The Wayback Machine - https://web.archive.org/web/20251222100515/https://www.scribd.com/document/584090581/%CE%9D%CE%B5%CE%BF%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%A0%CF%81%CE%B1%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1-%CE%9A%CE%B1%CE%B9-%CE%9C%CE%B1%CE%B3%CE%B5%CE%AF%CE%B1-%CE%9A-%CE%92%CE%AC%CF%81%CE%BD%CE%B1%CE%BB%CE%B7%CF%82
0% found this document useful (0 votes)
208 views6 pages

Νεολληνική Πραγματικότητα Και Μαγεία .Κ .Βάρναλης

Κριτική του Κ. Βάρναλη στο βιβλίο του Δελμούζου ΄Δημοτικισμός και παιδεία¨ στο περιοδικό Αναγέννηση τεύχους Μαρτίου 1927
Copyright
© © All Rights Reserved
We take content rights seriously. If you suspect this is your content, claim it here.
Available Formats
Download as PDF, TXT or read online on Scribd
0% found this document useful (0 votes)
208 views6 pages

Νεολληνική Πραγματικότητα Και Μαγεία .Κ .Βάρναλης

Κριτική του Κ. Βάρναλη στο βιβλίο του Δελμούζου ΄Δημοτικισμός και παιδεία¨ στο περιοδικό Αναγέννηση τεύχους Μαρτίου 1927
Copyright
© © All Rights Reserved
We take content rights seriously. If you suspect this is your content, claim it here.
Available Formats
Download as PDF, TXT or read online on Scribd

$ 8 S

389
• Κ. Βάρναλη

πεΤρα ή πρώτη σου ψυχική αντίδραση του θυμού και της αηδίας υποχωρεί σέ
Κ. Β Α Ρ Ν Α Λ Η
μιά σατυρική διάθεση. Αυτή ή σατυρική διάθεση, αυτό τό κέφι, είναι λύτρωση.
Τότες όχι μονάχα δέ Ιητάς νάλλάξη ή κατάσταση, μά καί νά χειροτερέψη. « Ό σ ο
Ν Ε Ο Ε Λ Λ Η Ν Ι Κ Η Π Ρ Α Γ Μ Α Τ Ι Κ Ο Τ Η Τ Α ΚΑΙ ΜΑΓΕΙΑ χειρότερα, τόσο τό καλύτερο , είπε κι αυτός ό καταραμένος ό Μάρξ. Και τότε
τους μάγους όχι μονάχα δέν τους μισείς πιά, αλλά και τους αγαπάς. ' Ετσι αγα­
Α.
πάς μέχρι θανάτου τού^ δυο αντιπροσωπευτικούς τύπους της νεοελληνικής πραγ­
Μέ τρεις τρόπους μπορούνε να λυθούν τά προβλήματα, πού κάθε τόσο γεννά ματικότητας τόν κ. Χατζηδάκη και τον κ. Λελμούζο. Κι ανησυχείς γιά τήν υγεία
9 0 9
Γ) ζωή· μέ την Επιστήμη, μέ τη Βία, μέ τη Μαγεία· Στην Ελλάδα ή Επιστήμη τους, μην πάθουν τίποτα. Γιατί, όταν αυτοί σιωπήσουν, πώς τά πράματα θά χει­
ή δέν υπάρχει καθόλου ή, όταν ύπάρχη, περισσότερο θολώνει και μπερδεύει, παρά ροτερέψουν;
φωτίζει καί ταχτοποιεί τα προβλήματα Ό σ ο για τή Βία, είτε με την κοινοβουλευ­
τική της μορφή, έιτε μέ τή διχτατορική, αυτή λύνει τα περισσότερα μέ τρόπο
διαβάζω στήν έκθεση τή:; Επιτροπής τών δοσιλόγων γιά τή μικρασιατική
άμεσο και κατηγορηματικό. Ή Μαγεία δμως, δπως συμβαίνει σέ όλους τους προ>-
καταστροφή: Τά φυλετικά ελαττώματα είναι ή άρχο μανία, ή ζηλοτυπία, ό ηθό-
τόγονονς λαούς, πού εϊτε έχουν είτε δεν εχάυν προγόνους, ή διανόηση τους βρί­
νος και ό δπεράγαν ατομικισμός εκάστου Έλληνος, φανταζομένου, ότι όλη ή υφή­
σκεται στό προ-λογικό στάδιο, είναι δ αόρατος μοναρχίας, που δικαιολογεί τή Βία
λιο: στρέ<( εται περί αυτόν καί δΓ αυτόν υπάρχει, έναντι του Ιγώ του τά πάντα
και αντικαθιστά τήν Επιστήμη.
λησμονεί, τά πάντα θυσιάζει, μέχρις δτου ό ατομικισμός του παρασύρει καί αυτόν
Στον καιρό της Χαλιμάς, δποιος ήξερε νά πή :<σουσάμι , του άνόιγόντανε τον ίδιον ίϊς τό βάραθρον . Τό απόσπασμα αυτό είναι γραμμένο στη γλώσσα TOÌV
όλοι οί κρυμμένοι θησαυροί της γής. Στον καιρό τό δικό μας, πού οι πολύ χερο'- μορη ω μένων τάξεαον, τή γλώσσα τών αίθονσών! 'Αλλά καί στή δημοτική νά
πιαστές έννοιες θεωρούνται ανάξια ασχολία γιά τό υψηλό πνέμα, κλειδί όλων μεταφραστή, πάλε τό ΐδιο θά σημαίνη. Τό ίδιο συμβαίνει και μέ τους περισσό­
των μυστικών θησαυρών της ψυχής και της ζωής έγινε ή λέξη Ιδανικό. Κάτω από τερους αρχηγούς του δημοτικισμού, είναι μετάφρασες τών καθαρευουσιάνων. Τό
τόν αττικό ουρανό, οπού ή κρουσταλλένια γαλανάδα δέν έχει βυθό) όπου καθάριο
Ϊδιο δημοκοπικό, ατομικιστικό, ολιγαρχικό κι αντιλαϊκό πνέμα (εθνισμός και θρη­
(| ώς γεμίζει τά πάντα κι όπου τά πεύκα και τά κυπαρίσσια έχουνε ψυχη και περί­
σκεία κι επιστροφή στους προγόνους διά της γλιυσσης ) κινεΐ καί τούς ποίυτονς
γραμμα, δέν υπάρχει όρος πιό προσαρμοσμένος μέ τή νεοελληνική πραγματικό­
και τους δεύτερους.
τητα , μέ μόνη τή διαφορά, πώς του λείπουνε και φωτεινάδα και καθαρότητα
**+
και περίγραμμα και τις περισσότερες φορές — ψνχη·
9
Αλλ- άς ξαναγυρίσουμε στό παράπονου απόσπασμα, πού ό μεσαιωνικός ποιη-'
τής τό διατύπωσε κάπως καλύτερα.
Τ Ι θεία ΙΙρόνοκ/. μπορεί νά σέ προφύλαξη από τό δυστύχημα νάκούς τις «Τρία πράγματα χαλάσασι την Ρωμανίαν δλην: δ φθόνος, η φιλαργνρία καί §
ανοησίες των ανθρώπων. Δέ μπορεί δμως λ'ά σέ προφύλαξη κι από τήν περιέρ­ κενή ελπίοα».(*) Σπάνια σέ δημόσιο έγγραφο εΙπώθηκε Ινα τέταρτο αλήθειας, δπως
γεια νά τις διαβάτης. Και ή περιέργεια τιμωρείται. Κάθε φορά, που άγγίξης ρωμέϊκο εδώ. Βέβαια ή διάθεση τής Επιτροπής ήτανε τραγική, δμως έχει μέσα της κι ένα
βιβλίο, σέ πιάνει ένα προκαταβολικό ρίγος. Είναι ή ηδονή του κινδύνου, πού αρ­ απόμακρο χιούμορ. Ό χαραχτήρας αυτός δέν αφαιρεί από τό απόσπασμα τήν αλή­
χίζει. Και αυτή τήν ηδονή, δπως όλες τις ηδονές, θά τήν πλήρωσης ακριβά. Έ ν α θεια του. Ό μ ω ς ή αλήθεια αυτή είναι πολύ μεγαλύτερη, άν την μετατόπισης στή
αϊστημα αηδίας θά σου μείνη γιά κάμποσες μέρες κατόπι. ζωή του πνέματος. Τότε θα παρατήρησης, πως τό εγώ όχι μονάχα συγκεντρώνει
Βέβαια, ή μαγεία είναι μιά ψευτιά. Στην ποίηση και στην τέχνη μπορεί νάναι καί κινεΐ τόν κόσμο, δπως ό "Ερωτας τό μεσαιωνικόν ουρανό μέ τάστρα,
και δύναμη, φτάνει τό αποτέλεσμα της (τό ώραΐο) νά τή δικαίωση. Ό μ ω ς στην L'amor, clic m o v e il ciel e Tartre stelle
(Ντάντες).
επιστήμη; Μπορεί νά τήν πης ντροπή του πνέματος, αλλά σαν ίκανοποιή κι αυ­
τούς, πού τήν κάνουν, κι αυτούς, πού τή δέχονται, τότε δέν είναι εξαίρεση, μά αλλά είναι και πηγή κάθε αλήθειας. Αλήθειας υποχρεωτικής γιά όλους. Αλλιώς
φαινόμενο ομαδικό, είναι κατάσταση». Και φτάνει νά ύπάρχη αδτή ή κατάσταση, τι ίγώ θα ήτανε, άν οί άχτιδοβολιές τον δέν είναι απόλυτες, καθολικές κι αιώνιες;
γιά νάναι και νόμιμη και ϊσως (γιατί όχι;) και γόνιμη. Γ Γ αυτό αν περί μένη - τόν
* **
δνθρωπο, δηλ. τό άτομο , πού Οά τήν άλλάξη, είσαι ενας ουτοπιστής. Πρέπει
Β

