {{r|450}} Καὶ ὡσὰν βοσκὸς ποὺ εὔκολα βαστᾶ κριοῦ ποκάρι εἰς τὴν ἀγκάλην καὶ δι’
αὐτὸν εἶναι μικρὸ τὸ βάρος· ὅμοια τὸν λίθον σήκωσε κι ἔφερνε ὁ μέγας ῞Εκτωρ πρὸς τὰ ὑψηλὰ θυρόφυλλα
σφικτὰ συναρμοσμένα ὁποὺ ἀπὸ μέσα σταυρωτοὶ δύο σύρτες θὰ κρατοῦσαν στερεωμένοι μὲ κλειδί· καὶ ὡς
ἔφθασε στὴν πύλην, στὸ διάσκελό του ἐστύλωσε τὸ σῶμα διὰ νὰ δώση στὸν λίθον ὅλην τὴν ὁρμήν· τὸν ἔριξε
στὴν μέσην καὶ τὰ στροφίδια σύντριψε· κι ἔπεσε μέσα ὁ λίθος βαρύς, καὶ ἡ πύλη ἐβρόντησεν καὶ οἱ σύρτες δὲν
κρατῆσαν {{r|460}} καὶ ἀπὸ τὸν λίθον σείσθηκαν καὶ ἀνοῖξαν οἱ σανίδες. Πήδησε μέσα σκοτεινὸς στὰ
βλέφαρα ὡς ἡ νύκτα, ὁ μέγας ῞Εκτωρ· καὶ ἄστραφτε τὸ σῶμα του ζωσμένο τρομακτικῶς μἐ τ’ ἄρματα· κι
ἐκράτει δυὸ κοντάρια· καὶ ὅταν μὲ μάτια φλογερὰ στὴν πύλην ἐπηδοῦσε, μόλις θεὸς θὰ ἐδύνονταν ν’
ἀντισταθῆ σ’ ἐκεῖνον. Καὶ πρὸς τοὺς Τρῶας φώναξε στρεφόμενος στὰ πλήθη, εὐθὺς τὸ τεῖχος νὰ ὑπερβοῦν κι
ἐκεῖνοι τοῦ ὑπακοῦσαν. Καὶ μέρος τὸ ὑπερέβαιναν, καὶ μέρος ἐχυνόνταν στὴν πύλην καὶ τὴν διάβαιναν· κι
Ιλιάδα (Πολυλάς)/μ 82
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ν
←Ραψωδία μ Ιλιάδα Ραψωδία ξ→
Συγγραφέας: Όμηρος
Μεταφραστής: Ιάκωβος
Πολυλάς
Ραψωδία ν
<poem> Καὶ ὁ Ζεύς, ἀφοῦ τὸν ῞Εκτορα στὰ πλοῖα καὶ τοὺς Τρῶας ἐσίμωσε, τοὺς ἄφησε νά ᾽χουν πολέμου
ἀγώνα ἀδιάκοπον κι ἐγύριζε τὰ φωτερά του μάτια στὴν γῆν τῶν ἱππικῶν Θρακῶν καὶ τῶν Μυσῶν ἀνδρείων,
ὅπου οἱ λαμπροί ᾽ναι ῾Ιππημολγοί, θνητοὶ γαλατοφάγοι, καὶ ὁ δικαιότατος λαὸς τῶν σεβαστῶν Ἀβίων· οὐδὲ
στὴν Τροίαν ἔστρεφε τὰ φωτερά του μάτια, ὅτι δὲν ἔλπιζε ποτὲ κανεὶς τῶν ἀθανάτων νὰ κατεβῆ συμβοηθὸς
τῶν Ἀχαιῶν ἢ Τρώων. Τὸ νόησεν ὁ Ποσειδῶν, ποὺ ἐκάθονταν κι ἐθώρα {{r|10}} τὴν μάχην ἀπ’ τὴν κορυφὴν
τῆς δασωμένης Σάμου τῆς Θράκης, ὅθεν φαίνονταν τ’ ὄρος τῆς ῎Ιδης ὅλο καὶ τ’ ἄρμενα τῶν Ἀχαιῶν καὶ ἡ
πόλις τοῦ Πριάμου· ἐκεῖ, μέσ’ ἀπ’ τὴν θάλασσαν, ἀνέβη κι ἐκαθόνταν καὶ πόνον διὰ τοὺς Ἀχαιούς, ποὺ
ἐσύντριβαν οἱ Τρῶες, μέσα ἡ ψυχή του αἰσθάνετο καὶ πάθος πρὸς τὸν Δία˙ ἀπ’ τ’ ἄγριον ὄρος μὲ γοργὰ
πατήματα ἐκατέβη, καὶ κάτω ἀπ’ τὰ ἀθάνατα πόδια τοῦ Ποσειδῶνος ὅλα τὰ ὄρη ἀπέραντα καὶ ὅλα τὰ δάση
ἐτρέμαν ἔκαμε τρία διάσκελα, στὸ τέταρτο εἶχε φθάσει {{r|20}} εἰς τὲς Αἰγές, ποὺ ὁλόλαμπρα, στὰ βάθη ἐκεῖ
τοῦ κόλπου, ἄφθαρτα δώματα χρυσὰ τοῦ εὑρίσκονται κτισμένα· κι ἔζεψε ἐκεῖ στὴν ἅμαξαν τὰ ὁρμητικὰ
πουλάρια χαλκόποδα, χρυσότριχα, καὶ αὐτὸς χρυσάφι ἐζώσθη, ἔπιασε μάστιγα χρυσήν, ἀνέβηκε στὸν θρόνον,
καὶ ὁδήγησε στὴν θάλασσαν τοὺς ἵππους˙ καὶ ἀποκάτω ἅμα τὸν βασιλέα τους ἐνόησαν, σκιρτοῦσαν τά κήτη
ἀπ’ ὅλους τοὺς βυθούς, καὶ ἀπὸ χαρὰν ἐμπρός του ἡ θάλασσα ἐχωρίζετο καὶ τ’ ἄλογα ἐπετοῦσαν ψηλά, χωρὶς
νὰ νοτισθῆ τὸ χάλκινον ἀξόνι· {{r|30}} καὶ ὡς ἀστραπὴ τὸν ἔφεραν στῶν Ἀχαιῶν τὰ πλοῖα. Ὑπάρχει μέγα
σπήλαιον, στὰ βάθη ἐκεῖ τοῦ κόλπου, στὴν Τένεδον ἀνάμεσα καὶ στὴν τραχεῖαν ῎Ιμβρον· κεῖ μέσ’ ἀφοῦ τοῦς
ξέζεψεν, ὁ Ποσειδῶν τοὺς ἵππους ἔστησε καὶ τοὺς ἔβαλε νὰ φάγουν ἀμβροσίαν· μ’ ἄλυτα πέδικλα χρυσὰ τοὺς
ἔδεσε στὸν τόπον ἀσύντριφτα, νὰ καρτεροῦν ἐκεῖ τὸν κύριόν τους, καὶ στὸν στρατὸν τῶν Ἀχαιῶν ἐκίνησε νὰ
φθάση. Καὶ μὲ τὸν βρόντον τῆς φωτιᾶς ἢ τῆς ἀνεμοζάλης κινοῦντο οἱ Τρῶες ὅλοι ὁμοῦ στὸν ῞Εκτορα κατόπιν,
{{r|40}} νὰ πάρουν, καθὼς ἔλπιζαν, τῶν Ἀχαιῶν τὰ πλοῖα, καὶ ὅλους ἐκεῖ τοὺς Ἀχαιοὺς νὰ σφάξουν
πολεμάρχους˙ ἀλλὰ μέσ’ ἀπ’ τὴν θάλασσαν ὡς ἦλθε ὁ κοσμοσείστης ἐγκάρδιωνε τοὺς Ἀχαιούς· τοῦ Κάλχαντος
ὡμοιώθη στὸ σῶμα, στὴν ἀκούραστην φωνήν, κι ἐστράφη πρῶτα στοὺς Αἴαντας, ποὺ ὁλόψυχα στὴν μάχην ἤδη
ὁρμοῦσαν: «Σεῖς τὸν λαὸν τῶν Ἀχαιῶν θὰ σώσετε ὦ γενναῖοι, ἂν τὴν ἀνδράγαθην ψυχὴν δὲν σᾶς παγώνη ὁ
φόβος· οὐδ’ ἀλλαχοῦ φοβοῦμ’ ἐγὼ τὴν δύναμιν τῶν Τρώων, ποὺ ὁμοῦ τὰ τείχη ἀνέβηκαν, νὰ κατεβοῦν στὰ
πλοῖα, {{r|50}} ὅτ’ οἱ ἀνδρεῖοι Δαναοὶ θαρρῶ θὰ τοὺς κρατήσουν· ἀλλὰ τρομάζω μὴ κακὸ μεγάλο ἐκεῖ μᾶς
ἔβρη, ποὺ εἶν’ ὁ ῞Εκτωρ ἀρχηγὸς καὶ ὡσὰν φωτιὰ μανίζει, καὶ τοῦ Διὸς καυχᾶτ’ υἱὸς τοῦ μεγαλοδυνάμου·
ἄμποτε κάποιος τῶν θεῶν τὸν νοῦν νὰ σᾶς φωτίση καὶ σεῖς νὰ μάχεσθ’ ἀνδρικῶς καὶ νὰ θαρρύνετ’ ἄλλους, καὶ
τότε θὰ τὸν διώχνετε μακρὰν ἀπὸ τὰ πλοῖα, καὶ ἂν τὴν ὁρμήν του ἐκίνησεν ὁ ἴδιος ὁ Κρονίδης». Εἶπε, καὶ μὲ τὸ
σκῆπτρο του τοὺς ἔπληξε καὶ ἀνδρείαν ἀδάμαστην τοὺς γέμισεν ὁ μέγας κοσμοσείστης, {{r|60}} κι ἐλάφρωσε
πατόκορφα τὰ λυγερά τους μέλη· κι ἔπειτα ὡσὰν ταχύπτερο γεράκι, ποὺ ἀπ’ τὴν ἄκρην ὑψηλοῦ βράχου
γλιστεροῦ πετιέται στὴν πεδιάδα, ἄλλο πουλί, ποὺ ξάνοιξε μακράν, νὰ κυνηγήση, ὁμοίως ἔφυγε ἀπ’ αὐτοὺς ὁ
μέγας κοσμοσείστης. Πρῶτος τὸν νόησε ὁ ταχὺς Ὀϊλιάδης Αἴας κι ἐστράφη πρὸς τὸν Αἴαντα τὸν Τελαμωνιάδη:
«῏Ω Αἴας, κάποιος τῶν θεῶν τῶν ᾽Ολυμποκατοίκων, μὲ τὴν μορφὴν τοῦ μάντεως κινεῖ μας εἰς τὴν μάχην· δὲν
εἶναι ὁ Κάλχας, ὄχι, αὐτὸς, ὁ θεῖος χρησμολόγος· {{r|70}} τὰ θεῖα χνάρια καθαρὰ τοῦ εἶδα καὶ τὰ σκέλη ὡς
ἔφυγε· καὶ τοὺς θεοὺς εὐκόλως διακρίνεις· καὶ μὲς στὰ στήθη μου ἡ ψυχὴ ν’ ἀγωνισθῶ στὴν μάχην ζητεῖ μὲ
ὁρμὴν σφοδρότερην καὶ κρατημὸν δὲν ἔχουν ἐπάνω δῶ τὰ χέρια μου καὶ οἱ πόδες μου ἀποκάτω». Καὶ πρὸς
αὐτὸν ἀπάντησεν ὁ Τελαμώνιος Αἴας: «Ὅμοια κι ἐμέν’ ἀκράτητα τὰ χέρια μου τὴν λόγχην σφίγγουν, ἡ ἀνδρειά
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ν 83
μου ἐξύπνησεν, οἱ πόδες ἀποκάτω ἐμπρὸς μὲ σπρώχνουν, καὶ ζητῶ καὶ μόνος ν’ ἀντικρίσω τὸν ῞Εκτορα στὸν
πόλεμον, μ’ ὅσην ὁρμὴν καὶ ἂν ἔχη». {{r|80}} Τοῦτα ἐνῶ ἔλεγαν αὐτοὶ καὶ τοὺς χαροποιοῦσε ὁρμὴ πολέμου,
ὁποὺ θεὸς τοὺς ἄναψε εἰς τὰ στήθη, τοὺς ἄλλους ὄπισθε Ἀχαιοὺς κινοῦσε ὁ κοσμοσείστης, ποὺ ἔπαιρναν
ἀνάσασιν σιμὰ στὰ γοργὰ πλοῖα. Ἀπὸ τὸν μέγαν κάματον τὰ μέλ’ εἶχαν κομμένα καὶ τὴν ψυχὴν περίλυπην νὰ
βλέπουν ἔμπροσθέν τους ἀπὸ τὸ τεῖχος ὅλοι ὁμοῦ νὰ ροβολοῦν οἱ Τρῶες. Τοὺς βλέπαν, καὶ ἀπ’ τὰ μάτια τους
τὰ δάκρυα ξεχειλίζαν καὶ νὰ σωθοῦν δὲν ἔλπιζαν· ἀλλ’ ἦρθε ὁ κοσμοσείστης καὶ τὲς ἀνδρεῖες φάλαγγες
ἐβάλθη νὰ ἐμψυχώση· {{r|90}} τὸν Τεῦκρον πρῶτα ἐσίμωσε, κατόπιν καὶ τοὺς ἄλλους, Πηνέλαον, Δηίπυρον,
Θόαντα, Μηριόνην, Ἀντίλοχον καὶ Λήιτον, τοὺς πρώτους πολεμάρχους. Παρακινώντας ἔλεγεν: «Ἄχ! ἐντροπή
σας, ἄνδρες, τοῦ ῎Αργους νέοι μαχηταί, σ’ ἐσᾶς τὸ θάρρος ἔχω, ἂν πολεμήσετ’ ἀνδρικά, νὰ σώσετε τὰ πλοῖα,
ἀλλ’ ἂν δειλιάσετε καὶ σεῖς, ἐφάν’ ἡ μέρα πλέον τούτη τὸν ἄκρον ὄλεθρον νὰ πάθουμε ἀπ’ τοὺς Τρῶας. ῎Ω,
μέγα θαῦμα φοβερὸ τὰ μάτια τοῦτα βλέπουν, ὁποὺ ποτέ μου νὰ συμβῆ δὲν ἔλεγα· νὰ ὁρμήσουν {{r|100}} οἱ
Τρῶες εἰς τὰ πλοῖα μας, κι ἐκεῖνοι ὡς τώρα ὁμοιάζαν δειλόψυχα ἐλαφόπουλα, ποὺ θὰ τὰ φάγουν λύκοι,
ἀγριόσκυλ’ ἢ λεόπαρδοι, καθὼς μέσα στὰ δάση μὲ τὴν καρδιὰν ἀπόλεμην χαμένα παραδέρνουν. ῞Ομοια κι οἱ
Τρῶες πρότερα τῶν Ἀχαιῶν τὴν ρώμην ν’ ἀντισταθοῦν οὐδὲ στιγμὴν ποσῶς δὲν ἐτολμοῦσαν. Τώρ’ ἀπ’ τὴν
πόλιν τους μακρὰν μάχοντ’ ἐδῶ στὰ πλοῖα, διότι ἐμωράνθη ὁ βασιλεὺς κι ἐχαύνωσαν τὰ πλήθη καὶ
πεισμωμένοι πρὸς αὐτὸν νὰ σώσουν τὰ καράβια δὲν θέλουν, ἀλλ’ ἐλεεινὰ φονεύονται σιμά τους. {{r|110}} Καὶ
ἂν αἴτιος εἶναι ὁ κραταιὸς Ἀτρείδης Ἀγαμέμνων τωόντι διότι ἐπρόσβαλε τὸν μέγαν Ἀχιλλέα, διὰ τοῦτο ἐμεῖς
τὸν πόλεμον θ’ ἀφήσωμεν, ὦ φίλοι; Εἶν’ ὥρα νὰ διορθώνωμεν ἐμεῖς τὰ σφάλματά μας, καὶ δέχονται διόρθωσιν
τὰ στήθη ἀνδρῶν γενναίων σᾶς κάμνει πλέον ὄνειδος ν’ ἀφήνετε τὴν μάχην ἐσεῖς οἱ πρῶτοι τοῦ στρατοῦ· κι
ἐγὼ δὲν θὰ ὀργιζόμουν ποσῶς πρὸς ἄνδρα ἐλεεινόν, ἂν ἔφευγε ἀπ’ τὴν μάχην. Ἀλλὰ διὰ σᾶς πόνον καὶ ὀργὴν
αἰσθάνεται ἡ ψυχή μου. Μὴ τὸ κακὸν αὐξήσετε μὲ αὐτὴν τὴν χαύνωσίν σας, {{r|120}} ἂς ἐντραπῆ καθένας
σας καὶ τ’ ὄνειδος τοῦ κόσμου ἂς αἰσθανθῆ˙ καὶ φοβερὸς ἄναψε τώρ’ ἀγώνας. Ὁ ἀνδρεῖος ῞Εκτωρ πολεμεῖ
σφοδρῶς σιμὰ στὰ πλοῖα κι ἤδη τὲς πύλες ἔσπασε καὶ τὸν μεγάλον σύρτην». Αὐτοὺς ἐμψύχωσ’ ὁ θεός· ὡστόσο
τῶν Αἰάντων οἱ φάλαγγες ὀρθώνονταν δεινές, ποὺ νὰ τοὺς βλέπη ἡ φιλοπόλεμη Ἀθηνᾶ θὰ ἐθαύμαζε καὶ ὁ
Ἄρης. Οἱ πρῶτοι αὐτοῦ τῶν Ἀχαιῶν ἀκλόνητοι ἐδεχόνταν τοὺς Τρῶας μὲ τὸν ῞Εκτορα, καὶ φράκτην ἀπὸ
ἀσπίδες καὶ ἀπὸ κοντάρια μόρφωσαν· κράνος αὐτοῦ μὲ κράνος, {{r|130}} μὲ ἀσπίδ’ ἀσπίδα στηρικτὰ
θωροῦσες, καὶ ἄνδρα μ’ ἄνδρα· καὶ ὡς κλίναν ἔσμιγαν λαμπρὲς οἱ περικεφαλαῖες τὴν χαίτην τους· τόσο στενὰ
τεθῆκαν μεταξύ των. Καὶ ὡς τὰ κοντάρια τίναζαν στὲς τολμηρὲς παλάμες, τὰ ἐλύγιζαν καὶ ὁλόψυχα τὴν μάχην
ἐδιψοῦσαν. Σύσσωμ’ οἱ Τρῶες ἔπεσαν ἐμπρὸς καὶ ὁ ῞Εκτωρ πρῶτος ὁρμοῦσε ἀντίκρυ, ὅπως τρανὸ λιθάρι ποὺ
ἀπὸ φρύδι βουνοῦ ποτάμι ξέχειλο μὲ βροχερὲς πλημμύρες τὸ ἀμπώθει κάτ’ ὡς ἔσπασε τὰ δέματα τῶν βράχων·
ψηλὰ σκιρτώντας ροβολᾶ καὶ ὅλο βροντᾶ τὸ δάσος· {{r|140}} κι ἐκεῖνο τρέχει ἀνέμποδον, ὥσπου τὸ σιάδι
φθάνει καὶ τότ’ ἡ ὁρμή του σβήνεται· καὶ ὁ ῞Εκτωρ παρομοίως φοβέριζε στὴν θάλασσαν φονεύοντας νὰ φθάση
τῶν Ἀχαιῶν ἀπ’ τὲς σκηνὲς περνώντας καὶ ἀπ’ τὰ πλοῖα· ἀλλὰ στὲς πυκνὲς φάλαγγες ὡς ἔπεσε κι ἐγγύς των
ἐπροχωροῦσε, στάθηκε, κι ἐνάντια του μὲ ξίφη καὶ μὲ κοντάρια δίστομα μακριά των τὸν ἐδιώχναν οἱ Ἀχαιοί·
τινάχθηκεν αὐτὸς κι ἐσύρθη ὀπίσω καὶ πρὸς τοὺς Τρῶας φώναξε παντοῦ νὰ τὸν ἀκούσουν: «Τρῶες, Λύκιοι,
Δάρδανοι καὶ σεῖς κονταρομάχοι {{r|150}} σταθῆτε αὐτοῦ· καὶ ἂν πυργωτοὶ τὲς τάξες των ἐκλεῖσαν, οἱ ᾽Αχαιοὶ
πολὺν καιρὸν ἐμὲ δὲν θὰ κρατήσουν. Θὰ τοὺς σκορπίσ’ ἡ λόγχη μου, ἂν τῶν θεῶν ὁ πρῶτος μ’ ἐκίνησε, ὁ
βαρύκτυπος ὁμόκλινος τῆς Ἥρας». Εἶπε, καὶ εἰς ὅλους ἄναψε τὸ θάρρος τῆς ἀνδρείας. Καὶ μεταξύ τους μ’
ἔπαρσιν προχώρει ὁ Πριαμίδης Δηίφοβος τὴν κυκλωτὴν προβάλλοντας ἀσπίδα καὶ διασκελοῦσεν ἐλαφρὰ μ’
ἐκείνην σκεπασμένος. Μὲ ἀκόντι τὸν σημάδευσεν ἀντίκρυ ὁ Μηριόνης· δὲν ἔσφαλεν, ἀλλ’ ἔβρηκε τὴν ταύρινην
ἀσπίδα {{r|160}} καὶ δὲν τὴν διεπέρασε καὶ τὸ μακρὺ κοντάρι κάτω ἀπ’ τὴν λόγχην κόπηκε· κι ἐκεῖνος τὴν
ἀσπίδα ἐμάκρυνε ἀπ’ τὸ σῶμα του, τοῦ ἀνδρείου Μηριόνη τὸ λόγχισμα φοβούμενος· καὶ τότ’ ἐσύρθ’ ὁ ἥρως
στὸν λόχον τῶν συντρόφων του, κι ἐχόλωσε ἡ ψυχή του ὅτι τὴν νίκην ἔχασε καὶ τὸ κοντάρι ἐκόπη. Κι ἐχύθη
εὐθὺς διαβαίνοντας τῶν Ἀχαιῶν τὰ πλοῖα ἀπ’ τὴν σκηνὴν ἄλλο μακρὺ κοντάρι νὰ σηκώση. Κι οἱ ἄλλοι μ’
ἀτελεύτητην βοὴν ἐπολεμοῦσαν, πρῶτος ὁ Τεῦκρος φόνευσε τὸν ῎Ιμβριον, ποὺ ἦταν γόνος {{r|170}} τοῦ
πολυΐππου Μέντορος καὶ αὐτὸς πρὶν τοῦ πολέμου ἔμενεν εἰς τὸ Πήδαιον, καὶ τὴν Μηδεσικάστην, τὴν κόρην
εἶχε νυμφευθῆ τὴν νόθην τοῦ Πριάμου. Καὶ ὅτ’ ἔφθασαν τῶν Δαναῶν τὰ ἰσόπλευρα καράβια στὴν ῎Ιλιον ἦλθε
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ν 84
κι ἔλαμπε μὲ τοὺς καλοὺς τῶν Τρώων, καὶ ὁ Πρίαμος στὸ σπίτι του τὸν ἔβλεπε ὡς υἱόν του. Κάτω ἀπ’ τ’ αὐτὶ
τὸν τρύπησεν ὁ Τεῦκρος μὲ τὴν λόγχην καὶ ὀπίσω τὴν ἀνέσπασεν˙ καὶ ὡς μέλεγος, ποὺ σ’ ἄκρην ὅρους
μακρόθεν φανεροῦ χαλκὸς τὸν ξεριζώνει, σμίγει μὲ τὴν γῆν κλίνοντας τὰ τρυφερά του φύλλα, {{r|180}} ἔπεσε
αὐτὸς κι ἐβρόντησαν ἐπάνω τ’ ἄρματά του. Κι ἐπάνω του ὡς ἐχύνονταν νὰ τὸν γυμνώση ὁ Τεῦκρος, ὁ ῞Εκτωρ
τὸν ἀκόντισε· τὸν εἶδ’ αὐτὸς καὶ μόλις ἐξέφυγε τὸν χάλκινο κοντάρι· τότ’ ὁ ῞Εκτωρ τὸ τέκνον τοῦ Ἀκτορίωνος
Κτεάτου μὲς στὸ στῆθος λόγχισε, τὸν Ἀμφίμαχον, ποὺ ὁρμοῦσεν εἰς τὴν μάχην καὶ κάτω ἐβρόντησε νεκρὸς καὶ
ἠχοῦσαν τ’ ἄρματά του. Τὸν ῞Εκτορα, ὡς ἐχύνετο τὸ κράνος ν’ ἀφαιρέση τοῦ Ἀμφιμάχου, ἐλόγχισεν ὁ
Τελαμωνιάδης· στὴν σάρκα ὅμως δὲν ἔφθασεν. ῾Ως τρομερὰ τὸν ζῶναν {{r|190}} ὅλον τὰ χάλκιν’ ἄρματα·
μόνον μὲς στῆς ἀσπίδος τὸν ὀμφαλὸν τὸν κτύπησε, μὲ δύναμιν μεγάλην τὸν ἔσπρωξε, ὥστ’ ἐσύρθη αὐτὸς τῶν
δυὸ νεκρῶν ὀπίσω, καὶ οἱ Δαναοὶ τοὺς ἔσυραν· ὁ Μενεσθεὺς ὁ θεῖος μὲ τὸν Στιχίον, ἀρχηγοὶ κι οἱ δυὸ τῶν
Ἀθηναίων, ἔφεραν εἰς τοὺς Ἀχαιοὺς τὸ σῶμα τοῦ Ἀμφιμάχου. Τὸν ῎Ιμβριον οἱ Αἴαντες, ὡς αἶγα δυὸ λεοντάρια,
ποὺ ἀπὸ τοὺς σκύλους ἄρπαξαν, τὴν φέρουν στὰ σιαγόνια κρατώντας την ψηλὰ ἀπ’ τὴν γῆν ἀνάμεσα στὰ
δάση, ὁμοίως τότ’ οἱ Αἴαντες ἐκεῖνον ἐκρατοῦσαν {{r|200}} ψηλά· καὶ τὸν ἐγύμνωναν, καὶ ὁ ἥρως Ὀϊλιάδης
ἔκοψε ἀπὸ τὸν ἁπαλὸν λαιμόν του τὸ κεφάλι, τόσον πολὺ τὸν χόλωσεν ὁ φόνος τοῦ Ἀντιμάχου, καὶ ὡς σφαίραν
τὸ ἐσφενδόνισεν ἀνάμεσα στὰ πλήθη. Κι ἔπεσ’ ἐμπρὸς στοῦ ῞Εκτορος τὰ πόδια μὲς στὸ χῶμα. Καὶ τότε ὀργὴν
αἰσθάνθηκεν ὁ Ποσειδῶν καὶ πόνον ποὺ ὁ ποθητός του ἀνεψιὸς φονεύθη στὸν ἀγώνα· κι ἐγύριζε τῶν Ἀχαιῶν
ἀνάμεσα στὰ πλοῖα νὰ τοὺς θαρρύνη καὶ ὄλεθρον τῶν Τρώων νὰ γεννήση. Ὁ δοξαστὸς Ἰδομενεὺς ἐκεῖ τὸν
ἀπαντοῦσε, {{r|210}} ποὺ ἐρχόταν ἀπὸ σύντροφον μ’ ἀκόντι λαβωμένον στὸ γόνα καὶ τὸν ἔφεραν οἱ σύντροφοι
ἀπ’ τὴν μάχην. Τὸν σύστησε στοὺς ἰατροὺς καὶ αὐτὸς εἰς τὴν σκηνήν του ἐπήγαινε ὁλοπρόθυμος νὰ πολεμήση
ἀκόμη. Εἰς αὐτὸν εἶπε ὁ Ποσειδῶν μὲ τὴν φωνὴν ποὺ ἐπῆρε τοῦ Ἀνδραιμονίδη Θόαντος, ὁποὺ στὴν Καλυδώνα
βασίλευε τῶν Αἰτωλῶν καὶ στὴν Πλευρώνα ὅλων, καὶ τὸν τιμοῦσαν ὡς θεόν: «Εἰπέ μου, ᾽Ιδομενέα, ὦ
βουληφόρε τῶν Κρητῶν, οἱ τρομεροὶ τί ἐγίναν φοβερισμοὶ ποὺ οἱ Δαναοὶ φοβέριζαν τοὺς Τρῶας; » {{r|220}}
Καὶ τῶν Κρητῶν ὁ ἀρχηγός, ὁ ᾽Ιδομενεὺς ἀντεῖπεν: «Θνητὸς δὲν πταίει, Θόαντα, κανείς, ὅσο γνωρίζω ἐγώ, καὶ
ὅλ’ ἠξεύρομεν τὸ ἔργον τοῦ πολέμου˙ κανεὶς δὲν ὀλιγοψυχεῖ, κανένας ἀπὸ φόβον νὰ ξετινάξη δὲν ζητεῖ τὸ
βάρος τοῦ πολέμου· πλὴν θέλει ὁ μεγαδύναμος, ὡς φαίνεται, ὁ Κρονίδης μακρὰν ἀπ’ τ’ Ἄργος ὅλοι ἐδῶ
ἀδόξως νὰ χαθοῦμε. Ἀλλὰ σύ, Θόαντ᾽, ἄφοβος πολεμιστὴς ὡς πρῶτα ποὺ καὶ ἄλλους, ἂν τοὺς ἔβλεπες ὀκνούς,
παρακινοῦσες, σήκωνε τώρα τὴν φωνὴν τοὺς ἄνδρες νὰ ἐμψυχώσης». {{r|230}} Ἀπάντησεν ὁ Ποσειδῶν σ’
αὐτὸν ὁ κοσμοσείστης: «᾽Ιδομενέα, μὴ ποτὲ γυρίση ἀπὸ τὴν Τροίαν καὶ σκύλοι ἐδῶ νὰ τὸν χαροῦν, ἐκεῖνος
ὁποὺ ἀφήνει τὴν μάχην θεληματικῶς εἰς τούτην τὴν ἡμέραν. Ἀλλ’ ἄμε, πάρε τ’ ἄρματα, γύρισ’ ἐδῶ νὰ ἰδοῦμε
εὐθύς, ἂν κατορθώσουμε κάτι καλὸν καὶ μόνοι καὶ ἀπὸ δειλοὺς ἂν ἑνωθοῦν, κάποια γεννᾶται ἀνδρεία, κι
εἴμεθα ἐμεῖς καὶ μὲ καλοὺς καλοὶ νὰ μετρηθοῦμε». Εἶπε, κι ἐχύθηκε ὁ θεὸς κεῖ ποὺ βροντοῦσε ἡ μάχη· καὶ ὡς
ἔφθασεν ὁ ᾽Ιδομενεὺς στὴν εὔμορφην σκηνήν του, {{r|240}} κι ἐζώσθη τὰ λαμπρ’ ἄρματα, κι ἐπῆρε δυὸ
κοντάρια, κι ἐκίνησεν ὡς κεραυνός, ποὺ ἐφούκτωσε ὁ Κρονίδης καὶ ἀπ’ τὸν φωτερὸν ῎Ολυμπον ἐτίναξε νὰ
δείξη μέγα σημεῖον τῶν θνητῶν, καὶ πέρ’ ἀστράφτει ἡ λάμψις· ὅμοια κι ἐκείνου ὡς ἔτρεχεν ἐλάμπαν τ’ ἄρματά
του. Καὶ ἀκόμη στὴν σκηνὴν ἐγγὺς τὸν ἦβρε ὁ Μηριόνης ὁ ἀκόλουθός του ὡς πήγαινεν ἄλλην νὰ πάρη λόγχην.
«Υἱὲ τοῦ Μόλου ἀδάμαστε », τοῦ εἶπε ὁ Ἰδομενέας, «ὦ ποθητέ μου ὅσο κανεὶς τῶν φίλων, Μηριόνη, πῶς ἐδῶ
ἦλθες καὶ ἄφησες τὸν ἱερὸν ἀγώνα; {{r|250}} Μὴ βέλος σ’ εὕρηκε πικρὸ κι ἡ ἄκρη του σὲ σφάζει; Ἢ μηνυτὴς
μοῦ ἔρχεσαι, διότι οὐδ’ ἐγὼ θέλω ἀργὸς νὰ μένω εἰς τὲς σκηνές, ἀλλὰ νὰ πολεμήσω». Καὶ πρὸς αὐτὸν ὁ συνετὸς
ἀντεῖπε Μηριόνης: «῏Ω ᾽Ιδομενέα, τῶν Κρητῶν χαλκοχιτώνων πρῶτε, ἦλθα νὰ πάρω, ἂν σοῦ ᾽μεινε εἰς τὲς
σκηνὲς κανένα κοντάρι, ὅτι μοῦ ἐκόπηκεν ἐκεῖνο ποὺ ἐφοροῦσα, τοῦ ὑπερηφάνου ὡς κτύπησα Δηιφόβου τὴν
ἀσπίδα». Καὶ τῶν Κρητῶν ὁ ἀρχηγὸς ὁ Ἰδομενεὺς ἀντεῖπεν: «Κοντάρι’ ἂν θέλης κι εἴκοσι θὰ ἔβρης στὴν
σκηνήν μου {{r|260}} στὸν λαμπρὸν τοῖχον στυλωτά, τῶν Τρώων, ποὺ φονεύω, ἄρματα αἱματοστάλακτα, διότι
ἐγὼ νὰ κάμνω μὲ τοὺς ἐχθροὺς τὸν πόλεμον δὲν συνηθῶ μακρόθεν, ὅθεν κοντάρια, κόρυθες καὶ ὀμφαλωτὲς
ἀσπίδες καὶ ἀκτινοβόλοι θώρακες μοῦ ὑπάρχουν φυλαγμένοι». Καὶ πρὸς αὐτὸν ὁ συνετὸς ἀντεῖπε Μηριόνης:
«Πολλά ᾽χω λάφυρα κι ἐγὼ παρμέν’ ἀπὸ τοὺς Τρῶας εἰς τὴν σκηνήν· ἀλλὰ σιμὰ δὲν εἶναι νὰ τὰ λάβω˙ ὅτι οὐδ’
ἐμὲ δὲν ἄφησε, πιστεύω, ἡ πρώτη ἀνδρεία· καὶ ὅταν ἀνάφτη λυσσερὸ τὸ πεῖσμα τοῦ πολέμου {{r|270}} στὴν
μάχην, δόξαν τῶν ἀνδρῶν, προβάλλω μὲ τοὺς πρώτους· κι ἐὰν κανεὶς τῶν Ἀχαιῶν χαλκοχιτώνων ἄλλος τοῦτο
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ν 85
δὲν ξεύρη, κὰν ἐσύ, θαρρῶ νὰ τὸ γνωρίζης». Καὶ τῶν Κρητῶν ὁ ἀρχηγός: «Πόσον γενναῖος εἶσαι τὸ ξεύρω· νὰ
τὸ λέγης σὺ ποσῶς δὲν εἶναι ἀνάγκη. Διότι ἂν ἐκλεγόμασθεν οἱ πρῶτοι πολεμάρχοι διὰ τὸ καρτέρι, ὅπ’
ἄσφαλτα διακρίνετ’ ἡ ἀνδρεία ὅπου ὁ δειλὸς γνωρίζεται καὶ δείχνεται ὁ γενναῖος - τοῦ ἀνάνδρου βλέπεις τὴ
θωριὰ νὰ συχναλλάζη χρῶμα, δὲν τὸν ἀφήν’ ἡ ἀστήρικτη ψυχή του νὰ ἡσυχάζη, {{r|280}} ἀλλὰ στὲς δύο
φτέρνες του συχνὰ καθίζει ἐπάνω, σφόδρα ἡ καρδία του βροντᾶ στὰ στήθη, ὡς βλέπει ἐμπρός του τὲς μοῖρες,
καὶ τὰ δόντια του τριζοκοποῦν στὸ στόμα. Ἀλλ’ ὁ γενναῖος τὴν θωριὰ δὲν ἄλλαξε, ἀλλὰ μένει εἰς τὴν
καθίστραν ἄφοβος μὲ τοὺς ἀνδρειωμένους καὶ ὁλόψυχα παρακαλεῖ πότε ν’ ἀρχίσ’ ἡ μάχη. - Καὶ μηδ’ αὐτοῦ δὲν
θά ᾽ψεγε κανεὶς τὴν δύναμίν σου· διότι ἂν λόγχη σ’ ἔβρισκε μαχόμενον ἢ ξίφος μήτε στὸ ζνίχι θά ᾽πεφτε τὸ
βέλος ἤ στὴν πλάτην, ἀλλὰ τὰ στήθη θά ᾽πληκτεν ἐμπρὸς ἢ τὴν γαστέρα, {{r|290}} ὡς πρόθυμος θὰ πρόβαλλες
μὲς στοὺς συντρόφους πρῶτος. Ἀλλ’ ἂς μὴ στέκωμεν ἐδῶ σὰ νήπια μωρολόγα μήπως ἀπότολμος κανεὶς πικρὰ
μᾶς ὀνειδίση. Ἀλλ’ ἄμε, πάρε ἀπ’ τὴν σκηνὴν τὸ στερεὸ κοντάρι». Εἶπεν αὐτὰ καὶ ὁ ἰσόπαλος τοῦ Ἄρη
Μηριόνης γρήγορα ἐπῆρε ἀπ’ τὴν σκηνὴν τὸ χάλκινο κοντάρι κι ἔτρεξε πάλι ὅλος φωτιὰ πρὸς τὸν Ἰδομενέα. Ὁ
Ἄρης ὡς ὁ φονικὸς ὁρμᾶ στὴν μάχην κι ἔχει σιμὰ τὸν Φόβον, δυνατὸν κι ἀτρόμητον υἱόν του, ποὺ καὶ τὸν
γενναιότερον πολεμιστὴν φοβίζει· {{r|300}} ἀπὸ τὴν Θράκην ἔρχονται κι οἱ δυὸ θωρακοφόροι στῶν Φλεγυῶν
τὸν ἀνδρικὸν λαὸν ἢ τῶν Ἐφύρων· καὶ αὐτῶν δὲν στέργουν τὲς εὐχὲς καὶ εἰς ἄλλους δίδουν νίκην. Ὁμοίως μ’
ἄρματα λαμπρὰ στὴν μάχην κατεβαῖναν οἱ πολεμάρχ’ Ἰδομενεὺς ὁμοῦ καὶ Μηριόνης. «Ὦ Δευκαλίδη », τοῦ
᾽λεγεν ὁ Μηριόνης πρῶτος, «πόθεν στὰ πλοῖα τοῦ στρατοῦ νὰ προχωρήσης θέλεις· στὸ δεξιόν, στὸ μεσινόν ἢ στ’
ἀριστερὸ μέρος; Ὅτι ἐκεῖ πλέον παρ’ ἀλλοῦ, θαρρῶ, στενοχωροῦνται οἱ ἀνδρειωμένοι Δαναοὶ ἀπ’ τῶν ἐχθρῶν
τὰ πλήθη». {{r|310}} Καὶ τῶν Κρητῶν ὁ ἀρχηγὸς ἀντεῖπ’ ὁ Ἰδομενέας: «Στὴν μέσην καὶ ἄλλοι μάχονται νὰ
σώσουν τὰ καράβια, καὶ πολεμοῦν οἱ Αἴαντες καὶ ὁ Τεῦκρος, φημισμένος τοξότης, καὶ ἀπὸ σύνεγγυς
πολεμιστὴς ἀνδρεῖος· θὰ τὸν χορτάσουν πόλεμον, μ’ ὅσην καὶ ἂν ἔχη ἀνδρείαν, τὸν Πριαμίδην Ἕκτορα· ἄκρον
θὰ ἔχη ἀγώνα τὴν δύναμιν ἀσύντριφτην κλονώντας τῶν ἡρώων νὰ κάψη τὰ καράβια μας· ἔξω ἂν θελήση ὁ
Δίας δαυλὸν ὁ ἴδιος εἰς αὐτὰ νὰ βάλη φλογοβόλον. Ὅτ’ εἰς θνητὸν πόχει τροφὴν τῆς Δήμητρας τὸ δῶρον,
{{r|320}} ὁποὺ χαλκὸς καὶ φονικὰ λιθάρια τὸν λαβώνουν, τόπον δὲν κάμνει ὁ φοβερὸς υἱὸς τοῦ Τελαμῶνος,
οὐδὲ στὸν σπάστην τῶν ἀνδρῶν λεοντόψυχον Πηλείδην θὰ ὑποχωροῦσε, ἂν τύχαινε, καὶ στὴν σταδίαν μάχην·
ὅτι στὸν δρόμον δὲν νικᾶ κανεὶς τὸν Ἀχιλλέα. Ἀλλὰ τῆς μάχης κίνησε στ’ ἀριστερά, νὰ δείξη ἂν ἄλλους θὰ
δοξάσωμεν ἢ ἐμεῖς νὰ δοξασθοῦμεν». Εἶπε κι ἐκίνησεν ἐμπρὸς ὁ ἀνδρεῖος Μηριόνης ὡς εἰς τὸ μέρος τοῦ
στρατοῦ ποὺ εἶπ’ ὁ Ἰδομενέας. Καὶ ἅμα τὸν εἶδαν φοβερὸν ὡς φλόγα νὰ προβάλη {{r|330}} κλεισμένος στὰ
λαμπρ’ ἄρματα μὲ τὸν ἀκόλουθόν του, ἐπάνω του ἀλαλάζοντας ἐχύθηκαν οἱ Τρῶες καὶ ἀγώνας ἄρχισε
σφοδρὸς αὐτοῦ σιμὰ στὲς πρύμνες. Καὶ ὡς ἔξαφνα φυσομανοῦν πολλῶν ἀνέμων ζάλες σ’ ἡμέρες ποὺ ὁ
κονιορτὸς ἐπλήθυνε στοὺς δρόμους καὶ τὸν σηκώνουν ὅλοι ὁμοῦ σὰν νέφος στὸν ἀέρα˙ ὅμοια κι ἐκεῖνοι
ἀντίμαχα κτυπιόνταν διψασμένοι καθεὶς μ’ ἀκονητὸν χαλκὸν τὸν ἄλλον νὰ φονεύση, Καὶ ὡς λόγγος ὅλη
ἀγρίωνεν ἡ ἀνθρωποφθόρα μάχη μακριὰ κοντάρια κοφτερά· καὶ οἱ λαμπρὲς ἀσπίδες {{r|340}} οἱ θώρακες
νεοστίλβωτοι, τὰ σπιθοβόλα κράνη τοὺς ὀφθαλμοὺς ἐθάμπωναν μὲ τοῦ χαλκοῦ τὴν λάμψιν καθὼς αὐτοὶ
συγκρούονταν˙ καὶ ἄσπλαχνος θὰ ἦταν κεῖνος ποὺ βλέποντας θὰ ἐχαίρονταν, ἀντὶ ν’ ἀκούση πόνον. Καὶ τότε
δύο κραταιοὶ διχόγνωμοι, τοῦ Κρόνου τέκνα, ὀργανίζαν συμφορὲς εἰς τοὺς ἀνδρειωμένους. Τῶν Τρώων καὶ
τοῦ Ἕκτορος νίκην νὰ δώση ὁ Δίας ἤθελε, τὸν γοργόποδα Πηλείδην νὰ δοξάση, ὄχι ὁ λαὸς τῶν Ἀχαιῶν ν’
ἀφανισθῆ στὴν Τροίαν· ἀλλὰ τὴν Θέτιν δόξαζε καὶ τὸν σκληρὸν υἱόν της. {{r|350}} Καὶ ὁ Ποσειδῶν τοὺς
Ἀχαιοὺς ἐμψύχωνεν, ὡς ἦλθε κρυφὰ μέσ’ ἀπ’ τὴν θάλασσαν, μὲ πάθος πρὸς τὸν Δία καὶ σπλάχνος διὰ τοὺς
Ἀχαιούς, ποὺ ἐσύντριβαν οἱ Τρῶες, καὶ οἱ δύο μίαν γενεάν, τὴν αὐτὴν ρίζαν εἶχαν· ἀλλ’ ἦτ’ ὁ Ζεὺς ἀνώτερος
στὰ χρόνια καὶ στὴν γνῶσιν, διὰ τοῦτο ἐκεῖνος φανερὰ δἐν ἔβγαινε βοηθός των, ἀλλὰ κρυφὰ τοὺς ἔσπρωχνε μὲ
τὴν μορφὴν ἀνθρώπου. Καὶ ἰδοὺ τῆς δεινῆς ἔριδος καὶ τοῦ πολέμου ὅμοιον τὸ δίκτυ ἐπλέξαν τεντωτὸ στοὺς
δυὸ στρατοὺς ἐπάνω ποὺ ἄλυτο, ἀσύντριφτο, πολλοὺς ἀφάνισε ἀνδρειωμένους. {{r|360}} Καὶ τότε μὲ τοὺς
Δαναοὺς ὁ Ἰδομενεύς, ἂν κι ἦταν μισοασπρομάλλης ὅρμησε κι ἐσκόρπισε τοὺς Τρῶας. Τὸν Ὀθρυονέα φόνευσε,
ποὺ ἀπ’ τὰ Καβήσια μέρη στὴν Τροίαν ἦλθε, ὡς ἄκουσε τὴν φήμην τοῦ πολέμου, καὶ τοῦ Πριάμου τὴν καλὴν
ἀπ’ ὅλες θυγατέρα, Κασσάνδραν, νύμφην ἄπροικα ζητοῦσε κι ἔργον μέγα ὑπόσχονταν, τοὺς Δαναοὺς νὰ διώξη
ἀπὸ τὴν Τροίαν. Καὶ ὁ γέρος Πρίαμος ρητῶς τὴν κόρην τοῦ ὑπεσχέθη· κι ἐκεῖνος εἰς τὸν λόγον του θαρρώντας
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ν 86
πολεμοῦσε· τὸν λόγχισεν ὁ Ἰδομενεὺς ἐνῶ μὲ ὑψηλὸ βῆμα {{r|370}} κινοῦσεν, οὐδὲ ὁ θώρακας ἐκράτησε τὴν
λόγχην ὁ χάλκινος, κι ἡ ἄκρη της τοῦ ἐμπήχθη στὴν γαστέρα· χάμω μὲ βρόντον ἔπεσε κι ἐκεῖνος ἐκαυχήθη:
«Ὀθρυονέα, τῶν θνητῶν θὰ σὲ κηρύξω πρῶτον, ἂν ὅσ’ ἀνάλαβες σωστὰ τελειώσης τοῦ Πριάμου, ἀφοῦ τὴν
θυγατέρα του κι ἐκεῖνος σοῦ ὑποσχέθη. Ὁμοίαν θὰ ἐκτελούσαμε κι ἐμεῖς ὑπόσχεσίν μας· ἀπ’ τ’ Ἄργος θὰ σοῦ
φέρναμε τοῦ Ἀτρείδη θυγατέρα στὰ κάλλη της ἀσύγκριτην, γυναίκα νὰ τὴν ἔχης, τὴν πυργωμένην Ἴλιον ἂν σὺ
μᾶς ἐκπορθήσης. {{r|380}} Στὲς πρύμνες ἀκολούθα ἐμὲ νὰ εἰποῦμε διὰ τοὺς γάμους, νὰ ἰδῆς τί δῶρα νυφικὰ
δίδομ’ ἐμεῖς γενναῖα». Εἶπε καὶ τὸν ποδόσερνε στὴν ταραχὴν τῆς μάχης. Κι ἐκείνου εὐθὺς ἐκδικητὴς ὁ Ἄσιος
πεζὸς ἦλθε καὶ ὀπίσω ἀπὸ τοὺς ὤμους του ρουθούνιζαν οἱ ἵπποι, καὶ τοὺς κρατοῦσ’ ὁ ἡνίοχος· καὶ ὡς ὁδηγοῦσ’
ἐκεῖνος νὰ τὸν κτυπήση ἐπρόλαβεν ὁ Ἰδομενεὺς καὶ κάτω ἀπ’ τὸ πηγούνι ἐπέρασεν ἡ λόγχη τὸν λαιμόν του. Κι
ἔπεσεν, ὅπως πέφτει δρῦς, ἢ λεύκα, ἢ φουντωμένος ὑψηλὸς πεῦκος, πόκαψαν τέκτονες εἰς τὰ ὄρη {{r|390}} μ’
ἀξίνες νεοτρόχιστες μ’ αὐτὸ νὰ στήσουν πλοῖον· ὅμοια ξαπλώθη αὐτὸς ἐμπρὸς εἰς το ζεμένο ἁμάξι μὲ βογγητὸ
κι ἐφούκτωσε τὸ αἱματωμένο χῶμα καὶ τοῦ ἡνιόχου χάθηκαν τὰ λογικὰ καὶ ὀπίσω νὰ στρέψη δὲν ἐτόλμησε
τοὺς ἵππους διὰ νὰ φύγη ἀπ’ τοὺς ἐχθρούς· καὶ ὁ δυνατὸς Ἀντίλοχος μὲ λόγχην στὴν μέσην τὸν περόνησε καὶ
τοῦ ’σπαστεν ἡ ἄκρη τὸν χάλκινόν του θώρακα κι ἐμπήχθη στὴν γαστέρα· τοὺς ἵππους ὁ Ἀντίλοχος ἐπῆρε ὁ
Νεστορίδης μέσ’ ἀπ’ τοὺς Τρῶας στὸν στρατὸν τῶν Ἀχαιῶν ἀνδρείων. {{r|400}} Λυπήθη διὰ τὸν Ἄσιον κι
ἐμπρὸς τοῦ Ἰδομενέως ἐστήθηκε ὁ Δηίφοβος καὶ ἀκόντισε μὲ λόγχην. Τὸν μάτιασε καὶ ξέφυγε τὸ χαλκοφόρο
ἀκόντι ὁ Ἰδομενεὺς καὶ κάτωθεν ἀπ’ τὴν ἀσπίδα ἐκρύφθη ποὺ ἀπὸ χαλκὸν ἀστραφτερὸν καὶ δέρμα ταύρου
ἐφόρει στρογγυλωτὴν μὲ δυὸ λαβὲς καλὰ στερεωμένην· καὶ ὅλος μαζεύθη μέσα της, κι ἐπάνω ἀπ’ τὴν ἀσπίδα
ποὺ ἐβρόντησε ὡς τὴν ξάκρισεν, ἐπέταξεν ἡ λόγχη. Ἀλλ’ ἀπ’ τὸ χέρι τὸ βαρὺ δὲν ἔφυγε χαμένη· τὸν
πολεμάρχον εὕρηκεν Ὑψήνορα Ἱππασίδην {{r|410}} εἰς τὸ συκώτι κι ἔλυσεν εὐθὺς τὰ γόνατά του. Καυχήθηκε
ὁ Δηίφοβος κι ἐκραύγασε μεγάλως: «Ὁ Ἄσιος ἀνεκδίκητος δὲν κεῖται, ἀλλὰ στὸν Ἅδη, τὸν πυλωρόν, τὸν
ἄσπονδον ὡς κατεβαίνει τώρα, θὰ χαίρεται ποὺ προβοδὸν τοῦ ἔστειλε ἡ ψυχή μου». Τὸ καύχημά του ἐπλήγωσε
τοὺς Δαναοὺς κι ἐξόχως τὸν ἀνδρικὸν Ἀντίλοχον, ἀλλ’ ἂν καὶ λυπημένος στὸν ποθητόν του σύντροφον δὲν
ἔλειψε καὶ ὁρμώντας, ἐμπρός του μὲ τὸ σῶμα του καὶ τὴν ἀσπίδα ἐστήθη. Κι ὁ υἱὸς τοῦ Ἐχίου Μηκιστεὺς καὶ ὁ
Ἀλάστωρ, σύντροφοί του, {{r|420}} στοὺς ὤμους ἔφεραν αὐτόν, ὁποὺ βαριὰ βογγοῦσε, ὡς τὰ γοργὰ καράβϊα
καὶ ἀκράτητος ὡς φλόγα ὁ Ἰδομενεὺς δὲν ἔπαυε νὰ θέλη ἢ νὰ βυθίση κάποιον ἐχθρὸν στὰ τάρταρα τῆς γῆς, ἢ
νὰ βροντήση αὐτὸς νεκρὸς μαχόμενος νὰ σώση τοὺς Ἀργείους. Καὶ τότε τὸν Ἀλκάθοον, υἱὸν τοῦ Αἰσυήτου,
διοθρέπτου ἀνδρὸς - ἐκτύπησε - κι ἦταν γαμβρὸς τοῦ Ἀγχίση κι εἶχε τὴν ῾Ἱπποδάμειαν κόρην ἐκείνου πρώτην˙
κι ἦταν ἡ ἀγάπη τοῦ πατρὸς καὶ τῆς σεπτῆς μητρός της, ὅτι ἀπὸ τὶς ὁμήλικες ἀσύγκριτη στὸ κάλλος {{r|430}}
στὰ ἔργα ἦταν καὶ στὸν νοῦν· δι’ αὐτὸ καὶ τὴν νυμφεύθη ὁ ἄνδρας ὁ ἐκλεκτότερος μὲς στὴν μεγάλην Τροίαν -
τὸν δάμασεν ὁ Ποσειδῶν εἰς τὸν Ἰδομενέα· τοὺς ὀφθαλμοὺς του ἐσκότισε, τοῦ σπέδισε τὰ μέλη ὥστε νὰ φύγ’ ἢ
νὰ στραφῆ στὰ πλάγια δὲν ἐμπόρει· καὶ ὡς ἔστεκεν ἀκίνητος ὡς στήλ’ ἢ δένδρον μέγα, μὲ λόγχην τὸν
ἐπλήγωσεν στὸ στῆθος ὁ ἀνδρειωμένος Ἰδομενεύς, καὶ τοῦ ᾽σπασε τὸν χάλκινον χιτώνα ποὺ ἔσκεπε τὸ σῶμα
του, προφυλακὴ τοῦ ὀλέθρου, καὶ κούφιο σπάσμ’ ἀκούσθη ἐκεῖ, ποὺ ἐσχίζετο ἀπ’ τὴν λόγχην˙ {{r|440}}
βρόντησε κάτω, εἰς τὴν καρδιὰ τοῦ ἐμπήχθη μέσα ἡ λόγχη ὁποὺ σπαρνώντας τίναζε καὶ τὴν οὐράν της ὅλην
καὶ ὁ βαρὺς Ἄρης ἔσβησεν ἐκεῖ τὴν δύναμίν του. Κι ἐπάνω του κραυγάζοντας ὁ Ἰδομενεὺς καυχήθη: «Σωστὴ
σοῦ φαίνεται ἀμοιβή, Δηίφοβε, ἡ δική μας, τρεῖς φοντυμένοι ἀντὶ ἑνός; Ὦ τρομερέ, καυχᾶσαι ἄδικα, ἀλλὰ
προχώρησε καὶ σὺ στήσου ἔμπροσθέν μου ποῖος ἀπόγονος νὰ ἰδῆς σᾶς ἦλθα ἐδῶ τοῦ Δία ποὺ γέννησε τὸν
Μίνωα, τῆς Κρήτης ἄρχον πρῶτον, καὶ αὐτὸς τὸν Δευκαλίωνα ἐγέννησε τὸν θεῖον, {{r|450}} καὶ ὁ Δευκαλίων
πάλι ἐμὲ στὴν Κρήτην βασιλέα ἀνδρῶν πολλῶν, καὶ τώρα ἐδῶ μὲ φέραν τὰ καράβια κακὸ σ’ ἐσὲ καὶ τοῦ
πατρὸς καὶ ὅλων ὁμοῦ τῶν Τρώων». Τὸν ἄκουσε ὁ Δηίφοβος κι ἐδίσταζε ἂν θὰ στρέψη νὰ πάρη κάποιον
σύντροφον ἀπ’ τοὺς γενναίους Τρῶας, βοηθόν του ἢ καὶ τὸν πόλεμον νὰ δοκιμάση μόνος κι ἔκρινε αὐτὸ
καλύτερο, νὰ ὑπάγη εἰς τὸν Αἰνείαν. Τὸν εὕρηκε νὰ στέκεται μὲς στοῦ στρατοῦ τὴν ἄκρην ὡς εἶχε πρὸς τὸν
Πρίαμον θυμὸν πάντοτ’ ἐκεῖνος, διότι ἂν κι ἦτο ἀνδράγαθος ποσῶς δὲν τὸν τιμοῦσε. {{r|460}} Τοῦ ἔλεγε ὁ
Δηίφοβος: «Τῶν Τρώων βουληφόρε, Αἰνεία, τώρα ἐκδικητὴς νὰ δράμης τοῦ γαμβροῦ σου χρωστεῖς, ἐὰν ὁ
θάνατος τοῦ συγγενοῦς σὲ θλίβη. Ἀλλ’ ἔλα τὸν Ἀλκάθοον μαζὶ νὰ ἐκδικηθοῦμε, ὅπου γαμβρὸς στὰ σπίτια σας
σ’ ἔχει ἀναστήσει βρέφος. Τὸν φόνευσεν ὁ Ἰδομενεὺς ὁ μέγας πολεμάρχος». Εἶπε καὶ πόνον ἄκουσεν ὁ Αἰνείας
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ν 87
κι ἐπετάχθη μὲ ὁρμὴν πολέμου ἀκράτητην πρὸς τὸν Ἰδομενέα. Πλὴν τοῦτος δὲν ἐδείλιασεν ὡς τρομερὸν ἀγόρι,
ἀλλ’ ὅπως χοῖρος ὀρεινὸς μὲ θάρρος στὴν ἀνδρειά του, {{r|470}} σ’ ἔρημο μέρος καρτερεῖ πολλῶν ὁρμὴν
ἀνθρώπων, καίουν τὰ μάτια του φωτιά, τὰ νῶτα του ἀγριώνει κι ἕτοιμος εἰς τὸν πόλεμον τὰ δόντια του
ἀκονίζει καὶ ἄνδρες καὶ σκύλους ἀψηφᾶ· παρόμοια καρτεροῦσε ὁ ἀνδράγαθος Ἰδομενεύς, ἐπάνω του ὡς
ἐρχόνταν ὁ Αἰνείας· κι ἔσυρε φωνὴν νὰ κράξη τοὺς συντρόφους Ἀσκάλαφον, Δηίπυρον σιμά του καὶ ᾽Αφαρέα
Μηριόνην καὶ Ἀντίλοχον στὸν πόλεμον τεχνίτες. Αὐτοὺς καλοῦσε κι ἔλεγεν: «Βοηθᾶτε ἀγαπημένοι, καὶ μόνος
εἶμαι· τρομερὰ φοβοῦμαι τὸν ἀνδρεῖον {{r|480}} Αἰνείαν τὸν πτερόποδα, ποὺ ὁρμᾶ νὰ μὲ χτυπήση· στὴν μάχην
εἶναι ἀκούραστος αὐτὸς ἀνθρωποφόνος· ἔχει καὶ τῆς νεότητος τὸ θάρρος καὶ τὴν ρώμην. Ἂν εἶχα ἐγὼ τὰ
χρόνια του μὲ τούτην τὴν ψυχήν μου, ἡ νίκη γρήγορα σ’ ἐμὲ θὰ τύχαιν’ ἢ σ’ ἐκεῖνον». Εἶπε καὶ αὐτοὶ πλησίον
του μὲ μίαν γνώμην ὅλοι ἐστήθηκαν, στοὺς ὤμους των φορώντας τὲς ἀσπίδες. Καὶ ἀπ’ τ’ ἄλλο μέρος ἔκραζεν ὁ
Αἰνείας τοὺς συντρόφους Δηίφοβον καὶ Πάριδα καὶ Ἀγήνορα τὸν θεῖον, ποὺ ἦσαν τῶν Τρώων ἀρχηγοί, μ’
αὐτόν, καὶ ἀκολουθοῦσαν {{r|490}} τὰ πλήθη, ὡσὰν τὰ πρόβατα κατόπι στὸ κριάρι, ὅταν θὰ πιοῦν καὶ τὴν
βοσκὴν γιὰ τὸ ποτάμι ἀφήνουν καὶ μέσα χαίρεται ὁ βοσκός· παρόμοια τότ’ ἐχάρη ὁ Αἰνείας στὸν πολὺν λαόν,
ποὺ τὸν ἀκολουθοῦσε. Καὶ γύρω εἰς τὸν Ἀλκάθοον μὲ μακριὰ κοντάρια ἐκεῖνοι ὁρμῆσαν, καὶ ὁ χαλκός, καθὼς
ἀντικτυποῦντο, μὲς στὸν ἀγώνα φοβερὰ στὰ στήθη τους βροντοῦσε. Καὶ ἀπ’ ὅλους δύο μαχηταὶ πλιότερο
ἐμανίζαν, ὁ Αἰνείας καὶ ὁ ᾽Ἰδομενεύς, ἰσόπαλοι τοῦ Ἄρη, ὁ ἕνας τὸν ἄλλον μ’ ἄπονον χαλκὸν νὰ σχίση πέρα.
{{r|500}} Ὁ Αἰνείας πρῶτος ἔριξεν εἰς τὸν Ἰδομενέα· τὸν εἶδε αὐτὸς κι ἐξέφυγε τὸ χαλκοφόρο ἀκόντι· κι ἔπεσε
τινακτὰ στὴν γῆν ἡ λόγχη τοῦ Αἰνείου ἀνώφελ’ ἀφοῦ πέταξεν ἀπ’ τὸ βαρύ του χέρι καὶ τὸν Οἰνόμαον κτύπησε
στὴν μέσην στὴν γαστέρα ὁ ᾽Ιδομενεύς· τοῦ ἔσχισε τὸν θώρακα ὡς τὰ σπλάχνα˙ στὴν σκόνην ἔπεσεν αὐτὸς κι
ἐφούκτωσε τὸ χῶμα. Καὶ ὁ ᾽Ιδομενεὺς ἀπ’ τὸν νεκρὸν τὸ μακρινὸ κοντάρι ἔσυρε, ἀλλὰ δὲν μπόρεσε καὶ τ’
ἄρματα τὰ ὡραῖα νὰ τοῦ ἀφαιρέση, ὅτι πολλὲς τὸν ἐστενεῦαν λόγχες. {{r|510}} Ὅτι τὴν πρώτην δύναμιν τὰ
πόδια του δὲν εἶχαν νὰ ὁρμήση πρὸς τὴν λόγχην του ἢ κὰν ν’ ἀναμερίση· ὅθεν στρατὸς ἐπάλαιεν νὰ σώση τὴν
ζωήν του, καὶ οἱ πόδες δὲν εἶχαν ὁρμὴν νὰ φύγη ἀπὸ τὴν μάχην. Κι ἐκεῖ ποὺ ἀναχωροῦσε ἀργά, τοῦ ἔριξεν
ἀκόντι ὁ Δηίφοβος, ποὺ πάντοτε τοῦ ᾽χε χολὴν καὶ μίσος. ῞Ομως καὶ τοῦτο τοῦ ᾽σφαλεν· καὶ τὸ βαρὺ κοντάρι
στὸν ὦμον τὸν Ἀσκάλαφον υἱὸν τοῦ Ἄρη ἐβρῆκε· στὴν σκόνην ἔπεσεν αὐτὸς κι ἐφούκτωσε τὸ χῶμα. Καὶ ὁ
Ἄρης ὁ βροντόφωνος δὲν εἶχε ἀκόμη γνῶσιν, {{r|520}} ὅτι στὴν μάχην ἔπεσεν ὁ ἀγαπητὸς υἱός του, ἀλλὰ
κλεισμένος κάθονταν, ὡς ἤθελεν ὁ Δίας, κάτω ἀπὸ σύγνεφα χρυσὰ στὴν κορυφὴν τοῦ Ὀλύμπου, ὅπου κι οἱ
ἄλλοι ἀθάνατοι, μακρὰν ἀπὸ τὴν μάχην. Κι ἐπάνω στὸν Ἀσκάλαφον ἀπ’ τὰ δυό μέρη ὁρμῆσαν· καὶ ὡς ἅρπασ’
ὁ Δηίφοβος τὸ κράνος τοῦ Ἀσκαλάφου ὁ Μηριόνης πηδηκτά, σὰν Ἄρης, τὸν ἐπῆρε μὲ λόγχην στὸν βραχίονα,
καὶ ἀπὸ τὸ χέρι ἐκείνου χάμω μὲ βρόντον ἔπεσεν ἡ περικεφαλαία. Καὶ ὡσὰν γεράκι ἐχύθηκε καὶ πάλι ὁ
Μηριόνης {{r|530}} κι ἔβγαλε ἀπ’ τοῦ βραχίονος τὴν ρίζαν τὸ κοντάρι κι ἐσύρθη στοὺς συντρόφους του· κι
ἐκεῖνον ὁ Πολίτης αὐτάδελφός του ἀγκαλιαστὰ τὸν πῆρε τοῦ πολέμου ἀπὸ τὴν ἄχαρην βοὴν στὸ μέρος ὅπου
ἐμέναν πίσω ἀπ’ τὴν μάχην τὰ γοργὰ πουλάρια του ζεμένα στὴν τεχνικήν των ἅμαξαν καὶ τά ᾽χε ὁ κυβερνήτης.
Κεῖνα στὴν μάχην ἔφεραν τὸν ἄνδρα ποὺ ἐβογγοῦσε ἀπ’ τὴν αἱματοστάλακτην πληγὴν βασανισμένος. Κι οἱ
ἄλλοι μὲ ἀτελεύτητην ὁρμὴν ἐπολεμοῦσαν. Στὸν Ἀφαρήα χύνεται Καλητορίδην πρῶτος {{r|540}} ὁ Αἰνείας καὶ
μὲς στὸν λαιμὸν ἀντίκρυ τὸν λογχίζει. Δίπλα τοῦ γέρν’ ἡ κεφαλή, κράνος ὁμοῦ καὶ ἀσπίδα˙ πέφτουν, καὶ ὁ
ψυχοθεριστὴς ὁ θάνατος τὸν ζώνει. Ὁ Ἀντίλοχος τὸν Θόωνα τὸν τήρησε, ὡς ἐστράφη, καὶ ὁρμώντας τὸν
ἐκτύπησε καὶ τοῦ ᾽κοψε τὴν φλέβα· ποὺ ἄνω εἰς τὰ νῶτ’ ἀδιάκοπα πέρα ὡς τὸ ζνίχι τρέχει, τὴν ἔκοψ’ ὅλην·
ἔπεσε τ’ ἀνάσκελα στὸ χῶμα κεῖνος μ’ ἀγκάλες πεταχτὲς στοὺς ποθητοὺς συντρόφους. Ὁ Ἀντίλοχος τότ’
ὅρμησε καὶ τ’ ἄρματ’ ἀπ’ τοὺς ὤμους τοῦ ἔπαιρνε κι ἐπρόσεχε, καὶ κύκλωθέν του οἱ Τρῶες {{r|550}} τοῦ
κτύπαν τὴν εὐρύχωρην περίλαμπρην ἀσπίδα, ἀλλὰ μέσα δὲν δίνονταν τὸ τρυφερό του σῶμα κὰν ν’
ἀποσχίσουν, ὅτι ἐκεῖ τοῦ Νέστορος τὸν γόνον ὁ κοσμοσείστης ἔσωζεν, ὅσα καὶ ἂν πέφταν βέλη. ῞Οτι ποτὲ δὲν
τοῦ ᾽λειπαν ἐχθροὶ καὶ αὐτὸς σ’ ἐκείνους ἐστρέφετο, οὐδ’ ἀσάλευτο κρατοῦσε τὸ κοντάρι, ἀλλὰ τὸ ἐτίναζε
ἄπαυτα κι ἢ κάποιον ν’ ἀκοντίση μακρόθεν ἢ καὶ ἀπὸ σιμὰ νὰ ὁρμήση ἐμέτρα ὁ νοῦς του. Τὸν εἶδε, πῶς
σημάδευε στὸ πλῆθος, ὁ Ἀσιάδης Ἀδάμας καὶ τοῦ λόγχισε στὴν μέσην τὴν ἀσπίδα, {{r|560}} ἀλλὰ στὴν ἄκρην
νέκρωσεν ὁ μέγας κοσμοσείστης καὶ τὴν ζωὴν δὲν τοῦ ἄφησε νὰ πάρη τοῦ Ἀντιλόχου. Καὶ ὡσὰν παλούκι
φλογιστὸ μὲς στὴν ἀσπίδα ἐστάθη μέρος κοντάρι κι ἔμεινε τ’ ἄλλο μισὸ στὸ χῶμα. Καὶ στοὺς συντρόφους νὰ
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ν 88
σωθῆ τραβήχθη τότ’ ἐκεῖνος. Κατάποδα τ’ ἀκόντι του τοῦ ρίχν’ ὁ Μηριόνης κάτω ἀπ’ τ’ ἀφάλι, ὡς τὰ κρυφά,
στὸ μέρος ὅπου ἐξόχως θανατερὸς στοὺς ἄμοιρους θνητοὺς ὁ Ἄρης εἶναι. Αὐτοῦ τὴν λόγχην τοῦ ᾽μπηξε καὶ
αὐτὸς μὲ τὸ κοντάρι ἐσπαρταροῦσε ὡς σπαρταρᾶ τὸ βόδι ὁποὺ στὰ ὄρη {{r|570}} ἀφοῦ τὸ δέσαν στανικῶς
ἄνδρες τραβοῦν βουκόλοι· ὅμοια σπαρνοῦσε, ὄχι πολὺν καιρὸν ὁ κτυπημένος ὡσπού ᾽λθ’ ἐγγὺς καὶ ἀνέσπασε τ’
ἀκόντι ὁ Μηριόνης ἀπὸ τὸ σῶμα κι ἔκλεισε τὰ μάτια του μαυρίλα. ῾0 Ἕλενος τὸν μήνιγγα κτυπᾶ τοῦ Δηιπύρου
μὲ ξίφος μέγα θρακικό, τοῦ ξεπετᾶ τὸ κράνος, κι ἐκεῖνο μὲς στῶν μαχητῶν τὰ σκέλη ροβολάει, καὶ κάποιος ἀπ’
τοὺς Ἀχαιοὺς τὸ σήκωσε ἀπὸ χάμου· τοῦ Δηιπύρου ἐσκέπασε τὰ μάτια μαύρη νύκτα. Ὁ ἀνδράγαθος Μενέλαος
λυπήθη, καὶ τὸ δόρυ {{r|580}} τινάζοντας φοβεριστὰ στὸν ῞Ελενον ἐχύθη· καὶ ὁ ῞Ελενος τὰ κέρατα ἐτέντωσε
τοῦ τόξου καὶ πρόθυμοι ἀντικρίσθηκαν ὁ Ἀτρείδης ν’ ἀκοντίση μὲ λόγχην καὶ ὁ ῞Ελενος ἀπ’ τὴν χορδὴν τὸ
βέλος. Ὁ Πριαμίδης τοῦ ᾽ριξε στὰ στήθη, ἀλλ’ ἐτινάχθη μακρὰν ἀπὸ τὸν θώρακα τὸ πικροφόρο ἀκόντι. Καὶ ὡς
ἀπὸ φτυάρι διάπλατο, σ’ ἕνα μεγάλο ἀλώνι, τὰ μελαψὰ κουκιὰ σκιρτοῦν ἢ τὰ ρεβύθια πέρα, καθὼς ἀέρας τὰ
φυσᾶ καὶ ὁ λιχνιστὴς τὰ παίζει, {{r|590}} ὅμοια καὶ ἀπὸ τὸν θώρακα τοῦ ἐνδόξου Μενελάου πολὺ μακρὰν
τινάχθηκε τὸ φονικὸ κοντάρι. Καὶ ὁ δυνατὸς Μενέλαος στὸ χέρι αὐτὸ ποὺ ἐκράτει τὸ τόξο τὸν ἐλόγχισε καὶ
ἀντίκρυ αὐτοῦ στὸ τόξο τὸ χέρι τοῦ διαπέρασε ἡ λόγχη, κι ἐκρεμοῦσε τὸ χέρι κάτω κι ἔσερνε τὸ φράξινο
κοντάρι κι εἰς τοὺς συντρόφους νὰ σωθῆ αὐτὸς ἐσύρθη ὀπίσω· καὶ τό ᾽βγαλεν ὁ ψυχερὸς Ἀγήνωρ, καὶ τὸ χέρι
μὲ μάλλινην καλόστριφτην τοῦ ἐφάσκιωσε σφενδόνην ποὺ ὁ πολεμάρχος ἔλαβεν ἀπ’ τὸν ἀκόλουθόν του.
{{r|600}} Κι ἴσια πρὸς τὸν Μενέλαον ὁ Πείσανδρος ἐχύθη· μοίρα τὸν ἔφερνε κακὴ στὸ τέλος τοῦ θανάτου νὰ
πέση ἀπὸ τὸ χέρι σου, Μενέλαε, στὸν ἀγώνα. Καὶ ὀπόταν ἐπροχώρησαν κι εὑρέθησαν ἀντίκρυ, τοῦ Ἀτρείδ’ ἡ
λόγχη ἔγυρε ἀλλοῦ κι ἐκεῖνον δὲν ἐπῆρε καὶ τὴν πλατιὰν ὁ Πείσανδρος ἀσπίδα τοῦ Ἀτρείδη κτύπησε, ἀλλὰ δὲν
μπόρεσε νὰ ἔβγη πέρα ἡ λόγχη· ἡ ἀσπίδα τὴν σταμάτησε καὶ τὸ κοντάρι ἐκόπη. Καὶ αὐτὸς ἐχάρη μέσα του καὶ
νίκην ἐφαντάσθη. Μὲ τὸ ἀσημόκομπο σπαθὶ πέφτει σ’ αὐτὸν ὁ Ἀτρείδης· {{r|610}} καὶ κάτω ἀπ’ τὴν ἀσπίδα
του καλόχαλκην ἀξίνα μέσα εἰς στελιάρι ἐλάινο μακρὺ καὶ στιλβωμένο φούκτωσε ὁ Πείσανδρος καὶ ὁμοῦ νὰ
κτυπηθοῦν ὁρμοῦσαν. Στῆς κόρυθος τῆς φουντωτῆς τὸν κῶνον δίδει κτύπον ὁ Πείσανδρος, κι ἐπάνωθεν τὴς
μύτης ὁ Ἀτρείδης στὸ μέτωπο· κι ἐκρότησαν τὰ κόκαλα κι ἐπέσαν στὰ πόδια ἐμπρὸς τὰ μάτια του στὸ χῶμα
αἱματωμένα. Καὶ ὡς ἔπεσ’ ἔγινε κυρτός· τὸν πάτησε στὸ στῆθος κεῖνος, τοῦ ἐπῆρε τ’ ἄρματα κι ἐπάνω του
ἐκαυχήθη: «Νά, πῶς θ’ ἀφῆστε γρήγορα τῶν Δαναῶν τὰ πλοῖα, {{r|620}} ὦ Τρῶες ἀνομώτατοι, γιὰ φόνους
διψασμένοι. Ἄλλες δὲν φθάνουν ἐντροπές, τὸ ἀδίκημα εἰς ἐμένα ἐκάμετε, κακόσκυλα, χωρὶς τοῦ
ἀστραποφόρου Διὸς ξενίου τὸν θυμὸν ποσῶς νὰ στοχασθῆτε, ποὺ αὐτὸς τοὺς πύργους γρήγορα τῆς πόλης σας
θὰ ρίξη. Τὴν νυμφευτὴν γυναίκα μου, ποὺ σᾶς φιλοξενοῦσε, ἐπήρετε κι ἐφύγετε, καὶ τόσους θησαυρούς μου.
Καὶ τώρα πάλι μαίνεσθε τὰ ποντοπόρα πλοῖα νὰ κάψετε καὶ τὲς ζωἐς νὰ κόψτε τῶν ἡρώων. Ἀλλὰ θὰ πέσ’ ἡ
μάνητα τοῦ Ἄρη ποὺ σᾶς καίει. {{r|630}} Δία πατέρα, ἐνῶ θεῶν καὶ ἀνθρώπων εἰς τὴν γνῶσιν σὲ λέγουν
πρῶτον, ἀπὸ σὲ τοῦτα συμβαίνουν ὅλα· ἰδού, πῶς φίλος γίνεσαι πρὸς προπετεῖς ἀνθρώπους τοὺς Τρῶας, ποὺ
ἀνομώτατην τὴν γνώμην πάντοτ’ ἔχουν καὶ τοῦ πολέμου δὲν μποροῦν τὴν λύσσαν νὰ κορέσουν. Κόρον εἰς ὅλα
εὑρίσκομεν, στὸν ὕπνον, στὴν ἀγάπην, εἰς τὸν ἐξαίσιον χορὸν καὶ εἰς τὸ τερπνὸ τραγούδι, καὶ σ’ ὅλα ἐκεῖνα
εὐφραίνεται πλιότερα ἢ στὲς μάχες καθείς˙ ἀλλ’ εἶναι ἀχόρταγοι στὸν πόλεμον οἱ Τρῶες». Εἶπε, τοῦ ἐπῆρε τ’
ἄρματα τὰ αἱματοβαμμένα {{r|640}} τά ᾽δωκε τῶν συντρόφων του κι ἐβγῆκε στοὺς προμάχους ὁ ἀσύγκριτος
Μενέλαος· κεῖ πάνω του ἐπετάχθη τοῦ Πυλαιμένη βασιλιᾶ τὸ τέκνον, ὁ Ἁρπαλίων˙ στὸ πλάγι τοῦ γλυκοῦ
πατρὸς εἶχ’ ἔλθει στὴν Τρωάδα νὰ πολεμήση, οὐδ’ ἔγυρεν εἰς τὴν πατρίδα πλέον· μὲς στὴν ἀσπίδα ἐλόγχισεν
ἐκεῖνος τοῦ Ἀτρείδη ἐγγύθε, ἀλλὰ δὲν μπόρεσε νὰ ἔβγη πέρα ἡ λόγχη, καὶ στοὺς συντρόφους σύρθηκε νὰ σώση
τὴν ζωήν του παντοῦ κοιτώντας μὴ κανεὶς τὸ σῶμα του λαβώση. Καὶ ὡς φεύγει, βέλος χάλκινο τοῦ ρίχνει ὁ
Μηριόνης· {{r|650}} τὸν πιτυχαίνει στὸ δεξιὸ μερὶ καὶ ἀντίκρ’ ἡ λόγχη στὴν φούσκαν βγαίνει, ἀφοῦ περνᾶ στὸ
κόκαλο ἀποκάτω. Κάτω καθίζει, στῶν γλυκῶν συντρόφων τὲς ἀγκάλες ψυχομαχώντας καὶ στὴν γῆν ξαπλώθη
τεντωμένος ὡσὰν σκουλήκι κι ἔπινεν ἡ γῆ τὸ μαῦρον αἷμα. Οἱ Παφλαγόνες μαχηταὶ τὸν ἐπεριποιοῦντο στ’
ἁμάξι τὸν ἀνέβασαν καὶ στὴν ἁγίαν ῎Ιλιον τὸν φέραν κι ἔκλαιε μ’ αὐτοὺς κατόπιν ὁ πατέρας ἀλλὰ δὲν εἶχε
ξαγορὰν ὁ υἱός του πεθαμένος. Ὁ Πάρις σφόδρα ἐθύμωσε δι’ αὔτὸν τὸν σκοτωμένον· {{r|660}} ξένον τὸν εἶχε
ἀνάμεσα τῶν Παφλαγόνων φίλον· μὲ αὐτὸν τὸν πόνον ἔριξε τὸ χαλκοφόρο ἀκόντι. Εὐχήνωρ ἦταν κάποιος, υἱὸς
τοῦ Πολυΐδου τοῦ μάντη, πλούσιος κι εὐγενής, ἐγκάτοικος Κορίνθου· γνώστης τῆς μοίρας του κακῆς εἶχε ἀνεβῆ
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ν 89
στὸ πλοῖον. ῞Οτι ὁ Πολύιδος συχνὰ τοῦ εἶπε ὁ γηραλέος ὁποὺ στὸ σπίτι ἀπὸ κακὴν ἀρρώστιαν θὰ πεθάνη, ἢ στ’
ἄρμενα τῶν Ἀχαιῶν θὰ πέση ἀπὸ τοὺς Τρῶας· ὅθεν τὸ βαρὺ πρόστιμον τῶν Ἀχαιῶν νὰ λάβη ἀπόφευγε καὶ ἀπ’
τὴν σκληρὴν ἀρρώστιαν νὰ ὑποφέρη. {{r|670}} Κάτω ἀπ’ τ’ αὐτὶ τὸν κτύπησε καὶ ἀπ’ τὸ σιαγόνι ὁ Πάρις· τὰ
μέλη του ἄφησε ἡ ψυχὴ κι ἐπῆρε τον μαυρίλα. Κι ἔτσι ὡσὰν φλόγα μ’ ἄσβεστην ὁρμὴν ἐπολεμοῦσαν· γνῶσιν
δὲν εἶχε οὔτ’ εἴδησιν ἀκόμη ὁ θεῖος ῞Εκτωρ πὼς οἱ Ἀργεῖοι τὸν λαὸν ἐσύντριβαν στῶν πλοίων τ’ ἀριστερά, κι οἱ
Ἀχαιοὶ θὰ βγαῖναν νικηφόροι. Τέτοιος τοὺς ἔσπρωχνε θεὸς καὶ αὐτὸς ἐσυμμαχοῦσε ὁ γαιοφόρος Ποσειδῶν˙
ἀλλ’ ἔμεν’ ὅπου πρῶτα τὲς πυκνὲς τάξες ἔσπασε τῶν ἀσπιστῶν Ἀργείων κι ἔπειτα μέσα ἐπήδησε στὲς πύλες
καὶ στὸ τεῖχος. {{r|680}} Τὰ πλοῖα κεῖ τοῦ Αἴαντος καὶ τοῦ Πρωτεσιλάου ἦσαν συρμένα τῆς λευκῆς θαλάσσης
εἰς τὴν ἄκρην κι ἦταν τὸ τεῖχος χαμηλὸ πολὺ καὶ αὐτοῦ μὲ λύσσαν ἐξόχως ὅλ’ οἱ μαχηταὶ κι οἱ ἵπποι
ἀγωνιζόνταν. ῎Ιωνες μακροχίτωνες, Βοιωτοί, Λοκροὶ καὶ Φθίοι, καὶ λαμπροφόροι ᾽Επειοὶ τὸν ῞Εκτορα, ποὺ
ὁρμοῦσε πρὸς τὰ καράβια, ὡσὰν φωτιὰ μ’ ἀγώνα τοὺς κρατοῦσαν, ἀλλὰ καὶ δὲν κατόρθωναν μακράν τους νὰ
τὸν διώξουν. Ὁ Μενεσθεύς, τοῦ Πετεὼ υἱός, λυγάρι ὁδήγα ἀπὸ Ἀθηναίους καὶ μ’ αὐτὸν ὁ Φείδας καὶ ὁ Στιχίος
{{r|690}} ὁ Βίας ὁ ἀνδράγαθος· καὶ ὁ Μέγης Φυλεΐδης τῶν ᾽Επειῶν ἦτο ἀρχηγός, ὁ Ἀμφίων καὶ ὁ Δρακίος, κι
ἦσαν τῶν Φθίων ἀρχηγοὶ ὁ Μέδων καὶ ὁ Ποδάρκης. Καὶ ἄνομον ἦταν γέννημα ὁ Μέδων τοῦ ᾽Οϊλέως,
λωλάδελφος τοῦ Αἴαντος· μακρὰν εἰς τὴν Φυλάκην στὰ ξένα ἐζοῦσε ἀπ’ τὸν καιρὸν ποὺ ἐφόνευσ’ ἕν’ ἀδέλφι
τῆς μητρυιᾶς ᾽Εριώπιδος, ὁμόκλινης τοῦ ᾽Οϊλέως· καὶ ὁ Ποδάρκης ἦτο υἱὸς τοῦ Φυλακίδου ᾽Ιφίκλου. Μὲ τ’
ἄρματά τους τοῦτοι ἐμπρὸς τῶν ἀνδρειωμένων Φθίων μάχονται ὁμοῦ μὲ τοὺς Βοιωτοὺς νὰ σώσουν τὰ
καράβια. {{r|700}} Ὁ Αἴας πάλιν ὁ γοργός, ὁ Ὀϊλείδης ἀπ’ τὸν ἄλλον τὸν Τελαμώνιον Αἴαντα μακρὰν δὲν
κάμνει βῆμα· καὶ ὡς μαῦρα βόδια στὸν άγρὸν συγκολλητὸν ἀλέτρι μὲ μιὰ ψυχὴ τραβοῦν ὁμοῦ στὸ νέαμα κι
ἐπάνω τοὺς ἀναβρύζ’ ἵδρος πολὺς στὲς ρίζες τῶν κεράτων, καὶ μόν’ ὁ στιλβωτὸς ζυγὸς στὴν μέσην τοὺς
χωρίζει καθὼς νὰ σκίσουν προχωροῦν τ’ αὐλάκια πέρα πέρα· ὅμοια κι ἐκεῖνοι ἐμάχονταν πλάγι μὲ πλάγ’ οἱ
δύο˙ ἀλλ’ εἶχε ὁ Τελαμώνιος πολλοὺς σιμά του ἀνδρείους συντρόφους, κι ἔδιδε σ’ αὐτοὺς νὰ πάρουν τὴν
ἀσπίδα, {{r|710}} ὁπόταν κόπος κι ἵδρωτας τοῦ λύγιζαν τὸ γόνα. Οὐδ’ οἱ Λοκροὶ τὸν ψυχερὸν Ὀϊλείδη
ἀκολουθοῦσαν· διότ’ εἰς μάχην σταθερὰν δὲν τοὺς βαστοῦσε ἡ γνώμη· ὅτι οὐδὲ κράνη χάλκινα καὶ φουντωτὰ
φοροῦσαν, κόρυθες οὔτε κυκλωτὲς καὶ φράξινα κοντάρια, ἀλλὰ στὰ τόξα θαρρετοὶ καὶ στὸν καλοστριμμένον
φλόκον προβάτου, ἐκστράτευσαν στὴν ῎Ιλιον καὶ μ’ ἐκεῖνα πυκνὰ βαροῦσαν κι ἔσπαναν τὲς φάλαγγες τῶν
Τρώων. Ἔτσι μὲ τὰ λαμπρ’ ἄρματα τοῦ Αἴαντος τὰ πλήθη ἐμπρὸς στὸν θεῖον ῞Εκτορα κτυποῦσαν καὶ τοὺς
Τρῶας, {{r|720}} καὶ ὄπισθεν ρίχναν οἱ Λοκροὶ χωρὶς νὰ τοὺς νοήσουν, τόσο σφοδρὰ ποὺ ἐδείλιασαν ἀπὸ τὰ
βέλ’ οἱ Τρῶες. Καὶ τότε μ’ ἄσχημη φυγὴν μακρὰν ἀπ’ τὰ καράβια στὴν ὑψηλὴν ἀκρόπολιν θὰ ἐγύριζαν οἱ
Τρῶες. Ἀλλὰ στὸν ἄγριον ῞Εκτορα τότ’ εἶπ’ ὁ Πολυδάμας: «Ὦ ῞Εκτορ, εἶσαι δύσκολος ν’ ἀκούσης νουθεσίες·
ὅτι σοῦ ἔδωκε ὁ θεὸς τὰ ἔργα τοῦ πολέμου, γιὰ τοῦτο καὶ στὸ νόημα νὰ ἐξέχης ὅλων θέλεις· ἀλλ᾽ ὅμως δὲν θὰ
δυνηθῆς ὁμοῦ νὰ τά ᾽χης ὅλα· εἰς ἕναν ἔδωκε ὁ θεὸς τὰ ἔργα τοῦ πολέμου, {{r|730}} σ’ ἄλλον τραγούδι,
φόρμιγγα, καὶ τὸν χορὸν εἰς ἄλλον, σ’ ἄλλου τὰ στήθη θέτει νοῦν ὁ βροντητὴς Κρονίδης ὡραῖον, καὶ ἄνθρωποι
πολλοὶ κεῖθεν ὠφέλειαν ἔχουν, σώζει λαοὺς καὶ τὸ καλὸ τὸ αἰσθάνεται αὐτὸς πρῶτος. Ἀλλ’ ὅ,τι κρίν’ ὀρθότερον
ἐγὼ θὰ φανερώσω. Παντοῦ στεφάνι φλογερὸ σὲ ζώνει τοῦ πολέμου κι οἱ Τρῶες, σὰν κατέβηκαν τὸ τεῖχος, οἱ
γενναῖοι, ἀνάμερ’ ἄλλοι στέκονται μὲ τ’ ἄρματά τους, καὶ ἄλλοι μάχονται ὀλίγοι μὲ πολλοὺς ἐδῶ κι ἐκεῖ στὰ
πλοῖα. Πόδισε καὶ ὅλους κάλεσε ἐδῶ τοὺς πολεμάρχους {{r|740}} μὲ σκέψιν νὰ μετρήσωμεν τὰ πάντ’ ἀνίσως
πρέπει νὰ πέσωμεν εἰς τὰ γοργὰ καράβια μὲ τὸ θάρρος, νὰ δώση νίκην ὁ θεὸς κι ἄβλαπτοι ἀπὸ τὰ πλοῖα ὀπίσω
νὰ γυρίσωμεν, ὅτι φοβοῦμαι μήπως ἀντιλυγίσουν οἱ Ἀχαιοὶ τὴν χθεσινήν τους θραῦσιν. Ἄνδρας πολέμου
ἀχόρταγος ὀκνεῖ σιμὰ στὰ πλοῖα ποὺ δὲν θ’ ἀργήση, ἐγὼ θαρρῶ, νὰ πεταχθῆ στὴν μάχην». ῾0 ῎Εκτωρ ἦβρε
φρόνιμον ὅ,τ’ εἶπε ὁ Πολυδάμας. Καὶ ἀπὸ τ’ ἁμάξι ἐπήδησε στὴν γῆν μὲ τ’ ἄρματά του, κ ἐκεῖνον ἐπροσφώνησε
μὲ λόγια φτερωμένα: {{r|750}} «Σύ, Πολυδάμα, κράτει αὐτοῦ τοὺς πρώτους πολεμάρχους, κι ἐγὼ τὸν πόλεμον
ἐκεῖ πηγαίνω ν’ ἀπαντήσω κι ἐδῶ θὰ γύρω εὐθύς, ἀφοῦ τοὺς παραγγείλ’ ὡς πρέπει». Εἶπ᾽, ἐπετάχθη καὶ
ὅμοιαζε μὲ ὄρος χιονισμένο· σέρνει φωνὴν ἀνάμεσα τῶν βοηθῶν καὶ Τρώων. Καὶ στὴν φωνὴν τοῦ Ἕκτορος
αὐτοὶ ἐκινῆσαν ὅλοι σιμὰ στὸν Πολυδάμαντα, υἱὸν τοῦ Πάνθου ἀνδρεῖον. Καὶ ὁ Ἕκτωρ τὸν Δηίφοβον, τὸν
Ἕλενον ἀνδρεῖον τὸν Ἀσιάδη Ἀδάμαντα, τὸν Ἄσιον Ὑρτακίδην ζητοῦσ᾽, ἐγύριζε παντοῦ στὲς τάξες τῶν
προμάχων. {{r|760}} Ἀλλὰ δὲν ἦβρε ἀνόλεθρον ἢ ἀπλήγωτον κανέναν. Ἄλλοι ἐκείτονταν νεκροὶ στῶν
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ν 90
καραβιῶν τὸ πλάγι ὅπου ἀπ’ τὲς λόγχες τῶν ἐχθρῶν ἐχάσαν τὴν ζωήν τους, ἄλλοι τῆς Τροῖας ἔμεναν στὸν
πύργον λαβωμένοι. Κι ἦβρεν εὐθὺς στ’ ἀριστερὰ τῆς δακρυφόρας μάχης τὸν θεῖον Πάριν τῆς λαμπρῆς ῾Ελένης
τὸν συμβίον, στὴν μάχην τοὺς συντρόφους του νὰ σπρώχνη, νὰ ἐμψυχώνη˙ τὸν σίμωσε καὶ μὲ βαριὰ λαλιὰ τὸν
ὀνειδίζει: «Δύσπαρι, ἐξαίσιε στὴν εἰδή, γυνομανὴ καὶ πλάνε, τί σοῦ ἔγιν’ ὁ Δηίφοβος, ὁ Ἕλενος, ὁ Ἀσιάδης
{{r|770}} Ἀδάμας, ὁ Ὀθρυονεύς, ὁ Ἄσιος Ὑρτακίδης; Τώρ’ ἀπ’ τὴν ἄκρην ροβολοῦν οἱ πύργοι τῆς Ἰλίου, τώρα
καὶ σέν’ ἀφεύγατος ἀφανισμὸς θενά ᾽βρη». Τοῦ ἀπάντησε ὁ θεόμορφος Ἀλέξανδρος καὶ τοῦ ’πε: «Ἕκτορ τὸν
ἀκατάκριτον νὰ κατακρίνης θέλεις, ἄλλες φορὲς ἴσως ὀκνὰ στὸν πόλεμον κινοῦμαι· ἀλλ’ ἐμὲ τόσον ἄνανδρον
δὲν γέννησε ἡ μητέρα· ὅτι ἀπ’ τὴν ὥραν π’ ἄναψες τὴν μάχην πρὸς τὰ πλοῖα τοὺς Δαναοὺς ἀσάλευτοι κι ἐμεῖς
ἐδῶ κτυποῦμε, καὶ οἱ σύντροφοί μας ποὺ ζητᾶς, ἐκεῖνοι ἐφονευθῆκαν· {{r|780}} ὁ Ἕλενος καὶ ὁ Δηίφοβος
ἐδῶθ’ ἐφύγαν μόνοι καὶ οἱ δυὸ μὲ λόγχες μακριὲς στὸ χέρι λαβωμένοι· ἐκείνους ἔσωσεν ὁ Ζεύς· καὶ τώρα
ὁδήγησέ μας, κατόπιν τρέχουμε κι ἐμεῖς ὅπου ἀγαπᾶς, καὶ ἀνδρείας, θαρρῶ, δὲν θά ᾽βρης ἔλλειψιν, ὅσ’ εἶναι ἡ
δύναμίς μας, Καὶ πέρ’ ἀπ’ ὅ,τι τὸν βαστᾶ, κανείς, ἂν καὶ γενναῖος, δὲν ἠμπορεῖ νὰ πολεμῆ. » Οἱ λόγοι τοῦ
Ἀλεξάνδρου ἐμάλαξαν τὸν Ἕκτορα, καὶ ὅπου βροντοῦσε ἡ μάχη σφοδροτέρα, ἐπετάχθηκαν νὰ σμίξουν τοὺς
ἀνδρείους Κεβριόνην, Πολυδάμαντα, Φάλκην, Ὀρθαῖον, Πάλμιν, {{r|790}} καὶ Πολυφοίτην τὸν λαμπρόν, καὶ
Ἀσκάνιον καὶ Μόρυν, υἱὸν τοῦ Ἱπποτίωνος, ποὺ τ’ ἄλλο χαραμέρι ἀπὸ τὴν μεγαλόστηλην ἐφθάσαν Ἀσκανίαν
στὸν τόπον ἄλλων· τώρ’ αὐτοὺς στὴν μάχην σπρώχν’ ὁ Δίας. Καὶ ὁμοιάζαν, καθὼς πήγαιναν κακῶν ἀνέμων
ζάλην, ποὺ τοῦ Διὸς ἀπ’ τὴν βροντὴν ψηλάθε ροβολάει, καὶ μὲ βοητὸν ἀμείλικτον τὸ πέλαγο ἀνταμώνει·
κοχλάζουν κύματα πολλὰ τῆς φλοισβερᾶς θαλάσσης, κυρτά, μὲ κάτασπρες κορφές, ἄλλα κατόπι σ’ ἄλλα˙
ὅμοια κι οἱ Τρῶες συσφικτοί, σ’ ἄλλους κατόπιν ἄλλοι, {{r|800}} τοὺς ἀρχηγούς, ἀστραφτεροὶ στὰ ὅπλ’
ἀκολουθοῦσαν. Ὁ Ἕκτωρ προπορεύετο σὰν ἀνδροφόνος Ἄρης, καὶ τὴν λαμπρὴν ὁλόισην ἀσπίδα ἐμπρός του
ἐκράτει μὲ δίπλες τόμαρα πολλὲς καὶ χάλκωμα δεμένην. Καὶ κράνος στείονταν λαμπρὸ στὴν κεφαλήν του
ἐπάνω. Καὶ γύρω ἐκεῖ στὲς φάλαγγες βαδίζει σκεπασμένος μὲ τὴν ἀσπίδα, ἴσως ἐμπρὸς στὸ πάτημά του
κλίνουν. Ἀλλὰ δὲν τάραζε ποσῶς τῶν Ἀχαιῶν τὰ στήθη. Καὶ ὁ Αἴας τὸν προκάλεσε, μακροπατώντας, πρῶτος:
«Ὦ φοβερέ, πλησίασε· ἐκεῖθε θὰ δειλιάσης {{r|810}} τοὺς Ἀχαιούς; Δὲν εἴμασθεν ἀμάθητοι πολέμου· ἀλλὰ
μαστίγι τοῦ Διὸς κακὸ μᾶς ἔχει πλήξει. Καὶ ἂν στὴν ψυχήν σου ἐθάρρεψες νὰ κάψης τὰ καράβια, κι ἐμᾶς νὰ
τὰ φυλάξουμε τὰ χέρια δῶ δὲν λείπουν. Ἀλλ’ εὐκολώτερα πολὺ θὰ πέση ἀφανισμένη ἀπὸ τοῦτα τὰ χέρια μας ἡ
ξακουστή σας πόλις. Καὶ σένα λέγω τώρα ἐγώ, πὼς δὲν θ’ ἀργήσ’ ἡ ὥρα νὰ φεύγης καὶ νὰ δέεσαι στοὺς
ἀθανάτους ὅλους, νὰ δώσουν γερακιοῦ φτερὰ στὰ εὔμορφ’ ἄλογά σου, ποὺ τὴν πεδιάδα σχίζοντας στὴν πόλιν
θὰ σὲ φέρουν». {{r|820}} Καὶ ἅμ’ εἶπε τοῦτα ἐπέταξεν ἀετὸς στὰ δεξιά του καὶ στὸ σημάδι θαρρετὰ τῶν
Ἀχαιῶν τὰ πλήθη ἀλάλαξαν· καὶ ἀπάντησε σ’ αὐτὸν ὁ μέγας Ἕκτωρ: «Ἀνόητ’ Αἴα, βούβαλε, ποιόν λόγον εἶπες
τώρα; Ὅμοια κι ἐγὼ νά ’μουν υἱὸς τοῦ αἰγιδοφόρου Δία, ἀθάνατος ἀπ’ τὴν σεπτὴν τὴν Ἥραν γεννημένος. Καὶ
νὰ τιμῶμαι, ὡς ἡ Ἀθηνᾶ δοξάζεται καὶ ὁ Φοῖβος, καθὼς κακὸ στοὺς Ἀχαιοὺς τωόντι θὰ φέρ’ ἡ μέρα σ’ ὅλους
καὶ σὺ θὰ φονευθῆς, ἂν νὰ δεχθῆς τολμήσης τὸ μακριὸ κοντάρι μου, ποὺ τὰ λευκά σου μέλη {{r|830}} θὰ
σχίση, καὶ νεκρὸς αὐτοῦ στὰ πλοῖα θὰ χορτάσης τῶν Τρώων μὲ τὸ πάχος σου τὰ ὄρνεα καὶ τοὺς σκύλους».
Εἶπε καὶ προπορεύτηκε καὶ τὸν ἀκολουθοῦσαν μὲ ἀλαλαγμὸν ἀμίλητον τὰ πλήθη, καὶ ἀλαλάζουν κι οἱ Ἀχαιοὶ
κι ἐδέχοντο τοὺς πολεμάρχους Τρῶας ἀδείλιαστοι στὴν θέσιν τους· ὁ ἀχὸς καὶ ἀπ’ τὰ δυὸ μέρη ὡς τοῦ Διὸς
ἀνέβαινε τὸν φωτεινὸν αἰθέρα.
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ξ 91
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ξ
←Ραψωδία ν Ιλιάδα Ραψωδία ο→
Συγγραφέας: Όμηρος
Μεταφραστής: Ιάκωβος
Πολυλάς
Ραψωδία ξ
<poem> Τὴν χλαλοὴν αὔτιασ’ εὐθύς, ἂν κι ἔπινεν, ὁ Νέστωρ, κι εἶπε μὲ λόγια φτερωτὰ πρὸς τὸν Ἀσκληπιάδην:
«Θεῖε Μαχάον, νόησε ποὺ αὐτὰ θ’ ἀποτελέσουν· τῶν ἀνδρειωμένων ἡ βοὴ πληθαίνει ἐκεῖ στὰ πλοῖα. Ἀλλὰ σὺ
μεῖνε, φλογερὸ κρασὶ κάθου καὶ πίνε, ὡς νὰ θερμάννη τὰ λουτρὰ ἡ εὔμορφη ῾Εκαμήδη ἀπ’ τὰ πηγμένα αἵματα
νὰ λούση τὸ κορμί σου. Κι ἐγὼ θὰ ἔβγω, ἀπὸ ψηλὰ νὰ μάθ’ ὅ,τι συμβαίνει». Εἶπε καὶ τὴν περίλαμπρην
ἐφόρεσεν ἀσπίδα, ποὺ εἶχε ἀφήσει στὴν σκηνὴν ὁ ἀνδρεῖος Θρασυμήδης, {{r|10}} υἱός του, κι εἶχε πάρει αὐτὸς
ἐκείνην τοῦ πατρός του· πῆρε κοντάρι δυνατὸ μ’ ἀκονισμένην λόγχην, κι ἔξωθ’ ἐστάθη τῆς σκηνῆς καὶ ἄχαρον
εἶδεν ἔργον, τοὺς Ἀχαιοὺς εἰς ταραχον, τοὺς ἀποτόλμους Τρῶας ὀπίσω νὰ τοὺς κυνηγοῦν, ρέπια τὸ τεῖχος ὅλο.
Καὶ ὅπως μεγάλο πέλαγος μακρολογᾶ μὲ κύμα βουβὸ καὶ νιώθει τὴν ὁρμὴν ἐγγὺς σφοδρῶν ἀνέμων καὶ μήτ’
ἐδῶ τὰ κύματα καὶ μήτ’ ἐκεῖ σαλεύει, πρὶν ἄνεμος ξεχωριστὸς ὁρμήση ἀπὸ τὸν Δία· ὅμοια τοῦ γέρου καὶ ἡ
ψυχὴ χωρίζονταν εἰς δύο, {{r|20}} τῶν ἀνδρειωμένων Δαναῶν τὰ πλήθη ἂν θ’ ἀνταμώση, ἢ τὸν ποιμένα τῶν
λαῶν νὰ ἔβρη τὸν Ἀτρείδην; Κι ἔκρινε συμφερώτερον νὰ ἔβρη τὸν Ἀτρείδην. Κι ἐκεῖνοι ὡστόσο ἐμάχονταν κι
ἐσφάζονταν μὲ λύσσαν, κι ἐβρόντ’ ὁ ἀσύντριφτος χαλκὸς στὸ σῶμα τους ἐπάνω καθὼς μὲ ξίφη καὶ μακριὰ
κοντάρι’ ἀντικτυπιοῦνταν. Καὶ ἀπάντησαν τὸν Νέστορα οἱ βασιλεῖς οἱ θεῖοι ὁ Διομήδης, ὁ Ὀδυσσεὺς καὶ ὁ
μέγας Ἀγαμέμνων, ὡς ἀπ’ τὰ πλοῖα ἀνέβαιναν, ὅσ’ ἦσαν πληγωμένοι. Ὅτ’ ἦσαν τὰ καράβια τους, πολὺ μακρὰν
τῆς μάχης, {{r|30}} στὸν ἄμμον, ὅτι στὴν στεριὰ κεῖνα ἐσυρθῆκαν πρῶτα, καὶ πρὸς τὲς πρύμνες κολλητὰ εἶχε
κτισθῆ τὸ τεῖχος. Τὶ τ’ ἀκρογιάλι, ἂν καὶ πλατύ, δὲν ἔπαιρνε τὰ πλοῖα καὶ νὰ μὴ στενοχωρηθοῦν τὰ πλήθη, τά
᾽χαν βάλει σειρὲς σειρὲς κλιμακωτὰ καὶ τὸ παραθαλάσσιο μεγάλο στόμα ἐγέμισεν ἀπὸ μιὰν ἄκρην σ’ ἄλλην.
Μαζὶ κατέβαιναν νὰ ἰδοῦν τὴν μάχην στηριγμένοι ἐπάνω στὰ κοντάρια τους, κατάκαρδα θλιμμένοι, ὅταν κεῖ
τοὺς ἀπάντησεν ὁ γέρος ὁ Νηλείδης κι ἔφερεν ἄλλην ταραχὴν στὰ βάθη τῆς ψυχῆς των. {{r|40}} Κι ἐκεῖνον
ἐπροσφώνησεν ὁ βασιλεὺς Ἀτρείδης: «Νηλείδη Νέστορ, καύχημα τῶν Ἀχαιῶν καὶ δόξα, τί ἄφησες τὸν πόλεμον
τὸν ἀνδροφόνον κι ἦλθες; Ὁ Ἕκτωρ ὁ ἀκράτητος φοβοῦμαι μὴ τελειώση κεῖνο ποὺ μᾶς φοβέρισε στὴν σύνοδον
τῶν Τρώων, πὼς ἀπὸ τὰ καράβια μας στὴν Ἴλιον δὲν θὰ γύρη, πρὶν νὰ τὰ κάψη καὶ ὅλους μας αὐτοῦ νὰ
σφάξη ἐπάνω. Κεῖνος αὐτά ᾽λεγε καὶ ἰδοὺ τώρα τὰ βλέπουμ’ ὅλα. Τὸ βλέπ’ ὀιμένα, καθαρά, χολὴν σ’ ἐμένα
τρέφουν μέσα τους ὅλ’ οἱ Ἀχαιοί, καὶ ὄχι ὁ Πηλείδης μόνος, {{r|50}} καὶ θέλουν καὶ δὲν μάχονται νὰ σώσουν
τὰ καράβια». Καὶ ὁ Νέστωρ τοῦ ἀποκρίθηκε: «Ναί, τοῦτα ἐτελειωθῆκαν τωόντι ἐμπρὸς στὰ μάτια μας, καὶ ὁ
βροντοφόρος Δίας, ὁ ἴδϊος μεταβολὴν δὲν δύναται νὰ φέρη Ἤδη τὸ τεῖχος ἔπεσε, ποὺ ἀσύντριφτη νὰ εἶναι
προφυλακὴ θαρρούσαμε σ’ ἐμᾶς καὶ στὰ καράβια. Καὶ ἄσπονδην μάχην ἄπαυτην ἔχουν αὐτοὶ στὰ πλοῖα, ποὺ
μάτι καὶ προσεχτικὸ δὲν ξεχωρίζει πλέον ἀπὸ ποιὸ μέρος οἱ Ἀχαιοὶ στὸν τάραχον κλονοῦνται· τόσο σμικρὰ
φονεύονται καὶ ὁ πόλεμος βροντάει. {{r|60}} Ἀλλὰ τί πρέπει νὰ γινῆ τώρ’ ἂς σκεφθοῦμε, ἂν κάτι θὰ πράξη ὁ
νοῦς˙ ἀλλὰ καλὸ νὰ ἐμποῦμ’ ἐμεῖς στὴν μάχην δὲν κρίνω, ὅτι γιὰ πόλεμον δὲν εἶναι ὁ λαβωμένος». Σ’ αὐτὸν ὁ
ἄρχος τῶν ἀνδρῶν ἀπάντησ’ ὁ Ἀτρείδης: «Ὦ Νέστορ, ἀφοῦ πολεμοῦν ἐκεῖνοι πρὸς τὰ πλοῖα καὶ ἀνώφελα τὸν
χάντακα μὲ μόχθον καὶ τὸ τεῖχος ἐσήκωσαν οἱ Δαναοί, κι ἐθάρρευαν νὰ τά ’χουν προφυλακὴν ἀσύντριφτην γι’
αὐτοὺς καὶ γιὰ τὰ πλοῖα, ἄρεσε τοῦτ᾽, ὡς φαίνεται, τοῦ φοβεροῦ Κρονίδη, ὅλ’ οἱ Ἀχαιοὶ δῶ θὰ σβησθοῦν
μακρὰν ἀπ’ τὴν πατρίδα. {{r|70}} Ἐγνώρισα, ὅταν ἴλεως τοὺς Δαναοὺς βοηθοῦσε, τὸν βλέπω τώρα, ὡσὰν
θεοὺς τοὺς Τρῶας νὰ λαμπρύνη· καὶ νά ᾽χη ἐμᾶς τὰ χέρια καὶ τὴν ἀνδρειὰ δεμένα. Κι ἐλᾶτε τώρα, ὅ,τι θὰ εἰπῶ
νὰ τὸ δεχθοῦμεν ὅλοι. Στὴν ἄμμον ὅσα εὑρίσκονται πρῶτα συρμένα πλοῖα, εἰς τὴν ἁγίαν θάλασσαν νὰ τὰ
κυλίσουμ’ ὅλα, νὰ μείνουν μὲ τὲς ἄγκυρες ὡς νά ’λθ’ ἡ νύκτα ἡ θεία, ἂν παύσουν ἀπ’ τὸν πόλεμον καὶ μὲς στὴν
νύκτα οἱ Τρῶες. Κατόπιν θὰ κυλίσουμε καὶ τ’ ἄλλα· ὅτι νὰ φύγης καὶ νύκτ’ ἀπὸ τὸν κίνδυνον κατάκρισιν δὲν
φέρει. {{r|80}} Φρόνιμος εἶναι ὅποιος μπορεῖ νὰ φύγη πρὶν τὸν πιάσουν». Μ’ ἄγριο βλέμμα ὁ πολύβουλος τοῦ
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ξ 92
ἀπάντησε Ὀδυσσέας: «Ἀτρείδη, ἀπὸ τὰ χείλη σου ποῖος ἐβγῆκε λόγος; Ἀθλιε, σ’ ἄλλον ἄτιμον στρατὸν σοῦ
’πρεπε νά ’σαι ὁ ἀρχηγός, ὄχι σ’ ἐμᾶς, ποὺ ὁ Ζεὺς ἀπὸ τὰ νιάτα ὡς εἰς τὸ γῆρας ἔδωκε μ’ ἀνδρειὰ ν’
ἀγωνισθοῦμε ὡς εἰς τὴν ὕστερην πνοὴν τρομακτικοὺς πολέμους. Τὴν πόλιν τὴν πλατύδρομην τῶν Τρώων θὲ ν’
ἀφήσης, ποὺ ἐξ ἀφορμῆς της φοβεροὺς ἐκάμαμεν ἀγῶνες; Σίγα, μὴ καὶ ἄλλος Ἀχαιὸς ἀκούση αὐτὸν τὸν λόγον,
{{r|90}} ποὺ ἄνθρωπος δὲ θά ᾽βγανε ποτέ του ἀπὸ τὰ χείλη, ὁποὺ νὰ ἔχη νοῦν ὀρθὸν καὶ μέτρον σ’ ὅ,τι λέγει
καὶ σκηπτροφόρος μάλιστα, ποὺ νά ᾽χ’ ὑποταγμένους τόσους λαούς, ὅσους καὶ σὺ δεσπόζεις τώρ’ Ἀργείους·
καὶ τώρ’ ἀπ’ ὅ,τι ἐπρόφερες τὸν νοῦν σοῦ κατακρίνω, πού, ἐνῶ κρατεῖ ὁ πόλεμος, μᾶς λέγεις τὰ καράβια στὴν
θάλασσαν νὰ σύρουμε, γιὰ νά ᾽λθουν εἰς τοὺς Τρῶας, τὰ πράγματα, ὡς τὰ εὔχονται, ἂν καὶ νικοῦν ἀράδα, κι
ἐμᾶς νὰ πάρη ἀφανισμός· ὅτ’ οἱ Ἀχαιοὶ τὴν μάχην δὲν θὰ κρατήσουν, ἅμα ἰδοῦν νὰ σύρωνται τὰ πλοῖα,
{{r|100}} ἀλλὰ τὰ μάτια γύρωθεν θὰ στρέφουν δειλιασμένοι· καὶ ἰδοὺ πῶς βλάβην, ἀρχηγέ, θὰ φέρ’ ἡ
συμβουλή σου». Καὶ πρὸς αὐτὸν ἀπάντησεν ὁ μέγας Ἀγαμέμνων: «Μὲ ὀνειδισμὸν μ’ ἐπλήγωσες πικρὸν εἰς τὴν
ψυχήν μου, Λαερτιάδη, ἀλλ῾ ἐγὼ δὲν εἶπ᾽, ἂν δὲν τὸ θέλουν, οἱ Ἀχαιοί, στὴν θάλασσαν νὰ σύρουν τὰ καράβια.
