The Wayback Machine - https://web.archive.org/web/20251224041138/https://www.scribd.com/document/430255543/%CE%99%CE%95%CE%A1%CE%91-%CE%9A%CE%91%CE%99-%CE%A4%CE%95%CE%9B%CE%95%CE%A4%CE%9F%CE%A5%CE%A1%CE%93%CE%99%CE%95%CF%82-%CE%A3%CE%A4%CE%97-%CE%9C%CE%97%CE%9A%CE%A5%CE%9D%CE%91%CE%99%CE%9A%CE%97-%CE%A0%CE%95%CE%A1%CE%99%CE%9F%CE%94%CE%9F-%CE%94%CE%97%CE%9C%CE%97%CE%A4%CE%A1%CE%91-%CE%A1%CE%9F%CE%A5%CE%A3%CE%99%CE%A9%CE%A4%CE%97-pdf
0% found this document useful (0 votes)
700 views414 pages

ΙΕΡΑ ΚΑΙ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΕς ΣΤΗ ΜΗΚΥΝΑΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ -ΔΗΜΗΤΡΑ ΡΟΥΣΙΩΤΗ PDF

Copyright
© © All Rights Reserved
We take content rights seriously. If you suspect this is your content, claim it here.
Available Formats
Download as PDF, TXT or read online on Scribd
0% found this document useful (0 votes)
700 views414 pages

ΙΕΡΑ ΚΑΙ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΕς ΣΤΗ ΜΗΚΥΝΑΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ -ΔΗΜΗΤΡΑ ΡΟΥΣΙΩΤΗ PDF

Copyright
© © All Rights Reserved
We take content rights seriously. If you suspect this is your content, claim it here.
Available Formats
Download as PDF, TXT or read online on Scribd

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΤΜΗΜΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ & ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ


ΤΟΜΕΑΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ

ΔΗΜΗΤΡΑ ΡΟΥΣΙΩΤΗ

ΙΕΡΑ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΕΣ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΕΣ ΣΤΗΝ ΑΝΑΚΤΟΡΙΚΗ


ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΚΤΟΡΙΚΗ ΜΥΚΗΝΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ

ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2010
ΔΗΜΗΤΡΑ ΡΟΥΣΙΩΤΗ

ΙΕΡΑ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΕΣ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΕΣ ΣΤΗΝ ΑΝΑΚΤΟΡΙΚΗ ΚΑΙ


ΜΕΤΑΝΑΚΤΟΡΙΚΗ ΜΥΚΗΝΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ

ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ

Υποβλήθηκε στο Τμήμα Ιστορίας & Αρχαιολογίας


Τομέας : Αρχαιολογίας
Ημερομηνία Προφορικής Εξέτασης : 29/3/2012

Εξεταστική Επιτροπή

(Μέλη ΔΕΠ της Τριμελούς Συμβουλευτικής Επιτροπής)


Σ. Ανδρέου, Καθηγητής Προϊστορικής Αρχαιολογίας (Α.Π.Θ.)
Θ. Παπαδόπουλος, Ομότιμος Καθηγητής Προϊστορικής Αρχαιολογίας (Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων)
Α. Παπανθίμου-Παπαευθυμίου, Καθηγήτρια Προϊστορικής Αρχαιολογίας (Α.Π.Θ.)

(Μέλη ΔΕΠ εξεταστές)


Σ.-Μ. Βαλαμώτη, Επίκουρη Καθηγήτρια Προϊστορικής Αρχαιολογίας (Α.Π.Θ.)
Ν. Ευστρατίου, Καθηγητής Προϊστορικής Αρχαιολογίας (Α.Π.Θ.)
Κ. Κωτσάκης, Καθηγητής Προϊστορικής Αρχαιολογίας (Α.Π.Θ.)
Μ. Schmidt -Δούνα, Καθηγήτρια Κλασικής Αρχαιολογίας (Α.Π.Θ.)

ii
Στους γονείς μου,
Παναγιώτη & Κατερίνα

Στο σύζυγό μου, Γρηγόρη

Στο γιo μου, Γιάννη

iii
ΔΗΜΗΤΡΑ ΡΟΥΣΙΩΤΗ

Α.Π.Θ.

ΙΕΡΑ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΕΣ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΕΣ ΣΤΗΝ ΑΝΑΚΤΟΡΙΚΗ ΚΑΙ


ΜΕΤΑΝΑΚΤΟΡΙΚΗ ΜΥΚΗΝΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ

ISBN

«Η έγκριση της παρούσης Διδακτορικής Διατριβής από το Τμήμα Ιστορίας & Αρχαιολογίας
του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης δεν υποδηλώνει αποδοχή των γνωμών
του συγγραφέως» (Ν. 5343/1932, άρθρο 202, παρ. 2)

iv
Ευχαριστίες:

Κατά τη διάρκεια εκπόνησης της παρούσας διατριβής αρκετά πρόσωπα και φορείς
μου παρείχαν καίρια βοήθεια συμβάλλοντας με διάφορους τρόπους καθοριστικά στην
ολοκλήρωσή της. Καταρχήν θερμές ευχαριστίες θα ήθελα να απευθύνω στον επιβλέποντα
Καθηγητή της διατριβής μου κ. Στέλιο Ανδρέου, ο οποίος συνδυάζοντας τη διαρκή
ενθάρρυνση με τη γόνιμη κριτική κατεύθυνε τα ερευνητικά μου βήματα. Ιδιαίτερη
ευγνωμοσύνη αισθάνομαι για την κατανόηση που έδειξε για τους βραδείς ρυθμούς της
δουλειάς μου κατά την περίοδο που συντελέστηκαν μεγάλες και ευχάριστες αλλαγές στην
προσωπική μου ζωή. Ευχαριστίες θα ήθελα να εκφράσω και προς την καθηγήτρια
Αικατερίνη Παπανθίμου-Παπαευθυμίου για τη συμβολή της ως μέλος της τριμελούς
Συμβουλευτικής Επιτροπής. Με ευγνωμοσύνη αναφέρω και τον Ομότιμο Καθηγητή
Θανάση Παπαδόπουλο, ο οποίος ήδη από τα χρόνια των προπτυχιακών μου σπουδών στο
Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων καθοδήγησε τα ερευνητικά μου βήματα στη θρησκεία του
προϊστορικού Αιγαίου και με χαρά δέχτηκε να παρακολουθήσει την πρόοδο της ερευνητικής
μου προσπάθειας. Αισθάνομαι την ανάγκη επίσης να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου στον
Καθηγητή Peter Warren, τον ακαδημαϊκό δάσκαλο που με τον ενθουσιασμό για την
αρχαιολογία του Αιγαίου, το ήθος και την ταπεινοφροσύνη του ενέπνευσε όσους είχαμε την
τύχη να αποτελούμε τους μεταπτυχιακούς του φοιτητές κατά το τελευταίο έτος διδασκαλίας
του στο πανεπιστήμιο του Bristol.
Ειδικές ευχαριστίες θα ήθελα να εκφράσω στον κ. Βασίλη Αραβαντινό, προϊστάμενο
της Θ’ Ε.Π.Κ.Α. για τις πολύτιμες υποδείξεις του αναφορικά με τα επιγραφικά στοιχεία που
επικαλούμαι στο παράρτημα της διατριβής. Η συνδρομή του υπήρξε συνέχεια της
μακροχρόνιας φιλίας, καθοδήγησης και ενθάρρυνσης για την οποία αισθάνομαι ιδιαίτερα
τυχερή. Σημαντική βοήθεια μου παρείχε και η κ. Βασιλική Αδρύμη-Σισμάνη, προϊσταμένη
του Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Θεσσαλικών Σπουδών και υπεύθυνη των αρχαιολογικών
ερευνών στο Διμήνι, η οποία αφιέρωσε χρόνο από το πιεσμένο της πρόγραμμα για να
συζητήσει μαζί μου ζητήματα που αφορούν στη λατρεία στο Μυκηναϊκό οικισμό Διμηνίου.
Την ευχαριστώ για την ενημέρωση πάνω σε αδημοσίευτα νέα στοιχεία, για την πρόσβαση
στη βιβλιοθήκη του Ινστιτούτου, καθώς και για την πολύχρονη συνεργασία. Επίσης
ιδιαίτερες ευχαριστίες εκφράζω προς το Λέκτορα Umberto Albarella και τον Δρ. Tobias
Μϋhlenbruch για την παροχή αδημοσίευτων πληροφοριών για την έρευνά τους αναφορικά
με τις Μυκήνες και την Τίρυνθα αντίστοιχα, καθώς και προς τον Καθηγητή Josef Maran, τη
Δρ. Gabriele Albers, και τον νέο ερευνητή Bartek Lis για την άμεση ανταπόκρισή τους στα
ερωτήματά μου σχετικά με το αντικείμενο της έρευνας.
Πολύτιμη κατά στα πρώιμα στάδια της έρευνας αποδείχτηκε η συμβολή του
Ιδρύματος Αιγιακής Προϊστορίας (INSTAP), το οποίο μου παρείχε την οικονομική
δυνατότητα να επισκεφτώ κατά τρία συνεχή έτη το Τμήμα Κλασικών Σπουδών του
University of Texas at Austin. Ιδιαίτερα χρήσιμη υπήρξε η βιβλιοθήκη του Προγράμματος
Αιγιακών Γραφών και Προϊστορίας και εποικοδομητικές οι συζητήσεις με τους βαθύτατους
γνώστες του Μυκηναϊκού πολιτισμού Καθηγητές Τom Palaima και Cynthia Shelmerdine.
Γόνιμες υπήρξαν και οι συζητήσεις με τον Καθηγητή Νάσο Παπαλεξάνδρου και τον Δρ.
Δημήτρη Νακάσση σχετικά με το θέμα της έρευνάς μου. Τους ευχαριστώ όλους για την
άριστη φιλοξενία και τη διάθεση συνεργασίας.
Ιδιαίτερες ευχαριστίες εκφράζω για τη φίλη Δρ. Stephie Nikoloudis, η οποία από το
πανεπιστήμιο της Μελβούρνης στη μακρινή Αυστραλία με ενθάρρυνε σε όλη τη διάρκεια
της ερευνητικής μου προσπάθειας και επιμελήθηκε την Αγγλική περίληψη.
Αρκετές φορές ανέτρεξα σε μελετητές από διάφορα πανεπιστημιακά ιδρύματα,
ερευνητικά κέντρα και ξένες αρχαιολογικές σχολές για βιβλιογραφική συνδρομή, οι οποίοι

v
ανταποκρινόμενοι άμεσα συνέβαλαν σε διάφορα κρίσιμα στάδια της μελέτης. Θα ήθελα
λοιπόν να ευχαριστήσω τους Καθηγητές James Wright και Γιάννη Λώλο, τους φίλους Δρ.
Birgitta Eder, Δρ. Reinhard Jung και Δρ. Παναγιώτα Πάντου, καθώς και την κ. Αργυρούλα
Δουλγέρη-Ιντζεσίλογλου, προϊσταμένη της ΙΓ’ Ε.Π.Κ.Α. και το προσωπικό της υπηρεσίας
για την πρόσβαση στη βιβλιοθήκη του Αρχαιολογικού Μουσείου Βόλου.
Τέλος, ιδιαίτερες ευχαριστίες θα ήθελα να εκφράσω προς την οικογένειά μου για τη
διαρκή ενθάρρυνση και συμπαράσταση. Χωρίς την ανεξάντλητη υπομονή και κατανόηση
των αγαπημένων προσώπων κανένα στάδιο της παρούσας μελέτης δεν θα ολοκληρωνόταν.
Τους οφείλω από εδώ και εξής μια προσπάθεια αναπλήρωσης των χαμένων στιγμών.

vi
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ ........................................................................................................................................... 1
Α. Η ΕΡΕΥΝΑ ΓΙΑ ΤΑ ΙΕΡΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΕΣ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΕΣ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ ΚΑΤΑ
ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΧΑΛΚΟΥ ............................................................................................................. 2
1. ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ ΣΤΟΥΣ ΣΤΟΧΟΥΣ ΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ ΤΩΝ ΜΥΚΗΝΑΪΚΩΝ
ΙΕΡΩΝ ............................................................................................................................................... 2
1.1. Η πρώιμη έρευνα. Προσεγγίζοντας την Κρητομυκηναϊκή και τη Μυκηναϊκή θρησκεία ................. 2
1.2. Ο C. Renfrew και η Διαδικαστική ερμηνευτική πρόταση ............................................................ 6
1.3. Οι τελευταίες δεκαετίες. Επαναπροσδιορισμός των ερευνητικών στόχων .................................. 10
2. Ο ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ : ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΘΕΩΡΙΑΣ ΚΑΙ
ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑΣ .......................................................................................................................... 18
2.1. Επιγραφικά στοιχεία .............................................................................................................. 18
2.2. Αρχαιολογικά δεδομένα. Οι κατηγοριοποιήσεις των ιερών και των λατρευτικών πρακτικών ...... 20
2.3. Στόχοι της εργασίας. Ερμηνευτικά και μεθοδολογικά ζητήματα ................................................ 26
Β. ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΚΑΙ ΤΑ ΚΥΡΙΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ..................................... 34
1. Η ΑΝΑΚΤΟΡΙΚΗ ΕΠΟΧΗ........................................................................................................... 34
2. Η ΜΕΤΑΝΑΚΤΟΡΙΚΗ ΕΠΟΧΗ................................................................................................... 39
Γ. ΙΕΡΑ: Ο ΧΩΡΟΣ, Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΤΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ................................................ 44
1. Η ΑΝΑΚΤΟΡΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ..................................................................................................... 44
1.1. Τίρυνθα ................................................................................................................................. 44
1.1.1. Κάτω Ακρόπολη ................................................................................................................. 45
1.1.2. Άνω Ακρόπολη ................................................................................................................... 50
1.2. Μυκήνες ................................................................................................................................ 54
1.2.1. Το Θρησκευτικό Κέντρο ..................................................................................................... 54
1.2.2. Ανακτορικό συγκρότημα: χωροταξική οργάνωση και πιθανή θρησκευτική δραστηριότητα ... 85
1.3. Μιδέα .................................................................................................................................... 89
1.4. Μέθανα ................................................................................................................................. 93
1.4.1. Δωμάτιο Α και παρακείμενοι χώροι ..................................................................................... 95
1.5. Διμήνι ................................................................................................................................. 102
1.5.1. Οικία Κ ............................................................................................................................ 105
1.5.2. Μέγαρο Β ......................................................................................................................... 108
1.6. Φυλακωπή ........................................................................................................................... 115
1.6.1. Το ιερό ............................................................................................................................. 116
1.6.2. Το Μέγαρο ....................................................................................................................... 127
1.7. Αγία Ειρήνη ......................................................................................................................... 129
1.7.1. Ο Ναός ............................................................................................................................. 131
2. Η ΜΕΤΑΝΑΚΤΟΡΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ........................................................................................... 139
2.1. Τίρυνθα ............................................................................................................................... 139
2.1.1. Κάτω Ακρόπολη ............................................................................................................... 140
2.1.2. Άνω Ακρόπολη ................................................................................................................. 145
2.2. Μυκήνες .............................................................................................................................. 148
2.3. Ασίνη .................................................................................................................................. 150
2.3.1. Οικία G ............................................................................................................................ 153
2.4. Φυλακωπή ........................................................................................................................... 158
2.5. Αγία Ειρήνη ......................................................................................................................... 163
Δ. ΟΨΕΙΣ ΚΑΙ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΛΑΤΡΕΙΑΣ ................................................................. 169
1. Η ΑΝΑΚΤΟΡΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ................................................................................................... 169
1.1. Τίρυνθα ............................................................................................................................... 169
1.2. Μυκήνες .............................................................................................................................. 174
1.3. Μιδέα .................................................................................................................................. 193
1.4. Μέθανα ............................................................................................................................... 195
1.5. Διμήνι ................................................................................................................................. 204
1.6. Φυλακωπή ........................................................................................................................... 212
1.7. Αγία Ειρήνη ......................................................................................................................... 225
2. ΜΕΤΑΝΑΚΤΟΡΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ............................................................................................... 233
2.1. Τίρυνθα ............................................................................................................................... 233
2.2. Ασίνη .................................................................................................................................. 239

vii
2.3. Φυλακωπή ........................................................................................................................... 246
2.4. Αγία Ειρήνη ......................................................................................................................... 253
Ε. ΕΠΙΜΕΡΟΥΣ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΕΛΕΣΗ ΛΑΤΡΕΙΑΣ ..................................................... 258
1. ΟΙ ΧΩΡΟΙ ΚΑΙ ΤΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ............................................................................................... 258
1.1. Καλαπόδι Φθιώτιδας ........................................................................................................... 258
1.2. Τσούνγκιζα Νεμέας .............................................................................................................. 262
1.3. Μαλεάτας Επιδαύρου ........................................................................................................... 264
1.4. Αμυκλαίο Λακωνίας ............................................................................................................. 265
1.5. Ευρύτερη περιοχή Αργολίδας ................................................................................................ 267
1.6. Δελφοί και Ολυμπία ............................................................................................................. 268
2. ΑΝΑΚΕΦΑΛΑΙΩΣΗ.................................................................................................................. 269
ΣΤ. ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ-ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ............................................................................ 272
1. ΑΝΑΣΥΝΘΕΤΟΝΤΑΣ ΤΑ ΜΥΚΗΝΑΪΚΑ ΙΕΡΑ ....................................................................... 272
1.1. ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΧΩΡΟΥ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΥ .................................................................................... 272
2. ΙΕΡΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ-ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ.................................................................... 284
ΕΠΙΛΟΓΟΣ....................................................................................................................................... 301
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ: ΚΕΙΜΕΝΑ ΓΡΑΜΜΙΚΗΣ Β ΑΠΟ ΤΟ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΩΝ ΜΥΚΗΝΩΝ
........................................................................................................................................................... 304
1. ΚΕΙΜΕΝΑ ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ................................................................................................ 305
2. ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ...................................................................................................... 309
Ζ. SANCTUARIES AND CULT PRACTICES IN THE PALATIAL AND POSTPALATIAL
MYCENAEAN PERIOD .................................................................................................................. 313
(ABSTRACT) .................................................................................................................................... 313
Η. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ.......................................................................................................................... 318
Θ. ΕΙΚΟΝΕΣ..................................................................................................................................... 348
Ι. ΠΙΝΑΚΕΣ ...................................................................................................................................... 396

viii
ix
x
ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Οι ιδιαίτερες συνθήκες που διαμορφώθηκαν μεταξύ του 14ου και του 12ου αιώνα π.Χ.
στον Ηπειρωτικό Ελλαδικό χώρο συνέβαλαν στη δημιουργία μιας διακριτής
πολιτισμικής ταυτότητας, καίρια πτυχή της οποίας αποτελούσε η λειτουργία
οργανωμένων χώρων λατρείας. Συνιστώντας ένα πολύπλευρο ερευνητικό πεδίο η
Μυκηναϊκή θρησκευτική δραστηριότητα μόλις τις τελευταίες δεκαετίες
τοποθετήθηκε στο γεωγραφικό και χρονολογικό της πλαίσιο και αυτονομήθηκε από
τη Μινωική κληρονομιά.
Η παρούσα μελέτη πραγματεύεται τη θρησκεία στη Μυκηναϊκή εποχή μέσα
από τη διερεύνηση χώρων που έχουν ερμηνευθεί ως ιερά, εντός οικισμών και στην
ύπαιθρο, και στα οποία πιστοποιείται τέλεση θρησκευτικών τελετουργιών κατά την
περίοδο ακμής του ανακτορικού πολιτικοοικονομικού συστήματος (ΥΕ ΙΙΙ Α-ΙΙΙ Β)
και την περίοδο που ακολούθησε την κατάρρευσή του (ΥΕ ΙΙΙ Γ).
Χωρίς η Μυκηναϊκή θρησκεία να συνιστά μια παραμελημένη πτυχή της
έρευνας, θεωρείται ότι υπάρχουν καίρια ζητήματα για τα Μυκηναϊκά ιερά που έχουν
μέχρι στιγμής ελλιπώς αναπτυχθεί και αφορούν κυρίως την κοινωνική διάσταση της
θρησκευτικής δραστηριότητας. Αντιμετωπίζοντας τη θρησκευτική δραστηριότητα
αυτόνομα ιερά στο χώρο ως μια μεταβλητή κοινωνική διαδικασία, πολυεπίπεδη και
με σημαντικές χωρικές και χρονολογικές διαφορές, η παρούσα μελέτη επιχειρεί να
ανασυνθέσει το πλαίσιο λειτουργίας των ιερών και να προσεγγίσει μια σειρά από
ερωτήματα : ποιες ήταν οι τελούμενες θρησκευτικές τελετουργίες στα ανακτορικά και
μετανακτορικά ιερά και σε ποιο βαθμό αντανακλούν σύνθετες κοινωνικές σχέσεις,
πως η κατάρρευση του ανακτορικού συστήματος επηρέασε τη διαμόρφωση του
δομημένου ιερού χώρου και τέλος αν μετασχηματίστηκε η οργάνωση και τέλεση
λατρείας κατά τη μετανακτορική περίοδο και πως συνέβαλε στη διατήρηση ή τον
επαναπροσδιορισμό των ενδοκοινοτικών και διακοινοτικών σχέσεων.
Λαμβάνοντας υπόψη τα σημαντικά προβλήματα και τα επισφαλή
συμπεράσματα στα οποία μπορεί να οδηγηθεί η έρευνα για έναν πολιτισμό που δεν
κληροδότησε θεολογικά κείμενα, τα αρχαιολογικά στοιχεία αξιοποιούνται στο
μέγιστο βαθμό ως η βασική πηγή πληροφοριών για τη διερεύνηση της θρησκείας ως
σημαντικής πτυχής της κοινωνικής ζωής.

1
Α. Η ΕΡΕΥΝΑ ΓΙΑ ΤΑ ΙΕΡΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΕΣ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΕΣ
ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΧΑΛΚΟΥ

Η έρευνα γύρω από τα ιερά της Εποχής του Χαλκού στο Αιγαίο και τις
θρησκευτικές τελετουργίες σε αυτά καθορίστηκε από ένα σύνολο αρχαιολογικών
ανακαλύψεων στην Ηπειρωτική Ελλάδα και τον νησιωτικό χώρο. Επιπλέον οι
ερευνητικοί στόχοι επηρεάστηκαν σημαντικά από τις αντιλήψεις των ερευνητών
σχετικά με το χαρακτήρα του Μυκηναϊκού πολιτισμού και τις θεωρητικές και
μεθοδολογικές προσεγγίσεις στην ερμηνεία του, όπως διαμορφώθηκαν κυρίως κατά
το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα.

1. ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ ΣΤΟΥΣ ΣΤΟΧΟΥΣ ΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ


ΤΩΝ ΜΥΚΗΝΑΪΚΏΝ ΙΕΡΩΝ

1.1. Η πρώιμη έρευνα. Προσεγγίζοντας την Κρητομυκηναϊκή και τη Μυκηναϊκή


θρησκεία

Σημαντικός σταθμός στην ιστορία της έρευνας υπήρξε το έργο του M. Nilsson
The Minoan-Mycenaean religion and its survival in Greek religion (1927). Ο Nilsson
υπήρξε ο πρώτος ερευνητής, ο οποίος έθεσε το ζήτημα της συστηματικής διάκρισης
σε ομάδες των Μινωικών και Μυκηναϊκών ιερών με βάση τοπογραφικά και
μορφολογικά κριτήρια. Παράλληλα, ασχολήθηκε εκτενώς με τις θρησκευτικές
τελετουργίες στην Κρήτη και την Ηπειρωτική Ελλάδα διερευνώντας τις κατηγορίες
των σταθερών κατασκευών και των κινητών ευρημάτων. Η μελέτη του αποτέλεσε μια
συνθετική εργασία, όπου συγκέντρωσε και παρουσίασε όλα τα διαθέσιμα για την
εποχή του ανασκαφικά και εικονογραφικά δεδομένα. Παράλληλα διερεύνησε τις
πιθανές επιβιώσεις στοιχείων της λατρείας της προϊστορικής περιόδου κατά τους
ιστορικούς χρόνους.
Γενικά το έργο και τα συμπεράσματά του Nilsson παρουσιάζουν αδυναμίες
εξαιτίας της ενιαίας θεώρησης της θρησκείας κατά τη δεύτερη χιλιετία π.Χ. στο
Αιγαίο και του συγκερασμού στοιχείων από την Κρήτη και την Ηπειρωτική Ελλάδα.
Αναγνωρίζοντας τις αδυναμίες της μεθοδολογικής του προσέγγισης στη δεύτερη
έκδοση του βιβλίου το 1949 αναφέρει: «Στην πρώτη έκδοση αυτού του βιβλίου
θεώρησα τη Μινωική και Μυκηναϊκή θρησκεία, με βάση τα μνημεία, ως ταυτόσημες,
ωστόσο όχι χωρίς να επισημάνω συγκεκριμένες διαφορές. Αυτό ήταν απερίσκεπτο,

2
καθώς οι απεικονίσεις μπορεί να καλύπτουν διαφορετικές ιδέες και να τις
υποκρύπτουν»1. Παρά την κριτική που δέχτηκε τις τελευταίες δεκαετίες2, η συμβολή
του Nilsson στη μελέτη της λατρείας στο Αιγαίο κατά την Εποχή του Χαλκού υπήρξε
σημαντική. Για το λόγο αυτό το έργο του είχε ευρύτατο αντίκτυπο και επηρέασε τους
ερευνητές για τουλάχιστον τριάντα χρόνια.
Παράλληλα ο C. Picard, εκπόνησε μία σύνοψη στοιχείων αντίστοιχη με του
Nilsson, αξιοσημείωτη για την εκτενή της βιβλιογραφία, στην οποία συγκέντρωσε τα
διαθέσιμα στοιχεία για τη λατρεία στην Κρήτη και τις Μυκήνες μέχρι το 1948.
Η δεκαετία του 1950 σηματοδοτήθηκε από την αποκρυπτογράφηση της
Γραμμικής Β. Η πρώτη έκδοση του τόμου Documents in Mycenaean Greek από τους
Μ. Ventris και J. Chadwick αποτέλεσε έναν σημαντικό σταθμό στην έρευνα του
Μυκηναϊκού πολιτισμού. Ειδικότερα όσον αφορά στη θρησκεία, οι πινακίδες
Γραμμικής Β αντιμετωπίστηκαν ως συμπληρωματική πηγή πληροφοριών και
αποτέλεσαν αντικείμενο προβληματισμού και μελέτης. Η ύπαρξη όρων στα αρχεία
όλων των Μυκηναϊκών ανακτόρων σχετικών με ονόματα θεοτήτων της Κλασικής
εποχής (Δίας, Ποσειδώνας, Ήρα, Ερμής, Διόνυσος) προσέλκυσε εξαρχής το
ενδιαφέρον των ερευνητών, φιλολόγων και αρχαιολόγων αποτελώντας αρκετές φορές
αντικείμενο αντιπαραθέσεων3.
Οι αντικειμενικές δυσκολίες στη συγκριτική μελέτη και ερμηνεία του
αρχειακού υλικού και η έμφαση σε αρκετές περιπτώσεις σε γλωσσολογικά ζητήματα
είχαν ως αποτέλεσμα τον περιορισμό για δεκαετίες του πλαισίου μελέτης στο ζήτημα
της συνέχειας του λατρευτικού πανθέου και των θρησκευτικών τελετουργιών από τα
προϊστορικά στα ιστορικά χρόνια. Νεώτερες μελέτες επιχειρούν την ένταξη των
αρχειακών πληροφοριών για θρησκευτικά ζητήματα στο κοινωνικοοικονομικό
πλαίσιο της ανακτορικής περιόδου, καθώς και την αντιπαραβολή και συμπλήρωση
των διαθέσιμων από τις ανασκαφικές έρευνες στοιχείων 4.
Από τους Έλληνες μελετητές διακρίνεται ο Γ. Μυλωνάς στη δεκαετία του
1960 με το πολύπλευρο ανασκαφικό και συγγραφικό έργο, ο οποίος υπήρξε
πρωτοπόρος όσον αφορά στη συστηματική ενασχόληση με το Μυκηναϊκό πολιτισμό

1
. «In the first edition of this book, I regarded Minoan and Mycenaean religion, on the strength of the
monumental evidence, as almost identical, though not without pointing to certain differences. This was
rash, for images may cover different ideas and conceal them». Nilsson 1950, VIII.
2
. Renfrew 1985, 394-398. Cole 1985, 50-51. Dickinson 1994, 257.
3
. Gérard-Rousseau 1968. Sourvinou 1970. van Leuven 1979. Hiller 1981. Palmer 1981.
4
. Bendall 2007, 1-92, 265-292. Lupack 2008, 44-130.

3
και ειδικότερα με τη Μυκηναϊκή θρησκεία. Οι μελέτες του Μυλωνά συνέβαλαν
σημαντικά στην ανασκευή πολλών απόψεων του Nilsson για την ενιαία αντιμετώπιση
της λατρείας στην Ηπειρωτική Ελλάδα και την Κρήτη, καθώς και για το ρόλο του
ανακτόρου και του άνακτα σε θρησκευτικά ζητήματα. Αναγνωρίζοντας τη συμβολή
της Μινωικής Κρήτης στην απεικόνιση θρησκευτικών τελετουργιών και ιερών κατά
την πρώιμη Μυκηναϊκή περίοδο, υποστήριξε ότι η Μινωική εικονογραφία
υιοθετήθηκε μόνο ως το βαθμό που συμφωνούσε με τις λατρευτικές αντιλήψεις των
κατοίκων της Ηπειρωτικής Ελλάδας. Ενδεικτικά αναφέρει: «Μπορούμε επίσης να
δώσουμε έμφαση στην πιθανότητα μία παράσταση στην οποία ένας Μινωίτης απέδιδε
συγκεκριμένη θρησκευτική σπουδαιότητα να μην είχε την ίδια θρησκευτική σημασία για
έναν Μυκηναίο ή να μην είχε καμία απολύτως θρησκευτική σημασία για εκείνον» 5.
Η μεθοδολογική προσέγγιση του Μυλωνά βασίστηκε στο σαφή διαχωρισμό
μεταξύ του αρχαιολογικού υλικού της Ηπειρωτικής Ελλάδας και του υλικού από την
Κρήτη. Η εξέλιξη αυτή υπήρξε ιδιαίτερα σημαντική, καθώς έθεσε τα θεμέλια για την
αυτονόμηση της έρευνας για τη Μυκηναϊκή θρησκεία. Χωρίς να παραβλέπει τα
Ομηρικά Έπη, τα οποία ωστόσο αναγνώρισε ότι δεν αποτελούν σταθερή βάση για τη
μελέτη της Μυκηναϊκής εποχής, καθώς και τα κείμενα Γραμμικής Β, για τα οποία
επισήμανε ότι καλύπτουν συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και έχουν σαφή λογιστικό
χαρακτήρα, ιεράρχησε τα ανασκαφικά δεδομένα ως την πιο αξιόπιστη πηγή
πληροφοριών.
Ένας ιδιαίτερα σημαντικός ερευνητής είναι R. Hägg, του οποίου η έρευνα από
τα τέλη της δεκαετίας του ’60 έως και σήμερα επικεντρώνεται στη συζήτηση του
βασικού ζητήματος της ομοιογένειας της Μυκηναϊκής θρησκείας. Για τη διερεύνηση
του παραπάνω ζητήματος αξιοποιούνται με εκτενή τρόπο τα ανασκαφικά στοιχεία
από τα αποκαλυφθέντα ιερά στις Μυκήνες, τη Φυλακωπή και την Τίρυνθα, καθώς
κρίθηκε ανεπαρκής η συμβολή της εικονογραφίας και των επιγραφικών πηγών6.
Καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η Μυκηναϊκή θρησκεία δεν θα πρέπει να
αντιμετωπίζεται ως μονολιθική και στατική, ο Hägg υποστηρίζει ότι υπάρχει χωρική
και χρονική ετερογένεια επισημαίνοντας σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των
ανακτορικών και των περιφερειακών θέσεων, καθώς και μεταξύ της ανακτορικής και
της μετανακτορικής περιόδου. Στην προσπάθειά του να διερευνήσει τις κοινωνικές

5
. «We may also emphasize the possibility that a definite religious significance conveyed to a Minoan
by a composition may not have had the same meaning for a Mycenaean or may not have had no
religious significance at all for him». Mylonas 1966, 136.
6
. Hägg 1996.

4
διαστάσεις της θρησκείας ο ερευνητής προτείνει την ύπαρξη τουλάχιστον δύο
διακριτών επιπέδων (κρατικού-official και λαϊκού-popular)7 και ασχολείται με την
υλική έκφραση των επιπέδων αυτών και με τον εντοπισμό Μινωικών ή Ελλαδικών
στοιχείων στη Μυκηναϊκή θρησκεία8. Επισημαίνει επίσης το γεγονός ότι γνωρίζουμε
ακόμη ελάχιστα τις θρησκευτικές αντιλήψεις των Μυκηναίων και ότι η συνεισφορά
των πρόσφατων ανασκαφικών ανακαλύψεων αφορά στις τελετουργίες μέσω κυρίως
της υλικής έκφρασης της τελετουργικής συμπεριφοράς και μόνο.
Επιπλέον η έρευνα του Hägg προχώρησε στην κατηγοριοποίηση των ιερών,
χωρίς να αναλύει τα συνολικά μορφολογικά χαρακτηριστικά τους, ακολουθώντας τη
βασική διάκριση του Nilsson σε «φυσικά ιερά» (σπήλαια και υπαίθρια ιερά) και σε
ιερά «σε κτίρια εντός ανακτόρων και οικισμών». Ασχολήθηκε επίσης με το ρόλο του
κεντρικού μεγάρου των Μυκηναϊκών ανακτόρων στην τέλεση λατρείας, καθώς και
την πιθανή συνέχεια της λατρείας από τη Μέση Εποχή του Χαλκού στη Μυκηναϊκή
Εποχή.
Παράλληλα ο J. Chadwick κατά τη δεκαετία του 1970 και 1980 διερεύνησε
ζητήματα θρησκείας, όπως αναδεικνύονται μέσα από τις πινακίδες Γραμμικής Β της
Ηπειρωτικής Ελλάδας και της Κρήτης. Αναλύοντας κυρίως θέματα που είχαν τεθεί
ήδη στη δεύτερη δημοσίευση του τόμου Documents in Mycenaean Greek το 1973 και
παραβλέποντας τις χρονικές και χωρικές διαφορές των κειμένων επικεντρώθηκε στις
αναφορές των ίδιων των Μυκηναίων σε θρησκευτικά ζητήματα9.
Η μεθοδολογική προσέγγιση του Chadwick έθεσε στο επίκεντρο της έρευνας
το επιγραφικό υλικό, αναγνωρίζοντας ωστόσο τα προβλήματα που προκύπτουν από
το λογιστικό του χαρακτήρα: «Οι θεοί αναφέρονται μόνο ως αποδέκτες ορισμένων
αποθηκευμένων αγαθών που διαχειρίζονται οι ανακτορικοί διαχειριστές. Δεν
αναγράφουν ούτε το όνομα ενός θεού με κάποιο ειδικό τρόπο, ώστε μερικές φορές
αμφιβάλουμε αν κάποιο όνομα ανήκει σε άνθρωπο ή θεό. Το μόνο που μπορούμε να
κάνουμε είναι να αναγνωρίσουμε ορισμένα ονόματα ως αντίστοιχα κλασικών
θεωνυμίων και στη συνέχεια αναλογικά να ταυτίσουμε ορισμένα από τα ασυνήθιστα
ονόματα επίσης ως θεωνύμια» 10. Παρόλα αυτά υπεραμύνθηκε της χρήσης της

7
. Hägg 1981α.
8
. Hägg 1984 · 1985.
9
. Chadwick 1976, 84-101. 1985.
10
. «The gods appear only as the recipients of some of the stores issued by the palace administrators.
They do not even write the name of a god in any special way, so that we are sometimes in doubt
whether a name belongs to a man or a god. All we can do is to identify certain of the names as

5
Γραμμικής Β ως βασικής πηγής για τη μελέτη της Μυκηναϊκής θρησκείας,
θεωρώντας ότι η μονόπλευρη χρήση των αρχαιολογικών δεδομένων και κυρίως της
εικονογραφίας αντιμετώπισε τη θρησκεία στο Αιγαίο της Ύστερης Εποχής του
Χαλκού σαν ομοιογενές σώμα. Κατά τη γνώμη του η συστηματική μελέτη των
επιγραφών μπορεί να συμβάλει στον εντοπισμό τοπικών διαφοροποιήσεων στην
τέλεση λατρείας στα ανακτορικά κέντρα.
Ωστόσο η επικέντρωση κυρίως σε ετυμολογικά ζητήματα περιόρισε την
έρευνα στη σύγκριση αναγνωρίσιμων όρων στις πινακίδες, πιθανών θεωνυμίων και
τελετουργιών, με το πάνθεο και τις λατρευτικές πρακτικές των Κλασικών χρόνων.
Αυτό το καθορισμένο ερευνητικό πεδίο είχε ως αποτέλεσμα την μη ένταξη των
περιορισμένων, ομολογουμένως, στοιχείων που παρέχει η Γραμμική Β σε ένα
συνολικό πλαίσιο προσέγγισης της Μυκηναϊκής θρησκείας. Αναμφίβολα όμως η
συνεισφορά του Chadwick στη μελέτη και τη δημοσίευση κειμένων από όλα τα
γνωστά ανακτορικά αρχεία υπήρξε καθοριστική, καθώς αποτέλεσε τη βάση για
πλήθος μελετών νεώτερων ερευνητών για τη Μυκηναϊκή θρησκεία, οι οποίες
βασίζονται στο αρχειακό υλικό των ανακτορικών κέντρων11.

1.2. Ο C. Renfrew και η Διαδικαστική ερμηνευτική πρόταση

Ο C. Renfrew από τα μέσα της δεκαετίας του 1970, όταν ανάσκαψε το ιερό
της Ύστερης Εποχής του Χαλκού στη Φυλακωπή της Μήλου, έως και σήμερα
ασχολείται συστηματικά με τη θρησκεία και τα ιερά στο προϊστορικό Αιγαίο. Η
συμβολή του υπήρξε καθοριστική, καθώς για πρώτη φορά επιχειρήθηκε η ένταξη των
ανωτέρω ζητημάτων σε μια θεωρητική και συστηματική μεθοδολογική βάση.
Στο συλλογικό τόμο Transformations: mathematical approaches to culture
change, ο Renfrew , ακολουθώντας τα θεωρητικά σχήματα της διαδικαστικής
αρχαιολογίας διερεύνησε την κατάρρευση των κοινωνικοπολιτικών συστημάτων ως
μέσο κοινωνικού μετασχηματισμού και τον αντίκτυπο που είχε σε ζητήματα
θρησκείας12. Υποστήριξε ότι υπάρχει ένας αριθμός προβλέψιμων γεγονότων, με

corresponding to classical divine names, and then, proceeding to analogy, identify some of the
unfamiliar ones as also divine». Chadwick 1976, 88.
11
. Ενδεικτικά αναφέρονται: Bendall 2007. Lupack 2008. Palaima 2004. 2008β. Weilhartner 2005.
12
. Renfrew 1979.

6
ευρύτατη ισχύ, που ακολουθούν τον τερματισμό της ύπαρξης κεντρικής εξουσίας,
μεταξύ των οποίων η κατάργηση των κεντρικών χώρων λατρείας και η πιθανή
επιβίωσή τους ως τοπικών κέντρων λατρείας. Εξετάζοντας την ύστερη ανακτορική
και μετανακτορική περίοδο στην Κρήτη και την Ηπειρωτική Ελλάδα διατύπωσε την
άποψη ότι «η διαμόρφωση των Μινωικών και αργότερα των Μυκηναϊκών
ανακτορικών κρατών θα πρέπει να συνοδεύτηκε από σημαντικές αλλαγές στις
λατρευτικές πρακτικές και στις αντιλήψεις. Και ότι το τέλος της ανακτορικής
οργάνωσης σε κάθε περιοχή θα πρέπει να συνοδεύτηκε από διάσπαση και αποκέντρωση
των λατρευτικών πρακτικών, οι οποίες δεν θα μπορούσαν πλέον με τον ίδιο τρόπο να
εξαρτώνται από την κεντρική ανακτορική οργάνωση»13.
Παράλληλα με την ένταξη των ιερών του Αιγαίου στο ευρύτερο πλαίσιο των
αλλαγών που συνδέονται με το «τέλος μιας κεντρικής ελεγχόμενης κρατικής
θρησκείας», στο συλλογικό έργο Sanctuaries and cults in the Aegean Bronze Age
(1981) διερεύνησε τις χωρικές διαφοροποιήσεις στις λατρευτικές πρακτικές της
Κρήτης, των Κυκλάδων και της Ηπειρωτικής Ελλάδας, όπως εκφράζονται μέσω της
ποικιλίας του κινητού εξοπλισμού των χώρων λατρείας 14.
Οι απόψεις του Renfrew για τη θρησκεία στο Αιγαίο της Ύστερης Εποχής του
Χαλκού εκφράστηκαν αναλυτικά στη δημοσίευση του ιερού της Φυλακωπής το 1985.
Προσπαθώντας να κατανοήσει τον συγκεκριμένο χώρο λατρείας, συζήτησε το
γενικότερο θεωρητικό πλαίσιο που αφορά στη θρησκεία, τις λατρευτικές πρακτικές
και τους χώρους λατρείας. Μέσα από το θεωρητικό αυτό πλαίσιο εξετάζονται
ζητήματα ορισμού της θρησκευτικής πίστης, καθώς και ανάλυσης του ρόλου των
συμβόλων και της εικονογραφίας. Ασχολείται επίσης με την αρχαιολογική διάγνωση
των λατρευτικών πράξεων, κρίνοντας ότι αποτελεί κύριο στόχο της έρευνας, καθώς
«ο αρχαιολόγος, πρέπει να θυμόμαστε, δεν μπορεί να παρατηρήσει αντιλήψεις: μπορεί
μόνο να δουλέψει με τα υλικά κατάλοιπα, τις συνέπειες των πράξεων...αυτά τα
κατάλοιπα είναι το αποτέλεσμα πράξεων που θα μπορούσαμε πιθανόν να ερμηνεύσουμε
ως προερχόμενες από θρησκευτική πίστη». Για τη διάγνωση των ανωτέρω πράξεων
ορίζει τέσσερις βασικές παραμέτρους: το σημείο που εστιάζονταν η προσοχή, την

13
. «the formation of the Minoan and later the Mycenaean palace states should have been accompanied
by significant changes in cult practice, and indeed belief. And that the end of the palace organization in
each area should likewise have been accompanied by a fragmentation and decentralization of cult
practice, which could no longer in the same way be dependent upon the central palace organization».
Renfrew 1981α, 30.
14
. Renfrew 1981α , 31.

7
περιοριστική ζώνη, την παρουσία της θεότητας και των συμβόλων της, καθώς και τη
συμμετοχή και την προσφορά15.
Η προσέγγιση της προϊστορικής θρησκείας ακολουθεί, κατά τον Renfrew,
τρία στάδια ανάλυσης: α) αναγνώριση ενός λατρευτικού συνόλου, β) εντοπισμό σε
αυτό συγκεκριμένων συμβόλων με θρησκευτικό νόημα (παρά το γεγονός ότι το
περιεχόμενο αυτού του νοήματος δεν μπορεί να καθοριστεί αναλυτικά) και γ) χρήση
αυτών των συμβόλων για την αναγνώριση ως τελετουργικών ή ιερών άλλων συνόλων
των οποίων ο λατρευτικός χαρακτήρας δεν θα ήταν εμφανής16.
Οι στόχοι της θεωρητικής του προσέγγισης συνοψίζονται στη διάγνωση των
λατρευτικών πρακτικών και των σχετιζόμενων με αυτές θρησκευτικών αντιλήψεων,
ενώ καίριο ζητούμενο αποτελεί η κοινωνική διάσταση της θρησκείας και των
λατρευτικών πρακτικών. Στη δημοσίευση για τη Φυλακωπή ο Renfrew συνοψίζοντας
το διαθέσιμο αρχαιολογικό υλικό για τα ιερά σε ολόκληρο το Αιγαίο, επιχειρεί μέσα
από το πρίσμα της συγκειμενικής ανάλυσης (contextual analysis) να εντάξει το ιερό
του οικισμού σε ένα ευρύτερο χωρικό, χρονικό και κοινωνικό πλαίσιο.
Τη δεκαετία του 1990 ο C. Renfrew κωδικοποίησε τις θεωρητικές απόψεις του
στο έργο Archaeology. Theories, methods and practice ασχολούμενος με ένα ευρύ
σύνολο ζητημάτων, τα οποία καλύπτουν πολλές από τις πτυχές της σύγχρονης
αρχαιολογικής έρευνας: ιστορία της αρχαιολογικής έρευνας και θεωρίας, μέθοδοι
ανασκαφικής και επιφανειακής έρευνας, χρονολόγηση, κοινωνική και
περιβαλλοντολογική αρχαιολογία, τεχνολογία, ανταλλαγές και επικοινωνίες,
ερμηνευτικές προσεγγίσεις και χρήση των αρχαιολογικών δεδομένων.
Στην ανωτέρω εργασία εννοιοδοτεί ως θρησκεία την «πράξη ή συμπεριφορά
που υποδεικνύει την πίστη ή τον σεβασμό και την επιθυμία να ευχαριστήσει μια θεϊκή
δύναμη εξουσίας» και λαμβάνοντας υπόψη ανθρωπολογικές προσεγγίσεις,
αναγνωρίζει τη θρησκεία ως κοινωνικό θεσμό. Παράλληλα επισημαίνει τις δυσκολίες
που αντιμετωπίζουν οι ερευνητές καθώς «…τα συστήματα πίστης δεν εκφράζονται
πάντα μέσα από τα υλικά κατάλοιπα. Και όταν συμβαίνει αυτό-το οποίο θα μπορούσε
να ονομαστεί αρχαιολογία της λατρείας, η οποία ορίζεται ως το σύστημα των
καθορισμένων πράξεων, οι οποίες ανταποκρίνονται στις θρησκευτικές αντιλήψεις-

15
. Renfrew 1985, 18-19.
16
. Renfrew 1985, 24.

8
παρουσιάζεται το πρόβλημα ότι αυτές οι πράξεις δεν διαχωρίζονται σαφώς από τις
υπόλοιπες πράξεις της καθημερινής ζωής»17.
Σε νεώτερες έρευνές του ο Renfrew διαχωρίζοντας την αρχαιολογία της
θρησκείας (archaeology of religion) από την αρχαιολογία των λατρευτικών πράξεων
(archaeology of cult practice) και την τέλεση τελετουργίας (practice of ritual),
επικεντρώνεται στη διαμόρφωση και λειτουργία των τελετουργικών πράξεων.
Επισημαίνει τις αδυναμίες προγενέστερων προσεγγίσεων του αρχαιολογικού υλικού,
όπως εκφράστηκαν και στη δημοσίευση της Φυλακωπής, να θέσουν επαρκή κριτήρια
για το διαχωρισμό των γενικών τελετουργικών πράξεων από τις θρησκευτικές
τελετουργικές πράξεις. Η μεθοδολογία του έχει ως βάση τη διαπίστωση ότι «θα ήταν
λάθος να θεωρήσουμε την τελετουργία απλώς ως μια πρακτική βοηθητική της
θρησκείας», καθώς υπάρχει ένα σύνολο αστικών τελετουργιών που συχνά ενισχύουν
την εξουσία και την άσκηση δύναμης ή νομιμοποιούν αντιλήψεις και κοινωνικές
αξίες18.
Η προσέγγιση του Renfrew για τη θρησκεία και τα ιερά του προϊστορικού
Αιγαίου κρίνεται ιδιαίτερα σημαντική εξαιτίας της ύπαρξης ενός σαφώς
οριοθετημένου θεωρητικού υπόβαθρου, το οποίο συνέβαλε στη συστηματοποίηση
των διαθέσιμων αρχαιολογικών στοιχείων και έθεσε σαφείς στόχους στην έρευνα.
Από την άλλη πλευρά, παρουσιάζει βασικές αδυναμίες, οι οποίες πηγάζουν από την
ένταξη της συζήτησης στο θεωρητικό πλαίσιο της διαδικαστικής αρχαιολογίας:
καθώς επίκεντρο της έρευνας αποτελεί η αποκατάσταση και κατανόηση της
πολιτισμικής διαδικασίας μέσω μιας προσέγγισης που ενδιαφέρεται αποκλειστικά για
τη λειτουργία των μερών του συστήματος ενώ απουσιάζει η ιστορική διάσταση του
φαινομένου.
Την ερμηνεία συνιστά απλώς ο εντοπισμός της λειτουργίας των μερών, με
αποτέλεσμα να μην κατανοείται πλήρως το πολιτισμικό φαινόμενο, καθώς δεν
παρέχονται επαρκείς απαντήσεις για τους λόγους επιλογής μιας συγκεκριμένης
πολιτισμικής επιλογής έναντι των υπολοίπων. Επίσης ο C. Renfrew υποστηρίζει ότι
υπάρχουν οικουμενικές σχέσεις στην οργάνωση της θρησκείας και των θρησκευτικών
τελετουργιών. Αυτό το ενιαίο πλαίσιο αρχαιολογικής ερμηνείας με υποτιθέμενη

17
. «…these belief systems are not always given expression in material culture. And when they are-in
what one might term the archaeology of cult, defined as the system of patterned actions in response to
religious beliefs-there is the problem that such actions are not always clearly separated from the other
actions of everyday life». Renfrew & Bahn 1996, 388.
18
. Renfrew 2007, 109-111.

9
καθολική εφαρμογή επιβάλλει κανόνες και προκαθορισμένες διαδικασίες,
καταργώντας ουσιαστικά την ιδιαιτερότητα κάθε πολιτισμικής διαδικασίας και τον
άνθρωπο/ενεργό υποκείμενο της ιστορίας19.

1.3. Οι τελευταίες δεκαετίες. Επαναπροσδιορισμός των ερευνητικών στόχων

Στη δεκαετία του 1980 οι J.C. van Leuven και B. Rutkowski ασχολήθηκαν
διεξοδικά με ζητήματα εντοπισμού, κατανομής και κατηγοριοποίησης των ιερών
χώρων στο προϊστορικό Αιγαίο. Συγκεκριμένα, ο van Leuven επικεντρώθηκε στην
κατηγοριοποίηση των διαθέσιμων χώρων με βάση τα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά,
τις σταθερές κατασκευές και τα κινητά ευρήματα. Η μελέτη του καλύπτει ένα
ευρύτατο γεωγραφικό και χρονολογικό πλαίσιο, καθώς εισηγείται ένα μοντέλο
κατάταξης όλων των πιθανών ιερών χώρων στο Αιγαίο και την Κύπρο από τη
Νεολιθική Εποχή μέχρι το τέλος της Εποχής του Χαλκού20. Το γεγονός αυτό αποτελεί
και τη βασική αδυναμία της μεθοδολογίας του van Leuven, καθώς δεν λαμβάνει
υπόψη τη χωρική και χρονική ετερογένεια, καθώς και τη μεγάλη ανομοιογένεια της
κατάστασης διατήρησης και της ποιότητας του διαθέσιμου υλικού.
Αντίστοιχα μεθοδολογικά προβλήματα εντοπίζονται και στο έργο του
Rutkowski The cult places of the Aegean (1986), το οποίο πραγματεύεται την
καταγωγή και την κατάταξη σε ομάδες των ιερών του προϊστορικού Αιγαίου. Ως
ερευνητικό ζητούμενο ορίζεται αρχικά ο εντοπισμός των «ιερών χώρων», αφού
ληφθούν υπόψη η τοπογραφία, οι τελετουργίες και οι πιθανές θρησκευτικές
αντιλήψεις, και εν συνεχεία η αξιολόγηση όλων των διαθέσιμων αρχαιολογικών,
επιγραφικών και εικονογραφικών στοιχείων. Η ταύτιση ενός χώρου ως ιερού
βασίζεται κυρίως στην εύρεση τελετουργικών σκευών και αφιερωμάτων, ενώ άλλα
στοιχεία, όπως η αρχιτεκτονική και η τοπογραφία, χωρίς να παραβλέπονται,
θεωρούνται βοηθητικά για την κατηγοριοποίηση των ιερών21.

19
. Χαρακτηριστικό της κριτικής που ασκήθηκε στη μεθοδολογική προσέγγιση του Renfrew είναι το
σχόλιο του A. Moore, ο οποίος σημειώνει ότι ο Renfrew αρχίζει τη μελέτη του «με ένα πρότυπο το
οποίο υπάρχει μόνο στο μυαλό του ερευνητή και μπορεί να μην αντικατοπτρίζεται στην πρόθεση των
υποκειμένων της μελέτης». Μοοre & Τaylour 1999, 77.
20
. van Leuven 1981, 14-25.
21
. Rutkowski 1986, xvi.

10
Επιμέρους ζητήματα που διαπραγματεύτηκε ο Rutkowski στην ανωτέρω
μελέτη είναι η εξελικτική πορεία των ιερών από το εσωτερικό των οικιών των
ηγεμόνων σε ανεξάρτητους αστικούς χώρους κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού, η
αξιολόγηση των ερμηνευτικών προσεγγίσεων του Evans και του Nilsson για θέματα
θρησκείας, καθώς και η κοινωνική και οικονομική διάσταση των εντοπισμένων και
ανασκαμμένων ιερών χώρων. Η προσέγγισή του ωστόσο βασίζεται σε ένα μεγάλο και
συχνά ετερόκλητο σύνολο χώρων λατρείας και είναι εμφανής η υπερεκτίμηση των
υπαίθριων ιερών, τα οποία δύσκολα εντοπίζονται αρχαιολογικά, σε βάρος των
ανασκαμμένων ιερών εντός οικισμών. Επίσης η σχεδόν αποκλειστική ενασχόληση με
την Κρήτη σε βάρος των δεδομένων από την Ηπειρωτική Ελλάδα συγκαταλέγεται
στις βασικές αδυναμίες της μελέτης του Rutkowski.
Το ζήτημα της θρησκείας της Εποχής του Χαλκού απασχόλησε και τον O.
Dickinson στη βασική μελέτη του The Aegean Bronze Age (1994). Θέτοντας σαφή
χωρικά και χρονικά πλαίσια μελέτησε χώρους λατρείας και λατρευτικές πρακτικές
στο προϊστορικό Αιγαίο βασιζόμενος στην αρχιτεκτονική, τον κινητό εξοπλισμό και
την εικονογραφία. Στόχος της προσέγγισής του είναι η διάγνωση των εξελικτικών
διαδικασιών στον τομέα της θρησκείας εντός του γενικότερου κοινωνικοοικονομικού
πλαισίου της Ύστερης Εποχής του Χαλκού. Στο ερευνητικό του πεδίο συμπεριέλαβε
και τις επιγραφικές μαρτυρίες, επισημαίνοντας τις αδυναμίες του διαθέσιμου υλικού
και εκφράζοντας επιφυλάξεις για την ομαδοποίηση των πιθανών θεωνυμίων ως «το
Μυκηναϊκό πάνθεο».
Ο Dickinson κρίνει ότι τα καίρια διαστήματα κοινωνικών μετασχηματισμών
για τη διαμόρφωση της θρησκείας στην Ηπειρωτική Ελλάδα είναι: α) η μεταβατική
περίοδος από τη Μέση στην Ύστερη Εποχή του Χαλκού και β) το χρονικό διάστημα
που ακολούθησε την καταστροφή των ανακτορικών κέντρων. Αναφορικά με την
πρώτη περίοδο, υιοθετώντας παλαιότερες απόψεις του Hägg22, αναγνωρίζει τη
συμβολή της Μινωικής Κρήτης σε επίπεδο υιοθέτησης θρησκευτικών συμβόλων,
πρακτικών και αντιλήψεων κυρίως στην περιοχή της Αργολίδας. Επισημαίνει ωστόσο
ότι «παραμένει πολύ δύσκολο να συνδεθεί αυτός ο πρώιμος “εκμινωισμός” με τις

22
. Hägg 1981α, 36.

11
αδιαμφισβήτητα Μυκηναϊκές πρακτικές και τους χώρους λατρείας της τρίτης
ανακτορικής περιόδου, η οποία έχει λίγα ή καθόλου εμφανή Μινωικά στοιχεία» 23.
Από την άλλη πλευρά η περίοδος μετά την κατάρρευση του ανακτορικού
συστήματος διοίκησης συζητήθηκε διεξοδικά στο έργο του Dickinson The Aegean
from Bronze Age to Iron Age (2006). Ασχολούμενος με το θέμα της πιθανής
επιβίωσης θρησκευτικών αντιλήψεων και λατρευτικών πρακτικών της Μυκηναϊκής
εποχής κατά τους ιστορικούς χρόνους ασκεί κριτική στη μεθοδολογία και τα
συμπεράσματα μελετητών που υποστηρίζουν την έννοια της αδιάλειπτης συνέχειας.
Θεωρεί την αλλαγή του κοινωνικού και πολιτικού πλαισίου καίρια και σημειώνει ότι
«είναι πολύ επικίνδυνο να συμπεράνουμε ότι πρακτικές που μοιάζουν αρχαίες πρέπει να
έχουν κληροδοτηθεί χωρίς αλλαγές από την Εποχή του Χαλκού»24.
Παράλληλα η H. Whittaker από τη δεκαετία του 1990 και εξής διερευνά
ποικίλες πτυχές της Μυκηναϊκής θρησκείας. Συγκεκριμένα στη μελέτη της
Mycenaean cult buildings (1997) ασχολήθηκε με τα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά
των ιερών της Υστεροελλαδικής ΙΙΙ περιόδου, καθώς και με ζητήματα καταγωγής και
εξέλιξης της αρχιτεκτονικής25. Το χωρικό πλαίσιο περιλαμβάνει επιλεγμένες θέσεις
στην Ηπειρωτική Ελλάδα, όπου με ασφάλεια πιστοποιείται τέλεση λατρείας σε
στεγασμένους χώρους, καθώς και το ιερό στη Φυλακωπή το οποίο θεωρείται ότι
ανήκει στη Μυκηναϊκή θρησκευτική παράδοση.
Η ερμηνευτική της προσέγγιση αποδίδει ιδιαίτερη έμφαση στα αρχιτεκτονικά
στοιχεία θεωρώντας ότι σχετίζονται άμεσα με τη λειτουργία των ιερών εντός ενός
συγκεκριμένου πολιτισμικού πλαισίου. Παράμετροι της συζήτησης της Whittaker
συνιστούν: οι πιθανές επιδράσεις των Παλαιστινιακών ιερών στη διαμόρφωση των
Μυκηναϊκών ιερών, η σχέση ανάμεσα στην αρχιτεκτονική των ιερών και των οικιών,
η συγκριτική μελέτη των διαθέσιμων στοιχείων από την Ηπειρωτική Ελλάδα και την
Κρήτη για τη διάγνωση του βαθμού επίδρασης των θρησκευτικών παραδόσεων26. Η
μεθοδολογία της Whittaker εστιάζει αποκλειστικά στην αρχιτεκτονική και τον
εξοπλισμό ιερών, τα οποία ανήκουν σε διαφορετικά χρονικά και χωρικά πλαίσια,
δίχως να λαμβάνει υπόψη τη βαρύτητα των κοινωνικών παραγόντων που επέβαλαν

23
. «Yet it remains very difficult to link this early “Minoanisation” to the undoubted Mycenaean
practices and cult sites of the Third Palace Period, which have few if any obviously Minoan elements».
Dickinson 1994, 286.
24
. «...it is very dangerous to assume that ancient-seeming practices must have been inherited
unchanged from the BA». Dickinson 2006, 221.
25
. Whittaker 1997, 8-31.
26
. Whittaker 1996 · 2001.

12
την ίδρυση και λειτουργία τους. Σε νεώτερες μελέτες βασιζόμενη στον κινητό
εξοπλισμό των αποκαλυφθέντων ιερών, την εικονογραφία και τις πληροφορίες της
Γραμμικής Β επικεντρώνεται στην υλική έκφραση και την κατηγοριοποίηση των
θρησκευτικών τελετουργικών πράξεων27.
Τα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά και ο κινητός εξοπλισμός των ιερών της
Υστεροελλαδικής ΙΙΙ περιόδου αποτέλεσαν το αντικείμενο της έρευνας και της G.
Albers κατά την τελευταία δεκαπενταετία. Στη μελέτη της Spätmykenische
Stadtheiligtümer (1994) προσπαθεί να διερευνήσει συστηματικά τους λατρευτικούς
χώρους εντός των αστικών κοινοτήτων της ανακτορικής και μετανακτορικής
περιόδου. Στο χωρικό πλαίσιο εντάσσονται όσα ιερά κρίνεται ότι αναπτύχθηκαν ως
ανεξάρτητες αρχιτεκτονικές και λειτουργικές οντότητες (ιερά ακροπόλεων της
Αργολίδας, Φυλακωπή Μήλου, Αγία Ειρήνη Κέας), σε οργανωμένα αστικά
περιβάλλοντα.
Η μεθοδολογία της Albers επικεντρώνεται στην παρουσίαση των
αρχιτεκτονικών καταλοίπων, των σταθερών κατασκευών και του κινητού
εξοπλισμού, καθώς και τη διερεύνηση του λειτουργικού ρόλου των ιερών και των
παρακείμενων χώρων στην πολεοδομική οργάνωση των Μυκηναϊκών οικισμών. Σε
ορισμένες περιπτώσεις επανεξετάζει με επιχειρήματα την αλληλουχία των
αρχιτεκτονικών φάσεων των ιερών. Παράλληλα θίγει ζητήματα καταγωγής των
Μυκηναϊκών αστικών ιερών, των πιθανών επιδράσεων εκτός Αιγαίου και το είδος
των τελούμενων θρησκευτικών τελετουργιών.
Η συμβολή της μελέτης της Albers είναι σημαντική, καθώς επιχειρεί να
ανασυνθέσει το πλαίσιο αναφοράς μέσα από τη συστηματική συγκέντρωση και
επανεξέταση των διαθέσιμων αρχαιολογικών στοιχείων. Σε αυτήν την προσπάθεια
θέτει ερωτήματα για το φυσικό περιβάλλον, το μέγεθος των οικισμών, την οργάνωση
και το μέγεθος των ιερών. Παρόλα αυτά η επικέντρωση σε αρχιτεκτονικά και
χωροταξικά ζητήματα, καθώς και η παράθεση των ιερών κατά θέσεις, χωρίς να
τονίζονται οι χρονικές διαφοροποιήσεις, περιορίζουν την ανάλυση των κοινωνικών
παραγόντων που οδήγησαν στη διαμόρφωση αστικών χώρων λατρείας κατά τη
Μυκηναϊκή εποχή.
Νεώτερες μελέτες της Albers διαπραγματεύονται τον πιθανό ρόλο του
κεντρικού μεγάρου και της μεγάλης κεντρικής αυλής των Μυκηναϊκών ανακτορικών

27
. Whittaker 2004.

13
συγκροτημάτων στην τέλεση θρησκευτικών τελετουργιών28. Επίσης προσπαθούν να
διαγνώσουν στο αρχαιολογικό υλικό κοινά στοιχεία μεταξύ των αστικών ιερών της
ανακτορικής περιόδου και να διερευνήσουν την ύπαρξη οργανωμένων ιερών ως
συνέπεια περίπλοκων κοινωνικών μετασχηματισμών μιας ευρύτερης γεωγραφικής
περιοχής. Ενδεικτικά η ερευνήτρια σημειώνει: «η αναγνώριση ενός Μυκηναϊκού
θρησκευτικού κέντρου πρέπει σαφώς να αντικατοπτρίζει τη θέση της τοπικής ηγεσίας
του συγκεκριμένου οικισμού στην κορυφή της κοινωνικοπολιτικής ιεραρχίας εντός της
αντίστοιχης περιοχής»29.
Από την άλλη πλευρά ο J. Wright και η C. Antonaccio επιχειρούν να
διερευνήσουν τις συμβολικές διαστάσεις των ιερών χώρων κατά τη Μυκηναϊκή
περίοδο και την Εποχή του Σιδήρου αντίστοιχα. Ο J. Wright στη μελέτη του στον
τόμο Placing the Gods (1994) επιχειρεί να αναλύσει τη διαμόρφωση του χώρου κατά
τη Μυκηναϊκή εποχή με σκοπό να αποδείξει πως ο χώρος αντικατοπτρίζει τη
θρησκευτική πίστη30. Η μεθοδολογική του προσέγγιση είναι εμφανώς επηρεασμένη
από μεταστρουκτουραλιστικές απόψεις, οι οποίες τοποθετούν τη θρησκεία στο
επίκεντρο της κοινωνικής δράσης, καθώς και από ερευνητές της οργάνωσης του
χώρου και της αρχιτεκτονικής, οι οποίοι επιχείρησαν να ανιχνεύσουν στοιχεία
κοινωνικής πολυπλοκότητας στην πολυπλοκότητα της αρχιτεκτονικής.
Ο ερευνητής ασκεί κριτική σε μελέτες που προσεγγίζουν τη Μυκηναϊκή
θρησκεία αποκλειστικά μέσω των ορατών μνημείων και των συμβολικών
αντικειμένων, αδιαφορώντας για ζητήματα καταγωγής, εξέλιξης και αλλαγών. Το
ερευνητικό του πεδίο εκτείνεται χρονικά από την Μέση Εποχή του Χαλκού, κατά την
οποία θεωρεί ότι δρομολογήθηκαν σημαντικές πολιτικοκοινωνικές αλλαγές, και
καταλήγει στην μετανακτορική περίοδο. Χαρακτηριστικά σημειώνει ότι «οι εξελίξεις
που οδηγούν στην πολυπλοκότητα της Μυκηναϊκής κοινωνίας φαίνεται να είναι σε
μεγάλο βαθμό κοινωνικές, αλλά αντικατοπτρίζουν ένα αναδυόμενο εννοιολογικό
πλαίσιο αξιών και αντιλήψεων οι οποίες αργότερα χαρακτηρίζουν τη Μυκηναϊκή
θρησκεία»31.

28
. Albers 2001, 132-134, 136-139.
29
. «the identification of a Mycenaean cult centre should unequivocally reflect the position of the
particular settlement’s local rulership at the very top of the socio-political hierarchy within the
respective region». Albers 2004, 139.
30
. Wright 1994, 40-41.
31
. «...developments towards complexity in Mycenaean society seem to be largely social in nature, but
they reflect an emerging conceptual framework of values and beliefs that later come to characterize
Mycenaean religion».Wright 1994, 49.

14
Η μελέτη του ωστόσο επικεντρώνεται στην κυρίως ανακτορική περίοδο, κατά
την οποία υποστηρίζει ότι ολοκληρώθηκε η διαδικασία τυποποίησης των
θρησκευτικών δραστηριοτήτων. Ο Wright ασχολείται επίσης με το ζήτημα του
συμβολισμού του κεντρικού μεγάρου των ανακτορικών συγκροτημάτων και του
ρόλου του στη διαμόρφωση ενός συστήματος κοινωνικών και θρησκευτικών αξιών,
καθώς και με τη λειτουργία των ιερών εντός των Μυκηναϊκών ακροπόλεων.
Βασιζόμενος σε επιμέρους αρχιτεκτονικά στοιχεία και στη χωροταξική οργάνωση
υποστηρίζει ότι οι τελετουργίες που λάβαιναν χώρα στα ιερά αυτά ήταν ελάσσονος
σημασίας συγκριτικά με τις τελετουργίες στο μέγαρο. Επιπλέον η έρευνά του
επεκτάθηκε στη θρησκευτική δραστηριότητα εκτός των χωρικών ορίων των
ακροπόλεων, την οποία προσέγγισε ως μια διαδικασία οικειοποίησης και
ενσωμάτωσης τοπικών λατρειών σε μια επίσημη ανακτορική θρησκεία32.
Σε νεώτερες μελέτες του ο Wright επικεντρώνεται στην αρχιτεκτονική εξέλιξη
των Μυκηναϊκών ανακτόρων ως αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικοκοινωνικών
διαδικασιών στη Μυκηναϊκή κοινωνία33. Προσεγγίζοντας τα ανάκτορα ως χώρους
έκφρασης πολιτικών, οικονομικών, κοινωνικών και ιδεολογικών πρακτικών
υποστηρίζει ότι αποτέλεσαν πεδία τέλεσης τελετουργιών που είχαν ως στόχο την
επιβεβαίωση της κοινής ταυτότητας, καθώς και τη νομιμότητα της διαμορφωμένης
εξουσίας.
Όσον αφορά στην C. Antonaccio, παρά το γεγονός ότι επικεντρώνεται στην
Εποχή του Σιδήρου, επεκτείνεται και σε ζητήματα που αφορούν στη Μυκηναϊκή
περίοδο34. Κρίθηκε αναγκαία η παράθεση των απόψεών της κυρίως για το
πολυσυζητημένο θέμα της συνέχειας της λατρείας από τη Μυκηναϊκή εποχή στην
Εποχή του Σιδήρου, καθώς στην παρούσα μελέτη εξετάζονται ορισμένα σύνολα
Μυκηναϊκών ευρημάτων, που έχουν αποδοθεί στην ύπαρξη ιερών, από θέσεις της
Πελοποννήσου και της Στερεάς με πιστοποιημένη λατρεία κατά τους ιστορικούς
χρόνους.

32
. Wright 1994, 72-76.
33
. Wright 2006, 18-25, 36-42. 2008, 246-251.
34
Η μεθοδολογία της χαρακτηρίζεται από την ίδια ως συγκειμενική (contextual) και προσεγγίζει το
πλαίσιο δημιουργίας του ιερού τοπίου μέσα από ένα δομημένο σύστημα λειτουργικών εσωτερικών
σχέσεων. Κύριο σημείο στη μελέτη αποτελεί η άποψη ότι η παρουσία ερειπίων της Εποχής του
Χαλκού (όχι απαραίτητα σχετιζόμενων με θρησκευτική δραστηριότητα) είναι βασικός παράγοντας για
την κατασκευή ενός οριοθετημένου, ιερού τοπίου κατά τους ιστορικούς χρόνους. Antonaccio 1994, 79-
86.

15
Η Antonaccio στο συλλογικό τόμο Placing the Gods (1994) αντιμετωπίζει με
σκεπτικισμό την αδιάλειπτη, όπου παρατηρείται, λειτουργία ενός ιερού χώρου.
Αντίθετα παρατηρεί ότι υπάρχουν πολύ περισσότερες περιπτώσεις ιερών των
ιστορικών χρόνων που ιδρύονται σε πρώην θέσεις ανακτόρων, οικισμών ή
νεκροταφείων της Μυκηναϊκής εποχής. Συμφωνώντας με την άποψη του F. de
Polignac ότι δεν πρόκειται τόσο για «συνέχεια της χρήσης», όσο για «επανεύρεση»35,
υποστηρίζει ότι κατά τους ιστορικούς χρόνους «η λατρεία εγκαθιδρύεται όχι μόνο για
να ορίσει μια φυσική περιφέρεια, αλλά για να δημιουργήσει σύνορα σε σημεία
επικοινωνίας διαφορετικών ομάδων»36.
Συνοψίζοντας όσα εκτέθηκαν παραπάνω σχετικά με τις προσεγγίσεις του
θέματος της Μυκηναϊκής λατρείας θα μπορούσαμε να επισημάνουμε κάποια βασικά
γνωρίσματά τους. Για δεκαετίες οι μελετητές της θρησκείας, των ιερών και των
τελετουργιών της δεύτερης χιλιετίας π.Χ. στο Αιγαίο ήταν επηρεασμένοι από μελέτες
που εισηγούνταν την ενιαία θεώρηση και τον συγκερασμό αρχαιολογικών και
εικονογραφικών στοιχείων της Κρήτης και της Ηπειρωτικής Ελλάδας. Κατά τη
δεκαετία του 1960 οι ερευνητικές προσεγγίσεις υιοθέτησαν την άποψη που τόνιζε την
αυτονομία του αρχαιολογικού υλικού της Ηπειρωτικής Ελλάδας, καθώς και τη χρήση
των ανασκαφικών δεδομένων ως την πλέον αξιόπιστη πηγή πληροφοριών.
Η έρευνα από τη δεκαετία του ’70 και εξής επαναπροσδιόρισε τους στόχους
της εξαιτίας νέων δεδομένων από ανασκαφικές και επιφανειακές έρευνες, καθώς και
νέων θεωρητικών προσεγγίσεων. Σταθμό στη διερεύνηση των λατρευτικών
πρακτικών της Μυκηναϊκής εποχής αποτέλεσε το έργο του C. Renfrew The
archaeology of cult: the sanctuary at Phylakopi (1985), του οποίου το μεθοδολογικό
και ιδεολογικό πλαίσιο επηρέασε πολλούς σύγχρονούς του, αλλά και νεώτερους
ερευνητές.
Την τελευταία δεκαπενταετία η έρευνα έχει επικεντρωθεί:
 στην καταγωγή και εξέλιξη των Μυκηναϊκών ιερών, κυρίως των αστικών,
μέσα από τη μελέτη της αρχιτεκτονικής μορφής και της χωροταξικής τους
οργάνωσης.
 στο ρόλο του κεντρικού μεγάρου και της κεντρικής αυλής των Μυκηναϊκών
ανακτορικών συγκροτημάτων στην τέλεση θρησκευτικών τελετουργιών.

35
. de Polignac 1994, 8-10.
36
. «Cult is located not only to structure physical territory, but to articulate borders at points of contact
between different groups». Antonaccio 1994, 103.

16
 στη διερεύνηση εναλλακτικών ερμηνειών για το φαινόμενο της «συνέχειας» ή
επιβίωσης λατρευτικών χώρων, αντιλήψεων και πρακτικών της Μυκηναϊκής
εποχής κατά τους ιστορικούς χρόνους.
 στη διερεύνηση του ρόλου των ιερών στην κοινωνικοοικονομική ζωή των
ανακτορικών κέντρων μέσω των πινακίδων Γραμμικής Β.
 στη συμβολή των μνημείων της Μυκηναϊκής εποχής, συμπεριλαμβανομένων
και των ιερών, στη διαμόρφωση των ιερών τοπίων της Εποχής του Σιδήρου.

17
2. Ο ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ : ΖΗΤΗΜΑΤΑ
ΘΕΩΡΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑΣ

2.1. Επιγραφικά στοιχεία

Οι ίδιοι οι Μυκηναίοι στα μόνα δείγματα γραπτού λόγου που μας έχουν
κληροδοτήσει, τις πινακίδες Γραμμικής Β των ανακτορικών κέντρων, χρησιμοποιούν
τουλάχιστον δύο διαφορετικούς όρους όταν αναφέρονται σε ιερούς χώρους. Η
πινακίδα PY Jn 829 αναφέρει μεταξύ άλλων χαλκόν νάιον (ka-ko na-wi-jo 37) για να
χαρακτηρίσει ποσότητες χαλκού που συγκεντρώνει το ανακτορικό κέντρο. Στην αρχή
της ίδιας πινακίδας αναφέρεται ο όρος ka-ra-wi-po-ro που έχει ερμηνευθεί ως
θρησκευτικός αξιωματούχος υπεύθυνος ίσως για την επίβλεψη των ιερών χώρων 38.
Παρέχεται έτσι την έμμεση πληροφορία ότι ο όρος ναός ήταν σε χρήση την ύστερη
ανακτορική περίοδο και πιθανόν δήλωνε κάποιο στεγασμένο χώρο προοριζόμενο για
την τέλεση λατρείας39.
Στις πινακίδες απαντάται και ο όρος ιερόν (i-je-ro)40. Συγκεκριμένα στην
Κνωσό σχετίζεται με τη διανομή ποσοτήτων λαδιού από το ανάκτορο σε διάφορες
τοποθεσίες41 και έχει ερμηνευθεί ως ιερός χώρος42 χωρίς να διευκρινίζεται αν ήταν
υπαίθριος ή στεγασμένος, αν βρισκόταν εντός ή εκτός του ανακτορικού
συγκροτήματος. O όρος i-je-ro σε διάφορες πτώσεις έχει ερμηνευθεί και ως επίθετο
που χαρακτηρίζει προϊόντα και ζώα, ενώ απαντώνται και τα παράγωγα ιερεύς και
ιέρεια (i-je-re-u, i-je-re-ja)43. Αντίθετα η προτεινόμενη από τον J. Chadwick χρήση
του όρου οίκος (wo-ko) για τον πιθανό χαρακτηρισμό των ιερών, αμφισβητείται
πλέον από αρκετούς ερευνητές44.
Έμμεσες πληροφορίες για την ύπαρξη ιερών προέρχονται και από κείμενα στα
οποία αναφέρονται παράγωγα πιθανών θεωνυμίων που φέρουν την κατάληξη –de.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της πινακίδας KH Gq 5 από τα Χανιά, η οποία

37
. Η προταθείσα άποψη ότι το επίθετο na-wi-jo προέρχεται από το ουσιαστικό ναυς έχει απορριφθεί.
DMic. I, 466. Bendall 2007, 23. Palaima 2004, 99. 2008, 343.
38
. Chadwick 1972, 135, 257. DMic. I, 324.
39
. Ventris & Chadwick 1973, 513. Έχει επίσης υποστηριχθεί ότι ο όρος ναός στη Γραμμική Β
χρησιμοποιούνταν για δηλώσει την κατοικία. Leukart 1979, 187-195. Hiller 1979, 189-195.
40
. ΚΝ Fp 363.2, Fh 5467.b και Fh 2013.
41
. DMic. I, 275-276.
42
. Hiller 1981, 96-97. Bendall 2007, 125-126, 132-133.
43
. Krauss 2001, 40-41. Bendall 2007, 17, 24, 28, 44, 68, 82, 107.
44
. Bendall 2007, 90-91.

18
αναφέρεται σε προσφορές αμφορέων με μέλι που αποστέλλονται στο ιερό του Δία
προς τιμήν του Δία και του Διονύσου45:

1 di-wi-jo-[de] di-we ME+RI 209+A 1[


2 di-wo-nu-so ME+RI [ ] 2

Παράγωγα θεωνυμίων που δηλώνουν ιερά απαντώνται και σε άλλες


περιπτώσεις κειμένων, τα οποία καταγράφουν προσφορές των ανακτόρων προς τα
ιερά αυτά. Στην γνωστή πινακίδα PY Tn 316, παρά τα όποια ερμηνευτικά
προβλήματα, διακρίνονται ως αποδέκτες θεότητες του Ολύμπιου πάνθεου (χωρίς
ωστόσο να μπορούμε να προσδιορίσουμε τα χαρακτηριστικά και τις ιδιότητές τους
κατά τη Μυκηναϊκή εποχή46) και σε αρκετούς άλλους αποδέκτες που έχουν
ερμηνευθεί ως θεότητες47:
r.
1 po-ro-wi-to-jo
2 i-je-to-qe pa-ki-ja-si do-ra-qe pe-re po-re-na-qe
3 pu-ro a-ke po-ti-ni-ja GOLD GOBLET 1 WOMAN 1
4 ma-na-sa GOLD GOBLET 1 WOMAN 1 po-si-da-e-ja GOLD GOBLET 1
WOMAN 1
5 ti-ri-se-ro-e GOLD GOBLET 1 do-po-ta GOLD GOBLET 1
Στην πρώτη παράγραφο του κειμένου καταγράφονται προσφορές (χρυσά κύπελλα και
γυναίκες) που αποστέλλονται (i-je-to) από το ανάκτορο της Πύλου στο τοπωνύμιο pa-
ki-ja-ne, το οποίο, σύμφωνα με τους περισσότερους μελετητές των Μυκηναϊκών
κειμένων, είναι ένας ιερός χώρος. Ακολουθούν τα ονόματα των αποδεκτών των
ανωτέρω προσφορών, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζουν οι όροι Πότνια (po-ti-ni-ja) και
Ποσειδαεία (po-si-da-e-ja), καθώς και όροι οι οποίοι έχουν ερμηνευθεί ως τοπικές
θεότητες που δεν επιβίωσαν στα μεταγενέστερα χρόνια48.
v. 1 i-je-to-qe po-si-po-si-da-i-jo a-ke-qe wa-tu
2 do-ra-qe pe-re po-re-na-qe a-ke
3 pu-ro GOLD GOBLET 1 WOMAN 2 qo-wi-ja-na-[ ] ko-ma-we-te-ja
4 i-je-to-qe pe-re-*82-jo i-pe-me-de-ja di-u-ja-jo-qe
5 do-ra-qe pe-re-po-re-na-qe a pe-re-*82 GOLD GOBLET I WOMAN 1
6 i-pe-me-de-ja GOLG GOBLET 1 di-u-ja GOLD GOBLET 1 WOMAN 1
7 pu-ro e-ma-a2 a-re-ja GOLD GOBLET 1 MAN 1
8 i-je-to-qe di-u-jo do-ra-qe pe-re po-re-na-qe a-ke
9 di-we GOLD GOBLET 1 MAN 1 e-ra GOLD GOBLET 1 WOMAN 1
10 di-ri-mi-jo di-wo i-je-we GOLD GOBLET 1
11 pu-ro

45
. Godart & Tzedakis 1991, 143-144. Hallager et al. 1992. Bendall 2007, 149.
46
. Baumbach 1979, 150.
47
. Chadwick 1976, 90-96.
48
. Chadwick 1985, 195-196.

19
Η δεύτερη παράγραφος του κειμένου έχει την ίδια δομή με την πρώτη: αναφέρονται
χώροι αφιερωμένοι στον Ποσειδώνα (po-si-da-i-jo) και το Δία (di-u-jo) στους οποίους
λαμβάνουν προσφορές από το ανάκτορο γνωστά θεωνύμια (Ερμής, Ήρα,) και
λιγότερο γνωστοί όροι (Ιφιμέδεια, Διία, υιός του Δία). Το ενδιαφέρον στοιχείο είναι
ότι η πινακίδα δηλώνει την αποστολή προσφορών σε ιερούς χώρους εντός των
οποίων λατρευόταν διαφορετικές θεότητες, πιθανόν σε διαφορετικά κτιστά ιερά ή
βωμούς, όπως έχει προταθεί49.

2.2. Αρχαιολογικά δεδομένα. Οι κατηγοριοποιήσεις των ιερών και των


λατρευτικών πρακτικών

Οι κυριότεροι ερευνητές που ασχολήθηκαν με τα ιερά της Εποχής του


Χαλκού στο Αιγαίο και τις συσχετιζόμενες με αυτά θρησκευτικές τελετουργίες
υιοθέτησαν ή εισήγαγαν ένα σύνολο σχετικών όρων με σκοπό τη διασαφήνιση της
μεθοδολογίας και την ενίσχυση της ερευνητικής τους προσέγγισης (Πίν. 1).
Ο M. Nilsson στην πρότασή του για συστηματική διάκριση των ιερών χώρων
του προϊστορικού Αιγαίου, προσδιόρισε τον «ναό» («temple») ως «ένα ανεξάρτητο
κτίριο που θεωρείται κατοικία της θεότητας και όπου φυλάσσεται το λατρευτικό άγαλμα
και τα παραφερνάλια»50. Βασιζόμενος στα διαθέσιμα αρχαιολογικά στοιχεία από την
Κρήτη υποστήριξε ότι δεν υπήρχαν ναοί στο Μινωικό πολιτισμό και επέκτεινε τη
θεωρία του αυτή σε ολόκληρο το προϊστορικό Αιγαίο. Κρίνοντας ότι ο συγκεκριμένος
όρος δεν αντικατοπτρίζει την λειτουργία των υπό εξέταση χώρων, προτίμησε να
χρησιμοποιήσει στη μελέτη του τον όρο «ιερό». Η κατηγοριοποίηση του Nilsson
περιελάμβανε από τη μια πλευρά τα «φυσικά ιερά» (σε αυτήν την κατηγορία
συμπεριελήφθησαν τα ιερά σπήλαια και τα ιερά κορυφής) και από την άλλη τα ιερά
εντός κτιρίων (ανακτορικά συγκροτήματα, οικιστικά σύνολα).

49
. Η S. Lupack χαρακτηριστικά σχολιάζει «We can imagine that each one of these deities had, at least,
their own bench shrine since, for instance, in both the West and the East Shrines at Phylakopi there
was more than one altar, which could indicate that more than one deity was worshipped in each
building. I may also mention that this type of arrangement has parallels in historical Greece». Lupack
2008, 17.
50
. «a separate building set apart to be the abode of the deity and to shelter its image and
paraphernalia». Nilsson 1950, 77.

20
Την ανωτέρω βασική διάκριση υιοθέτησε το 1968 και ο R. Hägg σε ένα
θεμελιώδες άρθρο του για τα Μυκηναϊκά ιερά51. Θέτοντας ως έναν από τους κύριους
στόχους της έρευνας τον προσδιορισμό των Μυκηναϊκών μορφών λατρείας,
αξιολόγησε τα αρχαιολογικά κατάλοιπα ως περισσότερο αξιόπιστα συγκριτικά με τις
εικονογραφικές και γραπτές πηγές. Ιδιαίτερα σημαντικές για την κατηγοριοποίηση
των ιερών χώρων από τον Hägg υπήρξαν οι ανασκαφές στις Μυκήνες, τη Φυλακωπή
και την Τίρυνθα κατά τις δεκαετίες του 1960, 1970 και 1980, τα ευρήματα των
οποίων αξιοποιήθηκαν αμέσως στις μελέτες του52.
Η αξιολόγηση των δεδομένων της Ηπειρωτικής Ελλάδας είχε ως αποτέλεσμα
την κατηγοριοποίηση των Μυκηναϊκών ιερών με βάση την τοπογραφία και τα
αρχιτεκτονικά τους χαρακτηριστικά σε: α) ανακτορικά, β) οικιακά, γ) ιερά σπήλαια
και δ) υπαίθρια ιερά. Παράλληλα ο Hägg, θέτοντας το ζήτημα της κοινωνικής
διάστασης της θρησκείας και βασιζόμενος στη χωροθέτηση και τον εξοπλισμό των
ιερών, διέκρινε στοιχεία επίσημης και λαϊκής λατρείας στην Ηπειρωτική Ελλάδα.
Χαρακτηριστικά αναφέρει: «Οι λατρείες του επίσημου επιπέδου θα μπορούσαν επίσης
να ονομαστούν και κρατικές λατρείες. Κυρίως συνδέονταν με τον ανακτορικό πολιτισμό
των μεγάλων κέντρων του Μυκηναϊκού κόσμου, αλλά θα πρέπει να τελούνταν και στα
μικρότερα κέντρα, στις επαρχιακές πόλεις, ωστόσο με πιο λιτό εξοπλισμό… Αυτές οι
λατρείες (λαϊκές), υποθέτω, τελούνταν κυρίως από ανθρώπους που ζούσαν εκτός των
ανακτόρων και των μεγάλων κέντρων, κατά συνέπεια δεν είχαν άμεση επαφή με το
Μινωικό πολιτισμό. Οι λαϊκές λατρείες θα πρέπει βασικά να ήταν ίδιες με αυτές που
τελούνταν κατά τη Μεσοελλαδική περίοδο και θα μπορούσαν σε μεγαλύτερο ή
μικρότερο βαθμό να είναι παρόμοιες με τις λαϊκές λατρείες της Κλασικής Ελλάδας»53.
Ο J.C. van Leuven στη μελέτη του κατηγοριοποίησης των ιερών χώρων στο
προϊστορικό Αιγαίο και την Κύπρο υποστηρίζει ότι: «Ιερό κατά γενική ομολογία
πρέπει να είναι ένας χώρος θρησκευτικής λατρείας και ταυτίζεται βάσει των σκευών
που υποδεικνύουν λατρευτικό σκοπό ή τελετουργική δραστηριότητα»54. Ο ερευνητής
επισήμανε ορισμένα αδύναμα σημεία του διαχωρισμού των ιερών σε «φυσικά» και

51
. Hägg 1968.
52
. Hägg 1981α.. 1984. 1996.
53
. «The cults of the official level could also be called the state cults. They were primarily connected
with the palatial civilization of the big centres of the Mycenaean world, but they must have been
practiced also at the smaller centres, in the provincial towns, although in a more modest
apparatus…These cults I assume were practiced mainly by people who lived outside the palaces and
the big centres, thus without a direct contact with Minoan civilization». Hägg 1981α, 36, 38.
54
. «A sanctuary in the clearest sense must be a place of religious worship and is normally identified by
equipment suggesting a cultic purpose or ritual activity». van Leuven 1981, 11.

21
«κτιστά» κατά τον Nilsson και επικεντρώνοντας την έρευνά του στα ιερά εντός
κτιρίων εξέτασε πάνω από 100 ανομοιογενείς χώρους. Σύμφωνα με την κατάταξη που
πρότεινε, η οποία βασίζεται στην αρχιτεκτονική διάταξη και τον προσανατολισμό, τα
ιερά θα μπορούσαν να διακριθούν σε «μονά» και «διπλά».
Από την άλλη πλευρά ο Β. Rutkowski υποστηρίζει ότι στην περιοχή του
Αιγαίου δεν υπάρχουν κτίρια, τα οποία με βάση διακριτά αρχιτεκτονικά
χαρακτηριστικά θα μπορούσαν με βεβαιότητα να χαρακτηριστούν ως ιερά. Κατά τη
γνώμη του «…..το μόνο αξιόπιστο κριτήριο για την ερμηνεία ενός δωματίου ή τμήματος
ενός κτιρίου ή ενός χώρου ως ιερού είναι η παρουσία ιερών αντικειμένων, δηλαδή
αντικειμένων που χρησιμοποιούνται μόνο για λατρευτικούς σκοπούς ή αντικειμένων
πολλά από τα οποία είναι ισοδύναμα με αυτά που βρίσκονται σε χώρους που με
ασφάλεια έχουν χαρακτηριστεί ως ιερά»55. Επίσης τονίζει ότι δεν εγκρίνει την
ερμηνεία οποιουδήποτε αντικειμένου, του οποίου η πρακτική χρήση δεν καθίσταται
σαφής, ως τελετουργικού αντικειμένου.
Ο Rutkowski διερεύνησε ένα μεγάλο και ετερόκλητο ως προς τη χρονολόγηση
και τα επιμέρους χαρακτηριστικά σύνολο χώρων από ολόκληρο του Αιγαίο, με
έμφαση στην περιοχή της Κρήτης. Το γεγονός αυτό είχε ως συνέπεια τη βασική
διάκριση σε χώρους εκτός κατοικημένων περιοχών (σπήλαια, ιερά κορυφής, ιερούς
περιβόλους) και εντός οικισμών (ναούς, οικιακά και ανακτορικά ιερά, βωμούς). Ο
όρος «ιερό» χρησιμοποιείται για να δηλώσει ένα χώρο με αποκλειστική χρήση για
λατρευτικούς σκοπούς ανεξαρτήτως της ύπαρξης ή μη αρχιτεκτονικών καταλοίπων,
της αρχιτεκτονικής μορφής και της τοπογραφίας. Επίσης ο Rutkowski κάνει χρήση
και του όρου «ναός» για να χαρακτηρίσει κτίρια προοριζόμενα για την τέλεση
λατρείας δημόσιου χαρακτήρα56.
Από την άλλη πλευρά ο C. Renfrew στη θεωρητική προσέγγιση που
παρουσίασε στο έργο The archaeology of cult: the sanctuary at Phylakopi
υποστηρίζει τον καίριο ρόλο των πλαισίων αναφοράς για την κατανόηση της
θρησκείας, των λατρευτικών πρακτικών και των χώρων λατρείας. Ειδικότερα τους
χώρους λατρείας («cult locations») προσπάθησε να τους εντάξει σε χωρικά, χρονικά

55
. «…the only reliable criterion for interpreting a room or part of a building or a place as a sanctuary
is the presence of sacred objects, that is objects used solely for cult purposes or of objects many of
which were equivalent to those found in places which quite definitely have been recognized as
sanctuaries». Rutkowski 1986, xvi.
56
. Rutkowski 1986, xi.

22
και κυρίως κοινωνικά πλαίσια βασιζόμενος στη βασική διάκριση του Ηägg για
«κρατικούς» και «λαϊκούς» χώρους.
Η διερεύνηση του κοινωνικού παράγοντα είχε ως αποτέλεσμα την
κατηγοριοποίηση των ιερών με βάση τον αριθμό και την ταυτότητα των
συμμετεχόντων στις τελετουργίες. Σύμφωνα με τον Renfrew διακρίνονται 4 ομάδες:
δημόσιοι ναοί ή ιεροί χώροι, λαϊκά ιερά, βασιλικοί ιδιωτικοί χώροι λατρείας και
οικιακά ιερά57. Αναγνωρίζοντας ότι ο ανωτέρω διαχωρισμός δεν είναι στατικός, αλλά
εξαρτάται σε ορισμένες περιπτώσεις από πιθανές κοινωνικές μεταβολές υποστήριξε
ότι «αυτός που σε μια περίοδο συγκεντρωτικής διοίκησης υπήρξε επίσημος χώρος
λατρείας, μπορεί εν συνεχεία να συνεχίσει ως λαϊκό ιερό» 58. O ερευνητής
χρησιμοποιώντας μια σειρά παραδειγμάτων Μυκηναϊκών ιερών προσπάθησε να
αποδείξει τη λειτουργία της ανωτέρω κατηγοριοποίησης, η οποία δεν μπορεί να γίνει
κατανοητή χωρίς ένα σύστημα ορισμών.
Επίσης H. Whittaker στη μελέτη της για τα Μυκηναϊκά ιερά ασχολείται με
ζητήματα ορολογίας αποφεύγοντας όμως να χρησιμοποιήσει τον όρο «ναός» για τα
υπό εξέταση ανεξάρτητα κτίρια, τα οποία με ασφάλεια χρησιμοποιούνταν για
λατρευτικούς σκοπούς. Η ερευνήτρια υποστηρίζει ότι ο όρος αυτός παραπέμπει
συχνά σε μνημειώδεις δημόσιες κατασκευές, υιοθετώντας έτσι την άποψη του O.
Pelon o οποίος ορίζει ως «ναούς» τα «κτίρια για ανεξάρτητη λατρεία με χαρακτήρα
μνημειακό»59. Αντίθετα η Whittaker χρησιμοποιεί τον όρο «ιερά κτίρια» («cult
buildings»), καθώς θεωρεί ότι είναι πιο ακριβής και ουδέτερος60. Επίσης
περιστασιακά χρησιμοποιεί και τον όρο «ιερό» («sanctuary»), ο οποίος δεν δηλώνει
απαραίτητα την ύπαρξη αρχιτεκτονικών καταλοίπων, καθώς μπορεί να αναφέρεται
και σε υπαίθριους χώρους λατρείας.
Από την άλλη πλευρά, η G. Albers χρησιμοποίησε στη μελέτη της
Spätmykenische Stadtheiligtümer (1994) τον όρο «ιερά πόλης» («town sanctuaries»)
για να χαρακτηρίσει τους ανεξάρτητους ιερούς χώρους εντός οικισμών στην
Μυκηναϊκή Ηπειρωτική Ελλάδα και τις Κυκλάδες. Πρόσφατα, αναφερόμενη στους
ίδιους χώρους λατρείας, πρότεινε τον όρο «δημόσια κοινόχρηστα ιερά» («public
communal shrines in settlement contexts») σε αντιδιαστολή με τους «ιδιωτικούς

57
. Renfrew 1985, πίν. 10.1.
58
. «what was, during a period of centralized administration, an official cult place may continue
subsequently as a popular shrine». Renfrew 1985, 402.
59
. Pelon 1984, 61.
60
. Whittaker 1997, 6.

23
χώρους λατρείας» («private cult rooms») εντός οικιών ή ανακτόρων και τα «φυσικά
ιερά» («nature sanctuaries»)61.
Σύμφωνα με την ερευνήτρια οι υπό εξέταση στεγασμένοι χώροι θα
μπορούσαν να χαρακτηριστούν και «ναοί», καθώς θεωρούνταν «κατοικία της
θεότητας και έδρα της λατρείας: με την έννοια ότι πίστευαν ότι η θεότητα όντως
κατοικούσε εκεί ή τουλάχιστον ήταν προσιτή για τελική επικοινωνία με την ανθρώπινη
σφαίρα στη συγκεκριμένη περιοχή»62. Παραβλέπει το ζήτημα της απουσίας
μνημειακής αρχιτεκτονικής και παραθέτει παραδείγματα εκτός Αιγιακού χώρου, όπου
κτίρια περιορισμένων διαστάσεων λειτουργούσαν ως ναοί («divine hut-shrines»)63.
Η Albers διερευνώντας τις κοινωνικές διαστάσεις της λατρείας και
βασιζόμενη στα αρχαιολογικά δεδομένα πρότεινε αντί της προταθείσας από τον Ηägg
βασικής κατηγοριοποίησης σε «επίσημη» και «λαϊκή», τη διάκριση σε «δημόσια» και
«ιδιωτική» λατρεία. Υποστηρίζει ότι «όλες οι τελετουργίες, οι οποίες είναι ως ένα
βαθμό επίσημες με την έννοια ότι οργανώνονταν από μέλη του Μυκηναϊκού διοικητικού
συστήματος και εκτελούνταν από το ιερατείο με βάση γεγονότα που προγραμματίζονταν
στον καθορισμένο ετήσιο κύκλο των θρησκευτικών γιορτών, θα πρέπει να ονομάζονται
επίσης δημόσιες συλλογικές, άσχετα με το αν λάμβαναν χώρα σε τοποθεσίες εντός των
οικισμών, στο ανάκτορο το ίδιο ή στην ύπαιθρο»64. Επισημαίνει επίσης ότι δεν
γνωρίζουμε αν υπήρχαν περιπτώσεις οργανωμένων θρησκευτικών συναθροίσεων
κοινών ανθρώπων χωρίς την ανάμιξη μελών της κεντρικής διοίκησης.
Τέλος, ο J. Wright στην προσπάθειά του να αναδομήσει τη Μυκηναϊκή
θρησκεία μέσα από τη μελέτη του χώρου αναφέρεται σε ένα σύνολο ιερών εκτός των
οικιστικών ορίων των ανακτορικών κέντρων. Ασκώντας κριτική σε μελέτες που
εντάσσουν τα συγκεκριμένα ιερά στο πλαίσιο μιας «λαϊκής» λατρείας, υποστηρίζει
ότι το προτεινόμενο από τον Hägg δίπολο της «επίσημης» και της «λαϊκής» λατρείας
καθίσταται ανεπαρκές για τη διερεύνηση της θρησκείας ως μέρους της κοινωνικής
δράσης.

61
. Albers 2004, 111-112.
62
. «as abode of the deity and seat of the cult: in the sense that a deity was believed to actually reside
or, at least, to be accessible for ultimate contact by the human sphere in the respective location».
Albers 2001, 131.
63
. Albers 2001, 134-135.
64
. «all cultic events, therefore, that to any extent are official in that they were organized by members of
the Mycenaean administrative body and executed by priestly functionaries according to the events
being scheduled in the fixed annual cycle of religious festivities, should in our view be termed also
public communal, whether they took place at locations within settlements, in the palace itself or in the
open country». Albers 2001, 132.

24
Ο ερευνητής επηρεασμένος από την ανθρωπολογία παρατηρεί ότι «οι
λατρευτικοί θεσμοί συγκροτούνται από τελετουργίες που εκπληρώνουν κοινωνικές και
θρησκευτικές ανάγκες σύμφωνα με το επίπεδο της κοινωνικής πολυπλοκότητας» 65.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο προσεγγίζει τα «ανακτορικά» («palace-centred») και τα
«εκτός ανακτόρων» («extra-palatial») ιερά, τα οποία θεωρεί ότι αποτελούν
διαφορετικά στάδια μιας διαδικασίας αυξανόμενης πολυπλοκότητας. Ειδικότερα
αναφερόμενος στα στοιχεία για Μυκηναϊκά περιφερειακά ιερά υποστηρίζει ότι η
ίδρυσή τους πιθανότατα αντιπροσωπεύει την ενσωμάτωση τοπικών λατρειών στο
σύστημα της επίσημης ανακτορικής λατρείας και σηματοδοτεί το ενδιαφέρον για
επέκταση και εδραίωση της ανακτορικής κυριαρχίας σε μια ευρύτερη περιοχή66. Η
επιβίωση και η ακμή ορισμένων εξ αυτών κατά την μετανακτορική περίοδο,
ορισμένων μάλιστα και κατά την Εποχή του Σιδήρου, αποδίδεται από τον Wright σε
ένα γόνιμο μετασχηματισμό του συστήματος πίστης και των λατρευτικών πρακτικών.

65
. «Cult institutions are made up of rituals that fulfill social and religious needs according to the level
of societal complexity». Wright 1994, 73.
66
. Wright 1994, 76.

25
2.3. Στόχοι της εργασίας. Ερμηνευτικά και μεθοδολογικά ζητήματα

Τα μεθοδολογικά προβλήματα που προκύπτουν από τη διερεύνηση ζητημάτων


σχετικών με τη θρησκεία σε έναν πολιτισμό ο οποίος δεν κληροδότησε θεολογικά
κείμενα είναι πολλά, καθώς τα ανασκαφικά στοιχεία συνιστούν την κύρια πηγή
πληροφοριών. Όπως επισήμαναν αρκετοί ερευνητές της Εποχής του Χαλκού στο
Αιγαίο (C. Renfrew, J. Wright, G. Albers), καθίσταται αδύνατη η προσέγγιση των
θρησκευτικών αντιλήψεων που προκάλεσαν τον σχεδιασμό και την υλοποίηση των
λατρευτικών πράξεων. Αντίθετα είναι εφικτή η διάγνωση των πράξεων αυτών μέσα
από τα αρχαιολογικά υλικά κατάλοιπα και η αξιοποίησή τους για τη διερεύνηση της
κοινωνικής διάστασης της θρησκευτικής συμπεριφοράς.
Η σύνδεση θρησκείας και κοινωνίας συζητήθηκε συστηματικά σε
ανθρωπολογικές και κοινωνιολογικές μελέτες, οι οποίες έθεσαν ένα μεθοδολογικό
πλαίσιο προσέγγισης του θρησκευτικού φαινομένου67. H συμβολή τους υπήρξε
σημαντική, καθώς ανέδειξαν τον κεντρικό ρόλο της θρησκείας στην κοινωνική ζωή.
Ιδιαίτερα οι συμβολιστές (symbolists) αντιμετωπίζουν τη θρησκεία ως μια συμβολική
γλώσσα που σχολιάζει την τάξη των κοινωνικών πραγμάτων 68. Ο C. Geertz
χαρακτηριστικά αναφέρει ότι «η θρησκεία έχει κοινωνιολογικό ενδιαφέρον όχι, όπως
θα το ήθελε ο χυδαίος θετικισμός, επειδή περιγράφει την κοινωνική τάξη των
πραγμάτων (στο βαθμό άλλωστε που την περιγράφει, το κάνει πολύ έμμεσα και
ανεπαρκώς), αλλά επειδή, όπως το περιβάλλον, η πολιτική εξουσία, ο πλούτος, η
νομική υποχρέωση, η προσωπική συμπάθεια και η αίσθηση του ωραίου, τη
διαμορφώνει»69. Νεώτερες ανθρωπολογικές και αρχαιολογικές μελέτες
διαπραγματεύονται εκτενέστερα από ότι στο παρελθόν τη σχέση ανάμεσα στη
θρησκεία και την πολιτική οργάνωση και τη θρησκεία ως μέσο διατήρησης ή
ανατροπής της κοινωνικής συνοχής. Επιπλέον η αρχαιολογική προσέγγιση και
ερμηνεία των θρησκευτικών τελετουργικών πράξεων τις αντιμετωπίζει ως ειδικά
αλλά και πολυδιάστατα τελετουργικά φαινόμενα70.
Συγκεκριμένα, οι θρησκευτικές τελετουργικές πράξεις αποτέλεσαν σε αρκετές
μελέτες μέρος της γενικότερης προσέγγισης της τέλεσης τελετουργιών («practice of
rituals»). Παρά τη συστηματική ενασχόληση με τον ορισμό, τα χαρακτηριστικά και
67
. Bourdieu 1977, 114-124. Bell 1992, 69-93.
68
. Bowie 2000, 157.
69
. Geertz 2003, 125.
70
. Keesing & Strathern 1997, 308-316. Laburthe-Tolra & Warnier 2003, 198-206. Kyriakidis 2007.

26
τις κατηγορίες των τελετουργιών71, μόλις τα τελευταία χρόνια επισημάνθηκε από
ορισμένους ερευνητές η ανάγκη διαχωρισμού των τελετουργιών από το πλαίσιο
μελέτης της θρησκείας. Ο C. Renfrew χαρακτηριστικά επισημαίνει: «η εύρεση
στοιχείων τελετουργικής συμπεριφοράς στο αρχαιολογικό υλικό δεν θα πρέπει
απαραίτητα να θεωρείται ενδεικτική λατρευτικών πράξεων. Μπορεί να δηλώνει την
επιβεβαίωση θεσμικών επιταγών, οι οποίες είναι σημαντικές για την κοινωνία. Το
σωστό λοιπόν σε αυτές τις περιπτώσεις είναι να αναζητούμε μια εξήγηση ή ερμηνεία η
οποία δεν απευθύνεται κατανάγκην σε θρησκευτικές αντιλήψεις»72. Θα πρέπει ωστόσο
να τονιστεί ότι η διάκριση μεταξύ θρησκευτικών και κοσμικών τελετουργιών σε
αρκετές περιπτώσεις καθίσταται προβληματική.
Στο πλαίσιο της ενασχόλησης με τις κοινωνικές πτυχές της θρησκείας κάποιοι
ερευνητές διερεύνησαν την οργάνωση του χώρου και την αρχιτεκτονική. Θεωρώντας
ότι ο δομημένος χώρος προϋποθέτει ως βασικά στοιχεία το χώρο, το χρόνο, το νόημα
και την επικοινωνία, προσέγγισαν την οργάνωσή του ως μια πολύπλοκη κοινωνική
διαδικασία. Συγκεκριμένα εξετάστηκαν ζητήματα όπως: η συμβολή των ατόμων και
των κοινωνικών ομάδων στη διαμόρφωση του δομημένου περιβάλλοντος, οι όποιες
επιδράσεις του περιβάλλοντος στα άτομα και τις ομάδες κάτω από ορισμένες
συνθήκες, καθώς και οι μηχανισμοί σύνδεσης των ατόμων με το περιβάλλον73.
Στόχος της συγκεκριμένης μεθοδολογικής προσέγγισης είναι η διερεύνηση της
κοινωνικών σχέσεων μέσω της αρχιτεκτονικής. Σύμφωνα με τον Α. Rapoport «στην
ανθρώπινη οργάνωση του χώρου η διαδικασία της διαφοροποίησης είναι ενεργή και
κατά κάποια έννοια έχει στόχο. (έστω και αν δεν είναι πάντα εμφανώς
προσχεδιασμένη)74. Οι διαφοροποιήσεις στην αρχιτεκτονική αξιολογούνται σε σχέση
με τα έθιμα και τις αντιλήψεις και επιχειρείται σύνδεση της αρχιτεκτονικής
πολυπλοκότητας με τις διαφοροποιήσεις στην κοινωνική οργάνωση.
Στην παρούσα μελέτη χρησιμοποιούνται οι ανωτέρω προσεγγίσεις για την
ανάλυση του πλαισίου λειτουργίας των Μυκηναϊκών ιερών κατά την περίοδο ακμής

71
. Για μια πρόσφατη διεξοδική συζήτηση γύρω από το ζήτημα του ορισμού της τελετουργίας βλ. το
συλλογικό έργο The Archaeology of Ritual (κυρίως τα άρθρα των Ε. Κυριακίδη, J. Marcus, R.
McCauley & E. Lawson και C. Bell).
72
. «The discovery of evidence of ritual behavior in the archaeological record is thus not necessarily to
be taken as indicative of cult practice. It may indicate the affirmation of institutional facts that are of
significance to society. It is therefore appropriate to seek an explanation or an interpretation that need
not necessarily appeal to religious beliefs». Renfrew 2007, 220.
73
. Rapoport 2002, 461.
74
. «In the human organization of space the process of differentiation is active, and in some sense
purposeful (even if not always explicitly intended)». Rapoport 2002, 482.

27
του ανακτορικού κοινωνικοπολιτικού συστήματος, αλλά και μετά την κατάρρευσή
του. Δεν θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι τα ιερά κυρίως των ακροπόλεων της
Αργολίδας και των Κυκλαδικών οικισμών της Φυλακωπής Μήλου και της Αγίας
Ειρήνης Κέας παραβλέφθηκαν από την έρευνα κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Άρθρα
και επιμέρους μελέτες διαφόρων ερευνητών ασχολούνται με τη Μυκηναϊκή θρησκεία
μέσα από την αξιοποίηση των ορατών μνημείων, των συμβολικών αντικειμένων και
των επιγραφικών στοιχείων. Ιδιαίτερα οι μονογραφίες της G. Albers (1994) και της
H. Whittaker (1997) ασχολήθηκαν διεξοδικά με την αρχιτεκτονική των ιερών εντός
οικιστικών συνόλων και την καταγωγή της, τον κινητό εξοπλισμό τους και τη
χωροταξική οργάνωση. Η συμβολή τους υπήρξε σημαντική εξαιτίας του εκτενούς
χαρακτήρα της έρευνας και της συστηματικής καταγραφής των διαθέσιμων
αρχαιολογικών στοιχείων στις συγκεκριμένες θέσεις.
Ωστόσο κοινό χαρακτηριστικό των μελετών αυτών αποτελεί η απουσία του
χρονικού παράγοντα στην αξιολόγηση του αρχαιολογικού υλικού. Το γεγονός αυτό
περιορίζει ουσιαστικά τη διερεύνηση των κοινωνικών παραγόντων που συνέβαλαν
στην ίδρυση και λειτουργία ανεξάρτητων Μυκηναϊκών ιερών και των αλλαγών που
σημειώθηκαν με τον συνεχή μετασχηματισμό του κοινωνικού περιβάλλοντος. Είναι
ενδεικτική η παράθεση των ιερών κατά θέσεις, χωρίς να τονίζονται οι χρονικές και
κοινωνικές διαφοροποιήσεις, καθώς αξιολογούνται από κοινού ετερόκλητα σύνολα
(τειχισμένες ακροπόλεις, νησιωτικοί και περιφερειακοί οικισμοί) κατά την
προανακτορική, την ανακτορική και τη μετανακτορική περίοδο με αποτέλεσμα να
καθίσταται προβληματική η προσέγγιση της θρησκευτικής δραστηριότητας σε
αυτόνομα ιερά ως μιας μεταβλητής κοινωνικής διαδικασίας.
Θα πρέπει να επισημανθεί ότι και ο J. Wright, ο οποίος διαθέτει ένα σαφές
μεθοδολογικό υπόβαθρο που θέτει τη θρησκεία στο επίκεντρο της κοινωνικής
δράσης, επικεντρώνεται σε συγκεκριμένο χρονολογικό πλαίσιο, στις περιόδους που
προηγήθηκαν της παγίωσης του ανακτορικού συστήματος και στην κυρίως
ανακτορική εποχή. Τα ζητήματα καταγωγής, εξέλιξης και αλλαγών στην θρησκευτική
οργάνωση των Μυκηναίων διερευνώνται μέσα από τη διάταξη του χώρου στις
συγκεκριμένες χρονικές περιόδους. Οι περιορισμοί αυτοί στην προσέγγισή του
εντάσσονται στη διερεύνηση κυρίως του Μεγάρου, ως πεδίου τελετουργικής δράσης
που εξυπηρετούσε τις ανάγκες διατήρησης ενός διαμορφωμένου συστήματος
εξουσίας.

28
Το ερευνητικό πλαίσιο της παρούσας διατριβής δεν περιλαμβάνει το Μέγαρο
των ανακτορικών συγκροτημάτων, καθώς κρίνεται ότι ο ρόλος του ως
πολυλειτουργικού χώρου, πιθανόν εν μέρει προοριζόμενου για τελετουργικούς
σκοπούς, έχει αναπτυχθεί επαρκώς από αρκετούς ερευνητές. Θεωρήθηκε όμως
απαραίτητη η αναφορά στο Μέγαρο σε όσες θέσεις διέθεταν στοιχεία και για
αυτόνομους χώρους λατρείας, ώστε να διευκολυνθεί η διερεύνηση της χωροταξικής
οργάνωσης και της σύνδεσης των ιερών με υπό διαμόρφωση ή καθιερωμένες δομές
εξουσίας.
Η κοινωνική διάσταση της Μυκηναϊκής θρησκευτικής δραστηριότητας είναι
πολυεπίπεδη και χαρακτηρίζεται από σημαντικές γεωγραφικές και χρονολογικές
διαφορές. Η παρούσα διατριβή επιχειρεί να αξιολογήσει τα διαθέσιμα στοιχεία από
οργανωμένους θρησκευτικούς χώρους σε ήδη γνωστές θέσεις στην Πελοπόννησο και
τις Κυκλάδες, δημοσιευμένες σε σημαντικό βαθμό. Επιπλέον συμπεριλαμβάνει τις
νεώτερες αρχαιολογικές έρευνες, οι οποίες αποκάλυψαν σημαντικά στοιχεία για την
τέλεση λατρείας στην Αργολίδα (Μέθανα, Μιδέα, Τσούνγκιζα), τη Στερεά
(Καλαπόδι) και τη Θεσσαλία (Διμήνι), καθώς και την επανεξέταση αρχαιολογικού
υλικού (Τίρυνθα, Ασίνη). Τα νέα αυτά στοιχεία δεν συνιστούν πρωταρχικό στόχο της
έρευνας, αλλά ένα μέσο στην προσπάθεια για τη διαχείριση μιας ολοκληρωμένης και
επικαιροποιημένης ανασύνθεσης του πλαισίου λειτουργίας των Μυκηναϊκών ιερών.
Χωρίς να παραβλέπεται η συμβολή προγενέστερων μελετών, θεωρείται ότι
υπάρχουν καίρια ζητήματα για τα Μυκηναϊκά ιερά που έχουν ελλιπώς ερευνηθεί,
όπως : η επίδραση της κατάρρευσης του ανακτορικού συστήματος στη διαμόρφωση
του δομημένου ιερού χώρου, ο μετασχηματισμός της θρησκευτικής δραστηριότητας
κατά τη μετανακτορική περίοδο και η συμβολή της στη διατήρηση ή τον
επαναπροσδιορισμό των ενδοκοινοτικών και διακοινοτικών σχέσεων, οι τελούμενες
θρησκευτικές τελετουργίες στα ανακτορικά και μετανακτορικά ιερά και ο βαθμός που
επηρεάζονται ή/και αντανακλούν σύνθετες κοινωνικές σχέσεις.
Για την προσέγγιση των παραπάνω ζητημάτων ο χρονικός και o γεωγραφικός
παράγοντας παίζουν καίριο ρόλο. Τα ιερά δεν αντιμετωπίζονται ως στατικά
οικοδομήματα, αλλά τμήμα ενός ευρύτερου οικοδομικού σχηματισμού, με
διαφορετικό βαθμό πολυπλοκότητας, που εξυπηρετεί συγκεκριμένες ανάγκες σε
συγκεκριμένο χρονολογικό πλαίσιο. Τα διαθέσιμα αρχαιολογικά στοιχεία, παλιά και
νέα, προέρχονται από μικρό σχετικά αριθμό θέσεων (Εικ. 1-2), συγκριτικά με το
συνολικό αριθμό των εντοπισμένων και ανασκαμμένων ανακτορικών και
29
μετανακτορικών θέσεων. Ανακτορικά κέντρα, δορυφορικοί των ανακτόρων ή
περιφερειακοί οικισμοί, υπαίθριες θέσεις και νησιωτικές κοινότητες συγκροτούν ένα
σύνολο με σημαντική ετερογένεια ως προς τη χωροταξική και κοινωνικοοικονομική
πολυπλοκότητα, τη σύνδεση με υπό διαμόρφωση ή παγιωμένο διοικητικό μηχανισμό
και τη διάρκεια χρήσης. Οι περιπτώσεις της Αγίας Ειρήνης Κέας και της Φυλακωπής
Μήλου συμπεριλαμβάνονται στη μελέτη μαζί με τις θέσεις από την Ηπειρωτική
Ελλάδα, καθώς παρέχουν σημαντικά στοιχεία για οργανωμένη θρησκευτική
δραστηριότητα, η οποία εντάσσεται στο γενικότερο χρονολογικό και, σύμφωνα με
αρκετούς ερευνητές, πολιτισμικό πλαίσιο της Μυκηναϊκής Ελλάδας.
Η ερμηνεία και ανάλυση των Μυκηναϊκών ιερών και των θρησκευτικών
τελετουργιών που απασχολούν την παρούσα διατριβή βασίζονται κατά κύριο λόγο
στην επεξεργασία αρχαιολογικών στοιχείων, όπως παρουσιάζονται στις ανασκαφικές
αναφορές και τις δημοσιεύσεις των υπό μελέτη χώρων. Αξιοποιούνται όμως
επιλεκτικά και επιγραφικά στοιχεία, όπως τα κείμενα Γραμμικής Β από την περιοχή
του Θρησκευτικού Κέντρου των Μυκηνών και ορισμένα από την Κάτω Ακρόπολη
της Τίρυνθας ως συμπληρωματική πηγή για τις δραστηριότητες των ιερών και του
προσωπικού τους στο τέλος της ανακτορικής περιόδου. Επιπλέον αξιοποιείται η
μοναδική κατά χώραν σωζόμενη τοιχογραφία σε ιερό στις Μυκήνες, της οποίας η
παράσταση έχει ερμηνευθεί ως θρησκευτική.
Ο προβληματισμός γύρω από τις τελούμενες θρησκευτικές τελετουργίες και
την επίδραση των κοινωνικών σχέσεων στη διαμόρφωση και υλοποίησή τους έχει ως
βάση το δεδομένο ότι τα ιερά δημιουργήθηκαν από ανθρώπους που έδρασαν μέσα σε
συγκεκριμένα πολιτισμικά και ιστορικά πλαίσια. Διερευνάται ιδιαίτερα το ζήτημα
των διαδικασιών συμμετοχής σε κάθε περίπτωση ιερού μέσα από την ανάλυση των
αρχιτεκτονικών χαρακτηριστικών (διαστάσεις, εσωτερική διαρρύθμιση, ιδιαίτερες
κατασκευές), τη χωροταξική και λειτουργική σύνδεση με αύλειο χώρο, τους
μηχανισμούς πρόσβασης, καθώς και τα ποσοτικά χαρακτηριστικά του τελετουργικού
εξοπλισμού, των χρηστικών αντικειμένων, του οστεολογικού και
παλαιοβοτανολογικού υλικού (όπου υπάρχει). Επίσης εξετάζεται το ενδεχόμενο
διαφορετικών επιπέδων συμμετοχής στις τελετουργίες, όπως αντανακλώνται στη
διακριτή διαχείριση αντικειμένων και πρώτων υλών και σε ιδιαίτερες κατηγορίες
τελετουργικού εξοπλισμού, καθώς και το ενδεχόμενο λατρείας τοπικού χαρακτήρα με
ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και συμβολισμούς.

30
Η παράμετρος της σύνδεσης των ιερών και των θρησκευτικών τελετουργιών
κατά την ανακτορική περίοδο με δομές εξουσίας, ανακτορικές ή τοπικής εμβέλειας,
διερευνάται μέσα από τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των υλικών καταλοίπων, τη
πολεοδομική οργάνωση οικιστικών συνόλων και τις ενδείξεις για ύπαρξη ιερατείου.
Επίσης συζητείται η χωρική συγκέντρωση ή η διασπορά των Μυκηναϊκών ιερών, ως
συνέπεια συστηματοποίησης της θρησκευτικής δραστηριότητας σε συγκεκριμένη
χρονική στιγμή, καθώς και το ενδεχόμενο εφαρμογής ενός ταυτόσημου συστήματος
οργάνωσης της λατρείας στα ανακτορικά κέντρα της Αργολίδας75.
Τα ζητήματα εξέλιξης και αλλαγών στη θρησκευτική οργάνωση και
συμπεριφορά ως συνέπεια της κατάρρευσης του ανακτορικού συστήματος συνιστούν
καίρια ερευνητική πτυχή, η οποία κρίνεται ότι δεν έχει διερευνηθεί επαρκώς. Και
στην περίπτωση της μετανακτορικής περιόδου τίθεται το ζήτημα διαφορών στην
έκφραση του υλικού πολιτισμού σε σχέση με τις κοινωνικές συνθήκες σε ένα ευρύ
γεωγραφικό πλαίσιο. Αξιοποιούνται στοιχεία από ένα σύνολο ιερών που προέρχονται
από μια ετερόκλητη ομάδα θέσεων (αναμορφωμένες ακροπόλεις, οικισμοί με
μακροχρόνια χρήση ή νέοι, υπαίθριες θέσεις), στις οποίες η μορφή και ο βαθμός των
πολιτικών, κοινωνικών και οικονομικών ανακατατάξεων είχαν διαφορετική
εφαρμογή.
Ειδικά για την περίπτωση των ιερών με μακροχρόνια χρήση που ανάγεται
στην ανακτορική περίοδο εξετάζονται ζητήματα διατήρησης ή μετασχηματισμού του
ρόλου τους, όπως αντανακλώνται σε αλλαγές στην αρχιτεκτονική δομή (διαστάσεις,
εσωτερική διαρρύθμιση, προσβασιμότητα) και στις τελούμενες τελετουργίες (σημεία
κατεύθυνσης του βλέμματος, ποσοτικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά του κινητού
εξοπλισμού και της συμμετοχικής διαδικασίας). Επιπλέον εξετάζεται η σύνδεσή τους
με σύνθετες πολιτικές δομές μέσα από τη διερεύνηση της παράλληλης λειτουργίας ή
επιβίωσης μετά την κατάργηση των διοικητικών κτιρίων και ανάδειξής τους σε
σημεία σταθερότητας, καθώς και από παρεμβάσεις που θα μπορούσαν να θεωρηθούν
συμβολικές αναφορές στο ανακτορικό παρελθόν (επιλογή θέσης ανέγερσης,
επαναχρησιμοποιούμενος εξοπλισμός, διαχείριση κειμηλίων).

75
Τα ανακτορικά κέντρα της Θήβας και της Πύλου δεν συμπεριλαμβάνονται στη διατριβή εξαιτίας της
έλλειψης επαρκών ανασκαφικών στοιχείων για την ύπαρξη χώρων προοριζόμενων αποκλειστικά για
την τέλεση λατρείας. Τα κείμενα Γραμμικής Β και από τις δύο θέσεις αναφέρονται σε χώρους
λατρείας, εκτός ανακτορικού συγκροτήματος, πιθανόν και εκτός οικιστικού πλαισίου, οι οποίοι όμως
με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία δεν μπορούν να επιβεβαιωθούν αρχαιολογικά. Aravantinos, Godart &
Sacconi 2001, 276-277, 318-319. Bendall 2007, 17-18. Shelmerdine & Bennet 2008, 300-301.

31
Αναφορικά με τα ιερά που ιδρύθηκαν στην μετανακτορική περίοδο,
επιχειρείται η προσέγγιση των κοινωνικών συνθηκών που επέβαλαν αυτή την τόσο
καίρια εξέλιξη και των συνεπειών τους. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η καθιέρωση
συστηματικής λατρείας έλαβε χώρα σε συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες, για την
ανασύνθεση του πλαισίου λειτουργίας αξιολογούνται παράμετροι, όπως η πιθανή
ανάδειξη νέων ηγετικών ομάδων, η χωροθέτηση σε σχέση με δίκτυα ανταλλαγών και
η αναβάθμιση ορισμένων θέσεων στην μετανακτορική κατανομή εξουσίας σε τοπικό
ή περιφερειακό επίπεδο. Στόχο αποτελεί η διερεύνηση της συμβολής των
νεοϊδρυθέντων ιερών στη διατήρηση ή τον επαναπροσδιορισμό των ενδοκοινοτικών
και διακοινοτικών σχέσεων των μετανακτορικών κοινωνιών.
Η διάρθρωση της διατριβής σε δύο βασικά τμήματα αποσκοπεί στην
διευκόλυνση της προσέγγισης των βασικών ερευνητικών ζητημάτων. Το πρώτο μέρος
αναφέρεται διεξοδικά στα διαθέσιμα δημοσιευμένα αρχαιολογικά στοιχεία για την
αρχιτεκτονική και τα ευρήματα του συνόλου των ιερών στην Ηπειρωτική Ελλάδα,
την Κέα και τη Μήλο. Με βάση την περίοδο ίδρυσης παρουσιάζονται αρχικά τα ιερά
της ανακτορικής και στη συνέχεια της μετανακτορικής περιόδου, ενώ με βάση το
βαθμό πολιτικής και κοινωνικής πολυπλοκότητας οι τειχισμένες ακροπόλεις
αναφέρονται πρώτες. Το δεύτερο μέρος, ακολουθώντας την ίδια χρονολογική
διάρθρωση, επιχειρεί τη διερεύνηση των όψεων και των χαρακτηριστικών της
λατρείας στο πλαίσιο της κοινωνικής διάστασης της Μυκηναϊκής θρησκευτικής
δραστηριότητας.
Όσον αφορά στην χρησιμοποιούμενη ορολογία στη διατριβή, θα πρέπει να
διευκρινιστεί ότι ο όρος Μυκηναϊκός χρησιμοποιείται συμβατικά για να προσδιορίσει
ένα διακριτό κοινωνικό, πολιτικό, οικονομικό και πολιτισμικό περιβάλλον, το οποίο
διαμορφώθηκε σε σαφή χρονικά και γεωγραφικά πλαίσια. Ο όρος ιερό
χρησιμοποιείται για κάθε χώρο με αποκλειστική χρήση για την τέλεση λατρευτικών
πράξεων, ανεξάρτητα από την ύπαρξη αρχιτεκτονικών καταλοίπων. Υιοθετώντας την
άποψη των O. Pelon και H. Whittaker για τους συνειρμούς που προκαλεί ο όρος ναός
με τη μνημειακή αρχιτεκτονική των ιστορικών χρόνων76, αποφεύγεται η χρήση του
στην παρούσα μελέτη. Επιπλέον κρίνεται ανεπαρκής, καθώς, προϋποθέτει την
ύπαρξη αρχιτεκτονικών στοιχείων και δεν μπορεί να περιλάβει τους υπαίθριους
χώρους λατρείας.

76
. Pelon 1984, 61. Whittaker 1997, 6.

32
Η κατηγοριοποίηση των Μυκηναϊκών χώρων λατρείας δεν αποτελεί στόχο της
παρούσας μελέτης, καθώς το ζήτημα αυτό αποτέλεσε αντικείμενο αρκετών ερευνών
μέχρι σήμερα, όπως αναφέρθηκε παραπάνω. Ωστόσο για την κατανόηση της
διαμόρφωσης του θρησκευτικού τοπίου των ιερών στην Ηπειρωτική Ελλάδα κρίνεται
απαραίτητη η χρήση ορισμένων βασικών όρων διάκρισης των ιερών, καθώς το
σύνολο των θέσεων που εξετάζεται ποικίλει ως προς την τοπογραφία και την
κοινωνικο-οικονομική οργάνωση.
Θέτοντας ως βασικό κριτήριο τον χωρικό και λειτουργικό συσχετισμό των
ιερών με οικιστικά περιβάλλοντα, χρησιμοποιείται η βασική διάκριση σε αστικά ιερά
και ιερά της υπαίθρου. Ειδικότερα ως αστικά77 προσδιορίζονται τα ιερά που
εντάσσονται στα χωρικά πλαίσια οργανωμένων οικιστικών συνόλων, ανεξάρτητα αν
πρόκειται για τειχισμένες ακροπόλεις, δορυφορικούς των ανακτόρων ή αυτόνομους
οικισμούς. Αντίθετα ως ιερά της υπαίθρου χαρακτηρίζονται αδόμητοι χώροι ή χώροι
τέλεσης λατρείας με περιορισμένης έκτασης αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις, οι οποίοι
χωροθετούνται μακριά από οικισμούς. Η συγκεκριμένη διάκριση προτείνεται εξαιτίας
της σαφήνειας και του αδιαμφισβήτητου χαρακτήρα των αρχιτεκτονικών και
χωροταξικών δεδομένων με βάση τα οποία καθίσταται δυνατή η κατάταξη των ιερών
σε μια από τις ανωτέρω κατηγορίες.
Όσον αφορά στις θρησκευτικές τελετουργίες υιοθετείται ο γενικός ορισμός που
προτείνουν οι P. Laburthe-Tolra και J.-P. Warnier ότι «συνίστανται σε διαδικασίες
κατά το μάλλον ή ήττον τυποποιημένες ή σχηματοποιημένες και οι οποίες αποτελούνται
από πράξεις, από σύμβολα τα οποία συχνά προϋποθέτουν τη χρήση αντικειμένων και
είδη ομιλίας που ορισμένες φορές ανάγονται στο απώτερο παρελθόν»78. Οι στόχοι των
ανωτέρω διαδικασιών είναι πολύπλευροι και συνοψίζονται στην επικοινωνία
ανάμεσα στον επίγειο και τον αόρατο κόσμο, την επίδειξη δύναμης, την έκφραση
διαφορετικότητας και τη διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής. Ωστόσο θα πρέπει να
επισημανθεί ότι στην περίπτωση των τελούμενων Μυκηναϊκών θρησκευτικών
τελετουργιών καθίσταται προβληματική η διάκρισή τους από πιθανές κοσμικές
τελετουργικές πράξεις συνδεόμενες με το ανακτορικό πολιτικοοικονομικό
μηχανισμό.

77
. Για μια σύνοψη του σύγχρονου προβληματισμού για τον ορισμό του αστικού χώρου βλέπε
Pellegrino 2006, 161-165.
78
. Laburthe-Tolra & Warnier 2003, 198.

33
Β. ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΚΑΙ ΤΑ ΚΥΡΙΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ

1. Η ΑΝΑΚΤΟΡΙΚΗ ΕΠΟΧΗ

Για τη διερεύνηση της διαμόρφωσης του θρησκευτικού τοπίου στην


Ηπειρωτική Ελλάδα, μέσω της ίδρυσης και λειτουργίας αυτόνομων ιερών στο χώρο
και της τέλεσης θρησκευτικών τελετουργιών, κρίνεται απαραίτητη μια σύντομη
αναφορά στο κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό πλαίσιο της ανακτορικής περιόδου.
Ο όρος ανακτορική περίοδος ή ανακτορική εποχή χρησιμοποιείται στην παρούσα
μελέτη για να δηλώσει μία συγκεκριμένη χρονολογική περίοδο της Ύστερης Εποχής
του Χαλκού. Βασικό χαρακτηριστικό της συγκεκριμένης περιόδου αποτελεί η
διοίκηση μεγαλύτερων ή μικρότερων γεωγραφικών περιοχών της Νότιας και
Κεντρικής Ελλάδας από ένα συγκεντρωτικό σύστημα πολιτικής και οικονομικής
εξουσίας που έδρευε σε συγκεκριμένα κέντρα δύναμης.
Με βάση τη σχετική και την απόλυτη χρονολόγηση που έχει καθιερωθεί για το
προϊστορικό Αιγαίο (Πίν. 2), η Μυκηναϊκή ανακτορική περίοδος καλύπτει το
διάστημα από το 1390 π.Χ. έως το 1190/1180 π.Χ (ΥΕ ΙΙΙ Α και ΙΙΙ Β)79. Ο όρος
χρησιμοποιείται εδώ με το χρονολογικό του περιεχόμενο για όλη την Νότια και
Κεντρική Ηπειρωτική και νησιωτική Ελλάδα.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η διαμόρφωση των ανακτορικών κέντρων σε
συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές αποτέλεσε την καταληκτική πορεία
μακροχρόνιων διαδικασιών ανταγωνισμού μεταξύ τοπικών ηγετικών ομάδων. Ήδη
από τα τέλη της Μέσης-αρχές της Ύστερης Εποχής του Χαλκού αρχίζουν να
εδραιώνονται μηχανισμοί εξουσίας σε τοπικές κοινότητες, αλλά και να σημειώνεται
επέκταση του ελέγχου σε ευρύτερες περιοχές με την ενσωμάτωση νέων κοινοτήτων.
Έκφραση των παραπάνω διαδικασιών αποτελούσε η αριθμητική αύξηση των
οικισμών και οι αλλαγές στη χωροταξική τους οργάνωση, καθώς και η επιλογή
σύνθετων ταφικών πρακτικών και μνημείων80. Επιπλέον μέσο έκφρασης των
αναδυόμενων πολιτικών δυνάμεων συνιστούσε η απόκτηση επείσακτων προϊόντων
εξειδικευμένων εργαστηρίων, κυρίως αντικειμένων κύρους, και η δυναμική ενίσχυση
της αλληλεπίδρασης με την Κρήτη και τις Κυκλάδες. Ωστόσο οι παραπάνω πολιτικοί
και κοινωνικοί μετασχηματισμοί παρουσιάζουν αρκετές τοπικές διαφοροποιήσεις και

79
. Shelmerdine 1997, 331-333.
80
. Wright 1994, 43-49. 2008, 244-245.

34
σε ορισμένες μόνο περιπτώσεις κατέληξαν στην ενοποίηση κάποιων γεωγραφικών
περιφερειών υπό την εξουσία ισχυρών διοικητικών κέντρων.
Αποκορύφωμα του ανακτορικού μηχανισμού εξουσίας αποτελούσε η ανέγερση
διακριτών ως προς την αρχιτεκτονική μορφή και τη χωροθέτηση συγκροτημάτων-
ανακτόρων, τα οποία συνιστούσαν την υλική έκφραση της ιεραρχημένης πολιτικής
οργάνωσης. Ήδη από την ΥΕ ΙΙΙ Α περίοδο πιστοποιείται διακριτή οικοδομική φάση
στα ανάκτορα των Μυκηνών, της Τίρυνθας, της Πύλου, πιθανότατα και της Θήβας,
παρά τις ασάφειες ως προς τα επιμέρους χαρακτηριστικά τους81.
Τα ανακτορικά συγκροτήματα αναμορφώθηκαν τον 13ο αιώνα π.Χ., περίοδο
κατά την οποία απέκτησαν την πλήρη ανάπτυξη της αρχιτεκτονικής μορφής και των
λειτουργιών τους. Πρόκειται για πολυλειτουργικά συγκροτήματα που εξυπηρετούσαν
εκτός από τη φιλοξενία της έδρας του ηγεμόνα, αποθηκευτικές, εργαστηριακές
πιθανότατα και τελετουργικές (θρησκευτικές ή/και κοσμικές) ανάγκες. Ακόμη
συνιστούσαν πεδίο ανάπτυξης αρκετών μορφών τέχνης, όπως της αρχιτεκτονικής, της
γλυπτικής και της ζωγραφικής. Ιδιαίτερα το Μέγαρο με τα τυποποιημένα δομικά
στοιχεία και ο λειτουργικά συνδεόμενος με αυτό αύλειος χώρος αποτελούσαν σε
συμβολικό και λειτουργικό επίπεδο το επίκεντρο της δύναμης και της ανακτορικής
δραστηριότητας, αλλά και το σημείο που κατευθυνόταν το βλέμμα στο χώρο.
Οι παραπάνω διαδικασίες σε σχέση με τα ανακτορικά συγκροτήματα δεν
συνιστούσαν μεμονωμένες ενέργειες, αλλά εντάσσονταν σε ένα εκτεταμένο
πολεοδομικό πρόγραμμα που περιελάμβανε σε κάποιες θέσεις την ανέγερση
μεγαλιθικών τειχών, που οριοθετούσαν, αναδείκνυαν και προστάτευαν την κεντρική
εξουσία. Παράλληλα η ανακτορική δύναμη ενισχυόταν με την ενσωμάτωση χώρων
με ιδιαίτερη συμβολική και χρηστική σπουδαιότητα (ταφικών μνημείων, πυλών,
ιερών) και με την κατασκευή μνημειακών τάφων. Οι χώροι αυτοί αναδεικνύονταν σε
βασικά τοπόσημα της κεντρικής εξουσίας.
Μάλιστα στην περίπτωση των θολωτών τάφων, η μείωση του αριθμού των
παραδειγμάτων μεγάλου μεγέθους κατά την ΥΕ ΙΙΙ Α2-ΙΙΙ Β περίοδο υποδεικνύει την
ανάδειξη του συγκεκριμένου αρχιτεκτονικού τύπου ως συμβόλου εξουσίας. Η
παρουσία τους κατά την ανακτορική περίοδο λειτουργούσε ως δηλωτικό ύπαρξης
ανακτορικού κέντρου ή ενσωμάτωσης κάποιας περιοχής στο συγκεκριμένο διοικητικό
σύστημα. Επιπλέον, διαδικασίες σχετιζόμενες με την εδραίωση του ανακτορικού

81
. Shelmerdine 1997, 358. French & Shelton 2005, 177.

35
μηχανισμού εξουσίας αποτελούσαν τα σημαντικά έργα κοινής ωφέλειας (δρόμοι,
γέφυρες, αποξηραντικά και αντιπλημμυρικά έργα, τεχνητά λιμάνια, υπόγειες
δεξαμενές νερού), τα οποία συγκροτούσαν ολοκληρωμένες παρεμβάσεις διαχείρισης
του φυσικού περιβάλλοντος82.
Τα κείμενα της Γραμμικής Β, παρά τη χρονολογική και γεωγραφική τους
διασπορά, παρέχουν στοιχεία για έναν μηχανισμό που λειτουργούσε κάθετα, από την
κορυφή της πολικοοικονομικής ιεραρχίας, στην οποία τοποθετείται ο ηγεμόνας-
άνακτας, στις διάφορες κατηγορίες αξιωματούχων, τεχνιτών και αγροτο-
κτηνοτροφικών πληθυσμών. Ακόμη όμως και στην περίπτωση του άνακτα, ο
λογιστικός χαρακτήρας των κειμένων καθιστά ασαφείς σε μεγάλο βαθμό τις εξουσίες
και τα καθήκοντα που απορρέουν από το συγκεκριμένο αξίωμα. Εκτός από την
πολιτική και οικονομική δύναμη που του αποδίδεται, ιδιαίτερα σημαντικός φαίνεται
ότι είναι ο ρόλος του άνακτα σε θρησκευτικά ζητήματα και κυρίως στην τέλεση
τελετουργιών83.
Το επιγραφικό υλικό πιστοποιεί την ύπαρξη επιπλέον αξιωματούχων, οι οποίοι
συνδέονται με ποικίλες αρμοδιότητες (στρατιωτικές, θρησκευτικές, οικονομικές-
διαχειριστικές), καθώς και εργατικού και τεχνικού δυναμικού διαφόρων
διαβαθμίσεων. Μάλιστα οι αναφορές σε εξειδικευμένους τεχνίτες, ορισμένοι από
τους οποίους σχετιζόταν με τον άνακτα και τα ιερά, υποδεικνύουν μια
αναβαθμισμένη κοινωνική και οικονομική θέση84.
Παράλληλα το σύστημα εξουσίας λειτουργούσε οριζόντια, από τα ανακτορικά
κέντρα σε μια ευρύτερη περιοχή με διαφόρων μεγεθών οικισμούς. Το αρχειακό υλικό
από την Πύλο, το οποίο παρέχει τα πληρέστερα στοιχεία για την έκταση και την
ιεράρχηση των θέσεων εκτός του ανακτόρου, αναφέρει πλειάδα τοπωνυμίων.
Πρόκειται για θέσεις που εκτείνονται στο μεγαλύτερο μέρος της σημερινής
Μεσσηνίας και με βάση τη γεωμορφολογία διαιρούνται σε δύο διοικητικές
περιφέρειες85.
Οι αναφορές σε αξιωματούχους, πιθανόν τοπικής εμβέλειας, σε συνδυασμό με
τα αρχαιολογικά κατάλοιπα (οικιστικά και ταφικά) συμβάλλουν στην προσέγγιση της
ανακτορικής εξουσίας και των μέσων έκφρασης της ενσωμάτωσης νέων περιοχών σε

82
. Crowley 2008, 268-269.
83
. Palaima 1995, 125. Lupack 2008, 47-49.
84
. Nakassis 2006, 294-296. Shelmerdine & Bennet 2008, 304.
85
. Shelmerdine & Bennet 2008, εικ. 12.2.

36
αυτήν86. Αντίστοιχα επιγραφικά στοιχεία από τη Θήβα υποδεικνύουν την επέκταση
της επιρροής του ανακτόρου και στη νησιωτική περιοχή της Εύβοιας87. Από την άλλη
πλευρά, τα περιορισμένα επιγραφικά στοιχεία από την Αργολίδα, σε συνδυασμό με
την ύπαρξη κατά την ΥΕ ΙΙΙ Β περίοδο τριών ακροπόλεων που λειτουργούσαν ως
διοικητικά κέντρα, υποδεικνύουν σημαντικές διαφοροποιήσεις σε σχέση με το
οικιστικό και χωροταξικό σύστημα της Πύλου.
Με βάση την ερμηνεία των αρχειακών πηγών, τα ανακτορικά συγκροτήματα
συνιστούσαν κέντρα αναδιανομής, στα οποία συγκεντρώνονταν προϊόντα από την
περιφέρεια με ποικίλες διαδικασίες (φόροι, υποχρεωτικές εισφορές, εμπόριο, δωρεές).
Ορισμένα από τα προϊόντα αυτά αποθηκευόταν στο ανακτορικό κέντρο, ενώ άλλα,
μετά την απαραίτητη καταγραφή, διανέμονταν στο εργατικό δυναμικό διαφόρων
βαθμίδων εντός και εκτός ανακτόρου, σε εξειδικευμένους τεχνίτες, αξιωματούχους,
αλλά και ιερά και το συσχετιζόμενο με αυτά προσωπικό.
Ωστόσο τα αρχαιολογικά στοιχεία υποδεικνύουν ότι η ανακτορική μορφή
εξουσίας δεν ακολουθούσε κάποιο παγιωμένο πρότυπο, ούτε εφαρμόστηκε στατικά
σε όλες τις περιπτώσεις. Η αποσπασματικότητα των κειμένων Γραμμικής Β, η άνιση
κατανομή του σωζόμενου αρχειακού υλικού μεταξύ των ανακτορικών κέντρων, σε
συνδυασμό με τον καθαρά λογιστικό χαρακτήρα και τις διαφοροποιήσεις από αρχείο
σε αρχείο, θέτουν όρια στη διερεύνηση ενός ενιαίου ρόλου των ανακτόρων στην
οικονομική και παραγωγική δραστηριότητα.
Αντίθετα νεώτερες μελέτες επισημαίνουν ότι μεγάλο μέρος των
δραστηριοτήτων στις περιοχές ελέγχου του κεντρικού διοικητικού μηχανισμού
βρίσκονταν εκτός του γραφειοκρατικού συστήματος καταγραφής. Απορρίπτουν
επίσης την απόλυτη και κυρίαρχη εμπλοκή του μηχανισμού αυτού στην οικονομία
και προτείνουν την ύπαρξη ιδιωτικών ανταλλαγών και εμπορικών συναλλαγών στο
πλαίσιο μη ανακτορικών τομέων δράσης88.
Δραστηριότητες όπως η παραγωγή κεραμικής και λίθινων εργαλείων, οι οποίες
είχαν μακρά ιστορία πριν την ανακτορική περίοδο, φαίνεται ότι δεν τελούσαν υπό
κεντρικό έλεγχο, παρόλο που τα προϊόντα τους είχαν ευρύτατη διασπορά και χρήση.
Από την άλλη πλευρά, στην περίπτωση της μεταλλοτεχνίας και της υφαντουργίας, για

86
. Dickinson 2006, 35-36. Shelmerdine & Bennet 2008, 298-303.
87
. Aravantinos 1987α, 33-40. Dakouri-Hild 2005, εικ. 1. Aravantinos 2010, 59-60.
88
. Πλευρές της οικονομίας που βρίσκονταν εκτός του ανακτορικού χωρικού και οικονομικού πλαισίου
αναπτύχθηκαν στους συλλογικούς τόμους Rethinking Mycenaean Palaces Ι και ΙΙ (βλέπε κυρίως τα
άρθρα των G. Galaty, W. Parkinson, S. Lupack και P. Halstead).

37
τις οποίες υπήρχε ήδη η τεχνογνωσία, πιστοποιείται ανάμειξη των ανακτόρων, χωρίς
απαραίτητα να υπάρχει απόλυτος έλεγχος, μέσω της υποστήριξης του εργατικού
δυναμικού και της προμήθειάς του με πρώτη ύλη. Ο μέγιστος βαθμός εμπλοκής και
ελέγχου αφορά τη διακίνηση εξοπλισμού με ιδιαίτερη χρήση (αντικειμένων κύρους ή
τελετουργικού εξοπλισμού) ή τη διαχείριση τοπικών και επείσακτων πρώτων υλών
για την παραγωγή εξειδικευμένων προϊόντων, όπως αρωματικών ελαίων και
αντικειμένων από γυαλί89.
Εκτός από τη διαμόρφωση και λειτουργία του παραπάνω διοικητικού
μηχανισμού, το απόγειο του οποίου εκφράστηκε με την ανέγερση ανακτορικών
συγκροτημάτων με συγκεκριμένες πολιτικές και οικονομικές λειτουργίες, η
ανακτορική περίοδος στην Ηπειρωτική Ελλάδα χαρακτηρίζεται από σημαντικές
διαβαθμίσεις ως προς την κοινωνικοοικονομική οργάνωση. Τα στοιχεία από ένα ευρύ
γεωγραφικό πλαίσιο υποδεικνύουν διαμόρφωση τοπικών εξουσιών και ανάδειξη
θέσεων ως περιφερειακών κέντρων ή διατήρηση σε μεγάλο βαθμό της οικιστικής
οργάνωσης της πρώιμης Μυκηναϊκής εποχής.
Τα μέχρι στιγμής διαθέσιμα οικιστικά και ταφικά κατάλοιπα από την Αχαΐα και
την Κορινθία δεν πιστοποιούν ύπαρξη ανάλογων, σύνθετων κοινωνικών και
πολιτικών δομών. Μάλιστα στη δεύτερη περίπτωση έχει διαπιστωθεί σταθερότητα
στη διασπορά οικισμών κατά μήκος της θαλάσσιας ζώνης, χωρίς ίχνη ιεράρχησης,
γεγονός που έχει αποδοθεί στη λειτουργία της περιοχής ως περιφερειακής ζώνης
μεταξύ των ισχυρών θέσεων των Μυκηνών και της Κολώνας στην Αίγινα 90. Όσον
αφορά στην κεντρική και δυτική Πελοπόννησο τα περιορισμένα στοιχεία καθιστούν
προβληματική την αξιολόγηση της ακριβούς οικιστικής οργάνωσης κατά την
ανακτορική περίοδο, ενώ τα πρόσφατα ευρήματα στο Ξηροκάμπι Λακωνίας σε
συνδυασμό με τα σημαντικά ταφικά μνημεία καθιστούν πιθανή τη λειτουργία ενός
διοικητικού κέντρου στην ευρύτερη περιοχή.
Νεώτερες έρευνες στη Στερεά Ελλάδα και τη Θεσσαλία, κυρίως στην παράκτια
ζώνη, παρέχουν σημαντικά στοιχεία για περιοχές που παραδοσιακά θεωρούνταν ότι
βρισκόταν στην περιφέρεια της γνωστής Μυκηναϊκής επικράτειας. Η ετερογένεια ως
προς τα χαρακτηριστικά των οικισμών, την αρχιτεκτονική και τα κτερίσματα των
τάφων πιστοποιούν ένταξη των παραπάνω περιοχών σε ένα ευρύ δίκτυο ανταλλαγών

89
. Shelmerdine & Bennet 2008, 303-306.
90
. Pullen & Tartaron 2007, 152-158.

38
και, σε ορισμένες περιπτώσεις, έκδηλη κοινωνική ιεραρχία91. Τέλος, στην περίπτωση
της Ηπείρου η έλλειψη επαρκών ανασκαμμένων θέσεων καθιστούν ασαφή το βαθμό
κοινωνικής και πολιτικής περιπλοκότητας, ενώ πληρέστερα είναι τα στοιχεία για την
κεντρική Μακεδονία, στους οικισμούς της οποίας διακρίνονται στοιχεία τοπικών
ανταγωνισμών χωρίς ωστόσο να εκφράζεται κάποια ισχυρή εξουσία ευρύτερης
εμβέλειας92.

2. Η ΜΕΤΑΝΑΚΤΟΡΙΚΗ ΕΠΟΧΗ

Όσον αφορά στον όρο μετανακτορική περίοδος ή μετανακτορική εποχή,


δηλώνει τη χρονική περίοδο από το 1190/1180 π.Χ. έως το 1065 π.Χ., η οποία
συμπίπτει με την κεραμική φάση ΥΕ ΙΙΙ Γ στην Ηπειρωτική Ελλάδα93. Κύριο
χαρακτηριστικό της περιόδου αποτελεί η καταστροφή των Μυκηναϊκών ανακτόρων
και η αποδόμηση του διοικητικού μηχανισμού που συσχετιζόταν με αυτά.
Τα αίτια των εξελίξεων αυτών, καθώς και οι συνέπειές τους εντός και εκτός
ανακτορικών κέντρων αποτελεί εδώ και δεκαετίες κομβικό σημείο του
προβληματισμού για τους ερευνητές της Ύστερης Εποχής του Χαλκού. Οι υπό
συζήτηση θεωρίες αναφέρονται σε επιθέσεις εισβολέων ή μετακινούμενων
πληθυσμών, βασιζόμενες κυρίως σε αρχαιολογικά στοιχεία ή/και γραπτές πηγές από
την Κύπρο, τη Μικρά Ασία και την Αίγυπτο, ενώ έχει τεθεί και το ζήτημα των
φυσικών καταστροφών (σειρά σεισμών) και της εξάντλησης των φυσικών
αποθεμάτων εξαιτίας κλιματικής αλλαγής94.
Από την άλλη πλευρά, έχουν διατυπωθεί απόψεις για ενδοκοινοτικές
αναταραχές που προκλήθηκαν εξαιτίας του οικονομικού συστήματος διαχείρισης
ευρύτερων περιοχών από το ανάκτορο, καθώς και για συρράξεις μεταξύ των
διαφόρων ανακτορικών κέντρων με στόχο τη διεύρυνση της γεωγραφικής τους
επικράτειας. Ιδιαίτερα οι θεωρίες για την κατάρρευση των κοινωνικοπολιτικών
συστημάτων («systems-collapse theories») συμβάλλουν στη διερεύνηση των
κοινωνικών μετασχηματισμών κατά τη μετανακτορική περίοδο. Παράμετροι όπως το

91
. Adrimi-Sismani 2007, 174-177. Eder 2009, 115-116. Kramer-Hajos 2008, 144-145.
92
. Παπαδόπουλος 1976 , 319-321. Andreou, Fotiadis & Kotsakis 1996, 584, 593-594. Andreou 2001,
169-171 .
93
. Η κεραμική φάση ΥΕ ΙΙΙ Γ διαιρείται σε τρεις υποπεριόδους, πρώιμη, μέση και ύστερη, οι οποίες
έχουν θεωρηθεί περίοδοι αποκατάστασης, ακμής και παρακμής αντίστοιχα. Dickinson 2006, 67.
94
. Dickinson 2006, 50-56.

39
συγκεντρωτικό οικονομικό σύστημα, η γραφειοκρατία, η εκτεταμένη εκμετάλλευση
των φυσικών πόρων, έχουν αξιολογηθεί ως υπεύθυνες για τη σταδιακή αδυναμία των
ανακτόρων να ανταποκριθούν στις αυξανόμενες οικονομικές ανάγκες και να
αντιμετωπίσουν οποιεσδήποτε κρίσιμες καταστάσεις95.
Πιθανότατα ένας συγκερασμός των παραπάνω παραγόντων συντέλεσε στην
κατάρρευση του ανακτορικού συστήματος διοίκησης (που λειτουργούσε πλήρως
μέχρι την τελευταία στιγμή, όπως υποδεικνύουν οι πινακίδες Γραμμικής Β) και τις
πολλαπλές αλλαγές στο τέλος της ΥΕ ΙΙΙ Β2 περιόδου, οι οποίες θα μπορούσαν να
αποτελούν όχι μεμονωμένες εξελίξεις, αλλά την κατάληξη δρομολογημένων
συνθηκών αστάθειας. Στάδια των διαδικασιών αυτών πιθανόν αποτελούσαν οι
σημαντικές οικοδομικές και χωροταξικές παρεμβάσεις τις δεκαετίες που
προηγήθηκαν της κατάρρευσης, όπως η επέκταση των τειχών και η ένταξη στο
ευρύτερο χωρικό πλαίσιο των ανακτόρων χώρων ιδιαίτερου ενδιαφέροντος
(εργαστήρια, κυρίως εξειδικευμένων προϊόντων, ιερά, αποθήκες, υπόγειες δεξαμενές
νερού).
Ήδη από τα μέσα του 13ου αιώνα π.Χ. σε αρκετά ανακτορικά κέντρα
υπάρχουν στοιχεία για καταστροφές, χωρίς ωστόσο να καθίσταται σαφές αν κάποιες
από αυτές σημειώθηκαν ταυτόχρονα, και κατά συνέπεια οφειλόταν στην ίδια αιτία, ή
αν συνιστούσαν μια αλληλουχία διαφορετικών επεισοδίων. Στις Μυκήνες
παρατηρείται πυρκαγιά και οριστική εγκατάλειψη της λεγόμενης Συνοικίας
Λαδέμπορου στα ΝΔ της ακρόπολης, τα πολυλειτουργικά συγκροτήματα της οποίας
σχετιζόταν άμεσα με τις παραγωγικές και οικονομικές δραστηριότητες του
ανακτόρου, καθώς και οικιών στην ευρύτερη περιοχή. Στα ιερά και στα βοηθητικά
κτίρια που συγκροτούν το Θρησκευτικό Κέντρο πιστοποιούνται επιδιορθώσεις και
επανάχρηση μετά από καταστροφή, με εξαίρεση το Κτίριο των Τοιχογραφιών, το
οποίο εγκαταλείφθηκε. Αντίστοιχα φαινόμενα εντοπίζονται στην Κάτω Ακρόπολη
της Τίρυνθας και το Καδμείο της Θήβας96.
Η μετανακτορική εποχή αντιμετωπίστηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα από
τους ερευνητές περισσότερο ως πρόδρομος των λεγόμενων «Σκοτεινών Αιώνων»,
παρά ως η τελευταία περίοδος του Μυκηναϊκού πολιτισμού. Τις τελευταίες δεκαετίες
η σημαντική αύξηση των αρχαιολογικών στοιχείων από νέες ανασκαφές οικισμών και
νεκροταφείων, καθώς και η επανεξέταση παλαιότερου υλικού έχουν αυξήσει

95
. Deger-Jalkotzy 2008, 390-391.
96
. Shelmerdine 1997, 342-343, 348.

40
σημαντικά τις γνώσεις μας για τον 12ο αιώνα π.Χ. Πλέον διαπιστώνεται ότι η
καταστροφή των ανακτόρων και του διαμορφωμένου οικονομικού τους συστήματος
δεν συνεπάγεται αμετάκλητη κοινωνική κατάρρευση. Αντίθετα σηματοδότησε την
αναμόρφωση των κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών δομών, η οποία
αντικατοπτρίζεται στην εγκατάλειψη, επανακατοίκηση και ίδρυση νέων θέσεων.
Στην περίπτωση των ανακτορικών κέντρων της Πελοποννήσου και της
Στερεάς παρατηρούνται, με εξαίρεση την Πύλο, προσπάθειες επανακατοίκησης, οι
οποίες διαφοροποιούνται ως προς την έκταση, τη χρονική διάρκεια, τα ποσοτικά και
ποιοτικά χαρακτηριστικά του διαθέσιμου υλικού. Στη Θήβα τα οικιστικά κατάλοιπα
και η επανάχρηση των θαλαμοειδών τάφων υποδεικνύουν κατοίκηση κατά το πρώτο
μισό του 12ου αιώνα π.Χ.
Από την άλλη πλευρά, η ακρόπολη των Μυκηνών εξακολούθησε να
κατοικείται σε όλη τη διάρκεια της ΥΕ ΙΙΙ Γ περιόδου. Πιστοποιείται επισκευή
πρωιμότερων κτιρίων, καθώς και ανέγερση νέων, δραστηριότητες που
επικεντρώνονται κυρίως στο ΝΔ και ΒΑ τμήμα. Η χρήση, έστω και περιορισμένα, της
τέχνης της τοιχογραφίας και τα παραδείγματα εικονιστικών παραστάσεων σε στήλες
και αγγεία, τα οποία διακρίνονται για την κατασκευαστική ποιότητα, υποδεικνύουν
σύνδεση με τα τεχνολογικά και καλλιτεχνικά επιτεύγματα της ανακτορικής περιόδου
και συνιστούν έμμεσες ενδείξεις οικονομικής ευημερίας97.
Εφόσον το λεγόμενο Γεωμετρικό κτίριο στην περιοχή του ανακτορικού
συγκροτήματος χρονολογείται στη μετανακτορική περίοδο, σύμφωνα με την πρόταση
της E. French98, πιθανόν αποτελούσε ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο της συνέχισης της
κατοίκησης στην ακρόπολη. Η επιλογή του χώρου ανέγερσης θα μπορούσε να
ερμηνευθεί ως σκόπιμη συμβολική αναφορά στο ανακτορικό παρελθόν και να
αποδοθεί στις προσπάθειες εδραίωσης νέων κοινωνικών και πολιτικών σχηματισμών.
Ωστόσο οι διαδικασίες αυτές δεν φαίνεται να περιλαμβάνουν τη διαχείριση των
οργανωμένων χώρων λατρείας της ανακτορικής εποχής, καθώς είναι αμφίβολη η
αξιοποίηση της περιοχής του Θρησκευτικού Κέντρου κατά την περίοδο αυτή για
άλλη χρήση εκτός της οικιακής.
Στη Μιδέα βασικό χαρακτηριστικό της χωροταξικής οργάνωσης της
μετανακτορικής περιόδου είναι η επανάχρηση της περιοχής του Μεγάρου και κυρίως
η κατασκευή ενός διακριτού ως προς την αρχιτεκτονική και το μέγεθος

97
. Deger-Jalkotzy 2008, 397, 399-400.
98
. French 2002, 136-138. French & Shelton 2005, 177.

41
οικοδομήματος. Πρόκειται για ένα επίμηκες κτίριο χωρισμένο σε δύο κλίτη, τα
περιορισμένα ευρήματα του οποίου υποδεικνύουν οικιακές δραστηριότητες99.
Ωστόσο η χωροθέτηση και ο εντοπισμός σε κόγχη πολύτιμων κειμηλίων, τα οποία
παραπέμπουν σε αντικείμενα κύρους πρωιμότερων περιόδων, συνιστούν ενδείξεις του
ιδιαίτερου ρόλου του παραπάνω κτιρίου και της πιθανής συσχέτισής του με την
ανάδειξη νέων ηγετικών ομάδων στη μετανακτορική ακρόπολη100. Επανακατοίκηση
παρατηρείται και στα κατώτερα άνδηρα της ακρόπολης κατά την ΥΕ ΙΙΙ Γ πρώιμη και
ΙΙΙ Γ μέση περίοδο, στα οποία τα διαθέσιμα στοιχεία πιστοποιούν διαμόρφωση
οικιακών χώρων.
Τα πληρέστερα στοιχεία για επανακατοικούμενο ανακτορικό κέντρο
προέρχονται από την Τίρυνθα, στην οποία σημειώθηκε συνολική πολεοδομική και
λειτουργική αναδιάρθρωση. Οι αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις στο εσωτερικό της
ακρόπολης αναδεικνύουν την τέλεση λατρείας σε αυτόνομα αστικά ιερά στην Κάτω
Ακρόπολη ως δραστηριότητα καίριας σπουδαιότητας σε όλη τη διάρκεια του 12ου
αιώνα π.Χ. Παράλληλα με την ίδρυση και λειτουργία των επάλληλων ιερών, τα οποία
παρουσιάζουν σημαντικές ομοιότητες ως προς την αρχιτεκτονική μορφή και τα
κινητά ευρήματα, σημειώνεται οργάνωση των οικιστικών μονάδων γύρω από
αύλειους χώρους.
Επιπλέον, το μετανακτορικό μεγαροειδές Κτίριο Τ στην Άνω Ακρόπολη και
τα επιμέρους χαρακτηριστικά του (ανέγερση στη θέση του Μεγάρου, διατήρηση της
θέσης του θρόνου), σε συνδυασμό με την επανάχρηση του βωμού της κεντρικής
αυλής και τα νεοαναγειρόμενα μεγάλα κτίρια εξωτερικά των τειχών υποδεικνύουν
σύνθετους πολιτικούς και κοινωνικούς σχηματισμούς. Ο προσδιορισμός της
ταυτότητας και η καθιέρωση ιεραρχικών σχέσεων μεταξύ των διαφόρων ομάδων της
θέσης, πιθανόν ανταγωνιστικών οικογενειών, αποτελεί μια σημαντική πτυχή της
μετανακτορικής Τίρυνθας.
Για την επίτευξη των παραπάνω στόχων αξιοποιείται τόσο η ιδεολογική
αναφορά στο ανακτορικό παρελθόν, μέσω της επιλεκτικής αξιοποίησης σημείων του
ανακτορικού συγκροτήματος, όσο και η εκτεταμένη οικοδομική δραστηριότητα στην
Κάτω Πόλη. Υπέρ της διαμόρφωσης ιεραρχημένων δομών συνηγορεί και η ύπαρξη
μηχανισμών προμήθειας πολύτιμων πρώτων υλών ή επείσακτων αντικειμένων
κύρους, όπως υποδεικνύουν όσα ευρήματα του λεγόμενου «θησαυρού της Τίρυνθας»

99
. Walberg 1995, 87-88.
100
. Deger-Jalkotzy 2008, 404.

42
χρονολογούνται στη μετανακτορική περίοδο101, πιθανόν και η οργάνωση τοπικής
εργαστηριακής παραγωγής.
Εκτός από την αναμόρφωση των πολιτικών δομών και τον
επαναπροσδιορισμό των κοινωνικών σχέσεων σε όσες ακροπόλεις εξακολούθησαν να
χρησιμοποιούνται, η κατάρρευση του ανακτορικού συστήματος έδωσε τη δυνατότητα
σε τοπικές κοινωνίες να οργανώσουν την κοινωνική τους συγκρότηση και την
αυτοδιαχείριση των φυσικών πόρων και των προϊόντων. Οι μετασχηματισμοί αυτοί
έχουν συνδεθεί και με γλωσσολογικές παραμέτρους, καθώς η χρήση του όρου
βασιλεύς που δηλώνει τον ηγεμόνα κατά τους ιστορικούς χρόνους έχει αποδοθεί στη
σταδιακή αναβάθμιση ενός τοπικού αξιωματούχου των Μυκηναϊκών αρχείων 102. Το
οικιστικό πρότυπο πλέον διαφοροποιείται σημαντικά, καθώς παύει η επέκταση της
επιρροής ενός συγκεκριμένου διοικητικού συστήματος σε ευρύτερες περιοχές και η
ομοιογένεια, ως ένα μεγάλο βαθμό, της αρχιτεκτονικής και καλλιτεχνικής έκφρασης.
Κατά τη μετανακτορική περίοδο δεν μπορούν να διαγνωστούν με βεβαιότητα
οικισμοί με ηγετικό ρόλο σε μεγάλες περιφέρειες. Τα αρχαιολογικά κατάλοιπα
υποδεικνύουν την ανάδειξη πληθώρας θέσεων διασπαρμένων τόσο στην Ηπειρωτική
Ελλάδα, όσο και στα νησιά. Μάλιστα περιοχές, των οποίων η διάρθρωση κατά την
ανακτορική περίοδο είναι ασαφής (Αχαΐα, Φωκίδα, Φθιώτιδα, Αττική), παρέχουν
σημαντικά οικιστικά, αλλά κυρίως ταφικά στοιχεία για την οργάνωση των τοπικών
κοινωνιών. Βασικό χαρακτηριστικό των μετανακτορικών θέσεων αποτελούσε η
συμμετοχή τους σε ένα διαμορφωμένο δίκτυο ανταλλαγών, το οποίο διακινούσε
κεραμική με έμφαση στα εικονιστικά αγγεία, κοσμήματα και αντικείμενα κύρους,
οπλισμό παλιάς και νέας τυπολογίας.
Η ιδιαίτερη σπουδαιότητα των ανταλλακτικών δραστηριοτήτων, ενισχύεται
από το γεγονός ότι η πλειονότητα των οικισμών βρισκόταν στον άξονα σημαντικών
θαλάσσιων και χερσαίων οδών. Η διατήρηση του παραπάνω δικτύου εξυπηρετούσε
τοπικές ηγετικές ομάδες, οι οποίες εκφράζουν την πολιτική τους δύναμη, πιθανόν και
την αυξημένη επιρροή τους σε άλλες περιοχές, μέσα από τη διαχείριση τοπικών και
εισηγμένων προϊόντων και τη συγκέντρωση πλούτου, όπως υποδεικνύουν σε αρκετές
περιπτώσεις τα κτερίσματα τάφων103.

101
. Maran 2006, 129-141.
102
. Deger-Jalkotzy 2008, 403.
103
. Dickinson 2006, 67-69. Deger-Jalkotzy 2008, 398-399.

43
Γ. ΙΕΡΑ: Ο ΧΩΡΟΣ, Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΤΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ

1. Η ΑΝΑΚΤΟΡΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

Τα στοιχεία για οργανωμένους χώρους λατρείας κατά την ΥΕ ΙΙΙ Α και ΙΙΙ Β
περίοδο προέρχονται από θέσεις με διαφορετική χωροταξική και πολιτική και
οικονομική διάρθρωση. Στην παρούσα μελέτη παρουσιάζονται αρχικά τα στοιχεία για
αστικά ιερά που εντάσσονται στα χωρικά πλαίσια των τειχισμένων ακροπόλεων
(Τίρυνθα, Μυκήνες, Μιδέα) και στη συνέχεια τα ιερά σε θέσεις με συγκροτημένη
οικιστική οργάνωση στην Ηπειρωτική Ελλάδα και τις Κυκλάδες (Μέθανα, Διμήνι,
Φυλακωπή, Αγία Ειρήνη). Σε ανεξάρτητο κεφάλαιο γίνεται αναφορά και σε σύνολα
ευρημάτων που δεν συνδέονται με ασφάλεια με αρχιτεκτονικά κατάλοιπα
(Τσούνγκιζα, Μαλεάτας, ευρύτερη περιοχή Τίρυνθας, Αμυκλαίο) και εξετάζεται το
ενδεχόμενο λειτουργίας υπαίθριων ιερών (Εικ. 1).
Η ανάλυση του κάθε ιερού περιλαμβάνει την αρχιτεκτονική μορφή, τη
χωροθέτηση σε σχέση με αδόμητους χώρους και διοικητικά κτίρια, καθώς και την
προσβασιμότητα με στόχο να κατανοηθεί ο ρόλος των ανεξάρτητων ιερών στην
οικιστική οργάνωση θέσεων που εκφράζουν διαφορετικό βαθμό πολεοδομικής και
πολιτικοκοινωνικής πολυπλοκότητας. Επίσης οι παραπάνω πτυχές αναλύονται για να
διερευνηθεί η ύπαρξη ή όχι ενός παγιωμένου προτύπου θρησκευτικής οργάνωσης
στην περίπτωση των τειχισμένων ακροπόλεων. Ακόμη αξιολογούνται η ποσότητα και
οι κατηγορίες του κινητού εξοπλισμού (Πίν. 3), καθώς και οι τελούμενες
θρησκευτικές τελετουργίες για την προσέγγιση ποικίλων ζητημάτων, όπως ο
δημόσιος ή ιδιωτικός χαρακτήρας της λατρείας, η σύνδεση με την ανάδειξη
πολιτικών δυνάμεων και η έκφραση λατρείας τοπικού χαρακτήρα.