περισσότερο νά περιμένης τό Σίμωνα τό Μάγο ή τόν Απολλώνιο τόν Τυανέα, 0 εγωκεντρικός ανθρώπινος τύπος παρουσιάζει τρίο. κλινικά σημάδια α) δέν
που θα τή δυναμωση και θά τήν ολοκλήρωση σέ αθάνατο τύπο. αμφιβάλλει γιά τόν εαυτό του' β) δέν αμφιβάλλει γιά τις ιδέες του καί γ) δέ φαν­
3
τάζεται) πώς άλλοι μπορούνε νά σκέφτονται καλύτερα άπ' αυτόν. Ά λ λ όπου δέν
υπάρχει αμφιβολία, εκεί μπορεί νά ύπαρξη μαγεία, όχι όμως, καθώς λένε τά έγχει-
"Αμα δικαιολόγησης Ινα κακό (βρής τήν αιτία του), λέει πάν ο υ-κάτο υ ό
Ρενάν, τότε παύεις πιά νά θυμώνης ενάντια του». Έ τ σ ι μέ τόν καιρό και τήν ') Φιλαργυρία είναι να ί>ποτάζης τα πάντα πτο υλικό πυμφέρο· κενή ελπίδα ή ουτοπία.
390 Νεοελληνική πραγματικότητα και μαγεία 391
Κ. Βάρναλη

ρίδιιτ κοί! (φιλοσοφία. Κι όπου υπάρχει μαγεία, έκεΐ δέν υπάρχει γατριά. Γιατί φορεΐ. Μια φορά κι έναν καιρό ό μακαρίτης Μιστριώτης αρνιότανε, πώς ή Γλωσ­
άν για τά παιδιά τά 15 τους χρόνια είναι ή κρίσιμη σωματική και ψυχολογική σολογία είναι επιστήμη, γιά νά μπορή άνετα νά πονηρεύεται εις βάρος τής γλωσ­
τους ηλικία, τά 40 είναι ή κρίσιμη πνευματική ηλικία τών ώριμων. Ό π ο ι ο ς μετά σάς και νά τής ζητά εισιτήριο γιά'τό απαρέμφατο. "Ισιος νάχε και δίκιο. Πολί·
τά 40 δεν άρχισε νά άμφιβάλλη γιά τον εαυτό τον, αυτός δε μπορεΤ και νά τον πιθανό ή κύρια αιτία τής μικρασιατικής καταστροφής νάναι ή απουσία τού απα­
αναθεώρηση. Που θά πή, δέ μπορεί νά ξανανιιόση. Είναι άνθρωπος σταματημέ­ ρεμφάτου, ή οποκ σήμερα λένε άλλοι, ή απουσία τού ιδανικού. Οί διανοούμενες
νο:. Μπορεί νά παχαίνη μά το πνέμα του είναι άρρωστο. Ή αμφιβολία εϊνα'
} καραμπίνες τής γενιάς μας αρνιούνται την Κοινωνιολογία ώς επιστήμη. Μήπως δέ
σημάδι υγείας. Τις περισσότερες μάλιστα φορές ή κατάσταση τους χειροτερεύει. Τό 3
ζητήθηκε από τή Βουλή ν άπαγορευτή συνταγματικά \-αναφέρεται ή πάλη τών τά­
ρίχνουνε στή μυστικοπάθεια, στή θρησκοληψία, στον ασκητισμό, πού είναι δλα φα­ ξεων στά επιστημονικά βιβλία; Νεοελληνική πραγματικότητα! Δηλ. μιστρυοτισμός
νερώματα υπερτροφίας του υποκειμενισμού. Μισούνε κάθε νέα ιδέα, κάθε κίνηση μετά προϊούσης εξελίξεως -, πού λένε κι οι γιατροί!
προοδευτική, κάθε ξέσπασμα λευτεριάς. Κι άν ή πραγματική τους δύναμη έφτανε Ά λ λ α έχει κι ε να άλλο ελαφρυντικό» ό κ. Δ. Θά φαντάζεται, πώς μπορεί ή
τη δύναμη τής φαντασίας τους, θά γινόντανε οί πιο σκληροί τρομοκράτες της Σκέ- Κο ιν ο) ν ιολογία νά μελετά όλες τις κοινωνίες, εξόν από τήν ελληνική. Αυτή απο­
4
ψης και του Λόγου, σέ κάθε περίσταση άνυντερον ελέγχου. τελεί ιδιότυπο φαινόμενο, πού μονάχα με τή μεταφυσική μπορεί νά έξηγηθή. O c

