
Πληθυσμοί Και Οικισμοί Του Ελληνικού Χώρου Ιστορικά Μελετήματα
Πληθυσμοί Και Οικισμοί Του Ελληνικού Χώρου Ιστορικά Μελετήματα
Πληθυσμοί Και Οικισμοί Του Ελληνικού Χώρου Ιστορικά Μελετήματα
τετράδια εργασίας 18
Αδήνα 2003
Εικόνα εξωφύλλου: Η Πορταρια του Πηλίου το
1801. Λεπτομέρεια από χαρακτικό του Simone
Pomardi, βασισμένο σε σκίτσο του Edward
Dodwell, Views in Greece, Λονδίνο 1821.
ΠΛΗΘΥΣΜΟΙ ΚΑΙ ΟΙΚΙΣΜΟΙ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ
Ιστορικά Μελετήματα
ΚΕΝΤΡΟ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ
ΕΘΝΙΚΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ ΕΡΕΥΝΩΝ
τετράδια εργασίας 18
Ιστορικά Μελετήματα
Αοήνα 2003
Στον ανά χείρας τόμο περιλαμβάνεται μια σειρά μελετημάτων που εκπονήθη-
καν μεταξύ των ετών 1992-1999, από παλαιούς και νεότερους συνεργάτες του
Ερευνητικού Προγράμματος «Ιστορική έρευνα των οικισμών της Ελλάδας (15ος-
20ός αι.)», -για τη δημοσίευση των οποίων είχε μάλιστα δεσμευδεί εκ των προτέ
ρων ο αριθμός τεύχους 18 των Τετραδίων Εργασίας του Κέντρου Νεοελληνικών
Ερευνών. Λόγω ποικίλων αιτίων και αφορμών, τα μελετήματα αυτά δεν δημοσιεύ-
δηκαν στην ώρα τους, κρίδηκε ωστόσο σκόπιμο να συμπεριληφθούν στην παρού
σα έκδοση έστω και καθυστερημένα, καθώς αντικατοπτρίζουν σε μεγάλο βαθμό την
πορεία του προβληματισμού που αναπτύχθηκε εντός του Προγράμματος καθ' όλο
αυτό το διάστημα, αλλά και το θεματικό εύρος των αντικειμένων των οποίων επι
χειρείται η διαπραγμάτευση, ώστε να προκαλέσουν το ενδιαφέρον αλλά και να
υποστούν τον έλεγχο της ευρύτερης επιστημονικής κοινότητας.
Λ.Κ.
9
ΛΕΩΝΊΔΑΣ Φ. ΚΑΛΛΙΒΡΕΤΑΚΗΣ
10
ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΆ ΖΗΤΟΎΜΕΝΑ ΚΑΙ ΠΡΟΒΛΉΜΑΤΑ ΤΩΝ ΠΗΓΟΝ
του Αιγαίου (13 ος-19ος αι.), υπό έκδοση ΚΝΕ/ΕΙΕ, Ασήνα 2000, 205 σ.
4. Βλ. ενδεικτικά Λεωνίδας Καλλιβρετάκης, «Το ε8νοπολιτισμικό φαινόμενο στην
εποχή μας», Εδνική Συνείδηση και Ιστορική Παιδεία, Πανελλήνια Ένωση Φιλολόγων,
Ασήνα 1994, σ. 38-52· « Η εγκατάσταση των προσφύγων στο Νομό Φλωρίνης», π. Εται
ρία 17-18/1994, σ. 16-20- «Η ελληνική κοινότητα της Αλβανίας υπό το πρίσμα της ιστο
ρικής γεωγραφίας και δημογραφίας», Ο Ελληνισμός της Αλβανίας, Πανεπιστήμιο Αση-
νών-Εκδόσεις Σιδερής, Ασήνα 1995, σ. 25-58.
5. Βλ. ενδεικτικά Βασίλης Παναγιωτόπουλος, «La culture du mûrier d a n s les pays
grecs», Cultural and Commercial Exchanges between the Orient and the Greek
world, Ασήνα 1991, σ. 31-35" «Οι απαρχές της πυριτιδοποιίας στη Δημητσάνα», π. Τα
Ιστορικά 16/1992, σ. 3-22· « Ο οικονομικός χώρος των Ελλήνων στα χρόνια της ο8ωμα-
νικής κυριαρχίας», π. Επιλογή-Ετήσιο Αφιέρωμα, 1993, σ. 379-389· Δημήτρης Δημη-
τρόπουλος, Η Μύκονος τον 17ο αιώνα. Γαιοκτητικές σχέσεις και οικονομικές συναλλα
γές, έκδοση ΚΝΕ/ΕΙΕ, 540 σ.· «Ελαιοτριβεία, μύλοι, φούρνοι, εκκλησίες στο νησιωτι
κό χώρο τον 17ο αιώνα. Το ζήτημα της συνιδιοκτησίας με βάση το παράδειγμα της
Μυκόνου», π. Μνήμων, 16/1994, σ. 37-70.
Στο πλαίσιο εξάλλου των διαδοχικών συγχρηματοδοτούμενων Ερευνητικών Έργων
«Ξέστρον-Παραδοσιακές τεχνικές και επαγγέλματα», «Καταγραφή παραδοσιακών
χειροτεχνικών επιχειρήσεων και εργαστηρίων» και «Παραδοσιακοί τεχνίτες και επαγ
γέλματα του ξύλου», με κύριο συντελεστή την εξωτερική συνεργάτρια του Προγράμ
ματος Ευδοκία Ολυμπίτου, πραγματοποιήθηκαν ευρείες και συστηματικές αρχειακές,
βιβλιογραφικές και επιτόπιες έρευνες· συγκροτήθηκε επίσης μια σημαντική τράπεζα
πληροφοριών που αφορά τα υλικά παράγωγα του παραδοσιακού τεχνικού πολιτισμού,
κυρίως στο χώρο του Αιγαίου, τις τεχνικές και τις μεσόδους που χρησιμοποιήθηκαν
κατά τους τελευταίους αιώνες και τις επαγγελματικές εξειδικεύσεις που συνδέονται με
αυτές, ενώ παράλληλα έγινε καταγραφή παραδοσιακών χειροτεχνικών εργαστηρίων και
δημιουργήθηκε ένα σημαντικό φωτογραφικό αρχείο. Από την έρευνα προέκυψαν ορι
σμένες διαπιστώσεις σχετικά με τη φυσιογνωμία των παραδοσιακών επαγγελμάτων και
11
ΛΕΩΝΙΔΑΣ Φ. ΚΑΛΛΙΒΡΕΤΑΚΗΣ
των φορέων τους, η οποία 8α αποτελέσει τη βάση για περαιτέρω μελέτες και έρευνες*
βλ. ενδεικτικά Ευδοκία Ολυμπίτου, «Παραδοσιακή Τεχνολογία και Επαγγέλματα»,
Δημόσιος και Ιδιωτικός Βίος στην Ελλάδα II: Οι νεώτεροι χρόνοι, Ελληνικό Ανοικτό
Πανεπιστήμιο, Ασήνα 2002, 120 σ.
6. Βλ. ενδεικτικά Βασίλης Παναγιωτόπουλος, « Β οστίτσα-Γαστούνη: Δύο ανταγω
νιστικά πρότυπα αγροτικής ανάπτυξης τον 18ο αιώνα», Αμητός-Αφιέρωμα στο Φώτη
Αποστολόπουλο, Ασήνα 1984, σ. 359-375.
7. Ενδεικτικά, στο πλαίσιο του Ερευνητικού Έργου «Αιγαίο: Ιστορική μελέτη των
οικισμών και η αρχιτεκτονική της κατοικίας», που εκτελέστηκε από το Πρόγραμμα μας
σε συνεργασία με το Ε.Μ.Π. επιχειρήδηκε η αναζήτηση, συγκέντρωση, ταξινόμηση και
αναλυτική συγκριτική εξέταση ιστορικών και αρχιτεκτονικών πληροφοριών για τις
Νήσους του Αιγαίου Πελάγους, με αποτέλεσμα τη συγκρότηση μιας σειράς αρχείων
(αρχιτεκτονικών σχεδίων, ιστορικής και αρχιτεκτονικής βιβλιογραφίας, ονοματολογίας,
χαρτών και αεροφωτογραφιών)· βλ. ενδεικτικά Δημήτρης Δημητρόπουλος, «Το δικαίω
μα της προτίμησης στα νησιά του Αιγαίου: επιπτώσεις και προσαρμογές κατά τη διάρ
κεια της οδωμανικής περιόδου», π. Τα Ιστορικά, 33/2000, σ. 205-228* «Δόμηση και
κοινοτική παρέμβαση στα νησιά του Αιγαίου, 17ος-αρχές 19ου αιώνα», π. Μνήμων,
23/2001, σ. 37-65.
Επιπλέον, στο πλαίσιο του Ερευνητικού Έργου «Ασήνα: Ιστορικό Μητρώο Κτιρίων
(1830-1940)» πραγματοποιήθηκε συστηματική αρχειακή, βιβλιογραφική και επιτόπια
έρευνα, η οποία ανέδειξε με τρόπο δραματικό το πρόβλημα των βασικών πηγών για την
ιστορία της Αθήνας, και συγκροτήθηκαν αρχεία επαγγελματικών χρήσεων, πολεοδομίας,
υποδηκοφυλακείου, διατηρητέων κτιρίων, εικόνων και αεροφωτογραφιών, ενώ παράλλη
λα σχεδιάστηκε μια υποδειγματική ηλεκτρονική εφαρμογή, ως συνδετική έκσεση των
επιμέρους θεματικών βάσεων δεδομένων* βλ. ενδεικτικά Λεωνίδας Καλλιβρετάκης, «Η
Ασήνα του 19ου αιώνα: από επαρχιακή πόλη της Οδωμανικής αυτοκρατορίας, πρωτεύ
ουσα του Ελληνικού βασιλείου», Αρχαιολογία της πόλης των Αδηνών, Εσνικό Ίδρυμα
Ερευνών, Αδήνα 1996, σ. 173-196.
Ξεχωριστό παράδειγμα στον τομέα αυτό αποτελεί το φιλοξενούμενο στο πλαίσιο του
Προγράμματος Ερευνητικό Έργο «Μάνη: Κοινωνία, οικισμένος χώρος, πολιτιστικές δρά
σεις», το οποίο μελετά ακριβώς την οικιστική και αρχιτεκτονική εξέλιξη, την οικογενεια
κή συγκρότηση και την γενικότερη ιστορία της περιοχής της Μάνης. Το έργο αυτό είναι
απολύτως αυτοτελές σε ό,τι αφορά τον επιστημονικό του προγραμματισμό και βασίζεται
αποκλειστικά σε εξωτερικές χρηματοδοτήσεις* βλ. ενδεικτικά Γιάννης Σαΐτας, «Οχυρές
12
ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΆ ΖΗΤΟΎΜΕΝΑ ΚΑΙ ΠΡΟΒΛΉΜΑΤΑ ΤΩΝ ΠΗΓΏΝ
13
ΛΕΩΝΊΔΑΣ Φ. ΚΑΛΛΙΒΡΕΤΑΚΗΣ
14
ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΆ ΖΗΤΟΎΜΕΝΑ ΚΑΙ ΠΡΟΒΛΉΜΑΤΑ ΤΩΝ ΠΗΓΏΝ
15
ΛΕΩΝΙΔΑΣ Φ. ΚΑΛΛΙΒΡΕΤΑΚΗΣ
12. Βλ. ενδεικτικά Κ. Σπανός, «Τα χωριά της Καλαμπάκας στα 1754 στο κατάστι
χο 225 της Μονής Βαρλαάμ», π. Θεσσαλικό Ημερολόγιο 10/1986, σ. 177-201 και «Η
ανέκδοτη Πρόδεση 291 της Μ. Βαρλαάμ (18ος αιώνας)», π. Θεσσαλικό Ημερολόγιο
17/1990, σ. 49-76* Μαρία Χριστίνα Χατξηϊωάννου, Η εξέλιξη των οικισμών στην κοιλά
δα του Αλιάκμονα κατά την Τουρκοκρατία.
13. Στο Ινστιτούτο μας διεξάγεται μια συστηματική έρευνα για τους περιηγητές, και
έχει συγκροτηθεί μια βάση δεδομένων που διαρκώς εμπλουτίζεται. Βλ. ενδεικτικά Ιόλη
Βιγγοπούλου & Ράνια Πολυκανδριώτη, «Περιηγητικά Κείμενα για τη Νοτιο-Ανατολική
Ευρώπη και την Ανατολική Μεσόγειο, 15ος-19ος αιώνας: Κατάλογος Συντομευμένων
Τίτλων», Τετράδια Εργασίας 17, ΚΝΕ/ΕΙΕ, Α8ήνα 1993, σ. 17-155. Για την, λιγότερο
γνωστή, ανατολικής προέλευσης περιηγητική παραγωγή, βλ. ενδεικτικά Μιχάλης
Κοκολάκης, «Ο Εβλιγιά Τσελεμπή στην Πρέβεζα και στην Αρτα», π. Σκουφάς 72-
73/1987, σ. 234-247 και «Ο Εβλιγιά Τσελεμπή στα Ιωάννινα», π. Σκουφάς 74-75/1991,
σ. 323-339.
16
ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΆ ΖΗΤΟΎΜΕΝΑ ΚΑΙ ΠΡΟΒΛΉΜΑΤΑ ΤΟΝ ΠΗΓΏΝ
14. Στο πλαίσιο του Προγράμματος μας φιλοξενείται τα τελευταία χρόνια μια ερευ
νητική εργασία του εξωτερικού συνεργάτη Χάρη Παπαγεωργίου, με αντικείμενο ακρι
βώς την απόπειρα εφαρμογής μεδόδων στατιστικής ανάλυσης στις ποσοτικές πληροφο
ρίες που εμπεριέχονται στις ποικίλες αυτές απογραφές προ του 1861, προκειμένου να
ελεγχθεί ο δασμός φερεγγυότητας τους. Η εργασία αυτή βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη,
με πιλοτική εφαρμογή στις Κυκλάδες.
17
ΛΕΩΝΊΔΑΣ Φ. ΚΑΛΛΙΒΡΕΤΑΚΗΣ
ΠΙΝΑΚΑΣ 1
Πηγή: Ερευνητικό Πρόγραμμα «Ιστορική μελέτη των οικισμών της Ελλάδας, 15ος-20ός αι.»
Κέντρου Νεοελληνικών Ερευνών Ε.Ι.Ε.
18
ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΆ ΖΗΤΟΎΜΕΝΑ ΚΑΙ ΠΡΟΒΛΉΜΑΤΑ ΤΩΝ ΠΗΓΏΝ
15. Αρχείο Ερευνητικού Προγράμματος «Ιστορική μελέτη των οικισμών της Ελλά
δας, 15ος-20ός αι.» Κέντρου Νεοελληνικών Ερευνών Ε.I.E.
19
ΛΕΩΝΊΔΑΣ Φ. ΚΑΛΛΙΒΡΕΤΑΚΗΣ
16. Πρόκειται για το φέουδο των Trimolai που μαρτυρείται ως Arulla το 1259 και
στη συνέχεια απογράφεται από τους Βενετούς ως Arulia το 1463, Arila το 1689 και
A r m i l a το 1700· 6λ. Λ. Καλλιβρετάκης, «L'évolution du peuplement (moyen âge et
temps modernes)», a. 228-229.
17. Μαρτυρείται επίσης ως Fustena το 1377, όταν έχει πλέον περάσει υπό των
έλεγχο των ιπποτών του Οσπιταλίου, και ως Fostena το 1402 και το 1689-1700· βλ. Λ.
Καλλιβρετάκης, ό.π., σ. 247-248.
18. Και το Πέρα Μετόχι με τη σειρά του 9α μετονομαστεί σε απλό Μετόχι το 1889*
βλ. ο'.π., σ. 238-239.
20
ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΆ ΖΗΤΟΎΜΕΝΑ ΚΑΙ ΠΡΟΒΛΉΜΑΤΑ ΤΩΝ ΠΗΓΏΝ
ΠΙΝΑΚΑΣ 2
1881 1961
Τσορμακλή Άγιοι Ανάργυροι
Χατσηλάρ Κραννών
Σουλέτς Κυπάρισσος
Καρατσόλ Αγία Παρασκευή
Μπουγλάρ Άγιος Γεώργιος
Κετσελή Ψυχικό
Γιατσιλάρ Δοξαρά
Σούμπασι Κιόϊ Χαρά
Τουρκομουσλή Φιλίκια
Μπουγιούκ Χαλίτς εγκαταλελειμμένο
Ταουσάνη Μαυροβοΰνιον
Χασάν Τατάρ Μεσορράχη
Χατξή Χαλάρ Ελευσεραί
Πηγή: Ερευνητικό Πρόγραμμα «Ιστορική μελέτη των οικισμών της Ελλάδας, 15ος-20ός αι.»
Κέντρου Νεοελληνικών Ερευνών Ε.Ι.Ε.
19. Πλην του γεγονότος ότι το Κετσελή/Ψυχικό και το Γιατσιλάρ/Δοξαρά είχαν ήδη
διπλή ονομασία το 1881" 6λ. Αρχείο Ερευνητικού Προγράμματος «Ιστορική μελέτη των
οικισμών της Ελλάδας, 15ος-20ός αι.» Κέντρου Νεοελληνικών Ερευνών Ε.Ι.Ε.
20. Οι επισήμως αναγνωρισμένοι οικισμοί της Ελλάδας ήταν 10.907 το 1951, 11.615
το 1961, 11.691 το 1971, 12.315 το 1981 και 12.817 το 1991· 6λ. Αρχείο Ερευνητικού Προ
γράμματος «Ιστορική μελέτη των οικισμών της Ελλάδας, 15ος-20ός αι.» Κέντρου Νεο
ελληνικών Ερευνών Ε.Ι.Ε.
21
ΛΕΩΝΊΔΑΣ Φ. ΚΑΛΛΙΒΡΕΤΑΚΗΣ
ΠΙΝΑΚΑΣ 3
Παρατηρήσεις: (ΐ) Οι αριθμοί δεν είναι οριστικοί, δεδομένου ότι αφορούν μόνο στις μετονομασίες
που εγκρίδηκαν με ΒΔ ή ΠΔ το οποίο δημοσιεύτηκε σε ΦΕΚ.
(2) Ο αριδμός που αναφέρεται στους οικισμούς της Θράκης είναι τελείως συμβατικός, κα8ώς οι
περισσότερες μετονομασίες που έγιναν εκεί δεν δημοσιεύτηκαν σε ΦΕΚ.
Πηγή: Ερευνητικό Πρόγραμμα «Ιστορική μελέτη των οικισμών της Ελλάδας, 15ος-20ός αι.»
Κέντρου Νεοελληνικών Ερευνών Ε.Ι.Ε.
21. Marie Le Mée-Orsetti & René Le Mée, Seine-et-Marne, Παρίσι 1988, σ. 93, 75-
77· Jean-Michel Gorry, Indre-et-Loire, Παρίσι 1985, σ. 86-87" François Casta, Corse,
Παρίσι 1993, σ. 46, 99. Πρόκειται για τόμους που εκδίδονται α π ό το C.N.R.S., στο πλαί-
22
ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΆ ΖΗΤΟΎΜΕΝΑ ΚΑΙ ΠΡΟΒΛΉΜΑΤΑ ΤΩΝ ΠΗΓΏΝ
23
ΛΕΩΝΊΔΑΣ Φ. ΚΑΛΛΙΒΡΕΤΑΚΗΣ
22. Αρχείο Ερευνητικού Προγράμματος «Ιστορική μελέτη των οικισμών της Ελλά
δας, 15ος-20ός αι.» Κέντρου Νεοελληνικών Ερευνών Ε.Ι.Ε.
24
Βασίλης Παναγιωτόπουλος
27
ΒΑΣΊΛΗΣ ΠΑΝΑΠΩΤΟΠΟΥΛΟΣ
28
Ο ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΌΣ ΧΏΡΟΣ ΤΩΝ ΕΛΛΉΝΩΝ
πώς μια εθνική εστία, που δα τους εξασφάλιζε, τόσο στο ευρωπαϊκό
όσο και στο οδωμανικό περιβάλλον την πολιτισμική τους ακεραιότητα
και την προσωπική τους ελευδερία, προωδήδηκαν προς την ελληνική
εδνική συνείδηση και προς το σχέδιο του ελληνικού εδνικού κράτους.
Σ' ένα κόσμο που άλλαξε, που σε ολόκληρη την Ευρώπη, Δυτική και
Κεντρική, πραγματοποιούσε ένα μεγάλο όραμα κοινωνικής και πολιτι
κής απελευθέρωσης, ο ελληνικός κόσμος διεκδικούσε ένα νόμιμο
δικαίωμα, την ελευδερία της οικονομικής του πράξης.
Στο εσωτερικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ο ελληνοχριστιανι
κός κόσμος ζει σε μια ιδιόμορφη, σχεδόν σχιζοφρενική σχέση. Ενώ από
το ένα μέρος διαθέτει μια αξιοπρόσεκτη σειρά από θεσμικές ελευθε
ρίες -θρησκευτική λατρεία, παιδεία, μορφές αυτοδιοίκησης κ.λπ.—οι
οποίες εύκολα θα μπορούσαν να οδηγήσουν και σε μορφές ελεύθερης
οικονομικής δράσης, από το άλλο είναι υποχρεωμένος, δεσμευμένος,
να μην υπερβαίνει το ρυθμό ανάπτυξης του κυριάρχου, δηλαδή του
οθωμανικού κράτους και της ισλαμικής κοινωνίας.
Τόσο το οθωμανικό κράτος όσο και η ισλαμική κοινωνία, στο πλαί
σιο της δικής τους εξω-οικονομικής λογικής, γνωρίζουν καλά ότι η
οικονομική ανάπτυξη των Ελλήνων-χριστιανών περιέχει την υπέρβαση
της συνθήκης υποταγής τους, και αυτό δεν μπορούσε να γίνει ούτε
ανώδυνα, ούτε τυχαία αποδεκτό.
Έτσι μια ανωτέρα βία, η βία του εξωγενούς κράτους, επικάθεται με
έναν ιδιαιτέρως επαχθή τρόπο πάνω στο σώμα των Ελλήνων-οικονομι-
κών υποκειμένων, που έρχεται να επιδεινώσει τους συνολικά δυσμενείς
όρους ζωής που επικρατούν στον ευρύτερο χώρο της Βαλκανικής και
της Ανατολικής Μεσογείου. Αυτή η έννοια του εξωγενούς κράτους δεν
πρέπει να περάσει απαρατήρητη διότι κρύβει μέσα της, αν όχι το ερμη
νευτικό νήμα της οικονομικής καθυστέρησης της Οθωμανικής Αυτο
κρατορίας στο σύνολο της, σίγουρα όμως κάποιες κλωστές που μπορεί
να βοηθήσουν στην καλύτερη κατανόηση αυτής της καθυστέρησης.
Η Θρησκευτική διχοτομία
29
ΒΑΣΊΛΗΣ ΠΑΝΑΠΩΤΟΠΟΥΛΟΣ
30
Ο ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΌΣ ΧΏΡΟΣ ΤΩΝ ΕΛΛΉΝΩΝ
31
ΒΑΣΊΛΗΣ ΠΑΝΑΠΩΤΟΠΟΥΛΟΣ
Η αγροτική παραγωγή
32
Ο ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΌΣ ΧΏΡΟΣ ΤΩΝ ΕΛΛΉΝΩΝ
33
ΒΑΣΊΛΗΣ ΠΑΝΑΠΩΤΟΠΟΥΛΟΣ
Η ημινομαδική κτηνοτροφία
Αντίθετα προς ότι συμβαίνει στο χώρο της γεωργίας όπου έχει εγκαθι
δρύσει ένα αυστηρό σύστημα σχέσεων των ανθρώπων, της γης και της
εξουσίας, ο χώρος της κτηνοτροφίας παρουσιάζει μια ελαστικότερη
οικονομική και θεσμική οργάνωση που του δίνει κάποια περιθώρια
ανάπτυξης, όχι εντελώς αμελητέα.
Όταν μιλούμε για κτηνοτροφία δεν εννοούμε βεβαίως την οικόσιτη
κτηνοτροφία αυτοκαταναλωτικού χαρακτήρα της αγροτικής οικογένει
ας η οποία δεν μπορεί να ξεπεράσει τα οικονομικά όρια της αρχαϊκής
αγροτικής εκμετάλλευσης. Αυτή η ενασχόληση μπορεί να δίνει στην
αγροτική οικογένεια ένα μικρό εισόδημα ανακούφισης, δεν μπορεί
όμως να αποτελέσει εργαλείο υπέρβασης της δοσμένης οικονομικο
κοινωνικής οργάνωσης, επειδή μια τέτοια υπέρβαση θα αποτελούσε
ανατροπή της ισορροπίας φτώχειας και υποταγής στον αγροτικό χώρο
και θα προκαλούσε τα ξηλόφθονα βλέμματα των ληστών και της εξου
σίας. Από στενότερα οικονομική άποψη θα λέγαμε ότι η ανάπτυξη της
οικόσιτης κτηνοτροφίας σε ανώτερα ποσοτικά μεγέθη, απαιτούσε
δυσανάλογα μεγαλύτερη αύξηση των εξόδων διαχείρισης και ασφάλει
ας, κάτι που έκανε οριακά αντιοικονομική μια τέτοια απασχόληση.
Με την ημινομαδική κτηνοτροφία τα πράγματα ήταν διαφορετικά.
Χωρίς να προχωρήσουμε σε μια βαθύτερη εξέταση του χαρακτήρα της
βαλκανικής, και συνεπώς και της ελληνικής κτηνοτροφίας σε σχέση με
την κτηνοτροφία άλλων γεωγραφικών ενοτήτων του ευρύτερου Μεσο
γειακού μας περίγυρου, μπορούμε να σταθούμε σε μερικές όψεις της
34
Ο ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΊ ΧΏΡΟΣ ΤΩΝ ΕΛΛΉΝΩΝ
35
ΒΑΣΊΛΗΣ ΠΑΝΑΠΩΤΟΠΟΥΛΟΣ
36
Ο ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΌΣ ΧΏΡΟΣ ΤΩΝ ΕΛΛΉΝΩΝ
37
ΒΑΣΊΛΗΣ ΠΑΝΑΠΩΤΟΠΟΥΛΟΣ
38
Ο ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΌΣ ΧΏΡΟΣ ΤΩΝ ΕΛΛΉΝΩΝ
39
ΒΑΣΊΛΗΣ ΠΑΝΑΠΩΤΟΠΟΥΛΟΣ
καταβροχθίζει τους ανθρώπους της, εικόνα που έχει γίνει κοινός τόπος
στην οικονομική και κοινωνική ιστορία ολόκληρου του 19ου αιώνα.
Για να λειτουργήσει όμως αυτός ο μηχανισμός της τροφοδοσίας της
πόλης με εργατικό δυναμικό, έπρεπε η εν λόγω πόλη να έχει μεγαλύ
τερη παραγωγικότητα από την ύπαιθρο, να έχει δε και την ανάλογη
δεκτικότητα, να μπορεί δηλαδή να απασχολήσει παραγωγικά όσους
κατέφευγαν σ' αυτή και να παρέχει την αναγκαία ασφάλεια στους
κατοίκους και στους φιλοξενουμένους της.
Δυστυχώς, για την δική μας περίπτωση, όλοι αυτοί οι όροι δεν μπο
ρούσαν να ικανοποιηθούν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η οθωμανι
κή πόλη δεν είναι μόνον η καθέδρα της εξουσίας, είναι και ο τόπος
κατοικίας των μουσουλμανικών εξωαγροτικών πληθυσμών που αποτε
λούν το βασικό κορμό του οθωμανικού πληθυσμού της Αυτοκρατορίας.
Κλήρος και δικαστικοί λειτουργοί, φιλανθρωπικά ιδρύματα, διοικητικές
και αστυνομικές λειτουργίες, στρατιωτικά και παραστρατιωτικά σώμα
τα, βιοτέχνες, παρασιτικοί τοκογλύφοι και μισθωτές προσόδων, είναι
ένας κόσμος συμπαγής που κάνει την πόλη της Οθωμανικής Αυτοκρα
τορίας ένα κάστρο οθωμανικής αντίστασης που δεν θα αλωθεί εύκολα
από τους ειρηνικούς πολιορκητές της, τους χριστιανούς της υπαίθρου.
Αυτούς, που στην διαδικασία μιας οιονεί αγροτικής εξόδου, θα μπο
ρούσαν να τροφοδοτήσουν την πόλη με εργατική δύναμη κάτι που δεν
μπορούσε εύκολα να πραγματοποιηθεί, αφού μια τέτοια εξέλιξη θα
προκαλούσε σοβαρές αλλοιώσεις με απροσδόκητες συνέπειες για τον
εθνο-θρησκευτικό χαρακτήρα της οθωμανικής πόλης.
Αυτό όμως που δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί ευθέως ως κλα
σικό σχήμα αγροτικής εξόδου, πραγματοποιήθηκε εν μέρει με ιδιότυ
πες μορφές που απάντησαν σε ανάγκες της εποχής και των ανθρώπων
και που, πάντοτε από την άποψη της συγκρότησης του οικονομικού
χώρου των Ελλήνων, οδήγησαν σε ορισμένου τύπου ανάπτυξη της
οποίας όμως ταυτόχρονα προσδιόρισαν τα ποσοτικά και ποιοτικά όρια.
Με δεδομένη την παρουσία μιας δημογραφικής ανάκαμψης που
μπορεί να ανιχνευθεί από τις αρχές του 18ου αιώνα, αλλά σταθερο
ποιείται κάπου στα μισά του ίδιου αιώνα, στο σύνολο του ορεινού
χώρου και όχι μόνον σ' εκείνον της ημινομαδικής κτηνοτροφίας στον
οποίο αναφερθήκαμε ήδη, εμφανίζεται ένα πληθυσμιακό περίσσευμα
το οποίο δεν μπορεί να διατραφεί από την παραδοσιακή αγροτική
εκμετάλλευση του βουνού και ωθείται προς τις ακόλουθες διεξόδους:
40
Ο ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΌΣ ΧΏΡΟΣ ΤΩΝ ΕΛΛΉΝΩΝ
41
ΒΑΣΊΛΗΣ ΠΑΝΑΠΩΤΟΠΟΥΛΟΣ
στα χρόνια του Αλή Πασά δεν είναι οι καταλληλότεροι χώροι για την
ανάπτυξη της οικονομικής δράσης των Ελλήνων. Αντίθετα μια τρίτη
περίπτωση φαίνεται να είναι ευνοϊκότερη για τους ομοεθνείς μας.
Είναι οι ίδιοι οι οικισμοί του ορεινού χώρου που με μια διαδικασία που
σχετίζεται με τη βιοτεχνική τους ειδίκευση (και βεβαίως και άλλους
γενικότερους όρους) καταφέρνουν να συγκροτήσουν σε αστικούς
πυρήνες, ένα είδος παραγωγικού μικρόκοσμου που τείνει να λειτουρ
γήσει σαν πόλη. Ας θυμηθούμε τη Μοσχόπολη, το Μέτσοβο, τα Αμπε
λάκια, τη Δημητσάνα, ακόμη και οικισμούς του πεδινού χώρου που
βρέθηκαν χωρίς πολυάριθμο τουρκικό πληθυσμό ή έντονη διοικητική
παρουσία και προσέλκυσαν κατοίκους που, λίγο πολύ, τους απασχό
λησαν παραγωγικά όπως η Νάουσα, η Κοζάνη ή το Άργος.
Έτσι βρισκόμαστε σ' ένα κύκλωμα γεωγραφικών οικιστικών σημείων
όπου το ελληνικό στοιχείο αποδεσμεύεται από την παραδοσιακή προ
σκόλληση στην αγροτική δραστηριότητα, αποκτά δεξιοτεχνίες και
συνείδηση τεχνίτη-παραγωγού και στη συνέχεια πολιτισμική οντότητα
και ανάγκες ελευθερίας.
Δεν είναι τυχαίο ότι α π ' αυτούς τους χώρους προκύψανε οι πρώτοι
«καπετάνιοι» της ελληνικής βιομηχανίας στα μισά του 19ου αιώνα
όταν το χαμηλό επίπεδο της κεφαλαιικής συσσώρευσης έκανε α π α
ραίτητη την συνύπαρξη στο ίδιο πρόσωπο τεχνικών δεξιοτήτων και επι
χειρηματικής πρωτοβουλίας.
Η εμπορική ναυτιλία
42
Ο ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΌΣ ΧΏΡΟΣ ΤΩΝ ΕΛΛΉΝΩΝ
σαν χώρου οικονομικής παρουσίας και δράσης των Ελλήνων, τόσο από
την πλευρά της παροχής υπηρεσιών (μεταφοράς) όσο και από την
πλευρά της συγκρότησης της εργατικής δύναμης και της εμπορο-εφο-
πλιστικής ομάδας. Όπως το υπαινίχθηκα κιόλας παραπάνω, μας ενδια
φέρει εδώ η θαλάσσια απασχόληση σαν συμπληρωματική οικονομική
δραστηριότητα των νησιωτικών, και ιδιαίτερα μικρονησιωτικών πληθυ-
σμών, γιατί πιστεύουμε ότι οι πληθυσμοί αυτοί επιδόθηκαν στις θαλάσ
σιες μεταφορές για να προσποριστούν ένα συμπληρωματικό εισόδημα,
όπως ο κόσμος της κτηνοτροφίας επιδόθηκε για τους ίδιους λόγους
στις χερσαίες μεταφορές, και γενικότερα οι πληθυσμοί των ορεινών
οικισμών επιδόθηκαν στη βιοτεχνία.
Είναι βέβαια αυτονόητο ότι οι θαλάσσιες επικοινωνίες με τη μορφή
της σύνδεσης ενός νησιού με τα γύρω του, είναι μια σταθερά που
παραμένει αναλλοίωτη από την πρώτη παρουσία του ανθρώπου πάνω
στον ελληνικό θαλάσσιο χώρο και προφανώς δεν είναι αυτή η διάστα
ση των πραγμάτων που μας ενδιαφέρει. Το ίδιο άλλωστε ισχύει και
στις ναυτικές επιδόσεις των αρχαίων Ελλήνων που ξεφεύγουν από
τους προβληματισμούς του παρόντος σημειώματος.
Στην ιστορία των νεωτέρων χρόνων, ίσως από το όψιμο Βυζάντιο,
ένα καινούργιο φαινόμενο έχει παρουσιαστεί στην περιοχή μας, όπως
και σ' ολόκληρη τη Μεσόγειο άλλωστε, που σχετίζεται άμεσα με τη
συγκρότηση του οικονομικού χώρου των Ελλήνων. Αυτό το φαινόμενο
είναι η μετάλλαξη της ναυσιπλοίας, της τεχνικής ικανότητας των
νησιωτών να διαπλέουν τη θάλασσα, σε ναυτιλία, σε οικονομικής
δηλαδή σημασίας δραστηριότητα μεταφορών και εμπορίου, όπως την
γνωρίζουμε ως σήμερα.
Πράγματι, σε υπολογίσιμες αναλογίες τους δύο τελευταίους αιώ
νες της οθωμανικής κυριαρχίας, 17ο και 18ο, έχουμε στον ευρύτερο
νησιωτικό χώρο ναυτιλιακές δραστηριότητες που ξεπερνούν τις ανά
γκες επικοινωνίας και επιβίωσης των νησιών και συνιστούν φαινόμενο
συγκρότησης ενός οικονομικού κλάδου παροχής υπηρεσιών (θαλασ
σίων μεταφορών) που καλύπτει ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο.
Επειδή βεβαίως το χαμηλό, έως ανύπαρκτο, επίπεδο συσσώρευσης
του κεφαλαίου κάνει να μοιάζουν σαν μια ενιαία δραστηριότητα το
εμπόριο και οι θαλάσσιες μεταφορές, καμμιά φορά μάλιστα και η ναυ
πηγική, δεν είναι εύκολο να ξεχωρίσει κανείς το τμήμα της εργατικής
δύναμης (των πληρωμάτων), από την επιχειρηματική πράξη του εμπό-
43
ΒΑΣΊΛΗΣ ΠΑΝΑΠΩΤΟΠΟΥΛΟΣ
44
Ο ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΌΣ ΧΏΡΟΣ ΤΩΝ ΕΛΛΉΝΩΝ
45
ΒΑΣΊΛΗΣ ΠΑΝΑΠΟΤΟΠΟΥΛΟΣ
46
Ο ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΌΣ ΧΏΡΟΣ ΤΩΝ ΕΛΛΉΝΩΝ
Εκκρεμότητες
47
Δημήτρης Δημητρόπουλος
51
ΔΗΜΉΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
52
ΤΟΠΟΝΥΜΙΑ ΚΑΙ ΜίΚΡΟΤΟΠΩΝΥΜΙΑ
18ος αι.)», Πρακτικά του Β' Ευρωπαϊκού Συνεδρίου Νεοελληνικών Σπουδών: «Η Ελλά
δα των νησιών από τη Φραγκοκρατία μέχρι σήμερα», υπό έκδοση.
53
ΔΗΜΉΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
-Σύρος
Αποδελτιώθηκαν οι τοποθεσίες που μνημονεύονταν κατά τις μεταβι
βάσεις ακινήτων σε δύο προικοσύμφωνα και μία διαθήκη από τη Σύρο
των ετών 1590, 1597 και 1598.6 Κατόπιν τα τοπωνύμια αυτά αναζητή
θηκαν σε ένα κτηματολόγιο της Σύρου που χρονολογείται στο πρώτο
τέταρτο του 19ου αιώνα (οι περισσότερες χρονολογικές ενδείξεις εντο
πίζονται στο διάστημα 1808-1820, μεμονωμένες εγγραφές φθάνουν
όμως μέχρι τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του 1830).7 Στα τρία
δικαιοπρακτικά έγγραφα καταγράφονται οι ακόλουθες 67 θέσεις (σε
ορθογώνιες αγκύλες σημειώνονται παραλλαγές των ονομασιών οι οποί
ες απαντούν στο κτηματολόγιο):
Αβραμίτου (του) [στ' Αβραμή], Αγία Απακουή, Αγία Θεοδοσία,
Άγιος Θεόδωρος, Άγιος Μάμας, Ακρίδα, Αληθινή, Ανεκυλίστρες,
Απάνω Φυγός, Αρμυρίστρες, Αστοιβωπό, Βάρη, Βίτζα, Γαλησσάς,
Γαλούνα [Γαλιούνα, στο], Γράλοντας [Γλαρόντας], Γυαλός, Γύρι,
Διακοντρία [Δρακοντριά], Δανακός, Εθαρμός [Ενθαρμός, η],
Ελληνίθρες, Καλικανίτη (στου), Καστρί, Κηπαρούσα [Κηπε-
ρούσα], Κορίθι, Κουκουβάγια, Κυλίστρα, Λαγκάδα, Λακκιές,
Λάκκοι, Λιβάδι, Λιόντες, Λυγερό, Μάλια, Μαντελιδοπή, Μελιτά
(στο), Μεσσαριά, Μπηλός [Πήλος], Νεράτζι, Νήτο, Νήττες,
Πάγος, Παρακοπή, Πέργυρος, Περδίκη, Πισκοπειό, Ποσείδια,
54
ΤΟΠΩΝΥΜΊΑ ΚΑΙ ΜΙΚΡΟΤΟΠΩΝΥΜΙΑ
55
ΔΗΜΉΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
11. Βλ. σχετικά Τιμ. Αμπελος, Ιστορία της νήσου Σύρου από των αρχαιοτάτων χρό
νων μέχρι των καδ' ημάς, Ερμούπολη 1874, σ. 87.
12. Για τα οικογενειακά ονόματα των οικογενειών αυτών και τους τόπους προέλευ
σης τους, 6λ. Τιμ. Αμπελάς, ό.π., σ. 385-391.
13. Για παράδειγμα, μεταξύ των τοπωνυμίων που μνημονεύονται στα νοταριακά έγ
γραφα του κώδικα Νάξου του νοταριου Ιω. Μηνιάτη, των ετών 1680-1689 (βλ. Αναστα
σία Σιφωνιού-Καράπα, Γ. Ροδολάκης, Λυδία Αρτεμιαδη, « Ο κώδικας του νοταριου
Νάξου Ιωάννου Μηνιάτη», Επετηρίς Κέντρου Ερεύνης Ιστορίας Ελληνικού Δικαίου,
29-30 (1982-3), Αδήνα 1990, σ. 1304-1311) δεν υπάρχουν ονομασίες δέσεων προερχό
μενες από τις ισχυρές οικογένειες που είχαν εγκατασταθεί στο νησί αυτό.
56
ΤΟΠΩΝΥΜΊΑ ΚΑΙ ΜΙΚΡΟΤΟΠΩΝΥΜΙΑ
- Πάρος
Σε κτηματολόγιο της Παροικίας Πάρου που χρονολογείται στο πρώτο
μισό του 18ου αιώνα περιλαμβάνονται 193 ονομασίες δέσεων της
περιοχής. 14 Αφαιρέσαμε από το σύνολο αυτό 20 ονομασίες δέσεων που
αφορούσαν τοπωνύμια συνδεόμενα με ονομασίες αγίων και ναών,
παρότι ο βασμός σήμανσης του τόπου με ονομασίες προερχόμενες από
τον δρησκευτικό κύκλο, η διασπορά της ονοματολογίας των αγίων και
η κατά τόπους επικράτηση τους έχουν πολλαπλό ενδιαφέρον, 15 το
οποίο δεν περιορίζεται μόνο στη μελέτη της δρησκευτικής συμπεριφο
ράς των κατοίκων. Οι ονοματοθεσίες αυτές, όπως και σε άλλα νησιά,
κατά κανόνα προέρχονται από ομώνυμους ναούς, χωρίς όμως να απο
κλείονται και περιορισμένες περιπτώσεις ονομασιών δέσεων, στις οποί
ες ομώνυμος ναός είτε δεν υπήρξε είτε εξέλιπε. 16 Η ακριβής ταύτιση
τους όμως συχνά απαιτεί ειδικότερη εξέταση, διότι είναι συνηδισμένο
14. Το κτηματολόγιο περιλαμβάνεται στο χφ. 212 της σειράς των Χειρογράφων των
Γ.Α.Κ. Τον σχετικό κατάλογο τοπωνυμίων έχει συντάξει η Ελευθερία Ζέη για τις ανά
γκες της διδακτορικής της διατριβής (Paros dans l'Archipel Grec, XVIIe-XVIIIe
siècles: Les multiples visages de l'insularité, δακτ. διδακτορική διατριβή, Paris I,
Παρίσι 2001). Την ευχαριστώ και από εδώ 8ερμά που μου επέτρεψε να συμβουλευτώ
τον παραπάνω κατάλογο.
15. Προσεγγίσεις του δέματος με λαογραφική-ανθρωπολογική οπτική βλ. Άλκη
Κυριακίδου-Νέστορος, «Σημάδια του τόπου ή η λογική του ελληνικού τοπίου», Λαο
γραφικά Μελετήματα, 6' έκδ., Αδήνα [1979], σ. 15-40* Μ. Γ. Βαρβούνης, «Τοπωνύμια
και ορισμός του ιερού χώρου στη Χάλκη της Δωδεκανήσου», π. Ιστορικογεωγραφικά, 5
(1995), σ. 133-145.
16. Βλ. για παράδειγμα τη συγκριτική καταγραφή των ναωνυμίων και ναών που έχει
γίνει για την Κέα, στο Χαρ. Δημητρόπουλος, Οι εκκλησίες της Κέας, Θεσσαλονίκη
1982-1983, σ. 27-28 και Ευφροσύνη Καρποδίνη-Δημητριάδη, Η θρησκευτική συμπερι
φορά των κατοίκων της Κέας, Αδήνα 1988, σ. 31, 33. Ανάλογες ονομασίες δέσεων στη
Σάμο βλ. Μ. Γ. Βαρβούνης, «Τοπωνύμια και παραδοσιακή θρησκευτική συμπεριφορά:
Η περίπτωση της Σάμου», π . Ονόματα, 14 (1994), σ. 185-186, 196. Επίσης την περί
πτωση της δέσης Στύλος στην Τήνο, βλ. Αλ. Φλωράκης, «Τοπωνύμια και ιερός χώρος.
Η δέση Στύλος στο Φαλατάδο Τήνου», π. Ονόματα, 12 (1988), σ. 609-616.
57
ΔΗΜΉΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
ΠΙΝΑΚΑΣ 1
Αριδμός δέσεων %
— Μύκονος
17. Βλ. Ν. Γ. Πολίτης, «Περί της τοπογραφικής σημασίας των εκκλησιών εν Ελλάδι
προς αναγνώρισιν αρχαίων ιερών», π. Λαογραφία, 4 (1912-1913), σ. 19-20.
18. Βλ. Ν. Αλιπράντης, Τα τοπωνύμια της Πάρου, Ασήνα 1990.
19. Βλ. επίσης Δ. Δημητρόπουλος, Η Μύκονος τον 17ο αιώνα. Γαιοκτητικές σχέσεις
και οικονομικές συναλλαγές, Αδήνα 1997, σ. 351-369, όπου και καταγραφή των αρχει
ακών πηγών από τις οποίες αντλήσαμε τα τοπωνύμια του νησιού.
58
ΤΟΠΩΝΥΜΊΑ ΚΑΙ ΜΙΚΡΟΤΟΠΩΝΥΜΙΑ
20. Βλ. Π. Κουσαδανάς, Χρηστικό λεξικό του ιδιώματος της Μυκόνου, Ηράκλειο
1996, σ. 264-293.
21. Βλ. Τρ. Ευαγγελίδης, Η Μύκονος, ήτοι ιστορία της νήσου από των αρχαιοτάτων
χρόνων μέχρι των καδ' ημάς, Αδήνα 1912, σ. 257-258. Στον κατάλογο υπάρχουν αρκε
τές παραναγνώσεις.
22. Βλ. Σ. Μενάρδος, «Τοπωνυμικόν της Μυκόνου», Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντι
νών Σπουδών, 7 (1930), σ. 240-252 και περίληψη: ο ίδιος, «Περί τοπωνυμίων της Μυκό
νου», Πρακτικά της Ακαδημίας Αδηνών, 5 (1930), σ. 244-245. Στην απογραφή του
1928 καταγράφονται επίσης τα ονόματα των οικισμών του νησιού (βλ. Γενική Στατι
στική Υπηρεσία της Ελλάδος, Πίναξ πληδυσμού απογραφής 1928, Αδήνα, σ. 203). Ας
σημειωδεί ότι τα τελευταία αυτά τοπωνύμια απαντούν όλα στα νοταριακά έγγραφα του
Που αιώνα.