1.1. Τίρυνθα

Οι αρχαιολογικές εργασίες από το 1884 έως και τη δεκαετία του 1980 στην ακρόπολη
της Τίρυνθας έφεραν στο φως το μεγαλύτερο μέρος των κτιρίων της Εποχής του
Χαλκού και παρείχαν στοιχεία για τη χρήση τμήματος της ακρόπολης και κατά τους
ιστορικούς χρόνους. Επίσης μια σειρά ερευνών εκτός των τειχών που συνεχίζονται
έως και σήμερα εμπλουτίζουν τις γνώσεις μας για μία από τις σημαντικότερες
Μυκηναϊκές θέσεις.

44
Τα διαθέσιμα στοιχεία για την τέλεση λατρείας σε αυτόνομους χωρικά και
λειτουργικά χώρους είναι περιορισμένα και προέρχονται από το εσωτερικό της
τειχισμένης Κάτω Ακρόπολης. Συγκεκριμένα, στο ΒΔ τμήμα οι ανασκαφικές
εργασίες του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου έφεραν στο φως το Δωμάτιο 7
του τείχους καθώς και τους παρακείμενους υπαίθριους και στεγασμένους χώρους
(Εικ. 3). Με τη συστηματική τέλεση λατρείας στην Κάτω Ακρόπολη πιθανόν
σχετίζεται και η εύρεση εξωτερικά της ακρόπολης ενός αποθέτη με αξιόλογο κινητό
εξοπλισμό. Από την άλλη πλευρά η χωροταξική οργάνωση της Άνω Ακρόπολης και
οι σταθερές κατασκευές στην κεντρική αυλή του ανακτόρου θα μπορούσαν να
αποτελέσουν στοιχεία για την υλοποίηση συγκεκριμένων θρησκευτικών
τελετουργικών πράξεων σε ένα οικοδομικό συγκρότημα, το οποίο εξέφραζε
περίπλοκες λειτουργικές ανάγκες.
Θα πρέπει όμως να επισημανθεί ότι η παρουσίαση και μελέτη του ρόλου των
ανωτέρω χώρων στην οργάνωση και την τέλεση λατρείας κατά την ανακτορική
περίοδο αντιμετωπίζει ορισμένα βασικά προβλήματα: 1ον τις προβληματικές
ανασκαφικές μεθόδους στα τέλη του 19ου αιώνα που είχαν ως συνέπεια την έλλειψη
σημαντικών στρωματογραφικών στοιχείων από την περιοχή του ανακτόρου και 2ον
την απουσία πλήρους δημοσίευσης των χώρων στην Κάτω Ακρόπολη, στους οποίους
έχει παρατηρηθεί θρησκευτική δραστηριότητα, καθώς και των ευρημάτων τους.

1.1.1. Κάτω Ακρόπολη

Τα πρωιμότερα στοιχεία για την ύπαρξη χώρου λατρείας στην Κάτω


Ακρόπολη ανήκουν χρονολογικά στο τέλος της ΥΕ ΙΙΙ Β περιόδου και
επικεντρώνονται στην περιοχή του Δωματίου 7 του δυτικού τείχους. Πρόκειται για
έναν μικρό τετράγωνο χώρο (διαστάσεων 3x3μ), ο οποίος αποτελούσε ένα από τα 10
ανοίγματα-δωμάτια του δυτικού τείχους στην Κάτω Ακρόπολη. Το δωμάτιο είχε
είσοδο στη ΒΑ του πλευρά και ένα άνοιγμα-παράθυρο που πιθανότατα χρησίμευε ως
φωταγωγός-αεραγωγός104.
Η πρόσβαση επιτυγχανόταν αποκλειστικά μέσω ενός αύλειου χώρου, έκτασης
45τ.μ., στα ΒΑ. Η G. Albers επισημαίνοντας την υψομετρική διαφορά ανάμεσα στο

104
. Kilian 1982, 397.

45
Δωμάτιο 7 και τον παρακείμενο αύλειο χώρο διατύπωσε την άποψη ότι για την
πρόσβαση χρησιμοποιούνταν μια ξύλινη κλίμακα105. Η χωροθέτηση του Δωματίου 7
σε άμεση συνάφεια με τον παρακείμενο αύλειο χώρο και μια σειρά αδόμητων χώρων
στα ΝΑ και ΒΑ παρείχε ανεμπόδιστη πρόσβαση και επικοινωνία με τα κτίρια της
Κάτω Ακρόπολης106. Παράλληλα θα μπορούσε να εξασφαλίζει επικοινωνία τόσο με
την Άνω Ακρόπολη, μέσω του διαδρόμου κατά μήκος του ανατολικού τείχους, όσο
και με χώρους εξωτερικά της ακρόπολης μέσω της ανατολικής και της βόρειας πύλης.
Η ερμηνεία του Δωματίου 7 ως ιερού βασίστηκε σε έμμεσα στοιχεία, καθώς
στο εσωτερικό του δεν αποκαλύφθηκαν κινητά ευρήματα ή σταθερές κατασκευές.
Αντίθετα οι επάλληλες αποθέσεις στον παρακείμενο αύλειο χώρο παραπέμπουν σε
σύγχρονα σύνολα από ιερά και ενισχύουν την άποψη για θρησκευτική χρήση του
χώρου107. Σύμφωνα με τον ανασκαφέα K. Kilian, έχουν εντοπιστεί τρία στρώματα
αποθέσεων αποτελούμενα από πολυάριθμα κινητά ευρήματα, τα οποία έχουν
ερμηνευθεί ως προϊόντα συνεχών καθαρισμών στο εσωτερικό του δωματίου του
τείχους: ανθρωπόμορφα και ζωόμορφα μικρού μεγέθους ειδώλια, ειδώλια αρμάτων,
μικκύλα αγγεία, θραύσματα θηριομορφικού ρυτού108. Επιπλέον αποκαλύφθηκε μια
σειρά εστιών, καθώς και μαγειρικά σκεύη και οστά ζώων.
Σε διαδικασίες επάλληλων καθαρισμών του Δωματίου 7 έχει αποδοθεί και η
ύπαρξη ενός αποθέτη εξωτερικά της τειχισμένης ακρόπολης, περίπου 20 μέτρα στα
δυτικά. Υπέρ της πρότασης αυτής συνηγορεί μια σειρά παραγόντων: αποσπασματική
κατάσταση διατήρησης των ευρημάτων, ομοιότητες μεταξύ των περισσότερων
κατηγοριών ευρημάτων του αποθέτη και του λειτουργικά συσχετιζόμενου με το
Δωμάτιο 7 αύλειου χώρου, ταυτόχρονη έναρξη χρήσης των δύο χώρων. Ο αποθέτης
περιελάμβανε μεγάλο αριθμό ανθρωπόμορφων ειδωλίων109, ζωόμορφα ειδώλια110,

105
. Albers 1994, 105.
106
. Albers 1994, εικ. 36a.
107
. Kilian 1981α, 171. Albers 1994, 105, 107. Whittaker 1997, 180-181. Albers 2004, 117.
108
. Kilian 1981β, 53.
109
. Έχουν καταγραφεί 239 πήλινα γυναικεία ειδώλια, η πλειονότητα των οποίων ανήκει στο
συνηθισμένο τύπο Ψ. Βρέθηκαν επίσης ένα ειδώλιο τύπου Φ και ένα τύπου πρωτο-Φ. Για το μέγεθός
τους (περίπου 20 εκατοστά) διακρίνονται τρία ειδώλια τύπου Ψ, ενώ σύμφωνα με την E. French στον
αποθέτη υπήρχαν και θραύσματα δύο μεγάλων τροχήλατων ειδωλίων (ύψους τουλάχιστον 30
εκατοστών) της ομάδας Α. Αξιοσημείωτο είναι το ανθρωπόμορφο ειδώλιο από ελεφαντοστό, το οποίο
θεωρείται επείσακτο από τη Συροπαλαιστίνη. Kilian 1988β, 144-145 & εικ. 44, 46. Albers 1994, 107.
110
. Ο αριθμός των ζωόμορφων ειδωλίων είναι ιδιαίτερα μικρός σε σχέση με τον αριθμό των
ανθρωπόμορφων. Βρέθηκαν μόνο επτά ειδώλια σε αποσπασματική κατάσταση, μεταξύ των οποίων
διακρίνεται ένα ειδώλιο ελαφιού και μια κεφαλή πιθανόν σφίγγας. Kilian 1988β, 145 & εικ. 47.

46
ομοιώματα αρμάτων και επίπλων (θρόνων), κοσμήματα (γυάλινες χάντρες, περόνες)
και αγγεία με εξειδικευμένη χρήση111.
Σημαντικό τμήμα των παραπάνω ευρημάτων χρονολογείται κατά το δεύτερο
μισό του 13ου αιώνα π.Χ, ωστόσο υπάρχουν ευρήματα που χρονολογούνται κατά την
ΥΕ ΙΙΙ Γ πρώιμη περίοδο112. Το στοιχείο αυτό δημιουργεί ερωτηματικά για την
ακριβή χρονική διάρκεια χρήσης του δωματίου του τείχους για λατρευτικούς
σκοπούς. Εφόσον το σύνολο των ευρημάτων του αποθέτη προερχόταν από
σταδιακούς καθαρισμούς του Δωματίου 7, τότε ο συγκεκριμένος χώρος θα
εξακολουθούσε να βρίσκεται σε χρήση και κατά την ΥΕ ΙΙΙ Γ πρώιμη περίοδο, σε
αντίθεση με την πρόταση του ανασκαφέα για οριστική κατάργησή του στα τέλη της
ΥΕ ΙΙΙ Β περιόδου113. Εναλλακτικά η G. Albers διατυπώνει την πρόταση ότι ο
αποθέτης πιθανόν ήταν αποδέκτης των προϊόντων καθαρισμών και των
μετανακτορικών χώρων λατρείας που ανεγέρθηκαν στην Κάτω Ακρόπολη114. Σε
αυτήν την περίπτωση τίθεται το ερώτημα αν πρακτικοί ή ιδεολογικοί λόγοι επέβαλαν
την συνέχιση της «τροφοδότησης» του αποθέτη με τελετουργικό εξοπλισμό.
Από την άλλη πλευρά, θα μπορούσε να προταθεί ότι ο αποθέτης δεν περιείχε
προϊόντα σταδιακών καθαρισμών, αλλά δημιουργήθηκε κατά την ΥΕ ΙΙΙ Γ πρώιμη
περίοδο για να δεχτεί τα προϊόντα ενός συνολικού καθαρισμού της περιοχής του
Δωματίου 7 στο πλαίσιο ισοπεδώσεων για την ανέγερση των μετανακτορικών ιερών.
Επίσης λαμβάνοντας υπόψη την οικοδομική δραστηριότητα περιμετρικά της
ακρόπολης κατά την ανακτορική και κυρίως τη μετανακτορική περίοδο115, δεν
μπορούμε να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο ο αποθέτης να μην σχετίζεται με τους
αποκαλυφθέντες μέχρι στιγμής χώρους λατρείας της Κάτω Ακρόπολης, αλλά με
πιθανές λατρευτικές δραστηριότητες εκτός των τειχών.
Στα ανατολικά του Δωματίου 7 στα τέλη της ΥΕ ΙΙΙ Β περιόδου
ανοικοδομήθηκε το Κτίριο VΙ, το οποίο ανήκει στον αρχιτεκτονικό τύπο των
λεγόμενων «κτιρίων με διάδρομο»116 (Εικ. 4). Αναγερμένο σε δύο άνδηρα και
αποτελούμενο από χώρους κατανεμημένους σε δύο πτέρυγες και έναν επιμήκη
διάδρομο, το κτίριο διακρίνεται για το μέγεθος και τον κινητό εξοπλισμό του. Η
χωροθέτησή του στην ευρύτερη περιοχή του Δωματίου 7 και ο ιδιαίτερος χαρακτήρας
111
. Βρέθηκαν θραύσματα δύο ζωόμορφων ρυτών και ενός λύχνου από βαλσάτη. Kilian 1988β, 144.
112
. Albers 1994, 107.
113
. Kilian 1981β, 53.
114
. Albers 1994, 211 (παραπομπή 607).
115
. Mühlenbruch 2009, 314-315.
116
. Hiesel 1990, 137-138.

47
ορισμένων ευρημάτων καθιστούν απαραίτητη τη διερεύνηση του λειτουργικού του
ρόλο στην ανακτορική ακρόπολη και της όποιας σύνδεσης με την οργάνωση και την
τέλεση της λατρείας.
Η κατάσταση διατήρησης δεν είναι ομοιόμορφη στις δύο πτέρυγες του
κτιρίου. Από την ανατολική πτέρυγα διασώθηκε μόνο ένα δωμάτιο στα νότια
(δωμάτιο 130), στο οποίο με βάση τα κινητά ευρήματα αποδίδονται αποθηκευτικές
και πιθανόν εργαστηριακές δραστηριότητες. Έχουν βρεθεί λίθινα και μεταλλικά
εργαλεία, καθώς και ένα ετερόκλητο σύνολο αγγείων (αγγεία κατανάλωσης τροφής,
ρυτά μεταξύ των οποίων και ένα ζωόμορφο)117.
Αντίθετα στη δυτική πτέρυγα αποκαλύφθηκαν τρία δωμάτια με άμεση
πρόσβαση στο διάδρομο, η κατάσταση διατήρησης των οποίων είναι αρκετά καλή.
Επίσης πρόσβαση υπήρχε αρχικά και μεταξύ του βορειότερου δωματίου της πτέρυγας
αυτής και του διαμορφωμένου αύλειου χώρου μεταξύ του κτιρίου και του τείχους118.
Η είσοδος αυτή βρισκόταν στον άξονα του Δωματίου 7. Τα κινητά ευρήματα
(σκύφοι, κυάθια, τριβεία) υποδεικνύουν τη χρήση των δωματίων της δυτικής
πτέρυγας για την προετοιμασία και κατανάλωση τροφής119.
Παράλληλα η εύρεση τεσσάρων λίθινων σφραγιδόλιθων και 16 πινακίδων
Γραμμικής Β, οι οποίες πιθανότατα κατέπεσαν στην περιοχή της ανατολικής
πτέρυγας από τον άνω όροφο120, υποδεικνύουν την άμεση σύνδεση του κτιρίου με τις
διοικητικές δραστηριότητες του ανακτορικού συστήματος121. Παρά την ιδιαίτερα
αποσπασματική κατάσταση διατήρησης, η σπουδαιότητα των πινακίδων από το
Κτίριο VI είναι μεγάλη, καθώς πρόκειται για το μεγαλύτερο αποκαλυφθέν σύνολο
κειμένων Γραμμικής Β από την Τίρυνθα.
Τα κείμενα, σελιδόσχημα και φυλλόσχημα, καταγράφουν μεγάλο αριθμό
ανδρών, καθώς και οπλισμό122. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αποσπασματική
πινακίδα Uh12, η οποία διαφοροποιείται ως προς το καταγραμμένο προϊόν και τον

117
. Kilian 1982, 402-403 & εικ. 15. Albers 1994, 111.
118
. Albers 1994, 111.
119
. Kilian 1981α, 180.
120
. Η ύπαρξη άνω ορόφου πιστοποιείται από την κλίμακα στη βόρεια απόληξη του διαδρόμου, καθώς
και τα κινητά ευρήματα στο ύψος της κλίμακας (ψευδόστομος αμφορέας, θραύσματα πήλινης
ασαμίνθου, τμήμα ελεφαντοστέινου αντικειμένου που πιθανόν κοσμούσε ξύλινο αντικείμενο). Για
αντίστοιχα ως προς τις κατηγορίες και τα υλικά ευρήματα προερχόμενα από τον άνω όροφο του
Μεγάρου Β στο Διμήνι, βλέπε Αδρύμη-Σισμάνη 2003, 97.
121
. Darcque 2005, 262, 274, 307.
122
. Godart et al. 1983. Melena & Olivier 1991, 15-16, 27-32.

48
αποδέκτη123. Σύμφωνα με την L. Bendall, οι καταγραμμένες ποσότητες σύκων
προοριζόταν για τον di-pte-ra-po-ro, πιθανόν έναν θρησκευτικό αξιωματούχο που
απαντάται σε κείμενα από την Πύλο και την Κνωσό σε σχέση με ιερά γεύματα. Το
στοιχείο αυτό συνιστά ένδειξη για την ανάμειξη του διοικητικού μηχανισμού της
ανακτορικής Τίρυνθας στη διοργάνωση αντίστοιχων γευμάτων124, ακόμη και στην
περίπτωση της Κάτω Ακρόπολης και θέτει το ζήτημα του ρόλου του Κτιρίου VI σε
αυτήν.
O K. Kilian ονόμασε συμβατικά τo Κτίριο VI «οικία της ιέρειας» και το
συνέδεσε με την τέλεση θρησκευτικών τελετουργιών βασιζόμενος στην
αρχιτεκτονική διάταξη του νοτιότερου δωματίου της δυτικής πτέρυγας (δωμάτιο
123)125. Πρόκειται για έναν ορθογώνιο χώρο που διαιρείται σε δύο τμήματα, τα οποία
επικοινωνούν μεταξύ τους, μέσω ενός μικρού διαχωριστικού τοίχου. Μια
διαμορφωμένη είσοδος στο νότιο τοίχο παρείχε κατά την αρχική φάση χρήσης του
κτιρίου άμεση πρόσβαση στον αύλειο χώρο στα εξωτερικά.
Οι σταθερές κατασκευές (ημικυκλικό θρανίο, εστία καλυμμένη με κονίαμα,
πήλινες κατασκευές) απαντώνται τόσο σε οικιακούς χώρους όσο και σε ιερά, ωστόσο
αξιοσημείωτη είναι η ύπαρξη στο δάπεδο κεράμων καλυμμένων με λευκό κονίαμα.
Σύμφωνα με τον ανασκαφέα αυτή η μοναδική ως προς το σχήμα κατασκευή
παραπέμπει στα «κέρατα καθοσιώσεως» και υποδεικνύει τη χρήση του
συγκεκριμένου δωματίου για τελετουργικούς σκοπούς126. Όσον αφορά στα κινητά
ευρήματα περιορίζονται σε μικρό αριθμό αγγείων πόσης (γραπτές και άβαφες
κύλικες), μία χάντρα από στεατίτη και ένα αγγείο από άψητο πηλό127.
Το σύνολο των σταθερών κατασκευών και των κινητών ευρημάτων από το
δωμάτιο 123 κρίνεται ότι δεν παρέχει επαρκή στοιχεία για την σύνδεση του χώρου με
θρησκευτικές τελετουργίες. Πιθανόν οι επιχρισμένοι κέραμοι να είχαν κάποια
ιδιαίτερη συμβολική και χρηστική σπουδαιότητα, τα συνευρήματα ωστόσο δεν
συμβάλλουν στον προσδιορισμό της. Εφόσον τελετουργική χρήση πράγματι λάμβανε
χώρα, αυτή πιθανότατα περιοριζόταν στο συγκεκριμένο δωμάτιο και εντασσόταν στο
πλαίσιο των υπολοίπων οικιακών δραστηριοτήτων του κτιρίου. Δεν υπάρχουν

123
. TI Uh 12
.1 ] vacat [
.2 ]di-pte-[ ]NI[
124
. Bendall 2007, 60, 64-65, 248-249.
125
. Kilian 1981β, 58.
126
. Kilian 1982, 401-402.
127
. Kilian 1981β, 58.

49
στοιχεία για τη λειτουργική αυτονομία του δωματίου 123 ούτε και για τη χρήση του
ως ανεξάρτητου ιερού στην Κάτω Ακρόπολη.
Αντίθετα η αρχιτεκτονική του Κτιρίου VI και το σύνολο του κινητού
εξοπλισμού υποδεικνύουν έναν πολυλειτουργικό χώρο άμεσα συσχετιζόμενο με τις
δραστηριότητες του κεντρικού συστήματος διοίκησης128. Η άποψη αυτή ενισχύεται
από την εύρεση των κειμένων Γραμμικής Β και των καταγραμμένων σε αυτές
δραστηριοτήτων. Η ανοικοδόμηση και χρήση στο τέλος της ΥΕ ΙΙΙ Β περιόδου θα
μπορούσε να ενταχθεί στο πλαίσιο του ευρύτερου οικοδομικού σχεδιασμού στην
Κάτω Ακρόπολη, ο οποίος περιελάμβανε οριοθέτηση αύλειων χώρων και ανέγερση
σύνθετων οικοδομημάτων με πολλαπλές χρήσεις. Η χωροθέτηση του κτιρίου στο ΝΔ
τμήμα της Κάτω Ακρόπολης εξασφάλιζε εύκολη πρόσβαση από την Άνω Ακρόπολη.
Επίσης η ανέγερσή του στην ευρύτερη περιοχή τέλεσης λατρείας και η από κοινού με
το Δωμάτιο 7 χρήση του αύλειου χώρου αποτελούν έμμεσες ενδείξεις για τη
λειτουργική σχέση ανάμεσα στο Δωμάτιο 7 και τις όποιες θρησκευτικές
δραστηριότητές του και το Κτίριο VI. Στα ανωτέρω στοιχεία προστίθεται και η
πιθανή επιγραφική αναφορά στη διοργάνωση ιερού γεύματος.

1.1.2. Άνω Ακρόπολη

Ο χώρος της Άνω Ακρόπολης, του υψηλότερου και πιο οχυρωμένου σημείου
της ακρόπολης της Τίρυνθας, καταλαμβάνεται από το ανακτορικό συγκρότημα, το
οποίο ανασκάφηκε από τους H. Schliemann και W. Dörpfeld. Τα αποκαλυφθέντα
στοιχεία υποδεικνύουν την ύπαρξη τουλάχιστον δύο οικοδομικών φάσεων του
συγκροτήματος, εκ των οποίων η πρωιμότερη ανήκει χρονολογικά στον 14ο αιώνα
π.Χ. Τα πρώιμα αρχιτεκτονικά λείψανα εντοπίστηκαν στην περιοχή του μετέπειτα
κυρίως Μεγάρου (δωμάτια V-VII) και αποδόθηκαν σε ένα μεγαροειδές κτίριο
αντίστοιχων διαστάσεων και αρχιτεκτονικής διάταξης129. Τα περιορισμένα στοιχεία
δεν παρέχουν οποιαδήποτε ένδειξη για χρήση του χώρου για την τέλεση
θρησκευτικών τελετουργιών.
Η πλήρης ανάπτυξη και διαμόρφωση του ανακτορικού συγκροτήματος
τοποθετείται χρονικά στον 13ο αιώνα π.Χ. και εντάσσεται σε μια εκτεταμένη
οικοδομική δραστηριότητα στην Άνω Ακρόπολη (Εικ. 5). Το συγκρότημα

128
. Darcque 2005, 307, 339-340.
129
. Shelmerdine 1997, 350. Maran 2001, 119.

50
αποτελούνταν από δύο κύριες πτέρυγες οι οποίες επικοινωνούσαν μεταξύ τους με ένα
σύστημα διαδρόμων και αύλειων χώρων, αλλά ταυτόχρονα είχαν και ανεξάρτητη
επικοινωνία με τα πρόπυλα που οδηγούσαν στα υπόλοιπα τμήματα της ακρόπολης
και έξω από αυτήν: α) το κυρίως Μέγαρο, το οποίο ανεγέρθηκε βορειότερα του
πρωιμότερου κτιρίου, βοηθητικά δωμάτια στα δυτικά, την κεντρική αυλή και το
πρόπυλο το οποίο παρείχε πρόσβαση στην αυλή 130 και β) ένα σύγχρονο μικρότερο
μεγαροειδές κτίριο στα ανατολικά με άμεση πρόσβαση σε αύλειο χώρο, βοηθητικά
δωμάτια και επιπλέον αύλειους χώρους στα νότια και ανατολικά131.
Η πρόσβαση επιτυγχανόταν από τα νότια μέσω τριών μεγάλων αύλειων
χώρων (συνολικής έκτασης περίπου 2.000τ.μ.), δύο μνημειακών πρόπυλων στα νότια
και ΝΔ και ενός διαδρόμου με πύλες κατά μήκος του ανατολικού τείχους, ο οποίος
οδηγούσε τόσο στην κύρια πύλη εισόδου της ακρόπολης στα ανατολικά, όσο και στη
λεγόμενη Κάτω Ακρόπολη στα βόρεια. Ο επαναλαμβανόμενος μηχανισμός
προσέγγισης (πύλες-διάδρομοι-μεγάλοι αύλειοι χώροι) καθιστούσε απόλυτα
ελεγχόμενη την πρόσβαση και της προσέδιδε κύρος και μνημειώδη χαρακτήρα.
Ιδιαίτερα τα δύο μνημειακά πρόπυλα και οι συνεχείς πύλες στον ανατολικό διάδρομο
αποτελούσαν στοιχεία μιας πορείας με χαρακτηριστικό την ολοένα αυξανόμενη
αρχιτεκτονική πολυπλοκότητα, η οποία κορυφωνόταν στην περίπτωση του κυρίως
Μεγάρου132. Στο πλαίσιο της ανωτέρω περιπλοκότητας και του αρχιτεκτονικού
συμβολισμού εντασσόταν και η χρήση του κροκαλοπαγή λίθου στα κατώφλια και τις
βάσεις των κιόνων.
Η κεντρική αυλή δεσπόζει στο ανακτορικό συγκρότημα εξαιτίας της
χωροθέτησης στο μέσον της Άνω Ακρόπολης, των μεγάλων διαστάσεων και των
επιμέρους αρχιτεκτονικών στοιχείων της. Η διαμόρφωση κιονοστοιχιών στη νότια,
δυτική και ανατολική πλευρά, καθώς και η οριοθέτησή του αύλειου χώρου από το
κυρίως Μέγαρο στα βόρεια και το μνημειώδες πρόπυλο ΙΙΙ στα νότια καθιστούσαν
αδύνατη την ορατότητα εκτός του συγκεκριμένου χώρου σε οποιονδήποτε
εισερχόμενο. Επιπλέον η ύπαρξη της κιονοστοιχίας στις τρεις πλευρές προσέδιδε
οπτική ομοιομορφία, νοητή συνέχεια της οποίας αποτελούσε η πρόσοψη του
Μεγάρου με τους δύο κίονες. Μοναδικό στοιχείο αρχιτεκτονικής διαφοροποίησης
αποτελούσε η λίθινη κυκλική κατασκευή στο νότιο τμήμα του αύλειου χώρου, η

130
. Müller 1930, 139-156.
131
. Müller 1930, 157-171.
132
. Kilian 1987, 25.

51
οποία ερμηνεύθηκε από τους ανασκαφείς ως βωμός, άποψη η οποία υιοθετήθηκε από
το σύνολο των ερευνητών (Εικ. 6)133.
Η χωροταξική οργάνωση στην Άνω Ακρόπολη αναδεικνύει ως έναν από τους
βασικούς της στόχους την κατεύθυνση του βλέμματος κάθε εισερχόμενου στην
πρόσοψη του Μεγάρου και το βωμό, ο οποίος ήταν τοποθετημένος στον ίδιο
άξονα134. Παράλληλα υποδεικνύει ότι οι ανωτέρω στεγασμένοι και υπαίθριοι χώροι
αποτελούσαν κατά τον 13ο αιώνα π.Χ. μια αρχιτεκτονική ενότητα που εξυπηρετούσε
ποικίλες δραστηριότητες στο πλαίσιο του ανακτορικού διοικητικού συστήματος.
Μία από τις δραστηριότητες αυτές πιθανότατα αποτελούσε και η τέλεση
τελετουργιών στο χώρο του ανακτορικού συγκροτήματος και συγκεκριμένα στην
κεντρική αυλή με το βωμό. Παρά την έλλειψη οποιουδήποτε σχετικού κινητού
εξοπλισμού, η οποία θα μπορούσε να αποδοθεί στις εκτεταμένες εργασίες
ισοπεδώσεων και καθαρισμών κατά την ΥΕ ΙΙΙ Γ περίοδο, την ανέγερση του Κτιρίου
Τ και στην απώλεια ανασκαφικών δεδομένων κατά την ανασκαφή στα τέλη του 19 ου
αιώνα, η τελετουργική χρήση του βωμού ενισχύεται από τα αρχιτεκτονικά
χαρακτηριστικά του, καθώς και από την οργάνωση του χώρου του Μεγάρου και της
κεντρικής αυλής.
Η δεσπόζουσα θέση που καταλαμβάνει ο βωμός στο χώρο της αυλής, αλλά
και στο κέντρο της Άνω Ακρόπολης, καθώς και η προσβασιμότητά του από το
εσωτερικό κάθε πτέρυγας του ανακτορικού συγκροτήματος τον καθιστούσαν σημείο
εστίασης της προσοχής και δράσης. Παράλληλα μέσω του μνημειακού πρόπυλου,
παρά τους σαφείς περιορισμούς πρόσβασης, ο βωμός ήταν εν δυνάμει προσβάσιμος
από την Κάτω Ακρόπολη και τις πύλες της ακρόπολης. Επίσης η μνημειακότητα της
αυλής, η οποία καλύπτει μια επιφάνεια 308μ2, θα μπορούσε να αποτελεί ένδειξη για
τη δυνατότητα φιλοξενίας μεγάλου αριθμού συμμετεχόντων στις τελετουργίες γύρω
από το βωμό. Ωστόσο η G. Albers υποστήριξε, βασιζόμενη μονομερώς σε
χωροταξικά στοιχεία και σε παράλληλα εκτός Αιγιακού χώρου, ότι «το μέγεθος της
αυλής δεν θα πρέπει να θεωρηθεί φυσική ένδειξη μεγάλων λατρευτικών ή άλλων
συνάξεων κοινών ανθρώπων, αλλά εξυπηρετούσε τη βασική αρχιτεκτονική και
ιδεολογική προβολή του όλου σχεδιασμού του ανακτόρου»135.

133
. Müller 1930, 136-138.
134
. Cavanagh 2001, 124.
135
. «the mere largeness of the court is not to be taken as physical indication of any intended function
for large cultic or other gatherings of the common people, but makes for an essential architectural and

52
Στην περίπτωση της Τίρυνθας καθίσταται προβληματικός ο προσδιορισμός
των πιθανών τελετουργιών στην κεντρική αυλή και το βωμό, καθώς τα περιορισμένα
στοιχεία δεν συμβάλουν στη διάκριση μεταξύ αμιγώς θρησκευτικών και κοσμικών
τελετουργιών. Οι πινακίδες Γραμμικής Β από τα ανακτορικά κέντρα της Πύλου και
της Θήβας αναφέρονται στο έντονο ενδιαφέρον του ανακτορικού διοικητικού
μηχανισμού για τη διοργάνωση και τέλεση θρησκευτικών τελετουργιών και τον
ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο του ηγεμόνα σε αυτές136. Επιπλέον ο εικονογραφικός
διάκοσμος από το ανακτορικό συγκρότημα της Πύλου συγκροτεί ένα αφηγηματικό
σύνολο που περιλαμβάνει πομπές με ζώα, θυσίες και ιερά γεύματα137, ενώ η κεραμική
και το οστεολογικό υλικό υποδεικνύουν ότι στην κεντρική αυλή και τους
παρακείμενους χώρους τελούνταν τελετουργίες, ορισμένες φορές με τη συμμετοχή
αξιόλογου αριθμού ατόμων138.
Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω εικονογραφικά και επιγραφικά στοιχεία,
σε συνδυασμό με τη χωροταξική οργάνωση της Άνω Ακρόπολης, θα μπορούσε να
προταθεί ότι ο βωμός και ο αύλειος χώρος που τον περιβάλλει αποτελούσαν κατά
περίσταση πεδίο τέλεσης θρησκευτικών τελετουργιών για την εξυπηρέτηση των
αναγκών του ανακτορικού πολιτικοκοινωνικού συστήματος139. Η χρήση τους
πιθανότατα συνδέονταν με προσπάθειες ενίσχυσης των διαμορφωμένων ιεραρχικών
σχέσεων, όπως υποδεικνύουν τα διακριτά επίπεδα συμμετοχής140, καθώς και
ενδυνάμωσης της ενδοκοινοτικής συνοχής, όπως πιστοποιεί ο εν δυνάμει σημαντικός
αριθμός των συμμετεχόντων, ωστόσο δεν φαίνεται να συνιστούν συστηματικούς
θρησκευτικούς χώρους.

ideological constituent of the overall majestic layout and adornment of the palace», Albers 2001, 136-
137.
136
. Palaima 1995, 131-135. 2004, 108-109. Shelmerdine 2006, 83-84.
137
. Wright 2004, 41-43. Palaima 2008α, 353-354.
138
. Davis & Bennet 1999, 110. Shelmerdine 1998, 84-88. Isaakidou et al. 2002, 88-91. Stocker &
Davis 2004, 61-63, 70-73. Palaima 2004, 112-116. Bendall 2005, 113. Palaima 2008α, 353-354.
139
. Η πιθανή θρησκευτική χρήση ειδικά του Μεγάρου και της κεντρικής αυλής έχει συζητηθεί
διεξοδικά από διάφορους ερευνητές στο πλαίσιο της διερεύνησης του ρόλου των Μυκηναϊκών
ανακτόρων. Ο K. Kilian εισήγαγε τον όρο «wanax ideology» για να περιγράψει το μηχανισμό της
πολιτικής εξουσίας στη Μυκηναϊκή κοινωνία. Kilian 1988α. O J. Wright επέκτεινε την έρευνα και στο
θρησκευτικό ρόλο του ηγεμόνα μέσω των τελετουργιών που λάβαιναν χώρα εντός του ανακτόρου και
αντιπρότεινε τον όρο «hearth-wanax ideology». Σύμφωνα με την άποψή του, η εξέλιξη του Μεγάρου
υποδεικνύει μια ολοένα αυξανόμενη διαδικασία συγκέντρωσης της εξουσίας στα χέρια ενός ηγεμόνα
με θρησκευτικές μεταξύ άλλων αρμοδιότητες. Wright 1994, 54-60, κυρίως 59-60.
140
. Palaima 2004, 112-116. Stocker & Davis 2004, 63-73.

53
1.2. Μυκήνες

Οι ανασκαφικές έρευνες που διεξήχθησαν στην ακρόπολη των Μυκηνών ήδη από το
1885 έως και τη δεκαετία του 1970 αποκάλυψαν το μεγαλύτερο μέρος των κτιρίων
της Εποχής του Χαλκού, ενώ φώτισαν πτυχές της ιστορίας της ακρόπολης κατά τους
ιστορικούς χρόνους. Παράλληλα οι συνεχιζόμενες έως και σήμερα έρευνες εκτός των
τειχών προσθέτουν συνεχώς πολύτιμα στοιχεία για το πιο γνωστό ανακτορικό κέντρο
της Ηπειρωτικής Ελλάδας.
Τα στοιχεία για την τέλεση λατρείας στις Μυκήνες σε αυτόνομα στο χώρο
ιερά εντοπίζονται αποκλειστικά στην έκταση που περικλείεται από τα τείχη (Εικ. 7).
Συγκεκριμένα σε μια ιδιαίτερα πυκνοδομημένη περιοχή στη ΝΔ κλιτύ της ακρόπολης
οι ανασκαφές της Αγγλικής Αρχαιολογικής Σχολής υπό τον W. Taylour αποκάλυψαν
το λεγόμενο Θρησκευτικό Κέντρο, ένα σύνολο οργανωμένων αστικών ιερών και
βοηθητικών χώρων. Από την άλλη πλευρά, η αρχιτεκτονική διάταξη και ορισμένα
ευρήματα στο ανώτερο άνδηρο θα μπορούσαν να συσχετιστούν με την τέλεση
συγκεκριμένων θρησκευτικών τελετουργιών, υποδεικνύοντας τον πολύπλευρο ρόλο
του ανακτορικού συγκροτήματος στην οργάνωση και λειτουργία της ακρόπολης.
Θα πρέπει ωστόσο να επισημανθεί ότι οποιαδήποτε προσπάθεια παρουσίασης
και διερεύνησης των πτυχών της λατρευτικής δραστηριότητας αντιμετωπίζει μια
σειρά από προβλήματα, τα οποία καθιστούν επισφαλή τα συμπεράσματα για μια
ακρόπολη που ανασκάπτεται και μελετάται πάνω από έναν αιώνα: τις ανεπαρκείς
ανασκαφικές μεθόδους κατά τις ανασκαφικές περιόδους στα τέλη του 19 ου αιώνα, που
είχαν ως αποτέλεσμα την απώλεια αξιόλογων στρωματογραφικών παρατηρήσεων στο
χώρο του ανακτόρου, την έλλειψη ημερολογίων για ορισμένους ανασκαμμένους
χώρους στη ΝΔ κλιτύ που σχετίζονται λειτουργικά με το Θρησκευτικό Κέντρο,
καθώς και τη χρονοβόρα διαδικασία δημοσίευσης των στεγασμένων και υπαίθριων
χώρων του Θρησκευτικού Κέντρου που με ασφάλεια χρησιμοποιούνταν για την
τέλεση λατρείας.

1.2.1. Το Θρησκευτικό Κέντρο

Η ονομασία Θρησκευτικό Κέντρο έχει αποδοθεί από τον Γ. Μυλωνά σε ένα


σύνολο 5 κτιρίων, τα οποία ανεγέρθηκαν στο πρώτο μισό του 13ου αιώνα π.Χ. κατά

54
μήκος του οχυρωματικού τείχους στη ΝΔ κλιτύ της ακρόπολης141. Αξίζει να
σημειωθεί ότι, παρά το γεγονός ότι ο χώρος ερευνήθηκε διεξοδικά από τους Χ.
Τσούντα (1886), Α. Wace (1950), Γ. Μυλωνά (1966-1975) και W. Taylour (1968-
1981), μέχρι σήμερα έχει μελετηθεί και δημοσιευθεί πλήρως ένα μόνο κτίριο 142, ενώ
για τα υπόλοιπα, παρά την ύπαρξη εκτενών αναφορών, παραμένουν αδιευκρίνιστα
αρκετά στοιχεία όσον αφορά στην αρχιτεκτονική και τα ευρήματα τους.
Με ασφάλεια θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι τουλάχιστον τρία από τα
αποκαλυφθέντα κτίρια (Κτίριο Γ, Ναός, Κτίριο των Τοιχογραφιών) λειτουργούσαν
ως οργανωμένα αστικά ιερά κατά την ΥΕ ΙΙΙ Β περίοδο με βάση τα αρχιτεκτονικά
χαρακτηριστικά και τον κινητό εξοπλισμό τους. Η παρούσα μελέτη συμπεριλαμβάνει
και τη λεγόμενη Οικία Τσούντα, καθώς και το Μέγαρο, κτίρια τα οποία ανήκουν στα
χωρικά πλαίσια του Θρησκευτικού Κέντρου και πιθανότατα συνδέονται λειτουργικά
με τα ιερά.
Η τοπογραφία και η πολεοδομική οργάνωση του ΝΔ τμήματος της ακρόπολης
φαίνεται ότι έπαιξαν σημαντικό ρόλο για την τελική διαμόρφωση του Θρησκευτικού
Κέντρου. Οι ήδη διαμορφωμένοι χώροι του Ταφικού Κύκλου Α και των κτιρίων στα
νότια και ΝΑ του, καθώς και ένα σύνολο «κτιρίων με διάδρομο» στα ΝΑ επέβαλαν
τον χωρικό περιορισμό του Θρησκευτικού Κέντρου σε μια πιθανόν αδόμητη έκταση
της ΝΔ κλιτύος. Η ανέγερση των κτιρίων έλαβε υπόψη το επικλινές έδαφος της
ακρόπολης, καθώς χρησιμοποιήθηκαν τρία διαφορετικά άνδηρα για την
ανοικοδόμηση με αποτέλεσμα να παρατηρείται υψομετρική διαφορά τουλάχιστον 8
μέτρων. Κατά συνέπεια, ο προσανατολισμός των ιερών και των παρακείμενων
αύλειων χώρων πιθανότατα υπήρξε αποτέλεσμα της διαμόρφωσης των ανδήρων και
των περιορισμών που έθεταν τα παρακείμενα κτιριακά συγκροτήματα και το τείχος.
Η τοπογραφία του Θρησκευτικού Κέντρου επέτρεπε την οπτική επαφή με το
ανακτορικό συγκρότημα στο ανώτερο άνδηρο της ακρόπολης. Παράλληλα τα κτίρια,
ορισμένα από τα οποία πιθανόν είχαν και δεύτερο όροφο, εξασφάλιζαν ορατότητα,
όπως και τα παρακείμενα κτίρια της ΝΔ κλιτύος, προς τα οικιστικά και ταφικά
μνημεία εκτός των τειχών, καθώς και προς την Αργολική πεδιάδα. Περιορισμένη

141
. Μυλωνάς 1972.
142
. Στη σειρά Well Built Mycenae όπου παρουσιάζονται τα πορίσματα των Ελληνο-Βρετανικών
ανασκαφών εντός της ακρόπολης έχει δημοσιευτεί πλήρως μέχρι σήμερα μόνο ο λεγόμενος Ναός
(1999), ενώ τα υπόλοιπα κτίρια του Θρησκευτικού Κέντρου βρίσκονται υπό μελέτη και έκδοση.
Επίσης έχουν δημοσιευτεί οι αύλειοι χώροι 34 και 36 μεταξύ του Ναού και του Κτιρίου των
Τοιχογραφιών, οι στεγασμένοι χώροι στο νότιο τμήμα του Κτιρίου των Τοιχογραφιών (2007), καθώς
και τα μετανακτορικά στρώματα από το Θρησκευτικό Κέντρο και την ευρύτερη περιοχή (2011).

55
ωστόσο ήταν η ορατότητα για τους εισερχόμενους στους αύλειους χώρους, οι οποίοι
είχαν λειτουργική συνάφεια με τα πέντε κτίρια και διέθεταν σταθερές κατασκευές με
πιθανό ενεργό ρόλο στην τέλεση οργανωμένης λατρείας.
Τα βασικά κατασκευαστικά χαρακτηριστικά των κτιρίων του Θρησκευτικού
Κέντρου συνοψίζονται ως εξής: αρχιτεκτονική ποικιλία και ιδιομορφία, αυτονομία
στο χώρο, γειτνίαση με αύλειους χώρους, επιμέλεια της κατασκευής (ανακαινίσεις
και ανανεώσεις, γραπτός διάκοσμος, επιλεκτική χρήση πωρόλιθου και κροκαλοπαγή
λίθου).
Παρά τις όποιες ασάφειες αναφορικά με την οργάνωση του οδικού δικτύου
της ακρόπολης κατά την ΥΕ ΙΙΙ Β περίοδο, τα διαθέσιμα στοιχεία υποδεικνύουν ότι
το Θρησκευτικό Κέντρο διέθετε πρόσβαση σε κύριες οδικές αρτηρίες μέσω των
οποίων συνδεόταν με χώρους συμβολικής και κοινωνικοοικονομικής σπουδαιότητας.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της λεγόμενης Πομπικής Οδού, η οποία μέσω
ενός συστήματος δευτερευόντων οδικών αρτηριών και πυλών143 κατέληγε στους
αύλειους χώρους στην ανατολική είσοδο του Θρησκευτικού Κέντρου (Εικ. 8)144.
Τα επιμέρους κατασκευαστικά χαρακτηριστικά της Πομπικής Οδού, η οποία
ανασκάφτηκε πλήρως τη δεκαετία του 1960 από τον Γ. Μυλωνά με την αφαίρεση
τμήματος αναλημματικού τοίχου της Ελληνιστικής εποχής, υποδηλώνουν τον
πολυτελή χαρακτήρα της αρτηρίας. Συγκεκριμένα αποκαλύφθηκε τμήμα λίθινης
κλίμακας, δάπεδο από λευκό ασβεστοκονίαμα στο διάδρομο, κατά χώραν ακέραιο
κατώφλι από κροκαλοπαγή λίθο που ανήκε σε ξύλινη δίφυλλη θύρα, καθώς και
θραύσματα τοιχογραφιών με γραμμική διακόσμηση και παραστάσεις αρμάτων τα
οποία θεωρούνται τμήματα της διακόσμησης του πρόθυρου145.
Δυστυχώς η μεγάλη διάβρωση του εδάφους και η εντατική Ελληνιστική
οικοδομική δραστηριότητα είχαν ως αποτέλεσμα να μην διασωθεί μεγάλο μέρος της
οδικής αρτηρίας και της αφετηρίας της. Ωστόσο η χωροθέτηση της Πομπικής Οδού
στον άξονα της μνημειακής ΝΔ Μεγάλης Κλίμακας, η οποία ανεγέρθηκε τον 13 ο
αιώνα π.Χ για την παροχή πρόσβασης στο ανακτορικό συγκρότημα από τα ΝΔ,
καθώς και η ταυτόχρονη κατασκευή και εγκατάλειψή τους146, πιθανότατα

143
. Η συνέχεια της Πομπικής Οδού προς βορρά ονομάστηκε από τον Γ. Μυλωνά «Διάδρομος
Τσούντα». Το δάπεδο της συγκεκριμένης οδικής αρτηρίας, η οποία έχει προταθεί ότι ήταν στεγασμένη,
έφερε επικάλυψη από λευκό ασβεστοκονίαμα. Μυλωνάς 1972, 20. 1983, 130-133. French 2002, 85.
144
. Μυλωνάς 1972, 17-21. French 2002, 85.
145
. Μυλωνάς 1972, 17-19. 1983, 128-130. Albers 2004, 121. Castleden 2005, 149.
146
. Κατά τη μετανακτορική περίοδο η Πομπική Οδός εγκαταλείφθηκε πλήρως όπως υποδεικνύουν οι
οικίες που οικοδομήθηκαν στην περιοχή. Μυλωνάς 1983, 132. Iakovidis 2003, 120.

56
αντικατοπτρίζει τη λειτουργική τους σύνδεση στο πλαίσιο ενός οργανωμένου
πολεοδομικού σχεδίου.
Αναφορικά με την πρόσβαση από τα δυτικά, μία σειρά επιμελημένων οδικών
αρτηριών παρείχαν πρόσβαση στα ιερά από τα κύρια τοπόσημα της ανακτορικής
πολεοδομικής οργάνωσης, την Πύλη των Λεόντων και τον Ταφικό Κύκλο Α.
Απόληξη του ανωτέρω οδικού δικτύου αποτελούσε ο λεγόμενος Διάδρομος 4147,
χώρος με ιδιαίτερη χωρική και λειτουργική σπουδαιότητα εξαιτίας του εντοπισμού
ενός συνόλου πινακίδων Γραμμικής Β, μοναδικών στην ευρύτερη περιοχή του
Θρησκευτικού Κέντρου, οι οποίες καταγράφουν προσφορές προς θεότητες και
προσωπικό πιθανόν συσχετιζόμενο με τα ιερά148 (Βλέπε Παράρτημα).
H ύπαρξη πυλών στις διαμορφωμένες οδικές αρτηρίες που οδηγούσαν στο
Θρησκευτικό Κέντρο καθιστούσε την πρόσβαση ελεγχόμενη και επιπλέον προσέδιδε
μνημειακότητα. Παράλληλα εκτός των ανωτέρω αρτηριών, πρόσβαση επιτυγχανόταν
και μέσω ενός ιδιαίτερα στενού περάσματος κατά μήκος του τείχους. Η χρήση της
συγκεκριμένης διόδου έχει συσχετιστεί κυρίως με τη λειτουργία του Κτιρίου των
Τοιχογραφιών και τους μηχανισμούς πρόσβασης σε αυτό, ζητήματα με αρκετές
ασάφειες εξαιτίας της έλλειψης τελικής δημοσίευσης.
Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι πρόσφατα ο Κ. Wardle έθεσε το ζήτημα
της χρονολόγησης της επέκτασης του τείχους στη δυτική κλιτύ της ακρόπολης.
Προτείνοντας μεταγενέστερη της ανοικοδόμησης των ιερών χρονολόγηση ουσιαστικά
υποστήριξε ότι τα κτίρια που αποτελούν το Θρησκευτικό Κέντρο ανεγέρθηκαν εκτός
των τειχών στο πρώτο μισό του 13ου αιώνα π.Χ. και μεταγενέστερα ενσωματώθηκαν
στον πολεοδομικό ιστό της ακρόπολης149. Η άποψη αυτή, αν και επισφαλής και μη
επαρκώς τεκμηριωμένη, παρουσιάζει ενδιαφέρον καθώς θα μπορούσε να θέσει σε νέα
βάση τόσο την πολεοδομική οργάνωση της ακρόπολης, όσο και τον λειτουργικό ρόλο
των ιερών. Παράλληλα η πρόταση της E. French για πιθανή ύπαρξη δυτικής πύλης
στο τείχος κάτω από τον Ελληνιστικό πύργο αποτελεί μια εναλλακτική λύση για το
ζήτημα της πιθανής προσβασιμότητας των ιερών από το εξωτερικό τμήμα150.
Στα αποκαλυφθέντα κτίρια του Θρησκευτικού Κέντρου κατά τη διάρκεια της
πολυετούς ανασκαφικής τους διερεύνησης αποδόθηκαν ποικίλες ονομασίες. Στην
παρούσα μελέτη θα χρησιμοποιηθεί η ονοματολογία του Γ. Μυλωνά, καθώς υπήρξε ο

147
. Albers 1994, 15. Taylour 1963, 35-46.
148
. Chadwick 1962, 54-67. Bendall 2007, 258.
149
. Wardle 2003, 323-325.
150
. French & Taylour 2007, Fig. 6. French 2002, 92.

57
πολυγραφότερος των μελετητών που ασχολήθηκαν με το Θρησκευτικό Κέντρο και η
ονοματολογία του υιοθετείται πλέον από την πλειονότητα των ερευνητών στις
Ελληνικές και διεθνείς μελέτες151.

Το Κτίριο Γ

Το Κτίριο Γ, γνωστό στη βιβλιογραφία και ως Ιερό της Οικίας Τσούντα, ανεγέρθηκε
στο ανώτερο άνδηρο του Θρησκευτικού Κέντρου με προσανατολισμό ΒΔ-ΝΑ.
Οριοθετείται στα ανατολικά της Πομπικής Οδού και στα δυτικά του διαδρόμου 4,
στους οποίους είχε άμεση πρόσβαση μέσω ενός διαμορφωμένου αύλειου χώρου. Η
παρούσα κατάσταση διατήρησης του κτιρίου αποτελεί το τελικό στάδιο μιας
εξελικτικής πορείας, της οποίας τα στάδια δεν είναι σαφή λόγω της έλλειψης μελέτης
της στρωματογραφίας (Εικ. 9)152. Παρά το γεγονός ότι δύο είναι τα βασικά διακριτά
οικοδομικά στάδια, η πρόσφατη μελέτη της G. Albers προτείνει την ύπαρξη
τουλάχιστον τεσσάρων, τα οποία έλαβαν μάλιστα χώρα σε σύντομο χρονικό
διάστημα, βασιζόμενη στους τοίχους με αποκλίνοντα προσανατολισμό και την
αλληλουχία των δαπέδων153. Η πρωιμότερη οικοδομική φάση τοποθετείται χρονικά
στην ΥΕ ΙΙΙ Α2/ΙΙΙ Β1 περίοδο, τα ελάχιστα όμως σωζόμενα στοιχεία (τμήματα
τοίχου και δαπέδου) δεν επιτρέπουν την εξαγωγή συμπερασμάτων για τη μορφή του
κτιρίου ή τη συσχέτισή του με την τέλεση λατρείας.
Περισσότερες πληροφορίες είναι διαθέσιμες για το μονόχωρο κτίριο
(διαστάσεων 4,9x3,2μ), το οποίο ανεγέρθηκε πάνω από τα προαναφερθέντα
κατάλοιπα και αποτελούνταν από ένα ορθογώνιο δωμάτιο (δωμάτιο Γ) με είσοδο στη
ΒΔ πλευρά154. Δεν υπάρχουν στοιχεία για τη διαμόρφωση του χώρου στα ΒΔ,
πιθανότατα όμως ήταν υπαίθριος, χωρίς να έχει διατηρηθεί κάποια σταθερή
κατασκευή. Η σύνδεση του μονόχωρου κτιρίου με λατρευτικές δραστηριότητες
βασίστηκε σε έμμεσα στοιχεία και κυρίως στη διατήρηση και ενσωμάτωσή του κατά
τις μεταγενέστερες οικοδομικές φάσεις σε ένα οικοδόμημα με σαφή θρησκευτική
χρήση.

151
. Βλέπε Albers 1994, Tabelle 2 για μια συνολική παρουσίαση των ονομάτων που έχουν αποδοθεί
στα κτίρια και τα δωμάτιά τους μέσα σε έναν αιώνα ανασκαφής και μελέτης.
152
. Το κτίριο ερευνήθηκε μεταξύ του 1886 και του 1972 διαδοχικά από τους Χ. Τσούντα, A. Wace και
Γ. Μυλωνά χωρίς ωστόσο μέχρι στιγμής να έχει δημοσιευθεί πλήρως.
153
. Albers 1994, 22.
154
. Hiesel 1990, 18-19.

58
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο εξοπλισμός του δωματίου Γ, κατά κύριο
λόγο αντικείμενα κύρους, ο οποίος διακρίνεται για την ποικιλία ως προς το
σχηματολόγιο και τα υλικά κατασκευής 155. Τα ελλιπή όμως ανασκαφικά στοιχεία και
η συνεχής χρήση του χώρου καθιστούν προβληματική τη συσχέτιση των ευρημάτων
αυτών με κάποια συγκεκριμένη οικοδομική φάση156. Επίσης δεν είναι σαφές αν τα
δημοσιευμένα ευρήματα αποτελούν το σύνολο των ευρεθέντων αντικειμένων από το
συγκεκριμένο δωμάτιο ή ένα μέρος αυτών. Είναι χαρακτηριστικό ότι υπάρχουν
αόριστες αναφορές για την εύρεση κεραμικής στο χώρο, ωστόσο δεν υπάρχει καμία
πληροφορία για το σχηματολόγιο, την ποσότητα ή τη χρονολόγησή της.
Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι τα δημοσιευμένα κινητά ευρήματα
περιλαμβάνουν σχεδόν αποκλειστικά κοσμήματα σε ιδιαίτερα σπάνια σχήματα,
τίθεται το ερώτημα αν έγινε κάποια επιλεκτική παρουσίαση των συγκεκριμένων
αντικειμένων στις ανασκαφικές αναφορές ή αν όντως το δωμάτιο Γ σχετιζόταν με
διαδικασίες αποθήκευσης/φύλαξης αντικειμένων, τα οποία είχαν κάποιον ιδιαίτερο
χρηστικό και συμβολικό ρόλο κατά την τέλεση της λατρείας 157. Στον ίδιο χώρο
αποκαλύφθηκε και το γνωστό πλακίδιο από ασβεστοκονίαμα με παράσταση γυναικών
εκατέρωθεν οκτώσχημης ασπίδας158. Δυστυχώς η κατάσταση διατήρησης του
αντικειμένου δεν επιτρέπει την παρατήρηση των λεπτομερειών της παράστασης, η
οποία έχει ερμηνευθεί ως θρησκευτική159.
Μία σειρά αρχιτεκτονικών παρεμβάσεων κατά το πρώτο μισό του 13ου αιώνα
π.Χ. είχαν ως αποτέλεσμα την αναδιάρθρωση του ανώτερου ανδήρου και τη

155
. Βρέθηκαν πολυάριθμα κοσμήματα (γυάλινες και οστέινες χάντρες, γυάλινα περίαπτα από τα οποία
ξεχωρίζουν ένα από τη Μεσοποταμία διακοσμημένο με οκτάκτινο αστέρι, ένα σε σχήμα ανθεμίου και
τρία ημιανάγλυφα σε μορφές γυναικών, σκαραβαίος της εποχής του Αμένοφι ΙΙΙ), ένθετη διακόσμηση
επίπλου ή κιβωτίου (τμήμα ανάγλυφου φτερού από ελεφαντοστό, πιθανόν τμήμα μυθολογικού όντος,
τμήμα ανάγλυφης χαίτης ζώου). Επίσης ο Χ. Τσούντας αναφέρει την ύπαρξη αντικειμένων από
ήλεκτρο και χρυσό χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις για την ποσότητα και την τυπολογία τους. Albers
1994, 22-23. Cline 1995, 98-100.
156
. Τα ευρήματα βρέθηκαν στο μοναδικό δάπεδο του χώρου καθώς και στην επίχωση του δωματίου.
Albers 1994, 22.
157
. Ο Χ. Τσούντας πρώτος απέδωσε στο δωμάτιο Γ αποθηκευτική χρήση για τελετουργικό εξοπλισμό.
Ο Γ. Μυλωνάς υποστήριξε ότι το δωμάτιο μετά την ενσωμάτωσή του στο μεταγενέστερο κτίριο έπαιζε
το ρόλο του αδύτου. Την άποψη του «θρησκευτικού χώρου φύλαξης» υποστηρίζει και η G. Albers
λαμβάνοντας υπόψη την χαρακτηριστική θέση του δωματίου πίσω από τον κυρίως λατρευτικό χώρο
κατά την περίοδο επέκτασης του κτιρίου. Μυλωνάς 1972, 24. Albers 1994, 23.
158
. Τσούντας 1887, πίν 10, αρ. 2.
159
. Ο G. Rodenwaldt πρώτος υποστήριξε ότι στο κάτω τμήμα της ασπίδας διακρινόταν πόδια και στο
άνω τμήμα ίχνη προσώπου λευκού χρώματος. Σύμφωνα με την παραπάνω ερμηνεία πίσω από την
ασπίδα υπήρχε γυναικεία μορφή, μια θεότητα του πολέμου την οποία λάτρευαν οι γυναικείες μορφές
εκατέρωθέν της. Rodenwaldt 1912, 129. Hiesel 1990, 19. Albers 1994, 23. Η ανωτέρω αποκατάσταση
της κεντρικής μορφής του πλακιδίου έχει κατά καιρούς αμφισβητηθεί, καθώς η φθορά της επιφάνειας
είναι μεγάλη, χωρίς ωστόσο να αμφισβητηθεί και ο θρησκευτικός χαρακτήρας του αντικειμένου.
Μυλωνάς 1972, 28-29. 1983, 133.

59
διαμόρφωση ενός χώρου που με ασφάλεια θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως αστικό
ιερό: το μονόχωρο κτίριο περικλείστηκε από ισχυρούς τοίχους και επεκτάθηκε στα
ΒΔ με την προσθήκη ενός νέου στεγασμένου χώρου (δωμάτιο Γ1)160, προστέθηκαν
σταθερές κατασκευές στο εσωτερικό του νέου δωματίου, οριοθετήθηκε με σαφήνεια
αύλειος χώρος στα ΒΔ μέσω του οποίου επιτυγχανόταν η επικοινωνία με την
ανατολική και τη δυτική οδική αρτηρία.
Το σύνολο των σταθερών κατασκευών στο δωμάτιο Γ1 διακρίνεται για την
ποικιλία ως προς το σχήμα, τα χρησιμοποιούμενα υλικά και πιθανόν τη χρήση.
Συγκεκριμένα στη ΒΑ μακριά πλευρά ο φυσικός βράχος (πλάτους έως και 1μ., ύψους
0,45μ.) ισοπεδώθηκε και καλύφθηκε με ασβεστοκονίαμα έχοντας με αυτόν τον τρόπο
διαμορφωθεί σε ένα είδος θρανίου161. Επίσης στο μέσον του νότιου τμήματος του
δωματίου αποκαλύφθηκε μία πήλινη κατασκευή, μοναδική στο είδος της,
αποτελούμενη από μία πήλινη πεταλόσχημη εξέδρα (1,33 x 1,29μ.), ένα παχύ
δακτύλιο από πηλό (0,57 x 0,40μ.) με κεντρικό βύθισμα (διαμέτρου 0,16μ., βάθους
0,12μ.) και ένα ημικυλινδρικό έξαρμα, εφαπτόμενα και τα δύο στην εξέδρα.
Ολόκληρη η κατασκευή έφερε επικάλυψη με ασβεστοκονίαμα και μάλιστα
στην περίπτωση της πεταλόσχημης εξέδρας έχουν διαγνωστεί τουλάχιστον επτά
επάλληλες στρώσεις162. Γύρω από την κατασκευή αποκαλύφθηκε λιπαρό σταχτοειδές
χώμα163, ενώ δεν διαπιστώθηκε ύπαρξη στρώματος καύσης. Το ιδιαίτερο σχήμα της
κατασκευής αυτής σε συνδυασμό με την τοποθέτησή της στον άξονα της εισόδου και
την ευρεθείσα κεραμική υποδεικνύουν ότι αποτελούσε το κύριο σημείο κατεύθυνσης
του βλέμματος στο κτίριο μετά την επέκτασή του και συνδεόταν άμεσα με την τέλεση
λατρείας.
Στα ΒΔ της πήλινης κατασκευής αποκαλύφθηκε ένας ογκόλιθος εδραζόμενος
σε λίθους στο φυσικό βράχο, κάτω από το δάπεδο του δωματίου, για τη χρήση του
οποίου έχουν προταθεί ποικίλες ερμηνείες. Ο Γ. Μυλωνάς, θεωρώντας ότι ο
ογκόλιθος είναι σύγχρονος της πεταλόσχημης κατασκευής, υποστήριξε ότι υπήρχε

160
. Τα στοιχεία για την επικοινωνία μεταξύ του νέου και του πρωιμότερου χώρου είναι αντιφατικά. Ο
Α. Wace είχε αναφέρει την ύπαρξη θρανίου στο ΝΔ τοίχο του δωματίου Γ1 με αποτέλεσμα να
καθίσταται απροσπέλαστος ο χώρος Γ μετά την επέκταση του κτιρίου. Wace 1951, 254. Αντίθετα ο Γ.
Μυλωνάς παρατήρησε την ύπαρξη κατωφλίου και λίθινης βαθμίδας, πιθανόν το «θρανίο» στις
αναφορές του Α. Wace. Η άποψη του Γ. Μυλωνά έχει υιοθετηθεί από την πλειονότητα των μελετητών
και στα περισσότερα δημοσιευμένα σχέδια του κτιρίου κατά τη φάση επέκτασης σημειώνεται άνοιγμα
θύρας μεταξύ των χώρων Γ και Γ1. Μυλωνάς 1977, 19-22. 1983, εικ. 103. Hiesel 1990, Abb. 9. Albers
1994, 23. Whittaker 1997, 167.
161
. Μυλωνάς 1972, 25.
162
. Μυλωνάς 1983, 135.
163
. Μυλωνάς 1983, 135.

60
λειτουργική σχέση ανάμεσά τους: ο πρώτος λειτουργούσε ως «θυσιαστήριον» ενώ ο
δεύτερος ως αποδέκτης χοών κατά τις οποίες χρησιμοποιούνταν το αίμα των
θυσιασμένων ζώων164. Αντίθετα ο A. Wace συνέδεσε στρωματογραφικά τον
ογκόλιθο με την επόμενη χρονολογική φάση του κτιρίου υποστηρίζοντας ότι, καθώς
ήταν καλυμμένος ως επί το πλείστον με κονίαμα, λειτουργούσε ως βάση κίονα165.
Την τελευταία άποψη υιοθέτησαν οι Ε. French και G. Albers επισημαίνοντας ωστόσο
την έλλειψη ασφαλών στρωματογραφικών στοιχείων166. Η άποψη για τη χρήση του
ογκόλιθου ως βάση κίονα θα μπορούσε να ενισχυθεί τόσο από τις διαστάσεις του
δωματίου (6,45x4,5μ), όσο και από την έλλειψη οποιασδήποτε ένδειξης τέλεσης
θυσιών ζώων στο συγκεκριμένο χώρο.
Όσον αφορά στα κινητά ευρήματα περιορίζονται αποκλειστικά σε κεραμική
και σε ορισμένες περιπτώσεις συνδέονται χωρικά, πιθανόν και λειτουργικά, με τις
σταθερές κατασκευές του δωματίου Γ1. Συγκεκριμένα, πλησίον της πεταλόσχημης
εξέδρας βρέθηκε ένα τρίωτο αβαθές αγγείο, ενώ στην αύλακα που σχηματίζεται
ανάμεσα στην εξέδρα και τον δακτύλιο αποκαλύφθηκε κατά χώραν το στόμιο ενός
δίωτου μαγειρικού αμφορέα στερεωμένο στο δάπεδο167. Επίσης αναφέρεται η εύρεση
τριών ακέραιων μικκύλων αγγείων (κύλικα, υδρία και σκύφος), καθώς και οστράκων
ρυτού χωρίς να παρέχονται περαιτέρω στοιχεία168.
Περαιτέρω εργασίες ανακαίνισης έλαβαν χώρα στο κτίριο πιθανόν στις αρχές
της ΥΕ ΙΙΙ Β2 περιόδου Ο Γ. Μυλωνάς απέδωσε την ανακαίνιση σε φθορές που
προκλήθηκαν από σεισμό169, δεν υπάρχουν όμως επαρκή στοιχεία για την υποστήριξη
της άποψης αυτής. Τα βασικά αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά της προγενέστερης
οικοδομικής φάσης διατηρήθηκαν στο κτίριο και τον παρακείμενο αύλειο χώρο.
Σημαντικές όμως αλλαγές σημειώθηκαν στο εσωτερικό του κτιρίου, καθώς η
μερική επιχωμάτωση του δωματίου Γ1 είχε ως αποτέλεσμα την κάλυψη με παχύ
στρώμα πηλού και κατά συνέπεια την αχρήστευση τόσο της πεταλόσχημης εξέδρας
με τις συμπληρωματικές κατασκευές της, όσο και του θρανίου170. Η μέριμνα όμως για
κατασκευή νέου δαπέδου από ασβεστοκονίαμα υποδεικνύει ότι το δωμάτιο, το οποίο

164
. Μυλωνάς 1972, 25. 1977, 21. 1983, 136.
165
. Wace 1951, 255.
166
. French 1981, 44. Albers 1994, 24.
167
. Wace 1951, 254. French 1981, 45. Μυλωνάς 1983, 135.
168
. Μυλωνάς 1983, 135.
169
. Μυλωνάς 1983, 136.
170
. Μυλωνάς 1983, 136. Hiesel 1990, 19.

61
μετά την ανακαίνισή του συμβατικά ονομάζεται Γ2, εξακολούθησε να έχει κάποια
χρήση, η οποία όμως δεν απαιτούσε τις συγκεκριμένες σταθερές κατασκευές.
Επίσης στο εσωτερικό του κτιρίου δεν αναφέρεται ύπαρξη κινητών
ευρημάτων, εκτός ενός κυκλικού πήλινου αντικειμένου (διαμέτρου 0,75μ) κατά
χώραν τοποθετημένου στο ΒΑ τμήμα. Το ανωτέρω εύρημα, το οποίο συνδέεται με
χονδροειδή όστρακα και στρώμα καύσης, περιγράφεται από τον Γ. Μυλωνά ως
«ἐλλειψοειδής δακτύλιος κατασκευασμένος ἐκ πηλού, εἰς τόν ὁποῖον εἶχον ἐνσφηνωθεῖ
ἀραιῶς καί εἰς ἀνίσους ἀποστάσεις ὂστρακα χονδροειδῶν ἀγγείων...Τέφρα, μελανόν
καμένον χῶμα καί μικροσκοπικά ψήγματα ξυλανθράκων ἐκάλυπτον τό τμῆμα
τοῦτο…Εἶναι προφανές ὃτι τό ἐλλειψοειδές κατασκεύασμα ἐχρησίμευε διά τήν ἀπόθεσιν
τῆς τέφρας τῶν θυσιῶν ἀκόμη δέ καί διά σπονδάς»171.
Η S. Lupack ερμήνευσε το πήλινο εύρημα ως εστία, κατασκευασμένη από
πηλό και όστρακα, η οποία πιθανόν αντικατέστησε λειτουργικά την πεταλόσχημη
κατασκευή172. Οι δημοσιευμένες ωστόσο ανασκαφικές φωτογραφίες 173 αποδεικνύουν
ότι ο αποκαλούμενος «βόθρος» ή «εστία» αποτελούσε τμήμα ενός μεγάλου
χονδροειδούς αγγείου, κάδου σύμφωνα με τις E. French και G. Albers174,
τοποθετημένου στο δάπεδο πλησίον της ανοιχτής εισόδου του κτιρίου.
Στον άξονα του ανωτέρω αγγείου, στον αύλειο χώρο αποκαλύφθηκε μια
ορθογώνια εξέδρα κατασκευασμένη από πιεσμένο χώμα, μικρούς λίθους και όστρακα
(2,50 x 1,10μ)175. Η άνω επιφάνειά της έφερε τρεις τουλάχιστον στρώσεις λευκού
ασβεστοκονιάματος, το οποίο έχει εν μέρει διασωθεί. Η εξέδρα επεκτεινόταν στα
ανατολικά με μια σειρά πωρόλιθων, δύο εκ των οποίων έχουν διασωθεί κατά χώραν,
οι οποίοι έφεραν ορθογώνιους τόρμους πιθανότατα για τη στερέωση κάποιας
κατασκευής. Οι μικρές διαστάσεις των τόρμων αποδεικνύουν ότι η κατασκευή, την
οποία στήριζαν, δεν είχε ιδιαίτερο βάρος και ήταν από φθαρτό υλικό, πιθανόν ξύλο.
Οι περισσότεροι μελετητές υιοθετούν την άποψη του Γ. Μυλωνά ότι το
πιθανότατα ξύλινο επίθημα αποτελούσε μια χρηστική επιφάνεια άμεσα
συσχετιζόμενη με την τέλεση θρησκευτικών τελετουργιών και ότι ολόκληρη η
ορθογώνια σταθερή κατασκευή λειτουργούσε ως ένα είδος βωμού176. Η άμεση
γειτνίαση της ανωτέρω κατασκευής με τον σύγχρονο πήλινο κάδο στο δάπεδο της
171
. Μυλωνάς 1972, 22.
172
. Lupack 2008, 140.
173
. Μυλωνάς 1972, πίν. IVα..
174
. French 1981, 45. Albers 1994, 25.
175
. Μυλωνάς 1972, 21 & πίν. ΙΙΙβ, IVα.
176
. Μυλωνάς 1972, 21-22. Hiesel 1990, 19. Albers 1994, 25. French 2002, 87. Lupack 2008, 140.

62
εισόδου αποτελεί ένα ισχυρό στοιχείο για τη λειτουργική σύνδεση του μεγάλου
αγγείου με τις δραστηριότητες εξωτερικά του Κτιρίου Γ.
Η ανέγερση της σταθερής κατασκευής-βωμού στον αύλειο χώρο εντάσσεται
σε μια σειρά παρεμβάσεων (κατάργηση των εσωτερικών σταθερών κατασκευών,
ανακαίνιση του χώρου Γ2) στο ανώτερο άνδηρο του Θρησκευτικού Κέντρου κατά το
δεύτερο μισό του 13ου αιώνα π.Χ., οι οποίες συμπίπτουν χρονικά με την καθιέρωση
της δυτικής και της ανατολικής οδικής αρτηρίας για την πρόσβαση στο χώρο των
ιερών. Αναδεικνύεται με αυτόν τον τρόπο το εξωτερικό τμήμα του Κτιρίου Γ ως
χώρος ιδιαίτερης χωροταξικής και τελετουργικής σπουδαιότητας αποτελώντας το
πρώτο σημείο στάσης για κάθε εισερχόμενο στο Θρησκευτικό Κέντρο. Η περιοχή του
Κτιρίου Γ και του παρακείμενου αύλειου χώρου έπαψε να αποτελεί πεδίο τέλεσης
λατρείας στο τέλος της ΥΕ ΙΙΙ Β2 περιόδου, παράλληλα με την κατάργηση της
χρήσης της οδικής αρτηρίας στα ανατολικά.

Ο Ναός

Ο λεγόμενος Ναός ανασκάφτηκε στη δεκαετία του 1960 από τη Βρετανική


Αρχαιολογική Σχολή υπό τον W. Taylour και αποτελεί το μόνο μέχρι στιγμής πλήρως
δημοσιευμένο κτίριο του Θρησκευτικού Κέντρου. Αναφέρεται από τον Γ. Μυλωνά
ως «Κτίριον των Ειδώλων»177, στην παρούσα όμως μελέτη θα χρησιμοποιεί η
ορολογία της τελικής δημοσίευσης των A. Moore και W. Taylour 178.
Ο Ναός θεμελιώθηκε στο κατώτερο άνδηρο του Θρησκευτικού Κέντρου κατά
την ΥΕ ΙΙΙ Β1 περίοδο και παρέμεινε σε χρήση έως και το τέλος ΥΕ ΙΙΙ Β2
περιόδου179. Το κτίριο με προσανατολισμό Β-Ν εφάπτεται στα ανατολικά του
δυτικού τοίχου του Μεγάρου, στα βόρεια γειτνιάζει με αποθηκευτικούς χώρους, ενώ
στα δυτικά με το Κτίριο των Τοιχογραφιών και το τείχος. Η ανέγερση του κτιρίου στο
συγκεκριμένο ήδη πυκνοδομημένο τμήμα της ακρόπολης είχε ως αποτέλεσμα την
ιδιαίτερα περιορισμένη ορατότητα των ισόγειων χώρων του. Παράλληλα όμως
εξασφάλιζε επικοινωνία τόσο με τα παρακείμενα κτίρια και τους συνδεόμενους με
αυτά αύλειους χώρους, όσο και με τις βασικές οδικές αρτηρίες πρόσβασης στο
Θρησκευτικό Κέντρου μέσω: α) ενός διαμορφωμένου αύλειου χώρου στα νότια, β)
ενός διαδρόμου στα νότια του Μεγάρου και γ) της μικρής λίθινης κλίμακας μεταξύ
177
. Μυλωνάς 1972, 29-30. 1983, 142-144.
178
. Moore & Taylour 1999.
179
. Taylour 1981, 12-13.

63
του Μεγάρου και του Κτιρίου Γ. Επίσης το κτίριο ήταν δυνατόν να προσεγγιστεί από
Ν και ΝΔ μέσω της στενής διόδου κατά μήκος του τείχους180.
Με βάση τα σωζόμενα στοιχεία ο Ναός ήταν ένα επίμηκες κτίριο διαστάσεων
περίπου 11,90x7,50μ. και διέθετε τουλάχιστον ισόγειους χώρους (Εικ. 10). Για την
ανοικοδόμησή του έλαβαν χώρα εκτεταμένες ισοπεδώσεις του φυσικού βράχου. Τα
αρχιτεκτονικά στοιχεία υποδεικνύουν την ύπαρξη δύο διακριτών περιόδων χρήσης, οι
οποίες σηματοδοτήθηκαν από αλλαγές στην εσωτερική διαρρύθμιση του κτιρίου και
του παρακείμενου αύλειου χώρου181. Κατά την πρώτη περίοδο (ΥΕ ΙΙΙ Β1/φάση VII)
υπήρχαν τέσσερις λειτουργικοί χώροι: ο πρόδομος (δωμάτιο ΧΙ), ο κυρίως χώρος
(δωμάτιο 18), το υπερυψωμένο μικρό δωμάτιο 19, το οποίο ήταν προσβάσιμο
αποκλειστικά από το κυρίως δωμάτιο μέσω μιας κλίμακας κατά μήκος του
ανατολικού τοίχου, καθώς και ένας μικρός τριγωνικός χώρος (η λεγόμενη εσοχή) στα
ΒΔ του κυρίως χώρου.
Ο πρόδομος, ένας ορθογώνιος χώρος διαστάσεων 3,2 x 4,4μ., παρείχε
πρόσβαση από τον αύλειο χώρο στα νότια στο εσωτερικό του κτιρίου. Δεν υπάρχουν
σαφή στοιχεία για την πρόσοψη του Ναού εξαιτίας της μεταγενέστερης
ανοικοδόμησης, ωστόσο ορισμένα αρχιτεκτονικά στοιχεία (ορθογώνιος λίθος με
πιθανή χρήση ως βάση κίονα, διάταξη λίθων που πιθανόν λειτουργούσε ως κατώφλι)
οδήγησαν τους ανασκαφείς στην υπόθεση για ύπαρξη στα νότια διαμορφωμένης
θύρας αποτελούμενης ίσως από δύο εισόδους182.
Το δάπεδο του δωματίου ήταν καλυμμένο με λευκό ασβεστοκονίαμα χωρίς
ίχνη ανανέωσης. Οι σταθερές κατασκευές διακρίνονται για την ποικιλία και την
αποσπασματική κατάσταση διατήρησης: μία χαμηλή λίθινη κατασκευή κατά μήκος
του ανατολικού τοίχου καλυμμένη με στρώση πηλού, η οποία ερμηνεύθηκε ως
θρανίο183, αποσπασματική κατασκευή από πηλό και μικρούς λίθους στο μέσον του
δωματίου, η οποία εξαιτίας της τέφρας στο εσωτερικό της έχει ερμηνευθεί ως
εστία184, καθώς και υπολείμματα μιας κατασκευής από λευκό πηλό και κοινό χώμα

180
. Moore & Taylour 1999, 9-10.
181
. Οι αλλαγές τοποθετούνται χρονικά στην αρχή της ΥΕ ΙΙΙ Β2 περιόδου και πιθανότατα είναι
σύγχρονες με τις ανακαινίσεις των παρακείμενων κτιρίων του Θρησκευτικού Κέντρου (Κτίριο Γ, Οικία
Τσούντα, Μέγαρο). Moore & Taylour 1999, 1-3. Taylour 1981, 10.
182
. Taylour 1981, 51. Albers 1994, 31. Moore & Taylour 1999, 11.
183
. Η κατασκευή έχει μήκος 0,83μ. και ύψος 0,25μ. Αντίστοιχη ίσως κατασκευή (μικρό θρανίο ή
εξέδρα) έχει προταθεί ότι υπήρχε και στη δυτική πλευρά του δωματίου. Moore & Taylour 1999, 11.
184
. Moore & Taylour 1999, 11. Η G. Albers δεν αποκλείει την πιθανότητα η τέφρα να οφείλεται στην
καταστροφή του κτιρίου από πυρκαγιά και θεωρεί ασαφή τη χρήση της σταθερής κατασκευής. Albers
1994, 32.

64
στη ΒΔ γωνία. Η κατασκευή αυτή πιθανόν είχε λεκανοειδή μορφή και ήταν
τοποθετημένη δίπλα ακριβώς στην είσοδο του κυρίως δωματίου 18185.
Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι στη ΝΔ γωνία του δωματίου
διαμορφώνεται ένας ξεχωριστός στενόμακρος χώρος, καθώς ένας τοίχος σε σχήμα Γ
εφάπτεται του δυτικού τοίχου του δωματίου ΧΙ. Η ακριβής χρήση του συγκεκριμένου
χώρου δεν είναι γνωστή, καθώς στο εσωτερικό του αποκαλύφθηκαν μόνο ορισμένοι
λίθοι. Λαμβάνοντας υπόψη όμως την υψομετρική διαφορά ανάμεσα στο Μέγαρο και
το Ναό και την πρόταση για ύπαρξη κλιμακοστασίου, ώστε να επιτυγχάνεται άμεση
επικοινωνία του διαδρόμου στα νότια του Μεγάρου με τον Ναό, η θέση, το σχήμα και
η έλλειψη κινητών ευρημάτων από τον στενόμακρο χώρο ίσως υποδεικνύουν τη
χρήση του ως κλιμακοστάσιο.
Στην περίπτωση του δωματίου ΧΙ δεν έχουν εντοπιστεί κινητά ευρήματα, τα
οποία θα μπορούσαν να συσχετιστούν με την πρώτη περίοδο χρήσης του δωματίου.
Το γεγονός αυτό θα μπορούσε να αποδοθεί στις εργασίες ανακαίνισης και
καθαρισμών στις αρχές της ΥΕ ΙΙΙ Β2 περιόδου, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα την
απομάκρυνση του κινητού εξοπλισμού από τους αρχικούς χώρους χρήσης.
Αναφορικά με το κυρίως δωμάτιο του Ναού (δωμάτιο 18), ήταν προσβάσιμο
μέσω του προδόμου και μιας εισόδου επενδυμένης με ασβεστοκονίαμα. Πρόκειται
για έναν σχεδόν τετράγωνο χώρο (διαστάσεων 4,5 x 4,1μ.) ιδιαίτερης σπουδαιότητας
για τη λειτουργία του κτιρίου όπως αποδεικνύεται από την επιμελημένη κατασκευή
(επίστρωση λευκού ασβεστοκονιάματος στο δάπεδο, χρήση γραπτού κονιάματος),
τον αριθμό και τη μορφή των σταθερών κατασκευών, καθώς και την ποσότητα και
ποιότητα των συσχετιζόμενων με αυτές κινητών ευρημάτων.
Κύριο χαρακτηριστικό της εσωτερικής διαρρύθμισης του δωματίου 18 κατά
την πρώτη φάση χρήσης αποτελούσαν οι συνολικά έξι λίθινες εξέδρες, οι οποίες
κάλυπταν ολόκληρη την έκταση του βόρειου τοίχου και τμήμα του δυτικού και του
ανατολικού. Διακρίνονται από ομοιομορφία όσον αφορά στα υλικά κατασκευής και
το σχήμα, ωστόσο έχουν διαφορετικές διαστάσεις. Οι εξέδρες πιθανόν έφεραν
επικάλυψη από ασβεστοκονίαμα186. Η τοποθέτησή τους στον άξονα της εισόδου, σε
συνδυασμό με την απουσία σταθερής κατασκευής στο μέσον του δωματίου187, τις

185
. Moore & Taylour 1999, 12.
186
. Albers 1994, 32. Moore & Taylour 1999, 13.
187
. Δεν μπορεί να αποκλειστεί η πιθανότητα η ορθογώνια κατασκευή από πηλό, η οποία
κατασκευάστηκε κατά τη δεύτερη περίοδο χρήσης στο μέσον του δωματίου 18 να αντικατέστησε

65
καθιστούσε το κύριο σημείο που εστιάζονταν η προσοχή στο χώρο, ενώ παράλληλα
ήταν ορατές και από τον πρόδομο. Κατά μήκος της ανατολικής πλευράς του
δωματίου αποκαλύφθηκε μία επίπεδη κατασκευή από πηλό, η οποία επεκτείνεται και
στην αρχή της κλίμακας που οδηγούσε στο δωμάτιο 19. Το ιδιαίτερα μικρό πλάτος
(μόλις 0,15μ) καθιστούν πιθανότερη τη χρησιμοποίηση της κατασκευής αυτής ως
επιπλέον χώρο απόθεσης χρηστικών αντικειμένων ή αφιερωμάτων και όχι ως
κάθισμα.
Στο ΒΑ τμήμα του δωματίου 18 διασώθηκε σε καλή κατάσταση η κλίμακα
προς το μικρό ορθογώνιο δωμάτιο 19 (διαστάσεων 1,70 x 2,25μ), το οποίο ήταν
κατασκευασμένο σε υψηλότερο επίπεδο188. Η είσοδος σφραγίστηκε στις αρχές της
ΥΕ ΙΙΙ Β2 περιόδου με λίθινο τοιχίο καλυμμένο εξωτερικά με ασβεστοκονίαμα και το
δωμάτιο τέθηκε σε αχρηστία. Στο εσωτερικό δεν βρέθηκε κάποια σταθερή
κατασκευή, αλλά ένα ιδιαίτερα μεγάλο σύνολο κινητών ευρημάτων το οποίο
διακρίνεται για την ποικιλία ως προς τα σχήματα, τα υλικά κατασκευής και τη
λειτουργία.
Σύμφωνα με τους ανασκαφείς τα ευρήματα ήταν ατάκτως τοποθετημένα σε
ολόκληρη την έκταση του μικρού δωματίου (Εικ. 11): συνολικά 41 τροχήλατα και
χειροποίητα αγγεία189, αξιόλογος αριθμός ανθρωπόμορφων ειδωλίων 190, ειδώλια
φιδιών191, ένα ανθρωπόμορφο αγγείο192, τριποδικές τράπεζες193, ένας σκαραβαίος με

κάποια παλαιότερη αντίστοιχη κατασκευή. Δεν υπάρχουν όμως επαρκή ανασκαφικά στοιχεία για την
υποστήριξη αυτής της άποψης. Albers 1994, 32.
188
. Η υψομετρική διαφορά ανάμεσα στα δάπεδα των δύο δωματίων είναι περίπου 1,75μ. Moore &
Taylour 1999, 13.
189
. Κυριαρχούν τα ανοιχτά σχήματα κατανάλωσης υγρών και στερεών: κύλικες, κυάθια, λεκανίδια.
Επίσης βρέθηκαν σκεύη μετάγγισης όπως αρύταινες, καθώς και σέσουλες. Στον ίδιο χώρο βρέθηκαν
πώματα, ένας μικκύλος ασκός και ένα κλειστό αγγείο σχήματος «στήθους πουλιού». Τα μοναδικά
κλειστά αγγεία (γραπτή υδρία, αμφορέας) σχετίζονται με τη μεταφορά ή την προσωρινή αποθήκευση
υγρών. Moore & Taylour 1999, 32-34, 36-42, 84-86.
190
. Εκπροσωπείται τόσο λεγόμενη η ομάδα Α σύμφωνα με την κατάταξη της E. French, όσο και η
ομάδα Β. Το σχεδόν ακέραιο ειδώλιο της ομάδας Α φέρει τα χέρια στο στήθος και είναι διακοσμημένο
με παπύρους. Σύμφωνα με την Ε. French η στάση του σώματος και η διακόσμηση υποδεικνύουν ότι το
ειδώλιο αποτελεί εξελικτικό τύπο του ανθρωπόμορφου αγγείου και χρονολογείται στην ΥΕ ΙΙΙ Α2/ΙΙΙ
Β1 περίοδο. Το αποσπασματικό ειδώλιο της ομάδας Α, το οποίο φέρει ταινιωτή διακόσμηση και η
μορφή του παραπέμπει στα ειδώλια τύπου Ψ, χρονολογείται στην ΥΕ ΙΙΙ Β περίοδο. Τα ειδώλια της
ομάδας Β είναι συνολικά 17 (12 ακέραια και 5 αποσπασματικά). Πρόκειται για ειδώλια με ιδιόμορφη
όψη. Παρουσιάζουν τις ίδιες βασικές κατασκευαστικές τεχνικές των ειδωλίων της ομάδας Α, ωστόσο
είναι μονόχρωμα και παρουσιάζουν ποικιλία ως προς τη στάση των χεριών (Εικ. 12). Στο εσωτερικό
του δωματίου 19 βρέθηκε και ένα ακέραιο ειδώλιο τύπου Φ. Moore 1988. Moore & Taylour 1999, 46-
50, 89-102 & Pl. 11-22.
191
. Βρέθηκαν 7 ακέραια ειδώλια και θραύσματα ενός ακόμη. Υπάρχει σημαντική διαφοροποίηση ως
προς τις διαστάσεις και τη στάση του σώματος. Το κουλουριασμένο σώμα κάθε φιδιού ήταν
τοποθετημένο σε πήλινο δίσκο, ο οποίος διευκόλυνε τη μεταφορά και την τοποθέτησή του. Ο πηλός
παρουσιάζει μεγάλες ομοιότητες με τον πηλό των ανθρωπόμορφων ειδωλίων της ομάδας Β. Moore &
Taylour 1999, 63-64, 104-107 & Pl. 23-25.

66
επιγραφή του Αμένοφι ΙΙΙ194, κοσμήματα (χάντρες, οστέινες και χάλκινες περόνες,
χάλκινο δαχτυλίδι)195, σφραγιδόλιθοι και σφραγίσματα196. Ορισμένα από τα ανωτέρω
ευρήματα, όπως τα ανθρωπόμορφα ειδώλια της ομάδας Β και τα αυτόνομα ειδώλια
φιδιών είναι μοναδικά στο είδος τους, ενώ αξιοσημείωτη είναι η παρουσία ορισμένων
ευρημάτων πρωιμότερων χρονολογικά του κτιρίου του Ναού, όπως το
ανθρωπόμορφο αγγείο, ο σκαραβαίος, πιθανόν και το ακέραιο ανθρωπόμορφο
ειδώλιο της ομάδας Α. Σημαντικό μέρος των κοσμημάτων ήταν τοποθετημένα στο
εσωτερικό ενός άβαφου λεκανιδίου (με αριθμό 68-1402) μαζί με τον σκαραβαίο και
αντικείμενα από γυαλί και ελεφαντοστό (Εικ. 13)197.
Με βάση τα ανασκαφικά στοιχεία τα ανθρωπόμορφα ειδώλια της ομάδας Α
και το ανθρωπόμορφο αγγείο βρισκόταν ήδη σε αποσπασματική κατάσταση όταν
σφραγίστηκε το δωμάτιο 19, καθώς συνανήκοντα τμήματα αποκαλύφθηκαν τόσο
στον ίδιο χώρο, όσο και στoν τριγωνικό χώρο στα ΒΔ του δωματίου 18.
Αποσπασματικά ήταν και αρκετά από τα ειδώλια της ομάδας Β και των φιδιών,
τμήματα των οποίων επίσης αποκαλύφθηκαν στον τριγωνικό χώρο. Οι ανασκαφικές

192
. Το σώμα του ανθρωπόμορφου αγγείου έχει τη μορφή τροχήλατου απιόσχημου αγγείου χωρίς βάση.
Το κεφάλι και τα χέρια είναι πρόσθετα, κατασκευασμένα από συμπαγή πηλό. Αντίστοιχο αγγείο
βρέθηκε στις Μυκήνες από τον Γ. Μυλωνά στην περιοχή του Κτιρίου Γ, καθώς και στη Φυλακωπή. Η
Ε. French με βάση τη γραπτή διακόσμηση χρονολόγησε το ανθρωπόμορφο αγγείο στην ΥΕ ΙΙΙ Α1/2
περίοδο. Μυλωνάς 1977, 64-65 & πίν. XVI, XVII. French 1985, 215. Moore & Taylour 1999, 46, 102-
104 & Plate 11a.
193
. Βρέθηκαν τρεις τριποδικές τράπεζες (διαμέτρου 0,44μ.) κατασκευασμένες από άψητο πηλό.
Σύμφωνα με τους ανασκαφείς επρόκειτο για αρκετά εύθραυστα αντικείμενα, τα οποία
χρησιμοποιούνταν για μικρό χρονικό διάστημα πριν την οριστική τοποθέτησή τους στο δωμάτιο 19.
Moore & Taylour 1999, 71 & Pl. 26.
194
. Αντικείμενα τα οποία σχετίζονται με τον ίδιο Φαραώ (σκαραβαίοι και θραύσματα τουλάχιστον 11
ενεπίγραφων πλακιδίων από φαγεντιανή) βρέθηκαν και σε άλλα σημεία στην ακρόπολη των Μυκηνών,
χρονολογούνται στον 14ο αιώνα π.Χ. και είναι μοναδικά μέχρι στιγμής στην Ηπειρωτική Ελλάδα. Η
πρόταση ότι αποτελούσαν δώρα ιδιαίτερης αξίας και συμβολισμού, τα οποία παρέμειναν σε χρήση και
κατά τον 13ο αιώνα π.Χ. και πιθανόν συσχετιζόταν με κάποια επίσημη Αιγυπτιακή επίσκεψη στις
Μυκήνες, χρήζει περαιτέρω διερεύνησης. Moore & Taylour 1999, 113. Phillips & Cline 2005, 327∙
Cline 2007, 194.
195
. Moore & Taylour 1999, 112.
196
. Οι σφραγιδόλιθοι παρουσιάζουν ποικιλία ως προς το υλικό κατασκευής και το θεματολόγιο: ένας
από lapis lazuli με παράσταση αιγών, καθώς και τμήμα άλλου σφραγιδόλιθου από το ίδιο υλικό, ένας
γυάλινος με παράσταση αίγας και δένδρου, ένας από στεατίτη με αδιάγνωστη παράσταση. Τα δύο
αποκαλυφθέντα σφραγίσματα φέρουν παράσταση 2 γρυπών και βοοειδούς και πιθανότατα
προέρχονται από τον ίδιο σφραγιδόλιθο. CMS V, Nrs 596, 598-600. Moore & Taylour 1999, 111. Με
βάση τα αποκαλυφθέντα ευρήματα η Α. Ταμβάκη πρότεινε την ύπαρξη εργαστηρίου παραγωγής
σφραγιδόλιθων στην ευρύτερη περιοχή. Tamvaki 1974, 262.
197
. Το αγγείο περιείχε τουλάχιστον 200 χάντρες από γυαλί, καρνεόλιο, ήλεκτρο, ορεία κρύσταλλο,
lapis lazuli, καθώς και αντικείμενα καλλωπισμού από ελεφαντοστό (χτένι, σπάτουλα σε σχήμα χεριού),
ένα μικρό ειδώλιο πιθανόν ανδρικής καθιστής μορφής κατασκευασμένο από το ίδιο υλικό, ένα
σκαραβαίο από φαγεντιανή και ένα περίαπτο από ορεία κρύσταλλο σε σχήμα χήνας. Ακόμη βρέθηκε
μεγάλος αριθμός γυάλινων πλακιδίων, η πλειονότητα των οποίων με φυτικά θέματα, ενώ διακρίνονται
και δύο γυναικείες μορφές με περίτεχνο ένδυμα. Moore & Taylour 1999, 110-113 & Pl. 6.
Krzyszkowska 2007, 7, 25-26.

67
αναφορές και οι δημοσιευμένες φωτογραφίες αποδεικνύουν ότι από το μεγάλο και
ετερόκλητο σύνολο ειδωλίων στο δάπεδο του δωματίου 19 μόνο τρία ειδώλια, τα
οποία ανήκουν στην ομάδα Β, βρέθηκαν σχεδόν ακέραια, τοποθετημένα σε όρθια
στάση με τα πρόσωπα να εφάπτονται στον τοίχο του δωματίου198. Σε αντίθεση με τα
ειδώλια, τα πολυάριθμα αγγεία και οι πήλινες τράπεζες βρέθηκαν ακέραια στο βόρειο
τοίχο, κατά μήκος του οποίου ίσως υπήρχε κάποιο ξύλινο ερμάριο για την
τοποθέτησή τους199.
Στα ΒΔ του δωματίου 18 διαμορφώθηκε ένας τριγωνικός χώρος-εσοχή
(διαστάσεων 3,30x1,50μ), ο οποίος ορίζεται από τοίχους του Ναού και του ισχυρού
αναλημματικού τοίχου στα νότια της προέκτασης της Νότιας Οικίας. Η επιφάνεια της
εσοχής είναι τουλάχιστον 1,00μ. υψηλότερη από το δάπεδο του παρακείμενου
δωματίου 18200. Δεν υπάρχει ιδιαίτερη διαμόρφωση στο εσωτερικό της εσοχής, καθώς
μεγάλο τμήμα καταλαμβάνεται από τον αδιαμόρφωτο φυσικό βράχο. Η επικοινωνία
με το κυρίως δωμάτιο του κτιρίου επιτυγχανόταν από τα ΝΑ, όπου μια σειρά μικρών
λίθων σχηματίζει σύμφωνα με τους ανασκαφείς ένα «κατώφλι» ή «περβάζι».
Τα ευρήματα ήταν ακατάστατα συγκεντρωμένα πάνω στο επίπεδο λίθινο
«περβάζι» και ο βαθμός διατήρησής τους ποικίλει (Εικ. 14). Βρέθηκαν ιδιαίτερα
αποσπασματικά ειδώλια της ομάδας Α και Β καθώς και ειδώλια φιδιών, ορισμένα από
τα οποία συνανήκουν με τμήματα από το δωμάτιο 19201, θραύσματα του
ανθρωπόμορφου αγγείου και ένα σχεδόν ακέραιο ειδώλιο τύπου πρωτο-Φ που
χρονολογείται στην ΥΕ ΙΙΙ Α περίοδο202. Αντίθετα η πλειονότητα των αγγείων
(μικρός αμφορέας, χωνόσχημη κύλικα, κωνικό λεκανίδιο) σώζεται σε ακέραια μορφή,
ενώ το μοναδικό γραπτό αγγείο είναι ένα κωνικό ρυτό με ταινιωτή διακόσμηση σε
αποσπασματική κατάσταση203.
Η χρήση του τριγωνικού χώρου είναι προβληματική, καθώς δεν διακρίνεται
κάποια εσωτερική διαμόρφωση και η πρόσβαση σε αυτόν είναι ιδιαίτερα δύσκολη. Η
διατήρηση τμήματος του αδιαμόρφωτου φυσικού βράχου έχει συνδεθεί από

198
. Moore & Taylour 1999, Pl. 7b.
199
. Albers 1994, 34.
200
. Moore & Taylour 1999, 13.
201
. Σώζονται τμήματα τουλάχιστον 6 ανθρωπόμορφων ειδωλίων της ομάδας Β και 2 της ομάδας Α,
καθώς και τμήματα 7 ειδωλίων φιδιών. Αρκετά θραύσματα τα οποία λείπουν δεν εντοπίστηκαν στο
δωμάτιο 19, ούτε σε κάποιον άλλο χώρο εσωτερικό ή εξωτερικό του Ναού. Albers 1994, 35. Moore &
Taylour 1999, Πίν. 2.
202
. French 1971, 112. Moore & Taylour 1999, 50 & Pl. 22.
203
Moore & Taylour 1999, 34, εικ. 17 & Pl. 10a.

68
ορισμένους μελετητές με κάποια ειδική θρησκευτική αντίληψη ή τελετουργία 204,
ωστόσο οι ομοιότητες των ευρημάτων ως προς το είδος και, σε ορισμένες
περιπτώσεις, την κατάσταση διατήρησης με τα ευρήματα του χώρου 19 πιθανόν
υποδεικνύουν μια αντίστοιχη χρήση για αποθηκευτικούς σκοπούς.
Ασαφής είναι και η ακριβής διάρκεια χρήσης του τριγωνικού χώρου. Τα
αρχιτεκτονικά στοιχεία υποδεικνύουν ότι ο χώρος διαμορφώθηκε κατά την ανέγερση
του Ναού και είχε άμεση σύνδεση μόνο με το δωμάτιο 18. Η εύρεση θραυσμάτων
ειδωλίων του σφραγισμένου δωματίου 19 υποδεικνύει ότι η τοποθέτησή τους στην
εσοχή ήταν σύγχρονη με το σφράγισμα του συγκεκριμένου δωματίου. Καθώς όμως η
σωζόμενη κατάσταση του τοιχίου στο νότιο τμήμα της εσοχής δεν παρέχει στοιχεία
για αντίστοιχες παρεμβάσεις κατά την τελική φάση χρήσης του Ναού και η ευρεθείσα
κεραμική δεν έχει κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, το ερώτημα για τη διάρκεια
χρήσης του τριγωνικού χώρου παραμένει ανοιχτό.
Όσον αφορά στον διαμορφωμένο αύλειο χώρο, ο οποίος επικοινωνούσε
άμεσα με το Ναό, οριοθετούνταν στα βόρεια από το Ναό και το Κτίριο των
Τοιχογραφιών, στα δυτικά από το τείχος και στα ανατολικά από την Οικία Τσούντα.
Κατά την πρώτη περίοδο χρήσης του Ναού ο αύλειος χώρος διέθετε μια κυκλική
υπερυψωμένη κατασκευή (διαμέτρου 1,40μ.) κατασκευασμένη από πηλό και μικρούς
λίθους, η οποία έφερε επίστρωση από ασβεστοκονίαμα (Εικ. 15). Η ολοκλήρωση της
ανασκαφής απέδειξε ότι η κατασκευή αυτή, μοναδική ως προς το σχήμα και τη
χωροθέτηση στην ακρόπολη των Μυκηνών, αποτελούσε το μόνο διακριτό
αρχιτεκτονικό στοιχείο στο κατώτερο άνδηρο του Θρησκευτικού Κέντρου και κατά
συνέπεια το σημείο που κατευθύνονταν το βλέμμα στον αύλειο χώρο.
Η αποκάλυψη στα δυτικά ενός αποθέτη, ο οποίος περιείχε άφθονη τέφρα,
όστρακα205 και οστά μικρών ζώων206 σε συνδυασμό με το σχήμα της κατασκευής και

204
. Ο W. Taylour απέδωσε στην τριγωνική εσοχή συμβολική σημασία και τη συνέδεσε με χθόνια
λατρεία λόγω της εύρεσης τμημάτων ειδωλίων φιδιών. Taylour 1970, 274. Αντίθετα ο Γ. Μυλωνάς
απέκλεισε οποιαδήποτε τελετουργική χρήση της εσοχής. Μυλωνάς 1977, 22-23. Στην τελική
δημοσίευση του κτιρίου, αλλά και στην μελέτη της G. Albers αντιμετωπίζεται με σκεπτικισμό η
σύνδεση του ανωτέρω χώρου με τη λατρεία, καθώς δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για τη στήριξη
αυτής της άποψης. Albers 1994, 35. Moore & Taylour 1999, 117.
205
. Δεν υπάρχουν δημοσιευμένα στοιχεία για την ποσότητα και τα είδη των αγγείων. Στις ανασκαφικές
αναφορές περιγράφεται τριποδική πυξίδα με παράσταση σφίγγας, φιάλη με μακριά προχοή και τμήμα
ψευδόστομου ενεπίγραφου αμφορέα. Με βάση την κεραμική ο αποθέτης έπαψε να χρησιμοποιείται
πριν το τέλος της ΥΕ ΙΙΙ Β περιόδου. Στην επίχωση του αποθέτη βρέθηκαν, σύμφωνα με τον Γ.
Μυλωνά, αρκετά πήλινα ειδώλια, μεταξύ των οποίων ειδώλιο γυναικείας μορφής με τα χέρια στο
στήθος. Μυλωνάς 1983, 141.
206
. Το σύνολο του οστεολογικού υλικού από το Θρησκευτικό Κέντρο αποτελεί αντικείμενο έρευνας
που διεξάγεται από τον U. Albarella στο Πανεπιστήμιο του Sheffield. Τον ευχαριστώ θερμά για τις

69
την τοπογραφική της θέση οδήγησαν τον Γ. Μυλωνά στην πρόταση για την ύπαρξη
ενός υπαίθριου βωμού, λειτουργικά συνυφασμένου με τα παρακείμενα ιερά207. Η
άποψη αυτή ενισχύεται από την παράλληλη κατάργηση της κυκλικής κατασκευής και
του αποθέτη στις αρχές της ΥΕ ΙΙΙ Β2 περιόδου, η οποία συμπίπτει χρονικά με τις
καίριες αλλαγές στο εσωτερικό του Ναού.
Κατά τη δεύτερη και τελευταία περίοδο χρήσης (ΥΕ ΙΙΙ Β2) στο Ναό
βρισκόταν σε χρήση τουλάχιστον δύο χώροι: το δωμάτιο ΧΙ και το δωμάτιο 18 (Εικ.
16), ενώ ασαφή παραμένουν τα στοιχεία για τη χρήση της εσοχής. Στο δωμάτιο ΧΙ
διατηρήθηκε η προϋπάρχουσα διαρρύθμιση με χρήση του αρχικού δαπέδου και των
σταθερών κατασκευών. Στο δάπεδο του δωματίου αποκαλύφθηκαν ακέραια αγγεία σε
άμεση συνάφεια με τις σταθερές κατασκευές (άβαφο μαγειρικό σκεύος πλησίον της
πήλινης κατασκευής στο μέσον του δωματίου, μαγειρικός αμφορέας κοντά στη
λεκανοειδή κατασκευή), καθώς και λίθινοι τριπτήρες, φολίδες οψιανού και μια
χάντρα από φαγεντιανή208. Παράλληλα στην επίχωση του στενόμακρου
διαμορφωμένου χώρου στα δυτικά βρέθηκαν ένας μικρός αμφορέας και ένας γραπτός
απιόσχημος πιθαμφορίσκος, ενώ στη ΝΑ είσοδο του δωματίου αποκαλύφθηκε ένα
μολύβδινο αγγείο209.
Αντίθετα το εσωτερικό του δωματίου 18 αναδιαρθρώθηκε με την προσθήκη
σταθερών κατασκευών και αναμόρφωση των ήδη υπαρχόντων. Οι αρχιτεκτονικές
παρεμβάσεις που έλαβαν χώρα περιλαμβάνουν: α) ανέγερση μιας ορθογώνιας
πήλινης εξέδρας (1,70x1,00μ.) στον άξονα της εισόδου210, β) ανανέωση της
επιφάνειας των υπαρχόντων εξεδρών με στρώση πηλού, γ) ανανέωση του δαπέδου, το
οποίο πλέον έφερε στρώση πηλού πάνω από την πρωιμότερη στρώση
ασβεστοκονιάματος, δ) επικάλυψη με στρώμα πηλού και κατάργηση της κλίμακας
που οδηγούσε στο δωμάτιο 19 και ε) αντικατάσταση του τρίτου στη σειρά κίονα με

πληροφορίες της προκαταρκτικής του μελέτης, σύμφωνα με την οποία η συντριπτική πλειονότητα του
υλικού προέρχεται από τα στρώματα της ΥΕ ΙΙΙ Β περιόδου. Όσον αφορά στα είδη των οστών,
κυριαρχούν τα αιγοπρόβατα, ενώ εκπροσωπούνται σε μικρότερο βαθμό οι χοίροι (και σημαντικό
ποσοστό χοιρίδια) και τα βοοειδή. Σύμφωνα με τον ερευνητή περισσότερο από 30% των οστών φέρουν
ίχνη καύσης, τα οποία αποδίδονται στη χρήση τους και όχι στις συνθήκες καταστροφής των ιερών.
207
. Μυλωνάς 1977, 42-43 & πίν. IX, XIII. 1983, 141-142 & εικ. 108-109.
208
. Moore & Taylour 1999, 31.
209
. Moore & Taylour 1999, 31 & εικ. 9, 18.
210
. Η νέα κατασκευή δεν έφερε ίχνη καύσης ούτε σχετιζόταν με κάποιο στρώμα καύσης, κατά
συνέπεια δεν θεωρείται πιθανή η χρήση της ως εστία. Πιθανότατα αποτελούσε μια επιπλέον
λειτουργική επιφάνεια απόθεσης τελετουργικού εξοπλισμού, συμπληρωματική των εξεδρών. Taylour
1981, 50-51. Hiesel 1990, 19.

70
έναν σχεδόν διπλάσιας διαμέτρου σε μια προσπάθεια να ενισχυθεί αρχιτεκτονικά το
ΒΑ σημείο του δωματίου.
Τα ευρήματα του δωματίου περιορίζονται σε επαναχρησιμοποιημένα ειδώλια
και ελάχιστη κεραμική. Συγκεκριμένα, στην ανατολικότερη λίθινη εξέδρα του
βόρειου τοίχου αποκαλύφθηκε κατά χώραν ένα ανθρωπόμορφο ειδώλιο της ομάδας Β
με υψωμένους ανοιχτούς βραχίονες211, το οποίο είχε το πρόσωπο στραμμένο προς το
εσωτερικό του δωματίου. Το ειδώλιο είχε ενσωματωθεί ακέραιο στο νέο στρώμα
πηλού με το οποίο καλύφθηκε η επιφάνεια της εξέδρας212. Στην ίδια εξέδρα μπροστά
από το ειδώλιο ήταν τοποθετημένη μια μικρή πήλινη τράπεζα. Τα τρία πόδια ήταν
σπασμένα και για την στήριξη της τράπεζας χρησιμοποιήθηκε ένα θραύσμα αγγείου,
στοιχείο που υποδεικνύει ότι η τράπεζα τοποθετήθηκε πάνω στη νέα επίστρωση της
εξέδρας ήδη σε αποσπασματική μορφή213.
Επίσης κοντά στην εξέδρα με τα ανωτέρω ευρήματα, στην κλίμακα που
οδηγούσε στο σφραγισμένο δωμάτιο 19, αποκαλύφθηκε σε αποσπασματική
κατάσταση ένα πήλινο ειδώλιο φιδιού, αντίστοιχο με τα ειδώλια του δωματίου 19.
Αναφορικά με την κεραμική, μοναδικό εύρημα αποτελεί ο μεγάλος ακέραιος κάδος
στο ΝΑ τμήμα του δωματίου, πάνω στο δάπεδο εσωτερικά της εισόδου214. Σύμφωνα
με τους ανασκαφείς, τα δωμάτια ΧΙ και 18 έπαψαν να χρησιμοποιούνται στο τέλος
της ΥΕ ΙΙΙ Β2 περιόδου, όταν το κτίριο εγκαταλείφθηκε οριστικά πιθανόν ύστερα από
πυρκαγιά.

Το Κτίριο των Τοιχογραφιών

Το λεγόμενο Κτίριο των Τοιχογραφιών ανασκάφτηκε από τους W. Taylour και Γ.


Μυλωνά στη δεκαετία του 1960 και 1970 αντίστοιχα και μελετήθηκε εκτενώς από
τους W. Taylour και E. French. Το κτίριο, το οποίο έλαβε το όνομά του από την κατά
χώραν σωζόμενη τοιχογραφία στο κύριο δωμάτιο, θεμελιώθηκε στο πρώτο μισό του

211
. Η κατάταξη από τον A. Moore των στατικών μονόχρωμων ειδωλίων τύπου Β σε τρεις ομάδες
βασίστηκε στη στάση των βραχιόνων. Η ομάδα 1, στην οποία ανήκει το ειδώλιο από το δωμάτιο 18,
χαρακτηρίζεται από τους υψωμένους ανοιχτούς βραχίονες, την έλλειψη κώμης και το μικρό στήθος. Ο
αντίχειρας βρίσκεται μακριά από τα υπόλοιπα δάχτυλα και κατά τον A. Moore και την E. French
μπορούσε να χρησιμεύει για ανάρτηση περιδέραιων. Moore 1988, 219-221. Moore & Taylour 1999,
48-49, 95.
212
. French 2002, 87-90. Moore & Taylour 1999, 30 & Pl. 9b.
213
. Moore & Taylour 1999, 30-31 & Pl. 9b.
214
. Moore & Taylour 1999, 35 & εικ. 19.

71
13ου αιώνα π.Χ. και στις αρχές της ΥΕ ΙΙΙ Β2 περιόδου εγκαταλείφθηκε215. Με βάση
τα ανασκαφικά στοιχεία διακρίνονται δύο βασικοί περίοδοι κατά τη διάρκεια των
οποίων σημειώθηκαν αλλαγές στην εσωτερική διαρρύθμιση και την επικοινωνία με
τους παρακείμενους αύλειους χώρους216.
Το κτίριο με προσανατολισμό Δ-Α ανεγέρθηκε στο κατώτερο άνδηρο του
Θρησκευτικού Κέντρου. Στα βόρεια ορίζεται από τη Νότια Οικία, στα ανατολικά από
τον Ναό, ενώ στα δυτικά σχεδόν εφάπτεται του τείχους. Οι σωζόμενοι χώροι είναι
ισόγειοι και, λαμβάνοντας υπόψη τη χωροταξική οργάνωση του κατώτερου ανδήρου,
διέθεταν περιορισμένη ορατότητα. Η επικοινωνία με τα παρακείμενα κτίρια και τις
οδικές αρτηρίες της ακρόπολης επιτυγχανόταν αρχικά μέσω του αύλειου χώρου με
τον κυκλικό βωμό στα νότια, του υπαίθριου χώρου 34 στα ανατολικά και, στην
περίπτωση που το κτίριο προϋπήρχε του τείχους, μέσω της δυτικής κλιτύος της
ακρόπολης217. Κατά τη δεύτερη περίοδο χρήσης του κτιρίου διατηρήθηκε η
πρόσβαση μέσω του αύλειου χώρου στα νότια, ενώ παράλληλα βρισκόταν σε χρήση
και μία στενή δίοδος στα δυτικά κατά μήκος τους τείχους (Εικ. 17).
Τα επιμέρους αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά (χρήση κροκαλοπαγούς λίθου
στην είσοδο του δωματίου 38, μοναδική περίπτωση σε κτίριο του Θρησκευτικού
Κέντρου218, ποσότητα και σχηματολόγιο σταθερών κατασκευών, ποιότητα και
θεματολόγιο εικονογραφικού διακόσμου του δωματίου 31) σε συνδυασμό με τον
κινητό εξοπλισμό υποδεικνύουν μια ιδιαίτερα επιμελημένη κατασκευή με σημαντικό
ρόλο στη λειτουργία του Θρησκευτικού Κέντρου κατά το πρώτο μισό του 13 ου αιώνα
π.Χ.
Με βάση τα ανασκαφικά στοιχεία το Κτίριο των Τοιχογραφιών ήταν ένα
επίμηκες κτίριο και αρχικά αποτελούνταν από πέντε δωμάτια (31, 33, 38, XXVΙΙΙ,
XXV). Κατά την τελική περίοδο χρήσης προστέθηκαν στα ανατολικά του κτιρίου δύο
στενόμακρα δωμάτια (32, XXIV) (Εικ. 18) με αποτέλεσμα να μειωθούν σημαντικά οι
διαστάσεις του αύλειου χώρου μεταξύ του κτιρίου και του Ναού219. Πιθανότατα την
ίδια περίοδο σφραγίστηκαν οι είσοδοι των νότιων δωματίων με αποτέλεσμα να

215
. Taylour 1981, 12-13. Hiesel 1990, 76.
216
. French & Taylour 2007, 4.
217
. French & Taylour 2007, εικ. 6.
218
. Στην ευρύτερη περιοχή του Θρησκευτικού Κέντρου χρήση κροκαλοπαγή λίθου για κατώφλι
απαντάται μόνο στη λεγόμενη Πομπική Οδό. Albers 1994, 37.
219
. Taylour 1981, 17.

72
αποκοπεί η επικοινωνία με τον αύλειο χώρο στα νότια220, ενώ η ανέγερση του
Κυκλώπειου τείχους δυσχέρανε την επικοινωνία στα δυτικά και ΒΔ221.
Για όλη τη διάρκεια χρήσης του κτιρίου το δωμάτιο 31 διακρίνεται για το
μέγεθος (5,3x3,5μ.), την ποιότητα κατασκευής, τις σταθερές κατασκευές και τα
κινητά ευρήματά του. Αρχικά η είσοδος στο δωμάτιο επιτυγχανόταν από τα ΒΔ και
τα ανατολικά μέσω των χώρων 38 και 32 αντίστοιχα, κατά την τελική όμως περίοδο
χρήσης αποκλειστική πρόσβαση παρείχε ο τετράγωνος χώρος 38222.
Το δάπεδο του δωματίου έφερε στρώση λευκού ασβεστοκονιάματος. Βασικό
στοιχείο της εσωτερικής διαρρύθμισης αποτελούσαν οι σταθερές κατασκευές στο
μέσον του δωματίου και κατά μήκος του ΒΑ τοίχου, οι οποίες πιθανότατα
αποτελούσαν τα σημεία εστίασης της προσοχής στο χώρο. Συγκεκριμένα, στο
κεντρικό τμήμα ήταν τοποθετημένη μια πήλινη κατασκευή ελλειψοειδούς σχήματος
με επίπεδη άνω επιφάνεια, μοναδική στις Μυκήνες ως προς το σχήμα και τη
χωροθέτηση (Εικ. 19). Οι μακρές πλευρές της κατασκευής ήταν ενισχυμένες με
μικρούς λίθους, ενώ στις στενές πλευρές υπήρχαν πήλινοι υπερυψωμένοι συμπαγείς
σχηματισμοί, οι οποίοι περιέκλειαν οπές μικρής διαμέτρου. Οι οπές αυτές έχουν
ερμηνευθεί ως υποδοχές για λεπτούς κίονες. Η Albers υποστηρίζει ότι «καθώς το
πλάτος του δωματίου είναι 3,50μ δεν απαιτούνταν κίονες για τη στήριξη της οροφής και
καθώς οι αποκατασταθέντες κίονες δεν χρησιμοποιούνταν γι’ αυτό το σκοπό, πιθανόν
να υπήρχε ένα είδος στεγάστρου πάνω από την πήλινη εξέδρα ή μια ξύλινη κρεμαστή
κατασκευή(;)223. H χρήση της κατασκευής αυτής δεν έχει προσδιοριστεί με ακρίβεια
και στη βιβλιογραφία αναφέρεται ως «εστία»224 ή «βωμός» 225.
Στα βόρεια της ανωτέρω κατασκευής, κατά μήκος του τοίχου του δωματίου
αποκαλύφθηκε μια ακέραιη πήλινη λάρνακα τοποθετημένη στο δάπεδο. Η απουσία
ευρημάτων στο εσωτερικό της λάρνακας καθιστούν ασαφή την ακριβή της χρήση στο
συγκεκριμένο χώρο. Κατά μήκος του ΒΑ τοίχου του δωματίου, στα νότια της εισόδου

220
. Hiesel 1990, 76-77.
221
. Το ζήτημα της πρόσβασης στο κτίριο σε σχέση με την ανοικοδόμηση του παρακείμενου τείχους θα
συζητηθεί εκτενώς στην υπό προετοιμασία τελική δημοσίευση του κτιρίου.
222
. Το δωμάτιο 38 δεν διέθετε κάποια σταθερή κατασκευή, ενώ το μοναδικό κινητό εύρημα που έχει
αναφερθεί είναι το τμήμα ενός τριποδικού τριβείου από ηφαιστειακό λίθο. Evely 1992, 4 & εικ. 7.
223
. “Da die lichte Raumweite von ca. 3,50m nicht zwingend eine mittige Säulen-oder Pfeilerstellung
als Stützen für die Deckenkonstruktion des Raumes erfordert haben dürfte, und da wiederum der
Durchmesser der rekonstruierbaren Pfosten für diesen Zweck auch zu gering erscheint, war demnach
möglicherweise vielmehr eine Art Dachlanterne über dem Lehmpodest angebracht, oder es wurde von
einer hölzernen Aufhängevorrichtung überspannt (?). Albers 1994, 40.
224
. Taylour 1981, 17. French 2002, 90.
225
. Albers 1994, 40-41.

73
προς το δωμάτιο 32, αποκαλύφθηκαν δύο εξέδρες, οι οποίες έφεραν επικάλυψη
ασβεστοκονιάματος: η βόρεια εξέδρα ήταν μικρή, ελλειψοειδής και είχε ιδιαίτερα
μικρό ύψος (0,10μ.), ενώ η νότια ήταν ορθογώνια και εξείχε 0,65μ. του δαπέδου.
Στον τοίχο ανατολικά των εξεδρών και στην επιφάνεια, η οποία σχηματιζόταν από
την υψομετρική τους διαφορά, διασώθηκε τμήμα τοιχογραφίας με εικονιστική
παράσταση, η μόνη κατά χώραν στην περιοχή του Θρησκευτικού Κέντρου (Εικ.
20)226.
Στο άνω τμήμα της τοιχογραφίας διακρίνονται δύο αντικριστές γυναικείες
μορφές και ανάμεσά τους δύο σχεδιαστικά αποδοσμένες μονόχρωμες μικρές μορφές.
Τα σωζόμενα στοιχεία της τοιχογραφίας υποδεικνύουν κάποια διαφοροποίηση στην
απόδοση των δύο γυναικών: η μορφή αριστερά αποδίδεται σε μεγαλύτερη κλίμακα,
φέρει ποδήρες βαρύ ένδυμα και κρατάει ξίφος, ενώ η μορφή δεξιά φέρει πτυχωτό
ένδυμα και κρατάει σκήπτρο ή λόγχη227. Αριστερά των δύο γυναικών ροζέτες
πλαισιώνουν μια επιφάνεια από ασβεστοκονίαμα από την οποία δεν έχει διασωθεί
κάποια παράσταση. Στο κάτω τμήμα της τοιχογραφίας διασώθηκε γυναικεία μορφή
με περίτεχνο κάλυμμα κεφαλής, η οποία κρατάει δεσμίδες από στάχυα και
συνοδεύεται από γρύπα ή λιοντάρι. Στα νότια της γυναικείας μορφής διακρίνονται
κέρατα καθοσιώσεως πάνω από ζώνη με γραπτούς κύκλους.
Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι η εύρεση μιας σειράς λίθινων πλακών
κατά μήκος του νότιου τοίχου του δωματίου, σε ύψος 1μ. από το δάπεδο,
δημιούργησε προβληματισμό. Αρχικά ο W. Taylour υπέθεσε ότι επρόκειτο για μία
επιπλέον σταθερή κατασκευή, ένα λίθινο θρανίο σε χρήση κατά την πρώτη περίοδο
χρήσης του κτιρίου228. Ωστόσο η ολοκλήρωση της ανασκαφής απέδειξε ότι οι λίθινες
πλάκες και το παχύ στρώμα χώματος κάτω από αυτές αποτελούσαν το επισφράγισμα
των σταθερών κατασκευών και των ευρημάτων, όταν στα μέσα του 13ου αιώνα π.Χ.
το κτίριο τέθηκε σε αχρηστία229.
Όσον αφορά στα κινητά ευρήματα, αποκαλύφθηκε ένα πολυάριθμο σύνολο
διασκορπισμένο σε ολόκληρη την έκταση του δωματίου 31, το οποίο παρουσιάζει
μεγάλη ποικιλία ως προς τις κατηγορίες των ευρημάτων και τα υλικά κατασκευής.
Συγκεκριμένα βρέθηκαν πήλινα αγγεία συσχετιζόμενα με την κατανάλωση υγρών

226
. French 1981, εικ. 12-14. Marinatos 1988. Rehak 1992.
227
. Marinatos 1988, 247-248.
228
Taylour 1970, 275. French 1981, εικ. 9-10
229
. Taylour 1981, 17. French 2002, 92.

74
(κύλικες, κύπελλα, κρατηρίσκος), την προετοιμασία τροφής (τριποδική χύτρα230,
μαγειρικοί αμφορείς231, μαγειρική πρόχους), τη μεταφορά ή την προσωρινή
αποθήκευση υγρών (υδρίες, αμφορείς διαφόρων μεγεθών232, ψευδόστομοι
233
αμφορείς , πρόχοι, ασκός), με διαδικασίες μετάγγισης (αρύταινες), καθώς και
αγγεία με κάποια ιδιαίτερη χρηστική αξία, πιθανόν τη μεταφορά αρωματικών ελαίων
ή αλοιφών (μικκύλα αγγεία, αλάβαστρα). Με αποθηκευτικές δραστηριότητες υγρών ή
στερεών θα μπορούσε να συσχετιστούν τα τμήματα πιθαριού από το δωμάτιο 234.
Επίσης αποκαλύφθηκαν λίθινα235 και μολύβδινα αγγεία, τμήματα όπλων236, πλακίδιο
από φαγεντιανή με επιγραφή του Αμένοφι ΙΙΙ237, «κομβία» από στεατίτη, αντικείμενα
από ελεφαντοστό (ανθρώπινη κεφαλή238 και ειδώλιο λιoνταριού239, θραύσμα

230
. Το μοναδικό παράδειγμα του δωματίου διακρίνεται για το μεγάλο μέγεθός του. Σύμφωνα με τους
Γ. Τζεδάκι και H. Martlew περιείχε ελαιόλαδο, κρέας και όσπρια. Τζεδάκις & Martlew 1999, 196.
231
. Οι αναλύσεις οργανικών υπολειμμάτων μαγειρικών αμφορέων από το Δωμάτιο 31 υποδεικνύουν
τη χρήση τους ως αγγεία προετοιμασίας τροφής, καθώς περιείχαν ελαιόλαδο, κρέας, όσπρια, πιθανόν
και ψάρι, ενώ ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ένα δείγμα που περιείχε κρασί με ρητίνη πεύκου.
Τζεδάκις & Martlew 1999, 131, 188, 198.
232
. Σε όσα αγγεία έγιναν αναλύσεις διαπιστώθηκε ότι το περιεχόμενο ήταν κρασί. Τζεδάκις & Martlew
1999, 153, 197.
233
. Δύο αγγεία που υποβλήθηκαν σε αναλύσεις οργανικών υπολειμμάτων περιείχαν κρασί. Τζεδάκις &
Martlew 1999, 153, 196.
234
. Taylour 1970, 275-277. Albers 1994, 41-42. French 2002, 91, 132.
235
. Βρέθηκε το κάτω τμήμα πιθανότατα κλειστού αγγείου κατασκευασμένο από αχάτη. Η διάτρητη
οπή στη βάση του αγγείου υποδεικνύει τη χρήση ως ρυτό. Αξιοσημείωτο είναι το πέτρωμα το οποίο
χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή του, καθώς χρησιμοποιούνταν συχνά για την κατασκευή
σφραγιδόλιθων, σπανιότατα ωστόσο για αγγεία. Επίσης αποκαλύφθηκε ένα ακέραιο κλειστό αγγείο
από σερμπεντινίτη αρκετά παράλληλα του οποίου έχουν βρεθεί στην Κρήτη. Ο A. Moore πρότεινε τη
λειτουργία του συγκεκριμένου αγγείου ως τριπτήρα κατά τη διαδικασία παραγωγής αρωματικών
ελαίων στο Κτίριο των Τοιχογραφιών. Evely 1992, 6-7, 16-17.
236
. Βρέθηκε επίμηλο από ελεφαντοστό, λίθινο τμήμα όπλου, καθώς και χάλκινες αιχμές βελών.
Krzyszkowska 2007, 8.
237
. Από τα σωζόμενα δύο θραύσματα του ίδιου αντικειμένου, το μεγαλύτερο αποκαλύφθηκε στο
εσωτερικό ενός μολύβδινου αγγείου βόρεια της κεντρικής πήλινης κατασκευής, ενώ το άλλο στην
επίχωση του δωματίου. Αντίστοιχα Αιγυπτιακά πλακίδια σε αποσπασματική μορφή προέρχονται από
υπαίθριο χώρο δυτικά του Κτιρίου των Τοιχογραφιών (με πιθανότατη προέλευση το ίδιο κτίριο), την
Οικία Τσούντα (χωρίς περαιτέρω στοιχεία για τον ακριβή τόπο εύρεσης) και την περιοχή της Πύλης
των Λεόντων. Cline 1995, 100. Phillips & Cline 2005, 318-327.
238
. Πρόκειται για μοναδικό μέχρι στιγμής εύρημα, το οποίο διακρίνεται για την καλλιτεχνική
αρτιότητα, την επιλογή του υλικού και την πολύ καλή κατάσταση διατήρησης. Οι λεπτομέρειες του
προσώπου και της κώμης αποδίδονται ανάγλυφα. Η κεντρική οπή στην κεφαλή και οι οπές στο λαιμό
υποδεικνύουν την στερέωση σε σώμα κατασκευασμένο από άλλο υλικό. Θα πρέπει όμως να σημειωθεί
ότι ούτε στο εσωτερικό του κτιρίου ούτε στους παρακείμενους χώρους έχουν εντοπιστεί τμήματα του
υποτιθέμενου σώματος. Ορισμένοι ερευνητές θεώρησαν την κεφαλή προϊόν εργαστηρίου της Μέσης
Ανατολής, ωστόσο η Ο. Krzyszkowska στη συστηματική μελέτη της για τα αντικείμενα από
ελεφαντοστό από το Θρησκευτικό Κέντρο απέρριψε τις ανωτέρω απόψεις και επισήμανε τις
ομοιότητες που παρουσιάζει το εύρημα με τις κεφαλές από ασβεστοκονίαμα και πηλό από το δυτικό
τμήμα της ακρόπολης και την Οικία G στην Ασίνη αντίστοιχα. Krzyszkowska 2007, 16-20.
239
. Πρόκειται για ένα από τα μεγαλύτερα ελεφαντοστέινα αντικείμενα από Μυκηναϊκή θέση. Η μορφή
διακρίνεται με σαφήνεια, ωστόσο η επιφάνεια είναι αρκετά διαβρωμένη. Η εσοχή στο κάτω τμήμα του
αντικειμένου υποδεικνύει, σύμφωνα με την E. French, την ένθεσή του σε κάποιο άλλο αντικείμενο,
ξύλινο έπιπλο ή σκήπτρο. French 2002, 91-92 & Pl. 14. Krzyszkowska 2007, 20-21.

75
λύρας240), κοσμήματα241. Η πλειονότητα των ανωτέρω ευρημάτων αποκαλύφθηκε
κατά μήκος του νότιου τοίχου πάνω στο δάπεδο του δωματίου ή και στο στρώμα της
επίχωσης και «σφραγιζόταν» από τις λίθινες πλάκες. Μέρος των αγγείων βρέθηκε
μεταξύ της εξέδρας και του ΒΑ τμήματος του δωματίου σε ύψος 0,20μ. από το
δάπεδο, γεγονός που αποδίδεται από τον ανασκαφέα στην αρχική τους τοποθέτηση σε
κάποιο είδος ξύλινης εξέδρας ή ερμαρίου242.
Το δωμάτιο 31 επικοινωνούσε άμεσα με δύο μικρότερους χώρους: στα δυτικά
με το σύγχρονό του δωμάτιο 33 και στα ανατολικά με το δωμάτιο 32, το οποίο
προστέθηκε κατά τη διάρκεια λειτουργίας του κτιρίου. Ο πρώτος χώρος ήταν σχεδόν
τετράγωνος (3,6x3,2μ.) και έφερε δάπεδο με επίστρωση από πηλοκονίαμα. Στο
εσωτερικό του δεν βρέθηκε κάποια σταθερή κατασκευή, ενώ περιορισμένα είναι τα
κινητά ευρήματα. Στις ανασκαφικές αναφορές γίνεται μνεία σε όστρακα (χωρίς
περαιτέρω διευκρινίσεις) και σε τμήμα μικρού γυναικείου ειδωλίου από
ελεφαντοστό243. Επίσης βρέθηκε λαιμός αμφορέα τοποθετημένος στο δάπεδο του ΝΑ
τμήματος του δωματίου.
Το δωμάτιο 32, το οποίο ήταν ιδιαίτερα μικρών διαστάσεων (2,8x1,0μ.),
ανασκάφτηκε αρχικά από τον Γ. Μυλωνά και στη συνέχεια από τον W. Taylour. Στο
βόρειο τοίχο αποκαλύφθηκε ένα στενό άνοιγμα, η ακριβής χρήση του οποίου δεν έχει
διευκρινιστεί. Σύμφωνα με τον Γ. Μυλωνά αποκαλύφθηκαν δύο επάλληλα δάπεδα
κατασκευασμένα από πηλοκονίαμα244. Ωστόσο οι στρωματογραφικές ασάφειες
καθιστούν προβληματική την υιοθέτηση της ανωτέρω άποψης, καθώς και τη
διερεύνηση της επικοινωνίας του δωματίου με το παρακείμενο δωμάτιο 31 245. Τα
δημοσιευμένα στοιχεία συσχετίζουν το πιθανό πρωιμότερο δάπεδο με το λαιμό ενός
αμφορέα, θραύσματα αγγείων και οστά μικρών ζώων 246.

240
. Η συγκεκριμένη κατηγορία ευρημάτων, δείγματα της οποίας απαντώνται στο Μενίδι, τα Σπάτα και
την Τίρυνθα εγείρει ερωτηματικά για την ακριβή της χρήση. Οι διάτρητες οπές που διακρίνονται στην
επιφάνεια του αντικειμένου από το δωμάτιο 31 έχουν αποδοθεί στην στερέωση χορδών. Krzyszkowska
2007, 8, 31.
241
. Μέσα στην ελεφαντοστέινη κεφαλή και γύρω από αυτήν βρέθηκαν οστέινες χάντρες, οι οποίες
πιθανότατα αποτελούσαν τμήμα του διακόσμου της. Taylour 1970, 275. Albers 1994, 42.
242
. Taylour 1970, 275.
243
. Μυλωνάς 1973, 101 & πίν. 124 α · 1977, πίν. ΧΙΙ.
244
. Μυλωνάς 1977, 24.
245
. Σε περίπτωση ύπαρξης δύο δαπέδων στο δωμάτιο 32, το ανώτερο δάπεδο βρισκόταν 0,50μ.
ψηλότερα από το δάπεδο του παρακείμενου δωματίου 31. Στη θύρα επικοινωνίας μεταξύ των δύο
δωματίων αποκαλύφθηκε αγγείο από άψητο πηλό τοποθετημένο ανάποδα, το οποίο έχει προταθεί ότι
λειτουργούσε ως βαθμίδα πριν το κατώφλι της εισόδου. Taylour 1981, 49.
246
. Μυλωνάς 1973, 101.

76
Στην τελική περίοδο χρήσης του δωματίου έχει αποδοθεί ένα μεγάλο και
ετερόκλητο σύνολο κινητών ευρημάτων, καθώς και μια επίπεδη πήλινη εξέδρα στη
ΝΔ πλευρά. Πάνω στην εξέδρα, εφαπτόμενο του τοίχου του δωματίου, βρέθηκε κατά
χώραν ένα σχεδόν ακέραιο γυναικείο ειδώλιο της ομάδας Α247. Επίσης στο εσωτερικό
του δωματίου 32 βρέθηκαν πήλινα αγγεία248, ένα μολύβδινο αγγείο, κοσμήματα249,
βαρίδια/«κομβία» από στεατίτη250, δύο εργαλεία από κέρατο ελαφιού251, καθώς και
αντικείμενα από ελεφαντοστό με διαφορετικό βαθμό κατεργασίας252.
Στα νότια του δωματίου 32 βρίσκεται το σύγχρονό του και εξίσου μικρό
δωμάτιο XXIV. Πρόκειται για έναν στεγασμένο χώρο, αποκομμένο από το υπόλοιπο
κτίριο, ο οποίος επικοινωνούσε μόνο με τους αύλειους χώρους στα νότια και τα
ανατολικά. Στην είσοδο διακρίνονται ίχνη από ξύλινο κατώφλι και ανώφλι, ενώ το
δάπεδο έφερε επίστρωση με λευκό ασβεστοκονίαμα. Με βάση τα ανασκαφικά
στοιχεία το δωμάτιο XXIV εξακολούθησε να βρίσκεται σε χρήση και μετά την
εγκατάλειψη του κυρίως τμήματος του Κτιρίου των Τοιχογραφιών. Στο εσωτερικό
του δεν εντοπίστηκαν σταθερές κατασκευές ή κινητά ευρήματα.
Όσον αφορά στους δύο χώρους νότια του δωματίου 31 (XXVIII και ΧΧV),
ήταν επίσης αποκομμένοι από το υπόλοιπο κτίριο και επικοινωνούσαν μόνο με τον
αύλειο χώρο με τον κυκλικό βωμό στα νότια. Οι τοίχοι των δωματίων ήταν ιδιαίτερα

247
. Το ειδώλιο έχει υψωμένους του βραχίονες, εκ των οποίων διασώθηκε ο ένας. Φέρει ταινιωτή
διακόσμηση στο κάτω τμήμα του σώματος και τους βραχίονες, ενώ ο κορμός και το πρόσωπο φέρουν
διακόσμηση ρόμβων. Γραπτώς αποδίδονται περιδέραια στο λαιμό και το στήθος. Στην κεφαλή του
ειδωλίου με πλαστικό και γραπτό τρόπο αποδίδεται κώμη και κάποιο είδος διαδήματος. Η συνολική
στάση του σώματος παραπέμπει στα ειδώλια τύπου Ψ. Σύμφωνα με την E. French, με βάση τη γραπτή
διακόσμηση χρονολογείται στο δεύτερο μισό του 13ου αιώνα π.Χ. French 1981, 176. Taylour 1981, 17.
Μυλωνάς 1983, 111-112.
248
. Στη ΒΑ γωνία του δωματίου βρέθηκαν δύο αγγεία από άψητο πηλό τοποθετημένα στο δάπεδο, τα
οποία περιείχαν γυάλινες χάντρες και βαρίδια/«κομβία» από στεατίτη. Στην πήλινη εξέδρα στη ΝΔ
γωνία, δίπλα από το ανθρωπόμορφο ειδώλιο, αποκαλύφθηκε ένας μεγάλος ψευδόστομος αμφορέας,
ενώ στο δάπεδο σημαντικός αριθμός ανοιχτών (ακέραιες κύλικες, κύπελλα, λεκανίδια) και κλειστών
αγγείων (ψευδόστομoι αμφορείς διαφόρων μεγεθών, υδρία, αμφορέας). Οι αναλύσεις οργανικών
υπολειμμάτων απέδειξαν την ύπαρξη κρασιού σε έναν οικιακό ψευδόστομο αμφορέα και σε μια
κωνική άβαφη κύλικα, καθώς και ίχνη μελιού και λίπους σε δύο άβαφα λεκανίδια. Taylour 1970, 277.
1981, 17. Τζεδάκις & Martlew 1999, 133, 153-155.
249
. Ένα σύνολο 44 κωνικών γυάλινων χαντρών αποκαλύφθηκε πλησίον της εξέδρας. Taylour 1981, 52.
French 2002, 92 & Pl. 18.
250
. Βρέθηκαν συνολικά 55 «κομβία» στα ίδια αγγεία από άψητο πηλό που περιείχαν και τις χάντρες. Η
E. French πρότεινε μια πιθανή συσχέτισή τους με το σύστημα καταμέτρησης. Στο ίδιο δωμάτιο
βρέθηκε και μικρός αριθμός επεξεργασμένων τμημάτων στεατίτη που ίσως σχετίζονται με εργασίες
λείανσης. French 1981, 45. Evely 1992, 33-34.
251
. Krzyszkowska 2007, 55-56.
252
. Στο ΒΔ τμήμα του δωματίου βρέθηκαν λαβές ξιφών τύπου Naue II, μοναδικά μέχρι στιγμής
παραδείγματα κατασκευασμένα από ελεφαντοστό, καθώς και μία σπάτουλα, μικρά και μεγάλα
ορθογώνια μερικώς κατεργασμένα τεμάχια και ένα μεγάλο μερικώς κατεργασμένο τεμάχιο σε σχήμα
κύβου. Taylour 1981, 49. Krzyszkowska 2007, 9, 11, 30-31.

77
συμπαγείς, καθώς πιθανότατα λειτουργούσαν ως αντιστήριξη ολόκληρου του κτιρίου,
το οποίο είχε ανεγερθεί σε επικλινές σημείο. Στο εσωτερικό των δωματίων δεν
εντοπίστηκε κάποια σταθερή κατασκευή253. Τα μοναδικά κινητά ευρήματα (ορισμένα
αποθηκευτικά και μαγειρικά αγγεία, κυάθιο, λίθινο τριποδικό τριβείο, μάζα
μολύβδου) προέρχονται από το δωμάτιο ΧΧV254. Στο τέλος της ΥΕ ΙΙΙ Β1 περιόδου η
είσοδος των δύο δωματίων σφραγίστηκε και οι χώροι τέθηκαν σε αχρήστευση,
γεγονός το οποίο πιθανόν συμπίπτει χρονικά με την παύση της λειτουργίας του
κυκλικού βωμού.
Το Κτίριο των Τοιχογραφιών γειτνιάζει στα Β και ΒΑ με τους υπαίθριους
χώρους 34 και 36, οι οποίοι διαμορφώθηκαν από την ανέγερση των κτιρίων του
Θρησκευτικού Κέντρου και της Νότιας Οικίας. Πριν την προσθήκη των δύο μικρών
δωματίων στο ανατολικό τμήμα του κτιρίου, ήταν δυνατή η άμεση επικοινωνία με
τους ανωτέρω υπαίθριους χώρους255. Η ανέγερση όμως των δωματίων 32 και XXIV
είχε ως αποτέλεσμα την κατάργηση της πρόσβασης από τα ανατολικά και τον
σημαντικό περιορισμό της έκτασης του χώρου 34, ο οποίος πλέον διαμορφώθηκε σε
ένα είδος διαδρόμου για την παροχή πρόσβασης στο μεγαλύτερο χώρο 36.
Ταυτόχρονα η ύπαρξη κατωφλίου υποδεικνύει την προσπάθεια ελέγχου της
πρόσβασης. Δεν έχουν εντοπιστεί ευρήματα που θα μπορούσαν με βεβαιότητα με
αποδοθούν στη χρήση του χώρου 34256.
Όσον αφορά στο χώρο 36, είχε σχήμα ακανόνιστου τραπεζίου και πιθανόν
διέθετε κάποιο είδος στεγάστρου περιορισμένης έκτασης στο δυτικό τμήμα, όπως
υποδεικνύουν οι δύο αποκαλυφθείσες οπές στο δάπεδο257. Αρχικά διέθετε μια είσοδο
στα δυτικά, μέσω της οποίας επιτυγχανόταν η πρόσβαση στο βόρειο και δυτικό
εξωτερικό τμήμα του Κτιρίου των Τοιχογραφιών. Η πλειονότητα των κινητών
ευρημάτων, τα οποία χαρακτηρίζονται για την ποικιλία των υλικών και των
κατηγοριών, βρέθηκε κατά χώραν στο δάπεδο: σημαντική ποσότητα κεραμικής 258,

253
. Η αρχική πρόταση για ύπαρξη θρανίου κατά μήκος του δυτικού τοίχου απορρίπτεται από τους
ανασκαφείς στην τελική δημοσίευση. French & Taylour 2007, 13.
254
. French & Taylour 2007, πίν. 4. Ο Γ. Μυλωνάς επισημαίνει την εύρεση λαιμού αγγείου
τοποθετημένου στο δάπεδο, το οποίο έχει συσχετιστεί με την τέλεση χοών. Μυλωνάς 1983, 141.
255
. French & Taylour 2007, 13 & εικ. 6.
256
. French & Taylour 2007, 15.
257
. French & Taylour 2007, 18.
258
. Πρόκειται για αγγεία μεταφοράς και αποθήκευσης (Χαναανίτικος αμφορέας, ψευδόστομοι
αμφορείς, αμφορείς, πρόχοι, ασκός), κατανάλωσης υγρών και στερεών (σκύφοι, κύλικες, κυάθια),
μαγειρικά σκεύη, καθώς και μικκύλα αγγεία. Αναλύσεις απέδειξαν την ύπαρξη κρασιού με ρητίνη
στον Χαναανίτικο αμφορέα, καθώς και λιπαρά οξέα σε μαγειρική πρόχου από τον ίδιο χώρο.
Αξιοσημείωτο είναι το πήλινο πύραυνο, από τα σπάνια σχήματα στο χώρο του Θρησκευτικού

78
τμήματα μερικώς κατεργασμένου ελεφαντοστού259, βαρίδια/«κομβία» από στεατίτη,
αρκετά από τα οποία ήταν ημιτελή, γυάλινες και λίθινες χάντρες, χάλκινα, οστέινα
και λίθινα εργαλεία260, αποτυπώματα καλάθων, καθώς και ελάσματα μολύβδου και
χρυσού. Στον ίδιο χώρο αποκαλύφθηκε και μια μήτρα από στεατίτη, μοναδικό
εύρημα στο χώρο του Θρησκευτικού Κέντρου, στις διαφορετικές χρηστικές
επιφάνειες της οποίας διαγράφονται χαρακτηριστικά Μυκηναϊκά εικονιστικά
θέματα261.
Το Κτίριο των Τοιχογραφιών εγκαταλείφθηκε στις αρχές της ΥΕ ΙΙΙ Β2
περιόδου. Στο εσωτερικό του δωματίου 31 η τοιχογραφία καλύφθηκε με λευκό
ασβεστοκονίαμα και, όπως προαναφέρθηκε, μια σειρά λίθινων πλακών κάλυψε τις
σταθερές κατασκευές και τα ευρήματα. Παράλληλα οι αύλειοι χώροι 34 και 36
επιχώθηκαν και πιθανότατα έπαψαν να χρησιμοποιούνται.

Οικία Τσούντα

Η λεγόμενη Οικία Τσούντα ανασκάφτηκε από τον Χ. Τσούντα το 1886 και έλαβε το
όνομά του262. Πρόκειται για ένα κτίριο με προσανατολισμό ΒΔ-ΝΑ στο μεσαίο
άνδηρο του Θρησκευτικού Κέντρου, νότια του Κτιρίου Γ. Ένας αύλειος χώρος στα

Κέντρου, με υπολείμματα ελαίων φυτικής προέλευσης. Τζεδάκις & Martlew 1999, 134-135, 157.
French & Taylour 2007, 19-20.
259
. Krzyszkowska 2007, 9, 12.
260
. Βρέθηκε ένα ομοιογενές σύνολο πέντε εργαλείων κατασκευασμένων από κέρατο ελαφιού. Τα
εργαλεία αυτά παρουσιάζουν σημαντικές ομοιότητες με αντίστοιχα ευρήματα από το παρακείμενο
δωμάτιο 32. Η έλλειψη αιχμηρής απόληξης υποδεικνύει ότι δεν χρησιμοποιούνταν για διάτρηση
υφασμάτων και δερμάτων, αλλά για εργασίες λείανσης πιθανόν σε σχέση με την παρασκευή
κοσμημάτων. Στον ίδιο χώρο βρέθηκαν δύο μικρά τριβεία και ένας τριπτήρας, τα οποία εφόσον
βρισκόταν σε λειτουργική συνάφεια με τη λίθινη μήτρα, θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την
κονιορτοποίηση των συστατικών του γυαλιού και της φαγεντιανής. Τα χάλκινα αντικείμενα (δρέπανο,
λεπίδα, ήλοι) διακρίνονται για την ιδιαίτερα καλή κατάσταση διατήρησης. Evely 1992, 22. French &
Taylour 2007, 28, 30. Krzyszkowska 2007, 56, 58.
261
. Η κατάσταση διατήρησης της λίθινης μήτρας είναι πολύ καλή. Έχει κυβοειδή μορφή και κάθε
επιφάνειά της φέρει εγχάρακτα θέματα για την κατασκευή κοσμημάτων (πάπυροι, φύλλα κισσού,
ναυτίλοι, τρέχουσες σπείρες, δαίμονες με σπονδικά αγγεία). Οι αναλύσεις των υλικών καταλοίπων
στην επιφάνεια της μήτρας απέδειξαν ότι πρόκειται για γυαλί. Η μήτρα έχει προταθεί ότι
χρησιμοποιούνταν περισσότερο για την παραγωγή κοσμημάτων από γυαλί/φαγεντιανή και λιγότερο
από φύλλα χρυσού. Evely 1992, 29-31. Πρόσφατα η E.French υποστήριξε ότι ορισμένα γυάλινα
πλακίδια με παράσταση φύλλου κισσού από τον χώρο 36 και τα παρακείμενα δωμάτια του Μεγάρου
πιθανόν κατασκευάστηκαν στη συγκεκριμένη μήτρα. Σε συνδυασμό με στρεβλά γυάλινα αντικείμενα
από το δωμάτιο 11 στα βόρεια διατύπωσε την άποψη ότι στην ευρύτερη περιοχή του χώρου 36
υπήρχαν απορρίμματα από γυαλί, τα οποία θα μπορούσαν να στηρίξουν τη θεωρία για εργαστήριο
γυαλιού στην περιοχή του Θρησκευτικού Κέντρου. French 2002, 107 & Pl. 19. French & Taylour
2007, 30.
262
. Το κτίριο έχει ερευνηθεί μεταξύ του 1886 και του 1981 διαδοχικά από τους Χ. Τσούντα, A. Wace,
Σ. Ιακωβίδη και Γ. Μυλωνά χωρίς ωστόσο να υπάρχει μέχρι σήμερα τελική δημοσίευση της
αρχιτεκτονικής και των ευρημάτων του.

79
ΒΔ και μια κλίμακα αποτελούμενη από έξι βαθμίδες καθιστούσαν εφικτή την
επικοινωνία με το παρακείμενο Κτίριο Γ, καθώς και την ανατολική και δυτική οδική
αρτηρία263. Παράλληλα, ένας μικρός αδόμητος χώρος στα δυτικά του κτιρίου παρείχε
πρόσβαση στα υπόλοιπα κτίρια του Θρησκευτικού Κέντρου.
Η Οικία Τσούντα ανοικοδομήθηκε στο πρώτο μισό του 13ου αιώνα π.Χ. σε μία
οικοδομική φάση και εγκαταλείφθηκε κατά την ΥΕ ΙΙΙ Β2 περίοδο. Έχει τη μορφή
«κτιρίου με διάδρομο» αποτελούμενου από δύο πτέρυγες, κάθε μία από τις οποίες
διέθετε ανεξάρτητη πρόσβαση στον αύλειο χώρο στα δυτικά. Η χρήση δύο μικρών
ανδήρων για την ανέγερση της Οικίας Τσούντα είχε ως αποτέλεσμα την υψομετρική
διαφορά μεταξύ των πτερύγων του κτιρίου.
Η είσοδος στη ΒΑ πτέρυγα του κτιρίου επιτυγχανόταν μέσω ενός
διαμορφωμένου σχεδόν ορθογώνιου χώρου. Δεν έχουν αποκαλυφθεί στοιχεία για την
στέγαση του συγκεκριμένου χώρου, ο οποίος πιθανόν ήταν υπαίθριος. Μία βάση
κίονα που αποκαλύφθηκε στο ΒΔ άκρο υποδεικνύει την ύπαρξη ενός είδους
πρόπυλου, η ακριβής μορφή του οποίου παραμένει άγνωστη264. Στο εσωτερικό του
προαναφερθέντος χώρου δεν βρέθηκε καμία σταθερή κατασκευή, η οποία να παρέχει
πληροφορίες για την πιθανή χρήση του. Στην είσοδό του όμως αποκαλύφθηκε ένα
λεκανοειδές βύθισμα που περιείχε τέφρα, απανθρακωμένα ξύλα και οστά μικρών
ζώων και καλυπτόταν από λίθινες πλάκες. Το ανωτέρω εύρημα έχει χαρακτηριστεί ως
«βόθρος» και αποτελεί σύμφωνα με τον Γ. Μυλωνά το μόνο στοιχείο που
υποδεικνύει σύνδεση της Οικίας Τσούντα με την τέλεση λατρείας 265.
Η ΒΑ πτέρυγα του κτιρίου ήταν ισόγεια και πιθανόν είχε μεγαροειδή
μορφή266: αποτελούνταν από ένα στενό πρόδομο και ένα δόμο μικρών σχετικά
διαστάσεων (4,40 x 3,55μ.)267. Κατά μήκος της δυτικής πλευράς του λεγόμενου
δόμου υπήρχε ένας ορθογώνιος χώρος του οποίου οι διαστάσεις, η αρχιτεκτονική
διάταξη και η παντελής έλλειψη ευρημάτων παραπέμπουν στη χρήση του ως
κλιμακοστασίου268. Τουλάχιστον μία ανανέωση των δαπέδων από ασβεστοκονίαμα

263
. Taylour 1981, 19. Μυλωνάς 1983, 138-140.
264
. Mylonas-Shear 1984, Vol. I, 229.
265
. Μυλωνάς 1983, 140.
266
. Mylonas-Shear 1984, Vol. I, 227-228. Hiesel 1990, 125-126.
267
. Η μεγαροειδής μορφή του κτιρίου δεν καθίσταται σαφής με βάση τα σωζόμενα αρχιτεκτονικά
λείψανα. Για την ύπαρξη του ορθογωνίου δωματίου με την σταθερή κατασκευή στο κέντρο υπάρχουν
επαρκή στοιχεία, ωστόσο η διαμόρφωση του χώρου στα ΒΔ είναι προβληματική. Δεν είναι βέβαιο αν
πρόκειται για έναν ενιαίο αύλειο χώρο αξιόλογων διαστάσεων ή για ένα επιπλέον δωμάτιο (πρόδομος)
και έναν μικρό αύλειο χώρο.
268
. Mylonas-Shear 1984, Vol. I, 229.

80
έλαβε χώρα στο εσωτερικό του δόμου, ενώ αλλαγές πιθανότατα σημειώθηκαν και
στην πρόσοψη του κτιρίου269.
Στο εσωτερικό του δόμου, στον άξονα της εισόδου, αποκαλύφθηκε μια
ορθογώνια πήλινη κατασκευή, η οποία εξαιτίας του σχήματος, του υλικού
κατασκευής και της τοποθέτησης στο μέσον του χώρου έχει ερμηνευθεί από τον Γ.
Μυλωνά ως εστία270. Τα μοναδικά σωζόμενα ευρήματα ήταν δύο πίθοι, οι οποίοι
αποκαλύφθηκαν κατά χώραν στο πίσω τμήμα του δωματίου. Αξιοσημείωτο είναι το
συμπαγές στρώμα μολύβδου, το οποίο επεκτεινόταν σε ολόκληρη την έκταση του
δαπέδου του δωματίου. Η επικρατέστερη άποψη είναι ότι η δημιουργία του
στρώματος μολύβδου οφείλεται στο λιώσιμο μολύβδινων αγγείων, τα οποία
φυλασσόταν στο συγκεκριμένο ισόγειο χώρο ή στον άνω όροφο, κατά την
καταστροφή του κτιρίου από πυρκαγιά στην ΥΕ ΙΙΙ Β2 περίοδο271. Δεν είναι σαφές το
σχήμα των ανωτέρω αγγείων, η ευρεθείσα όμως ποσότητα του μολύβδου υποδεικνύει
ότι επρόκειτο για μεγάλο αριθμό αγγείων ή αγγεία αξιόλογου μεγέθους272. Επίσης
στην επίχωση του δωματίου αποκαλύφθηκαν θραύσματα τοιχογραφιών με
γεωμετρικά σχήματα, χωρίς να είναι σαφές αν διακοσμούσαν τους τοίχους του
συγκεκριμένου δωματίου ή του άνω ορόφου273.
Από τη ΝΔ πτέρυγα του κτιρίου σώζεται μόνο το υπόγειο αποτελούμενο από
τρία δωμάτια274, τα οποία επικοινωνούσαν μεταξύ τους και με τον εξωτερικό χώρο

269
. Το τοιχίο στα ΒΑ της αυλής και η βάση κίονα που πιθανόν ανήκει σε πρόπυλο αποδίδονται σε
εργασίες αναμόρφωσης της εισόδου στην άνω πτέρυγα του κτιρίου. Mylonas-Shear 1984, Vol. I,229-
230. Οι εργασίες αυτές θεωρούνται σύγχρονες με της ανακαίνισης του δωματίου Γ1 και του
παρακείμενου αύλειου χώρου (φάση VIII). Μυλωνάς 1983, 140.
270
. Μυλωνάς 1983, 140.
271
. Μυλωνάς 1983, 140. Albers 1994, 29.
272
. Σημαντικός αριθμός μολύβδινων αγγείων, διαφορετικών σχημάτων και μεγέθους, έχουν
αποκαλυφθεί σε αρκετές θέσεις της Ύστερης Εποχής του Χαλκού (Μυκήνες, Τίρυνθα, Αθήνα, Μιδέα,
Διμήνι) και χρονολογούνται κυρίως στην ΥΕ ΙΙΙ Β περίοδο. Πρόσφατες αναλύσεις σε δείγματα από τις
Μυκήνες και το Διμήνι απέδειξαν ότι ο μόλυβδος προέρχεται από τα μεταλλεία του Λαυρίου. Η
ακριβής χρήση των ανωτέρω αγγείων είναι προβληματική εξαιτίας της κακής κατάστασης διατήρησης
σε πολλές περιπτώσεις και της απουσίας οργανικών καταλοίπων. Σύμφωνα με την S. Mossman τα
αγγεία θα μπορούσαν να χρησιμοποιούνται για την αποθήκευση τροφής, νερού και πολύτιμων
αντικειμένων, ενώ τα μεγαλύτερα από αυτά πιθανότατα από μόνα τους αποτελούσαν πολύτιμα
αντικείμενα. Mossman 1993, 79-82, 91-93, 335-336 & εικ. 99. Kilian 1981α, 181-182. Walberg 1998α,
Vol. I:1, 271-272. Adrimi-Sismani 2004-2005, 23 & εικ. 18. Adrimi-Sismani et al. 2009, 700-701.
273
. Στις επιχώσεις κοντά στην ΒΑ πτέρυγα βρέθηκε και το θραύσμα τοιχογραφίας με τους
ονοκέφαλους δαίμονες που έχει ερμηνευθεί ως θρησκευτική παράσταση. Η ακριβής προέλευση του
συγκεκριμένου θραύσματος δεν είναι γνωστή. Σε περίπτωση που προέρχεται από την Οικία Τσούντα
πιθανόν κοσμούσε κάποιο χώρο στον άνω όροφο. Hiesel 1990, 126. Albers 1994, 29.
274
. Το δωμάτιο στο νότιο τμήμα της πτέρυγας είχε ένα μικρό πρόδομο. Mylonas-Shear 1984, Vol. I,
230-231. Οι μικρές διαστάσεις του δωματίου, η ύπαρξη του προδόμου και η τοποθέτησή του στο πιο
απομονωμένο τμήμα της πτέρυγας οδήγησε τον Γ. Μυλωνά στην ερμηνεία του χώρου ως «ταμείου»
όπου φυλασσόταν πολύτιμα αντικείμενα. Ωστόσο κατά τη διάρκεια των ανασκαφών δεν

81
μέσω ενός διαδρόμου και μιας κλίμακας με 13 λίθινες βαθμίδες 275. Η υπόγεια
πτέρυγα διαφοροποιείται από την ΒΑ ισόγεια πτέρυγα όχι μόνο ως προς την
εσωτερική διαρρύθμιση και τις αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες (επένδυση από
πηλοκονίαμα στο δάπεδο και τους τοίχους, καμία σταθερή κατασκευή) 276, αλλά
πιθανόν και τη χρήση. Παρά την έλλειψη κινητών ευρημάτων, τα ανωτέρω
αρχιτεκτονικά στοιχεία και οι δύο πίθοι που βρέθηκαν κατά χώραν277 υποδεικνύουν
σύνδεση με διαδικασίες αποθήκευσης.

Μέγαρο

To λεγόμενο Μέγαρο ανεγέρθηκε με προσανατολισμό Β-Ν στο μεσαίο άνδηρο του


Θρησκευτικού Κέντρου στο πρώτο μισό του 13ου αιώνα π.Χ. και βρισκόταν σε χρήση
έως και την ΥΕ ΙΙΙ Β2 περίοδο, όταν καταστράφηκε πιθανόν από πυρκαγιά278. Το
κτίριο μελετήθηκε εν μέρει από τον Γ. Μυλωνά279 και εκτενώς από τον W. Taylour,
από τον οποίο έλαβε την ονομασία του εξαιτίας της αρχιτεκτονικής του μορφής.
Το σημείο ανέγερσης του κτιρίου ήταν κομβικό, καθώς βρισκόταν στην
απόληξη οδικών αρτηριών (Διάδρομος 4 στα βόρεια, Πομπική Οδός στα ανατολικά)
και σε γειτνίαση με αύλειους χώρους (διαμορφωμένος αύλειος χώρος εξωτερικά του
Κτιρίου Γ)280. Στη νότια απόληξη του κτιρίου αποκαλύφθηκε μικρή λίθινη κλίμακα
με πέντε βαθμίδες, η οποία παρείχε πρόσβαση στην Οικία Τσούντα και στα κτίρια
του κατώτερου ανδήρου του Θρησκευτικού Κέντρου. Επίσης ο χώρος στα νότια του
προδόμου έχει ερμηνευθεί ως διάδρομος για τη σύνδεση της ανωτέρω κλίμακας με το
παρακείμενο κτίριο, το λεγόμενο Ναό.
Η αποκατάσταση της ακριβούς μορφής του κτιρίου αντιμετωπίζει δύο βασικά
προβλήματα: τα περιορισμένα διαθέσιμα στοιχεία λόγω της έλλειψης τελικής

αποκαλύφθηκαν ευρήματα τα οποία να δικαιολογούν τον ανωτέρω χαρακτηρισμό. Μυλωνάς 1983,


140.
275
. Αρχικά η κλίμακα είχε 10 βαθμίδες. Με τις συνεχείς ανανεώσεις του ασβεστοκονιάματος στο
δάπεδο του αύλειου χώρου δημιουργήθηκε η ανάγκη για προσθήκη άλλων τριών βαθμίδων. Μυλωνάς
1983, 140.
276
. Mylonas-Shear 1984, Vol. I, 230.
277
. Μυλωνάς 1983, 140-141.
278
. Taylour 1981, 12-13.
279
. Ο Μυλωνάς ερεύνησε ένα δωμάτιο αξιόλογων διαστάσεων (10,5 x 5,0μ.) και το ονόμασε δωμάτιο
Χ. Πρόκειται για το δόμο του μεγαροειδούς κτιρίου που είναι γνωστό στη βιβλιογραφία ως δωμάτιο 2
με βάση την τελική αρίθμηση των χώρων από τον W. Taylour.
280
. Η πρόσβαση στον αύλειο χώρο ήταν άμεση και επιτυγχανόταν μέσω μιας θύρας στο ΒΑ τοίχο του
πρόδομου, όπου εντοπίστηκε κατά χώραν κατώφλι από πωρόλιθο. Taylour 1981, 19. Darcque 2005,
109 .

82
δημοσίευσης και την ανοικοδόμηση που σημειώθηκε στην περιοχή κατά την
Ελληνιστική περίοδο, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την διατάραξη των στρωμάτων της
Ύστερης Εποχής του Χαλκού. Με βάση τα σωζόμενα στοιχεία πρόκειται για ένα
επίμηκες διώροφο κτίριο (διαστάσεων 11,20x6,20/7,30μ.). Ο άνω όροφος
περιελάμβανε ένα ορθογώνιο δωμάτιο (δωμάτιο 2) και έναν πρόδομο στα ΒΑ, οι
ακριβείς διαστάσεις του οποίου δεν είναι διαγνώσιμες, ενώ στο υπόγειο υπήρχαν
πιθανόν τρία δωμάτια μικρών διαστάσεων281. Τα επιμέρους αρχιτεκτονικά στοιχεία
του άνω ορόφου υποδεικνύουν μια ιδιαίτερα επιμελημένη κατασκευή: χρήση
πελεκημένων πωρόλιθων, οι οποίοι αποκαλύφθηκαν στην Ελληνιστική επίχωση και
αντιστοιχούν με το οικοδομικό υλικό του ανακτορικού συγκροτήματος282, δάπεδο
από λευκό ασβεστοκονίαμα το οποίο ανανεώθηκε τουλάχιστον μία φορά283, κυρίως
δωμάτιο διαστάσεων 10,5x5,0μ., το μεγαλύτερο αποκαλυφθέν στο Θρησκευτικό
Κέντρο και πιθανή διακόσμηση με παράσταση πομπής284.
Μοναδική σταθερή κατασκευή στον άνω όροφο ήταν μία ορθογώνια πήλινη
εξέδρα στο μέσον του κυρίως δωματίου, η οποία έχει ερμηνευθεί ως εστία εξαιτίας
της μορφής και της θέσης της 285, χωρίς ωστόσο να υπάρχουν κινητά ευρήματα τα
οποία να συνδέονται με τη χρήση της286. Επίσης το ισχυρό στρώμα καύσης σε
ολόκληρο το κυρίως δωμάτιο αποδίδεται στις συνθήκες καταστροφής του κτιρίου και
όχι στη χρήση της ανωτέρω κατασκευής287.
Όσον αφορά στους υπόγειους χώρους (δωμάτια Ι, ΙΙ και ΙΙΙ), η αρχιτεκτονική
τους μορφή δεν είναι ακριβής288. Στο εσωτερικό δεν σώζονται σταθερές κατασκευές,
ενώ το δάπεδο είναι κατασκευασμένο από πηλοκονίαμα. Τα κινητά ευρήματα

281
. Για την αναπαράσταση του άνω ορόφου βλέπε Hiesel 1990, Αββ. 48. French 2002,fig. 33. Για τα
αρχιτεκτονικά στοιχεία των υπόγειων χώρων βλέπε Taylour 1981, Plan 2.
282
. French 1981, 44.
283
. Μεγάλα τμήματα ασβεστοκονιάματος από το δάπεδο του άνω ορόφου αποκαλύφθηκαν στο
εσωτερικό των υπόγειων δωματίων. Taylour & Papadimitriou 1963, 83. Η ανανέωση των δαπέδων έχει
τοποθετηθεί χρονικά στη λεγόμενη φάση VIIΙ, όταν έλαβαν χώρα εργασίες ανακαίνισης και στο Κτίριο
Γ, την Οικία Τσούντα και τους παρακείμενους αύλειους χώρους. Taylour 1981, 12-13.
284
. French 1981, 45. Η G. Albers αντιπρότεινε τη χρήση της τοιχογραφίας της πομπής για τη
διακόσμηση του διαδρόμου που οδηγούσε από το Μέγαρο στον άνω όροφο του Ναού, χωρίς ωστόσο
να υπάρχουν επαρκή ανασκαφικά στοιχεία για την υποστήριξη αυτής της πρότασης. Albers 2004, 122.
285
. Taylour 1981, 19. French 1981, 44.
286
. Η G. Albers αποδίδει την έλλειψη ευρημάτων στις ιδιαίτερα δυσμενείς συνθήκες διατήρησης του
άνω ορόφου λόγω της εκτενούς Ελληνιστικής ανοικοδόμησης. Albers 1994, 27.
287
. Albers 1994, 26.
288
. Ορισμένοι μελετητές υποστηρίζουν ότι επρόκειτο για τρία δωμάτια μικρών διαστάσεων δύο εκ των
οποίων (Ι και ΙΙ) επικοινωνούσαν με τον άνω όροφο μέσω καταπακτής, ενώ το τρίτο (ΙΙΙ) είχε
απευθείας επικοινωνία με τον διάδρομο στα νότια του κτιρίου. Albers 1994, 26· Whittaker 1997, 168.
Επίσης έχει υποστηριχθεί ότι δύο ήταν τα χρηστικά υπόγεια δωμάτια (ΙΙ, ΙΙΙ) και ότι ο στενόμακρος
χώρος Ι λειτουργούσε ως κλιμακοστάσιο για την επικοινωνία με τον άνω όροφο. Taylour 1981, 19.
French 1981, 44.