κ. Χατζηδάκης ισχυρίζεται κάτι παρόμοιο. Πώς οί νόμοι τής εξέλιξης ολων τών
** C
γλωσσών δέν εφαρμόζονται στήν ελληνική. H Ελληνική γλώσσα έχει δικό της
Αναγνωρίζουμε και τιμούμε τον κ. Δελμούζο σαν ένα θερμό αγωνιστή τής χαβά. Κι έχει δίκιο, γιατί ή καθαρεύουσα ώς ζωντανή γλώσσα δέ δικαιολογιέται
ιδέας του δημοτικισμού, φιλόδοξο κι ενεργητικό, όσο λίγοι. Άλλα ενώ ό δημοτι­ μέ καμιά Γλωσσολογία. "Ομοια κι οι κοινωνιολογικές θεωρίες τού κ. Δ. δέ δικαιο­
κισμός καπότες, στην ψυχαρική του επιθετικότητα, ήταν ένα κίνημα αληθινά επα­
λογούνται μέ καμιά Κοινωνιολογία.
ναστατικό, οήμερύ κατάντησε ενα κίνημα συντηρητισμού και άρνησης- Πέρα άπ'
*•*>
αυτόν υπάρχουν ζητήματα όχι πιά γλωσσικού τΰπσυ, μά κοινωνικής ουσίας, πιο ?
5 Άλλ ας έρθωμε στις λεπτομέρειες. Ποιά είναι ή νεοελληνική πραγματικό­
ζωτικά, πιο άμεσα. Αν ο κ. Δ. τ αγνοούσε μΟΛ'άχα, θά τον αγνοούσαμε κι εμείς
δέ θά 11 πορούσε ν' απασχόληση ούτε τήν προσοχή μας ούτε τήν πέννα μας. Του­ τητα; « Μ ' αυτόν τον δρο εννοούμε δ,τι πραγματικά υπάρχει» (σελ. 22 στίχ. 16-17).
λάχιστο νά τά θεωρούσε ειλικρινά σαν ασυμβίβαστα κι έπικίντυνα για έναν κρα­ Νά μιά ταυτολογία, που θά είχε τή δύναμη τού λογικού νόμου τής ταυτότητας
τικό δημοτικισμό! Ούτε κι αυτό. Ό κ. Δ. βγαίνει και χτυπά κάθε αριστερή (λέγε ( Α = Α ) , αν ό κ. Δ. δέν κρατούσε το δικαίωμα της εκλογής τών στοιχείων άπ
προοδευτική) ιδεολογία γιά ψεύτικη και ξενική, ωσάν τό επιστημονικό αντίκρισμα αυτή τήν πραγματικότητα. Αυτό θά πή, πώς νεοελληνική πραγματικότητα δέν
9
τής κοινωνίας και οί συνέπειες του ναχούνε πατρίδα, μ επιχειρήματα τής φαντα­ είναι ό,τι πραγματικά υπάρχει, αλλ" δ,τι νομίζει ό κ. Α.. πώς υπάρχει ή πρέπει να
σίας του, πού τά παρουσιάζει σαν ανάγκες του απόλυτου θεωρητικού λόγου, θ ά υπάρχη.
τύν πολεμήσουμε λοιπόν όχι μόνο σά δημοτικιστή στάσιμο κι αρνητικό, μά και σάν Και τί υπάρχει πραγματικά ; Εννοούμε, λέγει ο κ. Δ. α) τή φύση, τό φυ­
ένα αντιπρόσωπο τής νεοελληνικής ακαδημαϊκής φευτιάς. Το κλασικό ιδανικό τοι\ σικό περιβάλλον, β) τον πολιτισμό, τις διάφορες δηλ. εκδηλώσεις τής ζωής τού
κ. Χατζηδάκη και τό δημοτικιστικό τον κ. Αελμούζον τείνουν στο ίδιο τέρμα: στη άνθρωπου : γλώσσα, επιστήμη, τέχνη, θρησκεία, τεχνικά μέσα, ήθη και έθιμα κτλ.
δημιουργία νκα,νών και πειθαρχικών δργάνών τής άρχουσας τάξης. Μέσα στον πολιτισμό ξεχωρίζουμε γ) την κοινωνία, τις ανάγκες και τήν οργά­
νωση της και δ) τέλος, επειδή πρόκειται γιά εκπαιδευτικά προβλήματα, τό παιδί.
Β . Τό θέμα είναι απέραντο, κτλ.» (σελ. 22 στίχ. 15 - 24).
"Ετσι, πού τό θέτει τό ζήτημα ό κ. Δ. είναι αληθινά απέραντο. Κι δ,τι είναι
Ό κ. Δ. όραματίζεταί και δεν αμφιβάλλει Υ· αυτό" έτσι λέγει, π ώ : βλέπει
απέραντο, θάναι πολύ φυσικά και άμελέτητο, γιατί είναι απλούστατα μπερδεμένο
Βλέπει λοιπόν τή νεοελληνική πραγματικότητα, γιατί δέ μπορεί νά Ιδή τήν πραγ­
Πρώτα-πρώτα ό πολιτισμός δέν είναι οι διάφορες εκδηλώσεις τής ζωής τον
ματικότητα ίοιτί οοιιτί. Κι δ,τι δέ βλέπει ή δεν ξαίρει, αυτό δέν υπάρχει. Ποιά
άνθρώπον, γιατί μέσασ'αυτέςαυτές θά ζητήσουνε δικακοματικά νά μπούνε και οί φυ­
όμως είναι ή δική μας φυλετική ιδιοσυγκρασία, αυτό είναι πρόβλημα ολότελα άμε­
σιολογικές του εκδηλώσεις, ούτε ή Ζωή (μέ ζήτα κεφαλαίο) είναι μιά έννοια, που
λέτητο» (') (σελ. 19 στίχ. 19—20). «Πρόκειται γιά ζητήματα, πού τά περισσότερα
είναι ακόμα άμελέτητα (σελ. 23 στίχ. 1—2) ( Ή νεοελληνική κοινωνία) πρό­ λέγει ή εξηγεί τίποτα. Λυτός ό ιδεαλιστικός βιταλισμός έχει πολύν καιρό, που
c

βλημα πολυσύνθετο και άμελέτητο ακόμα» (σελ. 30. στίχ. 11 —12). Ό κ. Δ. κρύ­ μπήκε στο ράφι. O πολιτισμός είναι τό σύνολο τών κοινοτικών εκδηλώσεων τού
βει τό κεφάλι του κάτου από τά μεταφυσικά φτερά του και δλα τά ζητήματα γί­ άνθρωπου (όχι τού ατομικού ανθρώπου, ούτε τού καθολικού) μιας ώρισμένης επο­
νονται άμελέτητα. Ά ν τώρα ύπάρχη επιστήμη, που μελετά τήν κοινωνία και τού.: χής και τόπου. Και δεύτερο : δεν υπάρχει ή κοιν<υνία μέσα στον πολιτισμό, άλ/.'
νόμους της και μας δίνει τούς κανόνες Ινος αντικειμενικού κριτηρίου, ό κ. Δ. άδια- ό πολιτισμός είναι δημιούργημα τής κοινωνίας.
***
C
Προχωρούμε: H επίδραση τής φύσης σέ δσους ζουν κοντά της, σέ άμεση
(') Κοίτα Α . Λελμούζου Δημοτικισμός και Παιδεία. Αθήνα. 1927. Α. I Ράλ>τκ
και Σία- * επαφή μαζί της. είναι ολοφάνερη σέ πνευματική καί συναιστηματική ζωή. Tè
392
Νεοελληνική πραγματικότητα και μαγεία

βλέπουμε στα αυθόρμητα λαϊκά δημιουργήματα: τί) γλώσοα, π> δημοτικό τραγούδι, νένα. Οί ροηιαντικοί μας ποιητές δέ βλέπουνε άλλο στήν ελληνική ((ύση παρά
τους χορούς κ. ά'. Παντού φως; παραστατικότητα. Και πλαστικότητα, τίποτα άμορφο, :νεκροταφεία (Παπάρρηγόπουλος) ,«φθισιώσαςερίομέναζ (Παράσχος), λίμνες καί
όλα καθωρισμένα, υποταγμένα σέ λιτό ρυθμό (σελ. '24 στίχ. 6*13). r
καταράχτες (Ραγκαβής). ( ) μεταφυσικός ιδεαλισμός τού Σολ(.ομου, είδε στή φύση

Είναιολοφάνερη ή επίδραση της φύσης, γιατί είναι βϋκοίη. Καί είναι εύκολη,
?να Ρμπόδιο γιά τήν άνοδο μάς στήν ηθική παράδεισο. Λένε, πώς ό ρομαντισμό:
ν
γιατί καμιά αντίρρηση δεν προβάλλει ή συνεί
ανακάλυψε τή ((ύση. Βέβαια ανακάλυψε τ\ζ Αλπεις καί τά μεγάλα δά<Π) του;, που
στα γεγονότα αιτιολογική εξάρτηση, φτάνει λ'ά συνυπάρχουν. "Οσο για τό αυθόρ­
γιά τήν κλασική όραση δέν υπήρχαν, δμως κι αυτό; nvt/.i τόσο μακριά από τή
μητο των λαϊκών δημιουργημάτων αυτό αντίστοιχε! μέ την αλλη βεβαίωση τού κ. Δ.
π<·>ς «το παιδί μορφώνεται μοναχό TOC . Είναι δμως γνωστό τα εξής δυο πρά­ «Ι ύση, όσο και κάθε άλλο; τρόπος ερμηνείας τη;.
9 3