23. Ανάλογες «ειδολογικές» διαιρέσεις έχουν προταδεί κατά καιρούς από μελετη
τές των τοπωνυμίων του ελληνικού χώρου. Ενδεικτικά 6λ. Ιω. Θωμόπουλος, Τα τοπω
νύμια μας, σ. 50-53* Στ. Κυριακίδης, Ελληνική Λαογραφία. Μέρος Α', Μνημεία του
λόγου, 6" έκδ., Αδήνα 1965, σ. 370-374* Θ. Παπαδόπουλλος, «Συνοπτικον», σ. 21. Για
τα προβλήματα που προκύπτουν από τις «ειδολογικές» κατατάξεις 6λ. Άγγ. Αφρου-
δάκης, «Προβλήματα ειδολογικής κατάταξης των τοπωνυμίων», Λεξικογραφικόν
Δελτίον, 17 (1991), σ. 141-153.
59
ΔΗΜΉΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
ΠΙΝΑΚΑΣ 2
(α)* 20 12 60,0
(Υ) 42 29 69,0
(δ) 9 6 66,7
(ε) 23 19 82,6
(στ) 21 14 66,7
(η) 40 22 55,0
* Στον αριδμό αυτό δεν προσμετρήθηκαν ορισμένα τοπωνύμια που ονοματίζουν βράχους εκτός
Μυκόνου και θαλάσσια περάσματα.
60
ΤΟΠΩΝΥΜΊΑ ΚΑΙ ΜΙΚΡΟΤΟΠΩΝΥΜΙΑ
61
ΔΗΜΉΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
— Πάτμος
Σε κτηματολόγιο της Πάτμου, το οποίο χρονολογείται στα 1676, κατα
γράφονται οι φορολογικές μερίδες των κατοίκων στις οποίες σημειώνο
νται και οι δέσεις όπου βρίσκονταν όσα ακίνητα τους ανήκαν. 26 Κατα
γράψαμε συνολικά 117 ονομασίες δέσεων (βλ. αναλυτικό κατάλογο
στον Πίνακα III του παραρτήματος). Τις δέσεις αυτές αναζητήσαμε
στον κατάλογο και το σχετικό χάρτη με τα τοπωνύμια του νησιού που
έχει συντάξει ο Π. Κρητικός, 27 καδώς και στους χάρτες που έχει
συντάξει ο Χρ. Ιακωβίδης. 28
Τελικά τα τοπωνύμια του κτηματολογίου του 1676 τα οποία δεωρού-
με ότι ταυτίζονται με σύγχρονες δέσεις είναι τα ακόλουδα (σημειώνεται
το άρδρο μόνο όπου δεν είναι προφανές και δηλώνονται με ορδογώνιες
αγκύλες οι παραλλαγές της ίδιας ονομασίας στο κτηματολόγιο):
Αγριολιβάδι, Ανεμόμυλοι, Αρούβαλη (στου), Αρτικοπός (ο),
Ασώματος [Ασώματοι],29 Βαγιά (η), Βιχάρη (στου), Βραστά
(τα), Βρισούλι, Γουρνιά [Γούρνα], Γραβά (στου), Γρίκος,
Δρυάδες, Ευαγγελίστρια, Θεοσκέπαστη, Θολάρι, Κακούδι,
Καλαμωτή [Γγαλαμωτή], Καμάρι, Καμίνι,30 Κάμπος, Κατξού-
26. Το κατάστιχο βρίσκεται στο Νεοελληνικό Αρχείο της Ιεράς Μονής Ιωάννου
Θεολόγου Πάτμου και σε μικροφίλμ στο ΚΝΕ/ΕΙΕ (σύμφωνα με την ταξινόμηση του Β.
Παναγιωτόπουλου, «Αρχείο Ιεράς Μονής Ιωάννου Θεολόγου Πάτμου», π. Ο Ερανι
στής, 3 (1965), σ. 154, μικροφίλμ 43-44).
27. Βλ. Π. Κρητικός, «Πατμιακά τοπωνύμια (γεωγραφία, ιστορία, ετυμολογία,
παραδόσεις)», π. Δωδεκανησιακόν Αρχείον, 1 (1955), σ. 57-110, 2 (1956), σ. 102-157, 4
(1963), σ. 33-94. Να σημειωθεί ότι ο κατάλογος του Π. Κρητικού περιλαμβάνει τοπω
νύμια σύγχρονα και τοπωνύμια που έχει εντοπίσει ο συντάκτης του καταλόγου σε
αρχειακές πηγές ή άλλο παλαιό έντυπο και χειρόγραφο υλικό χωρίς να γίνεται πάντο
τε ευκρινής διάκριση. Για τις ανάγκες της σύγκρισης που επιχειρήδηκε εδώ δεν συμπε
ριλήφθησαν φυσικά τα μαρτυρούμενα αποκλειστικά σε παλαιές πηγές τοπωνύμια του
καταλόγου του Π. Κρητικού.
28. Βλ. Χρ. Ιακωβίδης, Χώρα Πάτμου 1088-1912, Αδήνα 1978, σ. 46, 62, 64, 67, 81,
84, 92.
29. Πιθανότατα πρόκειται για δέση στην περιοχή του Ευαγγελισμού, όπου και
μονύδριο γνωστό ως Ασώματοι ή κάδισμα των Ασωμάτων (βλ. Π. Κρητικός, ο.π., τ. 1,
σ. 133-134).
30. Στον τοπωνυμικό χάρτη του νησιού δέση Καμίνι σημειώνεται κοντά στον όρμο
του Αγριολιβαδιού. Την ονομασία αυτή φέρουν όμως και άλλες περιοχές της Πάτμου
που υπήρχαν εγκαταστάσεις παρασκευής ξυλανδράκων, κεραμικά καμίνια ή ασβεστο
κάμινο (βλ. Π. Κρητικός, ο.π., τ. 4, σ. 39-40). Τοποδεσία Καμίνι αναφέρεται και σε
62
ΤΟΠΩΝΥΜΊΑ ΚΑΙ ΜΙΚΡΟΤΟΠΩΝΥΜΙΑ
63
ΔΗΜΉΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
- Χ ρ . Φλωρεντής, ό.π., σ. 188). Στο κτηματολόγιο δεν υπάρχει ένδειξη αν είναι μία από
αυτές ή κάποια άλλη.
35. Ο Π. Κρητικός, ό.π., τ. 2, σ. 129-130, αναφέρει δύο ναούς αφιερωμένους στον
Άγιο Ονούφριο. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι το τοπωνύμιο ταυτίζεται με τον ομώνυμο ναό
που βρισκόταν κοντά στα τείχη της μονής. Για το ναό αυτό είχε ληφδεί κοινή α π ό φ α
ση της Μονής και του Κοινού της Πάτμου να κατεδαφιστεί (βλ. σχετικό έγγραφο Στ.
Παπαδόπουλος - Χ ρ . Φλωρεντής, ό.π., σ. 3-4), η οποία όμως δεν εκτελέστηκε. Γενι
κότερα για την εκκλησία, η οποία φέρει επιγραφή με τη χρονολογία 1611, βλ. Κάντω
Φατούρου, «Οικοδομικές επιγραφές Ι. Μονής Θεολόγου», Επιγραφές Πάτμου, Ασήνα
1966, σ. 126-128.
36. Πισανόν πρόκειται για την περιοχή βορειοδυτικά της Ελεημονήτριας όπου και
ομώνυμος ναός (βλ. Χρ. Ιακωβίδης, ό.π., σ. 92). Στα μέσα του Π ο υ αιώνα ιδιωτική
εκκλησία Αξεστράτηγοι μεταβιβάζεται μέσω προικοσυμφώνων, βλ. Στ. Παπαδόπουλος
- Χρ. Φλωρεντής, ό.π., ο. 22, 43, 52. Σήμερα στην Πάτμο υπάρχουν και άλλοι ναΐσκοι
με αυτό το όνομα αφιερωμένοι στους Αρχάγγελους Γαβριήλ και Μιχαήλ (βλ. Π.
Κρητικός, ό.π., τ. 1, σ. 133-134). Τοπωνύμιο Αξεστράτηος, ταυτόσημης προέλευσης
απαντά και στην Κω, βλ. Ν. Ζάρακας, «Τοπωνύμια της νήσου Κω», π. Τα Κωακά, 2
(1981), σ. 89 και 120.
37. Βλ. σχετικές αναφορές Στ. Παπαδόπουλος - Χρ. Φλωρεντής, ό.π., σ. 13 («της
παπαδιάς του Βαλάντου») και σ. 34 («και σύμπλεον της Άννας π α π ά Νικόλα Βαλά-
του», «σύμπλεον του π α π ά Νικόλα Βαλάντου»).
64
ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ ΚΑΙ ΜίΚΡΟΤΟΠΩΝΥΜΙΑ
38. Βλ. Χρυσόστομος Φλωρεντής, Βραβείον της Ιεράς Μονής Αγ. Ιωάννου του
Θεολόγου Πάτμου, Αδήνα 1980, σ. 4, 6, 7 κ.λπ.
39. Δημοσίευση του τραγουδιού βλ. Επαμ. Αλεξάκης, «Άσμα πατμιακόν είτε ως
κοινώς τα τοιαύτα ονομάζονται ρίμα» π. Παρνασσός, 12 (1888-1889), σ. 329.
40. Για τον Ιγνάτιο Κοντολέο, βλ. Χρ. Φλωρεντής, Βραβείον, σ. 31, και για άλλους
μοναχούς με το όνομα αυτό κατά τον 17ο αιώνα, ό.π., σ. 17, 40.
41. Βλ. Στ. Παπαδόπουλος - Χ ρ . Φλωρεντής, Κείμενα, σ. 101, 107, 115.
42. Βλ. αντίστοιχα Στ. Παπαδόπουλος — Χρ. Φλωρεντής, ό.π., σ. 48· Σπ. Ι. Ασδρα-
χάς, «Βαπτιστικά», σ. 227.
43. Βλ. Σπ. Ι. Ασδραχάς, ό.π., σ. 227 και Στ. Παπαδόπουλος - Χ ρ . Φλωρεντής, ό.π.,
σ. 44, 52, 149, 150 κ.λπ.
44. Βλ. Σπ. Ι. Ασδραχάς, ό.π., σ. 228. Επίσης το επώνυμο Πάγκαλης απαντά σε
προικοσύμφωνα του έτους 1686, βλ. Στ. Παπαδόπουλος - Χρ. Φλωρεντής, ό.π., σ. 30
και 32.
45. Βλ. Στ. Παπαδόπουλος - Χ ρ . Φλωρεντής, ό.π., σ. 62.
65
ΔΗΜΉΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
66
ΤΟΠΩΝΥΜΊΑ ΚΑΙ ΜΙΚΡΟΤΟΠΩΝΥΜΙΑ
67
ΔΗΜΉΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
ΠΙΝΑΚΑΣ 3
Αριδμός δέσεων %
55. Ενδεικτικά μία ανάλογη καταγραφή 8έσεων στο κτηματολόγιο της Σερίφου του
1781 απέδωσε 727 δέσεις χωραφιών (βλ. Ευτυχία Λιάτα, Η Σέριφος κατά την Τουρκο
κρατία (Πος-19ος αι.), Α9ήνα 1987, σ. 193-211).
68
ΤΟΠΩΝΥΜΊΑ ΚΑΙ ΜΙΚΡΟΤΟΠΩΝΥΜΙΑ
69
ΔΗΜΉΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
και ό,τι άλλο βρίσκεται εις την εξουσία του, κασώς και πρώτον είχασι.
Από δε τον τόπον του Κακουδιού όλον το βόριον μέρος του νησιού
κασώς ευρίσκεται χωράφια, αμπέλαι, βουνά, μανδρότοποι και όλον το
εναπολειφσέν να γροικάται και να είναι εις την εξουσίαν της Χώρας,
ώστε οπού ο αυτός τόπος του Κακουδιού να γροικάται το σύνορον του
ενός και άλλου τόπου...». 61
Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω στην κατοχή της μονής μένει το
νότιο τμήμα του νησιού, με εξαίρεση τις ιδιόκτητες καλλιεργήσιμες
γαίες που βρίσκονταν σε αυτό. Όπως φαίνεται όμως και από το Χάρτη
1, η πλειονότητα των τοπωνυμίων που στο κτηματολόγιο της κοινότη
τας αναφέρονται ως θέσεις με φορολογήσιμες καλλιεργούμενες γαίες
βρίσκονται στο νότιο τμήμα του νησιού, δηλαδή σε εκείνο ακριβώς που
ανήκει στη μονή. Αντίσετα στο βόρειο τμήμα, αυτό δηλαδή που
περιέρχεται στη δικαιοδοσία της κοινότητας, παρόλο που η γεωφυσική
του διαμόρφωση δείχνει ότι υπήρχαν περιθώρια εύρεσης καλλιεργήσι
μων εκτάσεων, οι δέσεις με καλλιέργειες που εντοπίζονται στο κτημα
τολόγιο, είναι λίγες. Μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε ότι οι καλλιερ
γούμενες γαίες της μονής σε περιοχές που δεν μνημονεύονται στο
κατάστιχο, πρέπει να ήταν περιορισμένες και επομένως, αν μας ήταν
γνωστή αναλυτικά η περιουσία της μονής, ολιγάριθμες μάλλον δα ήταν
και οι προσθήκες νέων ονομασιών. Την υπόσεση αυτή ενισχύει και το
γεγονός ότι από άλλες δημοσιευμένες πηγές του Που αιώνα έχουμε
επισημάνει ελάχιστες ονομασίες δέσεων που δεν αναφέρονται στο
κτηματολόγιο —πρόκειται συγκεκριμένα για τις δέσεις: Αλλοτεινά
(συνοικία στη Χώρα), Αγρέλα, Λογγίνος.62 Ο Ι. Γεωργειρήνης επίσης
περιγράφοντας την Πάτμο καταγράφει δέσεις του νησιού όπου υ π ο
στηρίξει ότι υπήρχε κάποια δραστηριότητα. 63 Οι δέσεις που αναφέρει
-με εξαίρεση τις: Phocas, Turcolimnionos ή Turks Port, Hagio
Theophanes [= Αγία Θεοφανού;], οι οποίες δεν απαντούν στο τοπω-
61. Για την πιο πρόσφατη πληρέστερη δημοσίευση του εγγράφου, 6λ. Σπ. Ι.
Ασδραχάς, «Κατακερματισμός», σ. 76-77. Βλ. επίσης όσα σχετικά αναφέρει η Ευδοκία
Ολυμπίτου, ό.π., σ. 37-38.
62. Βλ. σχετικά έγγραφα, Στ. Παπαδόπουλος - Χρ. Φλωρεντής, ό.π., σ. 22, 30, 32
αντιστοίχως.
63. Βλ. J. Georgirenes, A description of the present state of Samos, Nicaria,
Patmos,and Mount Athos, Λονδίνο 1678, σ. 77-83, όπου αναφέρονται οι δέσεις Phocas,
Merike, Leukes, St. Nicholas, St. Georges Turcolimnionos, Agrio Livadi, Sapsila, Port
Gricou, Diacopti, Meloi, Livadi, Megalocampos, Hagio Theophanes, Sazousa.
70
Νησί TOO McpoivioO
<?
Χάρτης Ι
• Θέσεις που αναφέρονται στο
κτηματολόγιο της Πάτμου του
1676. Βασίζεται σε χάρτη έν
θετο στο Π. Κρητικός, «Πα-
τμιακά τοπωνύμια...», ο'.π.
ΔΗΜΉΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
νυμικό του νησιού και στις ελληνικές πηγές της ε π ο χ ή ς - δεν απέχουν
από αυτές του κτηματολογίου του 1676. Ενδιαφέρουσα είναι η προ
σθήκη της δέσης Διακόφτι, η οποία δεν μνημονεύεται στο κτηματολό
γιο και όπου σύμφωνα με τον Γεωργειρηνη υπήρχαν αλυκές ιδιοκτησίας
της μονής.
Χαρακτηριστική είναι επίσης η συγκέντρωση των δέσεων με καλ
λιέργειες γύρω από τη Χώρα της Πάτμου και τη μονή, η οποία φαίνε
ται ότι λειτούργησε όχι μόνο ως πόλος έλξης για τον πληδυσμό, αλλά
και γενικότερα ως επίκεντρο για τις δραστηριότητες των κατοίκων. Η
μακραίωνη αυτή επικέντρωση της ζωής του νησιού γύρω από την μονή
του Ιωάννη Θεολόγου από την εποχή της ίδρυσης της, το 1088,64 που
αποτέλεσε με το κύρος της και την οικονομική της ισχύ καταλύτη στη
ζωή του νησιού, συντέλεσε νομίζω στη μη εντατική εκμετάλλευση όσων
περιοχών ήταν απομακρυσμένες από τη Χώρα, γεγονός που αποτυπώ
νεται και στον τοπωνυμικό χάρτη του νησιού κατά τον 17ο αιώνα.
64. Για το χρονικό της ίδρυσης και ανάπτυξης της μονής 6λ. Στ. Παπαδόπουλος,
Μονή Ιωάννου Θεολόγου, Πάτμος 1977, σ. 9-18* Χρ. Ιακωβίδης, ο.π., σ. 60-66 και
Ευδοκία Ολυμπίτου, ο.π., σ. 66-72.
72
ΤΟΠΩΝΥΜΊΑ ΚΑΙ ΜΙΚΡΟΤΟΠΩΝΥΜΙΑ
73
ΔΗΜΉΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
Μύκονος - Αμοργός:65
Αγρελιά [Αγρίλια], Αγριοσυκιά, Ακρωτηράκι, Βαστάγος [Βασταγάς],
Βόδονας, Καυκάρα, Καψαλου [Κάψαλα], (Άγιος Γεώργης του) Κλουβά
[Κλοβάς], Κουκίστρα [Κουκκίστραι], Κουκουλού [Κουκούλα], Κουκουναυ-
βλιά [Κουκουμαυλίδι], Λιβάδι, Λιβαδερή [Λιβαδερά], Λίμνη [Λιμνίν], Μακριά
Φυλλάδα [Φυλλάδα], Μάρμαρα [Μάρμαρον], Ξυλοκερατιά [Ξυλοκερατία],
Ορνός [Ορνέα], Πυργί, Πύργος, Ραχίδια [Ραχίδι], Τούρλος [Τουρλάκι],
Φοινικιά, Φτελιά [Φτέλος], Χάλαρα.
Σύνολο: 25.
Μύκονος — Άνδρος:66
Αγρελιά [Αγρίλια], Αμυγδαλίδι [Αμυγδαλός], Αρμυρά Λαγκάδια [Αρμυρά],
Βασιλικό, Βίγλες, Βουνί, Γιαλός, Γκρεμνός του Κάρλου [Γκρεμνός], Γλυφάδα,
Διακόφτι, Καμαλαύκα [Καλυμμαυκα], Καμνάκι [Καμινάκι], Κάππαρη
[Καππαριά], Καράβι [Κάραβος], Καστελάκια [Καστελλάκι], Κάστρο, Κάτεργα
[Κάτεργον], Καυκάλα [Καυκάρα], Καψαλου [Καψάλα], Κεφαλοβούνι, Κόνιζα
[Κονιζός], Κοράκια, Κουμαρού [Κουμάρι, Κούμαρος], Κούντουρος [Κού-
ντουρα], Κουρβούλια [Κούρβουλο], Κρεμαστή [Κρεμαστές], Κυδωνιά
[Κυδώνες], Λαγκάδα, Λάκκος [Λάκκα], Λιβαδάκι, Λιβάδι [Λιβάδες], Λιμνιώνας
[Λιμιώνας], Μαράδι [Μαραδιά], Μάρμαρα, Ξερόκαμπος, Παλιόκαστρο [Πα-
λαιόκαστρο], Παραπόρτι, Πισκοπιανά [Πισκοπή, Πισκοπειό], Πόρτα [Πόρτες],
Πύργος, Ράχη [Ράχη Δερβίση], Σκάφη, Σπηλιά, Στενό, Στρογγυλό [Στρογγυλή],
Τούρλο, Φανερωμένη, Φυρρός Εγκρεμνός [Φυρραγκρεμνα], Χάλαρα, Χοχλιό
[Χόχλακας].
Σύνολο: 50.
Μύκονος — Κέα:61
Αγρελιά [Αγρελιός], Ακρωτηράκι [Ακρωτήρι], Άμμος, Βατούδια, Βίγλα,
Βόδωνας [Βοδόνοι], Βουνό, Βουργάρι [Βουρκάρι], Βρύση, Γκρεμνός του
Κάρλου [του Κάρλου], Ελιά [Ελιές], Καλίτςα [Καλίστρα], Κανάρια, Κάππαρη,
Καστελάκια, Κάστρο, Κοράκια [του Κοράκου], Κουκίστρα [Κουτσίστρα],
74
ΤΟΠΩΝΥΜΊΑ ΚΑΙ ΜΙΚΡΟΤΟΠΩΝΥΜΙΑ
Μύκονος — Κίμωλος:68
Άσπρος Εγκρεμνός [Ασπρόγκρεμνα], Ασπαλάθου [Ασπάλασρας], Βίγλα,
Κάππαρη [Καππαριά], Καράβι [Κάραβος], Κάστρο, Καυκάλα [Καυκάρες],
Καψαλού [Καψάλα], Κοράκια [Κορακιές], Κρεμαστή [Κρεμαστός], Λαγκάδι,
Λάκκος, Λιβάδι [Λιβαδάκι], Λίμνη, Μαύρη Σπηλιά [Μαυροσπηλιά], Μερσίνη
[Μερσινιά], Μύλοι, Ξερόκαμπος, Ξυλοκερατιά, Παλιόκαστρο, Πήγαδος
[Πήαδος], Πύργος, Σελάδα [Σελλάδι], Σιδεροκάψια, Τούρλος [Τρούλλος],
Φανάρι [Φανάρα], Φυρρός Εγκρεμνός [Φυρρόα], Χάλαρα.
Σύνολο: 28.
Μύκονος - Νάξος:69
Αγρελιά [Αγριλιά], Αγριοσυκιά, Ακρωτηράκι, Αμυγδαλίδι [Αμυγδαλιές],
Ασπροβούνι, Αστοιβωπή [Αστοιβή], Βίγλες, Βόδωνας [Βοδόνοι], Βρύση,
Γέμελος [του Γεμελάρου], Γκρεμνός του Κάρλου [Γκρεμνός], Γλυφάδα, Ελιά,
Καμαλαύκα [Καλαμαύκα], Καμνάκι [Καμινάκια], Κάππαρη [Καππάρες],
Καράβι [Κάραβος], Καστελάκια [Καστέλι], Κάστρο, Καυκάλα [Καυκάρα],
Καψαλού [Καψάλες], Κουκουλού [του Κουκούλα], Κούντουρος [του
Κουντούρη], Κούτελα [του Κουτέλη], Λαγκάδα, Λάκκος [Λάκκους], Λιβάδι,
Ληνό [Ληνιά], Λίμνη [Λίμνες], (στου) Λουμνινού Πλάκα [Πλάκα, Πλάκες],
Μακριά Φυλλάδα [Φυλλάδα], Μάρμαρα, Μαύρο Πετράδι [Μαύρα Πετράδια],
Μερσίνη [Μερσινιά], Μύλος, Ξυλοκερατιά, Πάναρμος [Πάνερμος], Παραδείσι,
Πεζούλες, Πηγάδι, Ποταμιά, Πύργος [Πυργάκι], Ράχη [Ράχη του Κανίκλη],
Σελλάδα [Σελλάδι], Σκάφη, Στενό, Στρέμπουλας [Στρουμπουλού], Τούρλος
75
ΔΗΜΉΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
Μύκονος — Πάρος:70
Αγρελιά, Ακρωτηράκι [(Α)κρωτήρι], Άμμος, Αμπελόκηπος, Απηγανιά
[Απηανές], Ασπροβούνι, Άσπρος Εγκρεμνός, Βάρουχας, Βίγλες, Βουνό,
Βρύση, Γιαλός, Γλυφάδα, Διακόφτι [Διακοφτό], Ελιά [Ελιές], Εμπουρδέκτης,
Καμαλαύκα [Καλαμαύκα], Καμνάκι, Καράβι [Κάραβος], Κάστρο, Καψαλου
[Καψάλα], Κόκκαλα, Κοράκια, Κουκίστρα, Κουκουναβλιά [Κουκουμαύλες],
Κούτελα, στου Κυριάκου [Κυριάκος], Λαγκάδα, Λάζαρος [Λάζαρι], Λάκκος,
Λιβαδάκι, Λιβαδερή [Λιβαδερά], Λιβάδι, Λίμνη, Μακριά Φυλλάδα, Μαράδι,
Μάρμαρα, Μαχαίρας, Μερσίνη, Μύλος, Ξερόκαμπος, Ξυλοκερατιά [Ξυλο-
κερατάδι], Πεζούλες [Πεζούλια], Περιβόλι [Περιβόλα], Πήγαδος, Πισκοπιανά,
Πλακωτό, Πλατιά Χωράφια, Πλατύς Γιαλός, Πόρτες, Ποταμιά, Πύργος,
Ράχη, Ραχίδια, Σελάδα, Σπηλιά, Σταυρί, Στέρνα, Στρογγυλό, Ταξίαρχος,
Τούρλος, Φανάρι, Φανερωμένη, Φυρρός Εγκρεμνός [Φυρρό Βουνί, Φυρρό
Χωράφι, Φυρρολαγκάδι κ.λπ.], Χάλαρα.
Σύνολο: 65.
Μύκονος - Σέριφος:71
Αγρελιά [Αγριλιά], Ακρωτηράκι, Αμυγδαλίδι [Αμυγδαλιές], Ασπαλάδου
[Ασπαλαθράδικο], Άσπρος Εγκρεμνός, Βαστάγος [Βαστάγοι], Βατούδια
[Βατούδη], Βίγλα, Βουδόμαντρες [Βουδόμανδρα], Βουνά, Βουνάκια, Βρετού
[Βρετό], Γιαλούδι, Διακόφτι, Εγλιστρές Γούρνες [Εγκλειστρός], Καλαδάς,
Καμαλαύκα [Καμιλαύκα], Κάππαρη, Καράβι [Καραβά], Καρδαμίδα [Κάρδαμα],
Κάτω Πηγάδι, Καψαλού [Κάψαλος], Κοράκια [Κοράκου], Κούντουρος,
Κρεμαστή, Κυριάκου [Κυριακού], Λαγκάδα, Λάκκος, Λίμνη, Μάρμαρα, Μεγάλη
Βίγλα, Μερσίνη [Μυρσινιά], Μύλος, Ξερόκαμπος, Ξεροχωριό, Ξυλοκερατιά,
Πεζούλες [Πεζούλας], Πέραμα, Πετρωτό [Πετροπό], Πήγαδος, Πηγή, Πλακω
τό, Πλατύς Γιαλός, Πόρτες, Ποταμιά, Πυργί, Πύργος, Σκάφη, Σταυρός, Στενό,
Ταξιάρχης, Φυρρός Εγκρεμνός [Φυρρό Βουνί, Φυρρό Κεφάλι κ.ά.], Χάλαρα,
Χαλασμένη [Χαλασμένα], Χαρκίδια [Χαρκιαδινα στην Ετιά], Χοχλιό [στους
Χοχλάκους].
Σύνολο: 57.
76
ΤΟΠΩΝΥΜΊΑ ΚΑΙ ΜΙΚΡΟΤΟΠΩΝΥΜΙΑ
Μύκονος — Σίκινος:72
Απάνω Ρίμνη [Ρίμνη], Άσπρος Εγκρεμνός, Βαστάγος [Βαστάες], Ελιά [Εληές],
Κάτεργα [Κάτεργο], Καυκάλα [Καυκάρες], Καψαλού [Κάψαλος], Κουκουλού
[Κουκκούλη], Κούντουρος [Κουντούρα], Λαγκάδα, Λιβάδι, Μαύρη Σπηλιά,
Μύλοι, Ξυλοκερατιά [Ξυλοκερατιές], Παλιόκαστρο, Παραπόρτι, Πήγαδος
[Πήαδος], Πόρτες [Πόρτα], Σελάδα [Σελλάδι], Σιδεροκάψια [Σιδεροκάψι],
Ταξιάρχης, Τούρλος [Τρούλλος], Φανάρι [Φανάρα], Χάλαρα.
Σύνολο: 2 4 .
Μύκονος — Σύρος:73
Αγρελιά [Άγρελας], Αμμος, Αμυγδαλίδι [Αμυγδάλου], Ακρωτηράκι [Κρωτη-
ράκι], Ασπαλάθου [Ασπαλαδωπό], Άσπρος Εγκρεμνός, Αστοιβωπή [Αστοι-
βωπό], Βίγλα, Βουνάκι, Βουνί, Γιοφύρια [Γεφύρια], Γκρεμνός του Κάρλου [του
Κάρλου], Γλυφάδα, Διακόφτι [Διακόφτης], Κακοβούνι, Καμαλαύκα [Καλα-
μαύκια], Καμνάκι [Καμινάκι], Καλαφάτη, Κάππαρη, Καράβι [Καράβα],
Κάστρο [Καστρί], Καψαλού [Κάψαλος], Κεφαλοβούνι, Κηπάρια [Κηπάρι],
Κοράκια [Κόρακας], Κουκουλού [Κουκούλας], Κούτελα [Κούτελο], Κρεμαστή,
Λαγκάδα, Λάκκος [Λάκκοι], Λιγιά, Λιβάδι, Λάμπη [Λάμπου], Λίμνη [Λιμνί],
Μακριά Φυλλάδα [Άσπρη Φυλλάδα, Φυλλάδα], Μαντρίσια, Μάρμαρα, Μαύρη
Σπηλιά, Μνήματα, Μύλος, Ξερόκαμπος, Ξυλοκερατιά [Ξυλοκερατίδια], Πανά
χραντος, Πέραμα, Περιβόλι [Περβόλια], Πήγαδος [Μπήγαδο], Πισκοπιανά
[Πισκοπιανό], Πλακωτό [Πλακωπό], Πόρτες [Πόρτα], Ποταμιά [Ποταμός],
Πυργί [Πυργιά], Ράχη, Σκάφη, Σπηλιά, Σταυρός, Στενό, Στρογγυλό [Στρογ
γυλή], Ταξιάρχης, Τουρκίτξι [Τουρκί], Τούρλος, Φανάρι, Φανερωμένη, Φοινικιά,
Φυρρός Εγκρεμνός [Φυρρά Βουνά, Φυρρές Σπηλιές κ.ά.], Χάλαρα, Χάλαντρα
[Χάλανδρα], Χοχλιό [Χοχλάκοι].
Σύνολο: 67.
77
ΔΗΜΉΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
78
ΤΟΠΩΝΥΜΊΑ ΚΑΙ ΜΙΚΡΟΤΟΠΩΝΥΜΙΑ
τος του εδάφους. Εδώ εντοπίστηκε στα νησιά Άνδρο, Κέα, Κίμω
λο, Μύκονο, Νάξο, Πάρο, Σύρο, έχει όμως ευρύτατη διάδοση στο
χώρο του Αιγαίου με ποικίλους λεκτικούς συνδυασμούς (Φυρρά,
Φυρρόγεια, Φυρροβούνι, Φυρρολαγκάδι, Φυρρό Χωράφι, Φυρρόν
Ποταμόν κ.λπ.). 76
ο Το τοπωνύμιο Χάλαρα σημαίνει περιοχή απόκρημνη, με απότομες
πέτρες, δύσκολη στην πρόσβαση. 77 Ανάμεσα στα νησιά που εξετά
στηκαν εδώ το τοπωνύμιο εντοπίστηκε στην Αμοργό, Άνδρο, Κέα,
Κίμωλο, Μύκονο, Πάρο, Νάξο, Σέριφο, Σίκινο, Σύρο. 78
ο Τοπωνύμιο Χοχλιό [Χόλκακας, Χοχλάκοι, Χοχλάκους (στους)]
απαντά στην Άνδρο, Μύκονο, Σέριφο, Σύρο. Παρεμφερείς τύποι
της λέξης, που δηλώνει τις στρογγυλεμένες από το κύμα πέτρες,
έχουν εντοπιστεί επίσης και σε άλλα νησιά.79
79
ΔΗΜΉΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
μπονάς· Στέφ. Ψαρράς, Αδήνα 1994, σ. 906 κ.ά. (Βλ. επίσης τη συσχέτιση -και την
αντίκρουση της— σχετικά με το τοπωνύμιο Φλακωπή της Μήλου Ζ. Γαβαλάς, «Φλα-
κωπή», π. ΑΟηνά, 45 (1934), σ. 198 και Ιω. Θωμόπουλος, «Το όνομα Φλακωπή», π.
Μηλιακά, 2 (1985), σ. 10-11, όπου και σχετική βιβλιογραφία).
80. Δηλαδή τόπος όπου καλλιεργούνται κουκκιά. Βλ. το ίδιο τοπωνύμιο στη Νάξο,
Μ. Σέργης, «Τοπωνύμια Γλινάδου», σ. 909. Γενικά η κατάληξη -ιστρα, όταν προστίθε
ται σε ονόματα φυτών, δηλώνει τόπο καλλιέργειας ή σποράς τους· για σχετικά παρα
δείγματα βλ. Ιω. Θωμόπουλος, AfeArrrç, σ. 105-106.
81. Η λέξη προέρχεται από το χαλκείο = εργαστήριο του χαλκέα και κατ' επέκτα
ση του σιδηρουργού και είναι κοινή ονομασία στα νησιά του Αιγαίου σε περιοχές όπου
υπήρχαν σιδηρουργεία, βλ. Κ. Μηνάς, Το τοπωνυμικό της Κάσου, Ασήνα 1975, σ. 119-
Ν. Αλιπράντης, Τα τοπωνύμια, σ. 232.
82. Στη Ρόδο για παράδειγμα απαντά 21 φορές (βλ. Χρ. Παπαχριστοδούλου, Τοπω
νυμικό της Ρόδου, Ρόδος 1951, σ. 85). Γενικότερα για τις παραλλαγές του τοπωνυμίου
στον ελληνικό χώρο βλ. Ι. Θωμόπουλος, «Nomes de postes d'observation et de signa
lisation en Grèce», π. Ονόματα, 12 (1988), σ. 840-841.
80
ΤΟΠΩΝΥΜΊΑ ΚΑΙ ΜΙΚΡΟΤΟΠΩΝΥΜΙΑ
81
ΔΗΜΉΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
ΠΙΝΑΚΑΣ Ι
82
ΤΟΠΩΝΥΜΊΑ ΚΑΙ ΜΙΚΡΟΤΟΠΩΝΥΜΙΑ
Γιοφύρια, τα Καπνοούσα, η
Γκιέλα Κοντογιάννη, η Καράβι, το
Γκοπριά, η Καρδαμίδα, η
Γκρεμνός του Κάρλου, ο Καρδιοκαύτης, ο
Γλάστρο, το Καρδούλη, του
Γλυφάδα, η Κάρικα, του
Δαιμονιόπετρα, η Καριωτάδω[ν], των
Δημητράκη, του Κασοτρύπια, τα
Διακόφτι, το Καστελάκια, τα
Διακόφτι, Αγιος Ιωάννης, το Κάτεργα, τα
Διακόφτι, Κάτω, το Κάτω Βουνί, το
Δρακουρί [Ντακουρί;], το Κάτω Λιβάδι [Κάτω Λιβάδια], το
Δράπανος [Δράπανο], το Κάτω Πηγάδι, το
Δραφάκι, το Καυκάλα, η
Εγλιστρές Γούρνες, οι Καψαλού, στου
Ελεημονήτρια, η Κερά η Άρφη [Αρφανή;], η
Ελιά, η Κεφαλόβατο, το
Εμπουρδέκτης [Εμπουνέτης;], ο Κεφαλοβούνι, το
Επτά Αλώνια, τα Κηπούργια [Κηπουργιό, Κηπάρια], τα
Καημένα Λιβάδια, τα Κόκκαλα, τα
Καινούργια Κλείσματα, τα Κόνυζα [Κόνιζα], η
Κάκαρη, του Κοράκια, η
Κακοβούνι, το Κοσομύτης, ο
Κουδουνόπετρα, η
Κακοπλάγι, το
Καλά Λιβάδι, τα Κουκίστρα, η
Καλαθάς, ο Κουκουλού, η
Καλαμοπόδι, το Κουκουναβλιά, τα
Καλαφακιόλα, η Κουλουξούς, στης
Καλαφάτη, Κάμπος του, ο Κουμαρού. η
Καλαφάτης, ο Κούνουπας [Κούνουμπας], ο
Καλίτξα [Καλίτξη], η Κούντουρος, ο
Καλό Λιβάδι, το Κουρβούλια, τα
Καλόλυκος, ο Κουσουμά [Κουσουμπά], στου
Καλό Χορτιά (;), το Κούτελα, η
Καλυβάρι [Καλυβάρια], το Κουφωτό, το
Καμαλαύκα, η Κρεμαστή, η
Καμινάρια, τα Κυδωνιά, η
Καμίνι, το Κυρά των Αγγέλων *, η
Κανάλια, τα Κυριάκου, στου
Καμνάκι, το Λαγκάδα [Λαγκάδι, Λαγκάδια], η
Κάππαρη, η Λαγκάδια Β ορεινά, τα
Καπασόνη, του Λαγκάδι Συκαμιάς, το
83
ΔΗΜΉΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
Λάζαρος, ο Μ π α λ ι ά Στεφανή, τα
Λαξαχάρο (;) Μπλυντρί [Πλυντρί], το
Λάκκος, ο Μπουξίνα [Μπουςιόνα], η
Λάμπη, η Μπουρδεχταρια [Μπουρδευτάρια], τα
Λαρδακοπή, η Μ ύ λ ο ς [στους Μ ύ λ ο υ ς ] , ο
Λάταρη, στου Νάση (;)
Λιβαδάκι [Λιβαδάκια], το Νερό της Φλουρέντξας, το
Λιβαδερή, η Νιόκαστρο, το
Λιβάδι [Λιβάδια], το Ντάγκος [Νταγκού] (;), ο
Ληνό, το Ντελαμούρα [Ταλαμούρα], η
Λιγιά, η Ξερόκαμπος, ο
Λιγοπόταμο [Λίγος Ποταμός], το Ξερό Χωριό, το
Λίμνη *, η Ξυλοκερατιά, η
Λουλος, ο
Οκρίκου (;)
Λουμπινού Πλάκα, στου
Ορνός [Ορινός], ο
Λυχναύτια, τα
Παλιόκαστρο, το
Μάζα, η
Παναγία, η
Μακριά Φυλλάδα, η
Πάναρμος [ Μ π ά ν α ρ μ ο ς ] , ο
Μαμάτζος, ο
Πανάχραντος, ο
Μ ά ν τ ρ α του π α π ά Κωνσταντίνου, η
Παραγαξαριό (;), το
Μαντρίσια [Μαντρίτςια], τα
Παραδείσι, το
Μ αού [Μαγού], η
Παραλία (κοντράδα της) *, η
Μ α ο ύ , Κάτω, η
Παραχέρη, στου
Μ α ρ ά σ ι , το
Παυλάδος [Παυλάδο], ο
Μαρινάδο, το
Πεζούλες [Πεξουλού], ο
Μ ά ρ μ α ρ α , τα
Περάματα [Πέραμα], τα
Μασούρι, το
Περιβόλι, το
Ματογιάνι, το
Πετεινάρος, ο
Μ α ύ ρ η Σπηλιά, η
Πετρούνι, το
Μ α ύ ρ ο Πετράδι, το
Πετρωτό [Πετρωτά], το
Μαχαίρας, ο
Πηγάδι Αβδελλών [ Α β δ ε λ λ ο π ή γ α δ ο ] , το
Μ ε γ ά λ η Βίγλα, η
Πήγαδος [ Μ π ή γ α δ ο ς , Πηγάδι], ο
Μ ε γ ά λ η Πλάκα, η
Πηγή, η
Μ ε γ ά λ ο Βουνί, το
Πισωτό, το
Μ ε γ ά λ ο Χωριό, το Πισκοπιανά, τα
Μ έ γ α ς Εγκρεμνός, ο
Πλακωτό, το
Μερσίνη, η
Πλατειά Χωράφια, τα
Μερχιά [Μεριχιά], η
Π λ α τ ύ ς Γιαλός, ο
Μ ν ή μ α τ α , τα
Πόρτες, οι
Μορόεργο, το Ποταμάκια τ' Αλέξη, τα
Μούρτξικα [Μούρζικα, Αμούρτζικα]
Ποταμιά, η
Μπίδος, ο
ΤΟΠΩΝΥΜΊΑ ΚΑΙ Μ Ι Κ Ρ Ο Τ Ο Π Ω Ν Υ Μ Ι Α
Διευκρινίσεις
— Σε ορδογώνιες αγκύλες τίδενται γλωσσικές παραλλαγές του ίδιου, όπως πιθανολογείται, τοπω
νυμίου· δεν μπορεί όμως να αποκλειστεί τελείως και η εκδοχή να πρόκειται για διαφορετικές
τοποδεσίες.
- Για την ταύτιση των τοπωνυμίων που περιλαμβάνονται στον πίνακα 6λ. τους δύο χάρτες που
συνοδεύουν το βιβλίο του Π. Κουσαδανά, Χρηστικό λεξικό του ιδιώματος της Μυκόνου,
Ηράκλειο 1996.
*: Τοποθεσίες που ευρίσκονται στην περιοχή του κύριου οικισμού του νησιού.
**: Δεν είναι σαφής η διάκριση μεταξύ των ονομασιών Πύργος και Πυργί. Πύργος ονομάζεται
συνοικία του οικισμού της Μυκόνου αλλά και δέση στην περιοχή της Ανωμεράς, ενώ τοπωνύ
μιο Πυργί ατταντά στην ενδοχώρα του νησιού.
(;): Η ανάγνωση του τοπωνυμίου είναι προβληματική.
85
ΔΗΜΉΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
ΠΙΝΑΚΑΣ II
86
ΤΟΠΩΝΥΜΊΑ ΚΑΙ Μ Ι Κ Ρ Ο Τ Ο Π Ω Ν Υ Μ Ι Α
Διευκρινίσεις
- Σε ορθογώνιες αγκύλες τίσενται γλωσσικές παραλλαγές του ίδιου, όπως πιθανολογείται, τοπω
νυμίου.
— Για την ταύτιση των τοπωνυμίων που περιλαμβάνονται στον πίνακα βλ. τους χάρτες που συνο
δεύουν το βιβλίο του Π. Κουσασανά, Χρηστικό λεξικό του ιδιώματος της Μυκόνου, Ηράκλειο
1996.
*: Τοποθεσίες που ευρίσκονται έξω από τον κύριο οικισμό του νησιού.
**:Πιθανότατα οι δέσεις «Πόρτα» και «Πόρτα κομμούνα» ταυτίζονται.
***: Δεν είναι σαφής η διάκριση μεταξύ των ονομασιών Πύργος και Πυργί. Πύργος ονομάζεται
συνοικία του οικισμού της Μυκόνου αλλά και δέση στην περιοχή της Ανωμεράς, ενώ τοπωνύ
μιο Πυργί απαντά στην ενδοχώρα του νησιού.
(;): Η ανάγνωση του τοπωνυμίου είναι προβληματική.
87
ΔΗΜΉΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
ΠΙΝΑΚΑΣ III
ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ-ΜΙΚΡΟΤΟΠΩΝΥΜΙΑ ΠΑΤΜΟΥ
σύμφωνα με το κτηματολόγιο του 1676
88
ΤΟΠΩΝΥΜΊΑ ΚΑΙ ΜΙΚΡΟΤΟΠΩΝΥΜΙΑ
Διευκρινίσεις
— Σε ορθογώνιες αγκύλες έχουν τεδεί διαφορετικές εκφορές τοπωνυμίων που απαντούν στο κτη
ματολόγιο/Εχει αποκατασταθεί η ορθογραφία.
*: Είναι αμφίβολο αν αποτελεί είδος κτήματος ή τοπωνύμιο.
**: Η συνηθέστερη γραφή στο κτηματολόγιο είναι με δύο γ.
***:Στο νεότερο τοπωνυμικό απαντά ως Σκοινιώτισσα.
****: Προσδιορισμοί θέσεων ακινήτων που δεν είναι σαφές εάν αποτελούν τοπωνύμια.
89
Λεωνίδας Φ. Καλλιβρετάκης
1. Πέντε τουλάχιστον, από τα οποία διασώζεται μόνο το τρίτο, του έτους 1119· βλ.
Έρα Λ. Βρανούση, Βυζαντινά έγγραφα της Μονής Πάτμου, Α'- Αυτοκρατορικά, Αδήνα
1980, σ. *61 -*62.
2. Μέτρο περιεκτικότητας ρωμαϊκής προέλευσης, χρησιμοποιούμενο ιδίως στα σιτη
ρά" ισοδύναμο περίπου προς 8 3/4 λίτρες.
3. Φορολογικό κατάστιχο.
4 . Έ ρ α Λ. Βρανούση, ό.π.
5. Έρα Λ. Βρανούση, ό.π., σ. *62 και 217-224.
6. Περί του δεσμού των βασιλικών επισκέψεων, σε σχέση και με την εξεταζόμενη περί
πτωση, 6λ. ενδεικτικά Νίκος Α. Οικονομίδης, «Η διανομή των βασιλικών 'επισκέψεων'
της Κρήτης (1170-1171) και η δημοσιονομική πολιτική του Μανουήλ Α' Κομνηνού»,
Πεπραγμένα του Β' Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου, τ. 3°?, Αδήνα 1968, σ. 195-201.
93
ΛΕΩΝΙΔΑΣ Φ. ΚΑΛΛΙΒΡΕΤΑΚΗΣ
94
Το ΜΕΤΌΧΙ ΤΗΣ ΠΆΤΜΟΥ ΣΤΟ ΣΤΥΛΌ ΑΠΟΚΟΡΩΝΟΥ
10. Πανδώρα 19/1869, σ. 457-458· Fr. Miklosich & los. Muller, Acta et Diplomata
Graeca medii aevi sacra et profana, τ. 6°?, Βιέννη 1890, σ. 220-222.
11. Πανδώρα, ό.π.· Fr. Miklosich & los. Muller, ό.π.' S. Borsari, II dominio Vene
ziano a Creta nel XIII secolo, Νάπολη 1963, σ. 122.
12. Χρύσα Α. Μαλτέξου, «Τα λατινικά έγγραφα του Πατμιακού Αρχείου», Σύμ
μεικτα ΚΒΕ/ΕΙΕ 2/1970, σ. 361-369.
13. Περί των παλαιοτέρων ταυτίσεων της περιοχής με τα αρχαία Απτερα, 6λ. ενδει
κτικά R. Pashley Esq., Travels in Crete, τ. 1°?, Λονδίνο 1837, σ. 32-60* Τ. Α. Β. Spratt,
Travels and Researches in Crete, Λονδίνο 1865, τ. 2°?, σ. 130· Ν. Σταυράκης, Στατι
στική του πληδυσμού της Κρήτης, Ασήνα 1890, σ. 64-65.
14. Δεδομένου ότι δεν έχει καταστεί δυνατός μέχρι στιγμής ο ακριβής γεωγραφικός
εντοπισμός των ορίων του 1321 (βλ. και παράρτημα 4).
