ΕΚΚΛΗΣΙΑ
ΓΝΗΣΙΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
τοῦ ἔτους 2 0 2 1
ἀπὸ τοῦ Σωτηρίου ἔτους τῆς κατὰ Σάρκα Γεννήσεως τοῦ ΑΝΑΡΧΟΥ, ΠΡΟ-
ΑΙΩΝΙΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΟΣ Η-
ΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ, ΤΟΥ ΓΕΝΝΗΘΕΝΤΟΣ ΠΡΟ ΠΑΝΤΩΝ ΤΩΝ
ΑΙΩΝΩΝ, «ΟΣ ΕΣΤΙ ΠΡΩΤΟΤΟΚΟΣ ΠΑΣΗΣ ΚΤΙΣΕΩΣ» (Κολ. Α´ 12-18)
«ΔΙ’ ΟΥ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΕΓΕΝΕΤΟ», καθότι « εἷς Κύριος Ἰησοῦς Χρι-
στός, δι᾿ οὗ τὰ πάντα καὶ ἡμεῖς δι᾿ αὐτοῦ» (Α´ Κορ. Η´ 6), « ἐν τῷ
Θεῷ, τῷ τὰ πάντα κτίσαντι διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Ἐφεσ. Γ´ 9).
ΑΦΙΕΡΟΥΤΑΙ
Εἰς τὸν Ἱερὸν Ἀποστολικὸν ΣΥΝΟΔΙΚΟΝ ΘΕΣΜΟΝ ΔΙΟΙ-
ΚΗΣΕΩΣ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας Χριστοῦ τοῦ ΘΕΟΥ,
τὸν ἐκ τῶν Ἀποστολικῶν χρόνων προερχόμενον, ἐξ οὗ πηγά-
ζει, κατοχυροῦται καὶ ἑδραιοῦται τὸ ΑΛΑΘΗΤΟΝ τῆς Στρα-
τευομένης ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ τοῦ ΘΕΟΥ, ὡς οἱ Ἅγιοι καὶ Θεό-
πνευστοι Ἀπόστολοι ἀναφέρουν, «ἔδοξε γὰρ τῷ Ἁγίῳ Πνεύ-
ματι καὶ ἡμῖν» (Πράξ. ΙΕ´ 28), καὶ οἱ Ἅγιοι Θεοφόροι Πα-
τέρες εἰς τὰς Ἁγίας καὶ Οἰκουμενικὰς Συνόδους προλογίζουν,
«ἑπόμενοι τοῖς Ἁγίοις Πατράσιν» (Πρακτ. Δ´ Οἰκ. Συνό-
δου), εἰς τρόπον ὥστε ἡ Στρατευομένη καὶ ἡ Θριαμβεύουσα
ΜΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ τοῦ ΕΝΟΣ ΤΡΙΣΥΠΟΣΤΑΤΟΥ ΘΕΟΥ
ἡμῶν, καθοδηγουμένη ὑπὸ τοῦ Παναγίου καὶ Τελεταρχικοῦ
Πνεύματος, «ὁδηγήσει ἡμᾶς εἰς πᾶσαν τὴν ΑΛΗΘΕΙΑΝ»
(Ἰωάν. ΙΣΤ´ 13), «ὡς ΣΤΥΛΟΣ καὶ ἑδραίωμα τῆς ΑΛΗ-
ΘΕΙΑΣ» (Α´ Τιμ. Γ´15), τουτέστιν ὡς ΑΛΑΘΗΤΟΣ.
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ Γ. Ο. Χ. ΕΛΛΑΔΟΣ
ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ 202 1
ΕΚΟΤΗΣ:
Η ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ Γ.Ο.Χ. ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Κωνσταντινουπόλεως 174, Τ.Κ. 542 49, Χαριλάου Θεσσαλονίκη
Τηλ. 2310 300177
ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΩΝ ΕΞΩΦΥΛΛΩΝ
ΠΡΩΤΗ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ: «Ἡ Ἁγία Τριάς, ἡ
Στέψις τῆς Θεοτόκου» ( Συμβολικὴ Εἰκὼν
τῆς Ἐκκλησίας ).
ΕΥΤΕΡΑ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ: « Η ΑΜΠΕΛΟΣ
Η ΑΛΗΘΙΝΗ » ( Συμβολικὴ Εἰκὼν τῆς Ἐκ-
κλησίας τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ ).
ΤΡΙΤΗ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ: «Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης
ὁ Θεολόγος ὁ Εὐαγγελιστής. Ἄνωθεν, Ἡ
Ἁγία Τριὰς καὶ Ἡ Στέψις τῆς Θεοτόκου».
ΤΕΤΑΡΤΗ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ: « Η ΑΓΙΑ ΠΕΝ-
ΤΗΚΟΣΤΗ » ( Σύγχρονος φορητὴ εἰκών ).
«Τὸ τεῖχος τῆς Πόλεως ἔχον θεμελίους Δώδεκα,
καὶ ἐπ᾿ αὐτῶν δώδεκα ὀνόματα τῶν Δώδεκα Ἀ-
ποστόλων τοῦ Ἀρνίου» (Ἀποκ. ΚΑ´ 14).
Ὁ Ἀείμνηστος καὶ Ἀοίδιμος Ἀρχιεπίσκοπος τῶν Γ.Ο.Χ.
Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος, τῆς ΜΙΑΣ, ΑΓΙΑΣ, ΚΑΘΟ-
ΛΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ τοῦ ΘΕΟΥ,
κυρὸς Ματθαῖος ὁ Α´ (Καρπαθάκης), ἐν ὥρᾳ Θείας Λει-
τουργίας τὸ 1949 (1 Μαρτίου 1861 - 14 Μαΐου 1950).
ΕΚ ΤΗΣ ΘΡΙΑΜΒΕΥΟΥΣΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ
τοῦ Ἀρχιεπισκόπου τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γ.Ο.Χ. Ἀθηνῶν
καὶ πάσης Ἑλλάδος κυροῦ Ματθαίου Α´ (Καρπαθάκη)
Περὶ τοῦ ΠΡΟΑΙΩΝΙΟΥ ΚΑΙ ΑΝΑΡΧΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ:
«...ὅτι ΘΕΟΝ αὕτη ΕΓΕΝΝΗΣΕΝ, ἴσον ἑαυτῷ
ὄντα κατὰ πάντα ὅμοιον, κατὰ τὸν Θεολόγον
Γρηγόριον, ΑΝΑΡΧΟΝ τε κατὰ χρόνον καὶ ἀτε-
λεύτητον...καὶ ὅτι ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΝ αὕτη ΕΓΕΝΝΗΣΕ,
τὰ τέσσερα μέρη δημιουργήσαντα τοῦ παντός. Καὶ ὅτι
ἄνθρωπον ἐγέννησε, σταυρωθέντα σαρκί» (Βρεσθένης
Ματθαῖος, Κῆπος Χαρίτων, Ἀθῆναι 1936, σελ. 4, 5).
Περὶ τῆς ΠΡΟ ΧΡΙΣΤΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ:
«Ἔστιν οὖν ἡ Ἁγία τοῦ ΘΕΟΥ Καθολικὴ ΕΚ-
ΚΛΗΣΙΑ τὸ σύστημα τῶν ἀπ᾽ αἰῶνος Ἁγίων
Πατέρων, Πατριαρχῶν, Προφητῶν, Ἀποστόλων,
Εὐαγγελιστῶν, Μαρτύρων, οἷς προσετέθη πιστεύσαντα
ὁμοθυμαδὸν πάντα τὰ ἔθνη» (Ἀρχιμανδρίτης Ματθαῖος
Καρπαθάκης, Ἀποστασίας Ἔλεγχος, 1934, σελ. 243).
Περὶ τῆς ΘΕΙΑΣ ΥΠΟΣΤΑΣΕΩΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ :
«Μᾶς κατηγορεῖ ὁ πρώην Φλωρίνης Χρυσόστο-
μος “ὅτι ἡμεῖς ἀσεβοῦμεν καὶ εἴμεθα ἱερόσυλοι...
πρὸς αὐτὴν τὴν ΘΕΙΑΝ ΥΠΟΣΤΑΣΙΝ ΤΗΣ
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ”» (Βρεσθένης Ματθαῖος, Ποιμαντορικὴ
Ἐγκύκλιος, 1-10-1947, σελ. 4). Ἰδιαιτέρα μνεία εἰς τὴν
ΘΕΙΑΝ ΥΠΟΣΤΑΣΙΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ γίνεται
ἐπίσης ὑπὸ τῆς Ἱ. Συνόδου εἰς τὴν Ἐγκύκλιον τοῦ 1950
καὶ εἰς τὸ περιοδικὸν « Κ.Γ.Ο. » Ἀπρίλιος 1983).
Ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΤΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ Γ.Ο.Χ.
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ (ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ)
ΤΗΣ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΑΘΟΛΙΚΗΣ
ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
7
ΕΥΧΑΙ ΚΑΙ ΕΥΛΟΓΙΑΙ
ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ
ΤΩΝ Γ.Ο.Χ. ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ( ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟ Υ )
Πρὸς τὰ ἁπανταχοῦ Πνευματικὰ τέ-
κνα τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ
Ἀποστολικῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Θεο-
ϋποστάτου ΑΛΑΘΗΤΟΥ Ἐκκλησίας τοῦ
Χριστοῦ.
Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,
Εὔχομαι πρὸς πάντας ὑμᾶς τὴν ἀπὸ
τῆς Ζωαρχικῆς καὶ Ζωοποιοῦ Ἁγίας Τρι-
άδος πλουσίαν Θείαν Χάριν, διὰ τὴν κατ᾽
ἄμφω ὑγείαν ψυχῆς τε καὶ σώματος,
ὅπως καὶ ἐν τῷ νέῳ ἔτει, 2021, ἔχετε εἰς
τὰς οἰκογενείας ὑμῶν πᾶν ἀγαθὸν διὰ
τὰς ἀνάγκας τῆς ζωῆς, καθὼς καὶ ὑπο-
μονὴν εἰς τὰς δοκιμασίας καὶ δυσκολίας
τὰς ὁποίας παραχωρεῖ ὁ Θεὸς νὰ διερ-
χώμεθα τὰς ἡμέρας αὐτάς.
8 ΕΥΧΑΙ ΚΑΙ ΕΥΛΟΓΙΑΙ
Εὔχομαι εἰσέτι ὅπως ὁ Φιλάνθρωπος
Θεὸς φρουρῇ καὶ τειχίζῃ πάντας εἰς τὴν
Θείαν Κιβωτὸν τῆς Ἐκκλησίας Του, ἧς
τὸ ΑΛΑΘΗΤΟΝ φρουρεῖται διὰ τῶν Οἰ-
κουμενικῶν Συνόδων, ἔνθα Κεφαλὴ καὶ
Σῶμα ὁμοῦ καθολικῶς ἐκφράζεται. Οἱ
κίνδυνοι πολλοὶ καὶ μεγάλοι. Διανύομεν
ἡμέρας Πνευματικοῦ Κατακλυσμοῦ, ἕνε-
κεν τῶν Ἀντιχρίστων Οἰκουμενιστικῶν
Αἱρέσεων καὶ τῶν Εἰδωλολατρικῶν θρη-
σκειῶν αἱ ὁποῖαι, ὡς ἀκραῖα καιρικὰ φαι-
νόμενα, κατακλύζουν τὸν κόσμον καὶ ὑ-
ποδουλώνουν εἰς τὸν Σατανᾶ τὸν κατ᾽
εἰκόνα Θεοῦ πλασθέντα ἐλεύθερον ἄν-
θρωπον.
Ὁ ἄνθρωπος ἢ θὰ προσέλθῃ εἰς τὸν
Θεὸν Πατέρα διὰ τοῦ Υἱοῦ Αὐτοῦ Ἰη-
σοῦ Χριστοῦ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἢ θὰ
ἀπωλεσθῇ. Ἔτσι ὥρισε τὸ Ἅγιον Θέ-
λημα τοῦ Θεοῦ. Λέγει γὰρ ὁ Ἰησοῦς:
ΕΥΧΑΙ ΚΑΙ ΕΥΛΟΓΙΑΙ 9
«Ἐγώ εἰμι ἡ ΟΔΟΣ καὶ ἡ ΑΛΗΘΕΙΑ καὶ
ἡ ΖΩΗ· οὐδεὶς ἔρχεται πρὸς τὸν Πα-
τέρα εἰ μὴ δι’ ἐμοῦ» (Ἰωάν. ΙΔ´ 6).
Ἡ μόνη ἐλπὶς καὶ σωτηρία μας εἶναι
ἡ Γνησία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, «ἥτις
ἐστὶν Ἐκκλησία Θεοῦ ζῶντος, ΣΤΥΛΟΣ
καὶ ἑδραίωμα τῆς ΑΛΗΘΕΙΑΣ» (Α´ Τιμ.
Γ´ 15). Ὁ καταφεύγων εἰς τὴν Ἐκκλη-
σίαν τοῦ Θεοῦ, εἰς τὸν Οὐρανὸν κατα-
φεύγει, εἰς τὴν Ἁγίαν Τριάδα προσέρ-
χεται, καὶ ἡ Ἄκτιστος Θεία Χάρις φρου-
ρεῖ αὐτόν. Αἱ δὲ ἡμέραι αὐτοῦ πληροῦν-
ται ἐν μετανοίᾳ, ἐν τῇ μετ᾽ ἀλλήλων
συγχωρήσει, ἐν ἔργοις Πίστεως καὶ Δι-
καιοσύνης.
Αὐτὴν τὴν Ὁδὸν ὥρισε δι᾽ ἡμᾶς ὁ
ἴδιος ὁ Θεός, εἴτε λαλῶν διὰ τῶν Θεο-
πτῶν Προφητῶν εἰς τὰς Θείας Γραφὰς
εἴτε αὐτοπροσώπως ἐν τῷ Θείῳ Εὐαγ-
γελίῳ εἴτε διὰ τῶν Ἱερῶν Οἰκουμενικῶν
10 ΕΥΧΑΙ ΚΑΙ ΕΥΛΟΓΙΑΙ
Συνόδων καὶ Ἁγίων Θεοφόρων Πατέ-
ρων, ἵνα χαρίσῃ ἡμῖν τοῖς ἁμαρτωλοῖς
Ζωὴν Αἰώνιον, ὅπερ καὶ διαπύρως εὔ-
χομαι. Ἀμήν. Γένοιτο.
Μετ ᾽ εὐχῶν ἀπείρων
Διάπυρος πρὸς Κύριον Εὐχέτης
† Ο ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΧΡΥΣΟΣ ΤΟΜΟΣ
Θεοφάνεια 6 Ἰανουαρίου 2021
«Ἡ Χάρις τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ
Χριστοῦ καὶ ἡ Ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ
Πατρὸς καὶ ἡ Κοινωνία τοῦ Ἁγίου
Πνεύματος εἴη μετὰ πάντων ὑμῶν·
ἀμήν»
(Β´ Κορ. ΙΓ´ 13, καὶ εὐχὴ Θείας
Λειτουργίας).
11
Π Ρ ΟΛΟ Γ Ο Σ
«Οἷς μὴ ὑπάρχει κυβέρνησις,
πίπτουσιν ὥσπερ φύλλα,
Σωτηρία δὲ ὑπάρχει ἐν πολλῇ βουλῇ»
(Παροιμ. Σολ. ΙΑ´ 14).
Θείᾳ Χάριτι εἴμεθα μέλη τῆς Ἐκκλησί-
ας Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ. Πιστεύομεν Ὀρθο-
δόξως, καὶ προσπαθοῦμε ὅσο τὸ δυνατὸν
νὰ εἴμεθα συνεπεῖς εἰς τὰς ἐντολὰς Του.
Παρ᾽ ὅλα αὐτά, συμβαίνει πολλάκις νὰ ἀ-
γνοοῦμεν βασικὰς Ἀληθείας διὰ θέματα
εἰς τὰ ὁποῖα, ὡς μέλη τῆς Ἐκκλησίας, θὰ
ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν καλὴν κατάρτισιν, διότι
ἄλλως κινδυνεύομεν νὰ ἀπολέσωμεν τὸν
Ὀρθόδοξον προσανατολισμὸν καὶ νὰ πέ-
σωμεν εὐκόλως εἰς πλάνας καὶ αἱρέσεις.
Εἶναι ἐπικίνδυνον διὰ τὸν Γνήσιον Ὀρ-
θόδοξον Χριστιανὸν νὰ ἀγνοῇ ποῖα εἶναι
καὶ πῶς θεσπίζονται τὰ Ὀρθόδοξα Δόγ-
12 ΠΡΟΛΟΓΟΣ
ματα τῆς Πίστεως, αἱ Διατάξεις τῆς Λα-
τρείας, οἱ Κανόνες τῶν Χριστιανικῶν ἡ-
θῶν, ἐθίμων καὶ Ἱερῶν Παραδόσεων, οἱ
Νόμοι διὰ τὴν Πνευματικὴν Ὀργάνωσιν,
Διοίκησιν καὶ Κηδεμονίαν τοῦ Σώματος
τῆς Στρατευομένης Ἐκκλησίας, καὶ ἐν
γένει ποία εἶναι ἡ Ἀνωτάτη Ἐκκλησιαστι-
κὴ Ἀρχὴ ἡ ὁποία ρυθμίζει τὸν τρόπον τῆς
κατὰ Θεὸν Ζωῆς εἰς τὸ Πνευματικὸν τοῦ-
το Σῶμα τοῦ Χριστοῦ.
Ὁ Χριστιανὸς δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὁμοι-
άζῃ μὲ ἐκείνους τοὺς πολίτας οἱ ὁποῖοι ἀ-
γνοοῦν τὴν ταυτότητα τοῦ κράτους ὅπου
ἐγεννήθησαν καὶ ζοῦν, χωρὶς νὰ γνωρί-
ζουν τὴν γεωγραφικὴν θέσιν καὶ ἔκτασιν
τῆς πατρίδος των, τὰ σύνορα ἐντὸς τῶν
ὁποίων δύνανται μὲ ἀσφάλειαν νὰ κι-
νοῦνται, νὰ ἐργάζωνται καὶ νὰ δημιουρ-
γοῦν οἰκογένειαν, ἀλλὰ κινδυνεύουν ἀπὸ
ἄγνοιαν νὰ εὑρεθοῦν ἐκτὸς συνόρων εἰς
ξένον κράτος καὶ ἐχθρικὸν λαόν.
ΠΡΟΛΟΓΟΣ 13
Χριστιανὸς ὁ ὁποῖος δὲν γνωρίζει τὴν
Ἀνωτάτην του Ἐκκλησιαστικὴν Ἀρχὴν
καὶ τὴν πηγὴν τῆς Ἀληθείας, ἥτις μόνη
δύναται νὰ τὸν σώσῃ, ὁμοιάζει μὲ ὁρι-
σμένους πολίτας ἑνὸς κράτους οἱ ὁποῖοι
δὲν ἔχουν συνείδησιν τοῦ ῎Εθνους ὅπου
ἀνήκουν, οὔτε γνῶσιν τοῦ Συντάγματος
καὶ τῶν νόμων τοῦ κράτους των.
Σύνταγμα καὶ Νόμοι ρυθμίζουν τὰς σχέ-
σεις μεταξὺ τῶν συμπολιτῶν, καθορίζουν
τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ἀμοιβαίας ὑποχρε-
ώσεις μεταξὺ πολιτῶν καὶ ἀρχῶν Διοική-
σεως, καὶ προσδιορίζουν τὰς σχέσεις τοῦ
κράτους μὲ ἄλλα κράτη.
Μόνον κακὸ μπορεῖ νὰ πάθῃ ὅποιος ἀ-
γνοεῖ τὴν ἀνάγκην ὑπάρξεως Ἀνωτάτης
Διοικητικῆς Ἀρχῆς καὶ Ἐξουσίας εἰς τὸ
κράτος του, καὶ ὅποιος ἀγνοεῖ ποῖοι καὶ
μὲ ποῖον τρόπον ἔχουν τὴν ἐξουσίαν νὰ
θεσπίζουν Νόμους καὶ Σύνταγμα. Πολὺ
14 ΠΡΟΛΟΓΟΣ
χειρότερον εἶναι νὰ ἔχουν τοιαύτην ἄγνοι-
αν περὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τὰ μέλη τῆς
Ἐκκλησίας.
Μπορεῖ νὰ ἀκούγεται ὑπερβολικόν, ἀλλ᾽
ὅμως εἶναι λυπηρὰ πραγματικὸν ὅτι κά-
ποιοι πολλάκις ἀγνοοῦν ὅτι ὑπάρχουν καὶ
ἄλλοι λαοὶ ἢ κράτη, φιλικοί, οὐδέτεροι ἢ
καὶ ἐχθρικοὶ πρὸς αὐτούς, μὲ ἄλλην ἐξου-
σίαν καὶ ἄλλον τρόπον Διοικήσεως, ἄλ-
λους νόμους, ἄλλην γλῶσσαν, ἄλλην θρη-
σκείαν, ἄλλα ἤθη, ἄλλα ἔθιμα. Ἀγνοοῦν
τὴν ἔννοιαν καὶ στεροῦνται ἀκόμη καὶ τὴν
αἴσθησιν τοῦ Κράτους, τοῦ ῎Εθνους, τῆς
Φυλῆς, τὰ ὁποῖα διαφοροποιοῦν ἀνθρώ-
πους ἀπὸ ἀνθρώπους. Δι᾽ αὐτοὺς εἶναι ἄ-
γνωστον ἢ ἀσήμαντον ἢ παντελῶς ἀδιά-
φορον τὸ ὅμαιμον, τὸ ὁμόγλωσσον, τὸ
ὁμόθρησκον, τὸ ὁμόηθες, τὸ ὁμόεθνον,
τὸ ὁμόφυλον ( = οἱ ἐκ τῆς αὐτῆς φυλῆς,
τοῦ αὐτοῦ γένους, κατ’ ἔννοιαν εὐρύτε-
ΠΡΟΛΟΓΟΣ 15
ρον τοῦ ὁμοεθνοῦς), τὰ ὁποῖα διακρίνουν
τοὺς ἀνθρώπους μεταξύ των, καὶ ἕνα ἔθνος
ἢ κράτος ἀπὸ ἄλλον, ὅπως ἔλεγον ὁ Πλού-
ταρχος, ὁ Ἡρόδοτος, ὁ Αἰσχύλος, καὶ λοι-
ποί, ἀλλὰ εἶναι καὶ λογικὰ ἀποδεκτόν.
Παρόμοια ἄγνοια ἢ ἀδιαφορία διὰ τοὺς
ἀντιστοίχους Ἐκκλησιαστικοὺς θεσμοὺς
καὶ τὰς Ἐκκλησιαστικὰς Πηγὰς Δικαίου
ἔχει καταστροφικὰς συνεπείας διὰ τὴν αἰ-
ώνιον ψυχὴν καὶ τὴν αἰώνιον ἀποστολὴν
τοῦ ἀνθρώπου.
Ὅπως εἶναι ἀνεπίτρεπτον καὶ ἐπικίνδυ-
νον εἰς τὴν κοσμικὴν ζωὴν νὰ ἀγνοῇ κα-
νεὶς τὴν Γλῶσσαν, τὴν Παιδείαν, τὴν
μόρφωσιν, τὴν Διοίκησιν, τὴν ἔννοιαν
τῆς οἰκογενείας, τὸν σεβασμὸν πρὸς τὰς
Θρησκευτικάς, Ἐκκλησιαστικάς, Πολιτει-
ακάς, Πολιτικάς, Στρατιωτικάς, Δικαστι-
κάς, Διοικητικὰς Ἀρχὰς καὶ Ἐξουσίας τοῦ
Κράτους εἰς τὸ ὁποῖον ζεῖ, εἶναι πολλῷ
16 ΠΡΟΛΟΓΟΣ
μᾶλλον ἀπαράδεκτον καὶ ἐπικίνδυνον διὰ
τὴν Αἰώνιον Ζωὴν νὰ ἀγνοῇ κανεὶς τὰς
ἐκ τῆς Θείας Κεφαλῆς τῆς Ἐκκλησίας
τεθειμένας Ἐκκλησιαστικὰς Ἀρχὰς καὶ
Ἐξουσίας.
Ὅσα Κρατικὰ θεσπίσματα καὶ θέσμια
ἀνεφέρθησαν ἀνωτέρω εἶναι ἀπαραίτητα
διὰ μίαν ἥσυχον, εἰρηνικήν, νόμιμον κοι-
νωνικὴν ζωὴν καὶ σχέσιν, ὄχι μόνον μετα-
ξὺ τῶν ὁμοεθνῶν συνανθρώπων μας μετὰ
τῶν ὁποίων συνυπάρχομεν, ἀλλὰ καὶ εἰς
σχέσιν μετὰ τῶν ἄλλων κρατῶν, λαῶν καὶ
ἐθνῶν.
Ἐὰν αὐτὰ εἶναι ἀναγκαῖα νὰ τὰ γνωρί-
ζωμεν διὰ τὴν ἐδῶ ὑλικὴν ζωήν μας, πολὺ
περισσότερον εἶναι ἀναγκαῖα τὰ ἀντίστοι-
χα Ἐκκλησιαστικὰ διὰ τὴν πνευματικήν
μας ζωήν.
Ἡ ὕπαρξίς μας δὲν τερματίζεται εἰς τὸν
παρόντα ὑλικὸν κόσμον, ἀλλὰ προεκτεί-
ΠΡΟΛΟΓΟΣ 17
νεται καὶ συνεχίζει εἰς τὸν μεταφυσικόν,
ἄϋλον, ἀσώματον καὶ Πνευματικὸν κό-
σμον, κατὰ τὸν λόγον τοῦ Ἀποστόλου Παύ-
λου, «οὐκ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν ἀλ-
λὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν» ( Ἑβρ.
ΙΓ´ 14 ), καὶ ἀλλοῦ, «ἡμῶν τὸ πολίτευμα
ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει» ( Φιλιπ. Γ´ 20 ).
Ἐπειδὴ ὁ παρὼν ὑλικὸς κόσμος εἶναι εἰ-
κὼν τοῦ ἀοράτου καὶ πνευματικοῦ, ὅπως
ἀκριβῶς διὰ τὴν ἐπὶ γῆς ἐν τῇ κοινωνίᾳ
ζωῇ εἶναι ἀπαραίτητον νὰ γνωρίζωμεν τὰς
ἐννοίας Κράτους, Νόμου, Συντάγματος,
Γλώσσης καὶ τῶν ἀνωτέρω προαναφερ-
θέντων, οὕτω καὶ κατὰ μείζονα ἀνάγκην
πρέπει νὰ γνωρίζωμεν περὶ τοῦ Κράτους
τοῦ Θεοῦ ἤτοι τῆς ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΑΥΤΟΥ,
τῆς ὁποίας εἴμεθα μέλη εἰς Σῶμα Ἓν μὲ
ΘΕΙΑΝ ΚΕΦΑΛΗΝ τὸν ΠΡΟΑΙΩΝΙΟΝ
καὶ ΑΝΑΡΧΟΝ ΙΗΣΟΥΝ ΧΡΙΣΤΟΝ, τὸν
ΜΟΝΟΓΕΝΗ ΥΙΟΝ καὶ ΛΟΓΟΝ τοῦ
18 ΠΡΟΛΟΓΟΣ
ΘΕΟΥ καὶ ΘΕΟΝ, δι᾽οὗ τὰ ΠΑΝΤΑ Ε-
ΓΕΝΕΤΟ ( Σύμβολον τῆς Πίστεως ).
Ὅπως πρέπει νὰ γνωρίζωμεν τοῦ κο-
σμικοῦ Κράτους τοὺς Νόμους καὶ τὰς Ἀρ-
χὰς αἱ ὁποῖαι μᾶς διέπουν, νὰ τὰς ἀποδε-
χώμεθα καὶ σεβώμεθα, παρομοίως πρέπει
νὰ γνωρίζωμεν καὶ περὶ τῆς Στρατευομέ-
νης Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία
εἶναι τὸ Κράτος τοῦ ΘΕΟΥ. Δὲν εἶναι
πρέπον νὰ ἀγνοῶμεν τί ὠφείλομεν εἰς τὸν
Θεόν. Ἡ ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ εἶναι σαφής:
«Ἀπόδοτε οὖν τὰ τοῦ Καίσαρος Καίσαρι
καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ» ( Ματθ. ΚΒ´
21, Μάρκ. ΙΒ´ 17, Λουκ. Κ´ 25 ).
Πρέπει νὰ γνωρίζωμεν περὶ τῆς Ὀρθο-
δόξου Πίστεώς μας, περὶ τῶν Ἱερῶν Παρα-
δόσεων, περὶ τῶν βαθμίδων τῆς Ἱεραρχίας
τοῦ Κλήρου, περὶ τῆς Ἀνωτάτης Ἐκκλη-
σιαστικῆς Ἀρχῆς καὶ Ἐξουσίας, ἡ ὁποία
Θείῳ Δικαίῳ καὶ κατὰ Ἀποστολικὴν Δια-
ΠΡΟΛΟΓΟΣ 19
δοχὴν ἐπέχει τὴν εὐθύνη διὰ τὸ Πλήρωμα
τῶν πιστῶν, νομοθετεῖ καὶ ἐκδίδει Ἱεροὺς
Κανόνας διὰ τὴν εὔρυθμον λειτουργίαν
τοῦ τρόπου ζωῆς τῆς λατρείας, τῆς διαποι-
μάνσεως, Διοικήσεως, ἐκδικάσεως διαφο-
ρῶν μεταξὺ τῶν μελῶν, καὶ δι᾽ ὅ,τι ἕτερον
προκύψει εἰς τὴν ζωὴν τῶν Μελῶν τοῦ Σώ-
ματος τῆς Ἐκκλησίας.
Αὐτὴ εἶναι ἡ Ἀνωτάτη Ἐκκλησιαστι-
κὴ Ἀρχή, ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἱεραρχίας
κάθε Τοπικῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας.
Ὑπερτάτη ὅμως Ἐκκλησιαστικὴ Ἀρχὴ
δι᾽ ὅλας τὰς Τοπικάς, Πατριαρχικὰς καὶ
Αὐτοκεφάλους Ἐκκλησίας εἶναι ἡ Μεγά-
λη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, ἡ ὁποία συγ-
καλεῖται καί, ὁμοῦ Κεφαλὴ καὶ Σῶμα, λύει
προβλήματα, διατυπώνει Δόγματα καὶ Ὀρ-
θοδόξους Ὅρους Πίστεως, ἐκδίδει Ἱεροὺς
Κανόνας, καθορίζει τρόπους Διοικήσεως,
ἐκδικάζει ὑποθέσεις τελεσιδίκως, καὶ αἱ
20 ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Ἀποφάσεις της εἶναι μὴ ἐφέσιμοι, ὑποχρε-
ωτικαὶ δι᾽ ὅλους τοὺς Ὀρθοδόξους Χριστια-
νούς, οἱ ὁποῖοι εἶναι καὶ θέλουν νὰ παραμεί-
νουν Μέλη τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.
Ὁ ΣΥΝΟΔΙΚΟΣ ΘΕΣΜΟΣ εἶναι μονα-
δικῆς σημασίας εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Δὲν
ὑπάρχει εἰς τὸν κόσμον Πνευματικὴ Αὐ-
θεντία ἐγκυροτέρα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου
τῆς Ἱεραρχίας. Εἰς τὴν Ἐκκλησίαν δὲν
λειτουργεῖ ἡ ἀρχὴ ἑνὸς ἀνδρός, ἀλλὰ ἡ
ἐξουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἡ ὁποία
ἐκφράζεται μέσῳ τῆς Συνοδικῆς βουλῆς,
τῆς Συνοδικῆς ἀποφάσεως, τῆς Συνοδι-
κῆς φωνῆς. Διὰ τῆς Συνόδου οἰκονομεῖ-
ται ἡ Σωτηρία, ὅπως γράφει καὶ ὁ Σοφὸς
Σολομών: «Σωτηρία δὲ ὑπάρχει ἐν πολ-
λῇ βουλῇ» (Παροιμ. Σολ. ΙΑ´ 14).
Περὶ ὅλων αὐτῶν θὰ γίνῃ, ὅσο τὸ δυνα-
τὸν συνοπτικῶς, ἀναφορὰ εἰς τὴν συνέχει-
αν τοῦ παρόντος Ἡμερολογίου τοῦ 2021.
Η ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΣ ΜΕΤΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ
(Εἰκὼν Σκήτης Τιμίου Προδρόμου, Ἅγιον Ὄρος)
25
Ἀναγνώσματα Κυριακῶν καί Μεγάλων Ἑορτῶν
Φ Ε Β Ρ Ο ΥΑ Ρ Ι Ο Υ 2 0 2 1
ΗΜ. ΚΥΡΙΑΚΑΙ - ΕΟΡΤΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ
1 ΧΑΝΑΝ. - Ἁγ. Τρύφωνος Ρωμ. η´ 28 - 39 Ματθ. ιε´ 21-28
2 ΥΠΑΠΑΝΤΗ ΚΥΡΙΟΥ Ἑβρ. ζ´ 7 - 17 Λουκ. β´ 22 - 40
8 ΙΣΤ´ ΛΟΥΚ. (ΤΕΛ. - ΦΑΡ.) Β´ Τιμ. γ´ 10 - 15 Λουκ. ιη´ 10 - 14
10 Ἁγίου Χαραλάμπους Β´ Τιμ. β´ 1 - 10 Ἰωάν. ιε´ 17 -ιστ´ 2
15 ΙΖ´ ΛΟΥΚΑ (ΑΣΩΤΟΥ) Α´ Κορ. στ´ 12 - 20 Λουκ. ιε´ 11 - 32
22 ΤΩΝ ΑΠΟΚΡΕΩ Α´ Κορ. η´ 8 - θ´ 2 Ματθ. κε´ 31-46
«Οἱ ΠΡΟΦΗΤΑΙ ὡς εἶδον, οἱ ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ ὡς ἐδίδαξαν, ἡ ΕΚ-
ΚΛΗΣΙΑ ὡς παρέλαβεν, οἱ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΙ ὡς ἐδογμάτισαν, ἡ
Οἰκουμένη ὡς συμπεφρόνηκεν, ἡ Χάρις ὡς ἔλαμψεν, ἡ Ἀλή-
θεια ὡς ἀποδέδεικται, τὸ ψεῦδος ὡς ἀπελήλαται, ἡ Σοφία ὡς
ἐπαρρησιάσατο, ὁ Χριστὸς ὡς ἑβράβευσεν· οὕτω ΦΡΟΝΟΥ-
ΜΕΝ, οὕτω ΛΑΛΟΥΜΕΝ, οὕτω ΚΗΡΥΣΣΟΜΕΝ Χριστὸν τὸν
ἀληθινὸν Θεὸν ἡμῶν καὶ τοὺς Αὐτοῦ Ἁγίους ἐν λόγοις τιμῶν-
τες, ἐν συγγραφαῖς, ἐν νοήμασιν, ἐν θυσίαις, ἐν Ναοῖς, ἐν Εἰκο-
νίσμασι, τὸν μὲν ὡς Θεὸν καὶ Δεσπότην προσκυνοῦντες καὶ σέ-
βοντες, τοὺς δέ, διὰ τὸν κοινὸν Δεσπότην, ὡς Αὐτοῦ γνησίους
θεράποντας τιμῶντες καὶ τὴν κατὰ σχέσιν προσκύνησιν ἀπο-
νέμοντες. Αὕτη ἡ Πίστις τῶν Ἀποστόλων, αὕτη ἡ Πίστις τῶν
Πατέρων, αὕτη ἡ Πίστις τῶν Ὀρθοδόξων, αὕτη ἡ Πίστις τὴν
Οἰκουμένην ἐστήριξεν» (Ἀπόσπασμα Συνοδικοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας).
27
Ἀναγνώσματα Κυριακῶν καί Μεγάλων Ἑορτῶν
ΜΑΡΤΙΟΥ 2021
ΗΜ. ΚΥΡΙΑΚΑΙ-ΕΟΡΤΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ
1 ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ Ρωμ. ιγ´ 11 - ιδ´ 4 Ματθ. στ´ 14 - 21
8 Α´ ΝΗΣΤ. (Ὀρθοδοξίας) Ἑβρ. ια´ 24 - 26, 32 - 40 Ἰωάν. α´ 44 - 52
9 Τῶν ἁγ. 40 μαρτύρων Ἑβρ. ιβ´ 1 - 10 Ματθ. κ´ 1 - 16
15 Β´ ΝΗΣΤ. (Γρ. Παλαμᾶ) Ἑβρ. α´ 10 - β´ 3 Μάρκ. β´ 1 - 12
22 Γ´ ΝΗΣΤ. (Σταυρ/σεως) Ἑβρ. δ´ 14 - ε´ 6 Μάρκ. η´ 34 - θ´ 1
25 ΕΥΑΓΓ. ΘΕΟΤΟΚΟΥ Ἑβρ. β´ 11 - 18 Λουκ α´ 24 - 38
29 Δ´ ΝΗΣΤ. ( Ἰ. Κλίμακος ) Ἑβρ. στ´ 13 - 20 Μάρκ. θ´ 17 - 31
Ἡ Ἀναστήλωσις τῶν Ἱερῶν Εἰκόνων, Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας 11 Μαρτίου 843 μ.Χ.
31
Ἀναγνώσματα Κυριακῶν καί Μεγάλων Ἑορτῶν
ΜΑΪΟΥ 2021
ΗΜ. ΚΥΡΙΑΚΑΙ - ΕΟΡΤΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ
3 Γ´ ΚΥΡ. ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ Πράξ. στ´ 1 - 7 Μάρκ. ιε´ 43 - ιστ´ 8
8 Ἁγ. Ἰωάννου Θεολόγου Α´ Ἰωάν. α´ 1 - 7 Ἰωάν. ιθ´ 25-27,
κα´ 24 -25
10 Δ´ ΚΥΡ. ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ Πράξ. θ´ 32 - 42 Ἰωάν. ε´ 1 - 15
13 ΜΕΣΟΠΕΝ/ΣΤΗΣ Πράξ. ιδ´ 6 - 18 Ἰωάν. ζ´ 14 - 30
17 Ε´ ΚΥΡ. ΣΑΜΑΡ/ΔΟΣ Πράξ. ια´ 19 - 30 Ἰωάν. δ´ 5 - 42
21 Ἁγ. Κων/νου & Ἑλένης Πράξ. κστ´ 1, 12-20 Ἰωάν. ι´ 1 - 9
24 ΣΤ´ ΚΥΡ. ΤΥΦΛΟΥ Πράξ. ιστ´ 16 - 34 Ἰωάν. θ´ 1 - 38
28 ΑΝΑΛΗΨΕΩΣ Πράξ. α´ 1 - 12 Λουκ. κδ´ 36 - 53
31 Ζ´ ΠΑΤΕΡ. Α´ ΟΙΚΟΥΜ. Πράξ. κ´ 16-18, 28-36 Ἰωάν. ιζ´ 1 - 13
«Τῇ παραδόσει τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας ἐξηκολουθήσαμεν καὶ
οὔτε ὕφεσιν οὔτε πλεονασμὸν ἐποιησάμεθα, ἀλλ’ Ἀποστολικῶς
διδαχθέντες, κρατοῦμεν τὰς Παραδόσεις ἃς παρελάβομεν, πάντα
ἀποδεχόμενοι καὶ ἀσπαζόμενοι ὅσαπερ ἡ Ἁγία Καθολικὴ Ἐκκλη-
σία ἀρχῆθεν τῶν χρόνων ἀγράφως καὶ ἐγγράφως παρέλαβεν... Ἡ
γὰρ ἀληθινὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ εὐθυτάτη κρίσις καινουργεῖσθαι
ἐν αὐτῇ συγχωρεῖ οὐδέν, οὔτε ἀφαίρεσιν ποιεῖσθαι. Ἡμεῖς τοιγα-
ροῦν πατρώοις νόμοις ΕΠΟΜΕΝΟΙ, παρὰ τοῦ ἑνὸς Πνεύματος
λαβόντες χάριν, ΑΚΑΙΝΟΤΟΜΗΤΩΣ καὶ ΑΜΕΙΩΤΩΣ πάντα τὰ
τῆς Ἐκκλησίας ἐφυλάξαμεν» (Ζ' Οικουμενικὴ Σύνοδος).
33
Ἀναγνώσματα Κυριακῶν καί Μεγάλων Ἑορτῶν
ΙΟΥΝΙΟΥ 2021
ΗΜ. ΚΥΡΙΑΚΑΙ-ΕΟΡΤΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ
7 Η´ ΚΥΡ. ΠΕΝΤ/ΣΤΗΣ Πράξ. β´ 1 - 11 Ἰωάν. ζ´ 37 - 52, η´ 12
8 ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ Ἐφεσ. ε´ 8 - 19 Ματθ. ιη´ 10 - 20
14 Α´ ΜΑΤΘ. ΑΓ. ΠΑΝΤΩΝ Ἑβρ.. ια´ 33 - ιβ´ 2 Ματθ. ι´ 32-33, 37-38,
ιθ´ 27-30
21 Β' ΜΑΤΘ. (Ἁγιορ. Πατ.) Ρωμ. β´ 10 - 16 Ματθ. δ´ 18 -23
24 Γενέθλιον Προδρόμου Ρωμ. ιγ´ 11 - ιδ´ 4 Λουκ. α´ 1 - 25, 57 - 68,
76, 80
28 Γ' ΚΥΡ. ΜΑΤΘΑΙΟΥ Ρωμ. ε´ 1 - 10 Ματθ. στ´ 22-33
29 Ἁγ. Ἀπ. Πέτρου - Παύλου Β´ Κορ. ια´ 21 - ιβ´ 9 Ματθ. ιστ´ 13 - 19
30 Ἁγίων 12 Ἀποστόλων Α´ Κορ. δ´ 9 - 15 Ματθ. θ´ 36, ι´ 1 - 8
«Εἴ τις πᾶσαν Παράδοσιν Ἐκκλησιαστικὴν ἔγγραφον ἢ
ἄγραφον ἀθετεῖ, ΑΝΑΘΕΜΑ ἔστω» (Ἀπόσπασμα Πρακτι-
κῶν τῆς ζ´ καὶ η´ συνεδρίας τῆς Ἁγίας Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου).
«Ἅπαντα τὰ παρὰ τὴν Ἐκκλησιαστικὴν Παράδοσιν καὶ
τὴν Διδασκαλίαν καὶ ὑποτύπωσιν τῶν Ἁγίων καὶ Ἀοι-
δίμων Πατέρων καινοτομηθέντα, ἢ μετὰ τοῦτο πρα-
χθησόμενα, ΑΝΑΘΕΜΑ» (Ἀπόσπασμα ἐκ τοῦ Συνοδικοῦ
τῆς Ὀρθοδοξίας).
35
Ἀναγνώσματα Κυριακῶν καί Μεγάλων Ἑορτῶν
Ι Ο ΥΛ Ι Ο Υ 2 0 2 1
ΗΜ. ΚΥΡΙΑΚΑΙ - ΕΟΡΤΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ
5 Δ' ΚΥΡ. ΜΑΤΘΑΙΟΥ Ρωμ. στ´ 18 - 23 Ματθ. η´ 5 -13
12 Ε´ ΚΥΡ. ΜΑΤΘΑΙΟΥ Ρωμ. ι´ 1 - 10 Ματθ. η´ 28 - θ´1
19 ΑΓ. ΠΑΤΕΡΩΝ Δ´ ΟΙΚ. Τίτ. γ´ 8 - 15 Ματθ. ε´ 14 - 19
20 Προφήτου Ἠλιοῦ Ἰακ. ε´ 10 - 20 Λουκ. δ´ 22 - 30
25 Κοίμησις Ἁγ. Ἄννης Γαλ. δ´ 22 - 27 Λουκ. η´ 16 - 21
26 Ζ´ ΚΥΡ. ΜΑΤΘΑΙΟΥ Ρωμ. ιε´ 1 - 7 Ματθ. θ´ 27 - 35
27 Ἁγ. Παντελεήμονος Β´ Τιμ. β´ 1 - 10 Λουκ. κα´ 12 - 19
Ἡ Ἁγία Δ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, ἡ ἐν Χαλκηδόνι
κατὰ τῶν Μονοφυσιτῶν συγκροτηθεῖσα τὸ 451 μ.Χ.
37
Ἀναγνώσματα Κυριακῶν καί Μεγάλων Ἑορτῶν
ΑΥ Γ Ο Υ Σ Τ Ο Υ 2 0 2 1
ΗΜ. ΚΥΡΙΑΚΑΙ-ΕΟΡΤΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ
2 Η´ ΚΥΡ. ΜΑΤΘΑΙΟΥ Α´ Κορ. α´ 10 - 17 Ματθ. ιδ´ 14 - 22
6 ΜΕΤ/ΣΙΣ ΣΩΤΗΡΟΣ Β´ Πέτρ. α´ 10 - 19 Ματθ. ιζ´ 1 - 9
9 Θ´ ΚΥΡ. ΜΑΤΘΑΙΟΥ Α´ Κορ. γ´ 9 - 17 Ματθ. ιδ´ 22 - 34
15 Η ΚΟΙΜΗΣΙΣ Φιλιπ. β´ 5 - 11 Λουκ. ι´ 38 - 42,
ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ια´ 27 - 28
16 Ι´ ΚΥΡ. ΜΑΤΘΑΙΟΥ Α´ Κορ. δ´ 9 - 16 Ματθ. ιζ´ 14 - 23
23 ΙΑ´ ΚΥΡ. ΜΑΤΘΑΙΟΥ Α´ Κορ. θ´ 2 - 12 Ματθ. ιη´ 23 - 35
29 Ἀποτ. Κεφ. Προδρόμου Πράξ. ιγ´ 25 - 32 Μάρκ. στ´ 14 - 30
30 ΙΒ´ ΚΥΡ. ΜΑΤΘΑΙΟΥ Α´ Κορ. ιε´ 1 - 11 Ματθ. ιθ´ 16 - 26
«Πᾶσα ΦΥΤΕΙΑ ἣν οὐκ ἐφύτευσεν
ὁ ΠΑΤΗΡ μου ὁ Οὐράνιος ἐκριζωθήσεται»
( Ματθ. ΙΕ´ 13 ).
«Ὁ ΘΕΟΣ τῶν Δυνάμεων, ἐπίστρεψον δή,
καὶ ἐπίβλεψον ἐξ οὐρανοῦ καὶ ἴδε καὶ
ἐπίσκεψαι τὴν ΑΜΠΕΛΟΝ ταύτην
καὶ κατάρτισαι αὐτήν, ἣν ΕΦΥΤΕΥΣΕΝ
ἡ ΔΕΞΙΑ Σου» ( Ψαλμ. ΟΘ´ 15-16 ).
39
Ἀναγνώσματα Κυριακῶν καί Μεγάλων Ἑορτῶν
ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2021
ΗΜ. ΚΥΡΙΑΚΑΙ - ΕΟΡΤΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ
1 Ἀρχὴ Ἰνδίκτου Α´ Τιμ. β´ 1 -7 Λουκ. δ´ 16 - 22
6 ΙΓ´ ΚΥΡ. ΜΑΤΘΑΙΟΥ Α´ Κορ. ιστ´ 13 - 24 Ματθ. κα´ 33 - 42
8 ΓΕΝΕΘΛ. ΘΕΟΤΟΚΟΥ Φιλιπ. β´ 5 - 11 Λουκ. ι´ 38 - 42,
ια´ 27 - 28
13 ΠΡΟ ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ Γαλ. στ´ 11 - 18 Ἰωάν. γ´ 13 - 17
14 Η ΥΨΩΣΙΣ ΤΟΥ Α´ Κορ. α´ 18 - 24 Ἰωάν. ιθ´ 6 - 11, 13 - 20,
ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ 25 - 28, 30 - 35
20 ΜΕΤA ΤΗΝ ΥΨΩΣΙΝ Γαλ. β´ 16 - 20 Μάρκ. η´ 34 - θ´1
26 Ἁγ. ’Ιωάννου Θεολόγου Α´ Ἰωάν. δ´ 12 - 19 Ἰωάν. ιθ´ 25-27,
κα´ 24 -25
27 Α´ ΚΥΡ. ΛΟΥΚΑ Β´ Κορ. στ´ 1 - 10 Λουκ. ε´ 1 - 11
«Ἐγώ εἰμι ἡ ΟΔΟΣ καὶ ἡ ΑΛΗΘΕΙΑ
καὶ ἡ ΖΩΗ» ( Ἰωάν. ΙΔ´ 6 ).
«Ἐγώ εἰμι ἡ Ἄμπελος ἡ Ἀληθινή,
καὶ ὁ Πατήρ μου ὁ Γεωργός ἐστι.
Πᾶν κλῆμα ἐν ἐμοὶ μὴ φέρον καρπόν,
αἴρει αὐτό» (Ἰωάν. ΙΕ´ 1-2).
41
Ἀναγνώσματα Κυριακῶν καί Μεγάλων Ἑορτῶν
ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2021
ΗΜ. ΚΥΡΙΑΚΑΙ - ΕΟΡΤΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ
4 Β´ ΚΥΡ. ΛΟΥΚΑ Β´ Κορ. στ´ 16- ζ´ 1 Λουκ. στ´ 31 - 36
11 ΑΓ. ΠΑΤΕΡΩΝ Ζ´ ΟΙΚ. Τίτ. γ´ 8 - 15 Λουκ. η´ 4 - 15
18 ΚΥΡΙΑΚΗ Εὐαγ. Λουκᾶ Κολ. δ´ 5 - 11, 14-18 Λουκ. ι´ 16 - 21
25 ΣΤ´ ΚΥΡ. ΛΟΥΚΑ Γαλ. α´ 11 - 19 Λουκ. η´ 2 6- 39
26 Ἁγίου Δημητρίου Β´ Τιμ. β´ 1 - 10 Ἰωάν. ιε´ 17 - ιστ´ 2
Ἡ Ἁγία Ζ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, ἡ ἐν Νικαίᾳ τῆς Βιθυνίας
κατὰ τῆς Εἰκονομαχίας συγκροτηθεῖσα τὸ 787 μ.Χ.
43
Ἀναγνώσματα Κυριακῶν καί Μεγάλων Ἑορτῶν
ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2021
ΗΜ. ΚΥΡΙΑΚΑΙ-ΕΟΡΤΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ
1 Ε´ ΛΟΥΚ. - Ἁγ. Ἀναργ. Α´ Κορ. ιβ´ 27 - ιγ´ 8 Λουκ. ιστ´ 19 - 31
8 Ζ´ ΛΟΥΚ. - Ἁγ. Ἀρχαγγ. Ἑβρ. β´ 2 - 10 Λουκ. η´ 41 - 56
13 Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστ. Ἑβρ. ζ´ 26 - η´ 2 Ἰωάν. ι´ 9 - 16
14 Ἁγίου Φιλίππου Πράξ. η´ 26 - 39 Ἰωάν. α´ 44 - 52
15 Η´ ΚΥΡ. ΛΟΥΚΑ Ἐφεσ. β´ 14 - 22 Λουκ. ι´ 25 - 37
21 Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου Ἑβρ. θ´ 1 - 7 Λουκ. ι´ 38 - 42,
ια´ 27 - 28
22 Θ´ ΚΥΡ. ΛΟΥΚΑ Ἐφεσ. δ´ 1 - 7 Λουκ. ιβ´ 16- 21
25 Ἁγίας Αἰκατερίνης Γαλ. γ´ 23 - δ´ 5 Μάρκ. ε´ 24 - 34
29 ΙΓ´ ΚΥΡ. ΛΟΥΚΑ Ἐφεσ. ε´ 8 - 19 Λουκ. ιη´ 18- 27
30 Ἀποστόλου Ἀνδρέου Α´ Κορ. δ´ 9 -16 Ἰωάν. α´ 35 - 52
«Ἔδοξε γὰρ τῷ Ἁγίῳ ΠΝΕΥΜΑΤΙ καὶ ἡμῖν»
( Πράξ. ΙΕ´ 28 ).