ματα: α) τα λαϊκά δημιουργήματα (τέχνη, ποίηση, ήθη καί έθιμα), εΐνα τά λιγώ- Αλλ αν ή αρχαία σκέψη και τέχνη (δπως και ή σύχρονη λαϊκή) έχουν φ ω -
τερο αυθόρμητα 3
(λέγε λεύτερα) δπ δλά τάλλα κοινοννικά φανερώματα και τά τεινάδα; περίγραμα, λιτότητα (!) και αϊλβ τέτια, πώς Οά έξηγηΟή μέσα στήν ίδια
περισσότερο δυσκολοκίνητα. Ύπακοΰνε τυφλά στην παράδοση κι αντιστέκονται σέ (| ύση ό Ανατολίτικος μυστικισμός τών πατέρων τ ή ; Εκκλησία; και γενικά τό χρι­
e
κάθε ουσιαστική αλλαγή, β) H παράδοση τούτη δεν είναι πρωτότυπο (αυθόρμητο) στιανικό δόγμα μέ δλες τις συνέπειες στό συναίστημα τή; τέχνης κτλ.; Πώς θ ά έξη-
πλάσμα τού λάου, μα λείψανο κι επιβίωση πολλών συνηθειών, πίστεων, τέχνης και γηθή, πώς μέσα στην ίδια ((ύση συνυπάρχουνε πλάΐ-πλάϊ ό μονότονος (δηλ. λι­
ποίησης τής :<αριστοκρατίας», λείψανο /.ι επιβίωση προσωπικής κι ενσυνείδητης δη­ τός!) χορό; τού συρτού και ό χασάπικο; κι ό πεντοζάλης; Καί πλάϊ στήν ειδυλ-
μιουργίας, πού, ενώ αυτί] αλλάζει γρήγορα καΐ περιεχόμενο κι εκφραστικούς τρό­ λιακή φλογέρα τού βουνού ό απαίσιο; ταμπουρά;, τό τουμπελέκι, ό ζουρνά;, τό
Γ
πους, ό λαός τά διατηρεί. Η τέχνη (γιά να μείνουμε σαύτό τό σημεία) δεν πάει νταούλι καί ή . . . λατέρνα; Είναι απλούστατα απομεινάρια διαφόρων Ιστορικών
Λ
από τό λαό προς την αριστοκρατία. Έ κ τών κάτ<ο πρός τά άν.ι> , άλλ άντι'Ηρ.τα εποχών καί ελληνικών τόπων, πού αποθηκεύονται μέσα στή λαϊκή, δυσκίνητη πα­
(έκ των άνιο προς τά κάτω). Τό ίδιο γίνεται καί μέ τή θρησκευτική τέχνη. Τό ράδοση.
θρησκευτικό πνέμα δέ δημιουργεί αυθόρμητα τή καλλιτεχνική του έκφραση, μά τή C
H εξήγηση τή; ψυχολογία; τών λαών και τών δήμιοιργημάτον της από τή
δανείζεται από τήν κοσμική τέχνη- (art profane), μέ τή διαφορά, πώς ή ϊρρα- ((ύση ανήκει στήν παιδική ηλικία του κριτικού πνέματο;. Ανήκουν στήν εποχή
τική συντηρητικότητα, οπως και ή λαϊκή, κρατούνε αυτή τήν έκφραση κι οταν ή του γραμματολόγου Μυλλερ, τού Ιστορικού Κουρτίου, του τεχνοκρίτη Ταίν καί του
αίλη τέχνη έχει αλλάξει τρόπου; .πολλές <(θρές. ιοραιόπαθου Ράσκιν. Παραδεχόντανε τότε, όπιο; τ ώ ρ α ό κ. Δ., ότι ή φύση επιδρά
καί στή γλώσσα. Έ τ σ ι έξηγούσανε τή μο/νΟκότητα τής Ιωνικής διάλεχτος από τή
' Κτσι ούτε ή λαϊκή ούτε ή θρησκευτική τέχνη είναι αυθόρμητες καί πρωτό­ μαλακάτητα τών μικρασιατικών παραλίων, δπο)ς τό μέγεθος τών πυραμίδων από τό
3 3
τυπες. Αλλ ό κ. Δ. πάει ακόμα παραπέρα. Φαντάζεται, πώς τά λαϊκά δημιουρ­ μέγεθος τής Αιγυπτιακή; έρημος. Μά οί κ. Χατζηδάκη; > «:ί Τριανταφυλλίδης δέ
9
γήματα τά γεννά ή Φύση,—γι' (από είναι αυθόρμητα! Αγνοεί, πώς ή Φύση δέν συμφωνούνε, Σου λένε, πώς ή γλώσοα δέν είναι ιημιούργημα τής φύσης, μά τ ή ;
παίζει κανένα ρόλο, ούτε στό πνέμα, ούτε στό συναίστημα, ούτε στήν Τέχνη, δηλ. στόν κοινωνίας καί πώς δέν τήνε κυβερνούν οί φυσικοί νόμοι ή τό φυσικό περιβάλλο
τρόπο, πού ό άνθρο>πο; θάντιδράση πνεματικά και ψυχολογικά στή φύση καί στήν (ήλιος, ουρανός, αέρας καί θάλασσα!), μά ξεχωριστοί ψυχολογικοί καί φυσιολογικοί
κοινωνία. "Ή φαντασία τών καλλιτεχνών, ή σκέψη τών φιλοσόφων και τών επι­ νόμοι. Ό σ ο γιά τή μουσικότητα, ρυθμικότητα κτλ. τών γλωσσών είναι χαρτχτη-
στημόνων, οί ηθικές αξίες τών λαών δέν είναι ουτε δημιοργήμάτα τής ατομικής ρισμοί αυΒαίρετοι. K a b V γλώσσα εχει τή δική της μουσική καί τό δικό της ρυθμό.
ψυχολογίας, ούτε τής Φύση;. "Ένας γενικός τρόπο; φαντασίας, σκέψης καί συναί- Στήν πλάνη τών αρχαίων Έλλήνραν, πώς όλοι οί ξένοι ήτανε βάρβαροι καί άγλωσ­
στηση- κυριαρχεί κάθε εποχή κι επιβάλλεται στό άτομο. Και γιά νά σταθούμε σοι, κανένας πρoγo^ ,σμός δέ μπορεί νά τής διυση κύρος. Έπειτα τό επιχείρημα
στήν Τέχνη, ή φαντασία Τών ζωγράφων, γλυπτών καί ποιητών κτλ., δηλ. ή καλλι- αυτό είναι περισσότερο ενάντιο στή δημοτική. Γιατί καί οί γλωσσαμύντορες όνο-
τεχνικη όραση, είναι φαινόμενο ομαδικό, οπως καί ή πνεματιχη ορασ*/· Έ ν ω ή μάζουνε τήν καθαρεύοισα από τον ίδιο αυθαίρετο υποκειμενισμό < ώραίαν ημών
φύση μένει πάντα ή ίδια, ό τοό.το;, .τού οι καλλιτέχνες τήν ερμηνεύουν, αλλάζει γλώσσαν . Κι αν ή δημοτική εχει περίγραμμα, φωτεινάδα καί τά τέτια, αυτό δέν
αδιάκοπα. Γιατί; Τήν απάντηση δέν τή δίνει ή η ύση, μά ή εξέλιξη τή; τ^/νική^. οφείλεται σπς ανάλογες ιδιότητες της ελληνικής φύσης, μ α σ τ ό ότι περιορίστηκε τό­
Κάτω από τον ίδιο ουρανό, μέσα στον ίδιο αέρα, πλάϊ στις ίδιες Ηάλασσες, οϊ 3
σους αιώνες μονάχα στή στοιχειακή πραγματικότητα καί γι αυτό τής λείπει όλη ή
αγγειογράφοι βλέπανε στόν άνθρωπο μια σιλουέτα κόκκινη ή μαύρη, Οι βυζαν- ελαστικότητα νά υπηρέτηση ανώτερες πνευματικές ανάγκες, ενώ ή καθαρεύουσα
τινοί τής προσΗέσανε χώρο καί χρώμα. Γιατί; ""Αλλαξε ή τεχνική. Ό έμπρεσσιο- έχει ακρίβεια καί σταθερότητα σαυτό τό ζήτημα, δρα περίγραμμα, φωτεινάδα κτλ.
νισμός, ή ζωγραφική τού φωτός, εφευρέθηκε κάτω από τό σκοτεινό ουρανό τού Ή φύση κυβέρνα βέβαια τήν άνΒρώπινη ενέργεια, άλλα μέ ένα πολύ διαφο­
[Ιαρισιοΰ. Λν ή θεωρία τού η υσικού περιβάλλοντος είναι σο)στή, τότε ό ρετικό τρόπο. Είναι οί φυσικοί νόμοι. Στό στρίψιμο τού αδραχτιού, στό ανέβασμα
Γ r
έμπρεσσιονισμό; έπρεπε νά εφευρεθη στήν Ελλάδα. ( ) κυβισμό; σήμερα δέ του νερού από τό πηγάδι στο περπάτημα μας, στη χώνεψη μας, στην ανάσα μας, οί
βλέπει τή φύση, ούτε φ ώ ; , ούτε γραμμή, ούτε σχήμα, παρά μονάχα τή ζ ω ­ νόμοι τής βαρύτητας, τής αδράνειας καί τής μηχανικής, παίζουνε σπουδαιότατο
γραφική τη; πλαστικότητα, δηλ. τήν καταστροφή και τή λεύτερη ανασύνθεση των ρόλο. Ό μ ( ο ς οί νόμοι αυτοί δέν είναι ελληνικοί κι άς μάς πούνε άλλη μιά φορά
πραμάτων. προδότες καί είναι αμετάβλητοι, ενώ ·οί εκφραστικοί τρόποι τ ή ; ζωής αλλάζουν
Τί ρόλο παίξει ή αντικειμενική η ύση στί:: επανάστάσες αυτέ; τ ή ; Τέχνης; Κα- αδιάκοπα.
«Ν Βάρναλη Νεοελληνική πραγματικότητα και μαγεία >.) '