Καὶ τώρ’ ἂς ἔβγη ἄλλος κανείς, ἢ γέροντας ἢ νέος, γνώμην νὰ εἰπῆ καλύτερην καὶ θὰ μ’ εὐχαριστήση». «Χωρὶς
νὰ τὸν ζητῆτε ἀλλοῦ », τότε ὁ Τυδείδης εἶπε, «κοντά σας εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ἐὰν στέργετε τὴν γνώμην {{r|110}}
ν’ ἀκούσετε καὶ ἂν δὲν γεννᾶ σ’ ἐσᾶς χολὴν καὶ πεῖσμα, ποὺ ἀπ’ ὅλους σας νεώτατος στὴν ἡλικίαν εἶμαι. Ἀλλ’
εἶχα ἔνδοξον κι ἐγὼ πατέρα, τὸν Τυδέα, ποὺ τώρα χῶμα σηκωτὸ στὲς Θῆβες τὸν σκεπάζει. Ὅτι ὁ Πορθεὺς
ἀσύγκριτα γέννησε ἀγόρια τρία, στὴν Καλυδώνα τὴν ψηλὴν καὶ στὴν Πλευρώνα ἐζοῦσαν, Ἄγριος, Μέλας καὶ
Οἰνεύς, πατέρας τοῦ πατρός μου, ἱππόδαμος, ποὺ στὴν ἀνδρειὰ τοὺς ἀδελφοὺς περνοῦσε. Καὶ τοῦτος ἔμεινεν
αὐτοῦ, καὶ στ’ Ἄργος ὁ γονιός μου ἐστάθη, ἀφοῦ παράδειρεν, ὡς ἤθελεν ὁ Δίας. {{r|120}} Τοῦ Ἀδράστου
γαμβρὸς ἔγινε καὶ σπίτι ἐκατοικοῦσε γεμάτο βιό, κι εἶχε πολλὰ χωράφια σιτοφόρα μὲ πολλὰ δένδρα ὁλόγυρα,
καὶ πρόβατα εἶχε πλῆθος κι ἦταν ἀπὸ τοὺς Ἀχαιοὺς εἰς τὸ κοντάρι ὁ πρῶτος. Καὶ τοῦτ᾽, ἂν εἶναι ἀληθινὰ θενὰ
τ’ ἀκούσετ’ ὅλοι. Καὶ ἀφοῦ ἀχρεῖος καὶ ἄνανδρος δὲν εἶμαι γεννημένος, δὲν πρέπει ν’ ἀψηφήσετε τὸν λόγον
μου, ἂν ἀξίζη. Ἄς πᾶμ’ ἐμεῖς στὸν πόλεμον μὲ ὅλες τὲς πληγές μας· τὸ θέλ’ ἡ ἀνάγκη, ἀλλὰ μακρὰν θὰ μένωμ’
ἀπ’ τὰ βέλη μὴ πάρη κάποιος ἀπὸ μᾶς πληγὴν εἰς τὴν πληγήν του. {{r|130}} Τοὺς ἄλλους θὰ κινήσουμεν ἐμεῖς
αὐτοὺς ποὺ ὡς τώρα στέκονται νὰ ξαραθυμοῦν μακρὰν ἀπὸ τὴν μάχην». Σ’ ὅλους ὁ λόγος ἄρεσε κι εὐθὺς
ἐξεκινῆσαν κι ἐκείνων προπορεύονταν ὁ βασιλεὺς Ἀτρείδης. Ἀπὸ μακρὰν τοὺς νόησεν ὁ μέγας κοσμοσείστης·
κατόπι ἐπῆγε μὲ μορφὴν ἀνθρώπου γηραλέου, τὸ δεξὶ χέρι ἔπιασε τοῦ Ἀτρείδη βασιλέως κι ἐκεῖνον
ἐπροσφώνησεν: «Ἀτρείδη, ἀλήθεια τώρα στὴν διεστραμμένην του ψυχὴν εὐφραίνεται ὁ Πηλείδης τῶν Ἀχαιῶν
τὸ σφάξιμο καὶ τὴν φυγὴν νὰ βλέπη, {{r|140}} ὅτι δὲν ἔχει νοῦν ποσῶς,’ ἀλλ’ ὅπως εἶναι ἂς πέση στὸν ὄλεθρον
κι ἕνας θεὸς νὰ τὸν ἐξουθενώση˙ καὶ σένα οἱ μάκαρες θεοὶ δὲν σὲ μισοῦν καὶ τόσο, καὶ γρήγορα, θαρρῶ, θὰ
ἰδῆς τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν Τρώων σκόνην πολλὴν εἰς τὴν πλατιὰ πεδιάδα νὰ σηκώνουν ἀπ’ τὰ καράβια
φεύγοντας στὴν πόλιν νὰ προφθάσουν». Εἶπε κι ἐκραύγασε σφοδρῶς κι ἐχύθη στὴν πεδιάδα. Καὶ ὅσην ὁμοῦ
σέρνουν βοὴν δέκα χιλιάδες ἄνδρες ὁπόταν πέφτουν μανικὰ στὴν ἔριδα τοῦ Ἄρη, τόσην ἀπὸ τὰ στήθη του
φωνὴν ὁ κοσμοσείστης {{r|150}} ἔσυρε καὶ στοὺς Ἀχαιοὺς πολλὴν ἀνάφτει ἀνδρείαν νὰ πολεμοῦν, νὰ
μάχωνται καὶ παῦσιν νὰ μὴ θέλουν. Καὶ ἀπὸ τοῦ ᾽Ολύμπου κορυφὴν τότε ἡ χρυσόθρον’ Ἥρα ὡς ἔστεκε κι
ἐκοίταζε, καὶ τὸν αὐτάδελφόν της εἶδεν ὁμοῦ καὶ ἀνδράδελφον, μὲ ἀγώνα νὰ κινῆται στὸν πόλεμον ἐχάρηκε· κι
ἐξάνοιξε τὸν Δία στὴν ῎Ιδην τὴν πολύβρυσην, στὴν ἄκρην κορυφήν της, καθήμενον καὶ μισητὸς ἐγίνη στὴν
ψυχήν της. Κι ἐσκέφθη ἡ μεγαλόφθαλμη θεὰ πῶς θὰ ἠμποροῦσε νὰ ξεπλανέψη αὐτὴ τὸν νοῦν τοῦ αἰγιδοφόρου
Δία. {{r|160}} Καὶ τοῦτο συμφερώτερον ἐφάνη στὴν ψυχήν της, ἀφοῦ ὡραῖα στολισθῆ νὰ κατεβῆ στὴν ῎Ιδην
ἴσως αὐτὸς στὸ πλάγι της νὰ πέση ἐπιθυμήση, κι ὕπνον κατόπιν ἄβλαβον καὶ μαλακὸν ν’ ἁπλώση, σ’ ἐκείνου
τὰ ματόφυλλα καὶ στῆς καρδιᾶς τὰ βάθη· κι ἐπῆγεν εἰς τὸν θάλαμον ποὺ ὁ ποθητὸς υἱός της τεχνούργησεν ὁ
῞Ηφαιστος μὲ τὰ θυρόφυλλά του λαμπρὰ καὶ κλείδ’ ἀγνώριστη σ’ ἄλλον θεὸν τοῦ Ὀλύμπου· καὶ μέσα ἐμπῆκε
κι ἔκλεισε τὴν στιλβωμένην θύραν καὶ πρῶτα ὅλο τὸ σῶμα της τὸ χαριτοπλασμένο {{r|170}} μὲ ἀμβροσίαν
εὔμορφα καθάρισε καὶ ἀλείφθη λάδι ἄφθαρτο γλυκότατο μὲ μύρα εὐωδιασμένο· μόλις ἐκεῖνο ἀναδευθῆ στὰ
δώματα τοῦ ᾽Ολύμπου γῆ καὶ οὐρανὸς μοσχοβολοῦν ἀπ’ τὴν γλυκιὰ πνοή του˙ τ’ ὡραῖο σῶμα ὡς ἄλειψε κι
ἐκτένισε τὴν κόμην ἔπλεξε μὲ τὰ χέρια της τὲς ἄφθαρτες πλεξίδες, ποὺ ἀπὸ τὴν θείαν κεφαλὴν λαμπρὲς
ἐκυματίζαν. Κι ἐνδύθη ἀμβρόσιο φόρεμα, ὁποὺ τῆς εἶχε κάμει ἡ Ἀθηνᾶ μὲ πάμπολλες εἰκόνες πλουμισμένο˙
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ξ 93
καὶ τό ᾽χε κλείσει μὲ χρυσὲς περόνες πρὸς τὸ στῆθος. {{r|180}} Κι ἐζώσθη ζώνην ποὺ ἑκατὸν εἶχε τριγύρω
κρόσσες καὶ σκουλαρίκια πέρασε στὲς τρύπες τῶν αὐτιῶν της τριόφθαλμα, πολύτεχνα, ποὺ ἀστράφταν ὅλα
χάρη. Κι ἐφόρεσε ἡ σεπτὴ θεὰ τῆς κεφαλῆς μαντίλα, ὡραίαν, ὁλοκαίνουργην, πού ᾽χε τοῦ ἡλιοῦ τὴν λάμψιν,
καὶ σάνδαλα προσέδεσε στὰ πόδια της ὡραῖα, Καὶ ἀφοῦ ὅλη ἐστολίσθηκεν, ἀπὸ τὸν θάλαμόν της ἐβγῆκ’ εὐθὺς
κι ἐκάλεσε σιμὰ τὴν Ἀφροδίτην ἀνάμερ’ ἀπὸ τοὺς θεοὺς τοὺς ἄλλους καὶ τῆς εἶπε: «Θὰ στέρξης ἄρα ὅ,τι θὰ
εἰπῶ, παιδί μου, νὰ μοῦ κάμης; {{r|190}} ῍Η τάχα θὰ μοῦ τ’ ἀρνηθῆς καθὼς χολὴν μοῦ τρέφεις ἐπειδὴ ἐγὼ
τοὺς Δαναοὺς βοηθῶ καὶ σὺ τοὺς Τρῶας». Σ’ αὐτὴν ἡ κόρη τοῦ Διὸς ἀπάντησε Ἀφροδίτη: «῏Ω Ἥρα, σεβαστὴ
θεά, τοῦ ὑψίστου Κρόνου κόρη· ὅ,τι ποθεῖς λέγε μου εὐθὺς καὶ νὰ τὸ κάμω θέλω ἂν πράγμα εἶναι νὰ γίνεται
καὶ νὰ ἠμπορῶ νὰ πράξω». Με δόλον τῆς ἀπάντησεν ἡ Ἥρα ἡ σεβασμία: «Τὴν χάριν καὶ τὸν ἔρωτα σ’ ἐμὲ
ζητῶ νὰ δώσης, ὁποὺ ἀθανάτους καὶ θνητοὺς μ’ αὐτὰ δαμάζεις ὅλους. Θὰ πάω στὰ πέρατα τῆς γῆς νὰ ἐβρῶ
τῶν θεῶν ὅλων {{r|200}} τὸν γεννητὴν ᾽Ωκεανὸν καὶ τὴν Τηθὺν μητέρα, ὁποὺ μὲ γλυκανάστησαν στὰ σπίτια
τους, ποὺ ἡ Ρέα στὴν ἀγκαλιά τους μ’ ἔβαλεν, ὅταν ὁ Ζεὺς τὸν Κρόνον κάτω ἀπ’ τὴν γῆν ἐβύθισε καὶ κάτω ἀπ’
τὰ πελάγη. Πηγαίνω ἐκεῖ τὲς ἄλυτες νὰ λύσω διαφορές τους· ὅτι πολὺν τώρα καιρόν, ὡς εἶναι χολωμένοι, δὲν
θέλουν νὰ συγκοιμηθοῦν στὴν νυμφικήν τους κλίνην· κι ἐὰν μὲ λόγια μαλακὰ μαλάξουν τὴν καρδιά τους ν’
ἀνταμωθοῦν ἐρωτικὰ στὴν κλίνην ὁποὺ ἀφῆκαν, ἀγαπητὴν καὶ σεβαστὴν θὰ μ’ ἔχουν στὸν αἰώνα». {{r|210}}
Ἐκείνης ἡ φιλόγελη ἀπάντησε Ἀφροδίτη: «Ὅ,τι ζητεῖς νὰ σοῦ ἀρνηθῶ, δὲν γίνεται, δὲν πρέπει, ἀφοῦ τοῦ
ὑψίστου τῶν θεῶν κοιμᾶσαι στὲς ἀγκάλες». Εἶπε, ἀπ’ τὰ στήθη ἔλυσε τὴν κεντημένην ζώνην, τὴν θαυμαστήν,
ποὺ ὅλες ἐκεῖ τὲς πλάνες εἶχε κλείσει· χάρις καὶ πόθος εἶν’ αὐτοῦ, γλυκόλογα εἶναι μέσα, συνομιλιά, καλὴ τὸν
νοῦν νὰ κλέψη καὶ φρονίμων, ἐκείνην τῆς παράδωκε στὰ χέρια καὶ τῆς εἶπε: «᾽Ιδού, βάλε στὸν κόλπον σου τὴν
θαυμαστήν μου ζώνην τούτην, ὅπ’ ἔχει μέσα της ὅ,τι ἂν εἰπῆς, κι ἐλπίζω {{r|220}} πὼς ὄσα τώρα ἐπιθυμεῖς θὰ
κατορθώσης ὅλα». Εἶπε καὶ μὲ χαμόγελο τὴν ἄκουσεν ἡ Ἥρα κι ἔβαλεν εἰς τὸν κόλπον της τὸ θαυμαστὸ
ζωνάρι. Στὸ δῶμα ἐσύρθη τοῦ Διὸς ἡ κόρ’ ἡ Ἀφροδίτη, κι ἡ Ἥρ’ ἀπὸ τὸν ῎Ολυμπον ἐχύθη τῆς Πιερίας ἄνωθεν
καὶ ἄνω τῶν τερπνῶν ἀγρῶν τῆς ᾽Ημαθίας καὶ ἄνω τῶν χιονιστῶν βουνῶν τῆς ἱππομάχου Θράκης, οὐδ’
ἔγγιζαν οἱ φτέρνες της τὲς ἄκρες κορυφές των· εἰς τὴν ἀφρώδη θάλασσαν κατέβη ἀπὸ τὸν Ἄθω, ὥσπου στὴν
Λῆμνον ἔφθασε τοῦ Θόαντος τὴν πόλιν· {{r|230}} αὐτοῦ τὸν Ὕπνον ἔσμιξεν, ἀδέρφι τοῦ Θανάτου, στὸ χέρι
του τὸ χέρι της ἔβαλε αὐτὴ καὶ τοῦ ᾽πε: «῟Ω ῞Υπνε, κύριε τῶν θεῶν καὶ τῶν ἀνθρώπων ὅλων, ὡς καὶ ἄλλη μ’
ἄκουσες φορὰ καὶ τώρα εἰσάκουσέ με· καὶ στὸν αἰών’ ἀμέτρητην θὰ σοῦ γνωρίζω χάριν. Τὰ λαμπρὰ μάτια τοῦ
Διός, ὦ ῟Υπνε, κοίμησέ μου, ἀφοῦ ἐγὼ πρῶτα ἐρωτικὰ πλαγιάσω στὸ πλευρό του. Ἄφθαρτον, εὔμορφο θρονὶ
χρυσὸ θὰ λάβης δῶρο, ποὺ ὁ ῞Ηφαιστος ὁ δυνατὸς υἱός μου θὰ ποιήση, μὲ κάτω τὸ ὑποπόδι του, νὰ τό ᾽χης νὰ
στηρίξης {{r|240}} σ’ αὐτὸ τὰ λαμπρὰ πόδια σου, σὰν εἶσαι εἰς τὸ τραπέζι». Καὶ πρὸς αὐτὴν ἀπάντησεν εὐθὺς
ὁ γλυκὺς ῞Υπνος: «῏Ω ῞Ηρα, σεβαστὴ θεά, τοῦ ὑψίστου Κρόνου κόρη, εὐκόλως ἄλλον τῶν θεῶν, ἀφθάρτων
αἰωνίων ν’ ἀποκοιμήσω δύναμαι, τὰ ρεύματα καὶ ἂν θέλης τοῦ ποταμοῦ Ὠκεανοῦ, ποὺ ἐγίνη ἀρχὴ τῶν ὅλων.
Ἀλλὰ δὲν θὰ ἐπλησίαζα πρὸς τὸν Κρονίδην Δία, οὐδὲ θὰ τὸν ἐκοίμιζα χωρὶς τὴν προσταγήν του. Ἄλλος μ’
ἐδίδαξε ὁρισμὸς δικός σου τὴν ἡμέραν ποὺ ἀρμένιζε ἀπ’ τὴν ῎Ιλιον, ἀφοῦ τὴν εἶχεν ὅλην {{r|250}}
ἐξολοθρεύσει ὁ ψυχερὸς κεῖνος υἱὸς τοῦ Δία· ἔκλεισα τότ’ ἐγὼ τὸν νοῦν τοῦ αἰγιδοφόρου Δία, γλυκὰ
περιχυνόμενος, καὶ σὺ κακὸ τοῦ ἐσκέφθης καὶ ἀνέμων σφοδρῶν σήκωσες ὁρμὴν εἰς τὰ πελάγη, καὶ τὸν
ἐπέταξες στὴν Κῶ, μακρὰν τῶν ποθητῶν του· κι ἐκεῖνος ἅμα ἐξύπνησεν, ἀγρίεψε καὶ σ’ ὅλο τὸ δῶμα ἐκούντα
τοὺς θεούς, κι ἔξοχα ἐμἐ ζητοῦσε· καὶ ἀπ’ τὸν αἰθέρα μ’ ἔριχνε στὴν θάλασσαν χαμένον, ἂν πρόσφυγα δὲν μ’
ἔσωζε στὸν κόλπον της ἡ Νύκτα, θνητῶν δαμάστρια καὶ θεῶν· καὶ μ’ ὅλην τὴν ψυχήν του {{r|260}} ἔπαυσε
αὐτός, φοβούμενος τὴν Νύκτα νὰ λυπήση. Καὶ τώρα πάλι ἀβόλετον ἔργον νὰ κάμω θέλεις». «Ὕπνε », τοῦ
ἀπάντησε ἡ θεά, «τί ἀνησυχεῖς μὲ τοῦτα; Θαρρεῖς πὼς τόσο πρόθυμος ὁ βροντοφόρος Δίας τῶν Τρώων θά ᾽ν’
ἐκδικητής, μ’ ὅσην χολὴν ἐπῆρε διὰ τὸν ἀγαπημένον του υἱὸν τὸν Ἡρακλέα; Ἀλλ’ ἄκουσε, τῶν λυγερῶν
Χαρίτων θὰ σοῦ δώσω μίαν ἐγὼ νὰ νυμφευθῆς, δικήν σου θὰ τὴν ἔχης. Τὴν Πασιθέαν, πόγινε λαχτάρα τῆς
ψυχῆς σου». Καὶ ὁ Ὕπνος εἰς τὸν λόγον της ἐχάρη καὶ τῆς εἶπε: {{r|270}} «Ὅμωσε τώρα τῆς Στυγὸς τὸ φοβερὸ
ποτάμι, τὸ ἕνα βάλε χέρι σου στὴν γῆν τὴν πολυθρέπτραν τ’ ἄλλο στὴν ἄσπρην θάλασσαν, νὰ μαρτυρήσουν
ὅλοι, ὅσοι θεοὶ κάτω ἀπ’ τὴν γῆν στὸ πλάγ’ εἶναι τοῦ Κρόνου, ποὺ μίαν σὺ μοῦ ὑπόσχεσαι τῶν λυγερῶν
Χαρίτων, τὴν Πασιθέαν, πόγινε λαχτάρα τῆς ψυχῆς μου». Εἶπε καὶ πρόθυμα ἡ θεά, ἡ ῞Ηρα ἡ λευκοχέρα,
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ξ 94
ὁρκίσθηκε καὶ ὀνόμασε τοὺς ὑποταρταρίους, ἕναν πρὸς ἕναν τοὺς θεούς, ποὺ λέγονται Τιτάνες. Καὶ ἀφοῦ τὸν
ὅρκον ἔκαμε, ξεκίνησαν καὶ ὀπίσω {{r|280}} ὁμοῦ τὴν χώραν ἄφηκαν τῆς Λήμνου καὶ τῆς ῎Ιμβρου, μὲ γοργὸ
βῆμα καὶ πυκνὸς τοὺς τύλιγεν ἀέρας. Στὴν ῎Ιδῃν τὴν πολύβρυσην, μάνα θεριῶν, ἐφθάσαν καὶ στὸ Λεκτὸ τὴν
θάλασσαν διὰ τὴν στεριὰν ἀφῆκαν, καὶ κάτω ἀπὸ τὰ πόδια τους οἱ λόγγοι σειοῦν τὲς ἄκρες. Ὁ Ὕπνος
στάθηκεν αὐτοῦ, μὴ τὸν ξανοίξη ὁ Δίας· καὶ ἀνέβ’ εἰς ἔλατο τρανὸ ποὺ εἶχε βγῆ στὴν ῎Ιδην καὶ ὡς τὸν αἰθέρ’
ἁπλώνονταν τὰ ἀπέραντα κλαδιά του. Αὐτοῦ, στοῦ ἐλάτου τὰ δασιὰ κλωνάρια κουρνιασμένος, πρὸς τ’ ὀρεινό,
καλόφωνο πουλὶ προσομοιάσθη, {{r|290}} τὸ λέγουν κύμινδη οἱ θνητοί, κι οἱ ἀθάνατοι Χαλκίδα. Κι ἡ ῞Ηρα
ἐπάτησε γοργὰ μίαν κορφὴν τῆς ῎Ιδης τὸν Γάργαρον, κι εὐθὺς ὁ Ζεὺς τὴν εἶδ’ ὁ βροντοφόρος. Τὴν εἶδε καὶ
ὅλην τὴν ψυχὴν τοῦ συνεπῆρε ὁ πόθος, ὡσὰν ἐκεῖνο τὸν καιρὸν ποὺ ἐχάρηκαν στὴν κλίνην τὸ πρῶτο
γλυκοαγκάλιασμα, κρυφ’ ἀπὸ τοὺς γονεῖς των. Ἀντίκρυ της ἐστάθηκεν ἐκεῖνος καὶ τῆς εἶπε: «Τί βιαστικὰ τὸν
Ὄλυμπον γιὰ δῶ κατέβης, Ἥρα; Καὶ ἁμάξι, ἂν θέλης ν’ ἀνεβῆς, καὶ ἄλογα ἐδῶ δὲν ἔχεις». Τοῦ ἀντεῖπε ἡ
σεβαστὴ θεὰ μὲ δόλον εἰς τὸν νοῦν της. {{r|300}} «Στῆς θρέπτρας γῆς τὰ πέρατα θὰ πάω νὰ ἰδῶ τὴν μάνα
Τηθύν, καὶ τὸν ᾽Ωκεανόν, ἀρχὴν τῶν θεῶν ὅλων, ὁποὺ μὲ γλυκοανάστησαν στὰ σπίτια τους ἐκεῖνοι. Πηγαίνω
αὐτοῦ τὲς ἄλυτες νὰ λύσω διαφορές τους· ὅτι πολὺν τώρα καιρόν, ὡς εἶναι χολωμένοι δὲν θέλουν νὰ
συγκοιμηθοῦν στὴν νυμφικήν τους κλίνην. Κι εἶναι ζεμένα τ’ ἄλογα τῆς ῎Ιδης εἰς τὴν ρίζαν, ποὺ θὰ μὲ φέρουν
πετακτὰ τῆς γῆς καὶ τοῦ πελάγου. Καὶ χάριν σου ἀπ’ τὸν ῎Ολυμπον καθὼς μὲ βλέπεις, ἦλθα, μὴν ἔπειτα μοῦ
χολωθῆς, ἂν μυστικὰ στὸ δῶμα {{r|310}} θὰ πήγαινα τοῦ ᾽Ωκεανοῦ ποὺ τρίσβαθος κυλάει». Καὶ ὁ Δίας τῆς
ἀπάντησεν ὁ νεφελοσυνάκτης: «Ἐκεῖ νὰ πᾶς ἔχεις καιρόν, ὦ ῞Ηρα, καὶ κατόπιν˙ τώρ’ ἂς πλαγιάσωμεν ἐμεῖς
τὸν πόθον νὰ χαροῦμε. Ὅτι θεᾶς μήτε θνητῆς ποτὲ παρόμοιος ἔρως στὰ στήθη δὲν μοῦ ὑπόταξε στὰ βάθη τῆς
ψυχῆς μου, οὐδ’ ὅταν τοῦ ᾽Ιξίονος μοῦ ἄρεσε ἡ γυναίκα, ποὺ τὸν Πειρίθοον γέννηστν ἰσόθεον στὴν γνῶσιν· οὐδ’
ὅταν ἡ καλόφτερνη τοῦ Ἀκρισίου κόρη Δανάη, ποὺ τὸν δοξαστὸν ἐγέννησε Περσέα, {{r|320}} οὐδὲ τοῦ
ἐνδόξου Φοίνικος ἡ κόρη, ποὺ τὸν Μίνω καὶ τὸν θεϊκὸν Ραδάμανθυν ἐγέννησε ἀπὸ ἐμένα, οὐδ’ ἡ Σεμέλη ἢ
στῶν Θηβῶν τὴν πόλιν ἡ Ἀλκμήνη, ὁποὺ τὸν λεοντόκαρδον ἐγέννησε Ἡρακλέα κι ἡ ἄλλη τὸν Διόνυσον, χαρὰν
εἰς τοὺς ἀνθρώπους· ἢ τῆς ὡραίας Δήμητρος μοῦ ἄρεσαν τὰ κάλλη ἢ τῆς περίλαμπρης Λητοῦς, ἢ πρῶτα τὰ
δικά σου, καθὼς γιὰ σὲ πόθος γλυκὸς μὲ συνεπαίρνει τώρα». Κι ἡ δέσποιν’ Ἥρ’ ἀπάντησε μὲ δόλον εἰς τὸν
νοῦν της: «Κρονίδη τρομερώτατε, ὁποῖον λόγον εἶπες! {{r|330}} Ἂν θέλης τώρα ἐρωτικὰ μαζὶ νὰ κοιμηθοῦμε
τῆς ῎Ιδης εἰς τὲς κορυφές, σκέψου ὅτι φαίνοντ’ ὅλα. Καὶ τί νὰ γίνη ἂν μᾶς ἰδῆ κανεὶς τῶν ἀθανάτων στὸν
ὕπνον μας καὶ τρέξη εὐθὺς καὶ τὸ γνωρίσουν ὅλοι; Ἀπὸ παρόμοιο πλάγιασμα στὸ δῶμα σου νὰ γύρω δὲν θὰ
ἠμποροῦσα ἐγὼ ποτέ, θὰ ἦταν ἐντροπή μου, ἀλλ’ ἂν σοῦ τὸ ζητῆ ἡ καρδιά, τὸν θάλαμόν σου ἔχεις ποὺ σοῦ
᾽καμεν ὁ ῞Ηφαιστος ὁ ποθητὸς υἱός σου μὲ στερεὰ θυρόφυλλα καὶ μὲ τοὺς παραστάτες· κεῖ πᾶμε νὰ
πλαγιάσωμεν, ἀφοῦ σοῦ ἀρέσ’ ἡ κλίνη». {{r|340}} Καὶ ὁ Δίας τῆς ἀπάντησεν ὁ νεφελοσυνάκτης: «῞Ηρα, ποσῶς
μὴ φοβηθῆς μὴ τῶν θεῶν κανένας ἢ τῶν ἀνθρώπων μᾶς ἰδῆ· γύρω θ’ ἁπλώσω νέφος χρυσὸ ποὺ μήδ’ ὁ ῞Ηλιος
ἀνάμεσα θὰ βλέπη, περαστικὸν ἂν ἔχη φῶς, τὰ πάντα νὰ ξανοίγη». Εἶπε καὶ τὴν ὁμόκλινην ἀγκάλιασε ὁ
Κρονίδης. Καὶ ἡ θεία γῆ τοὺς ἔβγαλε χλωρὸ χορτάρι νέο, κρόκον, τριφύλλι τρυφερὸ καὶ φουντωμένα κρίνα,
ποὺ τοὺς βαστοῦσαν μαλακὰ τὴν γῆν νὰ μὴν ἐγγίζουν. Σ’ αὐτὰ πλαγιάσαν μὲ χρυσὴν νεφέλην τυλιγμένοι
{{r|350}} ὡραίαν, ὁποὺ λαμπερὲς τοὺς ἔραινε σταλοῦλες. ῎Ετσι στὸ Γάργαρον ψηλά, καθὼς τὸν συνεπῆραν
ὕπνος καὶ πόθος ἥσυχα κοιμόνταν ὁ πατέρας στὸ πλάγι τῆς συντρόφου του· καὶ ὁ Ὕπνος πρὸς τὰ πλοῖα τῶν
Ἀχαιῶν ἐχύθη εὐθὺς τὴν εἴδησιν νὰ φέρη τοῦ γεωφόρου, κι ἔφθασε καὶ τοῦ ᾽πε: «῏Ω Κοσμοσείστη, μ’ ὅλην σου
τώρα τὴν καρδιὰ βοήθα τοὺς Ἀργείους προσώρας κὰν νὰ δοξασθοῦν, ὅσο κοιμᾶται ἀκόμη ὁ Ζεύς, ποὺ ἐγὼ μὲ
κάρωμα γλυκὸ ζωσμένον ἔχω, κι ἡ ῞Ηρα τὸν ξεγέλασε μαζί της νὰ πλαγιάση». {{r|360}} Κι ἔγυρ’ ὁ ὕπνος στῶν
θνητῶν τὰ δοξασμένα γένη, καὶ νὰ βοηθῆ τοὺς Δαναοὺς σφοδρότερ’ ἀναμμένος ὁ Ποσειδῶν καὶ μὲ κραυγὴν
ἐχύθη στοὺς προμάχους: «῏Ω Δαναοί, τοῦ ῞Εκτορος θ’ ἀφήσουμε καὶ πάλιν τὴν νίκην, ὅπως δοξασθῆ καὶ
κάψη τὰ καράβια; Καὶ τὸ καυχᾶται τώρ’ αὐτός, ἐξ ἀφορμῆς ποὺ μένει ὁ Ἀχιλλεὺς ἀνάμερα τῆς μάχης
χολωμένος˙ ἀλλὰ δὲν βλάπτει ἂν λείπη αὐτός, ἐὰν ἐμεῖς οἱ ἄλλοι ἀντιπαρακινούμενοι βοηθηθοῦμεν ὅλοι. Κι
ἐλᾶτε τώρα, ὅ,τι θὰ εἰπῶ, νὰ τὸ δεχθοῦμεν ὅλοι. {{r|370}} Ζωσθῆτε τὲς τρανότερες πόχει ὁ στρατὸς ἀσπίδες,
τὲς κεφαλὲς σκεπάσετε μὲ σπιθοβόλα κράνη, πάρετε καὶ φουκτώσετε τ’ ἀπέραντα κοντάρια, καὶ ἂς πᾶμε, ἐγὼ
θά ᾽μαι ἀρχηγός, καὶ ὁ Πριαμίδης Ἕκτωρ ὅσην καὶ ἂν ἔχη ὁρμήν, θαρρῶ δὲν θὰ κρατήση ἐμπρός μας. Κι ἐὰν
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ξ 95
ἀσπίδα ἔχη μικρὴν ὁ ἀνδρεῖος ἂς τὴν δώση τοῦ ἀνάνδρου, καὶ τρανὴν αὐτὸς ἀσπίδ’ ἂς ζώση ἄλλην». Τὸν
λόγον του ὅλοι ὑπάκουσαν, καὶ αὐτοὺς τακτοποιοῦσαν καὶ λαβωμέν’ οἱ βασιλεῖς, ὁ Ἀτρείδης Ἀγαμέμνων, μὲ
τὸν Τυδείδην ὁ ᾽Οδυσσεὺς καὶ ὁλόγυρα ἐπηγαῖναν˙ {{r|380}} κι ἔβαζαν ὅλους τ’ ἄρματα ν’ ἀλλάξουν καὶ οἱ
γενναῖοι τὰ καλὰ παῖρναν κι ἔδιναν τῶν ἀγενῶν τ’ ἀχρεῖα. Καὶ τ’ ἄρματ’ ἅμα ἐφόρεσαν τὰ ὁλόλαμπρα
ἐκινῆσαν· ἐβάδιζ᾽ ἐπὶ κεφαλῆς ὁ Ποσειδῶν μὲ ξίφος τρομακτικό, μακρύτατο στὴν δυνατὴν παλάμην, ὡς
ἀστραπήν, ὁποὺ μ’ αὐτὸ νὰ σμίξη στὸν ἀγώνα δὲν συγχωρεῖται ἀλλὰ κρατεῖ τοὺς ἄνδρες μόν’ ὁ τρόμος˙ καὶ ὁ
μέγας ῞Εκτωρ ἀντικρὺς ἐσύνταζε τοὺς Τρῶας. Κι ἔριδα τότε φοβερὴν ἐτέντωσαν πολέμου ὁ μακροχαίτης
Ποσειδῶν καὶ ὁ λαμπρισμένος Ἕκτωρ, {{r|390}} τῶν Τρώων τοῦτος πρόμαχος, τῶν Δαναῶν ἐκεῖνος. Καὶ ἡ
θάλασσα πρὸς τὲς σκηνὲς ἀνέβη καὶ τὰ πλοῖα κι ἐκεῖνοι μὲ σφοδρὴν κραυγὴν ν’ ἀνταμωθοῦν ὁρμοῦσαν. Τόσο
στοὺς βράχους δὲν βοᾶ τὸ κύμα τῆς θαλάσσης ποὺ ἀπὸ τὸ πέλαγ’ ὁ Βοριὰς φυσομανώντας σπρώχνει˙ τόσος
δὲν εἶναι τῆς φωτιᾶς ὁ κρότος εἰς τὸ δάσος τοῦ ὄρους ὅταν ἄρχισε καὶ ὅλα τὰ δένδρα καίει˙ οὐδὲ στὰ
φουντωτὰ δρυὰ τόσος ὁ βρόντος εἶναι τοῦ ἀνέμου ποὺ βοᾶ πολύ· χειρότερ’ ἀπὸ ἐκεῖνα, ὅση ἐσηκώθηκε βοὴ
τῶν Ἀχαιῶν καὶ Τρώων {{r|400}} τὴν ὥραν ποὺ ἀλαλάζοντας νὰ συγκρουσθοῦν ὁρμῆσαν. Ὁ ῞Εκτωρ πρῶτος
ἔριξε στὸν Αἴαντα τὸ δόρυ, καθὼς τὸν εἶχε ἴσι’ ἀντικρύ, κι ἐκτύπησε τὸ μέρος ποὺ ἦσαν στὸ στῆθος διπλωτὰ
δυὸ κρεμαστάρια, τό ᾽να εἰς τ’ ἀσημόκουμπο σπαθὶ καὶ στὴν ἀσπίδα τ’ ἄλλο. Ἐκεῖνα τοῦ ἐπροφύλαξαν τὸ
τρυφερό του σῶμα. Καὶ ὅτι χαμέν’ ἀκόντισεν ὁ ῞Εκτωρ ἐχολώθη, καὶ στοὺς συντρόφους σύρθηκε τὸν θάνατον
νὰ φύγη. Καὶ στὴν φυγὴν τὸν κτύπησεν ὁ Τελαμώνιος Αἴας· πέτραν σηκώνει ἀπ’ τὲς πολλές, ποὺ ἐκ’ ἦσαν
κυλημένες {{r|410}} στὰ πόδια τῶν πολεμιστῶν, σκαριὰ γιὰ τὰ καράβια, καὶ τὸν βαρεῖ πρὸς τὸν λαιμόν, ἐπάνω
ἀπ’ τὴν ἀσπίδα· σὰν σβοῦρον τὸν ἐτράνταξε, κι ἔφερ’ ἐκεῖνος γύρες· καθὼς στὸν κτύπον τοῦ πατρὸς Διὸς
σύρριζο πέφτει δέντρο καὶ ὀσμὴ βαρύτατη θειάφης ἐκεῖθε βγαίνει· καὶ ἄνθρωπος ποὺ ἐγγὺς τὸ ἰδῆ ζαλίζεται
ἀπὸ φόβον, ὅτ’ εἶναι ἀκαταμάχητος ὁ κεραυνὸς τοῦ Δία˙ ἔτσι στὸ χῶμα ἐβρόντησεν ὁ ῞Εκτωρ καὶ ἀπολνάει τὸ
δόρυ, πέφτ’ ἡ ἀσπίδα του, τὸ κράνος πέφτει, καὶ ὅλα τὸ χαλκοκόλλητ’ ἄρματα στὸ σῶμα του αντηχοῦσαν.
{{r|420}} Κι οἱ Ἀχαιοι μὲ ἀλαλαγμὸν τοῦ ἐχύθηκαν θαρρώντας πὼς θὰ τὸν σύρουν, καὶ πυκνὰ τοῦ ἀκόντιζαν
τὰ βέλη. Ἀλλὰ δὲν μπόρεσε κανεὶς οὐδὲ ν’ ἀκρολαβώση τὸν μέγαν ῞Εκτορα, ὅτι εὐθὺς οἱ πρῶτοι πολεμάρχοι
ὁλόγυρά του ἐστήθηκαν, Αἰνείας, Πολυδάμας, Ἀγήνωρ, Γλαῦκος, Σαρπηδών, στρατάρχης τῶν Λυκίων, οὐδ’
ἔμενεν ἀπόνετος γι’ αὐτὸν κανεὶς τῶν ἄλλων, ἀλλ’ ὅλοι ἐμπρός του πρόβαλαν τὲς κυκλωτὲς ἀσπίδες. Καὶ ἀπ’
τὸν ἀγώνα οἱ σύντροφοι στὰ χέρια τους τὸν πῆραν στοὺς γοργοὺς ἵππους πόστεκαν μακρὰν ἀπὸ τὴν μάχην
{{r|430}} εἰς τὴν ὡραίαν ἅμαξαν σιμὰ στὸν κυβερνήτην˙ αὐτοὶ στὴν πόλιν ἔφερναν τὸν ἥρωα ποὺ ἐβογγοῦσε.
Καὶ ὅτ’ ἔφθασαν στὸ πέραμα τοῦ βαθυρρόου Ξάνθου, τοῦ ποταμοῦ ποὺ ἐγέννησεν ὁ ἀθάνατος Κρονίδης, τὸν
πέζευσαν καὶ μὲ νερὸ τὸν ἐδροσολογῆσαν· κι ἐκεῖνος πῆρε ἀναπνοήν, κι ἐσήκωσε τὰ μάτια, ἐκάθισε γονατιστὰ
κι ἔφτυσε μαῦρον αἷμα· ἔπεσε πάλι κι ἔκλεισε τὰ μάτια του σκοτάδι καὶ ἀκόμη ἀπ’ τὴν πετροβολιὰ δαμάζετο ἡ
καρδιά του. Καὶ καθὼς εἶδαν οἱ Ἀχαιοὶ νὰ φύγη ὁ μέγας ῞Εκτωρ {{r|440}} μὲ δίψαν μάχης ὅρμησαν
σφοδρότερην στοὺς Τρῶας. Ὁ Ὀϊλείδης Αἴας ὁ γοργός, μ’ ἀκονητὸ κοντάρι, πρῶτος ὁρμώντας κτύπησε τὸν
Σάτνιον ποὺ ἐγεννήθη ἀπ’ τὸν βουκόλον ῎Ηνοπα καὶ ἀπὸ Ναϊάδα ὡραίαν νύμφην, στὴν ἀκροποταμιάν, ποὺ
βρέχει ὁ Σατνιόεις. Ἀπὸ σιμὰ τὸν πλήγωσεν ὁ ᾽Οϊλείδης στὴν λαπάραν˙ ὁ νέος ἔπεσε νεκρὸς τ’ ἀνάσκελα καὶ
μάχην ἐπάνω του ἔσμιξαν κακὴν οἱ Δαναοὶ καὶ οἱ Τρῶες. Ἦλθεν ἐκείνου ἐκδικητὴς ὁ ἀνδρεῖος Πολυδάμας κι
ἐκεῖ τὸν Προθοήνορα τοῦ Ἀρηιλύκου ἀγόρι {{r|450}} στὸν δεξιὸν ὦμον κτύπησε· τὸ δυνατὸ κοντάρι τὸν
πέρασε, κι ἔπεσε αὐτὸς κι ἐφούκτωσε τὸ χῶμα. Καὶ μὲ τρομακτικὴν φωνὴν καυχήθη ὁ Πολυδάμας: «Τώρα
θαρρῶ ποὺ ἀνώφελα δὲν ἔριξα τ’ ἀκόντι τοῦ Πανθοΐδου ἡ δυνατὴ παλάμη τοῦ γενναίου, ἀλλ’ ἕνας ἀπ’ τοὺς
Ἀχαιοὺς τὸ ἐπῆρε εἰς τὸ κορμί του, θὰ τό ᾽χη στήριγμα, θαρρῶ, νὰ κατεβῆ στὸν Ἅδη». Τὸ καύχημά του
ἐπλήγωσε τὰ στήθη τῶν Ἀργείων καὶ μάλιστα τοῦ Αἴαντος τοῦ Τελαμωνιάδη ποὺ ἐγγὺς τοῦ ἔπεσε ὁ νεκρός˙ κι
εὐθὺς τὴν λόγχην ρίχνει {{r|460}} τοῦ Πολυδάμαντος ἐκεῖ ποὺ ἔφευγε, κι ἐκεῖνος δίπλα πηδώντας ξέφυγε τὸν
θάνατον καὶ ἡ λόγχη ἐπῆρε τὸν Ἀρχέλοχον, τοῦ Ἀντήνορος ἀγόρι, ὅτ’ οἱ θεοὶ τὸν ὄλεθρον ἐκείνου ἀποφασίσαν.
Τὸν κτύπησ’ ὅπου δένεται μὲ τὸ κεφάλι ὁ σβέρκος μὲς στὸ σφονδύλι κι ἔκοψε καὶ τὰ δυὸ νεῦρα ἡ λόγχη καὶ ὡς
ἔπεσ’ εὕρηκαν τὴν γῆν καύκαλο, μύτη, στόμα, πρῶτα πολὺ πρὶν σωριαστοῦν τὰ γόνατα καὶ οἱ κνῆμες. Καὶ ὁ
Αἴας τότ’ ἐφώναξε: «Μέτρα το, Πολυδάμα, καὶ τὴν ἀλήθειαν λέγε μου˙ ἄνδρας δὲν ἦταν τοῦτος {{r|470}}
ἄξιος τοῦ Προθοήνορος ἀντίτιμος νὰ πέση; Ἀχρεῖος δὲν μοῦ φαίνεται μήτε ἀπὸ ἀχρεῖον γένος˙ θὰ εἶν’ ἀγόρ’ ἢ
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ξ 96
ἀδελφὸς τοῦ Ἀντήνορος τοῦ ἀνδρείου. Ὅτι πολὺ τὴν γενεὰν ἐκείνου προσομοιάζει». Καὶ ὅ,τ’ εἶπ’ ἐγνώριζε
καλά, κι ἐπλήγωσε τοὺς Τρῶας˙ κεῖ τὸν Βοιώτιον πρόμαχον ἐλόγχισ’ ὁ Ἀκάμας προστάτης τοῦ νεκροῦ
ἀδελφοῦ ποὺ ἐκεῖνος ποδοσέρνει. Κι ἔσυρ’ ὁ Ἀκάμας κραυγητό, μεγάλως ἐκαυχήθη: «Στὰ βέλη Ἀργεῖοι
δοξαστοί, γενναῖοι στὲς φοβέρες, στὸ ἑξῆς δὲν θά ᾽χουμεν ἐμεῖς τὸν μόχθον καὶ τὸν θρῆνον {{r|480}} μόνοι,
ἀλλ’ ὡς ἔπεσεν αὐτός, θά ᾽βρη καὶ σᾶς ὁ φόνος. Σᾶς ἔστρωσα τὸν Πρόμαχον στὸν ὕπνον τοῦ θανάτου,
ὀγρήγορα νὰ ἐκδικηθῶ τὸν φόνον τοῦ ἀδελφοῦ μου. Γιὰ τοῦτο καθεὶς εὔχεται, κάποιος ν’ ἀπομείνη
αὐτάδελφος, ἐκδικητής, ἂν συμφορὰ τὸν ἔβρη». Τὸ καύχημά του ἐπλήγωσε στὰ σπλάχνα τοὺς Ἀργείους,
μάλιστα τὸν Πηνέλαον· πετάχθη ὁ πολεμάρχος εἰς τὸν Ἀκάμαντα, καὶ ἀφοῦ δὲν δέχθη τὴν ὁρμήν του, τὸν
Ἰλιονέα κτύπησεν, ἀγόρι ἀγαπημένο τοῦ πολυάρνου Φόρβαντος, ποὺ ἀπὸ τοὺς Τρῶας ὅλους {{r|490}}
ὑπεραγάπησ’ ὁ Ἑρμῆς, καὶ ἐπλούτισε περίσσα. Τὸν Ἰλιονέα μόνο υἱὸν τοῦ γέννησε ἡ μητέρα· κεῖνον κτυπᾶ μὲς
στοῦ ὀφθαλμοῦ τὲς ρίζες καὶ τὸ δόρυ τὴν κόρην βγάζει, τοῦ τρυπᾶ τὸν ὀφθαλμὸν καὶ φθάνει στὸ ζνίχι· κι
ἔπεσεν αὐτὸς μὲ πετακτὲς ἀγκάλες. Κι εὐθὺς σύρει ὁ Πηνέλαος τὸ ἀκονισμένον ξίφος· στὴν μέσην κόφτει τὸν
λαιμὸν καὶ χάμω μὲ τὸ κράνος κατρακυλᾶ τὴν κεφαλήν· κι ἦταν στὸ μάτι ἀκόμα ἡ λόγχη˙ καὶ τὸ καύκαλο
σηκώνει, ὡς παπαρούνα, ψηλὰ τῶν Τρώων δείχνει το καὶ ὑπερηφάνως εἶπε: {{r|500}} «Νὰ εἰπῆτε, ὦ Τρῶες,
χάριν μου, τῶν ποθητῶν γονέων τοῦ Ἰλιονέως τοῦ λαμπροῦ στὸ σπίτι νὰ τὸν κλάψουν˙ καὶ τοῦ Προμάχου ὡς
καὶ ἡ γυνὴ τοῦ Ἀλεγηνορίδου δὲν θὰ δεχθῆ περίχαρη τὸν ποθητόν της ἄνδρα, ὅταν θὰ κάμουμε πανιὰ νὰ
φύγουμε ἀπ’ τὴν Τροίαν». Εἶπε, καὶ ὅλων ἔπιασε τὰ γόνατα τρομάρα, καὶ ἀπὸ τὸν ὄλεθρον καθεὶς πῶς νὰ
ξεφύγη ἐκοίτα. Μοῦσες, τοῦ Ὀλύμπου κάτοικες, διδάξετέ με τώρα, ποιὸς πρῶτος ἀπ’ τοὺς Ἀχαιοὺς μὲ λάφυρα
ἐδοξάσθη ἀφοῦ τὴν μάχην ἔκλινεν σ’ αὐτοὺς ὁ κοσμοσείστης. {{r|510}} Πρῶτος τὸν Ὕρτιον κτύπησεν ὁ
Τελαμώνιος Αἴας, τὸν Γυρτιάδην τῶν Μυσῶν τῶν ἀνδρειωμένων ἄρχον˙ τὸν Μέρμερον ὁ Ἀντίλοχος φονεύει
καὶ τὸν Φάλκην· τὸν Μόρυν καὶ Ἱπποτίωνα βροντᾶ ὁ Μηριόνης καὶ ὁ Τεῦκρος τὸν Προθόωνα καὶ ὁμοῦ τὸν
Περιφήτην, Τὸν ἄρχον Ὑπερήνορα ἐκτύπησεν ὁ Ἀτρείδης εἰς τὴν λαπάραν κι ἔφαγε τὰ σπλάχνα μέσα ἡ λόγχη·
καὶ ἀπὸ τὴν ἀνοικτὴν πληγὴν ἐπέταξε ἡ ψυχή του μὲ ὁρμὴν πολλήν, κι ἐσκέπασε τοὺς ὀφθαλμούς του σκότος·
πολλοὺς ἀκόμη ἔστρωσεν ὁ γρήγορος Ὀϊλείδης, {{r|520}} ὁ μόνος μὲ τὰ πόδια του καλὸς νὰ καταφθάση τοὺς
ἄνδρες, ὅταν στὴν ψυχὴν τρόμον τοὺς βάλη ὁ Δίας.
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ο 97
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ο
←Ραψωδία ξ Ιλιάδα Ραψωδία π→
Συγγραφέας: Όμηρος
Μεταφραστής: Ιάκωβος
Πολυλάς
Ραψωδία ο
<poem> Καὶ ἀφοῦ τους πάλους διάβηκαν καὶ τὸ χαντάκι ὀπίσω φεύγοντας κι ἔστρωσαν πολλοὺς τῶν Δαναῶν
οἱ λόγχες, σιμὰ στ’ ἁμάξια στάθηκαν τοῦ φόβου κερωμένοι, καὶ ὁ Ζεὺς ἀπὸ τὲς ἀγκαλιὲς ἐξύπνησε τῆς Ἥρας
τῆς Ἴδης εἰς τὲς κορυφές· τινάχθη, ἐστάθη κι εἶδε τοὺς Ἀχαιοὺς κατάποδα νὰ κυνηγοῦν τοὺς Τρῶας. Κι ἐκεῖ
μέσα στὸν πόλεμον τὸν μέγαν Ποσειδώνα˙ μακρὰν τὸν Ἕκτορα χαμαί, στὰ πόδια τῶν συντρόφων, ποὺ μὲ
στυμμένην τὴν ψυχὴν λαχάνιαζε κι ἐξέρνα αἷμα, τὶ δὲν τὸν κτύπησε τῶν Ἀχαιῶν ἡρώων {{r|10}} ὁ ὕστερος·
καὶ τῶν θεῶν καὶ ἀνθρώπων ὁ πατέρας τὸν εἶδε, τὸν λυπήθηκε, καὶ μ’ ἄγριο βλέμμα ἐστράφη στὴν Ἥραν, κι
εἶπεν: «Ὦ σκληρή, ἀδάμαστη, τὸ βλέπω δόλος δικός σου πονηρὸς τὸν Ἕκτορα τὸν θεῖον ἀπόκοψε ἀπ’ τὸν
πόλεμον κι ἐσκόρπισε τοὺς Τρῶας. Δὲν ξέρω ἂν τὸ βαρύτατο μηχάνημα καὶ πάλιν θὰ μοῦ πλερώσης πρώτη ἐσὺ
καὶ σὲ κακοκτυπήσω. Θυμᾶσαι ὅταν ἐκρέμοσουν ψηλὰ καὶ ἀμόνια δύο σοῦ ᾽χα στὲς φτέρνες, καὶ χρυσὴν
ἀσύντριφτην στὰ χέρια ἅλυσον καὶ σὺ κρέμοσουν στὰ νέφη στὸν αἰθέρα; {{r|20}} Καὶ ἂν κι ἐγογγύζαν οἱ θεοὶ
στὰ πέρατα τοῦ Ὀλύμπου κανεὶς δὲν εἶχε δύναμιν νὰ δράμη νὰ σὲ λύση˙ ὅτι ἀπ’ τὴν πύλην τ’ οὐρανοῦ θὰ τὸν
κατρακυλοῦσα στὴν γῆν νὰ χάση τὴν πνοήν· καὶ μ’ ὅλα τοῦτα ὁ πόνος δὲν ἔπαυε ποὺ μ’ ἔσφαζε τοῦ θείου
Ἡρακλέους, ἀπ’ ὅταν σὺ μὲ τὸ Βοριὰ τὴν κάθε ἀνεμοζάλην κατάφερες κακόγνωμα, καὶ στ’ ἄγρια πελάγη τὸν
πέταξες ὥσπου στὴν Κῶ τὸν ἔφερες ν’ ἀράξη. Ἐκεῖθ’ ἐγὼ τὸν ἔσωσα, πού ᾽χε βαστάξει ἀγῶνες πολλοὺς καὶ
τὸν ξανάφερα στὸ ἱπποτρόφον Ἄργος. {{r|30}} Καὶ τοῦτ’ ἂν καλοθυμηθῆς θ’ ἀφήσης τὴν ἀπάτην, καὶ ἂν
ἦλθες ἀπ’ τὸν Ὄλυμπον καὶ μ’ ἔφερες νὰ πέσω στὸ πλάγι σου, νὰ μὴ θαρρῆς ποὺ αὐτὸ θὰ σ’ ὠφελήση». Εἶπε κι
ἡ μεγαλόφθαλμη θεὰ πάγωσεν ὅλη, καὶ πρὸς αὐτὸν ἀπάντησε μὲ λόγια φτερωμένα: «Μάρτυς μου ἡ γῆ καὶ ὁ
οὐρανὸς πλατύτατος ἐπάνω καὶ τῆς Στυγὸς τὰ ρεύματα ποὺ χύνονται στὸν Ἅδην, ὁπού ’ναι πρῶτος καὶ
φρικτὸς τῶν ἀθανάτων ὅρκος, κι ἡ ἱερή σου κεφαλὴ κι ἡ νυμφική μας κλίνη, ποὺ ὅρκον σ’ ἐκείνην ψεύτικον
δὲν θά ’κανα ποτέ μου· {{r|40}} τὸν Ποσειδώνα ἐγὼ ποσῶς δὲν ἔβαλα νὰ βλάψη τοὺς Τρῶας καὶ τὸν Ἕκτορα,
καὶ νὰ βοηθῆ τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ ἐκινήθη μόνος του, θαρρῶ, κι αἰσθάνθη λύπην ἅμ’ εἶδε πὼς οἱ Ἀχαιοὶ
συντρίβονταν στὲς πρύμνες. Ὅμως θὰ τὸν συμβούλευα κι ἐκεῖνος νὰ πηγαίνη ὅπου καὶ ἄν, μαυρονέφελε, σὰν
ἀρχηγὸς προστάζης». Εἶπε, καὶ τότε τῶν θεῶν καὶ ἀνθρώπων ὁ πατέρας μ’ ἕνα χαμόγελο γλυκὸ σ’ ἐκείνην
ἀπαντοῦσε: «Ἄμποτε, Ἥρα σεβαστή, στὸ ἑξῆς ν’ ἀποφασίσης εἰς τὸ συνέδριον τῶν θεῶν νὰ συμφωνῆς μ’
ἐμένα. {{r|50}} Τότε, θαρρῶ, καὶ ὁ Ποσειδῶν, ὅσον καὶ ἂν θέλη ἀλλέω, σ’ ὅ,τι ποθεῖς ἐσὺ κι ἐγώ, τὸν νοῦν του
θὰ γυρίση. Καὶ ἂν ὁμιλῆς ἀληθινά, μὲ ὅλην τὴν καρδιά σου, ἄμε στὰ γένη τῶν θεῶν τὴν Ἴριν νὰ καλέσης καὶ
τὸν λαμπρὸν Ἀπόλλωνα νὰ ἔλθουν ἐδῶ πέρα. ᾽Εκείνην θὰ προστάξω ἐγὼ μὲς στὸν λαὸν νὰ δράμη τῶν
χαλκοφράκτων Ἀχαιῶν, νὰ εἰπῆ τοῦ Ποσειδῶνος νὰ παύση ἀπὸ τὸν πόλεμον, στὸ σπίτι του νὰ γύρη, τὸν
Ἕκτορα στὸν πόλεμον θὰ ξαναφέρη ὁ Φοῖβος, θὰ τὸν γεμίση δύναμιν, τὸν νοῦν του θὰ ἱλαρώση {{r|60}} ἀπὸ
τοὺς πόνους τοὺς δριμεῖς καὶ τὴν φυγὴν θὰ σπείρη τὴν ἄνανδρην στοὺς Ἀχαιούς, νὰ τοὺς γυρίση ὀπίσω, ὅσο
νὰ πέσουν φεύγοντας στὲς πρύμνες τοῦ Πηλείδη˙ τὸν σύντροφόν του Πάτροκλον ἐκεῖνος θὰ τοὺς στείλη, καὶ ὁ
Πάτροκλος θὰ πέση αὐτοῦ, στὰ τείχη ἐμπρὸς τῆς Τροίας ἀπὸ τὸν Ἕκτορ’ ἀλλ’ ἀφοῦ πολλοὺς φονεύση
ἀνδρείους καὶ τὸν δικόν μου ἀκόμα υἱόν, τὸν θεῖον Σαρπηδόνα· καὶ ἀπ’ τὸν καημὸν ὁ Ἀχιλλεὺς τὸν ῞Ἕκτορα
φονεύει˙ κατόπι ἐγὼ τοὺς Ἀχαιοὺς θὰ κάμω ἀπὸ τὰ πλοῖα τοὺς Τρῶας ἀδιάκοπα νὰ διώχνουν στὴν πεδιάδα
{{r|70}} ὥσπου νὰ πάρουν, μὲ βουλὴν τῆς Ἀθηνᾶς, τὴν Τροίαν. Καὶ οὔτ’ ἐγὼ παύω τὸν θυμόν, οὔτε κανέναν
ἄλλον ἀπ’ τοὺς θεοὺς νὰ βοηθῆ τοὺς Δαναοὺς θ’ ἀφήσω πρὶν ἡ τελειώσ’ ὁλόκληρον τὸν πόθον τοῦ Ἀχιλλέως,
ποὺ πρῶτα τοῦ ὑποσχέθηκα καὶ μὲ τῆς κεφαλῆς μου τὸ νεῦμα ὁπόταν ἔπεσε στὰ γόνατά μου ἡ Θέτις κι ἐζήτησε
τὸν πορθητὴν Πηλείδην νὰ τιμήσω». Εἶπε, καὶ τὸν ὑπάκουσεν ἡ Ἥρα ἡ λευκοχέρα καὶ στὸν ὑψηλὸν Ὄλυμπον
ἀνέβη ἀπὸ τὴν Ἴδην. Καὶ ὅπως ἀνθρώπου πόχει βγῆ τοῦ κόσμου πολλὰ μέρη {{r|80}} πετᾶ τὸ πνεῦμα καὶ
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ο 98
βαθιὰ τοῦ λέγει ὁ λογισμός του: «Αὐτοῦ νὰ ἤμουν, εἴτε αὐτοῦ, » καὶ ἄπειρα πλέκει ὁ νοῦς του˙ ὅμοια πετοῦσε ἡ
θεά, καὶ στὴν κορφὴ τοῦ Ὀλύμπου ἔφθασε κι ἦβρε τοὺς θεοὺς ἐκεῖ συναθροισμένους μέσα στὸ δῶμα τοῦ Διός˙
τῆς ἐπροσηκωθῆκαν ὅλοι μὲ τὰ ὀλόγεμα ποτήρια χαιρετοῦσαν· τοὺς ἄλλους ἄφησεν αὐτὴ καὶ τὸ ποτήρι ἐδέχθη
ἀπ’ τὴν ὡραίαν Θέμιδα, ποὺ πρώτη ἐμπρός της ἦλθε κι εὐθὺς τὴν ἐπροσφώνησε μὲ λόγια φτερωμένα: «Ἥρα, τί
ἦλθες τώρα ἐδῶ καὶ ταραγμένη δείχνεις; {{r|90}} Πολύ, θαρρῶ, θὰ σ’ ἔσκιαξεν ὁ ἄνδρας σου ὁ Κρονίδης». Σ’
αὐτὴν ἀπάντησε ἡ θεά, ἡ Ἥρα ἡ λευκοχέρα: «Ὦ θεὰ Θέμι, μὴ ἐρωτᾶς, καὶ μόνη τὸ γνωρίζεις ἄσπλαχνην πόσον
καὶ ἄδικην ἔχει ψυχὴν ἐκεῖνος μὴν ἀμελήσης τώρα σὺ τὸ ἰσόμοιρο τραπέζι καὶ ὅπως κι οἱ ἄλλοι ἀθάνατοι καὶ
σὺ θ’ ἀκούσης ποῖα ἔργα κακὰ μᾶς προμηνᾶ καὶ μᾶς κηρύττει ὁ Δίας, π’ οὔτε θνητὸς οὔτε θεὸς δὲν θὰ χαρῆ,
πιστεύω, ἐὰν ἀκόμη εὐφραίνεται κανεὶς εἰς τὸ τραπέζι». Εἶπε˙ κι ἐκαθισε ἡ θεά, καὶ λύπην αἰσθανθῆκαν
{{r|100}} ὅλ’ οἱ θεοί· κί ἐγέλασεν ἐκείνη μὲ τὰ χείλη ἀλλ’ ὅμως δὲν ἱλάρωσε τὸ μέτωπον ἐπάνω ἀπὸ τὰ μαῦρα
φρύδια της καὶ ἀρχίνησε μὲ πόνον: «Ἀνόητοι ποὺ παίρνομε θυμὸν μὲ τὸν Κρονίδην· καὶ προσμαχοῦμε ἀκόμη
ἐμεῖς μὲ λόγον ἢ μὲ χέρι νὰ τὸν δαμάσωμε, καὶ αὐτὸς μακράν μας καθισμένος δὲν μᾶς λογιάζει παντελῶς, καὶ
λέγει ὅτ’ εἶναι πρῶτος στὴν δύναμιν ἀσύγκριτα τῶν ἀθανάτων ὅλων. Ὅθεν καθείς μας τὸ κακὸ ποὺ αὐτὸς τοῦ
στείλη ἂς ἔχη˙ κι ἤδη τοῦ Ἄρη συμφορά, μοῦ φαίνετ’ ἔχει γίνει˙ {{r|110}} στὴν μάχην ὁ ἀγαπητὸς Ἀσκάλαφος
ἐχάθη π’ ὁ Ἄρης ὁ τρομακτικὸς λέγει πὼς εἶν’ υἱός του». Εἶπε, καὶ ὁ Ἄρης κτύπησε καὶ μὲ τὲς δυὸ παλάμες τ’
ἀνδρειωμένα του μεριὰ καὶ μὲ παράπον’ εἶπε: «Δὲν θὰ μοῦ δώσετ’ ἄδικον, ὦ ἐγκάτοικοι τοῦ ᾽Ολύμπου,
ἐκδικητὴς ἂν κατεβῶ τοῦ υἱοῦ μου ἐκεῖ στὰ πλοῖα, κι ἐὰν μοῦ μέλλη ἀπ’ τοῦ Διὸς τὸν κεραυνὸν νὰ πέσω μὲ
τοὺς νεκροὺς νὰ κείτωμαι στὸ αἱματωμένο χῶμα». Καὶ νὰ τοῦ ζέψουν τ’ ἄλογα στὸν Φόβον καὶ στὸν Τρόμον
εἶπε, καὶ αὐτὸς τὰ ὑπέρλαμπρα ἐζώνετο ἄρματά του. {{r|120}} Τότε δεινότερη χολὴ θενά ᾽πιανε τὸν Δία
ἐνάντια σ’ ὅλους τοὺς θεοὺς καὶ θ’ ἄναφτε ὁ θυμός του Ἀλλ’ ἡ Ἀθηνᾶ φοβούμενη μή πάθουν ὅλοι, ἀφῆκε τὸν
θρόνον ὅπου ἐκάθονταν καὶ στὴν αὐλὴν ἐχύθη. Τὸ κράνος τοῦ ἀφαιρ’ ἡ θεὰ καὶ τὴν Λαμπρὴν ἀσπίδα, καὶ ἀπ’
τὴν βαριὰ παλάμη του τὸ δόρυ καὶ τὸ σταίνει στὴν γῆν, μετέπειτα πικρὰ τὸν Ἄρην ὀνειδίζει: «Ξεφρενιασμέν᾽,
ἐχάθηκες ἔχεις αὐτιὰ ν’ ἀκούης τοῦ κάκου, ὁπόταν μήτε νοῦς, μήτ’ ἐντροπὴ σοῦ ἐμεῖναν. Τ’ εἶπε ἡ θεὰ δὲν
ἄκουσες ἡ ῞Ηρα ἡ λευκοχέρα {{r|130}} ποὺ ἦλθε τώρα ἐδῶ σ’ ἐμᾶς ἀπ’ τὸν ᾽Ολύμπιον Δία; ῍Η θέλεις ἀφοῦ
ξέχειλα σὺ πρῶτος δοκιμάσης παθήματα, περίλυπος, στὸν ῎Ολυμπο νὰ γύρης καὶ τῶν θεῶν μέγα κακὸ τῶν
ἄλλων νὰ γεννήσης; Θ’ ἀφήση εὐθὺς τοὺς Ἀχαιοὺς καὶ τοὺς αὐθάδεις Τρώας καὶ θά ᾽λθη ἐδῶ στὸν Ὄλυμπον
ἐμᾶς νὰ τρικυμίση, καὶ τὸν καθέναν, αἴτιον ἢ μή, θὰ πάρη ἐμπρός του Ὅθεν σὺ παῦσε τὸν θυμὸν γιὰ τὸ καλόν
σου ἀγόρι καλύτεροί του στὴν ἀνδρειὰ φονεύθηκαν καὶ ἄλλοι καὶ στὸ ἑξῆς, θὰ φονευθοῦν καὶ δυνατὸν δὲν
εἶναι {{r|140}} κάθε θνητοῦ νὰ σώσωμεν ἐμεῖς τὸ γενολόγι». Εἶπε, καὶ τὸν ἀκράτητον θεὸν εἰς τὸ θρονί του
ἐκάθισεν ἡ Ἀθηνᾶ˙ καὶ στὸ προαύλ’ ἡ ῞Ηρα τὸν Φοῖβον ἐπροσκάλεσε, ἀντάμα μὲ τὴν ῎Ιριν μηνύτραν ὅλων τῶν
θεῶν, καὶ πρὸς ἐκείνους εἶπε: «Σᾶς καὶ τοὺς δύο θέλει ὁ Ζεὺς νὰ πᾶτ’ εὐθὺς στὴν ῎Ιδην καὶ ἅμα ἐκεῖ φθάσετ’
ἔμπροσθεν στὸ πρόσωπο τοῦ Δία ἐσεῖς θὰ κάμετ’ ὅ,τι αὐτὸς θελήση καὶ προστάξη». Εἶπε, καὶ πάλι ἐγύρισε
στὸν θρόνον της ἡ ῞Ηρα· καὶ αὐτοὶ μὲ πέταμα γοργὸ ξεκίνησαν κι ἐφθάσαν {{r|150}} στὴν ῎Ιδην τὴν
πολύβρυσην, τὴν θεριοθρέπτραν κι ἦβραν εἰς τοῦ Γαργάρου τὴν κορφὴν τὸν βροντητὴν Κρονίδην καθήμενον,
κι εὐωδιαστὴ τὸν ἔζωνε νεφέλη. Κι ἐμπρὸς ὡς ἦλθαν τοῦ Διὸς τοῦ νεφελοσυνάκτη, ἔμειναν, καὶ μ’ αὐτοὺς
χολὴν δὲν εἶχε ὁ Ζεὺς ἅμ’ εἶδε ὅτι τῆς Ἥρας γρήγορα τὸν λόγον ὑπακοῦσαν. Στὴν ῎Ιριν πρῶτα ὁμίλησε μὲ
λόγια φτερωμένα: «Πτερόποδ’ ῎Ιρι, πήγαινε, νὰ εἰπῆς τοῦ Ποσειδῶνος ὄ,τι θ’ ἀκούσης καὶ πιστὴν σὲ θέλω ἐγὼ
μηνύτραν. Νὰ παύση ἀπὸ τὸν πόλεμον καὶ νὰ γυρίση, ἂν θέλη, {{r|160}} ἢ στὴν ἁγίαν θάλασσαν ἢ στῶν θεῶν
τὰ γένη. Καὶ ἂν δὲν πεισθῆ στὰ λόγια μου καὶ τ’ ἀψηφίση, εἰπέ του νὰ ἐννοήση αὐτὸ καλά, νὰ μὴ θαρρέψη
τόσο στὴν δύναμίν του νὰ σταθῆ, ὅταν τοῦ πέσω, ἐμπρός μου ὅτ’ εἶμ’ ἐγὼ στὴν δύναμιν περίσσ’ ἀνώτερός του,
εἶμαι καὶ πρωτογέννητος. Καὶ ὡστόσο αὐτὸς τολμάει ἴσος νὰ λέγεται μ’ ἐμὲ ποὺ ὅλ’ οἱ θεοὶ μὲ τρέμουν». Εἶπε
καὶ τὸν ὑπάκουσεν ἡ ἀνεμόποδ’ ῎Ιρις καὶ στὴν ἁγίαν ῎Ιλιον κατέβη ἀπὸ τὴν ῎Ιδην. Καὶ ὡς ροβολοῦν κάτω
στὴν γῆν χιόν’ ἢ χαλάζι κρύο {{r|170}} ἀπ’ τὸν αἰθερογέννητον βοριὰ κατεβασμένα, μὲ ὁμοίαν ἐπετοῦσε ὁρμὴν
ἡ ἀνεμοπόδ’ ῎Ιρις καὶ ἀπὸ σιμὰ προσφώνησε τὸν μέγαν Ποσειδώνα: «Κάποιο νὰ φέρω μήνυμα, μεγάλε
γεωφόρε, ἦλθα καθὼς μ’ ἐπρόσταξεν ὁ αἰγιδοφόρος Δίας· νὰ παύσης ἀπ’ τὸν πόλεμον σοῦ λέγει καὶ νὰ γύρης ἢ
στὴν ἁγίαν θάλασσαν ἢ στῶν θεῶν τὰ γένη˙ καὶ ἂν δὲν πεισθῆς στὰ λόγια του καὶ τ’ ἀψηφᾶς, κηρύττει ὅτι καὶ
αὐτὸς ἀντίμαχα μὲ σὲ νὰ πολεμήση θὰ ἔλθη ἐδῶ˙ καὶ μὴ σταθῆς, σὲ συμβουλεύει, ἐμπρός του, {{r|180}} ὅτ’
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ο 99
εἶναι αὐτὸς στὴν δύναμιν περίσσ’ ἀνώτερός σου, εἶναι καὶ πρωτογέννητος, καὶ ὅμως τολμᾶ ἡ καρδιά σου ἴσος
νὰ λέγεσαι μ’ αὐτόν, ὁποὺ τὸν τρέμουν ὅλοι». ᾽Εβάρυνε καὶ ἀπάντησεν ὁ μέγας κοσμοσείστης: «῎Ω, λόγον
ὑπερήφανον ποὺ εἶπε, ἂν κι εἶναι ἀνδρεῖος, ἂν τὸν ὁμότιμον ἐμὲ μὲ βίαν θὰ ἐμποδίση. Τρεῖς γεννηθήκαμεν
υἱοί, τοῦ Κρόνου καὶ τῆς Ρέας, ὁ Ζεύς, ἐγὼ καὶ ὁ βασιλεὺς τῶν πεθαμένων Ἅδης. Καὶ ἀπ’ ὅλα τρία κάμαμεν
ἰσόμοιρα βασίλεια. Νά ᾽χω τὴν λευκὴν θάλασσαν πέφτει ὁ λαχνὸς σ’ ἐμένα, {{r|190}} στὸν Ἅδην τὸ ἀνήλιο
σκοτάδι, καὶ στὸν Δία ὁ πλατὺς ἔλαχε οὐρανὸς στὰ νέφη στὸν αἰθέρα κι ἔμειν’ ἡ γῆ κοινὴ στοὺς τρεῖς καὶ ὁ
Ὄλυμπος ὁ μέγας. Ὅθεν ἐμένα τοῦ Διὸς ὁ νοῦς δὲν θὰ ὁδηγήση, καὶ ἂς μείνη, ἂν κι εἶναι δυνατός, στὸ τρίτο
του μοιράδι. Καὶ μὲ τὰ χέρια ὡς ἄνανδρον νὰ μὴ μὲ φοβερίζη. Μὲ τὰ μεγάλα λόγια του ταιριάζει νὰ ὀνειδίση
τὲς κόρες καὶ τ’ ἀγόρϊα ποὺ γέννησεν ἐκεῖνος, ὅτι ἐξ ἀνάγκης θὰ ὑπακοῦν ἐκεῖνα σ’ ὅ,τι λέγει». Καὶ πρὸς αὐτὸν
ἀπάντησεν ἡ ἀνεμόποδ’ ῎Ιρις: {{r|200}} «῏Ω γεωφόρε Ποσειδῶν, τωόντι αὐτὸν τὸν λόγον τὸν ἄπονον, τὸν
τρομερόν, θὰ φέρω ἐγὼ στὸν Δία; Δὲν θὰ τὸν στρέψης; Στρέφονται οἱ γνῶμες τῶν γενναίων. Τὸν
πρωτογέννητον βοηθοῦν, τὸ ξεύρεις, οἱ Ἐρινύες». Καὶ πρὸς αὐτὴν ὁ Ποσειδῶν ἀντεῖπε ὁ κοσμοσείστης: «Ἴρι
θεά, λόγον καλὸν ὁμίλησες τωόντι καὶ αὐτὸ λαμπρόν, ὁ μηνυτὴς τὰ ὀρθὰ νὰ ξεχωρίζη. Ἀλλ’ ἰδοὺ ποῖος τὴν
καρδιὰ φρικτὸς μοῦ θλίβει πόνος, ἐμένα τὸν ἰσόμοιρον καὶ τὸν ὁμόκληρόν του μὲ λόγια νὰ ὀνειδίζη αὐτὸς ὅλα
χολὴν γεμάτα. {{r|210}} Ἀλλὰ μὲ κάνει εὐλάβεια γιὰ τώρα νὰ συγκλίνω· ἀλλ’ ἄκουσ’ ἄλλο ποὺ θὰ εἰπῶ καὶ
ἀλήθεια θὰ κηρύξω· ἐὰν αὐτὸς στὸ πεῖσμα μου καὶ ἄλλων ἀθανάτων, τῆς Ἥρας καὶ τῆς Ἀθηνᾶς, τοῦ
Ἡφαίστου καὶ τοῦ ῾Ερμείου θελήση ἀπὸ τὸν ὄλεθρον τὴν ῎Ιλιον νὰ φυλάξη καὶ νὰ μὴ δώση δύναμιν καὶ νίκην
στοὺς Ἀργείους, ἂς μάθη π’ ἄσβεστος θυμὸς θ’ ἀνάψη στὴν ψυχήν μας». Καὶ ἀπ’ τὸν λαὸν τῶν Ἀχαιῶν στὰ
βάθη τῆς θαλάσσης βυθίζει καὶ ὅλοι αἰσθάνονται ποὺ λείπει ὁ κοσμοσείστης. Καὶ ὁ Ζεὺς ὁ μαυρονέφελος τότ’
εἶπε πρὸς τὸν Φοῖβον: {{r|220}} «Στὸν χαλκοφόρον ῞Εκτορα νὰ πᾶς, καλέ μου Φοῖβε˙ ὅτι ὁ γεωφόρος
Ποσειδῶν ἔγυρεν ἤδη ὀπίσω εἰς τὴν ἁγίαν θάλασσαν νὰ φύγη ἀπ’ τὴν ὀργήν μας· καὶ σφόδρ’ αὐτὸν τὸν
πόλεμον θὰ αἰσθάνονταν κι οἱ ἄλλοι θεοὶ στὰ Τάρταρα ὅσοι ζοῦν ὁλόγυρα τοῦ Κρόνου. Καλὸ σ’ αὐτόν,
καλύτερα σ’ ἐμένα τοῦτο ἐγίνη, ποὺ ἐσύγκλινε ἀπὸ εὐλάβειαν καὶ δὲν ἐστάθη ἐμπρός μου ὅτι ὄχι ἀνίδρωτος,
θαρρῶ, θὰ ἐγίνονταν ἀγώνας. Ἀλλὰ στὰ χέρια πάρε σὺ τὴν κροσσωτὴν αἰγίδα καὶ σείοντάς την εἰς φυγὴν θὰ
βάλης τοὺς Ἀργείους, {{r|230}} καὶ σὺ τοῦ ἐνδόξου ῞Εκτορος ὁ ἴδιος θά ᾽σαι σκέπη· τὴ δύναμίν του ἄναψε,
τοὐς Ἀχαιοὺς νὰ διώξη, ὡς πέρα στὸν ῾Ελλήσποντον νὰ πέσουν στὰ καράβια. Κι ὕστερα θὰ φροντίσω ἐγὼ μὲ
λόγον καὶ μὲ ἔργον ἀνάσασιν τῶν Δαναῶν νὰ δώσω ἀπ’ τὸν ἀγώνα». Εἶπε, καὶ δὲν παράκουσεν ὁ Ἀπόλλων τὸν
πατέρα, καὶ ἀπὸ τὴν ῎Ιδην ἔπεσεν ὡσὰν τὸ φασσοφόνο γεράκι ποὺ ὅλα τὰ πουλιὰ περνᾶ τὸ πέταμά του˙ κι
ἦβρε τὸν θεῖον ῞Εκτορα· χαμαὶ δὲν ἦταν πλέον, καθήμενος συνέφερνε κι ἐγνώριζε τοὺς φίλους, {{r|240}}
ἔπαυσεν ἡ κονταναπνιὰ καὶ ὁ ἵδρωτας ὁ κρύος, ὡς τὸν ἀνάστησεν ὁ νοῦς τοῦ αἰγιδοφόρου Δία. Σιμά του
ἐστάθη κι εἶπε του ὁ τοξευτὴς Ἀπόλλων: «Ἕκτορ Πριαμίδη, ἀνάμερα τί κάθεσαι ἀπ’ τοὺς ἄλλους λιπόθυμος;
Μὴ συμφορὰ κάποια μεγάλη σ’ ἦβρε; » Τοῦ ἀντεῖπε μὲ σβηστὴν φωνὴν ὁ λοφοσείστης Ἕκτωρ: «Ποιός εἶσαι
ἀπ’ ὅλους τοὺς θεοὺς ποὺ μοῦ ὁμιλεῖς ἀντίκρυ, ὦ σεβαστέ, δὲν τό ᾽μαθες; ᾽Ενῶ κεῖ στὰ καράβια χαλοῦσα τοὺς
συντρόφους του, στὰ στήθη ὁ μέγας Αἴας λιθάρι μοῦ ᾽ριξε τρανὸ καὶ μ’ ἔβγαλε ἀπ’ τὴν μάχην. {{r|250}} Κι
ἐνόμισα ὅτι σήμερα θὰ κατεβῶ στὸν Ἅδη μὲς στοὺς νεκρούς, ὡς ἔβγαινεν ἡ ποθητὴ ψυχή μου». Καὶ πρὸς αὐτὸν
ἀπάντησεν ὁ τοξευτὴς Ἀπόλλων: «Θάρρου, ἀφοῦ μέγαν βοηθὸν ὁ Ζεὺς ἀπὸ τὴν ῎Ιδην σοῦ ᾽στειλε νά ᾽ναι
πρόμαχος προστάτης στὸ πλευρό σου τὸν Φοῖβον τὸν χρυσόξιφον, ποὺ πάντοτε σὲ σκέπω, ἐσὲ τὸν ἴδιον καὶ μὲ
σὲ τοὺς πύργους τοῦ Πριάμου. Πρόσταξε τώρα τοὺς πολλοὺς ἱππεῖς πρὸς τὰ καράβια τὰ γρήγορά τους ἄλογα
νὰ σπρώξουν ἀνδρειωμένα· καὶ στοὺς ἱππεῖς ἐμπρὸς ἐγὼ τὸν δρόμον πέρα πέρα {{r|260}} θὰ τοὺς ἀνοίξω καὶ
εἰς φυγὴν θὰ βάλω τοὺς Ἀργείους». Αὐτά ᾽πε καὶ τοῦ ἐπύρωσε μὲ δύναμιν τὰ στήθη. Καὶ ὡς ὅταν σπάση τὸν
δεσμὸν καλοθρεμμένος ἵππος, βροντᾶ τετραποδίζοντας στὴν ἀνοικτὴν πεδιάδα, νὰ λούεται στὸ καθαρὸ ποτάμι
μαθημένος· τὴν κεφαλὴν κρατεῖ ὑψηλά, τὴν χαίτην ἀνεμίζει καὶ ὑπερηφανευόμενον στὰ κάλλη του τὸν
φέρνουν στὲς μαθημένες του βοσκὲς γοργὰ τὰ γόνατά του˙ ὅμοια πετοῦσε ἀκράτητος πρὸς τοὺς ἱππεῖς ὁ
Ἕκτωρ καὶ τοὺς κινοῦσε, ὡς ἡ φωνὴ τὸν δίδαξεν ἡ θεία. {{r|270}} Καὶ ὡς ὅταν ἀγριόγιδο ἢ καὶ κερατοφόρο
ἐλάφι σφόδρα κυνηγοῦν ἄνδρες τοῦ ἀγροῦ καὶ σκύλοι· λόγγος δασὺς καὶ γλιστερὸς γκρεμὸς τοὺς ἐμποδίζει,
καὶ νὰ τὸ ἐβροῦν τ’ ἀκόντια τους δὲν ἤθελεν ἡ μοίρα, καὶ ἀπ’ τὴν βοήν τους πύρινο στὸ δρόμο τους λεοντάρι
φαίνεται καὶ ὅλοι ἀναμεροῦν καὶ ἀφήνουν τὸ κυνήγι˙ ἔτσι ὡς τότε οἱ Δαναοὶ πυκνοὶ τοὺς κυνηγοῦσαν καὶ τοὺς
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ο 100
ἐκτύπαν μὲ σπαθιά, μὲ δίστομα κοντάριά ἀλλ’ ἅμα εἶδαν τὸν ῞Εκτορα στὲς τάξες τῶν ἀνδρείων, ἐτρόμαξαν
καὶ στὴν καρδιὰ τὸ θάρρος τοὺς ἐκόπη. {{r|280}} Τότε σ’ αὐτοὺς ὁμίλησεν ὁ Ἀνδραιμονίδης Θόας, τῶν
Αἰτωλῶν ὁ ἔξοχος τεχνίτης εἰς τ’ ἀκόντι, καλὸς καὶ εἰς μάχην σταθερήν, καὶ ὁμιλητὴς ὁ πρῶτος τῶν νέων ἂν
ἀσύμφωνοι μαζὶ λογομαχοῦσαν. Καὶ αὐτὸς μὲ γνώμην ἀγαθὴν στὴν μέσην ὅλων εἶπε: «῟Ω μέγα θαῦμα ὁποὺ
θωροῦν τὰ μάτια τοῦτα ἐμπρός τους! ἰδοὺ πῶς πάλιν ξέφυγε τὸν χάρο κι ἐσηκώθη, ὁ ῞Εκτωρ κι ἐπιστεύαμε
πὼς ἄσφαλτ’ ἀπ’ τὰ χέρια τοῦ Αἴαντος ἀπέθανε, τοῦ Τελαμωνιάδη. Ἀλλ’ ἔσωσε κάποιος θεὸς τὸν ῞Εκτορα καὶ
πάλιν {{r|290}} ποὺ Δαναοὺς ἐθέρισε πολλοὺς καὶ θὰ θερίση, φοβοῦμαι τώρα, καὶ ἄβουλα τοῦ βαρυκτύπου
Δία δὲν στέκετ’ ἐπὶ κεφαλῆς καὶ τόσην δείχνει λύσσαν κι ἐλᾶτ’ ἐκεῖνο ποὺ θὰ εἰπῶ νὰ τὸ δεχθοῦμεν ὅλοι· τὰ
πλήθη ἂς παραγγείλωμε νὰ στρέψουν πρὸς τὰ πλοῖα· καὶ ἂς μείνωμ’ ὅσοι στὸν στρατὸν πρωτεύομεν ἀνδρεῖοι,
ἴσως μὲ λόγχες σηκωτὲς κρατήσωμεν τὴν πρώτην ὁρμὴν ἐκείνου, καὶ θαρρῶ, ποὺ ἂν καὶ πολὺ μανίζει θὰ
φοβηθῆ τῶν Δαναῶν τὴν φάλαγγα νὰ σπάση». Εἶπε, κι οἱ ἄλλοι πρόθυμοι ἐδέχθηκαν τὸν λόγον. {{r|300}} Ὁ
Αἴας τότε, ὁ ᾽Ιδομενεύς, ὁ Τεῦκρος, ὁ Μηριόνης, ὁ Μέγης τοῦ Ἄρ’ ἰσόπαλος, μὲ τοὺς συντρόφους ὅλους τοὺς
ἀνδρειωμένους φώναζαν κι ἐσύνταζαν τὴν μάχην, γιὰ νὰ δεχθοῦν τὸν ῞Εκτορα καὶ τὸν στρατὸν τῶν Τρώων.
Καὶ ὀπίσω τους ἐγύριζε τὸ πλῆθος πρὸς τὰ πλοῖα. Σύσσωμ’ οἱ Τρῶες ἔπεσαν μακροπατώντας, πρῶτος ὁ
῞Εκτωρ, κι ἔμπροσθεν σ’ αὐτόν, μὲ νέφος τυλιγμένος ὁ Ἀπόλλων κι εἶχε τὴν φριχτὴν πολεμικὴν αἰγίδα τὴν
δασερήν, περίλαμπρην ποὺ ὁ ῞Ηφαιστος τοῦ Δία ἐχάλκευσε, νὰ τὴν φορῆ, τοὺς ἄνδρες νὰ τρομάζη. {{r|310}}
Αὐτὴν κρατώντας ἀρχηγὸς ἐστήθηκε τῶν Τρώων. Καὶ σύσσωμοι τοὺς δέχθηκαν οἱ Ἀργεῖοι κι ἐσηκώθη καὶ ἀπ’
τὰ δυὸ μέρη ἀλαλαγμός˙ ἀπ’ τὲς χορδὲς πετοῦσαν τὰ βέλη, καὶ ὅπως τά ᾽ριχναν τὰ χέρια μανιωμένα, ἄλλα
στὴν σάρκα ἐμπήγονταν τῶν ἀνδρειωμένων νέων, ἄλλα στὸν δρόμον τους χωρὶς τὴν σάρκα ν’ ἀπολαύσουν
μέσα στὴν γῆν στυλώνονταν, γιὰ σάρκα πεινασμένα. Καὶ ὅσο ἐκρατοῦσε ἀσάλευτην ὁ Φοῖβος τὴν αἰγίδα
κτυποῦντο κι ἔπεφταν πολλοὶ καὶ ἀπ’ τὰ δυὸ μέρη ὁμοίως· ἀλλ’ ὅταν τὴν ἐσάλευσε κατάματα κοιτώντας
{{r|320}} τοὺς Ἀχαιοὺς μὲ δυνατὴν κραυγήν, τὸν νοῦν τους μέσα ἐμάργωσε καὶ ξέχασαν τὸ θάρρος τῆς
ἀνδρείας. Καὶ ὡς ὅταν ξάφνου δυὸ θεριά, πρὶν φθάσ’ ἡ μαύρη νύκτα, σ’ ἀγέλην χύνονται βοδιῶν ἢ καὶ κοπὴν
προβάτων· ἐνῶ τοὺς λείπει ὁ πιστικός, καὶ τὰ σκορπίζουν ὅλα· ὁμοίως ἄνανδρην φυγὴν γεννᾶ σ’ αὐτοὺς ὁ
Φοῖβος τὴν δόξαν εἰς τὸν ῞Εκτορα νὰ δώση καὶ στοὺς Τρῶας. Τότ’ ἄνδρας ἄνδρα φόνευσεν, ἀφοῦ σκορπίσθ’ ἡ
μάχη. Τῶν χαλκοφράκτων Βοιωτῶν τὸν ἀρχηγὸν ὁ ῞Εκτωρ τὸν Ἀρκεσίλαον βροντᾶ νεκρὸν καὶ τὸν Στιχίον
{{r|330}} ποὺ ἦταν σύντροφος πιστὸς τοῦ ἀνδρείου Μενεσθέως· τὸν Μέδοντα, τὸν ῎Ιασον ἐφόνευσ’ ὁ Αἰνείας·
καὶ νόθον ἦταν γέννημα ὁ Μέδων τοῦ Ὀϊλέως καὶ ἀδελφὸς τοῦ Αἴαντος· μακρὰν εἰς τὴν Φυλάκην στὰ ξένα
ἐζοῦσε ἀπ’ τὸν καιρὸν ποὺ ἐφόνευσ’ ἕνα ἀδέλφι τῆς μητρυιᾶς ᾽Εριώπιδος, τῆς νυμφευτῆς τοῦ Ὀϊλέως˙ κι ἦτο
ἀρχηγὸς ὁ ῎Ιασος αὐτὸς τῶν Ἀθηναίων καὶ γέννημα ἐδοξάζετο τοῦ Σφήλου Βουκολίδη˙ τὸν Μηκιστὴ
θανάτωσε κατόπι ὁ Πολυδάμας, πάλι ὁ Πολίτης φόνευσε τὸν πρόμαχον ᾽Εχίον {{r|340}} καὶ τὸν Κλονίον ὁ
θεϊκὸς Ἀγήνωρ, καὶ στὴν πλάτην τοῦ Δηιόχου, ὡς ἔφευγεν ἐλόγχισεν ὁ Πάρις. Κι ἐκεῖνοι ἐνῶ τοὺς γύμνωναν, οἱ
Ἀχαιοὶ ριγμένοι στοὺς πάλους καὶ στὸν χάντακα, ἐδῶ κι ἐκεῖ σκορπιοῦνταν στὰ τείχη ὀπίσω νὰ κρυβοῦν˙ καὶ ὁ
῞Εκτωρ πρὸς τοὺς Τρῶας μακριὰν ἔσυρε φωνήν: «Ἐμπρός, πρὸς τὰ καράβια, καὶ ἀφῆτ’ ἐκεῖ τὰ λάφυρα τὰ
αἱματοκυλισμένα καὶ ὅποιον νοήσω ἀλλοῦ μακρὰν νὰ μένη ἀπὸ τὰ πλοῖα, στὸν τόπον θὰ τοῦ σοφισθῶ νὰ
κακοθανατίση, καὶ οὔτε ἀδελφοὶ οὔτε ἀδελφὲς νεκρὸν θενὰ τὸν κάψουν, {{r|350}} ἀλλὰ στὴν πόλιν μας
ἐμπρὸς θὰ τὸν σπαράξουν σκύλοι». Εἶπε, βροντᾶ τὴν μάστιγα κατάπλατα στοὺς ἵππους˙ κι ἐφώναξε τὲς
φάλαγγες· καὶ μὲ βοὴν οἱ Τρῶες τὰ ἁμαξόσυρ’ ἄλογα κατόπι του ἐκινῆσαν κι ἐβρόντα ὁ τόπος κι ἔμπροσθεν ὁ
Φοῖβος μὲ τὰ πόδια τὰ φρύδια ἐγκρέμισ’ εὔκολα τοῦ λάκκου καὶ τὸ χῶμα στὸ χάσμα μέσα ἐπάτησε καὶ ὡσὰν
γεφύρι δρόμον μακρὺν τοὺς ἔστρωσε πλατύν, ὅσο βολὴ τῆς λόγχης ὅταν τὴν ρίχνη λογχιστὴς νὰ ἰδῆ τὴν
δύναμίν του. Καὶ χύνονταν φαλαγγωτὰ κι ἐμπρὸς μὲ τὴν αἰγίδα {{r|360}} ὁ Φοῖβος τὴν βαρύτιμην· κι
ἐγκρέμιζε τὸ τεῖχος ὡσὰν παιδὶ ποὺ παίζοντας ἀκρόγιαλα σηκώνει κάποια δικά του κτίσματα μὲ ἄμμον καὶ
κατόπιν παίζοντας πάλι τὰ χαλᾶ μὲ φτέρνες, μὲ παλάμες. Ὅμοια σύ, Φοῖβε τοξευτή, τοὺς μόχθους τῶν
Ἀργείων ἐχάλασες, καὶ στὴν καρδιὰ τοὺς ἔβαλες τὸν τρόμον. Καὶ τοῦτοι πρὸς τὰ πλοῖα τους ἐμέναν ἑνωμένοι
καὶ ν’ ἀνδρειευτοῦν ἐκραύγαζαν ὁ ἕνας πρὸς τὸν ἄλλον καὶ στοὺς θεοὺς ἐδέοντο μέ χέρια σηκωμένα· καὶ ὁ
Νέστωρ, μέγα στήριγμα τῶν Ἀχαιῶν, ἐξόχως {{r|370}} εὔχονταν μὲ τὰ χέρια του πρὸς τ’ ἄστρα σηκωμένα:
«Δία πατέρα, ἂν σοῦ ᾽καψαν στὸ σιτοφόρον Ἄργος μόσχους ἢ πρόβατα μ’ εὐχὲς νὰ γύρουν στὴν πατρίδα, καὶ
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ο 101
τὸ ὑπεσχέθης, ἵλεως, θυμήσου τα πατέρα, τοῦ ὀλέθρου μάκρυνε ἀπὸ μᾶς τὴν ὥραν, μὴν ἀφήσης οἱ Τρῶες τόσο
χάλασμα νὰ φέρουν τῶν Ἀργείων». Εὐχήθη αὐτὸς κι ἐβρόντησεν ὁ πάνσοφος Κρονίδης καθὼς τοῦ ἔφθασαν οἱ
εὐχὲς τοῦ γέροντος Νηλείδη. Κι οἱ Τρῶες ἅμα τοῦ Διὸς ἐγνώρισαν τὸν κτύπον μὲ λύσσαν νέαν ὅρμησαν ἐπάνω
στοὺς Ἀργείους. {{r|380}} Καὶ ὡς μέγα κύμα στὰ πλατιὰ πελάγη, ἂν τὸ ἐμψυχώνη ὁ ἄνεμος, ποὺ δύναμις στὰ
κύματα εἶναι πρώτη, χύνετ’ ἐπάνω ἀπ’ τὰ πλευρὰ στοῦ καραβιοῦ τὸ στρῶμα, ὅμοια κι οἱ Τρῶες μὲ βοὴν
κατέβαιναν τὸ τεῖχος, ἔφθασαν μὲ τ’ ἁμάξια τους στὲς πρύμνες καὶ σ’ ἐκεῖνα ὀρθοὶ μὲ λόγχες δίστομες ἀντίκρυ
ἐπολεμοῦσαν, κι οἱ ᾽Αχαιοὶ στὰ ὁλόμαυρα καράβι’ ἀνεβασμένοι μὲ μακοιὰ κοντάρϊα, ποὺ εἶχαν μὲς στὰ πλοῖα,
θαλασσομάχα, κολλητά, στὲς ἄκρες χαλκοφόρα Καὶ ὅσον οἱ Τρῶες κι οἱ Ἀχαιοὶ στὸ τεῖχος πολεμοῦσαν
{{r|390}} ἀπ’ τὰ καράβϊα μακράν, ὁ Πάτροκλος καθόνταν εἰς τοῦ Εὐρυπύλου τὴν σκηνὴν κι ἐκεῖνον μὲ ὁμιλίες
ἔτερπε καὶ με βότανα τὴν δυνατὴν πληγήν του τοῦ ἄλειφε, νὰ ἡμερωθοῦν οἱ πόνοι ποὺ τὸν σφάζαν. Ἀλλ’ ἅμα
ἐνόησεν ἐμπρὸς νὰ προχωροῦν οἱ Τρῶες στὸ τεῖχος καὶ τῶν Δαναῶν βοὴ φυγῆς ἀκούσθη, ἐστέναξε κι
ἐβρόντησε τὰ χέρια στὰ μεριά του καὶ μὲ παράπον’ ἔλεγεν: «Εὐρύπυλε, ἂν καὶ χρείαν μ’ ἔχεις, δὲν δύναμ’ ἐγὼ
πλιὰ σιμά σου ἐδῶ νὰ μένω˙ ἀγώνας ἄναψε φρικτός˙ ἂς σὲ καλοκαρδίση {{r|400}} ὁ ἀκόλουθος˙ θὰ δράμω
ἐγὼ να ἐβρῶ τὸν Ἀχιλλέα νὰ τὸν κινήσω εἰς πόλεμον· δύναμις ἴσως θεία μοῦ δώση μὲ τὰ λόγια μου ν’ ἀνάψω
τὴν ψυχήν του˙ πολύτιμ’ εἶναι συμβουλὴ τοῦ φίλου πρὸς τὸν φίλον». Αὐτά ᾽πε καὶ ἀνεχώρησεν· καὶ στὴν ὁρμὴν
τῶν Τρώων ἄσειστοι ἐμέναν οἱ Ἀχαιοί, καὶ ἂν καὶ πλιότερ’ ἦσαν δὲν δύναντο ἀπ’ τὰ πλοῖα τους μακρὰν νὰ
τοὺς κρατήσουν οὐδὲ οἱ Τρῶες δύναντο τὲς φάλαγγες νὰ σπάσουν τῶν Δαναῶν καὶ στὲς σκηνὲς νὰ πέσουν καὶ
στὰ πλοῖα Καὶ ὅπως ἡ στάφνη, ἂν τὴν κρατῆ καλοῦ τεχνίτη χέρι, {{r|410}} ποὺ ὅλα τὸν δίδαξ’ ἡ Ἀθηνᾶ τ’
ἀπόκρυφα τῆς τέχνης, σιάζει δοκάρι καραβιοῦ καὶ ὀρθὰ τὸ κανονίζει˙ ὅμοια καὶ αὐτοὶ μὲ ἰσόμετρον ἀγώνα
ἐπολεμοῦσαν, καὶ ἄλλοι πρὸς ἄλλην μάχονταν, ἄλλοι πρὸς ἄλλην πρύμνην. Στὸν μέγαν Αἴαντ’ ὅρμησεν ὁ
Ἕκτωρ καὶ γιὰ μίαν πρύμνην οἱ δύο πάλαιαν· οὐδ’ ἠμποροῦσε τοῦτος νὰ σπρώξη ἐκεῖνον καὶ φωτιὰ νὰ βάλη
στὸ καράβι, ἀλλ’ οὔτ’ ὁ Αἴας δύνονταν τὸν ἄλλον ν’ ἀποδιώξη, ὅτι θεὸς τὸν ἔφερε· καὶ τότε τὸν Κλυτίδην
Καλήτορα κεῖ πόφερνε τὸ πῦρ εἰς τὸ καράβι {{r|420}} λόγχισ’ ὁ Αἴας, κι ἔπεσε μὲ τὸ δαυλὶ στὸ χῶμα. Καὶ ὡς
εἶδ’ ἐμπρὸς στὰ μάτια του τὸν ξάδελφον νὰ πέση ὁ Ἕκτωρ κεῖ κατέμπροσθεν στ’ ὁλόμαυρο καράβι μακριὰν
ἔσυρε φωνὴν στοὺς Τρῶας καὶ Λυκίους: «Τρῶες, Λύκιοι, Δάρδανοι καὶ σεῖς, κονταρομάχοι, μέσα εἰς τέτοιαν
στένωσιν μὴ φύγετε ἀπ’ τὴν μάχην, ἐμπρὸς στὲς πρύμνες ἔπεστ τὸ τέκνο τοῦ Κλυτίου, προφθάστε μὴν οἱ Ἀχαιοὶ
γυμνώσουν τὸν νεκρόν του». Εἶπε, τὴν λόγχην τὴν λαμπρὴν στὸν Αἴαντ’ ἀκοντίζει, δὲν τὸν ἐπῆρε καὶ ἀντ’
αὐτοῦ τὸν Μαστορίδην ἦβρε {{r|430}} Λυκόφρονα Κυθήριον, ποὺ ἐζοῦσε ἀκόλουθός του, ἀφοῦ τὰ θεῖα
Κύθηρα γιὰ φόνον εἶχε ἀφήσει· ἡ λόγχη ἐπάνω ἀπὸ τ’ αὐτὶ στὴν κεφαλήν του ἐμπῆκε, ὡς ἔστεκε στοῦ Αἴαντος
τὸ πλάγι, καὶ ἀπ’ τὴν πρύμνην τ’ ἀνάσκελά ’πεσε νεκρός ἐρρίγωσεν ὁ Αἴας κι ἐφώναξε τὸν ἀδελφόν: «Ὦ
Τεῦκρε ἀγαπημένε, τὸν σύντροφον μᾶς φόνευσαν πιστόν μας Μαστορίδην, ποὺ ξένον ἀπ’ τὰ Κύθηρα τὸν
πήραμε στὸ σπίτι κι ἴσια τὸν ἐσεβόμασθε μὲ τοὺς γλυκεῖς γονεῖς μας· ὁ Ἕκτωρ τὸν ἐφόνευσε˙ τὸ τόξο καὶ τὰ
βέλη {{r|440}} τὰ φονικὰ τὶ γίνονται, ποὺ σόχει δώσει ὁ Φοῖβος; » Καὶ ὁ Τεῦκρος ἔδραμεν εὐθὺς σιμά του καὶ
τὸ τόξο εἶχε τ’ ὀπισθοτέντωτο μαζὶ μὲ τὴν φαρέτραν, καὶ ὡς ἔριχνε γοργὰ πυκνὰ τὰ βέλη, αὐτοῦ τὸν Κλεῖτον
κτύπησε τοῦ Πεισήνορος λαμπρὸν υἱόν, καὶ φίλον τοῦ ἐνδόξου Πολυδάμαντος, ἐνῶ τὰ χαλινάρια ἐκράτει, ὅτι
τὴν ἅμαξαν ἐκεῖνος κυβερνοῦσε κι ἔσπρωχνεν ὅπου οἱ φάλαγγες πυκνότερες κτυπιόνταν, τῶν Τρώων καὶ τοῦ
Ἕκτορος πρὸς χάριν· ἀλλ’ ἐκεῖνος ἔπαθε καὶ δὲν πρόφθασε κανένας νὰ τὸν σώση. {{r|450}} Στὸ ζνίχι τὸν
ἐπέρασε τὸ δακρυοφόρο βέλος, ἀπὸ τ’ ἁμάξι ἐβρόντησε καὶ ἀλαφιασμέν’ οἱ ἵπποι ἄδειο τ’ ἁμάξι ἐτράνταζαν˙
καὶ ὁ ἥρως Πολυδάμας τὸ νόησε κι ἐστήθη ἐμπρός· κι ἐκεῖ τοῦ Ἀστυνόου υἱοῦ τοῦ Προτιάονος τοὺς ἔδωκε στὰ
χέρια καὶ σφόδρα τὸν παράγγειλε νὰ τοὺς κρατῆ σιμά του˙ κι ἐκεῖνος πάλι ἐγύρισε στὴν τάξιν τῶν προμάχων.
Καὶ ὁ Τεῦκρος γιὰ τὸν Ἕκτορα ἑτοίμαζε ἄλλο βέλος, καὶ τὸν ἀγώνα θά ᾽παυε στῶνἈχαιῶν τὰ πλοῖα, ἐὰν τὸν
ἔριχνε νεκρὸν ἐκεῖ ποὺ ἀνδραγαθοῦσε. {{r|460}} Ἀλλὰ τὸ εἶδε ὁ πάνσοφος Κρονίδης ποὺ ἐφρουροῦσε τὸν
Ἕκτορα, καὶ καύχημα τοῦ Τεύκρου ἐπῆρε μέγα˙ ποὺ τὴν καλόστριφτην χορδὴν στὸ παινεμένο τόξο, ὡς τὴν
τραβοῦσε, τοῦ ᾽σπασε, καὶ πλαγινὰ τὸ βέλος τὸ χάλκινο ἐπετάχθηκε καὶ τοῦ ’πεσε τὸ τόξο. Ρίγος τὸν Τεῦκρον
ἔπιασε καὶ εἶπε τοῦ ἀδελφοῦ του: «Ἄ! τέλεια κάθε σόφισμα τῆς μάχης μοῦ θερίζει θεός, ὁποὺ μοῦ πέταξε τὸ
βέλος ἀπ’ τὸ χέρι καὶ μοῦ ’σπασε νεόστριφτην χορδὴν πού ’χα προσδέσει τώρα πρωὶ νὰ εἶναι ἀρκετὴ στ’
ἀκούραστά μου βέλη». {{r|470}} Καὶ ὁ μέγας τοῦ ἀπάντησεν ὁ Τελαμώνιος Αἴας: «Φίλε, τὸ τόξον ἄφησε καὶ τὰ
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ο 102
πυκνά σου βέλη ἀφοῦ θεὸς τοὺς Δαναοὺς φθονεῖ καὶ τὰ συντρίβει˙ πάρε κοντάρι μακριό, ζώσου τρανὴν
ἀσπίδα, τοὺς Τρῶας κτύπα, κίνησε τοὺς ἄλλους εἰς τὴν μάχην˙ καὶ ἐὰν θὰ νικήσουν μὴν εἰποῦν, ποὺ ἐπάτησαν
τὰ πλοῖα ἀκόπως ἀλλ’ ἀκράτητα στὴν μάχην ἂς χυθοῦμε». Εἶπε, καὶ ὁ Τεῦκρος στὴν σκηνὴν ἐκρέμασε τὸ τόξο
κι εὐθὺς στοὺς ὤμους ἔζωσε τετράδιπλην ἀσπίδα· εἰς τὴν γενναίαν κεφαλὴν καλὸν ἔθεσε κράνος {{r|480}} μὲ
ἀλόγου χαίτην, καὶ φρικτὸς σειόνταν ὡσὰν ὁ λόφος˙ στὸ χέρι ἐπῆρε δυνατὸ κοντάρι χαλκοφόρο καὶ γρήγορα
τοῦ Αἴαντος ἐστήθηκε στὸ πλάγι. Καὶ ἅμα τοῦ Τεύκρου νόησε πὼς ἔπαθε τὸ τόξο, ὁ Ἕκτωρ ἔσυρε φωνὴν τῶν
Τρώων καὶ Λυκίων: «Τρῶες, Λύκιοι, Δάρδανοι καὶ σεῖς, κονταρομάχοι, ἄνδρες δειχθῆτε μ’ ὅλην σας τὴν
δύναμιν, ὦ φίλοι, ἐδῶ στὰ πλοῖα· κι εἶδα ἐγὼ τὰ βέλη πολεμάρχου ἀνδρειωμένου ἀπ’ τοῦ Διὸς τὸ θέλημα
χαμένα. Φανούσιμο εἶναι τοῦ Διὸς τὸ χέρι στοὺς ἀνθρώπους, {{r|490}} εἴτε σ’ αὐτοὺς ποὺ ὑπέροχα θελήση νὰ
λαμπρύνη, εἴτε σ’ αὐτοὺς ποὺ δὲν βοηθεῖ καὶ πλήχτ’ ἡ δύναμίς του, σὰν τώρα ποὺ ἀνεβάζει ἐμᾶς καὶ σκύφτει
τοὺς Ἀργείους. Κι ἐμπρὸς στὰ πλοῖα σύσσωμοι˙ καὶ ὅποιον διορίσ’ ἡ μοίρα εἴτε ἀπὸ βέλος τοῦ ἐχθροῦ νὰ πέσ’
εἴτε ἀπὸ ἀκόντι, καλοπεθαίνει ἂν ἔπεσε νὰ σώση τὴν πατρίδα. Τοῦ μένει ὀπίσω ἡ σύντροφος καὶ τὰ παιδιά του
σῶα, τὰ γονικά του ἀνέγγιχτα καὶ ἡ πατρική του κλήρα ἂν τὰ πρυμνήσουν οἱ Ἀχαιοὶ νὰ γύρουν στὴν πατρίδα».
Εἶπε, καὶ εἰς ὅλους ἄναψε τὸ θάρρος τῆς ἀνδρείας. {{r|500}} Καὶ ἀπ’ τ’ ἄλλο μέρος φώναζεν ὁ Αἴας τοὺς
συντρόφους: «Αἶσχος, Ἀργεῖοι! τώρα ἐδῶ μᾶς μέλλ’ ἢ νὰ χαθοῦμε ἢ νὰ σωθοῦμε, ἂν τὸ κακὸ μακρύνωμε ἀπ’ τὰ
πλοῖα καὶ ἂν τὰ πατήση τώρ’ αὐτὸς ὁ λοφοσείστης Ἕκτωρ, μήπως θαρρεῖτε τῆς στεριᾶς νὰ πᾶτε στὴν πατρίδα;
Ἤ δὲν ἀκοῦτε τὸν λαὸν πὼς ὅλον ἐμψυχώνει ὁ Ἕκτωρ, ποὺ λυσσᾶ φωτιὰ νὰ βάλη στὰ καράβια; Νὰ πολεμοῦν
τοὺς προσκαλεῖ καὶ ὄχι χορὸν νὰ στήσουν. Καὶ ἄλλη γιὰ μᾶς καλύτερη βουλὴ δὲν εἶναι ἢ σκέψις, ἢ νὰ ριχθοῦμε
στὸν ἐχθρὸν στῆθος πρὸς στῆθος ὅλοι. {{r|510}} Ναί, θάνατον μονόφορα νὰ ἰδοῦμε ἢ σωτηρίαν παρὰ σ’ ἀγών’
ἀτέλειωτον ἐδῶ νὰ μᾶς στραγγίζουν στὲς πρύμνες τόσο ἐλεεινά, κατώτεροί μας ἄνδρες». Τοὺς ἄναψαν οἱ λόγοι
του κι ἐκεῖ τότ’ ὁ Σχεδίος φονεύθη ἀπὸ τὸν Ἕκτορα, βλαστὸς τοῦ Περιμήδη καὶ τῶν Φωκέων ἀρχηγός· τοῦ
Ἀντήνορος τὸ ἀγόρι, Λαοδάμαντ’, ἄρχον τῶν πεζῶν θανάτωσεν ὁ Αἴας˙ καὶ ὁ Πολυδάμας φόνευσε τὸν Ὦτον,
πού ’χεν ἔλθει ἀπ’ τὴν Κυλλήνην ἀρχηγὸς τῶν Ἐπειῶν γενναίων˙ νεκρὸν τὸν εἶδε καὶ ὅρμησεν ὁ σύντροφός του
Μέγης· {{r|520}} καὶ ὁ Πολυδάμας κλίνοντας ἐξέφυγε, ὅτι ὁ Φοῖβος δὲν ἄφην’ ἐκεῖ πρόμαχος νὰ πέση ὁ υἱὸς
τοῦ Πάνθου˙ ἀλλὰ τοῦ Κροίσμου ἐπέρασε τὸ στῆθος μὲ τὴν λόγχην. Μὲ βρόντον ἔπεσε, κι ἐνῶ τὸν ἔγδυνεν ὁ
Μέγης, ὁ Δόλοψ ἄξιος λογχιστὴς τοῦ ἐχύθη ὁ Λαμπετίδης, ἄνδρα πολεμικότατον τὸν εἶχε σπείρει ὁ Λάμπος,
υἱὸς τοῦ Λαομέδοντος τῶν πολεμάρχων πρῶτος˙ κεῖνος μὲ λόγχην κτύπησεν ἐγγύθεν τὴν ἀσπίδα τοῦ Μέγητος·
ἀλλ’ ἔσωσεν ὁ θώρακας τὸν νέον, ὁ στερεός, ποὺ ἕναν καιρὸν εἶχε ὁ Φυλεύς τὸν φέρει {{r|530}} ὅθε ὁ Σελλήεις
ποταμὸς στὴν Ἔφυραν κυλάει· φίλος τοῦ τὸν ἐχάρισεν ὁ Εὐφήτης πολεμάρχος προφυλακὴν ἀπ’ τὸν ἐχθρὸν νὰ
τὸν φορῆ στὴν μάχην˙ κι ἐκεῖνος τώρα ἐγλίτωσε τὰ στήθη τοῦ παιδιοῦ του. Καὶ ὁ Μέγης κεῖ τοῦ Δόλοπος τὴν
περικεφαλαίαν στὴν κορυφὴν ἐλόγχισε τοῦ φουντωμένου κώνου, ξεσπάσθη μὲ τὴν χαίτην του κι ἐκύλησεν ὁ
λόφος στὰ χώματα νεοστίλβωτος ἀπὸ λαμπρὴν πορφύραν. Καὶ ὡς πολεμοῦσ’ ἐλπίζοντας νίκην ἀκόμη ὁ Δόλοψ,
πρόφθασεν ὁ Μενέλαος χωρὶς νὰ τὸν νοήση, {{r|540}} πλάγια τοῦ ἐστήθη καὶ ὄπισθεν τὸν κτύπηστ στὸν ὦμον
τὸ στῆθος ὅλο πέρασε μὲ ὁρμὴν νὰ προχωρήση ἡ λόγχη˙ κι ἔπεσεν αὐτὸς ἐπίστομα στὸ χῶμα. Καὶ ὡς ἔτρεχαν
ἀπ’ τ’ ἄρματα ἐκεῖνοι νὰ τὸν γδύνουν τοὺς ἀδελφοὺς ὀνείδισεν ὁ ῞Εκτωρ, ἀλλὰ πρῶτον τὸ τέκνον τοῦ
Ἱκετάονος, Μελάνιππον ἀνδρεῖον Ἐκεῖνος πρὶν λαὸς ἐχθρὸς πατήση στὴν Τρωάδα, μόσχους καλοὺς εἰς τὲς
βοσκὲς ἐφύλα τῆς Περκώτης καὶ ὅτ’ ἔφθασαν τῶν Δαναῶν τὰ ἰσόπλευρα καράβια στὴν Ἴλιον πάλε ἀνέβηκε κι
ἔλαμπε μὲς στοὺς Τρῶας, {{r|550}} καὶ ὁ Πρίαμος στὸ σπίτι του τὸν εἶχε ὡσὰν παιδί του Ἐκεῖνον κατὰ
πρόσωπον τότ’ ἀποπῆρε ὁ Ἕκτωρ: «Ἔτσι θὰ μείνωμ’ ἄνεργοι, Μελάνιππε; Δὲν ἔχεις πόνον γιὰ τὸν ἐξάδελφον;
Δὲν βλέπεις πῶς μαλάζουν τ’ ἄρματα ἐκεῖ τοῦ Δόλοπος; Ἀλλ’ ἀκολούθησέ με˙ πλέον δὲν γίνεται μακρὰν μ’
αὐτοὺς νὰ πολεμοῦμε, ὅσο νὰ τοὺς σκοτώσουμεν ἢ ἐκεῖνοι ἀπὸ τὸν πάτον τὴν Ἴλιον ρίξουν καὶ σφαγοῦν μέσα
οἱ πολίτες ὅλοι». Εἶπ’, ἐκινήθη καὶ σ’ αὐτὸν κατόπι ὁ θεῖος ἄνδρας. Καὶ ὁ μέγας Αἴας φώναξε νὰ σπρώξη τοὺς
Ἀργείους: {{r|560}} «Ἄνδρες, σταθῆτε, κι ἐντροπὴ μέσα αἰσθανθῆτε, ὦ φίλοι, Ἕνας τὸν ἄλλον στοὺς δεινοὺς
ἀγῶνες ἐντραπῆτε, νὰ σώση δύνατ’ ἡ ἐντροπὴ τοὺς ἄνδρες, ὄχι ὁ φόβος, καὶ σ’ ὅσους φεύγουν δύναμις, καὶ
δόξα δὲν γεννᾶται». Αἰσθάνθηκαν τὸν λόγον του καὶ μόνοι τους στὴν μάχην πρόθυμοι, καὶ μὲ χάλκινον
προπύργιον τὰ καράβια ἔφραξαν˙ κι ἔσπρωξεν ὁ Ζεὺς ἐπάνω των τοὺς Τρῶας. Ὁ ἀνδράγαθος Μενέλαος τότ’
εἶπε τοῦ Ἀντιλόχου: «Ἀντίλοχε, τῶν Ἀχαιῶν ἄλλον δὲν βλέπω νέον ὡσὰν ἐσὲ πτερόποδα καὶ ἀτρόμητον στὴν
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ο 103
μάχην· {{r|570}} νὰ ὁρμοῦσες νὰ δοκίμαζε τὴν λόγχην σου κανένας! » Αὐτά ’πε καὶ ἀνεχώρησε, καὶ θαρρετὸς
ὁ νέος ἀπ’ τοὺς προμάχους ὅρμησε καὶ γύρω του κοιτώντας ἀκόντισε ἀναμέρησαν στοῦ ἀνδρὸς τ’ ἀκόντ’ οἱ
Τρῶες, ἀλλὰ δὲν βγῆκε μάταιον, καὶ τὸν ἀνδρειωμένον υἱὸν τοῦ Ἱκετάονος Μελάνιππον, ποὺ ὁρμοῦσε στὴν
μάχην, τὸν ἐκτύπησε, πρὸς τὸν μαστόν, ἡ λόγχη. Μὲ βρόντον πέφτει καὶ κροτοῦν ἐπάνω τ’ ἄρματά του˙ τοῦ
ὅρμησ’ ἐπάν’ ὁ Ἀντίλοχος, σὰν σκύλος εἰς τὸ ἐλάφι, ποὺ ὡς ἐπηδοῦσε ἀπ’ τὴν μονιά, τοῦ κυνηγοῦ τὸ ἀκόντι
{{r|580}} τὸν ἦβρε κι ἐξεψύχησε˙ παρόμοια στὸ κορμί σου ὅρμησεν, ὦ Μελάνιππε, τὰ ὅπλα νὰ σοῦ πάρη ὁ
Ἀντίλοχος· ἀλλ’ ἔδραμεν ἀπ’ ὅπου ἐπολεμοῦσε ὁ θεῖος Ἕκτωρ κατ’ αὐτόν, κι ἐκεῖνος ἔμπροσθέν του δὲν ἔμεινε
ἂν καὶ ἀνδράγαθος, ὅτι τὸν πῆρε φόβος, κι ἔφυγε, ὡς κάνει τὸ θεριό, ποὺ ἔχει κακουργήσει, πόκοψε σκύλον ἢ
βοσκὸν ποὺ μόσχους ἐφυλάγαν, καὶ φεύγει πρὶν συναθροισθοῦν πολλοὶ νὰ τὸ κτυπήσουν. Καὶ ὡς ἔφευγε μὲ
ἀλαλαγμοὺς βέλη πολλὰ τοῦ ἐχύναν οἱ Τρῶες μὲ τὸν ῞Εκτορα˙ κι ἐστάθη ὁ Νεστορίδης {{r|590}} ἐκεῖ ποὺ
ἦσαν οἱ σύντροφοι κι ἐστράφη πρὸς τοὺς Τρῶας. Καὶ ὡς ὠμοφάγοι λέοντες ὁρμοῦσαν πρὸς τὰ πλοῖα οἱ Τρῶες
καὶ τοὺς ὁρισμοὺς τελοῦσαν τοῦ Κρονίδη, ποὺ σφόδρα ἐμψύχωνεν αὐτοὺς καὶ ἐμάργωντ τὸ πνεῦμα τῶν
Ἀχαιῶν, νὰ στερηθοῦν τὴν νίκην καὶ τὴν δόξαν, ὅτ’ ἤθελε τοῦ ῞Εκτορος νὰ δώση αὐτὸς Αὴν νίκην, ὥστε
φωτιὰν ἀδάμαστην νὰ βάλη στὰ καράβια, ὅλ’ ἡ εὐχὴ τῆς Θέτιδος νὰ γίν’ ἡ διεστραμμένη˙ διότι ἐκεῖνο
ἀνάμενεν ὁ πάνσοφος Κρονίδης, μιᾶς πρύμνης ποὺ νὰ καίεται νὰ πρωτοϊδῆ τὴν λάμψιν· {{r|600}} ὅτι κατόπιν
θά ᾽καμνεν νὰ φύγουν πρὸς τὴν Τροίαν ὀπίσω οἱ Τρῶες κι οἱ Ἄχαιοὶ νὰ δοξασθοῦν στὴν νίκην. Μὲ αὐτὸ στὸν
νοῦν ἔσπρωχνε ὁ Ζεὺς ἐπάνω στὰ καράβια τὸν Πριαμίδην ῞Εκτορα ποὺ ἐμάνιζε καὶ μόνος ἐλύσσ’ αὐτὸς ὅσο
λυσσᾶ ὁ λογχοσείστης Ἄρης, ἢ σ’ ὄρος μεγαλόδενδρον φλόγα κακὴ θεριεύει· ἀφροκοπᾶ τὸ στόμα του, κάτω
ἀπὸ τ’ ἄγρια φρύδια τὰ μάτια του λαμποκοποῦν, καί, ὅπως πολεμοῦσε, τρομακτικὸ στοὺς μήλιγγες τὸ κράνος
ἐσειόνταν˙ εἶχε βοηθὸν τὸν ἴδιον Κρονίδη ἀπ’ τὸν αἰθέρα, {{r|610}} ὁποὺ ἀπὸ τόσους ἥρωες ἐδόξαζε κι ἐτίμα
ἐκεῖνον ὅτι λιγοστὲς εἷχε νὰ ζήσ’ ἡμέρες. Ὅτ’ ἤδη ἐσήκων’ ἡ Ἀθηνᾶ τὴν σκοτεινὴν ἡμέραν ἐπάνω του ἀπ’ τὴν
δύναμιν νὰ πέση τοῦ ᾽Αχιλλέως. Καὶ ὅπ’ ἔβλεπε πυκνότερες τὲς καλοαρματωμένες τάξες ἀνδρῶν δοκίμαζεν
ἐδῶ κι ἐκεῖ νὰ σπάση· ἀλλὰ δὲν τὸ κατόρθωνεν μ’ ὅσην καὶ ἂν εἶχε λύσσαν ὅτι βαστοῦσαν πυργωτοὶ σὰν
πήκτρα μορφωμένοι, σὰν βράχος ποὺ σ’ ἀκρογιαλιὰ τὴν κορυφήν του ὑψώνει, ἄσειστος μένει στὲς ὁρμὲς τῶν
σφυρικτῶν ἀνέμων {{r|620}} καὶ στὰ μεγάλα κύματα ποὺ ἐπάνω του ξερνοῦνται. Ὁμοίως ἄσειστ’ οἱ Ἀχαιοὶ
ἐδέχοντο τοὺς Τρῶας. Καὶ ὅλος ζωσμένος ἀστραπὲς ἔπεσε μὲς στὸ πλῆθος μ’ ὅσην ὁρμὴν τὰ κύματα μὲς στὸ
καράβι πέφτουν σφοδρὰ θρεμμένα ἄνεμον, ποὺ ἐγέννησαν τὰ νέφη˙ σκεπάζετ’ ὅλο ἀπ’ τοὺς ἀφρούς, ἀνέμου
λύσσα τρίζει εἰς τὰ πανιὰ καὶ τῶν ναυτῶν τρέμ’ ἡ καρδιὰ ἀπὸ φόβον, τὶ ὁ θάνατος μιὰ σπιθαμὴ μακριά τους
εἶναι ἀκόμη· ὅμοια σπαρτάριζε ἡ καρδιὰ στῶν Ἀχαιῶν τὰ στήθη. Καὶ ὡς λέοντας κακόβουλος ἂν πέση σ’
ἀγελάδες {{r|630}} ποὺ ἄπειρες βόσκουν εἰς πλατὺ ποτιστικὸ λιβάδι, καὶ τύχη ἀνήξερος βοσκὸς ποὺ δὲν
γνωρίζει ἀκόμη νὰ μάχεται μὲ φονικὸ θεριὸ γιὰ τ’ ἀγελάδια, βαδίζει μὲ τὲς ὕστερες, βαδίζει μὲ τὲς πρῶτες καὶ
ὡστόσο αὐτὸ στὲς μεσινὲς ὁρμᾶ καὶ τρώγει μίαν, κι οἱ ἄλλες φεύγουν σκορπιστές˙ παρόμοια τοὺς Ἀργείους τοῦ
῞Εκτορος καὶ τοῦ Διὸς ἐκυνηγοῦσε ὁ τρόμος. Τὸν Μυκηναῖον φόνευσε τὸν Περιφήτην μόνον˙ αὐτὸν ἐγέννησε ὁ
Κοπρεύς, αὐτὸς ποὺ τοῦ Εὐρυσθέως ἔφερνε τὰ μηνύματα στὸν μέγαν ῾Ηρακλέα˙ {{r|640}} κακοῦ πατρὸς
γεννήθηκεν ἀγόρι παινεμένο σ’ ὅλα τὰ προτερήματα, φτερόποδος καὶ ἀνδρεῖος, καὶ γιὰ τὴν γνώση πρώτευε
τῶν Μυκηναίων ὄλων˙ δόξαν τότ, ἔδωκε λαμπρὴν τοῦ ῞Εκτορος ἐκεῖνος ὅτι ὡς ἐστράφη ἐκτύπησε στὸν γύρον
τῆς ἀσπίδος ὁποὺ ὡς τὲς φτέρνες ἔφθανε προφυλακὴ στὰ βέλη˙ ἐμπλέχθη καὶ ἀνασκέλησε˙ καὶ ὡς ἔπεσε στὸ
χῶμα τρομαχτικὰ στοὺς μήλιγγες ἐκρότησε τὸ κράνος. Τὸν εἶδ’ ὁ ῞Εκτωρ κι ἔδραμε καὶ τοῦ ᾽μπηξε τὴν λόγχην
στὸ στῆθος καὶ τὸν φόνευσε στὰ μάτια τῶν συντρόφων, {{r|650}} κι ἐκεῖνοι, ἂν καὶ περίλυποι, τὸν φίλον δὲν
βοηθῆσαν, ὅτι τὸν θεῖον ῞Εκτορα ἐτρόμαζε ἡ ψυχή τους. Στὰ πλοῖα ἀντίκρυ ἐβρέθηκαν, κι ἐμπῆκαν εἰς τὸν
κύκλον τῶν ἀκρινῶν κατάγιαλα, κατόπι τους καὶ οἱ Τρῶες, Καὶ ἀπὸ τὰ πρῶτα νὰ συρθοῦν τοὺς ἔφερεν ἡ
ἀνάγκη, καὶ στὲς σκηνές τους στάθηκαν αὐτοῦ συναθροισμένοι, δὲν ἐσκορπίσαν στὸν στρατόν, ἀπ’ ἐντροπὴν
καὶ φόβον, ὡς μὲ ἀκατάπαυστην βοὴν ἀντιπαρακινοῦντο, καὶ μάλιστα τῶν Ἀχαιῶν τὸ στήριγμα, ὁ Νηλείδης,
στ’ ὄνομα τῶν γονέων τους παρακαλοῦσεν ὅλους: {{r|660}} «Ἄνδρες δειχθῆτε, ὦ φίλοι μου, καὶ τῶν λοιπῶν
ἀνθρώπων μέσα σας λάβετ’ ἐντροπήν ἂς θυμηθῆ καθείς σας τὰ τέκνα, τὴν γυναίκα του, τὸ κτῆμα, τοὺς γονεῖς
του, «εἴτ’ εἶναι ἀκόμη στὴν ζωὴν εἴτ’ εἶναι πεθαμένοι. Γι’ αὐτοὺς ποὺ λείπουν, ἰδοὺ ἐγὼ κλητὸς σᾶς ἐξορκίζω,
ἀνδράγαθα σταθῆτε αὐτοῦ μὴ στρέφετε τὰ νῶτα». Εἶπε, καὶ σ’ ὅλους ἄναψε τὸ θάρρος τῆς ἀνδρείας. Τότ᾽
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ο 104
ἔδιωξε ἀπ’ τὰ μάτια τους ἡ Ἀθηνᾶ τὴν θείαν κατάχνια ποὺ τοὺς θάμπωνε, κι ἔγινε φῶς στὰ πλοῖα, ἔγινε φῶς
στὸν πόλεμον, ποὺ ὅλους θερίζει ὁμοίως˙ {{r|670}} καὶ μ’ ὅλους τοὺς συντρόφους του τὸν ῞Εκτορα ἐγνωρίσαν,
καὶ ὅσοι ὄπισθεν ἐσύρθηκαν, καὶ δὲν ἐπολεμοῦσαν, καὶ ὅσοι σιμὰ στὰ πλοῖα τους βαστοῦσαν τὸν ἀγώνα, τοῦ
Αἴαντος δὲν ἔστερξε τότε ἡ ψυχὴ γενναία κεῖ μὲ τοὺς ἄλλους Ἀχαιοὺς μακρὰν καὶ αὐτὸς νὰ μείνη ἀλλ’ ἀπό ᾽να
κατάστρωμα στὸ ἄλλο διασκελώντας ἔσεἱε θαλασσόμαχο καμάκι στὴν παλάμην μεγάλο, καρφοκόλλητον,
εἰκοσιδύο πῆχες. Καὶ ὡς ἀπὸ ἄλογα πολλὰ πιδέξιος ἀναβάτης τέσσερα σμίγει διαλεκτά, καὶ μέσ’ ἀπ’ τὴν
πεδιάδα {{r|680}} τὰ ξεκινᾶ σὰν ἀστραπὴ πρὸς μιὰν μεγάλην πόλιν μέσα εἰς τὸν δρόμον τοῦ κοινοῦ καὶ τὸν
θαυμάζουν πλῆθος γυναῖκες, ἄνδρες, ὁποὺ ὀρθὸς ἀσκόνταφτ’ ἀπὸ ἕνα σ’ ἄλλο πουλάρι διασκελᾶ καὶ αὐτὰ
πετοῦν - ἀέρας˙ ὁμοίως μακροδιασκελᾶ σ’ ἕνα καράβι ἀπ’ τ’ ἄλλο ὁ Αἴας σέρνοντας κραυγὴν ποὺ φθάνει ὡς
τὸν αἰθέρα. Καὶ μὲ βοὴν τρομακτικὴν φωνάζει τοὺς Ἀργείους νὰ σώσουν τὰ καράβια τους καὶ τὲς σκηνές· ἀλλ’
οὔτε ὁ ῞Εκτωρ πλέον ἔμενε στὲς φάλαγγες τῶν Τρώων˙ ἀλλ’ ὡς ἀετὸς ἀκράτητος ποὺ χύνετ᾽, ὅπου βόσκουν
{{r|690}} πτηνὰ μεγάλα καὶ πολλὰ στοῦ ποταμοῦ τὴν ἄκρην, γερανῶν πλῆθος, ἢ χηνῶν, ἢ κύκνων
μακρολαίμων, ἴσια σ’ ἕνα μαυρόπλωρο καράβι ἐχύθη ὁμοίως ὁ ῞Εκτωρ τότε καὶ ὄπισθεν τὸν ἄμπωθε μὲ χέρι
ἀπέραντον ὁ βροντητὴς καὶ ὅλα μαζὶ τὰ πλήθη. Καὶ πάλιν ἔγινεν ἀψιὰ πρὸς τὰ καράβια μάχη. Θά ᾽λεγες πὼς
ἀκούραστοι καὶ ἀδάμαστοι ἀπαντιῶνται πρώτη φορὰ στὸν πόλεμον˙ τόσ’ ἦταν ἡ ὁρμή τους. Κι ἰδοὺ ποιοὺς
ἔχουν στοχασμοὺς αὐτοὶ ποὺ πολεμοῦσαν˙ οἱ Ἀχαιοὶ πὼς ἔφθασε τοῦ ὀλέθρου ἡ μαύρ’ ἡμέρα, {{r|700}} καὶ οἱ
Τρῶες μὲς στὰ στήθη τους θαρροῦσαν πὼς τὰ πλοῖα θὰ κάψουν καὶ τοὺς Ἀχαιοὺς ἐκεῖ θὰ σφάξουν ὅλους. Κι
ἐνῶ μ’ αὐτοὺς τοὺς στοχασμοὺς ἐμάχονταν, ὁ ῞Εκτωρ ἔπιασε καλοθάλασσο καράβι ἀπὸ τὴν πρύμνην, ὁποὺ τὸν
Πρωτεσίλαον ἀνέβασε στὴν Τροία ἀλλὰ δὲν τὸν ξανάφερεν ὀπίσω εἰς τὴν πατρίδα. Γι’ αὐτὸ τὸ πλοῖο
σφάζονταν τότε Ἀχαιοὶ καὶ Τρῶες στήθη πρὸς στήθη, οὐδὲ κανεὶς μακρόθεν τόξου βέλος νὰ τὸν κτυπήση
ἀνάμενεν ἢ λογχοφόρο ἀκόντι, ἀλλ’ ἔστεκαν ἀκλόνητοι μὲ μίαν γνώμην ὅλοι {{r|710}} καὶ ἀπὸ σιμὰ μ’ ἀκονητὰ
πελέκια καὶ μ’ ἀξίνες μὲ μακριὰ ξίφη ἐμάχοντο, μὲ δίστομα κοντάρια. Καὶ ἀπὸ τοὺς ὤμους ἔπεφταν ἢ ἀπὸ
κομμένα χέρια ὡραῖες μάχαιρες πολλές, μαυρόδετες στὸ χῶμα ὡς πολεμοῦσαν· κι ἔρρεε στὴν μαύρην γῆν τὸ
αἷμα. Καὶ ὁ ῞Εκτωρ δὲν ἀπάφηνε τὴν πρύμνην πού ᾽χε πιάσει, καὶ τ’ ἀκροστόλι σφίγγοντας ἐφώναξε τῶν
Τρώων: «Φέρτε φωτιά, καὶ ὅλοι βοὴν σηκώσετε πολέμου. Ὅλα πλερών’ ἡ μέρ’ αὐτὴ ποὺ μᾶς χαρίζ’ ὁ Δίας, τὰ
πλοῖα νὰ πατήσωμε ποὺ ἀντίθετα μᾶς ἦλθαν {{r|720}} ἐδῶ καὶ πάμπολλα κακὰ μᾶς ἔκαμαν ὡς τώρα. Καὶ οἱ
γέροι πταίουν, ποὺ οἱ δειλοί, στὲς πρύμνες νὰ βροντήσω τὸν πόλεμον δὲν μ’ ἄφηναν καὶ τὸν λαὸν κρατοῦσαν.