83
παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον λόγω του σχηματολογίου και των σπάνιων
υλικών κατασκευής. Συγκεκριμένα, στο δωμάτιο Ι βρέθηκε τμήμα λίθινου
αντικειμένου με ανάγλυφες σπείρες, το οποίο αποτελούσε μέρος της διακόσμησης
του άνω ορόφου ή κάποιου φορητού αντικειμένου, πιθανόν τράπεζας προσφορών289.
Επίσης στο παρακείμενο δωμάτιο ΙΙ βρέθηκαν ακατέργαστες πολύτιμες πρώτες ύλες
(κυνόδοντας ιπποπoτάμου και χαυλιόδοντες αγριόχοιρου)290, κοσμήματα291, τμήματα
αγγείου κατασκευασμένου από αβγό στρουθοκαμήλου με πιθανή χρήση ως ρυτό,
αντικείμενα από ελεφαντοστό292, καθώς και τμήμα τριποδικού τριβείου από
ηφαιστειακό πέτρωμα293. Επιπλέον στις ανασκαφικές αναφορές γίνεται μνεία στην
εύρεση άφθονης κεραμικής χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις 294. Θα πρέπει επίσης να
αναφερθεί ότι σε διαταραγμένο στρώμα πάνω από το δωμάτιο ΙΙ αποκαλύφθηκαν
ευρήματα (ένθετα από ελεφαντοστό, οστέινη περόνη, μαρμάρινο επίμηλο), τα οποία
εξαιτίας των χρησιμοποιούμενων υλικών και των κατηγοριών θεωρείται ότι
προερχόταν από το συγκεκριμένο χώρο295.
Οι υπόγειοι χώροι (Ι & ΙΙ) του Μεγάρου ερμηνεύθηκαν από τους ανασκαφείς
W. Taylour και Ι. Παπαδημητρίου, ως εργαστήρια επεξεργασίας ελεφαντοστού
εξαιτίας της εύρεσης των πρώτων υλών και των θραυσμάτων ελεφαντοστού296. Θα
πρέπει όμως να επισημανθεί η απουσία εργαλείων ή απορριμμάτων, η οποία σε
συνδυασμό με τις ιδιαίτερα μικρές διαστάσεις των δωματίων και την έλλειψη
φωτισμού και αερισμού δεν στηρίζει την άποψη αυτή. Αντίθετα τα αρχιτεκτονικά
χαρακτηριστικά και τα ευρήματα υποδεικνύουν τη χρήση των υπόγειων χώρων
πιθανότατα για την αποθήκευση και όχι την επεξεργασία των πολύτιμων πρώτων
υλών. Αναφορικά με τον τρίτο υπόγειο χώρο (δωμάτιο ΙΙΙ), τα σωζόμενα
αρχιτεκτονικά στοιχεία υποδεικνύουν τη λειτουργική σύνδεσή του κυρίως με το

289
. Taylour & Papadimitriou 1963, 83 · Taylour 1981, 33 · Albers 1994, 26. Σύμφωνα με τον μελετητή
των λίθινων αντικειμένων από τις Μυκήνες, D. Evely, οι σπείρες των πλαϊνών πλευρών βρίσκονται
στο τελικό στάδιο επεξεργασίας, κατά συνέπεια η ημιτελής τους κατάσταση υποδεικνύει ότι το λίθινο
ανάγλυφο δεν είχε ποτέ χρησιμοποιηθεί. Evely 1992, 32-33.
290
. Cline 1995, 106. Krzyszkowska 2007, 10, 48-49, 55.
291
. Αναφέρονται γυάλινες χάντρες διαφόρων σχημάτων και ένα ανθρωπόμορφο περίαπτο νεολιθικού
τύπου κατασκευασμένο από στεατίτη. Taylour & Papadimitriou 1963, 83-84.
292
. Πρόκειται για ένθετα από ελεφαντοστό σε διάφορα σχήματα ορισμένα από τα οποία ήταν ημιτελή.
Krzyszkowska 2007, 6, 10.
293
. Πιθανόν να είχε εισαχθεί από την Κρήτη ή τη Θήρα. Evely 1992, 3, 12. Cline 1995, 108.
294
. Στις ελάχιστες δημοσιευμένες φωτογραφίες διακρίνονται ακέραια αγγεία, μεταξύ των οποίων
σκυφοειδής κρατήρας και πήλινη βάση αγγείου, ενώ υπάρχουν αναφορές και για μεγάλο μαγειρικό
σκεύος. Οι ανασκαφείς χρονολογούν τα αγγεία στο δεύτερο μισό του 13 ου αιώνα π.Χ. Taylour &
Papadimitriou 1963, 83-84.
295
. Krzyszkowska 2007, 6.
296
. Taylour & Papadimitriou 1963, 84.

84
διάδρομο στα νότια στον οποίο είχε άμεση πρόσβαση. Στη ΒΑ πλευρά εντοπίστηκε,
σύμφωνα με τους ανασκαφείς, ένα θρανίο το οποίο οδήγησε στο χαρακτηρισμό του
δωματίου ως χώρου υποδοχής297.
Στο μέσον της ΥΕ ΙΙΙ Β περιόδου τα υπόγεια δωμάτια επιχώθηκαν με
αποτέλεσμα τη μείωση των χρηστικών χώρων του Μεγάρου. Η ανωτέρω διαδικασία
θεωρείται σύγχρονη με την επίχωση των δωματίων της βόρειας πτέρυγας του Κτιρίου
των Τοιχογραφιών και του δωματίου 19 του παρακείμενου Ναού298. Μετά την
οριστική εγκατάλειψη του κτιρίου στο τέλος της ΥΕ ΙΙΙ Β2 περιόδου, η έκταση η
οποία καταλάμβανε παρέμεινε αδόμητη για μεγάλο χρονικό διάστημα.

1.2.2. Ανακτορικό συγκρότημα: χωροταξική οργάνωση και πιθανή θρησκευτική


δραστηριότητα

Το ανακτορικό συγκρότημα το οποίο ανασκάφτηκε αρχικά από τον Χ.


Τσούντα και στη συνέχεια από τους Α. Wace και Γ. Μυλωνά, ανεγέρθηκε στο
υψηλότερο άνδηρο της ακρόπολης των Μυκηνών σε μια τοποθεσία που εξασφάλιζε
φυσική οχύρωση και απεριόριστη ορατότητα. Με βάση τα αποκαλυφθέντα
αρχιτεκτονικά λείψανα έχουν διαπιστωθεί τουλάχιστον δύο οικοδομικές φάσεις.
Πρόσφατα οι E. French και K. Shelton λαμβάνοντας υπόψη το υλικό από αποθέτες
ΝΔ του σωζόμενου ανακτορικού συγκροτήματος, καθώς και τα στοιχεία από τα
εκτεταμένα νεκροταφεία στην περιοχή των Μυκηνών υποστήριξαν ότι οι διεργασίες
διαμόρφωσης κοινωνικοπολιτικής ιεραρχίας χρονολογούνται τουλάχιστον από τη
Μέση Εποχή του Χαλκού. Παράλληλα διατύπωσαν την άποψη ότι αρχιτεκτονική
έκφραση των ανωτέρω διεργασιών υπήρξε η ανοικοδόμηση στο ανώτερο άνδηρο της
ακρόπολης και πρότειναν την ύπαρξη τουλάχιστον τριών, πρωιμότερων των ήδη
γνωστών, χρονικών φάσεων του ανακτόρου299.
Όσον αφορά στα διασωθέντα αρχιτεκτονικά στοιχεία, τα πρωιμότερα ανήκουν
χρονικά στην ΥΕ ΙΙΙ Α2 περίοδο και πιστοποιούν την ύπαρξη οικοδομικής
δραστηριότητας στο ανώτερο άνδηρο μετά και την ανέγερση του τείχους της

297
. Taylour 1981, 33.
298
. Taylour 1981, 9.
299
. French & Shelton 2005, 176-178.

85
ακρόπολης300. Παρά τις ασάφειες αναφορικά με τις διαστάσεις, την κάτοψη και τη
χωροταξική οργάνωση, το κτίριο διοίκησης του 14ου αιώνα π.Χ. διέθετε
προσανατολισμό Β-Ν και έχει προταθεί ότι αποτελούνταν από ένα κεντρικό μέγαρο
και ορισμένα παρακείμενα βοηθητικά δωμάτια 301. Τα ελάχιστα γνωστά στοιχεία σε
καμία περίπτωση δεν παρέχουν πληροφορίες για την τέλεση θρησκευτικών
τελετουργιών στο χώρο.
Η πλήρης ανάπτυξη του ανακτορικού συγκροτήματος έλαβε χώρα κατά τον
13ο αιώνα π.Χ. στο πλαίσιο ενός οργανωμένου οικοδομικού σχεδιασμού, ο οποίος
περιελάμβανε εκτεταμένες ισοπεδώσεις, αξιοποίηση των φυσικών ανδήρων και
κατασκευή τεχνητών. Η κατακρήμνιση του ΝΑ τμήματος και μεταγενέστερες
οικοδομικές δραστηριότητες στο βόρειο τμήμα του καθιστούν προβληματική την
προσπάθεια αποκατάστασης της ακριβούς κάτοψης του ανακτορικού συγκροτήματος.
Υπάρχουν ωστόσο επαρκή στοιχεία τα οποία υποδεικνύουν ότι το συγκρότημα
αποτελούνταν από το κεντρικό Μέγαρο, έναν μεγάλο αύλειο χώρο στα δυτικά, ο
οποίος επικοινωνούσε άμεσα με το Μέγαρο και δύο διαδρόμους οι οποίοι παρείχαν
πρόσβαση σε πτέρυγες δωματίων στα βόρια και νότια (Εικ. 21).
Η προσέγγιση στο ανακτορικό συγκρότημα επιτυγχανόταν από τα ΒΔ μέσω
της λεγόμενης Βόρειας Κλίμακας, στην οποία πιθανότατα κατέληγε επικλινής δρόμος
από την Πύλη των Λεόντων302, καθώς και ενός μνημειακού πρόπυλου στην απόληξή
της. Το ανωτέρω πρόπυλο σε συνδυασμό με ένα σύνολο μικρών αύλειων χώρων,
διαδρόμων και πυλών παρείχε πρόσβαση στην κεντρική αυλή, το Μέγαρο και τη
βόρεια πτέρυγα του ανακτόρου, στην οποία πιθανόν ενσωματώθηκε και τμήμα του
συγκροτήματος της ΥΕ ΙΙΙΑ2 περιόδου303. Ο επαναλαμβανόμενος μηχανισμός
πρόσβασης (πύλες-διάδρομοι-αυλές) καθιστούσε απόλυτα ελεγχόμενη την πρόσβαση
στο ανακτορικό συγκρότημα από τα ΒΔ και παράλληλα της προσέδιδε μνημειακό
χαρακτήρα304.
Κατά την τελευταία περίοδο χρήσης του συγκροτήματος ανεγέρθηκε μια
μνημειακή κλίμακα στα ΝΔ, η οποία ονομάζεται συμβατικά Νοτιοδυτική Μεγάλη
Κλίμακα. Με βάση τα σωζόμενα αρχιτεκτονικά στοιχεία η νέα κλίμακα παρείχε
πρόσβαση αποκλειστικά σε ένα μικρό συγκρότημα δωματίων, πιθανόν χώρων
300
. French & Shelton 2005, 177.
301
. Μυλωνάς 1983, 93. Castleden 2005, 42-43. Younger 2005, 189.
302
. Πιθανότατα σε όλες τις οικοδομικές φάσεις του ανακτορικού συγκροτήματος η πρόσβαση
επιτυγχανόταν από τα ΒΔ. French 2002, 61.
303
. Μυλωνάς 1983, 95-96.Younger 2005, 188-189.
304
. Cavanagh 2001, 122.

86
διαμονής ΝΔ της κεντρικής αυλής305, το οποίο επικοινωνούσε άμεσα με την κεντρική
αυλή306. Το μέγεθος όμως της νέας κλίμακας και οι αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις που
απαιτήθηκαν για την κατασκευή της σε ένα ιδιαίτερα απόκρημνο σημείο της
ακρόπολης είναι δύσκολο να ερμηνευθούν με βάση τις όποιες ανάγκες των μικρών
χώρων με τους οποίους συνδέεται.
Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω και το γεγονός ότι η Νοτιοδυτική Μεγάλη
Κλίμακα βρίσκεται στον άξονα των διόδων πρόσβασης στο Θρησκευτικό Κέντρο, θα
μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η κατασκευή της είχε ως βασικό στόχο την
επικοινωνία του ανακτορικού συγκροτήματος με το Θρησκευτικό Κέντρο, το οποίο
ανοικοδομήθηκε κατά τον 13ο αιώνα π.Χ. στη ΝΔ κλιτύ της ακρόπολης307. Οι
λεπτομέρειες της διαδικασίας επικοινωνίας των ανωτέρω σημαντικών πόλων δράσης
της ακρόπολης έχουν χαθεί λόγω της έντονης διάβρωσης του εδάφους και της
εντατικής Ελληνιστικής ανοικοδόμησης στην έκταση μεταξύ του ανακτορικού
συγκροτήματος και του Θρησκευτικού Κέντρου.
Παρά την απώλεια σημαντικών στοιχείων είναι βέβαιο ότι οι δύο μνημειώδεις
είσοδοι προς το ανάκτορο είχαν ως βασικό χαρακτηριστικό την επαναλαμβανόμενη
και σταδιακά αυξανόμενη περιπλοκότητα τόσο της τοιχοποιίας, όσο και των δομικών
υλικών. Είναι χαρακτηριστική η χρήση του κροκαλοπαγή λίθου στα κατώφλια των
πυλών και τις βάσεις κιόνων στο μνημειώδες ΒΔ πρόπυλο. Η όλη διαμόρφωση των
μηχανισμών πρόσβασης στο ανακτορικό συγκρότημα αποτελεί μια συστηματική
προσπάθεια δήλωσης αρχιτεκτονικού συμβολισμού σε έναν περίπλοκο
αρχιτεκτονικά και λειτουργικά χώρο308.
Ειδικότερα ο χωροταξικός σχεδιασμός του 13ου αιώνα π.Χ. αναδεικνύει την
κεντρική αυλή ως κομβικό σημείο του ανακτορικού συγκροτήματος, οριζόμενο στα
ανατολικά από το ίδιο το κεντρικό Μέγαρο, ενώ στα δυτικά και βόρεια από
διαδρόμους και πτέρυγες δωματίων. Η τελική διαμόρφωση της κεντρικής αυλής
συνδέεται άμεσα με την ανέγερση του μνημειακού πρόπυλου, κατά συνέπεια και με

305
. Πρόσφατα ο J. Younger επανέφερε την αρχικά διατυπωθείσα από τον A. Wace πρόταση ότι ΝΔ
της κεντρικής αυλής υπήρχε μια δεύτερη αίθουσα θρόνου, η οποία ωστόσο αμφισβητείται από
αρκετούς ερευνητές. Younger 2005, 188-190. Για αντίθετες απόψεις αναφορικά με τη χρήση του
συγκεκριμένου χώρου βλέπε Μυλωνάς 1983, 110-111. French 2002, 5, 59. Castleden 2005, 47.
306
. Μυλωνάς 1983, 107-110. Castleden 2005, 46-47.
307
. French 2002, 61.
308
. Wright 1994, 51-54.

87
ορισμένους περιορισμούς στην πρόσβαση309, ενώ εξασφάλιζε εύκολη
προσβασιμότητα από το εσωτερικό κάθε πτέρυγας του ανακτορικού συγκροτήματος.
Οι διαστάσεις (180τ.μ.) συγκριτικά με τον αντίστοιχο χώρο στο ανάκτορο της
Τίρυνθας είναι σαφώς μικρότερες, ωστόσο η κεντρική αυλή των Μυκηνών
αποτελούσε σημαντικό μέρος ενός αρχιτεκτονικού σχεδιασμού που είχε ως στόχο να
κατευθύνει το βλέμμα κάθε εισερχόμενου μέσω του μεγάλου πρόπυλου και των
διαδρόμων στην πρόσοψη του Μεγάρου και στον κλειστό χώρο της αυλής. Το
στοιχείο αυτό ενισχύεται από το γεγονός ότι παρά το ότι η κεντρική αυλή
χωροθετήθηκε στο υψηλότερο σημείο της ακρόπολης, η ορατότητα που προσέφερε
ήταν ιδιαίτερα περιορισμένη και καθοδηγούμενη. Στη διαδικασία καθοδήγησης του
βλέμματος πιθανότατα συμμετείχε και ο γραπτός διάκοσμος του αύλειου χώρου310.
Σύμφωνα με τον W. Cavanagh «αν η μια επίπτωση του εγκλεισμού ενός χώρου από
περιβάλλοντα κτίρια ήταν η ενίσχυση της κατεύθυνσης του βλέμματος στο κύριο
οικοδόμημα, η άλλη ήταν η μετατροπή της τετράγωνης αυλή σε πεδίο δράσης που
παρέχει θέα σε θεατές…»311.
Κατά συνέπεια η οργάνωση του χώρου στα ανώτερα άνδηρα της ακρόπολης
κατά τον 13ο αιώνα π.Χ. αναδεικνύει το κυρίως Μέγαρο και την άμεσα συνδεόμενη
με αυτό κεντρική αυλή ως ένα σημαντικό κέντρο ποικίλων δραστηριοτήτων, μέρος
των οποίων πιθανόν αποτελούσε και η τέλεση θρησκευτικών τελετουργιών. Σε
αντίθεση με την περίπτωση της Τίρυνθας τα ανασκαφικά στοιχεία είναι περιορισμένα
και έμμεσα, καθώς δεν διασώθηκε καμία σταθερή κατασκευή στην κεντρική αυλή
που θα μπορούσε με σαφήνεια να χαρακτηριστεί ως βωμός και να αποτελέσει σημείο
τελετουργικής δράσης.
Ο W. Cavanagh απέδωσε την απουσία σταθερού βωμού στο αρκετά
μικρότερο μέγεθος της κεντρικής αυλής στις Μυκήνες και πρότεινε τη χρήση
φορητών κατασκευών312. Η πρόταση αυτή πιθανόν ενισχύεται από ορισμένα
ευρήματα που εντοπίστηκαν στην αίθουσα του Μεγάρου313, όπως το τμήμα

309
. Cavanagh 2001, 121-122.
310
. Hirsch 1977, 45. Cavanagh 2001, 124.
311
. “If one effect of enclosing the space by surrounding it with buildings was to reinforce focus on the
main edifice, another was to make the square an arena overlooked by spectators…”, Cavanagh 2001,
124.
312
. Cavanagh 2001, 125.
313
. Η έλλειψη περισσοτέρων ευρημάτων θα μπορούσε να συσχετιστεί με τις ανασκαφικές μεθόδους
στα τέλη του 19ου αιώνα, την κατακρήμνιση σημαντικού τμήματος της αυλής και του κεντρικού
Μεγάρου, καθώς και τις αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις κατά την Αρχαϊκή και Ελληνιστική περίοδο.

88
κατασκευής από γυψόλιθο με λεκανοειδή κοιλότητα314, το τμήμα τετράγωνης
κατασκευής από πορφυρίτη με δισκοειδές έξαρμα315 και ένα αγγείο για την τέλεση
χοών (χωρίς να παρέχονται περαιτέρω στοιχεία για το σχήμα του)316. Η εύρεση του
ανωτέρω φορητού εξοπλισμού σε άμεση χωρική συνάφεια με τον αύλειο χώρο και σε
συνδυασμό με τη χωροταξική οργάνωση και το αξιόλογο μέγεθος της κεντρικής
αυλής πιθανότατα υποδεικνύουν ότι το σημείο αυτό της ακρόπολης λειτουργούσε
κατά περίσταση ως χώρος θρησκευτικής τελετουργικής δράσης εντός του
ανακτορικού πολιτικοκοινωνικού συστήματος.
Συνοψίζοντας, η πιθανή τέλεση θρησκευτικών τελετουργιών πιστοποιείται
κυρίως από την αρχιτεκτονική διάταξη και σε μικρότερο βαθμό από τα κινητά
ευρήματα. Η χωροταξική οργάνωση του ανώτερου ανδήρου της ακρόπολης, το
μέγεθος της κεντρικής αυλής, καθώς και τα αρχαιολογικά ευρήματα από τα
ανακτορικά συγκροτήματα της Πύλου και της Τίρυνθας, ενισχύουν την άποψη ότι και
στην περίπτωση των Μυκηνών το κτίριο διοίκησης και οι παρακείμενοί του χώροι
αποτελούσαν σε ορισμένες περιπτώσεις πεδία τέλεσης θρησκευτικών τελετουργιών.

1.3. Μιδέα

Οι αρχαιολογικές έρευνες στο ανατολικό άκρο της Αργολικής πεδιάδας


πιστοποιούν την ύπαρξη ενός τρίτου σημαντικού Μυκηναϊκού κέντρου, το οποίο
άκμασε στην περιοχή της Μιδέας παράλληλα με τις θέσεις των Μυκηνών και της
Τίρυνθας. Οι συστηματικές ανασκαφές που διεξάγονται στο πλαίσιο
Ελληνοσουηδικής συνεργασίας στον απόκρημνο λόφο ύψους 170μ., ο οποίος
περιβάλλεται από Κυκλώπειο τείχος, σε συνδυασμό με τις παλαιότερες ανασκαφές
του νεκροταφείου στα παρακείμενα Δενδρά, προσθέτουν συνεχώς νέα στοιχεία για
την οργάνωση και τη λειτουργία της Μιδέας κατά την ανακτορική και τη
μετανακτορική περίοδο. Από το 1983 και εξής οι εργασίες επικεντρώθηκαν στο
314
. Παπαδημητρίου 1955, 230-231 & πίν. 79β. Ο Γ. Μυλωνάς αμφισβήτησε τη συσχέτιση της
κατασκευής από γυψόλιθο με οποιαδήποτε τελετουργική χρήση υποστηρίζοντας ότι αποτελούσε τμήμα
του γεμίσματος του τεχνητού ανδήρου πάνω στο οποίο οικοδομήθηκε το ανακτορικό συγκρότημα.
Μυλωνάς 1983, 100.
315
. Η τετράγωνη κατασκευή έχει διαστάσεις 0,85x0,75μ. Οι πλάγιες πλευρές της φέρουν ανάγλυφη
διακόσμηση με σπείρες. Το δισκοειδές έξαρμα είναι τοποθετημένο στο μέσον της κατασκευής και
πλαισιώνεται από τέσσερις οπές που υποδεικνύουν την προσάρτηση ολόκληρης της λίθινης
κατασκευής σε κάποιου είδους βάση. Παπαδημητρίου 1955, 230-231 & πίν. 79α. Shelmerdine 1997,
578. Cavanagh 2001, 125.
316
. Castleden 2005, 44-45.

89
εσωτερικό της ακρόπολης, η οποία είναι διαμορφωμένη σε άνδηρα εξαιτίας της
έντονης κλίσης του εδάφους, και αποκάλυψαν δύο πύλες (ανατολική και δυτική), ένα
μεγαροειδές κτίριο, το οποίο έχει ερμηνευθεί ως διοικητικό κέντρο317, καθώς και μια
σειρά στεγασμένων χώρων πλησίον των δύο πυλών (Εικ. 22)318.
Η πρόταση των ανασκαφέων για τέλεση λατρείας στο εσωτερικό της
ακρόπολης βασίζεται σε έμμεσα στοιχεία και συγκεκριμένα σε κινητά ευρήματα
κυρίως της ΥΕ ΙΙΙ Β περιόδου που προέρχονται από διάφορους ανασκαφικούς τομείς
(Δυτική πύλη, άνδηρα στα δυτικά της Ανατολικής πύλης). Σημαντικός αριθμός από
αυτά προέρχεται από επιφανειακά στρώματα με αποτέλεσμα να καθίσταται
προβληματικός ο εντοπισμός των αρχικών χώρων χρήσης και η αξιολόγησή τους από
κοινού στο πλαίσιο της διερεύνησης πιθανών θρησκευτικών τελετουργιών. Όπως έχει
επισημανθεί, με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, κανένας χώρος δεν θα μπορούσε με
ασφάλεια να ερμηνευθεί ως ιερό319.
Στην περίπτωση της Δυτικής πύλης, μια περιοχή με έντονα ίχνη καταστροφής
από πυρκαγιά του τέλους του 13ου αιώνα π.Χ., αποκαλύφθηκαν διάσπαρτα κατά
μήκος του τείχους πολυάριθμα ειδώλια σε αποσπασματική κατάσταση που ανήκουν
σε όλες σχεδόν τις γνωστές κατηγορίες της Μυκηναϊκής ειδωλοπλαστικής
(ανθρωπόμορφα τύπου Φ, Ψ, Τ, χειροποίητα πιθανόν και τροχήλατα ζωόμορφα,
συμπλέγματα και ομοιώματα επίπλων)320. Επιπλέον αποκαλύφθηκαν όστρακα
διαφόρων αγγείων εξειδικευμένης χρήσης (ρυτά, ασκοί, μικκύλα αγγεία, σκύφος με
διάτρητη βάση)321.
Παράλληλα, δυτικά της πύλης αποκαλύφθηκε τμήμα πιθανόν διώροφου
κτιριακού συγκροτήματος, το οποίο κατασκευάστηκε σε διαδοχικά άνδηρα και
εφαπτόταν του τείχους. Ερευνήθηκαν τουλάχιστον οκτώ υπόγεια δωμάτια,
χωροθετημένα εκατέρωθεν ενός διαδρόμου, στα οποία έχουν αποδοθεί αποθηκευτικές
και εργαστηριακές χρήσεις με βάση τη μεγάλη ποσότητα και την ποικιλία των

317
. Walberg 1995. 1998β. 1999. Demakopoulou et al. 1996, 24-32.
318
. Walberg 1998α . Demakopoulou 1995. 2001.
319
. Demakopoulou & Divari-Valakou 2001, 181. 2009, 51.
320
. Ο αριθμός των ειδωλίων ανέρχεται σε τουλάχιστον 169, συμπεριλαμβανομένων και όσων
εντοπίστηκαν στο εσωτερικό δωμάτιο της πύλης, το λεγόμενο φυλάκιο, έναν χώρο που περιείχε
ποικίλα ευρήματα (αγγεία κατανάλωσης και αποθήκευσης, απανθρακωμένους καρπούς και
δημητριακά, αποχετευτικούς αγωγούς και κεράμους). Demakopoulou 1995, 155. Demakopoulou &
Divari-Valakou 2001, εικ. XLIX d. 2009, 38.
321
. Demakopoulou & Divari-Valakou 2001, 188 & εικ. LIVd, e.

90
ευρημάτων από τα δάπεδα και την επίχωση322. Διακρίνεται σημαντική ποσότητα
κεραμικής, όπως αγγείων αποθήκευσης και μεταφοράς προϊόντων (μεταξύ των
οποίων και ένας ενεπίγραφος ψευδόστομος αμφορέας), προετοιμασίας και
κατανάλωσης τροφής, καθώς και μικκύλων αγγείων 323. Επίσης αποκαλύφθηκαν
μολύβδινα παραδείγματα και θραύσμα ενός Μινωικού λίθινου αγγείου σε σχήμα
οστρέου τρίτωνα.
Στα ευρήματα περιλαμβάνονται επίσης λίθινα, εργαλεία, χάλκινα
αντικείμενα324, τμήμα μήτρας από στεατίτη για την κατασκευή χαντρών, μολύβδινα
βάρη, απανθρακωμένοι καρποί, οστά και όστρεα325. Επίσης βρέθηκαν αρκετά
κοσμήματα, μεταξύ των οποίων διακρίνονται γυάλινα πλακίδια με δαιμονικές
μορφές, σφραγιδόλιθοι326, καθώς και ένα εγχάρακτο σφράγισμα που φέρει το
ιδεόγραμμα του σιταριού, αντικείμενα από ελεφαντοστό (ένθεμα σε σχήμα φύλλου
κισσού, ομοίωμα οκτώσχημης ασπίδας327).
Όλα σχεδόν τα ανασκαμμένα δωμάτια περιείχαν και ορισμένα θραύσματα
χειροποίητων ανθρωπόμορφων και ζωόμορφων ειδωλίων. Αξιοσημείωτο ως προς την
τυπολογία και την άριστη κατάσταση διατήρησης είναι το ακέραιο τροχήλατο
γυναικείο ειδώλιο που εντοπίστηκε στη ΒΔ γωνία του δωματίου VΙa. Ανήκει στην
ομάδα Α, σύμφωνα με την κατάταξη της E. French, και χρονολογείται με βάση τα
συνευρήματα και την γραπτή διακόσμηση στην ΥΕ ΙΙΙ Β2 περίοδο (Εικ. 23)328. Η Κ.
Δημακοπούλου υποστήριξε ότι το ειδώλιο πιθανότατα βρισκόταν τοποθετημένο στον
άνω όροφο και κατέπεσε στο υπόγειο δωμάτιο κατά την καταστροφή του κτιρίου329.

322
. Η σύνδεση ορισμένων δωματίων με εργαστηριακή δραστηριότητα βασίστηκε στην εύρεση
ακατέργαστων και μερικώς κατεργασμένων τμημάτων φθορίτη λίθου, καθώς και λίθινων εργαλείων.
Ωστόσο από το εσωτερικό των δωματίων απουσιάζουν απορρίμματα, γεγονός που θα μπορούσε να
αποδοθεί σε διαδικασίες καθαρισμών των χώρων ή στην ένταξη των παραπάνω ευρημάτων στον
υπόλοιπο αποθηκευμένο εξοπλισμό. Δημακοπούλου 2001, 28.
323
. Η κεραμική που σχετίζεται με την κατανάλωση τροφής είναι ιδιαίτερα μεγάλη και περιλαμβάνει
σχήματα κατανάλωσης (σκύφοι, κυάθια, κύλικες, λεκανίδια, κύπελλα ) και ανάμειξης κρασιού
(κρατήρες, ορισμένοι μάλιστα με εικονιστικές παραστάσεις). Το σχηματολόγιο των μικκύλων αγγείων
περιλαμβάνει κύπελλα, υδρίες και πρόχους. Demakopoulou et al. 1999, εικ. 6, 24, 32, 36, 64. 2003, 84-
87.
324
. Πρόκειται για εγχειρίδια, αιχμές βελών και ένα δίσκο κατόπτρου. Demakopoulou et al 1999, εικ.
54.
325
. Δημακοπούλου 2001, 25-28. Demakopoulou et al. 1999, 57-73 & εικ. 47-55.
326
CMS V S3, Nrs 223-233.
327
. Demakopoulou & Divari-Valakou 2001, εικ. LIVf.
328
. Το ειδώλιο (ύψους 0,282μ.) έχει κυλινδρικό διάτρητο σώμα και βραχίονες λυγισμένους προς το
σημείο του στήθους. Η κεφαλή φέρει ψηλό πόλο. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου και τα στήθη
δηλώνονται με γραπτό και πλαστικό τρόπο, ενώ γραπτή διακόσμηση χρησιμοποιείται για τα
κοσμήματα και την ενδυμασία. Το κάτω τμήμα του ειδωλίου διακοσμείται με οριζόντιες ταινίες.
Demakopoulou & Divari-Valakou 2001, 183-184 & εικ. La-b.
329
. Demakopoulou 1999, 201-202.

91
Όσον αφορά στα άνδηρα δυτικά της Ανατολικής Πύλης, αποκαλύφθηκε μια
σειρά δωματίων εφαπτόμενων του τείχους, το περιεχόμενο των οποίων (αγγεία
μεταφοράς υγρών και κατανάλωσης, μαγειρικά σκεύη, τριβεία, απανθρακωμένοι
καρποί και οστεολογικό υλικό330) υποδεικνύει διαδικασίες προετοιμασίας τροφής. Η
άποψη αυτή ενισχύεται και από τον εντοπισμό πήλινης εστίας, καθώς και τις
αναλύσεις οργανικών υπολειμμάτων331. Ωστόσο οι ανασκαφείς επισήμαναν ότι
μεταξύ του κινητού εξοπλισμού υπάρχουν ορισμένα ευρήματα, όπως ο ψευδόστομος
αμφορέας με διακόσμηση διπλών πελέκεων και κεράτων, το θραύσμα τροχήλατου
βοοειδούς και η μικρή πήλινη τριποδική τράπεζα που θα μπορούσαν να συνιστούν
έμμεσα στοιχεία για την τέλεση λατρείας στην ευρύτερη περιοχή.
Τέλος, στην περίπτωση του Μεγάρου, η αρχική περίοδος χρήσης του οποίου
τοποθετείται χρονικά στην ΥΕ ΙΙΙ Β περίοδο, έχουν επισημανθεί ενδείξεις για
τελετουργική δραστηριότητα. Το επίμηκες κτίριο, ο αύλειος χώρος και η ορθογώνια
εξέδρα στα δυτικά, καθώς και τα επιπλέον δωμάτια στα βόρεια συνιστούσαν ένα
οικοδομικό συγκρότημα που πιθανότατα εξυπηρετούσε ποικίλες λειτουργίες στο
πλαίσιο ενός κεντρικού συστήματος διοίκησης (Εικ. 24).
Οι πρόσφατες μελέτες του άφθονου οστεολογικού υλικού από το εσωτερικό
του Μεγάρου και τους παρακείμενους χώρους, σε συνδυασμό με την κατανομή της
κεραμικής και των εργαλείων, οδήγησαν τους G. Walberg και D. Reese στο
συμπέρασμα ότι μία από τις βασικές δραστηριότητες ήταν η υλοποίηση
τελετουργικών γευμάτων. Μάλιστα επισήμαναν την ύπαρξη διακριτών επιπέδων
συμμετοχής και την ιδιαίτερα αυξημένη εκπροσώπηση οστών βοοειδών (33,3%).
Επίσης, λαμβάνοντας υπόψη την εύρεση λίθινου θρανίου και ορισμένων ευρημάτων
(θραύσμα μεγάλου ζωόμορφου ειδωλίου, ειδωλίου φιδιού, ρυτού και ορισμένων
μικκύλων αγγείων) στα δωμάτια βόρεια και δυτικά του Μεγάρου, πιθανολόγησαν την
τέλεση λατρείας στην ευρύτερη περιοχή, χωρίς όμως να μπορεί να ερμηνευθεί
συγκεκριμένος χώρος ως ιερό332.
Η σημαντική καταστροφή που έπληξε την ακρόπολη στο τέλος του 13 ου αιώνα
π.Χ. ακολουθήθηκε, όπως υποδεικνύουν τα ανασκαφικά στοιχεία, από μια περίοδο
αναδιοργάνωσης. Κατά την ΥΕ ΙΙΙ Γ πρώιμη περίοδο δραστηριότητα παρατηρείται
δυτικά της Ανατολικής πύλης, χωρίς να μπορούν να εξαχθούν ακριβή συμπεράσματα

330
. Κυριαρχούν τα αιγοπρόβατα (41,2%), ενώ σημαντικό είναι το ποσοστό των χοίρων (32,2%) και
των βοοειδών (28,9%). Walberg & Reese 2008, 240.
331
. Walberg & Reese 2008, 239.
332
. Walberg 1999, 889-890. Walberg & Reese 2008, 241-244.

92
για την έκτασή της. Κατά την περίοδο αυτή οι κυριότερες αλλαγές επικεντρώνονται
στην περιοχή του Μεγάρου, όπου στα ερείπια του πρωιμότερου κτιρίου ανεγέρθηκε
ένα επίμηκες μεγαροειδές οικοδόμημα χωρισμένο σε δύο κλίτη333. Τα κινητά
ευρήματα από το εσωτερικό είναι λίγα και αποσπασματικά και παραπέμπουν σε
οικιακές δραστηριότητες, ενώ το οστεολογικό υλικό και από τους παρακείμενους
χώρους δεν πιστοποιεί επαρκώς μεγάλης έκτασης τελετουργικά γεύματα κατά τη
μετανακτορική περίοδο334.
Παρεμβάσεις σημειώθηκαν και στα δωμάτια βόρεια και δυτικά, ενώ
αξιοσημείωτη είναι η εύρεση μιας κόγχης στο ΝΑ τμήμα του νέου κτιρίου που
περιείχε επίμηλα ξιφών της πρώιμης Μυκηναϊκής περιόδου και ένα περιδέραιο, τα
οποία πιθανόν συνιστούσαν μια προσφορά θεμελίωσης ή πολύτιμα κειμήλια335. Η
χρονολόγηση του παραπάνω κτιρίου, σε συνδυασμό με τα αρχιτεκτονικά
χαρακτηριστικά και τη χωροθέτηση παραπέμπουν άμεσα στην σύγχρονη οικοδομική
δραστηριότητα στην Άνω Ακρόπολη της Τίρυνθας.

1.4. Μέθανα

Οι αρχικά σωστικές και στη συνέχεια συστηματικές ανασκαφικές εργασίες που


διεξάγονται από το 1990 και εξής στα Μέθανα, μια μικρή, βραχώδη χερσόνησο στο
βορειοανατολικό τμήμα της Πελοποννήσου, από το Υπουργείο Πολιτισμού και την Ε.
Κονσολάκη-Γιαννοπούλου αποκάλυψαν σημαντικά αρχιτεκτονικά κατάλοιπα της
Ύστερης Εποχής του Χαλκού. Η υπό διερεύνηση θέση βρίσκεται στην ανατολική
πλευρά της χερσονήσου των Μεθάνων σε απόσταση περίπου 1,5χλμ από το σύγχρονο
λιμάνι και εκτείνεται στο λόφο του Αγίου Κωνσταντίνου, όπου υπάρχει ο ομώνυμος
ναός.
Βασιζόμενη στα ανασκαφικά στοιχεία η ανασκαφέας πρότεινε την ύπαρξη
μιας εκτεταμένης Μυκηναϊκής θέσης, τμήμα της οποίας καταστράφηκε από την
ανέγερση του σύγχρονου ναού κατά τη δεκαετία του 1950. Τα πορίσματα των
ερευνών έχουν εκτενώς παρουσιαστεί σε μια σειρά διεθνών συνεδρίων και

333
. Walberg 1995, 87-88.
334
. Walberg & Reese 2008, 242.
335
. Τα επίμηλα είναι κατασκευασμένα από ελεφαντοστό, αλάβαστρο και lapis lacedaemonicus, ενώ το
περιδέραιο από φαγεντιανή. Τα ευρήματα της κόγχης χρονολογούνται στην ΥΕ ΙΙ περίοδο και πιθανόν
προέρχονται από ένα πρώιμο Μυκηναϊκό κτίριο, σύγχρονου των σημαντικών τάφων στα παρακείμενα
Δενδρά, κατάλοιπα του οποίου σώζονται στην περιοχή του Μεγάρου. Walberg 1999, 888 & εικ. CCIV.

93
συμποσίων και δημοσιευτεί σε επιστημονικά περιοδικά και πρακτικά, ενώ αποτελούν
αντικείμενο της εκπονούμενης διδακτορικής διατριβής της Ε. Κονσολάκη-
Γιαννοπούλου336.
Η οικοδομική δραστηριότητα στην συγκεκριμένη θέση αξιοποίησε στο
μέγιστο βαθμό τις δυνατότητες που παρείχε ο φυσικός χώρος. Τα αρχιτεκτονήματα
ανεγέρθηκαν στην κορυφή του λόφου και αναπτύσσονται σε διαφορετικούς άξονες,
περιμετρικά του σύγχρονου ναού και στις πλαγιές (Εικ. 25). Εργασίες ισοπεδώσεων
του φυσικού βράχου έλαβαν χώρα για τη διαμόρφωση του εσωτερικού τμήματος των
δωματίων337, ενώ βραχώδη τμήματα ενσωματώθηκαν στους τοίχους των κτιρίων338.
Τα σωζόμενα αρχιτεκτονικά στοιχεία χρονολογούνται κυρίως στην ΥΕ ΙΙΙ Α και ΙΙΙ Β
περίοδο, ενώ έχει επισημανθεί χρήση ορισμένων χώρων, όπως του δωματίου Ε, και
κατά τη μετάβαση στην ΥΕ ΙΙΙ Γ περίοδο339.
Στοιχεία για την συστηματική τέλεση λατρείας εντοπίζονται στην κορυφή του
λόφου ΝΔ του σύγχρονου ναού και συγκεκριμένα στο Δωμάτιο Α, έναν ορθογώνιο
χώρο που διακρίνεται για την αρχιτεκτονική διάταξη και τον κινητό του εξοπλισμό. Η
αξιολόγηση ωστόσο του Δωματίου Α ως χώρου τέλεσης λατρείας και η κατάταξή του
στην κατηγορία των οργανωμένων αστικών Μυκηναϊκών ιερών καθίσταται
προβληματική εξαιτίας μιας σειράς καίριων παραγόντων συσχετιζόμενων με
ασάφειες ως προς το χωροταξικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται.
Η μη ολοκλήρωση της ανασκαφής, οι καταστροφές που προκλήθηκαν από την
ανοικοδόμηση του ναού και η έλλειψη δημοσιευμένων στοιχείων για την
αρχιτεκτονική και χρονολογική αλληλουχία θέτει ερωτήματα για το αν το
συγκεκριμένο δωμάτιο αποτελούσε ένα αυτόνομο ιερό ενταγμένο σε έναν
εκτεταμένο οικισμό ή σε ένα ανεξάρτητο χωρικά πολυλειτουργικό συγκρότημα,
τμήμα του οποίου χρησιμοποιούνταν και για θρησκευτικούς σκοπούς. Η Ε.
Κονσολάκη-Γιαννοπούλου μάλιστα διατύπωσε την πρόταση ότι και άλλοι
ανασκαμμένοι χώροι είχαν λατρευτική χρήση και συγκροτούσαν μαζί με το Δωμάτιο
Α έναν σημαντικό περιφερειακό τόπο λατρείας κατά τη Μυκηναϊκή εποχή, πιθανόν
πρόδρομο του ιερού του Ποσειδώνα των ιστορικών χρόνων και της Καλαυρειανής
Αμφικτυονίας340.

336
. Konsolaki-Yannopoulou 1999. 2001. 2002. 2003α.. 2003β. 2004.
337
. Darcque 2005, 88.
338
. Konsolaki-Yannopoulou 2002, 27.
339
. Κονσολάκη 1991, 74.
340
. Konsolaki-Yannopoulou 2004, 75-76.

94
1.4.1. Δωμάτιο Α και παρακείμενοι χώροι

Το λεγόμενο Δωμάτιο Α ανεγέρθηκε, σύμφωνα με την ανασκαφέα, στην ΥΕ ΙΙΙ Α2


περίοδο και εξακολούθησε να χρησιμοποιείται έως και την ΥΕ ΙΙΙ Β2 περίοδο.
Πρόκειται για έναν ορθογώνιο χώρο (διαστάσεων 4,30x2,60μ) με προσανατολισμό
ΒΔ-ΝΑ, ο οποίος εφάπτεται στα δυτικά και νότια με ένα σύνολο βιοτεχνικών χώρων,
ενώ στα βόρεια πιθανόν με οικιακούς χώρους.
Η Ε. Κονσολάκη-Γιαννοπούλου υποστήριξε ότι η έκταση ανατολικά του
δωματίου πιθανόν να ήταν αδόμητη. Ωστόσο η υπόθεση αυτή δεν μπορεί να
τεκμηριωθεί αρχαιολογικά εξαιτίας της ανέγερσης του ναού του Αγίου
Κωνσταντίνου, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια σημαντικών στοιχείων για
τη διαδικασία πρόσβασης. Εφόσον όμως πράγματι επρόκειτο για αδόμητη έκταση, θα
μπορούσε να συμβάλει στην εύκολη πρόσβαση στο χώρο λατρείας από τα υπόλοιπα
τμήματα του οικισμού, την εξασφάλιση ορατότητας, καθώς βρισκόταν στο ανώτερο
άνδηρο του λόφου, και την παροχή επιπλέον λειτουργικού χώρου για την οργάνωση
και τέλεση θρησκευτικών τελετουργιών.
Αναφορικά με τα χρησιμοποιούμενα υλικά κατασκευής, στην περίπτωση του
Δωματίου Α δεν παρατηρείται κάποια διαφοροποίηση σε σχέση με τους
παρακείμενους ανασκαμμένους στεγασμένους χώρους. Για τα θεμέλια
χρησιμοποιήθηκε ο άφθονος λίθος προερχόμενος από τα πετρώματα της ευρύτερης
περιοχής της χερσονήσου των Μεθάνων, μερική χρήση του οποίου έγινε και για την
κατά τόπους πλακόστρωση του δαπέδου341. Δεν υπάρχουν σαφή στοιχεία για την
διαμόρφωση της εισόδου, πιθανότατα εξαιτίας της διατάραξης των Μυκηναϊκών
στρωμάτων από τη διάνοιξη ενός σύγχρονου με τον ναό αποθέτη, ωστόσο η εύρεση
ενός μεγάλου λίθινου κατωφλίου υποδεικνύει ότι η είσοδος βρισκόταν στα
ανατολικά.
Αντίθετα η εσωτερική διαρρύθμιση και τα κατά χώραν κινητά ευρήματα του
δωματίου διαφοροποιούνται έντονα και υποδεικνύουν έναν διακριτό λειτουργικό
ρόλο άμεσα συσχετιζόμενο με θρησκευτική δραστηριότητα. Κυρίαρχο
χαρακτηριστικό του δωματίου αποτελούσαν οι λίθινες σταθερές κατασκευές, οι

341
. Η ύπαρξη άφθονου οικοδομικού υλικού σε κοντινή απόσταση συνέβαλε στην κατασκευή
λιθόκτιστων τοίχων σε σχετικά μεγάλο ύψος πάνω από τη θεμελίωση. Δήμου et al. 2003, 237 ·
Darcque 2005, 132.

95
οποίες χαρακτηρίζονται από ομοιομορφία ως προς τα υλικά κατασκευής, αλλά από
ποικιλία ως προς τη μορφή και τις διαστάσεις (Εικ. 26). Συγκεκριμένα, στη
βορειοδυτική γωνία αποκαλύφθηκε μια τετράγωνη λίθινη κατασκευή (μήκους 0,60μ,
ύψους 0,70μ), η οποία εφαπτόταν στο βόρειο και το δυτικό τοίχο του δωματίου. Η
κύρια επιφάνειά της αποτελούνταν από όρθιους λίθους, ενώ στα ανατολικά έφερε
τρεις χαμηλές λίθινες βαθμίδες, οι οποίες πιθανόν αποτελούσαν μεταγενέστερη
προσθήκη342.
Νότια των βαθμίδων, στο κεντρικό τμήμα του δωματίου, αποκαλύφθηκε μια
χαμηλή τετράγωνη κατασκευή με επίπεδη επιφάνεια (μήκους 0,90μ.)
343
κατασκευασμένη από τρεις εφαπτόμενες σχιστολιθικές πλάκες . Η χωροθέτηση των
ανωτέρω κατασκευών στον άξονα της εισόδου τις καθιστούσε σημείο εστίασης της
προσοχής κάθε εισερχόμενου στο χώρο. Επιπλέον κατά μήκος του μεγαλύτερου
τμήματος του νότιου τοίχου εντοπίστηκε μια επιμήκης χαμηλή κατασκευή (μήκους
3μ. και πλάτους 0,40-0,70 μ.), ενώ στη ΝΑ γωνία, αριστερά της εισόδου, μια
κατασκευή ακανόνιστου σχήματος κατασκευασμένη από τραχείς λίθους περιμετρικά
και επίπεδους στο μέσον344.
Όσον αφορά στα κινητά ευρήματα, διακρίνονται για την άριστη κατάσταση
διατήρησης και την ποικιλία των μορφών, ενώ είναι κατά κύριο λόγο
κατασκευασμένα από πηλό. Η πλειονότητα των ευρημάτων αποκαλύφθηκε πάνω στις
λίθινες βαθμίδες και περιμετρικά της βαθμιδωτής κατασκευής και αποτελείται από
τουλάχιστον 150 πήλινα ειδώλια, αγγεία, καθώς και ένα μεγάλο όστρεο τρίτωνα (Εικ.
27)345. Κατά κανόνα εκπροσωπούνται τα ζωόμορφα ειδώλια, ενώ βρέθηκε και ένα
ειδώλιο τύπου Ψ. Αξιοσημείωτος είναι ο ιδιαίτερα μεγάλος αριθμός σύνθετων τύπων,
σπάνιων σε άλλες σύγχρονες θέσεις: ιππείς346, ταυροκαθάπτες347, άρματα348, άμαξες
με βοοειδή349, τρίποδες350, έπιπλα (τραπέζι και θρόνοι)351.

342
. Konsolaki-Yannopoulou 2004, 63.
343
. Konsolaki-Yannopoulou 2002, 28 & Εικ. 1, 5.
344
. Κονσολάκη 1991, 73.
345
. Ο μεγάλος αριθμός των ευρημάτων καθιστά δύσκολη την ταυτόχρονη απόθεσή τους στην
επιφάνεια της βαθμιδωτής εξέδρας. Η ανασκαφέας πρότεινε την ύπαρξη ξύλινων ερμαρίων ή κογχών
στην ανωδομή του βόρειου και του δυτικού τοίχου του δωματίου για την τοποθέτηση τμήματος των
αντικειμένων. Konsolaki-Yannopoulou 2002, 30. 2003α, 375.
346
. Είναι αξιοσημείωτη η καλή κατάσταση διατήρησης των παραδειγμάτων από το Δωμάτιο Α, καθώς
ο συγκεκριμένος τύπος ειδωλίου δεν μπορεί να διαγνωστεί εύκολα εφόσον ο αναβάτης αποκοπεί από
τον ίππο. Το μοναδικό γνωστό αντίστοιχο ειδώλιο προέρχεται από τις Μυκήνες από σύνολο με
αναθηματικό χαρακτήρα. Hood 1953. Κονσολάκη-Γιαννοπούλου 2003α, 377-378. Στην περίπτωση του
ειδωλίου ΜΠ 5493, το οποίο διακρίνεται για το μέγεθός του και βρέθηκε στο υψηλότερο σημείο της
βαθμιδωτής κατασκευής, η ανασκαφέας πρότεινε πιθανή χρήση ως λατρευτικό ειδώλιο. Κονσολάκη-
Γιαννοπούλου 2003α, 377-378 & Εικ. 12. 2003α, 376-378 & Εικ. 5-9, 12.

96
Στον ίδιο χώρο βρέθηκε και τμήμα πήλινου ομοιώματος πλοίου, του οποίου η
εκτενής ανάλυση της τυπολογίας από τον M. Wedde απέδειξε ότι δεν έχει μέχρι
στιγμής ακριβές σύγχρονο παράλληλο. Αντίθετα το ειδώλιο από τα Μέθανα
παρουσιάζει σημαντικές ομοιότητες με πρωιμότερες απεικονίσεις πλοίων, όπως του
Ακρωτηρίου και της Αγίας Τριάδας Κρήτης 352. Ερωτηματικά εγείρει το τμήμα
πήλινου αντικειμένου με κοίλο κύριο τμήμα και στρογγυλεμένη απόληξη, το οποίο
έχει ερμηνευθεί από την Ε. Κονσολάκη-Γιαννοπούλου ως τμήμα «κεράτων
καθοσιώσεως», χωρίς όμως να υπάρχουν επαρκή στοιχεία για την ακριβή μορφή και
τη χρήση του353.
Αναφορικά με την κεραμική, στο δάπεδο πλησίον της βαθμιδωτής
κατασκευής υπερέχουν τα ανοιχτά σχήματα (κύλικες354 και σκύφος355), ενώ βρέθηκαν
ένα σφαιρικό αλάβαστρο και ένα μεγάλο όστρεο τρίτωνα, του οποίου η απόληξη έχει
σκόπιμα κοπεί, εύρημα που απαντάται συχνά σε θρησκευτικούς χώρους356. Ιδιαίτερα
σπάνια ως προς την τυπολογία είναι τα τρία ακέραια μικρογραφικά αγγεία (άβαφη
αρύταινα, φλασκίδιο, κωνικό ρυτό με γραπτή διακόσμηση χταποδιού357).
Συγκέντρωση κεραμικής σημειώνεται και στη ΝΔ γωνία του δωματίου (Εικ. 28),
στην απόληξη της λίθινης κατασκευής όπου αποκαλύφθηκε το άνω τμήμα μεγάλης

347
. French 1971, 166-167. Tamvaki 1973, 242 & Εικ. 18. Pilafidis-Williams 1998, 72-73 & Πίν. 3,5.
348
. Οι επιβάτες είναι συνήθως δύο, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις μεταξύ των μορφών διακρίνεται
σκιάδιο. Κονσολάκη-Γιαννοπούλου 2003α, 379 & Εικ. 13-19.
349
. Ο ιδιαίτερα σπάνιος τύπος εκπροσωπείται στα Μέθανα από 17 παραδείγματα. Konsolaki-
Yannopoulou 2002, 34 & Εικ. 20-22.
350
. Πρόκειται για άγνωστο μέχρι στιγμής τύπο, ο οποίος απαντάται δύο φορές στα Μέθανα. Η πήλινη
σύνθεση αποτελείται από τρίποδα στην άνω επιφάνεια του οποίου υπάρχουν ζεύγη ζώων (βοοειδών ή
ίππων) και ανάμεσά τους κωνική κατασκευή. Κονσολάκη-Γιαννοπούλου 2003α, 382 & Εικ. 33-34.
351
. Οι δύο κενοί θρόνοι ανήκουν στο λεγόμενο ανοιχτό τύπο. Mylonas 1956, 114. Πολυχρονάκου-
Σγουρίτσα 2003. Κονσολάκη-Γιαννοπούλου 2003α, 382-383 & Εικ. 35-37.
352
. Σώζεται σε μήκος 0,071μ. ενώ δεν είναι σαφές αν πρόκειται για την πλώρη ή την πρύμνη του
πλοίου. Η απόθεση ενός μοντέλου πλοίου, ο τύπος του οποίου σπάνια χρησιμοποιούνταν πλέον στο
Αιγαίο αποδίδεται από τον μελετητή στην ανάμνηση του θρησκευτικού συμβολισμού του
συγκεκριμένου πλοίου. Wedde 2003, 292-293 & Πίν. 5.
353
. Πρόκειται για ένα αποσπασματικά σωζόμενο αντικείμενο (σωζόμενο μήκος περίπου 0,15μ.) που
βρέθηκε στη δεύτερη βαθμίδα ανάμεσα στο σύνολο των ζωόμορφων ειδωλίων. Η ανασκαφέας
πρότεινε την ύπαρξη και δεύτερης στρογγυλεμένης απόληξης συμμετρικά τοποθετημένης, η οποία
όμως δεν εντοπίστηκε μεταξύ των ευρημάτων στο δωμάτιο. Στο δημοσιευμένο σχέδιο αναπαράστασης
το αντικείμενο έχει τη μορφή διπλών κεράτων. Konsolaki-Yannopoulou 2004, 66-67 & εικ. 6-8.
354
. Βρέθηκαν συνολικά επτά άβαφες και μία ολόβαφη κύλικα. Η πλειονότητα ανήκει στον τύπο του
σχετικά μικρού μεγέθους αγγείου με γωνιώδες περίγραμμα (FS 267), ενώ εκπροσωπούνται με τρία
παραδείγματα και οι μεγαλύτερων διαστάσεων χωνόσχημες κύλικες (FS 264, 272, 274) Konsolaki-
Yannopoulou 2001, 213.
355
. Ο σκύφος (FS 284) ανήκει στην ομάδα Β και αποτελεί ένα terminus ante quem για τη χρήση του
συγκεκριμένου δωματίου μέχρι το τέλος της ΥΕ ΙΙΙ Β περιόδου.
356
. Konsolaki-Yannopoulou 2001, 214 & LXVIIc, e.
357
. Konsolaki-Yannopoulou 2001, 213 & Εικ. LXVIId. 2003α, 375.

97
χειροποίητης υδρίας με το λαιμό τοποθετημένο στο δάπεδο358, όστρακα μεγάλου
χονδροειδούς κρατήρα, καθώς και ακέραια αγγεία (αρύταινα, κυλινδρικό αλάβαστρο,
δίωτο τροπιδωτό κύπελλο).
Στο ίδιο σημείο βρέθηκε ένα ακέραιο πήλινο ζωόμορφο ρυτό με μονόχρωμη
διάστικτη βαφή για την πειστική απόδοση του δέρματος του ζώου. Η μορφή του
ρυτού δεν έχει ακριβές παράλληλο, παραπέμπει ωστόσο πιθανόν σε χοιρίδιο.
Σύμφωνα με την Ε. Κονσολάκη-Γιαννοπούλου πρόκειται για ένα από τα πρωιμότερα
τελετουργικά αντικείμενα του χώρου και χρονολογείται στην ΥΕ ΙΙΙ Α περίοδο359.
Σε αντίθεση με τον προαναφερθέντα κινητό εξοπλισμό, τα ευρήματα από το
ΝΑ τμήμα του δωματίου, τα οποία συνδέονται χωρικά και λειτουργικά με την
κατασκευή αριστερά της εισόδου (Εικ. 29), παρουσιάζουν σημαντικές
διαφοροποιήσεις ως προς το σχηματολόγιο και τις κατηγορίες. Η κεραμική
εκπροσωπείται αποκλειστικά από μαγειρικά αγγεία (τριποδικές χύτρες360), ενώ πάνω
στην λίθινη σταθερή κατασκευή και την επίχωσή της αποκαλύφθηκαν τριβείο και
κρατευτής από τραχείτη, μεγάλη ποσότητα καύσεων, καθώς και οστά ζώων,
όστρεα361 και οστά ψαριών υποδεικνύοντας την άμεση σύνδεση της συγκεκριμένης
σταθερής κατασκευής με την προετοιμασία τροφής.
Ειδικότερα το οστεολογικό υλικό παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς
συνιστά ένα αδιατάραχτο σύνολο σε στεγασμένο χώρο, το οποίο συνδέεται άμεσα με
σταθερές κατασκευές και μαγειρικό εξοπλισμό. Επιπλέον η συστηματική μελέτη και
άμεση δημοσίευσή του συμβάλλουν σημαντικά στην αξιολόγηση των τελούμενων
στο Δωμάτιο Α δραστηριοτήτων. Σύμφωνα με τον Γ. Χαμηλάκη τα οστά χοίρων
κυριαρχούν έναντι των οστών αιγοπροβάτων (ποσοστό 54% και 34% αντίστοιχα).
Μάλιστα προέρχονται από τα περισσότερα τμήματα του σώματος υποδεικνύοντας ότι
οι χοίροι μεταφέρθηκαν ολόκληροι στο δωμάτιο, σε αντίθεση με τα αιγοπρόβατα που

358
. Konsolaki-Yannopoulou 2002, 29 & Εικ. 7. Βλέπε αντίστοιχα ευρήματα στο Θρησκευτικό Κέντρο
των Μυκηνών.
359
. Τα ανασηκωμένα ώτα θα μπορούσαν να παραπέμπουν σε αλεπού ή σκύλο, ωστόσο το ρύγχος είναι
αρκετά κοντό. Η οπή βρίσκεται στο μπροστινό μέρος του ρύγχους. Σύμφωνα με την Ε. Κονσολάκη-
Γιαννοπούλου το πλησιέστερο παράλληλο είναι το ρυτό σε σχήμα κεφαλής αλεπούς πιθανόν από την
Τίρυνθα, το οποίο βρίσκεται στην Οξφόρδη και χρονολογείται στην ΥΕ ΙΙΙ Β περίοδο. Konsolaki-
Yannopoulou 2001, 214-215, κυρίως παραπομπή 13& Εικ. LXVIII, b-d.
360
. Konsolaki-Yannopoulou 2004, 66 & Εικ. 5.
361
. Σημαντικός αριθμός οστρέων (πεταλίδες) αποκαλύφθηκε διασκορπισμένος σε ολόκληρη την
έκταση του ιερού, καθώς και στο παρακείμενο Δωμάτιο C. Konsolaki-Yannopoulou 2002, 29.

98
εκπροσωπούνται μόνο από τα μέλη με το περισσότερο κρέας 362. Ο ερευνητής
σημειώνει: «Το περισσότερο υλικό από το δωμάτιο Α προέρχεται από ανήλικα ζώα
και τα περισσότερα οστά χοίρων είναι καμένα. Ορισμένα οστά αιγοπροβάτων είναι
επίσης καμένα»363.
Το στοιχείο της καύσης είναι ιδιαίτερα σημαντικό εξαιτίας της μεγάλης
ποσότητας του διαθέσιμου υλικού και του σαφούς στρωματογραφικού και χωρικού
πλαισίου. Η περίπτωση των Μεθάνων έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά πρόσφατων
αναλύσεων και επανεξετάσεων οστεολογικού υλικού από διάφορες θέσεις της
Πελοποννήσου (Πύλος364, Τίρυνθα365, ιερό Απόλλωνα Μαλεάτα366, Μυκήνες) που
απέδειξαν ότι η καύση τμημάτων ζώων δεν αποτελούσε μια άγνωστη πρακτική κατά
την Ύστερη Εποχή του Χαλκού και ότι η έλλειψη στοιχείων μέχρι πρόσφατα
οφειλόταν κατά κύριο λόγο στην απουσία συστηματικών αναλύσεων. Λαμβάνοντας
υπόψη τη γεωγραφική διασπορά και τα στοιχεία για σύνδεση των προαναφερθέντων
θέσεων με την διοργάνωση και υλοποίηση θρησκευτικών τελετουργιών θα
μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι η καύση αποτελούσε σε αρκετές περιπτώσεις
καίριο σημείο των Μυκηναϊκών λατρευτικών πρακτικών.
Για την αξιολόγηση του Δωματίου Α και τη διερεύνηση του λειτουργικού
ρόλου κρίνεται σκόπιμη μια σύντομη παρουσίαση στεγασμένων χώρων, οι οποίοι
βρισκόταν σε άμεση χωρική, πιθανότατα και χρονολογική, συνάφεια με το
συγκεκριμένο δωμάτιο. Η αξιολόγηση των παρακείμενων του ιερού χώρων λαμβάνει
υπόψη τα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά και τον κινητό εξοπλισμό με σκοπό να
κατανοήσει την ύπαρξη ή μη λειτουργικής σχέσης με τον χώρο λατρείας. Επίσης
γίνεται αναφορά σε στοιχεία, τα οποία έχουν αξιολογηθεί από την ανασκαφέα ως
ενδείξεις για την ύπαρξη επιπλέον χώρων λατρείας στον οικισμό των Μεθάνων, οι
οποίοι λειτουργούσαν παράλληλα με το μονόχωρο Δωμάτιο Α.

362
. Η εκπροσώπηση των χοίρων πιθανολογείται ότι στην πραγματικότητα είναι αρκετά μεγαλύτερη,
εφόσον αποδοθεί σε μικρούς χοίρους ο σημαντικός αριθμός αδιευκρίνιστων οστών. Hamilakis &
Konsolaki 2004, 139-143.
363
. «Most of the material from room A comes from juvenile animals and most of the pig bones are
burnt. Some of the other bones belonging to sheep/goat are also burnt», Hamilakis 2003, 250 & Πίν. 3.
Οστά χοιριδίων ταυτίστηκαν από τον U. Albarella στο υλικό από το Θρησκευτικό Κέντρο των
Μυκηνών. Ευχαριστώ τον ερευνητή για την προφορική πληροφόρηση.
364
. Η επανεξέταση του υλικού του ανακτόρου της Πύλου απέδωσε έξι σύνολα καμένων οστών
βοοειδών από διάφορα σημεία εντός και εκτός του ανακτορικού συγκροτήματος. Έχει υποστηριχθεί
ότι τα οστά είχαν αποτεθεί με φροντίδα και ότι οι ομοιότητες και ο χαρακτηριστικός βαθμός καύσης
υποδεικνύει ότι προέρχονται από το ίδιο επεισόδιο. Isaakidou et al. 2002. Stocker & Davis 2004.
365
. Τα οστά σχετιζόταν με στρώμα καύσης και ένα χαμηλό βωμό. Kilian 1981β, 53-56.
366
. Τα οστά αποκαλύφθηκαν σε σχέση με αντικείμενα λατρείας στη Μυκηναϊκή επίχωση του ιερού.
Lambrinoudakis 1981, 59.

99
Βόρεια του συγκεκριμένου δωματίου ανασκάφτηκε το Δωμάτιο Β, ένας
στεγασμένος χώρος με αντίστοιχο προσανατολισμό, ο οποίος έχει υποστεί σημαντικές
καταστροφές εξαιτίας της ανέγερσης του σύγχρονου ναού. Η απώλεια σημαντικών
στοιχείων για τη διαμόρφωση του ανατολικού τμήματος του χώρου καθιστούν ασαφή
την ύπαρξη στα ανατολικά κάποιας διόδου άμεσης επικοινωνίας με τον χώρο
λατρείας. Η μοναδική σταθερή κατασκευή στο σωζόμενο τμήμα, πιθανόν εστία,
αποκαλύφθηκε στη ΒΔ γωνία του χώρου και σχετίζεται με στρώμα καύσης, οστά
ζώων367 και μια τριποδική χύτρα368. Το οστεολογικό υλικό έρχεται σε πλήρη αντίθεση
με τα ευρήματα του παρακείμενου Δωματίου Α, καθώς διακρίνεται για την
συντριπτική υπεροχή των αιγοπροβάτων (ποσοστό τουλάχιστον 74,7%, έναντι 7,2%
χοίρων και 2,4% βοοειδών), προέρχεται από ενήλικα ζώα, ενώ κατά κανόνα δεν
υπάρχουν ίχνη καύσης.
Οι ανασκαφικές έρευνες στα βόρεια του Δωματίου Β αποκάλυψαν έναν χώρο
(Δωμάτιο C) διακριτό ως προς τον προσανατολισμό, την εσωτερική διαμόρφωση369
και τα κινητά ευρήματα. Μοναδική κατασκευή στο εσωτερικό αποτελούσε ένας
κιβωτιόσχημος τάφος, ο οποίος χρονολογείται στην ΥΕ ΙΙΙ Α2-ΙΙΙ Β1 περίοδο και
περιείχε τις μόνες γνωστές μέχρι στιγμής intra muros ταφές στην ανασκαμμένη
έκταση στα Μέθανα. Πρόκειται για το σκελετό ενός νηπίου και σκελετικά
υπολείμματα τουλάχιστον δύο ακόμη παιδικών ταφών, καθώς και σημαντικό αριθμό
κτερισμάτων: αγγεία, ειδώλια, θαλάσσια όστρεα, κοσμήματα που διακρίνονται για τη
σπανιότητα των υλικών και δεν απαντώνται μέχρι στιγμής στους υπόλοιπους
αποκαλυφθέντες χώρους370. Στην επίχωση του δωματίου βρέθηκε άφθονο
οστεολογικό υλικό, το οποίο παρουσιάζει σημαντικές ομοιότητες με το αντίστοιχο
υλικό του Δωματίου Β371, όστρεα και όστρακα αγγείων που παραπέμπουν στην
προετοιμασία και την κατανάλωση τροφής372.

367
. Hamilakis 2003, 250 & . Πίν. 4.
368
. Κονσολάκη 1991, 73 & Πίν. 42α.
369
. Η πρόσβαση αρχικά επιτυγχανόταν από τα βόρεια, αλλά σε μια μεταγενέστερη χρονολογική φάση,
εντός της ΥΕ ΙΙΙ Β περιόδου ανοίχθηκε μια είσοδος στα ανατολικά. Το δάπεδο στο μεγαλύτερο μέρος
ήταν λιθόστρωτο. Κονσολάκη-Γιαννοπούλου 2003β, 257 & Εικ. 2-3.
370
. Η κεραμική εκπροσωπείται από ένα πινάκιο και ένα ασκό. Βρέθηκαν επίσης δύο γυναικεία ειδώλια
των τύπων Φ και Ψ, καθώς και πλήθος κοσμημάτων (χάντρες από ορεία κρύσταλλο, χρυσό, σάρδιο,
υαλόμαζα, φαγεντιανή, δύο χάλκινα δαχτυλίδια, σφραγιδόλιθος από φθορίτη και περίαπτο από
στεατίτη). Στην επίχωση του τάφου βρέθηκε ένας μικρός λίθινος πέλεκυς και μια λίθινη χάντρα.
Κονσολάκη-Γιαννοπούλου 2003β, 258-262 & Εικ. 7-21.
371
. Hamilakis 2003, πίν. 4.
372
. Βρέθηκαν θραύσματα ανοιχτών (κύλικα, σκύφος, κύπελλο) και κλειστών σχημάτων (ψευδόστομος
αμφορίσκος), καθώς και χονδροειδών αγγείων (πίθος, χύτρες). Κονσολάκη-Γιαννοπούλου 2003β, 262.

100
Από την άλλη πλευρά οι χώροι νότια και ΝΔ του Δωματίου Α (Δωμάτια D, I,
H) πιθανότατα αποτελούσαν μια λειτουργική ενότητα, όπως υποδεικνύουν η χωρική
τους σύνδεση και τα κινητά ευρήματα, τα οποία παραπέμπουν σε βιοτεχνικές
δραστηριότητες. Σταθερές κατασκευές (Εικ. 30) αποκαλύφθηκαν μόνο στο Δωμάτιο
D (αβαθείς λάκκοι λαξευμένοι στο φυσικό βράχο373, εστία) και σε συνδυασμό με τα
ευρήματα (λίθινα εργαλεία και σκεύος374, τεμάχια μολύβδου, μεγάλο άμορφο τεμάχιο
στεατίτη και αντικείμενα από το ίδιο υλικό, λεπίδες και τεμάχια οψιανού)
υποδεικνύουν τη λειτουργία του χώρου ως μικρής κλίμακας εργαστηρίου ποικίλων
χρήσεων375. Επιπλέον τα κινητά ευρήματα του Δωματίου Ι (τεμάχια μολύβδου,
τριποδικές χύτρες με ίχνη καύσης, βαθιά λεκάνη από χονδροειδή πηλό) και του
Δωματίου Η (τμήμα μολύβδου υψίστης καθαρότητας, πλινθοποιημένη μάζα
κερουσίτη-λιθάργυρου, πιθανόν πρώτη ύλη για την παρασκευή μολύβδου376) σε
συνδυασμό με την απουσία οποιουδήποτε οικιακού ή τελετουργικού εξοπλισμού
ενισχύουν την άποψη για τον ιδιαίτερο λειτουργικό ρόλο των ανωτέρω δωματίων.
Αναφορικά με την αξιολόγηση των υπολοίπων ανασκαμμένων χώρων, η Ε.
Κονσολάκη-Γιαννοπούλου πρότεινε ότι σε αρκετές περιπτώσεις οι σταθερές
κατασκευές και ορισμένα κινητά ευρήματα παραπέμπουν σε τελετουργική χρήση
χωρίς ωστόσο να συνιστούν χώρους αποκλειστικής θρησκευτικής χρήσης όπως το
Δωμάτιο Α. Συγκεκριμένα στα ΒΔ και βόρεια του σύγχρονου ναού αποκαλύφθηκε ο
χώρος F, πιθανόν πρόδομος του Δωματίου G, ο οποίος διέθετε ένα χαμηλό θρανίο και
έναν ογκόλιθο με βαθιά οπή, τα οποία σε συνδυασμό με την εύρεση οστράκου ρυτού
και 2 αποσπασματικών μικρών ειδωλίων συσχετίστηκαν με την τέλεση χοών377.
Αντίστοιχη δραστηριότητα προτάθηκε για το Δωμάτιο G, έναν από τους

373
. Στον ένα λάκκο βρέθηκε λευκό υλικό, το οποίο προέρχεται από ασβεστίτη. Δεν υπάρχουν στοιχεία
για κάποια ειδική χρήση του συγκεκριμένου υλικού. Πιθανόν χρησιμοποιούνταν ως πρώτη ύλη για
πήλινες κατασκευές ή επιστρώσεις/επιδιορθώσεις δαπέδων και εστιών. Δήμου et al. 2003, 234.
374
. Το μέγεθος και το σχήμα του ήταν κατάλληλα για να τοποθετηθεί μέσα στους μικρούς κυκλικούς
λάκκους του δαπέδου πιθανόν για το θρυμματισμό ορυκτών υλικών. Δήμου et al. 2003, 231, Εικ. 3 α-β.
375
. Τα μολύβδινα ελάσματα και η εστία από μόνα τους δεν αποτελούν ενδείξεις για
πυρομεταλλουργικές εργασίες στο συγκεκριμένο χώρο. Η απουσία παραπροϊόντων μεταλλουργίας και
το γεγονός ότι ο χώρος είναι κλειστός καθιστούν πιθανότερο το ενδεχόμενο της μεταποίησης σε πολύ
χαμηλές θερμοκρασίες έτοιμου μεταλλικού μολύβδου, ίσως και τήξης του για διάφορες χρήσεις.
Δήμου et al. 2003, 231, Εικ. 3 α-β.
376
. Όπως και για την περίπτωση των ελασμάτων, η επεξεργασία του κερουσίτη-λιθάργυρου
πιθανότατα έλαβε χώρα σε κάποιο μεταλλευτικό-μεταλλουργικό κέντρο εκτός των ορίων του
ανασκαμμένου χώρου. Οι μελετητές του υλικού έχουν προτείνει το Λαύριο ως την πιθανότερη
προέλευση του υλικού των Μεθάνων, καθώς ήταν το πλησιέστερο και γνωστότερο κέντρο παραγωγής
αργύρου και συμπαραγωγής λιθάργυρου-μολύβδου κατά την Εποχή του Χαλκού. Δήμου et al. 2003,
232-234.
377
. Konsolaki-Yannopoulou 2004, 69.

101
μεγαλύτερους σε διαστάσεις αποκαλυφθέντες χώρους στα Μέθανα, ο οποίος διέθετε
ποικιλία σταθερών κατασκευών (εστίες, χαμηλό θρανίο και εξέδρα), αλλά ελάχιστα
κινητά ευρήματα (θραύσματα ρυτού, 4 αποσπασματικά ανθρωπόμορφα ειδώλια).
Στην περίπτωση των Δωματίων Η και Ε δεν διασώθηκαν σταθερές
κατασκευές, αλλά ένα αξιόλογο σύνολο κινητών ευρημάτων αποτελούμενο από οστά
ζώων, όστρεα, αποσπασματικά αγγεία προετοιμασίας και κατανάλωσης τροφής, ένα
ορθογώνιο πλακίδιο από ασβεστόλιθο, στο οποίο η ανασκαφέας διέκρινε οκτώσχημη
ασπίδα και όρθια γυναικεία μορφή378, καθώς και θραύσματα λάρνακας379. Τέλος
μερική τελετουργική χρήση έχει προταθεί και για το μεγαροειδές Κτίριο Ζ εξαιτίας
ορισμένων σταθερών κατασκευών και κινητών ευρημάτων (λίθινα θρανία,
επεξεργασμένο τμήμα ανδεσίτη με αβαθείς οπές που έχει ερμηνευθεί ως κέρνος), το
οποίο σύμφωνα με την Ε. Κονσολάκη-Γιαννοπούλου «είναι πιθανόν να στέγαζε
θρησκευτικούς αξιωματούχους και να λειτουργούσε ως ένα διοικητικό κέντρο»380.

1.5. Διμήνι

Το Διμήνι στην ανατολική Θεσσαλία αποτελεί μια ευρύτατα γνωστή στη


βιβλιογραφία θέση εξαιτίας του οικισμού της Νεώτερης Νεολιθικής περιόδου381. Ήδη
από τα τέλη του 19ου-αρχές του 20ου αιώνα η αποκάλυψη τάφων παρείχε έμμεσα
στοιχεία για την ύπαρξη οικιστικών συνόλων της Μέσης και Ύστερης Εποχής του
Χαλκού382. Το 1977 κατά τη διάρκεια σωστικών ανασκαφών του Υπουργείου
Πολιτισμού υπό την Β. Αδρύμη-Σισμάνη αποκαλύφθηκαν αρχιτεκτονικά κατάλοιπα
της Ύστερης Εποχής του Χαλκού στην πεδινή έκταση ανατολικά του Νεολιθικού
οικισμού383.

378
. Στις δημοσιευμένες φωτογραφίες του ευρήματος είναι δυσδιάκριτη οποιαδήποτε γραπτή
παράσταση στην επιφάνειά του. Konsolaki-Yannopoulou 2004, εικ. 14a-b.
379
. Konsolaki-Yannopoulou 2004, 72-73.
380
. «…is very likely to have housed religious officials and to have functioned as an administrative
centre», Konsolaki-Yannopoulou 2004, 74-75 & εικ. 19.
381
. Στάης 1901. Τσούντας 1908. Χουρμουζιάδης 1979.
382
. Πρόκειται για κιβωτιόσχημους τάφους της Μέσης Εποχής του Χαλκού, οι οποίοι αποκαλύφθηκαν
εντός των χωρικών ορίων του Νεολιθικού οικισμού, καθώς και δύο συλημένους θολωτούς της
Ύστερης Εποχής του Χαλκού, στη ΒΔ πλευρά του Νεολιθικού οικισμού και σε απόσταση 300 μέτρων
στα δυτικά. Lolling &Wolters 1886. Τσούντας 1908, 145, 149, 156. Adrimi-Sismani 2007, 169-170.
383
. Adrimi-Sismani 2007, 161-162.

102
Οι συστηματικές εργασίες ανασκαφής και συντήρησης που διεξάγονται από
το 1998 έως και σήμερα αποκάλυψαν σημαντικό τμήμα ενός Μυκηναϊκού οικισμού,
ο οποίος αποτελεί εξαιτίας της έκτασης των ανασκαφών (αποκαλυφθείσα έκταση
τουλάχιστον 5.000τ.μ.) μοναδικό παράδειγμα με τα μέχρι στιγμής δεδομένα για την
περιοχή της Θεσσαλίας. Τα πορίσματα των ερευνών έχουν παρουσιαστεί στη
διδακτορική διατριβή της ανασκαφέα, σε μια σειρά συνεδρίων, ομιλιών και
πρακτικών, ενώ εκτενέστατες ανασκαφικές αναφορές έχουν δημοσιευθεί σε διεθνή
επιστημονικά περιοδικά.
Η πλειονότητα των αποκαλυφθέντων οικοδομημάτων του οικισμού, τα οποία
αναπτύσσονται σε διαφορετικούς άξονες στην ανατολική παρειά του λόφου με τον
Νεολιθικό οικισμό και στην παρακείμενη πεδιάδα, θεμελιώθηκε στην ΥΕ ΙΙΙ Β2
περίοδο (Εικ. 31)384. Ορισμένοι στεγασμένοι και υπαίθριοι χώροι χρησιμοποιήθηκαν
μετά από ανακαινίσεις και προσθήκες και κατά την ΥΕ ΙΙΙ Γ πρώιμη περίοδο, περίοδο
κατά την οποία εγκαταλείφθηκε οριστικά ο οικισμός385. Η εύρεση περιορισμένων
πρωιμότερων οικιστικών στοιχείων, κιβωτιόσχημων τάφων386, καθώς και ενός
κεραμικού κλιβάνου και ενός σύγχρονου με αυτόν αποθέτη387 υποδεικνύει χρήση της
περιοχής τουλάχιστον από την ΥΕ ΙΙ περίοδο, ωστόσο η μεταγενέστερη εκτεταμένη
οικοδομική δραστηριότητα καθιστά αδύνατη την εξαγωγή συμπερασμάτων για το
μέγεθος και την οργάνωση του οικισμού στα πρώιμα στάδιά του.
Τα δημοσιευμένα στοιχεία για τη χωροταξική οργάνωση του οικισμού κατά
την περίοδο ακμής αναφέρονται στην ανάπτυξη οικιστικών συγκροτημάτων
εκατέρωθεν μιας οδικής αρτηρίας με κατεύθυνση Β-Ν. Τμήμα της αρτηρίας
διαμορφώθηκε σε πρόπυλο388, μοναδικό στο ανασκαμμένο τμήμα, με σκοπό την
παροχή πρόσβασης στο δυτικό τμήμα του οικισμού, το οποίο χαρακτηρίζεται από

384
. Ευχαριστώ θερμά την ανασκαφέα Β. Αδρύμη-Σισμάνη για τις διευκρινίσεις σχετικά με τις
οικοδομικές φάσεις και τη χωροταξική οργάνωση του οικισμού ύστερα από τη συνολική αξιολόγηση
του ανασκαφικού υλικού, καθώς και για την πρόσβαση στην αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή της.
385
. Αδρύμη-Σισμάνη 2006β, 86-90.
386
. Στην ΥΕ ΙΙ περίοδο χρονολογείται ένας κιβωτιόσχημος τάφος, καθώς και μεμονωμένα όστρακα. Η
ΥΕ ΙΙΙ Α περίοδος εκπροσωπείται από οικιστικά κατάλοιπα στο διάδρομο και το δωμάτιο 13 του
Μεγάρου Α, εξωτερικά του Μεγάρου Β και ανατολικά της οδικής αρτηρίας, καθώς και από
κιβωτιόσχημους τάφους εντός των ορίων του Νεολιθικού οικισμού. Αδρύμη-Σισμάνη 1999, 138-139.
2003, 73, 86 & εικ. 2.
387
. Ο κλίβανος (διαστάσεων 3,40x3,85μ) αποκαλύφθηκε στις ΒΑ παρυφές του οικισμού και
κατατάσσεται μεταξύ των μεγαλύτερων παραδειγμάτων στην Ηπειρωτική Ελλάδα. Με βάση τη γραπτή
κεραμική από το εσωτερικό και τον αποθέτη κατασκευάστηκε, χρησιμοποιήθηκε και εγκαταλείφθηκε
στην ΥΕ ΙΙΙ Α περιόδο. Αδρύμη-Σισμάνη 1999.
388
. Τα όρια της αρτηρίας δεν έχουν αποκαλυφθεί. Το σωζόμενο τμήμα έχει μήκος 95μ και πλάτος
4,50μ. Το πρόπυλο συνίσταται από χτιστούς τοίχους και δύο τετράγωνους λίθους, οι οποίοι πιθανότατα
λειτουργούσαν ως βάσεις κιόνων. Αδρύμη-Σισμάνη 2003, 73-74, εικ. 2.

103
διακριτή χωροταξική οργάνωση, πιθανόν και χρήση. Συγκεκριμένα αποκαλύφθηκαν
δύο οικοδομήματα, τα οποία ανήκουν στον σύνθετο αρχιτεκτονικό τύπο «κτίρια με
διάδρομο», ο οποίος απαντάται σε ένα ευρύ γεωγραφικό πλαίσιο κατά την
ανακτορική περίοδο389. Τα κτίρια αυτά, στα οποία δόθηκαν οι συμβατικές ονομασίες
Μέγαρο Α και Μέγαρο Β, διακρίνονται για την πολύ καλή κατάσταση διατήρησης
και το μέγεθός τους (διαστάσεις 31x30μ. και 62,00x18,05μ. αντίστοιχα).
Πιθανόν αρχικά θεμελιώθηκε ο μεγαροειδής πυρήνας με την ιδιαίτερα ισχυρή
τοιχοποιία, ενώ συνεχείς προσθήκες είχαν ως αποτέλεσμα στο τέλος της ΥΕ ΙΙΙ Β
περιόδου η ανάπτυξη των κτιριακών συγκροτημάτων να έχει επέλθει στο μέγιστο
βαθμό. Τα συγκεκριμένα οικοδομήματα διαθέτουν ιδιαίτερα αρχιτεκτονικά
χαρακτηριστικά (μεγάλο αριθμό λειτουργικών χώρων, κύρια δωμάτια σημαντικών
διαστάσεων, άνω όροφο) και επιμελημένη κατασκευή, όπως δηλώνουν η τοιχοποιία,
η χρήση ασβεστοκονιάματος και η ύπαρξη αποχετευτικού συστήματος. Παράλληλα η
ποιότητα και ποσότητα των σταθερών κατασκευών και των κινητών ευρημάτων
υποδεικνύουν ότι πρόκειται για πολυλειτουργικούς χώρους με καίριο ρόλο στην
κοινωνικοοικονομική οργάνωση του οικισμού.
Επιπλέον στο ανατολικό τμήμα του οικισμού αποκαλύφθηκαν 11 κτίρια, τα
οποία παρουσιάζουν σχετική ομοιομορφία ως προς τον αρχιτεκτονικό τύπο και έχουν
ερμηνευθεί ως οικίες390. Σε αρκετές περιπτώσεις παρατηρείται άμεση γειτνίαση,
συνήθως των κύριων χώρων, με το αποκαλυφθέν τμήμα της οδικής αρτηρίας, χωρίς
ωστόσο να υπάρχουν στοιχεία για την άμεση πρόσβασή τους σε αυτήν. Το γεγονός
αυτό πιθανόν υποδεικνύει ότι η συγκεκριμένη αρτηρία αποτελούσε τμήμα μόνο ενός
συστήματος δρόμων και αύλειων χώρων που όριζαν τα οικοδομικά τετράγωνα και
διευκόλυναν την επικοινωνία μεταξύ των διαφόρων τμημάτων του οικισμού
Στοιχεία για την οργανωμένη τέλεση λατρείας εντοπίστηκαν στο δωμάτιο 2
της λεγόμενης Οικίας Κ και στο δωμάτιο 1 του λεγόμενου Μεγάρου Β (Εικ. 32). Η
ελλιπής ωστόσο ανασκαφή της Οικίας Κ εγείρει ερωτήματα για τη συνολική
αξιολόγηση των ευρημάτων της και την εξαγωγή συμπερασμάτων για τις πτυχές και
το χαρακτήρα της τελούμενης λατρείας.

389
. Mylonas-Shear 1984, Vol. I, 144-182. Hiesel 1990, 111-158. Fotou 1993, 95-96. Tournavitou 1995.
390
. Τα κτίρια διέθεταν έναν μεγάλο κύριο χώρο, η οροφή του οποίου στηριζόταν σε ορισμένες
περιπτώσεις σε κίονα, καθώς και μια σειρά χώρων μικρότερων διαστάσεων. Αδρύμη-Σισμάνη 1992,
πίν. 55β. 1996. 2007, 161. 2008, εικ. 2. Darcque 2005, 118.

104
1.5.1. Οικία Κ

Η Οικία Κ με προσανατολισμό Δ-Α, η οποία εντοπίστηκε στο ανατολικό


ανασκαμμένο άκρο του οικισμού, ερευνήθηκε μεταξύ του 1988 και 1990 κατά τη
διάρκεια σωστικών ανασκαφών και στη συνέχεια καταχώθηκε. Το γεγονός αυτό
καθιστά προβληματική την ακριβή αποτύπωση της κάτοψης, καθώς ορισμένα
αρχιτεκτονικά στοιχεία στα νότια και τα ανατολικά υποδεικνύουν την ύπαρξη και
άλλων χώρων σε σημεία όπου δεν έχει ολοκληρωθεί η ανασκαφή (Εικ. 33)391.
Παρά τις ασάφειες αναφορικά με την χωροταξική οργάνωση πιθανολογείται
ότι η Οικία Κ ανοικοδομήθηκε σε ένα πυκνοδομημένο τμήμα του οικισμού και
επικοινωνούσε με παρακείμενα κτίρια στα ΒΔ μέσω ενός αύλειου χώρου. Επιπλέον ο
εντοπισμός ορισμένων αρχιτεκτονικών καταλοίπων της ΥΕ ΙΙΙ Α2 περιόδου
πιστοποιεί την ύπαρξη περιορισμένης πρωιμότερης δραστηριότητας στο χώρο. Τα
δομικά υλικά δεν διαφοροποιούνται από τα αντίστοιχα των παρακείμενων κτιρίων.
Τα θεμέλια είναι κατασκευασμένα από τοπικό λίθο, ο οποίος χρησιμοποιήθηκε για
την κατά τόπους πλακόστρωση του δαπέδου του δωματίου 2, καθώς και του αύλειου
χώρου στα βόρεια. Στους υπόλοιπους στεγασμένους χώρους το δάπεδο έφερε
επίστρωση πηλοκονιάματος με υπόστρωμα χαλικιού, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις
πιστοποιείται επένδυση των εσωτερικών τοίχων με ασβεστοκονίαμα392.
Σύμφωνα με την Β. Αδρύμη-Σισμάνη διακρίνονται δύο περίοδοι χρήσης εντός
του 13ου αιώνα π.Χ., οι οποίες σηματοδοτήθηκαν από αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις
στο κτίριο και τον παρακείμενο αύλειο χώρο. Κατά την πρωιμότερη υπήρχαν
τουλάχιστον τρεις λειτουργικοί χώροι: το δωμάτιο 2 και στα νότια τα μικρά δωμάτια
4 και 7. Το δωμάτιο 2, το οποίο έχει συσχετιστεί με την τέλεση λατρείας, διακρίνεται
για τις διαστάσεις (5,10 x 4,00μ), την εσωτερική διαρρύθμιση και τον κινητό
εξοπλισμό.
Στη ΒΔ γωνία του δωματίου αποκαλύφθηκε ένα λίθινο τοιχίο σε σχήμα Γ, το
οποίο εφαπτόταν στο βόρειο και το δυτικό τοίχο και εδραζόταν πάνω στο πήλινο
δάπεδο. Η κατασκευή του τοιχίου είχε ως αποτέλεσμα τη διαμόρφωση ενός σχεδόν
τετράγωνου διακριτού χώρου (διαστάσεων 1,80 x 1,70), ο οποίος καταλάμβανε

391
. Η κατάχωση του κτιρίου καθιστά αδύνατο πλέον τον έλεγχο των στοιχείων αναφορικά με τη
αρχιτεκτονική και την στρωματογραφία.
392
. Αδρύμη-Σισμάνη 1990, 196.

105
σημαντικό τμήμα του δωματίου. Ο τετράγωνος χώρος, σπάνιο αρχιτεκτονικό στοιχείο
στα κτίρια του οικισμού393, χαρακτηρίζεται για την επιμελημένη τοιχοποιία, το
εξωτερικό μέρος της οποίας καλυπτόταν από λευκό ασβεστοκονίαμα.
Στο ΝΔ άκρο του τετράγωνου χώρου εφαπτόταν μια λίθινη κατασκευή
κυκλικού σχήματος, η ακριβής χρήση της οποίας δεν μπορεί να προσδιοριστεί
εξαιτίας της έλλειψης συσχετιζόμενων ευρημάτων. Επιπλέον στο κεντρικό τμήμα του
δωματίου αποκαλύφθηκε μια σχεδόν τετράγωνη σχιστόπλακα, η οποία συνιστούσε
μια χαμηλή επίπεδη επιφάνεια, ενώ στην ανατολική πλευρά μια λίθινη βάση κίονα394.
Η έλλειψη ασφαλών στοιχείων για την χωροθέτηση της εισόδου καθιστά
προβληματική την πιθανότητα κάποια από τις ανωτέρω κατασκευές να βρισκόταν
στον άξονα της εισόδου του δωματίου395.
Τα κινητά ευρήματα του δωματίου 2, είναι κατά κύριο λόγο κατασκευασμένα
από πηλό και αποκαλύφθηκαν στο δάπεδο και την επίχωση. Πρόκειται για ένα
γραπτό τροχήλατο ειδώλιο βοοειδούς, το μόνο γνωστό παράδειγμα από την περιοχή
της Θεσσαλίας το οποίο μπορεί να συσχετιστεί με σαφές αρχιτεκτόνημα396, μια λίθινη
μήτρα397, ένα ανθρωπόμορφο ειδώλιο τύπου Πρωτο-Φ, καθώς και γραπτή και άβαφη
κεραμική398. Ο βαθμός διατήρησης των ανωτέρω ευρημάτων ποικίλει σημαντικά.
Εκτός από το ειδώλιο βοοειδούς, το οποίο εντοπίστηκε ακέραιο μεταξύ της
ανατολικής πλευράς του διακριτού τετράγωνου χώρου και του βόρειου τοίχου του
δωματίου, τα υπόλοιπα ευρήματα βρέθηκαν σε αποσπασματική κατάσταση.
Όσον αφορά στους ανασκαμμένους προς νότο χώρους, επικοινωνούσαν
μεταξύ τους με εσωτερική είσοδο, ενώ ασαφές παραμένει αν είχαν εξασφαλισμένη
άμεση πρόσβαση στο δωμάτιο 2. Το δωμάτιο 7 αποτελούσε ένα είδος προδόμου

393
. Αντίστοιχος σε διαστάσεις διαμορφωμένος χώρος αποκαλύφθηκε στο δωμάτιο 4 του Μεγάρου Β.
Ωστόσο τα κατασκευαστικά χαρακτηριστικά του (πήλινο πλαίσιο, λίθινο δάπεδο) και τα συνευρήματα
(αποθηκευτικές κατασκευές και αγγεία, απανθρακωμένοι καρποί) υποδεικνύουν μια διαφοροποιημένη
χρήση, η οποία αφορά στην αποθήκευση αγροτικών προϊόντων. Αδρύμη-Σισμάνη 2004, 94-95.
394
. Darcque 2005, 118.
395
. Darcque 2005, 109.
396
. Το ειδώλιο διακρίνεται για την επιμέλεια της κατασκευής και της διακόσμησης. Ο κορμός φέρει
γραπτά τετράφυλλα κοσμήματα, φύλλα παπύρου σε συμμετρική διάταξη και κυματιστές ταινίες, ο
λαιμός γραπτό πλοχμό, το μέτωπο τριγωνικό κόσμημα, ενώ οι πλάγιες όψεις της κεφαλής
διακοσμούνται με φυλλόσχημα κοσμήματα. Αδρύμη-Σισμάνη 1990, πίν. 93. 1994β, 31. 2000β, 232-
233. Darcque 2005, 248.
397
. Το σχήμα της μήτρας και ειδικότερα η επιφάνεια χύτευσης υποδεικνύουν τη χρήση της για την
κατασκευή μεταλλικών ράβδων. Αντίστοιχο εύρημα, επίσης σε αποσπασματική μορφή, αποκαλύφθηκε
στο διάδρομο του Μεγάρου Α. Αδρύμη-Σισμάνη 2004-2005, 21-23.
398
. Κυριαρχούν τα ανοιχτά σχήματα κατανάλωσης (σκύφοι, κύπελλα, κύλικες, λεκανίδια), ανάμειξης
κρασιού, ενώ εκπροσωπούνται και μαγειρικά σκεύη σε σαφώς μικρότερο ποσοστό. Ευχαριστώ την
ανασκαφέα για την πρόσβαση στις πληροφορίες της αδημοσίευτης διδακτορικής διατριβής της.
Αδρύμη-Σισμάνη 2000α, 133, Πίν. VII.

106
χωρίς σταθερές κατασκευές ή κινητά ευρήματα. Από την άλλη πλευρά, το δωμάτιο 4
έφερε επένδυση ασβεστοκονιάματος και μια σταθερή κατασκευή στη ΝΔ γωνία με
λίθινο περιχείλωμα και πλακοστρωμένο πυθμένα399. Στο εσωτερικό του δωματίου
βρέθηκε επίσης ένας αποθέτης, οποίος περιείχε οστά ζώων και όστρεα, καθώς και ένα
ειδώλιο τύπου Φ.
Εξωτερικά του κτιρίου διαμορφώνεται ένας αύλειος χώρος, ο οποίος
οριοθετείται στα νότια από την Οικία Κ και τα δυτικά από τη λεγόμενη Οικία Α400. Η
περιορισμένη ανασκαφική δραστηριότητα στο συγκεκριμένο σημείο του οικισμού
είχε ως αποτέλεσμα την αποκάλυψη του τμήματος που γειτνιάζει άμεσα με τα
ανωτέρω κτίρια, ενώ δεν έχουν διερευνηθεί τα όρια προς βορρά και ανατολικά.
Εφόσον ο αύλειος χώρος επεκτεινόταν και στο μη ανασκαμμένο τμήμα, θα
καταλάμβανε ιδιαίτερα σημαντική έκταση και ενδεχομένως να βρισκόταν σε
λειτουργική συνάφεια και με άλλα κτίρια.
Βασικό κατασκευαστικό χαρακτηριστικό αποτελούσε η πλακόστρωση από
τοπικό λίθο, η οποία διασώθηκε σε σημαντικό βαθμό κυρίως στο δυτικό τμήμα του
αύλειου χώρου. Πιθανότατα κατά την πρωιμότερη περίοδο χρήσης της Οικίας Κ ο
αύλειος χώρος διέθετε ένα πηγάδι (βάθους 16μ.), μοναδικό μέχρι στιγμής στον
οικισμό της Ύστερης Εποχής του Χαλκού, το οποίο αποκαλύφθηκε εξωτερικά του
δωματίου 2. Στο εσωτερικό του πηγαδιού, το οποίου η κατάργηση επιβεβαιώνεται
από την οριστική κάλυψη του στομίου με στρώση πηλού, αποκαλύφθηκε ένα
ετερόκλητο ως προς τη χρονολόγηση και τις κατηγορίες σύνολο ευρημάτων
(σημαντική ποσότητα κεραμικής, στην πλειονότητα σε αποσπασματική
κατάσταση401, οστά ζώων, όστρεα, πήλινο ομοίωμα θρόνου). Επίσης διάσπαρτα στο
δάπεδο του αύλειου χώρου εντοπίστηκαν 13 αποσπασματικά σωζόμενα
ανθρωπόμορφα και ζωόμορφα ειδώλια.
Κατά τη δεύτερη φάση χρήσης της Οικίας Κ διατηρήθηκαν σε χρήση όλοι οι
παραπάνω χώροι και επιπλέον σημειώθηκε επέκταση προς τα δυτικά με την ανέγερση

399
. Αδρύμη-Σισμάνη 1990, πίν. 93.
400
. Στην Οικία Α διακρίνονται δύο περίοδοι χρήσης, σύγχρονες με τις αντίστοιχες της Οικίας Κ. Η
τελική αρχιτεκτονική μορφή του κτιρίου είναι μεγαροειδής και περιλαμβάνει τρία δωμάτια, το
μεγαλύτερο των οποίων είχε άμεση πρόσβαση στον αύλειο χώρο (Εικ. 33). Οι σταθερές κατασκευές
(πήλινες εστίες, ορθογώνιες λίθινες κατασκευές) και τα κινητά ευρήματα (κυρίως αγγεία αποθήκευσης
και κατανάλωσης) υποδεικνύουν σύνδεση του κτιρίου αποκλειστικά με οικιακές δραστηριότητες.
Αδρύμη-Σισμάνη 1994α, 227, 229. Darcque 2005, 173-175, 179, 308.
401
. Πρόκειται κατά κύριο λόγο για ανοιχτά σχήματα (ο σκύφος αποτελεί το πιο δημοφιλές σχήμα,
βρέθηκαν όμως και κύλικες, κύπελλα, κύαθοι, κρατήρες), ενώ εκπροσωπούνται μαγειρικά σκεύη
(χύτρες) και αγγεία μεταφοράς (ακέραιοι πιθοειδείς αμφορείς). Αδρύμη-Σισμάνη 1990, 196.

107
ενός τετράγωνου δωματίου (δωμάτιο 1). Στο εσωτερικό του νέου δωματίου δεν
εντοπίστηκαν σταθερές κατασκευές ή κάποια διακριτά αρχιτεκτονικά στοιχεία, ενώ
στο δάπεδό του αποκαλύφθηκαν λίθινα και πήλινα σφονδύλια και ένα ειδώλιο τύπου
Φ. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει στα δυτικά το εξωτερικό τμήμα της εισόδου,
από το οποίο προέρχεται το κάτω τμήμα ενός τροχήλατου γυναικείου ειδωλίου της
ομάδας Α με γραπτή διακόσμηση και μια ακέραιη χάλκινη σμίλη, ευρήματα χωρίς
παράλληλα μέχρι στιγμής στον οικισμό402. Η κεραμική των δύο μεγαλύτερων χώρων
του κτιρίου συνιστά ένα ομοιογενές σύνολο, αποτελούμενο στην πλειονότητα από
αγγεία κατανάλωσης υγρών και στερεών, ενώ παράλληλα παρουσιάζει σημαντικές
ομοιότητες ως προς τις εκπροσωπούμενες κατηγορίες με την κεραμική της
πρωιμότερης περιόδου χρήσης403.
Αναφορικά με τον πλακόστρωτο αύλειο χώρο, μια σειρά αρχιτεκτονικών
παρεμβάσεων κατά την ΥΕ ΙΙΙ Β2 περίοδο (επέκταση των Οικιών Α και Κ,
δημιουργία αποθηκευτικού χώρου εφαπτόμενου στο βόρειο τοίχο της Οικίας Κ 404)
είχε ως αποτέλεσμα τον περιορισμό των διαστάσεών του405. Η περιοχή εξακολoύθησε
να βρίσκεται σε χρήση παρά το σφράγισμα και την εγκατάλειψη του πηγαδιού και
έπαψε να χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με τα παρακείμενα κτίρια.

1.5.2. Μέγαρο Β

Το Μέγαρο Β ανεγέρθηκε στην πεδινή έκταση που οριοθετείται από τις παρυφές του
λόφου με τον Νεολιθικό οικισμό και από την οδική αρτηρία της Μυκηναϊκής εποχής
με το διαμορφωμένο πρόπυλο. Σύμφωνα με τα ανασκαφικά στοιχεία, εκτεταμένη
οικοδομική δραστηριότητα έλαβε χώρα στη συγκεκριμένη έκταση στο δεύτερο μισό
του 13ου αιώνα π.Χ., περίοδο στην οποία χρονολογούνται τουλάχιστον οκτώ ισόγεια
δωμάτια και ένας μακρύς διάδρομος (Εικ. 34)406. Επιπλέον αποκαλύφθηκαν

402
. Αδρύμη-Σισμάνη 1990, 194. 2000α, 185.
403
. Αδρύμη-Σισμάνη 2000α, 132-133, Πίν. VI. Ευχαριστώ την Β. Αδρύμη-Σισμάνη για την πρόσβαση
στις πληροφορίες της αδημοσίευτης διδακτορικής διατριβής της.
404
. Πρόκειται στεγασμένο ή ημιστεγασμένο χώρο, ο οποίος περιείχε πίθους και συνιστά τον μόνο με
σαφήνεια συνδεόμενο με αποθηκευτικές δραστηριότητες χώρο στην περιοχή της Οικίας Κ. Αδρύμη-
Σισμάνη 1990, 196.
405
. Δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο οι πλακόστρωτοι υπαίθριοι χώροι που αποκαλύφθηκαν
δυτικά και νότια της Οικίας Κ να αποτελούσαν τμήματα ενός εκτεταμένου πλακόστρωτου αύλειου
χώρου, τα οποία μετά τις επεκτάσεις των παρακείμενων κτιρίων αυτονομήθηκαν χωρικά, πιθανόν και
λειτουργικά.
406
. Στη δυτική απόληξη του Μεγάρου Β, σε αδόμητο χώρο, αποκαλύφθηκαν αρχιτεκτονικά κατάλοιπα
της ΥΕ ΙΙΙ Α2 περιόδου. Στην σημαντική έκταση που καταλαμβάνει το Μέγαρο Β και οι παρακείμενοί

108
σύγχρονοι στεγασμένοι χώροι στα ανατολικά και τα βόρεια, η ανασκαφή των οποίων
βρίσκεται σε εξέλιξη, καθώς και μια σειρά υπαίθριων χώρων, οι διαστάσεις των
οποίων κατά την περίοδο ίδρυσης και λειτουργίας του Μεγάρου Β ήταν ιδιαίτερα
αξιόλογες.
Ο πυρήνας του κτιρίου, με προσανατολισμό Δ-Α, παρέμεινε σε χρήση έως την
καταστροφή του από πυρκαγιά στο τέλος της ΥΕ ΙΙΙ Β2 περιόδου. Οι ιδιαίτερες
συνθήκες καταστροφής και η έλλειψη οποιασδήποτε μεταγενέστερης οικοδομικής
δραστηριότητας συνέβαλαν σημαντικά στην άριστη διατήρηση των αρχιτεκτονικών
στοιχείων και του περιεχομένου των δωματίων. Κατά την ΥΕ ΙΙΙ Γ πρώιμη περίοδο
σημειώνεται ανοικοδόμηση στους αύλειους χώρους ανατολικά και νότια του
Μεγάρου Β, η οποία ωστόσο είχε ιδιαίτερη σύντομη χρονική διάρκεια 407. Στο τέλος
της περιόδου αυτής όλοι οι χώροι εγκαταλείφθηκαν οριστικά.
Τα στοιχεία για οργανωμένη θρησκευτική δραστηριότητα επικεντρώνονται
στο ανατολικό τμήμα του Μεγάρου Β, το οποίο διακρίνεται για την αρχιτεκτονική
διάταξη και τις σταθερές κατασκευές και συγκεκριμένα στον μεγαλύτερο από τους
αποκαλυφθέντες χώρους, το δωμάτιο 1408. Πρόκειται για έναν πλήρως διερευνημένο
χώρο (διαστάσεων περίπου 6x6μ.), αποκομμένο από το υπόλοιπο κτίριο. Τα
επιμέρους κατασκευαστικά χαρακτηριστικά (τοίχοι πλάτους 1-1,20μ., δάπεδο από
στρώμα πηλού ενισχυμένο με ασβέστη και χαλίκια) είναι κοινά με τα δωμάτια 2 και 3
στα δυτικά.
Η πρόσβαση επιτυγχανόταν μέσω ενός διαμορφωμένου προστώου με
παραστάδες και ενός ανοίγματος πλάτους 2,60μ. Δεν έχει αποκαλυφθεί κατώφλι ή
ενδείξεις για την ύπαρξη θύρας, γεγονός που θέτει ερωτηματικά για την ύπαρξη
μόνιμης θύρας στο δωμάτιο 1. Αντίθετα το θυραίο άνοιγμα καταλαμβανόταν από
κατά χώραν πυρακτωμένες ωμόπλινθους και απανθρακωμένα ξύλα από την
ανωδομή409.
Βασικό στοιχείο της εσωτερικής διαρρύθμισης αποτελούσε μια πήλινη
σταθερή κατασκευή, χωρίς παράλληλο στο σύγχρονο οικισμό, η οποία έχει
ερμηνευθεί ως «βωμός» με καίριο ρόλο στην τελούμενη λατρεία στο χώρο (Εικ.

του χώροι δεν εντοπίστηκαν μέχρι στιγμής πρωιμότερα αρχιτεκτονικά στοιχεία. Adrimi-Sismani 2004-
2005, fig. 2.
407
. Αδρύμη-Σισμάνη 2006α , 474-475. 2006β, 88-89.
408
. Ο χώρος αναφέρεται στα δημοσιευμένα άρθρα και ως πρόδομος. Adrimi-Sismani 2003, 89-91.
2004-2005, 39.
409
. Αδρύμη-Σισμάνη 2003, 90.

109
35)410. Πρόκειται για μια ιδιαίτερη ως προς το σχήμα, το μέγεθος και τα επιμέρους
χαρακτηριστικά κατασκευή, χωροθετημένη στο μέσον του δωματίου. Συγκεκριμένα
αποτελείται από δύο τμήματα, τα οποία φέρουν μια επίπεδη διαμορφωμένη άνω
επιφάνεια: ένα υπερυψωμένο τμήμα σε σχήμα Η (ύψους 0,50μ.), στη ΒΔ και ΝΔ
γωνία του οποίου ήταν ενσωματωμένες δύο τριγωνικές πλίνθοι με κυκλικές οπές
(διαμέτρου 0,10μ.)411 και ένα χαμηλότερο τμήμα ελλειψοειδούς σχήματος στα
ανατολικά με επιπλέον επάλειψη πηλού, η οποία ισχυροποιήθηκε και απέκτησε τη
μορφή συμπαγούς στρώσης412. Ίχνη καύσης εντοπίστηκαν στην επιφάνεια της
κατασκευής και στρώμα στάχτης αποκαλύφθηκε γύρω από αυτή, χωρίς να μπορεί με
ασφάλεια να διευκρινιστεί αν αποτελούσαν συνέπειες κάποιας συγκεκριμένης χρήσης
ή/και των συνθηκών καταστροφής του κτιρίου.
Τα διαθέσιμα στοιχεία υποδεικνύουν σημαντικές ομοιότητες ανάμεσα στην
πήλινη κατασκευή του δωματίου 1 και την προαναφερθείσα κεντρική κατασκευή στο
δωμάτιο 31 του Κτιρίου των Τοιχογραφιών στο Θρησκευτικό Κέντρο των Μυκηνών:
ανέγερση στο κεντρικό τμήμα δωματίων, κατασκευή από πηλό, ελλειψοειδές σχήμα,
επίπεδη επιφάνεια, ύπαρξη οπών-υποδοχών413.
Στα ανατολικά της παραπάνω πήλινης κατασκευής, επίσης στο κεντρικό
τμήμα του δωματίου 1, αποκαλύφθηκαν τρεις εφαπτόμενες σχιστολιθικές πλάκες 414.
Λαμβάνοντας υπόψη τις διαστάσεις του χώρου, οι οποίες δεν απαιτούσαν την ύπαρξη
εσωτερικών στηριγμάτων για τη στέγη, το συγκεκριμένο εύρημα πιθανότατα δεν
συνιστούσε βάση κίονα ή πεσσού, αλλά μια επιπλέον χρηστική επιφάνεια (χαμηλή
και επίπεδη) άμεσα συνδεόμενη με την παρακείμενη ελλειψοειδή κατασκευή. Η
χωροθέτηση των ανωτέρω σταθερών κατασκευών στον άξονα της εισόδου τα
καθιστούσε σημείο κατεύθυνσης του βλέμματος για κάθε εισερχόμενο στο δωμάτιο 1.
Όσον αφορά στον κινητό εξοπλισμό, περιορίζεται σε μικρή ποσότητα κεραμικής, η

410
. Αδρύμη-Σισμάνη 2002, 102. 2003, 90-91. 2004-2005, 39-41.
411
. Η ανασκαφέας, βασιζόμενη σε εικονιστικές παραστάσεις, πρότεινε χρήση των οπών για την
τοποθέτηση κλαδιών κατά την διάρκεια θρησκευτικών τελετουργιών. Από την άλλη πλευρά, η G.
Albers ερμήνευσε αντίστοιχες ως προς τις διαστάσεις οπές συσχετιζόμενες με πήλινη σταθερή
κατασκευή στις Μυκήνες (δωμάτιο 31 του Κτιρίου των Τοιχογραφιών) ως πιθανές υποδοχές
στηριγμάτων κάποιου είδους στεγάστρου. Albers 1994, 40. Αδρύμη-Σισμάνη 2003, 91.
412
. Adrimi-Sismani 2004-2005, 39-41.
413
. French 1981, 47, Fig. 11. Taylour 1983, 54. French 2002, 90, Fig. 41.
414
. Για αντίστοιχο εύρημα στο μέσον του Δωματίου Α στα Μέθανα βλέπε Konsolaki-Yannopoulou
2004, fig. 2-3.

110
οποία κυρίως αφορά αγγεία κατανάλωσης υγρών, ενώ έχουν βρεθεί θραύσματα δύο
ειδωλίων415.
Στα νότια του δωματίου 1 αναπτύσσονται τρία ισομεγέθη δωμάτια (7α, 7β,
7γ), αποκλειστικά προσβάσιμα μέσω του συγκεκριμένου χώρου, τα οποία αποτέλεσαν
προσθήκη στο βασικό πυρήνα του Μεγάρου Β. Οι χώροι φέρουν έντονα ίχνη
καταστροφής από πυρκαγιά, η οποία συνέβαλε στην εκτεταμένη διατήρηση της
επένδυσης των τοίχων με πηλοκονιάματο και τη διατήρηση ορισμένων στοιχείων της
ανωδομής. Η μόνη σταθερή κατασκευή, η οποία μάλιστα δεν έχει παράλληλο στο
ανασκαμμένο τμήμα του οικισμού, εντοπίστηκε κατά μήκος του νότιου τοίχου του
ανατολικότερου δωματίου και έχει ερμηνευθεί ως θρανίο. Πρόκειται για μια λίθινη
κτιστή κατασκευή (διαστάσεων 3,30x0,30μ.) από αργούς λίθους μεσαίου μεγέθους416.
Τα δωμάτια περιείχαν ιδιαίτερα μικρό αριθμό ευρημάτων, όπως κυάθια που περιείχαν
οστά μικρών ζώων417.
Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω στοιχεία, καθίσταται σαφές ότι το δωμάτιο
1 και τα συνδεόμενα με αυτό μικρά δωμάτια συνιστούσαν μια ανεξάρτητη
αρχιτεκτονική ενότητα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η έκταση στα ανατολικά,
σημαντικό τμήμα της οποίας καταλαμβάνει ένας επιμήκης χώρος, ο οποίος αρχικά
θεωρήθηκε προέκταση της οδικής αρτηρίας, σύγχρονη με το ανατολικό τμήμα του
Μεγάρου Β418. Η περαιτέρω ωστόσο μελέτη των αρχιτεκτονικών φάσεων του
οικισμού, οδήγησε στο συμπέρασμα ότι ο χώρος αυτός εντασσόταν στην οικοδομική
δραστηριότητα της ΥΕ ΙΙΙ Γ πρώιμης περιόδου419.
Κατά συνέπεια, κατά την περίοδο χρήσης του δωματίου 1 και των
παρακείμενων δωματίων η πρόσβαση επιτυγχανόταν μέσω ενός αδόμητου
οριοθετημένου χώρου, ιδιαίτερα μεγάλων διαστάσεων420. Ο χώρος αυτός
συγκροτούσε μαζί με το προστώο και την είσοδο έναν ανεξάρτητο μηχανισμό
απρόσκοπτης πρόσβασης. Παρά τις ασάφειες ως προς τις λεπτομέρειες λειτουργίας

415
. Ενδεικτικό terminus ante quem για την χρήση του συγκεκριμένου χώρου έως και την ΥΕ ΙΙΙ Β2-ΙΙΙ
Γ πρώιμη περίοδο είναι το μεγάλο γραπτό κύπελλο που αποκαλύφθηκε στην επίχωση. Adrimi-Sismani
2004-2005, fig. 26a.
416
. Αδρύμη-Σισμάνη 2003, 74, 92. Ευχαριστώ την ανασκαφέα για την προσωπική πληροφορία.
417
. Adrimi-Sismani 2004-2005, 41. 2007, 165. Ευχαριστώ την ανασκαφέα για την προσωπική
πληροφορία.
418
. Ο χώρος με προσανατολισμό Δ-Α έχει διερευνηθεί σε έκταση 17,50μx3,70μ. και κατά τόπους
σώζει ίχνη πλακόστρωσης. Αδρύμη-Σισμάνη 2003, 90.
419
. Adrimi-Sismani 2004-2005, εικ. 2 . 2007, εικ. 15.2.
420
. ΒΑ του Μεγάρου Β αποκαλύφθηκε πρόσφατα μια κυκλική υπερυψωμένη λίθινη κατασκευή, η
οποία θα μπορούσε να αποτελεί ένα είδος υπαίθριου βωμού. Δεν υπάρχουν μέχρι στιγμής στοιχεία για
τη σύνδεσή της με συγκεκριμένα κινητά ευρήματα. Ευχαριστώ την Β. Αδρύμη-Σισμάνη για την
προσωπική πληροφορία.

111
του ανωτέρω μηχανισμού, πιθανολογείται ότι μόνο μέσω της οδικής αρτηρίας
εξασφάλιζε επικοινωνία με τα υπόλοιπα τμήματα του οικισμού.
Για την αξιολόγηση του ανατολικού τμήματος του Μεγάρου Β και τη
διερεύνηση του λειτουργικού του ρόλου κρίνεται απαραίτητη η συνοπτική
παρουσίαση των υπολοίπων χώρων που έχουν αποδοθεί στο ίδιο κτιριακό
συγκρότημα. Αξιολογώντας τα αρχιτεκτονικά στοιχεία και τα κινητά ευρήματα
επιχειρείται η διερεύνηση της ενδεχόμενης λειτουργικής σχέσης με το ανατολικό
τμήμα του κτιρίου, καθώς και των επιπλέον στοιχείων που έχουν αποδοθεί σε
λατρευτικές πρακτικές σε άλλους χώρους.
Δυτικά του δωματίου 1 αναπτύσσονται τα σύγχρονα δωμάτια 2 και 3, τα
οποία αποτελούν τους μεγαλύτερους στεγασμένους χώρους όχι μόνο του Μεγάρου Β,
αλλά (μαζί με τον πυρήνα του Μεγάρου Α) όλου του οικισμού421. Η διαμόρφωση της
τοιχοποιίας αποκλείει την πιθανότητα άμεσης επικοινωνίας με το δωμάτιο 1 ήδη από
την ανέγερση του κτιρίου. Επιπλέον η ύπαρξη ανεξάρτητης εισόδου στο νότιο τοίχο
του δωματίου 3 σε συνδυασμό με τον κινητό εξοπλισμό των χώρων, ο οποίος
παραπέμπει σε οικιακές δραστηριότητες (μεγάλα μαγειρικά σκεύη, ορισμένα
αποθηκευτικά αγγεία στο δωμάτιο 3422, μεγάλη εστία στο μέσον του δωματίου 2423),
ενισχύουν την άποψη για χωρική, αλλά και λειτουργική διαφοροποίηση.
Παράλληλα στο βόρειο τμήμα του Μεγάρου Β αποκαλύφθηκε μια πτέρυγα
ισόγειων χώρων (δωμάτια 4, 5, 6), οι οποίοι συγκροτούσαν μια λειτουργική ενότητα,
όπως υποδεικνύουν η χωροθέτηση σε σχέση με έναν μακρύ διάδρομο, οι κοινές
διαστάσεις και τα κινητά ευρήματα που πιστοποιούν οικιακές δραστηριότητες. Τα
δωμάτια αυτά, σαφώς μικρότερα ως προς τις διαστάσεις συγκριτικά με τους
σύγχρονους χώρους στα νότια, ήταν προσβάσιμα μέσω του διαδρόμου και της
εισόδου του δωματίου 3424.
Οι συνθήκες καταστροφής και η έλλειψη μεταγενέστερων παρεμβάσεων είχαν
ως αποτέλεσμα την πολύ καλή κατάσταση διατήρησης των αρχιτεκτονικών στοιχείων
και του κινητού εξοπλισμού. Σταθερές κατασκευές διέθετε μόνο το δωμάτιο 4

421
. Οι ιδιαίτερες συνθήκες καταστροφής και η έλλειψη μεταγενέστερης δραστηριότητας συνέβαλαν
στη διατήρηση σημαντικών στοιχείων για την ανωδομή και την στέγαση των δωματίων 2 και 3.
Αδρύμη-Σισμάνη 2003, 92.
422
. Πρόκειται για ακέραια πήλινα αγγεία (γραπτή στάμνος, τριποδική χύτρα) και ένα αποσπασματικά
σωζόμενο μεγάλο μολύβδινο κλειστό αγγείο, τα οποία έφεραν έντονα ίχνη πυρκαγιάς. Αδρύμη-
Σισμάνη 2003, 90, 92. 2004-2005, 42 & εικ. 28. Αδρύμη-Σισμάνη et al 2009, 695-696.
423
. Ευχαριστώ την ανασκαφέα για την προσωπική πληροφορία.
424
. Adrimi-Sismani 2004-2005, fig. 23.

112
(πήλινη ορθογώνια κατασκευή-πηλοκασέλα, σχεδόν τετράγωνος πλακόστρωτος
χώρος με πήλινο πλαίσιο στη ΝΔ γωνία), οι οποίες σε συνδυασμό με τα ευρήματα
(κεραμική425, λίθινες αξίνες, παλαιοβοτανολογικό υλικό426) υποδεικνύουν
αποθήκευση αγροτικών προϊόντων και οικιακού εξοπλισμού. Αντίστοιχη χρήση
πιστοποιείται και στο παρακείμενο δωμάτιο 5, το οποίο περιείχε άφθονη κεραμική 427,
καθώς και στο δωμάτιο 6, το οποίο έχει συσχετιστεί με την αποθήκευση σιτηρών
εξαιτίας της εύρεσης ενός πίθου μεσαίου μεγέθους και ποσότητας απανθρακωμένων
σιτηρών428.
Όσον αφορά στο διάδρομο (διαστάσεων 16x1,60μ.), η χωροθέτηση και οι
διαστάσεις του υποδεικνύουν έναν κομβικό ρόλο για την επικοινωνία όλων των
ισόγειων χώρων μεταξύ τους, αλλά και με τον άνω όροφο. Επίσης αποτελούσε μια
επιπλέον χρηστική επιφάνεια, όπως υποδεικνύουν τα κινητά ευρήματα, τα οποία
σχετίζονται με διαδικασίες προετοιμασίας τροφής (μαγειρικά σκεύη429, εργαλεία430),
καθώς και με μεταφορά και κατανάλωση υγρών431.
Από την άλλη πλευρά, τα διαθέσιμα στοιχεία για τον όροφο πάνω από τη
βόρεια πτέρυγα, η ύπαρξη του οποίου επιβεβαιώνεται από τη διαμόρφωση της
δυτικής απόληξης του διαδρόμου, παραπέμπουν σε διαφοροποιημένη χρήση. Παρά
την έλλειψη στοιχείων ως προς τον αριθμό και την εσωτερική διαρρύθμιση των
δωματίων, ορισμένα ευρήματα (γραπτός ψευδόστομος αμφορέας, πήλινη ασάμινθος,
οστέινο χτένι) που πιθανότατα κατέπεσαν στους ισόγειους αποθηκευτικούς

425
. Αποκαλύφθηκε κατά χώραν ένας σημαντικός αριθμός αγγείων κυρίως για τη μεταφορά και την
αποθήκευση υγρών και στερεών (πιθαμφορείς, ασκός, πρόχους, λεκανίδα, κάλαθος ψευδόστομος
αμφορίσκος). Από τον ίδιο χώρο προέρχονται ένας κρατήρας, ένα ακέραιο γραπτό ρυτό, καθώς και
πίθος από άψητο πηλό. Adrimi-Sismani 2004-2005, 46 & fig. 33-34.
426
. Πρόκειται για απανθρακωμένους σπόρους σταφυλιού και ελιάς. Αδρύμη-Σισμάνη 2003, 94-95.
427
. Βρέθηκαν αγγεία για την ατομική κατανάλωση (κύλικες, κύπελλα, κυάθια, λεκανίδια), την
μετάγγιση (αρύταινες, λεκανίδα με προχοή) και τη μεταφορά υγρών (ασκός, αμφορίσκος,
ψευδόστομος και Χαναανίτικος αμφορέας), καθώς και μαγειρικά σκεύη (μαγειρικός αμφορέας). Η
συγκέντρωση των μικρότερων σε μέγεθος αγγείων πλησίον του βόρειου τοίχου αποδόθηκε στην
ύπαρξη ξύλινων ερμαρίων στην ανωδομή. Adrimi-Sismani 2004-2005, 48 & fig. 35-36. 2007, fig. 15.3.
428
. Στο δάπεδο εντοπίστηκαν αποτυπώματα και άλλων αντίστοιχων σε διαστάσεις πίθων, οι οποίοι δεν
βρισκόταν πλέον στο δωμάτιο κατά την καταστροφή. Αδρύμη-Σισμάνη 2003, 96-97. 2004-2005, 48 &
fig. 37.
429
. Στο ανατολικό άκρο του διαδρόμου αποκαλύφθηκαν κατά χώραν δύο τριποδικές χύτρες μικρών
διαστάσεων, καθώς και ένας πήλινος κρατευτής. Adrimi-Sismani 2004-2005, 45-46 & fig. 27.
430
. Σε άμεση γειτνίαση με τα μαγειρικά σκεύη εντοπίστηκαν τριπτήρας, τριβείο και σταθμίο, ενώ ένα
μεγάλο τριβείο από τραχείτη βρέθηκε κοντά στην είσοδο του δωματίου 6. Αδρύμη-Σισμάνη 2003, 93-
94 & εικ. 21.
431
. Πρόκειται για κλειστά και ανοιχτά αγγεία (υδρία, λήκυθος, μεγάλο κύπελλο) που εντοπίστηκαν στο
δυτικό τμήμα του διαδρόμου. Αδρύμη-Σισμάνη 2003, 94 & εικ. 22.

113
χώρους432, θα μπορούσαν να αποτελούν ένδειξη για την ύπαρξη οικιακών χώρων
σχετιζόμενων με τη διαμονή και τον καλλωπισμό.
Συνοψίζοντας, τα στοιχεία για την αρχιτεκτονική μορφή υποδεικνύουν ότι
κανένα από τα παραπάνω δωμάτια δεν συνδεόταν άμεσα με θρησκευτική δράση.
Ακόμη και το γραπτό ρυτό από το δωμάτιο 4 εντοπίστηκε σε ένα χώρο με σαφή
αποθηκευτική χρήση όπως υποδεικνύουν οι σταθερές κατασκευές και τα
συνευρήματα433. Κατά συνέπεια το δυτικό και βόρειο τμήμα του λεγόμενου Μεγάρου
Β συνιστούσε μια διακριτή λειτουργική ενότητα αποτελούμενη από χώρους όπου
ποικίλες, αλλά σαφώς κοσμικές δραστηριότητες λάβαιναν χώρα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η έκταση εξωτερικά του δωματίου 3, η
οποία έχει συσχετιστεί από την Β. Αδρύμη-Σισμάνη με περιορισμένης έκτασης
τελετουργική δραστηριότητα. Δεν έχει αποσαφηνιστεί αν υπήρχε κάποιο είδος
στεγάστρου ή αν πρόκειται για υπαίθριο χώρο, ωστόσο η άμεση σύνδεσή του με την
μοναδική είσοδο του κυρίως τμήματος του κτιρίου το καθιστούσε σημείο ιδιαίτερης
σπουδαιότητας. Η πρόταση για τέλεση λατρείας και απόθεση προσφορών στη
συγκεκριμένη έκταση βασίστηκε στην εύρεση μιας επίπεδης ασβεστολιθικής πλάκας
με αβαθείς οπές στην άνω επιφάνεια (Εικ. 36)434 και ενός ετερόκλητου συνόλου
κινητών ευρημάτων στην επίχωση.
Πρόκειται κατά κύριο λόγο για αποσπασματικά σωζόμενα ευρήματα,
ορισμένα από τα οποία μοναδικά ή σπάνια στον οικισμό του Διμηνίου, τα οποία
διακρίνονται για την ποικιλία των υλικών και των εκπροσωπούμενων κατηγοριών:
πήλινα ειδώλια (6 ζωόμορφα, 9 ανθρωπόμορφα435, ομοιώματα επίπλων), μαρμάρινο
σχηματοποιημένο ειδώλιο, κοσμήματα (σφραγιδόλιθος με παράσταση ζώου, χάλκινες
περόνες), τμήμα ασβεστοκονιάματος ερυθρού χρώματος, θραύσματα αγγείων
κατανάλωσης υγρών (σκυφοειδής κρατήρας, κύπελλο με παράσταση ανθρώπινης
μορφής, κρατηρίσκος με παράσταση τροχού άρματος, κύλικα με εγχαράξεις στο

432
. Αδρύμη-Σισμάνη 2003, 93, 95, 97.
433
. Adrimi-Sismani 2004-2005, fig. 33-34.
434
. Η ασβεστολιθική πλάκα έχει σχεδόν παραλληλόγραμμο σχήμα και ήταν στερεωμένη ΝΔ πλευρά
της εισόδου με τη βοήθεια μικρότερων λίθων. Οι οπές καταλάμβαναν σε πυκνή διάταξη τα νότια και
ανατολικά άκρα. Αντίστοιχο εύρημα ως προς το σχήμα και τη χωροθέτηση σε σχέση με είσοδο
αποκαλύφθηκε στο νότιο τμήμα του πρόπυλου, χωρίς μέχρι στιγμής να υπάρχουν πληροφορίες για
συσχέτιση με κινητά ευρήματα. Αδρύμη-Σισμάνη 2003, 92-93 & εικ. 16. 2004-2005, 42, 44 & fig. 2,
29-31.
435
. Μεταξύ των ειδωλίων διακρίνεται και ένα μικκύλο τύπου Ψ. Αδρύμη-Σισμάνη 2003, 93.

114
εσωτερικό, οι οποίες έχουν ερμηνευθεί ως σύμβολα Γραμμικής Β 436) και αγγείων
εξειδικευμένης χρήσης (ρυτά, μικκύλο κύπελλο437).

1.6. Φυλακωπή

Η Φυλακωπή στο βόρειο τμήμα της Μήλου είναι μια γνωστή βιβλιογραφικά θέση
από τις Βρετανικές αρχαιολογικές έρευνες, οι οποίες αποκάλυψαν στα τέλη του 19ου -
αρχές του 20ου αιώνα έναν εκτεταμένο οικισμό πάνω σε ένα ασβεστολιθικό λόφο
δίπλα στη θάλασσα438. Ο οικισμός δεν έχει αποκαλυφθεί πλήρως, καθώς οι
ανασκαφές δεν επεκτάθηκαν νότια και ανατολικά, ενώ κατακρήμνιση σημειώθηκε
στο βόρειο και ΒΔ τμήμα. Υπολογίζεται ότι η ακτογραμμή κατά την Εποχή του
Χαλκού βρισκόταν αρκετά νοτιότερα της σημερινής με αποτέλεσμα ο λόφος, στον
οποίο ανεγέρθηκε ο οικισμός, να αποτελούσε ένα ακρωτήριο 439.
Τα πρωιμότερα στοιχεία κατοίκησης του χώρου χρονολογούνται κατά τον C.
Renfrew στην Πρωτοκυκλαδική περίοδο και συνίστανται σε ελάχιστα αρχιτεκτονικά
κατάλοιπα στις τομές όπου διεξήχθη ανασκαφική έρευνα440. Πληρέστερα είναι τα
στοιχεία για τις μεταγενέστερες περιόδους (Μεσοκυκλαδική441, Υστεροκυκλαδική),
τα οποία πιστοποιούν επέκταση του οικισμού, οργανωμένο χωροταξικό σχεδιασμό
και πιθανόν σύνθετες κοινωνικοοικονομικές δομές (Εικ. 37)442.
Κατά την Υστεροκυκλαδική ΙΙΙ περίοδο, πιθανόν ύστερα από κάποια
καταστροφή, ο οικισμός οικοδομήθηκε εκ νέου διατηρώντας ωστόσο σε σημαντικό

436
. Adrimi-Sismani & Godart 2005, 62.
437
. Adrimi-Sismani 2004-2005, 42 & fig. 30.
438
. Οι πρώτες ανασκαφικές εργασίες διεξήχθησαν από τους D.G. Hogarth και D. Mackenzie (1897-
1899) και τα πορίσματά τους παρουσιάστηκαν εκτενώς στο BSA, καθώς και τη συλλογική δημοσίευση
Excavations at Phylakopi in Melos (1904) σε επιμέλεια T. D. Atkinson. Οι εργασίες των R.M. Dawkins
και J.P. Droop παρουσιάστηκαν επίσης στο BSA (1910/1911). Η Βρετανική Αρχαιολογική Σχολή υπό
τον C. Renfrew (1974-1977) επικεντρώθηκε σε στρωματογραφικές και επιφανειακές έρευνες και την
ανασκαφή του ιερού. Παράλληλα τη δεκαετία του ’70 ο R. Barber μελέτησε συστηματικά και
δημοσίευσε την κεραμική των ανασκαφών του 1911, ενώ πρόσφατα ο T. Whitelaw επανεξέτασε τις
αρχιτεκτονικές φάσεις του οικισμού.
439
. Whitelaw 2004, 151.
440
. Renfrew et al. 2007, 486-487.
441
. Mylonas-Shear 1984, Vol. II, 411. Barber 1994, 59-61. Whitelaw 2005, 51.
442
. Τα στοιχεία εστιάζονται στο λεγόμενο Συγκρότημα των πεσσών, το οποίο ανοικοδομήθηκε στο
τέλος της ΜΚ-αρχές ΥΚ Ι περιόδου. Η αρχιτεκτονική μορφή, η ποιότητα της κατασκευής και τα
κινητά ευρήματα οδήγησαν τον T. Whitelaw στην επαναδιατύπωση μιας παλαιότερης πρότασης του
D.Mackenzie για σύνδεση του κτιρίου με μια ηγετική κοινωνική ομάδα του οικισμού. Whitelaw 2005,
53-60.

115
βαθμό την χωροταξική διάταξη της πρωιμότερης περιόδου (ανάπτυξη εφαπτόμενων
κτιριακών συγκροτημάτων σε οικοδομικά τετράγωνα, οδικές αρτηρίες με κατεύθυνση
Δ-Α και Β-Ν, οργανωμένο αποχετευτικό δίκτυο443). Επιπλέον σημειώθηκαν καίριες
αλλαγές όπως προέκταση και ενίσχυση του αμυντικού τείχους444, ανέγερση του
Μεγάρου, ενός κτιριακού συγκροτήματος με διακριτή αρχιτεκτονική και λειτουργία,
καθώς και ανοικοδόμηση του ιερού (Εικ. 38)445. Σύμφωνα με τον T. Whitelaw ο
οικισμός κατά την περίοδο αυτή καταλάμβανε έκταση τουλάχιστον 2,7 εκταρίων και
είχε πληθυσμό περίπου 900 ατόμων446.
Θα πρέπει ωστόσο να επισημανθεί ότι παρά την έκταση των ανασκαφικών
εργασιών και την επισήμανση για τις προσεγμένες για τα δεδομένα της εποχής
ανασκαφικές τεχνικές του D. Mackenzie, η συνολική αξιολόγηση των στοιχείων για
τον ΥΚ ΙΙΙ οικισμό αντιμετωπίζει δυσκολίες εξαιτίας της κατά τόπους διάβρωσης του
εδάφους και της έλλειψης λεπτομερών στοιχείων για τα κινητά ευρήματα 447. Όσον
αφορά στην τέλεση λατρείας, μόνο κατά την ΥΚ ΙΙΙ περίοδο πιστοποιείται με
ασφάλεια η ύπαρξη οργανωμένου χώρου εντός οικιστικού ιστού448. Η συστηματική
ανασκαφή και η αναλυτική δημοσίευση των αρχιτεκτονικών στοιχείων και των
κινητών ευρημάτων καθιστούν το αστικό ιερό της Φυλακωπής μοναδικό μέχρι
στιγμής στις Κυκλάδες.

1.6.1. Το ιερό

Η ονομασία «ιερό της Φυλακωπής» έχει αποδοθεί από τον ανασκαφέα C.


Renfrew σε δύο ορθογώνια εφαπτόμενα οικοδομήματα (Δυτικό & Ανατολικό Ιερό),
τα οποία ανασκάφτηκαν μεταξύ 1974-1977 στο νότιο τμήμα του οικισμού. Τα
πορίσματα των ερευνών παρουσιάστηκαν σε διεθνή περιοδικά και πρακτικά
συνεδρίων στα τέλη της δεκαετίας του ‘70 και, μετά τη μελέτη του συνόλου των

443
. Mylonas-Shear 1984, Vol. II, 411.
444
. Το οχυρωματικό σύστημα θεμελιώθηκε στην ΥΚ Ι περίοδο και συνέχισε να χρησιμοποιείται έως
και την ΥΚ ΙΙΙ εποχή με την προσθήκη πύργων στα δυτικά. Κατά την ΥΚ ΙΙΙ Β περιόδο ανεγέρθηκε
στα νότια ένα νέο τείχος, το οποίο περιέκλεισε την περιοχή του ιερού. Renfrew 1978, 407-408. Barber
1994, 240-241. Renfrew et al. 2007, 486.
445
. Barber 1974, 51-53. Renfrew 1981β, 28.
446
. Whitelaw 2004, 161.
447
. Barber 1974, 1-2.
448
. Μεμονωμένα αντικείμενα με αναφορές σε συμβολικά αντικείμενα της Μινωικής λατρείας (μήτρα
για διπλούς πελέκεις, τριποδική τράπεζα προσφορών) αποκαλύφθηκαν στον ΥΚ Ι-ΙΙ οικισμό, ωστόσο
δεν μπορούν να συσχετιστούν με συγκεκριμένο ιερό σε λειτουργία κατά την περίοδο αυτή. Renfrew
1981β, 28.

116
ευρημάτων, αναλυτικά το 1985 στο συλλογικό τόμο The Archaeology of Cult. The
Sanctuary at Phylakopi.
Τα δύο οικοδομήματα, τα οποία ανεγέρθηκαν σε διαφορετική χρονική στιγμή
εντός της ΥΚ ΙΙΙ περιόδου, διαφοροποιούνται μεταξύ τους ως προς τον
προσανατολισμό, το μέγεθος και την εσωτερική διαρρύθμιση. Οι σημαντικές ωστόσο
ομοιότητες ως προς την αρχιτεκτονική και τον κινητό εξοπλισμό σε συνδυασμό με
την χωροθέτησή τους καθιστούν απαραίτητη την από κοινού αξιολόγηση. Στην
παρούσα μελέτη υιοθετείται ο χρησιμοποιούμενος στην τελική δημοσίευση όρος ιερό
της Φυλακωπής για το σύνολο των προοριζόμενων για την τέλεση λατρείας χώρων,
καθώς και ο διαχωρισμός σε Δυτικό και Ανατολικό Ιερό για την επιμέρους
παρουσίαση των σταθερών κατασκευών και των κινητών ευρημάτων.
Η τοπογραφία και η χωροταξική οργάνωση του συγκεκριμένου τμήματος του
ασβεστολιθικού λόφου φαίνεται ότι έπαιξαν καίριο ρόλο στην τελική μορφή του
ιερού. Για τη διαμόρφωση του χώρου λατρείας λήφθηκε υπόψη το ιδιαίτερα επικλινές
έδαφος, και σημειώθηκε μια σειρά ισοπεδώσεων και ανέγερσης νέων ανδήρων σε
συνολική έκταση περίπου 300τ.μ. όπου πιστοποιείται και πρωιμότερη οικοδομική
δραστηριότητα449. Η έκταση στα ανατολικά, η οποία έχει ερευνηθεί πλήρως
ανασκαφικά, περιλαμβάνει έναν αύλειο χώρο σύγχρονο του ιερού, ενώ
πυκνοδομημένη στο βαθμό που έχει διερευνηθεί ήταν η περιοχή στα ΒΑ. Αντίθετα
δεν υπάρχουν ανασκαφικά στοιχεία για την περιοχή στα βόρεια και ΒΔ. Επιπλέον,
παρά την ύπαρξη αρκετών ασαφειών ως προς την οχυρωματική γραμμή,
πιθανολογείται ότι το ιερό βρισκόταν εντός των τειχισμένων ορίων του οικισμού450.
Κατά συνέπεια, η συνολική μορφή του ιερού πιθανότατα επιβλήθηκε από την
διαμόρφωση των ανδήρων, την παρακείμενη οικοδομική δραστηριότητα και την
ύπαρξη του τείχους. Παράλληλα το τείχος συντέλεσε στην οριοθέτηση του αύλειου
χώρου, με τον οποίο το ιερό επικοινωνούσε άμεσα, καθώς και στην περιορισμένη
ορατότητα για κάθε εισερχόμενο στο χώρο.
Όσον αφορά στις διαδικασίες πρόσβασης, η διατήρηση του προϋπάρχοντος
οδικού δικτύου υποδεικνύει την ύπαρξη ενός οργανωμένου μηχανισμού, ο οποίος θα

449
. Τα πρωιμότερα κτίρια, τα οποία χρονολογούνται στην ΥΚ Ι περίοδο, ανοικοδομήθηκαν επίσης
πάνω σε τεχνητά άνδηρα. Σε κανένα από αυτά δεν υπάρχουν στοιχεία για την τέλεση λατρείας.
Renfrew 1985, 79. Albers 1994, 54-55.
450
. Η G. Albers παρατήρησε ότι το ιερό κατασκευάστηκε εντός μιας προεξοχής της παλαιότερης
οχύρωσης, η οποία είχε τη μορφή έπαλξης. Μετά την ανέγερση του Δυτικού Ιερού κατασκευάστηκε
ένα νέο τμήμα του οχυρωματικού τείχους στα ΝΑ, το οποίο περιέκλεισε το ήδη σε λειτουργία ιερό.
Albers 1994, 54.

117
μπορούσε να διασφαλίζει επικοινωνία του ιερού με τα περισσότερα σημεία του ΥΚ
ΙΙΙ οικισμού, συμπεριλαμβανομένων και χώρων κοινωνικοοικονομικής και
χωροταξικής σπουδαιότητας (Μέγαρο, δυτική πύλη). Συγκεκριμένα αποκαλύφθηκαν
τρεις κύριες οδικές αρτηρίες με κατεύθυνση Β-Ν και Δ-Α, οι οποίες αποτελούσαν
βασικό πολεοδομικό στοιχείο του οικισμού, καθώς και τμήμα μιας ακόμη αρτηρίας
Δ-Α με την οποία γειτνίαζε προς βορρά το ιερό. Παρά την έλλειψη επαρκών
στοιχείων στα βόρεια και ΒΔ, πιθανολογείται ότι μέσω αυτής της αρτηρίας,
ορισμένων συνδετικών κάθετων οδών, που ωστόσο δεν έχουν μέχρι στιγμής
εντοπιστεί, καθώς και του διαμορφωμένου αύλειου χώρου επιτυγχανόταν
απρόσκοπτη πρόσβαση στο ιερό.
Όπως σημειώνει η G. Albers «Λόγω της κατηφορικής του θέσης και της
απομόνωσης από βόρεια, δυτικά και νότια, ο λατρευτικός χώρος μοιάζει να ήταν
προσβάσιμος αποκλειστικά από τα ανατολικά. Μετά την κατασκευή του ύστερου
Μυκηναϊκού οχυρωματικού τείχους..........ένας δρόμος πρόσβασης εκτείνεται κατά
μήκος του τείχους και παράλληλα με τη μεγάλη οδό…και έφτανε από ανατολικά στη
μικρή αυλή μπροστά από τα ιερά. Με το δρόμο συνορεύουν στη βόρεια πλευρά και
άλλα κτίσματα βάσει των οποίων δεν διαφαίνεται στα μέχρι τώρα δημοσιευμένα
ευρήματα καμία απευθείας σύνδεση με τη μεγάλη οδό Β. Επειδή η οδός εκτείνεται σε
ένα ψηλό κρεμαστό άνδηρο τουλάχιστον 1,30μ πάνω από το επίπεδο του δρόμου
πρόσβασης, η σύνδεση μάλλον θα γινόταν με μια σκάλα ή ράμπα, για τα οποία όμως
δεν υπάρχουν στοιχεία. Γι΄αυτό το λόγο, η σύνδεση του δρόμου πρόσβασης προς το
λατρευτικό τομέα με το οδικό σύστημα παραμένει στις λεπτομέρειές της ασαφής»451.
Η έναρξη της συστηματικής θρησκευτικής δραστηριότητας τοποθετείται
χρονικά από τον C. Renfrew στην ΥΕ ΙΙΙ Α2 περίοδο, ενώ διήρκεσε έως και την ΥΕ
ΙΙΙ Γ μέση περίοδο. Ο ανασκαφέας πρότεινε τον διαχωρισμό του χρονικού
διαστήματος λειτουργίας του ιερού σε τρεις βασικές περιόδους (Εικ. 39), οι οποίες

451
. «Wegen seiner Hanglage und Abgesclossenheit nach Norden, Westen und Süden hin scheint der
Kultbezirk ausschliesslich von Osten her zugänglich gewesen zu sein. Nach der Errictung der
spätmykenischen Befestigunsmauer…. erreichte ein entlang der Mauer und parallel zu der grossen
Strasse verlaufender Zugangsweg … von Osten her den kleinen Hof vor den Kultgebäuden. Den Weg
flankieren an seiner Nordseite weitere Raum(?)-strukturen, aufgrund derer in den bislang
veröffentlichten Befunden keine direkte Verbindung mit der grossen Strassen im Norden ersichtlich ist.
Da die Strasse auf einer höheren Hangterrasse mindestens 1,30m über dem Laufniveau des
Zugangsweges verläuft, müsste der Anschluss über eine Treppe oder eine Rampe hergestellt worden
sein, für die e saber in den Befunden keine Anhaltspunkte gibt. Im Einzelnen bleibt daher die
Anbindung des Zugangsweges zu dem Kultbezirk an das Wegesystem der umliegenden Bebauung
unklar». Albers 1994, 54.

118
καθορίζονται από την αρχιτεκτονική εξέλιξη του κτιρίου (φάση 1, 2 & 3)452. Κατά τη
διάρκεια των περιόδων αυτών σημειώθηκαν αρκετές φορές διαμορφώσεις στο
εσωτερικού του ιερού και στον παρακείμενο αύλειο χώρο (προσθήκη/κατάργηση
δωματίων και σταθερών κατασκευών, κατάργηση εισόδου, επιδιορθώσεις και
καθαρισμοί). Πρόσφατα η G. Albers διατύπωσε την πρόταση ότι η έναρξη της
λειτουργίας του ιερού θα πρέπει να επαναχρονολογηθεί στο τέλος της ΥΕ ΙΙΙ Β
περιόδου και όχι πρωιμότερα, ωστόσο η αξιολόγηση του συνόλου του κινητού
εξοπλισμού δεν υποστηρίζει αυτή την πρόταση453.
Ο ανωτέρω διαχωρισμός του ανασκαφέα σε τρεις περιόδους χρησιμοποιείται
και στην παρούσα μελέτη, καθώς αποτελεί ένα βασικό εργαλείο για την διερεύνηση
της τελούμενης λατρείας σε σχέση με τις καίριες αλλαγές στην δομή του κτιρίου. Θα
πρέπει όμως να επισημανθεί ότι οι αλλαγές αυτές καθιστούν ως ένα βαθμό επισφαλή
τόσο τη συσχέτιση του κινητού εξοπλισμού με συγκεκριμένους χώρους και σταθερές
κατασκευές, όσο και την κατάταξη σε χρονικές φάσεις (Πίν. 5). Οι δύο πρώτες
περίοδοι χρήσης εμπίπτουν σε μεγάλο βαθμό στο χρονολογικό πλαίσιο της
ανακτορικής περιόδου της Ηπειρωτικής Ελλάδας. Ωστόσο με βάση απόλυτα
χρονολογικά στοιχεία το τελευταίο διάστημα της δεύτερης περιόδου καλύπτει
χρονικά την ΥΕ ΙΙΙ Γ πρώιμη περίοδο454. Στο παρόν κεφάλαιο οι οριζόμενες από τον
C. Renfrew ως πρώτη και δεύτερη περίοδος εξετάζονται από κοινού, καθώς
συνιστούν μια διακριτή λειτουργική ενότητα πριν τη σημαντική καταστροφή που
έπληξε το ιερό.
Κατά την πρώτη φάση χρήσης το ιερό αποτελούνταν από ένα ανεξάρτητο
επίμηκες ορθογώνιο κτίσμα με προσανατολισμό Α-Δ, το λεγόμενο Δυτικό Ιερό. Για
την ανοικοδόμησή του χρησιμοποιήθηκαν μεγάλοι κροκαλοπαγείς λίθοι455, σύνηθες
οικοδομικό υλικό των σύγχρονων κτιρίων του οικισμού. Αρχικά το κτίριο διέθετε δύο
εισόδους, ανατολικά και νότια, μέσω των οποίων επικοινωνούσε με έναν αύλειο
χώρο, οι ακριβείς διαστάσεις του οποίου δεν μπορούν να προσδιοριστούν. Εντός της
ίδιας περιόδου χρήσης χρονολογείται η κατασκευή ενός εξωτερικού τοίχου,

452
. Κατά τον C. Renfrew οι τρεις περίοδοι χρήσης μπορούν να διαιρεθούν σε υποπεριόδους (3, 2, 3
αντίστοιχα). Renfrew 1981α, 67. 1985, 71-87.
453
. Albers 2004, 135. Για εκτενέστερη ανάλυση της προτεινόμενης από την G. Albers χρονολόγηση
βλέπε το κεφάλαιο Δ. Όψεις και χαρακτηριστικά της λατρείας, σελ. 225.
454
. Renfrew 1985, 404.
455
. Το συγκεκριμένο οικοδομικό υλικό δημιουργεί μια λεία εσωτερική και εξωτερική επιφάνεια.
Renfrew 1985, 92-93.

119
εφαπτόμενου στο νότιο τοίχο του ιερού456 και η κατάργηση της νότιας εισόδου. Η
έλλειψη σταθερών κατασκευών σε συνδυασμό με τον μικρό αριθμό και την
αποσπασματική κατάσταση των κινητών ευρημάτων (ελάχιστη κεραμική, ζωόμορφο
ειδώλιο, λίθινα εργαλεία)457 δεν παρέχουν άμεσα στοιχεία για συσχέτιση του αύλειου
χώρου με την τέλεση θρησκευτικών τελετουργιών, αλλά κυρίως με τις διαδικασίες
πρόσβασης στο ιερό.
Οι λειτουργικοί χώροι του Δυτικού Ιερού ήταν τρεις: το κυρίως δωμάτιο και
τα δύο μικρά δωμάτια Β και Α. Σε όλη τη διάρκεια της χρήσης του κτιρίου άμεση
πρόσβαση στον αύλειο χώρο διέθετε μόνο το κυρίως δωμάτιο, ενώ τα υπόλοιπα
δωμάτια βρισκόταν χωρικά απομονωμένα στο δυτικό τμήμα του ιερού. Το κυρίως
δωμάτιο ήταν ένας σχεδόν τετράγωνος χώρος (διαστάσεων 6x5,8μ) καίριας σημασίας
για τη λειτουργία του ιερού όπως υποδεικνύουν η χωροθέτηση, οι διαστάσεις και η
επιμελημένη κατασκευή του (δάπεδο από λευκό ασβεστοκονίαμα με επάλληλες
ανανεώσεις, χρήση κόκκινου κονιάματος). Βασικό χαρακτηριστικό της εσωτερικής
διαρρύθμισης αποτελούσαν οι δύο λίθινες εξέδρες, μήκους σχεδόν 1μ., οι οποίες
καταλάμβαναν τη ΒΔ και ΝΔ γωνία του δωματίου, καθώς και τα δύο ανοίγματα-
κόγχες στην ανωδομή, τα οποία επικοινωνούσαν με τα μικρά παρακείμενα
δωμάτια458. Επίσης κατά μήκος του νότιου τοίχου αποκαλύφθηκε μία επιμήκης λίθινη
κατασκευή, η οποία έχει ερμηνευθεί ως θρανίο459.
Τα κινητά ευρήματα που με ασφάλεια θα μπορούσαν να αποδοθούν στην
συγκεκριμένη περίοδο χρήσης είναι λίγα αριθμητικά. Πλησίον της ΝΔ εξέδρας
αποκαλύφθηκαν κοσμήματα (σφενδόνη μολύβδινου δαχτυλιδιού, σημαντικός αριθμός
από γυάλινες χάντρες), τα οποία πιθανόν αρχικά ήταν τοποθετημένα στην επιφάνειά
της, ενώ τα ευρήματα του υπολοίπου δωματίου εκπροσωπούνται από σφονδύλια από
στεατίτη, θραύσματα χάλκινων αντικειμένων και ελάχιστη κεραμική (λεκανίδιο)460.

456
. Ο τοίχος κατασκευάστηκε από ανομοιογενείς ογκόλιθους και εκτεινόταν στα ανατολικά σε έκταση
7μ. Πιθανόν το αρχικό του μήκος ήταν αρκετά μεγαλύτερο. Renfrew 1985, 96.
457
. Renfrew 1985, 104.
458
. Σύμφωνα με τον C. Renfrew οι δύο εξέδρες κατασκευάστηκαν ταυτόχρονα και αποτέλεσαν από
την πρώτη φάση χρήσης του ιερού αξιοποιήσιμες χρηστικές επιφάνειες. Από την άλλη πλευρά, η G.
Albers, επανεξετάζοντας την στρωματογραφία του ιερού, υποστήριξε ότι η ΒΔ εξέδρα αποτέλεσε
προσθήκη πριν ή λίγο πριν την καταστροφή στα τέλη της δεύτερης περιόδου χρήσης. H ερευνήτρια δεν
αποκλείει την πιθανότητα να κατασκευάστηκε σε χώρο που καταλάμβανε πρωιμότερη κατασκευή με
αντίστοιχη χρήση, ωστόσο επισημαίνει ότι δεν υπάρχουν αρχαιολογικά στοιχεία που να υποστηρίζουν
το ενδεχόμενο αυτό. Renfrew 1985, 94. Albers 1994, 97.
459
. Renfrew 1985, 94 & Plate 13.
460
. Renfrew 1985, 97-98.

120
Από την άλλη πλευρά, στο δωμάτιο Β (διαστάσεων 3,8 x 1,6μ), το οποίο
επικοινωνούσε με το κυρίως δωμάτιο μέσω ενός θυραίου ανοίγματος στον ανατολικό
τοίχο του, δεν εντοπίστηκαν σταθερές κατασκευές στο δάπεδο. Μοναδικό διακριτό
αρχιτεκτονικό στοιχείο αποτελούσε η κόγχη του ανατολικού τοίχου σε αναλογία με
την αντίστοιχη του κυρίως δωματίου. Διάσπαρτα στο εσωτερικό του δωματίου
αποκαλύφθηκαν κοσμήματα461, χάλκινα αντικείμενα σε αποσπασματική μορφή (όπως
περόνη και αιχμή βέλους), όστρεα, τμήματα κελύφους χελώνας, λίθινα
αντικείμενα462, αρκετά θραύσματα κόκκινου ασβεστοκονιάματος, καθώς και μικρή
ποσότητα κεραμικής463.
Το παρακείμενο δωμάτιο Α είχε ιδιαίτερα μικρές διαστάσεις (1,6 x 1,6μ) και
ήταν αποκλειστικά προσβάσιμο μέσω του δωματίου Β. Κατά μήκος του δυτικού
τοίχου βρισκόταν μια χαμηλή λίθινη κατασκευή, η οποία έχει ερμηνευθεί ως
θρανίο464, ενώ στον ανατολικό τοίχο διακρινόταν η κόγχη του κυρίως δωματίου.
Βρέθηκε επίσης μικρός αριθμός κινητών ευρημάτων, όπως πήλινα σφονδύλια,
θραύσματα χάλκινων αντικειμένων, γυάλινες χάντρες, ο καρπός ενός τροχήλατου
γυναικείου ειδωλίου και μία κύλικα465.
Η αρχή της δεύτερης περιόδου χρήσης (ΥΕ ΙΙΙ Β-ΥΕ ΙΙΙ Γ πρώιμη)
σηματοδοτήθηκε από την αύξηση των λειτουργικών χώρων του ιερού. Εκτός των
τριών προαναφερθέντων δωματίων του Δυτικού Ιερού, οι οποίοι εξακολούθησαν να
βρίσκονται σε χρήση, σημειώθηκε επέκταση προς τα ΒΑ με την προσθήκη του
λεγόμενου Ανατολικού Ιερού (διαστάσεων 4,8 x 2,5μ). Πρόκειται για ένα μονόχωρο
επίμηκες κτίριο με προσανατολισμό Δ-Α κατασκευασμένο κατά κύριο λόγο από
κροκαλοπαγείς λίθους μικρού μεγέθους και με κατά τόπους χρήση ισοδομικού
συστήματος. Το κτίριο εφαπτόταν στο βόρειο τοίχο του Δυτικού Ιερού και
καταλάμβανε μια έκταση που πιθανόν ήταν αδόμητη και σχετιζόταν λειτουργικά με

461
. Πρόκειται για σημαντικό αριθμό γυάλινων χαντρών και έναν σφραγιδόλιθο από ορεία κρύσταλλο
με παράσταση αγριμιού. Ο J. Younger, ο οποίος μελέτησε συστηματικά τους σφραγιδόλιθους από το
ιερό, υποστήριξε ότι αντίστοιχα ως προς την παράσταση και το υλικό κατασκευής ευρήματα από την
Ηπειρωτική Ελλάδα και την Κρήτη χρονολογούνται έως και την ΥΕ ΙΙΙ Α περίοδο. Με βάση αυτήν την
χρονολογική πρόταση ο σφραγιδόλιθος του δωματίου Β συνιστούσε ένα από τα πρωιμότερα
αντικείμενα του ιερού. CMS V S1B, Nr 37. Younger 1985, 283-286 & Plate 49.
462
. Μεταξύ άλλων διακρίνονται δύο λίθινα τριβεία, πώματα αγγείων και τμήμα λίθινου αγγείου με
προχοή. Renfrew 1985, 100.
463
. Διακρίνονται όστρακα αγγείων μεταφοράς υγρών (ψευδόστομος αμφορέας, λήκυθος, μικκύλο
αγγείο), κατανάλωσης υγρών και στερεών (λεκανίδιο, κυάθιο) καθώς και προετοιμασίας τροφής
(μαγειρικός αμφορέας). Renfrew 1985, 99 & Plate 19.
464
. Renfrew 1985, 95.
465
. Renfrew 1985, 98.

121
τις δραστηριότητες του παρακείμενου ιερού466. Η πρόσβαση στο κτίριο
επιτυγχανόταν μέσω του αύλειου χώρου και μιας ανεξάρτητης εισόδου στα νότια.
Μοναδικό αρχιτεκτονικό στοιχείο στο εσωτερικό του Ανατολικού Ιερού
αποτελούσε μία ορθογώνια λίθινη σταθερή κατασκευή (διαστάσεων 1,20 x 0,90μ.), η
οποία καταλάμβανε τη ΒΑ γωνία 467. Περιμετρικά της κατασκευής αυτής
αποκαλύφθηκε σε αποσπασματική κατάσταση, πιθανότατα εξαιτίας των
επανειλημμένων ισοπεδώσεων και καθαρισμών, ένα πολυπληθές σύνολο κινητών
ευρημάτων: τροχήλατα ειδώλια βοοειδών468, μικρά ζωόμορφα ειδώλια469, ομοιώματα
αρμάτων και αμαξών 470, σημαντικός αριθμός σφραγιδόλιθων471, χάλκινα αντικείμενα
(αιχμή βέλους, εγχειρίδιο και απροσδιόριστα θραύσματα χάλκινων), ελάχιστα
κοσμήματα (χάντρες από φαγεντιανή, μολύβδινος δακτύλιος)472, αρκετά
συνανήκοντα τμήματα κελυφών χελώνας473, ένα επίμηκες τμήμα ελεφαντοστού,
πιθανόν λαβή εγχειριδίου474, καθώς και μικρή ποσότητα κεραμικής 475.
Όσον αφορά στο Δυτικό Ιερό, κατά τη δεύτερη φάσης χρήσης διατηρήθηκε η
προϋπάρχουσα εσωτερική διαρρύθμιση. Στο κυρίως δωμάτιο οι σταθερές κατασκευές
κατά μήκος του δυτικού τοίχου εξακολούθησαν να αποτελούν τα σημεία όπου
εστιάζονταν το βλέμμα και σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με τα αποκαλυφθέντα
σύνολα των κινητών ευρημάτων. Συγκεκριμένα στο δάπεδο πλησίον της ΒΔ εξέδρας

466
. Ο C. Renfrew αναφέρει ότι στον αύλειο χώρο αποκαλύφθηκε στρώμα καύσης, καθώς και
σημαντικός αριθμός θραυσμάτων ανθρωπόμορφων και ζωόμορφων ειδωλίων. Renfrew 1985, 100-105.
467
. Η άνω επιφάνεια αποτελούνταν από λειασμένους λίθους. Το σωζόμενο ύψος (0,20-0,30μ.)
θεωρείται ότι ήταν και το αρχικό της κατασκευής. Renfrew 1985, 101.
468
. Από τα τρία αποκαλυφθέντα ειδώλια τα δύο (SF 836, SF 847) έχουν ακριβή παράλληλα στο
δωμάτιο Α και την κόγχη του Δυτικού Ιερού. Η E. French στη μελέτη της για το σύνολο των
τροχήλατων βοοειδών από το ιερό, βασιζόμενη στη γραπτή διακόσμηση και τα φυσιοκρατικά
χαρακτηριστικά, πρότεινε την κατάταξή τους στην ΥΕ ΙΙΙ Α2-ΙΙΙ Β περίοδο. French 1985, 236-244.
469
. Βρέθηκαν 15 αποσπασματικά σωζόμενα ειδώλια στην πλειονότητα διακοσμημένα με γραπτές
ευθείες γραμμές (“Linear type”). Σύμφωνα με την E. French είναι προϊόντα τοπικού εργαστηρίου.
French 1985, 261-269.
470
. Αποκαλύφθηκαν θραύσματα τουλάχιστον δύο ζευγών αλόγων με γραπτή διακόσμηση, καθώς και
ειδώλια αναβατών και σκιαδίου. Επίσης βρέθηκε μια σχεδόν ακέραια άμαξα με βοοειδές και αναβάτη.
French 1985, 252-260.
471
. Πρόκειται για συνολικά 10 σφραγιδόλιθους, στην πλειονότητα κατασκευασμένους από στεατίτη με
παραστάσεις ζώων (βοοειδή, αγρίμια, αίγες, ίσως και άλογα) που αποτελούν ένα ομοιογενές σύνολο
χρονολογούμενο στην ΥΕ ΙΙΙ Α2 περιόδο. CMS V S1B, Nrs 38-47. Younger 1985, 281-295.
472
. Renfrew 1985, 120.
473
. Τα σωζόμενα θραύσματα ανήκουν σε τρία κελύφη, δύο εκ των οποίων φέρουν διάτρητες οπές. Η
πρόταση για τη χρήση των κελυφών ως μουσικών οργάνων δεν έχει αμφισβητηθεί, παρά το γεγονός
ότι δεν έχουν εντοπιστεί μέχρι στιγμής σύγχρονα παράλληλα. Renfrew & Cherry 1985, 325-326 &
Plate 64d.
474
. Renfrew & Cherry 1985, 323.
475
. Τα σχήματα των αγγείων υποδεικνύουν χρήση για την κατανάλωση και μεταφορά υγρών (άβαφη
κύλικα με γωνιώδες περίγραμμα, γραπτό κύπελλο μεγάλων διαστάσεων, γραπτή στάμνος). Renfrew
1985, 120 & Plates 21, 23.

122
εντοπίστηκαν πήλινα ανδρικά ειδώλια, μοναδικά μέχρι στιγμής σε σύγχρονους
οικιακούς ή θρησκευτικούς χώρους476, ζωόμορφα ειδώλια477 και σύνθετοι τύποι
(ακέραιο βοοειδές με αγγείο στη ράχη478, άρματα και άμαξες479), γυάλινες χάντρες,
μεταλλικά αντικείμενα480, ορισμένα πήλινα σφονδύλια, τμήμα κελύφους χελώνας,
ασβεστοκονίαμα κόκκινου χρώματος, πιθανόν από φορητό αντικείμενο481, καθώς και
ελάχιστα εργαλεία και κεραμική (λίθινο τριβείο, ψευδόστομος αμφορέας).
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ΝΔ εξέδρα, καθώς αποτελεί τη μόνη
σταθερή κατασκευή σχετιζόμενη με κατά χώραν κινητό εξοπλισμό. Στην άνω
επιφάνειά της αποκαλύφθηκαν ακέραια ευρήματα, όπως αγγεία (2 κέρνοι και ένας
μικρός ψευδόστομος αμφορέας)482, γυναικεία ειδώλια μικρού μεγέθους483,
κοσμήματα484, πήλινα και λίθινα αντικείμενα485. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι
στο εσωτερικό του κυρίως δωματίου αποκαλύφθηκαν διάσπαρτα στο δάπεδο και
τμήματα αγγείων προετοιμασίας και κατανάλωσης τροφής, για τα οποία δεν
υπάρχουν στοιχεία χωρικής σύνδεσης με κάποια από τις προαναφερθείσες εξέδρες.

476
. Πρόκειται για δύο σχεδόν ακέραια χειροποίητα ειδώλια με σαφή δήλωση του ανδρικού φύλου και
γραπτή διακόσμηση. Επίσης βρέθηκε και τμήμα βραχίονα ενός τρίτου ειδωλίου, το σώμα του οποίου
αποκαλύφθηκε στον ίδιο χώρο σε μεταγενέστερο στρώμα χρήσης. Το ακέραιο σωζόμενο ειδώλιο SF
2340 έχει ύψος 0,23μ. και φέρει τριγωνικό κάλυμμα κεφαλής, ενώ το ειδώλιο SF 1553 υπολογίζεται
ότι θα είχε αντίστοιχο ύψος. Η στάση των χεριών υποδεικνύει ότι οι ανδρικές μορφές κρατούσαν
κάποιο αντικείμενο. French 1985, 223-229.
477
. Διακρίνονται 5 αποσπασματικά σωζόμενα μικρά ειδώλια και άκρα τουλάχιστον ενός μεγάλου
βοοειδούς. French 1985, 270-275.
478
. Δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ρυτό με τη στενή έννοια του όρου, καθώς δεν έφερε διάτρητη
οπή στο σώμα ή το ρύγχος. Ωστόσο το αγγείο στη ράχη θα μπορούσε να αποτελεί χώρο απόθεσης
μικρών ποσοτήτων υγρών. Αντίστοιχο σύγχρονο εύρημα αποκαλύφθηκε στην κόγχη του Δωματίου Α.
French 1985, 239-246.
479
. Αποκαλύφθηκαν δύο ομοιώματα αρμάτων, ένα εκ των οποίων ακέραιο με γραπτή διακόσμηση και
τρεις αναβάτες (SF 1558). Η ποιότητα της κατασκευής οδήγησε την E. French στο συμπέρασμα ότι
πρόκειται για επείσακτο εύρημα. Βρέθηκε τμήμα άμαξας με βοοειδές. French 1985, 252-260.
480
. Βρέθηκε τμήμα χάλκινης περόνης, μικρό θραύσμα φύλλου χρυσού χωρίς ίχνη διακόσμησης, καθώς
και ακέραιο χάλκινο πτηνό, πιθανότατα χήνα ή περιστέρι, το οποίο αποτελούσε διακοσμητικό στοιχείο
μεγαλύτερου αντικειμένου. Παρά τη συχνή εύρεση πήλινων ομοιωμάτων πτηνών σε οικισμούς και
ιερά της ΥΕ περιόδου, ελάχιστα είναι τα χάλκινα παραδείγματα. Αντίστοιχο ως προς το υλικό
κατασκευής και τις διαστάσεις εύρημα εντοπίστηκε στον αποθέτη στο Αρτεμίσιο της Δήλου. Renfrew
& Cherry 1985, 310-311.
481
. Έχει διασωθεί τμήμα της βάσης και του κάτω τμήματος κοίλου αντικειμένου με επένδυση
ασβεστοκονιάματος, ίσως τράπεζας προσφορών. Renfrew & Cherry 1985, 340.
482
. Renfrew 1985, 110 & Plates 20-21.
483
. Πρόκειται για ένα ειδώλιο του «Ύστερου Τύπου Ψ» με ταινιωτή διακόσμηση και για ένα
ασυνήθιστο ολόβαφο ειδώλιο, το οποίο συνδυάζει σχηματοποιημένα και φυσιοκρατικά
χαρακτηριστικά. French 1985, 234 & εικ. 6.2, 6.9.
484
. Βρέθηκαν χάντρες από γυαλί και όστρεο, χάλκινο δαχτυλίδι και σφενδόνη μολύβδινου
δαχτυλιδιού. Αξιοσημείωτο είναι το λίθινο περίαπτο σε σχήμα ζώου (λέοντα ή σκύλου), πιθανόν
Αιγυπτιακό επείσακτο. Renfrew 1985, 110, 346 & εικ. 8.12.
485
. Διακρίνονται 2 πήλινα σφονδύλια, καθώς και ένα αμφικωνικό αντικείμενο με ανάγλυφη
διακόσμηση, κατασκευασμένο από τοπικό κροκαλοπαγές ηφαιστειακό πέτρωμα. Η ακριβής του χρήση
δεν έχει προσδιοριστεί με ασφάλεια, ενώ ο ανασκαφέας πρότεινε πιθανή συσχέτιση με τελετουργικές
πρακτικές. Renfrew & Cherry 1985, 345.