«Καὶ ἐγὼ ἐρωτήσω τὸν Πατέρα καὶ ἄλλον
ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΝ δώσει ὑμῖν, ἵνα μένῃ μεθ᾽
ὑμῶν εἰς τὸν Αἰῶνα, τὸ ΠΝΕΥΜΑ τῆς ΑΛΗΘΕΙΑΣ»
( Ἰωάν. ΙΔ´ 16 - 18 ).
«Ὅταν δὲ ἔλθη Ἐκεῖνος τὸ ΠΝΕΥΜΑ τῆς ΑΛΗΘΕΙ-
ΑΣ, ὁδηγήσει Ὑμᾶς εἰς πᾶσαν τὴν ΑΛΗΘΕΙΑΝ »
( Ἰωάν. ΙΣΤ´ 7 - 15 ).
45
Ἀναγνώσματα Κυριακῶν καί Μεγάλων Ἑορτῶν
ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2021
ΗΜ. ΚΥΡΙΑΚΑΙ - ΕΟΡΤΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ
5 Ἁγίου Σάββα Γαλ. ε´ 22 - στ´ 2 Ματθ. ια´ 27 -30
6 Ι´ ΛΟΥΚΑ - Ἁγ. Νικολ. Ἑβρ. ιγ´ 17-21 Λουκ. ιγ´ 10 - 17
9 Σύλληψις Ἁγίας Ἄννης Γαλ. δ´ 22 - 27 Λουκ. η´ 16 - 21
12 Ἁγίου Σπυρίδωνος Ἐφεσ. ε´ 8 - 19 Ἰωάν. ι´ 9 - 16
13 ΚΥΡ. ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ Κολ. γ´ 4 -11 Λουκ. ιδ´ 16 - 24
20 ΠΡΟ ΧΡΙΣΤ. ΓΕΝΝΗΣ. Ἑβρ. ια´ 9-10, 32-40 Ματθ. α´ 1 - 25
25 ΓΕΝΝΗΣΙΣ ΧΡΙΣΤΟΥ Γαλ. δ´ 4 - 7 Ματθ. β´ 1 - 12
26 ΣΥΝΑΞΙΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ Ἑβρ. β´ 11 -18 Ματθ. β´ 13 - 23
27 ΜΕΤΑ ΧΡΙΣΤ. ΓΕΝΝ. - Πράξ. στ´ 8 - ζ´ 5, Ματθ. β´ 13 - 23
Ἁγίου Στεφάνου 47 - 60
Ἡ ἐν Νικαίᾳ
Ἁγία A´
Οἰκουμενικὴ
Σύνοδος
(325 μ.Χ.), ἡ
τὴν Προαιω-
νιότητα τοῦ
Ἰησοῦ Χρι-
στοῦ ἀνακη-
ρύξασα.
Τριάδος ἡ Φανέρωσις ἐν Ἰορδάνει γέγονεν
Ἡ ἐν Ἰορδάνῃ Σύνοδος Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων
ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ
ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ
ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΘΕΟΠΝΕΥΣΤΟΥ
ΣΥΝΟΔΙΚΟΥ ΘΕΣΜΟΥ ΔΙ’ ΟΥ
ΔΙΟΙΚΕΙΤΑΙ ΚΑΙ ΔΙΑΣΦΑΛΙ-
ΖΕΤΑΙ ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ
ΘΕΟΫΠΟΣΤΑΤΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΤΟΥ ΠΡΟΑΙΩΝΙΟΥ ΚΥΡΙΟΥ
ΚΑΙ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΟΣ
ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ, ΚΑΙ
ΕΦΟΔΙΟΝ
ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ
ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΩΝ
ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΩΝ ΑΙΡΕΣΕ-
ΩΝ, ΣΧΙΣΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΔΑΙΜΟ-
ΝΙΚΩΝ ΕΒΡΑΙΟΣΙΩΝΙΣΤΙΚΩΝ
ΒΛΑΣΦΗΜΙΩΝ ΤΩΝ ΔΙΚΤΑΤΟ-
ΡΙΚΩΣ ΕΠΙΒΑΛΛΟΜΕΝΩΝ ΩΣ
ΔΗΘΕΝ ΑΛΑΘΗΤΟΣ ΔΙΔΑΣΚΑ-
ΛΙΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚ-
ΚΛΗΣΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ.
50
Ἡ Ἁγία Α´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἡ ἐν Νικαίᾳ
συγκροτηθεῖσα κατὰ τοῦ Ἀρείου τὸ 325 μ.Χ.
51
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
«ΕΠΟΜΕΝΟΙ τοίνυν
τοῖς Ἁγίοις Πατρᾶσιν»
(Πρακτικὰ Ἁγίας Δ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου).
«Ἡμεῖς τοιγαροῦν πατρώοις νόμοις
ΕΠΟΜΕΝΟΙ, παρὰ τοῦ ἑνὸς Πνεύματος
λαβόντες Χάριν, ἀκαινοτομήτως καὶ
ἀμειώτως πάντα τὰ τῆς Ἐκκλησίας
ἐφυλάξαμεν»
(Πρακτικὰ Ἁγίας Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου).
«τοῦτο κρατοῦμεν
ὅπερ ἁπανταχοῦ, ὅπερ ἀείποτε,
ὅπερ ὑφ᾽ ἁπάντων ἐπιστεύθη»
(Μοναχὸς Βικέντιος ἐκ Λερίνων, 450 μ.Χ.).
Ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστο-
λικὴ Ἐκκλησία, συγκροτουμένη ὑπὸ τῆς
Ἁγίας Τριάδος καὶ συγκροτοῦσα Μίαν
Βασιλείαν ἐν Οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς, Μίαν
ποίμνην Ἀγγέλων καὶ Ἀνθρώπων, ἔχει μὲν
52 ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Μίαν, Ἁπλῆν, Ἀδιαίρετον Κεφαλήν, τὸν
Ἀόρατον ΤΡΙΣΥΠΟΣΤΑΤΟΝ ΘΕΟΝ, Σῶ-
μα δὲ Ἓν σύνθετον, ἀποτελούμενον ἀπὸ
τὴν Θριαμβεύουσαν Τάξιν τῶν Ἁγίων Ἀγ-
γέλων καὶ πάντων τῶν σεσωσμένων ἀν-
θρώπων εἰς τὴν ἀόρατον αἰωνιότητα καὶ
ἀπὸ τὴν Στρατευομένην εἰς τὸν ὁρατὸν
χρονικὸν κόσμον.
Ἡ Στρατευομένη Ἐκκλησία, τὸ ἐπὶ
τῆς γῆς κατοικητήριον τοῦ Θεοῦ, ὁ Πύρ-
γος τῆς Ἀληθείας, ἡ Κιβωτὸς τῆς Σωτη-
ρίας, ὡς ἀρρήκτως, ὀργανικῶς συνδεδε-
μένη καὶ μὲ τὴν Θριαμβεύουσαν Ἐκκλη-
σίαν καὶ μὲ τὴν Ζωαρχικὴν καὶ Ζωο-
ποιὸν Ἁγίαν Τριάδα, ΔΕΝ κυβερνᾶται
οὔτε ἀπὸ Ἄγγελον οὔτε ἀπὸ ἄνθρωπον,
εἴτε λαϊκὸν εἴτε μοναχὸν εἴτε κληρικόν,
ΔΕΝ εἶναι ὑποτελὴς εἰς οὐδεμίαν κοσμι-
κὴν ἐξουσίαν ἢ ἄλλην κτιστὴν δύναμιν,
ΔΕΝ συνιστᾶ ἀνθρωπίνην κυριαρχίαν ἢ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ 53
δύναμιν, καὶ ΔΕΝ ἀποτελεῖ ἀποθετήριον
ἀνθρωπίνης αὐθεντίας, σοφίας, γνώσεως
ἢ γνώμης.
Ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι κοσμικὸν καθί-
δρυμα καὶ δὲν κυβερνᾶται ὑπὸ κοσμικῆς
ἐξουσίας. Αὐτὸ διατυπώνεται ρητῶς εἰς
τὸν ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΟΝ ΚΑΙ ΣΥΝΟΔΙΚΟΝ
ΤΟΜΟΝ τοῦ 1850, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνεκη-
ρύχθη Αὐτοκέφαλος ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλ-
λάδος, ΤΟΜΟΣ ὁ ὁποῖος ἀναγνωρίζεται
καὶ προστατεύεται ἀπὸ τὸ 3ον Ἄρθρον
τοῦ ἐν ἰσχύει Συντάγματος τῆς χώρας.
Συγκεκριμένως ὁ ΤΟΜΟΣ διαλαμβάνει:
«...ὡρίσαμεν τῇ δυνάμει τοῦ Παναγίου
καὶ Τελεταρχικοῦ Πνεύματος, διὰ τοῦ
παρόντος ΣΥΝΟΔΙΚΟΥ ΤΟΜΟΥ, ἵνα ἡ ἐν
τῷ Βασιλείῳ τῆς Ἑλλάδος Ὀρθόδοξος
Ἐκκλησία... ὑπάρχῃ τοῦ λοιποῦ Kανονι-
κῶς Aὐτοκέφαλος, ὑπερτάτην Ἐκκλη-
σιαστικὴν ἀρχὴν γνωρίζουσα Σύνοδον
54 ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Διαρκῆ... ΔΙΟΙΚΟΥΣΑΝ ΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗ-
ΣΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΘΕΙΟΥΣ ΚΑΙ ΙΕΡΟΥΣ
ΚΑΝΟΝΑΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΣ ΚΑΙ ΑΚΩΛΥ-
ΤΩΣ ΑΠΟ ΠΑΣΗΣ ΚΟΣΜΙΚΗΣ ΕΠΕΜ-
ΒΑΣΕΩΣ » ( Πατριαρχικὸς καὶ Συνοδικὸς
Τόμος Ἀνακηρύξεως τοῦ Αὐτοκεφάλου τῆς
Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, 29 Ἰουνίου 1850).
Ἀφ᾽ ἧς στιγμῆς γίνεται κατανοητὸν ὅτι
δὲν κυβερνᾶται κοσμικῶς τὸ ἐν κόσμῳ
ὑπερκόσμιον καθίδρυμα τῆς Ἐκκλησίας
τοῦ Θεοῦ, ἐγείρεται μία σειρὰ ἐρωτημά-
των:
Ποῖος κυβερνᾶ τὴν ἐν κόσμῳ ὁρατὴν
Ἐκκλησίαν;
Πῶς κυβερνᾶται ἡ ὁρατὴ ἐν κόσμῳ
Ἐκκλησία;
Πῶς προσδιορίζεται ἐν χρόνῳ τὸ πε-
ριεχόμενον τῆς Ἀχρόνου, Αἰωνίου καὶ
Αἰωνιζούσης Ἀληθείας τῆς Ἐκκλησίας;
Πῶς καθορίζεται μεταξὺ τῶν ἀνθρώ-
ΕΙΣΑΓΩΓΗ 55
πων τῆς Ἐκκλησίας: Ποία εἶναι ἡ Θεία
Ἀποκάλυψις; Ποῖον εἶναι τὸ Θέλημα τοῦ
Θεοῦ; Ποῦ καὶ πῶς καὶ διὰ χειρὸς ποί-
ων δωρεῖται ἡ Ἄκτιστος Θεία Χάρις,
παρέχεται ἡ Ἄφεσις, τελεσιουργεῖται ὁ
Ἁγιασμός, οἰκονομεῖται τὸ Μυστήριον
τῆς Σωτηρίας;
Εἰς αὐτὰ τὰ ἐρωτήματα συνοψίζεται τὸ
γενικὸν πρόβλημα τῆς Διοικήσεως τῆς
ἐπὶ γῆς Ἐκκλησίας.
Ἡ ἀπάντησις δὲ ἐν συνόψει εἶναι ὅτι ἡ
ΣΤΡΑΤΕΥΟΜΕΝΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ κυβερ-
νᾶται ΘΕΟΠΡΕΠΩΣ, ἀποτελεῖ ΣΤΥΛΟΝ
καὶ ἑδραίωμα τῆς ΑΛΗΘΕΙΑΣ, εἶναι ΤΑ-
ΜΕΙΟΝ τῆς Σωτηρίου ΘΕΙΑΣ ΧΑΡΙΤΟΣ
καὶ καθοδηγεῖται ὑπὸ τοῦ Παναγίου καὶ
Τελεταρχικοῦ Πνεύματος, ἐφ᾽ ὅσον αὕ-
τη ΔΙΟΙΚΕΙΤΑΙ ΣΥΝΟΔΙΚΩΣ .
Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον παρέχεται ἡ Ἁγιο-
πνευματικὴ ἐγγύησις ὅτι ἡ Ἐκκλησία οὐκ
56 ΕΙΣΑΓΩΓΗ
ἔστι ἀπ’ ἀνθρώπου, οὐδὲ δι’ ἀνθρώπου,
οὐδὲ κατὰ ἄνθρωπον, οὐδὲ παρὰ ἀνθρώ-
που, ἀλλὰ δι᾽ Ἀποκαλύψεως, οὐδὲ ζητεῖ
ἀνθρώποις ἀρέσκειν ἢ μὴ τὸν Θεόν. Μαρ-
τυρεῖ δὲ τοῦτο ὁ καθ᾽ ἡμέραν ὑπὲρ τοῦ Εὐ-
αγγελίου ἀποθνήσκων Ἀπόστολος Παῦ-
λος: «Ἄρτι γὰρ ἀνθρώπους πείθω ἢ τὸν
Θεόν; Ἢ ζητῶ ἀνθρώποις ἀρέσκειν; Εἰ
γὰρ ἔτι ἀνθρώποις ἤρεσκον, Χριστοῦ δοῦ-
λος οὐκ ἂν ἤμην. Γνωρίζω δὲ ὑμῖν, ἀδελ-
φοί, τὸ Εὐαγγέλιον τὸ εὐαγγελισθὲν ὑπ’
ἐμοῦ ὅτι οὐκ ἔστι κατὰ ἄνθρωπον· οὐδὲ
γὰρ ἐγὼ παρὰ ἀνθρώπου παρέλαβον αὐτὸ
οὔτε ἐδιδάχθην, ἀλλὰ δι’ Ἀποκαλύψεως
Ἰησοῦ Χριστοῦ» ( Γαλ. Α´ 10-12 ).
Η ΣΥΝΟΔΙΚΗ ΔΙΟΙΚΗΣΙΣ ΤΗΣ ΟΡ-
ΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ δὲν ἀποτελεῖ
ἀνθρωπίνην ἐπινόησιν. Ἀποτελεῖ Ἱερὸν
Ἀποστολικὸν ΘΕΣΜΟΝ, ὁ ὁποῖος εἶναι
Θεόπνευστος, Θεοσύστατος, Θεοπαρά-
δοτος, μαρτυρούμενος ἤδη εἰς τὴν Πα-
ΕΙΣΑΓΩΓΗ 57
λαιὰν Διαθήκην καὶ εἰς αὐτὸ ἀκόμη τὸ
πρῶτον βιβλίον τῆς Γενέσεως.
Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἡ Ἐκκλησία
τοῦ Τρισυποστάτου Θεοῦ, ἡ ἔχουσα Κεφα-
λὴν τὸν ΘΕΟΝ, εἶναι Θεανθρώπινος, Θεο-
σύστατος καὶ Θεοϋπόστατος Ὀργανι-
σμός, καθιδρυθεὶς εἰς τὴν Ὑπεράρχιον
Ἁγίαν Τριάδα, ὡς προεγράφη: « Η ΕΚ-
ΚΛΗΣΙΑ αὕτη ἐν τῇ ΤΡΙΑΔΙ ΕΓΗΓΕΡΤΑΙ,
ἐν ᾧ καὶ ὑμεῖς τῷ Χριστῷ Ἰησοῦ συνοικο-
δομεῖσθε, Παῦλός φησιν, αὐτῷ τῷ ΥΙῼ
δηλαδή, εἰς ΚΑΤΟΙΚΗΤΗΡΙΟΝ τοῦ ΘΕ-
ΟΥ, ἤτοι τοῦ ΠΑΤΡΟΣ ἐν ΠΝΕΥΜΑΤΙ »
( Συμεὼν Θεσσαλονίκης †1429, P.G. 155,
133D ).
Ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστο-
λικὴ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἄρθρον
Πίστεως εἰς τὸ Ἱερὸν Σύμβολον τῆς Ὀρ-
θοδοξίας, εἶναι ἡ Ἄμπελος ἡ Ἀληθινή, ἣν
ἐφύτευσεν ὁ ΘΕΟΣ καὶ ὄχι ἄνθρωπος ἢ
58 ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Ἄγγελος, ὡς ὁ Προφητάναξ Δαυῒδ ἀνεφώ-
νησεν: «Ὁ ΘΕΟΣ τῶν δυνάμεων, ἐπί-
στρεψον δή, καὶ ἐπίβλεψον ἐξ οὐρανοῦ
καὶ ἴδε καὶ ἐπίσκεψαι τὴν ΑΜΠΕΛΟΝ
ταύτην καὶ κατάρτισαι αὐτήν, ἣν ΕΦΥ-
ΤΕΥΣΕΝ ἡ ΔΕΞΙΑ Σου» (Ψαλμ. ΟΘ´ 15-
16). Διὰ τοῦτο ΔΕΝ ἐμπίπτει εἰς δικαιο-
δοσίαν ἀνθρώπων νὰ τὴν κυβερνήσουν.
Ἡ Ἐκκλησία εἶναι Φυτεία τοῦ ΘΕΟΥ
ΠΑΤΡΟΣ, ὡς ὁ Μονογενὴς Αὐτοῦ Υἱὸς
καὶ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς ἀπεκά-
λυψε λέγων: «Πᾶσα φυτεία ἣν οὐκ ἐφύ-
τευσεν ὁ Πατήρ μου ὁ οὐράνιος ἐκριζω-
θήσεται» (Ματθ. ΙΕ´ 13).
Κάθε ἐκκλησία τὴν ὁποίαν δὲν ἐφύτευ-
σεν ὁ Θεός, ἀλλὰ τὴν ἐφύτευσε μία κτιστὴ
δύναμις, ὄχι μόνον ΔΕΝ προσφέρει Σω-
τηρίαν καὶ Αἰώνιον Ζωήν, ἀλλὰ καὶ ἡ ἰδία
καταστρέφεται ἀπὸ τὸν Θεόν. Αἰωνίως μέ-
νει μόνον ἡ Ἐκκλησία τὴν ὁποίαν ἐφύ-
τευσεν ὁ ἴδιος ὁ Θεός, ὡς ἡ μόνη δυνα-
ΕΙΣΑΓΩΓΗ 59
μένη γεννᾶν τέκνα τῷ Αἰωνίῳ Θεῷ. Αὕτη
μόνη δὲν καταστρέφεται καὶ δὲν ἡττᾶται:
«Καὶ πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐ-
τῆς» ( Ματθ. ΙΣΤ´ 18 ).
Ὁ Θεὸς Πατὴρ ἐφύτευσεν ἄνωθεν εἰς
τὴν κτίσιν, ὡς καταβολάδα ἀμπέλου, τὴν
Ἁγίαν Αὐτοῦ Ἐκκλησίαν, ὥστε ἐντὸς Αὐ-
τῆς ἡ Ἄκτιστος Θεία Χάρις νὰ Θεουργῇ,
νὰ Ἁγιάζῃ, νὰ Μετουσιώνῃ, νὰ Θεώνῃ λο-
γικὰ κτίσματα, νὰ Γεννᾶ τέκνα Θεοῦ καὶ
κατὰ Χάριν θεούς, νὰ προσάγῃ τοὺς ἐξ υἱ-
οθεσίας υἱοὺς εἰς τὸν γνήσιον Πατέρα, νὰ
φέρῃ τοὺς θέσει θεοὺς πλησίον τοῦ Φύσει
Θεοῦ.
Ἄνωθεν λοιπὸν μετεφυτεύθη ἡ Ἐκκλη-
σία, «ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἀπὸ τοῦ Θεοῦ» ( Ἀ-
ποκ. ΚΑ´ 2, 10), δι᾽ ὃ καὶ αἱ Γραφαὶ καὶ ὁ
Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς καλοῦν Αὐ-
τήν, «Βασιλείαν τῶν ΟΥΡΑΝΩΝ » ( Ματθ.
Γ´ 2, Δ´ 17, Ζ´ 21, Η´ 11, Ι´ 7, ΙΓ´ 24, ΙΣΤ´
19, ΙΘ´ 12, 14, 23, ΚΒ´ 2 ). Ἑκ τῶν Οὐ-
60 ΕΙΣΑΓΩΓΗ
ρανῶν «ἡ ΠΟΛΙΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ» ( Ψαλμ.
ΠΣΤ´ 3, Ἑβρ. ΙΒ´ 22, Ἀποκ. Γ´ 12, ΙΒ´ 1,
ΚΑ´ 2, ΚΑ´ 10 ), τὴν ὁποίαν ὁ Ἀπόστολος
Παῦλος ἀποκαλεῖ « ΑΝΩ ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ...
ἥτις ἐστὶ ΜΗΤΗΡ πάντων ἡμῶν» ( Γαλ.
Δ´ 26 ).
Ἡ ἐπὶ τῆς γῆς Ἐκκλησία εἶναι τοῦ Θεοῦ
Βασιλεία, κατὰ τὸν λόγον τοῦ Κυρίου, «Ἡ
Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστιν»
(Λουκ. ΙΖ´ 21). Εἶναι Θεοῦ Βασιλεία ἄνω-
θεν ἐρχομένη, κατὰ τό, «ἀμὴν λέγω ὑμῖν
ὅτι εἰσί τινες τῶν ὧδε ἑστηκότων, οἵτινες
οὐ μὴ γεύσωνται θανάτου ἕως ἂν ἴδωσι
τὴν ΒΑΣΙΛΕΙΑΝ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ἐληλυθυῖαν
ἐν δυνάμει» ( Μάρκ. Θ´ 1 ).
Ἄνωθεν καταβολὰς ἡ Ἐκκλησία τοῦ
Θεοῦ, Ἀμπελὼν τὸν ὁποῖον ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς
ἐφύτευσε καὶ περιεφρούρησε μὲ Φραγ-
μόν, κατὰ τὸν Θεῖον λόγον: «Ἄλλην πα-
ραβολὴν ἀκούσατε. Ἄνθρωπός τις ἦν οἰ-
κοδεσπότης, ὅστις ΕΦΥΤΕΥΣΕΝ Ἀμπε-
ΕΙΣΑΓΩΓΗ 61
λῶνα καὶ Φραγμὸν αὐτῷ περιέθηκε καὶ
ὤρυξεν ἐν αὐτῷ Ληνὸν καὶ ᾠκοδόμησε
Πύργον» (Ματθ. ΚΑ´ 33). Περιέφραξε τὴν
Ἐκκλησίαν καὶ ἐθεμελίωσεν ἐν αὐτῇ Θυ-
σιαστήριον διὰ νὰ μετέχουν τὰ Κλήματά
της, οἱ πιστοί, εἰς τὰ Σωτήρια Νάματα, καὶ
ὕψωσε Πύργον Δογμάτων Ἀληθείας εἰς
τὸ μέσον αὐτῆς, διὰ νὰ πορεύωνται ἅπαν-
τες εἰς τὸ Φῶς.
Ὁ Φραγμός, ὁ ὁποῖος προστατεύει τὴν
Θείαν Ἄμπελον ἀπὸ τοὺς ἔξωθεν κινδύ-
νους τῶν Αἱρέσεων καὶ φυλάσσει τὰ ἐν-
τὸς τῶν ὁρίων Κλήματα ὥστε νὰ φέρουν
Θεῖον καρπόν, εἶναι αἱ Θεῖαι Ἐντολαὶ
καὶ οἱ Ἱεροὶ Κανόνες.
Ἡ Ἐκκλησία, καίτοι Καθολικὴ καὶ Οἰ-
κουμενική, ἔχει σύνορα καὶ δὲν συμπερι-
λαμβάνει ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Ἔχει
Σύνορα καὶ ΔΕΝ ἐπεκτείνεται εἰς ὅλον
τὸ ἀνθρώπινον γένος ἢ εἰς ὅλην τὴν λογι-
κὴν κτίσιν, ἤτοι, ΔΕΝ εἶναι μέλη τῆς Ἐκ-
62 ΕΙΣΑΓΩΓΗ
κλησίας τοῦ Θεοῦ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι οὔτε
ὅλα τὰ νοερὰ κτίσματα.
Ἡ Ἐκκλησία ἔχει Φραγμοὺς καὶ ΔΕΝ
ἀποδέχεται οὔτε υἱοθετεῖ οὔτε εὐλογεῖ πᾶν
ὅ,τι λαλοῦν ἢ πράττουν οἱ ἄνθρωποι, ἁ-
πλῶς καὶ μόνον ἐπειδὴ οἱ ἄνθρωποι εἶναι
πλάσματα τοῦ Θεοῦ ἢ ἐπειδὴ εἶναι μέλη
τῆς Ἐκκλησίας. Ὅπως συνέβη εἷς ἐκ τῶν
Μαθητῶν νὰ γίνῃ Προδότης, συμβαίνει καὶ
μὲ μέλη τῆς Ἐκκλησίας νὰ γίνουν ἐχθροὶ
τῆς Ἐκκλησίας, καθὼς οἱ διάφοροι ἀνὰ
τοὺς αἰῶνας Αἱρετικοί. Εἶναι βέβαιος ὁ
λόγος τοῦ Εὐαγγελιστοῦ, «ἐξ ἡμῶν ἐξῆλ-
θον, ἀλλ᾿ οὐκ ἦσαν ἐξ ἡμῶν» (Α´ Ἰωάν.
Β´ 19 ). Εἶναι βεβαία ἡ προειδοποίησις
τοῦ Ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν, «καὶ ἐξ ὑμῶν
αὐτῶν ἀναστήσονται ἄνδρες λαλοῦντες
διεστραμμένα τοῦ ἀποσπᾶν τοὺς μαθη-
τὰς ὀπίσω αὐτῶν» (Πράξ. Κ´ 20 ).
Ὑπάρχουν ἀπειλαὶ διὰ τὴν Ἄμπελον τοῦ
Θεοῦ, κίνδυνοι διὰ τὴν Θείαν Ἐκκλησίαν.
ΕΙΣΑΓΩΓΗ 63
Τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Ἐκκλησία ὡς Θεανθρώ-
πινος Ὀργανισμὸς καὶ Θεία Φυτεία εἶ-
ναι ἀήττητος ΔΕΝ σημαίνει ὅτι εἶναι ἀήτ-
τητα καὶ τὰ μέλη της, ὅτι δὲν κινδυνεύουν
τὰ κλήματά της. Κινδυνεύουν, ὡς ὁ ἴδιος
ὁ Κύριος προειδοποίησεν: «Ἐγώ εἰμι ἡ
Ἄμπελος ἡ Ἀληθινή, καὶ ὁ Πατήρ μου ὁ
Γεωργός ἐστι. Πᾶν κλῆμα ἐν ἐμοὶ μὴ φέ-
ρον καρπόν, αἴρει αὐτό» (Ἰωάν. ΙΕ´ 1-2).
Κινδυνεύουν, ὡς ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν
Παῦλος προειδοποίησεν: «Ἐγὼ γὰρ οἶδα
τοῦτο, ὅτι εἰσελεύσονται μετὰ τὴν ἄφιξίν
μου λύκοι βαρεῖς εἰς ὑμᾶς μὴ φειδόμενοι
τοῦ ποιμνίου· καὶ ἐξ ὑμῶν αὐτῶν ἀνα-
στήσονται ἄνδρες λαλοῦντες διεστραμ-
μένα τοῦ ἀποσπᾶν τοὺς μαθητὰς ὀπίσω
αὐτῶν» (Πράξ. Κ´ 29-30).
Κινδυνεύουν λοιπὸν τὰ μέλη τῆς Ἐκ-
κλησίας καὶ ἀπὸ διαστροφικὰς αἱρέ-
σεις καὶ ἀπὸ διαστροφὴν βίου καὶ ἀπὸ
ἰδίαν ραθυμίαν. Διὰ τοῦτο ὁ Θεὸς ἔθεσε
64 ΕΙΣΑΓΩΓΗ
φραγμοὺς εἰς τὸν Ἀμπελῶνα τῆς Ἐκκλη-
σίας καὶ διὰ τοῦτο κατακαίει τὰ ἄκαρπα
κλήματα.
Ἐπειδὴ ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ ΔΕΝ ἀ-
ποτελεῖ νέον φαινόμενον, νέον Ἀμπελῶ-
να, ἐπειδὴ ΔΕΝ εἶναι μία μετὰ Χριστὸν
Φυτεία, ἀκούομεν τὸν Ψαλμωδὸν πρὸ Χρι-
στοῦ νὰ εὐχαριστῇ τὸν Θεὸν διὰ τὴν εὐ-
λογίαν τῆς Ἐκκλησίας Του, ἡ ὁποία ἐξάγει
τὸν ἄνθρωπον ἀπὸ τὸ ψηλαφητὸν σκότος
τῆς εἰδωλολατρείας τῆς Αἰγύπτου καὶ τὸν
φέρει εἰς τὴν Γῆν τῆς Ἐπαγγελίας: «Ἄμ-
πελον ἐξ Αἰγύπτου μετῇρας, ἐξέβαλες ἔ-
θνη καὶ κατεφύτευσας αὐτήν· ὡδοποίη-
σας ἔμπροσθεν αὐτῆς καὶ κατεφύτευσας
τὰς ῥίζας αὐτῆς, καὶ ἐπλήρωσε τὴν γῆν.
Ἐκάλυψεν ὄρη ἡ σκιὰ αὐτῆς καὶ αἱ ἀνα-
δενδράδες αὐτῆς τὰς κέδρους τοῦ Θεοῦ·
ἐξέτεινε τὰ κλήματα αὐτῆς ἕως θαλάσ-
σης καὶ ἕως ποταμῶν τὰς παραφυάδας
αὐτῆς» ( Ψαλμ. ΟΘ´ 9-12 ).
ΕΙΣΑΓΩΓΗ 65
Ἀπὸ τὸν Ψαλμωδὸν πρὸ Χριστοῦ διδα-
σκόμεθα ὄχι μόνον ὅτι εἶναι τοῦ Θεοῦ
Ἄμπελος ἡ Ἐκκλησία καὶ αὐξάνεται μὲ
τὴν Θείαν Δύναμιν καὶ Ἐνέργειαν, ἀλλὰ
καὶ ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει ἐνίοτε νὰ
κρημνισθῇ ὁ φραγμός της, καὶ νὰ εἰσέλ-
θουν χοῖροι καὶ ἀγριόχοιροι, ἤτοι, Αἱρέ-
σεις - Σχίσματα - Πλάναι - Ἀσέβεια -
Ἁμαρτία, ὅταν τὰ μέλη της δὲν ἀνέχον-
ται τοὺς Νόμους Του.
Προσεύχεται δὲ ὁ Ψαλμωδὸς νὰ μὴν ἐγ-
καταλείψῃ εἰς τέλος τὸν λαόν Του ὁ Θε-
ός, ἀλλὰ νὰ καταρτίσῃ καὶ πάλιν τὰ κρη-
μνισθέντα καὶ νὰ στερεώσῃ τὴν Ἐκκλη-
σίαν Του εἰς τὸν Ἐνανθρωπήσαντα Υἱόν
Αὐτοῦ: «Ἱνατί καθεῖλες τὸν φραγμὸν Αὐ-
τῆς (=τῆς Ἐκκλησίας) καὶ τρυγῶσιν αὐ-
τὴν πάντες οἱ παραπορευόμενοι τὴν ὁδόν;
Ἐλυμήνατο αὐτὴν ὗς (=χοῖρος) ἐκ δρυ-
μοῦ, καὶ μονιὸς (=ἀγριόχοιρος) ἄγριος
κατενεμήσατο αὐτήν. Ὁ Θεὸς τῶν δυνά-
66 ΕΙΣΑΓΩΓΗ
μεων, ἐπίστρεψον δή, καὶ ἐπίβλεψον ἐξ
οὐρανοῦ καὶ ἴδε καὶ ἐπίσκεψαι τὴν Ἄμ-
πελον ταύτην καὶ κατάρτισαι αὐτήν, ἣν
ΕΦΥΤΕΥΣΕΝ ἡ ΔΕΞΙΑ Σου, καὶ ἐπὶ Υἱὸν
Ἀνθρώπου, ὃν ἐκραταίωσας σεαυτῷ»
( Ψαλμ. ΟΘ´ 13-16 ).
Ἐκραταίωσεν ὁ Θεὸς τὴν Ἐκκλησίαν
Του διὰ τὸν Ἑαυτόν Του, ἐπὶ Ἀκρογωνι-
αίου Λίθου, ἐπὶ τοῦ Ἐνανθρωπήσαντος
Υἱοῦ καὶ Λόγου. Ὁ δὲ Ἐνανθρωπήσας
Θεὸς Λόγος ἔδωκεν εἰς τοὺς Ἀποστόλους
Του τὸ Εὐαγγέλιον τῆς Ἀληθείας διὰ νὰ
μαθητεύσουν πάντα τὰ ἔθνη· ἔδωκε τὰς
Κλεῖς τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν διὰ
νὰ Ἱερατεύουν τὴν Θυσίαν τοῦ Ἰλασμοῦ·
καὶ ἔδωκε τὸ Δεσμεῖν τε καὶ Λύειν, διὰ
νὰ παρέχουν Θείαν Ἄφεσιν Ἁμαρτιῶν.
Οἱ δὲ Ἅγιοι Ἀπόστολοι, ὑπὸ τῆς Θείας
Χάριτος καθοδηγούμενοι, δὲν ἐπεχείρη-
σαν κατὰ τὸ δοκοῦν ὁ καθεὶς νὰ οἰκοδο-
μήσῃ τὸν Οἶκον τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ἐν συμ-
ΕΙΣΑΓΩΓΗ 67
φωνίᾳ μεταξύ των καὶ μετὰ τοῦ Παναγίου
καὶ Τελεταρχικοῦ Πνεύματος. Ἐν Συνόδῳ
ἐθέσπισαν διὰ τὴν ὁρατὴν ἐπὶ γῆς Ἐκκλη-
σίαν ὅρια κατὰ τὸ Θέλημα τοῦ Ἀοράτου
Θεοῦ. Ἐν ὁμοφωνίᾳ ἀπεφάνθησαν: «Ἔ-
δοξε γὰρ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καὶ ἡμῖν»
(Πράξ. ΙΕ´ 28). Ἡ γνώμη τοῦ Ἁγίου Πνεύ-
ματος ἐγένετο καὶ τῶν Ἀποστόλων γνώ-
μη, ὅπως εἶχε γίνει καὶ τῶν Θεοπνεύστων
Προφητῶν γνώμη πρὸ Χριστοῦ, κατὰ τὸ
Θεῖον Σύμβολον: «Καὶ εἰς τὸ Πνεῦμα τὸ
Ἅγιον... τὸ λαλῆσαν διὰ τῶν Προφητῶν»
(Σύμβολον τῆς Πίστεως, ἄρθρον Η´).
Οἱ φραγμοὶ τοῦ Ἀμπελῶνος, δηλαδὴ
τῆς Ἀμπέλου - Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι ὑ-
πὸ τῶν Ἁγίων Θεοπνεύστων Προφητῶν
πρίν, καὶ ὑπὸ τῶν Θεοκηρύκων Ἀποστό-
λων καὶ τῶν Θεοφόρων Ἁγίων Πατέρων
ὕστερον ἐτέθησαν εἰς Αὐτήν, ΔΕΝ εἶναι
νόμοι ἀνθρώπινοι, ἀλλὰ εἶναι Νόμοι καὶ
Ἐντολαὶ τοῦ Θεοῦ.
68 ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Οἱ Νόμοι τοῦ Θεοῦ ἀποτελοῦν τὴν μό-
νην ΠΗΓΗΝ ΔΙΚΑΙΟΥ εἰς τὴν Ἐκκλησί-
αν, καὶ πᾶσα Ἐκκλησιαστικὴ Νομοθεσία
ἐκ τοῦ Θεοῦ ἀπορρέει. Δι᾽ αὐτό, κάθε πι-
στὸς μόνον εἰς τὴν Ἐκκλησίαν εὑρίσκει
αὐτὸ τὸ ὁποῖον ὁλόκληρος ὁ κόσμος ΔΕΝ
δύναται νὰ παράσχῃ, δηλαδή, τὴν Δικαί-
ωσίν του, τὴν Σωτηρίαν του.
Ἡ ἀποδοχὴ καὶ τήρησις τῶν Νόμων τῆς
Ἐκκλησίας εἶναι ἀποδοχὴ καὶ τήρησις τῶν
Νόμων τοῦ Θεοῦ, τοῦ Θείου Δικαίου.
Τὸ δὲ Θεῖον Δίκαιον ΔΕΝ ὑπηρετεῖ κά-
ποιαν ἀνάγκην τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὸ συμφέ-
ρον τοῦ ἀνθρώπου. Τὸ Θεῖον Δίκαιον εἶ-
ναι παροχὴ Θείας Χάριτος καὶ Σωτηρίας
πρὸς τὸν ἄνθρωπον καὶ πρὸς πᾶσαν λο-
γικὴν κτίσιν. Μόνον ὅποιος δὲν θέλει νὰ
δικαιωθῇ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ἀγνοεῖ, ἀπορ-
ρίπτει ἢ ἀποστρέφεται τὴν Ἐκκλησιαστι-
κὴν Νομοθεσίαν.
Ἐκκλησιαστικὴν Νομοθεσίαν, Θεῖον Δί-
ΕΙΣΑΓΩΓΗ 69
καιον, ΠΗΓΗΝ ΔΙΚΑΙΟΥ διὰ τοὺς θέλον-
τας σωθῆναι συνιστοῦν τὰ κάτωθι Θεῖα
Μνημεῖα, καὶ αὐτὰ ἐν συνόλῳ, ὄχι μεμο-
νωμένως:
1) Ἡ Ἁγία Γραφή: Παλαιὰ καὶ Και-
νὴ Διαθήκη,
2) Ἡ Ἱερὰ Παράδοσις,
3) Οἱ Θεῖοι καὶ Ἱεροὶ Κανόνες τῶν
Ἁγίων Ἀποστόλων,
4) Οἱ Θεῖοι καὶ Ἱεροὶ Κανόνες τῶν Ἁ-
γίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων,
5) Οἱ Θεῖοι καὶ Ἱεροὶ Κανόνες τῶν Ἁ-
γίων Πανορθοδόξων Συνόδων, αἱ ὁποῖαι
Σύνοδοι εἶναι ἰσόκυροι τῶν Οἰκουμε-
νικῶν.
Οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι καὶ οἱ Θεοφόροι
Πατέρες, ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι καὶ ἐν Συνό-
δῳ, ὡς Στόματα Θεοῦ, διετύπωσαν τοὺς
Ὅρους Πίστεως, ἤτοι τὰ Ὀρθόδοξα Δόγ-
ματα, καὶ τοὺς Ἱεροὺς Κανόνας, ἤτοι τὸν
70 ΕΙΣΑΓΩΓΗ
τύπον καὶ ὑπογραμμὸν τοῦ Χριστιανικοῦ
βίου καὶ τῆς Διοικήσεως καὶ Λειτουργίας
τῆς Ἐκκλησίας ὡς Σώματος Χριστοῦ.
Διὰ τοῦτο, αἱ Ἅγιαι Οἰκουμενικαὶ Σύν-
οδοι ὠνομάσθησαν Δευτέρα Καινὴ Δια-
θήκη μετὰ τὴν Πρώτην. Αἱ Ἀποφάσεις
αὐτῶν, διατυπωθεῖσαι ὡς Ὅροι Πίστεως
καὶ ὡς Ἱεροὶ Κανόνες, καὶ καταχωρηθεῖ-
σαι εἰς τὰ Πρακτικά των, εἶναι τὰ Δεύτερα
Θεόπνευστα Κείμενα, μετὰ τὰ Πρῶτα.
Δικαίως λοιπὸν Βασιλεῖς καὶ Πατριάρ-
χαι, καὶ εἰς αὐτὸ τὸ Ἱερὸν Πηδάλιον, ἀπο-
φαίνονται περὶ αὐτῶν:
«Δέχομαι τὰς Ἁγίας ἑπτὰ (7) Οἰκουμε-
νικὰς Συνόδους ὡς τὸ Ἅγιον Εὐαγγέλιον»
(Λέων ὁ Σοφός, βιβλίῳ Ε´ Βασιλικῶν,
τίτλ. Γ´, κεφ. Α´).
«Θεσπίζομεν τοίνυν Τάξιν Νόμων ἐπέ-
χειν τοὺς Ἐκκλησιαστικοὺς Κανόνας,
τοὺς ὑπὸ τῶν Ἁγίων τεσσάρων Συνόδων
ἐκτεθέντας, ἢ βεβαιωθέντας, τουτέστι τῆς
ΕΙΣΑΓΩΓΗ 71
ἐν Νικαίᾳ, καὶ τῆς ἐν Κωνσταντινουπό-
λει, καὶ τῆς ἐν Ἐφέσῳ πρώτης, καὶ τῆς ἐν
Χαλκηδόνι» (Ἰουστινιανός, Νεαραί, ΡΛΑ´).
«Θεσπίζομεν τοίνυν Τάξιν Νόμων ἐπέ-
χειν τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς Κανόνας, τοὺς
ὑπὸ τῶν Ἁγίων ἑπτὰ Συνόδων ἐκτεθέν-
τας, ἢ βεβαιωθέντας (διὰ τοῦ βεβαιωθέν-
τας δηλοῦνται οἱ Κανόνες τῶν Τοπικῶν
Συνόδων καὶ τῶν κατὰ μέρος Πατέρων οἱ
παρὰ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων βεβαι-
ωθέντες, κατὰ τὸν Βαλσαμῶνα), τῶν γὰρ
προειρημένων Ἁγίων Συνόδων τὰ Δόγ-
ματα καθάπερ τὰς Θείας Γραφὰς δεχό-
μεθα, καὶ τοὺς Κανόνας ὡς Νόμους φυ-
λάττομεν (ἐν βιβλίῳ Ε´ Βασιλικῶν, τίτλ. Γ´,
κεφ. Β´. παρὰ Φωτίῳ, τίτλ. Α´ κεφ. Β´).
«Τοὺς τῶν ἑπτὰ (7) Συνόδων Κανόνας
θέλει κρατεῖν καὶ τὰ δόγματα αὐτῶν ὡς
τὰς θείας Γραφάς» ( Τῶν Νεαρῶν, τίτλ.
β’, διάταξις γ΄. Παρὰ τῷ Νομοκάνονι τοῦ
Μεγάλου Φωτίου, τίτλ. α΄, κεφ. β΄).
72 ΕΙΣΑΓΩΓΗ
«Δέξασθε λοιπὸν ὑπτίαις χερσὶ τὴν πο-
λυωφελῆ καὶ μεγαλωφελῇ ταύτην Βίβλον
καὶ τὴν εὐθὺς μετὰ τὰς Ἁγίας Γραφάς,
ἀναγκαίαν ταύτην Γραφήν, ἅπασαι αἱ
τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαι δέξασθε» ( Ἱε-
ρὸν Πηδάλιον, σελ. ια´).
«Αὕτη ἡ Βίβλος εἶναι ἡ μετὰ τὰς Ἁγίας
Γραφὰς Ἁγία Γραφή, ἡ μετὰ τὴν Πα-
λαιὰν καὶ Καινὴν Διαθήκην, Διαθήκη. Τὰ
μετὰ τὰ Πρῶτα καὶ Θεόπνευστα λόγια,
Δεύτερα καὶ Θεόπνευστα λόγια. Αὕτη
ἐστὶ τὰ Αἰώνια Ὅρια, ἅ ἔθεντο οἱ Πατέ-
ρες ἡμῶν, καὶ Νόμοι οἱ ὑπάρχοντες εἰς
τὸν αἰῶνα, καὶ ὑπὲρ πάντας τοὺς ἐξω-
τερικοὺς καὶ Βασιλικοὺς Νόμους.... ὑπερ-
έχοντες» (Ἱερὸν Πηδάλιον, ιστ´).
Τὰ ἀνωτέρω δὲν εἶναι καθ᾽ ὑπερβολὴν
σχήματα λόγου ἀλλὰ πραγματικότης. Διό-
τι κατὰ τὰς Ἁγίας Οἰκουμενικὰς Συνόδους,
τὸ Πανάγιον καὶ Τελεταρχικὸν Πνεῦμα ἦ-
το ἐνεργῶς παρόν, καθωδηγοῦσε τὰ Μέλη
ΕΙΣΑΓΩΓΗ 73
των, ἐπιφοιτοῦσε, συνεδρίαζε καὶ συνα-
πεφάσιζε μετ᾽ αὐτῶν.
Οἱ διὰ τῶν Ἁγίων Θεοπνεύστων Συνό-
δων θεσπισθέντες Δογματικοὶ Ὅροι Πί-
στεως ἐπιλαμβάνονται καὶ ἐπιλύουν θέ-
ματα Τριαδολογικά, Χριστολογικά, Ἐκ-
κλησιολογικά, Πνευματολογικά, Σωτη-
ριολογικά, καὶ πάσης ἄλλης Δογματικῆς
καὶ Θεολογικῆς σημασίας.
Οἱ δὲ ὑπ᾽ αὐτῶν θεσμοθετηθέντες Ἱε-
ροὶ Κανόνες ρυθμίζουν τὴν Διοικητικὴν
Δομὴν τῆς Ἐκκλησίας, τὴν Λειτουργικὴν
Ζωήν, τὴν Ποιμαντικὴν Ζωήν, τὴν ἀντι-
μετώπισιν πάσης φύσεως παραβάσεων τοῦ
Θείου Νόμου, καθὼς καὶ τοὺς τρόπους μὲ
τοὺς ὁποίους Ἀλλόθρησκοι, Αἱρετικοί,
Σχισματικοί, Παρασυνάγωγοι μποροῦν
μετανοοῦντες νὰ προσέλθουν καὶ νὰ ἐν-
ταχθοῦν εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ἁγίας Ἐκ-
κλησίας τοῦ Θεοῦ.
Τὰ Δόγματα αὐτὰ καὶ οἱ Ἱεροὶ Κανόνες
74 ΕΙΣΑΓΩΓΗ
εἶναι Ἀληθῆ καὶ συνιστοῦν ἐκ Θεοῦ Ἀλή-
θειαν, ἐπειδὴ καὶ μόνον ἐπειδὴ ἡ διατύπω-
σίς των ἐκφράζει ὁμοφώνως ὁλόκληρον
καὶ ὡς Σύνολον τὴν Ἁγίαν τοῦ Θεοῦ Ἐκ-
κλησίαν, ἤτοι Σῶμα καὶ Κεφαλήν. Ἐν
τοιαύτῃ Οἰκουμενικῇ Συνόδῳ στοιχειο-
θετεῖται τῆς Στρατευομένης Ἁγίας Ἐκ-
κλησίας τὸ Ἀλάθητον.
Τὰ Ἱερὰ Δόγματα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι
ἡ πεμπτουσία τῆς Πίστεώς μας. Ἄνευ
αὐτῶν, χωρὶς φραγμόν, ὅπως ἔχει ἤδη
ἀναφερθῆ, ἡ ζωὴ τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλη-
σίας εἶναι ἀφρούρητος καὶ ἐκτεθειμένη
εἰς τὸν κίνδυνον τῆς αἰωνίου ἀπωλείας.
Τὰ Σωτήρια Δόγματα ἔχουν συνοψισθῆ
ἀπὸ ἀρκετοὺς εἰς ἑπτά (7), ἂν καὶ τὸ Σύμ-
βολον τῆς Πίστεως τὰ διατυπώνει εἰς δώ-
δεκα (12) ἄρθρα. Βεβαίως, ἐὰν ληφθῇ ὑπ᾽
ὄψιν ὅτι ὑπάρχουν δύο εἰδῶν Δόγματα,
τὰ φύσει καὶ τὰ θέσει, τότε δὲν δύναται
νὰ καθορισθῇ ὁ ἀκριβὴς ἀριθμός των.
ΕΙΣΑΓΩΓΗ 75
Ἡ Ἁγία Ἐκκλησία, ὅταν συνέρχεται εἰς
Οἰκουμενικὴν ἢ εἰς Πανορθόδοξον Σύνο-
δον λειτουργεῖ Ὅλη ὡς Σύνολον καὶ εἶ-
ναι Ἀλάθητος. Τὸ Ἀλάθητον ἐπιτυγχά-
νεται διὰ τοῦ Ἱεροῦ Θεσμοῦ τῆς Συνο-
δικῆς Διοικήσεως.
Ὁ Θεσμὸς αὐτὸς ἔχει τὴν ἀρχήν του
εἰς τοὺς Ἀποστολικοὺς ἀκόμη χρόνους.
Εἶναι ἀπόρροια καὶ συνέχεια τῶν Ἀποστο-
λικῶν Συνόδων, αἱ ὁποῖαι κατέστησαν
τὴν Σύνοδον Ἀνωτάτην ἐν κόσμῳ Αὐ-
θεντίαν καὶ Ἱερὸν Θεσμὸν Διοικήσεως
τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Θεὸς μᾶς ὁμιλεῖ ἐν
μέσῳ τῆς Ἐκκλησίας διὰ τῶν Ἁγίων
Συνόδων ὅπου οἱ Ἅγιοι Πατέρες καθί-
στανται ΣΤΟΜΑΤΑ ΘΕΟΥ ὑπὸ αὐτοῦ
τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ἐπιγραμματικῶς, εἰς τὸν Ἱερὸν Θεσμὸν
τῆς Συνοδικότητος, ὡς ἀπὸ ἓν Στόμα, τὸ
Στόμα τῆς Ἐκκλησίας, ἔχομεν:
76 ΕΙΣΑΓΩΓΗ
α) Τὴν ἑνιαίαν ἔκφρασιν καὶ ἑνότη-
τα τῆς Ἐκκλησίας ὡς Ἓν Σῶμα Θεοῦ.
β) Τὴν πηγὴν ὅλου τοῦ Θεοπνεύστου
πλούτου τῶν Ὀρθοδόξων Δογμάτων καὶ
Ἱερῶν Κανόνων, μεταξὺ τῶν ὁποίων δυ-
νάμεθα νὰ συναριθμήσωμεν καὶ κατατά-
ξωμεν καὶ τὸν Θεόπνευστον Ἱερὸν Συν-
οδικὸν καὶ Ἀποστολικὸν Θεσμὸν Διοι-
κήσεως τῆς Ἐκκλησίας.
γ) Τὴν βεβαίαν Γνῶσιν τῶν ὁρίων τῆς
Πίστεως, συνόρων ἐντὸς τῶν ὁποίων ἡ
Ἐκκλησία λαμπρύνεται, ὁ Θεὸς δοξά-
ζεται, καὶ οἱ ἄνθρωποι δύνανται νὰ τύ-
χουν Ἁγιασμοῦ, Σωτηρίας καὶ Θεώσε-
ως.