Καὶ ἂν τότε μᾶς ἐζάλισε τὸ πνεῦμα ὁ βροντοφόρος, ὁ ἴδιος τώρα μᾶς κινεῖ καὶ σπρώχνει τὴν ψυχήν μας». Εἶπε,
καὶ αὐτοὶ σφοδρότερα στοὺς Ἀχαιοὺς ὁρμῆσαν καὶ ὁ Αἴας πλιὰ δὲν ἔμενε, πνιγμένος ἀπ’ τὰ βέλη· καὶ ὡς
ἔβλεπε τὸν θάνατον, ποδίζοντας ἀγάλι ἄφησε τὸ κατάστρωμα καὶ στὸ ὑψηλὸ τῆς πρύμνης σκαμνὶ ἐστήθη, καὶ
ἄγρυπνος ἐπρόβαλνε τὴν λόγχην {{r|730}} εἰς ὅποιον ἔφερνε φωτιὰ νὰ κάψη τὰ καράβια. Καὶ ἡ φωνή του ἡ
βροντερὴ στοὺς Δαναοὺς βροντοῦσε: «Ἥρωες φίλοι Δαναοί, θεράποντες τοῦ Ἄρη, ἄνδρες φανῆτε μ’ ὅλην σας
τὴν δύναμιν, ὦ φίλοι. Τάχα θαρροῦμε ὁπ’ ἔχομεν ἄλλους βοηθοὺς ὀπίσω, ἢ τείχη ἀπὸ τὸν ὄλεθρον τοὺς ἄνδρες
νὰ σκεπάσουν; Μὴ πόλις εἶν’ ἐδῶ σιμὰ μὲ πύργους νὰ μᾶς σκέπη καὶ μέσα πρόθυμος λαὸς νὰ μᾶς ἐνδυναμώνη;
Στὴν γῆν τῶν Τρώων εἴμασθε τῶν καλοαρματωμένων, σπρωγμένοι πρὸς τὴν θάλασσαν, μακρὰν ἀπ’ τὴν
πατρίδα˙ {{r|740}} καὶ ἀγρία μόνο, ὄχι σαχλὴ θέλει μᾶς σώσει ἀνδρεία». Εἶπε, καὶ μὲ τὸ ἀκονητὸ τρικύμιζε
κοντάρι. Καὶ ὅποιον τῶν Τρώων ἔβλεπε πρὸς τὸ γοργὸ καράβι σταλμένον ἀπ’ τὸν ῞Εκτορα μὲ τὸ δαυλὶ στὸ χέρι
ὁ Αἴας μὲ τὸ μακριὸ κοντάρι τὸν κτυποὔσε· κι ἔστρωσε δώδεκα νεκροὺς ἐκεῖ σιμὰ στὰ πλοῖα.
Ιλιάδα (Πολυλάς)/π 105
Ιλιάδα (Πολυλάς)/π
←Ραψωδία ο Ιλιάδα Ραψωδία ρ→
Συγγραφέας: Όμηρος
Μεταφραστής: Ιάκωβος
Πολυλάς
Ραψωδία π
<poem> Καὶ αὐτοὶ γιὰ τὸ καλόστρωτο καράβι ἐπολεμοῦσαν. Καὶ ὁ Πάτροκλος ἐστέκονταν ἐμπρὸς στὸν
Ἀχιλλέα κι ἔχυνε δάκρυα θερμά, σὰν βρύση ὁποὺ κυλάει ἐπάνω εἰς βράχον γλιστερὸν τὰ σκοτεινὰ νερά της.
Τὸν εἶδε καὶ συμπόνεσεν ὁ θεῖος Ἀχιλλέας, καὶ ἀμέσως τὸν ἐρώτησεν: «῏Ω Πάτροκλε, τί κλαίεις; Κοράσι
ὁμοιάζεις τρυφερὸ ποὺ ὀπίσω ἀπ’ τὴν μητέρα τρέχει καὶ τὴν παρακαλεῖ στὸν κόρφο νὰ τὸ πάρη, καὶ ἀπ’ τὴν
ποδιά της τὴν κρατεῖ, ποὺ βιαστικὰ πηγαίνει, καὶ ὡς νὰ τὸ πάρη τὴν κοιτᾶ μὲ μάτια δακρυσμένα· {{r|10}}
ὁμοίως, Πάτροκλε, θερμὰ καὶ σὺ τὰ δάκρυα χύνεις. Στοὺς Μυρμιδόνας ἢ σ’ ἐμὲ θὰ φανερώσης κάτι; Ἢ κάποιο
μήνυμα κρυφὸ σοῦ ἔφθασε ἀπ’ τὴν Φθίαν; Ζῆ ἀκόμη ὁ Μενοίτιος, τοῦ Ἄκτορος, ὡς λέγουν, ζῆ καὶ ὁ Πηλεὺς
τοῦ Αἰακοῦ, στὴν γῆν τῶν Μυρμιδόνων, ποὺ ἄκουσμα θά ᾽ταν θλιβερὸ σ’ ἐμᾶς ὁ θάνατός των˙ ἢ κλαίεις γιὰ
τοὺς Ἀχαιούς, καθὼς παθαίνουν θραῦσιν στὲς πρύμνες καὶ τ’ ἀδίκημα πλερώνουν τὸ δικό τους; Λέγε, μὴ τό
᾽χης μυστικό, κι ἐγὼ νὰ τὸ γνωρίσω». Πάτροκλ᾽, ἐβαρυστέναξες, ἱππόμαχε, καὶ τοῦ ᾽πες: {{r|20}} «Τῶν Ἀχαιῶν
ὑπέρτατε, Πηλείδη Ἀχιλλέα, πῶς νὰ μὴ κλάψω; Συμφορὰ μεγάλη τοὺς Ἀργείους ἐβρῆκεν, ὅτι κείτονται στὲς
πρύμνες λαβωμένοι αὐτοὶ ποὺ ὡς τώρα ἐλέγονταν οἱ πρῶτοι πολεμάρχοι. Κεῖ λαβωμένος κείτεται καὶ ὁ
δυνατὸς Τυδείδης, ὁ ᾽Οδυσσεὺς καὶ ὁ δοξαστὸς στὴν λόγχην Ἀγαμέμνων, καὶ στὸ μερὶ λαβώθηκεν ὁ
Εὐρύπυλος μὲ βέλος. Καὶ πολυβόταν’ ἰατροὶ κοιτάζουν τὲς πληγές των ἀλλὰ σὺ εἶσαι ἀμάλακτος, Πηλείδη· μὴ
ποτέ μου χολὴ μὲ πιάση ὡσὰν αὐτὴ ποὺ σὺ στὰ στήθη τρέφεις. {{r|30}} Ποιόν θὰ ὠφελήση ἀπόγονον ἡ ἄτυχή
σου ἀνδρεία ἂν τώρ’ ἀπὸ τὸν ὄλεθρον δὲν σώσης τοὺς Ἀργείους; Σκληρέ· πατέρας σου ὁ Πηλεὺς δὲν ἦταν μήτε
ἡ Θέτις μητέρ᾽, ἀλλὰ σ’ ἐγέννησαν ἡ θάλασσα καὶ οἱ βράχοι, τόσο εἶναι ἡ γνώμη ἀσύντριφτη μὲς στ’ ἄπονά σου
στήθη˙ καὶ ἂν εἰς τὸν νοῦν σου ἔχεις χρησμόν, ποὺ ν’ ἀποφύγης θέλεις, καὶ ἡ δέσποινα ἡ μητέρα σου σοῦ
ἀνάφερε ἀπ’ τὸν Δία, ἐμὲ κὰν στεῖλ’ εὐθὺς καὶ ὁμοῦ τοὺς Μυρμιδόνας ὅλους, ἴσως μ’ ἐμένα ὀλίγο φῶς ἰδοῦν οἱ
νικημένοι. Καὶ τ’ ἄρματά σου δῶσε μου νὰ τὰ φορῶ στὴν μάχην, {{r|40}} ἲσως εἰποῦν πὼς εἶσαι σὺ καὶ
ξεκοποῦν οἱ Τρῶες ἀπὸ τὴν μάχην, ἄνεσιν νὰ λάβουν οἱ θλιμμένοι˙ τ’ ἀνάσαμα εἶν’ ἐλάφρωσις, ὅσον μικρὰ καὶ
ἂν εἶναι. Κι εὔκολα ἐμεῖς ἀκόπωτοι τὰ πλήθη κοπωμένα θὰ διώχναμε, στὴν πόλιν τους νὰ φύγουν ἀπ’ τὰ
πλοῖα». Παρακαλοῦσεν ὁ τυφλὸς ὁλόθερμα, καὶ ὡστόσο παρακαλοῦσε θάνατον κακὸν τῆς κεφαλῆς του. Καὶ
τοῦ ᾽πε μ’ ἀγανάκτησιν ὁ γρήγορος Πηλείδης: «Πάτροκλε διογέννητε, ὀιμέ, ποιὸν λόγον εἶπες! μήτε χρησμὸν
λογιάζω ἐγώ, ποὺ νὰ γνωρίζω, μήτε {{r|50}} λόγον μοῦ ἔφερε ἡ σεπτὴ μητέρ’ ἀπὸ τὸν Δία· ἀλλ’ εἶναι τοῦτ’
ὁποὺ βαθιὰ πληγώνει τὴν ψυχήν μου, ἄνθρωπος τοῦ ὁμοίου του τὸ γέρας νὰ τοῦ πάρη ὀπίσω, ὅτ’ εἶναι
ἀνώτερος στὴν ἐξουσίαν μόνον· μὲ ὅσα ὡς τώρα ὑπόφερα καὶ αὐτὸν τὸν πόνον ἔχω. Τὴν κόρην ποὺ μοῦ
διάλεξαν οἱ Ἀχαιοὶ βραβεῖον, ποὺ ἐκείνην, ὅταν ἔριξα τῆς χώρας της τὰ τείχη, ἔχει ἀποκτήσ’ ἡ λόγχη μου, μοῦ
ἐπῆρε τώρα ὀπίσω ὁ Ἀτρείδης, ὡς ἀτίμητος νὰ ἤμουν ἐδῶ ξένος. Ἀλλ’ ὅ,τι ἐγίνη ἂς ἔγινε. Κι αἰώνια νὰ
βαστάξη {{r|60}} δὲν ἠμποροῦσεν ἡ χολή˙ τωόντι στὸν θυμόν μου εἶπα, ποὺ δὲν θὰ ἔπαυα, πρὶν στὰ δικά μου
πλοῖα τῆς μάχης φθάση ὁ βοητὸς καὶ βρόντος τοῦ πολέμου· ἀλλ’ ἔπαρε καὶ ζώσου ἐσὺ τὰ ὑπέρλαμπρ’ ἄρματά
μου καὶ ὁδήγα τοὺς ἀτρόμητους στὴν μάχην Μυρμιδόνας ὅτι ἀπὸ Τρῶας σύγνεφο κατάμαυρο ἔχει ζώσει τὲς
πρύμνες ὅλες κι οἱ Ἀχαιοὶ σπρωχθῆκαν στῆς θαλάσσης τὴν ἄκρην ἄκρην καὶ κρατοῦν ἀκόμη ὀλίγον τόπον.
Καὶ ὅλη τῶν Τρώων ἔπεσεν ἐπάνω τους ἡ πόλις, ξέθαρροι, ὁποὺ τοῦ κράνους μου τὸ μέτωπο νὰ λάμπη {{r|70}}
κοντὰ δὲν βλέπουν˙ καὶ γοργὰ θὰ φεῦγαν νὰ γεμίσουν νεκροὶ τοὺς λάκκους, ἂν σ’ ἐμὲ ἦταν ὁ Ἀτρείδης πράος˙
καὶ τώρα ἰδοὺ πῶς τὸν στρατὸν ἐζῶσαν τ’ ἄρματά τους. Διότι ἀπὸ τὸν ὄλεθρον τοὺς Δαναοὺς νὰ σώση ἡ λόγχη
πλέον δὲν λυσσᾶ στὸ χέρι τοῦ Τυδείδη, οὐδὲ τοῦ Ἀτρείδη ἀκούω πλιὰ τὸ μισητό μου στόμα, ἀλλὰ τοῦ ῞Εκτορος
βροντᾶ φωνὴ, τοῦ ἀνθρωποφόνου, τὸ πρόσταγμα εἰς τοὺς Τρῶας του, ποὺ ὅλην τὴν πεδιάδα πλημμύρισαν καὶ
μὲ βοὴν συντρίβουν τοὺς Ἀργείους. Ἀλλ’ ὅμως πέσ’ ἀπάνω τους, ὦ Πάτροκλε ἀνδρειωμένε, {{r|80}} πρόφθασε
Ιλιάδα (Πολυλάς)/π 106
πρὶν ἀδάμαστην βάλουν φωτιὰ στὰ πλοῖα καὶ κόψουν τῂν ἐπιστροφὴν στὴν ποθητὴν πατρίδα. Καὶ ὅλον τὸν
λόγον ποὺ θὰ εἰπῶ βάλε στὸν νοῦν καὶ πείθου˙ νὰ λάβω δόξαν καὶ τιμὴν ἀπ’ ὅλους τοὺς Ἀργείους θὰ κάμης
καὶ τὴν ὄμορφην νὰ μοῦ ἀποδώσουν κόρην, μὲ δῶρ’ ἀκόμα ὑπέρλαμπρα· καὶ ἀφοῦ μακρὰν τῶν πλοίων τοὺς
διώξης, γύρε παρευθύς· κι ἐὰν θελήσης δόξαν νὰ σοῦ χαρίση,ὁ βροντητής, μὴ σὺ ἐπιθυμήσης χωρὶς ἐμὲ ν’
ἀγωνισθῆς μὲ τ’ ἀνδρειωμένα πλήθη τῶν Τρώων˙ καὶ ἀδοξώτερον θενὰ μὲ καταστήσης˙ {{r|90}} μὴ στοῦ
πολέμου τὴν φωτιὰν καὶ στὴν σφαγὴν τῶν Τρώων μεθύσης καὶ ὡς τὴν ῎Ιλιον μὲ θάρρος προχωρήσης, μὴ
κάποιος ἀπ’ τὸν ῎Ολυμπον θεὸς ἐμπῆ στὴν μάχην, ὅτι πολὺ τοὺς ἀγαπᾶ ὁ μακροβόλος Φοῖβος. Ἀλλ’ ἅμα φέρης
ἄνεσιν στὲς πρύμνες στρέψε ὀπίσω εὐθύς, κι ἐκεῖνοι ἂς πολεμοῦν κατόπι στὴν πεδιάδα. Δία πατέρα, καὶ
Ἀθηνᾶ, καὶ Ἀπόλλων, χάρισέ μας κανεὶς ἀπὸ τὸν θάνατον νὰ μὴ σωθῆ τῶν Τρώων μηδὲ κανεὶς τῶν Ἀχαιῶν,
νὰ μείνωμεν οἱ δύο καὶ μόνοι ἐμεῖς νὰ ρίξωμε τὰ τείχ’ ἱερὰ τῆς Τροίας». {{r|100}} Τοὺς λόγους τούτους ἔλεγαν
ἐκεῖνοι μεταξύ τους, καὶ ὁ Αἴας πλιὰ δὲν ἔμενε, πνιμένος ἀπ’ τὰ βέλη˙ τοῦ Δία τὸν νικοῦσε ὁ νοῦς, τὰ τόξα
ὁμοῦ τῶν Τρώων˙ τρομακτικὰ στοὺς μήλιγγες τὰ φάλαρα τὰ ὡραῖα τοῦ κράνους ἀπ’ τὸ κτύπημα τῶν ἀκοντιῶν
κροτοῦσαν, καὶ ἀγανακτοῦσε ἡ ἀριστερή του πλάτη ὡς ἐκρατοῦσε πάντοτε αὐτὸς ἀσάλευτην ἐμπρός του τὴν
ἀσπίδα μ’ ὅσα σ’ αὐτὴν καὶ ἂν στύλωναν ἀκόντια νὰ τὴν σπρώξουν. Ἀγκομαχοῦσε φοβερὰ καὶ ἀπ’ ὅλα του τὰ
μέλη ἵδρωτας ἔρρεε πολὺς καὶ ἀνασασμὸν δὲν εἶχε˙ {{r|110}} κακὸν ἐπάνω στὸ κακὸ τὸν ἔσφιγγε τριγύρω.
Μοῦσες ἀπὸ τὸν ῎Ολυμπον, διδάξετέ με τώρα, πῶς ἐπρωτόπεσε ἡ φωτιὰ στῶν Ἀχαιῶν τὰ πλοῖα. Ὁ ῞Εκτωρ
ἐπλησίασε καὶ μὲ τὸ μέγα ξίφος ἐχώρισε τοῦ Αἴαντος τὸ φράξινο κοντάρι κάτω ἀπ’ τὴν λόγχην· κι ἔσειε τὸ
κολοβὸ κοντάρι ὁ Αἴας ἀνωφέλητα· κι ἡ χάλκινή του λόγχη μὲ βρόντον ἔπεσε μακράν· ἐρρίγωσεν ὁ Αἴας καὶ μὲ
τὴν ἄψεγην ψυχὴν ἐγνώρισε τὰ θεῖα ἔργα, ὅτι κάθε μηχανὴν ἀφάνιζε τῆς μάχης {{r|120}} καὶ εἰς τοῦς Τρῶας
ἔδιδε τὴν νίκην ὁ Κρονίδης. Καὶ ἀπὸ τὰ βέλη ἐσύρθηκε· κι εὐθὺς ἐκεῖνοι ἐβάλαν φωτιὰ στὰ πλοῖα καὶ ἄσβεστη
μέσα του ἁπλώθ’ ἡ φλόγα. Καὶ τὸ καράβι ἔζωνε τὸ πῦρ· τότε ὁ Πηλείδης τὰ δυὸ μεριά του ἐκτύπησέ καὶ εἶπε
τοῦ Πατρόκλου: «Πάτροκλε διογέννητε, κινήσου ἀνδρειωμένε, κίνημα βλέπω τοῦ πυρὸς κεῖ πέρα στὰ καράβια·
μὴ τὰ πατήσουν καὶ φυγῆς δὲν μείνη ἐλπίδα πλέον· τ’ ἄρματα ζώσου, ὡστόσο ἐγὼ τὰ πλήθη συναθροίζω».
Εἶπε, κι ἐφόρει ὁ Πάτροκλος τ’ ἄρματα ποὺ ἀστράφταν. {{r|130}} Πρῶτα τὲς κνῆμες ἔζωσε μὲ τὲς λαμπρὲς
κνημίδες ποὺ ἦσαν μὲ ἀργυροκάρφωτες περόνες ἁρμοσμένες· κατόπιν θώρακα λαμπρὸν ἀστερωτὸν στὰ στήθη
ἔβαλε, ὁποὺ ὁ φτερόποδος Αἰακίδης ἐφοροῦσε. Ξίφος ἀργυροκάρφωτον ἐκρέμασε ἀπ’ τοὺς ὤμους χάλκινο, κι
ἔπειτα τρανὴν καὶ στερεὴν ἀσπίδα. Εἰς τὴν γενναίαν κεφαλὴν καλὸν ἔθεσε κράνος μ’ ἀλόγου χαίτην καὶ
φρικτὸς σειόνταν ἐπάν’ ὁ λόφος. Κι ἐπῆρε καλοφούκτωτα δυὸ δυνατὰ κοντάρια καὶ ὄχι τὸ μέγα, τὸ βαρὺ
κοντάρι τοῦ Ἀχιλλέως {{r|140}} ὁποὺ κανεὶς τῶν Ἀχαιῶν νὰ σείση δὲν ἠμπόρει καὶ τό ᾽σειε μόνος ὁ Ἀχιλλεύς˙
ἀπὸ τὸ Πήλειον ὄρος κομμένο φράξο πόδωκεν ὁ Χείρων τοῦ πατρός του φόνον νὰ φέρη ἀφεύγατον εἰς τοὺς
ἀνδρειωμένους. Κι εἶπε στὸν Αὐτομέδοντα νὰ ζέψη εὐθὺς τοὺς ἵππους, φίλον του ἐξόχως σεβαστὸν κατόπιν
τοῦ Ἀχιλλέως, στὴν μάχην ἑτοιμότατον εἰς κάθε προσταγήν του. Καὶ ὁ Αὐτομέδων ἔζεψε τὸν Ξάνθον καὶ
Βαλίον, πουλάρι᾽ ἀνεμόποδα, τὰ γέννησε ἡ Ποδάργη ἡ ῞Αρπυι’ ἀπὸ τὸν Ζέφυρον ὡς ἔβοσκε στὴν χλόην
{{r|150}} στὰ τείχη τοῦ ᾽Ωκεανοῦ. Τοὺς ἔδεσε στὸ πλάγι τὸν Πήδασον ἀσύγκριτον, πού ᾽χε ὁ Πηλείδης φέρει
ἀπὸ τοῦ ᾽Ηετίωνος τὴν πορθημένην πόλιν, κι ἵππος συμβάδιζε θνητὸς μὲ ἀθάνατα πουλάρια. Τοὺς
Μυρμιδόνας σύνταζε και ἀρμάτωνε ὁ Πηλείδης ὅλους ἀπ’ ὅλες τὲς σκηνές˙ καὶ ὡς ὠμοφάγοι λύκοι, μὲ δύναμιν
ἀδάμαστην, ἀφοῦ στὰ ὄρη ἐλάφι κερατοφόρο ἐσπάραξαν μεγάλο καὶ τὸ φάγαν καὶ εἶναι τὰ σιαγόνια τους
κατάμαυρ’ ἀπὸ αἷμα· κοπαδιαστὰ στὴ βρύση ὁρμοῦν τὴν δίψαν τους νὰ σβήσουν, {{r|160}} κι ἐνῶ μὲ γλῶσσες
ἀχαμνὲς τὸ μαῦρο ρεῦμα γλείφουν τοῦ φόνου ρεύγοντ’ αἵματα, καθὼς μέσα ἡ κοιλιά τους ὀγκώνεται, ἀλλ’ ἡ
ψυχὴ στὰ στήθη τους δὲν τρέμει· ὅμοια κινοῦντ’ οἱ ἀρχηγοὶ τῶν Μυρμιδόνων γύρω εἰς τὸν λαμπρὸν ἀκόλουθον
τοῦ θείου Ἀχιλλέως. Καὶ θάρρος ἔδινε ὁ Ἀχιλλεὺς στὴν μέσην τους ὁ ἀνδρεῖος τῶν ἱππομάχων μαχητῶν καὶ
τῶν ἀσπιδοφόρων. Πενήντα ὁδήγησ’ ὁ Ἀχιλλεὺς ὀγρήγορα καράβια στὴν Τροίαν, καὶ ἄνδρες κάθονταν
πενήντα στὸ καθένα· πέντε διόρισε ἀρχηγούς, ἕναν στὰ δέκα πλοῖα, {{r|170}} νὰ εἶναι ὅλ’ ὑπήκοοι στὴν
προσταγὴν ἐκείνων, καὶ αὐτὸς ὡς πρῶτος ἀρχηγὸς βασίλευεν εἰς ὅλους. Τῆς σειρᾶς πρώτης ὁ λαμπρὸς
Μενέσθιος ἀρχηγοῦσε˙ ἀπὸ τὴν κόρην τὴν καλὴν γεννήθη τοῦ Πηλέως τὴν Πολυδώρην, ποὺ θνητὴ μ’ ἀθάνατον
ἑνώθη, τὸν Σπερχειόν, διογέννητο ποτάμι, ἀλλὰ πατέρας τοῦ Περιήρους ὁ υἱός, ὁ Βῶρος ἐλεγόνταν, ποὺ
φανερὰ μὲ ἄπειρα δῶρα τὴν πῆρε νύμφην. Τῆς δεύτερης ὁ Εὔδωρος ἦτο ἀρχηγός, ὁ ἀνδρεῖος· τοῦ Φύλαντος
Ιλιάδα (Πολυλάς)/π 107
ἀνύμφευτο κοράσ’ ἡ Πολυμήλη {{r|180}} τὸν γέννησ’ ἡ καλόχορη ποὺ στὸν χορὸν πιασμένην τῆς χρυσοτόξου
Ἀρτέμιδος μὲ συνομήλικές της ἀγάπησεν ὁ ἀντίκακος ῾Ερμῆς ἅμα τὴν εἷδε. Στ’ ἀνώγι ἀνέβηκε ὁ θεὸς καὶ
κρυφοαγκαλιασθῆκαν καὶ στὸν καιρόν του εἶδε τὸ φῶς ἀγόρι ζηλεμένο, ὁ Εὔδωρος, στὸν πόλεμον καλὸς καὶ
ἀνεμοπόδης. Καὶ ἀφοῦ ἐκεῖνον ἔβγαλε νὰ ἰδῆ τὸ φῶς τοῦ ἡλίου ἡ ὠδινοφόρα Εἰλείθυια, τότε τὴν Πολυμήλην
τὴν πῆρε νύμφην σπίτι του ὁ μέγας Ἀκτορίδης ὁ ᾽Εχεκλής, μὲ ἄπειρα πού ᾽χε προσφέρει δῶρα. {{r|190}} Τὸν
Εὔδωρον ἀνάστησε καὶ ἀνάθρεψε μὲ πόθον ὁ γέρος Φύλας σπίτι του ὡσὰν παιδὶ δικό του. Ὁ Μαιμαλίδης
Πείσανδρος τῆς τρίτης ἀρχηγοῦσε γιὰ τὸ κοντάρι ἀσύγκριτος στοὺς Μυρμιδόνας ὅλους δεύτερ’ ἀπὸ τὸν
Πάτροκλον τὸν φίλον τοῦ Ἀχιλλέως. Τῆς τέταρτης ὁ γέροντας ὁ Φοίνιξ, καὶ τῆς πέμπτης ἀρχηγὸς ἦταν ὁ
λαμπρὸς Λαερκίδης Ἀλκιμέδων. Καὶ ὅλους ἀφοῦ τοὺς ἔστησε σιμὰ στοὺς ἀρχηγούς των μ’ ὡραίαν τάξιν,
αὐστηρὸν εἶπε ὁ Πηλείδης λόγον: «῏Ω Μυρμιδόνες, ὅλοι σεῖς, ἐνθυμηθῆτε πόσες {{r|200}} στὲς πρύμνες
ἐφωνάζατε φοβέρες πρὸς τοὺς Τρῶας, εἰς τοῦ θυμοῦ μου τὸν καιρὸν καὶ μοῦ ἐπαραπονεῖσθε: «Κακὲ Πηλείδη,
μὲ χολὴν θὰ σ’ ἔθρεψε ἡ μητέρα, σκληρέ, ποὺ στανικῶς κρατεῖς στὲς πρύμνες τοὺς συντρόφους. Ἀλλὰ νὰ τὸ
πρυμνήσωμε γιὰ τὴν πατρίδα ὀπίσω ἀφοῦ ὀλέθριος ἔπεσε θυμὸς εἰς τὴν ψυχήν σου». Αὐτὰ μοῦ ἐλέγετε συχνά˙
αὐτός σας τώρα ὁ πόθος γίνεται, ἰδοὺ σᾶς ἔφεξε δεινοῦ πολέμου ἡμέρα. Ὅθεν καθεὶς ἂς ἀνδρειωθῆ τοὺς
Τρῶας νὰ κτυπήση». Καὶ στὴν φωνὴν ὡς ἄναψαν τοῦ βασιλέως ὅλοι {{r|210}} τὲς τάξες των ἐπύκνωσαν
στενώτερ’ ἀπὸ πρῶτα. Καὶ ὡς ὅταν τοῖχον ὑψηλῆς οἰκοδομῆς μὲ λίθους δένουν πυκνούς, ἀκλόνητον εἰς κάθε
ὁρμὴν ἀνέμου ὁμοίως κράνη ἐδένονταν καὶ ἀσπίδες, καὶ ἄνδρας ἄνδρα, κράνος τὸ κράνος στήριζε καὶ ἀσπίδα
τὴν ἀσπίδα· καὶ οἱ λαμπροὶ λόφοι ὡς ἔσκυφταν τὲς χαῖτες τους ἐσμίγαν, τόσο δεμένα ἦσαν στενά˙ κι ἐμπρὸς
τῶν Μυρμιδόνων ἀρματωμένοι, πρόθυμοι στὴν μάχην ἄνδρες δύο μὲ ψυχὴν μίαν, Πάτροκλος ἐλάμπαν καὶ
Αὐτομέδων. Καὶ στὴν σκηνὴν ὁ Ἀχιλλεὺς πηγαίνει καὶ σηκώνει {{r|220}} τὸ σκέπασμ’ ἀπὸ λάρνακα λαμπρὴν
ποὺ τοῦ ᾽χε βάλει ἡ Θέτις ἡ ἀσημόποδη νὰ πάρη στὸ καράβι, καὶ ὄμορφα τοῦ τὴν στοίβασε μὲ ἀντάνεμες
χλαμύδες μὲ τάπητες πολὺ δασεῖς καὶ μὲ καλοὺς χιτῶνες. Εἶχε καὶ κούπαν πλουμιστὴν ὁποὺ κανεὶς μ’ ἐκείνην
ἄλλος κρασὶ δὲν ἔπινεν οὐδ’ εἰς θεὸν κανέναν ὁ Ἀχιλλεὺς ἐσπόνδιζεν, ἢ στὸν πατέρα Δία· τὸ ἐπῆρε καὶ τὸ
ἐκάθαρε μὲ θειάφι καὶ κατόπι μ’ ὡραῖο τό ᾽πλυνε νερό, καὶ αὐτὸς ἐχερονίφθη καὶ ἀφοῦ κρασὶ τὸ ἐγέμισεν,
ὀρθὸς εἰς τὴν αὐλήν του, {{r|230}} τὰ μάτια πρὸς τὸν οὐρανόν, ἐσπόνδιζε κι εὐχόνταν· καὶ στὴν φωνήν του
ἐπρόσεχεν ὁ χαιρεβρόντης Δίας. «Δία, θεὲ Πελασγικέ, προστάτη στὴν Δωδώνην πέρα τὴν κακοχείμωνην, ὅπου
ἀπὸ σὲ προσφέρουν οἱ ἄλουτοι, χαμόκοιτοι Σελλοὶ ρήματα θεῖα, ὡς ἔδωκες ἀκρόασιν εἰς τὲς εὐχές μου πρῶτα,
κι ἐπλήγωσες τοὺς Ἀχαιοὺς κι ἐτίμησες ἐμένα, καὶ τώρα πάλιν τὴν ἑξῆς εὐχὴν εὐδόκησέ μου. ῞Οτι ἂν καὶ μένω
ἐγὼ μακρὰν κλεισμένος στὰ καράβια, ἰδοὺ στέλνω τὸν φίλον μου μὲ Μυρμιδόνων πλήθη· {{r|240}} δόξαν
λαμπρήν, βροντόφωνε Κρονίδη, ἀπόστειλέ του, θάρρος στὰ στήθη βάλε του, νὰ μάθη ὁ Πριαμίδης, ὁ
ἀκόλουθός μου, ἂν μοναχὸς νὰ πολεμῆ γνωρίζη ἢ μόνον τότε μαίνονται τ’ ἀνίκητά του χέρια ὅταν πετιοῦμ’ ἐγὼ
μ’ αὐτὸν στοῦ Ἄρη τὸν ἀγώνα. Καὶ ἅμα τῆς μάχης τὴν βοὴν μακρύνη ἀπὸ τὲς πρύμνες, νὰ μοῦ γυρίση
ἄβλαπτος μὲ ὅλα τ’ ἄρματά μου στὰ πλοῖα μας καὶ οἱ σύντροφοι, κονταρομάχοι ἀνδρεῖοι». Εὐχήθη καὶ τὸν
ἄκουσεν ὁ πάνσοφος Κρονίδης· Καὶ τῶν εὐχῶν του εὐδόκησε τὴν μίαν ὁ πατέρας˙ {{r|250}} ν’ ἀπομακρύνη
εὐδόκησε τὴν μάχην ἀπ’ τὰ πλοῖα, ἀλλὰ τοῦ ἀρνήθη ἄβλαβος νὰ γύρη ἀπ’ τὴν μάχην. Καὶ ἀφοῦ εὐχήθη μὲ
σπονδές, ἐμπῆκε στὴν σκηνήν του καὶ ἀπόθεσε στὴν λάρνακα τὸ θαυμαστὸ ποτήρι, καὶ στὴν σκηνήν του
ἐστάθη ἐμπρὸς μὲ προθυμιὰ νὰ βλέπη τῶν Τρώων καὶ τῶν Ἀχαιῶν τὸν φοβερὸν ἀγώνα. Μὲ τὸν γενναῖον
Πάτροκλον ἐκεῖνοι συνταγμένοι κινοῦνταν μεγαλόψυχα ὡς πόπεσαν στοὺς Τρῶας. Κι ἐχύνονταν ὁρμητικά,
καθὼς πετιοῦνται οἱ σφῆκες ποὺ τὴν φωλιά τους ἔστησαν παράμερα τοῦ δρόμου, {{r|260}} πού, ὡς συνηθοῦν,
ἀνόητα παιδιὰ τὲς ἐρεθίζουν καὶ ἀπ’ ἀγνωσιά τους προξενοῦν κακὸ πολλῶν ἀνθρώπων˙ ποὺ ἂν τὲς ταράξη
ἀθέλητα διαβάτης ξεπετιοῦνται ὅλες μὲ ἀνδράγαθην ψυχὴν νὰ σώσουν τὰ μικρά τους. Ὁμοίως τότε μὲ
καρδιὰν ἀδάμαστην καὶ ἀνδρείαν οἱ Μυρμιδόνες χύνονται ἐμπρὸς εἰς τὰ καράβια· καὶ ἀλαλαγμὸς ἀσίγητος
ἐβρόντα εἰς τὸν ἀέρα κι ἔσυρε ὁ Πάτροκλος φωνὴν μεγάλην στοὺς συντρόφους: «Ὦ Μυρμιδόνες, σύντροφοι
τοῦ θείου Ἀχιλλέως, ἄνδρες φανῆτε, μ’ ὅλην σας τὴν δύναμιν, ὦ φίλοι, {{r|270}} ὁ Ἀχιλλεὺς νὰ δοξασθῆ, ποὺ
τῶν Ἀργείων ὅλων αὐτὸς ἐξέχει ἀσύγκριτος καὶ οἱ σύντροφοί του ἀνδρεῖοι, νὰ μάθη καὶ ὁ κραταιὸς Ἀτρείδης
Ἀγαμέμνων πόσο ἔσφαλε ποὺ ἀψήφησε τῶν Ἀχαιῶν τὸν πρῶτον». Εἶπε καὶ εἰς ὅλους ἄναψε τὸ θάρρος τῆς
ἀνδρείας κι ἔπεσαν ὅλοι σύσσωμοι στοὺς Τρῶας, καὶ τὰ πλοῖα ἀπ’ τὴν βοὴν τῶν Ἀχαιῶν τρομακτικὰ
Ιλιάδα (Πολυλάς)/π 108
βροντῆσαν. Εἶδαν οἱ Τρῶες στ’ ἄρματα ν’ ἀστράφτουν ἔμπροσθέν τους ὁ Πάτροκλος ὁ ἀνδράγαθος μὲ τὸν
θεράποντά του κι ἐλάκτισε ἡ καρδία τους, καὶ οἱ τάξεις σαλευθῆκαν, {{r|280}} θαρρώντας ποὺ ἐξεθύμωσε κι
ἔκαμε πάλι ἀγάπην καὶ ἀπὸ τὲς πρύμνες ὅρμησεν ὁ ἀνίκητος Πηλείδης. Καὶ ἀπὸ τὸν ὄλεθρον καθεὶς ἐκοίτα
ποῦ νὰ φύγη. Τὴν λόγχην πρωτοακόντισεν ὁ Πάτροκλος στὴν μέσην ὁποὺ ἐκτυπιοῦνταν πάμπολλοι, στὴν
ἄκρην στὸ καράβι αὐτὸ ποὺ ὁ Πρωτεσίλαος εἶχε ὁδηγήσει ὁ μέγας, καὶ τὸν Πυραίχμην, ἀρχηγὸν τῶν ἱππικῶν
Παιόνων, ποὺ ἀπ’ τὸν πλατύροον Ἀξιὸν στὴν Ἀμυδώνα πίνουν, στὸν δεξιὸν ὦμον κτύπησε κι ἔπεσε αὐτὸς μὲ
βόγγον. Καὶ οἱ Παίονες ἐσκόρπισαν, ὡς εἶδαν τρομαγμένοι {{r|290}} ποὺ ὁ Πάτροκλος τοὺς φόνευσε τὸν μέγαν
πολεμάρχον. Καὶ ἀφοῦ τοὺς Τρῶας ἔδιωξεν ἀπὸ τὲς πρύμνες ὅλους, σβήνει τὴν φλόγα μένει αὐτοῦ μισόκαυτο
τὸ πλοῖον˙ σκορποῦν οἱ Τρῶες μὲ κραυγές, οἱ Δαναοὶ στὰ πλοῖα τοὺς κυνηγοῦν, καὶ ἀλαλαγμὸς μεγάλος
ἐσηκώθη. Καὶ ὡς ὅταν σύγνεφο χοντρὸ σκεπάζη μέγα ὄρος, ἂν τὸ σηκώσ’ ἡ δύναμις τοῦ ἀστραποβόλου Δία,
φαίνεται κάθε κορυφή, κάθ’ ἄκρη, κάθε πλάγι, κι ἐσχίσθη ἀπὸ τὸν οὐρανὸν ἀπέραντος ὁ αἰθέρας, ἔτσι ἀφοῦ
διῶξαν οἱ Ἀχαιοὶ τὸ πῦρ ἀπ’ τὰ καράβια, {{r|300}} ἀνάπνευσαν, ἂν καὶ ποσῶς δὲν ἔπαυσεν ἡ μάχη˙ διότι
ἀκόμη ἀκράτητα μακρὰν ἀπ’ τὰ καράβια ἀπ’ τοὺς ἀνδρείους Ἀχαιοὺς δὲν ἔφευγαν οἱ Τρῶες, καὶ ἂν ἀπ’ τὲς
πρύμνες στανικῶς ἀγάλι ἀναποδίζαν, ὅμως ἀκόμη ἀντίστεκαν. Καὶ ἀφοῦ σκορπίσθ’ ἡ μάχη, μονόμαχα κάθε
ἀρχηγὸς ἕναν ἐφόνευσ’ ἄνδρα˙ μὲ λόγχην ὁ ἀνδράγαθος υἱὸς τοῦ Μενοιτίου τρυπᾶ τὸν Ἀρηίλυκον, κεῖ ποὺ
ἔμπροσθέν του ἐστράφη, εἰς τὸ μερί, τὸ χάλκινο κοντάρι βγαίνει πέρα, τοῦ σπᾶ τὸ κόκαλο καὶ αὐτὸς ἐπίστομα
βροντάει. {{r|310}} Τὸν Θόαντα ὁ Μενέλαος στὸ στῆθος, ποὺ ἐγυμνώθη ἀπ’ τὴν ἀσπίδα, ἐλόγχισε καὶ τοῦ ’λυσε
τὰ μέλη. Τοῦ Ἀμφίκλου κόφτει τὴν ὁρμὴν ὁ Μέγης καὶ μὲ λόγχην τ’ ὀπίσω μέρος κτύπησε τοῦ σκέλους, ποὺ τοῦ
ἀνθρώπου ἐκεῖ χοντραίνει ὁ ποντικός˙ ὅλα τὰ νεῦρα ἡ λόγχη ἔσχισε, καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ ἐσκέπασε
μαυρίλα. Καὶ οἱ Νεστορίδες - πέρασε τὴν λόγχην στοῦ Ἀτυμνίου τὸν λάγγονα ὁ Ἀντίλοχος, κι ἐμπρὸς ἐκεῖνος
πέφτει. Τὸν Μάριν τότ’ ἐθύμωσεν ὁ φόνος τοῦ ἀδελφοῦ του, κι ἐστήθη ἐμπρὸς εἰς τὸν νεκρὸν ἐνάντια τοῦ
Ἀντιλόχου· {{r|320}} πρὶν τὸν κτυπήση ἐπρόφθασεν ὁ ἰσόθεος Θρασυμήδης καὶ μὲ τὴν λόγχην εὕρηκε τὸν
Μάριν εἰς τὸν ὦμον, στὴν ἄκρην τοῦ βραχίονος, τοὺς ποντικοὺς τοῦ κόφτει καὶ σπᾶ τὸ κλειδοκόκαλο· κάτω
βροντᾶ καὶ σκότος ἐσκέπασε τὰ μάτια του κι ἔτσι ἀπ’ ἀδέλφια δύο δύο σταθῆκαν ἀδελφοὶ τοῦ ἐρέβους εἰς τὰ
βάθη. Τοῦ Σαρπηδόνος σύντροφοι, λαμπροὶ κονταροφόροι, τοῦ Ἀμισωδάρου ἀγόρϊα, ποὺ ἔθρεψε τὸ τέρας τὸ
λυσσερό, τὴν Χίμαιραν, κακὸ πολλῶν ἀνθρώπων, τὸν Κλεόβουλον, ποὺ σκόνταψε στὴν ταραχὴν τῆς μάχης
{{r|330}} ἔπιασ’ ὁ Ὀϊλείδης ζωντανόν, ἀλλὰ ἐκεῖ στὸν τόπον τὸν πάταξε μὲ μάχαιραν στὸν σβέρκον, καὶ ὅλ’ ἡ
σπάθη ἀπὸ τὸ αἶμα ἐζέστανε, καὶ τοῦ ᾽κλεισαν τὰ μάτια ἡ μοίρα ἡ παντοδύναμη καὶ τοῦ θανάτου ὁ σκότος.
Καὶ ὁ Λύκων καὶ ὁ Πηνέλεως πιασθῆκαν, ὅτι πρῶτοι ὁ ἕνας τ’ ἄλλου ἀβόλετα τὲς λόγχες ἀκοντίσαν· μὲ ξίφη
πάλι πιάνονται˙ καὶ ὁ Λύκων εἰς τὸν κῶνον τραβᾶ τοῦ κράνους καὶ ἡ λαβὴ τοῦ ἐκόπηκε τοῦ ξίφους· στὸν
σβέρκον ὁ Πηνέλεως τοῦ σέρνει, στὸ ριζαύτι, καὶ ὅλο τὸ ξίφος βύθισε καὶ ἀπὸ τὸ δέρμα μόνον {{r|340}} δίπλα
ἐκρεμάσθ’ ἡ κεφαλὴ - κι ἐλύθηκαν τὰ μέλη. Καὶ ὁ Μηριόνης γρήγορα προφθάνει καὶ λογχίζει στὸν ὦμον τὸν
Ἀκάμαντα, ποὺ ἀνέβαινε στ’ ἁμάξι˙ πέφτει ἀπ’ τ’ ἁμάξι, καὶ ἅπλωσε στὰ μάτια του σκοτάδι. Στὸ στόμα τὸν
Ἐρύμαντα βαρεῖ μὲ τὸ κοντάρι ὁ Ἰδομενεύς, κι ἐπέρασεν ἡ λόγχη ὡς ἀποκάτω τοῦ ἐγκεφάλου κι ἔσπασε τὰ
ἄσπρα κόκαλά του· αἷμα τὰ μάτια γέμισαν, τὰ δόντια πεταχθῆκαν κι αἷμα ἀπ’ τὸ στόμα ὁλάνοικτο φυσᾶ καὶ
ἀπ’ τὰ ρουθούνια καὶ αὐτοῦ τὸν ζώνει σύννεφον ὁλόμαυρο θανάτου. {{r|350}} Τοῦτ’ οἱ ἀρχηγοὶ τῶν Δαναῶν
ἕναν καθένας ἄνδρα ἐφόνευσαν· καὶ ὅπως χουμᾶν λύκοι, κακὰ θερία, ρίφι’ ἄν ἰδοῦν ἢ πρόβατα στὰ πλάγια
ξεκομμένα ἀπὸ ἀγνωσιὰ τοῦ πιστικοῦ, καὶ ἀπ’ τ’ ἄνανδρά τους πλήθη ἁρπακτὰ παίρνουν˙ ὅμοια κι οἱ Δαναοὶ
στοὺς Τρῶας χυμᾶν. Καὶ τούτων ἡ καρδιὰ νεκρώνει καὶ τοὺς παίρνει ἡ καλοθόρυβη φυγή. Καὶ πάντοτ’
ἐζητοῦσε στὸν Ἕκτορα τὴν λόγχην του νὰ ρίξη ὁ μέγας Αἴας καὶ ἄξιος αὐτὸς πολεμιστὴς μὲ τὴν τρανὴν
ἀσπίδα σκέπει τοὺς ὤμους τοὺς πλατεῖς καὶ κάτω ἀπ’ τὸ χαλάζι {{r|360}} τῶν κονταριῶν καὶ τῶν βελῶν
προφύλαγε τὸ σῶμα. Κι ἐὰν καὶ καλῶς ἐγνώριζε πὼς εἶχε κλίν’ ἡ νίκη, κοντόστεκε ὅμως κι ἔσωζε τοὺς
ποθητοὺς συντρόφους. Καὶ ὡς κάποτε εἰς τὸν οὐρανὸν τοῦ Ὀλύμπου ἀπ’ τὸν αἰθέρα νέφος προβαίνει, ὅταν ὁ
Ζεὺς θὰ φέρη ἀνεμοζάλην˙ ὅμοια κι ἐκεῖνοι μὲ βοὴν ἀτάκτως ροβολοῦσαν· καὶ ὁ Ἕκτωρ, ὡς τὸν ἔπαιρναν τὰ
γρήγορ’ ἄλογά του ἄφηνε ὀπίσω τὸν λαὸν ποὺ ὁ λάκκος ἐκρατοῦσε. Καὶ πάμπολ’ ἄλογα γοργὰ κεῖ μέσα τὸ
τιμόνι ἔσπασαν καὶ ἄφησαν αὐτοῦ τ’ ἁμάξια τῶν κυρίων· {{r|370}} καὶ μ’ ἄσπονδην ὁ Πάτροκλος φυγὴν τοὺς
κυνηγοῦσε κι ἐφώναζε τοὺς Δαναούς· καὶ σκορπισμέν’ οἱ Τρῶες ὅλους τοὺς δρόμους γέμισαν· ἀνέβαινε ὡς τὰ
Ιλιάδα (Πολυλάς)/π 109
νέφη ἡ σκόνη ὡς ἐτανύζονταν τὰ γρήγορα πουλάρια ἀπ’ τὰ καράβια, ἀπ’ τὲς σκηνές, ὀπίσω πρὸς τὴν πόλιν. Κι
ἐκεῖ ποὺ εἶδε πυκνότερο ν’ ἀδημονῆ τὸ πλῆθος ὁ Πάτροκλος μὲ τὴν βοὴν τοὺς ἵππους σαλαγοῦσε καὶ κάτω ἀπὸ
τοὺς ἄξονες ἐπίστομα οἱ ἀναβάτες ἔπεφταν ἀπ’ τὲς ἅμαξες ποὺ ἐτράνταζαν μὲ κρότον. Κι οἱ ἀθάνατ’ ἵπποι,
ποὺ οἱ θεοὶ χαρίσαν τοῦ Πηλέως, {{r|380}} διασκέλισαν τὸν χάντακα μὲ ὁρμὴν νὰ προχωρήσουν ὡς
λαχταροῦσε ὁ Πάτροκλος τὸν Ἕκτορα νὰ φθάση νὰ τὸν κτυπήση, ἀλλ’ ἔπαιρναν αὐτὸν οἱ ταχεῖς ἵπποι. Καὶ
ὅπως μαυρίζει ὅλην τὴν γῆν ὁρμητικὸ καθούρι σ’ ἡμέραν φθινοπωρινήν, ποὺ νεροπόντι χύνει ὁ Ζεύς, ὁπόταν
στοὺς θνητοὺς ἐπλήθυνε ὁ θυμός του, ποὺ μὲ τὴν βίαν στὸν λαὸν στρεβλὰ τὲς δίκες κρίνουν, καὶ μὲ ἀθεόφοβην
ψυχὴν τὸ δίκαιον ἀποδιώχνουν τότε στὸν τόπον πλημμυροῦν οἱ ποταμοί τους ὅλοι ἀπὸ πολλὲς κόφτουν πλαγιὲς
οἱ χείμαρροι τὸ χῶμα, {{r|390}} μὲ βόγγον ἀπὸ τὰ βουνὰ κατρακυλοῦν καὶ ρέουν στὴν θάλασσα καὶ τῶν
θνητῶν τοὺς κόπους ἀφανίζουν˙ ἔτσι ὡς ἐτρέχαν ἔβογγαν τῶν Τρώων οἱ φοράδες. Καὶ ἀφοῦ τὲς πρῶτες
φάλαγγες ἐθέρισε, τοὺς στρέφει ξανὰ στὲς πρύμνες, φράζοντας τὸν δρόμον πρὸς τὴν πόλιν· αὐτοῦ τοὺς σφάζει
ὁ Πάτροκλος ὁρμητικὰ στὴν μέσην τῶν πλοίων καὶ τῶν ποταμῶν καὶ τῶν ὑψηλῶν πύργων καὶ ἀνταποδίδ’ ἡ
λόγχη του τοὺς φόνους τῶν Ἀργείων. Ἐλόγχισε τὸν Πρόνοον στὸ στῆθος, ποὺ ἐγυμνώθη ἀπ’ τὴν ἀσπίδα, καὶ
ἄψυχος ἐβρόντησε στὸ χῶμα. {{r|400}} Στὸν Ἠνοπίδην Θέστορα κατόπι εὐθὺς ἐχύθη, ποὺ στὸ θρονὶ τῆς
ἅμαξας καθόταν μαζωμένος κι εἶχε ἀπολύσει τὰ λουριὰ τοῦ τρόμου ἀπὸ τὴν ζάλην. Μὲ τὸ κοντάρι ἀπὸ σιμὰ
τοῦ πέρασε ὡς τὰ δόντια τὸ δεξιὸ σιαγόνι του καὶ αὐτὸν μὲ τὸ κοντάρι ἐσήκωσε ἀπ’ τὴν ἅμαξαν, καθὼς
ψαράς, στὸν βράχον καθήμενος, ψάρι τρανὸ μὲ στιλβωτὸν ἀγκίστρι σηκώνει ἀπὸ τὴν θάλασσαν˙ ὁμοίως ἀπ’ τὸ
στόμα τ’ ὁλάνοικτο τὸν σήκωσε μὲ τὸ λαμπρὸ κοντάρι καὶ πίστομα τὸν ἄμπωσε στὴν γῆν νὰ ξεψυχήση·
{{r|410}} καὶ τὸν Ἐρύλαον βαρεῖ, κεῖ ποὺ τοῦ ὁρμοῦσ’ ἐπάνω, μὲ λίθαρο στὴν κεφαλήν, καὶ στὸ βαρύ του
κράνος εἰς δύο σχίσθ’ ἡ κεφαλή, καὶ προύμυτα στὸ χῶμα πέφτει καὶ ὁ ψυχοθεριστὴς ὁ θάνατος τὸν ζώνει.
Τοὺς ἀνδρειωμένους ἔπειτα Τληπόλεμον, Ἐπάλτην Πύριν, Ἐρύμαντ᾽, Εὔιππον, Ἀμφοτερόν, Ἰφέα Ἐχίον τοῦ
Δαμάστορος, Πολύμηλον τοῦ Ἀργέου, ὄλους τοὺς σμίγει ἐπανωτοὺς στὴν νῆν τὴν πολυθρέπτραν. Καὶ τότε ὁ
μέγας Σαρπηδὼν ἅμ’ εἶδε τοῦ Πατρόκλου ἀπὸ τὸ χέρ’ οἱ ἄζωστοι νὰ πέφτουν σύντροφοί του, {{r|420}} τοὺς
ἰσοθέους φώναζε καὶ ὀνείδιζε Λυκίους: «Λύκιοι, ποῦ φεύγετε; Ἐντροπή˙ εἶν’ ὥρα ν’ ἀνδρειευθῆτε· τὸν ἄνδρα
θ’ ἀντικρίσω ἐγώ, κι ἐγὼ θὰ μάθω πρῶτος, ποιὸς εἶναι αὐτὸς ὁ τρομερὸς ποὺ ἀφάνισε τοὺς Τρῶας, ποὺ
ἀνδρείων τόσων μαχητῶν τὰ γόνατα ἔχει λύσει». Εἶπε, καὶ μ’ ὅλα τ’ ἄρματα ἐπήδησε ἀπ’ τ’ ἁμάξι. Καὶ ἅμα τὸν
εἶδε ὁ Πάτροκλος ἐπήδησε κι ἐκεῖνος· καὶ ὡς μάχονται κυρτόνυχοι, κυρτόμυτοι πετρίτες ἐπάνω εἰς πέτραν
ὑψηλὴν μὲ σκούξιμο μεγάλο, ὅμοια κι ἐκεῖνοι μὲ κραυγὲς ἐπιάσθηκαν στὴν μάχην. {{r|430}} Εἶδε κι ἐπόνεσ’ ὁ
υἱὸς τοῦ πρωτοβούλου Κρόνου κι εἶπε στὴν Ἥραν σύγκλινην ὁμοῦ καὶ αὐτάδελφήν του: «Ἄχ! τῶν θνητῶν ὁ
Σαρπηδών, ὁ περιπόθητός μου. Νὰ μοῦ τὸν σβήση ὁ Πάτροκλος, διόρισεν ἡ μοίρα! κι εἰς δύο τώρα στοχασμοὺς
χωρίζεται ἡ ψυχή μου, θὰ τὸν σηκώσω ζωντανὸν ἀπ’ τὸν φρικτὸν ἀγώνα καὶ θὰ τὸν θέσω εἰς τὸν λαὸν τῆς
κάρπιμης Λυκίας, ἢ θέν’ ἀφήσ’ ὁ Πάτροκλος νὰ σβήση τὴν ζωήν του». Κι ἡ Ἥρα ἡ μεγαλόφθαλμη τοῦ ἀντεῖπε
ἡ σεβασμία: «Ποιόν λόγον τώρα ἐπρόφερες, ὦ φοβερὲ Κρονίδη! {{r|440}} ἄνδρα θνητὸν ποὺ ἀπ’ ἀρχῆς τὸν
ἔχει δέσ’ ἡ μοίρα ἀπ’ τὰ δεσμὰ τοῦ ἄχαρου θανάτου θ’ ἀπολύσης; Κάμε το˙ ἀλλ’ ὅλοι οἱ ἐπίλοιποι θεοὶ δὲν θὰ
τὸ στέρξουν. Κι ἕν’ ἄλλο ἀκόμα θὰ σοῦ εἰπῶ, νὰ τὸ σκεφθῆς· ἂν στείλης τὸν Σαρπηδόνα ζωντανὸν στὰ γονικά
του ὀπίσω, σκέψου μὴ καὶ ἄλλος τῶν θεῶν θελήση τὸν υἱόν του νὰ στείλη ἀπὸ τὸν φονικὸν ἀγώνα στὴν
πατρίδα. Πολλὰ μάχονται ὁλόγυρα στοὺς πύργους τοῦ Πριάμου παιδιὰ θεῶν, καὶ σὺ μ’ αὐτὸ χολὴν θὰ τοὺς
γεννήσης. Ἀλλ’ ἂν σοῦ εἶν’ ἀγαπητὸς καὶ ὀδύρεται ἡ καρδιά σου, {{r|450}} τώρ’ ἄφησέ τον στὸν φρικτὸν
ἀγώνα ν’ ἀποθάνη, ὡς θὰ τὸν σβήση ὁ Πάτροκλος ὁ υἱὸς τοῦ Μενοιτίου, καὶ ἅμα ἡ ψυχή του καὶ ἡ πνοὴ ἔρμο
τὸ σῶμ’ ἀφήσουν νὰ τὸν σηκώση ὁ Θάνατος καὶ ὁ γλυκὸς Ὕπνος κάμε ὥσπου νὰ φθάσουν στὸν λαὸν τῆς
ἄμετρης Λυκίας, ὅπου ἀδελφοὶ καὶ συγγενεῖς θὰ τοῦ σηκώσουν τάφον καὶ στήλην, μόνο χάρισμα τοῦ
πεθαμένου ἀνθρώπου». Κι ἔστερξε ὅ,τι εἶπε, τῶν θεῶν καὶ ἀνθρώπων ὁ πατέρας. Κι αἱματωμένες ἔβρεξε
ρανίδες οὐρανόθεν τιμώντας τὸν γλυκόν του υἱόν, ποὺ ἔμελλε στὴν Τροίαν {{r|460}} νὰ πέση ἀπὸ τὸν
Πάτροκλον μακρὰν ἀπ’ τὴν πατρίδα. Καὶ ὁπόταν ἐπροχώρησαν κι ἐβρέθηκαν ἀντίκρυ τοῦ Σαρπηδόνος τὸν
λαμπρὸν ἀκόλουθον ἀνδρεῖον Θρασύμηλον ὁ Πάτροκλος κάτω ἀπὸ τὴν γαστέρα κτύπησε καὶ ἄφησε νεκρόν·
καὶ ὁ Σαρπηδὼν τὴν λόγχην ἀκόντισε στὸν Πάτροκλον χαμέν’, ἀλλὰ τὸν ἵππον ἐλάβωσε τὸ Πήδασον, στὴν
δεξιάν του πλάτην˙ ἀγκομαχώντας βόγγησε καὶ ἔπεσε στὸ χῶμα ἐκεῖνο κι ἐξεψύχησε, καὶ ὡς εἶδαν ἔμπροσθέν
Ιλιάδα (Πολυλάς)/π 110
τους νὰ κείτεται ὁ παράζυγος ξεσμίγουν τ’ ἄλλα δύο, {{r|470}} τρίζει ὁ ζυγὸς κι ἐμπλέκονται κακὰ τὰ
χαλινάρια κι ἦβρε τὸ τέλος τοῦ κακοῦ ὁ μέγας Αὐτομέδων· τὸ μακρὺ ξίφος ἔσυρε ἀπ’ τὸ παχὺ μερί του,
ξεκόφτει τὸν παράσειρον ὡς ἀστραπὴ κι ἐκεῖνα ἔσιασαν μὲς στοὺς χαλινούς, ὡς πρῶτα τανυσμένα. Καὶ πάλιν
ἔσμιγαν αὐτοὶ στὸν φονικὸν ἀγώνα. Καὶ πάλιν ρίχνει ὁ Σαρπηδὼν χαμένα τὸ κοντάρι καὶ τοῦ Πατρόκλου
ἐξάκρισεν ἀριστερὰ τὸν ὦμον ἡ λόγχη˙ δὲν τὸν λάβωσε˙ κατόπι μὲ κοντάρι ἀκόντισεν ὁ Πάτροκλος, ἀλλ’ ὄχι
αὐτὸς χαμένα, {{r|480}} ἀλλ’ ὅπου τὸ διάφραγμα συνέχει τὴν καρδίαν· κι ἔπεσεν ὅπως πέφτει δρῦς ἢ λεύκα ἢ
φουντωμένος ὑψηλὸς πεῦκος, πόκοψαν τεχνίτες εἰς τὰ ὄρη μὲ ἀξίνες νεοτρόχιστες, μ’ αὐτὸ νὰ στήσουν πλοῖον.
Ὅμοια ξαπλώθη αὐτὸς ἐμπρὸς εἰς τὸ ζεμένο ἁμάξι μὲ βογγητὸ κι ἐφούκτωσε τὸ αἱματωμένο χῶμα. Καὶ ὡς
ταῦρος μεγαλόψυχος, λεοντάρι ἂν τὸν ξεσχίζη μὲ τὰ φρικτὰ σιαγόνια του, μέσα εἰς βοδιῶν ἀγέλην μούγγρισμα
βγάζει ὡς ξεψυχᾶ˙ παρόμοια τῶν Λυκίων ὁ ἀρχηγός, ποὺ φόνευεν ἡ λόγχη τοῦ Πατρόκλου, {{r|490}}
φυσομανοῦσε κι ἔκραζε κατ’ ὄνομα τὸν φίλον: «Γλυκέ μου Γλαῦκε, ἀνίκητε μὲς στοὺς ἀνδρειωμένους, ὥρα
εἶναι τούτη νὰ φανῆς πολεμιστὴς γενναῖος, τώρα μὲ πόθον ν’ ἀκουσθῆς τὸν τρόμον τοῦ πολέμου. Καὶ τῶν
Λυκίων πρῶτα εἰπὲ στοὺς πρώτους πολεμάρχους ἐδῶ στὸν Σαρπηδόνα ἐμπρὸς τὴν λόγχην νὰ προβάλλουν, μὲ
τὸ κοντάρι σου καὶ σὺ πολέμα νὰ μὲ σώσης. Αἰσχύνη καὶ ὄνειδος γιὰ σὲ θὰ εἶμαι ἐπὶ ζωῆς σου, ἂν ἀφοῦ ἔπεσα
νεκρὸς κατὰ τὰ κοῖλα πλοῖα μοῦ πάρουν τ’ ἄρματα οἱ Ἀχαιοί˙ ἀλλ’ ἀνδρειέψου, φίλε, {{r|500}} καὶ ὅλα τὰ
πλήθη ἐμψύχωσε». Τὰ μάτια ἐκεῖ τοῦ κλείει καὶ τὰ ρουθούνια ὁ θάνατος˙ πατώντας τον στὸ στῆθος μαζὶ μ’
ὅλους τοὺς πνεύμονας τὴν λόγχην ἀνασπάει, τὴν ἄκρην ἔπειτα τραβᾶ καὶ ἀντάμα ἡ ψυχή του. Καὶ οἱ
Μυρμιδόνες κράτησαν τοὺς ἵππους ποὺ ἐφυσοῦσαν νὰ φύγουν ἀφοῦ ἐρήμωσε τ’ ἁμάξι τῶν κυρίων. Καὶ ὁ
Γλαῦκος ὡς τὸν ἄκουσεν ἐράισε ἡ καρδιά του τοῦ πόνου ὅτι δὲν δύνονταν νὰ δράμη βοηθός του κι ἔπιανε τὸν
βραχίονα σφικτὰ μὲ τὴν παλάμην, ὅτι τὸν ἔκοφτε ἡ πληγὴ ποὺ ὁ Τεῦκρος μὲ κοντάρι {{r|510}} τοῦ εἶχε κάμει
τὴν στιγμὴν ὁποὺ στὸ μέγα τεῖχος ὁρμοῦσε ἀπὸ τὸν ὄλεθρον νὰ σώση τοὺς συντρόφους· κι εὐχὴν τοῦ Φοίβου
ἐπρόφερε: «Θεέ, συνάκουσέ με, στὴν Τροίαν εἶσαι ἢ στὸν λαὸν τῆς κάρπιμης Λυκίας˙ ὅτι σὺ δύνασαι παντοῦ ν’
ἀκούσης τοὺς θλιμμένους, κι ἐμένα τώρα φοβερὸ μὲ καταθλίβει πάθος. Βαρεῖαν ἔχω ἐδῶ πληγήν, δριμεῖς μοῦ
κόφτουν πόνοι τὸ χέρι τοῦτ’ ὁλόβολο, τὸ αἷμα δὲν στερεύει, καὶ ὡς πέφτει κάτω ἡ πλάτη μου, δὲν δύναμαι τὴν
λόγχην νὰ τὴν κρατήσω ἀσάλευτην, οὐδὲ νὰ πολεμήσω. {{r|520}} Καὶ ἄνδρας ἐχάθη ἀσύγκριτος, ὁ Σαρπηδών,
ὁ γόνος τοῦ Δία, ποὺ ἀβοήθητο καὶ τὸ παιδί του ἀφήνει. Ἀλλὰ σὺ κλεῖσε, κύριε, τὴν φοβερὴν πληγήν μου, τοὺς
πόνους καταπράυνε καὶ σὺ δυνάμωσέ με καὶ εἰς τὸν ἀγώνα θαρρετὰ νὰ σπρώξω τοὺς Λυκίους κι ἐγὼ τὸν
φίλον τὸν νεκρὸν νὰ σώσω πολεμώντας». Εὐχήθηκε, καὶ τὴν εὐχὴν εἰσάκουσεν ὁ Φοῖβος. Κι εὐθὺς τοὺς πόνους
ἔπαυσε καὶ ἀπ’ τὴν πληγὴν τὸ αἷμα σταμάτησε καὶ δύναμιν τοῦ ἔβαλε στὰ στήθη. Τὸ αἰσθάνθη ὁ Γλαῦκος μὲ
χαρὰν ποὺ τὴν εὐχήν του ὁ μέγα {{r|530}} θεὸς εἰσάκουσεν εὐθὺς καὶ γύρω τῶν Λυκίων τοὺς πολεμάρχους
φώναξε νὰ ᾽λθοῦν νὰ ὑπερμαχήσουν στοῦ Σαρπηδόνος τὸν νεκρόν˙ κατόπιν εἰς τοὺς Τρῶας μακροπατώντας
ἔφθασεν ἐκεῖ ποὺ ὁ Πολυδάμας ὁ Πανθοΐδης ἔστεκε καὶ ὁ θεϊκὸς Ἀγήνωρ, ὁ Αἰνείας μὲ τὸν ῞Εκτορα καὶ πρὸς
ἐκείνους εἶπε: «῏Ω ῞Εκτορ, ἐλησμόνησες καθόλου τοὺς συμμάχους, ποὺ ἦλθαν ἐδῶ γι’ ἀγάπην σου καὶ τὴν
ζωήν τους φθείρουν μακρὰν ἀπ’ τὴν πατρίδα των καὶ ἀπὸ τοὺς ποθητούς των, καὶ σὺ δὲν εἶσαι πρόθυμος
ποσῶς νὰ τοὺς βοηθήσης. {{r|540}} Κεῖται νεκρὸς ὁ Σαρπηδών, αὐτὸς ποὺ τὴν Λυκίαν ἔσωζε δίκαιος κριτὴς
καὶ μαχητὴς ἀνδρεῖος· ὁ Ἄρης τὸν ὑπόταξε στὴν λόγχην τοῦ Πατρόκλου. Δράμετε, ὦ φίλ’˙ εἶν’ ἐντροπή, τὰ
ἄρματ’ ἄν τοῦ πάρουν καὶ κακοσύρουν τὸ γυμνὸ κορμί του οἱ Μυρμιδόνες, ἀπὸ χολὴν πόχουν σ’ ἐμᾶς γιὰ
τόσους ποὺ ἐφονεῦαν τῶν Δαναῶν οἱ λόγχες μας σιμὰ στὰ μαῦρα πλοῖα». Εἶπε, καὶ λύπη ἀβάστακτη τοὺς
Τρῶας συνεπῆρε, ὅτι, ἂν καὶ ξένος, στύλωμα τῆς χώρας ἦταν κι εἶχε ἄνδρες πολλοὺς κι ἐπρώτευε σ’ αὐτοὺς ὡς
πολεμάρχος. {{r|550}} Καὶ ὁλόισα στοὺς Δαναοὺς ὁρμοῦν, καὶ ὁ ῞Εκτωρ πρῶτος θυμὸν γεμάτος πόπεσεν ὁ
Σαρπηδὼν ὁ θεῖος, Καὶ αὐτοῦ κινεῖ τοὺς Ἀχαιοὺς ἡ ἀνδρεία τοῦ Πατρόκλου καὶ πρῶτα πρὸς τοὺς Αἴαντας ποὺ
ὁλόψυχα ἐδιψοῦσαν τὸν πόλεμον καὶ μόνος του, ἐστράφη καὶ τοὺς εἶπε: «Αἴαντες, τώρα πρόθυμοι νὰ γίνετε
βοηθοί μας ὡς εἶσθε ὡς τώρ’ ἀτρόμητοι, καὶ κάτι ἀκόμη πλέον. Ὁ ἄνδρας ποὺ τῶν Ἀχαιῶν πρωτόρμησε στὸ
τεῖχος κεῖται νεκρὸς ὁ Σαρπηδών˙ χαρά μας, ἂν τὸ σῶμα τὸ κακοσέρναμε γυμνὸ κι οἱ λόγχες μας ἐσβήναν
{{r|560}} κανέναν τῶν συντρόφων του ποὺ ὑπερμαχοῦν ἐμπρός του». Εἶπε, κι ἐκεῖνοι ἐμάνιζαν καὶ μόνοι γιὰ
τὴν μάχην. Καὶ ὡς ἔσμιξαν τὲς φάλαγγες καὶ ἀπ’ τὰ δυὸ μέρη ὁμοίως οἱ Μυρμιδόνες καὶ οἱ Ἀχαιοί, οἱ Λύκιοι
καὶ οἱ Τρῶες, εἰς τὸν νεκρὸν ὁλόγυρα στὴν μάχην ἐπιασθῆκαν μὲ ἀλαλαγμόν˙ καὶ τ’ ἄρματα τῶν μαχητῶν
Ιλιάδα (Πολυλάς)/π 111
βροντοῦσαν. Καὶ νύκτα ἐτέντωσε κακὴν ὁ Δίας στὸν ἀγώνα, νὰ γίνη πόλεμος κακὸς γιὰ τ’ ἀκριβὸ παιδί του.
Καὶ τότε πρῶτοι ἔσπρωξαν τοὺς Ἀχαιοὺς οἱ Τρῶες˙ τὶ ἔπεσ’ ὄχι ἀψήφιστος τῶν Μυρμιδόνων ἄνδρας,
{{r|570}} τοῦ Ἀγακλέους ὁ ᾽Επειγεὺς βλαστάρι, τοῦ γενναίου, ὁποὺ στ’ ὡραῖο Βούδειον πρῶτ ἦταν βασιλέας,
κι ἐξαίσιον φόνευσε ἀνεψιόν, κι ἐπρόσπεσε στὴν Θέτιν τότε τὴν ἀσημόποδην καὶ στὸν καλὸν Πηλέα˙ καὶ αὐτοὶ
μὲ τὸν ἀνίκητον τὸν στεῖλαν Ἀχιλλέα στὴν ῎Ιλιον τὴν εὔιππην καὶ αὐτὸς νὰ πολεμήση. Αὐτὸν μὲ πέτραν
κτύπησε στὴν κεφαλὴν ὁ ῞Εκτωρ, ὡς προσπαθοῦσε τὸν νεκρὸν νὰ πιάση καὶ ὅλη ἐσχίσθη στὸ κράνος μέσα ἡ
κεφαλή, καὶ εἰς τὸν νεκρὸν ἐπάνω πέφτει καὶ ὁ ψυχοθεριστὴς ὁ θάνατος τὸν ζώνει. {{r|580}} Τότ’ ἐπληγώθη ὁ
Πάτροκλος νὰ ἰδῆ νεκρὸν τὸν φίλον, καὶ τοὺς προμάχους ἔσχισεν ὡσὰν γοργὸ γεράκι ὅταν ψαρόνια διασκορπᾶ
καὶ μαῦρες καλιακοῦδες. Μὲ ὁρμὴν ὁμοίαν, Πάτροκλε, στὲς φάλαγγες τῶν Τρώων καὶ τῶν Λυκίων ἔπεσες,
θλιμμένος γιὰ τὸν φίλον. Καὶ τοῦ ᾽Ιθαιμένους τὸν υἱὸν μὲ πέτραν εἰς τὸν σβέρκον κτύπησε τὸν Σθενέλαον καὶ
τοῦ ᾽σπασε τὰ νεῦρα. Κι ἐσύρθηκαν οἱ πρόμαχοι καὶ ἀκόμη ὁ μέγας ῞Εκτωρ. Καὶ ὅσο περνάει διάστημα στὸ
πέταμά του ἀκόντι, ὅταν καλὸς ἀκοντιστὴς τὸ ρίχν’ εἴτε σ’ ἀγώνα {{r|590}} ἢ καὶ στὴν μάχην ὅπου ἐχθροὶ τὸν
σφίγγουν ἀνδροφόνοι, τόσον ἐμπρὸς τῶν Ἀχαιῶν ἐσύρθηκαν οἱ Τρῶες. Καὶ τῶν Λυκίων ὁ ἀρχηγὸς πρῶτος
ἐστράφη ὁ Γλαῦκος, καὶ τὸν γενναῖον Βαθυκλῆ φονεύει Χαλκωνίδην ποὺ εἰς τὴν ῾Ελλάδα ἐγκάτοικος μέσα εἰς
ἐξαίσιο σπίτι στοὺς Μυρμιδόνας ἔλαμπε γιὰ πλούτη κι εὐτυχίαν. Τοῦτον, ποὺ κυνηγώντας τον ἐκεῖ ἦταν νὰ τὸν
πιάση ὁ Γλαῦκος μ’ ἔξαφνην στροφὴν ἐλόγχισε στὸ στῆθος˙ καὶ ὅπως μὲ βρόντον ἔπεσεν ὁ ἐξαίσιος
πολεμάρχος, θλίψιν ἐπῆραν οἱ Ἀχαιοὶ καὶ ἀγάλλιασαν οἱ Τρῶες {{r|600}} καὶ γύρω του ἐπυκνώθηκαν˙ ἀλλὰ
δὲν ἐδειλιάσαν οἱ Ἀχαιοὶ κι ἐπάνω τους μὲ δύναμιν χυθῆκαν. Ἄνδρα τῶν Τρώων τολμηρὸν ἐφόνευσε ὁ
Μηριόνης, τὸν Λαόγονον τοῦ Ὀνήτορος, ποὺ τοῦ Διὸς ᾽Ιδαίου ἱερέας ἦταν καὶ ὡς θεὸν ὁ κόσμος τὸν τιμοῦσε.
Κάτω ἀπ’ τ’ αὐτὶ τὸν κτύπησε καὶ ἀπ’ τὸ σιαγόνι καὶ ὅλο τὸ σῶμα ἐλύθη καὶ ἄχαρο τὸν σκέπασε σκοτάδι. Στὸν
Μηριόνην ἔριξε τὴν λόγχην ὁ Αἰνείας ἴσως τὸν ἔβρη, ὡς βάδιζε μὲ σκέπην τὴν ἀσπίδα. ᾽Εμπρὸς τηρώντας
ξέφυγεν ἐκεῖνος τὸ κοντάρι· {{r|610}} καὶ ὡς αὐτὸς ἔσκυψε ἐμπρός, ὀπίσω του στὸ χῶμα στηλώθ’ ἡ λόγχη κι ἡ
οὐρὰ τινάζονταν ἐπάνω, καὶ ὁ βαρὺς Ἀρης ἔσβησεν ἐκεῖ τὴν δύναμίν του κι ἔπεσε τινακτὰ στὴν γῆν τοῦ
Αἰνείου τὸ κοντάρι ἀνώφελ’ ἀφοῦ πέταξεν ἀπ’ τ ἀνδρικό του χέρι. Ὁ Αἰνείας τότ’ ἐχόλωσε κι ἐφώναξεν: «Ἄν κι
εἶσαι, ὦ Μηριόνη, χορευτὴς θαρρῶ, ποὺ ἂν σ’ εἶχε πάρει ἡ λόγχη μου γιὰ πάντοτε θὰ σ’ ἔκανε νὰ μείνης».
᾽Εκείνου ἀντεῖπε ὁ δοξαστὸς στὰ ὅπλα Μηριόνης: «Αἰνεία, πράγμα δύσκολον, ἀνδράγαθος ἂν κι εἶσαι,
{{r|620}} τοῦ κάθε ἀνδρὸς ποὺ ἀντίκρυ σου μὲ τ’ ἄρματα προβάλη ἐσὺ νὰ πάρης τὴν ζωήν˙ θνητὸς καὶ σὺ
γεννήθης˙ ἐὰν ἀκόντιζα κι ἐγὼ καὶ σοῦ ἄνοιγα τὸ στῆθος καὶ δυνατὸς καὶ θαρρετὸς εἰς τὴν ἀνδρειά σου ὡς
εἶσαι, θὰ εἶχα ἐγὼ τὸ καύχημα καὶ ὁ Ἄδης τὴν ψυχήν σου». Αὐτὰ εἶπε καὶ ὁ Πάτροκλος τὸν ἀποπῆρε ὁ θεῖος:
«Τί λέγεις τοῦτ᾽, ἀνδράγαθος ὡς εἶσαι, Μηριόνη, γιὰ λόγια, φίλε, ὑβριστικὰ οἱ Τρῶες δὲν θ’ ἀφήσουν τὸ
λείψανο ἂν κανένας τους τὸ χῶμα δὲν δαγκάση. Ἀξίζει ὁ λόγος στὴν βουλήν, στὸν πόλεμον τὸ χέρι. {{r|630}}
῞Οθεν ἐμπρὸς στὸν πόλεμον καὶ ἂς μὴ πολυλογοῦμε». Εἶπ᾽, ἐκινήθη καὶ σ’ αὐτὸν κατόπι ὁ θεῖος ἄνδρας, καὶ ὡς
εἰς τὸ δάσος τοῦ βουνοῦ τῶν ξυλοκόπων κρότος, σηκώνεται ἀκατάπαυστος καὶ ἀκούεται ἀπὸ πέρα, παρόμοια
καὶ τῶν μαχητῶν, ἀπὸ τῆς γῆς τὸ πλάτος, βρόντον ἐσήκωνε ὁ χαλκὸς καὶ οἱ ταύρινες ἀσπίδες μὲ ξίφη καὶ μὲ
δίστομα κοντάρια ὡς ἐκτυπιόνταν καὶ γνώστης δὲν θὰ γνώριζε τὸν θεῖον Σαρπηδόνα, ὡς ἀπ’ ἀκόντι᾽, ἀπ’
αἵματα καὶ ἀπὸ τὴν σκόνην ὅλος πατόκορφα ἐσκεπάζετο καὶ στὸν νεκρὸν ἐκεῖνοι {{r|640}} ὁλόγυρ’
ἀναδεύονταν, σὰν μύγες εἰς τὴν μάνδραν βουίζαν ὁλοτρόγυρα σ’ ὁλόγεμες καρδάρες τὸ καλοκαίρι ὁποὺ στ’
ἀγγειὰ τὸ γάλα ξεχειλίζει. Τότε ἀπ’ αὐτοὺς, ποὺ ἐμάχονταν εἰς τὸν νεκρὸν τριγύρω στιγμὴν ὁ Ζευς δὲν ἔστρεψε
τα φωτερά του μάτια˙ αὐτὸς ἐτήρα πάντοτε καὶ ἀμφίβολος μετροῦσε μέσα στὸ βάθος τῆς ψυχῆς τὸν φόνον τοῦ
Πατρόκλου, ἢ τώρ’αὐτοῦ στὸ λείψανο τοῦ θείου Σαρπηδόνος ὁ ῞Εκτωρ μὲ τὴν λόγχην του τὸ σῶμα νὰ τοῦ
σχίση καὶ νὰ τοῦ πάρη τ’ ἄρματα, ἢ θὲ ν’ ἀφήση ἀκόμη {{r|650}} σ’ ἄλλους πολλοὺς τὸν ὄλεθρον νὰ φέρ’ ἡ
δύναμίς του. Καὶ τοῦτο μὲς στὸν λογισμὸν προτίμησεν ὁ νοῦς του, πάλι ὁ λαμπρὸς ἀκόλουθος τοῦ θείου
Ἀχιλλέως τοὺς Τρῶας καὶ τὸν ῞Εκτορα νὰ κυνηγήση ὀπίσω κατὰ τὴν πόλιν καὶ πολλοὺς νὰ θανατώση
ἀνδρείους. Μ’ ἄνανδρο πνεῦμα ἐπάγωσε τοῦ ῞Εκτορος τὰ στήθη˙ στ’ ἁμάξι ἀνέβη κι ἔφευγε κι ἐφώναζε τῶν
ἄλλων νὰ φύγουν ὡς ἐγνώρισε τὲς πλάστιγγες τοῦ Δία. Καὶ οὔτε οἱ γενναῖοι Λύκιοι σταθῆκαν ἀλλ’ ἐφύγαν
ὅλοι, τὸν βασιλέα τους ὡς εἶδαν νεκρωμένον {{r|660}} κάτω ἀπ’ τὸ πλῆθος τῶν νεκρῶν, ὅτι πολλοί ᾽χαν πέσει
ἐπάνω του στὸν ἄσπονδον ποὺ ἄναψε ἀγώνα ὁ Δίας. Κι ἐκεῖνοι ὡστόσον ἔπαιρναν ἀπὸ τὸν Σαρπηδόνα τ’
Ιλιάδα (Πολυλάς)/π 112
ἄρματα τὰ περίλαμπρα, καὶ τά ᾽φεραν στὰ πλοῖα καθὼς τοὺς εἶπε ὁ ἀνδράγαθος υἱὸς τοῦ Μενοιτίου. Καὶ εἶπε
τότε ὁ βροντητὴς τοῦ Φοίβου: «Ἄμε, γλυκέ μου Φοῖβε, ἀπ’ τὰ βέλη σήκωσε τὸν Σαρπηδόνα, πρῶτα ἀπὸ τὰ
μαῦρα αἵματα νὰ τὸν καθάρης ὅλον στοῦ ποταμοῦ τὰ ρεύματα μακρὰν καὶ ἀφοῦ τὸν χρίσης μὲ ἀμβροσίαν,
ἄφθαρτα ἐνδύματα ἔνδυσέ τον, {{r|670}} καὶ στεῖλε τον μὲ ὁδηγοὺς ταχεῖς τὰ διδυμάρια τὸν ῞Υπνον καὶ τὸν
Θάνατον νὰ τὸν ξεπροβοδήσουν, ὡς νὰ τὸν θέσουν στὸν λαὸν τῆς κάρπιμης Λυκίας, ὅπου ἀδελφοὶ καὶ
συγγενεῖς θὰ τοῦ σηκώσουν τάφον καὶ στήλην, μόνον χάρισμα ποὺ τῶν νεκρῶν ἀνήκει». Εἶπε, καὶ δὲν
παράκουσεν ὁ Ἀπόλλων στὸν πατέρα καὶ μὲς στὴν μάχην ἔπεσεν ἀπὸ τὰ ὄρ’ ᾽Ιδαῖα· μέσ’ ἀπ’ τὰ βέλη ἐσήκωσε
τὸν θεῖον Σαρπηδόνα, στὸν ποταμὸν τὸν ἔλουσε, τὸν ἔχρισε ἀμβροσίαν, κι ἐνδύματα τὸν ἔνδυσε, ποὺ εἶναι
ἄφθαρτα ὑφασμένα˙ {{r|680}} κι ἔστειλε αὐτὸν μὲ ὁδηγοὺς ταχεῖς, τὰ διδυμάρια τὸν ῞Υπνον καὶ τὸν Θάνατον,
ποὺ τὸν ξεπροβοδῆσαν καὶ τὸν ἐθέσαν στὸν λαὸν τῆς κάρπιμης Λυκίας. Τότ’ εἶπε τοῦ Αὐτομέδοντος ὁ
Πάτροκλος νὰ σπρώξη τὸ ἁμάξι αὐτοῦ κατάποδα τῶν Τρώων καὶ Λυκίων˙ ποιά τύφλωσις! ἂν φύλαγε τὸν
λόγον τοῦ Ἀχιλλέως, τὴν μοίραν θὰ ἐξέφευγε τὴν μαύρην τοῦ θανάτου. Ἀλλὰ τοῦ Δί’ ἀξίζει ὁ νοῦς πλιότερο ἢ
τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ εὔκολα καὶ ἄνδρ’ ἀτρόμητον δειλιάζει καὶ τὴν νίκην τοῦ ἀφαιρεῖ καὶ ἄλλην φορὰν τὸν
σπρώχνει αὐτὸς στὴν μάχη {{r|690}} ὄπως τότ’ ἔβαλε φωτιὰ στὰ στήθη τοῦ Πατρόκλου. Ποιόν πρῶτον καὶ
ποιόν ὕστερον ἐγύμνωσες στὴν μάχην, Πάτροκλε, ὁπόταν οἱ θεοὶ σ’ ἐκάλεσαν στὸν Ἅδην; ῎Επεσε πρῶτα ὁ
Ἄδρηστος· ὁ Αὐτόνοος κατόπιν, ὁ ᾽Επίστωρ, ὁ Μελάνιππος, ὁ Πέριμος Μεγάδης, ὁ ῎Εχεκλος, ὁ ῎Ελασος, ὁ
Μούλιος καὶ ὁ Πυλάρτης, κι οἱ ἄλλοι ἐδειλοψύχησαν κι ἐφύγαν ὅλοι ἐμπρός του. Θά ᾽παιρναν τότ’ οἱ Ἀχαιοὶ
τὴν ὑψηλὴν Τρωάδα, τόσο τριγύρω ἐμάνιζεν ἡ λόγχη τοῦ Πατρόκλου, στὸν πύργον ἂν δὲν ἔστεκεν ὁ Φοῖβος,
ποὺ τῶν Τρώων {{r|700}} ὑπέρμαχος, τὸν ὄλεθρον ἐκείνου ἐμελετοῦσε. Καὶ τρεῖς ἐσκάλωσε φορὲς ὁ
Πάτροκλος στὸ τεῖχος καὶ τρεῖς τὸν ἐξετίναξεν ὁ Φοῖβος μὲ τὰ χέρια τ’ ἀθάνατα κτυπώντας του τὴν φωτεινὴν
ἀσπίδα. Ἀλλ’ ὅτε ὡς δαίμων τέταρτην φορὰν ἐχύθη ὁ ἥρως, φοβερὴν τοῦ ᾽βαλε κραυγὴν ὁ Ἀπόλλων καὶ τοῦ
εἶπε: «Πάτροκλε διογέννητε, δὲν ἔχει ὁρίσ’ ἡ μοίρα τῶν ἀποτόλμων Τρώων σὺ τὴν πόλιν νὰ πορθήσης, οὐδ’ ὁ
᾽Αχιλλεύς, εἰς τὴν ἀνδρειὰ περίσσ’ ἀνώτερός σου». Εἶπε, κι εὐθὺς ὁ Πάτροκλος μακρὰν ἐσύρθη ὀπίσω
{{r|710}} γιὰ νὰ ἀποφύγη τὴν ὁρμὴν τοῦ μακροβόλου Φοίβου. Κι ἔμεν’ ὁ ῞Εκτωρ στὲς Σκαιὲς μὲ τὰ γοργὰ
πουλάρια· κι ἐρεύνα ὁ νοῦς του ἂν θὰ στραφῆ στὴν ταραχὴν τῆς μάχης ἤ θὰ φωνάξη στὸν λαὸν ν’ ἀποκλισθῆ
στὸ τεῖχος. Καὶ τοῦτο ἐνῶ στοχάζονταν ἦλθεν ἐμπρός του ὁ Φοῖβος· ἄνδρας ἐφάνη στὴν μορφὴν καλὸς καὶ
ρωμαλέος, ὁ Ἄσιος, ὁποὺ θεῖον του τὸν εἶχε ἀπ’ τὴν ῾Εκάβην, κι ἦταν υἱὸς τοῦ Δύμαντος, ποὺ πέρα εἰς τῆς
Φρυγίας τὰ μέρ’ ἦταν ἐγκάτοικος κεῖ ποὺ ὁ Σαγγάριος ρέει. ᾽Εκείνου ἐπῆρε τὴν μορφὴν καὶ τοῦ ᾽πε τότε ὁ
Φοῖβο: {{r|720}} «῞Εκτορ ἀπὸ τὸν πόλεμον τὶ ἀπέχεις; Δὲν σοῦ πρέπει. ῎Αμποτε ἀντὶ κατώτερος νά ᾽μουν
ἀνώτερός σου, ἐλεεινὴν ἀνάπαυσιν θὰ εἶχες ἀπ’ τὴν μάχην. Ἀλλ’ ἔλα, κὶνα τ’ ἄλογα στὸν Πάτροκλον ἐπάνω
ἴσως τὸν πάρ’ ἡ λόγχη σου καὶ ὁ Φοῖβος σὲ δοξάση». Εἶπε κι ἐστράφηκε ὁ θεὸς στὸν θόρυβον τῆς μάχης, καὶ
τὸν ἀνδρεῖον! πρόσταξεν ὁ ῞Εκτωρ Κεβριόνην εὐθὺς κατὰ τὸν πόλεμον τοὺς ἵππους νὰ ραβδίση. Κι ἔβαλε
τάραχον κακὸν ὁ Φοῖβος στοὺς Ἀργείους, τῶν Τρώων καὶ τοῦ ῞Εκτορος τὴν νίκην νὰ χαρίση. {{r|730}} Καὶ ὁ
῞Εκτωρ δὲν ἐφρόντιζε τοὺς ἄλλους νὰ φονεύη ἀλλὰ τοὺς ἵππους ἔσπρωχνε στὸν Πάτροκλον ἐπάνω. Καὶ ἀπὸ τ’
ἁμάξι ὁ Πάτροκλος ἐπήδησε κρατώντας τὴν λόγχην μὲ τ’ ἀριστερό, κι ἐφούκτωσε μὲ τ’ ἄλλο χοντρὸ λιθάρι
δοντερὸ καὶ ἀντιστυλωμένος τό ᾽ριξε καὶ τὸν ῞Εκτορα ἐκτύπησε ἀπ’ ὀλίγο. Ἀλλ’ ὅμως τὸν ἡνίοχον τὸν
Κεβριόνην ἦβρε, ποὺ ἦταν νοθογέννητος τοῦ δοξαστοῦ Πριάμου, ἐνῶ κρατοῦσε τὰ λουριά, μὲς στὸ μεσόφρυδό
του. Καὶ ὁ τραχὺς λίθος σύντριψε τὰ φρύδια, καὶ ὅλο ἐσπάσθη {{r|740}} τὸ κόκαλο, καὶ καταγῆς ἐπέσαν οἱ
ὀφθαλμοί του αὐτοῦ ἐμπρὸς στὰ πόδια του˙ καὶ ἀπ’ τὸν λαμπρόν του θρόνον ἔπεσε κάτω ὡς βουτηχτὴς κι
ἐβγῆκεν ἡ ψυχή του. Καὶ τότε τὸν ἀνάπαιξες, ὦ Πάτροκλε ἱππομάχε. «῎Ω, κοίτα! πόσο εἶν’ ἐλαφρὸς ποὺ
εὔκολα βουτάει! μὲς στὸ ἰχθυοφόρο πέλαγος ἂν τύχαινεν ἐκεῖνος, καὶ μέσα στ’ ἄγρια κύματα θὰ ἐπήδ’ ἀπὸ τὴν
πλώρην νὰ ψάξη στρείδια καὶ πολλοὺς μ’ ἐκεῖνα νὰ χορτάση· τόσο εὔκολ’ ἀπ’ τὴν ἅμαξα στὸ σιάδι αὐτὸς
βουτάει˙ εἶναι κι οἱ Τρῶες βουτηχταὶ πιδέξιοι, καθὼς βλέπω». {{r|750}} Εἶπε, κι εὐθὺς ἐχύθηκε στὸν ἥρωα
Κεβριόνην, τὴν ὁρμὴν εἶχε λεονταριοῦ, ποὺ ταύρους ἀφανίζει ὥσπου στὸ στῆθος τὸ κτυποῦν κι ἡ ἀνδρειά του
τὸ φονεύει˙ μὲ λύσσαν τέτοιαν, Πάτροκλε, τοῦ ἐχύθηκες ἐπάνω. Καὶ ἀπ’ τ’ ἄλλο μέρος πήδησεν ὁ Ἕκτωρ ἀπ’ τ’
ἁμάξι˙ κι ἐκεῖν’ οἱ δύο πιάσθηκαν εἰς τὸν νεκρὸν ἐπάνω σὰν δυὸ λεοντάρια στὸ βουνό, τῆς πείνας
λυσσιασμένα μάχονται μεγαλόψυχα γιὰ σκοτωμένο ἐλάφι. Παρόμοια ποῖος τὸν νεκρὸν νὰ πάρη Κεβριόνην ὁ
Ιλιάδα (Πολυλάς)/π 113
῞Εκτωρ καὶ ὁ Πάτροκλος, μάχης δεινοὶ τεχνίται, {{r|760}} μὲ τὸν ἀλύπητον χαλκὸν ν’ ἀντισφαγοῦν ζητοῦσαν.
Μὲ πεῖσμ’ ἀπὸ τὴν κεφαλὴν ὁ ῞Εκτωρ τὸν κρατοῦσε ὁ ῞Εκτωρ καὶ ὁ Πάτροκλος· κι ἐπάνω των οἱ ἄλλοι, οἱ
Τρῶες καὶ οἱ Δαναοὶ σφοδρὴν κρατοῦσαν μάχην. Καὶ ὅπως μ’ ἀγών’ ἀντίζηλον ὁ Εὖρος μὲ τὸν Νότον στὸ ὄρος
δάσος πολεμοῦν βαθὺ καὶ φουντωμένο ἀπὸ πολύφλουδες κρανιὲς καὶ φράξα καὶ μελέγους ποὺ σμίγουν ὅλ᾽,
ἀντικτυποῦν τὰ μακριὰ κλαδιά τους, καὶ ὅπως συντρίβονται πολὺς ὁ βρόντος ἀντηχάει, ὅμοια μὲ ἀντίθετην
ὁρμὴν οἱ Ἀχαιοὶ καὶ οἱ Τρῶες {{r|770}} σφάζονταν καὶ τὴν ἄνανδρην φυγὴν στὸν νοῦν δὲν εἶχαν, καὶ ὡς
μάχονταν ὁλόγυρα ἐκεῖ στὸν Κεβριόνην λόγχες ἐμπήχθηκαν πολλὲς καὶ φτεροφόρ’ ἀκόντια καὶ ἀσπίδες
σκούντησαν πολλὲς λιθάρια φουκτωμένα. Καὶ αὐτὸς στὸ μέσο ἀπέραντος στὸν στρόβιλον τῆς σκόνης
κοιτάμενος τοὺς ἱππικοὺς ἀγῶνες λησμονοῦσε. Καὶ ὅσον ὁ ἥλιος ἔλαμπε στὰ μεσουράνια μέρη κτυπιόνταν κ
ἔπεφταν πολλοὶ καὶ ἀπ’ τὰ δυὸ μέρη ὁμοίως˙ καὶ ἅμ’ ἔγειρεν ὁ ἥλιος, ὅταν τὰ βόδια λυῶνται, τότ’ ἐνικοῦσαν οἱ
Ἀχαιοὶ χωρὶς νὰ θέλ’ ἡ μοίρα. {{r|780}} Καὶ ἀπὸ τ’ ἀκόντια ξέσυραν τὸν ἥρωα Κεβριόνην μακρὰν τῶν Τρώων,
κι ἔπειτα τὸν γδύσαν ἀπ’ τὰ ὅπλα. Στοὺς Τρῶας πέφτει ὁ Πάτροκλος ἀφανισμὸν νὰ φέρη καὶ τρεῖς φορὲς
κραυγάζοντας τρομακτικῶς ἐχύθη καὶ ἄνδρες ἐννέα τὴ φορὰ ροβόλησαν στὸν Ἅδη. Ἀλλ’ ὅταν τετάρτη φορὰν
ὡσὰν θεὸς ὁρμοῦσε, τότε σοῦ ἐφάνη, Πάτροκλε, τὸ τέλος τῆς ζωῆς σου· ὅτι στὴν μάχην σοῦ ᾽λθ’ ἐμπρὸς
τρομακτικὸς ὁ Φοῖβος. Καὶ δὲν τὸν εἶδε, ὡς ἔρχονταν, στὴν ταραχὴν τῆς μάχης μὲς στὴν κατάχνια
ὁλόκλειστος˙ τοῦ ἐστήθη ὀπίσω ὁ Φοῖβος {{r|790}} μὲ τὴν παλάμην πετακτὴν τοῦ ἐπάταξε τοὺς ὤμους καὶ
ὅλην τὴν ράχην· κι ἔστριψαν τὰ μάτια τοῦ Πατρόκλου. Καὶ ὁ Φοῖβος ἀπ’ τὴν κεφαλὴν τοῦ ἐπέταξε τὸ κράνος,
ποὺ ἀντήχησε, ὡς ἐκύλησε στὰ πόδια ἐκεῖ τῶν ἵππων· καὶ ἡ χαίτη του στὰ χώματα μολύνθη καὶ στὸ αἷμα. Καὶ
ὡς τότ δὲν ἐγίνετο νὰ μολυνθῆ στὸ χῶμα ὁ κῶνος λαμπροφούντωτος, ποὺ ἔσκεπε τ’ ὡραῖο μέτωπο καὶ τὴν
κεφαλὴν τοῦ θείου Ἀχιλλέως· καὶ τότε τό ’δωκεν ὁ Ζεὺς τοῦ ῞Εκτορος νὰ σκέπη τὴν κεφαλην του κι ἔφθανε σ’
αὐτὸν ἡ μαύρ’ ἡμέρα. {{r|800}} Κι ἐκόπη τὸ μακρόσκιο κοντάρι στὴν παλάμην τὸ λογχοφόρο, τὸ βαρύ, καὶ τοῦ
᾽πεσε ἀπ’ τοὺς ὤμους μ’ ὅλον τὸν τελαμώνα της ἡ κροσσωμένη ἀσπίδα. Καὶ ὁ Φοῖβος, τοῦ Διὸς υἱός, τὸν
θώρακα τοῦ λύει. ᾽Εθεοκρούσθη ὁ Πάτροκλος, τοῦ ἐλύθηκαν τὰ μέλη καὶ θαμπωμένος ἔμεινε· καὶ ὀπίσω μὲ τὴν
λόγχην τὸν κτύπησ’ ἕνας Δάρδανος τῶν ὤμων εἰς τὴν μέσην, ὁ Πανθοΐδης Εὔφορβος, ποὺ ἐπρώτευε τῶν ἄλλων
στὴν λόγχην, εἰς τὸ τρέξιμο καὶ στὴν ἱππομαχίαν. ῞Οταν πολέμου ἀμάθητος πρωτῆλθεν ἱππομάχος, {{r|810}}
εἴκοσι ἄνδρες μόνος του κατέβασε ἀπ’ τοὺς ἵππους. Αὐτὸς πρῶτος σ’ ἐλόγχισεν, ὦ Πάτροκλε ἱππομάχε, καὶ δὲν
σὲ φόνευσε, κι εὐθὺς τὴν λόγχην ἀπ’ τὸ σῶμα ἅρπαξε καὶ μὲς στὸν στρατὸν ἐσύρθη, δὲν ἐστάθη ν’ ἀντιταχθῆ
στὸν Πάτροκλον, ἂν καὶ ξαρματωμένον, ἀλλ’ ὡς τὸ χέρι τοῦ θεοῦ τὸν δάμασε καὶ ἡ λόγχη πρὸς τοὺς
συντρόφους ἔστρεφε τὴν μοίραν νὰ ἀποφύγη. Καὶ ὁ ῞Εκτωρ ἀπ’ τὲς φάλαγγες ἅμ’ εἶδε τὸν γενναῖον
Πάτροκλον ν’ ἀποσύρεται κονταροπληγωμένος, προχώρησε, τοῦ ἐστήθη ἐμπρός, καὶ μέσα εἰς τὸ λαγγόνι
{{r|820}} τὴν λόγχην ὅλην ἔμπηξε κι ἡ ἄκρη ἐβγῆκε πέρα. Ἔπεσε καὶ κατήφεια στοὺς Ἀχαιοὺς ἐχύθη. Καὶ ὡς
λέοντας καὶ ἀδείλιαστος ἀγριόχοιρος στὸ ὄρος μάχονται μεγαλόψυχα γιὰ μιὰ μικρὴ βρυσούλα, ὅτι νὰ πιοῦν
θέλουν καὶ οἱ δυὸ μὲ λύσσαν, ὥσπου ὁ χοῖρος ἀσκομαχώντας ξεψυχᾶ στὸν λέοντ’ ἀποκάτω˙ ὁμοίως τὸν
ἀνδράγαθον υἱὸν τοῦ Μενοιτίου, πολλῶν φονέα μαχητῶν ὁ Πριαμίδης ῞Εκτωρ μὲ λόγχην ἐθανάτωσε κι ἐπάνω
του ἐκαυχήθη: «Τὴν πόλιν μας, ὦ Πάτροκλε, θαρροῦσες ν’ ἀφανίσης, {{r|830}} καὶ δοῦλες στὴν πατρίδα σου
νὰ πάρης τὲς γυναῖκες, ἀνόητε! καὶ ἀκούραστα γι’ αὐτὲς ἐτρικυμίζαν τ’ ἄλογα τὰ φτερόποδα τοῦ ῞Εκτορος, κι
ἐκεῖνος, - ποὺ εἶμαι πρῶτος μαχητὴς τῶν φιλομάχων Τρώων, καὶ δὲν θὰ ἰδοῦν, ἐνόσω ζῶ, τὴν δουλικὴν ἡμέρα
καὶ τώρα σέ τὰ ὄρνεα θὰ φάγουν εἰς τὴν Τροίαν. Ἄθλιε! δὲν σὲ ὠφέλησεν ὁ ἀνδρεῖος Ἀχιλλέας· θὰ σοῦ
παράγγελνε πολλὰ τὴν ὥραν ποὺ ἐκινοῦσες: «Νὰ μὴ γυρίσης, Πάτροκλε ἱππόμαχε, στὰ πλοῖα πρὶν σχίσης εἰς
τοῦ ῞Εκτορος τὰ στήθη τὸν χιτώνα {{r|840}} βαμμένον εἰς τὸ αἷμα του »· αὐτὰ θὰ εἶπ’ ἐκεῖνος καὶ αὐτὰ τὰ
λόγια σ’ ἄρεσαν, ἀνόητος ὡς εἶσαι». Καί, Πάτροκλε, τοῦ ἀπάντησες μὲ τὴν ψυχὴν στὸ στόμα: «῞Εκτορ,
καυχήσου ὅσο ἠμπορεῖς, τώρα ποὺ ὁ Ζεὺς καὶ ὁ Φοῖβος τὴν νίκην σοῦ ἐχάρισαν - καὶ αὐτοὶ μὲ καταβάλλουν
εὔκολ᾽, ἀφοῦ μοῦ ἀφαίρεσαν τὰ ὅπλ’ ἀπὸ τοὺς ὤμους. Κι εἴκοσιν ὅμοιοι μὲ σὲ νὰ εἶχαν ἔλθει ἐμπρός μου ὅλοι
νεκροὶ θὰ ἔπεφταν στὴν λόγχην μου ἀποκάτω. ᾽Εμένα ἡ μοίρα ἐφόνευσεν ἡ μαύρη μὲ τὸν Φοῖβον καὶ ἀπ’ τοὺς
θνητοὺς ὁ Εὔφορβος· τρίτος ἐσὺ μὲ γδύνεις. {{r|850}} Καὶ ἄκουσε ἀκόμα τί θὰ εἰπῶ καὶ βάλε το στὸν νοῦν σου·
ὀλίγες εἶν’ οἱ μέρες σου· καὶ ἰδοὺ σὲ παραστέκει ἡ μοίρα ἡ παντοδύναμη κι ἡ ὥρα τοῦ θανάτου, ὁποὺ ἀπ’ τὸ
χέρι ἀδάμαστο θὰ πέσης τοῦ Ἀχιλλέως». Μὲ αὐτὰ τὰ λόγι’ ἀπέθανε˙ καὶ κλαίοντας θλιμμένη τὴν μοίραν, ποὺ
Ιλιάδα (Πολυλάς)/π 114
νεότητα καὶ ἀνδρείαν τῆς ἐπῆρε, ἀπὸ τὰ μέλη του ἡ ψυχὴ κατέβηκε στὸν Ἅδη. Νεκρὸν τὸν ἐπροσφώνησεν ὁ
λαμπροφόρος ῞Εκτωρ: «῏Ω Πάτροκλε, τὸν θάνατον γιατὶ μοῦ προμαντεύεις; Ποιός ξέρει μήπως ὁ Ἀχιλλεύς,
τῆς Θέτιδος ὁ γόνος, {{r|860}} χάση αὐτὸς πρῶτος τὴν ζωὴν στὴν λόγχην μου ἀποκάτω; » Εἶπε καὶ μέσ’ ἀπ’
τὴν πληγήν, πατώντας τον, τὴν λόγχην ἀνέσπασε καὶ ἀνάσκελον τὸν ἔσπρωξε στὸ χῶμα. Κι εὐθὺς στὸν
Αὐτομέδοντα μὲ τὸ κοντάρι ἐχύθη, ποὺ εἶχε ὰκόλουθον λαμπρὸν ὁ ἀσύγκριτος Πηλείδης, νὰ τὸν κτυπήση, ἀλλ’
ἔπαιρναν αὐτὸν οἱ ταχεῖς ἵπποι, οἱ ἀθάνατοι ποὺ οἱ θεοὶ χαρίσαν τοῦ Πηλέως.
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ρ
←Ραψωδία π Ιλιάδα Ραψωδία σ→
Συγγραφέας: Όμηρος
Μεταφραστής: Ιάκωβος
Πολυλάς
Ραψωδία ρ
<poem> Εἶδεν εὐθὺς ὁ ἀρείφιλος Μενέλαος Ἀτρείδης πόπεσε ὁ Πάτροκλος αὐτοῦ στὴν μάχην μὲ τοὺς Τρῶας,
καὶ στ’ ἄρματά του ἀστραφτερὸς ἐβγῆκε ἀπ’ τοὺς προμάχους καὶ ὁλόγυρά του ἐβάδιζε, καθὼς εἰς τὸ μοσχάρι
γόζοντας περιστρέφεται πρωτόγεννη μητέρα. Παρόμοια ὁ Μενέλαος στὸ σῶμα τοῦ Πατρόκλου˙ καὶ τὸ κοντάρι
ἐκράτει ἐμπρὸς καὶ τὴν γλιστρὴν ἀσπίδα, γιὰ νὰ φονεύση ὅποιον ἰδῆ στὸ σῶμα νὰ σιμώση˙ κι ὡς ἔπεσεν ὁ
Πάτροκλος ὁ ἀσύγκριτος στὴν μάχην ἀδιάφορος δὲν ἔμεινεν ὁ ἥρως Πανθοΐδης. {{r|10}} Καὶ στὸν Μενέλαον
ἔμπροσθεν ἐστήθη καὶ τοῦ εἶπε: «Μενέλαε διόθρεπτε, ὀπίσω καὶ ἄφησέ μου τὸ λείψανο καὶ τ’ ἄρματα τὰ
αἱματοβαμμένα. Ὅτι ἀπ’ ἐμὲ πρῶτος κανεὶς τῶν Τρώων κι ἐπικούρων δὲν λόγχισε τὸν Πάτροκλον στὸν
δυνατὸν ἀγώνα· γι’ αὐτὸ νὰ λάβω ἄφησε φήμην λαμπρὴν στοὺς Τρῶας μὴ σοῦ ἀφαιρέσ’ ἡ λόγχη μου τὴν
ποθητὴν ψυχήν σου». Τότε ὁ ξανθὸς Μενέλαος ἐβάρυνε καὶ τοῦ ᾽πε: «Δία πατέρ᾽, ἀβάστακτες ποὺ εἶν’ οἱ
ἀλαζονεῖες! ὅμοιαν ψυχὴν περήφανην δὲν ἔχει τὸ λιοντάρι {{r|20}} δὲν ἔχει ὁ λεοπάρδαλις, ὁ ἄγριος μήτε ὁ
χοῖρος ὁποὺ κακόγνωμος θαρρεῖ πολὺ στὴν δύναμίν του, ὅσον τοῦ Πάνθου τὰ παιδιὰ ἐπαίρονται τ’ ἀνδρεῖα.
