
ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΜΟΝΑΔΑΣ ΑΠΟ ΜΕΤΑΛΛΙΚΟ ΦΕΡΟΝΤΑ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟ
ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΜΟΝΑΔΑΣ ΑΠΟ ΜΕΤΑΛΛΙΚΟ ΦΕΡΟΝΤΑ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟ
ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ
ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ
ΕΜΚ ΔΕ 2021/07
Περίληψη
1
NATIONAL TECHNICAL UNIVERSITY OF ATHENS
FACULTY OF CIVIL ENGINEERING
INSTITUTE OF STEEL STRUCTURES
DIPLOMA THESIS
ΕΜΚ ΔΕ 2021/07
Abstract
The subject of this diploma thesis is the design and dimensioning of a two-story school unit
with steel load bearing structural system and composite slabs, as its floors. The school unit is
divided in three smaller buildings, separated with seismic joints. Each of these buildings
consists of moment resisting frames in one direction and concentrically braced frames in the
other direction.
The most important goal was to design a school unit that will be safe for use, economical
in terms of construction, functional, fireproof and aesthetically pleasing. The three statically
independent buildings have different uses, two of them consist of classrooms, offices, public
library and refectory, while the third one serves as an indoor gymnasium.
The static analysis of the buildings was carried out with the program Robot Structural
Analysis Professional 2021 by Autodesk, under adverse loading cases defined according to the
Eurocode, in order to determine the sections of the members, ensuring the adequacy and
functionality of the construction. The composite slabs were designed with the program
SymDeck Designer 2 by Elastron Company and for the design of the composite beams the
program ABC ArcelorMittal Beams Calculator was used. The checks for all the members of
every structure were based on the provisions of Eurocodes 0,1,3 and 4, while the seismic design
was done according to Eurocode 8.
2
Ευχαριστίες
Η παρούσα διπλωματική εργασία πραγματοποιήθηκε στο εργαστήριο Μεταλλικών
Κατασκευών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά τον
επιβλέποντα καθηγητή μου κ. Θανόπουλο Παύλο, για την πολύτιμη καθοδήγηση του καθ’ όλη
τη διάρκεια εκπόνησης της εργασίας καθώς και για την εξαιρετική συνεργασία μας.
Τέλος, θα ήθελα να ευχαριστήσω τους φίλους και την οικογένειά μου που με στήριξαν
κατά την διάρκεια των σπουδών μου.
3
1 Εισαγωγή
Ο χάλυβας χρησιμοποιείται ως δομικό υλικό από τον 19ο αιώνα, αρχικά σε κτίρια
βιομηχανικής χρήσης και σε γέφυρες, ενώ κατά τα τέλη του αιώνα ξεκίνησε η κατασκευή
φέροντων οργανισμών εξ ολοκλήρου από χάλυβα στις ΗΠΑ. Η εφαρμογή των μεταλλικών
κατασκευών εμφανίζει ραγδαία ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια και στην Ελλάδα, χάρη στα
αρκετά πλεονεκτήματα που παρουσιάζουν σε σχέση με μια συμβατική κατασκευή
σκυροδέματος, όπως καλύτερη αντισεισμική συμπεριφορά, ελευθερία αρχιτεκτονικού
σχεδιασμού μέσω της δυνατότητας δημιουργίας μεγάλων ανοιγμάτων, ταχύτητα κατασκευής
λόγω της βιομηχανικής παραγωγής των διατομών και κατασκευή πολυώροφων κτιρίων με
μικρό βάρος.
Τα μειονεκτήματά του ωστόσο είναι αρκετά, καθώς ο χάλυβας αποτελεί ευαίσθητο υλικό,
με σημαντικότερα ίσως τις αυξημένες ανάγκες πυροπροστασίας και προστασίας έναντι
διάβρωσης και την απαίτηση εξειδικευμένου προσωπικού εγκατάστασης, γεγονότα που
οδηγούν στην αύξηση του κόστους κατασκευής.
Το αντικείμενο της παρούσας διπλωματικής εργασίας είναι η μελέτη, ο σχεδιασμός και η
διαστασιολόγηση σχολικής μονάδας με φέροντα οργανισμό από χάλυβα. Όλα τα κτίρια του
συγκροτήματος μελετήθηκαν ανεξάρτητα και σχεδιάστηκαν αρχιτεκτονικά και στατικά με την
προσωπική κρίση της συγγραφέως. Η μονάδα χωρίζεται στατικά σε 3 μικρότερα ανεξάρτητα
κτίρια, τα οποία έχουν πλαισιακή λειτουργία στην μια διεύθυνση ενώ στην άλλη αποτελούνται
από πλαίσια με κατακόρυφους συνδέσμους δυσκαμψίας. Το τρίτο κτίριο (κτίριο Γ), που
στεγάζει το κλειστό γυμναστήριο του σχολείου, δεν αποτέλεσε αντικείμενο της παρούσας
εργασίας. Η σχολική μονάδα αποτελείται από δύο επίπεδα. Τα κτίρια είναι από μεταλλικό
φορέα (υποστυλώματα, κύριες δοκούς, δευτερεύουσες δοκούς, διαδοκίδες και συνδέσμους
δυσκαμψίας) και σύμμικτες πλάκες από τραπεζοειδές χαλυβδόφυλλο και ελαφρώς οπλισμένο
σκυρόδεμα.
Για την ανάλυση των κτιρίων χρησιμοποιήθηκε το πρόγραμμα Robot Structural Analysis
Professional 2021. Στο πρόγραμμα σχεδιάστηκαν τα μοντέλα των χαλύβδινων σκελετών των
δύο κτιρίων, εξήχθησαν τα αποτελέσματα των αναλύσεων που πραγματοποιήθηκαν, όπως τα
εντατικά μεγέθη, μετακινήσεις φορέα, στοιχεία ιδιομορφικής ανάλυσης κ.α., και στη συνέχεια
έγινε η διαστασιολόγηση σύμφωνα με τους κανονισμούς των Ευρωκωδίκων.
Συγκεκριμένα, η εργασία πραγματοποιήθηκε με βάση τις διατάξεις των:
• Ευρωκώδικας 0 (ΕΝ1990) – Βάσεις σχεδιασμού φερουσών κατασκευών
• Ευρωκώδικας 1 (ΕΝ1991) – Δράσεις στις φέρουσες κατασκευές
• Ευρωκώδικας 3 (ΕΝ1993) – Σχεδιασμός φερουσών κατασκευών από χάλυβα
• Ευρωκώδικας 4 (ΕΝ1994) – Σχεδιασμός σύμμικτων κατασκευών από χάλυβα και
σκυρόδεμα
• Ευρωκώδικας 8 (ΕΝ1998) – Αντισεισμικός σχεδιασμός φερουσών κατασκευών
4
1.1 Αρχιτεκτονική περιγραφή
5
Το κλειστό γυμναστήριο, που αποτελεί και αυτόνομο στατικά κτίριο, έχει διαστάσεις
κάτοψης 30.60mx28.00m και αντίστοιχο εμβαδόν 856.80 m2 και μπορεί να στεγάσει γήπεδο
καλαθοσφαίρισης (basket) διαστάσεων 28.00mx15.00m και κερκίδες. Ο χώρος αυτός
προορίζεται και για σχολικές εορτές ή άλλου είδους εκδηλώσεις. H διαστασιολόγηση του
κλειστού γυμναστηρίου (κτίριο Γ) ήταν εκτός σκοπού της παρούσας εργασίας.
Στον προαύλιο χώρο, όπως φαίνεται και στο Σχήμα 1.1, υπάρχουν θέσεις στάθμευσης
αυτοκινήτων (parking) για τους καθηγητές και το λοιπό προσωπικό σε χώρο μη προσβάσιμο
από τους μαθητές, γήπεδο ποδοσφαίρου διαστάσεων 44.00mx22.00m, γήπεδο πετοσφαίρισης
διαστάσεων 18.00mx9.00m, κερκίδες και ελεύθερος χώρος παιχνιδιού για τους μαθητές την
ώρα του διαλείμματος.
6
Σχήμα 1.2: Κάτοψη ισογείου
7
1.2 Στατικό προσομοίωμα
8
1.3 Υλικά Κατασκευής
όπου
fck Η χαρακτηριστική θλιπτική αντοχή κυλινδρικού σκυροδέματος 28 ημερών
fcm η μέση τιμή της θλιπτικής αντοχής του σκυροδέματος
fctm η μέση τιμή της εφελκυστικής αντοχής το σκυροδέματος σε αξονικό εφελκυσμό
fctk,0.05 και fctk,0.95 οι οριακές μέσες τιμές αντοχής σε αξονικό εφελκυσμό για ποσοστά 5% και
95% αντίστοιχα
Ecm μέση τιμή μέτρου ελαστικότητας.
9
1.3.3 Χαλυβδόφυλλο
Οι φέρουσες πλάκες των κτιρίων είναι σύμμικτες και αποτελούνται από χαλυβδόφυλλα και
επί τόπου έγχυτο σκυρόδεμα. Χρησιμοποιήθηκε τραπεζοειδές προφίλ επικάλυψης, τύπου
SYMDECK 73 της εταιρίας Έλαστρον. Τα χαλυβδόφυλλα παράγονται σε πάχη από 0.75 έως
1.25mm, από χάλυβα ποιότητας S320 σύμφωνα με τον Ευρωκώδικα 3. Τα χαλυβδόφυλλα
ποιότητας S320 έχουν όριο διαρροής fyp = 320 MPa και όριο θραύσης fup = 390 MPa σύμφωνα
με το πρότυπο ΕΝ 10 147.
Για την πλάκα σκυροδέματος έγινε χρήση οπλισμού Φ8/25cm. Ο χάλυβας οπλισμού έχει
τα εξής χαρακτηριστικά:
• Κατηγορία Β500C
• Μέτρο ελαστικότητας Ε = 210 GPa
• Ειδικό βάρος γ = 78.5 kN/m3
• Λόγο Poisson ν = 0.3
10
2 Στατικά Φορτία Κατασκευών
Οι δράσεις με βάση τις οποίες έγινε η ανάλυση του φορέα των κτιρίων, είναι ανάλογες με
τη χρήση, τη θέση και τη μορφή του έργου. Στη χώρα μας, ως προς τις δράσεις, εφαρμόζεται ο
Ευρωκώδικας 1, ο οποίος παρέχει για κάθε χώρα ιδιαίτερες πληροφορίες, εξειδικευμένες σε
Εθνικά Προσαρτήματα (National Annexes). Στα Εθνικά Προσαρτήματα αναφέρονται
εναλλακτικές διαδικασίες, τιμές και συστάσεις, μέσω των οποίων καθορίζονται οι εθνικές
επιλογές σε συγκεκριμένα θέματα.
Οι δράσεις αυτές, ανάλογα με τις διακυμάνσεις τους στο χρόνο, χωρίζονται στις εξής
κατηγορίες:
• Μόνιμες δράσεις (G), π.χ. το ίδιο βάρος του φορέα, σταθερός εξοπλισμός,
επιστρώσεις, έμμεσες δράσεις από συστολή ξήρανσης και διαφορικές καθιζήσεις.
• Μεταβλητές δράσεις (Q), π.χ. επιβαλλόμενα φορτία σε πατώματα, πιέσεις ανέμου,
φορτία χιονιού, φορτία από γερανογέφυρες.
• Τυχηματικές δράσεις (Α), π.χ. εκρήξεις, πυρκαγιά, σεισμός.
Με τον όρο αυτό νοούνται όλες οι δράσεις που αναμένεται να έχουν σταθερό μέγεθος σε
όλη τη διάρκεια μιας δεδομένης περιόδου αναφοράς. Στην κατηγορία αυτή των δράσεων
ανήκουν όλα τα κατακόρυφα φορτία που δρουν καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του έργου.
Στην παρούσα μελέτη λήφθηκαν υπόψιν τα παρακάτω φορτία:
• Ίδια βάρη κατασκευής, που υπολογίστηκαν αυτόματα από το πρόγραμμα ανάλυσης
ανάλογα με τα στοιχεία εισόδου στο στατικό προσομοίωμα.
• Ίδιο βάρος σύμμικτης πλάκας g = 2.70 kN/m2 , που υπολογίστηκε αυτόματα μέσω
του προγράμματος SymDeck Designer 2.
• Φορτία εξωτερικής τοιχοποιίας και υαλοπετασμάτων, τα οποία δρουν απευθείας στις
εξωτερικές δοκούς, g1 = 2.00 kN/m.
• Φορτία στηθαίων στις εξωτερικές δοκούς της ταράτσας, g2 = 0.50 kN/m.
• Ίδιο βάρος σκάλας g3 = 1.00 kN/m, το οποίο θεωρήθηκε ότι δρα ως ομοιόμορφα
κατανεμημένο στην δοκό που στηρίζεται, σε μήκος ίσο με το μήκος της σκάλας.
• Φορτία επικαλύψεων και λοιπών πρόσθετων δράσεων (ηλεκτρολογικού εξοπλισμού,
συστήματος αερισμού, ψευδοροφών), που δρουν στις πλάκες, g4 = 3.50 kN/m2.
Στην κατηγορία αυτή ανήκουν τα κατακόρυφα φορτία που προκύπτουν από τη χρήση του
κτιρίου και προέρχονται από την παρουσία ανθρώπων, επίπλων, κινητού εξοπλισμού,
αποθηκευμένων αγαθών, κλπ. Οι τιμές αυτών των φορτίων δίνονται από τους κανονισμούς
ανάλογα με την κατηγορία χρήσης, στην οποία ανήκει το υπό εξέταση κτίριο.
11
Πίνακας 2.1: Κατηγορίες χρήσης
12
Πίνακας 2.3: Επιβαλλόμενα φορτία σε στέγες κατηγορίας Η
Στην περίπτωση του σχολείου που εξετάζεται, η κατηγορία χρήσης είναι η C1, με βάση τον
Πίνακα 2.1. Για το λόγο αυτό επιλέχθηκε qορόφων = 3 kN/m2 και qστέγης = 0.5 kN/m2.
Η ποσότητα του χιονιού που εναποτίθεται σε μια στέγη, σε ήπιες καιρικές συνθήκες,
εξαρτάται από την κλίση αυτής και την τοποθεσία του κτιρίου, ενώ η πυκνότητά του, μέσω της
οποίας προσδιορίζεται και το αντίστοιχο φορτίο χιονιού, δεν είναι σταθερή και εξαρτάται από
το βαθμό συμπύκνωσης του στην συγκεκριμένη τοποθεσία. Παρ’ όλη την ανομοιομορφία της
φυσικής εναπόθεσης του χιονιού στις στέγες, το φορτίο ερμηνεύεται με κατάλληλη κατανομή
ως στατικό φορτίο και ανήκει στις μεταβλητές σταθερές δράσεις.
Για τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι τιμές του sk για περίοδο επαναφοράς 50 ετών
δίνονται στο Παράρτημα C του ΕΝ 1991 – Μέρος 1-3 [6]. Για την Ελλάδα, σύμφωνα με το
Εθνικό Προσάρτημα, ορίζονται τρείς ζώνες χιονιού στον Πίνακα 2.4, με αντίστοιχες
χαρακτηριστικές τιμές sk,0 των φορτίων, για έδαφος που βρίσκεται στη στάθμη της θάλασσας.
Ζώνη Α: Νομοί Αρκαδίας, Ηλείας, Λακωνίας, Μεσσηνίας και όλα τα νησιά πλην των
Σποράδων και της Εύβοιας.
Ζώνη Γ: Νομοί Μαγνησίας, Φθιώτιδας, Καρδίτσας, Τρικάλων, Λάρισας, Σποράδες και
Εύβοια.
Ζώνη Β: Υπόλοιπη χώρα.
Για κάθε ζώνη, το χαρακτηριστικό φορτίο χιονιού στο έδαφος sk,A δίνεται από την
παρακάτω σχέση:
𝛢
sk,A = sk,0 * ( 1 + ( 917 )2) (2.1)
όπου
Α είναι το υψόμετρο της τοποθεσίας πάνω από την στάθμη της θάλασσας (σε m). Το
υψόμετρο Α μετριέται με ακρίβεια 100m. Το υψόμετρο στρογγυλεύεται στην αμέσως
μεγαλύτερη εκατοντάδα.
13
Το φορτίο χιονιού S που ασκείται επί της στέγης, θεωρείται ότι ενεργεί κατακόρυφα,
αναφέρεται στην οριζόντια προβολή της στέγης και υπολογίζεται, για καταστάσεις διαρκείας
ή παροδικές, από την σχέση:
S = μi * Ce * Ct * sk (2.2)
όπου
μi συντελεστής μορφής φορτίου χιονιού, υπολογιζόμενος κατά περίπτωση σύμφωνα με
την μορφή της στέγης, βλ. Πίνακα 2.5
sk η χαρακτηριστική τιμή του φορτίου χιονιού επί του εδάφους
Ce συντελεστής έκθεσης, ο οποίος για κανονικές συνθήκες λαμβάνεται ίσος με 1.
Συνιστώμενες τιμές για άλλες συνθήκες είναι:
⎯ Για έκθεση σε ισχυρούς ανέμους Ce = 0.8
⎯ Για κατασκευές προστατευόμενες από κτίρια ή δέντρα Ce = 1.2
Ct θερμικός συντελεστής, ο οποίος είναι συνήθως ίσος με 1 για κανονικές συνθήκες
θερμικής μόνωσης της στέγης. Μπορεί να επιτραπούν και μικρότερες τιμές προκειμένου να
ληφθεί υπόψη η επιρροή της απώλειας θερμότητας μέσω της στέγης.
Στην παρούσα μελέτη, τα κτίρια θεωρήθηκε πως θα κατασκευαστούν στον Νομό Αττικής
και συγκεκριμένα στον Δήμο Χαλανδρίου, οπότε πάρθηκε sk,0 = 0.8 kN/m2 , και υψόμετρο Α
= 200m. Συνεπώς, η χαρακτηριστική τιμή του φορτίου χιονιού με βάση τη σχέση (2.1) είναι sk
= 0.838 kN/m2 .
Η μορφή της στέγης όλων των κτιρίων είναι οριζόντια, οπότε μ1 = 0.8 και μ2 = 0.8, Ce = 1
και Ct = 1 και επομένως το φορτίο χιονιού με βάση την σχέση (2.2) θα είναι :
s = 0.8 * 1 * 1 * 0.838 = 0.67 kN/m2.