δ) Τὴν μάχαιραν τοῦ Ἁγίου Πνεύμα-
τος, ἡ ὁποία προστατεύει τὸ Σῶμα τῆς
Ἐκκλησίας ἀπὸ τοὺς Αἱρετικοὺς καὶ
Σχισματικούς, οἵτινες ὡς μονιοὶ ἄγριοι
λυμαίνονται τὴν Ἄμπελον τοῦ Θεοῦ, καὶ
ὡς ὄφεις ἐκχέουν δηλητήριον νὰ θανα-
ΕΙΣΑΓΩΓΗ 77
τώσουν τὰ τέκνα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ
Χριστοῦ.
ε) Τὰς Θεοσημείας καὶ τὰ ἐξαίσια θαύ-
ματα τὰ ὁποῖα ὀφθαλμοφανῶς ἐπεκύρω-
σαν τὰς Συνοδικὰς Ἀποφάσεις καὶ δι᾽
ἔργου ἑδραίωσαν τὴν Θεόθεν Ἀποκα-
λυφθεῖσαν Ἀλήθειαν τῆς Ὀρθοδόξου
Πίστεως.
στ) Τὴν δικαίωσιν καὶ διακήρυξιν Νέ-
φους Ἁγίων Μαρτύρων, Ἱερομαρτύρων,
Ὁσίων, Δικαίων, Προφητῶν, Πατριαρ-
χῶν καὶ Ἱεραρχῶν.
ζ) Τὴν ἐπικύρωσιν Συγγραμμάτων Ἁ-
γίων Πατέρων κατὰ Ἀντιχρίστων καὶ
Ἀντιθέων Αἱρέσεων καὶ Σχισμάτων, εἰς
τὰ ὁποῖα ἀνατρέπονται τῶν Αἱρετικῶν
τὰ φρονήματα, αἱ Πλάναι, Παρερμηνεῖ-
αι, Ἀλλοιώσεις, Διαστροφαί, Διαστρε-
βλώσεις, Παραχαράξεις καὶ Νοθεύσεις
τῶν Θείων Γραφῶν καὶ τῆς Ἁγιοπατε-
ρικῆς Διδασκαλίας.
78 ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Ὁ Ἱερὸς Ἀποστολικὸς Θεσμὸς τῆς Συν-
οδικότητος διασφαλίζει τὴν ΣΥΜΦΩ-
ΝΙΑΝ ΟΛΗΣ τῆς Ἐκκλησίας, τῆς Στρα-
τευομένης καὶ τῆς Θριαμβευούσης,
ΣΥΜΦΩΝΙΑ ἡ ὁποία εἶναι ὅρος ἀπαραί-
τητος διὰ τὴν διασφάλισιν τοῦ Ἐκκλη-
σιαστικοῦ ΑΛΑΘΗΤΟΥ.
Αὐτὴ ἡ ἀπαραίτητος συμφωνία Στρα-
τευομένης καὶ Θριαμβευούσης Ἐκκλησίας
μαρτυρεῖται εἰς μίαν μνημειώδη πλέον
φράσιν τῆς Ἁγίας Δ´ Οἰκουμενικῆς Συνό-
δου (451 μ.X.), ἡ ὁποία ἀποφαινομένη πε-
ρὶ τοῦ Χριστολογικοῦ Δόγματος, δὲν ἐλά-
λησεν αὐτονόμως, ἀλλ᾽ ὡμολόγησε ΣΥΜ-
ΦΩΝΙΑΝ μετὰ τῶν προηγουμένων Συνό-
δων, λέγουσα: «Ἑπόμενοι τοίνυν τοῖς Ἁγί-
οις Πατρᾶσιν» (Ὅρος Ἁγίας Δ´ Οἰκουμενι-
κῆς Συνόδου, ἴδε, Εὐάγριος Σχολαστικός,
Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, τόμ. Β´, κεφ. Δ´,
P.G. 86b, 2508C, Θεωριανὸς Ὀρθόδοξος,
P.G. 133, 197Α, Νικηφόρος Κάλλιστος Ξαν-
ΕΙΣΑΓΩΓΗ 79
θόπουλος, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, τόμ. ΙΕ´
κεφ. ΣΤ´ P.G. 147, 25B, καὶ Ἰωάννης Καρ-
μίρης, Τὰ Δογματικὰ καὶ Συμβολικὰ Μνη-
μεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλη-
σίας τόμ. 1, Ἀθῆναι 1952, σελ. 165).
Ἡ αὐτὴ μαρτυρία παρέχεται καὶ ὑπὸ τῆς
Ἁγίας Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ( 787
μ.Χ.): «Τῇ παραδόσει τῆς Καθολικῆς
Ἐκκλησίας ἐξηκολουθήσαμεν καὶ οὔτε
ὕφεσιν οὔτε πλεονασμὸν ἐποιησάμεθα,
ἀλλ’ Ἀποστολικῶς διδαχθέντες, ΚΡΑΤΟΥ-
ΜΕΝ τὰς Παραδόσεις ἃς παρελάβομεν,
πάντα ἀποδεχόμενοι καὶ ἀσπαζόμενοι ὅ-
σαπερ ἡ Ἁγία Καθολικὴ Ἐκκλησία ἀρχῆ-
θεν τῶν χρόνων ἀγράφως καὶ ἐγγράφως
παρέλαβεν... Ἡ γὰρ ἀληθινὴ τῆς Ἐκκλη-
σίας καὶ εὐθυτάτη κρίσις καινουργεῖσθαι
ἐν αὐτῇ συγχωρεῖ οὐδέν, οὔτε ἀφαίρεσιν
ποιεῖσθαι. Ἡμεῖς τοιγαροῦν πατρώοις νό-
μοις ΕΠΟΜΕΝΟΙ, παρὰ τοῦ ἑνὸς Πνεύ-
ματος λαβόντες Χάριν, ἀκαινοτομήτως
80 ΕΙΣΑΓΩΓΗ
καὶ ἀμειώτως πάντα τὰ τῆς Ἐκκλησίας
ἐφυλάξαμεν» ( Ἁγία Ζ' Οικουμενική Σύν-
οδος ).
Παρομοία εἶναι καὶ ἡ ἀποφθεγματικὴ
πλέον διατύπωσις τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ
συγγραφέως Μοναχοῦ Βικεντίου τῶν Λε-
ρίνων (5ος αἰὼν μ.Χ.), ὅστις ἔγραφεν εἰς
τὴν Λατινικήν: “Id teneamus quod ubique,
quod semper, quod ab omnibus creditum
est.” Δηλαδή, «τοῦτο κρατοῦμεν ὅπερ ἁ-
πανταχοῦ, ὅπερ ἀείποτε, ὅπερ ὑφ᾽ ἁπάν-
των ἐπιστεύθη» (Vincent de Lérins, Com-
monitorium Primum sect. 2, ὄρα, Vincent
of Lérins (1915). Moxon, Reginald S. (ed.).
Commonitorium of Vincentius of Lerins.
Cambridge patristic texts in Latin and
English. Cambridge University Press ).
Τοῦτο σημαίνει ὅτι διακρίνομε τὴν Ἀ-
λήθειαν ἀπὸ τὴν Αἵρεσιν μὲ βάσιν τὴν Αὐ-
θεντίαν τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ὅπως αὐτὴ δια-
ΕΙΣΑΓΩΓΗ 81
κρατεῖται, ἑρμηνεύεται καὶ ἀναγνωρίζεται:
α) Ἀπὸ τὴν Καθολικότητα - ὑπὸ ὁλο-
κλήρου τῆς Ἐκκλησίας,
β) Ἀπὸ τὴν Ἀρχαιότητα - ἐκ τῶν πρώ-
των χρόνων, καὶ
γ) Ἀπὸ τὴν Συγκατάθεσιν - ὑπὸ ὅλων
τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας.
Ἐπειδὴ ὅπως ἔχει γίνει ἀντιληπτόν, ὁ
Ἱερὸς Συνοδικὸς Θεσμὸς εἶναι ἀπαραί-
τητος προϋπόθεσις τοῦ Ἀλαθήτου τῆς
Ἐκκλησίας, καὶ λειτουργεῖ εἰς τὴν Ἐκ-
κλησίαν τοῦ Θεοῦ ἤδη ἀπὸ τῶν Ἀποστο-
λικῶν χρόνων, συμβάλοντας ἀμέσως καὶ
ἀποφασιστικῶς εἰς τὴν ζωήν της, ἐκρίθη
σκόπιμον ὅπως, εἰς τὸ παρὸν Ἡμερολό-
γιον τοῦ ἔτους 2021, γίνῃ ἀναφορὰ εἰς
τὴν σημασίαν, τὴν ἀξίαν καὶ τὸν τρόπον
λειτουργίας του εἰς τὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλη-
σίας τοῦ Χριστοῦ.
82
ΧΡΙΣΤΟΣ,
ἡ
Ἄμπελος
ἡ
Ἀληθινή.
ΠΑΤΗΡ,
ὁ
Γεωργός.
ΠΝΕΥΜΑ
ΑΓΙΟΝ,
ὁ
αὐξάνων.
ΕΚΚΛΗ-
ΣΙΑ,
Θεοῦ
Γεώργιον
(Α´ Κορ.
Γ´ 6).
83
ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ
ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
Η ΔΙΑΣΦΑΛΗΣΙΣ ΚΑΙ ΚΑΤΟΧΥ-
ΡΩΣΙΣ ΑΥΤΟΥ ΔΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟ-
ΠΝΕΥΣΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΥ
ΘΕΣΜΟΥ ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΙΚΗΣ
ΔΙΟΙΚΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
«Ἔδοξε γὰρ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καὶ ἡμῖν»
( Πράξ. ΙΕ´28 - 29 ).
«Οἱ Προφῆται ὡς εἶδον, οἱ Ἀπόστολοι ὡς
ἐδίδαξαν, ἡ Ἐκκλησία ὡς παρέλαβεν....
οὕτω φρονοῦμεν, οὕτω λαλοῦμεν, οὕτω
κηρύσσομεν.... Αὕτη ἡ Πίστις τῶν Ἀπο-
στόλων, αὕτη ἡ Πίστις τῶν Πατέρων,
αὕτη ἡ Πίστις τῶν Ὀρθοδόξων, αὕτη ἡ
Πίστις τὴν Οἰκουμένην ἐστήριξεν»
( Ἀπόσπασμα Συνοδικοῦ Κυριακῆς Ὀρθοδοξίας ).
84 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Πρωτεῦον πρόβλημα διὰ τὴν Στρατευ-
ομένην Ἐκκλησίαν, ἡ ὁποία παρέχει ἐν
χρόνῳ τὴν Ἄχρονον Ἀλήθειαν καὶ τὴν
Ἄκτιστον Θείαν Χάριν, εἶναι ὁ τρόπος
διὰ τοῦ ὁποίου εἶναι καὶ παραμένει ΑΛΑ-
ΘΗΤΟΣ.
Εἰς τὴν Ἱστορικὴν πορείαν τῶν μετα-
στροφῶν τοῦ κόσμου τούτου, ὅπου τὰ
πάντα ῥεῖ, κατὰ τὸν σοφὸν Ἡράκλειτον
(544 - 484 π.Χ.), ὅπου κυριαρχεῖ ἡ ἀστά-
θεια, καθὼς κατὰ τὸν Ἀπόστολον Παῦ-
λον, « παράγει γὰρ τὸ σχῆμα τοῦ κόσμου
τούτου» (Α´ Κορ. Ζ´ 31), εἶναι καίριον
καὶ ριζικὸν τὸ ἐρώτημα: Πῶς ἐξασφαλί-
ζεται τὸ ΑΛΑΘΗΤΟΝ τῆς Ἐκκλησίας;
Πῶς διασφαλίζεται, ἄνευ προσμίξεως
ἀνθρωπίνης ἀδυναμίας, παρερμηνείας,
διαστροφῆς, διαστρεβλώσεως, νοθείας
καὶ πλάνης, ἡ ἐν κόσμῳ ἐκταμίευσις τῆς
ἀτρέπτου Αἰωνίου Ἀληθείας, τὴν ὁποίαν
ὁ Θεὸς φιλανθρώπως ἀπεκάλυψεν;
ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ 85
Ἡ ἀπάντησις εὑρίσκεται εἰς τὸν Ἱερὸν
Συνοδικὸν Θεσμὸν Διοικήσεως τῆς Ἐκ-
κλησίας ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι.
Ἔχομεν συνηθίσει εἰς τὴν Ἐκκλησίαν
νὰ ἀκούωμεν καὶ νὰ ὁμιλῶμεν περὶ Συνό-
δου καὶ Συνόδων, περὶ Οἰκουμενικῶν καὶ
Πανορθοδόξων Συνόδων, περὶ Μεγάλων
καὶ Τοπικῶν Συνόδων, περὶ Συνόδου τῆς
Ἱεραρχίας, περὶ Ἐνδημούσης Συνόδου, πε-
ρὶ Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου. Ἀκούομεν δὲ
καὶ εἰς τὴν πολιτικὴν εἰδησεογραφίαν περὶ
Συνόδου Κορυφῆς, περὶ Συνόδου Ἀρχη-
γῶν Κρατῶν, περὶ Συνόδου Διεθνῶν Ὀρ-
γανισμῶν. Τί τὸ ξεχωριστὸν καὶ μεῖζον
ἔχει μία Σύνοδος; Ἄνευ μεγάλης δυσκο-
λίας τεκμαίρεται ὅτι μία Σύνοδος ἔχει τὸν
ὑπέρτατον λόγον καὶ τὴν ὑπερτελῆ ἐξου-
σίαν εἰς τὸν τομέα εὐθύνης της.
Ὁμοίως καὶ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, ἡ Ἱερὰ
Σύνοδος τῆς Ἱεραρχίας ἔχει τὸν Ὑπέρ-
τατον λόγον καὶ τὴν Ὑπερτελῆ Ἐξουσί-
86 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
αν εἰς τὸν τομέα εὐθύνης καὶ δικαιοδοσίας
της, ὅπως αὐτὸς ὁρίζεται ἐκ προηγουμέ-
νων Συνοδικῶν Ἀποφάσεων καὶ Ἱδρυτι-
κῶν Πράξεων.
Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἱεραρχίας ἀπο-
τελεῖ τὴν ἀνωτάτην Ἐκκλησιαστικὴν
Ἀρχὴν καὶ ΑΥΘΕΝΤΙΑΝ.
Διὰ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας
περιφρουρεῖται τὸ ΑΛΑΘΗΤΟΝ καὶ ἡ
Θεουργὸς ἰσχὺς τῆς Ἐκκλησίας.
Τὸ καθαρῶς Χριστιανικὸν νόημα τῆς
Συνόδου ὅμως δὲν ἔγκειται εἰς τὸ ἐξωτε-
ρικῶς φαινόμενον, εἰς τὴν ἁπλῆν Σύναξιν
καὶ Συνεδρίασιν Ἐπισκόπων. Ἀπαιτεῖται
πρωτίστως οἱ ἐν Συνόδῳ συνερχόμενοι
Ἐπίσκοποι, ἀφ᾽ ἑνός, νὰ ἔχουν ἀδιάκοπον
Ἀποστολικὴν Διαδοχὴν καὶ Ἀκαινοτό-
μητον Ἀποστολικὴν Πίστιν, καί, ἀφ᾽ ἑ-
τέρου, κατὰ τὴν λῆψιν τῶν Ἀποφάσεων νὰ
προβαίνουν μὲ τὴν ἐπιφοίτησιν τοῦ Ἁγί-
ου Πνεύματος εἰς τὴν κανονικὴν ἀνάπτυ-
Ο ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡ 87
ξιν καὶ πιστὴν διατύπωσιν «τῆς ἀεὶ κατὰ
ταὐτὰ ἐχούσης Εὐαγγελικῆς Διδασκαλίας»
(Ἀνδροῦτσος, Συμβολική), τῆς τεθεμελιω-
μένης ἐπὶ τοῦ Ἐνανθρωπήσαντος Λόγου.
Αἱ Ἀποφάσεις κάθε Συνόδου πρέπει νὰ
συμφωνοῦν μὲ τὴν Θριαμβεύουσαν Ἐκ-
κλησίαν καὶ μὲ τὰς ἀποφάσεις κάθε προ-
ηγουμένης Ἁγίας Συνόδου. Ἀπαιτεῖται
Consensus Conciliorum = Συμφωνία
Συνόδων. Ἀπαιτεῖται Consensus Patrum
= Συμφωνία Πατέρων.
Μόνον ὑπ᾽ αὐτοὺς τοὺς ὅρους τηρεῖ ἡ
Σύνοδος Ἁγνὴν καὶ Ἀπαραχάρακτον τὴν
Θεόθεν ἀποκαλυφθεῖσαν Ἀλήθειαν, γί-
νεται ΣΤΟΜΑ ΧΡΙΣΤΟΥ καὶ διασφαλί-
ζει τὸ ΑΛΑΘΗΤΟΝ τῆς ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ.
Ὁ Χριστολογικὸς Χαρακτὴρ
τῆς Ἱερᾶς Συνόδου
Ἡ ἔννοια τῆς Συνόδου εἰς τὴν Ἐκκλη-
σίαν τοῦ Θεοῦ πηγάζει ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι
88 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ Ὁδὸς τῆς Ἀληθείας καὶ
τῆς Αἰωνίου Ζωῆς, τὴν ὁποίαν βαδίζει ὁ
Χριστιανὸς καλούμενος ἀπὸ τὸν Θεὸν Πα-
τέρα. Εἶπεν ὁ Κύριος: «Ἐγώ εἰμι ἡ ΟΔΟΣ
καὶ ἡ ΑΛΗΘΕΙΑ καὶ ἡ ΖΩΗ» ( Ἰωάν. ΙΔ´
6 ). Ὅλοι ὅσοι βαδίζουν ἐν Χριστῷ βαδί-
ζουν εἰς τὴν μόνην Ὁδὸν ἡ ὁποία «ἔρχε-
ται πρὸς τὸν Πατέρα» ( Ἰωάν. ΙΔ´ 6 ), καὶ
οὕτω εἶναι συνοδοιπόροι ἢ συνοδῖται. Ἡ
Σύνοδος λοιπὸν διὰ τὴν Ἐκκλησίαν ἔχει
τὴν ῥίζαν της εἰς αὐτὴν τὴν θεμελιώδη
Χριστιανικὴν πραγματικότητα καὶ ἐμπει-
ρίαν τῆς συνοδοιπορίας: «Ἐγώ εἰμι ἡ Ο-
ΔΟΣ καὶ ἡ ΑΛΗΘΕΙΑ καὶ ἡ ΖΩΗ· οὐδεὶς
ἔρχεται πρὸς τὸν Πατέρα εἰ μὴ δι’ ἐ-
μοῦ» ( Ἰωάν. ΙΔ´ 6 ).
Εἶναι Χριστολογικὸς ὁ Χαρακτὴρ τῆς
Ἱερᾶς Συνόδου.
Ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ Πρόσωπον τῆς
Ἐκκλησίας, καὶ ἡ Ἐκκλησία εἶναι τοῦ
Χριστοῦ Νύμφη, εἶναι τοῦ Χριστοῦ κα-
Ο ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡ 89
τὰ Χάριν Σῶμα, ὅπως μαρτυρεῖται καὶ
ἀπὸ μόνου τοῦ γεγραμμένου, «Σαοὺλ Σα-
ούλ, τί με διώκεις;» ( Πράξ. Θ´ 4, ΚΣΤ´
14), ὅταν ὁ Σαούλ, ὁ μετέπειτα Ἀπόστο-
λος Παῦλος, ἐδίωκε τὴν Ἐκκλησίαν. Διὰ
τοῦτο, καὶ ὑπὸ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν, συχνὰ
ἀναφέρεται ὑπὸ τῶν Ἁγίων ὅτι ΧΡΙΣΤΟΣ
ἴσον ΕΚΚΛΗΣΙΑ καὶ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ἴσον
ΧΡΙΣΤΟΣ. Χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ δια-
τύπωσις τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης,
«πολλαχῆ ΧΡΙΣΤΟΣ ἡ ΕΚΚΛΗΣΙΑ παρὰ
τοῦ Παύλου κατονομάζεται» ( P.G. 44,
385A ), δηλαδή, πολλάκις καὶ κατὰ πολ-
λοὺς τρόπους ἡ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ὀνομάζεται
ΧΡΙΣΤΟΣ εἰς τὰς Ἐπιστολὰς τοῦ Ἀπο-
στόλου Παύλου.
Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος εἶναι ὁ Χριστὸς ἐν
τῷ μέσῳ τῶν Μαθητῶν, κατὰ τό, «τῶν
θυρῶν κεκλεισμένων ὅπου ἦσαν οἱ Μα-
θηταὶ συνηγμένοι διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰ-
ουδαίων, ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔστη εἰς τὸ
90 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
μέσον, καὶ λέγει αὐτοῖς· εἰρήνη ὑμῖν» (Ἰ-
ωάν. Κ´ 19 ), καὶ κατὰ τό, «Οὗ γάρ εἰσι
δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα,
ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν» (Ματθ. ΙΗ´ 20).
Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἱεραρχίας εἶναι
ἡ Εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ τῶν Μαθη-
τῶν, κατὰ τό, «μεθ’ ἡμέρας ὀκτὼ πάλιν
ἦσαν ἔσω οἱ Μαθηταὶ αὐτοῦ καὶ Θωμᾶς
μετ’ αὐτῶν. Ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς τῶν θυ-
ρῶν κεκλεισμένων, καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον
καὶ εἶπεν· εἰρήνη ὑμῖν» ( Ἰωάν. Κ´ 26 ).
Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἱεραρχίας εἶναι ἡ
ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΗ ἐπὶ γῆς παρουσία τοῦ
Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν ἀποχωρίζεται ἀπὸ
τὸ Σῶμά Του, δὲν ἀποσπᾶ τὴν Χάριν Του
ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν Του, διότι εἶναι ἡ Α-
ΔΙΑΔΟΧΟΣ Θεία Κεφαλή, ὁ ΑΔΙΑΔΟ-
ΧΟΣ Ἀρχιερεύς (Ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύ-
μων, Κατήχησις 10, 14), ὁ ΑΔΙΑΔΟΧΟΣ Βα-
σιλεύς, ὡς εἶδε καὶ προανεκήρυξεν ὁ Προ-
φήτης Δανιήλ ((Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλα-
Ο ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡ 91
μᾶς, Ε.Π.Ε. 9, σελ. 390 ), ἡ ΑΔΙΑΔΟΧΟΣ
Ζωή.
Ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς ἀεὶ ζῇ, «ΟΥΚ ΕΧΕΙ
ΔΙΑΔΟΧΟΝ. ...Εἰ δὲ ΟΥΚ ΕΧΕΙ ΔΙΑΔΟ-
ΧΟΝ, καὶ δύναται πάντων προΐστασθαι»
(Ἅγιος Χρυσόστομος, Ε.Π.Ε. 24, σελ. 524),
πάντοτε Συνοδεύει τὴν Ἐκκλησίαν Του.
Ἀψευδὴς γὰρ ὁ λόγος Του πρὸς τοὺς Ἱε-
ροὺς Ἀποστόλους: «Καὶ ἰδοὺ ἐγὼ μεθ᾿
ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς
συντελείας τοῦ αἰῶνος. Ἀμήν» ( Ματθ.
ΚΗ´ 20 ). Καὶ πάλιν: «Ὁ τρώγων μου
τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἐν ἐμοὶ
μένει, κἀγὼ ἐν αὐτῷ» ( Ἰωάν. ΣΤ´ 56 ).
Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἱεραρχίας εἶναι
ὁ Φύλαξ τῆς Ἀληθείας εἰς τὴν Στρα-
τευομένην Ἐκκλησίαν, οὕτως ὥστε ἡ μυ-
σταγωγία τῆς Θείας Χάριτος νὰ μεταδίδῃ
τὴν Ἑνότητα τοῦ Θεοῦ εἰς ὅλα τὰ μέλη
τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Σώματος, καὶ νὰ τὰ
ἑνώνῃ ἐν Ἀληθείᾳ κατ᾽ ἐνέργειαν μὲ τὴν
92 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Ἁγίαν Τριάδα, ὅπως ἐπισφραγίζεται εἰς
τὴν Ἀρχιερατικὴν Προσευχὴν τοῦ Χρι-
στοῦ: «Ἐγὼ περὶ αὐτῶν ἐρωτῶ [ Πά-
τερ ]· οὐ περὶ τοῦ κόσμου ἐρωτῶ, ἀλλὰ
περὶ ὧν δέδωκάς μοι, ὅτι σοί εἰσι, καὶ τὰ
ἐμὰ πάντα σά ἐστι καὶ τὰ σὰ ἐμά, καὶ
δεδόξασμαι ἐν αὐτοῖς. Καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἐν
τῷ κόσμῳ, καὶ οὗτοι ἐν τῷ κόσμῳ εἰσί,
καὶ ἐγὼ πρὸς σὲ ἔρχομαι. Πάτερ Ἅγιε,
τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ Ὀνόματί Σου ᾧ
δέδωκάς μοι, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς.
Ὅτε ἤμην μετ’ αὐτῶν ἐν τῷ κόσμῳ, ἐγὼ
ἐτήρουν αὐτοὺς ἐν τῷ Ὀνόματί σου.... Ἁ-
γίασον αὐτοὺς ἐν τῇ Ἀληθείᾳ σου· ὁ λό-
γος ὁ σὸς Ἀλήθειά ἐστι.... Καὶ ὑπὲρ αὐτῶν
ἐγὼ ἁγιάζω ἐμαυτόν, ἵνα καὶ αὐτοὶ ὦσιν
ἡγιασμένοι ἐν Ἀληθείᾳ. Οὐ περὶ τούτων
δὲ ἐρωτῶ μόνον, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν πι-
στευσόντων διὰ τοῦ λόγου αὐτῶν εἰς ἐμέ,
ἵνα πάντες ἓν ὦσι, καθὼς σύ, Πάτερ, ἐν
ἐμοὶ κἀγὼ ἐν σοί, ἵνα καὶ αὐτοὶ ἐν ἡμῖν
ΤΟ ΑΓΙΟΤΡΙΑΔΙΚΟΝ ΠΡΟΤΥΠΟΝ 93
ἓν ὦσιν, ἵνα ὁ κόσμος πιστεύσῃ ὅτι σύ με
ἀπέστειλας. Καὶ ἐγὼ τὴν δόξαν ἣν δέδω-
κάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, ἵνα ὦσιν ἓν κα-
θὼς ἡμεῖς ἕν ἐσμεν, ἐγὼ ἐν αὐτοῖς καὶ σὺ
ἐν ἐμοί, ἵνα ὦσι τετελειωμένοι εἰς ἕν....
Πάτερ, οὓς δέδωκάς μοι, θέλω ἵνα ὅπου
εἰμὶ ἐγὼ κἀκεῖνοι ὦσι μετ’ ἐμοῦ» ( Ἰωάν.
ΙΖ´ 9-24 ).
Ὅπως γίνεται καταφανὲς ἐκ τῆς ὡς ἄνω
τελευταίας ἀναφορᾶς, ὁ Χριστολογικὸς
χαρακτὴρ τοῦ Συνοδικοῦ Θεσμοῦ Διοι-
κήσεως τῆς Ἐκκλησίας παραπέμπει εἰς
αὐτὴν τὴν Ὑπερτάτην Ἀρχὴν τῆς Ἑνό-
τητος καὶ Ἀληθείας, εἰς τὴν Ὑπέρθεον
Ἁγίαν Τριάδα.
Τὸ Ἁγιοτριαδικὸν Πρότυπον
τῆς Ἱερᾶς Συνόδου
Ἐπειδὴ τὰ ἐπίγεια ἀπεικονίζουν τὰ ἐπ-
ουράνια καὶ ἡ ἐπὶ γῆς Ἐκκλησία ἀπεικο-
νίζει τὴν Οὐράνιον Ἱεραρχίαν ( Ἅγιος Διο-
94 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
νύσιος Ἀρειοπαγίτης, Περὶ τῆς Οὐρανίας
Ἱεραρχίας P.G. 121 C-D ), καὶ ἐπειδή, σὺν
τούτοις, ἡ Ἁγία Ἐκκλησία εἶναι ἡ Βα-
σιλεία τοῦ Θεοῦ, θὰ ἦτο παραθεώρησις
νὰ μὴν ἀναζητηθῇ ὁ πρῶτος τύπος τῆς Συν-
οδικότητος εἰς τὴν Ἁγίαν Τριάδα, ἡ ὁποία
περιφρουρεῖ τὴν Ἀλήθειαν καὶ Ἑνότητα
καὶ Ἀπολυτρωτικὴν ἰσχὺν τῆς Στρατευ-
ομένης ἐπὶ γῆς Ἐκκλησίας.
« Ἡ ΣΥΝΟΔΟΣ, ὡς ὁ κατ᾽ ἐξοχὴν ἱερὸς
θεσμὸς τῆς Ἐκκλησίας, διὰ τοῦ ὁποίου
ρυθμίζονται τά τε τῆς Πίστεως καὶ τῆς
εὐταξίας δὲν εἶναι τυχαῖος. Ἔχει κατ᾽
ἀρχὴν ΠΡΟΤΥΠΟΝ τὴν κοινωνίαν τῶν
ΤΡΙΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ τῆς ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑ-
ΔΟΣ, ἡ Ὁποία εἶναι ἡ Αἰωνία καὶ Ὑπερα-
γία ΣΥΝΟΔΟΣ » (Ἡμεροδείκτης Ἱερᾶς Συν-
όδου Γ.Ο.Χ. 1987).
Τὸ Ἁγιοτριαδικὸν πρότυπον τῆς Ἐκκλη-
σίας τὸ διατρανώνει καὶ ὁ Ἅγιος Χρυσό-
στομος ὅταν φέρῃ ζῶσαν τὴν Ἁγίαν Τριά-
ΤΟ ΑΓΙΟΤΡΙΑΔΙΚΟΝ ΠΡΟΤΥΠΟΝ 95
δα ἐν τῷ μέσῳ τῆς Ἐκκλησίας. Λέγει γάρ:
«Τί ἡδύτερον, εἰπέ μοι, τῆς ἐνταῦθα δια-
γωγῆς; Εἰ γὰρ διημερεύειν ἐνταῦθα ἐχρῆν,
τί σεμνότερον; Τί ἀσφαλέστερον, ὅπου
ἀδελφοὶ τοσοῦτοι, ὅπου τὸ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟ
ΑΓΙΟΝ, ὅπου ΙΗΣΟΥΣ μέσος, καὶ ὁ τού-
του ΠΑΤΗΡ; Ποίαν ἑτέραν ζητεῖς συνα-
γωγὴν τοιαύτην; Ποῖον ἕτερον Βουλευ-
τήριον; Ποίαν ΣΥΝΟΔΟΝ;» (Ἅγιος Ἰωάν-
νης Χρυσόστομος, P.G. 51, 70 ).
Ἐνῶ ὁ Τριαδικὸς Θεὸς εἶναι Ἁπλοῦς καὶ
Ἀδιαίρετος, ὥστε ἡ ἐνδοτριαδικὴ κοινω-
νία νὰ μὴν εἶναι κατ᾽ ἐνέργειαν ἐπικοινω-
νία, ἀλλὰ κατ᾽ οὐσίαν καὶ φύσιν καὶ αἰτίαν
ἀληθὴς ἑνότης, χρησιμοποιεῖ ἀνθρωπο-
μορφικῶς ἡ Θεόπνευστος Ἁγία Γραφὴ
ἀνθρωποπρεπεῖς λόγους, καὶ παραδίδει
εἰς τὴν Ἐκκλησίαν ὑπόδειγμα καὶ τύπον
Συνοδικότητος, ὅταν ἀποκαλύπτῃ τὰ ἔρ-
γα τοῦ Θεοῦ μὲ τοιοῦτον τρόπον, ὡς νὰ
ἐγένετο Σύνοδος τῆς Ἁγίας Τριάδος, πρᾶγ-
96 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
μα βεβαίως τὸ ὁποῖον δὲν συμβαίνει. Ἡ
Ἀδιαίρετος Ἁγία Τριὰς ἐνεργεῖ τὰ πάν-
τα ΑΔΙΑΙΡΕΤΩΣ.
Εἶναι Τριαδολογικὸν τὸ Πρότυπον τῆς
Ἱερᾶς Συνόδου.
Παράδειγμα πρῶτον. Εἰς τὴν πλάσιν
τοῦ ἀνθρώπου παρουσιάζεται ὁ Θεὸς Πα-
τὴρ λαλῶν πρὸς τὸν Υἱὸν καὶ τὸ Ἅγιον
Πνεῦμα, ὡς ζητῶν ἢ ἐκφράζων ἐν συνε-
δρείᾳ τὴν ὁμόθυμον ὁμοφωνίαν τῶν Τρι-
ῶν Θεαρχικῶν Προσώπων. Γέγραπται
γάρ: «Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· ποιήσωμεν ἄν-
θρωπον κατ᾿ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ᾿
ὁμοίωσιν» (Γέν. Α´ 26). Ταύτην τὴν Ἁγιο-
Τριαδικὴν Συνοδικότητα διατρανώνει καὶ
ἡ Ἱερὰ τῆς Ἐκκλησίας Ὑμνολογία: «Ὅτε
κατ᾽ ἀρχὰς τὸν Ἀδὰμ διέπλασας, Κύριε,
τότε τῷ Λόγῳ σου τῷ ἐνυποστάτῳ ἐβόη-
σας, Εὔσπλαγχνε· ποιήσωμεν κατὰ τὴν
ἡμετέραν ὁμοίωσιν· τὸ δὲ Πνεῦμα τὸ
Ἅγιον συμπαρῆν δημιουργόν· διὸ βοῶ-
ΤΟ ΑΓΙΟΤΡΙΑΔΙΚΟΝ ΠΡΟΤΥΠΟΝ 97
μέν σοι· Ποιητὰ ὁ Θεὸς ἡμῶν, δόξα σοι»
( Κάθισμα, Ὠδὴ γ´, Κανὼν Τριαδικός, Κυ-
ριακὴ πρωΐ, Ἦχος β΄ ).
Παράδειγμα δεύτερον. Μετὰ ἀπὸ τὴν
παρακοὴν καὶ τὴν ὑπὸ τοῦ Θεοῦ Δίκην τῶν
Πρωτοπλάστων, παρουσιάζεται ὁ Θεὸς
Πατὴρ λαλῶν πρὸς τὸν Υἱὸν καὶ τὸ Ἅγιον
Πνεῦμα, ὡς ἐκφράζων ἐν συνεδρείᾳ τὴν
ὁμόγνωμον ὁμοφωνίαν τῶν Τριῶν Θεαρ-
χικῶν Προσώπων νὰ ἐκδιώξουν τὸν ἄν-
θρωπον ἀπὸ τὸν Παράδεισον. Γέγραπται
γάρ: «Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· ἰδοὺ Ἀδὰμ γέγο-
νεν ὡς εἷς ἐξ ἡμῶν, τοῦ γινώσκειν καλὸν
καὶ πονηρόν· καὶ νῦν μή ποτε ἐκτείνῃ τὴν
χεῖρα αὐτοῦ καὶ λάβῃ ἀπὸ τοῦ ξύλου τῆς
ζωῆς καὶ φάγῃ καὶ ζήσεται εἰς τὸν αἰῶνα.
Καὶ ἐξαπέστειλεν αὐτὸν Κύριος ὁ Θεὸς ἐκ
τοῦ παραδείσου τῆς τρυφῆς ἐργάζεσθαι
τὴν γῆν, ἐξ ἧς ἐλήφθη» ( Γέν. Γ´ 22-23 ).
Παράδειγμα τρίτον. Κατὰ τὴν πυργο-
ποιίαν τῆς Βαβέλ ἐν γῇ Σενναάρ, παρου-
98 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
σιάζεται ὁ Θεὸς Πατὴρ λαλῶν διὰ τοῦ
«Ἰδοὺ» καὶ τοῦ «Δεῦτε» πρὸς τὸν Υἱὸν
καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, καὶ ἐκφράζων ὡς ἐν
συνεδρείᾳ τὴν ὁμοφωνίαν καὶ ΤΑΥΤΟΥΡ-
ΓΙΑΝ τῶν Τριῶν Θεαρχικῶν Προσώ-
πων. Γέγραπται γάρ: «Καὶ κατέβη Κύ-
ριος ἰδεῖν τὴν πόλιν καὶ τὸν πύργον, ὃν
ᾠκοδόμησαν οἱ υἱοὶ τῶν ἀνθρώπων. Καὶ
εἶπε Κύριος· ἰδοὺ γένος ἓν καὶ χεῖλος ἓν
πάντων, καὶ τοῦτο ἤρξαντο ποιῆσαι, καὶ
νῦν οὐκ ἐκλείψει ἀπ᾿ αὐτῶν πάντα, ὅσα
ἂν ἐπιθῶνται ποιεῖν. Δεῦτε καὶ καταβάν-
τες συγχέωμεν αὐτῶν ἐκεῖ τὴν γλῶσσαν,
ἵνα μὴ ἀκούσωσιν ἕκαστος τὴν φωνὴν
τοῦ πλησίον» ( Γέν. ΙΑ´ 5-7 ).
Παράδειγμα τέταρτον. Ἐν Ἁγίῳ Πνεύ-
ματι, ὁ Ψαλμωδὸς Προφήτης Δαυῒδ παρ-
ουσιάζει τὸν πανταχοῦ παρόντα Θεὸν Πα-
τέρα ὡς καλοῦντα τὸν πανταχοῦ παρόντα
Υἱὸν νὰ καθίσῃ ὡς Σύνεδρος ἐκ δεξιῶν
Του, ὡς νὰ ὑπῆρχεν ὅριον τόπου καὶ περι-
ΤΟ ΑΓΙΟΤΡΙΑΔΙΚΟΝ ΠΡΟΤΥΠΟΝ 99
ορισμὸς τῆς καθέδρας τοῦ Θεοῦ. Γέγρα-
πται γάρ: «Εἶπεν ὁ Κύριος τῷ Κυρίῳ
μου· κάθου ἐκ δεξιῶν μου, ἕως ἂν θῶ
τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν
σου.... ΕΚ ΓΑΣΤΡΟΣ πρὸ ἑωσφόρου Ε-
ΓΕΝΝΗΣΑ σε. Ὤμοσε Κύριος καὶ οὐ με-
ταμεληθήσεται· σὺ ἱερεὺς εἰς τὸν αἰῶνα
κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ» ( Ψαλμ. ΡΘ´
1-4, ἴδε ἐπίσης, Ματθ. ΚΒ´ 23-24, Μάρκ.
ΙΒ´ 36, Λουκ. Κ´ 42 ).
Παράδειγμα πέμπτον. Ἡ ἐν Ἰορδάνει
Βάπτισις τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χρι-
στοῦ ἀποτελεῖ καὶ ἐπὶ γῆς ἐμφάνισιν τῆς
Ἁγιοτριαδικῆς Συνεδρείας, ἡ ὁποία δὲν
διεξάγεται εἰς τὴν ἀπόρρητον μυστικὴν
ἑνότητα τοῦ Τρισυποστάτου Θεοῦ, ἀλλὰ
φανερῶς ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων διὰ νὰ
διδαχθῇ τὸ γένος μας τὸ ὑπερφυὲς Δόγ-
μα τῆς Τριαδικῆς Μιᾶς ΘΕΟΤΗΤΟΣ.
Διότι «Τριάδος ἡ φανέρωσις ἐν Ἰρδάνει
γέγονεν» (ᾨδὴ η', Κανὼν τῆς Ἐορτῆς).
100 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Γέγραπται γάρ: «Καὶ βαπτισθεὶς ὁ Ἰη-
σοῦς ἀνέβη εὐθὺς ἀπὸ τοῦ ὕδατος· καὶ
ἰδοὺ ἀνεῴχθησαν αὐτῷ οἱ οὐρανοί, καὶ
εἶδε τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καταβαῖνον
ὡσεὶ περιστερὰν καὶ ἐρχόμενον ἐπ᾿ αὐ-
τόν· καὶ ἰδοὺ Φωνὴ ἐκ τῶν οὐρανῶν λέ-
γουσα· οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπη-
τός, ἐν ᾧ εὐδόκησα» ( Ματθ. Γ´ 16-17,
Μάρκ. Α´ 9, Λουκ. Γ´ 21-22 ).
Μαρτυρεῖται δὲ καὶ Ἁγιοπατερικῶς αὐ-
τὴ ἡ Συμβολικὴ εἰκὼν Συνοδικῆς Συν-
εδρείας τῆς Ἁγίας Τριάδος, τόσον ἀνα-
φορικῶς μὲ τὴν Πλάσιν τοῦ ἀνθρώπου
ὅσον καὶ μὲ τὴν Ἀνάπλασιν. Γράφει σχε-
τικῶς ὁ Μέγας Φώτιος: «Τί δ᾽ οὖν ὁ
Πλάστης καὶ Κηδεμών; Ἆρα παρεῖδεν
εἰς τέλος τὸ πλάσμα ταλαιπωρούμενον,
καὶ τοσαύτῃ πλάνῃ βυθιζόμενον, καὶ κα-
θεκάστην τοῖς πάθεσιν ἀνδραποδιζόμε-
νον; Οὐ μὲν οὖν.... Διὸ πρὸς ἑαυτήν μεν ἡ
τῆς ΤΡΙΑΔΟΣ ΕΝΟΤΗΣ, εἰ θέμις εἰπεῖν,
ΤΟ ΑΓΙΟΤΡΙΑΔΙΚΟΝ ΠΡΟΤΥΠΟΝ 101
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΑΣΑ· θέμις δὲ τοῦτο λέγειν
ἐπὶ τῆς Ἀναπλάσεως, ὅτι καὶ τὸ «Ποιή-
σωμεν ἄνθρωπον κατ᾽ εἰκόνα ἡμετέραν
καὶ ὁμοίωσιν», ἐπὶ τῆς ΠΛΑΣΕΩΣ εἴρη-
ται· τῷ ἑνιαίῳ τῆς γνώμης Βουλήματι,
τὴν ΑΝΑΠΛΑΣΙΝ τοῦ συντριβέντος διε-
τίθετο πλάσματος» ( Μέγας Φώτιος, P.G.
102, 557D-560A ).
Ὅταν μαρτυρεῖται Ἁγιοπατερικῶς ὅτι
ὅλον τὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας λαμβάνει
τὴν ἑνότητά του κατὰ ἀναλογίαν πρὸς τὴν
ὑπερφυᾶ Ἑνότητα τῶν Θεαρχικῶν Προσ-
ώπων, πῶς δὲν λαμβάνει τὴν ἑνότητά της
ἀπὸ τὴν Ἁγίαν Τριάδα καὶ ἡ Σύνοδος ἡ
διακυβερνῶσα τὴν Στρατευομένην Ἐκ-
κλησίαν, ἡ λαμβάνουσα παρὰ τοῦ Θείου
Πνεύματος τὸ Φῶς τῆς Ἀληθείας; Ἀπὸ
τὴν Ἁγίαν Τριάδα τὸ λαμβάνει. Γράφει
περὶ αὐτοῦ ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξαν-
δρείας (370-444 μ.Χ): «Τὴν οὐσιώδη
παραλαβὼν ἑνότητα Χριστός, ἣν ἔχει μὲν
102 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ὁ Πατὴρ πρὸς αὐτόν, αὐτὸς δὲ αὖ πάλιν
πρὸς τὸν Πατέρα, συνανακιρνᾶσθαι τρό-
πον τινὰ καὶ ἡμᾶς ἀλλήλους βούλεται,
ἐν δυνάμει δῆλον ὅτι τῆς ΑΓΙΑΣ τε καὶ
ΟΜΟΟΥΣΙΟΥ ΤΡΙΑΔΟΣ, ὡς ΕΝ νοεῖσθαι
τὸ σύμπαν τῆς ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΩΜΑ» (Ἅγι-
ος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, P.G. 74, 557Α).
Ὅταν μαρτυρεῖται Ἁγιοπατερικῶς ὅτι
ἡ Ἐκκλησία εἶναι θεμελιωμένη εἰς αὐτὴν
ταύτην τὴν Ἁγίαν Τριάδα, ποῦ θὰ ἀναζη-
τηθῇ τὸ πρότυπον τοῦ Συνοδικοῦ Συστή-
ματος Διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας, εἰς τὴν
Ῥωμαϊκὴν Σύγκλητον ἢ εἰς τὸν Θεόν; Εἰς
τὸν Τριαδικὸν Θεὸν, βεβαίως. Διὰ τοῦτο
προεγράφη: « Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ αὕτη ἐν τῇ
ΤΡΙΑΔΙ ΕΓΗΓΕΡΤΑΙ, ἐν ᾧ καὶ ὑμεῖς τῷ
Χριστῷ Ἰησοῦ συνοικοδομεῖσθε, Παῦλός
φησιν, αὐτῷ τῷ ΥΙῼ δηλαδή, εἰς ΚΑΤΟΙ-
ΚΗΤΗΡΙΟΝ τοῦ ΘΕΟΥ, ἤτοι τοῦ ΠΑΤΡΟΣ
ἐν ΠΝΕΥΜΑΤΙ » ( Συμεὼν Θεσσαλονίκης,
P.G. 155, 133D ).
ΤΟ ΑΓΙΟΤΡΙΑΔΙΚΟΝ ΠΡΟΤΥΠΟΝ 103
Γλαφυρῶς τοῦτο ἐντέλλεται καὶ ὁ Ἀ-
ποστολικὸς Πατὴρ Ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεο-
φόρος (†108 μ.Χ.), εἰς τὴν Ἐπιστολήν του
πρὸς Σμυρναίους: «Πάντες τῷ Ἐπισκό-
πῳ ἀκολουθεῖτε, ὡς Ἰησοῦς Χριστὸς τῷ
Πατρί, καὶ τῷ Πρεσβυτερίῳ ὡς τοῖς Ἀ-
ποστόλοις.... Ὅπου ἂν φανῇ ὁ Ἐπίσκο-
πος, ἐκεῖ τὸ πλῆθος ἤτω, ὥσπερ ὅπου ἂν
ᾖ Ἰησοῦς Χριστός, ἐκεῖ ἡ Καθολικὴ Ἐκ-
κλησία. Οὐκ ἐξόν ἐστιν χωρὶς τοῦ Ἐπι-
σκόπου οὔτε βαπτίζειν οὔτε Ἀγάπην ποι-
εῖν· ἀλλ᾽ ὃ ἂν ἐκεῖνος δοκιμάσῃ, τοῦτο
καὶ τῷ Θεῷ εὐάρεστον, ἵνα ἀσφαλὲς ᾖ
καὶ βέβαιον πᾶν ὃ πράσσετε» ( Ἅγιος Ἰ-
γνάτιος ὁ Ἀντιοχείας, Πρὸς Σμυρναίους,
παρ. 8, Ε.Π.Ε. Ἀποστολικοὶ Πατέρες, τόμ.
4, σελ. 254 ). Ὁ γὰρ Ἐπίσκοπος εἶναι Τύ-
πος καὶ Τόπος Χριστοῦ, τοῦ Ἑνὸς τῆς
Ἁγίας Τριάδος, κατὰ τὸν ἴδιον Ἀποστο-
λικὸν Πατέρα: «Προκαθημένου τοῦ Ἐπι-
σκόπου εἰς τόπον Θεοῦ» (Ἅγιος Ἰγνάτιος
104 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Πρὸς Μαγνησίους, παρ. 6, Ε.Π.Ε. Ἀπο-
στολικοὶ Πατέρες, τόμ. 4, σελ. 184 ).
Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ὑποδηλώνει ὑπόδειγ-
μα Ἁγιοτριαδικῆς Συνοδικῆς Συνεδρείας
ὅταν λέγῃ: «Ἐμὸν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ
τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με καὶ τελειώ-
σω αὐτοῦ τὸ ἔργον» ( Ἰωάν. Δ´ 34 ).
Καὶ πάλιν ὅταν λέγῃ: «Οὐ δύναμαι ἐ-
γὼ ποιεῖν ἀπ’ ἐμαυτοῦ οὐδέν. Καθὼς ἀ-
κούω κρίνω, καὶ ἡ κρίσις ἡ ἐμὴ δικαία
ἐστίν· ὅτι οὐ ζητῶ τὸ θέλημα τὸ ἐμόν,
ἀλλὰ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με Πα-
τρός» ( Ἰωάν. Ε´ 30 ).
Καὶ πάλιν ὅταν λέγῃ: «Πᾶν ὃ δίδωσί
μοι ὁ Πατήρ, πρὸς ἐμὲ ἥξει, καὶ τὸν ἐρ-
χόμενον πρός με οὐ μὴ ἐκβάλω ἔξω· ὅτι
καταβέβηκα ἐκ τοῦ οὐρανοῦ οὐχ ἵνα ποιῶ
τὸ θέλημα τὸ ἐμόν, ἀλλὰ τὸ θέλημα τοῦ
πέμψαντός με. Τοῦτο δέ ἐστι τὸ θέλημα
τοῦ πέμψαντός με Πατρός, ἵνα πᾶν ὃ δέ-
ΤΟ ΑΓΙΟΤΡΙΑΔΙΚΟΝ ΠΡΟΤΥΠΟΝ 105
δωκέ μοι μὴ ἀπολέσω ἐξ αὐτοῦ, ἀλλὰ ἀ-
ναστήσω αὐτὸ ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ. Τοῦτο
δέ ἐστι τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με, ἵνα
πᾶς ὁ θεωρῶν τὸν Υἱὸν καὶ πιστεύων εἰς
αὐτὸν ἔχῃ Ζωὴν Αἰώνιον, καὶ ἀναστήσω
αὐτὸν ἐγὼ τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ» ( Ἰωάν. ΣΤ´
37-40 ).
Καὶ πάλιν ὅταν λέγῃ: «Καὶ ἐὰν κρίνω
δὲ ἐγώ, ἡ κρίσις ἡ ἐμὴ ἀληθής ἐστιν, ὅτι
μόνος οὐκ εἰμί, ἀλλ’ ἐγὼ καὶ ὁ πέμψας
με Πατήρ» ( Ἰωάν. Η´ 16 ).
Καὶ πάλιν ὅταν λέγῃ: «Πάτερ, ἐλήλυ-
θεν ἡ ὥρα· δόξασόν Σου τὸν Υἱόν, ἵνα καὶ
ὁ Υἱός σου δοξάσῃ Σε, καθὼς ἔδωκας
αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός, ἵνα πᾶν ὃ
δέδωκας αὐτῷ δώσῃ αὐτοῖς Zωὴν Aἰώ-
νιον. Αὕτη δέ ἐστιν ἡ Αἰώνιος Ζωή, ἵνα
γινώσκωσί Σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν
καὶ ὃν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν. Ἐγώ
Σε ἐδόξασα ἐπὶ τῆς γῆς, τὸ ἔργον ἐτελεί-
106 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ωσα ὃ δέδωκάς μοι ἵνα ποιήσω· καὶ νῦν
δόξασόν με Σύ, Πάτερ, παρὰ Σεαυτῷ τῇ
δόξῃ ᾗ εἶχον πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι
παρὰ Σοί» ( Ἰωάν. ΙΖ´ 1-5 ).