Οὐδ’ ὁ ῾Υπερήνωρ χάρηκε τὴν νιότη του ὁ γενναῖος, ποὺ ἐμπρός μου ἐστάθη ἀντίμαχος καὶ μ’ ἔψεξε πὼς εἶμαι
στὴν μάχην ὁ ἀχρειότερος τῶν Δαναῶν ἡρώων· καὶ ὀπίσω μὲ τὰ πόδια του δὲν γύρισε, πιστεύω, νὰ εὐφράνη
τὴν γυναίκα του καὶ τοὺς σεπτοὺς γονεῖς του. Ἐμπρός μου ἐὰν σταθῆς καὶ σύ, νεκρὸς ἐδῶ θὰ πέσης. Ἀλλὰ νὰ
μὴν ἀντιταχθῆς σ’ ἐμὲ σὲ συμβουλεύω, {{r|30}} καὶ γύρε ὀπίσω εἰς τὸν στρατὸν πρὶν πάθης ἀπὸ ἐμένα. Μόνο
ἀφοῦ ἐγίν’ ἡ συμφορὰ ὁ ἀνόητος μαθαίνει». Εἶπε καὶ δὲν τὸν ἔπειθε˙ καὶ ἀντεῖπε πρὸς ἐκεῖνον: «Μενέλαε,
τώρα ἐκδίκησιν θὰ πάρω τοῦ ἀδελφοῦ μου, ὁποὺ μοῦ τὸν ἐφόνευσες καὶ τὸ καυχᾶσαι ἀκόμη, ποὺ τὴν γυναίκα
ἐχήρεψες στὸν νέον τους νυμφώνα καὶ τοὺς γονεῖς του ἔκαμες τὴν κλάψα ν’ ἀγαπήσουν. Τοῦ θρήνου
παρηγόρημα θὰ φέρω τῶν θλιμμένων, ἂν ἀφοῦ πάρω τ’ ἄρματα καὶ ὁμοῦ τὴν κεφαλήν σου, τοῦ Πάνθου καὶ
τῆς Φρόντιδος ἐγὼ τὰ παραδώσω. {{r|40}} Ἀλλὰ θὰ εἶναι σύντομος στὴν δοκιμὴν ὁ ἀγώνας, καὶ θενὰ δείξη
ποιός ἐδῶ θὰ φύγ’ ἢ θὰ νικήση». Εἶπε καὶ τὸν ἐκτύπησε στὴν κυκλωτὴν ἀσπίδα· δὲν ἔσπασε τὴν στερεὴν
ἀσπίδα τὸ κοντάρι κι ἡ χάλκιν’ ἄκρη ἐστράβωσε· κατόπιν ἐπετάχθη, ἀφοῦ ευχήθη τοῦ Διός, ὁ Ἀτρείδης μὲ τὴν
λόγχην, μὲς στὸν λαιμὸν τὴν ἔμπηξεν, ἐκεῖ ποὺ ἀποχωροῦσε, καὶ δυνατὰ τὴν ἄμπωσε μὲ τὸ βαρύ του χέρι. Κι
ἔξω ἀπ’ τὸ ζνίχι τ’ ἁπαλὸ ἡ ἄκρη ἀντίκρυ ἐβγῆκε. Βρόντησε κάτω κι ἤχησαν ἐπάνω τ’ ἄρματά του. {{r|50}}
Στὸ αἷμα ἐβάφ’ ἡ κόμη του, καλὴ σὰν τῶν Χαρίτων, καὶ μὲ τ’ ἀσημοχρύσαφα σφιγμένες οἱ πλεξίδες. Καὶ ὅπως
γεωργὸς ὁλόχλωρο τρέφει βλαστάρι ἐλαίας, σ’ ἔρημον τόπον μ’ ἄφθονον νερὸν σιμὰ στὴν ρίζαν, ὡραῖον,
ὁλοπράσινο καὶ ἀσπροανθοβολισμένο εἰς τῶν ἀνέμων τὲς πνοὲς λυγίζει τὰ κλαδιά του˙ ἔρχεται ξάφνου
ρούφουλας σφοδρῆς ἀνεμοζάλης καὶ σύρριζ’ ἀπ’ τὸν λάκκον του στὸ χῶμα τὸ ξαπλώνει· παρόμοια τὸν
Εὔφορβον, κονταριστὴν ἀνδρεῖον ἐφόνευσε ὁ Μενέλαος καὶ νὰ τὸν γδύση ὁρμοῦσε. {{r|60}} Καὶ ὡς στὴν
ἀνδρειάν του θαρρετό, θρέμμα βουνοῦ, λεοντάρι ἁρπάζει τὴν καλύτερην δαμάλαν τῆς ἀγέλης· μὲ τ’
ἀνδρειωμένα δόντια του τὸν σβέρκον τῆς συντρίβει, καὶ τῆς ρουφᾶ τὰ σωθικὰ κατόπι καὶ τὸ αἷμα σπαρακτικά,
καὶ ἄνδρες βοσκοὶ καὶ σκύλοι τὸν κοιτάζουν, καὶ ἀπὸ μακριὰ βάζουν φωνὲς καὶ δὲν τολμᾶ κανένας νὰ
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ρ 115
πλησιάση ὅτι χλωμὸς τοὺς κυριεύει ὁ τρόμος· ὅμοια στὰ στήθη του κανεὶς τότε καρδιὰ δὲν εἶχε εἰς τὴν ἀνδρειά
ν’ ἀντιταχθῆ τοῦ ἐνδόξου Μενελάου. Κι εὔκολα τὰ λαμπρ’ ἄρματα θὰ ἔπαιρνε τοῦ Εὐφόρβου {{r|70}} ὁ
Ἀτρείδης, ἀλλὰ βάσκανος ἐναντιώθη ὁ Φοῖβος ποὺ ἐκίνησε τὸν ῞Εκτορα, ἰσόπαλον τοῦ Ἄρη· τοῦ Μέντη, ὁποὺ
βασίλευε στοὺς Κίκονας, ἐπῆρε τ’ ἀνάστημα καὶ τὴν μορφὴν καὶ πρὸς ἐκεῖνον εἶπε: «Ὦ ῞Εκτορ, τ’
ἀκατάφθαστα ξετρέχεις τόσην ὥραν, τοῦ Ἀχιλλέως τ’ ἄλογα καὶ αὐτὰ δὲν τὰ δαμάζει ἢ τ’ ἀνεβαίνει ἄλλος
θνητὸς ἢ μόνος ὁ ἀνδρειωμένος Αἰακίδης, ὁποὺ ἀθάνατη τὸν γέννησε μητέρα. ῾Ωστόσον ὁ Μενέλαος, ἐκεῖ ποὺ
τοῦ Πατρόκλου σκέπει τὸ σῶμα, ἐφόνευσεν ἄνδρα λαμπρὸν τῶν Τρώων {{r|80}} τὸν Πανθοΐδην Εὔφορβον, καὶ
τὴν ἀνδρειὰ τοῦ ἐπῆρε». Εἶπε κι ἐγύρισε ὁ θεὸς στὴν ταραχὴν τῆς μάχης, κι αἰσθάνθη πόνον τρομερὸν ὁ
῞Εκτωρ στὴν καρδιά του. ᾽Εκοίταξε στὲς φάλαγγες καὶ εἶδε τὸν Ἀτρείδην νὰ παίρνη τὰ λαμπρ’ ἄρματα, τὸν
ἄλλον ξαπλωμένον στὴν γῆν καὶ ἀπὸ τὸ λάβωμα τὰ αἵματα νὰ ρέουν. Εἰς τ’ ἄρματά του ἀστραφτερὸς ἐβγῆκε
ἀπ’ τοὺς προμάχους κραυγάζοντας, προσόμοιος μ’ ἄσβεστην φλόγα ῾Ηφαίστου καὶ τὴν βοὴν δὲν ἄργησεν ὁ
᾽Ατρείδης νὰ γνωρίση καὶ μέσα εἰς τὴν γενναίαν του ψυχὴν μὲ πόνον εἶπε: {{r|90}} «῏Ω συμφορά μου! ἂν τ’
ἄρματα ἀφήσω ἐδῶ καὶ ἀκόμη τὸν Πάτροκλον ποὺ ἔπεσε, γιὰ νὰ ἐκδικήση ἐμένα, θὰ μὲ ὀνειδίσουν οἱ Ἀχαιοί˙
καὶ ἀπ’ ἐντροπὴν ἂν μείνω τοὺς Τρῶας καὶ τὸν ῞Εκτορα νὰ πολεμήσω μόνος τότε τὸν ἕναν οἱ πολλοὶ κακὰ θὰ
περικλείσουν· καὶ ὁ ῞Εκτωρ ὅλες φέρνει ἐδῶ τὲς φάλαγγες τῶν Τρώων, ἀλλὰ νὰ διαλογίζεται τί στέκεται ἡ
ψυχή μου; ῞Οποιος θελήση ἀντίθετα νὰ μάχεται μ’ ἐκεῖνον, ποὺ τὸν δοξάζει ἕνας θεός, μέγα κακὸ θὰ πάθη.
Καὶ ἀφοῦ τὸν ῞Εκτορα οἱ θεοὶ στὴν μάχην ἐκινῆσαν {{r|100}} ἂν δώσω τόπον εἰς αὐτὸν κανεὶς δὲν θὰ μὲ
ψέγη˙ κάπου ἤθελα τὸν Αἴαντα νὰ ἄκουα τὸν ἀνδρεῖον· τότε καὶ ἀντίθεα πόλεμον θὰ ἐκάναμεν οἱ δύο, νὰ
πάρουμε ἴσως τὸ νεκρὸν στὸν θεῖον Ἀχιλλέα, ἕνα ὀλιγότερο κακὸ στὲς τόσες συμφορές μας». Ταῦτα ἐνῶ
ἐκεῖνος ἔλεγε στὰ βάθη τῆς ψυχῆς του, ἔρχεται ὁ ῞Εκτωρ καὶ μ’ αὐτὸν οἱ φάλαγγες τῶν Τρώων· ἄφησε τότε τὸν
νεκρὸν κι ἐμπόδιζεν ὀπίσω συχνὰ τὴν ὄψιν στρέφοντας, σὰν δυνατὸ λεοντάρι ποὺ ἀπὸ τὴν στάνην μὲ φωνὲς τὸ
διώχνουν καὶ μὲ βέλη {{r|110}} ἄνδρες καὶ σκύλοι· μέσα του τὰ σπλάχνα τ’ ἀνδρειωμένα παγώνουν˙ ὥστε
ἀθέλητα τὸ περιαύλι ἀφήνει. ῾Ομοίως ἀπ’ τὸν Πάτροκλον ἐμπόδιζ’ ὁ Ἀτρείδης, καὶ ὡς ἔφθασε στοὺς Ἀχαιοὺς
ἐστάθηκε κι ἐστράφη, καὶ γιὰ τὸν μέγαν Αἴαντα τὸν Τελαμωνιάδη ἐκοίτα καὶ τὸν εἶδ’ εὐθὺς στ’ ἀριστερὰ τῆς
μάχης ποὺ τοὺς συντρόφους θάρρυνε στὴν μάχην, ὅτι ὁ Φοῖβος ὁρμὴν φυγῆς ἀκράτητην τοὺς ἔβαλε στὰ στήθη.
Ἔτρεξε, τὸν πλησίασε καὶ «δράμε », τοῦ ᾽πε, «ὦ φίλε, τὸν πεθαμένον Πάτροκλον μ’ ἐμὲ νὰ ὑπερασπίσης,
{{r|120}} τὸ λείψανο ἴσως φέρωμε στὸν θεῖον Ἀχιλλέα γυμνό· ὄτι ἔχει τ’ ἄρματα ὁ λοφοσείστης ῞Εκτωρ».
᾽Ετάραξεν ὁ λόγος του τοῦ Αἴαντος τὰ στήθη καὶ ὁμοῦ μὲ τὸν Μενέλαον ἐβγῆκε ἀπ’ τοὺς προμάχους˙ καὶ ὡς
ἔγδυσε τὸν Πάτροκλον ὁ ῞Εκτωρ τὸν τραβοῦσε μὲ τὴν λεπίδ’ ἀκονητὴν νὰ κόψη τὸ κεφάλι καὶ νὰ πετάξη τὸ
κορμὶ στὲς σκύλες τῆς Τρωάδος˙ μὲ ἀσπίδα ὡς πύργον στήθηκεν ἐγγὺς ὁ μέγας Αἴας καὶ στοὺς συντρόφους
σύρθηκεν ὁ ῞Εκτωρ καὶ στ’ ἁμάξι ἀνέβη καὶ παράγγειλε τοὺς Τρῶας εἰς τὴν πόλιν {{r|130}} νὰ φέρουν τὰ
λαμπρ’ ἄρματα, δόξαν νὰ τά ᾽χη ἐκεῖνος. Κι ἐσκέπαζε τὸν Πάτροκλον μὲ τὴν πλατιὰν ἀσπίδα ὁ Αἴας, ὅπως
λεόντισσα ἐμπρὸς ἀπ’ τὰ μικρά της, ποὺ κυνηγοὶ τὴν ἀπαντοῦν νὰ τὰ ὁδηγᾶ στὸν λόγγον˙ στὴν ρώμην της
περήφανη τὸ μέτωπο σουφρώνει καὶ μὲ τὰ φρύδια χαμηλὰ τὰ μάτια της σκεπάζει˙ αὐτὴν ἐμπρὸς στὸν
Πάτροκλον τὴν στάσιν πῆρε ὁ Αἴας. Ὁ Ἀτρείδης ὁ Μενέλαος καὶ αὐτὸς εἰς τ’ ἄλλο πλάγι παράστεκε περίλυπος
μὲς στ’ ἀνδρειωμένα στήθη. Καὶ ὁ Γλαῦκος τοῦ ῾Ιππολόχου υἱός, ὁ ἄρχος τῶν Λυκίων, {{r|140}} μ’ ἄγριαν
ματιὰ στὸν ῞Εκτορα βαρὺν τὸν λόγον εἶπε: «Ἕκτορ, στὰ κάλλη ἀσύγκριτε, καὶ ἀδύνατε στὴν μάχην, εἶσαι
δειλὸς καὶ χάρισμα μεγάλην δόξαν ἔχεις. Τώρα τὴν πόλιν σκέψου ἐσὺ νὰ σώσης καὶ τὸν πύργον μόνος ἐσὺ μὲ
τοὺς λαοὺς ποὺ κατοικοῦν στὴν Τροίαν. Διότι διὰ τὴν πόλιν σας κανένας τῶν Λυκίων δὲν θέλει μάχεται στὸ
ἑξῆς, ἀφοῦ δὲν εἶχε χάριν τοῦτος ὁ ἀτελεύτητος μὲ τὸν ἐχθρὸν ἀγώνας. Πῶς ἄνδρ’ ἄλλον κατώτερον, ἐλεεινέ,
θὰ σώσης, ἀφοῦ ξένον καὶ σύντροφον, τὸν μέγαν Σαρπηδόνα {{r|150}} νὰ γίνη ἀφῆκες ἅρπαγμα στὰ πλήθη
τῶν Ἀργείων; Ποὺ μέγα κέρδος ἔφερε στὴν πόλιν καὶ σ’ ἐσένα καὶ δὲν τὸν φύλαξες, δειλέ, τῶν σκύλων ἀπ’ τὸ
στόμα. Γιὰ τοῦτο οἱ Λύκιοι θᾲ πεισθοῦν στὸν λόγον μου νὰ φύγουν εἰς τὴν πατρίδα καὶ ὄλεθρος θὰ πέση στὴν
Τρωάδα· ὅτι ἂν ἀτρόμητην ὁρμὴν εἶχαν στὰ στήθη οἱ Τρῶες, ὡς ἡ καρδιά ᾽ναι τῶν ἀνδρῶν ὁποὺ γιὰ τὴν
πατρίδα μὲ τοὺς ἐχθροὺς ἀκούραστον βαστοῦν πολέμου ἀγώνα, τότ’ εὔκολα τὸν Πάτροκλον θὰ ἐσέρναμε στὴν
Τροίαν. Καὶ ἂν ἀπ’ τῆς μάχης τὴν βοὴν στὴν πόλιν τοῦ Πριάμου {{r|160}} ἐσέρναμε μαχόμενοι τοῦτον τὸν
πεθαμένον, τὸν Σαρπηδόν’ ἀντάλλαγμα καὶ τ’ ἄρματά του οἱ Ἀργεῖοι θὰ ἔδιδαν νὰ φέρωμε στὰ τείχη τῆς Ἰλίου·
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ρ 116
ὅτ’ ἦταν κεῖνος ὁ νεκρὸς ἀκόλουθος μεγάλου ἀνδρός, ὁποὺ τῶν Δαναῶν πρωτεύει στὴν ἀνδρείαν. Ἀλλὰ τὸν
μεγαλόψυχον υἱὸν τοῦ Τελαμῶνος στὴν μάχη σὺ δὲν τόλμησες κατάματα νὰ βλέπης, νά πολεμήσης κι εἶναι
αὐτὸς πολὺ καλύτερός σου». Τοῦ ἀντεῖπε μ’ ἄγριο βλέφαρο ὁ λοφοσείστης Ἕκτωρ: «῏Ω Γλαῦκε, τόσον ἄδικον
νὰ μοῦ προφέρης λόγον; {{r|170}} ῎Ελεγα πὼς στὴν φρόνησιν πρωτεύεις σὺ τῶν ἄλλων ἀνθρώπων, ὅπου
κατοικοῦν τὴν κάρπιμην Λυκίαν, καὶ τώρα ὅ,τ’ εἶπες μοῦ ᾽δειξεν ὅτι σωστὰ δὲν κρίνεις, ποὺ ἐμπρὸς στὸν μέγαν
Αἴαντα δὲν τόλμησα νὰ μείνω. Μέ δὲν παγώνει ὁ τάραχος τῆς μάχης καὶ τῶν ἵππων˙ ἀλλὰ νικᾶ πάντοτε ὁ νοῦς
τοῦ αἰγιδοφόρου Δία ποὺ εὔκολα καὶ ἄνδρ’ ἀτρόμητον δειλιάζει καὶ τὴν νίκην τοῦ ἀφαιρεῖ καὶ ἄλλη φορὰ τὸν
σπρώχνει αὐτὸς στὴν μάχην. Ἀλλὰ στήσου στὸ πλάγι μου, νὰ ἰδῆς, ἀγαπητέ μου, ἂν θά ᾽μαι ὁλήμερα δειλὸς
καθὼς μοῦ τ’ ὀνειδίζεις, {{r|180}} ἢ ἂν πολλοὺς τῶν Δαναῶν, ὅσον καὶ ἂν εἶναι ἀνδρεῖοι, θὰ στρώσω, ἐκεῖ ποὺ
μάχονται τὸν Πάτροκλον νὰ σώσουν». Εἶπε κι ἐσήκωσε φωνὴν μεγάλην εἰς τοὺς Τρῶας: «Τρῶες, Λύκιοι,
Δάρδανοι καὶ σεῖς κονταρομάχοι, ἄνδρες φανῆτε μ’ ὅλην σας τὴν δύναμιν, ὦ φίλοι, τ’ ἄρματα ὅσο νὰ ζωσθῶ
τὰ ὡραῖα τοῦ Ἀχιλλέως, ποὺ ἐφόνευσα τὸν Πάτροκλον καὶ λάφυρα τὰ ἐπῆρα». Αὐτὰ εἶπε καὶ ἀνεχώρησεν ὁ
λοφοσείστης ῞Εκτωρ· κι ἐχύθηκεν ὡς ἀστραπή, νὰ φθάση τοὺς συντρόφους, ὁποὺ στὴν πόλιν ἔφερναν τὰ ὅπλα
τοῦ Ἀχιλλέως {{r|190}} καὶ ὄχι μακρὰν τοὺς πρόφθασεν· καὶ ἀνάμερ’ ἀπ’ τὴν μάχην ἐστάθη, τὴν πολύθρηνον,
τὰ ὅπλα νὰ ξαλλάξη, καὶ στὴν ἁγίαν ῎Ιλιον νὰ φέρουν τὰ δικά του στοὺς Τρῶας ἔδωσε, καὶ αὐτὸς τ’ ἀθάνατα
ἐζωνόνταν τοῦ Ἀχιλλέως, ποὺ οἱ θεοὶ χαρίσαν τοῦ πατρός του˙ καὶ τοῦτος, ὅταν γέρασε τὰ ἔδωκε τοῦ υἱοῦ του.
Ἀλλὰ ὁ υἱὸς δὲν γέρασε στὰ ὅπλα τοῦ πατρός του. Καὶ ἅμα τὸν εἶδε ὁ βροντητὴς Κρονίδης κατὰ μέρος τὰ
ἄρματα νὰ ζώνεται τοῦ θείου Ἀχιλλέως, ἐκίνησε τὴν κεφαλὴν κι ἔλεγε μέσα ὁ νοῦς του: {{r|200}} «῏Ω δύστυχε,
δὲν ἐννοεῖς τὸν θάνατον κοντά σου, καὶ τ’ ἄφθαρτ’ ἄρματα φορεῖς τοῦ πρώτου πολεμάρχου, ποὺ τὴν
ἀνδραγαθίαν του τόσον τρομάζουν καὶ ἄλλοι. Καὶ σύντροφον τοῦ φόνευσες καλὸν καὶ ἀνδρειωμένον, καὶ
ἄσχημα τὸν ἐγύμνωσες ἀπ’ τὴν ἀρματωσιά του. Ἀλλὰ κὰν τώρα δύναμιν καὶ νίκην θὰ σοῦ δώσω ἀφοῦ δὲν
μέλλει σπίτι σου νὰ γύρης ἀπ’ τὴν μάχην, ἡ Ἀνδρομάχη τ’ ἄρματα νὰ λάβη τοῦ Ἀχιλλέως». Εἶπε, τὰ μαῦρα
φρύδϊα χαμήλωσε ὁ Κρονίδης καὶ ἅρμωσε τὴν ἀρματωσιὰ στοῦ ῞Εκτορος τὸ σῶμα· {{r|210}} μέσα του ἐμπῆκε
φοβερὸς ὁ Ἄρης καὶ τὰ μέλη ἄναψαν ὅλα δύναμη˙ καὶ στοὺς λαμπροὺς συμμάχους, κραυγάζοντας προχώρησε
κι ἐπρόσφερνεν εἰς ὅλους, ὡς ἔλαμπε μὲς στ’ ἄρματα, τὸν θεῖον Ἀχιλλέα˙ κι ἕναν πρὸς ἕναν εὕρηκε στὴν μάχην
νὰ ἐμψυχώση, τὸν Μέσθλην, τὸν Θερσίλοχον,, τὸν Μέδοντα, τὸν Γλαῦκον, τὸν Φόρκυν, τὸν ῾Ιππόθοον καὶ τὸν
Ἀστεροπαῖον˙ μ’ ἐκείνους τὸν Δεισήνορα ὁμοῦ καὶ τὸν Χρομίον, τὸν ὀρνεοσκόπον ῎Εννομον καὶ πρὸς ἐκείνους
εἶπε: «Τῶν περιοίκων βοηθῶν ἄπειρα γένη, ἀκοῦτε· {{r|220}} ὅταν ἀπὸ τὲς χῶρες σας σᾶς ἔφερα ἐδῶ πέρα,
δὲν ἐζητοῦσα τοῦ λαοῦ ν’ αὐξήσω ἐγὼ τὸ πλῆθος, ἀλλὰ γιὰ τὲς γυναῖκες μας καὶ τὰ μικρὰ παιδιά μας τῶν
φιλομάχων Ἀχαιῶν μ’ ἀνδρειὰ ν’ ἀντιταχθῆτε. ῞Οθεν καὶ γενναιότερην νὰ κάμω τὴν ψυχήν σας, δῶρα σᾶς
δίδω καὶ τροφὲς καὶ πάσχουν οἱ λαοί μου. Ἐμπρὸς λοιπὸν καθένας σας στὴν μάχην ἢ νὰ πέση ἢ νὰ σωθῆ καὶ ἡ
σύσμιξις τοῦτ’ ἔχει τοῦ πολέμου. Καὶ ὅποιος τὸν Αἴαντα ἠμπορεῖ νὰ σπρώξη καὶ νὰ σύρη τὸν Πάτροκλον, ἂν
καὶ νεκρόν, στὲς φάλαγγες τῶν Τρώων {{r|230}} σ’ αὐτὸν τὰ μισὰ λάφυρα θὰ δώσω, κι ἐγὼ τ’ ἄλλα μισὰ θὰ
πάρω· καὶ ὅσο ἐγώ, θὰ δοξασθῆ κι ἐκεῖνος». Εἶπε, κι ἐκεῖνοι ὁρμητικὰ στοὺς Δαναοὺς χυθῆκαν μὲ τὰ κοντάρια
σηκωτά˙ καὶ τὸν νεκρὸν θαρροῦσαν ν’ ἁρπάξουν ἀπ’ τὸν Αἴαντα τὸν Τελαμωνιάδην. Μωροί! κι ἐπάνω στὸν
νεκρὸν πολλοὺς θενὰ θερίση. Τότε πρὸς τὸν ἀνδράγαθον Μενέλαον εἶπ’ ὁ Αἴας: «Ἀγαπητὲ Μενέλαε, δὲν ἔχω
ἐλπίδα πλέον νὰ γύρωμε ἀπ’ τὸν πόλεμον ἐμεῖς εἰς τὴν πατρίδα. Ὁ πεθαμένος Πάτροκλος δὲ μὲ τρομάζει τόσο
{{r|240}} ποὺ ἄφευκτα σκύλοι Τρωικοὶ κι ὄρνεα θὰ τὸν φάγουν, ὅσο ἡ δική μου κεφαλὴ μὴν πάθη καὶ ἡ δική
σου· ἔρχεται ὁ ῞Εκτωρ καὶ μ’ αὐτὸν μαυρίλα τοῦ πολέμου καὶ ἀφανισμὸς μᾶς εὕρηκε· ἀλλὰ στοὺς πολεμάρχους
βάλε φωνὴν τῶν Δαναῶν, ἴσως κανεὶς ἀκούση». Εἶπε καὶ τὸν ὑπάκουσεν ὁ ἀνδράγαθος Ἀτρείδης. καὶ
στριγγὴν ἔσυρε φωνὴν τῶν Δαναῶν καὶ εἶπε: «῏Ω πολεμάρχοι ἀγαπητοί, προστάτες τῶν Ἀργείων, ὅσους οἱ
Ἀτρεῖδες προτιμοῦν καὶ πίνετε μαζί τους ἀπὸ τὰ δῶρα τοῦ κοινοῦ καὶ ὁρίζετε καθένας {{r|250}} τὰ πλήθη, καὶ
τιμὴν ὁ Ζεὺς καὶ δόξαν σᾶς χαρίζει. Μοῦ εἶναι δύσκολο νὰ ἰδῶ στὴν φλόγα τοῦ πολέμου, καθέναν ἀπ’ τοὺς
ἀρχηγούς˙ ἀλλὰ καὶ ἀφ’ ἑαυτοῦ του κανεὶς ἂς ἔλθη κι ἔλεγχον ἂς φοβηθῆ ἡ ψυχή του ἂν γίνη ὁ Πάτροκλος
χαρὰ τῶν σκύλων τῆς Τρωάδος». Εἶπε κι εὐθὺς τὸν ἄκουσεν ὁ ᾽Οϊλιάδης Αἴας καὶ πρῶτος ἦλθε μὲ σπουδὴν
ἀπ’ ὅπου ἐπολεμοῦσε· κατόπιν ὁ ᾽Ιδομενεύς, μ’ αὐτὸν καὶ ὁ Μηριόνης, ἀκόλουθός του, ἰσόπαλος τοῦ
ἀνθρωποφόνου Ἄρη. Καὶ ποιὸς στὸ πνεῦμα του νὰ εἰπῆ τὰ ὀνόματα ἠμποροῦσε {{r|260}} τῶν ἄλλων ποὺ
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ρ 117
κατόπι του τὸν πόλεμον ἀνάψαν; Σύσσωμ’ οἱ Τρῶες κτύπησαν ἐμπρὸς καὶ ὁ ῞Εκτωρ πρῶτος˙ καὶ ὅπως ἐκεῖ
ποὺ ροβολᾶ διογέννητο ποτάμι στὸ ρεῦμα ἐνάντια ἡ θάλασσα κύμα ξερνᾶ μεγάλο κι οἱ ἀκρογιαλιὲς ἀντιβοοῦν
στὸν βρόντον τῆς θαλάσσης, μὲ τόσην ὅρμησαν βοὴν οἱ Τρῶες καὶ τριγύρω στὸν Πάτροκλον οἱ Ἀχαιοὶ μὲ μιὰ
ψυχή, στεκόνταν φραγμένοι στὲς ἀσπίδες των˙ καὶ στὰ λαμπρά τους κράνη σκοτάδι ὁλόγυρα βαθὺ τοὺς ἔχυσε
ὁ Κρονίδης, ὅτι καὶ πρὶν τὸν Πάτροκλον καλόθελε, ὅταν ζοῦσε {{r|270}} τοῦ Ἀχιλλέως σύντροφος, καὶ μισητὸ
τοῦ ἐφάνη νὰ γίνη ἐκεῖνος ἅρπαγμα τῶν σκύλων τῆς Τρωάδος, καὶ τοὺς συντρόφους κίνησε γι’ αὐτὸν νὰ
πολεμήσουν. Καὶ πρῶτα οἱ Τρῶες ἔσπρωξαν τοὺς Ἀχαιούς, ποὺ ὀπίσω ἐπόδισαν καὶ τὸν νεκρὸν ἀφῆκαν καὶ
κανέναν οἱ Τρῶες οἱ περήφανοι δὲν πῆραν μὲ τὲς λόγχες ἀλλ’ ἐτραβοῦσαν τὸν νεκρόν˙ ἀλλ’ ὅμως δὲν ἀργῆσαν
νὰ ὁρμήσουν πάλιν οἱ Ἀχαιοὶ σπρωγμένοι ἀπ’ τὸν γενναῖον, τὸν Αἴαντα ὁποὺ δεύτερος τοῦ θαυμαστοῦ
Πηλείδη, τῶν Δαναῶν ἐπρώτευε στὸ σῶμα καὶ στὰ ἔργα. {{r|280}} Καὶ ἀπ’ τοὺς προμάχους ὅρμησαν μὲ τὴν
ἀνδρειὰν ἀγρίου χοίρου, ποὺ μὲς στὰ σύλλογγα βουνὰ κατασκορπίζει, καθὼς τινάζεται μὲ ὁρμήν, ἄνδρες ὁμοῦ
καὶ σκύλους. Ὅμοια καὶ ὁ Αἴας, ὁ λαμπρὸς υἱὸς τοῦ Τελαμῶνος, εὔκολα κατασκόρπισε τὲς φάλαγγες τῶν
Τρώων, ποὺ ἐκύκλωναν τὸν Πάτροκλον θαρρώντας νὰ τὸν σύρουν ἐπάνω εἰς τὴν πόλιν τους καὶ δόξαν ν’
ἀποκτήσουν. Κι ἐκεῖ τοῦ Λήθου Πελασγοῦ τὸ δοξασμένο ἀγόρι ὁ ῾Ιππόθοος τὸν ποδόσερνε, στὸν δυνατὸν
ἀγώνα, ἀπὸ τὰ νεῦρα μὲ λουρὶ δεμένον εἰς τὴν φτέρναν, {{r|290}} τῶν Τρώων καὶ τοῦ ῞Εκτορος πρὸς χάριν,
ἀλλ’ ἐκεῖνος ἔπαθεν, οὐδὲ πρόφθασε κανένας νὰ τὸν σώση. Τοῦτον ὁ Τελαμώνιος, ὁρμώντας μὲς στὸ πλῆθος,
ἀντίκρισε κι ἐκτύπησε στὴν περικεφαλαία˙ ἀπὸ τὴν λόγχην ἔσκασε τὸ φουντωμένο κράνος, ὅτι τὸ χέρ’ ἦταν
βαρὺ καὶ μέγα τὸ κοντάρι, καὶ ἀπ’ τὴν πληγὴν ὁ ἐγκέφαλος πετάχθη στὸ στελιάρι αἱματωμένος· νέκρωσαν τὰ
μέλη του καὶ ἀφῆκε ἀπὸ τὰ χέρια του στὴν γῆν τὸ πόδι τοῦ Πατρόκλου· κι ἐπίστομ’ ἔπεσε νεκρὸς εἰς τοῦ
νεκροῦ τὸ πλάγι {{r|300}} ἀπὸ τὴν Λάρισαν μακράν, καὶ τοὺς γλυκοὺς γονεῖς του δὲν ἀντιγεροκόμησεν, ὅτ’ ἡ
ζωή του ἐκόπη ἀπ’ τοῦ μεγάλου Αἴαντος τὸ δυνατὸ κοντάρι˙ Ὁ Ἕκτωρ τότε ἀκόντισε στὸν Αἴαντα μὲ λόγχην.
Τὸν εἶδε αὐτὸς κι ἐξέφυγε τὸ χάλκινο κοντάρι· καὶ τὸν Σχεδίον, γέννημα τοῦ ἀνδρειωμένου ᾽Ιφίτου, μὲς στοὺς
Φωκεῖς ἀσύγκριτον, ποὺ στὴν λαμπρὰν Πανόπην ἐκατοικοῦσ’ ἐκεῖ πολλῶν ἀνθρώπων βασιλέας, ὁ ῞Εκτωρ τὸν
ἐκτύπησε στὴν κλείδωσιν καὶ ἡ λόγχη κάτω ἀπ’ τὸν ὦμον πέρασε· κι ἐπάνω του ἐβροντῆσαν {{r|310}} τ’
ἄρματα καθὼς ἔπεσε. Καὶ ὁ Αἴας τὸν ἀνδρεῖον Φόρκυν’ υἱὸν τοῦ Φαίνοπος, ποὺ ἐστήθη ἐμπρὸς στὸ σῶμα τοῦ
῾Ιπποθόου, κτύπησε στὴν μέσην τῆς κοιλίας, τοῦ ἔσπασε τὸν θώρακα καὶ τοῦ ᾽φαγεν ἡ λόγχη τ’ ἄντερα· κι
ἔπεσεν αὐτοῦ κι ἐφούκτωσε τὸ χῶμα. Κι ἐπόδισαν οἱ πρόμαχοι καὶ ὁ λαμπροφόρος ῞Εκτωρ˙ κραυγὴν σηκῶσαν
οἱ Ἀχαιοὶ καὶ τοὺς νεκροὺς ἐσύραν ῾Ιππόθοον καὶ Φόρκυνα καὶ τοὺς ἐξεγυμνώναν. Καὶ τότε ἀπ’ τὴν σφοδρὴν
ὁρμὴν τῶν Ἀχαιῶν οἱ Τρῶες στὴν ῎Ιλιον θ’ ἀνέβαιναν ἀνάνδρως συντριμμένοι {{r|320}} κι οἱ Ἀργεῖοι θὰ
ἐδοξάζονταν χωρὶς νὰ θέλη ὁ Δίας μὲ μόνην τους τὴν δύναμιν· ἀλλ’ ἦλθ’ ὁ ἴδιος Φοῖβος πρὸς τὸν Αἰνείαν καὶ
ὅμοιαζε τὸν κήρυκα ᾽Ηπυτίδην Περίφαντα, ποὺ ἐγέραζε στὸ ἔργον του πλησίον τοῦ γέρου Ἀγχίση, παλαιὸς
καλοθελήτης φίλος. Σ’ αὐτὸν ὁμοιώθη κι ἔλεγεν ὁ Φοῖβος στὸν Αἰνείαν: «Αἰνεία, πῶς θὰ ἐσώζετε τοὺς πύργους
τῆς ᾽Ιλίου ἐσεῖς κι ἐνάντια τῶν θεῶν; Ἄλλους ἐγνώρισ’ ἄνδρες στὴν δύναμίν τους νὰ θαρροῦν, καὶ στὴν
ἀνδρειά τους μόνον καὶ στὸν δικόν τους τὸν λαὸν ὀλίγον καὶ γενναῖον. {{r|330}} Τώρα ὁποὺ ὁ Ζεὺς μᾶς
προτιμᾶ καὶ νίκην μᾶς χαρίζει ἐσεῖς ἀνάνδρως φεύγετε, δὲν θέλετε τὴν μάχην». Καὶ ὁ Αἰνείας καλογνώρισε
τὸν Φοῖβον ὡς τὸν εἶδε στὴν ὄψιν καὶ τοῦ ῞Εκτορος ἐφώναξε μεγάλως: «῞Εκτορ, κι οἱ ἐπίλοιποι ἀρχηγοὶ τῶν
βοηθῶν καὶ Τρώων, μεγάλη τούτ’ εἶν’ ἐντροπὴ στὴν ῎Ιλιον ν’ ἀνεβοῦμε ἀπ’ τὴν ὁρμὴν τῶν Ἀχαιῶν ἀνάνδρως
συντριμμένοι. Ἀλλ’ ἐμὲ κάποιος τῶν θεῶν ἐσίμωσε καὶ εἶπε, ὅτι βοηθόν μας ἔχομεν τὸν ὕψιστον Κρονίδην·
ἐμπρὸς λοιπὸν στοὺς Δαναούς, ἀφρόντιστοι μὴ φέρουν {{r|340}} ἐκεῖνοι πρὸς τὰ πλοῖα τους τὸ σῶμα τοῦ
Πατρόκλου». Καὶ τῶν προμάχων πολὺ ἐμπρὸς πετάχθηκε κι ἐστάθη· κι οἱ Τρῶες ἐτινάχθηκαν ἐνάντια στοὺς
Ἀργείους. Ὁ Αἰνείας τὸν Λειώκριτον τοῦ Ἀρίσβαντος μὲ λόγχην ἐλάβωσε, τὸν σύντροφον λαμπρὸν τοῦ
Λυκομήδου. ᾽Ελύπησεν ὁ φόνος του τὸν θεῖον Λυκομήδην κι ἐσίμωσε κι ἐστήθη αὐτοῦ καὶ ἀκόντισε τὴν λόγχην
στὸ σκώτι τοῦ Ἀπισάονος, μεγάλου πολεμάρχου, τοῦ ῾Ιππασίδη, καὶ νεκρὸν τὸν κύλησε στὸ χῶμα. Ἀπὸ τὴν
μεγαλόστηλην εἶχ’ ἔλθει Παιονίαν {{r|350}} μαχητὴς πρῶτος, δεύτερος ἀπ’ τὸν ᾽Αστεροπαῖον. Καὶ τοῦτος γιὰ
τὸν θάνατον θλιμμένος τοῦ συντρόφου, ὅρμησε πρὸς τοὺς Ἀχαιούς, ἀλλὰ δὲν εἶχε τόπον νὰ σπάση, ἐκεῖ ποὺ
ὁλόφρακτοι μὲ λόγχες σηκωμένες καὶ ἀσπίδες, κύκλον ἔκαναν στὸν Πάτροκλον τριγύρω, ὅπως ὁ Αἴας
πανταχοῦ καθέναν ὁδηγοῦσε μήτ’ ἐξοπίσω τοῦ νεκροῦ κανεὶς νὰ μὴ ποδίση, μήτε κανεὶς νὰ προμαχῆ ἐμπρὸς
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ρ 118
ἀπὸ τὸν ἄλλον, ἀλλ’ ὅλοι γύρω εἰς τὸν νεκρὸν σφικτὰ νὰ πολεμήσουν. Αὐτά ᾽λεγε ὁ θεόρατος ὁ Αἴας καὶ τὸ
χῶμα {{r|360}} ἔβαψεν αἷμα, ὡ; ἔπεφταν ἄνδρες πολλοὶ τῶν Τρώων καὶ τῶν γενναίων βοηθῶν καὶ ἀκόμη τῶν
Ἀργείων ὅτι αἱματώνονταν καὶ αὐτοὶ εἰς τὴν μάχην καὶ ἀποθαίναν, ἀλλὰ πολὺ ὀλιγότερον, τ’ εἶχε καθεὶς στὸν
νοῦν του ἀπ’ τὴν σφαγὴν τὸν σύντρθφον στὴν μάχην νὰ φυλάξη. ῎Ετσι ὡσὰν φλόγα ἐμάχοντο καὶ θά ᾽λεγες
πὼς μήτε ὁ ἥλιος ἐσώζονταν μήτε ἡ σελήνη πλέον˙ ὅτι σκοτάδι ἐσκέπαζε τοὺς πολεμάρχους ὅλους ποὺ
ἐστέκονταν κι ἐμάχοντο στὸν Πάτροκλον τριγύρω· ὡς οἱ ἄλλοι Τρῶες καὶ Ἀχαιοὶ μὲ ἀνάσα ἐπολεμοῦσαν
{{r|370}} εἰς τὸ ἀέρα ὁλόλαμπρον ἀπὸ τὸ φῶς τοῦ ἡλίου, καὶ νέφος δὲν ἐφαίνονταν στὴν γῆν μηδὲ στὰ ὄρη, κι
εἶχαν καὶ ξανασάματα μακρόθεν πολεμώντας κι ἐξέφευγαν, ὡς ἔπεφταν, τὰ πικροφόρ’ ἀκόντια˙ ἐνῶ στὴν
μέσην φοβερὰ πεθαῖναν ἀπ’ τὸ σκότος καὶ ἀπὸ τὲς λόγχες τῶν ἐχθρῶν οἱ πολεμάρχοι πρῶτοι. Κι ἥρωες δύο
δοξαστοὶ δὲν εἶχαν μάθει ἀκόμη, ὁ Ἀντίλοχος καί, αὐτάδελφος ἐκείνου, ὁ Θρασυμήδης, πόπεσ’ ὁ θεῖος
Πάτροκλος, κι ἐνόμιζαν ποὺ ἐκεῖνος στὴν σειρὰν πρώτων ζωντανὸς τοὺς Τρῶας πολεμοῦσε. {{r|380}} Καὶ ὡς
τῶν συντρόφων τὴν φυγὴν φοβοῦνται καὶ τὸν φόνον, ξεχωρισμένοι ἐμάχονταν, ὡς εἶχε παραγγείλει ὁ Νέστωρ
ποὺ τοὺς ἔστειλε στὴν μάχην ἀπ’ τὰ πλοῖα. Κι εἶχαν μὲ πεῖσμα ὁλήμερον δεινοῦ πολέμου ἀγώνα καὶ ἀπ’ τὸν
κόπον ἵδρωτας δὲν ἔπαυε νὰ ραίνη τὲς κνῆμες των, τὰ γόνατα, τὰ πόδια καὶ τὰ χέρια, πατόκορφα ὡς τὰ
βλέφαρα, καθὼς ἀγωνιζόνταν γιὰ τὸν λαμπρὸν ἀκόλουθον τοῦ θείου Ἀχιλλέως. Καὶ ὡς ἄνθρωπος τῶν νέων
του νὰ τοῦ τανύσουν δίνει μεγάλου ταύρου τόμαρο μὲ πάχος ποτισμένο {{r|390}} καὶ χωρισμένοι γύρωθεν
ἐκεῖνοι τὸ τεντώνουν καὶ ὡς φεύγ’ ἡ νότια μέσα του ρουφᾶ τὸ πάχος ὅλο, καὶ ὡσὰν τραβιέται ἀπὸ πολλοὺς
τεντώνεται ὡς τὴν ἄκρα· ὅμοια σ’ αὐτὴν τὴν σπιθαμὴν ἐκεῖνοι ἀντιτραβοῦσαν ἐδῶθ’ ἐκεῖθε τὸν νεκρόν, κι οἱ
Τρῶες νὰ τὸν σύρουν ἄνω στὴν Ἴλιον ἔλπιζαν κι οἱ Δαναοὶ στὰ πλοῖα. Καὶ γύρω του ἄγριος μάνιζεν ὁ πόλεμος,
πὼς μήτε ἐὰν τοὺς ἔβλεπ’ ἡ Ἀθηνᾶ μήτ’ ὁ ἀνδρεγέρτης Ἄρης ποσῶς δὲν θὰ τὰς ἔλεγαν, ὅσον καὶ ἂν τοὺς
μισοῦσε. Τέτοιον ὁ Ζεὺς στὸν Πάτροκλον ἐπάνω ἀνδρῶν καὶ ἵππων {{r|400}} σκληρὸν ἀγώνα ἐτέντωσεν
ἐκείνην τὴν ἡμέραν. Καὶ πού ᾽χε πέσει ὁ Πάτροκλος δὲν γνώριζε ὁ Πηλείδης ὅτι ἀπ’ τὰ πλοῖα ξέμακρα, στὰ
τείχη ἐμπρὸς τῆς Τροίας ἐπολεμοῦσαν. Ὥστε αὐτὸς δὲν τό ᾽λπιζε νὰ πέση, θαρρώντας ὅτι ζωντανός, ἀφοῦ στὲς
πύλες φθάση θενὰ γυρίση. Ὅτι ποσῶς δὲν ἔλπιζε ὅτι ἐκεῖνος χωρὶς αὐτόν, ἢ καὶ μ’ αὐτόν, τὴν πόλιν θὰ
πορθήση, ὅτι πολλὲς τὸ ἄκουσε φορὲς ἀπ’ τὴν μητέρα πὼς τοῦ ἐφανέρωνε κρυφὰ τὸ νοῦ τοῦ ὑψίστου Δία.
Ἀλλὰ δὲν τοῦ ’πε τὸ κακόν, ὅσο κατόπι ἐγίνη, {{r|410}} ἡ μάνα του, ὅτι ὁ σύντροφος ἐχάθη ὁ ποθητός του. Καὶ
ἅπαντα γύρ’ ἀπ’ τὸν νεκρὸν τ’ ἀκονητὰ κοντάρια ἔσμιγαν κεῖνοι ἀντίστηθα κι ἐπλήθαιναν οἱ φόνοι. Καὶ τῶν
ἀνδρείων Ἀχαιῶν, κάποιος εὑρέθη κι εἶπε: «Ὦ φίλοι, δὲ θά ’ν’ ἔνδοξο γιὰ μᾶς πρὸς τὰ καράβια νὰ γύρωμε˙
ἀλλ’ ἡ μαύρη γῆ στὰ πόδια μας ν’ ἀνοίξη θὰ ἦταν ποθητότερο καὶ νὰ χαθοῦμεν ὅλοι, ἐὰν τοῦτον θ’ ἀφήσωμεν
στοὺς ἱπποδάμους Τρῶας, νὰ σύρουν εἰς τὴν πόλιν τους καὶ δόξαν ν’ ἀποκτήσουν». Και κάποιος πάλιν ἔλεγε
τῶν γενναιοψύχων Τρώων: {{r|420}} «Στὸ πλάγι, ὦ φίλοι, αὐτοῦ τοῦ ἀνδρὸς νὰ πέσωμε ὅλοι ἀντάμα ἡ μοίρ’ ἂν
θέλη, ἀσάλευτοι σταθῆτε στὸν ἀγώνα». Αὐτά ’λεγαν καὶ ἄναφτε τοῦ καθενὸς ἡ ἀνδρεία. Αὐτοῦ ἐκεῖνοι
ἐμάχοντο καὶ ὁ σιδερένιος κρότος στὸν οὐρανὸν τὸν χάλκινον βροντοῦσε ἀπ’ τὸν αἰθέρα καὶ ἀνάμερ’ ἀπ’ τὸν
πόλεμον οἱ ἵπποι τοῦ Ἀχιλλέως ἐκλαίγαν ἅμα ἐγνώριζαν πόπεσ’ ὁ κυβερνήτης νεκρὸς ἀπὸ τοῦ Ἕκτορος τὴν
λόγχην, τοῦ ἀνδροφόνου. Καὶ ὅσο καὶ ἂν ἵδρωνε ὁ καλὸς Διωρείδης Αὐτομέδων καὶ μὲ τὴν σφοδρὰν μάστιγα
στὰ νῶτα νὰ τοὺς πλήττη {{r|430}} καὶ νὰ τοὺς κραίνη μαλακὰ καὶ νὰ τοὺς φοβερίζη, μήτε στὲς πρύμνες νὰ
στραφοῦν, στὴν ἄκραν τοῦ Ἑλλησπόντου, μήτε κατὰ τὸν πόλεμον τῶν Ἀχαιῶν νὰ γύρουν ἤθελαν, καὶ ὡς
ἀσάλευτη στέκεται στήλη ἐπάνω στὸ μνῆμ’ ἀνδρὸς ἢ γυναικός, ἀκλόνητοι κι ἐκεῖνοι ἐμέναν, στὸ πανεύμορφον
ἁμάξι τους ζεμένοι, μὲ τὰ κεφάλια στηρικτὰ στὴν γῆν˙ καὶ πυρωμένα ἐχύναν δάκρυα ποὺ ὁ καλὸς τοὺς λείπει
κυβερνήτης. Καὶ ὡς ἀπ’ τὴν ζεύγλην ἔπεφτεν ἡ φουντωμένη χαίτη εἰς τὰ δυὸ πλάγια τοῦ ζυγοῦ, μολύνετο εἰς τὸ
χῶμα. {{r|440}} Τοὺς εἶδε κι ἐσυμπόνεσε τὸ κλάϋμα τους ὁ Δίας, τὴν κεφαλὴν ἐκίνησε κι ἔλεγε μέσα ὁ νοῦς
του: «Δύστυχοι, τί σᾶς δώσαμε τοῦ σεβαστοῦ Πηλέως θνητοῦ ἀνθρώπου, ἀγέραστοι καὶ ἀθάνατοι ὅπως εἶσθε;
Ἢ γιὰ νὰ πάσχετε καὶ σεῖς μὲ τῶν θνητῶν τὸ γένος; Διότι θλιβερώτερο τοῦ ἀνθρώπου δὲν ὑπάρχει, κανέν’ ἀπ’
ὅσα ἐκεῖ στὴν γῆν κινοῦνται καὶ ἀναπνέουν. Ἀλλὰ ποτὲ σᾶς ν’ ἀνεβῆ καὶ τὸ λαμπρὸν ἁμάξι τὸν Πριαμίδην
Ἕκτορα ποσῶς δὲν θὲ ν’ ἀφήσω, δὲν φθάνει πού ’χει τ’ ἄρματα καὶ τόσο δὰ καυχᾶται; {{r|450}} Καὶ σᾶς
ἀνδρεία στὰ γόνατα καὶ στὴν ψυχὴν θὰ βάλω νὰ σώσετε ἀπ’ τὸν πόλεμον ὡς εἰς τὰ κοῖλα πλοῖα, τὸν
Αὐτομέδοντα· ὅτι ἐγὼ σ’ αὐτοὺς θὰ ἀφήσω ἀκόμη νὰ σφάζουν καὶ νὰ δοξασθοῦν, στὲς πρύμνες ὡς νὰ
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ρ 119
φθάσουν, ἅμα βυθίση ὁ ἥλιος καὶ τ’ ἅγιο σκότος ἔλθη». Αὐτὰ εἶπε κι ἐφύσησεν ὁρμὴν σφοδρὰν στοὺς ἵππους.
Κι ἐκεῖνοι ἀπὸ τὲς χαῖτες των τὴν σκόνη ἀφοῦ τινάξαν φέραν τ’ ἁμάξι ὡς ἀστραπὴ στὴν μέσην τοῦ πολέμου·
καὶ ἂν κι ἔκλαιε τὸν Πάτροκλον, ἐχύθη μὲ τοὺς ἵππους ὁ Αὐτομέδων, ὡς ἀετὸς ἐκεῖ ποὺ χῆνες βόσκουν·
{{r|460}} κι εὔκολ’ ἀπὸ τὴν χλαλοὴν ἔφευγε αὐτὸς τῶν Τρώων κι εὔκολα πάλι ἔπεφτε τὸ πλῆθος νὰ σκορπίση
ἀλλ’ ἄνδρες δὲν ἐφόνευε κεῖ ποὺ τοὺς κυνηγοῦσε ὅτι στ’ ἁμάξι μόνος του νὰ σπρώχνη δὲν ἐμπόρει τοὺς
γοργοὺς ἵππους καὶ νὰ ὁρμᾶ στὴν μάχην μὲ τὴν λόγχην· στὸ τέλος ἕνας σύντροφος τὸν εἶδε, ὁ Αὐτομέδων, ποὺ
ἦταν τοῦ Λαέρκεως βλαστάρι τοῦ Αἱμονίδου· στὸ ἁμάξι ὀπίσω ἐστάθηκε καὶ πρὸς ἐκεῖνον εἶπε: «Ὦ
Αὐτομέδων, τῶν θεῶν ποιός σοῦ ’βαλε στὰ στήθη βουλὴν ὀλέθριαν κι ἔβλαψε τὰ ὕγεια λογικά σου; {{r|470}}
Τοὺς Τρῶας σὺ νὰ πολεμῆς στὴν πρώτην τάξιν μόνος! καὶ σοῦ ἐφονεύθη ὁ σύντροφος, καὶ ὁ Ἕκτωρ μὲ καμάρι
τώρα στοὺς ὤμους του φορεῖ τὰ ὅπλα τοῦ Ἀχιλλέως». Καὶ ὁ Διωρείδης πρὸς αὐτόν: «Κανείς, ὦ Ἀλκιμέδων, τῶν
Ἀχαιῶν, ὅσον ἐσὺ καλὸς ἄλλος δὲν εἶναι νὰ ὁδηγήση τὴν ἀνδρειὰ τῶν ἀθανάτων ἵππων, μόνον ὁ ἰσόθεος
Πάτροκλος ὅταν ἀκόμα ἐζοῦσε˙ τώρα τὸν ἔχει ὁ θάνατος καὶ ἡ μοίρ’· ἀλλὰ σὺ λάβε τὴν μάστιγα καὶ τὰ λαμπρὰ
τῶν ἵππων χαλινάρια, καὶ κάτω ἐγὼ θὰ κατεβῶ πεζὸς νὰ πολεμήσω». {{r|480}} Εἶπε κι ἐκεῖνος ὅρμησε στὸ
γρήγορον ἁμάξι κι ἔλαβ’ εὐθὺς τὴν μάστιγα καὶ ὁμοῦ τὰ χαλινάρια. Καὶ ὁ ἄλλος κάτω ἐπήδησε· τοὺς εἶδε ὁ
λαμπρὸς Ἕκτωρ καὶ στὸν Αἰνείαν εἶπ’ εὐθὺς ποὺ εὑρίσκετο σιμά του: «Ἔνδοξ’ Αἰνεία τῆς βουλῆς τῶν
χαλκοφόρων Τρώων, ξάφνου ἐφανῆκαν τ’ ἄλογα τοῦ θείου Ἀχιλλέως στὸν πόλεμον καὶ ἀδύναμοι τὰ ἔχουν
κυβερνῆτες. Ἂν εἶσαι πρόθυμος καὶ σύ, θαρροῦσα νὰ τὰ πάρω ὅτι ἂν ὁρμούσαμεν ἐμεῖς, δὲν θὰ σταθοῦν
ἐκεῖνοι ἐμπρός μας νὰ δοκιμασθοῦν στοῦ Ἄρη τὸν ἀγώνα». {{r|490}} Τὸν λόγον ἔστερξ’ ὁ υἱὸς τοῦ Ἀγχίση ὁ
παινεμένος. Καὶ αὐτοὶ μὲ ἀσπίδες στερεὲς πλασμένες ἀπὸ δέρμα ταύρου ξερὸ χαλκόστρωτο στὴν μάχην ἴσια
ὁρμοῦσαν. Ὁ θεῖος Ἄρητος μ’ αὐτοὺς κινήθη καὶ ὁ Χρομίος, καὶ μέγα θάρρος στὴν ψυχὴν ἐτρέφαν πὼς θὰ
πάρουν τ’ ἄλογα τὰ μακρόλαιμα κι ἐκείνους νὰ φονεύσουν˙ μωροὶ ποὺ ἀναιμάτωτοι δὲν ἔμελλαν νὰ φύγουν
ἀπὸ τὸν Αὐτομέδοντα˙ καὶ τοῦ Διὸς εὐχήθη κεῖνος καὶ ἀνδρειὰ πλημμύρισε τὰ φύλλα τῆς καρδιᾶς του, κι εἶπε
στὸν Ἀλκιμέδοντα, ἐγκάρδιον σύντροφόν του: {{r|500}} «Ὦ Ἀλκιμέδων, μὴ μακρὰν τοὺς ἵππους μοῦ κρατήσης,
ἀλλὰ τὰ χνῶτα ὀπίσω μου νὰ αἰσθάνωμαι, ὅτι βλέπω ποὺ δὲν θὰ παύση ἀπ’ τὴν ὁρμὴν ὁ Πριαμίδης Ἕκτωρ ὅσο
ἢ τοὺς ἵππους ν’ ἀνεβῆ τοῦ θείου Ἀχιλλέως, ἀφοῦ φονεύση πρῶτα ἐμᾶς καὶ διώξη τῶν Ἀργείων τὰ πλήθη, ἢ
πέση αὐτὸς νεκρὸς στὴν μέσην τῶν προμάχων». Κι ἐφωναξε τοὺς Αἴαντας αὐτοὺ καὶ τὸν Ἀτρείδην: «Αἴαντες
καὶ Μενέλαε, τῶν Δαναῶν προστάτες, σεῖς τὸν νεκρὸν ἀφήσετε στοὺς ἄλλους πολεμάρχους στὸ πλάγι του τὲς
φάλαγγες τοῦ ἐχθροῦ ν’ ἀπομακρύνουν {{r|510}} καὶ σώσετε ἀπ’ τὸν ὄλεθρον ἐμᾶς ποὺ ζοῦμε ἀκόμη. Ὅτι μᾶς
ἔπεσάν βαρεῖς μὲς στὸν σκληρὸν ἀγώνα, Ἕκτωρ κι Αἰνείας, ἥρωες οἱ πρῶτοι στὴν Τρωάδα. Ἀλλ’ ὅλ’ αὐτὰ στὴν
δύναμιν τῶν ἀθανάτων μένουν· θέλω κι ἐγὼ τὴν λόγχην μου νὰ ρίξω κι ἔχει ὁ Δίας». Εἶπε καὶ τὸ μακρόσκιον
ἐτίναξε κοντάρι τοῦ Ἀρήτου, τὸν ἀκόντισε στὴν κυκλωτὴν ἀσπίδα. Καὶ τὸν χαλκὸν δὲν κράτησεν ἡ ἀσπίδα
ἀλλ’ ἐτρυπήθη, καὶ τὸν ζωστήρα ἐπέρασεν ὡς τὴν γαστέρα ἡ λόγχη· καὶ ὅπως μ’ ἀξίναν κοφτερὴν ἀνδρειωμένο
ἀγόρι {{r|520}} ὀπίσω ἀπὸ τὰ κέρατα ταῦρον κτυπᾶ στὸ νεῦρο νὰ κοπῆ ὅλο καὶ βροντᾶ σκιρτώντας χάμου ὁ
ταῦρος· ὅμοια σκιρτώντας ἔπεσε καὶ αὐτός, καὶ ἡ πικρὴ λόγχη μὲς στ’ ἄντερά του τινακτὴ τοῦ ἐνέκρωσε τὰ
μέλη. Τότε στὸν Αὐτομέδοντα τὴν λόγχην ρίχν’ ὁ Ἕκτωρ˙ ἐμπρὸς τηρώντας ξέφυγεν ἐκεῖνος τὸ κοντάρι˙ καί,
ὡς αὐτὸς ἔσκυψεν ἐμπρός, ὀπίσω του ἐστυλώθη στὸ χῶμα ἡ λόγχη κι ἔτρεμεν ἡ οὐρά της ἀπὸ πάνω˙ καὶ ὁ
βαρὺς Ἄρης ἔσβησεν ἐκεῖ τὴν δύναμίν του. Καὶ μὲ τὰ στήθη ἀντίστηθα νὰ κτυπηθοῦν ὁρμοῦσαν, {{r|530}} ἂν
τὴν ὁρμὴν δὲν ἔκοφταν οἱ Αἴαντες ποὺ ἐφθάναν εἰς τοῦ συντρόφου τὴν φωνὴν ἐκεῖ ποὺ ἐπολεμοῦσαν. Καὶ ὡς
εἶδαν κεῖ τοὺς Αἴαντας, ὀπίσω φοβισμένοι Ἕκτωρ κι Αἰνείας πόδισαν καὶ ὁ θεϊκὸς Χρομίος καὶ ἄφησαν κεῖ
τὸν Ἄρητον μὲ σπλάχνα σπαραγμένα νὰ κεῖται· καὶ μὲ τὴν ὁρμὴν τοῦ Ἄρη ὁ Αὐτομέδων τ’ ἄρματα ἐπῆρε τοῦ
νεκροῦ κι ἐπάνω του ἐκαυχήθη: «Ἐγλύκανα τὸν πόνον μου γιὰ τὸν ἀποθαμένον Πάτροκλον, ἂν κι ἐφόνευσα
πολὺ κατώτερόν του». Εἶπε, στ’ ἁμάξι τ’ ἄρματα τὰ αἱματοβαμμένα {{r|540}} πῆρε κι αἱματοστάλακτος
ὁλόβολος κι ἐκεῖνος ἀνέβηκε ὡσὰν λέοντας πόχει σπαράξει ταῦρον. Καὶ πάλι μάχη λυσσερὴ στὸν Πάτροκλον
ἐπάνω ἄναψε πολυδάκρυτη, ὅτ’ ἦλθεν οὐρανόθεν νὰ τοὺς κινήσ’ ἡ Ἀθηνᾶ σταλμένη ἀπὸ τὸν Δία νὰ βοηθῆ
τοὺς Δαναούς, ὅτ’ εἶχε ἀλλάξει γνώμην. ῾Ως ὅταν ἀπ’ τὸν οὐρανὸν τανύζη ὁ μέγας Δίας τὴν λαμπροφόραν
ἴριδα εἰς τοὺς θνητοὺς σημάδι πολέμου ἤ κακοχειμωνιᾶς, ποὺ τοὺς ἀνθρώπους παύει ἀπὸ τὰ ἔργα τῶν ἀγρῶν
καὶ βλάπτει τὰ κοπάδια· {{r|550}} ὅμοιαν νεφέλην πορφυρὴν ἐνδύθη καὶ στὰ πλήθη εἰσέβη αὐτὴ τῶν Ἀχαιῶν
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ρ 120
κι ἐγκάρδιωνε καθέναν. Τὸν ἔνδοξον Μενέλαον, ποὺ ἦταν σιμά της, πρῶτον ἐπαρακίνησε ἡ θεά, τὴν ὄψιν
ἀφοῦ ἐπῆρε τοῦ Φοίνικος, τ’ ἀνάστημα καὶ τὴν καλὴν φωνήν του: «Ὄνειδος μέγα κι ἐντροπήν, Μενέλαε, θ’
ἀποκτήσης ἐὰν τὸν πιστὸν σύντροφον τοῦ θείου Ἀχιλλέως σπαράξουν σκύλοι ἁρπακτικοὶ στὰ τείχη ἐμπρὸς τῆς
Τροίας. Ἀλλ’ ἀνδρειέψου καὶ ἄναγε τὰ πλήθη στὸν ἀγώνα». Καὶ τῆς θεᾶς ὁ ἀνδράγαθος Μενέλαος ἀποκρίθη:
{{r|560}} «Φοῖνιξ, ὦ γέρε παλαιικέ, ἂν εἰς ἐμὲ νὰ δώση δύναμιν ἤθελ’ ἡ Ἀθηνᾶ, καὶ ἀπὸ τ’ ἀκόντια σκέπην,
πρόθυμος γιὰ τὸν Πάτροκλον ἐκεῖ θὰ ὑπερμαχοῦσα, ποὺ ὁ θάνατός του ἐπλήγωσε στὰ βάθη τὴν ψυχήν μου.
Ἀλλὰ μανίζει φοβερὸς ὁ Ἕκτωρ· οὐδὲ κάνει νὰ κόψ’ ἡ λόγχη του, ὅτι ὁ Ζεὺς νὰ τὸν δοξάση θέλει». Εἶπε καὶ ἡ
γλυκόφθαλμη θεὰ χαρὰ τὸ πῆρε διότι ἀπ’ ὅλους τοὺς θεοὺς σ’ αὐτὴν εὐχήθη πρῶτον. Καὶ ὁρμὴν πολλὴν τοῦ
ἔβαλε στὰ γόνατα, στοὺς ὤμους, καὶ μέσα τὸν ἐγέμισε μὲ πεῖσμα ὡς ἔχ’ ἡ μύγα, {{r|570}} ποὺ ὅσο τὴν
διώχνουν στὸ κορμὶ τὸ ἀνθρώπινο κολλάει νὰ τὸ δαγκάνη καὶ πολὺ τὸ αἷμ’ ἀγαπᾶ τοῦ ἀνθρώπου. Μὲ τόσο
πεῖσμα ἐγέμισε τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς του. Κι ἐπῆγε πρὸς τὸν Πάτροκλον καὶ ἀκόντισε τὴν λόγχην. Ἄνθρωπος τ’
ὄνομα Ποδῆς εὑρίσκετο εἰς τὴν Τροίαν υἱὸς τοῦ Ἠετίωνος καὶ πλούσιος καὶ γενναῖος σύντροφος ὁμοτράπεζος
τοῦ Ἕκτορος καὶ φίλος· αὐτὸν ὡς ἔφευγε, ὁ ξανθὸς Μενέλαος στὸν ζωστήρα κτύπησε καὶ τοῦ πέρασε τὴν
λόγχην πέρα πέρα˙ καὶ ὅπως βροντώντας ἔπεσεν, ὁ Ἀτρείδης ἀπ’ τοὺς Τρῶας {{r|580}} ἔσυρε ἀμέσως τὸν
νεκρὸν στὲς τάξες τῶν συντρόφων. Καὶ ὁ Φοῖβος τότ’ ἐστάθηκεν στοῦ Ἕκτορος τὸ πλάγι τοῦ Ἀσιάδου
Φαίνοπος προσόμοιος, τῆς Ἀβύδου, ποὺ ἦταν φίλος του ἀκριβὸς ὅσον κανεὶς τῶν ξένων. «Ἕκτορ », τοῦ εἶπεν ὁ
θεός, «καὶ ποιός θὰ σὲ τρομάξη ἄλλος στὸ ἑξῆς τῶν Ἀχαιῶν; Ποὺ ἐμπρὸς τοῦ Μενελάου ἔφυγες, ὁποὺ ἐλέγετο
πολεμιστὴς ἀχρεῖος· καὶ τώρα μόνος τὸν νεκρὸν ἐσήκωσε ἀπ’ τὴν μέσην τῶν Τρώων, κι ἦταν ὁ Ποδῆς
ἀγαπητός σου φίλος, τοῦ Ἠετίωνος υἱὸς καλὸς καὶ ἀνδρειωμένος». {{r|590}} Εἶπε κι ἐκεῖνον σκέπασε πόνου
βαθιὰ μαυρίλα καὶ ὁλόφρακτος μὲς στ’ ἄρματα ἐβγῆκε ἀπ’ τοὺς προμάχους· καὶ τότε, ὁ Ζεὺς τὴν κροσσωτὴν
αἰγίδ’ ἀκτινοβόλον ἐπῆρε καὶ ὅλην σκέπασε μὲ σύννεφα τὴν Ἴδην, ἄστραψ’ ἐβρόντησε βαριὰ καὶ σειώντας τὴν
αἰγίδα νίκην τῶν Τρώων ἔδιδε καὶ τρόμον τῶν Ἀργείων. Τὴν φυγὴν ἄρχισε ὁ Βοιωτὸς Πηνέλαος, ὅτι ὡς ἦταν
πάντοτ’ ἐμπρός, τὸν λόγχισεν ἐγγὺς ὁ Πολυδάμας, κι ἐπῆρε ἡ λόγχη ξέδερμα τοῦ ὥμου του τὴν ἄκραν κι
ἐξάκρισε τὸ κόκαλο· τὸν Λήιτον ὁ Ἕκτωρ {{r|600}} τοῦ Ἀλεκτρύονος τὸν υἱὸν ἐλάβωσε στὸ χέρι μὲς στὸν
ἁρμόν, κι ἐμάκρυνεν αὐτὸν ἀπὸ τὴν μάχην˙ τηρώντας γύρω ἐσύρθηκε, ὅτι στὸ χέρι μέσα τὴν λόγχην εἶχε,
ἀνίκανος νὰ πολεμήση πλέον. Ὁ Ἰδομενεὺς τὸν Ἕκτορα ποὺ ἐχύνετο στὸν Λήιτον ἐκτύπησε κατάστηθα πρὸς
τὸ βυζὶ κι ἐκόπη στὴν λόγχην τὸ κοντάρι του καὶ ἀλάλαξαν οἱ Τρῶες. Ὁ Ἕκτωρ τότε ἀκόντισεν εἰς τὸν
Ἰδομενέα ὀρθὸν στ’ ἁμάξι κι ἔλειψεν ὀλίγο νὰ τὸν πάρη˙ κι ἐκτύπησε τὸν Κοίρανον, ποὺ ἀπ’ τὴν ὡραίαν
Λύκτον {{r|610}} τοῦ Μηριόνη ἦλθε ὀπαδὸς στ’ ἁμάξι κυβερνήτης. Ὅτ’ εἶχεν ἔλθει ὁ Ἰδομενεὺς πεζὸς ἀπ’ τὰ
καράβια καὶ δόξης θὰ ἦταν ἀφορμὴ μεγάλης εἰς τοὺς Τρῶας, ἂν δὲν ἔφθανε ὁ Κοίρανος τῶν ἵππων
κυβερνήτης· καὶ σώστης του ἀπ’ τὸν ὄλεθρον προφύλαξεν ἐκεῖνον καὶ τοῦ ἀνδροφόνου Ἕκτορος αὐτὸν ἐπῆρε
ἡ λόγχη, κάτω ἀπ’ τ’ αὐτὶ τὸν κτύπησε, καὶ τοῦ ’σπασεν ἡ λόγχη ὅλα τὰ δόντια κι ἔκοψε τὴν γλώσσαν μὲς στὴν
μέσην, ἀπὸ τὸ ἁμάξι ἐβρόντησε καὶ ἀπόλυσε ἀπ’ τὰ χέρια τὰ χαλινάρια˙ κι ἔσκυψε στὴν γῆν ὁ Μηριόνης,
{{r|620}} τὰ ἐπῆρε κι ἔπειτα ἔλεγε πρὸς τὸν Ἰδομενέα: «Ράβδιζε τώρα, γρήγορα νὰ φθάσης εἰς τὰ πλοῖα˙ τὸ
βλέπεις, ποὺ τῶν Ἀχαιῶν δὲν εἶναι ἡ νίκη πλέον». Εἶπε κι εὐθὺς ἐράβδισε τοὺς ἵππους πρὸς τὰ πλοῖα ὁ
Ἰδομενεύς, ὅτι ἔπεσε μὲς στὴν ψυχήν του ὁ φόβος. Κι ἐνόησ’ ὁ Μενέλαος καὶ ὁ Τελαμώνιος Αἴας τὸν Δία πὼς
ἐχάριζε τὴν νίκην εἰς τοὺς Τρῶας, κι εἶπεν ὁ μεγαλόψυχος ὁ Τελαμώνιος Αἴας: «Θεοί μου, πλέον καθαρὰ κι
ἕνας μωρὸς τὸ βλέπει τὸ χέρι τοῦ πατρὸς Διὸς πὼς βοηθεῖ τοὺς Τρῶας. {{r|630}} Ὅλα δαγκᾶν τὰ βέλη τους,
εἴτε κακὸς τὰ ρίχνει, εἴτε καλός˙ πάντοτε ὁ Ζεὺς τὰ στρέφει στὸ σημάδι καὶ ὅλων μας ἐλεεινὰ πέφτουν στὴν
γῆν χαμένα. Ἀλλ’ ὅ,τ’ εἶναι καλύτερον ἂς ἔβοη τώρα ὁ νοῦς μας καὶ τὸν νεκρὸν νὰ πάρωμε, κι οἱ ἴδιοι τὴν ζωήν
μας νὰ σώσωμε, νὰ τὸ χαροῦν οἱ φίλοι, ὁποὺ θλιμμένοι ἐδῶ μᾶς βλέπουν καὶ θαρροῦν πὼς κρατημὸν δὲν θά
᾽χη τοῦ ἀνδροφόνου Ἕκτορος ἡ μανιωμένη ἀνδρεία, καὶ ὅτι θὰ πέση ἀκράτητος ἐπάνω στὰ καράβια. Νὰ ἦταν
κανεὶς τὸ μήνυμα νὰ φέρη στὸν Πηλείδην {{r|640}} ὀγρήγορα, ὅτι δὲν θαρρῶ νὰ τό ’χη μάθει ἀκόμη τὸ
θλιβερό, πὼς ἔχασε τὸν ἀκριβόν του φίλον. Ἀλλὰ νὰ ἰδῶ δὲν δύναμαι τῶν Ἀχαιῶν κανέναν ὅτι καὶ αὐτοὺς καὶ
τ’ ἄλογα σκοτάδι περιζώνει. Πατέρα, ἀπ’ τ’ Ἀχαιόπαιδα σὺ διάλυσε τὸ σκότος, ξαστεριὰ κάμε, εὐδόκησε νὰ
βλέπουν οἱ ὀφθαλμοί μας, καὶ ἀφοῦ τὸ θέλεις, χάσε μας κὰν εἰς τὸ φῶς τοῦ ἡλίου». Αὐτά ’πε κι ἐσυμπόνεσε τὸ
κλάυμα του ὁ πατέρας, κι εὐθὺς τοῦ σκότους σκόρπισεν ἐκεῖθε τὴν μαυρίλα, ἔλαμψ’ ὁ ἥλιος κι ἔδειξε γύρω τὴν
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ρ 121
μάχην ὅλην. {{r|650}} Τότε πρὸς τὸν Μενέλαον ἐστράφη κι εἶπ’ ὁ Αἴας: «Ἀτρείδη, τώρα κοίταξε, τὸ μάτι σου
ἴσως πάρη τὸν Νεστορίδη Ἀντίλοχον, ἂν ζῆ καὶ αὐτὸς ἀκόμη, νὰ δράμ’ εἰπέ του γρήγορα νὰ φέρη τοῦ
Ἀχιλλέως τὸ μήνυμα ποὺ ἀπέθανεν ὁ φίλος τῆς καρδιᾶς του». Εἶπε, καὶ τὸν ὑπάκουσεν ὁ ἀνδράγαθος
Ἀτρείδης, κι ἐβγῆκεν ὡσὰν λέοντας μέσ’ ἀπ’ τὸ περιαύλι ποὺ ἀπόκαμ’ ἐρεθίζοντας ἄνδρες ὁμοῦ καὶ σκύλους,
ποὺ ὁλονυχτοῦν, τὰ ὁλόπαχα μοσχάρια τους νὰ σώσουν· κι ἐκεῖνο, ἀπὸ τὴν ὄρεξιν σπρωγμένο τῶν κρεάτων
{{r|660}} ὁρμᾶ, πλὴν ἀνωφέλητα˙ μὲ τόσην τόλμην ρίχνουν ἀκόντι’ ἐπάνω του οἱ βοσκοὶ καὶ δέματ’ ἀναμμένα,
ποὺ τὰ φοβεῖται, ἂν καὶ λυσσᾶ καὶ ἄμα χαράξ’ ἡ ἡμέρα κατηφιασμένο ἀποχωρεῖ˙ ὁ Ἀτρείδης παρομοίως ἄθελ’
ἀπὸ τὸν Πάτροκλον μακρὰν ἀποχωροῦσε, ὅτι ἐφοβεῖτο τῆς φυγῆς μὴ τὸ κακὸ σκορπίση τοὺς Ἀχαιοὺς καὶ τὸν
νεκρὸν εἰς τοὺς ἐχθροὺς ἀφήσουν. Κι ἔλεγε πρὸς τοὺς Αἴαντας καὶ πρὸς τὸν Μηριόνην: «Ὦ πολεμάρχοι,
Αἴαντες καὶ Μηριόνη, ἀκοῦτε· τώρα τὴν ἄδολην καρδιὰ τοῦ ἄμοιρου Πατρόκλου {{r|670}} μὴ λησμονεῖτε· ὅτι
γλυκύς, ὅταν ἐζοῦσε, εἰς ὅλους ἦταν· καὶ τώρα ὁ θάνατος καὶ ἡ μοίρα μᾶς τὸν πῆρε». Εἶπε καὶ ἀναχώρησεν ὁ
Ἀτρείδης καὶ τριγύρω ἐτήρα, ὡς ὁ ἀετός, ὁποὺ κανέν’ ἀπ’ ὅσα πετούμενα εἶναι τ’ οὐρανοῦ τὸ μάτι αὐτὸ δὲν
ἔχει· ὁποὺ γοργὸ λαγόπουλο καὶ μέσα μουλωμένο στὸ φουντωτὸ χαμόδενδρο καὶ ἀπὸ ψηλὰ τὸ βλέπει, τοῦ
πέφτει ἐπάνω καὶ τὸ ἁρπᾶ καὶ τὴν ζωὴν τοῦ παίρνει· παρόμοια σύ, Μενέλαε, τὰ φωτερά σου μάτια παντοῦ
γοργὰ τά ἐγύριζες στὸ πλῆθος τῶν συντρόφων, {{r|680}} τὸν Νεστορίδην ζωντανὸν ἴσως ἰδῆς ἀκόμη. Δὲν
ἄργησε νὰ τὸν ἰδῆ στ’ ἀριστερὰ τῆς μάχης ποὺ τοὺς συντρόφους του θερμὰ κεντοῦσε στὸν ἀγώνα. Τότε ὁ
ξανθὸς Μενέλαος πλησίασε καὶ τοῦ ’πε: «Ἔλα σιμά μου, Ἀντίλοχε, διόθρεπτε, ν’ ἀκούσης τὰ λυπηρὰ ποὺ
γίνονται, νὰ μ’ εἶχε φέξ’ ἡ μέρα· τὸ βλέπεις μὲ τὰ μάτια σου θαρρῶ καὶ τὸ γνωρίζεις ποὺ συμφορὰ στοὺς
Δαναοὺς θεόθεν ροβολάει· νικοῦν οἱ Τρῶες, ἔπεσε τῶν Ἀχαιῶν ὁ πρῶτος, ὁ Πάτροκλος, μέγας καϋμὸς στῶν
Δαναῶν τὸ γένος˙ {{r|690}} ἀλλὰ σὺ τρέχε γρήγορα νὰ εἰπῆς τοῦ Ἀχιλλέως ἴσως προφθάση τὸν νεκρὸν νὰ
σώση στὰ καράβια γυμνόν· κι ἐπῆρε τ’ ἄρματα ὁ λοφοσείστης Ἕκτωρ». Καὶ ὡς τ’ ἄκουσ’ ὁ Ἀντίλοχος μέσα του
αἰσθάνθη φρίκην, τὰ λόγια τοῦ ᾽πιασε ἀμιλιὰ πολληώρα κι ἐγεμίσαν δάκρυα τὰ μάτια κι ἔστυψε στὸν λάρυγγα
ἡ φωνή του. Ἀλλ’ ὅμως δὲν ἀμέλησε νὰ κάμη ὅ,τι εἶπ’ ὁ Ἀτρείδης, κι ἔφυγ’ εὐθὺς καὶ τ’ ἄρματα ἐδέχθη ὁ
σύντροφός του Λαόδοκος, ποὺ τ’ ἄλογα στὸ πλάγι του ὁδηγοῦσε. Καὶ αὐτὸν γοργὰ τὰ πόδια του μακρὰν ἀπὸ
τὴν μάχην {{r|700}} ἔπαιρναν μήνυμα κακὸ νὰ φέρη τοῦ Ἀχιλλέως, καί, Ἀτρείδη, σὺ δὲν ἔστεργες νὰ μείνης
τῶν Πυλίων συντρόφων του βοηθὸς ἐκεῖ πού ’χαν σκληρὸν ἀγώνα καὶ πόνον ποὺ τοὺς ἔλειπε ὁ Ἀντίλοχος ὁ
ἀνδρεῖος. Ἀλλὰ σ’ ἐκείνους ἔστειλε τὸν θεῖον Θρασυμήδην καὶ αὐτὸς στὸν ἥρωα Πάτροκλον ἐκίνησε νὰ
φθάση˙ στοὺς Αἴαντας ἐσίμωσε καὶ πρὸς ἐκείνους εἶπε: «Ἐκεῖνον ἐπροβόδησα νὰ ἐβρῆ τὸν Ἀχιλλέα εἰς τὰ
καράβια· ἀλλὰ πολὺ διστάζω ἂν θά ’λθη τώρα, ὅσον καὶ ἂν βράζη ἐκδίκησιν τοῦ Ἕκτορος νὰ πάγη, {{r|710}}
ὅτι γυμνὸς δὲν δύναται ν’ ἀντιταχθῆ στοὺς Τρῶας. Ἀλλ’ ὅ,τ’ εἶναι καλύτερον ἂς ἔβρη τώρα ὁ νοῦς μας· καὶ τὸν
νεκρὸν νὰ πάρωμεν κι οἱ ἴδιοι τὴν ζωήν μας νὰ σώσωμε ἀπ’ τὸν θάνατον καὶ τὴν ὁρμὴν τῶν Τρώων». Καὶ ὁ
μέγας τοῦ ἀποκρίθηκε, ὁ Τελαμώνιος Αἴας: «Φρόνιμον λόγον πρόφερες, Μενέλαε δοξασμένε, πὼς τώρα οἱ δυὸ
στοὺς ὤμους σας, ἐσὺ καὶ ὁ Μηριόνης ἔξω ἀπ’ τὴν μάχην τὸν νεκρὸν σηκώσετε καὶ ὀπίσω ἐμεῖς οἱ δυὸ τὸν
Ἕκτορα κρατοῦμε καὶ τοὺς Τρῶας. Ἐμεῖς ποὺ συνονόματοι μὲ μιὰ ψυχὴν ὡς τώρα {{r|720}} πλάγι μὲ πλάγι
μένουμε στοῦ Ἄρη τὸν ἀγώνα». Εἶπε κι ἐκεῖνοι τὸν νεκρὸν σηκῶσαν εἰς τὰ χέρια πολὺ ὑψηλά, καὶ ἀλάλαζαν
ὀπίσω τους οἱ Τρῶες ἅμ’ εἶδαν ὅτ’ οἱ Δαναοὶ τὸν Πάτροκλον σηκῶναν˙ καὶ ὁμοιάζαν σκύλοι ὅταν ὁρμοῦν νὰ
πιάσουν λαβωμένον χοῖρον, καὶ ἄνδρες κυνηγοὶ τοὺς ἔχουν βάλει ἐμπρός τους καὶ τρέχουν τρέχουν πρόθυμοι
πολὺ νὰ τὸν σπαράξουν, ἀλλ’ ὅταν στρέφεται σ’ αὐτοὺς θαρρώντας στὴν ἀνδρειά του ὅλοι σκορποῦν, ἕνας ἐδῶ
καὶ ἄλλος ἐκεῖ στὸ δάσος˙ ὅμοια τῶν Τρώων πάντοτε στὲς πλάτες των τὸ πλῆθος {{r|730}} μὲ ξίφη καὶ μὲ
δίστομα κοντάρια τοὺς κτυποῦσαν˙ ἀλλ’ ὅταν στρέφονταν σ’ αὐτοὺς οἱ Αἴαντες κι ἐμέναν, τότε ἡ θωριά τους
ἄλλαζεν, οὐδὲ νὰ προχωρήση νὰ μάχεται γιὰ τὸν νεκρὸν κανεὶς δὲν ἐτολμοῦσε. Μὲ ἀνδρείαν τόσην τὸν νεκρὸν
ἐφέρναν πρὸς τὰ πλοῖα· καὶ ὀπίσω τους ἐμάνιζε ἄγρια πολέμου λύσσα, σὰν τὴν φωτιὰν ὁποὺ ξεσπᾶ μέσα εἰς
μεγάλην χώραν καὶ ὅπως τὰ σπίτια καίονται φαίνεται ἡ λάμψις πέρα, ὡς ἔρχεται μὲ θόρυβον ἡ δύναμις τοῦ
ἀνέμου, ὅμοια, καθὼς μὲ τὸν νεκρὸν ἐκεῖνοι ἐπροχωροῦσαν {{r|740}} κατόπι ἀχοῦσε ἀκράτητος κτύπος
ἀνδρῶν καὶ ἵππων. Καὶ ὅπως μὲ δύναμιν πολλὴν μουλάρια νεφρωμένα στὸ μονοπάτι πετρωτὸ τραβοῦν ἀπὸ τὸ
ὄρος δοκάρ’ ἢ καραβίσϊο ξύλο τρανὸ καὶ ὁ κόπος καὶ ὁ ἵδρος τὰ καταπονεῖ καθὼς ἐμπρὸς σπουδάζουν, καὶ
αὐτοὶ μὲ πόνον τὸν νεκρὸν ἐφέρναν, καὶ ἀπὸ πίσω φραγμὸν εἶχαν τοὺς Αἴαντας, καθὼς κρατεῖ τὸ ρεῦμα στὴν
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ρ 122
πεδιάδ’ ἀνάμεσα μιὰ λογγισμένη ράχη, ποὺ καὶ γενναίων ποταμῶν τὰ μανιωμένα ρεῖθρα κόφτει καὶ γέρνει ἐδῶ
κι ἐκεῖ στὸ σιάδι τὰ νερά τους, {{r|750}} οὐδὲ ἠμποροῦν μὲ τὴν σφοδρὴν ὁρμήν τους νὰ τὴν σπάσουν· ὁμοίως
καὶ οἱ Αἴαντες τὲς λόγχες ἐμποδίζαν τῶν Τρώων ποὺ κατάποδα τοὺς κυνηγοῦσαν ὅλοι, ὁ μέγας ῞Εκτωρ ἔξοχα
καὶ ὁ υἱὸς τοῦ Ἀγχίση Αἰνείας. Κι εἶδες ψαρόνια νὰ περνᾶν σὰν νέφος καὶ κουροῦνες καὶ νὰ φωνάζουν, ἂν
ἰδοῦν μακρόθεν τὸ γεράκι ποὺ στὰ μικρὰ πετούμενα μεγάλον κάνει θρῆνον· ὁμοίως ἀπ’ τοῦ Ἕκτορος τὴν
λόγχην καὶ τοῦ Αἰνεία ἐφεῦγαν μὲ στριγγὲς φωνές, ξεχνώντας τὴν ἀνδρειά τους, καὶ ἄρματα ἔπεσαν πολλὰ
ὁλόγυρα στὸν λάκκον {{r|760}} ὡς ἔφευγαν οἱ Δαναοὶ χωρὶς νὰ παύ’ ἡ μάχη.
Ιλιάδα (Πολυλάς)/σ
←Ραψωδία ρ Ιλιάδα Ραψωδία τ→
Συγγραφέας: Όμηρος
Μεταφραστής: Ιάκωβος
Πολυλάς
Ραψωδία σ
<poem> Ἐνῶ ἐκεῖνοι ἐμάχονταν ἀκράτητοι σὰν φλόγα μηνυτὴς ἦλθ’ ὁ Ἀντίλοχος στὸν θεῖον Ἀχιλλέα. Τὸν ἦβρ’
ἐκεῖ κατέμπροσθεν στὰ ὀρθόπρυμνα καράβια, ποὺ ὅ,τι εἶχεν ἤδη τελειωθῆ στὸν νοῦν του μελετοῦσε κι ἔλεγε μὲ
παράπονο στὴν ἀνδρικὴν ψυχήν του: «Ὀιμένα, πῶς οἱ Ἀχαιοὶ στὴν πεδιάδα πάλιν κλονίζονται καὶ τὴν φυγὴν
ἐπῆραν πρὸς τὰ πλοῖα, φοβοῦμαι μὴν οἱ ἀθάνατοι μοῦ κάμουν ν’ ἀληθεύση πόνος πικρὸς ποὺ κάποτε μοῦ
πρόλεγε ἡ μητέρα, πὼς ζώντας μου ὁ καλύτερος τῶν Μυρμιδόνων ἄνδρας {{r|10}} ἀπὸ τῶν Τρώων τὴν ὁρμὴν
τοῦ ἡλιοῦ τὸ φῶς θ’ ἀφήσω. Πέθανεν ἄχ! ὁ ἀνδράγαθος υἱὸς τοῦ Μενοιτίου, κακός! καὶ τοῦ παράγγελνα νὰ
γύρη εὐθὺς ὀπίσω, ἅμα ἐμποδίση τοὺς ἐχθροὺς νὰ κάψουν τὰ καράβια καὶ τοῦ ἀνδροφόνου Ἕκτορος τὴν
λόγχην ν’ ἀποφύγη». Μέσα εἰς αὐτοὺς τοὺς λογισμούς, ἐμπρός του ἐφανερώθη ὁ Ἀντίλοχος καὶ τοῦ ’λεγε μὲ
δάκρυα πυρωμένα: «Μήνυμα, ὀιμένα, θλιβερὸ θὰ μάθης, Ἀχιλλέα, ποτὲ νὰ μ’ εἶχεν ἀκουσθῆ· κεῖται ὁ
Μενοιτιάδης ὁ Πάτροκλος, καὶ πολεμοῦν εἰς τὸ νεκρόν του σῶμα {{r|20}} γυμνό, κι ἐπῆρε τ’ ἄρματα ὁ
λοφοσείστης Ἕκτωρ». ᾽Εκεῖνον τότ’ ἐσκέπασε ἡ σκοτεινιὰ τοῦ πόνου καὶ ἀθάλην πῆρε κι ἔχυσε καὶ μὲ τὰ δυό
του χέρια στὴν κεφαλὴν καὶ ἀσχήμισε τὸ πρόσωπο τ’ ὡραῖο. Καὶ ἡ μαύρη στάκτη ἐκάθιζε στὸν ἄφθαρτον
χιτώνα. Κι ἐκείτονταν φαρδὺς πλατὺς στὸ χῶμα ξαπλωμένος καὶ μὲ τὰ χέρια ἀσχήμιζε ξεσπώντας τὰ μαλλιά
του. Καὶ οἱ δοῦλες, ποὺ ἦσαν λάφυρα αὐτοῦ καὶ τοῦ Πατρόκλου, μὲ θλιβερὸ ξεφωνητὸ κεῖ ἔξω ἐπεταχθῆκαν
καὶ ὁλόγυρά του κλαίοντας ὀλιγοψυχισμένες {{r|30}} ὅλες ἐστηθοδέρνονταν· ὁ Ἀντίλοχος κι ἐκεῖνος ὠδύρετο
τὰ χέρϊα κρατώντας τοῦ Ἀχιλλέως φοβούμενος μὲ σίδερο μὴ κόψη τὸν λαιμόν του. Καθὼς ἐβαρυστέναζεν ἡ
ἀνδράγαθη ψυχή του καὶ ἐβογγοῦσε τρομερὰ τὸν ἄκουσε ἡ μητέρα στὰ βάθη ὅπ’ ἔστεκε σιμὰ στὸν γέρον της
γονέα, καὶ πόνου ἔβγαλε βοὴν κι εὐθὺς ἦλθαν σιμά της ὅσες οἰκοῦν στῆς θάλασσας τὰ βάθη Νηρηίδες οἱ θεὲς
ὅλες, Θάλεια, Ὠρείθυια, Κυμοδόκη, Νησαία, Γλαύκη, Ἴαιρα, μεγαλομάτ’ Ἁλία, {{r|40}} Ἀκταία καὶ
Λιμνώρεια, Μελίτη, Κυμοθόη, Πρωτὼ καὶ Θόη καὶ Ἀγαυή, Δωρὶς καὶ Δυναμένη, Κλυμένη, Καλλιάνειρα,
Ἰάνασσ’, Ἀμφιθόη, Φέρουσα, Καλλιάνασσα, Δωτὼ καὶ Ἀμφινόμη, Ἀμάθεια καλοπλέξουδη, Σπειὼ καὶ
Δεξαμένη καὶ Νημερτὴς καὶ Ἀψευδὴς καὶ Μαίρα καὶ Πανόπη, Γαλάτεια πολυένδοξη κι Ἰάνειρα κι οἱ ἄλλες
ὅσες στὰ βάθη ἐβρίσκονταν ἀκόμη Νηρηίδες. Ἦλθαν καὶ τ’ ἄντρο ἐγέμισε τὸ ἀργυροφωτισμένο˙
στηθοκοπιοῦνταν κι ἔκανεν ἀρχὴν τοῦ θρήνου ἡ Θέτις: {{r|50}} «Ὦ ἀδελφές μου, ἀκούσετε, καλές μου
Νηρηίδες, νὰ μάθετε τὲς πίκριες ποὺ τρέφω στὴν ψυχήν μου. Ὦ ἄμοιρη, ὦ κακότυχη γεννήτρα ἑνὸς ἀνδρείου·
υἱὸν γενναῖον δυνατὸν καὶ τῶν ἡρώων πρῶτον ἐγέννησα, καί, ὡσὰν φυτὸ ποὺ ἀνδρώνεται στὸν κῆπον, ἀφοῦ
τὸν γλυκοανάστησα, τὸν ἔστειλα εἰς τὴν Τροίαν μὲς στὰ κυρτὰ καράβια του ἐκεῖ νὰ πολεμήση· ἀλλὰ δὲν θέλει
γύρει αὐτὸς στὰ γονικά του πλέον ἡ ἀγκάλη μου νὰ τὸν δεχθῆ στὸ σπίτι τοῦ Πηλέως. Καὶ ὅσο μοῦ ζῆ καὶ τοῦ
ἡλιοῦ τὸ φῶς ἀκόμη βλέπη {{r|60}} θλίβεται καὶ δὲν δύναμαι νὰ γίνω βοηθός του. Τώρα σηκώνομαι νὰ ἰδῶ τὸ
ἀγαπητὸ παιδί μου νὰ μάθω ἀπὸ τὸ στόμα του ποιὰ θλίψις τὸν ἐβρῆκε ἐκεῖ ποὺ ἀπὸ τὴν ταραχὴν ἀπέχει τοῦ
πολέμου». Εἶπε καὶ τ’ ἄντρον ἄφησε· καὶ ὀπίσω της οἱ κόρες δακρύζοντας, καὶ γύρω τους τὸ κύμα τῆς
Ιλιάδα (Πολυλάς)/σ 123
θαλάσσης ἄνοιγε. Καὶ ὅταν ἔφθασαν στὴν κάρπιμην Τρωάδα ὅλες ἀράδ’ ἀνέβαιναν στὴν ἄκρην ὅπου οἱ
πρύμνες τῶν Μυρμιδόνων στέκονταν σιμὰ στὸν Ἀχιλλέα˙ σ’ αὐτὸν ποὺ βαρυστέναζεν ἦλθε ἡ θεὰ μητέρα
{{r|70}} καὶ μὲ ψιλὸ ξεφωνητό, τοῦ ἀγαπητοῦ παιδιοῦ της τὴν κεφαλὴν ἀγκάλιασε καὶ τοῦ ’πε δακρυσμένη:
«Τέκνο, τί κλαίεις; Τί καϋμὸς τώρα σὲ ἦβρε πάλιν; Λέγε, μὴ τό ’χης μυστικό· σοῦ ἐτέλεσεν ὁ Δίας ὅ,τι ἀπ’ αὐτὸν
ἐζήτησες μὲ σηκωτὲς ἀγκάλες, ὅλ’ οἱ Ἀχαιοὶ μὲ συντριμμὸν ν’ ἀποκλεισθοῦν στὲς πρύμνες καὶ ὅπως φρικτὰ
παθαίνοντας ν’ ἀποζητοῦν ἐσένα». Κι εἶπε βαρυστενάζοντας ὁ θεῖος Ἀχιλλέας: «Μητέρα, ναί, τὰ ἐτέλεσεν, ὡς
εἶπες, ὁ Κρονίδης˙ ἀλλὰ πῶς νὰ τὸ χαίρωμαι; Μοῦ ἐχάθη ὁ ποθητός μου {{r|80}} Πάτροκλος, ὁ ὑπεράκριβος, ὁ
φίλος τῆς καρδιᾶς μου. Ὁ Ἕκτωρ μοῦ τὸν ἔσφαξε καὶ τ’ ἄρματα τοῦ ἐπῆρε θαυμάσια, θεόρατα, ποὺ ἐδῶκαν
τοῦ Πηλέως δῶρον ἐξαίσιον οἱ θεοὶ σ’ ἐκείνην τὴν ἡμέραν, ὅταν ἐκεῖνοι σ’ ἔφεραν σ’ ἀνδρὸς θνητοῦ τὴν
κλίνην. Αὐτοῦ μὲ τὲς ἀθάνατες θαλάσσιες νά ’χες μείνει, ἐσὺ καὶ νὰ εἶχεν ὁ Πηλεὺς πάρει θνητὴν γυναίκα. Καὶ
ἀντὶς πόνος αἰώνιος θὰ θλίβη τὴν ψυχήν σου τοῦ πεθαμένου τέκνου σου, ποὺ δὲν θὰ γύρη πλέον στὰ γονικὰ νὰ
τὸν δεχθῆς· διότι ἐγὼ δὲν θέλω {{r|90}} νὰ ζήσω, μὲς στοὺς ζωντανοὺς νὰ εἶμ᾽, ἐὰν ὁ Ἕκτωρ πρῶτος ἀπὸ τὴν
λόγχην μου δὲν ξεψυχήση ἐμπρός μου, καὶ μοῦ πληρώση τὴν σφαγὴν τοῦ ἀγαπητοῦ Πατρόκλου». Σ’ ἐκεῖνον
τότε ἀπάντησε δακρύζοντας ἡ Θέτις: «Καὶ τότε ὀλιγοήμερος θὰ εἶσαι, ἀγαπητέ μου, ὅτ’ ὕστερ’ ἀπ’ τὸν Ἕκτορα
ἐγγύς σου εἶναι τὸ τέλος». Μὲ πόνον εἶπεν ὁ Ἀχιλλεύς: «Στὸν τόπο ἂς πεθάνω ἀφοῦ μοῦ ἐμέλλετο βοηθὸς τοῦ
φίλου νὰ μὴ γίνω εἰς τὴν σφαγήν του· τώρα αὐτὸς ἀπ’ τὴν πατρίδα πέρα ἀπέθανε, ζητώντας με στοῦ ὀλέθρου
του τὴν ὥραν˙ {{r|100}} τώρ’ ἀφοῦ δὲν θὰ ξαναϊδῆ τὴν ποθητὴν πατρίδα οὐδ’ ἔσωσα τὸν Πάτροκλον κι
ἐκείνους τοὺς συντρόφους τοὺς ἄλλους ποὺ ἀπ’ τοῦ Ἕκτορος τὴν λόγχην ἀπεθάναν, ἀλλὰ στὲς πρύμνες
κάθομαι τῆς γῆς χαμένο βάρος, ἐγὼ τῶν ἄλλων Ἀχαιῶν στὸν πόλεμον ὁ πρῶτος ἂν καὶ στὸν λόγον ἀπὸ ἐμὲ
καλύτερ’ εἶναι καὶ ἄλλοι. Ἀπ’ τοὺς θεοὺς κι ἀπ’ τοὺς θνητοὺς νὰ ἐχάνετο ἡ διχόνοια, καὶ ἡ χολὴ ποὺ καὶ
ἄνθρωπον μὲ γνώση ἐξαγριώνει ποὺ μὲς στὰ στήθη χύνεται γλυκιὰ καὶ μελωμένη καὶ ὡς μαῦρος ἔπειτα
καπνὸς ξεσπᾶ καὶ μεγαλώνει, {{r|110}} καθὼς ἐμένα ἐχόλωσεν ὁ μέγας Ἀγαμέμνων. Ἀλλ’ ὅ,τι ἐγίνη ἀφήνομεν
ἂν καὶ ἀδικημένοι καὶ τὴν ψυχὴν στὰ στήθη μας δαμάζομ’ ἐξ ἀνάγκης· καὶ τώρα τοῦ Πατρόκλου μου θὰ
φθάσω τὸν φονέα τὸν Ἕκτορα. Καὶ θὰ δεχθῶ τὴν μοίρα τοῦ θανάτου, ὅταν οἱ ἀθάνατοι θεοὶ καὶ ὁ Ζεὺς μοῦ
τὴν διορίσουν. Ὅτι οὐδ’ ὁ μέγας Ἡρακλῆς ἐξέφυγε τὴν μοίραν, ποὺ ἦταν ὑπεράκριβος υἱὸς τοῦ ὑψίστου Δία˙
ἀλλὰ τῆς Ἥρας ἡ ὀργὴ τὸν δάμασε καὶ ἡ μοίρα. Καὶ ἂν εἶναι τέτοια ἡ μοίρα μου κι ἐγὼ θενὰ ἡσυχάσω
{{r|120}} ὅταν πεθάνω, ἀλλ’ ὄνομα λαμπρὸν ἂς πάρω τώρα, ἂν κάμω τὲς βαθύζωνες μητέρες εἰς τὴν Τροίαν ν’
ἀναστενάξουν θλιβερὰ καὶ μὲ τὰ δυό τους χέρια εἰς τ’ ἁπαλὰ τους μάγουλα τὰ δάκρυα νὰ σφογγίζουν. Καὶ ὅτι
ἀρκετὰ ἀπ’ τὸν πόλεμον ἡσύχασ’ ἂς γνωρίσουν· μὴ μὲ κρατῆς, μητέρα μου, κι ἐγὼ θὰ πολεμήσω». Κι ἡ
ἀσημόποδη θεὰ τοῦ ἀπάντησεν ἡ Θέτις: «Παιδί μου ὁμίλησες ὀρθά· καλὸν εἶναι τοὺς φίλους νὰ βοηθᾶς, ἂν
συμφορὰ κακὴ τοὺς παραστέκη· πλὴν τὰ καλά σου ἄρματα τώρα κρατοῦν οἱ Τρῶες {{r|130}} τὰ χάλκινα τ’
ἀστραφτερά· καὶ ὁ λοφοσείστης Ἕκτωρ ἐπαίρεται ποὺ τὰ φορεῖ καὶ δὲν γνωρίζω πόσο ὀλίγο ἀκόμη θὰ χαρῆ·
κι εἶναι σιμά του ἡ μοίρα. Ἀλλὰ σὺ ἀκόμη μὴν ἐμπῆς στοῦ Ἄρη τὸν ἀγώνα, ὡς νὰ μὲ ἰδοῦν τὰ μάτια σου ἐδῶ νὰ
γύρ’ ὀπίσω˙ κι αὔριο τὰ χαράματα θὰ ἔλθω ἐδῶ νὰ φέρω ἄρματ’ ἀπὸ τὸν Ἥφαιστον θεοτικὰ πλασμένα». Μὲ
αὐτὸν τὸν λόγον ἄφησε τὸ δοξαστὸ παιδί της καὶ στὲς θαλάσσιες ἀδελφὲς ἐστράφη καὶ τὲς εἶπε: «Σεῖς
κατεβῆτε στοὺς βυθοὺς τῆς θάλασσας νὰ ἰδῆτε {{r|140}} τὸν γέροντα πατέρα μου καὶ ὅλ’ ἀπὸ σᾶς νὰ μάθη˙
καὶ ὡστόσο ἐγὼ θὲ ν’ ἀνεβῶ στὲς κορυφὲς τοῦ Ὀλύμπου νὰ ἔβρω ἐκεῖ τὸν Ἥφαιστον, τὸν ἔνδοξο τεχνίτην,
ἴσως λαμπρ’ ἄρματα καλὰ χαρίσω τοῦ παιδιοῦ μου». Εἶπε καὶ αὐτὲς ἐβύθισαν στὸ κύμα τῆς θαλάσσης. Κι ἡ
ἀσημόποδη θεά, στὸν Ὄλυμπον ἡ Θέτις ἀνέβη, ἄρματα λαμπρὰ νὰ φέρη τοῦ παιδιοῦ της. Καὶ ὡστόσο μὲ
φρικτὲς κραυγὲς τῶν Ἀχαιῶν τὰ πλήθη, καθὼς τοὺς ἔβαλεν ἐμπρὸς ὁ ἀνθρωποφόνος Ἕκτωρ, ἔπεσαν εἰς τὲς
πρύμνες τους, στὴν αὔραν τοῦ Ἑλλησπόντου. {{r|150}} Οὐδὲ θὰ ἐπαῖρναν οἱ Ἀχαιοὶ τὸ σῶμα τοῦ Πατρόκλου
ἀπὸ τ’ ἀκόντια, τὸν νεκρὸν τοῦ φίλου τοῦ Πηλείδη. Ὅτ’ εἶχαν φθάσει ἐπάνω του πλῆθος ἀνδρῶν καὶ ἵππων καὶ
ὡσὰν τὴν φλόγα ὁρμητικὸς ὁ Πριαμίδης Ἕκτωρ. Καὶ ἀπὸ τὰ πόδια τρεῖς φορὲς τὸν ἄδραξεν ὁ Ἕκτωρ καὶ
πρὸς τοὺς Τρῶας κραύγαζε νὰ ὁρμήσουν νὰ τὸν πάρουν, καὶ τρεῖς φορὲς οἱ Αἴαντες ντυμένοι ἀνδραγαθίαν,
τὸν τίναξαν ἀπ’ τὸν νεκρόν˙ καὶ ἀκλόνητος ἐκεῖνος στὴν μάχην πότ’ ἐχύνετο καὶ πότ’ ἐσταματοῦσε
κραυγάζοντας, ἀλλὰ ποτὲ δὲν ἔκανε τὰ ὀπίσω. {{r|160}} Καὶ ὅπως λιοντάρι πύρινο, τῆς πείνας λυσσασμένο,
βοσκοὶ νὰ διώξουν δὲν μποροῦν ἀπὸ πεσμένο σῶμα, παρόμοια δὲν κατόρθωνεν ἡ ἀνδρεία τῶν Αἰάντων τὸν
Ιλιάδα (Πολυλάς)/σ 124
Ἕκτορ’ ἀπὸ τὸν νεκρὸν ποσῶς ν’ ἀπομακρύνουν κι εἶχε τον σύρει δοξαστὸς νὰ γίνη στὸν αἰώνα. Ἀλλ’ ἔτρεξε
ἀπ’ τὸν Ὄλυμπον ἡ ἀνεμόποδ’ Ἴρις στὸν Ἀχιλλέα νὰ τοῦ εἰπῆ στὸν πόλεμο νὰ ὁρμήση, ποὺ ἀπ’ ὅλους τοὺς
θεοὺς κρυφὰ καὶ ἀκόμη ἀπὸ τὸν Δία ἡ Ἥρα τὴν ἀπόστειλε· σιμά του ἐστάθη κι εἶπε: «Σήκω, Πηλείδη, ὦ
τρομερέ, καὶ δράμε τοῦ Πατρόκλου {{r|170}} βοηθός, ὁποὺ χάριν αὐτοῦ κακὴ κρατεῖται μάχη στὲς πρύμνες
καὶ ἀντισφάζονται τὰ πλήθη τῶν ἀνδρείων. Μάχονται οἱ πρῶτοι τὸν νεκρὸν ἀπ’ τοὺς ἐχθροὺς νὰ σώσουν καὶ
οἱ Τρῶες εἰς τὴν Ἴλιον λυσσοῦν νὰ τ’ ἀνεβάσουν καὶ νὰ τὸν σύρη λαχταρεῖ πρῶτος ὁ μέγας Ἕκτωρ, καὶ ἀπὸ
τὸν ἁπαλὸν λαιμὸν νὰ κόψη τὸ κεφάλι κι ἔπειτα ἐκεῖ στῶν πύργων του τὰ ξύλα νὰ τὸ στήση. Ἀλλὰ σηκώσου μὴ
σταθῆς· ἂς σὲ κινήση σέβας, τὸν Πάτροκλόν σου μὴ χαροῦν οἱ σκύλοι τῆς Τρωάδος. Καὶ ἂν ὁ νεκρὸς ἀτιμασθῆ,
θά ’ναι ὄνειδος δικό σου». {{r|180}} Ὁ γοργοπόδης Ἀχιλλεὺς σ’ αὐτὴν ἀντεῖπε ὁ θεῖος: «Ἴρι θεά, ποιός τῶν
θεῶν σ’ ἔστειλ’ ἐδῶ μηνύτραν; » Σ’ ἐκεῖνον τότε ἀπάντησεν ἡ ἀνεμόποδ’ Ἴρις: «Ἡ δέσποιν’ Ἥρα μ’ ἔστειλεν ἡ
σύγκλινη τοῦ Δία· καὶ δὲν τὸ ξεύρει μήτ’ ὁ Ζεὺς μήτε κανεὶς τῶν ἄλλων θεῶν ποὺ οἰκοῦν στὲς κορυφὲς τοῦ
χιονισμένου Ὀλύμπου». Καὶ ὁ γοργοπόδης Ἀχιλλεὺς τῆς ἀποκρίθη ὁ θεῖος: «Καὶ πῶς θὰ πάω στὸν πόλεμον; Τ’
ἄρματα ἐκεῖνοι ἐπῆραν. Κι ἐμένα εἶπε ἡ μητέρα μου νὰ μὴν ἐβγῶ στὴν μάχην πρὶν τὴν ἰδοῦν τὰ μάτια μου ἐδῶ
νὰ γύρη ὀπίσω˙ {{r|190}} ὅτι ἄρματ᾽ ἀπ’ τὸν ῞Ηφαιστον θαρρεῖ νὰ φέρη ὡραῖα. Οὐδ’ ἄλλου ξέρω ἀρματωσιὰ
ν’ ἁρμόζη ἐγὼ νὰ ζώσω ἢ τὴν ἀσπίδα ὁποὺ φορεῖ ὁ Τελαμώνιος Αἴας. Ἀλλὰ κι ἐκεῖνος προμαχεῖ, θαρρῶ, μὲς
στὸν ἀγώνα τὸν πεθαμένον Πάτροκλον νὰ σώση ἀπὸ τοὺς Τρῶας». «Καλῶς γνωρίζομε κι ἐμεῖς », τοῦ
ἀπάντησεν ἡ ῎Ιρις, «ποῦ τ’ ἄρματα τὰ ὁλόλαμπρα κρατοῦνται, ἀλλ’ ὄπως εἶσαι πήγαινε πρὸς τὸν χάντακα,
φανίσου ἐκεῖ τῶν Τρώων, ἴσως αὐτοὶ σὲ φοβηθοῦν καὶ ἀπὸ τὴν μάχην παύσουν καὶ ξανασάνουν οἱ Ἀχαιοὶ ἀπ’
τὸν βαρὺν ἀγώνα. {{r|200}} Καὶ τὸ μικρὸ ξανάσαμα στὸν πόλεμον ἀξίζει». Καὶ ὡς ἀναχώρησε ἡ θεά,
πετάχθηκεν ὁ θεῖος Πηλείδης· τότε ἡ Ἀθηνᾶ τοὺς ἐξαισίους ὤμους μὲ τὴν φρικτὴν τοῦ ἐσκέπασεν αἰγίδα
κροσσωμένην. Μὲ νέφος ἐστεφάνωνε χρυσὸ τὴν κεφαλήν του, καὶ ἄναβε φλόγα ὁλόλαμπρη μέσ’ ἀπὸ κεῖνο ἡ
θεία. Καὶ ὅπως μακρόθεν φαίνεται καὶ φθάνει ὡς τὸν αἰθέρα καπνὸς ἀπὸ περίβρεκτην πολιορκημένην χώραν·
μὲ ἀγών’ ἀπὸ τὰ τείχη τους ὁλημερὶς παλαίουν καὶ ὁ ἤλιος ἅμα βυθισθῆ πυκνὲς φωτιὲς ἀστράφτουν {{r|210}}
νὰ φθάσ’ ἡ λάμψη ἀπὸ ψηλὰ στοὺς γείτονες καὶ δράμουν ἴσως μὲ τὰ καράβια τους στὸν ὄλεθρον σωτῆρες,
ὅμοι’ ἀπὸ τὴν κεφαλὴν πετιόνταν τοῦ Ἀχιλλέως ὡς τὸν αἰθέρ’ ἀναλαμπή· ξεκίνησε ἀπ’ τὸ τεῖχος στὸν χάντακα,
ὅμως ἔμεινε μακρὰν ἀπ’ τοὺς Ἀργείους, ὡς ἤθελε νὰ σεβασθῆ τὸν λόγον τῆς μητρός του. ᾽Εστάθη ἐκεῖ κι
ἐκραύγασε· κι ἡ Ἀθηνᾶ μὲ ἄλλην φωνὴν τὸν τρόμον ἔβαλεν εἰς τὴν ψυχὴν τῶν Τρώων. Σάλπιγγα τόσο δὲν ἀχᾶ
στὴν χώραν ὁποὺ γύρω ἔχουν ζωσμένην οἱ ἐχθροὶ νὰ τὴν ἐξολοθρεύσουν, {{r|220}} ὅσο ἡ βοὴ ποὺ ἔβγαλεν ὁ
ἀνίκητος Πηλείδης καὶ ὅλη ταράχθηκε ἡ ψυχὴ στὴν χάλκινην φωνήν του. Οἱ ἵπποι ὀπισθογύρισαν τ’ ἁμάξια
τρομασμένοι, ὅτι αἰσθανόνταν συμφορές, καὶ οἱ κυβερνῆτες ὅλοι ζαλίζονταν ἀπ’ τὴν φωτιά, ποὺ ἐπάνω εἰς τοῦ
Ἀχιλλέως τὴν κεφαλὴν ἀδάμαστη φρικτὰ φεγγοβολοῦσε, ὅπως τὴν ἄναβ’ ἡ Ἀθηνᾶ. Καὶ τρεῖς φορὲς ἐπάνω ἀπὸ
τὸν λάκκον φώναξεν ὁ Ἀχιλλεὺς καὶ τόσες οἱ Τρῶες καὶ ὅλ’ οἱ βοηθοὶ γινῆκαν ἄνω κάτω. Καὶ πολεμάρχοι
δώδεκα στὲς λόγχες των ἐβρῆκαν {{r|230}} καὶ στοὺς τροχοὺς τὸν θάνατον, καὶ μέσ’ ἀπὸ τὰ βέλη οἱ Ἀχαιοὶ τὸν
Πάτροκλον ἐπῆραν καὶ τὸν θέσαν εἰς τὸ κλινάρι κι ἔστεκαν ὁλόγυρά του οἱ φίλοι οἱ ποθητοί του κλαίοντας· μ’
ἐκείνους ὁ Πηλείδης ἔχυνε δάκρυα θερμά, ἅμ’ εἶδε τὸν πιστόν του φίλον στὸ νεκροκράβατο μὲ τὰ σχισμένα
στήθη. Στὸν πόλεμον μὲ ἄλογα κι ἅμαξ’ αὐτὸς τὸν εἶχε στείλει, ἀλλὰ δὲν τὸν δέχθηκεν ὀπίσω ἀπὸ τὴν μάχην.
Καὶ ὁ ἥλιος ὁ ἀκούραστος ἐβιάσθη ἀπὸ τὴν ῞Ηραν πρὸ ὥρας στοῦ ᾽Ωκεανοῦ τὸ ρεῦμα νὰ βυθίση. {{r|240}}
῎Εδυσ’ ὁ ἥλιος κι ὁ στρατὸς τῶν Ἀχαιῶν ἀνδρείων ἡσύχασε ἀπ’ τὸν πόλεμον ποὺ ὅλους θερίζει ὁμοίως. Καὶ ἀπ’
τ’ ἄλλο μέρος ἄφησαν τὸν φονικὸν ἀγώνα καὶ οἱ Τρῶες, καὶ ἀπ’ τὲς ἅμαξες ἐξέζεψαν τοὺς ἵππους, καὶ εἰς
σύνοδον συνάχθηκαν, γιὰ δεῖπνο πρὶν φροντίσουν, ὅλοι ὀρθοί, μηδὲ κανεὶς τολμοῦσε νὰ καθίση· τρόμος τοὺς
πῆρε ἀπ’ τὴν στιγμὴν ποὺ ἐφάνηκε ὁ Πηλείδης, ποὺ ἔλειπε ἀπ’ τὸν πόλεμον τόσον καιρὸν στὰ πλοῖα. Ὁ
Πολυδάμας ἄρχισε νὰ λέγη ὁ Πανθοΐδης ποὺ μόνος ἔβλεπε τὰ ἐμπρὸς καὶ τὰ κατόπι, ὁ φίλος {{r|250}} τοῦ
῞Εκτορος, στὴν ἴδιαν τὴν νύκτα γεννημένοι· ὁ ἕνας στ’ ἄρματα καλός, ὁ ἄλλος εἰς τὸν λόγον. Ἐκεῖνος τότε
ὁμίλησε μὲ καλὴν γνώμην κι εἶπε: «Καλὰ σκεφθῆτε ἀγαπητοί· κι ἐγὼ σᾶς συμβουλεύω στὴν πόλιν νὰ
γυρίσωμεν, ἡ αὐγὴ νὰ μὴ μᾶς ἔβρη ἐδῶ σιμὰ στὰ πλοῖα τους μακρὰν ἀπὸ τὰ τείχη. Ἐνόσω ἐθύμωνεν αὐτὸς
πρὸς τὸν θεϊκὸν Ἀτρείδην ὁ ἀγώνας μὲ τοὺς Ἀχαιοὺς τόσον δὲν εἶχε κόπον· τότ’ ἐκοιμόμουν ἥσυχα κι ἐγὼ σιμὰ
στὰ πλοῖα καθὼς νὰ τὰ πατήσωμε μὲ ζέσταιν’ ἡ ἐλπίδα. {{r|260}} Τώρα φοβοῦμαι τρομερὰ τὸν θεῖον Ἀχιλλέα·
Ιλιάδα (Πολυλάς)/σ 125
ὡς ἔχει ἀκράτητην ψυχήν, νὰ μείνη στὴν πεδιάδα δὲν θὰ θελήση, ὅπου Ἀχαιοὶ μοιράζονται καὶ Τρῶες τοῦ Ἄρη
ὅλην τὴν δύναμιν, ἀλλὰ θὰ πολεμήση σ᾽ ἀγώνα γιὰ τὴν πόλιν μας καὶ γιὰ τὰ θηλυκά μας. Στὰ τείχη μας ἂς
γύρωμε, καὶ ἀκούσετε τὸν λόγον· ἡ θεία νύκτα ἀπόκοψε τὸν τρομερὸν Πηλείδην τώρα· ἀλλ’ ἂν αὔριο μᾶς ἐβρῆ
στὸν τόπον, θέλει ὁρμήσει μὲ τ’ ἄρματά του καὶ καθεὶς ποιὸς εἶν’ αὐτὸς θὰ μάθη. Χαρὰ σ’ αὐτὸν ποὺ
φεύγοντας θὰ φθάση στὴν Τρωάδα {{r|270}} ὅτι σκυλιὰ καὶ κόρακες πολλοὺς θενὰ σπαράξουν τῶν Τρώων˙
τέτοιαν συμφορὰν τ’ αὐτιά μου μὴν ἀκούσουν. Κι ἐάν, μὲ πόνον τῆς ψυχῆς, δεχθοῦμε αὐτὸ ποὺ λέγω, τὴν νύκτα
μὲς στὴν ἀγορὰν τὴν δύναμιν κρατοῦμεν, πύργοι καὶ πύλες ὑψηλὲς μὲ μακριὲς σανίδες καλόξυστες,
συναρμοστὲς τὴν πόλιν περιφράζουν˙ καὶ τὸ ταχὺ μὲ τ’ ἄρματα στοὺς πύργους θὰ στηθοῦμε. Καὶ ἂν θέλη ἀπ’
τὰ καράβια του στὸ τεῖχος ἄς ὁρμήση, τόσο χειρότερο γι’ αὐτόν, ὅτι θὰ γύρη ὀπίσω, ἀφοῦ τ’ ἄγρια πουλάρια
του θὰ κουρασθῆ νὰ τρέχη {{r|280}} ἐδῶ κ ἐκεῖ, δεξιὰ ζερβιά, στὴν πόλιν ἀποκάτω. Μέσα στὸ τεῖχος νὰ χυθῆ
ποτὲ δὲν θὰ τολμήση· πρὶν τὸ πατήση, σπάραγμα θὰ γίνη αὐτὸς τῶν σκύλων». Μ’ ἄγριο βλέμμα τοῦ ἀπάντησεν
ὁ λοφοσείστης ῞Εκτωρ: «Δὲν μοῦ ἀρέσει παντελῶς ὅ,τ’ εἶπες, Πολυδάμα˙ μᾶς λέγεις νὰ γυρίσωμε στὴν πόλιν
νὰ κλεισθοῦμε· ἀκόμη δὲν χορτάσατε κλεισμένοι μὲς στὰ τείχη; ῎Ελεγαν πρὶν ὅλ’ οἱ θνητοὶ τὴν πόλιν τοῦ
Πριάμου πολύχαλκην, πολύχρυσην, τώρα ἐχαθῆκαν τόσοι ἀπὸ τὰ σπίτια θησαυροί, κι ἐπῆγαν πουλημένα,
{{r|290}} στὴν Μαιονίαν τὴν τερπνήν, καὶ στὴν Φρυγίαν ἄλλα ἀφότου ιιᾶς ἐμίσησεν ὁ ὕψιστος Κρονίδης. Καὶ
τώρα ὁποὺ μᾶς ἔδωκεν εἰς τὰ καράβια νίκην, νὰ σπρώξουμε τοὺς Ἀχαιοὺς στὴν θάλασσαν, μὴ βγάζης τέτοιους
στὰ πλήθη στοχασμούς, ὦ σὺ ξεμωραμένε· δὲν θὰ σ’ ἀφοκρασθῆ κανείς, ἐνόσω ζῶ καὶ πνέω. Ἀλλ’ ὅ,τι τώρα
ἐγὼ εἰπῶ νὰ τὸ δεχθοῦμεν ὅλοι. Εἰς τὸν στρατὸν δειπνήσετε στὸ τάγμα του καθένας καὶ ὅλοι βάλετ’ ἄγρυπνον
στὴν φύλαξιν τὸν νοῦν σας. Κι ἐκεῖνος ποὺ περήφανα βαρύνεται τὰ πλούτη, {{r|300}} ἂς τὰ σωρεύση χάρισμα
τὰ πλήθη νὰ τὰ φάγουν· καλύτερα παρ’ οἱ Ἀχαιοὶ νὰ τὰ χαροῦν ἐκεῖνοι. Καὶ θὰ χυθοῦμε τὸ ταχὺ μὲ τ’ ἄρματα
μας ὅλοι ν’ ἀνάψωμε τὸν πόλεμον ἐμπρὸς στὰ κοῖλα πλοῖα. Κι ἐὰν ὁ θεῖος Ἀχιλλεὺς σηκώθη ἀπὸ τὰ πλοῖα,
τόσο χειρότερα γι’ αὐτόν˙ δὲν φεύγω ἀπὸ τὴν μάχην ἐγὼ κι ἐμπρός του νὰ στηθῶ, νὰ πάρη αὐτὸς τῆς νίκης τὴν
δόξαν ἢ νὰ πάρω ἐγώ· εἶναι κοινὸς ὁ Ἄρης, καὶ παίρνει τὴν ζωὴν ἀνδρὸς κεῖ ποὺ θὰ ἐφόνευ’ ἄλλον». Καὶ οἱ
Τρῶες ὅλοι ἀλάλαξαν στοῦ ῞Εκτορος τοὺς λόγους, {{r|310}} μωροί, καθὼς ἡ Ἀθηνᾶ ἐσκότισε τὸν νοῦν τους. Κι
ἐπαίνεσαν τοῦ ῞Εκτορος τὴν σκέψιν ὀλεθρίαν· κανεὶς δὲν δέχθη τὴν χρυσὴν τοῦ Πολυδάμα γνώμην. Κι
ἐδείπνησαν εἰς τὸν στρατόν· ὅλην τὴν νύκτα ὡστόσο οἱ Ἀχαιοὶ τὸν Πάτροκλον πικρομοιρολογοῦσαν. Καὶ ὁ
Πηλείδης ἄρχιζε τὸ κλάμα καὶ εἶχ’ ἐπάνω στὰ στήθη τοῦ συντρόφου του τ’ ἀνθρωποφόνα χέρια, κι
ἐσυχνοστέναζε βαριά, σὰν λεόντισσα μητέρα, ἂν ἀπ’ τὸν λόγγον κυνηγὸς τῆς πῆρε τὰ μικρά της· ἀπελπισμένη
ποὺ ἦλθε ἀργὰ γυρίζει ὅλα τὰ δάση {{r|320}} εἰς ὅλες τρέχει τὲς ἐρμιὲς τὰ χνάρια του ἐρευνώντας, ἴσως τὸν
ἔβρη, ὅτι θυμὸς δριμὺς τὴν κατακαίει. Κι ἔλεγε μ’ ἀναστεναγμούς: «Μάταιον, ὀιμένα, λόγον ἔβγαλ’ ἀπὸ τὰ
χείλη μου ἐκείνην τὴν ἡμέρα, τὸν ἥρωα Μενοίτιον ἐνῶ παρηγοροῦσα, ποὺ στὸν ᾽Οπούντα τὸν υἱὸν θενὰ τὸν
ξαναφέρω λαμπρὸν τῆς Τροίας πορθητὴν μὲ μέρος τῶν λαφύρων. Ὅσα στοχάζονται οἱ θνητοὶ δὲν τὰ τελειώνει
ὁ Δίας· νὰ βάψουμε τὴν ἴδιαν γῆν ἔχει διορίσ’ ἡ μοίρα, ἐδῶ στὴν Τροίαν σὺ κι ἐγώ, ὀτι οὐδ’ ἐμένα ὁ γέρος
{{r|330}} Πηλεὺς στὸ σπίτι θὰ δεχθῆ καὶ ἡ Θέτις ἡ μητέρα, ἀλλὰ ἐμένα τοῦτ’ ἡ γῆ στὰ σπλάχνα της θὰ μ’ ἔχη.