123
Το δωμάτιο Α κατά την περίοδο αυτή περιελάμβανε σημαντικό κινητό
εξοπλισμό, κατά κύριο λόγο τροχήλατα ειδώλια συγκεντρωμένα στο ΝΔ και το ΒΔ
τμήμα του μικρού δωματίου. Μεταξύ αυτών διακρίνεται η γνωστή «κυρία της
Φυλακωπής», η εξαιρετική ποιότητα της οποίας οδήγησε την E. French στη
διατύπωση της πρότασης ότι πιθανόν πρόκειται για προϊόν Αργολικού
εργαστηρίου486. Το σώμα του ειδωλίου αποκαλύφθηκε σε κατακόρυφη θέση στη ΝΔ
γωνία, ενώ το κεφάλι σε απόσταση 0,50μ στα ανατολικά. Αξιοσημείωτο είναι το
γεγονός ότι οι βραχίονες δεν εντοπίστηκαν κατά την ανασκαφή, στοιχείο που
υποδεικνύει ότι είχαν ήδη αποκολληθεί όταν το ειδώλιο τοποθετήθηκε στο δωμάτιο.
Σε άμεση συνάφεια με το ανωτέρω εύρημα αποκαλύφθηκε σε αποσπασματική
κατάσταση ένα ιδιαίτερα ασυνήθιστο ως προς τη μορφή γυναικείο ειδώλιο, το οποίο
δεν έχει παράλληλο σε σύγχρονα ανασκαφικά σύνολα. Το γεγονός αυτό καθιστά την
χρονολόγηση και την ερμηνεία του συγκεκριμένου ευρήματος προβληματικές487.
Πλησίον της εισόδου προς το δωμάτιο Β εντοπίστηκαν επιπλέον αποσπασματικά
τροχήλατα γυναικεία ειδώλια488 και ένα σχεδόν ακέραιο βοοειδές489. Στον κινητό
εξοπλισμό του δωματίου συγκαταλέγονται επίσης όστρακα αγγείων σε δεύτερη
χρήση, ελάχιστα λίθινα εργαλεία490 και μεγάλος αριθμός φολίδων και λεπίδων
οψιανού491.
Από την άλλη πλευρά, τα κινητά ευρήματα της διαμορφωμένης κόγχης
χαρακτηρίζονται από την ιδιαίτερα αποσπασματική κατάσταση διατήρησης και τον
περιορισμό των εκπροσωπούμενων κατηγοριών. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι
θραύσματά τους δεν αποκαλύφθηκαν σε κανέναν άλλο χώρο ή στρώμα του ιερού492,

486
. Το ειδώλιο έχει συνολικό ύψος 0,45μ. Το κωνικό σώμα φέρει ιδιαίτερα πυκνή γραπτή διακόσμηση
τεθλασμένων γραμμών και βραχώδους κοσμήματος, τα οποία σύμφωνα με την E. French υποδεικνύουν
χρονολόγηση στην ΥΕ ΙΙΙ Α2 περίοδο. Άγνωστη παραμένει η αρχική στάση των βραχιόνων. French
1985, 214-216.
487
. Το ειδώλιο έχει ύψος 0,255μ και σώζεται σε αποσπασματική κατάσταση. Είναι κατασκευασμένο
από ατελώς ψημένο τοπικό πηλό, ενώ από τη γραπτή διακόσμηση σώζονται ελάχιστα ίχνη. Στο κάτω
μέρος του κορμού διακρίνεται ένα τμήμα πηλού σε σχήμα ανεστραμμένου U, το οποίο πιθανότατα
δηλώνει τα γεννητικά όργανα, ενώ το άνω τμήμα του ειδωλίου απολήγει σε πλατύ πόλο. French 1985,
212-213, 221.
488
. Οι διαστάσεις των σωζόμενων τμημάτων υποδεικνύουν ότι επρόκειτο για ειδώλια αντίστοιχων
διαστάσεων με τα προαναφερθέντα του ΝΔ τμήματος του δωματίου. Συνανήκοντα τμήματά τους δεν
αποκαλύφθηκαν σε κάποιον άλλο εσωτερικό ή εξωτερικό χώρο του ιερού. French 1985, 213, 217, 221.
489
. Φέρει γραπτή διακόσμηση κυματοειδών γραμμών και είναι ακριβές παράλληλο του ειδωλίου SF
836 από το Ανατολικό Ιερό. French 1985, 236, 247.
490
. Βρέθηκε τμήμα τριβείου και πιθανόν υφαντικού βάρους, ακέραιος δίσκος από σχιστόλιθο και
τριπτήρας. Renfrew & Cherry 1985, 356-358.
491
. Torrence 1985, 472-473 & πίν. C4.
492
. Μοναδική εξαίρεση αποτελεί το τροχήλατο ειδώλιο SF 2690, το μπροστινό τμήμα του οποίου
αποκαλύφθηκε στο παρακείμενο δωμάτιο Β. French 1985, 114 & Plate 41 a-b.

124
γεγονός που πιθανότατα πιστοποιεί την σημαντική φθορά των ευρημάτων πριν την
τοποθέτησή τους στην κόγχη. Κυριαρχούν τα τροχήλατα ειδώλια βοοειδών, τα οποία
διακρίνονται για την επιμελημένη κατασκευή και τη γραπτή διακόσμησή τους, καθώς
και ένα βοοειδές που έφερε αγγείο στη ράχη493. Επίσης στον ίδιο χώρο
αποκαλύφθηκε γυναικεία κεφαλή και τμήμα σώματος με βραχίονες, τα οποία πιθανόν
προέρχονται από ανθρωπόμορφο αγγείο494.
Στο παρακείμενο δωμάτιο Β, ο κινητός εξοπλισμός παρουσιάζει σημαντικές
ομοιότητες με τον εξοπλισμό του δωματίου Α: λίθινα εργαλεία από τοπικά ή
επείσακτα πετρώματα495, αξιοσημείωτο σύνολο από οψιανό (κυρίως φολίδες και
λεπίδες, ορισμένοι πυρήνες)496. Μοναδικό στοιχείο διαφοροποίησης αποτελεί μια
ομάδα αγγείων συσχετιζόμενων κυρίως με την προετοιμασία και την κατανάλωση
τροφής, καθώς και τη μεταφορά υγρών497.
Αναφορικά με τον αύλειο χώρο, μια σειρά καίριων αρχιτεκτονικών
παρεμβάσεων κατά τη διάρκεια της δεύτερης περιόδου χρήσης είχε ως αποτέλεσμα
την αναμόρφωση της αδόμητης έκτασης και τον επαναπροσδιορισμό του ρόλο της σε
σχέση με την λειτουργία του ιερού. Η κατασκευή του Ανατολικού ιερού και του νέου
τμήματος του τείχους στα ΝΑ με μεγάλους μαύρους θαλάσσιους λίθους, οι οποίοι
έρχονται σε αντίθεση με το οικοδομικό υλικό του παρακείμενου ιερού, είχαν ως
αποτέλεσμα τον σημαντικό περιορισμό των διαστάσεων του αρχικού αύλειου χώρου.
Επιπλέον σημειώθηκε αντικατάσταση του αρχικού δαπέδου από πατημένο
πηλό από επιμελημένο λιθόστρωτο δάπεδο και εμπλουτισμός του νότιου τμήματος με
σταθερές κατασκευές. Συγκεκριμένα κατά μήκος του τοίχου στα ΝΑ ανεγέρθηκε μια
επιμήκης λίθινη κατασκευή από ογκόλιθους, η οποία έχει χαρακτηριστεί ως

493
. Τα θραύσματα ανήκουν σε τρία τροχήλατα βοοειδή που χρονολογούνται σύμφωνα με την E.
French στην περίοδο θεμελίωσης του ιερού (ΥΕ ΙΙΙ Α2). Αντίθετα το βοοειδές που φέρει αγγείο,
πιθανόν επείσακτο αντικείμενο, τοποθετείται χρονικά στην ΥΕ ΙΙΙ Β περίοδο με βάση τη μορφή και τη
διακόσμησή του. Όπως και στην περίπτωση αντίστοιχου ειδωλίου από το κυρίως δωμάτιο δεν
διακρίνεται κάποια οπή εκροής υγρών από τον κορμό ή το ρύγχος. French 1985, 238-239, 243, 248.
494
. Σύμφωνα με την E. French οι κατασκευαστικές λεπτομέρειες του αντικειμένου, το οποίο θεωρείται
τοπικό δημιούργημα, υποδεικνύουν τη χρονολόγησή του στην ΥΕ ΙΙΙ Α1/2 περίοδο, είναι δηλαδή
σύγχρονο με αντίστοιχα ευρήματα από τις Μυκήνες. French 1985, 215, 222 & Plate 32 c-d.
495
. Η ομάδα των λίθινων εργαλείων αποτελείται από αποσπασματικά τριβεία, ακέραιους τριπτήρες,
ένα δίσκο, πιθανόν πώμα αγγείου ή βάση για απόθεση αντικειμένων, καθώς και ένα ορθογώνιο τμήμα
μαρμάρου με λειασμένη την άνω επιφάνεια.
496
. Πρόκειται για ένα σύνολο τουλάχιστον 470 αντικειμένων, το μεγαλύτερο αριθμητικά της δεύτερης
περιόδου χρήσης από την ευρύτερη περιοχή του ιερού Torrence 1985, 472-473 & πίν. C4.
497
. Βρέθηκαν σκύφοι, λεκανίδιο, κρατήρας, μεγάλος απιόσχημος πιθαμφορέας, ασκός, καθώς και
τριποδικό μαγειρικό σκεύος. Renfrew 1985, 117.

125
θρανίο498, ενώ στη ΝΔ γωνία τοποθετήθηκε ένας σχεδόν σφαιρικός κροκαλοπαγής
λίθος, ο λεγόμενος βαίτυλος ή ομφαλός, στην είσοδο του κυρίως δωματίου του
Δυτικού Ιερού499. Οι διαστάσεις, το σκόπιμο σχήμα και τα κατασκευαστικά
χαρακτηριστικά του βαιτύλου (συμμετρία της μορφής, λείανση της επιφάνειας) τον
διαφοροποιούν σε σχέση με τις υπόλοιπες σταθερές κατασκευές από το εσωτερικό
και το εξωτερικό τμήμα του ιερού, ενώ δεν έχει παράλληλο σε σύγχρονους χώρους
λατρείας.
Όσον αφορά στα κινητά ευρήματα του αύλειου χώρου, διακρίνονται για την
ποικιλία των εκπροσωπούμενων κατηγοριών και υλικών: θραύσματα
ανθρωπόμορφων και ζωόμορφων ειδωλίων, ομοιωμάτων αρμάτων και επίπλων,
λίθινα εργαλεία, αποχετευτικοί αγωγοί, γυάλινες χάντρες, ελάσματα μολύβδου και
χαλκού, θραύσματα κελύφους χελώνας, καθώς και ένα χάλκινο ειδώλιο ανδρικής
μορφής που έχει ταυτιστεί με τη Συριακή θεότητα Reshef500. Τα ανωτέρω ευρήματα
ήταν διασκορπισμένα σε όλη την έκταση του αύλειου χώρου και η αποσπασματική
κατάσταση διατήρησής τους υποδεικνύει ότι πιθανότατα αποτελούσαν προϊόντα
καθαρισμών του εσωτερικού του ιερού. Αξιοσημείωτη είναι η συγκέντρωση
σημαντικής ποσότητας κεραμικής (μεγάλα αποθηκευτικά αγγεία και κατανάλωσης
υγρών και στερεών), τα οποία έχουν αποδοθεί από τον ανασκαφέα με κατά χώραν
χρήση στο νότιο τμήμα του αύλειου χώρου501.
Το τέλος της δεύτερης φάσης χρήσης σηματοδοτήθηκε από σημαντικές
αλλαγές στην περιοχή του ιερού, οι οποίες αποδόθηκαν από τον C. Renfrew σε
σεισμό ή εχθρική ενέργεια502. O R. Barber ενέταξε την καταστροφή του ιερού στη
γενικότερη αστάθεια και τις αλλαγές που σημειώθηκαν στις Κυκλάδες κατά την ΥΕ

498
. Το πλάτος της κατασκευής δεν ήταν σταθερό (0,50-0,80μ.), πιθανόν για να διευκολύνει στα δυτικά
την πρόσβαση στην είσοδο του Δυτικού Ιερού. Οι διαστάσεις της κατασκευής επιτρέπουν τη χρήση ως
κάθισμα αλλά και ως μεγάλη επιφάνεια τοποθέτησης αντικειμένων. Renfrew 1985, 102. Albers 1994,
58.
499
. Ο λίθος έχει διάμετρο περίπου 0,50μ. και ύψος 0,47μ. Πιθανόν αρχικά ήταν τοποθετημένος στη
ΝΑ γωνία του αύλειου χώρου, θέση που καλύφθηκε από ένα λίθινο πλαίσιο σε σχήμα τεταρτημορίου
κύκλου με ίχνη καύσης. Renfrew 1985, 101-102, 430. Albers 1994, 61.
500
. Παράλληλο εύρημα αποκαλύφθηκε στην επίχωση ανατολικά του ιερού χωρίς άλλα συνευρήματα.
Σύμφωνα με τον ανασκαφέα τα δύο ειδώλια πιθανότατα εισήχθηκαν από τη Συρο-Παλαιστίνη κατά
την ΥΕ ΙΙΙ Β ή την ΥΕ ΙΙΙ Γ περίοδο. Αντίστοιχα ειδώλια από σαφή προϊστορικά σύνολα εντοπίστηκαν
στις Μυκήνες και την Τίρυνθα. Σημαντικός είναι ο αριθμός ειδωλίων τύπου Reshef από Γεωμετρικά
και Αρχαϊκά σύνολα. Renfrew & Cherry 1985, 303-310.
501
. Η G. Albers υποστήριξε ότι η πιθανή κατά χώραν χρήση των συγκεκριμένων αγγείων δεν αναιρεί
την γενικότερη εικόνα των εκτεταμένων μετακινήσεων αρχαιολογικού υλικού και καθαρισμών στον
αύλειο χώρο. Albers 1994, 58-61.
502
. Renfrew 1981α, 67.

126
ΙΙΙ Γ περίοδο503. Στον τόμο της τελικής δημοσίευσης του ιερού σημειώνεται ότι
τμήμα του νότιου αμυντικού τείχους του οικισμού καταστράφηκε, ενώ πιθανότατα
κατέρρευσε και η στέγη του ιερού504. Η έλλειψη ωστόσο επαρκώς δημοσιευμένων
στοιχείων για τον σύγχρονο οικισμό αποτρέπουν την εξαγωγή ασφαλών
συμπερασμάτων για την έκταση της πιθανής καταστροφής ή τα αίτιά της.

1.6.2. Το Μέγαρο

H σύντομη αναφορά στο λεγόμενο Μέγαρο της Φυλακωπής κρίθηκε


απαραίτητη, καθώς το κτίριο αυτό συνιστά μαζί με το ιερό τα βασικά τοπόσημα του
ΥΚ ΙΙΙ οικισμού. Η έλλειψη οποιουδήποτε στοιχείου για την άμεση σύνδεσή του με
τη διοργάνωση και υλοποίηση θρησκευτικών τελετουργιών, όπως υποδεικνύει η
παρακάτω ανάλυση των αρχιτεκτονικών του χαρακτηριστικών, ενισχύει τον διακριτό
ρόλο του ιερού ως του μοναδικού συνδεόμενου με την τέλεση λατρείας χώρο στον
οικισμό ήδη από την ΥΕ ΙΙΙ Α2 περίοδο.
Η ανέγερση του Μεγάρου κατά την ΥΚ ΙΙΙ Α περίοδο υπήρξε μια από τις
βασικές αρχιτεκτονικές αλλαγές στο πλαίσιο της ανοικοδόμησης του οικισμού και
του επαναπροσδιορισμού τμήματος της χωροταξικής του οργάνωσης. Πρόκειται για
ένα ανεξάρτητο κτίριο με προσανατολισμό Β-Ν, κατασκευασμένο σε άνδηρο στο ΒΑ
άκρο του οικισμού, το οποίο διακρίνεται για την αρχιτεκτονική και τις διαστάσεις
του. Αξιοσημείωτη είναι η επιλογή της θέσης ανέγερσης, καθώς στην ίδια περιοχή
είχε οικοδομηθεί κατά την ΥΕ Ι-ΙΙ περίοδο ένα ανεξάρτητο κτίριο, το οποίο έχει
ερμηνευθεί ως διοικητικό κέντρο του οικισμού εξαιτίας του σημαντικού μεγέθους του
και της εύρεσης θραύσματος πινακίδας Γραμμικής Α505. Η πρόσβαση στο Μέγαρο
εξασφαλιζόταν μέσω ενός διαμορφωμένου αύλειου χώρου στα νότια, από τους
μεγαλύτερους αποκαλυφθέντες στον οικισμό. Η σύνδεση του ανωτέρω αύλειου
χώρου με τμήμα του οδικού δικτύου καθιστούσε εφικτή την ανεμπόδιστη επικοινωνία

503
. Barber 1994, 233.
504
. Renfrew 1985, 378-379.
505
. Η περιοχή του Μεγάρου και του πρωιμότερου μεγάλου κτιρίου ανασκάφτηκε το 1911 από τους
R.M. Dawkins και J.P. Droop, οι οποίοι απομάκρυναν το μεγαλύτερο μέρος των στρωμάτων της
Ύστερης Εποχής του Χαλκού. Νεώτερες έρευνες επικεντρώθηκαν στον εντοπισμό με ασφάλεια
στρωματογραφημένων συνόλων. Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για την περίοδο εγκατάλειψης του
πρωιμότερου κτιρίου. Renfrew 1978, 411-412. 1981β, 28. Barber 1999, 315. Renfrew et al. 2007, 456-
459, 487. Davis 2008, 197. Wright 2006, 21-22.

127
του κτιρίου με τα κυριότερα σύγχρονα οικιακά συγκροτήματα και τα τοπόσημα του
οικισμού (πύλη, ιερό)506.
Όσον αφορά στην αρχιτεκτονική μορφή του κτιρίου δεν έχει παράλληλο στον
οικισμό της Φυλακωπής. Στο νεοαναγειρόμενο κτίριο με διάδρομο ενσωματώθηκαν
ορισμένα αρχιτεκτονικά στοιχεία του πρωιμότερου κτιρίου507 και προστέθηκαν ένας
επιπλέον διάδρομος στα δυτικά, καθώς και ένας στενόμακρος χώρος στα βόρεια (Εικ.
40). Οι παρεμβάσεις αυτές είχαν ως αποτέλεσμα το Μέγαρο στην τελική του μορφή
να αποτελείται από δύο πτέρυγες δωματίων (δυτική μεγαροειδούς μορφής508 και
ανατολική με σειρά μικρών δωματίων) και δύο διαδρόμους, ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό
στοιχείο με παράλληλα, σε αρκετά μεγαλύτερη κλίμακα, στα ανακτορικά
συγκροτήματα της Τίρυνθας και της Πύλου509. Στην περίπτωση της Φυλακωπής
ωστόσο δεν καθίσταται σαφές αν η διαμόρφωση της συγκεκριμένης μορφής
υπαγορεύθηκε από τη διατήρηση στην ίδια περιοχή αξιοποιήσιμων πρωιμότερων
αρχιτεκτονικών στοιχείων ή από μια σκόπιμη προσπάθεια συμβολικής αναφοράς στο
πολιτικοκοινωνικό σύστημα της Ηπειρωτικής Ελλάδας.
Παρά τις όποιες ασάφειες αναφορικά με την εσωτερική διαρρύθμιση 510, τον
κινητό εξοπλισμό και την ακριβή περίοδο εγκατάλειψης, τα διαθέσιμα στοιχεία
(διακριτή αρχιτεκτονική, χωροταξική οργάνωση, ενσωμάτωση κτιρίου με πιθανή
πολιτικοοικονομική σπουδαιότητα) πιστοποιούν τον καίριο ρόλο του Μεγάρου στην
κοινωνική ζωή του ΥΚ ΙΙΙ οικισμού, ωστόσο δεν υποδεικνύουν οποιαδήποτε
θρησκευτική δραστηριότητα.

506
. Mylonas-Shear 1984, Vol. II, 418.
507
. Renfrew 1978, 411· Barber 1994, 64.
508
. Στο μέσον του κυρίως δωματίου, το οποίο αποτελούσε τον μεγαλύτερο σε διαστάσεις χώρου του
κτιρίου, έχει προταθεί η ύπαρξη ορθογώνιας εστίας.
Mylonas-Shear 1984, Vol. II, 417.
509
. Mylonas-Shear 1984, Vol. II, 419.
510
. Δεν έχουν διευκρινιστεί οι ακριβείς οικοδομικές φάσεις του κτιρίου. Το κλείσιμο και των δύο
διαδρόμων με κάθετους τοίχους πιθανότατα υποδεικνύει καίριες αλλαγές στην τελευταία περίοδο,
κατά τη διάρκεια της οποίας μόνο το κεντρικό τμήμα (πρόδομος και δόμος), εξακολούθησε να είναι σε
χρήση.

128
1.7. Αγία Ειρήνη

Η θέση Αγία Ειρήνη στο ΒΔ τμήμα της Κέας είναι γνωστή από τις αρχαιολογικές
έρευνες της Αμερικάνικης Αρχαιολογικής Σχολής και του Πανεπιστημίου του
Cincinnati υπό τον J. Caskey στη δεκαετία του 1960, κατά τη διάρκεια των οποίων
αποκαλύφθηκαν σημαντικά οικιστικά σύνολα της Εποχής του Χαλκού511. Οι
ανασκαφικές εργασίες επικεντρώθηκαν σε ένα μικρό ακρωτήριο στον όρμο του
Αγίου Νικολάου, τον μοναδικό φυσικό προστατευόμενο χώρο για ελλιμενισμό στο
βόρειο τμήμα του νησιού. Παρά τον συστηματικό χαρακτήρα των ερευνών, τα
οικιστικά κατάλοιπα δεν είναι δυνατόν να αποκαλυφθούν πλήρως, καθώς μεγάλο
μέρος τους βρίσκεται κάτω από το σημερινό επίπεδο της θάλασσας. Υποθαλάσσιες
έρευνες γύρω από το ακρωτήριο της Αγίας Ειρήνης και η συστηματική μελέτη των
παλαιογεωγραφικών μεταβολών των ακτών από τους Ν. Μουρτζά και Ε. Κολαΐτη
πιστοποιούν ότι ο οικισμός επεκτεινόταν στα δυτικά και τα ανατολικά πέρα από τα
όρια της σύγχρονης ακτογραμμής512.
Σύμφωνα με τον J. Caskey, η περιορισμένης ποσότητας κεραμική των αρχών
της Πρωτοκυκλαδικής περιόδου, η οποία αποκαλύφθηκε σε δοκιμαστική τομή,
αποτελεί την πρωιμότερη ένδειξη για κατοίκηση στην Αγία Ειρήνη513. Σαφέστερα
είναι τα στοιχεία για την ΠΚ ΙΙ περίοδο, στην οποία χρονολογούνται τα πρωιμότερα
σωζόμενα κτίρια από το δυτικό τμήμα της χερσονήσου514. Στην ίδια ανασκαμμένη
έκταση αποκαλύφθηκαν οικιστικά κατάλοιπα και τμήμα οχυρωματικού τείχους της
Μεσοκυκλαδικής περιόδου515.
Ωστόσο η πλειονότητα των αποκαλυφθέντων αρχιτεκτονικών στοιχείων
χρονολογείται στις αρχές της Υστεροκυκλαδικής περιόδου. Κατά την περίοδο αυτή
πιστοποιούνται εκτεταμένες επισκευές και επέκταση της οχύρωσης516, συστηματική
οικοδομική δραστηριότητα στο πλαίσιο ενός οργανωμένου πολεοδομικού σχεδιασμού
511
. Οι εργασίες έλαβαν χώρα μεταξύ 1960 και 1969 και τα πορίσματα δημοσιεύθηκαν σε εκτενείς
αναφορές στο περιοδικό Hesperia και σε εννέα μονογραφίες στη σειρά KEOS. Κατά τη δεκαετία του
1980 η Μ. E. Caskey, ύστερα από συστηματική μελέτη, δημοσίευσε το σύνολο των μεγάλων πήλινων
γυναικείων ειδωλίων. Κατά τη δεκαετία του 1990 αρκετοί ερευνητές (Α.-L. Schallin, C. Morris, R.
Jones, J.F. Cherry, J.L. Davis) συμπεριέλαβαν τον ΥΚ ΙΙΙ οικισμό στις μελέτες τους και ασχολήθηκαν
με ζητήματα όπως οι πτυχές της Μυκηναϊκής επίδρασης στην νησιωτική κοινότητα, η αλληλεπίδραση
των γεωλογικών και αρχαιολογικών παραγόντων στη διαμόρφωση των οικιστικών καταλοίπων, καθώς
και η σύνδεση των διαθέσιμων οικιστικών προτύπων με κοινωνικοοικονομικές και πολιτικές
διαδικασίες τοπικού και ευρύτερου χαρακτήρα.
512
. Μουρτζάς-Κολαΐτη 1998, 680-681 & εικ. 5-6.
513
. Caskey 1971, 368.
514
. Caskey 1971, 369-372. 1979, 412. Barber 1994, 55-57.
515
. Caskey 1966, 365 & εικ. 1. 1971, 373-374 & εικ. 8.
516
. Barber 1994, 70.

129
(ανάπτυξη κτιριακών συγκροτημάτων σε οικοδομικά τετράγωνα οριζόμενα από
οδικές αρτηρίες και αύλειους χώρους, αποχετευτικό δίκτυο, ανεξάρτητος χώρος
λατρείας, τάφοι αξιόλογων διαστάσεων εξωτερικά της κύριας πύλης του τείχους 517)
καθώς και ύπαρξη ενός συγκροτήματος με πιθανό διακριτό κοινωνικοπολιτικό ρόλο
(Εικ. 41)518.
Το τέλος της ΥΚ ΙΙ/ΥΜ ΙΒ περιόδου σηματοδοτήθηκε από μια ισχυρή
καταστροφή στον οικισμό, η οποία έχει αποδοθεί σε σεισμό519. Τα διαθέσιμα στοιχεία
για τις μεταγενέστερες περιόδους επικεντρώνονται στην επανάχρηση ορισμένων
πρωιμότερων κτιριακών συγκροτημάτων, την μικρής έκτασης οικοδομική
520
δραστηριότητα και την προέκταση του τείχους στα δυτικά . Έμμεσα στοιχεία για
την οργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας και τις εξωτερικές επαφές του οικισμού
κατά τον 14o αιώνα π.Χ. προκύπτουν από τη μελέτη των κεραμικών συνόλων521.
Ωστόσο θα πρέπει να επισημανθεί ότι η αξιοποίηση των ΥΚ ΙΙΙ στοιχείων
αντιμετωπίζει σημαντικές δυσκολίες εξαιτίας της έλλειψης συστηματικής
δημοσίευσης των αρχιτεκτονικών καταλοίπων και των κινητών ευρημάτων, καθώς
και της βύθισης σημαντικού τμήματος του ακρωτηρίου. Με βάση τα μέχρι στιγμής
δεδομένα, η γενικότερη εικόνα για τις τελευταίες περιόδους της Εποχής του Χαλκού
υποδεικνύει περιορισμένη δραστηριότητα, η οποία επικεντρώνεται στην ευρύτερη
περιοχή του χώρου λατρείας (Εικ. 42), ενώ απουσιάζουν στοιχεία για την ύπαρξη
κάποιου είδους κεντρικού διοικητικού μηχανισμού522.
Αναφορικά με την οργάνωση της λατρείας, τουλάχιστον από τις αρχές της
Υστεροκυκλαδικής περιόδου πιστοποιείται η ύπαρξη ανεξάρτητου στεγασμένου
χώρου εντός οικιστικού πλαισίου. Ο λεγόμενος Ναός ανασκάφτηκε συστηματικά
χωρίς όμως να υπάρχει έως σήμερα συνολική δημοσίευση του αποκαλυφθέντος

517
. Schallin 1998, 180.
518
. Πρόκειται για τη λεγόμενη Οικία Α, ένα οικοδόμημα που διακρίνεται για το μέγεθος και την
αρχιτεκτονική περιπλοκότητα, χωροθετημένο στο μέσον περίπου του οικισμού σε άμεση γειτνίαση με
τον χώρο λατρείας. Στην τελική δημοσίευση του κτιρίου οι W. Cummer & E. Schofield επισημαίνουν
ότι «η εξέχουσα θέση, η άμεση πρόσβαση από την κύρια είσοδο του οικισμού και το μέγεθος του κτιρίου
υποδεικνύουν ότι πρόκειται για την πιο σημαντική οικία στον οικισμό της Ύστερης Εποχής του Χαλκού»,
Cummer & Schofield 1984, 41. Η Whittaker υποστήριξε ότι η Οικία Α αντιπροσώπευε τη Μινωική
διοικητική παρουσία στον οικισμό της Αγίας Ειρήνης, ενώ ο T. Whitelaw αντιπαρέβαλε την
αρχιτεκτονική μορφή και την χρήση του οικοδομήματος με το Συγκρότημα των πεσσών στη
Φυλακωπή. Whittaker 1997, 141. Whitelaw 2005, 56-60.
519
. Caskey 1979, 412. Whittaker 1997, 139.
520
. Caskey 1966, 373-374. 1971, 374, 379-381. Cummer & Schofield 1984, 30, 33-34.
521
. Morris & Jones 1998, 190-194.
522
. Η ανδρική μορφή πολεμιστή από μαρμάρινη στήλη, η οποία έχει ερμηνευθεί από τον J. Caskey ως
ένδειξη ύπαρξης Μυκηναϊκής εξουσίας στον οικισμό, δεν αποτελεί επαρκές στοιχείο για την
υποστήριξη μιας τέτοιας θεωρίας. Caskey 1966, 375. Schallin 1998, 182 & εικ. 12.

130
υλικού. Η συμβολή του ωστόσο στην αξιολόγηση της θρησκευτικής δραστηριότητας
στο προϊστορικό Αιγαίο κρίνεται ιδιαίτερα σημαντική. Ο Ναός αποτελεί μοναδική
περίπτωση αστικού χώρου λατρείας με μακρόχρονη χρήση κατά την Εποχή του
Χαλκού, η περιοχή του οποίου αναμορφωμένη εξακολούθησε να βρίσκεται σε
θρησκευτική χρήση για μεγάλο χρονικό διάστημα και κατά τους ιστορικούς χρόνους.

1.7.1. Ο Ναός

H ονομασία «Ναός» αποδόθηκε από τον ανασκαφέα J. Caskey σε ένα


ανεξάρτητο στο χώρο επίμηκες οικοδόμημα με προσανατολισμό ΒΔ-ΝΑ, το οποίο
ανασκάφτηκε μεταξύ 1961-1971. Το κτίριο ανεγέρθηκε σε ένα επικλινές σημείο του
λόφου και καταλαμβάνει τη σημερινή ΝΑ απόληξη του ακρωτηρίου της Αγίας
Ειρήνης. Ωστόσο η μελέτη των παλαιογεωγραφικών μεταβολών της ακτής, οι οποίες
σχετίζονται με τη βύθιση κάτω από τη στάθμη της θάλασσας του ΝΑ και ανατολικού
τμήματος του οικισμού, υποδεικνύει ότι κατά την ανοικοδόμηση και λειτουργία του ο
χώρος λατρείας πιθανόν οριοθετούνταν στα ανατολικά από τμήμα του τείχους, ίσως
και επιπλέον αύλειους χώρους και οικοδομήματα523.
Τα πορίσματα των ερευνών παρουσιάστηκαν από τον J. Caskey σε διεθνή
περιοδικά κατά τις δεκαετίες 1960 και 1970 524, καθώς και σε πρακτικά συνεδρίων,
ενώ η Μ. E. Caskey συνέχισε το έργο της παρουσίασης στοιχείων για την
αρχιτεκτονική αλληλουχία του κτιρίου525, ενώ δημοσίευσε αναλυτικά το 1986 τα
μεγάλα πήλινα γυναικεία ειδώλια στον τόμο The Τemple at Ayia Irini. Part I: The
Statues.
Η σύνδεση του κτιρίου με την τέλεση λατρείας βασίστηκε στο σύνολο των
σταθερών κατασκευών και των κινητών ευρημάτων και ήδη από τις πρώτες
ανασκαφικές παρουσιάσεις αναφέρεται ως «ο Ναός» («The Temple»). Όπως όμως
έχει σημειωθεί στο εισαγωγικό κεφάλαιο, η χρήση του συγκεκριμένου όρου για τον
χαρακτηρισμό στεγασμένων χώρων λατρείας της Εποχής του Χαλκού κρίνεται
προβληματική, εξαιτίας των συνειρμών που προκαλεί με τη μνημειακή αρχιτεκτονική
των ιστορικών χρόνων. Για το λόγο αυτό στην παρούσα μελέτη χρησιμοποιείται ο

523
. Caskey & Tountas 1998, 695 & εικ. 2. Μουρτζάς-Κολαΐτη 1998, εικ. 5.
524
. Caskey 1962, 263-283. 1964, 326-335. 1966, 367-371. 1971, 384-386.
525
. Caskey 1984 ∙ 1998.

131
όρος «ιερό της Αγίας Ειρήνης» για τον προσδιορισμό του προοριζόμενου για την
τέλεση λατρείας χώρου του προϊστορικού οικισμού.
Η έναρξη της θρησκευτικής δραστηριότητας στο ιερό χρονολογήθηκε από τον
ανασκαφέα στην Μεσοκυκλαδική περίοδο, ενώ προτάθηκε ότι διήρκεσε καθόλη την
Υστεροκυκλαδική εποχή. Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η παρούσα κατάσταση
διατήρησης του ιερού αποτελεί το τελικό στάδιο μιας εξελικτικής πορείας και
αξιοποιώντας την διάκριση του αρχαιολογικού υλικού του οικισμού από τον J.
Caskey σε χρονικές περιόδους που καλύπτουν όλη την Εποχή του Χαλκού526, η M. E.
Caskey πρότεινε την διαίρεση της χρήσης του ιερού σε πέντε οικοδομικά στάδια με
βάση την αρχιτεκτονική εξέλιξη (φάσεις 1-5)527. Κατά τη διάρκεια των φάσεων
αυτών έλαβαν χώρα αρκετές φορές καίριες αλλαγές στη αρχιτεκτονική μορφή του
κτιρίου (προσθήκη/κατάργηση λειτουργικών χώρων και σταθερών κατασκευών,
αξιοποίηση άνω ορόφου, επιδιορθώσεις και καθαρισμοί).
Η ανωτέρω διαίρεση της M. E. Caskey χρησιμοποιείται και στην παρούσα
μελέτη, επειδή κρίνεται ότι συνιστά έναν ασφαλή τρόπο προσέγγισης της τελούμενης
λατρείας σε συσχέτιση με την αρχιτεκτονική εξέλιξη του ιερού. Θα πρέπει ωστόσο να
επισημανθεί ότι η απομάκρυνση κινητού εξοπλισμού από τον αρχικό χώρο χρήσης,
ως συνέπεια των συνεχών καθαρισμών, καθώς και η έλλειψη τελικής δημοσίευσης
του συνόλου των ευρημάτων σε σχέση με την στρωματογραφία, καθιστούν
προβληματική σε αρκετές περιπτώσεις την απόδοση ευρημάτων σε συγκεκριμένους
χώρους και χρονικές φάσεις. Στο παρόν κεφάλαιο εξετάζεται η τέταρτη φάση χρήσης
του ιερού, η οποία καλύπτει χρονικά την ανακτορική περίοδο στην Ηπειρωτική
Ελλάδα, ενώ σύντομη αναφορά θα γίνει και στις πρωιμότερες φάσεις ώστε να
κατανοηθεί διαχρονικά η χρήση του ιερού εντός του οικιστικού ιστού.
Η έναρξη της οικοδομικής δραστηριότητας στην περιοχή του ιερού
χρονολογείται στην ΜΜ ΙΙ-ΙΙΙ περίοδο και παρέχει έμμεσες πληροφορίες για
θρησκευτική δραστηριότητα528. Η τρίτη φάση χρήσης, που εκτείνεται χρονικά από
την ΜΜ ΙΙΙ έως και την ΥΜ ΙΑ περίοδο και συμπίπτει με την περίοδο ακμής του

526
. Έχουν οριστεί οκτώ περίοδοι χρήσης που φέρουν λατινική αρίθμηση (I-VIII). Caskey 1979, 412.
527
. Caskey 1998, 124-127.
528
. Το αρχικό κτίριο με τα δύο δωμάτια και η προέκτασή του (φάσεις 1 & 2) διέθεταν λίθινες
κατασκευές, οι οποίες έχουν ερμηνευθεί ως θρανία, καθώς και ποσότητα κεραμικής. Η σύνδεση του
χώρου με την τέλεση λατρείας βασίστηκε κυρίως στην ιδιαίτερη μέριμνα για την ενσωμάτωσή του στο
μεταγενέστερο ιερό. Για αντίστοιχο φαινόμενο ένταξης ανεξάρτητου κτιρίου σε οικοδόμημα με σαφή
θρησκευτική χρήση, βλέπε τα στοιχεία για τις πρώιμες φάσεις του Κτιρίου Γ στο κεφάλαιο των
Μυκηνών.Caskey 1966, 368-369. 1998, 124-125.

132
οικισμού529, αποτελεί την πρωιμότερη φάση του κτιρίου που με ασφάλεια θα
μπορούσε να αποδοθεί στην τέλεση οργανωμένης λατρείας 530, όπως υποδηλώνουν οι
αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις και ο εμπλουτισμός του κινητού εξοπλισμού με
αντικείμενα σαφούς τελετουργικής χρήσης. Χαρακτηριστικότερη κατηγορία
ευρημάτων είναι τα πλήρως δημοσιευμένα μεγάλα γυναικεία ειδώλια 531.
Αποτελώντας μέρος ενός σαφούς πολεοδομικού σχεδιασμού που περιελάμβανε
εκτεταμένα οικοδομικά τετράγωνα με οικιακά συγκροτήματα και οργανωμένο οδικό
δίκτυο532, το ιερό διατήρησε την αρχιτεκτονική του αυτονομία και αποτέλεσε μαζί με
την παρακείμενη Οικία Α, κτιριακό συγκρότημα με πιθανό διακριτό
κοινωνικοπολιτικό ρόλο, καθώς και το τείχος ένα από τα βασικά τοπόσημα του
οικισμού.
Το τέλος της τρίτης φάσης χρήσης σηματοδοτήθηκε από αλλαγές στην
περιοχή του ιερού, οι οποίες εντάσσονται στο πλαίσιο της ισχυρής καταστροφής που
έπληξε τον οικισμό στην ΥΚ ΙΙ/ΥΜ ΙΒ περίοδο. Κατά το χρονικό διάστημα που
ακολούθησε σημειώθηκε μια σειρά εργασιών (εκτεταμένοι καθαρισμοί,
ανοικοδόμηση δωματίων, κατασκευή νέων δαπέδων και σταθερών κατασκευών) που
είχαν ως αποτέλεσμα την αναδιάρθρωση του ιερού. Δεν μπορεί να προσδιοριστεί με
ακρίβεια το χρονικό διάστημα κατά το οποίο έλαβαν χώρα οι ανωτέρω εργασίες,
ωστόσο οι ποσότητες κεραμικής και ένα δάπεδο κατασκευασμένο πάνω από το
στρώμα καταστροφής υποδεικνύουν ότι το ιερό επαναλειτουργούσε ήδη από την ΥΕ
ΙΙΙ Α1 περίοδο. Η G. Albers επισήμανε την σπουδαιότητα των ανωτέρω στοιχείων,
καθώς πιστοποιούν την λειτουργία του πρωιμότερου, μέχρι στιγμής, ανεξάρτητου
χώρου λατρείας που θα μπορούσε να ενταχθεί στην κατηγορία των Μυκηναϊκών
αστικών ιερών533.
Το ιερό της τέταρτης φάσης χρήσης διατήρησε ορισμένα από τα βασικά
αρχιτεκτονικά και χωροταξικά χαρακτηριστικά των προκατόχων του (επιμήκης

529
Η οικονομική ακμή και η πιστοποιημένη αύξηση των επαφών με το υπόλοιπο Αιγαίο έχουν
αποδοθεί στη γεωγραφική θέση του οικισμού και τον πιθανό ρόλο του στη διαχείριση και εμπορία των
μεταλλευτικών κοιτασμάτων του Λαυρίου. Gale 1998, 751-752.
530
. Η G. Albers έθεσε το ζήτημα της χρήσης του κτιρίου για κοσμικούς σκοπούς κατά τη Μέση Εποχή
του Χαλκού και την μετατροπή του σε ιερό στις αρχές της Ύστερης Εποχής του Χαλκού. Albers 2004,
133.
531
. Η χωρική απομόνωση του δωματίου 1, στο οποίο αποκαλύφθηκαν τουλάχιστον 55 ειδώλια, σε
συνδυασμό με το γεγονός ότι αποτελούσε τμήμα του αρχικού πυρήνα του κτιρίου, πιθανόν συνέβαλαν
σημαντικά στην επιλογή του ως χώρου φύλαξης των πιο χαρακτηριστικών τελετουργικών
αντικειμένων της μακρόχρονης λειτουργίας του ιερού. Caskey 1964, 327-330. 1986, 4-25.
532
. Caskey 1971, 383-384.
533
. Albers 2004, 133-134.

133
μορφή, χωρική αυτονομία, ΒΔ-ΝΑ προσανατολισμός, είσοδος στα ανατολικά).
Επιπλέον, παρά τις ασάφειες ως προς την διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου και
το ενδεχόμενο να βρισκόταν σε χρήση σε όλη την έκτασή του ο οργανωμένος
μηχανισμός πρόσβασης των προγενέστερων περιόδων, το ιερό εξακολούθησε να
αποτελεί έναν εύκολα προσβάσιμο προορισμό. Από την άλλη πλευρά, παρατηρείται
αναμόρφωση της εσωτερικής διάρθρωσης του κτιρίου, με μείωση του αριθμού των
χρησιμοποιούμενων δωματίων και ανακατανομή των σταθερών κατασκευών σε
σχέση με αυτά τα δωμάτια. Συγκεκριμένα συνέχισαν να βρίσκονται σε λειτουργία οι
χώροι στο μεσαίο και το ανατολικό τμήμα του κτιρίου (δωμάτια 3-6)534, ενώ
υπάρχουν ενδείξεις για περιορισμένης έκτασης δραστηριότητα στο δωμάτιο 1535.
Αντίθετα δεν υπάρχει οποιοδήποτε στοιχείο για χρήση του άνω ορόφου και του
δωματίου 2536.
Το δωμάτιο 6 στα ανατολικά αναδεικνύεται ως χώρος ιδιαίτερης
σπουδαιότητας για την λειτουργία του ιερού, όπως υποδεικνύουν οι άμεσες
προσπάθειες καθαρισμών και ανοικοδόμησης537, οι αξιόλογες διαστάσεις και η χρήση
του για την αποκλειστική παροχή πρόσβασης στο εσωτερικό του ιερού. Υπέρ ενός
διακριτού ρόλου στην τέλεση λατρείας συνηγορεί και ο εμπλουτισμός του δωματίου
με σταθερές κατασκευές, οι οποίες αποτέλεσαν το βασικό χαρακτηριστικό της
εσωτερικής διαρρύθμισης. Πρόκειται για δύο λίθινες εξέδρες σε σχήμα Π, των
οποίων η ανοιχτή πλευρά συνιστούσε ένα είδος κόγχης. Οι εξέδρες ήταν
τοποθετημένες σε συμμετρική διάταξη εκατέρωθεν της εισόδου προς το δωμάτιο 3
και καταλάμβαναν ολόκληρη την έκταση του ΒΔ τοίχου του δωματίου.
Η χωροθέτηση των κατασκευών αυτών πιθανότατα στον άξονα της εισόδου
του ιερού και το ύψος τους τις καθιστούσε σημείο όπου κατευθύνονταν το βλέμμα
κάθε εισερχόμενου. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η δυτική, το οριζόντιο τμήμα
της οποίας διατρεχόταν από αύλακα. Επιπλέον εφαπτόταν με μια λίθινη επιμήκη
κατασκευή, η οποία έχει ερμηνευθεί ως θρανίο και επεκτεινόταν κατά μήκος του ΝΔ
τοίχου. Αυτές οι δύο κατασκευές συνιστούσαν μια εκτεταμένη χρηστική επιφάνεια.

534
Caskey 1998, εικ. 11.
535
. Πρόκειται για εργασίες καθαρισμού πλησίον της εισόδου και του εσωτερικού του δωματίου, κατά
τη διάρκεια των οποίων αποκαλύφθηκε μέρος των μεγάλων γυναικείων ειδωλίων. Οι εργασίες αυτές
όμως ήταν περιστασιακές και δεν συνοδεύτηκαν από επανάχρηση το χώρου. Caskey 1981, 128.
536
. Caskey 1998, 126.
537
. Εκτός από την κατασκευή του νέου δαπέδου από ασβεστοκονίαμα πάνω από τους πεσμένους
λίθους του στρώματος καταστροφής, το οποίο κατά την ΥΕ ΙΙΙ Β περίοδο αντικαταστάθηκε από ένα
νέο δάπεδο, σημειώθηκε καθαρισμός του προϋπάρχοντος διακόσμου των τοίχων και διατήρηση μόνο
ενός μικρού τμήματος στη βόρεια γωνία του δωματίου. Albers 1994, 116. Caskey 1998, 126.

134
Σύμφωνα με την E. Caskey, κατά την επαναλειτουργία του ιερού ο εξοπλισμός του
δωματίου περιελάμβανε μόνο τις κατασκευές σε σχήμα Π, ενώ το θρανίο αποτέλεσε
προσθήκη εντός της ίδιας φάσης χρήσης όπως υποδεικνύει η σύνδεσή του με
κεραμική της ΥΕ ΙΙΙ Β περιόδου538.
Όσον αφορά στο μέσον του δωματίου, αδιευκρίνιστη παραμένει η ύπαρξη
κάποιου είδος σταθερής κατασκευής εξαιτίας μεταγενέστερων παρεμβάσεων στο
χώρο. Κατά την πέμπτη φάση χρήσης του ιερού ο χώρος αυτός καταλαμβάνεται από
μια ορθογώνια κατασκευή, η οποία εξαιτίας του σχήματος και της συσχέτισης με
στρώμα καύσης έχει χαρακτηριστεί ως εστία ή βωμός με ενεργό ρόλο στην τέλεση
της λατρείας539. Η εύρεση αντίστοιχα ισχυρού στρώματος καύσης χρονολογούμενου
στην τέταρτη περίοδο χρήσης καθιστά πιθανή την ύπαρξη πρωιμότερης εστίας στο
χώρο540.
Τα κινητά ευρήματα που με ασφάλεια θα μπορούσαν να συσχετιστούν με τις
ανωτέρω σταθερές κατασκευές είναι ελάχιστα, γεγονός που αποδίδεται στους
επάλληλους καθαρισμούς του χώρου. Στο εσωτερικό της αύλακας που διατρέχει την
δυτική κατασκευή σε σχήμα Π αποκαλύφθηκαν θραύσματα χεριού ενός μεγάλου
γυναικείου ειδωλίου και ενός περιλαίμιου με πλαστική απόδοση, ευρήματα που
παραπέμπουν άμεσα στον τελετουργικό εξοπλισμό της περιόδου πριν την
καταστροφή. Αξιοσημείωτος είναι ένας λίθινος σφραγιδόλιθος με παράσταση
βοοειδούς, ο οποίος αποκαλύφθηκε στο ΝΔ τμήμα του δωματίου, στην περιοχή του
θρανίου541. Το εύρημα παρουσιάζει σημαντικές τυπολογικές ομοιότητες με
σφραγιδόλιθο της λεγόμενης ομάδας των νησιωτικών ιερών από το ιερό της
Φυλακωπής και θεωρείται χαρακτηριστικό δείγμα της ΥΕ ΙΙΙ Α περιόδου542. Στο
δωμάτιο 6 αποκαλύφθηκαν δύο ακόμη σφραγιδόλιθοι στο ΒΑ τμήμα, οι οποίοι
σύμφωνα με τον J. Jounger τυπολογικά είναι πρωιμότεροι543.
Το παρακείμενο δωμάτιο 3 ήταν αποκλειστικά προσβάσιμο μέσω ενός
θυραίου ανοίγματος από το δωμάτιο 6. Οι εργασίες ανακαίνισης συντέλεσαν στην

538
. Caskey 1998, 126.
539
. Caskey 1981, 127.
540
. Albers 1994, 117.
541
. CMS V Nr 500.
542
. Σύμφωνα με τον J. Younger στην ίδια κατηγορία εντάσσεται και ένας σφραγιδόλιθος που
αποκαλύφθηκε σε μεταγενέστερο στρώμα του παρακείμενου δωματίου 3. Τα δύο παραδείγματα από το
ιερό της Αγίας Ειρήνης και το παράλληλό τους από το ιερό της Φυλακωπής έχουν αποδοθεί από τον
ερευνητή στον ίδιο τεχνίτη. CMS V, Nr 499. Younger 1985, 286-287, 290-295 & Plate 56. 2010, fig.
2-3.
543
. CMS V, Nrs 497-498. Jounger 1985, 295.

135
πλήρη αναδιάρθρωση της εσωτερικής διαρρύθμισης, χαρακτηριστικό της οποίας
αποτελούσαν κατά τις πρωιμότερες φάσεις χρήσης τα επιμήκη λίθινα θρανία κατά
μήκος των τοίχων. Η κατασκευή νέου δαπέδου από ασβεστοκονίαμα σε αρκετά πιο
ψηλό επίπεδο είχε ως αποτέλεσμα την υπερκάλυψη των θρανίων και την κατάργησή
τους544. Δεν υπήρξε οποιαδήποτε προσπάθεια αντικατάστασης των συγκεκριμένων
κατασκευών, ενώ μοναδική κατασκευή στο μέσον του δωματίου είναι ένας λίθος με
πιθανή χρήση ως βάση κίονα. Ως προς τα κινητά ευρήματα υπάρχουν αναφορές σε
δύο χάλκινα εγχειρίδια, μικρά τμήματα χρυσού, έναν σφραγιδόλιθο και ορισμένα
χειροποίητα γυναικεία ειδώλια συνηθισμένων Μυκηναϊκών τύπων, χωρίς περαιτέρω
στοιχεία για τον ακριβή αριθμό και το σημείο εύρεσης545.
Αντίστοιχα σημαντικές υπήρξαν οι αρχιτεκτονικές αλλαγές ΒΑ του δωματίου
3 (δωμάτια 4 & 5), οι οποίες συνδέονται με τη διαφοροποίηση της λειτουργίας της
συγκεκριμένης περιοχής. Κατά την τρίτη φάση χρήσης του ιερού έχει προταθεί ότι
υπήρχε κλιμακοστάσιο για την παροχή πρόσβασης στον άνω όροφο546. Μετά την
κατάργηση του ορόφου δεν σημειώθηκαν εργασίες αποκατάστασης του
κλιμακοστασίου, ωστόσο διατηρήθηκαν σε χρήση οι δύο άμεσα προσβάσιμοι από το
δωμάτιο 3 ορθογώνιοι χώροι.
Τα στοιχεία επικεντρώνονται στο δωμάτιο 5, τον νοτιότερο και μεγαλύτερο σε
διαστάσεις χώρο, όπου πιστοποιείται κατασκευή νέου δαπέδου κατά την ΥΕ ΙΙΙ Α2
περίοδο. Παρατηρείται υψομετρική διαφορά σε σχέση με το παρακείμενο δωμάτιο 3,
γεγονός που υποδεικνύει την ύπαρξη μιας μικρής κλίμακας για τη διευκόλυνση της
πρόσβασης από τον έναν χώρο στον άλλο. Θα πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι η
αναντιστοιχία μεταξύ του ύψους των νέων δαπέδων των επαναχρησιμοποιούμενων
δωματίων αποτελεί βασική παράμετρο της προβληματικής κατάταξης των κινητών
ευρημάτων του ιερού σε σαφή στρωματογραφία και της επισφαλούς χρονολόγησής
τους547.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και το χαρακτηριστικότερο εύρημα του
δωματίου 5, ένα γυναικείο ειδώλιο σε φυσικό μέγεθος που αποτελεί το μόνο
παράδειγμα εκτός του αποκαλυφθέντος στο δωμάτιο 1 πολυπληθούς συνόλου.
Σύμφωνα με την M. E. Caskey το κυλινδρικό κάτω τμήμα εντοπίστηκε κατά χώραν

544
. Εξαιτίας της υψομετρικής διαφοράς μεταξύ του δαπέδων των δωματίων 3 και 6 είναι πιθανή η
χρήση μιας μικρής κλίμακας. Albers 1994, 116.
545
. Caskey 1966, 369. Albers 1994, 119.
546
. Caskey 1986, 99. 1998, 125-126.
547
. Albers 1994, 117.

136
σε όρθια στάση στο ΒΔ άκρο του δωματίου, εδραζόμενο πάνω στο νέο δάπεδο μαζί
με κεραμική της ΥΕ ΙΙΙ Α2-ΙΙΙ Β περιόδου548. Σημαντικός αριθμός θραυσμάτων από
το στήθος, το περιλαίμιο και από τον ένα βραχίονα βρέθηκε διασκορπισμένος γύρω
από τη βάση, καθώς και στην επίχωση549, ενώ «λίγα θραύσματα βρέθηκαν αμέσως
κάτω από το δάπεδο σε βάθος +0,50 μαζί με κεραμική της ΥΕ ΙΙΙ Α περιόδου...και ένα
πάνω από το ΥΕ ΙΙΙ Γ δάπεδο»550. Ωστόσο τμήμα του κορμού, καθώς και η κεφαλή
του ειδωλίου δεν έχουν εντοπιστεί σε κάποιον από τους ανασκαμμένους χώρους551.
Με βάση τη συστηματική μελέτη της M.E. Caskey για τα μεγάλα γυναικεία
ειδώλια του ιερού, το παράδειγμα από το δωμάτιο 5 παρουσιάζει μια σειρά
σημαντικών διαφοροποιήσεων ως προς τις συνθήκες εύρεσης, την κατάσταση
διατήρησης και την κατασκευαστική τεχνική. Συγκεκριμένα παρατηρείται
συγκέντρωση των θραυσμάτων σε ένα δωμάτιο και δεν υπάρχει διασκορπισμός σε
άλλους χώρους του κτιρίου εξαιτίας δραστηριοτήτων μεταγενέστερων περιόδων.
Επιπλέον ο πηλός διαφέρει από τον αντίστοιχο των ειδωλίων του δωματίου 1, καθώς
περιέχει αρκετές προσμίξεις, ενώ τα χρησιμοποιούμενα κωλουροειδή ή πολύ μικρά
τμήματα πηλού στο κάτω τμήμα, τον κορμό και τα χέρια καθιστούσαν τα τοιχώματα
λεπτά και το αντικείμενο ιδιαίτερα εύθραυστο.
Τα ανωτέρω επιμέρους χαρακτηριστικά υποδεικνύουν, σύμφωνα με την M.E.
Caskey, ότι το ειδώλιο, παρά το γεγονός ότι τυπολογικά ακολουθεί την παράδοση
των ειδωλίων που με ασφάλεια χρονολογούνται στη ΜΜ ΙΙΙ-YM ΙΒ περίοδο (σώμα
σε όρθια στάση, βραχίονες τοποθετημένοι στη μέση, κυλινδρικό τμήμα πηλού γύρω
από το λαιμό, το οποίο παραπέμπει σε περιδέραιο 552) κατασκευάστηκε στην περίοδο
που ακολούθησε την καταστροφή ιερού. Εφόσον η πρόταση αυτή ευσταθεί, σε
συνδυασμό με την εύρεση ορισμένων θραυσμάτων κάτω από το δάπεδο της ΥΕ ΙΙΙ
Α2 περιόδου, συνηγορεί υπέρ της άποψης για κατασκευή του ειδωλίου στην ΥΕ ΙΙΙ
Α1 περίοδο, πιθανότατα στο πλαίσιο της αναδιοργάνωσης του ιερού.
Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι το σημείο εύρεσης του ειδωλίου, σχεδόν
σε επαφή με τον ΒΑ τοίχο με μέτωπο προς τα ΝΑ, υποδεικνύει ότι τουλάχιστον ο
αριστερός βραχίονας είχε ήδη αποκοπεί, όταν το εύρημα τοποθετήθηκε πάνω στο νέο

548
. Caskey 1981, 128. 1986, 12.
549
. Caskey 1986, 98.
550
. «A few fragmenents were found just below the floor at elev. +0,50 with LH IIIA pottery…and one
was above the LH III C floor», Caskey 1986, 98.
551
. Για εύρεση και επανάχρηση κεφαλών των γυναικείων ειδωλίων βλ. το κεφάλαιο για την
μετανακτορική περίοδο στο ιερό.
552
. Caskey 1986, 97-106.

137
δάπεδο553. Τα παραπάνω στοιχεία για φθορά του ειδωλίου σε σύντομο σχετικά
χρονικό διάστημα από την κατασκευή του, η οποία θα μπορούσε να αποδοθεί στην
τεχνική κατασκευής, ενισχύονται και από την προαναφερθείσα απουσία σημαντικών
τμημάτων του από το δάπεδο και την επίχωση του δωματίου 5.
Όσον αφορά στα σύγχρονα ευρήματα από τον ίδιο χώρο, υπάρχουν αναφορές
για εύρεση χάλκινου εγχειριδίου και δύο μικρών πήλινων αγγείων554, ενώ δεν μπορεί
να διευκρινιστεί αν με τον εξοπλισμό του δωματίου κατά την τέταρτη φάση χρήσης
συσχετιζόταν κάποια από τα πολυάριθμα ευρήματα Μυκηναϊκού τύπου που
αναφέρονται επιγραμματικά χωρίς στοιχεία για την ακριβή χρονολόγηση και την
προέλευση (αγγεία μεταφοράς και κατανάλωσης υγρών, χειροποίητα ανθρωπόμορφα
και ζωόμορφα ειδώλια, ομοιώματα επίπλων και αρμάτων, αγγείο με παράσταση
πολεμιστών)555.

553
. Caskey 1986, 99 & πίν. 60f.
554
. Caskey 1986, 99.
555
. Caskey 1964, 332 & Plate 62α . 1981, 132.

138
2. Η ΜΕΤΑΝΑΚΤΟΡΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

Η θρησκευτική δραστηριότητα κατά την ΥΕ ΙΙΙ Γ περίοδο πιστοποιείται τόσο


από τη συνέχιση της χρήσης προϋπαρχόντων οργανωμένων αστικών ιερών
(Φυλακωπή, Αγία Ειρήνη), όσο και από την ανέγερση νέων χώρων λατρείας σε
τειχισμένες ακροπόλεις (Τίρυνθα) και άλλες θέσεις με συγκροτημένη οικιστική
οργάνωση (Ασίνη). Επιπλέον η οικοδομική δραστηριότητα στην ακρόπολη των
Μυκηνών και τα κινητά ευρήματα από το Καλαπόδι και το Αμυκλαίο θέτουν
ερωτηματικά για ύπαρξη επιπλέον χώρων λατρείας, αστικών και υπαίθριων (Εικ. 2).
Η ανάλυση του κάθε ιερού περιλαμβάνει την αρχιτεκτονική μορφή και τη
χωροταξική του οργάνωση σε μια προσπάθεια να διερευνηθεί η επίδραση της
κατάρρευσης του ανακτορικού συστήματος και της εδραίωσης νέων
κοινωνικοπολιτικών σχηματισμών στην οργάνωση της λατρείας. Επίσης αναλύονται
τα ποσοτικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά του κινητού εξοπλισμού (Πίν. 4) και οι
σχετιζόμενες με αυτά τελετουργίες, καθώς και ο βαθμός που αντανακλούν καθιέρωση
νέων ιεραρχικών σχέσεων και ανταγωνισμών. Ειδικότερα τα κινητά ευρήματα
αξιολογούνται για τη διερεύνηση ζητημάτων όπως η περιορισμένη ή μαζική
συμμετοχή στις τελετουργίες, η προσπάθεια συμβολικής αναφοράς στο παρελθόν
(μέσα από την επανάχρηση τελετουργικών αντικειμένων και τη διαχείριση
κειμηλίων) και η σύνδεση της θρησκευτικής δραστηριότητας με οικονομική ευημερία
σε τοπικό επίπεδο (προμήθεια αντικειμένων κύρους, συμμετοχή σε δίκτυα
ανταλλαγών).

2.1. Τίρυνθα

Τα διαθέσιμα στοιχεία για την τέλεση οργανωμένης λατρείας στην μετανακτορική


Τίρυνθα επικεντρώνονται στην Κάτω Ακρόπολη, όπου οι ανασκαφικές έρευνες του
Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου υπό τον K. Kilian αποκάλυψαν από το 1976
έως και το 1983 κτίρια που με ασφάλεια μπορούν να χαρακτηριστούν ως ιερά.
Πρόκειται για αυτόνομα στο χώρο οικοδομήματα με διακριτή λειτουργία, τα οποία
ανεγέρθηκαν σε περιοχή με πιστοποιημένη πρωιμότερη θρησκευτική δραστηριότητα

139
και καλύπτουν χρονολογικά ολόκληρο τον 12ο αιώνα π.Χ.556. Επιπλέον στο πλαίσιο
της διερεύνησης της πολεοδομικής οργάνωσης της Άνω Ακρόπολης και της
ενδεχόμενης θρησκευτικής δραστηριότητας μετά την κατάρρευση του ανακτορικού
συγκροτήματος, αξιολογούνται οι αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις στην περιοχή του
Μεγάρου, της κεντρικής αυλής και του βωμού (Εικ. 43).

2.1.1. Κάτω Ακρόπολη

Μετά την καταστροφή που έπληξε την ακρόπολη στο τέλος της ΥΕ ΙΙΙ Β2
περιόδου σημειώθηκε εκτεταμένη οικοδομική δραστηριότητα με αποτέλεσμα την
συνολική αναδιάρθρωση της Κάτω Ακρόπολης. Ήδη από την ΥΕ ΙΙΙ Γ πρώιμη
περίοδο και για όλη τη διάρκεια της μετανακτορικής εποχής έλαβαν χώρα σημαντικές
αλλαγές, όπως εργασίες ισοπεδώσεων, καθαρισμοί, ανέγερση νέων κτιρίων και
επανοριοθέτηση των αύλειων χώρων. Βασικά χαρακτηριστικά της χωροταξικής
αναδιοργάνωσης είναι η ανέγερση κτιρίων κατοίκησης διαφόρων μορφών,
επάλληλων μονόχωρων ιερών και εργαστηριακών χώρων, καθώς και η σταδιακή
εγκατάλειψη σύνθετων αρχιτεκτονικών μορφών της ανακτορικής περιόδου, όπως των
«κτιρίων με διάδρομο»557. Παράλληλα παρατηρείται έντονη οικοδομική
δραστηριότητα βόρεια και ανατολικά της ακρόπολης, στη λεγόμενη Κάτω Πόλη558.
Τα πρωιμότερα στοιχεία για θρησκευτική δραστηριότητα χρονολογούνται
στην ΥΕ ΙΙΙ Γ πρώιμη περίοδο και προέρχονται από το Δωμάτιο 119. Πρόκειται για
ένα μικρό ορθογώνιο οικοδόμημα (διαστάσεων 3,90 x 2,70μ), το οποίο ανεγέρθηκε
στο πυκνοδομημένο δυτικό τμήμα της Κάτω Ακρόπολης, περίπου 8 μέτρα βόρεια του
Δωματίου 7 του τείχους, σε έκταση που κατά την ανακτορική περίοδο καταλάμβανε
οικιακός χώρος. Η κακή κατάσταση διατήρησης του κτιρίου αποδόθηκε στην
έλλειψη επιμέλειας της κατασκευής και συνέβαλε στον χαρακτηρισμό «προσωρινό
κτίριο» («Provisorium») που εισηγήθηκε ο K. Kilian559.
Η πρόσβαση στο Δωμάτιο 119 ήταν δυνατή μέσω ενός αύλειου χώρου και
μιας ακανόνιστης εισόδου, πιθανόν στο δυτικό τοίχο560. Όσον αφορά στην εσωτερική

556
. Kilian 1992, 21-23. Albers 1994, 104-111.
557
. Sjöberg 2004, 57-65. Mühlenbruch 2007, 244-247.
558
. Maran 2006, 126-127.
559
. Kilian 1981α, 162. Kilian 1981β, 53. Albers 1994, 105.
560
. Το δάπεδο του αύλειου χώρου βρισκόταν σε υψηλότερο επίπεδο από το αντίστοιχο του κτιρίου και
δεν διέθετε οποιαδήποτε σταθερή κατασκευή. Albers 1994, 105.

140
διαμόρφωση, έχει διαπιστωθεί η ύπαρξη δύο επάλληλων δαπέδων και σταθερών
κατασκευών (πήλινης εστίας στα νότια και μεγάλου λίθου στα ανατολικά561). Η
ερμηνεία του κτιρίου ως του πρωιμότερου, έστω και με μικρή περίοδο χρήσης,
μετανακτορικού ιερού στην Κάτω Ακρόπολη βασίστηκε σε ένα σύνολο κινητών
ευρημάτων, στην πλειονότητα αποτελούμενο από ειδώλια διαφόρων τύπων, που
εντοπίστηκε σε σχέση με τα παραπάνω δάπεδα και τις σταθερές κατασκευές.
Συγκεκριμένα, κατά την πρωιμότερη περίοδο του Δωματίου 119
αποκαλύφθηκαν στην περιοχή της εστίας τουλάχιστον δύο αποσπασματικά σωζόμενα
ανθρωπόμορφα ειδώλια, ψευδόστομος αμφορέας, ζωόμορφο ειδώλιο, καθώς και μία
πήλινη τράπεζα, ενώ μεγαλύτερος αριθμός ειδωλίων (χειροποίητα γυναικεία και
ζωόμορφα, θραύσματα μεγάλου τροχήλατου γυναικείου με υψωμένους βραχίονες)
σχετίζεται χωρικά με τον μεγάλο λίθο562. Επιπλέον ευρήματα (ανθρωπόμορφα και
ζωόμορφα ειδώλια) εντοπίστηκαν στον αύλειο χώρο, πλησίον της προτεινόμενης
εισόδου και έχουν αποδοθεί, εξαιτίας των ομοιοτήτων τους με τον παραπάνω κινητό
εξοπλισμό, σε διαδικασίες καθαρισμών του εσωτερικού του κτιρίου563.
Από το τέλος της ΥΕ ΙΙΙ Γ πρώιμης περιόδου σημειώνεται εντατικοποίηση της
θρησκευτικής δραστηριότητας, η οποία επικεντρώνεται στην περιοχή του Δωματίου 7
του τείχους, όπως υποδεικνύει η ανέγερση επάλληλων αυτόνομων ιερών (Εικ. 44) και
η διαμόρφωση ενός αύλειου χώρου σε σταθερή λειτουργική σύνδεση με αυτά. Η
προοριζόμενη για την τέλεση λατρείας έκταση οριοθετείται στα δυτικά από το τείχος,
στα ανατολικά από το Κτίριο VΙa, το οποίο οικοδομήθηκε στη θέση μέρους του
Κτιρίου VI564, καθώς και από μονόχωρα ή πολύχωρα κτίρια στα βόρεια και νότια.
Τα τρία επάλληλα ορθογώνια κτίρια (Δωμάτια 117, 110 και 110α), που έχουν
χαρακτηριστεί ως αστικά ιερά με βάση τις σταθερές κατασκευές και τα κινητά
ευρήματα, παρουσιάζουν σημαντικά κοινά στοιχεία ως προς την αρχιτεκτονική
μορφή (μονόχωρα ισόγεια κτίρια, χρήση της εσωτερικής όψης του τείχους ως
οικοδομικού στοιχείου στα ΝΔ) και τη χωροθέτηση (προσανατολισμός ΒΑ-ΝΔ,
είσοδος στη ΒΑ στενή πλευρά). Επιπλέον η άμεση πρόσβαση σε αύλειο χώρο
καθιστούσε δυνατή την επικοινωνία με τα υπόλοιπα σύγχρονα κτίρια της Κάτω
Ακρόπολης, πιθανόν και με τις πύλες και την Άνω Ακρόπολη.

561
. Με το πρωιμότερο δάπεδο έχει συσχετιστεί η πήλινη εστία, ενώ με το νεώτερο ο λίθος στα
ανατολικά, ο οποίος έχει ερμηνευθεί ως επιφάνεια απόθεσης αντικειμένων. Albers 1994, 105-106, 108.
562
. Kilian 1981α, 162-164.
563
. Kilian 1981α, 164. Albers 1994, 108.
564
. Mühlenbruch 2007, 245.

141
Από την άλλη πλευρά, το γεγονός ότι τα ιερά ήταν ισόγεια και περικλειόταν
μαζί με τον αύλειο χώρο από κτίρια καθιστούσε την ορατότητα ιδιαίτερα
περιορισμένη για τους συμμετέχοντες στις θρησκευτικές τελετουργίες. Παράλληλα
υπάρχουν αρκετά κοινά στοιχεία μεταξύ των σταθερών κατασκευών και κινητών
ευρημάτων των τριών ιερών, ενώ αρκετές από τις εκπροσωπούμενες κατηγορίες
έχουν παράλληλα στον εξοπλισμό που αποδίδεται στη χρήση του Δωματίου 7 στο
τέλος της ανακτορικής περιόδου.
Όσον αφορά στο πρώτο από τα τρία επάλληλα ιερά, το Δωμάτιο 117
(διαστάσεων 2,92 x 2,80μ) χαρακτηρίζεται από την ιδιαίτερα επιμελημένη κατασκευή
του εξωτερικού και εσωτερικού μέρους. Κύριο στοιχείο της πρόσοψης αποτελούσαν
οι τρεις συμμετρικά τοποθετημένες λίθινες βάσεις κιόνων και μια ορθογώνια εξέδρα
μεταξύ των ΒΑ κιόνων565, αρχιτεκτονικός συνδυασμός χωρίς παράλληλο στα
σύγχρονα κτίρια. Οι παραπάνω βάσεις και αντίστοιχο εύρημα από το μέσον περίπου
του κτιρίου έχουν αποδοθεί στην ύπαρξη κάποιας μορφής αετωματικής πρόσοψης και
δίρριχτης στέγης566. Καθώς όμως το μικρό μέγεθος του Δωματίου 117 δεν
δικαιολογεί την ανάγκη στήριξης της οροφής, η ύπαρξη των κιόνων θα μπορούσε να
αποτελεί μέρος της διακριτής λειτουργίας του κτιρίου και της αρχιτεκτονικής
έκφρασής της.
Βασικό χαρακτηριστικό της εσωτερικής διαρρύθμισης αποτελεί μια επιμήκης
σταθερή κατασκευή, χωροθετημένη στον άξονα της εισόδου, η οποία συνιστούσε σε
όλη τη διάρκεια χρήσης το κύριο σημείο εστίασης της προσοχής. Πρόκειται για μία
λίθινη εξέδρα, εφαπτόμενη στο τείχος, που έφερε επίστρωση από λευκό
ασβεστοκονίαμα. Η αρχική της μορφή περιελάμβανε μια κεντρική κόγχη, η οποία στη
συνέχεια καταργήθηκε, με αποτέλεσμα η κατασκευή να διαθέτει ομοιόμορφο ύψος.
Το δάπεδο ήταν επιχρισμένο με λευκό ασβεστοκονίαμα, το οποίο ανανεώθηκε
τουλάχιστον τρεις φορές, πιθανότατα ταυτόχρονα με την επιφάνεια της εξέδρας στο
πίσω τμήμα του ιερού567. Πάνω στο νεώτερο στρώμα του δαπέδου, μπροστά από τη
λίθινη κατασκευή, αποκαλύφθηκαν δύο επίπεδες χαμηλές εξέδρες από
ασβεστοκονίαμα.

565
. Η G. Albers λαμβάνοντας υπόψη την απουσία κινητών ευρημάτων στην επιφάνεια ή γύρω από την
εξέδρα, πρότεινε τη χρήση της ως κάθισμα για τους συμμετέχοντες στις τελετουργίες εντός και εκτός
του Δωματίου 117. Albers 1994, 106.
566
. Την ύπαρξη δίρριχτης στέγης προτείνουν αρκετοί ερευνητές και για τα υπόλοιπα μετανακτορικά
ιερά της Κάτω Ακρόπολης. Kilian 1981β, 53 & εικ. 4. Hiesel 1990, 55-56. Darcque 2005, 126-127.
567
. Στο δάπεδο αποκαλύφθηκαν και ίχνη κόκκινου κονιάματος. Kilian 1979, 390. 1981β, 53. Darcque
2005, 133.

142
Παρά τις περιορισμένες διαστάσεις του κτιρίου, στο εσωτερικό του
αποκαλύφθηκε σημαντικός αριθμός κινητών ευρημάτων, κατά κύριο λόγο στην
περιοχή της λίθινης εξέδρας με την οποία φαίνεται ότι σχετιζόταν λειτουργικά.
Πρόκειται για ένα ετερόκλητο σύνολο αποτελούμενο από μικκύλα αγγεία και ανοιχτά
σχήματα (σκύφοι, κυάθια, κύλικα) συσχετιζόμενα με την κατανάλωση κυρίως
υγρών568, γυναικεία ειδώλια (ένα τροχήλατο της λεγόμενης ομάδας Α, τρία
χειροποίητα τύπου Ψ) και κοσμήματα569.
Επιπλέον κάτω από τη ΝΑ γωνία του κτιρίου εντοπίστηκαν ορισμένα μικκύλα
αγγεία, τα οποία έχουν ερμηνευθεί ως απόθεση θεμελίωσης του κτιρίου παρά ως
ευρήματα σε χρήση κατά την τέλεση λατρείας στο χώρο570. Θα πρέπει επίσης να
επισημανθεί η εύρεση άφθονου οστεολογικού υλικού στην περιοχή του Δωματίου
117, χωρίς ωστόσο να μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια το χωρικό πλαίσιο,
γεγονός που αποδίδεται στις εκτεταμένες και συνεχείς παρεμβάσεις στο
συγκεκριμένο σημείο της Κάτω Ακρόπολης571.
Αναφορικά με τον παρακείμενο αύλειο χώρο, τα κινητά ευρήματα και η
λίθινη πεταλόσχημη κατασκευή, η οποία κατασκευάστηκε στο ΒΔ τμήμα και έχει
ερμηνευθεί ως βωμός572, πιστοποιούν άμεση σύνδεση με τη θρησκευτική χρήση του
Δωματίου 117. Το διασκορπισμένο σύνολο κινητών ευρημάτων (μεγάλος αριθμός
μικκύλων αγγείων και αποσπασματικά σωζόμενων χειροποίητων γυναικείων
ειδωλίων) παρουσιάζει σημαντικές ομοιότητες με τον εξοπλισμό του εσωτερικού του
ιερού. Επίσης στην περιοχή της λίθινης κατασκευής αποκαλύφθηκε τροχήλατο
ανθρωπόμορφο ειδώλιο της ομάδας Α και θραύσμα ζωόμορφου ρυτού με γραπτή
παράσταση573.
Στην περίπτωση του Δωματίου 110, το οποίο διαδέχτηκε το Δωμάτιο 117
κατά την ΥΕ ΙΙΙ Γ μέση περίοδο, παρατηρούνται ορισμένες διαφοροποιήσεις ως προς
τη διαμόρφωση του κτιρίου και του περιβάλλοντος χώρου. Συγκεκριμένα,
σημειώθηκε μείωση των διαστάσεων του παρακείμενου αύλειου χώρου, εξαιτίας της

568
. Kilian 1981β, 53. Darcque 2005, 208, 216.
569
. Βρέθηκαν γυάλινες χάντρες και περίαπτα, αρκετοί μικροί επίπεδοι κρίκοι αβέβαιης χρήσης,
μολύβδινα δαχτυλίδια και μία οστέινη περόνη. Kilian 1981β, 53.
570
. Kilian 1981β, 53. Albers 1994, 106. Whittaker 1997, 182.
571
. Έχουν διαγνωστεί οστά βοοειδών, αιγοπροβάτων, χοίρων και θηραμάτων. Ευχαριστώ θερμά τον
Tobias Mühlenbruch, για τα πολύτιμα σχόλιά του σχετικά με τη αδημοσίευτη διατριβή του για τη
μετανακτορική Κάτω Ακρόπολη (Ein dunkles Zeitalter?-Untersuchungen zur Siedlungsstruktur der
Unterburg von Tiryns in der mykenischen Nachpalastzeit-Πανεπιστήμιο Χαϊδελβέργης 2004).
572
. Kilian 1979, 390-391. Whittaker 2004, 99.
573
. Kilian 1992, 21 & πίν. 3 (2a-d).

143
ανέγερσης του Κτιρίου 115 στα ΒΔ, με αποτέλεσμα τον ακόμη μεγαλύτερο
περιορισμό της ορατότητας, καθώς το ιερό περικλειόταν πλέον από κτίρια αρκετά
μεγαλύτερά του από όλες τις πλευρές. Επιπλέον η παρέμβαση αυτή είχε ως
αποτέλεσμα την κατάργηση της λίθινης πεταλόσχημης κατασκευής, χωρίς
αντικατάσταση από κάποια αντίστοιχη ως προς τη λειτουργία σταθερή κατασκευή.
Περιορισμένες είναι και οι διαστάσεις του εσωτερικού του ιερού (3,2x1,4μ),
ενώ παρατηρείται απλοποίηση των επιμέρους αρχιτεκτονικών χαρακτηριστικών, η
οποία εκφράζεται με την απουσία κιόνων εσωτερικά και εξωτερικά και την τελείως
ανοιχτή είσοδο. Μοναδική σταθερή κατασκευή αποτελούσε μία λίθινη εξέδρα στον
άξονα της εισόδου, η οποία κατασκευάστηκε εξαρχής ως ενιαία επιφάνεια και έφερε
επικάλυψη από λευκό ασβεστοκονίαμα574. Η παραπάνω κατασκευή παρουσιάζει
ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς στο δάπεδο μπροστά της αποκαλύφθηκε κατά χώραν ένα
σύνολο κινητών ευρημάτων που σχετίζεται άμεσα με την θρησκευτική χρήση του
χώρου.
Πρόκειται για δύο σχεδόν ακέραια τροχήλατα γυναικεία ειδώλια της ομάδας
Α με πλούσια διακόσμηση, η οποία απέδιδε ανατομικά χαρακτηριστικά, ενδύματα και
κοσμήματα575, θραύσματα από τουλάχιστον άλλα 5 γυναικεία ειδώλια, καθώς και
ανοιχτά αγγεία (λεκανίδιο, σκύφος)576. Τα ευρήματα αυτά είναι τα μόνα από το
εσωτερικό του κτιρίου που βρέθηκαν σε αδιατάρακτο στρώμα, σε αντίθεση με τον
υπόλοιπο εξοπλισμό (οστά ζώων, θραύσμα ζωόμορφου ειδωλίου, λίθινη χάντρα,
οστέινη περόνη, πώμα αγγείου) που αποκαλύφθηκε σε ιδιαίτερα αποσπασματική
κατάσταση, πιθανότατα εξαιτίας των εργασιών καθαρισμών και ισοπεδώσεων577.
Tέλος, η αρχιτεκτονική μορφή του Δωματίου 110α (διαστάσεων 4,15x1,40μ.),
το οποίο ανεγέρθηκε κατά την ΥΕ ΙΙΙ Γ ύστερη περίοδο στα ερείπια του Δωματίου
110, παραπέμπει σε μικρογραφία μεγαροειδούς κτιρίου, όπως υποδεικνύουν οι
επιμήκεις τοίχοι, η διαμόρφωση της εισόδου και ο εσωτερικός διαχωριστικός
τοίχος578. Και στην περίπτωση του ιερού αυτού πιστοποιείται η ύπαρξη λίθινης
σταθερής κατασκευής στο ΝΔ τμήμα, η οποία σχετίζεται χωρικά και λειτουργικά με

574
. Οι επάλληλες ανανεώσεις του ασβεστοκονιάματος είχαν ως αποτέλεσμα την αύξηση του αρχικού
ύψους της λίθινης κατασκευής. Kilian 1981β, 53.
575
. Το ένα ειδώλιο ανήκε στον τύπο Ψ, ενώ το άλλο είχε υψωμένους βραχίονες που αποδίδονταν με
πλαστικό τρόπο. Kilian 1978, 463-464.
576
. Podzuweit 1978, 488 (36.4 & 36.8).
577
. Albers 1994, 109.
578
. Kilian 1978, 460-461. Hiesel 1990, 55.

144
ένα τροχήλατο γυναικείο ειδώλιο με υψωμένους βραχίονες579, καθώς και οστών
ζώων. Νότια του κτιρίου, στον αύλειο χώρο αποκαλύφθηκε μια μεγάλη λιθόστρωτη
κατασκευή, η οποία έχει ερμηνευθεί από τον K. Kilian ως υπαίθριος βωμός, άμεσα
συνδεόμενος με την θρησκευτική δραστηριότητα του παρακείμενου κτιρίου580. Στην
περιοχή της κατασκευής αυτής αποκαλύφθηκαν ορισμένα ζωόμορφα ειδώλια και
αγγεία μεταφοράς και κατανάλωσης υγρών (δύο κύπελλα, αμφορίσκος)581.
Η εγκατάλειψη του Δωματίου 110α στο τέλος της ΥΕ ΙΙΙ Γ ύστερης περιόδου
σηματοδότησε το τέλος της μακροχρόνιας χρήσης αστικών ιερών στην περιοχή του
δυτικού τμήματος του τείχους και της μετανακτορικής θρησκευτικής δραστηριότητας
στην Κάτω Ακρόπολη582.

2.1.2. Άνω Ακρόπολη

Η συνέχιση της χρήσης της Άνω Ακρόπολης μετά την καταστροφή του ανακτορικού
συγκροτήματος, προκάλεσε ποικίλες συζητήσεις για δεκαετίες. Ήδη από το 1884 οι
ανασκαφές των H. Schliemann και W. Dörpfeld πιστοποίησαν οικοδομική
δραστηριότητα πάνω από το κυρίως Μέγαρο με την αποκάλυψη ενός οικοδομήματος
(Κτίριο Τ), το οποίο ερμήνευσαν ως ναό της Γεωμετρικής ή Αρχαϊκής περιόδου.
Ωστόσο η παραπάνω χρονολόγηση και ερμηνεία αμφισβητήθηκε από ερευνητές όπως
ο C. Blegen και ο K. Kilian, οι οποίοι έθεσαν το ζήτημα θεμελίωσης του κτιρίου κατά
την ύστερη Μυκηναϊκή εποχή.
Πρόσφατα ο J. Maran μελέτησε συστηματικά τα στοιχεία για το Κτίριο Τ και
σε συνδυασμό με νεώτερες ανασκαφικές έρευνες στο χώρο και ραδιοχρονολογήσεις
τμημάτων ξύλινων κιόνων διατύπωσε την άποψη ότι το κτίριο ανεγέρθηκε κατά την
ΥΕ ΙΙΙ Γ περίοδο, ενώ ο Τ. Mühlenbruch προσδιόρισε τον χρόνο κατασκευής στην
ΥΕ ΙΙΙ Γ πρώιμη περίοδο583. Η επαναχρονολόγηση αυτή σε συνδυασμό με τη μελέτη
των επιμέρους αρχιτεκτονικών στοιχείων θέτει σε νέα βάση τη χωροταξική οργάνωση
της Άνω Ακρόπολης μετά την κατάρρευση του ανακτορικού συγκροτήματος και τη

579
. Το ειδώλιο αποκαλύφθηκε κατά χώραν μπροστά από τη λίθινη εξέδρα. Έφερε πλούσια γραπτή και
πλαστική διακόσμηση για την απόδοση των ανατομικών χαρακτηριστικών και της ενδυμασίας. Kilian
1978, 461 (εικ. 17).
580
. Kilian 1981β, 55.
581
. Podzuweit 1978, 488 (36.1 & 36.2).
582
. Για τη χρήση της Κάτω Ακρόπολης μετά τη Μυκηναϊκή εποχή, βλέπε Παπαδημητρίου 1998, 119-
126.
583
. Maran 2000, 1-16. 2001, 114-115. Mühlenbruch 2009, 314.

145
λειτουργία του συγκεκριμένου οικοδομήματος εντός του κοινωνικοπολιτικού
πλαισίου της μετανακτορικής Τίρυνθας.
Το Κτίριο Τ (διαστάσεων 20,90x6,90μ.) έχει μεγαροειδή μορφή και
καταλαμβάνει το ανατολικό τμήμα του κυρίως Μεγάρου (Εικ. 45). Το οικοδόμημα
παρουσιάζει ορισμένα κοινά στοιχεία με τον προκάτοχό του, όπως επίμηκες σχήμα,
προσανατολισμό ΒΑ-ΝΔ, άμεση πρόσβαση στα νότια στην αυλή με το βωμό.
Επιπλέον σημειώθηκε επανάχρηση πρωιμότερων αρχιτεκτονικών στοιχείων, όπως
του ανατολικού τοίχου του κυρίως Μεγάρου και δύο λίθινων βάσεων κιόνων (από
την αίθουσα και το δόμο)584.
Βασικό αρχιτεκτονικό χαρακτηριστικό στο εσωτερικό του νέου κτιρίου
αποτελούσε η θέση του θρόνου. Όπως επισημαίνει μάλιστα ο J. Maran: «…το επίπεδο
του δαπέδου στο Κτίριο Τ κατά προσέγγιση αντιστοιχούσε με το αντίστοιχο του
προκατόχου του και αντίστοιχα η θέση του θρόνου παρέμενε ορατή στο νέο κτίριο. Το
στοιχείο επιβεβαιώνει το συμπέρασμα του Kilian ότι ο συγκεκριμένος τρόπος
ενσωμάτωσης του Κτιρίου Τ στα ερείπια του Μεγάλου Μεγάρου καθοδηγούνταν κυρίως
από την επιθυμία να επαναχρησιμοποιήσουν τη θέση του θρόνου»585.
Από την άλλη πλευρά, το Κτίριο Τ παρουσιάζει καίριες διαφοροποιήσεις ως
προς τα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά σε σχέση το Μέγαρο, οι οποίες συνοψίζονται:
στην απλοποίηση του μεγαροειδούς τύπου με τη χρήση δύο χώρων (προδόμου και
δόμου), στο διαχωρισμό του δόμου σε δύο κλίτη και την εξασθένιση του περιορισμού
της πρόσβασης σε αυτόν μέσω της κατάργησης της αίθουσας και των πυλών της.
Επιπλέον στο μετανακτορικό κτίριο δεν αξιοποιείται η προγενέστερη κυκλική εστία,
ούτε αντικαθίσταται από νέα, ενώ απουσιάζει πλήρως ο εικονιστικός διάκοσμος.
Κατά την περίοδο ανέγερσης του Κτιρίου Τ παρατηρούνται σημαντικές
αλλαγές και στην έκταση που καταλάμβανε η μεγάλη κεντρική αυλή του
ανακτορικού συγκροτήματος. Η κατάργηση του επαναλαμβανόμενου μηχανισμού
πυλών, διαδρόμων και αύλειων χώρων, καθώς και της κιονοστοιχίας διευκόλυνε την
πρόσβαση και καθιστούσε την ορατότητα απρόσκοπτη. Μοναδικό σημείο εστίασης
του βλέμματος στο μεγάλο αδόμητο χώρο αποτελούσε ο λίθινος βωμός, το σχήμα του
οποίου μετατράπηκε από κυκλικό σε τετράγωνο. Επίσης πιστοποιείται επανάχρηση

584
. Maran 2001, 114.
585
. «…the floor level of Building T approximately corresponded to the one of its predecessor and,
accordingly, the place of the throne remained visible in the new building. This bears out Kilians
assumption, that the specific way of intergrating Building T into the ruins of the great Megaron was
mainly guided by the wish to reutilize the place of the throne», Maran 2001, 114.

146
λίθων από την πρωιμότερη περίοδο χρήσης του βωμού ως οικοδομικό υλικό του νέου
κτιρίου586.
Συνοψίζοντας, η εικόνα που παρουσιάζει η Άνω Ακρόπολη κατά την ΥΕ ΙΙΙ Γ
περίοδο είναι σε μεγάλο βαθμό διαφοροποιημένη από την αντίστοιχη του τέλους της
ανακτορικής εποχής. Παρά τις επιδιορθώσεις στην οχύρωση, την αποκατάσταση
ορισμένων μηχανισμών πρόσβασης587, την ανέγερση του μεγαροειδούς κτιρίου και
την αναμόρφωση του βωμού, δεν υπάρχουν ενδείξεις για ύπαρξη ενός ευρύτερου
οικοδομικού σχεδιασμού. Πιθανότατα το Κτίριο Τ και ο βωμός συνιστούσαν σε όλη
τη διάρκεια της μετανακτορικής περιόδου το μόνο πυρήνα δραστηριότητας εν μέσω
των ισοπεδωμένων ερειπίων του πρώην ανακτορικού συγκροτήματος588.
Πτυχή των παραπάνω δραστηριοτήτων πιθανόν αποτελούσε και η τέλεση
τελετουργιών στο εσωτερικό του νέου κτιρίου και στον αύλειο χώρο. Παρά την
έλλειψη κινητών ευρημάτων που θα ενίσχυαν την παραπάνω πρόταση, η προσπάθεια
ενσωμάτωσης στο Κτίριο Τ της θέσης του θρόνου και η αναμόρφωση του βωμού
αποτελούν καίριες παρεμβάσεις με χρηστική και συμβολική σπουδαιότητα. Ωστόσο,
όπως και στην περίπτωση της ανακτορικής περιόδου, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία
για τη διάγνωση του πιθανού χαρακτήρα (κοσμικού ή θρησκευτικού) των
τελετουργιών αυτών. Οι μεγάλες διαστάσεις του αδόμητου χώρου σε συνδυασμό με
την απλοποίηση του μηχανισμού πρόσβασης και την δεσπόζουσα θέση του βωμού
στην Άνω Ακρόπολη θα μπορούσαν να αποτελούν έμμεσες ενδείξεις για συμμετοχή
μεγάλου αριθμού ατόμων.
Θα πρέπει ωστόσο να επισημανθεί ότι ο διακριτός ρόλος του Κτιρίου Τ στη
λειτουργία της μετανακτορικής Τίρυνθας οφείλεται κατά κύριο λόγο στην επιλογή
της θέσης ανέγερσης και όχι στο μέγεθος ή την αρχιτεκτονική μορφή του. Μάλιστα ο
J. Maran υποστήριξε ότι «…φαίνεται αμφίβολη η ερμηνεία του Κτιρίου Τ ως κατοικία
μιας συγκεκριμένης ομάδας. Αντίθετα, όπως πρόσφατα υποστήριξε ο T. Mühlenbruch,
θα μπορούσε να λειτουργεί ως μια κοινόχρηστη αίθουσα στην οποία λάμβαναν χώρα σε
συγκεκριμένες περιπτώσεις συναθροίσεις υπό την καθοδήγηση ενός ηγεμόνα»589.
Αντίστοιχα ως προς τις διαστάσεις και τον αρχιτεκτονικό τύπο σύγχρονα κτίρια

586
. Müller 1930, 137-138. Maran 2001, 115.
587
. Maran 2006, 124-125.
588
. Maran 2001, 118-119.
589
. «…it seems questionable whether Building T should be interpreted as a residence of a specific
group. Instead, as recently has been argued by T. Mühlenbruch, it could have served as a communal
hall in which under the direction of a ruleron certain occasions gatherings took place”, Maran 2006,
126.

147
αποκαλύφθηκαν εξωτερικά της ακρόπολης, στη λεγόμενη Κάτω Πόλη (Μέγαρο W,
νέο κτίριο στα ΒΑ), τα οποία έχουν συσχετιστεί με την ανάδειξη νέων και
ανταγωνιστικών κοινωνικοπολιτικών ομάδων590.

2.2. Μυκήνες

Οι εκτεταμένες καταστροφές στο τέλος του 13ου αιώνα π.Χ. δεν σηματοδότησαν το
τέλος της κατοίκησης στην ακρόπολη των Μυκηνών. Τα διαθέσιμα ανασκαφικά
στοιχεία για δραστηριότητα κατά τη μετανακτορική περίοδο προέρχονται κυρίως από
το ΝΔ και ΒΑ τμήμα. Ωστόσο θεωρείται πιθανό το ενδεχόμενο η Ελληνιστική
κατοίκηση και η διάβρωση του εδάφους να επηρέασαν σε σημαντικό βαθμό την
κατάσταση διατήρησης των μετανακτορικών στρωμάτων (Εικ. 46). H πρόσφατη
δημοσίευση των στρωμάτων της ΥΕ ΙΙΙ Γ περιόδου από την ευρύτερη περιοχή του
Θρησκευτικού Κέντρου στη σειρά Well Built Mycenae591 παρέχει σημαντικές
πληροφορίες για την οικοδομική δραστηριότητα και τις λειτουργίες της ακρόπολης
μετά την κατάρρευση του ανακτορικού συστήματος.
Στο ανώτερο άνδηρο η καταστροφή του ανακτορικού συγκροτήματος
σηματοδότησε πλήρη χωροταξική αναδιοργάνωση. Η E. French πρότεινε πρόσφατα
ότι το χαρακτηριζόμενο από τον X. Τσούντα ως Γεωμετρικό κτίριο που ανεγέρθηκε
στο χώρο της κεντρικής αυλής, χρονολογείται στην ΥΕ ΙΙΙ Γ περίοδο 592. Το κτίριο δεν
διασώζεται πλέον και τα μόνα διαθέσιμα στοιχεία προέρχονται από τις αναφορές και
τις κατόψεις των Χ. Τσούντα και G. Rondenwaldt. Κατά συνέπεια η εξαγωγή
συμπερασμάτων για το ρόλο του στο πλαίσιο των νέων κοινωνικοοικονομικών
συνθηκών της μετανακτορικής περιόδου, καθώς και για πιθανές ομοιότητες ως προς
τη χρήση και τους συμβολισμούς με το Κτίριο Τ της Τίρυνθας, καθίσταται
επισφαλής, ενώ δεν υπάρχει οποιοδήποτε στοιχείο για τη σύνδεσή του με την τέλεση
λατρείας.
Όσον αφορά στην περιοχή του Θρησκευτικού Κέντρου, ο Γ. Μυλωνάς
αναφέρει κτίρια στο ανώτερο άνδηρο, στην επίχωση της Πομπικής Οδού, τα οποία
σηματοδότησαν την αναδιάρθρωση των μηχανισμών πρόσβασης με την κατάργηση

590
. Darcque 2005, 348-349, 353-354 & Pl. 62. Maran 2002, 8. 2006, 126-127.
591
. French 2011.
592
. French 2002, 136-138. French & Shelton 2005, 177.

148
της ανατολικής οδικής αρτηρίας 593. Πληρέστερα στοιχεία και εντατικότερη χρήση
πιστοποιούνται στο μεσαίο και το κατώτερο άνδηρο, στα οποία σημειώνεται
ανέγερση κτιρίων κατά την ΥΕ ΙΙΙ Γ πρώιμη και ΙΙΙ Γ μέση περίοδο. Το λεγόμενο
Νότιο Κτίριο, που ανεγέρθηκε αμέσως μετά την καταστροφή των ιερών και
χρησιμοποιήθηκε για σύντομο χρονικό διάστημα, καταλάμβανε μέρος του Ναού, το
νότιο τμήμα του Κτιρίου των Τοιχογραφιών594 και τμήμα των ενδιάμεσών τους
υπαίθριων χώρων 34 και 36. Δεν υπάρχουν στοιχεία για την ερμηνεία του
συγκεκριμένου κτίριου ως ιερού595 και ο κινητός εξοπλισμός του παραπέμπει με
σαφήνεια σε οικιακή χρήση596.
Το ζήτημα της τέλεσης λατρείας στην περιοχή του Θρησκευτικού Κέντρου
κατά τη μετανακτορική περίοδο τέθηκε από τον W. Taylour με αφορμή την
αξιολόγηση των στοιχείων από το λεγόμενο Δυτικό Κτίριο. Πρόκειται για ένα σύνολο
τριών δωματίων που ανεγέρθηκαν στα βόρεια και ΒΔ του Κτιρίου των Τοιχογραφιών
κατά την ΥΕ ΙΙΙ Γ πρώιμη περίοδο και καταστράφηκαν εντός της ίδιας περιόδου597. Η
συνεισφορά των χώρων αυτών στη μελέτη των οικοδομικών φάσεων της ακρόπολης
είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς παρέχουν τα μόνα γνωστά αδιατάρακτα
μετανακτορικά στρώματα. Οι σταθερές κατασκευές στα δωμάτια ΧΧΧΙΙ και ΧΧΧΙΙΙ
(εστίες, ορθογώνια κατασκευή-«βωμός», «θρανίο») αποδόθηκαν από τον Taylour σε
θρησκευτική δραστηριότητα598, ενώ ένα ιδιαίτερα μεγάλο σύνολο κεραμικής από το
παρακείμενο δωμάτιο ΧΧΧΙV συσχετίστηκε με αποθηκευτικές διαδικασίες
τελετουργικού εξοπλισμού599.
Η E. French στην τελική δημοσίευση αναφέρει ότι η πρόταση του Taylour που
αφορά πιθανή τέλεση λατρείας σε επιλεγμένους χώρους βασίστηκε αποκλειστικά στα
αρχιτεκτονικά κατάλοιπα. Η ίδια, αξιολογώντας την άφθονη κεραμική του δωματίου
ΧΧΧΙV σε σχέση με θρησκευτική δραστηριότητα, επισημαίνει : «Τα σχήματα της

593
. Μυλωνάς 1983, 138. Iakovidis 2003, fig. 2.
594
. Οι καλοδιατηρημένοι συμπαγείς τοίχοι των δωματίων XXVIII και ΧΧV και η επίχωση αποτέλεσαν
μια σταθερή επιφάνεια, η οποία χρησιμοποιήθηκε για την ανέγερση του νέου κτιρίου. Αξιοποιήθηκε
επίσης και το παρακείμενο δωμάτιο XXIV. French & Taylour 2007, 12-13, 15.
595
. H Ι. Mylonas-Shear, επικαλούμενη τον A. Wace, αναφέρει την ανέγερση μετανακτορικού κτιρίου
με πρόδομο και δόμο στα ΒΑ της Οικίας Τσούντα. Η περιγραφή και η χωροθέτηση πιθανότατα
παραπέμπουν στα δωμάτια XXI και XXII του Νοτίου Κτιρίου, ωστόσο η αναφορά σε μικκύλα αγγεία
και πιθανή θρησκευτική χρήση δεν επιβεβαιώνεται από την τελική δημοσίευση. Mylonas-Shear, 1984,
Vol. I, 233-234.
596
. French 2011, 35, 56.
597
. French 2011, fig. 1.
598
. Taylour 1981, 11.
599
. Πρόκειται για αγγεία αποθήκευσης κυρίως υγρών, καθώς και μαγειρικά σκεύη, αγγεία μεταφοράς,
κατανάλωσης, μετάγγισης ενώ βρέθηκαν και λίγα μικκύλα αγγεία. French 2011, 35-49.

149
κεραμικής που βρέθηκαν δεν είναι ασυνήθιστα, αλλά όλα θα μπορούσαν να
ερμηνευθούν κατά αυτόν τον τρόπο» 600. Σύνδεση με ενδεχόμενη λατρευτική δράση
έχει προταθεί και στην περίπτωση των κτιρίων, τα οποία ανεγέρθηκαν στην ίδια
περιοχή στο τέλος της ΥΕ ΙΙΙ Γ πρώιμης περιόδου και εγκαταλείφθηκαν κατά την ίδια
περίοδο, ωστόσο τα κινητά ευρήματα που σχετίζονται με αυτά είναι ιδιαίτερα λίγα 601.
Με βάση τα παραπάνω καθίσταται προβληματική η πρόταση για
μετανακτορική λατρεία στην περιοχή του Θρησκευτικού Κέντρου, καθώς κρίνεται ότι
δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για αρχιτεκτονικά κατάλοιπα και κινητό εξοπλισμό
που με ασφάλεια συγκροτούσαν θρησκευτικά σύνολα. Ωστόσο η πρόταση της E.
French χρήζει περαιτέρω διερεύνησης για τη συνολικότερη προσπάθεια
αναδιοργάνωσης των κατοίκων της μετανακτορικής ακρόπολης. Χωρίς να συνιστούν
μέρος ενός οργανωμένου πολεοδομικού προγράμματος, τα επάλληλα μετανακτορικά
κτίρια στην περιοχή του Θρησκευτικού Κέντρου δηλώνουν μια κοινωνία που
προσπαθούσε να οργανωθεί σε μια περίοδο ιδιαίτερης αστάθειας.
Εφόσον η έκφραση θρησκευτικής πίστης αποτελούσε μέρος αυτής της
επαναδιοργάνωσης, δεν διαφαίνεται επιβίωση των χαρακτηριστικών των ιερών της
ανακτορικής περιόδου ή ύπαρξη οργανωμένου μετανακτορικού αστικού ιερού602.
Χωρίς να αποκλείεται πλήρως η πιθανότητα τέλεσης λατρείας συνδεόμενης με
τοπικές ιεραρχίες που προσπαθούσαν να προσδιορίσουν τον ρόλο τους, τα στοιχεία
ιδιαίτερα από το Δυτικό Κτίριο θα μπορούσαν να παραπέμπουν σε προσπάθεια των
κατοίκων της ακρόπολης για ενδυνάμωση της ενδοκοινοτικής συνοχής. Η έλλειψη
εξειδικευμένου τελετουργικού εξοπλισμού, σε αντίθεση με τη σύγχρονη Τίρυνθα,
φαίνεται να εντάσσει την πιθανή τέλεση γευμάτων σε κοσμικό πλαίσιο.

2.3. Ασίνη

Η θέση Ασίνη στο νότιο τμήμα της Αργολίδας είναι γνωστή από τις ανασκαφές που
διεξήγαγε το Σουηδικό Ινστιτούτο Κλασικών Σπουδών τα χρονικά διαστήματα 1922-

600
. «The shapes of the pottery found are not unusual but all are ones which can be interpreted in this
way», French 2011, 56.
601
. French 2011, 56 & fig. 2.
602
. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον θα παρουσίαζε η ολοκλήρωση της μελέτης και η δημοσίευση του
οστεολογικού υλικού από τα στρώματα της ΥΕ ΙΙΙ Γ περιόδου από τον U. Albarella, καθώς παρόλο
που πρόκειται για ένα σύνολο σαφώς μικρότερο από το αντίστοιχο της προγενέστερης περιόδου,
παρατηρούνται ομοιότητες ως προς τα ποσοστά των εκπροσωπούμενων κατηγοριών. Ευχαριστώ τον
ερευνητή για την προσωπική πληροφορία.

150
1930 και 1970-1974, κατά τη διάρκεια των οποίων ήλθαν στο φως οικιστικά και
ταφικά σύνολα διαφόρων περιόδων603. Οι έρευνες επικεντρώθηκαν σε μια βραχώδη,
απόκρημνη χερσόνησο, γνωστή και ως ακρόπολη Καστράκι, όπου εντοπίστηκαν
τμήματα τείχους και οικισμού Ελληνιστικών χρόνων. Επίσης επεκτάθηκαν και στο
λόφο Μπαρμπούνα στα ΒΔ, όπου αποκαλύφθηκε νεκροταφείο θαλαμοειδών τάφων
και τμήμα οικισμού της Ύστερης Εποχής του Χαλκού, καθώς και κιβωτιόσχημοι
τάφοι της Γεωμετρικής Εποχής604. Επιπλέον ανασκαφικές έρευνες στα ανατολικά της
ακρόπολης εμπλούτισαν τα διαθέσιμα στοιχεία για την κατοίκηση κατά την
Μυκηναϊκή περίοδο.
Ωστόσο το μεγαλύτερο μέρος οικιστικών καταλοίπων της Εποχής του Χαλκού
αποκαλύφθηκε στην παραθαλάσσια περιοχή μεταξύ των παρυφών της ακρόπολης
Καστράκι και του λόφου Μπαρμπούνα (Εικ. 47). Πρόκειται για την συμβατικά
ονομαζόμενη Κάτω Πόλη, στην οποία oι πρωιμότερες ενδείξεις κατοίκησης
χρονολογούνται στην Πρώιμη Εποχή του Χαλκού. Σαφέστερη είναι η εικόνα για την
Μέση Εποχή του Χαλκού, καθώς τα σωζόμενα οικιστικά και ταφικά κατάλοιπα
υποδεικνύουν μια σταθερότητα στην επιλογή της θέσης και την ύπαρξη μιας
εξελισσόμενης κοινωνίας605.
Κατά τις αρχές της Μυκηναϊκής εποχής η αξιοποίηση θέσεων περιφερειακά
της Κάτω Πόλης σε συνδυασμό με τα στοιχεία από τα ταφικά σύνολα αποδίδονται
στην σημαντική αύξηση του πληθυσμού και την ενσωμάτωση μιας ευρύτερης
περιοχής υπό τον έλεγχο διαμορφωμένων τοπικών ηγετικών ομάδων. Η ΥΕ ΙΙΙ Α
περίοδος αποτελεί φάση ακμής, όπως υποδεικνύει η εξάπλωση της οικοδομικής
δραστηριότητας και η ύπαρξη ενός δικτύου επαφών με οικισμούς εντός και εκτός
Αργολίδας. Στο δίκτυο αυτό αποδίδεται ο σημαντικός αριθμός επείσακτων προϊόντων
εξειδικευμένων εργαστηρίων που αποκαλύφθηκαν στους σύγχρονους τάφους και
συνιστούν έκφραση της σύγχρονης κοινωνικοοικονομικής περιπλοκότητας.
Από την άλλη πλευρά, τα στοιχεία για την ΥΕ ΙΙΙ Β περίοδο είναι φειδωλά και
αφορούν ορισμένα οικιστικά κατάλοιπα στην Κάτω Πόλη, καθώς και την

603
. Τα πορίσματα των πρώτων ανασκαφικών εργασιών παρουσιάστηκαν από τους Ο. Frödin και Α. W.
Persson στον τόμο Asine I (1938). Από τη δεκαετία του 1960 και εξής διάφοροι ερευνητές, όπως οι: P.
Ålin (1968) S. Dietz (1980), R. Hägg, G. Nordquist και B. Wells (1996) δημοσίευσαν σε διεθνή
περιοδικά και συλλογικούς τόμους σημαντικό μέρος του διαθέσιμου αρχαιολογικού υλικού. Πρόσφατα
η Β. Sjöberg (2004) συμπεριέλαβε την Ασίνη σε μία συνθετική μελέτη για την κοινωνικο-οικονομική
εξέλιξη των οικισμών της Αργολίδας κατά την ΥΕ ΙΙΙ περίοδο. Παράλληλα επανεξέτασε την
προτεινόμενη στην πρώτη δημοσίευση χρονολόγηση ορισμένων οικιστικών καταλοίπων.
604
. Hägg, Nordquist & Wells 1996, 11-12. Sjöberg 2004, 41.
605
. Wright 2008, 233-242.

151
περιορισμένη χρήση των πρωιμότερων θαλαμοειδών τάφων. Το γεγονός αυτό έχει
ερμηνευθεί ως πιθανή ένδειξη του υποβαθμισμένου ρόλου της Ασίνης κατά την
περίοδο ακμής των ανακτορικών κέντρων της Αργολίδας606. Παράλληλα η έλλειψη
στοιχείων χρονολογημένων στις αρχές της ΥΕ ΙΙΙ Γ περιόδου, θα μπορούσε επίσης να
συσχετιστεί με την έκταση των μέχρι σήμερα ερευνών ή να αποδοθεί, όπως
παρατηρεί η Β. Sjöberg, σε κάποιο είδος καταστροφής που έπληξε τον οικισμό και
ακολουθήθηκε από κάποια σύντομη φάση εγκατάλειψης.
Η δεύτερη περίοδος ακμής της Ασίνης τοποθετείται χρονικά στην
μετανακτορική εποχή. Συγκεκριμένα κατά την ΥΕ ΙΙΙ Γ μέση και ΙΙΙ Γ ύστερη
περίοδο σημειώθηκε συστηματική οικοδομική δραστηριότητα στην Κάτω Πόλη. Τα
βασικά χαρακτηριστικά της πολεοδομικής οργάνωσης είναι η ανάπτυξη κτιριακών
συγκροτημάτων εκατέρωθεν μιας οδικής αρτηρίας με κατεύθυνση Δ-Α607, η
διαμόρφωση ενός μικρού αύλειου χώρου και η λειτουργία ενός χώρου λατρείας εντός
οικιστικού πλαισίου (Εικ. 48).
Θα πρέπει ωστόσο να επισημανθεί ότι παρά την μακροχρόνια χρήση της
Κάτω Πόλης608, η αξιοποίηση των ΥΕ ΙΙΙ στοιχείων αντιμετωπίζει δυσκολίες εξαιτίας
της σχετικά περιορισμένης ανασκαμμένης έκτασης (περίπου 1.600τ.μ.) και της
επισφαλούς χρονολόγησης των αρχιτεκτονικών καταλοίπων. Η B. Sjöberg στην
μελέτη της Asine and the Argolid in the LH III period (2004) επισημαίνει ορισμένες
αδυναμίες της πρώτης δημοσίευσης (ελλιπής αποτύπωση και αντιφάσεις μεταξύ των
δημοσιευμένων σχεδίων και των πραγματικών αρχιτεκτονικών στοιχείων), οι οποίες
σε συνδυασμό με τις ασάφειες των ημερολογίων της ανασκαφής καθιστούν
προβληματική τη διερεύνηση του χωρικού και χρονολογικού πλαισίου.
Τα στοιχεία για την ύπαρξη ιερού επικεντρώνονται στο δωμάτιο ΧΧΧΙΙ της
λεγόμενης Οικίας G, έναν από τους μεγαλύτερους ανασκαμμένους χώρους στον
οικισμό που διακρίνεται για την εσωτερική διαρρύθμιση και τον κινητό εξοπλισμό.
Παρά τα προβλήματα που επισημάνθηκαν παραπάνω, η συμβολή του στη μελέτη των

606
. Η Β. Sjöberg επισημαίνει ότι είναι πιθανόν οι ανασκαφές στην Κάτω Πόλη να μην επεκτάθηκαν σε
στρώματα της ΥΕ ΙΙΙ Β περιόδου. Sjöberg 2004, 41, 105.
607
. Τα κτίρια έχουν ονομαστεί οικίες και αποτελούνται από έναν μεγάλο κύριο χώρο, ο οποίος κατά
κανόνα γειτνίαζε με την οδική αρτηρία και έφερε κίονα για την στήριξη της οροφής. Επίσης διέθεταν
πρόδομο και σειρά βοηθητικών δωματίων μικρότερων διαστάσεων. Τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα στη
βόρεια πλευρά του δρόμου εμφανίζουν περισσότερα στοιχεία τυποποίησης. Sjöberg 2004, 31-39.
Darcque 2005, 118.
608
. Η περιοχή εξακολούθησε να χρησιμοποιείται έως και το τέλος της Μυκηναϊκής εποχής, αλλά και
κατά την Πρωτογεωμετρική και Γεωμετρική περίοδο, όπως υποδεικνύουν η μερική επανάχρηση
ορισμένων πρωιμότερων κτιρίων και οι ενδείξεις για κεραμική και τάφους. Wells 1983, 122-123. Eder
1998, 68-69. Sjöberg 2004, 41-43.

152
Μυκηναϊκών ιερών κρίνεται σημαντική, καθώς εντάσσεται σε ένα οικιστικό σύνολο
που όχι μόνο συνέχισε να χρησιμοποιείται, αλλά και άκμασε μετά την κατάρρευση
των ανακτορικών κέντρων.

2.3.1. Οικία G

Η ονομασία Οικία G αποδόθηκε από τους Ο. Frödin και Α. W. Persson σε ένα


επίμηκες οικοδόμημα με προσανατολισμό Β-Ν, το οποίο αποκαλύφθηκε στο ΒΔ
ανασκαμμένο τμήμα της Κάτω Πόλης. Η εύρεση πρωιμότερων και μεταγενέστερων
αρχιτεκτονικών καταλοίπων στα χωρικά όρια του οικοδομήματος πιστοποιεί μια
μακρά περίοδο χρήσης του συγκεκριμένου σημείου. H Οικία G αναπτύσσεται βόρεια
ενός δρόμου, ο οποίος διατρέχει το αποκαλυφθέν τμήμα του οικισμού και αποτελεί
βασικό στοιχείο της πολεοδομικής οργάνωσης, καθώς διαχωρίζει την ανασκαμμένη
έκταση σε δύο οικοδομικές περιοχές609.
Η αρτηρία αυτή με σταθερό πλάτος σε όλη την διερευνημένη έκταση,
απολήγει στο ύψος του δωματίου ΧΧΧΙΙ σε έναν τριγωνικό αύλειο χώρο. Τα
διαθέσιμα στοιχεία δεν υποδεικνύουν με ασφάλεια την ύπαρξη άμεσης πρόσβασης
των δωματίων που αποδίδονται στην Οικία G και στα υπόλοιπα κτίρια στην
παραπάνω οδική αρτηρία610. Το γεγονός αυτό θα μπορούσε να αποδοθεί στα
περιορισμένα ανασκαφικά στοιχεία που αφορούν αποκλειστικά στα λίθινα θεμέλια
των κτιρίων ή στην ύπαρξη άλλων δρόμων βόρεια και νότια του ανασκαμμένου
τμήματος που εξυπηρετούσαν τα συγκεκριμένα οικοδομήματα.
Το κτίριο αρχικά θεωρήθηκε ότι αποτελούσε μια ενιαία λειτουργική μονάδα
αποτελούμενη τουλάχιστον από επτά δωμάτια και με αυτήν την μορφή αναφέρεται
σε αρκετές δημοσιεύσεις. Ωστόσο αμφισβητούνται πλέον τόσο η εσωτερική διάταξη
που αποτυπώνεται στην δημοσίευση Asine (1938), όσο και η προτεινόμενη από τους
ανασκαφείς χρονολόγηση στην ΥΕ ΙΙΙ Β περίοδο611. Χωρίς να παραβλέπονται οι
ασάφειες εξαιτίας της ελλιπούς έρευνας στα βόρεια και των αποσπασματικών

609
. Η χωροθέτηση αρχιτεκτονικών καταλοίπων της Πρωτογεωμετρικής εποχής σε σχέση με τον δρόμο
υποδεικνύουν ότι πιθανότατα η συγκεκριμένη οδική αρτηρία χρησιμοποιούνταν για μακρά χρονική
περίοδο.
610
. Για αντίστοιχο φαινόμενο στον Μυκηναϊκό οικισμό Διμηνίου βλέπε Αδρύμη-Σισμάνη 2002, 95.
611
. Ήδη από τη δεκαετία του 1940 στη μελέτη του για την κεραμική, ο Α. Furumark είχε αναθεωρήσει
την προτεινόμενη από τους ανασκαφείς χρονολόγηση. Η χρονολογική του πρόταση επιβεβαιώνεται και
από την πρόσφατη επανεξέταση του αρχαιολογικού υλικού. Furumark 1944, 206, 210-211, fig. 3-4.
Sjöberg 2004, 42.

153
αρχιτεκτονικών στοιχείων στα ανατολικά και δυτικά, οι περισσότεροι ερευνητές
υιοθετούν την άποψη ότι η κάτοψη στην πρώτη δημοσίευση πιθανότατα αποτελούσε
συγκερασμό διαφορετικών κτιρίων (ορισμένων της Ύστερης Εποχής του Χαλκού) ή
αντικατοπτρίζει την εξελικτική πορεία ενός οικοδομήματος με μακρά διάρκεια
χρήσης612.
Με την επανεξέταση του ανασκαφικού υλικού και των ημερολογίων η B.
Sjöberg απέδειξε ότι χώροι στα δυτικά και ανατολικά του δωματίου ΧΧΧΙΙ ανήκαν
στη Γεωμετρική και την Ελληνιστική περίοδο613. Αντίθετα η βασική δομή του
κτιρίου, η θεμελίωση της οποίας με ασφάλεια επαναχρονολογήθηκε στην ΥΕ ΙΙΙ Γ
μέση περίοδο, περιελάμβανε το μεγάλο δωμάτιο ΧΧΧΙΙ και ένα μικρότερο στα
βόρεια, καθώς και δύο αντίστοιχους ως προς τη διάταξη και τον προσανατολισμό
χώρους στα ανατολικά. Η σωζόμενη κατάσταση των αρχιτεκτονικών στοιχείων
υποδεικνύει ότι ο οικοδομικός πυρήνας, ο οποίος βρισκόταν σε χρήση έως και το
τέλος της ΥΕ ΙΙΙ Γ ύστερης περιόδου, είχε τη μορφή παράλληλων μεγαροειδών
κτιρίων που εφάπτονταν614. Ένα τρίτο μεγαροειδές κτίσμα, αποτελούμενο από
πρόδομο και κυρίως δωμάτιο, με αντίστοιχο προσανατολισμό, προστέθηκε στα
δυτικά εντός του ίδιου χρονολογικού πλαισίου (Εικ. 49)615.
Η I. Mylonas-Shear στη μελέτη της για τη Μυκηναϊκή οικιακή αρχιτεκτονική
κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η χρήση παράλληλων κτιρίων με όμοια δομή θα
μπορούσε να αποτελεί μακροχρόνια παράδοση στην Κάτω Πόλη της Ασίνης.
Κατατάσσοντας το κτίριο D της Μέσης Εποχής του Χαλκού στην κατηγορία «Τύπος
G: πολλαπλά κτίρια» («Type G: multiple dwellings») υποστήριξε ότι πιθανόν
αποτελούσε πρόδομο των εφαπτόμενων οικοδομημάτων της ύστερης Μυκηναϊκής
εποχής, ενώ παράλληλα αξιολόγησε και την Οικία H, η οποία ανεγέρθηκε στον ίδιο
χώρο κατά τη μετάβαση από την Ύστερη Εποχή του Χαλκού στην Πρωτογεωμετρική
περίοδο, ως επιβίωση του ίδιου αρχιτεκτονικού τύπου616.
Το δωμάτιο ΧΧΧΙΙ, το οποίο έχει ερμηνευθεί ως χώρος τέλεσης λατρείας,
βρίσκεται στο μεσαίο μεγαροειδές τμήμα της Οικίας G και αποτελούσε τον
μεγαλύτερο χώρο του οικοδομήματος. Με βάση τα στοιχεία διακρίνονται
τουλάχιστον δύο αρχιτεκτονικές φάσεις. Αρχικά το δωμάτιο είχε σχεδόν τετράγωνο

612
. Mylonas-Shear 1984, Vol. II, 284-285. Albers 1994, 112. Sjöberg 2004, 33.
613
. Sjöberg 2004, 31-34.
614
. Sjöberg 2004, 32-34.
615
. Darcque 2005, 351.
616
. Mylonas-Shear 1984, Vol. II, 280-286, 467-468.

154
σχήμα, κατά τη διάρκεια όμως της χρήσης του περιορίστηκαν οι διαστάσεις με τη
διαμόρφωση δύο μικρών ορθογώνιων χώρων στα ανατολικά (δωμάτια ΧΧΧΙIΙ,
ΧΧΧΙV). Στην τελική του μορφή το δωμάτιο ΧΧΧΙΙ αποτελούσε έναν επιμήκη χώρο
διαστάσεων 7,1x4,0μ.
Τα σωζόμενα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα αφορούν αποκλειστικά στη λίθινη
θεμελίωση, για την κατασκευή της οποίας χρησιμοποιήθηκε τοπικός λίθος,
αντίστοιχο οικοδομικό υλικό με το χρησιμοποιούμενο στους υπόλοιπους σύγχρονους
χώρους. Δεν υπάρχουν ασφαλή στοιχεία για τη διαμόρφωση της εισόδου, ωστόσο μια
σειρά ανόμοιων λίθων στο βόρειο τοίχο που αναφέρονται στα ημερολόγια της
ανασκαφής, έχουν προταθεί από την B. Sjöberg ότι αποτελούσαν πιθανό υπόβαθρο
για λίθινο κατώφλι, το οποίο παρείχε πρόσβαση στο δωμάτιο ΧΧΧΙ617. Αντίθετα δεν
υπάρχουν ενδείξεις για άμεση επικοινωνία με οποιονδήποτε άλλο από τους
παρακείμενους χώρους618.
Από την άλλη πλευρά, τόσο η εσωτερική διαρρύθμιση όσο και ο κινητός
εξοπλισμός του δωματίου ΧΧΧΙΙ διαφοροποιούνται σημαντικά και πιστοποιούν
πιθανή σύνδεση με θρησκευτική δραστηριότητα. Επιπλέον ορισμένα κατασκευαστικά
χαρακτηριστικά, όπως οι δύο λίθινες βάσεις κιόνων σε συμμετρική διάταξη και η
μέριμνα για ανανέωση πιθανόν τρεις φορές του δαπέδου από λευκό ασβεστοκονίαμα,
στοιχεία που δεν απαντώνται σε άλλο σύγχρονο χώρο, αποτελούν επιπλέον ενδείξεις
για την ιδιαιτερότητα της χρήσης του συγκεκριμένου δωματίου619.
Κυρίαρχο αρχιτεκτονικό στοιχείο αποτελούν οι δύο λίθινες επιμήκεις
σταθερές κατασκευές κατά μήκος του δυτικού και ανατολικού τοίχου. Για την
ανέγερσή τους, η οποία θα πρέπει να αποδοθεί στη δεύτερη οικοδομική φάση του
δωματίου που χαρακτηρίζεται από τη μείωση των διαστάσεων, χρησιμοποιήθηκαν
μικροί λίθοι. Οι κατασκευές αυτές έχουν ερμηνευθεί ως θρανία με ενεργό ρόλο στις
τελούμενες στο χώρο δραστηριότητες620. Θα πρέπει ωστόσο να επισημανθεί ότι η
κακή κατάσταση διατήρησης δεν επιτρέπει την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων
για το αν το χαμηλό σωζόμενο ύψος ήταν και το αρχικό ή αν υπήρχε επίστρωση στην
επιφάνεια.

617
. Sjöberg 2004, 32.
618
. Albers 1994, 112.
619
. Δάπεδο από λευκό ασβεστοκονίαμα έχει αποκαλυφθεί και στο δωμάτιο ΧΧΧ δυτικά του δωματίου
ΧΧΧΙΙ, χωρίς όμως να υπάρχουν στοιχεία για ανανέωση. Μονός κίονας για τη στήριξη της οροφής
εντοπίστηκε στο κυρίως δωμάτιο της σύγχρονης Οικίας Κ, ενώ διπλοί κίονες στη μεταγενέστερη Οικία
Η. Sjöberg 2004, 31, 35. Darcque 2005, 118-119.
620
. Hägg 1981β, 91. Albers 1994, 113. Sjöberg 2004, 32. Darcque 2005, 180.

155
Επίσης στη ΒΑ γωνία του δωματίου αποκαλύφθηκε μία ακόμη ορθογώνια
λίθινη κατασκευή, η οποία σχεδόν εφάπτεται του βόρειου τοίχου. Η κατασκευή αυτή
ήταν χωροθετημένη αριστερά της προτεινόμενης εισόδου στο δωμάτιο. Ο R. Hägg
αξιολογώντας τις πληροφορίες των ημερολογίων της ανασκαφής κατέληξε στο
συμπέρασμα ότι πρόκειται για μια εξέδρα (μήκους 0,60μ., πλάτους 0,56μ.)
κατασκευασμένη από επίπεδους λίθους621. Το σωζόμενο ύψος είναι 0,30μ., χωρίς να
καθίσταται σαφές αν πρόκειται για το αρχικό.
Όσον αφορά στα κινητά ευρήματα, τα περισσότερα είναι κατασκευασμένα
από πηλό και αποκαλύφθηκαν στην περιοχή της παραπάνω εξέδρας. Συγκεκριμένα,
μεταξύ της λίθινης κατασκευής και του ανατολικού τοίχου αποκαλύφθηκε κατά
χώραν το άνω τμήμα γραπτής υδρίας με το λαιμό τοποθετημένο στο δάπεδο 622.
Παράλληλα, με βάση τις παρατηρήσεις του R. Hägg, στην επιφάνεια της λίθινης
κατασκευής δεν αποκαλύφθηκε οποιοδήποτε εύρημα, σε αντίθεση με την εντύπωση
που δημιουργείται από την φωτογραφία των κινητών ευρημάτων στην πρώτη
δημοσίευση, η οποία αποτέλεσε σημείο αναφοράς και για μεταγενέστερες μελέτες.
Αντίθετα το σύνολο των κινητών ευρημάτων εντοπίστηκε περιμετρικά της
κατασκευής σε διαφορετικά βάθη μέσα σε ένα αργιλώδες στρώμα, το οποίο επίσης
περιείχε ισχυρά ίχνη καύσης, βότσαλα και μικρούς λίθους. Πρόκειται για πέντε
γυναικεία ειδώλια τύπου Ψ, τα οποία διακρίνονται για την ποικιλία ως προς το
μέγεθος, την κατάσταση διατήρησης, καθώς και την απόδοση μορφής και
διακόσμησης623.
Στο ίδιο στρώμα αποκαλύφθηκαν ένας λίθινος πέλεκυς 624 και ακέραια ανοιχτά
αγγεία της ΥΕ ΙΙΙ Γ μέσης και ΙΙΙ Γ ύστερης περιόδου που παραπέμπουν σε
διαδικασίες κατανάλωσης (κύλικα, κάλαθος, κυάθια, σκύφος). Εξαίρεση ως προς το
σχήμα αποτελούν ο τριπλός κέρνος και ο χειροποίητος μαγειρικός αμφορέας που
περιείχε οστά πουλιών και καλυπτόταν από τον σκύφο625. Μεταξύ των παραπάνω
ευρημάτων εντοπίστηκε μια μεγάλη πήλινη ανθρωπόμορφη κεφαλή, μοναδική μέχρι

621
. Hägg 1981β, 93.
622
. Για αντίστοιχα ευρήματα σε πρωιμότερους χώρους σχετιζόμενους με την τέλεση λατρείας, βλέπε
τα κεφάλαια για τις Μυκήνες και τα Μέθανα.
623
. Τουλάχιστον τρία από τα ειδώλια σώζονται ακέραια (δύο με κυλινδρικό σώμα, επιμήκη κεφαλή και
μικρούς βραχίονες σε υψωμένη στάση και ένα σύνηθες Ψ). Αξιοσημείωτο είναι το άνω τμήμα ενός
ειδωλίου μεγάλου μεγέθους, καθώς και ένα σχεδόν ακέραιο κατασκευασμένο από σκουρόχρωμο πηλό
με προσμείξεις. Frödin & Persson 1938, 308-309.
624
. Αντίστοιχα ευρήματα σε σαφώς πρωιμότερα τελετουργικά σύνολα εντοπίστηκαν στον αύλειο
χώρο, πριν την ανέγερση του Ανατολικού Ιερού, στην Φυλακωπή και στο Δωμάτιο C στην ευρύτερη
περιοχή του ιερού στα Μέθανα. Renfrew & Cherry 1985, 348. Konsolaki-Yannopoulou 2004, 63.
625
. Frödin & Persson 1938, 298-300. Hägg 1981β, 93. Sjöberg 2004, 32.

156
στιγμής όχι μόνο στη μετανακτορική Ασίνη, αλλά και στους υπόλοιπους σύγχρονους
οικισμούς της Ηπειρωτικής Ελλάδας. Η κεφαλή, η οποία φέρει γραπτή διακόσμηση
στην κώμη, τους οφθαλμούς και το μέτωπο, είναι γνωστή ως ο «λόρδος της Ασίνης»
από τον χαρακτηρισμό των ανασκαφέων στην δημοσίευση του 1938, ωστόσο
σύντομα αμφισβητήθηκε η απόδοσή της σε ανδρική μορφή626.
Πρόσφατα μάλιστα η A.L. d’ Agata, λαμβάνοντας υπόψη μια παλαιότερη
προσέγγιση της C. Laviosa, υποστήριξε ότι η κεφαλή ανήκε όχι σε κάποιο
ανθρωπόμορφο ειδώλιο μεγάλου μεγέθους, αλλά σε ένα φανταστικό ον.
Χαρακτηριστικά αναφέρει: «Πράγματι το κεφάλι φαίνεται να έχει περισσότερα κοινά
στοιχεία με τα φανταστικά όντα-μέχρι στιγμής γνωστά στην Κρήτη και την Κύπρο- παρά
με τα πήλινα γυναικεία μεγάλα ειδώλια της Ηπειρωτικής Ελλάδας ή της Κρήτης. Είναι
λοιπόν εύλογο να θεωρήσουμε τον «Λόρδο» ως τμήμα ενός φανταστικού ζώου της ΥΕ
ΙΙΙΓ μέσης περιόδου, του οποίου η κατασκευή έχει παράλληλα στην Κρήτη κατά την ίδια
εποχή. Το κεφάλι συνεπώς θα μπορούσε να βρίσκεται αρχικά πάνω σε σώμα ζώου,
πιθανόν βοοειδούς. Ως προς το φύλο του, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με σαφήνεια»627.
Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι στο δάπεδο νότια της λίθινης σταθερής
κατασκευής αποκαλύφθηκε ένα στρώμα πάχους 0,06μ. αποτελούμενο από καύσεις,
όστρακα, οστά και θραύσματα κεραμίδων, το οποίο έχει συσχετιστεί με την
λειτουργία της παρακείμενης λίθινης κατασκευής. Τα ευρήματα από το υπόλοιπο
δωμάτιο ΧΧΧΙΙ περιορίζονται σε κλειστά αγγεία συνδεόμενα με διαδικασίες
μεταφοράς ή αποθήκευσης υγρών (μικρός ψευδόστομος αμφορέας με παράσταση
πλοίου, πυξίδα, αμφορέας), καθώς και την κατανάλωση τροφής (δισκοειδές σκεύος,
κύαθος628). Επίσης από αδιευκρίνιστο στρώμα αναφέρεται μια μήτρα, μοναδικό
εύρημα στο ανασκαμμένο τμήμα της Κάτω Πόλης που πιθανόν χρησιμοποιούνταν για
την κατασκευή περονών629.
Το δωμάτιο ΧΧΧΙΙ, όπως υποδεικνύουν η αρχιτεκτονική και τα κινητά
ευρήματα, εγκαταλείφθηκε στο τέλος της ΥΕ ΙΙΙ Γ ύστερης περιόδου. Στο χώρο στα

626
. Πρώτος ο A. Persson αναθεώρησε την πρόταση των ανασκαφέων και υποστήριξε ότι η κεφαλή
ανήκε σε γυναικεία μορφή, άποψη την οποία υιοθέτησε και ο Σ. Αλεξίου. Persson 1942, 100. Αλεξίου
1958, 216.
627
. «Indeed, the head seems to have more elements in common with the fantastic animals-currently
known only on Crete and Cyprus-than with the Mainland or Cretan, female clay figures. It therefore
seems reasonable to consider the “Lord” as part of a fantastic animal of the mid LH III C, whose
manufacture has parallels in Crete in the same period. The head could therefore have been mounded
originally on an animal body, probably bovine. As for the sex of the figure, it cannot be ascertained
precisely”, d’ Agata 1996, 46. Laviosa 1968, 87-90.
628
. Frödin & Persson 1938, 300-301, 304-305.
629
. Sjöberg 2004, 32.

157
ανατολικά ανεγέρθηκε κατά τη μετάβαση από την Ύστερη Εποχή του Χαλκού στην
Πρωτογεωμετρική περίοδο η λεγόμενη Οικία Η, ένα κτίριο αξιόλογων διαστάσεων630,
ενώ αντίθετα η έκταση στα δυτικά πιθανόν παρέμεινε αδόμητη.

2.4. Φυλακωπή

Η καταστροφή που έπληξε το ιερό στο τέλος της ΥΕ ΙΙΙ Γ πρώιμης περιόδου
και αποδόθηκε σε φυσικά αίτια ή εχθρική πράξη 631, ακολουθήθηκε από μια περίοδο
άμεσων οικοδομικών εργασιών και ανασυγκρότησης, οι οποίες συντέλεσαν στην
συνέχιση της θρησκευτικής δραστηριότητας στον ίδιο χώρο. Λαμβάνοντας υπόψη την
προτεινόμενη από τον C. Renfrew διάκριση της χρήσης του ιερού σε τρεις φάσεις, με
βάση τις αρχιτεκτονικές αλλαγές και την κατανομή των κινητών ευρημάτων,
διαπιστώνεται ότι η τρίτη περίοδος είναι σχετικά σύντομη, καθώς εκτείνεται χρονικά
από την ΥΕ ΙΙΙ Γ μέση έως και τις αρχές της ΙΙΙ Γ ύστερης περιόδου.
Κατά την περίοδο αυτή το ιερό διατήρησε ορισμένα από τα βασικά
αρχιτεκτονικά στοιχεία των πρωιμότερων οικοδομικών φάσεων: χωρική αυτονομία,
γειτνίαση με το τείχος, άμεση επικοινωνία με αύλειο χώρο μέσω του οποίου
επιτυγχανόταν η είσοδος, προσανατολισμός Α-Δ. Τα διαθέσιμα στοιχεία για τον
σύγχρονο οικισμό περιορίζονται σε κεραμικά σύνολα και υποδεικνύουν επανάχρηση
προϋπαρχόντων κτιρίων632. Παρά τις ασάφειες αναφορικά με την ακριβή περίοδο
εγκατάλειψης του Μεγάρου633 και το βαθμό αξιοποίησης του δικτύου οδικών
αρτηριών των πρωιμότερων περιόδων, το ιερό πιθανότατα εξακολούθησε να συνιστά
ένα από τα βασικά τοπόσημα, εύκολα προσβάσιμο και κατά την τελευταία περίοδο
χρήσης.
Από την άλλη πλευρά, οι καίριες αρχιτεκτονικές αλλαγές (κατάργηση
λειτουργικών χώρων, καθαρισμοί, κατασκευή νέων σταθερών κατασκευών), που
έλαβαν χώρα συντέλεσαν στην πλήρη αναδιάρθρωση του χώρου λατρείας.
Συγκεκριμένα το αναμορφωμένο ιερό είχε ως βασικό χαρακτηριστικό την αισθητή
μείωση της χρηστικής επιφάνειας εξαιτίας της κατασκευής στο μέσον του κυρίως
δωματίου του Δυτικού Ιερού ενός τοίχου με κατεύθυνση Δ-Α. Η ανέγερση του τοίχου

630
. Hiesel 1990, 70.
631
. Renfrew 1985, 378-379.
632
. Barber 1974, 51-53.
633
. Barber 1974, 51. Renfrew 1985, 401. Albers 1994, 135.

158
είχε ως συνέπεια την χωρική απομόνωση του νότιου τμήματος του δωματίου και την
αχρήστευση των σταθερών κατασκευών (ΝΔ εξέδρα, άνοιγμα-κόγχη στην ανωδομή),
οι οποίες αποτελούσαν κατά τις προγενέστερες περιόδους σημεία εστίασης της
προσοχής με σημαντικό ρόλο στην θρησκευτική δραστηριότητα. Επίσης
καταργήθηκαν τα δωμάτια Α και Β στο δυτικό άκρο του ιερού.
Τα κατασκευαστικά χαρακτηριστικά του νεοαναγειρόμενου τοίχου παρέχουν
στοιχεία για τις διαδικασίες που σημειώθηκαν το χρονικό διάστημα αμέσως μετά την
καταστροφή. Η χρήση θαλάσσιων στρογγυλεμένων λίθων, αντίστοιχων με τους
λίθους του τείχους της ΥΕ ΙΙΙ Β1 περιόδου, πιστοποιεί την αξιοποίηση οικοδομικών
υλικών του εν μέρει κατεστραμμένου τείχους στα ΝΑ634. Επιπλέον η ασυμμετρία, η
έλλειψη επιμέλειας και το γέμισμα το νότιου τμήματος του κυρίως δωματίου με
ισχυρό στρώμα μεγάλων λίθων υποδεικνύει, σύμφωνα με τον C. Renfrew, ότι
βασικός στόχος της ανέγερσης του τοίχου αποτελούσε η ενίσχυση προς νότο της
αμυντικής γραμμής του οικισμού635.
Οι ανωτέρω αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις σε συνδυασμό με τις σταθερές
κατασκευές και τα κινητά ευρήματα που αποκαλύφθηκαν πιστοποιούν την
επικέντρωση της δραστηριότητας στο βόρειο τμήμα του κυρίως δωματίου, το
Ανατολικό Ιερό και τον παρακείμενο αύλειο χώρο. Στο κυρίως δωμάτιο βασικό
χαρακτηριστικό της εσωτερικής διαρρύθμισης αποτελούσαν η λίθινη εξέδρα και το
άνοιγμα-κόγχη στα δυτικά, κατασκευές που δεν επηρεάστηκαν από τις όποιες
αρχιτεκτονικές αλλαγές και εξακολούθησαν να χρησιμοποιούνται. Επίσης η ανέγερση
μιας λίθινης τετράγωνης εξέδρας στη ΒΑ γωνία θα μπορούσε να αποτελεί μερικό
αντιστάθμισμα της κατάργησης χρηστικών επιφανειών του νότιου τμήματος του
δωματίου636.
Παρά τον περιορισμό των διαστάσεων, εντοπίστηκε σημαντικός αριθμός
κινητών ευρημάτων, τα οποία συσχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με τις ανωτέρω
σταθερές κατασκευές και τις τελούμενες στο χώρο θρησκευτικές τελετουργίες. Το
υλικό παρουσιάζει σημαντικές ομοιότητες ως προς τις εκπροσωπούμενες κατηγορίες
με το αντίστοιχο της περιόδου πριν την καταστροφή και αποτελείται τόσο από
επαναχρησιμοποιούμενα, όσο και από νέα αντικείμενα.

634
. Renfrew 1985, 127.
635
. Renfrew 1985, 128.
636
. Η εξέδρα είναι τετράγωνη (μήκους 0,75μ.) και κατά την ανέγερσή της ενσωματώθηκε τμήμα
προγενέστερου θρανίου. Η επιφάνειά της έφερε επικάλυψη ασβεστοκονιάματος. Renfrew 1981α, 73 &
εικ. 17. 1985, 130-131.

159
Στην περιοχή της ΒΔ εξέδρας αποκαλύφθηκαν πήλινα ανθρωπόμορφα ειδώλια
σε σχετικά καλή κατάσταση (τρία ανδρικά637 και ένα μικρό γυναικείο του «Ύστερου
Τύπου Ψ»), μικρά ζωόμορφα ειδώλια638 και θραύσμα ενός άρματος, μεταλλικά
αντικείμενα639, κοσμήματα (γυάλινες χάντρες, περίαπτα από λίθο και όστρεο), λίθινα
εργαλεία (τριβεία και τριπτήρες), όστρεο τρίτωνα640, ελάχιστη κεραμική641, καθώς
και θραύσματα χρωματιστού κονιάματος. Από τα ανωτέρω ευρήματα, τα
ανθρωπόμορφα ειδώλια και το ειδώλιο άρματος με ασφάλεια θα μπορούσαν να
ερμηνευτούν ως επαναχρησιμοποιούμενος εξοπλισμός, εξαιτίας των τυπολογικών
ομοιοτήτων και της εύρεσης θραυσμάτων μεταξύ του υλικού της δεύτερης φάσης
χρήσης642.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εξέδρα στην ΒΑ γωνία του δωματίου,
καθώς στην επιφάνειά της αποκαλύφθηκε κατά χώραν ένα ετερόκλητο σύνολο
κινητών ευρημάτων αποτελούμενο από γυάλινες χάντρες, ένα ακέραιο διπλό
αγγείο/κέρνο643, αποσπασματικά σωζόμενα γυναικεία ειδώλια644, καθώς και ακέραια
λίθινα τριβεία (Εικ. 50)645. Επίσης διασκορπισμένα στο νέο δάπεδο του δωματίου
εντοπίστηκαν κινητά ευρήματα, τα οποία παρουσιάζουν σημαντικές ομοιότητες με τα
ευρήματα των εξεδρών (γυάλινες χάντρες, μικρά ειδώλια, λίθινα εργαλεία) και
πιθανότατα ανήκουν στα ίδια χρηστικά σύνολα. Αξιοσημείωτο είναι το λίθινο

637
. Δύο από τα ειδώλια (SF 1544 και 1520) έχουν σωζόμενο ύψος περίπου 0,25μ., ενώ δεν διασώζουν
τα άκρα. H διαμόρφωση του πίσω μέρους υποδεικνύει πιθανή προσαρμογή σε κάποιο είδος
καθίσματος. Το τρίτο ειδώλιο (SF 1550) διαφοροποιείται ως προς το μέγεθος (ύψος 0,35μ.) και τη
διαμόρφωση των κάτω άκρων, τα οποία παρείχαν δυνατότητα ανεξάρτητης στήριξης. French 1985,
225-229. Renfrew 1985, 372-373.
638
. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του ειδωλίου SF 2348, ακριβούς παράλληλου με το SF 168 από
το Ανατολικό Ιερό. Η πολύ καλή κατάσταση διατήρησης και η εύρεση και των δύο ειδωλίων σε
στρώμα της τελευταίας φάσης του ιερού υποδεικνύουν ότι πιθανότατα αποτελούσαν νέο και όχι
επαναχρησιμοποιούμενο εξοπλισμό. French 1985, 262.
639
. Βρέθηκαν θραύσματα μολύβδου και χαλκού, άμορφες μάζες χαλκού, καθώς και μια αιχμή βέλους.
Renfrew 1985, 133, 137.
640
. Αντίστοιχα ευρήματα αποκαλύφθηκαν και κατά τις πρώτες ανασκαφές στον οικισμό. Renfrew
1985, 327.
641
. Διακρίνονται όστρακα κρατήρα και ληκύθου, καθώς και ένα ακέραιο δισκοειδές σκεύος, το σχήμα
του οποίου υποδεικνύει χρήση για το σερβίρισμα φαγητού. Renfrew 1985, 133, 137 & Plate 20.
642
. Ο βραχίονας του μεγάλου ανδρικού ειδωλίου και τμήμα του ομοιώματος άρματος εντοπίστηκαν
στον ίδιο χώρο σε στρώμα της δεύτερης φάσης χρήσης. Την ίδια περίοδο χρονολογείται και το ακριβές
παράλληλο του ειδωλίου Ψ, το οποίο αποκαλύφθηκε κατά χώραν στη ΝΔ εξέδρα. French 1985, 212,
233.
643
. Renfrew 1985, 173 & εικ. 5.10.
644
. Πρόκειται για τμήμα κορμού μεγάλου πιθανόν γυναικείου ειδωλίου και το σώμα ενός ειδωλίου
τύπου Ψ με ασυνήθιστη διακόσμηση. French 1985, 213 & εικ. 6.8. Renfrew 1981α, 73 & εικ. 24.
645
. Renfrew & Cherry 1985, 350-354.

160
αμφικωνικό αντικείμενο (βάση ή κιονίσκος) κατά χώραν τοποθετημένο στη ΝΔ γωνία
του δωματίου, το οποίο αποτελούσε επαναχρησιμοποιούμενο εξοπλισμό646.
Όσον αφορά στο Ανατολικό Ιερό, η αρχιτεκτονική μορφή και η εσωτερική
διαρρύθμιση δεν επηρεάστηκαν από την καταστροφή. Οι αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις
περιορίστηκαν σε καθαρισμούς και κατασκευή νέων δαπέδων, ενώ για μεγάλο
χρονικό διάστημα η προϋπάρχουσα λίθινη εξέδρα στη ΒΑ γωνία αποτελούσε τη
μοναδική σταθερή κατασκευή και το σημείο όπου κατευθύνονταν το βλέμμα στο
χώρο647. Στον άμεσο περίγυρο της εξέδρας αποκαλύφθηκαν αποσπασματικά κατά
κύριο λόγο κινητά ευρήματα, όπως ζωόμορφα ειδώλια διαφόρων μεγεθών, ελάχιστα
κοσμήματα, εργαλεία και κεραμική χαρακτηριστική της ΥΕ ΙΙΙ Γ μέσης περιόδου
(Εικ. 51)648. Μοναδική εξαίρεση ως προς την κατάσταση διατήρησης αποτελεί το
ακέραιο κέλυφος χελώνας. Αξιοσημείωτο είναι επίσης το τμήμα πήλινης μήτρας, το
οποίο αποτελεί μοναδικό στο είδος του εύρημα σε όλη τη διάρκεια λειτουργίας του
ιερού. Παρά την αποσπασματικότητα του ευρήματος, διακρίνονται στην άνω
επιφάνεια τρεις εσοχές έκχυσης για την κατασκευή μεταλλικών σμιλών ή
πελέκεων649.
Κατά το τελικό στάδιο χρήσης του Ανατολικού Ιερού υπήρξαν καίριες
αλλαγές στην εσωτερική διαρρύθμιση, όπως κάλυψη της ΒΑ εξέδρας εξαιτίας των
επάλληλων ανανεώσεων του δαπέδου και κατασκευή στο μέσον περίπου του
δωματίου ενός τοίχου με κατεύθυνση Β-Ν, ο οποίος διαίρεσε το χώρο σε δύο
ανισομεγέθη τμήματα. Το σύνολο των κινητών ευρημάτων αποκαλύφθηκε
περιμετρικά του νέου τοίχου, γεγονός που θα μπορούσε να αποδοθεί στην ύπαρξη
κάποιας κατασκευής (κόγχης ή ξύλινων ερμαρίων) στην ανωδομή. Πρόκειται για δύο
σχεδόν ακέραια γυναικεία ειδώλια του «Ύστερου Τύπου Ψ», επτά ζωόμορφα650 και
θραύσματα από αδιευκρίνιστο αριθμό ειδωλίων διαφόρων τύπων και μεγεθών651.
Στον εξοπλισμό του δωματίου περιλαμβάνεται επίσης θραύσμα κελύφους χελώνας,

646
. Αντίστοιχο εύρημα αποκαλύφθηκε κατά χώραν στην περιοχή της ΝΔ εξέδρας κατά την δεύτερη
φάση χρήσης του ιερού. Renfrew 1981α, 73 & εικ. 25.
647
. O C. Renfrew διαίρεσε την τρίτη φάση χρήσης στο Ανατολικό Ιερό σε τρεις υποπεριόδους. Κατά
τις δύο πρώτες η εξέδρα εξακολούθησε να χρησιμοποιείται, ενώ κατά την τρίτη καταργήθηκε. Renfrew
1985, 131, 138.
648
. Πρόκειται για όστρακα ολόβαφου βαθύ σκύφου. Στον ίδιο χώρο αποκαλύφθηκαν και όστρακα
μαγειρικού αμφορέα. Mountjoy 1985, 185-186, 194, 196.
649
. Με βάση το μέγεθος των εσοχών τα προϊόντα της μήτρας είχαν διαστάσεις τουλάχιστον 0,8 x 2,6μ.
Renfrew & Cherry 1985, 332, 337 & εικ. 8.6.
650
. Το ειδώλιο SF 168 έχει ακριβές παράλληλο σε σύγχρονο στρώμα στην περιοχή της ΒΔ εξέδρας του
κυρίως δωματίου (SF 2348). French 1985, 262-263.
651
. Σε τουλάχιστον 4 περιπτώσεις ζωόμορφων ειδωλίων θραύσματα εντοπίστηκαν και σε στρώμα της
δεύτερης φάσης χρήσης. Renfrew 1985, 138-140.

161
ένα ακέραιο όστρεο τρίτωνα652, περιορισμένος αριθμός σφονδυλίων και λίθινων
εργαλείων, καθώς και μεγάλη ποσότητα λεπίδων, φολίδων αλλά και πυρήνων
οψιανού.
Αξιοσημείωτα είναι τα πολλά θραύσματα από αβγό στρουθοκαμήλου653 και
ένα έλασμα από χρυσό σε σχήμα ανθρώπινου προσώπου, τα οποία διακρίνονται για
την επιλογή των υλικών και την μοναδικότητά τους μεταξύ των σύγχρονων και των
πρωιμότερων συνόλων, τόσο από την περιοχή του ιερού, όσο και από τον οικισμό.
Ιδιαίτερα το αντικείμενο από χρυσό δεν έχει παράλληλο στον Αιγιακό χώρο. Οι C.
Renfrew και J. Cherry, αξιολογώντας τη διαμόρφωση του πίσω τμήματος, πρότειναν
την προσάρτηση σε κάποιο ειδώλιο (ύψους τουλάχιστον 0,16μ.) κατασκευασμένο
από άλλο υλικό. Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι αντίστοιχα ελάσματα κάλυπταν
σε ορισμένες περιπτώσεις στη Μέση Ανατολή την επιφάνεια των χάλκινων ειδωλίων
τύπου Reshef, δύο εκ των οποίων αποκαλύφθηκαν στην περιοχή του ιερού, οι
ερευνητές υποστήριξαν ότι είναι πιθανόν το ανωτέρω εύρημα να συσχετιζόταν με
ειδώλιο αντίστοιχου τύπου654.
Αναφορικά με τον αύλειο χώρο, δεν σημειώθηκαν αλλαγές που να επηρέασαν
τις διαστάσεις και τη μορφή του. Παράλληλα εκλείπουν στοιχεία για κατασκευή νέου
δαπέδου, προσθήκη οποιασδήποτε σταθερής κατασκευής ή ακόμη και καθαρισμούς
μεγάλης κλίμακας. Βασικό χαρακτηριστικό των κινητών ευρημάτων αποτελούσε η
αποσπασματική κατάσταση διατήρησης, η οποία σε συνδυασμό με τα στοιχεία για
την χρονολόγηση οδήγησε στην ερμηνεία ότι μεγάλο ποσοστό των ευρημάτων
αποτελούσε προϊόν των επάλληλων καθαρισμών του εσωτερικού του ιερού.
Ορισμένα ευρήματα (τροχήλατα βοοειδή, ομοίωμα άρματος, χειροποίητα
ζωόμορφα) θα μπορούσαν με ασφάλεια να συσχετιστούν με το Ανατολικό Ιερό, ενώ
για τα υπόλοιπα (κεραμική655, ανθρωπόμορφα και ζωόμορφα ειδώλια, λίθινα
εργαλεία, τμήμα ρυτού ίσως σε σχήμα ψαριού656, πήλινοι αγωγοί657) δεν μπορούν να

652
. Renfrew & Cherry 1985, 327-328 & Plate 62.
653
. Πιθανότατα προέρχονται από το ίδιο αντικείμενο, το άνω τμήμα του οποίου φέρει κυκλική οπή
διαμέτρου 4 εκατοστών, στοιχείο που υποδεικνύει πιθανή χρήση ως ρυτό. Renfrew & Cherry 1985,
324 & Plate 64.
654
. Renfrew & Cherry 1985, 302-303.
655
. Διακρίνονται όστρακα ψευδόστομου αμφορέα, σκύφου και κρατήρα, τα οποία με βάση τα
τυπολογικά χαρακτηριστικά, την κατάσταση διατήρησης και την εύρεση συνανήκοντων τμημάτων
αποδίδονται χρονολογικά στην περίοδο πριν την καταστροφή του ιερού. Renfrew 1985, 141.
656
. French 1985, 275.
657
. Πρόκειται για μικρό αριθμό θραυσμάτων ενός συνόλου που αποκαλύφθηκε κυρίως στην περιοχή
του Ανατολικού Ιερού και χρονολογείται στην δεύτερη και τρίτη περίοδο χρήσης. Τα ευρήματα αυτά

162
εξαχθούν σαφή συμπεράσματα για τον αρχικό χώρο χρήσης. Στην τρίτη περίοδο
αποδίδεται ένας αποθέτης σε γειτνίαση με το τείχος, ο οποίος περιελάμβανε ένα
ετερόκλητο σύνολο αποσπασματικών ευρημάτων (τροχήλατο βοοειδές, ομοίωμα
άρματος, ανδρικό ειδώλιο, σκαραβαίος658), πιθανότατα τελετουργικό εξοπλισμό του
κυρίως δωματίου του Δυτικού Ιερού της προγενέστερης περιόδου. Θα πρέπει επίσης
να σημειωθεί ότι στον αύλειο χώρο αποκαλύφθηκε ένα μικρό σύνολο ανοιχτών
αγγείων (σκύφοι, κύλικες, λεκανίδιο), που χρονολογείται με βάση την τυπολογία και
τη διακόσμηση στο διάστημα μετά την καταστροφή.
Το τέλος της τρίτης φάσης σηματοδοτήθηκε από την οριστική εγκατάλειψη
του ιερού και του σύγχρονου οικισμού και δεν συνοδεύτηκε από οποιαδήποτε
προσπάθεια επανάχρησης του χώρου.

2.5. Αγία Ειρήνη

Τα αρχαιολογικά δεδομένα αποδεικνύουν ότι η θρησκευτική δραστηριότητα,


η οποία πιστοποιείται στο ιερό της Αγίας Ειρήνης τουλάχιστον από τις αρχές της
Ύστερης Εποχής του Χαλκού συνεχίστηκε έως και το τέλος της Εποχής του Χαλκού,
Σύμφωνα με τη διαίρεση της χρήσης του ιερού σε οικοδομικά στάδια που εισηγήθηκε
η M. E. Caskey, η πέμπτη φάση χρήσης καλύπτει χρονολογικά ολόκληρο τον 12ο
αιώνα π.Χ. και συμπίπτει με τη μετανακτορική περίοδο στην Ηπειρωτική Ελλάδα.
Βασιζόμενη στις αναφορές του ανασκαφέα για κατάρρευση λίθων στο
εσωτερικό ορισμένων δωματίων, η G. Albers εισηγήθηκε προσωρινή διακοπή της
λειτουργίας του ιερού στο τέλος της ΥΕ ΙΙΙ Β-αρχές ΥΕ ΙΙΙ Γ πρώιμης περιόδου χωρίς
ωστόσο να προσδιορίζει αν αφορούσε αποκλειστικά το χώρο λατρείας ή και την
ευρύτερη περιοχή659. Κατά το χρονικό διάστημα που ακολούθησε έλαβε χώρα μια
σειρά παρεμβάσεων (καθαρισμοί, ανακαινίσεις, κατασκευή νέων δαπέδων και
σταθερών κατασκευών) με αποτέλεσμα την αναδιάρθρωση του ιερού. Η M. E.
Caskey, η οποία παρουσίασε σε μια σειρά άρθρων την χρονική αλληλουχία του

έχουν ερμηνευθεί ως αποχετευτικοί αγωγοί σε χρήση στην ευρύτερη περιοχή του ιερού ή υδρορροές
για την απομάκρυνση των υδάτων από την στέγη του κτιρίου. Renfrew & Cherry 1985, 332-335.
658
. Πρόκειται για μοναδικό εύρημα στην περιοχή του ιερού. Έχει υποστηριχθεί ότι πιθανόν
κατασκευάστηκε στη Συρο-Παλαιστίνη μεταξύ 1250-1150 π.Χ. Renfrew & Cherry 1985, 300-301.
659
. Caskey 1971, 386. Albers 1994, 117.

163
κτιρίου660, διαχώρισε τις παρεμβάσεις στο ιερό σε τρεις υποπεριόδους με βάση τις
αρχιτεκτονικές αλλαγές και την κατανομή των σταθερών κατασκευών και των
κινητών ευρημάτων στο χώρο.
Το ιερό κατά το μεγαλύτερο μέρος του 12ου αιώνα π.Χ. διατήρησε ορισμένα
από τα κύρια αρχιτεκτονικά και χωροταξικά χαρακτηριστικά των προγενέστερων
οικοδομικών φάσεων: χωρική αυτονομία, επιμήκης μορφή, προσανατολισμός ΒΔ-
ΝΑ, πιθανότατα είσοδος στα ανατολικά. Δεν υπάρχουν στοιχεία για την ύπαρξη
σύγχρονων κτιρίων οποιασδήποτε χρήσης στην ευρύτερη περιοχή του ιερού και του
ακρωτηρίου γενικότερα ή οργανωμένου συστήματος οδικών αρτηριών. Με βάση τα
παραπάνω στοιχεία θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι το ιερό συνιστούσε σε όλη τη
διάρκεια της ΥΕ ΙΙΙ Γ περιόδου τον μόνο σταθερό παράγοντα σε ένα συνεχώς
εξελισσόμενο χωρικό και πολιτισμικό πλαίσιο 661.
Επιπλέον διατηρήθηκε η επικέντρωση της δραστηριότητας στο κεντρικό και
μεσαίο τμήμα του κτιρίου, ενώ ο αρχικός πυρήνας του κτιρίου (δωμάτια 1 και 2)
εξακολούθησε να μην χρησιμοποιείται (Εικ. 52). Σύμφωνα με την M. E. Caskey κατά
την ΥΕ ΙΙΙ Γ πρώιμη-ΙΙΙ Γ μέση περίοδο επαναχρησιμοποιήθηκαν μόνο οι δύο
μεγαλύτεροι χώροι του κτιρίου (δωμάτια 3 και 6). Ειδικότερα το δωμάτιο 6
αποτέλεσε και κατά την περίοδο αυτή χώρο καίριας σπουδαιότητας για τη λειτουργία
του ιερού, καθώς παρείχε την αποκλειστική πρόσβαση στο εσωτερικό του κτιρίου. Η
μέριμνα για συνεχείς καθαρισμούς, ανανεώσεις των δαπέδων και των σταθερών
κατασκευών αποδεικνύει τον ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο του ανωτέρω δωματίου στην
τέλεση συστηματικής θρησκευτικής δραστηριότητας. Η εσωτερική διαρρύθμιση
παρουσιάζει σημαντικές ομοιότητες με την τέταρτη φάση χρήσης, καθώς στο χώρο
κυριαρχούν λίθινες κατασκευές σε σχήμα Γ, οι οποίες εκτείνονται στις μακριές
πλευρές του δωματίου και τη στενή δυτική πλευρά662. Η M. E. Caskey τις ερμήνευσε
ως θρανία και επισήμανε ότι το πλάτος τους ήταν μεγαλύτερο από το αντίστοιχο των
προγενέστερων στον ίδιο χώρο κατασκευών663.
Στο μέσον του δωματίου 6 κυριαρχεί μια χαμηλή ορθογώνια εξέδρα
(διαστάσεων 2,10x1,15μ.) κατασκευασμένη από λίθους και πηλό. H σύνδεσή της με
ένα ισχυρό στρώμα καύσης και οστά ζώων (χωρίς περαιτέρω στοιχεία για τα
660
. Caskey 1984, 243-253. 1998, 127.
661
. Rousioti 2009.
662
. Η κατασκευή τριών επάλληλων νέων δαπέδων είχε ως αποτέλεσμα την πλήρη κάλυψη των Π-
σχημων κατασκευών εκατέρωθεν της εισόδου προς το δωμάτιο 3, οι οποίες αποτελούσαν το σημείο
εστίασης κατά την τέταρτη φάση χρήσης του ιερού. Caskey 1984, 242-243. Whittaker 1997, 140.
663
. Caskey 1998, 127.

164
εκπροσωπούμενα είδη), οδήγησαν τον ανασκαφέα στην ερμηνεία της ως εστία ή
βωμό664. Ύπαρξη σταθερής κατασκευής από πηλό πιστοποιείται και στη ΒΑ πλευρά
του δωματίου, η κατάσταση διατήρηση της οποίας ωστόσο δεν επιτρέπει την εξαγωγή
συμπερασμάτων για το αρχικό σχήμα και την ακριβή χρήση665.
Το σύνολο των κινητών ευρημάτων αποτελείται κατά κύριο λόγο από αγγεία
που αποκαλύφθηκαν στα δάπεδα και την επίχωση. Η κεραμική διακρίνεται από
ομοιογένεια, καθώς περιλαμβάνει κυρίως ανοιχτά σχήματα που σχετίζονται κυρίως
με υγρά (σκύφους, λεκανίδες με προχοή, κύλικες, κρατήρες666), ενώ τα κλειστά
σχήματα εκπροσωπούνται από ένα θραύσμα ψευδόστομου αμφορέα. Η πλειονότητα
των ανωτέρω αγγείων αποκαλύφθηκε σε αποσπασματική κατάσταση με εξαίρεση τον
γραπτό κρατήρα, o οποίος εντοπίστηκε στο δάπεδο πλησίον της εξέδρας στο μέσον
του δωματίου667. Αξιοσημείωτη είναι η εύρεση κεφαλής γυναικείου ειδωλίου της
ΜΜ-ΥΜ ΙΑ περιόδου κοντά στο θυραίο άνοιγμα προς το δωμάτιο 3. Θραύσματα του
ίδιου αντικειμένου είχαν εντοπιστεί και κατά την τέταρτη φάση χρήσης στο ίδιο
δωμάτιο, γεγονός που έχει συσχετιστεί με τους καθαρισμούς και την αναδιάρθρωση
του ιερού κατά την ΥΕ ΙΙΙ Α1 περίοδο668.
Αναφορικά με τον άλλο μεγάλο χώρο του κτιρίου, το δωμάτιο 3, διατηρήθηκε
η πρόσβαση από τα ΝΑ μέσω της προϋπάρχουσας διαμορφωμένης θύρας, ενώ δεν
υπάρχουν στοιχεία για επικοινωνία με τα μικρά δωμάτια 4 και 5 στα ΒΑ, τα οποία
φαίνεται ότι δεν βρισκόταν σε χρήση στις αρχές της ΥΕ ΙΙΙ Γ περιόδου. Μοναδική
παρέμβαση στο εσωτερικό του δωματίου 3 αποτελούσε η κατασκευή νέου δαπέδου,
χωρίς ίχνη ανανέωσης, ενώ και κατά την περίοδο αυτή ο χώρος στερούνταν
οποιασδήποτε σταθερής κατασκευής. Τα κινητά ευρήματα περιορίζονται σε
αποσπασματικά σωζόμενα αγγεία που σχετίζονται με την αποθήκευση, τη μετάγγιση
και την κατανάλωση κατά κύριο λόγο υγρών (σκύφοι, λεκανίδιο με προχοή, κυάθια,
υδρία και αμφορέας)669.
Όσον αφορά στη συνέχιση της λειτουργίας του ιερού κατά την ΥΕ ΙΙΙ Γ
ύστερη περίοδο, τα στοιχεία υποδεικνύουν δραστηριότητα στα δωμάτια 4 και 5.

664
. Caskey 1971, 386.
665
. Caskey 1984, 243.
666
Για πιθανή αποθηκευτική χρήση των κρατήρων, βλέπε Tournavitou 1995, 88-89, 98-100.
667
. Caskey 1971, 386. 1984, 244 & εικ. 4.
668
. Caskey 1998, 126-127.
669
. Η ύπαρξη συνανήκοντων οστράκων στο δωμάτιο 3 και το παρακείμενο δωμάτιο 6 αποδόθηκε στις
εργασίες ισοπέδωσης σε απροσδιόριστο χρονικό διάστημα της ΥΕ ΙΙΙ Γ περιόδου. Caskey 1984, 244-
245.

165
Συγκεκριμένα πιστοποιείται κατασκευή νέου δαπέδου πάνω από τον τοίχο, ο οποίος
κατά τις πρωιμότερες περιόδους διαχώριζε τους δύο χώρους, και από ένα στρώμα
λίθων που κάλυψε το μεγάλο γυναικείο ειδώλιο της ΥΕ ΙΙΙ Α περιόδου. Η παρέμβαση
αυτή είχε ως αποτέλεσμα την ενοποίηση των δύο ανωτέρω δωματίων και τη
δημιουργία ενός ενιαίου επιμήκη χώρου. Επιπλέον σημειώθηκε διάνοιξη παραθύρου
στον τοίχο μεταξύ των δωματίων 3 και 5670.
Μοναδική κατηγορία ευρημάτων από το εσωτερικό του αναδιαμορφωμένου
δωματίου αποτελούν τα αγγεία, τα οποία εντοπίστηκαν σε σημαντικές ποσότητες
κυρίως πάνω στο ΒΔ τμήμα του νέου δαπέδου, ενώ δεν σημειώθηκε καμία
προσπάθεια ανάσυρσης του γυναικείου ειδωλίου. Βασικά χαρακτηριστικά των
αγγείων που αποκαλύφθηκαν είναι η καλή κατάσταση διατήρησης, σε αντίθεση με
την περίπτωση αντίστοιχων ευρημάτων από τα μεγάλα δωμάτια του ιερού κατά την
ίδια φάση χρήσης, καθώς και το σχηματολόγιο που παραπέμπει άμεσα σε διαδικασίες
μεταφοράς και αποθήκευσης, μετάγγισης, καθώς και κατανάλωσης, κυρίως υγρών
(αμφορείς, υδρία, λεκανίδα με προχοή671, κρατήρες, κυάθια, σκύφοι)672. Από την
άλλη πλευρά, ασαφές παραμένει το ενδεχόμενο αξιοποίησης των υπολοίπων χώρων
του ιερού. Υπάρχουν ενδείξεις για επανάχρηση των δωματίων 1 και 3, χωρίς ωστόσο
να μπορούν να συσχετιστούν με την τέλεση λατρείας673.
Το τέλος της πέμπτης φάσης χρήσης πιθανότατα σηματοδοτεί την οριστική
εγκατάλειψη του κτιρίου της Εποχής του Χαλκού και την πλήρη αναδιάρθρωση του
χώρου λατρείας με την ανέγερση ενός μικρού ανεξάρτητου ορθογώνιου κτιρίου
(διαστάσεων 3,00x1,75μ.), το οποίο συμβατικά ονομάστηκε Κτίριο ΒΒ. Πρόκειται
για το πρώτο μιας σειράς διαδοχικών μικρών αυτόνομων ιερών, που καλύπτουν
χρονολογικά έως και την Ελληνιστική περίοδο, στην περιοχή του ιερού της Εποχής
του Χαλκού. Το κτίριο είχε προσανατολισμό ΒΔ-ΝΑ και είσοδο στα ΝΑ.
Καταλάμβανε τη βόρεια γωνία του δωματίου 6 και για την ανέγερσή του
χρησιμοποιήθηκαν ο ΒΑ και ΒΔ τοίχος του προγενέστερου ιερού.
Η ταύτιση του Κτιρίου ΒΒ ως ιερού βασίστηκε σε σημαντικό βαθμό στην
αρχιτεκτονική διάταξη, καθώς το νέο κτίριο εντάσσεται στα χωρικά πλαίσια του
μακροχρόνια χρησιμοποιούμενου χώρου λατρείας, υιοθετώντας μάλιστα τον ίδιο

670
. Caskey 1998, 127 & εικ. 22.
671
Για τη χρήση του αγγείου ως σκεύους βραχύχρονης αποθήκευσης και έκχυσης, βλέπε Tournavitou
1995, 91, 97-100.
672
. Caskey 1964, 332 & πίν. 62.
673
. Albers 1994, 118.