9 9
Αλλ άν ό κ. Δ. αντί νά κανί] (λέγε: ξεθάφτει) θεωρίες, μελετούσε λιγάκι τινική γλώσσα και τή μεταχειριζότανε γιά φραγμό αμυντικό ενάντια στον άστο
την ψυχολογία του σημερινού Ρωμιού, θά ομολογούσε, πώς ό ατομικισμός, ή ψευ­ και στο δουλοπάροικο, νίκησε στήν Ε λ λ ά δ α από ανάγκη οικονομική και ιστορική
1
τιά, ή κακοπιστία, ό πεισματάρικος συντηρητισμός κτλ. δέν έχουν καμιάν ανταπό­ Άλλωστε υπήρχε και μια έξοπερική αιτία στήν ενίσχυση τού αρχαϊσμού. Ό νεοαν-
κριση μέ τή φωτεινάδα, τή γαλανάδα, τή λιτότητα, τό ρυθμό και τό περίγραμμα θρωπίσμος τού 18ου αιώνα, τής επιστροφή; στις κλασικές πηγές, ήτανε μαινό­
τή; φύσης. ΓΥ αυτό 6 Γ. Σκληρός έκαμε ενα χαραχτηρισμό, πού κανένας σοβινι­ μενο ευρωπαϊκό. Μέ τή διαφορά, πώς ή δική μας επιστροφή περιορίστηκε μονάχα
σμό^ δέ μπορεί νά τον κλονίση. Πώς <οί νεώτεροι "Ελληνες είναι ό πιο αφύσι­ στο γλίυσσικό τύπο.
κος κι ό πιο ακαλαίσθητος λαός της Ευρώπης —αφού μπορεί νά είναι άγλθ)σσος. Πρέπει νά μάθουμε νά μην καταδικάζουμε τά γεγονότα των περασμένων
Γιατί; θ α τό ιδούμε παρακάτου. καιρών γιά λάθη, όταν δέ μας αρέσουν. "Ο,τι έχει γίνει είναι δικαιωμένο. Μας
Οι γεο)γραφικοί όροι μπορούν νά παίξουν κάποιο ρόλο στο είδος της παρα­ επιτρέπεται μονάχα νά εξηγούμε, γιατί ένα πράμα έγινε έτσι κι όχι αλλιώς. ' Η
γωγής. Λέγο) κάποιο —γιατί ενώ οι γεωγραφικοί δροι δέ αλλάζουν γιά τούς δεοντολογία στήν επιστημονική έρευνα χαραχτηρίζει την αδύνατη σκέψη. Ά ν σή­
λαούς, που κατοικούν σ' έναν ώρισμένο τόπο, δμως τό είδος τή; παραγωγής και μερα πάλι ό δημοτικισμός νίκησε σέ δλη τή γραμμή τής Λογοτεχνίας, αυτό μπο­
της κατανομής τών αγαθών αλλάζει. Πού ή αίτια; Στις μεταβολές τής κοι­ ρεί ό καθαρευουσιάνος μέ τον ίδιο τρόπο νά τό βλέπη γιά λάθος. Ό κ. Χατζη­
νοτική; τεχνικής. Ανεξάρτητα από τό κλίμα, τή φυλή, τή θρησκεία και τούς γεω­ δάκη; μάλιστα, στήν 'Ιστορία τον τού Γλωσσικού Προβλήματος, βεβαιώνει τό αντί­
γραφικούς ορούς λέγει 6 Γκρόσσε, ή τέχνη κανονίζεται από τό είδος τής οικονο­ θετο: πώς ή καθαρεύουσα νίκησε παντού—και στήν τέχνη! ' Η νίκη αυτή τού δη­
μικής ζ(θής. Οί Λάπωνες τών πάγο>ν τού βορρά και οί Αυστραλοί τή; φλογερή: μοτικισμού δέ θά ζητηθή στήν τύχη, οπό καπρίτσο ή τό πείσμα τών ατόμων: Ιέ
γεωγραφικής ζώνης έχουνε τήν ϊδια τέχνη (ερμηνεία τής φύσης), γιατί είναι λαοί θά έφτανε ή συνείδηση τών ποιητών νά έπιβάλη τήν αλήθεια. Γιά νά μπή ή
Γ
κυνηγοί. 0 οικονομικός λοιπόν παράγοντα; κανονίζει τό είδος του ήθικοπνευιια- αλήθεια αυτή στήν κρατική παιδεία, χρειάστηκε ό Βενιζέλος, δηλ. ή συνείδηση τού
τικού εποικοδομήματος τή; κοινωνίας. μεγαλοαστού. Κι από τότε τό γλο>σσικό ζήτημα πήρε τήν οξύτερη μορφή του. Η
φωτισμένη συνείδηση τής αστικής τάξης κατάλαβε, πώς ό δημοτικισμός είναι κα­
ταλληλότερο όπλο κυριαρχίας. "Ωστόσο από αποχτημένη ταχύτητα κι άπό μοιραία
Στήν παράγραφο περι πολιτισμού ό κ. Δ. ξαναβάζει τή γλώσσα σαν εκδήλωση επιβίωση στο λαϊκό υποσυνείδητο τής παράδοσης, θά αντιδρούνε γιά πολύν καιρό
του. "Οψ,ν ή σκέψη δεν έχει αρχές βεβαιωμένες άπό τήν επιστήμη, αλλά εμπι­ ακόμα και ό ίδιος ο λαός κι οί αμόρφωτοι (άσυχρόνιστοι) δημοκόποι του. Λέ
στεύεται στον εαυτό της, 6 αυτοέλεγχος είναι τόσο δύσκολο πράμα, δσο οι άντίψα- φτάνει ναναι. θεωρητικά και πραχτικά λυμένο άπό τους γλωσσολόγους, τούς λογο­
οες είναι πολύ ευκολότερο. Τό φάσμα τού πατέρα τού Ά μ λ ε τ δέ μπορεί νά πα­ τέχνες και τούς παιδαγωγούς. Πρέπει νά λυθή και πολιτικά. "Η αστική τάξη αρχί­
ρουσιαστή σέ όποιον δέν αμφιβάλλει. Είδαμε, πώς βάζει τήν κοινωνία μέσα στον ζει νά γίνεται μεγαλοαστική και προβίβασε μαζί, δ π ω ; λέγει ό κ. Γ. Γεωργιάδης,
πολιτισμό. "Ενώ ό πολιτισμός είναι αποτέλεσμα τής υλικής βάσης τής κοινωνίας. τό ελληνικό κράτος άπό αποικία τών ξένο>ν σέ μισοαποικία, γιατί και τό ντόπιο
Κι 6 τεχνικός πολιτισμός δέν είναι μέρος τού δλοι* πολιτισμού, αλλά τό μέσο, που κεφάλαιο συμμετέχει στήν έκμετάλλεψη τού νεοελληνικού άνθρο)πον (Πάουερ έντ
3
μ αυτό ό πολιτισμός ρυθμίζεται, τό μέσο, πού οι προνομιούχες τάξεις έπιβάλλουνε τράξιον!). Αυτή ή μορφοη'όμενη τώρα μεγαλοαστική κοινωνία, θά εξαφάνιση μέ
τήν κυριαρχία τους στις εργαζόμενες τάξεις. Βέβαια στά κοινωνικά φαινόμενα υπάρ­ τον καιρό τά φεουδαρχικά λείψανα και θά λύση,- γιατί τό συμφέ.ρο της είναι
χει μια κυκλική αλληλεπίδραση αιτίας και αποτελέσματος· 'Αλλά πάντα υπάρχει αϊτό—και τό γλωσσικό ζήτημα.
ένας πρώτος δρος, πού έχει τον τελικό λόγο, κι αυτός δέν είναι τό πνέμα. * ***
Ά λ λ ' ας ξανάρθουμε στή γλώσσα. Ή γλώσσα πραγματικά είναι δημιούργημα
όχι τού ατομικού, μά τού κοινωνικού άνθροϋπου. "Ανεξάρτητα από τούς ειδικού; Ά ν ή σκέψη τού κ. Δ. ήτανε ρεαλιστική, θά ξέφευγε άπό πολλά σφάλματα
νόμους της αναλογίας και τούς φτογγολογικούς, ό πνευματικός και συναιστηματι- Αξαφνα δέ θάβγαζε λόγο νά πείση τό Κράτος νά κατεβή προς το λαό)\ Φαντά­
κός κόσμος, πού έχει νά έκφραση, 6 πλούτος και ή φτώχεια, ή ευγένεια κι ή βαρ­ ζεται ίσως, πώς τό κράτος τό φκιάνει ό λαός και πώς κάθε κυβέρνηση δέν έχει
βαρότητα αυτού τού κόσμου δέν είναι πράματα, πού κινιούνται απόλυτα και άλλο χρέος άπό τό νά φροντίζη γιά τό καλό, γιά τό φωτισμό και τήν ανύψωση
άσχετα από κάθε ύλικόν δρο. Ό τ α ν στο 19° αιώνα γεννήθηκε τό ζήτημα, ποιά θά τον. Δέν ξαίρει, δτι τά κράτη προστάτεψαν πάντα τά συμφέροντα τής άρχουσας τά­
είναι ή γλώσσα τού Ελληνικού έθνους, ή νίκη τών άρχαϊστών, ή (καθαρευουσιά­ ξης ενάντια στο λαό. Και δέν κατεβαίνουνε προς τό λαό, παρά σάν έχουνε συμφέρο.
νων) δέν ήτανε λάθος, άλλα κοινο)νική ανάγκη. Οί νικημένοι δημοτικιστές βρι- Τότε τά κράτη υποχωρούν, όταν τό ν αρνηθούνε ενα δικαίωμα στο λαό είναι
σκόντανε στήν ουτοπία. Γιατί ή αστική κυριαρχία μετά τήν απελευθέρωση δέν χειρότερο κακό άπό τό νά τό δώσουν. "Ετσι θά εξηγηθούν οί εργατικές νομοθε­
είχε τόσο έντονο χαραχτήρα, ώστε νά ρύθμιση μοναχή της τούς κοινοτικούς θε­ σίες (θεωρητικής αξίας τό περισσότερο), οί συντάξεις γιά τούς εργάτες, τά νοσο­
σμούς τού νέου βασιλείου. Τά φεουδαρχικά στοιχεία (κοτζαμπασισμός) ήτανε κομεία κτλ. Ά λ λ ά τή δημοτική γλώσσα δέν τή ζητάει ό λαός μάλιστα και τήν
ακόμα πολύ δυνατά "Ετσι πολύ μέρος τής ιδεολογίας τους μπήκε στή νέα μας πολεμά. Τό κράτος λοιπόν αδιαφορεί. Κουτσά--στραβά κάνει τή δουλειά του και
ζ<όή,—όπως ή αρχαία (ή άρχαιοειδής) γλώσσα. ' Η μεσαιωνική μονοπά>ληση της
παιδείας από τή φεουδαρχία, πού ικανοποιούσε τέλεια τις ανάγκες της μέ τή λα ') «Μόνο μια τέτια λνση είναι /.ογική, ήθικη και εθνική- (σελ. 82 στίχ 22)
Νεοελληνικη πραγματικότητα και μαγεία 39·
396 Κ. Βάρναλη