Τώρ’ ἀφοῦ, Πάτροκλε, στὴν γῆν θενά ᾽μπω ὑστερινός σου, δὲ θὰ σὲ θάψω πρὶν ἐδῶ τοῦ ῞Εκτορος νὰ φέρω τὴν
κεφαλὴν καὶ τ’ ἄρματα, ποὺ σ’ ἔσφαξε, ὦ γενναῖε· καὶ ἀπὸ χολὴν τοῦ φόνου σου θὰ σοῦ ἀποκεφαλίσω δώδεκα
ἐμπρὸς εἰς τὴν πυρὰν τέκνα λαμπρὰ τῶν Τρώων. ῾Ωστόσο θὰ μοῦ κείτεσαι, ὡς εἶσ’ ἐδῶ στὰ πλοῖα, καὶ γύρω
σου οἱ βαθύκολπες Τρωὲς καὶ Δαρδανίδες ἡμέρα νύκτ’ ἀστάλακτο δάκρυ γιὰ σὲ θὰ χύνουν, {{r|340}} αὐτές,
ὁποὺ ἡ ἀνδρεία μας καὶ τὸ μακρὺ κοντάρι ἐπῆρε ὅταν πατούσαμε τὲς πλούσιες πολιτεῖες». Εἶπε καὶ τῶν
συντρόφων του ὁ θεῖος Ἀχιλλέας στὴν φλόγα μέγαν τρίποδα παράγγειλε νὰ στήσουν, νὰ λούσουν ἀπ’ τὰ
αἵματα τὸ σῶμα τοῦ Πατρόκλου˙ καὶ αὐτοὶ λουτρικὸν τρίποδα εἰς τὴν φωτιὰν ἐστῆσαν, ἔχυσαν μέσα τὸ νερὸ
καὶ ξύλα κάτω ἐκαῖαν καὶ ζών’ ἡ φλόγα τὴν κοιλιὰ καὶ τὸ νερὸ θερμαίνει. Καὶ ἅμα τὸ εἶδαν πόβραζε στὸ
χάλκωμα ποὺ λάμπει, τὸν ἔλουσαν, τὸν ἔχρισαν μὲ σταλαγμένο λάδι, {{r|350}} μὲ ἀλοιφὴν ἐννιάχρονην
γεμίσαν τὲς πληγές του, πατόκορφα τὸν σκέπασαν στὴν κλίνην ποὺ τὸν θέσαν κι ἕνα σινδόνι καὶ λευκὸ σάβανο
ἐπάνω ἁπλῶσαν. Καὶ ὁλονυκτὶς ὁλόγυρα στὸν θεῖον Ἀχιλλέα οἱ Μυρμιδόνες μὲ ὀδυρμοὺς τὸν Πάτροκλον
ἐκλαῖαν. Τότ’ εἶπε ὁ Ζεὺς στὴν σύντροφον καὶ ἀδελφήν του ῞Ηραν: «᾽Ιδού, ποὺ τὸ κατόρθωσες, ὦ ῞Ηρα, νὰ
σηκώσης τὸν Ἀχιλλέα στ’ ἄρματα· ἀπ’ τὰ δικά σου σπλάχνα οἱ κομοφόροι Ἀχαιοὶ τωόντι ἐγεννηθῆκαν». Τότε σ’
Ιλιάδα (Πολυλάς)/σ 126
αὐτὸν ἀπάντησεν ἡ ῞Ηρα ἡ σεβασμία: {{r|360}} «Ποιόν λόγον τώρα ἐπρόφερες, ὦ τρομερὲ Κρονίδη;
Ἄνθρωπος σ’ ἄνθρωπον μπορεῖ νὰ κάμη τὸν σκοπόν του, ποὺ εἶναι θνητὸς καὶ ὡσὰν ἐμεῖς σοφίσματα δὲν
ξεύρει· κι ἐγὼ ποὺ εἶμαι τῶν θεῶν ἡ πρώτη κι ἀπὸ γένος καὶ διότι μ’ ἔχεις σύγκλινην ἐσύ, τῶν ἀθανάτων ὅλων
ὁ μόνος βασιλεύς, δὲν ἔπρεπε στοὺς Τρῶας, ποὺ τὴν χολήν μου ἐκίνησαν, τὸν ὄλεθρον νὰ πλέξω; » ῞Ωστόσο ἡ
Θέτις ἔφθανε στὸ δῶμα τοῦ ῾Ηφαίστου ἄφθαρτο, χάλκινο, λαμπρὸ σὰν κατάστρος αἰθέρας, ἐξαίσιο μὲς στὰ
δώματα τῶν ἀθανάτων ὅλα, {{r|370}} ποὺ ὁ ζαβοσκέλης ὁ θεὸς ὁ ἴδιος εἶχε κάμει˙ τὸν ἦβρε ποὺ ἵδρωνε μὲ βιὰ
τριγύρω στὰ φυσούνια· ὅτ’ εἴκοσι ὅλους τρίποδες τότ’ ἐφιλοτεχνοῦσε, τοῖχον μεγάρου στερεοῦ τριγύρω νὰ
στολίσουν. Κύκλους προσάρμοσε χρυσοὺς στὸν κάθε ποδοστάτην ὅπως στὴν θείαν σύνοδον κυλήσουν μοναχοί
τους καὶ θαῦμα νὰ τὰ δῆ κανείς, στὸ δῶμα νὰ γυρίσουν. Ἕτοιμοι ἦσαν, ἔλειπαν μόνον τ’ αὐτιὰ τὰ ὡραῖα· τά
᾽φτιανε τότε κι ἔκοφτε καρφιὰ νὰ τὰ προσδέση. Κι ἐνῶ κεῖνος ἐργάζονταν μὲ τὴν σοφήν του τέχνην {{r|380}}
ἔφθασεν ἡ ἀσημόποδη θεὰ στὸ δῶμα ἡ Θέτις. Τὴν εἶδε ἡ λαμπρομάντιλη, ὡς προχωροῦσε, ἡ Χάρις, καλὴ θεά,
ποὺ ὁ δοξαστὸς νυμφεύθη ζαβοπόδης. Τὸ χέρι εὐθὺς τῆς ἔπιασε: «Σεπτὴ καὶ ἀγαπημένη Θέτι, μακρόπεπλη θεὰ
» τῆς εἶπε «πῶς μᾶς ἦλθες; Καὶ ὡς τώρα ἐδῶ δὲν σ’ εἴδαμε καθόλου νὰ συχνάζης˙ μαζί μου ἐδῶ προχώρησε νὰ
σὲ φιλοξενήσω». Εἶπε καὶ τὴν ἀσύγκριτη θεὰ μέσα ὁδηγοῦσε. Ν’ ἀναπαυθῆ τὴν ἔβαλε εἰς τεχνητὸ καὶ ὡραῖο
ἀσημοκάρφωτο θρονί, κι εἶχε ὑποπόδι κάτω· {{r|390}} κι ἐφώναξε τὸν ῞Ηφαιστον τὸν δοξαστὸν τεχνίτην:
«Ἔλα ἐδῶ πέρα, ῞Ηφαιστε, κάτι σὲ θέλει ἡ Θέτις». Καὶ ἀπάντησε ὁ χωλὸς θεός: «Ναί, σεβαστή, μεγάλη πατεῖ
στὸ σπίτι μου θεά, ποὺ ἐκείνη μ’ ἔχει σώσει στὴν συμφοράν μου, ὅτι ἔπεσα πολὺ μακριὰ στὰ βάθη, ὡς θέλησ’ ἡ
ἀδιάντροπη μητέρα νὰ μὲ κρύψη ὅτι ἐγεννήθηκα χωλός· καὶ τ’ εἶχα ἐκεῖ νὰ πάθω στὸν κόλπον ἂν δὲν μ’
ἔπαιρναν ἡ Θέτις κι ἡ Εὐρυνόμη, τοῦ ὀπισθορμήτου ᾽Ωκεανοῦ ἐκείν’ ἡ θυγατέρα. ᾽Εννιὰ χρόνια τοὺς ἔφτιανα
λογιῶν καλὰ στολίδια, {{r|400}} καρφοβελόνες, ἅλυσες, βραχιόλια, δαχτυλίδια εἰς ἄντρο μέσα βαθουλό, καὶ
ἀφρίζοντας τὸ ρεῦμα τοῦ ᾽Ωκεανοῦ τ’ ἀπέραντο τριγύρω ἀχολογοῦσε· καὶ οὔτε θνητὸς τὸ γνώριζε οὔτε θεὸς
κανένας, μόνον αὐτὲς ποὺ μ’ ἔσωσαν ἡ Θέτις κι ἡ Εὐρυνόμη. Τώρ’ ἦλθ’ αὐτὴ στὸ δῶμα μας· καὶ μέγα χρέος ἔχω
τῆς λαμπροκόμης Θέτιδος τὰ σῶστρα νὰ πλερώσω. Ἀλλὰ σὺ καλοδέξου την, ὡς πρέπει, ὥσπου νὰ βάλω τὰ
σύνεργα στὸν τόπον τους μαζὶ μὲ τὲς φυσοῦνες». Καὶ ἀπὸ τὸ ἀμόνι λεχαστὰ σηκώθηκε τὸ τέρας {{r|410}}
χωλαίνοντας κι ἐσάλευαν κάτω φτενὰ τὰ σκέλη. Καὶ τὲς φυσοῦνες μάκρυνεν ἀπ’ τὴν φωτιὰ καὶ ὅλα ἐσύναξε
τὰ σύνεργα σ’ ἕν’ ἀργυρὸ λαρνάκι, καὶ μὲ σφουγγάρι ἐκάθαρε τὸ πρόσωπο, τὰ χέρια, τὸν τράχηλον, τὸν
δυνατόν, τὰ δασερά του στήθη. Χιτώνα ἐνδύθη, ἐφούχτωσε σκῆπτρο παχὺ κι ἐβγῆκε χωλαίνοντας· καὶ
ἀνάλαφρα τὸν κύριον ἐστηρίζαν θεράπαινες ὁλόχρυσες, σὰν ζωντανὰ κοράσια. Δύναμιν ἔχουν καὶ φωνήν,
νοῦν ἔχουν εἰς τὲς φρένες, καὶ τεχνουργήματ’ ἔμαθαν ἀπὸ τοὺς ἀθανάτους. {{r|420}} ᾽Εκεῖνες τὸν ἐπρόσεχαν·
κι ἐσύρθη αὐτὸς πλησίον στὴν Θέτιδα κι ἐκάθισε σ’ ἕνα θρονὶ ὡραῖο˙ τὸ χέρι ἐκείνης ἔσφιξε· «μακρόπεπλη »,
τῆς εἶπε, «Θέτι σεπτὴ καὶ ἀγαπητή, στὸ δῶμα μας πῶς ἦλθες; Καὶ ὡς τώρα ἐδῶ δἐν σ’ εἴδαμε καθόλου νὰ
συχνάζης. Λέγε μου εὐθὺς ὅ,τι ποθεῖς· καὶ νὰ τὸ πράξω θέλω ἂν πράγμα εἶναι ποὺ γίνεται καὶ ποὺ ἠμπορῶ νὰ
πράξω». Καὶ ἡ Θέτις δάκρυα χύνοντας ἀπάντησέ του κι εἶπε: «῞Ηφαιστε, ἀπ’ ὅλες τὲς θεὲς τοῦ ᾽Ολύμπου
ξεύρεις ἄλλην, τόσα κακὰ νὰ ἐθέρισαν καὶ πόνοι τὴν ψυχήν της {{r|430}} ὅσους σ’ ἐμὲ προτίμησε πόνους νὰ
δώση ὁ Δίας; Μόνην ἀπ’ τὲς θαλασσινὲς ὑπόταξεν ἐμένα σ’ ἄνδρα θνητὸν καὶ στανικῶς στὴν κλίνην τοῦ
Πηλέως ἔστερξα ἐγὼ· καὶ ἀδύναμος αὐτὸς στὰ μέγαρά του ἀπὸ τὸ γῆρας τήκεται· τώρα ἔχω πίκρες ἄλλες· ἕναν
υἱὸν μ’ ἀξίωσε νὰ λάβω καὶ νὰ θρέψω στοὺς ἥρωας ἀσύγκριτον καὶ ὡσὰν βλαστάρι κήπου˙ ἀφοῦ τὸν
γλυκοανάστησα τὸν ἔστειλα στὴν Τροίαν μὲ τὰ κυρτὰ καράβια του ἐκεῖ νὰ πολεμήση. Ἀλλὰ δὲν θέλει γύρει
αὐτὸς στὰ γονικά του πλέον {{r|440}} ἡ ἀγκάλη μου νὰ τὸν δεχθῆ στὸ σπίτι τοῦ Πηλέως. Καὶ ὅσο μοῦ ζῆ καὶ
τοῦ ἡλιοῦ τὸ φῶς ἀκόμη βλέπει θλίβεται καὶ δὲν δύναμαι νὰ γίνω βοηθός του. Τὴν κόρην ποὺ τοῦ διάλεξαν οἱ
Ἀχαιοὶ βραβεῖον, ἐκείνην ἀπ’ τὰ χέρια του ἐπῆρε ὀπίσ’ ὁ Ἀτρείδης. Ἔτρωγε ἀπὸ τὸν πόνον της ἐκεῖνος τὴν
καρδιά του καὶ οἱ Τρῶες εἰς τὲς πρύμνες των τοὺς Ἀχαιοὺς ἐκλειοῦσαν. Καὶ δὲν τοὺς ἄφηναν νὰ βγοῦν˙ καὶ οἱ
γέροι τῶν Ἀργείων σ’ αὐτὸν προσπέφταν καὶ λαμπρὰ τοῦ ὀνοματίζαν δῶρα. Καὶ τότε ἀπὸ τὸν ὄλεθρον ὁ ἴδιος
νὰ τοὺς σώση {{r|450}} δὲν ἤθελεν, ἀλλ’ ἔστειλε τὰ ὅπλα του ζωσμένον τὸν Πάτροκλον στὸν πόλεμον καὶ
ἀνδρειωμένα πλήθη γύρω εἰς τὲς Πύλες τὲς Σκαιὲς ὁλήμερα ἐμαχόνταν καὶ αὐτοῦ τὴν πόλιν θά ᾽παιρναν, ἀλλὰ
τὸν ἀνδρειωμένον Πάτροκλον, ὁποὺ ἐθέριζε ζωὲς μὲς στοὺς προμάχους, φόνευσε ὁ Φοῖβος κι ἔδωκε τοῦ
῞Εκτορος τὴν νίκην. Γι’ αὐτὸ σ’ ἐσὲ προσέπεσα, ἂν θέλης στὸ παιδί μου, ἄχ! τὸν ὀλιγοήμερον, ἀσπίδα νὰ
Ιλιάδα (Πολυλάς)/σ 127
χαρίσης, θώρακα, κράνος καὶ καλὲς θηλυκωτὲς κνημίδες˙ ἔχασε αὐτὸς μὲ τ’ ἄρματα καὶ τὸν πιστόν του φίλον
{{r|460}} καὶ χάμου τώρα κείτεται στὴν λύπην βυθισμένος». Καὶ ὁ ἔνδοξος χωλὸς θεὸς σ’ ἐκείνην ἀπαντοῦσε:
«Θάρρου, ὡς πρὸς τοῦτο παντελῶς ὁ νοῦς σου ἂς μὴ φροντίζη. Ἔτσι άπ’ τὸν μαῦρον θάνατον νὰ ἠμπόρουν νὰ
τὸν κρύψω, ἀνάμερα, ὅταν ἡ σκληρὴ φθάση κοντά του ἡ μοίρα, καθὼς ἄρματα ὑπέρλαμπρα ἐγὼ θὰ τοῦ
ἐτοιμάσω νὰ θαμπωθοῦν ὅσοι τὰ ἰδοῦν τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων». Εἶπε καὶ αὐτοῦ τὴν ἄφησε κι ἐπῆγε στὲς
φυσοῦνες, στὸ πῦρ τὲς στρέφει καὶ γοργὰ νὰ ἐργάζωνται προστάζει. Φυσοῦνες εἴκοσι φυσοῦν στὲς κάψες τους
καὶ βγάζουν {{r|470}} εὐκολοφύσητην πνοὴν σφοδρὴν ἢ μετρημένην, πότε μὲ βιὰ πότε σιγὰ νὰ ὑπηρετοῦν, ὡς
θέλει ὁ ῞Ηφαιστος, ὥστ’ εὔκολα τὸ ἔργον νὰ τελειώση· σκληρὸν χαλκόν, κασσίτερον, πολύτιμο χρυσάφι καὶ
ἀσήμι βάζει στὴν φωτιὰ, κατόπιν μέγ’ ἀμόνι εἰς τὸν κορμὸν τοποθετεῖ καὶ στὸ δεξί του χέρι σφύραν ἀδράχνει
δυνατήν, καὶ τὸ διλάβι στ’ ἄλλο. Κι ἔπλασε,πρῷτα δυνατὴν ἀσπίδα καὶ μεγάλην ὅλην μὲ τέχνην καὶ τριπλὸν
λαμπρὸν τριγύρω κύκλον˙ μὲ πέντε δίπλες ἔγινεν ἡ ἀσπίδα καὶ σ’ ἐκείνην {{r|480}} λογιῶν εἰκόνες ἔπλαθε μὲ
τὴν σοφὴν του γνῶσιν. Τὴν γῆν αὐτοῦ, τὸν οὐρανὸν, τὴν θάλασσαν μορφώνει τὸν ἥλιον τὸν ἀκούραστον,
γεμάτο τὸ φεγγάρι, τ’ ἀστέρια ὁποὺ τὸν οὐρανὸν ὁλοῦθε στεφανώνουν, τὴν δύναμιν τοῦ ᾽Ωρίωνος, ῾Υάδες,
Πληιάδες τὴν Ἄρκτον, ποὺ καὶ Ἅμαξαν καλοῦν, καὶ αὐτοῦ γυρίζει πάντοτε, τὸν ᾽Ωρίωνα ἀσάλευτα τηρώντας.
Ἡ μόνη ποὺ τ’ ᾽Ωκεανοῦ τὸ λοῦσμα δὲν γνωρίζει. Δύο κατόπιν ἔκαμεν ἀνθρώπων πολιτεῖες καλές. Στὴν μίαν
γίνονταν τοῦ γάμου χαροκόπι· {{r|490}} νυφάδες ἀπ’ τὰ γονικὰ συνώδευαν στὴν πόλιν μὲ τὰ δαδιὰ καὶ
ἀλαλαγμὸς σηκώνετο ὑμεναίου˙ καὶ ἀγόρια κεῖ στριφογυρνοῦν εἰς τὸν χορὸν τεχνίτες, αὐλοί, κιθάρες ἀντηχοῦν
στὴν μέσην καὶ οἱ γυναῖκες ὁλόρθες εἰς τὰ πρόθυρα θωροῦσαν κι ἐθαυμάζαν. Κι ἦταν λαοῦ συνάθροισις στὴν
ἀγοράν, ποὺ δύο φιλονικοῦσαν ἄνθρωποι γιὰ πρόστιμο ἑνὸς φόνου. Ὁ ἕνας ποὺ ὅλα ἐπλήρωσεν ἐκήρυττε στὰ
πλήθη, ὁ ἄλλος ὁποὺ τίποτε δὲν ἔλαβε· καὶ οἱ δύο ἐμπρὸς ἠθέλαν στὸν κριτὴν τὸ πράγμα νὰ τελειώση.
{{r|500}} Τοῦ ἑνὸς καὶ τ’ ἄλλου μὲ φωνὲς τὰ πλήθη ἐπαῖρναν μέρος· οἱ κήρυκες τὰ ἡσύχαζαν˙ καὶ μὲς στὸν
ἅγιον κύκλον στὰ σκαλισμένα μάρμαρα ἐκάθισαν οἱ γέροι, καὶ ἀπὸ τὰ χέρια λάμβαναν τῶν λιγυρῶν κηρύκων
τὰ σκῆπτρα κι ἐσηκώνονταν κι ἐδίκαζε καθένας. Βαλμένα ἦσαν στὴν μέσην τους δυὸ τάλαντα χρυσάφι γι’
αὐτὸν ποὺ δικαιότερα τὴν κρίσιν του προφέρη. Τὴν ἄλλην πόλιν ἔζωναν δύο στρατοὶ τριγύρω ποὺ στ’ ἄρματά
τους ἔλαμπαν· καὶ δύο γνῶμες εἶχαν, νὰ τὴν χαλάσουν παντελῶς ἢ τὰ μισὰ νὰ λάβουν {{r|510}} ἀπ’ ὅσα
κτήματα ἡ λαμπρὴ χωροῦσε πολιτεία· ἐκεῖνοι δὲν ἐπείθοντο καὶ κρύφια γιὰ καρτέρι ὁπλίζονταν· ἐφύλαγαν τὸ
τεῖχος οἱ γυναῖκες μὲ ὅλα τ’ ἀνήλικα παιδιὰ καὶ οἱ γέροντες μαζί τους. Κι ἐκεῖνοι ἐβγαῖναν ἡ Ἀθηνᾶ καὶ ὁ Ἄρης
ἀρχηγοί τους χρυσοὶ καὶ οἱ δύο μὲ χρυσὰ τὰ ἐνδύματα, μεγάλοι, ὄμορφοι, ὡσὰν ἀθάνατοι, μὲ τ’ ἄρματα καὶ
πέρα ξεχωριζόνταν˙ κι ἔβλεπες μικρὰ τὰ πλήθη κάτω· καὶ ὅτ’ ἔφθασαν ὅπου ἔπρεπε νὰ στήσουν τὸ καρτέρι,
στὸν ποταμὸν ποὺ ἐπότιζε καθένας τὸ κοπάδι, {{r|520}} αὐτοῦ καθίσαν σκεπαστοί, μὲ τὰ λαμπρά τους ὅπλα.
Καὶ δύο ξέμακρα σκοποὶ σταθῆκαν καρτερώντας πότε νὰ ἰδοῦν τὰ πρόβατα νὰ φθάσουν κι οἱ ἀγελάδες.
Γρήγορα ἐκεῖνα ἐπρόβαλαν καὶ δυὸ βοσκοὶ κατόπιν καὶ τοῦτοι ἀνυποψίαστοι μὲ σύριγγες ἐπαῖζαν. Κι ἐκεῖνοι
ἅμα τοὺς ξάνοιξαν ἐπάνω τους χυθῆκαν, μέρος τῶν μόσχων ξέκοψαν καὶ τῶν λευκῶν προβάτων κι ἔσφαξαν
κεῖ καὶ τοὺς βοσκούς˙ κι οἱ ἄλλοι ὡς ἐννοῆσαν στὰ βόδια τόσην ταραχήν, σηκώθηκαν ἀπ’ ὅπου κάθονταν στὸ
στρατόπεδο, καὶ ἀμέσως ἀνεβῆκαν {{r|530}} εἰς τ’ ἀνεμόποδ’ ἄλογα καὶ γρήγορα τοὺς φθάσαν. Κι ἐκεῖ στὴν
ἀκροποταμιὰ τὴν μάχην ἀρχινῆσαν κι ἀπ’ τὰ δυὸ μέρη ἐρίχνονταν τὰ χάλκινα κοντάρια. Ἡ ῎Ερις μέσα
ἐγύριζεν, ὁ Κυδοιμὸς καὶ ἡ Μοίρα, ποὺ ἄλλον ἐκράτει ἀλάβωτον, κι αἱματωμένον ἄλλον, ἄλλον ποδόσερνε
νεκρὸν στὴν ταραχὴν τῆς μάχης˙ κι ἔνδυμα ἐφόρει κόκκινον ἀπ’ τῶν ἀνδρῶν τὸ αἷμα. Στρέφονταν κεῖ σὰν
ζωντανοὶ θνητοὶ κι ἐπολεμοῦσαν, καὶ ἀπ’ τὰ δυὸ μέρη τοὺς νεκροὺς στὸ σιάδι ἐποδοσέρναν. ῎Εβαλε ἀλλοῦ
τριόργητο καὶ μαλακὸ χωράφι {{r|540}} ἐκτεταμένον, κάρπιμο καὶ μέσα ζευγολάτες πολλοὶ μὲ τὰ ζευγάρια
τους τὸ ἐσχίζαν ἄνω κάτω. Καὶ ὅταν γυρίζαν κι ἔφθαναν στοῦ χωραφιοῦ τὴν ἄκρην, ἄνθρωπος τοὺς
ἐπρόσφερνε ποτήρι ὅλο γεμάτο γλυκὸ κρασί, κι ἐγύριζαν στὲς αὐλακιὲς ἐκεῖνοι πρόθυμοι τοῦ μεγάλου ἀγροῦ
νὰ φθάσουν εἰς τὴν ἄκρην. Μαυρίζει ὄπισθεν ἡ γῆ καὶ δείχνει ἀλετρεμένη μ’ ὅλον ὁπού ᾽ναι ὁλόχρυση, τῆς
τέχνης μέγα θάμα. Φραγμένο κτῆμα θέτει ἀλλοῦ πού ᾽χε ὑψηλὰ τὰ στάχια καὶ μέσα ἐργάτες θέριζαν μὲ
κοφτερὰ δρεπάνια. {{r|550}} Καὶ ἅλλες χεριὲς ἐπανωτὲς στὲς αὐλακιὲς ἐπέφταν, καὶ ἄλλες μὲ καλαμόσχοινα
τὲς δέναν ἐπιστάτες τρεῖς διορισμένοι, ἐνῶ παιδιὰ κατόπι τους σηκῶναν χερόβολα στὲς ἀγκαλιὲς καὶ
ἀδιάκοπα τὰ ἐδέναν˙ καὶ ὁ κύριος στὴν αὐλακιὰ μὲ σκῆπτρον εἰς τὸ χέρι σιωπηλὸς ἐστέκονταν κι ἐχαίρετο ἡ
Ιλιάδα (Πολυλάς)/σ 128
ψυχή του. Παρέκει κάτω ἀπό ᾽να δρὺ σφακτὸ μεγάλο βόδι γιὰ τὸ τραπέζι ἑτοίμαζαν· καὶ ὡστόσον οἱ γυναῖκες
πλῆθος ἀλεύρια μούσκευαν φαγὶ γιὰ τοὺς ἐργάτες. Ἀμπέλι μέγα ἔβαλαν ἀλλοῦ καρπὸν γεμάτο, {{r|560}} καλό,
χρυσὸ κι ἐμαύριζαν ὁλοῦθε τὰ σταφύλια˙ τὰ κλήματ’ ἦσαν σ’ ἀργυρὰ σταλίκια στυλωμένα. Καὶ λάκκον ἀπὸ
χάλυβα καὶ κασσιτέρου φράκτην ἔσυρε γύρω καὶ ἄνοιξε στὴν ἄκρην μονοπάτι γιὰ νὰ περνοῦν, ὅταν τρυγᾶν τὸ
ἀμπέλι, οἱ καρποφόροι. Καὶ ἀγόρια, κόρες λιγερές, ἀμέριμνα στὴν γνώμην ἐφέρναν τὸν γλυκὺν καρπὸν μέσα
εἰς τὰ καλάθια. Γλυκιὰν κιθάραν ἔπαιζε στὴν μέσην τους ἀγόρι καὶ μὲ τὴν λιγερὴ λαλιὰ τὸν λίνον τραγουδοῦσε
μελωδικά, καὶ ὅλοι μαζί τριγύρω του ἐσκιρτοῦσαν {{r|570}} καὶ τὲς φωνές τους ἔσμιγαν μὲ τὸ γλυκὸ τραγούδι.
Ἀγέλην ἔκαμεν ἀλλοῦ ταύρων όρθοκεράτων, καὶ οἱ ταῦροι ἐπλάσθηκαν χρυσοῦ καὶ κασσιτέρου ἀκόμη καὶ ἀπ’
τὴν αὐλὴν μουγκρίζοντας πρὸς τὴν βοσκὴν κινοῦσαν εἰς τὸ ποτάμι, ὁποὺ βροντᾶ στὰ τρυφερὰ καλάμια.
Χρυσοὶ βαδίζαν τέσσεροι μ’ ἐκείνους βοδηλάτες, κι ἐννέα σκύλοι φύλακες γοργόποδες τριγύρω. Καὶ ἀπὸ τοὺς
πρώτους τῆς κοπῆς δυὸ τρομερὰ λιοντάρια βαρβάτον ταῦρον ἅρπαξαν ποὺ ἐμούγκρα ἐνῶ τὸν σέρναν. Καὶ οἱ
σκύλοι ἐπάνω ἐχούμησαν καὶ ὁμοῦ τὰ παλικάρια. {{r|580}} Καὶ ἀφοῦ τοῦ ταύρου ἔκοψαν τὸ δέρμα τὰ θηρία
αἷμα τοῦ ἐρούφαν κι ἄντερα· τοῦ κάκου οἱ βοδηλάτες ἐπάνω τὰ γοργόποδα σκυλιὰ παρακινοῦσαν. Δὲν
ἐκοτοῦσαν δάγκαμα νὰ δώσουν στὰ λεοντάρια, ἀλύχταν μόνο ἀπὸ σιμὰ καὶ πάλι ἀναμερίζαν. Κι ἕναν πλατὺν
βοσκότοπον λευκόμαλλων προβάτων ἔκαμ’ ὁ ἔνδοξος χωλὸς μέσα εἰς καλὸ λαγκάδι, στάνες, καλύβες
σκεπαστές, καὶ μανδριὰ μεγάλα. Κι ἕναν χορὸν ἱστόρησεν ὁ μέγας ζαβοπόδης, ὅμοιον μ’ αὐτὸν ποὺ ὁ Δαίδαλος
εἶχε φιλοτεχνήσει {{r|590}} τῆς Ἀριάδνης τῆς λαμπρῆς εἰς τῆς Κνωσοῦ τὰ μέρη. Ἀγόρια ἐκεῖ, πολύπροικες
παρθένες ἐχορεῦαν κι ἐγύριζαν χεροπιαστοί· καὶ οἱ κόρες ἐφοροῦσαν λινὰ ἐνδύματα λεπτά, κι εἶχαν τὰ
παλικάρια ἀπὸ τὸ λάδι λαμπεροὺς καλόγνεστους χιτῶνες. Λαμπρὰ στεφάνια εἶχαν αὐτές, εἶχαν χρυσὰ ἐκεῖνοι
μαχαίρια ποὺ ἀπ’ ἀργυροὺς κρεμιόνταν τελαμῶνες· καὶ πότ’ ἐτρέχαν κυλητὰ μὲ πόδια μαθημένα, ὡσὰν
σταμνάς, ὁποὺ τροχὸν ἁρμόδιον στὴν παλάμην τὴν τριγυρνᾶ καθήμενος νὰ δοκιμάση ἂν τρέχη, {{r|600}} καὶ
πότε ἀράδα ἔτρεχαν ἀντίκρυ στὴν ἀράδα. Καὶ τὸν ἀσύγκριτον χορὸν τριγύρω ἐδιασκεδάζαν πολὺς λαὸς καὶ
ἀνάμεσα ὁ ἀοιδὸς ὁ θεῖος κιθάριζε· καὶ ὡς ἄρχιζεν ἐκεῖνος τὸ τραγούδι δυὸ χορευτὲς στὴ μέση τους πηδοῦσαν
κι ἐγυρίζαν. Τὸν ποταμὸν ᾽Ωκεανὸν καὶ δυνατὸν καὶ μέγαν γύρω στὸν κύκλον ἔθεσε τῆς στερεῆς ἀσπίδος. Καὶ
τὴν τρανὴν ὡς τοῦ ᾽καμεν ἀσύντριφτην ἀσπίδα, θώρακα κάμνει π’ ἄστραφτεν ὅσο ἡ φωτιὰ δὲν λάμπει, κράνος
κατόπι στερεὸν ἁρμόδιον στὸ κεφάλι, {{r|610}} καλότεχνο μὲ ὁλόχρυσο στὴν κορυφήν του λόφον, καὶ ἀπὸ
λεπτὸν κασσίτερον μορφώνει τὲς κνημίδες. Καὶ ὅλα τὰ ὅπλα ὡς ἔκαμε τὰ σήκωσε ὁ τεχνίτης καὶ τοῦ Ἀχιλλέως
τά ᾽βαλεν ἐμπρὸς εἰς τὴν μητέρα. Καὶ αὐτὴ μὲ τ’ ὅπλα π’ ἄστραφταν, τοῦ Ἡφαίστου δῶρο, ἐχύθη ὡσαν νεράκι
ἀπ’ τὴν κορφὴν τοῦ χιονισμένου Ὀλύμπου.
Ιλιάδα (Πολυλάς)/τ 129
Ιλιάδα (Πολυλάς)/τ
←Ραψωδία σ Ιλιάδα Ραψωδία υ→
Συγγραφέας: Όμηρος
Μεταφραστής: Ιάκωβος
Πολυλάς
Ραψωδία τ
<poem> ῎Αφηνε τοῦ ᾽Ωκεανοῦ τὰ βάθ’ ἡ ροδισμένη ᾽Ηὼς νὰ φέρη τῶν Θεῶν τὸ φῶς καὶ τῶν ἀνθρώπων˙ κι
ἔφερ’ ἡ Θέτις τοῦ θεοῦ τὰ δῶρ’ αὐτὰ στὰ πλοῖα. Ἦβρε σιμὰ στὸν Πάτροκλο τὸν ποθητὸν υἱόν της πικρὰ νὰ
κλαίη, καὶ πολλοὶ τριγύρω του ἐθρηνοῦσαν σύντροφοι, κι ἡ ἀσύγκριτη θεὰ σιμά τους ἦλθε. Τὸ χέρι τοῦ ᾽πιασε
σφικτά, προσφώνησέ τον κι εἶπε: «Παιδί μου, αὐτὸν ν’ ἀφήσωμε, μἐ ὅλο μας τὸν πόνο, νὰ κείτεται ὡς τὸν
δάμασε ἡ βουλὴ τῶν ἀθανάτων˙ τοῦ ῾Ηφαίστου τώρα δέξου ἐσὺ τ’ ἄρματα τὰ ὡραῖα {{r|10}} ποὺ ὄμοια δὲν
ἐφόρεσε κανεὶς θνητὸς ἀκόμη». Εἶπε καὶ καθὼς ἔθεσεν ἐμπρὸς στὸν Ἀχιλλέα τ’ ἄρματα τὰ καλότεχνα, κεῖν’
ἀντηχῆσαν ὅλα. Οἱ Μυρμιδόνες τρόμαξαν, κανεὶς νὰ τ’ ἀντικρίση δὲν ἐτολμοῦσε κι ἔφυγαν˙ καὶ ἅμα τὰ εἶδ’
ἐκεῖνος μέσα του ἐχόχλασε ἡ χολὴ βαθύτερα καὶ ἀστράψαν ὡσὰν φωτιὰ τὰ μάτια του˙ κι εὐφραίνετο νὰ πιάνη
τὰ ὡραῖα δῶρα τοῦ θεοῦ καὶ ἀφοῦ νὰ τὰ θωράη τὰ ἐξαίσια κεῖνα θαύματα μὲς στὴν ψυχή του εὐφράνθη, εἶπε
πρὸς τὴ μητέρα του: «Τ’ ἄρματα, ὦ μητέρα, {{r|20}} τέτοια τὰ χάρισε ὁ θεός, καθὼς νὰ εἶναι ἁρμόζει ἔργα
θεῶν, καὶ ὁποὺ θνητὸς δὲν τὰ κατασκευάζει. Καὶ τώρα ἐγὼ θ’ ἀρματωθῶ· μόνον πολὺ φοβοῦμαι μήπως εἱς τὸν
ἀνδράγαθον υἱὸν τοῦ Μενοιτίου στὲς ἀνοικτὲς λαβωματιὲς αἰσχρὲς βοηθήσουν μύγες καὶ τὰ σκουλήκια
γεννηθοῦν καὶ τὸν νεκρὸν νὰ φθείρουν, ἀφοῦ τὸν ἄφησε ἡ ψυχή, καὶ ὅλο σαπῆ τὸ σῶμα». Κι ἡ ἀσημόποδη θεὰ
σ’ ἐκεῖνον ἀποκρίθη: «Παιδί μου, αὐτὸν τὸν στοχασμὸν ποσῶς μὴ βάλη ὁ νοῦς σου. Ἀπὸ τὲς μύγες, ἄγριες
σπορὲς ποὺ κατοτρώγουν {{r|30}} τὸ σκοτωμένο μαχητήν, ἐγὼ θὰ τὸν φυλάξω· κι ἐὰν σταθῆ κειτόμενος, ὅσο
νὰ κλείση ὁ χρόνος, ἄβλαπτο καὶ καλύτερο θὰ στέκεται τὸ σῶμα. Κάλεσε ὡστόσο εἰς σύνοδον τῶν Ἀχαιῶν τοὺς
πρώτους καὶ βάλε κάτω τὸν θυμὸν ποὺ ἔχεις στὸν Ἀτρείδη, κι εὐθὺς ρίξου στὸν πόλεμον καὶ περιζώσου
ἀνδρείαν». Εἶπε καὶ τὸν ἐγέμισεν ἀνδραγαθία καὶ θάρρος καὶ στὰ ρουθούνια τοῦ νεκροῦ ρόδινο στάζει νέκταρ
καὶ ἀμβροσίαν, ἄφθαρτο τὸ σῶμα νὰ κρατήση. Καὶ παίρνει τὴν ἀκρογιαλιὰν ὁ θεῖος Ἀχιλλέας {{r|40}} καὶ μὲ
κραυγὴ τρομακτικὴ σηκώνει τοὺς Ἀργείους. Καὶ αὐτοὶ ποὺ πάντοτ’ ἔμεναν στὴν περιοχὴ τῶν πλοίων, καὶ ὅσοι
τὰ πλοῖα κυβερνοῦν καὶ στρέφουν τὸ πηδάλι, οἱ οἰκονόμοι, οἱ μοιρασταὶ τοῦ σίτου, ἐτρέξαν ὅλοι στὴν σύνοδον
ποὺ ἐφάνηκε καὶ πάλιν ὁ Πηλείδης ποὺ τόσον ἔλειπε καιρὸν ἀπ’ τὸν σκληρὸν ἀγώνα, Μὲ χωλὸ πόδι ἐβάδιζαν
τοῦ Ἄρη δυὸ βλαστάρια, Τυδείδης ὁ ἀνδράγαθος καὶ ὁ θεῖος ᾽Οδυσσέας, καὶ ἀκοῦμπαν στὰ κοντάρια τους, ὡς
ἦσαν λαβωμένοι, καὶ τῆς συνόδου ἐκάθισαν στὲς ἔδρες πού ᾽ναι οἱ πρῶτες. {{r|50}} Κατόπιν ἦλθεν ὕστερος ὁ
μέγας Ἀγαμέμνων, εἶχε κι ἐκεῖνος λάβωμα ποὺ στὸν σκληρὸν ἀγώνα μὲ κονταριὰ τοῦ ἄνοιξεν ὁ Ἀντηνορίδης
Κόων καὶ ὡς ὅλοι ὁμοῦ συνάχθηκαν οἱ Ἀχαιοί, σηκώθη στὴ μέση τους καὶ ὁμίλησεν ὁ θεῖος Ἀχιλλέας:
«Ἀτρείδη, τάχα ὠφέλησεν ἐκεῖνο ἐμᾶς τοὺς δύο, ἑσὲ κι ἐμέν᾽, ὅτ’ ἄναψε φαρμακερὴ διχόνοια τὰ σωθικά μας
καὶ ὁ θυμός, ἐξ ἀφορμῆς τῆς κόρης; Νά ᾽χε την σβήσ’ ἡ Ἄρτεμις μὲ βέλος τὴν ἡμέρα ποὺ ἐπόρθησα τὴν
Λυρνησσόν, καὶ δούλη τὴν ἐπῆρα· {{r|60}} τότε δὲν θὰ ἐδάγκαναν τόσοι Ἀχαιοὶ τὸ χῶμα κάτω ἀπ’ τὲς λόγχες
τῶν ἐχθρῶν, κι ἦτ’ ὁ θυμός μου αἰτία. Ὁ ῞Εκτωρ ἀπ’ τὴν ἔχθραν μας ἐκέρδισε καὶ οἱ Τρῶες, ἀλλ’ οἱ Ἀχαιοὶ
πολὺν καιρὸν θαρρῶ θὰ τὴν θυμοῦνται. Ἀλλ’ ὅ,τι ἐγίνη ἀφήνομεν, ἂν καὶ μᾶς ἔχει πλήξει καὶ πρέπει νὰ
δαμάσωμεν στὰ στήθη τὴν ψυχή μας. Παύω ἐγὼ τώρα τὴν χολὴν ὅτι ποσῶς δὲν πρέπει θυμὸν νὰ τρέφω
αἰώνιον· σὺ μὴν ἀργῆς ὡστόσο στὸν πόλεμον τοὺς Ἀχαιοὺς ἀμέσως νὰ σηκώσης· ὅτι τοὺς Τρῶας ἄντικρυ θὰ
δοκιμάσω ἂν θέλουν {{r|70}} νὰ ξενυκτοῦν στὰ πλοῖα μας· θαρρῶ ποὺ ὅσοι προφθάσουν νὰ φύγουν ἀπ’ τὴ
λόγχη μου καὶ ἀπ’ τὸν δεινὸν ἀγώνα πολλὴ χαρὰ θενὰ αἰσθανθοῦν τὰ γόνατα νὰ κλίνουν». Εἶπεν αὐτὰ κι
ἐχάρηκαν οἱ Ἀχαιοὶ γενναῖοι ποὺ ἄφησε ὁ μεγαλόψυχος Πηλείδης τὸ θυμό του. Καὶ πρὸς αὐτοὺς ὁμίλησεν ὁ
μέγας Ἀγαμέμνων ἐκεῖθεν ὅπου ἐκάθονταν, χωρὶς νὰ προχωρήση: «Ἥρωες φίλοι Δαναοί, θεράποντες τοῦ Ἄρη,
ν’ ἀκούετ’ ἀνεμπόδιστος ὅποιος τὸν λόγον ἔχει ἡ τάξις θέλει˙ κι ἔμπειρον ἡ διακοπὴ πειράζει· {{r|80}} νὰ εἰπῆ,
ν’ ἀκούση ποιὸς μπορεῖ στὸν θόρυβον ποὺ κάνουν τὰ πλήθη; Καὶ ψηλόφωνος δειλιάζει δικηγόρος. Εἰς τὸν
Ιλιάδα (Πολυλάς)/τ 130
Πηλείδη τώρα ἐγὼ θὰ ἐξηγηθῶ κι οἱ ἄλλοι Ἀργεῖοι κεῖνο ὁποὺ θὰ εἰπῶ καλὰ νοήσετ’ ὅλοι. Πολλὲς φορὲς οἱ
Ἀχαιοὶ μ’ ὀνείδισαν γιὰ τοῦτο, ἀλλ’ αἴτιος δὲν εἶμ’ ἐγώ· ἀλλὰ εἶναι ὁ Ζεὺς κι ἡ Μοίρα καὶ ἡ νυκτοπλάνητη
᾽Ερινύς, ποὺ τὴν ἀγρίαν Ἄτην τότε μέσα στὴ σύνοδον ἐβάλαν εἰς τὸν νοῦν μου, καὶ τοῦ Ἀχιλλέως πῆρα ἐγὼ ὁ
ἴδιος τὸ βραβεῖον. Καὶ τί θὰ ἔκανα; Ὁ θεὸς τὰ πάντα κατορθώνει. {{r|90}} Σεβαστὴ κόρη τοῦ Διὸς ἡ Ἄτ’ ἡ
ὀλεθρία κατάρατη ἀερόποδη, τὸ χῶμα δὲν ἐγγίζει ἀνάερ’ ἀπὸ τὲς κεφαλὲς γυρίζει τῶν ἀνθρώπων γιὰ νὰ τοὺς
βλάψη, καὶ ἄσφαλτα ἕν’ ἀπ’ τοὺς δυό τους δένει· τὸν Δί’ ἀκόμη ἔβλαψε, ποὺ ὑπέρτατον τὸν λέγουν καὶ οἱ
θνητοὶ κι οἱ ἀθάνατοι· ὅμως καὶ αὐτὸν ἡ Ἥρα ἀπάτησε ἂν καὶ ἀδύνατη μὲ δόλο τὴν ἡμέραν ἐκείνην ὁποὺ
ἔμελλε στὴν πυργωμένη Θήβην τοῦ ῾Ηρακλῆ τὴν δύναμιν ἡ Ἀλκμήνη νὰ γεννήση. Ὅτ’ εἶπε αὐτὸς καυχώμενος
στοὺς ἀθανάτους ὅλους: {{r|100}} «Σεῖς όλοι ἀθάνατοι θεοί, θεὲς καὶ σεῖς, ἀκοῦτε ὅ,τι στὰ στήθη μου ἡ ψυχὴ
νὰ εἰπῶ παρακινεῖ με· θὰ φέρη σήμερα στὸ φῶς ἡ ὀδυνοφόρα Εἰλείθυια ἄνδρα ποὺ γύρω τῶν λαῶν θὰ
βασιλεύση ὅλων· κατάγεται ἀπ’ τὸ αἷμά μου καὶ ἀπὸ τὴν γενεάν μου». Κι ἡ Ἥρα τοῦ ᾽πε ἡ σεβαστὴ μὲ δόλον
εἰς τὸν νοῦν της: «Θὰ φανῆς ψεύτης, δὲν θὰ ἰδῆς ὁ λόγος σου νὰ γίνη. Κι ὅρκον, ᾽Ολύμπιε, δυνατόν, ἂν θέλης
ὄμοσέ μου ποὺ ὅλων τριγύρω τῶν λαῶν θὰ βασιλεύση ἐκεῖνος ποὺ μὲς στὰ πόδια γυναικὸς τὴν σήμερον θὰ
πέση {{r|110}} ποὺ νά ᾽ναι ἀπὸ τὸ αἷμα σου καὶ ἀπὸ τὴν γενεάν σου». Εἶπε καὶ δὲν ἐνόησεν ὁ Ζεὺς ποσῶς τὸν
δόλον, καὶ ὅρκον μέγαν ὤμοσε, καὶ αὐτὸ κακὸ τοῦ ἐγίνη. Κι ἡ Ἥρ’ ἀπὸ τὴν κορυφὴν τοῦ ᾽Ολύμπου ἐχύθη στ’
Ἄργος τὸ Ἀχαίκόν, ποὺ ἐγνώριζεν ἐκεῖ τοῦ Περσηιάδου Σθενέλου τὴν ἀσύγκριτη γυναίκα, ὁποὺ βαστοῦσε μὲς
στὴν γαστέρα της παιδὶ κι ἐμέτρα ἑπτὰ φεγγάρια· καὶ ἂν καὶ λειπόμηνον στὸ φῶς τὸν ἔβγαλεν ἡ Ἥρα καὶ τῆς
Ἀλκμήνης κράτησε τὴ γέννα καὶ τοὺς πόνους κι ἡ ἴδια τό ᾽πε τοῦ Διός: «Πατέρ’ ἀστραποφόρε, {{r|120}}
ἄκουσε κάτι· πρόωρα ἄνδρας λαμπρὸς γεννήθη ὁ Εὐρυσθεύς, ποὺ βασιλεὺς θὰ εἶναι τῶν Ἀργείων, πατέρας
του εἶναι ὁ Σθένελος καὶ πάππος ὁ Περσέας, γένος σου˙ καὶ τοῦ στέκεται τὸ σκῆπτρο τῶν Ἀργείων». Εἶπε· στὰ
σπλάχνα τοῦ Διὸς δριμὺς ἐμπῆκε πόνος. Τὴν Ἄτην ἅρπαξεν εὐθὺς ἀπ’ τὲς λαμπρὲς πλεξίδες μὲ τὴν χολὴν εἰς
τὴν καρδιὰ καὶ ὤμοσε μέγαν ὅρκον: ποτὲ στ’ ἀστέρια τ’ οὐρανοῦ καὶ στὲς κορφὲς τοῦ ᾽Ολύμπου ἡ Ἄτη,
ὄλεθρος κοινός, στὸ ἑξῆς νὰ μὴν πατήση. Εἶπε καὶ μὲ τὸ χέρι του τὴν πέταξε ἀπὸ τ’ ἄστρα {{r|130}}
σφενδονιστὰ κι ἔφθασε αὐτὴ στοὺς τόπους τῶν ἀνθρώπων. Πάντοτ’ ἐστέναζε ἀπ’ αὐτὴν ὅταν τὸν ποθητόν του
ἐβασανίζαν οἱ ἀπρεπεῖς ἀγῶνες τοῦ Εὐρυσθέως. Ὁμοίως κι ἐγὼ πάντοτε ὅταν ὁ μέγας ῞Εκτωρ ἀκράτητος
ἐθέριζε στὲς πρύμνες τοὺς Ἀργείους, ἡ Ἄτη, ποὺ μ’ ἐτύφλωσε δὲν ἔβγαινε ἀπ’ τὸν νοῦ μου. Κι ἐὰν τότ’
ἐτυφλώθηκα καὶ ὁ Ζεὺς τὸ νοῦ μου ἐπῆρε νὰ τὸ διορθώσω θέλω ἐγὼ μὲ ξαγορὰν πλουσίαν· ἀλλὰ σήκω στὸν
πόλεμον καὶ σήκωσε τὰ πλήθη. Καὶ ὅλα τὰ δῶρα εἶν’ ἐτοιμα, κεῖνα ποὺ στὴ σκηνή σου {{r|140}} ἐχθὲς ποὺ
ἦλθε σοῦ ᾽ταξεν ὁ θεῖος ᾽Οδυσσέας· καί, ἂν θέλης, στάσου, κράτησε τῆς μάχης τὴν ὁρμή σου, τὰ δῶρα οἱ
θεράποντες ἀπ’ τὸ δικό μου πλοῖον θενὰ σοῦ φέρουν γιὰ νὰ ἰδῆς ποὺ ἐξαίσια θὰ τὰ δώσω». Καὶ ὁ πτεροπόδης
Ἀχιλλεὺς σ’ ἐκεῖνον ἀποκρίθη: «Τὰ δῶρα εἶναι στὸ χέρι σου νὰ δώσης, ὡς ἁρμόζει, ἢ νὰ κρατήσης· τώρα ἐμεῖς
στὴν μάχην ἂς χυθοῦμε˙ δὲν πρέπει ἐδῶ νὰ τρίβωμε μὲ λόγια τὸν καιρό μας· τὸ μέγα ἔργον ἄπρακτον ἀκόμη
μένει όπίσω· καὶ ὅπως καὶ πάλι πρόμαχον θὰ ἰδῆτε τὸν Πηλείδην {{r|150}} νὰ κόβη μὲ τὴ λόγχη του τὲς
φάλαγγες τῶν Τρώων, μ’ αὐτὸ στὸν νοῦν ἀνδράγαθα καθεὶς ἂς πολεμήση». Σ’ ἐκεῖνον ὁ πολύβουλος ἀπάντησε
᾽Οδυσσέας: «῞Οσο καὶ ἂν εἶσαι ἀσύγκριτος, θεόμορφε Ἀχιλλέα, μὴ πρὸς τὴν ῎Ιλιον νηστικοὺς στὸν πόλεμον
κινήσης τοὺς Ἀχαιούς, ὅτι καιρὸν δὲν θὰ βαστάξη ὀλίγον ἡ μάχη, εὐθὺς ποὺ οἱ φάλαγγες πιασθοῦν τῶν
ἀνδρειωμένων, καὶ στὰ δυὸ μέρη ἕνας θεὸς φυσήση τὴν ἀνδρείαν· ἀλλὰ νὰ φάγουν καὶ νὰ πιοῦν στὲς πρύμνες
πρόσταξέ τους· δύναμις εἶναι τὸ φαγὶ καὶ τὸ κρασὶ τοῦ ἀνθρώπου. {{r|160}} Ἄνδρας δὲν δύναται κανεὶς
ὁλήμερα ὡς τὸ δείλι τοῦ ἐχθροῦ ἀντίκρυ ἀφάγωτος ν’ ἀγωνισθῆ στὴν μάχην· ὅσην καὶ ἂν ἔχη προθυμιὰ νὰ
μάχεται ἡ ψυχή του, σιγὰ-σιγὰ τὰ μέλη του βαραίνουν καὶ τὸν πιάνουν πείνα καὶ δίψα καὶ δειλὰ τὰ γόνατά του
τρέμουν· ἀλλ’ ὅποιος πρῶτ’ ἀπὸ φαγὶ κι ἀπὸ κρασὶ χορτάση καὶ ὁλημερὶς ἂν πολεμᾶ μὲ τοὺς ἐχθροὺς ἀντίκρυ
τὸ θάρρος ἔχει στὴν ψυχήν, τὰ μέλη δὲν τοῦ κόβει ὁ κόπος κι εἶναι ὁ ὕστερος τὸν πόλεμον ν’ ἀφήση. Σκόρπισε
τώρα τὸν λαὸν καὶ εἰπέ τους νὰ ἑτοιμάσουν {{r|170}} τὸ γεῦμα· ὡστόσ’ ὁ βασιλεὺς Ἀτρείδης ἂς σοῦ φέρη τὰ
δῶρα ἐδῶ στὴν σύνοδον νὰ τὰ θωρήσουν ὅλοι οἱ Ἀχαιοὶ καὶ νὰ χαρῆς ἐσὺ μὲς στὴν ψυχήν σου. Καὶ ὅρκον
αὐτὸς νὰ σοῦ ὁρκισθῆ, στὴν μέσην τῶν Ἀργείων, ποὺ δὲν ἀνέβηκε ποτὲ μαζί της εἰς τὴν κλίνην ὅπως τὸ θέλει
τῶν ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν ὁ νόμος. Καὶ σὺ ὁ ἴδιος πράυνε στὰ βάθη τὴν ψυχήν σου. Εἰς τὴν σκηνήν του μὲ
λαμπρὸ τραπέζι ἂς σὲ ἡμερώση τὸ δίκαιόν σου ἀνέλλειπα νὰ λάβης ὅπως πρέπει· καὶ δικαιότερος στὸ ἑξῆς καὶ
Ιλιάδα (Πολυλάς)/τ 131
μ’ ἄλλους θά ᾽σαι, Ἀτρείδη. {{r|180}} ῞Οτι ποσῶς κατάκρισιν δὲν ἔχει βασιλέας ἐὰν κάποιον παραδίκησε νὰ
τὸν καταπραΰνη». Καὶ πρὸς αὐτὸν ἀπάντησεν ὁ μέγας Ἀγαμέμνων: «᾽Εχάρηκα ὅπως ἄκουσα τὸν λόγον σου,
᾽Οδυσσέα, τὰ εἶπες ὅλα ὀρθότατα καὶ ὀπως τὰ θέλ’ ἡ τάξις· αὐτὰ θὰ ὀμώσω πρόθυμος, ὡς καὶ ἡ ψυχή μού
θέλει. Οὐδὲ θὰ γίνω ἐπίορκος ἐμπρὸς τῶν ἀθανάτων. Καὶ ἀπ’ τὴν ὁρμὴν ἂς κρατηθῆ τῆς μάχης ὁ Πηλείδης καὶ
ὅλοι ἐδῶ μείνετε μαζί, ὅσο τὰ δῶρα νά ᾽λθουν ἀπ’ τὴν σκηνὴν καὶ κάμωμε τῶν ὅρκων τὴν θυσίαν. {{r|190}}
Καὶ εἰς σὲ τὸν ἴδιον τοῦτο ἐγὼ νὰ κάμης παραγγέλλω. Διάλεξε τῶν Παναχαιῶν τὰ πρῶτα παλικάρια, τὰ δῶρα
ὅσα ἐτάξαμεν ἐχθὲς στὸν Ἀχιλλέα ἀπ’ τὴν σκηνήν μου φέρετε, καὶ ἀντάμα τὲς γυναῖκες. Κι ἔτοιμον ὁ
Ταλθύβιος ἀπ’ τὸ στρατόπεδόν μας χοῖρον ἂς ἔχη νὰ σφαγῆ στὸν ῞Ηλιον καὶ στὸν Δία». Καὶ ὁ πτεροπόδης
Ἀχιλλεὺς σ’ ἐκεῖνον ἀπαντοῦσε: «῟Ω ἀγαμέμνων ἀρχηγέ, τρισένδοξε Ἀτρεΐδη, αὐτὰ νὰ συγυρίζετε θ’ ἁρμόζη σ’
ἄλλην ὦραν ὅταν συμβῆ ξανάσαμα νὰ γίνη τοῦ πολέμου {{r|200}} καὶ νὰ μὴ καίη τόση ὁρμὴ τ’ ἀνδράγαθά μας
στήθη. Σφαγμένοι ἀπὸ τὸν ῞Εκτορα, ποὺ ἐδόξασεν ὁ Δίας, κείτοντ’ ἐκεῖνοι καταγῆς, καὶ σεῖς νὰ εὐφρανθοῦμε
στὸ φαγοπότι θέλετε· καλύτερα νὰ ἠθέλαν καὶ ὁλονήστικ’ οἱ Ἀχαιοὶ στὸν πόλεμον νὰ ὁρμήσουν καὶ ἅμα βυθίσ’
ὁ ἥλιος, νὰ ἐτοιμασθῆ μεγάλο συμπόσιον, ἀφοῦ τ’ ὅνειδος ἐκδικηθοῦμεν ὅλο· ὅσο γιὰ μὲ δὲν γίνεται φαγὶ νὰ
μοῦ περάση, μήτε πιοτὸ κατέμπροσθεν τοῦ σκοτωμένου φίλου, ποὺ στὴν σκηνήν μου κείτεται μὲ πόδια
τεντωμένα {{r|210}} νεκρὸς ἐκεῖ στὰ πρόθυρα καὶ γύρω οἱ φίλοι κλαίουν. ῞Ωστε τὸν νοῦν μου δὲν κινοῦν
ἐκεῖνα, ἀλλὰ μ’ ἀνάφτει φόνος καὶ αἷμα καὶ βαρὺς τῶν σκοτωμένων βόγγος». Σ’ αὐτὸν τότε ὁ πολύβουλος
ἀντεῖπεν ᾽Οδυσσέας: «Τῶν Ἀχαιῶν ὑπέρτατε, Πηλείδη Ἀχιλλέα, ἐμὲ στὴν λόγχην ξεπερνᾶς τωόντι καὶ ὄχι
ὀλίγο, ἀλλ’ εἶμ’ ἐγὼ στὴν νόησιν πολὺ καλύτερός σου, ὡς ἔχω χρόνια πλιότερα καὶ πλιότερα ἔχω μάθει˙ ὥστε
σὺ στέρξε τὴν καρδιὰ στὰ λόγια μου νὰ κλίνης˙ τοῦ ἀνθρώπου γρήγορ’ ἔρχεται ὁ κόρος τοῦ πολέμου, {{r|220}}
περισσὲς ὅπου οἱ καλαμιὲς κομμένες πέφτουν χάμου καὶ ὀλίγος εἶναι ὁ θερισμός, ὁπόταν τοῦ πολέμου ὁ
οἰκονόμος πού ᾽ναι ὁ Ζεύς, τὴν πλάστιγγά του κλίνη μὲ τὴν γαστέρ’ οἱ Ἀχαιοὶ νὰ κλάψουν τοὺς νεκρούς των
δὲν γίνεται˙ ὅτι ἀμέτρητοι στὴν μάχην κάθε ἡμέραν πέφτουν· καὶ πότε θά ᾽χαμε ξανάσαμα τῆς λύπης; Ἀλλ’
ὅσους πῆρε ὁ θάνατος θὰ θάπτωμεν καὶ δάκρυα θὰ χύνωμεν ἀδείλιαστα ὁλόκληρην ἡμέραν. Ἀλλ’ ὅσοι ἀπὸ τὸν
πόλεμον τὸν μισητὸν ἐμεῖναν αὐτοὶ θὰ φάγουν καὶ θὰ πιοῦν, ὅπως ἐμψυχημένοι {{r|230}} πρὸς τοὺς ἐχθροὺς
ἀδιάκοπα κρατήσωμε τὴν μάχην μὲ τὰ καλά μας ἄρματα· μηδὲ κανεὶς θὰ στέκη δεύτερην ἄλλη προσταγὴ στὸν
πόλεμον ν’ ἀκούση· ὀλέθρια παρακίνησις θὰ εἶναι εἰς ὅποιον μείνη ὀπίσὼ εἰς τὰ καράβια μας· ἀλλ’ ὅλοι ἂς
πεταχθοῦμε ν’ ἀνάψωμε τὸν πόλεμον τῶν ἱπποδάμων Τρώων». Καὶ ὡς εἶπ’ ἐκίνησαν μ’ αὐτὸν τοῦ Νέστορος τ’
ἀγόρια καὶ ὁ Θόας καὶ ὁ Μελάνιππος καὶ ὁ Μέγης ὁ Φιλείδης καὶ ὁ Μηριόνης καὶ μ’ αὐτοὺς ὁ Λυκομήδης,
τέκνον τοῦ Κρέοντος, καὶ στὴ σκηνὴν ἐπήγαιναν τοῦ Ἀτρείδη˙ {{r|240}} καὶ ὅπως εἰπώθη ὁ λόγος του τὸ ἔργον
ἐτελέσθη˙ ἑπτὰ ἐφέρναν τρίποδες, ὅσους τοὺς εἶχε τάξει, εἴκοσι λέβητες λαμπρούς, καὶ δώδεκα πουλάρια κι
ἐξαίσιες στὰ ἔργα τους κόρες ἑπτὰ καὶ ὀγδόην τὴν Βρισηίδα τὴν καλήν· κι ἐζύγισ’ ὁ ᾽Οδυσσέας χρυσάφι δέκα
τάλαντα, κι ἐκίνησε αὐτὸς πρῶτος καὶ ἔφερναν κατόπι του τὰ δῶρα οἱ πολεμάρχοι καὶ τῆς συνόδου τά ᾽θεσαν
στὴν μέσην· κι ἐσηκώθη ὁ Ἀτρείδης· καὶ ὁ θεόφωνος Ταλθύβιος πλησίον εἰς τὸν ποιμένα τῶν λαῶν τὸν χοῖρον
ἐκρατοῦσε· {{r|250}} κι ἔσυρ’ ὁ Ἀτρείδης μάχαιραν ὁποὺ σιμὰ στὴν θήκην τοῦ ξίφους εἶχε πάντοτε, καὶ ἀφοῦ
ἀπαρχὲς τοῦ χοίρου τὲς τρίχες ἔκοψε μ᾽ αὐτήν, κι ὑψώνοντας τὰ χέρια πρὸς τὸν Κρονίδην εὔχονταν, καὶ ὅλοι
τὸν βασιλέα ἥσυχοι ἄκουαν αὐτοῦ μὲ τάξιν οἱ Ἀργεῖοι. Καὶ αὐτὸς τὸν μέγαν οὐρανὸν κοιτάζοντας εὐχόνταν:
«Μάρτυς μου ὁ Δίας, τῶν θεῶν ὁ ἐξαίσιος, ὁ πρῶτος, ἡ Γῆ καὶ ὁ ῞Ηλιος καὶ οἱ θεές, ὁποὺ στὰ καταχθόνια τοὺς
ἐπιόρκους, τιμωροῦν, οἱ μαῦρες ᾽Ερινύες, ποὺ χέρι ἐγὼ δὲν ἅπλωσα στὴν κόρη τοῦ Βρισέως {{r|260}} τῆς
κλίνης τὸ ἀγκάλιασμα, εἴτ’ ἄλλο ν’ ἀπολαύσω, ἀλλ’ ἔμεινεν ἀμάλακτη κεῖ μέσα στὲς σκηνές μου, καὶ ἂν
ψεύδομαι, ἀπὸ τοὺς θεοὺς νὰ πάθ’ ὅ,τι παθαίνει ὁ ἀσεβὴς ποὺ ψεύτικα τὸ ὄνομά τους λέγει». Εἶπε, τὸν χοῖρον
ἔσφαξε μὲ τὴ σκληρὴ λεπίδα καὶ στοὺς ἀφροὺς τῆς θάλασσας, τὰ ψάρια νὰ τὸν φάγουν, τὸν ἔριξε ὁ
Ταλθύβιος· καὶ ἀμέσως ὁ Ἀχιλλέας ὀρθὸς σηκώθη κι ἔλεγε στὴ μέση τῶν Ἀργείων: «Δία πατέρα, τοὺς θνητοὺς
πόσο κακὰ τυφλώνεις˙ ἀλλέως δὲν θ’ ἀγρίευε στὰ βάθη τὴν ψυχή μου {{r|270}} ὁ Ἀτρείδης, καὶ στὸ πεῖσμα
μου δὲν θά ᾽παιρνε τὴν κόρη στὴν θέλησίν του ἀμάλακτος˙ ἀλλ’ ἤθελεν ὁ Δίας νὰ μᾶς θερίση ὁ θάνατος
πολλοὺς ἀνδρειωμένους· φάγετε τώρα κι ἔπειτα στὴ μάχη θὰ χυθοῦμε». Αὐτά ᾽πε καὶ τὴν σύνοδον ἀπόλυσε κι
ἐκεῖνοι ἐδῶ κι ἐκεῖ σκορπίσθηκαν καθένας στὴ σκηνή του. ῾Ωστόσον ἐσυγύριζαν τὰ δῶρα οἱ Μυρμιδόνες καὶ
εἰς τὸ καράβι τά ᾽φεραν τοῦ θείου Ἀχιλλέως˙ τὰ δῶρα ἐθέσαν στὲς σκηνὲς καὶ ἔμπασαν τὲς κόρες κι ἐπῆραν οἱ
Ιλιάδα (Πολυλάς)/τ 132
θεράποντες τοὺς ἵππους στὴν ἀγέλην. {{r|280}} Καὶ ἡ Βρισηίς, ποὺ τῆς χρυσῆς ὁμοίαζε Ἀφροδίτης, ἄμ’ εἶδε
αὐτοῦ τὸν Πάτροκλον σφαγμένον τοῦ ἐχύθη ἐπάνω μὲ ξεφωνητό, καὶ τὴν καλὴν μορφή της, τὰ λευκὰ στήθη
ξέσχιζε, τὸν ἁπαλὸν λαιμό της, κι εἶπε ἡ θεόμορφη γυνὴ στὰ δάκρυα της πνιγμένη: «Πάτροκλ᾽, ἐμὲ τῆς
ἄμοιρης, ὦ πολυαγαπημένε, σ’ ἄφησα ὀιμένα ζωντανὸν ὅταν ἀναχωροῦσα, γυρίζ᾽, ὦ βασιλέα μου, νὰ σ’ ἔβρω
ἀπεθαμένον. Ἀπὸ κακὸ σ’ ἄλλο κακὸ μὲ κατατρέχ’ ἡ μοίρα· τὸν ἄνδρα ὁποὺ μοῦ ἔδωκαν οἱ σεβαστοὶ γονεῖς
μου {{r|290}} τὸν εἶδα ἐμπρὸς στὰ τείχη μας αἱματοκυλισμένον, καὶ τῆς μητρός μου τρεῖς υἱούς, ἀδέλφι’
ἀγαπητά μου, μοῦ τὰ ἐπῆρεν ὅλα ὁμοῦ τοῦ ὀλέθρου ἡ μαύρ’ ἡμέρα κι ἐνῶ τὸν θεῖον ἄνδρα μου, τὸν Μύνητα, ὁ
Πηλείδης μοῦ φόνευε καὶ πάτησε τὴν πόλιν του, σὺ μόνος νὰ κλαίω σὺ δὲν μ’ ἄφηνες, καὶ νύμφην νὰ μὲ κάμης
τοῦ Ἀχιλλέως μοῦ ᾽λεγες, στὴν Φθίαν νὰ μὲ φέρης νὰ γίνουν οἱ χαρὲς αὐτοῦ, ποὺ οἰκοῦν οἱ Μυρμιδόνες· γι’
αὐτήν σου τὴν γλυκύτητα τόσο πικρὰ σὲ κλαίω». Εἶπε˙ μαζί της ἔκλαιαν τὸν Πάτροκλον κι οἱ ἄλλες {{r|300}}
καὶ ἀντὶ ἐκείνου ἡ καθεμιὰ θρηνοῦσε τοὺς νεκρούς της· καὶ ὁλόγυρά του οἱ βασιλεῖς τροφὴν νὰ πάρη ὀλίγην
τὸν παρακάλουν· ἀλλ’ αὐτὸς στενάζοντας ἀρνεῖτο: «Ἄν μ’ ἀγαπᾶτε, φίλοι μου, μὴ μὲ στενοχωρεῖτε μὲ τὸ πιοτό,
μὲ τὸ φαγὶ νὰ εὐφράνω τὴν καρδιά μου, ἐνῶ ἀκόμη φοβερὴ μὲ καταθλίβει λύπη, καὶ νὰ ὑποφέρω εἶμαι καλός,
ὁ Ἥλιος ὡς νὰ δύση». Εἶπε τοὺς ἄλλους βασιλεῖς ἀπόλυσε, κι ἐμεῖναν οἱ Ἀτρεῖδες, ὁ ᾽Ιδομενεὺς καὶ ὁ θεῖος
᾽Οδυσσέας, ὁ Νέστωρ μὲ τὸν Φοίνικα, καὶ τὸν παρηγοροῦσαν {{r|310}} μὲ λόγια φρόνιμα, ἀλλ’ αὐτὸς
παρηγοριὰ δὲν εἶχε ἢ μὲς στὸν λάρυγγα νὰ μπῆ τοῦ αἱματηροῦ πολέμου· καὶ στεναγμὸς βγῆκε βαθὺς ἀπ’ τὴν
ψυχή του κι εἶπε: «Ἄλλοτε, ἄμοιρε καὶ σύ, ὦ φίλε τῆς καρδιᾶς μου, ἐδῶ τὸ γεῦμα εὐτρέπιζες γρήγορος καὶ
ὅπως πρέπει, ὅταν ἐβιάζοντ’ οἱ Ἀχαιοὶ νὰ ὁρμήσουν καὶ νὰ φέρουν τὸν Ἄρη τὸν πολύθρηνον στοὺς ἱπποδάμους
Τρῶας˙ τώρα σὺ κείτεσαι νεκρὸς κι ἐμένα δὲν ἀφήνει ὁ πόθος σου μήτε φαγὶ μήτε πιοτὸ νὰ πάρω, ὅτι κακὸ
χειρότερο νὰ πάθω δὲν μποροῦσα {{r|320}} καὶ ἂν ἄκουα ν’ ἀπέθανεν ὁ γέρος μου πατέρας, ὁποὺ στὴν Φθίαν
τήκεται στὰ δάκρυα, ποὺ τοῦ λείπει τέτοιος υἱός, κι ἐγὼ μακριά, νὰ πολεμῶ τοὺς Τρῶας μένω στὰ ξένα ἐξ
ἀφορμῆς τῆς μισητῆς ῾Ελένης ἢ αὐτὸ ποὺ μοῦ ἀνατρέφεται στὴν Σκύρον, τὸ παιδί μου ὁ θεῖος ὁ Νεοπτόλεμος,
ἐὰν μοῦ ζῆ ἀκόμη. Ἄλλην ἐλπίδα ἔτρεφα ἐγὼ στὰ βάθη τῆς ψυχῆς μου, μόνος νὰ πέσω ἐγὼ μακρὰν ἀπ’ τὸ
ἱπποτρόφον Ἄργος ἐδῶ στὴν Τροίαν, καὶ νὰ πᾶς ὀπίσω ἐσὺ στὴν Φθίαν καὶ ἀπὸ τὴν Σκύρον τὸ παιδὶ νὰ
βγάλης εἰς τὸ πλοῖον {{r|330}} μαζί σου νὰ τὸν ὁδηγῆς καὶ νὰ τοῦ δείξης ὅλα, τὸ εἶναι μου, τοὺς δούλους μου
καὶ τὸ ὑψηλὸ παλάτι. Ὅτι φοβοῦμαι ποὺ ὁ Πηλεὺς ἢ πεθαμένος εἶναι ἢ ἔχ’ ἡμέρες μετρητὲς καὶ λύπη τὸν
μαραίνει καὶ τὰ κακὰ γεράματα, καὶ πάντοτε ἀναμένει εἴδησις τοῦ θανάτου μου νὰ πλήξη τὴν καρδιά του».
῎Ελεγε κλαίοντας, καὶ ὁμοῦ καὶ οἱ βασιλεῖς στενάζαν, θυμούμενος καθένας τους στὸ σπίτι τ’ εἶχε ἀφήσει. Εἶδε
καὶ τοὺς συμπόνεσεν ὁ Ζεὺς ὁποὺ θρηνοῦσαν κι ἔλεγε πρὸς τὴν Ἀθηνᾶ: «῏Ω τέκνον μου, τελείως {{r|340}} τὸ
πρόσωπόν σου ἔστρεψες ἀπὸ τὸν θεῖον ἄνδρα; Τωόντι πλέον εἰς τὸν νοῦν δὲν ἔχεις τὸν Πηλείδη; Τὸν βλέπεις
ὁποὺ κάθεται κατέμπροσθεν στὰ πλοῖα καὶ κλαίει γιὰ τὸν φίλον του˙ κι οἱ ἄλλοι ἀναχωρῆσαν νὰ γευματίσουν·
καὶ τροφὴν νὰ πάρη αὐτὸς δὲν θέλει. Ἀλλὰ κατέβα, τὴν γλυκιὰ νὰ στάξης ἀμβροσίαν καὶ νέκταρ μὲς στὰ
στήθη του, νὰ μὴν τὸν πνίξ’ ἡ πείνα». Καὶ ὅ,τ, εἶπ’ ὁ Ζεὺς ἡ Ἀθηνᾶ τὸ ἐπιθυμοῦσε πρώτη˙ καὶ ὅμοια μὲ
πλατύπτερο ψιλόφωνο γεράκι τινάζετ’ ἀπ’ τὸν οὐρανὸν καὶ σχίζει τὸν αἰθέρα {{r|350}} κι εὑρέθη ἐκεῖ ποὺ
ὁπλίζονταν οἱ Ἀχαιοὶ στὴν μάχην· καὶ μὲς στὰ στήθη τὴν γλυκιὰ τοῦ ἔσταξε ἀμβροσίαν καὶ νέκταρ, μὴ τὰ
γόνατα τοῦ κόψ ἡ μαύρη πείνα, καὶ στοῦ πατρός της γύρισε τοῦ μεγαλοδυνάμου τὸ δῶμα καὶ ἀπ’ τὲς πρύμνες
των ἐχύνονταν ἐκεῖνοι. Καὶ ὡς τοῦ Διὸς χιονοβολὲς πυκνὲς πυκνὲς πετιοῦνται ὁποὺ ὁ αἰθερογέννητος ἐπάγωσε
Βορέας, ὅμοια πυκνὲς ἀστράφτοντας οἱ περικεφαλαῖες ἀπὸ τὲς πρύμνες χύνονταν κι οἱ ὀμφαλωτὲς ἀσπίδες, οἱ
θώρακες οἱ ἀσύντριφτοι, τὰ φράξινα κοντάρια {{r|360}} καὶ ὁ τόπος ὅλος ἄστραφτεν ἀπ’ τοῦ χαλκοῦ τὴν
λάμψιν ἕως τὰ ὕψη τ’ οὐρανοῦ, καὶ τῶν ποδιῶν ὁ κτύπος ἐβρόντα, καὶ στὴν μέσην τους ὁπλίζετ’ ὁ Ἀχιλλέας.
Τρίζαν τὰ δόντια του φρικτά, φωτιὰ τὰ μάτια ἐκαῖαν, θλίψις μεγάλη ἐβάρυνε τὰ στήθη του καί, ὡς ἦταν νὰ
ξεθυμάνη ἀκράτητος τὸ μίσος του εἰς τοὺς Τρῶας, τὰ ἄρματά του ἐζώνονταν, δῶρα τοῦ Ἡφαίστου θεῖα.
Πρῶτα τὲς κνῆμες μὲ λαμπρὲς κνημίδες περικλείει, ὁποὺ ἐθηλυκώνονταν μὲ ὁλάργυρες περόνες. Τὰ στήθη
ἐσκέπασ’ ἔπειτα μὲ θώρακα ποὺ λάμπει {{r|370}} χάλκινο, ἀργυροκᾴρφωτον ἐκρέμασε ἀπ’ τοὺς ὤμους ξίφος
κι ἐπῆρε τὴν τρανὴν καὶ στερεὴν ἀσπίδα ποὺ ἔριχνε πέρ’ ἀναλαμπὴν ὡς στρογγυλὸ φεγγάρι. Καὶ ὡς ὅταν
στοὺς θαλασσινοὺς μακρόθεν ἀπὸ ὅρος φέγγει φωτιὰ ποὺ ἄναψαν στὴν στάνην οἱ ποιμένες, ἀλλὰ στὸ μέγα
πέλαγος τοὺς σέρν’ ἡ ἀνεμοζάλη μακρὰν ἀπὸ τοὺς ποθητούς· παρόμοια στὸν αἰθέρα ἔφθαν’ ἡ λάμψη τῆς
Ιλιάδα (Πολυλάς)/τ 133
καλῆς ἀσπίδος τοῦ Ἀχιλλέως. ᾽Εσήκωσε κι ἐφόρεσε τὴν περικεφαλαίαν τὴν στερεήν, καὶ ἡ χήτη της ὡς ἄστρο
ἐσπιθοβόλα, {{r|380}} καθὼς τριγύρω ἐσείονταν πυκνὲς χρυσὲς πλεξίδες, ποὺ ὁ ῎Ηφαιστος ὁλόγυρα στὸν
λόφον εἶχε σύρει. Κι ἐδοκιμάσθη στ’ ἄρματα ὁ θεῖος Ἀχιλλέας ἐλεύθερ’ ἂν τοῦ ἅρμοζαν πρὸς τὰ λαμπρά του
μέλη· καὶ αὐτὰ σηκῶναν τὰ φτερὰ τὸν μέγαν πολεμάρχον· καὶ ἀπὸ τὴν θήκην ἔσυρε τὸ πατρικὸ κοντάρι βαρύ,
μεγάλο, στερεό, ποὺ ἄλλος δὲν μποροῦσε νὰ σείση ἀπὸ τοὺς Ἀχαιούς, ἢ μόνος ὁ Ἀχιλλέας, φράξο ἀπ’ τὸ Πήλιο
βουνό, ποὺ τοῦ πατρός του ὁ Χείρων εἶχε χαρίσει φονικὸ νὰ εἶναι τῶν ἡρώων. {{r|390}} Ὁ Αὐτομέδων ἔζευε
καὶ ὁ Ἄλκιμος τοὺς ἵππους˙ τοὺς ἔζωναν μὲ ὄμορφα ζυγόλουρα κι ἐβάλαν στὰ στόματα τοὺς χαλινοὺς καὶ
ὀπίσω πρὸς τὴν ἔδραν τὰ χαλινάρια τέντωσαν· κι ἐπάνω στὸ ζευγάρι μὲ τὴν ὡραίαν μάστιγα ἐπήδησε ὁ
Αὐτομέδων. ᾽Οπίσω ἀνέβη ὁλόλαμπρος ὡς ἥλιος ὁ Ἀχιλλέας κι ἐφώναξε τρομακτικὰ στοὺς ἵππους τοῦ πατρός
του: «Ξάνθε, Βαλίε, θρέμματα θαυμάσια τῆς Ποδάργης, τώρα τὸν κυβερνήτην σας καλύτερα σκεφθῆτε ὁπίσω
νὰ τὸν σώσετε στῶν Δαναῶν τὰ πλήθη {{r|400}} ὅλην ἀφοῦ χορτάσωμεν τὴν δίψαν τοῦ πολέμου, ὄχι ὡς τὸν
Πάτροκλον νεκρὸν αὐτοῦ νὰ τὸν ἀφῆστε». Τοῦ ἀντεῖπε κάτω ἀπ’ τὸν ζυγὸν ὁ γοργοπόδης Ξάνθος τὴν κεφαλήν
του κλίνοντας βαθιὰ καὶ ὅλ’ ἡ χαίτη ἀπὸ τὴν ζεύγην ξέπεσε καὶ ἔφθανε στὸ χῶμα· φωνητικὸν τὸν ἔκαμεν ἡ
῞Ηρα ἡ λευκοχέρα: «Γιὰ τώρα θὰ σὲ σώσωμεν, ἀνδράγαθε Ἀχιλλέα, ἀλλ’ εἶναι ἡ ὥρα σου κοντά, δὲν πταῖμ’
ἐμεῖς ἀλλ’ εἶναι μέγας θεὸς ὁ αἴτιος κι ἡ ἀνίκητ’ εἶναι ἡ μοίρα˙ καὶ ὄχι ἀπὸ ἀμέλειαν ποτὲ καὶ ὀκνηριὰ δική μας
{{r|410}} ἀπ’ τ’ ἄρματα τὸν Πάτροκλον ἐγύμνωσαν οἱ Τρῶες· ἀλλ’ ὁ ἐξαίσιος τῶν θεῶν τὸν φόνευσεν, ὁ
Φοῖβος, μὲς στοὺς προμάχους κι ἔδωσε στὸν Ἕκτορα τὴν δόξαν˙ καὶ τοῦ Ζεφύρου τὴν πνοὴν ὁποὺ γοργότατ’
εἶναι, μποροῦμ’ ἐμεῖς νὰ φθάσωμεν· ἀλλὰ καὶ σένα ἡ μοίρα ἀπὸ θεὸν καὶ ἀπὸ θνητὸν διόρισε νὰ πέσης». Καὶ
ὡς εἶπε τούτου τὴν φωνὴν τοῦ κόψαν οἱ ᾽Ερινύες. Ἐβάρυνεν ὁ Ἀχιλλεὺς καὶ τοῦ ᾽πε: «Προμαντεύεις Ξάνθε, σ’
ἐμὲ τὸν θάνατον; Καὶ μόνος τὸ γνωρίζω, ὅτι νὰ πέσω ἐδῶ μακρὰν τῶν ποθητῶν γονέων {{r|420}} ἡ μοίρα μου
διόρισεν˙ ἀλλ’ ὅμως δὲν θὰ παύσω, πρὶν ἢ τοὺς Τρῶας ἀρκετὰ στὴν μάχην τρικυμίσω». Εἶπε κι ἐκίνα μὲ
κραυγὴν τὰ δυνατὰ πουλάρια.
Ιλιάδα (Πολυλάς)/υ
←Ραψωδία τ Ιλιάδα Ραψωδία φ→
Συγγραφέας: Όμηρος
Μεταφραστής: Ιάκωβος
Πολυλάς
Ραψωδία υ
<poem> ῎Ετσι ἀρματώνοντ’ οἱ Ἀχαιοὶ πρὸς τὰ κυρτὰ καράβια ὁλόγυρά σου, ἀχόρταγε στὸν πόλεμον, Πηλείδη,
καὶ οἱ Τρῶες ἀρματώνονταν στὸν ὅχθον τοῦ πεδίου˙ κι εἶπεν ὁ Ζεὺς τῆς Θέμιστος ἀπ’ τὴν κορφὴν τοῦ
᾽Ολύμπου, νὰ συναθροίση τοὺς θεούς, καὶ αὐτὴ παντοῦ γυρνώντας τοὺς ἐκαλοῦσε στοῦ Διὸς νὰ συναχθοῦν τὸ
δῶμα. Κανεὶς ἀπὸ τοὺς ποταμοὺς δὲν ἔλειψεν ἢ μόνος ὁ ᾽Ωκεανός, δὲν ἔλειψε καμιὰ νύμφη ἀπ’ ὅσες κρατοῦν
τὰ δάση, τὲς πηγὲς καὶ τὰ χλωρὰ λιβάδια· καὶ εἰς τὸ δῶμα ὡς ἔφθαναν τοῦ νεφελοσυνάκτη, {{r|10}} ἐκάθιζαν
στὲς αἴθουσες τὲς καλοσκαλισμένες, ποὺ ὁ νοῦς τοῦ ῾Ηφαίστου ἐποίησεν εἰς τὸν πατέρα Δία. Καὶ τῆς θεᾶς
ὑπάκουσεν ἀκόμη ὁ κοσμοσείστης˙ ἦλθεν ἀπὸ τὴ θάλασσαν στὴ μέση τῆς συνόδου, ἐκάθισε καὶ τὴν βουλὴν
ἐρώτα τοῦ Κρονίδη: «Κεραυνοβόλε, τοὺς θεοὺς τί πάλι συναθροίζεις; Μή γιὰ τοὺς Τρῶας καὶ Ἀχαιοὺς
σκέπτεται κάτι ὁ νοῦς σου; Ὅτι στενὰ τώρ’ ἄναψαν τὴν μάχην μεταξύ τους». «῏Ω Ποσειδῶν, ἐνόησες », τοῦ
ἀπάντησεν ὁ Δίας, «τὴν σκέψιν πῶς μ’ ἐκίνησεν ἐδῶ νὰ σᾶς καλέσω {{r|20}} εἰς σύνοδον· πονῶ γι’ αὐτοὺς ἂν
κι εἶναι ἀφανισμένοι· ἀλλὰ ἐγὼ καθήμενος στὸν ῎Ολυμπον θὰ μείνω νὰ τέρπωμαι κοιτάζοντας· σεῖς κατεβῆτ’
οἱ ἄλλοι ὅλ’ οἱ θεοὶ στὸν πόλεμον τῶν Ἀχαιῶν καὶ Τρώων, τούτων ἢ ἐκείνων βοηθός, καθένας ὅπου κλείνει.
῞Οτι ἂν κτυπήση ἀνέμποδα τοὺς Τρῶας ὁ Πηλείδης, οὐδὲ στιγμὴν τὴν δύναμιν ἐκείνου θὰ κρατήσουν αὐτοί·
καὶ πρὶν τὸν ἔτρεμαν καὶ νὰ τὸν βλέπουν μόνον. Καὶ τώρα ποὺ τοῦ φίλου του τὸν ἀγριεύει ὁ φόνος, φοβοῦμαι
μὴ καὶ πρόωρα τὸ τεῖχος τους πατήση». {{r|30}} Εἶπε καὶ πόλεμον φρικτὸν ἐσήκωσε ὁ Κρονίδης. Καὶ οἱ θεοὶ
διχόγνωμα στὸν πόλεμον ἐμπῆκαν, ἡ Ἥρα μὲ τὴν Ἀθηνᾶ στ’ Ἀχαϊκὰ καράβια, ὁ γεωφόρος Ποσειδῶν, μ’ αὐτὸν
Ιλιάδα (Πολυλάς)/υ 134
ὁ δωροδότης ῾Ερμῆς, ποὺ ὁ νοῦς του πάμπολλα σοφίσματα γνωρίζει, ὁ Ἥφαιστος μὲ ἔπαρσιν πολλὴν στὴν
δύναμίν του ποὺ ἐχώλαινεν καὶ ἀχαμνὰ τὰ σκέλη του ἐσαλεῦαν˙ καὶ μὲ τοὺς Τρῶας πέρασεν ὁ λοφοσείστης
Ἄρης μὲ τὴν τοξεύτραν Ἄρτεμιν καὶ ὁ μακρομάλλης Φοῖβος καὶ μὲ τὸν Ξάνθον ἡ Λητὼ καὶ ἡ πρόσχαρη
Ἀφροδίτη. {{r|40}} Ὅσο μακρὰν ἀπ’ τοὺς θνητοὺς οἱ ἀθάνατοι ἀπομέναν περηφανεύοντ’ οἱ Ἀχαιοί, διότι
ἐξαναφάνη ὁ Ἀχιλλεὺς ποὺ ἄφηνε τόσον καιρὸν τὴν μάχην. Ἀλλὰ τῶν Τρώων ἔπιασε τρόμος φρικτὸς τὰ μέλη,
καθὼς ἐμπρός τους ἔβλεπαν τὸν γρήγορον Πηλείδην ὅμοιον, στὰ ὅπλα ὡς ἔλαμπε, τοῦ ἀνθρωποφόνου Ἄρη.
Καὶ ὅταν στὴν σμίξιν τῶν ἀνδρῶν οἱ Ὀλύμπιοι κατεβῆκαν σηκώθ’ ἡ ῎Ερις, δυνατὴ κινήτρα τῶν ἀνδρείων, καὶ
κραυγὴν ἔσυρ’ ἡ Ἀθηνᾶ πότε στὸν λάκκον ἔξω τοῦ τείχους, πότε ὁποὺ βροντᾶ τὸ κύμα στ’ ἀκρογιάλι. {{r|50}}
Καὶ ἀπ’ τ’ ἄλλο μέρος σκοτεινὸς σὰν θύελλα ὁ Ἀρης, πότε ἀπὸ τὴν ἀκρόπολιν ἐκραύγαζε στοὺς Τρῶας, καὶ
πότ’ ἀπ’ τὸν Σιμόεντα εἰς τὴν Καλλικολώνην. ῎Ετσ’ οἱ μακάριοι θεοὶ τοὺς δυὸ στρατοὺς κινοῦσαν μὲ βαρὺ
πεῖσμα καὶ χολὴν ν’ ἀνοίξουν τὸν ἀγώνα. Φρικτὰ ἐβρόντησε θεῶν καὶ ἀνθρώπων ὁ πατέρας ἀπὸ ψηλὰ καὶ
κάτωθεν τῆς γῆς τ’ ἄπειρο πλάτος καὶ τὰ ὑψικόρυφα βουνὰ τινάζει ὁ κοσμοσείστης˙ τῆς ῎Ιδης ὅλες οἱ ποδιὲς
κι οἱ κορυφὲς ἐσειόνταν καὶ τ’ ἄρμενα τῶν Ἀχαιῶν καὶ ἡ πόλις τοῦ Πριάμου. {{r|60}} Καὶ ὁ βασιλέας τῶν
νεκρῶν κάτω ἀπ’ τὴν γῆν φοβήθη ὁ Ἀϊδωνεὺς καὶ μὲ κραυγὴν πετάχθη ἀπὸ τὸν θρόνον, μή σχίση ἀπάνω του
τὴν γῆν ὁ μέγας κοσμοσείστης, καὶ ἰδοῦν θεοὶ καὶ ἄνθρωποι τὴν μαύρην κατοικίαν, ὁποὺ κι οἱ ἀθάνατοι
μισοῦν, φρικτὴν καὶ ἀραχνιασμένην. Τόσην ἀντάραν οἱ θεοὶ σηκῶναν πολεμώντας. Διότι ἐνάντια ἐστέκονταν
στὸν μέγαν Ποσειδώνα ὁ Ἀπόλλων Φοῖβος ποὺ κρατεῖ τὰ φτερωμένα βέλη. Καὶ ἡ γλαυκόφθαλμη Ἀθηνᾶ στὸν
ἀνδροφόνον Ἄρην, τῆς ῞Ηρας πάλ’ ἡ Ἄρτεμις, ἡ ἀδελφὴ τοῦ Φοίβου {{r|70}} ποὺ στὸ κυνήγι εὐφραίνεται μὲ
τὰ χρυσά της βέλη καὶ τῆς Λητοῦς ὁ κρατερὸς ῾Ερμῆς ἀγαθοδότης· τοῦ Ἡφαίστου ὁ μέγας ποταμὸς ὁποὺ τὸν
λέγουν Ξάνθον οἱ ἀθάνατοι, καὶ Σκάμανδρον οἱ ἄνθρωποι ὀνομάζουν. Κι ἐνῶ θεῶν ἀντίμαχοι θεοὶ τότ’
ἐκινοῦσαν, ὁ Ἀχιλλεὺς τὸν ῞Εκτορα στὸ πλῆθος ν’ ἀντικρίση ἐλαχταροῦσε, ὅτι ἡ ψυχὴ τὸν ἔσπρωχνε μ’ ἐκείνου
τὸ αἷμα νὰ ποτίση ἐκεῖ τὸν πολεμάρχον Ἄρην. Καὶ τὸν Αἰνείαν σήκωσεν ἐνάντια στὸν Πηλείδην ὁ Φοῖβος καὶ
τοῦ ἐγέμισε τὰ στήθη ἀνδραγαθίαν. {{r|80}} ῾Ομοιώθη τοῦ Λυκάονος εἰς τὴν φωνὴν ὁ Φοῖβος, τοῦ Πριαμίδη κι
ἔλεγεν: «Ὦ βουληφόρ’ Αἰνεία, τί γίναν οἱ φοβέρες σου μὲ γεμιστὸ ποτήρι ποὺ ὑπόσχοσουν κατέμπροσθεν στοὺς
βασιλεῖς τῆς Τροίας πὼς θά ᾽βγαινες στὸν πόλεμον ἐνάντια τοῦ Ἀχιλλέως; » «Τί μ’ ἀναγκάζεις κι ἄθελα », τοῦ
ἀπάντησ’ ὁ Αἰνείας, «Πριαμίδη, τὸν ἀπόκοτον Πηλείδη ν’ ἀντικρίσω; Δὲν θὰ εἶναι αὐτὴ πρώτη φορὰ ποὺ θὰ
στηθῶ ἐμπρός του· ἄλλοτε μ’ ἐκυνήγησεν αὐτὸς ἀπὸ τὴν ῎Ιδην, σὰν ἔπεσε τοὺς μόσχους μας νὰ λαφυραγωγήση
{{r|90}} καὶ νὰ Λυρνήσσια πόρθησε καὶ τὰ Πηδάσια τείχη˙ ἀλλὰ ἐμένα ἐφύλαξεν ἡ δύναμις τοῦ Δία ποὺ τὴν
καρδιά μου ἐθάρρεψε καὶ τὰ γοργά μου σκέλη. Ἀλλέως θὰ μ’ ἐφόνευαν τὰ χέρια τοῦ Ἀχιλλέως, κι ἡ Ἀθηνᾶ ποὺ
ἀνοίγοντας τὸν δρόμον ἔμπροσθέν του τὸν ἐκεντοῦσε Λέλεγας καὶ Τρῶας νὰ θερίζη˙ νὰ μάχεται δὲν δύναται
θνητὸς μὲ τὸν Πηλείδη, τ’ εἶναι στὸ πλάγι του θεὸς ποὺ πάντοτε τὸν σκέπει˙ ἔπειτα ἐκείνου ἴσια πετᾶ τὸ βέλος
οὐδὲ γέρνει πρὶν σχίση σάρκ’ ἀνθρώπινην˙ καὶ ἂν ὁ θεὸς τὸ τέλος {{r|100}} τῆς μάχης ἴδια ἐτέντωσε, ἐμὲ δὲν
θὰ νικήση εὐκόλως, ἂν κι ἐπαίρεται στὰ ὁλόχαλκ’ ἄρματά του». «᾽Εμπρός, ὦ ἥρως, ζήτησε », τοῦ ἀπάντησεν ὁ
Φοῖβος, «καὶ σὺ τὴν χάριν τῶν θεῶν, ἀφθάρτων, αἰωνίων˙ σὲ γέννησε ἡ διογέννητη, ὡς λέγουν, Ἀφροδίτη, καὶ
αὐτὸς ἀπὸ κατώτερον θεὸν γενιοκρατιέται˙ εἶναι αὐτὴ κόρη τοῦ Διός, ἡ ἄλλη τοῦ Νηρέως· ἀλλ’ ἴσια ρίξε τὸν
σκληρὸν χαλκόν, καὶ μὴ δειλιάσης ἀπὸ τὰ λόγια τὰ πικρὰ καὶ τοὺς φοβερισμούς του». Εἶπε καὶ ἀνδρείαν ἔβαλε
πολλὴν στὸν βασιλέα {{r|110}} ποὺ ὁλόλαμπρος μὲς στ’ ἄρματα ἐβγῆκε στοὺς προμάχους· καὶ τοῦ Ἀγχίση τὸν
υἱὸν εἶδεν εὐθὺς ἡ Ἥρα πὼς μὲς στὸ πλῆθος πήγαινεν ἐνάντια τοῦ Πηλείδου· τοὺς ἄλλους σύναξε θεοὺς καὶ
πρὸς ἐκείνους εἶπε: «Ὦ Ποσειδῶν καὶ Ἀθηνᾶ, σκεφθῆτε σεῖς οἱ δύο στὸν λογισμόν σας πῶς αὐτὰ τὰ πράγματα
θὰ γίνουν· ὁ Αἰνείας ὁλαρμάτωτος ἐνάντια στὸν Πηλείδην ἐκίνησε ὡς τὸν ἔσπρωξε τώρα ἡ φωνὴ τοῦ Φοίβου·
καὶ ἡμεῖς ἢ θὰ τὸν κάμωμεν ἐκεῖθε νὰ μακρύνη, ἢ κάποιος νὰ στηθῆ ἀπ’ ἐμᾶς στὸ πλάγι τοῦ Ἀχιλλέως
{{r|120}} νὰ λάβη δύναμιν πολλὴν καὶ στὴν ψυχήν του θάρρος, νὰ μάθη ὅτι τῶν θεῶν τὸν ἀγαποῦν οἱ πρῶτοι
καὶ εἶν’ οἱ ἄλλοι οὐτιδανοὶ ποὺ ἀπ’ ἀρχῆς τοὺς Τρῶας εἰς τοὺς κινδύνους βοηθοῦν τοῦ φοβεροῦ πολέμου˙ καὶ
ὅλ’ ἤρθαμε ἀπ’ τὸν Ὄλυμπον νὰ σμίξωμε στὴν μάχην τούτην, μή πάθη τι κακὸν αὐτὸς ἀπὸ τοὺς Τρῶας σήμερα,
καὶ μετέπειτα θὰ πάθη, ὅ,τ’ ἡ μοίρα τοῦ ἔγνεσε, ὅταν εἱς τὸ φῶς τὸν ἔβγαλε ἡ μητέρα˙ καὶ ἂν ὅλ’ αὐτὰ θεοῦ
φωνὴ δὲν τὸν πληροφορήση θὰ πάρη φόβον, ἂν θεὸς ἐνάντια του προβάλη {{r|130}} στὴν μάχην· εἶναι
φοβεροὶ θεοὶ φανερωμένοι». Καὶ ὁ κοσμοσείστης Ποσειδῶν σ’ ἐκείνην ἀπαντοῦσε: «Ὦ Ἥρα, χωρὶς ἀφορμὴν
Ιλιάδα (Πολυλάς)/υ 135
δὲν πρέπει νὰ θυμώνης· μάχης ἀρχὴν εἰς τοὺς θεοὺς νὰ δώσωμε δὲν θέλω ἐμεῖς οἱ ἄλλοι πού ’μαστε ἀνώτεροι
ἀπὸ ἐκείνους· ἀλλ’ ἀπὸ πάτημα μακράν, σ’ ἀγνάντιο καθισμένοι τώρα θὰ μείνωμεν ἡμεῖς, καὶ ἂς πολεμοῦν
ἐκεῖνοι˙ ἀλλ’ ἐὰν μάχης κάμη ἀρχὴν ὁ Ἄρης ἢ ὁ Φοῖβος ἢ ἐμπόδιον εἰς τὸν πόλεμον προσφέρουν τοῦ Ἀχιλλέως,
τότε κι ἐμεῖς θὰ σμίξωμε μ’ ἐκείνους στὸν ἀγώνα {{r|140}} καὶ πολὺ γρήγορα, θαρρῶ, θὰ φύγουν ἀπ’ τὴν
μάχην νὰ ἔβρουν εἰς τὸν Ὄλυμπον τοὺς ἄλλους ἀθανάτους ἀπ’ τὴν ὁρμὴν τῶν δυνατῶν χεριῶν μας
συντριμμένοι». Εἶπε κι ἐπροπορεύθηκεν ὁ Ποσειδῶν νὰ φθάση στὸ τεῖχος τὸ περίχωστο τοῦ θείου Ἡρακλέους,
ποὺ ὑψηλὸν ἡ Ἀθηνᾶ τοῦ ἐσήκωσε καὶ οἱ Τρῶες, νὰ τό ’χη καταφύγι του ὅσες φορὲς τὸ κῆτος ἀπ’ τ’ ἀκρογιάλι
στὴν στεριὰ τὸν κατακυνηγοῦσε. Κεῖ ὁ Ποσειδῶν μὲ τοὺς θεοὺς ἐκάθισε τοὺς ἄλλους κι ἐσκέπασαν μὲ σύγνεφο
θαμπὸ τὰ σώματά τους. {{r|150}} Καὶ ὁλόγυρά σου, ὦ φωτεινὲ Ἀπόλλων, καὶ τοῦ Ἄρη ἐκεῖνοι πέρα ἐκάθιζαν
εἰς τὴν Καλλικολώνην. Συλλογισμένοι ἐκάθονταν καὶ τὰ δυὸ μέρη ὁμοίως καὶ τοῦ πικροῦ πολέμου ἀρχὴν νὰ
κάμουν δὲν ἐστέργαν, καὶ ὅπου ἐκάθιζε ψηλὰ ὁ Ζεὺς ἐδιάβαζ’ ὅλα. ῎Ελαμπε ὡστόσο ἀπ’ τὸν χαλκὸν κι ἐγέμισε
ἡ πεδιάδα ἀπ’ ἄνδρες κι ἵππους καὶ ὡς ὁμοῦ προβαῖναν τράνταζ’ ὅλη ἀπὸ τὰ πόδια τους ἡ γῆ καὶ ἄνδρες
ἐξαίσιοι δύο ἀνάμεσα τῶν δυὸ στρατῶν νὰ κτυπηθοῦν ὁρμῆσαν, ὁ Αἰνείας τοῦ Ἀγχίση υἱὸς καὶ ὁ θεῖος
Ἀχιλλέας. {{r|160}} Καὶ πρῶτος φοβεριστικὰ προχώρησεν ὁ Αἰνείας τὸ βαρὺ κράνος κλίνοντας, καὶ τὴν
ἀσπίδα ἐκράτει ἐμπρὸς στὸ στῆθος κι ἔσειε τὸ χάλκινο κοντάρι. Καὶ ἀπ’ τ’ ἄλλο μέρος ὁ Ἀχιλλεὺς τοῦ ἐχύθη
ὡσὰν λεοντάρι κακοποιό, ποὺ ἄνδρες πολλοὶ ζητοῦν νὰ τὸ φονεύσουν, τοῦ τόπου ὅλος ὁ λαός˙ καὶ πρῶτα
ἐμπρὸς προβαίνει ἀψήφιστα, ἀλλ’ ἂν κανεὶς ἐπάνω του ἀκοντίση μαζώνεται νὰ πεταχθῆ καὶ ὡς χάσκει ἀφρὸν
γεμίζουν τὰ δόντια του καὶ μέσα του βόγγ’ ἡ ψυχὴ γενναία. Τὰ δυὸ πλευρὰ καὶ τὰ μεριὰ μὲ τὴν οὐρά του
πλήττει {{r|170}} καὶ τὸν ἑαυτόν του μόνο του στὴν μάχην ἐμψυχώνει, καὶ μὲ τὸ βλέμμ’ ἀστραφτερό, ἐμπρὸς
ὁρμᾶ νὰ κόψη κανέναν ἢ νὰ πέση αὐτὸ ἀνάμεσα στοὺς πρώτους. Ὅμοια κινοῦσε ἀνδράγαθη καρδιὰ τὸν
Ἀχιλλέα ἐκεῖ τὸν μεγαλόψυχον Αἰνείαν ν’ ἀπαντήση. Καὶ ὅταν ὅρμησαν καὶ οἱ δυὸ ἐβρέθηκαν ἀντίκρυ. Ὁ
πτεροπόδης Ἀχιλλεὺς σ’ ἐκεῖνον πρῶτος εἶπε: «Αἰνεία, τί τόσο μακρὰν ἐβγῆκες ἀπ’ τὸ πλῆθος ἐμπρός μου,
τάχα ἐπιθυμεῖς μ’ ἐμὲ νὰ πολεμήσης; Θαρρεῖς θὰ γίνης βασιλεὺς τῶν ἱπποδάμων Τρώων {{r|180}} καὶ τοῦ
Πριάμου ἰσότιμος; Ἀλλὰ καὶ ἂν μὲ φονεύσης γι’ αὐτό σ’ ἐσὲ ὁ Πρίαμος τὸ σκῆπτρο δὲν θὰ δώση. Ἔχει παιδιὰ
καὶ ἀκέραιον κρατεῖ τὸν νοῦν του ἀκόμη. Οἱ Τρῶες μὴ σοῦ ἐχώρισαν ἐξαίσιο περιβόλι νὰ τό ’χης κῆπον
εὔμορφον καὶ κάρπιμο χωράφι ἂν μὲ φονεύσης; Εὔκολα δὲν θὰ τὸ κατορθώσης˙ καὶ ἄλλοτε σ’ ἐκυνήγησεν ἡ
λόγχη μου πιστεύω. Ἤ δὲν θυμᾶσαι ὅταν μακρὰν ἀπὸ τοὺς μόσχους μόνον μὲ τῶν ποδιῶν μου τὴν ὁρμὴν τῆς
Ἴδης ἀπ’ τὰ ὅρη σ’ ἔδιωξα; Καὶ δὲν ἔστρεψες ποσῶς εἰς τὴν φυγήν σου. {{r|190}} Μοῦ ἔφυγες στὴν
Λυρνησσόν, κι ἐκείνην μὲ τὸ χέρι τῆς Ἀθηνᾶς καὶ τοῦ Διὸς ἐπόρθησα κι ἐπῆρα λάφυρα τὲς γυναῖκες τους νὰ
ζοῦν εἰς τὴν δουλείαν. Καὶ σὲ τότ’ ἔσωσεν ὁ Ζεὺς μὲ τοὺς θεοὺς τοὺς ἄλλους. Ἀλλὰ κακὰ στοχάζεσαι πὼς τώρα
θὰ σὲ σώσουν. Ἀλλὰ νὰ μὴν ἀντιταχθῆς σ’ ἐμὲ σὲ συμβουλεύω καὶ στρέψε ὀπίσω στὸν στρατὸν πρὶν πάθης ἀπ’
ἐμένα· ἀφοῦ τοῦ γίνη τὸ κακὸ τότε ὁ μωρὸς μαθαίνει». Κι εἶπε ὁ Αἰνείας πρὸς αὐτόν: «Πηλείδη, μὴν ἐλπίσης
ὡσὰν ἀνήλικο παιδὶ μὲ λόγια νὰ μὲ σκιάξης {{r|200}} ὅτι κι ἐγὼ ξέρω καλὰ παρόμοια νὰ προφέρω πειρακτικὰ
πικρότατα˙ κι ἐμεῖς ὁ ἕνας τ’ ἄλλου τὴν γενεὰν γνωρίζομεν καὶ τοὺς γονεῖς ὁμοίως ἀπὸ τὲς φῆμες τῶν θνητῶν,
διότι τοὺς δικούς μου ἐσὺ δὲν εἶδες μήτ’ ἐγὼ ποτ’ εἶδα τοὺς δικούς σου. Ἐσένα λέγουν γέννημα τοῦ σεβαστοῦ
Πηλέως ἀπ’ τὴν θαλάσσιαν Θέτιδα μὲ τὲς καλὲς πλεξίδες· καὶ ὅτ’ εἶμ’ ἐγὼ πάλιν υἱὸς τοῦ Ἀγχίση τοῦ γενναίου
καυχῶμαι καὶ μητέρα μου τὴν Ἀφροδίτην ἔχω. Ἤ τοῦτ’ ἢ ἐκεῖνοι σήμερα θὰ κλάψουν τὸ παιδί τους· {{r|210}}
ὅτι δὲν θὰ χωρίσωμεν, πιστεύω, ἐμεῖς οἱ δύο μὲ μόνα τὰ μωρόλογα καὶ αὐτοῦ νὰ παύσ’ ἡ μάχη. Καὶ μάθ’, ἐὰν τὸ
ἐπιθυμῆς, καλὰ νὰ τὴν γνωρίσης τὴν ἰδικήν μας γενεάν, ἂν καὶ πολλοὶ τὴν ξεύρουν· πρῶτον ὁ Ζεὺς τὸν
Δάρδανον ἐγέννησε καὶ κτίζει τὴν Δαρδανίαν, πρὶν ἐκεῖ στὴν πεδιάδα κάμουν πάλιν οἱ θνητοὶ ἄνθρωποι τὴν
Ἴλιον τὴν ἁγίαν καὶ στὲς πολύβρυσες πλαγιὲς τῆς Ἴδης κατοικοῦσαν. Τὸν Ἐριχθόνιον γέννησεν ὁ Δάρδανος
ἐκεῖνον τὸν βασιλέα ξακουστὸν γιὰ τὰ πολλά του πλούτη {{r|220}} ποὺ τρεῖς χιλιάδες ἔβοσκαν στὸν βάλτον
του φοράδες περήφανες στὰ τρυφερὰ πουλάρια ποὺ ἐγεννῆσαν. Καὶ κεῖ ποὺ ἐβόσκαν ἄναψεν ἀπ’ ἔρωτα ὁ
Βορέας καί, μαῦρος ἵππος στὴν μορφήν, ἐταίριασε μ’ ἐκεῖνες˙ καὶ δώδεκα ἐγέννησαν πουλάρια τοῦ Βορέα.