Παρουσιάζονται νὰ ἐπικοινωνοῦν ἀν-
θρωποπρεπῶς τῆς Ἁγίας Τριάδος τὰ Πρόσ-
ωπα, ὡς νὰ βουλεύωνται καὶ νὰ ἀποφα-
σίζουν ἐν Συνόδῳ, παρ᾽ ὅλον ὅτι εἶναι ἐκ
φύσεως Μία ἡ Βουλή, Μία ἡ Κρίσις, Ἓν
τὸ Θέλημα, Μία ἡ Ἐνέργεια Πατρὸς καὶ
Υἱοῦ καὶ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ Τριαδικό-
της τοῦ Ἑνὸς Θεοῦ δι᾽ αὐτοῦ τοῦ τρόπου
γίνεται διδακτὴ εἰς τοὺς ἀνθρώπους.
Μία εἶναι ἡ Βουλή, μία ἡ Κρίσις, ἓν τὸ
Θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἂν καὶ εἶναι Τρία τὰ
Θεῖα Πρόσωπα. Οὕτω καὶ ἐν Συνόδῳ,
πολλῶν συνερχομένων τῶν Ἐπισκόπων,
Μία πρέπει νὰ εἶναι ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κρί-
σις καὶ ἡ Ἀπόφασις, καθότι Δόγμα Δογ-
μάτων ἡ Ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας.
Ο ΑΡΧΑΓΓΕΛΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ 107
Τύπος Ἐκκλησιαστικῆς Συνόδου
ἡ Σύναξις τῶν Ἀρχαγγέλων
Ἐπειδὴ ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ δὲν εἶ-
ναι μόνον ἐπίγειος, ἀλλὰ καὶ ἐπουράνι-
ος, εἶναι φυσιολογικὸν νὰ ἀπαντᾶται καὶ
ἐν οὐρανοῖς Σύγκλησις Συνόδου τῶν Ἁγίων
Ἀσωμάτων Δυνάμεων. Ἡ Θεία Λειτουρ-
γία μαρτυρεῖ ἀκριβῶς τοιαύτην ἐπουρά-
νιον Σύνοδον, ἡ ὁποία μάλιστα ἐθέσπισε
πρώτη τὰ δύο μέγιστα Δόγματα τῆς Ἀ-
ληθείας, τὸ Δόγμα τῆς Ἁγίας Τριάδος,
διὰ τοῦ «Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος, Κύριος Σα-
βαώθ, πλήρης ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ τῆς
δόξης σου», καὶ τὸ Δόγμα τῆς Ἐνανθρω-
πήσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, διὰ τοῦ «Ὡ-
σαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις, Εὐλογημένος ὁ
ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου».
Σύμφωνα μὲ τὴν Ἀπόφασιν αὐτῆς τῆς
ἐπουρανίου Συνόδου πασῶν τῶν Ἁγίων
Δυνάμεων Ἀσωμάτων, δὲν ὑπάρχει ἄλλος
108 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Θεός, παρὰ μόνον ὁ Τρισυπόστατος Θε-
ός. Καὶ δὲν ἔρχεται εἰς τὴν κτίσιν ἄλλος
Σωτήρ, παρὰ μόνον ὁ Εὐλογημένος ἐν
Ὀνόματι Κυρίου Ἰησοῦς Χριστός, ἕνεκεν
τοῦ ὁποίου ἀποδίδεται Δόξα ἐν Ὑψίστοις.
Ἡ οὐράνιος Σύνοδος αὕτη τῶν Ἁγίων
Ἀγγέλων ἐθέσπισε καὶ τὸν πρῶτον μέγι-
στον Ἱερὸν Κανόνα τῆς Ἐκκλησίας, τὸ
«Στῶμεν καλῶς, στῶμεν μετὰ φόβου,
πρόσχωμεν, τὴν Ἁγίαν ἀναφοράν, ἐν εἰ-
ρήνῃ προσφέρειν». Διότι ἡ ἐπιμέλεια ἑ-
αυτοῦ, ἡ προσοχή, ὁ φόβος Θεοῦ, εἶναι
πρῶτος κανὼν Σωτηρίας, πρωταρχικὴ ἀν-
άγκη διὰ πᾶν λογικὸν κτίσμα. Γέγραπται
γάρ: «Ἀρχὴ σοφίας φόβος Κυρίου» (Παρ.
Σολ. Α´ 7).
Ἄλλως, εἴτε Ἄγγελος εἴτε Ἄνθρωπος
καταστρέφεται, στρέφεται πρὸς τὰ κάτω,
καὶ δὲν ἀναφέρεται, δὲν φέρεται ἄνω πρὸς
τὸν Θεὸν νὰ βραβευθῇ διὰ τῆς Ἁγιοτρια-
δικῆς Εἰρήνης ἐν Αἰωνίῳ Ζωῇ.
Ο ΑΡΧΑΓΓΕΛΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ 109
Περὶ τῆς πρὸ τῆς Δημιουργίας τῶν ἀν-
θρώπων οὐρανίου Ἐκκλησίας καὶ Ἀγγε-
λικῆς Συνόδου κάνει λόγον καὶ ὁ Ἀπό-
στολος Παῦλος: «Προσεληλύθατε Σιὼν
ὄρει καὶ πόλει Θεοῦ ζῶντος, Ἱερουσα-
λὴμ ἐπουρανίῳ, καὶ μυριάσιν Ἀγγέλων,
ΤΑ ΕΝΝΕΑ ΤΑΓΜΑΤΑ
Ἡ Σύναξις τῶν Ἁγίων Ἀρχαγγέλων
καὶ πασῶν τῶν Οὐρανίων Δυνάμεων Ἀσωμάτων
110 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
πανηγύρει καὶ Ἐκκλησίᾳ Πρωτοτόκων
ἐν οὐρανοῖς ἀπογεγραμμένων, καὶ κριτῇ
Θεῷ πάντων, καὶ πνεύμασι δικαίων τε-
τελειωμένων» ( Ἑβρ. ΙΒ´ 22-23 ).
Τὴν Ἐκκλησίαν τῶν Ἀγγέλων ὁ μακά-
ριος Ἀπόστολος Παῦλος τὴν ἀποκαλεῖ Ἄ-
νω Ἱερουσαλὴμ καὶ Μητέρα ἡμῶν τῶν ἐπὶ
γῆς μελῶν τῆς Ἐκκλησίας. Γράφει γάρ: «Ἡ
δὲ Ἄνω Ἱερουσαλὴμ ἐλευθέρα ἐστίν, ἥτις
ἐστὶ ΜΗΤΗΡ πάντων ἡμῶν» (Γαλ. Δ´ 26).
Διὰ τοῦτο καὶ ὁ λαμπρὸς Κατηχητὴς τῶν
Ἱεροσολύμων Κύριλλος (313 - 386 μ.Χ.)
γράφει: «Ἡ Καθολικὴ Ἐκκλησία... τύπον
δὲ ἔχει καὶ μίμημα τῆς Ἄνω Ἱερουσαλήμ,
ἥτις ἐλευθέρα ἐστὶ καὶ ΜΗΤΗΡ πάντων
ἡμῶν» ( Ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων,
Κατηχήσεις, Φωτιζομένων ΙΗ´ 26 ).
Ἐπειδὴ ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ εἶναι
ΜΙΑ ἐν Οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς, ΜΙΑΝ ἔ-
χουσα Κεφαλήν, τὸν Χριστόν, διὰ τοῦ-
το, ὅπως εὑρίσκεται Ἱεραρχικὴ Τάξις εἰς
ΤΥΠΟΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΛΑΙΑΝ ΔΙΑΘΗΚΗΝ 111
τὸν κόσμον τῶν Ἀγγέλων εὑρίσκεται καὶ
μία ἀνάλογος Ἱεραρχικὴ Τάξις εἰς τὸν κό-
σμον τῶν ἀνθρώπων, καὶ ὅπως Σύνοδος
ἐν Οὐρανῷ, οὕτω Σύνοδος καὶ ἐπὶ γῆς.
Τύποι Ἐκκλησιαστικῆς Συνόδου
εἰς τὴν Παλαιὰν Διαθήκην
Ἐπειδὴ ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ δὲν εἶ-
ναι φαινόμενον τῆς Καινῆς Διαθήκης,
ἀλλὰ ὑπῆρχε καὶ εἰς τὴν Παλαιάν, εἶναι
βέβαιον ὅτι ἀπαντῶνται καὶ εἰς τὴν Πα-
λαιὰν Διαθήκην μαρτυρίαι Ἐκκλησιαστι-
κῆς Συνόδου.
Ὁ Μωϋσῆς καὶ οἱ Ἑβδομήκοντα Πρε-
σβύτεροι: «Καὶ εἶπε Μωϋσῆς πρὸς Κύ-
ριον.... Οὐ δυνήσομαι ἐγὼ μόνος φέρειν
τὸν λαὸν τοῦτον, ὅτι βαρύτερόν μοί ἐστι
τὸ ῥῆμα τοῦτο.... Καὶ εἶπε Κύριος πρὸς
Μωϋσῆν· συνάγαγέ μοι Ἑβδομήκοντα
ἄνδρας ἀπὸ τῶν Πρεσβυτέρων Ἰσραήλ,
112 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Ὁ Προφήτης Μωϋσῆς ἐνώπιον τῆς φλεγομένης Βάτου
(Ἔξ. Γ´ 1-5) ἥτις συμβολικῶς ἐστὶν ἡ ΘΕΟΤΟΚΟΣ,
καὶ ἄνω λαμβάνων παρὰ τοῦ Θεοῦ τὰς Πλάκας
τοῦ Νόμου ἐπὶ τοῦ Ὄρους Σινᾶ ( Ἔξ. Κ´ 1-26 ).
ΤΥΠΟΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΛΑΙΑΝ ΔΙΑΘΗΚΗΝ 113
οὓς αὐτὸς σὺ οἶδας, ὅτι οὗτοί εἰσι Πρε-
σβύτεροι τοῦ λαοῦ καὶ γραμματεῖς αὐ-
τῶν. Καὶ ἄξεις αὐτοὺς πρὸς τὴν Σκηνὴν
τοῦ Μαρτυρίου, καὶ στήσονται ἐκεῖ μετὰ
σοῦ. Καὶ καταβήσομαι καὶ λαλήσω ἐκεῖ
μετὰ σοῦ καὶ ἀφελῶ ἀπὸ τοῦ Πνεύματος
τοῦ ἐπὶ σοὶ καὶ ἐπιθήσω ἐπ’ αὐτούς, καὶ
συναντιλήψονται μετὰ σοῦ τὴν ὁρμὴν
τοῦ λαοῦ, καὶ οὐκ οἴσεις αὐτοὺς σὺ μό-
νος» ( Ἀρ. ΙΑ´ 11-17 ). Συστήνει δηλαδὴ
ὁ Θεὸς Συμβούλιον Ἱερὸν περὶ τὸν Μωϋ-
σέα, διὰ νὰ μὴν κρίνῃ, ἀποφασίζῃ, ἐνεργῇ
ὅλα τὰ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Ἰσραὴλ μό-
νος, ἀλλ᾽ ἐν Συνόδῳ.
Ἡ Διαθήκη τοῦ Θεοῦ μετὰ τοῦ Λαοῦ
Αὐτοῦ συνήφθη ἐν Συνόδῳ: «Καὶ ἐκά-
λεσε Μωϋσῆς πάντας τοὺς υἱοὺς Ἰσραὴλ
καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς.... Ὑμεῖς ἑστήκατε
πάντες σήμερον ἐναντίον Κυρίου τοῦ
Θεοῦ ὑμῶν, οἱ ἀρχίφυλοι ὑμῶν καὶ ἡ
Γερουσία ὑμῶν καὶ οἱ κριταὶ ὑμῶν, καὶ
114 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
οἱ γραμματοεισαγωγεῖς ὑμῶν, πᾶς ἀνὴρ
Ἰσραήλ, αἱ γυναῖκες ὑμῶν καὶ τὰ ἔκγονα
ὑμῶν καὶ ὁ προσήλυτος ὁ ἐν μέσῳ τῆς
παρεμβολῆς ὑμῶν, ἀπὸ ξυλοκόπου ὑμῶν
καὶ ἕως ὑδροφόρου ὑμῶν, παρελθεῖν ἐν
τῇ ΔΙΑΘΗΚῌ ΚΥΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ὑμῶν
καὶ ἐν ταῖς ἀραῖς αὐτοῦ, ὅσα Κύριος ὁ
Θεός σου διατίθεται πρὸς σὲ σήμερον,
ἵνα στήσῃ σε αὐτῷ εἰς λαόν, καὶ αὐτὸς
ἔσται σου Θεός, ὃν τρόπον εἶπέ σοι, καὶ
ὃν τρόπον ὤμοσε τοῖς πατράσι σου, Ἀ-
βραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακώβ. Καὶ οὐχ
ὑμῖν μόνοις ἐγὼ διατίθεμαι τὴν ΔΙΑΘΗ-
ΚΗΝ ταύτην καὶ τὴν ἀρὰν ταύτην, ἀλλὰ
καὶ τοῖς ὧδε οὖσι μεθ᾿ ὑμῶν σήμερον ἐν-
αντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ ὑμῶν καὶ τοῖς
μὴ οὖσι μεθ᾿ ὑμῶν ὧδε σήμερον» ( Δευτ.
ΚΘ´ 1 , 9-14 ).
Ἡ Χειροτονία τῶν Λευϊτῶν ἦτο Πρᾶ-
ξις Συνοδική: «Καὶ προσάξεις τοὺς Λευ-
ΐτας ἔναντι τῆς Σκηνῆς τοῦ Μαρτυρίου
ΤΥΠΟΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΛΑΙΑΝ ΔΙΑΘΗΚΗΝ 115
Ὁ Θεόπτης προφήτης Μωϋσῆς ὁ Κερασφόρος
λαβὼν παρὰ τοῦ Θεοῦ τὰς Πλάκας τοῦ Νόμου
μὲ τὸν Δεκάλογον ἐπὶ τοῦ Ὄρους Σινᾶ
116 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
καὶ συνάξεις ΠΑΣΑΝ ΣΥΝΑΓΩΓΗΝ υἱῶν
᾿Ισραὴλ καὶ προσάξεις τοὺς Λευΐτας ἔν-
αντι Κυρίου, καὶ ἐπιθήσουσιν οἱ υἱοὶ Ἰ-
σραὴλ τὰς χεῖρας αὐτῶν ἐπὶ τοὺς Λευΐ-
τας..... Καὶ ἐποίησε Μωϋσῆς καὶ Ἀαρὼν
καὶ ΠΑΣΑ Η ΣΥΝΑΓΩΓΗ υἱῶν Ἰσραὴλ
τοῖς Λευΐταις καθὰ ἐνετείλατο Κύριος τῷ
Μωϋσῇ περὶ τῶν Λευϊτῶν, οὕτως ἐποίη-
σαν αὐτοῖς οἱ υἱοὶ Ἰσραήλ» ( Ἀριθ. Η´ 9-
10, 20 ).
Ἀνωτάτη Ἀρχὴ Τελεσιδικίας οἱ Ἱε-
ρεῖς καὶ οἱ Λευῖται: «Καὶ προσελεύσον-
ται οἱ ἱερεῖς οἱ Λευῖται, ὅτι αὐτοὺς ἐπέ-
λεξε Κύριος ὁ Θεὸς παρεστηκέναι Αὐτῷ
καὶ εὐλογεῖν ἐπὶ τῷ ὀνόματι Αὐτοῦ, καὶ
ἐπὶ τῷ στόματι αὐτῶν ἔσται πᾶσα ἀντι-
λογία καὶ πᾶσα ἁφή» ( Δευτ. ΚΑ´ 5 ). Πᾶ-
σα διαφωνία καὶ διαμάχη εἰς τὴν Ἐκκλη-
σίαν τοῦ Θεοῦ πρὸ Χριστοῦ λαμβάνει τε-
λεσίδικον κρίσιν εἰς τὸ Λευϊτικὸν Συμβού-
λιον, εἰς τὴν Σύνοδον τῶν Ἱερέων τοὺς
ΤΥΠΟΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΛΑΙΑΝ ΔΙΑΘΗΚΗΝ 117
ὁποίους ὁ Θεὸς ἐπέλεξε νὰ εὐλογοῦν ἐν
τῷ Ὀνόματί Του.
Ἡ Συνοδικὴ τιμωρία τῶν ἀσεβῶν εἶ-
ναι Πρᾶξις τοῦ Θεοῦ: «Καὶ ἦσαν οἱ υἱοὶ
Ἰσραὴλ ἐν τῇ ἐρήμῳ καὶ εὗρον ἄνδρα
συλλέγοντα ξύλα τῇ ἡμέρᾳ τῶν Σαββά-
των. Καὶ προσήγαγον αὐτὸν οἱ εὑρόντες
συλλέγοντα ξύλα τῇ ἡμέρᾳ τῶν Σαββά-
των πρὸς Μωϋσῆν καὶ Ἀαρὼν καὶ πρὸς
ΠΑΣΑΝ ΣΥΝΑΓΩΓΗΝ υἱῶν Ἰσραήλ. Καὶ
ἀπέθεντο αὐτὸν εἰς φυλακήν, οὐ γὰρ συν-
έκριναν τί ποιήσωσιν αὐτόν. Καὶ ἐλάλη-
σε Κύριος πρὸς Μωϋσῆν λέγων· θανάτῳ
θανατούσθω ὁ ἄνθρωπος, λιθοβολήσατε
αὐτὸν λίθοις πᾶσα ἡ συναγωγή. Καὶ ἐξή-
γαγον αὐτὸν ΠΑΣΑ Η ΣΥΝΑΓΩΓΗ ἔξω
τῆς παρεμβολῆς, καὶ ἐλιθοβόλησεν αὐ-
τὸν ΠΑΣΑ Η ΣΥΝΑΓΩΓΗ λίθοις ἔξω τῆς
παρεμβολῆς, καθὰ συνέταξε Κύριος τῷ
Μωϋσῇ» ( Ἀριθ. ΙΕ´ 32-36 ).
118 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Ἡ Συνοδικὴ καταδίκη καὶ αἱρετικῶν
εἶναι Πρᾶξις τοῦ Θεοῦ: «Καὶ ἀνέστη
Μωϋσῆς καὶ ἐπορεύθη πρὸς Δαθὰν καὶ
Ἀβειρών, καὶ συνεπορεύθησαν μετ’ αὐτοῦ
πάντες οἱ πρεσβύτεροι Ἰσραήλ. Καὶ ἐλά-
λησε πρὸς τὴν Συναγωγὴν λέγων· ἀπο-
σχίσθητε ἀπὸ τῶν σκηνῶν τῶν ἀνθρώ-
πων τῶν σκληρῶν τούτων, καὶ μὴ ἅπτε-
σθε ἀπὸ πάντων, ὧν ἐστιν αὐτοῖς, μὴ
συναπόλησθε ἐν πάσῃ τῇ ἁμαρτίᾳ αὐ-
τῶν.... Ἀλλ’ ἢ ἐν φάσματι δείξει Κύριος,
καὶ ἀνοίξασα ἡ γῆ τὸ στόμα αὐτῆς κα-
ταπίεται αὐτοὺς καὶ τοὺς οἴκους αὐτῶν
καὶ τὰς σκηνὰς αὐτῶν καὶ πάντα, ὅσα
ἐστὶν αὐτοῖς, καὶ καταβήσονται ζῶντες
εἰς ᾅδου, καὶ γνώσεσθε, ὅτι παρώξυναν
οἱ ἄνθρωποι οὗτοι τὸν Κύριον. Ὡς δὲ
ἐπαύσατο λαλῶν πάντας τοὺς λόγους
τούτους, ἐρράγη ἡ γῆ ὑποκάτω αὐτῶν,
καὶ ἠνοίχθη ἡ γῆ καὶ κατέπιεν αὐτοὺς
καὶ τοὺς οἴκους αὐτῶν καὶ πάντας τοὺς
ΤΥΠΟΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΛΑΙΑΝ ΔΙΑΘΗΚΗΝ 119
ἀνθρώπους τοὺς ὄντας μετὰ Κορὲ καὶ τὰ
κτήνη αὐτῶν. Καὶ κατέβησαν αὐτοὶ καὶ
ὅσα ἐστὶν αὐτῶν ζῶντα εἰς ᾅδου, καὶ ἐ-
κάλυψεν αὐτοὺς ἡ γῆ, καὶ ἀπώλοντο ἐκ
μέσου τῆς συναγωγῆς. Καὶ πᾶς Ἰσραὴλ
οἱ κύκλῳ αὐτῶν ἔφυγον ἀπὸ τῆς φωνῆς
αὐτῶν, ὅτι λέγοντες· μή ποτε καταπίῃ
ἡμᾶς ἡ γῆ. Καὶ πῦρ ἐξῆλθε παρὰ Κυρίου
καὶ κατέφαγε τοὺς πεντήκοντα καὶ δια-
κοσίους ἄνδρας τοὺς προσφέροντας τὸ
θυμίαμα» ( Ἀριθ. ΙΣΤ´ 25-26, 30-35 ).
Ἀνωτάτη αὐθεντία ὁ Ἀρχιερεὺς μετὰ
τῆς Γερουσίας: «Καὶ ἐποίησαν οἱ υἱοὶ Ἰ-
σραὴλ καθὰ συνέταξεν αὐτοῖς Ἰωακεὶμ ὁ
Ἱερεὺς ὁ Μέγας καὶ ἡ Γερουσία παντὸς
δήμου Ἰσραήλ, οἳ ἐκάθηντο ἐν Ἱερουσα-
λήμ» ( Ἰουδίθ Δ´ 8 ). Δὲν ἀποφαίνεται αὐ-
τοβούλως ὁ Ἀρχιερεὺς μόνος του, ἀλλὰ
μὲ τὴν Γερουσίαν ἐν Συνόδῳ.
Ἀνωτάτη Διοίκησις τῆς τοπικῆς Ἐκ-
κλησίας ἡ Τοπικὴ Σύνοδος: «Καὶ συνε-
120 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
κάλεσαν πάντας τοὺς Πρεσβυτέρους τῆς
πόλεως, καὶ συνέδραμον πᾶς νεανίσκος
αὐτῶν καὶ αἱ γυναῖκες εἰς τὴν ἐκκλησίαν,
καὶ ἔστησαν τὸν Ἀχιὼρ ἐν μέσῳ παντὸς
τοῦ λαοῦ αὐτῶν, καὶ ἐπηρώτησεν αὐτὸν
Ὀζίας» ( Ἰουδίθ ΣΤ´ 16 ).
Τὰ ζητήματα μιᾶς τοπικῆς Ἐκκλησίας
πρὸ Χριστοῦ, ὅπως ἦτο αὐτὴ τῆς Βαιτυ-
λούα, δὲν τὰ κρίνει εἷς μόνος ἄρχων τοῦ
Λαοῦ τοῦ Θεοῦ, ἐν προκειμένῳ ὁ Ὀζίας,
ἀλλὰ ἡ Τοπικὴ Σύνοδος τῶν Πρεσβυτέ-
ρων. Τοπικὴ μέν, Σύνοδος δέ.
Ἡ δὲ Θεία Εὐλογία, καὶ αὐτὴ Συνοδι-
κῶς ἀπονέμεται, ὅπως φανερώνει ἡ περί-
πτωσις τῆς Ἰουδίθ: «Καὶ Ἰωακεὶμ ὁ ἱερεὺς
ὁ μέγας καὶ ἡ Γερουσία τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ
οἱ κατοικοῦντες ἐν Ἱερουσαλὴμ ἦλθον τοῦ
θεάσασθαι τὰ ἀγαθά, ἃ ἐποίησε Κύριος
τῷ Ἰσραήλ, καὶ τοῦ ἰδεῖν τὴν Ἰουδὶθ καὶ
λαλῆσαι μετ᾿ αὐτῆς εἰρήνην. Ὡς δὲ εἰσῆλ-
θον πρὸς αὐτήν, εὐλόγησαν αὐτὴν πάντες
ΤΥΠΟΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΛΑΙΑΝ ΔΙΑΘΗΚΗΝ 121
ὁμοθυμαδὸν » ( Ἰουδίθ ΙΕ´ 8-9 ).
Συνοδικῶς κρίνεται τὸ Ἐκκλησιαστι-
κὸν Σκάνδαλον, ὅπως φανερώνει ἡ περί-
πτωσις τῆς Σωσσάνης, τὴν ὁποίαν ψευδῶς
ἐν Ληστρικῇ Συνόδῳ κατήγγειλαν οἱ δύο
πονηροὶ πρεσβῦται, ἀλλὰ ὁ Θεὸς ἐν Ἁγίᾳ
Συνόδῳ ἀληθῶς ἐδικαίωσεν διὰ τῆς κρί-
σεως τοῦ νεαροῦ τότε Προφήτου Δανιήλ.
Γέγραπται γάρ: «Καὶ ἐγένετο τῇ ἐπαύρι-
ον ὡς συνῆλθεν ὁ λαὸς πρὸς τὸν ἄνδρα
αὐτῆς Ἰωακείμ, ἦλθον οἱ δύο πρεσβῦται
πλήρεις τῆς ἀνόμου ἐννοίας κατὰ Σω-
σάννης τοῦ θανατῶσαι αὐτὴν καὶ εἶπαν
ἔμπροσθεν τοῦ λαοῦ.... Ταῦτα μαρτυροῦ-
μεν. Καὶ ἐπίστευσεν αὐτοῖς ἡ Συναγωγὴ
ὡς πρεσβυτέροις τοῦ λαοῦ καὶ κριταῖς
καὶ κατέκριναν αὐτὴν ἀποθανεῖν. Ἀνε-
βόησε δὲ φωνῇ μεγάλῃ Σωσάννα καὶ
εἶπεν· ὁ Θεὸς ὁ αἰώνιος ὁ τῶν κρυπτῶν
γνώστης, ὁ εἰδὼς τὰ πάντα πρὶν γενέσε-
ως αὐτῶν, σὺ ἐπίστασαι ὅτι ψευδῆ μου
122 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
κατεμαρτύρησαν· καὶ ἰδοὺ ἀποθνήσκω
μὴ ποιήσασα μηδὲν ὧν οὗτοι ἐπονηρεύ-
σαντο κατ’ ἐμοῦ. Καὶ εἰσήκουσε Κύριος
τῆς φωνῆς αὐτῆς. Καὶ ἀπαγομένης αὐτῆς
ἀπολέσθαι, ὁ Θεὸς ἐξήγειρε τὸ Πνεῦμα
τὸ Ἅγιον παιδαρίου νεωτέρου, ᾧ ὄνομα
Δανιήλ, καὶ ἐβόησε φωνῇ μεγάλῃ· ἀθῷος
ἐγὼ ἀπὸ τοῦ αἵματος ταύτης.... Οὕτως
μωροὶ οἱ υἱοὶ Ἰσραήλ; Οὐκ ἀνακρίναντες
οὐδὲ τὸ σαφὲς ἐπιγνόντες κατεκρίνατε
θυγατέρα Ἰσραήλ; Ἀναστρέψατε εἰς τὸ
κριτήριον· ψευδῆ γὰρ οὗτοι κατεμαρτύ-
ρησαν αὐτῆς. [Ὀρθῆς ἀνακρίσεως γενο-
μένης εἰς τὸ Συνοδικὸν κριτήριον, ἐμαρ-
τυρήθη ἡ ἀθωότης τῆς Σωσάννης] ...καὶ
ἀνεβόησε ΠΑΣΑ Η ΣΥΝΑΓΩΓΗ φωνῇ με-
γάλῃ καὶ εὐλόγησαν τῷ Θεῷ τῷ σώζοντι
τοὺς ἐλπίζοντας ἐπ’ Αὐτόν» ( Σωσάν. Α´
28-6 0 ).
Ἐπειδὴ δὲν εἶναι ἄλλη ἡ Ἐκκλησία
τοῦ Θεοῦ εἰς τὴν Παλαιὰν Διαθήκην καὶ
ΤΟ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ 123
ἄλλη εἰς τὴν Καινήν, ἀλλὰ ΜΙΑ, ἔχουσα
τὴν αὐτὴν ΘΕΙΑΝ ΚΕΦΑΛΗΝ, διὰ τοῦ-
το, ὁ Συνοδικὸς Θεσμὸς τῆς Ὀργανώ-
σεως καὶ Διοικήσεώς της ἀπαντᾶται καὶ
εἰς τὰς Δύο Διαθήκας.
Τὸ Ἀποστολικὸν παράδειγμα
Ἀλαθήτου Συνόδου
Ὅπως οἱ Προφῆται τοῦ Θεοῦ εἰς τὴν
Παλαιάν, οὕτω καὶ οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι
εἰς τὴν Καινήν, Συνοδικῶς ἐρρύθμιζον τὰ
τῆς Ἐκκλησίας πράγματα.
Ἄφησαν οἱ Θεόπνευστοι Ἅγιοι Ἀπό-
στολοι εἰς τὴν Ἐκκλησίαν μέτρον Ἀλα-
θήτου τὴν Συνοδικὴν Ἀπόφασιν. Γνω-
ρίζοντες τὸν Χριστὸν ὡς ΚΕΦΑΛΗΝ τῆς
Ἐκκλησίας, διὰ παντὸς ὁρῶντες Αὐτὸν
παρόντα ἐν Αὐτῇ κατὰ τὴν ἀληθῆ ὑπό-
σχεσίν Του, «καὶ ἰδοὺ ἐγὼ μεθ᾽ ἡμῶν εἰμὶ
πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας
124 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
τοῦ αἰῶνος» ( Ματθ. ΚΗ´ 20 ), ἐζήτουν
ἐν προσευχῇ τὴν συμμετοχήν Του εἰς τὰς
συνεδριάσεις τῶν Συνόδων των, διὰ τὴν
ἀντιμετώπισιν θεμάτων καὶ τὴν ἐπίλυσιν
προβλημάτων τὰ ὁποῖα προέκυπτον εἰς
τὴν ζωὴν τῆς Ἐκκλησίας.
Παράδειγμα πρῶτον. Ἡ ἐκλογὴ τοῦ
Ματθίου ὡς Ἀποστόλου. Μετὰ τὴν Ἀνά-
ληψιν τοῦ Χριστοῦ, οἱ Μαθηταὶ «ἀνέβη-
σαν εἰς τὸ ὑπερῷον οὗ ἦσαν καταμένον-
τες... [καὶ] πάντες ἦσαν προσκαρτεροῦν-
τες ὁμοθυμαδὸν τῇ προσευχῇ καὶ τῇ
δεήσει» ( Πράξ. Α´ 13-14 ), καὶ ἐν Συνο-
δικῇ Συνεδρείᾳ διέγνωσαν ὅτι ἦτο θέ-
λημα Θεοῦ νὰ πληρωθῇ ἡ θέσις τοῦ προ-
δότου Ἰούδα εἰς τὴν Δωδεκάριθμον Ἀπο-
στολικὴν χορείαν, «ὅτι κατηριθμημένος
ἦν σὺν ἡμῖν καὶ ἔλαχε τὸν κλῆρον τῆς δι-
ακονίας ταύτης» ( Πράξ. Α´ 17 ). Πῶς δὲ
ἔγνωσαν ὅτι αὐτὸ θέλει ὁ Θεός; Ἐκ τοῦ
βιβλίου τῶν Ψαλμῶν: «Γέγραπται γὰρ ἐν
ΤΟ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ 125
βίβλῳ ψαλμῶν· γενηθήτω ἡ ἔπαυλις αὐ-
τοῦ ἔρημος καὶ μὴ ἔστω ὁ κατοικῶν ἐν
αὐτῇ· καὶ τὴν ἐπισκοπὴν αὐτοῦ λάβοι
ἕτερος» ( Πράξ. Α´ 20, Ψαλμ. ΡΗ´ 8). Δη-
λαδή, ἡ Σύνοδος αὕτη τῶν Ἀποστόλων
ἐστηρίχθη εἰς τὴν Αὐθεντίαν προηγουμέ-
νης ἀποκαλύψεως εἰς τὸ συγκεκριμένον
ἐδάφιον τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.
Διὰ δὲ τὴν ἐπιλογὴν ὑποψηφίων πρὸς
πλήρωσιν τῆς θέσεως τοῦ προδότου Ἰού-
δα δὲν ἀπεφάσισεν ὁ Πέτρος μόνος, ἀλ-
λὰ τὸ Σύνολον τῶν Μαθητῶν. Γέγραπται
γάρ: «Καὶ ἔστησαν δύο, Ἰωσὴφ τὸν κα-
λούμενον Βαρσαββᾶν, ὃς ἐπεκλήθη Ἰοῦ-
στος, καὶ Ματθίαν» ( Πράξ. Α´ 23 ).
Ἡ δὲ ἐκλογὴ μεταξὺ τῶν δύο ὑποψηφί-
ων δὲν ἔγινε μὲ ἀνθρώπινα κριτήρια ἢ χω-
ρὶς προσευχὴν πρὸς τὸν Χριστόν. Ἀπ᾽ ἐν-
αντίας: «Καὶ προσευξάμενοι εἶπον· σὺ
Κύριε, καρδιογνῶστα πάντων, ἀνάδειξον
ὃν ἐξελέξω ἐκ τούτων τῶν δύο ἕνα, λα-
126 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
βεῖν τὸν κλῆρον τῆς διακονίας ταύτης καὶ
ἀποστολῆς, ἐξ ἧς παρέβη Ἰούδας πορευ-
θῆναι εἰς τὸν τόπον τὸν ἴδιον. Καὶ ἔδω-
καν κλήρους αὐτῶν, καὶ ἔπεσεν ὁ κλῆρος
ἐπὶ Ματθίαν, καὶ συγκατεψηφίσθη μετὰ
τῶν ἕνδεκα Ἀποστόλων» ( Πράξ. Α´ 24-
26). Αὐτὸ σημαίνει ὅτι, ἂν καὶ εἶχον παρὰ
Χριστοῦ τὸ δεσμεῖν καὶ λύειν, οἱ Ἀπόστο-
λοι δὲν ἤθελον ἡ γνώμη τους καὶ ἡ ἀπό-
φασίς τους νὰ εἶναι μόνον ἰδική των, ἀλλὰ
πρωτίστως νὰ εἶναι θέλημα τοῦ καρδιο-
γνώστου Θεοῦ.
Παράδειγμα δεύτερον. Ἡ ἐπιφοίτη-
σις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἰς τοὺς Ἀπο-
στόλους τὴν Πεντηκοστὴν ἐν Συνόδῳ
ἐγένετο. «Καὶ ἐν τῷ συμπληροῦσθαι τὴν
ἡμέραν τῆς Πεντηκοστῆς ἦσαν ἅπαντες
ὁμοθυμαδὸν ἐπὶ τὸ αὐτό. Καὶ ἐγένετο ἄφ-
νω ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἦχος ὥσπερ φερομέ-
νης πνοῆς βιαίας, καὶ ἐπλήρωσεν ὅλον
τὸν οἶκον οὗ ἦσαν καθήμενοι· καὶ ὤφθη-
ΤΟ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ 127
σαν αὐτοῖς διαμεριζόμεναι γλῶσσαι ὡσεὶ
πυρός, ἐκάθισέ τε ἐφ᾿ ἕνα ἕκαστον αὐ-
τῶν, καὶ ἐπλήσθησαν ἅπαντες ΠΝΕΥΜΑ-
ΤΟΣ ΑΓΙΟΥ, καὶ ἤρξαντο λαλεῖν ἑτέραις
γλώσσαις καθὼς τὸ ΠΝΕΥΜΑ ἐδίδου
αὐτοῖς ἀποφθέγγεσθαι» ( Πράξ. Β´ 1-4 ).
Παράδειγμα τρίτον. Ἡ ἐκλογὴ τῶν
ἑπτὰ Διακόνων. Ὅταν ἐπλήθυναν οἱ πι-
στεύοντες εἰς τὸν Ἰησοῦν ὡς Υἱὸν τοῦ
Θεοῦ καὶ Μεσσίαν Χριστόν, «ἐγένετο γογ-
γυσμὸς τῶν Ἑλληνιστῶν πρὸς τοὺς Ἑ-
βραίους, ὅτι παρεθεωροῦντο ἐν τῇ δια-
κονίᾳ τῇ καθημερινῇ αἱ χῆραι αὐτῶν»
( Πράξ. ΣΤ´ 2-6 ). Τί δὲ ἔπραξαν οἱ Δώδε-
κα; Πάλιν Σύνοδον συνεκάλεσαν καὶ ἐζή-
τησαν τὴν συλλογικὴν ἐπιλογὴν ἑπτὰ ἀν-
δρῶν διὰ τὴν Διακονίαν ταύτην, ὡς γέ-
γραπται: «Προσκαλεσάμενοι δὲ οἱ Δώ-
δεκα τὸ πλῆθος τῶν μαθητῶν εἶπον· οὐκ
ἀρεστόν ἐστιν ἡμᾶς καταλείψαντας τὸν
λόγον τοῦ Θεοῦ διακονεῖν τραπέζαις. Ἐ-
128 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
πισκέψασθε οὖν, ἀδελφοί, ἄνδρας ἐξ ὑμῶν
μαρτυρουμένους ἑπτά, πλήρεις Πνεύμα-
τος Ἁγίου καὶ σοφίας, οὓς καταστήσομεν
ἐπὶ τῆς χρείας ταύτης» ( Πράξ. ΣΤ´ 2-
3 ). Τοὺς δὲ ἐπιλεγέντας, πάλιν διὰ Προσ-
ευχῆς οἱ Ἀπόστολοι κατέστησαν λειτουρ-
γοὺς Διακονίας εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, ὡς
γέγραπται: «Καὶ ἐξελέξαντο Στέφανον,
ἄνδρα πλήρη πίστεως καὶ Πνεύματος
Ἁγίου, καὶ Φίλιππον καὶ Πρόχορον καὶ
Νικάνορα καὶ Τίμωνα καὶ Παρμενᾶν καὶ
Νικόλαον προσήλυτον Ἀντιοχέα, οὓς ἔ-
στησαν ἐνώπιον τῶν Ἀποστόλων, καὶ
προσευξάμενοι ἐπέθηκαν αὐτοῖς τὰς χεῖ-
ρας» ( Πράξ. ΣΤ´ 5-6).
Παράδειγμα τέταρτον. Ἡ ἐξέτασις τοῦ
κηρύγματος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου.
Ὅταν καθ᾽ ὁδὸν εἰς Δαμασκὸν ὁ διώκτης
Σαῦλος μετεστράφη εἰς τὸν Χριστὸν καὶ
κατέστη ὑπὸ τοῦ Θεοῦ Παῦλος Ἀπόστο-
λος τῶν Ἐθνῶν, ἐπεδόθη ἀμέσως εἰς τὸ
ΤΟ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ 129
κήρυγμα. Ὅπως ἱστορεῖ ὁ ἴδιος πρὸς Γα-
λάτας, μετὰ τρία ἔτη ἀνῆλθεν εἰς τὰ Ἱε-
ροσόλυμα διὰ δεκαπέντε ἡμέρας ὅπου ἐκ
τῶν Ἀποστόλων συνήντησε μόνον τὸν Πέ-
τρον καὶ τὸν Ἰάκωβον τὸν ἀδελφὸν τοῦ
Κυρίου ( Γαλ. Α´ 18-19), καὶ ἔπειτα ἐκή-
ρυξεν εἰς τὰς περιοχὰς τῆς Συρίας καὶ
Κιλικίας ἐπὶ δεκατέσσαρα ἔτη.
Ἐπειδὴ τὸ Εὐαγγέλιον τὸ ὁποῖον ἐκή-
ρυττε δὲν τὸ εἶχε μάθει ἀπὸ τοὺς ἀνθρώ-
πους ἀλλὰ ἀπὸ τὸν Χριστόν, ὡς ὁ ἴδιος
λέγει: «Τὸ εὐαγγέλιον τὸ εὐαγγελισθὲν
ὑπ’ ἐμοῦ ὅτι οὐκ ἔστι κατὰ ἄνθρωπον·
οὐδὲ γὰρ ἐγὼ παρὰ ἀνθρώπου παρέλα-
βον αὐτὸ οὔτε ἐδιδάχθην, ἀλλὰ δι’ ἀποκα-
λύψεως Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Γαλ. Α´ 11-12),
ἀνέβη πάλιν εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ τὸ
παρέθεσεν εἰς τὴν Σύνοδον τῶν Ἀποστό-
λων διὰ νὰ ἐξετασθῇ ἡ ἀρτιότης του Συν-
οδικῶς, μὴ τυχὸν τρέχει ἀνὰ τὸν κόσμον
ματαίως, ὡς γράφει: «Ἔπειτα διὰ δεκα-
130 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
τεσσάρων ἐτῶν πάλιν ἀνέβην εἰς Ἱεροσό-
λυμα μετὰ Βαρνάβα, συμπαραλαβὼν καὶ
Τίτον· ἀνέβην δὲ κατὰ ἀποκάλυψιν· καὶ
ἀνεθέμην αὐτοῖς τὸ εὐαγγέλιον ὃ κηρύσ-
σω ἐν τοῖς ἔθνεσι, κατ’ ἰδίαν δὲ τοῖς δο-
κοῦσι, μήπως εἰς κενὸν τρέχω ἢ ἔδραμον»
( Γαλ. Β´ 1-2 ). Σύνοδος ἐξετάζει τὸ Δογ-
ματικὸν περιεχόμενον τοῦ Εὐαγγελίου τὸ
ὁποῖον κηρύττει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος.
Ἀπόστολος ἦτο ὁ Παῦλος. Ἐκ Θεοῦ,
τοῦ Χριστοῦ αὐτοπροσώπως, καὶ οὐκ ἐξ
ἀνθρώπου ἔλαβε τὸ Εὐαγγέλιον τὸ ὁποῖον
ἐκήρυττε. Καὶ ὅμως, εἰς Σύνοδον τὸ ἀνέ-
θεσε, «τοῖς δοκοῦσι», πρὸς ἐξέτασιν, μή-
πως εἰς κενὸν τρέχει ἢ ἔδραμε τόσα ἔτη.
Ἡ δὲ Ἀποστολικὴ Σύνοδος τὸ ἐνέκρινεν
ἐν τῇ ὁλοκληρίᾳ του: «Ἐμοὶ γὰρ οἱ δοκοῦν-
τες οὐδὲν προσανέθεντο» ( Γαλ. Β´ 6 ).
Τοσοῦτον λοιπὸν τὸ κῦρος καὶ τοιαύ-
τη ἡ Αὐθεντία τῆς ΣΥΝΟΔΟΥ, παρὰ τῶν
Ἁγίων Ἀποστόλων ἀνεδείχθη.
ΤΟ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ 131
Παράδειγμα πέμπτον. Τὸ ζήτημα τῆς
Περιτομῆς. Προέκυψεν εἰς τὴν Ἀντιό-
χειαν ζήτημα διὰ τοὺς ἐξ ἐθνῶν Χριστια-
νούς, ἐὰν εἶναι ἀνάγκη νὰ περιτέμνωνται
ἢ ὄχι κατὰ τὸν Μωσαϊκὸν Νόμον διὰ νὰ
τύχουν Σωτηρίας. Ὡς γέγραπται: «Καί
τινες κατελθόντες ἀπὸ τῆς Ἰουδαίας ἐδί-
δασκον τοὺς ἀδελφοὺς ὅτι ἐὰν μὴ περι-
τέμνησθε τῷ ἔθει Μωϋσέως, οὐ δύνασθε
σωθῆναι» ( Πράξ. ΙΕ´ 1). Πῶς δὲ ἀντι-
μετώπισαν οἱ νέοι Χριστιανοὶ τὸ ζήτημα;
Τὸ παρέπεμψαν εἰς τὴν Σύνοδον τῶν Ἀπο-
στόλων καὶ τῶν Πρεσβυτέρων εἰς τὰ Ἱε-
ροσόλυμα. Γέγραπται γάρ: «Γενομένης
οὖν στάσεως καὶ ζητήσεως οὐκ ὀλίγης
τῷ Παύλῳ καὶ τῷ Βαρνάβᾳ πρὸς αὐτούς,
ἔταξαν ἀναβαίνειν Παῦλον καὶ Βαρνά-
βαν καί τινας ἄλλους ἐξ αὐτῶν πρὸς τοὺς
Ἀποστόλους καὶ Πρεσβυτέρους εἰς Ἱε-
ρουσαλὴμ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου»
( Πράξ. ΙΕ´ 2 ).
132 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Εἰς δὲ τὴν Ἐκκλησίαν τῶν Ἱεροσολύ-
μων ἐγένετο παρουσίασις τῆς διαφωνίας
τῶν δύο πλευρῶν ἐνώπιον τῆς Συνόδου
τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Πρεσβυτέρων:
«Παραγενόμενοι δὲ εἰς Ἱερουσαλὴμ ἀπε-
δέχθησαν ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν
Ἀποστόλων καὶ τῶν Πρεσβυτέρων, ἀνήγ-
γειλάν τε ὅσα ὁ Θεὸς ἐποίησε μετ᾿ αὐτῶν,
καὶ ὅτι ἤνοιξε τοῖς ἔθνεσι θύραν Πίστε-
ως. Ἐξανέστησαν δέ τινες τῶν ἀπὸ τῆς
αἱρέσεως τῶν Φαρισαίων πεπιστευκότες,
λέγοντες ὅτι δεῖ περιτέμνειν αὐτοὺς πα-
ραγγέλλειν τε τηρεῖν τὸν Νόμον Μωϋσέ-
ως. Συνήχθησαν δὲ οἱ Ἀπόστολοι καὶ οἱ
Πρεσβύτεροι ἰδεῖν περὶ τοῦ λόγου τού-
του» ( Πράξ. ΙΕ´ 4-6 ).
Πολλῆς συζητήσεως γενομένης, ἔλαβον
τὸν λόγον ὁ εἷς μετὰ τὸν ἄλλον οἱ Ἀπό-
στολοι καὶ ἀπέδειξαν ὅτι ἡ Σωτηρία δίδε-
ται διὰ τῆς Χάριτος καὶ ὄχι ὡς ἀξιομισθία
διὰ τὰ ἔργα ἡμῶν. Γέγραπται γάρ: «Πολ-
ΤΟ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ 133
λῆς δὲ συζητήσεως γενομένης ἀναστὰς
Πέτρος εἶπε πρὸς αὐτούς· ἄνδρες ἀδελ-
φοί, ὑμεῖς ἐπίστασθε ὅτι ἀφ᾿ ἡμερῶν ἀρ-
χαίων ὁ Θεὸς ἐν ἡμῖν ἐξελέξατο διὰ τοῦ
στόματός μου ἀκοῦσαι τὰ ἔθνη τὸν λό-
γον τοῦ εὐαγγελίου καὶ πιστεῦσαι. Καὶ ὁ
καρδιογνώστης Θεὸς ἐμαρτύρησεν αὐ-
τοῖς δοὺς αὐτοῖς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον κα-
θὼς καὶ ἡμῖν, καὶ οὐδὲν διέκρινε μεταξὺ
ἡμῶν τε καὶ αὐτῶν τῇ Πίστει καθαρίσας
τὰς καρδίας αὐτῶν. Νῦν οὖν τί πειράζε-
τε τὸν Θεόν, ἐπιθεῖναι ζυγὸν ἐπὶ τὸν τρά-
χηλον τῶν μαθητῶν, ὃν οὔτε οἱ πατέρες
ἡμῶν οὔτε ἡμεῖς ἰσχύσαμεν βαστάσαι;
Ἀλλὰ διὰ τῆς Χάριτος τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ
πιστεύομεν σωθῆναι καθ᾿ ὃν τρόπον κἀ-
κεῖνοι» ( Πράξ. ΙΕ´ 7-11 ).
Ἀλλὰ καὶ πάλιν ἡ Ἀπόφασις τῆς Συνό-
δου δὲν ἐστάθη εἰς μόνην τὴν κρίσιν τῶν
Ἀποστόλων. Πάλιν ἠνεώχθησαν Βίβλοι
Θεόπνευστοι, διὰ νὰ κατοχυρωθῇ ἡ Ἀ-
134 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
λάθητος Κρίσις τῆς Ἀποστολικῆς Συνό-
δου βάσει προηγουμένης Θείας Ἀποκα-
λύψεως, ὅτι ὁ Θεὸς ἐκάλεσε τὰ ἔθνη εἰς
Δικαιοσύνην διὰ τῆς Πίστεως. Γέγραπται
γάρ: «Ἐσίγησε δὲ πᾶν τὸ πλῆθος καὶ ἤ-
κουον Βαρνάβα καὶ Παύλου ἐξηγουμένων
ὅσα ἐποίησεν ὁ Θεὸς σημεῖα καὶ τέρατα
ἐν τοῖς ἔθνεσι δι᾿ αὐτῶν. Μετὰ δὲ τὸ σιγῆ-
σαι αὐτοὺς ἀπεκρίθη Ἰάκωβος λέγων·
ἄνδρες ἀδελφοί, ἀκούσατέ μου. Συμεὼν
ἐξηγήσατο καθὼς πρῶτον ὁ Θεὸς ἐπεσκέ-
ψατο λαβεῖν ἐξ ἐθνῶν λαὸν ἐπὶ τῷ ὀνόμα-
τι αὐτοῦ. Καὶ τούτῳ συμφωνοῦσιν οἱ λόγοι
τῶν Προφητῶν, καθὼς γέγραπται· μετὰ
ταῦτα ἀναστρέψω καὶ ἀνοικοδομήσω
τὴν σκηνὴν Δαυῒδ τὴν πεπτωκυῖαν, καὶ
τὰ κατεσκαμμένα αὐτῆς ἀνοικοδομήσω
καὶ ἀνορθώσω αὐτήν, ὅπως ἂν ἐκ-
ζητήσωσιν οἱ κατάλοιποι τῶν ἀνθρώπων
τὸν Κύριον, καὶ πάντα τὰ ἔθνη ἐφ᾿ οὓς
ἐπικέκληται τὸ ὄνομά μου ἐπ᾿ αὐτούς,
ΤΟ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ 135
λέγει Κύριος ὁ ποιῶν ταῦτα πάντα. Γνω-
στὰ ἀπ᾿ αἰῶνός ἐστι τῷ Θεῷ πάντα τὰ
ἔργα αὐτοῦ. Διὸ ἐγὼ κρίνω μὴ παρενο-
χλεῖν τοῖς ἀπὸ τῶν ἐθνῶν ἐπιστρέφου-
σιν ἐπὶ τὸν Θεόν» ( Πράξ. ΙΕ´ 7-19 ).