166
προσανατολισμό και την διάταξη της εισόδου. Παράλληλα η εσωτερική διαρρύθμιση
παραπέμπει άμεσα στη διαμόρφωση των πρωιμότερων χώρων λατρείας, παρά τις
σημαντικά μικρότερες διαστάσεις, καθώς κυρίαρχο στοιχείο αποτελεί μια λίθινη
επιμήκης κατασκευή κατά μήκος του ΝΔ τοίχου, η οποία έχει ερμηνευθεί ως
θρανίο674.
Εκτός από τον χώρο που καταλάμβανε το νέο κτίριο, η υπόλοιπη έκταση του
δωματίου 6 στερείται αρχιτεκτονικών στοιχείων, γεγονός που υποδεικνύει ότι
πρόκειται για υπαίθριο χώρο, συνδεόμενο χωρικά, πιθανόν και λειτουργικά με το
Κτίριο ΒΒ. Όσον αφορά στον κινητό εξοπλισμό από το εσωτερικό του κτιρίου,
αποτελείται από ένα ετερόκλητο ως προς τη χρονολόγηση σύνολο: τμήμα ενός
λίθινου αγγείου των αρχών της Ύστερης Εποχής του Χαλκού, δύο ακέραιες κύλικες
της ΥΕ ΙΙΙ Γ περιόδου, κεραμική της Πρωτογεωμετρικής και Γεωμετρικής περιόδου.
Στον περιβάλλοντα χώρο εντοπίστηκε ένα αποσπασματικά σωζόμενο χάλκινο
εγχειρίδιο και Πρωτογεωμετρική κεραμική675.
H εύρεση των παραπάνω ευρημάτων, σε συνδυασμό με τις συνεχείς
αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις στην περιοχή του ιερού, δημιουργούν προβληματισμό
για την ακριβή περίοδο ανέγερσης του Κτιρίου ΒΒ. Η M. E. Caskey αρχικά πρότεινε
μια ΥΕ ΙΙΙ Γ ύστερη χρονολόγηση676, την οποία ωστόσο αναθεώρησε σε νεώτερη
μελέτη της. Επισημαίνοντας ότι «ενώ το περιεχόμενο του μικρού κτιρίου δεν βοηθά
ιδιαίτερα την χρονολόγηση του ίδιου του κτιρίου, φαίνεται ότι ορισμένα αντικείμενα της
Εποχής του Χαλκού αντιμετωπιζόταν με σεβασμό»677. H προτεινόμενη
επαναχρονολόγηση του κτιρίου στην Πρωτογεωμετρική εποχή υιοθετήθηκε και από
τον Α. Μαζαράκη-Αινιάν στην συστηματική του μελέτη για την αρχιτεκτονική, τη
θρησκεία και την κοινωνία της πρώιμης Εποχής του Σιδήρου678.
Θα πρέπει ωστόσο να επισημανθεί ότι στη δημοσιευμένη τομή του δωματίου
6 επισημαίνεται η ύπαρξη δύο επάλληλων δαπέδων του νέου κτιρίου, το πρωιμότερο
της ΥΕ ΙΙΙ Γ και το μεταγενέστερο της Πρωτογεωμετρικής περιόδου. Το ανωτέρω
στοιχείο σε συνδυασμό με τα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά (χωρική αυτονομία,
ορθογώνιο σχήμα, μικρό μέγεθος, είσοδος στα ΝΑ, ύπαρξη θρανίου), τα οποία έχουν
παράλληλα στη σειρά των μετανακτορικών ιερών της Τίρυνθας, οδήγησαν την G.
674
. Caskey 1998, 127.
675
. Caskey 1984, 252 & εικ. 9h.
676
. Caskey 1981, 128. 1984, 252.
677
. «While the contents of the little building are of no great help chronologically for the building itself,
it looks as though some Bronze Age objects were being treated with reverence», Caskey 1998, 127.
678
. Mazarakis Ainian 1997, 170.

167
Albers στην πρόταση για θεμελίωση του Κτιρίου ΒΒ στο τέλος της Εποχής του
Χαλκού και συνέχιση της χρήσης του και κατά την Πρωτογεωμετρική περίοδο679.
Εφόσον η ανωτέρω πρόταση ευσταθεί, πρόκειται για τη μοναδική περίπτωση
αστικού ιερού που γεφυρώνει χρονολογικά την Εποχή του Χαλκού με τους πρώιμους
ιστορικούς χρόνους. Εκτός από το μονόχωρο κτίριο, υπάρχουν αρχιτεκτονικά
στοιχεία για δραστηριότητα στην περιοχή των πρώην δωματίων 3 και 1680. Με
ασφάλεια θρησκευτική χρήση πιστοποιείται στην περίπτωση του δωματίου 1, όπου
εντοπίστηκε επαναχρησιμοποιούμενος τελετουργικός εξοπλισμός της Εποχής του
Χαλκού (κατά χώραν κεφαλή και θραύσματα σώματος γυναικείου ειδωλίου) και
κεραμική των ιστορικών χρόνων που σχετίζεται με την κατανάλωση υγρών681.
Η M. E. Caskey επισημαίνει στην τελική δημοσίευση του συνόλου των
γυναικείων ειδωλίων ότι το ακριβές χρονικό διάστημα ανεύρεσης των
επαναχρησιμοποιούμενων στο ιερό της Πρωτογεωμετρικής και Γεωμετρικής εποχής
τμημάτων γυναικείων ειδωλίων δεν είναι σαφές. Υποστηρίζοντας ότι η οικοδομική
δραστηριότητα των ανωτέρω περιόδων δεν διατάραξε τα στρώματα της Εποχής του
Χαλκού, διατύπωσε την πρόταση ότι πιθανότατα η ανεύρεσή τους συσχετιζόταν με
τις εκτεταμένες διαδικασίες καθαρισμών και παρεμβάσεων της ΥΕ ΙΙΙ περιόδου.
Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η λατρεία του Διονύσου πιστοποιείται με
ασφάλεια στην Αγία Ειρήνη με βάση επιγραφικές μαρτυρίες μόνο από το 500 π.Χ.
και εξής, καθίσταται επισφαλής η σύνδεση της επανάχρησης των ανωτέρω
αντικειμένων με τη συγκεκριμένη θεότητα ήδη από τα τέλη της Εποχής του Χαλκού
και τις αρχές των ιστορικών χρόνων.

679
. Albers 1994, 118. 2004, 134 (ιδιαίτερα παραπομπή 75).
680
. Στο ΝΑ τμήμα του δωματίου 3 αποκαλύφθηκε μια τετράγωνη λίθινη κατασκευή, η οποία
αποδίδεται στην Πρωτογεωμετρική περίοδο με βάση τη δημοσιευμένη στρωματογραφία, η χρήση της
οποία παραμένει ασαφής. Mazarakis Ainian 1997, 170 & εικ. 284, 288. Caskey 1998, 127.
681
. Η κεφαλή βρέθηκε στο δάπεδο τοποθετημένη μέσα σε μια κυκλική βάση και συσχετίστηκε από την
M.E. Caskey με τη λατρεία του Διονύσου, ενώ τα θραύσματα του σώματος άλλου ειδωλίου
αποδόθηκαν σε διαδικασίες αποθήκευσης ή μεταφοράς υγρών. Caskey 1986, 39-40.

168
Δ. ΟΨΕΙΣ ΚΑΙ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΛΑΤΡΕΙΑΣ

1. Η ΑΝΑΚΤΟΡΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

1.1. Τίρυνθα

Τα στοιχεία για θρησκευτικές δραστηριότητες σε αυτόνομους χώρους στην Τίρυνθα


παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον εξαιτίας της χρονολόγησής τους στο τέλος της
ανακτορικής περιόδου (ΥΕ ΙΙΙ Β2) και της σημαντικής διαφοροποίησης ως προς την
επιλογή της αρχιτεκτονικής μορφής σε σχέση με τα υπόλοιπα σύγχρονα ιερά. Η
επικέντρωση στο εσωτερικό της ακρόπολης και κυρίως στην Κάτω Ακρόπολη
οφείλεται στην ύπαρξη κινητού εξοπλισμού, σταθερών κατασκευών και επιγραφικών
μαρτυριών που συνηγορούν υπέρ της χρήσης τμήματος της συγκεκριμένης περιοχής
για την τέλεση συστηματικής λατρείας.
Το δωμάτιο 7 του τείχους αποτελεί μέχρι στιγμής μοναδική περίπτωση χρήσης
τμήματος ενός αμυντικού έργου ως ιερού ενταγμένου σε ένα Μυκηναϊκό οικιστικό
σύνολο. Τα αρχιτεκτονικά και χωροταξικά χαρακτηριστικά το διαφοροποιούν από τα
λεγόμενα ιερά πύλης που αποκαλύφθηκαν στα τείχη κοντά στις κύριες πύλες εισόδου
των Μυκηνών και της Τίρυνθας. Τα παραπάνω ιερά συνδέονται με διαδικασίες,
πιθανότατα και κάποιες τελετουργίες, εισόδου στην ακρόπολη και διαθέτουν
περιορισμένες διαστάσεις και ευρήματα. Αντίθετα το δωμάτιο 7 εντάσσεται σε έναν
οργανωμένο δομημένο χώρο, που περιλαμβάνει επίσης αύλειο χώρο και ένα
πολυλειτουργικό κτίριο συνδεόμενο άμεσα με την κεντρική διοίκηση, ο οποίος
πιθανόν είχε διακριτή λειτουργία στην ανακτορική ακρόπολη. Ο κινητός εξοπλισμός
του αύλειου χώρου σε συνδυασμό με το περιεχόμενο του αποθέτη στα δυτικά εκτός
των τειχών (εφόσον πράγματι ο αποθέτης χρησιμοποιούνταν ως αποδέκτης των
προϊόντων καθαρισμού του δωματίου 7 και του αύλειου χώρου και όχι κάποιου ιερού
εξωτερικά της ακρόπολης) θα μπορούσε να υποδεικνύει χρήση του δωματίου του
τείχους ως χώρου λατρείας.
Η απουσία ανεξάρτητων χώρων λατρείας, αντίστοιχων με τα ιερά της
ακρόπολης των Μυκηνών και άλλων σύγχρονων οικιστικών συνόλων, δημιουργεί
προβληματισμό για την πολεοδομική οργάνωση της Τίρυνθας κατά την ανακτορική
περίοδο. Τίθεται το ερώτημα αν υπήρχε στην ανακτορική Τίρυνθα ένα σύνολο

169
αστικών ιερών, αντίστοιχο με το Θρησκευτικό Κέντρο των Μυκηνών και αν η
απουσία αρχιτεκτονικών καταλοίπων θα μπορούσε να αποδοθεί στις εκτεταμένες
ισοπεδώσεις και την ανοικοδόμηση στην Κάτω Ακρόπολη κατά την ΥΕ ΙΙΙ Γ περίοδο.
Ωστόσο από το αρχαιολογικό υλικό μέχρι στιγμής απουσιάζει οποιοδήποτε
τελετουργικό σύνολο, το οποίο θα μπορούσε να προέρχεται από κάποιο ιερό
πρωιμότερο του δεύτερου μισού του 13ου αιώνα π.Χ. ή κειμήλια τα οποία
επαχρησιμοποιήθηκαν για θρησκευτικές τελετουργίες. Επιπλέον το περιεχόμενο του
αποθέτη εξωτερικά της ακρόπολης είναι κατά κανόνα σύγχρονο του δωματίου 7 του
τείχους και του λειτουργικά συσχετιζόμενου με αυτό αύλειο χώρου. Κατά συνέπεια
το δωμάτιο 7 και ο παρακείμενος αύλειος χώρος πιθανότατα αποτελούσαν κατά την
ανακτορική περίοδο, συγκεκριμένα κατά το τέλος αυτής, τους μόνους οργανωμένους
χώρους λατρείας στην Κάτω Ακρόπολη.
Αξιολογώντας το υλικό του αύλειου χώρου και του αποθέτη ως ένα σύνολο με
κοινά χρονολογικά και μορφολογικά χαρακτηριστικά, διαπιστώνεται ότι το δωμάτιο
του τείχους και ο αύλειος χώρος συνδεόταν με ποικίλες θρησκευτικές
δραστηριότητες. Η ύπαρξη συμβολικών αντικειμένων, όπως ο σημαντικός αριθμός
πήλινων ειδωλίων μικρών διαστάσεων και τα αποσπασματικά τροχήλατα ειδώλια
ομάδας Α, πιθανόν συσχετιζόταν με διαδικασίες τοποθέτησης στο χώρο, ώστε να
δημιουργούν λατρευτικό σκηνικό, καθώς και αφιέρωσης. Ειδικότερα τα τροχήλατα
ειδώλια έχουν προταθεί ότι αποτελούσαν σε ορισμένες περιπτώσεις λατρευτικά
αντικείμενα ή αποτελούσαν τμήμα του τελετουργικού εξοπλισμού κατά την τέλεση
πομπών682. Αξιοσημείωτος είναι ο ιδιαίτερα μεγάλος αριθμός των ανθρωπόμορφων
ειδωλίων τύπου Ψ σε αντίθεση με οποιοδήποτε άλλο τύπο ανθρωπόμορφων ή
ζωόμορφων ειδωλίων, ενώ στον τελετουργικό εξοπλισμό μπορούν να
συμπεριληφθούν τα ομοιώματα αρμάτων και επίπλων.
Εξειδικευμένος εξοπλισμός, όπως τα ζωόμορφα ρυτά, υποδεικνύει την τέλεση
χοών, ενώ τα μικκύλα αγγεία και τα κοσμήματα θα μπορούσαν να συνδεθούν με
αφιερωματικές διαδικασίες. Καθώς στο εσωτερικό του δωματίου 7 δεν έχει
εντοπιστεί κάποια σταθερή κατασκευή για την απόθεση ή χρήση των ανωτέρω
αντικειμένων, τίθεται το ερώτημα αν ο παρακείμενος αύλειος χώρος αποτελούσε
κύριο πεδίο τελετουργικής δράσης. Η εύρεση στον χώρο αυτό μιας σειράς εστιών, οι
οποίες αρχικά αποδόθηκαν από τον K. Kilian σε οικιακές δραστηριότητες στο Κτίριο

682
. Whittaker 2004, 105.

170
VI, συσχετίστηκε από την G. Albers με την πιθανή θρησκευτική δραστηριότητα στο
Δωμάτιο 7683. Η άποψη αυτή ενισχύεται από τα κινητά ευρήματα, καθώς εκτός από
τον τελετουργικό εξοπλισμό αποκαλύφθηκαν οστά ζώων και θραύσματα μαγειρικών
σκευών. Το παραπάνω σύνολο ευρημάτων θα μπορούσε να αποδοθεί στην
προετοιμασία τροφής για κατανάλωση στο πλαίσιο τελετουργικών γευμάτων,
πρακτική που πιστοποιείται τόσο από επιγραφικά όσο και από αρχαιολογικά
ευρήματα της Μυκηναϊκής ανακτορικής περιόδου684.
Αναφορικά με τις διαδικασίες συμμετοχής στις ανωτέρω θρησκευτικές
τελετουργίες, οι ιδιαίτερα περιορισμένες διαστάσεις του δωματίου του τείχους και η
χρήση της κλίμακας υποδεικνύουν ότι ο αριθμός των ατόμων που θα μπορούσαν να
εισέλθουν ταυτόχρονα ήταν ιδιαίτερα μικρός685. Περιορισμένες είναι και οι
διαστάσεις του αύλειου χώρου, ο οποίος συνδεόταν λειτουργικά με το δωμάτιο του
τείχους.
Από την άλλη πλευρά, η προοριζόμενη για την τέλεση λατρείας περιοχή
διαθέτει ανεμπόδιστη επικοινωνία με τους δομημένους χώρους της Κάτω Ακρόπολης
και τις πύλες της ακρόπολης, ενώ μέσα από ένα σύστημα διαδρόμων ήταν εφικτή η
επικοινωνία και με την Άνω Ακρόπολη. Κατά συνέπεια, η πολεοδομική οργάνωση
της ακρόπολης, σε συνδυασμό με τον σημαντικό αριθμό των κινητών ευρημάτων και
των συσχετιζόμενων με αυτά τελετουργιών, υποδεικνύουν ότι το δωμάτιο του τείχους
και ο παρακείμενος αύλειος χώρος θα μπορούσαν να αποτελούν στο τέλος της
ανακτορικής περιόδου έναν ενιαίο θρησκευτικό χώρο, πιθανόν με συχνή και δημόσια
χρήση.
Παράλληλα με βάση τα χρονολογικά και χωροταξικά στοιχεία πιστοποιείται
άμεση σύνδεση της λατρευτικής δραστηριότητας στο συγκεκριμένο χώρο με το
πολιτικοκοινωνικό σύστημα του ανακτόρου. Ιδιαίτερα η επιλογή ενός τμήματος του
τείχους για τη διαμόρφωση χώρου λατρείας θα μπορούσε να αποδοθεί σε
ιδεολογικούς και συμβολικούς λόγους. Η άποψη αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι
το τείχος αποτελούσε όχι μόνο το φυσικό όριο της ακρόπολης, αλλά και ένα
σημαντικό δημόσιο έργο για την υλοποίηση του οποίου απαιτήθηκε κεντρικός
σχεδιασμός και διαχείριση σημαντικού ανθρώπινου δυναμικού. Συνεπώς η
διαμόρφωση και χρήση του συγκεκριμένου θρησκευτικού χώρου πιθανόν συνιστούσε

683
. Albers 1994, 106.
684
. Whittaker 2004, 99-103.
685
. Albers 1994, 105.

171
έκφραση του κεντρικού διοικητικού μηχανισμού. Η ανάμειξη του ανακτορικού
συστήματος στην τέλεση λατρείας στην Κάτω Ακρόπολη επιβεβαιώνεται και από την
πινακίδα Γραμμικής Β από το Κτίριο VI, η οποία αναφέρεται σε θρησκευτικό
αξιωματούχο.
Όσον αφορά στην αρχιτεκτονική διάταξη της Άνω Ακρόπολης, αναδεικνύει το
χώρο της αυλής με τον κυκλικό βωμό ως σημείο εξέχουσας σπουδαιότητας για την
οργάνωση τελετουργιών. Η ενσωμάτωση του συγκεκριμένου χώρου στο κατεξοχήν
διοικητικό συγκρότημα, όπως διαμορφώθηκε στην τελική και βελτιωμένη του μορφή
τον 13ο αιώνα π.Χ., υποδεικνύει το έντονο ενδιαφέρον του διοικητικού μηχανισμού
για τελετουργίες, ορισμένες από τις οποίες πιθανότατα είχαν θρησκευτικό χαρακτήρα.
Οι διαστάσεις του αύλειου χώρου παρείχαν τη δυνατότητα για μεγάλο αριθμό
συμμετεχόντων, ενώ η ανεμπόδιστη σύνδεση με κάθε πτέρυγα του ανακτορικού
συγκροτήματος υποδεικνύει την εν δυνάμει συμμετοχή όλων των ενοίκων του
ανακτόρου χωρίς περιορισμούς. Αντίθετα η πρόσβαση από οποιοδήποτε άλλο μέρος
της ακρόπολης ή εκτός αυτής ήταν απόλυτα ελεγχόμενη μέσα από ένα
επαναλαμβανόμενο σύστημα πυλών, διαδρόμων και αύλειων χώρων.
Λαμβάνοντας υπόψη τον ανωτέρω μηχανισμό πρόσβασης και την αυξανόμενη
αρχιτεκτονική περιπλοκότητα ο W. Cavanagh πρότεινε την τέλεση πομπών από την
Κάτω Ακρόπολη προς το ανακτορικό συγκρότημα και αντίστροφα 686. Η άποψη αυτή
είναι ενδιαφέρουσα και θα μπορούσε να ενισχυθεί από την παράσταση πομπής
γυναικών σε φυσικό μέγεθος, η οποία κοσμούσε το ανακτορικό συγκρότημα της
Τίρυνθας687 και πιθανόν απέδιδε εικονογραφικά μέρος των τελούμενων σε αυτό
δραστηριοτήτων688. Καθώς όμως δεν υπάρχουν στοιχεία για τη συχνότητα χρήσης της

686
. Cavanagh 2001, 131-132.
687
. Η τοιχογραφία αποκαλύφθηκε το 1910 σε έναν αποθέτη στη δυτική κλιτύ της Άνω Ακρόπολης και
αρχικά θεωρήθηκε ότι ανήκε σε μια πρωιμότερη αρχιτεκτονική φάση του ανακτορικού
συγκροτήματος. Rodenwaldt 1912, 166-171. Οι πρόσφατες μελέτες του J. Maran και η
επαναχρολόγηση του Κτιρίου Τ στην ΥΕ ΙΙΙ Γ περίοδο οδήγησαν σε επανεξέταση του υλικού του
αποθέτη. Πιθανότατα η τοιχογραφία της πομπής κοσμούσε το ανακτορικό συγκρότημα κατά την
τελευταία περίοδο χρήσης του (ΥΕ ΙΙΙ Β2) και τοποθετήθηκε στον αποθέτη ύστερα από τις
εκτεταμένες εργασίες καθαρισμών που έλαβαν χώρα για την ανέγερση του Κτιρίου Τ. Maran 2001,
115-116.
688
. Αντίστοιχο φαινόμενο παρατηρείται και στο εικονογραφικό πρόγραμμα του Μεγάρου της Πύλου,
όπου κυρίαρχο ρόλο έπαιζε η πομπή σε φυσικό μέγεθος στο πρόπυλο. Παράλληλα στην αίθουσα του
θρόνου απεικονιζόταν πομπή με ταύρο και συμπόσιο με τη συμμετοχή περιορισμένου αριθμού
ατόμων. Ο εικονογραφικός διάκοσμος του Μεγάρου έχει συνδεθεί με δραστηριότητες εντός του
ανακτορικού συγκροτήματος, οι οποίες είχαν ως στόχο την έκφραση πολιτικής δύναμης και
σταθερότητας. McCallum 1987, 108-133. Shelmerdine 1998, 87-88. Davis & Bennet 1999, 115.
Wright 2004, 41-44.

172
κεντρικής αυλής και του βωμού, δεν μπορούν να εξαχθούν συμπεράσματα για την
τακτική ή κατά περίσταση τέλεση των συγκεκριμένων ή άλλων τελετουργιών.
Αντιπαραβάλλοντας τους δύο πόλους τελετουργικής δραστηριότητας της
ανακτορικής περιόδου (Δωμάτιο 7 και παρακείμενος αύλειος χώρος στην Κάτω
Ακρόπολη/ βωμός στην κεντρική αυλή στην Άνω Ακρόπολη) διαπιστώνουμε ότι
διαθέτουν ορισμένα κοινά στοιχεία, όπως τη χωροθέτηση εντός της τειχισμένης
ακρόπολης και την περιορισμένη ορατότητα. Από την άλλη πλευρά διαφέρουν
σημαντικά ως προς την αρχιτεκτονική μορφή, το μέγεθος των αύλειων χώρων, τη
χωροταξική οργάνωση και τα κινητά ευρήματα (Το τελευταίο στοιχείο πιθανόν να
είναι ανακριβές, καθώς δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για κινητά ευρήματα από την
περιοχή του κυρίως μεγάρου και της κεντρικής αυλής).
Σημαντικές διαφορές παρατηρούνται και ως προς τη χρήση των δύο ανωτέρω
χώρων. Στην περίπτωση του Δωματίου 7 και του αύλειου χώρου τα κινητά ευρήματα
υποδεικνύουν πιθανή θρησκευτική δραστηριότητα στο τέλος της ανακτορικής
περιόδου και ποικιλία τελετουργιών (αφιερωματικές διαδικασίες, συμβολική
παράθεση τελετουργικού εξοπλισμού, χοές, προετοιμασία κοινών γευμάτων) σε μια
περιοχή περιορισμένων διαστάσεων, αλλά εύκολα προσβάσιμης. Αντίθετα η κεντρική
αυλή με το βωμό διαθέτει αξιόλογες διαστάσεις, συνιστά όμως μια απόλυτα
ελεγχόμενη έκταση. Η περιοχή αυτή αποτέλεσε κομβικό σημείο του διαμορφωμένου
ανακτόρου και βρισκόταν σε χρήση σε όλη τη διάρκεια του 13ου αιώνα π.Χ.,
αποτελώντας κατά συνέπεια για μεγάλο χρονικό διάστημα τον μόνο προοριζόμενο για
τέλεση τελετουργιών χώρο στην ακρόπολη. Ωστόσο οι περιορισμοί στην πρόσβαση
θέτουν ερωτηματικά για τη συχνότητα της χρήσης και τις διαδικασίες συμμετοχής
στις όποιες θρησκευτικές τελετουργίες στην κεντρική αυλή και το βωμό.
Η ανωτέρω θρησκευτική δραστηριότητα της ανακτορικής περιόδου με βάση
τη χωροθέτηση των πόλων λατρείας, την πολεοδομική οργάνωση της ακρόπολης και
το σύνολο των σταθερών κατασκευών και κινητών ευρημάτων πιθανότατα ήταν
άμεσα συνυφασμένη και εξυπηρετούσε το ανακτορικό πολιτικοκοινωνικό σύστημα
διοίκησης. Οι διαφορές ως προς τα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά και τη χρήση δεν
παρέχουν επαρκή στοιχεία για ιεράρχηση των προαναφερθέντων χώρων, αλλά
αναδεικνύουν το σχετικά όψιμο ενδιαφέρον του κεντρικού διοικητικού μηχανισμού
για τη διαμόρφωση και διαχείριση ενός ανεξάρτητου ιερού εντός του οικιστικού
πλαισίου της ακρόπολης.

173
1.2. Μυκήνες

Η τέλεση λατρείας στις Μυκήνες κατά την ανακτορική περίοδο παρουσιάζει ιδιαίτερο
ενδιαφέρον, καθώς πιστοποιείται η ύπαρξη ενός συνόλου αστικών ιερών με διακριτό
ρόλο στην έκταση που περιβάλλεται από τα τείχη. Η χωροθέτηση των ιερών στη ΝΔ
κλιτύ της ακρόπολης και η λειτουργία τους ως οργανωμένων χώρων λατρείας υπήρξε
αποτέλεσμα καίριων χωροταξικών παρεμβάσεων, άμεσα συσχετιζόμενων με το
ανακτορικό σύστημα διοίκησης.
Τα κτίρια που συγκροτούν το λεγόμενο Θρησκευτικό Κέντρο αποτελούν μια
οικοδομική νησίδα με ιδιαίτερα αρχιτεκτονικά και χωροταξικά χαρακτηριστικά όπως
σύνδεση με διαμορφωμένο οδικό δίκτυο, το οποίο παρείχε πρόσβαση σε χώρους
ιδεολογικής/συμβολικής και πολιτικοκοινωνικής σπουδαιότητας (Ταφικός Κύκλος Α,
ανακτορικό συγκρότημα, Πύλη Λεόντων, χώροι εκτός ακρόπολης), ελεγχόμενη
πρόσβαση με τη χρήση πυλών, αρχιτεκτονική ποικιλία και ιδιαίτερα κατασκευαστικά
χαρακτηριστικά (χρήση πωρόλιθου και κροκαλοπαγή λίθου, εικονιστικός διάκοσμος,
μέριμνα για ανανέωση δαπέδων)689. Επιπλέον οι σταθερές κατασκευές στο εσωτερικό
των κτιρίων και στους παρακείμενους αύλειους χώρους, καθώς και η ποσότητα και
ποιότητα των κινητών ευρημάτων, αρκετά από τα οποία είναι μοναδικά ως προς το
σχήμα ή/και το υλικό κατασκευής, αποτελούν σημαντικές παραμέτρους της
οργανωμένης θρησκευτικής δραστηριότητας.
Στην περίπτωση του Κτιρίου Γ διαπιστώνεται μια εξελικτική πορεία της
αρχιτεκτονικής, των σταθερών κατασκευών και του αύλειου χώρου με τον οποίο το
κτίριο συνδέεται χωρικά και λειτουργικά. Το εσωτερικό του δωματίου Γ1
αναδεικνύεται από μια σειρά καίριων αρχιτεκτονικών παρεμβάσεων ως ο βασικός
χώρος τελετουργικής δράσης. Η πεταλόσχημη κατασκευή-βωμός αποτελούσε,
εξαιτίας του ιδιαίτερου σχήματος και της τοποθέτησης στον άξονα της εισόδου, το
σημείο κατεύθυνσης του βλέμματος. Τα επιμέρους χαρακτηριστικά της κατασκευής
(δακτύλιος με βύθισμα, επίστρωση από ασβεστοκονίαμα, απουσία ιχνών καύσης) σε
συνδυασμό με την κεραμική, η οποία αποτελεί τη μόνη κατηγορία κινητού
εξοπλισμού από το χώρο και σχετίζεται με τη μεταφορά, απόθεση ή εκροή υγρών

689
. Rousioti 2006-2007, 390-391.

174
(μικκύλα αγγεία, όστρακα ρυτού, κατά χώραν στόμιο αγγείου στο δάπεδο)
αποδεικνύουν ότι οι χοές αποτελούσαν τις κύριες θρησκευτικές τελετουργίες στο
συγκεκριμένο χώρο.
Επιπλέον το δωμάτιο Γ πιθανότατα αποτελούσε χώρο φύλαξης συμβολικών
και χρηστικών αντικειμένων, άμεσα συσχετιζόμενων με την τέλεση λατρείας.
Λαμβάνοντας υπόψη τις περιορισμένες διαστάσεις, την απουσία σταθερών
κατασκευών και τη χωρική απομόνωση του δωματίου θα μπορούσαμε να
υποστηρίξουμε ότι τα κινητά ευρήματα που εντοπίστηκαν στο χώρο αυτό, παρά τους
προβληματισμούς για την ακριβή χρονολόγησή τους, συσχετιζόταν λειτουργικά με το
παρακείμενο δωμάτιο Γ1 και τη θρησκευτική του χρήση.
Συγκεκριμένα οι πολυάριθμες χάντρες, τα περίαπτα σε σπάνια σχήματα και ο
σκαραβαίος-κειμήλιο παραπέμπουν έμμεσα σε αφιερωματικές διαδικασίες, ενώ δεν
μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να αποτελούσαν μέρος της ενδυμασίας και του
εξοπλισμού του ιερατείου. Σε διαδικασίες αποθήκευσης τελετουργικού εξοπλισμού ή
αφιερωμάτων παραπέμπουν το πλακίδιο με την εικονιστική παράσταση, μοναδικό
εύρημα ως προς το θεματολόγιο σε συνδυασμό με την επιλογή του υλικού, το οποίο
πιθανόν προοριζόταν για ανάρτηση ή ένθεση, καθώς και το κιβώτιο με επένδυση από
ελεφαντοστό σε σχήμα μυθολογικού όντος ή ζώου. Εναλλακτικά η συγκεκριμένη
επένδυση αποτελούσε τμήμα διακοσμημένου επίπλου, πιθανόν καθίσματος με
χρηστική ή συμβολική χρήση κατά τη διάρκεια των τελετουργιών.
Το επενδυμένο με ασβεστοκονίαμα θρανίο στο δωμάτιο Γ1 με αξιοποίηση του
φυσικού βράχου κατά την αρχική περίοδο χρήσης θα μπορούσε να αποδοθεί στην
ανάγκη διαμόρφωσης μιας επιφάνειας για την απόθεση τμήματος του ανωτέρω
εξοπλισμού εντός του δωματίου κατά τη διάρκεια των τελετουργιών. Αξιοσημείωτη
για όλη τη διάρκεια της χρήσης του Κτιρίου Γ ως ιερού είναι η απουσία
οποιασδήποτε κατηγορίας πήλινων τροχήλατων ή χειροποίητων ειδωλίων690.
Η αναδιοργάνωση του Κτιρίου Γ και του άμεσα συνδεόμενου με αυτό αύλειου
χώρου κατά την ΥΕ ΙΙΙ Β2 περίοδο είναι πιθανόν συνυφασμένη με καίριες αλλαγές
στην οργάνωση της τελούμενης λατρείας. Η κατάργηση της πεταλόσχημης
κατασκευής-βωμού και του θρανίου, χωρίς παράλληλη αντικατάστασή τους από
οποιαδήποτε κατασκευή στο εσωτερικό του δωματίου Γ1 και η απουσία κινητών

690
Η απουσία ιδιαίτερα συνηθισμένων κατηγοριών της Μυκηναϊκής ειδωλοπλαστικής (τροχήλατων
και χειροποίητων ζωόμορφων, συμπλεγμάτων και ομοιωμάτων επίπλων) που απαντώνται σε σύγχρονα
θρησκευτικά σύνολα είναι γενικευμένο φαινόμενο στο Θρησκευτικό Κέντρο των Μυκηνών. Albers
2009, 95.

175
ευρημάτων υποδεικνύουν ότι ο συγκεκριμένος χώρος δεν αποτελούσε κατά την
τελική περίοδο χρήσης του κτιρίου το επίκεντρο των τελετουργικών δραστηριοτήτων.
Αντίθετα η διαμόρφωση του αύλειου χώρου με την προσθήκη της ορθογώνιας
σταθερής κατασκευής, σε συνδυασμό με τη χωροθέτησή της στην απόληξη των
κύριων οδικών αρτηριών προς το Θρησκευτικό Κέντρο, αναδεικνύουν το εξωτερικό
τμήμα του Κτιρίου Γ ως κομβικό για την τέλεση οργανωμένης λατρείας. Τα
συνευρήματα (στρώμα καύσης, καμένα οστά μικρών ζώων691, μεγάλο χονδροειδές
αγγείο στο δάπεδο) αποτελούν ενδείξεις ότι ο χώρος προοριζόταν για την τέλεση
περιορισμένης έκτασης θυσιών. Η σημαντική διαφοροποίηση που σημειώνεται κατά
την τελική περίοδο χρήσης του Κτιρίου Γ με τη μετατόπιση του σημείου εστίασης της
προσοχής από το εσωτερικό του κτιρίου στον αύλειο χώρο, πιθανότατα εκφράζει
διαφοροποίηση των λατρευτικών δραστηριοτήτων στο συγκεκριμένο ιερό. Εφόσον οι
θυσίες αποτέλεσαν τις κύριες θρησκευτικές τελετουργίες, όπως υποδεικνύουν οι
σταθερές κατασκευές και τα κινητά ευρήματα, η επιλογή ενός μεγαλύτερου και πιο
εύκολα προσβάσιμου χώρου με παράλληλη διατήρηση και της στεγασμένης έκτασης
θα μπορούσε να αποδοθεί στη συμμετοχή αυξημένου αριθμού συμμετεχόντων στις
τελετουργίες αυτές.
Αναφορικά με το Ναό και τον διαμορφωμένο στα νότια αύλειο χώρο, στους
οποίους πιστοποιείται θρησκευτική δραστηριότητα από το πρώτο μισό του 13ου αιώνα
π.Χ., διακρίνονται δύο βασικές περίοδοι χρήσης. Οι διαφοροποιήσεις ως προς την
αρχιτεκτονική διάταξη και το κινητό εξοπλισμό, θα μπορούσαν να αποδοθούν σε
σημαντικές αλλαγές στη λειτουργία του ιερού. Συγκεκριμένα κατά την αρχική
περίοδο χρήσης, κύριος χώρος τέλεσης συστηματικής λατρείας αναδεικνύεται το
δωμάτιο 18, του οποίου το σύνολο των εξεδρών, τοποθετημένων στον άξονα της
εισόδου, αποτελούσαν το βασικό σημείο όπου κατευθύνονταν το βλέμμα.
Παρά το γεγονός ότι δεν υπάρχουν στην περιοχή των εξεδρών κατά την
περίοδο αυτή κινητά ευρήματα, τα διαθέσιμα στοιχεία (χωροθέτηση στο πίσω μέρος
του δωματίου στον άξονα της εισόδου, επικάλυψη με ασβεστοκονίαμα, απόθεση
ανθρωπόμορφου ειδωλίου και τράπεζας προσφορών κατά τη δεύτερη περίοδο του
κτιρίου) υποδεικνύουν χρήση ως επιφανειών απόθεσης αντικειμένων με
συμβολικό/τελετουργικό χαρακτήρα. Αντίστοιχη χρήση πιθανόν είχαν η επίπεδη
κατασκευή από πηλό δίπλα στις παραπάνω εξέδρες, όπως και το χαμηλό θρανίο στον

691
. Μυλωνάς 1977, 22. 1983, 137.

176
πρόδομο του κτιρίου. Ο ιδιαίτερα μεγάλος αριθμός κινητών ευρημάτων που
αποκαλύφθηκε στο χώρο 19 και την τριγωνική εσοχή, χώρους με ιδιαίτερα μικρές
διαστάσεις και χωρίς σταθερές κατασκευές, ενισχύει την άποψη για αποθήκευση και
όχι κατά χώραν χρήση των συγκεκριμένων ευρημάτων692. Αντίθετα σημαντικός
αριθμός των ευρημάτων θα μπορούσε να συσχετιστεί άμεσα με τις εξέδρες στο
δωμάτιο 18 και την τελετουργική τους χρήση.
Ο αποθηκευμένος τελετουργικός εξοπλισμός παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία ως
προς τα υλικά κατασκευής και τις κατηγορίες και παραπέμπει σε ποικιλία
θρησκευτικών τελετουργιών. Ο σημαντικός αριθμός ανοιχτών αγγείων, όπως οι 17
στο σύνολο κύλικες (στην πλειονότητα του συνηθισμένου τύπου με κοντό στέλεχος
και γωνιώδες περίγραμμα, αλλά και ορισμένες χωνόσχημες και κωνικές), τα μόνωτα
και αβαθή κυάθια, καθώς και τα βαθιά και κωνικά λεκανίδια παραπέμπουν στην
υλοποίηση ιερών γευμάτων στο χώρο του ιερού. Τα ανωτέρω αγγεία είναι στο
σύνολό τους άβαφα και χαμηλής κατασκευαστικής ποιότητας και πιστοποιούν ότι η
ποιότητα του χρησιμοποιούμενου εξοπλισμού δεν είχε μεγάλη σημασία. Η μόνη
διαφοροποίηση που παρατηρείται αφορά στην ύπαρξη δύο κωνικών κυλίκων με
μεγάλη χωρητικότητα, η οποία θα μπορούσε να αποδοθεί σε κάποιον διακριτό ρόλο
των αγγείων αυτών κατά την τελετουργική διαδικασία.
Όσον αφορά στο χώρο προετοιμασίας των προοριζόμενων για κατανάλωση
τροφίμων, η έλλειψη μαγειρικών σκευών και η παρουσία μικρού αριθμού αγγείων
μεταφοράς, μετάγγισης και βραχυπρόθεσμης αποθήκευσης υποδεικνύουν ότι η
προπαρασκευή δεν γινόταν στο κυρίως δωμάτιο του ιερού. Αντίθετα η προτεινόμενη
εστία στον πρόδομο του Ναού πιθανόν υποδεικνύει συσχέτιση του συγκεκριμένου
δωματίου με την προετοιμασία των γευμάτων, ενώ δεν μπορεί να αποκλειστεί το
ενδεχόμενο χρήσης και κάποιου εξωτερικού χώρου.
Με εξαίρεση τα ιερά γεύματα, για τα οποία χρησιμοποιήθηκε γνωστός από τα
οικιακά σύνολα εξοπλισμός, τα υπόλοιπα κινητά ευρήματα της πρώτης περιόδου
χρήσης του Ναού αποτελούν σε σημαντικό βαθμό προϊόντα εξειδικευμένων
εργαστηρίων. Ο μεγάλος αριθμός κοσμημάτων (πολυάριθμες χάντρες από τοπικά και
επείσακτα υλικά, περόνες, περίαπτο σε σπάνιο σχήμα), οι σφραγιδόλιθοι και τα
αντικείμενα καλλωπισμού θα μπορούσαν να αποτελούν προϊόντα αφιερωματικών
διαδικασιών, καθώς και μέρος του εξοπλισμού του ιερατείου. Τα πολυάριθμα γυάλινα

692
. Albers 1994, 34-35.

177
πλακίδια με φυτικές και εικονιστικές παραστάσεις, πιθανόν επενδύσεις
διακοσμημένων κιβωτίων ή επίπλων, σχετιζόταν επίσης με την αποθήκευση του
τελετουργικού εξοπλισμού.
Αξιοσημείωτη είναι η εύρεση στο κτίριο περιορισμένου αριθμού αντικειμένων
που χρονολογούνται στην ΥΕ ΙΙΙ Α περίοδο (ειδώλιο τύπου πρωτο-Φ, ανθρωπόμορφο
αγγείο, σκαραβαίος με επιγραφή του Αμένοφι ΙΙΙ, πιθανόν και τροχήλατο ειδώλιο της
ομάδας Α). Το ενδεχόμενο να αποτελούσαν μέρος του εξοπλισμού κάποιου
πρωιμότερου ιερού στην περιοχή της ακρόπολης ή εκτός αυτής δεν ενισχύεται μέχρι
στιγμής από τα ανασκαφικά στοιχεία. Καθώς πρόκειται κυρίως για αντικείμενα που
έχουν άμεση χρηστική ή συμβολική σπουδαιότητα για την τέλεση θρησκευτικών
τελετουργιών, θα μπορούσαν να ερμηνευτούν ως ένα είδος «προσφοράς θεμελίωσης»
κατά την ίδρυση του ιερού ή ακόμη και προσωπικά αντικείμενα του ιερατείου. Στις
τελούμενες θρησκευτικές τελετουργίες στο Ναό συμπεριλαμβάνεται και η τέλεση
χοών, όπως υποδεικνύει η εύρεση ρυτού σε αποσπασματική κατάσταση.
Σημαντικό μέρος του κινητού εξοπλισμού του ιερού αποτελείται από τα
τροχήλατα ειδώλια της ομάδας Β και τα ειδώλια φιδιών, ο συνολικός αριθμός των
οποίων είναι ιδιαίτερα μεγάλος και καθιστά αβέβαιη την ταυτόχρονη απόθεση στις
εξέδρες. Οι ανωτέρω τύποι ειδωλίων είναι μοναδικοί στο είδος τους και δεν
απαντώνται σε άλλο Μυκηναϊκό ιερό. Θα πρέπει να επισημανθεί η απουσία
συνηθέστερων κατηγοριών ειδωλίων, ζωόμορφων ή χειροποίητων ανθρωπόμορφων,
ενώ υπάρχουν ελάχιστα παραδείγματα άλλων τύπων ειδωλίων, όπως ένα τύπου Φ και
ένα αποσπασματικό της ομάδας Α.
Ο εξαιρετικός χαρακτήρας της πλειονότητας των ειδωλίων πιθανότατα
σχετίζεται άμεσα με την τελούμενη στο Ναό λατρεία. Στην περίπτωση που
χρησιμοποιούνταν ως λατρευτικά αντικείμενα ή τελετουργικός εξοπλισμός κατά τη
διάρκεια πομπών, η αποκλειστική χρήση τους σε σχέση με το συγκεκριμένο κτίριο θα
μπορούσε να αποδοθεί στη λατρεία θεοτήτων για την οποία απαιτούνταν
εξειδικευμένος εξοπλισμός. Δεν μπορεί να αποκλειστεί η πιθανότητα χθόνιας
λατρείας στο Ναό, ωστόσο δεν υπάρχουν σαφή στοιχεία για τέλεση της
συγκεκριμένης μορφής λατρείας κατά τη Μυκηναϊκή εποχή. Αντίθετα επιγραφικές
μαρτυρίες από το ανακτορικό κέντρο της Θήβας υποδεικνύουν την ύπαρξη ιερών
ζώων που δέχονται προσφορές, μεταξύ των οποίων και φιδιών, υποκατάστατα των

178
οποίων σε οικιστικό περιβάλλον θα μπορούσαν να συνιστούν τα αντίστοιχα ειδώλια
του Ναού693.
Συνοψίζοντας τα κινητά ευρήματα του ιερού κατά την πρώτη περίοδο χρήσης
χαρακτηρίζονται σε μεγάλο βαθμό από ποικιλία ως προς το σχηματολόγιο και τα
υλικά κατασκευής και αντικατοπτρίζουν διάφορες θρησκευτικές τελετουργίες
(απόθεση, αφιέρωση, κατανάλωση τροφής, χοές). Η μοναδικότητα σημαντικού
μέρους του εξοπλισμού πιθανότατα σχετίζεται όχι μόνο με το είδος της τελούμενης
λατρείας, αλλά και με την άμεση σύνδεση του ιερού με τις άρχουσες
πολιτικοκοινωνικές ομάδες της ακρόπολης και τις διαδικασίες προμήθειας και
μεταποίησης πολύτιμων υλικών.
Από την άλλη πλευρά ο αύλειος χώρος, ο οποίος συνδέεται χωροταξικά και
χρονολογικά με το Ναό, αποτελούσε χώρο τέλεσης συστηματικής λατρείας κατά τη
διάρκεια της πρώτης περιόδου χρήσης του παρακείμενου ιερού. Οι σταθερές
κατασκευές και τα κινητά ευρήματα όμως παρουσιάζουν σημαντικές
διαφοροποιήσεις σε σχέση με τα αντίστοιχα από το εσωτερικού του κτιρίου. Η
κυκλική υπερυψωμένη κατασκευή, μοναδική ως προς τα σχήμα και τα
κατασκευαστικά χαρακτηριστικά στις Μυκήνες, η τέφρα και τα οστά μικρών ζώων
από τον αποθέτη παραπέμπουν στην τέλεση θυσιών. Το σύνολο των κινητών
ευρημάτων συνίσταται από κεραμική σε εξειδικευμένα (φιάλη με προχοή, πυξίδα με
εικονιστική παράσταση), πιθανόν και επείσακτα σχήματα (ενεπίγραφος ψευδόστομος
αμφορέας), καθώς και από πήλινα ειδώλια μικρών διαστάσεων, τα οποία
απουσιάζουν από το εσωτερικό του Ναού, όπου κυριαρχούν τα μεγάλα τροχήλατα
ειδώλια σε σπάνιους τύπους.
Τα ευρήματα του αύλειου χώρου και του Ναού σε συνδυασμό με τη
χωροταξική οργάνωση του κατώτερου ανδήρου του Θρησκευτικού Κέντρου, θέτουν
ερωτήματα για τις διαδικασίες συμμετοχής στις τελούμενες θρησκευτικές
τελετουργίες. Πιστοποιείται απόθεση στην περιοχή του βωμού κοινών αφιερωμάτων,
ευρημάτων που απαντώνται στην πλειονότητα των Μυκηναϊκών ιερών (χειροποίητα
ειδώλια), παράλληλα με εξειδικευμένο εξοπλισμό που σχετίζεται με το ανακτορικό
σύστημα διαχείρισης και ανταλλαγών (ενεπίγραφος ψευδόστομος). Τα παραπάνω
στοιχεία, καθώς και ο εξαιρετικός χαρακτήρας του εξοπλισμού του Ναού θα
μπορούσαν να αποδοθούν στη χρήση του χώρου από ένα ετερόκλητο σύνολο πιστών

693
Rousioti 2001, 308-311.

179
ή στην τέλεση διαφορετικών μορφών λατρείας. Εφόσον η πρόταση της E. French για
ύπαρξη δυτικής πύλης στο τείχος ευσταθεί, τίθεται το ερώτημα αν υπήρχαν
περιθώρια πρόσβασης και χρήσης της περιοχής του βωμού από ένα ευρύτερο κοινό
λατρευτών υπό την επίβλεψη και το συντονισμό του κεντρικού μηχανισμού
διοίκησης.
Η δεύτερη περίοδος χρήσης του Ναού σηματοδοτήθηκε από τη μείωση των
χρηστικών δωματίων και των κινητών ευρημάτων. Το «σφράγισμα» του δωματίου 19
στις αρχές της ΥΕ ΙΙΙ Β2 περιόδου και η οριστική αχρήστευση των ειδωλίων πιθανόν
οφειλόταν σε κάποιο είδος καταστροφής, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τη φθορά
τμημάτων του κτιρίου και του μεγαλύτερου τμήματος των ευρημάτων. Σε αυτήν την
περίπτωση η ίδια η διαδικασία της απόθεσης του χρησιμοποιούμενου στη λατρεία
εξοπλισμού αποτελούσε από μόνη της μια τελετουργική πράξη σηματοδοτώντας το
τέλος της περιόδου ακμής του κτιρίου.
Ο κινητός εξοπλισμός κατά την περίοδο αυτή χαρακτηρίζεται από σημαντικό
περιορισμό των χρησιμοποιούμενων κατηγοριών και υλικών. Χαρακτηριστική είναι η
περίπτωση ενός μονόχρωμου ανθρωπόμορφου ειδωλίου και μιας μικρής τριποδικής
τράπεζας, τα οποία παρά τις φθορές επαναχρησιμοποιήθηκαν στο κυρίως δωμάτιο
του Ναού. Η επιλογή των συγκεκριμένων ευρημάτων και η τοποθέτησή τους σε μια
από τις προϋπάρχουσες εξέδρες, καθιστώντας τα το σημείο εστίασης της προσοχής
στο κυρίως δωμάτιο, πιθανόν υποδεικνύει μια προσπάθεια σύνδεσης με τα
τελετουργικά σύμβολα και τις λατρευτικές πρακτικές του πρόσφατου παρελθόντος.
Καθίσταται όμως αμφίβολη η διατήρηση του συμβολικού νοήματος των
ανωτέρω ευρημάτων μετά του «σφράγισμα» της πλειονότητας αυτών στο δωμάτιο 19.
Καθώς τα ειδώλια της ομάδας Β έχουν ερμηνευθεί από τους περισσότερους μελετητές
ως μορφές λατρευτών694, τίθεται το ερώτημα τι αντιπροσώπευε το μοναδικό ειδώλιο
της κατηγορίας αυτής, το οποίο εξακολούθησε να βρίσκεται σε χρήση κατά την
τελευταία περίοδο του κτιρίου: θα μπορούσε να συμβολίζει λατρευτή, να έχει
αποτροπαϊκό ρόλο695 ή να μετασχηματίστηκε σε μορφή θεότητας. Στον
επαναχρησιμοποιούμενο εξοπλισμό συμπεριλαμβάνεται και ένα αποσπασματικά
σωζόμενο ειδωλίου φιδιού, η τοποθέτηση του οποίου στην κλίμακα εξωτερικά της
σφραγισμένης εισόδου αποκτούσε συμβολικό χαρακτήρα.

694
. Moore 1988, 223-224. Moore & Taylour 1999, 116. Albers 2009, 88, 95-97.
695
. Παπαευθυμίου-Παπανθίμου 1997, 88, 94.

180
Σε αντίθεση με την αποσπασματικότητα των ανωτέρω ευρημάτων, η κεραμική
της δεύτερης περιόδου χρήσης του κτιρίου διακρίνεται για την καλή κατάσταση
διατήρησης και τις ειδικές κατηγορίες στις οποίες ανήκουν τα αγγεία.
Εκπροσωπούνται αποκλειστικά μαγειρικά σκεύη, αγγεία μεταφοράς και αποθήκευσης
προϊόντων, ενώ είναι χαρακτηριστική η παντελής απουσία σχημάτων κατανάλωσης ή
εξειδικευμένων αγγείων για την τέλεση συγκεκριμένων τελετουργιών, όπως χοών. Ο
εντοπισμός της πλειονότητας των αγγείων στον πρόδομο, σε συνδυασμό με την
ύπαρξη εστίας και εργαλείων, ενισχύουν την άποψη ότι η προετοιμασία τροφής
αποτελούσε την κύρια δραστηριότητα στο συγκεκριμένο χώρο. Αντίθετα η
κατανάλωση της τροφής λάμβανε χώρα εκτός κτιρίου, πιθανότατα στον παρακείμενο
αύλειο χώρο.
Κατά συνέπεια, η αρχιτεκτονική διάταξη και τα κινητά ευρήματα της ΥΕ ΙΙΙ
Β2 περιόδου αναδεικνύουν την προετοιμασία ιερών γευμάτων ως την κύρια
τελετουργική δραστηριότητα στο εσωτερικό του Ναού. Αντίθετα οι κυρίαρχες κατά
την πρωιμότερη περίοδο τελετουργίες, όπως αφιέρωση πολύτιμων αντικειμένων και
απόθεση εξειδικευμένου τελετουργικού εξοπλισμού, περιορίστηκαν σημαντικά
υποδεικνύοντας μια μετατόπιση του ενδιαφέροντος από την έκδηλη έκφραση
κοινωνικής διαφοροποίησης στην ενδυνάμωση των ενδοκοινοτικών δεσμών.
Όσον αφορά στο Κτίριο των Τοιχογραφιών, τα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά
(χρήση δομικών υλικών, εσωτερική διαρρύθμιση, σταθερές κατασκευές, γραπτός
διάκοσμος) σε συνδυασμό με την πληθώρα των κινητών ευρημάτων παρέχουν
στοιχεία για άμεση σύνδεση με την τέλεση οργανωμένης λατρείας. Η χωροθέτηση
του κτιρίου σε σχέση με τον αύλειο χώρο με τον κυκλικό βωμό και τον αποθέτη,
καθώς και η ταυτόχρονη χρήση και εγκατάλειψή τους αποτελεί ένα επιπλέον στοιχείο
ενίσχυσης της άποψης ότι κτίριο και παρακείμενος αύλειος χώρος αποτελούσαν μια
διακριτή λειτουργική οντότητα.
Κύριος χώρος θρησκευτικής δραστηριότητας αναδεικνύεται το δωμάτιο 31, το
μεγαλύτερο του κτιρίου, του οποίου οι σταθερές κατασκευές αποτελούσαν τα βασικά
σημεία εστίασης του βλέμματος. Ιδιαίτερα η πήλινη κατασκευή, η οποία
καταλαμβάνει το κεντρικό τμήμα του δωματίου, διαθέτει επιμέρους κατασκευαστικά
χαρακτηριστικά (ελλειψοειδές σχήμα, πιθανή ύπαρξη στεγάστρου) που την
καθιστούν μοναδική στην περιοχή του Θρησκευτικού Κέντρου. Παρά το γεγονός ότι
στη βιβλιογραφία αναφέρεται σε ορισμένες περιπτώσεις και ως «εστία», η έλλειψη

181
ιχνών καύσης στην επιφάνειά της και στρώματος καύσης στο εσωτερικό του
δωματίου θέτουν υπό αμφισβήτηση την ανωτέρω ερμηνεία.
Αντίθετα η αξιολόγηση της ελλειψοειδούς κατασκευής σε σχέση με τις
εξέδρες κατά μήκος του ΒΑ τοίχου και το σημαντικό αριθμό κινητών ευρημάτων
παραπέμπουν σε διαδικασίες απόθεσης τελετουργικού εξοπλισμού. Εναλλακτικά η
κεντρική κατασκευή θα μπορούσε να συσχετιστεί με την τέλεση χοών, καθώς στο
δωμάτιο 31 και στα παρακείμενα δωμάτια έχουν αποκαλυφθεί ευρήματα (ρυτό από
αχάτη, μικκύλο αγγείο, λαιμός αμφορέα στο δάπεδο) που πιστοποιούν ότι οι χοές
αποτελούσαν μία από τις βασικές τελετουργίες στο ιερό.
Το σύνολο των κινητών ευρημάτων, η πλειονότητα των οποίων
αποκαλύφθηκε στο δωμάτιο 31 και στο παρακείμενο μικρό δωμάτιο 32, διακρίνεται
για την μεγάλη ποικιλία των υλικών κατασκευής και των κατηγοριών και αναδεικνύει
διαφορετικές πτυχές της τελούμενης λατρείας. Συγκεκριμένα πιστοποιείται
κατανάλωση, μεταφορά και αποθήκευση υγρών, καθώς σημαντικό μέρος του
συνόλου των αγγείων από τους ανωτέρω χώρους αποτελείται από ανοιχτά σχήματα,
(κύλικες, κύπελλα και κρατηρίσκους), καθώς και κλειστά (αμφορείς διαφόρων ειδών
και μεγεθών).
Οι αναλύσεις των οργανικών υπολειμμάτων, παρά το γεγονός ότι αφορούν
περιορισμένο αριθμό αγγείων από κάθε κατηγορία, απέδειξαν ότι το κρασί θα
μπορούσε να αποτελεί το κυρίαρχο προς κατανάλωση και μεταφορά προϊόν.
Παράλληλα η ύπαρξη μαγειρικών σκευών και λίθινων τριβείων υποδεικνύει την
προπαρασκευή τροφής, στοιχείο που ενισχύεται και από τις σχετικές αναλύσεις.
Καθώς από το εσωτερικό του κτιρίου απουσιάζει κάποια σταθερή κατασκευή που με
ασφάλεια θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως εστία, είναι πιθανόν η προετοιμασία της
τροφής να λάμβανε χώρα σε κάποιον εξωτερικό χώρο και στη συνέχεια ο εξοπλισμός
να αποθηκευόταν στο εσωτερικό του ιερού.
Σημαντικό μέρος του κινητού εξοπλισμού του κτιρίου αποτελείται από
αντικείμενα, στην πλειονότητα κατασκευασμένα από ελεφαντοστό, η μοναδικότητα
των οποίων υποδεικνύει έναν καίριο ρόλο στην τελούμενη στο Κτίριο των
Τοιχογραφιών λατρεία. Η ανθρώπινη κεφαλή και τα συσχετιζόμενα με αυτήν
κοσμήματα έχουν ερμηνευθεί ως τμήματα ενός λατρευτικού αγάλματος. Παρά την
έλλειψη στοιχείων για την ύπαρξη σώματος από το ίδιο ή διαφορετικό υλικό, η
επιλογή του υλικού και η κατασκευαστική αρτιότητα συνηγορούν υπέρ της χρήσης
της κεφαλής ως αντικειμένου στο οποίο κατευθύνονταν το βλέμμα στο εσωτερικό του
182
ιερού ή ακόμη και κατά τη διάρκεια πομπών. Εναλλακτικά το συγκεκριμένο εύρημα
θα μπορούσε να συσχετιστεί με αφιερωματικές διαδικασίες.
Ως αντικείμενα με ιδιαίτερη χρηστική ή συμβολική χρήση κατά τη διάρκεια
των τελετουργιών μπορούν να ερμηνευθούν τα όπλα, το τμήμα επίπλου ή σκήπτρου
σε σχήμα λιονταριού, καθώς και η αποσπασματικά σωζόμενη λύρα. Επίσης η ύπαρξη
πολυάριθμων χαντρών, κομβίων και ενός πλακιδίου-κειμηλίου από φαγεντιανή
πιθανότατα αποτελούσαν αφιερώματα ή μέρος της ενδυμασίας και του εξοπλισμού
του ιερατείου.
Αξιοσημείωτη είναι η κατά χώραν τοιχογραφία στο βόρειο τοίχο του
δωματίου, η οποία εξαιτίας του θεματολογίου και του χώρου εύρεσης έχει ερμηνευθεί
από την πλειονότητα των ερευνητών ως θρησκευτική. Τα διαθέσιμα ανασκαφικά
δεδομένα δεν παρέχουν στοιχεία για το αν αποτελούσε μεμονωμένο παράδειγμα ή
τμήμα ενός ευρύτερου εικονογραφικού προγράμματος στο κυρίως δωμάτιο του ιερού.
Επίσης εξαιτίας της μοναδικότητας του ευρήματος δεν υπάρχει κάποια μεθοδολογική
βάση για τη σύνδεση της τοιχογραφίας με το χώρο όπου βρέθηκε και τις τελούμενες
σε αυτόν θρησκευτικές δραστηριότητες. Παρά το γεγονός ότι ορισμένα μεμονωμένα
αντικείμενα της παράστασης (όπλα, «κομβία/βαρίδια» ενδυμάτων, πτυχωτά
ενδύματα) παρουσιάζουν ομοιότητες με ευρήματα του χώρου, θα ήταν
παρακινδυνευμένο να υποστηριχθεί ότι οι εικονιζόμενες σκηνές λάμβαναν χώρα
εντός του Κτιρίου των Τοιχογραφιών. Πιθανότατα η τοιχογραφία πλαισίωνε
διακοσμητικά τα δρώμενα στο δωμάτιο 31, αναπαριστώντας εύκολα αναγνωρίσιμα
για τους εισερχόμενους στο χώρο συμβολικά θέματα, χωρίς απαραίτητα να
απεικονίζει ρεαλιστικά τις θρησκευτικές τελετουργίες στο συγκεκριμένο ιερό.
Η ανωτέρω τοιχογραφία είναι ενσωματωμένη σε δύο χαμηλές εξέδρες, οι
οποίες καταλάμβαναν τη ΒΑ γωνία του δωματίου. Στην επιφάνεια των εξεδρών δεν
έχουν αποκαλυφθεί κινητά ευρήματα, ωστόσο επιμέρους στοιχεία, όπως η
τοποθέτηση στον άξονα της κεντρικής σταθερής κατασκευής, η επικάλυψη με
ασβεστοκονίαμα και η χωροθέτηση σε σχέση με τον εικονογραφικό διάκοσμο
παραπέμπουν σε μια ιδιαίτερη χρήση των συγκεκριμένων κατασκευών. Αντίστοιχη
χαμηλή εξέδρα αποκαλύφθηκε στο παρακείμενο δωμάτιο 32 και σχετίζεται με την
κατά χώραν εύρεση ενός ακέραιου τροχήλατου γυναικείου ειδωλίου, μοναδικού στο
Κτίριο των Τοιχογραφιών. Λαμβάνοντας υπόψη το στοιχείο αυτό, θα μπορούσε να
υποστηριχτεί ότι και οι εξέδρες που πλαισίωναν την τοιχογραφία λειτουργούσαν ως
επιφάνειες απόθεσης τελετουργικού εξοπλισμού.
183
Ο ιδιαίτερα μεγάλος όμως αριθμός αντικειμένων από το ιερό έρχεται σε
αντίθεση με τον περιορισμένο αριθμό και τις μικρές διαστάσεις των σταθερών
κατασκευών. Το στοιχείο αυτό καθιστά αδύνατη την ταυτόχρονη απόθεση του
τελετουργικού εξοπλισμού και υποδεικνύει ότι στο εσωτερικό του ιερού λάμβαναν
χώρα και διαδικασίες αποθήκευσης του συγκεκριμένου εξοπλισμού. Σε μία
προσπάθεια να ερμηνεύσει την πληθώρα των κλειστών αγγείων μεταφοράς και
έκχυσης υγρών, την ύπαρξη αγγείων μεταφοράς πιθανόν αρωματικών ελαίων ή
αλοιφών, σε συνδυασμό με τις σταθερές κατασκευές και την πήλινη λάρνακα, ο A.
Moore πρότεινε την ύπαρξη ενός εξειδικευμένου εργαστηρίου παραγωγής
αρωματικών ελαίων στο Κτίριο των Τοιχογραφιών. Επίσης, λαμβάνοντας υπόψη τα
μερικώς κατεργασμένα αντικείμενα από ελεφαντοστό στο δωμάτιο 32696, υποστήριξε
ότι στο ίδιο κτίριο λειτουργούσε και ένα εργαστήριο περιορισμένης κλίμακας
κατεργασίας ελεφαντοστού.
Η προτεινόμενη όμως εργαστηριακή χρήση των ανωτέρω χώρων είναι
αμφίβολη, καθώς οι διαστάσεις των δωματίων είναι ιδιαίτερα μικρές για τη
λειτουργία δύο εξειδικευμένων εργαστηρίων παράλληλα με την θρησκευτική
δραστηριότητα, η οποία δεν αμφισβητείται. Επιπλέον παρατηρείται έλλειψη
απορριμμάτων σχετικών με την επεξεργασία ελεφαντοστού και απουσία αγγείων
απαραίτητων σε συγκεκριμένα στάδια της παραγωγής αρωματικών ελαίων697.
Εναλλακτικά η ύπαρξη ορισμένων αγγείων συνδεόμενων με αρωματικά έλαια
και αλοιφές, των οποίων ο αριθμός είναι ιδιαίτερα περιορισμένος σε σχέση με τα
υπόλοιπα αγγεία του κτιρίου, θα μπορούσαν να αποδοθούν στην προετοιμασία του
ιερατείου και των συμμετεχόντων για την τέλεση θρησκευτικών τελετουργιών, κατά
τις οποίες απαιτούνταν συγκεκριμένη ένδυση και σωματική φροντίδα698. Σε αυτό το
τελετουργικό πλαίσιο πιθανόν εντάσσεται και η τοποθετημένη στο δάπεδο του κυρίως
δωματίου πήλινη λάρνακα, η οποία θα μπορούσε να αποδοθεί σε διαδικασίες
εξαγνισμών.
Όσον αφορά στους αύλειους χώρους 34 και 36, δεν υπάρχουν σταθερές
κατασκευές που να πιστοποιούν άμεσα σύνδεση με τη θρησκευτική δραστηριότητα

696
. Για την ορολογία σχετικά με τους διαφορετικούς βαθμούς κατεργασίας του ελεφαντοστού από το
Θρησκευτικό Κέντρο βλέπε Krzyszkowska 2007, 36-48.
697
. Για αναλυτική παρουσίαση της διαδικασίας παραγωγής αρωματικών ελαίων στο πλαίσιο της
ανακτορικής οικονομίας βλέπε Shelmerdine 1984 & 1985.
698
. Ο σημαντικός ρόλος των αρωματικών ελαίων στις θρησκευτικές τελετουργίες με βάση επιγραφικές
μαρτυρίες από το προϊστορικό Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο επισημαίνεται από τον Ι. Φάππα
στη διδακτορική του διατριβή (2009).

184
του Κτιρίου των Τοιχογραφιών. Το σύνολο των κινητών ευρημάτων διαφοροποιείται
σε σημαντικό βαθμό, καθώς περιλαμβάνει εργαλεία, ελάσματα μετάλλων και μήτρα
για παραγωγή κοσμημάτων. Ωστόσο η εύρεση κοινών κατηγοριών ευρημάτων, όπως
αγγείων μεταφοράς και αποθήκευσης, μαγειρικών σκευών, μερικώς κατεργασμένου
ελεφαντοστού, σε συνδυασμό με τη χωροθέτηση των συγκεκριμένων υπαίθριων
χώρων και την αρχικά άμεση επικοινωνία τους με το ιερό, εγείρει προβληματισμό για
την ακριβή τους χρήση.
Ειδικότερα οι ποσότητες ημικατεργασμένου ελεφαντοστού έχουν αξιολογηθεί
σε σχέση με αντίστοιχα ευρήματα από το παρακείμενο δωμάτιο 32 και έχουν
προταθεί διάφορες ερμηνείες. Ο ανασκαφέας W. Taylour απέδωσε τα συγκεκριμένα
ευρήματα σε κάποιον εργαστηριακό χώρο ειδικευμένο στην κατεργασία
ελεφαντοστού699. Από την άλλη πλευρά, η Ε. French διαχώρισε τη χρήση των χώρων
εντός και εκτός του κτιρίου και υποστήριξε ότι οι υπαίθριοι χώροι 34 και 36 θα
μπορούσαν να λειτουργούν ως εργαστήρια ποικίλων δραστηριοτήτων (κατεργασίας
ελεφαντοστού, κατασκευής χρυσών και γυάλινων κοσμημάτων), καθώς έχουν
αξιόλογες διαστάσεις, είναι επαρκώς φωτιζόμενοι και αεριζόμενοι και διασώζουν
εργαλεία. Αντίθετα οι μικρές διαστάσεις του δωματίου 32 και η απουσία
απορριμμάτων κατεργασίας δεν υποδεικνύουν οποιοδήποτε συσχετισμό με
εργαστηριακή χρήση, αλλά αντίθετα με αποθηκευτικές δραστηριότητες 700. Ωστόσο ο
ανωτέρω διαχωρισμός καθίσταται προβληματικός, καθώς σε κανέναν από τους
υπαίθριους χώρους δεν εντοπίστηκαν απορρίμματα701.
Οι S. Lupack και D. Evely επισήμαναν την πιθανή κατάχωση των υπαίθριων
χώρων παράλληλα με αντίστοιχες δραστηριότητες στο Κτίριο των Τοιχογραφιών και
την εντατική επαναχρησιμοποίηση κατά την ΥΕ ΙΙΙ Γ περίοδο, με αποτέλεσμα να
είναι αμφίβολος ο προσδιορισμός του αρχικού χώρου χρήσης των αντικειμένων που
έχουν συσχετιστεί με εργαστηριακές δραστηριότητες702. Τέλος, η O. Krzyszkowska
διαχωρίζοντας το μερικώς κατεργασμένο ελεφαντοστό που εντοπίστηκε στους
υπαίθριους χώρους από το αντίστοιχο υλικό του δωματίου 32 υποστήριξε ότι στην

699
. Taylour 1981, 40.
700
. French 1981, 45.
701
. Lupack 2007, 60. French & Taylour 2007, 30.
702
. Πρόσφατα η S. Lupack υποστήριξε ότι υποψήφιοι εργαστηριακοί χώροι στην ευρύτερη περιοχή
του Θρησκευτικού Κέντρου θα μπορούσαν να αποτελέσουν ο μερικώς δημοσιευμένος υπαίθριος χώρος
μεταξύ του Κτιρίου των Τοιχογραφιών και της Οικίας Τσούντα, καθώς και το μη ανασκαμμένο άνδηρο
ΒΑ του διαδρόμου 4, πιθανός τόπος προέλευσης των πινακίδων στης σειράς Oi. Lupack 2007, 60-61.

185
πρώτη περίπτωση σχετιζόταν με αποθηκευτικές δραστηριότητες, ενώ στη δεύτερη με
αφιερωματικές διαδικασίες 703.
Η ανωτέρω πρόταση για ένταξη του ημικατεργασμένου ελεφαντοστού στα
αφιερώματα του Κτιρίου των Τοιχογραφιών είναι ενδιαφέρουσα. Τα συγκεκριμένα
ευρήματα εντοπίστηκαν αποκλειστικά στο δωμάτιο 32, έναν ιδιαίτερα μικρό χώρο
που αρχικά παρείχε πρόσβαση στο κυρίως δωμάτιο του ιερού, ενώ απομονώθηκε
χωρικά ύστερα από αρχιτεκτονικές αλλαγές. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με τον
μεγάλο αριθμό και την ποικιλία των ευρημάτων, σημαντικό μέρος των οποίων
αποτελείται από αγγεία αποθήκευσης και μεταφοράς προϊόντων, συνηγορούν υπέρ
της αποθηκευτικής χρήσης του χώρου. Εφόσον το ημικατεργασμένο ελεφαντοστό
συνιστούσε τμήμα του αποθηκευμένου στο μικρό δωμάτιο τελετουργικού
εξοπλισμού, τίθεται το ερώτημα τι εκφράζει η συγκεκριμένη πρακτική και γιατί
αποτελούσε τη μόνη κατηγορία πρώτης ύλης σε χρήση ως αφιέρωμα. Καθώς
αντίστοιχη πρακτική δεν απαντάται σε άλλο ιερό στις Μυκήνες, ίσως συνδεόταν με
ιδιαίτερες λατρευτικές πρακτικές στο Κτίριο των Τοιχογραφιών, στις οποίες ενεργό
ρόλο έπαιζαν ομάδες εξειδικευμένων τεχνιτών.
Από την άλλη πλευρά, λαμβάνοντας υπόψη τον συνολικό αριθμό
αντικειμένων από ελεφαντοστό, ολοκληρωμένων και μη, στο ανωτέρω ιερό, θα
μπορούσε να υποστηριχθεί ότι αποτελούσαν αντικείμενα έκφρασης κοινωνικής
διαφοροποίησης και εξέφραζαν τον ενεργό ρόλο των ηγετικών ομάδων της
ακρόπολης στην οργάνωση και υλοποίηση των τελετουργιών. Η άποψη αυτή
ενισχύεται από το γεγονός ότι σημαντικό μέρος του κινητού εξοπλισμού, των
σταθερών κατασκευών και του εικονιστικού διακόσμου του κτιρίου δεν έχουν
παράλληλα στο Θρησκευτικό Κέντρο και κατά συνέπεια εκφράζουν έναν διακριτό
ρόλο του Κτιρίου των Τοιχογραφιών στην οργανωμένη θρησκευτική δραστηριότητα
κατά το πρώτο μισό του 13ου αιώνα π.Χ.
Αναφορικά με την Οικία Τσούντα και το Μέγαρο, η χωροθέτηση στη δυτική
κλιτύ της ακρόπολης παραπέμπει σε άμεση συνάφεια με τα προαναφερθέντα αστικά
ιερά. Η ένταξη των κτιρίων αυτών στα χωρικά και λειτουργικά πλαίσια του
Θρησκευτικού Κέντρου ενισχύεται από τη χρήση των διαμορφωμένων μηχανισμών

703
. Στη μελέτη της για το σύνολο των αντικειμένων από ελεφαντοστό από το Θρησκευτικό Κέντρο
παρατήρησε ότι το ακατέργαστο υλικό είναι ελάχιστο και περιορίζεται στο υπόγειο δωμάτιο ΙΙ του
Μεγάρου. Το στοιχείο αυτό σε συνδυασμό με την έλλειψη απορριμμάτων, καθιστά αδύνατη την
ταύτιση κάποιου χώρου εντός του Θρησκευτικού Κέντρου ως εργαστηρίου κατεργασίας
ελεφαντοστού. Kryszkowska 2007, 34, 50-51.

186
πρόσβασης και των αύλειων χώρων, καθώς και τα ιδιαίτερα αρχιτεκτονικά και
κατασκευαστικά χαρακτηριστικά (διακριτοί αρχιτεκτονικοί τύποι, μερική χρήση
πωρόλιθου, εικονιστικός διάκοσμος, ανανέωση δαπέδων από ασβεστοκονίαμα).
Ωστόσο οι σταθερές κατασκευές και τα κινητά ευρήματα καθιστούν αμφίβολη την
χρήση των κτιρίων ως ιερών, αλλά αντίθετα υποδεικνύουν έναν διαφοροποιημένο
ρόλο.
Συγκεκριμένα η Οικία Τσούντα κατατάσσεται στην κατηγορία των «κτιρίων
με διάδρομο», ενός εξελιγμένου αρχιτεκτονικού τύπου σε χρήση στην Ηπειρωτική
Ελλάδα κατά την ΥΕ ΙΙΙ Β περίοδο, ο οποίος εξυπηρετούσε συνδυασμό ποικίλων
δραστηριοτήτων: διαμονή, αποθήκευση, εργαστηριακές εργασίες, ορισμένες φορές
και τέλεση λατρείας704. Το μοναδικό παράδειγμα του συγκεκριμένου αρχιτεκτονικού
τύπου στο Θρησκευτικό Κέντρο συνδέεται χωροταξικά με το Κτίριο Γ με το οποίο
έχουν άμεση γειτνίαση και κοινό προσανατολισμό. Επιπλέον η θεμελίωση της Οικίας
Τσούντα στο πρώτο μισό του 13ου αιώνα π.Χ., περίοδο κατά την οποία παρατηρείται
επέκταση του Κτιρίου Γ και τέλεση συστηματικής λατρείας, και η παράλληλη χρήση
των δύο κτιρίων έως και το τέλος του 13ου αιώνα π.Χ. συνηγορούν υπέρ κάποιας
μορφής λειτουργικής τους σύνδεσης.
Ο Α. Wace βασιζόμενος στη γειτνίαση των δύο κτιρίων ερμήνευσε την Οικία
Τσούντα ως χώρο κατοικίας του ιερατείου. Από την άλλη πλευρά ο Γ. Μυλωνάς
συνέδεσε το κτίριο με αποθηκευτικές δραστηριότητες τελετουργικού εξοπλισμού και
χαρακτήρισε το μικρότερο χώρο της υπόγειας πτέρυγας ως «ταμείο» όπου
φυλασσόταν αφιερώματα705. Η G. Albers υιοθέτησε την άποψη για αποθηκευτική
χρήση και υποστήριξε ότι το κτίριο χρησιμοποιούταν για την οργανωμένη
αποθήκευση προμηθειών κάτω από την άμεση επιτήρηση του προσωπικού των
παρακείμενων ιερών706.
Η ανωτέρω άποψη βασίζεται αποκλειστικά στην αξιολόγηση των
αποκαλυφθέντων αγγείων αποθηκευτικής χρήσης. Λαμβάνοντας όμως υπόψη το
σύνολο των σταθερών κατασκευών και των κινητών ευρημάτων (πιθανή εστία,
«βόθρος» με τέφρα και οστά ζώων, τοιχογραφίες με συμβολικές παραστάσεις) σε

704
. Τα δημοσιευμένα παραδείγματα διαθέτουν μία πτέρυγα με μεγαροειδή μορφή, πιθανότατα χώρος
κατοικίας, καθώς και μια δεύτερη η οποία έχει ερμηνευθεί ως χώρος αποθηκευτικών ή/και
εργαστηριακών δραστηριοτήτων. Στις περισσότερες περιπτώσεις υπάρχουν επαρκή στοιχεία για την
ύπαρξη κλιμακοστασίου, το οποίο οδηγούσε σε δεύτερο όροφο πάνω από την πτέρυγα των
αποθηκευτικών χώρων. Hiesel 1990, 111-145. Tournavitou 1995, 285-299.
705
. Μυλωνάς 1983, 141.
706
. Albers 1994, 29.

187
συνδυασμό με τη χωροθέτηση στο Θρησκευτικό Κέντρο και την αρχιτεκτονική
μορφή που επιλέχθηκε, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι η Οικία Τσούντα
αποτελούσε ένα πολυλειτουργικό οικοδόμημα. Το κτίριο πιθανότατα ήταν άμεσα
συνυφασμένο με τις αυξημένες ανάγκες ενός θρησκευτικού συστήματος, για τη
λειτουργία του οποίου εντός οικιστικού ιστού απαιτούνταν εκτός από τους
στεγασμένους ή υπαίθριους χώρους λατρείας, χώροι διαμονής ή/και περιορισμένης
τελετουργικής δράσης (ΒΑ πτέρυγα) και αποθήκευσης (ΒΑ και ΝΔ πτέρυγα)707.
Αντίστοιχα πολυλειτουργικό πιθανότατα ήταν και το Μέγαρο, κτίριο το οποίο
εξαιτίας του μεγέθους, των επιμέρους κατασκευαστικών χαρακτηριστικών και της
τοποθέτησης στην απόληξη σημαντικών οδικών αρτηριών κατείχε καίρια θέση. Το
κομβικό σημείο ανέγερσης του Μεγάρου το καθιστούσε μαζί με το Κτίριο Γ τους
πρώτους σταθμούς για κάθε εισερχόμενο στο Θρησκευτικό Κέντρο και σημείο
ελέγχου της πρόσβασης προς τα ιερά του κατώτερου ανδήρου. Παράλληλα
παρατηρείται μια ιδιαίτερη χωρική σύνδεση με τον διαμορφωμένο αύλειο χώρο ΒΔ
του Κτιρίου Γ, ο οποίος αποτελούσε πεδίο τέλεσης θρησκευτικών τελετουργιών
πιθανόν κατά την ΥΕ ΙΙΙ Β2 περίοδο.
Ο W. Taylour βασίστηκε στην πιθανή ύπαρξη εστίας και την πρόσβαση στην
Πομπική Οδό για να διατυπώσει την άποψη ότι το Μέγαρο αποτελούσε ένα ακόμη
ιερό του Θρησκευτικού Κέντρου. Η G. Albers συσχέτισε άμεσα το κτίριο, και κυρίως
τον άνω όροφο, με τελετουργική δράση. Επίσης ερμήνευσε τα κοσμήματα και το
ακατέργαστο ή ημικατεργασμένο ελεφαντόδοντο που αποκαλύφθηκαν στους
υπόγειους χώρους του κτιρίου ως αφιερώματα και σύνδεσε τους χώρους εύρεσης με
διαδικασίες φύλαξης τελετουργικού εξοπλισμού708. Από την άλλη πλευρά η S.
Lupack εξέφρασε επιφυλάξεις για την τέλεση θρησκευτικών τελετουργιών στο ίδιο το
Μέγαρο. Λαμβάνοντας υπόψη τη χωρική σύνδεση με το Κτίριο Γ, πρότεινε ότι το
κτίριο πιθανόν εξυπηρετούσε ανάγκες του ιερατείου που δραστηριοποιούνταν στην
περιοχή των ιερών709.
Η διατυπωθείσα άποψη της S. Lupack παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και
ενισχύεται σε σημαντικό βαθμό από την απουσία σταθερών κατασκευών που με
ασφάλεια θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν κατά την τέλεση λατρείας. Επιπλέον τα
κινητά ευρήματα όπως τα κοσμήματα, το αγγείο από αβγό στρουθοκαμήλου, τα

707
. Για αντίστοιχη περίπτωση χωρικής και λειτουργικής σύνδεσης «κτιρίου με διάδρομο» και ιερού
κατά την ανακτορική περίοδο βλέπε στο κεφάλαιο για την Τίρυνθα.
708
. Albers 1994, 27.
709
. Lupack 2008, 143.

188
ένθετα από ελεφαντοστό, πιθανόν διακόσμηση επίπλων, σε συνδυασμό με την
τοιχογραφία με παράσταση πομπής υποδεικνύουν άμεση σύνδεση του Μεγάρου με το
ανακτορικό σύστημα διοίκησης και διαχείρισης προϊόντων εξειδικευμένων
εργαστηρίων. Παράλληλα οι ποσότητες ημικατεργασμένων πολύτιμων υλικών, οι
οποίες αποκαλύφθηκαν στους υπόγειους χώρους του Μεγάρου, θα μπορούσαν να
αποδοθούν σε αφιερωματικές διαδικασίες που είχαν ως στόχο την έκφραση
κοινωνικής διαφοροποίησης ή στην ανάμειξη, ως ένα βαθμό, του θρησκευτικού
τομέα στην παραγωγική διαδικασία.
Διαπιστώνεται λοιπόν ότι ο ιδιαίτερος ρόλος του Μεγάρου σχετιζόταν
περισσότερο με τη διαχείριση της γενικότερης λειτουργίας του Θρησκευτικού
Κέντρου, παρά με την τέλεση θρησκευτικών τελετουργιών στο εσωτερικό του. Ο άνω
όροφος πιθανόν λειτουργούσε ως πολυτελής χώρος διαμονής ατόμων, τα οποία
συμμετείχαν ενεργά στις ποικίλες δραστηριότητες εντός του Θρησκευτικού Κέντρου,
οι οποίες συμπεριλάμβαναν την οργάνωση θρησκευτικών τελετουργιών στα
παρακείμενα ιερά και τους αύλειους χώρους, καθώς και την αποθήκευση πολύτιμων
πρώτων υλών και εξοπλισμού.
Σε αντίθεση με την πληθώρα των στοιχείων για την τέλεση λατρείας στην
περιοχή του Θρησκευτικού Κέντρου, ιδιαίτερα περιορισμένα είναι τα διαθέσιμα
στοιχεία στην περίπτωση του ανακτορικού συγκροτήματος. Τα κινητά ευρήματα στην
αίθουσα του Μεγάρου, χώρο άμεσα συνδεόμενο με την κεντρική αυλή, καθώς και η
χωροταξική οργάνωση στο ανώτερο άνδηρο της ακρόπολης υποδεικνύουν ότι μέρος
των ποικίλων δραστηριοτήτων στο ανακτορικό συγκρότημα πιθανόν αποτελούσαν
και οι θρησκευτικές τελετουργίες. Οι διαστάσεις του αύλειου χώρου σε συνδυασμό
με την ανεμπόδιστη σύνδεσή του με όλες τις πτέρυγες του ανακτόρου τον
καθιστούσαν πεδίο τελετουργικής δράσης με συμμετοχή χωρίς περιορισμούς των
ενοίκων του ανακτόρου. Αντίθετα ένα οργανωμένο σύστημα πυλών, αύλειων χώρων
και διαδρόμων καθιστούσε απόλυτα ελεγχόμενη την πρόσβαση από τα υπόλοιπα
τμήματα της ακρόπολης.
Ο ανωτέρω μηχανισμός πρόσβασης, σε συνδυασμό με την ανέγερση της
Νοτιοδυτικής Μεγάλης Κλίμακας, η χωροθέτηση και τα κατασκευαστικά
χαρακτηριστικά της οποίας παραπέμπουν σε άμεση επικοινωνία του ανακτόρου με το
Θρησκευτικό Κέντρο, αναδεικνύουν τις πομπές ως κύριες τελετουργικές πράξεις. Η
αυξανόμενη αρχιτεκτονική περιπλοκότητα στα δύο πιθανά σημεία απόληξης των
πομπών (το Μέγαρο με την παρακείμενη κεντρική αυλή και τα ιερά με τους
189
διαμορφωμένους αύλειους χώρους που διαθέτουν υπαίθριους βωμούς) εκφράζει
αρχιτεκτονικά την σπουδαιότητα που απέδιδε το ανακτορικό σύστημα διοίκησης στις
συγκεκριμένες τελετουργίες. Επιπλέον η τέλεση πομπών αποδίδεται εικονογραφικά
σε τοιχογραφία που διακοσμούσε χώρο του Θρησκευτικού Κέντρου στην απόληξη
της Πομπικής Οδού, η οποία πιθανόν σχετιζόταν με τις τελούμενες στη δυτική κλιτύ
της ακρόπολης δραστηριότητες.
Αξιολογώντας τους δύο πόλους θρησκευτικής δράσης στην ακρόπολη
διαπιστώνουμε ότι διαθέτουν ορισμένα κοινά στοιχεία, όπως την περιορισμένη
ορατότητα, τη σύνδεση με οργανωμένο σύστημα πρόσβασης και εν μέρει την επιλογή
των οικοδομικών υλικών. Παρατηρούνται ωστόσο σημαντικές διαφορές ως προς την
αρχιτεκτονική μορφή, το μέγεθος των αύλειων χώρων και την ύπαρξη σταθερών
κατασκευών σε αυτούς, τη χωροταξική οργάνωση, καθώς και την ποσότητα και
ποιότητα των κινητών ευρημάτων. Η παράλληλη θεμελίωση και χρήση των δύο
ανωτέρω πόλων εγείρει ερωτήματα για την οργάνωση της θρησκευτικής
δραστηριότητας στην ακρόπολη και τα χαρακτηριστικά της τελούμενης λατρείας. Η
πλήρης ανάπτυξη του ανακτορικού συγκροτήματος κατά την ΥΕ ΙΙΙ Β1 περίοδο και η
καθιέρωση ενός επαναλαμβανόμενου μηχανισμού πρόσβασης έθεταν σημαντικούς
περιορισμούς στην πρόσβαση και καθιστούσαν τη συμμετοχή απόλυτα ελεγχόμενη.
Παράλληλα η αρχιτεκτονική διάταξη και ο κινητός εξοπλισμός υποδεικνύουν τη
σύνδεση του ανακτορικού συγκροτήματος με συγκεκριμένες τελετουργίες, όπως χοές
και πομπές.
Από την άλλη πλευρά εκδηλώθηκε νωρίς το έντονο ενδιαφέρον του κεντρικού
μηχανισμού διοίκησης για συστηματική και οργανωμένη λατρεία σε ανεξάρτητους
χώρους. Ωστόσο θα πρέπει να σημειωθεί η ύπαρξη έμμεσων στοιχείων για
πρωιμότερη λατρεία, καθώς ο τελετουργικός εξοπλισμός των ιερών της ΥΕ ΙΙΙ Β
περιόδου συμπεριλαμβάνει και περιορισμένο αριθμό κειμηλίων, των οποίων ο
αρχικός χώρος χρήσης (ιερό εντός ακρόπολης, ιερό στην ύπαιθρο ή το ίδιο το
ανάκτορο) δεν μπορεί με τα σημερινά δεδομένα να προσδιοριστεί.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η προτεινόμενη από τον Κ. Wardle
μεταγενέστερη των ιερών επέκταση του τείχους στη δυτική κλιτύ, η οποία αποτελεί
μια πρόκληση για τη διερεύνηση του ρόλου αυτών των χώρων λατρείας στα
συγκεκριμένα χωρικά, χρονικά και κοινωνικά πλαίσια. Εφόσον πράγματι τα ιερά
λειτούργησαν κατά το πρώτο μισό του 13ου αιώνα π.Χ. ως χώροι εξωτερικά της
ακρόπολης (με άμεση συσχέτιση με το ανακτορικό σύστημα διοίκησης και
190
οικονομίας, όπως υποδεικνύει η ποιότητα του τελετουργικού εξοπλισμού), η ένταξή
τους μετά την επέκταση του τείχους στον ιστό της ακρόπολης συμπίπτει με την
ανέγερση μεγάλων εργαστηριακών και αποθηκευτικών συγκροτημάτων στα
ανατολικά του ανακτόρου. Αναδεικνύεται με αυτόν τον τρόπο ο ανακτορικός
διοικητικός μηχανισμός ως βασικός ρυθμιστής της ζωής στην ακρόπολη, καθώς με
την επέκταση του τείχους επιτεύχθηκε ενσωμάτωση τόσο της λατρείας, όσο και της
βιοτεχνικής παραγωγής σε σαφή χωρικά και λειτουργικά πλαίσια.
Η ανωτέρω πρόταση για την χρονολόγηση του τείχους είναι επισφαλής και
μέχρι στιγμής όχι επαρκώς τεκμηριωμένη, ωστόσο θα μπορούσε να συσχετιστεί με
έναν ιδιαίτερο ρόλο των ιερών ως χώρων λατρείας μιας ευρύτερης περιφέρειας. Στην
περίπτωση που τα κτίρια ανεγέρθηκαν εξαρχής εντός των χωρικών ορίων της
τειχισμένης ακρόπολης, η πρόσβασή τους μέσα από ένα οργανωμένο οδικό δίκτυο, το
οποίο συνδεόταν με την κύρια είσοδο στην ακρόπολης, και με μια πιθανή πύλη στο
δυτικό τμήμα του τείχους710, παρά τους σαφείς περιορισμούς στην πρόσβαση, πιθανόν
επέτρεπε τη χρήση τους και από ομάδες εκτός των περιορισμένων χωρικών ορίων της
ακρόπολης. Μάλιστα η G. Albers διατύπωσε την άποψη ότι το Θρησκευτικό Κέντρο
των Μυκηνών αποτελούσε το κέντρο λατρείας ολόκληρης της Αργολίδας 711.
Η χωροταξική οργάνωση του Θρησκευτικού Κέντρου, παραπέμπει σε λατρεία
δημόσιου χαρακτήρα, οι περιορισμένες όμως διαστάσεις των αποκαλυφθέντων ιερών
και των παρακείμενων αύλειων χώρων καθιστούν αμφίβολη την ταυτόχρονη
συμμετοχή μεγάλου αριθμού ατόμων. Το σύνολο του κινητού εξοπλισμού και των
σταθερών κατασκευών, τόσο στο εσωτερικό των κτιρίων όσο και των αύλειων
χώρων, υποδεικνύει ποικιλία τελούμενων λατρευτικών πρακτικών: πομπές, χοές,
θυσίες, τελετουργική απόθεση, προετοιμασία και κατανάλωση τροφής, αφιέρωση
προσφορών. Η περιπλοκότητα της οργάνωσης και των πτυχών της τελούμενης στα
προαναφερθέντα ιερά λατρείας ενισχύεται από την ανοικοδόμηση, ταυτόχρονα με τα
ιερά, πολυλειτουργικών κτιρίων. Η χρήση των ανωτέρω οικοδομημάτων, τα οποία
διαφοροποιούνται ως προς την αρχιτεκτονική μορφή και τις κατασκευαστικές
λεπτομέρειες, θα μπορούσε να συσχετιστεί με τη διαμονή αξιωματούχων ή ιερατείου
επιφορτισμένου με την εύρυθμη λειτουργία των ιερών.
Με την ύπαρξη οργανωμένου ιερατείου και με διαδικασίες προετοιμασίας του
για την συμμετοχή σε τελετουργίες θα μπορούσε να συσχετιστεί σημαντικός αριθμός

710
. French & Taylour 2007, Fig. 6. French 2002, 92.
711
. Albers 2004, 126-131.

191
ευρημάτων, ορισμένων από επείσακτα υλικά, όπως κοσμήματα, εξοπλισμός
ενδυμάτων, σφραγιδόλιθοι, αγγεία με αρωματικά έλαια ή αλοιφές, αντικείμενα
καλλωπισμού. Επιπλέον επιγραφικές μαρτυρίες από την περιοχή του Θρησκευτικού
Κέντρου712 καθώς και σημαντικός αριθμός ημιτελών ευρημάτων θέτουν το ζήτημα
της σύνδεσης ατόμων, τα οποία σχετιζόταν άμεσα με τα ιερά, με στάδια της
βιοτεχνικής παραγωγής. Χωρίς να μπορεί να υποστηριχθεί με ασφάλεια ότι ορισμένα
από τα κτίρια και τους αύλειους χώρους είχαν και εργαστηριακή χρήση, αυτή η
σύνδεση αποτελεί ένα ακόμη στοιχείο για τον πολυσήμαντο ρόλο των ιερών κατά την
ανακτορική περίοδο.
Καίριας σπουδαιότητας για την τελούμενη στο Θρησκευτικό Κέντρο λατρεία
υπήρξαν οι σημαντικές αλλαγές στις αρχές της ΥΕ ΙΙΙ Β2 περιόδου, οι οποίες
αποδόθηκαν στην σημαντική φθορά των κτιρίων εξαιτίας κάποιας φυσικής
καταστροφής, πιθανόν ενός σεισμού. Παρά τις εργασίες ανακαίνισης που
ακολούθησαν, τα διαθέσιμα στοιχεία αναφορικά με την αρχιτεκτονική και τον κινητό
εξοπλισμό του δεύτερου μισού του 13ου αιώνα π.Χ. υποδεικνύουν σημαντικό
περιορισμό των χρησιμοποιούμενων χώρων, κατάργηση του κυκλικού βωμού και
μεγάλη μείωση των κινητών ευρημάτων. Τελετουργική δραστηριότητα πιστοποιείται
στο Κτίριο Γ (δωμάτιο Γ2) και κυρίως στον διαμορφωμένο παρακείμενο αύλειο χώρο
με την σταθερή κατασκευή-βωμό, καθώς και στον πρόδομο και το κυρίως δωμάτιο
του Ναού. Αντίθετα βασικοί λατρευτικοί χώροι με μοναδικές στις Μυκήνες σταθερές
κατασκευές, όπως το δωμάτιο 31 του Κτιρίου των Τοιχογραφιών και το δωμάτιο Γ1
του Κτιρίου Γ, έπαψαν να χρησιμοποιούνται.
Ιδιαίτερης σπουδαιότητας διαδικασίες αποτελούν η κατάχωση του Κτιρίου
των Τοιχογραφιών και το σφράγισμα του δωματίου 19 του Ναού με παράλληλη
αχρήστευση του ιδιαίτερα σημαντικού κινητού τους εξοπλισμού. Σε αντίθεση με τη
μείωση των χρησιμοποιούμενων λατρευτικών χώρων, τα βοηθητικά κτίρια του
Θρησκευτικού Κέντρου εξακολούθησαν να βρίσκονται σε χρήση υποδεικνύοντας το
διαρκές ενδιαφέρον του ανακτορικού συστήματος για τη διαχείριση ζητημάτων των
ιερών. Ωστόσο, παρά την εν μέρει χρήση τους κατά την ΥΕ ΙΙΙ Β2 περίοδο, δεν θα
ήταν υπερβολικό να υποστηριχθεί ότι μετά την καταστροφή τα ιερά δεν κατάφεραν
να ανακτήσουν ξανά το ρόλο τους ως πεδίο έκφρασης κοινωνικής διαφοροποίησης
και προβολής των ηγετικών κοινωνικών ομάδων της ακρόπολης.

712
Βλέπε Παράρτημα.

192
Η οριστική εγκατάλειψή τους στο τέλος της ανακτορικής περιόδου
αναδεικνύει το ρόλο των ιερών ως αναπόσπαστο τμήμα της πολεοδομικής οργάνωσης
της συγκεκριμένης περιόδου. Παράλληλα υποδεικνύει την ενσωμάτωση των αστικών
ιερών και των τελούμενων σε αυτά θρησκευτικών τελετουργιών στις κοινωνικές και
οικονομικές δομές οι οποίες στήριζαν την ύπαρξη και τη λειτουργία ενός
συγκεκριμένου συστήματος διοίκησης. Η ανωτέρω άποψη ενισχύεται και από το
γεγονός ότι, τα διαθέσιμα στοιχεία για τη μετανακτορική ακρόπολη καθιστούν
αμφίβολη τη χρήση της περιοχής του Θρησκευτικού Κέντρου ως λατρευτικού χώρου
συνυφασμένου με κάποια μορφή μετανακτορικής εξουσίας.

1.3. Μιδέα

Η συμβολή της ακρόπολης της Μιδέας στην κατανόηση της οργάνωσης της
Μυκηναϊκής λατρείας είναι περιορισμένη εξαιτίας της απουσίας κτιρίων που με
ασφάλεια θα μπορούσαν να ερμηνευτούν ως ιερά. Οι συνέχιση των ανασκαφικών
εργασιών, η αποσπασματική κατάσταση διατήρησης της πλειονότητας των
ευρημάτων που έχουν ερμηνευθεί ως πιθανός τελετουργικός εξοπλισμός και η
ασάφεια, σε ορισμένες περιπτώσεις, του ακριβούς χώρου χρήσης των ευρημάτων
αυτών αποτελούν παραμέτρους που δυσχεραίνουν τη διερεύνηση της όποιας
θρησκευτικής δραστηριότητας. Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία παρατηρούνται
ομοιότητες με τις σύγχρονες θέσεις της Τίρυνθας και των Μυκηνών ως προς το
χωρικό και το πολιτικοκοινωνικό πλαίσιο, καθώς και στη Μιδέα η λατρεία
εντασσόταν στον οικιστικό ιστό της τειχισμένης ακρόπολης (και μάλιστα σε εγγύτητα
με το τείχος) που διέθετε τουλάχιστον κατά το δεύτερο μισό του 13 ου αιώνα π.Χ ένα
είδος διοικητικού κέντρου.
Στην περίπτωση της περιοχής της Δυτικής πύλης, τα διάσπαρτα κατά μήκος
του τείχους ειδώλια και αγγεία χαρακτηρίζονται από την ιδιαίτερα αποσπασματική
κατάσταση διατήρησης, ενώ απουσιάζει οποιοδήποτε αρχιτεκτονικό στοιχείο ή
σταθερή κατασκευή συσχετιζόμενη με την χρήση τους. Αξιολογώντας τα παραπάνω
στοιχεία θα μπορούσε να προταθεί ότι αποτελούσαν προϊόντα απόρριψης ή
σχετιζόταν με τη διάβρωση του εδάφους στα ανώτερα άνδηρα της ακρόπολης. Δεν
μπορεί ωστόσο να αποκλειστεί η πιθανότητα τμήμα του υλικού αυτού να σχετίζεται
με έναν ιδιαίτερο συμβολισμό της πύλης και να προέρχεται από ένα «ιερό πύλης».

193
Πληρέστερα είναι τα στοιχεία από το κτίριο δυτικά της πύλης. Στα δωμάτιά
του εντοπίστηκε εξοπλισμός, τμήμα του οποίου αποδίδεται στη λειτουργία ενός ιερού
στον άνω όροφο. Ιδιαίτερα το ακέραιο τροχήλατο γυναικείο ειδώλιο, η κατασκευή
του οποίου επέτρεπε την προσάρτηση σε κάποιο είδος στηρίγματος και τη μεταφορά
του, έχει ερμηνευτεί ως λατρευτικό αντικείμενο με βάση παράλληλα από αστικά ιερά,
ενώ με θρησκευτικές τελετουργίες (αφιέρωση, χοές, πιθανόν και πομπές) θα
μπορούσε να συσχετιστεί και άλλος εξοπλισμός από το ίδιο κτίριο. Ωστόσο δεν
μπορεί να διερευνηθεί η αρχιτεκτονική μορφή του προτεινόμενου άνω ορόφου, ενώ
με βάση τα δημοσιευμένα στοιχεία δεν καθίσταται σαφές ποια ακριβώς ευρήματα,
εκτός του παραπάνω ειδωλίου, αποδίδονται σε αυτόν.
Αντίθετα οι κατά χώραν πίθοι, οι μεγάλοι ψευδόστομοι αμφορείς, οι
απανθρακωμένοι καρποί και τα σιτηρά, οι σφραγιδόλιθοι και η χρήση Γραμμικής Β
(επείσακτος ψευδόστομος αμφορέας και εγχάρακτο σφράγισμα) πιστοποιούν άμεση
σύνδεση του δωματίου εύρεσης του ειδωλίου με τον κεντρικό διοικητικό μηχανισμό
και με διαδικασίες αποθήκευσης διαφόρων προϊόντων. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να
αποκλειστεί η πιθανότητα το τροχήλατο ειδώλιο να βρισκόταν αποθηκευμένο στο
υπόγειο δωμάτιο, όπου εντοπίστηκε, και είτε να χρησιμοποιούνταν σε κάποιο ιερό
στην περιοχή του τείχους που δεν έχει μέχρι στιγμής ανασκαφεί ή εναλλακτικά να
συνιστούσε ένα ακόμη προϊόν εξειδικευμένου εργαστηρίου που προοριζόταν για
διακίνηση.
Στην περίπτωση του Μεγάρου και των παρακείμενων χώρων, το οστεολογικό
υλικό, σε συνδυασμό με τα κινητά ευρήματα (εργαλεία, αγγεία κατανάλωσης,
ορισμένα εξειδικευμένα αγγεία και ειδώλια), υποδεικνύουν τη σύνδεση του
διοικητικού μηχανισμού με τη διεξαγωγή τελετουργικών γευμάτων, πιθανότατα με τη
συμμετοχή σημαντικού αριθμού ατόμων. Η άποψη αυτή θα μπορούσε να ενισχυθεί
από τις αξιόλογες διαστάσεις του αύλειου χώρου, τη μεγάλη ποσότητα οστεολογικού
υλικού, πιθανόν και την εξέδρα στην είσοδο του Μεγάρου. Παρά την προτεινόμενη
ύπαρξη όμως διακριτών επιπέδων συμμετοχής, υπάρχουν ακόμη αρκετές ασάφειες ως
προς τη συχνότητα τέλεσης των παραπάνω γευμάτων και το ενδεχόμενο ύπαρξης
ιερού στην ευρύτερη περιοχή.
Όσον αφορά στην οικοδομική δραστηριότητα στο Μέγαρο και τους χώρους
γύρω από αυτό κατά την περίοδο που ακολούθησε τη σημαντική καταστροφή,
αποτελεί βασική παράμετρο της προσπάθειας αναδιοργάνωσης στην ακρόπολη.
Πιθανόν το γεγονός αυτό συνδεόταν με την ανάδειξη νέων ηγετικών ομάδων, οι
194
οποίες μέσα από την επιλογή της τοποθεσίας ανέγερσης, τη διαχείριση του
περιβάλλοντος χώρου και αντικειμένων κύρους-κειμηλίων επιχειρούσαν ιδεολογική
σύνδεση με το ανακτορικό παρελθόν και προσδιορισμό του κοινωνικού τους ρόλου.
Με βάση τα μέχρι στιγμής ανασκαφικά στοιχεία, η παραπάνω προσπάθεια δεν
περιελάμβανε συστηματική τέλεση λατρείας σε αυτόνομα ιερά, αλλά πιθανόν
διοργάνωση μικρής έκτασης τελετουργικών γευμάτων.

1.4. Μέθανα

Η συμβολή των νέων στοιχείων από τα Μέθανα στη μελέτη των όψεων της λατρείας
της Μυκηναϊκής εποχής είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς προέρχονται από μια θέση
περιφερειακή σε σχέση στα ανακτορικά κέντρα της Αργολίδας, η οποία θεμελιώθηκε
κατά την περίοδο ακμής του ανακτορικού διοικητικού συστήματος και εξακολούθησε
να χρησιμοποιείται μέχρι την κατάρρευσή του. Επιπλέον ο συστηματικός χαρακτήρας
της ανασκαφικής έρευνας, η δημοσίευση αξιόλογου τμήματος του αρχαιολογικού
υλικού, παρά τις ασάφειες αναφορικά με τη χωροταξική οργάνωση και τις πιθανές
αρχιτεκτονικές φάσεις, συμβάλλουν στην αξιολόγηση των αρχιτεκτονικών
καταλοίπων και των κινητών ευρημάτων σε συγκεκριμένο χωρικό και
κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο.
Με βάση τα διαθέσιμα ανασκαφικά στοιχεία κύριος χώρος οργανωμένης
θρησκευτικής δραστηριότητας αναδεικνύεται το Δωμάτιο Α, του οποίου η εσωτερική
διαρρύθμιση και ο κινητός εξοπλισμός παραπέμπουν σε ποικιλία θρησκευτικών
τελετουργιών. Οι σταθερές κατασκευές καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο τμήμα του
στεγασμένου χώρου και αναδεικνύονται ως τα σημεία εστίασης της προσοχής.
Ιδιαίτερα η βαθμιδωτή κατασκευή στη ΒΔ γωνία διακρίνεται για το σχήμα, την
επιμέλεια της κατασκευής και την άμεση σύνδεση με την πλειονότητα των
ευρεθέντων κινητών ευρημάτων του δωματίου. Ο καίριος ρόλος της παραπάνω
κατασκευής, μοναδικής στο είδος της στο ανασκαμμένο τμήμα των Μεθάνων, στην
τέλεση λατρείας ενισχύεται και από τη χωροθέτησή της στον άξονα της εισόδου. Σε
συνδυασμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της εσωτερικής διαρρύθμισης του Δωματίου Α
(τετράγωνη κατασκευή στο μέσον του δωματίου, επιμήκης κατασκευή στο νότιο

195
τοίχο) συγκροτούσαν ένα ενιαίο λειτουργικά σύνολο, το οποίο πιθανότατα
συσχετιζόταν με διαδικασίες απόθεσης τελετουργικού εξοπλισμού.
Το σύνολο των κινητών ευρημάτων χαρακτηρίζεται από την ποικιλία των
εκπροσωπούμενων κατηγοριών και δηλώνει διαφορετικές πτυχές της θρησκευτικής
δραστηριότητας. Σημαντικός αριθμός του κινητού εξοπλισμού αποτελείται από
σύνθετους τύπους ειδωλίων, σπάνιους ή παντελώς άγνωστους, ενώ αξιοσημείωτη
είναι η απουσία ή ελάχιστη εκπροσώπηση ευρύτατα διαδεδομένων τύπων της
Μυκηναϊκής ειδωλοπλαστικής (χειροποίητα και τροχήλατα ανθρωπόμορφα και
ζωόμορφα ειδώλια). Σε μια προσπάθεια να ερμηνεύσει το μεγάλο σύνολο
συμπλεγμάτων με βοοειδή και ίππους και ιδιαίτερα ένα ειδώλιο ιππέα, το οποίο
διακρίνεται για τις διαστάσεις και την εύρεση στην ανώτερη βαθμίδα της
κατασκευής, Ε. Κονσολάκη-Γιαννοπούλου πρότεινε τη λατρεία στο ιερό των
Μεθάνων μιας ανδρικής θεότητας. Πτυχές της ανωτέρω θεότητας αποτελούσαν,
σύμφωνα με την ερευνήτρια, το δάμασμα της φύσης και η επίδειξη δύναμης,
ιδιότητες που θα μπορούσαν να παραπέμπουν σε κάποιο πρόδρομο του Ποσειδώνα
«Ιππίου» ή «Ταυρείου», ο οποίος λατρευόταν στην ευρύτερη περιοχή κατά τα
ιστορικά χρόνια713.
Η ανωτέρω άποψη είναι ενδιαφέρουσα, ωστόσο δεν φαίνεται να
υποστηρίζεται επαρκώς από τα διαθέσιμα αρχαιολογικά στοιχεία, καθώς η αναγωγή
θεοτήτων των ιστορικών χρόνων με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά στην Ύστερη
Εποχή του Χαλκού είναι επισφαλής μεθοδολογικά714. Επιπλέον βασίζεται σε
συγκεκριμένη κατηγορία ειδωλίων, παραβλέποντας τα υπόλοιπα ευρήματα από το
ίδιο σύνολο (πλοίο, έπιπλα, τρίποδες, «κέρατα καθοσιώσεως»), τα οποία επίσης
αποτελούν ιδιαίτερα σπάνιους ή χωρίς παράλληλα τύπους.
Αξιολογώντας συνολικά τα ειδώλια του Δωματίου Α θα μπορούσε να
προταθεί ότι εκφράζουν τοπικά χαρακτηριστικά της τελούμενης λατρείας, χωρίς
ωστόσο να συνιστούν ενδείξεις για πρώιμη λατρεία του Ποσειδώνα Ιππίου στο ιερό.
Εναλλακτικά οι σπάνιοι τύποι θα μπορούσαν να ερμηνευθούν ως προϊόντα τοπικού
εργαστηρίου με συγκεκριμένο θεματολόγιο ή ως ένα συμβολικό μέσο
διαφοροποίησης ορισμένων συμμετεχόντων στις τελετουργίες. Η εκδοχή αυτή
713
. Konsolaki-Yannopoulou 2002, 35.
714
. Επιγραφικές μαρτυρίες από την Πύλο αναφέρονται στον Ποσειδώνα ως αποδέκτη προσφορών και
στο ιερό του. Παρά το γεγονός ότι δεν αμφισβητείται η λατρεία της συγκεκριμένης θεότητας
τουλάχιστον κατά την τελευταία περίοδο του ανακτόρου, απουσιάζει οποιοδήποτε στοιχείο σύνδεσης
των χαρακτηριστικών της θεότητας και της τελούμενης λατρείας της Εποχής του Χαλκού με τα
αντίστοιχα των ιστορικών χρόνων.

196
πιθανόν ενισχύεται από το γεγονός ότι από τα ευρήματα του ιερού απουσιάζουν
αφιερώματα ή λατρευτικά αντικείμενα από πολύτιμα υλικά τα οποία θα υποδείκνυαν
κοινωνική διαφοροποίηση μέσω της πρόσβασης σε πολύτιμα υλικά και προϊόντα
εξειδικευμένων εργαστηρίων, ακόμη και συνδεδεμένων με το ανακτορικό οικονομικό
σύστημα. Αντίθετα το σύνολο σχεδόν του τελετουργικού εξοπλισμού διακρίνεται από
ομοιομορφία όσον αφορά στο υλικό κατασκευής (τοπικός πηλός), καθιστώντας το
θεματολόγιο το μόνο κριτήριο διαφοροποίησης.
Αξιοσημείωτη είναι η πλήρης απουσία ευρημάτων τα οποία θα λειτουργούσαν
ως προσωπικά αντικείμενα του ιερατείου, όπως κοσμήματα, εξαρτήματα ενδυμασίας
ή είδη καλλωπισμού. Το γεγονός αυτό θέτει το ερώτημα της λειτουργίας του ιερού
στα Μέθανα από οργανωμένο ιερατείο. Η απουσία των συγκεκριμένων ευρημάτων
πιθανόν αποτελεί ένδειξη ότι χρέη οργάνωσης, συντονισμού και τέλεσης λατρευτικών
πράξεων εκτελούσαν περιστασιακά μέλη της τοπικής κοινωνίας (χωρίς να υπάρχουν
στοιχεία αν η ανάθεση αυτών των καθηκόντων γινόταν με βάση την ηλικία, την
κοινωνική θέση ή με ποια άλλα κριτήρια). Από την άλλη πλευρά, ίσως οι τοπικοί
ιερείς δεν διέθεταν εξειδικευμένα ατομικά αντικείμενα, διαγνώσιμα στο αρχαιολογικό
υλικό, αλλά διακρινόταν κατά τη διάρκεια των τελετουργιών μέσω της χρήσης
συγκεκριμένων ενδυμασιών, οι οποίες δεν έχουν διασωθεί, καθώς και σωματικής
φροντίδας. Σε σχέση με τις ανωτέρω διαδικασίες θα μπορούσε να ερμηνευθεί η
εύρεση μεταξύ του εξοπλισμού δύο αλάβαστρων, αγγείων που έχουν συνδεθεί με
αρωματικά έλαια και αλοιφές.
Η αξιολόγηση της κεραμικής του Δωματίου Α υποδεικνύει την ύπαρξη μιας
εξειδικευμένης ομάδας προοριζόμενης για την τέλεση χοών. Πρόκειται για αγγεία
που ανήκουν σε σπάνιους τύπους (ζωόμορφο ρυτό, μικκύλα αγγεία, μεταξύ των
οποίων και ένα σε σχήμα ρυτού715), τα οποία σε συνδυασμό με τον κατά χώραν λαιμό
υδρίας και τις χαμηλές κατασκευές του δωματίου παραπέμπουν σε έναν ιδιαίτερο
λειτουργικό ρόλο716. Στο ανωτέρω σύνολο ευρημάτων πιθανόν εντάσσεται και το

715
. Πρόκειται για αγγεία με ελάχιστη χωρητικότητα, το περιεχόμενο των οποίων πιθανότατα είχε
συμβολική σημασία. Συνηθέστερο σχήμα αποτελούν οι άβαφες κύλικες, παραδείγματα των οποίων
έχουν συσχετιστεί με την διοργάνωση τελετουργικών γευμάτων (δωμάτιο 7 ανακτόρου της Πύλου μαζί
με καμένα οστά βοοειδών, όπλα και πινακίδες Γραμμικής Β, Τσούνγκιζα Αργολίδας μαζί με μεγάλο
αριθμό οστών βοοειδών και κεραμική). Δεν έχουμε σαφή εικόνα για την ύπαρξη μικκύλων αγγείων σε
οικιακά σύνολα. Blegen & Rawson 1966, 92-95. Stocker & Davis 2004, 63-68, 70-71 & Εικ. 7-9.
Dabney et al. 2004, 90-91 & Εικ. 6.
716
. Για την τέλεση χοών πιθανότατα αξιοποιούνταν και τα υπόλοιπα αγγεία στη ΝΔ γωνία του
δωματίου, τα οποία απαντώνται συχνά σε οικιακά σύνολα. Ο ίδιος εξοπλισμός θα μπορούσε κατά

197
φυσικό όστρεο τρίτωνα, μοναδικό μέχρι στιγμής παράδειγμα σε ιερό της Ηπειρωτικής
Ελλάδας.
Αντίστοιχα ευρήματα απαντώνται συχνά σε λατρευτικά και ταφικά σύνολα
της Εποχής του Χαλκού σε διάφορες θέσεις της ανατολικής Μεσογείου εκφράζοντας
μια ευρύτατα γεωγραφικά και χρονικά λατρευτική πρακτική. Η απόληξη του οστρέου
από τα Μέθανα θα μπορούσε να έχει σκόπιμα κοπεί για την εκροή υγρών,
υποδεικνύοντας χρήση ως ρυτού, όπως στην περίπτωση ρυτών-απομιμήσεων
οστρέων τρίτωνα από πηλό, λίθο και φαγεντιανή. Εναλλακτικά, λαμβάνοντας υπόψη
τις απόψεις αρκετών ερευνητών για σύνδεση του φυσικού αντικειμένου με τη γνωστή
παράσταση σε Μινωικό σφραγιδόλιθο από το Ιδαίον Άντρον, το όστρεο λειτουργούσε
ως μουσικό όργανο και συνιστούσε τμήμα του τελετουργικού εξοπλισμού του
ιερού717.
Σημαντικό ρόλο μεταξύ των τελούμενων στο ιερό δραστηριοτήτων έπαιζε η
προετοιμασία τροφής, όπως υποδεικνύουν η λίθινη κατασκευή-εστία στη ΝΑ γωνία
και τα συνευρήματά της (μαγειρικά σκεύη από πηλό και λίθο, ισχυρό στρώμα
καύσης, όστρεα, οστά ζώων και ψαριών). Η διαδικασία του μαγειρέματος ενισχύεται
και από την ανέγερση της ανωτέρω κατασκευής πλησίον της εισόδου, σε χώρο
σχετικά καλά αεριζόμενο και σε γειτνίαση με πιθανό αύλειο χώρο. Η προέλευση του
οστεολογικού υλικού και τα σημαντικά στοιχεία καύσης σε αυτό εγείρουν
προβληματισμό για τις διαδικασίες που παρήγαγαν το συγκεκριμένο υλικό και τον
συσχετισμό τους με τον χώρο εύρεσης.
Όπως επισημαίνει η H. Whittaker «τίθεται το ερώτημα αν η παρουσία οστών
ζώων σε σχέση με ιερά κτίρια ή τα στοιχεία για την προετοιμασία τροφής απαραίτητα
υποδηλώνει ότι η θυσία ζώων ήταν μέρος της συνδεδεμένης με τα κτίρια αυτά
τελετουργικής δραστηριότητας»718. Από την άλλη πλευρά, ο R. Hägg ερμήνευσε την
διεξαγωγή τελετουργικών γευμάτων ως πηγή προέλευσης των οστών ζώων, ενώ ο C.
Renfrew πιθανές οικιακές δραστηριότητες των επιφορτισμένων με την φροντίδα των
ιερών ατόμων. Πρόσφατα η H. Whittaker, βασιζόμενη σε στοιχεία από την
προϊστορική Μεσοποταμία, τις λατρευτικές πρακτικές στον Ελλαδικό χώρο κατά τους

περίσταση να χρησιμοποιηθεί και κατά τη διάρκεια άλλων τελετουργιών στον ίδιο χώρο, όπως την
προετοιμασία και διεξαγωγή κοινών γευμάτων. Konsolaki-Yannopoulou 2001, 215.
717
. Åström & Reese 1990. Evans 1901, 141-143 & Εικ. 25. Karali 1999, 59, Πίν. 4. Renfrew 1985,
327, 383.
718
. «…it may be questioned whether the presence of animal bones in association with the cult buildings
or the evidence for the preparation of food necessarily implies that animal sacrifice was part of the
ritual activity connected with these buildings». Whittaker 2004, 99.

198
ιστορικούς χρόνους, αλλά και εθνογραφικά παράλληλα, απέδωσε τα οστά ζώων από
χώρους τέλεσης λατρείας σε προσφορές έτοιμης τροφής προς τιμήν των θεοτήτων719.
Στην περίπτωση των Μεθάνων παρατηρείται παντελής έλλειψη εργαλείων
τεμαχισμού και εγχειριδίων με πρακτική ή συμβολική χρήση, γεγονός που θέτει
ερωτήματα για την απόδοση των ποσοτήτων κρέατος σε θυσίες που τελούνταν στο
εσωτερικό του ιερού. Όσον αφορά στα αιγοπρόβατα, τα οποία εκπροσωπούνται από
επιλεγμένα τμήματα του σώματος που περιείχαν το περισσότερο κρέας, βρισκόταν
ήδη σε τεμαχισμένη κατάσταση όταν μεταφέρθηκαν στο Δωμάτιο Α. Αντίθετα τα
χοιρίδια, ακόμη και νεογέννητα, τα οστά των οποίων εντοπίστηκαν κατά κύριο λόγο
στο ΝΑ τμήμα του δωματίου, μεταφέρθηκαν ακέραια και τοποθετήθηκαν πάνω στη
λίθινη κατασκευή-εστία720. Δεν μπορεί να αποκλειστεί η πιθανότητα τα συγκεκριμένα
ζώα να θυσιάστηκαν επί τόπου με εγχειρίδιο το οποίο δεν αποτελούσε τμήμα του
σταθερού εξοπλισμού του ιερού.
Τα συνευρήματα του οστεολογικού υλικού του Δωματίου Α θέτουν τη
διαδικασία προετοιμασίας τροφής σε σαφή θρησκευτικά πλαίσια. Η ίδια η ιδιομορφία
του υλικού (κυριαρχία χοιριδίων έναντι αιγοπροβάτων, κατά κύριο λόγο καύση των
οστών) και η σημαντική διαφοροποίησή του από τις συνήθεις διατροφικές συνήθειες
στους υπόλοιπους ανασκαμμένους χώρους στα Μέθανα 721, υποδεικνύουν την
προετοιμασία και διεξαγωγή γευμάτων στο πλαίσιο της τελούμενης στο ιερό
λατρείας722. Η διαδικασία αυτή θα μπορούσε να ενταχθεί σε ευρέως διαδεδομένες
τελετουργικές πρακτικές, όπως προμήθεια επιλεγμένων ζώων μέσω κυνηγιού ή
προφορών, θυσία, συλλογή του αίματος για χοές, μαγείρεμα, κατανάλωση, πιθανόν
και αφιέρωση ποσοτήτων τροφής, ορισμένες από τις οποίες αποτυπώνονται στη
Μυκηναϊκή εικονογραφία και επιγραφική. Ιδιαίτερα η διοργάνωση και συμμετοχή σε
ιερά γεύματα έχει ερμηνευθεί, με βάση το διαθέσιμο υλικό από την Ηπειρωτική

719
. Whittaker 2004, 99-100.
720
. Hamilakis & Konsolaki 2004, 143.
721
. Σύμφωνα με τον Γ. Χαμηλάκη «Στα δωμάτια Β και C το πρότυπο είναι αυτό που φυσιολογικά θα
περίμενε κανείς να βρει σε μη-λατρευτικό σύνολο αυτής της περιόδου, με τα αιγοπρόβατα να κυριαρχούν,
ζώα μεγαλύτερης ηλικίας και τα περισσότερα οστά χωρίς καύση. Αυτό ωστόσο δεν αποκλείει την
πιθανότητα ορισμένα από τα ευρήματα των δωματίων Β και C να έχουν καταναλωθεί κατά τη διάρκεια
τελετουργιών · απλώς σημαίνει ότι η αρχαιολογική διάγνωση ενδεχόμενης τελετουργικής δράσης είναι
πολύ χαμηλή στα δωμάτια Β και C σε αντίθεση με το δωμάτιο Α». Hamilakis, 2003, 250.
722
. Για διεξοδική ανάλυση των θυσιών και τελετουργικών γευμάτων στη Μυκηναϊκή Ηπειρωτική
Ελλάδα μέσω των αρχαιολογικών και αρχειακών στοιχείων βλέπε τα συλλογικά έργα The Mycenaean
Feast (2004) και DAIS (2008). Στο πρώτο περιλαμβάνονται και άρθρα των Ε. Borgna και L. Steel για
αντίστοιχες πρακτικές στην Κρήτη και την Κύπρο. Για στοιχεία κοινωνικής διαστρωμάτωσης στα ιερά
γεύματα βλέπε το άρθρο της L. Bendall στον τόμο Food, Cuisine and Society in Prehistoric Greece
(2005).

199
Ελλάδα της Ύστερης Εποχής του Χαλκού, ως πεδίο έκφρασης κοινωνικής
διαφοροποίησης, καθώς και μέσο πολιτικού και οικονομικού ελέγχου, προβολής
ιδεολογιών και συμπεριφορών723.
Η σύνδεση του Δωματίου Α με τη διεξαγωγή ιερών γευμάτων ενισχύεται και
από την υπεροχή των ανοιχτών σχημάτων αγγείων που εξυπηρετούν διακριτές
ανάγκες. Οι 8 άβαφες κύλικες από την περιοχή της βαθμιδωτής κατασκευής σε
συνδυασμό με τον παρακείμενο χονδροειδή κρατήρα και τη μεγάλη αρύταινα θα
μπορούσαν να συνιστούν ένα σύνολο συνδεόμενο με τη διανομή και κατανάλωση
κρασιού724. Τα κατασκευαστικά χαρακτηριστικά των αγγείων δεν διαφοροποιούνται
από τα συνήθη οικιακά σύνολα και υποδεικνύουν ότι η ποιότητα του
χρησιμοποιούμενου εξοπλισμού δεν αποτελούσε ζήτημα καίριας σπουδαιότητας.
Ωστόσο διακρίνεται κάποια έμφαση στη διαδικασία της κατανάλωσης, η οποία
εκφράζεται με την ποικιλία των σχημάτων και της χωρητικότητας, καθώς
εκπροσωπείται τόσο ο τύπος κύλικας με γωνιώδες περίγραμμα, όσο και ο
μεγαλύτερου μεγέθους χωνόσχημος. Επιπλέον στοιχείο διαφοροποίησης αποτελεί η
ολόβαφη χωνόσχημη κύλικα, το μόνο γραπτό παράδειγμα αγγείου πόσης στο χώρο,
στην οποία θα μπορούσε να αποδοθεί κάποιος ιδιαίτερος ρόλος κατά τη διάρκεια των
τελετουργικών πράξεων.
Όσον αφορά στο ζήτημα της συμμετοχής στα συγκεκριμένα ιερά γεύματα, η
αποκάλυψη μικρού αριθμού αγγείων κατανάλωσης (σκύφος, κύλικες), παραπέμπουν
σε ιδιαίτερα περιορισμένο αριθμό συμμετεχόντων. Χωρίς να αποκλείεται το
ενδεχόμενο περιστασιακής χρήσης σκευών που μεταφερόταν από οικιακά σύνολα και
δεν φυλασσόταν στο χώρο του ιερού, είναι πιθανότερο η κατά χώραν κατανάλωση
τροφής να αφορούσε ορισμένα μόνο μέλη της τοπικής κοινότητας. Δεν είναι σαφές
αν τα αποκαλυφθέντα οστά αποτελούσαν κατάλοιπα ενός συγκεκριμένου
περιστατικού ή προϊόντα μακροχρόνιας χρήσης. Οι διαστάσεις ωστόσο της εστίας στο
ΝΑ τμήμα του ιερού βρίσκονται σε αντιστοιχία με την έμφαση σε μικρά ζώα.
Η αξιολόγηση των ανωτέρω στοιχείων εγείρει προβληματισμό για την
οργάνωση της θρησκευτικής δραστηριότητας στα Μέθανα και τα χαρακτηριστικά της
τελούμενης λατρείας. Εφόσον το Δωμάτιο Α αποτελούσε ένα οργανωμένο ιερό
θεμελιωμένο κατά την ΥΕ ΙΙΙ Α2 περίοδο, συνιστά έκφραση ενός πρώιμου

723
. Borgna 2004, 143-144.
724
. Για μια εναλλακτική πρόταση χρήσης των κυλίκων με γωνιώδες περίγραμμα βλέπε Lis 2008, 145
(ιδιαίτερα παραπομπή 28).

200
ενδιαφέροντος για την ενσωμάτωση της λατρείας σε συγκεκριμένα χωρικά και
κοινωνικά πλαίσια. Η αδιάλειπτη λειτουργία του ιερού σε όλη τη διάρκεια της ΥΕ ΙΙΙ
Β περιόδου και η παράλληλη εγκατάλειψή του με τους παρακείμενους
ανασκαμμένους χώρους υποδεικνύει τη διαχρονική συμβολή του στη διατήρηση της
ταυτότητας της τοπικής κοινωνίας και την ενδυνάμωση των κοινοτικών δεσμών. Ο
παραπάνω ρόλος ενισχύεται από την ανέγερση του ιερού σε σημείο εύκολα
προσβάσιμο στο ανώτερο άνδηρο του λόφου και από την πιθανή χωρική και
λειτουργική σύνδεσή του με αύλειο χώρο.
Τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα της Μυκηναϊκής εποχής στο λόφο του Αγίου
Κωνσταντίνου θέτουν υπό διερεύνηση την όποια λειτουργική συσχέτιση του
Δωματίου Α με τους παρακείμενους χώρους. Στην περίπτωση των βιοτεχνικών
χώρων και των βοηθητικών τους δωματίων διακρίνεται χωρική αυτονομία, καθώς δεν
πιστοποιείται άμεση πρόσβαση στο ιερό. Ωστόσο η προτεινόμενη ύπαρξη αδόμητης
έκτασης στα ανατολικά και τα νότια πιθανόν διευκόλυνε την έμμεση επικοινωνία
κυρίως με τον σπουδαιότερο βιοτεχνικό χώρο (Δωμάτιο D), ο οποίος θα μπορούσε να
συσχετιστεί με την εξυπηρέτηση διαφόρων αναγκών του ιερού (επιδιορθώσεις-
συγκολλήσεις αγγείων με μόλυβδο, ανανέωση επιχρισμάτων, κατασκευή πήλινων και
λίθινων μικροαντικειμένων).
Τα υπόλοιπα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα έχουν αποδοθεί από την ανασκαφέα σε
κτίρια με ποικίλες δραστηριότητες, όπως κατοίκηση, διοίκηση και τελετουργική
δράση. Ιδιαίτερα η τελευταία δημιουργεί προβληματισμούς για τη χωρική διασπορά
και την πιθανή σύνδεση με το οργανωμένο ιερό. Εφόσον πράγματι η εύρεση
ορισμένων σταθερών κατασκευών και ευρημάτων παραπέμπει σε τελετουργίες, όχι
απαραίτητα θρησκευτικού χαρακτήρα, η διασπορά των συγκεκριμένων στοιχείων σε
διαφορετικά κτίρια θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως μια προσπάθεια προσδιορισμού
της κοινωνικής θέσης ή ταυτότητας ορισμένων ανταγωνιστικών ομάδων της τοπικής
κοινωνίας. Η πρόταση αυτή πιθανόν ενισχύεται από το γεγονός ότι τα στοιχεία για
τελετουργική δράση εντοπίζονται κυρίως στα μεγαλύτερα σε διαστάσεις κτίρια
(Κτίριο Ζ, Δωμάτιο G), τα οποία διαθέτουν διακριτή αρχιτεκτονική μορφή,
χωροθέτηση, πιθανόν και κοινωνικό ρόλο. Ωστόσο κανένας από τους ανωτέρω
χώρους δεν υποκαθιστούσε τη λειτουργία του ιερού.
Η Ε. Κονσολάκη-Γιαννοπούλου διατύπωσε την πρόταση ότι το σύνολο των
αποκαλυφθέντων αρχιτεκτονικών καταλοίπων στο λόφο του Αγίου Κωνσταντίνου
πιθανόν συνιστούσαν ένα κτιριακό συγκρότημα, σημαντικό τμήμα του οποίου
201
χρησιμοποιούνταν για θρησκευτικούς σκοπούς. Ερμηνεύοντας το συγκρότημα αυτό
ως μη ενταγμένο σε κάποιο οικισμό, πρότεινε πιθανή χρήση ως οργανωμένου τόπου
λατρείας μιας ευρύτερης περιφέρειας στη ΒΑ Πελοπόννησο. Στο πλαίσιο του ίδιου
προβληματισμού έθιξε και το ζήτημα της σύνδεσης του ιερού της Μυκηναϊκής
εποχής με το ιερό του Ποσειδώνα των ιστορικών χρόνων και την Καλαυρειανή
Αμφικτυονία725. Η ανωτέρω πρόταση κρίνεται ότι δεν υποστηρίζεται επαρκώς από τα
διαθέσιμα ανασκαφικά στοιχεία και επιπλέον ότι είναι μεθοδολογικά επισφαλής.
Όσον αφορά στον πιθανό περιφερειακό ρόλο της τελούμενης λατρείας, τα
στοιχεία του Δωματίου Α, του μόνου χώρου όπου μπορεί να πιστοποιηθεί σαφής
θρησκευτική χρήση, είναι ιδιαίτερα φειδωλά. Δεν υπάρχουν αντικείμενα που με
ασφάλεια θα μπορούσαν να θεωρηθούν επείσακτα και να ενισχύουν την άποψη ότι το
ιερό αποτελούσε πόλο έλξης λατρευτών εκτός των χωρικών ορίων των Μεθάνων. Τα
προοριζόμενα για κατανάλωση υγρών αγγεία είναι ιδιαίτερα συνηθισμένα ως προς
την τυπολογία και τα κατασκευαστικά χαρακτηριστικά και απαντώνται στην
πλειονότητα των παρακείμενων χώρων, ενώ τα ειδώλια ανήκουν κατά κύριο λόγο σε
τύπους σπάνιους εκτός Μεθάνων. Επιπλέον απουσιάζουν υλικά και προϊόντα των
εξειδικευμένων ανακτορικών εργαστηρίων, τα οποία, συνιστώντας μέρος των
αφιερωμάτων ή του εξοπλισμού του ιερατείου, θα υποδείκνυαν κάποια συσχέτιση με
τα ανακτορικά κέντρα της Αργολίδας
Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του ανακτορικού συστήματος για ιερά εκτός των
διοικητικών κέντρων εκφράζεται στις πινακίδες Γραμμικής Β με την αποστολή
ποικίλων προσφορών, ωστόσο στην περίπτωση του Δωματίου Α απουσιάζουν
πλήρως αγγεία μεταφοράς ή αποθήκευσης προϊόντων, τα οποία θα μπορούσαν να
αποδοθούν σε κάποια αντίστοιχη αποστολή. Η μόνη περίπτωση συμβολής κάποιου
ανακτορικού κέντρου στην τελούμενη στο συγκεκριμένο ιερό λατρεία θα ήταν μέσω
της παροχής χοίρων για θυσία και κατανάλωση. Αντίστοιχες προσφορές
καταγράφονται είτε μεμονωμένα σε σφραγίσματα είτε σε πινακίδες μαζί με διάφορα
προϊόντα προοριζόμενα για τη διοργάνωση ιερών γευμάτων, ωστόσο η συνεισφορά
τους σε κρέας είναι μικρή726. Αντίθετα τα αιγοπρόβατα προβάλλονται ως οι
συνηθέστερες προσφορές, ενώ τα βοοειδή αναφέρονται σπανιότερα και πάντα

725
. Konsolaki-Yannopoulou 2004, 75-76.
726
. Piteros, Olivier & Melena 1990. Killen 1994. Palaima 2004, 106, 108-109, 120-123. Bendall 2005,
105-109.

202
συνδέονται με μεγάλες ποσότητες άλλων προϊόντων γεγονός που υποδεικνύει ότι ο
αριθμός των συμμετεχόντων ήταν πολύ μεγάλος.
Κατά συνέπεια, τα ανωτέρω στοιχεία καθιστούν αμφίβολη τη λειτουργία του
ιερού στα Μέθανα υπό το πρίσμα ή την περιοδική ανάμειξη του διαμορφωμένου
πολιτικού συστήματος των ανακτορικών θέσεων της δυτικής Αργολίδας. Επίσης δεν
υπάρχουν μέχρι στιγμής στοιχεία για σύνδεση του ιερού με οποιονδήποτε από τους
τρεις γνωστούς οικισμούς της Ύστερης Εποχής του Χαλκού στην χερσόνησο.
Αντίθετα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που παρουσιάζουν τα κινητά ευρήματα
(σύνθετα ειδώλια με έμφαση στους ίππους και τα βοοειδή, ζωόμορφο ρυτό, οστά
χοίρων και καύσεις) ενισχύουν την άποψη ότι πρόκειται για έναν χώρο λατρείας με
έντονα τοπικά στοιχεία στην υλοποίηση ευρύτατα διαδεδομένων Μυκηναϊκών
τελετουργικών πρακτικών.
Αξιοσημείωτη είναι η ύπαρξη μεταξύ του τελετουργικού εξοπλισμού
αντικειμένων που σχετίζονται με το θαλάσσιο στοιχείο (όστρεο τρίτωνα, ομοίωμα
πλοίου, μεγάλη ποσότητα οστρέων), τα οποία παραπέμπουν περισσότερο σε
λατρευτικές πρακτικές και την εικονογραφία των Κυκλάδων και της Κρήτης727. Τα
ανωτέρω ευρήματα πιθανόν αποτελούσαν καίριο στοιχείο του διακριτού χαρακτήρα
της τελούμενης λατρείας στο συγκεκριμένο ιερό, το οποίο οροθετείται σε μια
γεωγραφική περιοχή άμεσα συνυφασμένη με τη θαλάσσια και τις διόδους
επικοινωνίας που αυτή διαμόρφωνε.
Αξιολογώντας τα διαθέσιμα μέχρι στιγμής στοιχεία μπορούμε να διακρίνουμε
χρήση του ιερού των Μεθάνων για λατρεία δημόσιου χαρακτήρα εντός οικιστικού
πλαισίου, ο οποίος εκφράζεται με την ανέγερση σε προσβάσιμο σημείο με
απρόσκοπτη ορατότητα, πιθανόν και σε επικοινωνία με αύλειο χώρο. Η άποψη αυτή
ενισχύεται από την τέλεση ποικίλων θρησκευτικών δραστηριοτήτων που είχαν ως
στόχο την έκφραση της τοπικής ταυτότητας και την ενδυνάμωση των κοινωνικών
σχέσεων. Η δημόσια λειτουργία του ιερού ενισχύεται και από τις ενδείξεις για ύπαρξη
μηχανισμών εξουσίας σε τοπικό επίπεδο, οι οποίες εντοπίζονται στα αρχιτεκτονικά
χαρακτηριστικά ορισμένων κτιρίων, την περιορισμένης κλίμακας εργαστηριακή
δραστηριότητα και την προμήθεια μετάλλων.

727
. Κονσολάκη-Γιαννοπούλου 2003β, 267-268

203
1.5. Διμήνι

Ο πρόσφατα ανασκαμμένος οικισμός της Ύστερης Εποχής του Χαλκού στο Διμήνι
προσθέτει σημαντικά στοιχεία για την οργάνωση της λατρείας σε μια θέση
χωροθετημένη στην παράκτια ζώνη της Θεσσαλίας, η οποία άκμασε στο απόγειο του
ανακτορικού κοινωνικοοικονομικού συστήματος και εγκαταλείφθηκε σε σύντομο
χρονικό διάστημα μετά την κατάρρευσή του. Η έκταση των συστηματικών
ανασκαφικών εργασιών, η αδιατάρακτη Μυκηναϊκή στρωματογραφία, σε συνδυασμό
με την καλή κατάσταση διατήρησης της πλειονότητας των αρχιτεκτονημάτων και του
κινητού εξοπλισμού, συνιστούν δεδομένα που απαντώνται σπάνια σε σύγχρονα
οικιστικά σύνολα.
Παράλληλα τα δημοσιευμένα στοιχεία, παρά τις ασάφειες εξαιτίας των
ανολοκλήρωτων ερευνών στο ανατολικό άκρο του οικισμού, εντάσσουν τη λατρεία
σε σαφή πολεοδομικά πλαίσια. Επιπλέον καθιστούν δυνατή τη διερεύνηση των
κοινωνικοπολιτικών συνθηκών που συνέβαλαν στη διαμόρφωση συγκεκριμένων
χώρων και πρακτικών.
Με βάση τα ανασκαφικά δεδομένα πιστοποιείται λειτουργία δύο χώρων
οργανωμένης θρησκευτικής δραστηριότητας, οι οποίοι παρουσιάζουν κοινά στοιχεία
ως προς την χρονική περίοδο ίδρυσης, τη διάρκεια χρήσης και την επικοινωνία με
αύλειους χώρους. Από την άλλη πλευρά, οι χώροι διαφέρουν σημαντικά σε μια σειρά
καίριων παραμέτρων: χωροταξική οργάνωση, διαδικασίες πρόσβασης, αρχιτεκτονική
μορφή, σταθερές κατασκευές, κινητά ευρήματα.
Στην περίπτωση της Οικίας Κ, το δωμάτιο 2 αποτελούσε σταθερά τον κύριο
χώρο τέλεσης λατρείας σε όλη τη διάρκεια χρήσης του κτιρίου. Βασικό στοιχείο της
εσωτερικής διαρρύθμισης αποτελούσαν οι σταθερές κατασκευές, οι οποίες
συνιστούσαν τα σημεία όπου κατευθύνονταν το βλέμμα στο δωμάτιο. Ιδιαίτερα ο
διαμορφωμένος τετράγωνος χώρος στη ΒΔ γωνία πιθανότατα αποτελούσε σημείο
καίριας σπουδαιότητας εξαιτίας του σχήματος, της επιμελημένης κατασκευής και της
χωρικής συσχέτισης με το κυριότερο τελετουργικό αντικείμενο του κτιρίου, το
τροχήλατο ειδώλιο βοοειδούς.
Ο ανωτέρω χώρος αποτελούσε μαζί με τις παρακείμενες λίθινες χαμηλές
κατασκευές (κυκλική κατασκευή, τετράγωνη σχιστόπλακα) ένα διακριτό λειτουργικά
σύνολο, πιθανόν συνδεόμενο με την απόθεση τελετουργικού εξοπλισμού. Το στοιχείο
αυτό ενισχύεται από το γεγονός ότι στο συγκεκριμένο σημείο παρατηρείται η

204
μεγαλύτερη συγκέντρωση κινητών ευρημάτων κατά την πρώτη περίοδο χρήσης του
κτιρίου, αλλά και μετά την επέκταση προς δυτικά.
Αξιολογώντας τα κινητά ευρήματα από το εσωτερικό της Οικίας Κ
διαπιστώνεται, ανεξάρτητα από το συνολικό περιορισμένο αριθμό, ποικιλία ως προς
τις κατηγορίες, η οποία πιθανόν εκφράζει διαφορετικές δραστηριότητες. Τα πήλινα
ειδώλια υπερέχουν μεταξύ του κινητού εξοπλισμού και εκπροσωπούν συνήθεις
τύπους της Μυκηναϊκής ειδωλοπλαστικής. Ωστόσο τα δύο τροχήλατα παραδείγματα,
παρά το διαφορετικό βαθμό διατήρησής τους, κρίνονται ως ιδιαίτερα σημαντικά
ευρήματα, τα οποία σχετίζονται άμεσα με τη διακριτή λειτουργία του χώρου εύρεσης.
Πρόκειται για ευρήματα χωρίς παράλληλα μέχρι στιγμής στο συγκεκριμένο οικισμό,
αλλά και στα υπόλοιπα σύγχρονα οικιστικά σύνολα της Θεσσαλίας.
Στην περίπτωση του ειδωλίου της ομάδας Α τα διαθέσιμα στοιχεία δεν
επιτρέπουν την εξαγωγή συμπερασμάτων για το ακριβές δωμάτιο χρήσης ή τη
σύνδεση με κάποια σταθερή κατασκευή. Το σημείο εύρεσης και η αποσπασματική
κατάσταση διατήρησης καθιστούν πιθανό το ενδεχόμενο να αποτελούσε προϊόν
καθαρισμού από κάποιον παρακείμενο χώρο της Οικίας Κ, ο οποίος σχετιζόταν με
θρησκευτική δραστηριότητα. Αντίθετα υπάρχουν επαρκή ανασκαφικά στοιχεία για
χωρική, πιθανόν και λειτουργική συνάφεια του τροχήλατου βοοειδούς με
συγκεκριμένη διαμορφωμένη κατασκευή. Εφόσον το ειδώλιο συνιστούσε λατρευτικό
αντικείμενο ή αφιέρωμα ιδιαίτερου συμβολισμού, το τοιχίο με το ιδιόμορφο σχήμα
πιθανότατα συγκροτούσε την επιφάνεια απόθεσής του κατά τη διάρκεια
θρησκευτικών πράξεων στο δωμάτιο 2.
Σε σχέση με τα υπόλοιπα κινητά ευρήματα, η αποκάλυψη μιας
αποσπασματικά σωζόμενης μήτρας και μιας χάλκινης σμίλης εγείρει ερωτηματικά για
τον ρόλο τους στις τελούμενες στο κτίριο δραστηριότητες. Καθώς στο εσωτερικό της
Οικίας Κ και στους παρακείμενους αδόμητους χώρους δεν έχουν αποκαλυφθεί
πρώτες ύλες, άλλα εργαλεία, απορρίμματα ή συναφείς σταθερές κατασκευές,
καθίσταται αμφίβολη η συσχέτιση οποιουδήποτε χώρου με την παραγωγική
διαδικασία728. Το γεγονός αυτό ενισχύεται από τα σημεία εύρεσης των αντικειμένων
αυτών και το διαφορετικό βαθμό διατήρησής τους (εξωτερικά της εισόδου του
δωματίου 1 η ακέραιη σμίλη, στο δωμάτιο 2 η αποσπασματική μήτρα). Κατά
συνέπεια, δεν μπορούν να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα για το ενδεχόμενο τα

728
. Βλ. στοιχεία για περιορισμένης έκτασης εργαστηριακές δραστηριότητες πλησίον οργανωμένου
λατρευτικού χώρου στα Μέθανα.

205
συγκεκριμένα ευρήματα να συνιστούσαν τμήμα του τελετουργικού εξοπλισμού του
κτιρίου (π.χ. αφιερώματα) ή χρηστικά αντικείμενα συνδεόμενα με ορισμένες
εργαστηριακές δραστηριότητες σε χώρο που δεν έχει μέχρι στιγμής ταυτιστεί.
Από την άλλη πλευρά, η κεραμική και των δύο αρχιτεκτονικών φάσεων της
Οικίας Κ παρουσιάζει σημαντικά κοινά στοιχεία ως προς τις εκπροσωπούμενες
κατηγορίες και την κατανομή τους στο χώρο. Η κυριαρχία αγγείων κατανάλωσης
παραπέμπουν σε διαδικασίες τέλεσης τελετουργικών γευμάτων στα μεγαλύτερα
δωμάτια του κτιρίου, άποψη που επιβεβαιώνεται και από τον εντοπισμό αποθέτη με
όστρεα και οστά ζώων σε παρακείμενο μικρό δωμάτιο (χωρίς περαιτέρω στοιχεία για
το είδος του οστεολογικού υλικού).
Η απουσία αγγείων μεταφοράς και αποθήκευσης και ο περιορισμένος αριθμός
μαγειρικών σκευών πιθανόν υποδεικνύουν ότι η προετοιμασία των γευμάτων δεν
λάμβανε χώρα στο εσωτερικό του κτιρίου, στοιχείο που ενισχύεται και από την
απουσία σχετικών σταθερών κατασκευών. Αξιοσημείωτη είναι η επίσης η απουσία
εξειδικευμένων αγγείων, όπως ρυτών, στοιχείο που καθιστά επισφαλή τη διοργάνωση
χοών, χωρίς ωστόσο να αποκλείεται χρήση συνηθέστερων τύπων αγγείων για τις
παραπάνω τελετουργίες. Επίσης από τον εξοπλισμό απουσιάζουν αντικείμενα τα
οποία θα μπορούσαν να αποτελούν προσωπικά αντικείμενα ενός οργανωμένου
ιερατείου ή αφιερώματα από πολύτιμα υλικά.
Αναφορικά με τον διαμορφωμένο αύλειο χώρο βόρεια της Οικίας Κ,
αναδεικνύεται πολεοδομικό στοιχείο ιδιαίτερης σπουδαιότητας εξαιτίας των πιθανών
αξιόλογων διαστάσεων και της επιμελημένης επένδυσής του. Παρόλο που η πλήρης
έκταση του χώρου δεν έχει αποκαλυφθεί, η λειτουργία για σημαντικό χρονικό
διάστημα του μοναδικού πηγαδιού για την προμήθεια νερού εντός του οικιστικού
ιστού, τον καθιστούσε κομβικό σημείο της κοινωνικής ζωής του οικισμού.
Η γειτνίαση του αύλειου χώρου με το κύριο δωμάτιο τέλεσης λατρείας, η
ταυτόχρονη χρήση και εγκατάλειψη, καθώς και οι ομοιότητες που παρουσιάζουν τα
κινητά ευρήματα (ειδώλια, οστά ζώων, όστρεα, κεραμική που παραπέμπει στην
προετοιμασία και κατανάλωση τροφής) πιστοποιούν άμεση λειτουργική σχέση. Η
αποσπασματική κατάσταση της πλειονότητας των ανωτέρω ευρημάτων υποδεικνύει
ότι ο αύλειος χώρος πιθανόν λειτουργούσε κατά διαστήματα ως αποδέκτης των
προϊόντων καθαρισμών του εσωτερικού του δωματίου, χωρίς να αποκλειστεί η
πιθανότητα να χρησιμοποιούνταν και ο ίδιος ως πεδίο τέλεσης ορισμένων
θρησκευτικών δραστηριοτήτων, όπως τελετουργικών γευμάτων.
206
Συνοψίζοντας, τα κινητά ευρήματα της Οικίας Κ και του παρακείμενου
πλακόστρωτου αύλειου χώρου χαρακτηρίζονται από ποικιλία ως προς τις
εκπροσωπούμενες κατηγορίες, η οποία πιθανόν αντικατοπτρίζει διάφορες
θρησκευτικές τελετουργίες (απόθεση, αφιέρωση, κατανάλωση τροφής). Η
μοναδικότητα σημαντικού τμήματος του εξοπλισμού εγείρει προβληματισμό για την
τελούμενη λατρεία και τον ρόλο της Οικίας Κ στο πλαίσιο της οικιστικής οργάνωσης
κατά το δεύτερο μισό του 13ου αιώνα π.Χ. Ιδιαίτερα το τροχήλατο ειδώλιο βοοειδούς,
λατρευτικό αντικείμενο ή πολύτιμο αφιέρωμα (η απόδοση της μορφής και η γραπτή
διακόσμηση το κατατάσσουν μεταξύ των αξιολογότερων σύγχρονων παραδειγμάτων)
αποτελεί ένα άμεσο στοιχείο σύνδεσης σε συμβολικό επίπεδο της Οικίας Κ με
οργανωμένους χώρους λατρείας, κατά κύριο λόγο αστικούς, στην Ηπειρωτική
Ελλάδα και τις Κυκλάδες729.
Σύμφωνα με την ανασκαφέα το δωμάτιο 2 θα μπορούσε να συνιστά ένα
«μικρό οικιακό ιερό» ή «εικονοστάσι»730. Η ερμηνευτική αυτή πρόταση βασίστηκε
κυρίως στο μέγεθος και την αρχιτεκτονική μορφή της Οικίας Κ, τα οποία, στον βαθμό
που έχουν διερευνηθεί, δεν παρουσιάζουν σημαντικές διαφοροποιήσεις σε σχέση με
τα παρακείμενα κτίρια. Ωστόσο η μοναδικότητα που χαρακτηρίζει σημαντικό τμήμα
του κινητού εξοπλισμού της Οικίας Κ, σε συνδυασμό με την χωροταξική οργάνωση
(ανέγερση σε ιδιαίτερα προσβάσιμο σημείο του οικισμού, απρόσκοπτη ορατότητα,
επικοινωνία με επιμελημένο αύλειο χώρο) πιθανότατα υποδεικνύουν ένα διακριτό
ρόλο για το σύνολο του κτιρίου.
Καθώς η απουσία επαρκών στοιχείων για σύνδεση με τις τυπικές οικιακές
δραστηριότητες (προετοιμασία τροφής, αποθήκευση αγροτικών προϊόντων), οι οποίες
πιστοποιούνται στα παρακείμενα κτίρια, καθιστούν προβληματικό τον
χρησιμοποιούμενο χαρακτηρισμό «οικία», προτείνεται το κτίριο στο σύνολό του να
αποτελούσε έναν αυτόνομο αστικό χώρο λατρείας. Σε αυτό το πλαίσιο το δωμάτιο 2,
το οποίο συγκεντρώνει το σύνολο σχεδόν των σταθερών κατασκευών και σημαντικό
αριθμό κινητών ευρημάτων, θα μπορούσε να λειτουργεί ως το κύριο σημείο
θρησκευτικής δραστηριότητας, ενώ τα παρακείμενα δωμάτια, σύγχρονα και
μεταγενέστερες προεκτάσεις, πιθανόν συνιστούσαν βοηθητικούς χώρους.
Όσον αφορά στο Μέγαρο Β, τα ανασκαφικά στοιχεία υποδεικνύουν ότι ο
πρόδομος ή δωμάτιο 1 συγκροτούσε ένα αυτόνομο χωρικά και λειτουργικά τμήμα του

729
. Kilian 1978, 465. French 1985, 236-252. Albers 1994, 135-142.
730
. Αδρύμη-Σισμάνη 1994. 2000β, 288. 2003, 95. 2004, 73.

207
σύνθετου κτιριακού συγκροτήματος. Με βάση την εσωτερική διαρρύθμιση και την
χωροθέτηση της εισόδου η πήλινη σταθερή κατασκευή στο μέσον του δωματίου
αναδεικνύεται ως το σημείο εστίασης της προσοχής. Η ανωτέρω κατασκευή αποτελεί
σημαντική ένδειξη για σύνδεση του χώρου με τελετουργικές διαδικασίες εξαιτίας των
σημαντικών ομοιοτήτων που παρουσιάζει ως προς την μορφή και την χωροθέτηση με
την κεντρική κατασκευή στο Κτίριο των Τοιχογραφιών, ενός κτιρίου που με
ασφάλεια αποτελούσε αστικό ιερό.
Στην περίπτωση όμως του δωματίου 1 δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για τη
συχνότητα χρήσης της συγκεκριμένη κατασκευής. Αξιοσημείωτο είναι το ιδιαίτερα
μικρό σύνολο κινητών ευρημάτων, που αποτελείται κυρίως από το μεγάλο γραπτό
κύπελλο στην περιοχή της πήλινης κατασκευής και οστεολογικό υλικό. Το γεγονός
αυτό θα μπορούσε να αποδοθεί στις συνθήκες καταστροφής του κτιρίου, οι οποίες
επέτρεψαν την απομάκρυνση τμήματος του τελετουργικού εξοπλισμού. Ωστόσο η
θεωρία αυτή δεν επιβεβαιώνεται, καθώς οι παρακείμενοι αποθηκευτικοί χώροι του
Μεγάρου Β, με τους οποίους διαπιστώνονται κοινές συνθήκες και χρόνος
καταστροφής, διέθεταν μεγάλο αριθμό κινητών ευρημάτων κατά χώραν και
πιστοποιούν συγκεκριμένη λειτουργία. Από την άλλη πλευρά, ο περιορισμένος
αριθμός κινητών ευρημάτων από τους σχετιζόμενους με την τέλεση λατρείας χώρους
θα μπορούσε να αποδοθεί σε συνεχείς διαδικασίες καθαρισμών. Ούτε το ενδεχόμενο
αυτό όμως φαίνεται να επιβεβαιώνεται από τα μέχρι στιγμής στοιχεία, καθώς σε
κανένα σημείο εξωτερικά του Μεγάρου Β δεν αναφέρεται εντοπισμός αποθέτη με
τελετουργικό εξοπλισμό.
Κατά συνέπεια, οι εκπροσωπούμενες κατηγορίες και η ποσότητα των κινητών
ευρημάτων από το δωμάτιο 1 και τους μικρούς χώρους στα νότια πιθανόν συνδέονται
άμεσα με το είδος των τελούμενων θρησκευτικών τελετουργιών, οι οποίες δεν
απαιτούσαν ιδιαίτερο αριθμό και κατηγορίες ειδωλίων ή προϊόντα εξειδικευμένων
εργαστηρίων και πρώτων υλών. Τα ανωτέρω στοιχεία, σε συνδυασμό με τα
κατασκευαστικά χαρακτηριστικά των σταθερών κατασκευών, υποδεικνύουν την
τέλεση συγκεκριμένων θρησκευτικών δραστηριοτήτων, όπως χοών και περιορισμένης
έκτασης τελετουργική κατανάλωση (με χρήση ίσως του μεγάλου κυπέλλου ως
αγγείου ομαδικής κατανάλωσης), πιθανόν και έμπυρες προσφορές. Για την
υλοποίηση των τελετουργιών αυτών δεν αποκλείεται να χρησιμοποιούνταν κατά
περίσταση και ορισμένα ευρήματα των αποθηκών στη βόρεια πτέρυγα του Μεγάρου

208
Β (ρυτό, αγγεία κατανάλωσης), ωστόσο η επικοινωνία μεταξύ των χώρων αυτών και
του ανατολικού τμήματος του κτιρίου ήταν ιδιαίτερα δύσκολη.
Αξιολογώντας συνολικά τα παραπάνω στοιχεία καθίσταται προβληματικός ο
χρησιμοποιούμενος χαρακτηρισμός Μέγαρο Β για το σύνολο του αποκαλυφθέντος
κτιριακού συγκροτήματος, καθώς και η αντιμετώπισή του ως ενός ενιαίου
αρχιτεκτονικά και λειτουργικά χώρου. Αντίθετα τα χωροταξικά στοιχεία του
ανατολικού τμήματος (άμεση επικοινωνία με αύλειους χώρους μεγάλων διαστάσεων,
χωρική απομόνωση από τους με ασφάλεια ταυτισμένους οικιακούς χώρους, χρήση
ενός ανεξάρτητου μηχανισμού πρόσβασης, απρόσκοπτη ορατότητα μέσω του
μεγάλου θυραίου ανοίγματος) σε συνδυασμό με την μοναδικότητα της πλειονότητας
των σταθερών κατασκευών υποδεικνύουν ένα διακριτό λειτουργικό ρόλο. Η άποψη
αυτή ενισχύεται από την απουσία ενδείξεων για οικιακές δραστηριότητες (κατοίκηση,
αποθήκευση οικιακών σκευών, εργαλείων και αγροτικών προϊόντων), οι οποίες
πιστοποιούνται στα δωμάτια στα βόρεια και δυτικά. Με βάση λοιπόν τα παραπάνω
στοιχεία, διατυπώνεται η πρόταση ότι ο πρόδομος ή δωμάτιο 1 συνιστούσε μαζί με τα
βοηθητικά μικρά δωμάτια στα νότια ένα αστικό ιερό σε λειτουργία κατά το δεύτερο
μισό του 13ου αιώνα π.Χ.
Όσον αφορά στον εξωτερικό χώρο νότια του δωματίου 3 υπάρχουν ενδείξεις
για συσχέτιση με κάποιο είδος τελετουργικής δραστηριότητας, η οποία όμως δεν
φαίνεται να εντασσόταν στο πλαίσιο ενός οργανωμένου αστικού ιερού731. Το σχήμα
και το μέγεθος της ασβεστολιθικής πλάκας θα μπορούσαν να υποδεικνύουν χρήση ως
αρχιτεκτονικού μέλους του παρακείμενου κτιρίου (π.χ. κατώφλι). Τα επιμέρους
χαρακτηριστικά όμως (σκόπιμη στερέωση στο σημείο εύρεσης του χώρου με χρήση
μικρότερων λίθων, κυκλικές αβαθείς οπές στην επιφάνεια) και τα συνευρήματα,
πολλά από τα οποία είναι μοναδικά στο είδος τους ή απαντώνται σπάνια στο
ανασκαμμένο τμήμα του οικισμού, ενισχύουν την άποψη για έναν ιδιαίτερο ρόλο του
συγκεκριμένου χώρου, εκτός της παροχής πρόσβασης732.
Συνεπώς η διαμόρφωση και τα κινητά ευρήματα πλησίον της μοναδικής
εισόδου στο κυρίως τμήμα του Μεγάρου Β πιθανότατα εντάσσονται στο πλαίσιο ενός
ιδιαίτερου συμβολισμού της εισόδου/πύλης και της συσχέτισή της με διαδικασίες

731
. Adrimi-Sismani 2004-2005, 42, 44 (εικ. 29-31).
732
. Εναλλακτικά θα μπορούσε να προταθεί ότι τα συγκεκριμένα κινητά ευρήματα αποτελούσαν
προϊόντα καθαρισμών του εσωτερικού του κτιρίου. Ωστόσο η σημαντική διαφοροποίησή τους ως προς
τις εκπροσωπούμενες κατηγορίες, σε σχέση με τα ευρήματα των σχετιζόμενων με οικιακές
δραστηριότητες παρακείμενων δωματίων, καθιστούν αμφίβολη την παραπάνω πρόταση.

209
απόθεσης προσφορών. Το ζήτημα αυτό επισημάνθηκε από τον K. Kilian κατά την
αξιολόγηση κινητών ευρημάτων σε εισόδους κτιρίων με οικιακό χαρακτήρα στην
Κάτω Ακρόπολη της Τίρυνθας733. Πρόσφατα η Ε. Κονσολάκη-Γιαννοπούλου
πρότεινε την ύπαρξη λίθινης κατασκευής («κέρνου») συνδεόμενης με την απόθεση
προσφορών εξωτερικά της εισόδου του μεγαροειδούς Κτιρίου Ζ, το οποίο έχει
ερμηνευθεί ως πιθανό διοικητικό κέντρο του οικισμού των Μεθάνων734. Μια πιο
εξελιγμένη μορφή του συμβολισμού της πύλης πιθανόν εντοπίζεται και στην
περίπτωση των λεγόμενων «ιερών πύλης» στις κύριες εισόδους του τείχους των
ακροπόλεων των Μυκηνών και της Μιδέας735.
Αξιολογώντας συνολικά τα δεδομένα για την τέλεση συστηματικής λατρείας
στο Διμήνι, διαπιστώνεται η ένταξή τους σε ένα συγκεκριμένο χρονολογικό πλαίσιο,
το οποίο συμπίπτει με την περίοδο ακμής του οικισμού. Παρά τα στοιχεία για πρώιμη
κοινωνική διαφοροποίηση και οργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας (κατασκευή
του πρώτου θολωτού τάφου και του μεγάλου κλιβάνου736), μόνο κατά την ΥΕ ΙΙΙ Β2
πιστοποιείται επαρκώς οργανωμένη οικιστική δραστηριότητα.
Ο χωροταξικός σχεδιασμός του 13ου αιώνα π.Χ., υποδεικνύει σύνθετες
κοινωνικοοικονομικές διεργασίες, οι οποίες εκφράζονται μέσα από την αρχιτεκτονική
ποικιλία (θολωτοί τάφοι σε χρήση, πολυλειτουργικά συγκροτήματα, μεγαροειδείς
οικίες), τη διαμόρφωση οδικού δικτύου και αύλειων χώρων, καθώς και τον
μηχανισμό ελέγχου της πρόσβασης. Επιπλέον τα ποιοτικά χαρακτηριστικά
σημαντικού τμήματος του δημοσιευμένου κινητού εξοπλισμού (επείσακτη κεραμική,
μήτρες και εργαλεία, εγχάρακτα με σύμβολα Γραμμικής Β αντικείμενα 737)
αναδεικνύουν τον σύνθετο κοινωνικοοικονομικό, πιθανόν και πολιτικό, ρόλο των
εκτεταμένων οικοδομημάτων του δυτικού τμήματος του οικισμού.
Με βάση τα παραπάνω στοιχεία, η ύπαρξη δύο οργανωμένων χώρων λατρείας
αποτελεί σημαντική παράμετρο της ζωής του ΥΕ ΙΙΙ Β οικισμού. Εφόσον η Οικία Κ
στο σύνολό της και το ανατολικό τμήμα του Μεγάρου Β συνιστούσαν αστικά ιερά με
ταυτόχρονη θεμελίωση, λειτουργία και εγκατάλειψη, παρατηρείται ότι δεν έχουν

733
. Kilian 1981β. Για αντίστοιχες ως προς την διαμόρφωση της άνω επιφάνειας, πιθανόν και την
χρήση, λίθινες κατασκευές («κέρνους») από πρωιμότερες θέσεις της Κρήτης, βλέπε Pelon 1988, 42,
Πίν. VII.
734
. Konsolaki-Yannopoulou 2004, 74-75 & fig. 19.
735
. Charitonidis 1960. French 1981, 48. Iakovidis 1983, 31. Demakopoulou & Valakou 2001.
736
Adrimi-Sismani 2007, 161, 169.
737
. Adrimi-Sismani 2004-2005, 19-25, 43-44, 49.

210
μέχρι στιγμής παράλληλα ως προς τα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά μεταξύ των
σύγχρονων Μυκηναϊκών χώρων λατρείας.
Θα πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι και στις δύο περιπτώσεις ο ρόλος των
παρακείμενων αύλειων χώρων κρίνεται ιδιαίτερα σημαντικός. Στην περίπτωση του
δωματίου 1 οι σημαντικές διαστάσεις των αύλειων χώρων πιθανόν αποδίδονται σε
μια προσπάθεια έκφρασης μνημειακότητας, στοιχείο που ενισχύεται και από την
ύπαρξη του πρόπυλου στην οδική αρτηρία. Επίσης στηρίζουν την άποψη για
διασφάλιση απρόσκοπτης ορατότητας και εν δυνάμει συμμετοχή μεγάλου αριθμού
ατόμων στις τελετουργίες. Σαφώς μικρότερος σε διαστάσεις, αλλά εξίσου καίριας
σπουδαιότητας ήταν ο πλακόστρωτος αύλειος χώρος εξωτερικά της Οικίας Κ, το
αποκαλυφθέν τμήμα του οποίου χαρακτηρίζεται από εύκολη προσβασιμότητα και
απρόσκοπτη ορατότητα. Η χωροθέτηση και η επιμελημένη κατασκευή σε συνδυασμό
με τις περιορισμένες διαστάσεις των εσωτερικών χώρων πιθανόν υποδεικνύουν
λειτουργία ως επιφάνεια τέλεσης θρησκευτικών τελετουργιών, ακόμη και με τη
χρήση τμήματος του κινητού εξοπλισμού του κτιρίου.
Το σύνολο των παραπάνω αρχιτεκτονικών και χωροταξικών στοιχείων
πιστοποιούν οργανωμένη λατρεία δημόσιου χαρακτήρα, η οποία όμως εκφράζεται με
τη χρήση διακριτών μέσων. Η ύπαρξη δύο αυτόνομων στο χώρο δομών λατρείας στο
ίδιο οικιστικό σύνολο και οι σημαντικές διαφοροποιήσεις ως προς την επιλογή της
αρχιτεκτονικής και τμήματος του κινητού εξοπλισμού εγείρουν προβληματισμό για
την λειτουργία των συγκεκριμένων ιερών. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ενδεχόμενη
ιεράρχηση των αποκαλυφθέντων ιερών και χρήσης τους από διαφορετικά τμήματα
του πληθυσμού του οικισμού;
Τα στοιχεία για την οργάνωση του οικισμού της ΥΕ ΙΙΙ Β2 περιόδου
παραπέμπουν στην ύπαρξη μηχανισμών τοπικής εξουσίας, τις οποίες ενισχύουν τα
αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά και η πολυλειτουργική χρήση ορισμένων κτιρίων, οι
περιορισμοί στην πρόσβαση και η μνημειακότητα του πρόπυλου, καθώς και οι
έμμεσες ενδείξεις για εργαστηριακή δραστηριότητα. Καθώς τα ανωτέρω στοιχεία
επικεντρώνονται στο δυτικό τμήμα του οικισμού, η ενσωμάτωση ενός αστικού ιερού
στο συγκεκριμένα χωρικό πλαίσιο θα μπορούσε να αποδοθεί σε προσπάθειες
έκφρασης κοινωνικής διαφοροποίησης μέσα από τον ενεργό ρόλο στη διοργάνωση ή
την επιλεκτική συμμετοχή στις τελούμενες στο συγκεκριμένο ιερό δραστηριότητες.
Από την άλλη πλευρά στο ανατολικό τμήμα του οικισμού πιστοποιούνται
κατά κύριο λόγο οικιακές δραστηριότητες. Η Οικία Κ με την διαφοροποιημένη χρήση
211
της, την απρόσκοπτη προσβασιμότητα και τη συσχέτιση με τον παρακείμενο αύλειο
χώρο θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως πεδίο τέλεσης θρησκευτικής δράσης που είχε ως
στόχο την ενδυνάμωση των ενδοκοινοτικών σχέσεων. Η ταυτόχρονη λειτουργία της
με το ανατολικό τμήμα του Μεγάρου Β θα μπορούσε να συνιστά πτυχή μιας
προσπάθειας έκφρασης ατομικής και συλλογικής ταυτότητας μέσα από τη διαχείριση
δύο διακριτών ιερών εντός του ίδιου πολεοδομικού ιστού.