Οι δράσεις ανέμου είναι αρκετά σημαντικές για τις κατασκευές από χάλυβα και αποτελούν
για πολλές από αυτές την βασική φόρτιση, ανεξάρτητα από τον τύπο τους. Τα φορτία ανέμου
θεωρούνται ως στατικά, χρονικά μεταβαλλόμενα, αν και στην πραγματικότητα μπορούν να
προκαλέσουν ταλαντώσεις, η δυναμική επίδραση των οποίων για δύσκαμπτα κτίρια είναι
μικρή.
Οι παράγοντες που επηρεάζουν το μέγεθος της ταχύτητας του ανέμου και της ασκούμενης
πίεσης είναι:
⎯ Η γεωγραφική θέση
14
⎯ Η φυσική θέση
⎯ Η τοπογραφία
⎯ Οι διαστάσεις των κτιρίων
⎯ Η μέση ταχύτητα του ανέμου Vm
⎯ Το σχήμα της κατασκευής
⎯ Η κλίση της στέγης
⎯ Η διεύθυνση του ανέμου.
Τα φορτία ανέμου δρουν άμεσα ως πιέσεις (ανεμοπιέσεις) επί των εξωτερικών επιφανειών
κλειστών κατασκευών. Η κατανομή των πιέσεων σε ένα κτίριο εξαρτάται κυρίως από την
μορφή του. Σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Πρότυπο ΕΝ 1991-1-4 [7], οι δράσεις ανάγονται σε
δυνάμεις ή πιέσεις (κάθετες ή εφαπτομενικές) επί των εξωτερικών ή και εσωτερικών
επιφανειών και μάλιστα με ομοιόμορφη κατανομή σε όλη την επιφάνεια μιας όψης ή σε τμήμα
της.
Η πίεση του ανέμου η οποία δρα καθέτως προς τις εξωτερικές ή τις εσωτερικές επιφάνειες
μιας κατασκευής φαίνεται στο Σχήμα 2.1 και προκύπτει από τις σχέσεις:
we = qp(ze) * cpe (2.3)
wi = qp(zi) * cpi (2.4)
όπου
qp(ze) , qp(zi) η πίεση ταχύτητας αιχμής
ze , zi το ύψος αναφοράς για την εξωτερική ή την εσωτερική πίεση
cpe , cpi ο συντελεστής εξωτερικής ή εσωτερικής πίεσης.
Οι συντελεστές εξωτερικής πίεσης cpe για κτίρια και τμήματα κτιρίων εξαρτώνται από το
μέγεθος της φορτιζομένης επιφάνειας Α, η οποία είναι η επιφάνεια της κατασκευής που
δημιουργεί τη δράση του ανέμου στο υπολογιζόμενο τμήμα. Οι συντελεστές εξωτερικής πίεσης
δίνονται για φορτιζόμενες επιφάνειες Α μέχρι 1m2 και πάνω από 10m2 στους πίνακες ανάλογα
με τη διαμόρφωση του κτιρίου, ως cpe,1 για τους τοπικούς συντελεστές και cpe,10 για τους
καθολικούς συντελεστές, αντίστοιχα.
15
Για επιφάνειες από 1 έως 10m2 ο υπολογισμός του συντελεστή πίεσης cpe γίνεται
συναρτήσει της επιφάνειας Α, μέσω της σχέσης (2.5) και του παρακάτω λογαριθμικού
διαγράμματος:
cpe = cpe,1 – (cpe,1 - cpe,10 ) * logA (2.5)
16
Πίνακας 2.6: Συντελεστές εξωτερικής πίεσης για κατακόρυφους τοίχους κτιρίων ορθογωνικής κάτοψης
17
Πίνακας 2.7: Συντελεστές εξωτερικής πίεσης για οριζόντιες στέγες
Οι εσωτερικές και εξωτερικές πιέσεις θεωρήθηκε ότι δρουν ταυτόχρονα. Σύμφωνα με τον
κανονισμό, για κτίρια με ανοίγματα προσδιορίζεται η δεσπόζουσα πλευρά, η οποία ορίζεται
ως η πλευρά της οποίας η επιφάνεια των ανοιγμάτων είναι τουλάχιστον διπλάσια της
επιφάνειας των ανοιγμάτων και σημείων διαρροής στις υπόλοιπες πλευρές του κτιρίου. Σε
κτίριο χωρίς δεσπόζουσα πλευρά, ο συντελεστής εσωτερικής πίεσης cpi προσδιορίζεται από το
Σχήμα 8, και είναι συνάρτηση του λόγου του ύψους προς το βάθος του κτιρίου h/d, και του
ποσοστού των ανοιγμάτων μ για κάθε διεύθυνση του ανέμου θ, το οποίο θα προσδιορίζεται
από την σχέση:
∑ 𝜀𝜋𝜄𝜑ά𝜈𝜀𝜄𝛼𝜍 𝛼𝜈𝜊𝜄𝛾𝜇ά𝜏𝜔𝜈 𝜎𝜏𝛼 𝜊𝜋𝜊ί𝛼 𝜊 𝑐𝑝𝑒 𝜀ί𝜈𝛼𝜄 𝛼𝜌𝜈𝜂𝜏𝜄𝜅ό𝜍 ή 0
μ= ∑ 𝜀𝜋𝜄𝜑ά𝜈𝜀𝜄𝛼𝜍 ό𝜆𝜔𝜈 𝜏𝜔𝜈 𝛼𝜈𝜊𝜄𝛾𝜇ά𝜏𝜔𝜈
(2.6)
Σε περιπτώσεις που δεν είναι δυνατή ή δεν θεωρείται δικαιολογημένη η εκτίμηση του μ, ο
συντελεστής εσωτερικής πίεσης cpi θα πρέπει να λαμβάνεται ως το πλέον δυσμενές από τα +0.2
και -0.3.
Κατά την μελέτη θεωρήθηκε συντηρητικά και υπέρ της ασφαλείας ότι δεν υπάρχει
δεσπόζουσα πλευρά, λαμβάνοντας έτσι υπόψη και τις δύο τιμές του cpi . Δυσμενέστερη είναι
η κατάσταση στην οποία αθροίζονται οι δυνάμεις από τις εσωτερικές και εξωτερικές πιέσεις,
18
για παράδειγμα όταν ο συντελεστής εξωτερικής πιέσεως σε ένα τοίχο είναι θετικός, το
δυσμενέστερο είναι να ληφθεί συντελεστής εσωτερικής πιέσεως αρνητικός.
Η πίεση ταχύτητας αιχμής σε ύψος z, δίδεται από την σχέση:
1
qp(z) = [ 1+7 * Iν(z)] * * ρ * vm2(z) = ce(z) * qb (2.6)
2
όπου
ρ η πυκνότητα του αέρα, εξαρτώμενη από το υψόμετρο, τη θερμοκρασία και τη βαρομετρική
πίεση που αναμένονται σε μια περιοχή κατά τη διάρκεια ανεμοθύελλας (προτεινόμενη τιμή ρ
= 1.25 kg/m3)
Iν(z) η ένταση του στροβιλισμού σε ύψος z
𝑞𝑝 (𝑧)
ce(z) ο συντελεστής έκθεσης και δίνεται από τη σχέση: ce(z) =
𝑞𝑏
1
qb η βασική πίεση, ίση προς qb = 2 * ρ * vb2
vb η βασική ταχύτητα ανέμου, που ορίζεται ως συνάρτηση της διεύθυνσης του ανέμου και
της εποχής του έτους, στα 10m πάνω από το έδαφος κατηγορίας II, και είναι ίση με
vb = cdir * cseason * vb,0 (2.7)
cdir ο συντελεστής διεύθυνσης (προτεινόμενη τιμή 1.0)
cseason ο συντελεστής εποχής (προτεινόμενη τιμή 1.0)
vb,0 η θεμελιώδης τιμή της βασικής ταχύτητας ανέμου. Η θεμελιώδης τιμή της βασικής
ταχύτητας του ανέμου σύμφωνα με το αντίστοιχο Εθνικό Προσάρτημα ορίζεται σε 33m/s για
τα νησιά και παράλια μέχρι 10km από την ακτή και σε 27m/s για την υπόλοιπη χώρα.
Η μέση ταχύτητα του ανέμου vm(z) , σε ύψος z πάνω από το έδαφος, εξαρτάται από την
τραχύτητα του εδάφους και την τοπογραφική διαμόρφωση, προσδιορίζεται δε από την σχέση:
vm(z) = cr(z) * c0(z) * vb (2.8)
όπου
cr(z) ο συντελεστής τραχύτητας
c0(z) ο συντελεστής τοπογραφικής διαμόρφωσης (προτεινόμενη τιμή 1.0).
19
Πίνακας 2.8: Κατηγορίες και παράμετροι εδάφους, σύμφωνα με το Παράρτημα Α1 του Ευρωκώδικα 1
όπου
z0 το μήκος τραχύτητας
kr Ο συντελεστής εδάφους εξαρτώμενος από το μήκος τραχύτητας, υπολογιζόμενος από τη
σχέση
𝑧0
kr = 0.19 *( )0.07 (2.11)
𝑧0 11
,
όπου
z0,II 0.05m για κατηγορία εδάφους ΙΙ
zmin το ελάχιστο ύψος που ορίζεται στον Πίνακα 2.8
zmax το μέγιστο ύψος, που λαμβάνεται 200m, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στο Εθνικό
Προσάρτημα
z0 , zmin εξαρτώνται από την κατηγορία εδάφους.
20
Η ένταση του στροβιλισμού Iν(z) σε ύψος z ορίζεται ως η τυπική απόκλιση σν του
στροβιλισμού, διαιρούμενη με τη μέση ταχύτητα του ανέμου και υπολογίζεται από τις σχέσεις:
𝜎𝜈 𝑘𝑙
Iν(z) = 𝑣 = 𝑧 για zmin ≤ z ≤ zmax (2.12)
𝑚 (𝑧) 𝑐0(𝑧)∗ln ( )
𝑧0
𝜎𝜈 𝑘𝑙
Iν(z) =Iv(zmin) = = 𝑧 για z < zmin (2.13)
𝑣𝑚(𝑧𝑚𝑖𝑛 ) 𝑐0(𝑧𝑚𝑖𝑛)∗ln ( 𝑚𝑖𝑛)
𝑧
0
όπου
kl ο συντελεστής στροβιλισμού, ίσος με 1.0+
c0(z) ο συντελεστής αναγλύφου του εδάφους
z0 το μήκος τραχύτητας
σν η τυπική απόκλιση του στροβιλισμού, σν = kr * vb * kl
kr ο συντελεστής εδάφους
vb η βασική ταχύτητα ανέμου
[Link] Κτίριο Α
Πίνακας 2.9: Τελικές πιέσεις ανέμου στους κατακόρυφους τοίχους για άνεμο κατά +Χ
Ζώνες Α Β C D E
we -0.624 -0.416 -0.26 0.364 -0.156
wi 0.104 0.104 -0.104 -0.156 0.104
W -0.728 -0.520 -0.364 0.520 -0.260
21
Σχήμα 2.7: Τελικές πιέσεις ανέμου στους κατακόρυφους τοίχους (κάτοψη) για άνεμο κατά +Χ
Πίνακας 2.10: Τελικές πιέσεις στην οριζόντια στέγη για άνεμο κατά +Χ
Ζώνες F G H I
we -0.769 -0.461 -0.364 0.104
wi 0.104 0.104 0.104 -0.156
W -0.873 -0.565 -0.468 0.260
Σχήμα 2.8: Τελικές πιέσεις στην οριζόντια στέγη για άνεμο κατά +Χ
22
• Για άνεμο κατά θ=90ο (+Υ) :
Πίνακας 2.11: Τελικές πιέσεις ανέμου στους κατακόρυφους τοίχους για άνεμο κατά +Υ
Ζώνες Α Β C D E
we -0.624 -0.416 0.000 0.396 -0.220
wi 0.104 0.104 0.000 -0.156 0.104
w -0.728 -0.520 0.000 0.552 -0.324
Σχήμα 2.9: Τελικές πιέσεις ανέμου για τους κατακόρυφους τοίχους για άνεμο κατά +Υ
Πίνακας 2.12: Τελικές πιέσεις στην οριζόντια στέγη για άνεμο κατά +Υ
Ζώνες F G H I
we -0.673 -0.079 -0.364 0.104
wi 0.104 0.104 0.104 -0.156
w -0.777 -0.183 -0.468 0.260
Σχήμα 2.10: Τελικές πιέσεις στην οριζόντια στέγη για άνεμο κατά +Υ
23
• Για άνεμο κατά θ=180ο (-Χ):
Πίνακας 2.13: Τελικές πιέσεις ανέμου στους κατακόρυφους τοίχους για άνεμο κατά -Χ
Ζώνες Α Β C D E
we -0.624 -0.416 -0.260 0.364 -0.156
wi 0.104 0.104 -0.104 -0.156 0.104
w -0.728 -0.520 -0.364 0.520 -0.260
Σχήμα 2.11: Τελικές πιέσεις ανέμου στους κατακόρυφους τοίχους (κάτοψη) για άνεμο κατά -Χ
Πίνακας 2.14: Τελικές πιέσεις στην οριζόντια στέγη για άνεμο κατά -Χ
Ζώνες F G H I
we -0.769 -0.461 -0.364 0.104
wi 0.104 0.104 0.104 -0.156
w -0.873 -0.565 -0.468 0.260
Σχήμα 2.12: Τελικές πιέσεις στην οριζόντια στέγη για άνεμο κατά -Χ
24
• Για άνεμο κατά θ=270ο (-Υ) :
Πίνακας 2.15: Τελικές πιέσεις ανέμου στους κατακόρυφους τοίχους για άνεμο κατά -Υ
Ζώνες Α Β C D E
we -0.624 -0.416 0.000 0.396 -0.220
wi 0.104 0.104 0.000 -0.156 0.104
w -0.728 -0.520 0.000 0.552 -0.324
Σχήμα 2.13: Τελικές πιέσεις ανέμου για τους κατακόρυφους τοίχους για άνεμο κατά -Υ
Πίνακας 2.16: Τελικές πιέσεις στην οριζόντια στέγη για άνεμο κατά -Υ
Ζώνες F G H I
we -0.673 -0.079 -0.364 0.104
wi 0.104 0.104 0.104 -0.156
w -0.777 -0.183 -0.468 0.260
Σχήμα 2.14: Τελικές πιέσεις στην οριζόντια στέγη για άνεμο κατά -Υ
25
[Link] Κτίριο Β
Πίνακας 2.17: Τελικές πιέσεις ανέμου στους κατακόρυφους τοίχους για άνεμο κατά +Χ
Ζώνες Α Β C D E
we -0.624 -0.416 -0.260 0.364 -0.156
wi 0.104 0.104 -0.104 -0.156 0.104
w -0.728 -0.520 -0.364 0.520 -0.260
Σχήμα 2.15: Τελικές πιέσεις ανέμου στους κατακόρυφους τοίχους για άνεμο κατά +Χ
Πίνακας 2.18: Τελικές πιέσεις στην οριζόντια στέγη για άνεμο κατά +Χ
Ζώνες F G H I
we -0.673 -0.468 -0.364 0.104
wi 0.104 0.104 0.104 -0.156
w -0.777 -0.572 -0.468 0.260
26
Σχήμα 2.16: Τελικές πιέσεις στην οριζόντια στέγη για άνεμο κατά +Χ
Πίνακας 2.19: Τελικές πιέσεις ανέμου στους κατακόρυφους τοίχους για άνεμο κατά +Υ
Ζώνες Α Β C D E
we -0.624 -0.416 -0.260 0.364 -0.156
wi 0.104 0.104 -0.104 -0.156 0.104
w -0.728 -0.520 -0.364 0.520 -0.260
27
Σχήμα 2.17: Τελικές πιέσεις ανέμου στους κατακόρυφους τοίχους για άνεμο κατά +Υ
Πίνακας 2.20: Τελικές πιέσεις στην οριζόντια στέγη για άνεμο κατά +Υ
Ζώνες F G H I
we -0.673 -0.423 -0.364 0.104
wi 0.104 0.104 0.104 -0.156
w -0.777 -0.527 -0.468 0.260
28
Σχήμα 2.18: Τελικές πιέσεις στην οριζόντια στέγη για άνεμο κατά +Υ
Πίνακας 2.21: Τελικές πιέσεις ανέμου στους κατακόρυφους τοίχους για άνεμο κατά -Χ
Ζώνες Α Β C D E
we -0.624 -0.416 -0.260 0.364 -0.156
wi 0.104 0.104 -0.104 -0.156 0.104
w -0.728 -0.520 -0.364 0.520 -0.260
29
Σχήμα 2.19: Τελικές πιέσεις ανέμου στους κατακόρυφους τοίχους για άνεμο κατά -Χ
Πίνακας 2.22: Τελικές πιέσεις στην οριζόντια στέγη για άνεμο κατά -Χ
Ζώνες F G H I
we -0.769 -0.461 -0.364 0.104
wi 0.104 0.104 0.104 -0.156
w -0.873 -0.565 -0.468 0.260
30
Σχήμα 2.20: Τελικές πιέσεις στην οριζόντια στέγη για άνεμο κατά -Χ
Πίνακας 2.23: Τελικές πιέσεις ανέμου στους κατακόρυφους τοίχους για άνεμο κατά -Υ
Ζώνες Α Β C D E
we -0.624 -0.416 -0.260 0.364 -0.156
wi 0.104 0.104 -0.104 -0.156 0.104
w -0.728 -0.520 -0.364 0.520 -0.260
31
Σχήμα 2.21: Τελικές πιέσεις ανέμου στους κατακόρυφους τοίχους για άνεμο κατά -Υ
Πίνακας 2.24: Τελικές πιέσεις στην οριζόντια στέγη για άνεμο κατά -Υ
Ζώνες F G H I
we -0.673 -0.423 -0.364 0.104
wi 0.104 0.104 0.104 -0.156
w -0.777 -0.527 -0.468 0.260
32
Σχήμα 2.22: Τελικές πιέσεις στην οριζόντια στέγη για άνεμο κατά -Υ
33
3 Σεισμικές δράσεις
3.1 Εισαγωγή
Κατά τη γένεση ενός σεισμού τα υλικά σημεία του εδάφους κοντά στο επίκεντρο
ταλαντώνονται με μεγάλες επιταχύνσεις (οριζόντιες και κατακόρυφες). Συνέπεια αυτού είναι
η δημιουργία δυνάμεων αδράνειας, οι οποίες είναι ικανές να προκαλέσουν σημαντικές βλάβες
στις κατασκευές. Από τις δυνάμεις αυτές, οι οριζόντιες θεωρούνται οι πλέον σοβαρές, αλλά
υπάρχουν περιπτώσεις όπου και οι κατακόρυφες μπορούν να αποβούν καταστροφικές.