Δηλαδή, διὰ νὰ ἔχωσιν βεβαιοτέραν τὴν
πίστιν, ἔφερον οἱ Ἀπόστολοι ἐν τῷ μέσῳ
τοὺς λόγους τῶν Προφητῶν: «Καὶ ποι-
ήσω ἐν τῇ ἐρήμῳ ὁδὸν καὶ τῇ ἀνύδρῳ
ποταμούς. Εὐλογήσουσί με τὰ θηρία τοῦ
ἀγροῦ, σειρῆνες καὶ θυγατέρες στρου-
θῶν, ὅτι ἔδωκα ἐν τῇ ἐρήμῳ ὕδωρ καὶ
ποταμοὺς ἐν τῇ ἀνύδρῳ» ( Ἡσ. ΜΓ´ 19-
20). Καὶ πάλιν: «Ὅτι ἔσται ἐν ταῖς ἐσχά-
ταις ἡμέραις ἐμφανὲς τὸ ὄρος Κυρίου καὶ
ὁ Οἶκος τοῦ Θεοῦ ἐπ᾿ ἄκρων τῶν ὀρέων
καὶ ὑψωθήσεται ὑπεράνω τῶν βουνῶν·
καὶ ἥξουσιν ἐπ᾿ αὐτὸ πάντα τὰ ἔθνη, καὶ
πορεύσονται ἔθνη πολλὰ καὶ ἐροῦσι· δεῦ-
τε καὶ ἀναβῶμεν εἰς τὸ ὄρος Κυρίου καὶ
εἰς τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ Ἰακώβ, καὶ ἀναγ-
136 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
γελεῖ ἡμῖν τὴν ὁδὸν αὐτοῦ, καὶ πορευσό-
μεθα ἐν αὐτῇ· ἐκ γὰρ Σιὼν ἐξελεύσεται
Νόμος καὶ λόγος ΚΥΡΙΟΥ ἐξ Ἱερουσα-
λήμ» (Ἡσ. Β´ 2-3). Καὶ πάλιν: «Κατ᾿ ἐμ-
αυτοῦ ὀμνύω, ἦ μὴν ἐξελεύσεται ἐκ τοῦ
ΣΤΟΜΑΤΟΣ ΜΟΥ Δικαιοσύνη, οἱ λόγοι
μου οὐκ ἀποστραφήσονται, ὅτι ἐμοὶ κάμ-
ψει πᾶν γόνυ καὶ ἐξομολογήσεται πᾶσα
γλῶσσα τῷ Θεῷ» ( Ἡσ. ΜΕ´ 23 ). Καὶ
πάλιν: «Ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἀναστήσω
τὴν Σκηνὴν Δαυῒδ τὴν πεπτωκυῖαν καὶ
ἀνοικοδομήσω τὰ πεπτωκότα αὐτῆς καὶ
τὰ κατεσκαμμένα αὐτῆς ἀναστήσω καὶ
ἀνοικοδομήσω αὐτὴν καθὼς αἱ ἡμέραι
τοῦ αἰῶνος, ὅπως ἐκζητήσωσιν οἱ κατά-
λοιποι τῶν ἀνθρώπων καὶ πάντα τὰ ἔθνη,
ἐφ᾿ οὓς ἐπικέκληται τὸ ὄνομά μου ἐπ᾿
αὐτούς, λέγει ΚΥΡΙΟΣ ὁ ΘΕΟΣ ὁ ποιῶν
πάντα ταῦτα» ( Ἀμώς Θ´ 11-12 ).
Ἐν Συνόδῳ οἱ Ἱεροὶ Ἀπόστολοι ἔκρι-
ναν τὸ προκείμενον τῇ Ἐκκλησίᾳ ζήτημα,
ΤΟ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ 137
ἢ «ὁμοθυμαδόν», ὡς λέγουσιν. Ὁμοφώ-
νως ἀπεφάσισαν, ἢ «σὺν ὅλῃ τῇ Ἐκκλη-
σίᾳ», ὡς λέγουσιν. Καὶ πλέον τῆς ἀνθρω-
πίνης ὁμοφωνίας, εἶχον καὶ τὸ Ὁμόγνω-
μον τοῦ Θεοῦ, ἢ ὡς λέγουσιν, «Ἔδοξε
γὰρ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καὶ ἡμῖν». Γέγρα-
πται γάρ: «Τότε ἔδοξε τοῖς Ἀποστόλοις
καὶ τοῖς Πρεσβυτέροις σὺν ὅλῃ τῇ Ἐκ-
κλησίᾳ ἐκλεξαμένους ἄνδρας ἐξ αὐτῶν
πέμψαι εἰς Ἀντιόχειαν σὺν τῷ Παύλῳ
καὶ Βαρνάβᾳ, Ἰούδαν τὸν ἐπικαλούμενον
Βαρσαββᾶν καὶ Σίλαν, ἄνδρας ἡγουμέ-
νους ἐν τοῖς ἀδελφοῖς, γράψαντες διὰ
χειρὸς αὐτῶν τάδε· Οἱ Ἀπόστολοι καὶ οἱ
Πρεσβύτεροι καὶ οἱ ἀδελφοὶ τοῖς κατὰ
τὴν Ἀντιόχειαν καὶ Συρίαν καὶ Κιλικίαν
ἀδελφοῖς τοῖς ἐξ ἐθνῶν χαίρειν. Ἐπειδὴ
ἠκούσαμεν ὅτι τινὲς ἐξ ἡμῶν ἐξελθόντες
ἐτάραξαν ὑμᾶς λόγοις ἀνασκευάζοντες
τὰς ψυχὰς ὑμῶν, λέγοντες περιτέμνεσθαι
καὶ τηρεῖν τὸν νόμον, οἷς οὐ διεστειλά-
138 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
μεθα, ἔδοξεν ἡμῖν γενομένοις ὁμοθυμα-
δόν, ἐκλεξαμένους ἄνδρας πέμψαι πρὸς
ὑμᾶς σὺν τοῖς ἀγαπητοῖς ἡμῶν Βαρνάβᾳ
καὶ Παύλῳ, ἀνθρώποις παραδεδωκόσι
τὰς ψυχὰς αὐτῶν ὑπὲρ τοῦ ὀνόματος τοῦ
Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ· ἀπεστάλ-
καμεν οὖν Ἰούδαν καὶ Σίλαν καὶ αὐτοὺς
διὰ λόγου ἀπαγγέλλοντας τὰ αὐτά. Ἔδοξε
γὰρ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καὶ ἡμῖν μηδὲν
πλέον ἐπιτίθεσθαι ὑμῖν βάρος πλὴν τῶν
ἐπάναγκες τούτων» ( Πράξ. ΙΕ´ 22-28 ).
Ἐν ὀλίγοις, οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι κατέ-
λειπον εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τύπον καὶ ὑπο-
γραμμὸν καὶ ΘΕΣΜΟΝ διὰ τὴν ΑΛΑΘΗ-
ΤΟΝ ἐπίλυσιν ζητημάτων Σωτηρίας τὴν
Σύγκλησιν Ἱερᾶς Συνόδου, ἡ ὁποία δια-
βουλεύεται διεξοδικῶς, συμβουλεύεται προ-
ηγουμένας Θεοπνεύστους Ἀποκαλύψεις,
καὶ ἐναρμονίζεται μὲ τὴν Γνώμην ἢ Κρί-
σιν ἢ Βουλὴν αὐτοῦ τούτου τοῦ Ἁγίου
Πνεύματος.
ΤΟ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ 139
Ὁ Συλλογικὸς αὐτὸς Συνοδικὸς Θε-
σμός, μὲ τὴν συμμετοχὴν κυρίως τοῦ Χρι-
στοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐλειτούρ-
γει πάντοτε εἰς τὸ ἔργον τῶν Ἀγίων Ἀπο-
στόλων, διότι ἤθελον ὁ Χριστὸς νὰ καθο-
δηγῇ ὅλην τὴν ζωήν των, νὰ Συνεδριάζῃ
μετ᾽ αὐτῶν ὅταν ἔχουν νὰ κρίνουν ζητή-
ματα Σωτηρίας, καὶ νὰ Συναποφασίζῃ
μετ᾽αὐτῶν, ἢ μᾶλλον νὰ Ἀποφασίζῃ δι᾽
αὐτῶν, τὸ ἴδιον τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ὥστε τὸ
Ἐκκλησιαστικόν των ἔργον νὰ εἶναι εὐά-
ρεστον εἰς τὸν Θεὸν Πατέρα καὶ νὰ οἰκο-
δομῇ τὸν Οἶκον τοῦ Θεοῦ Πατρός, εἰς τρό-
πον ὥστε αὐτοὶ νὰ εἶναι ὄργανα τοῦ Θε-
οῦ, ΣΤΟΜΑΤΑ ΘΕΟΥ.
Ἐὰν ὁ Δαυῒδ ἔβλεπε πάντοτε τὸν Θεὸν
ἐκ δεξιῶν του διὰ νὰ μὴν παραβῇ τὰς ἐντο-
λάς του, κατὰ τό, «προωρώμην τὸν ΚΥ-
ΡΙΟΝ μου ἐνώπιόν μου διὰ παντός, ὅτι
ἐκ δεξιῶν μού ἐστιν, ἵνα μὴ σαλευθῶ»
(Ψαλμ. ΙΕ´ 9), πολὺ περισσότερον οἱ Μα-
140 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
θηταὶ τοῦ Χριστοῦ, οἱ Ἀπόστολοι, ἤθε-
λον κάθε ἐνέργειά των, κάθε ἀπόφασίς
των, νὰ εἶναι τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι ἰδική των.
Ἐπειδὴ ὅμως οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι δὲν
εὑρίσκοντο συχνὰ εἰς τὸν ἴδιον τόπον, εἰς
τὰ Ἱεροσόλυμα, καθὼς ἔτρεχον εἰς τὰ ἔ-
θνη διὰ τὸ κήρυγμα, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ
συνεδριάζουν τακτικῶς.
Ἡ πρώτη συνεδρίασις τῶν Ἀποστό-
λων ἐγένετο ὅταν ἐπέστρεψαν εἰς Ἱερο-
σόλυμα τὸ 48 μ.Χ., ὅπου τὸ πρῶτον φαί-
νεται νὰ λειτουργῇ ὁ ΙΕΡΟΣ ΣΥΛΛΟΓΙ-
ΚΟΣ ΘΕΣΜΟΣ ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΙΚΗΣ ΔΙ-
ΟΙΚΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, καὶ νὰ
καθιερώνεται ἡ ἀρχὴ τῆς κοινῆς Ἀπο-
δοχῆς τῶν Συνοδικῶν Ἀποφάσεων ἐπὶ
θεμάτων Πίστεως, Λατρείας, Ποιμαντι-
κῆς, Διοικήσεως, καὶ ἐν γένει πάντων
τῶν ἁπτομένων τῆς Σωτηρίας.
Ἡ ἀρχὴ τῆς κοινῆς Ἀποδοχῆς τῶν
Συνοδικῶν Ἀποφάσεων θεμελιοῦται εἰς
ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ 141
τὸ γεγονὸς ὅτι τοιαῦται ἀποφάσεις ἐκδί-
δονται ὄχι βάσει ἀνθρωπίνης σοφίας, ἀλλ᾽
ὡς «ἔδοξε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καὶ ἡμῖν»
( Πράξ. ΙΕ´ 28 ).
Ἐτέθη οὕτω ὑπὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστό-
λων τὸ Θεμέλιον τοῦ Συνοδικοῦ Θεσμοῦ
Διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ,
ὁ ὁποῖος ἀργότερον διεμορφώθη καὶ ἐξε-
λίχθη εἰς Οἰκουμενικὰς Συνόδους καὶ εἰς
Πανορθοδόξους τοιαύτας μὲ Οἰκουμε-
νικὸν κῦρος.
Τὸ Ἀλάθητον
τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ
Ἡ κατὰ Χάριν Κοινωνία - Σχέσις -
Ἕνωσις Θεοῦ καὶ Λογικῶν κτισμάτων,
Ἀγγέλων καὶ Ἀνθρώπων, εἶναι ἡ Μία, Ἁ-
γία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία.
Ὡς Κοινωνία, Σχέσις καὶ Ἕνωσις δὲν
ἔχει ἰδίαν ὑπόστασιν, ἀλλὰ ὑφίσταται εἰς
142 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
τὸν Ἀκρογωνιαῖον Λίθον, τὸν Ἰησοῦν Χρι-
στόν, τὸν Μονογενῆ Υἱὸν καὶ Λόγον τοῦ
Θεοῦ, τὸν Ἀληθινὸν Θεόν. Εἶναι δι᾽ αὐτὸ
ΘΕΟΫΠΟΣΤΑΤΟΣ ἡ ΕΚΚΛΗΣΙΑ. Εἶναι
Σῶμα Θείας Ὑποστάσεως, εἶναι τὸ Κατὰ
Χάριν Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Γέγραπται γάρ:
«Ἐποικοδομηθέντες ἐπὶ τῷ θεμελίῳ τῶν
Ἀποστόλων καὶ Προφητῶν, ὄντος ΑΚΡΟ-
ΓΩΝΙΑΙΟΥ αὐτοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐν ᾧ
πᾶσα ἡ οἰκοδομὴ συναρμολογουμένη αὔ-
ξει εἰς ναὸν ἅγιον ἐν Κυρίῳ· ἐν ᾧ καὶ ὑ-
μεῖς συνοικοδομεῖσθε εἰς κατοικητήριον
τοῦ Θεοῦ ἐν Πνεύματι» (Ἐφεσ. Β´ 20-22).
Ὡς Σῶμα Χριστοῦ, ἡ Ἐκκλησία ἔχει
ΘΕΙΑΝ ΚΕΦΑΛΗΝ. Ἐκ τῆς Θείας Κε-
φαλῆς διαχέονται εἰς τὰ Μέλη τοῦ Σώ-
ματος ΘΕΙΑΙ ΕΝΕΡΓΕΙΑΙ, αἱ ὁποῖαι εἶ-
ναι ἐκ φύσεως ΑΚΤΙΣΤΟΙ, ΑΧΡΟΝΟΙ,
ΑΤΡΕΠΤΟΙ. Οὕτω ἀρδευόμενον τὸ Σῶ-
μα τοῦ Χριστοῦ, καθίσταται ΑΓΙΟΝ, Α-
ΓΝΟΝ, ΑΛΗΘΕΥΟΝ ΕΝ ΠΑΣΙΝ. Ὅταν
ΤΟ ΘΕΜΕΛΙΟΝ ΤΟΥ ΑΛΑΘΗΤΟΥ 143
ὁ Χριστὸς λέγει, «Ἐγώ εἰμι ἡ Ὁδὸς καὶ
ἡ Ἀλήθεια καὶ ἡ Ζωή» ( Ἰωάν. ΙΔ´ 6 ),
δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ
νὰ εἶναι Νεκρόν, Ψευδές, Ἀδιέξοδον. Η
ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΓΙΑ,
ΑΝΑΜΑΡΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΑΛΑΘΗΤΟΣ.
Ποῦ ἑδράζεται τὸ ΑΛΑΘΗΤΟΝ τῆς
Ἐκκλησίας;
1) Τὸ ΑΛΑΘΗΤΟΝ τῆς Ἐκκλησίας τὸ
κατοχυρώνει ἡ διαχρονικὴ ἐν Αὐτῇ πα-
ρουσία τοῦ ΧΡΙΣΤΟΥ, καθότι ὁ ἴδιος ὑπ-
εσχέθη: «Καὶ ἰδοὺ ἐγὼ μεθ᾿ ὑμῶν εἰμι πά-
σας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ
αἰῶνος. Ἀμήν» (Ματθ. ΚΗ´ 20 ). Καὶ πά-
λιν: «Ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων
μου τὸ αἷμα ἐν ἐμοὶ μένει, κἀγὼ ἐν αὐτῷ»
( Ἰωάν. ΣΤ´ 56 ). Εἶναι δὲ ὁ Ἀληθὴς χα-
ρακτὴρ τῆς Ἐκκλησίας Ἀμετάβλητος,
διότι «Ἰησοῦς Χριστός, χθὲς καὶ σήμε-
ρον ὁ Αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας» ( Ἑβρ.
ΙΓ´ 8 ).
144 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Ὁ Χριστὸς λαλεῖ ἐκ προσώπου τῆς
Ἐκκλησίας πρὸς τὸν Ἀπόστολον Παῦλον
ὅταν ἐκεῖνος εἶναι ἀκόμη Διώκτης τῆς Ἐκ-
κλησίας: «Σαοὺλ Σαούλ, τί μὲ διώκεις;»
( Πράξ. Θ´ 4, ΚΣΤ´ 14). Τοῦτο συμβαίνει
διότι ἡ Ἐκκλησία εἶναι Σῶμα τοῦ Χριστοῦ
καὶ ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ Ἐγὼ τῆς Ἐκκλη-
σίας. Δηλαδή, ὅπως μᾶς λέγει ὁ Ἀπόστο-
λος Παῦλος καὶ πολλοὶ Ἅγιοι Πατέρες με-
τὰ ἀπὸ αὐτόν, ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ Ἐκκλη-
σία καὶ ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ Χριστός.
Ὁ Ἅγιος Ἱλάριος (†380), ἐπίσκοπος Πι-
κταβίου, σημερινοῦ Πουατιὲ τῆς Γαλλίας,
σχολιάζων τὸν Ψαλμὸν ΡΚΕ´, γράφει σχε-
τικῶς: “Ipse [Christus] enim est Ecclesia,
per sacramentum corporis sui in se…
eam continens.” Δηλαδή, «Διότι ὁ Ἴδιος
[ὁ Χριστὸς ] εἶναι ἡ Ἐκκλησία, περιέχων
Αὐτὴν ἐν Ἑαυτῷ διὰ τοῦ Μυστηρίου τοῦ
Σώματός Του» (Ἅγιος Ἱλάριος, ML, 9, 688).
Ἐπειδὴ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν ἐνοικεῖ ὁ
ΤΟ ΘΕΜΕΛΙΟΝ ΤΟΥ ΑΛΑΘΗΤΟΥ 145
ΧΡΙΣΤΟΣ, ἐπειδὴ τὸ Πρόσωπον τῆς Ἐκ-
κλησίας εἶναι ὁ ΕΙΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑ-
ΔΟΣ, ἐπειδὴ παρὼν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν
εἶναι ὁ ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ἐπειδὴ τὴν
Ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας τὴν ἐγγυᾶται
ὁ πρὸ πάντων τῶν αἰώνων ΜΟΝΟΓΕ-
ΝΗΣ ΥΙΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΠΑΤΡΟΣ, ἐπειδὴ
Κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ ΕΝΥ-
ΠΟΣΤΑΤΟΣ ΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, εἶναι
ἡ Ἐκκλησία ΑΛΑΘΗΤΟΣ.
2) Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ΑΛΑΘΗΤΟΣ δι-
ότι ἔχει ἐγκάτοικον ἐν ἑαυτῇ τὸν ΠΑΡΑ-
ΚΛΗΤΟΝ, τὸ ΠΝΕΥΜΑ τὸ ΑΓΙΟΝ, περὶ
τοῦ ὁποίου μᾶς λέγει ὁ Χριστός: «...πέμ-
ψω Αὐτὸν πρὸς ὑμᾶς... ὅταν δὲ ἔλθη Ἐ-
κεῖνος τὸ ΠΝΕΥΜΑ τῆς ΑΛΗΘΕΙΑΣ, ὁδη-
γήσει ὑμᾶς εἰς πᾶσαν τὴν ΑΛΗΘΕΙΑΝ »
( Ἰωάν. ΙΣΤ´ 7 - 15 ).
Περὶ δὲ τῆς ἐνοικήσεως τοῦ ΑΓΙΟΥ
ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, λέγει ὁ
Χριστός: «...καὶ ἐγὼ ἐρωτήσω τὸν Πατέ-
146 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ρα καὶ ἄλλον ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΝ δώσει ὑμῖν,
ἵνα μένῃ μεθ᾽ ὑμῶν εἰς τὸν Αἰῶνα, τὸ
ΠΝΕΥΜΑ τῆς ΑΛΗΘΕΙΑΣ... Ὑμεῖς δὲ γι-
νώσκετε Αὐτό, ὅτι παρ᾽ ὑμῖν μένει καὶ ἐν
ὑμῖν ἔσται... Οὐκ ἀφήσω ὑμᾶς ὀρφανούς,
ἔρχομαι πρὸς ὑμᾶς» ( Ἰωάν. ΙΔ´ 16 - 18 ).
Τοῦτο διατρανώνει καὶ ἡ Ἱερὰ Ὑμνο-
λογία: «Πάντα χορηγεῖ τὸ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟ
ΑΓΙΟΝ, βρύει προφητείας, ἱερέας τελει-
οῖ, ἀγραμμάτους σοφίαν ἐδίδαξεν, ἁλιεῖς
θεολόγους ἀνέδειξεν, ΟΛΟΝ ΣΥΓΚΡΟΤΕΙ
ΤΟΝ ΘΕΣΜΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ. Ὁμο-
ούσιε καὶ Ὁμόθρονε, τῷ Πατρὶ καὶ τῷ
Υἱῷ, ΠΑΡΑΚΛΗΤΕ, δόξα σοι» ( Στιχηρὸν
Ἑσπερινοῦ Πεντηκοστῆς).
Ἐπειδὴ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν ἐνοικεῖ τὸ
ΑΓΙΟΝ ΠΝΕΥΜΑ, ἐπειδὴ παρὼν εἰς τὴν
Ἐκκλησίαν εἶναι ὁ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΣ, ἐ-
πειδὴ τὴν Ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας τὴν
ἐγγυᾶται τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευό-
μενον ΠΝΕΥΜΑ, ἐπειδὴ Κεφαλὴ τῆς
ΤΟ ΘΕΜΕΛΙΟΝ ΤΟΥ ΑΛΑΘΗΤΟΥ 147
Ἐκκλησίας εἶναι τὸ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ Α-
ΛΗΘΕΙΑΣ, εἶναι ἡ Ἐκκλησία ΑΛΑΘΗ-
ΤΟΣ.
3) Ἐγγυητὴς βεβαίως τοῦ ΑΛΑΘΗΤΟΥ
τῆς Ἐκκλησίας εἶναι καὶ ὁ ἐν Αὐτῇ πα-
ρὼν καὶ περὶ ἑαυτὸν συνάγων Αὐτὴν
ΘΕΟΣ ΠΑΤΗΡ. Τοῦτο προκύπτει:
α) Ἐκ τῆς Ἀρχιερατικῆς Προσευχῆς
τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅπου
φαίνεται ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἔργον τοῦ
Θεοῦ Πατρός, Ἁγιάζεται ὑπὸ τοῦ Πατρός,
καὶ Συντηρεῖται ὑπὸ τῆς ἐκ τοῦ Πατρὸς
πηγαζούσης Ἑνότητος. Λέγει γὰρ ὁ Χρι-
στός: «[Πάτερ]· οὐ περὶ τοῦ κόσμου ἐρω-
τῶ, ἀλλὰ περὶ ὧν δέδωκάς μοι, ὅτι σοί
εἰσι, καὶ τὰ ἐμὰ πάντα σά ἐστι καὶ τὰ σὰ
ἐμά,... Πάτερ Ἅγιε, τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ
Ὀνόματί Σου ᾧ δέδωκάς μοι, ἵνα ὦσιν
ἓν καθὼς ἡμεῖς..... Ἁγίασον αὐτοὺς ἐν τῇ
Ἀληθείᾳ Σου· ὁ λόγος ὁ Σὸς Ἀλήθειά ἐ-
στι..... Οὐ περὶ τούτων δὲ ἐρωτῶ μόνον,
148 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν πιστευσόντων διὰ
τοῦ λόγου αὐτῶν εἰς ἐμέ, ἵνα πάντες ἓν
ὦσι, καθὼς σύ, Πάτερ, ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν
σοί, ἵνα καὶ αὐτοὶ ἐν ἡμῖν ἓν ὦσιν,... ἵνα
ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς ἕν ἐσμεν, ἐγὼ ἐν
αὐτοῖς καὶ σὺ ἐν ἐμοί, ἵνα ὦσι τετελει-
ωμένοι εἰς ἕν....» ( Ἰωάν. ΙΖ´ 9-24 ).
β) Ἐκ τῆς Ἁγιοπατερικῆς διδασκαλί-
ας ὅτι ἀφοῦ εἶναι παρὼν εἰς τὴν Ἐκκλη-
σίαν ὁ Χριστός, εἶναι παρὼν καὶ τὸ Ἅγιον
Πνεῦμα καὶ ὁ Θεὸς Πατήρ. Γέγραπται γάρ:
«Ὅπου γὰρ ἂν μία τῆς Τριάδος ὑπόστα-
σις παρῇ, πᾶσα πάρεστιν ἡ Τριάς· ἀδια-
σπάστως γὰρ ἔχει πρὸς ἑαυτήν, καὶ ἥνω-
ται μετ᾽ ἀκριβείας ἁπάσης» ( Ἅγιος Ἰω-
άννης ὁ Χρυσόστομος, P.G. 60, 519 ). Καὶ
πάλιν: «Πᾶσα μὲν Δημιουργία καὶ πᾶσα
Πρᾶξις, ἣν ἐνεργεῖν λέγεται Μία τῶν
Ὑποστάσεων τῶν Θεαρχικῶν, ΚΟΙΝΟΝ
ΕΡΓΟΝ ἐστὶ καὶ τῶν ἄλλων» (Μέγας Φώ-
τιος, P.G. 101, 929C ). Καὶ πάλιν: «Ὡς
ΤΟ ΘΕΜΕΛΙΟΝ ΤΟΥ ΑΛΑΘΗΤΟΥ 149
ὄντες λίθοι ΝΑΟΥ ΠΑΤΡΟΣ, ἀναφερόμε-
νοι εἰς τὰ ὕψη διὰ τῆς μηχανῆς ΙΗΣΟΥ
ΧΡΙΣΤΟΥ, ὅς ἐστι Σταυρός, σχοίνῳ χρώ-
μενοι τῷ ΠΝΕΥΜΑΤΙ Τῼ ΑΓΙῼ » ( Ἅγιος
Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος, P.G. 5, 652Β ).
γ) Ἐκ τῆς Ἁγιογραφικῆς καὶ Ἁγιο-
πατερικῆς διδασκαλίας ὅτι Κεφαλὴ τῆς
Ἐκκλησίας εἶναι ἡ ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΣ, καὶ ἰδι-
αζόντως ὁ Πατήρ, ὅστις ἐστὶν ἡ ἀναίτιος
Ἀρχὴ καὶ ἐξ οὗ πᾶσα πατριὰ ὀνομάζεται,
κατὰ τὸν Ἀπόστολον Παῦλον: «Τούτου
χάριν κάμπτω τὰ γόνατά μου πρὸς τὸν
ΠΑΤΕΡΑ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ,
ἐξ οὗ πᾶσα Πατριὰ ἐν οὐρανοῖς καὶ ἐπὶ
γῆς ὀνομάζεται» ( Ἐφεσ. Γ´ 14-15 ). Διὰ
τοῦτο καὶ ὁ Χρυσορρήμων ἐρωτᾶ: «Καὶ
πῶς φησιν ἀλλαχοῦ, «Κεφαλὴ δὲ Χριστοῦ
ὁ Θεός;» ( Α´ Κορ. ΙΑ´ 3 ). Τοῦτο καὶ ἐγώ
φημι, ὅτι ὥσπερ ἓν σῶμα ἡμεῖς, οὕτω
καὶ ὁ ΧΡΙΣΤΟΣ καὶ ὁ ΠΑΤΗΡ Ἕν. Εὑρί-
σκεται ἄρα καὶ ὁ ΠΑΤΗΡ ΚΕΦΑΛΗ ΠΑΝ-
150 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΤΩΝ ΗΜΩΝ» (Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστο-
μος, P.G. 62, 140 ). Καὶ πάλιν: «Δῆλον
ὅτι τῆς ΑΓΙΑΣ τε καὶ ΟΜΟΟΥΣΙΟΥ ΤΡΙ-
ΑΔΟΣ, ὡς Ἓν νοεῖσθαι τὸ σύμπαν τῆς
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΩΜΑ » (Ἅγιος Κύριλλος Ἀ-
λεξανδρείας, P.G. 74, 557Α ).
Ἐπειδὴ τὴν Ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας
τὴν ἐγγυᾶται ὁ ΘΕΟΣ ΠΑΤΗΡ, ἐπειδὴ
παρὼν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν εἶναι ὁ ΘΕ-
ΟΣ ΠΑΤΗΡ, ἐπειδὴ Κεφαλὴ τῆς Ἐκ-
κλησίας εἶναι ὁ ΘΕΟΣ ΠΑΤΗΡ, εἶναι ἡ
Ἐκκλησία ΑΛΑΘΗΤΟΣ.
Ἐὰν καὶ ἀνωτέρω ἀνεφέρθη διακεκρι-
μένως ἡ παρουσία τοῦ κάθε Θεαρχικοῦ
Προσώπου εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, δὲν νοεῖ-
ται διαχωρισμὸς μεταξύ των. Ἐπειδὴ δὲ
ἡ Ἕνωσις τῆς Κεφαλῆς μὲ τὸ Σῶμα τῆς
Ἐκκλησίας εἶναι κατὰ Χάριν ἕνωσις καὶ
ὄχι καθ᾽ Ὑπόστασιν, διὰ τοῦτο δὲν νοεῖ-
ται Κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας μόνον μία ἐκ
τῶν Τριῶν Θεαρχικῶν Ὑποστάσεων.
ΤΟ ΘΕΜΕΛΙΟΝ ΤΟΥ ΑΛΑΘΗΤΟΥ 151
Η ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΣ, καὶ ὄχι μόνον ὁ Εἷς
τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὁ Χριστός, εἶναι
ΚΕΦΑΛΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ.
Κατὰ τοὺς Ἁγίους Πατέρας, ὅλα τὰ ἔρ-
γα τοῦ Θεοῦ, τὰ πάντα εἰς τὸν ὁρατὸν καὶ
ἀόρατον κόσμον, συντελοῦνται ἐκ Πατρὸς
δι᾽ Υἱοῦ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, καὶ ὄχι μονο-
μερῶς ὑπὸ ἑνὸς μόνον Θεαρχικοῦ Προσ-
ώπου, πολὺ περισσότερον εἰς τὴν Ἐκκλη-
σίαν τοῦ Τρισυποστάτου Θεοῦ, ἤτοι, τῆς
ΤΑΥΤΟΥΡΓΟΥΣΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ.
Ἂς σημειωθῇ καὶ τονισθῇ ὅτι ἡ Ἕνω-
σις Κεφαλῆς καὶ Σώματος εἰς τὴν Ἐκκλη-
σίαν δὲν εἶναι Ὑποστατικὴ οὔτε Φυσι-
κή, ἀλλὰ Ἕνωσις διὰ τῆς Θείας Χάρι-
τος.
Δὲν ἑνώνεται κατὰ τὴν Θείαν Φύσιν
τοῦ Χριστοῦ ἡ Κεφαλὴ μὲ τὸ Σῶμα, διό-
τι τότε τὸ κτιστὸν Σῶμα θὰ ἐγίνετο φύ-
σει Θεός, πρᾶγμα ἄτοπον καὶ Αἱρετικόν.
152 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Καὶ δὲν ἑνώνεται κατὰ ἀνθρωπίνην φύ-
σιν τοῦ Χριστοῦ ἡ Κεφαλὴ μὲ τὸ Σῶμα,
διότι τότε ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἀνεξαρτήτως
πίστεως θὰ ἦσαν μέλη τῆς Ἐκκλησίας.
Οὔτε βεβαίως ἑνώνεται καθ᾽ ὑπόστασιν
ἡ Κεφαλὴ μὲ τὸ Σῶμα, διότι, ἐν πρώτοις,
καθ᾽ ὑπόστασιν ἑνώνονται φύσεις καὶ
ὄχι πρόσωπα, καὶ ἐπὶ πλέον διότι τότε,
(α) κάθε μέλος τοῦ Σώματος δὲν θὰ εἶχε
ἰδίαν ὑπόστασιν - πρόσωπον, (β) δὲν θὰ
ὑπῆρχε λόγος Θείας Μεταλήψεως καὶ θὰ
ἦτο ἄκυρος ἡ Ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ νὰ φά-
γωμε τὸ Σῶμα καὶ νὰ πίωμε τὸ Αἷμα Αὐ-
τοῦ, (γ) δὲν θὰ ἐξέπιπτε ποτὲ τῆς Ἐκκλη-
σίας οὐδὲν μέλος, οὔτε ὁ Ἰούδας οὔτε ὁ
Ἄρειος.
Ἑνώνεται λοιπὸν κατὰ Θείαν Χάριν
ἡ Κεφαλὴ μὲ τὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας,
καὶ ἡ Θεία Χάρις πηγάζει ὁμοῦ ἐκ τῶν
Τριῶν Θεαρχικῶν Προσώπων τῆς ΤΑΥ-
ΤΟΥΡΓΟΥΣΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ.
ΤΟ ΘΕΜΕΛΙΟΝ ΤΟΥ ΑΛΑΘΗΤΟΥ 153
Η ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΣ εἶναι κατὰ Χάριν ἡνω-
μένη μετὰ τῆς Ἀμώμου Νύμφης τοῦ Χρι-
στοῦ Ἐκκλησίας ἐν συνόλῳ καὶ ἐν γένει,
ἀλλὰ καὶ συγκεκριμένως κατ᾽ ἰδίαν μεθ᾽
ἑνὸς ἑκάστου πιστοῦ μέλους της. Ἔφη γὰρ
ὁ Κύριος: «...ἐάν τις ἀγαπᾶ με τὸν λόγον
μου τηρήσει καὶ ὁ Πατήρ μου ἀγαπήσει
αὐτὸν καὶ πρὸς αὐτὸν ἐλευσόμεθα καὶ
μονὴν παρ᾽ αὐτῷ ποιήσομεν» ( Ἰωάν. ΙΔ´
23 ).
Σὺν τούτοις, ἡ Ἱερωσύνη εἰς τὴν Ἐκκλη-
σίαν τελειοῦται ὑπὸ τοῦ Παναγίου καὶ
Τελεταρχικοῦ Πνεύματος.
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ῥητῶς τονίζει
ὅτι τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον χειροτονεῖ Ἐπι-
σκόπους. Λέγει γάρ: «Προσέχετε οὖν ἑ-
αυτοῖς καὶ παντὶ τῷ ποιμνίῳ ἐν ᾧ ὑμᾶς
τὸ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟ ΑΓΙΟΝ ἔθετο Ἐπισκό-
πους ποιμένειν τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ ΚΥ-
ΡΙΟΥ καὶ ΘΕΟΥ ἣν περιεποιήσατο διὰ
τοῦ ἰδίου αἵματος» ( Πράξ. Κ´ 28 ).
154 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων περὶ τοῦ
Θεοῦ Πατρὸς ὡς Ἐκκλησιαστοῦ, περὶ
Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ὡς ἀδιαστάτου Κε-
φαλῆς τῆς Ἐκκλησίας, περὶ τοῦ Ἁγίου
Πνεύματος ὡς ἐνοικοῦντος εἰς τὴν Ἐκ-
κλησίαν καὶ ὁδηγοῦντος αὐτὴν εἰς πᾶ-
σαν τὴν ΑΛΗΘΕΙΑΝ, εἶναι ἀδύνατον ἡ
ΕΚΚΛΗΣΙΑ συνερχομένη ὡς Σύνολον
ἐν Θείᾳ Ἑνότητι νὰ μὴν εἶναι ΑΛΑΘΗ-
ΤΟΣ, ΑΓΙΑ καὶ ΑΝΑΜΑΡΤΗΤΟΣ. Ἡ
Θεία Ἑνότης Σώματος καὶ Κεφαλῆς
διαφυλάσσει τὸ Σῶμα ἐν τῇ ΑΛΗΘΕΙᾼ.
Πότε ἡ Ἐκκλησία εἶναι Ἀλάθητος
Ὅταν ἀποφασίζῃ ὁμοφώνως ὁλόκλη-
ρος, ὡς Σύνολον, ἤτοι ὡς Σῶμα καὶ ΚΕ-
ΦΑΛΗ, ἡ Στρατευομένη καὶ ἡ Θριαμ-
βεύουσα ἐν συμφωνίᾳ μετὰ τῆς Ἁγίας
Τριάδος.
Ὅταν ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας συν-
εδριάζῃ ἡνωμένη μὲ τὴν Κεφαλὴν Αὐ-
ΠΟΤΕ ΕΙΝΑΙ ΑΛΑΘΗΤΟΣ 155
τῆς τὸν Χριστὸν καὶ ἐκφράζῃ τὰς κρίσεις
της ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, τότε αἱ Ἀποφά-
σεις της εἶναι ΑΛΑΘΗΤΟΙ.
Αἱ Ἀλάθητοι Ἀποφάσεις τῶν Ἱερῶν
Συνόδων δὲν εἶναι ἀποφάσεις ἀνθρώπων.
Ο ΘΕΟΣ, ἡ Κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας, καθ-
οδηγεῖ τὸ Σῶμά Του καὶ κατευθύνει ὁ ἴδιος
τὰς Ἀποφάσεις τῶν Ἱερῶν Συνόδων. Τὰ
μέλη τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἂν καὶ ὡς ἄν-
θρωποι δὲν εἶναι ἀλάθητοι, ἐν τοιαύτῃ Ἁ-
γίᾳ Συνεδρείᾳ γίνονται ΣΤΟΜΑΤΑ ΘΕ-
ΟΥ. Περὶ αὐτῶν ἐλάλησεν ὁ Προφήτης
λέγων: «τάδε λέγει Κύριος... ὁ ἐξάγων
ἄξιον ἐξ ἀναξίου, ὡς τὸ ΣΤΟΜΑ ΜΟΥ
ἔσται» ( Ἱερεμ. ΙΕ´ 19 ).
Ἡ δὲ Ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας ἀπο-
καλεῖ τοὺς Ἁγίους Πατέρας «τὰ πάγχρυ-
σα ΣΤΟΜΑΤΑ τοῦ ΛΟΓΟΥ », ἤτοι, Στό-
ματα τοῦ Χριστοῦ, (Δοξαστικὸν τῆς Κυ-
ριακῆς τῶν Πατέρων τῆς Α´ καὶ τῆς Δ´ Οἰ-
156 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
κουμενικῆς Συνόδου), ἀποκαλεῖ τοὺς Ἁ-
γίους Ἀποστόλους, «τὰ θεῖα τοῦ ΠΑΡΑ-
ΚΛΗΤΟΥ ὄργανα» (Παρακλητική, Ἦχος
Δ´, Πέμπτη πρωί, Ὠδὴ Α´), καὶ τοὺς Ἁγί-
ους Πάντας ἐγκωμιάζει ὡς «τὰ θεῖα τοῦ
ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ ΣΤΟΜΑΤΑ» ( Δοξαστικὸν
Αἴνων Ἁγίων Πάντων, Ἁγιορείτικη Ἀκο-
λουθία ).
Ὁ ἐκ Ναζιανζοῦ Ἀρχιεπίσκοπος Κων-
σταντινουπόλεως Ἅγιος Γρηγόριος (329-
390), ἀπολογούμενος περὶ ἑαυτοῦ ὅτι δὲν
δογματίζει ἐξ ἰδίας γνώμης, ἀναφωνεῖ:
«Ὄργανόν εἰμι θεῖον, ὄργανον λογικόν,
ὄργανον καλῷ τεχνίτῃ τῷ Πνεύματι ἁρ-
μοζόμενον καὶ κρουόμενον.... ἀλλὰ καὶ
κλείω καὶ ἀνοίγω τὴν ἐμὴν θύραν Νῷ, καὶ
Λόγῳ, καὶ Πνεύματι, τῇ μιᾷ συμφυΐᾳ τε
καὶ Θεότητι» ( Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολό-
γος, Λόγος 12, 1: P.G. 35, 844Α-Β).
Αἱ Ἀλάθητοι Ἀποφάσεις τῶν Ἱερῶν
Συνόδων πρέπει νὰ γίνωνται σεβασταὶ ἀπὸ
ΠΟΤΕ ΕΙΝΑΙ ΑΛΑΘΗΤΟΣ 157
ὅλα τὰ μέλη των, καὶ ὅλον τὸ ποίμνιον πρέ-
πει νὰ τὰς ὑπακούῃ ὡς Ἀποφάσεις Θεοῦ.
Περὶ τῆς Αὐθεντίας καὶ τοῦ κύρους τῆς
Ἐκκλησίας γράφων ὁ Πενταπόλεως Ἅγι-
ος Νεκτάριος ὁ ἐν Αἰγίνῃ, εἰς τὰς Οἰκου-
μενικὰς Συνόδους ἀναγνωρίζει τὴν ἐγγύ-
ησιν τοῦ Ἀλαθήτου αὐτῆς χαρακτῆρος.
Ἰδοὺ τὸ σχετικὸν ἀπόσπασμα:
«Ἡ Ἐκκλησία ὡς Θεοσύστατον ἵδρυ-
μα καθοδηγεῖται ὑπὸ τοῦ Παναγίου Πνεύ-
ματος τοῦ μένοντος ἐν αὐτῇ εἰς τὸν αἰῶ-
να, καὶ ἀποφαίνοντος αὐτὴν ΑΛΑΘΗΤΟΝ
τῶν δογμάτων γνώμονα «στῦλον καὶ ἑ-
δραίωμα τῆς Ἀληθείας». Αὕτη διαφυλάτ-
τει ἁγνὴν καὶ ἀπαραχάρακτον τὴν Ἀπο-
στολικὴν Διδασκαλίαν. Αὕτη μόνη δύ-
ναται νὰ ποδηγετῇ πρὸς τὴν Ἀλήθειαν
καὶ νὰ τελῇ ὁ μόνος ΑΛΑΘΗΤΟΣ κριτὴς
ὁ δικαιούμενος νὰ ἀποφανθῇ περὶ τῶν
σωτηριωδῶν ἀληθειῶν τῆς ἀποκαλυφθεί-
σης διδασκαλίας καὶ νὰ ἐξελέγξῃ τὸ ψεῦ-
158 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Ἡ Ἁγία Α´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος
ἡ συγκροτηθεῖσα κατὰ τοῦ Ἀρείου
εἰς τὴν Νίκαιαν τῆς Βιθυνίας τὸ 325 μ.Χ.
ΠΟΤΕ ΕΙΝΑΙ ΑΛΑΘΗΤΟΣ 159
δος καὶ τὴν πλάνην. Ἡ Μία, Ἁγία, Καθο-
λικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία ἐκπρο-
σωπουμένη ὑπὸ τῶν καθ᾿ ὅλου λειτουρ-
γῶν αὐτῆς ἐν ταῖς Οἰκουμενικαῖς Συνό-
δοις ἐστὶν ὁ μόνος ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΣ ΚΡΙ-
ΤΗΣ καὶ ὁ φυσικὸς τεταγμένος ΦΡΟΥ-
ΡΟΣ τῆς ΘΕΟΠΝΕΥΣΤΟΥ Διδασκαλίας.
Ἡ Ἐκκλησία ἀποφαίνεται περὶ τῆς
γνησιότητος καὶ τοῦ κύρους τῶν Ἁγίων
Γραφῶν. Αὕτη ἐγγυᾶται περὶ τῆς ἀκρι-
βοῦς διατηρήσεως ἐν τοῖς ἑαυτῆς κόλ-
ποις τῆς γνησίας καὶ ἀδιαφθόρου Ἀπο-
στολικῆς Παραδόσεως καὶ Διδασκαλίας.
Αὕτη μόνη δύναται νὰ βεβαιώσῃ, ἑρμη-
νεύσει καὶ διατυπώσῃ τὰς ἀποκαλυφθεί-
σας ἀληθείας τῇ ἐπιστασίᾳ τοῦ Ἁγίου
Πνεύματος. Μόνη ἡ Ἐκκλησία χειραγω-
γεῖ τοὺς εἰς Χριστὸν πιστεύσαντας εἰς
τὴν ὀρθὴν τῶν Ἁγίων Γραφῶν κατανόη-
σιν, καὶ μόνη αὐτὴ ποδηγετεῖ τὰ τέκνα
αὐτῆς εἰς τὴν Ὁδὸν τῆς Σωτηρίας, καὶ
160 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
μόνη αὕτη μεριμνᾷ ὑπέρ αὐτῶν ὅπως
ἀσφαλῶς καὶ σταθερῶς πρὸς τὴν Σωτη-
ρίαν βαίνωσιν. Ἐν ταύτῃ μόνῃ οἱ πιστοὶ
ἀσφαλῆ ἔχουσι τὴν πεποίθησιν περὶ τῶν
Ἀληθειῶν, ἅς πιστεύουσι, καὶ περὶ τῆς
ψυχικῆς ἑαυτῶν Σωτηρίας. Διότι ἐκτὸς
τῆς Ἐκκλησίας τῆς ΚΙΒΩΤΟΥ ταύτης τοῦ
Νῶε, οὐδεμία ὑπάρχει Σωτηρία.
«Πιστεύομεν ὑπὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύμα-
τος διδάσκεσθαι τὴν Καθολικὴν Ἐκκλη-
σίαν», ἀποφαίνεται ἡ τοῦ Δοσιθέου Ὁμο-
λογία. «Αὐτὸ γάρ ἐστιν ὁ Ἀληθὴς Παρά-
κλητος, ὃν πέμπει παρὰ τοῦ Πατρὸς ὁ
Χριστὸς τοῦ διδάσκειν τὴν Ἀλήθειαν καὶ
τὸ σκότος ἀπὸ τῆς τῶν πιστῶν διανοίας
ἀποδιώκειν».
Ἄνευ τῆς ΑΥΘΕΝΤΙΑΣ τῆς Ἐκκλησίας
οὐδὲν σταθερόν, οὐδὲν ἀσφαλές, οὐδὲν
ἀκριβές, οὐδὲν ἀσφαλὲς πρὸς Σωτηρίαν.
Μόνη ἡ ΑΥΘΕΝΤΙΑ τῆς Ἐκκλησίας συν-
τηρεῖ ἀλώβητον καὶ ἀδιάφθορον τὴν Ἀ-
ΠΟΤΕ ΕΙΝΑΙ ΑΛΑΘΗΤΟΣ 161
ποστολικὴν παρακαταθήκην, καὶ διὰ ταύ-
της μόνης διαιωνίζονται ἀκραιφνεῖς καὶ
ἁγναὶ αἱ ἀλήθειαι τοῦ Ἀποστολικοῦ κη-
ρύγματος. Ἄνευ τῆς Αὐθεντίας τῆς Ἐκ-
κλησίας αὐτὸ τὸ περιεχόμενον τῆς Πί-
στεως δύναται νὰ ἀλλοιωθῇ, τὸ δὲ Ἀπο-
στολικὸν κήρυγμα εἰς ψιλὸν νὰ περιστῇ
ὄνομα. Ἄνευ τῆς ὁρατῆς Ἐκκλησίας τῆς
ὑπὸ τοῦ Θεοῦ ἱδρυθείσης οὐδεμία δύνα-
ται νὰ ὑφίσταται ἑνότης μεταξὺ τῶν με-
λῶν κοινότητός τινος, ὡς μὴ οὔσης Σώ-
ματος Χριστοῦ· διότι Σῶμα Χριστοῦ εἶ-
ναι ἡ Ἐκκλησία Αὐτοῦ, ἧς ἐστι Κεφαλὴ
αὐτὸς ὁ ΧΡΙΣΤΟΣ. Ἄνευ τῆς Ἐκκλησίας
οὐδεὶς δύναται νὰ ἑνωθῇ τῷ Σώματι τοῦ
Χριστοῦ, διότι οὐδεὶς μὴ ἀναγεννηθεὶς
καὶ μὴ γενόμενος κοινωνὸς τῆς ἐν τῇ
Ἐκκλησίᾳ Χάριτος δύναται νὰ γίνῃ μέ-
λος Χριστοῦ.
Οἱ Διαμαρτυρόμενοι οἱ ὁρίζοντες τὴν
Ἐκκλησίαν ἀόρατον κοινωνίαν, ἄθροισμα
162 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
τῶν ἐκλεκτῶν, τῶν ἁγίων, Congregatio
Sanctorum, κοινωνίαν πίστεως καὶ Ἁγί-
ου Πνεύματος, ἐν ᾗ ἐνεργεῖ ὁ Σωτήρ,
ἀποκλείουσιν ἑαυτοὺς τῆς διὰ τῆς Ἐκ-
κλησίας χορηγουμένης Θείας Χάριτος,
ὡς ἀμέτοχοι ταύτης ἐναπολειπόμενοι.
Οἱ τὴν ὁρατὴν τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν
ἀπαρνούμενοι ἀρνοῦνται τὴν οὐσίαν τῆς
Ἐκκλησίας, ἤτοι τὸν συγκεκριμένον αὐ-
τῆς χαρακτῆρα, ὅστις παραστᾷ αὐτὴν
ὡς θεῖον καθίδρυμα ἱδρυθὲν ἐπὶ τῆς γῆς
ἵνα διαιωνίσῃ τὸ ἀπολυτρωτικὸν τοῦ
Σωτῆρος ἔργον. Οἱ ἐνασμενίζοντες ὅτι
εἰσὶ μέλη τῆς ἀοράτου τῶν ἁγίων κοινω-
νίας, ὑπὸ τοῦ Σωτῆρος μόνον γινωσκο-
μένης καὶ τῆς ὑπὸ τῶν ἁπανταχοῦ γῆς
ἁγίων συγκροτουμένης καὶ ὅτι διὰ τῆς
θεωρητικῆς πρὸς τὸν Σωτῆρα πίστεως
γίνονται κοινωνοὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος,
καὶ ὅτι ὁ Σωτὴρ ἐνεργεῖ ἐν αὐτοῖς τὴν Σω-
τηρίαν ἄνευ τῆς μεσιτείας τῆς Ἐκκλησίας
ΠΟΤΕ ΕΙΝΑΙ ΑΛΑΘΗΤΟΣ 163
τῆς ὑπὸ τοῦ Σωτῆρος ἱδρυθείσης, ἐξαπα-
τῶσιν ἑαυτούς, διότι "extra Ecclesiam
nulla salus". Ἐκτὸς τῆς Μιᾶς, Ἁγίας Κα-
θολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας
οὐδεμία ὑπάρχει Σωτηρία. Ἡ Ἐκκλησία
αὕτη ἐστὶν ὁρατή, δὲν εἶναι ἁπλὴ κοινω-
νία ἀνθρώπων εἰς Χριστὸν πιστευόντων,
ἀλλὰ καὶ Θεῖον θρησκευτικὸν Καθίδρυ-
μα, ἐν ᾧ ἀνετέθη ἡ τήρησις τῶν Ἀποκα-
λυφθεισῶν Ἀληθειῶν καὶ ἐν ᾧ διενερ-
γεῖται ἡ τοῦ ἀνθρώπου ἀπολύτρωσις, ἐν
ᾧ κοινωνεῖ ὁ ἄνθρωπος τῷ Θεῷ καὶ
υἱὸς Θεοῦ γίνεται» ( Ἅγιος Νεκτάριος,
Μελέται Δύο: Α´ Περὶ τῆς Μιᾶς Ἁγίας
Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας,
κεφ. Δ´, Ἀθῆναι, 1987, σελ. 30-32 ).
Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ Συγγραφεὺς τῆς
Ἁγίας Γραφῆς, ἐπειδὴ καὶ προϋπάρχει τῆς
Ἁγίας Γραφῆς καὶ ὁρίζει τὸν Κανόνα τῶν
Βιβλίων τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Αὐτὴ δὲ μόνη
δύναται νὰ ἑρμηνεύσῃ Ἀλαθήτως τὰ ἐν
164
Ἡ Ἁγία Β´ Οἰκουμενικὴ κατὰ τῶν Πνευματομάχων
Σύνοδος συγκροτηθεῖσα ἐν Κωνσταν-
τινουπόλει τὸ 381 μ.Χ.
ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΠΟΤΕ ΕΙΝΑΙ ΑΛΑΘΗΤΟΣ 165
τῇ Ἁγίᾳ Γραφῇ ἀποκαλυπτόμενα Δόγματα,
τὰ ὁποῖα εἶναι γεγραμμένα ἐν αὐτῇ εἴτε
formaliter, ῥητῶς καὶ ἐπὶ λέξει, εἴτε vir-
tualiter, ἐν δυνάμει ὡς νοούμενα ( Ἅγιος
Νεκτάριος, Μελέται Δύο: Β´ Περὶ τῆς Ἱερᾶς
Παραδόσεως, Ἀθῆναι, 1987, σελ. 55-56 ).