95
ΛΕΩΝΊΔΑΣ Φ. ΚΑΛΛΙΒΡΕΤΑΚΗΣ
15. Αρχείον Ιεράς Μονής Πάτμου, cod. 1009, όπως φυλάσσεται στο Αρχείο Μικρο-
ταινιών Κέντρου Νεοελληνικών Ερευνών Ε.Ι.Ε., Πάτμος 1961, αρ. f. 1, Πάτμος 1963,
αρ. f. 105· Τ. Α. Β. Spratt, ό.π., σ. 130· Ν. Σταυράκης, ό.π., σ. 202 (βλ. και παραρτή
ματα 1-3).
16. Έ ρ α Λ. Βρανούση, ό.π., σ. *90. [Προσ8ήκη 2003: Η επικράτηση αυτής της, μη
τεκμηριωμένης κατά τη γνώμη μου, άποψης, επιβεβαιώνεται και α π ό την επανάληψη
της σε πρόσφατα επιστημονικά δημοσιεύματα· βλ. ενδεικτικά Konstantinos Smyrlis,
Une puissance économique: Les grands monastères à Byzance de la fin du Xe au
milieu du XlVe siècle, Παρίσι 2002, σ. 58-63, όπου ο συγγραφέας παγιδεύεται από
την άποψη αυτή και αντιμετωπίζει ως δύο διαφορετικά πράγματα το μετόχι του Ψυχρού
και το μετόχι του Στύλου, με συνέπεια να αθροίζει την εκτιμώμενη έκταση τους, προ
κειμένου να μελετήσει τη διαδικασία αύξησης της έγγειας περιουσίας της Πάτμου,
οδηγούμενος έτσι σε λανθασμένο σχήμα ανάπτυξης. Ευχαριστώ με την ευκαιρία αυτή
τον αγαπητό συνάδελφο Χαράλαμπο Γάσπαρη που μου υπέδειξε την ύπαρξη της κατά
τα άλλα πολύ ενδιαφέρουσας αδημοσίευτης αυτής διατριβής].
17.Έρα Λ. Βρανούση, ο'.π., σ. 214-215* Για το μεν πρώτο παραπέμπει στον Στ.
Ξανσουδίδη, Η ενετοκρατία εν Κρήτη και οι κατά των Ενετών αγώνες των Κρητών,
Αδήνα 1939, σ. 10 κ.ε., για το δεύτερο στον Ι. Χασιώτη, Μελισσηνοι, Θεσσαλονίκη
1966, σ. 16, για δε το τρίτο στον Ν. Μανούσακα, «Τα έγγραφα των Χορτάτσηδων της
Σμύρνης», Μικρασιατικά Χρονικά 10/1962, σ. 67-68.
96
Το ΜΕΤΌΧΙ ΤΗΣ ΠΆΤΜΟΥ ΣΤΟ ΣΤΥΛΌ ΑΠΟΚΟΡΩΝΟΥ
97
ΛΕΩΝΊΔΑΣ Φ. ΚΑΛΛΙΒΡΕΤΑΚΗΣ
των ετών 1196 και 1267, πρέπει να αφαιρέθηκε το μεν και να παραχω
ρήθηκε το δε. Θεωρώ αυτό το χρονικό διάστημα μάλλον βραχύ για την
πραγματοποίηση αυτής της μεταβολής· γίνεται δε βραχύτερο εάν
ληφδούν υπ' όψιν τα γενικότερα πολιτικά γεγονότα της περιόδου. Εάν
η μεταβολή έλαβε χώρα στα πλαίσια της βυζαντινής εξουσίας, τότε το
διάστημα περιορίζεται σε μια δεκαετία, δεδομένου ότι η Κρήτη περι
ήλθε υπό τους Λατίνους το 1206. Εάν πρόκειται για βενετσιάνικη
πράξη, το διάστημα εκτείνεται στην εξηκονταετια μεταξύ των ετών
1206 (1212 για ένα μέρος της Κρήτης) 19 και 1267 ή μοναχά σε μια δωδε
καετία, εάν δεχτούμε ότι η μνεία του 1219 περί «monachi de Pathinos»
υπονοεί ήδη τον Στύλο. Στην περίπτωση που η μεταβολή πραγματο
ποιήθηκε σε δυο ανεξάρτητες μεταξύ τους κινήσεις, η μεν βυζαντινής
η δε βενετσιάνικης προέλευσης, τότε η πρώτη -ανάκληση της δωρεάς
του Νησίου του 1196-πρέπει να έγινε μέσα στη δεκαετία ως το 1206,
και η δεύτερη -παραχώρηση του Σ τ ύ λ ο υ - μέσα στην επταετία 1212-
1219. Διότι είναι πέραν πάσης αμφιβολίας ότι η περιοχή του Νησίου
Ρεθύμνης δεν παραμένει σε καμμία περίπτωση -αν ποτέ υ π ή ρ ξ ε -
μετόχι της Πάτμου κατά τους επόμενους αιώνες· ουδεμία πατμιακή,
βενετσιάνικη, οσωμανική ή άλλη πηγή το αναφέρει ποτέ. Να επιση
μάνουμε στο σημείο αυτό ότι η Χρύσα Μαλτέζου, αν και χωρίς ρητή
αναφορά σε κάποια πηγή, εκτιμά, ορσώς κατά την γνώμη μου, ότι ο
Στύλος ανήκε στην Πάτμο «από των βυζαντινών ήδη χρόνων». 20
Ως απαραίτητη λοιπόν προϋπόθεση της διαλεύκανσης του όλου
ζητήματος τίδεται ο κατά το δυνατόν ακριβέστερος γεωγραφικός εντο
πισμός των περιοχών στις οποίες αναφέρονται οι πηγές μας. Εν πρώ
τοις, ας επιχειρήσουμε να εντοπίσουμε την «τοποσεσία του Ψυχρού».
Είναι προφανής εδώ η τάση της εκδότριας της δωρεάς του 1196, βάσει
και της διατύπωσης του εγγράφου, να θεωρήσει το Ψυχρό περιοριστι
κά, ως συγκεκριμένο τόπο. Τόσο όμως ο Στ. Ξανδουδίδης και ο Μ.
Μανούσακας, στους οποίους η εκδότρια παραπέμπει, όσο και άλλοι
19. Μεταξύ των ετών 1206 και 1212 τμήμα της νήσου είχε καταληφθεί από τους
Γενοβέζους.
20. Χρύσα Μαλτέζου, ό.π., σ. 349* πρ6λ. Κ. Δουνάκης, «Ιστορία του Α π ο κ ο -
ρώνου», Κρητική Εστία 18/1967, τεύχος 175, σ. 420: «Το περί ου ο λόγος ακίνητον,
του οποίου την δωρεάν επέτυχον παρά του Αλεξίου Γ, [...] δεν είναι άλλον παρά αυτά
τα κτήματα, τα οποία κατέχει και σήμερον η Μονή αύτη εις το δυτικόν μέρος της κοι-
λάδος του Στύλου».
98
Το ΜΕΤΌΧΙ ΤΗΣ ΠΆΤΜΟΥ ΣΤΟ ΣΤΥΛΌ ΑΠΟΚΟΡΩΝΟΥ
99
ΛΕΩΝΊΔΑΣ Φ. ΚΑΛΛΙΒΡΕΤΑΚΗΣ
100
Το ΜΕΤΌΧΙ ΤΗΣ ΠΆΤΜΟΥ ΣΤΟ ΣΤΥΛΌ ΑΠΟΚΟΡΩΝΟΥ
101
ΛΕΩΝΙΔΑΣ Φ. ΚΑΛΛΙΒΡΕΤΑΚΗΣ
102
Το ΜΕΤΌΧΙ ΤΗΣ ΠΆΤΜΟΥ ΣΤΟ ΣΤΥΛΌ ΑΠΟΚΟΡΩΝΟΥ
κειτο για ένα σπάνιο τοπωνύμιο στον ελλαδικό χώρο,36 δεν αποκλείεται
συνεπώς η ύπαρξη του και σε άλλα σημεία κατά τους χρόνους εκείνους.37
Ως προς το γεωγραφικό ζήτημα, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι
αναζητούμε ένα μετόχι που κείται στην περιφέρεια του Ψυχρού και
σχετίζεται με την επισκοπή Καλαμώνος· τα δεδομένα αυτά μας υ π ο
δεικνύουν την επαρχία Αποκορωνου καταρχήν και κατά δεύτερον την
επαρχία Ρεδύμνης. Το Νησί και η μονή του Αγίου Νικολάου φαίνεται
να ενισχύουν σε πρώτο βαδμό τη ρεδεμνιώτικη εκδοχή. Εντούτοις άλλα
στοιχεία έρχονται να εξισορροπίσουν στο σημείο αυτό τα πράγματα.
Πέραν όσων ήδη αναφέρθηκαν, να προσδέσουμε ότι, σε πράξη των
Αντιρεκτόρων Χανίων Petrus Mudacio και Petrus Delfino του έτους
1295, επικυρώνεται η δωρεά του άλλοτε Ρέκτορα Jacobus Baroci στο
μοναστήρι του «Αγίου Ιωάννου του Στύλου», γης «δια κτίσιμο σπι
τιών δια τους καλόγερους», η οποία εντοπίζεται «σιμά εις τον τειχόν
της εκκλησίας του αγίου Νικολάου». 38 Παρασέτω αυτό το στοιχείο με
επιφύλαξη, δεδομένου ότι η γεωγραφική δέση αυτού του Αγίου Νικο
λάου δεν προκύπτει με σαφήνεια από το έγγραφο. Ίσως να το είχα
παραβλέψει αν δεν συνδυαζόταν με πρόσφατα αρχαιολογικά δεδομέ
να: Η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων που διεξάγει ανασκαφή στην
περιοχή του Στύλου, έχει εντοπίσει στην άκρη του χωριού διμάρτυρη
βυζαντινή εκκλησία, κτισμένη σε τρεις διαδοχικές φάσεις μεταξύ του
13ου και του 15ου αιώνα, αφιερωμένη αφενός στον Άγιο Ιωάννη το
Θεολόγο και αφετέρου στον Άγιο Νικόλαο. 39
36. Να υπενθυμίσουμε μεταξύ των άλλων τους ομώνυμους οικισμούς της Μεσση
νίας, της Βέροιας και της'Εδεσσας.
37. Να σημειώσουμε εδώ τη μαρτυρία του Κ. Δουνάκη, «Ιστορία του Αποκορω
νου», Κρητική Εστία 18/1967, τεύχος 175, σ. 418-420, για την ύπαρξη κτήματος του
μετοχίου της Πάτμου που ονομαζόταν στην εποχή του ακόμη «Μεσονήσι», και το
οποίο βρίσκεται ακριβώς στην επίμαχη περιοχή της κοιλάδας του Στύλου. Ο ίδιος,
υποστηρίζοντας ότι το Νησί του 1196 είναι η περιοχή εκείνη, δίδει την ερμηνεία ότι
πρόκειται για μια «ποταμονησο» που σχημάτιζαν στο σημείο εκείνο οι δύο βραχίονες
που ανέβλυζαν από τις παρακείμενες πηγές του Στύλου.
38. Fr. Miklosich & los. Muller, ό.π., τ. 6°?, σ. 238-239.
39. Κ. Δουνάκης, «Ιστορία του Αποκορωνου», Κρητική Εστία 18/1967, τεύχος 172,
σ. 284-285· Klaus Gallas - Klaus Wessel - Manolis Borboudakis, Byzantinisches
Kreta, Μόναχο 1983, σ. 244-245· Μ. Ανδριανάκης, « Η επαρχία Αποκορωνου στα χρι
στιανικά χρόνια», Πεπραγμένα του Α' Παγκόσμιου Συνεδρίου των Αποκορωνιωτών
(1987), Χανιά 1989, σ. 80.
103
ΛΕΩΝΊΔΑΣ Φ. ΚΑΛΛΙΒΡΕΤΑΚΗΣ
Η επαρχία Αποκορώνου Χανίων, με τα τοπωνύμια που αναφέρονται στο κείμενο (σχέδιο Ιωάννα Τραχανά).
104
Το ΜΕΤΌΧΙ ΤΗΣ ΠΆΤΜΟΥ ΣΤΟ ΣΤΥΛΌ ΑΠΟΚΟΡΩΝΟΥ
105
ΛΕΩΝΊΔΑΣ Φ. ΚΑΛΛΙΒΡΕΤΑΚΗΣ
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1
Ι.α. Η περιγραφή της δέσης του μετοχίου στη δέηση του καδηγουμένου Αρσε
νίου (προ του Νοεμβρίου 1196).
«Έστι τίνυν κ(α)τά τ(ην) αυτ(ήν) νή(σον) Κρήτ(ην) ακίνητ(ον) ε(κ) τ(ων)
βα(σιλικών) επισκέ(ψεων), λεγόμ(ενον) Νησί, εν τη τοποδ(ε)σ(ία) του
Ψυχρ(ού) διακείμ(ε)ν(ον), όπερ δι' υπομνή(σεως) π(αρά) τ(ου) επισκόπ(ου)
Καλαμ(ώ)ν(ος), του καλουμ(έ)ν(ου) Αρά, ζητηδ(έν) αυτώ π(αρε)δόδ(η), αλλ'
ουχί και τη κατ' αυτ(όν) εκκλη(σία), δια χρυσοβ(ού)λ(ου) του π(ερι)-
που(ή)τ(ου) αυταδε(λφού) τ(ης) βα(σι)λ(είας) σου, κυρ Ισαακ(ίου) του τότ(ε)
βασιλεύοντ(ος), [...] υποσχομ(έ)ν(ου) και μοναστ(ή)ρ(ιον) πεποιηκέναι- και
μ(έν)τοι και έκτισε μοναστ(ή)ρ(ιον), επ' ονόμ(α)τ(ι) του αγ(ίου) Νικ(ο)λ(άου)
και προσεκάδι(σεν) εν αυτώ (μοναχούς) ωσεί τέσσαρ(ας) ή και πέντ(ε) - και
κ(α)τείχ(ε)τ(ο) μ(εν) το τοιούτ(ον) ακίνητ(ον) και το μοναστ(ή)ρ(ιον) παρά
του επισκόπ(ου) Καλαμ(ώ)ν(ος) [...]».
Πηγή: Έρα Λ. Βρανούση, Βυζαντινά έγγραφα της Μονής Πάτμου, Ä- Αυτοκρατορικά, Α9ήνα 1980,
σ. 209.
1.6. Απόσπασμα του πάκτου μεταξύ αφενός του Βενετού Δούκα της Κρήτης
Domenico Delphino και αφετέρου των Κωνσταντίνου Σεβαστού και Θεοδώ
ρου Μελισσηνού (13 Σεπτεμβρίου 1219).
Πηγή: G.L.Fr. Tafel & G.M.Thomas, Urkunden zur alteren Handels-und Staatsgeschichte der
Republik Venedig, τ. 2°«, Βιέννη 1856, σ. 213.
Ι.γ. Το μετόχι του Στύλου σε επικυρωτικό έγγραφο του Βενετού Δόγη Ranier
Zen (il Αυγούστου 1267).
«[...] οι καλόγηροι του Στύλου, της δικαιολογίας του αγίου Ιωάννου της
Πάτμου, να είναι αφετοί εις την ιδίαν κτήσιν και ποσσεσιόν και εις την ιδίαν
δικαιολογίαν, καδώς εποίησεν ο άρχων κύρις Μάρκος Δάνδουλος, ο προ του
λεχδέντος δουκός Κρήτης δουξ εν Κρήτη, μετά της αυτού συμβουλής, κατά
106
Το ΜΕΤΌΧΙ ΤΗΣ ΠΆΤΜΟΥ ΣΤΟ ΣΤΥΛΌ ΑΠΟΚΟΡΩΝΟΥ
τον καιρόν του σασμου της διαφοράς, ήτις ην αναμεταξύ της αυθεντίας και
του κυρού Μανουήλ, και του Γεωργίου Σκορδίλλη· εν ώτινι σασμώ και συμ-
βιβάσματι, εκείνος παρετήρησε και παρέδραμεν, ως μη ίδιον, το χωρίον του
Στύλου, αλλ' ως υπάρχον των λεχθέντων καλογήρων, χωρίς τίνος εναντιολο-
γίας [...]».
Πηγή: Πανδώρα 19/1869, σελ. 457· Fr. Miklosich & los. Muller, Acta et Diplomata Graeca medii
aevi sacra et profana, τ. 6°ϊ, Βιέννη 1890, σ. 220.
Ι.δ. Μνεία των μοναχών σε επικυρωτικό έγγραφο του Βενετού Δόγη Lorenzo
Tiepolo (1271).
Πηγή: Πανδώρα 19/1869, σελ. 457-458· Fr. Miklosich & los. Muller, Acta et Diplomata Graeca
medii aevi sacra et profana, τ. 6°ΐ, Βιέννη 1890, σ. 221.
Ι.ε. Η επικύρωση από τους αντιρέκτορες Χανίων Petrus Mudacio και Petrus
Delphino της παραχώρησης πρόσθετης γης (1295).
«[...] καθώς και ο Παύλος, ο οικονόμος του μοναστηρίου του αγίου Ιωάννου
του Στήλου έμπροσθεν μας εφάνην και δυνατά μας εσουμπληκάρησεν, ότι ως
καθώς και από τον ευγενήν άνθρωπον κύριον Ιάκωβον Μπαρότζη, ποτέ ρετού-
ρη Χανίων, ήχεν δωσήν γης του αυτού οικονόμου του αυτού μονασδηρίου, η
οποία τον καιρόν εκείνον ήτονεν διακτίσιμον σπιτιών δια τους καλόγερους
του ηρημένου μονασδηρίου και της κατοικίας των, [...] δια τούτο γνωρήζοντες
ταύτην την αλήδειαν δίδωμεν και αφιερόνομεν αιωνίως του αυτού Παύλου,
οικονόμου του προηρηδέντος μοναστηρίου του αγίου Ιωάννου του Στήλου την
προηρημένην γην, [...] από την γην του κουμουνίου μας των Χανίων σημά εις
τον τείχον της εκκλησίας του αγίου Νικολάου, άλλο όπου είναι η άμος, όπου
είναι τα σπίτια του αυτού μονασδηρίου, η οποία γης τυχένει νάναι από το
κεφαλήν προς τον ποννεντε οργίες ρ' και από την φάτξαν της τραμουντάνας
όργιες ν' και από την φάτξαν του λεβάντε όργιες ρ' και από την φάτζαν της
όστριας όργιες ν', τέτοιας λογής όπου αποσφαλήξουντα μέσα όλα τα σπίτια
του αυτού μονασδηρίου μέσα στα λεγόμενα κονφήνια [...]».
Πηγή: Fr. Miklosich & los. Muller, Acta et Diplomata Graeca medii aevi sacra et profana, τ.
6°ϊ, Βιέννη 1890, σ. 238-239.
107
ΛΕΩΝΊΔΑΣ Φ. ΚΑΛΛΙΒΡΕΤΑΚΗΣ
Ι.στ. Μνεία του μετοχίου του Στύλου σε επικυρωτικό έγγραφο του Βενετού
Δόγη Petrus Gradenico (1307).
«[...] τους καλογήρους του μοναστηρίου του Στύλου και τους πάροικους
αυτών τινάς από του νυν και έμπροσσεν να μηδέν τους βαρίνη και αναγκάξη
να δίδουσι τα βόδη τος, αλλ' ουδέ ανδρώπους τινάς να δίδουσι τοις καστελ-
λάνοις ή δια να σπείρωσιν ή δια να αλωνευσουσιν ή δια να λιχνιζουσιν και να
κοσκινίζουσιν σιτάριν ουδέ ταγάς ιδικός των, ωσάν εις τον παρεληλυδότα και
ρόν ειώδασιν να τους καμνουσιν, ει μη οι λεχδέντες καλογηροι και οι χωριαται
των, να είναι ελεύδεροι της τοιαύτης και ομοίας αγγαρίας».
Πηγή: Πανδώρα 19/1869, σ. 457· Fr. Miklosich & los. Muller, Acta et Diplomata Graeca medii
aevi sacra et profana, τ. 6°«, Βιέννη 1890, σ. 220.
108
Το ΜΕΤΌΧΙ ΤΗΣ ΠΆΤΜΟΥ ΣΤΟ ΣΤΥΛΌ ΑΠΟΚΟΡΟΝΟΥ
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2
Πηγή: Αρχείον Ιεράς Μονής Πάτμου, cod. 1009, όπως φυλάσσεται στο Αρχείο Μικροταινιών
Κέντρου Νεοελληνικών Ερευνών Ε.Ι.Ε., Πάτμος 1963, αρ. f. 105.
1634 / αύγούστου / 9 /
+ έκαμεν ό π(α)πά 'Ιερεμίας Καλαφάτης, λογαριασμόν διά τό μετόχιον της
Κρήτης, όπου είχε πακτομένον διά τρεις χρόνους καί έπλήρωσεν ευχαριστη
μένα, εις τους τρεις χρόνους ρε(ά)λ(ι)α / 7800 / ήγουν επτά χιλιάδες καί
οκτακόσια. Μέ τοϋτο έμπατάρησε τοϋ μοναστηρίου ρε(ά)λ(ι)α διακόσια καί
εβδομήντα τέσσαρα ήμισυ [καί είπε ο άνίσως] διά τά μυλοαύλακα όπου έκαμε.
Καί είπε ότι άνίσως καί δέν είναι στερεά, νά χάνη τά αυτά ρε(ά)λ(ι)α. Άκόμι
έμπατάρησε καί διά τά ήμισυ βόδια τοϋ π(α)πα Μητροφάνους ρε(ά)λ(ι)α
εξήντα. Ακόμι έμπατάρησε καί άλλα όπου έξόδιασεν καί εκαμαμέν του τα
καλά. Εις τήν ε'ισοδίαν τοϋ μοναστηρίου καί όπου έδωκε των πατέρω, τοϋ
π(α)πά Ίεροδέου / ρε(ά)λ(ι)α 60 / τοϋ π(α)πά Βενεδίκτου ρε(ά)λ(ι)α / 84 /
τοϋ π(α)πα Γερμανού Μαδά ρε(ά)λ(ι)α / 79 / διά νά γοράση γονικά. Τούτα τά
109
ΛΕΩΝΊΔΑΣ Φ. ΚΑΛΛΙΒΡΕΤΑΚΗΣ
Πηγή: Αρχείον Ιεράς Μονής Πάτμου, cod. 1009, όπως φυλάσσεται στο Αρχείο Μικροταινιων
Κέντρου Νεοελληνικών Ερευνών Ε.Ι.Ε., Πάτμος 1963, αρ. f. 105.
1633, Ιουνίου, 30
Πακτόνει ό π(α)πά Γερμανός Μαδάς τό μετόχιον της Κρήτης διά χρόνους τρεις,
νά δίδη τόν κάδεν χρόνον χρυσά τζικίνια, 1700, ήγουν χίλια επτακόσια, καδώς
τό ειχεν καί ό π(α)πά 'Ιερεμίας Καλαφάτης, τό όποιον εδωκεν ό αυτός π(α)πά
'Ιερεμίας ακόμη περισσότερον είς τους τρεις χρόνους χρυσά / 100 / ήγουν
εκατόν. Σοϋμα ποϋ γίνονται ολα χρυσά, 5200, ήγουν πέντε χιλιάδες καί διακό
σια, γίνουνται ρε(ά)λ(ι)α, 7800, ήγουν επτά χιλιάδες καί οκτακόσια καδώς
έπλήρωσε καί ό ανωδεν π(α)πά 'Ιερεμίας. Ακόμη δέλει νά δώση ό αυτός π(α)πά
Γερμανός, διά τά βόδια τοϋ π(α)πα Μητροφάνους, όπου τοϋ αφησεν ό π(α)πά
'Ιερεμίας ρ(ε)άλ(ια) / 60 / ήγουν εξήντα, τά όποια ρε(ά)λ(ι)α τά έμπατάρισεν
είς τό μοναστήριον. Ακόμι αφισέν του, ό αυτός π(α)πά 'Ιερεμίας τοϋ αύτοϋ
π(α)πά Γερμανοϋ ρε(ά)λ(ι)α / 79 / ήγουν εβδομήντα ενέα διά νά άγοραση γονι
κά καί έμπαταρησέν τα καί αυτά ό αυτός π(α)πά 'Ιερεμίας τοϋ μοναστηρίου.
Πηγή: Αρχείον Ιεράς Μονής Πάτμου, cod. 1009, όπως φυλάσσεται στο Αρχείο Μικροταινιων
Κέντρου Νεοελληνικών Ερευνών Ε.Ι.Ε., Πάτμος 1963, αρ. f. 105.
1636 αύγούστου / 5 /
Τήν σήμερον ομολογώ έγώ 'Ιερεμίας ό Καλαφάτης, πώς Ξπόσχομαι κατά τήν
τάξιν, καί συνήδειαν τοϋ μοναστηρίου, μέ δέλημαν καί εύχήν τών 'Αγίων
π(ατέ)ρων νά πάγω οικονόμος ε'ις τήν Κρήτην χρόνους / 3 / νά δουλέψω τό
κονομίον, νά δώσω τοϋ μοναστηρίου ρ(ε)άλ(ι)α χιλιάδες / 7 / καί 800 / κρασί
βουτζία / 36 / λάδι μίστατα 306 τυρί λ[ύτρες] χιλιάδες / 3 / καί δτι εξοδον
ήδελα κάμη, κατά τήν τάξιν τοϋ μοναστηρίου καί στήμαν της αύδεντίας,
άνήδελα κάμει αγουμέντο τίποτα, απάνω εϊς τήν ψυχήν μου, νά τήν κάμνου-
σιν οι π(ατέ)ρες καλήν. Καί οποίαν ώραν ήδελα κάμη γονικά, ενός πινακίου
τινός νά μή με δέχονται είς τό μοναστήριον.
Ιερεμίας 'ιερομόναχος καλαφάτης, γράφω καί στέργω τά ανωδεν
no
Το Μ Ε Τ Ό Χ Ι ΤΗΣ Π Ά Τ Μ Ο Υ ΣΤΟ ΣΤΥΛΌ Α Π Ο Κ Ο Ρ Ω Ν Ο Υ
άκόμι ει δε καί ήδελα γληττώση τά χωράφια των μουσούρων καί των ταμίγου,
νά ελσω εις τό μοναστήριον νά κάνω χίλια ρε(ά)λ(ι)α
Πηγή: Αρχείον Ιεράς Μονής Πάτμου, cod. 1009, όπως φυλάσσεται στο Αρχείο Μικροταινιων
Κέντρου Νεοελληνικών Ερευνών Ε.Ι.Ε., Πάτμος 1963, αρ. f. 105.
Πηγή: Μαρία Κ. Χαιρέτη, « Η απογραφή των ναών και των μονών της περιοχής Χανίων του έτους
1637», Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών 36/1968, σ. 354.
111
ΛΕΩΝΙΔΑΣ Φ. ΚΑΛΛΙΒΡΕΤΑΚΗΣ
εϊς άνάκτησιν τοϋ μετοχίου, κατά την τάξιν τοϋ μοναστηρίου, καί στήμαν της
αύσεντίας, Ίσως καί ηδελα κάμη τίποτα άγουμέντο, είς φόβον δ(εο)ϋ, νά την
κάμνουσιν οι π(ατέ)ρες καλήν. Ει δε οποίαν ώραν ηδελα κάμη γονικά η πολλύ,
η ολίγον, νά είναι άκαιρον καί εγώ νά παιδεύομαι ως ενάντιος της μονής.
Άκόμι τάσσω νά δίδω τον κάδεν χρόνον λάδι μίστατα τρία, χωριστά από τά
άνωδ(εν) διά νά άνάπτη άεννάως ή φούσκα της ημετέρας μονής.
Καί διά τό βέβαιον 8έλει υπογράψει κάτωδεν οίκειοχείρως: -
+ σύλβεστρος ιερομόναχος στεργώ τα άνοδεν: - +
Πηγή: Αρχείον Ιεράς Μονής Πάτμου, cod. 1009, όπως φυλάσσεται στο Αρχείο Μικροταινιων
Κέντρου Νεοελληνικών Ερευνών Ε.Ι.Ε., Πάτμος 1963, αρ. f. 105.
1718 / σεπτεμβρίο 10 -
Την σίμερων πακτώνοι ό ημέτερος αδελφός ημών π(α)πά κύρ Νεώφυτος Καλί-
μνιος ονομαζόμενος Πετρώντης μαζί με τον γέρων Ιωσήφ των Καστελοριζώτη
τώ μετοχιον ωπερ εχομεν εν τη νήσω Κρίτη εις τω Στίλω δια χρόνους τέσεροις
καί να δίδη τών κάδε χρόνων δια πάκτως ρεάλιαν έκατών ενενήντα καί ανισώς
καί ήδελεν σιμαχοι (;) να μίς πέρνετε τώ Παλεώκάστρω να δίδη μόνον ρεάλιαν
εκατόν τών κάδε χρόνον. Καί διά πίστωσιν του παρώντος τηποϋτε και ει εικών
τοΰ Μέγαν Θεολώγου. Καί η υπογραφή τοϋ καδιγουμένου ις ασφάληαν πάντων
νεόφυτος μοναχός στέργω ος άνοδεν
Πηγή: Αρχείον Ιεράς Μονής Πάτμου, cod. 1009, όπως φυλάσσεται στο Αρχείο Μικροταινιων
Κέντρου Νεοελληνικών Ερευνών Ε.Ι.Ε., Πάτμος 1961, αρ. f. 1.
112
Το Μ Ε Τ Ό Χ Ι ΤΗΣ Π Ά Τ Μ Ο Υ ΣΤΟ ΣΤΎΛΟ Α Π Ο Κ Ο Ρ Ο Ν Ο Υ
προς άνακαινισμον καί βελτίωσιν τοϋ μετοχίου εξ 'ιδίων του γρόσια πενήντα
καί όχι νά κάμη έξοδα άνευ της αδείας της 'Ιεράς ημών μονής. Ει δε ποτέ καί
ήδελε άκολουδήση κάμμια αναγκαία καί μεγάλη οικοδομή τοϋ μετοχίου τότε
νά επιζητή την άδειαν εκ της μονής καί λαμβάνοντας αυτήν, τότε ας έξακο-
λουδή της οικοδομής. Ό δ ε ν εις ενδειξιν άληδείας έγένετο ή παρούσα υπογε
γραμμένη παρά τοΰ αγίου καδηγουμένου καί τετυπωμένη τη ιερά συνήδει
σφραγίδι της καδ' ημάς ίερας μονής καί έδόδη εις χείρας της αύτοϋ πανοσιό-
τητος, κατεστρώδη δε καί εν τω Ίερώ τούτω κώδικι τής μονής, καί υπεγράφη
παρ' αύτοϋ 'ιδιοχείρως προς άσφάλειαν 1812 Σεπτεμβρίου 26: Έ ν Πάτμω
Ιερεμίας, ιερομόναχος στέργο
Παρατήρηση: Υπάρχει άλλη μια πάκτωση της ίδιας ημερομηνίας με την ένδειξη « η παρούσα
πάκτωσις εμεινεν άκυρος και ανενεργός» και με μόνη διαφορά από εκείνη που ίσχυσε τελικώς, το
ποσό που προβλεπόταν ως ετήσιο πάκτος: 500 αντί 1.500 γρόσια.
Πηγή: Αρχείον Ιεράς Μονής Πάτμου, cod. 1009, όπως φυλάσσεται στο Αρχείο Μικροταινιων
Κέντρου Νεοελληνικών Ερευνών Ε.Ι.Ε., Πάτμος 1961, αρ. f. 1.
113
ΛΕΩΝΊΔΑΣ Φ. ΚΑΛΛΙΒΡΕΤΑΚΗΣ
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 3
114
Το ΜΕΤΌΧΙ ΤΗΣ ΠΆΤΜΟΥ ΣΤΟ ΣΤΥΛΌ ΑΠΟΚΟΡΩΝΟΥ
Πηγή: R. Pashley Esq., Travels in Crete, τ. 1°«, Λονδίνο 1837, σ. 32-60. Οι πλάγιοι χαρακτήρες
υποδηλώνουν λέξεις που σημειώνονται στην ελληνική γλώσσα στο πρωτότυπο.
Πηγή: Τ. Α. Β. Spratt, Travels and Researches in Crete, Λονδίνο 1865, τ. 2°«, σ. 130.
115
ΛΕΩΝΊΔΑΣ Φ. ΚΑΛΛΙΒΡΕΤΑΚΗΣ
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 4
Η περιοχή του μετοχίου της Ιεράς Μονής Πάτμου στον Αποκόρωνα περιγρά
φεται αναλυτικά σε δύο κυρίως έγγραφα. Το πρώτο υπογράφεται από τον
Michiel Claduri, νοτάριο της Βενετικής Καγκελλαρίας Χανίων την l i Μαρτί
ου 1321 και περιγράφει δια μακρών λατινιστί τα όρια του «territorium Sancti
Johannis de Stillo», το οποίο συγκαταλέγεται στα «feuda militum et
feodatorum de t u r m a Psicro», ενώ παράλληλα σημειώνει συνοπτικά και τα
ονοματεπώνυμα όσων καταγράφονται ως «villani predicte t e r r e sancti
Johannis». 4 0 Το δεύτερο είναι μεταγλώττιση του προηγουμένου « α π ό λατινι-
κόν εις ρωμαϊκόν», που πραγματοποιήθηκε το 1506 «δια συνδρομής και εξό
δου» των μοναχών Ματσαίου εκ Κρήτης και Μάξιμου εκ Χίου, «προς καδα-
ροσύνην και σαφέστατην οδόν του τόπου της σεβάσμιας μονής του αγίου
Ιωάννου Ευαγγελιστού Θεολόγου εν Πάτμω, δι' ου και πρώτον έχει την αρχήν
το κατά Στύλον του ρησέν τόπου». Το ελληνικό αυτό κατάστιχο συνοδεύεται
με αναλυτική καταγραφή των μοιρών του μοναστηριού και των «σωχώρων των
γονικών», που περιλαμβάνει πλήδος ονοματεπωνύμων και τοπωνυμίων. 41
40. Χρύσα Α. Μαλτέξου, «Τα λατινικά έγγραφα του Πατμιακού Αρχείου», Σύμ
μεικτα ΚΒΕ/ΕΙΕ 2/1970, σ. 361-362.
41. Χρύσα Α. Μαλτέξου, ό.π., σ. 362-369.
116
Το ΜΕΤΌΧΙ ΤΗΣ ΠΆΤΜΟΥ ΣΤΟ ΣΤΥΛΌ ΑΠΟΚΟΡΩΝΟΥ
του ποταμού του Κιλιάρη» και αφού αναπτύσσεται στα μεσόγεια προς νότο,
δυτικά και βόρεια, καταλήγει στο βορειοδυτικό άκρο «εις την σάλλασαν και
αποδεκεί γυρείξη θάλασσαν θάλασσαν προς την ανατολήν έως το στόμα του
Κυλιάρη εις το πρώτον σύνορον».
(2) Το ανατολικό όριο του μετοχίου ακολουθούσε για ένα διάστημα τον ρουν
του ποταμού Κυλιάρη και στη συνέχεια ένα ρυάκι στο μέσον μιας λαγγαδιάς.
(3) Το δυτικό του όριο περνούσε από το «Πετροκεφαλάκη της Μαλάξας,
όπου έναι υψυλότερον», δηλαδή από κάποιο σημείο του οροπεδίου της
Μαλάξας, παρυφής των Λευκών Ορέων, στα όρια των επαρχιών Αποκορωνου
και Κυδωνιάς. Από την περιγραφή των μοιρών προκύπτει, εξάλλου, ότι εντός
των ορίων του μετοχίου περιλαμβάνονταν εδάφη της περιοχής Ξερόκαμπος,
που βρίσκεται επί των ανατολικών κλιτυών της Μαλάξας, ΝΑ από τον ομώ
νυμο οικισμό (υψόμετρο 470).
(4) Από τις αρχειακές πληροφορίες, όπως συμπληρώνονται από την περι
γραφή των μοιρών, προκύπτει ότι εντός των ορίων του μετοχίου περιλαμβάνο
νταν εδάφη σχετιζόμενα με τους οικισμούς Ράμνη (υψόμετρο 400), Σαμωνάς
(390), Στύλος (40), Παλαιόκαστρο (190) και Μεγάλα Χωράφια (190).
(5) Όπως αναφέρθηκε ήδη, το ελληνικό έγγραφο του 1506 που περιγράφει
τα όρια του μετοχίου, αποτελεί μετάφραση του λατινικού πρωτοτύπου του
1321, το οποίο όμως επιχειρούσε, με τη σειρά του, να αποδώσει ελληνικά τοπω
νύμια· έχει συνεπώς ιδιαίτερη σημασία η συγκριτική μελέτη των τοπωνυμίων
στις δύο πηγές. Παρατηρούμε, λόγου χάριν, ότι ορισμένα τοπωνύμια απλώς
μεταγράφονται ως είχαν από την ελληνική στη λατινική γραφή (όπως π.χ.
anattolico Spilari-ανατολικόν Σπυλιάρη, Cleptoperama-Κλεπτωπέραμα,
Chaminachia-Καμινάκια, Chorafachia-Χωραφάκια), γεγονός που ενισχύει το
ενδεχόμενο να πρόκειται για τοπωνύμια που χρησιμοποιούνταν πράγματι επί
τόπου - ορισμένα άλλα, όμως, αποτελούν μετάφραση από τη μια στην άλλη
γλώσσα (όπως π.χ. Campum de Piracijs-Κάμπον των Αχλαπιδέων, Piracium
Inforcatum-Αχλαδέαν Κρεμαστήν, Piracium Plectum-Αχλαδέαν Πλεκτήν),
προκαλώντας ερωτηματικά ως προς την εκδοχή του πρωταρχικού τοπωνυμίου.
(6) Η συστηματική αρχειακή και επιτόπια έρευνα που διεξάγεται ήδη με
στόχο την καταγραφή των τοπωνυμίων της περιοχής, 42 είναι πολύ πιδανό να
διευκρινίσει περαιτέρω τη γεωγραφική δέση ορισμένων τουλάχιστον σημείων
της οροθετικής περιμέτρου του μετοχίου, 43 αλλά και ορισμένων μοιρών, με
117
ΛΕΩΝΊΔΑΣ Φ. ΚΑΛΛΙΒΡΕΤΑΚΗΣ
Θυμιά και τις Αχλάδες των Παππαδιανων, τοποθετώντας όμως έτσι το μεγαλύτερο μέρος
του μετοχίου στην επαρχία Κυδωνιάς, πολύ δυτικότερα από όσο 9α το περίμενε κανείς].
44. [Σημείωση 2003: Με την συγκρότηση των νέων δήμων (1997), η περιοχή μοιρά
στηκε μεταξύ των δήμων Αρμενων και Σούδας].
118
Το Μ Ε Τ Ό Χ Ι Τ Η Σ Π Ά Τ Μ Ο Υ ΣΤΟ ΣΤΥΛΌ Α Π Ο Κ Ο Ρ Ω Ν Ο Υ
ΠΙΝΑΚΑΣ 1
1583 357
1818 *50
1834 **6 **28 **7
1881 **29 **6 **33 **54 **21
1881 113 29 143 270 88
1900 194 77 170 297 117
1920 207 234 384 136
1928 193 105 234 326 151
1940 315 127 350 160
1951 347 103 272 99
1961 361 80 35 259 78
1971 322 72 26 225 61
1981 323 57 37 167 74
1991 296 184 156 54
Πηγή: Ερευνητικό Πρόγραμμα «Ιστορική μελέτη των οικισμών της Ελλάδας, 15ος-20ός α ι . »
Κέντρου Νεοελληνικών Ερευνών Ε.Ι.Ε.
119
ΛΕΩΝΙΔΑΣ Φ. ΚΑΛΛΙΒΡΕΤΑΚΗΣ
ΠΙΝΑΚΑΣ 2
ΒΔ Β ΒΑ
θάλασσα γυρείξη δάλασσα-δάλασσα προς την ανατολήν στόμα Κιλιαρη ποταμού
Κολώνα 4 Ρπού έναι εις την στράταν την βασιλικήν αναβένει τον ποταμόν προς
τον νότον
[columpr am quod est in via imperial] διχαλοπέραμι ι-πλάτανος με
σταυρό και μ γάλη σφάκα
(: πικροδάφν ])
κατεβαίν : ευγένει από τον ποταμόν
Πετροκε( »αλάκη της Μαλάξας,
όπου ένο ι υψυλότερον λιβάδι
ΝΔ Ν ΝΑ
Παρατηρήσεις: (ΐ) Ο όρος «λιδόσουρος» (: σωρός λίδων) απαντά συχνότερα στο κείμενο ως
«λισόδουρος» και στο λατινικό «lisothorum».
(2) Εντός [ ] οι αναφορές από τη λατινική εκδοχή του εγγράφου (1321), το οποίο είναι πληρέστερο.
Πηγή: Χρύσα Α. Μαλτέξου, «Τα λατινικά έγγραφα του Πατμιακου Αρχείου», Σύμμεικτα ΚΒΕ/ΕΙΕ
2/1970, σ. 361-363.
120
Το ΜΕΤΌΧΙ ΤΗΣ ΠΆΤΜΟΥ ΣΤΟ ΣΤΥΛΌ ΑΠΟΚΟΡΩΝΟΥ
ΠΙΝΑΚΑΣ 3
ΜΟΙΡΕΣ ΜΟΥΖΟΥΡΙΑ
121
ΛΕΩΝΙΔΑΣ Φ. ΚΑΛΛΙΒΡΕΤΑΚΗΣ
Πηγή: Χρύσα Α. Μαλτέξου, «Τα λατινικά έγγραφα του Πατμιακου Αρχείου», σ. 363-365.
122
Το Μ Ε Τ Ό Χ Ι Τ Η Σ Π Ά Τ Μ Ο Υ ΣΤΟ ΣΤΥΛΌ Α Π Ο Κ Ο Ρ Ω Ν Ο Υ
ΠΙΝΑΚΑΣ 4
ΟΝΟΜΑ ΕΤΟΣ
Παύλος 1295
Γεδεών μοναχός <1506
Μ α τ θ α ί ο ς εκ Κρήτης μοναχός &
Μ ά ξ ι μ ο ς εκ Χίου μοναχός 1506
Χριστόφορος ιερομόναχος &
Ιερόθεος ιεροδιάκονος 1629
Ιερεμίας Κ α λ α φ ά τ η ς ιερομόναχος 1634
Γερμανός Μ α δ ά ς ιερομόναχος 1635
Ιερεμίας Κ α λ α φ ά τ η ς ιερομόναχος 1636
Συλβέστρος ιερομόναχος 1642
Ν ε ό φ υ τ ο ς Πετρωντής Καλύμνιος ιερομόναχος &
Ιωσήφ Καστελοριςώτης γέρων 1718
Σ ά β β α ς Ιερομόναχος (δις) 1722
Ιγνάτιος ιερομόναχος &
Ν ε ό φ υ τ ο ς ιερομόναχος (δις) 1728
Ν ε ό φ υ τ ο ς Πετρωντής ιερομόναχος (τρις)
Ιερεμίας Π ά τ μ ι ο ς ιερομόναχος (δις) 1742, 1743
Αθανάσιος Κ λ ά π α ς ιερομόναχος
Ιερεμίας ιερομόναχος
Συμεών ιερομόναχος
Ν ε ό φ υ τ ο ς μοναχός (δις)
Θωμάς
Ν ε ό φ υ τ ο ς Εφέσιος μοναχός (δις)
Νικηφόρος Κ α λ λ έ ρ γ η ς μοναχός 1805
Νικηφόρος Κ α λ λ έ ρ γ η ς μοναχός 1810
Ιερεμίας ο Κρης ιερομόναχος (δις) 1812, 1818
Παρατήρηση: Η Χρύσα Μαλτέξου («Τα λατινικά έγγραφα του Πατμιακού Αρχείου», Σύμμεικτα
ΚΒΕ/ΕΙΕ 2/1970, σ. 375), σημειώνει ως «προηγούμενο Στύλου» το 1506 τον Θεόδουλο, δείο του
μοναχού Μάξιμου εκ Χίου. Η εντύπωση μου είναι ότι ο Θεόδουλος πρέπει να ήταν προηγούμενος
της Μονής Πάτμου και όχι του Στύλου, κυρίως διότι ο τίτλος «ηγούμενος», άρα και «προηγούμε
νος», ουδέποτε μαρτυρειται αποδιδόμενος στον υπεύδυνο του μετοχίου Στύλου, για τον οποίο
χρησιμοποιείται κυρίως ο όρος «οικονόμος», και δευτερευόντως ορισμένοι άλλοι (όπως «καθολι
κός εντριτάριος»).
Πηγές: Αρχείον Ιεράς Μονής Πάτμου, όπως φυλάσσεται στο Αρχείο Μικροταινιών Κέντρου Νεο
ελληνικών Ερευνών Ε.Ι.Ε., Πάτμος 1961, αρ. f. 1, Πάτμος 1963, αρ. f. 105· Fr. Miklosich & los.
Muller, Acta et Diplomata Graeca medii aevi sacra et profana, τ. 6°ϊ, Βιέννη 1890, σ. 238-239·
Μαρία Κ. Χαιρέτη, « Η απογραφή των ναών και των μονών της περιοχής Χανίων του έτους 1637»,
Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών 36/1968, σ. 354" Χρύσα Α. Μαλτέξου, «Τα λατινικά
έγγραφα του Πατμιακού Αρχείου», Σύμμεικτα ΚΒΕ/ΕΙΕ 2/1970, σ. 362-369· Εμμ. Ν. Φραγκίσκος
& διάκ. Χρυσόστομος Φλωρεντής, Πατμιακή Βιβλιοδήκη-Κατάλογος των εντύπων (Ι5°ΐ-Ι9°ί αι.),
τ. 1°Ç (1479-1800), Αθήνα 1993, σ. 105-106, 115-116, 396.