1.6. Φυλακωπή

Η συμβολή της Φυλακωπής στη διερεύνηση των όψεων της λατρείας της
Μυκηναϊκής περιόδου κρίνεται ιδιαίτερα σημαντική. Τα διαθέσιμα στοιχεία
προέρχονται από μια νησιωτική κοινότητα, η οποία διέθετε κατά την ΥΚ ΙΙΙ περίοδο
μια διακριτή πολιτισμική και κοινωνικοοικονομική οργάνωση, αρκετά
χαρακτηριστικά γνωρίσματα της οποίας συμβάλλουν στην ένταξή της στο σύγχρονο
κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο της Ηπειρωτικής Ελλάδας. Ένα από αυτά είναι και το
αστικό ιερό στις νότιες παρυφές του οικισμού, ο μόνος πιστοποιημένος ανεξάρτητος
χώρος λατρείας σε όλη την πολύχρονη οικοδομική δραστηριότητα στην περιοχή.
Η έκταση των ανασκαφικών ερευνών, ο συστηματικός τους χαρακτήρας και η
αναλυτική δημοσίευση τόσο των αρχιτεκτονικών στοιχείων, όσο και των κινητών
ευρημάτων συνιστούν στοιχεία που σε ελάχιστες μέχρι στιγμής περιπτώσεις
απαντώνται σε σύγχρονα αστικά ιερά. Επιπλέον η αποκάλυψη σημαντικού τμήματος
του οικιστικού πλαισίου στο οποίο το ιερό είναι ενταγμένο, παρά τις ασάφειες
αναφορικά με την χωροταξική οργάνωση του περιβάλλοντος χώρου και τη διάκριση
των οικοδομικών φάσεων, καθιστούν την περίπτωση της Φυλακωπής χωρίς
παράλληλο στις Κυκλάδες της Ύστερης Εποχής του Χαλκού.
Όσον αφορά στη διερεύνηση των τελούμενων θρησκευτικών πράξεων, θα
πρέπει να επισημανθούν τα προβλήματα που προκύπτουν εξαιτίας των επάλληλων
αρχιτεκτονικών αλλαγών, των ανακαινίσεων και των καθαρισμών στο εσωτερικό του
ιερού και τον περιβάλλοντα χώρο. Οι παρεμβάσεις αυτές συντέλεσαν στην
απομάκρυνση σημαντικού ποσοστού του κινητού εξοπλισμού από τους αρχικούς
χώρους χρήσης, την επανάχρηση για μακρά περίοδο ορισμένων αντικειμένων, καθώς
και τη διασπορά άλλων στον αύλειο χώρο και την επίχωση. Αποτέλεσμα των

212
παραπάνω παρεμβάσεων είναι να καθίσταται σε αρκετές περιπτώσεις προβληματική
η σύνδεση ευρημάτων με συγκεκριμένα δωμάτια ή σταθερές κατασκευές.
Το ζήτημα της επανάχρησης απασχόλησε ιδιαίτερα τον C. Renfrew στην
τελική δημοσίευση του ιερού. Ο ανασκαφέας επικεντρώθηκε σε μια κατηγορία
ευρημάτων, τα πήλινα ειδώλια διαφόρων μορφών, και, λαμβάνοντας υπόψη τα
συνανήκοντα θραύσματα σε σύνολα διαφορετικών περιόδων, υποστήριξε την
επανειλημμένη χρησιμοποίηση των περισσοτέρων ειδωλίων για μεγάλο χρονικό
διάστημα. Από την άλλη πλευρά η G. Albers εξέφρασε αμφιβολίες για την παραπάνω
άποψη και ανέπτυξε διεξοδικά το ζήτημα της επανάχρησης τελετουργικού
εξοπλισμού, κυρίως των ανθρωπόμορφων ειδωλίων. Η μεθοδολογική της προσέγγιση
αξιοποίησε τον ποσοτικό, χωρικό και χρονολογικό παράγοντα, αλλά επιπλέον έθεσε
και την ποιοτική παράμετρο των υπό εξέταση ευρημάτων. Η συγκεκριμένη
προσέγγιση οδήγησε στο συμπέρασμα ότι η πλειονότητα των τμημάτων ειδωλίων από
διαφορετικά χρονικά και χωρικά σύνολα ήταν ιδιαίτερα μικρού μεγέθους, πιθανότατα
λόγω των διαδοχικών ισοπεδώσεων και καθαρισμών. Κατά συνέπεια είναι αμφίβολη
η αξιοποίησή τους κατά τη διάρκεια τελετουργικών πράξεων της δεύτερης και τρίτης
περιόδου χρήσης του ιερού. Αντίθετα η επανειλημμένη χρήση εξοπλισμού για μεγάλο
χρονικό διάστημα αφορά επιλεκτικά μόνο τα καλύτερα σωζόμενα ειδώλια738.
Στην παρούσα μελέτη επιχειρείται μια προσέγγιση των τελούμενων
θρησκευτικών τελετουργιών μέσα από την αρχιτεκτονική διάταξη, τις σταθερές
κατασκευές και τα κινητά ευρήματα. Ωστόσο λαμβάνοντας υπόψη ότι τα σύνολα των
ευρημάτων από τα επάλληλα δάπεδα αποτελούσαν τμήμα μόνο του αρχικού
εξοπλισμού, δεν γίνεται λεπτομερής σύγκριση ανά περίοδο χρήσης σε κάθε δωμάτιο.
Αντίθετα αξιολογούνται συνολικά τα ευρήματα των δύο πρώτων φάσεων χρήσης, οι
οποίες εντάσσονται σε μεγάλο βαθμό στο χρονολογικό πλαίσιο της ανακτορικής
περιόδου της Ηπειρωτικής Ελλάδας, από όλους τους στεγασμένους και υπαίθριους
χώρους του ιερού.
Το σύνολο των κινητών ευρημάτων χαρακτηρίζεται από ποικιλία των
κατηγοριών και των χρησιμοποιούμενων υλικών. Σημαντικό ποσοστό αποτελείται
από σπάνιους ή άγνωστους τύπους ειδωλίων (βοοειδή με αγγείο, ανδρικά ειδώλια,
ανθρωπόμορφο αγγείο, γυναικεία με ιδιαίτερα κατασκευαστικά και διακοσμητικά
στοιχεία), ενώ αξίζει να σημειωθεί η ελάχιστη εκπροσώπηση των χειροποίητων

738
. Albers 1994, 92.

213
ανθρωπόμορφων ειδωλίων. Επίσης μικρός θα μπορούσε να θεωρηθεί, λαμβάνοντας
υπόψη το χρονικό διάστημα χρήσης του ιερού, και ο αριθμός των χειροποίητων
ζωόμορφων ειδωλίων.
Η μεγαλύτερη συγκέντρωση των ευρημάτων σημειώνεται στο λεγόμενο
κυρίως δωμάτιο του Δυτικού Ιερού. Το στοιχείο αυτό σε συνδυασμό με μια σειρά
παραμέτρων (διαστάσεις του δωματίου, άμεση επικοινωνία με τον αύλειο χώρο και το
οδικό δίκτυο, εσωτερική διαρρύθμιση) αναδεικνύουν το παραπάνω δωμάτιο ως
κομβικό σημείο για την συστηματική θρησκευτική δραστηριότητα. Ιδιαίτερα οι
χωροθετημένες στον άξονα της εισόδου λίθινες εξέδρες, οι οποίες χαρακτηρίζονται
από μορφολογικές ομοιότητες, αποτελούσαν το κύριο σημείο κατεύθυνσης του
βλέμματος για κάθε εισερχόμενο στο ιερό, καθώς η έλλειψη οποιασδήποτε άλλης
κατασκευής στο μέσον του δωματίου εξασφάλιζε απρόσκοπτη ορατότητα από την
είσοδο και τον αύλειο χώρο. Σε συσχέτιση με τα παρακείμενα θρανία και τις κόγχες
στην ανωδομή συνιστούσαν ένα σύστημα επιφανειών με σημαντικό ρόλο στην
τέλεση λατρείας, καίρια πτυχή της οποίας πιθανότατα αποτελούσε η απόθεση
τελετουργικού εξοπλισμού.
Υπέρ της άποψης αυτής συνηγορούν τα κατά χώραν ευρήματα της ΝΔ
εξέδρας. Η ύπαρξη εξειδικευμένων ως προς τη μορφή, πιθανότατα και τη λειτουργία,
κινητών ευρημάτων (διπλοί κέρνοι, Αιγυπτιακό περίαπτο, γυναικείο ειδώλιο με
σχηματοποιημένα και φυσιοκρατικά στοιχεία, λίθινος αμφικωνικός κιονίσκος ή
«βάση») αποτελεί επιπλέον στοιχείο για τη συμβολή της λίθινης εξέδρας και του
συνδεόμενου με αυτήν εξοπλισμού στις τελούμενες εντός του κυρίως δωματίου
θρησκευτικές τελετουργίες.
Επιχειρώντας τη συστηματική διερεύνηση των πτυχών της λατρείας, ο C.
Renfrew έθεσε τις λίθινες εξέδρες του κυρίως δωματίου στο επίκεντρο της
τελετουργικής δράσης. Ο ερευνητής απέδωσε στη ΒΔ και ΝΔ εξέδρα άμεση
λειτουργική σύνδεση με τα κατά χώραν ή διασκορπισμένα στο δάπεδο
αποκαλυφθέντα ειδώλια. Με βάση την συγκεκριμένη κατηγορία ευρημάτων πρότεινε
λατρεία δύο διαφορετικών θεοτήτων εντός του Δυτικού Ιερού, γυναικείας και
ανδρικής με αντίστοιχα ως προς το φύλο ειδώλια-αφιερώματα ή εναλλακτικά λατρεία
δύο γυναικείων θεοτήτων με διαφοροποιημένο το φύλο των αφιερωμάτων τους739.
Στο πλαίσιο της ανωτέρω πρότασης υποστήριξε ότι τα ειδώλια που αποκαλύφθηκαν

739
. Renfrew 1985, 373.

214
στο παρακείμενο Δωμάτιο Α και την κόγχη του συνδέονται άμεσα με την
λατρευόμενη στη ΝΔ εξέδρα γυναικεία θεότητα.
Η ερμηνευτική πρόταση του ανασκαφέα κρίνεται ενδιαφέρουσα, καθώς
αποσκοπεί στην προσέγγιση τόσο των τελούμενων θρησκευτικών πρακτικών, όσο και
του ιδεολογικού υπόβαθρού τους. Ωστόσο οι αλλεπάλληλες αλλαγές στην
αρχιτεκτονική μορφή και την εσωτερική διαρρύθμιση του ιερού εγείρουν
ερωτηματικά για τον εντοπισμό στοιχείων για την προτεινόμενη διπολικότητα της
λατρείας στο Δυτικό Ιερό. Η G. Albers αναφερόμενη αναλυτικά στις αδυναμίες της
ανωτέρω πρότασης επισήμανε την απουσία κατά χώραν ευρημάτων στη ΒΔ εξέδρα,
γεγονός που καθιστά επισφαλή την αποκλειστική σύνδεση της σταθερής κατασκευής
με συγκεκριμένα ευρήματα και κυρίως με τα ειδώλια ανδρικών μορφών. Επιπλέον
επανεξετάζοντας την στρωματογραφία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι πιθανότατα η
εξέδρα αυτή δεν υπήρξε εξαρχής μέρος του εξοπλισμού του ιερού, αλλά αποτέλεσε
προσθήκη λίγο πριν το τέλος της δεύτερης φάσης χρήσης. Κατά συνέπεια η
λειτουργία της παράλληλα με την προοριζόμενη για λατρεία γυναικείας θεότητας ΝΔ
εξέδρα αφορά ιδιαίτερα περιορισμένο διάστημα740.
Θα πρέπει ακόμη να επισημανθεί ότι C. Renfrew βασίστηκε επιλεκτικά σε μία
κατηγορία ευρημάτων, τα ανθρωπόμορφα ειδώλια, παραβλέποντας το γεγονός ότι τα
κατά χώραν ευρήματα υποδεικνύουν χρήση τουλάχιστον της ΝΔ εξέδρας για απόθεση
ενός ετερόκλητου συνόλου αποτελούμενου πιθανόν από αφιερώματα, λατρευτικά
ειδώλια και αντικείμενα με χρηστικό ρόλο κατά την τέλεση των λατρευτικών
πράξεων.
Η αποσπασματική μάλιστα κατάσταση διατήρησης σημαντικού τμήματος των
ειδωλίων του ιερού, ο εντοπισμός θραυσμάτων εκτός κτιρίου και η επιλεκτική
επαναχρησιμοποίησή τους καθιστούν επισφαλή την εξαγωγή κοινών συμπερασμάτων
ως προς τον χώρο της αρχικής απόθεσής τους ή τη σύνδεση με κάποια συγκεκριμένη
σταθερή κατασκευή. Επίσης εφόσον το κυρίως δωμάτιο χρησιμοποιούνταν ως ο
κύριος χώρος τελετουργικής δράσης, η σημαντική συνολική ποσότητα του κινητού
εξοπλισμού πιθανόν επέβαλε την αρχική τοποθέτηση σε κάποια από τις υπόλοιπες
σύγχρονες σταθερές κατασκευές (κόγχες, θρανία) ή ακόμη και σε αποθηκευτικές
κατασκευές στην ανωδομή του δωματίου.

740
. Albers 1994, 95-98.

215
Κατά συνέπεια, η προτεινόμενη λατρεία διαφορετικών ως προς το φύλο
θεοτήτων στον ίδιο χώρο του ιερού με επίκεντρο δύο γειτνιάζουσες σταθερές εξέδρες
δεν υποστηρίζεται επαρκώς από τα αρχαιολογικά στοιχεία. Στην περίπτωση που
ορισμένα ανδρικά και γυναικεία ειδώλια λειτουργούσαν ως λατρευτικά, ο όποιος
χωρικός, πιθανόν και θρησκευτικός διαχωρισμός, αφορούσε μόνο το τελευταίο
χρονικό διάστημα της δεύτερης φάσης χρήσης του ιερού, περίοδο κατά την οποία
εμπλουτίστηκε ο εξοπλισμός του ιερού με τα ιδιαίτερα σπάνια ως προς τη μορφή
ανδρικά ειδώλια και τη ΒΔ εξέδρα.
Προβληματισμός εγείρεται και για την πρόταση του C. Renfrew για πιθανή
διαφοροποίηση της τελούμενης στο Ανατολικό Ιερό λατρείας, η οποία βασίζεται
επιλεκτικά σε μια κατηγορία ευρημάτων, τα ζωόμορφα ειδώλια που εκπροσωπούνται
σε διαφορετικούς τύπους (χειροποίητα ζωόμορφα, τροχήλατα βοοειδή,
συμπλέγματα). Τα ανωτέρω ευρήματα συνιστούν σημαντικό τμήμα του
διασκορπισμένου στο δάπεδο εξοπλισμού του δωματίου, σε αντίθεση με τα
ανθρωπόμορφα ειδώλια, τα οποία απουσιάζουν ή εκπροσωπούνται ατελώς741.
Το ζήτημα των εκπροσωπούμενων κατηγοριών κινητών ευρημάτων αποτελεί
πτυχή της γενικότερης συζήτησης για τις τελούμενες στο Ανατολικό Ιερό
δραστηριότητες και τη λειτουργική τους σχέση με τις αντίστοιχες του Δυτικού Ιερού.
Τα αρχαιολογικά δεδομένα υποδεικνύουν ότι, παρά την απόδοση διαφορετικών
συμβατικών ονομασιών στο αρχικό οικοδόμημα και την μεταγενέστερη προέκταση,
υπάρχουν επαρκείς παραλληλισμοί ως προς την αρχιτεκτονική μορφή και τους
χρησιμοποιούμενους μηχανισμούς πρόσβασης. Τα στοιχεία αυτά συνηγορούν υπέρ
της άποψης ότι το Δυτικό και το Ανατολικό Ιερό δεν αποτελούσαν δύο ανεξάρτητα
κτίρια με διαχωρισμένες χρήσεις742, αλλά εξελικτικά στάδια του ίδιου
συγκροτήματος, τα οποία βρισκόταν σε λειτουργική συνάφεια εξυπηρετώντας κοινές
θρησκευτικές ανάγκες.
Η ανωτέρω ερμηνεία του ρόλου του Ανατολικού Ιερού ενισχύεται από την
εσωτερική διαρρύθμιση και τα κινητά ευρήματα. Μία σειρά παραμέτρων
(κατασκευαστικά χαρακτηριστικά της μόνης σταθερής κατασκευής, χωροθέτησή της
στη ΒΑ γωνία, χωρική συνάφειά με το σύνολο των κινητών ευρημάτων περιμετρικά)
υποδεικνύουν για την εξέδρα του Ανατολικού Ιερού αντίστοιχη χρήση με τις εξέδρες

741
. Μοναδικό παράδειγμα αποτελεί το αποσπασματικά σωζόμενο άβαφο παράδειγμα από την περιοχή
της εξέδρας, το οποίο η E. French με επιφύλαξη απέδωσε σε ανδρικό ειδώλιο αβέβαιης χρονολόγησης.
French 1985, 223-227.
742
. Albers 2004, 136.

216
του Δυτικού Ιερού ως επιφανειών απόθεσης τελετουργικού εξοπλισμού. Με εξαίρεση
τα ανθρωπόμορφα ειδώλια, η ελλιπής εκπροσώπηση των οποίων θα μπορούσε
πιθανόν να αποδοθεί στις επανειλημμένες εργασίες ισοπεδώσεων και καθαρισμών
του χώρου, ο υπόλοιπος εξοπλισμός (σφραγιδόλιθοι, κοσμήματα, αιχμή βέλους,
πιθανά μουσικά όργανα) παρουσιάζει σαφείς παραλληλισμούς με τον αντίστοιχο του
Δυτικού Ιερού ενισχύοντας την άποψη για κοινές θρησκευτικές τελετουργίες.
Αναφορικά με την κεραμική του ιερού, οι στεγασμένοι χώροι περιλαμβάνουν
μικρό αριθμό ακέραιων αγγείων, τα οποία αναφέρονται αναλυτικά στην παρούσα
μελέτη, καθώς και σημαντική ποσότητα οστράκων προερχόμενων από αγγεία που
σχετίζονται κυρίως με κατανάλωση υγρών (κύλικες διαφόρων σχημάτων, κύπελλα,
κρατήρες, σκύφοι). Τα ακέραια αγγεία εντοπίστηκαν κατά κύριο λόγο στο ΝΔ τμήμα
του κυρίως δωματίου και το παρακείμενο δωμάτιο Β, χώροι που επιχώθηκαν και
καταργήθηκαν κατά την τελική περίοδο χρήσης του κτιρίου. Αντίθετα ο
διασκορπισμός των οστράκων σε όλη την ανασκαμμένη έκταση του ιερού θα
μπορούσε να συσχετιστεί με τις επάλληλες ισοπεδώσεις και καθαρισμούς.
Αντιπαραβάλλοντας την κεραμική από το εσωτερικό του ιερού με την
αποκαλυφθείσα στον οικισμό κεραμική η P. Mountjoy σημειώνει: «ενώ το υλικό από
το ιερό περιορίζεται κυρίως σε βαθείς σκύφους και μονόχρωμες κύλικες χαμηλής
ποιότητας, οι υπόλοιπες περιοχές παρουσιάζουν πολύ καλή κεραμική από όλες τις
περιόδους με μεγάλη ποικιλία σχημάτων και διακοσμητικών θεμάτων» 743.
Διαφοροποιημένη είναι η κατάσταση στο νότιο τμήμα του αύλειου χώρου ως προς
την ποσότητα, τις κατηγορίες και την κατάσταση διατήρησης της ευρεθείσας
κεραμικής. Τα κατά χώραν αγγεία, τα οποία πιθανόν θρυμματίστηκαν κατά την
κατάρρευση τμήματος τοίχου που όριζε στα νότια τον αύλειο χώρο, συνιστούν ένα
διακριτό σύνολο από μεγάλα κλειστά σχήματα μεταφοράς και αποθήκευσης υγρών,
ενώ σε μικρότερο βαθμό εκπροσωπούνται αγγεία μετάγγισης και κατανάλωσης.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εύρεση μικρού αριθμού μαγειρικών
σκευών αποκλειστικά στο εσωτερικό του κτιρίου και λίθινων εργαλείων (τριβεία,
τριπτήρες) στους στεγασμένους και υπαίθριους χώρους. Τα ευρήματα αυτά συνιστούν
ένα διακριτό σύνολο, πιθανότατα συνδεόμενο με διαδικασίες προετοιμασίας τροφής.
Θα πρέπει ωστόσο να επισημανθεί ότι σε κανένα από τα δωμάτια του ιερού ή τον

743
. «...while the Shrine material is limited mostly to deep bowls and monochrome kylikes of poor
quality, the other areas present very fine pottery from all periods with a wide variety of shapes and
motifs», Mountjoy 1985, 151.

217
παρακείμενο αύλειο χώρο δεν εντοπίστηκε κάποια σταθερή κατασκευή που θα
ενίσχυε το ενδεχόμενο της κατά χώραν προετοιμασίας τροφής744. Το γεγονός αυτό
πιθανόν υποδεικνύει ότι οι χώροι εύρεσης των ανωτέρω ευρημάτων σχετιζόταν
περισσότερο με την αποθήκευση παρά με την χρήση τους. Η άποψη αυτή θα
μπορούσε να ενισχυθεί και από την απουσία ή ελάχιστη εκπροσώπηση εργαλείων
τεμαχισμού και εγχειριδίων στον εξοπλισμό του ιερού.
Όσον αφορά στο αποκαλυφθέν οστεολογικό υλικό, μεγαλύτερη συγκέντρωση
παρατηρείται στον αύλειο χώρο, ενώ οστά αποκαλύφθηκαν σε μικρότερες ποσότητες
και σε όλους τους στεγασμένους χώρους. Σύμφωνα με τον C. Gamble, ο οποίος
μελέτησε συστηματικά το υλικό από τη Φυλακωπή, τα στατιστικά στοιχεία για τα
εκπροσωπούμενα είδη (αιγοπρόβατα, χοίροι, βοοειδή) δεν παρουσιάζουν
διαφοροποιήσεις σε σχέση με τα υπόλοιπα τμήματα του οικισμού, ωστόσο
παρατηρείται μια αυξημένη ποσόστωση των βοοειδών745.
Τα παραπάνω ευρήματα συνιστούν ένα σύνολο, παρά τις ασάφειες ως προς
τον ακριβή προσδιορισμό του χώρου χρήσης και του αρχικού αριθμού ευρημάτων
ανά κατηγορία, το οποίο θα μπορούσε να αξιολογηθεί υπό το πρίσμα της διεξαγωγής
ιερών γευμάτων στην περιοχή του ιερού. Βασική πτυχή των συγκεκριμένων
διαδικασιών αναδεικνύεται η ατομική κατανάλωση, καθώς οι σκύφοι και οι κύλικες
(κατά κύριο λόγο με γωνιώδες περίγραμμα και χωνόσχημες) αποτελούσαν σε όλη τη
διάρκεια χρήσης του ιερού τα δημοφιλέστερα σχήματα. Διαπιστώνεται επίσης
τυποποίηση ως προς τον χρησιμοποιούμενο εξοπλισμό με την σταθερή προτίμηση σε
αγγεία πόσης κατά κανόνα χαμηλής κατασκευαστικής ποιότητας, ενώ ο έστω και
περιορισμένος αριθμός γραπτών κρατήρων υποδεικνύει και ομαδική κατανάλωση
υγρών.
Στο πλαίσιο της υλοποίησης ιερών γευμάτων θα μπορούσε να ενταχθεί και η
εύρεση μαγειρικών σκευών και λίθινων εργαλείων συσχετιζόμενων με την
κατεργασία σιτηρών. Από την άλλη πλευρά ο C. Gamble αξιολογώντας το
οστεολογικό υλικό επισημαίνει ότι: «Τα στοιχεία της Φυλακωπής δεν περιλαμβάνουν
ενδείξεις για θυσίες ζώων. Στην καλύτερη περίπτωση αυτό που θα μπορούσε να
ενισχύσει μια τέτοια υπόθεση θα ήταν ότι η θυσία λάμβανε χώρα σε σπάνια διαστήματα
και περιελάμβανε πολύ λίγα ζώα τα οποία δεν επιλεγόταν με βάση το είδος τους.

744
. Για το ενδεχόμενο ύπαρξης εστίας στο Δυτικό Ιερό, χωρίς ωστόσο να μπορεί να αποδειχθεί
αρχαιολογικά, βλέπε Whittaker 2004, 99.
745
. Gamble 1985, 482-483.

218
Επιπλέον τα κατάλοιπά τους δεν αποθέτονταν με ειδικό τρόπο» 746. Ωστόσο ο ανωτέρω
προβληματισμός για την τέλεση θυσιών ζώων στο ιερό της Φυλακωπής δεν αναιρεί
το ενδεχόμενο τα αποκαλυφθέντα οστά να αποτελούσαν κατάλοιπα τελετουργικών
γευμάτων ή/και αφιέρωσης ποσοτήτων τροφής στις λατρευόμενες θεότητες. Εφόσον
το αυξημένο ποσοστό των βοοειδών δεν οφείλεται σε εξωγενείς παράγοντες
(ταφονομικές συνθήκες, περιορισμένη δειγματοληψία από τον οικισμό), θα μπορούσε
αυτή η διαφοροποίηση από τις συνήθεις διατροφικές συνήθειες να αποδοθεί στις
ανάγκες των τελούμενων θρησκευτικών πρακτικών.
Αναφορικά με τη συμμετοχή στα παραπάνω γεύματα, η ποσότητα των
αγγείων κατανάλωσης σε συνδυασμό με τη χωρητικότητα των αποθηκευτικών
αγγείων στον αύλειο χώρο υποδεικνύουν ότι υπήρχε η απαιτούμενη υποδομή για
συμμετοχή αξιόλογου αριθμού ατόμων. Την άποψη αυτή ενισχύουν οι διαστάσεις του
κυρίως δωματίου, πιθανόν και η ποσότητα του οστεολογικού υλικού, για το οποίο
όμως δεν μπορούν να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα για την συχνότητα των
επεισοδίων που το παρήγαγαν. Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η πλειονότητα της
ανωτέρω κεραμικής χρονολογείται στη δεύτερη φάση χρήσης του ιερού, θα μπορούσε
το στοιχείο αυτό να ερμηνευθεί ως έκφραση της εντατικοποίησης των τελετουργικών
γευμάτων και να συνδεθεί με την αρχιτεκτονική αναβάθμιση του αύλειου χώρου.
Παράμετρο των ανωτέρω γευμάτων κατά την περίοδο αυτή πιθανότατα αποτελούσε
και η παραγωγή μουσικού ήχου, όπως πιστοποιούν τα κελύφη χελώνας που βρέθηκαν
κυρίως στο Ανατολικό Ιερό747.
Οι χοές, διαδικασίες ευρύτατα διαδεδομένες στην πλειονότητα των
σύγχρονων ιερών, πιθανότατα αποτελούσαν μια ακόμη πτυχή της τελούμενης
λατρείας. Παρά την απουσία εξειδικευμένων σταθερών κατασκευών ή πήλινων ρυτών
διαφόρων σχημάτων748, ορισμένα κινητά ευρήματα, τα οποία διακρίνονται για το
σχηματολόγιο και την επιλογή των υλικών (ζωόμορφα ειδώλια με αγγείο στη ράχη,
όστρεα τρίτωνα749) πιστοποιούν την τέλεση χοών. Επιπλέον στον εξοπλισμό που κατά

746
. «The Phylakopi evidence contains no hint of animal sacrifice. At best all that could be put forward
to support such a suggestion would be that sacrifice took place at infrequent intervals and inovled very
few aminals which were not selected on a species basis. Moreover their remains were not disposed of
in a special manner». Gamble 1985, 481-482.
747
Renfrew 1985, 327.
748
. Εξαίρεση ίσως να αποτελούσε όστρακο από τον αύλειο χώρο, το οποίο η E. French απέδωσε με
επιφύλαξη σε ρυτό σε σχήμα ψαριού. French 1985, 275.
749
. Τα ειδώλια αποκαλύφθηκαν σε στρώμα της δεύτερης περιόδου στο κυρίως δωμάτιο και την κόγχη
του Δωματίου. Αντίθετα τα όστρεα τρίτωνα εντοπίστηκαν στο κυρίως δωμάτιο και το Ανατολικό ιερό
σε στρώμα της τρίτης περιόδου, ωστόσο, όπως και η πλειονότητα των ευρημάτων της φάσης αυτής, θα

219
περίσταση χρησιμοποιούταν για τις χοές, θα μπορούσαν να προστεθούν και οι
κύλικες, οι οποίες συνιστούν το συνηθέστερο αγγείο σε όλη τη διάρκεια λειτουργίας
του ιερού και έχουν συσχετιστεί με ποικίλες θρησκευτικές τελετουργίες750.
Ο κινητός εξοπλισμός του ιερού περιλαμβάνει επίσης ορισμένες κατηγορίες
ευρημάτων οι οποίες πιθανόν συνιστούσαν μια διακριτή ως προς τη μορφή, τα
χρησιμοποιούμενα υλικά και τη χρήση ομάδα. Πρόκειται για κοσμήματα, όπως
δαχτυλίδια, πολυάριθμες χάντρες και επείσακτο περίαπτο που αποτελούσαν τμήματα
περιδέραιων, πιθανά εξαρτήματα ενδυμασίας (σφονδύλια) και σφραγιδόλιθους, τα
οποία απαντώνται σχεδόν σε όλους τους χώρους του ιερού, με μια μεγαλύτερη
συγκέντρωση στο κυρίως δωμάτιο και το Ανατολικό Ιερό. Τα ευρήματα αυτά θα
μπορούσαν να αποτελούν έμμεσες ενδείξεις για την ύπαρξη ενός οργανωμένου
ιερατείου επιφορτισμένου με τη λειτουργία του ιερού.
Ιδιαίτερα αξιοσημείωτος είναι ο εντοπισμός μεταξύ της ομάδας των
σφραγιδόλιθων τριών παραδειγμάτων της λεγόμενης ομάδας των νησιωτικών ιερών.
Η κατηγορία αυτή περιλαμβάνει σφραγιδόλιθους με κοινά κατασκευαστικά
χαρακτηριστικά, προερχόμενους από σύγχρονα τελετουργικά σύνολα των Κυκλάδων
(ιερό Αγίας Ειρήνης Κέας, αποθέτης Αρτεμισίου Δήλου), αλλά και ιερά της
Αργολίδας (Θρησκευτικό Κέντρο Μυκηνών, ιερό Απόλλωνα Μαλεάτα). Η
εκπροσώπηση της ανωτέρω κατηγορίας στο ιερό της Φυλακωπής πιθανόν ενισχύει
την πρόταση για αναγνώριση στον εξοπλισμό του ιερού εξειδικευμένων προσωπικών
αντικειμένων του ιερατείου. Εναλλακτικά η προαναφερθείσα διακριτή ομάδα
ευρημάτων θα μπορούσε να αποδοθεί σε αφιερωματικές διαδικασίες, οι οποίες
περιελάμβαναν και αντικείμενα κύρους με χρηστική ή συμβολική σπουδαιότητα.
Ερωτήματα εγείρονται για τις μεγάλες ποσότητες κατεργασμένων λεπίδων,
φολίδων και πυρήνων οψιανού, οι οποίες συνιστούσαν σημαντικό τμήμα του κινητού
εξοπλισμού του ιερού κατά τη δεύτερη φάση χρήσης. Η σημαντικότερη συγκέντρωση
απαντάται στα δύο μικρά δωμάτια του Δυτικού Ιερού, κυρίως στο δωμάτιο Β, ενώ
μικρότερες ποσότητες αποκαλύφθηκαν σε υπαίθριους χώρους βόρεια και ανατολικά.
Η R. Torrence ερεύνησε συστηματικά το διαθέσιμο υλικό και αξιολόγησε τα
ποσοτικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά του στην προσπάθεια να ερμηνεύσει τη
λειτουργία του οψιανού εντός ενός κτιρίου με σαφή θρησκευτική χρήση.

μπορούσαν να αποτελούν επαναχρησιμοποιούμενο τελετουργικό εξοπλισμό. French 1985, 243-248.


Renfrew & Cherry 1985, 327-328.
750
. Hägg 1990, 183. Shelton 2008, 226-227.

220
Αντιπαραβάλλοντας τα ευρήματα από το εσωτερικό του ιερού με αντίστοιχα από μια
δοκιμαστική τομή σε οικιακό χώρο στα ανατολικά, διαπίστωσε την ποσοτική υπεροχή
του υλικού του ιερού και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «το υλικό που βρέθηκε μέσα
στο ιερό τοποθετήθηκε εκεί σκόπιμα και δεν αποτελούσε προϊόν μεταφοράς από μη-
πολιτισμικές διαδικασίες»751.
Πρόσφατα η S. Lupack στο πλαίσιο της μελέτης της για το ρόλο των ιερών
στην οικονομική ζωή της Ύστερης Εποχής του Χαλκού υποστήριξε ότι πρακτικοί
λόγοι θα πρέπει να υπαγόρευσαν την τοποθέτηση των μεγάλων ποσοτήτων οψιανού
στους συγκεκριμένους χώρους του ιερού της Φυλακωπής. Συνδέοντας άμεσα το χώρο
λατρείας με την παραγωγική διαδικασία, υποστήριξε ότι «η απόσταση του ιερού από
το ανάκτορο και η έλλειψη εμφανούς ανακτορικής υποστήριξης φαίνεται ότι
υποδεικνύουν ότι το ιερό είχε αφεθεί κατά κάποιο τρόπο στην τύχη του όσον αφορά
στην υποστήριξή του. Πιστεύω λοιπόν ότι το θρησκευτικό προσωπικό χρησιμοποίησε
την παραγωγή λεπίδων οψιανού για να εξασφαλίσει την καθημερινή του συντήρηση.
Ακόμη και αν το ανάκτορο φορολογούσε την παραγωγή του ιερού με κάποιο τρόπο (και
δεν έχουμε τρόπο να γνωρίζουμε αν το έκανε ή όχι), είναι πιθανό ότι το ιερό θα
απαιτούσε κάποια πληρωμή ή προνόμια εξαιτίας της διαχείρισης της παραγωγικής
διαδικασίας»752.
Η ερμηνευτική πρόταση της S. Lupack είναι ενδιαφέρουσα, καθώς εισηγείται
συσχέτιση του ιερού όχι μόνο με θρησκευτικά καθήκοντα, αλλά και με την παραγωγή
και διαχείριση συγκεκριμένων προϊόντων με στόχο την εξασφάλιση των καθημερινών
αναγκών ενός οργανωμένου και ανεξάρτητου ιερατείου. Η ύπαρξη μηχανισμών
παραγωγής και διακίνησης λίθινων αντικειμένων εκτός του πλαισίου κεντρικών
διοικητικών μηχανισμών ή έστω με ελάχιστο κεντρικό έλεγχο κατά την Ύστερη
Εποχή του Χαλκού έχει υποστηριχθεί σε πρόσφατες συγκριτικές μελέτες κατανομής
οψιανού σε θέσεις της Πελοποννήσου753.

751
. “…the material found within the shrine was discarded there intentionally and it is not the result of
transport by non-cultural processes”, Torrence 1985, 473.
752
. “The shrine’s distance from the palace and its lack of obvious palatial support may seem to argue
that the sanctuary was left somewhat on its own in terms of supporting itself. I think, therefore, that the
religious personnel used the blade manufacturing industry to provide for its daily maintenance. Even if
the palace taxed the sanctuary’s production in some way (and we have no way of knowing whether it
did or not), it is likely that the shrine would still have commanded some payment or privilege because
of its handling of the manufacturing process”. Lupack 2008, 156.
753
. Ο N. Kardulias βασιζόμενος στα στοιχεία από τη νότια Αργολίδα υποστηρίζει ότι η επεξεργασία
και διακίνηση του λίθου λάμβανε χώρα σε περιφερειακές των ανακτόρων θέσεις και ελεγχόταν από
τοπικές ηγεμονικές ομάδες. Σε αντίστοιχα συμπεράσματα κατέληξε ο W. Parkinson, ο οποίος
αξιοποίησε τα διαθέσιμα στοιχεία από επιφανειακές έρευνες στην Μεσσηνία και από το αρχείο του

221
Θα πρέπει ωστόσο να επισημανθεί ότι η ανωτέρω πρόταση για λειτουργία του
ιερού ως ενός αυτοδιαχειριζόμενου χώρου με ενεργό ρόλο στην παραγωγική
διαδικασία και την εμπορεία οψιανού είναι σε πολλά σημεία υποθετική, καθώς οι
γνώσεις μας για την οικονομική οργάνωση της ΥΚ ΙΙΙ Φυλακωπής παρουσιάζουν
αρκετά κενά. Παρά τη διαπίστωση ότι δεν υπάρχουν στοιχεία ελέγχου των λατομείων
οψιανού από τους κατοίκους της Μήλου και ότι η πρόσβαση σε αυτά ήταν
ανεμπόδιστη754, οι διαδικασίες διοχέτευσης του πρωτογενούς υλικού, οι χώροι
κατεργασίας του και ο βαθμός ανάμειξης της τοπικής εξουσίας στη διακίνηση των
τελικών προϊόντων παραμένουν σε σημαντικό βαθμό ασαφείς. Η ελλιπής εικόνα
οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι εκτός της αποκαλυφθείσας ποσότητας οψιανού
στους χώρους του ιερού, τα εξεταζόμενα δείγματα από τον σύγχρονο οικισμό είναι
χωρικά και ποσοτικά περιορισμένα.
Παράλληλα παρατηρείται μια σειρά σημαντικών ομοιοτήτων μεταξύ των
συνθηκών εύρεσης των αντικειμένων από οψιανό εντός του ιερού και της ποσότητας
ελεφαντοστού από το Κτίριο των Τοιχογραφιών. Και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται
για σημαντικές ποσότητες συγκεντρωμένες στους μικρότερους χώρους κτιρίων με
σαφή θρησκευτική χρήση, οι οποίοι βρισκόταν σε άμεση επικοινωνία με τα κύρια
δωμάτια τέλεσης λατρείας. Επιπλέον η αριθμητική υπεροχή των κατεργασμένων και
ημικατεργασμένων προϊόντων έναντι των πρώτων υλών, η έλλειψη απορριμμάτων
και οι ιδιαίτερα μικρές διαστάσεις των χώρων εύρεσης, αποτελούν δεδομένα που δεν
στοιχειοθετούν λειτουργία των συγκεκριμένων χώρων ως εργαστήρια.
Αντίθετα το σύνολο των συνευρημάτων περιλαμβάνει αντικείμενα με σαφή
θρησκευτική χρήση, μεταξύ των οποίων και τροχήλατα γυναικεία ειδώλια που έχουν
ερμηνευθεί ως λατρευτικά. Το στοιχείο αυτό, σε συνδυασμό με την ύπαρξη στη
Φυλακωπή σταθερών κατασκευών (θρανίο, κόγχες) σχετιζόμενων με διαδικασίες
απόθεσης ή αποθήκευσης, θέτει το ζήτημα της πιθανής χρήσης των συγκεκριμένων
ευρημάτων ως αφιερωμάτων, πρόταση που διατυπώθηκε και από την Ο.
Krzyszkowska για την περίπτωση του ελεφαντοστού του Κτιρίου των
Τοιχογραφιών755.

ανακτορικού συγκροτήματος της Πύλου. Σύμφωνα με τον ερευνητή, ο αποκεντρωμένος χαρακτήρας


της παραγωγής λεπίδων υποδεικνύει ότι πιθανότατα λειτουργούσε ανεξάρτητα από ανακτορικούς
μηχανισμούς ελέγχου. Kardulias 2007, 112-113. Parkinson 2007, 90-96.
754
. Kardulias 2007, 113.
755
. Krzyszkowska 2007, 51.

222
Η επιλογή του οψιανού ως εξειδικευμένου τελετουργικού εξοπλισμού,
αποθηκευμένου ή κατά χώραν χρησιμοποιούμενου στα μικρά δωμάτια του ιερού της
Φυλακωπής, θα μπορούσε να αποδοθεί σε ιδιαίτερες τελετουργικές πράξεις, οι οποίες
απαιτούσαν χρήση ενός στοιχείου από τα πλέον χαρακτηριστικά της γεωμορφολογίας
του νησιού. Εναλλακτικά η χρήση του οψιανού ως αφιερώματος ενδεχομένως
αποτελούσε μέσο έκφρασης ορισμένων κοινωνικοοικονομικών ομάδων του οικισμού,
οι οποίες είχαν ενεργό ρόλο στη διαχείριση και διανομή του συγκεκριμένου υλικού.
Η αξιολόγηση των παραπάνω στοιχείων αναδεικνύει τον σημαντικό ρόλο της
λειτουργίας του ιερού στο πλαίσιο ενός οργανωμένου νησιωτικού οικιστικού
συνόλου. Η προτεινόμενη από τον C. Renfrew θεμελίωση του μοναδικού αστικού
χώρου λατρείας στην ΥΕ ΙΙΙ Α2 περίοδο, ταυτόχρονα ή λίγο μετά το Μέγαρο
εκφράζει το ενδιαφέρον για ενσωμάτωση της λατρείας σε συγκεκριμένα κοινωνικά,
πολιτικά και χωροταξικά πλαίσια. Παρά την ανέγερση σε διαφορετικά σημεία, η
οποία πιθανόν επιβλήθηκε από πρακτικούς και συμβολικούς λόγους, το σύστημα των
οδικών αρτηριών παρείχε τη δυνατότητα ανεμπόδιστης επικοινωνίας μεταξύ των δύο
κτιρίων, τα οποία συνιστούσαν δύο από τα κυριότερα τοπόσημα του οικισμού της
ανακτορικής περιόδου.
Από την άλλη πλευρά, προβληματισμούς θέτει η προτεινόμενη από την G.
Albers επαχρονολόγηση της ίδρυσης του ιερού στο τέλος της ΥΕ ΙΙΙ Β περιόδου. Η
ερευνήτρια, θεωρώντας ότι δεν υπάρχουν δάπεδα που με ασφάλεια θα μπορούσαν να
αποδοθούν στην ΥΕ ΙΙΙ Α2 και ΙΙΙ Β1 περίοδο, επαναπροσδιορίζει τον λειτουργικό
ρόλο του ιερού και αποδίδει την ίδρυσή του σε ένα όψιμο ενδιαφέρον για την τέλεση
οργανωμένης λατρείας σε αστικό περιβάλλον756. Όσον αφορά στην ύπαρξη κινητών
ευρημάτων της ΥΕ ΙΙΙ Α και αρχών της ΙΙΙ Β περιόδου με βάση τα μορφολογικά
χαρακτηριστικά και παράλληλά τους, η G. Albers προτείνει ότι αποτελούσαν ένα
είδος κειμηλίων και τοποθετήθηκαν σε ένα μεταγενέστερο ιερό από έναν αρχικό
χώρο χρήσης, όχι απαραίτητα θρησκευτικό (πιθανόν το ίδιο το Μέγαρο)757.
Ωστόσο η ερμηνεία αυτή αναφορικά με τον πρώιμο κινητό εξοπλισμό από το
ιερό κρίνεται ανεπαρκής, καθώς δεν υπάρχει οποιοδήποτε στοιχείο σύνδεσης του
Μεγάρου με τέλεση λατρείας σε όλη τη διάρκεια της χρήσης του, όπως έχει ήδη

756
. Η άποψη αυτή εν μέρει θα μπορούσε να υποστηριχθεί από την παρατήρηση της P. Mountjoy για
περιορισμένο αριθμό χαρακτηριστικών δειγμάτων κεραμικής των περιόδων αυτών. Mountjoy 1985,
151. Albers 2004, 135.
757
Ευχαριστώ την G. Albers για την προσωπική πληροφορία και τη συζήτηση σχετικά με το ζήτημα
της χρονολόγησης του ιερού.

223
προαναφερθεί. Επιπλέον τα κινητά ευρήματα που έχουν χρονολογηθεί στην ΥΕ ΙΙΙ
Α2 και ΙΙΙ Β1 περίοδο («κυρία της Φυλακωπής», τροχήλατα βοοειδή με φυσιοκρατικά
χαρακτηριστικά, ανθρωπόμορφο αγγείο, ομάδα σφραγιδόλιθων) διακρίνονται για τα
ποσοτικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά τους. Πρόκειται για ένα πολυπληθές σύνολο
αντικειμένων από το εσωτερικό του ιερού (σε αντίθεση με τις Μυκήνες, όπου ένας
μικρός αριθμός αντικειμένων της ΥΕ ΙΙΙ Α2 περιόδου βρέθηκε διασκορπισμένος σε
διάφορους χώρους εντός και εκτός των ιερών), τα οποία ανήκουν σε συγκεκριμένες
κατηγορίες (λατρευτικά ειδώλια, πολύτιμα αφιερώματα, αντικείμενα κύρους) με
σημαίνοντα ρόλο στην τέλεση θρησκευτικών τελετουργιών. Τα ευρήματα αυτά,
επείσακτα και τοπικά, κρίνεται πιθανότερο ότι αποτελούσαν εξαρχής τμήμα του
εξοπλισμού του ιερού. Συγκροτώντας ένα διακριτό τελετουργικό σύνολο, τα
παραπάνω ευρήματα πιθανόν συσχετιζόταν με ένα επεισόδιο αρχικής προσφοράς
κατά την ίδρυση του ιερού στα τέλη του 14ου-αρχές του 13ου αιώνα π.Χ.
Ο ιδιαίτερος ρόλος του ιερού στην κοινωνική ζωή του οικισμού αποδεικνύεται
και από την αδιάλειπτη λειτουργία του, παρά την καταστροφή στο τέλος της δεύτερης
φάσης χρήσης και τις καίριες αλλαγές στη δομή που αυτή προκάλεσε, έως και την ΥΕ
ΙΙΙ Γ μέση περίοδο. Στην περίπτωση που το Μέγαρο έπαψε να χρησιμοποιείται πριν
την περίοδο αυτή, το ιερό θα μπορούσε να συνεισφέρει στη διατήρηση της τοπικής
ταυτότητα της νησιωτικής κοινότητας. Η πρόταση αυτή είναι υποθετική, καθώς ο
ακριβής χρόνος εγκατάλειψης του Μεγάρου δεν έχει με ασφάλεια ταυτιστεί 758.
Ωστόσο η εξασφαλισμένη επικοινωνία με οδικές αρτηρίες και η συνεχής χρήση του
παρακείμενου αύλειου χώρου ενισχύουν την άποψη ότι το ιερό αποτελούσε σε όλη τη
διάρκεια της λειτουργίας του έναν σημαντικό χώρο θρησκευτικής δραστηριότητας.
Συνοψίζοντας, στην περίπτωση της Φυλακωπής η ίδρυση του αστικού ιερού
σχετίζεται με τη συστηματοποίηση της λατρείας, όπως υποδεικνύουν η χωρική και
λειτουργική του ανεξαρτησία από τα σύγχρονα συγκροτήματα κατοίκησης και
διοίκησης, καθώς και ο κινητός εξοπλισμός. Επιπλέον η απρόσκοπτη πρόσβαση μέσω
του οδικού δικτύου και του αύλειου χώρου και η τέλεση μιας σειράς θρησκευτικών
τελετουργιών (τελετουργικά γεύματα, χοές) που ενίσχυαν τους κοινοτικούς δεσμούς
πιστοποιούν το δημόσιο χαρακτήρα του ιερού.
Η πρώτη περίοδος χρήσης αναδεικνύεται σημαντική εξαιτίας της ανέγερσης
του ιερού εντός οικιστικού ιστού, ενώ η δεύτερη σηματοδοτεί την προσπάθεια

758
. Renfrew 1985, 401. Albers 2004, 135.

224
συστηματοποίησης της θρησκευτικής δραστηριότητας, όπως υποδεικνύουν οι καίριες
αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις, ο εμπλουτισμός σε σταθερές κατασκευές και κινητό
εξοπλισμό και η μέγιστη αξιοποίηση των στεγασμένων και οι υπαίθριων χώρων.
Ειδικότερα όσον αφορά στα κινητά ευρήματα, παρατηρείται μια ποσοτική και
ποιοτική διαφοροποίηση (Πίν. 5), η οποία εκφράστηκε με την εμφάνιση κατηγοριών
ευρημάτων με εξειδικευμένη χρήση, οι οποίες σε συνδυασμό με την κεραμική και την
ομάδα των ειδωλίων συνθέτουν ένα σύνολο ικανό να εξυπηρετήσει τελετουργίες
ποικίλων κατηγοριών και βαθμών περιπλοκότητας. Η ύπαρξη μεταξύ του
τελετουργικού εξοπλισμού επείσακτων αντικειμένων (ορισμένα αποτελούσαν
προϊόντα εξειδικευμένων εργαστηρίων) θα μπορούσε να αποτελεί ένδειξη ότι το ιερό
είχε αναπτύξει ένα δίκτυο επικοινωνίας εκτός των στενών γεωγραφικών ορίων της
Μήλου.

1.7. Αγία Ειρήνη

Η συμβολή της Αγίας Ειρήνης στη μελέτη των Μυκηναϊκών ιερών και των
θρησκευτικών τελετουργιών κρίνεται σημαντική εξαιτίας των γεωγραφικών,
χωροταξικών και χρονολογικών ιδιαιτεροτήτων της συγκεκριμένης περίπτωσης.
Πρόκειται για μια νησιωτική κοινότητα που εντάσσεται στο ευρύτερο γεωγραφικό
πλαίσιο της Ηπειρωτικής Ελλάδας, ενώ αρκετά στοιχεία της ΥΚ ΙΙΙ περιόδου
παραπέμπουν σε ένα κοινό πολιτιστικό, ακόμη και πολιτικό σύμφωνα με ορισμένους
μελετητές, πλαίσιο759. Το σημαντικότερο από αυτά είναι το ιερό στο ΝΑ άκρο του
ακρωτηρίου, το οποίο αποτελούσε το μοναδικό προοριζόμενο για την τέλεση
λατρείας ανεξάρτητο κτίριο, καλύπτοντας χρονολογικά ολόκληρη την Ύστερη Εποχή
του Χαλκού.
Η καλή κατάσταση διατήρησης του αρχαιολογικού υλικού, ο συστηματικός
χαρακτήρας των ανασκαφών και οι αναφορές στην αρχιτεκτονική εξέλιξη του κτιρίου
και τον κινητό εξοπλισμό συμβάλλουν σημαντικά στην κατανόηση των διαδοχικών
759
. Σύμφωνα με τους J. Caskey και R. Barber, υπάρχουν στοιχεία για Μυκηναϊκή παρουσία στον
οικισμό, η οποία πιθανόν συνδέεται με πολιτικό και πιθανόν στρατιωτικό έλεγχο. Αντίθετα η A.-L.
Schallin υποστήριξε την πολιτιστική αλληλεπίδραση και τον ανταγωνισμό ανάμεσα σε αυτόνομες
Κυκλαδικές κοινότητες και την Ηπειρωτική Ελλάδα, ενώ οι C. Morris και R. Jones εστίασαν στην
δυναμική επιρροή της ΒΑ Πελοποννήσου κατά την ΥΕ ΙΙΙ Α περίοδο, λαμβάνοντας υπόψη τη μελέτη
και τις χημικές αναλύσεις των σύγχρονων συνόλων κεραμικής. Barber 1994, 231. Schallin 1993. 1998.
Morris & Jones 1998. Mee 2008, 384 (παραπομπή 16-17).

225
λειτουργικών φάσεων του ιερού. Ωστόσο οι ασάφειες ως προς τα οικιστικά
κατάλοιπα της ΥΚ ΙΙΙ περιόδου, καθιστούν επισφαλή την αξιολόγηση του ιερού σε
σχέση με την πολεοδομική οργάνωση και τα εξελικτικά στάδια του σύγχρονου
οικισμού.
Αναφορικά με τις δραστηριότητες στο ιερό, τα στοιχεία επικεντρώνονται στο
εσωτερικό του κτιρίου, καθώς η διάβρωση στα ανατολικά δεν επιτρέπει την εξαγωγή
συμπερασμάτων για τη διαμόρφωση του χώρου. Εφόσον υπήρχε αδόμητος χώρος,
εκτός της χρήσης του για την παροχή πρόσβασης, θα μπορούσε να αποτελεί
σημαντική παράμετρο στην τέλεση λατρείας λειτουργώντας ως μια επιπλέον
επιφάνεια τελετουργικής δράσης. Παράλληλα οι επάλληλοι καθαρισμοί και οι
αναδιαρθρώσεις των δωματίων πιθανότατα συντέλεσαν στην απομάκρυνση
ευρημάτων από τους αρχικούς χώρους χρήσης και τη διασπορά στην επίχωση. Το
στοιχείο αυτό, σε συνδυασμό με την έλλειψη τελικής δημοσίευσης του συνόλου των
κινητών ευρημάτων, θέτουν υπό αμφισβήτηση τη σύνδεση του αποκαλυφθέντος
εξοπλισμού με συγκεκριμένα δωμάτια ή σταθερές κατασκευές.
Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω στοιχεία, επιχειρείται μια διερεύνηση των
τελούμενων θρησκευτικών τελετουργιών κατά την τέταρτη φάση χρήσης του ιερού, η
οποία συμπίπτει χρονολογικά με τη Μυκηναϊκή ανακτορική περίοδο, αξιολογώντας
την αρχιτεκτονική διαμόρφωση του κτιρίου, τις σταθερές κατασκευές και τα
περιορισμένα δημοσιευμένα κινητά ευρήματα. Διαπιστώνεται ότι, παρά την έκταση
της καταστροφής που προηγήθηκε, η αναδιάρθρωση του ιερού υπήρξε άμεση
προτεραιότητα, καθώς οι διαδικασίες καθαρισμών και ανοικοδόμησης
χρονολογούνται ήδη από την ΥΕ ΙΙΙ Α1 περίοδο.
Οι αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις συνίστανται σε μείωση των χρηστικών
χώρων, με επικέντρωση της δραστηριότητας στο μεσαίο και το ανατολικό τμήμα του
κτιρίου, εμπλουτισμό του δωματίου 6 σε σταθερές κατασκευές (εξέδρες σε σχήμα Π,
θρανίο, πιθανή εστία) και ανάδειξή του σε κύριο χώρο της τελετουργικής δράσης.
Ιδιαίτερα οι λίθινες εξέδρες, και το παρακείμενο θρανίο ακολουθούν μια
μακροχρόνια παράδοση χρηστικών επιφανειών συσχετιζόμενων με διαδικασίες
απόθεσης τελετουργικού εξοπλισμού760. Ωστόσο οι κατασκευές της τέταρτης φάσης
χρήσης του ιερού διαφοροποιούνται από τις προκατόχους τους εξαιτίας του
ιδιόμορφου σχήματος και της ανέγερσης στο ανατολικότερο και πιο εύκολα

760
. Caskey 1998, 125.

226
προσβάσιμο δωμάτιο, συντελώντας στη μετατόπιση του σημείου εστίασης της
προσοχής.
Θα πρέπει να επισημανθεί ότι το είδος και η ποσότητα των αντικειμένων που
τοποθετούνταν στις κατασκευές αυτές ως αφιερώματα ή χρηστικά αντικείμενα δεν
μπορούν να προσδιοριστούν με σαφήνεια εξαιτίας των επάλληλων καθαρισμών.
Ακόμη και τα θραύσματα χεριού και περιλαίμιου ΜΜ γυναικείου ειδωλίου που
βρέθηκαν εντός της αύλακας μιας από τις Π-σχημες εξέδρες, η οποία έχει προταθεί
ότι αποτελούσε χώρο αποθήκευσης τελετουργικού εξοπλισμού761, είναι δύσκολο να
ερμηνευτούν με ασφάλεια σε σχέση με το σημείο εύρεσης. Αντίθετα ο σφραγιδόλιθος
που εντοπίστηκε πλησίον του λίθινου θρανίου στο ΝΔ τμήμα του δωματίου 6,
πιθανότατα αποτελούσε μοναδική περίπτωση ευρήματος, το οποίο συνδεόταν άμεσα
με συγκεκριμένη σταθερή κατασκευή762.
Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι τα δωμάτια 1 και 2, τα οποία αποτέλεσαν
τον αρχικό οικοδομικό πυρήνα, έπαψαν να χρησιμοποιούνται. Παρά τις ασάφειες
αναφορικά με τη χρήση των χώρων αυτών εξαρχής για τελετουργικούς σκοπούς, η
ενσωμάτωσή τους στο εκτεταμένο ιερό και η σύνδεσή τους με τα
χαρακτηριστικότερα τελετουργικά αντικείμενα της Μέσης και των αρχών της
Ύστερης Εποχής του Χαλκού υποδεικνύουν έναν αναβαθμισμένο ρόλο σε συμβολικό
και χωροταξικό επίπεδο. Θα μπορούσε να προταθεί ότι η εγκατάλειψη των
συγκεκριμένων χώρων οφειλόταν σε καθαρά πρακτικούς λόγους, όπως την
σημαντικής έκτασης καταστροφή στους ισόγειους χώρους και την πιθανή
κατάρρευση του άνω ορόφου. Σε αυτήν την περίπτωση η επανάχρηση απαιτούσε
μεγάλης έκτασης παρεμβάσεις, η υλοποίηση των οποίων δεν επιλέχθηκε ως λύση763,
άποψη που πιθανόν ενισχύεται από την απόπειρα καθαρισμού της εισόδου προς το
δωμάτιο 1 και την εγκατάλειψή της σε σύντομο χρονικό διάστημα.
761
. Η Μ.E. Caskey υποστήριξε ότι το αρχικό περιεχόμενο της αύλακας απομακρύνθηκε κατά τις
εργασίες που έλαβαν χώρα κατά την ΥΕ ΙΙΙ Γ περίοδο στο δωμάτιο, ωστόσο η άποψη αυτή δεν μπορεί
να τεκμηριωθεί επαρκώς. Εναλλακτικά η αύλακα, η οποία εντοπίζεται μόνο στην περίπτωση της
δυτικής εξέδρας θα μπορούσε να αποτελεί επιφάνεια εκροής υγρών κατά την τέλεση χοών. Παρά την
έλλειψη σύγχρονων εξειδικευμένων σκευών, τα αγγεία που σχετίζονται με κατανάλωση υγρών, τα
οποία κυριαρχούν στον εξοπλισμό του ιερού, θα μπορούσαν κατά περίσταση να χρησιμοποιούνται και
για χοές. Albers 1994, 116. Caskey 1998, 126.
762
. Jounger 1985, 294-295.
763
. Για αντίθετη τακτική διαχείρισης προγενέστερων αρχιτεκτονικών καταλοίπων, βλέπε την
περίπτωση του μετανακτορικού ιερού των Διπλών Πελέκεων στην Κνωσό, το οποίο λειτούργησε κατά
την ΥΕ ΙΙΙ Α2-ΙΙΙ Β περίοδο. Το μεγάλο μέγεθος της καταστροφής του ανακτορικού συγκροτήματος
δεν υπήρξε ανασταλτικός παράγοντας για τη ίδρυση ενός ιερού στην ανατολική πτέρυγα του
ανακτόρου, κοντά σε πρωιμότερους χώρους λατρείας. Χρησιμοποιήθηκε μάλιστα κινητός εξοπλισμός
που σε ορισμένες περιπτώσεις παραπέμπει στην τυπολογία της περιόδου πριν την καταστροφή. Nilsson
1950, 78-80. Whittaker 1997, 192. Gesell 2004, 134-135.

227
Η κατάργηση των προαναφερθέντων δωματίων και των σταθερών
κατασκευών του δωματίου 3, χωρίς αντικατάσταση από οποιαδήποτε άλλη
κατασκευή στον ίδιο χώρο, καθώς και η μετατόπιση της τελετουργικής δράσης στο
δωμάτιο 6 πιθανότατα εκφράζουν επαναπροσδιορισμό των λατρευτικών πρακτικών
κατά την ΥΕ ΙΙΙ Α περίοδο. Καίρια παράμετρος της διαδικασίας αναδιάρθρωσης
αποτέλεσε και η ανανέωση του κινητού εξοπλισμού. Είναι χαρακτηριστικό ότι το
πολυπληθές σύνολο μεγάλων γυναικείων ειδωλίων αντικαθίσταται πλέον από ένα
μοναδικό ειδώλιο, ενώ ο διακρινόμενος για την ποικιλία και την έντονη Μινωική
επίδραση εξοπλισμός, ο οποίος εκφράζει ποικίλες θρησκευτικές τελετουργίες
(αφιερωματικές διαδικασίες, χοές, κατανάλωση τροφής, πιθανόν και πομπές)
αντικαθίσταται από χαρακτηριστικά Μυκηναϊκά ευρήματα περιορισμένης
τυπολογίας.
Το μεγάλο γυναικείο ειδώλιο πιθανόν κατείχε έναν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο
στις θρησκευτικές τελετουργίες της περιόδου ανασυγκρότησης. Η άποψη αυτή
ενισχύεται από τη μοναδικότητα του ευρήματος και την προσπάθεια για συμβολική
σύνδεση με τον τελετουργικό εξοπλισμό του πρόσφατου παρελθόντος, όπως
εκφράζεται μέσα από τη διατήρηση των βασικών τυπολογικών χαρακτηριστικών του.
Οι μικρές διαστάσεις του χώρου εύρεσης, η έλλειψη σταθερών κατασκευών και η
αποσπασματική κατάσταση διατήρησης καθιστούν πιθανή την αποθήκευση του
ειδωλίου στο δωμάτιο 5 και όχι την κατά χώραν χρήση. Υπέρ της πρότασης αυτής
συνηγορούν τα σύγχρονα συνευρήματα και ο πρωιμότερος εξοπλισμός του δωματίου
που παραπέμπει σε μια διαχρονική αποθηκευτική χρήση. Η ακριβής διάρκεια χρήσης
του ειδωλίου δεν μπορεί να καθοριστεί, ωστόσο πιθανολογείται ότι σε απροσδιόριστο
διάστημα μετά την κατασκευή του παρουσίασε φθορές και είτε αποθηκεύτηκε
οριστικά στο δωμάτιο 5 και τέθηκε σε αχρηστία, είτε εξακολούθησε να
χρησιμοποιείται.
Ως πιθανοί χώροι χρήσης του γυναικείου ειδωλίου προσδιορίζονται τα εν
χρήσει μεγάλα στεγασμένα δωμάτια (3 & 6) ή εφόσον στα ανατολικά υπήρχε
διαμορφωμένος αύλειος χώρος, το εξωτερικό τμήμα του ιερού. Ασαφής παραμένει ο
βαθμός διατήρησης και αξιοποίησης του μηχανισμού πρόσβασης των πρωιμότερων
περιόδων, γεγονός που καθιστά προβληματική την εξαγωγή συμπερασμάτων για την

228
περιφορά του ανωτέρω ειδωλίου κατά την τέλεση πομπών, πρόταση που
διατυπώθηκε για μεγάλα ειδώλια της ΜΜ-ΥΜ ΙΑ περιόδου764.
Το ζήτημα αυτό εντάσσεται στον γενικότερο προβληματισμό για τη
διατήρηση του συμβολικού νοήματος των μεγάλων γυναικείων ειδωλίων, τα οποία
αποτελούσαν σημαντική πτυχή της μακρόχρονης λειτουργίας του ιερού της Αγίας
Ειρήνης. Καθώς το πολυάριθμο σύνολο των ειδωλίων έχει ερμηνευθεί ότι αποδίδει
μορφές λατρευτών ή ιερειών765, εγείρεται το ερώτημα τι αντιπροσώπευε το μοναδικό
ειδώλιο αντίστοιχης τυπολογίας που κατασκευάστηκε στις αρχές της ΥΕ ΙΙΙ Α
περιόδου. Χωρίς να μπορεί να δοθεί βέβαιη απάντηση, θα μπορούσε να θεωρηθεί
μορφή λατρευτή ή ιέρειας, συνιστώντας μια άμεση αναφορά στο πρωιμότερο
ιδεολογικό υπόβαθρο. Από την άλλη πλευρά, θα μπορούσε, αποδεσμευμένο από
προγενέστερους συμβολισμούς, να λειτουργεί ως λατρευτικό ειδώλιο.
Όσον αφορά στα υπόλοιπα κινητά ευρήματα της τέταρτης φάσης χρήσης, τα
χειροποίητα ανθρωπόμορφα και ζωόμορφα ειδώλια, τα ομοιώματα αρμάτων και
επίπλων, καθώς και τα τμήματα χρυσού πιθανότατα συνδεόταν με αφιερωματικές
διαδικασίες, χωρίς ωστόσο να μπορεί να προσδιοριστεί ο ακριβής χώρος χρήσης.
Παράλληλα υπάρχουν ευρήματα, όπως τα χάλκινα εγχειρίδια και οι λίθινοι
σφραγιδόλιθοι που, παρά το διασκορπισμό τους σε όλα τα εν λειτουργία δωμάτια του
ιερού, συγκροτούν μια διακριτή ομάδα με βάση την τυπολογία και την επιλογή των
υλικών. Τα ανωτέρω ευρήματα πιθανόν αποτελούσαν αφιερώματα ή χρηστικά
αντικείμενα συνδεόμενα με ένα οργανωμένο ιερατείο.
Αξιολογώντας τα εγχειρίδια σε σχέση με το ενδεχόμενο τέλεσης θυσιών και
προετοιμασίας ιερών γευμάτων, διαπιστώνεται εύρεση σε δωμάτια (3 και 5) που
στερούνται ενδείξεων καύσης και συναφών σταθερών κατασκευών. Επιπλέον η
απουσία επαρκών στοιχείων για την ποσότητα, τις επιμέρους κατηγορίες και την
κατανομή του οστεολογικού υλικού από το εσωτερικό του κτιρίου αποτελούν
ανασταλτικό παράγοντα για σύνδεση της χρήσης των εγχειριδίων με τα παραπάνω
δωμάτια. Αντίθετα η αφθονία στρώματος καύσης και η πιθανή ύπαρξη εστίας στο
δωμάτιο 6 παραπέμπουν σε χρήση των συγκεκριμένων ευρημάτων κατά τη διάρκεια
τελετουργιών στο χώρο αυτό και σε αποθήκευση στα παρακείμενα δωμάτια μαζί με
τον υπόλοιπο τελετουργικό εξοπλισμό.

764
. Caskey 1981, 133. Whittaker 1997, 140-141.
765
. Albers 2004, 133.

229
Ιδιαίτερη είναι η περίπτωση των σφραγιδόλιθων, οι οποίοι εντοπίστηκαν
στους δύο μεγαλύτερους χώρους του ιερού. Η κατάταξη δύο από αυτούς στην
λεγόμενη ομάδα των νησιωτικών ιερών και η απόδοσή τους στον ίδιο τεχνίτη ενός
σφραγιδόλιθου από το ιερό της Φυλακωπής, καθιστά πιθανή την ερμηνευτική
πρόταση του J. Younger για περιπλανώμενους τεχνίτες στα μέσα του 14ου αιώνα
π.Χ.766 Η άποψη αυτή ενισχύεται από τη διασπορά σφραγιδόλιθων της παραπάνω
κατηγορίας όχι μόνο σε μια σειρά χώρων λατρείας στις Κυκλάδες και την Αργολίδα,
αλλά και σε ανακτορικές και περιφερειακές θέσεις στην Ηπειρωτική Ελλάδα και την
Κρήτη. Αξιοσημείωτη είναι και η ύπαρξη πρωιμότερων σφραγιδόλιθων, οι οποίοι,
λαμβάνοντας υπόψη τη μακρόχρονη λειτουργία του ιερού και αντίστοιχες πρακτικές
σε σύγχρονα αστικά ιερά (Μυκήνες, Φυλακωπή), θα μπορούσαν να θεωρηθούν ένα
είδος κειμηλίων. Εναλλακτικά αποτελούσαν επαναχρησιμοποιούμενο εξοπλισμό, ο
οποίος ανασύρθηκε κατά τη διάρκεια των εργασιών καθαρισμού μετά την
καταστροφή.
Η αξιολόγηση των ανωτέρω στοιχείων θέτει καίρια ερωτήματα για την
οργάνωση της θρησκευτικής δραστηριότητας στην Αγία Ειρήνη και τον γενικότερο
ρόλο της λατρείας στην κοινωνική ζωή ενός οικισμού με μακροχρόνια χρήση.
Εφόσον ευσταθεί η πρόταση του ανασκαφέα για χρονολόγηση του αρχικού πυρήνα
του ιερού ήδη από την ΜΜ ΙΙ-ΙΙΙ περίοδο, διαπιστώνεται το πρώιμο ενδιαφέρον για
λειτουργία ενός οργανωμένου χώρου λατρείας σε μία περίοδο για την οποία τα
σύγχρονα οικιστικά κατάλοιπα είναι περιορισμένα. Η επέκταση και τελική
διαμόρφωση της αρχιτεκτονικής μορφής εντός του ίδιου χρονικού διαστήματος
υποδεικνύει συστηματοποίηση της θρησκευτικής δραστηριότητας και αναβάθμιση
του λειτουργικού ρόλου του ιερού.
Η έλλειψη ωστόσο κινητού εξοπλισμού που να πιστοποιεί με ασφάλεια τη
χρήση του χώρου για θρησκευτικούς σκοπούς οδήγησε την G. Albers στη διατύπωση
της υπόθεσης για κτίριο κοσμικού χαρακτήρα, το οποίο μετατράπηκε σε ιερό στις
αρχές της Ύστερης Εποχής του Χαλκού767. H άποψη αυτή, αν και ενδιαφέρουσα γιατί
εγείρει ζητήματα διαχείρισης και απόδοσης νέου συμβολισμού στα υλικά κατάλοιπα
του πρόσφατου παρελθόντος, δεν φαίνεται να υποστηρίζεται στην περίπτωση του
ιερού της Αγίας Ειρήνης από τα αρχαιολογικά δεδομένα. Δεν υπάρχει πειστική
απάντηση για το λόγο που θα επέβαλε την επιλογή της επανάχρησης ενός οικιακού

766
. Younger 1985, 294.
767
. Albers 2004, 133 (ιδιαίτερα παραπομπή 71).

230
χώρου ως ιερού, ενώ υπήρχε αρκετή αδόμητη έκταση, η οποία αξιοποιήθηκε κατά την
σύγχρονη εκτεταμένη ανοικοδόμηση.
Στο πλαίσιο ενός οργανωμένου πολεοδομικού σχεδιασμού, ο οποίος
περιελάμβανε μια σειρά καίριων παρεμβάσεων (επανοριοθέτηση της οχύρωσης,
συγκρότηση οικοδομικών τετραγώνων οριζόμενων από κτιριακά οικοδομήματα και
οδικό δίκτυο, πιθανή λειτουργία διοικητικού κέντρου), η ανέγερση ενός διακριτού
κτιρίου προοριζόμενου αποκλειστικά για την τέλεση λατρείας θα αποτελούσε φυσική
συνέχεια. Το γεγονός ότι μια τέτοια εξέλιξη δεν συμπεριλήφθηκε στον χωροταξικό
σχεδιασμό των αρχών της Ύστερης Εποχής του Χαλκού πιθανότατα οφείλεται στο
γεγονός ότι ήδη προϋπήρχε ανεξάρτητο ιερό, το οποίο λειτουργούσε στο ΝΑ τμήμα
του ακρωτηρίου, πλησίον της θέσης όπου ανεγέρθηκε το διοικητικό κέντρο.
Όσον αφορά στην έλλειψη τελετουργικών ευρημάτων κατά τις πρώτες
περιόδους χρήσης του κτιρίου, θα μπορούσε να αποδοθεί στην απώλεια σημαντικών
στοιχείων εξαιτίας των μεταγενέστερων παρεμβάσεων στο χώρο ή στη φύση των
τελούμενων τελετουργιών. Από την άλλη πλευρά, η ύπαρξη εξεδρών στον αρχικό
οικοδομικό πυρήνα συνιστά ένα αρχιτεκτονικό χαρακτηριστικό που αποτελεί δομικό
στοιχείο του ιερού σε όλη τη διάρκεια της λειτουργίας του. Υπέρ της άποψης για
λειτουργία του αρχικού πυρήνα ως χώρου λατρείας συνηγορεί και η ενσωμάτωσή του
στο ταυτιζόμενο με ασφάλεια ως ιερό, στοιχείο που απαντάται και στην περίπτωση
του Κτιρίου Γ στο Θρησκευτικό Κέντρο των Μυκηνών.
Ιδιαίτερα όσον αφορά στην τρίτη φάση χρήσης του κτιρίου (ΜΜ ΙΙΙ-ΥΜ ΙΑ),
η οποία συμπίπτει χρονικά με την οικονομική ακμή του οικισμού, η σημαντικότερη
παρέμβαση δεν σχετίζεται με την αρχιτεκτονική μορφή που ήταν ήδη διαμορφωμένη.
Αντίθετα έμφαση δίνεται στον εμπλουτισμό του κινητού εξοπλισμού με μοναδικά στο
είδος τους ευρήματα ή αντικείμενα που παραπέμπουν σε Μινωικό συμβολικό,
πιθανόν και ιδεολογικό, υπόβαθρο.
Η αναδιάρθρωση του ιερού κατά την ΥΕ ΙΙΙ Α1 περίοδο το καθιστά το
πρωιμότερο, με ασφάλεια χρονολογημένο, Μυκηναϊκό ιερό με βάση τα
χαρακτηριστικά του κινητού εξοπλισμού. Ο καίριος ρόλος του στην κοινωνική ζωή
του οικισμού πιστοποιείται από τις άμεσες εργασίες αποκατάστασης, οι οποίες
ενισχύουν την άποψη για αδιάλειπτη λειτουργία του ως χώρου λατρείας δημόσιου
χαρακτήρα, όπως υποδεικνύει η απρόσκοπτη προσβασιμότητά του από κάθε τμήμα
του οικισμού. Το ιερό αναδεικνύεται το κύριο τοπόσημο και ένα σταθερό σημείο
αναφοράς μετά την σημαντική καταστροφή, καθώς τα περιορισμένα στοιχεία
231
επανάχρησης τμήματος της Οικίας Α σε καμία περίπτωση δεν δηλώνουν
αποκατάσταση κάποιας μορφής διοικητικού μηχανισμού. Αλλά και στα υπόλοιπα
επαναχρησιμοποιούμενα κτίρια δεν υπάρχουν στοιχεία για την ύπαρξη ισχυρής
πολιτικοκοινωνικής ιεραρχίας.
Ουσιαστικά στην περίπτωση της Αγίας Ειρήνης η δραστηριότητα
επικεντρώνεται στο ιερό, πιθανότατα καθιστώντας το σημείο αναφοράς ολόκληρης
της νησιωτικής κοινότητας, καθώς τα στοιχεία κατοίκησης εστιάζονται στο ΒΔ τμήμα
του νησιού. Θα ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέρον να διερευνηθεί το ενδεχόμενο χρήσης του
συγκεκριμένου ιερού ως τόπου λατρείας μιας ευρύτερης γεωγραφικής περιοχής,
ωστόσο η έλλειψη τελικής δημοσίευσης του συνόλου των ευρημάτων δεν καθιστά
δυνατό οποιοδήποτε σχετικό συμπέρασμα.

232
2. ΜΕΤΑΝΑΚΤΟΡΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

2.1. Τίρυνθα

Η προσπάθεια αναδιάρθρωσης της ακρόπολης της Τίρυνθας μετά την


κατάρρευση του ανακτορικού συστήματος περιλαμβάνει τη συστηματοποίηση της
θρησκευτικής δραστηριότητας μέσα από την ανέγερση αυτόνομων αστικών ιερών,
καθώς και την επιλεκτική αξιοποίηση τμημάτων του ανακτορικού συγκροτήματος με
ιδιαίτερη χρηστική και συμβολική σπουδαιότητα. Στη διερεύνηση των παραπάνω
χώρων λατρείας και του σύγχρονου χωροταξικού και κοινωνικοπολιτικού πλαισίου
συμβάλλουν καίρια ο συστηματικός χαρακτήρας της ανασκαφικής έρευνας και η
δημοσίευση σημαντικού τμήματος του αρχαιολογικού υλικού.
Αναφορικά με την Κάτω Ακρόπολη, η λειτουργία σε όλη τη διάρκεια του 12ου
αιώνα π.Χ. επάλληλων ιερών εντάσσεται σε συγκεκριμένο χωρικό πλαίσιο. Με
εξαίρεση το λεγόμενο «προσωρινό κτίριο», το οποίο χρησιμοποιήθηκε για
λατρευτικούς σκοπούς για μικρό χρονικό διάστημα στο δυτικό τμήμα της ακρόπολης,
παρατηρείται επικέντρωση της θρησκευτικής δραστηριότητας σε άμεση επαφή με το
τείχος.
Η επιλογή του συγκεκριμένου σημείου για την ανέγερση των μετανακτορικών
ιερών θα μπορούσε να ενταχθεί σε μια προσπάθεια συμβολικής αναφοράς στο
παρελθόν, καθώς η καταστροφή των πρωιμότερων κτιρίων και η διαμόρφωση νέων
αύλειων χώρων θα επέτρεπε την ανέγερση ιερών και σε άλλα σημεία της Κάτω
Ακρόπολης. Επίσης σταθερότητα παρατηρείται και ως προς την άμεση επικοινωνία
των αστικών ιερών με αύλειο χώρο που διαθέτει σταθερές κατασκευές και κινητά
ευρήματα σε λειτουργική σύνδεση με αυτά. Το γεγονός αυτό πιστοποιεί ότι ο αύλειος
χώρος συνιστούσε όχι μόνο ένα πολεοδομικό στοιχείο που διευκόλυνε την
ανεμπόδιστη πρόσβαση στους χώρους λατρείας, αλλά και μια επιπλέον χρηστική
επιφάνεια με ενεργό ρόλο κατά τη διάρκεια των θρησκευτικών τελετουργιών.
Τα σημαντικά κοινά στοιχεία των Δωματίων 117, 110 και 110α ως προς την
αρχιτεκτονική μορφή, την εσωτερική διαρρύθμιση και τον κινητό εξοπλισμό
πιστοποιούν μια συνέχεια στην υλική έκφραση της οργάνωσης και υλοποίησης
θρησκευτικών τελετουργιών. Ιδιαίτερα οι χωροθετημένες στον άξονα της εισόδου
λίθινες σταθερές κατασκευές, οι οποίες καταλαμβάνουν το ΝΔ τμήμα και εφάπτονται

233
του τείχους, αναδεικνύονται ως τα κύρια σημεία εστίασης του βλέμματος στα ιερά.
Παρά τις όποιες κατασκευαστικές διαφοροποιήσεις, αποτελούσαν το κύριο
αρχιτεκτονικό στοιχείο στο εσωτερικό των δωματίων768. Το στοιχείο αυτό σε
συνδυασμό με τη μέριμνα για συνεχή ανανέωση της επίστρωσης και την ασφαλή
σύνδεση με την πλειονότητα των κινητών ευρημάτων υποδεικνύει μια διαχρονική
χρήση ως επιφανειών απόθεσης τελετουργικού εξοπλισμού («λατρευτικά θρανία»
όπως τις χαρακτηρίζει ο Κ. Kilian769).
Όσον αφορά στα κινητά ευρήματα, παρατηρείται σταθερότητα ως προς τις
εκπροσωπούμενες κατηγορίες και έκφραση ποικίλων θρησκευτικών τελετουργιών.
Τα ευρήματα από το εσωτερικό των ιερών και τον παρακείμενο αύλειο χώρο
αξιολογούνται από κοινού, καθώς φαίνεται ότι συνιστούν μια ενιαία λειτουργική
ενότητα. Εξάλλου οι συνεχείς εργασίες καθαρισμών και ισοπεδώσεων κατά την ΥΕ
ΙΙΙ Γ περίοδο καθιστούν αμφίβολη την κατά χώραν χρήση αρκετών ευρημάτων που
εντοπίστηκαν εξωτερικά των ιερών. Ο μετανακτορικός κινητός εξοπλισμός
παρουσιάζει σημαντικές ομοιότητες με τα ευρήματα της πρωιμότερης περιόδου από
την περιοχή του δυτικού τείχους και από τον αποθέτη εκτός των τειχών. Στις κοινές
κατηγορίες περιλαμβάνονται χειροποίητα ζωόμορφα ειδώλια, ανθρωπόμορφα τύπου
Ψ, μικκύλα αγγεία770, καθώς και ορισμένες κατηγορίες κοσμημάτων (χάντρες,
περόνες), γεγονός που θα μπορούσε να αποδοθεί σε διαχρονικές αφιερωματικές
διαδικασίες.
Επίσης κοινά ευρήματα αποτελούν και τα τροχήλατα ειδώλια της ομάδας Α, ο
εντοπισμός των οποίων σε όλα τα μετανακτορικά ιερά πιστοποιεί μια σταθερότητα
στη χρήση έως και το τέλος του 12ου αιώνα π.Χ. Η άμεση χωρική σύνδεσή τους με τη
μοναδική σταθερή κατασκευή των παραπάνω ιερών υποδεικνύει τοποθέτηση στην
επιφάνεια της κατασκευής και έναν καίριο ρόλο στα θρησκευτικά δρώμενα.
Λαμβάνοντας υπόψη μια σειρά παραγόντων (παράλληλα σε σύγχρονα και
πρωιμότερα αστικά ιερά, αξιολόγηση της λίθινης κατασκευής ως του κύριου σημείου
εστίασης της προσοχής, τα επιμέρους κατασκευαστικά και διακοσμητικά

768
.Μοναδική εξαίρεση αποτελούσαν οι δύο χαμηλές εξέδρες από ασβεστοκονίαμα που
χρονολογούνται στην τελευταία περίοδο χρήσης του Δωματίου 117. Η αρχική εκτίμηση του K. Kilian
ότι αποτελούσαν βάσεις για την τοποθέτηση λύχνων κατά τη διάρκεια των τελετουργιών δεν
επιβεβαιώνεται από τα ανασκαφικά δεδομένα. Albers 1994, 109.
769
. Kilian 1981β, 53.
770
. Τα μικκύλα αγγεία συνιστούν σημαντικό τμήμα του τελετουργικού εξοπλισμού του Δωματίου 117
και κυρίως του παρακείμενου αύλειου χώρου, ενώ δεν απαντώνται σε μεταγενέστερα ιερά της Κάτω
Ακρόπολης.

234
χαρακτηριστικά των τροχήλατων ειδωλίων), θα μπορούσε να προταθεί ότι
πιθανότατα λειτουργούσαν ως λατρευτικά αντικείμενα.
Από την άλλη πλευρά, από τον εξοπλισμό της μετανακτορικής περιόδου
απουσιάζουν σύνθετοι τύποι ειδωλίων (ομοιώματα αρμάτων και επίπλων), επείσακτα
αντικείμενα ή προϊόντα εξειδικευμένων εργαστηρίων που θα μπορούσαν να
θεωρηθούν πολύτιμα αφιερώματα ή χρηστικά αντικείμενα ενός οργανωμένου
ιερατείου. Ακόμη και ο αριθμός των κοσμημάτων είναι ιδιαίτερα μικρός, ενώ αφορά
μόνο τα δύο πρωιμότερα ιερά.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι υπόλοιπες κατηγορίες ευρημάτων
(οστά ζώων, κυρίως ανοιχτά αγγεία κατανάλωσης) από το εσωτερικό των ιερών και
τον παρακείμενο αύλειο χώρο, τα οποία πιθανόν συνιστούσαν μια διακριτή ομάδα. Σε
συνδυασμό με τις λίθινες σταθερές κατασκευές στον αύλειο χώρο, οι οποίες έχουν
ερμηνευθεί ως βωμοί, θα μπορούσαν να συγκροτούν ένα λειτουργικό σύνολο
συσχετιζόμενο για την τέλεση θυσιών και τελετουργικών γευμάτων. Ωστόσο από τον
κινητό εξοπλισμό απουσιάζουν εγχειρίδια τεμαχισμού, εργαλεία και μαγειρικά σκεύη.
Επιπλέον οι κατασκευές-«βωμοί» πιστοποιούνται μόνο στην περίπτωση δύο ιερών
(Δωμάτιο 117, 110α) και δεν αποτελούν γενικευμένη πρακτική των μετανακτορικών
χώρων λατρείας. Κατά συνέπεια, το ενδεχόμενο τέλεσης θυσιών στους υπαίθριους
χώρους και επί τόπου προετοιμασίας τελετουργικών γευμάτων είναι αβέβαιο.
Εναλλακτικά προτείνεται ότι μόνο η διαδικασία της κατανάλωσης ή/και της
αφιέρωσης ποσοτήτων κρέατος λάμβανε χώρα στην περιοχή των ιερών και ότι η
προετοιμασία γινόταν αλλού, πιθανόν στις παρακείμενες οικίες και τους αύλειους
χώρους της Κάτω Ακρόπολης. Η άποψη αυτή ενισχύεται από την κυριαρχία των
ανοιχτών σχημάτων αγγείων. Χωρίς να αποκλείεται το ενδεχόμενο απώλειας
στοιχείων για την κεραμική λόγω των συνεχών καθαρισμών και των οικοδομικών
εργασιών, ο συνολικός αριθμός αγγείων παραπέμπει στην κατανάλωση αλκοολούχων
ποτών από περιορισμένο αριθμό ατόμων. Αντίθετα η συνολική ποσότητα του
οστεολογικού υλικού, κυρίως οι αυξημένες ποσότητες της ΥΕ ΙΙΙ Γ μέσης
περιόδου771, θα μπορούσε να αποτελεί ένδειξη για ευρύτερη συμμετοχή στην
κατανάλωση κρέατος.
Σημαντική πτυχή της λατρείας στα μετανακτορικά ιερά πιθανότατα
αποτελούσε και η τέλεση χοών. Για την υλοποίηση των συγκεκριμένων τελετουργιών

771
. Mühlenbruch 2009, 315.

235
πιστοποιείται χρήση εξειδικευμένων σκευών (ρυτών) τουλάχιστον σε σχέση με το
πρωιμότερο από τα επάλληλα ιερά772. Ο εντοπισμός μάλιστα του ρυτού με την
εικονιστική παράσταση στην περιοχή της λίθινης κατασκευής εξωτερικά του
Δωματίου 117 καθιστά πιθανό τον επαναπροσδιορισμό της λειτουργίας της
κατασκευής αυτής, η οποία έχει ερμηνευθεί ως «βωμός» και την άμεση σύνδεσή της
με την τέλεση χοών. Η απουσία αντίστοιχων ρυτών από τα μεταγενέστερα ιερά της
Κάτω Ακρόπολης και τους συνδεόμενους με αυτά αύλειους χώρους δεν συνεπάγεται
απαραίτητα κατάργηση των χοών. Αντίθετα πιθανόν δηλώνει απλοποίηση του
χρησιμοποιούμενου εξοπλισμού, καθώς ήταν δυνατόν να χρησιμοποιηθούν στις
θρησκευτικές τελετουργίες και ευρύτατα διαδεδομένα ανοιχτά και κλειστά
σχήματα773.
Αξιολογώντας συνολικά τη θρησκευτική δραστηριότητα στην Κάτω
Ακρόπολη κατά τη μετανακτορική περίοδο, διαπιστώνουμε μια συστηματική
προσπάθεια οργάνωσης σε διακριτούς χώρους λατρείας. Η ίδρυση και λειτουργία
ανεξάρτητων ιερών εντός οικιστικού ιστού δεν αποτελεί μια μεμονωμένη ενέργεια,
αλλά συνιστά μια καίρια παρέμβαση, εντασσόμενη στην ευρύτερη πολεοδομική και
κοινωνικοπολιτική αναδιάρθρωση της ακρόπολης και του περιβάλλοντος χώρου. Ο J.
Maran πρότεινε, βασιζόμενος στην παρατήρηση του K. Kilian για «κατοίκηση τύπου
χωριού» («village-like occupation») με κύριο χαρακτηριστικό την οργάνωση των
οικιστικών μονάδων γύρω από αύλειους χώρους, την ύπαρξη ανταγωνιστικών
οικογενειών στη μετανακτορική κοινωνία.
Η πρόταση αυτή ενισχύεται, ως ένα βαθμό, από τη λειτουργία των επάλληλων
ιερών774. Παράμετροι όπως η επιμονή στη διατήρηση της θέσης, η ενσωμάτωση του
τείχους (του σημαντικότερου αρχιτεκτονικού έργου του ανακτορικού συστήματος)
και η χωροταξική αναδιοργάνωση της Κάτω Ακρόπολης, υποδεικνύουν τη διαχείριση
των ιερών από ομάδες που επιδίωκαν τον προσδιορισμό της ταυτότητας και του
κοινωνικού τους ρόλου σε ένα συνεχώς εξελισσόμενο περιβάλλον. Παράλληλα η
διατήρηση σε όλη τη μετανακτορική περίοδο της εύκολης πρόσβασης μέσω οικιών,
αδόμητων χώρων και των πυλών δεν περιόριζε τη συμμετοχή στα χωρικά όρια της

772
. Η H. Whittaker προτείνει την ένταξη των πήλινων τραπεζών στον εξοπλισμό για την τέλεση χοών
σε συνδυασμό με αγγεία που σχετίζονται με υγρά. Η εύρεση εντός αντίστοιχου ευρήματος στο
«προσωρινό κτίριο» σε σχέση με έναν ψευδόστομο αμφορέα θα μπορούσε να συνιστά ένδειξη τέλεσης
χοών και στο χώρο αυτό. Εναλλακτικά η πήλινη τράπεζα χρησιμοποιούνταν για την αφιέρωση
προσφορών, μεταξύ των οποίων και ποσοτήτων κρέατος. Whittaker 2004, 101. 2008, 91-92.
773
. Hägg 1990, 183. Konsolaki-Yannopoulou 2001, 215-219. Shelton 2008, 226-227.
774
. Maran 2006, 125.

236
Κάτω Ακρόπολης, αλλά καθιστούσε εφικτή τη συμμετοχή ενοίκων των υπολοίπων
τμημάτων της ακρόπολης, αλλά και του εξωτερικού τμήματος.
Από την άλλη πλευρά, ερωτηματικά προκαλεί ο περιορισμένος αριθμός
εξειδικευμένων τελετουργικών αντικειμένων, εκτός των τροχήλατων γυναικείων
ειδωλίων και του ζωόμορφου ρυτού, καθώς και η απουσία αντικειμένων κύρους. Το
γεγονός αυτό θέτει το ζήτημα του βαθμού λειτουργίας των ιερών ως πεδίων
έκφρασης κοινωνικής διαφοροποίησης μέσα από αφιερωματικές διαδικασίες και
χρήσης ιδιαίτερου τελετουργικού εξοπλισμού.
Το παραπάνω στοιχείο δεν θα μπορούσε να αποδοθεί σε μια γενικότερη
έλλειψη προϊόντων εξειδικευμένων εργαστηρίων και επείσακτων συμβολικών και
χρηστικών αντικειμένων κατά τη μετανακτορική περίοδο. Οι εκπροσωπούμενες
κατηγορίες και η ποιότητα των ευρημάτων του λεγόμενου «θησαυρού της Τίρυνθας»,
ο οποίος περιείχε μεταξύ άλλων σημαντικό αριθμό αντικειμένων της ΥΕ ΙΙΙ Γ
περιόδου775, πιστοποιούν την ύπαρξη ορισμένων μηχανισμών προμήθειας πολύτιμων
πρώτων υλών, πιθανόν και τοπικής παραγωγής εξειδικευμένων προϊόντων. Τα
ευρήματα αυτά αποκαλύφθηκαν εξωτερικά της ακρόπολης στο χωρικό πλαίσιο της
Κάτω Πόλης, το οποίο περιελάμβανε νεοαναγειρόμενα κτίρια αξιόλογων διαστάσεων
με κοινή χωροθέτηση και προσανατολισμό και πιθανότατα συσχετιζόταν λειτουργικά
με κάποιο από αυτά.
Όπως επισημαίνει ο J. Maran «Η κινητήρια δύναμη της ανάπτυξης της Κάτω
Πόλης στις αρχές του 12ου αιώνα πιθανόν ήταν οι οικογένειες της ανώτερης τάξης, οι
οποίες, αφού απελευθερώθηκαν από τους περιορισμούς της ανακτορικής εξουσίας,
διεκδίκησαν περιοχές περιφερειακά της ακρόπολης και θεμελίωσαν την αυτοεκτίμησή
τους μέσω της κατασκευής νέων και σε ορισμένες περιπτώσεις εντυπωσιακών
οικοδομικών τετραγώνων»776. Η εμπλοκή των συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων με
τη λειτουργία των σύγχρονων αστικών ιερών πιθανόν δεν εμπεριείχε την προβολή
μέσω της ποιότητας και της σπανιότητας αφιερωμάτων. Αντίθετα επικεντρωνόταν
στη συμμετοχή σε θρησκευτικές τελετουργίες (χοές, ιερά γεύματα), οι οποίες
επιβεβαίωναν τον διακριτό ρόλο τους στο συντονισμό και τη διαχείριση της

775
. Maran 2006, 129-141.
776
. «The driving force behind the development of the Lower Town in the early twelfth century may have
been the families of the upper class, who, after being freed from the constraints of palatial rule,
claimed areas in the surrounding of the citadel for themselves, and articulated their new self-
confidence by the construction of new, and, in some cases, impressive living quarters», Maran 2006,
127.

237
θρησκευτικής δραστηριότητας και εντασσόταν σε μια διαρκή προσπάθεια ενίσχυσης
των ενδοκοινοτικών δεσμών.
Στην ανάδειξη νέων κοινωνικών σχηματισμών μετά την κατάρρευση του
ανακτορικού συστήματος και του ενεργού τους ρόλου στην τέλεση λατρείας θα
μπορούσαν να αποδοθούν και οι εργασίες αναδιάρθρωσης της Άνω Ακρόπολης.
Παρά τις ασάφειες ως προς την ακριβή λειτουργία του Κτιρίου Τ (μεγαροειδής οικία
σημαντικής οικογένειας ή τόπος συνάθροισης777), δεν μπορεί παραβλεφθεί μια
έκδηλη προσπάθεια ιδεολογικής σύνδεσης με το παρελθόν, η οποία εκφράζεται μέσα
από την επιλογή της τοποθεσίας, τη διατήρηση της θέσης του θρόνου και τη
λειτουργική σύνδεση με το βωμό.
Επιπλέον, παρά την έλλειψη κινητών ευρημάτων από το εσωτερικό778, η
κατάργηση της μεγάλης εστίας, η διατήρηση και αναμόρφωση του βωμού
υποδεικνύουν ένα μετασχηματισμό των τελούμενων δραστηριοτήτων στην Άνω
Ακρόπολη με κύριο σημείο δράσης το βωμό. Αξιοσημείωτη είναι η επανάχρηση
τμημάτων του βωμού της ανακτορικής περιόδου στο Κτίριο Τ, ενέργεια η οποία δεν
θα μπορούσε να εμπεριέχει πρακτικό χαρακτήρα, καθώς το διαθέσιμο οικοδομικό
υλικό μετά την καταστροφή του ανακτόρου ήταν άφθονο για την ανέγερση του νέου
κτιρίου. Κατά συνέπεια, η πρακτική αυτή πιθανότατα εντασσόταν στην ευρύτερη
προσπάθεια συμβολικής αναφοράς στο παρελθόν και κυρίως στη διοργάνωση
τελετουργιών, μεταξύ των οποίων και θρησκευτικών, στον αδόμητο χώρο και το
βωμό.
Συνοψίζοντας, κατά τη μετανακτορική περίοδο διατηρούνται δύο πόλοι
θρησκευτικής δραστηριότητας, τα επάλληλα ιερά στο δυτικό τμήμα της Κάτω
Ακρόπολης και ο βωμός στην Άνω Ακρόπολη. Αντιπαραβάλλοντας τους δύο
παραπάνω χώρους διαπιστώνουμε ότι διαθέτουν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά:
χωροθέτηση εντός των τειχών (μέχρι στιγμής απουσιάζει οποιοδήποτε στοιχείο για
τέλεση λατρείας στην Κάτω Πόλη), συμβολική σύνδεση με το πρόσφατο παρελθόν
μέσω της επιλογής της τοποθεσίας, όπως δηλώνει η άμεση επαφή ή η εγγύτητα με τα
κυριότερα τοπόσημα της ανακτορικής περιόδου.
Από την άλλη πλευρά, παρατηρούνται σημαντικές διαφορές στην
αρχιτεκτονική μορφή, τη χωροταξική οργάνωση και την ορατότητα, καθώς τα

777
. Mühlenbruch 2009, 314.
778
. Ενδείξεις για τον αρχικό εξοπλισμό του Κτιρίου Τ πιθανόν αποτελούν τα αποτυπώματα 12
αποθηκευτικών αγγείων στο δάπεδο, τα οποία σύμφωνα με τον J. Maran χρονολογούνται στη
μετανακτορική περίοδο. Maran 2001, 118.

238
περιστοιχιζόμενα από οικοδομήματα μονόχωρα ιερά έρχονται σε αντίθεση με το
βωμό που δεσπόζει στη μεγάλη αδόμητη έκταση της Άνω Ακρόπολης.
Πιθανολογούνται επίσης διαφορές ως προς τη χρονική διάρκεια χρήσης και τα κινητά
ευρήματα, οι οποίες όμως δεν μπορούν να επιβεβαιωθούν εξαιτίας των
περιορισμένων στοιχείων για το Κτίριο Τ και τον παρακείμενο βωμό.
Διαφοροποιήσεις παρατηρούνται επίσης μεταξύ των μετανακτορικών πόλων
λατρείας και των στοιχείων για τέλεση λατρείας κατά την ανακτορική περίοδο. Η
αναβάθμιση και συστηματοποίηση της δραστηριότητας στην Κάτω Ακρόπολη, η
αναμόρφωση του βωμού στην Άνω Ακρόπολη σε σχέση με ένα κτίριο αξιόλογων
διαστάσεων και η ενίσχυση της επικοινωνίας με την κατάργηση του μηχανισμού
ελέγχου, πιθανότατα συνδέονται με τον μετασχηματιζόμενο ρόλο της θρησκείας μετά
την εξάλειψη του ανακτορικού πολιτικοκοινωνικού συστήματος. Καίριες πτυχές του
ρόλου αυτού αποτελούσαν η λειτουργία ιερών δημόσιου χαρακτήρα και η αξιοποίηση
συγκεκριμένων τμημάτων του ανακτόρου με σκοπό τον προσδιορισμό της
ταυτότητας των νέων ηγετικών ομάδων.

2.2. Ασίνη

Η ένταξη της Ασίνης σε μια μελέτη για τα ιερά και τις όψεις της λατρείας της
Μυκηναϊκής εποχής κρίνεται απαραίτητη, καθώς πρόκειται για έναν από τους
βασικότερους οικισμούς της Αργολίδας. Η οικιστική εξέλιξη και οι πληροφορίες για
ταφικά σύνολα πιστοποιούν ανάπτυξη της περιοχής, πιθανόν εξαιτίας της
παραθαλάσσιας γεωγραφικής της θέσης, στις αρχές της Ύστερης Εποχής του
Χαλκού. Επιπλέον υποδεικνύουν μία σχετική υποβάθμιση κατά την περίοδο ακμής
των παρακείμενων ανακτορικών κέντρων και επαναπροσδιορισμό του ρόλου της μετά
την κατάρρευση του ανακτορικού συστήματος.
Ωστόσο, παρά την πιστοποιημένη μακρά περίοδο χρήσης, τα αξιολογήσιμα
στοιχεία για την τέλεση λατρείας εντάσσονται σε περιορισμένα χρονολογικά και
χωρικά πλαίσια. Αφορούν αποκλειστικά τμήμα της μετανακτορικής περιόδου (YE III
Γ Μέση και Ύστερη) και έναν στεγασμένο χώρο στην Κάτω Πόλη, ενώ απουσιάζει
με βάση τα σημερινά δεδομένα οποιαδήποτε ένδειξη για ύπαρξη προγενέστερου
χώρου λατρείας. Το δωμάτιο ΧΧΧΙΙ της λεγόμενης Οικίας G, παρά τις ασάφειες
αναφορικά με την ακριβή αρχιτεκτονική μορφή του κτιρίου στο οποίο εντασσόταν

239
και τα ερωτηματικά για την χωροταξική οργάνωση του σύγχρονου οικισμού εξαιτίας
της περιορισμένης έκτασης των ανασκαφών, συνιστά το μόνο σημείο θρησκευτικής
δραστηριότητας. Το μέγεθος του συγκεκριμένου χώρου (28,4 τ.μ.), ιδιαίτερα μετά τον
περιορισμό των διαστάσεων κατά την δεύτερη οικοδομική περίοδο, σε συνδυασμό με
την τοιχοποιία και τη χρήση κιόνων, βρίσκεται σε αντιστοιχία με τα χαρακτηριστικά
των υπολοίπων μεγάλων δωματίων των σύγχρονων οικιών.
Οι σταθερές κατασκευές όμως (επιμήκη θρανία, λίθινη εξέδρα), οι οποίες
φαίνεται ότι διαμορφώθηκαν μετά τον περιορισμό των διαστάσεων, αναδεικνύονται
ως τα σημεία εστίασης της προσοχής ανεξάρτητα από τη χωροθέτηση της εισόδου. Οι
κατασκευές αυτές, χωρίς παράλληλα ως προς το σχήμα μεταξύ των σύγχρονων
κτιρίων, ενισχύουν την άποψη για διαφοροποιημένη χρήση του δωματίου ΧΧΧΙΙ και
υποδεικνύουν σύνδεση με την τέλεση λατρείας. Ιδιαίτερα η λίθινη εξέδρα στη ΒΑ
γωνία πιθανότατα αποτελούσε το κύριο σημείο τελετουργικής δραστηριότητας,
καθώς γύρω από αυτήν συγκεντρώνεται η πλειονότητα των κινητών ευρημάτων του
δωματίου, μεταξύ των οποίων και το μοναδικό κατά χώραν εύρημα.
Η ακριβής χρήση της εξέδρας αυτής προκάλεσε ετερόκλητες ερμηνείες
μεταξύ των ερευνητών εξαιτίας του είδους των συνευρημάτων. Ο M. Nilsson,
υιοθετώντας τις απόψεις των ανασκαφέων, υποστήριξε ότι η λίθινη κατασκευή
συνιστούσε επιφάνεια απόθεσης αντικειμένων, τα οποία χρησιμοποιούνταν κατά την
τελούμενη στο χώρο λατρεία779. Αντίθετα οι R. Hägg και B. Sjöberg πρότειναν ότι
λειτουργούσε ως εστία για την έμπυρη απόθεση προσφορών ή/και την προετοιμασία
τελετουργικών γευμάτων780. Η πρόταση αυτή υιοθετήθηκε και από την H. Whittaker,
η οποία μάλιστα υποστήριξε ότι τα ευρήματα και κυρίως τα ειδώλια θα μπορούσαν
να αποτελούν κατασκευαστικό υλικό για την επέκταση της εστίας781.
Από την άλλη πλευρά, η αξιολόγηση των ανασκαφικών δεδομένων και κυρίως
η έλλειψη ιχνών καύσης στην επιφάνειά της λίθινης κατασκευής ή στα παρακείμενα
ευρήματα (αγγεία και ειδώλια) δεν φαίνεται να ενισχύει την παραπάνω ερμηνεία.
Εφόσον στο εσωτερικό του δωματίου υπήρχε πράγματι κάποιο είδος εστίας, αυτή
πιθανόν χωροθετούνταν στο δάπεδο μπροστά από τη λίθινη κατασκευή, όπου
εντοπίστηκε στρώμα καύσης, οστράκων, οστών ζώων και κεράμων782 ή στη ΝΑ
πλευρά του δωματίου, για την οποία τα ανασκαφικά ημερολόγια αναφέρουν την

779
. Nilsson 1950, 112-114.
780
. Hägg 1968, 44. Sjöberg 2004, 34.
781
. Whittaker 1997, 10-11.
782
. Albers 1994, 113-114.

240
ύπαρξη εστίας783. Κατά συνέπεια, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η λίθινη
κατασκευή στη ΒΑ γωνία του δωματίου αποτελούσε μια επιφάνεια απόθεσης
τελετουργικού εξοπλισμού, πιθανόν και τέλεσης χοών όπως υποδεικνύει η κατά
χώραν ανεστραμμένη υδρία. Σε συνδυασμό με τα χαμηλά επιμήκη θρανία κατά μήκος
του δυτικού και ανατολικού τοίχου, τα οποία λειτουργούσαν ως καθίσματα ή
επιπλέον επιφάνειες απόθεσης αντικειμένων, συνιστούσαν μια ενιαία λειτουργική
ενότητα για την εξυπηρέτηση των θρησκευτικών τελετουργιών στο χώρο.
Όσον αφορά στα κινητά ευρήματα, χαρακτηρίζονται από συγκεκριμένη
τυπολογία, καθώς οι εκπροσωπούμενες κατηγορίες περιορίζονται σε ειδώλια και
κεραμική. Αξιοσημείωτη είναι η πλήρης απουσία αντικειμένων κύρους, τα οποία θα
μπορούσαν να ερμηνευθούν ως πολύτιμα αφιερώματα τοπικής προέλευσης ή
επείσακτα προερχόμενα από εξειδικευμένα εργαστήρια. Απουσιάζουν επίσης
αντικείμενα που θα μπορούσαν να συνιστούν προσωπικά αντικείμενα ενός
οργανωμένου ιερατείου ή εξειδικευμένα τελετουργικά σκεύη, όπως ρυτά.
Αντίθετα ο χρησιμοποιούμενος εξοπλισμός, με εξαίρεση ίσως την πήλινη
κεφαλή, η οποία δεν έχει παράλληλο σε σύγχρονη θέση της Ηπειρωτικής Ελλάδας,
πιθανότατα αποτελούσε προϊόν τοπικού εργαστηρίου. Βασικό χαρακτηριστικό είναι η
εκπροσώπηση αποκλειστικά γυναικείων ειδωλίων τύπου Ψ, ενώ από την άλλη πλευρά
απουσιάζουν ευρύτατα διαδεδομένες σε σύγχρονα θρησκευτικά σύνολα κατηγορίες
(χειροποίητα και τροχήλατα βοοειδή, ομοιώματα επίπλων και αρμάτων). Ο
διαφορετικός βαθμός διατήρησης των παραπάνω ευρημάτων σε συνδυασμό με το
σημείο εύρεσης και τη χρονολόγηση των συνευρημάτων δημιουργεί προβληματισμό
για τη χρήση τους στο δωμάτιο ΧΧΧΙΙ. Ιδιαίτερα η εύρεση του «λόρδου της Ασίνης»,
ο οποίος με βάση τυπολογικά χαρακτηριστικά έχει χρονολογηθεί στην ΥΕ ΙΙΙ Γ μέση
περίοδο784, σε ένα μεικτό σύνολο αποτελούμενο από σύγχρονα, αλλά κυρίως
μεταγενέστερα αγγεία θέτει το ζήτημα της επανάχρησης τμήματος του τελετουργικού
εξοπλισμού.
Η Η. Whittaker μάλιστα, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι στο εσωτερικό
του δωματίου αποκαλύφθηκε μόνο η κεφαλή του ειδωλίου χωρίς στοιχεία για το
σώμα, καθώς και την αποσπασματική κατάσταση διατήρησης και άλλων ειδωλίων,
πρότεινε την προέλευση του συνόλου των ειδωλίων από κάποιο άλλο προγενέστερο

783
. Sjöberg 2004, 32.
784
. d’ Agata 1996, 45-46.

241
ιερό και την εναπόθεση στην Οικία G σε δεύτερη χρήση785. Η άποψη αυτή ωστόσο
δεν μπορεί να υποστηριχθεί επαρκώς, εξαιτίας της απουσίας οποιουδήποτε
αρχαιολογικού στοιχείου ύπαρξης πρωιμότερου ή σύγχρονου χώρου λατρείας στην
Ασίνη. Επιπλέον είναι αβέβαιο ότι τα συγκεκριμένα ειδώλια τοποθετήθηκαν εξαρχής
σε αποσπασματική κατάσταση και ότι η κατάσταση εύρεσής τους δεν συσχετιζόταν
με τις εργασίες ισοπέδωσης για την ανέγερση της μεταγενέστερης Οικίας Η.
Αξιολογώντας συνολικά τα κινητά ευρήματα από την περιοχή της λίθινης
εξέδρας διαπιστώνουμε ότι η αποσπασματική κατάσταση διατήρησης αφορά
περιορισμένο αριθμό ειδωλίων, ενώ από το ίδιο στρώμα προέρχονται τόσο ακέραια
ειδώλια, όσο και αγγεία. Το στοιχείο αυτό θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως μια
επιλεκτική επανάχρηση τελετουργικού εξοπλισμού στο πλαίσιο της λειτουργίας του
δωματίου ΧΧΧΙΙ ως χώρου λατρείας. Η χρονολόγηση τμήματος του παραπάνω
εξοπλισμού στην ΥΕ ΙΙΙ Γ μέση περίοδο, κατά την οποία σύμφωνα με την
επανεξέταση του υλικού από την B. Sjöberg ανεγέρθηκε η Οικία G, πιθανόν
υποδεικνύει μια σταθερή τελετουργική χρήση του χώρου.
Η επιλογή για επανάχρηση κατά την τελευταία περίοδο του κτιρίου
συγκεκριμένων αντικειμένων, παράλληλα με τον εμπλουτισμό σε κινητό εξοπλισμό
και σταθερές κατασκευές, ίσως σχετίζεται με τον ιδιαίτερο συμβολισμό τους786. Είναι
ενδεικτικό ότι τα επαναχρησιμοποιούμενα ευρήματα, η πήλινη κεφαλή και το σχετικά
μεγάλο ειδώλιο τύπου Ψ, διακρίνονται για την τυπολογία και το μέγεθος, στοιχείο
που πιθανόν υποδεικνύει έναν διακριτό ρόλο στην τελούμενη λατρεία (λατρευτικές
μορφές ή ιδιαίτερης σπουδαιότητας αφιερώματα). Ως προς τις συνθήκες που
συντέλεσαν στην απώλεια τμημάτων των ανωτέρω αντικειμένων, θα μπορούσαν να
αποδοθούν σε διαδικασίες καθαρισμών, πρόταση ωστόσο που δεν μπορεί να
υποστηριχθεί αρχαιολογικά, καθώς η έκταση βόρεια και δυτικά της Οικίας G δεν έχει
ανασκαφτεί.
Σημαντική παράμετρος στη διερεύνηση των τελούμενων στο εσωτερικό του
δωματίου ΧΧΧΙΙ δραστηριοτήτων αποτελούσε και το σύνολο των αγγείων, που στην
πλειονότητα αποκαλύφθηκε στο ΒΑ τμήμα του δωματίου. Αποτελούμενο κατά κύριο
λόγο από μικρό αριθμό ανοιχτών (κύλικα, κάλαθος, κύαθοι, σκύφος, δισκοειδές
σκεύος) και κλειστών σχημάτων (μικρός ψευδόστομος, αμφορέας) παραπέμπει σε

785
. Whittaker 1997, 10-12.
786
. Για αντίστοιχη πρακτική, όπου πρωιμότερος και νέος τελετουργικός εξοπλισμός χρησιμοποιούνται
από κοινού κατά την τελευταία περίοδο χρήσης, βλέπε το κεφάλαιο για τη μετανακτορική περίοδο στη
Φυλακωπή.

242
διαδικασίες κατανάλωσης, καθώς και περιορισμένης μεταφοράς ή αποθήκευσης
υγρών. Παράλληλα η ύπαρξη ενός μαγειρικού αμφορέα σε συνδυασμό με τα
συνευρήματα (οστά πουλιών, στρώμα καύσεων) και την προτεινόμενη εστία
υποδεικνύει την προετοιμασία τροφής, πιθανόν στο πλαίσιο ιερών γευμάτων.
Μοναδικό εξειδικευμένο αγγείο αποτελούσε ο τριπλός κέρνος, ο οποίος με βάση την
ιδιομορφία του σχήματος και τα παράλληλα σε πρωιμότερα και σύγχρονα
θρησκευτικά σύνολα, πιθανότατα συσχετιζόταν με αφιερωματικές διαδικασίες.
Η τελετουργική χρήση του ανωτέρω εξοπλισμού ενισχύεται από την εύρεση
της πλειονότητας των αγγείων στην ευρύτερη περιοχή της ΒΑ εξέδρας μαζί με το
σύνολο των ειδωλίων, αλλά και από την απουσία αποθηκευτικών αγγείων και
σταθερών κατασκευών στο δωμάτιο ΧΧΧΙΙ και το παρακείμενο δωμάτιο ΧΧΧΙ. Η
αξιολόγηση του εξοπλισμού που προοριζόταν για την τέλεση ιερών γευμάτων
(μαγειρικό σκεύος με συγκεκριμένο περιεχόμενο, μικρός αριθμός αγγείων
κατανάλωσης, απουσία σαφών στοιχείων για επιπλέον οστεολογικό ή
παλαιοβοτανολογικό υλικό) υποδεικνύει ιδιαίτερα μικρό αριθμό συμμετεχόντων. Με
τις παραπάνω λατρευτικές πρακτικές πιθανόν συνδεόταν το ισχυρό στρώμα καύσης
στο ΒΑ τμήμα του δωματίου (χωρίς να μπορεί να αποδοθεί σε ένα συγκεκριμένο ή σε
επαναλαμβανόμενα επεισόδια), καθώς και ο ακέραιος λίθινος πέλεκυς από το ίδιο
σημείο, αντικείμενο με συμβολική ή πρακτική χρήση787.
Από την άλλη πλευρά, αξιοσημείωτη είναι η αποκάλυψη μιας μήτρας για την
κατασκευή περονών, εύρημα χωρίς παράλληλο στο ανασκαμμένο τμήμα του
οικισμού, καθώς στον κινητό εξοπλισμό της Οικίας G δεν έχουν εντοπιστεί
αντίστοιχα ευρήματα. Η έλλειψη απορριμμάτων, πρώτων υλών ή κατασκευών που θα
μπορούσαν να αποδοθούν σε εργαστηριακές δραστηριότητες καθιστούν αμφίβολη
την χρήση του συγκεκριμένου ευρήματος στον προοριζόμενο για την τέλεση λατρείας
χώρο. Ο εντοπισμός στην επίχωση, σε συνδυασμό με την ύπαρξη μεταλλικών
αντικειμένων σε παρακείμενα σύγχρονα κτίρια, καθιστά πιθανή τη μεταφορά της
μήτρας στην περιοχή της Οικίας G κατά τις εργασίες ισοπεδώσεων που προηγήθηκαν
των επάλληλων οικοδομικών δραστηριοτήτων στην Κάτω Πόλη.
Η αξιολόγηση των παραπάνω στοιχείων θέτει καίρια ζητήματα για την
οργάνωση και τα χαρακτηριστικά της θρησκευτικής δραστηριότητας στην Ασίνη. Το
δωμάτιο ΧΧΧΙΙ αποτελούσε, με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, το μόνο χώρο που

787
. Albers 1994, 114.

243
προοριζόταν για θρησκευτική δραστηριότητα σε έναν οικισμό με μακρόχρονη χρήση
κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού. Η επαναχρονολόγηση από την B. Sjöberg της
ανέγερσης του κτιρίου στην ΥΕ ΙΙΙ Γ μέση και η χρήση έως και την ΥΕ ΙΙΙ Γ ύστερη
περίοδο, σε συνδυασμό με την επικέντρωση των στοιχείων στην Κάτω Πόλη,
υποδεικνύει άμεση σύνδεση της λατρείας με συγκεκριμένο κοινωνικό και χωρικό
πλαίσιο. Η έλλειψη οποιουδήποτε στοιχείου για συνέχιση της θρησκευτικής
δραστηριότητας στην Κάτω Πόλη μετά το τέλος της Μυκηναϊκής περιόδου788, παρά
την πιστοποιημένη συνέχιση της οικοδομικής δραστηριότητας για μεγάλο χρονικό
διάστημα, υποδηλώνει τον αναβαθμισμένο ρόλο της θρησκείας εντός αστικού
περιβάλλοντος στη μετανακτορική Ασίνη.
Η ένταξη του δωματίου ΧΧΧΙΙ στο συγκεκριμένο χωρικό πλαίσιο θέτει υπό
διερεύνηση το ενδεχόμενο λειτουργικής σύνδεσης με τους σύγχρονους
ανασκαμμένους χώρους. Εφόσον η πρόταση της Ι. Mylonas-Shear για την επανάληψη
ενός τυποποιημένου αρχιτεκτονικού τύπου (εφαπτόμενα μεγαροειδή κτίρια) ευσταθεί,
διαπιστώνεται μια αυτονομία του χώρου λατρείας, καθώς δεν υπάρχουν στοιχεία
άμεσης επικοινωνίας με κανένα από τα γειτνιάζοντα κτίρια. Η ύπαρξη ωστόσο της
οδικής αρτηρίας και του μικρού αύλειου χώρου στα νότια, παρά τις ασάφειες για την
παροχή άμεσης πρόσβασης789, καθώς και η πιθανολογούμενη είσοδος από βορρά,
καθιστούσαν εφικτή την ανεμπόδιστη πρόσβαση στο δωμάτιο ΧΧΧΙΙΙ από κάθε
σημείο της Κάτω Πόλης.
Αναφορικά με τον χαρακτήρα της τελούμενης λατρείας, πρώτος ο M.
Nilsson συμπεριέλαβε τα στοιχεία από την Ασίνη σε μια συγκριτική μελέτη για τα
ιερά και τις θρησκευτικές τελετουργίες ενός ευρύτερου γεωγραφικού και
χρονολογικού πλαισίου. Παρά το γεγονός ότι αντιπαρέβαλε τον κινητό εξοπλισμό του
δωματίου με τον αντίστοιχο του μετανακτορικού ιερού των Διπλών Πελέκεων στην
Κνωσό, έναν χώρο πιθανότατα δημόσιας χρήσης, ο ερευνητής εισηγήθηκε για την
Ασίνη τη λειτουργία ενός «οικιακού ιερού»790. Ο όρος αυτός καθιερώθηκε σε αρκετές

788
. Πιθανά κατάλοιπα τελετουργιών της Πρωτογεωμετρικής περιόδου εντοπίστηκαν ανατολικά της
ακρόπολης, ωστόσο δεν μπορούν να αποδοθούν κάποιο οργανωμένο αστικό ιερό. Wells 1983, 25-30.
789
. Δεν μπορεί να αποκλειστεί η πιθανότητα στο νότιο τοίχο να μην υπήρχε είσοδος, αλλά κάποιο
είδος ανοίγματος στην ανωδομή, το οποίο επέτρεπε την οπτική επαφή με το εσωτερικό του δωματίου.
Σε αυτή την περίπτωση ο μικρός αύλειος χώρος θα μπορούσε να παρέχει τη δυνατότητα
παρακολούθησης ή έμμεσης συμμετοχής στα τελούμενα στο δωμάτιο δρώμενα.
790
. Nilsson 1950, 110-114.

244
μελέτες, χωρίς ωστόσο να υπάρξει κάποια περαιτέρω προσπάθεια
συγκεκριμενοποίησής του791.
Από την άλλη πλευρά, ο R. Hägg θεώρησε πιθανή την αποκλειστική σύνδεση
ολόκληρης της Οικίας G με την εξυπηρέτηση των θρησκευτικών αναγκών της
τοπικής κοινότητας κατά τη μετανακτορική εποχή, χωρίς να απορρίψει όμως και την
άποψη για οικιακό χαρακτήρα της λατρείας 792. Αντίστοιχη είναι και η ερμηνευτική
προσέγγιση της C. Morgan, η οποία επισημαίνει ότι ο χώρος θα μπορούσε να
λειτουργεί ως ένα μικρό κοινοτικό ιερό, σαφώς μικρότερης κλίμακας από τα
οργανωμένα αστικά ιερά της ανακτορικής περιόδου ή ως ιερό που στεγαζόταν στην
οικία ενός εξέχοντος προσώπου ή ηγεμόνα. Στη δεύτερη περίπτωση διαπιστώνει
ενεργό ρόλο της λατρείας στην κοινωνικοπολιτική οργάνωση της μετανακτορικής
Ασίνης και λειτουργία της ως μέσου έκφρασης μιας διαμορφούμενης τοπικής
εξουσίας793.
Ο J. Wright επισημαίνοντας ομοιότητες μεταξύ του τελετουργικού
εξοπλισμού του δωματίου ΧΧΧΙΙ και των Θρησκευτικών Κέντρων (χαρακτηρισμό
τον οποίο αποδίδει στους χώρους λατρείας των Μυκηνών, της Τίρυνθας και της
Φυλακωπής κατά την ανακτορική περίοδο), θέτει το ζήτημα ενός πιθανού
περιφερειακού ρόλου του ιερού στην Ασίνη. Χαρακτηριστικά αναφέρει ότι «η Ασίνη
αποτελεί προφανώς ένα κεντρικό σημείο στην άμεση επικράτεια...το ιερό μπορεί
πιθανόν καλύτερα να κατανοηθεί ως ένα ακόμη λατρευτικό συγκρότημα σε ακρόπολη
που περιλαμβάνει τις θρησκευτικές παραδόσεις της ευρύτερης περιοχής794». Σύνδεση
με τα χαρακτηριστικά των αστικών ιερών της ανακτορικής περιόδου επισημαίνει και
η G. Albers, η οποία κατέταξε το δωμάτιο ΧΧΧΙΙ στην κατηγορία των
«κοινόχρηστων δημόσιων ιερών»795.
Οι παραπάνω προσεγγίσεις των J. Wright και G. Albers συμβάλλουν
σημαντικά στην κατανόηση της λειτουργίας του δωματίου ΧΧΧΙΙ, καθώς θέτουν στο
επίκεντρο της έρευνας το σύγχρονο χωροταξικό και κοινωνικό πλαίσιο. Ιδιαίτερα η
άποψη της G. Albers για τον δημόσιο χαρακτήρα του χώρου λατρείας φαίνεται να
επιβεβαιώνεται από την προτεινόμενη αρχιτεκτονική αυτονομία και την ανέγερση σε

791
. Mylonas 1966, 146, 165. Rutkowski 1986, 219, 221. Whittaker 1997, 10-12.
792
. Ηägg 1981β, 94.
793
. Morgan 1996, 51. 1999, 386.
794
. «Asine is apparently the central place in the immediately surrounding territory…this shrine is
perhaps best understood as another example of a cult facility within a citadel that embraces the
religious tradition of the wider territory»,Wright 1994, 64.
795
. Albers 1994, 114-115. 2004, 118.

245
προσβάσιμο σημείο στην Κάτω Πόλη, πιθανόν σε επικοινωνία με αύλειο χώρο και
οδική αρτηρία796. Η δημόσια λειτουργία ενισχύεται από την τέλεση ποικίλων
θρησκευτικών δραστηριοτήτων (χοές, προετοιμασία και υλοποίηση ιερών γευμάτων,
αφιερωματικές διαδικασίες) και την εσωτερική διάταξη (αξιόλογες διαστάσεις,
σταθερές κατασκευές που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως καθίσματα). Την
άποψη αυτή ενισχύει και ο ξεχωριστός χαρακτήρας της μεγάλης πήλινης κεφαλής,
εύρημα χωρίς παράλληλο στη μετανακτορική Ηπειρωτική Ελλάδα, που παραπέμπει
σε πρωιμότερα δημόσια ιερά797.
Με εξαίρεση την πήλινη κεφαλή, η οποία θα μπορούσε να ανήκει σε
επείσακτο αντικείμενο με ιδιαίτερο συμβολισμό για την τελούμενη λατρεία,
εκλείπουν στοιχεία που να υποδεικνύουν κάποιον ρόλο του ιερού εκτός των χωρικών
ορίων της Ασίνης. Επιπλέον δεν μπορεί να απαντηθεί με σαφήνεια το ερώτημα αν το
δωμάτιο ΧΧΧΙΙ και ο πρόδομός του κατασκευάστηκαν εξαρχής για να
εξυπηρετήσουν λατρευτικές ανάγκες ή αν αποτελούσαν πρώην οικιακούς χώρους, οι
οποίοι σε κάποια δεδομένη στιγμή εντός της ΥΕ ΙΙΙ Γ περιόδου μετατράπηκαν σε
ιερό. Τα ποσοτικά χαρακτηριστικά του κινητού εξοπλισμού παραπέμπουν σε
ιδιαίτερα μικρό αριθμό συμμετεχόντων στις θρησκευτικές τελετουργίες, γεγονός που
θα μπορούσε να εκφράζει την προσπάθεια αυτοπροσδιορισμού μιας τοπικής ηγετικής
ομάδας, η ύπαρξη της οποίας υποδεικνύεται από τα οικιστικά και ταφικά στοιχεία της
μετανακτορικής περιόδου.

2.3. Φυλακωπή

Η πιστοποιημένη συνέχιση της χρήσης του ιερού της Φυλακωπής παρέχει


σημαντικά στοιχεία για την αναδιάρθρωση της θρησκευτικής δραστηριότητας μετά
την σημαντική καταστροφή που σημειώθηκε στο τέλος της ΥΕ ΙΙΙ Γ πρώιμης
περιόδου. Η τρίτη περίοδος εμπίπτει ολοκληρωτικά στο χρονολογικό πλαίσιο της
μετανακτορικής περιόδου της Ηπειρωτικής Ελλάδας και χαρακτηρίζεται από τη
μικρή χρονική διάρκεια και τις παρεμβάσεις περιορισμένης έκτασης στο ιερό,
στοιχεία που απαντώνται και στην προσπάθεια αναδιοργάνωσης της σύγχρονης
νησιωτικής κοινότητας.

796
. Rousioti 2006-2007, 393.
797
. d’ Agata 1996, 46.

246
Όσον αφορά στη διερεύνηση των τελούμενων θρησκευτικών τελετουργιών,
αξιολογείται η αρχιτεκτονική μορφή του ιερού και του παρακείμενου αύλειου χώρου,
ενώ λαμβάνονται υπόψη τα στοιχεία της τελικής δημοσίευσης για τα κινητά
ευρήματα και την εσωτερική διαρρύθμιση. Οι άμεσες εργασίες ανοικοδόμησης και
καθαρισμών μετά την καταστροφή υποδεικνύουν το έντονο ενδιαφέρον για τη
συνέχιση της χρήσης της έκτασης πλησίον του νότιου τείχους για θρησκευτικούς
σκοπούς και την αξιοποίηση του ήδη διαμορφωμένου ιερού.
Η αναδιάρθρωση περιλαμβάνει συγκεκριμένες αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις,
όπως: κατάργηση λειτουργικών χώρων και σταθερών κατασκευών, κατασκευή νέας
λίθινης εξέδρας στο κυρίως δωμάτιο και συνεχής ανανέωση του δαπέδου του
Ανατολικού Ιερού. Επιπλέον πιστοποιείται μέριμνα για εξοπλισμό των
χρησιμοποιούμενων στεγασμένων χώρων με νέα ή επαναχρησιμοποιούμενα κινητά
ευρήματα. Ιδιαίτερα ως προς το ζήτημα των επάλληλων καθαρισμών και της
επανάχρησης κινητών ευρημάτων, τα δημοσιευμένα στοιχεία ενισχύουν την πρόταση
της G. Albers για επιλεκτική χρήση συγκεκριμένων αντικειμένων με βάση την
κατάσταση διατήρησής τους. Στην περίπτωση της τρίτης περιόδου πιστοποιείται με
ασφάλεια κατά χώραν χρήση ή άμεση σύνδεση με συγκεκριμένες σταθερές
κατασκευές σημαντικού αριθμού πρωιμότερων ειδωλίων που έχουν ως κοινό
χαρακτηριστικό την καλή κατάσταση διατήρησης.
Τα ευρήματα αυτά εντοπίστηκαν κατά κύριο λόγο στο
επαναχρησιμοποιούμενο τμήμα του Δυτικού Ιερού και εκπροσωπούν τυπολογικά την
πλειονότητα των ειδωλίων της τρίτης περιόδου (ανδρικά ειδώλια, γυναικεία τύπου Ψ,
ομοιώματα αρμάτων). Στην ομάδα του επαναχρησιμοποιούμενου εξοπλισμού
πιθανότατα εντάσσεται και το λίθινο αμφικωνικό αντικείμενο, χωρίς ακριβές
παράλληλο εκτός Φυλακωπής, το οποίο έχει χαρακτηριστεί ως κιονίσκος ή βάση και
έχει συσχετιστεί με την τελούμενη λατρεία στο χώρο.
Η κατανομή των κινητών ευρημάτων σε συνδυασμό με την εσωτερική
διαμόρφωση τοποθετούν τους δύο χρησιμοποιούμενους στεγασμένους χώρους στο
επίκεντρο της δραστηριότητας. Με βάση τις αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις δεν θα
μπορούσε να διαγνωστεί η ύπαρξη κάποιου κομβικού σημείου για την τέλεση
λατρείας ή ιεράρχησης των χώρων. Η συνολική μείωση των διαστάσεων του Δυτικού
Ιερού, όπως δηλώνει μια σειρά παραμέτρων (κατάργηση του νότιου τμήματος του
κυρίως δωματίου και των μικρών δωματίων, κατάργηση σταθερών κατασκευών),
καθώς και ο περιορισμός της ορατότητας από την είσοδο και τον αύλειο χώρο, θα
247
μπορούσαν να ερμηνευθούν στο πλαίσιο ενός περιορισμένου ρόλου στη θρησκευτική
δραστηριότητα κατά την τελευταία περίοδο χρήσης.
Η εσωτερική διαρρύθμιση χαρακτηρίζεται από επαναχρησιμοποιούμενες και
νέες σταθερές κατασκευές, οι οποίες, όπως πιστοποιούν τα κατά χώραν και γύρω από
αυτές κινητά ευρήματα, συνιστούσαν χρηστικές επιφάνειες συνδεόμενες με την
απόθεση τελετουργικού εξοπλισμού. Αξιοσημείωτη είναι η σημαντική ομοιότητα ως
προς τις εκπροσωπούμενες κατηγορίες με το σύνολο των κινητών ευρημάτων της
προγενέστερης περιόδου (χαρακτηριστική περίπτωση είναι τα ανδρικά ειδώλια τα
οποία χρησιμοποιούνται αποκλειστικά στο συγκεκριμένο δωμάτιο).
Το Ανατολικό Ιερό διέθετε αντίστοιχη ποσότητα ευρημάτων, καθώς και
λίθινη εξέδρα, η οποία πιθανότατα λειτουργούσε ως επιφάνεια απόθεσης
τελετουργικών αντικειμένων κατά το μεγαλύτερο μέρος της τρίτης περιόδου.
Μάλιστα σημαντικό τμήμα του κινητού εξοπλισμού αποτελείται από ευρήματα χωρίς
παράλληλα στις προγενέστερες περιόδους χρήσης του ιερού (αβγό στρουθοκαμήλου,
χρυσό έλασμα σε σχήμα προσωπείου). Τα ποιοτικά χαρακτηριστικά τους σε
συνδυασμό με την μεγάλη ποσότητα οψιανού (φολίδες, λεπίδες, ορισμένοι πυρήνες)
παραπέμπει σε έναν αναβαθμισμένο ρόλο του Ανατολικού Ιερού.
Η αξιολόγηση των κινητών ευρημάτων κατά την περίοδο αυτή σε σχέση με τη
λειτουργία των σταθερών κατασκευών συμβάλλει σημαντικά στη συζήτηση για την
προτεινόμενη από τον C. Renfrew διάκριση ανδρικής/γυναικείας στο Δυτικό Ιερό και
ανθρωπόμορφης/ζωόμορφης λατρείας στο Δυτικό και το Ανατολικό Ιερό. Όπως έχει
παρουσιαστεί διεξοδικά στο κεφάλαιο για την τελετουργική δράση κατά τις
πρωιμότερες περιόδους, η συγκεκριμένη πρόταση παρουσιάζει ορισμένες σημαντικές
αδυναμίες (απομάκρυνση ευρημάτων από το αρχικό σημείο χρήσης εξαιτίας
επάλληλων καθαρισμών, σταδιακή ανέγερση των λίθινων εξεδρών).
Στην περίπτωση που θα μπορούσε, έστω και με επιφυλάξεις, να
πιστοποιηθούν οι παραπάνω χωρικοί και θρησκευτικοί διαχωρισμοί, αυτοί
αφορούσαν μόνο στο τελευταίο στάδιο πριν την καταστροφή του ιερού, άποψη που
ενισχύεται και από τα στοιχεία της περιόδου που ακολούθησε. Συγκεκριμένα στην
περίπτωση της περιοχής της ΒΔ εξέδρας κατά την τρίτη φάση χρήσης, παρά τις
ομοιότητες με κατηγορίες ευρημάτων της πρωιμότερης περιόδου (ανδρικά ειδώλια,

248
μεταξύ των οποίων και ένα που έχει ερμηνευθεί ως λατρευτικό798, ζωόμορφα ειδώλια,
κοσμήματα, εργαλεία) αποκαλύφθηκε και γυναικείο ειδώλιο τύπου Ψ. Το γεγονός
αυτό καταρρίπτει την πρόταση για αποκλειστική σύνδεση της εξέδρας αυτής με
λατρεία ανδρικής θεότητας και κατά συνέπεια για διαμορφωμένη διπολικότητα.
Αντίστοιχα στο Ανατολικό Ιερό αποκαλύφθηκε σημαντικός αριθμός
χειροποίητων ζωόμορφων ειδωλίων παράλληλα με ανθρωπόμορφα τύπου Ψ, ενώ
αξιοσημείωτη είναι η παντελής απουσία ΥΕ ΙΙΙ Γ τροχήλατων βοοειδών,
χαρακτηριστικών ευρημάτων της προγενέστερης περιόδου του ιερού. Όσον αφορά
στην νεοαναγειρόμενη ΒΑ εξέδρα του Δυτικού Ιερού, οι ομοιότητες μεταξύ του
άμεσα συνδεόμενου με αυτή κινητού εξοπλισμού (ειδώλια τύπου Ψ, διπλός κέρνος)
και των ευρημάτων της καταργηθείσας ΝΔ εξέδρας παραπέμπουν σε συνέχεια της
θρησκευτικής δραστηριότητας. Η χωροθέτηση της νέας κατασκευής στο κυρίως
δωμάτιο, παρά τη σημαντική μείωση των διαστάσεων του χώρου, υποδεικνύει ότι
αποτελούσε ένα από τα βασικά σημεία δράσης και πιθανόν λειτουργούσε
αντισταθμιστικά της καταργηθείσας εξέδρας ως επιφάνεια απόθεσης αφιερωμάτων
και χρηστικού εξοπλισμού.
Σημαντική παράμετρος για την κατανόηση των τελούμενων δραστηριοτήτων
στο εσωτερικό του ιερού κατά την τρίτη φάση είναι η σχετικά καλή κατάσταση
διατήρησης της πλειονότητας του κινητού εξοπλισμού (επαναχρησιμοποιούμενου ή
σύγχρονου) από τους στεγασμένους χώρους. Από την άλλη πλευρά, τα
αποσπασματικά ευρήματα από τον αύλειο χώρο υποδεικνύουν ότι κατά κύριο λόγο
συνιστούσαν αποτέλεσμα καθαρισμών του εσωτερικού τμήματος του ιερού και όχι
κατά χώραν χρησιμοποιούμενο εξοπλισμό. Το στοιχείο αυτό ενισχύεται από την
κατάργηση των διαμορφωμένων κατά την προγενέστερη περίοδο σταθερών
κατασκευών (λίθινο θρανίο στα ΝΑ, βαίτυλος ή ομφαλός πλησίον της εισόδου του
Δυτικού Ιερού).
Επιπλέον ενισχύεται από την ύπαρξη αποθέτη που περιελάμβανε αντικείμενα
άμεσα συνδεόμενα με διαδικασίες αφιέρωσης και απόθεσης στις σταθερές
κατασκευές της περιόδου ακμής του ιερού. Χαρακτηριστικά ευρήματα είναι τα
θραύσματα τροχήλατου βοοειδούς και ανδρικού ειδωλίου, ενώ αξιοσημείωτος είναι ο

798
. Η πρόταση του C. Renfrew αφορούσε στο ειδώλιο SF 1550 και βασίστηκε στο μεγάλο μέγεθος,
την αυτόνομη στήριξη, την επανάχρηση, καθώς και πιθανή λειτουργική σύνδεση με μικρότερα
ανθρωπόμορφα ειδώλια. Renfrew 1985, 225, 227. Πρόσφατα η G. Albers σε μια μελέτη της για την
κατανομή και τη λειτουργία όλων των ειδών ειδωλίων στα αστικά Μυκηναϊκά ιερά υποστήριξε ότι τα
ανδρικά ειδώλια της Φυλακωπής αποτελούσαν αφιερώματα. Albers 2009, 97.

249
μοναδικός σκαραβαίος στην περιοχή του ιερού, ο οποίος θα μπορούσε να ερμηνευθεί
ως πολύτιμο αφιέρωμα ή προσωπικό αντικείμενο συνδεόμενο με το ιερατείο. Τα
παραπάνω στοιχεία θέτουν υπό αμφισβήτηση τον ενεργό ρόλο του αύλειου χώρου
στην τελούμενη λατρεία κατά την τελευταία περίοδο χρήσης. Η χωροθέτησή του σε
σχέση με τα χρησιμοποιούμενα δωμάτια υποδεικνύει ότι συνέχιζε να αποτελεί τη
μοναδική δίοδο άμεσης πρόσβασης στο ιερό, παρά το γεγονός ότι ο τοίχος στο μέσον
του κυρίως δωματίου δυσχέρανε την απρόσκοπτη πρόσβαση. Ωστόσο δεν
πιστοποιείται καμία προσπάθεια καθαρισμού της έκτασης από ερείπια ή κατασκευής
νέου δαπέδου.
Σύμφωνα με τα δημοσιευμένα στοιχεία για τα ποσοτικά και ποιοτικά
χαρακτηριστικά της κεραμικής, πιστοποιείται κάποια διαφοροποίηση της χρήσης του
αύλειου χώρου. Σε αντίθεση με τα πολυάριθμα και ποικιλόσχημα αγγεία
αποθήκευσης και κατά χώραν κατανάλωσης υγρών, η ύπαρξη των οποίων έχει
αποδοθεί στην προετοιμασία και υλοποίηση τελετουργικών γευμάτων κατά τη
δεύτερη φάση χρήσης, η τελευταία περίοδος χαρακτηρίζεται από συγκεκριμένο
σχηματολόγιο. Μέρος των αγγείων χρονολογείται με βάση την τυπολογία και τη
διακόσμηση στις πρωιμότερες περιόδους και πιθανότατα σχετίζεται με διαδικασίες
καθαρισμών, όπως υποδεικνύουν τα συνανήκοντα τμήματα.
Από την άλλη πλευρά, έχει εντοπιστεί μικρός αριθμός ανοιχτών σχημάτων, τα
οποία με ασφάλεια χρονολογούνται στην περίοδο μετά την καταστροφή και
συνδέονται αποκλειστικά με την ατομική κατανάλωση. Το στοιχείο αυτό υποδεικνύει
συνέχιση των πρακτικών τελετουργικής κατανάλωσης στον αύλειο χώρο, ωστόσο με
ιδιαίτερα περιορισμένο αριθμό συμμετεχόντων. Η ερμηνεία αυτή πιθανόν ενισχύεται
από τον εντοπισμό στα δωμάτια του ιερού λίθινων τριβείων και τριπτήρων, καθώς και
σύγχρονης κεραμικής (μαγειρικός αμφορέας, σκεύος σερβιρίσματος με μικρή
χωρητικότητα) που παραπέμπουν σε μικρής έκτασης προετοιμασία και κατανάλωση
τροφής.
Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των στοιχείων για την τρίτη φάση του ιερού ο
C. Renfrew χρησιμοποίησε τον όρο «περίοδος ένδειας» («time of
impoverishment»)799, άποψη που φαίνεται να ενισχύεται από τις αρχιτεκτονικές
παρεμβάσεις (περιορισμός χρηστικών χώρων, κατάργηση σταθερών κατασκευών
εντός και εκτός του κτιρίου) και τα επιμέρους στοιχεία των κινητών ευρημάτων

799
. Renfrew 1985, 438.

250
(μείωση του συνολικού αριθμού, σημαντική ποσότητα επαναχρησιμοποιούμενων
αντικειμένων). Επιπλέον παρατηρείται περιορισμός ή απουσία αντικειμένων κύρους,
όπως κοσμήματα και σφραγιδόλιθοι, τα οποία θα μπορούσαν να λειτουργούν ως
αφιερώματα συμβάλλοντας στην έκφραση κοινωνικής διαφοροποίησης ή να
αποτελούν προσωπικά αντικείμενα ενός οργανωμένου ιερατείου.
Παράλληλα απουσιάζουν πλήρως εξειδικευμένες κατηγορίες πήλινων
ευρημάτων (τροχήλατα ανθρωπόμορφα και ζωόμορφα ειδώλια, ανθρωπόμορφα
αγγεία, βοοειδή με χρήση ως ρυτά) άμεσα συνδεόμενων με αφιερωματικές
διαδικασίες και την τέλεση χοών. Από την άλλη πλευρά, το ιερό εξακολούθησε να
διαθέτει εξειδικευμένο εξοπλισμό, ο οποίος εκφράζει την ποικιλία των θρησκευτικών
πρακτικών και σε μεγάλο βαθμό πιστοποιεί την αδιάλειπτη συνέχεια της
τελετουργικής δραστηριότητας (αβγό στρουθοκαμήλου και όστρεα τρίτωνα
χρησιμοποιούμενα ως σκεύη για την τέλεση χοών, κελύφη χελώνας για την παραγωγή
ήχου, ειδώλια διαφόρων τύπων, κέρνος για την απόθεση προσφορών).
Επίσης η ιδιαίτερα μεγάλη ποσότητα λεπίδων, φολίδων και ορισμένων
πυρήνων οψιανού που αποκαλύφθηκε στο Ανατολικό Ιερό, δίχως να μπορεί να
διαπιστωθεί αν αποτελούσε νέο ή επαναχρησιμοποιούμενο εξοπλισμό, συνιστά ένα
ακόμη συνδετικό στοιχείο με τις δραστηριότητες της περιόδου πριν την καταστροφή.
Αντίστοιχα ευρήματα, αλλά σε σαφώς μικρότερο αριθμό, εντοπίστηκαν στον αύλειο
χώρο και την περιοχή βόρεια του ιερού, ωστόσο το σύνολο από το Ανατολικό Ιερό
μπορεί να συγκριθεί ως προς τα ποσοτικά χαρακτηριστικά μόνο με τα ευρήματα της
δεύτερης φάσης από το δωμάτιο Β800. Η συγκέντρωση του οψιανού στο συγκεκριμένο
χώρο, τον οποίο τα ευρήματα και η λίθινη εξέδρα συνδέουν άμεσα με την τέλεση
λατρείας, πιθανότατα επιβλήθηκε από την κατάργηση των μικρών αποθηκευτικών
δωματίων του Δυτικού Ιερού.
Η έλλειψη επαρκών στοιχείων για τους μηχανισμούς προμήθειας και
κατεργασίας του πρωτογενούς υλικού, καθώς και διοχέτευσης των επεξεργασμένων
προϊόντων κατά την τελευταία περίοδο του ιερού και του οικισμού καθιστούν ασαφή
τον ρόλο των αντικειμένων από οψιανό στο ιερό. Εφόσον οι ποσότητες οψιανού
συσχετιζόταν με την τελούμενη στο χώρο λατρεία και πιθανότατα χρησιμοποιούνταν
ως αφιερώματα, πιστοποιείται μια μακροχρόνια τελετουργική πρακτική, η οποία δεν
επηρεάστηκε από τις αλλαγές που σημειώθηκαν μετά την καταστροφή.

800
. Torrence 1985, πίν. C4.

251
Αμφισβητούμενη είναι και η λειτουργία της αποσπασματικά σωζόμενης
μήτρας στο συγκεκριμένο χωρικό και χρονολογικό πλαίσιο. Χάλκινα αντικείμενα,
κυρίως κοσμήματα και ορισμένες αιχμές βελών, συνιστούν διαχρονικά μέρος του
εξοπλισμού του ιερού, ωστόσο στα ευρήματα δεν περιλαμβάνονται πελέκεις ή σμίλες
που αποτελούσαν τα προϊόντα της μήτρας αυτής. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με
την απουσία απορριμμάτων, χοανών τήξεως ή συναφών κατασκευών, καθώς και τη
μοναδικότητα του ευρήματος, καθιστούν πιθανό το ενδεχόμενο σύνδεσης της μήτρας
με την τελετουργική χρήση του χώρου (πιθανόν επίσης αφιέρωμα). Αντίθετα η κατά
χώραν, έστω και μικρής κλίμακας, επεξεργασία μετάλλων δεν υποστηρίζεται από τα
ανασκαφικά στοιχεία.
Συνοψίζοντας, το ιερό, παρά τη μείωση των διαστάσεων και την ποσοτική και
ποιοτική διαφοροποίηση του κινητού εξοπλισμού, διατήρησε έναν σημαίνοντα ρόλο
στην νησιωτική κοινότητα της Φυλακωπής, καθώς εξακολούθησε να λειτουργεί ως ο
μόνος αστικός χώρος λατρείας. Διατηρώντας ορισμένα από τα βασικά
χαρακτηριστικά του αποτέλεσε έναν σταθερό πυρήνα τελετουργικής δραστηριότητας
δημόσιου χαρακτήρα, όπως υποδεικνύουν η χωρική και λειτουργική ανεξαρτησία,
καθώς και η εύκολη πρόσβαση μέσω του αύλειου χώρου.
Οι εκπροσωπούμενες κατηγορίες των κινητών ευρημάτων της τελευταίας
περιόδου χρήσης πιστοποιούν προσπάθεια για συμβολική αναφορά στην
μακροχρόνια παράδοση του ιερού. Παράλληλα η ύπαρξη ορισμένων επείσακτων
αντικειμένων, εφόσον δεν επρόκειτο για επαναχρησιμοποιούμενο εξοπλισμό,
υποδεικνύει τη διατήρηση κάποιων μηχανισμών προμήθειας εξειδικευμένων
τελετουργικών αντικειμένων. Η συνολική αξιολόγηση του εξοπλισμού υποδεικνύει
πιθανή έλλειψη μαζικής συμμετοχής στις τελούμενες στο χώρο δραστηριότητες.
Δυστυχώς η ασάφεια για το ακριβές χρονικό διάστημα εγκατάλειψης του Μεγάρου
δεν επιτρέπει την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων για τη σύνδεση του ιερού με
κάποια μορφή κεντρικής εξουσίας ή την ανάδειξή του για σύντομο χρονικό διάστημα
ως του κυριότερου και σταθερότερου πυρήνα κοινωνικής δραστηριότητας.

252
2.4. Αγία Ειρήνη

Η συνέχιση της θρησκευτικής δραστηριότητας στην Αγία Ειρήνη παρουσιάζει


ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς αφορά μια νησιωτική θέση, η οποία γεφυρώνει
χρονολογικά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού με την πρώιμη Εποχή του Σιδήρου.
Συμπίπτοντας με την μετανακτορική περίοδο της Ηπειρωτικής Ελλάδας, η πέμπτη
φάση χρήσης παρέχει σημαντικές πληροφορίες για την οργάνωση της λατρείας σε
έναν χώρο με μακρά θρησκευτική χρήση, ο οποίος εξακολούθησε να διατηρεί τα
βασικά αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά του, παρά τις επάλληλες αναδιαρθρώσεις. Τα
ιδιαίτερα περιορισμένα στοιχεία για την ύπαρξη σύγχρονων οικιστικών καταλοίπων
στην περιοχή του ακρωτηρίου αναδεικνύουν ουσιαστικά το ιερό ως τον κύριο, αν όχι
τον μοναδικό, πόλο δραστηριότητας κατά τον 12ο αιώνα π.Χ801.
Ωστόσο παρά τον συστηματικό χαρακτήρα των ανασκαφών και την εκτενή
παρουσίαση από την M.E. Caskey της χρονικής αλληλουχίας των αρχιτεκτονικών
αλλαγών στο ιερό, υπάρχουν ορισμένες ασάφειες ως προς την απόδοση κάποιων
ευρημάτων σε συγκεκριμένη στρωματογραφία. Επιπλέον προβληματισμό δημιουργεί
η ακριβής μορφή του ιερού και το ενδεχόμενο παράλληλης χρήσης δωματίων, καθώς
και η χρονολόγηση της ανέγερσης του Κτιρίου ΒΒ.
Για τη διερεύνηση των τελούμενων θρησκευτικών τελετουργιών κατά την
πέμπτη φάση χρήσης αξιολογείται η αρχιτεκτονική εξέλιξη από το επίμηκες κτίριο, το
οποίο συνιστούσε χώρο λατρείας από τα τέλη της Μέσης-αρχές της Ύστερης Εποχής
του Χαλκού, στο μονόχωρο Κτίριο ΒΒ. Επιπλέον λαμβάνονται υπόψη δημοσιευμένα
κινητά ευρήματα και η εσωτερική διαρρύθμιση των ανωτέρω χώρων. Διαπιστώνεται
ότι, παρά την ύπαρξη ενός διαστήματος διακοπής της δραστηριότητας στις αρχές της
ΥΕ ΙΙΙ Γ περιόδου, υπήρξε ενδιαφέρον για την συνολική αναδιάρθρωση του χώρου
λατρείας μέσα από διαδικασίες ανοικοδόμησης και καθαρισμών.
Οι αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις αφορούσαν χώρους σε χρήση και κατά την
τέταρτη φάση (ΥΕ ΙΙΙ Α-ΙΙΙ Β περίοδος) και συνίστανται σε κατασκευή νέων
δαπέδων και σταθερών κατασκευών, καθώς και ανανέωση του κινητού εξοπλισμού.
Οι παρεμβάσεις αυτές, η πλειονότητα των οποίων επικεντρώνεται στο δωμάτιο 6,
συντέλεσαν στη διατήρηση και κατά την περίοδο αυτή του καίριου ρόλου του
ανατολικότερου δωματίου του κτιρίου στην θρησκευτική δραστηριότητα. Ιδιαίτερα οι
επιμήκεις κατασκευές σε σχήμα Γ, οι οποίες καταλαμβάνουν ολόκληρη την έκταση
801
. Barber 1994, 234, 251-252. Schallin 1998, 182.

253
των σωζόμενων τοίχων του δωματίου, συνεχίζουν την μακροχρόνια παράδοση των
λίθινων εξεδρών στο ιερό.
Η λειτουργία τους ως χρηστικών επιφανειών άμεσα συσχετιζόμενων με τις
τελούμενες τελετουργίες δεν έχει αμφισβητηθεί, ωστόσο δεν έχουν εντοπιστεί κινητά
ευρήματα κατά χώραν, γεγονός που δυσχεραίνει την ερμηνεία τους ως επιφανειών
απόθεσης τελετουργικού εξοπλισμού. Από την άλλη πλευρά η επισήμανση της M.E.
Caskey για το μεγάλο πλάτος θέτει το ζήτημα της λειτουργίας των νεοαναγειρόμενων
κατασκευών ως καθισμάτων για τους συμμετέχοντες στις θρησκευτικές τελετουργίες,
δηλώνοντας μια διαφοροποιημένη χρήση σε σχέση με τις πρωιμότερες στον ίδιο χώρο
κατασκευές802.
Όσον αφορά στην ορθογώνια εξέδρα στο μέσον του δωματίου, οι
κατασκευαστικές διαφορές σε σχέση με τις προαναφερθείσες εξέδρες κατά μήκος των
τοίχων και η χωροθέτηση, η οποία την καθιστούσε σημείο κατεύθυνσης του
βλέμματος κάθε εισερχόμενου στο ιερό, υποδεικνύουν έναν διακριτό ρόλο. Η
ερμηνεία της όμως ως εστίας ή βωμού και η σύνδεσή της με την προετοιμασία ιερών
γευμάτων ή/και θυσιών καθίσταται προβληματική εξαιτίας της έλλειψης μαγειρικών
σκευών ή εγχειριδίων. Θα μπορούσε να προταθεί ότι η εύρεση ισχυρού στρώματος
καύσης και οστών ζώων γύρω από την εξέδρα πιστοποιεί επιλεκτικά στάδια
(κατανάλωση και αφιέρωση ποσοτήτων τροφής) τελετουργικών διαδικασιών και ότι ο
τεμαχισμός των ζώων και το μαγείρεμα λάμβανε χώρα σε κάποιον εξωτερικό χώρο.
Στην περίπτωση που υπήρχε αντίστοιχη σταθερή κατασκευή κατά την προγενέστερη
περίοδο, παρατηρείται σταθερότητα ως προς το σημείο κατεύθυνσης του βλέμματος
και τις θρησκευτικές τελετουργίες που σχετίζονται με τον κυριότερο χώρο δράσης.
Η σημαντικότερη διαφοροποίηση που παρατηρείται κατά την πέμπτη φάση
χρήσης συνίσταται στον περιορισμό του κινητού εξοπλισμού σχεδόν αποκλειστικά σε
κεραμική. Σε όλους τους χρησιμοποιούμενους χώρους εντοπίστηκαν αγγεία, ωστόσο
παρατηρούνται διαφορές στην κατάσταση διατήρησης του διαθέσιμου υλικού σε
σχέση με την κατανομή του στο χώρο. Τα μεγάλα δωμάτια του ιερού (δωμάτια 3 και
6) περιελάμβαναν κατά κύριο λόγο αποσπασματικά σωζόμενα αγγεία, τα οποία θα
μπορούσαν να αποδοθούν, ιδιαίτερα στην περίπτωση του δωματίου 6, στις επάλληλες
εργασίες ανακαίνισης και ανανέωσης των δαπέδων. Η σημαντική ποσότητα ακέραιων
αγγείων του επιμήκη χώρου, ο οποίος δημιουργήθηκε από τη συνένωση των

802
. Caskey 1998, 127.

254
δωματίων 4 και 5, πιθανόν σχετίζεται με διαδικασίες αποθήκευσης, γεγονός που
πιστοποιεί μια διαχρονική χρήση του ΒΑ τμήματος του ιερού για την αποθήκευση
τελετουργικού εξοπλισμού. Επιπλέον στην πολύ καλή κατάσταση διατήρησης των
συγκεκριμένων αγγείων συνέβαλε και η έλλειψη οποιασδήποτε μεταγενέστερης
παρέμβασης στο συγκεκριμένο χώρο.
Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο της κεραμικής σε στρώματα της ΥΕ ΙΙΙ Γ
περιόδου, διαπιστώνεται κυριαρχία των ανοιχτών σχημάτων, ενώ εκπροσωπούνται
και ορισμένα κλειστά σχήματα μεταφοράς υγρών. Δημοφιλέστερο αγγείο
αναδεικνύεται ο σκύφος, παραδείγματα του οποίου έχουν αποκαλυφθεί σε όλα τα
χρησιμοποιούμενα δωμάτια, ενώ σημαντική είναι και η εκπροσώπηση των κρατήρων
και των σκυφοειδών κρατήρων. Η έμφαση σε αγγεία κατανάλωσης (σκύφος, κύαθος),
σε συνδυασμό με την κεντρική κατασκευή του δωματίου 6 και τα συνευρήματά της
(οστά ζώων, ακέραιος κρατήρας, στρώμα καύσης), πιθανότατα πιστοποιούν
υλοποίηση ιερών γευμάτων στο κυριότερο δωμάτιο του μετανακτορικού ιερού. Κατά
τη διάρκεια των γευμάτων αυτών, μέρος των προαναφερθέντων αγγείων θα μπορούσε
να τοποθετηθεί τόσο στο δάπεδο, όσο και στην επιφάνεια των λίθινων εξεδρών κατά
μήκος των τοίχων του δωματίου.
Αξιοσημείωτες είναι οι περιορισμένες αναφορές σε κύλικες, αγγείου ιδιαίτερα
συνηθισμένου σε σύγχρονα τελετουργικά σύνολα. Θα μπορούσε το στοιχείο αυτό να
ερμηνευθεί ως τυχαίο γεγονός συνδεόμενο με τις εργασίες καθαρισμών, την
απομάκρυνση ευρημάτων από τους αρχικούς χώρους χρήσης ή την ανοικοδόμηση του
μεταγενέστερου ιερού πάνω από τμήμα του δωματίου 6. Από την άλλη πλευρά, δεν
μπορεί να αποκλειστεί η πιθανότητα της σκόπιμης επιλογής συγκεκριμένων
σχημάτων αγγείων για την κατανάλωση υγρών. Εκτός από την κεραμική,
περιορισμένα είναι τα δημοσιευμένα στοιχεία για άλλες κατηγορίες κινητών
ευρημάτων. Δεν υπάρχουν αναφορές σε τροχήλατα ανθρωπόμορφα ειδώλια της
ομάδας Α ή μικκύλα αγγεία, ενώ απουσιάζουν αντικείμενα κύρους ή πολύτιμα
αφιερώματα, όπως σφραγιδόλιθοι, κοσμήματα και εγχειρίδια. Ακόμη και το μεγάλο
γυναικείο ειδώλιο της ΥΕ ΙΙΙ Α περιόδου παρέμεινε θαμμένο στο δωμάτιο 5 και δεν
σημειώθηκε κάποια προσπάθεια για ανάσυρση και επανάχρησή του.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν το τροχήλατο ειδώλιο βοοειδούς και η
κεφαλή ενός γυναικείου ειδωλίου της ΜΜ-ΥΜ ΙΑ περιόδου, τα οποία είναι μοναδικά
στο είδος τους σε στρώματα της μετανακτορικής περιόδου. Στην περίπτωση του
βοοειδούς δεν υπάρχουν ακριβή στοιχεία για το δωμάτιο εύρεσης, την κατάσταση
255
διατήρησης και τα επιμέρους χαρακτηριστικά του, ωστόσο αναφέρεται ότι
παρουσιάζει ομοιότητες με τα αντίστοιχα ειδώλια του ιερού της Φυλακωπής και
χρονολογείται στην ΥΕ ΙΙΙ Γ περίοδο803. Η γυναικεία κεφαλή αποκαλύφθηκε πλησίον
του θυραίου ανοίγματος προς το δωμάτιο 3, χωρίς να σχετίζεται άμεσα με κάποια
σταθερή κατασκευή ή ευρήματα. Η M.E. Caskey είναι επιφυλακτική ως προς την
επανάχρησή της σε σχέση με λατρευτικές δραστηριότητες της ΥΕ ΙΙΙ Γ περιόδου,
εξαιτίας του σημείου χωροθέτησης και της απουσίας κάποιας μέριμνας ανάδειξης, σε
αντίθεση με την κατά χώραν κεφαλή σε στρώμα της Γεωμετρικής εποχής.
Ωστόσο οι ενδείξεις για πιθανή τελετουργική αξιοποίηση τμημάτων ειδωλίων
κατά την προγενέστερη περίοδο, οι οποίες εστιάζονται στην αύλακα, καθώς και η
έλλειψη στοιχείων για χρήση της κεφαλής του δωματίου 6 ως οικοδομικού υλικού
καθιστούν πιθανό το ενδεχόμενο χρήσης του ευρήματος αυτού στο πλαίσιο της
μετανακτορικής λατρείας. Η γειτνίαση του χώρου εύρεσης με την απόληξη των νέων
εξεδρών του δωματίου, θα μπορούσε να υποδεικνύει ότι οι κατασκευές αυτές
αποτελούσαν την αρχική επιφάνεια απόθεσης της κεφαλής.
Η ανωτέρω πρόταση για χρήση του συγκεκριμένου ευρήματος ως συμβολικού
αντικειμένου κατά την πέμπτη φάση του ιερού θέτει το ζήτημα της επανάχρησης και
αξιοποίησης των κεφαλών των πρώιμων ειδωλίων μετά την οριστική κατάργηση του
αρχικού πυρήνα του ιερού και χώρου φύλαξής τους. Τόσο για την περίπτωση του
ευρήματος από το δωμάτιο 6, όσο και από το Γεωμετρικό κτίριο πάνω από το
δωμάτιο 1 έχει υποστηριχθεί ότι η ανεύρεση έλαβε χώρα κατά τις εργασίες
καθαρισμών και ανακαίνισης της ΥΕ ΙΙΙ Α περιόδου, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα
το διασκορπισμό θραυσμάτων των ειδωλίων σε όλη την έκταση του ιερού. Κατά
συνέπεια, οι προαναφερθείσες κεφαλές βρισκόταν στη διάθεση του ιερού ήδη από την
πρώτη οικοδομική περίοδο που ακολούθησε την σημαντική καταστροφή και πιθανόν
συνυπήρχαν με το γυναικείο ειδώλιο που κατασκευάστηκε κατά την περίοδο αυτή ή
αξιοποιήθηκαν μετά την απόσυρσή του.
Εφόσον τα συγκεκριμένα ευρήματα αποτελούσαν τμήμα του κινητού
εξοπλισμού του ιερού έως και το τέλος της Εποχής του Χαλκού, αλλά και κατά την
Γεωμετρική περίοδο, η επανάχρησή τους θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως συνέπεια
περισσότερο πολύπλοκων κοινωνικών διεργασιών παρά λόγων οικονομίας. Χωρίς να
καθίσταται σαφές, αν οι γυναικείες κεφαλές αντιμετωπιζόταν ως λατρευτικά

803
. Caskey 1981, 132.

256
αντικείμενα, κειμήλια με διακριτή χρήση κατά την τέλεση θρησκευτικών πράξεων,
αντικείμενα εστίασης της προσοχής ή περιφοράς, πιθανόν συνιστούσαν συμβολικές
αναφορές στην μακρόχρονη χρήση του χώρου ως ιερού. Από την άλλη πλευρά, θα
μπορούσαν, αποδεσμευμένα από την αρχική τους χρήση και διαθέτοντας έναν
συμβολισμό ευμετάβλητο και διαχειρήσιμο, να έχουν αποκτήσει νέα νοήματα
προσαρμοσμένα στα κοινωνικοπολιτικά πλαίσια της ύστερης Μυκηναϊκής περιόδου
και της Εποχής του Σιδήρου.
Αξιολογώντας συνολικά τις τελούμενες στο χώρο θρησκευτικές τελετουργίες
κατά την πέμπτη φάση χρήσης, διαπιστώνεται μια μετατόπιση του ενδιαφέροντος από
τελετουργίες που απαιτούσαν εξειδικευμένο εξοπλισμό, σε διαδικασίες συμβολικής
αναφοράς στην παράδοση, ενίσχυσης των κοινοτικών δεσμών, πιθανόν και ανάδειξης
τοπικών ιεραρχιών. Το ιερό με τις διαμορφωμένες σταθερές κατασκευές και τα
κινητά ευρήματα που παραπέμπουν σε ιερά γεύματα αποτελεί τον κύριο πυρήνα
δραστηριότητας στο ακρωτήριο της Αγίας Ειρήνης και τη μόνη σταθερή αναφορά σε
μια συνεχώς εξελισσόμενη τοπική κοινωνία. Ο δημόσιος χαρακτήρας του
διατηρήθηκε έως και το τέλος της Εποχής του Χαλκού, όπως υποδεικνύουν η χωρική
και λειτουργική ανεξαρτησία, η εύκολη πρόσβαση και οι εκπροσωπούμενες
κατηγορίες των κινητών ευρημάτων.
Η ανέγερση του Κτιρίου ΒΒ στα χωρικά πλαίσια του προγενέστερου ιερού,
παρά τις ασάφειες αναφορικά με το ακριβές χρονικό διάστημα ίδρυσης, πιθανότατα
αποτέλεσε μια συνειδητή επιλογή των κατοίκων της νησιωτικής κοινότητας. Η
διαχείριση του ΝΑ τμήματος του ακρωτηρίου της Αγίας Ειρήνης, το οποίο τέθηκε για
μεγάλο χρονικό διάστημα στο επίκεντρο της κοινωνικής ζωής ως η μοναδική
προοριζόμενη για την τέλεση δημόσιας λατρείας έκταση, αναπροσαρμόστηκε κατά
τους ιστορικούς χρόνους. Με την ανοικοδόμηση μικρών ανεξάρτητων ιερών
εξυπηρετήθηκαν οι ανάγκες μιας συνεχώς μεταβαλλόμενης κοινότητας, χωρίς
απαραίτητα να πιστοποιείται σε όλες τις περιπτώσεις πρόθεση συμβολικής σύνδεσης
με τις λατρευτικές πρακτικές της Εποχής του Χαλκού.

257
Ε. ΕΠΙΜΕΡΟΥΣ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΕΛΕΣΗ ΛΑΤΡΕΙΑΣ

1. ΟΙ ΧΩΡΟΙ ΚΑΙ ΤΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ

Εκτός από τις παραπάνω τειχισμένες ακροπόλεις και τους οργανωμένους


Μυκηναϊκούς οικισμούς, αρκετές θέσεις στην Ηπειρωτική Ελλάδα παρέχουν στοιχεία
που έχουν αποδοθεί από ερευνητές στην τέλεση λατρείας. Πρόκειται για σύνολα
κινητών ευρημάτων κυρίως από την ανατολική Πελοπόννησο (Τσούνγκιζα Νεμέας,
Μαλεάτας, Αμυκλαίο, Αγία Τριάδα-Κλένιες και Προφήτης Ηλίας-Άγιος Αδριανός
Αργολίδας), αλλά και τη Φθιώτιδα (Καλαπόδι). Επιπλέον μεμονωμένα στοιχεία
προέρχονται από την περιοχή των μεταγενέστερων ιερών της Ολυμπίας και των
Δελφών.
Η διερεύνηση όμως της πιθανής θρησκευτικής δραστηριότητας αντιμετωπίζει
μια σειρά καίριων προβλημάτων με κυριότερο την έλλειψη στις περισσότερες
περιπτώσεις αρχιτεκτονικών καταλοίπων και το ασαφές χωροταξικό πλαίσιο (Πίν. 6).
Επιπλέον, η αποσπασματική κατάσταση διατήρησης των κινητών ευρημάτων και οι
στρωματογραφικές ασάφειες καθιστούν επισφαλή την εξαγωγή συμπερασμάτων για
το δημόσιο ή ιδιωτικό χαρακτήρα της πιθανής λατρείας και τις διαδικασίες
συμμετοχής σε αυτή. Στο παρόν κεφάλαιο επιχειρείται μια παρουσίαση των
διαθέσιμων αρχαιολογικών δεδομένων από τις παραπάνω θέσεις, οι οποίες
εντάσσονται στο χρονολογικό πλαίσιο της ανακτορικής και μετανακτορικής
περιόδου. Οι άξονες ανάλυσης περιλαμβάνουν τις κατηγορίες κινητού εξοπλισμού
και το είδος των τελούμενων θρησκευτικών τελετουργιών, ενώ επιχειρείται και μια
προσέγγιση, με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, του αστικού ή υπαίθριου χαρακτήρα των
πιθανών χώρων λατρείας.