Λαμβανομένου ὑπ᾽ ὄψιν τοῦ γεγονότος
ὅτι συγκαλοῦνται καὶ Ληστρικαὶ Σύνο-
δοι, πρέπει νὰ τονισθῇ ὅτι δὲν εἶναι ἀλά-
θητοι ὅλαι αἱ Σύνοδοι, δὲν εἶναι ἀλάθητοι
ἐκ τῶν προτέρων καὶ ἐξ ἀξιώματος, ἀλλὰ
μόνον κρινόμεναι βάσει τῆς ὀρθότητος
τῶν δογμάτων τῆς πίστεως τὰ ὁποῖα αὐ-
ταὶ διατυπώνουν. Κρίνονται μὲ τὸ μέτρον
τῆς ἀναλλοιώτου διαχρονικῆς εὐσεβοῦς
Πίστεως τῆς Ἐκκλησίας.
Ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς
( 580-662 μ.Χ.) διατυπώνει τὴν ἀλήθειαν
αὐτὴν οὕτω: «Τὰς γενομένας Συνόδους,
ἡ εὐσεβὴς Πίστις κυροῖ, καὶ πάλιν, ἡ τῶν
Δογμάτων ὀρθότης κρίνει τὰς Συνόδους».
166 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Ὡσαύτως: «Ἐκείνας οἶδεν Ἁγίας καὶ ἐγ-
κρίτους Συνόδους ὁ εὐσεβὴς τῆς Ἐκκλη-
σίας κανών, ἃς Ὀρθότης Δογμάτων ἔκρι-
νεν» ( Ἅγιος Μάξιμος Ὁμολογητής, Δογ-
ματικὰ καὶ ἀντιρρητικά, λειτουργιολογικά –
Βίος Μαξίμου, Φιλοκαλία τῶν νηπτικῶν καὶ
ἀσκητικῶν, Πατερικαί ἐκδόσεις «Γρηγό-
ριος ὁ Παλαμᾶς», Θεσσαλονίκη 1995, τόμ.
15Γ, σελ. 26-28 ).
Ἡ Συνοδικότης ὡς Διοικητικὸς
Θεσμὸς εἰς τὴν Ἐκκλησίαν
Τὸν Ἱερὸν Θεόπνευστον Ἀποστολικὸν
καὶ Συνοδικὸν Θεσμὸν Διοικήσεως, τὸν
ὁποῖον παρέλαβον ἐκ τῶν Ἁγίων Ἀποστό-
λων οἱ Διάδοχοι τῶν Ἀποστόλων Ἀπο-
στολικοὶ Πατέρες καὶ οἱ μετ᾽ αὐτοὺς
Ἅγιοι Πατέρες, ἀκολουθεῖ ἡ Ἐκκλησία
διὰ νὰ ἐπιλύῃ τὰ διάφορα θέματα καὶ
προβλήματα τὰ ὁποῖα ἐμφανίζονται εἰς
Η ΣΥΝΟΔΙΚΟΤΗΣ ΩΣ ΘΕΣΜΟΣ 167
τὴν ζωὴν τῶν Μελῶν τοῦ Σώματός της
κατὰ τὴν ἱστορικὴν πορείαν της ἐν τῷ
κόσμῳ τούτῳ. Αὐτὴ ἡ διαδικασία ὀνομά-
ζεται ΣΥΝΕΛΕΥΣΙΣ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ ἢ
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΑΡΧΙΕΡΕΩΝ ἢ ΙΕΡΑ
ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΡΧΙΑΣ.
Μιμούμενοι τοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους
οἱ Διάδοχοι αὐτῶν, οἱ Ἐπίσκοποι, κα-
θιέρωσαν τὸν ΙΕΡΟΝ ΣΥΝΟΔΙΚΟΝ ΘΕ-
ΣΜΟΝ ΔΙΟΙΚΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙ-
ΑΣ.
ΣΥΝΟΔΟΣ ἐν γένει εἶναι ἡ Συνέλευ-
σις, διάσκεψις, σύσκεψις ἀνὰ τακτὰ χρο-
νικὰ διαστήματα τῶν ἐνδιαφερομένων διὰ
τὴν συλλογικὴν συζήτησιν, ἐξέτασιν, καὶ
ἀπόφασιν πρὸς ἐπίλυσιν θεμάτων τὰ ὁ-
ποῖα τοὺς ἀπασχολοῦν.
Μὲ τὴν Ἐκκλησιαστικὴν ἔννοιαν, ὁ ὅρος
αὐτός, ΣΥΝΟΔΟΣ, χαρακτηρίζει τὴν συνέ-
λευσιν καὶ Συνεδρίασιν τῶν ἐν ἐνεργείᾳ
Ἐπισκόπων, Ἀρχιεπισκόπων, Μητροπο-
168 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
λιτῶν καὶ Πατριαρχῶν τῶν ἐκπροσω-
πούντων τὸ ποίμνιον τῶν κατὰ τόπους
Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.
Ἡ ἀνάγκη λειτουργίας τοῦ Συνοδι-
κοῦ ΘΕΣΜΟΥ Διοικήσεως ὁλοκλήρου
τῆς Ἐκκλησίας προέκυψεν διὰ τοὺς
κατωτέρω λόγους:
Α´) Διότι Κεφαλὴ τοῦ Σώματος τῆς Ἐκ-
κλησίας δὲν εἶναι κάποιος ἄνθρωπος, ἀλ-
λὰ ὁ Χριστός, ὁ Ἀληθινὸς Θεός, ἡ Ἀλή-
θεια, ἡ πηγὴ τῆς Ἀληθείας, κατὰ τό, «Ἐγὼ
εἰμὶ ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ΑΛΗΘΕΙΑ καὶ ἡ ζωή»
( Ἰωάν. ΙΔ´ 6 ), ὁπότε ἡ Θεία Ἀλήθεια δὲν
εἶναι ἑνὸς ἀνδρὸς κτῆμα, ἀλλὰ τοῦ συνό-
λου τῶν Ἀποστόλων καὶ Ἀποστολικῶν
Διαδόχων φρόνημα.
Β´) Διότι ὁ ΘΕΟΣ εἶναι ΚΕΦΑΛΗ ὁλο-
κλήρου τῆς Ἐκκλησίας, ὁπότε ὅλον τὸ
Σῶμα γνωρίζει καὶ ὁμολογεῖ τὴν ἐκ τῆς
Κεφαλῆς ἀποκαλυπτομένην Ἀλήθειαν.
Η ΣΥΝΟΔΙΚΟΤΗΣ ΩΣ ΘΕΣΜΟΣ 169
Γ´) Διότι ἡ Ἐκκλησία, ὡς «Στῦλος
καὶ ἑδραίωμα τῆς Ἀληθείας» ( Α´ Τιμ.
Γ´ 15 ), ἐκφράζεται ὡς ΣΥΝΟΛΟΝ καὶ
ὄχι ἐν μέρει. Δὲν μερίζεται ἡ ΑΛΗΘΕΙΑ.
Δ´) Διότι ἡ Ἐκκλησία ἔχει ἐν αὐτῇ τὸ
Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ὡς «Ψυχήν» της νὰ
παραμένῃ ἐν αὐτῇ καὶ νὰ τὴν καθοδηγῇ,
κατὰ τὸν λόγον τοῦ Χριστοῦ, « ὅταν δὲ
ἔλθῃ ΕΚΕΙΝΟΣ τὸ ΠΝΕΥΜΑ τῆς ΑΛΗ-
ΘΕΙΑΣ ὁδηγήσει ὑμᾶς εἰς πᾶσαν τὴν Α-
ΛΗΘΕΙΑΝ » ( Ἰωάν. ΙΣΤ´ 13 ), καὶ ὅλη
ἐκφράζει τὴν ΑΛΗΘΕΙΑΝ, ἐπειδὴ ὅλη
γίνεται ΣΤΟΜΑ ΘΕΟΥ, ὅπως κατὰ τὴν
ἡμέραν τῆς Πεντηκοστῆς.
Ε´) Διότι ἡ Θεία Χάρις, ἡ Ἄκτιστος
Θεϊκὴ Ἐνέργεια, κατὰ τοὺς Ἁγίους Πα-
τέρας Διαχέεται ἀπὸ τὴν Θείαν Κεφα-
λήν, τὸν Χριστόν, καὶ Διαποτίζει ὅλα τὰ
Μέλη τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας, εἰς
τρόπον ὥστε νὰ διδάσκωνται καὶ νὰ ἐκ-
φράζουν τὴν Ἀλήθειαν ἐν τῷ Συνόλῳ των
170 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
καὶ ἐν ὁμοφωνίᾳ εἰς τὰς Ἱερὰς Συνόδους,
consensus patrum [ = ὁμοφωνία Πατέ-
ρων ] καθότι οἱ Ἅγιοι εἶναι ΣΤΟΜΑΤΑ
ΘΕΟΥ, διότι « τάδε λέγει Κύριος... ὁ
ἐξάγων ἄξιον ἐξ ἀναξίου, ὡς τὸ ΣΤΟΜΑ
ΜΟΥ ἔσται » ( Ἱερ. ΙΕ´ 19 ).
ΣΤ´) Διότι αἱ Ἀποφάσεις τῶν Οἰκου-
μενικῶν Συνόδων, ὡς ἐκφράζουσαι τὴν
Ἀλήθειαν καθοδηγούμεναι ὑπὸ τοῦ Παν-
αγίου Πνεύματος, εἶναι δεσμευτικαὶ πρὸς
ὅλους καὶ πρέπει νά γίνωνται ἀποδεκταὶ
ὑφ᾽ ὅλων τῶν Μελῶν τοῦ Σώματος τῆς
Ἐκκλησίας.
Ζ´) Διὰ νὰ ἐπικρατῇ ἡ εἰρήνη, ἡ ὁμό-
νοια, ἡ ἀγάπη, ἡ ὁμοθυμία, ἡ ὁμοφωνία
εἰς τὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καὶ νὰ μὴν δη-
μιουργοῦνται Παρασυναγωγαί, Σχίσμα-
τα καὶ Αἱρέσεις, ὅπως ἔχει συμβῆ, ἀπὸ
ὅσους δὲν ἀπεδέχθησαν τὰς ἐκ Θεοῦ λη-
φθείσας Ἀποφάσεις Ἱερῶν Συνόδων.
Η ΣΥΝΟΔΙΚΟΤΗΣ ΩΣ ΘΕΣΜΟΣ 171
Ἡ Ἁγία καὶ Οἰκουμενικὴ Γ´ Σύνοδος
ἥτις τῷ αἰωνίῳ Ἀναθέματι παρέδωκε
τὸν δυσεβῆ Νεστόριον ἐν Ἐφέσῳ τὸ 431 μ.Χ.
(τοιχογραφία περιστυλίου Καθολικοῦ Μονῆς
Μεγίστης Λαύρας, Ἅγιον Ὄρος )
172 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Κατὰ τοὺς τρεῖς πρώτους μετὰ Χριστὸν
αἰῶνας, λόγῳ τῶν φρικτῶν μαρτυρικῶν
διωγμῶν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συνέρχων-
ται εἰς Σύνοδον οἱ Ἐπίσκοποι, ἐκτὸς ἐλα-
χίστων περιπτώσεων καὶ αὗται ἦσαν πολὺ
περιορισμέναι, ὑπὸ εἰδικὰς συνθῆκας.
Ἡ πρώτη Μεγάλη Σύνοδος εἰς τὴν ὁ-
ποίαν ἐλειτούργησεν ὁ ΣΥΝΟΔΙΚΟΣ ΘΕ-
ΣΜΟΣ ΔΙΟΙΚΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙ-
ΑΣ, ἦτο τὸ ἔτος 325 μ.Χ., ἐπὶ Μεγάλου
Κωνσταντίνου, τοῦ Μονοκράτορος τῆς
Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας. Ὁ ἴδιος ἐνωρί-
τερον, τὸ 313 μ.Χ., εἶχεν ἐξαγγείλει μετὰ
τοῦ Λικινίου τὸ Ἱστορικὸν περὶ ΑΝΕΞΙ-
ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΤΩΝ ΜΕΔΙΟ-
ΛΑΝΩΝ, διὰ τοῦ ὁποίου παρείχετο ἐλευ-
θερία πίστεως εἰς ὁλόκληρον τὴν Ρωμαϊ-
κὴν Αὐτοκρατορίαν, καὶ ἐπετρέπετο νὰ
θρησκεύῃ ἕκαστος ἐπισήμως καὶ φανε-
ρῶς κατὰ τὴν κρίσιν του ὡς ἤθελεν. Εὐ-
νοούμενοι βεβαίως ἀπὸ τὸ Διάταγμα αὐτὸ
Η ΣΥΝΟΔΙΚΟΤΗΣ ΩΣ ΘΕΣΜΟΣ 173
ἦσαν οἱ μέχρι τότε διωκόμενοι Χριστια-
νοί.
Ὅταν ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἐξῆλθε
τῶν Κατακομβῶν εἰς τὸν δημόσιον βίον
τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, ἐλειτούρ-
γησε διὰ τοῦ Ἱεροῦ Ἀποστολικοῦ Θεσμοῦ
τῆς Συνοδικότητος. Ἡ Συνοδικότης κατο-
χυρώνει τὸ Ἀλάθητον καὶ ἐξασφαλίζει τὴν
ἑνότητα τῶν μελῶν τοῦ Σώματος τῆς Ἐκ-
κλησίας τοῦ Θεοῦ.
Τὸ Ἀλάθητον καὶ ἡ Ἑνότης εἶναι κύ-
ρια χαρακτηριστικὰ τῆς Ἐκκλησίας. Διὰ
τοῦτο ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἐπισημαίνει
τὴν ἀνάγκην μεγάλης προσοχῆς εἰς τὸν τρό-
πον μὲ τὸν ὁποῖον συμπεριφέρονται οἱ Ἐκ-
κλησιαστικοὶ ἄρχοντες: «Ταῦτά σοι γρά-
φω... ἵνα εἰδῇς πῶς δεῖ ἐν ΟΙΚῼ ΘΕΟΥ
ἀναστρέφεσθαι, ἥτις ἐστὶν ΕΚΚΛΗΣΙΑ
ΘΕΟΥ ΖΩΝΤΟΣ, στῦλος καὶ ἑδραίωμα
τῆς ΑΛΗΘΕΙΑΣ » ( Α´ Τιμ. Γ´ 14-15 ).
174 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Ἡ Ἐκκλησία εἶναι Σῶμα Χριστοῦ καὶ
δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαφωνῇ μὲ τὴν Κε-
φαλήν της, τὸν Χριστόν, τὸν Ἀληθινὸν
Θεόν. Διαφωνία μὲ τὴν Κεφαλὴν συνε-
πάγεται χωρισμὸν ἀπὸ τὴν Κεφαλὴν καὶ
ἀποκοπὴν ἀπὸ τὸ Σῶμα. Τοιαύτη διαφω-
νία καὶ τοιοῦτος χωρισμὸς ἐπέρχεται διὰ
τῶν Αἱρέσεων, τῶν Σχισμάτων, τῶν
Παρασυναγωγῶν.
Τὰς Αἱρετικὰς δοξασίας, τὰ αἵτια τῶν
Σχισμάτων, τὰς ἀφορμὰς τῶν Παρασυ-
ναγωγῶν, ἐπιζητεῖ ἡ Ἐκκλησία νὰ θερα-
πεύσῃ ἐν τῇ γενέσει των, διὰ συγκλήσε-
ως Συνόδου.
Αἱ Συνοδικαὶ Ἀποφάσεις, ληφθεῖσαι ἐν
Πνεύματι Ἁγίῳ, εἴτε ἀφορῶσιν εἰς Δόγ-
μα Πίστεως εἴτε εἰς θέμα Τάξεως εἴτε εἰς
θέμα Λειτουργικῆς ἢ Διοικήσεως ἢ Ποι-
μαντικῆς, εἶναι Ἀποφάσεις τῆς Ἐκκλη-
σίας, καὶ ἰσχυραὶ δι᾽ ὅλους ὅσοι θέλουν
νὰ εἶναι μέλη της. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀ-
Η ΣΥΝΟΔΙΚΟΤΗΣ ΩΣ ΘΕΣΜΟΣ 175
θετηθοῦν ἀπὸ οἱονδήποτε.
Κατὰ παράδοσιν καὶ παγίαν πρακτι-
κήν, ἐὰν κάποιο ἀπὸ τὰ Μέλη της δὲν δέ-
χεται τὰς ληφθείσας Συνοδικὰς Ἀποφά-
σεις ἀποβάλλεται μὲ ἄμεσον ἀποκοπὴν
ἐκ τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας.
Τὸ ΔΙΚΑΙΟΝ καὶ τὴν ΑΛΗΘΕΙΑΝ τὰ
ἀναζητεῖ ὁ ἄνθρωπος εἰς τὴν ζωὴν ἀπὸ ἔμ-
φυτον ἀνάγκην. Πέραν ἀπὸ τὰ Συντάγ-
ματα καὶ τοὺς Νόμους οἱ ὁποῖοι συντάσ-
σονται διὰ τὴν ρύθμισιν τῆς ὁμαλῆς λει-
τουργίας τοῦ κοινωνικοῦ βίου καὶ συχνά-
κις τροποποιοῦνται διότι διαπιστώνεται
ὅτι δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς ἢ σωστοί, ὁ ἄνθρω-
πος ἔχει ἐπὶ πλέον ἀνάγκην καὶ ἀναζητεῖ
Αἰωνίους Ἀληθείας καὶ Αἰώνιον Δικαι-
οσύνην. Ἐν χρόνῳ ζεῖ, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἡ ζωή
του εἶναι ἀπὸ τὴν πνοὴν τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι
ἀπὸ τὸ αἷμα εἰς τὰς ἀρτηρίας του, ἀναζη-
τεῖ καὶ τὸ Ἄχρονον, τὸ Ἀναλλοίωτον, τὸ
Αἰωνίως Ἄτρεπτον καὶ ΑΛΑΘΗΤΟΝ.
176 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Η ΣΥΝΟΔΙΚΟΤΗΣ ΩΣ ΘΕΣΜΟΣ 177
Οἱ μόνοι Νόμοι οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν ἀν-
άγκην βελτιώσεως καὶ δὲν ἐπιδέχονται
τροποποιήσεως ἢ ἀλλαγῆς, εἶναι οἱ Νό-
μοι τοῦ Θεοῦ. Αὐτοὶ θεσπίζονται ὑπὸ τοῦ
μόνου ΑΛΑΘΗΤΟΥ ΝΟΜΟΘΕΤΟΥ, ΤΟΥ
ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΟΣ
ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ, διότι ὁ Ἰησοῦς
εἶναι «ἡ ΟΔΟΣ καὶ ἡ ΑΛΗΘΕΙΑ καὶ ἡ
ΖΩΗ » ( Ἰωάν. ΙΔ´ 6 ).
Θεσπίζονται δὲ οἱ Θεῖοι Νόμοι τῆς
Ἀληθείας καὶ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ πα-
ραμένουν Ἀναλλοίωτοι, εἰς τὴν Ἁγίαν
Ἐκκλησίαν, διότι ΧΡΙΣΤΟΣ Ο ΘΕΟΣ
εἶναι ἡ ΚΕΦΑΛΗ τῆς ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, καὶ
ἡ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ἔχει ἐν Αὐτῇ τὸ ΠΝΕΥ-
ΜΑ τὸ ΑΓΙΟΝ, τὸ διδάσκον Αὐτὴν εἰς
πᾶσαν τὴν ΑΛΗΘΕΙΑΝ, κατὰ τὸν λόγον
τοῦ Κυρίου, «...ὅταν δὲ ἔλθη Ἐκεῖνος τὸ
ΠΝΕΥΜΑ τῆς ΑΛΗΘΕΙΑΣ, ὁδηγήσει ὑμᾶς
εἰς πᾶσαν τὴν ΑΛΗΘΕΙΑΝ » ( Ἰωάν. ΙΣΤ´
13 ).
178 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ τοῦ ΧΡΙΣΤΟΥ εἶναι τὸ
Ταμεῖον τῆς ΑΛΗΘΕΙΑΣ, εἶναι ΑΛΑΘΗ-
ΤΟΣ, ὅταν ἐκφράζεται ὁμοφώνως ὅλη
ὡς ΣΥΝΟΛΟΝ.
Εἰς ὅλην τὴν γῆν, εἰς ὅλην τὴν Οἰκου-
μένην, σήμερον ὁ Ἀλάθητος Νομοθέτης,
Διδάσκαλος καὶ Κριτὴς εἶναι ἡ ΕΚΚΛΗ-
ΣΙΑ τοῦ ΧΡΙΣΤΟΥ, ἡ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ
ΤΡΙΣΥΠΟΣΤΑΤΟΥ ΘΕΟΥ, Αὐτὸς ὁ Θε-
ανθρώπινος, Θεοσύστατος καὶ Θεοϋ-
πόστατος Ὀργανισμός, ἡ ΜΙΑ, ΑΓΙΑ,
ΚΑΘΟΛΙΚΗ καὶ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΟΡΘΟ-
ΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ.
Ὅταν λοιπὸν ἐκφράζεται ἡ Ἐκκλη-
σία ὅλη ὡς Σύνολον, ἐκφράζεται ΑΛΑ-
ΘΗΤΩΣ.
Πότε ἡ Ἐκκλησία ἐκφράζεται
ὡς Σύνολον Ἀλαθήτως
Ἡ ἀπάντησις εἶναι γνωστὴ καὶ ἁπλῆ.
Ὅταν ἀποφαίνεται καὶ ἀποφασίζει «ἐν
Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΩΣ ΣΥΝΟΛΟΝ 179
Οἰκουμενικῇ Συνόδῳ». Ἡ ἀπάντησις ὅ-
μως αὐτὴ μπορεῖ νὰ εἶναι γνωστὴ καὶ ἁ-
πλῆ, ἀλλὰ ἡ κατανόησίς της καὶ πολὺ πε-
ρισσότερον ἡ κατόρθωσίς της δὲν εἶναι τό-
σον ἁπλῆ. Πῶς ἡ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος,
ἐφ᾽ ὅσον δηλαδὴ ἀναγνωρισθῆ μία Σύν-
οδος ὡς Οἰκουμενική, ἐκφράζει τὸ Σύνο-
λον τῆς Ἐκκλησίας, καὶ διατί ἀντιπροσω-
πεύει ὅλην τὴν Ἐκκλησίαν; Πῶς ἐπιτυγ-
χάνεται καὶ πῶς κατορθώνεται αὐτό;
Ἐν πρώτοις, μία Οἰκουμενικὴ Σύνοδος
συγκροτεῖται ἀπὸ ὅλους τοὺς ἐν ἐνερ-
γείᾳ Ἱεράρχας ὅλης τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκ-
κλησίας, τοὺς Ἱεράρχας δηλαδὴ οἱ ὁποῖοι
ἔχουν Ἐπισκοπή - Πλήρωμα. Αὐτοὶ ἀντι-
προσωπεύουν τοὺς ζῶντας Ὀρθοδόξους
Χριστιανοὺς τῆς ἐπαρχίας των, καὶ οὕτω
ὅλοι μαζὺ ἀντιπροσωπεύουν τὸ σύνολον
τῆς ἐπὶ γῆς Στρατευομένης καὶ Ἀγωνιζο-
μένης Ἐκκλησίας, τῆς Ὁρατῆς Ἐκκλη-
σίας.
180 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Αὐτοὶ οἱ Ἱεράρχαι ὅμως, διὰ νὰ ἀποτε-
λοῦν Οἰκουμενικὴν Σύνοδον καὶ νὰ ἐκ-
προσωποῦν ὅλην τὴν ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ, ἤτοι
Στρατευομένην καὶ Θριαμβεύουσαν μὲ
Κεφαλὴν τὸν Χριστόν, πρέπει νὰ ἐκπρο-
σωποῦν ὄχι μόνον τοὺς ζῶντας Ὀρθοδό-
ξους Χριστιανούς, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἀπελ-
θόντας, τοὺς κεκοιμημένους. Πρέπει δη-
λαδὴ νὰ ἐκπροσωποῦν καὶ τὴν ἐν οὐρα-
νοῖς Θριαμβεύουσαν Ἐκκλησίαν. Πῶς
δὲ καθίσταται αὐτὸ δυνατόν; Αὐτὸ πραγ-
ματοποιεῖται ὅταν οἱ ἐπίσκοποι αὐτοὶ ἐκ-
προσωποῦν τὴν γνώμην καὶ τῶν μετα-
στάντων. Ἀκόμη καλύτερον, ὅταν συμ-
φωνοῦν μὲ τὴν γνώμην τῆς Θριαμβευ-
ούσης Ἐκκλησίας, ἤτοι, τῆς Ἀοράτου
Ἐκκλησίας. Αὐτὴ βεβαίως ἡ γνώμη τῆς
Θριαμβευούσης Ἐκκλησίας ἔχει ἐκφρα-
σθῆ καὶ διατυπωθῆ εἰς τὰς προγενεστέ-
ρας Οἰκουμενικὰς Συνόδους.
Ἑπομένως, ἡ γνώμη μιᾶς Οἰκουμενικῆς
Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΩΣ ΣΥΝΟΛΟΝ 181
Ἡ Ἁγία Ε´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, ἡ ἐν Κων-
σταντινουπόλει συγκροτηθεῖσα τὸ 553 μ.Χ.
κατὰ ὑπολειμμάτων τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ,
τοῦ Νεστοριανισμοῦ καὶ τοῦ Ὠριγενισμοῦ
182 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Συνόδου, διὰ νὰ εἶναι γνώμη Ὁλοκλή-
ρου τῆς Μιᾶς Ἐκκλησίας, πρέπει νὰ συμ-
φωνῇ καὶ μὲ τὰς ἀποφάσεις τῶν προηγου-
μένων Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Δὲν μπο-
ρεῖ νὰ διαφωνῇ μὲ αὐτάς, ἐφ᾽ ὅσον θέλει
νὰ ἐκπροσωπῇ ὅλην τὴν Μίαν Ἁγίαν Ἐκ-
κλησίαν, Θριαμβεύουσαν καὶ Στρατευ-
ομένην, καὶ νὰ εἶναι ἡ Ὀρθόδοξος Φωνὴ
τῆς Ἐκκλησίας.
Δὲν δύναται νὰ ἀναιρεθῇ Ἀπόφασις
Οἰκουμενικῆς Συνόδου ὑπὸ μεταγενε-
στέρας Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Διότι
τοῦτο θὰ ἐσήμαινεν ὅτι αἱ προηγηθεῖσαι
δὲν ἦσαν Ἀλάθητοι ἀλλὰ καὶ ὅτι ἡ ἰδία δύ-
ναται νὰ ἀναιρεθῇ εἰς τὸ μέλλον ὡς σφάλ-
λουσα ὑπὸ μεταγενεστέρας τοιαύτης.
Ἐδῶ πρέπει νὰ τονισθῇ καὶ πάλιν ὅτι
κάθε μεταγενεστέρα Οἰκουμενικὴ Σύνο-
δος εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ προσαρμόζη-
ται καὶ νὰ συμφωνῇ μὲ τὰς ἀποφάσεις τῶν
προηγουμένων Οἰκουμενικῶν Συνόδων.
Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΩΣ ΣΥΝΟΛΟΝ 183
Τὸ ἀντίθετον, δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ ἀπαι-
τήσωμεν διότι δὲν δύναται λογικῶς νὰ ἐ-
πιτευχθῆ.
Ὡστόσο, ἐπειδὴ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον,
τὸ ὁποῖον λαλεῖ εἰς μίαν Σύνοδον, προ-
γιγνώσκει ποῖον ζήτημα θὰ κληθοῦν νὰ
ἐπιλύσουν ἐν Ἀληθείᾳ αἱ ἑπόμεναι Σύνο-
δοι, καθιστᾶ καὶ κάθε προγενεστέραν Οἰ-
κουμενικὴν Σύνοδον σύμφωνον μὲ ὅλας
τὰς μεταγενεστέρας.
Ἡ Θριαμβεύουσα Ἐκκλησία εὑρίσκε-
ται εἰς τὸν οὐρανόν. Ὅ,τι εἶχε νὰ εἰπῇ τὸ
εἶπεν, τὸ ἔγραψεν καθοδηγουμένη ὑπὸ τοῦ
Ἁγίου Πνεύματος, καὶ δὲν ἀλλάζει γνώμην.
Ἑπομένως, ἡ Στρατευομένη Ἐκκλη-
σία, ὅταν συνέρχεται εἰς μίαν νεωτέραν
καὶ μεταγενεστέραν Οἰκουμενικὴν Σύνο-
δον, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ ἐν γένει πορείᾳ της,
εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ προσαρμόζηται,
νὰ εὐθυγραμμίζεται καὶ νὰ συμφωνῇ μὲ
τὰς Ἀποφάσεις τῶν προηγουμένων Οἰ-
184 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Ἡ Ἁγία ΣΤ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος
ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει συγκροτηθεῖσα
κατὰ τοῦ Μονοθελητισμοῦ τὸ 680-681 μ.Χ.
Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΩΣ ΣΥΝΟΛΟΝ 185
κουμενικῶν Συνόδων, ἀποδεχομένη αὐ-
τὰς ἐκ τῶν προτέρω ὡς Ἀλαθήτους, ὥστε
νὰ φαίνεται ὅτι εἶναι ἡ συνέχεια αὐτῶν.
Ἐξ᾽ ἄλλου θὰ ἠδυνάμεθα νὰ προσδιο-
ρίσωμεν καὶ νὰ εἴπωμεν ὅτι μία Σύνοδος,
διὰ νὰ εἶναι Οἰκουμενικὴ καὶ ἑπομένως
Ἀλάθητος, πρέπει νὰ ἔχῃ δύο ἰδιότητας:
α) Καθολικότητα κατὰ βάθος ἢ κα-
θέτως ἢ ἐν χρόνῳ. Ἡ πρώτη αὐτὴ ἰδιότης
σημαίνει ὅτι μία Σύνοδος, διὰ νὰ εἶναι
Ἀλάθητος, πρέπει νὰ ἐκπροσωπῇ ὅλους
τοὺς κοιμηθέντας ἐν Χριστῷ Ὀρθοδό-
ξους Χριστιανοὺς οἱ ὁποῖοι ἔζησαν καὶ
ἔδρασαν ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τοὺς
προηγουμένους αἰῶνας, ἀπὸ Ἀδὰμ ἕως
Χριστοῦ καὶ ἕως σήμερον.
Ἡ Πίστις ἐκείνων, ἔχει ἀποτυπωθῆ ἐν
χρόνῳ εἰς τὰς Θείας Γραφὰς καὶ ἔχει ἐκ-
φρασθῆ εἰς τὰς Θεοπνεύστους Ἀποφά-
σεις τῶν προγενεστέρων Οἰκουμενικῶν
Συνόδων.
186 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
β) Καθολικότητα κατὰ πλάτος ἢ ὀρι-
ζοντίως ἢ ἐν τόπῳ. Ἡ Δευτέρα αὐτὴ ἰδιό-
της σημαίνει ὅτι μία Σύνοδος, διὰ νὰ εἶναι
Ἀλάθητος πρέπει νὰ ἐκπροσωπῇ καὶ τὸ
σύγχρονον Πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, τὸ
ὁποῖον ζεῖ εἰς ὅλα τὰ πλάτη τῆς γῆς. Δι᾽
αὐτὸ λέγομεν κατὰ πλάτος ἢ ὀριζοντίως
ἢ ἐν τόπῳ.
Δὲν ἀρκεῖ ὅμως οὔτε αὐτό. Πρέπει ἡ
Οἰκουμενικὴ Σύνοδος νὰ ἀναγνωρισθῇ
ὡς Οἰκουμενικὴ καὶ ἀπὸ τὸ Πλήρωμα
τῆς Στρατευομένης Ἐκκλησίας. Αἱ Ἀπο-
φάσεις Αὐτῆς πρέπει νὰ γίνουν ἀποδεκταὶ
ὡς Ἀλάθητοι, ἔστω σιωπηρῶς, ἀπὸ ὅλην
τὴν ἐπὶ γῆς Ζῶσαν Ἐκκλησίαν.
Διευκρινίζεται δὲ ἀρτίως τὸ σημεῖον αὐ-
τὸ καὶ εἰς τὴν ἀκόλουθον διατύπωσιν: «Ἡ
Οἰκουμενικότης τῶν Συνόδων δὲν ὀφεί-
λεται εἰς τὴν συμμετοχὴν εἰς αὐτὰς πάν-
των τῶν ἐπισκόπων τῆς Χριστιανικῆς
Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΩΣ ΣΥΝΟΛΟΝ 187
Οἰκουμένης, ἀλλ᾽ εἰς τὴν συμφωνίαν τῶν
παρόντων, τῶν ἐκπροσωπούντων καὶ
τοὺς ἀπουσιάζοντας ἐπισκόπους, καὶ τὰ
διάφορα τμήματα τῆς Ἐκκλησίας, ὡς καὶ
εἰς τὴν ἐκ τῶν ὑστέρων ἀποδοχὴν τῶν
δεδογμένων ἐν αὐταῖς καὶ ὑπὸ τῶν λοι-
πῶν ἐπισκόπων καὶ ἁπάσης τῆς Ἐκκλη-
σίας, ὡς ὀρθοτομησασῶν τὸν λόγον τῆς
Ἀληθείας» ( Ἰωάννου Καρμίρη, Ὀρθόδο-
ξος Ἐκκλησιολογία, Δογματικῆς τμῆμα Ε´,
Ἀθῆναι 1973, σελ. 674 ).
Μεγαλυτέρα ὅμως ἀσφάλεια παρέχεται
ὅταν μία μεταγενεστέρα Οἰκουμενικὴ Σύν-
οδος, ἀφοῦ διαπιστώσῃ τὴν ὀρθότητα τῶν
Ἀποφάσεων αὐτῶν καὶ ἀπὸ τὴν ὁμόφωνον
καὶ πάνδημον ἀποδοχήν των ἀπὸ τὴν Συν-
είδησιν τῆς Ἐκκλησίας, ἐπικυρώσει αὐτάς.
Οὕτως ἡ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος τῆς
Ἐκκλησίας ἀποβαίνει ὁ ΑΛΑΘΗΤΟΣ
ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ καὶ ὁ Αὐθεντικὸς Κρι-
τής.
188 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Ἡ δυσχέρεια ὅμως τοῦ πράγματος ἔγ-
κειται εἰς τὸ ὅτι αὐτὸς ὁ Ἀλάθητος Κρι-
τὴς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συγκαλῆται, νὰ
συνέρχεται καὶ νὰ ἀποφαίνεται συνεχῶς,
καθημερινῶς. Ἀλλὰ καὶ ἂν αὐτὸ συνέβαι-
νε, πάλιν δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀσχολῆ-
ται μὲ ὅλα γενικῶς τὰ θέματα καὶ νὰ ἀπ-
αντᾶ εἰς ὅλα τὰ ἐρωτήματα καὶ τὰς προσω-
πικὰς ὑποθέσεις τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλη-
σίας.
Ὁπότε γεννᾶται τὸ ἐρώτημα: Πῶς θὰ
δοθῇ λύσις εἰς ὅλα αὐτά;
Διὰ τὸν σκοπὸν αὐτὸν ἡ Ἐκκλησία αὐ-
τὴ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων μᾶς ἔχει
ἐμπιστευθῆ τοὺς Ἀλαθήτους Κανόνας
Πίστεως καὶ Ζωῆς, Θεωρίας, Πράξεως,
Ἀληθείας, Ἀγάπης καὶ Ἑνότητος.
Μᾶς ἔχει παραδώσει τὰ Ἀλάθητα αὐτὰ
Κριτήρια, διὰ νὰ τὰ ἔχωμεν πρόχειρα,
διὰ νὰ τὰ συμβουλευώμεθα, ὅποτε θέλο-
Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΩΣ ΣΥΝΟΛΟΝ 189
Ἡ Ἁγία Ζ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος
ἡ κατὰ τῆς Εἰκονομαχίας συγκροτηθεῖσα
ἐν Νικαίᾳ τῆς Βιθυνίας τὸ 787 μ.Χ.
190 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
μεν, ὅποτε τὰ χρειαζόμεθα.
Καὶ αὐτὰ τὰ Ἀλάθητα Κριτήρια εἶναι
ὁ Κανὼν τῆς Ἁγίας Γραφῆς, Παλαιᾶς
καὶ Καινῆς Διαθήκης, αἱ Θεῖαι Γραφαὶ καὶ
αἱ Ἀποφάσεις, οἱ Ὅροι- Κανόνες τῶν Ἁ-
γίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἐκεῖνοι οἱ
ὁποῖοι ἐθεσπίσθησαν καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι
ἐπικυρώθησαν ἀπὸ αὐτάς.
Δὲν εἶναι νοητὸν ἡ μία Ἀπόφασις, ὁ
Δογματικὸς Ὅρος, νὰ εἶναι Ἀλάθητος,
καὶ ἡ ἄλλη Ἀπόφασις, ὁ Κανὼν Ζωῆς νὰ
μὴν εἶναι Ἀλάθητος, ἐφ᾽ ὅσον καὶ τὰ δύο
προέρχονται ἀπὸ τὸ ἴδιον Ὄργανον, ἀπὸ
τὴν ἰδίαν Πηγήν, ἀπὸ τὴν ἰδίαν καὶ τὴν
αὐτὴν πολλάκις Οἰκουμενικὴν Σύνοδον
τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀπὸ τὸ Ἅ-
γιον Πνεῦμα τὸ λαλῆσαν ἐν αὐταῖς.
Αἱ ἴδιαι αἱ Οἰκουμενικαὶ Σύνοδοι μᾶς
πληροφοροῦν καὶ μᾶς διαβεβαιώνουν ὅτι
οἱ Κανόνες των εἶναι Θεῖοι, ὅτι ἐθεσπί-
Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΩΣ ΣΥΝΟΛΟΝ 191
σθησαν μὲ τὸν Φωτισμὸν καὶ τὴν Χά-
ριν τοῦ Παναγίου Πνεύματος, τὸ ὁποῖον
παραμένει εἰς τὴν Ἐκκλησίαν καὶ ὁδηγεῖ
Αὐτὴν εἰς πᾶσαν τὴν Ἀλήθειαν, καθὼς
λέγει ὁ Χριστός: «...πέμψω Αὐτὸν πρὸς
ὑμᾶς... ὅταν δὲ ἔλθη Ἐκεῖνος τὸ ΠΝΕΥ-
ΜΑ τῆς ΑΛΗΘΕΙΑΣ, ὁδηγήσει ὑμᾶς εἰς
πᾶσαν τὴν ΑΛΗΘΕΙΑΝ...» ( Ἰωάν. ΙΣΤ´
13 - 15 ).
Δι᾽ αὐτὸ μάλιστα ὁρίζουν καὶ τὴν ἀσά-
λευτον τήρησιν ὁλοκλήρου τοῦ περιεχο-
μένου τῶν Ἀποφάσεών των καὶ ἀπαγο-
ρεύουν κάθε παραχάραξιν καὶ παραποίη-
σίν των.
Πρὸς διευκόλυνσιν, ἀπαριθμοῦνται κα-
τωτέρω αἱ Πηγαὶ τῶν Ἀλαθήτων κριτηρί-
ων, μέτρων καὶ σταθμῶν τῆς Ἁγίας τοῦ
Θεοῦ Ἐκκλησίας, αἱ ὁποῖαι συγκροτοῦν
τὸν Κανόνα Ἀληθοῦς Πίστεως καὶ Θείου
Δικαίου.
192 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Ἡ Ἀναστήλωσις τῶν Ἱερῶν Εἰκόνων τὸ 843 μ.Χ.
Σύνοδος Κων/πόλεως ἐπὶ πατρ. Μεθοδίου Ὁμολογητοῦ,
Αὐτοκρατείρας Θεοδώρας καὶ υἱοῦ αὐτῆς Μιχαὴλ Γ´.
ΠΗΓΑΙ ΚΑΝΟΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ 193
ΠΗΓΑΙ ΚΑΝΟΝΙΚΟΥ
ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
ΕΙΣ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ
( ΔΙΑ ΚΑΘΕ ΠΙΣΤΟΝ ΜΕΛΟΣ
ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΑΥΤΗΣ )
Ἡ Σωτήριος Πίστις εἰς τὴν ὁλοκληρίαν
της, ἤτοι, ὡς Θεόπνευστον Δόγμα καὶ ὡς
Κανὼν Θεαρέστου βίου εἰς τὴν Θεοϋπό-
στατον Ἐκκλησίαν διαφυλάσσεται εἰς τὰς
Πηγὰς τοῦ Κανονικοῦ καὶ Ἐκκλησιαστι-
κοῦ Δικαίου.
Αἱ Πηγαὶ αὗται εἶναι:
1. Ἡ Θεόπνευστος ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ,
Παλαιὰ Διαθήκη καὶ Καινὴ Διαθήκη: «Πᾶ-
σα Γραφὴ Θεόπνευστος» ( Β΄ Τιμόθεον
Γ´ 16 ). Καὶ πάλιν: «Ἐρευνᾶτε τὰς Γρα-
φὰς ὅτι ὑμεῖς δοκεῖτε ἐν αὐταῖς ΖΩΗΝ
ΑΙΩΝΙΟΝ ἔχειν» ( Ἰω. Εʹ 39 ). Καὶ πάλιν:
«Εἰ Μωϋσέως καὶ τῶν Προφητῶν οὐκ
ἀκούουσιν οὐδὲ ἐάν τις ἐκ νεκρῶν ἀνα-
στῇ πεισθήσονται» ( Λουκ. ΙΣΤ´ 31 ).
194 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
2. Ἱερὰ Παράδοσις τῆς Ἐκκλησίας,
Ἔγγραφος καὶ Ἄγραφος: «Στήκετε καὶ
κρατεῖτε τὰς Παραδόσεις ἅς ἐδιδάχθη-
τε εἴτε διὰ λόγου εἴτε δι᾽ Ἐπιστολῆς ἡ-
μῶν» (Β΄ Θεσ. Β´ 15). Καὶ πάλιν: «Ἀλλὰ
καὶ ἐὰν ἡμεῖς ἢ Ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐ-
αγγελίζηται ὑμῖν παρ’ ὃ εὐηγγελισάμεθα
ὑμῖν, ΑΝΑΘΕΜΑ ἔστω. Ὡς προειρήκα-
μεν, καὶ ἄρτι πάλιν λέγω· εἴ τις ὑμᾶς εὐ-
αγγελίζεται παρ’ ὃ παρελάβετε, ΑΝΑΘΕ-
ΜΑ ἔστω» ( Γαλ. Α' 8-9 ).
3. Οἱ 85 Ἀποστολικοὶ Κανόνες, οἱ ὁ-
ποῖοι ἐβεβαιώθησαν ὑπὸ τῆς Πενθέκτης
Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ ἔλαβον Οἰκου-
μενικὸν κῦρος τὸ 690 μ.Χ.
4. Αἱ Ἅγιαι ἑπτὰ (7) Οἰκουμενικαὶ
Σύνοδοι (σὺν τῇ 8ῃ καὶ 9ῃ), αἱ ὁποῖαι εἶ-
ναι Θεόπνευστοι ὅπως καὶ ἡ Ἁγία Γραφή.
Λέων Αὐτοκράτωρ ὁ Σοφὸς ὁρίζει σχε-
τικῶς: «Δέχομαι τὰς Ἁγίας 7 Οἰκουμε-
νικὰς Συνόδους, ὡς τὸ Θεῖον καὶ Ἱερὸν
ΠΗΓΑΙ ΚΑΝΟΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ 195
Εὐαγγέλιον. Τὰ δεύτερα λόγια μετὰ τὰ
πρῶτα».
Ὁμοίως καὶ εἰς τὸ Ἱερὸν Πηδάλιον ἀνα-
γινώσκομεν: «Αὕτη ἡ Βίβλος εἶναι ἡ μετὰ
τὰς Ἁγίας Γραφὰς Ἁγία Γραφή, ἡ μετὰ
τὴν Παλαιὰν καὶ Καινὴν Διαθήκην, Δια-
θήκη. Τὰ μετὰ τὰ Πρῶτα καὶ Θεόπνευ-
στα λόγια, Δεύτερα καὶ Θεόπνευστα λό-
για» (Ἱερὸν Πηδάλιον, ιστ´).
5. Αἱ Ἅγιαι Πανορθόδοξοι Σύνοδοι αἱ
ὁποῖαι εἶναι Θεόπνευστοι καὶ ἔχουν Οἰ-
κουμενικὸν κῦρος: «Κρατῶμεν τῆς Ὁμο-
λογίας ἣν παρελάβομεν ἄδολον παρὰ τη-
λικούτων ἀνδρῶν... ὃ εὐηγγελισάμεθα ὑ-
μῖν.... κἂν Ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ ΑΝΑΘΕΜΑ
ἔστω» ( Γαλ. Α' 6-9, καὶ Πανορθόδοξος
Σύνοδος 1848 ).
Περὶ τῶν Πηγῶν Δικαίου εἰς τὴν Ἐκ-
κλησίαν εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ἐπισημανθῇ,
(α) ὅτι δὲν εἶναι ἀνεξάρτητοι ἡ μία ἀπὸ
τὴν ἄλλην, ἀλλὰ ἀλληλοτροφοδοτούμεναι
196 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
καὶ λαλοῦσαι ἐκ μιᾶς πνοῆς, αὐτῆς τοῦ
Ἁγίου Πνεύματος, καὶ (β) ὅτι δὲν σκύ-
πτει νὰ πίῃ ἐξ αὐτῶν ἡ Ἐκκλησία ὡς νὰ
εὑρίσκοντο ἔξω ἀπὸ αὐτήν, ἀλλὰ ἀρδεύ-
εται ἐσωτερικῶς δι᾽ αὐτῶν, ὡς αὐτὴ τί-
κτουσα αὐτὰς ἐκ Πνεύματος Ἁγίου.
Ἀρκεῖ πρὸς ἀπόδειξιν τούτου νὰ ληφθῇ
ὑπ᾽ ὄψιν ὅτι ὅλαι αἱ Ἀλάθητοι Ἀποφάσεις
τῶν Ἱερῶν Συνόδων βασίζονται εἰς τὴν
Ἁγίαν Γραφήν, ἀλλὰ καὶ ὅτι ἡ Ἁγία Γραφὴ
εὗρε τὸν Κανόνα της καὶ καθιερώθη Συν-
οδικῶς. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ Συντάκτης
τῆς Ἁγίας Γραφῆς, διότι προϋπῆρχεν Αὐ-
τῆς. Ἡ Αὐθεντία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι
Ἁγιοπνευματική.
Τοῦτο συνοψίζεται καὶ εἰς τὸ τέλος τοῦ
Α´ Κανόνος τῆς ἐν Τρούλλῳ τοῦ Παλατί-
ου τὸ 691 μ.Χ. συγκληθείσης Ἁγίας Πεν-
θέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου: «Καὶ συν-
ελόντα φάναι, πάντων τῶν ἐν τῇ Ἐκκλη-
σίᾳ τοῦ Θεοῦ διαπρεψάντων ἀνδρῶν, οἳ
ΠΗΓΑΙ ΚΑΝΟΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ 197
γεγόνασι φωστῆρες ἐν κόσμῳ, λόγον Ζωῆς
ἐπέχοντες, τὴν πίστιν κρατεῖν βεβαίαν,
καὶ μέχρι συντελείας τοῦ αἰῶνος ἀσά-
λευτον διαμένειν θεσπίζομεν, καὶ τὰ αὐ-
τῶν θεοπαράδοτα συγγράμματά τε καὶ
Δόγματα, πάντας ἀποβαλλόμενοί τε, καὶ
Ἀναθεματίζοντες, οὓς ἀπέβαλον, καὶ Ἀνε-
θεμάτισαν, ὡς τῆς Ἀληθείας ἐχθρούς, καὶ
κατὰ Θεοῦ φρυαξαμένους κενά, καὶ ἀδι-
κίαν εἰς ὕψος ἐκμελετήσαντας. Εἰ δέ τις
τῶν ἁπάντων μὴ τὰ προειρημένα τῆς εὐ-
σεβείας Δόγματα κρατοῖ καὶ ἀσπάζοιτο,
καὶ οὕτω δοξάζοι τε, καὶ κηρύττοι, ἀλλ’
ἐξ ἐναντίας ἰέναι τούτων ἐπιχειροῖ, ἔστω
ΑΝΑΘΕΜΑ, κατὰ τὸν ἤδη ἐκτεθέντα Ὅ-
ρον ὑπὸ τῶν προδηλωθέντων Ἁγίων καὶ
μακαρίων Πατέρων, καὶ τοῦ Χριστιανι-
κοῦ καταλόγου, ὡς ἀλλότριος, ἐξωθείσθω
καὶ ἐκπιπτέτω. Ἡμεῖς γὰρ οὔτε προστι-
θέναι τι, οὔτε μὴν ἀφαιρεῖν, κατὰ τὰ προ-
ορισθέντα, παντελῶς διεγνώκαμεν, ἢ καθ’
198 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ὁντιναοῦν δεδυνήμεθα λόγον» (Κανὼν Α´
Ἁγίας Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου).
Τοῦτο ἐπισημαίνει καὶ ὁ πολύπαθος Ἅ-
γιος Νεκτάριος: «Αἱ συγκροτηθεῖσαι εἰς
μίαν ἡμιχιλιετηρίδαν ἱεραὶ Οἰκουμενικαὶ
Σύνοδοι... διὰ τὴν ταυτότητα τοῦ θέματος
καὶ τοῦ σκοποῦ.... ὡς καὶ διὰ τὸν ἐσωτε-
ρικὸν αὐτῶν σύνδεσμον, εὐλόγως δύναν-
ται νὰ θεωρηθοῦν ὡς ἑπτὰ Συνεδρίαι μιᾶς
καὶ τῆς αὐτῆς Μεγάλης Συνόδου. Οὕτω
δὲ διελευκάνθησαν, ὅπως ἔπρεπε, τὰ δι-
αμφισβητούμενα..., ἐφρουρήθη δι᾽ Ὅρων
τε καὶ Κανόνων ἡ ἀληθὴς Πίστις, ἐτηρή-
θη ἀδιάφθορον τὸ γνήσιον πνεῦμα τῆς
Στρατευομένης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας,
κατεδείχθη αὐτὴ ἡ Ἀλήθεια καὶ ἐθριάμ-
βευσεν ἡ Ὀρθοδοξία, ἀφοῦ... κατεπολε-
μήθησαν αἱ ψευδεῖς τῶν ἀντιφρονούντων
αἱρετικῶν δοξασίαι...» ( Ἁγίου Νεκταρίου
Μητροπολίτου Πενταπόλεως, «Αἱ Οἰκου-
μενικαὶ Σύνοδοι τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλη-
ΠΗΓΑΙ ΚΑΝΟΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ 199
σίας...», Ἔκδοσις Βασ. Ρηγοπούλου, Θεσ-
σαλονίκη 1972, σελ. 213 ).
Ὡς Πηγαὶ Κανονικοῦ Δικαίου εἰς τὴν
Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ, ἡ Ἱερὰ Παράδοσις
καὶ αἱ Ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συν-
όδων εἶναι ἰσόκυροι μὲ τὴν Ἁγίαν Γραφήν,
ἤτοι, Παλαιὰν Διαθήκην καὶ Καινὴν Δια-
θήκην, διότι τὸ αὐτὸ Ἅγιον Πνεῦμα λαλεῖ
ἐν αὐταῖς. Ὅλαι ἔχουν τὴν βαρύτητα τῆς
Διαθήκης τοῦ ΘΕΟΥ πρὸς τοὺς ἀνθρώ-
πους.