Ως σεισμικές δράσεις σχεδιασμού θεωρούνται οι ταλαντώσεις του κτιρίου λόγω του
σεισμού, οι οποίες ονομάζονται και σεισμικές διεγέρσεις ή σεισμικές δονήσεις. Οι σεισμικές
δράσεις κατατάσσονται στις τυχηματικές και δεν συνδυάζονται με άλλες τυχηματικές δράσεις,
όπως και με δράσεις λόγω ανέμου.
Στην ενότητα 4 του Ευρωκώδικα 8 [11] παρέχονται οι επόμενες επιλογές ανάλυσης για τον
σχεδιασμό κτιρίων και για την εκτίμηση της σεισμικής τους συμπεριφοράς:
• Γραμμική στατική ανάλυση (ονομάζεται μέθοδος «οριζοντίων δυνάμεων» στο
πρότυπο ΕΝ 1998-1, αλλά συχνά λέγεται «ισοδύναμη στατική ανάλυση»)
• Ιδιομορφική ανάλυση φάσματος απόκρισης (στην πράξη ονομάζεται «γραμμική
δυναμική ανάλυση», με κίνδυνο σύγχυσης με τη γραμμική ανάλυση χρονοϊστορίας)
• Μη γραμμική στατική ανάλυση (κοινώς γνωστή ως ανάλυση «pushover»)
• Μη γραμμική δυναμική ανάλυση (ανάλυση χρονοϊστορίας ή ιστορίας απόκρισης)
Οι γραμμικές μέθοδοι ανάλυσης, χρησιμοποιούν το φάσμα απόκρισης σχεδιασμού, το
οποίο είναι ουσιαστικά το ελαστικό φάσμα απόκρισης για απόσβεση 5%, διαιρεμένο με τον
συντελεστή συμπεριφοράς q. Οι εσωτερικές δυνάμεις λόγω της σεισμικής δράσης προκύπτουν
από τη γραμμική ανάλυση. Ωστόσο, σύμφωνα με τον κανόνα των ίσων μετακινήσεων και την
έννοια-χρήση του συντελεστή συμπεριφοράς, οι μετακινήσεις λόγω σεισμικής δράσης
λαμβάνονται ίσες με αυτές που προκύπτουν από τη γραμμική ανάλυση, πολλαπλασιασμένες
με τον συντελεστή συμπεριφοράς q. Η χρήση των γραμμικών μεθόδων ανάλυσης δεν σημαίνει
ότι η σεισμική απόκριση της κατασκευής θα είναι γραμμική-ελαστική, απλά αποτελεί ένα
εργαλείο για την απλοποίηση του σχεδιασμού στην πράξη [12].
Η μελέτη όλων των κτιρίων της σχολικής μονάδας έναντι στο σεισμό, έγινε με βάση την
Ιδιομορφική ανάλυση φάσματος απόκρισης, η οποία περιλαμβάνει πλήρη ιδιομορφική
ανάλυση του συστήματος, υπολογισμό της μέγιστης σεισμικής απόκρισης για κάθε ιδιομορφή
ταλάντωσης και τετραγωνική επαλληλία των μέγιστων ιδιομορφικών αποκρίσεων (το πλήθος
των ιδιομορφών είναι ανάλογο της επιθυμητής ακρίβειας υπολογισμού). Για τον ελάχιστο
αριθμό ιδιομορφών που λήφθηκαν υπόψη, ισχύει ότι το άθροισμα των συμμετεχουσών
ιδιομορφικών μαζών για αυτές στη διεύθυνση κάθε σεισμικής συνιστώσας που λαμβάνεται
στην ανάλυση είναι τουλάχιστον το 90% της συνολικής μάζας του κτιρίου. Η ανάλυση έγινε
αυτόματα από το πρόγραμμα.
34
3.2 Εδαφική επιτάχυνση σχεδιασμού
Σε κάθε ζώνη αντιστοιχεί μια τιμή σεισμικής επιτάχυνσης εδάφους Α, η οποία σύμφωνα με
τα σεισμολογικά δεδομένα έχει πιθανότητα υπέρβασης 10% στα 50 χρόνια (ή περίοδο
επαναφοράς 475 χρόνια), με βάση τη σχέση:
Α = ag * g (3.1)
όπου
g η επιτάχυνση της βαρύτητας
και ag οι τιμές αναφοράς της μέγιστης σεισμικής επιτάχυνσης εδάφους ανάλογα την ζώνη:
ag = 0,16 για Ζώνη Ι
ag = 0,24 για Ζώνη ΙΙ
ag = 0,36 για Ζώνη ΙΙΙ
35
Η μελέτη της σχολικής μονάδας επιλέχθηκε να γίνει για τον Δήμο Χαλανδρίου, ο οποίος
ανήκει στην ζώνη επικινδυνότητας ΖΙ σύμφωνα με το Σχήμα 3.1, οπότε θα έχει σεισμική
επιτάχυνση εδάφους Α=0.16g.
Η εδαφική επιτάχυνση Α κλιμακώνεται περαιτέρω μέσα στην ίδια ζώνη ανάλογα με την
κατηγορία σπουδαιότητας του έργου, μέσω του συντελεστή σπουδαιότητας γΙ. Οι κατασκευές
κατατάσσονται σε τέσσερις κατηγορίες σπουδαιότητας, όπως φαίνεται στον Πίνακα 3.1,
ανάλογα με τις κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες που μπορεί να έχει η ενδεχόμενη
καταστροφή ή διακοπή της λειτουργίας τους. Ο συντελεστής σπουδαιότητας, λοιπόν, εκφράζει
την απαίτηση απόκρισης μιας κατασκευής στον σεισμό.
Σύμφωνα με τον Πίνακα 3.1, η κατηγορία σπουδαιότητας της σχολικής μονάδας είναι η ΙΙΙ
και συνεπώς γΙ = 1.20.
Η σεισμική απόκριση των δομημάτων επηρεάζεται σημαντικά από τις συνθήκες του
υποκείμενου εδάφους, καθώς οι μεγάλες παραμορφώσεις του εδάφους συμβάλλουν σημαντικά
στις βλάβες των δομημάτων. Από άποψη σεισμικής επικινδυνότητας, τα εδάφη κατατάσσονται
σε πέντε κατηγορίες Α, Β, Γ, Δ, και Ε, σύμφωνα με τον Πίνακα 3.2 του πρότυπου ΕΝ 1998-1,
ο οποίος παρέχει για κάθε κατηγορία εδάφους, την περιγραφή της στρωματουργίας και τις
παραμέτρους που χρησιμοποιούνται για την ταξινόμηση του εδάφους. Τα υπό μελέτη κτίρια
εδράζονται σε έδαφος κατηγορίας Β.
36
Πίνακας 3.2: Κατηγορίες εδάφους κατά τον ΕΚ8
Πίνακας 3.3: Μέγιστες επιτρεπόμενες τιμές συντελεστών συμπεριφοράς q με βάση τον ΕΝ1998-1
37
Στην συγκεκριμένη μελέτη, για όλα τα κτίρια επιλέχθηκε συντελεστής συμπεριφοράς
q=4.00, καθώς το δομικό σύστημα αποτελείται από πλαίσια ροπής και δικτυωτούς συνδέσμους
(χιαστί), με Μέση Κατηγορία Πλαστιμότητας (ΚΠΜ).
Σε οριζόντιο επίπεδο η σεισμική δράση δρα ταυτόχρονα και ανεξάρτητα σε δύο κάθετες
μεταξύ τους διευθύνσεις, οι οποίες έχουν το ίδιο φάσμα απόκρισης. Φάσμα απόκρισης είναι
ένα διάγραμμα των μεγίστων τιμών της απόκρισης επιτάχυνσης α, της ταχύτητας ν, ή της
μετακίνησης d ενός μονοβάθμιου συστήματος με διάφορες ιδιοπεριόδους, που υπόκειται σε
σεισμική κίνηση. Τα φάσματα απόκρισης επιτάχυνσης συνδέονται άμεσα με την τέμνουσα
βάσης που χρησιμοποιείται στον αντισεισμικό σχεδιασμό και, επομένως, εφαρμόζονται σε
κανονισμούς που βασίζονται στις δυνάμεις, όπως ο Ευρωκώδικας 8.
Το ελαστικό φάσμα επιταχύνσεων με απόσβεση 5% του Ευρωκώδικα 8 δίνεται σχηματικά
στο Σχήμα 3.2. Περιλαμβάνει μια περιοχή σταθερής φασματικής επιτάχυνσης, μεταξύ
περιόδων ΤΒ και ΤC με τιμή 2.5 φορές τη μέγιστη εδαφική επιτάχυνση, η οποία ακολουθείται
από μια περιοχή σταθερής φασματικής ταχύτητας μεταξύ των περιόδων ΤC και TD, όπου η
φασματική επιτάχυνση είναι ανάλογη του 1/Τ, και μια περιοχή σταθερής φασματικής
μετακίνησης, όπου η φασματική επιτάχυνση είναι ανάλογη του 1/Τ2. Οι τιμές του
πολλαπλασιαστικού συντελεστή S και των περιόδων TB,TC, TD, δίνονται στον Πίνακα 3.4 για
τις πέντε κατηγορίες εδάφους.
Πίνακας 3.4: Παράμετροι οριζοντίου ελαστικού φάσματος για τις τυποποιημένες κατηγορίες εδάφους του ΕΚ8
38
Σε περιοχές σταθερής φασματικής επιτάχυνσης, ταχύτητας και μετακίνησης, το φάσμα
σχεδιασμού προκύπτει από το ελαστικό απόσβεσης 5% με διαίρεση δια του συντελεστή
συμπεριφοράς q. Σε κάθε κλάδο, το φάσμα επιταχύνσεων σχεδιασμού στην οριζόντια
διεύθυνση δίνεται από τις σχέσεις:
2 𝑇 2.5 2
0 ≤ Τ ≤ ΤΒ : Sd(T) = ag S [ + ( − )] (3.2)
3 𝑇𝐵 𝑞 3
2.5
TB ≤ T ≤ TC : Sd(T) = ag S 𝑞
(3.3)
2.5 𝑇𝐶
TC ≤ T ≤ TD : Sd(T) = ag S 𝑞 𝑇
≥ β*ag (3.4)
2.5 𝑇𝐶 ∗𝑇𝐷
TD ≤ T ≤ 4sec : Sd(T) = ag S 𝑞 𝑇2
≥ β*ag (3.5)
όπου
Sd(T) η φασματική επιτάχυνση σχεδιασμού
Τ η περίοδος ταλάντωσης ενός γραμμικού συστήματος μιας ελεύθερης κίνησης
ag η εδαφική επιτάχυνση σχεδιασμού σε έδαφος κατηγορίας Β, ag = γΙ * agR
ΤΒ η περίοδος κάτω ορίου του κλάδου σταθερής φασματικής επιτάχυνσης
ΤC η περίοδος άνω ορίου του κλάδου σταθερής φασματικής επιτάχυνσης
ΤD η περίοδος που ορίζει την αρχή της περιοχής σταθερής μετακίνησης του φάσματος
S ο συντελεστής εδάφους
q ο συντελεστής συμπεριφοράς
η ο διορθωτικός συντελεστής που εκφράζει την αυξομείωση της επιρροής του ιξώδους
απόσβεσης στην ελαστική περιοχή, όταν το ποσοστό της κρίσιμης απόσβεσης ζ είναι διάφορο
του 5% και υπολογίζεται από τη σχέση:
10
η = √5+𝜁 ≥ 0.55
2.5 𝑇𝐶 ∗𝑇𝐷
TD ≤ T ≤ 4sec : Sd(T) = avg 𝑞 𝑇2
≥ β*avg (3.9)
όπου η μέγιστη κατακόρυφη επιτάχυνση avg, και οι τιμές των περιόδων TB, TC, TD δίνονται
στον Πίνακα 3.5.
39
Πίνακας 3.5: Παράμετροι κατακόρυφου φάσματος κατά τον ΕΚ8
40
ορίζεται σε κάτοψη από τα κατακόρυφα στοιχεία του, και όχι ο όροφος μαζί με
εξώστες και άλλα στοιχεία σε πρόβολο. Κάθε εισέχουσα γωνία ή εσοχή στο
περίγραμμα της κάτοψης του φορέα δεν πρέπει να αφήνει μεταξύ της εσοχής και της
περιβάλλουσας κυρτής πολυγωνικής καμπύλης επιφάνεια μεγαλύτερη από το 5% της
επιφάνειας στο εσωτερικό του περιγράμματος.
iii. Πρέπει να είναι δυνατή η θεώρηση των δαπέδων ως άκαμπτων διαφραγμάτων, δηλαδή
η δυσκαμψία στο επίπεδό τους να είναι αρκετά μεγάλη ώστε η παραμόρφωση του
δαπέδου στο επίπεδό του, λόγω της σεισμικής δράσης να είναι αμελητέα σε σχέση με
τις σχετικές μετακινήσεις των ορόφων, και να έχει ασήμαντη επίδραση στην κατανομή
των σεισμικών τεμνουσών στα κατακόρυφα φέροντα στοιχεία.
iv. Η λυγηρότητα της κάτοψης του ορόφου λ = Lmax/Lmin, όπου Lmax και Lmin είναι
αντίστοιχα η μέγιστη και η ελάχιστη διάσταση της κάτοψης του ορόφου που
μετρώνται σε δύο οποιεσδήποτε κάθετες διευθύνσεις, δεν πρέπει να είναι μεγαλύτερη
από 4.
v. Και στις δύο κάθετες οριζόντιες διευθύνσεις x και y, διευθύνσεις συμμετρίας σύμφωνα
με την προηγούμενη συνθήκη (i), η «στατική» εκκεντρότητα e ανάμεσα στο κέντρο
μάζας και το κέντρο οριζόντιας δυσκαμψίας του ορόφου δεν υπερβαίνει το 30% της
αντίστοιχης ακτίνας δυστρεψίας του ορόφου r:
ex ≤ 0.3 rx (3.9)
ey ≤ 0.3 ry (3.10)
Η ακτίνα δυστρεψίας rx στην εξίσωση ορίζεται ως η τετραγωνική ρίζα του λόγου
(α) της στρεπτικής δυσκαμψίας του ορόφου ως προς το κέντρο οριζόντιας δυσκαμψίας
προς (β) την οριζόντια δυσκαμψία του ορόφου στη διεύθυνση y (κάθετα στην x).
𝛴 ( 𝑥2 𝐸𝐼𝑦 +𝑦2𝐸𝐼𝑥 ) 𝛴 ( 𝑥2 𝐸𝐼𝑦 +𝑦2𝐸𝐼𝑥 )
rx = √ 𝛴 ( 𝛦𝛪𝑦 )
(3.11) ry = √ 𝛴 ( 𝛦𝛪𝑥)
(3.12)
vi. Και στις δύο κάθετες οριζόντιες διευθύνσεις x και y, διευθύνσεις συμμετρίας
σύμφωνα με την προηγούμενη συνθήκη (i), η ακτίνα δυστρεψίας δεν υπερβαίνει την
ακτίνα αδρανείας της μάζας του ορόφου:
rx ≥ l s (3.13) ry ≥ ls (3.13)
Η ακτίνα αδρανείας της μάζας της πλάκας ορόφου σε κάτοψη ls ορίζεται ως η
τετραγωνική ρίζα του λόγου (α) της πολικής ροπής αδρανείας της μάζας της πλάκας
ορόφου σε κάτοψη, ως προς το κέντρο μάζας της πλάκας του ορόφου, προς (β) τη
μάζα της πλάκας ορόφου.
Σε κτίρια μη κανονικά σε κάτοψη η βασικότερη επίπτωση είναι η μείωση του συντελεστή
συμπεριφοράς λόγω υπερστατικότητας του συστήματος, όπως αυτός έχει προκαθοριστεί από
τον ΕΝ1998-1, συνήθως κατά 10%, η οποία σε αρκετές περιπτώσεις είναι υπερβολική.
Για τα υπό μελέτη κτίρια ισχύει ότι το κτίριο Α είναι κανονικό σε κάτοψη οπότε δεν
χρειάζεται απομείωση του συντελεστή συμπεριφοράς, αλλά το κτίριο Β είναι μη κανονικό
οπότε ο νέος συντελεστής συμπεριφοράς θα είναι q = 4 * 0.90 = 3.60.
Ένα κτήριο χαρακτηρίζεται κανονικό καθ’ ύψος αν πληροί όλες τις παρακάτω
προϋποθέσεις:
1. Το σύστημα που αναλαμβάνει τις οριζόντιες δυνάμεις (πλαίσια παραλαβής ροπών ή
πλαίσια με συνδέσμους, τοιχώματα, κλπ) πρέπει να είναι συνεχές από τη θεμελίωση
έως την κορυφή του (σχετικού τμήματος) του κτιρίου.
41
2. Η μάζα και η δυσκαμψία των ορόφων πρέπει να είναι σταθερές ή να μειώνονται
σταδιακά και ομαλά προς την κορυφή.
3. Σε πλαισικά κτίρια δεν πρέπει να εμφανίζονται απότομες μεταβολές της υπεραντοχής
των μεμονωμένων ορόφων ως προς την τέμνουσα σχεδιασμού του ορόφου.
4. Μεμονωμένες εσοχές σε κάθε πλευρά του κτιρίου δεν πρέπει να υπερβαίνουν το 10%
της παράλληλης διάστασης του υποκείμενου ορόφου.
5. Αν οι εσοχές δεν είναι συμμετρικές στις δύο πλευρές του κτιρίου, το σύνολο των
εσοχών κάθε πλευράς στην κορυφή σε σχέση με τη βάση δεν πρέπει να υπερβαίνει το
30% της παράλληλης διάστασης στη βάση του κτιρίου.
6. Αν υπάρχει μια μοναδική εσοχή στο κατώτερο 15% του συνολικού ύψους του
κτιρίου Η , αυτή η εσοχή δεν πρέπει να υπερβαίνει το 50% της παράλληλης
διάστασης στη βάση του κτιρίου.