123
ΛΕΩΝΙΔΑΣ Φ. ΚΑΛΛΙΒΡΕΤΑΚΗΣ
ΠΙΝΑΚΑΣ 5
Π Α Ρ Ο Ι Κ Ο Ι ( V I L L A N I ) ΚΑΙ Π Α Κ Τ Ω Τ Ε Σ ΤΟΥ Μ Ε Τ Ο Χ Ι Ο Υ Τ Η Σ Π Α Τ Μ Ο Υ
ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ
(1321, 1506)
124
Το ΜΕΤΌΧΙ ΤΗΣ ΠΆΤΜΟΥ ΣΤΟ ΣΤΥΛΌ ΑΠΟΚΟΡΩΝΟΥ
26.1. Μιχαήλ Σαραντινός υιός του 26.2 34.3. Γεώργιος Τρουλινός υιός του 34.17
26.2. Χωνιάτης Σαραντινός (+) 34.4. Γεώργιος Τρουλινός Κουστουλής υιός
27.1. Γεώργιος Σκλαβογιάννης υιός του 27.2 του 34.13
27.2. Μάρκος Σκλαβογιάννης (+) 34.5. Ιωάννης Τρουλινός Μπερέτος υιός του
28.1. Θεοφάνης Σκλάβος υιός του 28.2 34.13
28.2. Ιωάννης Σκλάβος (+) 34.6. Κώστας Τρουλινός (+)
28.3. Νικόλαος Σκλάβος υιός του 28.2 34.7. Κώστας Τρουλινός υιός του 34.17
29.1. Γεώργιος Σκορδίλης υιός του 29.3 34.8. Κώνστας Τρουλινός Φερμάνος
29.2. Ιωάννης Σκορδίλης 34.9. Λεντάκης Τρουλινός (+)
29.3. Μιχαήλ Σκορδίλης π α π ά ς (+) 34.10. Μανόλης Τρουλινός
30.1. Κώνστας Τξάκος (+) 34.11. Μανόλης Τρουλινός υιός του 34.9
30.2. Μιχάλης Τξάκος υιός του 30.2 34.12. Μιχάλης Τρουλινός π α π ά ς
31.1. Γεώργιος Ασπρολούπης Τξεμπελής (+) 34.13. Νικόλαος Τρουλινός (+)
31.2. Μιχάλης Τξεμπελής υιός του 31.1 34.14. Νικόλαος Τρουληνός
32.1. Γεώργιος Τξηνκρέας υιός του 32.3 34.15. Νικολέτος Τρουλίνος αρχοντόπουλος
32.2. Δημήτρης Τξινκρέας ο κουράτορας 34.16. Σταμάτης Τρουληνός
32.3. Παύλος Τξηνκρέας (+) 34.17. Χωνιάτης Τρουλινός (+)
33.1. Ιωάννης Τξούγγαρις π α π ά ς 34.18. Χωνιάτης Τρουληνός υιός του 34.13
33.2. Μιχαήλ Τξούγγαρις π α π ά ς κυρ 35.1. Γεώργιος Φεγγητάς (+)
34.1. Αντωνίνα Τρουλινή συμβία του 34.6 35.2. Ξένα Φεγγητά κόρη του 35.1
34.2. Γεώργιος Τρουλινός υιός του 34.6 36.1. Σταμάτης Φυνοκάλις
Παρατήρηση: (+) = «ποτέ», συνεπώς αποβιώσαντες προ της στιγμής της καταγραφής.
Πηγή: Χρύσα Α. Μαλτεξου, «Τα λατινικά έγγραφα του Πατμιακου Αρχείου», σ. 363-365.
125
ΛΕΩΝΊΔΑΣ Φ. ΚΑΛΛΙΒΡΕΤΑΚΗΣ
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 5
ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΑ ΚΑΤΑΛΟΙΠΑ
ΤΟΥ ΜΕΤΟΧΙΟΥ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΠΑΤΜΟΥ ΣΤΟΝ ΑΠΟΚΟΡΩΝΑ
Βρίσκεται στο βορειοδυτικό άκρο του οικισμού του Στύλου, σε υψόμετρο 190
μέτρων. Οι αρχαιολόγοι διακρίνουν τρεις φάσεις στην κατασκευή του. Αρχικά
φαίνεται ότι κτίστηκε ο νάρσηκας του βορειότερου ναού, που πράγματι δείχνει
ότι αποτέλεσε ένα αυτοτελές οικοδόμημα, ενώ ο κυρίως ναός κτίστηκε ως κατο
πινή επέκταση του και εμφανίζει την, σπάνια για την Κρήτη, τρίπλευρη συμπαγή
αψίδα στην διαμόρφωση του ιερού (βλ. κάτοψη και εικόνες). Οι τοιχογραφίες
του χρονολογούνται περί το 1271-1280: αδέξια καμωμένες φιγούρες, με αγροίκες
φυσιογνωμίες σχεδιασμένες με αδρές γραμμές και αποδιδόμενες άκρως επίπεδα,
σε αφελείς συνδέσεις. Ο δεύτερος ναός φαίνεται να προστέθηκε αργότερα στη
μεσημβρινή πλευρά του πρώτου και οι τοιχογραφίες του, που χρονολογούνται
από τον 15ο αιώνα, παρουσιάζουν υψηλή καλλιτεχνική ποιότητα, με ευλύγιστες
φιγούρες σχεδιασμένες με φίνες γραμμές, βάσει κλασσικών προτύπων.
Ο διμάρτυρος ναός των Αγίων Ιωάννου και Νικολάου, ιδωμένος από τα Α.-ΝΑ.
45. Οι φωτογραφίες έχουν ληφσεί από το συγγραφέα το 1990. Ευχαριστώ σερμά την
αρχιτέκτονα Ιωάννα Τραχανά που σχεδίασε τις κατόψεις του ναού των αγίων Ιωάννου και
Νικολάου στο Στύλο και του μετοχίου στο Παλαιόκαστρο, 6*άσει μετρήσεων και αποτυπώσε
ων που πραγματοποίησε ο συγγραφέας το 1990.
126
Το Μ Ε Τ Ό Χ Ι ΤΗΣ Π Ά Τ Μ Ο Υ ΣΤΟ ΣΤΥΛΌ Α Π Ο Κ Ο Ρ Ω Ν Ο Υ
Κάτοψη του ναού των Αγίων Ιωάννου και Νικολάου στο Στύλο Αποκορωνου
(σχέδιο Ιωάννα Τραχανά).
127
ΛΕΩΝΙΔΑΣ Φ. ΚΑΛΛΙΒΡΕΤΑΚΗΣ
Οι αποοήκες του μετοχίου της Μονής Πάτμου στο Στύλο Αποκορώνου. Σκαρίφημα τομής Ν-Β.
Το συγκρότημα των αποθηκών ιδωμένο από τα Β.-ΒΔ, με την πύλη σε πρώτο πλάνο.
128
Το ΜΕΤΌΧΙ ΤΗΣ ΠΆΤΜΟΥ ΣΤΟ ΣΤΥΛΌ ΑΠΟΚΟΡΩΝΟΥ
129
ΛΕΩΝΊΔΑΣ Φ. ΚΑΛΛΙΒΡΕΤΑΚΗΣ
Κάτοψη του κτιριακού συγκροτήματος του μετοχίου της Μονής Πάτμου στο λόφο του Παλαιοκαστρου,
εντός του αρχαιολογικού χώρου των Απτέρων (σχέδιο Ιωάννα Τραχανά).
130
Το Μ Ε Τ Ό Χ Ι ΤΗΣ Π Ά Τ Μ Ο Υ ΣΤΟ ΣΤΥΛΌ ΑΠΟΚΟΡΩΝΟΥ
Ι-ί Γ Ι
••'„SmKtMam
131
ΛΕΩΝΊΔΑΣ Φ. ΚΑΛΛΙΒΡΕΤΑΚΗΣ
Ανατολική όψη του διώροφου κτιρίου, ιδωμένο από την εσωτερική αυλή του συγκροτήματος.
Σε πρώτο πλάνο το πηγάδι.
«"Γ
HV-<r^^l
ΒΑ άποψη του συγκροτήματος με την εκκλησία
του Αγ. Ιωάννου σε πρώτο πλάνο.
132
Ευδοκία Ολυμττίτου
135
ΕΥΔΟΚΊΑ ΟΛΥΜΠΙΤΟΥ
136
Η ΣΥΓΚΡΌΤΗΣΗ ΕΝΌΣ ΝΗΣΙΩΤΙΚΟΎ ΟΙΚΙΣΜΟΎ
ροφόρησης για τον οικισμό ανάμεσα στον 13ο και τον 16ο αιώνα κάνει
προβληματική την αποκατάσταση της συνέχειας στην ιστορία του, την
οποία προσπάθησα να αναπληρώσω με τις ελάχιστες πηγές του Που
αιώνα που έμμεσα μόνον κάνουν αναφορές στη διαμόρφωση και το μέγε
θος του. 3 Ορισμένα ερωτήματα που τίθενται, μένουν αναγκαστικά ανα
πάντητα ή διατυπώνονται με τη μορφή υποθέσεων, καθώς αντιμετωπί
ζουν την έλλειψη επαρκούς τεκμηρίωσης.4
Οι πληροφορίες για το νησί γίνονται συστηματικότερες από τη στιγ
μή της ίδρυσης της Μονής του Ιωάννου Θεολόγου από τον μοναχό
Χριστόδουλο Λατρηνό. 5 Σύμφωνα πάντα με τις πηγές και τη μαρτυρία
του ίδιου του Χριστόδουλου η Πάτμος, κατά τη χρονική στιγμή της
ίδρυσης της Μονής, φαίνεται ότι ήταν ακατοίκητη. 6 Ίσως όμως το νησί
137
ΕΥΔΟΚΊΑ ΟΛΥΜΠΙΤΟΥ
7.Έ. Βρανούση, Έ/νραφα, σ. *37. Η άποψη αυτή στηρίζεται στο περιεχόμενο εγγρά
φου του Απριλίου 1089 που υπογράφεται από τον Χριστόφορο Κοψηνό, μαγιστρο, μέγα
χαρτουλάριο και αναγραφέα της Κω. Αυτό συντάχσηκε διότι ο αυτοκράτορας απήλλασ-
σε από την υποχρέωση της «στρατείας» τους κατοίκους της Πάτμου. Στο έγγραφο
παρατίθεται ονομαστικός κατάλογος των κατοίκων του νησιού που πλέον αποστρατεύ
ονται. Σε αυτόν αναφέρεται και ένας κάτοικος με το όνομα «Καλός ο Πατμιώτης».
Μαρία Νυσταζοπούλου Πελεκίδου, ό.π., έγγρ. αρ. 54, σ. 76-81. Έρα Λ. Βρανούση, Τα
αγιολογικά κείμενα του Οσίου Χριστοδούλου, Φιλολογική παράδοσις Ιστορικαί μαρτυρί-
αι, Αδήνα 1966, σ. 109, 113. Έ . Βρανούση, Έγγραφα, σ. *36-*37. Το 1087 είχαν στρα
τεύσει από την Πάτμο 12 στρατιώτες που σημειώνονται στο έγγραφο μαζί με τις οικογέ
νειες τους (συνολικά 41 άτομα). Βλ. σχετικά Έρα Λ. Βρανούση, Τα αγιολογικά, σ. 113.
και'Ε. Βρανούση, Έγγραφα, α. *37. Για το ίδιο δέμα: Ρ. Karlin Hayter, «Notes sur les
archives de Patmos comme source pour la démographie et l'Economie de l'île»,
Byzantinische Forschungen, Band V, Άμστερνταμ 1977, σ. 192.
8. Βλ. σχετικά Ν. Μπελαβίλας, Λιμάνια και Οικισμοί στο Αιγαίο της Πειρατείας.
Μετασχηματισμοί στον χώρο του ναυτικού και οικιστικού δικτύου των νησιών, κατά την
περίοδο της πειρατικής ναυτιλίας 1420-1815, (δακτ. διδακτ. διατριβή), Αδήνα 1992, σ. 225.
138
Η ΣΥΓΚΡΌΤΗΣΗ ΕΝΌΣ ΝΗΣΙΩΤΙΚΟΎ ΟΙΚΙΣΜΟΎ
9. Π6\ Χρ. Ιακωβίδης, Χώρα Πάτμου 1088-1912, Α8ήνα 1978, σ. 88. Ο συγγραφέας
υποστηρίζει ότι «είναι ιστορικά βεβαιωμένη η προσπάθεια για την απόκρυψη της Χώ
ρας από τις θαλάσσιες ρότες γιατί οι κάτοικοι της φοβούνταν τη σύλληση της Μονής».
Αυτή βέβαια η επισήμανση του Χρ. Ιακωβίδη μπορεί ως κάποια χρονική στιγμή να
ισχύει, όμως δεν 9α πρέπει να γινόταν για την προστασία της Μονής, αφού είναι ορατή
από πολύ μακριά, αλλά για την προστασία της ίδιας της Χώρας.
10. Μυστική διαθήκη Οσίου Χριστοδούλου Μ. Μ., σ. 81. Για τους λόγους που ανά
γκασαν τον Χριστόδουλο και τους μοναχούς που τον συνόδευαν να εγκαταλείψουν το
νησί βλ. στο ίδιο κείμενο σ. 88. Επίσης Κ. Άμαντος, «Πάτμος», Ημερολογιον της
Μεγάλης Ελλάδος, Ασήνα 1930, σ. 504.
11. Έ . Βρανούση, Έγγραφα, ο. *78.
12. Αν. Ορλάνδος, Η αρχιτεκτονική και αι Βυζαντινοί Τοιχογραφίαι της Μονής Θεο
λόγου Πάτμου, Πραγματείαι της Ακαδημίας Αδηνών, τ. 28, Ασήνα 1970, σ. 26 και 28-38.
13. Αναφέρεται ότι στην Πάτμο υπήρχε η συνήσεια ακόμη και κατά τον 19ο αι., εξαι
τίας του φόβου των πειρατικών επιδρομών, να φυλάσσονται στη Μονή μέσα σε σεντού-
139
ΕΥΔΟΚΊΑ ΟΛΥΜΠΙΤΟΥ
κια τα πολύτιμα αντικείμενα των κατοίκων για ασφάλεια. Η μοναχή Ανσούσα αφηγείται
ένα σχετικό περιστατικό 6λ. Μοναχή Ανσούσα, Ερημίται της Πάτμου και ερημητήρια,
Ασήνα 1991, σ. 86. Αυτό όμως δεν συνέβαινε μόνο στην Πάτμο. Είναι χαρακτηριστικό ότι
στη Σκύρο, ακόμη και μέχρι τα μέσα σχεδόν του 19ου αι., τα πολύτιμα αντικείμενα
φυλάσσονταν στο κάστρο, παρά το γεγονός ότι τα εκεί ευρισκόμενα κτίσματα δεν χρησί
μευαν πια ως κατοικίες. Βλ. Μάνος Φαλτάϊτς, «Τα διακοσμητικά αντικείμενα του σκυ
ριανού σπιτιού από ιστορική και κοινωνιολογική άποψη», Α.Ε.Μ. 19 (1974), σ. 73.
14. Κατά τον 17ο αιώνα, ο Jean Thévenot έγραψε ότι στο νησί υπήρχε ένας μόνο
οικισμός με έναν πύργο στη μέση που ονομαζόταν το μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου*
Jean Thévenot, Voyage du Levant, Παρίσι 1980, σ. 163-164. Την ίδια εντύπωση έχει και
το 1630 ο V. Stochove· Vincent de Stochove, Voyage du Sieur de Stochove faict es
années 1630,1631,1632,1633, Βρυξέλλες 1643, σ. 237. Ο Antoine Galland το 1672 An.
Galland, Journal d'Antoine Galland pendant son séjour a Constantinople (1672-
1673), Παρίσι 1881, σ. 210. Ο Richard Pococke που επισκέφθηκε την Πάτμο το 1739·
Richard Pococke, A description of the East and some other countries, of the greek
islands of the Archipelago, τ. 2, Λονδίνο 1747, σ. 31. Αλλά και ο Choiseul-Gouffier
Μ. - G. F. - Α., Comte de Choiseul-Gouffier, Voyage pittoresque dans l'Empire Otto
man, Παρίσι 1842, σ. 163. To 1841, έναν αιώνα περίπου αργότερα, ένας άλλος επισκέ
πτης, ο γερμανός αρχαιολόγος και καθηγητής του Πανεπιστημίου της Αθήνας Ludwig
Ross είχε την ίδια εντύπωση: «... στην κορυφή του βουνού είναι η σημερινή πόλη, στε
φανωμένη από το μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου Θεολόγου, που υψώνεται μέσα από το
κέντρο των σπιτιών σαν ένας επιβλητικός στέρεος πύργος». Βλ. Π. Κ. Ενεπεκίδης,
Αρχιπέλαγος, Αδήνα 1988, σ. 280.
15. Μ. Μ., σ. 68.
16. Το απόσπασμα που ακολουδεί περιέχεται στην Υποτύπωση. Βλ. Μ. Μ., σ. 67.
140
Η ΣΥΓΚΡΌΤΗΣΗ ΕΝΌΣ ΝΗΣΙΩΤΙΚΟΎ ΟΙΚΙΣΜΟΎ
17. Ο Παναγιώτης Κρητικός δεωρεί ότι πρόκειται για τον Κάβο της Βαγιάς. Βλ.
Παν. Γ. Κρητικός, «Πατμιακά Τοπωνύμια», ΑΛ. 1 (1955), σ. 72.
18. Ο Εύδηλος κατά τον Παν. Κρητικό, ό.π., σ. 73, είναι το βορειότερο άκρο του
νησιού.
19. Η εκκλησία της Αγίας Μαρίνας βρίσκεται στην περιοχή των Λευκών. Κατα
γράφεται στο κοινοτικό κτηματολόγιο του 1676 (fm 1963/125). Βλ. Παν. Γ. Κρητικός,
«Πατμιακά Τοπωνύμια», A.A. 2 (1956), σ. 110.
20. Κτηματολόγιο Κοινού Πάτμου, fm 1963/125-12, 6λ. Β. Π. Παναγιωτόπουλος,
«Αρχείο Μονής Ιωάννου Θεολόγου Πάτμου (Ταξινόμηση καί Φωτογράφηση)», Ο Ερα
νιστής 3, τχ. 15/16 (1965), σ. 145-156.
21. Σε αχρονολόγητο έγγραφο του 11ου μάλλον αιώνα, ο Χριστόδουλος, ένας ηγού
μενος της Μονής, συντάσσει ένταλμα και παραίνεση προς τους μοναχούς λόγω της επι
κείμενης αναχώρησης του στην Κωνσταντινούπολη για να επιλύσει διάφορα ζητήματα
που αφορούν την Μονή, και γράφει: «... τους στρατιώτας και τους λοιπούς χωρίτας
καδ' εκάστην από του μαΐου μηνός μη αφίετε, αλλ' ερχέσδωσαν και μενέτωσαν εν τω
μοναστηρίω προς φύλαξιν». Μ. Μ., σ. 144-149. Η Έ . Βρανούση υποστηρίζει ότι ο
Χριστόδουλος είναι ο ίδιος ο Όσιος Χριστόδουλος και ότι το ένταλμα αυτό συντάχδη-
κε μετά τον Αύγουστο του 1088 και πριν από το 1092, πιδανόν και πριν το 1091. Έ ρ α
Λ. Βρανούση, Τα αγιολογικά ..., ό.π., σ. 110-111. Βλ. Επίσης'Ε. Βρανούση,Έγγραφα, α.
*34-*35.
22. Ήδη ο Όσιος Χριστόδουλος είχε αναγκαστεί να εγκαταλείψει την Πάτμο λόγω
των πειρατικών επιδρομών. Μ. Μ., σ. 81. Μετά τον δάνατό του, οι μοναχοί κάλεσαν τον
Θεοδόσιο να αναλάβει ηγούμενος της Μονής, εκείνος όμως αρνήδηκε, διότι, καδώς εξη
γεί στο «έγγραφο της αποτάξεώς του»: «δια το ταύτην μηκιστα είναι και πτοείσδαι τον
τε της δαλάσσης πλουν, τα εκείσε εξερχόμενα πολεμικά και τους Τούρκους, έτι δε και
τους κουρσάρους, και δια το δύσβατον και έρημον τον τοιούτον τόπον τυγχάνειν ...». Βλ.
141
ΕΥΔΟΚΊΑ ΟΛΥΜΠΙΤΟΥ
142
Η ΣΥΓΚΡΌΤΗΣΗ Ε Ν Ο Ι ΝΗΣΙΩΤΙΚΟΎ ΟΙΚΙΣΜΟΎ
Η Χώρα
κίες και οικισμοί στη βυζαντινή Ελλάδα», Οικισμοί στην Ελλάδα, Ασήνα 1974, σ. 30-
52, ιδιαίτερα στις σ. 30-32.
27. Για τις μορφές των οικισμών, την «κοινοτική» ή εκείνη που κυριαρχείται από
ένα κάστρο το οποίο κατέχει κεντρική δέση στον χώρο, 6λ. ενδεικτικά Κ. Μιχαηλίδης,
«Παρατηρήσεις πάνω σε τρεις πόλεις νησιών του Αιγαίου», Αρχιτεκτονικά Θέματα 8
(1974), σ. 136 και Χρ. Ιακωβίδης, ό.π., σ. 83.
143
ΕΥΔΟΚΊΑ ΟΛΥΜΠΙΤΟΥ
Το Μέσα Κάστρο
28. Για τη διάδοση και τις διάφορες παραλλαγές του αμυντικού αυτού οικοδομικού
συστήματος βλ. Constantin Chr. Papas, L'urbanisme et l'architecture populaire dans
les Cyclades, Παρίσι 1957, σ. 21-22* Ι. Κουμανούδης, «Περίγραμμα Δημώδους Θηραϊ-
κής Αρχιτεκτονικής», Ε.Ε.Κ.Μ. 8 (1969), σ. 28* Wolfram Hoepfner Hartwig Schmidt,
«Μεσαιωνικοί οικισμοί Κυκλάδων νήσων Αντιπάρου - Κιμώλου», Κιμωλιακά 8 (1978),
σ. 12* Α. Χαριτωνίδου, Ελληνική Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική, Τήνος, τ. 2, Αδήνα 1984,
σ. 284. Βλ. επίσης Β. J. Slot, Arhcipelagus Turbatus, les Cyclades entre colonisation
latine et occupation ottomane 1500-1718, τ. Ι, Κωνσταντινούπολη 1982, σ. 16. Βλ. επί
σης την περίπτωση των Μεστών της Χίου, Κ. Μ., «Μεστά. Το μεσαιωνικό χωριό της
Χίου», Αρχιτεκτονικά Θέματα 4 (1970), σ. 84-85, ακόμη Α. Γαβαλάς Θ. Μονιούδη,
«Χωρική ανάλυση των μεσαιωνικών οικισμών της Χίου», Αρχιτεκτονικά Θέματα 12
(1978), σ. 86-99· Δ. Φιλιππίδης, Νεοελληνική Αρχιτεκτονική, Αδήνα 1984, σ. 49-50· Α.
Βακαλόπουλος, « Η δέση των Ελλήνων και οι δοκιμασίες τους υπό τους Τούρκους»,
Ιστορία του Ελληνικού Εδνους, τ. 10, Ασήνα 1974, σ. 84. Για την καταγωγή του συστή
ματος αυτού βλ. ακόμη Α. Λαμπάκης —Χ. Μπούρας, «Τα μεσαιωνικά χωριά της Χίου»
στο Ελληνικό Ααϊκό Σπίτι. Ε. Μ. Π. Φροντιστηριακοί Εργασίαι, Αδήνα 1960, σ. 8.
144
Η ΣΥΓΚΡΌΤΗΣΗ ΕΝΌΣ ΝΗΣΙΩΤΙΚΟΎ ΟΙΚΙΣΜΟΎ
29. Η λέξη «Κάστρο» και οι πολλαπλές της έννοιες αναφέρονται και στα μεσαιω
νικά δημώδη κείμενα. Βλ. σχετικά Εμμ. Κριαράς, Λεξικό της Μεσαιωνικής Ελληνικής
Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, τ. 7, Θεσσαλονίκη 1980, σ. 385-386.
30. Ανάλογη είναι η περίπτωση του Κάστρου της Σίφνου, όπου ο αρχικός πυρήνας
ονομάζεται «Μέσα Κάστρο». Βλ. Μάρω Φίλιππα—Αποστόλου, Το Κάστρο της Αντι
πάρου. Συμάολή στη μελέτη των οχυρωμένων μεσαιωνικών οικισμών του Αιγαίου, Ασήνα
1978, σ. 105 και Αν. Τξάκου, Κεντρικοί οικισμοί της Σίφνου, Μορφές και εξέλιξη σε ένα
παραδοσιακό σύστημα, Αθήνα 1976, σ. 23. Κάτι ανάλογο συνέβαινε και με το κάστρο
της Νάξου, όπως διαπιστώνει κανείς από ναξιακά έγγραφα του Π ο υ αιώνα - 6λ. Αντ.
Φλ. Κατσουρός, «Ναξιακά δικαιοπρακτικά έγγραφα του Που αιώνος», Ε.Ε.Κ.Μ. 7
(1968), έγγρ. 4 στ. 3, αλλά και στη Μήλο. Εκεί ονόμαζαν τον παλαιότερο περίβολο
«Μέσα Κάστρο» και τον δεύτερο «Κάστρο», 6λ. Ζαφείριος Αντων. Βάος, «Το Κά-
στρον, η κοινωνία και το έσιμον του αρραβώνος», Ε.Ε.K.M. 8 (1969-70), σ. 569.
31. Για παράδειγμα σε έγγραφο αφιέρωσης σπιτιού στη Μονή το 1578 καταγράφε
ται: «... και σπίτι ένα μέσα εις το Κάστρο». (Φ. 1).
32. Π.χ. Φ. 2, έγγραφο του 1707.
33. Μ. Μ., σ. 270. Ό τ α ν το 1477 ο τουρκικός στόλος επιτέθηκε στη Λήμνο, τη Χίο,
την Κω, τη Λέρο και την Πάτμο, δεν μπόρεσε να εκπορθήσει τα «κάστρα» τους. Αρκέ
στηκε να κάψει και να ρημάξει την ύπαισρο. Το σχετικό έγγραφο αναφέρεται στο Ζαχα
ρίας Ν. Τσιρπανλής, Ανέκδοτα έγγραφα για τη Ρόδο και τις Νότιες Σποράδες από το
Αρχείο των Ιωαννιτών Ιπποτών 1. (1421 -1453), Ρόδος 1995, σ. 189. Σε αχρονολόγητη
επιστολή του προς τους Πάτμιους ο Σίλβεστρος, πατριάρχης Αλεξανδρείας (τέλη 16ου
αιώνα) αναφέρει χαρακτηριστικά «συμφορά και νόσος πειράξει κατ' έτος τον τόπον
αυτόν και το κάστρον και το άγιον μοναστήριον», Μ.Μ., σ. 270.
145
ΕΥΔΟΚΊΑ ΟΛΥΜΠΙΤΟΥ
Τα Αλλοτεινά
34. Π.χ. Φ. 2, διαθήκη. Πρόκειται για αφιέρωση σπιτιού «εις τον ναόν της Υπερ-
αγίας Θεοτόκου εν τω κάστρω» το 1738. Για τα ζητήματα που αφορούν τη σχετική ορο
λογία και τις δυνατότητες ερμηνείας της, βλ. Maro Philippa—Apostolou, « L e nom
'Castro' donné aux villages fortifiés des Cyclades», στο Πύργοι και Κάστρα (επιμ. Ν.
Κ. Μουτσόπουλος), Αθήνα 1980, σ. 143-147.
35. Η εκκλησία του Χριστού ή Ζωοδότη θεωρείται σύμφωνα με την παράδοση ότι
οικοδομήθηκε κατά τη βυζαντινή εποχή για τον εκκλησιασμό των πρώτων κατοίκων της
Χώρας. Είναι άγνωστο πότε ακριβώς κτίσθηκε, πάντως κάποια μικρά έργα επισκευής
της περιλαμβάνονται στο κατάστιχο κεφαλικού φόρου της Κοινότητας Πάτμου του
1609. Η εκκλησία του Σωτήρος Χριστού είναι επίσης μία από τις ενορίες κατά την οθω
μανική απογραφή πληθυσμού του έτους 1592/3. Η πληροφορία οφείλεται στην Ευαγ
γελία Μπαλτά, την οποία 9α ήθελα να ευχαριστήσω και από το σημείο αυτό.
36. Αναφέρεται ότι 100 οικογένειες εγκαθίστανται και συγκροτούν αυτόνομο οικι
στικό πυρήνα, τα «Αλλοτεινά». Είναι γεγονός ότι υπήρξαν φυγόκεντρα ρεύματα πλη
θυσμών από την Κωνσταντινούπολη. Γνωρίζουμε ότι ήδη από τις παραμονές της Άλω
σης ελληνικοί πληθυσμοί μετακινήθηκαν αναζητώντας καταφύγιο σε περιοχές που θεω
ρούνταν ασφαλέστερες. Η πληροφορία αυτή επαναλαμβάνεται σχεδόν στερεότυπα σε
μεγάλο μέρος της περί Πάτμου βιβλιογραφίας. Βλ. ενδεικτικά Αρχιμ. Γερ. Σμυρνάκης,
Η μυστηριοφύλαξ νήσος Ιωάννου του Θεολόγου η καλούμενη Πάτμος, Βιβλιοθήκη Μ ο
νής Πάτμου, χφ. 1008, 1935, τ. 4, σ. 1825· Στ. Παπαδόπουλος, Μονή Ιωάννου Θεολό
γου, Πάτμος 1987, σ. 12* V. Guérin, ό.π., σ. 75" Emile Kolodny, ό.π., α. 183 και Παν.
Γ. Κρητικός, «Πατμιακά Τοπωνύμια», ΔΑ. 4 (1963), σ. 51. Ο Παν. Κρητικός αναφέρει
146
Η ΣΥΓΚΡΌΤΗΣΗ ΕΝΌΣ ΝΗΣΙΩΤΙΚΟΎ ΟΙΚΙΣΜΟΎ
100 πρόσφυγες και όχι 100 οικογένειες προσφύγων, ενώ σημειώνει ότι η εγκατάσταση
τους έγινε με την έγκριση της Μονής και του Πατριαρχείου. Δυστυχώς δεν στάδηκε
δυνατόν να εντοπισδούν σχετικά έγγραφα. Τέτοιου είδους μετακίνηση από την πρω
τεύουσα του βυζαντινού κράτους προς την Πάτμο δεν αναφέρεται στη βιβλιογραφία
που αποτυπώνει τα γεγονότα τα οποία ακολούδησαν την Άλωση. Βλ. ενδεικτικά Αδαν.
Κομνηνός Υψηλάντης, Εκκλησιαστικών και πολιτικών. Τα μετά την άλωσιν, Κωνσταντι
νούπολη 1870. Ανάλογα μεταναστευτικά ρεύματα προς τα νησιά του Αιγαίου και ιδιαί
τερα τα Δωδεκάνησα σημειώνονται μεταξύ του Μου και 16ου αι. από τα παράλια της
Μ. Ασίας· Απ. Βακαλόπουλος, «Η δέση των Ελλήνων και οι δοκιμασίες τους υπό τους
Τούρκους», Ιστορία Ελληνικού Εδνους, τ. 10, Αδήνα 1974, σ. 71 και 74.
37. Χρ. Ιακωβίδης, ό.π., σ. 62.
147
ΕΥΔΟΚΊΑ ΟΛΥΜΠΙΤΟΥ
Από τα τεκμήρια που έχουμε στη διάδεσή μας προκύπτει ότι στη
Χώρα υπήρχαν στις αρχές του 17ου αι. δύο πυρήνες κατοίκησης: τα
Αλλοτεινά και το Μέσα Κάστρο. Οι δύο περιοχές δεν φαίνονται να
ταυτίζονται. Η μελέτη ιδιωτικών δικαιοπρακτικών εγγράφων του πατμια-
κού αρχείου του 17ου αι. επιβεβαιώνει αυτή την υπόθεση και επιπλέον
βοησά στη χωροσέτησή τους. 38
38. Πρόκειται για μία διαθήκη με ημερομηνία 12 Ιουλίου 1635, στην οποία σημειώνε
ται: «εν πρώτοις τα οσπήτιά μου οπού έχω συμπλιον της Παναγίας της Μεγάλης ως
καδώς ευρίσκουνται, ήγουν δυο ανώγεα και δύο κατώγεα, με κατανοφράν και αυλήν και
φούρνον. και τα χαλάσματα οπού έχω αγορασμένα εις το μέσα κάστρον, συμπλιον του
κυρ Κώνστα ...». Ακόμη, ένα προικοσύμφωνο με ημερομηνία 10 Δεκεμβρίου 1628, και
σύμφωνα με το οποίο μεταβιβάζεται ανάμεσα στα άλλα ακίνητα: «... έτερον σπίτι εις το
Μέσα Κάστρο» Φ. 1 και Κ. 1009, φ. 50, βλ. και Στ. Παπαδόπουλος - Διάκ. Χρ. Φλω-
ρεντής, Νεοελληνικό Αρχείο Ι. Μονής Ιωάννου Θεολόγου Πάτμου. Κείμενα για την Τε
χνική και την Τέχνη, Ασήνα 1990, σ. 12. Και τέλος, σε προικοσύμφωνο με ημερομηνία 6
Ιουλίου 1667 καταγράφονται: «... έτερα σπίτια που εκάσετο ο πεδερός μου σίμπλεο του
μάστρο Διμιτρι του Στεφανή, έτερα σπίτηα ης τ' Αλοτινα συνπλεα της οδού και Παραδι-
σενας — έτερον σπητη του κόπου σίμπλεο της Σταματάς, έτερον σπιτιν εις το μέσα
Κάστρον σίνπλεον της παπαδιάς του Χριστοδούλου Φ. 1. Βλ. Παπαδόπουλος - Φ λ ω ρ ε -
ντής, ό.π., σ. 9.
39. Φ. 1. Βλ. Παπαδόπουλος -Φλωρεντής, ό.π., σ. 3-4.
148
Η ΣΥΓΚΡΌΤΗΣΗ ΕΝΌΣ ΝΗΣΙΩΤΙΚΟΎ ΟΙΚΙΣΜΟΎ
φριος δεν γκρεμίστηκε, αντίθετα γίνονται στον ναό αμέσως μετά ορι
σμένες επισκευές, όπως καταγράφονται στις 10 Σεπτεμβρίου του 1609
στο φορολογικό κατάστιχο του ιδίου έτους. 40
Πάντως, από το 1609 αυτονομείται η οχύρωση της Μονής από την
οχύρωση της Χώρας. Φαίνεται ότι η απόφαση αυτή εφαρμόστηκε
κυρίως στη βόρεια περιοχή, εκεί όπου βρίσκεται και ο Άγιος Ονού
φριος και είναι χαρακτηριστικό ότι μέχρι τα μέσα τουλάχιστον του 18ου
αιώνα -με την επέκταση των Απορσιανών— ή και αργότερα, οι Πάτμιοι
δεν κατοίκησαν τη βορειοανατολική πλευρά του λόφου που βλέπει τη
Σκάλα, αυτή ακριβώς την περιοχή που κάνει τον οικισμό ορατό από
μεγάλη απόσταση από τη σάλασσα.Ίσως η απόφαση αυτή να μην προ
κάλεσε ριζικές αλλαγές στη φυσιογνωμία της Χώρας, κασόρισε όμως,
ως ένα βασμό, τους άξονες ανάπτυξης της.
Ο Ρώσος μοναχός Β. Barskij σχεδίασε τη Χώρα από κάποιο χαμη
λότερο σημείο προς την κατεύθυνση της Σκάλας, ενώ η απόσταση που
τον χωρίζει από το δέμα του δεν είναι μεγάλη. Η Μονή είναι κυρίαρ
χη στη σύνδεση και το μέγεδός της είναι δυσανάλογο σε σχέση με τα
απλά κτίσματα που βρίσκονται κάτω από τα τείχη της. Αποδίδει πυκνή
δόμηση στα ανατολικά και δυτικά της Μονής, ενώ η βόρεια πλευρά
εκεί όπου βρίσκεται η κύρια είσοδος της Μονής και η εκκλησία του
Αγίου Ονούφριου εμφανίζεται τελείως άκτιστη. Είναι φανερό ότι ο
οικισμός δεν έχει πάρει ακόμη τη μορφή της περιμετρικής ανάπτυξης
γύρω από το Μοναστήρι. Ο ίδιος, εκτός από τον ναό του Αγίου Ονού
φριου, σχεδίασε τη Μεγάλη Παναγιά στα δυτικά, και τις εκκλησίες του
Χριστού, του Αγίου Βασιλείου και του Αγίου Γεωργίου στα ανατολικά
της Μονής. 41
40. fm 1962/34.
41. Ο πλήρης τίτλος του έργου του είναι Β. Barskij, «Stranstvovnija Vasilija Gri-
gorovica Barskago po sujatym Vostoka s 1747», Sanktetruburg 1885-1887, τ. 2, σ. 182-
183. Δεν ήταν όμως δυνατόν να εντοπίσουμε και να μελετήσουμε το πρωτότυπο κείμε
νο. Ο Β. Barskij φοίτησε δύο χρόνια στην Πατμιάδα. Βλ. σχετικά Ανδρέας Στυλιανός,
«Αι περιηγήσεις του Ρώσου μοναχού Βασιλείου Γρηγόροβιτς Μπάρσκυ (Άλλως) Βασι
λείου Μοσκοβορώσσου Κιεβοπολίτου», Κυπριακοί Σπουδαί 21 (1957), σ. 1-139, ιδιαί
τερα από σ. 135 κ.ε. Επίσης, Κ. Σιμόπουλος, Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα 1700-1800,
τ. 2, Αδήνα 1973, σ. 107. Για βιογραφικά του στοιχεία, βλ. Μιχ. Μαλανδράκης, Η
Πατμιάς Σχολή, Αδήνα 1911, σ. 51 κ.ά. Ο Μαλανδράκης τοποδετεί την παραμονή του
στην Πάτμο ανάμεσα στα έτη 1736-1743. Οι περισσότερες όμως πηγές τοποδετούν την
άφιξη του στο 1731.
149
ΕΥΔΟΚΊΑ ΟΛΥΜΠΙΤΟΥ
42. Κατά τον Χρ. Ιακωβίδη: « Η ιστορία της Πάτμου διαιρείται βασικά σε δύο
περιόδους, η πρώτη από το 1088 μέχρι το 1720 και η δεύτερη από το 1720 μέχρι το 1912.
Η πρώτη ταυτίζεται με την κυριαρχία της Μονής στα πατμιακά πράγματα και η δεύτε
ρη με την επικράτηση της κοινωνικής ομάδας. Οι αντιδιαμετρικές αυτές περίοδοι ταυ
τίζονται, η μεν πρώτη με κοινωνικοοικονομική διάρθρωση φεουδαλικού τρόπου παρα
γωγής, η δε δεύτερη με κεφαλαιοκρατικές επιδράσεις στην αστική εικόνα που λίγο
πολύ, είχαν παρουσιαστεί και σε άλλα σημεία του ελλαδικού χώρου την ίδια εποχή. Χρ.
Ιακωβίδης, ο.π., σ. 49 και 59.
150
Η ΣΥΓΚΡΌΤΗΣΗ Ε Ν Ό Σ ΝΗΣΙΩΤΙΚΟΎ ΟΙΚΙΣΜΟΎ
Η Χώρα και η Σκάλα στα τέλη του 18ου αιώνα από το βιβλίο του Choiseul-Gouffier,
Voyage pittoresque dans l'Empire Ottoman, Παρίσι 1842.
Τα Κρητικά
151
ΕΥΔΟΚΊΑ ΟΛΥΜΠΙΤΟΥ
43. Εκτός από το Νεοελληνικό Αρχείο της Πάτμου, πληροφορίες για τις ναυτικές
- εμπορικές δραστηριότητες των Πατμίων κατά τον 16ο αιώνα παρέχονται στα οικονο
μικά βιβλία της Εληνικής Αδελφότητας της Βενετίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε αυτά
καταγράφονται 13 Πάτμιοι ναυτικοί που έφτασαν στο λιμάνι της, 2 από τους οποίους
ήταν ιερείς. Βλ. σχετικά Κρίστα Παναγιωτοπούλου, «Έλληνες ναυτικοί και πλοιοκτή
τες από τα παλαιότερα οικονομικά βιβλία της Ελληνικής Αδελφότητας Βενετίας (1536-
1576)», Θησαυρίσματα 11 (1974), σ. 284-352. Επίσης κατά τον 17ο αιώνα καταγράφο
νται πατμιακα πλοία στο λιμάνι του Χάνδακα, βλ. Αγγελική Πανοπουλου, « Ό ψ ε ι ς της
ναυτιλιακής κίνησης του Χάνδακα το 17ο αιώνα», Κρητική Εστία 2 (1988), σ. 152-175.
44. Χρ. Ιακωβίδης, ό.π., σ. 92. Μετακινήσεις Κρητών στα νησιά του Αιγαίου και
Ιονίου πελάγους έχουν εντοπισθεί στη διάρκεια των τουρκοβενετικών πολέμων. Ιδιαί
τερα προς τις Κυκλάδες το φαινόμενο αυτό δεν πήρε τον χαρακτήρα ομαδικών και
οργανωμένων μεταναστεύσεων, όπως σημειώνει ο Βασ. Βλ. Σφυρόερας, «Κρητικά επώ
νυμα εις τας Κυκλάδας», Πεπραγμένα Κ Διεδνούς Κρητολογικού Συνεδρίου, τ. 4,
Αδήνα 1969, σ. 457-466. Για το ίδιο 8έμα: Ζαφ. Δ. Γαβαλάς, « Η νήσος Φολέγανδρος»,
152
Η ΣΥΓΚΡΌΤΗΣΗ ΕΝΌΣ ΝΗΣΙΩΤΙΚΟΎ ΟΙΚΙΣΜΟΎ
153
ΕΥΔΟΚΊΑ ΟΛΥΜΠΙΤΟΥ
47. Αρχιμ. Γερ. Σμυρνάκης, ό.π., σ. 1827. Βλ. επίσης Π. Γ. Κρητικός, «Πατμιακά
Τοπωνύμια», ό.π., σ. 109. Η πληροφορία αυτή δεν στάδηκε δυνατόν να διασταυρωδεί.
Πάντως, η πλατεία πλακοστρώδηκε το 1904 από τον Ν. Κοκκινάκη, όπως τουλάχιστον
αναφέρεται σε εγχάρακτη εντοιχισμένη επιγραφή που βρίσκεται στην περιοχή της.
Ανάλογες περιπτώσεις όπου ο χώρος γύρω από μία εκκλησία, μετά τη μεταφορά του
νεκροταφείου έξω από τον οικισμό, διαμορφώνεται σε πλατεία, έχουν επισημανθεί και
στο Πήλιο αλλά και αλλού. Βλ. Ρέα Λεωνιδοπούλου-Στυλιανού, Ελληνική Παραδο
σιακή Αρχιτεκτονική, Πήλιο, Α9ήνα 1987, σ. 31.
48. Πρόκειται για το κατάστιχο κεφαλικού φόρου του 1671 (230 χανέδες, και 94
χήρες, περίπου 1.104 άτομα), την οδωμανική απογραφή του πληδυσμού της Πάτμου
του 1672 (164 χανέδες στο νησί, εκτός από τις χήρες και τον άγαμο ενήλικο πληδυσμό,
περίπου 656 άτομα) και το κοινοτικό κτηματολόγιο του 1676 (166 χανέδες, 80 άγαμοι
και 67 χήρες, περίπου 811 άτομα).
49. J. Georgirenes. Description of the present state of Samos, Nicaria, Patmos and
mount Athos, Λονδίνο 1678, σ. 76.
154
Η ΣΥΓΚΡΌΤΗΣΗ ΕΝΌΣ ΝΗΣΙΩΤΙΚΟΎ ΟΙΚΙΣΜΟΎ
Τα Απορδιανά
155
ΕΥΔΟΚΊΑ ΟΛΥΜΠΙΤΟΥ
Αγορά
55. Ανάλογη είναι η περίπτωση της Νάξου, όπου τα αρχοντικά οικοδομούνται έξω από
τον κεντρικό πυρήνα, το «Κάστρο». Βλ. Α. Κουρουπάκη, Ελληνική Παραδοσιακή
Αρχιτεκτονική, Νάξος, τ. 2, Ασήνα 1983, σ. 86. Ανάλογο παράδειγμα αποτελεί το Κάστρο
της Σίφνου, βλ. Αναστασία Τξάκου, Ελληνική Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική, Σίφνος, Ασή
να 1982, σ. 16. Χαρακτηριστικό είναι ακόμη το παράδειγμα της Ολύμπου στην Κάρπασο.
Οι γαιοκτήμονες, «οι κανακάρηδες» όπως λέγονταν είχαν το αποκλειστικό δικαίωμα να
κατοικούν στη συνοικία Έξω Καμάρα, που βλέπει προς τη δάλασσα. Βλ. Δ. Φιλιππίδης,
Ελληνική Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική, Κάρπαδος, Αδήνα 1983, σ. 14.
56. Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον να παρακολουθήσει κανείς τη χρήση του όρου στη
156
Η ΣΥΓΚΡΌΤΗΣΗ ΕΝΌΣ ΝΗΣΙΩΤΙΚΟΎ ΟΙΚΙΣΜΟΎ
κη». 57 Αν και δεν είναι πάντοτε σαφής η διάκριση των χρήσεων που
περικλείουν οι όροι μαγαζιά και εργαστήρια, φαίνεται ότι μαγαζιά, τα
περισσότερα από τα οποία ήταν στη Σκάλα, ήταν κυρίως χώροι α π ο
θήκευσης εμπορευμάτων και δευτερευόντως χώροι διακίνησης αγάδων,
ενώ ορισμένα εργαστήρια ήταν οι χώροι όπου εργάζονταν οι τεχνίτες. 58
Κάποια από τα εργαστήρια της Χώρας πωλούσαν διάφορα αγαδά
καδώς και τρόφιμα. 59
Μνημονεύονται σε έγγραφα από τις αρχές του 17ου αι. αν και, στις
πηγές της εποχής εκείνης, η ύπαρξη τους είναι μάλλον σπάνια. Κατα
γράφονται μαζί με άλλη ακίνητη περιουσία και μεταβιβάζονται με δια-
δήκες και προικοσύμφωνα. 60 Πωλούνται, νοικιάζονται και φορολογού
νται,61 ενώ άλλοτε αφιερώνονται στη Μονή. 62 Οι οικογένειες, οι οποί
ες τα έχουν στην κατοχή τους, διαδέτουν μεγάλη περιουσία σε ακίνη
τα και τα ονόματα τους απαντώνται σε αποφάσεις του Κοινού της
157
ΕΥΔΟΚΊΑ ΟΛΥΜΠΙΤΟΥ
63. Από τη μελέτη των εγγράφων του πατμιακού αρχείου προκύπτει ότι, πέρα από
τα δύο αυτά σημεία - άξονες, υπάρχουν ορισμένα εργαστήρια ή μαγαζιά διάσπαρτα και
σε διάφορα σημεία της Χώρας. Ενδεικτικά αναφέρουμε: Φ. Μαλανδράκη, Προικοσύμ
φωνο, Πάτμος 25 Απριλίου 1727: «... δύο μαγαζιά οπού είναι σύμπλεον του Μονα
στηρίου». Βλ. Σ. Α. Παπαδόπουλος - Δ ι ά κ . Χ. Φλωρεντής, ο.π., σ. 61.
64. Άης Γιώργης της Λότζας ή των Αλλοτεινών ή του Μπροβαλλωμάτου. Βλ. Παν.
Γ. Κρητικός, «Πατμιακά Τοπωνύμια», ΑΛ. 2 (1956), σ. 120. Για τη «Λόξα» ή «Λότξα»,
βλ. Π. Γ. Κρητικός, «Πατμιακά Τοπωνύμια», ΑΛ. 4, σ. 48 και Ζαφ. Γαβαλάς, «Φολέ
γανδρος», Δ.Ι.Ε.Ε. 2 (1885), σ. 495, ο οποίος αναφέρει τη Μέσα Λότξα στο Κάστρο και
την Έξω Λότξα.