Εἰς τὸν πολιτικὸν βίον τῶν ἀνθρώπων,
εἰς ὅλον τὸν κόσμον, ἡ διαθήκη ἑνὸς ἀπο-
θαμένου γίνεται σεβαστή ὡς νομικῶς δε-
σμευτική. Ἡ ἐπιθυμία τοῦ Διαθέτου ἀνα-
γνωρίζεται ὡς πηγὴ δικαίου καὶ οὐδεὶς
νόμος δύναται νὰ ἀναιρέσῃ αὐτήν.
Εἰς τὸν πνευματικὸν βίον τῶν Χριστια-
νῶν, ἡ Διαθήκη τοῦ Θεοῦ, κατατεθειμένη
εἰς τὸ ὑποθηκοφυλακεῖον τῆς Ἐκκλησίας,
ἤτοι, τὴν Ἁγίαν Γραφήν, τὴν Ἱερὰν Παρά-
200 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
δοσιν, τὰ θεσπίσματα τῶν Ἁγίων Οἰκου-
μενικῶν καὶ Πανορθοδόξων Συνόδων, ἔχει
ἀπολύτως δεσμευτικὸν χαρακτῆρα. Εἶναι
Διαθήκη Πίστεως, Διαθήκη Σωτηρίας. Αἱ
Πηγαὶ Κανονικοῦ καὶ Ἐκκλησιαστικοῦ Δι-
καίου λοιπὸν πρέπει νὰ εἶναι σεβασταί.
Περὶ τούτου γράφει ὁ Ἀπόστολος Παῦ-
λος: «Ἀδελφοί, κατὰ ἄνθρωπον λέγω· ὅ-
μως ἀνθρώπου κεκυρωμένην διαθήκην
οὐδεὶς ἀθετεῖ ἢ ἐπιδιατάσσεται. Τῷ δὲ
Ἀβραὰμ ἐρρέθησαν αἱ ἐπαγγελίαι καὶ τῷ
σπέρματι αὐτοῦ· οὐ λέγει, καὶ τοῖς σπέρ-
μασιν, ὡς ἐπὶ πολλῶν, ἀλλ’ ὡς ἐφ’ ἑνός,
καὶ τῷ σπέρματί σου, ὅς ἐστι Χριστός.
Τοῦτο δὲ λέγω· ΔΙΑΘΗΚΗΝ προκεκυρω-
μένην ὑπὸ τοῦ Θεοῦ εἰς Χριστὸν ὁ μετὰ
ἔτη τετρακόσια καὶ τριάκοντα γεγονὼς
Νόμος οὐκ ἀκυροῖ, εἰς τὸ καταργῆσαι
τὴν ἐπαγγελίαν» ( Γαλ. Γ' 15-17 ). Ὁ διὰ
Μωϋσέως Νόμος δὲν δύναται νὰ ἀναιρέ-
σῃ τὴν Διαθήκην τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν Ἀβρα-
ΕΙΔΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΩΝ ΣΥΝΟΔΩΝ 201
άμ, τὴν ἐπαγγελίαν δηλαδὴ τῆς διὰ τοῦ
Χριστοῦ Σωτηρίας καὶ Εὐλογίας τῶν Ἐ-
θνῶν.
Τοιουτοτρόπως, ποῖος δύναται νὰ ἀθε-
τήσῃ τὴν διὰ τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ ἐ-
πικυρωθεῖσαν Διαθήκην καὶ νὰ σωθῇ ἄνευ
Πίστεως; «Ἀβραὰμ ἐπίστευσε τῷ Θεῷ,
καὶ ἐλογίσθη αὐτῷ εἰς δικαιοσύνην» (Γέν.
ΙΕ´ 6, Α´ Μακκ. Β´ 52, Ρωμ. Δ´ 3, Γαλ. Γ'
6 , Ἰακ. Β´ 23 ).
Αὐτὴν τὴν Πίστιν εἰς τὴν ὁλοκληρίαν
της διαφυλάσσουν αἱ Πηγαὶ τοῦ Κανονι-
κοῦ καὶ Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου.
Εἴδη Ἐκκλησιαστικῶν Συνόδων
Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ εἶναι μὲν
Μία ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς, καὶ εἶναι μό-
νον Μία εἰς ὅλην τὴν Οἰκουμένην, παρὰ
τὰς γεωγραφικὰς ἀποστάσεις καὶ τὰς ἐθνο-
γλωσσικὰς διαφορὰς μεταξὺ τῶν μελῶν
202 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
της, ἔχουσα Μίαν καὶ τὴν αὐτὴν Κεφα-
λήν, τὸν Θεόν, Μίαν Πίστιν, Ἓν Βάπτι-
σμα, ὅπως διδάσκει ὁ Ἀπόστολος Παῦ-
λος, «Ἓν σῶμα καὶ Ἓν Πνεῦμα, καθὼς
καὶ ἐκλήθητε ἐν Μιᾷ ἐλπίδι τῆς κλήσε-
ως ὑμῶν· Εἷς Κύριος, Μία πίστις, Ἓν
βάπτισμα· Εἷς Θεὸς καὶ Πατὴρ πάντων,
ὁ ἐπὶ πάντων, καὶ διὰ πάντων, καὶ ἐν πᾶ-
σιν ἡμῖν» (Ἐφεσ. Δ´ 4- 6), συγκροτεῖται
ὅμως κατὰ διοικητικὰς δικαιοδοσίας
μὲ τοπικὴν ἱεραρχικὴν διάρθρωσιν διὰ
τὴν ἀρτιοτέραν διακονίαν τῶν πιστῶν.
Ἡ Διοικητικὴ διαίρεσις τῆς ΕΚΚΛΗ-
ΣΙΑΣ κατὰ γεωγραφικὰ ἢ πολιτικὰ ὅρια
δὲν ἀποτελεῖ διάσπασιν, ἀλλὰ διάρθρω-
σιν, διάρθρωσιν ὑπηρετοῦσαν τὸ Θεῖον
κάλεσμα τῶν ἀνθρώπων εἰς τὴν μετὰ τοῦ
Θεοῦ Πατρὸς Ἑνότητα ἐν Χριστῷ διὰ
τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Προκύπτει ὡς ἐκ τούτου ἕνας ἀριθμὸς
ΕΙΔΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΩΝ ΣΥΝΟΔΩΝ 203
Ἱερῶν Συνόδων, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐσωτερι-
κῶς ἡνωμέναι ἐν Πνεύματι μετὰ πασῶν
τῶν ἄλλων Ὀρθοδόξων, καὶ αἱ ὁποῖαι ἀνα-
λόγως τῶν ὁρίων τῆς δικαιοδοσίας των
διακρίνονται εἰς τὰ ἀκόλουθα εἴδη:
1) Ἐπαρχιακὴ Σύνοδος (ἀφορᾶ μίαν
περιοχὴν ἑνὸς Πατριαρχείου, ἡ ὁποία συγ-
κροτεῖται χωρὶς νὰ ὑπάρχουν «τρίτοι», ὅ-
πως εἶναι ἡ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς
Κρήτης ἢ ἡ πάλαι ποτὲ Ἀρχιεπισκοπὴ τῆς
Ἀχρίδος ).
2) Μητροπολιτικὴ Σύνοδος (ἀπαρτί-
ζεται ἀπὸ τοὺς ἐπισκόπους μιᾶς μητρο-
πολιτικῆς περιφερείας μὲ πρόεδρον τὸν
οἰκεῖον μητροπολίτην, ὅπως ἦτο εἰς παρ-
ελθόντας αἰῶνας ἡ Μητροπολιτικὴ Σύνο-
δος Θεσσαλονίκης).
3) Πατριαρχική Σύνοδος (συγκροτεῖ-
ται ἀπὸ Ἐπισκόπους, Ἀρχιεπισκόπους καὶ
Μητροπολίτας τοῦ οἰκείου πατριαρχείου
204 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
καὶ συνέρχεται συνήθως εἰς τὴν ἕδραν τοῦ
Πατριάρχου).
4) Ἡ Σύνοδος τῆς Ἱεραρχίας ἢ Το-
πικὴ Σύνοδος μιᾶς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλη-
σίας (συγκροτεῖται ὑπὸ μιᾶς Αὐτοκεφά-
λου Τοπικῆς Ἐκκλησίας, ὅπως αὐτὴ τῆς
Ἑλλάδος ἡ ὁποία πρέπει νὰ συνέρχεται
δύο φορὰς τὸ ἔτος).
5) Διαρκὴς Σύνοδος (μέρος τῆς Ἱε-
ραρχίας μιᾶς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας,
ἐναλλασόμενον συνήθως ἐκ περιτροπῆς
κατ᾽ ἔτος, μὲ ἐπιτροπικὰ καθήκοντα ἐπὶ
τρεχουσῶν ὑποθέσεων).
6) Ἐνδημοῦσα Σύνοδος (ἀνήκει εἰς τὴν
τάξιν τῆς Διαρκοῦς Συνόδου, διευρυνομέ-
νης διὰ τῆς συμμετοχῆς τῶν παρεπιδη-
μούντων ἢ ἐνδημούντων εἰς τὴν ἕδραν τοῦ
πατριαρχείου ἀρχιερέων ἢ πρώην πατρι-
αρχῶν, ἡ γνώμη τῶν ὁποίων ἐκαλεῖτο νὰ
συνδράμῃ εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν ἐπειγόν-
ΕΙΔΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΩΝ ΣΥΝΟΔΩΝ 205
των ζητημάτων).
7) Μείζων Σύνοδος (ὅπου καλοῦνται
οἱ ἐν ἐνεργείᾳ ἐπίσκοποι δύο ἢ περισσο-
τέρων Μητροπόλεων ἢ Αὐτοκεφάλων Ἐκ-
κλησιῶν, καὶ τὸ κῦρός των κατατάσσεται
ἀμέσως ἄνω τῆς Τοπικῆς Συνόδου).
8) Διαπατριαρχικὴ Ὀρθόδοξος Σύνο-
δος (σύγκλησις δύο τουλάχιστον Πατρι-
αρχείων πρὸς ἀντιμετώπισιν ἐκτάκτων
τοπικῶν προβλημάτων καὶ ἀνάθεσιν τοῦ
ζητήματος εἰς Πανορθόδοξον Σύνοδον
διὰ τελικὴν Ἀπόφασιν).
9) Ἡ Μεγάλη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος
(σύγκλησις τῶν ἐχόντων ποίμνιον Ἀρχι-
ερέων ὅλων τῶν Πατριαρχείων καὶ Τοπι-
κῶν Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, διὰ Δογ-
ματικὰ ζητήματα Πίστεως, θέματα Διοι-
κήσεως, Λατρείας, Ἐκδικάσεως μειζό-
νων ὑποθέσεων, καὶ γενικῶς δι᾽ Ἐκκλη-
σιαστικὰ ζητήματα ἀφορῶντα ὁλόκληρον
206 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
τὴν ἀνὰ τὴν Οἰκουμένην Ὀρθόδοξον
Ἐκκλησίαν. Αἱ Ἀποφάσεις της εἶναι ὁρι-
στικαί, μὴ ἐπιδεχόμεναι ἔφεσιν ἢ ἀνά-
κλησιν, τὸ δὲ κῦρος αὐτῆς εἶναι ὑψίστης
ΑΥΘΕΝΤΙΑΣ ).
10) Πανορθόδοξος Σύνοδος (σύγκλη-
σις τῶν τεσσάρων (4) Πρεσβυγενῶν Πα-
τριαρχείων μετὰ τὸ Σχίσμα τοῦ 1054 μ.Χ.
καὶ τὴν Πτῶσιν τοῦ Πατριαρχείου Ρώ-
μης, ἔχουσα Οἰκουμενικὸν κῦρος ).
Πανορθόδοξοι Σύνοδοι
Πανορθόδοξοι Σύνοδοι ἔχουν συγ-
κληθῆ πολλαί. Καταχωροῦνται εἰς τὴν
συνέχειαν αἱ κυριώτεραι:
1) Τὸ 1054, ἐπὶ Πατριαρχείας Μιχαὴλ
Κηρουλαρίου κατὰ τῶν ἀντιπροσώπων
τοῦ Πάπα Οὐμβέρτου καὶ Οὐμβέρτου.
2) Τὸ 1285 Πανορθόδοξος, μὲ τὴν αὐ-
τοσυνειδησίαν Οἰκουμενικῆς διότι Οἰκου-
ΕΙΔΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΩΝ ΣΥΝΟΔΩΝ 207
Ἡ ἐν Ἁγίᾳ Σοφίᾳ Σύνοδος τοῦ 879-880 μ.Χ. ἐπὶ Με-
γάλου Φωτίου συγκροτηθεῖσα κατὰ τοῦ Filioque, ἡ
κυρώσασα τὰς Ἀποφάσεις τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς καὶ
αὐτοαποκληθεῖσα Ἁγία Η´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος.
208 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
μενικὴν Σύνοδον ἀποκαλεῖ ἑαυτήν, κατὰ
τῆς Ψευδοσυνόδου τῆς Λυῶνος (1274)
3) Αἱ Τοπικαὶ Σύνοδοι Κωνσταντινου-
πόλεως 1341, 1347, 1351 καὶ 1359, κατὰ
τοῦ Αἱρετικοῦ Βαρλαὰμ καὶ τῶν Βαρλα-
αμιστῶν, ἐπὶ Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ,
αἱ ὁποῖαι καίτοι Τοπικαί, ἐχαρακτηρίσθη-
σαν ὡς Ἐννάτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος
ὑπὸ Ἁγίων Πατέρων, ὅπως ὁ Ἅγιος Μᾶρ-
κος Εὐγενικός, κ.λπ., καθὼς καὶ ὑπὸ τῶν
λοιπῶν πρεσβυγενῶν Πατριαρχείων.
4) Τὸ 1450, κατὰ τῆς Ληστρικῆς Ψευ-
δοσυνόδου τῆς Φερράρας - Φλωρεντίας
τοῦ 1438-1439.
ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ: Ἡ Συνοδικὴ Καταδίκη
καὶ Ἀποκήρυξις τῆς Ληστρικῆς καὶ Ψευ-
δοσυνόδου τῆς Φερράρας - Φλωρεντίας
τοῦ 1438 - 1439 ἐγένετο σταδιακῶς ἅμα
τῇ ἐπιστροφῇ τῆς Ἐξαρχίας ἀπὸ τὴν Δύ-
σιν ὡς ἑξῆς:
ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΣΥΝΟΔΟΙ 209
Α) Οἱ περισσότεροι ἐπίσκοποι οἱ ὁποῖοι
εἶχον ὑπογράψει τὴν Ἕνωσιν μὲ τὸν Πά-
παν μετενόησαν καὶ ὑπέγραψαν ἔγγρα-
φον Ἀνάκλησιν τῆς ὑπογραφῆς των.
Β) Ἡ Σύνοδος τῆς Μόσχας κατεδίκα-
σε τὴν Ἕνωσιν τὸ 1441.
Γ) Διὰ δευτέραν φοράν, ἀπεκηρύχθη
ἡ ἐν Φλωρεντίᾳ Ἕνωσις ὑπὸ Κλήρου καὶ
λαοῦ εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν καὶ συν-
ετάγη σχετικὸς Τόμος τῇ ὑποδείξει τοῦ
Αὐτοκράτορος Ἰωάννου Η´ τοῦ Παλαιο-
λόγου τὸ 1443.
Δ) Ἡ Σύνοδος τῶν Ἱεροσολύμων κα-
τεδίκασε τὴν Ἕνωσιν τὸ 1443.
Ε) Αἱ Ἐκκλησίαι Μολδαβίας, Σερβίας
καὶ Ἰβηρίας, μὲ Εἰδικὰς Πράξεις, Κατε-
δίκασαν τὴν ὑπογραφεῖσαν Ἕνωσιν ὑπὸ
τῆς Ληστρικῆς καὶ Ψευδοσυνόδου τῆς
Φλωρεντίας.
5) Τὸ 1484, Πανορθόδοξος Σύνοδος
210 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
( ἐθεωρήθη Οἰκουμενική ) κατὰ τῆς Λη-
στρικῆς καὶ Ψευδοσυνόδου τῆς Φλωρε-
ντίας τοῦ 1439 καὶ κατὰ τῶν Αἱρέσεων
τοῦ Παπισμοῦ.
6) Τὸ 1583, κατὰ τοῦ παπικοῦ Νέου Γρη-
γοριανοῦ Ἡμερολογίου, τὸ ὁποῖον Κατε-
δικάσθη καὶ ἡ χρῆσίς του Ἀπηγορεύθη.
7) Τὸ 1587, κατὰ τῶν παπικῶν ἐνοχλή-
σεων περὶ ἀποδοχῆς τοῦ Νέου Γρηγορια-
νοῦ Ἡμερολογίου.
8) Τὸ 1593, κατὰ τοῦ Νέου παπικοῦ
Πασχαλίου καὶ Νέου Ἡμερολογίου.
9) Τὸ 1638, κατὰ τοῦ Πατριάρχου Κυ-
ρίλλου Λουκάρεως καὶ τῆς Αἱρετικῆς Ὁ-
μολογίας του.
10) Τὸ 1642, 1662, 1672 καὶ 1691, κα-
τὰ τὰ διαστήματα αὐτὰ συνετάχθησαν καὶ
ἐνεκρίθησαν Συνοδικῶς αἱ τρεῖς Ὀρθό-
δοξοι Ὁμολογίαι: (1) Τοῦ Ἀλεξανδρεί-
ας Μητροφάνους Κριτοπούλου, (2) τοῦ
ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΣΥΝΟΔΟΙ 211
Ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει Σύνοδος τοῦ 1351 μ.Χ.,
ἡ συγκροτηθεῖσα κατὰ τοῦ Βαρλααμιτισμοῦ
ἐπὶ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ
καὶ λογισθεῖσα ὡς Ἁγία Θ´ Οἰκουμενική
212 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Δοσιθέου Πατριάρχου Ἱεροσολύμων, καὶ
(3) τοῦ Πλάτωνος Μόσχας, ἡ ὁποία ἐνε-
πλουτίσθη καὶ ἐξεδόθη τῇ ἐγκρίσει τοῦ
Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως.
11) Τὸ 1722 οἱ Πατριάρχαι Κωνσταν-
τινουπόλεως Ἱερεμίας, Ἀντιοχείας Ἀθα-
νάσιος καὶ Ἱεροσολύμων Χρύσανθος ἀπ-
αντῶντες εἰς τοὺς Ἀνωμότους Ἀγγλικα-
νοὺς Προτεστάντας ἀναφέρουν ὅτι ἔχει
ἤδη ἀπορριφθῆ ἡ ἐν Φλωρεντίᾳ Σύνοδος
ὡς Ληστρικὴ καὶ Καϊαφικὸν Συνέδριον.
12) Τὸ 1725 καὶ 1727 κατὰ τῶν πλανῶν
καὶ Αἱρέσεων τοῦ Παπισμοῦ.
13) Τὸ 1756, Πανορθόδοξος Ἀπόφα-
σις: Οἱ προσερχόμενοι ἐκ τῆς Αἱρέσεως
τοῦ Παπισμοῦ καὶ ἐπιστρέφοντες εἰς τὴν
Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν νὰ γίνωνται δε-
κτοὶ διὰ Βαπτίσματος.
14) Τὸ 1838, Πανορθόδοξος, γενικῶς
περὶ Αἱρέσεων.
ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΣΥΝΟΔΟΙ 213
15) Τὸ 1848, Πανορθόδοξος, κατὰ τοῦ
Παπισμοῦ καὶ γενικῶς κατὰ Αἱρέσεων.
16) Τὸ 1895, Τοπικὴ Κωνσταντινουπό-
λεως κατὰ τῶν ἐνοχλήσεων τοῦ Παπισμοῦ.
17) Τὸ 1904, Ἀπάντησις ὅλων τῶν Πα-
τριαρχείων δι᾽ ἐπιστολῶν ὅτι ἡ Ὀρθόδο-
ξος Ἐκκλησία, «δὲν ὑποχρεοῦται μετα-
λάττειν ἡμερολόγιον».
Ἂς σημειωθῇ καὶ τονισθῇ ὅτι αἱ Ἀποφά-
σεις τῶν Πανορθοδόξων Συνόδων ἔχουν
κῦρος Οἰκουμενικόν, ὅπως ἀκριβῶς καὶ αἱ
Ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων,
ὡς Θεόπνευστοι. Διὰ τοῦτο τηροῦνται ὡς
ἀσφαλεῖς ὁδηγοὶ Σωτηρίας ὑπὸ πάσης το-
πικῆς Ἐκκλησίας ἡ ὁποία εἶναι καὶ θέλει
νὰ παραμείνῃ Ὀρθόδοξος.
Ἡ Ἱερότης καὶ Ἁγιότης τῶν Ἐκκλησια-
στικῶν Συνόδων ἔγκειται εἰς τὸ γεγονὸς
ὅτι τηροῦνται ὑπ᾽ αὐτῶν ὅλαι αἱ Ἀποφά-
σεις προηγηθέντων Οἰκουμενικῶν ἢ Παν-
214 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ορθοδόξων Συνόδων ὡς Θεόπνευστοι καὶ
ΑΛΑΘΗΤΟΙ, ἐπειδὴ ἡ Ἐκκλησία ἔχει Κε-
φαλὴν τὸν Χριστόν, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ Α-
ΛΗΘΕΙΑ, ἐπειδὴ τὴν καθοδηγεῖ τὸ ΠΝΕΥ-
ΜΑ τῆς ΑΛΗΘΕΙΑΣ τὸ ΑΓΙΟΝ.
Αὐτὸ σημαίνει ὅτι οὐδεμία ἑπομένη Οἰ-
κουμενικὴ ἢ Πανορθόδοξος Σύνοδος δὲν
δύναται νὰ ἀναιρέσῃ ἢ νὰ ἀλλάξῃ Ἀποφά-
σεις προηγουμένης Οἰκουμενικῆς ἢ Παν-
ορθοδόξου Συνόδου, διότι καὶ αὐτὴ δὲν
θὰ ἔχῃ Οἰκουμενικὸν κῦρος καὶ θὰ δύνα-
ται νὰ ἀναιρεθῇ ὑπὸ μεταγενεστέρας.
Τὸ ΠΝΕΥΜΑ τὸ ΑΓΙΟΝ τὸ ὁποῖον τὰς
καθοδηγεῖ λαλεῖ ἀρτίως εἰς κάθε μίαν ἐξ
αὐτῶν καὶ ποτὲ δὲν πίπτει εἰς ἀντίφασιν.
Ἀναίρεσις ἢ Ἀνάκλησις Ἀποφάσεως
Οἰκουμενικῆς ἢ Πανορθοδόξου Συνόδου
σημαίνει ἄρνησιν καὶ κατάργησιν τοῦ
ΑΛΑΘΗΤΟΥ, ἄρνησιν καὶ κατάργησιν
τῆς ἐν αὐταῖς ἐπιφοιτήσεως τοῦ ΠΑ-
ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΣΥΝΟΔΟΙ 215
ΝΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ, ἤτοι, βλασφη-
μίαν κατὰ τοῦ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ.
Δὲν δύναται μία Πανορθόδοξος Σύνο-
δος νὰ ἀναιρέσῃ Ἀποφάσεις προηγουμέ-
νης Πανορθοδόξου Συνόδου, ὅπως καὶ μία
Οἰκουμενικὴ δὲν δύναται νὰ ἀναιρέσῃ Ἀ-
ποφάσεις προηγουμένης Οἰκουμενικῆς.
Ἐὰν μία Οἰκουμενικὴ ἢ Πανορθόδοξος
ἢ ἄλλη μικροτέρα Σύνοδος δὲν δεχθῆ Ἀ-
ποφάσεις προηγουμένης τοιαύτης, τότε
αὐτὴ δὲν ἀποτελεῖ συνέχειαν τῆς προη-
γουμένης, δὲν λαλεῖ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι,
καὶ δὲν πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ ὑπὸ τοῦ
Πληρώματος τῆς Ἁγίας Ἐκκλησίας τοῦ
Χριστοῦ. Εἶναι καταδικαστέα ὡς Κα-
κόδοξος ἢ Ληστρική.
ΛΗΣΤΡΙΚΑΙ ΣΥΝΟΔΟΙ
Πέραν τῶν Ἁγίων καὶ Κανονικῶν Συ-
νόδων, τῶν πληρούντων τοὺς ὅρους τῆς
216 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Ἐκκλησιαστικῆς Τάξεως καὶ τηρούντων
τοὺς ὅρους τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, συν-
εκλήθησαν ἀνὰ τοὺς αἰῶνας καὶ Ἀντικα-
νονικαὶ ἢ Ληστρικαὶ Σύνοδοι, αἱ ὁποῖαι
εἶχον μὲν τὴν ἀπαίτησιν νὰ ἀναγνωρισθοῦν
οἰκουμενικῶς ἢ πανορθοδόξως ὡς ἔχουσαι
κῦρος, ἔτυχον ὅμως τῆς Ἐκκλησιαστικῆς
Ἀπορρίψεως καὶ Καταδίκης.
Αἱ κυριώτεραι Ληστρικαὶ Σύνοδοι ἐ-
γένοντο κατὰ τὰ ἔτη:
358 μ.Χ., ἡ ἐν Ἀριμινίῳ ἐπὶ Κωνστα-
ντίου Β´, ὑπὲρ τοῦ ὁμοιουσίου.
359 μ.Χ., ἡ ἐν Σελευκίᾳ ἐπὶ Κωνστα-
ντίου Β´, ὑπὲρ Ἀνομοιανισμοῦ.
403 μ.Χ., ἡ ἐν Δρῦ, κατὰ τοῦ Ἁγίου
Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου.
449 μ.Χ., ἡ ἐν Ἐφέσῳ κατὰ τοῦ Ὀρθο-
δόξου Πατριάρχου Φλαβιανοῦ.
754 μ.Χ., ἡ ἐν Ἱερείᾳ τοῦ Βοσπόρου
Σύνοδος τῶν Αἱρετικῶν Εἰκονομάχων.
ΛΗΣΤΡΙΚΑΙ ΣΥΝΟΔΟΙ 217
861 καὶ 867 μ.Χ., κατὰ τοῦ Μεγάλου
Φωτίου.
1274 μ.Χ., εἰς τὴν Λυῶνα, ὅπου ὑπεγρά-
φη Ἕνωσις μὲ τὸν Πάπα, ἡ ὁποία δὲν ἐ-
φηρμόσθη ποτὲ καὶ κατεδικάσθη τὸ 1285
ὑπὸ Πανορθοδόξου Συνόδου ἥτις εἶχε συν-
είδησιν Οἰκουμενικῆς Συνόδου ὅπως ἀ-
ναφέρει εἰς τὰ Πρακτικά της.
1438 - 1439 μ.Χ., ἡ Ληστρικὴ Ψευδο-
σύνοδος τῆς Φερράρας - Φλωρεντίας, περὶ
τῶν ὅρων ὑποταγῆς εἰς τὰς Αἱρέσεις τοῦ
Πάπα, τὰς ὁποίας δὲν ὑπέγραψεν ὁ Ἅγιος
Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός.
1666 μ.Χ., ἡ ἐν Μόσχᾳ Σύνοδος, ἡ ὁ-
ποία δὲν εἶχε συνείδησιν ὅτι ἀποτελεῖ
Πανορθόδοξον Σύνοδον, καθότι ἀφωροῦ-
σε καθαρῶς ἐσωτερικὸν θέμα τῆς Ἐκκλη-
σίας τῆς Ρωσίας, δὲν συμμετεῖχον εἰς αὐ-
τὴν τὰ Ὀρθόδοξα πρεσβυγενῆ Πατριαρ-
χεῖα, οὔτε συνεκλήθη ὑπὸ τοῦ πατριάρ-
218 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
χου Κωνσταντινουπόλεως εἰς τὴν Κων-
σταντινούπολιν, ὅπως ὅλαι αἱ Πανορθό-
δοξοι, ἀλλὰ συνεκλήθη ἀποκλειστικῶς μὲ
μοναδικὸν θέμα τὴν προαποφασισμένην
ἐπικύρωσιν τῆς καθαιρέσεως τοῦ πα-
τριάρχου Ἁγίου Νίκωνος μὲ τὸν ὁποῖον ὁ
Τσάρος Ἀλέξιος εἶχε προσωπικὰς διαφο-
ράς.
Ὁ ἱστορικὸς Σάθας (1842-1914) καὶ ἡ
Ἱστορία τῆς Ρωσσικῆς Ἐκκλησίας (μετά-
φρασις Συνταγματάρχου Θεοδώρου Βα-
λιάνου) τὴν καταγράφουν ὡς ΛΗΣΤΡΙ-
ΚΗΝ. Εἶναι Ἀντικανονικὴ διότι ἀντιτί-
θεται εἰς τὰς Ἀποφάσεις προηγουμένων
Ὀρθοδόξων, Κανονικῶν Συνόδων, ὅπως
τῆς Συνόδου τῆς Μόσχας τὸ 1553-1554,
ἐπὶ Μητροπολίτου Μακαρίου, ὁ ὁποῖος
τιμᾶται ὡς Ἅγιος ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν τῆς
Ρωσίας.
Ἐκείνη ἡ Σύνοδος τοῦ 1553-1554 εἶχεν
ΛΗΣΤΡΙΚΑΙ ΣΥΝΟΔΟΙ 219
ἀσχοληθῆ ἀποκλειστικῶς μὲ τὴν εἰκόνα
τῆς Ἁγίας Τριάδος, τοῦ Συνθρόνου, καὶ
εἶχεν ἀποφασίσει ὅτι ἡ εἰκὼν εἶναι Ὀρθό-
δοξος καὶ ὄχι Αἱρετική, ὅτι εἶναι σύμφω-
νος μὲ τὰς Ἀποστολικὰς Διδαχὰς καὶ τὴν
Παράδοσιν τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι εἶναι προσ-
κυνητή, καὶ ὅτι ὅσοι δὲν τὴν προσκυνοῦν
νὰ τιμωροῦνται. Μάλιστα ἐτιμώρησε τοὺς
Ἰουδαΐζοντας κληρικοὺς οἱ ὁποῖοι ἐταλαι-
πώρησαν τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ρωσίας ἐπὶ
ἕνα αἰῶνα, καὶ τὸν τότε κύριον πολέμιον
τῆς εἰκόνος τῆς Ἁγίας Τριάδος, Διάκονον
Ivan Mihailovitch Viskovaty, μὲ τρία ἔτη
Ἀκοινωνησίας καὶ μὲ τὴν ἀπειλὴν νὰ κατα-
δικασθῇ ὡς Αἱρετικὸς ἐὰν δὲν συμμορ-
φωθῇ.
Ἡ ΛΗΣΤΡΙΚΗ Σύνοδος τοῦ 1666 ἐδέ-
χθη ὡς Κανονικὸν τὸ Βάπτισμα -Ῥάντι-
σμα τῶν Παπικῶν ἐνάντια εἰς τὰς προη-
γηθείσας Ἀποφάσεις τῆς τοπικῆς Συνό-
220 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Ἡ ἐν Νικαίᾳ τὸ 325 μ.Χ. Ἁγία καὶ Μεγάλη Α´
Οἰκουμενικὴ Σύνοδος τῶν Ἁγίων 318 Θεοφό-
ρων Πατέρων, συνεδριάζουσα ὑπὸ τὴν σκέπην
τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἡ κηρύξασα τὸν Χριστὸν
Προαιώνιον, ΕΝΑ τῆς Ἁγίας Τριάδος.
ΛΗΣΤΡΙΚΑΙ ΣΥΝΟΔΟΙ 221
δου τῆς Μόσχας καὶ τῆς Πανορθοδόξου
Συνόδου τοῦ 1484.
Εἰς τὴν Σύνοδον τοῦ 1666 συμμετεῖχεν
ὁ ἔκπτωτος πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Πα-
ΐσιος, κατὰ τὸν Σάθαν (τόμ. Γ´ σελ. 597),
καὶ κατὰ τὸν Χρυσόστομον Παπαδόπου-
λον, (Ἱστορία Ἐκκλησίας Ἀλεξανδρείας, σελ.
712-713 ). Εἰς αὐτὴν διεπράχθησαν βιαι-
οπραγίαι, ὕβρεις, πλαστογραφίαι, δωρο-
δοκίαι καὶ λοιπαὶ παρανομίαι.
Πρωτεργάτης εἰς αὐτὴν ἦτο ὁ Μητροπο-
λίτης Γάζης Παΐσιος Λιγαρίδης, ὁ ὁποῖος
ὅπως ἀπεδείχθη καὶ πλαστογράφησιν διέ-
πραξεν ἐντὸς τῆς Συνόδου, καὶ κρυπτο-
παπικὸς Λατινόφρων Ἰησουΐτης ἦτο, χρη-
ματοδοτούμενος ἀπὸ τὸν Πάπα, χειροτο-
νημένος ἱερεὺς τὸ 1639 εἰς τὴν Ρώμην
ἀπὸ τὸν Οὐνίτην Μητροπολίτην Raphael
Korsak, λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους καθῃρέ-
θη δύο φορὰς καὶ ἀνεθεματίσθη ὑπὸ τοῦ
Ἱεροσολύμων Νεκταρίου.
222 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Ἡ ΛΗΣΤΡΙΚΗ Σύνοδος τοῦ 1666 ἠγνο-
ήθη τελείως ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ρω-
σίας, ἡ ὁποία οὔτε ὡς Τοπικὴν δὲν τὴν ἐδέ-
χθη. Αἱ ἀποφάσεις της ὑπὲρ τῶν Παπικῶν
καὶ ἐναντίον τοῦ πατριάρχου Ἁγίου Νί-
κωνος καὶ τῆς Ἱερᾶς Εἰκόνος τῆς Ἁγίας
Τριάδος δὲν ἐγένοντο ποτὲ δεκταὶ ὑπὸ
τοῦ Ὀρθοδόξου πληρώματος τῆς Ρωσικῆς
Ἐκκλησίας οὔτε ὑπὸ ἄλλης Ὀρθοδόξου
Ἐκκλησίας. Ἡ Ρωσικὴ Ἐκκλησία ἀνεκή-
ρυξε Ἅγιον τὸν Πατριάρχη Νίκωνα καὶ
μέχρι σήμερον τὸν τιμᾶ ὡς Ἅγιον. Ἡ Ρω-
σικὴ Ἐκκλησία ἐδέχθη ὅλας τὰς ὑπὸ τοῦ
Νίκωνος Διορθώσεις εἰς τὰ Ἐκκλησιαστι-
κὰ βιβλία καὶ εἰς τὸ Ἐκκλησιαστικὸν Τυ-
πικόν, καὶ ἐν τῇ πράξει δέχεται, προσκυ-
νεῖ καὶ τιμᾶ τὴν Ἱερὰν εἰκόνα τοῦ Συν-
θρόνου, Πατρὸς Υἱοῦ καὶ Ἁγίου Πνεύμα-
τος, ὡς Ὀρθόδοξον εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τρι-
άδος.
ΛΗΣΤΡΙΚΑΙ ΣΥΝΟΔΟΙ 223
Ἡ ΛΗΣΤΡΙΚΗ Σύνοδος δὲν ἀνεγνωρί-
σθη ὑπὸ οὐδεμιᾶς μεταγενεστέρας Συνό-
δου καὶ ἠγνοεῖτο ὡς ἀνύπαρκτος, ἕως ὅτου
τὴν ἀνεβίωσαν ὡς δῆθεν ἔχουσαν Ὀρθό-
δοξον κῦρος κύκλοι συγχρόνων Αἱρετικῶν
Νεοεικονομάχων καὶ Σχισματοαιρετικῶν
Φλωρινο-Σεραφειμικῶν, τῶν ὁποίων ἡ αὐ-
θαίρετος γνώμη κάθε ἄλλο παρὰ πηγὴν
Ἐκκλησιαστικῆς αὐθεντίας ἀποτελεῖ.
1920 μ.Χ., ἡ Διαβόητος Αἱρετικὴ καὶ
Οἰκουμενιστικὴ Ἐγκύκλιος, ὁ Καταστα-
τικὸς Χάρτης τῆς Παναιρέσεως τοῦ Ἀν-
τιχρίστου καὶ Ἀθέου Οἰκουμενισμοῦ.
1923 μ.Χ., τὸ Ληστρικὸν καὶ Ψευδοπα-
νορθόδοξον Συνέδριον ἐν Κωνσταντι-
νουπόλει ( 10 Μαΐου ἕως 8 Ἰουνίου ),
ἐπὶ τοῦ Ἀρχιμασώνου Πατριάρχου Με-
λετίου Μεταξάκη περὶ Ἀλλαγῆς τοῦ
Ἡμερολογίου καὶ λοιπῶν Καινοτομιῶν.
Τὸ 1924, ἡ ἐπὶ Δικτατορίας Στυλιανοῦ
224 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Γονατᾶ Παράνομος, Ἀντικανονική, Ἀν-
τισυνταγματικὴ καὶ Ληστρικὴ εἰσαγωγὴ
εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος τοῦ κατ᾽
ἐπανάληψιν Καταδικασθέντος καὶ Ἀνα-
θεματισθέντος ὑπὸ Πανορθοδόξων Συν-
όδων Νέου παπικοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμε-
ρολογίου.
Πρέπει νὰ σημειωθῇ ὅτι ὁ ΠΑΠΙΣΜΟΣ
ἀπὸ τὸ 1054 καὶ τοῦδε ἀποτελεῖ μνημεῖον
Ἀντισυνοδικότητος καὶ μόνιμον πηγὴν Αἱ-
ρέσεων, Ληστρικῶν Πράξεων, βαρβαρι-
κῶν ἐπιθέσεων κατὰ τῆς Ὀρθοδοξίας,
ὅπως ἦσαν αἱ διαβόητοι Σταυροφορίαι
κατὰ τοῦ Βυζαντίου.
Ὁ Παπισμὸς ἐγκατέστησε τὸν Πάπαν
ὡς ὑψίστην αὐθεντίαν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν.
Κατήργησε τὸν Συνοδικὸν Θεσμὸν καὶ ἀν-
τικατέστησε τὸ Συνοδικὸν Ἀλάθητον μὲ
τὸ Παπικὸν Ἀλάθητον. Ἔθεσεν ὡς Δόγμα
πίστεως τὸ Πρωτεῖον τοῦ Πάπα καὶ ἀνη-
ΤΟ ΠΑΠΙΚΟΝ ΝΕΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ 225
γόρευσε τὸν Πάπαν Ἀντιπρόσωπον τοῦ
Χριστοῦ εἰς τὴν γῆν. Ἡ κρίσις καὶ ἡ ἔγ-
κρισις τοῦ Πάπα εἶναι αὐτὴ ἡ ὁποία δίδει
κῦρος εἰς μίαν Σύνοδον καὶ εἰς τὰς Ἀπο-
φάσεις της. Ἡ Αἵρεσις τοῦ Παπισμοῦ λοι-
πὸν συνιστᾶ παντελῆ Ἀνατροπὴν τοῦ Θε-
οϊδρύτου Θεσμοῦ τῆς Συνοδικότητος εἰς
τὴν Ἐκκλησίαν καὶ ἀποτελεῖ Ἑωσφορι-
κὴν ἀνάδειξιν ἑνὸς ἀνθρώπου ὡς Κεφαλὴ
τῆς Ἐκκλησίας.
Μεγάλη Παρανομία Ἀντισυνοδικότητος
ΤΟ ΠΑΠΙΚΟΝ ΓΡΗΓΟΡΙΑΝΟΝ
ΝΕΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ:
ΣΧΙΣΜΑ καὶ ΑΙΡΕΣΙΣ
Τὸ ἱστορικὸν τῆς Ἀλλαγῆς τοῦ Ἡμερο-
λογίου καταδεικνύει μίαν Ἀντισυνοδικὴν
καὶ Ἐξωεκκλησιαστικὴν διαδικασίαν ἡ
ὁποία ἀντιβαίνει πρὸς ὅλα τὰ ἐχέγγυα τοῦ
Ἐκκλησιαστικοῦ Ἀλαθήτου, ἔχει ὅλα τὰ
226 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
χαρακτηριστικὰ τῆς Ληστρικότητος, καὶ
ἐπισφραγίζεται ὡς Ἑωσφορικῶς Ἀντιεκ-
κλησιαστική, διότι ἔγινε αἰτία Σχίσμα-
τος καὶ ὑπηρέτης ὄχι μιᾶς μόνον Αἱρέσε-
ως, ἀλλὰ πασῶν τῶν Αἱρέσεων, ἤτοι, τῆς
Παναιρέσεως τοῦ Ἀντιχρίστου καὶ Ἀν-
τιθέου Οἰκουμενισμοῦ.
Τὸ Νέον Παπικὸν Γρηγοριανὸν Ἡμε-
ρολόγιον δὲν ἀποτελεῖ μίαν ἁπλῶς χρονο-
μετρικὴν καινοτομίαν, ἀλλὰ συνολικὴν
εἴσοδον εἰς τὴν Παναίρεσιν καὶ τὴν Παν-
θρησκείαν τοῦ Ἀντιχρίστου καὶ Ἀθέου
Οἰκουμενισμοῦ.
Τὰ κριτήρια διὰ τὴν διάκρισιν μεταξὺ
μιᾶς Ἁγίας καὶ μιᾶς Ληστρικῆς Συνόδου,
μιᾶς Ὀρθοδόξου Ἀποφάσεως τῆς Ἐκκλη-
σίας καὶ μιᾶς Ἀντορθοδόξου, Ἀντιεκκλη-
σιαστικῆς, Σατανικῆς Ἀποφάσεως, εἶναι
γνωστὰ καὶ ἱστορικῶς καθιερωμένα.
Εἶναι ἱστορικῶς καθιερωμένον καὶ
γνωστὸν ὡς προανεφέρθη ἀνωτέρω:
ΤΟ ΠΑΠΙΚΟΝ ΝΕΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ 227
1) Ὅτι ἡ ἐπὶ γῆς Στρατευομένη Ἐκκλη-
σία καὶ ἡ ἐν Οὐρανοῖς Θριαμβεύουσα εἶ-
ναι ἡ ΜΙΑ ΑΓΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ τοῦ Χρι-
στοῦ, ἤτοι τοῦ Μονογενοῦς Υἱοῦ καὶ Λό-
γου τοῦ Θεοῦ.
2) Ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι
ΟΙΚΟΣ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ, ἤτοι εἶναι Α-
ΛΑΘΗΤΟΣ.
3) Ποῖαι εἶναι αἱ ΠΗΓΑΙ ΚΑΝΟΝΙΚΟΥ
καὶ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ εἰς
τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν διὰ κάθε πι-
στὸν Μέλος Αὐτῆς.
4) Πότε μία Οἰκουμενικὴ Σύνοδος εἶναι
Ἁγία καὶ ὄντως Οἰκουμενική, τὶ σημαί-
νει αὐτό, καὶ ποῖον εἶναι τὸ κῦρος της.
5) Τὶ σημαίνει Πανορθόδοξος Σύνοδος
καὶ ποῖον εἶναι τὸ κῦρος της.
6) Πότε μία Ἀπόφασις Οἰκουμενικῆς
καὶ Πανορθοδόξου Συνόδου εἶναι ΑΛΑ-
ΘΗΤΟΣ.
228 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
7) Πότε μία Οἰκουμενικὴ καὶ μία Παν-
ορθόδοξος Σύνοδος εἶναι ἡ συνέχεια τῶν
προηγουμένων.
Ὑπὸ τὸ φῶς αὐτῆς τῆς γνώσεως, ἡ Ἀλ-
λαγὴ τοῦ Ἡμερολογίου τὸ 1924, καὶ ἡ Εἰσ-
αγωγὴ τοῦ Νέου Παπικοῦ Γρηγοριανοῦ
Καλενδαρίου πρὸς χρῆσιν εἰς μερικὰς πά-
λαι ποτὲ Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας, ὑποβάλ-
λει αὐτὰς καὶ τοὺς κοινωνοῦντας αὐταῖς
εἰς τὸ ΑΙΩΝΙΟΝ ΑΝΑΘΕΜΑ, ὡς Κακο-
δόξους, ὡς Παραβάτας τῶν Ἀποφάσεων
Πανορθοδόξων καὶ Οἰκουμενικῶν Συνό-
δων, ὡς Καινοτόμους ἔναντι τῆς Ἱερᾶς
Παραδόσεως, ὡς Βλασφήμους εἰς τὸ Παν-
άγιον Πνεῦμα, ὡς Σχισματοαιρετικοὺς
ὡς πρὸς τὴν Στρατευομένην καὶ Θριαμ-
βεύουσαν Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ
Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν τοῦ ΘΕΟΥ.
Τὸ Νέον Παπικὸν Γρηγοριανὸν Ἡμε-
ρολόγιον τὸ ἐφήρμοσε μόνον μία ἰσχνὴ
ΤΟ ΠΑΠΙΚΟΝ ΝΕΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ 229
μειοψηφία ἐνῶ ἡ συντριπτικὴ πλειοψη-
φία τῶν Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν δὲν τὸ ἠκο-
λούθησε καὶ συνεχίζῃ νὰ ἀκολουθῇ τὸ ἐξ
Ἱερᾶς Παραδόσεως ἐν χρήσει Ἰουλιανόν.
Παρὰ ταῦτα ὅμως συνέχισαν νὰ ἔχουν
Ἐκκλησιαστικὴν ἐπικοινωνίαν μετὰ τῶν
Νεοημερολογιτῶν.
Αὐτὴ ἡ ἐπικοινωνία ΔΕΝ καθιστᾶ τὴν
Ἀλλαγὴν τοῦ Ἡμερολογίου Κανονικὴν καὶ
Νόμιμον, ΟΥΤΕ τὰς Νεοημερολογιτικὰς
Ἐκκλησίας Ὀρθοδόξους. Τὸ Νέον Παπι-
κὸν Γρηγοριανὸν Ἡμερολόγιον στερεῖται
τῆς κατὰ βάθος ἢ καθέτως ἢ ἐν χρόνῳ
ἀποδοχῆς.
Ἀντιβαίνει εἰς τὰς Ἀποφάσεις προη-
γουμένων Πανορθοδόξων καὶ Οἰκουμε-
νικῶν Συνόδων καὶ παραβαίνει τὴν ἀπ᾽
αἰώνων καθιερωμένην Ἱερὰν Παράδοσιν.
Δὲν ἀποτελεῖ συνέχειαν τῆς Ἱερᾶς Πα-
ραδόσεως καὶ τῶν Ἁγίων Συνόδων, ἀλλὰ
230 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Ἀπόσχισιν ἀπὸ αὐτάς.
Δὲν συμφωνεῖ μὲ τὴν Θριαμβεύουσαν
Ἐκκλησίαν, ἀλλὰ διαφωνεῖ μὲ αὐτήν.
Δὲν τηρεῖ ἀλλὰ διασπᾶ τὴν Ἑορτα-
στικὴν Ἑνότητα μετὰ τῶν Ὀρθοδόξων
Χριστιανῶν διὰ νὰ συνεορτάζῃ μὲ τὸν
Αἱρεσιάρχην Πάπαν καὶ τοὺς Παναι-
ρετικοὺς Προτεστάντας.
Πρωταρχικὸς λόγος καὶ αἰτία τῆς Ἀλ-
λαγῆς τοῦ Ἡμερολογίου δὲν ἦτο ἡ χρονο-
μετρικὴ ἀκρίβεια ἀλλὰ ἡ ἑορτολογικὴ ἕ-
νωσις μετὰ τῶν Αἱρετικῶν Παπικῶν καὶ
Προτεσταντῶν, ὅπως διαλαμβάνεται εἰς
τὸ πρῶτον ἄρθρον τῆς Διαβοήτου Ἐγκυ-
κλίου τοῦ 1920: «α´) Διὰ τῆς παραδο-
χῆς ἑνιαίου ἡμερολογίου πρὸς ταυτό-
χρονον ἑορτασμὸν τῶν μεγάλων Χρι-
στιανικῶν ἑορτῶν ὑπὸ πασῶν τῶν
Ἐκκλησιῶν».
Δὲν ἔτυχε τῆς εὐλογίας τοῦ Παναγίου
ΤΟ ΠΑΠΙΚΟΝ ΝΕΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ 231
Πνεύματος, ἀλλὰ ἔτυχε τοῦ Αἰωνίου Ἀνα-
θέματος, διότι βλασφημεῖ εἰς Αὐτό, ὡς μὴ
ἀρτίως λαλήσαντος εἰς τὰς προηγηθείσας
Ἁγίας Συνόδους.
Δὲν σέβεται καὶ ἀρνεῖται τὸ ΑΛΑΘΗ-
ΤΟΝ τῶν ἐπὶ τοῦ Ἡμερολογίου ἀποφαν-
θέντων προηγουμένων Πανορθοδόξων
Συνόδων.
Μετὰ τὸ 1924 λοιπόν, ὅταν ἡ Ἐκκλη-
σία τῆς Ἑλλάδος καὶ μερικαὶ ἄλλαι υἱο-
θέτησαν τὸ Πανορθοδόξως Καταδικα-
σμένον καὶ ἀπὸ τῆς γενέσεώς του Ἀπη-
γορευμένον Νέον Παπικὸν Γρηγοριανὸν
Ἡμερολόγιον, ἀκόμη καὶ αἱ Σύνοδοι αἱ
ὁποῖαι δὲν ἤλλαξαν τὸ Ἡμερολόγιον ἀλλὰ
διετήρησαν πνευματικὴν καὶ ἐκκλησια-
στικὴν ἐπικοινωνίαν μετὰ τῶν Σχισματο-
αιρετικῶν Νεοημερολογιτῶν ΔΕΝ εἶναι
Ὀρθόδοξοι, ἀλλὰ εἶναι ἐκ προοιμίου καὶ
ἐκ φύσεως ΛΗΣΤΡΙΚΑΙ.
232 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Οὐδεμία ἐκ τῶν ἀνωτέρω Συνόδων, τῶν
λεγομένων «Ὀρθοδόξων», ΔΕΝ εἶναι Ὀρ-
θόδοξος ἢ Κανονική, ἀλλὰ ἀπόβλητος τῆς
Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολι-
κῆς Ἐκκλησίας καὶ ΛΗΣΤΡΙΚΗ, λόγῳ τῆς
ἐπικοινωνίας της μὲ τὸν Οἰκουμενιστι-
κὸν Νεοημερολογιτισμὸν καὶ τῆς συμμε-
τοχῆς της εἰς τὴν ΠΑΝΑΙΡΕΣΙΝ ΤΟΥ ΟΙ-
ΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ, τοῦ Ἀντιχρίστου καὶ
Ἀθέου αὐτοῦ γεννήματος τοῦ Σατανᾶ.
Ὡς ἐκ τούτου, εἶναι ΛΗΣΤΡΙΚΑΙ, Ἀν-
τικανονικαί, Ἀντιεκκλησιαστικαί, Ἄκυ-
ροι καὶ Ἀνίσχυροι ὅλαι αἱ Ἀποφάσεις ὅ-
λων τῶν Συνόδων, μικρῶν ἢ μεγάλων, αἱ
ὁποῖαι ἔχουν πνευματικὴν καὶ λειτουργι-
κὴν ἐπικοινωνίαν μετὰ τῶν Οἰκουμενι-
στῶν - Νεοημερολογιτῶν ἢ ἀκολουθοῦν
μὲν τὸ Παλαιὸν Ἡμερολόγιον ἀλλὰ ἡ προ-
έλευσις τῆς ἐπισκοπικῆς χειροτονίας των
προέρχεται ἀπὸ τοὺς Νεοημερολογίτας -
Οἰκουμενιστάς.