Η μη-κανονικότητα καθ’ ύψος έχει σοβαρότερες επιπτώσεις στη σεισμική απόκριση και
συμπεριφορά αλλά και στο σχεδιασμό, απ’ ότι η μη-κανονικότητα σε κάτοψη. Συγκεκριμένα
τίθεται υπό αμφισβήτηση η ομοιόμορφη κατανομή των ανελαστικών παραμορφώσεων σε όλο
το ύψος του κτιρίου. Σε μη-κανονικά κτίρια καθ’ ύψος μειώνεται κατά 20% ο συντελεστής
συμπεριφοράς q, σε σχέση με αυτόν που ισχύει στα κανονικά καθ’ ύψος.
Τα κτίρια της εργασίας είναι και τα δύο κανονικά καθ’ ύψος, επομένως δεν χρειάζεται
περαιτέρω απομείωση του συντελεστή συμπεριφοράς τους.
42
μαζών ΣΜi φτάσει το 90% της συνολικής ταλαντευόμενης μάζας της κατασκευής, στην
συγκεκριμένη διεύθυνση.
Μέσω της χρήσης φασμάτων απόκρισης επιτυγχάνεται ο προσδιορισμός μεγίστων τιμών,
οι οποίες δεν συμβαίνουν ταυτόχρονα και πολλές φορές δεν έχουν το ίδιο πρόσημο. Τα
αποτελέσματα ξεχωριστών ιδιομορφικών επιλύσεων συνδυάζονται, ώστε να βρεθούν οι
ακραίες τιμές ex(E) των διαφόρων εντατικών μεγεθών ή και παραμορφώσεων, με τους εξής
τρόπους:
i. Κανόνας SRSS (Square Root of the Sum of Squares, δηλαδή «τετραγωνική ρίζα του
αθροίσματος τετραγώνων»), ο οποίος δίνει την ακραία τιμή exE ενός μεγέθους:
2
exE = ± √𝐸12 + 𝐸22 + ⋯ + 𝐸𝑘2 (3.14)
όπου
Εi η τιμή του μεγέθους (μετακίνηση, ροπή, τέμνουσα κ.λ.π.) από την επίλυση με
ιδιομορφικά φορτία
Ο κανόνας εφαρμόζεται μόνο όταν οι k ιδιομορφές δεν έχουν κοντινές τιμές, είναι
δηλαδή ανεξάρτητες όταν Τi ≤ 0.9 Tj όπου δύο διαδοχικά Τ. Εάν δεν ισχύει η συνθήκη
χρησιμοποιείται ο κανόνας CQC.
ii. Κανόνας CQC (Complete Quadratic Combination, δηλαδή «πλήρης τετραγωνικός
συνδυασμός»):
2
exE = ± √∑𝑘𝑖=1 ∑𝑘𝑗=1 𝜀𝑖𝑗 𝐸𝑖 𝐸𝑗 (3.15)
όπου
/
8𝜁2 𝑟3 2(1+𝑟)
εij =
104 (1−𝑟2) 2+4𝜁2 𝑟 (1+𝑟)2
r = ωi / ωj και i < j
ζ ποσοστό επί τις εκατό (π.χ. ζ=5).
Η μέθοδος CQC δίνει καλύτερα αποτελέσματα σε σχέση με την μέθοδο SRSS όταν
διαδοχικές ιδιοπερίοδοι έχουν μικρή διαφορά στις τιμές τους. Εάν οι τιμές των ιδιοπεριόδων
είναι κοντινές, η CQC συγκλίνει στην SRSS.
Οι ιδιομορφές και τα αποτελέσματα της δυναμικής ανάλυσης για κάθε κτίριο φαίνονται
στα αντίστοιχα κεφάλαια.
Σύμφωνα με την ενότητα 4 του ΕΝ 1998-1, οι επιρροές 2ης τάξης (Ρ-Δ) στα κτίρια πρέπει
να λαμβάνονται υπόψη όταν για τα κατακόρυφα μέλη του ορόφου, υπερβαίνουν συνολικά το
10% των φαινομένων 1ης τάξης. Το κριτήριο αποτελεί ο συντελεστής ευαισθησίας θi, που
ορίζεται στον όροφο i ως ο λόγος της συνολικής ροπής 2ης τάξης στον όροφο i προς τη
μεταβολή της ροπής ανατροπής 1ης τάξης στον ίδιο όροφο, δηλαδή από την σχέση:
𝑁𝑡𝑜𝑡 𝑖 ∗𝛥𝑑𝑖
θi = ,
𝑉𝑡𝑜𝑡 𝑖 ∗ℎ𝑖
(3.16)
,
όπου
Ntot,i το συνολικό φορτίο βαρύτητας στον όροφο i και τους ανωτέρους για τη σεισμική
κατάσταση σχεδιασμού
43
Δdi η σχετική μετακίνηση των ορόφων για τον όροφο i, δηλαδή η διαφορά ανάμεσα στον
μέσο όρο των μετακινήσεων στην κορυφή και στη βάση του ορόφου i, di και di-1 αντίστοιχα
(drifts). Οι μετακινήσεις di και di-1 παίρνουν τις τιμές που προκύπτουν από την ανάλυση,
πολλαπλασιασμένες με τον συντελεστή συμπεριφοράς q.
Vtot,i η συνολική σεισμική τέμνουσα στον όροφο i
hi το ύψος του όροφου i.
Οι επιρροές 2ης τάξης επιτρέπεται να αγνοούνται, όταν η τιμή του θi είναι μικρότερη του
0.1 σε κάθε όροφο, ενώ αν ο θi υπερβαίνει την τιμή 0.1 έστω και σε έναν όροφο πρέπει να
λαμβάνονται υπόψη. Για τιμές του θi μικρότερες από 0.2, επιτρέπεται να λαμβάνονται υπόψη
προσεγγιστικά τα φαινόμενα Ρ-Δ, χωρίς ανάλυση 2ης τάξης, πολλαπλασιάζοντας όλα τα
εντατικά μεγέθη 1ης τάξης λόγω της σεισμικής δράσης με 1/(1- θi ). Για τιμές θi μεγαλύτερες
από 0.2, πρέπει να γίνεται ακριβής ανάλυση 2ης τάξης.
Σύμφωνα με τις διατάξεις της Ενότητας 4 του ΕΝ 1998-1, η απαίτηση για τον περιορισμό
βλαβών στα κτίρια αποτελεί απλά ένα άνω όριο για την γωνιακή παραμόρφωση των ορόφων
υπό τη σεισμική δράση. Το όριο αυτό ορίζεται ίσο με:
α) 0.5% αν υπάρχουν ψαθυρά μη φέροντα στοιχεία (τοιχοπληρώσεις)
β) 0.75% αν τα μη φέροντα στοιχεία είναι πλάστιμα
γ) 1% αν δεν υπάρχουν μη φέροντα στοιχεία συνδεδεμένα με τον φορέα.
Η απαιτούμενη γωνιακή παραμόρφωση για τον όροφο i καθορίζεται ως ο λόγος Δdi της
διαφοράς των οριζοντίων μετακινήσεων στην κορυφή και στη βάση του ορόφου, di και di-1
αντίστοιχα (drift), προς το ύψος hi του όροφου i.
Για κτίρια κατηγορίας σπουδαιότητας ΙΙΙ με πλάστιμα μη φέροντα στοιχεία για
περιμετρικές επικαλύψεις, όπως τα υπό μελέτη κτίρια, οι μετακινήσεις λόγω του σεισμού
αυτού λαμβάνονται ως το 0.40 των τιμών σχεδιασμού (ν=0.40). Πρέπει λοιπόν να
ικανοποιείται ο έλεγχος:
dr*0.4 = 0.0075*hοροφου (3.17)
44
όπου
MRd,c η τιμή σχεδιασμού της ροπής αντοχής των υποστυλωμάτων
MRd,b η τιμή σχεδιασμού της ροπής αντοχής των δοκών.
Η εξίσωση αυτή δεν απαιτείται να ισχύει για τους κόμβους του τελευταίου ορόφου του
κτιρίου, οπότε δεν γίνεται ο έλεγχος για τα υποστυλώματα του 1ου ορόφου.
45
4 Συνδυασμοί δράσεων και οριακές καταστάσεις
Οριακές καταστάσεις ορίζονται οι καταστάσεις πέραν των οποίων ο φορέας ή τμήμα αυτού
δεν ικανοποιεί πλέον τα κριτήρια σχεδιασμού του. Σύμφωνα με το πρότυπο ΕΝ1990 [4],
γίνεται διάκριση μεταξύ των οριακών καταστάσεων αστοχίας (Ο.Κ.Α.) και των οριακών
καταστάσεων λειτουργικότητας (Ο.Κ.Λ.). Οι καταστάσεις αυτές προσεγγίζονται με
προσαύξηση των φορτίων λειτουργίας του φορέα μέσω των επιμέρους συντελεστών ασφαλείας
που δίνονται στον ΕΝ 1990, οι οποίοι είναι σχεδόν πάντα μεγαλύτεροι ή ίσοι της μονάδας. Τα
προκύπτοντα φορτία ονομάζονται φορτία ή δράσεις σχεδιασμού και χρησιμοποιούνται υπό
μορφή συνδυασμών για τον σχεδιασμό του φορέα.
Αυτές σχετίζονται με την ασφάλεια των ανθρώπων και/ή την ασφάλεια του φορέα, υπό
ορισμένες δε συνθήκες, και αυτές που αφορούν την προστασία των περιεχομένων. Συνδέονται
με κατάρρευση του φορέα ή άλλες ισοδύναμες μορφές αστοχίας του φορέα ή τμήματός του.
Συνήθως ελέγχονται οι παρακάτω καταστάσεις:
• απώλεια ισορροπίας του θεωρούμενου ως άκαμπτου σώματος φορέα ή οποιουδήποτε
μέρους του
• καθαυτή δομική αστοχία, λόγω υπερβάλλουσας παραμόρφωσης, μετατροπής του
φορέα ή οποιουδήποτε μέρους του σε μηχανισμό, θραύσης, απώλειας ευστάθειας του
φορέα ή οποιουδήποτε μέρους του, συμπεριλαμβανομένων των στηρίξεων και των
θεμελίων
• αστοχία η οποία προκαλείται από κόπωση ή άλλες επιδράσεις που εξαρτώνται από το
χρόνο.
46
Αed τιμή σχεδιασμού της σεισμικής δράσης
γG,j επιμέρους συντελεστές ασφαλείας για την μόνιμη δράση j
γP επιμέρους συντελεστής ασφαλείας για την προένταση P
γQ,i επιμέρους συντελεστές ασφαλείας για την μεταβλητή δράση i
Ψ0,i , Ψ1,i , Ψ2,i συντελεστές συνδυασμού των μεταβλητών δράσεων, που δίνονται στον
Πίνακα 4.1, του πρότυπου ΕΝ1990 [4] και φαίνονται παρακάτω.
Πίνακας 4.1: Προτεινόμενες τιμές των συντελεστών ψ για κτίρια σύμφωνα με το ΕΝ1990
Οι τιμές του γ που προτείνονται για του ελέγχους σε οριακή κατάσταση αστοχίας σύμφωνα
με το πρότυπο ΕΝ1990 είναι οι ακόλουθες:
γQ,j,sup = 1.35 όπου είναι δυσμενής η επιρροή του φορτίου
γQ,j,inf = 1.00 όπου είναι ευμενής η επιρροή του φορτίου
γQ,1=1.50 όπου είναι δυσμενής (0 όπου είναι ευνοϊκή)
γQ,i = 1.50 όπου είναι δυσμενής (0 όπου είναι ευνοϊκή).
Δυσμενής επιρροή των μονίμων δράσεων χαρακτηρίζεται η περίπτωση κατά την οποία τα
αποτελέσματα των μόνιμων δράσεων αυξάνουν τα αποτελέσματα των μεταβλητών, ενώ
ευμενής επιρροή χαρακτηρίζεται αντίστοιχα η περίπτωση στην οποία τα αποτελέσματα των
μονίμων δράσεων μειώνουν τα αποτελέσματα των μεταβλητών.
Ο βασικός έλεγχος μιας οριακής κατάστασης αστοχίας ή υπερβολικής παραμόρφωσης μιας
διατομής, ενός στοιχείου ή μιας σύνδεσης είναι:
Ed ≤ Rd (4.4)
όπου
Ed η τιμή σχεδιασμού του αποτελέσματος δράσεων, π.χ. εντατικό μέγεθος (Ν,Μ,V) ή ένα
διάνυσμα που εκφράζει διάφορα εντατικά μεγέθη
47
Rd η τιμή σχεδιασμού της αντίστοιχης αντοχής.
Οι αντοχές σχεδιασμού Rd προσδιορίζονται από διαίρεση των χαρακτηριστικών τιμών Rk
με τους επιμέρους συντελεστές ασφαλείας του υλικού γΜ, οι οποίοι διαφοροποιούνται ως προς
την εξεταζόμενη μορφή αστοχίας ως εξής:
• αντοχή διατομών έναντι διαρροής, ανεξαρτήτως της κατηγορίας διατομής γΜ0
• αντοχή μελών έναντι απώλειας της ευστάθειας γΜ1
• αντοχή διατομών έναντι εφελκυστικής θραύσης γΜ2
Σύμφωνα με το Εθνικό Προσάρτημα, για κτίρια προτείνονται οι παρακάτω τιμές για
τους επιμέρους συντελεστές ασφαλείας:
γΜ0 = 1.00, γΜ1 = 1.00, γΜ2 = 1.25.
Όσον αφορά τους συνδυασμούς ULS συντάχθηκαν ως εξής:
a) Συνδυασμοί για καταστάσεις διαρκείας ή παροδικές:
1.35 G + 1.5 Q
1.35 G + 1.5 S
1.35 G + 1.5 Q + 1.5 * 0.6 * W0 + 1.5 * 0.5 * S + 1.5 * 0.6 * T
1.35 G + 1.5 Q + 1.5 * 0.6 * W90 + 1.5 * 0.5 * S + 1.5 * 0.6 * T
1.35 G + 1.5 Q + 1.5 * 0.6 * W180 + 1.5 * 0.5 * S + 1.5 * 0.6 * T
1.35 G + 1.5 Q + 1.5 * 0.6 * W270 + 1.5 * 0.5 * S + 1.5 * 0.6 * T
1.35 G + 1.5 Q + 1.5 * 0.6 * W0
1.35 G + 1.5 Q + 1.5 * 0.6 * W90
1.35 G + 1.5 Q + 1.5 * 0.6 * W180
1.35 G + 1.5 Q + 1.5 * 0.6 * W270
1.35 G + 1.5 * 0.7 * Q + 1.5 W0
1.35 G + 1.5 * 0.7 * Q + 1.5 W90
1.35 G + 1.5 * 0.7 * Q + 1.5 W180
1.35 G + 1.5 * 0.7 * Q + 1.5 W270
1.35 G + 1.5 * 0.7 * Q + 1.5 W0 + 1.5 * 0.5 * S + 1.5 * 0.6 * T
1.35 G + 1.5 * 0.7 * Q + 1.5 W90 + 1.5 * 0.5 * S + 1.5 * 0.6 * T
1.35 G + 1.5 * 0.7 * Q + 1.5 W180 + 1.5 * 0.5 * S + 1.5 * 0.6 * T
1.35 G + 1.5 * 0.7 * Q + 1.5 W270 + 1.5 * 0.5 * S + 1.5 * 0.6 * T
1.35 G + 1.5 * 0.7 * Q + 1.5 * 0.6 * W0 + 1.5 S + 1.5 * 0.6 * T
1.35 G + 1.5 * 0.7 * Q + 1.5 * 0.6 * W90 + 1.5 S + 1.5 * 0.6 * T
1.35 G + 1.5 * 0.7 * Q + 1.5 * 0.6 * W180 + 1.5 S + 1.5 * 0.6 * T
1.35 G + 1.5 * 0.7 * Q + 1.5 * 0.6 * W270 + 1.5 S + 1.5 * 0.6 * T
1.35 G + 1.5 * 0.7 * Q + 1.5 * 0.6 * W0 + 1.5 * 0.6* S + 1.5 T
1.35 G + 1.5 * 0.7 * Q + 1.5 * 0.6 * W90 + 1.5 * 0.6* S + 1.5 T
1.35 G + 1.5 * 0.7 * Q + 1.5 * 0.6 * W180 + 1.5 * 0.6* S + 1.5 T
1.35 G + 1.5 * 0.7 * Q + 1.5 * 0.6 * W270 + 1.5 * 0.6* S + 1.5 T
1.35 G + 1.5 W0
1.35 G + 1.5 W90
1.35 G + 1.5 W180
1.35 G + 1.5 W270
48
c) Σεισμικοί συνδυασμοί:
1.00G + 0.6 Q ± 1 AEx ± 0.30 AEy ± 0.30 AEz
1.00G + 0.6 Q ± 0.30 AEx ± 1 AEy ± 0.30 AEz
1.00G + 0.6 Q ± 0.30 AEx ± 0.30 AEy ± 1 AEz
Αυτές σχετίζονται με συνθήκες πέραν των οποίων δεν πληρούνται πλέον οι καθορισμένες
απαιτήσεις για το φορέα ή για μέρος αυτού. Ο έλεγχος των οριακών καταστάσεων
λειτουργικότητας αφορά τις παραμορφώσεις, τις δονήσεις και ταλαντώσεις και τις βλάβες
(ρηγμάτωση) του φορέα. Πρόκειται δε για καταστάσεις που αφορούν:
• τη λειτουργία ενός φορέα ή ενός δομικού μέλους υπό συνθήκες φυσιολογικής χρήσης
• την άνεση των ανθρώπων
• την εξωτερική εμφάνιση των κατασκευών (π.χ. ρηγματώσεις, βέλη).