65. Ονομάζεται έτσι κατά την εποχή που δεν υπήρχαν γύρω σπίτια. Η επιτόπια
έρευνα και η μελέτη των ενεπίγραφων υπερθύρων των οικίων αναδεικνύει ότι η οικοδό
μηση στη συγκεκριμένη περιοχή τοποθετείται στις αρχές του 19ου αιώνα. Αυτό αναφέ
ρει και ο Παν. Γ. Κρητικός, «Πατμιακά Τοπωνύμια», ΑΛ. 2 (1956), σ. 120. Βλ. επίσης
Χρ. Ιακωβίδης, Χώρα Πάτμου 1088-1912, Αδήνα 1978, σ. 25.
66. Φ. 3, έγγραφο του έτους 1797. Πρόκειται για πώληση σπιτιού στη «στράτα την
αυδεντική». Στο έγγραφο αναφέρεται η «στράτα η αυσεντική» και ο «φούρνος ο κανα-
κίσιος». Φ. 3, 1798. Καταγράφεται πώληση σπιτιού με εργαστήριο στη Λότξα πλησίον
του Αγίου Γεωργίου του Προ6αλομάτου και πλησίον του «Καλογεράδικου». Στο Φ. 3,
σε έγγραφο του 1798 σημειώνεται και άλλη μία πώληση σπιτιού στη Λότξα με μαγαζί.
67. Ο Choiseul-Gouffier, που επισκέφθηκε την Πάτμο στα τέλη του 18ου αι., περι
γράφει την επισυμία των ταξιδιωτών να αγοράσουν ψωμί, και ότι γυρνούν απογοητευ
μένοι στα στενά της Χώρας, κασώς όλες οι πόρτες κλείνουν κασώς περνούν. Βλ.
Choiseul-Gouffier, Voyage pittoresque dans l'Empire Ottoman, Παρίσι 1842, σ. 169.
68. Βλ. Παν. Γ. Κρητικός, ο.π., σ. 108.
158
Η ΣΥΓΚΡΌΤΗΣΗ ΕΝΌΣ ΝΗΣΙΩΤΙΚΟΎ ΟΙΚΙΣΜΟΎ
159
ΕΥΔΟΚΊΑ ΟΛΥΜΠΙΤΟΥ
κείται για τους δρόμους εκείνους που αποτελούν τις εισόδους της
Χώρας, οι οποίες, ακόμη και σήμερα, είναι πολύ λίγες. Ποιος όμως
ήταν ο κεντρικός οδικός άξονας του οικισμού; Η συνηθέστερη ονομα
σία του είναι «στράτα αυσεντική» και συναντάται σε αρχειακά τεκμή
ρια όλης της περιόδου. 74 Οι πληροφορίες που συγκέντρωσα από διά
φορα έγγραφα επιτρέπουν να τον τοποθετήσουμε στον χώρο. Ο δρό
μος αυτός αναπτύσσεται περιμετρικά του περιβόλου της Μονής, χωρίς
να εφάπτεται στα τείχη της. Διασχίζει μία πυκνοκατοικημένη περιοχή
χωρίς χαλάσματα, σπιτότοπους και κηπάρια, περνά κάτω από τη
Μεγάλη Παναγιά, 75 από τον Άη Γιώργη της Λόξας αλλά και κοντά στη
Μονή της Ζωοδόχου Πηγής. Παρόλες τις αλλαγές που έχει υποστεί η
Χώρα φαίνεται ότι ο άξονας αυτός συμπίπτει, σε γενικές γραμμές, με
τη σημερινή κεντρική οδική αρτηρία που διατρέχει τη Χώρα και ενώνει
τη Μονή με τα Κρητικά και με την είσοδο / έξοδο του οικισμού. Ίσως
πρόκειται για την «οδό του Οικονόμου», όπως την ονομάζει στο χει
ρόγραφο του ο Γερ. Σμυρνάκης. 76 Αυτή την οδική αρτηρία ακολου
θούσαν άλλωστε οι λιτανείες. 77 Επιπλέον, είναι ο δρόμος που συγκε
ντρώνονταν ορισμένα από τα μαγαζιά και τα εργαστήρια της Χώρας.
74. Η ονομασία «αυ8εντική στράτα» απαντά και σε ναξιακά έγγραφα της Φραγκο
κρατίας βλ. Αντ. Φλ. Κατσουρός, ό.π., σ. 281.
75. Κατάστιχο Κοινού Πάτμου αρ. 1, 1709 fm 1963/110, έγγραφο με ημερομηνία 17
Αυγούστου 1796.
76. Γερ. Σμυρνάκης, Η Μυστηριοφύλαξ..., ό.π., σ. 1825. Η συγκεκριμένη τοποθεσία
βρίσκεται στα βόρεια της Μονής και καταγράφεται στο κοινοτικό κτηματολόγιο του
1676 ως περιοχή με κηπάρια (fm 1963/125-127). Ο Παν. Κρητικός αναφέρει ότι ονομά
στηκε από το σπίτι του Οικονόμου της Μονής, το οποίο βρισκόταν εκεί, βλ. σχετικά
Παν. Γ. Κρητικός, «Πατμιακά Τοπωνύμια», ΔΛ. 1 (1955), σ. 75.
77. Ι. Μ. Χατξηφώτης, «Έθιμα της Νέας Τρίτης στο νησί της Πάτμου», Δ.Χ. 8
(1983), σ. 282.
160
Η ΣΥΓΚΡΌΤΗΣΗ ΕΝΌΣ ΝΗΣΙΩΤΙΚΟΎ ΟΙΚΙΣΜΟΎ
161
Δημήτρης Δημητρόπουλος
165
ΔΗΜΉΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
166
ΚΆΣΤΡΟ ΚΑΙ ΠΆΛΑΙΑ ΧΩΡΆ ΜΉΛΟΥ
167
ΔΗΜΉΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
6. Βλ. Β. J. Slot, «Καδολικαί εκκλησίαι Κιμώλου και των πέριξ νήσων», π. Κιμω-
λιακά, 5 (1975), σ. 184-185, όπου η σχετική μαρτυρία του G. Α. Camilli. Για τη μορφή
του οικισμού και τα χαρακτηριστικά των σπιτιών του βλ. συνοπτικά G. D. R. Sanders,
ό.π,,α. 151-154.
7. Βλ. σχετικά τις μαρτυρίες του Bernard το 1652 (Β. J. Slot, «Καδολικαί εκκλησί
αι...», σ. 122, 131), του Thevenot το 1655 (J. Thevenot, Voyage du Levante, επανέκδο
ση με επιμ. St. Yerasimos, Παρίσι 1980, σ. 175), του Sarrabat το 1735 (Γ. Χαλκου-
τσάκης, «Μία άγνωστη επίσκεψη -το 1735-στη Μήλο», π. Μηλιακά, 2 (1985), σ. 24-
25) κ.ά. Ο μικρός πληδυσμός του Κάστρου καταγράφεται και στην οδωμανική α π ο
γραφή του 1670, όπου οι φορολογικές μονάδες του τελευταίου ήταν 84, ενώ για το
σύνολο του νησιού ανέρχονταν στις 736, βλ. Β. J. Slot, Archipelagus Turbatus, Βέλγιο
1982, σ. 290 και ο ίδιος, « Ο κατάλογος των φορολογουμένων του Κάστρου της Μήλου
το 1670», π . Μηλιακά, 2 (1985), σ. 153-154.
8. Βλ. Ρ. Sauger, Ιστορία των αρχαίων δουκών και λοιπών ηγεμόνων του Αιγαίου
πελάγους, μετάφρ. Αλ. Καραλής, Ερμούπολη 1878, σ. 51-52.
9. Ό π ω ς το 1416 ο Buodelmonti (βλ. Em. Legrant, Description des îles de
1 'Archipel par Cristophe Buodelmonti, version grecque par un anonyme, traduction
168
ΚΆΣΤΡΟ ΚΑΙ ΠΆΛΑΙΑ ΧΠΡΑ ΜΉΛΟΥ
169
ΔΗΜΉΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
13. Για τα οικόσημα των αρχοντικών αυτών οικογενειών βλ. την αναλυτική μελέτη
του Α. Λεντάκη, «Το αρχοντολόι της Μήλου».
14. Βλ. το σχετικό κατάλογο Β. J. Slot, « Ο κατάλογος των φορολογουμένων», χωρίς
σελιδαρίδμηση.
15. Βλ. Β. J. Slot, Archipelagus, σ. 25. Θέση με την ονομασία «Πύργος του επι
σκόπου» σημειώνεται στην περιοχή της Παλαιάς Χώρας σε χάρτες του 15ου και 16ου
αιώνα όπως των Buondelmonti, Porcacchi, Ortelius (τους σχετικούς χάρτες βλ. Τόπος
και Εικόνα, τ. 1, Ασήνα 1978, σ. 16· Χάρτες και Χαρτογράφοι του Αιγαίου Πελάγους,
Ασήνα 1985, σ. 72, 108).
16. Βλ. Β. J. Slot, Archipelagus, σ. 25, καδώς επίσης και τη μαρτυρία του καδολι-
κού επισκόπου Μήλου Fr. Ottimazi του έτους 1602 (Β. J. Slot, «Καδολικαί», σ. 106-
107).
17. Ο αποστολικός επισκέπτης Bernard σε έκδεσή του που συνέταξε το 1652 α π ο
δίδει την εξάλειψη των καδολικών του νησιού στην έλλειψη καδολικού ιερέα και στην
καταπίεση που υφίσταντο από τους ορδοδόξους, η οποία τους ανάγκασε είτε να
φύγουν είτε να προσχωρήσουν στο ορδόδοξο δόγμα. Ο ίδιος αναφέρει ότι στο νησί α π έ
μειναν 5 καδολικές οικογένειες από τις οποίες οι 3 παλαιές και οι 2 νέες, βλ. Β. J. Slot,
«Καδολικαί», σ. 122.
170
ΚΆΣΤΡΟ ΚΑΙ ΠΆΛΑΙΑ ΧΩΡΆ ΜΉΛΟΥ
18. Βλ. για παράδειγμα όσα γράφει ο Ch. Tomson στα 1730 (Α. Λεντάκης, Η κατα
στροφή, σ. 79), ο Ν. Sarrabat το 1735 (Γ. Χαλκουτσάκης, ο.π., σ. 24-25), ο Fr.
Hasselquist το 1749 (στο ίδιο, σ. 44-46), ο [Maihows], το 1750 (Letters from several
parts of Europe and the East written in the years 1750 etc., τ. 2, Λονδίνο 1753, σ. 278)
κ.ά.
171
ΔΗΜΉΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
στηρίχθηκε στη ναυτιλία, στο εμπόριο -και ειδικότερα στο εμπόριο πει
ρατικών λειών- σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η Μήλος είχε καλό
λιμάνι και βρισκόταν στη ρότα των διερχόμενων πλοίων.19 Η άποψη αυτή
συνδυάζεται με την παρακμή και εγκατάλειψη της Παλαιάς Χώρας στα
τέλη του 18ου αιώνα,20 εγκατάλειψη που σύμφωνα με ορισμένους μελε
τητές σχετίζεται -ή και οφείλεται- στην αλλαγή των οικονομικών συν
θηκών στην περιοχή, στην κάμψη του εμπορίου και στην αλλαγή δρομο
λογίων των διερχόμενων δυτικοευρωπαϊκών πλοίων.21
Νομίζω ότι η ύπαρξη ενός οικισμού αποκλειστικά ναυτικού δεν
μπορεί να δικαιολογήσει. Ο αγροτικός χαρακτήρας της οικονομίας του
νησιού διατηρήθηκε και κατά την εποχή ακμής της Παλαιάς Χώρας,
και στις ανάγκες αυτές ήταν προσαρμοσμένη κατά κύριο λόγο η ζωή
του οικισμού, όπως άλλωστε συνέβαινε με το σύνολο σχεδόν των οικι
σμών των Κυκλάδων κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας. Για
τη Μήλο, όπως ήδη αναφέραμε, το αρχειακό υλικό που έχει διασωθεί
είναι φτωχό. Λείπουν έτσι ισχυρά τεκμήρια, φορολογικά κατάστιχα ή
άλλες πηγές που θα μπορούσαν να παράσχουν ικανοποιητικό πληρο
φοριακό υλικό. Οπωσδήποτε όμως οι αφηγήσεις των περιηγητών και
των αποστολικών απεσταλμένων συγκλίνουν στη διαπίστωση ότι η
Μήλος ήταν ένα εύφορο, για τα δεδομένα της εποχής, νησί με αξιόλο
γες καλλιέργειες και γεωργική παραγωγή. Επίσης, τα στοιχεία της
τουρκικής απογραφής του 1670 -κατά την εποχή δηλαδή της μεγάλης
ακμής της Παλαιάς Χώρας- δείχνουν ότι η αγροτική παραγωγή του
νησιού ήταν σημαντική και οπωσδήποτε δεν υπολειπόταν εκείνης
άλλων νησιών των Κυκλάδων. 22
Παράλληλα ικανό εισόδημα φαίνεται ότι εισέρεε στο νησί από την
εξαγωγή μυλόπετρας, δυστυχώς όμως δεν εντοπίζονται παρά ελάχιστες
διάσπαρτες πληροφορίες για τις συνθήκες διεξαγωγής του εμπορίου
αυτού, το ύψος των εξαγωγών, το φόρο που τις βάρυνε αλλά και τον
κάτοχο των δικαιωμάτων επί αυτών. Ας σημειωθεί εδώ ότι μαρτυρία του
Σωζέρ ότι ο Σουλτάνος εξασφάλιζε εισόδημα 50.000 φράγκων το χρόνο
19. Βλ. Ν. Μπελαβίλας, Λιμάνια και οικισμοί στο Αρχιπέλαγος της πειρατείας,
15ος-19ος αι., Α9ήνα 1997, σ. 135-137.
20. Οι πληροφορίες για τον πληδυσμό του νησιού έχουν συγκεντρωθεί στο παράρ
τημα 1.
21. Βλ. Γ. Καμακάρης, Το όνομα, σ. 50-53.
22. Βλ. Β. J. Slot, Archipelagus, σ. 294-310.
172
ΚΆΣΤΡΟ ΚΑΙ ΠΆΛΑΙΑ ΧΩΡΆ ΜΉΛΟΥ
23. Βλ. Ρ. Sauger, Ιστορία, σ. 76-77. Πολύ αργότερα, στα 1835, ο Γάλλος πρόξενος
στη Σύρο αναφέρει ότι οι εξαγωγές μυλόπετρας από τη Μήλο έφοαναν στα 24.000
φράγκα, 6λ. Ι. Δημάκης, «Το εμποριον της Σύρου και η κατάστασις εις τας Κυκλάδας
(Συμφώνως προς υπόμνημα γάλλου προξένου του έτους 1835)», Επετηρίς Εταιρείας
Κυκλαδικών Μελετών, 4 (1964), σ. 620.
24. Βλ. σχετική μαρτυρία του Άγγλου πλοίαρχου Σάρλεη στα 1616 (Ι. Χατξιδάκης,
Ιστορία, σ. 216-218). Σύμφωνα με τον Ε. Ledhuy, 8α μπορούσε να αποφέρει 150.000
φράγκα αν γινόταν σωστή εκμετάλλευση του, όμως τώρα (στα 1835) αποδίδει μόλις
5.000 φράγκα, βλ. Ι. Δημάκης, ό.π., σ. 620.
25. Νομίζω ότι στον υπερβολικό τονισμό των σχέσεων της Μήλου με το πειρατικό
φαινόμενο και τη διακίνηση των λειών έχει συντελέσει το περιστατικό που συνδέεται με
τη δράση του Ιωάννη Κάψη στο 6" μισό του Που αιώνα. Η πρόσκαιρη ισχύς που φαί
νεται σύμφωνα με την περιγραφή του Sauger (Ρ. Sauger, ό.π., σ. 199-201) ότι είχε α π ο
κτήσει στο νησί, διογκώδηκε με αποτέλεσμα να δημιουργηδεί ένας δρύλος γύρω από το
όνομα του, με διαστάσεις νομίζω δυσανάλογες των γεγονότων. Βλ. σχετικά Δ.
Πασχάλης, « Ο βασιλεύς της Μήλου (1677-1680)», Ανδριακόν Ημερολόγιον 1927, σ.
131-143· Γ. Καμακάρης, Ελεύδερη Μήλος - Το πειρατικό Βασίλειο της Μήλου 1677-
1680, Πειραιάς 1968.
26. Βλ. Ι. Χατξιδάκης, ό.π., α. 216-218· Ρ. Sauger, ό.π., σ. 76.
27. Σημειώνουμε ενδεικτικά ορισμένες μαρτυρίες: Σε κατάλογο Ελλήνων ναυτικών
που έχει συντάξει με βάση τα βενετικά αρχεία ο Γ. Πλουμίδης, (Οι Βενετοκρατούμενες
Ελληνικές χώρες μεταξύ του Δευτέρου και Τρίτου Βενετοτουρκικού πολέμου (1503-
1537), Ιωάννινα 1974, σ. 118), περιλαμβάνεται το δρομολόγιο ενός πλοίου με τόπο εκκί
νησης το Χάνδακα και προορισμό τη Μήλο. Άλλο ένα δρομολόγιο πλοίου από το
173
ΔΗΜΉΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
στόλο. 28 Ενδεικτικό είναι επίσης ότι σε σχέδια του λιμανιού της Μήλου
του 18ου αιώνα δεν έχουν αποτυπωδεί ούτε στοιχειώδεις λιμενικές
εγκαταστάσεις ούτε αποθήκες στην παραλία του κόλπου. 29 Αντίδετα
174
ΚΆΣΤΡΟ ΚΑΙ ΠΆΛΑΙΑ ΧΩΡΆ ΜΉΛΟΥ
30. Βλ. ενδεικτικά Ch. Thompson, The travels of the Late Charles Thompson Esq,
τ. 1, Reading 1752, σ. 296· P. Sauger, ό.π., σ. 77· C. S. Sonnini, «Ταξίδιον εις Ελλάδα
και Τουρκίαν», μετάφρ. Ελένη Δαλαμπίρα, π. Κιμωλιακά, 6 (1976), σ. 172-173* Ι.
Χατζιδάκης, ό.π., σ. 193-198· Ι. Δημάκης, «Το εμπόρων», σ. 620· Β. J. Slot, «Οι πρό
ξενοι των Κάτω Χωρών στη Μήλο και οι πιλότοι», π. Μηλιακά, 1 (1983), σ. 59-80· Αρ.
Σταυρόπουλος, «Σύμμεικτα Μηλιακά», π. Μηλιακά, 3 (1989), σ. 304-305.
31. Ο Α. Λεντάκης, Η καταστροφή, α. 98, προσδιορίζει το χρόνο της μετοικεσίας στα
έτη 1756-1770, αποδίδοντας την στη νοσηρότητα του περιβάλλοντος από τις σειώδεις
αναθυμιάσεις που προκλήθηκαν από την έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης του 1707
σε συνδυασμό με την ελονοσία. Ο ίδιος επανέρχεται λίγα χρόνια αργότερα και στηριζό
μενος σε ένα έγγραφο του βικάριου Μήλου Δ. Γ. Στάη του έτους 1767 -το οποίο δημο
σίευσε ο Β. J. Slot, «Κασολικαί εκκλησίαι...», ό.π., σ. 230-231, έγγρ. 50-υποστηρίξει ότι
το 1767 υπήρξε ομαδική εγκατάλειψη της Παλαιάς Χώρας (βλ. Α. Λεντάκης, «Οι ιερείς»,
σ. 368-370). Νομίζω όμως ότι και το έγγραφο στο οποίο βασίζεται απλώς αντικατοπτρί
ζει την οξύτητα του γενικότερου προβλήματος που αντιμετώπιζε ο πληθυσμός του νησι
ού και δεν καταδεικνύει μαζική εγκατάλειψη της Παλαιάς Χώρας τη δεδομένη στιγμή. Το
σχετικό απόσπασμα της αναφοράς του Δ. Γ. Στάη είναι το ακόλουθο: «Κατόπιν ως προς
τους καθολικούς της Μήλου έρχομαι με μεγίστην δλίψιν να αναφέρω ότι δεν είναι παρά
4, διότι η νήσος έχει σχεδόν εκκενώσει όχι μόνον από τους καθολικούς αλλά και από τους
Έλληνας, λόγω της μεγάλης σνησιμότητος, η οποία παρετηρήση κατά το έτος αυτό...».
32. Η πληροφορία για μεγάλο σεισμό τη χρονιά αυτή προέρχεται από ενθύμηση που
έχει δημοσιευτεί από τον Σπ. Λάμπρο, «Ενθυμήσεων ήτοι χρονικών σημειωμάτων συλ
λογή πρώτη», π. Νέος Ελληνομνήμων, 7 (1910), σ. 224, όπου όμως δεν αναφέρεται η
Μήλος. Για την ταύτιση με τη Μήλο βλ. Α. Λεντάκης, Η καταστροφή, σ. 70. Βλ. επί
σης μνεία του σεισμού Ι. Χατζιδάκης, ό.π., α. 229-230 με χρονολογία 1735 (βλ. σχετική
κριτική Α. Λεντάκης, ό.π., σ. 67). Την ίδια πληροφορία αναπαράγουν στηριζόμενες στις
ίδιες αδύναμες πηγές και νεότερες μελέτες, βλ. για παράδειγμα Π. Σπυρόπουλος,
Χρονικό των σεισμών της Ελλάδος από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, Ασήνα-Γιάννινα
1997, σ. 300. Ο Ι. Ράμφος, « Ο Χριστός της Χώρας», π. Μηλιακά, 1 (1983), σ. 197, ανα
φέρεται επίσης σε μαρτυρία «εκ σημειώματος εντός μηναίου του ναού των Ταξιαρχών
της Κιμώλου», σύμφωνα με την οποία το 1778 μεγάλος σεισμός έπληξε τη Μήλο και
την Κίμωλο, η αναφορά όμως στην πηγή του είναι ασαφής.
175
ΔΗΜΉΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
33. Καδολικοί ιερείς του νησιού, όπως ο G. A. Camillis στα 1689 και ο Τξ. Μελισ
σουργός στα 1704 κάνουν λόγο για επιδημίες πανώλης που έπληξαν το νησί. Ο πρώτος
μάλιστα αναφέρει ότι διαρκεί ήδη τρία χρόνια, ενώ ο δεύτερος στέκεται στη μεγάλη
δνησιμότητα των παιδιών (βλ. Β. J. Slot, «Καδολικαί», σ. 161-162 και 194-195). Η μαρ
τυρία του Camillis για ύπαρξη επιδημίας πανώλης στο διάστημα 1687-1689 συμπίπτει
με τη μεγάλη επιδημία που έπληξε την εποχή αυτή κυρίως την Πελοπόννησο (βλ. σχε
τικά CI. Stephanos, La Grèce, α. 508· Β. Παναγιωτόπουλος, Πληδυσμός και οικισμοί
της Πελοποννήσου 13ος-18ος αιώνας, ανατύπωση Ασήνα 1987, σ. 132-133, και Κ.
Κωστής, Στον καιρό της πανώλης. Εικόνες από τις κοινωνίες της ελληνικής χερσονήσου,
14ος-19ος αι., Ηράκλειο 1995, σ. 363-365, 372-373). Στα 1704 επιδημία πανώλης μαρ-
τυρείται στην Κρήτη (βλ. Γιολάντα Τριανταφυλλίδου-Baladié, Το εμπόριο, σ. 91). Οι
επιδημίες όμως αυτές παρά τα δύματα που προκάλεσαν δεν οδήγησαν σε αφανισμό του
πληθυσμού.
34. Είναι πιδανόν ότι μία τέτοια επιδημία έπληξε τη Μήλο γύρω στα 1730 ή λίγο
αργότερα. Ο Άγγλος πλοίαρχος J. Stewart που επισκέφθηκε τη Μήλο το 1807 αναφέ
ρει ότι μία επιδημία πανώλης που συνέβη πριν 80 χρόνια στοίχισε τη ξωή σε 9.000
ανθρώπους (βλ. Αρ. Σταυρόπουλος, «Σύμμεικτα Μηλιακά», ό.π., σ. 304-305). Η μαρ
τυρία χονδρικά συμφωνεί με τη λαϊκή παράδοση που μεταφέρει ο Ι. Χατξιδάκης, Η
Ιστορία, σ. 230-231, η οποία τοποθετεί την καταστροφική επιδημία στα 1730-1740,
συνδέοντας την με τοπικές λαϊκές παραδόσεις. Επιδημίες πανώλης γνωρίζουμε ότι
έπληξαν νησιά των Κυκλάδων την εποχή αυτή, κυρίως στα 1728 και 1741, βλ. σχετικά
Π. Ζερλέντης, Ιστορικά σημειώματα εκ του βιβλίου των εν Νάξω Καπουκίνων (1649-
1753), Ερμούπολη 1922, σ. 26, 116· Ελένη Κούκκου, Οι κοινοτικοί δεσμοί στις
Κυκλάδες κατά την Τουρκοκρατία. Ανέκδοτα έγγραφα, Αδήνα 1989, σ. 169* Cl.
Stephanos, ό.π., σ. 509.
35. Χαρακτηριστικό είναι ότι σε κοινοτικό έγγραφο του 1833 που αναφέρεται στην
ύπαρξη εγκαταλελειμμένων γαιών στη Μήλο σημειώνεται ότι «απέδανον δε προ χρόνων
πολλών γενεές ολόκληρες», βλ. Ι. Βισβίξης, «Τα ερωτήματα του Υπουργείου της Δικαιο
σύνης του έτους 1833 περί των νομικών εδίμων και αι ε π ' αυτών απαντήσεις των τοπικών
αρχών», Επετηρίς του Αρχείου της Ιστορίας του Ελληνικού Δικαίου, 6 (1955), σ. 125-126.
Την παράδοση για θανατηφόρα επιδημία που έπληξε τη Μήλο πριν το 1821 διηγείται και
γέροντας κάτοικος του νησιού στον J. Th. Bent στα 1884, βλ. J. Th. Bent, Aegean Islands.
The Cyclades, or life among the insular Greeks, επιμ. Al. Oikonomides, Σικάγο 1966, σ.
70-75, πρβλ. Αρ. Σταυρόπουλος, «Σύμμεικτα», σ. 374-378.
36. Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία κάποιου καδολικού απεσταλμένου, ο οποίος
σημειώνει στα 1745, ότι τα 25 τελευταία χρόνια μια βλαβερή επίδραση του αέρα π ρ ο -
176
ΚΆΣΤΡΟ ΚΑΙ ΠΆΛΑΙΑ ΧΩΡΆ ΜΉΛΟΥ
καλεί πολλούς θανάτους στο νησί, 6λ. Cl. de Terzorio, «Αρζαντιέρα ή Κίμωλος», μετά
φρ. Ελένη Δαλαμπίρα, π. Κιμωλιακά, 7 (1977), σ. 89.
37. Για το δέμα βλ. Γ. Καλλέργης, « Η δέση της Μήλου στο ηφαιστειακό τόξο του
Νοτίου Αιγαίου», π. Αίηλιακά, 1 (1983), σ. 7-32, και το πρόσφατο βιβλίο του Ian
Plimer, Μήλος. Η γεωλογική ιστορία, Αδήνα 2000, όπου και η ειδική για το δέμα
βιβλιογραφία.
38. Ο Α. Σταυρόπουλος, «Σύμμεικτα Μηλιακά», ό.π., σ. 378-379, από όσο γνωρί
ζω, είναι ο μόνος α π ό όσους έχουν εγκύψει ειδικά στην ιστορία της Μήλου που έχει
συλλάβει το ζήτημα της εγκατάλειψης της περιοχής όπου βρισκόταν η Παλαιά Χώρα,
ως μία διαδικασία μακροχρόνια, «ένα διαρκές ενεργό φαινόμενο» όπως χαρακτηριστι
κά αναφέρει. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι ο όρος «μετοικεσία» είναι ορδότερος από τους
όρους «ερήμωση», «εγκατάλειψη» ή «καταστροφή» που χρησιμοποιούνται συνήθως
στη σχετική με το δέμα βιβλιογραφία.
39. Αναλυτικά οι σχετικές μαρτυρίες καταγράφονται στο παράρτημα 2, όπου παρα-
τίδενται με χρονολογική σειρά.
40. Βλ. για παράδειγμα Ρ. di Krienen, Breve descrizione dell'Arcipelago..., Λιβόρνο
1773, σ. 11-12, πρβλ. Α. Λεντάκης, ό.π., σ. 48-50· C. S. Sonnini, «Ταξίδιον», σ. 172-173
κ.ά. Μάλιστα ο αποστολικός επισκέπτης αναφέρει ότι οι κάτοικοι του Κάστρου ζουν
περισσότερο από 100 χρόνια, βλ. Β. J. Slot, «Καδολικαί», σ. 211-212.
177
ΔΗΜΉΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
41. Ζ. Βάος, Ναοί και ναΰδρια, σ. 407-408· Χ. Μπαμπούνης, «Ένα έγγραφο του
1829 με 204 τοπωνύμια της Μήλου», π. Ονόματα, 12 (1988), σ. 353.
42. Για τα σχετικά με την εγκατάσταση των Κρητών στην περιοχή, που ήλδαν το
1824 μετά την καταστολή της επανάστασης στην Κρήτη, βλ. Ζ. Βάος, «Κρήτες αγωνι
στές ιδρυταί του Αδάμαντος Μήλου», Επετηρίς της Εταιρείας Κυκλαδικών Μελετών,
5 (1965-1966), σ. 163-272. Είχαν προηγηθεί και άλλοι πρόσφυγες, κυρίως από την
Πελοπόννησο και τη Χίο που κατέφυγαν στη Μήλο το 1822, βλ. Α π . Βακαλόπουλος,
Πρόσφυγες και προσφυγικόν ζήτημα κατά την επανάστασιν του 1821, Θεσσαλονίκη
1939, σ. 51* Χ. Μπαμπούνης, Η Μήλος από την αρχαιότητα, [Α8ήνα] 1993, σ. 48-49. Ο
Γάλλος υποπρόξενος Λουδ. Μπρεστ σε μεταγενέστερη -του 1 8 5 5 - έκ8εση των δρα
στηριοτήτων του κάνει λόγο για 8.000 πρόσφυγες, τους οποίους κατάφερε να σώσει με
τις ενέργειες του (βλ. Τ. Γριτσόπουλος, «Εξ ανέκδοτα έγγραφα περί της οικογενείας
Μπρεστ», π. Κιμωλιακά, 6 (1976), σ. 23). Καοώς όμως ο Λ. Μπρεστ συντάσσει την
αναφορά του προκειμένου να εκθειάσει το έργο του, ίσως υπερβάλλει στον αριθμό των
προσφύγων.
43. Για την ένταξη των οικισμών στους δήμους που ιδρύθηκαν μετά την ίδρυση του
ελληνικού κράτους βλ. συνοπτικά Ελ. Σκιάδας, Ιστορικό διάγραμμα των Δήμων της Ελ
λάδος 1833-1912, Αδήνα 1993, σ. 459-460. Μια σύντομη εξέταση της μεταγενέστερης
πληδυσμιακής εξέλιξης των οικισμών του νησιού βλ. Ε. Kolodny, La population de îles
de la Grèce, τ. 1, Aix-en-Provence 1974, σ. 265-266.
178
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1
ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΛΗΘΥΣΜΟ ΤΗΣ ΜΗΛΟΥ, 17ος - αρχές 19ου
ΕΤΟΣ ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ
1602 Η πόλη της Μήλου έχει 400 οικίες.
1637 6.000 κάτοικοι.
1638 2.500 κάτοικοι.
1652 Η πόλη της Μήλου μικρή. Στο Κάστρο που είναι ερειπωμένο κατοικούν 100 οικογένειες.
1655 2.500 κάτοικοι στην πόλη και 500 κάτοικοι στο παλαιό Κάστρο.
[1658] Λιγοστοί οι κάτοικοι.
1667 3.000 κάτοικοι περίπου.
1670 736 φορολογικές μονάδες στο σύνολο του νησιού, από τις οποίες 84 στο Κάστρο.
1675 7.000 κάτοικοι.
1675 5.000 κάτοικοι.
1678 5.000 κάτοικοι.
[1696] 7.000 κάτοικοι.
1698 4.000 ορθόδοξοι και 20 καθολικοί.
1700 5.000 κάτοικοι στη Χώρα του νησιού.
αρχές 18ου αι 7.000 κάτοικοι.
1709 1.500 ορθόδοξοι και 20 καθολικοί ή 1.400-1.500 στη Χώρα και 200 στα χωριά.
1715-1725 5.000 κάτοικοι στο νησί. Στο Απάνω Κάστρο 100 οικογένειες.
[1717] 5.000 κάτοικοι.
1720 Καλά κατοικημένη. Η κύρια πόλη πολύ μικρή.
1730 Η πόλη μπορεί να φιλοξενήσει 5.000-6.000 κατοίκους.
1735 1.000 κάτοικοι, 2 χωριά.
1748 1.000 κάτοικοι.
1758 Πόλη: 700 ορδόδοξοι και 6 καθολικές οικογένειες. Κάστρο: 300 ορθόδοξοι.
ΕΤΟΣ ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ
1771 1.000 κάτοικοι, από τους οποίους 500 στη Χώρα και άλλοι 500 στο Κάστρο.
1776 200 κάτοικοι.
1778- 1779 Οι κάτοικοι δεν υπερβαίνουν τους 1.300. Πριν 30 χρόνια ήταν 7.000.
1779 200 κάτοικοι στην πόλη.
1781 700 κάτοικοι περίπου.
1789 600 κάτοικοι.
1791 4.000-5.000 κάτοικοι "κασώς λέγουν".
1792 1.000-1.200 κάτοικοι στο Κάστρο και στην πόλη της Μήλου, όλοι Έλληνες.
1793- 1799 Περίπου 500 κάτοικοι και μειώνονται συνεχώς. Στην πόλη 40 οικογένειες κυρίως ξένων.
1806 Όχι περισσότερες από 200 οικογένειες στη Χώρα.
1807 2.000 κάτοικοι στο νησί. 800 κάτοικοι στην Παλαιά Χώρα και 900 κάτοικοι στο Κάστρο.
1816 2.300 οι κάτοικοι του νησιού ενώ παλαιότερα η πόλη μόνο είχε 10.000 κατοίκους.
1817 2.000 - 3.000 κάτοικοι που ξουν όλοι στο Κάστρο.
1818 300 οικογένειες, 12 ιερείς.
πριν το 1821 5.000 κάτοικοι.
1821 Περιοχή του Δήμου Μήλου 1.555 κάτοικοι και 305 οικογένειες.
αρχές 19ου αι 1.000 περίπου κάτοικοι στο Κάστρο.
1822 2.500 κάτοικοι.
[1823] Μεταξύ 1700 και 1800 ο πλησυσμός μειώθηκε στο 1/10.
1829 1.458 κάτοικοι.
1829 1.300 κάτοικοι.
1828- 1830 364 οικογένειες, 7 χωριά.
1832 Περιοχή του Δήμου Μήλου 1.900 κάτοικοι και 380 οικογένειες.
1834 3.250 κάτοικοι. Στην Παλαιά Χώρα 20 κάτοικοι, παλαιά είχε 6.000 και το νησί 20.000.
1834 Σύνολο κατοίκων 1.580, οικογένειες 314. Στο Δήμο Μήλου 276 οικογένειες,
1.380 άτομα και στο Δήμο Ζεφύριας 40 οικογένειες, 200 άτομα.
ΕΤΟΣ ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ
1835 360 οικογένειες ή 1.700 ψυχές. Το χωριό Πλάκες 30-35 οικίες, η Τρυπητή 60-65,
οι Τρεις Βασσαλοι 60-65. Στα χωριά αυτά βρίσκονται 80 οικογένειες Κρητικών.
Παλαιά Χώρα 30-40 οικογένειες. Στο λιμάνι, την Παναλία, 20-30 αποθήκες.
1835 1.660 κάτοικοι, από τους οποίους οι 500 Κρητικοί.
1837 1.460 κάτοικοι στο νησί. Κάστρο 800, Τρυπητή 200, Τριοβασάλη 180, Πλάκες 120,
Ζαμφυρία 120.
ΔΗΜΉΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΟΣ 1
182
ΚΆΣΤΡΟ ΚΑΙ ΠΆΛΑΙΑ ΧΩΡΆ ΜΉΛΟΥ
20. Ch. Thompson, The travels of the Late Charles Thompson, τ. 1, Reading 1752,
σ. 292, πρβλ. Κ. Σιμόπουλος, Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα 1700-1800, τ. Β', 4η εκδ.,
Αδήνα 1984, σ. 163, ο οποίος αναφέρει πληδυσμό 6.000 κατοίκων.
21. Γ. Χαλκουτσάκης, «Μία άγνωστη», σ. 24.
22. Μ. Guys, Voyage littéraire de la Grèce ou lettres sur les Grecs anciens et
modernes..., τ. 1, Παρίσι 1783, σ. 370, πρβλ. Α. Λεντάκης, Η καταστροφή, σ. 44.
23. Β. J. Slot, «Καδολικαί», σ. 228.
24. Ρ. di Krienen, Breve descrizione dell'Arcipelago..., Λιβόρνο 1773, σ. 11. Πρβλ.
Π. Ζερλέντης, «Εκ των νησιωτικών», σ. 72* Α. Λεντάκης, ο.π., σ. 49.
25. Choiseul-Gouffier, Voyage pittoresque dans l'Empire Ottoman, en Grèce dans
la Troade, les îles de l'Archipel et sur les cotes de l'Asie-Mineure, τ. Ι, 2η εκδ., Παρίσι
1842, σ. 15, πρβλ. Α. Λεντάκης, Η καταστροφή, ο. 52· Κ. Σιμόπουλος, Ξένοι, τ. Β', σ.
371.
26. Β. J. Slot, «Ολλανδοί πρόξενοι Μήλου-Κιμώλου», π. Κιμωλιακά, 8 (1978), σ.
229, πρβλ. Τ. Γριτσόπουλος, «Ειδήσεις προξένων ξένων κρατών περί Κιμώλου και
Κιμωλιών», π. Κιμωλιακά, 5 (1975), σ. 34-35.
27. Ch.-S. Sonnini, Voyage en Grèce et en Turquie fait par ordre de Louis XVI et
avec l'autorisation de la cour ottomane (1801), επανέκδοση με επιμ. Patrice Brun,
Παρίσι - Μόντρεαλ 1997, σ. 196, πρβλ. Α. Λεντάκης, ό.π., σ. 53· Κ. Σιμόπουλος, ο.π.,
τ. Β', σ. 418.
28. Cl. Savary, Lettres sur la Grèce..., νέα έκδοση, Παρίσι 1798, σ. 379, πρβλ. Α.
Λεντάκης, ό.π., ο. 52.
29. Frieseman, Description historique et géographique de l'Archipel, Neuwied
sur le Rhin 1789, σ. 51, πρβλ. Α. Λεντάκης, ό.π., α. 58" Κ. Σιμόπουλος, ό.π., τ. Β', σ.
484.
30. Δ. Φιλιππίδης, Γρ. Κωνσταντάς, Γεωγραφία Νεωτερική, επιμ. Αικατερίνη
Κουμαριανού, Αδήνα 1988, σ. 229.
31. W. Hunter, Travels in the year 1792 through France, Turkey and Hungary to
Vienna, 2η έκδ., τ. 1, Λονδίνο 1798, σ. 157-158.
32. G. A. Olivier, Voyage dans l'Empire Othoman, l'Egypte et la Perse..., τ. 2,
Παρίσι 1801, σ. 230, πρβλ. Π. Ζερλέντης, «Εκ των νησιωτικών», σ. 72· Α. Λεντάκης,
ό.π., α. 60.
33. W. Μ. Leake, Travels in Northern Greece, τ. 3, επανέκδοση Άμστερνταμ 1967,
σ. 77-78, ο οποίος σημειώνει ότι παλαιά είχε το νησί 16.000 κατοίκους, πρβλ. Α.
Λεντάκης, Η καταστροφή..., ό.π., α. 62. Ο Π. Ζερλέντης, «Εκ των νησιωτικών», σ. 73,
αναφέρει ότι ο Leake δίνει αριδμό 2.000-3.000 κατοίκων.
34. Βλ. Αρ. Σταυρόπουλος, «Σύμμεικτα Μηλιακά», π. Μηλιακά, 3 (1989), σ. 304-
306.
35. W. Turner, Journal of a tour in the Levant, τ. 3, Aovòivo 1820, σ. 405, βλ. επί
σης Α. Λεντάκης, ό.π., α. 63, πρβλ. Κ. Σιμόπουλος, Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα
1810-1821, τ. Γ2, 2η έκδ., Αδήνα 1985, σ. 311.
36. De Forbin, Voyage dans le Levant en 1817 et 1818, Παρίσι 1819, σ. 8, πρβλ. Α.
Λεντάκης, ό.π., σ. 64.
183
ΔΗΜΉΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
184
ΚΆΣΤΡΟ ΚΑΙ ΠΆΛΑΙΑ ΧΩΡΆ ΜΉΛΟΥ
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2
ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΚΛΙΜΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΥΓΙΕΙΝΗΣ ΣΤΗ ΜΗΛΟ
ΚΑΤΑ ΤΟΝ 18ο ΚΑΙ ΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ 19ου ΑΙΩΝΑ
[1717], Salmon
Σημειώνει ότι η πόλη είναι ωραία κτισμένη αλλά πολύ ρυπαρή διότι τα χοιροστασια
βρίσκονται στην είσοδο των σπιτιών στο δρόμο και εκεί ρίχνουν τις ακαδαρσίες τους.
Αυτό σε συνδυασμό με τα αλμυρά έλη, τις μεταλλικές αναθυμιάσεις και την έλλει
ψη καλού νερού κάνουν τη Χώρα τελείως ανθυγιεινή.4
185
ΔΗΜΉΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
5. Βλ. J. Ε. Van Egmontt, Travels through part of Europe, Asia Minor - the Islands
of the Archipelago, τ. 1, Λονδίνο 1759, σ. 69-70, πρβλ. Β. J. Slot, «Ολλανδοί πρόξενοι
Μήλου - Κιμώλου», π. Κιμωλιακά, 8 (1978), σ. 192 και Α. Λεντάκης, ό.π., σ. 37-38.
6. Ch. Thompson, The travels of the Late Charles Thompson, τ. 1, Reading 1752,
σ. 291-293 και Α. Λεντάκης, ό.π., 38-39, στον οποίο ανήκει και η μετάφραση του απο
σπάσματος.
7. Βλ. Γ. Χαλκουτσάκης, «Μία άγνωστη επίσκεψη -το 1735-στη Μήλο», π. Μηλιακά,
2 (1985), σ. 24-25.
186
ΚΆΣΤΡΟ ΚΑΙ ΠΆΛΑΙΑ ΧΩΡΆ ΜΉΛΟΥ
1738, Β . C r i s p o
Ο Crispo δηλώνει ότι τοποθετήθηκε βικάριος Μ ή λ ο υ και Αρξαντιέρας ό π ο υ 9α
μείνει «...αν τον σηκώσει το κλίμα, είναι δε νοσηρόν το της Μ ή λ ο υ . . . » . 8
1745, α ν ώ ν υ μ ο ς
Παρατηρεί ότι οι δρόμοι της πόλης της Μ ή λ ο υ είναι τρομερά ακάδαρτοι και β ρ ω -
μάνε. 9
1745, Τ ο π ο τ η ρ η τ ή ς Κ α θ ο λ ι κ ή ς Ι ε ρ α π ο σ τ ο λ ή ς (;)
Σε έκθεση του για την κατάσταση των αποστολών στη Μ ή λ ο και Κίμωλο α ν α φ έ
ρει: «... ιδίως όσον α φ ο ρ ά την Μήλον [...] επικρατεί α π ό πολλών ετών μία ε π ί -
δρασις του αέρος, η οποία κα9' έκαστον έτος προκαλεί κοινήν νόσον εις όλους
τους κατοίκους, με π ο λ λ ο ύ ς πάντοτε θανάτους, ιδίως μεταξύ των ξένων ως ημείς,
εις τρόπον ώστε κατά τα τελευταία 25 έτη έχομεν απωλέσει εκεί π ο λ λ ο ύ ς ιερωμέ
νους».10
1748, Ρ. Α . G u y s
Παρατηρεί: « Α φ ό τ ο υ επισκέφθηκε το νησί ο Τουρνεφόρ η ερήμωση του τ ό π ο υ έχει
προχωρήσει πολύ. Α υ τ ό ς ο περιηγητής υπολόγισε να ζούνε στη Μ ή λ ο [= Χώρα]
5.000 κάτοικοι. Τώρα μόλις π ο υ μένουνε 1.000. Αυτό π ο υ είδα εγώ δεν είναι π ι α
μια πόλις αλλά τα απομεινάρια μιας παλιάς πολιτείας, σχεδόν έρημης αλλά αρκε
τά καλοχτισμένης». 1 1
1749, F r e d . H a s s e l q u i s t
Γράφει: « Η πόλη βρίσκεται κάπου ένα μίλι α π ό την ακτή και δεν μπορείς να την
δεις δίχως να συγκινηθείς για την κακή της κατάσταση. Τα σπίτια της, π ο υ ά λ λ ο
τε ήταν φτιαγμένα α π ό καλοπελεκημένες πέτρες, τώρα είναι εξ ολοκλήρου κ α τ ε
στραμμένα. Εν τούτοις α π ό το λίγο π ο υ απομένει μπορείς να κρίνεις το αρχαίο
μεγαλείο της [...] Η πόλη αν και φτωχή είναι εξαιρετικά πυκνοκατοικημένη. Είναι
γεμάτη α π ό παιδιά π ο υ είναι σαν τα μερμήγκια πολλά. Οι κάτοικοι της όμως βρί
σκονται σε τρομακτική αθλιότητα». 1 2
1750, M a i h o w s
Αναφέρει: « Ό σ ο φαρδιοί κι αν είναι οι δρόμοι της Μ ή λ ο υ και τα σπίτια κανονικά
187
ΔΗΜΉΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
για να μην πω πολύ καλοχτισμένα, είναι το πιο βρωμερό και ακάδαρτο μέρος που
έχω δει ποτέ. Σε ορισμένα από τα πολιτισμένα μέρη της Ευρώπης το μπροστινό
μέρος των παλατιών, το ισόγειο είναι τόσο βρώμικο. Εδώ όμως είναι πραγματικοί
οχετοί. Η δυσωδία τους μαζί με εκείνη που αναδίνουν τα φίκια που σαπίζουν και
τα χόρτα των αλυκών φτιάχνουν μια σύνθετη δυσωδία, την πιο φοβερή που έχω
νιώσει ποτέ. Κι όμως τι περίεργο πράγμα που είναι η συνήθεια. Οι κάτοικοι δεν
αισθάνονται καθόλου αυτή τη βρώμα, όπως και οι Τούρκοι της Κρήτης δεν νιώδουν
τη σήψη των πτωμάτων των συγγενών τους». 13
1776, Choiseul-Gouffier
Αναφέρει: «Καταρχήν η αλλαγή στις εμπορικές συνθήκες άρχισε να βλάπτει το
13. Βλ. [Maihows], Letters from several parts of Europe and the East written in
the years 1750 etc., τ. 2, Λονδίνο 1753, σ. 278, πρ6λ. Α. Λεντάκης, ό.π., σ. 46-47, απ'
όπου και το μεταφρασμένο απόσπασμα.