Καὶ ὅταν σκιρτοῦσαν ἐλαφρὰ στὴν γῆν τὴν σιτοδότρα στὸ στάχυ ἐπάνω ἔτρεχαν χωρὶς νὰ τὸ λυγίσουν˙ καὶ
ὅταν εἰς τὰ διάπλατα σκιρτοῦσαν τῆς θαλάσσης στὴν κορυφὴν τοῦ κύματος ξακρίζουν τὸν ἀφρόν της. Καὶ ἀπὸ
τὸν Ἐριχθόνιον τῶν Τρώων βασιλέας {{r|230}} ὁ Τρὼς γεννήθη καὶ ἀπ’ αὐτὸν τρία λαμπρὰ βλαστάρια ὁ Ἴλος,
Ιλιάδα (Πολυλάς)/υ 136
ὁ Ἀσσάρακος καὶ ὁ ἰσόθεος Γανυμήδης, ποὺ ἐγεννήθη τῶν θνητῶν ὁ πρῶτος γιὰ τὸ κάλλος, ποὺ τὸν σηκῶσαν
οἱ θεοὶ γιὰ κεῖνα του τὰ κάλλη νὰ ζῆ μ’ αὐτοὺς ἀθάνατος καὶ κεραστὴς τοῦ Δία. Γεννᾶ καὶ ὁ Ἴλος τὸν λαμπρὸν
Λαομέδοντα καὶ τοῦτος τὸν Τιθωνόν, τὸν Πρίαμον, τὸν Λάμπον, τὸν Κλυτίον, ὡς καὶ τὸν Ἱκετάονα κακὸ τοῦ
Ἄρη θρέμμα· τὸν Κάπυν ὁ Ἀσσάρακος, ὁ Κάπυς τὸν Ἀγχίσην, τοῦτος ἐμὲ καὶ ὁ Πρίαμος τὸν Ἕκτορα τὸν θεῖον·
{{r|240}} τὴν γενεάν, τὸ αἷμ’ αὐτὸ καυχῶμ’ ἐγὼ πὼς ἔχω. Ὁ Ζεὺς αὐξάνει τῶν θνητῶν ἢ κόβει τὴν ἀξίαν ὡς
θέλει ὁ δυνατότατος τῶν ἀθανάτων ὅλων˙ ἀλλ’ ἂς μὴ φλυαροῦμ’ ἐμεῖς σὰν νήπια μωρολόγα ἀκίνητ’ ἐδῶ
μένοντας στὴν μέσην τοῦ πολέμου κι ἐμεῖς νὰ εἰποῦμε ὀνειδισμοὺς ἀμέτρητους μποροῦμε ποὺ πλοῖον
ἑκατόσκαρμο τὸ βάρος δὲν σηκώνει˙ στρεφτή ’ναι ἡ γλώσσα τῶν θνητῶν καὶ πλῆθος ὁμιλίες γεννᾶ, κι ἐδῶ κι
ἐκεῖ πλατὺς τῶν λόγων εἶναι ὁ τόπος. Ὥστ’ ὅποιον λόγον καὶ ἂν εἰπῆς, ὅμοιον καὶ σὺ θ’ ἀκούσης· {{r|250}}
ἀλλὰ τί ἀνάγκην ἔχομε ν’ ἀντιφιλονικοῦμεν ἐμεῖς καὶ νὰ μολύνωμεν, ὡς κάμνουν οἱ γυναῖκες ὅταν τὸ πεῖσμα
καὶ ἡ χολὴ μὲς στὴν καρδιά τους βράζει καὶ ἀντιγλωσσοδέρνονται τοῦ δρόμου μὲς στὴν μέσην, μ’ ἀλήθειες καὶ
μὲ ψέματα, ὡς ἡ χολὴ τὰ πλάθει˙ καὶ σὺ τὴν γενναιότητα μὲ λόγια δὲν θὰ κάμης νὰ χάσω, ὥσπου μὲ τ’ ἄρματα
μ’ ἐμὲ θὰ πολεμήσης. Κι εὐθὺς μὲ τὰ κοντάρια μας τώρ’ ἂς δοκιμασθοῦμε». Κι ἔριξε μὲς στὴν φοβερὴν ἀσπίδα
τὸ κοντάρι τὸ δυνατὸ κι ἐβρόντησεν ἐκείνη ἀπὸ τὸν κτύπον. {{r|260}} Καὶ ἀπὸ τὸ σῶμα του μακρὰν τὸν
κράτησε ὁ Πηλείδης φοβούμενος μὴν εὔκολα τὴν σπάση πέρα πέρα τοῦ Αἰνείου τὸ μακρόσκιον κοντάρι τοῦ
ἀνδρειωμένου˙ καὶ δὲν ἐννόησε ὁ μωρὸς ὅτι τὰ δοξασμένα τῶν θεῶν δῶρ’ ἀπὸ θνητοὺς εὐκόλως δὲ νικοῦνται,
μηδὲ ποσῶς ὑποχωροῦν καὶ τότε τὴν ἀσπίδα δὲν ἔσπασε τὸ δυνατὸ κοντάρι τοῦ ἀνδρειωμένου. Ὅτι τὴν
φύλαξε ὁ χρυσὸς δῶρο τοῦ Ἡφαίστου θεῖον· δυὸ δίπλες ἐδιαπέρασεν καὶ τρεῖς ἦσαν ἀκόμη, τὶ πέντε δίπλες ὁ
χωλὸς τεχνίτης εἶχε στρώσει, {{r|270}} δυὸ χάλκινες καὶ μέσαθε τοῦ κασσιτέρου δύο, μίαν χρυσήν, ποὺ
ἐκράτησε τὸ φράξινο κοντάρι. Ἔριξε τὸ μακρόσκιο κοντάρι καὶ ὁ Πηλείδης καὶ τοῦ Αἰνείου κτύπησε τὴν
στρογγυλὴν ἀσπίδα, ὅπου χαλκὸς καὶ τόμαρο λεπτὰ λεπτὰ τὴν ἄκρην ἐζῶναν· τὰ διαπέρασε τὸ πηλιακὸ
κοντάρι καὶ τὴν ἀσπίδα ἐτράνταξε˙ ὁ Αἰνείας τρομασμένος τὴν ὕψωσε κι ἐμάζωξε τὸ σῶμα του ἀπὸ κάτω. Καὶ
τοὺς δυὸ κύκλους ἔσχισεν ἡ λόγχη τῆς ἀσπίδος, ἐπάνωθέν του ἐπέταξε καὶ μὲς στὴν γῆν ἐστάθη, {{r|280}} καὶ
ἅμα τὴν λόγχη ἐξέφυγεν, ὀρθώθη εὐθὺς ὁ Αἰνείας καὶ ἀδημονία σκέπασε βαριὰ τοὺς ὀφθαλμούς του, ἀπὸ τὸν
τρόμον πόπεσε πολὺ σιμά του ἡ λόγχη. Τότε ὁ Πηλείδης ἔσυρε τὸ ξίφος καὶ τοῦ ἐχύθη φωνάζοντας
τρομακτικά˙ κι ἐφούκτωσ’ ὁ Αἰνείας λίθον τρανὸν θεόρατον, ποὺ δὲν τὸν φέρναν δύο τῶν τωρινῶν θνητῶν, καὶ
αὐτὸς τὸν ἔπαιζε καὶ μόνος. Αὐτὸν στὸ κράνος θά ’ριχνεν ἐκείνου ἢ στὴν ἀσπίδα καὶ ἀπ’ ὄλεθρον θὰ ἐφύλαγεν
ἡ ἀσπίδα τὸν Πηλείδην καὶ τοῦτος θὰ τοῦ ἔσχιζε τὰ στήθη μὲ τὸ ξίφος, {{r|290}} ἂν νὰ τὸ ἰδῆ δὲν πρόφθανεν ὁ
μέγας κοσμοσείστης ποὺ ἐστράφη εὐθὺς καὶ ἔλεγε τῶν ἄλλων ἀθανάτων: «Ὀιμέ, τὸν μεγαλόψυχον λυποῦμαι
τὸν Αἰνείαν ὁποὺ ὁ Πηλείδης γρήγορα στὸν Ἅδην θὰ τὸν στείλη. Ὁ ἀνόητος ἐπείσθηκε εἰς ὅ,τι τοῦ εἶπε ὁ
Φοῖβος ποὺ τώρ’ ἀπὸ τὸν ὄλεθρον δὲν θὰ τὸν προφυλάξη. Διατὶ τοῦτος ὁ ἄπταιστος θὰ ὑποφέρη τόσο ἀπὸ
ἀλλότρια βάσανα, ποὺ τῶν ἐπουρανίων θεῶν προσφέρει πάντοτε χαριτωμένα δῶρα; Ἀλλ’ ἂς τὸν σώσωμεν
ἐμεῖς ἀπὸ τὴν κακὴν ὥραν, {{r|300}} μήπως ὁ Ζεὺς πάρη χολήν, ἐὰν τὸν θανατώση ὁ Ἀχιλλεύς˙ καὶ νὰ σωθῆ
διόρισεν ἡ μοίρα. Ὅπως μὴ ἄσπαρμο χαθῆ τὸ γένος τοῦ Δαρδάνου, ποὺ ὁ Ζεὺς ὑπεραγάπησεν ἀπ’ ὅλα τὰ
παιδιά του, ὅσα τοῦ ἐγεννήθηκαν ἀπὸ θνητὲς γυναῖκες. Ὅτ’ ἤδη ὁ Ζεὺς ἐμίσησε τὸ γένος τοῦ Πριάμου· καὶ
ὅλων τῶν Τρώων ἔπειτα θὰ βασιλεύσ’ ἡ ρώμη τοῦ Αἰνείου, καὶ τῶν τέκνων του τὰ τέκνα στὸν αἰώνα». Σ’ αὐτὸν
ἡ μεγαλόφθαλμη ἀπάντησεν ἡ Ἥρα: «Ὦ Ποσειδῶν, ὁ ἴδιος σὺ σκέψου ἂν τὸν Αἰνείαν {{r|310}} θὰ σώσης ἀπ’
τὸν θάνατον ἢ ἂν θὰ τὸν ἀφήσης νὰ σβήσουν τὴν ἀνδρείαν του τὰ χέρια τοῦ Ἀχιλλέως. Διότ’ ἡ Ἀθηνᾶ κι ἐγὼ
πολλοὺς ὠμόσαμ’ ὅρκους πολλὲς φορὲς κατέμπροσθεν τῶν ἀθανάτων ὅλων, ποτὲ νὰ μὴ φυλάξωμεν ἀπ’
ὄλεθρον τοὺς Τρῶας μηδ’ ὅταν σύρριζα καῆ καὶ στάκτη γίν’ ἡ Τροία καμένη ἀπὸ τῶν Ἀχαιῶν τ’ ἀνδρειωμένα
χέρια». Τὰ λόγια τοῦτα ὡς ἄκουσεν ὁ μέγας κοσμοσείστης, στὴν μάχην μέσα ἐκίνησε στῶν κονταριῶν τὸν
κτύπον. Καὶ ὡς ἔφθασε ὅπου ἐβρίσκονταν ὁ Αἰνείας καὶ ὁ Πηλείδης {{r|320}} ἅπλωσε πρῶτα καταχνιὰ στὰ
μάτια τοῦ Ἀχιλλέως, κι ἔπειτα εὐθὺς τὸ φράξινο κοντάρι λογχοφόρο ἀπ’ τὴν ἀσπίδα ἐτράβηξε τοῦ
ἀνδρειωμένου Αἰνείου. Καὶ ἀφοῦ τό ’θεσεν ἐμπρὸς στὰ πόδια τοῦ Ἀχιλλέως, ἀπὸ τὴν γῆν ἀνάερα τινάζει τὸν
Αἰνείαν. Καὶ τάξες ὑπερπήδησε πολλὲς ἀνδρῶν καὶ ἵππων ὁ Αἰνείας καθὼς ὅρμησεν ἀπ’ τοῦ θεοῦ τὸ χέρι,
ὥσπου στὴν ἄκρην ἔφθασε τῆς ταραχώδους μάχης, ποὺ ἀρματωμέν’ οἱ Καύκωνες στὸν πόλεμον κινοῦσαν. Σ’
αὐτὸν τότ’ ἐπλησίασεν ὁ Ποσειδῶν καὶ τοῦ ’πε: {{r|330}} «Αἰνεία, ποῖος τῶν θεῶν τὰ λογικὰ σοῦ ἐπῆρε, καὶ σ’
Ιλιάδα (Πολυλάς)/υ 137
ἔβαλε ν’ ἀντιταχθῆς τοῦ φοβεροῦ Πηλείδου; Κι εἶναι ἀπὸ σὲ καλύτερος ἐκεῖνος στὴν ἀνδρείαν καὶ οἱ θεοὶ τὸν
ἀγαποῦν, ὅσο θνητὸν κανέναν. Ἀλλ’ ὅπου καὶ ἂν ἀπαντηθῆς μ’ αὐτὸν τὰ ὀπίσω κάμε μὴ κατεβῆς καὶ πρόμοιρα
στὴν κατοικιὰ τοῦ Ἅδου. Καὶ ὁπόταν ἔβρη ὁ θάνατος καὶ ἡ μοίρα τὸν Πηλείδην, τότε πολέμα ξέθαρρα ἐμπρὸς
εἰς τοὺς προμάχους, καὶ ἄλλος κανεὶς τῶν Ἀχαιῶν ἐσὲ δὲν θὰ φονεύση». Εἶπε καὶ αὐτοῦ τὸν ἄφησεν, ἀφοῦ τοῦ
ἐξήγησ’ ὅλα· {{r|340}} καὶ ἀπὸ τὰ μάτια σκόρπισεν ἀμέσως τοῦ Ἀχιλλέως τὴν καταχνιά, καὶ ὡς ἄνοιξε πλατιὰ
τοὺς ὀφθαλμούς του, ἔλεγε μὲ παράπονο στὴν ἀνδρικὴν ψυχήν του: «Μέγα τὸ θαῦμα ὁποὺ θωροῦν τὰ μάτια
τοῦτα ἐμπρός τους˙ τὴν λόγχην βλέπω κατὰ γῆς καὶ ὄχι τὸν ἄνδρα πλέον, ποὺ ἐπάνω του τὴν ἔριξα γιὰ νὰ τὸν
θανατώσω. Ἦταν ἀλήθει’ ἀγαπητὸς εἰς τοὺς θεοὺς ὁ Αἰνείας, κι ἐστοχαζόμουν ὅτι αὐτὸς στὰ ψέματα
ἐκαυχόνταν. Ἂς πάη· καὶ ἂν ἀπ’ τὸν θάνατον πρόθυμα τώρα ἐσώθη, δεύτερα νὰ δοκιμασθῆ μ’ ἐμὲ δὲν θὰ
τολμήση. {{r|350}} Ἀλλ’ ἂς κινήσω τὸν λαὸν τῶν Δαναῶν ἀνδρείων εἰς ἄλλους Τρῶας δοκιμὴ τῆς λόγχης μου
νὰ γίνη». Εἶπε, πηδᾶ στὰ τάγματα καὶ προσταγὴν τοὺς δίδει: «Τοὺς Τρῶας πάρτε ἀπὸ σιμά, ὦ Ἀχαιοὶ γενναῖοι,
ἄνδρας πρὸς ἄνδρα ὁρμήσετε, μὲ πόθον τοῦ πολέμου. Κι εἶναι γιὰ μέ πράγμα βαρύ, ὅσην καὶ ἂν ἔχω ἀνδρείαν
μὲ τόσα πλήθη μόνος μου τὴν μάχην νὰ κρατήσω· μήτ’ ἡ Ἀθηνᾶ μήτε ὁ θεὸς ὁ ἀθάνατος ὁ Ἄρης μὲ τέτοιο
στόμα φοβερὸ πολέμου θὰ παλαῖαν. Ἀλλ’ ὅσον ἐγὼ δύναμαι, μὲ πόδια καὶ μὲ χέρια {{r|360}} καὶ μὲ καρδιά,
μηδὲ στιγμὴν θὰ ὀκνήσω στὸν ἀγώνα. Θὰ διαπερνῶ τὲς φάλαγγες, καὶ ὅποιος ἀπὸ τοὺς Τρῶας, ἐμπρὸς στὴν
λόγχην μου εὑρεθῆ δὲν θὰ χαρῆ πιστεύω». Καὶ ὁ Ἕκτωρ πάλιν μὲ κραυγὲς ἐπρόσταζε τοὺς Τρῶας, καὶ νὰ
σταθοῦν τοὺς ἔλεγεν ἐνάντια τοῦ Ἀχιλλέως: «Μή, Τρῶες γενναιόψυχοι, φοβεῖσθε τὸν Πηλείδην· μὲ λόγια καὶ
πρὸς τοὺς θεοὺς ἐγὼ θὰ πολεμοῦσα· ὄχι μὲ τ’ ἄρματα, ὅτι αὐτοὶ πολύ ’ναι ἀνώτεροί μας. Οὐδ’ ὁ Ἀχιλλεὺς τὰ
λόγια του θὰ κατορθώση ὅλα καὶ ἀπ’ ὅ,τι ἐλπίζει κολοβὸ μέρος πολὺ θὰ μείνη. {{r|370}} Κι ἐγὼ θὰ πέσω
ἐπάνω του καὶ ἂν πύρινά ’χη χέρια, καὶ ἂν ἔχη χέρια πύρινα κι ἔχη βαφὴν σιδήρου». Καὶ μὲ τὶς λόγχες σηκωτὲς
προχώρησαν οἱ Τρῶες κι ἔσμιξ’ ἡ ἀνδρεία τῶν δυὸ στρατῶν μ’ ἀλαλαγμὸν καὶ βρόντον, καὶ τότε ὁ Φοῖβος
σίμωσε τὸν Ἕκτορα καὶ τοῦ ’πε: «Ἕκτωρ, μὴ πλέον προμαχῆς ἐμπρὸς εἰς τὸν Πηλείδην, ἀλλὰ στὸ πλῆθος
δέξου τον καὶ ἀπ’ ὅπου βράζ’ ἡ μάχη, μὴ σ’ ἀκοντίσ’ ἢ ἀπὸ σιμὰ σὲ πλήξη μὲ τὸ ξίφος». Εἶπε καὶ ὁ Ἕκτωρ
ἔστρεψε στὲς φάλαγγες ὀπίσω ὅτι, ὡς ὁμίλησε ὁ θεός, τοῦ ἐφόβισε τὰ στήθη. {{r|380}} Καὶ μὲ κραυγήν,
ἀτρόμητος στοὺς Τρῶας ὁ Πηλείδης ἐπήδησε κι ἐκτύπησε τὸν γόνον τοῦ Ὀτρυντέως ἐξαίσιον Ἰφιτίωνα,
πολλῶν λαῶν προστάτην· νύμφη ναϊὰς τὸν γέννησε τοῦ πορθητοῦ πατρός του στὴν πλούσιαν Ὕδην κάτωθεν
τοῦ χιονισμένου Τμώλου καὶ ὡς ἴσια ὁρμοῦσ’ ἐνάντια του τὸν λόγχισε ὁ Πηλείδης στὴν κεφαλὴν κατάμεσα κι
ἐσχίσθη ἐκείν’ εἰς δύο· κι ἐπάνω του, ὅπως βρόντησε, ἐπαίρετ’ ὁ Πηλείδης: «Κείτεσαι, σὺ ποὺ τρόμαζες τὸν
κόσμον, Ὀτρυντείδη· ἔχεις ἐδῶ τὸν θάνατον καὶ στὴν Γυγαίαν λίμνην {{r|390}} τὴν γενεάν σου, κι εἶν’ ἐκεῖ τὸ
πατρικό σου κτῆμα, ποὺ ὁ βαθὺς Ἕρμος δέχεται τὸν ἰχθυοφόρον Ὕλλον». Εἶπε κι ἐκείνου ἐσκέπασε τοὺς
ὀφθαλμοὺς μαυρίλα, κι οἱ ἅμαξες τῶν Ἀχαιῶν μὲ τοὺς τροχοὺς τὸν κόψαν στὴν πρώτην τάξιν˙ καὶ ὁ Ἀχιλλεὺς
κτυπᾶ τὸν πολεμάρχον ἀνδρεῖον Δημολέοντα, τοῦ Ἀντήνορος βλαστάρι στὸν μήλιγγα, ἀνάμεσα στὸ χάλκινό
του κράνος. Τὸ κράνος δὲν ἐκράτησε τὸ χαλκοφόρο ἀκόντι, ποὺ ἐσύντριψε τὸ κόκαλο κι ἐγέμισ’ ὅλος αἷμα ὁ
ἐγκέφαλος˙ κι ἐνέκρωσε μ’ ὅσην ὁρμὴν καὶ ἂν εἶχε. {{r|400}} Πάλιν τὸν Ἱπποδάμαντα ποὺ ἐπήδησε ἀπ’ τ’
ἁμάξι μεσόπλατα τὸν λόγχισεν ὡς ἔφευγεν ἐμπρός του καὶ ὡς ξεψυχοῦσ’ ἐμούγκριζεν, ὡς κάνει ταῦρος ὅταν
στοῦ Ἑλικωνίου τὸν βωμὸν τὸν σέρνουν παλικάρια, καὶ ὅπως τοὺς βλέπει ὁ Ποσειδῶν εὐφραίνεται ἡ καρδιά
του. Τόσο ἐβογγοῦσε ὡς ἔβγαινε ἡ ἀδάμαστη ψυχή του. Στὸν Πριαμίδην ἔπειτα Πολύδωρον ἐχύθη· τοῦτον ἀπὸ
τὸν πόλεμον ἐμπόδιζε ὁ πατέρας, ὅτ’ ἦταν τὸ ὑστερόγεννο καὶ ἀγαπητὸ παιδί του, ἀνεμοπόδης φοβερὸς καὶ
τότε ἀπ’ ἀγνωσιά του {{r|410}} μὲς στοὺς προμάχους ἔτρεχε νὰ δείξη πόσο ἀξίζουν τὰ πόδια του, ὥσπου ἔχασε
τὴν ποθητὴν ζωήν του. Ἐκεῖνον ὁ πτερόποδος ἀκόντισε Πηλείδης στὰ νῶτα ἐμπρός του ὡς ἔφευγε, τῆς ζώνης
ὅπου οἱ κόμποι χρυσοὶ τὸν διπλὸν θώρακα κλεισμένον ἐκρατοῦσαν. Καὶ ἡ λόγχη ἀντίκρυ σχίζοντας τὸν
ὀμφαλόν του ἐβρῆκε· σκούζοντας ἐγονάτισε, τὸ φῶς δὲν εἶδε πλέον καὶ μὲ τὰ χέρια τ’ ἄντερα σκυμμένος
ἐβαστοῦσε. Ἅμ’ εἶδε τὸν αὐτάδελφον Πολύδωρον ὁ Ἕκτωρ χάμω στὴν γῆν νὰ στρέφεται μὲ τ’ ἄντερα στὰ
χέρια, {{r|420}} θάμπωμα τοῦ ’λθε καὶ μακρὰν ἀκόμη νὰ γυρίζη δὲν ἔστερξε, ἀλλ’ ἐχύθηκεν ἐπάνω στὸν
Πηλείδην ὡσὰν φωτιά, τινάζοντας τὴν λόγχην· καὶ ὡς τὸν εἶδε ὁ Ἀχιλλέας ἐσκίρτησε καὶ ὑπερηφάνως εἶπε:
«Κοντά ’ναι αὐτὸς ποὺ μ’ ἔκαψε στὰ σπλάχνα, ὁποὺ τὸν φίλο τὸν ποθητὸν μοῦ ἐφόνευσε· καὶ ὁ ἕνας ἀπ’ τὸν
ἄλλον πλέον δὲν θὰ κρυβόμασθε στὲς δίπλες τοῦ πολέμου». Καὶ μ’ ἄγριο βλέμμα ἐκοίταξε τὸν Ἕκτορα καὶ τοῦ
Ιλιάδα (Πολυλάς)/υ 138
’πε: «Πλησίασε, ταχύτερα νὰ ἰδῆς τὸν ὄλεθρόν σου». Καὶ ἀτρόμητος τοῦ ἀπάντησεν ὁ λοφοσείστης Ἕκτωρ:
{{r|430}} «Μὴ ὡσὰν ἀνήλικο παιδὶ μὲ λόγια ἐμὲ νὰ σκιάξης, Πηλείδη, ἐλπίσης˙ ἐπειδὴ κι ἐγὼ καλὰ γνωρίζω
πειρακτικὰ πικρότατα παρόμοια νὰ προφέρω. Ὅτ’ εἶσαι ἀνδρεῖος κι εἶμ’ ἐγὼ πολὺ κατώτερός σου, τὸ ξεύρω,
ἀλλὰ στὴν δύναμιν τῶν ἀθανάτων μένει ἐὰν καὶ ἀδυνατότερος ὡς εἶμαι, τὴν ζωήν σου θὰ σβήση τούτ’ ἡ λόγχη
μου, ὅτι καὶ αὐτὴ πληγώνει». Εἶπε, τὴν λόγχην τιναχτὰ ρίχνει, καὶ ἀπὸ τὸ στῆθος τοῦ Ἀχιλλέως ἡ Ἀθηνᾶ τὴν
ἔγυρεν ὀπίσω μὲ σιγανὴ φυσηματιὰ κι ἐγύρισεν ἡ λόγχη {{r|440}} κι ἔπεσ’ ἐμπρὸς στοῦ Ἕκτορος τὰ πόδια καὶ
ὁ Πηλείδης τοῦ ἐχύθη ἐπάνω ἀκράτητος μὲ ὁρμὴν νὰ τὸν φονεύση κραυγάζοντας τρομακτικά˙ ἀλλ’ ἅρπαξεν ὁ
Φοῖβος τὸν Ἕκτορ’ εὔκολα ὡς θεὸς κι ἐσκέπασε μὲ ὁμίχλην˙ καὶ τρεῖς τοῦ ἐτράβηξε φορὲς τὴν λόγχην ὁ
Πηλείδης καὶ τρεῖς φορὲς ἐκτύπησε τὸν σκοτεινὸν ἀέρα˙ καὶ ὅταν μὲ θείαν δύναμιν τὴν τέταρτην τοῦ ἐχύθη
ἐβροντοφώνησε σ’ αὐτὸν μὲ λόγια φτερωμένα: «Καὶ πάλιν, σκύλ’, ἐξέφυγες τὸν θάνατον· τὸν εἶδες κοντά σου·
πάλιν σ’ ἔσωσεν ὁ Φοῖβος καὶ σ’ ἐκεῖνον {{r|450}} εὐχήσου ὁπόταν προχωρῆς κεῖ ποὺ κροτοῦν τ ἀκόντια. Θὰ
σὲ ἀπαντήσω κι ὕστερα καὶ θὰ σὲ τελειώσω, ἂν κάποιος εἶναι τῶν θεῶν κι ἐμὲ νὰ βοηθήση˙ διὰ τώρα πάλιν θὰ
χυθῶ στοὺς ἄλλους ὅποιον ἔβρω». Εἶπε κι εὐθὺς τὸν Δρύοπα στὸν τράχηλον λογχίζει καὶ αὐτοῦ τὸν ἄφησε
νεκρόν· καὶ τὸν Φιλητορίδην Δημοῦχον, μεγαλόσωμον, ἀκόντισε στὸ γόνα, καὶ τὴν φυγὴν τοῦ ἔκοψε, κι ἔπειτα
μὲ τὸ μέγα ξίφος τοῦ ἐπῆρε τὴν ζωήν· κατόπιν στὰ δυὸ τέκνα τοῦ Βίαντος, Λαόγονον καὶ Δάρδανον ἐχύθη,
{{r|460}} καὶ κάτω ἀπὸ τὴν ἅμαξαν τοὺς βρόντησε, τὸν ἔναν μὲ τὸ κοντάρι καὶ σιμὰ τὸν ἄλλον μὲ τὸ ξίφος.
Καὶ ὁ Τρὼς υἱὸς τοῦ Ἀλάστορος ἐπρόσπεσεν ἐμπρός του, ἴσως τὸν πιάση ζωντανὸν καὶ τὴν ζωὴν τοῦ ἀφήση,
ἂν ἤθελε νὰ σπλαχνισθῆ τὴν ὅμοιαν ἡλικίαν, μωρός, καὶ δὲν ἐννόησε, ποὺ δὲν θὰ τὸν μαλάξη· ὅτι δὲν ἦταν
ἄνθρωπος γλυκός, δὲν ἦταν πράος, ἀλλ’ ἦταν σφόδρ’ ἀράθυμος˙ καὶ νὰ τὸν ἱκετεύση τὸν ἔπιανε ἀπ’ τὰ
γόνατα, κι ἐκεῖνος τὸ συκώτι τοῦ πλήγωσε μὲ μάχαιραν, καὶ ὡς τὸ συκώτι ἐχύθη {{r|470}} τὸ στῆθος αἷμα
ἐγέμισε, κι ἐσκέπασε μαυρίλα τὰ μάτια του· καὶ ὁ Ἀχιλλεὺς τὸν Μούλιον λογχίζει στ’ αὐτὶ καὶ μέσ’ ἀπ’ τ’ ἄλλο
αὐτὶ ξεβγῆκε ἡ χάλκιν’ ἄκρη. Κατόπι εὐθὺς τὴν κεφαλὴν τοῦ Ἀγηνορίδου Ἐχέκλου ἔσχισε μὲ τὸ ξίφος του, καὶ
ὁλόβολ’ ἡ λεπίδα ἀπὸ τὸ αἷμα ἐπύρωσε· καὶ τοῦ ’κλεισαν τὰ μάτια ἡ μοίρα ἡ παντοδύναμη, καὶ τοῦ θανάτου ὁ
σκότος· κι ἐκεῖ τοῦ Δευκαλίωνος τὴν κλείδωσιν τοῦ ἀγκῶνος μὲ λόγχην ἐδιατρύπησε˙ καὶ αὐτὸς μὲ κρεμασμένο
τὸ χέρι ἐστάθη κι ἔβλεπε τὸν θάνατον ἐμπρός του, {{r|480}} ὥσπου τὸν σβέρκον τοῦ ’κοψεν ἐκεῖνος μὲ τὸ ξίφος
ποὺ ἡ κεφαλὴ ροβόλησε μακρὰν μ’ ὅλο τὸ κράνος˙ τότ’ ἔξω ἀπὸ τὸν σφόνδυλα πετάχθη τὸ μεδούλι, καὶ αὐτὸς
νεκρὸς ἐτέντωσε˙ κατόπιν τὸν Πειρείδην Ρίγμον τῆς Θράκης, μαχητὴν ἐξαίσιον ἀκοντίζει˙ ἐμπήχθ’ ἡ λόγχη
στὴν κοιλιὰ κι ἐβρόντησε ἀπ’ τ’ ἁμάξι Ὁμοίως τὸν Ἀρηίθοον λογχίζει ἀκόλουθόν του, μεσόπλατα, ὅπως
ἔστρεψε τοὺς ἵππους καὶ ἀπ’ τ’ ἁμάξι κάτω στὴν γῆν τὸν ἔσπρωξε κι οἱ ἵπποι ἐταραχθῆκαν. Καὶ ὅπως σ’
ἡλιόκαυτο βουνὸ τρανὴ φωτιὰ μανίζει {{r|490}} καὶ μέσα στὲς βαθιὲς λακκιὲς τὰ δένδρα καίοντ’ ὅλα καὶ ὁ
ἄνεμος ἐδῶ κι ἐκεῖ τὴν φλόγα περιστρέφει, τόσο καὶ αὐτὸς ὡσὰν θεὸς ἐλύσσα μὲ τὴν λόγχην ἐδῶ κι ἐκεῖ
φονεύοντας, καὶ ἡ γῆ πλημμύριζ’ αἷμα. Καὶ ὡς ὅταν πλατυμέτωπα δυὸ βόδι’ ἀνδρειωμένα ζεύουν στ’ ἁλώνι τ’
ὄμορφο, κριθάρι νὰ πατήσουν καὶ κάτω ἀπὸ τὰ πόδια τους ἐκεῖνο ξεπορτίζει˙ ὅμοια τὰ στερεόποδα πουλάρια
τοῦ γενναίου Πηλείδου ἀσπίδες καὶ νεκροὺς πατοῦσαν, καὶ τ’ ἀξόνι καὶ τὰ πλευρὰ τῆς ἅμαξας μαυρίζαν ἀπ’
τὸ αἷμα, {{r|500}} ὡς τὸ ραντίζαν οἱ τροχοὶ καὶ οἱ ὁπλὲς τῶν ἵππων. Καὶ πρόθυμος νὰ δοξασθῆ μὲ νίκην ὁ
Πηλείδης εἶχε τὰ χέρι’ ἀνίκητα μ’ αἷμα πηκτὸ βαμμένα.
Ιλιάδα (Πολυλάς)/φ 139
Ιλιάδα (Πολυλάς)/φ
←Ραψωδία υ Ιλιάδα Ραψωδία χ→
Συγγραφέας: Όμηρος
Μεταφραστής: Ιάκωβος
Πολυλάς
Ραψωδία φ
<poem> Καὶ ὡς ἔφθασαν στὸ πέραμα τοῦ βαθυρρόου Ξάνθου, τοῦ ποταμοῦ ποὺ ἐγέννησεν ὁ ἀθάνατος
Κρονίδης, τοὺς χώρισε καὶ τοὺς μισοὺς κυνήγαε πρὸς τὴν πόλιν, στὸ σιάδι, ποὺ μιὰ μέρα πρὶν τοῦ Ἕκτορος ἡ
λύσσα τρικύμιζε τοὺς Ἀχαιοὺς κι ἐφεῦγαν τρομασμένοι˙ καὶ ὡς ροβολώντας ἔφευγαν, ἡ Ἥρα τὸν ἀέρα
ἐθόλωνε γιὰ νὰ σταθοῦν, κι οἱ ἄλλοι στριμωμένοι στὸν ποταμὸ ποὺ τ’ ἀργυρὰ καὶ τρίσβαθα νερά του πέφτουν
μὲ βρόντον φοβερόν, βαθιὰ βοοῦν τὰ ρεῖθρα, ἀχοῦν οἱ ἀκροποταμιές, κι ἐκεῖνοι ἐπολεμοῦσαν {{r|10}} καὶ
ἀλάλαζαν ἐδῶ κι ἐκεῖ στὰ ρεύματ’ ἀφρισμένα. Καὶ ὅπως φλόγ’ ἀνάερα σηκώνει τὲς ἀκρίδες ἂν ἔξαφνα ξεσπᾶ
φωτιά, καὶ στὸ ποτάμι ἐκεῖνες ροβολᾶν κάτω νὰ κρυφθοῦν, ὁμοίως ἀπ’ τὴν λόγχην τοῦ Ἀχιλλέως νὰ σωθοῦν
ἄνδρες σωρὸς καὶ ἵπποι ὅλον τοῦ Ξάνθου ἐγέμιζαν τὸ ρεῦμα ὁποὺ βροντοῦσε. Καὶ ἄφησε ὁ διογέννητος στὴν
ὄχθην τὸ κοντάρι στοὺς κλάδους μίας μυρικιᾶς, καὶ μὲ τὸ ξίφος μόνον πήδησε μέσα ὡσὰν θεός, κι εἶχε κακὸ
στὸν νοῦν του· κτυπᾶ δεξιά, κτυπᾶ ζερβὰ καὶ σφαζομένων βόγγος {{r|20}} βγαίνει φρικτός, καὶ τὸ νερὸ στὸ
αἷμα κοκκινίζει. Καὶ ὡς φεύγουν ἀπὸ δέλφινα μεγάλον τ’ ἄλλα ψάρια καὶ φοβισμένα χύνονται σ’ ἀκύμαντο
λιμάνι στοὺς κόλπους, ὅτι ἁρπακτικὰ τρώγει ὅποιον φθάση ἐκεῖνος, ὅμοια στὰ βράχη ἐκρύβονταν, στὸ φοβερὸ
ποτάμι οἱ Τρῶες· καὶ ὡς ἐκούρασε τὰ χέρια του στοὺς φόνους ἀπ’ τὸ ποτάμι ζωντανὰ δώδεκ’ ἀγόρια πῆρε τοῦ
πεθαμένου ἀντίποινα, τοῦ ποθητοῦ Πατρόκλου˙ τὰ ἔβγαλ’ ἔξω ἀναίσθητα ὡσὰν ἐλαφομόσχια καὶ τοὺς
ὀπισθαγκώνισε μὲ τὰ καλοκομμένα {{r|30}} λουριὰ ποὺ ἐκεῖνοι στοὺς κλωστοὺς χιτῶνας ἐφοροῦσαν, καὶ νὰ
τοὺς πάρουν πρόσταξεν ἐκεῖθεν εἰς τὰ πλοῖα καὶ αὐτὸς πετάχθη ὁλόθερμος νὰ ξαναρχίση φόνους. Κι ἐμπρός
του τὸν Λυκάονα τὸν Πριαμίδην ἦβρε πόφευγε ἀπὸ τὸν ποταμόν, ποὺ ἕναν καιρὸν τὴν νύκτα τὸν εἶχε πιάσει
αἰχμάλωτον στὸν κῆπον τοῦ πατρός του, ἐκεῖ ποὺ μιᾶς ἀγριοσυκιᾶς τὰ τρυφερὰ βλαστάρια σκεπάρνιζε, τῆς
ἅμαξας πλευρὰ νὰ τὰ μορφώση. Ἐκεί, κακὸν ἀνέλπιστο, τὸν εὕρηκε ὁ Πηλείδης, καὶ τότε τὸν ἐπούλησε καὶ
ἀπόστειλε στὴν Λῆμνον {{r|40}} καὶ ἀπ’ τὸν υἱὸν τοῦ Ἰάσονος τὴν πληρωμὴν ἐπῆρε. Κεῖθε ἀκριβὰ τὸν
λύτρωσεν ὁ Ἴμβριος Ἠετίων, φίλος του, καὶ τὸν ἔστειλε στὴν ἱερὴν Ἀρίσβην, κι ἔφυγ’ ἐκεῖθε κι ἔφθασε στὸ
σπίτι τοῦ πατρός του. Ἕνδεκα μὲ τοὺς φίλους του χαροκοποῦσε ἡμέρες ἀπὸ τὴν Λῆμνον νιόφερτος, καὶ μὲς
στὴν δωδεκάτην θεὸς πάλιν τὸν ἔβαλε στὰ χέρια τοῦ Ἀχιλλέως ποὺ ἔμελλε καὶ ἀθέλητον στὸν Ἅδην νὰ τὸν
στείλη. Καὶ ἅμα τὸν γνώρισ’ ὁ Ἀχιλλεὺς γυμνὸν - ὅτ’ εἶχε ρίξει κατὰ γῆς ὅλ᾽, ἀσπίδα του καὶ κράνος καὶ
κοντάρι, {{r|50}} ὅτι τὸν ἔλιων’ ἵδρωτας, καθὼς ἀπ’ τὸ ποτάμι ἔφευγε καὶ ἀπ’ τὸν κόπον του τὰ γόνατα τοῦ
ἐτρέμαν˙ τότ’ εἶπε μὲ παράπονο στὴν ἀνδρικὴν ψυχήν του: «Μέγα τὸ θαῦμα ὁποὺ θωροῦν τὰ μάτια τοῦτα
ἐμπρός τους˙ ὡς φαίνεται θ’ ἀναστηθοῦν μἐσ’ ἀπ’ τὸ μαῦρο σκότος οἱ Τρῶες μεγαλόψυχοι ποὺ ἡ λόγχη μου
ἔχει σβήσει ἀφοῦ καὶ τοῦτος γύρισεν ἀπ’ τὴν ἁγίαν Λῆμνον ποὺ ζωντανὸν τὸν ἔστειλα, καὶ ἡ θάλασσα ποὺ
τόσους μακρὰν κρατεῖ δὲν μπόρεσε τὸν δρόμον νὰ τοῦ φράξη. Ἀλλὰ τώρα τὴν λόγχην μας κι αὐτὸς ἂς
δοκιμάση {{r|60}} γιὰ νὰ γνωρίσω ἂν ἀπὸ κεῖ ποὺ θὰ τὸν στείλω ὁμοίως θενὰ γυρίσ’ ἢ ἂν ἡ γῆ θὰ τὸν κρατήσ’
ἡ θρέπτρα, ποὺ καὶ τὸν γενναιότερον κρατεῖ στὸ μαῦρο χῶμα». Μὲ τούτους τοὺς διαλογισμοὺς ἀνάμενε, ὥσπου
ἐκεῖνος σβησμένος τὸν πλησίαζεν, ἐμπρός του νὰ προσπέση, νὰ μὴ τὸν ἔβρη θάνατος κακὸς καὶ μαύρη μοίρα.
Τὴν λόγχην σήκωσ’ ὁ Ἀχιλλεὺς αὐτοῦ νὰ τὸν πληγώση· ἔσκυψ’ ἐκεῖνος, ἔτρεξε καὶ ἀπὸ τὰ γόνατά του ἐπιάσθη
καὶ ἀπὸ πίσω του περνώντας στέκ’ ἡ λόγχη στὴν γῆν καὶ σάρκ’ ἀνθρώπινη ποθοῦσε νὰ χορτάση. {{r|70}} Καὶ
μ’ ἕνα χέρι τοῦ ’πιανε τὰ χέρια ὡς ἱκέτης· μὲ τ’ ἄλλο αὐτοῦ στὴν γῆν σφικτὰ κρατοῦσε τὸ κοντάρι: «Ἄ! σ’
ἐξορκίζω, σέβου με, λυπήσου με, Ἀχιλλέα, ποὺ εἶμαι ἱκέτης σεβαστὸς ἀκόμη ἀπ’ τὴν ἡμέραν, ποὺ μὲ σὲ πρῶτον
γεύθηκα τῆς Δήμητρος τὸν σπόρον, ὅταν ἀπὸ τὸν κῆπον μου αἰχμάλωτον μ’ ἐπῆρες, καὶ ἀπ’ τὸν πατέρα μου
μακρὰν καὶ ἀπὸ τοὺς ποθητούς μου νὰ μὲ πουλήσουν μ’ ἔστειλες στὴν Λῆμνον τὴν ἁγίαν, κι ἑκατὸ βόδι’
ἀπόκτησες· καὶ μ’ ἄλλα λύτρα τώρα τρίδιπλα ἐξαγοράστηκα· καὶ δώδεκα ἔχω ἡμέρες {{r|80}} ποὺ ἀφοῦ
Ιλιάδα (Πολυλάς)/φ 140
παράδειρα πολὺ στὴν Ἴλιον ἐπανῆλθα. Μοίρα κακὴ στὰ χέρια σου μ’ ἔβαλε τώρα πάλιν καὶ ὁ Ζεὺς ὁποὺ μ’
ἐμίσησεν, ὡς φαίνεται, ὁ πατέρας˙ ἐμένα ὀλιγοήμερον ἐγέννησε ἡ μητέρα, ἡ Λαοθόη, κόρη αὐτὴ τοῦ γέροντος
τοῦ Ἄλτου, τοῦ Ἄλτου, ὅπου τῶν μαχητῶν Λελέγων βασιλεύει στὴν Πήδασον τὴν ὑψηλὴν ποὺ βρέχει ὁ
Σατνιόεις. Ἀπὸ αὐτὴν ὁμόκλινην, μὲ ἄλλες, τοῦ Πριάμου δυὸ γεννηθήκαμε, καὶ σὺ θὰ σφάξης καὶ τοὺς δύο.
Τὸν θεϊκὸν Πολύδωρον ἐκεῖ μὲς στοὺς προμάχους {{r|90}} ἐνέκρωσεν ἡ λόγχη σου· καὶ τώρα πάλι ἐμένα ἐδῶ
μοῦ μέλλεται κακὸ καὶ ἀφοῦ ἐμπρός σου ἡ μοίρα μ’ ἔφερε, ἀπὸ τὰ χέρια σου θαρρῶ δὲν θὰ ξεφύγω. Καὶ ἄλλο
θὰ εἰπῶ νὰ τὸ σκεφθῆς· ἐμένα μὴ φονεύσης διότι αὐτάδελφος ἐγὼ τοῦ Ἕκτορος δὲν εἶμαι, ποὺ ἐφόνευσε τὸν
φίλον σου τὸν ἀγαθὸν καὶ ἀνδρεῖον». Μὲ τοῦτα τὸν ἱκέτευεν ὁ γόνος τοῦ Πριάμου, ἀλλ’ ὅμως λόγον ἄσπλαχνον
ἀντάκουσε ἀπὸ ἐκεῖνον: «Μὴ μοῦ φλυαρῆς, ἀνόητε, καὶ λύτρα μὴ προβάλης, ὅτι, πρὶν ἔβρη ὁ Πάτροκλος τῆς
μοίρας του τὸ τέλος, {{r|100}} κάπως μοῦ τό ᾽δινε ἡ καρδιὰ νὰ λυπηθῶ τοὺς Τρῶας καὶ ζωντανοὺς πῆρα
πολλοὺς κι ἐπούλησα στὰ ξένα. Ἀλλὰ τώρα τὸν θάνατον κανεὶς δὲν θὰ ξεφύγη τῶν Τρώων, ποὺ στὰ χέρια μου
στὴν Ἴλιον ἀποκάτω βάλη ὁ θεός, καὶ μάλιστα τὰ τέκνα τοῦ Πριάμου. Ἀλλά, ὦ φίλε, ἀπόθανε καὶ σύ˙ τί τόσο
κλαίεις; Ἀπέθανε καὶ ὁ Πάτροκλος, πολὺ καλύτερός σου· δὲν βλέπεις πόσο εἶμαι καλὸς καὶ μέγας καὶ πατέρα
ἔχω ἀπὸ γένος καὶ θεὰν μητέρα καὶ ὅμως εἶναι ἡ μοίρα ἡ παντοδύναμη καὶ ὁ θάνατος κοντά μου. {{r|110}}
Αὐγὴ θὰ εἶναι ἢ δειλινὸ ἢ θά ’ναι μεσημέρι, ὁποὺ κι ἐμένα τὴν ζωὴν κανένας θὰ μοῦ πάρη μὲ τὸ κοντάρι ἀπὸ
κοντὰ ἢ ἀπὸ μακριὰ μὲ βέλος». Εἶπε· κείνου τὰ γόνατα κοπῆκαν καὶ ἡ καρδία· τὴν λόγχην ἄφησεν αὐτοῦ καὶ
ἁπλώνοντας τὰ χέρια ἐκάθισε· κι ἔσυρ’ εὐθὺς τὸ ξίφος ὁ Πηλείδης στὸν σβέρκον τὸν ἐκτύπησε, καὶ μέσα
ἐμπῆκεν ὅλη ἡ δίστομη λεπίδα του, κι ἐπίστομα ἐξαπλώθη ἐκεῖνος καὶ κατάπινεν ἡ γῆ τὸ μαῦρον αἷμα. Καὶ
ἀπὸ τὸν πόδ’ ὁ Ἀχιλλεὺς τὸν πιάνει καὶ τὸν ρίχνει {{r|120}} μὲς στὸ ποτάμι νὰ συρθῆ καὶ ὑπερηφάνως εἶπε:
«Κεῖ μὲ τὰ ψάρια πλάγιασε, τὸ αἷμα θὰ σοῦ γλείψουν ἀπ’ τὴν πληγὴν ἀφρόντιστα· στὴν κλίνην νὰ σὲ κλάψη
δὲν θὰ σὲ βάλ’ ἡ μάνα σου, ἀλλὰ μὲ τὲς στροφές του θὰ σὲ κυλήση ὁ Σκάμανδρος στὰ πλάτη τῆς θαλάσσης καὶ
ψάρια θὰ πηδοῦν ψηλὰ στὰ μαυροσουφρωμένα κύματα, στοῦ Λυκάονος τὸ πάχος νὰ χορτάσουν. Κακό σας,
ὡς νὰ φθάσωμε στὴν Ἴλιον τὴν ἁγίαν, φεύγοντας σεῖς καὶ ὀπίσω ἐγὼ νὰ σᾶς κατασυντρίβω· μήτε τὸ
καλοκύλητο ποτάμι θὰ σᾶς σώση {{r|130}} ποὺ πλῆθος ταύρων πάντοτε τοῦ σφάζετε καὶ μέσα στὰ ρεύματα τὰ
ζωντανὰ βυθίζετε πουλάρια. Θὰ κακοθανατίσετε ὡς νὰ πληρώσετ’ ὅλοι τὸν φόνον τοῦ Πατρόκλου μου καὶ τὴν
σφαγὴν ποὺ τότε, ποὺ ἔλειπα ἐγώ, τῶν Ἀχαιῶν ἐκάμετε στὰ πλοῖα». Εἶπε καὶ τότε ὁ ποταμὸς χειρότερα
ἐχολώθη, κι ἐζήτα μὲ τὸν νοῦν του πῶς νὰ παύση τοῦ Ἀχιλλέως τὴν λύσσαν καὶ ἀπ’ τὸν ὄλεθρον τοὺς Τρῶας νὰ
φυλάξη. Ὡστόσο μὲ τὸ ἀπέραντο κοντάρι του ὁ Πηλείδης τοῦ Ἀστεροπαίου χύθηκεν υἱοῦ τοῦ Πηλεγόνος
{{r|140}} ποὺ ἡ Περίβοια γέννησεν ὡραία θυγατέρα ἡ πρώτη τοῦ Ἀκεσσαμενοῦ καὶ ὁ ποταμὸς ὁ μέγας ὁ
Ἀξιός, ποὺ ἐπλάγιασεν ἐρωτικὰ μ’ ἐκείνην. Καὶ ὅπως ὁρμοῦσε ὁ Ἀχιλλεύς, ἐμπρός του ἀπ’ τὸ ποτάμι ὁ
Ἀστεροπαῖος στήθηκε κρατώντας δυὸ κοντάρια, ὅτι τὸν ἐγκαρδίωσεν ὁ Ξάνθος χολωμένος ποὺ τόσους ἔσφαξ’
ἄπονα στὸ ρεῦμα του ὁ Πηλείδης˙ καὶ ὁπόταν ἐπροχώρησαν κι ἐβρέθηκαν ἀντίκρυ, πρῶτος ὁμίλησ’ ὁ
Ἀχιλλεύς: «Ποιός εἶσαι καὶ ἀπὸ ποῖον ἀνθρώπων γένος ποὺ τολμᾶς ἐμπρός μου νὰ προβάλης; {{r|150}} Τέκνα
γονέων δυστυχῶν τὴν ρώμην μου ἀντικρίζουν». «Πηλείδη μεγαλόψυχε », τοῦ ἀντεῖπε ὁ Ἀστεροπαῖος, «τὴν
γενεάν μου τί ἐρωτᾶς; Ἀπὸ τὴν Παιονίαν εἶμαι τὴν μεγαλόσβωλην τὴν ἀπομακρυσμένη καὶ τῶν Παιόνων
ἀρχηγὸς τῶν μακρολογχοφόρων˙ ἡ ἑνδεκάτη ἔφεξε αὐγὴ ποὺ ἔφθασα στὴν Τροίαν, κατάγομαι ἀπ’ τὸν Ἀξιόν,
πλατύρροο ποτάμι, τὸ ὡραιότερο τῆς γῆς, καὶ ὁ Πηλεγὼν υἱός του, περίφημος κονταριστής, ἐγέννησεν ἐμένα.
Καὶ τώρ’ ἂς πολεμήσωμε, λαμπρότατε Πηλείδη». {{r|160}} Εἰς τὲς φοβέρες σήκωσεν ὁ θεῖος Ἀχιλλέας τὴν
λόγχην καὶ τὲς δύο του ὁ Ἀστεροπαῖος ἥρως, ὅτι τοῦ ἐρχόνταν βολικὰ καὶ ἀπὸ τὰ δυό του χέρια. Μὲ τὴν μιὰν
λόγχην κτύπησε τὸν κύκλον τῆς ἀσπίδος, ἀλλὰ τὴν κράτησε ὁ χρυσός, τὸ δώρημα τὸ θεῖο. Κι ἡ ἄλλη λόγχη
ἐχάραξε τὴν δεξιὰν ἀγκάλην, κι ἔρρευσεν αἷμα· ἐπέταξεν ἐπάνω του κι ἐστάθη στὴν γῆν ἡ λόγχη, πρόθυμη μὲ
σάρκα νὰ χορτάση. Τότε ὁ Ἀχιλλεὺς τὸ φράξινον, ἀλάθευτο κοντάρι μὲ φόνου ὁρμὴν ἀκόντισεν εἰς τὸν
Ἀστεροπαῖον· {{r|170}} καὶ ἀντὶ ἐκείνου ἐκτύπησε τοῦ ποταμοῦ τὴν ὄχθην, καὶ ὡς εἰς τὴν μέσην ἔχωσε τὸ
φράξινο κοντάρι τὸ ξίφος ἔσυρεν εὐθὺς κι ἐπάνου του ὁ Πηλείδης ἐπήδησεν ἀκράτητος· κι ἐκεῖνος τοῦ
Ἀχιλλέως τὸ φράξο δὲν ἐδύνατο νὰ βγάλη ἀπὸ τὴν ὄχθην, καὶ τρεῖς τὸ ἐτίναξε φορὲς μὲ τὸ βαρὺ του χέρι καὶ
τρεῖς τοῦ ἐκόπ’ ἡ δύναμις· κι ἐνῶ νὰ τὸ λυγίση καὶ νὰ τὸ σπάση τέταρτην φορὰν ἐλαχταροῦσε, τὸν πρόλαβε καὶ
τὴν ζωὴν τοῦ ἐπῆρε μὲ τὸ ξίφος στὸν ὀμφαλὸν κτυπώντας τον· τὰ ἔντερά του χάμου {{r|180}} χυθῆκαν· τὸν
Ιλιάδα (Πολυλάς)/φ 141
ἐσκέπασε στὸν ἀγκομαχητό του θανάτου σκότος καὶ ὁ Ἀχιλλεὺς πατώντας τον στὰ στήθη τὸν ἔγδυσε κι
ἐφώναξε: «Μεῖνε ἐκεῖ τώρα ὡς εἶσαι. Ἦταν βαρὺ μὲ τοῦ Διὸς τοῦ μεγαλοδυνάμου, ἂν καὶ ποταμογέννητος, τὰ
τέκνα νὰ παλαίσης. Ἂν ἀπὸ μέγαν ποταμὸν ἐσὺ γενοκρατιέσαι, στὴν γενεὰν καυχῶμ’ ἐγὼ τοῦ ὑπερτάτου Δία˙
ὁ Αἰακίδης γέννησεν ἐμένα, ὁ βασιλέας τῶν Μυρμιδόνων, ὁ Πηλεύς, τὸν Αἰακὸν ὁ Δίας· καὶ ὡς εἶναι ὁ Ζεὺς
τῶν ποταμῶν, ποὺ στὰ πελάγη ρέουν {{r|190}} ἀνώτερος, ἀνώτεροι γεννοῦντ’ οἱ ἀπόγονοί του. Μέγαν κοντά
σου ποταμὸν ἔχεις καὶ συμβοηθόν σου ἂν ἠμποροῦσεν, ἀλλὰ ποιός μετριέται μὲ τὸν Δία; Ποὺ μήτε ὁ μέγας
πρὸς αὐτὸν συγκρίνεται Ἀχελῶος, μήτ’ ἡ ὁρμὴ τοῦ ᾽Ωκεανοῦ μὲ τὸ βαθύ του ρεῦμα ἀπ’ ὅπου ὅλες οἱ θάλασσες
καὶ οἱ ποταμοὶ πηγάζουν καὶ ὅλες οἱ βρύσες εἰς τὴν γῆν καὶ τὰ βαθιὰ πηγάδια· τρέμει καὶ αὐτὸς τὸν κεραυνὸν
τοῦ φοβεροῦ Κρονίδου, ὅταν βροντᾶ τρομακτικὰ ἀπὸ τὰ οὐράνια κάτω». Εἶπε καὶ τὸ κοντάρι του ἀνάσπασε
ἀπ’ τὴν ὄχθην {{r|200}} καὶ αὐτόν, ὁποὺ ἐθανάτωσε, ἀφῆκε αὐτοῦ στὸν ἄμμον κειτάμενον νὰ βρέχεται ἀπὸ τὸ
μαῦρο κύμα καὶ χέλια τὸν τριγύρισαν καὶ ψάρια στριμωμένα κι ἐκόφταν καὶ ἅρπαζαν γοργὰ τῆς νεφραμιᾶς τὸ
πάχος. Καὶ αὐτὸς στὸ πλῆθος ὅρμησε τῶν ἱππικῶν Παιόνων, ποὺ ἅμ’ εἶδαν ἀπ’ τὸ κτύπημα τοῦ ξίφους τοῦ
Ἀχιλλέως νὰ πέση ὁ πρῶτος ἄνδρας τους ἐφεῦγαν τρομασμένοι στὸν ποταμὸν ὁλόγυρα· κι ἐκεῖνος τοὺς
ἀνδρείους ἔστρωσ’ ἐκεῖ, Θερσίλοχον, Μύδωνα καὶ Θρασίο καὶ Ἀστύπυλον καὶ Αἴνιον καὶ Μνῆσον καὶ
᾽Οφελέστην. {{r|210}} Καὶ πλῆθος ἄλλους Παίονας θὰ ἐφόνευε ὁ Πηλείδης ἀλλ’ ἐχολώθη ὁ ποταμὸς καὶ ἀπὸ
τὰ βάθη ἐφάνη ὡσὰν θνητὸς κι ἐφώναξε: «Καθὼς εἶσαι, ὦ Πηλείδη, στὴν ρώμην πρῶτος τῶν θνητῶν καὶ στ’
ἄδικα εἶσαι πρῶτος. ὅτι θεοὶ σὲ βοηθοῦν· καὶ ἂν ν’ ἀφανίσης ὅλους τοὺς Τρῶας σοῦ ᾽δωκεν ὁ Ζεύς, μέσ’ ἀπὸ
τὰ νερά μου διῶξε τους καὶ τὴν λύσσαν σου ξεθύμα στὴν πεδιάδα· ὅτι νεκροὺς ἐγέμισαν τὰ πρόσχαρά μου
ρεῖθρα, καὶ δὲν μ’ ἀφήνουν οἱ νεκροὶ τὸ ρεῦμα νὰ προχύνω στὴν θείαν θάλασσαν καὶ σὺ τρομακτικὰ φονεύεις.
{{r|220}} ῎Ελ’ ἄφησέ με, καὶ ἀπορῶ, μεγάλε πολεμάρχε». Κι ὁ γοργοπόδης Ἀχιλλεὺς ἀπάντησέ του κι εἶπε:
«῏Ω Σκάμανδρε διόθρεφτε, θὰ γίνη αὐτὸ πού θέλεις˙ νὰ σφάζω δὲν θὰ παύσω ἐγὼ τοὺς ἐπιόρκους Τρῶας ὡς
νὰ κλεισθοῦν καὶ ἀντίστηθα νὰ δοκιμάσω μόνον τὸν ῞Εκτορα νὰ ἰδοῦμε ποιός ἀπὸ τοὺς δυὸ θὰ πέση». Εἶπε κι
ἐχύθη ὡσὰν θεὸς τῶν Τρώων μὲς στὰ πλήθη˙ καὶ ὁ ποταμὸς τότε ὁ βαθὺς ἐφώναξε τοῦ Φοίβου: «Διογέννητε,
ἀργυρότοξε, τὴν θέλησιν τοῦ Δία δὲν ἐσεβάσθης ποὺ θερμὰ σοῦ εἶχε παραγγείλει {{r|230}} τῶν Τρώων νά ᾽σαι
ὑπέρμαχος, ὥσπου νὰ ᾽λθῆ τὸ δείλι καὶ νὰ σκιάση τοὺς ἀγροὺς στὴν γῆν τὴν σιτοφόραν». Καὶ ὁ Ἀχιλλεὺς στὸν
ποταμὸν ἐπήδησε ἀπ’ τὴν ὄχθην, καὶ ὁ ποταμὸς ἐνάντια του σηκώθη φουσκωμένος· βάζει ἄνω κάτω τὰ νερὰ
καὶ τοὺς νεκροὺς ἀμπώθει πολλοὺς ὁποὺ τοῦ ἐσώρευσαν οἱ φόνοι τοῦ Ἀχιλλέως˙ τοὺς ἔβγαλ’ ἔξω στὴν στεριὰν
κι ἐμούγκριζε ὡσὰν ταῦρος κι ἐφύλαγε τοὺς ζωντανοὺς στὰ ὄμορφα νερά του, ποὺ τοὺς ἐκρύβαν θολωτὰ στὰ
βάθη τῶν ρευμάτων. Φρικτὸ σηκώθη φουσκωτὸ τὸ κύμα ὁλόγυρά του {{r|240}} κι ἐκτύπα τὴν ἀσπίδα του· ποῦ
νὰ σταθοῦν δὲν εἶχαν τὰ πόδια του· κι ἐπιάσθηκεν ἀπὸ φτελιὰ μεγάλον˙ τ’ ὡραῖο δένδρο σύρριζα κάτω βροντᾶ
καὶ σέρνει τὴν ὄχθην ὅλην κι ἔπιασε μἐ τὰ πυκνὰ κλαδιά του τ’ ὡραῖο ρεῦμα κι ἔγινε γεφύρι στὸ ποτάμι˙ καὶ
ἀπὸ τὸν φόβον ὁ Ἀχιλλεὺς πετάχθη ἀπὸ τὸ κύμα κι ἐχύθηκεν ἀκράτητος νὰ φύγη στὴν πεδιάδα. Ἀλλ’ ὁ θεός, ὁ
φοβερός, μαυροκορυφωμένος ἀκράτητος ἐπάνω του ροβόλαε νὰ κόψη τὴν φονικὴν ἐκείνου ὁρμὴν καὶ νὰ
σωθοῦν οἱ Τρῶες. {{r|250}} ᾽Εκεῖθ’ ἐσκίρτησ’ ὁ Ἀχιλλεὺς ὅσο τ’ ἀκόντι φθάνει, καθὼς ὁ μαῦρος ἀετὸς ὁ
ἁρπακτικός, ποὺ στ’ ἄλλα πετούμενα γιὰ δύναμιν καὶ γιὰ φτερὰ πρωτεύει. Ὅμοια πετοῦσε καὶ ὁ χαλκὸς στὰ
στήθη του βροντοῦσε τρομακτικά, καὶ ὡς ξέφευγεν ἀνάμεσ’ ἁπ’ τὸ κύμα κατάποδά του ὁ ποταμὸς μὲ κρότον
ροβολοῦσε. Καὶ ὡς ἀπὸ κεφαλόβρυσο κόβει νερὸ καὶ παίρνει ὁ ποτιστὴς καὶ τ’ ὁδηγεῖ μὲς στὰ φυτὰ τοῦ κήπου
καὶ μὲ τὴν δίκοπη ἀφαιρεῖ τὰ μπόδι’ ἀπὸ τ’ αὐλάκι καὶ ροβολᾶ μὲ τὸ νερὸ κάθε μικρὸ χαλίκι {{r|260}} κι
ἐκεῖνο μὲ κελάδισμα τὸ πλάγι κατεβαίνει τόσο γοργὸ ποὺ τ’ ὁδηγοῦ τὸ χέρι δὲν τὸ φθάνει, ὁμοίως τὸν
πτερόποδον ἐπρόφθανε Ἀχιλλέα τὸ κύμα, ὅτι τῶν θνητῶν ἀνώτερ’ οἱ θεοί ᾽ναι. Καὶ ὅσες φορὲς ὁ Ἀχιλλεὺς
ἐστρέφονταν νὰ μείνη ν’ ἀντισταθῆ, νὰ μάθη ἂν τὸν κατατρέχουν ὅλοι · οἱ ἐπουράνιοι θεοί, τόσες τὸ μέγα κύμα
τοῦ διογεννήτου ποταμοῦ στοὺς ὤμους τὸν κτυποῦσε. Ἐπήδ’ αὐτὸς ἀνάερα μὲ τὴν καρδιὰ κομμένην καὶ
φουσκωτὸς ὁ ποταμὸς τὰ γόνατ’ ἀπὸ κάτω {{r|270}} τοῦ ᾽κοφτε καὶ ἀπ’ τὰ πόδια του τὸ χῶμα τοῦ ρουφοῦσε.
Κι ἐκοίταξε τὸν οὐρανὸ κι ἐκλαίετ’ ὁ Πηλείδης: «Πατέρα Δία τῶν θεῶν, κανεὶς δὲν μ’ ἐλυπήθη νὰ μὴ μὲ πάρη ὁ
ποταμός! καὶ ἂς πάθαινα κατόπι. Καὶ ἄλλος οὐρανοκάτοικος θεὸς σ’ ἐμὲ δὲν πταίει ὅσο ἡ μητέρα μου ποὺ
αύτὴ μὲ πλάνεσε ὄταν εἶπε ποὺ ἐμπρὸς στὴν πόλιν πυργωτὴν τῶν χαλκοφόρων Τρώων θὰ πέσω ἀπὸ τοῦ
Ἀπόλλωνος τὰ πτεροφόρα βέλη. Ὁ ῞Εκτωρ θὰ μὲ φόνευεν, πολεμιστής των πρῶτος ἀνδρεῖος κὰν θὰ ἐφόνευε,
Ιλιάδα (Πολυλάς)/φ 142
θὰ ἐγύμνωνεν ἀνδρεῖον {{r|280}} ἀλλὰ τὸ θέλ’ ἡ μοίρα μου νὰ κακοθανατήσω ἀπὸ μεγάλον ποταμόν, καθὼς
στὸ πέρασμά του πνίγεται ἀπὸ νεροσυρμὴ χοιροβοσκοῦ κοπέλι». Εἶπε κι εὐθὺς ὁ Ποσειδῶν κι ἡ ᾽Αθηνᾶ μὲ
σῶμα ἀνθρώπινο τοῦ στήθηκαν στὸ πλάγι καὶ τοῦ σφίξαν τὸ χέρι, καὶ τοῦ ὁμίλησαν θάρρος σ’ ἐκείνους νά ᾽χη.
Καὶ ὁ κοσμοσείστης Ποσειδῶν τὸν λόγον εἶπε πρῶτος: «Πηλείδη, μὴν ἀδημονῆς καὶ μὴ τρομάζης τόσο· ἰδοὺ
ποὺ εἴμαστε βοηθοὶ θεοὶ μεγάλοι δύο ἐμεῖς, ἐγὼ κι ἡ Ἀθηνᾶ, καὶ τοῦτο στέργει ὁ Δίας. {{r|290}} Δὲν θέλει ἀπὸ
τὸν ποταμὸν ν’ ἀφανιστῆς ἡ μοίρα, καὶ γρήγορα, θαρρῶ, θὰ ἰδῆς ἐκεῖνός νὰ λουφάξη˙ καὶ λόγον ἄκου
φρόνιμον νὰ τὸν ἀκολουθήσης˙ μὴ παύσης ἀπ’ τὸν πόλεμον, ὅμοιο κακὸν εἰς ὅλους, ὅσο τοὺς Τρῶας,
στριμωχτούς, νὰ κλείσης εἰς τὰ τείχη. Καὶ σὺ ἀφοῦ τὸν ῞Εκτορα,φοντύσης, γύρε ὀπίσω στὰ πλοῖα καὶ σοῦ
δίδομεν τὸ δόξασμα τῆς νίκης». Εἶπαν καὶ ὀπίσω ἐγύρισαν στοὺς ἄλλους ἀθανάτους. Καὶ θαρρετὸς στὸν λόγον
τους κινήθη αύτὸς στὸ σιάδι ποὺ ἀπὸ τὰ ξέχειλα νερὰ πλημμύριζε κι ἐπλέαν {{r|300}} ἄρματα πλῆθος
λαμπερὰ καὶ λείψαν’ ἀνδρειωμένων. Καὶ μὲ τὰ γόνατα ὑψηλὰ στὸ ρεῦμα ἐπάν’ ὁρμοῦσε. καὶ ὅπως τὸν γέμισ’ ἡ
Ἀθηνᾶ μὲ δύναμιν μεγάλην δὲν τὸν κρατοῦσε ὁ ποταμὸς πλατὺς καὶ φουσκωμένος. Δὲν ἔπαυ’ οὐδ’ ὁ
Σκάμανδρος, ἀλλ’ αὔξαινε ὁ θυμός του στὸν Ἀχιλλέα καὶ ὑψηλὰ κορύφωνε τὸ κύμα, κι ἔβαλε στὸν Σιμόεντα
φωνὴν νὰ τὸν καλέση: «῎Ελ’ ἂς κρατήσωμε, ἀδελφέ, τούτου τοῦ ἀνδρὸς τὴν λύσσαν πρὶν ἢ τὴν μεγαλόπολιν
πατήση τοῦ Πριάμου, κι ἐμπρός του οἱ Τρῶες δύσκολα κρατοῦν εἰς τὸν ἀγώνα. {{r|310}} Γρήγορα βόηθ᾽, ἀπὸ
πηγὲς τὸ ρεῦμα σου ἂς πληθύνη, ξεκίνα κάθε χείμαρρον καὶ ὄρθωσε μέγα κύμα˙ κύλα μὲ τάραχον σφοδρὸν καὶ
λίθαρα καὶ ρίζες, νὰ σβήσωμε μὲ δύναμιν τοῦ ἀνδρὸς αὐτοῦ τοῦ ἀγρίου ποὺ ὡσὰν θεὸς ὑπερνικᾶ καὶ κρατημὸν
δὲν ἔχει. Ἡ ρώμη μήτ’ ἡ ὀμορφιὰ δὲν θὰ τὸν σώσουν μήτε ἐκεῖνα τὰ λαμπρ’ ἄρματα, ποὺ θὰ ταφοῦν στὸ βάθος
τῆς λίμνης, μὲς στὸν βοῦρκο της, κι ἐκεῖνον θὰ τυλίξω στὴν ἀμμουδιὰ σωρεύοντας χώματα καὶ κοχλάδια. Οὐδὲ
θὰ φθάσουν οἱ Ἀχαιοὶ νὰ ἐβροῦν τὰ κόκαλά του˙ {{r|320}} μὲ τόσες λάσπες τρίσβαθα ἐγὼ θὰ τὸν σκεπάσω.
Αὐτὸ θά ᾽ναι τὸ μνῆμα του καὶ ἄλλο δὲν θά ᾽ναι χρεία νὰ τοῦ σηκώσουν οἱ Ἀχαιοὶ ὁπόταν θὰ τὸν θάψουν».
Εἶπε καὶ ὀρθώθη φουσκωτὸς ἐπάνω στὸν Πηλείδην κι ἐξέρνα μουρμουρίζοντας άφρόν, κορμιὰ καὶ αἷμα. Καὶ
ὁλόμαυρο σηκώνετο τὸ κύμα μανιωμένο τοῦ διογεννήτου ποταμοῦ νὰ σύρη τὸν Πηλείδην. Κι ἡ ῞Ηρα τότ’
ἐβόησε φοβούμενη γιὰ κεῖνον μήπως τὸν πάρη ὁ ποταμὸς βαθύρροος καὶ μέγας. Κι ἐστράφη πρὸς τὸν
῞Ηφαιστον, τὸν ποθητὸν υἱόν της: {{r|330}} «Σηκώσου, τέκνο μου χωλό· τό ᾽χουμε εἰπεῖ ποὺ ὁ Ξάνθος θὰ ἦταν,
ὁ βαθύρροος, καλὸς ἀντίμαχός σου· βόηθα γοργά, φανέρωσε τὲς φλόγες ὅσες ἔχεις. Κι ἐγὼ θὰ πάω τὸν
Ζέφυρον νὰ ἔβρω καὶ τὸν Νότον νὰ φέρω ἀπὸ τὴ θάλασσαν κακὴν ἀνεμοζάλην νὰ σπρώχνη ἐμπρὸς τὲς φλόγες
σου καὶ τ’ ἄρματα νὰ καίη τῶν Τρώων καὶ τὲς κεφαλές στὲς ὄχθες σὺ τοῦ Ξάνθου τὰ δένδρα καῖε, φλόγιζε καὶ
αὐτὸν καὶ μὴ σὲ κάμουν ἥμερον τὰ γλυκόλογα καὶ οἱ παρακάλεσές του. θ’ ἀκολουθῆς ἀδάμαστος, καὶ μόν’
ὅταν μ’ ἀκούσης {{r|340}} φωνὴν νὰ βάλω, τοῦ πυρὸς τὴν δύναμιν νὰ παύσης». Εἶπε καὶ πῦρ θεόφλογον ὁ
῞Ηφαιστος ἀνάβει στὸ σιάδι πρῶτα κι ἔκαιε τὰ λείψανα ποὺ ἐπλέαν πολλά, ποὺ μὲς στὸν ποταμὸν ἐσώριασε ὁ
Πηλείδης. Καὶ ὅλο τὸ σιάδι ἐξέρανε κι ἐστάθηκε ἡ πλημμύρα. Καὶ ὅπως στεγνώνει μονομιὰς νεοποτισμένον
κῆπον Βορέας φθινοπωρινός, χαρὰ τοῦ γεωργοῦ του· ὅμοια τὸ σιάδι ἐστέγνωσε καὶ οἱ νεκροὶ καῆκαν, κι
ἔστρεψε αὐτὸς στὸν ποταμὸν τὴν φλόγα τὴν μεγάλην˙ καὶ οἱ φτελιάδες καίονταν, οἱ ἰτιὲς καὶ τὰ μυρίκια,
{{r|350}} ἐκαίονταν ἡ κύπερη, τὸ βοῦρλο, τὸ τριφύλλι, ποὺ στοῦ ὡραίου ποταμοῦ τὲς ἄκρες ἐβλαστοῦσαν˙ καὶ
μὲς στὰ βάθη ἐπάθαιναν κι ἐδῶ κι ἐκεῖ σκιρτοῦσαν χέλια καὶ ψάρι’ ἀπ’ τὴν πνοὴν τοῦ πολυβούλου ῾Ηφαίστου·
καὶ ἡ δύναμις τοῦ ποταμοῦ καιόνταν, ὥσπου ἐκεῖνος φώναξε κι εἶπεν: «῞Ηφαιστε, κανεὶς θεὸς σὲ σένα δὲν
δύναται νὰ μετρηθῆ˙ κι ἐγὼ στὴν φλογερήν σου φωτιὰ δὲν ἀντιστέκομαι· καὶ παῦσ’ ἐδῶ τὴν μάχην, καὶ ἂς
διώξη εὐθὺς ὁ Ἀχιλλεὺς τοὺς Τρῶας ἀπ’ τὴν πόλιν. Τί θέλω ἐγὼ νὰ πολεμῶ καὶ ὑπέρμαχος νὰ γίνω; » {{r|360}}
Εἶπε καὶ ὡστόσο ἐκόχλαζαν τὰ ὄμορφα νερά του. Καὶ ὅπως στὴν φλόγα π’ ἄναψαν ξύλα πολλὰ φρυμένα
βράζει λεβέτι λιώνοντας τρυφεροῦ χοίρου πάχος καὶ ὅλο κοχλάζει μέσα του ἀπὸ τὴν φλόγα, ὁμοίως ἀνάβραζαν
καιόμενα τὰ ὄμορφά του ρεῖθρα καὶ νὰ κυλᾶ δὲν ἤθελεν˙ ἔστεκε αὐτοῦ σβημένος ἀπὸ τὴν ἄχνα τὴν καυτὴ τοῦ
πολυβούλου ῾Ηφαίστου ὅσο ποὺ αὐτὸς ὁλόθερμα τῆς ῞Ηρας ἐδεήθη: «Ἥρα, γιατὶ τὸ τέκνο σου νὰ πέση ν’
ἀφανίση ξεχωριστὰ τὸ ρεῦμα μου· καὶ τόσο ἐγὼ δὲν πταίω {{r|370}} ὅσον οἱ ἄλλοι ἀθάνατοι ποὺ βοηθοῦν τοὺς
Τρῶας. Θὰ παύσω ἐγὼ τὸν πόλεμον, ἂν τοῦτο ἐσὺ προστάζης, καὶ ἂς παύση τοῦτος ἐν ταυτῶ· καὶ ὅρκον ἐγὼ
θὰ ὀμόσω, τοὺς Τρῶας ἀπ’ τὸν ὄλεθρον ποτὲ νὰ μὴ φυλάξω, μήδ’ ὅταν σύρριζα καῆ καὶ στάκτη γίν’ ἡ Τροία
καμένη ἀπὸ τῶν Ἀχαιῶν τὰ χέρια τ’ ἀνδρειωμένα». Ἅμα ἡ θεὰ τὸν ἄκουσεν, ἡ ῞Ηρα ἡ λευκοχέρα, ἐφώναξε τὸν
Ιλιάδα (Πολυλάς)/φ 143
῞Ηφαιστον τὸν ποθητὸν υἱόν της: «῞Ηφαιστε, στάσου, δοξαστὸ παιδί μου, καὶ δὲν πρέπει θεὸς τόσο νὰ
κρούεται γι’ ἀγάπη τῶν ἀνθρώπων». {{r|380}} Τότε τὲς φλόγες ἔσβησεν ὁ Ἥφαιστος καὶ ὀπίσω στὸν ποταμὸν
ἐκύλησαν τὰ πρόσχαρα νερά του. Καὶ ἅμα ἐδαμάσθ’ ἡ δύναμις τοῦ Ξάνθου, ἐκεῖνοι ἐπαῦσαν καθὼς ἡ ῞Ηρα
ἠθέλησεν, ἂν κι ἦταν χολωμένη˙ τότ’ ἔχθρα ἔπεσε βαριὰ στοὺς ἄλλους ἀθανάτους κακὴ καὶ μέσα ἔπνεε
διχόγνωμα ἡ ψυχή τους. Καὶ ὡς ἔπεσαν νὰ συγκρουσθοῦν, βρόντησε ἡ γῆ καὶ γύρω σάλπισε ὁ μέγας οὐρανός,
τοὺς ἄκουεν ὁ Δίας καθήμενος στὸν Ὄλυμπον κι ἐγέλασε κι ἐχάρη νὰ βλέπη κάτω ποὺ οἱ θεοὶ μὲ πεῖσμα
ἐπολεμοῦσαν˙ {{r|390}} καὶ ὥραν πολλὴν δὲν ἔμειναν μακράν· καὶ ἀρχὴν ὁ Ἄρης ὁ ἀσπιδοσπάστης ἔκαμε καὶ
μὲ βαρὺ κοντάρι ἐχύθηκε στὴν Ἀθηνᾶ, ὀνείδισέ την κι εἶπε: «Σκυλόμυγα, τί στοὺς θεοὺς ν’ ἀνάψης μάχην
πάλιν σ’ ἔφερε ἡ ἀδιάντροπη καὶ ἀκράτητη ψυχή σου; Ἤ δὲν θυμᾶσαι πόβαλες ἐπάνω τὸν Τυδείδην νὰ μὲ
λαβώση κι ἔπιασες σ’ ὅλους ἐμπρὸς τὴν λόγχην; Κι ἴσια σ’ ἐμὲ τὴν ἄμπωσες καὶ τὸ λαμπρό μου σῶμα ἐχάραξες·
καὶ ὅσά ᾽καμες θὰ μοῦ πλερώσης τώρα». Εἶπε καὶ τὴν ἐκτύπησε στὴν κροσσωτὴν αἰγίδα {{r|400}} φρικτήν,
ποὺ μήτε τοῦ Διὸς ὁ κεραυνὸς τὴν σχίζει· ἐκεῖ τὴν λόγχην ἄμπωσεν ὁ ἀνδροφόνος Ἄρης. ᾽Εσύρθη αὐτὴ κι
ἐσήκωσε μὲ τὸ βαρύ της χέρι ἕνα λιθάρι ἀπὸ τὴν γῆν μαῦρο, τραχύ, μεγάλο, π’ ἄνδρες ἀρχαίας γενεᾶς γιὰ
τέρμινα εἶχαν στήσει· μὲ αὐτὸ τὸν Ἄρην κτύπησε στὸν σβέρκον, καὶ τὰ μέλη τοῦ ἔλυσε, καὶ πέφτοντας ἐγέμισε
ἑπτὰ πλέθρα, χωμάτιασ’ ὅλ’ ἡ κόμη του καὶ ἠχῆσαν τ’ ἄρματά του. ᾽Εγέλασεν ἡ Ἀθηνᾶ καὶ ὑπερηφάνως εἶπε:
«Μωρότατε, ὅταν θέλησες νὰ μετρηθῆς μ’ ἐμένα, {{r|410}} δὲν τὸ ἐσκέφθης ποὺ εἶμ’ ἐγὼ πολὺ καλύτερή σου.
Τὲς ᾽Ερινύες μ’ ὅλα αὐτὰ πλερώνεις τῆς μητρός σου, ποὺ σὲ ξετρέχει ἀπὸ χολήν, ποὺ ἠθέλησες ν’ ἀφήσης τοὺς
Ἀχαιοὺς καὶ βοηθεῖς τοὺς ἐπιόρκους Τρῶας». Εἶπε καὶ ὀπίσω ἐγύρισε τὰ φωτεινά της μάτια κι ἡ Ἀφροδίτη τὸν
θεὸν ὁδήγ’ ἀπὸ τὸ χέρι ποὺ μόλις ἐψυχόπιανε καὶ θλιβερὰ βογγοῦσε· καὶ ἅμα ἡ θεὰ τὴν νόησεν ἡ ῞Ηρα ἡ
λευκοχέρα τὴν Ἀθηνᾶ προσφώνησε μὲ λόγια φτερωμένα: «῎Ω, κοίτα, κόρη ἀδάμαστη τοῦ αἰγιδοφόρου Δία,
{{r|420}} πάλ’ ἡ σκυλόμυγα ὁδηγεῖ τὸν ἀνδροφόνον Ἄρην μέσ’ ἀπ’ τῆς μάχης τὴν βοήν· καὶ δράμε νὰ τοὺς
φθάσης». Εἶπεν, ἐχάρ’ ἡ Ἀθηνᾶ, κι ἐπάνω τους ἐχύθη, στὰ στήθη τὴν ἐκτύπησε μὲ τὸ βαρύ της χέρι καὶ αὐτῆς
ἐδείλιασε ἡ καρδιά, τὰ γόνατα ἐκοπῆκαν, καὶ οἱ δύο κείτονταν αὐτοῦ στὴν γῆν τὴν πολυθρέπτραν. Τότ’
ἐκαυχήθ’ ἡ Ἀθηνᾶ καὶ ὑπερηφάνως εἶπε: «Μὲ τούτους τώρα νά ᾽μοιαζαν ὅλ’ οἱ βοηθοὶ τῶν Τρώων, ὁπόταν
τοῦτοι πολεμοῦν τοὺς θωρηκτοὺς Ἀργείους καὶ ψυχεροὶ καὶ ἀκλόνητοι, καθὼς ἡ Ἀφροδίτη {{r|430}} ἦλθε τοῦ
Ἄρη βοηθὸς στὴν ρώμην μου ἐναντία· θά ᾽χαμε ρίξει πρὸ πολλοῦ τοὺς πύργους τῆς ᾽Ιλίου καὶ τώρα θὰ
ἡσυχάζαμεν ἐμεῖς ἀπ’ τὸν ἀγώνα». Εἶπε, κι ἐγλυκογέλασεν ἡ λευκοχέρα ῞Ηρα. Καὶ τότε ὁ μέγας Ποσειδῶν
προσφώνησε τὸν Φοῖβον: «Φοῖβε, τί μένομεν ἐμεῖς; Δὲν βλέπεις πὼς οἱ ἄλλοι κάμαν ἀρχήν, κι εἶν’ ἐντροπὴ στὸν
῎Ολυμπον ὀπίσω νὰ γύρωμε ἀπολέμητοι, στὸ δῶμα τοῦ Κρονίδου. Ἄρχισε, ὡσὰν νεώτερος· σ’ ἐμένα δὲν
ἁρμόζει, ὡς εἶμαι μεγαλύτερος στὰ χρόνια καὶ στὴν γνῶσιν. {{r|440}} Τί ἔκανες, ἀνόητε! καὶ δὲν θυμᾶσαι
πόσα ἐμεῖς ἐπάθαμε κακὰ στὴν ῎Ιλιον τριγύρω μόνοι ἀπ’ ὅλους τοὺς θεούς, ὁπόταν τὸν ἀνδρεῖον Λαομέδοντα
ἐδουλώσαμε σταλμένοι ἀπὸ τὸν Δία γιὰ χρόνον ἕναν μὲ ρητὸν μισθόν, στοὺς ὁρισμούς του. Κι ἐγὼ τῶν Τρώων
ἔκτισα τεῖχος πλατὺ καὶ ὡραῖο ὁλόγυρα στὴν πόλιν τους, ἀπόρθητη νὰ γίνη· καὶ σὺ στὰ πλάγια τὰ πολλὰ τῆς
δενδρωμένης Ἴδης ἔβοσκες τὰ στριφτόποδα κερατοφόρα βόδια. Καὶ ὅταν τὸ τέλος ἔφεραν οἱ χαροδότρες
ὧρες, {{r|450}} δυναστικῶς μᾶς κράτησεν ἐκεῖνος τὸν μισθόν μας, ὁ πάγκακος καὶ μὲ φρικτὲς μᾶς ἔδιωξε
φοβέρες˙ φοβέριζε χερόποδα νὰ μᾶς ἁλυσοδέση καὶ νὰ μᾶς στείλη εἰς μακρινὰ νησιὰ νὰ μᾶς πουλήση καὶ νὰ
μᾶς κόψη καὶ τ’ αὐτιὰ μὲ χάλκινην λεπίδα. Κι ἐμεῖς ὀπίσω ἐγύραμε μὲ σπλάχνα χολωμένα, ποὺ τὸν μισθὸν δὲν
πλέρωσε πού ᾽χε δεχθῆ νὰ δώση. Καὶ τώρα σὺ χαρίζεσαι πρὸς τοὺς λαοὺς ἐκείνου ἀντὶ μ’ ἐμᾶς νὰ προσπαθῆς
ν’ ἀφανισθοῦν οἱ Τρῶες οἱ ἄδικοι, ὅλοι σύρριζα, γυναῖκες καὶ παιδιά τους». {{r|460}} Σ’ ἐκεῖνον τότε ὁ
τοξευτὴς ἀπάντησεν ὁ Φοῖβος: «῏Ω Ποσειδῶν, γιὰ φρόνιμον, θαρρῶ, ποὺ δὲν θὰ μ’ ἔχης, ἂν γιὰ τοὺς ἄμοιρους
θνητοὺς μὲ σένα πολεμήσω˙ ποὺ ὡσὰν τὰ φύλλα πρόσκαιροι πότε φωτιὰ γεμάτοι χαίρονται τοὺς καρποὺς τῆς
γῆς, καὶ πότε νὰ μαραίνουν τοὺς βλέπεις ὥσπου σβήνονται· κι ἐμεῖς ἀπὸ τὴν μάχην ἂς παύσωμε, καὶ μόνοι
τους ἂς πολεμοῦν ἐκεῖνοι». Εἶπεν αὐτὰ κι ἐστράφη ἀλλοῦ· τὸ σέβας τὸν κρατοῦσε ἐπάνω στὸν πατράδελφον τὸ
χέρι νὰ σηκώση. Κι ἡ ἀδελφή του τῶν θεριῶν θεὰ προσκυνημένη, {{r|470}} Ἄρτεμις, ἡ ἀγριοκάτοικη, πολὺ τὸν
ἀποπῆρε: «Φεύγεις, τοξότη, ἄφησες τοῦ Ποσειδῶνος ὅλην τὴν νίκην καὶ τὸν ἔκαμες ἀδίκως νὰ καυχᾶται˙
ἀνόητε τὸ τόξο αὐτὸ φορεῖς εἰς τὰ χαμένα· νὰ μὴ σ’ ἀκούσω στὸ ἑξῆς στὸ δῶμα τοῦ πατρός μας νὰ τὸ
καυχᾶσαι, ὡς ἔκανες, ἐμπρὸς τῶν ἀθανάτων, ποὺ εἶσαι καλὸς ν’ ἀντισταθῆς ἐσὺ στὸν Ποσειδώνα». Εἶπε καὶ
Ιλιάδα (Πολυλάς)/φ 144
δὲν ἀπάντησεν ὁ μακροβόλος Φοῖβος, κι ἡ σεβασμία τοῦ Διὸς ὁμόκλινη ἐχολώθη καὶ τὴν τοξεύτραν Ἄρτεμιν
ὀνείδισε καὶ εἶπε: {{r|480}} «῏Ω σκύλ’ ἀδιάντροπη, τολμᾶς σὺ νὰ σταθῆς ἐμπρός μου; Κακὰ μετριέσαι σὺ μ’
ἐμὲ καὶ ἂς εἶσαι τοξοφόρα, ἀφοῦ σὲ διόρισεν ὁ Ζεὺς λεοντάρι στὲς γυναῖκες, καὶ νὰ φονεύης σοῦ ᾽δωκεν
ὅποιαν ἐσὺ θελήσης. Καλύτερό σου στὰ βουνὰ ἀγρίμια κι ἐλαφίνες νὰ ρίχνης ἢ νὰ μάχεσαι μὲ τοὺς καλύτερούς
σου. Καὶ ἂν πάλιν θέλης πόλεμον, δοκίμασε νὰ μάθης σὺ ποὺ μ’ ἐμὲ συγκρίνεσαι, πόσ’ εἶμαι ἀνώτερή σου».
Εἶπε καὶ αὐτῆς τὰ χέρϊα μὲ τὸ ζερβί της πιάνει μὲ τ’ ἄλλο τὴν τοξοσκευὴν τῆς παίρνει ἀπὸ τοὺς ὤμους
{{r|490}} καὶ στὰ ριζαύτια τὴν κτυπᾶ γελώντας μὲ τὰ βέλη˙ κι ἐστρέφετ’ ὅλη κι ἔπεφταν τὰ βέλη ἀπ’ τὴν
φαρέτραν. Κλαίοντας ἔφυγε ἡ θεά, καθὼς πετᾶ τρυγόνα ἀπὸ γεράκι φεύγοντας εἰς χαραμάδα βράχου, ὅτι γι’
αὐτὴν δὲν ἔφθασεν ἡ ὥρα τοῦ θανάτου· ὁμοίως ἔφυγε ἡ θεὰ καὶ ἀφῆκε αὐτοῦ τὰ βέλη. Καὶ τῆς Λητοῦς ὁ
μηνυτὴς ὁμίλησ Ἀργοφόνος: «Λητώ, δὲν πολεμῶ μ’ ἐσέ˙ καὶ ποῖος μὲ γυναῖκες θέλει στὰ χέρια νὰ πιασθῆ τοῦ
βροντοφόρου Δία. Ἀλλὰ σ’ ἀφήνω νὰ χαρῆς ἐμπρὸς τῶν ἀθανάτων, {{r|500}} νὰ καυχηθῆς ποὺ ἐνίκησες ἐμένα
κατὰ κράτος». Εἶπε, κι ἐσύναζε ἡ Λητὼ τὰ κυρτωμένα τόξα, ποὺ ἦσαν πεσμένα ἐδῶ κι ἐκεῖ στὸν στρόβιλον τῆς
σκόνης. Κι ἔφυγ’ ἐκείνη παίρνοντας τῆς κόρης της τὰ τόξα· καὶ τούτ’ ἦλθε στὸν Ὄλυμπον στὸ δῶμα τοῦ
Κρονίδη, καὶ στοῦ πατρὸς τὰ γόνατα ἐκάθισε νὰ κλαίη, κι ἔτρεμεν ὅλο ἐπάνω της τ’ ἀμβρόσιον ἔνδυμά της.
Τὴν δέχθηκε στὸν κόλπον του κι ἐγέλασε ὁ πατέρας, κι ἐρώτα: «Ποῖος τῶν θεῶν σοῦ ᾽καμε αὐτά, παιδί μου, ὡς
νά ᾽χε σ’ ἔβρει φανερὰ κάποιο κακὸ νὰ πράξης; » {{r|510}} Σ’ αὐτὸν ἡ καλοστέφανη ἀντεῖπε κυνηγήτρα: «Ἡ
῞Ηρα σου ἡ λευκόχερη μὲ ἔπληξε, πατέρα, καὶ τὴν διχόνοιαν ἔσπειρεν αὐτὴ στοὺς ἀθανάτους». Τοὺς λόγους
τούτους ἔλεγαν ἐκεῖνοι ἀνάμεσόν τους· ἀλλὰ στὴν θείαν ῎Ιλιον ἐμπῆκε τότε ὁ Φοῖβος, ὅτι ἐφοβεῖτο οἱ Δαναοὶ
μὴ πρόμοιρα πατήσουν τὴν πόλιν τὴν καλόκτιστην ἐκείνην τὴν ἡμέραν. Κι οἱ ἄλλοι ἀθάνατοι θεοὶ στὸν
Ὄλυμπον ἐγύραν, ἄλλοι μὲ πολλὴν ἔπαρσιν καὶ ἄλλοι χολωμένοι, σιμὰ στὸν μαυρονέφελον πατέρα τους καὶ
ὡστόσο {{r|520}} τοὺς Τρῶας καὶ τοὺς ἵππους των ἀφάνιζε ὁ Πηλείδης· καὶ ὡς ὅταν χώρα χάνεται, καὶ ὡς τ’
οὐρανοῦ τὸν θόλον καπνίζ’ ἡ φλόγα, π’ ἄναψεν ἡ ὀργὴ τῶν ἀθανάτων, καὶ ὅλους παθιάζει καὶ πολλοὺς εἰς τὴν
καρδιὰ πληγώνει, ὅμοια τοὺς Τρῶας πάθιαζε κι ἐπλήγωνε ὁ Πηλείδης. Τότε ὁ σεβάσμιος Πρίαμος ἀπὸ τὸν
θεῖον πύργον νόησε τὸν θεόρατον Πηλείδη καὶ τοὺς Τρῶας ποὺ μὲ ροπὴν ἀκράτητην ἐφεῦγαν ἔμπροσθέν του.
Καὶ ἀπὸ τὸν πύργον βόγγοντας χάμω κατέβη ὁ γέρος τοὺς θυρωροὺς ποὺ φύλαγαν τὰ τείχη νὰ διατάξη:
{{r|530}} «Ἀνοίξετε καὶ ὁλάνοικτον κρατεῖτε τὸν πυλώνα, ὅσο ποὺ νά ᾽μπουν οἱ λαοί· κι ἐγγὺς εἶναι ὁ Πηλείδης
τοῦτος ὁποὺ τοὺς κυνηγᾶ˙ μέγα κακὸ προβλέπω. Καὶ ἅμ’ ἀναπνεύσουν οἱ λαοί, στὰ τείχη τὲς σανίδες σεῖς
πάλιν συναρμόσετε· ὅτι πολὺ φοβοῦμαι μὴ φθάση μὲς στὰ τείχη μας νὰ πέση τὸ θηρίον». Καὶ αὐτοὶ τὲς πύλες
ἄνοιξαν κι ἐσήκωσαν τοὺς σύρτες κι ἦβραν τὰ πλήθη ἀνάσασιν· καὶ ὁ Φοῖβος πήδησ’ ἔξω τοὺς Τρῶας ἀπὸ τὴν
ὁρμὴν νὰ σώση τοῦ Ἀχιλλέως, ποὺ σκονισμένοι ἔτρεχαν, φρυμένοι ἀπὸ τὴν δίψαν {{r|540}} κατὰ τὴν πόλιν
φεύγοντας καὶ τὰ ὑψηλά τους τείχη· κι ἐπάνω τους ἀκράτητος λυσσομανοῦσ’ ἐκεῖνος μὲ τὸ κοντάρι καὶ πολὺ
διψοῦσε γιὰ τὴν νίκην. Τότε θὰ ἐπαῖρναν οἱ Ἀχαιοὶ τὴν πυργωμένην Τροίαν, ἂν τὸν λαμπρὸν Ἀγήνορα δὲν
ἐκινοῦσε ὁ Φοῖβος, ἐξαίσιον τοῦ Ἀντήνορος υἱὸν ἀνδρειωμένον. Τοῦ ᾽βαλε θάρρος στὴν καρδιά, κι ἐστήθη
αὐτὸς σιμά του μὴ βάλουν χέρι ἐπάνω του οἱ μοῖρες τοῦ θανάτου. Κι εἰς ἕνα φράξο ἀκούμπησε σ’ ὁμίχλη
τυλιγμένος. Καὶ ἅμ’ ὁ Ἀγήνωρ νόησε τὸν πορθητὴν Πηλείδην {{r|550}} ἐστάθη καὶ στὰ στήθη του τρικύμιζε ἡ
καρδιά του. Καὶ εἶπε μὲ παράπονον στὴν ἀνδρικὴν ψυχήν του: «῍Ω συμφορά μου, ἂν φύγω ἐμπρὸς τοῦ
δυνατοῦ Πηλείδου, ὅπου φευγάτοι ροβολοῦν οἱ ἄλλοι, θὰ μὲ πιάση τόσο καὶ τόσο καὶ ὡς δειλὸν θὰ μ’
ἀποκεφαλίση, Κι ἐὰν αὐτοὺς νὰ βάζη ἐμπρὸς ἀφήσω τὸν Πηλείδην, καὶ ἀπὸ τὰ τείχη ξέμακρα στὸ ᾽Ιλιακὸ
πεδίον πετάξω καὶ τὰ πόδια μου μὲ φέρουν εἰς τὰ πλάγια τῆς ῎Ιδης, μέσα νὰ κρυφθῶ στὰ φουντωτά της δάση,
τὸ βράδυ τότε θά ᾽λουα τὸν ἵδρω στὸ ποτάμι {{r|560}} καὶ θὰ κινοῦσα ἥσυχος στὴν ῎Ιλιον νὰ γυρίσω. Ἀλλὰ τί
διαλογίζεται τοῦτα ἡ ψυχή μου τώρα; Καὶ ἂν μὲ νοήση ἐνῶ ἀπ’ ἐδῶ πετιοῦμαι στὴν πεδιάδα, θὰ μοῦ χυθῆ σὰν
ἀστραπὴ καὶ ἀφεύκτως θὰ μὲ πιάση καὶ τότε ἀπὸ τὸν θάνατον κανεὶς δὲν θὰ μὲ σώση. ῞Οτ’ εἶναι αὐτὸς στὴν
δύναμιν ὁ πρῶτος τῶν ἀνθρώπων. Κι ἐὰν στὴν πόλιν ἔμπροσθεν ἀντίμαχός του μείνω, εἶναι στὸ σῶμα λαβωτὸς
ἀπ’ τὸν χαλκὸν κι ἐκεῖνος καὶ μίαν ἔχει τὴν ψυχὴν καὶ ὅλοι θνητὸν τὸν λέγουν· μόνον ποὺ ὁ Ζεὺς τὸν προτιμᾶ
καὶ δόξαν τοῦ χαρίζει. {{r|570}} Εἶπ᾽, ἐμαζώχθη ἀκλόνητος ἐμπρὸς στὸν Ἀχιλλέα καὶ ἄναφτε γιὰ πόλεμον ἡ
ἀνδράγαθη ψυχή του. Καὶ ὅπως ἡ πάρδαλις ὁρμᾶ τοῦ λόγγου ἀπὸ τὸ βάθος ἐνάντια στὸν κυνηγόν, καὶ μέσα
στὴν ψυχή της δὲν τρέμει τ’ ἀλυκτίσματα τῶν σκύλων ἂν ἀκούση˙ καὶ ἂν τὴν λογχίση ὁ κυνηγὸς ἢ καὶ τὴν
Ιλιάδα (Πολυλάς)/φ 145
ἀκοντίση καὶ μὲ τὸ βέλος στὸ κορμί, δὲν παύει ἀπὸ τὴν μάχην ὡς νὰ πιασθῆ πρῶτα μ’ αὐτὸν ἢ πέση
σκοτωμένη· ὁμοίως ὁ λαμπρὸς υἱὸς τοῦ Ἀντήνορος νὰ φύγη δὲν ἤθελεν πρὶν δοκιμὴν νὰ κάμη τοῦ Ἀχιλλέως.
{{r|580}} Κι ἐπρόβαλε κι ἐκράτει ἐμπρὸς τὴν κυκλωτὴν ἀσπίδα, κι ἐκραύγαζ’ ἐνῶ σκόπευεν αὐτὸν μὲ τὸ
κοντάρι: «Θαρροῦσες ὅτι θά ’παιρνες, λαμπρότατε Ἀχιλλέα, σήμερα τὴν ἀκρόπολιν τῶν ἀγερώχων Τρώων· κι
ἐκείνη, ἀνόητε, πολλοὺς θὰ καταθλίψη ἀκόμη. Ὅτι τὴν Ἴλιον πολλοὶ φυλάγομε ἀνδρειωμένοι, νὰ σώσωμε τοὺς
γέρους μας γονεῖς καὶ τὲς γυναῖκες καὶ τὰ παιδιά μας· καὶ σὺ ἐδῶ θὰ βρῆς τὸν θάνατόν σου, καὶ φοβερὸς καὶ
ἀτρόμητος πολεμιστὴς ὡς εἶσαι». Εἶπε· τὴν λόγχην ἔριξε μὲ τ’ ἀνδρειωμένο χέρι, {{r|590}} τὴν κνήμην τοῦ
ἐκτύπησε στὸ γόνα του ἀποκάτω· βρόντησε ἡ κασσιτέρινη νεόχυτη κνημίδα καὶ τοῦ θεοῦ δῶρο καὶ αὐτὴ
σταμάτησε τὴν λόγχην κι ἡ λόγχη ὀπίσω ἐγύρισε ἀπ’ ὅπου εἶχε κτυπήσει· στὸν θεῖον τότε Ἀγήνορα ἐχύθηκε ὁ
Πηλείδης καὶ ὁ Φοῖβος δὲν τὸν ἄφησε τὴν δόξαν ν’ ἀποκτήση· σήκωσε τὸν Ἀγήνορα μὲ νέφος τυλιγμένον, κι
ἥσυχον τὸν προβόδησε νὰ φύγη ἀπὸ τὴν μάχην, καὶ ἀπ’ τὸν λαὸν ἐμάκρυνε μὲ τέχνην τὸν Πηλείδην· ὁμοιώθηκε
ἀπαράλλακτα τοῦ Ἀγήνορος κι ἐμπρός του {{r|600}} ἔμενε καὶ ὄρμησε ὁ Ἀχιλλεὺς καὶ τὸν ἐκυνηγοῦσε· κι ἐνῶ
αὐτὸς κατόπι του στὸ κάρπιμο πεδίον τὸν ἔστρεφε ἀκροπόταμα τοῦ βαθυρρόου Ξάνθου, καὶ ὀλίγο τοῦ
ἐπρότρεχε νὰ τὸν πλανέση ὁ Φοῖβος γιὰ νὰ θαρρεύη πάντοτε πὼς θὰ τὸν καταφθάση, οἱ ἄλλοι Τρῶες
φεύγοντας περίχαροι ἐχυθῆκαν στὴν πόλιν ποὺ ὅλη ἐγέμισε· καὶ ἔξω ἀπὸ τὸ τεῖχος κανεὶς δὲν ἐπερίμενε τὸν
ἄλλον διὰ νὰ μάθη ποιός ἔπεσε στὸν πόλεμον, ποιός πρόφθασε νὰ φύγη, ἀλλὰ στὴν πόλιν νὰ κλεισθοῦν
περίχαροι ὅλοι ὁρμῆσαν {{r|610}} ὅσοι ποδιῶν τοὺς ἔσωσε γοργότης καὶ γονάτων.
Ιλιάδα (Πολυλάς)/χ
←Ραψωδία φ Ιλιάδα Ραψωδία ψ→
Συγγραφέας: Όμηρος
Μεταφραστής: Ιάκωβος
Πολυλάς
Ραψωδία χ
<poem> Καὶ μὲς στὴν πόλιν τρέμοντας ὡσὰν ἐλαφομόσχια δροσολογιοῦνταν, ἔπιναν, τὴν δίψαν τους ἐσβήναν,
στὰ ὡραῖα τείχη πλαγιαστοί· κι οἱ Ἀχαιοὶ στὸ τεῖχος πλησίαζαν στοὺς ὤμους των κρεμώντας τὲς ἀσπίδες. Καὶ
ἡ μοίρα ἐκράτησε ἡ κακὴ τὸν Ἕκτορα νὰ μείνη ἔμπροσθεν τῶν Σκαιῶν Πυλῶν καὶ τῆς ἱερῆς Ἰλίου. Καὶ ὁ
Φοῖβος τότε ὁμίλησεν αὐτοῦ στὸν Ἀχιλλέα: «Πηλείδη, τί μὲ κυνηγᾶς μὲ τὰ γοργά σου πόδια μὲ τὸν ἀθάνατον
θεὸν ἐσὺ θνητὸς καὶ ἀκόμη πού ’μαι θεὸς δὲν ἔνιωσες, καὶ ἀκράτητα μανίζεις· {{r|10}} τῶν Τρώων, ὅπου
σκόρπισες, ὁ ἀγώνας δὲν σὲ μέλει, καὶ ἀφοῦ σὺ ξέμεινες ἐδῶ, στὴν πόλιν ἐκλεισθῆκαν˙ μέ δὲν φονεύεις ὅτι ἐμὲ
ὁ θάνατος δὲν πιάνει». «Μ’ ἀνάκοψες », τοῦ ἀπάντησε μὲ βάρος ὁ Πηλείδης, «Φοῖβε, κακοβουλότερε τῶν
ἀθανάτων ὅλων, ποὺ ἀπὸ τὸ τεῖχος μ’ ἔγυρες ἐδῶ, καὶ ἀλλιῶς πρὶν φθάσουν στὴν Ἴλιον θὰ ἐδάγκαναν ἄλλοι
πολλοὶ τὸ χῶμα. Δόξαν λαμπρὴν μοῦ ἀφαίρεσες κι ἐλύτρωσες ἐκείνους ἥσυχος, ὅτι ἐκδίκησιν νὰ φοβηθῆς δὲν
εἶχες, κι ἐγὼ θὰ σ’ ἐκδικούμην ἂν ἀρκοῦσε ἡ δύναμίς μου». {{r|20}} Εἶπε, μὲ φρόνημα ὑψηλὸν κινήθη πρὸς τὴν
πόλιν, ὡς ἵππος τρέχει ἀγωνιστὴς ποὺ μ’ ὅλο τ’ ὄχημά του τετραποδίζει τανυστὰ στὴν ἀνοικτὴν πεδιάδα· τόσο
τὰ πόδια γρήγορα κινοῦσε καὶ ὁ Πηλείδης. Πρῶτος ὁ γέρος Πρίαμος τὸν εἶδε στὴν πεδιάδα, ὁλόλαμπρος νὰ
χύνεται σὰν τ’ ἄστρο ποὺ προβάλλει τὸ φῶς του καλοκαιρινὰ καὶ στὰ πολλὰ τ’ ἀστέρια ἀνάμεσα φεγγοβολεῖ
στὸ νυκτικὸ σκοτάδι, ποὺ σκύλον τοῦ Ὠρίωνος τὸν ὀνομάζουν κι εἶναι λαμπρότατ’ ἄστρο ἀλλὰ κακὸ στὸν
οὐρανὸν σημεῖον {{r|30}} καὶ τοὺς βαριόμοιρους θνητοὺς μὲ θέρμες κατακαίει. Τόσο κι ἐκείνου, ὡς ἔτρεχεν,
ἀστράφταν τ’ ἄρματά του. Ὕψωσε ὁ γέρος κλαίοντας τὰ χέρια καὶ κτυπώντας τὴν κεφαλήν του ἐξόρκιζε τὸ
ἀγαπητὸ παιδί του μὲ κραυγὴν πόνου˙ ἀλλ’ ἔστεκε στὰ τείχη ἐμπρὸς ἐκεῖνος, κι ἐλαχταροῦσε ἀντίμαχον νὰ ἔχη
τὸν Πηλείδην. Καὶ ὁ γέρος τοῦ ’λεγε κλαυτὰ προβάλλοντας τὰ χέρια: «Ὦ Ἕκτορ, μὴ μοῦ καρτερῆς, παιδί μου,
αὐτὸν τὸν ἄνδρα μόνος καὶ ἀβοήθητος, μὴ ἐβρῆς τὸν θάνατόν σου, ὅτι ὁ κατάρατος πολὺ στὴν ρώμην σὲ
ὑπερβαίνει· {{r|40}} ἄχ! οἱ θεοὶ νὰ τοῦ ’θελαν ὅσο κακὸ τοῦ θέλω˙ γύπες καὶ σκύλοι γρήγορα νεκρὸν θὰ τὸν
ἐτρῶγαν καὶ ὁ πόνος θά ’παυε ὁ σκληρὸς μέσα στὰ σωθικά μου· ποὺ ἀπὸ πολλὰ μὲ ὀρφάνευσεν αὐτὸς παιδιὰ
Ιλιάδα (Πολυλάς)/χ 146
γενναῖα ἢ σκοτωμένα ἢ στὰ νησιὰ τὰ πέρα πουλημένα. Καὶ τώρα σ’ ὅλον τὸν λαὸν ποὺ ἐκλείσθηκε στὴν πόλιν
δὲν φαίνεται ὁ Πολύδωρος, δὲν φαίνεται ὁ Λυκάων, παιδιά μου ἀπὸ τὴν δέσποιναν μεγάλην Λαοθόην. Καὶ ἂν
ζοῦν ἀκόμη στὸν στρατόν, θὰ λυτρωθοῦν κατόπι· χρυσάφ’ ὑπάρχει καὶ χαλκὸς ὅτι πολλά ’χε δώσει {{r|50}} εἰς
τὸ παιδί του ὁ γέροντας ὁ ξακουσμένος Ἄλτης. Καὶ ἂν ἤδη ἀπέθαναν αὐτοὶ καὶ κατοικοῦν στὸν Ἅδη ἐμεῖς ποὺ
τοὺς γεννήσαμεν, ἐγὼ μὲ τὴν μητέρα, ἀλλὰ ὁ πόνος τῶν λαῶν δὲν θὰ κρατήση τόσο, ἂν τοῦ Ἀχιλλέως ἡ
ἀνδρειὰ καὶ σέ δὲν θανατώση. Στὸ τεῖχος, ἔμπα, τέκνον μου, γιὰ νὰ μᾶς σώσης ὅλους, μή θέλης δόξαν ὑψηλὴν
νὰ δώσης τοῦ Πηλείδη καὶ ὁ ἴδιος νὰ στερηθῆς τὴν ποθητὴν ζωήν σου. Κι ἔπειτα ἐμὲ τὸν δύστυχον, πόχω τὸν
νοῦν μου ἀκόμη, λυπήσου, ποὺ κακόμοιρο στὰ γερατειά μου τέλος {{r|60}} θὰ δώση ὁ Δίας, ἀφοῦ ἰδῶ κάθε
κακὸν ἐμπρός μου, τ’ ἀγόρια μου νὰ σφάζωνται, τὲς κόρες μου νὰ σέρνουν, νὰ μᾶς πατοῦνται οἱ θάλαμοι καὶ
στὸν φρικτὸν ἀγώνα νὰ σκᾶν τὰ βρέφη καταγῆς, καὶ νὰ τραβοῦν τὰ χέρια τῶν Ἀχαιῶν τὰ βδελυρὰ τὲς ἄμοιρες
νυφάδες. Κι ἐμὲ τὸν ἴδιον ὕστερον στὰ πρόθυρά μου οἱ σκύλοι οἱ ὠμοφάγοι θὰ τραβοῦν, ἀφοῦ μ’ ἀκόντ’ ἢ
λόγχην κάποιος ἀπὸ τὰ μέλη μου πετάξη τὴν ψυχήν μου. Τοῦ τραπεζιοῦ μου θρέμματα οἱ θυρωροί μου σκύλοι
ἀπὸ τὸ αἷμα μου ἀφοῦ πιοῦν θὰ πέφτουν ζαλισμένοι {{r|70}} στὰ πρόθυρά μου· ἀλίμονον! τοῦ νέου στέκουν
ὅλα, ὅταν στὴν μάχην ἔπεσε μὲ τὸ κορμί κομμένο καὶ πεθαμένος, ὅλα του καὶ ἂν φαίνωνται εἶναι ὡραῖα. Ἀλλὰ
σφαγμένου γέροντος νὰ τοῦ ἀσχημίζουν σκύλοι τὲς σάρκες, τ’ ἄσπρα του μαλλιά, καὶ τὰ λευκά του γένεια ἄλλο
στοὺς ἄμοιρους θνητοὺς φρικτότερο δὲν εἶναι». Καὶ ὡς τά ’λεγεν ὁ γέροντας τραβοῦσε τὰ μαλλιά του σύρριζα,
ἀλλὰ δὲν ἄλλαζε τοῦ Ἕκτορος τὴν γνώμην. Καὶ ἀπ’ τ’ ἄλλο μέρος ἔκλαιε καὶ ὀδύρετο ἡ μητέρα καὶ ἐπρόβαλεν,
ἀνοίγοντας τὸν κόρφον, τὸ βυζί της {{r|80}} καὶ κλαίοντας τοῦ ἔλεγεν: «Ἕκτορ, παιδί μου, τοῦτα σεβάσου καὶ
λυπήσου ἐμέ· θυμήσου, ὦ ποθητέ μου, ἂν τὰ παυσίλυπα βυζιὰ σοῦ ἔδωκα μιὰ μέρα· ἂν μ’ ἀγαπᾶς ἀντίστηθα
τὸν ἄγριον κεῖνον ἄνδρα μὴ πολεμᾶς, ἀλλ’ ἀπ’ ἐδῶ στὰ τείχη μας κλεισμένος· καὶ ἂν σὲ φονεύσ’ ὁ ἄσπλαχνος
δὲ θὰ σὲ κλάψω, ἐπάνω στὴν κλίνην, περιπόθητο τῶν σπλάχνων μου βλαστάρι, μήτε ἡ λαμπρή σου σύντροφος,
ἀλλὰ μακρὰν στὲς πρύμνες τῶν Ἀχαιῶν γοργόποδοι θενὰ σὲ φάγουν σκύλοι». Αὐτὰ ἐλέγαν κλαίοντας στὸν
ποθητὸν υἱόν τους, {{r|90}} παρακαλώντας, ἀλλ’ αὐτὸς τὸν μέγαν Ἀχιλλέα, ποὺ ἐπροχωροῦσ’ ἐπάνω του, στὸν
τόπον καρτεροῦσε. Καὶ ὡς δράκος στὴν μονιά του ἐμπρὸς τὸν ἄνθρωπον προσμένει γεμάτος βότανα κακὰ καί,
ὡς ἡ χολὴ τὸν καίει, στρέφεται γύρω στὴ μονιὰ μὲ μάτια ὁποὺ τρομάζουν, ὁμοίως μ’ ἄσβεστην ἀνδρειὰ δὲν τὸ
κινοῦσ’ ὁ Ἕκτωρ μὲ τὴν ἀσπίδα τὴν λαμπρὴν στὸν πύργον στηριγμένην. Κι ἔλεγε μὲ παράπονο στὴν ἀνδρικὴν
ψυχήν του: «Ὤ συμφορά μου! ἂν ἔμπω ἐγὼ στὲς πύλες καὶ στὰ τείχη ὁ Πολυδάμας ὄνειδος σ’ ἐμὲ θὰ ρίξη
πρῶτος, {{r|100}} ὁποὺ τοὺς Τρῶας μόλεγε στὴν πόλιν νὰ ὁδηγήσω τὴν νύκτα ἐκείνην τὴν φρικτήν, ποὺ
ἐφάνηκε ὁ Πηλείδης. Νά ’χα δεχθῆ τὴν γνώμην του˙ καὶ τώρα ὁποὺ οἱ δικές μου, ἀλαζονεῖες τὸν λαὸν
ἀφάνισαν, φοβοῦμαι καὶ τῶν ἀνδρῶν τὸ πρόσωπο καὶ τῶν σεμνῶν μητέρων, μὴ κι εὑρεθῆ κάποιος νὰ εἰπῆ
πολὺ κατώτερός μου: «Ἔχασ’ ὁ Ἕκτωρ τὸν λαὸν μὲ τὴν ἀποκοτιά του». Ἄχ! παρὰ ἐκεῖνα νὰ μοῦ εἰποῦν μοῦ
ἐσύμφερε ἢ ν’ ἀνέβω στὰ τείχη ἀφοῦ μαχόμενος φονεύσω τὸν Πηλείδη ἢ γιὰ τὴν πόλιν ἔνδοξα νὰ πέσω
σκοτωμένος. {{r|110}} Καὶ ἂν βάλω κάτω τὴν λαμπρὴν ἀσπίδα καὶ τὸ κράνος καὶ κλίνω τὸ κοντάρι μου στὸ
τεῖχος, καὶ προσπέσω ὁ ἴδιος εἰς τὸ πρόσωπο τοῦ θείου Ἀχιλλέως καὶ τοῦ κάμω ὑπόσχεσιν νὰ δώσω τὴν
Ἑλένην μ’ ὅσους ἐπῆρε θησαυροὺς στὰ βαθουλὰ καράβια στὴν Τροίαν ὁ Ἀλέξανδρος, ποὺ ἦταν ἡ ἀρχὴ τῆς
ἔχθρας εἰς τοὺς Ἀτρεῖδες, κι ἔπειτα νὰ λάβουν τὸ ἕνα μέρος οἱ Ἀχαιοὶ τῶν θησαυρῶν ποὺ ἡ πόλις ταύτη κλείει·
καὶ ὅρκον νὰ κάμουν ἔπειτα οἱ γέροντες τῶν Τρώων πὼς ὅλα εἰς δυὸ θὰ μοιρασθοῦν, χωρὶς τὸ οὐδὲν νὰ
κρύψουν, {{r|120}} ἀπ’ ὅσα κλείει μέσα της ἡ ζηλεμένη πόλις. Ἀλλὰ τί διαλογίζεται στὰ στήθη μου ἡ ψυχή μου;
Νὰ μὴ προσπέσω ἐγὼ σ’ αὐτόν· δὲν θέλει μ’ ἐλεήσει καὶ στὸν ἱκέτην ἀσεβὴς θὰ μὲ φονεύση ὡς θά ’μαι γυμνὸς
ἀπ’ ὅλα τ’ ἄρματα, σὰν ἄνανδρη γυναίκα. Μ’ αὐτὸν δὲν γίνεται ἀπὸ δρῦ ν’ ἀρχίσ’ ἢ ἀπὸ πέτραν κανεὶς ἐδῶ νὰ
φλυαρῆ, καθὼς τὸ συνηθίζουν μονάχοι νὰ γλυκομιλοῦν ἀγόρι καὶ παρθένα. Καὶ νὰ ριχθοῦμε εἶναι καλὸν
ἀμέσως στὸν ἀγώνα νὰ ἰδοῦμε εἰς ποῖον θέλει ὁ Ζεὺς τὴν νίκην νὰ χαρίση». {{r|130}} Μὲ αὐτὰ στὸ νοῦ
περίμενε, κι ἐπάνω του ὁ Πηλείδης ἦλθεν ὡσὰν ὁ μαχητὴς κορυφοσείστης Ἄρης μὲ τὸ δεξὶ τινάζοντας τὸ
φράξο τοῦ Πηλίου φρικτὸ καὶ τ’ ἄρματα ἔλαμπαν ὁλόγυρά του, ὡς λάμπει φλόγ’ ἀναμμέν’ ἢ τὴν αὐγὴν τὸ
πρῶτο φῶς τοῦ ἡλίου. Ἅμα τὸν εἶδε ἐτρόμαξεν ὁ Ἕκτωρ καὶ νὰ μείνη στὴν πύλην δὲν τοῦ βάσταξεν, ἀλλ’
ἔφυγεν ἐμπρός του καὶ θαρρετὸς στὰ πόδια του τοῦ ἐχύθηκε ὁ Πηλείδης καθὼς στὰ ὄρη μὲ ὁρμὴν ποὺ ἄλλο
πουλὶ δὲν ἔχει χύνεται στὴν δειλόψυχην τρυγόνα τὸ ξεφτέρι. {{r|140}} Καὶ ὅπως τοῦ φεύγει αὐτὴ ξυστὰ κρώζει
Ιλιάδα (Πολυλάς)/χ 147
κατόπι ἐκεῖνο καὶ τὴν στενεύει ἀπὸ κοντά, μὲ λύσσαν νὰ τὴν πιάση˙ μὲ τόσην κυνηγοῦσε ὁρμὴν τὸν Ἕκτορα ὁ
Πηλείδης κι ἔτρεχ’ ἐκεῖνος ἀστραπὴ στὸ τεῖχος ἄκρη ἄκρη. Καὶ ἀφοῦ τὴν ἄγρια συκιὰ περάσαν καὶ τὴν ράχην
ἔξ’ ἀπ’ τὸ τεῖχος πάντοτε μὲ τὸν μεγάλον δρόμον, ἔφθασαν ὅπου δυὸ κρουνιὲς καθάριες ἀναβρύζουν κι εἶναι
τοῦ βαθυρέματου Σκαμάνδρου οἱ νερομάνες. Τῆς μίας ρέουν καθαρὰ τὰ χλιαρὰ νερά της καὶ ἀχνὸς σηκώνεται
ἀπ’ αὐτὴν ὡς νὰ ’βγαινε ἀπὸ φλόγα. {{r|150}} Τῆς ἄλλης εἶναι τὰ νερὰ κατάκρυα σὰν χαλάζι ὡσὰν τὸ χιόν’ ἢ
κρούσταλλος καὶ μὲς στὸ καλοκαίρι. Κι ἦσαν ἐκεῖ τὰ πλυσταριά, πλατύχωρα καὶ ὡραῖα, λίθινα, ὅπου
ἐλεύκαιναν οἱ ὁμόκλινες τῶν Τρώων καὶ οἱ κόρες οἱ καλόμορφες τὰ ἐνδύματα τὰ ὡραῖα, ὅταν, πρὶν ἔλθουν οἱ
Ἀχαιοί, καιροὺς εἰρήνης εἶχαν· κεῖ προσπεράσαν, φεύγοντας ὁ ἕνας ἂν καὶ ἀνδρεῖος, διώκτης ὁ ἄλλος, στὴν
ἀνδρειὰ πολὺ ἀνώτερός του, μὲ ὁρμὴν σφοδρὰν ὅτι γι’ αὐτοὺς τοῦ δρόμου τὸ βραβεῖον δὲν ἦτ’ αὐτὰ ποὺ
δίδονται, σφακτὸ ἢ δέρμα ταύρου, {{r|160}} ἀλλ’ ἡ ζωὴ τοῦ Ἕκτορος μεγάλου πολεμάρχου. Καὶ ὡς ἵπποι
στερεόποδες τὰ τέρματα γυρίζουν σφοδρὰ τετραποδίζοντας κι ἔχουν βραβεῖον μέγα σ’ ἀγώνα πεθαμένου
ἀνδρὸς ἢ τρίποδα ἢ γυναίκα, ὅμοια μὲ πόδι ἀκράτητο τὴν πόλιν τοῦ Πριάμου κεῖνοι ἐγυρίσαν τρεῖς φορές· καὶ
ὅλ’ οἱ θεοὶ τοὺς βλέπαν, καὶ ἄρχισε τότε τῶν θεῶν καὶ ἀνθρώπων ὁ πατέρας: «Ἄχ! ἄνδρα βλέπω ἀγαπητὸν
κακὰ κυνηγημένον ἐκεῖ στὰ τείχη ὁλόγυρα, καὶ τὴν καρδιὰ μοῦ σφάζει τοῦ Ἕκτορος ὁ κίνδυνος ποὺ τόσα
μόχει κάψει {{r|170}} μόσχων μηριὰ στὲς κορυφὲς τῆς Ἴδης καὶ ἄλλα ἐπάνω εἰς τὴν ἀκρόπολιν καὶ ἰδοὺ τὸν
κατατρέχει τώρα ὁ γοργοπόδης Ἀχιλλεὺς ὁλόγυρα εἰς τὴν Τροίαν. Τώρα σκεφθῆτε το, ὦ θεοί, νὰ σώσωμεν ἂν
πρέπει τὸν Ἕκτορα ἀπ’ τὸν θάνατον, ἢ ἐξαίσιος ὅπως εἶναι, θενὰ τὸν ὑποτάξωμεν στὴν λόγχην τοῦ Ἀχιλλέως».