μιουργήση όλο. μέ τά δικά του στοιχεία ή μέ ξένα, αλλά άφομοιώσιμα ( = επαρ­


μέ την καθαρεύουσα Ό κ. Λ. η αντάζεται, πώς τό κράτος, άμα διδαχτή, ότι πρέ­ χιακά), κάνουμε, χωρίς νά τό ξαίρουμε, τήν απολογία του προΓυνσιαλισμού. Γιατί
πει να κατέβη προς τό λαό, θά τον άκούση. Μοιάζει μέ κείνους τούς ουτοπιστές • ίσο |να στοιχείο είναι πραγματικά νέο και ζωτικό τόσο είναι και πιο εχθρικό γιά
φιλάνθρωπους, που νομίζουνε, πώς μιά δικαιότερη ζωή για τους φτωχούς είναι e
τον ανατολίτικο συντηρητισμό μας. ( ) όρος νεοελληνικό: πολιτισμός κολακεύει πολύ
ζήτημα χρόνου και διδασκαλίας. Ό "Αγιο: Φραγκίσκος τη: \ \ σ σ ί ζ α ς δίδαξε τό
τήν πραγματικότητα. Πρέπει να λέμε: νεοέυρωπαϊκός επαρχιωτισμός.
λόγο του θ ε ο ί στό Λύκο του Α£§·ιιΙ>ίο· Κι ό λύκος δεν ξανάφαγε ανθρωπινό 3
'Αλλ αυτός ό προτεξιονισμός τού ντόπιου πράγματος» δεν έχει ανάγκη από
κρέας! Αυτά τά θάματα μπορούν \'ά γίνονται στα Συναξάρια, όχι όικος και στή ζωή.
ενσυνείδητη απολογία ή ενέργεια. Ε δ ώ δεν υπάρχουν τά πιό στοιχειώδικα πράματα
Τά ίδια σφάλματα κάμνει ό κ. Λ. και μέ τις ιδέες του γιά τό παιδί* ιδέες* γιά τις φυσικές μα: ανάγκες και κανείς δέ ναόθει ούτε τήν απουσία τους ούτε τή
πού στηρίζονται στήν ατομική φιλολογία Κι εδώ λέγει, γιατί έτσι τό θέλει, πώς τό νοθεία τους. Κι οί Ιδέες είναι πολύ λιγώτερο είδο: προίτης ανάγκης. Γι αυτό κι ό
παιδί αποτελεί πρόβλημα ολότελα άμελέτητο (Σελ. 33 στίχ. 1 3 - 1")). Μέ την ΐδία ^ΐ| ιιοτιχισμος είναι ιδέα . . . ξένη ! Έ ν ώ ό καθαρευουσιανισμός είναι ιδέα εθνική,
ελαφρή καρδιά μας λέγει, πώς τό σχολείο εργασίας κι αν δέ βρισκότανε άλλου, θά
ντόπιο πράμα! Αυτή ή διαπίστωση μπορεί νά κάμη τον κ. \ . νά σκεφτή λιγάκι,
τδχαμε |>οή στήν Ελλάδα,—δηλ. Ηάτόβρισκε ό κ. Α.! Βλέπουμε(ϊ) τό παίδι νάμορφώνε­
πώς οί ιδέες, οί πίστες κτλ., πού έχουν οί λαοί είναι όχι αυθόρμητες (γιατί ό έλλ.
ται μοναχό ίου, μέ την ατομική του ενέργεια και δράση, παλαίθοντας μέ τά ΐδια πρά­ 9