14. Βλ. Β. J. Slot, «Καδολικαί», σ. 230-231.
15. Βλ. Ρ. di Krienen, Breve descrizione dell'Arcipelago..., Λιβόρνο 1773, σ. 11 και
Α. Λεντάκης, ό.π., σ. 48-50, στον οποίο ανήκει και η μετάφραση του αποσπάσματος.
16. Βλ. Β. J. Slot, «Καδολικαί», σ. 231-232.
188
ΚΆΣΤΡΟ ΚΑΙ ΠΆΛΑΙΑ ΧΩΡΆ ΜΉΛΟΥ
νησί. Μετά απρόοπτη καταστροφή έδωσε το τελευταίο κτύπημα στην ευτυχία της.
Από τις 5.000 κατοίκους που βρήκε ο Τουρνεφόρ μοναχά στην πρωτεύουσα,
σήμερα απομένουν μόλις 200 που κι αυτοί απειλούνται να πέσουνε σύντομα 8ύμα-
τα του νοσηρού κλίματος. Οι δύστυχοι είναι ωχροί και πρησμένοι και η κοιλιά τους
τουμπανιασμένη. Τα πόδια τους είναι πρησμένα φρικτά και μόλις τους επιτρέπουν
να σέρνονται μες στα ερείπια της πόλης τους που κάποτε ήταν όμορφη. Σήμερα
όμως κατάντησε σωρός ερειπίων. [...] Η αρχή της μολυσματικής επιδράσεως μου
φαίνεται πως φσάνει ακριβώς στην εποχή του νέου ηφαιστείου που άνοιξε μια
δίοδο μες στα νερά, μπροστά στη Σαντορίνη και ξέρασε ένα καινούριο νησί [...] Οι
νοσηροί καπνοί που αναδίνονται από αυτές τις τεράστιες πηγές μολύνουνε τον
αέρα. [...] Τα γειτονικά μέρη του λιμανιού και της πόλης, όπου οι αναθυμιάσεις
είναι πιο ισχυρές νοιώσανε πρώτα τα ολέδρια αποτελέσματα. Ίσως αυτές οι φωτιές
που επικοινωνούνε συνεχόμενα δα κατακλείσουν όλη την επιφάνεια του νησιού [...]
9α καταλήξουν στην ερήμωση των δύο ή τριών απομακρυσμένων χωριών που ως
τώρα δεν έχουνε κακοπάδει τόσο». 17
189
ΔΗΜΉΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
1779, C. S. Sonini
Περιγράφει την κατάσταση στο νησί ως εξής: «Σήμερα όμως [η πόλη της Μήλου]
δεν είναι τίποτε άλλο από ένα σωρό ερειπίων που λίγοι Έλληνες αγωνίζονται
ακόμη ενάντια στον κίνδυνο που διατρέχει κανείς κατοικώντας την. Από τους
5.000 κατοίκους που μέτρησε ο Τουρνεφόρ, σήμερα βρίσκουμε μόλις 200 και αυτοί
είναι σε κατάσταση εξασθένησης που προκαλεί οίκτο. Η κακή ποιότητα των νερών
που πίνουν κι η ακόμα πιο ολέθρια ατμόσφαιρα που είναι γεμάτη από πνιγηρές
θειούχες αναθυμιάσεις, χαλάνε το αίμα και τους χυμούς, κάνουν επικίνδυνη την
παραμονή σε αυτή την πόλη και την έχουν μετατρέψει σε ερημότοπο. [...] Φαίνεται
πως η πόλη της Μήλου ήταν καλοχτισμένη. Όμως τα σπίτια της σήμερα που είναι
όλα ερειπωμένα, αγγέλλουν την ερήμωση που τα μαστίζει. [...] Παντού υπάρχουν
σημάδια μιας υπόγειας πυρκάιάς. [...] Από όλα τα μέρη αναβρύζουν ζεστά νερά.
Παντού σκόρπιες πέτρες από κισσήρι. Το δειάφι σχηματίζεται άφδονο και το βλέ
πεις ακόμα και στην επιφάνεια του εδάφους». 19 Συμπληρώνει για το Κάστρο ή
Σιφούρ όπως το αποκαλεί: «Το Σιφούρ είναι η κατοικία των πιλότων του Αρχιπε
λάγους. Ο αήρ εκεί είναι καδαρός και υγιεινός. Η φονική επίδρασις των δυσωδών
αναδυμιάσεων της πεδιάδος δεν φθάνουν μέχρις αυτού. Ως εκ τούτου το Κάστρο
έχει μεγαλύτερον πληθυσμό από την πρωτεύουσα της Μήλου και οι κάτοικοι
εμφανίζουν όλα τα εξωτερικά σημεία της ρώμης και της υγείας, των οποίων στε
ρούνται οι δυστυχείς πατριώται των». 20
190
ΚΆΣΤΡΟ ΚΑΙ ΠΆΛΑΙΑ ΧΩΡΆ ΜΉΛΟΥ
δέλει να αρπάξει κανένα πυρετό καλά 9α κάνει να μη σταθεί πολύ σ' αυτό το
νοσηρό μέρος». 21
1782, Ferrieres-Sauveboeuf
Αναφέρεται στη νοσηρότητα του περιβάλλοντος που την αποδίδει στις συνεχείς
θειώδεις αναθυμιάσεις. 22
1783, Frieseman
Αναφέρει ότι σήμερα μένουν γύρω στους 600 κατοίκους στη Χώρα. Αιτία οι Θειώ
δεις αναθυμιάσεις που μέρα με την ημέρα γίνονται πιο ισχυρές. Οι περισσότεροι
κάτοικοι μιας και ο αέρας της πεδιάδας είναι μολυσμένος αποτραβήχτηκαν στο
Κάστρο όπου υπάρχει και ωραία πηγή, ενώ τ' άλλα νερά του νησιού είναι κακής
ποιότητος. 23
1792, W. Hunter
Αναφέρει ότι το νησί αποτέλεσε κέντρο εμπορίου πειρατικών λειών των Γάλλων
αλλά τώρα πλέον το έχουν εγκαταλείψει και απομένει μία εικόνα μιζέριας και
21. Βλ. Cl. Savary, Lettres sur la Grèce..., νέα έκδοση, Παρίσι 1798, σ. 379-380,
και Α. Λεντάκης, ο.π., σ. 56-57, από όπου και η μετάφραση του αποσπάσματος.
22. Βλ. Ferrieres-Sauveboeuf, Mémoires historiques, politiques et géographi-
ques des voyages du compte de F.S. faits en Turquie, en Perse et en Arabie depuis
1782 jusqu'en 1789, τ. 2, Παρίσι 1790, σ. 226-227, πρβλ. Α. Λεντάκης, ό.π., σ. 57-58.
23. Βλ. Frieseman, Description historique et géographique de l'Archipel, Neu-
wied sur le Rhin 1789, σ. 51-52, πρβλ. Α. Λεντάκης, ό.π., σ. 58.
24. Βλ. Α. Λεντάκης, ό.π., σ. 58-59.
25. Βλ. Β. J. Slot, «Ολλανδοί», σ. 240.
26. Βλ. Α. Λεντάκης, ό.π., σ. 59.
191
ΔΗΜΉΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
1794, G. Α. Olivier
Γράφει: «Βρήκαμε μια αρκετά όμορφη πεδιάδα και στη μέση της μια πόλη που δεν
υπολείπονταν σε τίποτα από καμμίαν άλλη του Αρχιπελάγους. Σήμερα όμως δεν
έχει σχεδόν τίποτε άλλο από ερείπια. Στο έμπα της συγκλονιστήκαμε βλέποντας
παντού γκρεμισμένα σπίτια, τουμπανιασμένους ανδρώπους, σκελετωμένες μορ
φές, κινούμενα πτώματα. Παντού η εικόνα της καταστροφής και του δανάτου.
Μόλις που 40 οικογένειες, οι πιότερες ξένες, περιφέρουν τη δυστυχισμένη τους
ύπαρξη μες σε μια πόλη που στις αρχές του αιώνα μετρούσε 5.000 κατοίκους». Για
το Κάστρο σημειώνει: «Και αυτό το χωριό είναι ακάδαρτο, και οι δρόμοι γεμάτοι
γουρούνια και ακαδαρσίες. Όλα όμως αντισταθμίζονται από το υγιεινό κλίμα και
τον καθαρό αέρα που ευνοούν την μακροβιότητα». 28
1806, W. Μ. Leake
Γράφει: «Προς τους λόφους βρίσκεται η Χώρα που κάποτε είχε 16.000 κατοίκους.
Τώρα δεν έχει πιο πολλές από 200 οικογένειες. Απομένουν ακόμη 25 ελληνικές
και 2 λατινικές εκκλησίες. Τα ερείπια και η γυμνή κοιλάδα [...] δίνουν την όψη
κατήφειας. Λένε πως ο αέρας είναι πολύ ανθυγιεινός». 29
1807, Stewart
Σημειώνει: «Περίπου 80 χρόνια πριν, μία επιδημία πανώλης θανάτωσε 9.000 αν
θρώπους και από τότε δεν αποκαταστάθηκαν οι επιπτώσεις της. Η νέα πόλη της
27. W. Hunter, Travels in the year 1792 through France, Turkey and Hungary to
Vienna, 2" έκδοση, τ. Ι, Λονδίνο 1798, σ. 156-158.
28. Βλ. G. A. Olivier, Voyage dans l'Empire Othoman, l'Egypte et la Perse, τ. 2,
Παρίσι 1801, σ. 203, 220, 230. Βλ. και Α. Λεντάκης, ό.π., α. 59-61, απ' όπου και η μετά
φραση του αποσπάσματος.
29. Βλ. W. Μ. Leake, Travels in Northern Greece, τ. 3, επανέκδοση Αμστερνταμ
1967, σ. 77-78. Βλ. και Α. Λεντάκης, ό.π., σ. 62-63 από τον οποίο και η μετάφραση του
αποσπάσματος.
192
ΚΆΣΤΡΟ ΚΑΙ ΠΆΛΑΙΑ ΧΩΡΆ ΜΉΛΟΥ
Μήλου είναι σχεδόν ερειπωμένη και δεν έχει περισσότερους από 800 κατοίκους
περίπου. [...] Στην πόλη όλοι οι κάτοικοι φαίνονται άρρωστοι, στο χωριό κάδε πρό
σωπο δείχνει την εικόνα της υγείας». 30
1815, W. Turner
«Η πανούκλα έκανε τέτοια δραύση μέσα σε έναν αιώνα, που ο συνολικός πληδυσμός
του νησιού σήμερα μόλις φδάνει τις 2.300, ενώ παλιότερα η πόλη είχε μονάχη 10.000.
Η ερήμωση προχώρησε πιο συστηματικά εξ αιτίας της κακής ποιότητας των νερών και
της νοσηρότητας της ατμόσφαιρας που λένε ότι είναι ισχυρά φορτισμένη με δειάφι.
[...] Η πρωτεύουσα είναι σχεδόν μόνο ερείπια και οι στενοί δρόμοι φράζονται απ' τα
οικοδομήσιμα υλικά των πεσμένων σπιτιών».32
1822, Jourdain
Σημειώνει ότι το νησί είναι πολύ νοσώδες. Η σύγχρονη πόλη είναι στο βάδος του
όρμου, είναι σχεδόν έρημη εξαιτίας του κακού αέρα που εισπνέουν οι κάτοικοι και
της έλλειψης καλών υδάτων. 34
193
ΔΗΜΉΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
1824 (5 Ο κ τ ω β ρ ί ο υ ) , ιερομόναχος Μ ε σ ό δ ι ο ς Α ρ μ έ ν η ς
Σε επιστολή του π ρ ο ς τον ηγούμενο του Ιωάννη Θεολόγου Π ά τ μ ο υ κάνει λόγο για
γενικότερη ερήμωση του νησιού και δικαιολογεί τη δική του αποχώρηση: «Σήμερον
δε οπού δεν είναι κανένας άλλος έλειψα και εγώ δια να φυλάξω την ζωήν μου, α π ό
εκείνην την δανατηφόρον νόσον». 3 6
1834, Gr. T e m p l e
Αναφέρει ότι η πρωτεύουσα π λ έ ο ν είναι το Κάστρο διότι η π α λ α ι ά πρωτεύουσα
εγκαταλείφθηκε λόγω του ανθυγιεινού της κλίματος. 3 9
1835, Ξ . Λ ά ν δ ε ρ ε ρ
Αναφερόμενος στις συνσήκες υγιεινής της Παλαιάς Χώρας σημειώνει: « Ο αήρ
είναι προπάντων το καλοκαίρι νοσηρός, τούτο δε π ρ έ π ε ι να αποδώσωμεν εις την
α π ό τους λ ό φ ο υ ς περιτειχισμένην σέσιν της πόλεως ή εις τας των ηφαιστείων α ν α
θυμιάσεις. Οι κάτοικοι πάσχουσιν την άνοιξιν φλογιστικάς αρρωστείας, το δε
δέρος πυρετόν, π ρ ο πάντων δε πάσχουσιν αι γυναίκες, των οποίων το πρόσωπον
έχει ιδιαίτερόν τινά ωχρότηταν». 4 0
36. Βλ. Ζ. Βάος, ο.π., σ. 501, πρβλ. και Α. Λεντάκης, ό.π., σ. 80.
37. Βλ. Marchebeus, Voyage de Paris a Constantinople par bateau a vapeur... par
Marchebeus, architecte de gouvernement, Παρίσι 1839, σ. 201. Πρβλ. Α. Σταυρό-
πουλος, «Επίσκεψη του'Οσωνα στη Μήλο το 1833. Το πρώτο ατμοκίνητο 'κρουαζιερό
πλοιο' αγκυροβολεί στη Μήλο. Περιγραφές της Μήλου και της επίσκεψης του Όσωνα
από τρεις επιβάτες του πλοίου», εφ. Μήλος, φ. 111 (15-12-1986), σ. 3.
38. Βλ. M. J. Giraudeau, L'Italie, la Sicile, Malte, la Grèce l'Archipel, les îles
Ioniennes et la Turquie, Souvenirs de voyage historiques et anecdotiques, Παρίσι
1835, σ. 379.
39. Gr. Temples, Travels in Greece and Turkey and the Mediterranean, τ. Ι, Λον
δίνο 1843, σ. 16, 19-20.
40. Ξ. Λάνδερερ, Περί των εν Μηλω δερμών υδάτων, Αδήνα 1835, σ. 10-11.
194
ΚΆΣΤΡΟ ΚΑΙ ΠΆΛΑΙΑ ΧΩΡΆ ΜΉΛΟΥ
1837, «Ευουφρων»
Σε άρδρο του με τίτλο «Περί Μήλου» στην εφ. Αδηνά αναφέρει: «Η επί Βενετών
πόλις των Μηλίων ήτον η νυν λεγομένη Παλαιά Χώρα, η οποία ερημώδη σχεδόν
από το δανατικόν και τας επιδημίας προ πολλών ετών, και είχε λέγουν, ώς 20.000
ψυχάς. Τούτο φαίνεται και από το πλήδος και από το μέγεδος των ερειπίων. Αυτού
κατοικούν μόνον ώς 50 οικογένειαι, οι δε λοιποί κάτοικοι συμποσούμενοι εις 2.200
είναι συγκεντρωμένοι κατά το στόμιον του λιμένος προς ανατολάς». 42
195
ΔΗΜΉΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
1. Σύγχρονος χάρτης της Μήλου, από το βιβλίο Αρχαιολογικός Άτλας του Αι
γαίου από την προϊστορία έως την ύστερη αρχαιότητα, Αδήνα 1998, σ. 81.
2. Χάρτης του Buodelmonti, 15ος αι (βλ. Τόπος και Εικόνα, τ. 1, Αδήνα
1978, σ. 16).
3. Χάρτης του G. Porro, 1572, που περιέχεται στο βιβλίο του Th. Porcacchi,
L'isole più famose del mondo, Βενετία 1572 (βλ. Τόπος, α. 126).
4. Χάρτης του Α. Ortelius, 1584 (βλ. Άννα Αβραμέα, Σπ. Ι. Ασδραχάς, Β.
Σφυρόερας, Χάρτες και χαρτογράφοι του Αιγαίου πελάγους, Ασήνα 1985,
σ. 108).
5. Χάρτης του G. Mercator, 1590 (βλ. Χάρτες, σ. 100).
6. Χάρτης του J. Lauremberg, 1638 (βλ. Χάρτες, σ. 118).
7. Χάρτης του S. De Beaulieu, 1674 (βλ. Χάρτες, σ. 128).
8. Χάρτης του Van Keulen, 1680 (βλ. Χάρτες, σ. 132).
9. Χάρτης του J. Rodinj, 1694 (βλ. Χάρτες, σ. 147).
10. Χάρτης του J. Roux, 1764 (βλ. Χάρτες, σ. 195).
11. Σχέδιο του λιμανιού της Μήλου του Choiseul-Gouffier 1776 (Τόπος και
Εικόνα, τ. 2, Αδήνα 1979, εικ. 217).
12. Χάρτης του G. A. Olivier, 1801 (βλ. Χάρτες, σ. 214).
196
ΚΆΣΤΡΟ ΚΑΙ ΠΆΛΑΙΑ ΧΩΡΆ ΜΉΛΟΥ
Ακ. Καμπάνες ~^
ΓΛΑΡΟΝΗΣ1
• Ο·
Φυλακωπή )
ύδια
ο Ορμος
Ακ. Καλόγρια <
δ
5 '7 ΚΧ*μα ΟΑδάμα^
'(
Q
Πλακωτά; \ Ορμος Μήλου y*Z L·^ gß
Προφήτες Ηλίας « . ,à S
1 'Ορμος
Πρόβατα Û. Μούρη
Ακ. Πούντα
Ακ. Ψάλης
& ΠΡΑΣΟΝΗΣΙ
1. Σύγχρονος χάρτης της Μήλου από το βιβλίο Αρχαιολογικός Άτλας του Αιγαίου από την προϊστορία
εως την ύστερη αρχαιότητα, Ασήνα 1998, σ. 81.
2. Χάρτης του Buodelmonti, 15ος αι. (βλ. Τόπος και Εικόνα, τ. 1, Ασήνα 1978, σ. 16).
197
ΔΗΜΉΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
3. Χάρτης του G. Porro, 1572, που περιέχεται στο βιβλίο του Th. Porcacchi. L'isole più famose
del mondo, Βενετία 1572 (βλ. Τόπος. σ. 126).
4. Χάρτης του Α. Ortelius, 1584 (βλ. Χάρτες και χαρτογράφοι του Αιγαίου πελάγους,
Αδήνα 1985, σ. 108).
198
ΚΆΣΤΡΟ ΚΑΙ ΠΆΛΑΙΑ ΧΠΡΑ ΜΉΛΟΥ
A%É5 MILO
5. Χάρτης του G. Mercator, 1590 (βλ. Xrfprec, σ. 100).
^J&JIW»'*
^
^B
gpp ^ ^ f T^**-^r r MM
jfjma vjj^^l·]
SSKAMK
199
ΔΗΜΉΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
^ ξ · 5 ζ ν . I f <fv ;* #*»
i
*>MP*ÌK\/!->/> ^ ' f
Ci / Ά
«k/^l , Μ /„,
*φ,
L^*™.
··
•7 T^^iCS
MMr« jp» jff^^S^L
L'* - X ' ' 1
*¥*•**
5E .M
>V£K
200
ΚΆΣΤΡΟ ΚΑΙ ΠΆΛΑΙΑ ΧΩΡΆ ΜΉΛΟΥ
201
ΔΗΜΉΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
ΡLΛΝ
ο»S I.M,KS ι>κ ΛΙιι,ο, Λ
DE Ι.'ΛΗΓ,ΚΧΤΙΚΚΚ ΚΪ DE Ι'ΟΙ.ΙΝΟ.
202
Δημήτρης Δημητρόπουλος
205
ΔΗΜΉΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
2. Φυσικά δεν μπορεί να αποκλειστεί η ύπαρξη τέτοιου τύπου συμβολαίων και στα
νησιά αυτά ή σε άλλα νησιά των Κυκλάδων. Είναι χαρακτηριστικό όμως ότι αγροτικά
συμβόλαια δεν περιλαμβάνονται όχι μόνο στα -σημαντικά σε α ρ ι σ μ ό - δημοσιευμένα
έγγραφα αλλά δεν εντοπίζονται και σε μεγάλες αρχειακές συλλογές της Μυκόνου,
Σαντορίνης και Σύρου, βλ. σχετικούς καταλόγους: Κ. Διαμαντής, «Κατάλογος της
αρχειακής Συλλογής Μυκόνου», Επετηρίς των Γενικών Αρχείων του Κράτους, τ. 16,
Αδήνα 1977, σ. 90-128 και Α. Τσελίκας, «Αρχείο Καδολικής Επισκοπής Σύρου», Δελτίο
του Ιστορικού και Παλαιογραφικου Αρχείου, τ. 4, 1988, σ. 78-88 και ο ίδιος, «Αρχείο
Κασολικής Επισκοπής Σαντορίνης», ό.π., σ. 89-98.
3. Τη χρήση προφορικής συμφωνίας κατά τη σύμβαση κολληγικής σχέσης επιβεβαι
ώνει μεταγενέστερη, του έτους 1833, απάντηση, της Δημογεροντίας της Ανδρου στα
ερωτήματα του Υπουργείου Δικαιοσύνης, βλ. Δ. Πασχάλης, «Κυκλαδικά δέσμια μετ'
ανεκδότων εγγράφων», π. Αρχείον Ιδιωτικού Δικαίου, 6 (1939), σ. 226-227.
4. Για τη συζήτηση σχετικά με τη φεουδαλική ή μη υφή των σχέσεων γαιοκτησίας
206
ΣΥΜΒΆΣΕΙΣ ΑΓΡΟΛΗΨΙΩΝ ΣΤΗ ΝΆΞΟ ΚΑΤΆ ΤΟΝ 16ο ΚΑΙ 17ο ΑΙΏΝΑ
αυτό, όπως και στη γειτονική Άνδρο, κατά τον 16ο αιώνα όσες γαίες ανή
καν σε αφεντότοπους βαρύνονταν με σειρά από δεσμεύσεις, δοσίματα,
τέλη και δικαιώματα που διασφάλιζαν την κυριαρχία όσων ισχυρών οικο
γενειών ήταν κάτοχοι γης. Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι η αποτύπωση
των δικαιωμάτων αυτών στο «βιβλίο τελών του Φιλωτίου» Νάξου, το
οποίο χρονολογείται στα μέσα του 17ου αιώνα, αλλά αναπαράγει παλαι
ότερες ρυθμίσεις. 5
Βασικό στοιχείο που σφράγιζε τους όρους των αγροληπτικών σχέσε
ων είναι η παράδοση, το παραδοσιακά ισχύον, το περιεχόμενο του οποί
ου δεν ήταν ταυτόσημο σε όλα τα νησιά των Κυκλάδων. Διατυπώσεις
όπως «κατά τη συνήθεια» ή «κατά τη συνήθεια του τόπου» αναφέρο
νται συχνά σε διάφορους τύπους τεκμηρίων από τα νησιά των Κυκλάδων
και συνιστούν αποδεικτικό συστατικό της ορθότητας της αναφερόμενης
πράξης. Δεν περιορίζονται αποκλειστικά στα αγροληπτικά συμβόλαια,
στα τελευταία όμως η πρόταξη τους ήταν περισσότερο αναγκαία προ
κειμένου να δικαιολογηθεί η ύπαρξη και διατήρηση σχέσεων που αποτε
λούσαν αντικείμενο κοινωνικών εντάσεων. Ακόμη και στα 1777, σε έγ
γραφο που εκδίδει ο καθολικός αρχιεπίσκοπος Νάξου Ιωάννης Βαπτι
στής Κρίσπης, παρεμβαίνοντας σε μια από τις συχνές διενέξεις που
συντάρασσαν το νησί αυτό, 6 αφού χαρακτηρίζει τους αγρολήπτες που
διαμαρτύρονταν «βάρβαρους και αχρείους ζευγάδες», τονίζει ότι «εση-
κώθηκαν με τολμηρήν αποκωτίαν να δυσκολεύσουν και να αθετήσουν
ταις παλαιαίς συνηθισμένες κράτιξαις, όπου πάντοτε και εξ αρχής εχρε-
ωστούσαν να κάμνουν όλοι οι γεωργοί και ζευγάδες των αρχόντων και
αφεντοτόπων για τα υποστατικά οπού τους δουλεύουν». 7
στη Νάξο 6λ. Β. J. Slot, Archipelagus turbatus. Les Cyclades entre colonisation
Latine et occupation ottomane c. 1500-1718, Βέλγιο 1982, σ. 37-50.
5. Βλ. Π. Ζερλέντης, Φεουδαλική πολιτεία εν τη νήσω Νάξω, Ερμούπολη 1925, σ.
16-18.
6. Αναλυτική αναφορά στις διαμάχες αυτές βλ. Π. Ζερλέντης, Φεουδαλική, ιδίως σ.
24 κ.ε. Βλ. επίσης ο ίδιος, «Διαμάχη εν Νάξω Καστρινών και Νεοχωριτών», π. Παρνασ
σός, 11, (1887), σ. 408-427 και Μεν. Τουρτόγλου, «Φορολογικές διενέξεις 'Φράγκων' και
'Ρωμαίων' στη Νάξο κατά την Τουρκοκρατία», Επετηρίς Εταιρείας Κυκλαδικών Μελετών,
14 (1993), σ. 37-48. Ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης η μελέτη του Ν. Α. Πρωτονοτάριου,
Το αγροτικόν ζήτημα και οι Φράγκοι της Νάξου, Ασήνα 1945, στην οποία γίνεται προ
σπάθεια ανάγνωσης των διενέξεων του Που και 18ου αιώνα, υπό το πρίσμα της επίλυσης
του αγροτικού ζητήματος κατά την εποχή που εκδόδηκε η μελέτη.
7. Βλ. Π. Ζερλέντης, Φεουδαλική, σ. 93-94. Αντίγραφο του εγγράφου δημοσίευσε
207
ΔΗΜΉΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
και η Ελένη Κούκκου, Οι κοινοτικοί δεσμοί στις Κυκλάδες κατά την Τουρκοκρατία.
Ανέκδοτα έγγραφα, Ασήνα 1989, σ. 300-302, έγγρ. 204.
8. Το σώμα του κώδικα έχει δημοσιευτεί από τους Αναστασία Σιφωνίου-Καράπα,
Γ. Ροδολάκη, Λυδία Αρτεμιάδη, «Ο κώδικας του νοταρίου Νάξου Ιωάννου Μηνιάτη
1680-1689», Επετηρίς του Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Ελληνικού Δικαίου, 29-
30 (1982-1983), Ασήνα 1990, σ. 125-1312.
9. Ο Π. Ζερλέντης, Φεουδαλική, σ. 16 και ο Ιάκ. Βισβίξης, «Ναξιακά νοταριακά
έγγραφα των τελευταίων χρόνων του Δουκάτου του Αιγαίου (1538-1577)», Επετηρίς του
Αρχείου της Ιστορίας του Ελληνικού Δικαίου, 4 (1951) σ. 128-137, έχουν υποστηρίξει τη
σαφή διάκριση της γης στη Νάξο σε «εντριτευμένη», «μισιάρικη» και «ελευθέρα»,
διάκριση που υποδήλωνε και αντίστοιχες αγροληπτικές συμβάσεις. Πρβλ. Ιω. Κίσκηρας,
«Σύμβασις ελευθερίας», Εφημερίς των Ελλήνων Νομικών, 26 (1959), σ. 174-176, καδώς
και την πρόσφατη έκδοση του κώδικα του Ιω. Μηνιάτη, που αναφέραμε παραπάνω,
όπου έχει ακολουδησεί αντίστοιχη ορολογία στο χαρακτηρισμό των δημοσιευόμενων
εγγράφων. Βλ. επίσης Μεν. Τουρτόγλου, «Η νομολογία των κριτηρίων της Νάξου
(!7ος-19ος αι.)», π. Μνημοσύνη, 14 (1998-2000) σ. 113-114.
208
ΣΥΜΒΆΣΕΙΣ ΑΓΡΟΛΗΨΙΩΝ ΣΤΗ ΝΆΞΟ ΚΑΤΆ ΤΟΝ 16Ο ΚΑΙ 17Ο ΑΙΏΝΑ
ΠΙΝΑΚΑΣ Ι
Αρισμός συμβολαίων
16ος αι. 17ος αι.
Σύνολο συμβάσεων που εξετάζονται 21 121
Επιμέρους ρυσμίσεις αγροτικών συμβολαίων
Διανομή της σοδειάς: 1 μερτικό ο αγρολήπτης και 1 ο αγροδότης 11 104
Διανομή της σοδειάς: 2 μερτικά ο αγρολήπτης και 1 ο αγροδότης 1 3
Διανομή της σοδειάς: 3 μερτικά ο αγρολήπτης και 1 ο αγροδότης 4
Υποχρέωση μεταφοράς από τον αγρολήπτη του μερτικού
του αγροδότη 2 87
Καταβολή μπατικίου σε χρήμα 7 37
Καταβολή μπατικίου σε είδος 1 1
Διανομή γης μετά τη λήξη της σύμβασης: 1 μερίδιο ο αγρολήπτης
και 3 ο αγροδότης 1 70
Ύπαρξη τέλους 9 1
Καταδολή καλαδιάτικου 39
Καταβολή κανισκίου 3 2
Πρόβλεψη χρηματικής ποινής για όποιον αδετήσει τη συμφωνία 19 55
Συμβάσεις ελευθερίας από τέλος ή εντριτία 7
209
ΔΗΜΉΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
717, 722, 723, 741, 752, 753, 754, 759, 760, 765, 766, 768, 775, 778, 779, 798, 799, 800, 808,
809, 813, 821, 828, 829, 837, 872, 877, 883, 900, 901· Αντ. Κατσουρός, «Ναξιακά δικαιο-
πρακτικά έγγραφα του 17 αιώνος», Επετηρίς Εταιρείας Κυκλαδικών Μελετών, 7 (1968),
έγγρ. 1, 11, 16, 30, 32, 44, 63, 71, 75, 82, 83, 87, 97, 100, 105, 111, 117, 118· Μεν. Τουρτό-
γλου, «Καλλιεργητικές συμβάσεις στην Απείρανδο της Νάξου κατά την Τουρκοκρατία»,
Επετηρίς Εταιρείας Κυκλαδικών Μελετών, 12 (1995) έγγρ. 1, 2, 3.
11. Δεν απουσιάζουν όμως και οι περιπτώσεις που το οριζόμενο χρονικό διάστημα
είναι μεγαλύτερο και φδάνει τα 4 χρόνια (βλ. Αναστασία Σιφωνιού-Καράπα, Γ. Ροδο-
λάκης, Λυδία Αρτεμιάδη, ό.π., έγγρ. 678) ή τα 5 χρόνια (στο ίδιο, έγγρ. 628). Ειδικό
τερα όταν το συμβόλαιο αφορά εμφύτευση δένδρων η συνηθέστερη διορία είναι 7 χρό
νια (στο ίδιο, έγγρ. 512, 592, 821).
12. Η ανάγκη αυτή φαίνεται ότι ενίοτε οδήγησε τους συμβαλλόμενους στη σύνταξη
νοταριακού εγγράφου ακόμη και μετά την παρέλευση ετών από την προφορική συμφω
νία που είχαν κάνει μεταξύ τους βλ. παραδείγματα Αναστασία Σιφωνιού-Καράπα, Γ.
Ροδολάκης, Λυδία Αρτεμιάδη, ό.π., έγγρ. 240, 821.
13. Πιθανότατα η λέξη προέρχεται από το λατιν. contubernium, που δήλωνε τον
αποτελούμενο από δέκα άνδρες στοίχο της παρατεταγμένης ρωμαϊκής λεγεώνας, οι
οποίοι κατέλυαν στην ίδια σκηνή, βλ. τα αντίστοιχα λήμματα L. Quicherat, Α. Daveluy,
Dictionnaire Latin-Francais, Παρίσι 1885, σ. 277 και Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαί
δεια, 2η έκδ. τ. 14 σ. 839. Είναι χαρακτηριστικό μάλιστα ότι οι άνδρες που κατοικού
σαν στην ίδια σκηνή ονομάζονταν «κουντουβερνάρ[λ]ιοι», όρος που ήταν εν χρήσει και
210
ΣΥΜΒΆΣΕΙΣ ΑΓΡΟΛΗΨΙΩΝ ΣΤΗ ΝΆΞΟ ΚΑΤΆ ΤΟΝ 16Ο ΚΑΙ 17Ο ΑΙΏΝΑ
211
ΔΗΜΉΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
του 16ου αιώνα και ιδίως στα τέλη του, κατέληξε να αντιστοιχεί σε ποσό που ήταν ίσο
με το ι/4 της αξίας του κτήματος που προσφερόταν για καλλιέργεια (βλ. σχετικό έγγρα
φο Αντ. Κατσουρός, «Ναξιακά δικαιοπρακτικά... του 16ου αιώνος», έγγρ. 11). Η
άποψη που έχει υποστηριχθεί από τον Μ. Campagnolo, «La confrérie d e la Sainte-
Croix et le monastère des Jésuites a Naxos au début du XVIIIe siècle», π.
Θησαυρίσματα, 23 (1993), σ. 320, ότι δηλαδή το «μπατίκι» μπορούσε να αντιστοιχεί στο
ι
/2 ή και σε ολόκληρο το τίμημα του κτήματος είναι νομίζω κάπως παρακινδυνευμένη,
διότι στηρίζεται σε τρία έγγραφα που κατά πάσα πιθανότητα αφορούν παραχώρηση και
όχι πώληση. Με την πάροδο του χρόνου η λέξη κατέληξε να σηματοδοτεί γενικότερα
τις αγροληπτικές συμφωνίες. Είναι χαρακτηριστικό ότι το λόγιο κείμενο του 1810 που
επιδίωξε να αποδώσει τα έδιμα της Νάξου, στο κεφ. Η' το οποίο επιγράφεται «Περί
εμβατηκίων», αναφέρεται γενικότερα σε όλες τις αγροληπτικές συμβάσεις χωρίς εννοι
ολογικές διαφοροποιήσεις (βλ. Π. και Ι. Ζέπος, Jus Graecoromanum, τ. 8, Ασήνα 1931,
σ. 543-544). Παράλληλα η λέξη μπατίκι έχει χρησιμοποιηδεί προκειμένου να δηλωδεί
το δικαίωμα εισόδου και σε άλλου τύπου συμβάσεις. Συχνή ήταν η χρήση του όρου
«εμβατίκιον» προκειμένου να δηλωδεί το ποσό που κατέβαλλε ο ιερέας στον επίσκο
πο για το διορισμό του στην ενορία ή την εκκλησία του (βλ. Εμμ. Κριαράς, Λεξικό της
μεσαιωνικής και δημώδους γραμματείας 1100-1669, τ. 6, Θεσσαλονίκη 1978, σ. 7 και Χ.
Μαυρόπουλος, Τουρκικά έγγραφα αφορώντα την ιστορίαν της Χίου, Αδήνα 1920, σ. 4,
όπου γίνεται αναφορά της λέξης σε οθωμανικό φιρμάνι του 1714). Νοηματική συνάφεια
και ετυμολογία έχει και η λέξη «εμπασίδιο», η οποία απαντά στα προικοσύμφωνα της
Χίου και δηλώνει την προγαμιαία δωρεά, είτε αμοιβαία μεταξύ των μελλονύμφων μέχρι
τα μέσα του Που αιώνα, είτε μεταγενέστερα αποκλειστικά του γαμπρού προς τη νύφη
(βλ. Ι. Βισβίζης, «Αι μεταξύ των συζύγων περιουσιακοί σχέσεις εις την Χίον κατά την
Τουρκοκρατίαν», Επετηρίς του Αρχείου της Ιστορίας του Ελληνικού Δικαίου, 1 (1948),
σ. 39-44). Ο όρος «εμπασίδιο», που απαντά στη Χίο σε ορισμένα έγγραφα και ως μπα-
σίδι, εμπατίκιον ή μπατίκι, καδώς δηλώνει την καταβολή ποσού κατά τη σύναψη του
γάμου, περιλαμβάνεται συνήδως στο προικοσύμφωνο και κατοχυρώνει, όπως και στα
αγροτικά συμβόλαια, το δικαίωμα εισόδου. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι στη
Χίο εναλλακτικά προς τη λέξη «εμπασίδιο» χρησιμοποιείται η λέξη «χάρισμα» (βλ. στο
ίδιο, σ. 40), λέξη που στα συμβόλαια αγροληψιών της Λευκάδας χρησιμοποιείται για να
δηλωδεί χρηματικό ποσό που καταβάλλει ο αγρολήπτης στον αγροδότη κατά τη σύνα
ψη της σύμβασης αγροληψίας (βλ. Eustathia Argyrou, Les baux ruraux dans l'île
Ionienne de Leucade au XVIIIe siècle, δακτ. διδακτορική διατριβή, Παρίσι 1995, σ. 9 1 -
95). Ο όρος «εμπατίκι» με την έννοια της παροχής σε χρήμα ή σε είδος, την οποία δίνει
ο αγρολήπτης προς τον ιδιοκτήτη του αγρού απαντά και στις αγροτικές συμβάσεις της
212
ΣΥΜΒΆΣΕΙΣ ΑΓΡΟΛΗΨΙΩΝ ΣΤΗ ΝΆΞΟ ΚΑΤΆ ΤΟΝ 16Ο ΚΑΙ 17Ο ΑΙΏΝΑ
213
ΔΗΜΉΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
214
ΣΥΜΒΆΣΕΙΣ ΑΓΡΟΛΗΨΙΩΝ ΣΤΗ ΝΆΞΟ ΚΑΤΆ ΤΟΝ 16Ο ΚΑΙ 17Ο ΑΙΏΝΑ
215
ΔΗΜΉΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
27. Ο όρος «κανίσκι» χρησιμοποιείται και στα αγροληπτικά συμβόλαια της Κέρκυ
ρας με διαφορετικό όμως νόημα, αφού δηλώνει το τμήμα της παραγωγής που λαμβάνει
ο αγροδότης στις συμβάσεις περιορισμένου χρόνου, στις «κανισκευσίες», βλ. Ν. Παντα-
ξόπουλος, «Τιμαριωτισμός και επίμορτος αγροληψία εν Επτανήσω επί Βενετοκρατίας»,
Επιστημονική Επετηρίς της Σχολής Νομικών και Οικονομικών Επιστημών, 196 (1986), σ.
232, 247 και Σπ. Ασδραχάς, «Φεουδαλική πρόσοδος και γαιοπρόσοδος στην Κέρκυρα
την εποχή της βενετικής κυριαρχίας», Οικονομία και νοοτροπίες, Αδήνα 1988, σ. 62.
28. Βλ. ενδεικτικά: Ι. Βισβίξης, «Ναξιακά», έγγρ. 20, 47, 64, 84" Αντ. Κατσουρός,
«Ναξιακά... του 16ου αιώνος», έγγρ. 11· ο ίδιος, «Ναξιακά... του 17 αιώνος», έγγρ. 105.
29. Χαρακτηριστικό είναι συμβόλαιο του 1539, όπου η απελευθέρωση του ακινήτου
από το τέλος που το βάρυνε φαίνεται ότι υπήρξε σταδιακή (βλ. Ι. Βισβίξης, «Ναξια
κά...», έγγρ. 12).
30. Αρχικά ίσως ο όρος σήμαινε κυριολεκτικά το ένα τρίτο της σοδειάς, αργότερα
απομακρύνθηκε από την ακριβή έννοια της λέξης και δήλωνε απλά το δικαίωμα α π ό
ληψης τμήματος της σοδειάς, το οποίο δεν ήταν πάντοτε το ίδιο, βλ. Αντ. Κατσουρός,
«Ναξιακά... του 16ου αιώνος», σ. 85 και Α. Δρακάκης, « Η Σύρος επί Τουρκοκρατίας.
216
ΣΥΜΒΆΣΕΙΣ ΑΓΡΟΛΗΨΙΩΝ ΣΤΗ ΝΆΞΟ ΚΑΤΆ ΤΟΝ 16Ο ΚΑΙ 17Ο ΑΙΏΝΑ
217
ΔΗΜΉΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
34. Βλ. σχετικά έγγραφα Αντ. Κατσουρός, «Ναξιακά... του 16ου αιώνος», έγγρ. 13·
Ι. Βισβίξης, «Ναξιακά», έγγρ. 11, 19, 20, 4 1 .
35. Βλ. Ι. Βισοϊξης, ο.π., έγγρ. 19 και 20.
36. Βλ. Αντ. Κατσουρός, «Ναξιακά... του 17 αιώνος», έγγρ. 71.
218
ΣΥΜΒΆΣΕΙΣ ΑΓΡΟΛΗΨΙΩΝ ΣΤΗ ΝΆΞΟ ΚΑΤΆ ΤΟΝ 16Ο ΚΑΙ 17Ο ΑΙΏΝΑ
219
ΔΗΜΉΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΙ
38. Βλ. Δ. Πολέμης, Μ. Φώσκολος, «Το αρχείον της Καθολικής εκκλησίας Άν
δρου», Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, 37 (1987-1989), σ. 140.
220
Λεωνίδας Φ. Καλλιβρετάκης
223
ΛΕΩΝΊΔΑΣ Φ. ΚΑΛΛΙΒΡΕΤΑΚΗΣ
2. Το περιεχόμενο της αίτησης μας είναι γνωστό εμμέσως από ομιλία που εκφώνη
σε ο Κ. Χ. Βάμβας στη συνεδρίαση της 10ης Δεκεμβρίου 1876 του Φιλολογικού
Συλλόγου «Παρνασσός» και συνεπώς έχει πιθανότατα υποστεί λόγια επεξεργασία· βλ.
π. Παρνασσός 1/1877, σ. 19-26.
3. Το όνομα συναντάται και αλλού ως τοπωνύμιο (Πικέρνι Αρκαδίας, Πικέρμι
Αττικής), αλλά και ως επώνυμο (λόγου χάριν ο Κωνσταντίνος Πικέρνης, Έλληνας στρα
τιωτικός και συγγραφέας του 19ου αιώνα) και η επικρατέστερη ετυμολόγησή του το
συνδέει με τον βυζαντινό τίτλο του Επικέρνη· βλ. Σ. Λάμπρου, « Η ονοματολογία της
Αττικής», Επετηρίς Παρνασσού 1/1897, σ. 5.
4. Σ. Αραβαντινός, Χρονογραφία Ηπείρου, Ασήνα 1856, σ. 357-358.
5. Β. Δ. Ζώτος, Δρομολόγιον της Ελληνικής Χερσονήσου, Ασήνα 1878, σ. 35.
6. Π. Πετρίδης,«Επίτομος γεωγραφική περιγραφή Χαονίας» (1885), π. Ηπειρωτικό
Ημερολόγιο 10/1988, σ. 210.
7. Γ.Ε.Σ., Χάρτης Εθνογραφικός της Βορείου Ηπείρου τω 1913, Αθήνα 1919, σ. 12.
224
ΝΕΑ ΠΙΚΕΡΝΗ ΔΉΜΟΥ ΒΟΥΠΡΑΣΙΩΝ
8. Τα στοιχεία προέρχονται από επιτόπια και αρχειακή έρευνα επί του πλησυσμού
και των οικισμών της Νοτίου Αλβανίας- βλ. Λεωνίδας Καλλιβρετάκης « Η ελληνική κοι
νότητα της Αλβανίας υπό το πρίσμα της ιστορικής γεωγραφίας και δημογραφίας», στον
τόμο Ο Ελληνισμός της Αλβανίας, Πανεπιστήμιο Ασηνών-Εκδόσεις Σιδερής, Αδήνα
1995, σ. 25-58.
9. Αναφερόμενο και ως Μπόρτξι (το), Βόρση (η), Μπόρση (του), Μπίροση (η),
στους δε (ιταλό-) αλβανικούς χάρτες ως Borsci. Το τοπωνύμιο είναι διαδεδομένο και
στον ελλαδικό χώρο, στην Ηλεία, την Αργολίδα (Μπόρσας) και την Αττική (μικροτο-
πωνύμιο της Πάρνηθας, Β. της Χασιάς), συναντάται δε και ως επώνυμο Αλβανών στρα
τιωτών (Lecca Borsi, Georgio Borsa κ.ά.) τον 15ο και 16ο αιώνα· βλ. C. Ν. Sathas,
Documents inédits relatifs à l'histoire de la Grèce au Moyen Age, Παρίσι 1888, τ. 7°?,
σ. 11, 145, 153, 169, τ. 8°?, σ. 353. Επανερχόμενοι στον γειτονικό του Πικερνη οικισμό,
να σημειώσουμε ότι υπάρχει στην περιοχή και ομώνυμος Πύργος (Cast0 di Borsci), συν
δεόμενος κατά τον Πετρίδη με τον άλλοτε Χατζή Βέη Βόροση, κασώς και ομώνυμος
ποταμός και χάνι - βλ. Σ. Αραβαντινός, ό.π., σ. 359· Β. Δ. Ζώτος, ό.π., σ. 35· Π. Πετρί-
δης, ό,π., σ. 210.
10. Εξαήμερη πολιορκία του χωριού από τους «Τούρκους της Βόρσης», στη διάρ
κεια της οποίας σκοτώθηκαν 27 από τους επιτιδέμενους -και ουδείς αμυνόμενος- και
η οποία έληξε με φυγή των Πικερνιωτών, λόγω της άφιξης του οσωμανικού στόλου· βλ.
Κ. Χ. Βάμβας, ό.π., α. 24.
11. Βλ. Ενδεικτικά Γκριγκόρι Α. Αρς, Η Αλβανία και η Ήπειρος στα τέλη του IH'
και στις αρχές του 1& αιώνα, Αδήνα 1994, σ. 63-69.
225
ΛΕΩΝΙΔΑΣ Φ. ΚΑΛΛΙΒΡΕΤΑΚΗΣ
226
ΝΕΑ ΠΙΚΕΡΝΗ ΔΉΜΟΥ ΒΟΥΠΡΑΣΙΩΝ
15. Η Elisabetta Farnese (1692-1766), ανηψιά και διάδοχος του Francesco Farnese,
Δούκα της Πάρμας, σύζυγος (1714) του βασιλιά Φιλίππου Ε' της Ισπανίας, διαδραμά
τισε σημαντικό ρόλο στα ιταλικά αλλά και τα ισπανικά πολιτικά πράγματα του 18ου
αιώνα.