Ο έλεγχος επάρκειας μια κατασκευής σε σχέση με τις οριακές καταστάσεις συνήθως
γίνεται με βάση τις παρακάτω καταστάσεις σχεδιασμού:
• καταστάσεις σχεδιασμού με διάρκεια, οι οποίες αναφέρονται στις συνθήκες
κανονικής χρήσης
• παροδικές καταστάσεις σχεδιασμού, οι οποίες αναφέρονται σε προσωρινές συνθήκες
που επιβάλλονται στο φορέα
• τυχηματικές καταστάσεις σχεδιασμού, οι οποίες αναφέρονται σε εξαιρετικές
συνθήκες που επιβάλλονται στον φορέα, π.χ. πυρκαγιά, έκρηξη
• καταστάσεις σχεδιασμού έναντι σεισμού
49
Συνδυασμοί δράσεων στην οριακή κατάσταση λειτουργικότητας
Οι συνδυασμοί σχεδιασμού που ορίζονται για τον έλεγχο στην οριακή κατάσταση
λειτουργικότητας, είναι οι ακόλουθοι:
i. χαρακτηριστικός συνδυασμός
∑𝑗≥1 𝐺𝑘 𝑗 "+" P "+" Qk,1 "+" ∑𝑖≥1 𝜓0 𝑖 𝑄𝑘 𝑖 (4.5)
, , ,
ii. συχνός συνδυασμός
∑𝑗≥1 𝐺𝑘 𝑗 "+" P "+" Qk,1 "+" ψ1,1 Qk,1 "+" ∑𝑖≥1 𝜓2 𝑖 𝑄𝑘 𝑖 (4.6)
, , ,
iii. οιονεί μόνιμος συνδυασμός
∑𝑗≥1 𝐺𝑘 𝑗 "+" P "+" ∑𝑖≥1 𝜓2 𝑖 𝑄𝑘 𝑖 (4.7)
, , ,
50
5 Ανάλυση και διαστασιολόγηση Κτιρίου Α
Το κτίριο Α έχει διαστάσεις κάτοψης 77.40m x 12.30m και αποτελείται από πλαίσια με
κατακόρυφους συνδέσμους δυσκαμψίας ανοίγματος 6.70m, 10.40m και 6.00m κατά την
διεύθυνση Χ, και από πλαίσια ροπής ανοίγματος 12.00m στην διεύθυνση Υ. Κύριοι φορείς
είναι τα πλαίσια ροπής που τρέχουν σε όλο το μήκος του κτιρίου και χαρακτηρίζονται έτσι
λόγω των συνδέσεων ροπής μεταξύ των υποστυλωμάτων και των δοκών. Οι κόμβοι ροπής
δοκών-υποστυλωμάτων εξασφαλίζουν την πλευρική ευστάθεια των πλαισίων. Η μορφή αυτή
των πλαισίων, παρουσιάζει καλύτερη κατανομή των καμπτικών ροπών και μικρότερες
παραμορφώσεις, λόγω οριζόντιων δυνάμεων στην αντίστοιχη διεύθυνση, σε σχέση με τα
πλαίσια με συνδέσμους δυσκαμψίας. Αξίζει να σημειωθεί επίσης, πως οι σύμμικτες πλάκες
λειτουργούν ως διαφράγματα και συνεισφέρουν έτσι στην πλευρική ευστάθεια του κτιρίου. Τα
πλαίσια με κατακόρυφους συνδέσμους δυσκαμψίας (χιαστί) είναι αμφιαρθρωτά καθώς οι
συνδέσεις μεταξύ δοκών και υποστυλωμάτων είναι συνδέσεις τέμνουσας (αρθρώσεις), με τους
συνδέσμους δυσκαμψίας να προσφέρουν την δυνατότητα παραλαβής των οριζοντίων
δυνάμεων. Τα πλαίσια ροπής θεωρούνται πακτωμένα στο έδαφος θεμελίωσης, ενώ τα
αμφιαρθρωτά πλαίσια θεμελιώνονται μέσω αρθρώσεων.
Τα πλαίσια ροπής αποτελούνται από διατομές HEA 450 για τα υποστυλώματα,
προσανατολισμένες κατάλληλα ώστε να ενεργοποιείται ο ισχυρός άξονας για τα φορτία εντός
επιπέδου του πλαισίου, και διατομές ΗΕΑ 450 για τις κύριες δοκούς. Στην άλλη διεύθυνση τα
πλαίσια αποτελούνται από διατομές ΗΕΑ 220, ΗΕΑ 320 και ΗΕΑ 550 και κοίλες τετραγωνικές
διατομές, τυπικών διαστάσεων 90mm x 4mm για τον 1ο όροφο και 70mm x 4mm για τον 2ο
όροφο, για τους συνδέσμους δυσκαμψίας.
Η διαστασιολόγηση και ο έλεγχος των επιμέρους στοιχείων του φέροντα οργανισμού έγινε
σύμφωνα με τα εντατικά μεγέθη που προέκυψαν από τον δυσμενέστερο συνδυασμό. Αρχικά,
για την προσομοίωση στο πρόγραμμα τοποθετήθηκαν εύλογες διατομές και ανάλογα με τα
αποτελέσματα της ανάλυσης, μέσω επαναληπτικής διαδικασίας επιλέχθηκαν οι βέλτιστες
διατομές, ώστε η κατασκευή να είναι επαρκής για τα φορτία αλλά και οικονομική. Οι χιαστί
σύνδεσμοι διαστασιολογήθηκαν από τον δυσμενέστερο σεισμικό συνδυασμό.
51
5.2.1 Σύμμικτη πλάκα
Οι φέρουσες πλάκες των ορόφων είναι σύμμικτες αποτελούμενες από χαλυβδόφυλλα και
επί τόπου έγχυτο σκυρόδεμα. Στην φάση κατασκευής, τα χαλυβδόφυλλα λειτουργούν ως
μεταλλότυπος για το σκυρόδεμα, παραλαμβάνοντας και μεταφέροντας τα φορτία
σκυροδέτησης. Μετά την πήξη του σκυροδέματος, στη φάση λειτουργίας της κατασκευής, τα
χαλυβδόφυλλα χρησιμεύουν ως οπλισμός της πλάκας. Στην πλάκα σκυροδέματος συνήθως
τοποθετείται ένας ελαφρύς οπλισμός.
Οι σύμμικτες πλάκες σχεδιάστηκαν και ελέγχθηκαν με τη βοήθεια του προγράμματος
SYMDECK Designer της εταιρίας Έλαστρον [16]. Οι πλάκες σχεδιάστηκαν με συνολικό ύψος
hολ = 0.15m και χαλυβδόφυλλο SYMDECK 73 πάχους t = 7.3mm και ύψους hp = 73mm.
Για να εξασφαλίζει η πλάκα διαφραγματική λειτουργία οι βασικές απαιτήσεις σχεδιασμού
είναι:
• Συνολικό ελάχιστο πάχος πλάκας: min h = 90mm
• Ελάχιστο πάχος πάνω από το χαλυβδόφυλλο: min hc = 50mm.
Εντός του ύψους του σκυροδέματος hc πρέπει να τοποθετείται διαμήκης και εγκάρσιος
οπλισμός, ελάχιστου εμβαδού 80mm2/m ανά κατεύθυνση. Η ελάχιστη απόσταση μεταξύ των
ράβδων πρέπει να είναι μεταξύ 2h και 350mm. Επιλέχθηκε οπλισμός Φ8/25cm.
Η διαστασιολόγησή των σύμμικτων πλακών έγινε σύμφωνα με τις διατάξεις του
Ευρωκώδικα 4 [10] και περιλαμβάνει δύο στάδια, τη φάση κατασκευής και τη φάση
λειτουργικότητας, με ελαστική μέθοδο ανάλυσης. Στο Σχήμα 5.2 φαίνονται τα δεδομένα που
εισήχθησαν στο πρόγραμμα.
Στην φάση κατασκευής, ο έλεγχος της πλάκας γίνεται με βάση τις Οριακές Καταστάσεις
Αστοχίας και Λειτουργικότητας. Τα φορτία που δέχεται η πλάκα στη φάση κατασκευής είναι
το ίδιο βάρος του χαλυβδόφυλλου, το ίδιο βάρος του σκυροδέματος και το φορτίο διάστρωσης
(κινητό) και γίνεται έλεγχος για δυνατότητα παραλαβής ροπών κάμψεως λόγω αυτών των
φορτίων. Η οριακή κατάσταση αντοχής εξετάζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ευρωκώδικα
3, μέρος 1.3, περί λεπτότοιχων διατομών ψυχρής διαμόρφωσης. Για την οριακή κατάσταση
λειτουργικότητας, τα βέλη που προκύπτουν πρέπει να βρίσκονται εντός των ορίων που
καθορίζονται από τον Ευρωκώδικα 4. Ο έλεγχος στη φάση κατασκευής φαίνεται στο Σχήμα
5.3.
52
Σχήμα 5.2: Γενικά στοιχεία πλάκας
53
Στη φάση λειτουργίας γίνονται έλεγχοι που αφορούν την αντοχή έναντι θετικών και
αρνητικών ροπών κάμψεως καθώς και έναντι διαμήκους διάτμησης και τέμνουσας, αλλά και
έλεγχοι παραμορφώσεων. Πραγματοποιήθηκαν έλεγχοι για τους βασικούς συνδυασμούς 1.35
G + 1.50 Q (Σχήμα 5.4) και 1.00 G + 1.00 Q (Σχήμα 5.5).
54
Σχήμα 5.5: Έλεγχος σύμμικτης πλάκας στην φάση λειτουργίας για ΟΚΛ
55
Σχήμα 5.6: Συνεργαζόμενο πλάτος ενδιάμεσης δευτερεύουσας δοκού
56
57
58
Οπότε η διατομή επαρκεί και απαιτείται η τοποθέτηση προσωρινών στηρίξεων κατά τη
φάση σκυροδέτησης.
Σχήμα 5.7: Απεικόνιση κατηγοριών κύριων δοκών και στις δύο διευθύνσεις
59
5.2.4 Κύριες δοκοί πλαισίων ροπής
60
Στο κτίριο Α τοποθετήθηκαν ως κύριες δοκοί των πλαισίων ροπής διατομές ΗΕΑ 450 σε
όλους τους ορόφους, για όλα τα πλαίσια. Ενδεικτικά παρουσιάζεται ο έλεγχος της
δυσμενέστερης διατομής (δοκός #192) του 2ου ορόφου, με βαθμό εκμετάλλευσης 0.92.
61
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα του προγράμματος:
62
5.2.5 Υποστυλώματα
Σχήμα 5.11: Διάγραμμα ροπών κάμψης Μy = 1035.35kNm, Μz = -30.13kNm για το υποστύλωμα #142
63
Σχήμα 5.12: Διάγραμμα αξονικών δυνάμεων υποστυλώματος #142 [kN]
64
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα του προγράμματος:
65
5.3 Ανάλυση υπό σεισμικά φορτία
Τα αποτελέσματα της ιδιομορφικής ανάλυσης για το κτίριο Α φαίνονται στον Πίνακα 5.1.
Το κτίριο σχεδιάστηκε για συντελεστή συμπεριφοράς q= 4.00 και είναι κανονικό σε κάτοψη
και καθ’ ύψος.
Σχήμα 5.14: Παραμόρφωση φορέα για την κύρια ιδιομορφή κατά την διεύθυνση Υ
66
5.3.1 Εντατικά μεγέθη και φαινόμενα δεύτερης τάξης για σεισμό κατά Χ
Επειδή ο συντελεστής θ είναι μικρότερος από 0.1, τα φαινόμενα 2ης τάξης μπορούν να
αγνοηθούν.
[Link] Ατέλειες
Οι ατέλειες πρέπει να ληφθούν υπόψη όταν η οριζόντια δύναμη λόγω σεισμού είναι
μεγαλύτερη από 0.15 Ved = 2274.84 kN. Στο συγκεκριμένο κτίριο, η οριζόντια δύναμη του
σεισμού Hed = 1592.46 kN, οπότε οι ατέλειες αγνοούνται.
67
[Link] Έλεγχος για περιορισμό βλαβών
Οι διαγώνιοι που βρίσκονται σε θλίψη αγνοούνται κατά την ανάλυση, υπέρ της ασφαλείας.
Επειδή το υπό μελέτη κτίριο είναι διώροφο, σύμφωνα με τον Ευρωκώδικα 8 (§6.7.3) δεν
απαιτείται όριο λυγηρότητας για τους διαγώνιους συνδέσμους.
Οι διαγώνιοι σύνδεσμοι συνδέονται στο μέσο τους με συνδέσεις που επιτρέπουν την
στροφή στα άκρα τους και συνεπώς το μήκος λυγισμού τους είναι ίσο με το μισό του
πραγματικού μήκους τους, εντός και εκτός επιπέδου.
Στο συγκεκριμένο κτίριο έχουμε διαγώνιους μήκους L1 = 7.80m και L2 = 7.20m.
Οι διαγώνιοι ελέγχονται σε εφελκυσμό, ο οποίος προκύπτει μόνο από τα σεισμικά φορτία
αφού τα κατακόρυφα δεν δημιουργούν αξονικές δυνάμεις στις διαγωνίους. Πρέπει να
ικανοποιείται ο έλεγχος
Npl,rd ≥ Ned (5.1)
• Διαγώνιος πρώτου ορόφου (CHS 90x90x4) μήκους L1:
𝑓 35.5
Npl,rd = A * 𝑦 = 13.7 * = 486.35 kN ≥ Ned = 266.90 kN
𝛾𝑀0 1.0
𝑁𝑝𝑙 𝑅𝑑
Ω1 = , = 1.82
𝑁𝑒𝑑
𝑓 35.5
Npl,rd = A * 𝛾 𝑦 = 13.7 * 1.0
= 486.35 kN ≥ Ned = 278.66 kN
𝑀0
𝑁𝑝𝑙 𝑅𝑑
Ω2 = , = 1.75
𝑁𝑒𝑑
𝑓 35.5
Npl,rd = A * 𝛾 𝑦 = 10.5 * 1.0
= 372.75 kN ≥ Ned = 176.92 kN
𝑀0
𝑁𝑝𝑙 𝑅𝑑
Ω3 = , = 2.09
𝑁𝑒𝑑
𝑓 35.5
Npl,rd = A * 𝛾 𝑦 = 10.5 * 1.0
= 372.75 kN ≥ Ned = 183.85 kN
𝑀0
𝑁𝑝𝑙 𝑅𝑑
Ω4 = , = 2.03
𝑁𝑒𝑑
68
Για να υπάρχει ομοιόμορφη κατανομή πλαστιμότητας καθ’ ύψος του κτιρίου, πρέπει η
μέγιστη τιμή της υπεραντοχής Ωmax να μην ξεπερνάει την ελάχιστη τιμή της Ωmin κατά 25%:
Ω max − Ω𝑚𝑖𝑛 2.09−1.75
Ωmin
= 1.75
= 0.19 = 19% < 25% οπότε ικανοποιείται.
Οι δοκοί κατά την διεύθυνση Χ, ανήκουν στα πλαίσια με συνδέσμους δυσκαμψίας οπότε
δεν επιβαρύνονται από τους σεισμικούς συνδυασμούς λόγω της διαφραγματικής λειτουργίας.
Ενδεικτικά, ελέγχεται το δυσμενέστερο υποστύλωμα (#142) ΗΕΑ 450. Πραγματοποιήθηκε
ο έλεγχος του υποστυλώματος σε κάμψη και θλίψη, και ο έλεγχος αυτός θεωρείται
δυσμενέστερος από τους ελέγχους διατομής οι οποίοι θα ικανοποιούνται. Ο έλεγχος
πραγματοποιήθηκε για τον συνδυασμό:
Νed = 1.00 Ned,G + 0.60 Ned,Q + 1.1 γον Ωmin Ned,Ex + 0.30 Ned,Ey
όπου
Ωmin = Ωmin, χιαστί = 1.75,
γον = 1.25.
69
5.3.2 Εντατικά μεγέθη και φαινόμενα δεύτερης τάξης για σεισμό κατά Υ
Στο σεισμό κατά τη διεύθυνση Υ ενεργοποιούνται τα πλαίσια ροπής. Στα πλαίσια ροπής
αναπτύσσονται αξονικές και τέμνουσες δυνάμεις και ροπές κάμψης, τόσο από τα κατακόρυφα
όσο και από τα οριζόντια φορτία.
Για κάθε όροφο υπολογίστηκε ο συντελεστής ευαισθησίας σχετικής μετακίνησης ορόφου
θ, μέσω του οποίου καθορίζεται η επιρροή των φαινομένων δευτέρας τάξης. Ο υπολογισμός
φαίνεται στον Πίνακα 5.3.
70
Πίνακας 5.3: Υπολογισμός συντελεστή θ κατά τη διεύθυνση Υ
Επειδή ο συντελεστής θ είναι μικρότερος από 0.1, τα φαινόμενα 2ης τάξης μπορούν να
αγνοηθούν.
[Link] Ατέλειες
Οι ατέλειες πρέπει να ληφθούν υπόψη όταν η οριζόντια δύναμη λόγω σεισμού είναι
μεγαλύτερη από 0.15 Ved = 2274.84 kN. Στο συγκεκριμένο κτίριο, η οριζόντια δύναμη του
σεισμού είναι Hed = 1359.86 kN, οπότε οι ατέλειες αγνοούνται.
71
[Link] Εντατικά μεγέθη εσωτερικού πλαισίου ροπής
Σχήμα 5.17: Διαγράμματα ροπών κάμψης για τα κατακόρυφα φορτία 1.35G+1.5Q [kNm]
Σχήμα 5.18: Διαγράμματα ροπών κάμψεως για τα κατακόρυφα φορτία G+0.6Q [kNm]
72
Σχήμα 5.19: Διαγράμματα ροπών κάμψης για τα σεισμικά φορτία Ey [kNm]
Ο ικανοτικός έλεγχος των δοκών γίνεται μέσω της παραδοχής πως θα σχηματιστεί
πλαστική άρθρωση σε ένα από τα δύο άκρα τους. Οι έλεγχοι που πραγματοποιήθηκαν είναι ο
έλεγχος έναντι στρεπτοκαμπτικού λυγισμού και ο έλεγχος τέμνουσας. Οι έλεγχοι γίνονται σε
επίπεδο μέλους, οπότε οι έλεγχοι των διατομών ικανοποιούνται ως ευμενέστεροι. Ενδεικτικά
παρουσιάζεται ο έλεγχος τις δυσμενέστερης δοκού του εσωτερικού πλαισίου του 2ου ορόφου
ΗΕΑ 450.
Για να μπορέσει η δοκός να φτάσει την πλαστική ροπή αντοχής της, θα πρέπει η διατομή
να είναι κατηγορίας 1.
• Άνω πέλμα : εφελκύεται, άρα κατηγορίας 1
𝑐 (𝑏−2𝑟−𝑡𝑠)
• Κάτω πέλμα: 𝑡 = 2 𝑡𝑔 = 5.58 < 9 ε = 9*0.81 = 7.29 , άρα κατηγορία 1
𝑐 ℎ−2𝑐
• Κορμός: 𝑡 = 𝑡𝑔
= 16.38 < 72 ε = 72*0.81 = 58.32, άρα κατηγορία 1
Επομένως η διατομή είναι κατηγορίας 1.