9
λαός δεν είναι αυθόρμητα καθαρευουσιάνος, ή εθνική συνείδηση» ! - ) αλλ απο­
ματα και τις δυσκολίες (σελ. 104 στίχ. 4 - 7 ) . Αλλά τό παιδί εξο) από την κλη­
τελέσματα τής διδασκαλίας τής κυρίαρχης τάξης κι έτσι, όταν φαντάζεται, όπως οί
ρονομικότητα του, αυτί) την τυφλή μοίρα, α) τά πρώτα ναΐ και δχι, δηλ. τις προέν-
εγκυκλοπαιδιστές του 18ου αιώνα, πώς τό έθνο: είναι ένα σύνολο όμοιόρρυθμυνν
νοιες καλοΰ και κακΟυ θα τις πάρη από τήν οικογένεια του. β) Στήν κοινιονία θα
συνειδήσεων και συμφερόντων, ένα αποτέλεσμα συμφωνίας 8λα>ν τών ατομικών
βρή έτοιμη και τήν πνευματική και τή συναιστηματική 8λη καθώς και τους τύ­
θελήσεων κτλ. δεν καταλαβαίνει τίποτα . Απαραίτητο γνώρισμα στήν έννοια τοΓ<
πους, που μαυτούς θά τήν αφομοίωση.
εθνισμού είναι // κοινή θέληηη το»· άτοπον, πού φτιάνουν(;) μιά εθνική ομάδα να
Σέ μιά δοσμένη ιστορική στιγμή τής κοινωνίας συνυπάρχουν μαζί τρεις γενιές ζουν ίνωμένα και νά προκόβουν μαζί (σελ. 151 στίχ· 10 — 14). Χρειάζεται μόρ-
Γ
Η αλληλεπίδραση τους, χωρίς νά γίνεται συνειδητά ή μετά κοινή συμφωνία, είναι <1<·)ση συνειδητή τού έθνους, μόρφωση εθνική, γιατί αυτή τονιόνει και κάνει καλύ­
τεράστια. Αυτή ή συνύπαρξη των τριών γενιών έξηγεΐ μαζί, κατά ενα βαθμό, κάι τερη και τήν ομαδική και τήν ατομική ζ<οή. Κι αυτό δέν είναι πολυτέλεια ή
τό συντηρητισμό και τήν προοδευτικότητα, πού χωρίζει τούς γέρους από τους νέοΐ'ς. πόθος ολίγον ανθρώπων, αλλά μιά ανάγκη καθολική . (Σελ. 153 στίχ. 6- 7). "Αλλά
Τό ρωμιόπονλό δέ γεννιέται από φύση ή δέ μορφώνεται μοναχό του κακόπαιδο,
νά, πού καθολική ανάγκη είναι ή καθαρεύουσα και πόθος ολίγων άνθρ(ί>πων ή
αλλά από τό παράδειγμα τών μεγάλίον κι από ανάγκη προσαρμογής στον αγώνα
δημοτική. Γιατί; Γιατί ή εθνική μόρφωση, είναι μόρφωση ταξική και σήμερα ή
τής ζωής, που είναι όλάκαιρος στηριγμένος στό γέλασμα του ένού από τον άλλο.
άρχουσα τάξη θέλει τήν καθαρεύουσα, Άρα κι ό λαός,9 πού δέν έχει ούτε θέληση
"Αν ομιος ό κ. Λ. βεδαΐίυνοντας, πώς τό παιδί μορφοάνεται μοναχό του, εννοεί,
πώς οί φυσικές, πνευματικές, συναιστηματικές, και βουλητικές του ικανότητες αναπτύσ­
ούτε ατομικότητα ούτε συνείδηση συμφέροντος, αλλ είναι παθητική μάζα, μάζα
αδρανής, πού υπερασπίζεται τή θέληση (συνειδητή ή τυσ,λή) τών αφεντάδων του.
σονται σιγά-σιγά (δπο>ς και οί αισθητηριακές του), αυτό είναι άλλο ζήτημα και δέ "Ετσι πρέπει νά τό ξέρη ό κ. V, πώς όταν ζητά μόρφωση Ιθνική, ζητά μόρφ(οση
λέγεται μόρφοΜΐ) ούτε νεοελληνική πραγματικότητα, ούτε είναι κι ολότελα άμελέτητο.
αστική. Κι όταν οί Ρούσσοι Ηέλουν μόρφωση προλεταριακή, εφαρμόζουν πρό-
γραμμα άντιταξικό.
Γ.
Όποιος δέν εξελίσσεται, είπε προχτές ό Ουέλς, πεθαίνει. "Αλλ" άς αφήσουμε
*Ας δούμε τώρα, ποια είναι ή συνέπεια αυτής τής νεοελληνικής πραγματικό­ τό ν επιτάφιο θρήνο κι άς ζητήσουμε νά ιδούμε, γιατί ή νεοελληνική κοινωνία δέ θέλει
τητας. ' Η προστασία, ό προτεξιονισμός του νεοελληνικού πολιτισμού. Νά κλείσουμε νά συγχρονιστή; δηλ. γιατί επιμένει στον επαρχιωτισμό της. Γιατί είναι μικροα­
τά πνευματικά μας σύ\ορα στον ανώτερο πολιτισμό τής Ευρακπης, νά μήν εισά­ στική με πολλά φεουδαρχικά λείψανα καί πολύ λίγο παραγωγική. Τά 6 3 % τού
γουμε άπ' αυτόν παρά δ,τι μας ταιριάζει δηλ μόνο τά κατιοτερα, τά πιό καθυστε­ πληθυσμού μας τά φέρνει ή στατιστική άνεΐ' ώρισμένου επαγγέλματος». Είναι
3
ρημένα του στοιχεία, κι έτσι διατηρώντας τήν ιδιοτυπία μας V αντιτάξουμε σέ ο,τι
δηλ. έμποροι, μεσίτες, πού δουλεύουνε όχι μέ τά χέρια ή μέ τό πνέμα, μα μέ
καλύτερο έχει ό νεώτερος κόσμος, τό πνέμα του ελληνικού εδάφους! « Δ έ μπορείς
τή γλώσσα. Γι αυτό ή δικολαβία, ή καιροσκοπία, ή απουσία καλής πίστης, ηθικού
νά νικήσης τον εχτρό σου, λέγει ό ίδιος Μαρξ, αν δέ μεταχειριστής τά όπλα τον .
9
βάθους κι αισθητικών αναγκών, είναι τό κυραότερο χαραχτηριστικό τών λαών, πού
'Αλλ έμεΐς σχετικά μέ τήν Ευρώπη εΥμαστε τουλάχιστο κατά ένα αιώνα πίσω.
ζητάνε τό εύκολο κέρδος, όπως κάνει αυτή την παρατήρηση ό Μόμσεν γιά τούς
Κι ώς προς τό γλωσσικό ζήτημα, πολλούς αιώνες. ΕΥμαστε πιό πίσω κι από τούς
Φοίνικες. Τέτιοι λαοί κολλούνε σά στρείδια στή παράδοση, — όπίος οί σημερινοί
άλλους Βαλκανικούς, πού ή γειτονιά τοις μέ τά κέντρα του πολιτισμού τούς έχει 8
Εβραίοι. Κι είναι κι οί λιγο'ντερο πραγματικά πατριώτες. Μερικοί άπ αυτούς πού
ξυπνήσει πολλές δεκάδες χρόνια πρίν. Είμαστε γιά λόγους γειογραφικούς, ίστορικούς
φωνάζουν τόσο πολύ στην Ε λ λ ά δ α γιά τήν πατριωτική ιδέα,--καί δέν εννοώ φυ­
και οικονομικούς μιά επαρχία τής Εύρυ'>πης. Ό,τι έκεΤ ανανεώνεται, προχιορεΤ καί
σικά τον κ. V — ξέρουμε μέ τί μυστικά κονδύλια άκονίζουνε τή γλώσσα του:
ζή, εδώ αντιστέκεται και φυτοζωεΐ. Ό επαρχιωτισμός στή σκέψη, στήν τέχνη, στήν
Έ τ σ ι ό έλλ. λαός αδιαφορεί άν είναι άγλωσσος (αφού μονάχα δσοι έχουν rat»
επιστήμη είναι φαινόμενο, πού έχει παρατηρητή από τήν Κοινωνιολογία και τήν
Πούσα: μπορεί νάχουν καί γλώσσα κι όχι οί χωριάτες οί εργάτες, οι ναύτες,—
Ιστορία τής Τέχνης. "Οταν λοιπόν ζητούμε ό νεοελληνικός πολιτισμός νά τά δη-
Ελισαίου Γιανίδη Η Τονική Μεταρΰθμιση 399