16. Το οποίο προσδιορίζεται ποικιλοτρόπως στην ιταλική βιβλιογραφία: rito greco-
bizantino, rito ortodosso greco-orientale, tipikon di Costantinopoli in lingua greca,
rito greco, liturgico bizantino, rituali della liturgia di San Giovanni Crisostomo κ.τ.λ.
17. Σε συνδυασμό με την προβολή και των τοπικών παραδοσιακών ενδυμασιών,
«costumi tradizionali, estremamente caratteristici perché originari e affini a quelli
epiroti».
18. Οι πληροφορίες για την Villa Badessa προέρχονται κυρίως από τη μονογραφία
του εφημέριου του χωριού Lino Bellizzi, Villa Badessa — Oasi orientale in Abruzzo,
πρόλογος Giuseppino Mincione, εκδ. Tracce, Pescara, 1994.
227
ΛΕΩΝΙΔΑΣ Φ. ΚΑΛΛΙΒΡΕΤΑΚΗΣ
βεβαιώνουν, όχι μόνο στον πυρήνα της αλλά και σε αρκετές λεπτομέ
ρειες της, την ιστορία που διηγήδηκε το 1875 ο De Martinio στον Έ λ
ληνα πρόξενο της Ancona. Επιπλέον, όπως διαπιστώσαμε κατά τη
διάρκεια επιτόπιας έρευνας στην Αλβανία το 1992, η υπόδεση της με
τανάστευσης στην Ιταλία είναι γνωστή στους σημερινούς κατοίκους του
Πικέρνη, οι οποίοι και έχουν αποκαταστήσει επαφή με τους Ιταλούς
ομογενείς τους κατά την διάρκεια του 20ού αιώνα.
Την εποχή που τέδηκε το ζήτημα της εγκατάστασης των περί ων ο
λόγος Ιταλοαλβανών, στην Ελλάδα βρισκόταν σε εξέλιξη μια σημαντι
κή αγροτική μεταρρύθμιση, η διανομή της εθνικής γης, βάσει των σχε
τικών νόμων ΥΛΑ' του 1871 και ΥΠΓ του 1873 που είχαν προωθήσει
αντίστοιχα οι κυβερνήσεις Κουμουνδούρου και Δεληγεώργη. Από τη
διανομή είχαν εξαιρεθεί ορισμένες γαίες για λόγους δημοσίου συμφέ
ροντος, μεταξύ των οποίων επελέγη η έκταση που παραχωρήθηκε τελι
κώς στους αιτούντες κατοίκους της Badessa. Η κίνηση για τη δημι
ουργία του περί ου ο λόγος οικισμού αποτελούσε άραγε τη μεμονωμέ
νη ανταπόκριση του Ελληνικού κράτους στο συγκινητικό αίτημα των εξ
Ιταλίας ομόδοξων, ή εντασσόταν σε μια ευρύτερη σύλληψη ; Είναι γνω
στό ότι το όραμα του λεγόμενου εποικισμού απασχολούσε τους ιθύνο
ντες από την πρώτη στιγμή της δημιουργίας του Ελληνικού κράτους,
και αποτελούσε άλλωστε στερεότυπο εντασσόμενο στην περιρρέουσα
ατμόσφαιρα της εποχής. Πλην των δυτικοευρωπαϊκών «αποικιών» που
είχαν σχεδιαστεί, είχε προταθεί και η κατά τόπους εγκατάσταση
Ελλήνων από τουρκοκρατούμενες περιοχές, Αλβανών κ.ά. Τα εποικι-
στικά αυτά σχέδια δεν πραγματοποιήθηκαν, στο βαθμό τουλάχιστον
που επιδίωκαν οι εμπνευστές τους και, πάντως, κατά την εξεταζόμενη
περίοδο βρίσκονταν ήδη σε μακρόχρονη ύφεση. Κάποιοι διείδαν, τη
δεδομένη στιγμή στη συγκεκριμένη ενέργεια, την ανταπόκριση «προς
είδος τι μεταναστευτικού ρεύματος», και πρότειναν τη λήψη περαιτέ
ρω κυβερνητικών μέτρων για την έλξη ξένων εποίκων. 19 Το 1873 είχε
υποβληθεί στον Έλληνα πρόξενο στη Βηρυττό αίτημα των ελληνορθο-
19. Βλ. ανυπόγραφο άρσρο στο εκδιδόμενο από τον Αριστείδη Κ. Οικονόμου περιο
δικό Οικονομική Επιδεώρησις 5/1877-1878, σ. 178-180. Αλλά και ο Κ. Χ. Βόμβας, ό.π.,
σεωρεί την μαζική μετανάστευση ελληνοφώνων και αλβανοφώνων από την Ιταλία «έργον
δυνάμενον πολλαχώς να αποβή λίαν ωφελιμον δια την Ελλάδα- καθότι και πολλαί εσνι-
καί γαίαι άγονοι μέχρι σήμερον και άκαρποι ένεκεν ελλείψεως εργατικών χειρών, σέλου-
σι μεταβλησή εις προσοδοφόρους αγρούς» κ.τ.λ.
228
ΝΕΑ ΠΙΚΕΡΝΗ ΔΉΜΟΥ ΒΟΥΠΡΑΣΙΩΝ
229
ΛΕΩΝΙΔΑΣ Φ. ΚΑΛΛΙΒΡΕΤΑΚΗΣ
230
ΝΕΑ ΠΙΚΕΡΝΗ ΔΉΜΟΥ ΒΟΥΠΡΑΣΙΟΝ
26. Για μια κριτική σύνοψη του ζητήματος, 6λ. Β. Παναγιωτόπουλος, Πληδυσμός
και οικισμοί της Πελοποννήσου 13ος-18ος αιώνας, Ασήνα 1985, σ. 68-85.
27. Β. Παναγιωτόπουλος, ό.π., σ. 217-224* πρώτη δημοσίευση από τους Ρ. Assenova
- R. Stojkov - Th. Kacori στο π. Annuaire de l'Université de Sofia-Faculté des Philo-
logies Slaves 68/1975, σ. 213-297. H ταύτιση των τοπωνυμίων με ευδύνη δική μου.
28. Πρόκειται, εκτός από τα τρία που προαναφέραμε, για τα χωριά Κώμη, Καγκάδι,
Κράλι (σημερ. Άγιος Νικόλαος Κράλης), Σπάτα (σημερ. Άγιος Νικόλαος Σπάτων), Μαλίκι
(σημερ. Νησί), Μιχόι, Καξνέσι (σημερ. Αγία Μαρίνα), Κουμπουδέκρα (σημερ. Δάφνη),
Σίμιξα, Κόκλα (σημερ. Πηγάδι), Μαρκόπουλο, Καρδιοκαύτι και Σούβαρδο (σημερ. Ελαιό-
τοπος). Οι ταυτίσεις των οικισμών από το κατάστιχο του 1461/1462 με δική μου ευσύνη.
29. Υπουργείον Εσωτερικών, Στατιστική της Ελλάδος: Πληδυσμός 1879, Α8ήνα
1881, σ. 55-56.
30. Στο κατάστιχο του 1461/1462 σημειώνεται αλβανικός οικισμός Bardi Zoga, o
231
ΛΕΩΝΊΔΑΣ Φ. ΚΑΛΛΙΒΡΕΤΑΚΗΣ
οποίος δεν έχει ταυτιστεί. Εν τούτοις στην περιοχή που μας ενδιαφέρει εμφανίζεται
στην βενετική απογραφή του 1700 οικισμός Zonga, ο οποίος επιβιώνει ως σήμερα
(Μέλισσα) και βρίσκεται σε απόσταση 10 χλμ. περίπου ΝΑ του Καπελέτου. Στο κατά
στιχο του 15ου αι. εμφανίζεται βέβαια και οικισμός ονόματι Zoga, τον οποίο όμως προ
τείνω να ταυτίσουμε με τον Ζωγα της επαρχίας Πατρών, που βρίσκεται δίπλα στο
Laloussi (σημερ. Σταροχώρι) του ίδιου τιμαρίου.
31. Με επιφύλαξη, δεδομένου ότι η κοινότητα Καπελέτου περιλάμβανε αρχικά και
άλλους τέσσερις οικισμούς, οι οποίοι στη συνέχεια συγχωνεύθηκαν στις κοινότητες
Ζόγκας (σημερ. Μελίσσης) και Μάξι (σημερ. Κουρτεσίου)· βλ. Ι. Ε. Νουχάκης, Ελλη
νική Χωρογραφία, Αδήνα 1901, σ. 582.
32. Κ. Χ. Βάμβας, ό.π., σ. 25.
232
ΝΕΑ ΠΙΚΕΡΝΗ ΔΉΜΟΥ ΒΟΥΠΡΑΣΙΩΝ
νόμου, 400 δραχμές για την ανέγερση της κατοικίας της. Ταυτόχρονα
διορίστηκε και μηχανικός, ο Σ. Σωτηριάδης, για να παράσχει την α π α
ραίτητη τεχνική υποστήριξη.
Η έκταση της νέας εγκατάστασης -οικισμού και αγροτικής γ η ς -
μπορεί να εκτιμήσει' με κάποια προσέγγιση. Σύμφωνα με τον ιδρυτικό
νόμο, κάδε οικογένεια 9α αποκτούσε τριάντα στρέμματα, αναπαλλο
τρίωτα επί 5 χρόνια από την παραχώρηση τους. Η γη αυτή 9α επανερ
χόταν στην κυριότητα του δημοσίου, χωρίς αποζημίωση για τις τυχόν
βελτιώσεις, αν κάποια οικογένεια εγκατέλειπε τον οικισμό προ της
παρόδου της πενταετίας. Σε ερώτηση βουλευτού κατά τη συζήτηση της
19ης Νοεμβρίου 1876, περί της όλης έκτασης, δόδηκε η απάντηση ότι,
ακριβώς, η έκταση 9α ήταν συνάρτηση του αρι9μού των οικογενειών,
για τις οποίες εκφράστηκε η ελπίδα ότι 9α είναι «πολλαί». 3 3 Σύμφωνα
με την αρχική εκτίμηση επρόκειτο για 42 οικογένειες, συνεπώς η πρό
βλεψη αφορούσε 1.260 στρέμματα, στα οποία πρέπει να προστε9ούν
και 600 τετρ. μ. κοινόχρηστης γης, για τις δημοτικές λειτουργίες και
ανάγκες, συνολικά δηλαδή 1,3 τετρ. χλμ. περίπου. Για να εκτιμηθεί
κάπως η έκταση αυτή, να σημειώσουμε ότι σήμερα η κοινότητα Καπε-
λέτου, λ.χ., καταλαμβάνει έκταση 22 τετρ. χλμ. Είναι όμως αμφίβολο
αν έφ9ασαν ποτέ οι 42 οικογένειες. Όπως είδαμε, αρχικά έφ9ασαν 13,
ενώ οι υπόλοιπες περίμεναν τον προσδιορισμό των γαιών και τη διευ
θέτηση των λοιπών εκκρεμοτήτων. Τρία χρόνια αργότερα, στο ζενι'9 της
ανάπτυξης του (βλ. συνημ. πίνακα), ο οικισμός είχε 71 κατοίκους, 39
άνδρες και 32 γυναίκες. Στην πιθανότερη περίπτωση, με τους συνήθεις
μέσους όρους της εποχής, αυτός ο πληθυσμός δεν μπορεί να ξεπερ
νούσε τις 14 με 18 οικογένειες. Είναι συνεπώς εύλογο να υποθέσουμε
ότι ο αρχικός πυρήνας των 13 οικογενειών υπήρξε και ο τελικός. Σ'
αυτή την περίπτωση, η έκταση του οικισμού δεν πρέπει να ξεπέρασε
το μισό τετραγωνικό χιλιόμετρο.
Το όλο εγχείρημα προκάλεσε ευθύς εξ αρχής το έντονο ενδιαφέρον
του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός». Προηγήθηκε η ενθουσιώδης
διάλεξη του Κ. Χ. Βάμβα στην αίθουσα του Συλλόγου (10 Δεκεμβρίου
1876) και εν συνεχεία η συγκρότηση επιτροπής από τον ομιλητή και
τους Γ. Μάνο, Εμμ. Δραγούμη και Ν. Δ. Λεβίδη. Η επιτροπή συνέταξε
ψήφισμα γενόμενο δεκτό την 22α Δεκεμβρίου, σύμφωνα με το οποίο
233
ΛΕΩΝΊΔΑΣ Φ. ΚΑΛΛΙΒΡΕΤΑΚΗΣ
234
ΝΕΑ ΠΙΚΕΡΝΗ ΔΉΜΟΥ ΒΟΥΠΡΑΣΙΩΝ
κα, ενώ ο ίδιος ο Σύλλογος διέδεσε έκτακτη βοήσεια 300 δραχμών βλ. π. Παρνασσός
5/1881, σ. 186.
42. Βλ. π. Παρνασσός 6/1882, σ. 960 και 8/1884, σ. 731.
43. Α9. Πετρίδης, « Η Χειμάρρα της Ηπείρου και τα αρχαία προνόμια αυτής», π.
Ελληνισμός 2/1899, σ. 500.
235
ΛΕΩΝΙΔΑΣ Φ. ΚΑΛΛΙΒΡΕΤΑΚΗΣ
236
ΝΕΑ ΠΙΚΕΡΝΗ ΔΉΜΟΥ ΒΟΥΠΡΑΣΙΩΝ
46. Πρόσφατο περιστατικό δείχνει ανάγλυφα του λόγου το αλησές: η πρώτη εκ των
κάτω οργανωμένη κακοποίηση Αλβανών στη σημερινή Ελλάδα επιχειρήθηκε από κατοί
κους του Αρβανίτικου χωριού Κριεκούκι (σημ. Ερυδρές) της Αττικής· βλ. εφημ. Ελευ
θεροτυπία, 21.5.1993.
47. Αρχείο Ερευνητικού Προγράμματος «Ιστορική μελέτη των οικισμών της Ελλά
δας, 15ος-20ός αι.» Κέντρου Νεοελληνικών Ερευνών Ε.Ι.Ε.
48. Αναφέρομαι εδώ στα φύλλα «Νέα Μανολάς» και «Αμαλίας» σε κλίμακα
1:50.000 της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού, εκδ. 1976.
237
ΛΕΩΝΊΔΑΣ Φ. ΚΑΛΛΙΒΡΕΤΑΚΗΣ
49. Στην Ιταλία οι σάνατοι έφδασαν τους 274.000, στη Γερμανία 187.000, στο
Ηνωμένο Βασίλειο 112.000, στην Ισπανία 147.000 και στη Γαλλία πάνω από 91.000,
μόνο στο διάστημα μεταξύ Σεπτεμβρίου και Δεκεμβρίου 1918. Πολλοί μελετητές άλλω
στε συσχετίζουν την επιδημία αυτή με τον ίδιο τον πόλεμο και τις συνέπειες του: ο
κάματος των πολεμιστών, η αδυναμία των υποσιτισμένων πληθυσμών, η εξαθλίωση των
κρατουμένων στα στρατόπεδα δημιούργησαν το πρόσφορο πεδίο εξάπλωσης της ασθέ
νειας· ειδικότερα στην Ελλάδα, ρόλο έπαιξαν όχι τόσο οι εχθροπραξίες, όσο τα οξύτα
τα προβλήματα επισιτισμού και δημόσιας υγείας που προκλήθηκαν συνεπεία του α π ο
κλεισμού που είχε επιβάλει η Entente· βλ. Μ. Reinhard και Α. Armengaud, Histoire
générale de la population mondiale, Παρίσι 1961, σ. 409" Β. Γ. Βαλαώρας, «Ελλάς:
Ατ\μοοία Υγιεινή», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τ. 10°?, σ. 658· ΓΕΣ/ΔΙΣ, Ο Ελ
ληνικός Στρατός κατά τον Πρώτον Παγκοσμιον Πόλεμον 1914-1918, τ. 1°€: Η Ελλάς και
ο Πόλεμος εις τα Βαλκάνια, σ. 248-249.
238
ΝΕΑ ΠΙΚΕΡΝΗ ΔΉΜΟΥ ΒΟΥΠΡΑΣΙΩΝ
1856 *60
1877 **13
1878 •100
1879 71
39 άνδρες + 32 γυναίκες
1885 **100
1889 11
1896 22
1907 15
6 άνδρες + 9 γυναίκες
1913 750
1955 580
1960 540
1969 755
1979 788
1989 917
1991 991
50. Κατά την απογραφή του 1907 σημειώνεται η παρουσία 14 αγραμμάτων Αλβανο
φώνων (7 ανδρών και 7 γυναικών) και ενός αγραμμάτου Ιταλοφώνου στην περιφέρεια
του δήμου Βουπρασίων. Το 1951 απογράφονται στην Ηλεία ένας Αλβανόφωνος Καθο
λικός και 7 Αλβανόφωνοι Ορθόδοξοι κάτοικοι* βλ. Αρχείο Ερευνητικού Προγράμματος
«Ιστορική μελέτη των οικισμών της Ελλάδας, 15ος-20ός αι.» Κέντρου Νεοελληνικών
Ερευνών Ε.Ι.Ε.
239
ΛΕΩΝΊΔΑΣ Φ. ΚΑΛΛΙΒΡΕΤΑΚΗΣ
240
NEA ΠΙΚΕΡΝΗ ΔΉΜΟΥ ΒΟΥΠΡΑΣΩΙΝ
Villa B a d e s s a
Πικερνη
• ·.
ς>'
Χάρτης 1
241
ΛΕΩΝΙΔΑΣ Φ . ΚΑΛΛΙΒΡΕΤΑΚΗΣ
ΠΑΤΡΑ
Afp'Λ ρ , Λ < ^
Λακχόικφβ
Λμχίζτύρ
Kinu /Otte
\/
\
1
V ΦΦΜ
\ .Λα**
<Α
ν
"\
Βάρδα,
MorapcfKQ
Ζηάτ£
ZnrofJtpiê
\
Μάζι
**τ<*
A*p.XuMhm;
Λεχαινά
2 α
«ν il
ΑΌιροιΛκΛα ι
Ανδραβίδα
Χάρτης 2
242
Μιχάλης Κοκολάκης
i. Επίμετρο στο σύγγραμμα Χρονογραφία της Ηπείρου (...), τ. Β' (Ασήνα 1857), σ.
320-394.
ii. Αυτό ισχύει προπάντων για τους πίνακες του Ι. Κοκίδη στα Οδοιπορικά Ηπείρου
και Θεσσαλίας που εξέδωσε το ελληνικό Υπουργείο Στρατιωτικών (Ασήνα 1880, σ. 57-
136). Περισσότερα για τις ελληνικές στατιστικές απόπειρες της περιόδου βλ. τώρα στη
μελέτη μου Το ύστερο γιαννιώτικο πασαλίκι: Χώρος, διοίκηση και πληδυσμός στην
τουρκοκρατούμενη Ήπειρο (Ασήνα 2003), σ. 281-293.
245
ΜΙΧΆΛΗΣ ΚΟΚΟΛΑΚΗΣ
iii. Ι. Θεοχαρίδης, «Οι διοικητές των Ιωαννίνων σύμφωνα με το Salname του 1892-
1893», Δωδώνη, τ. 12 (1983), σ. 162. Για τα άλλα τεύχη βλ. Μ. Κοκολάκης, «Μία ο8ω-
μανική περιγραφή της Θεσσαλίας (1871)», Ίστωρ, τ. 1 (1990), σ. 57 και J. Strauss, «Das
Vilayet Janina 1881-1912 - Wirtschaft und Gesellschaft in einen "geretteten"
Provinz», Türkische Wirtschafts— und Sozialgeschichte: Akten des IV. Internatio-
nalen Kongresses, επιμ. Η. G. Majer - R. Motika (Βισμπάντεν 1995), σ. 299.
246
Η ΤΟΥΡΚΙΚΉ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΉ ΤΗΣ ΗΠΕΊΡΟΥ
επισήμων στην έδρα του βιλαετιού (σ. 81-118) και στα υπόλοιπα επαρ
χιακά κλιμάκια (σ. 119-176). Ακολουθούν οι καινοτομίες του τεύχους
7, χάρη στις οποίες γίνεται το ογκωδέστερο (με 336 σελίδες) από τα 8
που κυκλοφόρησαν τελικά: Η στατιστική του πληδυσμού (σ. 177-308),
πίνακες με δημοσιονομικά στοιχεία (σ. 309-320) και κατάλογος δημο
σίων έργων (σ. 321-331).
Οι προηγούμενοι σαλναμέδες του βιλαετιού των Ιωαννίνων είχαν
δημοσιεύσει διάφορα συνοπτικά στοιχεία για τον πληθυσμό της οθω
μανικής Ηπείρου, που αντιγράφηκαν επανειλημμένα από ξένους και
Έλληνες γεωγράφους ή διπλωμάτες και γνώρισαν έτσι ευρύτερη δημο
σιότητα. Αντίθετα, η αναλυτική στατιστική του 1895 μοιάζει να έμεινε
συγκριτικά στην αφάνεια. Μερικά απ'τα συγκεντρωτικά δεδομένα-της
έχουν αναδημοσιευτεί στην εφημερίδα Φωνή της Ηπείρου τον Ιούλιο
του 1899 και στο ημερολόγιο Ηπειρωτικός Αστήρ του 1904, και κάποι
οι από τους παλιότερους Ηπειρώτες λογίους φαίνεται ότι δεν αγνοού
σαν την ύπαρξη της. ίν Πάντως το τεύχος που την περιέχει, όπως κι
όλοι οι άλλοι σαλναμέδες που εκδόθηκαν στα τουρκοκρατούμενα
Γιάννινα, δεν επισημάνθηκαν, α π ' όσο ξέρω, σε καμμιά δημόσια βι
βλιοθήκη της Ηπείρου ή της υπόλοιπης Ελλάδας. ν
iv. Κοκολάκης, Πασαλίκι, σ. 273. Από την ίδια πηγή προέρχονται και οι πληθυσμοί
των χωριών της Χειμάρας στη Φωνή της Ηπείρου, φ. 399/13-1-1900.
ν. Αυτό τουλάχιστον προκύπτει από την Ηπειρωτική Βιβλιογραφία της Β. Κόντη (τ.
ΒΊ Κατάλογος εφημερίδων και περιοδικών, ΕΙΕ/ΚΝΕ, Α8ήνα 1999, σ. 76). Η παρούσα
εργασία βασίζεται σε αυτοψία και σε φωτοτυπίες του αντιτύπου της Βιβλιοθήκης Ατα-
τούρκ στην Κωνσταντινούπολη.
247
ΜΙΧΆΛΗΣ ΚΟΚΟΛΑΚΗΣ
vi. Ο καξάς της Γκοσνίτσκας ιδρύθηκε γύρω στο 1893 και είναι η σημερινή επαρχία
του Σκραπαριου" πήρε προφανώς το όνομα απ' το ομώνυμο χωριό του. Ωστόσο ο τύπος
«Γκοσνίτσκα» ή «Γκοσίντσκα» (η γραφή των σαλναμέδων επιτρέπει και τις δύο ανα
γνώσεις) μοιάξει περισσότερο για κατασκεύασμα της οδωμανικής γραφειοκρατίας,
κασώς η σωστή εκφορά του χωριού (όπως τη βρίσκω σε όποια πηγή και να έψαξα) είναι
ασφαλώς «Γκοστεντσκα» ή «Γκοσταντσκα». Στη Στατιστική του 1895 το χωριό είναι
γραμμένο, ίσως εξεπίτηδες, με τρόπο ασαφή (λείπουν ολότελα οι "νοκτάδες" του n και
του f).
248
Η ΤΟΥΡΚΙΚΉ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΉ ΤΗΣ ΗΠΕΊΡΟΥ
τι, Ντισάτι, Σάλεσι και Τούσα τσιφλίκι, ενώ από το Πωγώνι το Μαυρόγε-
ρο, η Πολίτσανη, οι Σχωριάδες, η Σωπική, η Τσάτιστα και το Χλωμό.Έντε-
κα από τα χωριά του Λεσκοβικιού βρίσκονται σήμερα στην Ελλάδα (Βούρ-
μπιανη, Διπαλίτσα, Ίσβορο, Κορσάτσικο, Μπελδούκι, Μποντσικό, Οστα-
νίτσα, Πλάβαλη, Πυρσόγιανη, Στράτσανη και Συκιά)· το ίδιο ισχύει για το
Γαϊδαροχώρι, το Ζάβρεχο, το Μαυρόπουλο και τη Χρυσόδαλη του Αργυ
ροκάστρου, και για τη Λίντισδα του Δελβίνου. Απ' τους 1619 συνολικά
κατοικημένους τόπους που απαρτίζουν ιδιαίτερα λήμματα στη Στατιστική,
οι 625 βρίσκονται στην Ελλάδα και οι άλλοι 994 στην Αλβανία.
vii. Στο ναχιγιέ των Κουρέντων π.χ. εμφανίζονται τυπικά ως «χωριά» όλα τα λήμ
ματα της σελίδας 190 του πρωτοτύπου, παρασυρμένα από το σφαλερό χαρακτηρισμό
του χωριού Μποτσαρά στην κορυφή της σελίδας· έξω από τη Ζίτσα, όλα τ' άλλα ήταν
τσιφλίκια. Στον καζά της Αυλώνας φέρονται ως «τσιφλίκια» πέντε συνεχόμενα χωριά
που αρχίζουν από Β-, μα περιλαμβάνουν δυο από τα μεγαλύτερα Λιάπικα ελευσερο-
χώρια. Κακώς χαρακτηρίζονται «τσιφλίκια» και η Σκλίβανη των Ιωαννίνων, το Νανώγι
του Λούρου, οι Ποντικάτες του Πωγωνιού κ.λπ.
249
ΜΙΧΆΛΗΣ ΚΟΚΟΛΑΚΗΣ
viii. Και ιδίως το συνοικισμό Παναγιά ή Ελεούσα. Π6*. Ι. Τσούτσινος, Αρτινά ιστο-
ρήματα (Αρτα 1976), σ. 36.
250
Η ΤΟΥΡΚΙΚΉ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΉ ΤΗΣ ΗΠΕΊΡΟΥ
4. Τα πληθυσμιακά στοιχεία
ix. To άδροισμα αρρένων και 9ηλέων είναι εδώ λασεμένο* έπρεπε να γράψει 67.993.
251
ΜΙΧΆΛΗΣ ΚΟΚΟΛΑΚΗΣ
252
Η ΤΟΥΡΚΙΚΉ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΉ ΤΗΣ ΗΠΕΊΡΟΥ
253
ΜΙΧΆΛΗΣ ΚΟΚΟΛΑΚΗΣ
xiv. Με εξαίρεση τα χωριά του Μπερατιού Καλένια και Σίνια, όπου το nj (= fi) έχει
γραφτεί ως kd.
χν. Να επισημάνουμε ωστόσο πως η οδωμανική γραφή διακρίνει ορισμένους φθόγ
γους που συγχέονται στη σύγχρονη ελληνική ορθογραφία: k/q (=κ), b/mb/mp (=μπ),
sm/sm/zm (=σμ) κ.λπ.
xvi. Διευκρινίζω ότι με πλάγια λατινικά ψηφία αποδίδονται στο εξής τα γράμματα
(όχι οι φσόγγοι) του οδωμανικού (πιο σωστά περσικού) αλφαβήτου. Υιοθέτησα τις εξής
συμβάσεις: (α) w, y — «ημίφωνα» γράμματα (u/w και i/y). (β) a, e = αραβ. «ελίφ» και
τελικό (φωνηεντικό) «χε». (γ) ', ' = «άφωνα» ψηφία («χεμξέ» και «άιν»). (δ) c, ç, s,j
= «παχιά» τξ, τσ, σ, ξ (αλβ. xh, ç, sh, zh). (ε) q,g = «δασέα» κ και γ/γκ (αλβ. k και
g), k = «λεπτό» κ/γκ (αλβ. q, gj, nj). (στ) Ô,d,x = αραβ. dh, th, kh (τουρκ. z, s, h), (ξ)
Τα υπόλοιπα «δασέα» σύμφωνα υπογραμμίστηκαν (ci, £, s, ζ, h).
254
Η ΤΟΥΡΚΙΚΉ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΉ ΤΗΣ ΗΠΕΊΡΟΥ
255
ΜΙΧΆΛΗΣ ΚΟΚΟΛΑΚΗΣ
nygaÔys, Σεβαστό > sywastw. Συναντάμε επίσης y στη δέση του αλβα
νικού e, κάτι που είναι χαρακτηριστική περίπτωση «τοσκισμού»: Μ π ο -
λένα > bwlyne, Μαλέσοβο > malyswe. Ανάλογα ερμηνεύονται και οι
καταλήξεις -s αντί -ζ, -ste αντί -st και -an ή -ak (=-an) αντί -ay.
Σουζέζι > swzs, Μολίστι > mwlyste, Μεμαλίαϊ > mmalyan. Μολονότι
οι συγκεκριμένοι τύποι είναι σπάνιοι ή αμάρτυροι σε άλλες πηγές που
ερεύνησα, απηχούν ευρύτερα διαλεκτικά φαινόμενα και ασφαλώς δεν
είναι «λάδη» του συντάκτη. Η ρευστή προφορά ορισμένων τύπων επι
τρέπει άλλωστε πολλές ορδογραφήσεις, όπως στο κοινό αλβανικό
τοπωνύμιο Arrëz (=Καρυδότοπος), που η Στατιστική το γράφει arze
(στο Τεπελένι), 'arze (στο Μπεράτι) ή 'ryza (στο Λεσκοβίκι).
iv) Αρχαϊσμοί. Φαίνεται ότι μερικές γραφές της Στατιστικής αποδί
δουν παλιότερες εκφορές του τοπωνυμίου, που είχαν πάψει ν' ακού
γονται και να γράφονται από το ντόπιο πληδυσμό και τους εγγράμμα
τους Έλληνες της Ηπείρου. Στα χωριά των Ιωαννίνων π.χ. βρίσκουμε
τους τύπους «Βλαχοκάτουνο» (=Βλαχάτανο) και «Κουρσοβίτσα»
(=Χρυσοβίτσα), που σπανίζουν στις ελληνικές πηγές του 19ου αιώνα.
Το χωριό Σινάνάι του Τεπελενίου διατηρεί την ονομασία του από τον
Αραβαντινό μέχρι σήμερα ουσιαστικά απαράλλαχτη· η απρόσμενη
μορφή «Σινάν-Μεχμέτ» στη Στατιστική του 1895 δα περνούσε για
λάδος, ή δα δυσκόλευε την ταύτιση του χωριού, αν δεν έλυνε το ζήτη
μα ένα πολύ παλιότερο κατάστιχο από το αρχείο του Αδ. Ψαλλίδα, Χνί "
που αποκαδιστά τον αρχικό τύπο «Σινάν-Μεχμέτάι». Αρχαϊκές επι
βιώσεις φαντάζουν, με κριτήριο τη γλωσσική τους μορφή, και άλλοι
τύποι οδωμανικοί που σπάνια εντοπίζονται στη γνώριμη βιβλιογραφία:
«Γότσιστα» αντί «Γότιστα» (καζάς Ιωαννίνων), «Σεκλίστα» αντί
«Σεκίστα» (καζάς Μπερατιού).
Από τα παραπάνω προκύπτει, νομίζω, ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της
οδωμανικής εκφοράς των τοπωνυμίων της Ηπείρου, όπως καταγράφε
ται στα αντίστοιχα λήμματα της Στατιστικής. Δυσκολεύομαι, έτσι, να
πιστέψω τη γνώμη του Γερμανού μελετητή Γ. Στράους,*»* που με κύριο
στοιχείο τη φαινομενική «λογιότητα» του τύπου «Βροντισμένη»
(wrwndyzmn) στο ναχιγιέ των Κουρέντων, όπου ο Ι. Λαμπρίδης
256
Η ΤΟΥΡΚΙΚΉ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΉ ΤΗΣ ΗΠΕΊΡΟΥ
6. Μεταφραστικά ζητήματα
257
ΜΙΧΆΛΗΣ ΚΟΚΟΛΑΚΗΣ
XX. Strauss, ό.π. και Ε. Engelschalk, Die Siedlungnamen Albaniens nach amtli
chen Verzeichnissen und Kartenwerken, το οποίο δεν μπόρεσα δυστυχώς να συμβου
λευτώ.
xxi. Κοκολάκης, Πασαλίκι σ. 493-500 και « Η οικιστική συγκρότηση του καξά της
Πρέβεζας», Η ιστορία της Πρέδεξας: Πρακτικά Α' Επιστημονικού Συνεδρίου, επιμ. Β.
Αυδίκου (Πρέβεζα 1993), σ. 153-154.
xxii. Πέρα α π ' τις κατοπινές ελληνικές απογραφές και τα γεωγραφικά πονήματα
των παλιών Ηπειρωτών λογίων (Π. Αραβαντινός, Ι. Λαμπρίδης, Μ. Χρυσοχόος, Κ.
Θεσπρωτός, Α. Αλεξούδης, Σερ. Βυζάντιος) σημειώνω δυο ανέκδοτες πηγές που με
βοήδησαν πολύ στην ταύτιση των μουσουλμανικών χωριών της Αλβανίας: (α) ΓΑΚ,
Αρχείο Ψαλλίδα (Κ. 71), Γ' 398 (κατάστιχο «Τοτξκαριάς», Λιαπουριάς, Σκραπαριού
κλπ.)· (β) «Πίναξ του πληθυσμού της επαρχίας Βερατίου...» του Α. Νομικού (1901)
στο AYE (Κεντρ.Υπηρεσία, 1907/α.α.κ./Στατιστικαί Βερατίου κλπ.). Συμβουλεύτηκα
επίσης τα διάφορα φύλλα του αυστριακού χάρτη των Βαλκανίων, τις ελληνικές ε π α
νεκδόσεις του Ν. Κοντογόνη (1911, 1:200.000) και τους νεότερους χάρτες του ιταλικού
Γεωγραφικού Ινστιτούτου της Φλωρεντίας (1939, 1:50.000), της ελληνικής ΓΥΣ (1972,
1:250.000) και της γερμανικής Geodata (1998, 1:300.000).
258
Η ΤΟΥΡΚΙΚΉ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΉ ΤΗΣ ΗΠΕΊΡΟΥ
xxiii. Αποδόδηκε όμως παντού με -νι η κατάληξη -k (=η): asqak >Έσκανι (σημ.
Eskaj).
xxiv. Στα εξής ιδίως τοπωνυμία άλλαξα το D- σε Δ-: Δερβίξιανα, Δοβίσδιανα,
Δοβρά, Δόλιανη και Δομπρίνοβο Ιωαννίνων, Δερβένι Κόνιτσας, Δούβιανα Πρέβεζας, και
σε όσα άλλα ελληνικά χωριά αρχίζουν από Δρ-' επίσης στο Δέλδινο, Δερβιτσάνη,
Δοξάτι, Δουκάτι και Δρυμάδες της Αλβανίας. Επιπλέον έγραψα σχεδόν παντού τα gd,
wd, zd, zg και nq ως γδ, βδ, σδ, σγ και γκ.
χχν. « Η ελληνική κοινότητα της Αλβανίας από τη σκοπιά της ιστορικής γεωγρα
φίας και δημογραφίας», Ο Ελληνισμός της Αλβανίας, επιμ. Θ. Βερέμη - Θ . Κουλουμπή
- Η . Νικολακόπουλου (Ασήνα 1995), σ. 51-58.
259
ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΑΣΑΜΠΑΔΩΝ, ΧΩΡΙΩΝ ΚΑΙ ΤΣΙΦΛΙΚΙΩΝ
ΠΟΥ ΑΠΑΡΤΙΖΟΥΝ ΤΟ ΒΙΑΑΕΤΙ ΤΩΝ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ, ΚΑΤΑΤΑΓΜΕΝΑ
ΣΕ ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΗ ΤΑΞΗ ΜΕ ΤΗ ΣΕΙΡΑ ΤΩΝ ΚΑΖΑΔΩΝ ΤΟΥΣ
ΚΑΖΑΣ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ
Περιέχει δυο ναχιγιέδες ονόματι Ζαγόρι και Κούρεντα
1. yanye 4. gwr§
2. τ. =τσιφλίκι 5. gwçste (= Γότσιστα)
:
3. wwdyste
261
ΜΙΧΆΛΗΣ ΚΟΚΟΛΑΚΗΣ
Δελβινακόπουλο τ. 4.30 30 82 78
Δεμάτι τ. 5 80 229 219
Δερβίξιανα τ. δ 66 230 168
Δοβίσδιανα [Προσήλιο] τ. 7.30 52 89 116
Δραγοβέτσι [Ελαφος] τ. 7 17 58 56
Δραγοψά τ. 5 63 138 120
Δραμεσιούς6 τ. 4 38 142 110
Έλεξνα [Αρτοπούλα] τ. 7 54 148 109
Ζαγόρτσα [Πολύγυρος] τ. 5.30 63 146 124
Ζέλοβα [Βουνοπλαγιά] τ. 2 39 136 127
Ζόριανη τ. 6 7 24 28
Ζόριστα [Πεντόλακκος] τ. 6 35 150 110
Θεριακήσι τ. 4 36 100 92
Καλέντξι τ. 4.30 87 257 262
Κατσίκα τ. 1 44 215 177
Κλαξάδες 7 [Δροσοχώρι] τ. 3.30 64 160 135
Κοβίλιανη [Πολύλοφο] τ. 4 39 178 139
Κολονιάτι τ. 1.30 15 23 18
Κοντινούς τ. 3 11 21 21
Κοντοβράκι [Δαφνούλα] τ. 3 31 115 104
Κόντσικα τ. 2 63 242 206
Κοπάνη τ. 5 52 136 131
Κορίτιανη τ. 3 38 107 113
Κοσμηρά τ. 3 61 203 162
Κοτόρτσι [Αετοράχη] τ. 4 50 140 151
Κουκλέσι τ. 6.30 29 172 116
Κουρσοβίτσα [Χρυσοβίτσα] τ. 7 132 368 359
Κουτσελιό τ. 3 69 150 145
Κράψη τ. 6 274 498 388
Κρυφοβό τ. 3.30 34 107 83
Κωστάνιανη τ. 4 33 74 63
Λαγάτορα [Μυροδάφνη] τ. 4 22 62 66
Λαψίστα επάνω τ. 3 27 60 65
Λαψίστα κάτω τ. 3 20 54 50
Λεσιανά [Αβγό] τ. 2 10 45 43
Λευτεροχώρι τ. 5 16 32 25
Λιάπη [Ιτέα] τ. 5.30 95 198 191
Λιόκο [Ασβεστοχώρι] τ. 2 45 124 103
6. dramw§ws
7. glacadys (= Γλατξάδες)
262
Η ΤΟΥΡΚΙΚΉ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΉ ΤΗΣ ΗΠΕΊΡΟΥ
8. Iwnkwtste (=Λογκιώτιστα)
9
· Χ·= χωΡ'ό
10. bsbkar (=τουρκ. Be§pinar, δηλ. «Πέντε πηγές»)
263
ΜΙΧΆΛΗΣ ΚΟΚΟΛΑΚΗΣ
264
Η ΤΟΥΡΚΙΚΉ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΉ ΤΗΣ ΗΠΕΊΡΟΥ
Χωριά και τσιφλίκια που υπάγονται στο ναχιγιε Ζαγορίου του καξά Ιωαννίνων
Όνομα Απόσταση Αριδμός Πληδυσμός
από Γιάννινα χανεδων Αρρενων/Θηλεων
14. rwyne
265
ΜΙΧΆΛΗΣ ΚΟΚΟΛΑΚΗΣ
Χωριά και τσιφλίκια που υπάγονται στο ναχιγιε Κουρεντων του καξά Ιωαννίνων
Όνομα Απόσταση Αριδμός Πληδυσμός
από Γιάννινα χανεδων Αρρένων/Θηλέων
Βατατάδες τ. 5.30 20 60 59
Βελτσίστα [Κληματιά] τ. 5 170 500 468
Βλαχοκάτουνο [Βλαχάτανο] τ. 5.30 26 53 69
Βροντισμενη, οι χανέδες-της καταχωρήθηκαν στην Πογδόριανη 44 43
Γερομνήμη τ. 5.30 57 199 193
Γκρίμπιανη [Αρετή] τ. 6 64 88 90
Γκρίμποβο τ. 8 39 170 154
Γλύξιανη [Καταρράκτης] τ. 4.30 20 72 85
Γουριάνιστα τ. 7 15 76 78
Γρανιτσοπούλα τ. 6 23 145 140
Δολιανά χ· 8 148 416 493
Δραγομή [Παλιουρή] Χ· 4 23 56 59
Ζαγόριανη [Χρυσοράχη] τ. 6 63 202 176
Ζελίστα [Φωτεινό] τ. 7 41 165 175
Ζίτσα, έδρα της μουδιρίας Χ· 5 260 712 760
Καλοχώρι τ. 6.30 37 86 69
Καρίτσα τ. 4 86 272 267
Κοκκινόχωμα τ. 4 24 57 54
Κοκλιούς τ. 6.30 68 259 266
Κοσόλιανη16 [Αετόπετρα] Χ· 7 33 192 197
Κούρεντα17 τ. 7 56 213 223
15. flambwlar
16. xswlan (= Χοσόλιανη)
17. nfs qwrndws (=nefs-i Kurendos, δηλ. «τα καδαυτό Κούρεντα»)
266
Η ΤΟΥΡΚΙΚΉ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΉ ΤΗΣ ΗΠΕΊΡΟΥ
267
ΜΙΧΆΛΗΣ ΚΟΚΟΛΑΚΗΣ
ΣΑΝΤΖΑΚΙ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ
ΚΑΖΑΣ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΣ
Όνομα Απόσταση Αριδμός Πληδυσμός
από Παραμυδιά χανεδων Αρρενων/Θηλεων
Κασαμπάς της Παραμυ9ιάς18
(από Γιάννινα ώρες 12) 469 1079 930
Βαλανιδιά τ. 3 25 79 93
Βαρμπόμπα 19 [Φτέρη] τ. 4 6 19 19
Βέλιανη [Χρυσαυγή] τ. 1 15 45 40
Βερνίκο [Βερενίκη] τ. 4 35 119 89
Βλαχώρι [Πολύδροσο] τ. 6 30 109 86
Βοϊνίκο [Προδρόμι] τ. 1.30 60 200 152
Βρουσίνα τ. 6 26 79 69
Βρυσοπούλα τ. 3 7 33 39
Γαρδίκι Χ· 3.30 156 421 359
Γκρίκα20 τ. 2 40 125 93
Γλαβίτσα [Αυλότοπος] τ. 3.30 29 103 97
Γρανίτσα τ. 6 33 121 104
Γράσδανη [Καταμάχη] τ. 4.30 20 57 60
Δράγανη [Αμπέλια] χ· 2.30 93 281 236
Δραγούμη [Ζερβοχώρι] χ· 2 110 363 272
Ζάλογκο 21 επάνω τ. 5.30 10 28 31
Ζάλογκο 21 κάτω τ. 6 15 73 51
Ζαραβούτσι [Αγ. Νικόλαος] τ. 4 30 62 49
Ζελεσό [Ξηρόλοφος] τ. 1 25 28 72
Καΐτσα Χ· 2.30 20 45 33
Καρβουνάρι 22 Χ· 2 188 582 478
Καριώτι τ. 3 12 77 71
Κεράσοβο [Κερασιά] τ. 3.30 10 38 27
Κόπρα [Ανδοχώρι] τ. 6 13 44 42
Κορίστιανη [Φροσύνη] τ. 3 32 137 113
Κουκουλιούς τ. 5 30 77 83
Λάλιξα τ. 6 20 79 88
Λαμπανίτσα [Ελαταριά] τ. 3.30 60 148 148
Λευτεροχώρι τ. 1 60 227 214
Λιβιάχοβο τ. 5 40 104 89
Λι6ίκιστα 23 [Ζωτικό] τ. 4 50 154 126
Λιογκάτι [Αγορά] Χ· 3 6 20 7
268
Η ΤΟΥΡΚΙΚΉ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΉ ΤΗΣ ΗΠΕΊΡΟΥ
Λοξανά τ. 3.30 7 31 27
Μ άξια [Πολύδωρο] τ. 6 45 107 111
Μενίνα [Νεράιδα] Χ· 2.30 30 101 75
Μποροβάρι [Κυρά-Παναγιά] τ. 2 15 52 48
Νικολίτσι τ. 2 48 112 89
Νιοχώρι Χ· 2 30 107 80
Ντοβλά Χ· 3.30 7 35 31
Ντομολεσά Χ· 5.30 7 36 21
Οσδίνα [Πέντε Εκκλησίες] τ. 5.30 25 84 74
Παγκράτι τ. 2 25 83 76
Πετούσι τ. 3 25 59 74
Πετροδίτσα Χ· 3.30 50 117 99
Πλακωτή τ. 5 40 116 129
Πόποβο [Αγ. Κυριακή] τ. 2 105 402 367
Πράδαλα [Παρδαλίτσα] τ. 4 25 86 86
Ραδοβίξι τ. 5 10 46 51
Σαλονίκι τ. 2 35 76 91
Σεβαστό τ. 2 20 53 74
Σέλιανη [Αγ. Μαύρα] τ. 1 60 190 185
Σενίκο τ. 5 25 45 36
Σκάνδαλο τ. 4 6 20 18
Σκουπίτσα [Αγ. Γεώργιος] Χ· 2 7 19 26
Στάνοβο [Μαντρότοπος] τ. 3.30 7 40 26
Στριγανέτσι [Διχούνη] τ. 3.30 7 38 30
Τοσκεσάκι [Μικροχώρι] τ. 5 5 12 13
Τσαγκάρι τ. 3.30 35 91 110
Τσιφλίκι [Ραχούλι] τ. 1 15 63 57
Τσουρίλα [Καλλιθέα] τ. 3 90 196 174
Χόικα τ. 4 20 64 60
Ψάκα τ. 2 30 88 75
Μοναστήρια Παγονιών και Διχούνης24ι 2 3 4
269
ΜΙΧΆΛΗΣ ΚΟΚΟΛΑΚΗΣ
ΚΑΖΑΣ ΦΙΛΙΑΤΩΝ
25. Και στα δύο λήμματα το πρωτότυπο γράφει gwrze tri [κενό] çftik. Μάλλον το πρώτο
λήμμα είναι της Γκούρξας και το δεύτερο του Τσιφλικιού, με κοινό το αδροισμα των χανέδων.