1.1. Καλαπόδι Φθιώτιδας

Το Καλαπόδι στη ΝΔ Φθιώτιδα αποτέλεσε για μεγάλο χρονικό διάστημα έναν


από τους σημαντικότερους τόπους λατρείας του Απόλλωνα και της Άρτεμης 804. Η
περιοχή του ιερού χωροθετείται στον άξονα σημαντικών οδικών δικτύων με
κατεύθυνση Δ-Α και Ν-Β, οι οποίοι εξυπηρετούσαν την επικοινωνία της κοιλάδας

804
. Ellinger 1987, 88-93.

258
του Κηφισσού και της δυτικής Βοιωτίας με την πεδιάδα της Αταλάντης, τον Ευβοϊκό
κόλπο και την κεντρική Ελλάδα805. Οι ανασκαφικές έρευνες του Γερμανικού
Αρχαιολογικού Ινστιτούτου από τη δεκαετία του 1970 και εξής αποκάλυψαν έναν
μεγάλο περίπτερο ναό των Κλασικών χρόνων και δύο περίπτερους ναούς της
Αρχαϊκής εποχής. Επιπλέον αρχιτεκτονικά λείψανα (βωμοί, λατρευτικοί βόθροι) σε
συνδυασμό με τον αύλειο χώρο, το ισχυρό στρώμα καύσεων και τα πολυάριθμα
κινητά ευρήματα πιστοποιούν την αδιάλειπτη χρήση του χώρου για λατρευτικούς
σκοπούς ήδη από την Πρωτογεωμετρική περίοδο806.
Ο εντοπισμός αρχιτεκτονικών στοιχείων και επιχώσεων της ΥΕ ΙΙΙ Γ περιόδου
θέτει το ζήτημα της τέλεσης λατρείας στην περιοχή κατά τη μετανακτορική περίοδο.
Πρόσφατα ο W.-D. Niemeier, βασιζόμενος στην αποκάλυψη επιχώσεων και
ορισμένων κινητών ευρημάτων της ΥΕ ΙΙΙ Α και ΙΙΙ Β περιόδου, πρότεινε την έναρξη
της θρησκευτικής δραστηριότητας κατά την ανακτορική περίοδο, πιθανόν και
πρωιμότερα807.
Τα Μυκηναϊκά αρχιτεκτονικά κατάλοιπα αποκαλύφθηκαν εξωτερικά της ΝΑ
γωνίας του Κλασσικού ναού και αποτελούνται από λίθινα θεμέλια και πλίνθους
ανωδομής, τα οποία έχουν αποδοθεί σε ένα μονόχωρο ορθογώνιο κτίριο (διαστάσεων
3,9x2,7μ.)808. Το κτίριο έχει προσανατολισμό ΒΔ-ΝΑ και το μικρό κενό στη
θεμελίωση του ανατολικού τοίχου πιθανόν δηλώνει την είσοδο. Σύμφωνα με τους
ανασκαφείς, θεμελιώθηκε στην ΥΕ ΙΙΙ Γ μέση και εγκαταλείφθηκε στην
Υπομυκηναϊκή περίοδο809. Στα ανατολικά αποκαλύφθηκε σύγχρονος λιθοσωρός και
τμήμα τοίχου με αντίστοιχο προσανατολισμό με τους μακρούς τοίχους του κτιρίου,
αλλά σαφώς μεγαλύτερο πλάτος. Στην ίδια περίοδο χρονολογούνται δάπεδα, δύο
εστίες και πολυάριθμα κινητά ευρήματα, τα οποία εντοπίστηκαν στα νότια και ΝΔ, σε
πιθανόν αδόμητη έκταση και στο χώρο που καταλάμβανε ο μεταγενέστερος νότιος
ναός810.
Όσον αφορά στα κινητά ευρήματα, χαρακτηρίζονται από ποικιλία ως προς τα
χρησιμοποιούμενα υλικά και τις κατηγορίες. Στην περίπτωση της κεραμικής,
διαπιστώνεται σημαντική εκπροσώπηση ανοιχτών σχημάτων κατανάλωσης (σκύφοι,

805
. Kramer-Hajos 2008, εικ. 5.1.Livieratou 2009, 959.
806
. Felsch 1987, 5-26. 1999, 163-164. Lemos 2002, 221.
807
. Niemeier 2008, 102. 2009, 109. Livieratou 2011, 149.
808
. Felsch 1981, 83-84. 1987, 3-5 & Εικ. 3.
809
. Felsch 2001, 194.
810
. Felsch 1999, 164. 2001, εικ. LVIIa, LVIIIb, LIXa, LXb, LXIb.

259
κύαθοι, κύλικες, κρατήρες με εικονιστικές παραστάσεις 811). Επιπλέον βρέθηκαν
αγγεία αποθήκευσης και μεταφοράς προϊόντων (πίθοι, ψευδόστομοι αμφορείς,
αμφορείς), μαγειρικά σκεύη και ορισμένα μικκύλα αγγεία812. Στο ανασκαμμένο
Μυκηναϊκό στρώμα αποκαλύφθηκαν επίσης χάλκινα αντικείμενα (εργαλεία,
κοσμήματα, αιχμές βελών), σκωρίες και χοάνες τήξης813, πολυάριθμα εργαλεία από
λίθο (κυρίως τριβεία και τριπτήρες που θα μπορούσαν να συνδεθούν με τις ποσότητες
σιτηρών από τον ίδιο χώρο, πελέκεις) και πηλό (διάτρητα όστρακα και κυλινδρικά
αντικείμενα, πιθανόν υφαντικά βάρη), ενώ αξιοσημείωτο είναι το τμήμα χαλιναριού
κατασκευασμένο από κέρατο ελαφιού814. Βρέθηκαν ακόμη τουλάχιστον 32
αποσπασματικά σωζόμενα ειδώλια, τα οποία εκπροσωπούν διάφορες κατηγορίες της
Μυκηναϊκής ειδωλοπλαστικής (χειροποίητα ζωόμορφα και ανθρωπόμορφα τύπου Ψ,
τροχήλατα βοοειδή με γραπτή διακόσμηση, τμήμα πιθανόν γυναικείου συμπλέγματος,
κεφαλή με πόλο που έχει αποδοθεί σε ειδώλιο της ομάδας Α)815.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το οστεολογικό υλικό εξαιτίας της
ποσότητας και των επιμέρους χαρακτηριστικών του. Μάλιστα το 48% του συνόλου
των οστών από την περιοχή του ιερού χρονολογείται, με βάση τη στρωματογραφία,
στην ΥΕ ΙΙΙ Γ και Υπομυκηναϊκή περίοδο. Η πλειονότητα ανήκει σε οικόσιτα
θηλαστικά νεαρής ηλικίας, κατά κύριο λόγο αιγοπρόβατα, ενώ εκπροσωπούνται και
τα βοοειδή και οι χοίροι816. Έχουν ταυτιστεί οστά θηραμάτων, κυρίως ελαφιού και
λαγού, ενώ σπανιότερες είναι οι περιπτώσεις των αγριόχοιρων, του λιονταριού και
της καφέ αρκούδας. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι τα θηράματα αντιπροσωπεύουν το
8% του συνολικού υλικού, ποσοστό από τα υψηλότερα στη μακρόχρονη χρήση του
Καλαποδίου817. Σύμφωνα με τον M. Stanzel, ο οποίος μελέτησε το οστεολογικό
υλικό, τα άγρια ζώα προσκομιζόταν στο χώρο ήδη διαμελισμένα και μάλιστα

811
. Livieratou 2009, 960 (ιδιαίτερα παραπομπή 63).
812
. Felsch 1981, 84-85. Jacob-Felsch 1987, 27-30.
813
. Στην ίδια περιοχή σε στρώμα της υπομυκηναϊκής περιόδου βρέθηκαν τμήματα δύο χρυσών
ελασμάτων, ένα από τα οποία έφερε σφυρήλατη διακόσμηση και ερμηνεύτηκε ως επένδυση σκήπτρου
ή άλλου αντικειμένου κύρους. Felsch 1999, 166.
814
. Πρόκειται για σύνηθες εύρημα στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη, ωστόσο ιδιαίτερα σπάνιο σε
σύνολα της Μυκηναϊκής περιόδου, αλλά και μεταγενέστερων εποχών, από την Ηπειρωτική Ελλάδα. O
R. Felsch συσχέτισε το συγκεκριμένο εύρημα με την μακρά παράδοση αφιέρωσης σιδερένιων
χαλιναριών στο ιερό των ιστορικών χρόνων. Felsch 1999, 166.
815
. Felsch 1981, 87, 89. 1999, 166.
816
. Τα αιγοπρόβατα εκπροσωπούνται σε ποσοστό περίπου 69%, τα βοοειδή 15% και οι χοίροι 6,7%.
Stanzel 1991, πίν. 47.
817
. Stanzel 1991, πίν. 48. Felsch 1999, πίν. 2. Guggisberg 2009, 132-135.

260
ορισμένα μόνο ως δορές818. Επίσης σημαντική είναι η εκπροσώπηση των χελωνών,
σε αντίθεση με τα μεταγενέστερα στρώματα. Πρόκειται σχεδόν αποκλειστικά για
κελύφη, τέσσερα από τα οποία εντοπίστηκαν μαζί με διάφορα μικρά αντικείμενα σε
δάπεδο δυτικά του ορθογώνιου κτιρίου.
Τα παραπάνω ευρήματα αξιολογήθηκαν από τους ανασκαφείς στο πλαίσιο
θρησκευτικής δραστηριότητας σε σχέση με το ορθογώνιο κτίριο, το οποίο έχει
ερμηνευθεί ως ιερό, και τον περιβάλλοντά του χώρου. Με βάση την προσέγγιση αυτή,
ο κινητός εξοπλισμός πιστοποιεί ποικιλία θρησκευτικών τελετουργιών τουλάχιστον
κατά την ΥΕ ΙΙΙ Γ περίοδο, όπως αφιέρωση διαφόρων προσφορών, θυσίες,
προετοιμασία και διεξαγωγή ιερών γευμάτων.
Σύμφωνα μάλιστα με τον R. Felsch «Τα χαρακτηριστικά της συνηγορούν στην
υπόθεση για ένα ιερό της υπαίθρου, που αποτελούσε θρησκευτικό κέντρο για τους
περίοικους και δεν ανήκε στη σφαίρα επιρροής μιας ανακτορικής θρησκείας» 819.
Ορισμένοι μάλιστα ερευνητές διακρίνουν έναν ιδιαίτερο κοινωνικοπολιτικό ρόλο,
εξαιτίας της καίριας γεωγραφικής του θέσης, ως κοινού τόπου συνάντησης μελών
διαφορετικών περιφερειακών κοινοτήτων ο οποίος διατήρησε τη σπουδαιότητά του
και κατά την πρώιμη Εποχή του Σιδήρου820.
Θα πρέπει ωστόσο να επισημανθεί ότι, παρά τη σπουδαιότητα του παραπάνω
αρχαιολογικού υλικού, η διερεύνηση της θρησκευτικής οργάνωσης στο Καλαπόδι
κατά τη μετανακτορική περίοδο και κυρίως ο προτεινόμενος υπαίθριος χαρακτήρας
της θέσης αντιμετωπίζει μια σειρά καίριων προβλημάτων. Η συγκέντρωση της
πλειονότητας των κινητών ευρημάτων στην περιοχή του μονόχωρου κτιρίου (Εικ. 53)
δεν πιστοποιεί με ασφάλεια σύνδεση ορισμένων ή του συνόλων αυτών με τον
συγκεκριμένο χώρο. Με βάση την εκτεταμένη αναδιάρθρωση της περιοχής κατά τους
ιστορικούς χρόνους, εξαιτίας της μακροχρόνιας θρησκευτικής χρήσης και της
συνεχούς ανοικοδόμησης, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο τα αντικείμενα
αυτά να μην συνιστούσαν ένα κλειστό τελετουργικό σύνολο. Αντίθετα θα μπορούσαν
να αποτελούν το ετερόκλητο προϊόν εκτεταμένων καθαρισμών, προερχόμενο από
θρησκευτικούς, αλλά και οικιακούς χώρους, άποψη που πιθανόν ενισχύεται από την
κατά κανόνα αποσπασματική κατάσταση διατήρησης των ευρημάτων.
818
. Στην περίπτωση της καφέ αρκούδας, το οστό προέρχεται από την κεφαλή του ζώου και είναι το
πρωιμότερο μιας σειράς αντίστοιχων ευρημάτων, ενώ τα οστά λιονταριών προέρχονται από τα άκρα
των ζώων, γεγονός που ενισχύει την πρόταση για ύπαρξη μόνο της δοράς στο χώρο. Felsch 2001, 195-
196.
819
. Felsch 1999, 169.
820
. Kramer-Hajos 2008, 58. Livieratou 2009, 361. 2011, 153-154.

261
Η αποκάλυψη επιπλέον σύγχρονων αρχιτεκτονικών στοιχείων (τοίχων,
δαπέδων, εστιών), έστω και σε αποσπασματική μορφή, στην σχετικά περιορισμένη
ανασκαμμένη έκταση της Μυκηναϊκής εποχής, καθιστά επισφαλή την πρόταση για
χωρική απομόνωση του μικρού οικοδομήματος και για λατρεία στην ύπαιθρο. Τα
στοιχεία αυτά, σε συνδυασμό με τον εντοπισμό σύγχρονων τάφων με ιδιαίτερα
αξιόλογα ευρήματα στο παρακείμενο χωριό Καλαπόδι821, καθιστούν πιθανή την
ένταξη της όποιας θρησκευτικής δραστηριότητας της Μυκηναϊκής περιόδου στο
χωρικό πλαίσιο ενός ακμάζοντος σύγχρονου οικισμού.

1.2. Τσούνγκιζα Νεμέας

Οι Αμερικάνικες ανασκαφικές και επιφανειακές έρευνες στο λόφο


Τσούνγκιζα της Νεμέας μεταξύ 1984 και 1986 αποκάλυψαν οικιστικά κατάλοιπα του
τέλους της Μέσης-αρχών της Ύστερης Εποχής του Χαλκού. Επιπλέον έρευνες στο
νότιο και ανατολικό τμήμα του λόφου, καθώς και δοκιμαστικές τομές κάτω από το
Κλασσικό ιερό του Δία πιστοποιούν τη σημαντική επέκταση του οικισμού κατά την
ΥΕ ΙΙΙ περίοδο και τη χρήση του τουλάχιστον έως και το τέλος της ανακτορικής
περιόδου822.
Τα στοιχεία για την τέλεση λατρείας στην Τσούνγκιζα είναι έμμεσα και
επικεντρώνονται στο περιεχόμενο του μερικώς ανασκαμμένου αποθέτη EU9, ο
οποίος αποκαλύφθηκε στο ανατολικό τμήμα του λόφου και χρονολογείται στην ΥΕ
ΙΙΙ Α2 περίοδο (Εικ. 54). Πρόκειται για ένα πολυάριθμο σύνολο ευρημάτων που
αποτελείται σε σημαντικό ποσοστό από οστεολογικό υλικό. Διακρίνονται οστά
αιγοπροβάτων και χοίρων, τα οποία εκπροσωπούν πιθανότατα ακέραια ζώα, καθώς
και επιλεκτικά τμήματα (κυρίως κεφαλές και πόδια) βοοειδών823. Τα τελευταία
εκπροσωπούν τουλάχιστον το 50% του οστεολογικού υλικού και προέρχονται από έξι
ζώα, ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι οι ανασκαφείς υπολογίζουν ότι
αποκαλύφθηκε ο μισός περίπου αποθέτης, ο αρχικός αριθμός πιθανόν ήταν
μεγαλύτερος.

821
. Δακορώνια 2003, 340 & εικ. 1, 4-5. Livieratou 2009, 959.
822
. Dabney et al. 2004, 77-79.
823
. Το 25% του συνολικού αριθμού των οστών φέρει ίχνη καύσης. Τα τμήματα των βοοειδών που
απουσιάζουν από τον αποθέτη δεν εντοπίστηκαν στο ερευνημένο τμήμα της Τσούνγκιζας. Dabney et
al. 2004, 79-81.

262
Επιπλέον ο αποθέτης περιελάμβανε λίθινα εργαλεία και μεγάλες ποσότητες
γραπτής και άβαφης κεραμικής που σχετίζεται κυρίως με διαδικασίες κατανάλωσης.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η ποσότητα των ανοιχτών αγγείων (κύλικες διαφόρων
σχημάτων, μεταξύ των οποίων και μία μικκύλη 824, υψίποδες σκύφοι, λεκανίδια), ενώ
εκπροσωπούνται και αγγεία μεταφοράς υγρών (πρόχοι, υδρίες) και ορισμένα
μαγειρικά σκεύη. Αξιοσημείωτο εύρημα αποτελεί το αποσπασματικά σωζόμενο
τροχήλατο γυναικείο ειδώλιο, το οποίο ανήκει στην ομάδα Α και χρονολογείται με
ασφάλεια στην ΥΕ ΙΙΙ Α περίοδο. Επίσης στον αποθέτη αποκαλύφθηκε μικρός
αριθμός χειροποίητων ειδωλίων διαφόρων τύπων825.
Τα παραπάνω ευρήματα έχουν αποδοθεί στη διοργάνωση και τέλεση ιερών
γευμάτων στην περιοχή της Τσούνγκιζας χωρίς ωστόσο να μπορούν να συσχετιστούν
με κάποιο συγκεκριμένο χώρο, ο οποίος λειτουργούσε ως ιερό. Παρά το γεγονός ότι
δεν καθίσταται σαφές αν αποτελούσε προϊόν ενός συγκεκριμένου περιστατικού ή
επαναλαμβανόμενων γεγονότων, το περιεχόμενο του αποθέτη υποδεικνύει τη
συμμετοχή σημαντικού αριθμού ατόμων στην θρησκευτική δραστηριότητα. Όπως
επισημαίνουν οι M. Dabney, P. Halstead και P. Thomas «Η μεγάλη ποσότητα κρέατος
που καταναλώνονταν, το μικρό μέγεθος του οικισμού και τα τμήματα των βοοειδών που
“λείπουν” ενισχύουν την πιθανότητα ενός περιφερειακού τελετουργικού γεύματος με
την εμπλοκή συμμετεχόντων από έναν αριθμό διαφορετικών οικισμών. Στα
περιφερειακά τελετουργικά γεύματα οι υψηλοί καλεσμένοι συνήθως έπαιρναν μαζί τους
μεγάλες ποσότητες φαγητού για να τις αναδιανείμουν στα χωριά τους»826.
Σε αντίστοιχο συμπέρασμα ως προς τη διανομή μεγάλων ποσοτήτων κρέατος
για κατανάλωση εκτός Τσούνγκιζας καταλήγει και ο B. Lis, ο οποίος επαναξιολόγησε
την κεραμική του αποθέτη. Ο ερευνητής, λαμβάνοντας υπόψη τον σχετικά μικρό
αριθμό μαγειρικών σκευών και αγγείων φαγητού, σε αντίθεση με την σημαντική
ποσότητα αγγείων πόσης και οστεολογικού υλικού, υποστήριξε την ύπαρξη δύο
διακριτών επιπέδων συμμετοχής στα συγκεκριμένα ιερά γεύματα: ένα που αφορούσε
κατανάλωση αλκοολούχων ποτών από μεγάλο αριθμό ατόμων και διανομή κρέατος
εκτός οικισμού και ένα άλλο που περιελάμβανε επί τόπου μαγείρεμα και κατανάλωση

824
. Για την τελετουργική χρήση του συγκεκριμένου σχήματος βλέπε Stocker & Davis 2004, 63-73.
825
. Wright 1994, 69-70. Dabney et al. 2004, 91-92.
826
. «The large quantity of meat consumed, the small size of the settlement, and the “missing” parts of
the cattle also highlight the possibility of a regional feast, involving participants from a number of
different settlements. At regional feasts the elite guests typically take away large portions of food to
redistribute in their own villages», Dabney et al. 2004, 93.

263
κρέατος από μικρότερο αριθμό επιλεγμένων συμμετεχόντων827. Η πρόταση αυτή
παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς θέτει τον παράγοντα της ποσοτικής και
ποιοτικής διαφοροποίησης της παρεχόμενης τροφής ως μέσου έκφρασης και
επιβεβαίωσης κοινωνικής ιεραρχίας.
Σύμφωνα με τις παραπάνω προσεγγίσεις, ο αποθέτης στην Τσούνγκιζα
σχετίζεται άμεσα με νέες αναδυόμενες κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις, τοπικής ή
ευρύτερης εμβέλειας. Η άποψη αυτή ενισχύεται από τη χρονολόγησή του στην
περίοδο ανάδειξης του ανακτορικού πολιτικού-οικονομικού συστήματος των
Μυκηνών, στην περιφέρεια του οποίου χωροθετείται 828. Αξιοσημείωτο είναι το
γεγονός ότι, παρόλο που η θέση συνέχισε να χρησιμοποιείται και κατά την ΥΕ ΙΙΙ Β
περίοδο, δεν έχει εντοπιστεί μέχρι στιγμής οποιοδήποτε στοιχείο τέλεσης λατρείας
μεταγενέστερο του αποθέτη.

1.3. Μαλεάτας Επιδαύρου

Η συστηματική έρευνα στο Κλασσικό ιερό του Απόλλωνα Μαλεάτα στην


Επίδαυρο αποκάλυψε οικιστικά κατάλοιπα και κεραμική που πιστοποιούν κατοίκηση
στην περιοχή από την Πρώιμη έως και την Ύστερη Εποχή του Χαλκού829. Επιπλέον η
αποκάλυψη ενός επιμήκη τοίχου με κατεύθυνση ΝΑ-ΒΔ στο χώρο του βωμού των
ιστορικών χρόνων, αποδόθηκε σε οργανωμένη θρησκευτική δραστηριότητα κατά τη
Μυκηναϊκή περίοδο. Ο τοίχος ήταν θεμελιωμένος στο φυσικό βράχο και
αποκαλύφθηκε σε μήκος τουλάχιστον 10 μέτρων, πιθανότατα όμως το αρχικό του
μήκος ήταν μεγαλύτερο, καθώς εκτεινόταν κάτω από το ναό του Απόλλωνα. Το
σχήμα και η χωροθέτησή του τοίχου στο χείλος του βράχου οδήγησαν τον Β.
Λαμπρινουδάκη στη διατύπωση της πρότασης ότι λειτουργούσε ως άνδηρο-βάση
ενός υπαίθριου Μυκηναϊκού βωμού830.

827
. Lis 2008, 144-149.
828
. Για την εμπλοκή των ανακτόρων στην υλοποίηση τελετουργικών γευμάτων σε περιφερειακές
θέσεις, όπως αποτυπώνεται στις πινακίδες Γραμμικής Β, βλέπε Palaima, 2004, 99-109.
829
. Τα λείψανα της Πρώιμης και Μέσης Εποχής του Χαλκού εντοπίστηκαν στο χαμηλό λόφο, ο οποίος
αποτελούσε το νότιο όριο του ιερού. Πιθανόν ο οικισμός εκτεινόταν και προς βορρά, στην περιοχή που
ισοπεδώθηκε για την ανέγερση του ναού των ιστορικών χρόνων. Τμήματα του Μυκηναϊκού οικισμού,
στον οποίο διακρίνονται τουλάχιστον τρεις οικοδομικές φάσεις, εντοπίστηκαν τόσο στην κορυφή του
λόφου, όσο και στην έκταση στα νότια. Λαμπρινουδάκης 1977, 193 & πίν. 123β. 1978, 113 & πίν. 88β.
1981, 62-63.
830
. Λαμπρινουδάκης 1976, 206.

264
Στην περιοχή της παραπάνω κατασκευής αποκαλύφθηκε μεγάλος αριθμός
κινητών ευρημάτων, τα πρωιμότερα από τα οποία χρονολογούνται στην ΥΕ ΙΙ
περίοδο, εκτεταμένο στρώμα καύσης, όστρακα και άφθονο οστεολογικό υλικό. Τα
ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ορισμένων κατηγοριών ευρημάτων (χάλκινοι διπλοί
πελέκεις, λίθινα αγγεία μεταξύ των οποίων και ένα ρυτό, χάλκινη κεφαλή
βοοειδούς831), αποδόθηκαν σε ισχυρή Μινωική επίδραση στην πρώιμη λατρεία,
πτυχές της οποίας αποτελούσαν η απόθεση αφιερωμάτων, οι θυσίες, ίσως και τα
τελετουργικά γεύματα.
Από την άλλη πλευρά, εντοπίστηκαν κινητά ευρήματα της ΥΕ ΙΙΙ Α και ΙΙΙ Β
περιόδου, όπως αποσπασματικά σωζόμενα ειδώλια διαφόρων κατηγοριών
(ανθρωπόμορφα τύπου Φ, ζωόμορφα, ιππείς) και όστρακα832. Διαπιστώνεται ωστόσο
ότι ο αριθμός τους, οι εκπροσωπούμενες κατηγορίες, αλλά και τα υλικά κατασκευής
διαφοροποιούνται σημαντικά σε σχέση με τα αντίστοιχα των πρωιμότερων περιόδων.
Το στοιχείο αυτό σε συνδυασμό με τα παρακείμενα σύγχρονα οικιστικά κατάλοιπα
θέτουν ερωτηματικά για τη συνέχιση της χρήσης του προτεινόμενου πρώιμου
Μυκηναϊκού βωμού και κατά την ανακτορική περίοδο. Εφόσον τα αποσπασματικά
ευρήματα αποτελούσαν τελετουργικό εξοπλισμό του βωμού, συνιστούσαν ενδείξεις
για συνέχιση των αφιερωματικών διαδικασιών στην ίδια περιοχή. Είναι πιθανό όμως
να σχετίζονται με καθαρισμούς, ισοπεδώσεις και μεταφορές υλικών στο πλαίσιο της
ανέγερσης του μεταγενέστερου ναού. Σε αυτή την περίπτωση καθίσταται επισφαλής
η προτεινόμενη θεωρία για την αδιάλειπτη θρησκευτική δραστηριότητα και τον
υπαίθριο χαρακτήρα της κατά την ΥΕ ΙΙΙ περίοδο.

1.4. Αμυκλαίο Λακωνίας

Οι Ελληνικές και Γερμανικές αρχαιολογικές έρευνες στο χαμηλό λόφο της


Αγίας Κυριακής αποκάλυψαν από τα τέλη του 19ου-αρχές του 20ου αιώνα
αρχιτεκτονικά κατάλοιπα που ανήκουν σε ιερό των ιστορικών χρόνων αφιερωμένο
στον Απόλλωνα Αμυκλαίο και τον Υάκινθο. Η περιοχή βρισκόταν σε χρήση και κατά

831
. Λαμπρινουδάκης 1976, 207-208. 1981, 59, 62.
832
. Λαμπρινουδάκης 1975, 173.

265
την Πρώιμη και Μέση Εποχή του Χαλκού, όπως υποδεικνύουν τα ελάχιστα οικιστικά
στοιχεία, η στρωματογραφημένη κεραμική και οι τάφοι833.
Ο σημαντικός αριθμός κινητών ευρημάτων της ΥΕ ΙΙΙ Β2 και ΥΕ ΙΙΙ Γ
περιόδου, τα οποία εντοπίστηκαν διάσπαρτα στην περικλειόμενη από τον περίβολο
του μεταγενέστερου ιερού έκταση, οδήγησαν ορισμένους μελετητές στην πρόταση
για τέλεση λατρείας και κατά τη Μυκηναϊκή εποχή834. Πρόκειται για αποσπασματικά
σωζόμενα πήλινα ειδώλια διαφόρων κατηγοριών, όπως τροχήλατα βοοειδή, 74
χειροποίητα ανθρωπόμορφα τύπου Ψ και ζωόμορφα, ορισμένα ειδώλια ιππέων, ενώ
χωρίς παράλληλο μέχρι στιγμής στη Μυκηναϊκή ειδωλοπλαστική είναι το θραύσμα
μεγάλου, πιθανόν γυναικείου, ειδωλίου που κρατάει ομοίωμα κύλικας835.
Η Κ. Δημακοπούλου στη μελέτη της για το υλικό της Ύστερης Εποχής του
Χαλκού από το Αμυκλαίο επισημαίνει την αντίθεση μεταξύ του πολυάριθμου
συνόλου ειδωλίων και της ελάχιστης σύγχρονης κεραμικής. Συσχετίζοντας τα
παραπάνω ευρήματα με αφιερωματικές διαδικασίες υποστηρίζει τη λειτουργία ενός
σημαντικού Μυκηναϊκού ιερού και θέτει το ζήτημα της αναγωγής της λατρείας του
Υακίνθου στην προϊστορική περίοδο836. Όσον αφορά στην απουσία οποιουδήποτε
αρχιτεκτονικού στοιχείου επισημαίνει: «είναι δυνατόν να επρόκειτο για ένα ιερό με
μικρό και μεμονωμένο κτίσμα και έτσι εξηγείται ο τέλειος αφανισμός των οικοδομικών
λειψάνων. Δεν αποκλείεται να ήταν ένας απλός υπαίθριος βωμός»837.
Η παραπάνω ερμηνευτική προσέγγιση βασίζεται εν μέρει στην πρόταση για
αποκλειστική χρήση του λόφου της Αγίας Κυριακής για θρησκευτική χρήση και την
ύπαρξη Μυκηναϊκού οικισμού στην ευρύτερη περιοχή838. Ωστόσο η εκπροσώπηση
μίας συγκεκριμένης κατηγορίας αντικειμένων και το ασαφές χωροταξικό πλαίσιο
καθιστούν επισφαλή τον προσδιορισμό του ακριβούς σημείου χρήσης των ευρημάτων
αυτών και ιδιαίτερα την αναγωγή στοιχείων της λατρείας των ιστορικών χρόνων στην
Ύστερη Εποχή του Χαλκού. Λαμβάνοντας υπόψη τη χρήση του χώρου για μεγάλο
χρονικό διάστημα και κυρίως τις εκτεταμένες ανακατατάξεις εξαιτίας των
οικοδομικών εργασιών του 6ου αιώνα π.Χ., θα μπορούσε να προταθεί ακόμη και η

833
. Calligas 1992, 36, 38.
834
. Ο O. Dickinson συνέδεσε μάλιστα την έναρξη λατρείας στο χώρο με την ανάπτυξη του
παρακείμενου οικισμού στο Μενελάιο κατά την ΥΕ ΙΙΙ Β2 περίοδο. Dickinson 1992, 113-114.
835
. Δημακοπούλου 1982, 43-96. Wright 1994, 65. Banou 1996, 31-32.
836
. Δημακοπούλου 1982, 126.
837
. Δημακοπούλου 1982, 83.
838
. Για τις διάφορες προτάσεις ως προς τη χωροθέτηση του Μυκηναϊκού οικισμού, βλέπε
Δημακοπούλου 1982, 80.

266
τυχαία ή σκόπιμη μεταφορά του συνόλου των ειδωλίων στην περιοχή του
μεταγενέστερου ιερού839.

1.5. Ευρύτερη περιοχή Αργολίδας

Αρχαιολογικά ευρήματα από την ευρύτερη περιοχή της Αργολίδας θέτουν το


ζήτημα της ύπαρξης υπαίθριων ή στεγασμένων χώρων λατρείας κατά την περίοδο
ακμής των παρακείμενων ανακτορικών κέντρων. Συγκεκριμένα, στο ΒΑ τμήμα της
Αργολίδας, στην περιοχή του χωριού Κλένιες κοντά στην εκκλησία της Αγίας
Τριάδας, αποκαλύφθηκε το 1912 σε επιφανειακό στρώμα σημαντικός αριθμός
Μυκηναϊκών ευρημάτων. Η τοποθεσία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον εξαιτίας
του υψόμετρου (περίπου 700μ.) και της χωροθέτησης σε σχέση με έναν αρχαίο
δρόμο, ο οποίος οδηγούσε από τις Μυκήνες στην Κόρινθο.
Το σύνολο των κινητών ευρημάτων χρονολογείται στην ΥΕ ΙΙΙ Β περίοδο
δίχως να σχετίζεται με οποιοδήποτε αρχιτεκτονικό κατάλοιπο. Αποτελείται από
τουλάχιστον 123 αποσπασματικά πήλινα ειδώλια, πιθανότατα τύπου Φ, μερικά
ζωόμορφα και μικρό αριθμό οστράκων ανοιχτών αγγείων (κύλικες, πιθανός σκύφος,
ασκός)840. Τα παραπάνω ευρήματα ερμηνεύτηκαν από τον ανασκαφέα A. Frickenhaus
ως αφιερώματα ταξιδιωτών και αποδόθηκαν από τους R. Hägg και K. Kilian στην
τέλεση «λαϊκής λατρείας»841. Θα πρέπει όμως να επισημανθεί ότι η ιδιαίτερα
αποσπασματική κατάσταση διατήρησης των ευρημάτων και η εκπροσώπηση
περιορισμένων κατηγοριών καθιστούν επισφαλή την εξαγωγή συμπερασμάτων για τα
επιμέρους χαρακτηριστικά της όποιας θρησκευτικής δραστηριότητας. Τα παραπάνω
επιφανειακά ευρήματα αποτελούν τα μοναδικά στοιχεία για χρήση της συγκεκριμένης
τοποθεσίας και καθώς η περιοχή δεν έχει διερευνηθεί, είναι επισφαλές να υποδειχθεί
ο ακριβής χώρος προέλευσης και χρήσης.
Στην περιοχή του χωριού Άγιος Αδριανός, ανατολικά της Τίρυνθας,
αποκαλύφθηκαν το 1963 αρχιτεκτονικά κατάλοιπα της ΥΕ ΙΙΙ Β περιόδου. Τα

839
. Eder 1998, 97 (κυρίως παραπομπή 261). Calligas 1992, 39-40.
840
. Ο K. Kilian πρότεινε την ύπαρξη ζωόμορφου ρυτού βασιζόμενος στην εύρεση τμήματος ενός
πήλινου ποδιού ζώου. Καθώς στο σύνολο των ευρημάτων δεν έχει εντοπιστεί κάποιο άλλο θραύσμα
που με ασφάλεια ανήκε σε τμήμα ρυτού, το σωζόμενο εύρημα θα μπορούσε να αποτελεί τμήμα ενός
μεγάλου ζωόμορφου ειδωλίου. Kilian 1990, 185-190
841
. Hägg 1981α, 38-40. Kilian 1990, 190.

267
στοιχεία προέρχονται από την κορυφή του λόφου του Προφήτη Ηλία και ανήκουν σε
ένα κτίριο με αποθηκευτικούς χώρους, πλαισιωμένο από πλακόστρωτη έκταση. Κατά
τη διάρκεια των ερευνών των K. Kilian και Ε. Δεϊλάκη στο βόρειο άκρο της έκτασης
αυτής εντοπίστηκε ένα μικρό σπήλαιο (διαστάσεων 3x2,4μ.) με ευρήματα της
Αρχαϊκής περιόδου, τα οποία παραπέμπουν στην τέλεση λατρείας (Εικ. 55)842.
Με βάση τα παραπάνω στοιχεία και την εύρεση Μυκηναϊκής κεραμικής
(όστρακα μαγειρικών σκευών και ορισμένων κυλίκων) στο εσωτερικό του σπηλαίου,
ο K. Kilian διατύπωσε την πρόταση για πιθανή λατρεία στο χώρο κατά την ΥΕ ΙΙΙ Β
περίοδο. Ωστόσο αυτή η ερμηνευτική πρόταση βασίστηκε σε συγκεκριμένη
κατηγορία ευρημάτων, ενώ απουσιάζει τόσο από το εσωτερικό του σπηλαίου, όσο και
από τον περιβάλλοντα χώρο ο συνήθης σε σύγχρονους χώρους λατρείας
τελετουργικός εξοπλισμός. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την αποσπασματική
κατάσταση διατήρησης και το ετερόκλητο χρονολογικά σύνολο ευρημάτων από το
σπήλαιο, το οποίο περιλαμβάνει και κεραμική της Πρώιμης και Μέσης Εποχής του
Χαλκού843, θέτουν υπό αμφισβήτηση την πρόταση για λατρεία στο χώρο ήδη από τη
Μυκηναϊκή εποχή. Αντίθετα τα ευρήματα θα μπορούσαν να αποτελούν οικιακό
εξοπλισμό, ο οποίος συνιστούσε προϊόν καθαρισμών του παρακείμενου κτιρίου και
του λειτουργικά συσχετιζόμενου με αυτό αύλειου χώρου.

1.6. Δελφοί και Ολυμπία

Ευρήματα της Ύστερης Εποχής του Χαλκού αποκαλύφθηκαν στην Ολυμπία


και τους Δελφούς, προκαλώντας προβληματισμό για το ενδεχόμενο τέλεσης λατρείας
στις θέσεις αυτές ήδη από τη Μυκηναϊκή εποχή. Στην περίπτωση της Ολυμπίας τα
αρχιτεκτονικά κατάλοιπα αφορούν αποκλειστικά δύο συστάδες θαλαμοειδών τάφων,
οι οποίοι με βάση την κεραμική βρισκόταν σε χρήση κατά την ΥΕ ΙΙΙ Α και ΙΙΙ Β
περίοδο, πιθανόν και κατά την ΥΕ ΙΙΙ Γ περίοδο σύμφωνα με την B. Eder844.Σε
αλλουβιακές αποθέσεις στις πλαγιές του Κρόνιου λόφου εντοπίστηκε περιορισμένη
ποσότητα Μυκηναϊκών οστράκων, καθώς και δύο ζωόμορφα ειδώλια. Τα παραπάνω
στοιχεία υποδεικνύουν την ύπαρξη οικισμού στην ευρύτερη περιοχή του ιερού των

842
. Kilian 1990, 190.
843
. Kilian 1990, 190-193 & εικ. 5-6.
844
. Eder 2001, 203.

268
ιστορικών χρόνων, χωρίς περαιτέρω στοιχεία για την ακριβή τοποθεσία και την
έκτασή του, ωστόσο σε καμία περίπτωση δεν στοιχειοθετούν ενδείξεις για
Μυκηναϊκό ιερό.
Όσον αφορά στους Δελφούς, στην περιοχή του ιερού της Αθηνάς Προναίας
αποκαλύφθηκαν περίπου 175 ανθρωπόμορφα ειδώλια τύπου Φ και Ψ, καθώς και
ορισμένα όστρακα, τα οποία σύμφωνα με τον R. Hägg τοποθετήθηκαν στο σημείο
εντοπισμού μετά τη Μυκηναϊκή εποχή845. Παρά το γεγονός όμως ότι ο αρχικός τόπος
προέλευσης δεν έχει εντοπιστεί, ο R. Hägg τα συσχετίζει με κάποιο Μυκηναϊκό ιερό
στην ευρύτερη περιοχή846. Θα πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι ειδώλια της Εποχής
του Χαλκού σε αποσπασματική κατάσταση, τροχήλατα βοοειδή και ένα γυναικείο,
εντοπίστηκαν στην περιοχή του ιερού του Απόλλωνα847. Ο ιδιαίτερος χαρακτήρας
των ευρημάτων αυτών, τα οποία απαντώνται συνήθως σε αστικά ιερά της
ανακτορικής και μετανακτορικής περιόδου, θέτει το ζήτημα της ύπαρξης χώρου
λατρείας ή αποθέτη με τελετουργικό εξοπλισμό. Η απουσία όμως σύγχρονων
αρχιτεκτονικών καταλοίπων ή συνευρημάτων καθιστά επισφαλή την εξαγωγή
συμπερασμάτων για τις οικιστικές ή θρησκευτικές δραστηριότητες στους Δελφούς
κατά τη Μυκηναϊκή περίοδο.

2. ΑΝΑΚΕΦΑΛΑΙΩΣΗ

Οι παραπάνω θέσεις χαρακτηρίζονται από ανομοιογένεια ως προς την τοπογραφία, το


χρονολογικό πλαίσιο και τα χαρακτηριστικά του αξιοποιήσιμου αρχαιολογικού
υλικού, γεγονός που καθιστά προβληματική την από κοινού αξιολόγησή τους ως
πιθανών χώρων τέλεσης λατρείας. Η γεωγραφική τους συγκέντρωση κυρίως στην
Αργολίδα, πιθανόν οφείλεται στην εντατική αρχαιολογική διερεύνηση της
συγκεκριμένης περιοχής. Κοινός παρανομαστής, εκτός από τη θέση Αγία Τριάδα στις
Κλένιες, αποτελεί η ύπαρξη οργανωμένου ιερού των ιστορικών χρόνων, η
μακροχρόνια λειτουργία του οποίου συντέλεσε σε καίριες αρχιτεκτονικές
παρεμβάσεις (ανοικοδόμηση, ισοπεδώσεις, καθαρισμοί, μεταφορά υλικών) και
αναδιαμόρφωση του χώρου. Το γεγονός αυτό είχε ως συνέπεια την έλλειψη στοιχείων
για κατά χώραν χρήση των αποδιδόμενων στην τέλεση Μυκηναϊκής λατρείας
ευρημάτων και την ασφαλή ταύτιση του ακριβούς χώρου προέλευσης. Θα

845
. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι ορισμένα ειδώλια φέρουν οπές, στοιχείο που έχει
αποδοθεί σε διαδικασίες ανάρτησης. Hägg 1981α, 38.
846
. Hägg 1981α, 38.
847
. Wright 1994, 70.

269
μπορούσαμε μάλιστα να υποστηρίξουμε ότι η ερμηνεία των παραπάνω θέσεων ως
Μυκηναϊκών ιερών, επηρεάστηκε ως ένα βαθμό και από την πιστοποιημένη
μεταγενέστερη θρησκευτική δραστηριότητα.
Ανεξάρτητα από τους παραπάνω περιορισμούς που θέτει το αρχαιολογικό
υλικό, διαπιστώνουμε στην Τσούνγκιζα και το Καλαπόδι σημαντική ποσότητα και
ποικιλία κινητών ευρημάτων. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι ομοιότητες ως
προς τις εκπροσωπούμενες κατηγορίες, οι οποίες πιθανότατα αποτελούν μέσο
έκφρασης κοινών θρησκευτικών πρακτικών (ιερά γεύματα, αφιερωματικές
διαδικασίες, θυσίες). Λαμβάνοντας υπόψη την πρόταση για διακριτά επίπεδα
συμμετοχής στην Τσούνγκιζα, η οποία βασίζεται στην ποσοτική αντίθεση
οστεολογικού υλικού/αγγείων πόσης και μαγειρικών σκευών, θα μπορούσε να
διερευνηθεί και στην περίπτωση του Καλαποδίου μια αντίστοιχη αντίθεση, εφόσον τα
κινητά ευρήματα συνιστούσαν ένα κλειστό τελετουργικό σύνολο. Μάλιστα το
αυξημένο ποσοστό οστών θηραμάτων στη θέση αυτή πιθανόν συνιστούσε ένα
επιπλέον στοιχείο στη χρήση των θυσιών και των ιερών γευμάτων ως πεδίων
προβολής του διακριτού ρόλου ορισμένων συμμετεχόντων848.
Αξιοσημείωτη είναι η χρονολογική διαφορά μεταξύ του παραπάνω υλικού,
καθώς στην Τσούνγκιζα η θρησκευτική δραστηριότητα συμπίπτει με την πρώιμη
ανακτορική περίοδο (χωρίς να υπάρχουν μέχρι στιγμής στοιχεία για συνέχισή της),
ενώ αντίθετα στο Καλαπόδι με την εποχή που ακολούθησε την κατάρρευση του
ανακτορικού συστήματος (ίσως και πρωιμότερα όπως υποστηρίζει ο W.-D.
Niemeier). Τα κοινά στοιχεία των τελούμενων θρησκευτικών τελετουργιών, οι οποίες
υποδεικνύουν τη συμμετοχή σημαντικού αριθμού ατόμων, αλλά και την έκφραση
κοινωνικής διαφοροποίησης, θα μπορούσαν να ενταχθούν σε προσπάθειες
αυτοπροσδιορισμού και ενίσχυσης των τοπικών κοινοτήτων σε περιόδους
αναμόρφωσης του πολιτικού και κοινωνικού συστήματος.
Όσον αφορά στις υπόλοιπες θέσεις, οι οποίες εμπίπτουν κατά κύριο λόγο στο
χρονολογικό πλαίσιο της ανακτορικής περιόδου, διαπιστώνεται περιορισμένη
τυπολογία των ευρημάτων που θα μπορούσαν να συνδεθούν με την τέλεση λατρείας.
Ορισμένες κατηγορίες, όπως τα τροχήλατα γυναικεία και ζωόμορφα ειδώλια,
παραπέμπουν άμεσα σε τμήμα του εξοπλισμού σύγχρονων αστικών ιερών με δημόσιο

848
Πρόσφατα ο M. Guggisberg, βασιζόμενος στο ποσοστό θηραμάτων στο οστεολογικό υλικό,
πρότεινε την τέλεση στο Καλαπόδι τελετουργιών μύησης για τα νεαρά μέλη ηγετικών κοινωνικών
ομάδων. Guggisberg 2009, 136.

270
χαρακτήρα. Μάλιστα σε κάποιες περιπτώσεις (Αμυκλαίο, Ολυμπία, Δελφοί) η
αποσπασματική κατάσταση των ευρημάτων και οι παρεμβάσεις κατά τους ιστορικούς
χρόνους θέτουν το ζήτημα της τυχαίας μεταφοράς στην τοποθεσία εύρεσης ή ακόμη
και της συμβολικής απόθεσης σε ένα μεταγενέστερο νέο ιερό849.
Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι τα διαθέσιμα στοιχεία θα μπορούσαν να
ενισχύσουν την ήδη πιστοποιημένη λειτουργία χώρων λατρείας εκτός του χωρικού
πλαισίου των ανακτορικών κέντρων, ασαφής είναι η ύπαρξη υπαίθριων ιερών. Με
εξαίρεση τα ευρήματα από την απομονωμένη ορεινή θέση Αγία Τριάδα Αργολίδας,
στις υπόλοιπες περιπτώσεις (ακόμη και στο Μαλεάτα με τον προτεινόμενο υπαίθριο
βωμό) έχουν αποκαλυφθεί σύγχρονα οικιστικά ή/και ταφικά κατάλοιπα που
καθιστούν πιθανή την όποια θρησκευτική δραστηριότητα πλησίον ή εντός οικιστικών
συνόλων.

849
. Για το ζήτημα της διαχείρισης μνημείων της Ύστερης Εποχής του Χαλκού (ιερών, τάφων, οικιών)
στα ιστορικά χρόνια βλέπε Antonaccio 1994 · Morgan 1994.

271
ΣΤ. ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ-ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

1. ΑΝΑΣΥΝΘΕΤΟΝΤΑΣ ΤΑ ΜΥΚΗΝΑΪΚΑ ΙΕΡΑ

Η διαμόρφωση του θρησκευτικού τοπίου των Μυκηναϊκών ιερών αποδεικνύεται


άμεσα συνυφασμένη με τις σύνθετες πολιτικοκοινωνικές και οικονομικές διαδικασίες,
οι οποίες έλαβαν χώρα στην Ηπειρωτική Ελλάδα μεταξύ του 14 ου και 12ου αιώνα π.Χ.
και συντέλεσαν στη δημιουργία ενός πλαισίου με διακριτά πολιτισμικά
χαρακτηριστικά. Η εντατικοποίηση της θρησκευτικής δραστηριότητας σε
συγκεκριμένο στάδιο της ανακτορικής περιόδου και η έκφρασή της, μέσα από τη
λειτουργία αυτόνομων στο χώρο ιερών και τη συστηματική τέλεση θρησκευτικών
τελετουργιών σε αυτά, αναδεικνύουν τη θρησκεία ως σημαντική πτυχή της
κοινωνικής ζωής (Πίν. 7).
Επιπλέον η συνέχιση της λειτουργίας και η ίδρυση νέων οργανωμένων χώρων
λατρείας κατά τη μετανακτορική περίοδο ενισχύουν τον καίριο ρόλο της θρησκείας
στην επικοινωνία μεταξύ των ατόμων και των ομάδων, στη διατήρηση της
ενδοκοινοτικής συνοχής, πιθανόν και στη διαμόρφωση του συνεχώς μεταβαλλόμενου
κοινωνικού περιβάλλοντος.

1.1. ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΧΩΡΟΥ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΥ

Οι χώροι που με ασφάλεια θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως ιερά στην


Ηπειρωτική Ελλάδα με βάση τη διακριτή εσωτερική διαρρύθμιση και τον κινητό
εξοπλισμό είναι περιορισμένοι αριθμητικά σε σχέση με το σύνολο των εντοπισμένων
και ανασκαμμένων θέσεων της ανακτορικής περιόδου. Κατά κύριο λόγο τα
πληρέστερα στοιχεία προέρχονται από οικιστικά σύνολα, στα οποία πιστοποιείται
λειτουργία ανεξάρτητων ιερών δημόσιου χαρακτήρα. Αντίθετα η διερεύνηση της
πιθανολογούμενης λατρείας σε υπαίθριες θέσεις δεν υποστηρίζεται επαρκώς από το
αρχαιολογικό υλικό, εξαιτίας της αποσπασματικής κατάστασης διατήρησης και της
εκπροσώπησης περιορισμένων κατηγοριών κινητών ευρημάτων, καθώς και των
σημαντικών αρχιτεκτονικών παρεμβάσεων για τη λειτουργία ιερών κατά τους
ιστορικούς χρόνους.

272
Χωρίς να αποκλείεται το ενδεχόμενο τέλεσης λατρείας σε οικιακό επίπεδο ή
σε φυσικά ιερά, όπως σπήλαια, πηγές ή άλλους φυσικούς χώρους, τα στοιχεία που
χρονολογούνται από τον 14ο αιώνα π.Χ. και εξής επικεντρώνονται σε θέσεις που
διασώζουν αρχιτεκτονικά κατάλοιπα και διαθέτουν πολεοδομική οργάνωση. Το
γεγονός αυτό θα μπορούσε να αποδοθεί στην έκταση των ανασκαφικών ερευνών,
κυρίως στα Μυκηναϊκά ανακτορικά κέντρα, και τα επιμέρους χαρακτηριστικά
οργάνωσης της θρησκευτικής δραστηριότητας, η οποία διακρίνεται για τη χρήση
σαφώς προσδιορισμένων αρχιτεκτονικών δομών και πληθώρας κινητών ευρημάτων,
εξειδικευμένων και μη. Τα ιερά που διερευνήθηκαν βρίσκονται σε οικισμούς που
διαφέρουν μεταξύ τους ως προς τη χωροταξική και πολιτικο-οικονομική οργάνωση
και εκτείνονται σε ένα ευρύ χρονολογικό και γεωγραφικό πλαίσιο.
Το αναδιαρθρωμένο ιερό στην Αγία Ειρήνη της Κέας, η θρησκευτική
δραστηριότητα στο οποίο ανάγεται τουλάχιστον στις αρχές της Ύστερης Εποχής του
Χαλκού, παρέχει στοιχεία για το πρωιμότερο, μέχρι στιγμής, ανεξάρτητο Μυκηναϊκό
αστικό ιερό. Η επαναλειτουργία του κτιρίου ήδη από την ΥΕ ΙΙΙ Α1 περίοδο,
συνοδεύτηκε από αναδιάρθρωση της εσωτερικής μορφής, μετατόπιση του σημείου
τελετουργικής δράσης και ανανέωση του κινητού εξοπλισμού. Το γεγονός αυτό σε
συνδυασμό με τα περιορισμένα στοιχεία για το σύγχρονο οικιστικό πλαίσιο
υποδεικνύει την πιθανή ανάδειξη του ιερού ως του κύριου χώρου δραστηριότητας,
αναγνωρίσιμου από ολόκληρη τη νησιωτική κοινότητα της Κέας. Ο καίριος ρόλος
του για μεγάλο χρονικό διάστημα, ως σημείου αναφοράς και τελετουργικής δράσης,
θα μπορούσε να ενισχυθεί εφόσον ευσταθεί η πρόταση της G. Albers για ίδρυση του
δεύτερου αστικού ιερού στις Κυκλάδες, στη Φυλακωπή της Μήλου, μόλις στο τέλος
της ΥΕ ΙΙΙ Β περιόδου και όχι πρωιμότερα850.
Όσον αφορά στην Ηπειρωτική Ελλάδα, το Δωμάτιο Α στο λόφο του Αγίου
Κωνσταντίνου στην ανατολική πλευρά της χερσονήσου των Μεθάνων συνιστά το
πρωιμότερο κτίριο που με ασφάλεια θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ιερό και
θεμελιωμένο, σύμφωνα με την Ε. Κονσολάκη-Γιαννοπούλου, κατά την ΥΕ ΙΙΙ Α2
περίοδο. Η ερμηνευτική πρόταση της ανασκαφέα ότι ανήκε σε ένα πολυλειτουργικό
συγκρότημα που δεν εντασσόταν σε κάποιο οικισμό, αλλά ωστόσο συνδεόταν με

850
. Albers 2004, 135.

273
ηγετικές ομάδες από την περιοχή της Τροιζηνίας851, δεν επιβεβαιώνεται με ασφάλεια
από τα μέχρι στιγμής αρχαιολογικά δεδομένα.
Οι ασάφειες που δημιουργούν οι υπό διεξαγωγή ανασκαφικές έρευνες και η
έλλειψη δημοσιευμένων στοιχείων για την αρχιτεκτονική και χρονολογική
αλληλουχία, εγείρουν ερωτηματικά για τη χωροταξική οργάνωση και το χαρακτήρα
των αρχαιολογικών καταλοίπων στο λόφο του Αγίου Κωνσταντίνου. Επιπλέον η
έλλειψη στοιχείων για στεγασμένα ιερά στην Ηπειρωτική Ελλάδα στο τέλος του 14ου
αιώνα π.Χ καθιστούν το Δωμάτιο Α χωρίς παράλληλο. Με την επέκταση των
αρχαιολογικών ερευνών στα ΒΑ και την αποκάλυψη μεγαροειδών κτιρίων
προστίθενται νέα στοιχεία για τη λειτουργία του παραπάνω χώρου, πιθανότατα στο
πλαίσιο ενός οργανωμένου οικισμού, ωστόσο απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση για
την κατάταξή του στα οργανωμένα αστικά ιερά της Μυκηναϊκής περιόδου.
Πρώιμα στοιχεία για την τέλεση λατρείας στην Ηπειρωτική Ελλάδα,
σύγχρονα με την περίοδο ίδρυσης του ιερού στα Μέθανα, προέρχονται από τον
αποθέτη EU9 στην Τσούνγκιζα Νεμέας. Μάλιστα το αρχαιολογικό υλικό από τις δύο
θέσεις, παρά τις διαφοροποιήσεις ως προς ποσοτικά χαρακτηριστικά, παρουσιάζει
ομοιότητες ως προς τις εκπροσωπούμενες κατηγορίες κινητού εξοπλισμού,
παραπέμποντας σε κοινές θρησκευτικές τελετουργίες (αφιέρωση προσφορών, τέλεση
χοών, προετοιμασία και υλοποίηση ιερών γευμάτων). Από την άλλη πλευρά, εκτός
από την εμφανή διαφορά των συνθηκών εύρεσης, καθώς στη μία περίπτωση
πρόκειται για οριοθετημένο ιερό με σταθερές κατασκευές και κατά χώραν ευρήματα,
ενώ στην άλλη για έναν μερικώς ανασκαμμένο αποθέτη με ασάφεια ως προς το
ακριβές αρχικό σημείο προέλευσης του περιεχομένου του, διαφοροποίηση
παρατηρείται και σε σχέση με το χρονολογικό πλαίσιο.
Η θρησκευτική δραστηριότητα στα Μέθανα, στον ίδιο χώρο που εξαρχής
λειτούργησε αποκλειστικά ως ιερό, συνεχίστηκε αδιάλειπτα κατά τον 13ο αιώνα π.Χ.,
αναδεικνύοντας το Δωμάτιο Α ως βασικό στοιχείο της χωροταξικής οργάνωσης σε
όλη τη διάρκεια χρήσης του οικισμού. Αντίθετα στην περίπτωση της Τσούνγκιζας,
παρά το γεγονός ότι έχουν εντοπιστεί οικιστικά κατάλοιπα της ΥΕ ΙΙΙ Β περιόδου, δεν
υπάρχει μέχρι στιγμής κανένα στοιχείο για συνέχιση της τέλεσης λατρείας
μεταγενέστερο του παραπάνω αποθέτη.

851
. Konsolaki-Yannopoulou 2004, 75-76.

274
Το πρώτο μισό του 13ου αιώνα π.Χ. σηματοδοτείται από την οργάνωση της
θρησκευτικής δραστηριότητας στις Μυκήνες με την έναρξη λειτουργίας του
Θρησκευτικού Κέντρου, τo οποίο παρέχει σημαντικά στοιχεία για την αρχιτεκτονική
διάταξη, τη χωροταξική οργάνωση και τις επιμέρους λειτουργίες ιερών σε
συγκροτημένο αστικό περιβάλλον. Ουσιαστικά η περίοδος αυτή αποτελεί ορόσημο
στη μελέτη της Μυκηναϊκής θρησκείας και των θρησκευτικών τελετουργιών, καθώς
παρέχει πληροφορίες για ένα ολοκληρωμένο σύνολο ανεξάρτητων χώρων λατρείας
με διακριτή λειτουργία εντός ενός διοικητικού κέντρου, στοιχείο χωρίς παράλληλο
στην ανακτορική περίοδο.
Η σύνδεση μέσω των κύριων οδικών αρτηριών με τα υπόλοιπα σημεία της
ακρόπολης πιστοποιεί ότι το Θρησκευτικό Κέντρο δεν αποτελούσε μια απομονωμένη
χωρικά περιοχή. Αντίθετα τα ιερά μέσα από ελεγχόμενες και, σε ορισμένες
περιπτώσεις, μνημειακές διόδους ήταν προσβάσιμα από τα κυριότερα τοπόσημα της
ανακτορικής πολεοδομικής οργάνωσης. Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στο μηχανισμό
επικοινωνίας με το ανακτορικό συγκρότημα, καθώς η πολυτελής Πομπική Οδός και η
μνημειακή ΝΔ Μεγάλη Κλίμακα εξυπηρετούσαν αποκλειστικά την προσέγγιση των
ιερών από το ανάκτορο.
Η πιθανολογούμενη από την E. French δυτική πύλη στην περιοχή του
Ελληνιστικού πύργου θέτει το ζήτημα της απευθείας πρόσβασης στα ιερά από το
εξωτερικό τμήμα της ακρόπολης. Παράλληλα, η προτεινόμενη από τον Κ. Wardle
επέκταση του τείχους στη δυτική κλιτύ μεταγενέστερα της ανέγερσης των ιερών θέτει
το ενδεχόμενο της αρχικής ανεμπόδιστης πρόσβασης και της εν συνεχεία
ενσωμάτωσης των χώρων λατρείας στον οριζόμενο από τα τείχη πολεοδομικό ιστό 852.
Η πρόταση αυτή βασίστηκε ως ένα βαθμό και στην αντίθεση που προκαλείται μεταξύ
της επιμελημένης δυτικής εισόδου του Κτιρίου των Τοιχογραφιών και της ιδιαίτερα
στενής διόδου πρόσβασης κατά μήκος του τείχους.
Ωστόσο καμία από τις δύο παραπάνω θεωρίες δεν έχει επιβεβαιωθεί
αρχαιολογικά. Με βάση τα σωζόμενα αρχιτεκτονικά και χωροταξικά στοιχεία,
φαίνεται ότι η διαμόρφωση των ιερών και των λειτουργικά συνδεόμενων με αυτά
αύλειων χώρων υπήρξε αποτέλεσμα της διάταξης των ανδήρων και των περιορισμών
που έθεταν τα προϋπάρχοντα παρακείμενα κτιριακά συγκροτήματα και το τείχος.
Παρά όμως τους σημαντικούς χωρικούς περιορισμούς και τις ασάφειες ως προς τις

852
. French 2002, 92. Wardle 2003, 323-325.

275
ακριβείς δυνατότητες πρόσβασης, είναι δύσκολο να αμφισβητηθεί ο καίριος ρόλος
του Θρησκευτικού Κέντρου ως βασικού σημείου δράσης στην ακρόπολη από το
πρώτο μισό του 13ου αιώνα π.Χ. και η άμεση σύνδεσή του με τον ανακτορικό
μηχανισμό εξουσίας.
Ο παραπάνω ρόλος όμως, ο οποίος προσδιορίστηκε ήδη από την ίδρυση των
ιερών, είχε συγκεκριμένη χρονική διάρκεια. Οι αλλαγές στην αρχιτεκτονική δομή και
τον κινητό εξοπλισμό των ιερών και των βοηθητικών τους κτιρίων που σημειώθηκαν
στις αρχές της ΥΕ ΙΙΙ Β2 περιόδου, πιθανόν εξαιτίας κάποιας φυσικής καταστροφής,
επηρέασαν σε σημαντικό βαθμό τη λειτουργία των ιερών. Παρόλο που
παρατηρούνται εργασίες ανακαίνισης, μια σειρά καίριων αρχιτεκτονικών
παρεμβάσεων (κατάχωση κτιρίου με το σύνολο του τελετουργικού εξοπλισμού,
κατάργηση εσωτερικών χώρων και υπαίθριου βωμού), σε συνδυασμό με τη
σημαντική μείωση του χρησιμοποιούμενου εξοπλισμού, πιστοποιούν ότι η
επαναλειτουργία του Θρησκευτικού Κέντρου συνοδεύτηκε από μια σημαντική
αλλαγή των ποσοτικών και ποιοτικών χαρακτηριστικών του.
Το δεύτερο μισό του 13ου αιώνα π.Χ., το οποίο συνιστά την τελευταία περίοδο
του ανακτορικού συστήματος διοίκησης, χαρακτηρίζεται από τη γεωγραφική
διασπορά των στοιχείων για την τέλεση λατρείας. Εκτός από τις διαφοροποιήσεις στα
χαρακτηριστικά των αξιοποιήσιμων στοιχείων, σημαντικές είναι οι διαφορές των
θέσεων που διερευνήθηκαν ως προς τη χωροταξική οργάνωση, αλλά και το βαθμό
σύνδεσης με τον ανακτορικό διοικητικό μηχανισμό και τις διαμορφωμένες τοπικές
εξουσίες. Κατά την περίοδο αυτή πιστοποιείται συνέχιση της λειτουργίας ήδη
καθιερωμένων ιερών (Μέθανα, Αγία Ειρήνη, εν μέρει Μυκήνες, Φυλακωπή), έναρξη
θρησκευτικής δραστηριότητας στις υπόλοιπες δύο τειχισμένες ακροπόλεις της
Αργολίδας (Τίρυνθα, Μιδέα), καθώς και σε νέες θέσεις στη Θεσσαλία, πιθανόν και
στην Πελοπόννησο και τη Στερεά.
Αντιπαραβάλλοντας τις περιπτώσεις των δύο ακροπόλεων παρατηρούνται
σημαντικές διαφοροποιήσεις στην επιλογή των αρχιτεκτονικών σχημάτων που
σχετίζονται με την τέλεση λατρείας. Στην Τίρυνθα αξιοποιήθηκε ένα από τα
ανοίγματα-δωμάτια του τείχους, ο παρακείμενος αύλειος χώρος, πιθανόν και το
πολυλειτουργικό Κτίριο VI, με αποτέλεσμα τη συγκρότηση μιας διακριτής
λειτουργικής ζώνης, εύκολα προσβάσιμης από τα υπόλοιπα σημεία της ακρόπολης
και τις πύλες εισόδου.

276
Στόχος των συγκεκριμένων παρεμβάσεων, οι οποίες διακρίνονται για τη
μοναδικότητα των αρχιτεκτονικών χαρακτηριστικών, σε συνδυασμό με τα κινητά
ευρήματα, αποτελούσε η υλοποίηση θρησκευτικών τελετουργιών και η διαχείρισή
τους στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων του ανακτορικού διοικητικού μηχανισμού.
Υπέρ της άποψης αυτής συνηγορούν οι κατηγορίες των σταθερών κατασκευών και
του κινητού εξοπλισμού από τον αύλειο χώρο, τα ευρήματα του αποθέτη εξωτερικά
του τείχους που παρουσιάζουν αντίστοιχα χρονολογικά και μορφολογικά
χαρακτηριστικά, καθώς και τα αποσπασματικά επιγραφικά στοιχεία από το Κτίριο
VI.
Από την άλλη πλευρά, τα στοιχεία στη Μιδέα εστιάζονται στη Δυτική πύλη,
χωρίς να μπορεί να προσδιοριστεί αν υπήρχε κάποιο αυτόνομο ιερό, ίχνη του οποίου
δεν έχουν μέχρι στιγμής εντοπιστεί. Εναλλακτικά η λατρεία τελούνταν στην ίδια την
πύλη, επιβεβαιώνοντας ενδείξεις από τις Μυκήνες και την Τίρυνθα για έναν ιδιαίτερο
συμβολισμό της κύριας εισόδου στην ακρόπολη και για σύνδεσή της με
τελετουργικές πρακτικές. Πιθανός χώρος λατρείας τοποθετείται και στον άνω όροφο
ενός οικοδομήματος στην περιοχή της πύλης, το οποίο, όπως υποδεικνύουν οι
εκπροσωπούμενες κατηγορίες και η ποσότητα των ευρημάτων, εξυπηρετούσε την
αποθήκευση και τη διακίνηση προϊόντων στο πλαίσιο του ανακτορικού οικονομικού
συστήματος.
Κοινά χαρακτηριστικά και στις δύο ακροπόλεις αποτελούν η επικέντρωση της
όποιας θρησκευτικής δραστηριότητας σε άμεση σχέση με το τείχος και η κυριαρχία
κινητού εξοπλισμού σχετιζόμενου με συγκεκριμένες τελετουργίες (αφιέρωση
προσφορών, χοές), ο οποίος περιλαμβάνει μικρό αριθμό επείσακτων αντικειμένων.
Ομοιότητες παρατηρούνται και ως προς το πλαίσιο εύρεσης της πλειονότητας των
ευρημάτων. Τόσο ο αποθέτης εκτός των τειχών, ο οποίος περιείχε το πολυπληθέστερο
τελετουργικό σύνολο της ανακτορικής Τίρυνθας, όσο και τα επιφανειακά στρώματα
στη Δυτική πύλη της Μιδέας δεν βεβαιώνουν με ασφάλεια το αρχικό σημείο χρήσης
ή τη σύνδεση των αντικειμένων με συγκεκριμένο ιερό και σταθερές κατασκευές.
Είναι χαρακτηριστικό ότι και το κατά χώραν τροχήλατο ειδώλιο της ομάδας Α από τη
Μιδέα, το οποίο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως λατρευτικό, προέρχεται από ένα
κτίριο με αμφίβολη θρησκευτική χρήση.
Εκτός από τις παραπάνω τειχισμένες ακροπόλεις, ασφαλή στοιχεία για τέλεση
λατρείας σε αυτόνομα στο χώρο αστικά ιερά παρέχουν οι οικισμοί της Ύστερης
Εποχής του Χαλκού στο Διμήνι και τη Φυλακωπή. Η συμβολή τους στη μελέτη της
277
οργάνωσης της θρησκευτικής δραστηριότητας κατά τη Μυκηναϊκή ανακτορική
περίοδο έγκειται στη μοναδικότητά τους στο γεωγραφικό πλαίσιο της Θεσσαλίας και
των Κυκλάδων αντίστοιχα, καθώς συνιστούν ευρύτατα ανασκαμμένους οικισμούς με
σαφή πολεοδομική οργάνωση και διαμορφωμένες μορφές τοπικής εξουσίας.
Στο Διμήνι πιστοποιείται η ύπαρξη δύο χώρων λατρείας με διακριτά
χωροταξικά και αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά, καθώς και κινητό εξοπλισμό. Οι
χώροι αυτοί θεμελιώνονται κατά την ΥΕ ΙΙΙ Β2 περίοδο, η οποία σηματοδοτεί την
ακμή και τη μέγιστη ανάπτυξη ενός οικισμού με μακρά διάρκεια χρήσης. Επιπλέον
συμπίπτουν χρονικά με τη λειτουργία πολυλειτουργικών οικοδομημάτων και
μηχανισμού μνημειακής πρόσβασης, υποδεικνύοντας σύνδεση της διαμόρφωσης
ανεξάρτητων ιερών με τη σαφή ενίσχυση της κοινωνικοπολιτικής ιεραρχίας. Μάλιστα
η περίπτωση του δωματίου 1 του Μεγάρου Β δεν έχει παράλληλο μεταξύ των
Μυκηναϊκών ιερών, εξαιτίας της τόσο στενής χωροταξικής σχέσης με ένα από τα
συγκροτήματα που πιθανότατα εκφράζουν και εξυπηρετούν τις ανάγκες των
παραπάνω ιεραρχιών. Παρά την ταυτόχρονη ανέγερση με το δυτικό και βόρειο τμήμα
του Μεγάρου Β, το οποίο με ασφάλεια σχετίζεται με οικιακές δραστηριότητας, το
δωμάτιο 1 συγκροτούσε μαζί με τα μικρά δωμάτια στα νότια μια αυτόνομη
αρχιτεκτονικά και λειτουργικά ενότητα με ανεξάρτητη πρόσβαση.
Όσον αφορά στο ιερό της Φυλακωπής, το οποίο αποτελούνταν αρχικά από το
Δυτικό και στη συνέχεια και το Ανατολικό Ιερό, συνιστούσε ένα από τα κύρια σημεία
διακριτής δραστηριότητας στον οικισμό για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η
αμφισβήτηση του χρονολογικού πλαισίου ίδρυσής του και η προτεινόμενη από την G.
Albers θεμελίωσή του στο τέλος της ΥΕ ΙΙΙ Β περιόδου συνεπάγονται κοινά
χαρακτηριστικά με τις προαναφερθείσες ακροπόλεις της Αργολίδας, όπως
χωροθέτηση σε σχέση με το τείχος και χρονολόγηση μεταγενέστερη από το
διοικητικό κτίριο.
Ωστόσο η επαναχρονολόγηση αυτή κρίνεται ιδιαίτερα επισφαλής, καθώς δεν
παρέχει πειστική ερμηνεία για τον ιδιαίτερα σημαντικό αριθμό ευρημάτων της ΥΕ ΙΙΙ
Α2 και ΙΙΙ Β1 περιόδου. Καθώς πρόκειται για αντικείμενα με σημαίνοντα ρόλο στην
τέλεση λατρείας, όπως λατρευτικά ειδώλια, πολύτιμα αφιερώματα και αντικείμενα
κύρους, θεωρείται αμφίβολη η μεταγενέστερη μεταφορά τους στο ιερό από κάποιον
άλλο χώρο, ακόμη και κοσμικό, ο οποίος δεν έχει προσδιοριστεί. Το ιερό
θεμελιωμένο πιθανότατα στην ΥΕ ΙΙΙ Α2 περίοδο, όπως προτείνει ο C. Renfrew,
έφερε εξαρχής σημαντικό τελετουργικό εξοπλισμό, τοπικό και επείσακτο, ο οποίος
278
εμπλουτίστηκε κατά τη συνεχή του χρήση σε όλη τη διάρκεια της ανακτορικής
περιόδου με σκοπό να εξυπηρετήσει τις ποικίλες θρησκευτικές τελετουργίες.
Στα αστικά ιερά του Διμηνίου και της Φυλακωπής, παρά τις διαφοροποιήσεις
ως προς τις σταθερές κατασκευές και την ποσότητα των κινητών ευρημάτων,
διακρίνονται ορισμένες κοινές πρακτικές, όπως η αφιέρωση ειδωλίων, πιθανόν και η
υλοποίηση θρησκευτικών γευμάτων. Παρατηρούνται ωστόσο διαφορές σε σχέση με
τη χρονική διάρκεια χρήσης, καθώς τα ιερά στο Διμήνι έπαψαν να χρησιμοποιούνται
οριστικά στο τέλος της ανακτορικής περιόδου. Κατά τη σύντομη περίοδο
επανακατοίκησης που πιστοποιείται σε αρκετά σημεία του οικισμού δεν σημειώνεται
καμία προσπάθεια επανάχρησης των χώρων λατρείας ή ίδρυσης νέων. Από την άλλη
πλευρά στη Φυλακωπή η σημαντική καταστροφή που έλαβε χώρα στις αρχές της ΥΕ
ΙΙΙ Γ περιόδου (τέλος της φάσης 2) δεν σηματοδότησε την πλήρη εγκατάλειψη του
ιερού και των τελούμενων σε αυτό θρησκευτικών πρακτικών.
Επιπλέον στοιχεία για τη διασπορά της θρησκευτικής δραστηριότητας πιθανόν
παρέχουν διάφορα μεμονωμένα σύνολα κινητών ευρημάτων, στα οποία έχει αποδοθεί
τελετουργική χρήση. Ο εντοπισμός τους σε θέσεις της Πελοποννήσου (Μαλεάτας,
Αγία Τριάδα-Κλένιες, Προφήτης Ηλίας-Άγιος Αδριανός, Ολυμπία, Αμυκλαίο) και
της Στερεάς (Δελφοί) με μια ιδιαίτερη έμφαση στην περιοχή της Αργολίδας, θα
μπορούσε να οφείλεται στην εκτενή αρχαιολογική διερεύνηση της συγκεκριμένης
περιοχής. Τα σύνολα αυτά έχουν ως κοινά χαρακτηριστικά την έλλειψη
συσχετιζόμενων αρχιτεκτονικών στοιχείων, το ασαφές χωροταξικό και
στρωματογραφικό πλαίσιο, καθώς και την ιδιαίτερα αποσπασματική κατάσταση
διατήρησης. Με εξαίρεση τον Μαλεάτα, όπου εντοπίζεται προγενέστερη θρησκευτική
δραστηριότητα, όλες οι υπόλοιπες περιπτώσεις εντάσσονται χρονολογικά στην ΥΕ ΙΙΙ
Β περίοδο, ενώ ορισμένες (Αμυκλαίο) και στην ΥΕ ΙΙΙ Γ περίοδο.
Η πιστοποιούμενη συστηματική τέλεση λατρείας κατά τους ιστορικούς
χρόνους σε όλες τις παραπάνω θέσεις, εκτός από τις Κλένιες Αργολίδας, κρίνεται ότι
επηρέασε ως ένα βαθμό την αξιολόγησή τους από αρκετούς μελετητές ως χώρων
λατρευτικής δράσης και κατά την ανακτορική περίοδο. Οι εκτεταμένες
αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις για την ανέγερση των μεταγενέστερων ιερών πιθανότατα
αποτέλεσαν σημαντική παράμετρο της κατάστασης, αλλά και του σημείου
εντοπισμού των Μυκηναϊκών ευρημάτων. Ακόμη και η διαμόρφωσή τους σε σύνολα
με κοινά χρονολογικά και τυπολογικά χαρακτηριστικά θα μπορούσε, σε αρκετές
περιπτώσεις, επίσης να συνδέεται με τη διαχείριση σε συμβολικό επίπεδο του
279
Μυκηναϊκού παρελθόντος στο πλαίσιο περίπλοκων κοινωνικών διεργασιών που είχαν
ως στόχο την ιδεολογική ενίσχυση της καθιερωμένης στα ιστορικά χρόνια
λατρείας853.
Υπέρ της παραπάνω πρότασης ή ακόμη και του ενδεχόμενου τυχαίας
απόθεσης εξαιτίας ισοπεδώσεων, καθαρισμών και μεταφοράς υλικών φαίνεται να
συνηγορεί η αντιπαραβολή με τα προαναφερθέντα ευρήματα από την Τσούνγκιζα
Νεμέας. Στην περίπτωση αυτή, η οποία με ασφάλεια συνδέεται με οργανωμένη
θρησκευτική δραστηριότητα, το τελετουργικό υλικό συγκροτεί ένα ολοκληρωμένο
σύνολο αποτελούμενο από ειδώλια, κεραμική και οστεολογικό υλικό με
συγκεκριμένα ποσοτικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά, το οποίο παραπέμπει στην
υλοποίηση συγκεκριμένων τελετουργικών πρακτικών, και δεν αφορά στην εύρεση
κατά κανόνα αποσπασματικών ειδωλίων.
Η κατάρρευση του ανακτορικού συστήματος διοίκησης στο τέλος της ΥΕ ΙΙΙ
Β2 περιόδου σηματοδότησε τον μετασχηματισμό των πολιτικών και
κοινωνικοοικονομικών δομών και συντέλεσε στην αναμόρφωση του οικιστικού
τοπίου. Παρά τα αυξανόμενα στοιχεία από νέες ανασκαφές και την επανεξέταση
παλαιότερου υλικού, τα διαθέσιμα στοιχεία για λειτουργία των ιερών αφορούν
ιδιαίτερα περιορισμένο αριθμό θέσεων που εκτείνονται γεωγραφικά στην ανατολική
Πελοπόννησο, τις Κυκλάδες και τη ΝΔ Φθιώτιδα.
Τα στοιχεία για μετανακτορικά ιερά προέρχονται από ένα ετερόκλητο σύνολο
θέσεων που περιλαμβάνει πολεοδομικά και λειτουργικά αναμορφωμένες ακροπόλεις,
καθώς και νέες ή συνεχώς κατοικημένες θέσεις, χωροθετημένες στον άξονα
σημαντικών θαλάσσιων και χερσαίων οδών. Πρόκειται κατά κύριο λόγο για οικιστικά
σύνολα με διαφορετική χωροταξική οργάνωση, διάρκεια χρήσης και γεωγραφική
διασπορά, στα οποία στοιχειοθετείται τέλεση λατρείας δημόσιου χαρακτήρα, ενώ
στην περίπτωση του Καλαποδίου έχει προταθεί από τους ανασκαφείς λειτουργία
ιερού της υπαίθρου.
Η συνέχιση της θρησκευτικής δραστηριότητας στα αυτόνομα ιερά της
Φυλακωπής και της Αγίας Ειρήνης συνοδεύτηκε από μια προσπάθεια αναμόρφωσης
των χρησιμοποιούμενων χώρων, των σταθερών κατασκευών και του κινητού
εξοπλισμού. Κοινό στοιχείο αποτελεί το γεγονός ότι οι πιστοποιημένες παρεμβάσεις

853
. Για αντίστοιχη άποψη που αφορά στο μετασχηματισμό και την απόδοση νέων νοημάτων στα
αρχιτεκτονικά κατάλοιπα της Μυκηναϊκής εποχής, βλέπε Antonaccio 1994, 101-104.

280
δεν επηρέασαν τα βασικά χαρακτηριστικά της αρχιτεκτονικής μορφής και της
χωροθέτησης των ιερών (αυτονομία, προσανατολισμός, θέση εισόδου), ενώ στη
Φυλακωπή οι παρεμβάσεις επεκτάθηκαν και στον παρακείμενο αύλειο χώρο.
Παράλληλα παρατηρείται ότι η θρησκευτική δραστηριότητα επικεντρώνεται στο
εσωτερικό των κτιρίων, όπως υποδεικνύει η αναμόρφωση εξαρχής της εσωτερικής
διαρρύθμισης στην Αγία Ειρήνη ή η επιλεκτική διατήρηση πρωιμότερων σταθερών
κατασκευών παράλληλα με την προσθήκη νέων στη Φυλακωπή. Κοινή πρακτική θα
μπορούσε να αποτελεί η επανάχρηση αντικειμένων με ιδιαίτερη λειτουργική και
συμβολική σπουδαιότητα. Η διαδικασία αυτή είχε ευρύτερη και ασφαλέστερη
εφαρμογή στην περίπτωση της Φυλακωπής, καθώς αφορούσε ετερόκλητο κινητό
εξοπλισμό, και περιορισμένη στην Αγία Ειρήνη (κεφαλή μεγάλου πρώιμου ειδωλίου
στο δωμάτιο 6).
Αντιπαραβάλλοντας τα κινητά ευρήματα των δύο ιερών πιστοποιούνται
διαφοροποιήσεις ως προς την ποσότητα και τις εκπροσωπούμενες κατηγορίες, οι
οποίες θα μπορούσαν να αποδοθούν σε διαφορετικές πτυχές της τελούμενης
λατρείας. Στη Φυλακωπή, παρά τη σημαντική μείωση του χρησιμοποιούμενου
εξοπλισμού, εξακολουθούν να κυριαρχούν θρησκευτικές τελετουργίες, ευρύτατα
διαδεδομένες κατά τις πρωιμότερες περιόδους χρήσης, όπως αφιερωματικές
διαδικασίες, χοές, απόθεση, καθώς και τελετουργικά γεύματα, αλλά σαφώς
μικρότερης κλίμακας. Αντίθετα στην Αγία Ειρήνη τα κινητά ευρήματα (οστεολογικό
υλικό, ίχνη καύσης, αγγεία κατανάλωσης) σε συνδυασμό με τις σταθερές κατασκευές
αναδεικνύουν τα ιερά γεύματα ως την κύρια δραστηριότητα στο μετανακτορικό ιερό.
Διαφοροποίηση παρατηρείται και ως προς τη διάρκεια λειτουργίας των
παραπάνω χώρων λατρείας, καθώς στη Φυλακωπή δεν παρατηρείται θρησκευτική
δραστηριότητα μεταγενέστερη της ΥΕ ΙΙΙ Γ μέσης περιόδου, χρονικού διαστήματος
στο οποίο προσδιορίζεται η εγκατάλειψη του σύγχρονου οικισμού, πιθανόν και του
Μεγάρου. Από την άλλη πλευρά το αναμορφωμένο ιερό της Αγίας Ειρήνης
εξακολούθησε να χρησιμοποιείται έως και το τέλος της Εποχής του Χαλκού.
Μάλιστα η έλλειψη στοιχείων για ύπαρξη σύγχρονου οικιστικού πλαισίου
υποδεικνύουν ότι πιθανότατα αποτελούσε τον βασικό πυρήνα δραστηριότητας στη
θέση, ενώ ο χώρος που καταλάμβανε αποτέλεσε σταθερό σημείο τελετουργικής
δράσης κατά τους ιστορικούς χρόνους.
Στην περίπτωση της Τίρυνθας η ύπαρξη ανεξάρτητων ιερών αποτέλεσε κύριο
χαρακτηριστικό της χωροταξικής και λειτουργικής αναδιάρθρωσης της
281
μετανακτορικής ακρόπολης. Το στοιχείο αυτό κρίνεται ως ιδιαίτερα σημαντικό,
καθώς καθιστά την Τίρυνθα τη μόνη ακρόπολη που με ασφάλεια ενέταξε την
οργανωμένη θρησκευτική δραστηριότητα σε αυτόνομους χώρους στον
μετανακτορικό πολεοδομικό ιστό και μάλιστα ενίσχυσε και συστηματοποίησε τη
λατρεία στην περιοχή του τείχους.
Σε αντίθεση με τη Μιδέα, όπου δεν μπορούν να πιστοποιηθούν τελετουργίες
εκτός πιθανόν του αναμορφωμένου Μεγάρου και της αξιοποίησης συμβολικών
αντικειμένων, και τις Μυκήνες, όπου είναι αμφίβολη η συνέχιση της χρήσης για
θρησκευτικούς σκοπούς της περιοχής του Θρησκευτικού Κέντρου (ακόμη και στην
περίπτωση που ευσταθεί η πρόταση της E. French για ενδείξεις συνέχισης της
λατρείας, η αρχιτεκτονική μορφή, η χωροταξική διάταξη, ακόμη και οι μηχανισμοί
πρόσβασης ήταν πλήρως διαφοροποιημένοι) στην Τίρυνθα εντοπίζονται επαρκή
στοιχεία για συστηματική λατρεία σε σαφώς προσδιορισμένους χώρους. Το γεγονός
αυτό πιθανόν συνδέεται άμεσα με τις ιδιαίτερες κοινωνικές συνθήκες και τους
πολιτικούς μετασχηματισμούς που συντελέστηκαν στη θέση κατά τη μετανακτορική
εποχή.
Αξιοσημείωτο είναι το χωροταξικό και το χρονολογικό πλαίσιο στο οποίο
εντάσσονται τα επάλληλα ιερά, καθώς έχουν ανεγερθεί στην Κάτω Ακρόπολη
πλησίον της περιοχής όπου εντοπίζονται στοιχεία τέλεσης λατρείας ήδη από το τέλος
της ανακτορικής εποχής. Επίσης καλύπτουν χρονολογικά αδιάλειπτα ολόκληρο το
12ο αιώνα π.Χ., στοιχείο χωρίς παράλληλο με βάση τα μέχρι στιγμής δεδομένα στις
θέσεις που εξετάστηκαν (ακόμη και για την περίπτωση του ιερού στην Αγία Ειρήνη
έχει προταθεί σύντομο διάστημα διακοπής στις αρχές της μετανακτορικής περιόδου).
Σημαντικές διαφοροποιήσεις σε σχέση με τα παραπάνω στοιχεία
παρατηρούνται στην περίπτωση της μετανακτορικής Ασίνης, όπου πιστοποιείται
τέλεση λατρείας εντός οικιστικού πλαισίου, χωρίς ενδείξεις για προγενέστερη ή
μεταγενέστερη αντίστοιχη δραστηριότητα στην περιοχή. Η επανεξέταση του
αρχαιολογικού υλικού από την B. Sjöberg και την G. Albers απέδειξε ότι η
αρχιτεκτονική μορφή, οι διαστάσεις και η χωροθέτηση δεν αποτελούν στοιχεία
διάκρισης της Οικίας G από τα σύγχρονα οικιακά συγκροτήματα. Ωστόσο η
εσωτερική διαρρύθμιση, τα επιμέρους κατασκευαστικά χαρακτηριστικά και ο κινητός
εξοπλισμός συνιστούν ασφαλή κριτήρια για ερμηνεία της ως οργανωμένου αστικού
ιερού.

282
Η επαναχρονολόγηση του κτιρίου στην ΥΕ ΙΙΙ Γ μέση υποδεικνύει ότι ο
πυρήνας του κτιρίου εξαρχής διαμορφώθηκε ως χώρος λατρείας με διαρκή χρήση έως
και την ΙΙΙ Γ ύστερη περίοδο. Το παραπάνω χρονολογικό πλαίσιο δικαιολογεί τη
συνύπαρξη επιλεγμένων αποσπασματικών ειδωλίων με ακέραια αντικείμενα, καθώς
πιθανότατα συγκροτούσαν ένα ενιαίο τελετουργικό σύνολο που περιελάμβανε
επαναχρησιμοποιούμενο και νέο εξοπλισμό, φαινόμενο που απαντάται και κατά την
τελευταία περίοδο χρήσης στο ιερό της Φυλακωπής.
Η συγκριτική μελέτη των δύο περιπτώσεων συστηματικής θρησκευτικής
δραστηριότητας στη μετανακτορική Αργολίδα πιστοποιεί ότι, παρά τις διαφορές ως
προς την επιλογή της αρχιτεκτονικής μορφής και το μέγεθος, οι εκπροσωπούμενες
κατηγορίες κινητών ευρημάτων και σταθερών κατασκευών εξυπηρετούσαν κοινές
θρησκευτικές πρακτικές (χοές, αφιέρωση, τελετουργικά γεύματα). Επιπλέον
παρατηρούνται ομοιότητες σε σχέση με τη χωροταξική οργάνωση (ανέγερση σε
πυκνοδομημένο τμήμα του οικισμού, γειτνίαση σε αύλειο χώρο και σύστημα διόδων),
οι οποίες εξασφάλιζαν και στις δύο θέσεις εύκολη πρόσβαση στα ιερά.
Αντιστοιχία ως ένα βαθμό με το χρονολογικό πλαίσιο της θρησκευτικής
δραστηριότητας στην Ασίνη παρατηρείται στην περίπτωση του Καλαποδίου στη ΝΔ
Φθιώτιδα. Ήδη από την ΥΕ ΙΙΙ Γ μέση περίοδο έως και το τέλος της Εποχής του
Χαλκού τελούνταν λατρεία στην ευρύτερη περιοχή ανοικοδόμησης των ναών των
ιστορικών χρόνων. Η μακρά διάρκεια και η αδιάλειπτη χρήση της περιοχής για
θρησκευτικούς σκοπούς συνιστούν βασικά χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης θέσης,
τα οποία πιθανότατα επηρέασαν την έκταση και την κατάσταση διατήρησης των
καταλοίπων της Μυκηναϊκής περιόδου.
Ο προτεινόμενος υπαίθριος χαρακτήρας της θέσης και της τελούμενης κατά
την ύστερη Μυκηναϊκή εποχή λατρείας κρίνεται επισφαλής με βάση τα διαθέσιμα
στοιχεία, καθώς το μονόχωρο κτίριο, το οποίο θεμελιώθηκε στην ΥΕ ΙΙΙ Γ μέση
περίοδο εξωτερικά του Κλασσικού ναού, δεν αποτελούσε το μόνο κατάλοιπο της
συγκεκριμένης περιόδου. Η ύπαρξη σταθερών κατασκευών και τμημάτων τοίχων σε
αδιατάρακτο στρώμα περιορισμένης έκτασης, θέτουν το ζήτημα της ένταξης των
πρώιμων σταδίων της λατρείας στο Καλαπόδι στα χωρικά πλαίσια ενός σύγχρονου
οικιστικού συνόλου, η ακριβής μορφή του οποίου δεν μπορεί να διερευνηθεί εξαιτίας
των εκτεταμένων μεταγενέστερων παρεμβάσεων. Επιπλέον, το πολυπληθές και
ετερόκλητο σύνολο ευρημάτων, που εντοπίστηκε εξωτερικά του μονόχωρου κτιρίου
και αποδόθηκε σε ποικίλες θρησκευτικές τελετουργίες (αφιερωματικές διαδικασίες,
283
θυσίες, προετοιμασία και υλοποίηση τελετουργικών γευμάτων), είναι αβέβαιο αν
συνδεόταν αποκλειστικά με τη χρήση του παραπάνω κτιρίου.

2. ΙΕΡΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ-ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ

Τα πρωιμότερα στοιχεία για ύπαρξη ιερών κατά την ανακτορική περίοδο στην
Ηπειρωτική Ελλάδα προέρχονται από δύο θέσεις της Πελοποννήσου (Μέθανα,
Τσούνγκιζα) με ιδιαίτερα γεωγραφικά και κοινωνικοπολιτικά χαρακτηριστικά. Η
χερσόνησος των Μεθάνων βρίσκεται στην παράκτια περιοχή του Σαρωνικού και
γειτνιάζει με την Κορινθία, η οποία πιθανότατα συνιστούσε από τη Μέση Εποχή του
Χαλκού και εξής μια περιφερειακή ζώνη, χωρίς στοιχεία διαμόρφωσης ιεραρχίας,
ανάμεσα στις ισχυρές θέσεις των Μυκηνών στην Αργολίδα και της Κολώνας στην
Αίγινα (Εικ. 56)854.
Στην περίπτωση ωστόσο της ΒΑ Αργολίδας, στην οποία εντάσσονται
γεωγραφικά τα Μέθανα, πιστοποιείται ανάδειξη τοπικών ιεραρχιών στις αρχές της
Ύστερης Εποχής του Χαλκού. Έκφραση αυτών θα μπορούσαν να θεωρηθούν οι
σημαντικοί θολωτοί τάφοι στο Γαλατά και οι θαλαμοειδείς, οι οποίοι παρέχουν
στοιχεία για τέλεση ταφικών τελετουργιών855, καθώς και η πρώιμη θρησκευτική
δραστηριότητα στο ιερό του Απόλλωνα Μαλεάτα με τα μοναδικά για τα δεδομένα
της Ηπειρωτικής Ελλάδας χαρακτηριστικά της. Χωροθετημένο μακριά από τα
γεωγραφικά όρια του υπό διαμόρφωση διοικητικού κέντρου των Μυκηνών, που ήδη
διέθετε μια πρώιμη μορφή ανακτορικού συγκροτήματος, το Δωμάτιο Α και το
σύγχρονο οικιστικό σύνολο, στο οποίο πιθανόν εντασσόταν, αποτέλεσαν πεδίο
έκφρασης των τοπικών κοινωνικών και πολιτικών μετασχηματισμών στα τέλη του
14ου αιώνα π.Χ. Το ιερό συνιστούσε καίρια παράμετρο της κοινωνικής ζωής, όπως
υποδεικνύει η ταυτόχρονη ίδρυση, χρήση και εγκατάλειψή του με τον οικισμό.
Παράλληλα συγκροτούσε το μόνο χώρο με διακριτή εσωτερική διαρρύθμιση
και κινητά ευρήματα που παραπέμπουν σε αποκλειστική θρησκευτική χρήση, σε
αντίθεση με την πιθανή τελετουργική δραστηριότητα στα παρακείμενα μεγαροειδή
κτίρια. Η τελευταία θα μπορούσε να ερμηνευθεί στο πλαίσιο μιας προσπάθειας
προσδιορισμού της κοινωνικής θέσης ανάμεσα στις ανταγωνιστικές οικογένειες της

854
. Pullen & Tartaron 2007, 155-158.
855
. Konsolaki-Yannopoulou 2001, 217-219.

284
τοπικής κοινωνίας. Η προτεινόμενη από την Ε. Κονσολάκη-Γιαννοπούλου χρήση του
Δωματίου Α ως χώρου λατρείας μιας ευρύτερης περιφέρειας, προδρόμου του ιερού
του Ποσειδώνα Ιππίου των ιστορικών χρόνων, δεν φαίνεται να επιβεβαιώνεται από τα
μέχρι στιγμής αρχαιολογικά στοιχεία.
Οι περιορισμένες διαστάσεις του ιερού και η επικέντρωση της θρησκευτικής
δραστηριότητας στο εσωτερικό του, σε συνδυασμό με τη συγκεκριμένη ποσότητα
κινητών ευρημάτων, την απουσία αντικειμένων από επείσακτα πολύτιμα υλικά ή
προϊόντων εξειδικευμένων εργαστηρίων καθιστούν αμφίβολη την προσέλκυση
πιστών από μια ευρύτερη περιοχή. Αντίθετα ορισμένα ιδιαίτερα στοιχεία του κινητού
εξοπλισμού (σπάνιες ή μοναδικές κατηγορίες ειδωλίων που λειτουργούσαν ως
αφιερώματα, σπάνιες κατηγορίες εξειδικευμένων σκευών που προοριζόταν για την
τέλεση χοών, ιδιαίτερη εκπροσώπηση του θαλάσσιου κόσμου) είναι πιθανότερο να
σχετίζονται με τα τοπικά χαρακτηριστικά και τους συμβολισμούς της τελούμενης
λατρείας.
Επιπλέον οι εκπροσωπούμενες κατηγορίες και η ποσότητα των κινητών
ευρημάτων θα μπορούσαν να ερμηνευθούν ως αποτελέσματα ανταγωνισμών μεταξύ
των μελών της τοπικής κοινωνίας. Σε αντίθεση με την αφθονία αφιερωμάτων, που
παραπέμπει σε μια γενικευμένη θρησκευτική πρακτική, η κεραμική, τα μαγειρικά
σκεύη και το οστεολογικό υλικό παρέχουν ενδείξεις για διαδικασίες επιλεκτικής
συμμετοχής στις τελούμενες δραστηριότητες. Η ιδιαίτερα μικρή ποσότητα ανοιχτών
αγγείων κατανάλωσης πιθανόν σχετίζεται με κατανάλωση υγρών χωρίς να δίνεται
ιδιαίτερη έμφαση στην ποιότητα του χρησιμοποιούμενου εξοπλισμού.
Πιθανά διακριτά επίπεδα συμμετοχής θα μπορούσαν να διαγνωστούν σε
σχέση με την κατανάλωση κρέατος στο πλαίσιο της τελετουργικής δραστηριότητας.
Οι μικρές διαστάσεις της εστίας και η προτίμηση σε χοιρίδια, τα οποία μεταφέρθηκαν
ακέραια εντός του ιερού, δηλώνουν περιορισμένη συμμετοχή στην κατά χώραν
κατανάλωση. Η επιλογή των συγκεκριμένων ζώων, τα οποία παρείχαν μικρή
ποσότητα κρέατος και η ιδιαίτερη διαχείρισή τους (καύση στο σύνολο του υλικού)
αποτελούν πρακτικές που απαντώνται αποκλειστικά στο οστεολογικό υλικό του
ιερού, συνιστώντας σημαντικές παραμέτρους των παρεχόμενων ιερών γευμάτων.
Αυτά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά θα μπορούσαν όχι μόνο να σχετίζονται με
διαφορετικές διαδικασίες προετοιμασίας και υλοποίησης μιας διαδεδομένης
θρησκευτικής τελετουργίας, αλλά και να αντανακλούν την ύπαρξη μιας
συγκεκριμένης ομάδα συμμετεχόντων.
285
Από την άλλη πλευρά, σημειώνεται εκπροσώπηση σε μικρότερο βαθμό
επιλεγμένων τμημάτων από αιγοπρόβατα, τα οποία, σε αντίθεση με το περιεχόμενο
του ιερού, συνιστούσαν τα πλέον συνήθη ζώα προς κατανάλωση στους
ανασκαμμένους οικιακούς χώρους. Οι παρατηρούμενες διαφοροποιήσεις ως προς την
ποσότητα και τον τρόπο μαγειρέματος (μικρό ποσοστό καύσης, πιθανό βράσιμο στις
χύτρες) δηλώνουν ποικιλία στη διαχείριση των πρώτων υλών για την υλοποίηση των
τελετουργικών γευμάτων. Επιπλέον θέτουν το ζήτημα ενδεχόμενου τεμαχισμού και
διανομής των υπολοίπων τμημάτων των αιγοπροβάτων για κατανάλωση εκτός του
χώρου λατρείας από ένα διευρυμένο σύνολο αποδεκτών. Κατά συνέπεια, παρά το
δημόσιο χαρακτήρα του ιερού στα Μέθανα, ο οποίος αποδεικνύεται από την
απρόσκοπτη πρόσβαση και τη λειτουργική σύνδεση με υπαίθριο χώρο, τα επιμέρους
στοιχεία για την τέλεση ιερών γευμάτων, μιας από τις κύριες πτυχές της
θρησκευτικής δραστηριότητας στο χώρο, πιστοποιούν ένα σύνθετο ρόλο του ιερού
στη διαμόρφωση ενδοκοινοτικών σχέσεων και ισορροπιών.
Εξίσου πολύπλευρος αποδεικνύεται ο ρόλος των τελετουργικών γευμάτων
στην Τσούνγκιζα Νεμέας, παρά το γεγονός ότι το διαθέσιμο υλικό προέρχεται από
αποθέτη και δεν μπορεί να συνδεθεί, με βάση τα μέχρι στιγμής αρχαιολογικά
στοιχεία, με κάποιο συγκεκριμένο ιερό. Χωροθετημένη στην ενδοχώρα της
Κορινθίας, η Τσούνγκιζα, όπως και οι παρακείμενες Ζυγουριές, επηρεάστηκαν άμεσα
από την αυξανόμενη δύναμη των Μυκηνών στα τέλη της Μέσης-αρχές της Ύστερης
Εποχής του Χαλκού. Έχει υποστηριχθεί ότι οι Μυκήνες συνέβαλαν σημαντικά στην
επανακατοίκηση των παραπάνω θέσεων, στις οποίες παρατηρούνται στοιχεία
εγκατάλειψης σε ορισμένα στάδια της Μέσης Εποχής του Χαλκού. Επιπλέον ένα
οργανωμένο οδικό δίκτυο διευκόλυνε την ενίσχυση των στενών σχέσεων μεταξύ
αυτών των κοινοτήτων και των Μυκηνών, στη γεωγραφική και πολιτικο-οικονομική
περιφέρεια των οποίων πιθανότατα εντάχθηκαν856.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η θρησκευτική
δραστηριότητα στην Τσούνγκιζα, η οποία χρονολογείται στην περίοδο διαμόρφωσης
του ανακτορικού συστήματος διοίκησης και ανέγερσης του πρώιμου ανακτόρου στην
ακρόπολη των Μυκηνών. Τα ποσοτικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά του
περιεχομένου του αποθέτη πιστοποιούν διακριτά επίπεδα συμμετοχής στα τελούμενα
ιερά γεύματα, τα οποία αντανακλώνται στην αντίθεση μεταξύ της μεγάλης ποσότητας

856
. Cherry & Davis 2001, 143, 154-156. Pullen & Tartaron 2007, 148, 155-157.

286
αγγείων πόσης από τη μία πλευρά και του επιλεγμένου οστεολογικού υλικού και των
μαγειρικών σκευών περιορισμένης χωρητικότητας από την άλλη.
Θέτοντας στο επίκεντρο της δραστηριότητας τη μαζική πόση, πιθανότατα
αλκοολούχων, καθώς και τη διανομή μεγάλων ποσοτήτων κρέατος, τα ιερά γεύματα
επιτύγχαναν την ενίσχυση των κοινωνικών σχέσεων μέσα από την κινητοποίηση
σημαντικού ανθρώπινου δυναμικού, πιθανόν από μια ευρύτερη περιοχή. Τα ποσοτικά
χαρακτηριστικά και τα διαφορετικά επίπεδα συμμετοχής καθιστούσαν τη διοργάνωση
και τη διαδικασία κατανάλωσης δυναμικό μέσο προβολής και επιβεβαίωσης
ιεραρχικών σχέσεων σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο. Λαμβάνοντας υπόψη τη
διαρκώς επεκτεινόμενη πολιτική δύναμη των Μυκηνών, έχει υποστηριχθεί ότι η
τέλεση ιερών γευμάτων στην Τσούνγκιζα συνιστούσε σημαντική παράμετρο της
ενδυνάμωσης των κοινωνικών και οικονομικο-πολιτικών σχέσεων μεταξύ των δύο
θέσεων στα τέλη του 14ου αιώνα π.Χ.857. Η έλλειψη στοιχείων συνέχισης της
θρησκευτικής δραστηριότητας κατά την περίοδο παγίωσης του ανακτορικού
διοικητικού μηχανισμού, σε αντίθεση με την περίπτωση των Μεθάνων, αν δεν είναι
τυχαία, θα μπορούσε να αποτελεί ένδειξη πλήρους ενσωμάτωσης της Τσούνγκιζας
και της γύρω περιοχής σε ένα ισχυρό πολιτικό κέντρο εξουσίας.
Στο πρώτο μισό του 13ου αιώνα π.Χ. η ίδρυση νέων αστικών ιερών εστιάζεται
στις Μυκήνες, όπου πιστοποιείται συστηματική τέλεση λατρείας ταυτόχρονα με την
τελική ανάπτυξη του ανακτορικού συγκροτήματος. Η παραπάνω περίοδος
σηματοδοτείται από τη μέγιστη αξιοποίηση και την πλήρη λειτουργία του
Θρησκευτικού Κέντρου: η περιοχή ανοικοδομήθηκε πλήρως, τα προοριζόμενα για
την τέλεση λατρείας κτίρια εξοπλίστηκαν σε σταθερές κατασκευές και κινητό
εξοπλισμό, ενώ παράλληλα ανεγέρθηκαν πολυλειτουργικά κτίρια, πιθανότατα με
ενεργό ρόλο στη διαχείριση των ιερών και το συντονισμό των δραστηριοτήτων.
Παράλληλα η θρησκευτική δραστηριότητα δεν περιορίστηκε στο εσωτερικό των
ιερών, αλλά επεκτάθηκε και στον αδόμητο χώρο μεταξύ αυτών, όπου ο κυκλικός
βωμός συνιστούσε σημείο εστίασης της προσοχής και τελετουργικής δράσης.
Τα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά καθιστούν τα ιερά που συγκροτούν το
Θρησκευτικό Κέντρο μοναδικά στην Ηπειρωτική Ελλάδα, παρά τη γενική
παρατήρηση της H. Whittaker για ομοιότητες μεταξύ των Μυκηναϊκών ιερών και της

857
. Dabney et al. 2004, 93-94.

287
οικιακής αρχιτεκτονικής858. Σημαντικές διαφοροποιήσεις της αρχιτεκτονικής μορφής,
της εσωτερικής διαρρύθμισης και των επιμέρους στοιχείων των σταθερών
κατασκευών-σημείων δράσης παρατηρούνται και μεταξύ των ιερών του
Θρησκευτικού Κέντρου.
Όσον αφορά στον κινητό εξοπλισμό, ο οποίος σχετίζεται άμεσα με την
τεχνογνωσία των εξειδικευμένων ανακτορικών εργαστηρίων και τη διαχείριση
επείσακτων πρώτων υλών, παρουσιάζει ετερογένεια ως προς τις εκπροσωπούμενες
κατηγορίες. Τα αντικείμενα κύρους και τα σκεύη τελετουργικής χρήσης συνιστούν
κοινές κατηγορίες στα τρία ιερά, ωστόσο τμήμα του κινητού εξοπλισμού δεν έχει
παράλληλα σε κοσμικά και τελετουργικά σύνολα από τις γνωστές Μυκηναϊκές
θέσεις. Η αρχιτεκτονική διάταξη και ο κινητός εξοπλισμός δεν υποδεικνύουν κάποιο
είδος ιεραρχίας μεταξύ των ιερών του Θρησκευτικού Κέντρου. Ορισμένες όμως
κατηγορίες ευρημάτων (ειδώλια φιδιών και ανθρωπόμορφα ομάδας Β στο Ναό,
ημικατεργασμένο ελεφαντοστό στο Κτίριο των Τοιχογραφιών) πιθανόν
αντικατοπτρίζουν ορισμένες ιδιαίτερες τελετουργικές πρακτικές.
Οι διαστάσεις των ιερών και του παρακείμενου αύλειου χώρου δεν
πιστοποιούν ευρεία και μαζική συμμετοχή στις ποικίλες θρησκευτικές τελετουργίες
(απόθεση αφιερωμάτων/προσφορών, χοές, πομπές, πιθανόν εξαγνισμοί) που λάβαιναν
χώρα. Τα στοιχεία για την τέλεση ιερών γευμάτων στο Θρησκευτικό Κέντρο
επιβεβαιώνουν την παραπάνω άποψη, καθώς η σχετικά μικρή ποσότητα αγγείων
προετοιμασίας και κατανάλωσης υποδεικνύει περιορισμένο αριθμό συμμετεχόντων,
για τους οποίους μάλιστα η ποιότητα του χρησιμοποιούμενου εξοπλισμού δεν έχρηζε
ιδιαίτερης σπουδαιότητας. Παρόλο που η προκαταρκτική μελέτη του οστεολογικού
υλικού παρέχει ενδείξεις για διακριτή διαχείριση ποσοτήτων κρέατος, η απόθεση
προσφορών αποτελεί με βάση τα δημοσιευμένα μέχρι στιγμής ευρήματα την κύρια
δραστηριότητα, η οποία λειτουργούσε ως πεδίο έκφρασης κοινωνικής
διαφοροποίησης στα ιερά των Μυκηνών.
Καθίσταται λοιπόν σαφές ότι οι παραπάνω χώροι λατρείας αποτελούσαν ως
σύνολο θεμελιώδες στοιχείο της αποκορύφωσης της έκφρασης του ανακτορικού
πολιτικο-κοινωνικού συστήματος. Επιπλέον ο εξοπλισμός τους συνιστούσε κατά
κύριο λόγο αποτέλεσμα άσκησης συγκεκριμένων μορφών τέχνης, οι οποίες
εξελίχθηκαν εντός του ανακτορικού οικονομικού πλαισίου και εξυπηρετούσαν τις

858
. Whittaker 1997, 136-138.

288
ανάγκες του. Αξιολογώντας τα παραπάνω στοιχεία η G. Albers διατύπωσε την
πρόταση ότι το Θρησκευτικό Κέντρο λειτουργούσε όχι μόνο ως ο επίσημος
θρησκευτικός χώρος των Μυκηνών κατά την ΥΕ ΙΙΙ Β περίοδο, αλλά και ολόκληρης
της Αργολίδας, τοποθετώντας τις Μυκήνες στην κορυφή της οικιστικής και πολιτικής
ιεραρχίας859.
H άποψη αυτή παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς θέτει την τελούμενη
λατρεία στο επίκεντρο της κοινωνικής ζωής μιας ευρύτερης περιφέρειας. Επιπλέον
φαίνεται να υποστηρίζεται ως ένα βαθμό από ένα σύνολο στοιχείων: μοναδικότητα
της αρχιτεκτονικής, ποσοτικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά του εξοπλισμού των
ιερών, περίοδος ίδρυσης, απουσία ενδείξεων για σύγχρονα ιερά αντίστοιχης
σπουδαιότητας με βάση τα επιγραφικά και αρχαιολογικά στοιχεία από την ευρύτερη
περιοχή των Μυκηνών. Η πλήρης όμως υιοθέτησή της προϋποθέτει μεγαλύτερη
κατανόηση της χωροταξικής και πολιτικής οργάνωσης της Αργολίδας κατά τον 13 ο
αιώνα, καθώς και της οργάνωσης της λατρείας στην ακρόπολη των Μυκηνών,
δεδομένων των ιδιαίτερα περιορισμένων στοιχείων από την περιοχή του ανακτορικού
συγκροτήματος.
Δύο παράμετροι θα μπορούσαν να συμβάλουν στην πληρέστερη κατανόηση
των παραπάνω ζητημάτων. Καταρχήν η ύπαρξη μεταξύ των ευρημάτων των ιερών
αντικειμένων του 14ου αιώνα π.Χ (τελετουργικά αντικείμενα και ενεπίγραφα
αντικείμενα κύρους που συσχετίζονται με τον Φαραώ Αμένοφι ΙΙΙ) αποτελούν
έμμεσες ενδείξεις για προγενέστερη δραστηριότητα. Η απουσία όμως στοιχείων
λειτουργίας χώρων λατρείας κατά την περίοδο αυτή στην έκταση όπου
διαμορφώθηκε στη συνέχεια το Θρησκευτικό Κέντρο εγείρει προβληματισμό για τον
αρχικό χώρο χρήσης των συγκεκριμένων ευρημάτων. Είναι πιθανόν τα πρώιμα
τελετουργικά αντικείμενα να προερχόταν από κάποιο ιερό σε άλλο σημείο της
ακρόπολης ή εκτός αυτής, το οποίο έπαψε να χρησιμοποιείται, αλλά η άποψη αυτή
δεν έχει επιβεβαιωθεί αρχαιολογικά. Σε αυτή την περίπτωση οι απαρχές της
οργανωμένης τέλεσης λατρείας σε αυτόνομα στο χώρο ιερά θα συνέπιπτε χρονικά με
την ανέγερση του πρωιμότερου ανακτορικού συγκροτήματος.
Εναλλακτικά τα παραπάνω ευρήματα μπορεί να αποτελούσαν εξοπλισμό ενός
ιδιωτικού ιερού εντός των χωρικών πλαισίων του σύγχρονου ανακτορικού
συγκροτήματος. Η μεταφορά τους στο Θρησκευτικό Κέντρο, μαζί με τα ενεπίγραφα

859
. Albers 2004, 125-131.

289
αντικείμενα, τα οποία έχουν ερμηνευθεί ως δώρα ιδιαίτερης αξίας και συμβολισμού,
είχε ως στόχο να αποτελέσουν ένα βασικό εξοπλισμό των νεοαναγειρόμενων ιερών.
Η ερμηνεία αυτή υποδεικνύει το διττό ρόλο του ανακτορικού διοικητικού
συστήματος σε σχέση με την οργάνωση της θρησκευτικής δραστηριότητας.
Από τη μία πλευρά, ενθάρρυνε τη θεμελίωση αυτόνομων ιερών στο χώρο και
την καθιέρωση δημόσιας λατρείας, εκφράζοντας μια εξωστρέφεια και διάθεση
προβολής μέσα από ένα υπό διαμόρφωση σύστημα συμβολικών πράξεων. Οι όποιοι
περιορισμοί στο μηχανισμό πρόσβασης και τις διαδικασίες συμμετοχής στις
τελετουργίες δεν αναιρούν το δημόσιο χαρακτήρα της λατρείας αυτής. Αντίθετα
αναδεικνύουν μία επιπλέον πτυχή της, τη δυνατότητα για συμβολική εκπροσώπηση
ευρύτερων πληθυσμιακών ομάδων, ακόμη και εκτός των γεωγραφικών ορίων των
Μυκηνών.
Ταυτόχρονα η επικέντρωση των θρησκευτικών δραστηριοτήτων εντός των
χωροταξικών ορίων της ακρόπολης, σε συνδυασμό με τη διαμόρφωση οδικού
συστήματος για την άμεση επικοινωνία του ανακτορικού συγκροτήματος με το
Θρησκευτικό Κέντρο, δηλώνουν μια εσωστρεφή τάση στη διαχείριση των ιερών και
των σχετιζόμενων με αυτά θρησκευτικών τελετουργιών. Πτυχή της τάσης αυτής θα
μπορούσε να αποτελεί και η προτεινόμενη τέλεση χθόνιας λατρείας σε ένα από τα
ιερά, μοναδικό παράδειγμα στη Μυκηναϊκή Ηπειρωτική Ελλάδα ενσωμάτωσης της
συγκεκριμένης μορφής λατρείας σε οικιστικό πλαίσιο.
Σημαντική παράμετρος στη σχέση του Θρησκευτικού Κέντρου με την
κοινωνικοπολιτική οργάνωση της ακρόπολης αποτελούν οι αρχιτεκτονικές και
λειτουργικές παρεμβάσεις στην ΥΕ ΙΙΙ Β2 περιόδο, οι οποίες πιστοποιούν τη
διαμόρφωση ενός νέου καθεστώτος. Η έμφαση στις διαδικασίες αφιέρωσης
πολύτιμων αντικειμένων, καθώς και στη χρήση εξειδικευμένου τελετουργικού
εξοπλισμού περιορίστηκαν σε τέτοιο βαθμό που διαφοροποιήθηκαν άρδην τα
ποσοτικά και ποιοτικά μεγέθη των ιερών.
Παρατηρείται μετατόπιση του ενδιαφέροντος από τις κυρίαρχες τελετουργίες,
οι οποίες εξυπηρετούσαν την έκφραση κοινωνικής διαφοροποίησης κατά την
προγενέστερη περίοδο, στην προετοιμασία και υλοποίηση ιερών γευμάτων,
διαδικασιών που πιθανόν στόχευαν στην ενίσχυση των ενδοκοινοτικών δεσμών.
Παρά τις ασάφειες ως προς τους παράγοντες που μπορεί να οδήγησαν στην
αναμόρφωση του Θρησκευτικού Κέντρου (ανεπανόρθωτη φυσική καταστροφή,
αποδυνάμωση του παγιωμένου συστήματος διαχείρισης των ιερών και ενίσχυση του
290
ρόλου του ανακτορικού συγκροτήματος ως χώρου διοργάνωσης θρησκευτικών
τελετουργιών, οικονομική δυσπραγία) η συνέχιση της χρήσης του έως και την
κατάρρευση του ανακτορικού συστήματος πιστοποιεί τη διατήρηση του συμβολικού
του ρόλου.
Η ύπαρξη στοιχείων θρησκευτικής δραστηριότητας στη Μιδέα και την
Τίρυνθα στην ΥΕ ΙΙΙ Β2 περίοδο θέτει το ζήτημα του ρόλου των πιθανών χώρων
λατρείας στις παραπάνω θέσεις, οι οποίες συνιστούσαν βασικά διοικητικά και
οικονομικά κέντρα της ανακτορικής περιόδου στην Αργολίδα. Παρά το γεγονός ότι
τα συγκεκριμένα στοιχεία συμπίπτουν χρονικά με τη συνέχιση της τέλεσης λατρείας
σε ανεξάρτητους χώρους στις Μυκήνες, οι ακροπόλεις της Τίρυνθας και της Μιδέας
υπολείπονται κατά πολύ της χωροταξικής οργάνωσης και της λειτουργίας αστικών
ιερών αντίστοιχων του Θρησκευτικού Κέντρου. Μια σειρά παραγόντων
(διαφορετικές επιλογές αρχιτεκτονικών μορφών, απουσία εξειδικευμένων σταθερών
κατασκευών και διαμόρφωσης πολυτελών και μνημειακών οδών για την παροχή
πρόσβασης στους χώρους λατρείας) υποδεικνύουν ένα διαφοροποιημένο σύστημα
οργάνωσης της όποιας θρησκευτικής δραστηριότητας, προσαρμοσμένο στις
δυνατότητες και τις ανάγκες των τοπικών κοινωνιών. Αντίθετα δεν πιστοποιούνται
σημαντικές διαφορές συγκριτικά με την ποιότητα του κινητού εξοπλισμού του
Θρησκευτικού Κέντρου, καθώς το δεύτερο μισό του 13ου αιώνα π.Χ. σηματοδότησε
για τα ιερά των Μυκηνών μεγάλο περιορισμό της χρήσης πολύτιμων αντικειμένων
και προϊόντων εξειδικευμένων εργαστηρίων.
Στην περίπτωση της Μιδέας και της Τίρυνθας ο εντοπισμός κοινών, ως επί το
πλείστον, κατηγοριών τελετουργικού εξοπλισμού (τροχήλατα και χειροποίητα
ανθρωπόμορφα ειδώλια, αγγεία ειδικών χρήσεων) πιστοποιεί την τέλεση
συγκεκριμένων τελετουργικών πράξεων στην ευρύτερη περιοχή του τείχους. Παρά
την έλλειψη στοιχείων ως προς το ακριβές σημείο χρήσης και την απουσία κτιστών
ιερών κατά το πρότυπο των Μυκηνών, παρατηρείται μια συστηματοποίηση της
θρησκευτικής δραστηριότητας στο τέλος της ανακτορικής περιόδου, η οποία πιθανόν
αποτελούσε παράμετρο μιας γενικευμένης τάσης τέλεσης δημόσιας λατρείας σε
αστικό περιβάλλον.
Σε αυτό το πλαίσιο οι Μυκήνες θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως πρότυπο
όσον αφορά στη χρήση επιλεγμένου κινητού εξοπλισμού για την υλοποίηση
συγκεκριμένων θρησκευτικών τελετουργιών. Ωστόσο δεν διαφαίνεται το σύστημα
οργάνωσης δημόσιας λατρείας, όπως εκφράστηκε στο Θρησκευτικό Κέντρο κατά τον
291
13ο αιώνα π.Χ., να εφαρμόστηκε πιστά και στις υπόλοιπες ακροπόλεις. Μάλιστα στην
Τίρυνθα η θρησκευτική δραστηριότητα στην περιοχή της Κάτω Ακρόπολης δεν
περιορίστηκε στα χρονολογικά όρια της ανακτορικής περιόδου, αλλά σηματοδότησε
την ενίσχυση και συστηματοποίησή της σε όλη τη διάρκεια της μετανακτορικής
περιόδου. Αντίθετα στη Μιδέα δεν υπάρχει οποιοδήποτε ένδειξη συνέχισης της
πιθανής λατρευτικής δράσης στην ευρύτερη περιοχή της Δυτικής πύλης.
Ένα επιπλέον κοινό στοιχείο μεταξύ των ακροπόλεων της Τίρυνθας και της
Μιδέας, το οποίο συνδέεται άμεσα με τους σύνθετους πολιτικούς και κοινωνικούς
σχηματισμούς της ΥΕ ΙΙΙ Β περιόδου, αφορά στην κατά περίσταση θρησκευτική
χρήση των διοικητικών συγκροτημάτων. Παρά τις διαφορές ως προς το μέγεθος και
τη χωροταξική οργάνωση και χωρίς να συνιστούν χώρους αποκλειστικής
θρησκευτικής δραστηριότητας, το Μέγαρο και ο παρακείμενος αύλειος χώρος
αποτελούσαν όχι μόνο το κυριότερο τοπόσημο της τειχισμένης έκτασης, αλλά το
βασικό πεδίο έκφρασης και προσδιορισμού των κοινωνικών σχέσεων. Ιδιαίτερα
σημαντική δραστηριότητα αποτελούσε η διοργάνωση τελετουργικών γευμάτων,
ορισμένες φορές και με συμμετοχή μεγάλου αριθμού ατόμων, όπως υποδεικνύει,
εκτός από τις αξιόλογες διαστάσεις των αύλειων χώρων, το άφθονο οστεολογικό
υλικό από την περιοχή του Μεγάρου της Μιδέας.
Όσον αφορά στη διασπορά αστικών ιερών εκτός των τειχισμένων
ακροπόλεων και των χαρακτηριστικών της τελούμενης λατρείας σε αυτά, οι
περιπτώσεις του Διμηνίου και της Φυλακωπής συμβάλλουν σημαντικά στην
προσέγγιση της κοινωνικής διάστασης της θρησκευτικής δραστηριότητας κατά την
τελευταία φάση της ανακτορικής περιόδου. Κοινό στοιχείο της οργάνωσης της
λατρείας στις παραπάνω θέσεις αποτελεί η ένταξή της στα χωρικά πλαίσια οικισμών
με διαμορφωμένες τοπικές ιεραρχίες, η ανάδειξη των οποίων αποτέλεσε την
καταληκτική πορεία μακροχρόνιων διεργασιών.
Όπως δηλώνει η κατασκευή του πρώτου θολωτού τάφου και του μεγάλου
κλιβάνου, ήδη από την ΥΕ ΙΙΙ Α περίοδο εντοπίζονται στο Διμήνι στοιχεία σύνθετων
πολιτικο-οικονομικών και κοινωνικών διαδικασιών που εστιάζονται στην οργάνωση
της παραγωγικής διαδικασίας και την έκφραση κοινωνικής διαφοροποίησης μέσα από
τις ταφικές πρακτικές. Πληρέστερα στοιχεία για την τελευταία παρέχουν, εκτός από
το δεύτερο θολωτό τάφο που κατασκευάστηκε τον 13ο αιώνα π.Χ., η ποικιλία των
χρησιμοποιούμενων αρχιτεκτονικών μορφών, η ύπαρξη οδικού δικτύου και
μηχανισμού ελέγχου της πρόσβασης, καθώς και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των
292
κινητών ευρημάτων στον οικισμό. Αντίστοιχο φαινόμενο παρατηρείται και στη
Φυλακωπή, η οποία διέθετε ήδη από την ΥΕ Ι-ΙΙ περίοδο ένα πρώιμο διοικητικό
κέντρο στην έκταση που ανεγέρθηκε το μεταγενέστερο Μυκηναϊκό Μέγαρο.
Η άμεση λειτουργική σχέση των αστικών ιερών στους παραπάνω οικισμούς
με σύνθετους πολιτικούς και κοινωνικούς σχηματισμούς θα μπορούσε να
πιστοποιηθεί και από την ταυτόχρονη εγκατάλειψή τους με τα διακριτά ως προς την
αρχιτεκτονική και τη χρήση κτίρια, τα οποία συνδέονταν με τις τοπικές ηγετικές
ομάδες. Στην περίπτωση ωστόσο της Φυλακωπής δεν επιβεβαιώνεται με ασφάλεια η
παραπάνω πρόταση, καθώς δεν έχει προσδιοριστεί ο ακριβής χρόνος εγκατάλειψης
του Μεγάρου. Η G. Albers υποστήριξε ότι το ιερό της Φυλακωπής θα μπορούσε να
αποτελεί όχι μόνο ένα δημόσιο ιερό τοπικής εμβέλειας, που εξυπηρετούσε
αποκλειστικά μια κοινότητα, αλλά τον κύριο χώρο λατρείας μιας ευρύτερης
γεωγραφικής περιοχής860. Η παραπάνω πρόταση βασίστηκε στην εκτίμηση για
σημαίνοντα ρόλο του συγκεκριμένου οικισμού κατά τη Μυκηναϊκή περίοδο ως
περιφερειακού κέντρου τουλάχιστον για τις νότιες Κυκλάδες, έκφραση του οποίου
αποτέλεσε μια σειρά συμβολικών και πρακτικών παρεμβάσεων (ανέγερση του
Μεγάρου, ενίσχυση του τείχους, λειτουργία του αστικού ιερού).
Η άποψη για τον περιφερειακό ρόλο του ιερού της Φυλακωπής φαίνεται να
ενισχύεται από το σημαντικό ποσοστό εκπροσώπησης επείσακτων αντικειμένων, τα
οποία σχετιζόταν άμεσα με την τελούμενη λατρεία. Πρόκειται για εξειδικευμένο
τελετουργικό εξοπλισμό, διαφόρων κατηγοριών (ειδώλια τύπου Reshef,
σφραγιδόλιθοι, σκαραβαίος, αβγό στρουθοκαμήλου-ρυτό, τροχήλατα και χειροποίητα
ειδώλια), ο οποίος καλύπτει ένα ευρύ χρονολογικό πλαίσιο. Ιδιαίτερα η «κυρία της
Φυλακωπής», η οποία ερμηνεύεται ως λατρευτικό ειδώλιο και χρονολογείται από την
E. French στην ΥΕ ΙΙΙ Α2 περίοδο, θα μπορούσε να δηλώνει μια ιδιαίτερη σύνδεση
του νησιωτικού ιερού με την Αργολίδα και το εκεί υπό διαμόρφωση ανακτορικό
διοικητικό σύστημα.
Στην περίπτωση του Διμηνίου είναι δύσκολο να υποστηριχθεί η ύπαρξη
αντίστοιχου περιφερειακού ρόλου για την θρησκευτική δραστηριότητα. Παρόλο που
η θέση εντάσσεται σε ένα ευρύ δίκτυο ανταλλαγών με άλλες περιοχές του
προϊστορικού Αιγαίου, ακόμη και εκτός αυτού, όπως υποδεικνύει σειρά ευρημάτων
από τον οικισμό (Χαναανίτικος αμφορέας, επείσακτη κεραμική από Αίγινα και

860
. Albers 2004, 136.

293
Αργολίδα, ενεπίγραφο με Γραμμική Β λίθινο αντικείμενο), δύσκολα θα μπορούσε να
προταθεί παρουσία εισηγμένου τελετουργικού εξοπλισμού.
Ωστόσο υπάρχουν δύο ενδεικτικά και πολύ καλά διατηρημένα στοιχεία, τα
οποία συνδέουν την τελούμενη λατρεία σε συμβολικό, πιθανόν και πρακτικό επίπεδο,
με θέσεις όπου πιστοποιούνται σύνθετες πολιτικο-κοινωνικές δομές και λειτουργία
αστικών ιερών: η ελλειψοειδής κατασκευή-βωμός, που παραπέμπει στην κεντρική
κατασκευή από το Κτίριο των Τοιχογραφιών, το οποίο πιθανόν οριακά βρισκόταν σε
χρήση την περίοδο που διαμορφώθηκε ο χώρος λατρείας στο Διμήνι, καθώς και το
τροχήλατο ειδώλιο βοοειδούς, το οποίο ανήκει τυπολογικά σε μια ομάδα αντίστοιχων
ευρημάτων της ΥΕ ΙΙΙ Β και ΙΙΙ Γ περιόδου από ένα ευρύ γεωγραφικό πλαίσιο.
Τα παραπάνω στοιχεία, σε συνδυασμό με τον υπόλοιπο κινητό εξοπλισμό,
εντάσσουν την οργάνωση της θρησκευτικής δραστηριότητας στον οικισμό του
Διμηνίου στο τελετουργικό, πιθανόν και το ιδεολογικό, υπόβαθρο που διαμορφώθηκε
στην Πελοπόννησο και τις Κυκλάδες στις αρχές της ανακτορικής περιόδου. Δεν θα
μπορούσε να θεωρηθεί τυχαίο ότι η συστηματοποίηση της λατρείας στο Διμήνι
διέθετε τυποποιημένα χαρακτηριστικά: αυτόνομοι λειτουργικά χώροι, ιδιαίτερες
σταθερές κατασκευές, συγκεκριμένες τελετουργίες, όπως αφιέρωση, χοές, πιθανόν
και ιερά γεύματα. Καθώς με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία δεν μπορούν να εξαχθούν
συμπεράσματα αν το τροχήλατο βοοειδές, το οποίο πιθανόν λειτουργούσε ως
λατρευτικό ειδώλιο, ήταν επείσακτο, είναι επισφαλής η διερεύνηση της ενδεχόμενης
εισαγωγής λατρευτικών ειδωλίων για τα ιερά του Διμηνίου.
Ο οικισμός του Διμηνίου, αποτελώντας μια πύλη επικοινωνίας μέσω του
συνδυασμού θαλάσσιων και των χερσαίων δικτύων, θα μπορούσε να χρησιμοποιεί τη
λειτουργία ανεξάρτητων αστικών ιερών κατά την περίοδο ακμής του ως μέσο
προβολής συγκεκριμένων ηγετικών ομάδων εντός των χωρικών πλαισίων του ή
ενδυνάμωσης των κοινωνικών δεσμών. Επιπλέον, καθώς ο οικισμός συνιστούσε
μέρος ενός δικτύου σύγχρονων θέσεων στην ευρύτερη περιοχή του Παγασητικού,
ορισμένες από τις οποίες διέθεταν πρώιμες ενδείξεις κοινωνικής διαστρωμάτωσης και
διαμόρφωσης τοπικών ιεραρχιών, είναι πιθανόν η διαχείριση δημόσιων χώρων
λατρείας να εντασσόταν στο πλαίσιο επαναπροσδιορισμού των διακοινοτικών
σχέσεων.
Όσον αφορά στα διάφορα μεμονωμένα σύνολα κινητών ευρημάτων, κυρίως
ειδωλίων, από διάφορες θέσεις της Πελοποννήσου και της Στερεάς, η χωρική τους
διασπορά και η ανομοιογένεια ως προς την τοπογραφία, σε συνδυασμό με τα ελλιπή
294
στοιχεία για οικιστικά και ταφικά κατάλοιπα, καθιστούν επισφαλή τη διερεύνηση της
όποιας θρησκευτικής δραστηριότητας σε ένα ενιαίο πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο.
Οι θέσεις Αγία Τριάδα στις Κλένιες και Προφήτης Ηλίας στον Άγιο Αδριανό
εντάσσονται στα γεωγραφικά όρια των ανακτορικών κέντρων της Αργολίδας.
Ιδιαίτερα η πρώτη περίπτωση χαρακτηρίζεται από τον απομονωμένο ορεινό
χαρακτήρα της θέσης και την τοποθέτησή της στον οδικό άξονα από τις Μυκήνες
προς την Κόρινθο. Η έλλειψη οποιουδήποτε στοιχείου για ύπαρξη σύγχρονου
οικισμού στην περιοχή καθιστά πιθανή τη λειτουργία κάποιου ιερού της υπαίθρου
στην περιφέρεια του διοικητικού συστήματος των Μυκηνών κατά την ΥΕ ΙΙΙ Β
περίοδο. Το ζήτημα σύνδεσης με την ανάπτυξη σύνθετων κοινωνικών και πολιτικών
δομών στη Λακωνία στο τέλος της ΥΕ ΙΙΙ Β περιόδου θα μπορούσε να τεθεί και στην
περίπτωση του Αμυκλαίου, του μοναδικού χώρου για τον οποίο έχει προταθεί τέλεση
λατρείας κατά την περίοδο αυτή. Από την άλλη πλευρά τα στοιχεία από την Ολυμπία
και τους Δελφούς δεν επιτρέπουν την εξαγωγή συμπερασμάτων για την ακριβή
μορφή της οικιστικής οργάνωσης. Αντίθετα ο χώρος του ιερού του Απόλλωνα
Μαλεάτα, θα μπορούσε να συνέχισε μια μακρόχρονη θρησκευτική παράδοση, όχι
όμως με ασφάλεια επιβεβαιωμένη για την ανακτορική περίοδο, και να αποτέλεσε
παράμετρο της κοινωνικής ζωής σε μια περιοχή περιφερειακή της ανακτορικής
εξουσίας.
Όσον αφορά τη μετανακτορική περίοδο, τα διαθέσιμα στοιχεία υποδεικνύουν
ότι η οργανωμένη θρησκευτική δραστηριότητα ήταν άμεσα συνυφασμένη με τις
πολύπλευρες αλλαγές που σημειώθηκαν σε ένα ευρύ γεωγραφικό πλαίσιο μετά την
κατάρρευση του ανακτορικού συστήματος διοίκησης. Η συνέχιση της χρήσης των
ιερών στη Φυλακωπή Μήλου και την Αγία Ειρήνη Κέας, αναδεικνύει την τέλεση
λατρείας ως παράγοντα σταθερότητας της κοινωνικής ζωής των Κυκλαδικών
κοινοτήτων στο πλαίσιο των οποίων λειτουργούσαν. Ωστόσο ο παραπάνω
σταθεροποιητικός ρόλος είχε διαφορετική εφαρμογή στις δύο περιπτώσεις, όπως
πιστοποιούν τα επιμέρους αρχιτεκτονικά και χρονολογικά χαρακτηριστικά.
Στην Αγία Ειρήνη το ιερό αρχικά λειτούργησε ως βασικό τοπόσημο ενός
οικιστικού συνόλου με έντονο Μινωικό χαρακτήρα και υπήρξε αποτέλεσμα μιας
συγκεκριμένης πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης, όπως υποδεικνύει η
χωροθέτηση και η άμεση επικοινωνία του με το πιθανό διοικητικό κέντρο του
σύγχρονου οικισμού. Μέσα από την αναδιάρθρωση της εσωτερικής διαρρύθμισης και
του τελετουργικού εξοπλισμού, το ιερό εξακολούθησε να χρησιμοποιείται μέχρι το
295
τέλος της Εποχής του Χαλκού ως δημόσιος χώρος λατρείας, χωρίς να υπάρχουν
ασφαλή στοιχεία σύνδεσης με κάποια μορφή τοπικής εξουσίας.
Ιδιαίτερα στη μετανακτορική περίοδο η απουσία ενδείξεων για σύγχρονα
οικιστικά κατάλοιπα, σε συνδυασμό με τη μετατόπιση του ενδιαφέροντος από
τελετουργίες που απαιτούσαν εξειδικευμένο εξοπλισμό σε διαδικασίες
προσδιορισμού των κοινοτικών σχέσεων και συμβολικής αναφοράς στο παρελθόν,
παραπέμπουν σε μετασχηματισμό του ρόλου του ιερού. Πιθανόν πλέον δεν πρόκειται
για έναν αστικό χώρο λατρείας, αλλά για το πεδίο έκφρασης ιδιαίτερων συμβολισμών
για τη συνοχή της συνεχώς μεταβαλλόμενης νησιωτικής κοινότητας. Η άποψη αυτή
ενισχύεται από την επιλογή των ερειπίων του ιερού της Εποχής του Χαλκού για την
ανέγερση του Κτιρίου ΒΒ, αλλά και από τη διαχείριση του ΝΑ τμήματος του
ακρωτηρίου της Αγίας Ειρήνης για μεγάλο χρονικό διάστημα κατά τους ιστορικούς
χρόνους ως τόπου λειτουργίας ανεξάρτητων ιερών.
Από την άλλη πλευρά, το ιερό της Φυλακωπής συνιστούσε όχι μόνο το
μοναδικό χώρο τέλεσης λατρείας δημόσιου χαρακτήρα, αλλά μαζί με το Μέγαρο και
το τείχος αποτελούσαν τα δομικά στοιχεία της Μυκηναϊκής φάσης του οικισμού. Η
συνέχιση της χρήσης επείσακτου εξοπλισμού και κατά την τελευταία περίοδο
υποδεικνύει ότι η σημαντική καταστροφή, η οποία επηρέασε την αρχιτεκτονική
μορφή του κτιρίου και του περιβάλλοντα χώρου, πιθανόν δεν σηματοδότησε το τέλος
της περιφερειακής διάστασης του ιερού και της ένταξής του σε ένα δίκτυο διακίνησης
τελετουργικών αντικειμένων.
Το παραπάνω στοιχείο θα μπορούσε να ενισχυθεί στην περίπτωση που το
Μέγαρο εξακολουθούσε να λειτουργεί παράλληλα με την τρίτη φάση χρήσης του
ιερού ως πτυχή της σύνθετης πολιτικο-οικονομικής και κοινωνικής οργάνωσης του
οικισμού. Καθώς το ακριβές χρονικό διάστημα εγκατάλειψης του Μεγάρου δεν έχει
προσδιοριστεί, θα μπορούσε εναλλακτικά να προταθεί ότι το ιερό αποτέλεσε κατά το
σύντομο χρονικό διάστημα της επανάχρησής του το μοναδικό σημείο έκφρασης
κοινωνικής διαφοροποίησης στον οικισμό. Η περιορισμένη συμμετοχή στις
τελούμενες στο χώρο δραστηριότητες, η συνειδητή προσπάθεια αναφοράς στο
πρόσφατο παρελθόν και ο ιδιαίτερος χαρακτήρας ορισμένων κινητών ευρημάτων θα
μπορούσε να δηλώνει ότι το ιερό, μετά την κατάργηση του Μεγάρου, λειτουργούσε
ως πεδίο επαναπροσδιορισμού των ενδοκοινοτικών σχέσεων.
Στην Ηπειρωτική Ελλάδα, τα στοιχεία από θέσεις χρησιμοποιούμενες για
μεγάλο χρονικό διάστημα ή από νέες ενισχύουν την άποψη για καίρια επίδραση των
296
πολιτικών, κοινωνικών και οικονομικών ανακατατάξεων στην ίδρυση ιερών κατά τη
μετανακτορική περίοδο. Στην Τίρυνθα πιστοποιείται εντατικοποίηση της
θρησκευτικής δραστηριότητας στο πλαίσιο της πολεοδομικής αναδιάρθρωσης της
ακρόπολης, στο ίδιο σημείο όπου κατά την ύστερη ανακτορική περίοδο θεμελιώθηκε
λατρεία. Το γεγονός αυτό θα μπορούσε να ερμηνευτεί όχι μόνο ως μια συμβολική
αναφορά στο ανακτορικό παρελθόν, αλλά ως μια σημαντική παρέμβαση στο πλαίσιο
της έκφρασης και διαμόρφωσης της κοινωνικής ζωής στον μετανακτορικό
πολεοδομικό ιστό.
Τα επάλληλα ιερά στην Κάτω Ακρόπολη σε συνδυασμό με τη διατήρηση και
αναδόμηση του βωμού στην Άνω Ακρόπολη δημιούργησαν διακριτούς λειτουργικούς
πόλους κοντά στα κύρια τοπόσημα της ανακτορικής περιόδου (τείχος, Μέγαρο,
κεντρική αυλή με βωμό). Η απουσία εξοπλισμού που με ασφάλεια θα μπορούσε να
θεωρηθεί επείσακτος ή πολύτιμων αντικειμένων υποδεικνύει ότι η απόθεση και η
αφιέρωση πιθανόν δεν συνιστούσαν τα κύρια πεδία έκφρασης διαφοροποίησης στα
παραπάνω ιερά. Αντίθετα οι ιδιαίτερα περιορισμένες διαστάσεις των ιερών και των
συνδεόμενων με αυτά αύλειων χώρων, καθώς και η μικρή ποσότητα τελετουργικού
εξοπλισμού αναδεικνύουν τη συμμετοχή ή μη στις τελούμενες θρησκευτικές
πρακτικές ως τη βασική παράμετρο διάκρισης.
Η περιορισμένη συμμετοχή πιστοποιείται και από τον μικρό αριθμό αγγείων
που εντοπίστηκε στα ιερά και τους παρακείμενους αύλειους χώρους. Καθώς
πρόκειται κατά κύριο λόγο για ανοιχτά σχήματα, τίθεται το ζήτημα της κατανάλωσης
υγρών από μια περιορισμένη ομάδα ατόμων. Παράλληλα η ύπαρξη οστεολογικού
υλικού συνδεόμενου με τη στρωματογραφία όλων των ιερών υποδεικνύει ότι η
τέλεση ιερών γευμάτων συνιστούσε διαχρονικά δραστηριότητα καίριας
σπουδαιότητας στην περιοχή των ιερών (αντίστοιχες αρχαιολογικές πληροφορίες
απουσιάζουν για την περιοχή της Άνω Ακρόπολης).
Η χωροταξική οργάνωση και τα επιμέρους χαρακτηριστικά της τελούμενης
λατρείας στα αυτόνομα ιερά της Κάτω Ακρόπολης πιθανότατα επιβεβαιώνουν την
πρόταση του J. Maran για ύπαρξη ανταγωνισμών για την ανάδειξη νέων ηγετικών
ομάδων861. Ιδιαίτερα η σταθερότητα στην επιλογή της θέσης των ιερών και των
τελούμενων τελετουργιών, η αναγνωρίσιμη αρχιτεκτονική μορφή και η συνέχιση

861
. Maran 2006, 125-127.

297
χρήσης της περιοχής του Μεγάρου θα μπορούσαν να συσχετιστούν με το ιδεολογικό
υπόβαθρο ενός νέου κοινωνικού πλαισίου διαχείρισης της οργανωμένης λατρείας.
Πτυχές των σύνθετων κοινωνικών διεργασιών στη μετανακτορική Τίρυνθα
αποτελούσαν η ανέγερση κτιρίων διακριτών ως προς την αρχιτεκτονική και της
διαστάσεις (Κτίριο Τ στη θέση του Μεγάρου, συγκροτήματα εκτός των τειχών), η
προμήθεια πολύτιμων πρώτων υλών και εξειδικευμένων αντικειμένων κύρους (όπως
δηλώνει η ποιότητα των ΥΕ ΙΙΙ Γ ευρημάτων που συμπεριλαμβάνονται στο «θησαυρό
της Τίρυνθας»), πιθανόν και η διαχείριση κειμηλίων (όπως δηλώνουν ορισμένα
πρώιμα ευρήματα από το παραπάνω σύνολο). Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η
συστηματική θρησκευτική δραστηριότητα στο εσωτερικό της μετανακτορικής
ακρόπολης αποτελούσε συνέπεια, αλλά και παράγοντα αναμόρφωσης των
ενδοκοινοτικών σχέσεων και προσδιορισμού του κοινωνικού ρόλου συγκεκριμένων
τμημάτων του πληθυσμού. Αξιολογώντας συνολικά τη διάρκεια χρήσης και τις
συστηματικές παρεμβάσεις σε επιλεκτικά τμήματα της ακρόπολης και της εξωτερικής
έκτασης θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι η Τίρυνθα έπαιζε έναν
αναβαθμισμένο ρόλο στη μετανακτορική κατανομή της εξουσίας στην Αργολίδα.
Αντίθετα η περίπτωση της Ασίνης δεν παρέχει τόσο σαφή στοιχεία για την
πολεοδομική και κοινωνική οργάνωση κατά την περίοδο που καθιερώνεται
θρησκευτική δραστηριότητα στην Οικία G, καθώς η ανασκαμμένη έκταση του
σύγχρονου οικισμού στην Κάτω Πόλη είναι περιορισμένη. Ωστόσο η ένταξη της
οργανωμένης λατρείας σε συγκεκριμένα χωρικά και χρονολογικά πλαίσια, παρά την
ήδη μακρόχρονη χρήση της θέσης, υποδεικνύει ότι αποτελούσε συνέπεια
συγκεκριμένων πολιτικοκοινωνικών και οικονομικών διεργασιών.
Η πρώιμη ανάπτυξη της Ασίνης, η οποία πιστοποιείται κατά την ΥΕ ΙΙ και ΙΙΙ
Α περίοδο, πιθανότατα σχετίζεται με τη χωροθέτησή της στον άξονα θαλάσσιων και
χερσαίων οδών και τη λειτουργία της ως βασικού κρίκου σε ένα δίκτυο διακίνησης
και ανταλλαγής προϊόντων. Ο ρόλος αυτός αποδυναμώθηκε κατά την περίοδο ακμής
του ανακτορικού διοικητικού συστήματος και επανακτήθηκε μετά την κατάρρευσή
του. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η λειτουργία ενός διακριτού ιερού θα μπορούσε να
αποτελεί σημαντικό πεδίο έκφρασης του επαναπροσδιορισμού της θέσης της Ασίνης
στη μετανακτορική Αργολίδα
Τα περιορισμένα σύγχρονα οικιστικά στοιχεία και οι κατηγορίες των κινητών
ευρημάτων δεν επιτρέπουν την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων για πιθανή
περιφερειακή διάσταση του συγκεκριμένου ιερού. Με εξαίρεση την πήλινη κεφαλή, η
298
οποία παραπέμπει σε πρωιμότερα και σύγχρονα τελετουργικά σύνολα από ένα ευρύ
γεωγραφικό πλαίσιο και η οποία θα μπορούσε να είναι επείσακτη, ο υπόλοιπος
εξοπλισμός πιθανότατα προερχόταν από τοπικά εργαστήρια. Τα ποσοτικά
χαρακτηριστικά των ευρημάτων παραπέμπουν σε ιδιαίτερα μικρό αριθμό
συμμετεχόντων στις θρησκευτικές τελετουργίες, παρά τις αξιόλογες διαστάσεις του
χώρου συγκριτικά με τα σύγχρονα μονόχωρα ιερά της Τίρυνθας. Οι διαδικασίες
συμμετοχής πιθανότατα σχετίζονται με την προσπάθεια διαφοροποίησης και
αυτοπροσδιορισμού του ρόλου συγκεκριμένων μελών της μετανακτορικής τοπικής
κοινότητας. Η ίδια η ύπαρξη της πήλινης κεφαλής, ευρήματος χωρίς παράλληλο στη
σύγχρονη Ηπειρωτική Ελλάδα που πιθανόν αποτελούσε λατρευτικό ειδώλιο ή
πολύτιμο αφιέρωμα, πιστοποιεί την ύπαρξη μηχανισμών προμήθειας εξειδικευμένου
εξοπλισμού, ιδεολογικά και συμβολικά διαχειρήσιμου από τις νέες τοπικές ιεραρχίες.
Με την ανάδειξη τοπικών ηγετικών ομάδων κατά τη μετανακτορική περίοδο
πιθανότατα συνδέεται και η θρησκευτική δραστηριότητα στο Καλαπόδι, τα ασφαλή
στοιχεία για την έναρξη της οποίας τοποθετούνται χρονολογικά στην ΥΕ ΙΙΙ Γ μέση
περίοδο. Παρά τις ασάφειες για το ακριβές σημείο χρήσης των κινητών ευρημάτων
και για τη λειτουργική τους σύνδεση με το μονόχωρο κτίριο στην περιοχή του ναού
της Κλασσικής εποχής, η ποσότητα και οι εκπροσωπούμενες κατηγορίες του κινητού
εξοπλισμού δεν έχουν παράλληλα μέχρι στιγμής στη μετανακτορική Ηπειρωτική
Ελλάδα. Στην περίπτωση που τα συγκεκριμένα ευρήματα αποτελούσαν ένα κλειστό
σύνολο τελετουργικού εξοπλισμού, τα επιμέρους ποιοτικά και ποιοτικά
χαρακτηριστικά του υποδεικνύουν σύνδεση με σύνθετες πολιτικο-κοινωνικές δομές,
πιθανόν και με ένα οργανωμένο δίκτυο ανταλλαγών. Παράλληλα παρέχουν στοιχεία
για την τέλεση ποικίλων θρησκευτικών τελετουργιών (θυσίες, τελετουργικά γεύματα,
αφιέρωση προσφορών απόθεση), πιθανόν και τη διάγνωση διακριτών επιπέδων
συμμετοχής, όπως υποδεικνύουν ορισμένες ιδιαίτερες κατηγορίες ευρημάτων
(ποσοστό θηραμάτων, κρατήρες με εικονιστικές παραστάσεις, σπάνιος τύπος
χαλιναριού).
Τα παραπάνω στοιχεία, σε συνδυασμό με τη χωροθέτηση του ιερού στον
άξονα σημαντικών χερσαίων δικτύων από την κοιλάδα του Κηφισσού και τη δυτική
Βοιωτία προς την πεδιάδα της Αταλάντης, τον Ευβοϊκό και την κεντρική Ελλάδα,
υποδεικνύουν μια συστηματική προσπάθεια καθορισμού των ενδοκοινοτικών
σχέσεων. Επιπλέον εγείρουν το ζήτημα της πιθανής περιφερειακής διάστασης του
ιερού και της συμβολής του στον προσδιορισμό των σχέσεων μεταξύ των διαφόρων
299
μετανακτορικών κοινοτήτων μιας ευρύτερης γεωγραφικής επικράτειας, γεγονός που
θα μπορούσε να επιβεβαιωθεί από τη συνέχιση της διερεύνησης του ιερού.

300
ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Η παρούσα μελέτη επιχείρησε να προσεγγίσει την επίδραση των κοινωνικών


σχέσεων στη λειτουργία ανεξάρτητων ιερών και την τέλεση θρησκευτικών
τελετουργιών σε συγκεκριμένες πολιτισμικές και ιστορικές συνθήκες. Το
χρονολογικό πλαίσιο που τέθηκε αφορούσε μια σημαντική περίοδο της Αιγιακής
προϊστορίας, για την οποία τα συνεχώς εμπλουτισμένα αρχαιολογικά στοιχεία
υποδεικνύουν σύνθετες διεργασίες σε έναν ευρύ γεωγραφικό χώρο.
Σε αντίθεση με προγενέστερες εργασίες που ασχολήθηκαν διεξοδικά με
ζητήματα καταγωγής, αρχιτεκτονικής μορφής και κινητού εξοπλισμού των ιερών
(συμβάλλοντας σημαντικά στην καταγραφή των στοιχείων από οικιστικά σύνολα
μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1990) ή έθεσαν το ζήτημα της κοινωνικής
διάστασης της λατρείας για επιλεγμένο χρονικό διάστημα και θέσεις, η παρούσα
μελέτη επιχείρησε να συνεισφέρει στην κατανόηση των χαρακτηριστικών της
τελούμενης λατρείας και την αλληλεπίδρασή τους με το μετασχηματιζόμενο
κοινωνικό περιβάλλον. Αξιοποιώντας το σύνολο του διαθέσιμου αρχαιολογικού
υλικού από ήδη γνωστές και νέες θέσεις, διερεύνησε την εξέλιξη και τις αλλαγές που
σημειώθηκαν στη θρησκευτική οργάνωση και τη συμπεριφορά των Μυκηναίων
μεταξύ του 14ου και του 12ου αιώνα π.Χ.
Η θρησκευτική δραστηριότητα αποδεικνύεται άμεσα συνυφασμένη με την
εξυπηρέτηση σύνθετων πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών αναγκών, αλλά με
σημαντική ετερογένεια στην εφαρμογή. Τα πρωιμότερα στοιχεία από την Ηπειρωτική
Ελλάδα είτε αφορούν παράκτιες θέσεις στη σφαίρα της πολιτισμικής επιρροής των
Κυκλάδων, όπου ήδη υπήρχε οργανωμένη λατρεία σε οικιστικό πλαίσιο, είτε με
διαδικασίες ενσωμάτωσης περιοχών της ενδοχώρας στην αυξανόμενη δύναμη των
ανακτορικών κέντρων. Ο 13ος αιώνας σηματοδότησε την οργάνωση της λατρείας σε
οικιστικό περιβάλλον ως μιας διαδεδομένης διαδικασίας, πολύπλευρης όπως
δηλώνουν ο διαφορετικός βαθμός πολεοδομικής και πολιτικής πολυπλοκότητας των
θέσεων που αναλύθηκαν. Στις Μυκήνες παρατηρείται το απόγειο οργάνωσης της
θρησκευτικής δραστηριότητας εντός ανακτορικού κέντρου, χωρίς ακριβείς μιμητές
στα υπόλοιπα ανάκτορα, και ένας ιδιαίτερα ισχυρά συμβολικός ρόλος που
διατηρήθηκε, παρά τις όποιες αλλαγές, έως και το τέλος της ανακτορικής εποχής.
Η επίδραση της κατάρρευσης του ανακτορικού συστήματος στη διαμόρφωση
του δομημένου ιερού χώρου υπήρξε καίρια, καθώς σηματοδότησε την εγκατάλειψη

301
καθιερωμένων χώρων λατρείας, οι οποίοι είχαν συνθεθεί άμεσα με το ιδεολογικό και
κοινωνικό υπόβαθρο του ανακτορικού συστήματος, αλλά και με την επίδραση που
ασκούσε σε περιφερειακές θέσεις με ισχυρές τοπικές ιεραρχίες. Η μετανακτορική
θρησκευτική δραστηριότητα εκφράζει ένα νέο πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο ακόμη
και στην περίπτωση της συνέχισης της τέλεσης λατρείας σε ιερά ή θέσεις με
μακροχρόνια χρήση. Ιδιαίτερα στην Τίρυνθα η οργανωμένη λατρεία σε όλη τη
διάρκεια της μετανακτορικής περιόδου συνιστά εκτός από μια σημαντική
πολεοδομική παρέμβαση με συμβολικές αναφορές στο ανακτορικό παρελθόν, μέσο
έκφρασης του επαναπροσδιορισμού των ενδοκοινοτικών σχέσεων. Επιπλέον η ίδρυση
νέων ιερών, πιθανόν και περιφερειακής εμβέλειας, στον άξονα χερσαίων και
θαλάσσιων δικτύων αποτελεί σημαντικό παράγοντα διαμόρφωσης σύνθετων
κοινωνικών σχέσεων και της έκφρασής τους μέσα από τη μετασχηματιζόμενη
θρησκευτική δραστηριότητα.
Το βασικό πρόβλημα που αντιμετώπισε η παρούσα μελέτη είναι ο
περιορισμένος αριθμός χώρων που με ασφάλεια θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν
ως ιερά σε σχέση με το σύνολο των θέσεων της περιόδου που εξετάστηκε στην
Ηπειρωτική Ελλάδα. Καθώς το αξιοποιήσιμο υλικό προέρχεται κατά κύριο λόγο από
συγκροτημένα οικιστικά σύνολα με αυτόνομα στο χώρο ιερά δημόσιου χαρακτήρα, η
ύπαρξη και η συχνότητα χρήσης υπαίθριων ιερών κατά τη Μυκηναϊκή εποχή
συνιστούν ανοιχτά ερωτήματα που δυσχεραίνουν μια ολοκληρωμένη αναδόμηση του
Μυκηναϊκού θρησκευτικού τοπίου.
Είναι δύσκολο να θεωρηθεί ότι λατρεία εκδηλώνονταν μόνο σε αστικά ιερά
και ότι δεν υπήρχε επιπλέον θρησκευτική δραστηριότητα σε υπαίθριες θέσεις και σε
φυσικούς χώρους. Τα ίδια τα επιγραφικά στοιχεία της Μυκηναϊκής περιόδου, παρά
την αποσπασματικότητά τους, δηλώνουν την ύπαρξη αρκετών χώρων συστηματικής
λατρείας εκτός των χωρικών ορίων των ανακτορικών κέντρων και είναι
χαρακτηριστικές οι συχνές αναφορές στα ιερά της περιοχής pa-ki-ja-ne στην Πύλο.
Ωστόσο η αρχαιολογική επιβεβαίωση της πιθανής λατρείας στην ύπαιθρο και των
χαρακτηριστικών της ανά την Ηπειρωτική Ελλάδα, παραμένουν ζητήματα χωρίς
μέχρι στιγμής σαφείς απαντήσεις (πτυχές αυτής της μορφής λατρείας πιθανόν
διαφωτιστούν από τις υπό διεξαγωγή έρευνες στο όρος Αραχναίο στην Αργολίδα). Η
συστηματοποίηση των αρχαιολογικών ερευνών, ανασκαφών και επιφανειακών, η
επαναξιολόγηση αρχαιολογικού υλικού από θέσεις χωρίς σωζόμενα αρχιτεκτονικά
κατάλοιπα, αλλά και η επέκταση των ερευνών σε περιοχές εκτός της σφαίρας
302
επιρροής των ανακτορικών κέντρων θα μπορούσαν να διαφωτίσουν τις
αδιευκρίνιστες πτυχές του Μυκηναϊκού θρησκευτικού τοπίου, αλλά και να ανοίξουν
νέες προοπτικές στην προσέγγιση της Μυκηναϊκής θρησκείας.

303
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ: ΚΕΙΜΕΝΑ ΓΡΑΜΜΙΚΗΣ Β ΑΠΟ ΤΟ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟ
ΚΕΝΤΡΟ ΤΩΝ ΜΥΚΗΝΩΝ

Η επιλογή για σχολιασμό των οκτώ πινακίδων και του εγχάρακτου


σφραγίσματος, τα οποία αποκαλύφθηκαν το 1960 στο λεγόμενο Διάδρομο 4, κρίθηκε
αναγκαία, καθώς τα κείμενα αυτά συγκαταλέγονται στα ελάχιστα επιγραφικά
στοιχεία από το εσωτερικό της ακρόπολης και συνδέονται χωρικά με το Θρησκευτικό
Κέντρο. Η περιοχή εύρεσης είχε μια ιδιαίτερη χωροταξική λειτουργία και συνιστούσε
κομβικό σημείο του μηχανισμού πρόσβασης των ιερών από τα ΒΑ, αλλά και της
επικοινωνίας τους με βασικά τοπόσημα της ακρόπολης (Πύλη των Λεόντων, Ταφικός
Κύκλος Α) και με αποθηκευτικούς, πιθανόν και εργαστηριακούς, χώρους862.
Επιπλέον το περιεχόμενο των κειμένων υποδεικνύει την πιθανή λειτουργική τους
συσχέτιση με το Θρησκευτικό Κέντρο, καθιστώντας τα αξιόλογη συμπληρωματική
πηγή για τις δραστηριότητες των ιερών και του προσωπικού τους κατά την περίοδο
πριν την κατάρρευση του ανακτορικού συστήματος.
Στην αρχική δημοσίευση το 1962 από τους W. Taylour και J. Chadwick
αναφέρονται ισχυρά ίχνη καταστροφής από πυρκαγιά στο Διάδρομο 4, η οποία
ανάγεται στα τέλη της ΥΕ ΙΙΙ Β περιόδου. Εκτός των επιγραφικών στοιχείων,
βρέθηκε περιορισμένη ποσότητα κεραμικής και ένα συμπιεσμένο μολύβδινο
αγγείο863. Επιπλέον καθαρισμοί σε συνδυασμό με την ολοκλήρωση των ανασκαφών
στα παρακείμενα ιερά απέδειξαν ότι ο χώρος εύρεσης των πινακίδων δεν αποτελούσε
ένα στενόμακρο δωμάτιο, όπως αρχικά είχε εκτιμηθεί, αλλά έναν πλατύ διάδρομο.
Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για τη στέγαση ή μη του συγκεκριμένου
χώρου. Τα επιμέρους κατασκευαστικά χαρακτηριστικά, όπως η επίστρωση λευκού
ασβεστοκονιάματος στο δάπεδο, πιθανόν και στους τοίχους, η ύπαρξη ειδικών
σταθερών κατασκευών (θρανίο καλυμμένο με λευκό ασβεστοκονίαμα, πιθανό ξύλινο
ερμάριο ή υπόβαθρο πάνω από το θρανίο), καθώς και η ελεγχόμενη πρόσβαση μέσω
θυρών, αποτελούν επιπλέον στοιχεία για τη σπουδαιότητα του χώρου.
Το σύνολο σχεδόν των πινακίδων, πιθανότατα σελιδόσχημων, εντοπίστηκε σε
αποσπασματική κατάσταση μέσα σε ένα στρώμα τέφρας, λίθων και πλίνθων στο ΒΔ
άκρο του Διαδρόμου 4864. Τα κείμενα, με εξαίρεση την πινακίδα Χ 707 που
εντοπίστηκε σε άλλο σημείο και διαφοροποιείται αισθητά ως προς τη μορφή και το

862
. Albers 1994, 15.
863
. Taylour 1962, 44.
864
. Taylour 1962, 40-41 & εικ. 79.

304
περιεχόμενο, έχουν ομαδοποιηθεί στην ίδια σειρά (Oi). Θα πρέπει ωστόσο να
επισημανθεί ότι εγείρονται ερωτήματα για το αρχικό σημείο χρήσης τους. Ο W.
Taylour υποστηρίζει ότι τα κείμενα πιθανότατα κατέπεσαν από κάποιο κτίριο στο
ανώτερο άνδηρο, άποψη την οποία υιοθετεί και η S. Lupack που όμως τονίζει ότι
κανένα ίχνος του δεν έχει εντοπιστεί μέχρι στιγμής865. Από την άλλη πλευρά, η
πρόταση του ανασκαφέα για ύπαρξη ερμαρίου σε τοίχο του Διαδρόμου 4 θα
μπορούσε να αποδοθεί στην ενδεχόμενη φύλαξη των πινακίδων στο συγκεκριμένο
χώρο. Δεν θα μπορούσε επίσης να αποκλειστεί η πιθανότητα τα κείμενα αρχικά να
ήταν τοποθετημένα στους αποθηκευτικούς χώρους που εφάπτονται του Διαδρόμου 4
προς δυτικά.

1. ΚΕΙΜΕΝΑ ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ

Oi 701
sup. mut.
.1 vestigia
.2 vacat [
.3 si-to-po-ti-ni-ja *190 [
.4 po-ro-po-i *190 10
.5 ka-na-pe-u-si *190 6
.6 [ . . ]-ta do-ke-ko-o-ke-ne *190 5
.7 [ku-wa]-no-wo-ko-i *190 2
.8 inf. mut.

.3 si-to-po-ti-ni-ja: ο όρος po-ti-ni-ja έχει ερμηνευθεί ως θεωνύμιο866. Συχνά


απαντάται και σε μορφή επιθέτου (po-ti-ni-ja-we-jo, po-ti-ni-ja-we-ja)867. Στην
περίπτωση της πινακίδας Οi 701 αναγράφεται ως μία λέξη με τον όρο si-to, για την
οποία έχουν προταθεί διάφορες ερμηνείες: προσδιορισμός-θεωνύμιο868, τοπωνύμιο ή
ακόμη και γενική πληθυντικού της λέξης σίτος869. Αντίστοιχο φαινόμενο

865
. Taylour 1962, 37. Lupack 1999, 31.
866
. Ο J. Chadwick υποστήριξε ότι δηλώνει τη μητέρα-θεά του Μυκηναϊκού πανθέου ή τη Δήμητρα.
Την ταύτιση με τη Δήμητρα των ιστορικών χρόνων αποδέχτηκαν αρκετοί ερευνητές. Chadwick 1957,
118, 123, 129. Stella 1965, 243. Rocchi 1978. Palaima 2008α, 349-350. Έχει επίσης προταθεί ότι θα
μπορούσε να ταυτιστεί με την Αθηνά (Dietrich 1974. Hooker 1976. Προμπονάς 1980. Δανηιλίδου
1986), την Άρτεμη ή την Αφροδίτη (Gérard-Rousseau 1968, 188-190. van Leuven 1979, 121-122, 127-
129). Για μια σύνοψη όλων των ερμηνειών μέχρι τη δεκαετία του 1980 βλέπε Hiller 1981, 122-125.
Δανηιλίδου 1986.
867
. DMic II, 160-163.
868
. Chadwick 1962, 58. Ventris & Chadwick 1973, 507. Τη θεωρία του θεωνυμίου υιοθέτησε και η L.
Stella, η οποία, λαμβάνοντας υπόψη τη χρήση του επιθέτου Σιτώ για τη Δήμητρα, υποστήριξε ότι η
αναφορά στις Μυκήνες αποτελεί ένα σημαντικό στοιχείο για τη λατρεία της Δήμητρας ήδη από τη
Μυκηναϊκή εποχή. Stella 1965, 233-234. Για αντίστοιχη ερμηνεία του όρου με βάση τις πινακίδες από
την οδό Πελοπίδου στη Θήβα βλέπε Aravantinos, Godart & Sacconi 2001, 166-167.
869
. Palmer 1966, 284.

305
παρατηρείται στην Κνωσό, όπου αναφέρεται ως μια λέξη ο όρος a-ta-na-po-ti-ni-ja
(KN V52.1)870. Η λέξη πότνια χρησιμοποιείται στην ποίηση των ιστορικών χρόνων
είτε ως ουσιαστικό(=δέσποινα, βασίλισσα, κυρία) είτε ως επίθετο(=τίμια, σεβαστή)
κύριων ή δευτερευόντων θεοτήτων871.
.4 po-ro-po-i: η πρόταση για σύνδεση με θρησκευτικά καθήκοντα είναι αρκετά
επισφαλής, καθώς ο όρος δεν απαντάται αλλού872. Οι ομοιότητες ως προς τη σύνταξη
και η συνύπαρξη με ομάδες τεχνιτών καθιστά πιθανό το ενδεχόμενο να δηλώνει
επίσης κάποιο είδος τεχνιτών.
.5 ka-na-pe-u-si: αναφέρεται δύο φορές στις πινακίδες από το Διάδρομο 4 και έχει
ερμηνευθεί ως δοτική πληθυντικού της λέξης κναφεύς ή γναφεύς= τεχνίτης που
κατεργάζεται ή λευκαίνει υφάσματα873. Ο όρος απαντάται σε κείμενα από τη Θήβα
και την Πύλο, όπου μάλιστα ένας γναφεύς που αναφέρεται ονομαστικά (pe-ki-ta),
προσδιορίζεται ως ανακτερός (wa-na-ka-te-ro)874. Στις Μυκήνες γίνεται ονομαστική
αναφορά σε γναφέα που λαμβάνει ποσότητες μαλλιού σε πινακίδα (MY Oe 129.2)
από την Οικία του Λαδεμπόρου875.
.6 η σειρά αυτή μπορεί να μεταφραστεί ως εξής: ο [ . . ]-ta έδωσε στον ke-ko-o-ke-ne
(Κοιογενή876) 5 μονάδες του προϊόντος *190. Υπάρχει σαφής διαφοροποίηση του
αποστολέα του παραπάνω προϊόντος σε σχέση με το υπόλοιπο τμήμα του κειμένου,
όπου υπάρχουν μόνο ονόματα παραληπτών στη δοτική.
.7 [ku-wa]-no-wo-ko-i: πρόκειται για τη δοτική πληθυντικού της λέξης κυανουργός877
και επαναλαμβάνεται τέσσερις φορές στα κείμενα από το Διάδρομο 4. Ο όρος δεν
απαντάται αλλού, ωστόσο η ύπαρξη αντίστοιχων εξειδικευμένων τεχνιτών και σε
άλλα ανακτορικά κέντρα υποδεικνύεται έμμεσα από τη σειρά Ta της Πύλου878, όπου

870
. Η φράση έχει ερμηνευθεί ως αναφορά στη λατρεία θεότητας με το όνομα Αθηνά στην Κνωσό.
Ventris & Chadwick 1973, 311-312. Η Δ. Δανηιλίδου υποστήριξε ότι πίσω από τους όρους si-to-po-ti-
ni-ja και po-ti-ni-ja στις Μυκήνες μπορεί να διαγνωστεί λατρεία της Αθηνάς στις Μυκήνες.
Δανηιλίδου 1986, 340-341.
871
. Liddel & Scott, τόμος 3, 662-663.
872
. DMic II, 148.
873
. Liddel & Scott, τόμος 2, 735.
874
. Ventris & Chadwick 1973, 243-244. DMic. I, 313. Aravantinos, Godart & Sacconi 2001, 177-178.
Killen 2006α, 95. Aravantinos 2010, 61.
875
. Melena & Olivier 1991, 68. Για μια συνολική παρουσίαση των πινακίδων μαλλιού από την Οικία
του Λαδεμπόρου βλέπε Tournavitou 1995, 259-261.
876
. DMic. I, 379.
877
. DMic. I, 416.
878
. Στα 13 κείμενα της σειράς, τα οποία εντοπίστηκαν στο δωμάτιο 7 του ανακτορικού αρχείου,
καταγράφεται σημαντική ποσότητα περίτεχνων αντικείμενων (μεταλλικά αγγεία, φορητές τράπεζες,
θρόνοι, καθίσματα, εγχειρίδια, πελέκεις, χαλινάρια), τα οποία έχουν ερμηνευθεί ως εξοπλισμός για τη
διεξαγωγή θυσιών και τελετουργικών γευμάτων. Palaima 2004, 112-114. Stocker & Davis 2004, 70-
73.