Στα Σχήματα 5.20,5.21 και 5.22 φαίνονται τα διαγράμματα ροπών της δοκού για τα
κατακόρυφα φορτία, την σεισμική δράση και τον σεισμικό συνδυασμό αντίστοιχα.
Για το σχηματισμό πλαστικής άρθρωσης στα άκρα της δοκού, απαιτείται προσαύξηση των
σεισμικών δράσεων:
• Για τον κόμβο 135 κατά 335%:
MA,Ed = Mpl,Rd = -762.11 - 3.35 * 113.37 = 1141.8 kNm
• Για τον κόμβο 122 κατά 336%:
MB,Ed = Mpl,Rd = -760.12 - 3.36 * 113.4 = 1141.8 kNm
73
Έλεγχος έναντι στρεπτοκαμπτικού λυγισμού στο ακραίο τμήμα της δοκού
Το άνω πέλμα της δοκού θεωρήθηκε πλευρικά εξασφαλισμένο λόγω της σύνδεσή του με
την σύμμικτη πλάκα. Στις περιοχές των στηρίξεων παρατηρείται θλίψη στο κάτω πέλμα της
δοκού και προβλέπονται κατάλληλες κατασκευαστικές διατάξεις για την αύξηση της αντοχής
της δοκού έναντι στρεπτοκαμπτικού λυγισμού. Για να μπορέσει να αναπτυχθεί η πλαστική
αντοχή, λαμβάνεται η πρώτη πλευρική εξασφάλιση σε απόσταση 0.60m από τον κόμβο.
Η δοκός στο ακραίο τμήμα έχει τραπεζοειδές διάγραμμα ροπών με λόγω ακραίων ροπών
ψ = 0.75, και συντελεστές C1 = 1.141, C2 = 0, C3 = 0.998.
Θεωρώντας απλές στρεπτικές στηρίξεις στα άκρα, λήφθηκε συντελεστής k = kw = 1.00.
Κρίσιμη ελαστική ροπή:
𝜋2∗𝐸∗𝐼𝑧 𝑘 𝐼𝑤 (𝑘∗𝐿)2∗𝐺∗𝐼𝑡 0.5
Mcr = C1* (𝑘∗𝐿)2
∗ [(𝑘 ) 2 ∗ 𝐼𝑧
+ 𝜋2∗𝛦∗𝛪𝑧
] = 41505.86 kNm
𝑤
Ανηγμένη λυγηρότητα:
2 𝑊𝑝𝑙,𝑦∗𝑓𝑦
λLt = √ = 0.166 < 0.2, επομένως δεν απαιτείται έλεγχος σε στρεπτοκαμπτικό
𝑀𝑐𝑟
λυγισμό.
Ανηγμένη λυγηρότητα:
2 𝑊𝑝𝑙,𝑦∗𝑓𝑦
λLt = √ 𝑀𝑐𝑟
= 0.09 < 0.2, επομένως δεν απαιτείται έλεγχος σε στρεπτοκαμπτικό
λυγισμό.
74
Πλαστική διατμητική αντοχή:
𝐴 ∗𝑓𝑦
Vpl,rd = 𝛾𝜇𝑣 ∗ = 1345.09 kN >> VEd = VEd,M + VEd,G = 190.3 + 381.86 = 572.16 kN
0 √3
Ο έλεγχος λοιπόν ικανοποιείται και επειδή η τέμνουσα είναι μικρότερη από το 50% της
Vpl,rd δε χρειάζεται να ληφθεί υπόψη η αλληλεπίδραση κάμψης και διάτμησης.
Σχήμα 5.20: Διάγραμμα ροπών κάμψης για την υπό μελέτη δοκό για 1.00G+0.6Q [kNm]
Σχήμα 5.21: Διάγραμμα ροπών κάμψης για την υπό μελέτη δοκό για το σεισμικό φορτίο Εy [kNm]
Σχήμα 5.22: Διάγραμμα ροπών κάμψης για πλαστική άρθρωση στον κόμβο Α [kNm]
Αντίστοιχοι έλεγχοι πραγματοποιούνται για όλες τις υπόλοιπες δοκούς των πλαισίων
ροπής. Μέσω του ικανοτικού σχεδιασμού των δοκών, υπολογίζεται η διαθέσιμη υπεραντοχή
κάθε δοκού, από τις μέγιστες ροπές σχεδιασμού για τους σεισμικούς συνδυασμούς.
Η ελάχιστη υπεραντοχή χρησιμοποιείται για τον ικανοτικό σχεδιασμό των υποστυλωμάτων
και υπολογίστηκε για δοκό ΗΕΑ 450, Ω = 1.30.
75
[Link] Έλεγχος κόμβων
Για να εξασφαλιστεί ο σχηματισμός πλαστικών αρθρώσεων στα άκρα των δοκών και όχι
στα υποστυλώματα, προς αποφυγή σχηματισμού «μαλακού ορόφου», οι κόμβοι σχεδιάζονται
ικανοτικά ώστε η πλαστική ροπή αντοχής των υποστυλωμάτων που συντρέχουν στον κόμβο
να είναι μεγαλύτερη από την πλαστική αντοχή των δοκών του κόμβου, λαμβάνοντας υπόψη
την διαθέσιμη υπεραντοχή. Εξαίρεση αποτελούν η κορυφή και η βάση των υποστυλωμάτων,
στις οποίες επιτρέπεται ο σχηματισμός πλαστικής άρθρωσης. Εξετάστηκαν οι κόμβοι του 1ου
ορόφου του εσωτερικού πλαισίου με τα δυσμενέστερα υποστυλώματα.
Έλεγχος κόμβου 1ου ορόφου
Πλαστικές ροπές μελών που συντρέχουν στον κόμβο:
• Υποστυλώματα ΗΕΑ 450 : Mpl,Rd = 1141.8 kNm
Στα υποστυλώματα, λόγω των αξονικών δυνάμεων, υπάρχει η πιθανότητα
απομείωσης της πλαστικής ροπής αντοχής τους, και οι ροπές αντοχής που
προκύπτουν από το πρόγραμμα είναι:
MN,rd = 1100.62 kNm (για το υποστύλωμα του ισογείου)
• Δοκός ΗΕΑ 450: Mpl,Rd = 1141.8 kNm
ΣΜRc = 1100.62 + 1141.8 = 2242.42 kNm
ΣΜRb = 1141.80 kNm
1.3*ΣΜRb = 1484.34 kNm
Από την σχέση (3.18): ΣΜRc >1.3* ΣΜRb , οπότε ο έλεγχος ικανοποιείται.
76
Τα υποστυλώματα του 1ου ορόφου ελέγχθηκαν με ακόμα μεγαλύτερη προσαύξηση ώστε να
δημιουργηθεί πλαστική άρθρωση στη βάση τους. Πραγματοποιήθηκε έλεγχος των
υποστυλωμάτων υπό κάμψη και θλίψη, θεωρώντας πως ο έλεγχος αυτός είναι δυσμενέστερος
από τους ελέγχους διατομής, οι οποίοι θα πραγματοποιούνται εφόσον ικανοποιούνται και οι
έλεγχοι μέλους.
Ενδεικτικά παρουσιάζεται ο έλεγχος του δυσμενέστερου υποστυλώματος του ισογείου,
διατομής ΗΕΑ 450 (υποστύλωμα #3), για το οποίο προκύπτει βαθμός εκμετάλλευσης 0.96. Για
την δημιουργία πλαστικής άρθρωσης στη βάση του συγκεκριμένου υποστυλώματος απαιτείται
προσαύξηση των σεισμικών φορτίων κατά 253%, οπότε εξετάζεται ο συνδυασμός:
1.00G+0.60Q+1.79*2.53*Ey+0.30Eχ.
Παρακάτω φαίνονται τα αποτελέσματα που πάρθηκαν από το πρόγραμμα.
Διατομή ΟΚ!!!
77
6 Ανάλυση και διαστασιολόγηση κτιρίου Β
78
6.2 Στατική ανάλυση
Η διαστασιολόγηση και ο έλεγχος των επιμέρους στοιχείων του φέροντα οργανισμού έγινε
σύμφωνα με τα εντατικά μεγέθη που προέκυψαν από τον δυσμενέστερο συνδυασμό. Αρχικά,
για την προσομοίωση στο πρόγραμμα τοποθετήθηκαν εύλογες διατομές και ανάλογα με τα
αποτελέσματα της ανάλυσης, μέσω επαναληπτικής διαδικασίας επιλέχθηκαν οι βέλτιστες
διατομές, ώστε η κατασκευή να είναι επαρκής για τα φορτία αλλά και οικονομική. Οι χιαστί
σύνδεσμοι διαστασιολογήθηκαν από τον δυσμενέστερο σεισμικό συνδυασμό.
Οι φέρουσες πλάκες των ορόφων είναι σύμμικτες, αποτελούμενες από χαλυβδόφυλλα και
επί τόπου έγχυτο σκυρόδεμα. Στην φάση κατασκευής, τα χαλυβδόφυλλα λειτουργούν ως
μεταλλότυπος για το σκυρόδεμα, παραλαμβάνοντας και μεταφέροντας τα φορτία
σκυροδέτησης. Μετά την πήξη του σκυροδέματος, στη φάση λειτουργίας της κατασκευής, τα
χαλυβδόφυλλα χρησιμεύουν ως οπλισμός της πλάκας. Στην πλάκα σκυροδέματος τοποθετείται
ένας ελαφρύς οπλισμός Φ8/25cm.
Οι σύμμικτες πλάκες σχεδιάστηκαν και ελέγχθηκαν με τη βοήθεια του προγράμματος
SYMDECK Designer της εταιρίας Έλαστρον [16]. Οι πλάκες σχεδιάστηκαν με συνολικό ύψος
hολ = 0.15m και χαλυβδόφυλλο SYMDECK 73 πάχους t = 7.3mm και ύψους hp = 73mm.
79
Η διαστασιολόγησή των σύμμικτων πλακών έγινε σύμφωνα με τις διατάξεις του
Ευρωκώδικα 4 [10] και περιλαμβάνει δύο στάδια, τη φάση κατασκευής και τη φάση
λειτουργικότητας, με ελαστική μέθοδο ανάλυσης. Στο Σχήμα 6.2 φαίνονται τα δεδομένα που
εισήχθησαν στο πρόγραμμα.
Στην φάση κατασκευής, ο έλεγχος της πλάκας γίνεται με βάση τις Οριακές Καταστάσεις
Αστοχίας και Λειτουργικότητας. Τα φορτία που δέχεται η πλάκα στη φάση κατασκευής είναι
το ίδιο βάρος του χαλυβδόφυλλου, το ίδιο βάρος του σκυροδέματος και το φορτίο διάστρωσης
(κινητό) και γίνεται έλεγχος για δυνατότητα παραλαβής ροπών κάμψεως λόγω αυτών των
φορτίων. Η οριακή κατάσταση αντοχής εξετάζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ευρωκώδικα
3, μέρος 1.3, περί λεπτότοιχων διατομών ψυχρής διαμόρφωσης. Για την οριακή κατάσταση
λειτουργικότητας, τα βέλη που προκύπτουν πρέπει να βρίσκονται εντός των ορίων που
καθορίζονται από τον Ευρωκώδικα 4. Οι έλεγχοι φαίνονται στο Σχήμα 6.3.
Στη φάση λειτουργίας γίνονται έλεγχοι που αφορούν την αντοχή έναντι θετικών και
αρνητικών ροπών κάμψεως καθώς και έναντι διαμήκους διάτμησης και τέμνουσας, αλλά και
έλεγχοι παραμορφώσεων. Πραγματοποιήθηκαν έλεγχοι για τους βασικούς συνδυασμούς 1.35
G + 1.50 Q (Σχήμα 6.4) και 1.00 G + 1.00 Q (Σχήμα 6.5).
80
Σχήμα 6.4: Έλεγχος στη φάση λειτουργίας για ΟΚΑ
81
6.2.2 Σύμμικτες διαδοκίδες
82
Σχήμα 6.7: Σχηματική αναπαράσταση μεσαίας διαδοκίδας με το πλάτος επιρροής
83
84
Οπότε η διατομή επαρκεί στη φάση σκυροδέτησης με τη βοήθεια των προσωρινών
στηρίξεων, και στη φάση λειτουργίας.
85
Σχήμα 6.8: Απεικόνιση κατηγοριών κύριων δοκών στις δύο διευθύνσεις
Στο κτίριο Β, οι αμφιέρειστες κύριες δοκοί τοποθετήθηκαν κατά τον άξονα y, και
αποτελούν διατομές ΗΕΑ 220, HEA 240 και HEA 400. Οι δοκοί μελετήθηκαν κατά τη φάση
κατασκευής και δεν απαιτείται τοποθέτηση προσωρινών στηρίξεων για τις περιμετρικές
δοκούς, ενώ χρειάζεται για τις μεσαίες. Ενδεικτικά παρουσιάζεται ο έλεγχος της
δυσμενέστερης διατομής ΗΕΑ 400 του 2ου ορόφου (δοκός #587), η οποία έχει βαθμό
εκμετάλλευσης 0.88.
86
6.2.4 Κύριες δοκοί πλαισιακού φορέα
Σχήμα 6.9: Διάγραμμα ροπών κάμψης Μy για την δοκό #440 [kNm]
87
Σχήμα 6.10: Πλευρικές εξασφαλίσεις δοκού #440
88
6.2.5 Υποστυλώματα
89
Σχήμα 6.12: Διάγραμμα ροπών κάμψης My = -278.37kNm, Mz = 2.55kNm υποστυλώματος #16
90
91
6.3 Ανάλυση υπό σεισμικά φορτία
Το κτίριο Β είναι μη κανονικό σε κάτοψη, οπότε ενώ αρχικά είχε επιλεχθεί συντελεστής
συμπεριφοράς q = 4.00, απαιτείται μείωση του συντελεστή κατά 10%, οπότε q = 3.60. Τα
αποτελέσματα της ιδιομορφικής ανάλυσης για το κτίριο Α φαίνονται στον Πίνακα 6.1.
Σχήμα 6.15: Παραμόρφωση φορέα για την κύρια ιδιομορφή κατά Χ, τρισδιάστατη άποψη
Σχήμα 6.16: Παραμόρφωση φορέα για την κύρια ιδιομορφή κατά Υ, τρισδιάστατη άποψη
92
6.3.1 Εντατικά μεγέθη και φαινόμενα δεύτερης τάξης για σεισμό κατά Y
Επειδή ο συντελεστής θ είναι μεγαλύτερος από 0.1, τα φαινόμενα δευτέρας τάξης δεν
μπορούν να αγνοηθούν. Για τον 1ο όροφο, για τον οποίο ισχύει θ > 0.1 τα σεισμικά μεγέθη
λόγω του σεισμού πρέπει να προσαυξηθούν κατά 1/(1-θ). Απλοποιητικά, έγινε η παραδοχή ότι
τα σεισμικά μεγέθη της διεύθυνσης Υ αυξάνονται κατά 1/(1-θ) = 1.13.
93
[Link] Ατέλειες
Οι ατέλειες πρέπει να ληφθούν υπόψη όταν η οριζόντια δύναμη λόγω σεισμού είναι
μεγαλύτερη από 0.15*Ved = 5599.52 kN. Στο συγκεκριμένο κτίριο, η οριζόντια δύναμη του
σεισμού είναι Hed = 3086.08 kN, οπότε οι ατέλειες αγνοούνται.
Οι διαγώνιοι που βρίσκονται σε θλίψη αγνοούνται κατά την ανάλυση, υπέρ της ασφαλείας.
Επειδή το υπό μελέτη κτίριο είναι διώροφο, σύμφωνα με τον Ευρωκώδικα 8 (§6.7.3) δεν
απαιτείται όριο λυγηρότητας για τους διαγώνιους συνδέσμους.
Οι διαγώνιοι σύνδεσμοι συνδέονται στο μέσο τους με συνδέσεις που επιτρέπουν την
στροφή στα άκρα τους και συνεπώς το μήκος λυγισμού τους είναι ίσο με το μισό του
πραγματικού μήκους τους, εντός και εκτός επιπέδου.
Στο συγκεκριμένο κτίριο έχουμε διαγώνιους, μήκους L1 = 6.40m και L2 = 7.21m.
Οι διαγώνιοι ελέγχονται σε εφελκυσμό, ο οποίος προκύπτει μόνο από τα (προσαυξημένα
πλέον) σεισμικά φορτία, αφού τα κατακόρυφα δεν δημιουργούν αξονικές δυνάμεις στις
διαγωνίους. Πρέπει να ικανοποιείται ο έλεγχος
Npl,rd ≥ Ned
• Διαγώνιος πρώτου ορόφου (CHS 70x70x5) μήκους L1:
𝑓 35.5
Npl,rd = A * 𝛾 𝑦 = 12.7 * 1.0 = 450.85 kN ≥ Ned = 341.22 kN
𝑀0
𝑁𝑝𝑙 𝑅𝑑
Ω1 = , = 1.32
𝑁𝑒𝑑
𝑓 35.5
Npl,rd = A * 𝛾 𝑦 = 18.1 * 1.0
= 642.55 kN ≥ Ned = 502.20 kN
𝑀0
𝑁𝑝𝑙 𝑅𝑑
Ω2 = , = 1.28
𝑁𝑒𝑑
𝑓 35.5
Npl,rd = A * 𝛾 𝑦 = 12.7 * 1.0
= 450.85 kN ≥ Ned = 347.66 kN
𝑀0
𝑁𝑝𝑙 𝑅𝑑
Ω3 = , = 1.30
𝑁𝑒𝑑
94
• Διαγώνιος δεύτερου ορόφου (CHS 70x70x4) μήκους L2 :
𝑓 35.5
Npl,rd = A * 𝛾 𝑦 = 7.94 * 1.0
= 372.75 kN ≥ Ned = 274.36 kN
𝑀0
𝑁𝑝𝑙 𝑅𝑑
Ω4 = , = 1.36
𝑁𝑒𝑑
Για να υπάρχει ομοιόμορφη κατανομή πλαστιμότητας καθ’ ύψος του κτιρίου, πρέπει η
μέγιστη τιμή της υπεραντοχής Ωmax να μην ξεπερνάει την ελάχιστη τιμή της Ωmin κατά 25%:
Ω max − Ω𝑚𝑖𝑛 1.36−1.28
= = 0.063 = 6.3% < 25% οπότε ικανοποιείται.