ΤΟ ΠΑΠΙΚΟΝ ΝΕΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ 233
Αἱ Ἀποφάσεις αὐτῶν, εἴτε Διοικητικαὶ
εἴτε Ποιμαντικαὶ εἴτε οἱασδήποτε φύσεως,
δὲν εἶναι δεσμευτικαὶ διὰ τὰ Μέλη τῆς Ἐκ-
κλησίας τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χρι-
στιανῶν, ἀλλὰ εἶναι ἀπολύτως ἀνίσχυ-
ροι ὡς Ληστρικαί, προερχόμεναι ἀπὸ
Κακοδόξους Σχισματοαιρετικούς.
Εἶναι δὲ κατ᾽ ἐξοχὴν ΛΗΣΤΡΙΚΑΙ αἱ
Ἀποφάσεις τῶν τοπικῶν «Ὀρθοδόξων»
λεγομένων Ἐκκλησιῶν αἱ ὁποῖαι συμμε-
τεῖχον μετὰ τῶν Προτεσταντῶν εἰς τὴν
ἵδρυσιν τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου
Ἐκκλησιῶν ( ΑΙΡΕΣΕΩΝ ), ἀπὸ 23 Αὐ-
γούστου ἕως 4 Σεπτεμβρίου 1948 εἰς τὸ
Ἄμστερνταμ τῆς Ὁλλανδίας.
Εἶναι ΛΗΣΤΡΙΚΑΙ ὅλαι αἱ Ἀποφάσεις
αὐτοῦ τοῦ Π.Σ.Ε., αἱ Συμπροσευχαὶ εἰς τὰ
συνέδρεια τοῦ Π.Σ.Ε., ὅπως καὶ ἡ διαβό-
ητος Πανθρησκειακὴ λειτουργία τοῦ
Βανκοῦβερ Καναδᾶ τὸ 1983.
234 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Εἶναι ΛΗΣΤΡΙΚΗ ἡ Ἀπόφασις τοῦ πα-
τριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Ἀθηνα-
γόρα τὸ 1965 διὰ τὴν Ἄρσιν τῶν Ἀναθε-
μάτων κατὰ τοῦ Παπισμοῦ.
Εἶναι ΛΗΣΤΡΙΚΗ ἡ Σύνοδος τοῦ Κο-
λυμπαρίου Κρήτης τὸ 2016 καὶ αἱ Ἀπο-
φάσεις της.
ΛΗΣΤΡΙΚΑΙ εἶναι ὅλαι αἱ πράξεις καὶ
ἀποφάσεις τῶν Σχισματοαιρετικῶν Νεο-
ημερολογιτῶν καὶ τῶν ἑλκόντων τὰς χει-
ροτονίας των ἐξ αὐτῶν ἢ κοινωνούντων
αὐτοῖς καὶ πάντων τῶν Αἱρετικῶν διότι
δὲν λαμβάνονται οὔτε ἐν συμφωνίᾳ μετὰ
τῶν προηγηθεισῶν Ἁγίων Συνόδων οὔτε
ὡς ἔδοξε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι.
Ἡ Ἀλλαγὴ τοῦ Ἡμερολογίου καὶ ἡ Εἰσ-
αγωγὴ τοῦ Νέου Παπικοῦ Γρηγοριανοῦ
εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος, τὴν 10ην
Μαρτίου τὸ 1924, ΔΕΝ ἦτο Πρᾶξις τῆς
ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΟΥ ΧΡΙ-
ΤΟ ΠΑΠΙΚΟΝ ΝΕΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ 235
ΣΤΟΥ, ΔΕΝ ἐγένετο μὲ ὁμόφωνον Ἀπό-
φασιν Πανορθοδόξου Συνόδου, ΟΥΤΕ ἦτο
Ἀπόφασις τῆς Τοπικῆς Συνόδου τῆς Ἐκ-
κλησίας τῆς Ἑλλάδος.
Ἦτο Ἀπόφασις καὶ Πρᾶξις τῆς Ἀντιχρί-
στου Ἑβραιομασωνίας, ἡ ὁποία ἐπεβλήθη
διὰ τῶν ἀσυνειδήτων ἀχρείων ὀργάνων
της, ἐνάντια εἰς κάθε Ἐκκλησιαστικὴν Ἀ-
πόφασιν καὶ Ἱερὸν Θεσμόν. Δι᾽ αὐτὸ ἐμ-
πίπτει εἰς τὴν Ἐκκλησιαστικὴν Καταδί-
κην καὶ τὸ Ἀνάθεμα, ὡς πρόξενος ΣΧΙ-
ΣΜΑΤΟΣ καὶ ΑΙΡΕΣΕΩΣ.
Συγκεκριμένως καταδικάζεται διὰ τοὺς
κάτωθι λόγους:
Α) Ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ Νέου Παπικοῦ Γρη-
γοριανοῦ Ἡμερολογίου τὸ 1924, ἡ ἀλλαγὴ
τοῦ Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου τὸ ὁποῖον
εἶχεν ἐν χρήσει παγκοσμίως ἐξ ἀρχῆς ἡ
Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ΔΕΝ
ἔγινε μὲ Ἀπόφασιν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκ-
236 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
κλησίας εἰς Μεγάλην Πανορθόδοξον Οἰ-
κουμενικὴν Σύνοδον. ΔΕΝ ἔγινε μὲ Ἀπό-
φασιν καὶ Γνώμην τῆς Τοπικῆς Ἐκκλη-
σίας τῆς Ἑλλάδος. ΔΕΝ ἔγινε κἂν μὲ τὴν
Ἀπόφασιν τῆς Διαρκοῦς, ἔστω καὶ Ἀντι-
κανονικῆς, Συνόδου. Ἔγινε διὰ χειρὸς ἑ-
νός, τοῦ Μητροπολίτου Ἀθηνῶν. Ἔγινε
ληστρικῶς μὲ ἀπόφασιν μιᾶς παρανό-
μου Δικτατορικῆς Στρατιωτικῆς Κυβερ-
νήσεως, ἡ ὁποία εἶχε καταλύσει τὴν νό-
μιμον ἐκλελεγμένην Κυβέρνησιν καὶ τὴν
νόμιμον Κανονικὴν Σύνοδον τῆς Ἐκκλη-
σίας τῆς Ἑλλάδος καὶ εἶχεν ἐπιβάλει Στρα-
τιωτικὸν Νόμον.
Μὲ Στρατιωτικὸν Νόμον, Δικτατορι-
κῶς, κατ᾽ ἐντολὴν σκοτεινῶν Ἑβραιομα-
σωνικῶν κύκλων ἐπεβλήθη ἡ ἀλλαγὴ τοῦ
Ἡμερολογίου τὴν 10ην Μαρτίου 1924,
ἡ ὁποία ὠνομάσθη 23η Μαρτίου.
ΔΕΝ ὑπάρχει δηλαδὴ οὐδεμία Ἐκκλη-
ΤΟ ΠΑΠΙΚΟΝ ΝΕΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ 237
σιαστικὴ νομιμοποίησις τοῦ Νέου Ἡμερο-
λογίου καὶ οὐδεμία Ἐκκλησιαστικὴ ὑπο-
χρέωσις νὰ τὸ ἀκολουθήσῃ κανείς.
Παρενθετικῶς πρέπει νὰ σημειωθῇ ὅτι
ἡ Ἀλλαγὴ τοῦ Ἡμερολογίου διὰ τὴν Πο-
λιτείαν ἔγινε ἕνα ἔτος ἐνωρίτερον μὲ Διά-
ταγμα τῆς Δικτατορίας τὸ ὁποῖον προέ-
βλεπεν ὅτι εἰσάγεται τὸ Νέον Πολιτικὸν
Γρηγοριανὸν Ἡμερολόγιον διὰ τὴν Πο-
λιτείαν, διὰ δὲ τὰς Θρησκευτικὰς Ἑορ-
τὰς καὶ τὴν Ἐθνικὴν Ἑορτὴν τῆς 25ης
Μαρτίου, παραμένει ἐν ἰσχύει τὸ Παλαιὸν
Ἰουλιανὸν Ἡμερολόγιον. Σημειωτέον δὲ
ὅτι τὸ Διάταγμα τὸ Δημοσιευθὲν εἰς τὴν
Ἐφημερίδαν τῆς Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 25
Ἰανουαρίου 1923, ἀρ. φύλ. 24) δὲν ἔχει
καταργηθῆ ἢ ἀνακληθῆ μέχρι σήμερον, τὸ
2021.
Β) Τὴν Ἡμερολογιακὴν Καινοτομίαν
καὶ τὸ Σχίσμα τοῦ Νέου Ἡμερολογίου τὸ
238 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ἐπέβαλεν ὁ Μητροπολίτης Ἀθηνῶν Χρυ-
σόστομος Παπαδόπουλος, ὁ μέχρι τότε
Ἀρχιμανδρίτης καὶ Καθηγητὴς τῆς Θεο-
λογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθη-
νῶν, ὁ ὁποῖος προήχθη εἰς τὴν θέσιν αὐ-
τὴν Μασσωνικῶς καὶ ὄχι νομίμως, ὄχι μὲ
τὴν ψῆφον τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας
τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ μὲ ἐκλογὴν ἀπὸ Πα-
ράνομον πενταμελῆ Ἀριστίνδην Σύνοδον,
κατόπιν Διαταγῆς τῆς Στρατιωτικῆς Κυ-
βερνήσεως τῆς Δικτατορίας τοῦ Στυλια-
νοῦ Γονατᾶ.
Γ) Ἀκόμη καὶ Πανορθόδοξος Σύνοδος
νὰ εἶχε συγκληθῆ τὸ 1924, πάλιν δὲν θὰ
ἠδύνατο νὰ ἀποφασίσῃ τὴν ἀλλαγὴν τοῦ
Ἡμερολογίου, διότι κάθε ἡμερολογιακὴ
ἀλλαγὴ καὶ τροποποίησις εἶχε Ἀπαγορευ-
θῆ καὶ Καταδικασθῆ ὑπὸ τῶν Πανορθο-
δόξων Συνόδων τὸ 1583, 1587, 1593 καὶ
1848, καὶ οὐδεμία Ἀπόφασις Πανορθοδό-
ΤΟ ΠΑΠΙΚΟΝ ΝΕΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ 239
ξου Συνόδου δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀναιρεθῇ
ὑπὸ μεταγενεστέρας.
Τὰς Πανορθοδόξους αὐτὰς Ἀποφάσεις
σεβομένη ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ὡς
ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι σφραγισθείσας δὲν προ-
έβαινεν εἰς τὴν Ἀλλαγὴν ἐπὶ 341 ἔτη ἕως
τὸ 1924, ἀλλὰ οὔτε καὶ ἕως τώρα τὰς πα-
ραβαίνομεν ὡς γνήσια τέκνα Αὐτῆς.
Δ) Ἡ παράνομος εἰσαγωγὴ τοῦ Νέου
παπικοῦ Ἡμερολογίου ἔγινε ἀρχικῶς μό-
νον εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος καὶ
ὄχι εἰς τὰς ἄλλας Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας.
Συμπέρασμα: Τὴν ἀλλαγὴν δὲν τὴν ἔ-
κανε ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ
μὲ τὴν ἐπιφοίτησιν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος,
δὲν τὴν ἔκανε ὁ Χριστός, ἀλλὰ ἡ Ἑβραι-
οσιωνιστικὴ Μασωνία διὰ νὰ ἐπιβάλῃ
διεθνῶς τὴν Παναίρεσιν τοῦ Ἀντιχρίστου
καὶ Ἀθέου Οἰκουμενισμοῦ μὲ τὴν ἵδρυ-
σιν τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλη-
240 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
σιῶν (=Αἱρέσεων) κατὰ τὸ διάστημα ἀπὸ
23/ 8 ἕως 4/ 9 (Ν.Η.) τοῦ 1948, μὲ ἱ-
δρυτὰς τὰ λεγόμενα Ὀρθόδοξα Πατριαρ-
χεῖα, τὴν Νεοημερολογιτικὴν Ἐκκλησίαν
τῆς Ἑλλάδος, καὶ πολλὰς Προτεσταντικὰς
Αἱρέσεις. Ἡ ὅλη αὐτὴ Οἰκουμενιστικὴ ἐ-
πιχείρησις χρηματοδοτήθη ὑπὸ τῶν Ἑ-
βραιο-Σιωνιστῶν Ροκφέλλερ.
Μέχρι σήμερον τὰ βόρεια Πατριαρχεῖα
συνεχίζουν νὰ ἀκολουθοῦν τὸ Ἰουλιανὸν
Παλαιὸν Ἡμερολόγιον. Ἐπίσης τὸ Ἅγιον
῎Ορος, τὸ Πατριαρχεῖον τῶν Ἱεροσολύ-
μων, ἡ Μονὴ τοῦ Ὄρους Σινᾶ, κ.λπ. Πα-
γκοσμίως ἀπὸ τὰ 300.000.000 Ὀρθοδό-
ξων Χριστιανῶν μόνον τὰ 8.500.000 ἀκο-
λουθοῦν τὸ Νέον Ἡμερολόγιον.
Ἡ Ὀρθόδοξος Στρατευομένη ἐπὶ γῆς
Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ μέχρι σήμερον,
ὡς ΑΛΑΘΗΤΟΣ, ποτὲ ΔΕΝ ἐνέκρινε τὴν
Ἀλλαγὴν τοῦ Ἡμερολογίου, σεβομένη τὴν
ΤΟ ΠΑΠΙΚΟΝ ΝΕΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ 241
ΑΠΟΦΑΣΙΝ τῆς ἐν οὐρανοῖς Θριαμβευ-
ούσης Ἐκκλησίας τῶν Ἁγίων, ὡς συνέ-
χεια αὐτῶν, διὰ νὰ θεωρεῖται καὶ νὰ εἶναι,
ἡ ΜΙΑ ΑΓΙΑ ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
τοῦ Ἑνὸς Τρισυποστάτου Θεοῦ.
Τὴν ἀλλαγὴν τοῦ Ἡμερολογίου ΔΕΝ
τὴν ἐδέχθη ἡ ΜΙΑ ΑΓΙΑ ΚΑΘΟΛΙΚΗ
ΕΚΚΛΗΣΙΑ τοῦ Τρισυποστάτου Θεοῦ.
Ὅσαι τοπικαὶ Ἐκκλησίαι τὴν ἐδέχθησαν
κατέστησαν ἱδρύματα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ
καὶ τῆς Ἑβραιομασωνίας.
Ἡ Σχισματοαίρεσις τοῦ Νεοημερολο-
γιτισμοῦ, ἱδρυθεῖσα μὲ ἀπόλυτον ἀντισυν-
οδικότητα, ἀπώλεσε τὴν Χάριν τοῦ Ἁγίου
Πνεύματος καὶ διὰ τοῦτο ἔχασε καὶ τὴν
συνείδησιν ὅτι ἀνήκει εἰς τὸ Σῶμα τοῦ
Χριστοῦ. Ὡς ἐκ τούτου ἐζήτησε καταφύ-
γιον εἰς τὸ Ἀντίχριστον καὶ Ἄθεον σῶμα
τῆς Παναιρέσεως καὶ Πανθρησκείας τοῦ
Οἰκουμενισμοῦ.
242 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Ἡ Παναίρεσις καὶ Πανθρησκεία
τοῦ Ἀθέου καὶ Ἀντιχρίστου
ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ
Ἡ Παναίρεσις καὶ Πανθρησκεία τοῦ
Ἀθέου καὶ Ἀντιχρίστου Οἰκουμενισμοῦ
ἀποτελεῖ ἐξέχουσαν μορφὴν Ἀποστασίας
καὶ Πλάνης, ἀλλὰ καὶ μνημειώδους Ἀρ-
νήσεως τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ
Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας.
Ἡ Οἰκουμενιστικὴ Θεωρία τῶν Κλά-
δων ( BRANCH THEORY ), κηρύττει ὅτι
ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι διαχωρι-
σμένη εἰς Κλάδους, μὲ μερικὴν Ἀλήθειαν
ἡ κάθε μία, καὶ θὰ ἀνασυσταθῇ ὅταν
ἑνωθοῦν ὅλοι οἱ Κλάδοι. Δηλαδή, διὰ
τοὺς Οἰκουμενιστὰς ΔΕΝ ὑπάρχει ἡ Μία
Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Οἰκουμενισμός, ἐξ ἀρχῆς, ἀπὸ τὸ 1910
καὶ τὸ 1920 καὶ μὲ τὴν κορύφωσίν του εἰς
τὴν ἵδρυσιν τοῦ Π.Σ.Ε. τὸ 1948, εἶναι
Ο ΑΘΕΟΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ 243
Παναίρεσις καὶ Πανθρησκεία, εἶναι
Ἄθεος καὶ Ἀντίχριστος, εἶναι καὶ
Ἀντιεκκλησία. Ἔχει διὰ τοῦτο καὶ τὸν
χαρακτῆρα τῆς Ἀντισυνοδικότητος.
Ἡ συμμετοχὴ τῶν λεγομένων Ὀρθοδό-
ξων τοπικῶν Ἐκκλησιῶν εἰς τὴν Παναίρε-
σιν τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἔγινε (α) μὲ ἀπο-
φάσεις ἐπισκόπων οἱ ὁποῖοι δὲν πληροῦν
τοὺς ὅρους τῆς Ἀποστολικῆς Πίστεως καὶ
τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς, (β) μὲ ἀπο-
φάσεις ἐπιτροπῶν κάτω ἀπὸ τὴν πίεσιν ἐ-
ξωεκκλησιαστικῶν μηχανισμῶν καὶ πολι-
τικῶν παραγόντων, (γ) μὲ ἀποφάσεις αἱ
ὁποῖαι ἀντιβαίνουν πρὸς τὰς Ἀποφάσεις
τῶν προηγουμένων Οἰκουμενικῶν καὶ Παν-
ορθοδόξων Συνόδων ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν
Θριαμβεύουσαν Ἐκκλησίαν, καὶ (δ) μὲ Ἀ-
ποφάσεις αἱ ὁποῖαι δὲν ἀποτελοῦν Θέλη-
μα τῆς Θείας Κεφαλῆς τῆς Ἐκκλησίας οὔτε
ἐλήφθησαν ὡς ἔδοξε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι.
244 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Μεγάλη Παρανομία Ἀντισυνοδικότητος
ΟΙ ΦΛΩΡΙΝΟ-ΣΕΡΑΦΕΙΜΙΚΟΙ ΟΥΝΙ-
ΤΑΙ ΤΟΥ ΝΕΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΙΣΜΟΥ
Τὸ 1937 διεσπάσθη ἀπὸ τὴν Ἐκκλησί-
αν τῶν Γ.Ο.Χ. καὶ ἤρχισε νὰ ὑπάρχῃ εἰς
τὴν Ἑλλάδα μία παρασυναγωγὴ ἡ ὁποία
δὲν ἀκολουθεῖ μὲν τὸ Νέον Ἡμερολόγιον,
ἀλλὰ ἀναγνωρίζει ὅτι οἱ Νεοημερολογῖται
ἔχουν ἔγκυρα μυστήρια μὲ Χάριν Ἁγίου
Πνεύματος.
Τὴν ἀντιφατικὴν αὐτὴν ἰδεολογίαν ἔ-
σπειρεν ὡς ἄλλος πολιτικὸς ὁ πρώην
Φλωρίνης Χρυσόστομος Καβουρίδης
(1870-1955), μὲ τὴν σοφιστικὴν καὶ δικο-
λαβικὴν θεωρίαν περὶ τοῦ « ΔΥΝΑΜΕΙ
καὶ ΟΧΙ ΕΝΕΡΓΕΙᾼ », ὅσον ἀφορᾶ εἰς
τὴν ἐγκυρότητα τῶν Μυστηρίων τῶν Νε-
οημερολογιτῶν.
Μετὰ τὸν θάνατόν του, οἱ ὀπαδοὶ τῆς
Φλωρινικῆς σοφιστείας - ἰδεολογίας ἐ-
ΟΙ ΦΛΩΡΙΝΟ - ΣΕΡΑΦΕΙΜΙΚΟΙ 245
δέχθησαν τὴν εἰς ἐπίσκοπον χειροτονίαν
τοῦ Ἀρχιμανδρίτου Ἀκακίου Παππᾶ τὴν
9-12-1960, εἰς τὸ Ντιτρόϊτ τῶν Η.Π.Α., διὰ
χειρὸς Σεραφείμ, ἐπισκόπου Σικάγου τῆς
ὑπὸ τὸν Ἀναστάσιον Συνόδου τῶν Ρώσων
τῆς Διασπορᾶς, ἡ ὁποία τελοῦσεν εἰς πνευ-
ματικὴν ἐπικοινωνίαν μετὰ τοῦ Σχισμα-
τοαιρετικοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινου-
πόλεως καὶ ὅλων τῶν Νεοημερολογιτικῶν
ἐκκλησιῶν, ἐνῶ μεταξὺ τῶν μελῶν της εἶχε
καὶ Νεοημερολογίτας ἐπισκόπους. Ὁ δὲ
Σεραφεὶμ ἐχειροτόνησε τὸν Ἀκάκιον μετὰ
τοῦ Ρουμάνου Νεοημερολογίτου ἐπισκό-
που Θεοφίλου Ἰωνέσκου κρυφίως, διότι
ἡ Σύνοδός του μὲ Ἀπόφασιν εἶχεν ἀπαγο-
ρεύσῃ τὴν χειροτονίαν αὐτήν.
Ἂς σημειωθῇ ὅτι ὁ Ἀκάκιος δὲν ἔλαβε
Χειροτονητήριον, ἀλλὰ μίαν ἁπλῆν Βε-
βαίωσιν, καὶ αὐτὴν ἔπειτα ἀπὸ τέσσαρα
(4) ἔτη, μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Ἀκακίου
246 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
τὸ 1963, ἡ ὁποία ἔφερεν μόνον μίαν ὑπο-
γραφὴν, τοῦ Σεραφείμ, διότι ὁ Θεόφιλος
δὲν ὑπέγραψε καὶ μάλιστα ἠρνήθη ὅτι
ἔλαβε μέρος ἢ ἐγνώριζε κάτι διὰ τὴν χει-
ροτονίαν τοῦ Ἀκακίου.
Ἐν ὀλίγοις, ὁ Ἀκάκιος Παππᾶς ἐχειρο-
τονήθη καὶ Ἀντισυνοδικῶς καὶ ὑπὸ Σχι-
σματοαιρετικῶν ἐπισκόπων καὶ Ὑπε-
ρορίως. Ἐπειδὴ δὲ ἦτο τῆς Φλωρινικῆς
δοξασίας καὶ ἡ ἀντικανονικὴ χειροτονία
του ἔγινε ἀπὸ τὸν Σεραφείμ, ἡ παράτα-
ξίς του εἶναι γνωστὴ ὡς παράταξις τῶν
Φλωρινο-Σεραφειμικῶν.
Ὁ Ἀκάκιος προέβη εἰς χειροτονίας ἐπι-
σκόπων καὶ πάλιν Ἀντισυνοδικῶς. Ἔφε-
ρε πρὸς τοῦτο εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸ 1962
τὸν Χιλῆς Λεόντιον, τῆς αὐτῆς Συνόδου
τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς, χωρὶς τὴν ἔγ-
κρισιν ἢ τὴν γνῶσιν τῆς Συνόδου του, καὶ
ὅστις ἐπισήμως συμμετεῖχεν εἰς θρησκευ-
ΟΙ ΙΟΥΔΑΪΖΟΝΤΕΣ ΝΕΟΕΙΚΟΝΟΜΑΧΟΙ 247
τικὰς τελετὰς μετὰ τῶν Παπικῶν.
Οἱ Φλωρινο-Σεραφειμικοὶ αὐτοαπο-
καλοῦνται Γ.Ο.Χ., ἀλλ᾽ ἐφ᾽ ὅσον ἀναγνω-
ρίζουν Χάριν Ἁγίου Πνεύματος εἰς τοὺς
Σχισματικοὺς Νεοημερολογίτας καὶ ἕλ-
κουν τὴν χειροτονίαν τῶν ἐπισκόπων των
ἀπὸ Νεοημερολογίτας καὶ κοινωνοὺς τῶν
Νεοημερολογιτῶν, ΔΕΝ εἶναι Ὀρθόδοξοι.
Εἶναι ἁπλῶς Δεκατριμερῖται Παλαιοημε-
ρολογῖται καὶ Οὐνῖται τοῦ Νεοημερολο-
γιτισμοῦ.
Μεγάλη Παρανομία Ἀντισυνοδικότητος
Η ΙΔΡΥΣΙΣ ΤΗΣ ΑΙΡΕΤΙΚΗΣ
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΩΝ ΙΟΥΔΑΪΖΟΝΤΩΝ
ΝΕΟΕΙΚΟΝΟΜΑΧΩΝ
Τὸ 1995 ἐκορυφώθη εἰς τὴν Ἑλλάδα μέ-
γας πόλεμος κατὰ τῶν Ἱερῶν Εἰκόνων καὶ
μὲ ἄκρως Ἀντισυνοδικὰς διαδικασίας ἱ-
δρύθη νέα Αἱρετικὴ παράταξις, αὐτὴ τῶν
ΝΕΟ-ΕΙΚΟΝΟΜΑΧΩΝ.
248 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Τὸ κίνημα τῆς Ἰουδαϊζούσης Αἱρέσεως
τῆς Νεοεικονομαχίας ἐναντίον ὅλων τῶν
μὴ Βυζαντινῆς τεχνοτροπίας Ὀρθοδόξων
Εἰκόνων, ἐναντίον τῆς ἀπεικονίσεως τοῦ
Θεοῦ Πατρός, ἐναντίον τῆς εἰκόνος τοῦ
Συνθρόνου τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἐναντίον
τῆς ἐκ τοῦ Τάφου Ἀναστάσεως τοῦ Χρι-
στοῦ, ἐναντίον τῆς Γεννήσεως τοῦ Χρι-
στοῦ ἄνευ Μαιῶν καὶ λουτροῦ, ἐναντίον
τῆς Πεντηκοστῆς ἡ ὁποία ἀπεικονίζει τὴν
Παναγίαν καὶ δὲν ἀπεικονίζει τὸν Ἀπό-
στολον Παῦλον, καὶ ἐναντίον ὅλων τῶν
Θεοφανειῶν καὶ Ὁραμάτων, ἐναντίον τῶν
ἐκτυπωμένων ἐπὶ χάρτου ἀντιγράφων ἱε-
ρῶν εἰκόνων, καθὼς καὶ ἄλλων, ἐκορυ-
φώθη μὲ παρανόμους καὶ Ἀντισυνοδικὰς
χειροτονίας ἐπισκόπων.
Ἡ Σύνοδος τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκ-
κλησίας τῆς Ἑλλάδος, τῶν ἀπὸ Βρεσθέ-
νης Ματθαίου ἑλκόντων τὰς χειροτονίας,
ΟΙ ΙΟΥΔΑΪΖΟΝΤΕΣ ΝΕΟΕΙΚΟΝΟΜΑΧΟΙ 249
τὸ 1995 εἶχεν ὀκτὼ (8) μέλη, καὶ τὰ τρία
(3) ἐξ αὐτῶν, μὲ μίαν Πρᾶξιν καθαρῶς Σχι-
σματικήν, προέβησαν ὅλως Παρανόμως
καὶ Ἀντισυνοδικῶς εἰς χειροτονίας ἐπι-
σκόπων, ὥστε νὰ ἑδραιώσουν τὴν Αἵρε-
σιν τῆς Νεοεικονομαχίας.
Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἱεραρχίας τῆς Γνη-
σίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος
Κατεδίκασε καὶ Ἀνεθεμάτισε τὴν Αἵρε-
σιν καὶ τοὺς Αἱρεσιάρχας τῆς Νεοεικονο-
μαχίας μὲ τὰς τρεῖς Ἱστορικὰς Ποιμαντο-
ρικὰς Ἐγκυκλίους, (α) τὴν ὑπ᾽ ἀριθμ.
2566 / 23-1-1992, (β) τὴν ὑπ’ ἀριθμ.
2660 / 26-2-1993, καὶ (γ) τὴν ὑπ’ ἀριθμ.
35 / 19-2-1997.
Εἰς τὰς προσεχεῖς δεκαετίας, οἱ Νεοει-
κονομάχοι ἐγνώρισαν ἐντὸς τῶν κόλπων
των νέα Σχίσματα καὶ ἀλληλοκαθαιρέσεις,
ἑνώσεις μὲ Οἰκουμενιστὰς Ἐπισκόπους τοῦ
ἐξωτερικοῦ, καὶ ἄλλας ἀντικανονικότητας.
250 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Μεγάλη Παρανομία Ἀντισυνοδικότητος
Η ΙΔΡΥΣΙΣ ΤΗΣ ΑΙΡΕΤΙΚΗΣ
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΩΝ ΘΕΟΜΑΧΩΝ -
ΤΡΙΑΔΟΜΑΧΩΝ - ΧΡΙΣΤΟΜΑΧΩΝ -
ΕΚΚΛΗΣΙΟΜΑΧΩΝ
Εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ 21ου αἰῶνος ἐξεδη-
λώθη, ὑπὸ στοιχείων καιροφυλακτούντων
εἰς τὴν Γνησίαν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν
τῆς Ἑλλάδος, νέα πολυκέφαλος Αἵρεσις,
ἡ ὁποία ἐκήρυττεν, ὅτι ὁ Χριστὸς ΔΕΝ
εἶναι Προαιώνιον Πρόσωπον, ὅτι ὁ Θεὸς
ΔΕΝ εἶναι Κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι ἡ
Ἁγία Τριὰς ΔΕΝ εἶναι Κεφαλὴ τῆς Ἐκ-
κλησίας, ὅτι τὴν Ἐκκλησία τὴν ἔκανεν ὁ
Χριστὸς καὶ ΟΧΙ ἡ Ἁγία Τριάς, ὅτι ΔΕΝ
θὰ ἀφήσῃ τὴν Ἐκκλησίαν Του νὰ πέσῃ εἰς
τὰ χέρια τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὅτι ἡ Ἐκκλη-
σία ΔΕΝ ὑπῆρχε πρὶν ἀπὸ τὴν ἡμέραν τῆς
Πεντηκοστῆς, καὶ ἄλλας παρεμφερεῖς Αἱ-
ρέσεις καὶ ἀντιφατικοὺς ἰσχυρισμούς.
ΟΙ ΧΡΙΣΤΟΜΑΧΟΙ ΕΚΚΛΗΣΙΟΜΑΧΟΙ 251
Αἱ συνοπτικῶς ἀναφερόμεναι ἐδῶ αὐ-
ταὶ Βλασφημίαι ἔχουν τόσας προεκτάσεις
ὥστε ἀνατρέπονται ἐκ θεμελίων ὅλα τὰ
Ὀρθόδοξα Δόγματα τῆς Ἁγίας Ἐκκλησίας.
Ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ὑποκινούντων τὴν Αἵ-
ρεσιν λαϊκῶν καὶ ἱερομονάχων ἐτέθησαν
οἱ Μητροπολῖται Μεσσηνίας Γρηγόριος
καὶ Κοζάνης Τίτος. Θανόντος αἰφνιδίως
τοῦ Κοζάνης τὴν 12ην Δεκεμβρίου 2002,
ὁ Μεσσηνίας προέβη ἐσπευσμένα μόνος
του εἰς χειροτονίας νέων ἐπισκόπων, ἄνευ
συνεννοήσεως μὲ τὸν συνεπίσκοπόν του
Μητροπολίτην Θεσσαλονίκης Χρυσόστο-
μον. Αὐτὴ ἡ Πρᾶξις ἦτο Σχισματική, Ἀντι-
κανονική, Παράνομος καὶ Ἀντισυνοδική.
Τὰς Αἱρέσεις καὶ τὰς Ἀντικανονικὰς χει-
ροτονίας τοῦ Μεσσηνίας κατεδίκασεν ὁ
Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Χρυσόστο-
μος διὰ τῆς Ἐγκυκλίου τῆς 3-3-2003.
Ἡ περὶ τὸν πρώην Μεσσηνίας σχημα-
252 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
τισθεῖσα Σύνοδος τῶν Αἱρετικῶν, ἐκ γε-
νετῆς Ἀντισυνοδική, διεσπάσθη εἰς τὴν
συνέχειαν εἰς περαιτέρω παρατάξεις, ἀλ-
λὰ καὶ προέβη εἰς ἀθεμίτους ἑνώσεις μετὰ
Κακοδόξων Οἰκουμενιστῶν ἐπισκόπων
τοῦ ἐξωτερικοῦ.
Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΙΣ
Ἡ Ἐκκλησιαστικὴ Παράδοσις εἶναι Ἱε-
ρὰ καὶ συνεχής, ἄνευ ἀντιφάσεων ἢ αὐ-
τοαναιρέσεων. Ἀποκόπτεται ὅμως ἀπὸ
τὴν συνοχήν, τὴν Ἑνότητα καὶ τὴν Ἱερό-
τητα τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Παραδόσεως
καὶ ἀπὸ τὴν Θριαμβεύσουσαν Ἐκκλησίαν
τῶν Ἁγίων ἐν Οὐρανοῖς, καὶ καθυποβάλ-
λεται εἰς τὸ Αἰώνιον ΑΝΑΘΕΜΑ πᾶν Σχί-
σμα, πᾶσα Αἵρεσις καὶ Καινοτομία, ὅπως
ἡ καινοτομία τοῦ Νέου Παπικοῦ Ἡμερο-
λογίου, ἡ Κίνησις τοῦ Ἀντιθέου καὶ Ἀν-
τιχρίστου Οἰκουμενισμοῦ, τὸ Παλαιοη-
Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΙΣ 253
μερολογιτικὸν μόρφωμα τῶν Φλωρινο-
Σεραφειμικῶν, ἡ Αἵρεσις τῆς Νεοεικονο-
μαχίας, ἡ πολυδαίδαλος Αἵρεσις τῆς Ἐκ-
κλησιομαχίας-Χριστομαχίας-Τριαδομα-
χίας-Θεομαχίας, καὶ κάθε παραχάραξις τῆς
Ἀποκαλυφθείσης Ἀληθείας, τῆς Συνοδι-
κῶς διατυπωθείσης εἰς τὰ Θεῖα καὶ Ἱερὰ
Δόγματα ὑπὸ τῶν Ἁγίων Οἰκουμενικῶν
Συνόδων. Ἄμοιροι τῆς Ἀκτίστου Θείας
Χάριτος πάντες οἱ κοινωνοῦντες αὐταῖς.
Γέγραπται γὰρ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι: «Εἴ
τις πᾶσαν Παράδοσιν Ἐκκλησιαστικὴν
ἔγγραφον ἢ ἄγραφον ἀθετεῖ, ΑΝΑΘΕΜΑ
ἔστω» ( Ἀπόσπασμα Πρακτικῶν Ἁγίας Ζ΄
Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Βλέπε, Καρμίρης,
Μνημεῖα, τόμ. 1, σελ, 205 ).
Ὁμοφωνοῦν ἐπ᾽ αὐτῷ Σύνοδοι Ἅγιαι καὶ
Πατέρες Θεοφόροι: «Τὸ γὰρ ἐπὶ Δόγμασιν
εἴτε μικροῖς εἴτε μεγάλοις ἁμαρτάνειν,
ταὐτόν ἐστι· ἐξ ἀμφοτέρων γὰρ ὁ Νόμος
254 ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
τοῦ Θεοῦ ἀθετεῖται» ( Ἅγιος Ταράσιος, Ζ΄
Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, Πρᾶξις Α’, Mansi
12, 1031-1034). Δηλαδή, ἡ ἀστοχία καὶ τὸ
λάθος ἐπὶ Δογματικῶν θεμάτων, εἴτε μι-
κρὰ εἴτε μεγάλη, εἶναι τὸ ἴδιον. Καὶ ἀπὸ
τὸ μικρὸν καὶ ἀπὸ τὸ μεγάλον Δογματικὸν
σφάλμα ἀθετεῖται ὁ Νόμος τοῦ Θεοῦ.
Εἰς τὰ θέματα τῆς Πίστεως, καὶ ἡ μικρὰ
παρέκκλισις ἢ παρεκτροπὴ ὁδηγεῖ εἰς Πνευ-
ματικὸν Θάνατον, κατὰ τὸν Μέγα Φώ-
τιον (820-893 μ.Χ.): «Ἅπαντα φυλάτ-
τειν ἐπάναγκες, καὶ πρό γε τῶν ἄλλων τὰ
περὶ Πίστεως, ἔνθα καὶ τὸ παρεγκλῖναι
μικρόν, ἁμαρτεῖν ἐστιν ἁμαρτίαν τὴν
πρὸς θάνατον» (Ἅγιος Φώτιος ὁ Μέγας,
P.G. 102, 604 C ).
Δὲν ὑπάρχει κάτι μικρὸν ἢ ἀσήμαντον
εἰς τὸν περὶ τοῦ Θεοῦ λόγον, ἀλλὰ καὶ τὸ
παραμικρὸν εἶναι μέγα, κατὰ τὸν Θεσ-
σαλονίκης Γρηγόριον: «Οὐ μικρὸν ἐν
Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΙΣ 255
τοῖς περὶ Θεοῦ τὸ παραμικρόν» ( Ἅγιος
Γρηγόριος Παλαμᾶς, Ε.Π.Ε. 1, σελ. 70 ).
Δὲν εἶναι ἀμελητέον αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἔ-
χει μεγάλας ἐπιπτώσεις, κατὰ τὸ σοφὸν
ρητὸν τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολό-
γου: «Τὸ μικρὸν οὐ μικρόν, ὅταν ἐκφέρῃ
μέγα». Τοῦτο ἐπικαλεῖται καὶ εἰς τὴν ὑπὲρ
τῶν Ἁγίων Εἰκόνων Ἀπολογίαν του ὁ ἐκ
Δαμασκοῦ Ἅγιος Ἰωάννης: «Οὐ γὰρ μι-
κρὸν τὸ μικρόν, ὅταν εἰς μέγα ἐκφέρῃ,
ὅπου γε οὐδὲ σμικρὸν τὸ παρεγχάραγμα
ἄνωθεν κεκρατηκυῖαν Ἐκκλησίας ἀνα-
τραπῆναι παράδοσιν» ( Ἅγιος Ἰωάννης
ὁ Δαμασκηνός, P.G. 94, 1233B ).
Εἰς τὰ περὶ Θεοῦ καὶ Σωτηρίας τίποτε
δὲν εἶναι μικρόν, ἀσήμαντον ἢ ἀμελητέ-
ον, ἀλλὰ τὰ πάντα ἀναγκαῖα. Ὁ Ἅγιος
Ἀπόστολος Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος εἶ-
ναι κατηγορηματικός: «Ὅστις γὰρ ὅλον
τὸν Νόμον τηρήσῃ, πταίσῃ δὲ ἐν ἑνί,
γέγονε πάντων ἔνοχος» ( Ἰάκ. Β´ 10 ).
Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Γ.Ο.Χ. Ἀθηνῶν & πάσης Ἑλλάδος Ματθαῖος καὶ ἡ περὶ αὐτὸν
256
Ἱερὰ Σύνοδος, Κορινθίας Κάλλιστος, Θεσ/νίκης Δημήτριος, Πατρῶν Ἀνδρέας,
Τριμυθοῦντος Σπυρίδων, καὶ ὁ Πρωτοσύγκελλος π. Εὐγένιος Τόμπρος (15-9-1949).
ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
257
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Ἐκ τῶν μέχρι τώρα ἀναφερθέντων σχε-
τικῶς μὲ τὸ ΑΛΑΘΗΤΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗ-
ΣΙΑΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ διεπιστώθη ὅτι μό-
νον ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι καὶ δι-
καιοῦται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ΑΛΑΘΗ-
ΤΟΣ, διότι αὐτὴ μόνη, κατὰ Θεοπαράδο-
τον τρόπον, διοικεῖται ΣΥΝΟΔΙΚΩΣ, ἐκ-
φράζει τὴν ΘΕΙΑΝ ΑΛΗΘΕΙΑΝ ΣΥΝΟ-
ΔΙΚΩΣ, εἶναι ἡνωμένη μετὰ τοῦ Θεοῦ Πα-
τρὸς διὰ τοῦ Υἱοῦ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι εἰς Μίαν
ΣΥΝΟΔΟΝ Ἀγγέλων καὶ ἀνθρώπων.
Μόνον ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἔχει Κε-
φαλὴν τὸν Χριστόν, τὸν Ἀληθινὸν ΘΕΟΝ,
ὃς ἐστίν « ἡ ΟΔΟΣ καὶ ἡ ΑΛΗΘΕΙΑ καὶ ἡ
ΖΩΗ » (Ἰωάν. ΙΔ´ 6), ἔχει ὡς ψυχὴν ἐν ἑ-
αυτῇ τὸν ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΝ, «τὸ ΠΝΕΥΜΑ
τῆς ΑΛΗΘΕΙΑΣ, [ τὸ ὁδηγοῦν ἡμᾶς ] εἰς
πᾶσαν τὴν ΑΛΗΘΕΙΑΝ » ( Ἰωάν. ΙΣΤ´ 7 -
15 ), ἔχει ῥίζαν τὸν Θεὸν Πατέρα « ἐξ οὗ
258 ΕΠΙΛΟΓΟΣ
πᾶσα πατριὰ ἐν οὐρανοῖς καὶ ἐπὶ γῆς ὀνο-
μάζεται» ( Ἐφεσ. Γ´ 15), ὃς ἐστί « Πατὴρ
πάντων, ὁ ΕΠΙ πάντων, καὶ ΔΙΑ πάντων,
καὶ ΕΝ πᾶσιν ἡμῖν» ( Ἐφεσ. Δ´ 5 ).
Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τοῦ ΘΕΟΥ
εἶναι ΜΙΑ, ἡ ἐν Οὐρανῷ Θριαμβεύουσα
μετὰ τῆς ἐπὶ γῆς Στρατευομένης, καὶ μό-
νον ὅταν ἡ Στρατευομένη ὁμοφρονῇ μετὰ
τῆς Θριαμβευούσης τότε εὑρίσκεται ἐν τῇ
Ἀληθείᾳ καὶ ἔχει τὸ ΑΛΑΘΗΤΟΝ.
Ἀπ᾽ ἐναντίας, ὅλαι αἱ Αἱρέσεις καὶ αἱ
Ληστρικαὶ Σύνοδοι καὶ τὰ Ἀντισυνοδι-
κὰ μορφώματα τὰ ὁποῖα ἐμφανίζονται
κατὰ καιροὺς ὡς ἐκκλησίαι ΔΕΝ συμφω-
νοῦν μετὰ τῆς Θριαμβευούσης Ἐκκλησίας
ΟΥΤΕ ἐκπροσωποῦν τὴν ὅλην Στρατευ-
ομένην Ἐκκλησίαν, διότι ΔΕΝ φρονοῦν
ὡς «ἔδοξε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι» (Πράξ.
ΙΕ´ 28), καὶ ΔΕΝ ἀποδέχονται τὰς Θεο-
πνεύστους Ἀποφάσεις τῆς Θριαμβευού-
ΕΠΙΛΟΓΟΣ 259
σης Ἐκκλησίας. Διὰ τοῦτο, ἕως ὅτου με-
τανοήσουν, εὑρίσκονται ΕΚΤΟΣ ΤΗΣ
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΟΥ ΤΡΙΣΥΠΟΣΤΑΤΟΥ
ΘΕΟΥ ΕΙΣ ΤΟ ΑΙΩΝΙΟΝ ΑΝΑΘΕΜΑ.
Ἡμεῖς εἴμεθα μέλη τοῦ Σώματος τῆς
Ἐκκλησίας διότι ἐδῶ συντελεῖται ἡ Ἀπο-
κάλυψις τοῦ Θεοῦ καὶ ἐδῶ τεκταίνεται ἡ
Σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου.
Διὰ νὰ γνωρίσωμε τὸν Θεὸν καὶ νὰ ἀπο-
λαύσωμε τὴν Σωτηρίαν δὲν προστρέχομεν
εἰς οἱανδήποτε σύναξιν ἀνθρώπων ὅπου
συμβαίνει νὰ λαλοῦνται λόγοι περὶ Θεοῦ
καὶ νὰ τελοῦνται θρησκευτικαὶ ἐπικλήσεις
ἢ τελεταί. Προστρέχομεν εἰς τὴν Μίαν,
Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκ-
κλησίαν ἡ ὁποία εἶναι Θεοϋπόστατος, εἶ-
ναι οἰκοδομημένη «ἐπὶ τῷ θεμελίῳ τῶν
Ἀποστόλων καὶ Προφητῶν, ὄντος Ἀκρο-
γωνιαίου αὐτοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Ἐφεσ.
Β´ 20), εἶναι «Στῦλος καὶ ἑδραίωμα τῆς
260 ΕΠΙΛΟΓΟΣ
ΑΛΗΘΕΙΑΣ » (Α´ Τιμ. Γ´ 15). Ἐδῶ μόνον
συντελεῖται ἡ οἰκοδομὴ «τοῦ Σώματος
τοῦ Χριστοῦ, μέχρι καταντήσωμεν οἱ πάν-
τες εἰς τὴν Ἑνότητα τῆς Πίστεως καὶ τῆς
Ἐπιγνώσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, εἰς ἄν-
δρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πλη-
ρώματος τοῦ Χριστοῦ» (Ἐφεσ. Δ´ 12-14).
Ἐγγύησιν εἰς τὴν ἐπὶ γῆς Στρατευομέ-
νην Ἐκκλησίαν διὰ τὴν ἀκεραιότητα τῆς
Ἁγιότητός της καὶ τῆς Σωστικῆς της ἰσχύ-
ος παρέχει τὸ ΑΛΑΘΗΤΟΝ τῆς Ὀρθοδο-
ξίας. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ΑΛΑ-
ΘΗΤΟΣ ΔΙΑ ΤΟΥ ΣΥΝΟΔΙΚΟΥ ΤΗΣ
ΘΕΣΜΟΥ, ΕΙΝΑΙ Η ΚΙΒΩΤΟΣ ΤΗΣ
ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑΝ ΠΗΔΑΛΙ-
ΟΥΧΕΙ Ο ΙΔΙΟΣ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ.
Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι τὸ Κρά-
τος τοῦ Θεοῦ. Ὁ Τριαδικὸς Θεὸς εἶναι ὁ
Ἐκκλησιαστὴς ὁ ἐκκλησιάζων τὰ μέλη
τοῦ Σώματος τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς
ΕΠΙΛΟΓΟΣ 261
καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας.
Ὁ Τριαδικὸς Θεὸς ἀποκαλύπτει τὴν
Ἀλήθειάν Του ἐπὶ τῆς γῆς καὶ παρέχει
Σωτηρίαν διὰ τῆς Ἐκκλησίας Του καὶ μό-
νον ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας Του.
Χριστὸς ὁ Ἀληθινὸς Θεὸς ἡμῶν εἶναι
«ἡ ΟΔΟΣ καὶ ἡ ΑΛΗΘΕΙΑ καὶ ἡ ΖΩΗ»
(Ἰωάν. ΙΔ´ 6). Ἡ Ἐκκλησία, ὡς κατὰ Χά-
ριν Σῶμα Χριστοῦ, βαδίζει ἐν Χριστῷ,
βαδίζει εἰς τὴν Ὁδὸν καὶ τὴν Ἀλήθειαν
καὶ τὴν Ζωήν. Ὁδὸς ὁ Χριστός, Σύνοδος
ἡ Ἐκκλησία, Συνοδῖται τὰ μέλη τοῦ Σώ-
ματος τῆς Ἐκκλησίας.
Ἡ Ἐκκλησία ὡς Θεανθρώπινος Ὀργα-
νισμὸς εἶναι Θεοκεντρική, Τριαδοκεντρι-
κή. Ὁ χαρακτήρ της εἶναι φύσει Συνοδι-
κὸς καὶ ὄχι Προσωποκεντρικός. Κυβερ-
νᾶται ὡς ἐκ τούτου Συνοδικῶς, καὶ ἡ αὐ-
θεντία της φρουρεῖται διὰ Συνοδικῆς Ἐπι-
στασίας καὶ Συνοδικῆς Φωνῆς. ΑΝΩΤΑΤΗ
262 ΕΠΙΛΟΓΟΣ
ΑΡΧΗ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν εἶναι πάντο-
τε ἡ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος.
Ἡ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, ὑπὸ τοὺς ὅ-
ρους τῆς Κανονικότητος καθηγιασμένη,
καὶ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι συνδιασκεπτομέ-
νη, φρουρεῖ τὴν Ὁδὸν τῆς Ζωῆς τὴν
ἄγουσαν πρὸς τὸν Θεὸν Πατέρα διὰ τοῦ
Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐν Ἁγίῳ
Πνεύματι. Ἀκόμη καὶ ἡ παραμικρὰ ἀπό-
κλισις ἀπὸ τὴν Ἀλήθειαν τοῦ Θεοῦ συνε-
πάγεται ἀπόκλισιν ἀπὸ τὴν Ὁδὸν τῆς Σω-
τηρίας, συνεπάγεται ἀπώλειαν, ὅπερ μὴ
γένοιτο.
Παρακαλοῦμε ἐκ βαθέων τὸν Ζωοδό-
την καὶ Φιλάνθρωπον Θεὸν νὰ μᾶς δια-
τηρῇ εἰς τὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας Του, εἰς
τὴν Κιβωτὸν τῆς Σωτηρίας, καὶ ὡς Κυ-
βερνήτης ὁ ἴδιος νὰ μᾶς ὁδηγῇ εἰς τὴν
Αἰώνιον Βασιλείαν Του. Ἀμήν. Γένοιτο.
266 ΔΙΕΥΘΥΝΣΕΙΣ
ΙΕΥΘΥΝΣΕΙΣ – ΤΗΛΕΦΩΝΑ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ Γ.Ο.Χ. ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ: Κων/πόλεως 174, Τ.Κ. 542
49, Χαριλάου Θεσσαλονίκη. Τηλ. 2310 300177.
ΠΑΝ/ΤΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ: Κων/πόλεως 174, Τ.Κ. 542
49, Χαριλάου Θεσσαλονίκη. Τηλ. 2310 300177.
ΙΕΡΕΥΣ
Ἱερεύς Νικόλαος Ζαρδούκας, Ἱ.Ν. Ἁγίου Γεωρ-
γίου, Κων/πόλεως 174, Τ.Κ. 542 49, Θεσσαλο-
νίκη. Τηλ. 2310 300177 (24950 41883).
ΙΕΡΟΙ ΝΑΟΙ
ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ & ΣΤΕΡΕΑΣ ΕΛΛΑΟΣ
•Τριῶν Ἱεραρχῶν, Τέρμα Ἱπποκράτους, Τ.Κ.
202 00, Κιάτον Κορινθίας. Τηλ. 27420 24704.
•Ἁγίας Βαρβάρας, Τ.Κ. 200 01, Ζευγολατιὸ
Κορινθίας. Τηλ. 27410 54316.
•Ἁγίας Θεοδώρας, Κάτω Τρίκαλα Κορινθίας,
Τ.Κ. 203 00. Τηλ. 27430 23492.
•Κοιμήσεως Θεοτόκου, αλαμανάρα, Τ.Κ. 212 00.
Ἀργολίδος.
•Εὐαγγελισμός τῆς Θεοτόκου, Περιοχὴ Ἁγίου
Γεωργίου Καβαλλάρη. Τ.Κ. 191 00 Μέγαρα.
Τηλ. 22960 24648.