Καὶ ἡ γλαυκόματη Ἀθηνᾶ τοῦ ἀπάντησε καὶ εἶπε: «Πατέρα μαυροσύννεφε, κεραυνοφόρε, τί εἶπες! Ἄνδρα
θνητόν, ποὺ ἀπ’ ἀρχῆς δὲν ἔχει δώσ’ ἡ μοίρα, ἀπ’ τὰ δεσμὰ τοῦ ἄχαρου θανάτου θ’ ἀπολύσης; {{r|180}} Κάμε
το, ἀλλὰ μὴ καρτερῆς νὰ σοῦ τὸ στέρξωμ’ ὅλοι. Καὶ τῆς ἀπάντησεν ὁ Ζεὺς ὁ νεφελοσυνάκτης: «Ὦ τέκνον μου,
κάμε καρδιά, μὲ τὴν ψυχὴν δὲν εἶπα τὸν λόγον ὁποὺ ἐπρόφερα καὶ μαλακὸν θὰ μ’ ἔβρης. Καὶ ὅ,τι στὸ νοῦ σου
ἐπιθυμεῖς, νὰ κάμης μὴν ἀργήσης». Μὲ αὐτὰ τὴν αὐτοπρόθυμην θεὰν παρακινοῦσε κι εὐθὺς ἀπὸ τὲς κορυφὲς
τοῦ Ὀλύμπου ἐχύθη ἐκείνη. Καὶ ἀδιάκοπα τὸν Ἕκτορα κατάτρεχε ὁ Πηλείδης σὰν σκύλος ὁποὺ σήκωσεν
ἀλάφι ἀπ’ τὴν μονιά του καὶ στοῦ βουνοῦ τὰ σύλλακκα, στοὺς λόγγους τὸ ξετρέχει {{r|190}} καὶ ἂν κάτω ἀπὸ
χαμόδενδρο κρυμμένο τοῦ ξεφύγη ὁ σκύλος τρέχει ὡς νὰ τὸ ἐβρῆ στὰ χνάρια του πατώντας. Ὁμοίως δὲν
ἐκρύβονταν ὁ Ἕκτωρ τοῦ Ἀχιλλέως. Καὶ ὅσες φορὲς μὲ σκίρτημα πρὸς τὲς Δαρδάνιες πύλες ἐχύνετο νὰ
πεταχθῆ στοὺς πύργους ἀποκάτω, νὰ τὸν βοηθήσουν ἄνωθεν ἐκεῖνοι μὲ τ’ ἀκόντια, πρόφθανε καὶ τὸν
ἔσπρωχνε κατὰ τὴν πεδιάδα ὁ Ἀχιλλεύς, κι ἔτρεχε αὐτὸς στῆς πόλεως πρὸς τὸ μέρος. Καὶ ὅπως στὸν ὕπνον δὲν
μπορεῖς νὰ καταφθάσης ἄλλον καὶ τοῦτος νὰ ξεφύγη σέ, παρόμοια νὰ τὸν πιάση {{r|200}} δὲν ἠμποροῦσ’ ὁ
Ἀχιλλεύς, οὔτε νὰ φύγη ἐκεῖνος. Καὶ πῶς ἀπὸ τὸ θάνατον θὰ εἶχε φύγει ὁ Ἕκτωρ, ἂν δὲν ἐσίμων’ ὕστερη φορὰ
σιμά του ὁ Φοῖβος στὰ γόνατά του δύναμιν καὶ στὴν ψυχὴν νὰ δώση; Καὶ ἂν δὲν ἠμπόδιζ’ ὁ Ἀχιλλεὺς μὲ
νεύματα τὰ πλήθη νὰ ρίχνουν εἰς τὸν Ἕκτορα, μήπως τὴν δόξαν λάβη ἄλλος ποὺ πρωτοκτύπησε, κι ὕστερος
κεῖνος ἔλθη; Ἀλλ’ ὅταν τέταρτην φορὰν εἰς τὲς πηγὲς ἐφθάσαν τότ’ ἔστησε τ’ ὁλόχρυσο στατέρι του ὁ πατέρας
καὶ δύο μοῖρες ἔβαλε τοῦ τεντωτοῦ θανάτου, {{r|210}} μοίραν ἐδῶ τοῦ Ἕκτορος κι ἐκεῖ τοῦ Ἀχιλλέως. Τὸ
σήκωσε καὶ ἔγυρε τοῦ Ἕκτορος ἡ μοίρα ὡς εἰς τὸν Ἅδην, κι ἔφυγεν ἀπὸ σιμά του ὁ Φοῖβος. Καὶ ἦλθε τότε ἡ
Ἀθηνᾶ στὸ πλάγι τοῦ Πηλείδη καὶ τοῦ ἔλεγε: «Διίφιλε, λαμπρότατε Ἀχιλλέα, τώρα θὰ πάρωμεν ἐμεῖς δόξαν
λαμπράν, ἐλπίζω, τοῦτον νεκρὸν νὰ φέρωμεν στῶν Ἀχαιῶν τὰ πλοῖα, τὸν Ἕκτορα, ὁποὺ ἄσβεστον πολέμου
δίψαν εἶχε· δὲν γίνεται ἀπ’ τὰ χέρια μας τώρα νὰ φύγη πλέον ὅσα καὶ ἂν κάμη χάριν του ὁ μακροβόλος
Φοῖβος, {{r|220}} καὶ ἂν κυλισθῆ γονατιστὸς πρὸς τὸν πατέρα Δία. Ἀλλὰ δῶ μεῖνε ἀνάσασιν νὰ πάρης καὶ
πηγαίνω καὶ θὰ τὸν πείσω ἀντίστηθα μὲ σὲ νὰ πολεμήση». Τῆς Ἀθηνᾶς ὑπάκουσε καὶ ἐχάρηκε ὁ Πηλείδης, κι
ἐστάθη στὸ χαλκόλογχο κοντάρι ἀκουμπισμένος· αὐτοῦ τὸν ἄφησε ἡ θεά, καὶ σ’ ὅλο της τὸ σῶμα καὶ στὴν
ἀκούραστην φωνὴν τοῦ Δηιφόβου ὁμοιώθη. Κι ἦβρε τὸν θεῖον Ἕκτορα, πλησίασε καὶ τοῦ ’πε: «Στὰ στενὰ σ’
ἔχει, ἀγαπητέ, ὁ γρήγορος Πηλείδης, ποὺ ὁλόγυρα σὲ κυνηγᾶ στὰ τείχη τοῦ Πριάμου˙ {{r|230}} ἀλλ’ ἂς
μείνωμε ἀκλόνητοι μαζὶ ν’ ἀντισταθῶμεν». Καὶ ὁ μέγας τῆς ἀπάντησεν, ὁ λοφοσείστης Ἕκτωρ: «Δηίφοβ’ ἐγὼ
πάντοτε σέ πρῶτον ἀγαποῦσα ἀπ’ ὅσους γέννησ’ ἀδελφοὺς ἡ Ἑκάβη τοῦ Πριάμου, ἀλλὰ τώρ’ ἀκριβότερα θὰ
σὲ τιμήση ὁ νοῦς μου. Ἀφοῦ μ’ εἶδαν τὰ μάτια σου, νὰ βγῆς ἀπὸ τὸ τεῖχος ἐτόλμησες γι’ ἀγάπη μου κι οἱ ἄλλοι
μέσα μένουν». Τότε ἡ γλαυκόφθαλμη θεὰ σ’ ἐκεῖνον ἀπαντοῦσε: «Ἀγαπητέ, καὶ ἡ σεβαστὴ μητέρα καὶ ὁ
Ιλιάδα (Πολυλάς)/χ 148
πατέρας καὶ οἱ φίλοι ὅλοι ἀραδικῶς θερμὰ μ’ ἐπαρακάλουν {{r|240}} νὰ μείνω αὐτοῦ· τόσο πολὺς ὅλους τοὺς
πῆρε τρόμος. Ἀλλὰ ἐμὲ βασάνιζεν ὁ πόνος σου, ἀδελφέ μου. Καὶ ἂς πεταχθοῦμε τώρα εὐθὺς στὴν μάχην καὶ ἂς
βροντήσουν γενναῖα τὰ κοντάρια μας, νὰ ἰδοῦμε ἂν ὁ Πηλείδης τὰ αἱματωμένα λάφυρα θὰ πάρη τῶν κορμιῶν
μας στὲς πρύμνες ἢ ἀπ’ τὴν λόγχην σου θὰ ξεψυχήση ἐκεῖνος». Εἶπε ἡ θεὰ καὶ δίβουλα ξεκίνησε αὐτὴ πρώτη
καὶ ὅταν αὐτοὶ προχώρησαν κι εὑρέθησαν ἀντίκρυ ὁ Ἕκτωρ πρωτομίλησεν: «Ἐμπρός σου δὲν θὰ φύγω,
Πηλείδη, πλέον ὡς προτοῦ, ποὺ ὁλόγυρα εἰς τὰ τείχη {{r|250}} τρεῖς μ’ ἐκυνήγησες φορές, καὶ ἀντίκρυ εἰς τὴν
ὁρμήν σου νὰ μείνω δὲν ἐτόλμησα· τώρα ἡ ψυχή μου θέλει ἀντίμαχα νὰ σοῦ στηθῶ· θὰ πέσης ἢ θὰ πέσω. Καὶ
πρῶτ’ ἂς συμφωνήσουμε καὶ μάρτυρες μεγάλοι θά ’ναι οἱ θεοὶ καὶ ἔφοροι στὸ λόγο ποὺ θὰ εἰποῦμε. Ἄπρεπα
ἐγὼ τὸ σῶμα σου δὲν θὰ χαλάσω, ἂν ἴσως μοῦ δώση ὁ Δίας δύναμιν καὶ τὴν ζωὴν σοῦ πάρω· γυμνὸν ἀπ’ τ’
ἄρματα λαμπρὰ τὸ σῶμα σου, ὦ Πηλείδη, θὰ δώσω ἐγὼ τῶν Ἀχαιῶν· ὅμοια καὶ σὺ νὰ πράξης». Μ’ ἄγριο
βλέμμ’ ἀπάντησεν ὁ γρήγορος Πηλείδης: {{r|260}} «Μὴ μοῦ προφέρης σύμβασες, ὦ Ἕκτορ μισητέ μου,
λεοντάρια καὶ ἄνθρωποι ποτὲ δὲν ὤμοσαν εἰρήνην, λύκοι καὶ ἀρνιὰ δὲν γίνεται ποτὲ νὰ ὁμογνωμήσουν ἀλλ’
ἔχθραν ἔχουν ἄσπονδην κακὴν ἀνάμεσόν τους. Τόσο κι ἐγὼ δὲν δύναμαι ποτὲ νὰ σ’ ἀγαπήσω καὶ ὅρκους δὲν
θὰ ὀμόσωμε πρὶν ἕνας ἀπ’ τοὺς δύο χορτάση μὲ τὸ αἷμα του τὸν ἀνδρειωμένον Ἄρην. Κάθε ἀρετὴν πολεμικὴν
νὰ θυμηθῆς εἶν’ ὥρα καλὸς νὰ δείξης λογχιστὴς καὶ μαχητὴς ἀνδρεῖος· ἀποφυγὴν δὲν ἔχεις πλιά, στὴν λόγχην
μου ἀποκάτω {{r|270}} θὰ σὲ δαμάσ’ ἡ Ἀθηνᾶ· καὶ θὰ πλερώσης ὅλον τὸν πόνον τῶν συντρόφων μου ποὺ ἡ
λόγχη σου ἔχει σφάξει». Εἶπε καὶ τὸ μακρόσκιον ξετίναξε κοντάρι. Καθὼς τὸ εἶδε ἐκάθισε νὰ τὸ ξεφύγη ὁ
Ἕκτωρ κι ἐπέταξε ἀπ’ ἐπάνω του τὸ χάλκινο κοντάρι καὶ αὐτοῦ στυλώθη μὲς στὴν γῆν κι ἡ Ἀθηνᾶ τὸ παίρνει
καὶ ἀπὸ τὸν Ἕκτορα κρυφὰ τὸ δίδει τοῦ Ἀχιλλέως. Ὁ Ἕκτωρ τότε ὁμίλησε στὸν ἄψογον Πηλείδην: «Δὲν
πέτυχες, ἰσόθεε Πηλείδη, μήτε ὁ Δίας σοῦ εἶπε ἀκόμα, ὡς ἔλεγες, τὸ πότε θ’ ἀποθάνω. {{r|280}} Ἀλλ’ ἔχεις
λόγια στρογγυλὰ καὶ κλεφτολόγος εἶσαι νὰ μὲ δειλιάσης, στὴν ψυχὴν τὸ θάρρος νὰ νεκρώσης. Δὲν φεύγω ἐγώ,
τὴν λόγχην σου στὲς πλάτες νὰ μοῦ ἐμπήξης ἀλλὰ στὸ στῆθος, ποὺ ἄντικρυς προβάλλω, πέρασέ την, ἂν τοῦτο
θέλησε ὁ θεός˙ ὡστόσο ἀπ’ τὴν δικήν μου φυλάξου, κι εἴθε ὁλόβολη στὰ σπλάχνα σου νὰ φθάση· στοὺς Τρῶας
ἐλαφρότερον θὰ κάμη τὸν ἀγώνα ὁ θάνατός σου, ὅτι σ’ ἐσὲ τὴν συμφοράν τους βλέπουν». Εἶπε καὶ τὸ
μακρόσκιον ξετίναξε κοντάρι καὶ τοῦ Πηλείδη ἐπέτυχε στὴν μέσην τὴν ἀσπίδα. {{r|290}} Ἀλλὰ τινάχθηκε
μακρὰν ἀπ’ τὴν ἀσπίδα ἐκεῖνο. Χαμένο εἶδε τ’ ἀκόντι του ὁ Ἕκτωρ κι ἐχολώθη, κατηφιασμένος ἔμεινε, ποὺ
ἄλλην δὲν εἶχε λόγχην. Κι ἔσυρε δυνατὴν φωνὴν νὰ εἰπῆ τοῦ Δηιφόβου κοντάρι νὰ τοῦ φέρη εὐθύς, καὶ αὐτὸς
ἐκεῖ δὲν ἦταν. Καὶ ὁ Ἕκτωρ τὸ ἐννόησε στὸ πνεῦμα του καὶ εἶπε: «Τὸ βλέπω, ὀιμένα, ποὺ οἱ θεοὶ μ’ ἐκάλεσαν
στὸν Ἅδην· τὸν ἥρωα Δηίφοβον ἐπίστευα κοντά μου κι εἶναι στὸ τεῖχος· ἡ Ἀθηνᾶ μ’ ἐτύφλωσε μὲ δόλον.
Θάνατος τώρα μ’ εὕρηκε κακός, μακρὰν δὲν εἶναι. {{r|300}} Ἄχ! τοῦτο ἠθέλαν ἀπ’ ἀρχῆς ὁ Ζεὺς καὶ ὁ
μακροβόλος υἱός του, αὐτοὶ ποὺ πρόθυμα μὲ προστατεῦαν πρῶτα. Καὶ ἡ μοίρα τώρα μ’ ἔπιασεν. Ἀλλὰ χωρὶς
ἀγώνα ἄδοξα δὲν θὰ πέσω ἐγὼ καὶ πρῶτα κάτι μέγα θὰ πράξω καὶ ὅσοι γεννηθοῦν κατόπιν νὰ τὸ μάθουν».
Εἶπεν αὐτὰ κι ἔσυρ’ εὐθὺς ἀκονημένο ξίφος ποὺ στὸ μηρί του ἐκρέμουνταν καὶ δυνατὸ καὶ μέγα, μαζώχθη καὶ
ὡσὰν ἀετὸς ἐχύθ’ ὑψηλοπέτης ποὺ στὴν πεδιάδα χύνεται μέσ’ ἀπὸ μαῦρα νέφη λαγὸν ν’ ἁρπάξη ἄνανδρον ἢ
τρυφερὰν ἀρνάδα· {{r|310}} τόσο καὶ ὁ Ἕκτωρ ὅρμησε τινάζοντας τὸ ξίφος. Πετάχθη πάλιν καὶ ὁ Ἀχιλλεὺς μὲ
ὁρμὴν πολέμου ἀγρίαν, τὴν ἐξαισίαν πρόβαλεν ἀσπίδα του εἰς τὸ στῆθος, μὲ τὸ κεφάλι ἔκλιν’ ἐμπρὸς τὴν
περικεφαλαίαν, καὶ ὁλόγυρ’ ἀναδεύονταν οἱ ὁλόχρυσες πλεξίδες, ποὺ ἀπὸ τὸν κῶνον ἔσυρε πυκνὲς τοῦ
Ἡφαίστου ἡ τέχνη˙ καὶ ὅπως μὲς στ’ ἄστρα προχωρεῖ λαμπρὸς ὁ ἀποσπερίτης, ποὺ εἶναι τ’ ὡραιότερο μὲς στ’
οὐρανοῦ τ’ ἀστέρια τόσον ἡ λόγχη ἔλαμπε, ποὺ στὸ δεξί του ἐκεῖνος ἐτίναξε κακόγνωμα στὸν Ἕκτορα τὸν
θεῖον {{r|320}} κοιτώντας ξέσκεπον νὰ ἐβρῆ τὸ τρυφερό του σῶμα. Τὸ ἄλλο σῶμα ἐσκέπαζαν τὰ χάλκιν’
ἄρματά του τὰ ὡραῖα, ποὺ ἀπ’ τὸ λείψανον ἐπῆρε τοῦ Πατρόκλου· ἀλλ’ ὄχι ὅπου ὁ τράχηλος χωρίζει ἀπὸ τὸν
ὦμον καὶ ὅπου ἀπίστευτην ροπὴν σβήν’ ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου· ἐκεῖ τὸν λόγχισ’ ὁ Ἀχιλλεύς, ἐπάνω του ὡς
ὁρμοῦσε καὶ ἀπ’ τὸν ἁπαλὸν τράχηλον ἀντίκρυ ἐβγῆκε ἡ λόγχη· δὲν τοῦ ’κοψε τὸν λάρυγγα τὸ χαλκοφόρο
ἀκόντι, διὰ νά ’χη ἀκόμη τὴν λαλιὰ στὸν ἄλλον ν’ ἀπαντήση· κι ἐπάνω του, ἀφοῦ ἔπεσε, καυχήθηκε ὁ
Πηλείδης: {{r|330}} «Ὦ Ἕκτορ, ὅταν φόνευες τὸν Πάτροκλον, νὰ πάθης δὲν εἶχες φόβον, οὔτ’ ἐμὲ ποὺ ἔλειπα
ἐστοχάσθης, ἀνόητε, κι ἐβρίσκομουν ἐγὼ στὰ κοῖλα πλοῖα ἐκδικητής του, στὴν ἀνδρειὰ πολὺ καλύτερός σου,
ποὺ τώρα σὲ θανάτωσα· καὶ σὲ θὰ σύρουν σκύλοι, ἐνῶ ἐκεῖνον οἱ Ἀχαιοὶ μὲ μνῆμα θὰ τιμήσουν». Καὶ ὁ Ἕκτωρ
Ιλιάδα (Πολυλάς)/χ 149
τοῦ ἀπάντησε μὲ τὴν ψυχὴν στὸ στόμα: «Ἄχ! τὴν ζωήν σου νὰ χαρῆς καὶ τῶν γλυκῶν γονέων μή θέλης βρῶσιν
τῶν σκυλιῶν στὲς πρύμνες νὰ μ’ ἀφήσης˙ δέξου ἀπὸ τὸν πατέρα μου καὶ τὴν σεπτὴν μητέρα {{r|340}} λύτρα
χρυσάφι καὶ χαλκόν, καὶ σὺ στὰ γονικά μου ὀπίσω δὸς τὸ σῶμα μου, κι ἐμὲ τὸν πεθαμένον θὰ καταλύσουν
στὴν πυρὰν οἱ ἄνδρες καὶ οἱ μητέρες». Μ’ ἄγριο βλέμμ’ ἀπάντησεν ὁ γρήγορος Πηλείδης: «Μή μ’ ἐξορκίζης,
σκύλαρε, σ’ ὅτι ἀγαπᾶ ἡ καρδιά μου. Τόσο νὰ μ’ ἄφηνε ἡ ψυχὴ κομμάτια νὰ σοῦ φάγω ὠμὸν ἐγὼ τὸ σῶμα σου,
γιὰ ὅσα μόχεις κάμει, ὅσο ἀπ’ τὸ στόμα τῶν σκυλιῶν κανεὶς τὴν κεφαλήν σου δὲν θὰ φυλάξη καὶ ἂν ἐδῶ
ζυγοστατοῦσε δῶρα εἰκοσοπλάσια πάντοτε καὶ ἂν ὑποσχόνταν καὶ ἄλλα˙ {{r|350}} καὶ ὁ Δαρδανίδης Πρίαμος
νὰ πρόσφερε χρυσάφι τοῦ σώματός σου ἐξαγοράν˙ ποτὲ δὲν θὰ σὲ κλάψη ἡ μάνα ὁποὺ σ’ ἐγέννησε, στὴν
νεκρικήν σου κλίνην ἀλλὰ ἐσὲ συγκόκαλον τ’ ἀγρίμια θὰ σπαράξουν». Καὶ ξεψυχώντας τοῦ ’λεγεν ὁ
λοφοσείστης Ἕκτωρ: «Τὸ βλέπω ἀπὸ τὴν ὄψιν σου, πὼς δὲν θὰ σὲ μαλάξω κι εἶναι ἡ καρδιά σου σίδερο· μόνον
στοχάσου τώρα, μὴ ἐξ ἀφορμῆς μου ὀργὴ θεϊκὴ σὲ ἔβρη τὴν ἡμέραν ποὺ ἔμπροσθεν τῶν Σκαιῶν Πυλῶν ὁ
Ἀλέξανδρος καὶ ὁ Φοῖβος θενὰ σοῦ πάρουν τὴν ζωήν, ἐξαίσιε πολεμάρχε». {{r|360}} Μὲ αὐτὰ τὰ λόγι’
ἀπέθανε καὶ παραπονεμένη τοῦ ἄφησε τῆς νεότητος καὶ τῆς ἀνδρειᾶς τὴν χάριν ἀπὸ τὰ μέλη του ἡ ψυχὴ
κατέβαινε στὸν Ἅδην· καὶ κεῖνον πάλιν καὶ νεκρὸν προσφώνησε ὁ Πηλείδης: «Πήγαινε κι ἐγὼ καρτερῶ τὴν
ὥραν τοῦ θανάτου ποὺ ὁ Ζεὺς κι οἱ ἄλλοι ἀθάνατοι γιὰ μὲ θ’ ἀποφασίσουν». Καὶ ἀφοῦ τὴν λόγχην τράβηξε καὶ
ἀπόθεσε ἀπ’ τὸ σῶμα, τὸν γύμνωσε ἀπὸ τ’ ἄρματα στὸ αἷμα του βαμμένα κι ἔτρεχαν ὅλ’ οἱ Ἀχαιοὶ καὶ γύρω
θεωροῦσαν τοῦ Ἕκτορος τὸ ἀνάστημα, τὴν ὄμορφην εἰδή του {{r|370}} καὶ δὲν ἐσίμωσε κανεὶς χωρὶς νὰ τὸν
κεντήση. Καὶ τότε κάποιος ἔλεγε κοιτώντας τον πλησίον: «Ὤ, πόσο μαλακότερα πιάνετ’ ὁ Ἕκτωρ τώρα, παρ’
ὅταν ἔβαλε φωτιὰ νὰ κάψη τὰ καράβια». Αὐτὰ ἐλέγαν κι ἔπειτα σιμὰ τὸν ἐκεντοῦσαν. Καὶ ἀφοῦ τὸν
ἀπογύμνωσεν ὁ θεῖος Ἀχιλλέας ἐστήθη αὐτοῦ καὶ ὁμίλησε τῶν Ἀχαιῶν στὴν μέσην: «Ὦ φίλοι σεῖς, ὦ ἀρχηγοὶ
προστάτες τῶν Ἀργείων, ἀφοῦ μᾶς δῶκαν οἱ Ἀχαιοὶ νὰ πέση αὐτὸς ὁ ἄνδρας ποὺ ὅλοι δὲν μᾶς πλήγωσαν ὅσον
αὐτὸς καὶ μόνος, {{r|380}} τὴν πόλιν των ἂς ζώσωμεν ἐμεῖς μὲ τ’ ἄρματά μας νὰ ἰδοῦμε τί ἔχουν κατὰ νοῦν νὰ
πράξουν τώρα οἱ Τρῶες. Θ’ ἀφήσουν τὴν ἀκρόπολιν τώρα ποὺ αὐτὸς ἐχάθη ἢ καὶ χωρὶς τὸν ῞Εκτορα θ’
ἀγωνισθοῦν ἀκόμη. Ἀλλὰ τί διελογίστηκε τοῦτα ἡ ψυχή μου τώρα; Ἄκλαυτος, ἄθαφτος, νεκρὸς κείτετ’ ἐκεῖ
στὲς πρύμνες ὁ Πάτροκλος, ποὺ ἐγὼ ποτὲ δὲν θὰ τὸν λησμονήσω ἐνόσω μὲ τοὺς ζωντανοὺς κινῶ τὰ γόνατά
μου. Κι ἐὰν οἱ πεθαμένοι ἐκεῖ στὸν Ἅδη λησμονοῦνται κι ἐκεῖ θενὰ θυμᾶμαι ἐγὼ τὸν ποθητόν μου φίλον.
{{r|390}} Τώρα, παιδιὰ τῶν Ἀχαιῶν, ἂς γύρωμε στὰ πλοῖα μὲ τοῦτον καὶ ἂς σηκώσωμε παιάνα νικηφόρον˙
νίκην λαμπρὴν ἐπήραμεν· φονεύσαμεν τὸν θεῖον ῞Εκτορα, ὁποὺ τὸν δόξαζαν ὡσὰν θεὸν οἱ Τρῶες». Αὐτά ᾽πε
κι ἔργ’ ἀπάνθρωπα στὸν ῞Εκτορα ἐσοφίσθη· τῶν δυὸ ποδιῶν τοῦ ἐτρύπησε τὰ νεῦρ’ ἀπὸ τὲς φτέρνες ὡς τ’
ἀστραγάλι, καὶ λουριὰ τοὺς πέρασε ἀπὸ μέσα, τὸν κρέμασε ἀπ’ τὴν ἅμαξαν νὰ σέρνη τὸ κεφάλι, σήκωσε τὰ
λαμπρ’ ἄρματα καὶ ἀνέβη αὐτὸς στ’ ἁμάξι, καὶ τὰ πουλάρια ἐράβδισε ποὺ πρόθυμα ἐπετάξαν. {{r|400}}
Σκόνην ἐσήκωνε ὁ νεκρός, καὶ τὰ μαλλιὰ ἁπλωμένα στὸ χῶμα καὶ ὅλ’ ἡ κεφαλή, χαριτωμένη πρῶτα, ποὺ τώρα
ὁ Ζεὺς τὴν ἔδωκεν εἰς τῶν ἐχθρῶν τὰ χέρια νὰ τὴν χαλάσουν ἄσχημα στὴν γῆν τὴν πατρικήν του. Καὶ ἅμ εἶδ
ἐκεῖ να συρεται στὸ χωμα τὸ παιδί της ἔβαλε τὰ ξεφωνητὰ καὶ ἀνέσπα τὰ μαλλιά της καὶ τὴν λαμπρὴν
μαντίλαν της ἐπέταξε ἡ μητέρα· μ’ αὐτὴν καὶ ὁ γέρος ἔκλαιε, καὶ ὁλόγυρα εἰς τὴν πόλιν ὅλος ὀδύρετ᾽, ὁ λαός,
φρικτὰ θρηνολογοῦσε. Κι ἐφαίνετο ἀπαράλλακτα σὰν νά ᾽τρωγαν οἱ φλόγες {{r|410}} πατόκορφα τὰ ὑψηλὰ
πυργώματα τῆς Τροίας˙ καὶ ὁ γέρος, εἰς τὸν πόνον του, νὰ πεταχθῆ καὶ νά ᾽βγη ἀπὸ τὲς πύλες ἤθελε καὶ μόλις
τὸν κρατοῦσαν˙ στὴν λάσπην ἐκυλίονταν, κατ’ ὄνομα καθέναν παρακαλοῦσε κι ἔλεγε: «Ὅσο καὶ ἂν μ’
ἀγαπᾶτε, μὴ μὲ κρατῆτε, φίλοι μου, ἀφήσετέ με μόνον νὰ ἔβγω καὶ νὰ φθάσω ἐγὼ στῶν Ἀχαιῶν τὰ πλοῖα˙ στὸν
ἄνδρα τὸν ἀνόσιον, τὸν ἄγριον, νὰ προσπέσω, ἴσως τὰ χρόνια σεβασθῆ καὶ λυπηθῆ τὸ γῆρας. Ὁμήλικόν μου
ἔχει αὐτὸς πατέρα, τὸν Πηλέα {{r|420}} ποὺ τοῦτον γεννοανάστησε νὰ γίνη συμφορά μας, κι ἐμένα μάλιστα
σκληρὰ τὰ σπλάχνα νὰ πληγώση, ποὺ τόσα μοῦ ᾽σφαξε παιδιά, περήφανα βλαστάρια. Ὅλα τὰ κλαίγω ἀλλὰ
τοῦ ἑνὸς δριμὺς μὲ σφάζει ὁ πόνος τοῦ ῞Εκτορος, καὶ γρήγορα στὸν Ἅδη θὰ μὲ φέρη· νά ᾽χε πεθάνει κὰν αὐτὸς
εἰς τὲς δικές μου ἀγκάλες, καὶ θὰ ἐξεθυμαίναμε στὰ δάκρυα, στοὺς θρήνους, ἐγὼ καί, ὁποὺ τὸν γέννησεν, ἡ
ἄμοιρη μητέρα». Ἔλεγε κλαίοντας καὶ ὁμοῦ στενάζαν κι οἱ πολίτες καὶ πρώτη ἐμοιρολόγησε τῶν γυναικῶν ἡ
Ἑκάβη: {{r|430}} «Τέκνον, τί ἔπαθα ἡ πικρή! καὶ ἀκόμη ἐγὼ θὰ ζήσω ἀφοῦ μοῦ ἀπέθανες ἐσύ· ποὺ ἡμέρα
νύκτα ἤσουν τὸ ζηλευτὸ καμάρι μου, καὶ οἱ Τρώισσες καὶ οἱ Τρῶες σωτήρα σ’ εἶχαν καὶ ὡς θεὸν σὲ
Ιλιάδα (Πολυλάς)/χ 150
καλοδέχοντ’ ὅλοι˙ ὅτ’ εἶχαν δόξαν ἀπὸ σὲ μεγάλην, ὅσο ἀκόμη ἐζοῦσες, τώρα σ’ εὕρηκεν ὁ θάνατος καὶ ἡ
μοίρα». Κι εἴδησιν γιὰ τὸν ῞Εκτορα δὲν εἶχε λάβει ἀκόμα ἡ σύντροφός του ὅτι κανεὶς νὰ τῆς εἰπῆ δὲν ἦλθε,
πὼς ἔμενεν ὁ ἄνδρας της ἀπὸ τὲς πύλες ἔξω, Ἀλλὰ μὲς στὰ δωμάτια της εἶχε στὸ χέρ’ ὑφάδι {{r|440}} διπλό,
πορφύρεο, καὶ πολλὰ πλουμίδια τοῦ κεντοῦσε˙ καὶ εἰς τὲς καλὲς θεράπαινες εἶπε στὴν στιὰ νὰ στήσουν
τρίποδα μέγαν, ἕτοιμα θερμὰ λουτρὰ νὰ γίνουν τοῦ ῞Εκτορος ποὺ ἔμελλε νὰ γύρη ἀπὸ τὴν μάχην˙ καὶ ποῦ νὰ
ξεύρη ὅτι μακρὰν ἀπὸ λουτρὰ τὸν εἶχε ἤδ’ ὑποτάξ’ ἡ Ἀθηνᾶ στὴν λόγχην τοῦ Ἀχιλλέως· καὶ ὡς ἄκουσε
ξεφωνητὰ καὶ κλάυματ’ ἀπ’ τὸν πύργον, ἐσείσθηκαν τὰ μέλη της, τῆς ἔπεσε ἡ περόνη κι εἶπε πρὸς τὲς
θεράπαινες: «Μαζί μου ἐλᾶτε δύο, τὸ τί συμβαίνει θενὰ ἰδῶ˙ τῆς σεβαστῆς μου ῾Εκάβης {{r|450}} τὴν φωνὴν
ἄκουσα· ἡ καρδιὰ στὸ στῆθος μου σπαράζει κατὰ τὸ στόμα· ἐπέτρωσαν τὰ γόνατά μου κάτω˙ κάτι κακὸν εἶναι
κοντὰ στὰ τέκνα τοῦ Πριάμου. Πολὺ φοβοῦμαι - καὶ ἄμποτε τ’ αὐτιά μου μὴ τ’ ἀκούσουν - τὸν ῞Εκτορα τὸν
τολμηρὸν μὴ μόχη ἀπομονώσει ὁ Ἀχιλλεὺς κατάποδα μακρὰν ἀπὸ τὰ τείχη, καὶ τὴν πικρήν του ἀνδραγαθιὰ γιὰ
πάντοτ’ ἔχη σβήσει. Ὅτι ποτὲ δὲν ἔμενε στὸ πλῆθος καὶ στὴν τάξιν, ἀλλὰ προέτρεχε πολὺ μὲ ἀτρόμητον
ἀνδρείαν». Εἶπε καὶ ἀπὸ τὸ μέγαρο πετάχθη φρενιασμένη {{r|460}} μὲ κτυποκάρδι τρομερό, καὶ ὀπίσω της οἱ
κόρες. Καὶ ὅταν στὸν πύργον ἔφθασε μές στῶν ἀνδρῶν τὸ πλῆθος, ὀρθὴ στὸ τεῖχος κοίταξε, κι ἐμπρὸς στὴν
πόλιν κάτω τὸν εἶδε αὐτοῦ συρόμενον, καὶ τὰ γοργὰ πουλάρια ἀφρόντιστα στῶν Ἀχαιῶν τὲς πρύμνες τὸν
τραβοῦσαν. Μαῦρο σκοτάδι ἐσκέπασε τὸ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν της κι ἔπεσε ὀπίσω ἀνάσκελα μὲ τὴν ψυχὴν στὸ
στόμα. Μακράν της τὰ γιαδέματα πετάχθηκαν τὰ ὡραῖα, τὸ διάδημα, μὲ τὴν λαμπρὴν μαντίλα καὶ τὸ δίκτυ καὶ
τὸ μαγνάδι ὁποὺ ἡ χρυσὴ τῆς χάρισε Ἀφροδίτη, {{r|470}} ὅταν τοῦ ᾽Ηετίωνος τὴν πῆρε ἀπὸ τὸ σπίτι νύμφην ὁ
῞Εκτωρ μὲ πολλὰ πού ᾽χε της δώσει δῶρα. Κι οἱ ἀνδράδελφες δὲν ἔλειπαν αὐτοῦ καὶ οἱ συννυφάδες ποὺ τὴν
βαστοῦσαν ἕτοιμην ἐκεῖ νὰ ξεψυχήση. Καὶ ἅμα ἐπῆρε ἀναπνοὴν ἐξέσπασε στὴν κλάψαν, κι ἔλεγε μὲ τὲς
Τρώισσες: «῞Εκτορ! ὀιμὲ τὴν ἔρμην! μὲ μίαν γεννηθήκαμε μοίραν ἐμεῖς οἱ δύο· στὴν Τροίαν εἶδες σὺ τὸ φῶς
στὸ δῶμα τοῦ Πριάμου, ἐγὼ στὲς Θῆβες κάτωθεν τῆς δενδρωμένης Πλάκου, στὸ δῶμα τοῦ Ἠετίωνος, ποὺ
ἀνάτρεφέ με βρέφος {{r|480}} ἄμοιρος τὴν βαριόμοιρην, νὰ μὴ μ’ εἶχε γεννήσει· σὺ τώρα κάτω ἀπὸ τὴν γῆν
στὸν Ἅδην κατεβαίνεις, κι ἐμὲ χήραν περίλυπην στὸ ἔρμο σπίτι ἀφήνεις, κι εἶναι παιδάκι τρυφερὸ τὸ ἀγόρι
ποὺ ἐγεννήθη ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς δυστυχεῖς· καὶ μήτε σὺ βοηθός του θὰ εἶσαι, ἀφοῦ ἀπέθανες, μήτε βοηθός σου
ἐκεῖνος. Καὶ ἂν ἀπ’ τὸν πολυδάκρυτον τῶν Ἀχαιῶν ἀγώνα ξεφύγη, λύπες πάντοτε πικρὲς τὸν περιμένουν˙ καὶ
ξένοι τὰ χωράφια του θὰ τοῦ ξετερμονίσουν. Πάντερμο κάνει τὸ παιδὶ τῆς ὀρφανιᾶς ἡ μέρα· {{r|490}} κορμὶ
γέρνει καὶ πρόσωπο μὲ μάτια δακρυσμένα. Τὸν φέρν’ ἡ χρεία ν’ ἀνεβῆ στοὺς φίλους τοῦ πατρός του, τραβᾶ τοῦ
ἑνὸς τὸ φόρεμα, τοῦ ἄλλου τὸν χιτώνα· καὶ ἂν κάποιος τὸν ψυχοπονῆ, καυκὶ μικρὸ τοῦ δίδει, δροσιὰ στὰ χείλη
καὶ ποτὲ στὴν ἄκρην τ’ οὐρανίσκου Καὶ κάποτε κτυπώντας τον ἀγόρι εὐτυχισμένο τὸν διώχνει ἀπὸ τὴν
τράπεζαν, σκληρὰ τὸν ὀνειδίζει: «Γκρεμίσου, καὶ ὁ πατέρας σου στὸν δεῖπνον μας δὲν εἶναι». Κλαμένο πάει τὸ
παιδὶ στὴν χήραν του μητέρα ὁ Ἀστυάναξ, ὁποὺ πρὶν στὸ γόνα τοῦ πατρός του {{r|500}} μεδούλι μόνον ἔτρωγε
καὶ ἀπὸ θρεφτάρια πάχος· καὶ ἀφοῦ στὰ παιδιαρίσματα τὸν ἔπιανεν ὁ ὕπνος εἰς κλίνην μαλακότατην, στὸν
κόλπον τῆς βυζάστρας κοιμόνταν ἀπὸ ζηλευτὲς τροφὲς θεραπεμένος. Τώρα ποὺ τοῦ ᾽λειψε ὁ γονιὸς κακὰ
πολλὰ θὰ πάθη ὁ Ἀστυάναξ μ’ ὄνομα ποὺ τόβγαλαν οἱ Τρῶες· ὅτι σὺ μόνος ἔσωζες τὴν πυργωμένην πόλιν.
Τώρα μακρὰν ἀπ’ τοὺς γονεῖς στὲς πρύμνες σέ θὰ φάγουν πυκνὰ σκουλήκια, ἀφοῦ σκυλιὰ στὸ σῶμα σου
χορτάσουν γυμνόν, καὶ ὅμως στὰ μέγαρα ὑπάρχουν τόσα ὡραῖα {{r|510}} ἐνδύματα λεπτότατα τῶν γυναικῶν
ὑφάδια. Ἀλλὰ στὲς φλόγες ὅλα ἐγὼ θενὰ τὰ καταλύσω, ὄχι ὄφελός σου, ἀφοῦ γιὰ σὲ νεκροστολὴ δὲν εἶναι ἀλλὰ
μὲ αὐτὸ νὰ δοξασθῆς εἰς τὸν λαὸν τῆς Τροίας». Τά ᾽λεγε κλαίοντας καὶ ὁμοῦ στενάζαν οἱ γυναῖκες.
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ψ 151
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ψ
←Ραψωδία χ Ιλιάδα Ραψωδία ω→
Συγγραφέας: Όμηρος
Μεταφραστής: Ιάκωβος
Πολυλάς
Ραψωδία ψ
<poem> Ἐκεῖ στὴν πόλιν ἔκλαιαν˙ καὶ ὡστόσον εἶχαν φθάσει στὰ πλοῖα τους οἱ Ἀχαιοί, στὴν ἄκρην τοῦ
῾Ελλησπόντου, καθένας εἰς τὴν πρύμνην του· τοὺς Μυρμιδόνας ὅμως νὰ διαλυθοῦν δὲν ἄφηνεν ὁ ἰσόθεος
Πηλείδης, καὶ τῶν συντρόφων ἔλεγεν: «Ἀνδρεῖοι Μυρμιδόνες, ὦ ποθητοί μου σύντροφοι, τ’ ἄλογ’ ἀπὸ τ’
ἁμάξια τὠρα δὲ θὰ ξεζέψωμεν, ἀλλὰ μαζὶ μ’ ἐκεῖνα θὰ προχωρήσωμε σιμὰ νὰ κλάψωμε τὸν φίλον Πάτροκλον,
μόνη προσφορὰ ποὺ τῶν νεκρῶν ἀνήκει. Καὶ ἀφοῦ τοῦ πικροῦ κλάυματος τὴν ἡδονὴν χαροῦμεν, {{r|10}} τ’
ἄλογα θὰ ξεζέψωμε κι ἐδῶ θὰ γίνη ὁ δεῖπνος». Εἶπε καὶ ὅλοι ἐθρήνησαν καὶ πρῶτος ὁ Πηλείδης κι ἔφεραν
γύρω εἰς τὸν νεκρὸν τρεῖς γύρες μἐ τοὺς ἵππους κλαίοντας καὶ στὰ κλάυματα τοὺς ἐκινοῦσε ἡ Θέτις. Δάκρυα
στὸν ἄμμον, δάκρυα στὰ ὅπλα τους ἐκύλαν τόσον τοὺς ἦταν ποθητὸς ὁ μέγας πολεμάρχος. Καὶ ὁ Πηλείδης
ἅπλωσε στοῦ φίλου του τὰ στήθη τ’ ἀνθρωποφόνα χέρια του κι ἔκανε ἀρχὴν τοῦ θρήνου: «Ἀγάλλου, ὦ
Πάτροκλε, καὶ αὐτοῦ ποὺ εὑρίσκεσαι στὸν Ἅδην, ὅτι ὅλα ὅσα σοῦ ᾽ταξα τὰ τελειώνω τώρα, {{r|20}} τὸν
῞Εκτορα νὰ σύρω ἐδῶ, στοὺς σκύλους νὰ τὸν δώσω, καὶ εἰς τὴν πυράν σου δώδεκα τέκνα λαμπρὰ τῶν Τρώων
ἀπὸ χολὴν τοῦ φόνου σου νὰ σοῦ ἀποκεφαλίσω». Αὐτά ᾽πε καὶ σκληρόψυχα τὸν ῞Εκτορα τὸν θεῖον ξάπλωσε
προύμυτα σιμὰ στὴν κλίνην τοῦ Πατρόκλου στὸ χῶμα· κι ἐξεζώνονταν ὡστόσο οἱ Μυρμιδόνες τὰ χάλκινά τους
ἄρματα κι ἐξέζεψαν τοὺς ἵππους καὶ ὅλοι ἐκαθίσαν ἔμπροσθεν στὴν πρύμνην τοῦ Ἀχιλλέως ποὺ εὐφραντικὸ
τοὺς ἔκανε νεκρώσιμο τραπέζι. Καὶ βόδια κάτασπρα πολλὰ σφαζόμενα ἐβογγοῦσαν, {{r|30}} ἐσφάζοντο καὶ
ἀρνιὰ πολλὰ κι ἐρίφια ποὺ βελάζαν· χοῖροι πολλοὶ λευκόδοντες, ποὺ ἀπὸ τὸ πάχος λάμπαν, στοῦ ῾Ηφαίστου
ἐκαψαλίζονταν τὴν φλόγα τεντωμένοι, καὶ στὸν νεκρὸν ὁλόγυρα τὸ αἷμα ἐπλημμυροῦσε. Καὶ οἱ βασιλεῖς τῶν
Ἀχαιῶν τὸν μέγαν Ἀχιλλέα, ὡς ἦταν ἀπ’ τὸν θάνατον τοῦ φίλου χολωμένος, μὲ κόπον τὸν κατάπεισαν νὰ τοὺς
ἀκολουθήση εἰς τοῦ Ἀτρείδη τὴν σκηνήν· καὶ ἀμέσως, ἅμα ἐφθάσαν, τοὺς ψιλοφώνους κήρυκες ἐπρόσταξαν
νὰ στήσουν τρίποδα μέγαν στὴν φωτιά, νὰ πείσουν τὸν Πηλείδη {{r|40}} ἀπ’ τὰ πηγμένα αἵματα τὸ σῶμα νὰ
καθάρη. Καὶ αὐτὸς ἀρνεῖτο στερεὰ καὶ μέγαν ὤμοσ’ ὅρκον: «Μὰ τὸν Κρονίδην τῶν θεῶν ἐξαίσιον καὶ πρῶτον,
λούσιμο αὐτή μου ἡ κεφαλὴ δὲν θὰ δεχθῆ πρὶν βάλω εἰς τὴν πυρὰν τὸν Πάτροκλον, καὶ τοῦ σηκώσω τάφον καὶ
τὰ μαλλιά μου κουρευθοῦν, ὅτι παρόμόιος πόνος δὲν θὰ μοῦ πλήξη τὴν ψυχὴν ὅσον καιρὸν καὶ ἂν ζήσω. Ἀλλὰ
γιὰ τώρ’ ἂς στέρξωμε τὸ θλιβερὸ τραπέζι. Καὶ πρόσταξ’ αὔριον ἐνωρίς, ὦ Ἀτρείδη βασιλέα, ξύλα νὰ φέρουν κι
ἔπειτα νὰ ἑτοιμάσουν ὅσα {{r|50}} τοὺς πεθαμένους προβοδοῦν εἰς τὸν ἀνήλιον τόπον. Γρήγορα τοῦτος
ἄφαντος νὰ γίνη ἀπ’ ἔμπροσθέν μας μέσα εἰς τὴν φλόγα καὶ ὁ λαὸς τὰ ἔργα του νὰ πιάση». Εἶπε καὶ ὅλοι
πρόθυμοι στὸν λόγον του ὑπακοῦσαν˙ καὶ ἀφοῦ τὸ δεῖπνο ἑτοίμασαν σπουδακτικὰ καθένας ἔτρωγαν, καὶ ὅλοι
ἐχάρηκαν τὸ ἰσόμοιρο τραπέζι· κι ἀφοῦ ἐφάγαν κι ἔπιαν ὅσο ἤθελε ἡ ψυχή τους εἰς τὴν σκηνὴν ἐγύρισε
καθένας νὰ πλαγιάση˙ ἀλλ’ ὁ Πηλείδης κείτονταν στὸ ἐλεύθερο ἀκρογιάλι στενάζοντας καὶ ὁλόγυρα τῶν
Μυρμιδόνων πλῆθος, {{r|60}} καὶ ὁ ὕπνος ὁποὺ τῆς ψυχῆς κάθε φροντίδα σβήνει βαθὺς τοῦ περιχύθηκε στὰ
μέλη τὰ γενναῖα κοπιασμέν’ ἀπ’ τὸν βαρὺν ἀγώνα πού ᾽χε κάμει νὰ κυνηγᾶ τὸν ῞Εκτορα στὰ τείχη ἐμπρὸς τῆς
Τροίας. Κι ἦλθε ἡ ψυχὴ τοῦ δύστυχου Πατρόκλου καὶ ὅμοιαζ’ ὄλη μ’ ἐκεῖνον εἰς τ’ ἀνάστημα καὶ στὰ λαμπρά
του μάτια καὶ στὴν φωνήν καὶ ὅμοια τὰ ἐνδύματα ἐφοροῦσε. Στὴν κεφαλήν του ἐστάθηκεν ἐπάνω καὶ τοῦ εἶπε:
«Κοιμᾶσαι καὶ μὲ λησμονεῖς, γλυκύτατε Πηλείδη, νεκρόν, καὶ ὅτ’ ἤμουν ζωντανὸς εἰς τὴν καρδιά σου μ’ εἶχες.
{{r|70}} Θάψε μ’ εὐθὺς νὰ διαβῶ τοῦ Ἅδη τὸν πυλώνα· μακρὰν μὲ διώχνουν οἱ ψυχές, σκιὲς ἀναπαυμένων νὰ
μὴ διαβῶ τὸν ποταμὸν καὶ ἀπόπερα τὲς σμίξω, κι ἐμπρὸς στὲς πύλες τὲς πλατιὲς τοῦ Ἅδη παραδέρνω. Δός μου
τὸ χέρι, κλαίομαι· καὶ ὀπίσω ἀπὸ τὸν Ἅδη δὲν θά ᾽λθω, ἀφοῦ μές στὴν πυρὰν μὲ βάλετε τοῦ τάφου. ῞Οτι ὄχι
πλέον ζωντανοὶ καθήμενοι μονάχοι θενὰ τὰ λέγωμε ὡς καὶ πρίν· κι ἐμένα ἡ μοίρα ἡ μαύρη μ’ ἅρπαξε ὡς
διορίσθηκεν ἀπὸ τὴν γενετήν μου. Καὶ σένα ἡ μοίρα διόρισεν, ἰσόθεε Πηλείδη, {{r|80}} κάτω ἀπ’ τὰ τείχη νὰ
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ψ 152
σβησθῆς τῶν ἀνδρειωμένων Τρώων. Καὶ ἄλλο ἀκόμη θὰ σοῦ εἰπῶ κι ἐλπίζω νὰ τὸ στέρξης· μὴ ἀπ’ τὰ δικά σου
χωριστὰ τὰ κόκαλά μου βάλης· ἀλλ’ ὅπως εἰς τὸ σπίτι σου μ’ ἀνάθρεψαν μαζί σου, ὅταν παιδὶ στὴν σκέπην σας
μὲ ἔφερε ὁ πατέρας ἀπ’ τὸν ᾽Οπούντα, ἐξ ἀφορμῆς κακῆς ἀνδροφονίας, ὅταν τοῦ Ἀμφιδάμαντος ἐφόνευσα τ’
ἀγόρι ἀθέλητα, ὡς ἐθύμωσα μ’ αὐτὸν στοὺς ἀστραγάλους· τότε μ’ ἐδέχθηκε ὁ Πηλεὺς καὶ καλοανάθρεψέ με
στὸ σπίτι, καὶ μ’ ὀνόμασεν αὐτὸς ἀκόλουθόν σου. {{r|90}} Γι’ αὐτὸ τῶν δύο τὰ κόκαλα μιὰ θήκη ἂς κλείση
μόνη, ἡ χρυσὴ στάμνα, ποὺ ἡ σεπτὴ σοῦ ἐχάρισε μητέρα». Σ’ ἐκεῖνον ὁ γοργόποδος ἀπάντησε Ἀχιλλέας: «Τ’
ἦλθες, σεπτή μου κεφαλή, νὰ μ’ ἔβρης καὶ νὰ κάμω μοῦ παραγγέλλεις ὅλ’ αὐτά; Κι ἐγὼ θὰ σὲ ὑπακούσω καὶ
ὅλα θὰ γίνουν, ὡς ποθεῖς· ἀλλ’ ἔλα ἐδῶ σιμά μου, ὅπως καὶ ὀλίγες κὰν στιγμὲς ἐδῶ περιπλεγμένοι τοῦ πικροῦ
κλάυματος μαζὶ τὴν ἡδονὴν χαροῦμε». Καὶ τὲς ἀγκάλες ἅπλωσεν ἀλλ’ ἔπιασεν ἀέρα· ὅτ’ ἡ ψυχὴ κάτω ἀπ’ τὴν
γῆν ὡσὰν καπνὸς ἐχάθη {{r|100}} τρίζοντας· καὶ ὁ Ἀχιλλεὺς πετάχθη σαστισμένος κτύπησε τὲς παλάμες του
καὶ μὲ παράπον’ εἶπε: «Θεοί μου, καὶ στὴν κατοικιὰ τοῦ Ἅδη, καθὼς βλέπω εἶναι ψυχὴ καὶ φάντασμα, ἀλλὰ
δὲν ἔχει σπλάχνα. ῞Οτ’ ἡ ψυχὴ τοῦ δύστυχου Πατρόκλου μου ὁληνύκτα μ’ ἐκεῖνον ἀπαράλλακτη ἐπάνω μου
ἐστεκόνταν καὶ μοῦ παράγγελνε πολλά, στὰ δάκρυα της πνιγμένη». Εἶπε καὶ εἰς ὅλους κίνησε τὸν πόθον τῶν
δακρύων· κι ἡ αὐγὴ τοὺς ἦβρε ὁλόγυρα στὸ λείψανο νὰ κλαίουν. Καὶ τότε ἀπ’ ὅλες τὲς σκηνές, ὡς ὅρισεν ὁ
Ἀτρείδης, {{r|110}} ἄνδρες μὲ τὰ μουλάρια τους κινοῦσαν γιὰ τὸν λόγγον νὰ φέρουν ξύλα, κι ἔφορος ὁ
ἐξαίσιος Μηριόνης τοῦ πολεμάρχου ἀκόλουθος, μεγάλου Ἰδομενέως˙ καὶ ἀξίνες καὶ καλόπλεκτα σχοινιὰ
βαστοῦσαν ὅλοι μὲ τὰ μουλάρια τους ἐμπρὸς, καὶ ἀνεβοκατεβῆκαν ράχες πολλές, λοξά, στριφτὰ μέσ’ στ’ ἄγρια
μονοπάτια. Καὶ ὅτ’ ἔφθασαν στὰ σύλλακκα τῆς δροσισμένης Ἴδης γοργὰ τὰ ὑψηλὰ δρυὰ μ’ ἀκονητὲς ἀξίνες
ἔκοφταν καί, ὅπως ἔπεφταν τὰ δένδρ᾽, ἀχοῦσε ὁ τόπος. Καί, ἀφοῦ τὰ ἐσχίζαν, ἔδεναν τὰ ξύλα στὰ μουλάρια·
{{r|120}} καὶ ἀπὸ τὸν λόγγον πρόθυμα νὰ φθάσουν στὴν πεδιάδα ἐκεῖνα ἐτετραπόδιζαν· καὶ ἀκόμ’ οἱ
ξυλοκόποι φέρνουν γογγύλι’ ἐπάνω τους, ὡς εἶπε ὁ Μηριόνης, τοῦ ᾽Ιδομενέως ὀπαδός· κατόπιν στ’ ἀκρογιάλι
τὰ ἔβαζαν ἀραδιαστὰ στὸ μέρος, ποὺ ὁ Πηλείδης μνῆμα νὰ στήση ἐσκέφθηκεν αὐτοῦ καὶ τοῦ Πατρόκλου· καὶ
ἀφοῦ μὲ ξύλ’ ἀμέτρητα τὸν τόπον ἐσκεπάσαν καθήμενοι ἐπερίμεναν· ὡστόσον ὁ Πηλείδης τοὺς Μυρμιδόνας
πρόσταξε νὰ ζώσουν τὰ ἄρματά τους, καὶ κάτω ἀπὸ τές ἅμαξες νὰ ζέψουν νὰ πουλάρια˙ {{r|130}} καὶ
ἀρματωμένοι ἀνέβηκαν στ’ ἁμάξια οἱ κυβερνῆτες καὶ οἱ μαχηταὶ στὸ πλάγι τους, καὶ ὀπίσω ἀκολουθοῦσαν σὰν
μαῦρο σύγνεφο οἱ πεζοί· ἐβάσταζαν στὴν μέσην τὸν Πάτροκλον οἱ σύντροφοι καὶ ὅλον μὲ τὰ κομμένα μαλλιά
τους τὸν ἐσκέπασαν, καὶ ὀπίσω τοῦ βαστοῦσε τὴν κεφαλὴν ὁ ἰσόθεος Πηλείδης, πικραμένος ποὺ σύντροφον
ἐξαίσιον στὸν Ἅδη προβοδοῦσε. Καὶ ὅταν στὸ μέρος ἔφθασαν ποὺ ἔδειξε ὁ Πηλείδης τὸν βάλαν κάτω καὶ
ἄφθονα τοῦ ἐστοίβασαν τὰ ξύλα. Τότ’ ἄλλο ἐσκέφθη ὁ Ἀχιλλεύς· ἀπ’ τὴν πυρὰν ἐστράφη, {{r|140}} τὴν
ξανθὴν κόμην ἔκοψε ποὺ τὴν καλλιεργοῦσε τοῦ ποταμοῦ τοῦ Σπερχειοῦ καλὴν νὰ τὴν προσφέρη. Κι εἶπε μὲ
πόνον τῆς καρδιᾶς κοιτώντας τὰ πελάγη: «Ἄλλα σοῦ εὐχήθη, ὦ Σπερχειέ, τὸ στόμα τοῦ πατρός μου ὅταν ἐκεῖ
θὰ ἐγύριζα στὴν γῆν τὴν πατρικήν μου, νὰ δώση ἐσὲ τὴν κόμην μου καὶ ἁγίαν ἑκατόμβην, καὶ αὐτοῦ στὸ
κτῆμα, στὲς πηγές, πόχεις βωμὸν εὐώδη πεντήκοντ’ ἀμουνούχιστα κριάρια νὰ μοῦ σφάξη. Ἀλλὰ σύ δὲν
ἐκτέλεσες αὐτὰ ποὺ εὐχήθη ὁ γέρος· τώρ’ ἀφοῦ δὲν θὰ ξαναϊδῶ τὴν ποθητὴν πατρίδα {{r|150}} ἂς πάρη ὁ
ἥρως Πάτροκλος τὴν κόμην μου στὸν Ἅδη». Εἶπε, τὴν κόμην ἔβαλε στοῦ ἀγαπημένου φίλου τὰ χέρια καὶ ὅλους
ἔκαμε τὰ δάκρυα ν’ ἀρχινήσουν. Καὶ ὁ ἥλιος θὰ βασίλευε καὶ ἀκόμη αὐτοὶ θὰ κλαῖαν, ἐὰν στὸν Ἀγαμέμνονα
δὲν ἔλεγε ὁ Πηλείδης: «Ἀτρείδη, ἐπειδὴ πρόθυμα τῶν Ἀχαιῶν τὰ πλήθη στοὺς λόγους ὅλα πείθονται, καὶ ὁ
θρῆνος κόρον φέρνει ἀπ’ τὴν πυρὰν νὰ σκορπισθοῦν καὶ δεῖπνον νὰ ἑτοιμάσουν εἰπέ τους˙ κι ἔπειτ’ ὅλοι ἐμεῖς,
ποὺ τὸν νεκρὸν πονοῦμε, ὅλα θὰ συγυρίσωμε καὶ οἱ πολεμάρχοι ἂς μείνουν». {{r|160}} Τὰ λόγια τοῦτ’ ἅμ’
ἄκουσεν ὁ μέγας Ἀγαμέμνων τὸν λαὸν ὅλον σκόρπισε στὰ ἰσόπλευρα καράβια, κι ἐμεῖναν οἱ ἐνταφιασταὶ καὶ
μὲ κορμοὺς ἐκάμαν πυρὰν ὁπού ᾽χεν ἑκατὸν ποδάρια μάκρου πλάτου, καὶ τὸν νεκρὸν περίλυποι στὴν κορυφὴν
ἐβάλαν. Κι ἔγδερναν κι ἐσυγύριζαν ἀρνιὰ πολλὰ καὶ βόδια πρὸς τὴν πυρὰν καί, παίρνοντας ἀπ’ ὅλα τὸ
κνισάρι, τὸ λείψανον ἐσκέπαζε πατόκορφα ὁ Πηλείδης, καὶ ὁλόγυρα ἐπανώτιαζε τὰ σώματα γδαρμένα, καὶ
στάμνες μέλι καὶ ἄλειμμα νὰ γέρνουν πρὸς τὴν κλίνην {{r|170}} ἔβαλε αὐτοῦ, καὶ τέσσερους ἀνδρειωμένους
ἵππους ἔριξε μέσα στὴν πυράν, κι ἐστέναζε ὁ θλιμμένος. Καὶ ἀπὸ τὰ ἐννέα πότρεφε τραπεζικὰ σκυλιά του
ἔριξε δυὸ μὲς στὴν πυρὰν ἀποκεφαλισμένα, καὶ ἀγόρια δώδεκα καλὰ τῶν ἀνδρειωμένων Τρώων ἔσφαξε κι
ἔριξεν αὐτοῦ, κι εἶχε κακὸ στὸν νοῦ του. Καὶ ἄσβεστην ἔβαλε φωτιά, γιὰ νὰ τοὺς δαπανήση. Ἐβαρυστέναξ’
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ψ 153
ἔπειτα καὶ πρὸς τὸν φίλον εἶπε: «Χαῖρε μου, ὦ Πάτροκλε, καὶ αὐτοῦ ποὺ εὑρίσκεσαι στὸν Ἅδη ὅτι ὅλα ὅσα σοῦ
᾽ταξα τὰ τελειώνω τώρα. {{r|180}} Ἀγόρια δώδεκα λαμπρὰ τῶν ἀνδρειωμένων Τρώων τὸ πῦρ τὰ τρώγει ὅλα
μὲ σέ, καὶ τοῦ πυρὸς δὲν δίδω τὸν Πριαμίδην ῞Εκτορα τροφὴ ἀλλὰ τῶν σκύλων». Τοῦτα ἐφοβέριζε, ἀλλ’ αὐτὸν
σκυλιὰ δὲν ἐπλησιάζαν ἡμέρα νύχτα τά ᾽διωχνεν ἡ ἀθάνατη Ἀφροδίτη καὶ μ’ ἄφθαρτο τὸν ράντιζε
τριανταφυλλένιο λάδι νὰ μὴ γδαρθῆ τὸ σῶμα του, ὡς τό ᾽σερνε ὁ Πηλείδης. Καὶ μαῦρο ἀπὸ τὸν οὐρανὸν στὴν
πεδιάδα ὁ Φοῖβος κατέβασ’ ἕνα σύννεφο, κι ἐσκέπασε τὸ μέρος ὅλον ὅσ’ ἔπιανε ὁ νεκρὸς, νὰ μὴ μπορῆ τοῦ
ἡλίου {{r|190}} ἡ δύναμις τὰ νεῦρα του νὰ φρύξη καὶ τὰ μέλη. Ἀλλ’ ἡ πυρὰ δὲν ἄναφτε τοῦ ἄψυχου
Πατρόκλου, καὶ τότε ἄλλο σοφίσθηκεν ὁ ἰσόθεος Πηλείδης- ἀνάμερ’ ἀπὸ τὴν πυρὰν’ εὐχήθη στοὺς ἀνέμους,
τὸν Ζέφυρον καὶ τὸν Βοριὰ κι ἐτάχθηκε θυσίες, καὶ μὲ χρυσὸ σπονδίζοντας ποτήρι ἐπαρακάλει νὰ ἔλθουν κι
ἔτσι γρήγορα τὰ ξύλα πάρουν φλόγα καὶ καταλύση τοὺς νεκρούς· καὶ ἅμ’ ἄκουσεν ἡ Ἴρις τὴν δέησίν του,
ἐχύθη εὐθὺς μηνύτρα στοὺς ἀνέμους. Εἰς τὸ τραπέζι ἐκάθονταν τοῦ ὁρμητικοῦ Ζεφύρου {{r|200}} ὅλοι μαζἱ,
καὶ ὡς πάτησε στὸ πέτρινο κατώφλι ἡ ῎Ιρις ὅλη βιαστική, κι ἐκεῖνοι αὐτοῦ τὴν εἶδαν ἐσηκωθῆκαν καὶ καθεὶς
σιμά του τὴν καλοῦσε˙ κι ἐκείνη δὲν ἠθέλησε, «δὲν κάθομαι », τοὺς εἶπε, «στοῦ ᾽Ωκεανοῦ τὸ ρεῦμα εὐθὺς ὀπίσω
θὰ πηγαίνω, τῶν Αἰθιόπων εἰς τὴν γῆν, ποὺ σφάζουν ἑκατόμβες τῶν ἀθανάτων, ὡς κι ἐγὼ τὸ μέρος μου νὰ
λάβω. Ἀλλ’ ὁ Ἀχιλλεὺς παρακαλεῖ, καὶ τάζεται θυσίες, ὁ Ζέφυρος ὁ ἠχηρὸς νὰ τρέξη καὶ ὁ Βορέας εἰς τὴν
πυρὰν νὰ δώσετε πνοὴν νὰ πάρη φλόγα {{r|210}} ἐκεῖ ποὺ κεῖται ὁ Πάτροκλος π’ ὅλοι οἱ Ἀχαιοὶ τὸν κλαίουν».
Αὐτά ᾽πε καὶ ἀνεχώρησε, κι ἐκεῖνοι ἐπεταχθῆκαν μὲ θόρυβον, ταράζοντας τὰ σύγνεφα ἔμπροσθέν τους. Καὶ ὡς
διάβαιναν τὸ πέλαγος, ἀπ’ τὴν σφοδρὴν πνοήν τους σηκώνονταν τὰ κύματα· καὶ ἅμ’ ἔφθασαν στὴν Τροίαν
ἔπεσαν μέσα στὴν πυράν, κι ἐβρόντα εὐθὺς ἡ φλόγα. Καὶ ὁλονυκτὶς ἀπ’ τὴν πυράν, καὶ οἱ δυὸ φυσομανώντας
τὲς φλόγες σήκωναν ψηλά· καὶ ὁλόνυκτα ὁ Πηλείδης ἀπὸ κρατήρα ὁλόχρυσο, μὲ δίκουπο ποτήρι ἔχυνε χάμου
τὸ κρασὶ κι ἐπότιζε τὸ χῶμα, {{r|220}} καὶ τὴν ψυχὴν τοῦ ἄμοιρου Πατρόκλου ξεφωνοῦσε. Καὶ ὡς κλαίει
πατέρας καίοντας τὰ κόκαλα παιδιοῦ του ποὺ νιόγαμπρος ἀπέθανε τῶν ἄμοιρων γονέων, ὅμοια ὁ Πηλείδης
καίοντας τὰ κόκαλα τοῦ φίλου ἐστέναζε κι ἐσέρνονταν τριγύρω εἰς τὴν πυράν του. Τὴν ὥραν ὁποὺ προμηνᾶ τὸ
φῶς ὁ ῾Εωσφόρος καὶ ἡ χρυσὴ προβαίν’ Ἠὼς ἀπ’ τὰ θαλάσσια βάθη, ἡ πυρκαϊὰ μαραίνονταν καὶ ἔπαυσεν ἡ
φλόγα. Οἱ ἄνεμοι στὸν τόπον τους ἐγύρισαν καὶ ὁ πόντος ὁ Θράκιος ὁλοφούσκωτος στὸ διάβα τους βογγοῦσε.
{{r|230}} Καὶ ἀνάμερ’ ἀπὸ τὴν πυρὰν κατάκοπος ἐσύρθη ὁ Ἀχιλλεὺς κι ἐπλάγιασε, κι ὕπνος γλυκὸς τὸν πῆρε˙
καὶ στὸν Ἀτρείδη ὁλόγυρα συνάζονταν οἱ ἄλλοι, καὶ ὡς ἔρχονταν ὁ κτύπος των τὸν ἔγειρε ἀπ’ τὸν ὕπνον.
Σηκώθη ὀρθὸς ὁ Ἀχιλλεὺς καὶ πρὸς ἐκείνους εἶπε: «Ἀτρείδη, τῶν Παναχαιῶν καὶ σεῖς οἱ πολεμάρχοι, τὴν
πυρκαϊὰν μὲ τὸ λαμπρὸ κρασὶ θὰ σβήσετ’ ὅλην ὅσο ποὺ ἐβόσκησ’ ἡ φωτιά· κατόπιν τοῦ Πατρόκλου τὰ κόκαλ’
ἂς συνάξωμε, καλὰ ξεχωρισμένα. Καὶ εἶν’ εὐκολογνώριστα, ποὺ στῆς πυρᾶς τὴν μέσην {{r|240}} ἐκείτονταν
καὶ ἀνάμερα στὲς ἄκρες γύρω οἱ ἄλλοι ἀνάμικτα ὅλοι ἐκαίονταν ἄνδρες ὁμοῦ καὶ ἵπποι· κι ἐκεῖνα εἰς στάμνα
ὁλόχρυσην, καὶ διπλωτὸ κνισάρι θὰ θέσωμεν ὥσπου κι ἐγὼ νὰ κατεβῶ στὸν Ἅδην· καὶ τάφος νὰ τοῦ σηκωθῆ
πολὺ τρανὸς δὲν θέλω, ἀλλὰ σωστὸς ὡς συνηθοῦν· κατόπιν μέγαν ἄλλον καὶ ὑψηλὸν θὰ κάμετε ὅσοι Ἀχαιοὶ
στὰ πλοῖα θὰ εὑρεθῆτε ζωντανοὶ κατόπιν ἀπὸ ἐμένα». Εἶπε κι ἐκεῖνοι ἐδέχθηκαν τοὺς λόγους τοῦ Πηλείδη· τὴν
πυρκαϊὰ μὲ τὸ λαμπρὸ κρασὶ ἐσβῆσαν ὅλην, {{r|250}} ὅσον ἐβόσκησε ἡ φωτιὰ, καὶ βαθιὰ στάκτη ἐγίνη· καὶ
κλαίοντας τὰ κόκαλα τοῦ ἀγαπημένου φίλου εἰς χρυσὴν στάμνα ἐσύναζαν μὲ διπλωτὸ κνισάρι, καὶ εἰς τὴν
σκηνὴν τὰ ἐσκέπασαν μ’ ἕνα λεπτὸ σινδόνι. Καὶ στὴν πυρὰν ὁλόγυρα τοῦ τάφου ἐσύραν κύκλον, θεμέλια
κτίσαν καὶ σωρὸ τὰ χώματα ἐσηκῶσαν. Καὶ ἅμα τελειῶσαν, τὸν λαὸν ἐκράτησε ὁ Πηλείδης καὶ εἰς πλατὺν
γύρον ἔκαμε τὰ πλήθη νὰ καθίσουν, κι ἔβγαλε ἀπ’ τὰ καράβια του τοῦ ἀγῶνος τὰ βραβεῖα, ἵππους, μουλάρια,
βόδια καὶ καλόζωνες γυναῖκες {{r|260}} καὶ λέβητες καὶ τρίποδες καὶ σίδερο ἐργασμένο. Ἔθεσε πρῶτα στοὺς
ταχεῖς ἱππεῖς λαμπρὸ βραβεῖο νὰ πάρη ὁ πρῶτος ἄξιαν, σ’ ἔργα λαμπρά, γυναίκα καὶ μὲ τ’ αὐτιά του τρίποδα,
ποὺ μέτρα εἰκοσιδύο χωροῦσε· καὶ στὸν δεύτερον μιὰν ἄστρωτην φοράδα ἑξάχρονην, ποὺ ἔμελλε μουλάρι νὰ
γεννήση˙ τοῦ τρίτου λέβητ’ ἄκαφτον, ὅλον λευκὸν ἀκόμη, λαμπρόν, ποὺ μέτρα τέσσερα χωροῦσε, κάτω βάζει·
καὶ τοῦ τετάρτου ἔστησε δυὸ τάλαντα χρυσάφι· τοῦ πέμπτου ἕνα διχέρουλον ἀφλόγιστο ποτήρι. {{r|270}} Καὶ
ὀρθὸς ἐστάθη καὶ ἄρχισε νὰ λέγη στοὺς Ἀργείους: «Ἀτρείδη, καὶ τῶν Ἀχαιῶν οἱ ἄλλοι πολεμάρχοι, αὐτὰ στὴν
μέσην ἔθεσα γιὰ τοὺς ἱππεῖς βραβεῖα· ἂν τὸν ἀγώνα ἐκάναμε δι’ ἄλλον πεθαμένον, τὰ πρῶτα ἐγὼ θὰ ἔπαιρνα
βραβεῖα στὴν σκηνήν μου. Γνωρίζετ’ ἂν οἱ ἵπποι μου πρωτεύουν στὴν ἀνδρείαν· ἀθάνατ’ εἶναι, ὁ Ποσειδῶν
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ψ 154
τοὺς ἔχει δώσει πρῶτα εἰς τὸν πατέρα μου καὶ αὐτὸς τοὺς ἔδωκε σ’ ἐμένα. Ὅθεν θὰ μείνω ἀνάμερα κι ἐγὼ καὶ
τ’ ἄλογά μου· ὁ κυβερνήτης ὁ ἀγαθὸς δὲν τοὺς δοξάζει πλέον, {{r|280}} ὁποὺ συχνὰ τοὺς ἔλουζεν ἀπὸ καθάρια
βρύση καὶ ὅλες τὲς χαῖτες ἔραινε μ’ εὐωδιασμένο λάδι. Ἐκεῖνον τώρ’ αὐτοὶ πενθοῦν, τὲς χαῖτες των κρεμώντας
κάτω ὡς τὸ χῶμα, ἀκίνητοι στὸν πόνον τῆς ψυχῆς των. Κι ἑτοιμασθῆτ’ οἱ ἄλλοι σεῖς, ὅσοι στὰ στερεά σας
ἁμάξια θάρρος ἔχετε καὶ στὰ καλὰ πουλάρια». Εἶπε ὁ Πηλείδης καὶ ταχεῖς ἱππεῖς ἐπεταχθῆκαν. Ὁ πολεμάρχος
Εὔμηλος σηκώθη ἀπ’ ὅλους πρῶτος, υἱὸς τοῦ Ἀδμήτου, δοξαστὸς στοὺς ἱππικοὺς ἀγώνας· κατόπι εὐθὺς ὁ
δυνατὸς σηκώνεται ὁ Διομήδης, {{r|290}} τοὺς ἵππους ζεύει τοῦ Τρωός, πού ᾽χε τοῦ Αἰνεία πάρει τότε, ὁποὺ
τοῦτον ἔσωσε στὸν κίνδυνόν του ὁ Φοῖβος. Σηκώθη τότε καὶ ὁ ξανθὸς διογέννητος Ἀτρείδης κι ἔζευεν, ὁ
Μενέλαος, δυὸ γρήγορα πουλάρια, μὲ τὸν δικόν του Πόδαργον τὴν Αἴθην τοῦ ἀδελφοῦ του, ποὺ χάρισ’ ὁ
᾽Εχέπωλος σ’ αὐτὸν ὁ Ἀγχισιάδης, γιὰ νὰ μὴ τὸν ἀκολουθῆ στὰ τείχη ἐμπρὸς τῆς Τροίας, καὶ αὐτοῦ μὲς στὴν
πλατύχωρην πατρίδα Σικυώνα νὰ εὐφραίνετ’ ὅλα τὰ καλὰ ποὺ τοῦ ᾽χε δώσει ὁ Δίας· κείνην τότ’ ἔζεψεν αὐτὸς
λαχταριστὴν φοράδα. {{r|300}} Τέταρτος ὁ Ἀντίλοχος, κλωνάρι παινεμένο τοῦ Νηληιάδη Νέστορος, δυό,
θρέμματα τῆς Πύλου, ἔφερνε κάτω ἀπ’ τὸν ζυγὸν καλότριχα πουλάρια. Τότε τὸν ἐπλησίασεν ὁ σεβαστὸς
πατέρας κι εἶπε καλὰ καὶ φρόνιμα στὸ φρόνιμο παιδί του: «Νέον ἀκόμ᾽, Ἀντίλοχε, σ’ ἀγάπησεν ὁ Δίας καὶ ὁ
Ποσειδῶν καὶ σοῦ ’δειξαν τῆς ἱππικῆς τὲς τέχνες· ὅθεν ἐσὺ νὰ διδαχθῆς πολλὴ δὲν εἶναι χρεία· ξεύρεις γύρω
στὰ τέρματα νὰ στρέφης· ἔχεις ὅμως ἵππους ὀκνούς· γιὰ τοῦτο ἐγὼ καλὸ δὲν περιμένω. {{r|310}} Κι ἐκεῖνοι
ὁποὺ ταχύτερους τυχαίνει νά ’χουν ἵππους πάλιν δὲν ἔχουν νόημα καλύτερο ἀπὸ σένα. Ἀλλ’ ἄκουσέ με,
ἀγαπητέ, καὶ σκέψου στὴν ψυχήν σου τῆς τέχνης κάθε σόφισμα, μὴ χάσης τὰ βραβεῖα· μὲ σόφισμα παρὰ μ’
ἀνδρειὰ προκόβει ὁ δενδροκόπος· μὲ σόφισμα στῆς θάλασσας τ’ ἀγριωμένα πλάτη τὸ ἀνεμόδαρτ’ ὁδηγεῖ
καράβι ὁ κυβερνήτης˙ μὲ σόφισμα καὶ ἡνίοχος ἡνίοχον περνάει. Ἀλλ’ ὅποιος εἰς τοὺς ἵππους του θαρρώντας
καὶ στ’ ἁμάξι ἐδῶθ’ ἐκεῖθε ἀστόχαστα πολὺν γυρίζει τόπον, {{r|320}} οἱ ἵπποι του παραστρατοῦν, τοῦ φεύγουν
ἀπ’ τὸ χέρι· καὶ μ’ ἄλογο κατώτερο ὅποιος τὲς τέχνες ξέρει στὸ τέρμα στρέφει ἀδιάκοπα, πάντοτ’ ἐμπρός του τό
’χει, ἀπ’ τὴν στιγμὴν ποὺ ἐτέντωσε τοὺς χαλινοὺς τῶν ἵππων ἴσια τοὺς φέρνει καὶ τηρᾶ τὸν πρῶτον νὰ περάση.
Κι ἕνα σημάδι θὰ σοῦ εἰπῶ, ποὺ εὐκόλως θὰ γνωρίσης· ξύλον ὀρθώνεται ξερό, ὅσον ὀργιά, στὸ χῶμα, δρυὸς ἢ
πεύκου καὶ ἡ βροχὴ καθόλου δὲν τὸ σέπει˙ καὶ ἀπ’ τὰ δυὸ μέρη κάτασπροι στυλώνονται δυὸ λίθοι στὸ στένωμα
κι εἶν’ ὁμαλὸς ὁ ἱππόδρομος τριγύρω˙ {{r|330}} εἴτ’ εἶναι μνῆμα κανενὸς ποὺ ἀπέθανε τὸ πάλαι, ἢ γιὰ καμπτὸν
κεῖ τό ᾽βαλαν ἐναν καιρὸν οἱ ἀρχαῖοι, καὶ τώρα τέρμα τό ᾽θεσεν ὁ ἰσόθεος Πηλείδης. Σ’ ἐκεῖνο ἐγγὺς σὺ νὰ
ὁδηγῆς τ’ ἁμάξι μὲ τοὺς ἵππους, καὶ ἀπ’ τὸ καλόπλεκτο θρονὶ στ’ ἀριστερὰ τῶν ἵππων νὰ χαμηλώνης τὸ κορμὶ
καὶ τὸ δεξὶ πουλάρι μὲ βοὴν κέντα καὶ ἄφησε λυτὰ τὰ χαλινάρια· εἰς τὸν καμπτὸν ὁ ἀριστερός σου ἵππος νὰ
κολλήση, νὰ φαίνεται ποὺ τοῦ καλοῦ τροχοῦ τὸ κεφαλάρι τὸν ξάκρισε, καὶ πρόσεχε στὸν λίθον μὴ σκουντήσης
{{r|340}} μήπως λαβώσης τ’ ἄλογα καὶ σπάσης καὶ τ’ ἁμάξι· χαρὰ στοὺς ἄλλους, ὄνειδος πολὺ στὸν ἑαυτόν
σου θὰ εἶναι· ἀλλὰ μὲ φρόνησιν φυλάξου, ἀγαπητέ μου, ὅτι ἂν στὸ τέρμα δυνηθῆς τὸν ἄλλον νὰ περάσης, μὴ
φοβηθῆς ἄλλος κανεὶς ἀλλοῦ νὰ σὲ προφθάση κι ἐὰν ὀπίσω σου κεντᾶ τὸ γρήγορο πουλάρι τοῦ Ἀδρήστου, τὸν
Ἀρίονα πού ᾽ναι ἀπὸ γένος θεῖον ἢ ἐκεῖνα τοῦ Λαομέδοντος, θρέμμα λαμπρὸ τῆς Τροίας». Εἶπε καὶ πρὸς τὴν
θέσιν του ἐγύρισε ὁ Νηλείδης, ὅλους ἀφοῦ ἐφανέρωσε τοὺς τρόπους στὸν υἱόν του. {{r|350}} Πέμπτος τοὺς
ἵππους ἔζεψε κατόπι ὁ Μηριόνης. Στοὺς θρόνους τότε ἀνέβηκαν, καὶ τοὺς λαχνοὺς ἐρίξαν. Τοὺς τίναξεν ὁ
Ἀχιλλεύς, κι ἐβγῆκε τοῦ Ἀντιλόχου ὁ πρῶτος κλῆρος, κι ἔλαχεν ὁ δεύτερος τοῦ Εὐμήλου, κατόπιν ὁ Μενέλαος ὁ
δοξαστὸς Ἀτρείδης, ὁ Μηριόνης ἔπειτα, κι ὕστερος ὁ Τυδείδης, ἀπ’ ὅλους ὁ καλύτερος, τοῦ ἀγῶνος πῆρε
κλῆρον. Εἰς τὴν ἀράδα ἐστάθηκαν, καὶ ξέμακρα στὸ σιάδι τὰ τέρματα ἔδειξ’ ὁ Ἀχιλλεύς· καὶ τηρητὴν πλησίον
βάζει τὸν θεῖον Φοίνικα, τὸν φίλον τοῦ πατρός του, {{r|360}} γιὰ νὰ προσέχη καὶ σωστὰ νὰ κρίνη τὸν ἀγώνα.
Καὶ ἀφοῦ στοὺς ἵππους σήκωσαν τὲς μάστιγές τους ὅλοι μὲ τὰ λουριὰ τοὺς ἄναφταν καὶ μὲ τὰ λόγι’ ἀκόμη. Κι
ἔτρεχαν κεῖνοι ἀκράτητοι στὸ σιάδι ἀπὸ τὰ πλοῖα· καὶ κάτω ἀπὸ τὰ στήθη τους ἡ σκόνη στὸν ἀέρα
σηκώνονταν σὰν σύννεφον ἢ μαύρη ἀνεμοζάλη καὶ οἱ χαῖτες ἐτινάζονταν στὸ φύσημα τοῦ ἀνέμου, καὶ πότ’
ἐγγίζαν εἰς τὴν γῆν τ’ ἁμάξια, πότε ἐπάνω ψηλὰ πετιόνταν˙ καὶ ὅλοι ὀρθοὶ στοὺς θρόνους οἱ ἐλατῆρες
ἐστέκονταν, κι ἐσπάραζε τῆς νίκης ἡ λαχτάρα {{r|370}} ὅλων τὰ στήθη καὶ καθεὶς βοοῦσε στ’ ἄλογά του, κι
ἐκεῖνα ὡς νά ᾽σαν φτερωτὰ τὴν πεδιάδα ἐσχίζαν. Καὶ ὅταν στὴν ἄκρην ἔφθασαν οἱ ἵπποι νὰ γυρίσουν πρὸς τ’
ἀκρογιάλι ἐδείχνετο τοῦ καθενὸς ἡ ἀνδρεία κι οἱ ἵπποι σφόδρα ἐτάνυσαν καθένας τὴν ὁρμήν του. Τότε οἱ
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ψ 155
φοράδες ἔβγαιναν τοῦ Εὐμήλου ἀπ’ ὅλους πρῶτες, εὐθὺς κατόπι τοῦ Τρωὸς οἱ ἵπποι τοῦ Διομήδη πετοῦσαν ὄχι
ξέμακρα, ἀλλὰ σιμά του τόσο ποὺ πάντοτε, σοῦ ἐφαίνετο, τὸν θρόνον θὰ πατήσουν, κι ἡ ἄχνα τους ἐθέρμαινε
τὲς πλάτες τοῦ Εὐμήλου, {{r|380}} ἐπάνω του ὡς ἀπίθωναν αὐτοὶ τὲς κεφαλές τους· καὶ θὰ τὸν πέρνα ἢ θά
᾽κανεν ἀμφίβολην τὴν νίκην ἂν τοῦ Διομήδη ἀπὸ χολὴν ποὺ ἐπῆρε τότε ὁ Φοῖβος δὲν τοῦ πετοῦσεν ἔξαφνα τὴν
μάστιγ’ ἀπ’ τὸ χέρι. Καὶ ἀπ’ τὸν θυμόν του ἐδάκρυσε νὰ βλέπη ὁ Διομήδης πὼς οἱ φοράδες ἔμπροσθεν πολὺν
ἐπαῖρναν δρόμον καὶ οἱ δικοί του ἀκέντητοι ὀπίσω ἐσπεδισθῆκαν. Ἀλλ’ εἶδε πὼς πανούργησεν ὁ Φοῖβος τὸν
Τυδείδην ἡ Ἀθηνᾶ, κι ἔδραμ’ εὐθὺς σιμὰ στὸν πολεμάρχον, τοῦ ἀπόδωσε τὴν μάστιγα κι ἐγκάρδιωσε τοὺς
ἵππους. {{r|390}} Καὶ θυμωμένη τρέχοντας στὸν Εὔμηλον ἐπάνω τὸν ζυγὸν τοῦ ’σπασε ἡ θεά· κι ἐδῶ κι ἐκεῖ
τοῦ δρόμου ἔφυγαν οἱ φοράδες του κι ἐρίξαν τὸ τιμόνι. Κι ἐκεῖνος στὸν τροχὸν σιμὰ ροβόλησε ἀπ’ τὸν θρόνον,
οἱ ἀγκῶνες του ἐγδάρθηκαν, ἡ μύτη καὶ τὸ στόμα, τὸ μέτωπό του ἐσύντριψε, τὰ μάτια του ὅλα δάκρυα
ἐγέμισαν κι ἐκόπηκεν ἡ ἀνδρικὴ φωνή του. Τότε στὸν δρόμον ἔγυρε τοὺς ἵππους ὁ Τυδείδης καὶ ὅλους τοὺς
ἄλλους πέρασε πολύ, καθὼς τοὺς ἵππους τοῦ ἄναφτεν ἡ Ἀθηνᾶ καὶ τοῦ ᾽δινε τὴν νίκην. {{r|400}} Καὶ αὐτοῦ
κατόπιν ὁ ξανθὸς Μενέλαος προχωροῦσε. Κι ἐφώναξ’ ὁ Ἀντίλοχος στοὺς ἵππους τοῦ πατρός του: «Καὶ σεῖς
πατήσετε γερά, τεντῶστε τὴν ὁρμήν σας· μ’ ἐκείνους νὰ παλαίσετε δὲν λέγω τοῦ Τυδείδη τοὺς ἵππους, ποὺ τοὺς
ἔδωκε μεγάλην γρηγοράδα ἡ Ἀθηνᾶ, καὶ ἠθέλησε νὰ δώση αὐτοῦ τὴν νίκην˙ ἀλλὰ γοργᾲ προφθάσετε τοῦ
Ἀδμήτου τὸ ζευγάρι, θἀ ναι ἐντροπή σας θηλυκὸ νὰ γίνη ἀνώτερό σας ἡ Αἴθη· ἀκόμη ὀπίσω της θὰ μείνετε, ὦ
γενναῖοι; Καὶ ἰδοὺ τὶ λέγω φανερὰ καὶ ὁ λόγος μου θὰ γίνη· {{r|410}} δὲν θὰ σᾶς περιποιηθῆ στὸ ἑξῆς ὁ μέγας
Νέστωρ, ὁ ἴδιος ἀλύπητα θενὰ σᾶς κόψη, ἀνίσως πάρωμε ὀκνηρευόμενοι κατώτερο βραβεῖον˙ ἀλλὰ νὰ μὲ
συντρέξετε μὲ τὴν ὁρμήν σας ὅλην· καὶ ὁ νοῦς μου θὰ μηχανευθῆ μὲ τρόπον νὰ γλιστρήσω τοῦ δρόμου ἐκεῖ στὸ
στένωμα κι ἔτσι θὰ μοῦ ξεφύγη». Κι ἐκεῖνοι ἀπ’ τοὺς φοβερισμοὺς ποὺ ἀκοῦσαν τοῦ κυρίου τὸ τρέξιμό τους
σπούδαξαν ὥσπου σ’ ὀλίγην ὥραν τοῦ κοίλου δρόμου τὸ στενὸ τοῦ Ἀντιλόχου ἐφάνη˙ εἶχεν ὁ δρόμος σχίσμα
γῆς ποὺ μαζευμένα ἐκάμαν {{r|420}} τὰ χειμωνιάτικα νερὰ κι ἐβύθισεν ὁ τόπος. ᾽Εκεῖ μὲ φόβον μὴ συμβῆ
σμίξις τροχῶν τραβοῦσε ὁ Ἀτρείδης τότ’ ὁ Ἀντίλοχος ἔξω τοῦ δρόμου στρέφει τοὺς ἵππους, γέρνει πλαγινὰ καὶ
ὁρμᾶ νὰ τὸν προφθάση. «Ἀνόητε », τοῦ ἐφώναξεν ὁ Ἀτρείδης φοβισμένος, «πῶς κυβερνᾶς; Τοὺς ἵππους σου
κράτησε, κι εἶναι ὁ δρόμος στενός, παρέκει στὸ πλατύ, θαρρῶ, θὰ προσπεράσης, μὴν ἀφανίσης καὶ τοὺς δυὸ
κτυπώντας μὲ τ’ ἀμάξι». Ἀλλὰ ὡσὰν τὰ λόγια του ποσῶς νὰ μή ᾽χε ἀκούσει ὁ Ἀντίλοχος σφοδρότερα τοὺς
ἵππους ἐκεντοῦσε. {{r|430}} Καὶ ὅσην ὁ δίσκος ἔχει ὁρμὴν ριγμένος ἀπὸ χέρι ἀνδρός, ποὺ ὅλην τὴν δύναμιν
τῆς νιότης δοκιμάζει, τόσο διασκέλισαν καὶ αὐτοί· κι ἐκεῖνοι τοῦ Ἀτρείδη τὰ ὀπίσω ἐκάμαν, ὅτι αὐτὸς ἠθέλησε
κι ἐμεῖναν, μήπως συμπλέξουν καὶ τὰ δυὸ ζευγάρια μὲς στὸν δρόμον καὶ τὰ καλόπλεκτα θρονιὰ γυρίσουν ἄνω
κάτω κι οἱ ἴδιοι χάμου κυλισθοῦν ζηλεύοντας τὴν νίκην. Τότε ὁ ξανθὸς Μενέλαος τὸν ἀποπῆρε κι εἶπε:
«Ἀντίλοχε, καὶ ποιός θνητὸς ὀλέθριος εἶναι, ὡς εἶσαι; ᾽Εσφάλαμε ὁποὺ δίκαιον σ’ ἐλέγαμε, ὦ χαμένε· {{r|440}}
ἀλλ’ ὅμως πρῶτα θὰ ὁρκισθῆς πρὶν πάρης τὸ βραβεῖον». Εἶπε· κατόπι ἐφώναξε στὰ δυνατὰ πουλάρια. «Μὴ
μοῦ σταθῆτε ἀκίνητοι καὶ καταπικραμένοι ἐκείνων θενὰ κουρασθοῦν τὰ γόνατα καὶ οἱ φτέρνες πρὶν ἀπὸ σᾶς·
ὅτι καὶ οἱ δυὸ τὰ νιάτα πλιὰ δὲν ἔχουν». Καὶ τότ’ ἐκεῖνα ἀπ’ τὴν βοὴν ποὺ ἀκοῦσαν τοῦ κυρίου ὅρμησαν καὶ
δὲν ἄργησαν τοὺς ἄλλους νὰ προφθάσουν. Στὸν κύκλον κεῖ καθήμενοι θωροῦσαν οἱ Ἀργεῖοι τοὺς ἵππους ποὺ
μ’ ἀκράτητην ὁρμὴν τετραποδίζαν. Πρῶτος ὁ ἄρχος τῶν Κρητῶν, ᾽Ιδομενεύς, τοὺς ἵππους {{r|450}} ἐνόησε, ὡς
ἐκάθουνταν ψηλὰ τοῦ κύκλου ἀπ’ ἔξω· καὶ ὡς ἄκουσεν ἀπὸ μακριὰ βοὴν τοῦ κυβερνήτη ξεχώρισε περήφανο
πουλάρι νὰ προβαίνη πού ᾽χε τὴν τρίχα ὁλόξανθην καὶ μόνον ἕν’ ἀσπράδι ὡσὰν φεγγάρι στρογγυλό, στὸ
μέτωπο ἐφαινόνταν. Τότ’ ἐσηκώθη καὶ ἄρχισε νὰ λέγη στοὺς Ἀργείους: «῏Ω τῶν Ἀργείων ἀρχηγοί, καλοί μου
πολεμάρχοι, τάχα ἐγὼ μόνος ἢ καὶ σεῖς βλέπετ’ ἐκεῖ τοὺς ἵππους; Ἄλλοι ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ ἐπρότρεχαν μοῦ
ἐφαίνονταν καὶ ἄλλος φαντάζει ὁ κυβερνήτης των· καὶ κάπου ἐμποδισθῆκαν {{r|460}} αὐτὲς ποὺ ἐκεῖ
ἐκέρδισαν στὸν δρόμον οἱ φοράδες. Πρῶτα στὸ τέρμα ὁλόγυρα τὲς ἔβλεπα νὰ τρέχουν, τώρα ἀπ’ ἐμπρός μου
χάθηκαν, ἂν καὶ παντοῦ γυρίζω τὰ μάτια μου νὰ τές ἰδῶ στὸ Τρωικὸ πεδίον. ῍Η θὰ τοῦ ἐφύγαν τὰ λουριὰ καὶ
δὲν μποροῦσε πλέον νὰ τὲς κρατήσει στρέφοντας τὸ τέρμα ὁ κυβερνήτης. ᾽Εκεῖ, θαρρῶ, θά ᾽πεσε αὐτὸς καὶ θά
᾽σπασε τ’ ἁμάξι καὶ ξαγριωμένες σκίρτησαν κι ἐφύγαν οἱ φοράδες· ὀρθοὶ κοιτάνζετε καὶ σεῖς· ἴσως καλὰ δὲν
βλέπω ἐγώ, ἀλλὰ μοῦ φαίνεται, πὼς κεῖνος αὐτοῦ πέρα {{r|470}} εἶναι τὸ γένος Αἰτωλός καὶ στ’ Ἄργος
βασιλεύει, καὶ τοῦ Τυδέως εἶν’ υἱός, ὁ δυνατὸς Διομήδης». Και ὁ Αἴας τὸν κακόβρισεν ὁ γρήγορος ᾽Οιλείδης:
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ψ 156
«᾽Ιδομενέα, φαφλατᾶς παράκαιρα· καὶ πέρα ἀνάερα σηκώνονται πετώντας οἱ φοράδες. Μὲς στοὺς Ἀργείους,
ὡς θαρρῶ, τόσο δὲν εἶσαι νέος, καὶ μάτια τόσο καθαρὰ δὲν ἔχ’ ἡ κεφαλή σου˙ πάντοτ’ ἐσύ ’σαι φαφλατάς, ἀλλ’
ὅπου εὑρίσκοντ’ ἄλλοι ἄνδρες καλύτεροι ἀπὸ σέ, πρὸς τί νὰ φαφλατίζης; Ἐκεῖνες εἶναι ποὺ ἀπ’ ἀρχῆς
προτρέχαν οἱ φοράδες {{r|480}} τοῦ Εὐμήλου καὶ τὲς κυβερνᾶ μὲ τὰ λουριὰ στὸ χέρι». Εὐθὺς ὁ ἄρχος τῶν
Κρητῶν τοῦ ἀντεῖπε χολωμένος: «Αἴας φιλονικότατε, κακόγνωμε καὶ στὰ ἄλλα μὲς στοὺς Ἀργείους ὕστερος,
ὅτ’ εἶναι ὠμὸς ὁ νοῦς σου. Κι ἔλ᾽, ἂς στοιχηματίσωμεν ἢ τρίποδα ἢ λεβέτι καὶ ποιὸ ζευγάρι τρέχει ἐμπρὸς
κριτὴς ἂς μαρτυρήση ὁ Ἀγαμέμνων· τότε σὺ πλερώνοντας θὰ μάθης». Εἶπε κι εὐθὺς πετάχθηκεν ὁ φτεροπόδης
Αἴας καὶ θυμωμένος ἔμελλε κακὰ νὰ τοῦ ἀπαντήση· καὶ θ’ ἄναφτε χειρότερη σ’ αὐτοὺς φιλονικία, {{r|490}} ἂν
δὲν σηκώνετ’ ὁ Ἀχιλλεὺς ὁ ἴδιος, ποὺ τοὺς εἶπε: «Τὰ λόγια τοῦτα τὰ κακὰ νὰ παύσουν μεταξύ σας, Αἴας σὺ καὶ
᾽Ιδομενεύς, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον, ποὺ σ’ ἄλλον ἂν τὸ ἐβλέπετε θὰ σᾶς ἀγανακτοῦσε· ἀλλὰ στὸν κύκλον ἥσυχοι
τοὺς ἵππους θεωρεῖτε, καὶ δὲν θ’ ἀργήσουν τώρα ἐδῶ νὰ φθάσουν, ὡς τοὺς βιάζει ζῆλος τῆς νίκης· τότ’ ἐσεῖς
θέλει γνωρίσετ’ ὅλοι τῶν ἵππων τίνες ὕστεροι καὶ τίνες εἶναι πρῶτοι». Τὸν λόγον δὲν ἀπόειπε κι ἔφθασεν ὁ
Τυδείδης τοὺς ἵππους του κατάπλατα ραβδίζοντας κι ἐκεῖνοι {{r|500}} ἐκόφταν μὲ ἀνάερα δϊάσκελα τὸν
δρόμον. Καὶ ἀπὸ τὴν σκόνη εὐφραίνονταν ἐπάν’ ὁ κυβερνήτης, καὶ ὀπίσω στὰ φτερόποδα πουλάρια ροβολοῦσε
τ’ ἁμάξι χρυσοκόλλητο μὲ δίπλες κασσιτέρου˙ καὶ τὰ στεφάνια τῶν τροχῶν μικρὸν αὐλάκι ἀφῆκαν στὸ λεπτὸ
χῶμα ὀπίσω τους κι ἐκεῖνα ἐμπρὸς πετοῦσαν. Στὸν κύκλον μέσα ἐστάθηκε καὶ ἵδρωτες στὸ χῶμα ρονιὲς τὰ
στήθη ἐστάλαζαν καὶ οἱ κεφαλὲς τῶν ἵππων˙ καὶ αὐτὸς ἀπὸ τ’ ὁλόλαμπρον ἐπήδησε θρονί του καὶ στὸν ζυγὸν
ἀπόθεσε τὴν μάστιγα καὶ ἀμέσως {{r|510}} ὁ ἀνδρειωμένος Σθένελος ἐπῆρε τὸ βραβεῖον καὶ μὲ τὸν καλὸν
τρίποδα παράδωσε τὴν κόρην εἰς τοὺς συντρόφους καὶ ἄρχισε τοὺς ἵππους νὰ ξεζέψη. Κατόπιν ἦλθ’ ὁ
Ἀντίλοχος αὐτὸς ποὺ τὸν Ἀτρείδην μ’ ἐπιβουλήν του ἐπέρασε καὶ ὄχι μὲ ὁρμὴν τῶν ἵππων. Καὶ ὅμως τοῦτος
πολὺ ἐγγὺς ἐράβδιζε τοὺς ἵππους καὶ ὅσον ἀπέχει ἀπ’ τὸν τροχὸν πουλάρι ὁποὺ στὸ σιάδι μ’ ὅλο τ’ ἁμάξι
τανυστὰ τραβᾶ τὸν κύριόν του, ποὺ ἐγγίζουν μόλις τὸν τροχὸν οἱ τρίχες τῆς οὐρᾶς του· κι ἐκεῖνο τρέχει
κολλητὰ στ’ ἁμάξι καὶ δὲν μένει {{r|520}} τόπος πολὺς ἀνάμεσα ὅσον κι ἂν πάρουν δρόμον· τόσον ἀπ’ τὸν
Ἀντίλοχον ἔμενε ὀπίσω ὁ Ἀτρείδης. Ἀλλὰ καὶ δυὸ δισκοβολὲς ἔμεν’ ὀπίσω πρῶτα, ἀλλὰ γοργὰ τὸν πρόφθασε
μὲ τὴν καλὴν ἀνδρείαν τῆς Αἴθης, τῆς καλότριχης φοράδας τοῦ ἀδελφοῦ του˙ καὶ ἀκόμη ἂν ἀγωνίζονταν
παρέκει τὸν περνοῦσε ὁ Ἀτρείδης καὶ δὲν θ’ ἄφηναν ἀμφίβολην τὴν νίκην. Κι ἔμενε ἀπ’ τὸν Μενέλαον μιὰν
κονταριὰν ὀπίσω ὁ Μηριόνης, ὀπαδὸς λαμπρὸς τοῦ Ἰδομενέως, ὅτ’ ἦσαν ἀργοκίνητα τὰ εὔμορφα ἄλογά του
{{r|530}} καὶ κεῖνος πάλι ἀδύνατος πολὺ νὰ κυβερνήση. Καὶ ἀπ’ ὅλους ἦλθε ὑστερινὸς ὁ Εὔμηλος κι ἐτράβα τ’
ὄμορφο ἁμάξι κι ἔμπροσθεν κεντοῦσε τ’ ἄλογά του. Τὸν εἶδε κι ἐσυμπόνεσεν ἐκεῖνον ὁ Πηλείδης καὶ αὐτοὺς
τοὺς λόγους εἶπ’ εὐθὺς στὴν μέσην τῶν Ἀργείων: «Ὕστερος ὁ καλύτερος μὲ τ’ ἄλογό του φθάνει ἀλλ’ ὅπως
πρέπει, ἂς τοῦ δοθῆ τὸ δεύτερο βραβεῖον καὶ τοῦ Τυδέως ὁ υἱὸς ἂς λάβη τὰ πρωτεῖα». Ὅλ’ οἱ Ἀχαιοὶ
συμφώνησαν νὰ γίνη αὐτὸ ποὺ εἶπε καὶ τὴν φοράδα παρευθὺς θὰ τοῦ ἔδιδε ὁ Πηλείδης {{r|540}} ἐὰν δὲν
ἐσηκώνονταν νὰ εἰπῆ τὸ δίκαιόν του ὁ Ἀντίλοχος, τοῦ Νέστορος υἱός, στὸν Ἀχιλλέα: «Θὰ σοῦ θυμώσω δυνατά,
Πηλείδη, ἂν τοῦτο κάμης· σὺ τὸ βραβεῖο μοῦ ἀφαιρεῖς, θαρρῶ, γιατὶ τοῦ ἐπάθαν τὰ γρήγορα πουλάρια του, τ’
ἁμάξι του κι ἐκεῖνος, ὁ ἐξαίσιος· ἀλλ’ ἂς ἔκαμνεν εὐχὲς τῶν ἀθανάτων καὶ τότε δὲν θὰ ἔρχονταν ὁ ὕστερος ἀπ’
ὅλους. Ἀλλ’ ἂν σοῦ εἶναι ἀγαπητὸς κι ἐγκάρδια τὸν λυπῆσαι, πλήθιο χρυσάφι καὶ χαλκὸς ὑπάρχει στὴν σκηνήν
σου, πρόβατα, δοῦλες καὶ λαμπρὰ πτερόποδα πουλάρια· {{r|550}} πάρε ἀπ’ αὐτὰ καὶ δῶσε του, κατόπ’ ἢ
ἀμέσως τώρα βραβεῖον καὶ λαμπρότερο νὰ σ’ ἐπαινέσουν ὅλοι. Καὶ τούτην δὲν θὰ δώσω ἐγώ· καὶ ὅποιος
θελήση ἀνδρεῖος νὰ μοῦ τὴν πάρη ἂς ἔλθη ἐδῶ μ’ ἐμὲ νὰ πολεμήση». Εἰς τοῦτα ἐχαμογέλασεν ὁ ἰσόθεος
Πηλείδης, τοῦ ἄρεσ’ ὁ Ἀντίλοχος ὁ ἀγαπητός του φίλος καὶ πρὸς αὐτὸν ἀπάντησε: «Κι ἐὰν θελήσης κι ἄλλο
ἀπὸ δικό μου, Ἀντίλοχε, τοῦ Εὐμήλου ἐγὼ νὰ δώσω θενὰ τὸ κάμω πρόθυμα· τὸν θώρακα νὰ λάβη αὐτὸν ποὺ
ἐπῆρα λάφυρον ἀπ’ τὸν Ἀστεροπαῖον, {{r|560}} χάλκινον, καὶ κασσίτερος λαμπρὸς τὸν περιχύνει· θὰ τό ᾽χη
κτῆμ’ ἀτίμητο». Κι εὐθὺς στὸν ποθητόν του εἶπε τὸν Αὐτομέδοντα τὸν θώρακα νὰ φέρη ἀπ’ τὴν σκηνήν· τὸν
ἔφερεν ἐκεῖνος καὶ τοῦ Εὐμήλου τὸν ἔδωκε, ὁποὺ ὁλόχαρος στὰ χέρια του τὸν πῆρε. Τότε βαρὺς ἀπ’ τὴν χολὴν
ποὺ εἶχεν τοῦ Ἀντιλόχου σηκώθηκε ὁ Μενέλαος· καὶ ὁ κήρυκας στὸ χέρι σκῆπτρο τοῦ δίδει καὶ σιωπὴν
κηρύττει τῶν Ἀργείων. Καὶ ὁ θεῖος ἄνδρας ἄρχισεν: «῏Ω φρόνιμε ὄχι πλέον Ἀντίλοχε, τί ἔκαμες! Μοῦ
ἐθόλωσες τὴν δόξαν, {{r|570}} ἐκεῖνα τὰ ὀκνότατα πουλάρια σου ἔμπροσθέν μου ἔσπρωξες καὶ μοῦ ἐμπόδισες
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ψ 157
τοὺς ἵππους εἰς τὸν δρόμον. Ἀλλὰ σεῖς ὅλ’ οἱ ἀρχηγοὶ προστάτες τῶν Ἀργείων χωρὶς νὰ προτιμήσετε κανέναν
κρίνετέ μας, μὴ κάποιος τῶν Ἀχαιῶν τοῦτον εἰπῆ τὸν λόγον: «Μὲ ψέματα ὁ Μενέλαος ἐπῆρε τὴν φοράδα τοῦ
Ἀντιλόχου, ἂν κι εἶχε αὐτὸς χειρότερους τοὺς ἵππους, ἀλλ’ εἶναι αὐτὸς ἀνώτερος πολὺ στὸ μεγαλεῖον». Ἀλλὰ
θὰ κρίνω εὐθὺς ἐγώ, καὶ δὲν θὰ μὲ ἀποπάρη τῶν Δαναῶν, θαρρῶ, κανείς. Θὰ εἶμαι δικαιοκρίτης. {{r|580}}
Ἀντίλοχε διόθρεφτε, ἔλα, σὰν θέλει ὁ νόμος στήσου στὴν ἅμαξαν ἐμπρὸς ὁλόρθος καὶ στοὺς ἵππους, πάρε τὴν
ἴδια μάστιγα, ποὺ πρῶτα ἐκυβερνοῦσες, καὶ πιάνοντας τοὺς ἵππους σου, τοῦ Ποσειδῶνος κάμε ὅρκον ποὺ δὲν
μοῦ ἐμπόδισες μ’ ἐπιβουλὴν τ’ ἁμάξι». Καὶ ὁ φρόνιμος Ἀντίλοχος ἀπάντησέ του κι εἶπε: «Πραΰνου τώρα, ὅτ’
εἶμ’ ἐγὼ πολὺ νεώτερός σου, σεπτὲ Μενέλαε, καὶ σὺ καλύτερός μου εἰς ὅλα˙ γνωρίζεις πόσον εὔκολα
παρανομοῦν οἱ νέοι· ὁ νοῦς τους γοργοκίνητος ἰσχνὴν τὴν σκέψιν ἔχει. {{r|590}} Ὅθεν μαλάξου˙ μόνος μου
σοῦ δίδω τὴν φοράδα ποὺ ἐκέρδισα˙ καὶ ἂν ἄλλο τι δικό μου νὰ σοῦ δώσω ἤθελες καὶ καλύτερο, σοῦ τό ᾽δινα
ὁλοψύχως, παρ’ ἀπὸ σέ, διόθρεφτε, νὰ χάσω τὴν ἀγάπην ὁλοζωῆς μου καὶ σ’ ἐμὲ ὀργὴ νὰ πέση θεία». Καὶ τὴν
φοράδα ὁδήγησεν εὐθὺς ὁ Νεστορίδης κι ἔδωκε στὸν Μενέλαον, ποὺ στὴν καρδιά του εὐφράνθη, καθὼς εἰς τὰ
πυκνὰ σπαρτὰ ποὺ τὸν ἀγρὸν σκεπάζουν καλὴ δροσιὰ ζωογονεῖ τὰ φουντωμέν’ ἀστάχια· ὁμοίως, ὦ Μενέλαε,
μέσα ἡ καρδιά σου εὐφράνθη˙ {{r|600}} καὶ πρὸς αὐτὸν ἀπάντησε μὲ λόγια φτερωμένα: «Καὶ ἀφ’ ἑαυτοῦ μου,
Ἀντίλοχε, συγκρίνω τὸν θυμόν μου νὰ παύσω, ὅτι ἀστόχαστος καὶ ἀσύστατος δὲν ἤσουν ποτέ σου, ἀλλὰ ἐδῶ
τὸν νοῦν ἐνίκησε ἡ νεότης· καλύτερούς σου στὸ ἑξῆς φυλάξου ν’ ἀπατήσης. Κι εὔκολα δὲν θὰ μ’ ἔπειθε τῶν
Ἀχαιῶν κανένας· ἀλλ’ ἔπαθες ἐσὺ πολλὰ κι ἐμόχθησες γιὰ μένα σὺ καὶ ὁ πατέρας σου ὁ λαμπρὸς μὲ τὸν
αὐτάδελφόν σου· μοῦ ἐπρόσπεσες καὶ τοῦτο ἀρκεῖ˙ καὶ τὴν φοράδ᾽, ἂν κι εἶναι δική μου, λάβε την ἐσὺ γιὰ νὰ
γνωρίσουν ὅλοι {{r|610}} ὅτι καρδιὰ περήφανην καὶ ἀμάλακτην δὲν ἔχω». Εἶπε καὶ τοῦ Νοήμονος συντρόφου
τοῦ Ἀντιλόχου τὴν ἔδωκε, κι ἐπῆρε αὐτὸς τὸ λαμπερὸ λεβέτι. Τέταρτος δύο τάλαντα χρυσάφι ὁ Μηριόνης.
Πέμπτον βραβεῖον ἔμενεν ἡ δίχερη φιάλη. ᾽Εκείνην ἔφερ’ ὁ Ἀχιλλεὺς ἀνάμεσα στὸ πλῆθος στὸν Νέστορα καί,
«λάβε αὐτό », τοῦ εἶπε, «γέροντά μου, σὰν τοῦ Πατρόκλου ἐνθύμημα νὰ τό ᾽χης ὁποὺ ἐτάφη˙ τὶ ἐκεῖνον πλέον
δὲν θὰ ἰδῆς στὴν μέσην τῶν Ἀργείων. Καὶ τὸ βραβεῖον τοῦτο ἐγὼ σοῦ δίνω χαρισμένο˙ {{r|620}} ὅτι καὶ σὺ ν’
ἀγωνισθῆς, θαρρῶ, δὲν θὰ θελήσης στὸ πάλαιμα ἢ στὸ γρόνθισμα, στὸ τρέξιμο ἢ στ’ ἀκόντι ὅτι ἀπ’ τὸ γῆρας τὸ
κακὸν ἐκόπ’ ἡ δύναμίς σου». Καὶ τὴν φιάλην τοῦ ᾽βαλε στὰ χέρια· τὴν ἐπῆρε περίχαρος ὁ γέροντας καὶ εἶπε τοῦ
Ἀχιλλέως: «Λόγια τωόντι ἀληθινά, ἐπρόφερες, παιδί μου· ἐμάργωσαν τὰ μέλη μου, τὰ πόδια καὶ τὰ χέρια ποὺ
ἐδῶ στοὺς ὤμους φτερωτὰ κινοῦνταν καὶ τὰ δύο. Ποῦ εἶναι ἡ νιότη μου κι ἡ ἀνδρειὰ ποὺ στὸ Βουπράσι ἐφάνη
σὰν ἔθαπταν οἱ ᾽Επειοὶ τὸν μέγα πολεμάρχον {{r|630}} Ἀμαρυγκέα, κι ἔθεσαν ἀγώνα τὰ παιδιά του. Ἐκεῖ
κανεὶς τῶν ᾽Επειῶν μ’ ἐμὲ δὲν ὁμοιώθη ἢ τῶν γενναίων Αἰτωλῶν, ἀλλ’ οὔτε τῶν Πυλίων. Τὸν Κλυτομήδη
ἐνίκησα στοὺς γρόνθους Ἠνοπίδην, στὴν πάλην τὸν Πλευρώνιον, κατόπι τὸν Ἀγκαῖον, καὶ τὸν ἐξαίσιον
῎Ιφικλον στὰ πόδια καὶ κατόπι στ’ ἀκόντι τὸν Πολύδωρον καὶ ἀντάμα τὸν Φυλέα. Μόνον οἱ Ἀκτορίωνες στοὺς
ἵππους μ’ ἐπεράσαν, διπλοὶ μοῦ σπρώχθηκαν ἐμπρὸς μὲ ζῆλον νὰ κερδίσουν ἐκεῖνα ποὺ ἦσαν ὕστερα
λαμπρότατα βραβεῖα. {{r|640}} Δίδυμοι αὐτοί, καὶ σταθερῶς ἐκυβερνοῦσ’ ὁ ἕνας ἐκυβερνοῦσε σταθερῶς κι
ἐμάστιζεν ὁ ἄλλος. Ἰδοὺ ποιὸς ἤμουν μιὰ φορά· στοὺς νέους τώρ’ ἀφήνω ἔργα παρόμοια. κι ἐγὼ στὸ μαῦρο
γῆρας πρἑπει νὰ ὑπακούσω, ἂν κι ἔλαμπα στὴν μέση τῶν ἡρώων. Ἀλλ’ ἄμε κι ἐνταφίαζε τὸν φίλον σου μ’
ἀγῶνες· μοῦ εἶναι ἀκριβὸ τὸ χάρισμα καὶ χαίρεται ἡ ψυχή μου ποὺ ἐμὲ τὸν φίλον πάντοτε θυμᾶσαι καὶ
γνωρίζεις πόση τιμή, τῶν Ἀχαιῶν ἀνάμεσα μοῦ πρέπει˙ καὶ οἱ θεοὶ μ’ ὅ,τι ἀγαπᾶς νὰ σοῦ τὸ ἀνταποδώσουν».
{{r|650}} Τὸ ἐγκώμιον ὅλον ἄκουσε τοῦ Νέστορος κι ἐβγῆκε μέσ’ ἀπ’ τὸ πλῆθος ὁ Ἀχιλλεὺς καὶ τῆς
γρανθομαχίας τῆς τρομερῆς κατέθεσεν ἀμέσως τὰ βραβεῖα. ῎Εφερε κι ἔδεσεν ἐκεῖ τοῦ κύκλου μὲς στὴ μέση
ἄστρωτο, κακοδάμαστο ἑξάχρονο μουλάρι· κι ἕνα ποτήρι δίκουπο νὰ λάβη ὁ νικημένος. Καὶ ὀρθὸς ἐστήθη κι
ἔλεγε στὴν μέσην τῶν Ἀργείων: «Ἀτρεῖδες καὶ ὅλ’ οἱ Ἀχαιοὶ μὲ τὲς καλὲς κνημίδες, ἂς ἔλθουν δύο δυνατοὶ γι’
αὐτὰ ν’ ἀντισηκώσουν πολὺ ψηλὰ τοὺς γρόνθους των καὶ εἰς ὅποιον ἀπ’ τοὺς δύο {{r|660}} ὁ Ἀπόλλων δώση
δύναμιν, κι οἱ Ἀχαιοὶ τὸ κρίνουν, ἄς πάρη τὸ φερέπονο μουλάρι στὴν σκηνήν του καὶ ὁ νικημένος νὰ χαρῆ τὸ
δίκουπο ποτήρι». Στὸν λόγον του ἐπετάχθη εὐθὺς ἄνδρας τρανὸς καὶ ὡραῖος ὁ Πανοπείδης ᾽Επειός, ἐξαίσιος
γρονθομάχος. Καὶ πιάνοντας τὸ ἐργατικὸ τετράποδο τοὺς εἶπεν: «Ἐμπρός, ὅπου τὸ δίκουπο ποτήρι θενὰ πάρη˙
καὶ τὸ πουλάρι ἐδῶ κανεὶς μὲ τὴν γρονθομαχίαν δὲν θὰ κερδίση, ὅτ’ εἶμ’ ἐγὼ στὴν τέχνην τούτην πρῶτος. Δὲν
φθάνει ποὺ στὸν πόλεμον εἶμ’ ἐλλιπής; Καὶ ποῖος {{r|670}} δύναται νὰ εἶναι ποτὲ σ’ ὅλα καλὸς τεχνίτης; Καὶ
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ψ 158
ἰδοὺ τὸ λέγω φανερὰ καὶ ἄσφαλτ’ αὐτὸ θὰ γίνη˙ τὲς σάρκες θὰ τοῦ σχίσω ἐγώ, τὰ κόκαλα νὰ σπάσω, ὥστε
σιμά του ἂς στέκονται ὅσοι πονοῦν γιὰ κεῖνον ἀπὸ τὰ χέρϊα νεκρὸν ἐδῶθε νὰ τὸν πάρουν». Εἶπε, καὶ ὄλοι
ἐσώπαιναν· καὶ μόνος του ἐπετάχθη ὁ ἰσόθεος Εὐρύαλος υἱὸς τοῦ Τηλανίδη τοῦ Μηκιστέως, τοῦ λαμπροῦ
ἐκείνου πολεμάρχου ποὺ ἄλλοτ’ ἐπῆγε στὴν ταφὴν τοῦ σκοτωμένου Οἰδίπου στὲς Θῆβες καὶ ὅλων νικητὴς
ἐβγῆκε τῶν Καδμείων. {{r|680}} Τώρα σιμά του ὁ δοξαστὸς Τυδείδης ἐνεργοῦσε καὶ λόγια τοῦ ᾽λεγε καλὰ
ποθώντας νὰ νικήση. Τὸ ζῶμα τοῦ ᾽βαλεν αὐτός, τοῦ ἔδωκε κατόπι ἀπὸ τομάρι ταύρινο λουριὰ καλοκομμένα.