οί δνθρωπρι του λαου). > η ς καθημερινές τον δουλειές βολεύεται είτε μέ τή δη­ πρέπει να διαβάσει τα eravamo, eravate, era vano, tenere, credere, — (*)
μοτική εί'τ; με μία ψευτοκαθαρευουσα. Γενικώτερα συμφέροντα δέν έχει. \ \ λ λ ά ,
Βρίσκω πως το σύστημα αυτο θα είναι το πραχτικότερο και το ωραιότερο,
γιατί τότε ί^εράσπίζεται την καθαρεύουσα ενάντια στη δημοτική; α) γιατί έτσι
αραιότερο, γιατί περιορίζει στο ελάχιστο τους τόνους, πραχτικότερο, γιατί οι κανό­
τον έμόρφωσε τό σχολείο, ό τύπος, ή Εκκλησία (αυτά τα ηθικά όργανα 'τού κρά­
νες - του θα είναι πολυ λίγοι και πολί' απλοί. Καταντά να μοιάζει αρκετά με το
τους), β) γιατί ή συντηρητική ομαδική ψυχολογία εκδηλώνεται αρνητικά: δηλ. οϊ
ατονικο σύστημα στην απλότητα, δίχως να έχει τα ελαττώματα > · τον
μάζες ιδιαφορούν, όταν τούς προσφέρνεται κάτι, έρεθιΐονται όμως, όταν τους
Ισως θα βρει κάνεις πιος στα κλιτά μέρη τον λόγου, ιδίως στα ρήματα, Do.
αφαιρείς κάτι.
φέρει κάπου/, αταξία: η ίδια λέξη, μέσα στις διάφορες μορφές που παίρνει, θα πα­
Οταν λοιπόν ό κ. Χατζηδάκης λεη, πώς γλώσσα τών νέων Ελλήνων είνα, ρουσιάζεται πότε με τόνο και πότε χωρίς τόνο. Και μάλιστα την πρώτη στιγμή
ή καθαρεύουσα, γιατί αυτήν θέλει ή εθνική σννείδηοη- κι όταν ό κ. Δ. λέη, πώς μπορεί να νομιστεί πιος βρίσκουμαι σε αντίφαση ιΓ εκείνα που έγραψα για το ατο­
ή εθνική μόρφωση είναι ανάγκη καθολική, σκέφτονται μέ τον ϊδιο τρόπο, δηλ. ψεύ­ νικο σύστημα. Εκείνο πρότεινα να το αφίσουμε γιατί θα έπρεπε να γράφουμε ρωτά
τικα. Γιατί αυτός ό τρόπος τής σκέψης προϋποθέτει για δεδομένο, πώς οί μάζες
και ρώτα με τόνους αλλα ρωτω, ρωτάς, ρωτούμε χωρίς τόνο, επειδή αυτα δεν έχουν
έχουν ώρισμένη λεύτερη θέληση, πώς ό,τι πιστεύουν, τό δημιουργούνε μοναχές κι ανε­
τα όμοια - τους με διαφορετικό τονισμό. Τά>ρα προτείνω να γράφουμε οοπα), ρωτάς,
πηρέαστα. Ά ν αυτή ή θεωρητική αρχή είναι σωστή, τότες ό κ. Δ. εΐναι ύποχρευ>-
ρωτα, ρωτούν χωρίς τόνο και ρωτούμε, ρωτάτε, ρωτούνε και ρώτα με τόνο. 1 ο
ιιένος νά παραδεχτή, πώς ο κ. Χατζηδάκης έχει δίκιο, όταν τα δικαιώματα τής κα­
πράμα όμως διαφέρει πολυ: Ο λόγος που καταδικάσαμε το ατονικο σύστημα δεν
θαρεύουσας τα βγάζη από την κοινή συνείδηση τών Ελλήνων, δηλ. από τό . . . ίόα-
t-ίταν ΐ] αταξία τάχα, που μερικά πρόσωπα θα είχαν τόνο και άλλα όχι. Ο λόγος
νικον έγιίί! ΙΙου θα πή: νεοελληνική πραγματικότητα δέν είναι ή δημοτική γλώσ­
είταν ότι θα έπρεπε εκείνος που γράφει να προσέχει σε κάθε λέξη και να εξετάζει
σα, πού ό λαός τή μεταχειρίζεται, μα δεν τήν θέλει, αλλά ή καθαρεύουσα, παν την
αν έχει την όμοια - της με διαςιορετικο τονισμό, πράμα κουραστικό όχι μόνο για τον
θέλει, κιάς μην τή μεταχειρίζεται. Ά μ α δμως ό κ. Δ. δέν τολμά ν* άκολρυθήση
πολυ κόσμο παρα ακόμη και για ανθροόπους ειδικούς στα γραμματικά. Εδω απε­
ως αυτού τις συνέπειες τών θεωρητικών του σφαλμάτων, τότες είναι υποχρεωμένος
ναντίας έχουμε εμπρός-μας έναν απλούστατο κανόνα: Όταν ο τόνος είναι στη λή­
να πάψη νά ισχυρίζεται, ότι άμα μια γάτα είναι χρωματισμένη γαλάζια, πώς
γουσα δε γράφεται, όταν είναι παραπάνω σημειώνεται — α δ ι ά φ ο ρ ο αν υπάρχει
βάφηκε μοναχή της και πώς τό χρώμα της αυτό εκφράζει τή λεύτερη θέληση
ή δεν υ π ά ρ χ ε ι αλλη λέξη ό μ ο ι α με δ ι α φ ο ρ ε τ ι κ ό τ ο ν ι σ μ ό . Αν υπάρχει, η
της, τή συνείδηση τής . . . φυλής της, ενώ εκφράζει απλούστατα τή συνείδηση του
εφαρμογή του ίδιου κανόνα θα την ξεχωρίσει, δίχως να λάβουμε εμείς ιδιαίτερη
αφέντη της. 3
φροντίδα γι αυτήν, αφου ο κανόνας μας υποχρεώνει να γράψουμε οωτα χωρίς
τόνο και ρο'πα με τόνο.
Ας σημειωθεί ακόμη πιος με τον ίδιο κόπο γλυτώνουμε Μ απο όλες εκείνες
ΕΛΙΣΑΙΟΥ ΠΑΝΙΔΗ τις αμφιβολίες: αν πρέπει ή όχι να φροντίσουμε για να ξεχωρίσουν οι δυο γραφές,
(τα) ξύλα —(του) ξνλα, (η) βαρέλα —(του) βαρέλα, (της) βαρέλας - (ο) βαρέλας, και
Η Τ Ο Ν Ι Κ Η Μ Ε Τ Α Ρ Υ Θ Μ Ι Σ Η * αν αξίζει άραγε αληθινά τον κόπο, τη στιγμή που θα γράψουμε την κοινότατη λέξη
(η) γλώσσα —(της) γλώσσας, να θυμηθούμε πως υπάρχει και μια σπάνια λέξη ίο)
ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΑ
γλωσσάς, —(του) γλωσσά, και ούτω καθεξής. Ολα αυτα βρίσκουνται μεμιάς ταχτο-
ι Συνέχεια απτό .τοοηγονμενο φνλλοι.
ποιημένα, και εκείνος που γράφει δεν έχει να σκεφτεί τ ί π ο τ ε όξω απτην ιδέα
που ζητεί να διατυπά)σει. Αυτο είναι το κυριότερο.
Ενα άλλο σύστημα, που θα ξελαίρρώσει πολυ σημαντικότερα τη γραφή - μας
Ό σ ο για απλότητα και ευκολία λοιπόν δε χωρεί αμφιβολία πως το σύστημα
απο περιττές οξείες, είναι το ακόλουθο. Αφίνουμε άτονες όλες τις μονοσυλαβες λε­
«απο είναι το προτιμότερο. Ό σ ο τώρα για κείνη την ποικιλία, που μερικά πρό­
ίες, έκτος πάλι απτα εφτα μόρια που σημείά)σαμε παραπάνω κι' απτο εροπηματικο
σωπα του ρήματος θα έχουν τόνο και άλλα όχι, αν επιμένετε να τη θεωρήσουμε
ri. Επίσης αφίνουμε άτονες όλες τις υπερμονοσύλαβες λέξες που τονίζοννται στη λή­
αταξία, θα παρατηρήσω πως την ίδια αταξία έχουμε σήμερα στο άρθρο: ό, ή, οί
γουσα, και βάζουμε λοιπόν μια οξεία μονάχα όταν η λέξη τονίζεται παραπάνω απτη
χωρίς τόνο, του, τόν,.... με τόνο - μα αυτα τα συνειθίσαμε! Ακόμη την ίδια «αταξία
λήγουσα. Θα μάθει μια για πάντα ο αναγνσχττης. πως κάθε λέξη που δεν έχει τόνο
τονίζεται στη λήγουσα. Είναι το σύστημα που εφάρμοσε προπος ο Πάλλης. Είναι
το αντίστροφο εκείνου που γίνεται στα ιταλικά, όπου μόνο οι λέξες που τονίζονν­ (*) Εκείνο που δείχνει ότι το σύστημα στα ιταλικά είναι ελαττωματικό είναι που υπάρ­
ται στη λήγουσα παίρνουν τόνο: verità) perù, avrò, entro—μπαίνω, entro—μπήκε, χουν και μερικές λέξες που τονίζουνται πότε στην παραλήγουσα και πότε στην προπαραλή­
γουσα, με αλλαγή της έννοιας, και τότε ο κανόνας που είπαμε παραπάνω δείχνεται ανεπαρ­
dormi— κοιμήσου, dorm) —- κοιμήθηκε. Papa = ο Πάπας, papà = ο πατέρας. To
κής. Μ α φαίνουντσι να είναι τόσο λίγες αυτές οι λέξες, ώ σ τ ε ' δ ε χρειάστηκε να τροποποιηθεί
δικο - μας άλλωστε θα είναι τελειότερο, γιατί δε θ' αφίνει καμία αμφιβολία ο»; ,τρο_ to σύστημα. Τότε λοιπόν, ενάντια στο γενικό κανόνα, σημειουνουνε τον τόνο όταν είναι στην
ιον τονισμό, ενω στα ιταλικά, όταν δεν τονίζεται η λήγουσα, δεν μπορούμε να ξαί- παραλήγουσα, και δεν τον σημειώνουν όταν είναι π α ρ α π ά ν ω : s u b i t o = αμέσως, s u b i t o παΟ
1
ρουμε ποια απτις δυο άλλες συλαβες θα τονιστεί, κ έτσι ο ξένος δεν ξαίρει πώς μετοχή του s u b i r e , s e g u i t o = συνέχεια, seguito παθ. μετ του seguire.

You might also like