Ωmin 1.28
Οι δοκοί κατά την διεύθυνση Y, ανήκουν στα πλαίσια με συνδέσμους δυσκαμψίας οπότε
δεν επιβαρύνονται από τους σεισμικούς συνδυασμούς λόγω της διαφραγματικής λειτουργίας.
Ενδεικτικά, ελέγχεται το δυσμενέστερο υποστύλωμα (#29) ΗΕΑ 500. Πραγματοποιήθηκε
ο έλεγχος του υποστυλώματος σε κάμψη και θλίψη, και ο έλεγχος αυτός θεωρείται
δυσμενέστερος από τους ελέγχους διατομής οι οποίοι θα ικανοποιούνται. Ο έλεγχος
πραγματοποιήθηκε για τον συνδυασμό:
Νed = 1.00 Ned,G + 0.60 Ned,Q + 1.1 γον Ωmin *1.13* Ned,Ey + 0.30 Ned,Ex
όπου
Ωmin = Ωmin, χιαστί = 1.28,
γον = 1.25.
95
6.3.2 Εντατικά μεγέθη και φαινόμενα δεύτερης τάξης για σεισμό κατά X
Στο σεισμό κατά τη διεύθυνση Χ ενεργοποιούνται τα πλαίσια ροπής. Στα πλαίσια ροπής
αναπτύσσονται αξονικές και τέμνουσες δυνάμεις και ροπές κάμψης, τόσο από τα κατακόρυφα
όσο και από τα οριζόντια φορτία.
Για κάθε όροφο υπολογίστηκε ο συντελεστής ευαισθησίας σχετικής μετακίνησης ορόφου
θ, μέσω του οποίου καθορίζεται η επιρροή των φαινομένων δευτέρας τάξης. Ο υπολογισμός
φαίνεται στον Πίνακα 6.3.
96
Επειδή ο συντελεστής θ είναι μικρότερος από 0.1, τα φαινόμενα 2ης τάξης μπορούν να
αγνοηθούν.
[Link] Ατέλειες
Οι ατέλειες πρέπει να ληφθούν υπόψη όταν η οριζόντια δύναμη λόγω σεισμού είναι
μεγαλύτερη από 0.15 Ved = 5599.52 kN. Στο συγκεκριμένο κτίριο, η οριζόντια δύναμη του
σεισμού είναι Hed = 2939.2 kN, οπότε οι ατέλειες αγνοούνται.
Σχήμα 6.18: Διαγράμματα ροπών κάμψης εσωτερικού πλαισίου για τα κατακόρυφα φορτία 1.35G+1.5Q [kNm]
97
Σχήμα 6.19: Διαγράμματα ροπών κάμψεως εσωτερικού πλαισίου για τα κατακόρυφα φορτία G+0.6Q [kNm]
Σχήμα 6.20: Διαγράμματα ροπών κάμψης εσωτερικού πλαισίου για τα σεισμικά φορτία Ex [kNm]
Σχήμα 6.21: Διαγράμματα ροπών κάμψης εσωτερικού πλαισίου για φορτία 1.00G+0.60Q [kNm]
98
Σχήμα 6.22: Διαγράμματα ροπών κάμψης εσωτερικού πλαισίου για 1.35G+1.50Q [kNm]
Σχήμα 6.23: Διαγράμματα ροπών κάμψεως εσωτερικού πλαισίου για τα σεισμικά φορτία Εx [kNm]
Ο ικανοτικός έλεγχος των δοκών γίνεται μέσω της παραδοχής πως θα σχηματιστεί
πλαστική άρθρωση σε ένα από τα δύο άκρα τους. Οι έλεγχοι που πραγματοποιήθηκαν είναι ο
έλεγχος έναντι στρεπτοκαμπτικού λυγισμού και ο έλεγχος τέμνουσας. Οι έλεγχοι γίνονται σε
επίπεδο μέλους, οπότε οι έλεγχοι των διατομών ικανοποιούνται ως ευμενέστεροι. Ενδεικτικά
παρουσιάζεται ο έλεγχος τις δυσμενέστερης δοκού #72 του εσωτερικού πλαισίου του 1ου
ορόφου ΗΕΑ 500 καθώς και ο έλεγχος της δοκού #77 διατομής ΗΕΑ 360.
99
Για το σχηματισμό πλαστικής άρθρωσης στα άκρα της δοκού, απαιτείται προσαύξηση των
σεισμικών δράσεων:
• Για τον κόμβο 26 κατά 338%:
MA,Ed = Mpl,Rd = -843.17 – 3.38 * 165.24 = -1401.67 kNm
• Για τον κόμβο 46 κατά 424%:
MB,Ed = Mpl,Rd = -698.86 – 4.24 * 165.70 = -1401.43 kNm
Ανηγμένη λυγηρότητα:
2 𝑊𝑝𝑙,𝑦∗𝑓𝑦
λLt = √ = 0.11 < 0.2, επομένως δεν απαιτείται έλεγχος σε στρεπτοκαμπτικό
𝑀𝑐𝑟
λυγισμό.
Ανηγμένη λυγηρότητα:
2 𝑊𝑝𝑙,𝑦∗𝑓𝑦
λLt = √ = 0.28 > 0.2, επομένως απαιτείται έλεγχος σε στρεπτοκαμπτικό λυγισμό.
𝑀𝑐𝑟
Για ελατή διατομή με h/b = 1,63 < 2, λαμβάνεται καμπύλη λυγισμού b, με aLt = 0.34.
Συντελεστής ΦLt = 0.5 * [ 1 + aLt * (λLt -0.2) + λLt2 ] = 0.55
1
Μειωτικός συντελεστής χLt = 2 = 0.977
ΦLt+ √ΦLt2−λLt2
100
Έλεγχος έναντι στρεπτοκαμπτικού λυγισμού:
𝜒𝐿𝑡 ∗𝑊𝑝𝑙 𝑦 ∗𝑓𝑦
Mb,Rd = 𝛾𝛭1
, =1369.65 kNm > Med = 685.47 kNm οπότε η διατομή επαρκεί σε
στρεπτοκαμπτικό λυγισμό.
Ο έλεγχος λοιπόν ικανοποιείται και επειδή η τέμνουσα είναι μικρότερη από το 0.50*Vpl,rd
= 765.71 kN, δε χρειάζεται να ληφθεί υπόψη η αλληλεπίδραση κάμψης και διάτμησης.
Σχήμα 6.24: Διάγραμμα ροπών κάμψης για την υπό μελέτη δοκό για 1.00G+0.6Q [kNm]
Σχήμα 6.25: Διάγραμμα ροπών κάμψης για την υπό μελέτη δοκό για το σεισμικό φορτίο Εx [kNm]
101
Σχήμα 6.26: Διάγραμμα ροπών κάμψης για δημιουργία πλαστικής άρθρωσης στο αριστερό άκρο της δοκού
(κόμβος 26) [kNm]
Σχήμα 6.27: Διάγραμμα ροπών κάμψεως για δημιουργία πλαστικής άρθρωσης στο δεξί άκρο της δοκού (κόμβος
46) [kNm]
102
δοκού έναντι στρεπτοκαμπτικού λυγισμού. Για να μπορέσει να αναπτυχθεί η πλαστική αντοχή,
λαμβάνεται η πρώτη πλευρική εξασφάλιση σε απόσταση 0.60m από τον κόμβο.
Η δοκός στο ακραίο τμήμα έχει τραπεζοειδές διάγραμμα ροπών με λόγω ακραίων ροπών
ψ = 0.75, και συντελεστές C1 = 1.141, C2 = 0, C3 = 0.998.
Θεωρώντας απλές στρεπτικές στηρίξεις στα άκρα, λήφθηκε συντελεστής k = kw = 1.00.
Κρίσιμη ελαστική ροπή:
𝜋2∗𝐸∗𝐼𝑧 𝑘 𝐼𝑤 (𝑘∗𝐿)2∗𝐺∗𝐼𝑡 0.5
Mcr = C1* (𝑘∗𝐿)2
∗ [(𝑘 ) 2 ∗ 𝐼𝑧
+ 𝜋2∗𝛦∗𝛪𝑧
] = 86540.75 kNm
𝑤
Ανηγμένη λυγηρότητα:
2 𝑊𝑝𝑙,𝑦∗𝑓𝑦
λLt = √ 𝑀𝑐𝑟
= 0.093 < 0.2, επομένως δεν απαιτείται έλεγχος σε στρεπτοκαμπτικό
λυγισμό.
Ανηγμένη λυγηρότητα:
2 𝑊𝑝𝑙,𝑦∗𝑓𝑦
λLt = √ = 0.28 > 0.2, επομένως απαιτείται έλεγχος σε στρεπτοκαμπτικό λυγισμό.
𝑀𝑐𝑟
Για ελατή διατομή με h/b = 1,17 < 2, λαμβάνεται καμπύλη λυγισμού b, με aLt = 0.34.
Συντελεστής ΦLt = 0.5 * [ 1 + aLt * (λLt -0.2) + λLt2 ] = 0.51
1
Μειωτικός συντελεστής χLt = 2 = 1.05 > 1.00 άρα χLt = 1.00
ΦLt+ √ΦLt2−λLt2
103
Τέμνουσα σχεδιασμού λόγω μη σεισμικών δράσεων: VEd,G = 267.19 kN
Εμβαδόν διάτμησης: Αν = Α – 2 b*tf + (tw+2r)*tf = 49.20 cm2
Πλαστική διατμητική αντοχή:
𝐴 ∗𝑓𝑦
Vpl,rd = 𝛾𝜇𝑣 ∗ = 1008.40 kN >> VEd = VEd,M + VEd,G = 221.33 + 267.19 = 488.52 kN
0 √3
Ο έλεγχος λοιπόν ικανοποιείται και επειδή η τέμνουσα είναι μικρότερη από το 0.50*Vpl,rd
= 504.20 kN, δε χρειάζεται να ληφθεί υπόψη η αλληλεπίδραση κάμψης και διάτμησης.
Σχήμα 6.30: Διάγραμμα ροπών κάμψεως για δημιουργία πλαστικής άρθρωσης στο αριστερό άκρο της δοκού (κόμβος
12) [kNm]
Σχήμα 6.29: Διάγραμμα ροπών κάμψεως για δημιουργία πλαστικής άρθρωσης στο δεξί άκρο της δοκού (κόμβος 32)
[kNm]
104
Αντίστοιχοι έλεγχοι πραγματοποιούνται για όλες τις υπόλοιπες δοκούς των πλαισίων
ροπής. Μέσω του ικανοτικού σχεδιασμού των δοκών, υπολογίζεται η διαθέσιμη υπεραντοχή
κάθε δοκού, από τις μέγιστες ροπές σχεδιασμού για τους σεισμικούς συνδυασμούς.
Η ελάχιστη υπεραντοχή χρησιμοποιείται για τον ικανοτικό σχεδιασμό των υποστυλωμάτων
και υπολογίστηκε για δοκό ΗΕΑ 500, Ω = 1.35.
Εξετάστηκαν οι κόμβοι του 1ου ορόφου και παρακάτω αναφέρονται ενδεικτικά μερικοί
έλεγχοι κόμβων. Ο έλεγχος έγινε με βάση την σχέση (3.18).
Πλαστικές ροπές μελών που συντρέχουν στον κόμβο:
1. Κόμβος #2, εξωτερικού πλαισίου
Υποστύλωμα ισογείου ΗΕΑ 320 : Mpl,Rd = 578.02 kNm
Υποστύλωμα 1ου ορόφου ΗΕΑ 320 : Mpl,Rd = 578.02 kNm
Δοκός ΗΕΑ 360: Mpl,Rd = 741.46 kNm
ΣΜRc = 578.02 + 578.02 = 1156.04 kNm
ΣΜRb = 741.46 kNm
1.3*ΣΜRb = 963.90 kNm
Έλεγχος κόμβου: ΣΜRc > 1.3*ΣΜRb , οπότε ο έλεγχος ικανοποιείται.
105
ΣΜRb = 741.46 + 1401.92 = 2143.38 kNm
1.3*ΣΜRb = 2786.40 kNm
Έλεγχος κόμβου: ΣΜRc > 1.3*ΣΜRb , οπότε ο έλεγχος ικανοποιείται.
106
4. Κόμβος #58, εσωτερικού πλαισίου
Υποστύλωμα ισογείου ΗΕΑ 500 : Mpl,Rd = 1401.92 kNm
Υποστύλωμα 1ου ορόφου ΗΕΑ 500 : Mpl,Rd = 1401.92 kNm
Δοκός ΗΕΑ 500: Mpl,Rd = 1401.92 kNm
Δοκός ΗΕΑ 300: Mpl,Rd = 447.14 kNm
ΣΜRc = 2*1401.92 = 2803.84 kNm
ΣΜRb = 1401.92 + 447.14 = 1849.06 kNm
1.3*ΣΜRb = 2403.78 kNm
Έλεγχος κόμβου: ΣΜRc > 1.3*ΣΜRb , οπότε ο έλεγχος ικανοποιείται.
107
6. Κόμβος #149, εσωτερικού πλαισίου
Υποστύλωμα ισογείου ΗΕΑ 340 : Mpl,Rd = 656.97 kNm
Απομείωση ροπών λόγω αξονικών δυνάμεων: ΜN,Rd = 648.18 kNm
Υποστύλωμα 1ου ορόφου ΗΕΑ 320 : Mpl,Rd = 578.02 kNm
Δοκός ΗΕΑ 300: Mpl,Rd = 447.14 kNm
Δοκός ΗΕΑ 300: Mpl,Rd = 447.14 kNm
ΣΜRc = 648.18 + 578.02 = 1226.20 kNm
ΣΜRb =2* 447.14 = 894.28 kNm
1.3*ΣΜRb = 1162.56 kNm
Έλεγχος κόμβου: ΣΜRc > 1.3*ΣΜRb , οπότε ο έλεγχος ικανοποιείται.
108
Υποστύλωμα #23:
Για την δημιουργία πλαστικής άρθρωσης στη βάση του συγκεκριμένου υποστυλώματος
απαιτείται προσαύξηση των σεισμικών φορτίων κατά 241%, οπότε εξετάζεται ο συνδυασμός:
1.00G+0.60Q+1.86*2.41*Ex+0.30Ey.
109
Υποστύλωμα #30:
Για την δημιουργία πλαστικής άρθρωσης στη βάση του συγκεκριμένου υποστυλώματος
απαιτείται προσαύξηση των σεισμικών φορτίων κατά 186%, οπότε εξετάζεται ο συνδυασμός:
1.00G+0.60Q+1.86*1.86*Ex+0.30Ey.
110
7 Σεισμικός αρμός
Ο σεισμικός αρμός διαχωρισμού, στην παρούσα μελέτη, χρησιμοποιείται με σκοπό να
αποφευχθεί η πρόσκρουση μεταξύ των στατικά ανεξάρτητων μονάδων του ίδιου κτιρίου.
Επειδή τα κτίρια- ανεξάρτητες μονάδες ανήκουν στην ίδια ιδιοκτησία, η μεταξύ τους
απόσταση, άρα και το πλάτος του σεισμικού αρμού, πρέπει να είναι μεγαλύτερη από την
τετραγωνική ρίζα του αθροίσματος των τετραγώνων (SRSS) των μέγιστων σεισμικών
οριζοντίων μετακινήσεων των δύο κτιρίων στην αντίστοιχη στάθμη. Καθώς τα δύο κτίρια
έχουν τις ίδιες στάθμες ορόφων, η παραπάνω ελάχιστη απόσταση μπορεί να πολλαπλασιαστεί
επί 0.7 [19].
Οι σεισμικές μετακινήσεις λαμβάνονται ίσες με αυτές από την ελαστική ανάλυση για τη
σεισμική δράση σχεδιασμού με βάση τον κανόνα των ίσων μετακινήσεων.
Πίνακας 7.1: Μέγιστες μετακινήσεις ορόφων (cm) για σεισμό κατά την διεύθυνση Υ
111
8 Σχεδιασμός κτιρίων έναντι πυρκαγιάς
8.1 Εισαγωγή
Η μελέτη έναντι πυρκαγιάς είναι μια σημαντική και απαραίτητη προϋπόθεση για το
σχεδιασμό κτιρίων, ειδικά σε κατασκευές από χαλύβδινες διατομές. Όλα τα κτίρια πρέπει να
πληρούν ορισμένες λειτουργικές απαιτήσεις, οι οποίες συνήθως συνδέονται με το σκοπό και
το ύψος του κτιρίου. Η πιο σημαντική απαίτηση είναι το κτίριο να διατηρήσει τη σταθερότητά
του για ένα εύλογο χρονικό διάστημα μετά από την έναρξη της πυρκαγιάς. Η πιο κοινή μέθοδος
σχεδιασμού έναντι πυρκαγιάς είναι να σχεδιαστεί το κτίριο για φόρτιση σε θερμοκρασία
περιβάλλοντος και στη συνέχεια να καλυφθούν τα χαλύβδινα μέλη με υλικά πυροπροστασίας
ώστε να διασφαλιστεί ότι δεν θα ξεπεραστεί μία συγκεκριμένη θερμοκρασία.
Η πυρκαγιά αποτελεί έναν σοβαρότατο κίνδυνο για τις κατασκευές και αναπτύσσεται
σύμφωνα με τη μάζα του καιόμενου υλικού, την ταχύτητα καύσης του και τις συνθήκες
αερισμού του χώρου.
Ο δομικός χάλυβας που αποτελεί το κύριο υλικό κατασκευής της σχολικής μονάδας, όπως
και κάθε άλλο υλικό, παρουσιάζει μερικά μειονεκτήματα. Μεγίστης σημασίας είναι η
ευαισθησία του σε υψηλές θερμοκρασίες, όπως αυτές που αναπτύσσονται κατά την πυρκαγιά,
γιατί είναι ένα υλικό με μεγάλη θερμική αγωγιμότητα και μικρό πάχος. Με την αύξηση της
θερμοκρασίας του χώρου, και συνεπώς και του ίδιου του χάλυβα, η αντοχή του μειώνεται
σταδιακά ώσπου, μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, τα φορτία επί της κατασκευής
καθίστανται οριακά και οδηγούν σε αστοχία. Σε θερμοκρασίες άνω των 300oC, οι μεταβολές
στις μηχανικές ιδιότητες του χάλυβα αρχίζουν να γίνονται εμφανείς, στους 600οC το μέτρο
ελαστικότητας έχει μειωθεί κατά 70% και η τάση διαρροής κατά 50%, ενώ στους 900οC είναι
πρακτικώς μηδενικές.