Κι ἀφοῦ ζωσθῆκαν, στάθηκαν τοῦ κύκλου ἐκεῖ στὴν μέσην καὶ ἀντίκρυ ὡς σήκωσαν καὶ οἱ δυὸ τὰ χέρια τ’
ἀνδρειωμένα, ὁμοῦ βροντῆσαν κι ἔσμιξαν οἱ δυνατοί τους γρόνθοι. Τρίζαν τὰ δόντια τους φρικτά, καὶ ἵδρωτες
ἐρρέαν. Καὶ ὁ θεῖος χύνετ’ ᾽Επειὸς στὸν ἄλλον ποὺ ἐτηροῦσε ποῦ νὰ τὸν κρούση, καὶ τοῦ σπᾶ τὰ μάγουλα· κι
ἐκεῖνος {{r|690}} ἐτρέκλισε ὡς τοῦ ἐλύγισαν τ’ ἀνδρειωμένα μέλη. Καὶ μὲ τὸ κροῦσμα ἐσκίρτησε σὰν ψάρι ποὺ
ὁ Βορέας ἔξω στὸ φύκι ἐπέταξε μὲ κύμα σουφρωμένο. Τότε ὁ γενναῖος ᾽Επειὸς τὸν ἔπιασε ἀπ’ τὰ χέρια καὶ
ὀρθὸν τὸν ἔβαλε· κι εὐθὺς οἱ φίλοι τὸν ἐπῆραν μέσ’ ἀπ’ τὸν κύκλον πόσερνε τὰ πόδια μετὰ βίας κι ἐφτυοῦσεν
αἵματα πηχτά, μὲ δίπλα τὸ κεφάλι. Καὶ ἀναίσθητον τὸν ἔβαλαν σιμά τους νὰ καθήση, κι ἔπειτα ἐπῆγαν κι
ἔφεραν τὸ δίκουπο ποτήρι. Τὰ τρίτα εὐθὺς ὁ Ἀχιλλεὺς κατέθεσε βραβεῖα {{r|700}} τοῦ τρομεροῦ παλαίσματος
καὶ τά ᾽δειχνεν εἰς ὅλους˙ σ’ ὅποιον νικήση τρίποδα μεγάλον πυροστάτην ποὺ νά ᾽χη βόδια δώδεκα οἱ Ἀχαιοὶ
λογιάζαν. Καὶ μίαν κόρην ἔθεσε σ’ ἔργα πολλὰ τεχνίτραν, ποὺ εἶχε βόδια τέσσερα, νὰ λάβη ὁ νικημένος. Καὶ
ὀρθὸς στὴν μέσην ἔλεγεν: «Ἂς σηκωθοῦν ἐκεῖνοι ποὺ θέλουν νὰ δοκιμασθοῦν καὶ εἰς τοῦτον τὸν ἀγώνα». Καὶ ὁ
μέγας ἐσηκώθη εὐθύς, ὁ Τελαμώνιος Αἴας καὶ ὁ πολύνους ᾽Οδυσσεὺς τεχνάσματα γεμάτος. Ζωσμένοι ἀφοῦ
προχώρησαν τοῦ κύκλου αὐτοῦ στὴν μέσην {{r|710}} ἐπιάσθηκαν ἀγκαλιαστὰ μὲ τὰ βαριά τους χέρια, ὡς ὅταν
ἄξιος ξυλουργὸς ψαλίδες σφικτοδένει σ’ ὑψηλὸ δῶμα, ἀκλόνητος ἀπ’ τὲς ἀνεμοζάλες. Καὶ ὡς τὲς τραβοῦσαν
δυνατὰ τὰ λυσσερά τους χέρια τρίζαν οἱ πλάτες φοβερὰ καὶ ἵδρωτες ἐρρέαν, βαμμένες αἷμα στὰ πλευρά, στοὺς
ὤμους φουσκαλίδες πυκνὲς ἀνασηκώνονταν, κι ἐκεῖνοι μανιωμένοι γιὰ τὸν ὡραῖον τρίποδα μὲ πεῖσμα
ἀγωνιζόνταν. Μήτ’ ὁ ᾽Οδυσσέας δύνονταν τὸν Αἴαντα νὰ ρίξη καὶ μήτ’ ὁ Αἴας δύνονταν, τόσ’ ἦταν τοῦ
᾽Οδυσσέως {{r|720}} ἡ δύναμις ἀδάμαστη, κι ἐβάρυναν τὰ πλήθη καὶ τότε ὁ μέγας τοῦ ᾽λεγεν ὁ Τελαμώνιος
Αἴας: «Λαερτιάδη εὑρετικέ, διογέννητ’ ᾽Οδυσσέα, ἢ σήκωνέ με ἢ σένα ἐγώ· κι ἔπειτ’ ἂς κάμη ὁ Δίας». Εἶπε καὶ
τὸν ἐσήκωσε˙ δὲν ἀστοχᾶ τοὺς δόλους ὁ ᾽Οδυσσεὺς καὶ τὸν κτυπᾶ στὸ κούφιο τοῦ γονάτου˙ ἔπεσε αὐτὸς τ’
ἀνάσκελα, μαζί του καὶ ὁ ᾽Οδυσσέας κατάστηθα κι ἐθαύμαζαν ὁλόγυρα τὰ πλήθη. Δεύτερος ὁ πολύπαθος τὸν
σήκωνε ᾽Οδυσσέας, τὸν ἀκροκίνησε ἀπ’ τὴν γῆν, χωρὶς νὰ τὸν σηκώση, {{r|730}} ἀλλὰ τὸν ἐπεδίκλωσε κι
ἔπεσαν εἰς τὸ χῶμα κι ἐλέρωσαν τὰ μέλη τους, πλάγι μὲ πλάγι οἱ δύο καὶ σηκωμένοι θ’ ἄρχιζαν τρίτην φορὰν
τὴν πάλην. Ἀλλ’ ἐσηκώθη κι ἔκαμε νὰ μείνουν ὁ Πηλείδης: «Ἀρκεῖ, μὴ ἀντιστυλώνεσθε καὶ μὴ ταλαιπωρεῖσθε.
καὶ οἱ δυὸ νικᾶτε˙ καὶ ὅμοια θὰ πάρετε βραβεῖα· ἀμέτε καὶ ἄλλοι Ἀχαιοὶ ν’ ἀγωνισθοῦν εἶν’ ὥρα». Εἶπε κι
ἐκεῖν’ ὑπάκουσαν καὶ ὰφοῦ καθαρισθῆκαν ἀπὸ τὴν σκόνην πέρασαν στὸ σῶμα τοὺς χιτῶνες. Βραβεῖα στὴν
γοργότητα τότ’ ἔθεσε ὁ Πηλείδης, {{r|740}} καλὸν κρατήρα ὁλάργυρο κι ἕξι ἐχωροῦσε μέτρα καὶ ταίρι του
στὴν ὀμορφιὰ δὲν εἶχε ὁ κόσμος ὅλος, τί εὔμορφα τὸν σκάλισαν καλότεχνοι Σιδόνες καὶ Φοίνικες τὰ πέλαγα
διαβαίνοντας τὸν φέραν καὶ χάρισμα τοῦ Θόαντος τὸν δῶσαν γιὰ νὰ ἀράξουν. Κι ἔπειτα, τὸν Λυκάονα
Πριαμίδην νὰ λυτρώση, ὁ ᾽Ιασονίδης Εὔνηος τὸν δίδει τοῦ Πατρόκλου. Τώρα στοῦ φίλου τὴν ταφήν, τὸ ἔθεσε ὁ
Πηλείδης βραβεῖον σ’ ὅποιον θά ᾽βγαινε γοργότερος ἀπ’ ὅλους· ἔθεσε βόδι ὁλόπαχο, μεγάλο τοῦ δευτέρου
{{r|750}} καὶ μισὸ τάλαντο χρυσὸ γιὰ ὕστερο βραβεῖον. Καὶ ὀρθὸς στὴν μέσην ἔλεγε: «Ἄς ἔλθουν τώρα ἐκεῖνοι
ποὺ θέλουν νὰ δοκιμασθοῦν καὶ εἰς τοῦτον τὸν ἀγώνα». Ὁ Αἴας τότε, ὁ γρήγορος Ὀιλείδης ἐσηκώθη, ὁ θεῖος
ἔπειτα ᾽Οδυσσεύς, κατόπι ὁ Νεστορίδης Ἀντίλοχος, στὸ τρέξιμο τῶν ὁμηλίκων πρῶτος. Τὰ τέρματ’ ἔθεσ’ ὁ
Ἀχιλλεύς κι ἐκεῖνοι ἀραδιασθῆκαν· ἀπ’ τὴν βαλβίδα ὅρμησαν κι ἔβγαιν’ ἐμπρὸς τῶν ἄλλων ὁ Αἴας καὶ πολὺ
σιμὰ κατόπιν ὁ ᾽Οδυσσέας· ὅσον ἡ πήχ’ εἶναι σιμὰ στῆς γυναικὸς τὸ στῆθος {{r|760}} ποὺ τὴν τεντώνει τεχνικὰ
τὰ γνέματα τραβώντας ἀπ’ τὸ κουβάρι καὶ κρατεῖ τὴν πήχη πρὸς τὸ στῆθος˙ σιμά του τόσον ὁ ᾽Οδυσσεὺς στοῦ
Αἴαντος πατοῦσε τὰ χνάρια, πρὶν ἐπάνω του τοῦ πρώτου φθάση ἡ σκόνη. Κι ἔτρεχε τόσο ἀκράτητα ποὺ ἔσμιγε
ἡ πνοή του τὴν κεφαλὴν τοῦ Αἴαντος· καὶ ὁλόγυρα τὰ πλήθη μὲ ἀλαλαγμοὺς ἐγκάρδιωναν τὸν ζῆλον του τῆς
νίκης. Ἀλλὰ στὸν γύρον ὕστερον μὲς στὴν καρδιά του εὐχήθη τῆς Ἀθηνᾶς ὁ ᾽Οδυσσεύς: «Θεά, συνάκουσέ με,
καὶ τῶν ποδιῶν μου δύναμιν εὐδόκησε νὰ δώσης». {{r|770}} Αὐτὰ δεήθη καὶ ἡ θεὰ τὴν δέησίν του ἐδέχθη· τὰ
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ψ 159
μέλη τοῦ ’καμ’ ἐλαφρά, τὰ πόδια καὶ τὰ χέρια. Καὶ ὅτ’ ἔμελλαν νὰ πεταχθοῦν ἀμέσως στὸ βραβεῖον, τὸν Αἴαντ’
ἔκαμ’ ἡ Ἀθηνᾶ στὴν κόπρον νὰ γλιστρήση ποὺ εἶχε ἀπομείνει ἀκόμα ἐκεῖ σωρὸς ἀπὸ τὰ βόδια, ὅσα ὁ Πηλείδης
ἔσφαξε στὸν τάφον τοῦ Πατρόκλου, κι ἐκείνου ἐγέμισαν βουνιὲς ἡ μύτη καὶ τὸ στόμα. Καὶ τὸν κρατήρα
ἐσήκωσεν ὁ ᾽Οδυσσεύς, ποὺ πρῶτος ἔφθασε, καὶ κατόπιν του τὸ βόδι ἐπῆρ’ ὁ Αἴας. ᾽Εστάθη ὀρθὸς καὶ
πιάνοντας τὰ κέρατα τοῦ ταύρου {{r|780}} καὶ φτυώντας πέρα τὴν βουνιά, τοὺς εἶπε: «Συμφορά μου τὰ πόδια
μου ἄμπωσε ἡ θεὰ ποὺ πάντοτε βοηθός του ὡσὰν μητέρα στέκεται στὸ πλάγι τοῦ ᾽Οδυσσέως». Εἶπε καὶ ὅλοι
ἐγέλασαν νὰ βλέπουν τὸν καημόν του. Κι ἐσήκωσεν ὁ Ἀντίλοχος τὸ ὕστερο βραβεῖον γλυκογελώντας κι ἔλεγε
τῶν Ἀχαιῶν στὴν μέσην: «῏Ω φίλοι, ἂν τὸ ξεύρετε, θενὰ τὸ εἰπῶ, ποὺ ἀκόμα δίδουν οἱ ἀθάνατοι τιμὴν εἰς τοὺς
παλαιοτέρους. Κι ἰδοὺ στὰ χρόνια πρῶτος μου ὁ Αἴας εἶναι ὀλίγο· τοῦτος τῆς ἄλλης γενεᾶς καὶ χρόνων εἶναι
ἀρχαίων, {{r|790}} γέροντας ἀλλ’ ἀδάμαστος· καὶ μόνος ὁ Πηλείδης μπορεῖ μ’ αὐτὸν νὰ μετρηθῆ στοῦ δρόμου
τὸν ἀγώνα». Ὁ λόγος του τὸν γρήγορον ἐδόξαζε Ἀχιλλέα. Καὶ πρὸς αὐτὸν ἀπάντησεν καὶ τοῦ ᾽πεν ὁ Πηλείδης:
«Τὸν ἔπαινόν μου ἀνώφελα δὲν εἶπες, Νεστορίδη˙ δεύτερο μισὸ τάλαντο χρυσάφι θὰ σοῦ δώσω». Καὶ τό ᾽βαλε
στὰ χέρια του καὶ αὐτὸς φαιδρὸς τὸ έπῆρε. Τότε ὁ Πηλείδης ἔθεσε μακρόσκιο κοντάρι κράνος καὶ ἀσπίδ’
ἀκόμη αὐτοῦ, καὶ τ’ ἄρματα ἦσαν κεῖνα πού ᾽χε ἀφαιρέσει ὁ Πάτροκλος ἀπὸ τὸν Σαρπηδόνα. {{r|800}} ᾽Ορθὸς
ἐστάθη κι ἔλεγε στὴν μέσην τῶν Ἀργείων: «Γιὰ τοῦτα δύο δυνατοὶ νὰ ἔλθουν πολεμάρχοι μὲ τ’ ἄρματα μὲ
κοφτερὸ κοντάρι στὴν παλάμην ἐμπρός μας τὴν ἀνδρείαν τους ἐδῶ νὰ δείξουν ὅλην˙ καὶ ὅποιος τοῦ ἄλλου τὸ
καλὸ κορμὶ λογχίση πρῶτος ὡς εἰς τὰ σπλάχνα μέσα του καὶ βγάλη μαῦρον αἷμα, τὸ ξίφος τὸ ἀσημόκομπο τὸ
θρακικὸ θὰ λάβη τοῦτο ποὺ ἐπῆρα λάφυρον ἐγὼ τοῦ Ἀστεροπαίου· καὶ αὐτὰ θὰ πάρουν τ’ ἄρματα κοινὰ καὶ οἱ
δυὸ νὰ τά ᾽χουν καὶ εἰς τὴν σκηνὴν θὰ βάλουμε σ’ αὐτοὺς καλὸ τραπέζι». {{r|810}} Ὁ μέγας ἐσηκώθη εὐθὺς ὁ
Τελαμώνιος Αἴας καὶ ὁμοῦ σηκώθη ὁ δυνατὸς Διομήδης τοῦ Τυδέως καὶ ἀφοῦ τὰ ὅπλα ἐζώσθηκαν ἀνάμερ’
ἀπ’ τὰ πλήθη στὴν μέσην ἐπροχώρησαν διψώντας γιὰ τὴν μάχην, μ’ ἄγριο βλέμμα, καὶ οἱ λαοὶ τοὺς βλέπαν
ξιπασμένοι. Καὶ ὅταν ἀντίκρυ ἐχύθηκαν ὁ ἕνας πρὸς τὸν ἄλλον ὅρμησαν τρεῖς φορὲς καὶ οἱ δυὸ καὶ τρεῖς
φορὲς ἐσμίξαν. Ὁ Αἴας τὸν ἐκτύπησε στὴν στρογγυλὴν ἀσπίδα· ἀλλὰ καλὸς ὁ θώρακας τὸν φύλαξε, κι ἐκεῖνος
ἐπάνω ἀπ’ τὴν ἀπέραντην ἀσπίδα ἐπροσπαθοῦσε {{r|820}} στὸν τράχηλον τοῦ Αἴαντος τὴν λόγχην του νὰ
σπρώξη· καὶ τότε γιὰ τὸν Αἴαντα τὰ πλήθη φοβισμένα νὰ παύσουν εἶπαν καὶ ὅμοια νὰ πάρουν τὰ βραβεῖα.
Ἀλλ’ ὁ Πηλείδης ἔδωκε τὸ ξίφος στὸν Τυδείδην μὲ τὸ θηκάρι καὶ καλὸ μ’ ἐκεῖνο κρεμαστάρι. Καὶ δίσκον τότε
ἀτόφιον ἐπρόβαλε ὁ Πηλείδης ποὺ πρῶτα ὁ μεγαλοδύναμος τὸν ἔριχν’ ᾽Ηετίων, ἀλλ’ ἐκεῖνον ἐφόνευσεν ὁ
ἰσόθεος Πηλείδης κι ἐπῆρε στὰ καράβια του τὸν δίσκον μ’ ὅλα τ’ ἄλλα. Ὀρθὸς ἐστήθη κι ἔλεγε στὴν μέσην τῶν
Ἀργείων: {{r|830}} «Ἐλᾶτε, δοκιμάσετε καὶ τοῦτον τὸν ἀγώνα· καὶ εἰς μέρη ἔρμ’ ἂς εὑρεθοῦν οἱ καρποφόροι
ἀγροί του γιὰ πέντε χρόνια σίδερο θὰ παίρνη ἀπὸ τὸν δίσκον. Δὲν θενὰ πᾶ γιὰ σίδερο βοσκὸς ἢ βοδολάτης
στὴν πόλιν, ὅτι θά ᾽χη αὐτὸς νὰ δίδη ἀπὸ δικό του». Εἶπε καὶ αὐτοῦ σηκώθη εὐθὺς ὁ ἀνδρεῖος Πολυποίτης, καὶ
ἡ δύναμις ἡ ἀδάμαστη τοῦ θείου Λεοντέως, ὁ Αἴας Τελαμώνιος καὶ ὁ ᾽Επειὸς ὁ θεῖος. Καὶ ἄμ’ ἀραδιάσθηκαν
καὶ οἱ τρεῖς φουκτώνοντας τὸν δίσκον τὸν ἐσφενδόνισ’ ὁ ᾽Επειὸς κι ἐγέλασαν τὰ πλήθη. {{r|840}} Δεύτερος
πάλιν ὁ Λεοντεύς, τοῦ Ἀρη τὸ βλαστάρι, τρίτος ὁ Αἴας ἔριξε μὲ τὸ βαρύ του χέρι καὶ ὁ δίσκος ὅλα ἐπέρασε τῶν
ἄλλων τὰ σημάδια. Ἀλλ’ ὅταν τὸν ἐφούκτωσεν ὁ ἀνδρεῖος Πολυποίτης, εἰς ὅσο μάκρος ἀπολνᾶ βουκόλος τὴν
ἀγκύλα κι ἐκείνη στριφογυριστὰ πετᾶ μὲς στ’ ἀγελάδια, τόσο τοὺς ἄλλους πέρασε· κι ἐβόησαν τὰ πλήθη καὶ οἱ
σύντροφοι ἐσηκώθηκαν τοῦ ἀνδρείου Πολυποίτη κι ἔφεραν τὸ βραβεῖον του στὰ βαθουλὰ καράβια. Τὸ σίδερο
τὸ μελαψὸ τῶν τοξευτῶν βραβεῖον, {{r|850}} ἀξίνες δέκα δίστομες, δέκα μονὲς προβάλλει, καὶ ἀφοῦ κατάρτι
ἔστησε πέρα ὑψηλὸ στὸν ἄμμον σ’ ἐκεῖνο μὲ λεπτὴν κλωστὴν προσδένει περιστέρι ἀπὸ τὸ πόδι, καὶ σ’ αὐτὸ
τοὺς λέγει νὰ τοξεύσουν. «Κεῖνος ποὺ τὸ δειλόψυχο πετύχη περιστέρι ὅλες θὰ πάρη σπίτι του τὲς δίστομες
ἀξίνες. Καὶ ὅποιος πετύχη τὴν κλωστήν, χωρὶς τὸ περιστέρι, θὰ πάρη ἐκεῖνος τὲς μονές, κατώτερος τοξότης».
Εἶπε, κι εὐθὺς σηκώθηκαν ὁ Τεῦκρος πολεμάρχης καὶ ὁ Μηριόνης ὀπαδὸς λαμπρὸς τοῦ ᾽Ιδομενέως. {{r|860}}
Εἰς ἕνα κράνος χάλκινο ἐτίναξαν τοὺς κλήρους καὶ ὁ Τεῦκρος πρῶτος ἔλαχε· κι ἔριξ’ εὐθὺς τὸ βέλος
σφοδρότατα, καὶ τοῦ θεοῦ δὲν ἔταξε νὰ δώση ἀπὸ ἀρνιὰ πρωτότοκα ἐξαίσιαν ἑκατόμβην. Καὶ τὸ πουλὶ δὲν
πέτυχεν, ὅτι ἀντιστάθη ὁ Φοῖβος· κι ἐπῆρε μόνον τὴν κλωστὴν στὸ πόδι του δεμένην τὸ βέλος καὶ τὴν ἔκοψε· κι
εὐθὺς τὸ περιστέρι πέταξε πρὸς τὸν οὐρανόν, καὶ αὐτοῦ ξετεντωμένη πρὸς τὴν γῆν ἔκλινε ἡ κλωστὴ καὶ
ἀλάλαξαν τὰ πλήθη. Τὸ τόξον εὐθὺς ἅρπαξε τοῦ Τεύκρου ὁ Μηριόνης {{r|870}} καὶ βέλος ἀπὸ τὴν ἀρχὴν στὸ
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ψ 160
χέρι του κρατοῦσε. Κατόπι εὐθὺς ἐτάχθηκε τοῦ μακροβόλου Φοίβου ἀπὸ ἀρνιὰ πρωτότοκα ἐξαίσιαν
ἑκατόμβην. Τὸ περιστέρ’ εἶδε ὑψηλὰ στὰ σύννεφ’ ἀπὸ κάτω νὰ φέρνη γύρες ἥσυχα, καὶ κάτω ἀπ’ τὴν
φτερούγα κατάστηθα τὸ ἐτόξευσε κι ἐγύρισε τὸ βέλος κι ἐμπρός του ἐμπήχθη μὲς στὴν γῆν· κι εὐθὺς ἡ
περιστέρα εἰς τὸ κατάρτι ἐκάθισε μὲ τὰ φτερὰ λυμένα, καὶ τὸν λαιμὸν ἐκρέμασε, κι ἐπέταξε ἡ ψυχή της ἀπὸ τὰ
μέλη τὰ νεκρὰ καὶ πέρα ἐκεῖ στὸν ἄμμον {{r|880}} ἔπεσε χάμω καὶ οἱ λαοὶ θωροῦσαν κι ἐθαυμάζαν. Ὁ
Μηριόνης πῆρ’ εὐθὺς τὲς δίστομες ἀξίνες κι ἔφερε ὁ Τεῦκρος τὲς μονὲς μέσα στὰ κοῖλα πλοῖα. Πάλι ὁ
Πηλείδης ἔθεσε μακρόσκιο κοντάρι καὶ λέβητα ὁλοπλούμιστον ποὺ ἄξιζ’ ἕνα βόδι. Εὐθὺς αὐτοῦ σηκώθηκαν
ἀκοντισταὶ μεγάλοι, ὁ μέγας ἐσηκώθηκεν Ἀτρείδης Ἀγαμέμνων καὶ ὁ Μηριόνης, ὀπαδὸς λαμπρὸς τοῦ
᾽Ιδομενέως. Καὶ ὁ πτεροπόδης Ἀχιλλεὺς ἀνάμεσόν τους εἶπε: «Ἀτρείδη, τὸ γνωρίζομεν πὼς εἶσαι ἀπ’ ὅλους
πρῶτος, {{r|890}} στὴν δύναμιν, στ’ ἀκόντισμα πόσο ὑπερβαίνεις ὅλους˙ τοῦτον λοιπὸν στὰ πλοῖα σου τὸν
λέβητα νὰ πάρης καὶ τὸ κοντάρι ἂς δώσωμε τοῦ Μηριόνη, ἂν θέλης ν’ ἀποδεχθῆς τὸν λόγον μου». Τὸ ἔστερξεν
ὁ Ἀτρείδης· τότε ὁ Πηλείδης ἔδωκε τὸ χάλκινο κοντάρι τοῦ Μηριόνη, κι ἐν ταυτῶ παρέδιδεν ὁ Ἀτρείδης τοῦ
Ταλθυβίου κήρυκος τὸ ὑπέρλαμπρον βραβεῖον.
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ω
←Ραψωδία ψ Ιλιάδα
Συγγραφέας: Όμηρος
Μεταφραστής: Ιάκωβος
Πολυλάς
Ραψωδία ω
<poem> Διαλύθηκεν ἡ σύναξις κι ἐσκόρπιζαν τὰ πλήθη καθένας εἰς τὲς πρύμνες των, τὸν δεῖπνον νὰ
ἑτοιμάσουν καὶ νὰ πλαγιάσουν ὕστερα· ἀλλ’ ἔκλαιγε ὁ Πηλείδης τὸν φίλον του ἀλησμόνητα, καὶ ὁ ὕπνος ὁποὺ
ὅλους δαμάζει, αὐτὸν δὲν ἔπιανε, καὶ ἀνάπαυσιν δὲν εἶχε˙ καὶ τοῦ Πατρόκλου του ἡ καλὴ καὶ ἀνδράγαθη
νεότης, καὶ ὅσ’ ἀγωνίσθηκε μ’ αὐτόν, ὅσά ’παθε μαζί του καὶ τῶν πολέμων κίνδυνα καὶ τῆς φρικτὴς θαλάσσης,
ὅλα τοῦ ἔρχονταν στὸν νοῦν καὶ ὀδύρετο μὲ πόνον δεξιά, ζερβιά, τ’ ἀνάσκελα ἢ προύμυτα στὴν κλίνην˙
{{r|10}} κι ἔξαφνα ἐσηκώνονταν καὶ στὸ ἀκρογιάλι μόνος παράδερνε καὶ τῆς αὐγῆς ἅμ’ ἔβλεπε τὰ πρῶτα
ροδίσματα στὴν θάλασσαν καὶ στ’ ἀκρογιάλια πέρα, τοὺς ταχεῖς ἵππους ἔζευε καὶ ὀπίσω ἀπὸ τ’ ἁμάξι
σφικτόδενε τὸν Ἕκτορα συρτὸν καὶ ἀφοῦ τρεῖς γύρες ὁλόγυρα τὸν ἔσερνε στοῦ φίλου του τὸν τάφον, εἰς τὴν
σκηνήν του ἡσύχαζε, κι ἐπίστομα στὸ χῶμα τὸν ἄφηνεν· ἀλλ’ ἀσχημιὲς δὲν πάθαινε τὸ σῶμα, ὀτι τὸν ἄνδρα καὶ
νεκρὸν τὸν ἐλυπεῖτ’ ὁ Φοῖβος καὶ τὸν ἐπερισκέπαζε μὲ τὴν χρυσὴν αἰγίδα {{r|20}} νὰ μὴ γδαρθῆ τὸ σῶμα του
στὰ χώματα συρμένο. Τόσα τὸν θεῖον Ἕκτορα ἐκάκωνεν ἐκεῖνος. Ἔβλεπαν οἱ μακάριοι θεοὶ καὶ τὸν
λυποῦνταν κι ἐπαρακίναν τὸν Ἑρμῆν τὸν Ἕκτορα νὰ κλέψη. Ὅλ’ οἱ θεοὶ τὸ ἤθελαν, ἀλλ’ ὄχ’ ἡ Ἥρα, μήτε ὁ
Ποσειδῶν, μήτ’ ἡ Ἀθηνᾶ ποὺ πάντοτ’ ἐμισοῦσαν τὴν Ἴλιον, τὸν Πρίαμον καὶ ὅλον τὸν λαόν του, ἀφοῦ ὁ Πάρις
τὲς θεές, στὴν στάνην του ὅταν ἦλθαν, ὁ ἀσεβής, ἀδίκησε κι ἐπαίνεσεν ἐκείνην, ὁποὺ σ’ ὀλέθριον ἔρωτα τοῦ
ἐγίνη προξενήτρα. {{r|30}} Καὶ ὅταν στὸν κόσμον ἔφεξεν ἡ δωδεκάτ’ ἡμέρα ὁ Φοῖβος τότε ὁμίλησεν ἐκεῖ τῶν
ἀθανάτων: «Εἶσθε κακόπραχτοι, ὦ θεοί· ποτέ του ἐνόσω ἐζοῦσε ὁ Ἕκτωρ δὲν σᾶς ἔκαψε βοδιῶν μεριὰ κι
ἐρίφων; Καὶ δὲν σᾶς εἶπεν ἡ καρδιὰ μηδὲ τὸν πεθαμένον νὰ σώσετε νὰ τὸν ἰδοῦν ἡ χώρα του, οἱ γονεῖς του, τὸ
ἀνήλικό του καὶ ὁ λαός, ποὺ εὐθὺς θὰ τὸν ἐκαῖαν καὶ θὰ τὸν ἐνταφίαζαν μ’ ὅστς τιμὲς τοῦ πρέπουν, ἀλλὰ
χαρίζεσθε, ὦ θεοί, στὸν πάγκακον Πηλείδην, ποὺ μήτε σπλάχνα δίκαια καὶ μήτε πνεῦμα πράον {{r|40}} ἔχει
στὰ στήθη, ἀλλ’ ἄγρια φρονεῖ σὰν τὸ λεοντάρι ποὺ δυνατὸ ἀκράτητο τὴν πείναν νὰ χορτάση ὁρμᾶ στὰ ποίμνια
τῶν θνητῶν· ὁμοίως τοῦ Ἀχιλλέως ἀπ’ τὴν ψυχὴν τὸ ἔλεος ἐχάθη καὶ τὸ σέβας, ποὺ τοὺς θνητοὺς πότε ὠφελεῖ
καὶ πότε ζημιώνει. Χάνει ἀδελφὸς τὸν ἀδελφόν, πατέρας τὸ παιδί του˙ τί μεγαλύτερος καημός; Καὶ ὅμως ἀφοῦ
τὸν κλάψουν παύουν ἀπὸ τὰ δάκρυα στὸ τέλος, ὅτ’ οἱ μοῖρες ψυχὴν ὑπομονητικὴν ἐδῶκαν τῶν ἀνθρώπων· καὶ
αὐτὸς ἀφοῦ ἐθανάτωσε τὸν Ἕκτορα τὸν θεῖον {{r|50}} ὁλόγυρα στοῦ φίλου του τὸν τάφον μὲ τοὺς ἵππους τὸν
σέρνει˙ καὶ ὄφελος, θαρρῶ, καὶ δόξαν δὲν θὰ λάβη˙ ἂν καὶ γενναῖος δύναται νὰ πέση στὴν ὀργήν μας ἀφοῦ
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ω 161
γῆν ἄλαλην αὐτὸς κακοποιεῖ μὲ λύσσαν». Καὶ μὲ χολὴν τοὺ ἀπάντησεν ἡ Ἥρα, ἡ λευκοχέρα: «Θὰ ἔστεκε,
ἀργυρότοξε, ὁ λόγος σου, ἂν ὁμοίαν τοῦ Ἕκτορος θὰ δώσετε τιμὴν καὶ τοῦ Ἀχιλλέως. Θνητὸς ὁ Ἕκτωρ καὶ
θνητῆς ἐβύζαξε τὸ γάλα· Γόνος θεᾶς ὁ Ἀχιλλεύς, ποὺ γλυκοαναθρεμμένην ἀπὸ ἐμέ, τὴν ἔδωκα γυναίκα τοῦ
Πηλέως {{r|60}} ποὺ ὅλοι ἀγαποῦσαν οἱ θεοί. Καὶ στὲς χαρὲς τῶν γάμων ὅλοι καθίζετε, ὦ θεοί, καὶ αὐτοῦ μὲ
τὴν κιθάραν καὶ σύ, ὦ πάντοτ’ ἄπιστε καὶ τῶν ἀχρείων φίλε». Καὶ ὁ Δίας τῆς ἀπάντησεν ὁ νεφελοσυνάκτης:
«Ἥρα, μὴ τόσ’ ὀργίζεσαι μὲ τοὺς θεούς, καὶ ὁμοίως δὲν θὰ τοὺς δώσωμε τιμήν, ἀλλὰ καὶ ὁ Ἕκτωρ ἦταν εἰς
τοὺς θεοὺς ἀγαπητός, ὅσο κανεὶς τῶν Τρώων, καθὼς σ’ ἐμὲ ποὺ μ’ εὔφραινε μὲ τὰ καλά του δῶρα· ὅτι ποτὲ δὲν
ἔλειψε τραπέζι στὸν βωμόν μου σπονδὴ καὶ κνίσα, τῶν θεῶν ἐξαίρετο μοιράδι. {{r|70}} Καὶ τώρα ἰδού· νὰ
κλέψωμε κρυφὰ ’πὸ τὸν Πηλείδην τὸν Ἕκτορα δὲν γίνεται· τὶ νύκτα - ἡμέρα ἡ Θέτις δὲν λείπει ἀπὸ τὸ πλάγι
του˙ ἀλλ’ ἂς μοῦ προσκαλέση κανένας ἀπὸ τοὺς θεοὺς τὴν Θέτιδα ἔμπροσθέν μου νὰ τὴν διδάξω ἐγὼ τὸ πῶς
τὸν Ἕκτορα θὰ λύση ὁ Ἀχιλλεύς, ἀφοῦ δεχθῆ τὰ δῶρα τοῦ Πριάμου». Καὶ ἅμ’ ἄκουσ’ ἐτινάχθηκεν ἡ ἀνεμόποδ’
Ἴρις καὶ κεῖ τῆς Σάμου ἀνάμεσα καὶ τῆς τραχείας Ἴμβρου ἔπεσε μὲς στὴν θάλασσαν κι ἐγόγγυσεν ὁ κόλπος,
καὶ μὲς στὰ βάθη ἐβύθισεν ὡσὰν τὴν μολυβήθραν, {{r|80}} ὁποὺ μὲ ταύρου κέρατα δεμένη κατεβαίνει στὰ
ὠμοφάγα ψάρϊα τὸν θάνατον νὰ φέρη. Εἰς ἄντρο μέσα εὕρηκε τὴν Θέτιν μὲ τὲς ἄλλες θαλάσσιες κόρες,
πόκλαιε τοῦ ἄψογου παιδιοῦ της τὴν μοίραν ποὺ διόριζε πρὸ ὥρας νὰ τὸν χάση στὴν Τροίαν τὴν καλόσβωλην
μακρὰν ἀπ’ τὴν πατρίδα. Καὶ ἡ φτερόποδη θεά: «σήκω », τῆς εἶπε, «ὦ Θέτις˙ σὲ θέλει ὁ Ζεὺς ποὺ ἀθάνατα
βουλεύματα ἔχει ὁ νοῦς του». Κι ἡ ἀργυρόποδη θεὰ τῆς εἶπε: «Τί μὲ θέλει ὁ ὑπέρτατος αὐτὸς θεός; Περίλυπη
ὅπως εἶμαι {{r|90}} δὲν μοῦ βαστᾶ νὰ φαίνωμαι ἐμπρὸς τῶν ἀθανάτων˙ ὅμως θὰ ὑπάγω, καὶ ὅ,τ’ εἰπῆ δὲν θὰ
τὸ εἰπῆ χαμένα». Εἶπε, κι ἡ ἀσύγκριτη θεὰ μὲ γιάδεμα ἐσκεπάσθη ποὺ ἔνδυμα μαυρύτερο δὲν ἦταν ἀπὸ κεῖνο.
Κι ἡ Ἴρις ἡ ἀνεμόποδη ἐμπρὸς κι ἐκείνη ὀπίσω κινῆσαν κι ἐχωρίζετο τὸ κύμα, ὡς ἀνεβαῖναν. Ἀπ’ τ’ ἀκρογιάλι
ἐπέταξαν στὸν οὐρανὸν κι ἐβρῆκαν τὸν Βροντητὴν καὶ γύρω του οἱ ἀθάνατοι ἐκαθόνταν ὅλ’ οἱ μακάριοι θεοί·
καὶ ἀπ’ τοῦ Διὸς τὸ πλάγι σηκώθη εὐθὺς ἡ Ἀθηνᾶ κι ἐκάθισεν ἡ Θέτις. {{r|100}} Κι ἡ Ἥρα γλυκομίλητη τῆς
πρόσφερε ποτήρι ὁλόχρυσο, καὶ ἅμ’ ἔπιεν τὸ ἀπίθωσεν ἡ Θέτις. Ἄρχισε τότε τῶν θεῶν καὶ ἀνθρώπων ὁ
πατέρας: «Ἀνέβηκες στὸν Ὄλυμπον, ὦ Θέτις, ἂν καὶ λύπην μεγάλην ἔχεις στὴν ψυχήν, καθὼς καλὰ γνωρίζω·
ἀλλ’ ὅμως πάλιν θὰ σοῦ εἰπῶ πρὸς τί σ’ ἔχω καλέσει. Τώρα ἐννιὰ μέρες οἱ θεοὶ λογομαχοῦν κι αἰτίαν ὁ Ἕκτωρ
ἔδωκε ὁ νεκρὸς καὶ ὁ πορθητὴς Πηλείδης· καὶ τὸν Ἑρμῆν παρακαλοῦν τὸ λείψανο νὰ κλέψη. Ἀλλὰ τὴν δόξαν
θέλω αὐτὴν νὰ δώσω τοῦ Ἀχιλλέως {{r|110}} τὸ σέβας του καὶ τὴν καλὴν καρδιά σου νὰ φυλάξω· ἀλλ’ ἅμ’
εὐθὺς εἰς τὸν στρατὸν τοῦτο νὰ εἰπῆς τοῦ υἱοῦ σου· ὅτ’ οἱ θεοὶ τοῦ ὀργίζονται, κι ἐξόχως ἡ ψυχή μου σφόδρα μ’
αὐτὸν χολεύεται ποὺ ὡσὰν ξεφρενιασμένος ἀλύτρωτον τὸν Ἕκτορα κρατεῖ στὰ κοῖλα πλοῖα· ἵσως φοβούμενος
ἐμὲ τὸν Ἕκτορ’ ἀπολύση. Καὶ μὲ τὴν Ἴριν θέλω ἐγὼ μηνύσει τοῦ Πριάμου νὰ κατεβῆ στὲς πρύμνες τους μὲ
δῶρα στὸν Πηλείδην νὰ τὸν πραΰνη, τὸ ἀκριβὸ παιδὶ νὰ τοῦ ἀπολύση». Εἶπε καὶ πρόθυμα ἡ θεὰ τὸν ἄκουσεν ἡ
Θέτις {{r|120}} καὶ ἀπὸ τοῦ Ὀλύμπου ἐχύθηκε τὲς κορυφὲς στὰ πλοῖα καὶ τὸν υἱόν της εὕρηκε ποὺ μέσα εἰς
τὴν σκηνήν του ὀδύρετο στενάζοντας· καὶ οἱ σύντροφοι τριγύρω κοπίαζαν σπουδακτικὰ τὸ γεῦμα νὰ
ἑτοιμάσουν, μ’ ἀρνὶ μεγάλο μαλλιαρὸ ποὺ εἶχαν σφάξει ἐκεῖνοι˙ στὸ πλάγι του ἐκάθισεν ἡ σεβαστὴ μητέρα τὸν
χάιδεψε καὶ τοῦ ’λεγεν: «Ἀγαπητό μου τέκνο, ὡς πότε μὲς στὰ κλάυματα θὰ τρώγης τὴν καρδιά σου; Καὶ τὸ
φαγὶ λησμόνησες καὶ τὴν γλυκιά σου κλίνην, ποὺ γυναικὸς ἀγκάλιασμα πολὺ τὸν ἄνδρα εὐφραίνει˙ {{r|130}}
καλὰ τὸ ἠξεύρ’ ὅτι πολὺν καιρὸν δὲν θὰ μοῦ ζήσης, κι εἶναι σιμά σου ὁ θάνατος καὶ ἡ δύναμις τῆς μοίρας. Ἀλλ’
ἄκουσέ με· τοῦ Διὸς ἔρχομ’ ἐγὼ μηνύτρα· ποὺ ὀργίζοντ’, εἶπεν, οἱ θεοί, κι ἐξόχως ἡ ψυχή του σφόδρα μὲ σὲ
χολεύεται νὰ βλέπη πὼς μανίζεις καὶ ἀλύτρωτον τὸν Ἕκτορα κρατεῖς ἐδῶ στὲς πρύμνες˙ ἀλλὰ τὰ λύτρα νὰ
δεχθῆς καὶ τὸν νεκρὸν νὰ λύσης». Καὶ ὁ πτεροπόδης Ἀχιλλεὺς ἀπάντησέ της κι εἶπε: «Ἂς γίνη, ἂς λάβη τὸν
νεκρὸν ὅποιος τὰ λύτρα φέρη, ἀφοῦ τοῦ Ὀλύμπου ὁ θεὸς τὸ θέλει, τὸ προστάζει». {{r|140}} Κι ἐνῶ στὲς
πρύμνες μόνοι τους ὁ υἱὸς μὲ τὴν μητέρα συνομιλοῦσαν πάμπολλα, στὴν Ἴλιον τὴν ἁγίαν νὰ ξεκινήση
ἐπρόσταζε τὴν Ἴριδα ὁ Κρονίδης: «Πετάξου ἀπὸ τὸν Ὄλυμπον, ὦ ἀνεμόποδ’ Ἴρις, μέσα στὴν Ἴλιον νὰ εἰπῆς
τοῦ σεβαστοῦ Πριάμου νὰ κατεβῆ στὲς πρύμνες του μὲ δῶρα στὸν Πηλείδην, νὰ τὸν πραΰνη, τ’ ἀκριβὸ παιδὶ νὰ
τοῦ ἀπολύση· ἂς πάη μόνος καὶ μ’ αὐτὸν ἄλλος κανεὶς τῶν Τρώων· ἕναν ἂς ἔχη κήρυκα σιμά του γηραλέον, νὰ
κυβερνᾶ τ’ ἁμάξι του, ποὺ ἔπειτα εἰς τὴν πόλιν {{r|150}} θὰ φέρη αὐτὸν ποὺ τὴν ζωὴν τοῦ ἐπῆρεν ὁ Πηλείδης,
καὶ μὴ φοβῆται θάνατον ἢ ἄλλο τι νὰ πάθη· σιμά του θά ’χη τὸν Ἑρμῆν ποὺ θὰ τὸν ποοβοδήση ἕως νὰ τὸν φέρη
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ω 162
ἔμπροσθεν τοῦ θείου Ἀχιλλέως. Καὶ ἀφοῦ τὸν φέρη εἰς τὴν σκηνὴν δὲν θέλει τὸν φονεύσει ἐκεῖνος ἀλλὰ
μάλιστα θὰ τὸν φυλάξη ἀπ’ ἄλλους, ὅτι μωρὸς ἢ ἀνόητος, ἢ ἀδικητὴς δὲν εἶναι καὶ ὡς πρέπει θὰ ἐλεηθῆ τὸν
ἄνδρα ποὺ προσπέφτει». Εἶπε κι ἡ Ἴρις κίνησε τὸ μήνυμα νὰ φέρη καὶ θρήνους ἦβρε καὶ ὀδυρμοὺς στὸ σπίτι
τοῦ Πριάμου. {{r|160}} Στὴν αὐλὴν μέσα τὰ παιδιὰ στὸ πλάγι τοῦ πατρός τους ἐκλαῖαν καὶ στὴν μέσην τους ὁ
γέρος τυλιγμένος μὲς στὴν χλαμύδα ἐντυπωτός˙ καὶ ἡ κεφαλή του ἡ θεία ἀπὸ τὸ χῶμα ἐμαύριζε ποὺ ἐκεῖνος
εἶχε βάλει μὲ τὲς δυὸ φοῦκτες ἀπ’ τὴν γῆν ποὺ ὡς τότ’ ἐκυλιόνταν. Καὶ οἱ θυγατέρες ἔκλαιαν στὸ σπίτι καὶ οἱ
νυφάδες· κι ἦταν γιὰ κείνους ὁ καημὸς ὁποὺ πολλοὶ καὶ ἀνδρεῖοι ἐπέσαν ἀπ’ τῶν Δαναῶν τὰ χέρια
σκοτωμένοι. Κι ἡ Ἴρις χαμηλόφωνα, στὸ πλάγι τοῦ Πριάμου, τοῦ εἶπε καὶ τοῦ ἔπιασε τὰ μέλη μέγας τρόμος.
{{r|170}} «Ὦ Δαρδανίδη Πρίαμε, μὴ φοβηθῆς καὶ θάρρου· ὅτι μὲ μήνυμα κακὸ δὲν ἦλθα ἐγὼ νὰ σ’ ἔβρω ἀλλὰ
μὲ γνώμην ἀγαθήν· κι ἐμ’ ἔστειλε ὁ Κρονίδης ποὺ ἀπὸ μακρὰν σὲ συμπονεῖ πολὺ καὶ σὲ λυπεῖται. Νὰ
ξαγοράσης θέλει ὁ Ζεὺς τὸν Ἕκτορα τὸν θεῖον καὶ δῶρα γιὰ νὰ ἡμερωθῆ νὰ φέρης τοῦ Ἀχιλλέως· θὰ ὑπάγης
μόνος καὶ μὲ σὲ ἄλλος κανεὶς τῶν Τρώων˙ ἕνα νὰ ἔχης κήρυκα σιμά σου γηραλέον νὰ κυβερνᾶ τὴν ἅμαξαν,
ποὺ ἔπειτα στὴν πόλιν θὰ φέρη αὐτὸν ποὺ ἐφόνευσεν ἡ λόγχη τοῦ Πηλείδη. {{r|180}} Καὶ μὴ φοβῆσαι θάνατον
ἢ ἄλλο τι νὰ πάθης, σιμά σου θά ’χης τὸν Ἑρμῆν ποὺ θὰ σὲ προβοδήση πάντοτε ὥσπου στὸ πρόσωπον νὰ ἰδῆς
τὸν Ἀχιλλέα. Καὶ ἀφοῦ σὺ ἀφήσης τὴν σκηνὴν δὲν θέλει σὲ φονεύσει ὁ Ἀχιλλεὺς καὶ μάλιστα θὰ σὲ φυλάξη ἀπ’
ὅλους, μήτε τρελλός, μήτε μωρός, μήτε κακοῦργος εἶναι καὶ ὡς πρέπει θὰ ἐλεηθῆ τὸν σεβαστὸν ἱκέτην». Εἶπε κι
ἐκεῖθ’ ἐπέταξεν ἡ ἀνεμόποδ’ Ἴρις καὶ ὁ γέρος εἶπε τῶν παιδιῶν ἁμάξι νὰ ἑτοιμάσουν μουλόσυρτο καὶ κάλαθον
ἐπάνω του νὰ δέσουν. {{r|190}} Στὸν μυροβόλον θάλαμον ὡστόσο αὐτὸς κατέβη κέδρινον, ὑψηλόσκευον πού
’χε κειμήλια πλῆθος, καὶ μέσα ἐπροσκάλεσε τὴν σύντροφόν του Ἑκάβην: «Ἄμοιρη, ὁ Ζεὺς μοῦ ἐμήνυσε νὰ
κατεβῶ στὰ πλοῖα τῶν Ἀχαιῶν, τὸ ἀγαπητὸ παιδί μας νὰ λυτρώσω· καὶ δῶρα νὰ ἡμερωθῆ νὰ φέρω τοῦ
Ἀχιλλέως. Εἶπέ μου πῶς τὸ βλέπεις σύ· ὅτι καὶ ἀφ’ ἑαυτοῦ της σφόδρα μ’ ἐβίαζε ἡ ψυχὴ νὰ κατεβῶ στὰ πλοῖα
τῶν Ἀχαιῶν διαβαίνοντας τὸ μέγα στράτευμά τους». Καὶ τότε μὲ ξεφωνητὸ τοῦ ἀπάντησεν ἡ γραία: {{r|200}}
«Ὀιμέ, ποῦ ἐπῆγε ἡ γνώση σου καὶ ἡ φρονιμάδα ἐκείνη καὶ εἰς τοὺς ξένους ξακουστὴ καὶ σ’ ὅλον τὸν λαόν σου;
Πῶς θέλεις μόνος σὺ νὰ πᾶς στῶν Ἀχαιῶν τὲς πρύμνες τόν ἄνδρα ποὺ σοῦ ἔσφαξε τέκνα πολλὰ καὶ ἀνδρεῖα νὰ
ἰδῆς στὰ μάτια; Σίδερο εἶναι ἡ καρδιά σου, ὦ γέρε. Καὶ ὅταν στὰ χέρια του εὑρεθῆς, λύπην ἢ σέβας τάχα
ἐλπίζεις ἀπ’ τὸν ἄπιστον ἐκεῖνον καὶ ὠμοφάγον; Ἀλλὰ στὸ σπίτι ἂς μείνωμε μακρόθεν νὰ τὸν κλαῖμε, ὅτι ἅμα
τὸν ἐγέννησα τοῦ ἔχει λινογνέσει ἡ μοίρα ἡ παντοδύναμη τοὺς σκύλους νὰ χορτάση {{r|210}} ἀπ’ τοὺς γονεῖς
του ἔρημος στὰ χέρι’ ἀνδρὸς ἀγρίου. Ἄχ! καρφωμένη ἐπάνω του τὸ σκώτι πέρα πέρα θὰ τοῦ ’τρωγα νὰ
πλερωθοῦν τὰ πάθια τοῦ παιδιοῦ μου. Ὅτι δὲν μοῦ τὸν φόνευσεν ὁποὺ ψυχομαχοῦσε, ἀλλὰ ἐκεῖ ποὺ ἀκλόνητος
ἐμάχονταν νὰ σώση τοὺς ἄνδρες καὶ τὲς σεβαστὲς μητέρες τῆς Τρωάδος». Σ’ αὐτὴν ὁ θεῖος Πρίαμος ἀπάντησε
καὶ εἶπε: «Τὸ θέλω, μὴ ἀντιστέκεσαι· κι ἡ ἴδια σὺ στὸ σπίτι κακὸ σημάδι μὴ γενῆς· ποτὲ δὲν θὰ μὲ πείσης· ὅτι
ἂν ἀπ’ ἄνθρωπον θνητὸν τὸ πρόσταγμα εἶχ’ ἀκούσει {{r|220}} εἴτ’ ἱερέας τύχαινεν εἴτε ἱερογνώστης, πλάν’
ἠμποροῦσε νὰ φανῆ καὶ ἀποστροφὴν νὰ κάμη˙ ἀλλ’ ἀφοῦ τώρα τὴν θεὰν ἄκουσα ἐγὼ καὶ εἶδα, θὰ πάω καὶ ὅ,τ’
εἶπα θὰ γενῆ· τὸ στέργω, ἡ μοίρ’ ἂν θέλη, στῶν χαλκοφόρων Ἀχαιῶν τὲς πρύμνες ν’ ἀποθάνω· νὰ σφίξω στὲς
ἀγκάλες μου τὸ ἄμοιρο παιδί μου νὰ ξεθυμάνω κλαίοντας καὶ ἂς μὲ φονεύση ἐκεῖνος». Εἶπε καὶ ἀπὸ τ’
ἀρμάρια του ἐσήκωσε τὰ ὡραῖα σκεπάσματα καὶ δώδεκα πέπλους λαμπροὺς ἐπῆρε. Καὶ χλαῖνες δώδεκα
μονές, καὶ τάπητες ὁμοίως {{r|230}} καὶ τόσα ἐπανωφόρια, τόσους κοντὰ χιτῶνες καὶ δέκ’ ἀκόμη τάλαντα
χρυσάφι ζυγισμένο, τέσσερους λέβητες καὶ ὁμοῦ δυὸ τρίποδες ποὺ ἐλάμπαν κι ἕνα ποτήρι ὑπέρλαμπρο,
βαρύτιμο ποὺ οἱ Θράκες τοῦ εἶχαν δωρήσει τὸν καιρὸν ποὺ ἐπῆγε ἀπεσταλμένος· καὶ μηδ’ ἐκεῖνο ἐκράτησεν ὁ
γέρος, τόσην εἶχε λαχτάραν τὸ ἀγαπητὸ παιδὶ νὰ ξαγοράση. Κι ἔδιωχνε ἀπὸ τὴν αἴθουσαν ὅλους ὁμοῦ τοὺς
Τρῶας: «Ὦ λῶβες, σύρετ’ ἀπὸ δῶ! Τὰ σπίτια σας δὲν ἔχουν λύπην καὶ αὐτὰ καὶ ἤλθετε νὰ πλήξετε κι ἐμένα;
{{r|240}} Μικρὴ σᾶς φαίνεται ἡ πληγή, ποὺ μοῦ ’δωκε ὁ Κρονίδης, νὰ χάσω τὸ καλύτερον ἀπ’ ὅλα τὰ παιδιά
μου; Θὰ τὸ αἰσθανθῆτε γρήγορα καὶ σεῖς ποὺ αὐτὸς ἐχάθη ὅταν σᾶς κόψουν εὔκολα τῶν Ἀχαιῶν οἱ λόγχες. Ἄχ!
νὰ κλεισθοῦν τὰ μάτια μου προτοῦ νὰ ἰδοῦν τὴν πόλιν νὰ τὴν πατήσουν οἱ ἐχθροὶ καὶ νὰ τὴν ἐρημάζουν». Εἶπε,
καὶ μὲ τὸ σκῆπτρο του κτυπώντας τους ὁ γέρος τοὺς ἔβγαλε κι ἐφώναξε στὰ τέκνα του ποὺ ἐμεῖναν˙ ἐννέα
ἦσαν˙ Ἕλενος καὶ Πάρις καὶ Ἀγάθων καὶ Πάμμων καὶ Ἀντίφονος, Πολίτης, ὁ γενναῖος {{r|250}} Δηίφοβος καὶ
Ἱππόθοος καὶ ὁ δοξασμένος Δίος. Σ’ ὅλους αὐτοὺς ἐφώναζε: «Τί δὲν μὲ βοηθεῖτε, κακά μου τέκνα, ἐλεεινά˙ νά
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ω 163
’χετε ὅλοι ἀντάμα ἀντὶ τοῦ Ἕκτορος χαθῆ στὲς. πρύμνες σκοτωμένοι· ὀιμένα τὸν βαριόμοιρον, δὲν μόμεινε
κανένα ἀπ’ τὰ ἐξαίσια τέκνα μου ποὺ ἐδόξασαν τὴν Τροίαν˙ ποῦ εἶναι ὁ Μήστωρ ὁ λαμπρός, ὁ ἱππόμαχος
Τρωίλος, ὁ ῞Εκτωρ, ὁποὺ ἐθέιζε μὲς στῶν θνητῶν τὰ γένη, πόμοιαζε γέννημα θεοῦ, καὶ ὄχι θνητοῦ στὸ θώρι,
καὶ ὅλους τοὺς ἀφάνισεν ὁ Ἄρης καὶ ἀπομεῖναν {{r|260}} οἱ ἀχρεῖοι, ψεῦτες, στὸ χορὸ λαμπρότατοι τεχνίτες
καὶ ἀρνιὰ κι ἐρίφια τοῦ κοινοῦ ν’ ἁρπάζουν μαθημένοι· δὲν πᾶτε νὰ μοῦ ζέψετε τ’ ἁμάξι εὐθὺς καὶ τοῦτα
ἐπάνω του νὰ θέσετε, νὰ μὴ χρονοτριβήσω; » Εἶπε, κι ἐκεῖνοι τὲς φωνὲς τρομάξαν τοῦ πατρός τους κι
ἐσήκωσαν καλότροχο φορτωτικὸν ἁμάξι καινούριο καὶ τὸν κάλαθον ἐπάνω του προσδέσαν, κατέβασαν καὶ
τὸν ζυγὸν ἀπὸ τὰ ξυλοκάρφια· πύξινος ἦτ’ ὀμφαλωτὸς κι ἐταίριαζε στοὺς κρίκους· ἔφεραν κι ἐννεάπηχο μαζί
του ζυγολούρι. {{r|270}} Καὶ τὸν ζυγὸν ἀπίθωσαν στὸ γυαλιστὸ τιμόνι στὴν κορυφὴν κι ἐπέρασαν τὸν κρίκον
στὸ παπούλι· καὶ ἀπ’ τὰ δυὸ μέρη τρεῖς φορὲς τὸ ζυγολούρι ἐδέσαν στὸν ὀμφαλόν, κι ἐγύρισαν κατόπι τὸ
γλωσσίδι κι ἔφεραν ἀπ’ τὸν θάλαμον τὰ λύτρα τὰ ὡραῖα τοῦ ῞Εκτορος καὶ τά ᾽βαλαν στὸ στιλβωτὸν ἁμάξι κι
ἔζεψαν τὰ σκληρόνυχα μουλάρι’ ἀνδρειωμένα, ποὺ οἱ Μυσοί, δῶρον λαμπρὸν ἐδῶκαν τοῦ Πριάμου. Ἔπειτα
γιὰ τὸν Πρίαμον ἑτοίμασαν τοὺς ἵππους ποὺ ἀνάθρεψεν ὁ ἴδιος στὸ στιλβωτὸ παχνί του. {{r|280}} Κι ἐνῶ στὰ
ψηλὰ δώματα τὸ ζέψιμο ἐτηροῦσαν ὁ Πρίαμος καὶ ὁ κήρυκας γνώμη καὶ νοῦν γεμάτοι, ἡ ῾Εκάβη τοὺς
ἐσίμωσεν, ἡ καταπικραμένη, μ’ ἕνα ποτήρι ὁλόχρυσο γλυκὸ κρασὶ γεμάτο, αὐτοῦ νὰ κάμουν τὲς σπονδὲς
προτοῦ νὰ ξεκινήσουν. ᾽Εμπρὸς στοὺς ἵππους στάθηκε καὶ εἶπε: «Λάβε, ὦ γέρε, σπόνδισε τοῦ πατρὸς Διός, καὶ
νὰ γυρίσης εὔχου ἀπὸ τὰ χέρια τῶν ἐχθρῶν, ἀφοῦ ἡ ψυχὴ σὲ σπρώχνει στὰ πλοῖα τους νὰ κατεβῆς κι ἐμένα δὲν
ἀκούεις· ἀλλ᾽ εὔχου κὰν στὸν βροντητὴν Κρονίδην τὸν ᾽Ιδαῖον, {{r|290}} ποὺ ἀπ’ ὅπου στέκεται ψηλὰ θωρεῖ
τὴν Τροίαν ὅλην καὶ νὰ σοῦ στείλη ζήτησε τὸ ἀγαπητὸ πουλί του πού ᾽ναι γοργός του μηνυτὴς μὲ δύναμιν
μεγάλην στὰ δεξιά σου νὰ τὸ ἰδῆς ὁ ἴδιος καί, σ’ ἐκεῖνο θαρρώντας, νὰ πορεύεσαι στῶν Δαναῶν τὰ πλοῖα. Κι
ἐὰν τὸν μηνυτήν του ὁ Ζεὺς σοῦ ἀρνηθῆ νὰ στείλη ἐγὼ θὰ σὲ συμβούλευα, μ’ ὅσον καὶ ἂν ἔχης ζῆλον, νὰ μὴ
κινήσης γιὰ νὰ πᾶς στὲς πρύμνες τῶν Ἀργείων». Καὶ ἀπάντησεν ὁ Πρίαμος: «Προθύμως, ὦ γυναίκα, θὰ κάμω
αὐτὸ ποὺ ἐπιθυμεῖς· καλό ᾽ναι πρὸς τὸν Δία {{r|300}} τὰ χέρια μας νὰ ὑψώσωμε γιὰ νὰ μᾶς ἐλεήση». Καὶ ὁ
γέρος ἐπαράγγειλεν εὐθὺς τὴν οἰκονόμα νερὸ νὰ φέρη ἀμίαντο στὰ χέρια του νὰ ρίξη· καὶ μὲ λεκάνην ἦλθε
αὐτὴ στὰ χέρια καὶ προχύτην˙ ἐνίφθη καὶ ἀπ’ τὴν σύντροφον ἐπῆρε τὸ ποτήρι καὶ ὀρθὸς στὴν μέσην τῆς αὐλῆς
ἐσπόνδιζε κι εὐχόνταν τὰ μάτια πρὸς τὸν οὐρανόν, καὶ αὐτοὺς τοὺς λόγους εἶπε: «Δία πατέρα, δοξαστέ, ποὺ
ἀπὸ τὴν ῎Ιδην βλέπεις, δῶσ’ μου νὰ μ’ ἔβρη ἐλεεινὸν ὁ ἄσπονδος Πηλείδης, εὐδόκησε τὸ ἀγαπητὸ πουλί σου νὰ
μοῦ στείλης, {{r|310}} ποὺ εἶναι γοργός σου μηνυτής, μὲ δύναμιν μεγάλην στὰ δεξιά μου νὰ τὸ ἰδῶ ὁ ἴδιος καὶ
σ’ ἐκεῖνο θαρρώντας νὰ πορεύωμαι στῶν Δαναῶν τὰ πλοῖα». Καὶ τὴν εὐχήν του ἄκουσεν ὁ πάνσοφος Κρονίδης
καὶ τοῦ ’στειλε τὸν ἀετόν, ἀλάθευτο σημάδι, τὸν μαῦρον καὶ ἁρπακτικόν, ποὺ καὶ περκνὸν τὸν λέγουν. Καὶ
ὡσὰν θυρόφυλλο ὑψηλοῦ θαλάμου ἀνδρὸς πλουσίου τρανὸ κατασκευάσθηκε μὲ κλεῖθρ’ ἀσφαλισμένο, τόσο
μεγάλη ἁπλώνονταν ἡ κάθε του φτερούγα· καὶ δεξιά τους φάνηκεν ἐπάνω ἀπὸ τὴν πόλιν, {{r|320}} καὶ ἅμα
τὸν εἶδαν χάρηκαν μὲ τὴν καρδιά τους ὅλοι. Ἀνέβη ὁ γέρος σπουδακτὰ στὸ στιλβωτὸ θρονί του, ἐκίνησε ἀπ’ τὸ
πρόθυρο καὶ ἀπ’ τὴν αὐλὴν τοὺς ἵππους. ᾽Εμπρός του τὸ τετράκυκλον ἁμάξι τὰ μουλάρια τραβοῦσαν καὶ ὁ
συνετὸς τὸ κυβερνοῦσε Ἰδαῖος˙ ὀπίσ’ ὁ γέρος ράβδιζε διαβαίνοντας τὴν πόλιν τοὺς ἵππους του μὲ ὁρμὴν
πολλήν· καὶ ὅλ’ οἱ δικοί του ἐκλαῖαν κατόπι του, ὡς νὰ πήγαινε ἐκεῖνος τοῦ θανάτου. Καὶ ὄτε ἀπ’ τὴν πόλιν
ἔφθασαν στὴν πεδιάδα κάτω, στὴν Ἴλιον κεῖνοι ἐγύρισαν, τὰ τέκνα καὶ οἱ γαμπροί του. {{r|330}} Καὶ ἅμα τοὺς
εἶδε νὰ φανοῦν ἐκεῖ στὴν πεδιάδα ὁ μέγας Ζεὺς ἀπὸ ψηλὰ τὸν γέροντα ἐλυπήθη κι εὐθὺς ἐστράφη στὸν
῾Ερμῆν, τὸ ἀγαπητὸ παιδί του: «Ἐρμῆ, ποὺ τόσον ἀγαπᾶς τὴν συντροφιὰν τοῦ ἀνθρώπου ὅσο κανεὶς ἄλλος
θεός, καὶ ἀκούεις ὅποιον θέλεις, κατέβα καὶ τὸν Πρίαμον στῶν Ἀχαιῶν τὰ πλοῖα ὁδήγα νὰ μὴν τὸν ἰδῆ κανεὶς ἢ
τὸν νοήση ἀπὸ τοὺς ἄλλους Δαναούς, πρὶν φθάση στὸν Πηλείδην». Καὶ ἅμα τὸν λόγον ἄκουσεν ὁ μέγας
Ἀργοφόνος, τὰ σάνδαλα ἐποδέθηκε τὰ ὁλόχρυσα, τὰ ὡραῖα, {{r|340}} τ’ ἄφθαρτα ποὺ τὸν σήκωναν σὰν
ἄνεμος ἐπάνω στὴν γῆν ὅλην τὴν ἄπειρον καὶ στὰ θαλάσσια πλάτη, τὸ ραβδὶ πῆρε ποὺ μ’ αὐτὸ τὰ βλέμματα
κοιμίζει ὅποιου θνητοῦ θελήση αὐτὸς καὶ ὅποιον κοιμᾶτ’ ἐγείρει. Μ’ αὐτὸ στὰ χέρια πεταχτὰ στὴν ἄκρην τοῦ
Ἑλλησπόντου, στὴν Τροίαν ἔφθασ’ ὁ ῾Ερμῆς καὶ στὴν μορφὴν ὁμοιώθη μὲ ἀγόρι γενεᾶς λαμπρῆς, πόχει τὸ
πρῶτο χνούδι, καιρὸς ποὺ ἡ νιότη φαίνεται μὲ ὅσην χάριν ἔχει. Καὶ ἀφοῦ τὸ μνῆμα ἐπέρασαν τοῦ Ἴλου,
ἐσταματῆσαν εἰς τὸ ποτάμι, τ’ ἄλογα νὰ πιοῦν καὶ τὰ μουλάρια· {{r|350}} ποὺ ἤδη ἁπλώνονταν στὴν γῆν τῆς
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ω 164
νύκτας τὸ σκοτάδι. Καὶ τὸν ῾Ερμῆν ποὺ ἐσίμωνεν ἐννόησεν ὁ κήρυξ, καὶ εἶπε πρὸς τὸν Πρίαμον: «῏Ω
Δαρδανίδη, σκέψου· σκέψις ἐδῶ χρειάζεται· βλέπ’ ἄνθρωπον κοντά μας, θενὰ μᾶς σφάξη ἄσφαλτα· κι εὐθὺς
ἂς ἀνεβοῦμε στ’ ἁμάξι σου νὰ φύγωμεν· ἢ καὶ τὰ γόνατά του πιάνοντας ἂς προσπέσωμεν ἴσως μᾶς ἐλεήση».
Καὶ ὡς τ’ ἄκουσεν ὁ γέροντας ζαλίσθη ἀπὸ τὸν τρόμον καὶ ὀρθὲς σ’ ὅλα τὰ μέλη του οἱ τρίχες σηκωθῆκαν κι
ἔμεινε ἀκίνητος βουβός· ἦλθε ὁ θεὸς σιμά του {{r|360}} καὶ ἀπὸ τὸ χέρι ἔπιασε τὸν γέροντα καὶ τοῦ ’πε: «Γιὰ
ποῦ, πατέρα, τὸ κινᾶς μὲ ἵππους καὶ μουλάρια τὴν θείαν νύκτα, ὁποὺ οἱ θεοὶ γλυκοκοιμοῦνται ὅλοι; Καὶ τοὺς
ἀνδρείους Ἀχαιοὺς ποσῶς δὲν ἐφοβήθης, ποὺ ἐχθροί σου εἶναι θανάσιμοι καὶ ὁποὺ σιμὰ τοὺς ἔχεις; Καὶ ἂν ἀπ’
αὐτοὺς κανεὶς σὲ ἰδῆ μέσα στὴν μαύρην νύκτα, τόσους νὰ φέρης θησαυρούς, τί θὰ αἰσθανθῆς φαντάσου· νέος
δὲν εἶσαι, γέροντας κι αὐτὸς ὁ σύνοδός σου, καὶ ἂν πέση ἐπάνω σας κανείς, πῶς θὰ τοῦ ἀντισταθῆτε; Ἀλλ’ ἀπὸ
ἐμὲ μὴ φοβηθῆς καὶ μάλιστα σιμά σου {{r|370}} θὰ σὲ φυλάξω, ἂν χρειασθῆ, τί ὁμοιάζεις τοῦ πατρός μου».
Καὶ τότε ὁ θεῖος Πρίαμος τοῦ ἀπάντησεν ὁ γέρος: «Αὐτὰ τωόντι στέκονται, παιδί μου, ὅπως τὰ λέγεις, ἀλλὰ γιὰ
μὲ κάποιος θεὸς τὸ χέρι του ἔχει ὑψώσει, ποὺ καλοσυναπάντητον μοῦ ἔστειλε ὁδοιπόρον, ὁποῖος εἶσαι,
θαυμαστὸς στὴν ὄψη καὶ στὸ σῶμα καὶ συνετὸς ἀπὸ γονεῖς, ποὺ τοὺς καλοτυχίζω». Καὶ πρὸς αὐτὸν ὁ μηνυτὴς
ἀπάντησε Ἀργοφόνος: «Εἶναι καλὰ καὶ φρόνιμα, ὦ γέρε, αὐτὰ ποὺ εἶπες· ἀλλ’ αὐτὸ θέλω νὰ μοῦ εἰπῆς καλὰ νὰ
μοῦ ἐξηγήσης, {{r|380}} βγάζεις αὐτοὺς τοὺς θησαυροὺς ἀπὸ τὴν πόλιν ἔξω εἰς τόπον ξένον νὰ σταλοῦν, νὰ
εἶναι ἀσφαλισμένοι, ἢ δειλιασμένοι ἀφήνετε τὴν Ἴλιον τὴν ἁγίαν ὅλοι, ἀφοῦ ὁ πρῶτος σας ἐχάθη πολεμάρχος ὁ
υἱός σου, ποὺ τοὺς Ἀχαιοὺς στὴν μάχην δὲν φοβόνταν; » Καὶ ὁ γέρος τοῦ ἀποκρίθηκεν: «Ὦ θαυμαστέ, ποιός
εἶσαι, ποῖοι θνητοὶ σ’ ἐγέννησαν, ἐσὺ ποὺ τόσ’ ὡραῖα μοῦ εἶπες γιὰ τὸν θάνατον τοῦ ἄμοιρου παιδιοῦ μου; » Σ’
αὐτὸν ἀπάντησε ὁ θεός: «Μὲ δοκιμάζεις, γέρε, καὶ γιὰ τὸν θεῖον ῞Εκτορα ποὺ μ’ ἐρωτᾶς, λογιάζω· {{r|390}}
πολλὲς φορὲς στὸν πόλεμον, ὅπου δοξάζοντ’ ἄνδρες τὸν εἶδα μὲ τὰ μάτια μου, καὶ ὁπόταν πρὸς τὰ πλοῖα
ἐκυνηγοῦσε κι ἔσφαζε τὰ πλήθη τῶν Ἀργείων. Μακρόθεν τὸν θαυμάζαμεν ἡμεῖς ὅτι ὁ Πηλείδης μᾶς ἐκρατοῦσε
ἀπ’ τὸν καιρὸν ποὺ ἐθύμωσε τοῦ Ἀτρείδη· ὅτ’ εἶμαι ἐκείνου ἀκόλουθος φερμένος σ’ ἔνα πλοῖον· τὸ γένος εἶμαι
Μυρμιδών, μ’ ἐγέννησε ὁ Πολύκτωρ, ἄνθρωπος εἶναι πάμπλουτος καὶ αὐτός, ὡς εἶσαι, γέρος· κι ἐγὼ εἶμαι ὁ
νεώτερος ἀπὸ τὰ ἑφτὰ παιδιά του. Καὶ νά ᾽λθω ἐδῶ στὸν πόλεμον μοῦ ἔλαχεν ὁ κλῆρος· {{r|400}} στὴν
πεδιάδα ἐκίνησα προτώρ’ ἀπὸ τὲς πρύμνες ὅτ’ οἱ Ἀχαιοὶ τὸ χάραμα τὴν πόλιν θὰ κτυπήσουν. Ἀγανακτοῦν ποὺ
κάθονται καὶ λαχταροῦν τὴν μάχην καὶ οἱ βασιλεῖς δὲν δύνανται νὰ τοὺς κρατήσουν πλέον». Σ’αὐτὸν ὁ γέρος
Πρίαμος ἀπάντησεν ὁ θεῖος: «Κι ἐὰν ἐσὺ ἀκόλουθος τοῦ Ἀχιλλέως εἶσαι, εἰπέ μου τώρα καθαρὰ νὰ μάθω ἂν
εἰς τὲς πρύμνες ὁ υἱός μου ἀκόμα σώζεται, ἢ ἂν κομματιασμένον εἰς τὰ σκυλιά του σπάραγμα τὸν ἔριξε ὁ
Πηλείδης; » Καὶ πρὸς αὐτὸν ὁ μηνυτὴς ἀπάντησε Ἀργοφόνος: {{r|410}} «Ὦ γέρε, μήτε ὄρνεα τὸν φάγαν μήτε
σκύλοι, ἀκόμη κείτεται σιμὰ στὴν πρύμνην τοῦ Ἀχιλλέως˙ κι ἔφεξ’ ἡ δωδεκάτη αὐγὴ στὸ λείψανό του ἐπάνω
καὶ ὅμως αὐτὸ δὲν σέπεται, σκουλήκια δὲν τὸν τρώγουν ποὺ δαπανοῦν τὰ σώματα ποὺ ἔκαψεν ὁ Ἄρης. Τὸν
σέρνει, ἀλήθεια, ὁλόγυρα στοῦ φίλου του τὸν τάφον τὴν κάθε αὐγὴν ἀπόνετα καὶ δὲν τὸν ἀσχημίζει· ὁ ἴδιος ἂν
τὸν ἔβλεπες, θὰ ἐθαύμαζες πῶς εἶναι δροσερὸς ὅλος καθαρὸς ἀπὸ τὸ μαῦρον αἷμα· παντοῦ καλός, καὶ θά
᾽βλεπες κλεισμένες τὲς πληγές του, {{r|420}} ποὺ ἦσαν πολλὲς ὅτι πολλοὶ τοῦ ἐκέντησαν τὸ σῶμα· τόσο πονοῦν
οἱ μάκαρες θεοὶ γιὰ τὸν υἱόν σου, νεκρὸν ἀκόμη, ὅτι πολὺ τὸν ἀγαποῦσαν ὅλοι». Στὰ λόγια τοῦτα ἐχάρηκεν ὁ
γέρος καὶ ἀποκρίθη: «Παιδί μου, ἰδοὺ πὼς ὠφελεῖ τὰ δῶρα ὁποὺ τοὺς πρέπουν εἰς τοὺς θεοὺς νὰ δίδωμεν, ὡς
ἔκανεν ὁ υἱός μου, ποὺ στὴν ἑστίαν του ποτὲ δὲν τοὺς ἐλησμονοῦσε καὶ ἰδοὺ τὸν ἐθυμήθηκαν αὐτοὶ καὶ
πεθαμένον καὶ τώρα δέξου, ἂν μ’ ἀγαπᾶς τ’ ὄμορφο αὐτὸ ποτήρι· σῶσε με, καὶ μὲ τῶν θεῶν τὸ χέρι ὁδήγησέ με
{{r|430}} ἀπείρακτος εἰς τὴν σκηνὴν νὰ φθάσω τοῦ Ἀχιλλέως». Σ’ αὐτὸν ἀπάντησε ὁ θεός: «῏Ω γέρε, ἐμὲ τὸν
νέον νὰ ξελογιάσης προσπαθεῖς· ἀλλὰ δὲν θὰ μὲ πείσης δῶρ’ ἀπὸ σένα νὰ δεχθῶ κρυφὰ ᾽πὸ τὸν Πηλείδην.
Φόβον τοῦ ἔχει τρομερὸν καὶ σέβας ἡ καρδιά μου καὶ ἂν λάβω δῶρ’ ἀπόκρυφα φοβοῦμαι μήπως πάθω. Ἀλλὰ
πιστός σου ὁδηγὸς στερεᾶς ἢ καὶ θαλάσσης καὶ ὡς τ’ Ἀργος τὸ ἐξακουστὸ θὰ γίνω ἂν εἶναι χρεία· καὶ ἂν μ’
ἔχης εἰς τὸ πλάγι σου μὴ φοβηθῆς κανέναν». Εἶπε καὶ ἀνέβηκε ὁ θεὸς στ’ ἁμάξι τοῦ Πριάμου {{r|440}} στὰ
χέρια του καὶ μάστιγα καὶ χαλινοὺς ἐπῆρε, καὶ εἰς τοὺς ἵππους ἔβαλεν ἀνδρειὰ καὶ στὰ μουλάρια. Καὶ ὁπόταν
εἰς τὸν χάντακα ἐφθάσαν καὶ στοὺς πύργους, ἦβραν τοὺς νυκτοφύλακας, ποὺ ἑτοίμαζαν τὸν δεῖπνον καὶ ὅλους
τοὺς ἐβύθισεν στὸν ὕπνον ὁ Ἀργοφόνος, τοὺς σύρτες ἔσπρωξ’ ἄνοιξε τὲς πύλες καὶ τ’ ἁμάξι ἔμπασε μὲ τὸν
Πρίαμον καὶ τὰ λαμπρά του δῶρα. Κι εὐθὺς κατόπιν στὴν σκηνὴν ἐφθάσαν τοῦ Ἀχιλλέως τὴν ὑψηλὴν ποὺ μ’
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ω 165
ἔλατα σχισμένα οἱ Μυρμιδόνες ἔφτιασαν τοῦ κυρίου των, κι ἐπάνω τὴν σκεπάσαν {{r|450}} μὲ χνουδωτὰ
καλάμια κομμέν’ ἀπὸ λιβάδι˙ αὐλὴν τριγύρω ἁπλόχωρην μὲ πάλους περιφράξαν κι ἕνας λοστὸς ἐλάτινος
ἀσφάλιζε τὴν θύραν, καὶ τρεῖς χρειάζοντο Ἀχαιοὶ νὰ βάλουν εἰς τὴν θύραν τὸ μέγα ἐκεῖνο μάνταλο καὶ τρεῖς
νὰ τὸ σηκώσουν καὶ ὁ Ἀχιλλεὺς ἐδύνονταν νὰ τὸ σηκώση μόνος. Καὶ τότε τ’ ἄνοιξε ὁ θεὸς τοὺ γέρου νὰ περάση
μὲ τὰ λαμπρὰ ποὺ ἔφερνε τοῦ Ἀχιλλέως δῶρα. Κι ἔπειτα χάμου ἐπήδησεν ἀπὸ τ’ ἁμάξι κι εἶπε: «Ἄφθαρτος
ἦλθα ἐγὼ θεός, ὦ γέρε, στὸ πλευρό σου, {{r|460}} ὁ ῾Ερμῆς, τί μ’ ἔστειλε ὁδηγὸν νὰ μ’ ἔχης ὁ πατέρας. Ἀλλ’
ἐγὼ τώρ’ ἀναχωρῶ, κι ἐμπρὸς στὸν Ἀχιλλέα νὰ μὲ ἰδῆ δὲν ἔρχομαι, καὶ ἄπρεπο θὰ ἦταν τόσον ἀντίκρυ
ἀθάνατοι νὰ σμίγουν τοὺς ἀνθρώπους˙ ἀλλ’ ἔμπα σὺ καὶ πρόσπεσε νὰ τὸν καθικετεύσης στὸν γέροντα πατέρα
του, εἰς τὴν θεὰν μητέρα καὶ στὸ παιδί του, τὴν καρδιὰ στὰ βάθη νὰ τοῦ ἐγγίξης». Εἶπεν ὁ Ἑρμῆς κι ἐπέταξε
στὲς κορυφὲς τοῦ Ὀλύμπου· καὶ ξεπεζεύει ὁ Πρίαμος καὶ ἀφήνει τὸν Ἰδαῖον αὐτοῦ στὸν τόπον νὰ φυλᾶ τὰ δυὸ
ζεμέν’ ἁμάξια. {{r|470}} Καὶ ἴσια ἐπῆγε στὴν σκηνὴν ποὺ ἔμενε ὁ Πηλείδης· τὸν ἦβρε αὐτοῦ καὶ ἀνάμερα οἱ
σύντροφοι ἐκαθίζαν· μόνοι νὰ τὸν ὑπηρετοῦν στεκόνταν ὁ Αὐτομέδων μὲ τὸν γενναῖον Ἄλκιμον, ὅτ’ εἶχε
ἀποδειπνήσει κι ἦταν ἀκόμη ἀσήκωτον ἐμπρός του τὸ τραπέζι. Ἐμπῆκε ὁ μέγας Πρίαμος χωρὶς νὰ τὸν νοήση
αὐτοῦ κανείς, καὶ ἄμ’ ἔφθασε σιμὰ στὸν Ἀχιλλέα, τὰ γόνατα τοῦ ἀγκάλιασε καὶ τ’ ἀνδροφόνα χέρια
ἐφίλησε,ποὺ τοῦ ᾽σφαξαν τόσα λαμπρὰ παιδιά του. Καὶ ὡς ὅταν ἕνας πάνερμος, ποὺ φόνον ἔχει κάμει
{{r|480}} εἰς ξένον τόπον ἔρχεται, στὸ σπίτι ἀνδρὸς πλουσίου θαυμάζουν ὅσοι τὸν ἰδοῦν, ὁμοίως ὅταν εἶδε ἐκεῖ
τὸν θεῖον Πρίαμον ἐθαύμαζε ὁ Πηλείδης, θαύμαζαν καὶ ἐκοιτάζονταν κι οἱ ἄλλοι ὁλόγυρά του. Ἄρχισε τότε ὁ
Πρίαμος νὰ τὸν παρακαλέση: «Θυμήσου τὸν πατέρα σου, ἰσόθεε Πηλείδη, ὁποὺ καὶ αὐτόν, ὡσὰν ἐμὲ τὸ ἔρμο
γῆρας ἦβρε. Ἴσως καὶ τὸν στενοχωροῦν οἱ γείτονες τριγύρω καὶ ἀπὸ τὸν ὄλεθρον κανεὶς δὲν εἶναι νὰ τὸν
σώση. Ἀλλὰ ἐκεῖνος χαίρεται καὶ ἀπὸ μακριὰ ν’ ἀκούη {{r|490}} ὁποὺ τοῦ ζῆς καὶ ὁλοκαιρὶς ἐλπίζει νά ᾽λθ’ ἡ
μέρα νὰ ἰδῆ τὸν ποθητόν του υἱὸν νὰ φθάση ἀπὸ τὰ ξένα· ἀλλ’ ὁ βαριόμοιρος ἐγώ, δὲν μόμεινε κανένα ἀπ’ ὅσα
τέκνα ἐγέννησα κι ἐδόξαζαν τὴν Τροίαν. Εἶχα πενήντα ὅτ’ ἔφθασαν τῶν Ἀχαιῶν τὰ πλήθη. Τὰ δεκαννιὰ
γεννήθηκαν ὅλ’ ἀπὸ μιὰ γαστέρα τὰ ἐπίλοιπ’ ἀπὸ σπιτικὲς γυναῖκες, καὶ ἀπὸ τόσα μόσφαξ’ ὁ Ἄρης πάμπολλα
καὶ αὐτὸς ποὺ ἀκόμα μόνος τὴν πόλιν φύλαγε κι ἐμᾶς, τὸν φόνευσες προτώρα, τὸν Ἕκτορα, μαχόμενον νὰ
σώση τὴν πατρίδα. {{r|500}} Γι’ αὐτὸν τώρα κατέβηκα στῶν Ἀχαιῶν τὰ πλοῖα μὲ πλήθια λύτρα πόφερα γιὰ νὰ
τὸν ἀποδώσης. Σέβου, ὦ γενναῖε, τοὺς θεούς, λυπήσου με, θυμήσου τὸν γέροντά σου· κι εἶμ’ ἐγὼ ἐλεεινότερός
του, πόπαθ’ αὐτὸ ποὺ ἄλλος θνητὸς δὲν ἔχει πάθει ἀκόμη, τοῦ ἀνδρὸς ὁποὺ μ’ ὀρφάνεψε τὸ χέρι νὰ φιλήσω».
Τὰ λόγια τοῦτα ὡς ἄκουσε, λαχτάρισε ὁ Ἀχιλλέας νὰ κλάψη τὸν πατέρα του καὶ πιάνοντας τὸ χέρι τοῦ
γέροντος, τὸν ἄμπωσεν ἀγάλι ἀπὸ σιμά του. Καὶ οἱ δύο, μὲ τὸν πόνον του καθένας τους, ἐκλαῖαν. {{r|510}}
Ἐκεῖνος γιὰ τὸν Ἕκτορα στὰ πόδια τοῦ Ἀχιλλέως, τοῦτος γιὰ τὸν πατέρα του καὶ ἀκόμη γιὰ τὸν φίλον
Πάτροκλον, καὶ ἀπ’ τὰ κλάυματα τὰ δώματ’ ἀντηχοῦσαν. Καὶ ἀφοῦ στὸ κλάμα εὐφράνθηκεν ὁ ἰσόθεος
Πηλείδης, ὀρθώθη ἀπ’ ὅπου ἐκάθονταν καὶ σήκωσε ἀπ’ τὸ χέρι τὸν γέροντα λυπούμενος τὴν ἄσπρην κεφαλήν
του, καὶ πρὸς αὐτὸν ὁμίλησε: «῏Ω δύστυχε, τωόντι πίκρες πολλὲς καὶ βάσανα ὑπέφερε ἡ καρδιά σου. Πῶς
μπόρεσες στῶν Ἀχαιῶν τὲς πρύμνες νά ᾽λθης μόνος τὸν ἄνδρα ὁποὺ σοῦ ἐφόνευσε τόσα παιδιὰ γενναῖα
{{r|520}} νὰ ἰδῆς στὰ μάτια; Σίδερον ἔχ’ ἡ καρδιά σου ὦ γέρε. Ἀλλ’ ἔλα τώρα κάθισε, καί, ἂν καὶ λυπημένοι,
τοὺς πόνους τώρ’ ἂς κλείσωμεν στὰ βάθη τῆς ψυχῆς μας· καὶ τίποτε δὲν ὠφελοῦν τὰ μαῦρα κλάυματά μας˙ ὅτι
στοὺς ἄμοιρους θνητοὺς οἱ ἀθάνατοι δωρῆσαν νὰ ζοῦν στὸν πόνον καὶ ἄλυποι μόνον ἐκεῖνοι μένουν. ῞Οτι ἀπ’
ὅσα δίδει ὁ Ζεὺς πιθάρια δυὸ σιμά του ἔχει, τὸ ἕνα τῶν κακῶν, τῶν ἀγαθῶν τὸ ἄλλο. Καὶ σ’ ὅποιον δώσει
ἀνάμικτα ὁ βροντητὴς Κρονίδης, ἐκεῖνος πότ’ ἔχει κακές, πότε ἀγαθὲς ἡμέρες, {{r|530}} καὶ σ’ ὅποιον μόνον
τὰ πικρά, τὸν κάμνει μαῦρον κι ἔρμον καὶ στ’ ἅγιο πρόσωπο τῆς γῆς φρικτὴ τὸν σέρνει ἀνάγκη καὶ ἀτίμητος
ἀπὸ θεοὺς καὶ ἀνθρώπους παραδέρνει. Καὶ τοῦ Πηλέως οἱ θεοὶ λαμπρὰ χαρίσαν δῶρα, πανευτυχὴς καὶ
ὑπέρπλουτος νὰ γίνη στοὺς ἀνθρώπους, τῶν Μυρμιδόνων βασιλιὰς καὶ τὸν καταξιῶσαν θεὰν νὰ λάβη
ὁμόκλινην ἂν καὶ θνητὸς ἐκεῖνος. Ἀλλὰ τοῦ ἐδῶσαν καὶ κακόν, στὸ σπίτι του δὲν ἔχει παιδιὰ νὰ γίνουν
βασιλεῖς, παρ’ ἕν’ ἀγόρι μόνον ὀλιγοήμερον, κι ἐγὼ νὰ τὸν γηροκομήσω {{r|540}} δὲν δύναμ’ ἐπειδὴ μακρὰν
ἀπ’ τὴν γλυκιὰν πατρίδα μένω στὴν Τροίαν, συμφορὰ σ’ ἐσὲ καὶ στὰ παιδιά σου. Καὶ σύ, ὦ γέρε, ἀκούομεν
πανευτυχὴς πὼς ἤσουν· λέγουν ποὺ ἀπ’ ὅσους κατοικοῦν στοῦ Μάκαρος τὴν χώραν στὴν Λέσβον, στὸν
῾Ελλήσποντον κι ἐπάνω στὴν Φρυγίαν γιὰ πλούτη καὶ λαμπρὰ παιδιὰ σὺ εἶχες τὰ πρωτεῖα. Ἀλλ’ ἀφοῦ τοῦτο τὸ
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ω 166
κακὸν οἱ ἀθάνατοι σοῦ ἐφέραν, ὁλόγυρα στὴν πόλιν σου μάχες καὶ φόνους ἔχεις. ῾Υπόφερε, ἄς μὴ τήκεται
στὴν λύπην ἡ καρδιά σου· τὸ πεθαμένο σου παιδὶ μὲ δάκρυα ν’ ἀναστήσης {{r|550}} δὲν ἠμπορεῖς, καὶ ἀπ’ τὸν
καημὸν καὶ ἄλλο κακὸ μὴν πάθης». Καὶ τότε ὁ θεῖος Πρίαμος ἀπάντησέ του κι εἶπε: «Πῶς νὰ καθίσω
διόθρεπτε, ἐνόσω εἰς τὲς σκηνές σου ὁ ῞Εκτωρ κείτεται ἄταφος· ἄ! τώρα λύσε μού τον νὰ τὸν ἰδοῦν τὰ μάτια
μου καὶ σὺ τὰ λύτρα λάβε ὁποὺ σοῦ ἐφέραμε πολλά· νὰ τὰ χαρῆς νὰ φθάσης εἰς τὴν πατρίδα σου, ὦ καλέ, ποὺ
τόσο μ’ ἐλυπήθης καὶ τὴν ζωὴν μοῦ ἐχάρισες, τοῦ ἡλιοῦ τὸ φῶς νὰ βλέπω». Μὲ ἄγριο βλέμμ’ ἀπάντησε σ’
ἐκεῖνον ὁ Πηλείδης: «Μὴ μ’ ἐρεθίζης γέροντα, καὶ ἀφ’ ἑαυτοῦ μου θέλω {{r|560}} νὰ λύσω ἐγὼ τὸν ῞Εκτορα·
μοῦ ἐμήνυσε καὶ ὁ Δίας μὲ τὴν θεὰν μητέρα μου, τὴν κόρην τοῦ Νηρέως. Καὶ ἀκόμη σέ, ὦ Πρίαμε, τὸ ἐνόησα,
τὸ εἶδα, κάποιος θεὸς σὲ ὁδήγησε στῶν Ἀχαιῶν τὰ πλοῖα. Πῶς θὰ ἐρχόνταν στὸν στρατὸν θνητός, κι ἂν νέος
ἦταν, ἀπὸ τοὺς φύλακες κρυφά, πῶς θὰ ἠμποροῦσε μόνος τῆς θύρας μου τὸ μάνταλο τὸ μέγα νὰ σηκώση; Μή,
ὦ γέρε, τὴν κατάπικρην ψυχὴν μοῦ ἐξαγριώνης μήπως καὶ σένα, ἱκέτης μου, ὡς εἶσαι στὴν σκηνήν μου, δὲν
λυπηθῶ καὶ παραβῶ τὴν προσταγὴν τοῦ Δία». {{r|570}} Εἶπε, φοβήθη ὁ γέροντας καὶ ὑπάκουσε τὸν λόγον καὶ
ὡσὰν λεοντάρι ἀπ’ τὴν σκηνὴν πετάχθηκε ὁ Πηλείδης, ὁ Ἄλκιμος κατόπιν του καὶ ὁ ἥρως Αὐτομέδων
ἀκολουθοῦσαν, σύντροφοι ποὺ ἐπροτιμοῦσε ἀπ’ ὅλους ὕστερ’ ἀπὸ τὸν θάνατον τοῦ ποθητοῦ Πατρόκλου. Καὶ
τὰ μουλάρια ξέζεψαν ἐκεῖνοι καὶ τοὺς ἵππους κι ἔμπασαν μέσα στὴν σκηνὴν τὸν κήρυκα τοῦ γέρου καὶ τὸν
ἐκάθισαν ἐκεῖ· καὶ ἀπ’ τὸ λαμπρὸν ἁμάξι τ’ ἄπειρα λύτρα ἐσήκωσαν τοῦ ῞Εκτορος καὶ δύο χλαμύδες ἄφησαν
ἐκεῖ κι ἕναν καλὸν χιτώνα {{r|580}} νὰ πάρη σπίτι τὸν νεκρὸν μ’ ἐκεῖνα σκεπασμένον. Κι εἶπε στὲς δοῦλες τὸν
νεκρὸν νὰ λούσουν καὶ νὰ χρίσουν ἀνάμερα, μὴ ὁ Πρίαμος θωρώντας τὸ παιδί του μὲς στὴν καρδιά του τὴν
ὀργὴν τοῦ πόνου δὲν κρατήση καὶ τοῦ Ἁχιλλέως ἡ ψυχὴ ξαγριωθῆ καὶ ἀμέσως τὸν σφάξη παραβαίνοντας τὴν
προσταγὴν τοῦ Δία. Καὶ ἀφοῦ τὸν λοῦσαν κι ἔχρισαν οἱ δοῦλες μὲ τὰ μύρα καὶ τὸν ἐνεκροστόλισαν, τὸν
σήκωσε ὁ Πηλείδης ὁ ἴδιος καὶ τὸν ἅπλωσε στὸ νεκρικὸ κρεβάτι καὶ οἱ σύντροφοι τὸν ἔβαλαν εἰς τὸ λαμπρὸν
ἁμάξι. {{r|590}} Τότ’ εἶπε ἀναστενάζοντας: «Ἄκου, γλυκέ μου φίλε, μή, Πάτροκλε, μοῦ χολωθῆς, αὐτοῦ στὸν
Ἅδη ἂν μάθης ποὺ ἔλυσα τὸν Ἕκτορα τοῦ γέροντος πατρός του, ἐπειδὴ λύτρα ὄχι κακὰ μοῦ ἔδωσε καὶ ἀπ’ ὅλα
ὅ,τι σοῦ πρέπει ἀγαπητέ, θὰ σοῦ χαρίσω μέρος». Καὶ στὴν σκηνὴν ἐγύρισε ὁ ἰσόθεος Πηλείδης καὶ στὸ θρονί
του ἐκάθισε πρὸς τὸν ἀντίκρυ τοῖχον κι ἔλεγε πρὸς τὸν Πρίαμον: «Ὦ γέρε, ὡς ἐποθοῦσες ὁ υἱός σου τώρα
ἐλύθηκε καὶ κείτεται στὴν κλίνην˙ καὶ τὸ πρωὶ θὰ τὸν ἰδῆς, μαζί σου νὰ τὸν πάρης. {{r|600}} Καὶ τώρα νὰ
δειπνήσωμεν, ὦ γέρε, ἂς στοχασθοῦμε· ὅτι δὲν ἐλησμόνησε μήτε ἡ λαμπρὴ Νιόβη τροφὴν νὰ πάρ’ ἡ δύστυχη σ’
ἐκείνην τὴν ἡμέραν ποὺ εἶδε δώδεκα παιδιὰ στὸ σπίτι πεθαμένα ἕξι ἀνδρειωμέν’ ἀγόρια της καὶ ἕξι
θυγατέρες˙ τ’ ἀγόρια ὁ Φοῖβος φόνευσε μὲ τ’ ἀργυρό του τόξο, τὲς κόρες πάλ’ ἡ Ἄρτεμις ἀπὸ χολὴν ποὺ
ἐπῆραν, ὅτι μὲ τὴν καλὴν Λητὼ ἰσώνετο ἡ Νιόβη, πὼς αὐτὴ γέννησε πολλὰ κι ἐκείνη δύο μόνον. Καὶ ὅμως οἱ
δύο τοὺς πολλοὺς ἀφάνισαν, κι ἐννέα {{r|610}} στὸ αἷμα ἡμέρες ἔμειναν, καὶ ἄνθρωπος νὰ τοὺς θάψη δὲν
ἦταν, ὅτι τοὺς λαοὺς ἐλίθωσεν ὁ Δίας. Κι οἱ ἐπουράνιοι θεοὶ τοὺς δέκα τοὺς ἐθάψαν ἀλλὰ στὰ δάκρυ’ ἀπόκαμε
κι ἐκείνη κι ἐνθυμήθη τροφὴν νὰ πάρ’ ἡ δύστυχη· καὶ τώρα στοῦ Σιπύλου τὰ ἔρμα ὄρη τ’ ἄγρια κεῖ ποὺ
ἡσυχάζουν νύμφες ἀπὸ χοροὺς ποὺ ἔστησαν στὲς ἄκρες τοῦ Ἀχελώου, τὸν πόνον πόχει ἀπ’ τοὺς θεοὺς καὶ
πέτρα ὡς εἶναι τρέφει. Καί, ὦ θεῖε γέρε, τὴν τροφὴν κι ἐμεῖς ἂς θυμηθοῦμε. Θὰ κλαίγης εἰς τὴν Ἴλιον τὸ
ἀγαπητὸ παιδί σου {{r|620}} κατόπιν· ὅτι δάκρυα πολλὰ θὰ σοῦ γεννήση». Εἶπε, σηκώθη κι ἔσφαξεν ἀρνὶ
λευκὸ σὰν χιόνι, τὸ γδάραν τὸ συγύρισαν οἱ σύντροφοί του ὡς πρέπει, μὲ τέχνην τὸ ἐλιάνισαν, τὸ πέρασαν στὲς
σοῦβλες καὶ ὄμορφα ἀφοῦ τό ’ψησαν ἀπ’ τὴν φωτιὰ τὸ σύραν˙ καὶ στὸ τραπέζι ἐμέραζε τὸν ἄρτον ὁ
Αὐτομέδων, μέσα στὰ ὡραῖα κάνιστρα, τὰ κρέατα ὁ Πηλείδης· καὶ ἅπλωσαν ὅλοι στὰ καλὰ φαγιὰ ποὺ ἐμπρός
τους εἶχαν. Καὶ ἀφοῦ ἐφάγαν κι ἔπιαν ὅσο ἤθελε ἡ ψυχή τους, ὁ Πρίαμος ἐθαύμαζεν ἐκεῖ τοῦ Ἀχιλλέα
{{r|630}} τὴν πλάση καὶ τ’ ἀνάστημα ποὺ ὡσὰν θεοῦ φαντάζαν. Καὶ τοῦ Πριάμου τὴν εἰδὴ τὴν ἀγαθὴν
κοιτώντας καὶ τὴν λαλιά του ἀκούοντας ἐθαύμαζε ὁ Πηλείδης. Καὶ ἀφοῦ ν’ ἀντικοιτάζωνται εὐφράνθησαν καὶ
οἱ δύο πρῶτος ὁ θεῖος Πρίαμος πρὸς τὸν Πηλείδην εἶπε: «Βάλε με, ὦ θρέμμα τοῦ Διός, ἀμέσως νὰ πλαγιάσω
καὶ τὴν γλυκιὰν ἀνάπαυσιν εἶν’ ὥρα νὰ χαροῦμε· καὶ μάτι ἐγὼ δὲν ἔκλεισα, Πηλείδη, ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ
ἀπέθανε ἀπ’ τὰ χέρια σου τὸ ἀγαπητὸ παιδί μου, ἀλλὰ στενάζω πάντοτε, τὴν λύπην δὲν χορταίνω {{r|640}}
ἡμέρα νύκτα στῆς αὐλῆς τὴν λάσπην κυλισμένος· χαψιὰ ψωμί, ρουφιὰ κρασὶ δὲν εἶχα βάλ’ εἰς τοῦτο τὸ στόμα,
ὥσπου μ’ ἔκαμες μαζί σου νὰ δειπνήσω». Καὶ στοὺς συντρόφους ὁ Ἀχιλλεὺς τότ’ εἶπε καὶ στοὺς δούλους
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ω 167
κάτωθε ἀπὸ τὴν αἴθουσαν κρεβάτια νὰ τοὺς στρώσουν μὲ πορφυρὰ παπλώματα καὶ τάπητες ἐπάνω, καὶ μὲ
χλαμύδες χνουδωτὲς νὰ σκεπασθοῦν μ’ ἐκεῖνες. Καὶ οἱ δοῦλες ἀπ’ τὸ μέγαρον ἐβγῆκαν μὲ λαμπάδες καὶ
γρήγορα καὶ ὄμορφα τοὺς ἔστρωναν δυὸ κλίνες˙ καὶ ἀκρογελώντας ὁ Ἀχιλλεὺς τότ’ εἶπε τοῦ Πριάμου:
{{r|650}} «Ἔξω θὰ πᾶς νὰ κοιμηθῆς, ἀγαπητέ μου γέρε, τῶν βουληφόρων Ἀχαιῶν μή κάποιος ξάφνου φθάση
ὡς συνηθοῦν νὰ ἔρχωνται γιὰ νὰ συμβουλευθοῦμε˙ καὶ ἂν κάποιος ἀπ’ αὐτοὺς σὲ ἰδῆ, μέσα στὴν μαύρην νύκτα
μὴ δώση εὐθὺς τὴν εἴδησιν στὸν ἀρχηγὸν Ἀτρείδην καὶ τοῦ νεκροῦ τὴν λύτρωσιν μὴ τύχη ν’ ἀντισκόψη· εἰπέ
μου τώρα φανερά, πόσες ἡμέρες θέλεις νὰ θάψης τὸν λαμπρόν σου υἱόν, καὶ τόσες θὰ ἡσυχάζω ἀπὸ τὸν
πόλεμον ἐγὼ καὶ θὰ κρατῶ τὰ πλήθη». Καὶ ἀπάντησεν ὁ Πρίαμος: «Πηλείδη, ἀφοῦ τὸ στέργεις {{r|660}} νὰ
κάμ’ ὡς πρέπει τὴν ταφὴν εἰς τὸν λαμπρὸν υἱόν μου, αὐτὴν τὴν χάριν κάμε μου· γνωρίζεις ὁποὺ οἱ Τρῶες
κλειστοί ’ναι καὶ περίφοβοι στὴν πόλιν, καὶ θὰ φέρνουν πέρ’ ἀπὸ δάσος μακρινὸ τοῦ ἐνταφιασμοῦ τὰ ξύλα·
ἐννέα ἡμέρες θέλομε στὸ σπίτι νὰ τὸν κλαῖμε στὲς δέκα θὰ γινῆ ἡ ταφὴ καὶ νεκρικὸ τραπέζι˙ στὲς ἕνδεκα θὰ
ὑψώσωμεν ἐπάνω του τὸν τάφον, στὲς δώδεκα ὁ πόλεμος θ’ ἀρχίση ἂν εἶναι ἀνάγκη». Καὶ πρὸς αὐτὸν ὁ
Ἀχιλλεὺς ἀντεῖπε ὁ φτεροπόδης: «Θὰ γίνουν, γέρε Πρίαμε, καὶ τοῦτα ὅπως τὰ λέγεις· {{r|670}} τὸν πόλεμον,
ὅσον καιρὸν ἠθέλησες θὰ παύσω». Αὐτά ’πε καὶ τοῦ ἔπιασε τὴν δεξιὰν παλάμην ἀπ’ τὸν ἁρμόν, ὅτ’ ἤθελε νὰ μὴ
φοβῆται ὁ γέρος. Καὶ ἔξω αὐτοῦ στὸν πρόδρομον ἐπλάγιασαν ἐκεῖνοι ὁ κήρυξ καὶ ὁ Πρίαμος, ἄνδρες κι οἱ δυὸ
μὲ γνώση. Καὶ μὲς στὰ βάθη τῆς σκηνῆς κοιμήθηκε ὁ Πηλείδης κι εἶχε καλήν του ὁμόκλινην τὴν κόρην τοῦ
Βρισέως. Θεοὶ καὶ ἄνθρωποι γλυκὰ στὸν ὕπνον βυθισμένοι ὁλονυκτὶς ἡσύχαζαν˙ ὁ ἀγαθοδότης μόνον Ἑρμῆς
μάτι δὲν ἔκλειε, στὸν νοῦν του μεριμνώντας {{r|680}} δρόμον ν’ ἀνοίξη ἀκίνδυνον τοὺ γέροντος Πριάμου,
χωρὶς νὰ ἰδοῦν οἱ θυρωροί, νὰ φύγη ἀπὸ τὲς πρύμνες˙ στὴν κεφαλήν του ἐστήθηκεν ἐπάνω καὶ τοῦ εἶπε: «Ὦ
γέρε, πόσο ἀμέριμνα στὴν μέση τῶν ἐχθρῶν σου κοιμᾶσαι ἀφοῦ σ’ ἐθάρρεψε τὸ ἔλεος τοῦ Ἀχιλλέως. Μ’ ἄπειρα
λύτρα ἐλύτρωσες τὸ ποθητὸ παιδί σου˙ ἀλλὰ γιὰ σένα ζωντανὸν καὶ τρίδιπλα θὰ δίδαν τὰ τέκνα ὁποὺ σοῦ
ἔμειναν, ἐὰν ὁ Ἀγαμέμνων καὶ ὅλ’ οἱ ἄλλοι Ἀχαιοὶ πὼς εἶσ’ ἐδῶ γνωρίσουν». Φοβήθηκε κι ἐσήκωσεν ὁ γέρος
τὸν Ἰδαῖον. {{r|690}} Κι ἔζεψ’ ὁ Ἑρμῆς τὲς ἅμαξες κι ἐκεῖνος ὁδηγοῦσε εἰς τὸν στρατὸν ἀνάμεσα, χωρὶς νὰ ἰδῆ
κανένας. Καὶ ὅταν στὸν Ξάνθον ἔφθασαν, διογέννητο ποτάμι, ὁ Ἑρμῆς ὀπίσω ἐγύρισε στὲς κορυφὲς τοῦ
Ὀλύμπου, καὶ ἡ χρυσόπεπλη Ἠὼς τὴν γῆν ἐφώτιζ’ ὅλην, κι ἐκεῖνοι μὲ τὸ λείψανο ποὺ ἐφέρναν τὰ μουλάρια μὲ
δάκρυα, μὲ ξεφωνητὰ τραβοῦσαν πρὸς τὴν πόλιν καὶ δὲν τοὺς νόησε κανεὶς παρὰ ἡ Κασσάνδρα μόνη, ἡ κόρη
ὁποὺ τῆς χρυσῆς ὁμοίαζε Ἀφροδίτης. Εἶχε ἀνεβῆ στὴν Πέργαμον κι ἐκεῖθ’ εἶδε στ’ ἁμάξι {{r|700}} τὸν ποθητὸν
πατέρα της μαζὶ μὲ τὸν Ἰδαῖον, καὶ ὡς εἶδε τὸν κειτάμενον στὸ νεκρικό του στρῶμα μὲς στ’ ἄλλο ἁμάξι,
ἔσκουζεν ἡ κόρη καὶ στὴν πόλιν ἔβαλε τὸ ξεφωνητό: «Ὦ Τρώισσες, ὦ Τρῶες, κοιτᾶτ’ ἐκεῖ τὸν Ἕκτορα ποὺ
ἄλλοτε ἀπ’ τὴν μάχην νὰ σᾶς γυρίζη ζωντανὸς εὐφραίνετο ἡ καρδιά σας ὁποὺ τὸν εἶχεν ὁ λαὸς χαρὰ κι ἐλπίδα
μόνην». Τότε ψυχὴ δὲν ἔμεινε στὴν πόλιν, μήτε ἄνδρας, μήτε γυναίκα ὅτι σφοδρὸς τοὺς συνεπῆρε ὁ πόνος· καὶ
τὸν νεκρὸν προϋπάντησαν ἐκεῖ σιμὰ στὴν πόλιν· {{r|710}} πρώτη ἡ γυνή του ἐχύθηκε στ’ ἁμάξι καὶ ἡ μητέρα
τὴν κεφαλὴν τοῦ ἀγκάλιαζαν, ἐκλαῖαν, ἐμαδιόνταν, καὶ ὁ λαὸς ἀκίνητος ὁλόγυρα ἐθρηνοῦσε. Καὶ ὁ ἥλιος θὰ
ἐβασίλευε καὶ ἀκόμη αὐτὸν θὰ κλαῖαν τὸν πεθαμένον Ἕκτορα ἐκεῖ ἐμπρὸς στὲς πύλες, ἂν ἀπ’ τ’ ἁμάξι ὁ
γέροντας δὲν ἔλεγε στὰ πλήθη: «Τόπον στὲς μοῦλες κάμετε· κατόπι ἀφοῦ στὸ σπίτι τὸν φέρω, ξεθυμαίνετε τὸν
πόνον τῆς ψυχῆς σας». Καὶ ὡς εἶπ’ ἐκεῖνοι ἐχώρισαν τ’ ἁμάξι νὰ περάση· καὶ ἀφοῦ στὰ ὡραῖα δώματα τὸ
λείψανο ἀνεβάσαν {{r|720}} στὴν κλίνην τὸν ἀπόθεσαν, κι ἐκάθισαν στὸ πλάγι τοὺς θρηνωδούς, τὸ θλιβερὸ
τραγούδι ν’ ἀρχινήσουν. Καὶ ἀντιφωνοῦσαν κλαίοντας στὸν θρῆνον οἱ γυναῖκες. Καὶ ἡ λευκοχέρ’ ἀρχίνησε τὸν
θρῆνον Ἀνδρομάχη στὴν κεφαλὴν τοῦ Ἕκτορος, ἁπλώνοντας τὰ χέρια: «Ἄνδρα μου, νέος πέθανες, κι ἐμέν’
ἀφήνεις χήραν στὸ σπίτι μὲ τὸ τρυφερὸ παιδὶ ποὺ ἐμεῖς οἱ δύο οἱ ἄμοιροι ἐγεννήσαμεν· καὶ δὲν θὰ μεγαλώση
ὀιμένα, ὅτι γρήγορα τούτη θὰ πέσ’ ἡ πόλις τώρα ποὺ ἐσὺ ἐχάθηκες, ὁ στύλος της, ἡ ἀσπίδα, {{r|730}} ποὺ τὰ
παιδιά της ἔσωζες καὶ τὲς σεμνὲς μητέρες, ποὺ γρήγορα στὰ πλοῖα τους θενὰ μᾶς ρίξουν ὅλες καὶ σὺ μαζί μου,
τέκνον μου, θὰ εἶσαι νὰ δουλεύης μὲ κόπον σ’ ἔργα οὐτιδανὰ καταδυναστεμένος κάτω ἀπὸ κύριον σκληρόν, ἂν
πρῶτα δὲν σὲ ρίξη ἀπὸ τοῦ πύργου τὴν κορφὴν νὰ κακοθανατίσης κανεὶς ὁποὺ τοῦ φόνευσεν ὁ Ἕκτωρ τὸν
πατέρα, τὸν ἀδελφὸν ἢ τὸ παιδί, διότι ἀπὸ τὸ χέρι ἐκείνου πλῆθος Ἀχαιῶν ἐδάγκασαν τὸ χῶμα. Ὅτι ὁ πατέρας
σου ἁπαλὸς στὸν πόλεμον δὲν ἦταν· {{r|740}} γιὰ τοῦτο σήμερα ὁ λαὸς ὁλόκληρος τὸν κλαίει, καὶ λύπη θά ’σαι
ἀμίλητη, ὦ Ἕκτορ, στοὺς γονεῖς σου, μόν’ ἄλλος εἶναι ὁ πόνος μου˙ στὴν κλίνην σου, ὦ γλυκέ μου, δὲν
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ω 168
πέθανες, τὸ χέρι σου στὸ χέρι μου ν’ ἁπλώσης, καὶ κάποιον λόγον φρόνιμον νὰ βάλης στὴν καρδιά μου ἡμέρα
νύκτα μὲς στὸν νοῦ νὰ τό ’χω καὶ νὰ κλαίω». Καὶ μὲ τὸν θρῆνον πόκαμνε στενάζαν οἱ γυναῖκες καὶ ἀνάμεσόν
τους ἄρχισε κι ἡ Ἑκάβη νὰ θρηνήση: «Ἕκτορ, ὦ τὸ ἀκριβότερο ἀπ’ ὅλα τὰ παιδιά μου, καὶ ὅταν μοῦ ἐζοῦσες,
οἱ θεοί, γλυκέ μου, σ’ ἀγαποῦσαν {{r|750}} καὶ τώρα μὲς στὸν θάνατον ἀκόμη σὲ λυποῦνται. Τ’ ἄλλα παιδιά
μου, ὅσά ’πιανεν ὁ γρήγορος Πηλείδης ἀπόπερ’ ἀπ’ τὴν θάλασσαν στὰ ξένα τὰ ἐπουλοῦσε στὴν Λῆμνον τὴν
σκοταδερή, στὴν Σάμον καὶ στὴν Ἴμβρον· καὶ σὺ ἀφοῦ σ’ ἐνέκρωσεν ἡ λόγχη του καὶ γύρω τοῦ φίλου ὁποὺ τοῦ
ἐφόνευσες τὸν τάφον σ’ ἔχει σύρει, καὶ ὅμως μὲ αὐτὸ δὲν ἔκαμε τὸν φίλον ν’ ἀναζήση, ἐμπρός μου τώρα
δροσερὸς καὶ ἀνέγγιχτος στὸ σπίτι κείτεσαι, ὡσὰν τὸν ἄνθρωπον ποὺ τὴν ψυχὴν τοῦ ἐπῆρε ὁ Φοῖβος ὁ
ἀργυρότοξος μὲ τ’ ἄλυπά του βέλη». {{r|760}} Καὶ ἡ κλάψα της ἐσήκωσε γύρω ὀδυρμὸν καὶ θρήνους. Καὶ τρίτ’
ἡ Ἑλένη ἄρχισε τὸν θρῆνον της κι ἐκείνη: «Ὦ Ἕκτορ μου, ὁ ἀκριβότερος τῶν ἀδελφῶν τοῦ ἀνδρός μου, κι εἶν’
ἄνδρας μου ὁ θεόμορφος Ἀλέξανδρος ποὺ ἐμένα ἐδῶ στὴν Τροίαν ἔφερε˙ νά’χα πεθάνει πρῶτα. Χρόνοι
ἐπεράσαν εἴκοσιν ἀφ’ ὅτου ἐκεῖθεν ἦλθα καὶ ἄφησα τὴν πατρίδα μου· καὶ ἀπ’ τὰ δικά σου χείλη λόγον ποτὲ
δὲν ἄκουσα κακὸν νὰ μὲ πικράνη. Καὶ ἂν κάποιος ἀπ’ τοὺς ἀδελφοὺς ἢ ἀπὸ τὲς ἀδελφές σου ἢ ἀπὸ τὲς
συννυφάδες μου μὲ ἀπόπαιρνεν ἢ ἀκόμη {{r|770}} ἡ πεθερά μου - ὁ πενθερὸς μὲ ἀγάπα ὡσὰν πατέρας - σὺ
μόνος τὸν ἡμέρωνες μὲ λόγια μελωμένα μὲ τὴν ἀγαθοσύνην σου· γιὰ τοῦτο σένα κλαίω καὶ ἀντάμα ἐμὲ τὴν
ἄμοιρην καὶ σχίζεται ἡ καρδιά μου. Ὅτι κανεὶς δὲν μόμεινεν εἰς ὅλην τὴν Τρωάδα νὰ εἶναι φίλος τῆς καρδιᾶς
καὶ μ’ ἀποστρέφοντ’ ὅλοι». Καὶ ὡς ἔκλαιε τριγύρω της ἐστέναζαν τὰ πλήθη. Καὶ τότε ὁ γέρος Πρίαμος
ἐπρόσταξε στὰ πλήθη: «Στὴν πόλιν, Τρῶες, φέρετε τὰ ξύλα, μὴ φοβεῖσθε καρτέρι ἀπὸ τοὺς Ἀχαιούς· μοῦ ἔταξε
ὁ Πηλείδης {{r|780}} ὅταν ἀπὸ τὲς πρύμνες του αὐτὸς μ’ ἐπροβοδοῦσε, πρὶν φέξ’ ἡ δωδεκάτη αὐγὴ νὰ μὴ μᾶς
πολεμήση». Καὶ αὐτοὶ τὲς μοῦλες ἔζεψαν στ’ ἁμάξια καὶ τοὺς ταύρους καὶ μὲ σπουδὴν συνάχθηκαν ἐμπρὸς
στὴν πόλιν ὅλοι κι ἐννιὰ ἡμέρες ἔφερναν ἀπὸ τὸ δάσος ξύλα· καὶ ἅμα ἡ δεκάτη ἐφάνη αὐγὴ τὸν κόσμον νὰ
φωτίση τότ’ ἔβγαλαν τὸν Ἕκτορα καὶ κλαίοντας τὸν θέσαν εἰς τῆς πυρᾶς τὴν κορυφήν, κατόπι τὴν ἀνάψαν.
Καὶ ἅμα ἡ ροδοδάκτυλη Ἠὼς στὸν κόσμο ἐφάνη, εἰς τὴν πυρὰν ὁλόγυρα τοῦ Ἕκτορος τοῦ ἀνδρείου {{r|790}}
ὅλος συνάχθηκε ὁ λαὸς κι ἄφθονο πρῶτα ἐχύσαν κρασὶ μὲς στὴν πυρκαϊὰ καὶ τὴν ἐσβῆσαν ὅλην ὡς κεῖ ποὺ
ἐβόσκησε ἡ φωτιά, κι οἱ αὐτάδελφοι καὶ οἱ φίλοι κατόπιν ὅλα ἐσύναξαν τὰ ἄσπρα κόκαλά του, κι ἔτρεχαν
δάκρυα θερμὰ ἀπὸ τὰ μάγουλά τους. Καὶ μέσα εἰς χρυσὴν λάρνακα τὰ ἔθεσαν κατόπι μὲ πορφυρὰ καὶ μαλακὰ
σεντόνια τυλιγμένα· κατόπι τὰ ἐκατέβασαν μὲς στὸ βαθὺ κιβούρι κι ἐπάνω ἐστοίβασαν πυκνὰ λιθάρια καὶ
μεγάλα καὶ ἀφοῦ τάφον ἐσήκωσαν μὲ χώματα ἐκαθόνταν {{r|800}} φύλακες ἀπ’ τοὺς Ἀχαιοὺς τὸ μνῆμα νὰ
φρουρήσουν. Καὶ ἀφοῦ τὸ μνῆμα ἑτοίμασαν, συναθροισθῆκαν ὅλοι μὲ τάξιν καὶ ἐκάθησαν στὸ θαυμαστὸ
τραπέζι μέσα στὰ ὑψηλὰ δώματα τοῦ σεβαστοῦ Πριάμου. Αὐτὸς τοῦ ἀνδρείου Ἕκτορος ὁ ἐνταφιασμὸς ἐγίνη.
Πηγές άρθρων και Συνεισφέροντες 169
Άδεια
Creative Commons Attribution-Share Alike 3.0
//[Link]/licenses/by-sa/3.0/