26. qyzalqya (= τουρκ. Kizilkaya, δηλ. «Κοκκινόβραχος»)
27. qwsqe (= Κόσκα) 28. aylya
270
Η ΤΟΥΡΚΙΚΉ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΉ ΤΗΣ ΗΠΕΊΡΟΥ
29. radynwe
271
ΜΙΧΆΛΗΣ ΚΟΚΟΛΑΚΗΣ
ΚΑΖΑΣ ΚΟΝΙΤΣΑΣ
Αμάρι τ. 0.30 1 7 4
[Αρμάτοβο σημ. Άρματα] 30 7.30 45 159 153
Βράνιστα [Τράπεζα] τ. 2.30 19 27 29
Γκρισμπάνη [Ελεύδερο] τ. 4 136 232 261
Γορίτσα [Καλλιθέα] τ. 2 19 70 72
Δερβένι31 τ. 4 18 36 43
Ζέλιστα [Εξοχή] τ. 3.30 40 137 142
Ζέρμα [Πλαγιά] Χ· 11 44 144 134
Καβάσιλα τ. 1.30 17 47 42
Κάντσικο [Δροσοπηγή] χ· 10.30 90 329 339
Καστάνιανη [Καστανιά] χ· 6 178 404 429
Κεράσοβο [Αγ. Παρασκευή] τ. 6 120 493 389
Κορτίνιστα [Νικάνωρ] τ. 2.30 50 89 87
Κουτσούφλιανη [Ηλιόραχη] τ. 1.30 18 56 15
Λεσκάτσι [Ασημοχώρι] χ· 10 65 192 194
Λιτονιάβιστα [Κλειδωνιά] τ. 3 82 138 140
Λούπτσικο [Λυκοράχη] χ· 11 16 84 66
Μ άξιο τ. 2 36 91 97
Μ ελισσόπετρα τ. 3.30 14 32 36
Μάλιστα χ· 3 212 509 549
Μπλίσδιανη [Λαγκάδα] τ. 7 28 123 66
Μπράξα [Δίστρατο] χ· 10 115 412 374
Ντέντσικο [Αετομηλίτσα] χ· 11 84 466 339
Πάδες Χ· 5.30 168 438 442
Παλιοσέλι χ· 5 176 541 503
Πεκλάρι [Πηγή]32 χ· 1.30 87 195 202
Πληκάτι χ· 11 83 194 163
Πυροβίτσκα [Καλόβρυση] τ. 4 15 36 39
Σανοβό [Αετόπετρα] τ. 3 48 86 104
Σέλτσι [Οξυά] Χ· 9.30 46 170 179
Σταρίτσανη [Πουρνιά] Χ· 4 116 293 259
Τούρναβο [Γοργοπόταμος] τ. 10.30 89 241 223
30. Λείπει από την πηγή το όνομα του χωρίου και τα στοιχεία έχουν μπερδευτεί με του χ. Πεκλάρι.
31. drbnd (=τουρκ. Derbend)
32. apklr
272
Η ΤΟΥΡΚΙΚΉ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΉ ΤΗΣ ΗΠΕΊΡΟΥ
ΚΑΖΑΣ ΑΕΣΚΟΒΙΚΙΟΥ
273
ΜΙΧΆΛΗΣ ΚΟΚΟΛΑΚΗΣ
Μεσαριά Χ· 4 23 40 37
Μοναστήρι 38 Χ· 4 25 47 52
Μπελσούκι [Πυξαριά] τ. 3.30 24 43 49
Μποντσικό [Πωγωνίσκος] Χ· 5 35 105 125
Μπρέστανη Χ· 5.30 37 69 54
Ντάρδεσι χ· 4.30 11 24 27
Ντελβίνα χ· 5 69 219 176
Ντερμάρι χ· 5 14 26 27
Οστανίτσα [Αηδονοχώρι] τ. 4 72 202 169
Περάτι Χ· 2.30 30 80 92
Πέστανη χ· 4 61 154 145
Πλάβαλη [Αγ. Βαρβάρα] τ. 4 60 149 155
Πόδα Χ· 4 69 212 192
Πομπίτσικο χ· 1 31 76 79
Ποστένιανη39 χ· 2 105 208 197
Πυρσόγιανη40 χ· 7 293 943 848
Ράντανη χ· 2.30 130 353 358
Ραντάτι χ· 1.30 59 89 90
Ραντοχόβα χ· 2 40 115 106
Σάλεσι χ· 3 74 246 255
Σαραντάπορο χ· 2 9 11 11
Σγουραλέτσι χ· 3 21 95 94
Σέρανη χ· 2 30 78 78
Στράτσανη [Πύργος] χ· 5.30 185 537 454
Συκιά χ· 5 8 11 15
Τορανίκι τ. 4 10 40 32
Τσαρσόβα Χ· 3 84 255 246
Τσέρτσικο Χ· 1 59 125 115
Χοσέτσικο Χ· 3 24 67 54
274
Η ΤΟΥΡΚΙΚΉ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΉ ΤΗΣ ΗΠΕΊΡΟΥ
ι*\+**:\ ( " · )
^tf-w-y?
Λ
-iij I c*L» ρ11 l'j/â
iS* ' * I " ΑΓ· ! Η η | * · Α ί
9
<^ui ^.AÌL-**·/* JJk»
**>"
IH» ν
MÌA
Ο πίνακας των χωριών του καξά του Μετσόβου (σελ. 210 της Στατιστικής).
275
ΜΙΧΆΛΗΣ ΚΟΚΟΛΑΚΗΣ
ΚΑΖΑΣ ΜΕΤΣΟΒΟΥ
ΣΑΝΤΖΑΚΙ ΑΡΓΥΡΟΚΑΣΤΡΟΥ
ΚΑΖΑΣ ΑΡΓΥΡΟΚΑΣΤΡΟΥ
276
Μ Μ Μ z: 2
η ο
a aaa 00» a
O ο» co
^ ^ w y
ο» Ρ co Ο»
>· κοOS •οs0 -
J>>Q ο Ob
VI <λ
Q
yaq
ιστα
στρο
s Ι
•5
îsqwlw
•ο Ί
Ti 03
^ 1ηΓ
»
X X X Η W Η Η Χ W X X X X X X Η Χ Χ Χ Χ Χ Χ Η Χ Χ Η Χ Χ
Κ) Μ α ui υι ιο Ρ KJ SI
Ιο lo lo lo KJ lo lo lo lo lo
k> lo
Ο ο ο
ο ο ο ο ο ο ο ο ο
Σούχα 47 τ. 2.30 11 52 40
Στεγόπολη 48 Χ· 2 73 217 219
Στόγιανη τ. 2.30 4 20 32
Σωτήρα Χ· 9 107 451 454
Σωφράτικα Χ· 2 46 141 137
Τεριχάτι χ· 3 77 224 229
Τρανουσίστα τ. 2 13 54 41
Φραστανή Χ· 3.30 42 91 107
Χάσκοβο Χ· 2.30 38 131 138
Χουμελίτσα Χ· 3 36 54 43
Χρυσόδαλη Χ· 6.30 55 114 106
ΚΑΖΑΣ ΠΩΓΩΝΙΟΥ
47. swzr
48. asqwpwl
49. dwmlw
278
Η ΤΟΥΡΚΙΚΉ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΉ ΤΗΣ ΗΠΕΊΡΟΥ
50. Μεταφράζω κατά λέξη τον τουρκικό χαρακτηρισμό eser-i cedid, που με όλη του την ασά
φεια δεωρώ ότι παραπέμπει στο vcoouajato τότε συνοικισμό Μετζητιέ (σημ. Κεφαλόβρυσο)
51. trpaç (γρ. tryax)
52. flwmw (= Φλωμό)
279
ΜΙΧΆΛΗΣ ΚΟΚΟΛΑΚΗΣ
ΚΑΖΑΣ ΠΡΕΜΕΤΗΣ
Όνομα Απόσταση Αριδμός Πληθυσμός
από Πρεμετη χανεδων Αρρένων/Θηλέων
Κασαμπάς της Πρεμετής1
{από Αργυρόκαστρο ώρες 8) 606 1236 1182
Αργκόβα 54 Χ· 3.30 25 80 67
Βαριμπόπι τ. 3.30 7 19 16
Βελτσίστι Χ· 3.30 13 43 34
Βινάχου τ. 3 15 53 59
Βινοκάσι Χ· 8 63 152 120
Γκίγκαρη τ. 2 10 45 38
Γκορίτσα τ. 6 31 59 64
Γκοσνίστι Χ· 3 11 37 37
Γκραμπόβα Χ· 2 22 65 62
Γκραμπόβα Πέρα Χ· 2.30 10 31 26
Ζέπα Χ· 5 54 145 126
Ζεπόβα Χ· 7 92 278 235
Ζερέτσι Χ· 3.30 4 9 11
Ζλεουσα 55 Χ· 2 35 92 67
Καΐτσα τ. 8 80 293 235
Καλιούδι Χ· 2.30 17 57 52
Κανικόλι56 Χ· 4 6 32 19
Κιλιαρίστι Χ· 1.30 45 125 115
Κλεισούρα Χ· 5 255 636 551
Κοσίνα Χ· 1.30 22 74 61
Κοσόβα Χ· 3.30 69 263 249
Κούκιαρη Χ· 3 29 97 76
Κούταλη 57 Χ· 0.30 1 4 6
Λεούσα χ· 1 60 137 142
Λεσκο6έτσι χ· 6 25 59 51
Λιμπιβάνη χ· 3 34 113 100
Λιούσνια χ· 3 30 50 35
Λίπα χ· 0.45 39 86 93
Λιποστίβανη χ· . 3.30 19 35 37
Λισίτσα χ· 1.20 30 92 86
Μάξανη χ· 8 78 217 189
Μαλέσοβο χ· 4 278 743 795
Μαλιμπάρδα χ· 1 6 22 16
280
· € Χ Θ Η Η Η Η Η Η Η Μ Μ Μ Μ * 0 ' τ 3 5> a a
Ο « CO >» g» O CO.
a E aΡ - -tfο ·Ηζ ζ ζ £ £
SJa
Ss •Ό Τ= "Ρ π Ρ Ρ Ο
ο
« 8* "8 ο Ti
&g ο ._,
Q « ^. ^
χ
° § 2 Ό ^ s=
-ο e Ρ g 3 M» Q
Ρ.
.3 Ρ- >» 5 >>
> ο ? <* Ο^ Ρ 3
Μ "Ο •= ρ os
Q -3
< Ρ
Q
Ρ
«η
χ χ χ χ χ χ χ χ χ χ χ χ χ χ χ χ χ χ χ χ χ χ χ χ χ χ χ χ χ
v J W W v J K J U ) O W ^ ^ O W ^ O \ v l W M O \ I O U J i * . 0 0 U U ) J i M U ) O
ο ο Ο VJ1 ο ο
\JI K j —> - J tO Os ^4 ^ ΙΟ Η ι ON U) KJ KJ Ο 00
Jk M 00 s j W V A J O U I O N I ^ U I O N O O O U J O V ^ O O O O
KJ _ _ I— I— >— _
v l O i s l O W O N ^ U l ^ W - ^ a W O O_ . , u « « u i o \ a w M O\OOVJI*-
v o u > ^ J O J ^ K J O 4 ^ * - 1 0 0 * J ^ · — ' Ο NJ
ΜΙΧΆΛΗΣ ΚΟΚΟΛΑΚΗΣ
Βερτσίστι Χ· 2 15 33 . 39
Βιτίστι59 Χ· 2.30 21 46 47
Γκοροσίανη Χ· 3.30 35 115 100
Γκοστιβίστι60 Χ· 2.30 49 138 152
Γκοστομίτσκα60 Χ· 2.30 29 47 47
Γκραμπότσκα Χ· 4.30 35 113 82
Έλμεσι61 Χ· 6.30 17 52 52
Ζαβαλιάνη Χ· 2 74 227 175
Κακόσι Χ· 2 12 39 41
Κεσιμπέσι (;) 62 Χ· 3 43 138 107
Κινάμι Χ· 3 46 164 104
Κομπλιάρα 63 Χ· 3 62 201 169
Κοστρέτσι Χ· 2.30 33 113 83
Κρεσόβα Χ· 3 49 158 107
Λιούπτσκα Χ· 3 78 305 297
Μέλτσκα Χ· 4 32 77 68
Μίτσανη Χ· 3 96 304 251
Νικολάρα Χ· 3.30 15 30 34
Ογκρένι Χ· 2.30 75 219 233
Παναρίτι Δαγκλής Χ· 6 311 771 834
Πίσκαλη Χ· 4 25 58 56
Ραντοβίτσκα Χ· 3.30 83 201 165
Σελενίτσα 64 χ· 0.30 68 162 157
Σίανη χ· 3 31 51 49
Σορόπουλι χ· 2 38 131 108
Στερνέτσι χ· 2 38 75 86
Τέπερι χ· 2 8 32 24
Φράσαρη, έδρα της μουδιρίας χ· 239 577 571
282
Η ΤΟΥΡΚΙΚΉ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΉ ΤΗΣ ΗΠΕΊΡΟΥ
ΚΑΖΑΣ ΤΕΠΕΛΕΝΙΟΥ
Όνομα Απόσταση Αριδμός Πληδυσμός
από Τεπελένι χανεδων Αρρενων/Θηλεων
Κασαμπάς του Τεπελενίου 65
(από Αργυρόκαστρο ώρες 7) 79 253 250
Αληκομίμαϊ Χ· 7 12 43 34
Άρζα Χ· 5 102 291 280
Αχμανίκαϊ Χ· 4 29 45 39
Βασιάρι με τη Μιρίτσα & την Τσερίλι*Χ· 4 110 321 308
Βελικιώτι 1 30 62 63
Γκλάβα Χ· 7 95 200 208
Δέμπλιανη Χ· 6 160 438 435
Ζαμποκίκα Χ· 4 131 294 283
Ζέη Χ· 8 95 302 292
Ισβόρι Χ· 5 74 212 177
Καλιβάτσι Χ· 6 98 326 308
Καμτσίστι Χ· 5 25 61 83
Κασίστι Χ· 3 73 204 191
Κεσαράτι με τη Σίριανη66 Χ· 4 80 134 130
Κόμαρη Χ· 7 40 105 114
Κόντρα τ. 2 17 36 37
Κόντσκα Χ· 9 37 76 102
Κόστανη Χ· 5 50 125 193
Κράχασι με το Σταραβέτσι Χ· 7 178 434 393
Λάμποβο μεγάλο Χ· 4 121 348 353
Λάμποβο μικρό Χ· 4 58 164 165
Λέβανη Χ· 7 104 270 266
Λέκλη Χ· 2 70 231 209
Λιαπ-Μαρτολόξι Χ· 4 18 52 49
Λίαρη Χ· 8 41 122 128
Λιουξάτι Χ· 1 118 259 277
Λιουφτίνια Χ· 6 110 311 321
Μαρίτσανη Χ· 4 75 214 195
Μ ατοχασάνάι 67 Χ· 6 81 260 200
Μεμαλίανη Χ· 2 51 141 96
Μετξογκοράνη68 Χ· 3 117 247 247
Μπέντξα Χ· 2 127 335 392
Μπεσίστι Χ· 1 44 103 104
Μπιδούκι Χ· 8 16 50 49
283
ΜΙΧΆΛΗΣ ΚΟΚΟΛΑΚΗΣ
284
Η ΤΟΥΡΚΙΚΉ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΉ ΤΗΣ ΗΠΕΊΡΟΥ
ΚΑΖΑΣ ΔΕΛΒΙΝΟΥ
285
ΜΙΧΆΛΗΣ ΚΟΚΟΛΑΚΗΣ
Κασίμ-Αλήμπεη 75 [Νεοχώρι] τ. 5 5 16 17
Κεσαράτι τ. 9 14 46 54
Κογκότσι Χ· 1.30 4 6 9
Κομάτι τ. 8 9 45 53
Κοπάτσα Χ· 2 50 174 165
Κουλουρίτσα τ. 5 8 35 32
Κρανιά τ. 2.30 23 83 54
Κρόγκι Χ· 3 28 95 85
Κώσταρη Χ· 1 19 43 43
Λαξάτι τ. 6 32 72 53
Λεσνίτσα επάνω Χ· 8 95 318 294
Λεσνίτσα κάτω Χ· 7.30 100 388 347
Λευτεροχώρι τ. 1 40 137 143
Λιβίνα Χ· 2.30 13 70 39
Λίντισδα76 [Παλιό Ασπροκκλήσι] τ. 10 39 99 99
Λούκοβο Χ· 5 58 192 175
Λουψάτι τ. 6 4 19 12
Λυκούρσι με την Τσούκα τ. 3.30 10 28 44
Μάλτσανη Χ· 7 27 82 66
Ματομάρα τ. 1.30 2 4 4
Μαυρόπουλο τ. 1 5 22 14
Μεμόραχη τ. 4 8 12 8
Μεμούς-Μπέη [Πλάκα] τ. 6 9 42 29
Μεσοπόταμο επάνω τ. 1.30 8 44 28
Μεσοπόταμο κάτω τ. 1.30 6 16 23
Μετόχι τ. 9 16 13
Μουξίνα τ. 4 113 272 261
Μουλά-Μουσά τ. 3.30 4 10 4
Μουρσί τ. 8.30 89 326 265
Μουτσοπολίτι τ. 3
Μπραϊλάτι Χ· 1 25 49 45
Ναβαρίτσα Χ· 3.30 54 121 125
Νιβίτσα Μπουμπάρι Χ· 3 124 302 252
Ντερμίσι τ. 4 5 17 13
Ομέρ-Εφέντη [Φυτώρια] τ. 3 11 40 39
Πάλη τ. 3 8 29 13
Παλιαυλή 77 Χ· 2 26 70 76
Παντελεήμων Χ· 7.30 47 91 69
286
Η ΤΟΥΡΚΙΚΉ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΉ ΤΗΣ ΗΠΕΊΡΟΥ
78. pykras (= αλβ. Piqeras) 79. hbdr aga (γρ. hydr aga = Χαϊντάρ-Αγά)
287
ΜΙΧΆΛΗΣ ΚΟΚΟΛΑΚΗΣ
ΚΑΖΑΣ ΚΟΥΡΒΕΛΕΣΙΟΥ
80. aftry
288
Η ΤΟΥΡΚΙΚΉ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΉ ΤΗΣ ΗΠΕΊΡΟΥ
ΣΑΝΤΖΑΚΙ ΜΠΕΡΑΤΙΟΥ
ΚΑΖΑΣ ΜΠΕΡΑΤΙΟΥ
289
It
Χ Η Χ Η Χ Χ Χ Χ Χ Χ Η Η Χ Η Χ Χ Η Χ Η Χ Χ Χ Χ Χ Η Χ Χ Χ Χ
i i M
u i w i O \ M » w o w > O N j u - w w o ^ o « o a w u o o w ^ w ^ ^
_ i o * j •&. © Ο 4^ui^Jtovjj>jtoto^o
*«J J*· Os Ο 0 \ U> o o s i K j N - α ω α ^ α *J tO ^ 1
Η ΤΟΥΡΚΙΚΉ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΉ ΤΗΣ ΗΠΕΊΡΟΥ
86. labazte
87. Σήμερα λέγεται Malas-Gropë (=Μάλιασι-Γούβα)· εδώ ίσως υπόκειται το αλβ. jaz (=αυλάκι)
88. âg yayla (τουρκ.= «Άσπρο θέρετρο» ή «ορεινή βοσκή»), έννοια συγγενική προφανώς με
το αλβ. Mali-Bardhë (=Ασπροβούνι) στα νότια του Μπερατιου
89. marbnelr 90. maçkwlw'are
291
ΜΙΧΆΛΗΣ ΚΟΚΟΛΑΚΗΣ
Μπάλτσι 91 χ. 8 29 78 81
Μπάνανι τ. 4 22 97 103
Μπελίνα τ. 7 19 87 95
Μπελισόδα χ. 10 115 327 318
Μπέρσι 92 χ. 5 27 88 82
Μπιεσόβα χ. 4.30 91 273 267
Μπίλτσα τ. 2 15 32 45
Μπιστροβίτσα χ. 4 62 211 189
Μπογδάνι χ. 3 46 106 106
Μπόλιανη χ. 2 41 98 105
Μπουνάτσα τ. 10 11 52 38
Μπουσμάδι χ. 11 89 229 242
Μπρέστανη 93 - Μουσουλμάνοι του χωρίου 2 37 110 108
Μπρέστανη 93 - Χριστιανοί του χωριού 2 74 220 156
Νέο τσιφλίκι Πόσνιας 3 11 56 35
Νέο τσιφλίκι Στρούμι 5 11 63 63
Νόβανι με το Σιράκ ι94 χ. 7 45 190 188
Νοβοσέλια τ. 6 21 54 43
Ντομπρονικι - Μουσουλμάνοι του χωριού 1 46 125 120
Ντομπρονικι - Χριστιανοί του χωριού 1 36 49 48
Ντονοφρόσα Χ· 4 14 130 131
Ντούκασι μεγάλο Χ· 8 33 108 104
Ντούκασι μικρό Χ· 9 15 53 57
Ντουσνίκι Χ· 1 46 96 99
Ντουχάνασι95 Χ· 1 57 144 143
Ντρένια 96 Χ· 6 39 91 94
Ντρενόβα 96 Χ· 9 110 312 275
Ντρενόβα 96 με τη Μπελίτσα Χ· 5 59 91 94
Ντρενοβίτσα96 τ. 5 59 240 217
Ντρίξα97 επάνω τ. 3 2 8 10
Ντρίξα97 κάτω Χ· 3 10 28 34
Ντριξάρα Χ· 12 111 230 186
Ορίξα με τη Μοράβα χ· 1 40 180 128
Οσμάν-Ζέξα χ· 5 84 282 225
Οσόγια χ· 8 21 75 60
Ουξνόβα χ· 1 42 119 126
Παλικέστι χ· 1 26 59 53
91. bain (γρ. bals = αλβ. Ballsh) 95. dwgas (γρ. dw'nas= Ντουάνας)
92. aymrs (πβ. αλβ. Mbërs) 96. andrn- (= αλβ. Ndren-)
93. pr§tan 97. dwryze (= Ντόριξα)
94. /»ve m' syraka
292
Η ΤΟΥΡΚΙΚΉ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΉ ΤΗΣ ΗΠΕΊΡΟΥ
293
ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΟΚΟΛΑΚΗΣ
294
Η ΤΟΥΡΚΙΚΉ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΉ ΤΗΣ ΗΠΕΊΡΟΥ
ΚΑΖΑΣ Α Υ Λ Ω Ν Α Σ
Αλμπάνι 106 τ. 3 36 97 70
Αμονίτσα Χ· 5.40 33 95 67
Αρμένι Χ· 3 86 313 271
Άρτα 107 χ· 0.40 175 555 525
Βάιζα τ. 7 127 274 222
Βεξντανίστι τ. 2.45 29 106 108
Βέλτσα τ. 8 184 337 293
Βοντίτσα τ. 3 25 62 75
Βράνιστα τ. 10 151 586 418
Γκερνέτσι108 Χ· 4.30 28 76 58
Γκιόνμι Χ· 7 94 185 197
Γκορίστι Χ· 5 214 480 637
Γκραμπιάνη Χ· 1.45 24 41 47
Γκρύκα-Πίσα τ. 5.30 25 48 65
Γουμενίτσα Χ· 6 70 198 154
Δουκάτι Χ· 8 350 467 591
Ιντρίξι τ. 3.30 7 29 36
Κάνινα Χ· 1.30 236 594 628
Καρμπουνάρα Χ· 4 89 262 223
Κερκόβα109 Χ· 2 19 74 70
295
ΜΙΧΆΛΗΣ ΚΟΚΟΛΑΚΗΣ
Κισμπάρδα Χ· 1.30 22 47 42
Κούδεσι Χ· 8 689 1366 1137
Κροπίστι Χ· 3 42 143 130
Λακατούντι110 Χ· 2 47 165 136
Λεπενίτσα Χ· 7.30 37 82 65
Λιαπάρδα 111 Χ· 4 76 230 190
Λιουμπόνια Χ· 2.30 7 41 33
Μαλκέκι Χ· 5 46 102 108
Μαρτίνα Χ· 5 24 70 62
Μαυρόβα Χ· 3.30 117 313 265
Μεκάτι Χ· 2.30 51 142 113
Μιφόλι Χ· 3.30 32 149 175
Μουρίξι Χ· 4 18 46 44
Μπαμπίτσα τ. 1 61 67
Μπαρό τ. 1.30 8 10
Μπεσίστι τ. 3 38 143 131
Μπεστρόβα τ. 1.30 27 53 64
Μπισάνι τ. 4 38 179 168
Μπουναβί τ. 1.30 17 42 40
Μπράταϊ 112 Χ· 7.50 117 230 232
Νοβοσέλια τ. 3.15 28 106 105
Ντρασοβίτσα Χ· 2.30 85 225 337
Παναγιά Χ· 2 43 130 140
Πέμπτος μύλος113 τ. 1.30 5 6
Πενκόβα Χ· 2 18 55 56
Πέτα μεγάλο και μικρό τ. 3 11 17 13
Πισκοπή Χ· 2.30 29 74 70
Πιτσάρι Χ· 2 3 22 12
Πόρος Χ· 4.30 29 86 90
Ραδίμα Χ· 3 81 199 200
Ρισιλί τ. 1 25 92 92
Ρόμσι Χ· 3.30 125 324 269
Σβερνέτσι Χ· 2 46 113 97
Σγουράτι τ. 3.10 7 6 1
Σελενίτσα114 τ. 3.15 36 97 102
Σκραπάρι τ. 2.30 14 35 37
Σκροφοτίνα τ. 2.45 21 54 59
296
Η ΤΟΥΡΚΙΚΉ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΉ ΤΗΣ ΗΠΕΊΡΟΥ
ΚΑΖΑΣ ΓΚΟΣΝΙΤΣΚΑΣ
Βάλια Χ· ΙΟ 10 22 31
Βελέσνια Χ· 9 31 100 111
Βεντρέσα Χ· 12 121 288 286
Βεσέστα Χ· 5 45 133 181
Βιδάνι Χ· 10 33 59 57
Βιρξέξα Χ· 7 92 322 334
Βισάνι Χ· 9 15 33 32
Βισότσκα Χ· 13 45 74
Βοκοπόλια Χ· 10 73 240 251
Γκεργκιόβα Χ· 3 39 75 91
Γκερμένι Χ 6 19 52 57
115. awçqranda§ (=τουρκ. Uçkarmda§ η Uçkardej, δηλ. «Τρία Αδέρφια», όπως και το αλβ.
Trëvllazër)
297
ΜΙΧΆΛΗΣ ΚΟΚΟΛΑΚΗΣ
ιασι
ιστα
y 7" *2χ
λένα
ιμαρι
λιανή
μπανι
ΪΓ Ρ 9
βρανη
στένα
to ΙΟ
ρένιασι
to Q to U1
α «ο
00 Ρ -J
υγιανικου
"C §χ
ιερδένι ε
ιερδένι κ
ρομπονια
αρασπόαρ
biyner
drwze
*" Q
mnwst
Ι Ρ» U Ρ
3
η
v; Ρ- *~
a ^
•9 δ e Ι
χ χ χ χ χ χ χ χ χ χ χ χ χ χ χ χ χ χ χ χ χ χ χ χ χ χ χ χ
to to to ΙΟ
00 •xj 0\ y
Ό W x J l x l l x l O O « O O O O A I x l t O W W O ^ M M x 3 - W O » J O \ ( O W O O
BMJ
»ι
ϊ
η
ι Ό
Κ<! ^ ς
Ι
U> .—ι Ο Ο χ Λ — ' 00 ω Μ <-' · — ' » W W 00 ι— .-* UJ Μ (Ο α Μ O J ^ V O K J
u a t o u i o o O ' - ' O u i a o ^ ^ o o O ' ^ w o o o o o ^ ^ u i ^ v i ^ v i o
- 1
I — ' « — i · " « — yjj ι—ι VjJ ·—' ι—ι i—' VjJ
^ ^ a O o t ^ ^ o w o v u M i ^ u w u ^ w O K j i t i c e - x j ^ i x i v o w M u
l
Ο © " — O O J 4 ^ ^ J O * O U ) K > 0 \ x V l K J ^ - v O V / l O O * - ' U l · — ' Ul iti I-ivo·—' K>
ΜΙΧΆΛΗΣ ΚΟΚΟΛΑΚΗΣ
Σλιατίνα Χ· 7 31 95 113
Σπαθάρα Χ· 7 70 164 156
Σπατάνι Χ· 8 23 75 70
Σταραβέτσκα Χ· 4 76 136 153
Στραφίτσκα Χ· 7 33 84 70
Στρόρα Χ· 8 32 89 121
Τερόβα Χ· 12 31 97 87
Τουρμπεχόβα 129 Χ· 4 13 57 73
Τρέμπλια Χ· 8 38 79 67
Τσέπανη Χ· 10 58 139 150
Τσερενίστι Χ· 6 13 27 36
Τσερίτσα Χ· 10 42 103 115
Τσεροβα Χ· 10 19 54 52
Τσοροτάτι Χ· 9 14 58 62
Φλιόκι Χ· 6 16 35 44
ΚΑΖΑΣ ΛΙΟΥΣΝΙΑΣ
Όνομα Απόσταση Αριδμός Πληδι ισμός
από Λιουσνια χανεδων Αρρενων/Θηλεων
Κασαμπάς της Λιούσνιας
(από Μπεράτι ώρες 8) 222 744 760
Αλημπέανι τ. 5.30 23 94 89
Άλκανι τ. 2.30 10 26 30
Αλπράντανι χ· 9 29 31
Αρδενίτσα χ· 4 21 56 66
Βάδιξα τ. 14 40 36
Βάναρη τ. 5 14 46 47
Βερί τ. 3.30 31 131 130
Βλασούκου τ. 5 21 54 64
Βοϊκάνι τ. 4 24 83 97
Γιαρουχά130 τ. 4 15 11
300
Η ΤΟΥΡΚΙΚΉ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΉ ΤΗΣ ΗΠΕΊΡΟΥ
301
ΜΙΧΆΛΗΣ ΚΟΚΟΛΑΚΗΣ
Καμενίτσα τ. 4 10 10
Καμτσίστι χ· 3 42 169 162
Καντίανι134 τ. 1.30 6 21 26
Καντιπάσανι134 τ. 3 32 147 119
Καρμπουνάρα χ· 1 193 596 610
Κασάρανι χ· 1 7 35 40
Κασιμπέανι135 τ. 3 31 148 128
Κεμίστανι τ. 32 110 110
Κένασι τ. 6.15 12 58 62
Κερέτι τ. 12 43 50
Κιάρι Ελμπασανιού τ. 8.30 7 22 18
Κιάρι Πασά τ. 8.30 8 34 40
Κοξάρα τ. 3.30 31 152 139
Κολικόντασι τ. 5 16 57 53
Κολωνία τ. 4 40 139 127
Κονιάτι Χ· 2 23 70 84
Κοσόβα μεγάλη Χ· 3 40 122 130
Κοσόβα μικρή Χ· 3 22 41 65
Κότσανι τ. 2 15 49 61
Κουλιάρι τ. 5 46 152 136
Κούντια τ. 3.30 9 30 26
Κουριάκασι τ. 5 6 27 28
Κουρκούτασι τ. 8 17 63 58
Κραβαστά τ. 5.30 43 132 131
Κρούατι επάνω τ. 1.30 29 131 101
Κρούατι κάτω τ. 1.30 63 265 271
Κρυεγκιάτα136 τ. 13 48 38
Κρυεκούκι136 τ. 3.30 35 111 100
Λέβανη Σαμπάν τ. 8 35 103 93
Λιμπόφσα τ. 5 63 248 202
Λιουμδι τ. 2.30 15 57 60
Λίφανι παλιό και νέο τ. 2 10 63 67
Μάξανι τ. 3 13 67 81
Μαρίνασι τ. 5.30 18 41 44
Μάτκα Δεσπότη τ. 7 22 127 113
Μεκίστι τ. 5 10 18
Μέμκανι με το Φίκοι τ. 8.30 18 57 39
302
Η ΤΟΥΡΚΙΚΉ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΉ ΤΗΣ ΗΠΕΊΡΟΥ
303
ΜΙΧΆΛΗΣ ΚΟΚΟΛΑΚΗΣ
Ντούσκου Γκραμπιάνης τ. 4 11 28 30
Ντούσκου Πεκίνης τ. 2 38 128 122
Ντρίξα Μουρτεξάκα 143 χ· 6 30 118 100
Ουρεγκούρτα 144 τ. 6.30 4 16 12
Πετόβα τ. 42 119 97
Πετόσανι τ. 5 14 74 69
Πίρα τ. 3 22 110 120
Π ίσα τ. 9 5 14 18
Πλέμερα τ. 3 13 27 33
Πόγιανι τ. 7 28 93 65
Πόρος τ. 9 26 58 64
Πόρτεξα τ. 2 7 4
Ράμανι τ. 5.30 18 54 41
Ραντοστίνα Δήμου χ· 6.30 30 104 79
Ραντοστίνα Μουσλίμ τ. 6.30 24 102 91
Ραντοστίνα Μπεηλέρ χ· 6.30 8 28 35
Ράπεξα τ. 2.30 21 88 93
Ρέσι Κώτσου τ. 20 101 83
Ρέσι Λιμπόφσας τ. 5 7 27 19
Ρέσι Μποτσόβας τ. 5 20 24
Ρέσι Σταύρου τ. 8.30 10 31 31
Ρέμασι με το Πέρβασι τ. 4.30 32 105 89
Ροσομάνι τ. 5.30 20 65 70
Ρουγκάγια νέα τ. 4 5 32 24
Ρουγκάγια παλιά τ. 4 12 38 30
Ρούπανι με τη Στάνη τ. 2 22 114 101
Ρουστάμανι τ. 5.30 19 57 65
Σάκουι τ. 2 17 55 58
Σάλτσα Κοξάρας τ. 3 21 88 103
Σγκιάνα Χ· 2 11 27 37
Σέγκασι145 Χ· 2 42 142 126
Σεϊμένεξα146 τ. 3 6 19 28
Σέκι μεγάλο τ. 6 35 101 111
Σέκι μικρό τ. 5 20 69 57
Σέκι Μαρίνασι τ. 5.30 4 10 10
Σέκι Ράμανι τ. 5.30 16 46 36
Σέμανι τ. 5.30 35 146 134
304
Η ΤΟΥΡΚΙΚΉ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΉ ΤΗΣ ΗΠΕΊΡΟΥ
305
ΜΙΧΆΛΗΣ ΚΟΚΟΛΑΚΗΣ
Φιέρεξα Χ· 8.30 13 46 50
Φιέρι μεγάλο Χ· 3.30 152 458 432
Φιέρι Βεΐς μ π έ η τ. 3 14 78 59
Φιέρι Κοξάρας τ. 3.30 28 81 88
Φιέρι Σεγκάν τ. 2.30 11 26 27
Φιέρι Σέμανι τ. 3 15 47 50
Χαβαλέασι Εμλιάκιι τ. 7 10 38 37
Χαβαλέασι Κοξάρας τ. 3.30 14 41 54
Χαβαλέασι Τούξλα τ. 5 15 83 71
Χάίντάρανι Χ· 1 7 50 59
Χαλβατξίασι τ. 4 4 16 23
Χαλίλιανι τ. 3 40 184 178
Χαμίλι τ. 7 14 61 62
Χάντανι τ. 5 21 81 62
Χασαλί τ. 24 107 90
Χασμέτανι τ. 3.30 2 5 6
Χαστούρκανι τ. 5.30 19 70 70
Χοτξάρα τ. 11 50 42
ΣΑΝΤΖΑΚΙ ΠΡΕΒΕΖΑΣ
ΚΑΖΑΣ ΠΡΕΒΕΖΑΣ
151. wylaxw
306
Η ΤΟΥΡΚΙΚΉ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΉ ΤΗΣ ΗΠΕΊΡΟΥ
307
ΜΙΧΆΛΗΣ ΚΟΚΟΛΑΚΗΣ
ΚΑΖΑΣ ΛΟΥΡΟΥ
154. 'martw
308
Η ΤΟΥΡΚΙΚΉ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΉ ΤΗΣ ΗΠΕΊΡΟΥ
309
ΜΙΧΆΛΗΣ ΚΟΚΟΛΑΚΗΣ
ΚΑΖΑΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΙΟΥ
310
Η ΤΟΥΡΚΙΚΉ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΉ ΤΗΣ ΗΠΕΊΡΟΥ
Κόντρα Χ 3 17 49 53
Κορίτιανη Χ 4 23 57 54
Κορώνη τ 3 33 83 81
Κορωνόπουλο τ 4 28 54 63
Κοσοβίτσα [Αγ. Μαρίνα] χ 6 35 97 91
Κουρτέσι [Μεσοβούνι] χ 3 130 363 303
Κούτσι [Πολυνέρι] Χ 4 78 182 138
Λέδιξα168 [Λαδοχώρι] χ 5 14 36 26
Λιβαδάρι χ 1 31 78 83
Λιγοράτι [Καταβόθρα] χ 0.30 163 379 339
Λυκούρσι [Μεσοπόταμο] τ 3 13 56 58
Μαξαράκι χ 2.30 318 775 639
Μάνια τ 3 9 17 19
Μαυρούδι Χ 6 27 62 61
Μηλοκοκιά Χ 19 50 39
Μορφάτι [Μόρφι] χ 1.30 23 44 30
Μουξακάτι [Μουξακέϊκα] τ 5 29 62 66
Μούρη [Πηγή] χ 1 5 9 8
Μπεσερέ [Γεφύρι] τ 3.30 15 44 46
Μπετελένι 169 χ 6 13 40 32
Μπιρμπίλι [Αηδόνι] τ 5 13 17 22
Νεμίτσα [Βουβοπόταμο] τ 5 36 67 95
Νιοχώρι τ 3 15 27 25
Νίστα [Φασκομηλιά] τ 4 108 212 197
Νουνεσάτι χ 3 62 148 123
Πάργα, έδρα ναχιγιέ 3 377 893 809
Πέστανη [Κρυόβρυση] χ 4 43 125 106
Πλαταριά Χ 5.30 34 77 63
Ποταμιά τ 5 26 67 59
Ράπεξα [Ανδούσα] Χ 4 101 279 251
Ρετσάτι [Τροπαιούχος] χ 6 7 20 16
Ρίξιανη [Αγ. Γεώργιος] Χ 6 60 127 109
Σαλίτσα [Λάκκα] Χ 4 128 309 258
Σαράτι [Μύλοι] Χ 3 47 111 99
Σενίτσα [Ελευδέριον] Χ 1 55 166 138
Σενμερίξα Χ 6 24 53 43
Σκορπιώνα170 χ 36 105 93
Σμοκοβίνα [Συκοχώρι] Χ 1 33 102 91
as( wr w a
168 ldvôe ^' l ^ ^ (= Σκορμπόνια)
169. bdls
311
ΜΙΧΆΛΗΣ ΚΟΚΟΛΑΚΗΣ
171. tryqwbalyqw
312
τετράδια εργασίας
1. Κατάλογος Μικροταινιοθήκης. Φωτογραφήσεις εγγράφων, κατά
στιχων, χειρογράφων, εντύπων και προσωπογραφιών 1960-1980.
Έπιμ. Τριαντάφυλλος Ε. Σκλαβενίτης, 1982, σσ. ιδ'+4+137.
2. Καταγραφή εγγράφων, χειρογράφων, εντύπων Ρόδου καί Σύμης.
Έπιμ. Λουκία Δρουλια, Άλ. Πολίτης, Τριαντάφυλλος Ε. Σκλα
βενίτης, 1982, σσ. ι6"+59.
3. Γιώργος Μπώκος, Ελληνική Βιβλιογραφία. Άγνωστα επτανη
σιακά μονόφυλλα (1798-1817), 1982, σσ. 7+67.
4. Φίλιππος Ήλιου, Ελληνική Βιβλιογραφία 1800-1863. Προσ-
δήκες-Συμπληρώσεις, 1983, σσ. κα'+3+340.
5. Γιάννης Κόκκωνας, Κατάλογος των αρχετύπων της Έδνικής
Βιβλιοδήκης της 'Ελλάδος (με ένταξη των αντιτύπων τοΰ
Μουσείου Μπενάκη), 1983, σσ. ις'+80+8.
6. Κ. Κ. Σπηλιωτάκης, Άρχεϊον Μιχαήλ Ίατροϋ 1802-1893.
Γιώργος Σμπιλίρης, Αρχείο Δημητρίου Καλλέργη 1824-1867,
1983, σσ. 189.
7. Σεμιναριακά μαθήματα. Σπ. Άσδραχάς, Κ. Θ. Δημαράς, Π.
Μουλλάς, Β. Παναγιωτόπουλος, Γ. Τριανταφυλλίδου-Baladié,
Γ. Τσιώμης, 1984, σσ. η'+151.
8. Ε. Νικολάί'δης - Δ . Διαλέτης - Η . Αθανασιάδης, Τυπολογία των
βιβλίων των Θετικών και Φυσικών Επιστημών (1700-1821 ) .
Δημήτρης Αγγελάτος, Αρχείο Ανδρέα. Χ. Αόντου (1811 -1881 ) .
Χάρης Μ. Κουτελάκης, Βιβλιοθήκες Τήλου και Αστυπάλαιας,
1986, σσ. 95.
9. Νεοελληνικές Βιβλιοθήκες (Πος-19ος αι.). Μέρος Α': Γιάννης
Καράς, Πνευματικές εστίες κατά το πρώτο μισό τοΰ Που αιώνα.
Ή περίπτωση της Πατριαρχικής Βιβλιοθήκης Αλεξανδρείας.
'Αλέξης Πολίτης, Τέσσερις ιδιωτικές βιβλιοθήκες μέσου τύπου,
18ος αιώνας. Λουκία Δρουλια, Αογιοσύνη και βιβλιοφιλία. Ό
Δημήτριος Μόστρας και ή βιβλιοθήκη του, 1987, σσ. 308.
10. Βιβλιογραφικά. Συνεργάζονται: "Ολγα Αυγουστατου, "Ελλη
Δρουλια-Μητράκου, Ευφημία Χρ. 'Εξίσου, Φίλιππος Ήλιου,
Γιώργος Κεχαγιόγλου, Γιάννης Κόκκωνας, Χριστίνα Κουλούρη,
Ιωάννης Μαξαράκης-Αίνιάν, Π. Δ. Μιχαηλάρης, Γιώργος Δ.
Μπώκος, Βίκυ Πάτσιου, Πόπη Πολέμη, Δημήτριος Πολέμης,
313
Μαριέττα Σέρβου, Τριαντάφυλλος Ε. Σκλαβενίτης, Δημήτρης Σ.
Τσερές, 1988, σσ. 578. ISBN: 960- 7094-01-8.
11. Αίκ. Κουμαριανοϋ - Δ. Άγγελάτος, Αρχείο Κοδρικα. Γ.
Ροδολάκης. 'Οδηγός 'Αρχείου "Υδρας. Φλοριν Μαρινέσκου, Τα
ρουμανικά έγγραφα τοΰ Πρωτάτου και των μονών Ξηροποτάμου,
Κουτλουμουσίου, Διονυσίου καί 'Ιβήρων του Αγίου 'Όρους.
Πρόδρομη παρουσίαση, 1987, σσ. 224.
12. Florin Marinescou, Étude généalogique sur la famille
Mourouzi (1613-1980), 1987, σσ. 173+πίν.
13. Κομνηνη Πηδωνια, Παλαιοτυπα στις Βιβλιοθήκες των Ελλήνων
της Βιέννης. Κωνσταντίνα Κριαράκη, Δωρεά βιβλίων Θεόδωρου
Αυδεντόπουλου στο ΚΝΕ/ΕΙΕ. Γ. Μπαρούτας, Χαρακτικά νεο
ελληνικού ενδιαφέροντος από τη Νυρεμβέργη, 1987, σσ. 296.
14. 'Άννα Ταμπάκη, Ό Μολιέρος στη φαναριώτικη παιδεία. ΤρεΧς
χειρόγραφες μεταφράσεις, 1988, σσ. 242. ISBN: 960- 7094-02-6.
15. Η λαϊκή λογοτεχνία στη Νοτιοανατολική Ευρώπη (19ος και
αρχές 20ού αι.). Συνάντηση εργασίας 21 -22 Απριλίου 1988,
1995, σσ.171. ISSN: 1105-0845.
17. Περιηγητικά Θέματα. Υποδομή και Προσεγγίσεις. Επιμ. Λουκία
Δρουλια, 1993, σσ. 558, ISBN: 960- 7094-21.-2, ISSN: 1105-0845.
18. Πληδυσμοί και Οικισμοί του ελληνικού χώρου: Ιστορικά μελετή
ματα, Βασίλης Παναγιωτόπουλος, Λεωνίδας Καλλιβρετάκης,
Δημήτρης Δημητρόπουλος, Μιχάλης Κοκολάκης, Ευδοκία
Ολυμπίτου, 2003, σσ. 318, ISSN: 1105-0845-18.
19. The evolution of wooden shipbuilding in the Eastern Mediter
ranean during the 18th and 19th centuries. First International
Workshop, 1993, σσ. 152. ISBN: 960- 7094-18-2, ISSN: 1105-0845.
21. Αρχεία βιομηχανικών επιχειρήσεων. Ζητήματα διαχείρισης.
Πρακτικά σεμιναρίου ευρωπαϊκού προγράμματος "Leonardo
1995", Ασήνα, Δεκ. 1996, 1998, σσ. 180. ISBN: 960-372-002-Χ,
ISSN: 1105-0845.
22. Varban Todorov, Catalogue of Greek manuscripts and printed
books (l7th-19th century). The Collection in Nyiregyhaza,
Hungary. Contribution to the History of the Greek Diaspora,
1999, σσ. 216.
314
23. Hans Eideneier, Ulrich Moennig, Helma Winterwerb, Neo-
graeca in Germania. Bestände frühneugriechischer und
liturgischer Drucke des 16-18 Jahrhunderts in Bibliotheken des
deutschsprachigen Raums, 2000, σσ. 128. ISSN: 1105-0845.
24. Χαράλαμπος Χοτξάκογλου, 'Ελληνικά χειρόγραφα καί παλαιό-
τυπα στη σερβική όρδόδοξη βιβλιοθήκη τοϋ Άγιου Ανδρέα
(Szentendre) Βουδαπέστης, 2002, σσ. 269. ISBN: 960- 7916-24-
7, ISSN: 1105-0845.
25-26. Eastern Mediterranean Cartographies — Χαρτογραφίες της
Ανατολικής Μεσογείου. Επιμ. Γιώργος Τόλιας και Δημήτρης
Λούπης, 2004, σσ. 403. ISSN: 1105-0845-25/26.
315
ΤΟ ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ 18
ΠΛΗΘΥΣΜΟΙ ΚΑΙ ΟΙΚΙΣΜΟΙ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ
ΙΣΤΟΡΙΚΑ Μ Ε Λ Ε Τ Η Μ Α Τ Α
ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕ ΚΑΙ ΣΕΛΙΔΟΠΟΙΗΘΗΚΕ
ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΕΛΛΥ ΑΓΓΕΛΗ
ΣΤΟ ΤΜΗΜΑ ΜΗΧΑΝΟΓΡΑΦΗΣΗΣ
ΤΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ
ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ ΕΡΕΥΝΩΝ
ΜΕ ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΚΈΣ ΔΙΟΡΘΏΣΕΙΣ
ΤΗΣ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΔΕΔΕ
ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΤΙΣ
«ΓΡΑΦΙΚΕΣ ΤΕΧΝΕΣ Γ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ ΕΠΕ»
ΤΟΝ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟ ΤΟΥ 2003
ΣΕ 700 ΑΝΤΙΤΥΠΑ
ISSN 1105-0845