306
αναφέρεται μια λίθινη τράπεζα με διακόσμηση κυάνου και ένα κάθισμα με ένθετα
κοσμήματα από το ίδιο υλικό879.

Oi 702
sup. mut.
.1 ] vacat
.2 ]po-ti-[ ] *190 3
.3 ]-ne-ja po-po-i *190 5
.4 ku-wa-]no-wo-ko-i *190 2
.5 ] *190 2
.6 ] vest. [
inf. mut.

Πρόκειται για μεγάλη σελιδόσχημη πινακίδα, όπως υποδεικνύει το πάχος και το


σωζόμενο σχήμα, ωστόσο σώζεται μόνο μικρό τμήμα της.
.2 ]po-ti-[: πιθανόν po-ti-ni-ja
.3 po-po-i: Σύμφωνα με τους J. Melena και J.-P. Olivier πρόκειται για λανθασμένη
γραφή του όρου po<-ro>-po-i, ο οποίος απαντάται και στην πινακίδα Oi 701.4 ή για
διαφορετική γραφή του ίδιου όρου880.

Oi 703
sup. mut.
.1 ]-ro-i [ ] *190 [
.2 ku-wa-no-wo-ko-i *190 2
.3 [do-]ke-ko-o-ke-ne-i *190 5
.4-5 vacant
inf. mut.

.2 ku-wa-no-wo-ko-i *190 2: η ίδια σύνταξη και παρεχόμενη ποσότητα προϊόντος με


την πινακίδα Oi 701.7.
.3 [do-]ke-ko-o-ke-ne-i *190 5: η ίδια σύνταξη και παρεχόμενη ποσότητα προϊόντος
με την πινακίδα Oi 701.6.

Oi 704
.1 po-ti-ni-ja *190 15
.2 ka-na-pe-u-si *190 6
.3 ko-o-ke-ne-i *190[
.4 ku-wa-no[-wo-ko-i
.5 ] vest. [
inf. mut.

879
. Δεν διευκρινίζεται αν με τον όρο κύανος εννοείται ο lapis lazuli ή η απομίμησή του σε υαλόμαζα.
Ventris & Chadwick 1973, 339-340, 344.
880
. Melena & Olivier 1991, 69. DMic II, 140.

307
.1 po-ti-ni-ja: το γεγονός ότι κάθε λέξη στο σωζόμενο τμήμα της πινακίδας απαντάται
και στην πινακίδα Oi 701 καθιστά πιθανή την ταύτιση του όρου po-ti-ni-ja με τον όρο
si-to-po-ti-ni-ja. Σύμφωνα με τον J. Chadwic, το όνομα της θεότητας ήταν τόσο
οικείο στο γραφέα ώστε παρέλειψε τον προσδιορισμό si-to881.
.2 ka-na-pe-u-si *190 6: η ίδια σύνταξη και παρεχόμενη ποσότητα προϊόντος με την
πινακίδα Oi 701.5.

Oi 705
.1 i-ku-to [
.2 re-u-ko [
.3 ka-ra-pa-so [
.4 [ . . ]-no-wo-ko-[i
inf. mut.

Οι πρώτες σειρές του κειμένου πιθανόν αναφέρουν ανθρωπωνύμια, ενώ στην τέταρτη
γίνεται αναφορά στους κυανουργούς882.

Oi 706
sup. mut.
.1 ] vestigia [
.2 ] *190 2 [
.3 ]i *190 1 [
.4 ] 1 [
inf. mut.

Το κείμενο είναι ιδιαίτερα αποσπασματικό και δεν σώζεται παρά μόνο το ιδεόγραμμα
*190.

Oi 708
sup. mut.
.1-4 vacant
inf. mut.

Το σωζόμενο τμήμα φέρει 4 παράλληλες εγχάρακτες γραμμές χωρίς σύμβολα.

X 707
sup. mut.

881
. Chadwick 1962, 59.
882
. Chadwick 1962, 60.

308
1a ] vestigial? [
1 ] vest.? [ ] a-[ . ]-ti-ri-ta wa-[
2a ]so-i-ne [ . ]-mo X [
2 ]vest. [ ] ka-wo-no[
3a ]wa-de [
3 ]ri-de-ja pe-ka[
inf. mut.

Στο σωζόμενο τμήμα του κειμένου δεν υπάρχουν κοινοί όροι με τις πινακίδες της
σειράς Oi και η δομή του φαίνεται αρκετά διαφορετική 883.

Wt 700
.α *190
.β vacat
.γ vacat

Πήλινο ενεπίγραφο σφράγισμα με δακτυλικά αποτυπώματα στην επιφάνεια και


διάτρητη οπή ανάρτησης. Η παράσταση του σφραγιδόλιθου δεν είναι ευκρινής, αλλά
πιθανόν πρόκειται για ένα κερασφόρο τετράποδο, ίσως ελάφι884. Παρά τις αρχικές
επιφυλάξεις για το εγχάρακτο σύμβολο στην κύρια επιφάνεια του σφραγίσματος, η
επανεξέταση από τους J. Melena και J.-P. Olivier οδήγησε στην ασφαλή ταύτισή του
με το *190885.

2. ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

Κοινό χαρακτηριστικό των παραπάνω κειμένων από το Διάδρομο 4, εκτός της


πινακίδας Χ 707, αποτελεί η καταγραφή διαφόρων ποσοτήτων ενός μόνο προϊόντος
που δηλώνεται με το σύμβολο *190. Πρόκειται για ένα ιδεόγραμμα, γνωστό από
πινακίδες και σφραγίσματα της Κνωσού και της Θήβας, ενώ στις Μυκήνες απαντάται
και σε κείμενα από τη Συνοικία του Λαδεμπόρου σε ιδιαίτερα μεγάλες ποσότητες886.
Οι μικρές επιγραφικές διαφορές του σε σχέση το ιδεόγραμμα *134 οδήγησαν αρχικά
τον J. Chadwick στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για δύο σύμβολα που καταγράφουν
διαφορετικά προϊόντα887.

883
. Chadwick 1962, 67.
884
. Taylour 1962, 36.
885
. Melena & Olivier 1991, 75.
886
. Στην πρώτη σειρά του κειμένου Ue 661 από τη Δυτική Οικία αναφέρονται 100 μονάδες, ποσότητα
που αντιστοιχεί σε 2.880 λίτρα. Tournavitou 1995, 263-264.
887
. Chadwick 1962, 57.

309
Ωστόσο μετά την ανακάλυψη του μεγαλύτερου μέχρι στιγμής αριθμού
ενεπίγραφων σφραγισμάτων στη Θήβα888 και τη δημοσίευσή τους από τους X.
Πιτερό, J.-P. Olivier και J. Melena, θεωρείται πλέον κοινά αποδεκτό ότι τα δύο
ιδεογράμματα είναι ταυτόσημα889. Οι παραπάνω ερευνητές διατύπωσαν με επιφύλαξη
την πρόταση ότι ίσως το σύμβολο *190/*134 σχετιζόταν με την καταγραφή κάποιου
ζώου. Από την άλλη πλευρά, ο J. Killen υποστήριξε ότι το σύμβολο αυτό αποτελούσε
ένα είδος τροφίμου, το οποίο στην περίπτωση της Θήβας συγκεντρώθηκε σε διάφορες
ποσότητες από την περιφέρεια στο ανακτορικό κέντρο μαζί με ζώα για να
καταναλωθεί, πιθανόν στο πλαίσιο ενός τελετουργικού γεύματος890.
Αντίθετα η δομή των κειμένων από το Διάδρομο 4 πιστοποιεί τη διανομή του
συγκεκριμένου τροφίμου σε ποικίλους αποδέκτες, μεταξύ των οποίων θεότητες (si-to-
po-ti-ni-ja και po-ti-ni-ja), ομάδες τεχνιτών και μεμονωμένα άτομα. Τα θεωνύμια,
ανεξάρτητα αν δηλώνουν την ίδια ή διαφορετικές θεότητες891, αναφέρονται πάντα
στην αρχή των κειμένων. Το στοιχείο αυτό σε συνδυασμό με τις σημαντικές
ποσότητες που λαμβάνουν (432 λίτρα το μέγιστο) θέτουν ερωτήματα για την
ερμηνεία των πινακίδων από την περιοχή του Θρησκευτικού Κέντρου.
Σύμφωνα με τον J. Killen, λαμβάνοντας υπόψη τις υπόλοιπες γνωστές
περιπτώσεις καταγραφής του προϊόντος *190/*134, η σειρά Oi από τις Μυκήνες
πιθανότατα αποτελούσε ένα σύνολο κειμένων που σχετιζόταν έμμεσα με την τέλεση
λατρείας892. Ωστόσο είναι αμφίβολο αν τα κείμενα αυτά καταγράφουν αφιερώματα,
καθώς διαφοροποιούνται σημαντικά σε σχέση με το παρεχόμενο προϊόν και την
ποσότητα με τις αφιερωματικές πινακίδες της σειράς Fr από την Πύλο. Παρουσιάζουν
όμως κοινά στοιχεία ως προς τις κατηγορίες αποδεκτών με κείμενα από την Πύλο και
τη Θήβα που έχουν ερμηνευτεί ως «καταγραφές μερίδων για γιορτές» («festival
rations records») στο πλαίσιο της άμεσης ενίσχυσης της θρησκευτικής
δραστηριότητας από την πλευρά του ανακτορικού πολιτικο-οικονομικού
893
συστήματος .

888
. Τα 55 ενεπίγραφα σφραγίσματα αποκαλύφθηκαν το 1984 στην ανατολική πλευρά της Καδμείας,
όχι μακριά από την ανασκαφή της λεγόμενης Οπλοθήκης (1964) και του χώρου όπου εντοπίστηκαν οι
τουλάχιστον 340 νέες πινακίδες (1993-1995). Με βάση την κεραμική χρονολογούνται στο πρώτο μισό
του 13ου αιώνα π.Χ. Συνολικά 5 σφραγίσματα φέρουν το σύμβολο *190. Aravantinos 1987β. 1989-
1990, 249-250. 1990. Killen 1992, 366-367.
889
. Piteros, Olivier & Melena 1990, 163-166.
890
. Killen 1992, 365-367, 376-377. Aravantinos 1996, 185. Bendall 2007, 56-57.
891
. Lupack 2008, 147 (ιδιαίτερα παραπομπή 215).
892
. Killen 2006β, 89-90.
893
. Bendall 2007, 59-65.

310
Παράλληλα η S. Lupack συμπεριέλαβε τα κείμενα που εντοπίστηκαν στο
Διάδρομο 4 στη μελέτη της για το ρόλο του θρησκευτικού τομέα στην οικονομία
κατά τη Μυκηναϊκή περίοδο. Εστιάζοντας κυρίως στη συνύπαρξη εργατικού
δυναμικού με θεότητες, έθεσε το ερώτημα της καταγραφής ποσοτήτων τροφής ως
αντάλλαγμα για παρεχόμενες υπηρεσίες εκ μέρους του προσωπικού των ιερών,
μεταξύ του οποίου και οι εξειδικευμένοι τεχνίτες. Η έλλειψη κάποιου προσδιορισμού
και η επανάληψη της ίδιας ποσότητας του προϊόντος *190/*134 υποδεικνύει ότι
πρόκειται για τις ίδιες ομάδες τεχνιτών, οι οποίες επαναλαμβάνονται σε διαφορετικά
κείμενα894.
Η χρήση της δοτικής πληθυντικού και η μεγάλη ποσότητα του παρεχόμενου
προϊόντος (τουλάχιστον 75 μονάδες αθροιστικά στο σωζόμενο τμήμα των
κειμένων=2.160 λίτρα895) δηλώνουν τη διανομή σε αρκετούς τεχνίτες, ο αριθμός των
οποίων δεν μπορεί να προσδιοριστεί. Αξιοσημείωτη είναι η διαφοροποίηση της
περίπτωσης του Κοοιγενή, ο οποίος αναφέρεται ως αποδέκτης σταθερής και
σημαντικής ποσότητας τροφίμου. Το στοιχείο αυτό σε συνδυασμό με την ονομαστική
αναφορά, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους κοσμικούς αποδέκτες στα κείμενα,
πιθανόν υποδηλώνει τον ιδιαίτερο ρόλο του ως τεχνίτη εξέχουσας σημασίας ή
συντονιστή ομάδας τεχνιτών.
Ο χώρος εργασίας των ανωτέρω τεχνιτών δεν μπορεί να προσδιοριστεί με
ακρίβεια, παρά τις προτάσεις για εργαστηριακές δραστηριότητες σε υπαίθριους
χώρους μεταξύ των ιερών και στα ΒΔ του Θρησκευτικού Κέντρου, πιθανόν όμως,
όπως και στην περίπτωση του ΒΑ Κτιρίου της Πύλου, να βρισκόταν πλησίον της
περιοχής εύρεσης των πινακίδων896. Σύμφωνα με την S. Lupack οι πινακίδες της
σειράς Oi αποτελούν ενδείξεις ενός ιδιαίτερο ρόλου των ιερών στην οικονομική και
παραγωγική δραστηριότητα, καθώς «το προσωπικό των ιερών και τα ιερά στα οποία
ανήκε πιθανόν εξασφάλιζαν ένα μέρος των μέσων συντήρησής τους και πιθανόν κέρδος
από τα προϊόντα που παράγονταν στα συγκεκριμένα εργαστήρια. Επίσης το ανάκτορο,
του οποίου το ενδιαφέρον δηλώνεται με τις πινακίδες Γραμμικής Β, θα πρέπει επίσης
να είχε όφελος από τα προϊόντα των θρησκευτικών εργατών» 897.

894
. Lupack 2008, 148.
895
. Bendall 2007, 258.
896
. Lupack 2008, 148-150.
897
. «And the religious personnel and the sanctuaries to which they belonged probably derived a part of
their livelihood, and perhaps a profit, from the goods produced in these worκshops. Yet the palace,
whose interest is demonstrated by the Linear B tablets, must also have gained in some fashion from the
religious workers’ goods», Lupack 2007, 62.

311
Όσον αφορά στις μεγάλες ποσότητες που προοριζόταν για τις θεότητες, θα
μπορούσαν να ερμηνευθούν ως ανταμοιβή, η οποία παρεχόταν σε τακτική βάση ή στο
πλαίσιο τελετουργικών γευμάτων, προς το προσωπικό που εκτελούσε αποκλειστικά
θρησκευτικά καθήκοντα. Καθώς όμως οι πινακίδες δεν παρέχουν επαρκή στοιχεία για
τυχόν διαβαθμίσεις στο καθεστώς των ατόμων που σχετίζονται με τη λειτουργία των
ιερών, δεν μπορεί να αποκλειστεί η πιθανότητα μέρος του προσωπικού να συμμετείχε
κατά περίσταση, μαζί με τους εξειδικευμένους τεχνίτες, σε κάποιο στάδιο της
βιοτεχνικής διαδικασίας. Η άποψη αυτή ενισχύεται από τη διδακτορική διατριβή του
Δημήτρη Νακάσση The Individual and the Mycenaean State: Agency and
Prosopography in the Linear B Texts from Pylos (2006), όπου άτομα επιφορτισμένα
με θρησκευτικά καθήκοντα ασκούσαν και το επάγγελμα του τεχνίτη.

312
Ζ. SANCTUARIES AND CULT PRACTICES IN THE PALATIAL AND
POSTPALATIAL MYCENAEAN PERIOD
(ABSTRACT)

This thesis deals with Mycenaean religion through the investigation of locales where
sanctuaries and confirmed cult practices can be traced. The chronological frame
includes the flourishing period of the palatial political and economic system (14th-13th
century B.C.) and the period after its collapse (12th century B.C.). The approach
attempts to illuminate the circumstances that formed the Mycenaean sacred landscape
and the bidirectional relation between religious activity and the continuously
transformed social environment. The research was based on a series of sites covering
a broad geographical scope (Peloponnese, central Greece, Thessaly, Cyclades) and
characterized by a variety of spatial, political and economic organization, in which
spatially and functionally autonomous shrines were excavated. Among them palatial
centers, published to a substantial degree, satellite or independent settlements, and
possible rural sites are detected. In addition reference to the island communities in
Ayia Irini Keos and Phylakopi Melos was considered necessary as they offer
important evidence for religious activity within well-organized and long-lasting
settlement contexts. In addition the research incorporated the results of recent
archaeological fieldwork, which has brought to light important information about cult
practices in the Argolid (Ayios Konstantinos Methana, Midea, Tsoungiza), central
Greece (Kalapodi) and Thessaly (Dimini) as well as the restudy of already known
material (Tiryns, Asine). On the other hand the Megaron of the Mycenaean palatial
complexes is not included in the thesis and the only reference to its possible use for
religious purposes concerns citadels that also incorporate independent sanctuaries.
The fields of analysis for each shrine consist of the architectural features, the
categories of equipment, the location in association with the institutions of political
hierarchy, the investigation of ongoing cult practices and the process of participation.
Primarily the archaeological evidence is utilized, whereas selective reference has been
made to epigraphic and iconographic evidence that comes from, or are directly related
to, cult areas. Positing as a basic criterion the spatial and functional association with
settlement contexts, the basic distinction between urban and rural sanctuaries has been
used.

313
In the palatial period the securely identified sanctuaries on the Mainland are
scarce in proportion to the detected and excavated contemporary sites. The best
preserved material comes from urban public sanctuaries. In contrast, the existence of
rural cult places has not been supported adequately by the archaeological finds,
whereas the definite religious activity during the historical period at most of these
sites is considered to have influenced to some degree their identification as
Mycenaean sanctuaries. The remodeled Temple in Ayia Irini, the cultic use of which
goes back to the beginning of the Late Bronze Age, comprises the earliest known so
far independent Mycenaean sanctuary in an urban context. The reuse of the building
as early as the LH III A1 period was accompanied by interior modifications, alteration
of the focal point in cult and renewal of the equipment. The above features, in
combination with the limited information about contemporary settlement remains,
indicate the emergence of the Temple as the major locale of activity in the area. On
the Mainland Room A at Ayios Konstantinos on the east coast of the Methana
peninsula, in use according to E. Konsolaki-Yannopoulou from the LH III A2 to LH
III B2 period, comprises the earliest construction that could be safely interpreted as an
urban sanctuary. Located away from the geographical borders of the evolving leading
site of Mycenae, the sanctuary was a place of major importance indicated by the
contemporaneous foundation, use and abandonment with the nearby settlement. Local
features and symbolisms of cult as well as competition among the members of the
local community can be traced in the categories and the special characteristics of the
portable equipment. Contemporary early evidence for ritual activity was discovered in
the deposit pit EU9 on Tsoungiza at ancient Nemea with an emphasis on the
preparation and performance of feasts. The quantitative features and the distinctive
levels of participation in the communal consumption of alcohol and the distribution of
substantial quantities of meat render the performed feasts a dynamic means of
confirmation of hierarchical relationships on a local and regional scale. Of special
interest is the lack of any evidence for the continuity of ritual activity during the
consolidation of the palatial administrative system in the Argolid, a fact that could be
attributed to the full incorporation of Tsounziga into a powerful political center, most
likely Mycenae.
The 13th century B.C. is characterized by a wide geographical distribution of
the available evidence for sanctuaries. The Cult Center of Mycenae is a landmark in
the history of study of Mycenaean religion and cult practices as it constitutes a
314
complete complex of independent sanctuaries with distinct architecture and spatial
arrangement, located within an administrative center, a feature that has no parallel in
the palatial period. Its maximal exploitation and complete period of use is
contemporary with the final phase of development of the palatial building complex,
whereas its equipment is directly associated with the palatial workshops and the
circulation of raw materials. No hierarchy can be traced between the sanctuaries based
on their architectural forms and equipment, however some categories of finds possibly
reflect special rites. The role of the palatial administrative system is attested to be
complicated. On the one hand it encouraged the foundation of independent cult
buildings and the establishment of public cult, despite the restrictions to access and to
the process of participation in the rituals. However at the same time the concentration
of religious activity within the spatial context of the acropolis and the formation of a
road system used for direct communication between the palatial complex and the Cult
Center indicate a tendency for the manipulation of the sanctuaries and related cult
practices.
The changes in the architecture and the equipment of the sanctuaries and their
service areas at the beginning of the LH III B2 period comprise an important
parameter in the association of the Cult Center with the socio-political organization at
the acropolis. The emphasis on valuable offerings and specialized ritual equipment
was restricted to such a degree that the quantitative and qualitative features of the
sanctuaries changed radically. Despite the questions about the reasons which might
have caused the reformation of the Cult Center, the continuity of its use until the
collapse of the palatial system certifies the maintenance of a crucial role at a symbolic
level.
In the case of the other citadels in the Argolid an intensification of religious
activity is attested at the end of the palatial period, although there is inadequate
evidence for organizing religion according to the pattern of Mycenae. At Midea and
Tiryns the uncovering of common, to a great extent, categories of cult equipment
indicates specific rituals in the wider area of the citadel wall. As for the distribution of
urban sanctuaries beyond the citadels, at Dimini the foundations of two cult buildings
are attested during the flourishing period of a settlement that was in use for a long
period. Room 1 in Megaron B has no parallel due to its particularly close spatial
relation to one of the excavated multi-functional building complexes which expressed
and served the needs of the local elite. The connection between religious activity and
315
socio-political transformations at Dimini is reinforced by the contemporaneous
abandonment of the cult places and the building complexes mentioned above. The
case of the Phylakopi sanctuary is complicated due to the questions about the exact
foundation chronology. Since the sanctuary was erected in the LH III A2 period as C.
Renfrew suggests, an argument that is supported by the chronology of part of the cult
equipment, it comprised, along with the defense wall and the Megaron, one of the
basic elements of the Mycenaean character of the settlement. On the other hand, G.
Albers’ proposal for the sanctuary’s construction at the end of the LH III B period
poses the question of a late interest in organizing cult in an independent building,
definitely later than the erection of the administrative building.
The collapse of the palatial administrative system at the end of the LH III B2
period along with the political, social and economic changes that took place in a wide
geographical area had a direct effect in the shaping of the postpalatial sacred
landscape. Sanctuaries, mostly urban, are traced in a heterogeneous group of sites,
including spatially and functionally transformed citadels, new or continuously used
sites located on the axis of important sea and land routes. The continuity of use of the
sanctuaries at Phylakopi and Ayia Irini, after the remodeling of the layout and the cult
equipment, presents them as an element of stability in the island communities
undergoing transformation. However this role was applied differently in the two
cases, as the special architectural features and the differentiation in the total period of
use suggest. Specifically the Temple at Ayia Irini, which was used until the end of the
Bronze Age, possibly constituted the basic core of activity in the promontory. In
addition, its wider area was occupied for a long time during the historic period by
successive shrines.
At Tiryns, a site that probably played an upgraded role in the allocation of
power in the postpalatial Argolid, the successive independent cult buildings constitute
a basic feature of the spatial and functional reorganization. A reinforcement and
intensification of religious activity in the Lower Citadel can be traced along with the
reconstruction of the altar in the Upper Citadel, having as a result the formation of
poles of cultic activity close to the major landmarks of the palatial period. The
postpalatial society is also characterized by a series of complicated social processes
expressed in the erection of buildings distinct in terms of their architecture and
dimensions inside and outside the citadel, the provision of raw material and
sophisticated prestige objects and possibly the possession of valuable keimelia. In this
316
context, the operation of the sanctuaries in the Lower Citadel comprises an important
aspect of the reformed intra-communal circumstances and possibly reflected the
competitive relationships between new elite groups.
In contrast, the settlement at Asine does not offer such clear evidence for its
spatial organization when House G was erected. After the restudy of the
archaeological material by B. Sjöberg and G. Albers, this building can be interpreted
as an urban sanctuary based on its interior layout, specific elements of construction
and equipment. The quantitative features of the finds indicate a small number of
participants in rituals, despite the notable dimensions in comparison with the
contemporary sanctuaries at Tiryns. The process of participation is possibly associated
with an attempt by specific members of the postpalatial local society to express
differentiation and self determination. The incorporation of cult activity into the new
socio-political conditions is reinforced by the fact that, despite the long occupation of
the area, there is no indication for earlier religious activity. The emergence of local
elite groups during the postpalatial period is possibly also suggested by the evidence
for cult at Kalapodi in central Greece, a location used uninterruptedly for religious
purposes. Already from the LH III C middle period until the end of the Bronze Age,
cult was performed in the wider area where the Classical temples were erected. The
location of the sanctuary on the axis of important land routes in association with the
quantitative and qualitative features of its equipment raise the likelihood of the
existence of an interregional sanctuary which contributed to the determination of the
relationship between various postpalatial communities from a wide geographical
territory.

The complex political, social and economic processes that took place on the Greek
Mainland between the 14th and 12th century B.C. had as a result the formation of a
context with distinct cultural features. Religion emerged as a particularly important
aspect of social life reflected by the intensification of cult activity during the palatial
period through the erection of independent sanctuaries and the systematic
performance of cult practices. In addition, the continuity of use and the establishment
of new organized cult places during the postpalatial period reinforce the crucial
contribution of religion to the interaction between individuals and groups as well as to
the maintenance of intra-communal cohesion.

317
Η. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Adrimi-Sismani, V., T. Rehren & Ε. Asderaki-Tzoumerkioti 2009. «Two


Mycenaean lead vessels: composition and manufacture». Στο Αρχαιολογικό Έργο
Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδας». Πρακτικά επιστημονικής συνάντησης, Βόλος
16/3-19/3/2006, Τόμος Ι, 695-705. Βόλος: Υπουργείο Πολιτισμού και Πανεπιστήμιο
Θεσσαλίας.
Adrimi-Sismani, V. & L. Godart 2005. “Les inscriptions en linéaire B de
Dimini/Iolkos et leur contexte archéologique“, Annuario della Scuola Archeologica di
Atene 83, ser. 3, no. 5, vol. I: 47-69.
Αδρύμη-Σισμάνη, Β. 2008. «Το Διμήνι και η παρουσία των Μυκηναίων στη
Θεσσαλία». Στο 1ο Διεθνές Συνέδριο Ιστορίας και Πολιτισμού της Θεσσαλίας.
Πρακτικά συνεδρίου, Λάρισα 9-11/11/2006, Τόμος Ι, 85-98. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις
Αλέξανδρος και Περιφέρεια Θεσσαλίας.
Adrimi-Sismani, V. 2007. «Mycenaean northern borders revisited. New evidence
from Thessaly». Στο Rethinking Mycenaean Palaces II, επιμ. Μ. Galaty & W.
Parkinson, 159-177. Los Angeles: University of California.
Adrimi-Sismani V. 2006α, «The Palace of Iolkos and its end». Στο Ancient Greece:
from the Mycenaean palaces to the age of Homer, επιμ. S. Deger-Jalkotzy & I.
Lemos, Edinburgh Leventis Studies 3, 465-481. Edinburgh: Edinburgh University
Press.
Αδρύμη-Σισμάνη, Β. 2006β. «Η γκρίζα ψευδομινύεια και η στιλβωμένη χειροποίητη
κεραμική από τον Μυκηναϊκό οικισμό Διμηνίου». Στο Αρχαιολογικό Έργο Θεσσαλίας
και Στερεάς Ελλάδας. Πρακτικά επιστημονικής συνάντησης, Βόλος 27.2-2.3.2003,
Τόμος Ι, 85-100. Βόλος: Υπουργείο Πολιτισμού και Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας.
Adrimi-Sismani, V. 2004-2005. «Le palais de Iolkos et sa destruction», BCH 128-
129: 1-54.
Αδρύμη-Σισμάνη, Β. 2003. «Μυκηναϊκή Ιωλκός», ΑΑΑ ΧΧΧΙΙ-XXXIV: 71-100.
Αδρύμη-Σισμάνη, Β. 2002. «Αρχαία Ιωλκός. Μια πρώτη προσέγγιση», Στο Μνημεία
της Μαγνησίας. Πρακτικά του συνεδρίου Ανάδειξη του διαχρονικού μνημειακού
πλούτου του Βόλου και της ευρύτερης περιοχής, Βόλος 11-13/5/2001, 94-107. Βόλος:
Δημοτικό Κέντρο Ιστορίας και Τεκμηρίωσης Βόλου.
Αδρύμη-Σισμάνη, Β. 2000α. Το Διμήνι στην Εποχή του Χαλκού. 1977-1997. 20
Χρόνια Ανασκαφών (Διδ. Διατριβή, Α.Π.Θ.).

318
Αδρύμη-Σισμάνη, Β. 2000β. «Οικία με διάδρομο από την αρχαία Ιωλκό». Στο Έργο
των Εφορειών Αρχαιοτήτων και Νεωτέρων Μνημείων του ΥΠΠΟ στη Θεσσαλία και
την Ευρύτερη Περιοχή της. 1η Επιστημονική Συνάντηση, Βόλος, Μάιος 1998, 279-291.
Βόλος: Υπουργείο Πολιτισμού, ΙΓ’ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασσικών
Αρχαιοτήτων.
Αδρύμη-Σισμάνη, Β. 1999. «Μυκηναϊκός κεραμικός κλίβανος στο Διμήνι». Στα
Πρακτικά Α’ Διεθνούς Διεπιστημονικού Συμποσίου Η Περιφέρεια του Μυκηναϊκού
Κόσμου, Λαμία, 25-29 Σεπτεμβρίου 1994, 131-142. Λαμία: Υπουργείο Πολιτισμού,
ΙΔ’ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων.
Αδρύμη-Σισμάνη, Β. 1996. «Η Μυκηναϊκή πόλη στο Διμήνι. Νεότερα δεδομένα για
την αρχαία Ιωλκό». Στο Atti e memorie del secondo congresso internazionale di
micenologia, Roma-Napoli, 14-20/1991, επιμ. E. De Miro, L. Godart & A. Sacconi,
Vol. 3, 1295-1309. Roma: Gruppo Editoriale Internazionale.
Αδρύμη-Σισμάνη, Β. 1994α. «Ο Μυκηναϊκός οικισμός Διμηνίου». Στο «Θεσσαλία:
Δεκαπέντε χρόνια αρχαιολογικής έρευνας, 1975-1990. Αποτελέσματα και Προοπτικές»,
Λυών, 17-22 Απριλίου 1990, Τόμος Α’, 225-232. Αθήνα: Υπουργείο Πολιτισμού.
Αδρύμη-Σισμάνη, Β. 1994β. «Η Μυκηναϊκή πόλη στο Διμήνι. Νεότερα δεδομένα
για την αρχαία Ιωλκό». Στο Νεότερα δεδομένα των ερευνών για την αρχαία Ιωλκό.
Πρακτικά επιστημονικής συνάντησης, Βόλος 12 Μαΐου 1993, 17-44. Βόλος:
Δημοτικό Κέντρο Ιστορίας και Τεκμηρίωσης Βόλου.
Αδρύμη-Σισμάνη, Β. 1992. «Μυκηναϊκός οικισμός στο Διμήνι». Στο Πρακτικά
Διεθνούς Συνεδρίου για την Αρχαία Θεσσαλία στη μνήμη του Δ.Ρ. Θεοχάρη, Βόλος
1987, 272-278. Δημοσιεύματα Αρχαιολογικού Δελτίου αριθ. 48. Αθήνα: ΤΑΠΑ.
Αδρύμη-Σισμάνη, Β. 1990. ΑΔ 45, Β’1-Χρονικά, 194-197.
d’ Agata, A. L. 1996. «The «Lord» of Asine reconsidered: technique, type and
chronology». Στο Asine III. Supplementary Studies on the Swedish Excavations 1922-
1930. Fasc. 1, επιμ. R Hägg, G. Nordquist and B. Wells, 39-46. Stockholm: Åströms
editions.
Albers, G. 2009. «Figures and figurines in Mycenaean sanctuaries : patterns of find
distributions and contexts». Στο Εncounters with Mycenaean figures and figurines.
Papers presented at a seminar at the Swedish Institute at Athens, 27-29 April 2001,
επιμ. A.-L. Schallin & P. Pakkanen, 85-98. Stockholm: Swedish Institute at Athens.
Albers, G. 2004. «Re-evaluating Mycenaean sanctuaries». Στο Celebrations.
Sanctuaries and the Vestiges of Cult practice. Selected papers and discussions from
319
the 10th Anniversary Symposium of the Norwegian Institute at Athens, 12-16 May
1999, επιμ. M. Wedde, 111-149. Bergen: Åströms editions.
Albers, G. 2001. «Rethinking Mycenaean sanctuaries». Στο POTNIA. Deities and
religion in the Aegean Bronze Age. Proceedings of the 8th international Aegean
Conference. Göteborg University, 12-15 April 2000, επιμ. R. Laffineur & R. Hägg,
Aegaeum 22, 131-141. Liège/Austin: Université de Liège & University of Texas at
Austin.
Albers, G. 1994. Spätmykenische Stadtheiligtümer. Systematische Analyse und
vergleichende Auswertung der archäologischen Befunde. Oxford: BAR International
Series 596.
Αλεξίου, Σ. 1958. «Η μινωική θεά μεθ’ υψωμένων χειρων», Κρητικά Χρονικά 12:
179-299.
Ålin, P. 1968. «Unpublished Mycenaean sherds from Asine», OpAth 8, 87-105.
Andreou, S., M. Fotiadis & K. Kotsakis 1996. «Review of Aegean Prehistory V: the
Neolithic and Bronze Age of northern Greece», AJA 100: 537-597.
Andreou, S. 2001. «Exploring the patterns of power in the Bronze Age settlements of
northen Greece». Στο Urbanism in the Aegean Bronze Age, Sheffield Studies in
Archaeology 4, επιμ. K. Branigan, 160-173. U.K.: Sheffield Academic Press.
Antonaccio, C. 1994. «Placing the past: the Bronze Age in the cultic topography of
Early Greece». Στο Placing the gods: sanctuaries and sacred space in ancient
Greece, επιμ. S.E. Alcock & R. Osborne, 79-104. New York: Oxford University
Press.
Aravantinos, V., L. Godart & A. Sacconi 2001. Thèbes. Fouilles de la Cadmée I :
les tablettes en linéaire B de l’ Odos Pelopidou. Édition et commentaire. Pise/Rome :
Instituti Editoriali e Poligrafici Internazionali.
Aravantinos, V. 2010. «Mycenaean Thebes : old questions, new answers». Στο
Espace civil, espace religieux en égée durant la période mycénienne. Actes des
journées d’ archeologie et de philologie mycéniennes tenues à la Maison de l’ Orient
et de la Méditerranée-Jean Pouilloux, Université Lumière-Lyon, February 1, 2006 &
March 1, 2007, επιμ. Ι. Boehm & S. Müller-Celka, Travaux de la Maison de l’ Orient
et de la Méditerranée No 54, 51-70. Lyon : Maison de l’ Orient et de la Méditerranée.
Aravantinos, V. 1996. «Tebe micenea: recenti scoperte epigrafiche ed archeologische
(1993-1995)», SMEA XXXVIII: 179-190.

320
Aravantinos, V. 1990. «The Mycenaean inscribed sealings from Thebes: problems of
content and function». Στο Aegean seals, sealings and administration. Proceedings of
the NEH-Dickson conference of the Program in Aegean Scripts and Prehistory of the
Departmenet of Classics, University of Texas at Austin, January 11-13, 1989, επιμ. T.
Palaima, Aegaeum 5, 149-170. Liège: Université de Liège.
Aravantinos, V. 1989-1990. «Santuari e palazzo : appunti sui rapporti economicο-
amministrativi tra la sfera del culto e il potere politico in età micenea». Στο Atti del
convegno internazionale ANATHEMA : regime delle offerte e vita dei santuari nel
Mediterraneo antico, 15-18/6/1989, Scienze dell’ Antichità 3-4, 243-261.
Aravantinos, V. 1987α. «Mycenaean place-names from Thebes: the new evidence»,
Minos 20-22: 33-40.
Aravantinos, V. 1987β. «Mycenaean sealings from Thebes: preliminary notes». Στο
Tractata Mycenaea. Proceedings of the eighth International Colloquium on
Mycenaean Studies, Ohrid 15-20 September 1985, επιμ. P. Ilievski & L. Crepajac 13-
27. Skopje.
Åström, P. & Reese D.S. 1990, «Triton shells in East Mediterranean cults», JPR 3-4:
5-14.
Atkinson, T.D. et al. 1904. Excavations at Phylakopi in Melos conducted by the
British School at Athens, Society for the Promotion of Hellenic Studies Suppl. Paper
No 4. London: Macmillan.
Aura Jorro, F. 1993. Diccionario Micénico, Vol. IΙ. Madrid: Consejo Superior de
Investigaciones Cientificas, Instituto de Filologia [=DMic. II].
Aura Jorro, F. 1985. Diccionario Micénico, Vol. I. Madrid: Consejo Superior de
Investigaciones Cientificas, Instituto de Filologia [=DMic. I].
Banou, E. 1996. Beitrag zum Studium Lakoniens in der mykenischen Zeit. Quellen
und Forschungen zur antiken Welt, Bd 20. München.
Barber, R.L.N. 1999. «Μυκηναίοι στη Φυλακωπή;». Στα Πρακτικά Α’ Διεθνούς
Διεπιστημονικού Συμποσίου Η Περιφέρεια του Μυκηναϊκού Κόσμου, Λαμία, 25-29
Σεπτεμβρίου 1994, 315-320. Λαμία: Υπουργείο Πολιτισμού, ΙΔ’ Εφορεία
Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων.
Barber, R.L.N. 1994. Οι Κυκλάδες στην Εποχή του Χαλκού. Μετάφραση: Όλγα
Χατζηαναστασίου. Αθήνα: Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος.
Barber, R.L.N. 1974. «Phylakopi 1911 and the history of the Later Cycladic Bronze
Age», BSA 69: 1-53.
321
Baumbach, L. 1979. «The Mycenaean contribution to the study of Greek religion in
the Bronze Age», SMEA XX: 143-160.
Bell, C. 2007. «Response: defining the need for a definition». Στο The Archaeology of
Ritual, επιμ. E. Kyriakidis, 277-288. University of California, Los Angeles: Cotsen
Institute of Archaeology.
Bell, C. 1992. Ritual theory, ritual practice. Oxford/New York: Oxford University
Press.
Bendall L.M. 2007. Economics of religion in the Mycenaean world. Resources
dedicated to religion in the Mycenaean palace economy. Oxford: Oxford University
School of Archaeology.
Bendall L.M. 2005. «Fit for a King? Hierarchy, exclusion, aspiration and desire in
the social structure of Mycenaean banqueting». Στο Food, Cuisine and Society in
Prehistoric Greece, Sheffield Studies in Aegean Archaeology 5, επιμ. P. Halstead &
J. Barrett, 105-135. Oxford: Oxbow Books.
Blegen, C.W. & M. Rawson 1966. The Palace of Nestor at Pylos in Western
Messenia, Vol. I: The Buildings and their Contents. Princeton: Princeton University
Press.
Bourdieu, P. 1977. Outline of a theory of practice. Cambridge: Cambridge
University Press.
Borgna, E. 2004. «Aegean feasting: a Minoan perspective». Στο The Mycenaean
Feast, επιμ. J. Wright, 127-159. Princeton: American School of Classical Studies at
Athens.
Bowie, F. 2000. The archaeology of religion. An introduction. Unoted Kingdom:
Blackwell Publishing.
Calligas, P.G. 1992. «From the Amyklaion». Στο ΦΙΛΟΛΑΚΩΝ. Lakonian studies in
honour of Hector Catling, επιμ. J. M. Sanders, 31-48. London: British School at
Athens.
Caskey Ervin, M. & N. Tountas 1998. «Ayia Irini. Some new architectural details».
Στο Kέα-Kύθνος: Ιστορία και Αρχαιολογία. Eπιμ. Λ. Μενδώνη & Α. Μαζαράκης-
Αινιάν. Πρακτικά Διεθνούς Συμποσίου, 22-25 Ιουνίου 1994, 695-697. Αθήνα: Εθνικό
Ίδρυμα Ερευνών και Ιόνιο Πανεπιστήμιο.
Caskey, Ε. M. 1998. «Ayia Irini: Temple studies». Στο Kέα-Kύθνος: Ιστορία και
Αρχαιολογία. Eπιμ. Λ. Μενδώνη & Α. Μαζαράκης-Αινιάν. Πρακτικά Διεθνούς

322
Συμποσίου, 22-25 Ιουνίου 1994, 123-138. Αθήνα: Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Ιόνιο
Πανεπιστήμιο.
Caskey, Ε. M. 1986. KEOS II. The Temple at Ayia Irini, Part I: the Statues
Princeton: Princeton University Press.
Caskey, Ε. M. 1984. «The Temple at Ayia Irini, Kea: evidence for the Late Helladic
IIIC phases». Στο The Prehistoric Cyclades. Contributions to a workshop on Cycladic
chronology, επιμ. J.A. McGillivray & R.L.N. Barber, 241-254. Edinburgh:
Department of Classical Archaeology.
Caskey, Ε. M. 1981. «Ayia Irini, Kea: the terracotta statues and the cult in the
temple». Στο Sanctuaries and Cults in the Aegean Bronze Age. Proceedings of the
First International Symposium at the Swedish Institute in Athens, 12-13 May 1980,
επιμ. R. Hägg and N. Marinatos, 127-136. Stockholm: Swedish Institute at Athens.
Caskey, J. L. 1979. «Ayia Irini, Keos: the successive periods of occupation». AJA 83/
4: 412.
Caskey, J. L. 1971. «Excavations in Keos. Part I: Excavations and Explorations
1966-1970». Hesperia 40: 359-396.
Caskey, J. L. 1966. «Excavations in Keos, 1964-1965». Hesperia 35: 363-376.
Caskey, J. L. 1964. «Excavations in Keos, 1963». Hesperia 31: 314-335.
Caskey, J. L. 1962. «Excavations in Keos, 1960-1961»,Hesperia 31: 263-283.
Castleden, R. 2005. Mycenaeans. U.K.: Routledge.
Cavanagh, W. 2001. «Empty space? Courts and squares in Mycenaean towns». Στο
Urbanism in the Aegean Bronze Age, Sheffield Studies in Archaeology 4, επιμ. K.
Branigan, 119-134. U.K.: Sheffield Academic Press.
Chadwick, J. 1985. «What do we know about Mycenaean religion?». Στο Linear B:
A 1984 survey. Proceedings of the Mycenaean Colloquium of the VIIIth Congress of
the International Federation of the Societies of Classical Studies, Dublin, 27 August-1
September 1984, επιμ. A. Morpurgo-Davies & Y. Duhoux, 191-202. Louvain-la-
Neuve: Bibliothèque des Cahiers de l’Institute de Linguistique de Louvain.
Chadwick, J. 1976. The Mycenaean world. Cambridge: Cambridge University Press.
Chadwick, J. 1962. «Texts and commentary». Στο The Mycenae Tablets III, επιμ. J.
Chadwick. Transactions of the American Philosophical Society 52, Part 7, 54-67.
Chadwick, J. 1957. «Potnia», Minos 5: 117-129.
Charitonidis, S. 1960. «Ιερόν Πύλης», ΑΜ 75: 1-3.

323
Cherry, J. & J. Davis 2001. «“Under the sceptre of Agamemnon”: the view from the
hinterlands of Mycenae». Στο Urbanism in the Aegean Bronze Age, Sheffield Studies
in Archaeology 4, επιμ. K. Branigan, 141-59. U.K.: Sheffield Academic Press.
Cline, E. 2007. «Rethinking Mycenaean international trade with Egypt and the Near
East». Στο Rethinking Mycenaean Palaces II, επιμ. Μ. Galaty & W. Parkinson, 190-
200. Los Angeles: University of California.
Cline, E. 1995. «Egyptian and Near Eastern imports at Late Bronze Age Mycenae».
Στο Egypt, the Aegean and the Levant. Interconnections in the second millennium
B.C., επιμ. W. Vivian Davies & L. Schofield, 91-115. London: Trustees of British
Museum.
Cole, S. G. 1985. «Archaeology and Religion». Στο Contributions to Aegean
Archaeology: Studies in Honor of William A. McDonald, επιμ. N.C. Wilkie & W.
D.E. Coulson, 49-59. Minneapolis: Kendall/Hunt Publishing Company.
Cummer, W. & E. Schofield 1984. Ayia Irini: House A, KEOS III. Mainz: von
Zabern.
Crowley, J. 2008. «Mycenaean art and architecture». Στο The Cambridge Companion
to the Aegean Bronze Age, επιμ. C. Shelmerdine, 258-288. New York: Cambridge
University Press.
Dabney, M. K. et al. 2004. «Mycenaean feasting on Tsoungiza at ancient Nemea».
Στο The Mycenaean Feast, επιμ. J. Wright 77-95. Princeton: American School of
Classical Studies at Athens.
Dakouri-Hild, A. 2005. «Breaking the mould? Production and economy in the
Theban state». Στο AUTOCHTHON. Papers presented to O.T.P.K. Dickinson on the
occasion of his retirement, επιμ. A. Dakouri-Hild & S. Sherratt, 207-224. Oxford:
BAR International Series 1432.
Δακορώνια, Φ. 2003. «Ερευνώντας δύο “περιφέρειες”: ανατολική Λοκρίδα και ΒΑ
Φωκίδα. Ομοιότητες και διαφορές». Στα Πρακτικά Β’ Διεθνούς Διεπιστημονικού
Συμποσίου Η Περιφέρεια του Μυκηναϊκού Κόσμου, Λαμία, 26-30 Σεπτεμβρίου 1999,
339-349. Λαμία: Υπουργείο Πολιτισμού, ΙΔ’ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασσικών
Αρχαιοτήτων.
Δανηιλίδου, Δ. 1986. «Sitopotinija των Μυκηνών και η Μυκηναϊκή Πότνια». Στο
Φίλια Έπη εις Γεώγιον Ε. Μυλωνάν, 323-342. Αθήνα: Η εν Αθήναις Αρχαιολογική
Εταιρεία.

324
Darcque, P. 2005. L’ habitat mycénien. Formes et functions de l’ espace bâti en
Grèce continentale à la fin du IIe millénaire avant J.-C. Bibliothèques des Écoles
françaises d’ Athènes et de Rome, Fasc. 319. Athens: École Française d’ Athènes.
Davis, J. & J. Bennet 1999. «Making Mycenaeans: Warfare, Territorial Expansion
and Representations of the other in the Pylian Kingdom». Στο POLEMOS: Le
contexte guerrier en Égée à l’ âge du Bronze. Proceedings of the 6 th International
Aegean Conference. Université de Liège, 14-17 avril 1998, επιμ. R. Laffineur,
Aegaeum 19, 105-120. Liège/Austin: Université de Liège & University of Texas at
Austin.
Davis, J. 2008. «Minoan Crete and the Aegean islands». Στο The Cambridge
Companion to the Aegean Bronze Age, επιμ. C. Shelmerdine, 186-208. New York:
Cambridge University Press.
Dawkins, R.M. & J.P. Droop 1910/1911. «The excavations at Phylakopi in Melos».
BSA 17: 1-22.
Deger-Jalkotzy, S. 2008. «Decline, Destruction, Aftermath». Στο The Cambridge
Companion to the Aegean Bronze Age, επιμ. C. Shelmerdine, 387-415. New York:
Cambridge University Press.
Demakopoulou, K. & N. Divari-Valakou 2009. «Mycenaean figures and figurines
from Midea». Στο Εncounters with Mycenaean figures and figurines. Papers
presented at a seminar at the Swedish Institute at Athens, 27-29 April 2001, επιμ. A.-
L. Schallin & P. Pakkanen, 37-53. Stockholm: Swedish Institute at Athens.
Demakopoulou, K. & N. Divari-Valakou 2001. «Evidence for cult practice at
Midea». Στο POTNIA. Deities and religion in the Aegean Bronze Age. Proceedings of
the 8th international Aegean Conference. Göteborg University, 12-15 April 2000, επιμ.
R. Laffineur & R. Hägg, Aegaeum 22, 182-191. Liège/Austin: Université de Liège &
University of Texas at Austin.
Demakopoulou, K. et al. 1999. «Excavations in Midea 1995-1996». OpAth 22-23:
57-90.
Demakopoulou, K. et al. 1996. «Excavations in Midea 1994»: OpAth 21, 13-32.
Δημακοπούλου, Κ. 2001. «Ανασκαφές στη Μυκηναϊκή ακρόπολη της Μιδέας». Στο
Forschungen in der Peloponnes. Akten des Symposions anlässlich der Feier 100
Jahre Österreichisches Archäologisches Institut Athen. Athen 5.3.-7.3.1998, επιμ. V.
Mitsopoulos-Leon, 19-28. Αθήνα: Sonderschriften des Österreichischen
Archäologischen Instituts.
325
Demakopoulou, K. 2003. «The pottery from the destruction layers in Midea: Late
Helladic III B2 late or Transitional Late Helladic III B2/Late Helladic III C early?».
LH III C chronology and synchronisms. Proceedings of the international workshop
held at the Austrian Academy of Sciences at Vienna, May 7th and 8th 2001, επιμ. S.
Deger-Jalkotzy & M. Zavadil, 77-92. Wien: Österreichische Akademie der
Wissenschaften.
Demakopoulou, K. 1999. «A Mycenaean terracotta figure from Midea in the
Argolid». Στο MELETEMATA. Studies in Aegean archaeology presented to Malcolm
H. Wiener as he enters his 65th year, επιμ. P. Betancourt et al., Aegaeum 20, Vol. I,
197-205. Liège/Austin: Université de Liège & University of Texas at Austin.
Demakopoulou, K. 1995. «Mycenaean citadels: recent excavations on the acropolis
of Midea in the Argolid». BICS 40: 151-161.
Δημακοπούλου, Κ. 1982. Το Μυκηναϊκό ιερό στο Αμυκλαίο και η ΥΕ ΙΙΙ Γ περίοδος
στη Λακωνία (Διδ. Διατριβή, Αθήνα).
Δήμου, Ε. et al. 2003. «Ορυκτολογική μελέτη μεταλλικών και άλλων υλικών της
Ύστερης Εποχής του Χαλκού από την ανασκαφή του Αγίου Κωνσταντίνου
Μεθάνων». Στο ΑΡΓΟΣΑΡΩΝΙΚΟΣ. Πρακτικά 1ου Διεθνούς Συνεδρίου Ιστορίας και
Αρχαιολογίας του Αργοσαρωνικού, Πόρος 26-29 Ιουνίου 1998. ΤΟΜΟΣ Α’, 229-
248. Αθήνα: Μπουλούκος-Λογοθέτης Ο.Ε.
Dickinson, O. 2006. The Aegean from Bronze Age to Iron Age. London/New York:
Routledge.
Dickinson, O. 1994. The Aegean Bronze Age. Cambridge: Cambridge University
Press.
Dickinson, O. 1992. «Reflections on Bronze Age Laconia». Στο ΦΙΛΟΛΑΚΩΝ.
Lakonian studies in honour of Hector Catling, επιμ. J. M. Sanders, 109-114. London:
British School at Athens.
Dietz, S. 1980. Asine II. The Middle Bronze Age Cemetery, Fasc. 2. Göteborg:
Swedish Institute at Athens.
Dietrich, B.C. 1974. The origins of Greek religion. Berlin-New York: de Gruyter.
Eder, B. 2009. «The northern frontier of the Mycenaean world». Στο Αρχαιολογικό
Έργο Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδας». Πρακτικά επιστημονικής συνάντησης, Βόλος
16/3-19/3/2006, Τόμος Ι, 113-131. Βόλος: Υπουργείο Πολιτισμού και Πανεπιστήμιο
Θεσσαλίας.

326
Eder, B. 2001. «Continuity of Bronze Age cult at Olympia? The evidence of the Late
Bronze Age and Early Iron Age pottery». Στο POTNIA. Deities and religion in the
Aegean Bronze Age. Proceedings of the 8th international Aegean Conference.
Göteborg University, 12-15 April 2000, επιμ. R. Laffineur & R. Hägg Aegaeum 22,
201-209. Liège/Austin: Université de Liège & University of Texas at Austin.
Eder, B. 1998. Argolis, Lakonien, Messenien. Vom Ende den mykenischen Palastzeit
is zur Einwanderung der Dorien. Wien: Verlag der Österreichischen Akademie der
Wissenschaften.
Ellinger, P. 1987. “Hyampolis et le sanctuaire d’ Artémis Elaphébolos dans l’
histoire, la légende et l’ espace de la Phocide”. AA 1987/Heft 1: 88-99.
Evans, A.J. 1901. «Mycenaean tree and pillar cult and its Mediterranean relations».
JHS 21: 99-204.
Evely, D. 1992. Well Built Mycenae 27: Ground Stone. Στο Well Built Mycenae. The
Helleno-British Excavations within the Citadel at Mycenae 1959-1969, επιμ. W.
Taylour et al. Oxford: Oxbow Books.
Felsch, 2001. “Opferhandlungen des Alltagslebens im Heiligtum der Artemis
Elaphebolos von Hyampolis in den Phasen SH IIIC-Spätgeometrisch“. Στο POTNIA.
Deities and religion in the Aegean Bronze Age. Proceedings of the 8th international
Aegean Conference. Göteborg University, 12-15 April 2000, επιμ. R. Laffineur & R.
Hägg, Aegaeum 22, 193-199. Liège/Austin: Université de Liège & University of
Texas at Austin.
Felsch, R. 1999. “Το Mυκηναϊκό ιερό στο Καλαπόδι: λατρεία και τελετουργικό”. Στα
Πρακτικά Α’ Διεθνούς Διεπιστημονικού Συμποσίου Η Περιφέρεια του Μυκηναϊκού
Κόσμου, Λαμία, 25-29 Σεπτεμβρίου 1994, 163-170. Λαμία: Υπουργείο Πολιτισμού,
ΙΔ’ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων.
Felsch, R. 1987. “Kalapodi. Bericht über die Grabungen im Heiligtum der Artemis
Elaphebolos und des Apollon von Hyampolis 1978-1982”. AA 1987/Heft 1: 1-26.
Felsch, R. 1981. “Mykenischer Kult im Heiligtum bei Kalapodi?”. Στο Sanctuaries
and Cults in the Aegean Bronze Age. Proceedings of the First International
Symposium at the Swedish Institute in Athens, 12-13 May 1980, επιμ. R. Hägg and
N. Marinatos, 81-89. Stockholm: Swedish Institute at Athens.
Fotou, V. 1993. New light on Gournia. Unknown documents of the excavation at
Gournia and other sites on the Isthmus of Ierpetra by Harriet Ann Boyd. Aegaeum 9.
Liège/Austin: Université de Liège & University of Texas at Austin.
327
French E. & W. Taylour 2007. Well Built Mycenae 13: The Service Areas of the
Cult Centre. Στο Well Built Mycenae. The Helleno-British Excavations within the
Citadel at Mycenae 1959-1969, επιμ. W. Taylour et al. Oxford: Oxbow Books.
French E. & K. Shelton 2005. «Early Palatial Mycenae». Στο AUTOCHTHON.
Papers presented to O.T.P.K. Dickinson on the occasion of his retirement, επιμ. A.
Dakouri-Hild & S. Sherratt, 175-184. Oxford: BAR International Series 1432.
French, E. 2011. Well Built Mycenae 16/17: The Post-palatial Levels. Στο Well Built
Mycenae. The Helleno-British Excavations within the Citadel at Mycenae 1959-1969,
επιμ. W. Taylour et al. Oxford: Oxbow Books.
French, E. 2002. Mycenae. Agamemnon’s capital. The Site in its Setting. Stroud &
Charleston: Tempus Publishing Group.
French, E. 1985. «The Figures and Figurines», C. Renfrew et al., The Archaeology of
Cult. The Sanctuary at Phylakopi, BSA Suppl. 18: 209-235.
French, E. 1981. «Cult places at Mycenae». Στο Sanctuaries and Cults in the Aegean
Bronze Age. Proceedings of the First International Symposium at the Swedish
Institute in Athens, 12-13 May 1980, επιμ. R. Hägg and N. Marinatos, 41-48.
Stockholm: Swedish Institute at Athens.
French, E. 1971. «The development of Mycenaean terracotta figurines». BSA 66:
216-238.
Frödin, O. & A. W. Persson 1938. Asine [I]. Results of the Swedish excavations
1922-1930. Stockholm.
Furumark, A. 1944. «The Mycenaean IIIC pottery and its relation to Cypriote
fabrics». OpArch 3: 194-265.
Gale, N.H. 1998. «The role of Kea in metal production and trade in the late Bronze
Age». Στο Kέα-Kύθνος: Ιστορία και Αρχαιολογία. Eπιμ. Λ. Μενδώνη & Α.
Μαζαράκης-Αινιάν. Πρακτικά Διεθνούς Συμποσίου, 22-25 Ιουνίου 1994, 737-758.
Αθήνα: Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Ιόνιο Πανεπιστήμιο.
Gamble, C. 1985. «Formation processes and the animal bones from the Sanctuary at
Phylakopi». Στο The Archaeology of Cult. The Sanctuary at Phylakopi, επιμ. C.
Renfrew, 479-483. BSA Suppl. 18. London: Thames and Hudson.
Geertz, C. 2003. H ερμηνεία των πολιτισμών. Μετάφραση Θ. Παραδέλλης. Αθήνα:
Εκδόσεις Αλεξάνδρεια.
Gérard-Rousseau, M. 1968. Les mentions religieuses dans les tablettes mycéniennes.
Rome: Edizioni dell’ Ateneo.
328
Gesell, G. 2004. «From Knossos to Kavousi: the popularizing of the Minoan palace
goddess». Στο ΧΑΡΙΣ. Essays in honor of S. A. Immerwahr, επιμ. A. Chapin.
Hesperia Suppl. 33, 131-150. Princeton: American School of Classic Studies and
Archaeology.
Godart, L. & Y. Tzedakis 1991. «Les nouveaux texts en Linéaire B de la Canée.
RivFil 119: 129-149.
Godart, L., J.T. Killen & J.-P. Olivier 1983. «Eighteen more fragments of Linear B
tablet from Tiryns. Augrabungen in Tiryns 1981». AA: 413-426.
Guggisberg, M. 2009. «Animal figures and sacrificial rituals at the end of the Bronze
Age». Στο Εncounters with Mycenaean figures and figurines. Papers presented at a
seminar at the Swedish Institute at Athens, 27-29 April 2001, επιμ. A.-L. Schallin &
P. Pakkanen, 125-138. Stockholm: Swedish Institute at Athens.
Hägg R., G. Nordquist & B. Wells eds 1996. Asine III. Supplementary studies on the
Swedish excavations 1922-1930, Fasc. 1. Stockholm: Åströms editions.
Hägg, R. 1996. «The religion of the Mycenaeans, twenty-four years after the 1967
Mycenological congress in Rome». Στο Atti e memorie del secondo congresso
internazionale di micenologia, Roma-Napoli, 14-20/1991, επιμ. E. De Miro, L.
Godart & A. Sacconi, Vol. 1, 599-612. Roma: Gruppo Editoriale Internazionale.
Hägg, R. 1990. «The role of libations in Mycenaean ceremony and cult». Στο
Celebrations of Death and Divinity in the Aegean Bronze Age Argolid. Proceedings of
the Sixth International Symposium at the Swedish Institute in Athens, 11-13 June
1988, επιμ. R. Hägg & G. Nordquist, 177-184. Stockholm: Swedish Institute at
Athens.
Hägg, R. 1985. «Mycenaean religion: the Helladic and the Minoan components». Στο
Linear B: A 1984 survey. Proceedings of the Mycenaean Colloquium of the VIIIth
Congress of the International Federation of the Societies of Classical Studies, Dublin,
27 August-1 September 1984, επιμ. A. Morpurgo-Davies & Y. Duhoux, 203-225.
Louvain-la-Neuve: Bibliothèque des Cahiers de l’Institute de Linguistique de
Louvain.
Hägg, R. 1984. «Degrees and character of the Minoan influence on the mainland».
Στο The Minoan Thalassocracy. Myth and Reality. Proceedings of the Third
International Symposium at the Swedish Institute in Athens, 31 May-5 June 1982,
επιμ. R. Hägg & N. Marinatos, 119-122. Stockholm: Swedish Institute at Athens.

329
Hägg, R. 1981α.«Official and popular cult in Mycenaean Greece». Στο Sanctuaries
and Cults in the Aegean Bronze Age. Proceedings of the First International
Symposium at the Swedish Institute in Athens, 12-13 May 1980, επιμ. R. Hägg and
N. Marinatos, 35-40. Stockholm: Swedish Institute at Athens.
Hägg, R. 1981β. «The House Sanctuary at Asine revisited». Στο Sanctuaries and
Cults in the Aegean Bronze Age. Proceedings of the First International Symposium at
the Swedish Institute in Athens, 12-13 May 1980, επιμ. R. Hägg and N. Marinatos,
91-94. Stockholm: Swedish Institute at Athens.
Hägg, R. 1968. «Mykenische Kultstätten im archäologischen Material». OpAth 8: 39-
60.
Hallager, E. et al. 1992. «New Linear B tablets from Khania». Kadmos 31: 61-87.
Hamilakis, Y. & E. Konsolaki 2004. «Pigs for the Gods: Burnt animal sacrifices as
embodied rituals at a Mycenaean sanctuary». OJA 23: 135-151.
Hamilakis, Y. 2003. «Animal sacrifice and Mycenaean societies: preliminary
thoughts on the zooarchaeological evidence from the sanctuary at Ag. Konstantinos,
Methana». Στο ΑΡΓΟΣΑΡΩΝΙΚΟΣ. Πρακτικά 1ου Διεθνούς Συνεδρίου Ιστορίας και
Αρχαιολογίας του Αργοσαρωνικού, Πόρος 26-29 Ιουνίου 1998. ΤΟΜΟΣ Α’, 249-
256. Αθήνα: Μπουλούκος-Λογοθέτης Ο.Ε.
Hiesel, G. 1990. Späthelladische Hausarchitektur. Mainz: von Zabern.

Hiller, S. 1981. «Mykenische Heiligtümer: Das Zeugnis der Linear B-Texte». Στο
Sanctuaries and Cults in the Aegean Bronze Age. Proceedings of the First
International Symposium at the Swedish Institute in Athens, 12-13 May 1980, επιμ.
R. Hägg and N. Marinatos, 95-126. Stockholm: Swedish Institute at Athens.
Hiller, S. 1979. «ka-ko na-wi-jo, Notes on Interdependencies of temple and Bronze in
the Aegean Bronze Age». Στο Colloquium Mycenaeum. Actes du sixième colloque
international sur les textes mycéniens et égéens tenu à Chamont sur Neuchâtel du 7
au-3 Septembre 1975, επιμ. E. Risch & H. Mühlestein, 189-195. Switzerland:
Neuchâtel/Genève.
Hirsch, E.S. 1977. Painted decoration on the floors of Bronze Age structures on
Crete and the Greek Mainland. SIMA Vol. 53. Sweden: Åströms editions.
Hogarth, D.G. et al. 1897/1898. «Excavations in Melos, 1898». BSA 4: 1-48.
Hood, M.S.F. 1953. «A Mycenaean cavalryman». BSA 48: 84-99.
Hooker, J.T. 1976. Mycenaean Greece. London: Routledge & Kegan Paul.

330
Iakovidis, S. 2003. «Late Helladic IIIC at Mycenae». In LH IIIC chronology and
synchromisms. Proceedings of the International Workshop held at the Austrian
Academy of Sciences at Vienna, May 7th and 8th 2001, επιμ. S. Jalkotzy & M.
Zavadil, 117-123. Wien: Verlag der Österreichischen Akademie der Wissenschaften.
Iakovidis, S. 1983. Late Helladic Citadels on Mainland Greece. Leiden: E.J. Brill.
Isaakidou, et al. 2002. «Burnt animal sacrifice at the Mycenaean “Palace of Nestor”,
Pylos». Antiquity 76: 86-92.
Jakob-Felsch, M. 1987. «Bericht zur spätmykenischen und submykenischen
Keramik». AA 1987/Heft 1: 26-35.
Karali, L. 1999. Shells in Aegean Prehistory. Oxford: BAR International Series 761.
Kardulias, N. P. 2007. «Flaked stone and the role of the palaces in the Mycenaean
world system». Στο Rethinking Mycenaean Palaces II, επιμ. Μ. Galaty & W.
Parkinson, 102-113. Los Angeles: University of California.
Keesing, R. & A. Strathern 19973. Cultural anthropology. A contemporary
perspective. U.S.A.: Wadsworth Publishing
Kilian, K. 1992. «Mykenische Heligtümer der Peloponnes». Στο KOTINOS.
Festschrift für Erika Simon, επιμ. H. Froning, T. Hölscher & H. Mielsch, 10-25.
Mainz: von Zabern.
Kilian, K. 1990. «Patterns in the cult activity in the Mycenaean Argolid: Haghia
Triada (Klenies), the Profitis Elias Cave (Haghios Hadrianos) and the citadel of
Tiryns». Στο Celebrations of Death and Divinity in the Aegean Bronze Age Argolid.
Proceedings of the Sixth International Symposium at the Swedish Institute in Athens,
11-13 June 1988, επιμ. R. Hägg & G. Nordquist, 185-197. Stockholm: Swedish
Institute at Athens.
Kilian, K. 1988α. «The emergence of wanax ideology in the Mycenaean palaces».
OJA 7: 291-302.
Kilian, K. 1988β. «Ausgrabungen in Tiryns 1982/83. Bericht zu den Grabungen».
AA: 105-225.
Kilian, K. 1987. «Zur Funktion der mykenischen Residenzen auf dem griechischen
Festland». Στο The Function of the Minoan Palaces. Proceedings of the Forth
International Symposium at the Swedish Institute in Athens, 10-16 June 1984, επιμ.
R. Hägg & N. Marinatos, 21-38. Stockholm: Swedish Institute at Athens.
Kilian, K. 1982. «Ausgrabungen in Tiryns 1980. Bericht zu den Grabungen». AA:
393-466.
331
Kilian, K. 1981α. «Ausgrabungen in Tiryns 1978, 1979 Bericht zu den Grabungen».
AA: 149-256.
Kilian, K. 1981β. «Zeugnisse mykenischer Kultausübung in Tiryns». Στο Sanctuaries
and Cults in the Aegean Bronze Age. Proceedings of the First International
Symposium at the Swedish Institute in Athens, 12-13 May 1980, επιμ. R. Hägg and
N. Marinatos, 49-58. Stockholm: Swedish Institute at Athens.
Kilian, K. 1979. «Ausgrabungen in Tiryns 1977. Bericht zu den Grabungen». AA:
379-447.
Kilian, K. 1978. «Ausgrabungen in Tiryns 1976. Bericht zu den Grabungen».
AA/Heft 4: 449-470.
Killen, J. T. 2006α. «The subjects of the wanax: aspects of Mycenaean social
structure». Στο Ancient Greece: from the Mycenaean palaces to the age of Homer,
επιμ. S. Deger-Jalkotzy & I. Lemos, Edinburgh Leventis Studies 3, 87-99. Edinburgh:
Edinburgh University Press.
Killen, J. T. 2006β. «Thoughts on the functions of the new Thebes tablets». Στο Die
Neuen Linear-B Texte aus Theben: ihr Aufschlusswert für die Mykenische Sprach und
Kultur, επιμ. S. Deger-Jalkotzy & O. Panagl, 79-110. Wien: Verlag der
Österreichischen Akademie der Wissenschaften.
Killen, J. T. 1994. «Thebes sealings, Knossos tablets and Mycenaean state banquets».
BICS 39: 67-84.
Killen, J. T. 1992. «Observations on the Thebes sealings». Στο MYKENAΪKA. Actes
du IXe Colloque international sur les textes mycéniens et égéens organisé par le
Centre de l' Antiquité Greque et Romaine de la Fondation Hellénique des Recherchés
Scientifiques et l' École Française d' Athèns, 2-6 Octobre 1990, επιμ. J.-P. Olivier,
BCH Suppl. XXV, 365-380. Paris: École Française d' Athèns.
Konsolaki-Yannopoulou, E. 2004. «Mycenaean religious architecture: the
archaeological evidence from Ayios Konstantinos, Methana». Στο Celebrations.
Sanctuaries and the Vestiges of Cult practice. Selected papers and discussions from
the 10th Anniversary Symposium of the Norwegian Institute at Athens, 12-16 May
1999, επιμ. M. Wedde, 61-94. Bergen: Norwegian Institute at Athens.
Κονσολάκη-Γιαννοπούλου, Ε. 2003α. «Τα Μυκηναϊκά ειδώλια από τον Άγιο
Κωνσταντίνο Μεθάνων». Στο ΑΡΓΟΣΑΡΩΝΙΚΟΣ. Πρακτικά 1ου Διεθνούς Συνεδρίου

332
Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Αργοσαρωνικού, Πόρος 26-29 Ιουνίου 1998. ΤΟΜΟΣ
Α’, 375-406. Αθήνα: Μπουλούκος-Λογοθέτης Ο.Ε.
Κονσολάκη-Γιαννοπούλου, Ε. 2003β. «Ταφές νηπίων στο Μυκηναϊκό ιερό του
Αγίου Κωνσταντίνου Μεθάνων». Στο ΑΡΓΟΣΑΡΩΝΙΚΟΣ. Πρακτικά 1ου Διεθνούς
Συνεδρίου Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Αργοσαρωνικού, Πόρος 26-29 Ιουνίου
1998. ΤΟΜΟΣ Α’, 257-284. Αθήνα: Μπουλούκος-Λογοθέτης Ο.Ε.
Konsolaki-Yannopoulou, E. 2002. «A Mycenaean Sanctuary on Methana». Στο
Peloponnesian Sanctuaries and Cults. Proceedings of the Ninth international
Symposium at the Swedish Institute at Athens, 11-13 June 1994, επιμ. R. Hägg, 25-
43. Stockholm: Swedish Institute at Athens.
Konsolaki-Yannopoulou, E. 2001. «New evidence for the practice of libations in the
Aegean Bronze Age». Στο POTNIA. Deities and religion in the Aegean Bronze Age.
Proceedings of the 8th international Aegean Conference. Göteborg University, 12-15
April 2000, επιμ. R. Laffineur & R. Hägg, Aegaeum 22, 213-220. Liège/Austin:
Université de Liège & University of Texas at Austin.
Konsolaki-Yannopoulou, E. 1999. «A group of new Mycenaean horsemen from
Methana». Στο MELETEMATA. Studies in Aegean archaeology presented to Malcolm
H. Wiener as he enters his 65 th year, επιμ. P. Betancourt et al. Aegaeum 20, Vol. I,
427-433. Liège/Austin: Université de Liège & University of Texas at Austin.
Κονσολάκη, Ε. 1991. «Μέθανα, Άγ. Κωνσταντίνος». ΑΔ 46/Β1: 71-74.
Kramer-Hajos, M. 2008. Beyond the Palace: Mycenaean East Lokris. Oxford: BAR
International Series 1781.
Krauss, A. 2001. «i-je-ro and related terms». JPR 15: 39-48.
Krzyszkowska, O. 2007. Well Built Mycenae 24: The ivories. Στο Well Built
Mycenae. The Helleno-British Excavations within the Citadel at Mycenae 1959-1969,
επιμ. W. Taylour et al. Oxford: Oxbow Books.
Kyriakidis, E. 2007. «Finding ritual: calibrating the evidence». Στο The Archaeology
of Ritual, επιμ. E. Kyriakidis, 9-22. University of California, Los Angeles: Cotsen
Institute of Archaeology.
Laburthe-Tolra, P. & J.-P. Warnier 2003. Εθνολογία-Ανθρωπολογία. Μετάφραση
Β. Χατζάκη. Αθήνα: Εκδόσεις Κριτική.
Lambrinudakis, V. 1981. «Remains of the Mycenaean period in the sanctuary of
Apollo Maleatas». Στο Sanctuaries and Cults in the Aegean Bronze Age. Proceedings
of the First International Symposium at the Swedish Institute in Athens, 12-13 May
333
1980, επιμ. R. Hägg and N. Marinatos, 59-65. Stockholm: Swedish Institute at
Athens.
Λαμπρινουδάκης, Β. 1978. «Ανασκαφή στο ιερό του Απόλλωνος Μαλεάτα», ΠΑΕ:
111-121.
Λαμπρινουδάκης, Β. 1977. «Ανασκαφή στο ιερό του Απόλλωνος Μαλεάτα». ΠΑΕ:
187-194.
Λαμπρινουδάκης, Β. 1976. «Ανασκαφή στο ιερό του Απόλλωνος Μαλεάτα». ΠΑΕ:
202-209.
Λαμπρινουδάκης, Β. 1975. «Ιερόν Μαλεάτου Απόλλωνος εις Επίδαυρον». ΠΑΕ:
162-175.
Laviosa, C. 1968. «Il Lord di Asine è una “sfinge”?». Στο Atti e memorie del primo
congresso internazionale di micenologia, Roma 27 Settembre-3 Ottobre 1967,
Incunabula Graeca 5, 87-90. Roma: Consiglio nazionale delle Ricerche.
Lemos, I. 2002. The Protogeometric Aegean. Oxford: Oxford University Press.
Leukart, A. 1979. «Autour de ka-ko na-wi-jo: Quelques Critères ». Στο Colloquium
Mycenaeum. Actes du sixième colloque international sur les textes mycéniens et
égéens tenu à Chamont sur Neuchâtel du 7 au-3 septembre 1975, επιμ. E. Risch & H.
Mühlestein, 183-187. Switzerland: Neuchâtel/Genève.
van Leuven, J. C. 1981. «Problems and methods of Prehellenic naology». Στο
Sanctuaries and Cults in the Aegean Bronze Age. Proceedings of the First
International Symposium at the Swedish Institute in Athens, 12-13 May 1980, επιμ.
R. Hägg and N. Marinatos, 11-26. Stockholm: Swedish Institute at Athens.
van Leuven, J.C. 1979. «Mycenaean Goddesses called Potnia». Kadmos 18: 112-
129.
Liddell, H. G. & R. Scott 1907. Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης. Μετάφραση:
Ξενοφών Μόσχος. Αθήνα: Εκδόσεις «Ι. Σιδέρης»[=Liddell & Scott].
Lis, B. 2008. «Cooked food in the Mycenaean Feast». Στο DAIS. The Aegean Feast.
Proceedings of the 12th International Aegean Conference. University of Melbourne,
25-29 March 2008, επιμ. L. Hitchcock, R. Laffineur & J. Crowley, Aegaeum 29, 141-
150. Liège/Austin: Université de Liège & University of Texas at Austin.
Livieratou, A. 2011. «Regional cult systems in the transitional period from the Late
Bronze to the Early Iron Age : Comparing the evidence from two different parts of
mainland Greece, the Argolid plain and the East Phokis». Στο The “Dark Age”
Revisited. Acts of an international symposium in memory of W.D.E. Coulson,
334
University of Thessaly, Volos 14-17 June 2007, επιμ. A. Mazarakis-Ainian. Volos :
University of Thessaly Press.
Livieratou, A. 2009. «The transition from the Late Bronze Age to the Early Iron Age
in the east Phokis and Lokris». Στο Αρχαιολογικό Έργο Θεσσαλίας και Στερεάς
Ελλάδας». Πρακτικά επιστημονικής συνάντησης, Βόλος 16/3-19/3/2006, Τόμος ΙΙ,
951-973. Βόλος: Υπουργείο Πολιτισμού και Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας.
Lolling, H.G. & P. Wolters 1886. «Das Kuppelgrab bei Dimini». MdI 11: 435-443.
Lupack, S. M. 2008. The role of the religious sector in the economy of Late Bronze
Age Mycenaean Greece.Oxford: BAR International Series 1858.
Lupack, S. M. 2007. «Palaces, Sanctuaries and Workshops: The Role of the
Religious Sector in Mycenaean Economics». Στο Rethinking Mycenaean Palaces II,
επιμ. Μ. Galaty & W. Parkinson, 54-65. Los Angeles: University of California.
Lupack, S. M. 1999. «Palaces, Sanctuaries and Workshops: The Role of the
Religious Sector in Mycenaean Economics». Στο Rethinking Mycenaean Palaces:
New Interpretations of an Old Idea, επιμ. M.L. Galaty & W.A. Parkinson, 25-34. Los
Angeles: University of California.
Mackenzie, D. et al. 1898/1899. «Excavations in Melos, 1899». BSA 5: 3-19.
Marcus, J. 2007. «Rethinking ritual». Στο The Archaeology of Ritual, επιμ. E.
Kyriakidis, 43-76. University of California, Los Angeles: Cotsen Institute of
Archaeology.
Maran, J. 2006. «Coming to terms with the past: ideology and power in Late
Helladic IIIC». Στο Ancient Greece: from the Mycenaean palaces to the age of
Homer, επιμ. S. Deger-Jalkotzy & I. Lemos, Edinburgh Leventis Studies 3, 123-150.
Edinburgh: Edinburgh University Press.
Maran, J. 2002. «Licht auf ein dunkles Jahrhundert». Ruperto Carola.
Forschungsmagazin der Universität Heidelberg/2: 4-11.
Maran, J. 2001. «Political and religious aspects of architectural change on the Upper
Citadel of Tiryns. The case of Building T». Στο POTNIA. Deities and religion in the
Aegean Bronze Age. Proceedings of the 8th international Aegean Conference.
Göteborg University, 12-15 April 2000, επιμ. R. Laffineur & R. Hägg, Aegaeum 22,
113-122. Liège/Austin: Université de Liège & University of Texas at Austin.
Maran, J. 2000. «Das Megaron im Megaron. Zur Datierung und Function des
Antenbaus im mykenischen Palast von Tiryns». AA/Heft 1: 1-16.

335
Marinatos, N. 1988. «The fresco from Room 31 at Mycenae: problems of method
and interpretation». Στο Problems in Greek Prehistory. Papers Presented at the
Centenary Conference of the British School of Archaeology at Athens, Manchester,
April 1986, επιμ. E.B. French & K.A. Wardle, 245-248. Bristol: Bristol Classical
Press.
Mazarakis Ainian, A. 1997. From ruler’s dwellings to temples. Architecture,
religion and society in Early Iron Age Greece (1.100-700 B.C.), SIMA Vol. CXXI.
Sweden: Åströms editions.
McCallum, L.R. 1987. Decorative Program in the Mycenaean Palace of Pylos: the
Megaron Frescoes (Διδ. Διατριβή, University of Pennsylvania).
ΜcCauley, R. & T.E. Lawson 2007. «Cognition, religious ritual and archaeology».
Στο The Archaeology of Ritual, επιμ. E. Kyriakidis, 209-254. University of California,
Los Angeles: Cotsen Institute of Archaeology.
Mee, C. 2008. «Mycenaean Greece, the Aegean and beyond». Στο The Cambridge
Companion to the Aegean Bronze Age, επιμ. C. Shelmerdine, 362-386. New York:
Cambridge University Press.
Melena, J.L. & J.-P. Olivier 1991. TITHEMY. The tablets and nodules in Linear B
from Tiryns, Thebes and Mycenae. A revised transliteration. MINOS Suppl.12.
Salamanca: Ediciones Universidad de Salamanca.
Moore, A. D. & W. D. Taylour 1999. The Temple Complex, Well built Mycenae: The
Helleno-British Excavations within the Citadel of Mycenae 1959-1969, Fasc. 10, στη
σειρά W. D. Taylour, E.B. French & K. A. Wardle. Oxford: Oxbow Books.
Moore, A. 1988. «The large monochrome terracotta figures from Mycenae: the
problem of interpretation». Στο Problems in Greek Prehistory. Papers Presented at the
Centenary Conference of the British School of Archaeology at Athens, Manchester,
April 1986, επιμ. E.B. French & K.A. Wardle, 219-225. Bristol: Bristol Classical
Press.
Mountjoy, P.A. 1985. «The pottery». Στο The Archaeology of Cult. The Sanctuary at
Phylakopi, επιμ. C. Renfrew, 151-208. BSA Suppl. 18. London: Thames and Hudson.
Μουρτζάς, Ν. & Ε. Κολαΐτη 1998. «Αλληλεπίδραση γεωλογικών και
αρχαιολογικών παραγόντων: η εξέλιξη των προϊστορικών και ιστορικών οικισμών και
κατασκευών σε σχέση με τις μεταβολές του επιπέδου της θάλασσας στις ακτές της
νήσου Κέας». Στο Kέα-Kύθνος: Ιστορία και Αρχαιολογία, επιμ. Λ. Μενδώνη & Α.

336
Μαζαράκης-Αινιάν. Πρακτικά Διεθνούς Συμποσίου, 22-25 Ιουνίου 1994, 679-693.
Αθήνα: Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Ιόνιο Πανεπιστήμιο.
Morgan, C. 1999. Isthmia Vol. VIII. The Late Bronze Age Settlement and the Early
Iron Age Sanctuary. Princeton: The American School of Classical Studies at Athens.
Morgan, C. 1996. «From palace to polis? Religious developments on the Greek
Mainland during Bronze Age/Iron Age transition». Στο Religion and Power in the
ancient Greek world. Proceedings of the Uppsala Symposium 1993, επιμ. P.
Hellström & B. Alroth, 41-57. Uppsala: Ubsaliensis S. Academiae.
Morgan, C. 1994. «The Evolution of a Sacral ‘landscape’: Isthmia, perachora and the
Early Corinthian State». Στο Placing the gods: sanctuaries and sacred space in
ancient Greece, επιμ. S.E. Alcock & R. Osborne, 105-142. New York: Oxford
University Press.
Morris, C. & R. Jones 1998. «The Late Bronze Age town of Ayia Irini and its
Aegean relations». Στο Kέα-Kύθνος: Ιστορία και Αρχαιολογία, επιμ. Λ. Μενδώνη &
Α. Μαζαράκης-Αινιάν. Πρακτικά Διεθνούς Συμποσίου, 22-25 Ιουνίου 1994, 189-199.
Αθήνα: Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Ιόνιο Πανεπιστήμιο.
Mossman, S. 1993. Mycenaean Lead: archaeology and technology (Διδ. Διατριβή,
University of Birmingham).
Μühlenbruch, T. 2009. «Tiryns-The settlement and its history in LH IIIC». Στο LH
III C chronology and synchronisms III. LH IIIC late and the transition to the Early
Iron Age. Proceedings of the international workshop held at the Austrian Academy of
Sciences at Vienna, February 23rd and 24th 2007, επιμ. S. Deger-Jalkotzy & A.E.
Bächle, 313-326. Wien: Österreichische Akademie der Wissenschaften.
Μühlenbruch, T. 2007. «The post-palatial settlement in the Lower Citadel of
Tiryns». Στο LH III C chronology and synchronisms II. LH IIIC middle. Proceedings
of the international worskshop held at the Austrian Academy of Sciences at Vienna,
October 29th and 30th 2004, επιμ. S. Deger-Jalkotzy & M. Zavadil, 243-251. Wien:
Österreichische Akademie der Wissenschaften.
Müller, K. 1930. «Die Architektur der Burg und des Palästes», TIRYNS III .
Augsburg: Deutsches Archäologisches Institut.
Μυλωνάς, Γ. 1983. Πολύχρυσοι Μυκήναι. Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών.
Μυλωνάς, Γ. 1977. Μυκηναϊκή θρησκεία. Ναοί, βωμοί και τεμένη. Πραγματείαι της
Ακαδημίας Αθηνών 39. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.
Μυλωνάς, Γ. 1973. «Ανασκαφή Μυκηνών». ΠΑΕ: 99-107.
337
Μυλωνάς, Γ. 1972. Το Θρησκευτικόν Κέντρον των Μυκηνών. Πραγματείαι της
Ακαδημίας Αθηνών 37. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.
Mylonas, G. 1966. Mycenae and the Mycenaean Age. Princeton: Princeton University
Press.
Mylonas, G. 1956. «Seated and multiple Mycenaean figurines in the National
Museum of Athens, Greece». Στο The Aegean and the Near East. Studies presented to
H. Goldman, επιμ. S.S. Weinberg, 110-121. Locust Valley & New York: J.J.
Augustin.
Mylonas-Shear, I. 1984. Mycenaean Domestic Architecture, Vol. I & II (Διδ.
Διατριβή, University of Michigan).
Nakassis, D. 2006. The Individual and the Mycenaean State: Agency and
Prosopography in the Linear B Texts from Pylos (Διδ. Διατριβή, University of Texas
at Austin).
Niemeier, W.-D. 2009. «Jahresbericht 2008. Ausgrabungen und Forschungen.
Kalapodi (Abai), AA, 107-110.
Niemeier, W.-D. 2008. «Jahresbericht 2007. Ausgrabungen und Forschungen.
Kalapodi, AA, 99-102.
Nilsson, M. 1950. The Minoan-Mycenaean Religion and its Survival in Greek
Religion2. New York: Biblo & Tannen.
Palaima, T. 2008α. «Mycenaean Religion». Στο The Cambridge Companion to the
Aegean Bronze Age, επιμ. C. Shelmerdine, 342-361. New York: Cambridge
University Press.
Palaima, T. 2008β. «The significance of Mycenaean words relating to meals, meal
rituals and food». Στο DAIS. The Aegean Feast. Proceedings of the 12th International
Aegean Conference. University of Melbourne, 25-29 March 2008, επιμ. L. Hitchcock,
R. Laffineur & J. Crowley, Aegaeum 29, 383-389. Liège/Austin: Université de Liège
& University of Texas at Austin.
Palaima, T. 2004. «Sacrificial feasting in the Linear B documents». Στο The
Mycenaean Feast, επιμ. J. Wright, 77-95. Princeton: American School of Classical
Studies at Athens.
Palaima, T. 1995. «The nature of the Mycenaean wanax: non-indo-european origins
and priestly functions». Στο The Role of the Rruler in the Prehistoric Aegean.
Proceedings of a panel discussion presented at the Annual Meeting of the
Archaeological Institute of America, New Orleans Louisiana, 28 December 1992,
338
επιμ. P. Rehak. Aegaeum 11, 119-139. Liège/Austin: Université de Liège &
University of Texas at Austin.
Palmer, L. R. 1966. «Some points for discussion». Στο Proceedings of the
Cambridge Colloquium on Mycenaean Studies, επιμ. L.R. Palmer & J. Chadwick,
275-284. Cambridge & New York: Cambridge University Press.
Palmer, L.R. 1981. «Some new Minoan-Mycenaean gods», Innsbrucker Beiträge zur
Sprachwissenschaft. Vorträge und kleine Schriften 26: 5-20.
Παπαδημητρίου, Α. 1998. «Η οικιστική εξέλιξη της Τίρυνθας μετά τη Μυκηναϊκή
εποχή. Τα αρχαιολογικά ευρήματα και η ιστορική ερμηνεία τους». Στο Άργος και
Αργολίδα. Τοπογραφία και πολεοδομία. Πρακτικά διεθνούς συνεδρίου, Αθήνα-Άργος
28/4-1/5 1990, επιμ. A. Pariente & G. Touchais, 117-129. Αθήνα: École Française d'
Athèns.
Παπαδημητρίου, Ι. 1955. «Ανασκαφαί εν Μυκήναις». ΠΑΕ: 217-232.
Παπαδόπουλος, Θ. 1976. «Η Εποχή του Χαλκού στην Ήπειρο». Δωδώνη.
Επιστημονική Επετηρίς της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, 271-
338.
Παπαευθυμίου-Παπανθίμου, Α. 1997. Τελετουργικός καλλωπισμός στο προϊστορικό
Αιγαίο. Θεσσαλονίκη : Εκδόσεις Βάνιας.
Parkinson, W. A. 2007. «Chipping away at a Mycenaean economy. Obsidian
exchange, Linear B and “palatial control” in Late Bronze Age Messenia». Στο
Rethinking Mycenaean Palaces II, επιμ. Μ. Galaty & W. Parkinson, 87-101. Los
Angeles: University of California.
Pellegrino, P. 2006. Το νόημα του χώρου. Η εποχή και ο τόπος. Βιβλίο Ι.
Μετάφραση: Κ. Τσουκαλά. Αθήνα: Τυπωθήτω.
Pelon, O. 1984. «Le palais minoen en tant que lieu de culte». Στο Temples et
sanctuaries. Séminaire de reserche 1981-1983 sous la direction de G. Roux, 61-79.
Lyon: Maison de l’ Orient et de la Méditerranée.
Persson, A.W. 1942. The religion of Greece in Prehistoric times. Sather Classical
Lectures, Vol. 17. Berkley & Los Angeles: University of California Press.
Phillips, J. & E. Cline 2005. «Amenhotep III and Mycenae: new evidence». Στο
AUTOCHTHON. Papers presented to O.T.P.K. Dickinson on the occasion of his
retirement, επιμ. A. Dakouri-Hild & S. Sherratt, 317-328. Oxford: BAR International
Series 1432.

339
Pilafidis-Williams, K. 1998. The sanctuary of Aphaia on Aigina in the Bronze Age.
München: Deutches Arhäologisches Institut.
Pini, I. επιμ. 2004. Kleinere Griechische Sammlungen. Corpus der Minoischen und
Mykenischen Siegel, Vol. V, Supplementum 3. Mainz : von Zabern [=CMS V S3].
Pini, I. επιμ. 1993. Kleinere Griechische Sammlungen. Corpus der Minoischen und
Mykenischen Siegel, Vol. V, Supplementum 1B. Berlin : Verlag Gebrüder Mann
[=CMS V S1B].
Pini, I. επιμ. 1975. Kleinere Griechische Sammlungen. Corpus der Minoischen und
Mykenischen Siegel, Vol. V. Berlin : Verlag Gebrüder Mann [=CMS V].
Piteros C., J.-P. Olivier & J.L.Melena 1990. «Les inscriptions en linéaire B des
nodules de Thèbes (1982): La fouille, les documents les possibilities d’
interpretations». BCH 104: 103-184.
de Polignac, F. 1994. «Mediation, competition and sovereignty: the evolution of rural
sanctuaries in geometric Greece». Στο Placing the gods: sanctuaries and sacred
space in ancient Greece, επιμ. S.E. Alcock & R. Osborne, 3-18. New York: Oxford
University Press.
Πολυχρονάκου-Σγουρίτσα, Ν. 2003. «Μυκηναϊκά πήλινα ομοιώματα επίπλων». Στο
ΑΡΓΟΣΑΡΩΝΙΚΟΣ. Πρακτικά 1ου Διεθνούς Συνεδρίου Ιστορίας και Αρχαιολογίας
του Αργοσαρωνικού, Πόρος 26-29 Ιουνίου 1998. ΤΟΜΟΣ Α’, 301-309. Αθήνα:
Μπουλούκος-Λογοθέτης Ο.Ε.
Podzuweit, C. 1978. «Ausgrabungen in Tiryns 1976. Bericht zur spätmykenischen
Keramik». AA: 471-498.
Pullen, D. & T. Tartaron 2007. «Where’s the palace? The absence of state formation
in the Late Bronze Age Corinthia». Στο Rethinking Mycenaean Palaces II, επιμ. Μ.
Galaty & W. Parkinson, 146-158. Los Angeles: University of California.
Προμπονάς, Ι. 1980. Μυκηναϊκή επική ποίηση με βάση τα μυκηναϊκά κείμενα και τα
ομηρικά έπη. Αθήνα.
Rapoport, A. 2002. «Spatial organization and the built environment». Στο
Companion Encyclopedia of Anthropology, επιμ. Τ. Ingold, 460-497. London/New
York.
Rehak, P. 2005. «The ‘sphinx’ head from the Cult Centre at Mycenae». Στο
AUTOCHTHON. Papers presented to O.T.P.K. Dickinson on the occasion of his
retirement, επιμ. A. Dakouri-Hild & S. Sherratt, 271-275. Oxford: BAR International
Series 1432.
340
Rehak, P. 1992. «Tradition and innovation in the fresco from Room 31 in the “Cult
Center” at Mycenae». Στο EΙΚΩΝ. Aegean Bronze Age Iconography: shaping a
methodology. Proceedings of the 4th International Aegean Conference. University of
Tasmania, Hobart, Australia, 6-9 April 1992, επιμ. R. Laffineur & J. L. Crowley,
Aegaeum 7, 39-61. Liège: Université de Liège.
Renfrew, C. et al. 2007. Excavations at Phylakopi on Melos 1974-77, BSA Suppl. 42.
London: British School at Athens.
Renfrew, C. & P. Bahn 1996. Archaeology. Theories, methods and practice2.
London: Thames and Hudson.
Renfrew, C. & J. Cherry 1985. «The finds». Στο The Archaeology of Cult. The
Sanctuary at Phylakopi, επιμ. C. Renfrew, BSA Suppl. 18, 299-259. London: British
School at Athens.
Renfrew, C. & J.M. Wagstaff επιμ. 1982. An Island Polity: The Archaeology of
Exploitation on Melos. Cambridge: Cambridge University Press.
Renfrew, C. 2007. «The archaeology of ritual, of cult and of religion». Στο The
Archaeology of Ritual, επιμ. E. Kyriakidis, 109-122. University of California, Los
Angeles: Cotsen Institute of Archaeology.
Renfrew, C. 1985. The Archaeology of Cult: The Sanctuary at Phylakopi, BSA Suppl.
18. London: British School at Athens.
Renfrew, C. 1981α. «Questions of Minoan and Mycenaean Cult». Στο Sanctuaries
and Cults in the Aegean Bronze Age. Proceedings of the First International
Symposium at the Swedish Institute in Athens, 12-13 May 1980, επιμ. R. Hägg and
N. Marinatos, 27-33. Stockholm: Swedish Institute at Athens.
Renfrew, C. 1981β. «The sanctuary at Phylakopi». Στο Sanctuaries and Cults in the
Aegean Bronze Age. Proceedings of the First International Symposium at the Swedish
Institute in Athens, 12-13 May 1980, επιμ. R. Hägg and N. Marinatos, 67-79.
Stockholm: Swedish Institute at Athens.
Renfrew, C. 1979. «Systems collapse as social transformation: catastrophe and
anastrophe in early state societies». Στο Transformations: Mathematical approaches
to culture change, επιμ. C. Renfrew & K. L. Cooke, 481-506. New York: Academic
Press.
Renfrew, C. 1978. «Phylakopi and the Late Bronze I period in the Cyclades». Στο
Thera and the Aegean World I. Papers presented at the Second International Scientific

341
Congress, Santorini, Greece 1978, επιμ. C. Doumas, 403-421. London: The Thera
Foundation.
Rocchi, M. 1978. «Po-ti-ni-ja e Demeter Thesmophoros a Tebe». SMEA 19: 63-67.
Rodenwaldt, G. 1912. TIRYNS II: Die Fresken des Palästes. Athen: Deutsches
Archaologisches Institut.
Rousioti, D. 2009. «Mycenaean religion away from the palaces: urban shrines in non-
palatial settlements in the Greek Mainland and the Cyclades», παρουσίαση στο 110th
Annual Meeting of the Archaeological Ιnstitute of America, Philadelphia, U.S.A. 8-
11/1/2009.
Rousioti, D. 2006-2007. «Aspects of religion in Late Bronze Age Greece: urban
shrines in the Peloponnese». Στο Cult and Sanctuary through the Ages. From the
Bronze Age to the Late Antiquity. Πρακτικά Διεθνούς Συμποσίου. Trnava University,
Častá-Papierniĉka, Slovakia, 16-19 November 2007, ANODOS. Studies of the
Ancient World 6/7, 389-395. Trnava: Trnava University.
Rousioti, D. 2001. «Did the Mycenaeans believe in theriomorphic divinities?». ». Στο
POTNIA. Deities and religion in the Aegean Bronze Age. Proceedings of the 8th
International Aegean Conference. Göteborg University, 12-15 April 2000, επιμ. R.
Laffineur & R. Hägg, Aegaeum 22, 305-314. Liège/Austin: Université de Liège &
University of Texas at Austin.
Rutkowski, B. 1986. The cult places of the Aegean. New Haven & London: Yale
University Press.
Schallin, A.-L. 1998. «The nature of Mycenaean presence and peer polity interaction
in the Late Bronze Age Cyclades». Στο Kέα-Kύθνος: Ιστορία και Αρχαιολογία, επιμ.
Λ. Μενδώνη & Α. Μαζαράκης-Αινιάν. Πρακτικά Διεθνούς Συμποσίου, 22-25 Ιουνίου
1994, 175-187. Αθήνα: Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Ιόνιο Πανεπιστήμιο.
Schallin, A.-L. 1997. «Metallurgy, a Divine Affair?». Στο Trade and Production in
Premonetary Greece: Production and the Craftsman, Proceedings of the 4th and 5th
International Workshops, Athens 1994 and 1995, επιμ. C. Gillis, C. Risberg & B.
Sjöberg, 139-172. Sweden: Åströms editions.
Schallin, A.-L. 1993. Islands under influence: the Cyclades in the Late Bronze Age
and the nature of Mycenaean presence. SIMA Vol. 111. Sweden: Åströms editions.
Shelmerdine, C. & J. Bennet 2008. «Mycenaean states. Economy and
administration». Στο The Cambridge Companion to the Aegean Bronze Age, επιμ. C.
Shelmerdine, 289-309. New York: Cambridge University Press.
342
Shelmerdine 2006. «Mycenaean palatial administration». Στο Ancient Greece: from
the Mycenaean palaces to the age of Homer, επιμ. S. Deger-Jalkotzy & I. Lemos,
Edinburgh Leventis Studies 3, 73-86. Edinburgh: Edinburgh University Press.
Shelmerdine, C. 1998. «The palace and its operations». Στο Sandy Pylos: an
archaeological history from Nestor to Navarino, επιμ. J.L. Davis et al., 81-96. Austin:
Austin University Press.
Shelmerdine, C. 1997. «Review of Aegean Prehistory VI: the palatial Bronze Age of
the southern and central Greek Mainland». AJA 101: 537-585.
Shelmerdine, C. 1985. The Perfume Industry of Mycenaean Pylos. SIMA-PB Vol.
34. Sweden: Åströms editions.
Shelmerdine, C. 1984. «The perfumed oil industry at Pylos». Στο Pylos comes alive.
Industry and administration in a Mycenaean palace. A Symposium of the
Archaeological Institute of America and Fordham University, in Memory of C.
Grandjouan, επιμ. C. Shelmerdine & T. Palaima, 81-95. New York: Archaeological
Institute of America.
Shelton, K. 2008. «Drinking, toasting, consumption and libation: Late Helladic IIIA
pottery and a cup for every occasion». Στο DAIS. The Aegean Feast. Proceedings of
the 12th International Aegean Conference. University of Melbourne, 25-29 March
2008, επιμ. L. Hitchcock, R. Laffineur & J. Crowley, Aegaeum 29, 221-228.
Liège/Austin: Université de Liège & University of Texas at Austin.
Sjöberg, B. 2004. Asine and the Argolid in the Late Helladic III Period. A socio-
economic study. Oxford: BAR International Series 1225.
Sourvinou, C. 1970. «A-te-mi-to and a-te-mi-te». Kadmos 9: 42-47.
Στάης, Β. 1901. «Αι εν Διμήνι ανασκαφαί». ΠΑΕ: 37-40.
Stanzel M. 1991. Die Tierreste aus dem Artemis-/Apollon- Heiligtum bei Kalapodi in
Böotien/Griechenland (Διδ. Διατριβή, Universität München).
Steel, L. 2004. «A goodly feast…a cup of mellow wine: feasting in Bronze Age
Cyprus». Στο The Mycenaean Feast, επιμ. J. Wright 161-180. Princeton: American
School of Classical Studies at Athens.
Stella, L. A. 1965. La civiltà micenea in lineare B di Micene. Roma: Edizioni dell’
Ateneo.
Stocker, S.R. & J.L. Davis 2004. «Animal sacrifice, archives and feasting at the
Palace of Nestor». Στο The Mycenaean Feast, επιμ. J. Wright 59-75. Princeton:
American School of Classical Studies at Athens.
343
Tamvaki, A. 1974. «The seals and sealings from the Citadel House area: a study in
Mycenaean glyptic and iconography». BSA 69: 259-293.
Tamvaki, A. 1973. «Some unusual Mycenaean terracottas from the Citadel House
area, 1954-69». BSA 68: 207-265.
Taylour, W. & Ι. Papadimitriou 1963. «Mycenae, Citadel House». ΑΔ 18/ Χρονικά:
82-84.
Taylour, Lord W. 1983. Τhe Mycenaeans. London: Thames & Hudson.
Taylour, Lord W. 1981. Well Built Mycenae 1: The Excavations. Στο Well Built
Mycenae. The Helleno-British Excavations within the Citadel at Mycenae 1959-1969,
επιμ. W. Taylour et al. Warminster-England: Aris & Phillips Ltd.
Taylour, Lord W. 1970. «New Light on Mycenaean Religion». Antiquity 44: 270-
280.
Taylour, W. 1962. «The Citadel House». Στο The Mycenae Tablets III, επιμ. J.
Chadwick, Transactions of the American Philosophical Society 52, Part 7, 35-46.
Philadelphia: The American Philosophical Society.
Τζεδάκις, Γ. & H. Martlew επιμ. 1999. Μινωιτών και Μυκηναίων γεύσεις. Αθήνα:
Υπουργείο Πολιτισμού.
Torrence, R. 1985. «The chipped stone». Στο The Archaeology of Cult. The
Sanctuary at Phylakopi, επιμ. C. Renfrew, BSA Suppl., 469-478. London: British
School at Athens.
Tournavitou, I. 1995. The ‘Ivory Houses’ at Mycenae, BSA Suppl. 24. London:
British School at Athens.
Τσούντας, Χ. 1908. Αι Προϊστορικαί Ακροπόλεις Διμηνίου και Σέσκλου. Αθήνα:
Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας.
Τσούντας, Χ. 1887. «Αρχαιότητες εκ Μυκηνών». ΑΕ:155-172.
Φάππας, Ι. 2009. Τα αρωματικά έλαια και οι πρακτικές χρήσης τους στη Μυκηναϊκή
Ελλάδα και την Ανατολική Μεσόγειο (14ος -13ος αι. π.Χ.) (Διδ. Διατριβή, Α.Π.Θ.).
Ventris, M. & J. Chadwick 1973. Documents in Mycenaean Greek2 . Cambridge:
Cambridge University Press.
Wace, A. 1951. «Mycenae 1950». JHS 71: 254-257.
Walberg, G. & D. Reese 2008. «Feasting at Midea». Στο DAIS. The Aegean Feast.
Proceedings of the 12th International Aegean Conference. University of Melbourne,
25-29 March 2008, επιμ. L. Hitchcock, R. Laffineur & J. Crowley, Aegaeum 29, 239-
244. Liège/Austin: Université de Liège & University of Texas at Austin.
344
Walberg, G. 1999. «The Megaron complex on the Lower Terraces at Midea». Στο
MELETEMATA. Studies in Aegean archaeology presented to Malcolm H. Wiener as
he enters his 65th year, επιμ. P. Betancourt et al., Aegaeum 20, Vol. III, 887-892.
Liège/Austin: Université de Liège & University of Texas at Austin.
Walberg, G. 1998α. Excavations on the acropolis of Midea. The excavations on the
Lower Terraces 1985-1991, Vol. I:1 & I: 2. Sweden: Åströms editions.
Walberg, G. 1998β. «The excavations of the Midea Megaron». BICS 42: 214-215.
Walberg, G. 1995. «The Midea Megaron and changes in Mycenaean ideology».
Aegean Archaeology 2: 87-91.
Wardle, K.A. 2003. “The “Cult Centre” at Mycenae and other sanctuaries in the
Argo-saronic gulf and the NE Peloponnese: location and status”. Στο
ΑΡΓΟΣΑΡΩΝΙΚΟΣ. Πρακτικά 1ου Διεθνούς Συνεδρίου Ιστορίας και Αρχαιολογίας
του Αργοσαρωνικού, Πόρος 26-29 Ιουνίου 1998. ΤΟΜΟΣ Α’, 317-332. Αθήνα:
Μπουλούκος-Λογοθέτης Ο.Ε.
Wedde, M. 2003. «The boat model from the Late Helladic IIIA-B sanctuary at Agios
Konstantinos (Methana) and its typological context». Στο ΑΡΓΟΣΑΡΩΝΙΚΟΣ.
Πρακτικά 1ου Διεθνούς Συνεδρίου Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Αργοσαρωνικού,
Πόρος 26-29 Ιουνίου 1998. ΤΟΜΟΣ Α’, 375-406. Αθήνα: Μπουλούκος-Λογοθέτης
Ο.Ε.
Wells, B. 1983. Asine II. Results of the excavations east of the Acropolis, Fasc. 4. The
Protogeometric period. Part 2: an analysis of the settlement. Stockholm: Swedish
Institute at Athens.
Weilhartner, J. 2005. Mykenische Opfergaben nach Aussage der Linear B-Texte.
Wien: Verlag der Österreichischen Akademie der Wissenschaften.
Whitelaw, T. 2005. «A tale of three cities: chronology and minoanisation at
Phylakopi in Melos». Στο AUTOCHTHON. Papers presented to O.T.P.K. Dickinson
on the occasion of his retirement, επιμ. A. Dakouri-Hild & S. Sherratt, 37-69. Oxford:
BAR International Series 1432.
Whitelaw, T. 2004. «The development of an island centre: urbanization at Phylakopi
on Melos». Στο Explaining social change: studies in honour of Colin Renfrew, επιμ. J.
Cherry, C. Scarre & S. Shennan, 149-166. Oxford: Oxbow Books.
Whittaker, H. 2008. «The role of drinking in religious ritual in the Mycenaean
period». Στο DAIS. The Aegean Feast. Proceedings of the 12 th International Aegean
Conference. University of Melbourne, 25-29 March 2008, επιμ. L. Hitchcock, R.
345
Laffineur & J. Crowley, Aegaeum 29, 89-96. Liège/Austin: Université de Liège &
University of Texas at Austin.
Whittaker, H. 2004. «Some reflections on Mycenaean ritual». Στο Celebrations.
Sanctuaries and the Vestiges of Cult practice. Selected papers and discussions from
the 10th Anniversary Symposium of the Norwegian Institute at Athens, 12-16 May
1999, επιμ. M. Wedde, 95-110. Bergen: Åströms editions.
Whittaker, H. 2001. «Reflections on the socio-political function of Mycenaean
religion». Στο POTNIA. Deities and religion in the Aegean Bronze Age. Proceedings
of the 8th International Aegean Conference. Göteborg University, 12-15 April 2000,
επιμ. R. Laffineur & R. Hägg, Aegaeum 22, 355-360. Liège/Austin: Université de
Liège & University of Texas at Austin.
Whittaker, H. 1997. Mycenaean Cult Buildings. A study of their architecture and
function in the context of the Aegean and the eastern Mediterranean. Bergen:
Norwegian Institute at Athens.
Whittaker, H. 1996. «The relationship between Mycenaean sacred and domestic
architecture». Στο Atti e memorie del secondo congresso internazionale di
micenologia, Roma-Napoli, 14-20/1991, επιμ. E. De Miro, L. Godart & A. Sacconi,
Vol. 3, 1627-1635. Roma: Gruppo Editoriale Internazionale.
Wright, J. 2008. «Early Mycenaean Greece». Στο The Cambridge Companion to the
Aegean Bronze Age, επιμ. C. Shelmerdine, 230-257. New York: Cambridge
University Press.
Wright, J. 2006. «The formation of the Mycenaean palace». Στο Ancient Greece:
from the Mycenaean palaces to the age of Homer, επιμ. S. Deger-Jalkotzy & I.
Lemos, Edinburgh Leventis Studies 3, 7-52. Edinburgh: Edinburgh University Press.
Wright, J. 2004. «A survey of evidence for feasting in Mycenaean society». Στο The
Mycenaean Feast, επιμ. J. Wright 13-58. Princeton: American School of Classical
Studies at Athens.
Wright, J. 1994. «The spatial configuration of belief: the archaeology of Mycenaean
religion». Στο Placing the gods: sanctuaries and sacred space in ancient Greece,
επιμ. S.E. Alcock & R. Osborne, 37-78. New York: Oxford University Press.
Χουρμουζιάδης, Γ. 1979. Το Νεολιθικό Διμήνι. Βόλος: Εταιρεία Θεσσαλικών
Ερευνών.
Χωρέμη, Α., Χ. Βλασσοπούλου & Γ. Βενιέρη 2002. Κέα. Ιστορία και αρχαιότητες.
Αθήνα: Υπουργείο Πολιτισμού, ΤΑΠΑ.
346
Younger, J. 2010. «Attributing Aegean seals : loοking back, glancing ahead». Στο
Die Bedeutung der minoischen und mykenischen Glyptik. VI. Internationales Siegel-
Symposium aus Anlass des 50 jährigen Bestehens des CMS, Marburg, 9.-12. Oktober
2008, επιμ. W. Müller, 413-424. Mainz : von Zabern.
Younger, J. 2005. «Some similarities in Mycenaean palace plans». Στο
AUTOCHTHON. Papers presented to O.T.P.K. Dickinson on the occasion of his
retirement, επιμ. A. Dakouri-Hild & S. Sherratt, 185-190. Oxford: BAR International
Series 1432.
Younger, J. 1985. «The sealstones». Στο The Archaeology of Cult. The Sanctuary at
Phylakopi, επιμ. C. Renfrew, BSA Suppl. 18, 281-297. London: British School at
Athens.

347
Θ. ΕΙΚΟΝΕΣ

ΕΙΚ. 1. ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΗ ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΙΕΡΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΝΑΚΤΟΡΙΚΗ


ΠΕΡΙΟΔΟ
ΕΙΚ. 2. ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΗ ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΙΕΡΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗ ΜΕΤΑΝΑΚΤΟΡΙΚΗ
ΠΕΡΙΟΔΟ
ΕΙΚ. 3. ΤΙΡΥΝΘΑ. ΚΑΤΟΨΗ ΤΗΣ ΑΚΡΟΠΟΛΗΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΝΑΚΤΟΡΙΚΗ
ΠΕΡΙΟΔΟ (IAKOVIDIS 1983, FIG. 1)
ΕIK. 4. ΤΙΡΥΝΘΑ. ΚΑΤΩ ΑΚΡΟΠΟΛΗ. ΚΤΙΡΙΟ VI (DARCQUE 2005, PL. 72) 7
ΕIK. 5. ΤΙΡΥΝΘΑ. ΑΝΩ ΑΚΡΟΠΟΛΗ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΥΕ ΙΙΙ Β ΠΕΡΙΟΔΟ (MÜLLER
1930, ABB. 75)
ΕIK. 6. ΤΙΡΥΝΘΑ. ΑΝΩ ΑΚΡΟΠΟΛΗ. ΚΑΤΟΨΗ ΚΑΙ ΤΟΜΗ ΤΟΥ ΛΙΘΙΝΟΥ
ΒΩΜΟΥ (ΜÜLLER 1930, ABB. 64)
ΕIK. 7. ΜΥΚΗΝΕΣ. ΚΑΤΟΨΗ ΤΗΣ ΑΚΡΟΠΟΛΗΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΝΑΚΤΟΡΙΚΗ
ΠΕΡΙΟΔΟ (ΜΥΛΩΝΑΣ 1983, ΕΙΚ. 72)
ΕΙΚ. 8. ΜΥΚΗΝΕΣ. ΚΑΤΟΨΗ ΤΟΥ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΚΑΙ ΟΙ
ΠΙΘΑΝΕΣ ΟΔΟΙ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ. (CASTLEDEN 2005, FIG. 6.4)
ΕΙΚ. 9. ΜΥΚΗΝΕΣ. ΚΤΙΡΙΟ Γ (MYLONAS 1977, FIG. 10)
ΕΙΚ. 10. ΜΥΚΗΝΕΣ. ΝΑΟΣ (MOORE & TAYLOUR 1999, FIG. 2)
ΕΙΚ. 11. ΜΥΚΗΝΕΣ. ΝΑΟΣ. ΣΗΜΕΙΑ ΕΝΤΟΠΙΣΜΟΥ ΕΥΡΗΜΑΤΩΝ ΣΤΟ
ΔΩΜΑΤΙΟ 19 (MOORE & TAYLOUR 1999, FIG. 8).
ΕΙΚ. 12. [επάνω]ΜΥΚΗΝΕΣ. ΝΑΟΣ. ΣΤΑΣΕΙΣ ΒΡΑΧΙΟΝΩΝ ΤΩΝ ΕΙΔΩΛΙΩΝ
ΟΜΑΔΑΣ Β. (MOORE 1988, FIG. 2).
ΕΙΚ. 13. ΜΥΚΗΝΕΣ. ΝΑΟΣ. ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΛΕΚΑΝΙΔΙΟ 68-1402.
(MOORE & TAYLOUR 1999, FIG. 5).
ΕΙΚ. 14. ΜΥΚΗΝΕΣ. ΝΑΟΣ. ΣΗΜΕΙΑ ΕΝΤΟΠΙΣΜΟΥ ΕΥΡΗΜΑΤΩΝ ΣΤΟΝ
ΤΡΙΓΩΝΙΚΟ ΧΩΡΟ-ΕΣΟΧΗ (MOORE & TAYLOUR 1999, FIG. 8).
ΕΙΚ. 15. ΜΥΚΗΝΕΣ. ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ. ΚΥΚΛΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ-
ΥΠΑΙΘΡΙΟΣ ΒΩΜΟΣ (ΜΥΛΩΝΑΣ 1983, FIG. 109)
ΕΙΚ. 16. ΜΥΚΗΝΕΣ. ΝΑΟΣ. ΣΗΜΕΙΑ ΕΝΤΟΠΙΣΜΟΥ ΕΥΡΗΜΑΤΩΝ ΤΗΣ
ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ ΧΡΗΣΗΣ (MOORE & TAYLOUR 1999, FIG. 9)
ΕΙΚ. 17. ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΕΣ ΟΔΟΙ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ ΣΤΟ ΚΤΙΡΙΟ ΤΩΝ
ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΩΝ ΚΑΤΑ ΤΙΣ ΔΥΟ ΠΕΡΙΟΔΟΥΣ ΧΡΗΣΗΣ (FRENCH &
TAYLOUR 2007, FIG. 6)
ΕΙΚ. 18. ΜΥΚΗΝΕΣ. ΚΤΙΡΙΟ ΤΩΝ ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΩΝ (DARCQUE 2005, PL. 44)
ΕΙΚ. 19. ΜΥΚΗΝΕΣ. ΚΤΙΡΙΟ ΤΩΝ ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΩΝ. ΠΗΛΙΝΗ ΕΛΛΕΙΨΟΕΙΔΗΣ
ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ 31 (FRENCH 2002, FIG. 41)
ΕΙΚ. 20. ΜΥΚΗΝΕΣ. ΚΤΙΡΙΟ ΤΩΝ ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΩΝ. ΔΩΜΑΤΙΟ 31.
ΣΧΕΔΙΑΣΤΙΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑ ΧΩΡΑΝ ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑΣ
(MARINATOS 1988, FIG. 1)
ΕΙΚ. 21. ΜΥΚΗΝΕΣ. ΠΡΟΤΑΣΗ ΚΑΤΟΨΗΣ ΤΟΥ ΑΝΑΚΤΟΡΙΚΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑΤΟΣ (CASTLEDEN 2005, FIG. 2.10).
ΕΙΚ. 22. ΜΙΔΕΑ. ΚΑΤΟΨΗ ΤΗΣ ΜΥΚΗΝΑΪΚΗΣ ΑΚΡΟΠΟΛΗΣ
ΕΙΚ. 23. ΜΙΔΕΑ. ΤΡΟΧΗΛΑΤΟ ΕΙΔΩΛΙΟ ΟΜΑΔΑΣ Α (DEMAKOPOULOU &
DIVARI-VALAKOU 2001, PL. La-b)
ΕΙΚ. 24. ΜΙΔΕΑ. ΚΑΤΟΨΗ ΤΟΥ ΜΕΓΑΡΟΥ (WALBERG 1999, CCIV)
ΕIK. 25. ΜΕΘΑΝΑ. ΚΑΤΟΨΗ ΜΥΚΗΝΑΪΚΩΝ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΩΝ
ΚΑΤΑΛΟΙΠΩΝ (KONSOLAKI-YANNOPOULOU 2004, FIG. 1).
ΕΙΚ. 26. ΜΕΘΑΝΑ. ΔΩΜΑΤΙΟ Α (KONSOLAKI-YANNOPOULOU 2004, FIG. 2).

348
ΕΙΚ. 27. ΜΕΘΑΝΑ. ΔΩΜΑΤΙΟ Α. ΚΑΤΑ ΧΩΡΑΝ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΣΤΗ ΛΙΘΙΝΗ
ΒΑΘΜΙΔΩΤΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ (KONSOLAKI-YANNOPOULOU 2004, FIG. 6)
ΕΙΚ. 28. ΔΩΜΑΤΙΟ Α. ΚΑΤΑ ΧΩΡΑΝ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΣΤΗ ΝΔ ΓΩΝΙΑ
(KONSOLAKI-YANNOPOULOU 2004, FIG. 4)
ΕΙΚ.29. ΔΩΜΑΤΙΟ Α. ΚΑΤΑ ΧΩΡΑΝ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΣΤΗ ΝA ΓΩΝΙΑ
(KONSOLAKI-YANNOPOULOU 2004, FIG. 5)
ΕΙΚ.30. ΔΩΜΑΤΙΟ D. ΝΔ ΤΜΗΜΑ KAI ΣΤΑΘΕΡΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΣΤΟ
ΔΑΠΕΔΟ (ΔΗΜΟΥ ET AL. 2003, ΕΙΚ. 4)
EIK. 31. ΔΙΜΗΝΙ. ΚΑΤΟΨΗ ΤΟΥ ΟΙΚΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΥΣΤΕΡΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΟΥ
ΧΑΛΚΟΥ (ADRIMI-SISMANI 2004-2005, FIG. 2).
ΕΙΚ. 32. ΔΙΜΗΝΙ. ΚΑΤΟΨΗ ΤΟΥ ΟΙΚΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΥΕ ΙΙΙ Β ΠΕΡΙΟΔΟΥ
(ADRIMI-SISMANI 2004-2005, FIG. 2)
ΕΙΚ. 33. ΔΙΜΗΝΙ. ΚΑΤΟΨΗ ΟΙΚΙΩΝ Α ΚΑΙ Κ (ΑΔΡΥΜΗ-ΣΙΣΜΑΝΗ 1990, ΣΧ.
1)
ΕΙΚ. 34. ΔΙΜΗΝΙ. ΚΑΤΟΨΗ ΜΕΓΑΡΟΥ Β (ADRIMI-SISMANI 2007, FIG. 15.3)
ΕIK. 35. ΔΙΜΗΝΙ. ΜΕΓΑΡΟ Β. ΠΗΛΙΝΗ ΕΛΛΕΙΨΟΕΙΔΗΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΣΤΟ
ΔΩΜΑΤΙΟ 1 (ΑΔΡΥΜΗ-ΣΙΣΜΑΝΗ 2003, ΕΙΚ. 13)
ΕΙΚ. 36. ΔΙΜΗΝΙ. ΜΕΓΑΡΟ Β. ΑΣΒΕΣΤΟΛΙΘΙΚΗ ΠΛΑΚΑ ΣΤΗ ΝΟΤΙΑ ΕΙΣΟΔΟ
(ΑΔΡΥΜΗ-ΣΙΣΜΑΝΗ 2003, ΕΙΚ. 16)
ΕΙΚ. 37. ΦΥΛΑΚΩΠΗ. ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥ ΟΙΚΙΣΜΟΥ ΚΑΤΑ
ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΧΑΛΚΟΥ (WHITELAW 2005, FIG. 1)
ΕΙΚ. 38. ΦΥΛΑΚΩΠΗ. ΚΑΤΟΨΗ ΤΟΥ ΟΙΚΙΣΜΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΥΚ ΙΙΙ ΠΕΡΙΟΔΟ
(BARBER 1994, EIK. 45)
ΕIK. 39. ΦΥΛΑΚΩΠΗ. ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΕΣ ΦΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ (RENFREW
1985, FIG. 3.1)
ΕΙΚ. 40. ΦΥΛΑΚΩΠΗ. ΚΑΤΟΨΗ ΤΟΥ ΜΕΓΑΡΟΥ (RENFREW 1978, FIG. 2).
ΕΙΚ. 41. ΑΓΙΑ ΕΙΡΗΝΗ. ΚΑΤΟΨΗ ΤΟΥ ΟΙΚΙΣΜΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗ MM III-YM IA
ΠΕΡΙΟΔΟ (CUMMER & SCHOFIELD 1984, PL. III)
ΕΙΚ. 42. ΑΓΙΑ ΕΙΡΗΝΗ. ΚΑΤΟΨΗ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΩΝ ΚΑΤΑΛΟΙΠΩΝ ΤΗΣ ΥΚ
ΙΙΙ ΠΕΡΙΟΔΟΥ (ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΜΕΝΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ : CUMMER & SCHOFIELD
1984, PL. III).
ΕΙΚ. 43. ΤΙΡΥΝΘΑ. ΚΑΤΟΨΗ ΤΗΣ ΑΚΡΟΠΟΛΗΣ ΚΑΤΑ ΤΗ
ΜΕΤΑΝΑΚΤΟΡΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ (EDER 1998, ABB. 6b)
ΕΙΚ. 44. ΤΙΡΥΝΘΑ. ΚΑΤΩ ΑΚΡΟΠΟΛΗ. ΣΧΕΔΙΑΣΤΙΚΗ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ
ΤΩΝ ΕΠΑΛΛΗΛΩΝ ΜΕΤΑΝΑΚΤΟΡΙΚΩΝ ΙΕΡΩΝ (KILIAN 1981β, ΑΒΒ. 4, 5, 9)
ΕΙΚ. 45. ΤΙΡΥΝΘΑ. ΑΝΩ ΑΚΡΟΠΟΛΗ. ΚΑΤΟΨΗ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΩΝ
ΚΑΤΑΛΟΙΠΩΝ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΑΚΤΟΡΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ (MARAN 2001, PL.
XXXIII)
EIK. 46. ΜΥΚΗΝΕΣ. ΣΗΜΕΙΑ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗ
ΜΕΤΑΝΑΚΤΟΡΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ (IAKOVIDIS 2003, FIG. 2)
ΕΙΚ. 47. ΑΣΙΝΗ. ΓΕΝΙΚΟ ΤΟΠΟΓΡΑΦΙΚΟ (DIETZ 1980, FIG. 2)
ΕΙΚ. 48. ΑΣΙΝΗ. ΚΑΤΟΨΗ ΚΑΤΩ ΠΟΛΗΣ (ALBERS 1994, TAF. 46 & SJOBERG
2004)
ΕΙΚ. 49. ΑΣΙΝΗ. ΚΑΤΟΨΗ ΚΑΤΩ ΠΟΛΗΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΥΕ ΙΙΙ Γ ΜΕΣΗ-ΙΙΙ Γ
ΥΣΤΕΡΗ ΠΕΡΙΟΔΟ (ALBERS 1994, TAF. 46 & SJOBERG 2004).
ΕΙΚ. 50. ΦΥΛΑΚΩΠΗ. ΔΥΤΙΚΟ ΙΕΡΟ. ΜΕΤΑΝΑΚΤΟΡΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ. ΚΑΤΑ
ΧΩΡΑΝ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΣΤΗ ΒΑ ΓΩΝΙΑ (RENFREW 1985, FIG. 4.16)
ΕΙΚ 51. ΦΥΛΑΚΩΠΗ. ΑΝΑΤΟΛΙΚΟ ΙΕΡΟ. ΣΗΜΕΙΑ ΕΝΤΟΠΙΣΜΟΥ
ΕΥΡΗΜΑΤΩΝ ΜΕΤΑΝΑΚΤΟΡΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟY (RENFREW 1985, FIG. 4.17)

349
ΕΙΚ. 52. ΑΓΙΑ ΕΙΡΗΝΗ. ΙΕΡΟ. ΣΤΑΔΙΑ ΚΑΙ ΧΩΡΟΙ ΧΡΗΣΗΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΥE ΙΙΙ
Γ ΠΕΡΙΟΔΟ (CASKEY 1984, FIG. 7)
ΕΙΚ. 53. ΚΑΛΑΠΟΔΙ. ΥΕ ΙΙΙ Γ/YΠOMYKHNAÏKH ΠΕΡΙΟΔΟΣ. ΣΗΜΕΙΑ
ΕΝΤΟΠΙΣΜΟΥ ΕΥΡΗΜΑΤΩΝ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟ ΜΟΝΟΧΩΡΟ ΚΤΙΡΙΟ
(FELSCH 2001, TAF. LVII-LXI)
ΕΙΚ. 54. ΤΣΟΥΝΓΚΙΖΑ ΝΕΜΕΑΣ. ΓΕΝΙΚΟ ΤΟΠΟΓΡΑΦΙΚΟ (DABNEY ET AL.
2004, FIG. 1)
ΕΙΚ. 55. ΑΓΙΟΣ ΑΔΡΙΑΝΟΣ ΑΡΓΟΛΙΔΑΣ. ΤΟΜΗ ΜΥΚΗΝΑΪΚΟΥ ΚΤΙΡΙΟΥ,
ΑΥΛΕΙΟΥ ΧΩΡΟΥ ΚΑΙ ΣΠΗΛΑΙΟΥ (KILIAN 1990, FIG.8)
ΕΙΚ. 56. ΣΑΡΩΝΙΚΟΣ ΚΟΛΠΟΣ. ΣΥΓΚΡΙΤΙΚEΣ ΜΕΘΟΔΟΙ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ ΚΑΙ
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ (PULLEN & TARTARON 2007, FIG. 14.4)

350
ΕΙΚ. 1. ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΗ ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΙΕΡΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΝΑΚΤΟΡΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ

351
ΕΙΚ. 2. ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΗ ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΙΕΡΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗ ΜΕΤΑΝΑΚΤΟΡΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ

352
ΚΤΙΡΙΟ VI
ΔΩΜΑΤΙΟ 7

ΜΕΓΑΡΟ

ΒΩΜΟΣ

ΕΙΚ. 3. ΤΙΡΥΝΘΑ. ΚΑΤΟΨΗ ΤΗΣ ΑΚΡΟΠΟΛΗΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΝΑΚΤΟΡΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ


(IAKOVIDIS 1983, FIG. 1)

353
ΕIK. 4. ΤΙΡΥΝΘΑ. ΚΑΤΩ ΑΚΡΟΠΟΛΗ. ΚΤΙΡΙΟ VI (DARCQUE 2005, PL. 72)

ΕIK. 5. ΤΙΡΥΝΘΑ. ΑΝΩ ΑΚΡΟΠΟΛΗ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΥΕ ΙΙΙ Β ΠΕΡΙΟΔΟ (MÜLLER 1930, ABB.
75)

354
ΕIK. 6. ΤΙΡΥΝΘΑ. ΑΝΩ ΑΚΡΟΠΟΛΗ. ΚΑΤΟΨΗ ΚΑΙ ΤΟΜΗ ΤΟΥ ΛΙΘΙΝΟΥ ΒΩΜΟΥ
(ΜÜLLER 1930, ABB. 64)

355
ΠΥΛΗ ΛΕΟΝΤΩΝ

ΤΑΦΙΚΟΣ
ΚΥΚΛΟΣ Α

ΜΕΓΑΡΟ

ΝΔ ΜΕΓΑΛΗ ΚΛΙΜΑΚΑ

ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟ
ΚΕΝΤΡΟ

ΕIK. 7. ΜΥΚΗΝΕΣ. ΚΑΤΟΨΗ ΤΗΣ ΑΚΡΟΠΟΛΗΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΝΑΚΤΟΡΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ (ΜΥΛΩΝΑΣ 1983, ΕΙΚ. 72)

356
ΥΠΑΙΘΡΙΟΣ ΚΤΙΡΙΟ
ΒΩΜΟΣ Γ

ΜΕΓΑΡΟ

ΝΑΟΣ

ΟΙΚΙΑ
ΤΣΟΥΝΤΑ
ΥΠΑΙΘΡΙΟΣ
ΒΩΜΟΣ

ΚΤΙΡΙΟ
ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΩΝ

ΕΙΚ. 8. ΜΥΚΗΝΕΣ. ΚΑΤΟΨΗ ΤΟΥ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΠΙΘΑΝΕΣ ΟΔΟΙ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ. (CASTLEDEN 2005, FIG. 6.4)

357
ΕΙΚ. 9. ΜΥΚΗΝΕΣ. ΚΤΙΡΙΟ Γ (MYLONAS 1977, FIG. 10)

358
ΣΤΑΘΕΡΕΣ
ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ

ΕΙΚ. 10. ΜΥΚΗΝΕΣ. ΝΑΟΣ (MOORE & TAYLOUR 1999, FIG. 2)

359
ΕΙΚ. 11. ΜΥΚΗΝΕΣ. ΝΑΟΣ. ΣΗΜΕΙΑ
ΕΝΤΟΠΙΣΜΟΥ ΕΥΡΗΜΑΤΩΝ ΣΤΟ
ΔΩΜΑΤΙΟ 19 (MOORE & TAYLOUR
1999, FIG. 8).

ΕΙΚ. 12. [επάνω]ΜΥΚΗΝΕΣ. ΝΑΟΣ.


ΣΤΑΣΕΙΣ ΒΡΑΧΙΟΝΩΝ ΤΩΝ ΕΙΔΩΛΙΩΝ
ΟΜΑΔΑΣ Β. (MOORE 1988, FIG. 2).

ΕΙΚ. 13. ΜΥΚΗΝΕΣ. ΝΑΟΣ. ΕΥΡΗΜΑΤΑ


ΑΠΟ ΤΟ ΛΕΚΑΝΙΔΙΟ 68-1402. (MOORE
& TAYLOUR 1999, FIG. 5).

360
ΕΙΚ. 14. ΜΥΚΗΝΕΣ. ΝΑΟΣ. ΣΗΜΕΙΑ ΕΝΤΟΠΙΣΜΟΥ ΕΥΡΗΜΑΤΩΝ ΣΤΟΝ ΤΡΙΓΩΝΙΚΟ
ΧΩΡΟ-ΕΣΟΧΗ (MOORE & TAYLOUR 1999, FIG. 8).

ΕΙΚ. 15. ΜΥΚΗΝΕΣ.


ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ.
ΚΥΚΛΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ-
ΥΠΑΙΘΡΙΟΣ ΒΩΜΟΣ (ΜΥΛΩΝΑΣ
1983, FIG. 109)

361
ΕΙΚ. 16. ΜΥΚΗΝΕΣ. ΝΑΟΣ. ΣΗΜΕΙΑ ΕΝΤΟΠΙΣΜΟΥ ΕΥΡΗΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΗΣ
ΠΕΡΙΟΔΟΥ ΧΡΗΣΗΣ (MOORE & TAYLOUR 1999, FIG. 9)

362
ΕΙΚ. 17. ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΕΣ ΟΔΟΙ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ ΣΤΟ ΚΤΙΡΙΟ ΤΩΝ ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΩΝ ΚΑΤΑ
ΤΙΣ ΔΥΟ ΠΕΡΙΟΔΟΥΣ ΧΡΗΣΗΣ (FRENCH & TAYLOUR 2007, FIG. 6)

363
ΕΙΚ. 18. ΜΥΚΗΝΕΣ. ΚΤΙΡΙΟ ΤΩΝ ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΩΝ (DARCQUE 2005, PL. 44)

364
ΕΙΚ. 19. ΜΥΚΗΝΕΣ. ΚΤΙΡΙΟ ΤΩΝ ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΩΝ. ΠΗΛΙΝΗ ΕΛΛΕΙΨΟΕΙΔΗΣ
ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ 31 (FRENCH 2002, FIG. 41)

365
ΕΙΚ. 20. ΜΥΚΗΝΕΣ. ΚΤΙΡΙΟ ΤΩΝ ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΩΝ. ΔΩΜΑΤΙΟ 31. ΣΧΕΔΙΑΣΤΙΚΗ
ΑΠΟΔΟΣΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑ ΧΩΡΑΝ ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑΣ (MARINATOS 1988, FIG. 1)

366
ΕΙΚ. 21. ΜΥΚΗΝΕΣ. ΠΡΟΤΑΣΗ ΚΑΤΟΨΗΣ ΤΟΥ ΑΝΑΚΤΟΡΙΚΟΥ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑΤΟΣ
(CASTLEDEN 2005, FIG. 2.10).

367
ΕΙΚ. 22. ΜΙΔΕΑ. ΚΑΤΟΨΗ ΤΗΣ ΜΥΚΗΝΑΪΚΗΣ ΑΚΡΟΠΟΛΗΣ
(DEMAKOPOULOU 2003, FIG. 1)

ΕΙΚ. 23. ΜΙΔΕΑ. ΤΡΟΧΗΛΑΤΟ ΕΙΔΩΛΙΟ ΟΜΑΔΑΣ Α


(DEMAKOPOULOU & DIVARI-VALAKOU 2001, PL. La-b)

368
ΕΙΚ. 24. ΜΙΔΕΑ. ΚΑΤΟΨΗ ΤΟΥ ΜΕΓΑΡΟΥ (WALBERG 1999, CCIV)

369
ΚΤΙΡΙΟ Ζ

ΔΩΜΑΤΙΟ Α
ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑ ,
ΒΟΗΘΗΤΙΚΟΙ
ΧΩΡΟΙ

ΕIK. 25. ΜΕΘΑΝΑ. ΚΑΤΟΨΗ ΜΥΚΗΝΑΪΚΩΝ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΩΝ ΚΑΤΑΛΟΙΠΩΝ (KONSOLAKI-YANNOPOULOU 2004, FIG. 1).

370
ΕΙΚ. 26. ΜΕΘΑΝΑ. ΔΩΜΑΤΙΟ Α (KONSOLAKI-YANNOPOULOU 2004, FIG. 2).

371
28
27

ΕΙΚ. 27. ΜΕΘΑΝΑ. ΔΩΜΑΤΙΟ Α. ΚΑΤΑ ΧΩΡΑΝ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΣΤΗ ΛΙΘΙΝΗ ΒΑΘΜΙΔΩΤΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ (KONSOLAKI-YANNOPOULOU
2004, FIG. 6)
ΕΙΚ. 28. ΔΩΜΑΤΙΟ Α. ΚΑΤΑ ΧΩΡΑΝ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΣΤΗ ΝΔ ΓΩΝΙΑ (KONSOLAKI-YANNOPOULOU 2004, FIG. 4)

29 30

ΕΙΚ.29. ΔΩΜΑΤΙΟ Α. ΚΑΤΑ ΧΩΡΑΝ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΣΤΗ ΝA ΓΩΝΙΑ (KONSOLAKI-YANNOPOULOU 2004, FIG. 5)
ΕΙΚ.30. ΔΩΜΑΤΙΟ D. ΝΔ ΤΜΗΜΑ KAI ΣΤΑΘΕΡΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΣΤΟ ΔΑΠΕΔΟ (ΔΗΜΟΥ ET AL. 2003, ΕΙΚ. 4)

372
EIK. 31. ΔΙΜΗΝΙ. ΚΑΤΟΨΗ
ΤΟΥ

ΜΕΓΑΡΟ Β

ΜΕΓΑΡΟ Α

ΥΕ ΙΙΙ Α2
ΠΡΟΠΥΛΟ
ΥΕΙΙΙ Β2 – ΙΙΙ Γ ΠΡΩΙΜΗ

ΑΛΛΑΓΕΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΥΕ ΙΙΙ Γ


ΠΡΩΙΜΗ

ΟΙΚΙΑ Κ

ΟΙΚΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΥΣΤΕΡΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΟΥ ΧΑΛΚΟΥ (ADRIMI-SISMANI 2004-2005, FIG. 2).

373
ΕΙΚ. 32. ΔΙΜΗΝΙ. ΚΑΤΟΨΗ ΤΟΥ ΟΙΚΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΥΕ ΙΙΙ Β ΠΕΡΙΟΔΟΥ (ADRIMI-SISMANI
2004-2005, FIG. 2)

374
3

ΟΙΚΙΑ Α

ΟΙΚΙΑ Κ

2
4

3
7

ΕΙΚ. 33. ΔΙΜΗΝΙ. ΚΑΤΟΨΗ ΟΙΚΙΩΝ Α ΚΑΙ Κ (ΑΔΡΥΜΗ-ΣΙΣΜΑΝΗ 1990, ΣΧ. 1)

375
ΕΙΚ. 34. ΔΙΜΗΝΙ. ΚΑΤΟΨΗ ΜΕΓΑΡΟΥ Β (ADRIMI-SISMANI 2007, FIG. 15.3)

376
ΕIK. 35. ΔΙΜΗΝΙ. ΜΕΓΑΡΟ Β. ΠΗΛΙΝΗ ΕΛΛΕΙΨΟΕΙΔΗΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ 1
(ΑΔΡΥΜΗ-ΣΙΣΜΑΝΗ 2003, ΕΙΚ. 13)

ΕΙΚ. 36. ΔΙΜΗΝΙ. ΜΕΓΑΡΟ Β. ΑΣΒΕΣΤΟΛΙΘΙΚΗ ΠΛΑΚΑ ΣΤΗ ΝΟΤΙΑ ΕΙΣΟΔΟ (ΑΔΡΥΜΗ-
ΣΙΣΜΑΝΗ 2003, ΕΙΚ. 16)

377
ΕΙΚ. 37. ΦΥΛΑΚΩΠΗ. ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥ ΟΙΚΙΣΜΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ
ΤΟΥ ΧΑΛΚΟΥ (WHITELAW 2005, FIG. 1)

378
ΕΙΚ. 38. ΦΥΛΑΚΩΠΗ. ΚΑΤΟΨΗ ΤΟΥ ΟΙΚΙΣΜΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΥΚ ΙΙΙ ΠΕΡΙΟΔΟ (BARBER 1994, EIK. 45)

379
ΕIK. 39. ΦΥΛΑΚΩΠΗ. ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΕΣ ΦΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ (RENFREW 1985, FIG. 3.1)

380
ΕΙΚ. 40. ΦΥΛΑΚΩΠΗ. ΚΑΤΟΨΗ ΤΟΥ ΜΕΓΑΡΟΥ (RENFREW 1978, FIG. 2).

381
ΝΑΟΣ

ΟΙΚΙΑ Α

ΕΙΚ. 41. ΑΓΙΑ ΕΙΡΗΝΗ. ΚΑΤΟΨΗ ΤΟΥ ΟΙΚΙΣΜΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗ MM III-YM IA ΠΕΡΙΟΔΟ
(CUMMER & SCHOFIELD 1984, PL. III)

382
ΝΑΟΣ

ΕΙΚ. 42. ΑΓΙΑ ΕΙΡΗΝΗ. ΚΑΤΟΨΗ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΩΝ ΚΑΤΑΛΟΙΠΩΝ ΤΗΣ ΥΚ ΙΙΙ


ΠΕΡΙΟΔΟΥ (ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΜΕΝΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ : CUMMER & SCHOFIELD 1984, PL. III).

383
ΙΕΡΑ

ΚΤΙΡΙΟ Τ

ΒΩΜΟΣ

ΕΙΚ. 43. ΤΙΡΥΝΘΑ. ΚΑΤΟΨΗ ΤΗΣ ΑΚΡΟΠΟΛΗΣ ΚΑΤΑ ΤΗ ΜΕΤΑΝΑΚΤΟΡΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ


(EDER 1998, ABB. 6b)

384
ΕΙΚ. 44. ΤΙΡΥΝΘΑ. ΚΑΤΩ ΑΚΡΟΠΟΛΗ. ΣΧΕΔΙΑΣΤΙΚΗ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ
ΕΠΑΛΛΗΛΩΝ ΜΕΤΑΝΑΚΤΟΡΙΚΩΝ ΙΕΡΩΝ (KILIAN 1981β, ΑΒΒ. 4, 5, 9)

385
ΕΙΚ. 45. ΤΙΡΥΝΘΑ. ΑΝΩ ΑΚΡΟΠΟΛΗ. ΚΑΤΟΨΗ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΩΝ ΚΑΤΑΛΟΙΠΩΝ ΤΗΣ
ΜΕΤΑΝΑΚΤΟΡΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ (MARAN 2001, PL. XXXIII)

386
EIK. 46. ΜΥΚΗΝΕΣ. ΣΗΜΕΙΑ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗ ΜΕΤΑΝΑΚΤΟΡΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ (IAKOVIDIS 2003, FIG. 2)

387
ΚΑΤΩ
ΠΟΛΗ

ΕΙΚ. 47. ΑΣΙΝΗ. ΓΕΝΙΚΟ ΤΟΠΟΓΡΑΦΙΚΟ (DIETZ 1980, FIG. 2)

388
ΕΙΚ. 48. ΑΣΙΝΗ. ΚΑΤΟΨΗ ΚΑΤΩ ΠΟΛΗΣ (ALBERS 1994, TAF. 46 & SJOBERG 2004)

389
XXXI

XXXIV

XXXII

XXXIII

ΣΤΑΘΕΡΕΣ
ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ

ΕΙΚ. 49. ΑΣΙΝΗ. ΚΑΤΟΨΗ ΚΑΤΩ ΠΟΛΗΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΥΕ ΙΙΙ Γ ΜΕΣΗ-ΙΙΙ Γ ΥΣΤΕΡΗ
ΠΕΡΙΟΔΟ (ALBERS 1994, TAF. 46 & SJOBERG 2004).

390
ΕΙΚ. 50. ΦΥΛΑΚΩΠΗ. ΔΥΤΙΚΟ ΙΕΡΟ. ΜΕΤΑΝΑΚΤΟΡΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ. ΚΑΤΑ ΧΩΡΑΝ
ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΣΤΗ ΒΑ ΓΩΝΙΑ (RENFREW 1985, FIG. 4.16)

ΕΙΚ 51. ΦΥΛΑΚΩΠΗ. ΑΝΑΤΟΛΙΚΟ ΙΕΡΟ. ΣΗΜΕΙΑ ΕΝΤΟΠΙΣΜΟΥ ΕΥΡΗΜΑΤΩΝ


ΜΕΤΑΝΑΚΤΟΡΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟY (RENFREW 1985, FIG. 4.17)

391
ΕΙΚ. 52. ΑΓΙΑ ΕΙΡΗΝΗ. ΙΕΡΟ. ΣΤΑΔΙΑ ΚΑΙ ΧΩΡΟΙ ΧΡΗΣΗΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΥE ΙΙΙ Γ
ΠΕΡΙΟΔΟ (CASKEY 1984, FIG. 7)
ΕΙΚ. 53. ΚΑΛΑΠΟΔΙ. ΥΕ ΙΙΙ Γ/YΠOMYKHNAÏKH ΠΕΡΙΟΔΟΣ. ΣΗΜΕΙΑ ΕΝΤΟΠΙΣΜΟΥ
ΕΥΡΗΜΑΤΩΝ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟ ΜΟΝΟΧΩΡΟ ΚΤΙΡΙΟ (FELSCH 2001, TAF. LVII-LXI)

393
ΕΙΚ. 54. ΤΣΟΥΝΓΚΙΖΑ ΝΕΜΕΑΣ. ΓΕΝΙΚΟ ΤΟΠΟΓΡΑΦΙΚΟ (DABNEY ET AL. 2004, FIG.
1)

394
ΕΙΚ. 55. ΑΓΙΟΣ ΑΔΡΙΑΝΟΣ ΑΡΓΟΛΙΔΑΣ. ΤΟΜΗ ΜΥΚΗΝΑΪΚΟΥ ΚΤΙΡΙΟΥ, ΑΥΛΕΙΟΥ
ΧΩΡΟΥ ΚΑΙ ΣΠΗΛΑΙΟΥ (KILIAN 1990, FIG.8)

ΕΙΚ. 56. ΣΑΡΩΝΙΚΟΣ ΚΟΛΠΟΣ. ΣΥΓΚΡΙΤΙΚEΣ ΜΕΘΟΔΟΙ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ ΚΑΙ


ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ (PULLEN & TARTARON 2007, FIG. 14.4)

395
Ι. ΠΙΝΑΚΕΣ

396
ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ/ΤΟΠΟΓΡΑΦΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ/ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ
ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΔΙΑΚΡΙΣΗ

M. NILSSON φυσικά ιερά : ιερά σε κτίρια :


σπήλαια ιερά ανακτορικά
κορυφής οικιακά ιερά

R. HÄGG φυσικά ιερά : ιερά σε κτίρια : κρατικά- λαϊκά ιερά


σπήλαια ανακτορικά επίσημα ιερά
υπαίθρια ιερά οικιακά ιερά

J.C. van φυσικά ιερά ιερά σε κτίρια :


LEUVEN μονά
διπλά ιερά

B. ιερά εκτός ιερά σε οικισμούς


RUTKOWSKI κατοικημένων :
περιοχών:
οικιακά &
σπήλαια ιερά ανακτορικά ιερά
κορυφής περίβολοι ναοί βωμοί
C. RENFREW κρατικοί χώροι λαϊκοί χώροι
λατρείας : λατρείας :

δημόσιοι ναοί ή λαϊκά


ιεροί χώροι οικιακά ιερά
βασιλικοί
ιδιωτικοί χώροι

J. WRIGHT ιερά της υπαίθρου αστικά ιερά

G. ALBERS φυσικά ιερά ιερά δημόσια ιδιωτικά ιερά


πόλης/αστικά κοινόχρηστα
ιερά ιερά

ΠΙΝ. 1. ΚΑΤΗΓΟΡΙΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΣΤΟ ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΚΟ ΑΙΓΑΙΟ


ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΚΥΡΙΟΤΕΡΟΥΣ ΕΡΕΥΝΗΤΕΣ.

397
ΠΙΝ. 2 ΣΧΕΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΠΟΛΥΤΗ ΧΡΟΝΟΛΟΓΗΣΗ ΣΤΟ ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΚΟ
ΑΙΓΑΙΟ (Shelmerdine2008, FIG. 1.1)

398
ΑΓΙΑ ΕΙΡΗΝΗ
ΤΟΠΟΘΕΣΙΑ ΤΙΡΥΝΘΑ ΜΥΚΗΝΕΣ ΜΕΘΑΝΑ ΔΙΜΗΝΙ ΦΥΛΑΚΩΠΗ
ΚΕΑΣ
ΜΕΓΑΡΟ Β
ΚΤΙΡΙΟ
ΧΩΡΟΣ ΔΩΜΑΤΙΟ 7 ΚΤΙΡΙΟ Γ ΝΑΟΣ ΔΩΜΑΤΙΟ Α (ΑΝΑΤΟΛΙΚΟ ΟΙΚΙΑ Κ Ο ΝΑΟΣ ΙΕΡΟ
ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΩΝ
ΤΜΗΜΑ)
ΥΕ ΙΙΙ Β2-ΙΙΙ Γ
ΥΕ ΙΙΙ Α2-ΙΙΙ Β1
ΠΡΩΙΜΗ
ΧΡΟΝΟΛΟΓΗΣΗ ΥΕ ΙΙΙΒ2 YE III B YE III B YE III B1 ΥΕ ΙΙΙ Α2-ΙΙΙ Β ΥΕ ΙΙΙ Β2 ΥΕ ΙΙΙ Β2 ΥΕ ΙΙΙΑ-ΙΙΙΒ (φάση 1 κατά
(φάση 2 κατά
Renfrew)
Renfrew)
ΕΝΤΟΣ ΤΕΙΧΙΣΜΕΝΗΣ ΑΚΡΟΠΟΛΗΣ

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΠΙΚΗΣ ΙΕΡΑΡΧΙΑΣ ; ;


;
ΓΕΙΤΝΙΑΣΗ ΜΕ ΤΕΙΧΟΣ
ΠΡΩΙΜΟΤΕΡΗ ΛΑΤΡΕΙΑ ΣΤΟ ΧΩΡΟ
ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΣ ΒΑ-ΝΔ BΔ-ΝΑ Β-Ν Δ-Α BΔ-ΝΑ Δ-Α Δ-Α BΔ-ΝΑ Α-Δ Α-Δ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΕΙΣΟΔΩΝ 1 1 1 3 1 1 1; 1 2 2

ΑΜΕΣΗ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΕ ΑΥΛΕΙΟ ΧΩΡΟ ; ; ;

ΓΕΙΤΝΙΑΣΗ ΜΕ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΟ ΧΩΡΟ ; ; ; ;

ΠΗΛΙΝΗ
ΒΑΘΜΙΔΩΤΗ
ΔΙΑΜΟΡΦΩΜΕΝΟΣ ΕΛΛΕΙΨΟΕΙΔΗΣ ΕΠΙΜΗΚΗΣ ΛΙΘΙΝΕΣ ΕΞΕΔΡΕΣ,
ΕΠΙΜΗΚΗΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ-ΕΞΕΔΡΑ,
ΒΡΑΧΟΣ-ΘΡΑΝΙΟ, ΕΞΕΔΡΕΣ, ΠΗΛΙΝΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ- ΒΩΜΟΣ, ΔΙΑΜΟΡΦΩΜΕΝΟΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ- ΚΟΓΧΕΣ,
ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ- ΕΣΤΙΑ, ΧΑΜΗΛΗ ΛΙΘΙΝΕΣ ΕΞΕΔΡΕΣ,
ΣΤΑΘΕΡΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΠΗΛΙΝΗ ΕΛΛΕΙΨΟΕΙΔΗΣ ΕΠΙΜΗΚΗΣ ΤΕΤΡΑΓΩΝΟΣ ΧΩΡΟΣ, ΘΡΑΝΙΟ, ΕΞΕΔΡΕΣ ΕΠΙΜΗΚΕΙΣ
ΘΡΑΝΙΟ, ΕΞΕΔΡΕΣ, ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΕΞΕΔΡΑ, ΚΟΓΧΕΣ
ΕΛΛΕΙΨΟΕΙΔΗΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ-ΒΩΜΟΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ-ΘΡΑΝΙΟ, ΧΑΜΗΛΗ ΕΞΕΔΡΑ ΣΕ ΣΧΗΜΑ Π, ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ-
ΕΣΤΙΑ ΕΠΙΜΗΚΗΣ
ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ-ΒΩΜΟΣ ΧΑΜΗΛΗ ΛΙΘΙΝΗ ΕΣΤΙΑ/ΒΩΜΟΣ; ΘΡΑΝΙΑ
ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ-ΘΡΑΝΙΟ
ΕΞΕΔΡΑ
ΕΥΡΗΜΑΤΑ

Πήλινα ειδώλια σε φυσικό μέγεθος :

Πήλινα τροχήλατα ειδώλια :


Aνθρωπόμορφα (ομάδα Α)
Ανθρωπόμορφα (ομάδα Β)
Ζωόμορφα
Πήλινα χειροποίητα ειδώλια :
Γυναικεία
Ανδρικά
Ζωόμορφα ;
Συμπλέγματα, ομοιώματα
;
επίπλων/αρμάτων
Ομοιώματα πλοίων
Ανθρωπόμορφα ειδώλια από
ελεφαντοστό/χαλκό
Αντικείμενα κύρους (κοσμήματα,
σφραγιδόλιθοι, σκαραβαίοι,
ενεπίγραφα πλακίδια,
οπλισμός/σκήπτρο από
ελεφαντοστό)
Μουσικά όργανα
Λίθινα/οστέινα εργαλεία
Λίθινη βάση/κιονίσκος
Οψιανός (λεπίδες, φολίδες,
πυρήνες)
Ημικατεργασμένο ελεφαντοστό
Μεταλλικά αντικείμενα
Μήτρα/μήτρες
Αγγεία :
Κατανάλωσης ;
Αποθήκευσης/μεταφοράς ;
Μαγειρικά σκεύη
Πήλινα ή λίθινα ειδικών χρήσεων
Ρυτά από άλλα υλικά (όστρεο
τρίτωνα, αβγό στρουθοκαμήλου)
Οστεολογικό υλικό
Τοιχογραφίες κατά χώραν
Πλακίδιο με εικονιστική παράσταση
ΕΠΙΜΗΚΗΣ
ΣΤΑΘΕΡΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΕΚΤΟΣ ΙΕΡΟΥ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ-
ΟΡΘΟΓΩΝΙΑ ΕΞΕΔΡΑ-
(ΣΕ ΠΙΘΑΝΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ ΣΥΝΔΕΣΗ ΕΣΤΙΕΣ ΚΥΚΛΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ-ΒΩΜΟΣ ΘΡΑΝΙΟ,
ΒΩΜΟΣ
ΜΕ ΤΟ ΙΕΡΟ) ΣΦΑΙΡΙΚΟΣ ΛΙΘΟΣ-
ΒΑΙΤΥΛΟΣ
ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΕΚΤΟΣ ΙΕΡΟΥ (ΣΕ ΠΙΘΑΝΗ
ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ ΣΥΝΔΕΣΗ ΜΕ ΤΟ ΙΕΡΟ)

Πήλινα τροχήλατα ειδώλια :

Ανθρωπόμορφα
Ζωόμορφα
Πήλινα χειροποίητα ειδώλια :
Γυναικεία
Zωόμορφα
Συμπλέγματα, ομοιώματα
επίπλων/αρμάτων
Ανθρωπόμορφα ειδώλια από
ελεφαντοστό/χαλκό
Αντικείμενα κύρους (κοσμήματα)
Μουσικά όργανα
Λίθινα/οστέινα εργαλεία
Οψιανός (λεπίδες, φολίδες,
πυρήνες)
Ημικατεργασμένα υλικά
(ελεφαντοστό, στεατίτης)
Μεταλλικά αντικείμενα
Μήτρα
Χοάνες τήξης/ορυκτές ύλες
Αγγεία :
Κατανάλωσης
Αποθήκευσης/μεταφοράς
Μαγειρικά σκεύη
Πήλινα ή λίθινα ειδικών χρήσεων
Οστεολογικό υλικό

ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΑΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΤΟ


ΣΤΡΩΜΑ
ΕΠΑΝΑΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΜΕΝΟΣ &
ΝΕΟΣ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ
ΠΙΝ.3. ΙΕΡΑ ΑΝΑΚΤΟΡΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ. ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ
399
ΤΟΠΟΘΕΣΙΑ ΤΙΡΥΝΘΑ ΑΣΙΝΗ ΑΓΙΑ ΕΙΡΗΝΗ ΦΥΛΑΚΩΠΗ

ΟΙΚΙΑ G
ΧΩΡΟΣ ΔΩΜΑΤΙΟ 119 ΔΩΜΑΤΙΟ 117 ΔΩΜΑΤΙΟ 110 ΔΩΜΑΤΙΟ 110a ΝΑΟΣ ΚΤΙΡΙΟ ΒΒ ΙΕΡΟ
(ΔΩΜΑΤΙΟ ΧΧΧΙΙ)
ΥΕ ΙΙΙΓ
ΥΕ ΙΙΙΓ-
ΜΕΣΗ/ΑΡΧΕΣ ΙΙΙ Γ
ΧΡΟΝΟΛΟΓΗΣΗ YE IIIΓ ΠΡΩΙΜΗ ΥΕ ΙΙΙΓ ΠΡΩΙΜΗ YE ΙΙΙ Γ ΜΕΣΗ ΥΕ ΙΙΙ Γ ΥΣΤΕΡΗ ΥΕ ΙΙΙΓ ΜΕΣΗ/ΥΣΤΕΡΗ ΥΕ ΙΙΙΓ ΠΡΩΤΟΓΕΩΜΕΤΡ
ΥΣΤΕΡΗΣ
ΙΚΗ
(φάση 3)
ΕΝΤΟΣ ΤΕΙΧΙΣΜΕΝΗΣ ΑΚΡΟΠΟΛΗΣ
ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΠΙΚΗΣ ΙΕΡΑΡΧΙΑΣ ;
ΓΕΙΤΝΙΑΣΗ ΜΕ ΤΕΙΧΟΣ
ΠΡΩΙΜΟΤΕΡΗ ΛΑΤΡΕΙΑ ΣΤΟ ΧΩΡΟ
ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΣ ΒΑ-ΝΔ BA-ΝΔ ΒΑ-ΝΔ BA-ΝΔ B-N ΒΔ-ΝΑ ΒΔ-ΝΑ Α-Δ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΕΙΣΟΔΩΝ 1 1 1 1 2 (;) 1 1 2
ΑΜΕΣΗ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΕ ΑΥΛΕΙΟ ΧΩΡΟ ;
ΓΕΙΤΝΙΑΣΗ ΜΕ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΟ ΧΩΡΟ ;

ΛΙΘΙΝΗ ΕΞΕΔΡΑ, ΕΠΙΜΗΚΕΙΣ ΕΠΙΜΗΚΕΙΣ


ΕΠΙΜΗΚΗΣ
ΕΣΤΙΑ, ΜΕΓΑΛΟΣ ΧΑΜΗΛΕΣ ΕΞΕΔΡΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ-ΘΡΑΝΙΑ, ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ- ΛΙΘΙΝΕΣ ΕΞΕΔΡΕΣ,
ΣΤΑΘΕΡΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΛΙΘΙΝΗ ΕΞΕΔΡΑ ΛΙΘΙΝΗ ΕΞΕΔΡΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ-
ΛΙΘΟΣ ΑΠΟ ΛΙΘΙΝΗ ΕΞΕΔΡΑ, ΕΣΤΙΑ ΘΡΑΝΙΑ, ΚΟΓΧΗ
ΘΡΑΝΙΟ
ΑΣΒΕΣΤΟΚΟΝΙΑΜΑ (;) ΕΣΤΙΑ/ΒΩΜΟΣ

ΕΥΡΗΜΑΤΑ
Πήλινα ειδώλια σε φυσικό μέγεθος :
Πήλινα τροχήλατα ειδώλια :
Ανθρωπόμορφα (ομάδα Α) ;
Ζωόμορφα ;
Πήλινα χειροποίητα ειδώλια :
Γυναικεία
Ανδρικά
Ζωόμορφα
Συμπλέγματα, ομοιώματα επίπλων/αρμάτων
Αντικείμενα κύρους (κοσμήματα)
Μουσικά όργανα
Λίθινα/οστέινα εργαλεία
Λίθινη βάση/κιονίσκος
Οψιανός (λεπίδες, φολίδες, πυρήνες)
Μεταλλικά αντικείμενα
Μήτρα
Αγγεία :
Κατανάλωσης
Αποθήκευσης/μεταφοράς
Μαγειρικά σκεύη
Πήλινα ή λίθινα ειδικών χρήσεων
Ρυτά από άλλα υλικά (όστρεο τρίτωνα, αβγό
στρουθοκαμήλου)
Οστεολογικό υλικό
ΛΙΘΙΝΗ ΛΙΘΙΝΗ
ΣΤΑΘΕΡΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΕΚΤΟΣ ΙΕΡΟΥ (ΣΕ ΠΙΘΑΝΗ
ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ- ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ-
ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ ΣΥΝΔΕΣΗ ΜΕ ΤΟ ΙΕΡΟ)
ΒΩΜΟΣ ΒΩΜΟΣ

ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΕΚΤΟΣ ΙΕΡΟΥ (ΣΕ ΠΙΘΑΝΗ


ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ ΣΥΝΔΕΣΗ ΜΕ ΤΟ ΙΕΡΟ)

Πήλινα τροχήλατα ειδώλια :

Ανθρωπόμορφα (ομάδα Α)
Ζωόμορφα
Πήλινα χειροποίητα ειδώλια :
Γυναικεία
Ανδρικά
Ζωόμορφα
Συμπλέγματα, ομοιώματα επίπλων/αρμάτων
Αντικείμενα κύρους (σκαραβαίος)
Πήλινοι αγωγοί
Οψιανός (λεπίδες, φολίδες, πυρήνες)
Λίθινα/οστέινα εργαλεία
Μεταλλικά αντικείμενα
Αγγεία :
Κατανάλωσης
Αποθήκευσης/μεταφοράς
Πήλινα ή λίθινα ειδικών χρήσεων
Οστεολογικό υλικό

ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΑΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΤΟ ΣΤΡΩΜΑ


ΕΠΑΝΑΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙOYΜΕΝΟΣ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ
ΝΕΟΣ & ΕΠΑΝΑΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙOYΜΕΝΟΣ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ

ΠΙΝ. 4. ΙΕΡΑ ΜΕΤΑΝΑΚΤΟΡΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ. ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ

400
Αυλή
Αυλή
Αυλή

Δωμάτιο Β
Δωμάτιο Β

Δωμάτιο Α
Δωμάτιο Α

Δυτικό ιερό
Δυτικό Ιερό

Δυτικό Ιερό

(βόρειο τμήμα)
Κυρίως δωμάτιο
Ανατολικό Ιερό

Ανατολικό Ιερό
Κυρίως δωμάτιο
Κυρίως δωμάτιο
Πήλινα

Χ
Χ
Χ
Χ
Χ
Χ
Χ
ανθρωπόμορφα
ειδώλια

Ανθρωπόμορφα

Χ
ειδώλια από χαλκό

Ζωόμορφα

Χ
Χ
Χ
Χ
Χ
Χ
Χ
Χ
Χ
ειδώλια
Συμπλέγματα,
ομοιώματα

Χ
Χ
Χ
Χ
Χ
Χ
επίπλων/αρμάτων

Αντικείμενα
κύρους
(κοσμήματα,

Χ
Χ
Χ
Χ
Χ
Χ
Χ
Χ

σφραγιδόλιθοι,
σκαραβαίος,
αντικείμενα από
ελεφαντοστό)

Χ
Χ
Χ
Χ
Χ

Μουσικά όργανα
ΦΑΣΗ 3
ΦΑΣΗ 2
ΦΑΣΗ 1

Λίθινα /οστέινα

Χ
Χ
Χ
Χ
Χ
Χ
Χ
Χ
Χ

εργαλεία

Οψιανός
Χ
Χ
Χ
Χ
Χ
Χ

Μεταλλικά
αντικείμενα,
Χ
Χ
Χ
Χ
Χ
Χ
Χ
Χ
Χ
Χ
Χ
Χ

θραύσματα / μάζες
μετάλλων, μήτρα

Αντικείμενα
κοσμικού
Χ
Χ
Χ
Χ
Χ
Χ
Χ
Χ
Χ

χαρακτήρα
(σφονδύλια,
αγωγοί)

Σκεύη ειδικών
;

Χ
Χ
Χ
Χ

χρήσεων

Αγγεία
Χ
Χ
Χ
Χ
Χ
Χ
Χ
Χ
Χ
Χ

κατανάλωσης

Αγγεία
Χ
Χ
Χ
Χ
Χ
Χ
Χ

αποθήκευσης /
μεταφοράς
ΠΙΝ. 5. ΙΕΡΟ ΤΗΣ ΦΥΛΑΚΩΠΗΣ. ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΚΙΝΗΤΩΝ ΕΥΡΗΜΑΤΩΝ ΑΝΑ ΧΡΟΝΙΚΗ ΦΑΣΗ ΚΑΙ ΧΩΡΟ.

Μαγειρικά σκεύη
Χ
Χ
Χ
Χ
ΠΡΟΦΗΤΗΣ
ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ ΗΛΙΑΣ (ΑΓΙΟΣ
ΤΟΠΟΘΕΣΙΑ ΚΑΛΑΠΟΔΙ ΔΕΛΦΟΙ ΤΣΟΥΝΓΚΙΖΑ ΜΑΛΕΑΤΑΣ (ΚΛΕΝΙΕΣ) ΑΔΡΙΑΝΟΣ) ΑΜΥΚΛΑΙΟ ΟΛΥΜ
ΠΕΡΙΟΧΗ Φθιώτιδα Φωκίδα Αργολίδα Αργολίδα Αργολίδα Αργολίδα Λακωνία Ηλεί
ΥΕ ΙΙΙ Γ
[πιθανόν ΥΕ ΙΙΙ Α- ΥΕ ΙΙΙ Β2 -
ΧΡΟΝΟΛΟΓΗΣΗ Β] ΥΕ ΙΙΙ Β ΥΕ ΙΙΙ Α2 ΥΕ ΙΙΙΑ-ΙΙΙΒ ΥΕ ΙΙΙ Β ΥΕ ΙΙΙ Β ΙΙΙΓ ;
Αρχιτεκτονικά κατάλοιπα
[σε σχέση με τη λατρεία] Χ ;
οικιστικά / ταφικά κατάλοιπα Χ Χ Χ Χ Χ
ιερό ιστορικών χρόνων Χ Χ Χ Χ Χ Χ Χ
Ειδώλια χειροποίητα :
ανθρωπόμορφα Χ Χ Χ Χ Χ Χ
ζωόμορφα Χ Χ Χ Χ Χ Χ
άλλα (συμπλέγματα, ομοιώματα
επίπλων & θρόνων) Χ Χ Χ Χ
Ειδώλια τροχήλατα :
ανθρωπόμορφα Χ Χ Χ Χ
ζωόμορφα Χ Χ ; ; Χ
Αγγεία :
κατανάλωσης Χ Χ Χ Χ
μεταφοράς / αποθήκευσης Χ Χ
μαγειρικά σκεύη Χ Χ Χ
εξειδικευμένα
(μικκύλες κύλικες) Χ Χ
Παλαιοβοτανολογικό υλικό Χ
Οστεολογικό υλικό Χ Χ Χ
Εργαλεία Χ Χ
Αντικείμενα κύρους Χ ;

ΠΙΝ. 6. ΠΙΘΑΝΟΛΟΓΟΥΜΕΝΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΕΛΕΣΗΣ ΛΑΤΡΕΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ


ΚΕΡΑΜΕΙΚ

ΠΡΩΙΜΗ
ΥΕ ΙΙΙ Α1

ΥΕ ΙΙΙ Α2

ΥΕ ΙΙΙ Β1

ΥΕ ΙΙΙ Β2

ΥΣΤΕΡΗ
Η ΦΑΣΗ

ΥΕ ΙΙΙ Γ

ΥΕ ΙΙΙ Γ

ΥΕ ΙΙΙ Γ
ΜΕΣΗ
ΑΣΤΙΚΑ ΙΕΡΑ
ΤΙΡΥΝΘΑ ΔΩΜΑΤΙΟ 7 (;)
ΔΩΜΑΤΙΟ 119
ΔΩΜΑΤΙΟ 117
ΔΩΜΑΤΙΟ 110
ΔΩΜΑΤΙΟ 110α
ΜΥΚΗΝΕΣ ΚΤΙΡΙΟ Γ
ΝΑΟΣ
ΚΤΙΡΙΟ
ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΩΝ
ΜΕΘΑΝΑ ΔΩΜΑΤΙΟ Α
ΔΙΜΗΝΙ ΟΙΚΙΑ Κ
ΔΩΜΑΤΙΟ 1
(ΜΕΓΑΡΟ Β)
ΑΓΙΑ ΝΑΟΣ ← →
ΕΙΡΗΝΗ
ΦΥΛΑΚΩΠΗ ΙΕΡΟ
(ΑΝΑΤΟΛΙΚΟ & ; ;
ΔΥΤΙΚΟ)
ΑΣΙΝΗ ΟΙΚΙΑ G

ΠΙΝ. 7. ΧΡΟΝΟΛΟΓΗΣΗ ΜΥΚΗΝΑΪΚΩΝ ΑΣΤΙΚΩΝ ΙΕΡΩΝ

You might also like