Συνηθέστερη βλάβη που προκαλείται σε μεταλλικές κατασκευές μετά από φαινόμενα
πυρκαγιάς είναι ο τοπικός λυγισμός των ελεύθερων πελμάτων των δοκών, των κεφαλών των
υποστυλωμάτων, ο λυγισμός διαγώνιων συνδέσμων δυσκαμψίας, οι μεγάλες πλαστικές
παραμορφώσεις και η θραύση κοχλιών. Οι σύμμικτες κατασκευές ωστόσο παρουσιάζουν ένα
πλεονέκτημα σε σχέση με τις αμιγώς μεταλλικές, γιατί το σκυρόδεμα εμποδίζει την μεγάλη
αύξηση της θερμοκρασίας, καθώς παρέχει θερμομονωτική κάλυψη στη μια πλευρά των
διατομών, κάνοντας έτσι δυσκολότερη την αστοχία τους.
Ο σχεδιασμός μια κατασκευής έναντι πυρκαγιάς έχει απώτερο σκοπό τον προσδιορισμό
του χρόνου που μεσολαβεί μεταξύ της έναρξης της φωτιάς και της επικείμενης αστοχίας
(κατάρρευσης). Ο χρόνος αυτός ονομάζεται δείκτης πυραντίστασης της κατασκευής. Ο δείκτης
αυτός αξιολογείται στην πράξη και αν απαιτείται, χρησιμοποιείται μόνωση των δομικών
στοιχείων, ώστε ο δείκτης να βρίσκεται μέσα στα αποδεκτά όρια του κανονισμού. Ταυτόχρονα
με τον προσδιορισμό του δείκτη πυραντίστασης, καίρια είναι και η εύρεση τρόπων
περιορισμού της πρόκλησης και διάδοσης της φωτιάς, αλλά και του καπνού μέσα στο κτίριο,
και η έγκαιρη και ασφαλής εγκατάλειψη του από τους χρήστες.
Το πλαίσιο αντιμετώπισης της πυρκαγιάς ως (τυχηματικής) φόρτισης αποτελεί αντικείμενο
των κανονισμών ΕΝ1991-1-2 [5] και ΕΝ1993-1-2 [9].
112
Τα φέροντα και μη στοιχεία ενός χώρου, όπως πλάκες, δοκοί, υποστυλώματα, τοίχοι,
ψευδοροφές κ.α., πρέπει να ικανοποιούν τα εξής 3 κριτήρια [3]:
• R: ευστάθεια (load bearing function), η οποία καθορίζει την ικανότητα του δομικού
στοιχείου να φέρει προδιαγεγραμμένο φορτίο, για συγκεκριμένο χρόνο
• Ε: ακεραιότητα (integrity separating function), η οποία εκφράζει την ικανότητα του
δομικού στοιχείου να εμποδίζει τη διέλευση φλογών και θερμών αερίων ή την
εμφάνιση φλογών στη μη εκτεθειμένη πλευρά
• I: αντίσταση στη δίοδο θερμότητας (thermal insulating separation function), η οποία
εκφράζει την ικανότητα του δομικού στοιχείου όταν αυτό εκτίθεται σε πυρκαγιά στη
μια πλευρά, να περιορίζει την άνοδο θερμοκρασίας στην μη εκτεθειμένη πλευρά.
Τα διάφορα στοιχεία του χώρου που παίζουν το ρόλο φερόντων στοιχείων πρέπει να
ικανοποιούν το κριτήριο ευστάθειας R, ενώ όσα παίζουν το ρόλο διαχωριστικών στοιχείων
πρέπει να ικανοποιούν τα κριτήρια Ε+Ι, και τέλος όσα λειτουργούν ως φέροντα και
διαχωριστικά στοιχεία πρέπει να ικανοποιούν όλα τα κριτήρια R+E+I.
H πυρκαγιά χαρακτηρίζεται ως τυχηματική δράση και συνεπώς δεν συνδυάζεται με άλλες
τυχηματικές δράσεις, αλλά εξετάζεται σε συνδυασμό με τις οιονεί μόνιμες δράσεις. Ο
συνδυασμός δράσεων σε μια τέτοια περίπτωση είναι ο εξής:
Efi,d,t = γG Gk + γQ ψ2 Qk (8.1)
όπου
Gk οι μόνιμες δράσεις ή αποτελέσματα αυτών
Qk οι μεταβλητές δράσεις
γG επιμέρους συντελεστής ασφαλείας των μόνιμων δράσεων στον τυχηματικό συνδυασμό
= 1.0
γQ επιμέρους συντελεστής ασφαλείας των μεταβλητών δράσεων στον τυχηματικό
συνδυασμό = 1.0
ψ2 μακροχρόνιος συντελεστής συνδυασμού για τις μεταβλητές δράσεις .
Το τμήμα του Ευρωκώδικα 3 που ασχολείται με τον σχεδιασμό έναντι πυρκαγιάς ΕΝ 1993-
1-2, καλύπτει μόνο το κριτήριο της ευστάθειας R, το οποίο ικανοποιείται όταν κατά τη διάρκεια
της έκθεσης στη πυρκαγιά για χρόνο t ισχύει:
Efi,d,t ≤ Rfi,d,t (8.2)
όπου
Efi,d,t : δράση σχεδιασμού με βάση τους Ευρωκώδικες 0 και 1
Rfi,d,t : αντίστοιχη αντίσταση σχεδιασμού του δομικού στοιχείου στον χρόνο t.
Με την αύξηση της θερμοκρασίας σε συνθήκες πυρκαγιάς προκαλείται μείωση των ροπών
αντοχής των διατομών και είναι κρίσιμη η εύρεση του χρόνου t για τον οποίο η ροπή αντοχής
γίνεται ίση με τη ροπή που προκαλούν τα στατικά φορτία.
113
8.3 Πυροπροστασία
Με τον όρο πυροπροστασία ορίζεται το σύνολο των μέτρων που λαμβάνονται για την
προστασία από τη φωτιά και τις συνέπειες αυτής. Τα μέτρα πυροπροστασίας ορίζονται από τη
νομοθεσία της κάθε χώρας και στην παρούσα εργασία, εφόσον πρόκειται για νέα κτίρια,
λήφθηκαν υπόψη οι διατάξεις του Κανονισμού Πυροπροστασίας Κτιρίων (Π.Δ. 41/2018) [14].
Τα μέτρα που λήφθηκαν για την πρόληψη και αντιμετώπιση της εμφάνισης πυρκαγιάς
χωρίζονται σε:
i. μέτρα παθητικής πυροπροστασίας και
ii. μέτρα ενεργητικής πυροπροστασίας.
Η διαφορά των δύο μέτρων είναι ότι η παθητική πυροπροστασία αποσκοπεί στον έλεγχο
της εξάπλωσης της πυρκαγιάς (εντός και εκτός του κτιρίου) και στην έγκαιρη εκκένωση του
κτιρίου και λαμβάνεται υπόψη στον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό, ενώ η ενεργητική
πυροπροστασία αποβλέπει στην αντιμετώπιση και καταστολή της πυρκαγιάς όταν αυτή
εκδηλωθεί. Με τη δομική πυροπροστασία επιδιώκεται η διασφάλιση των ανθρώπινων ζωών
και η παρουσίαση όσο το δυνατόν μικρότερων ζημιών στο ίδιο το κτίριο αλλά και στο
περιβάλλον αυτού, μέσω της ενεργητικής πυροπροστασίας πριν την επέμβαση των
πυροσβεστικών δυνάμεων για την κατάσβεση της φωτιάς.
Μέτρα παθητικής πυροπροστασίας:
• Επάρκεια και αντοχή των δομικών στοιχείων του κτιρίου στην πυρκαγιά για ένα
χρονικό διάστημα, με σκοπό την έγκαιρη εκκένωσή του
• Μόνωση των φερόντων στοιχείων έναντι αύξησης της θερμοκρασίας τους
• Κατάλληλη σχεδίαση των οδεύσεων διαφυγής και εξόδων κινδύνου.
Μέτρα ενεργητικής πυροπροστασίας:
• Τοποθέτηση φορητών μέσων πυρόσβεσης (πυροσβεστήρες)
• Τοποθέτηση αυτόματου συστήματος ανίχνευσης καπνού
• Τοποθέτηση χειροκίνητου συστήματος συναγερμού
• Μόνιμο υδροδοτικό πυροσβεστικό δίκτυο (πυροσβεστικές φωλιές)
• Τοποθέτηση αυτόματου συστήματος πυρόσβεσης, καταιονισμού ύδατος ή σκόνης
(sprinklers).
Για την επιβράδυνση της αύξησης της θερμοκρασίας των δομικών στοιχείων κατά το
φαινόμενο της πυρκαγιάς, μπορεί να γίνει χρήση είτε μονωτικών πλακών, είτε εκτοξευόμενων
επιχρισμάτων, είτε διογκούμενων χρωμάτων για την προστασία τους. Απαραίτητη προϋπόθεση
των μονωτικών υλικών είναι να μπορούν να διατηρούν τις θερμικές τους ιδιότητες
αυξανομένης της θερμοκρασίας και να μην εκλύουν καπνό ή άλλα τοξικά αέρια.
Για τα υπό μελέτη κτίρια επιλέχθηκε μόνωση των χαλύβδινων διατομών με ειδικές
πυροσανίδες τύπου K751 Fireboard της εταιρείας Knauf [18]. Οι Knauf Fireboard είναι
άκαυστες ινοπλισμένες γυψοσανίδες, κατηγορίας συμπεριφοράς σε πυρκαγιά Α1 για
πυροπροστασία, σύμφωνα με τα πρότυπα DIN 4102 και EN 13501. Οι επιφάνειες και οι ακμές
των πυροσανίδων είναι επενδυμένες με άκαυστο υαλοπίλημα, και περιέχουν οπλισμό από
114
υαλοϊνες. Ως περιβλήματα δομικών στοιχείων, εξασφαλίζουν τη δομική ακεραιότητα των
μεταλλικών διατομών για χρονικά διαστήματα πυροπροστασίας από 30min έως και 180min
ανάλογα με το πάχος τους. Δεδομένου ότι η κατασκευή απαιτεί διάρκεια πυραντίστασης
60min, επιλέχθηκε πάχος των πυροσανίδων 30mm.
Όδευση διαφυγής είναι η συνεχής και χωρίς εμπόδια πορεία για τη διαφυγή από
οποιοδήποτε σημείο κτιρίου προς ασφαλή, υπαίθριο συνήθως χώρο, σε περίπτωση πυρκαγιάς.
Κύριος στόχος σχεδιασμού των οδεύσεων διαφυγής είναι η επίτευξη ασφαλούς εκκένωσης και
πρέπει να είναι σαφώς αντιληπτές και προσπελάσιμες από τους χρήστες.
Ο σχεδιασμός τους γίνεται με βάση την παροχή όδευσης διαφυγής. Παροχή όδευσης
διαφυγής είναι ο αριθμός των ατόμων που είναι δυνατό να διαφύγει έγκαιρα σε περίπτωση
πυρκαγιάς, χρησιμοποιώντας αυτήν την όδευση. Η παροχή όδευσης διαφυγής ανά μονάδα
πλάτους (0.60m) καθορίζεται σε:
i. 100 άτομα για τις οριζόντιες οδεύσεις (διάδρομοι, πόρτες, προθάλαμοι)
ii. 60 άτομα για τις κατακόρυφες οδεύσεις (κλιμακοστάσια)
Η παροχή οριζόντιας όδευσης διαφυγής υπολογίζεται για κάθε όροφοεπίπεδο ανάλογα με
το θεωρητικό πληθυσμό αυτού. Επειδή οι κατασκευές είναι διώροφες, το πλάτος των
κατακόρυφων οδεύσεων διαφυγής καθορίζεται από τον όροφο με τον μεγαλύτερο θεωρητικό
πληθυσμό.
Θεωρητικός πληθυσμός είναι ο τεχνικός (θεωρητικός) υπολογισμός των ατόμων του
εκπαιδευτηρίου ως βάση υπολογισμού για τη λήψη των κατάλληλων μέτρων και μέσων
πυροπροστασίας, χωρίς να αποτελεί κριτήριο του μέγιστου πληθυσμού που δύναται να
συγκεντρωθεί. Ο θεωρητικός πληθυσμός των εκπαιδευτηρίων υπολογίζεται ως το άθροισμα
των παρακάτω θεωρητικών πληθυσμών:
I. Για τις αίθουσες διδασκαλίας ισούται με τον αριθμό των καθισμάτων, με κατώτερο
όριο αυτό της αναλογίας 1 άτομο/ 2 τ.μ. καθαρού εμβαδού δαπέδου
II. Για τα εργαστήρια ισούται με τον αριθμό των θέσεων εργασίας, με κατώτερο όριο
αυτό της αναλογίας 1 άτομο/ 4.5 τ.μ. καθαρού εμβαδού δαπέδου
III. Για τους χώρους γραφείων ισούται με την αναλογία 1 ατόμου/ 6τ.μ. καθαρού
εμβαδού δαπέδου.
Ο θεωρητικός πληθυσμός του 1ου ορόφου είναι 483 άτομα, ενώ για το ισόγειο (όροφος
εκκένωσης) 156 άτομα, με βάση τα παραπάνω. Ο συνολικός θεωρητικός πληθυσμός ισούται
με το άθροισμα του θεωρητικού πληθυσμού του ορόφου εκκένωσης και του μισού του
θεωρητικού πληθυσμού των υπερκείμενων ορόφων, δηλαδή 398 άτομα. Με βάση τον Πίνακα
8.1 απαιτούνται 2 έξοδοι κινδύνου, με ελάχιστο πλάτος 1.40m. Κάθε πόρτα που προβλέπεται
να χρησιμοποιηθεί ως έξοδος κινδύνου πρέπει να βρίσκεται σε κατάλληλη θέση ώστε η πορεία
διαφυγής να είναι εμφανής. Το δάπεδο και από τις δύο πλευρές των εξόδων κινδύνου πρέπει
να είναι επίπεδο και να βρίσκεται στην ίδια στάθμη, με εξαίρεση τις εξόδους που οδηγούν στο
ύπαιθρο, όπου επιτρέπεται η στάθμη δαπέδου στην εξωτερική μεριά της πόρτα να είναι μέχρι
και 0.20m χαμηλότερα από την εσωτερική στάθμη. Κάθε πόρτα που εξυπηρετεί ως έξοδος
κινδύνου οφείλει να ανοίγει προς την κατεύθυνση της διαφυγής παρέχοντας το πλήρες πλάτος
του ανοίγματός της, καθώς και να έχει κατάλληλο εξοπλισμό ώστε να ανοίγει προς την πλευρά
διαφυγής, με ευκολόχρηστες χειρολαβές. Στην μονάδα τοποθετήθηκαν τέσσερις (4) έξοδοι
κινδύνου και τέσσερα (4) κλιμακοστάσια, δύο από τα οποία είναι εξωτερικά.
115
Πίνακας 8.1: Αριθμός και πλάτη εξόδων κινδύνου
Το ελεύθερο ύψος των χώρων από τους οποίους διέρχεται όδευση διαφυγής πρέπει να είναι
τουλάχιστον 2.20m και για τις σκάλες, δοκούς, θύρες οδεύσεων τουλάχιστον 2m. Το καθαρό
ύψος ορόφου είναι 3.50m.
116
Πίνακας 8.2: Ελάχιστοι επιτρεπόμενοι δείκτες πυραντίστασης εκπαιδευτηρίων
Για την αντιμετώπιση της πυρκαγιάς αλλά και την εξάπλωσή της κρίνεται σκόπιμη η
τοποθέτηση χειροκίνητου συστήματος συναγερμού, το οποίο θα περιέχει μπουτόν συναγερμού,
τα οποία φέρουν κομβίον προστατευόμενο από εύθραυστο τζάμι, πίνακα επιτήρησης, σύστημα
πυρανίχνευσης, που αποτελείται από σύστημα ανίχνευσης θερμότητας και καπνού, σειρήνα
συναγερμού, πυροσβεστήρες ξηρής σκόνης καθώς και δίκτυο πυρόσβεσης με σύστημα
αυτόματου καταιονισμού (sprinkler). Επιθυμητή είναι και η τοποθέτηση έστω μιας
πυροσβεστικής φωλιάς.
117
9 Συμπεράσματα
Από την μόρφωση, τη διαστασιολόγηση και την ανάλυση της κατασκευής παρατηρήθηκε
ότι:
• Τα φέροντα στοιχεία διαστασιολογούνται με βάση τον δυσμενέστερο συνδυασμό
φορτίων, ο οποίος διαφοροποιείται ανάλογα με τον ρόλο κάθε στοιχείου στην
λειτουργία του φορέα. Για παράδειγμα οι σύνδεσμοι δυσκαμψίας και οι
αμφιέρειστες οριζόντιες δοκοί, ενεργοποιούνται προς παραλαβή των οριζοντίων
δυνάμεων και συνεπώς διαστασιολογήθηκαν με βάση τον δυσμενέστερο σεισμικό
συνδυασμό ή τον άνεμο.
• Λόγω των μεγάλων ανοιγμάτων των διαδοκίδων, κρίσιμος ήταν ο έλεγχος βελών
κάμψης στην οριακή κατάσταση λειτουργίας και χρειάστηκε τοποθέτηση
προσωρινών στηρίξεων κατά τη φάση σκυροδέτησης.
• Το κτίριο Α, λόγω της ύπαρξης των κατακόρυφων συνδέσμων δυσκαμψίας κατά
τη διεύθυνση Χ, εμφανίζει σημαντικά μικρότερες μετακινήσεις για σεισμό στην
συγκεκριμένη διεύθυνση σε σχέση με τη διεύθυνση των πλαισίων ροπής Υ.
• Η μη κανονικότητα του κτιρίου Β σε κάτοψη επέβαλε την μείωση του συντελεστή
συμπεριφοράς q από 4.00 σε 3.60.
• Πιθανώς, εάν είχε επιλεχθεί χαμηλότερος συντελεστής συμπεριφοράς q = 3.00 ή
ακόμα και q = 1.50, οι μετακινήσεις του φορέα να ήταν μικρότερες, καθώς και οι
διατομές των δοκών και των υποστυλωμάτων.
• Καθοριστικός ήταν ο έλεγχος κόμβων στο κτίριο Β, όπου ενώ για τα στατικά
φορτία οι διατομές των υποστυλωμάτων ήταν αρκετά μικρότερες, λόγω των
μεγάλων διατομών των κύριων δοκών, για τον ικανοτικό σχεδιασμό των πλαισίων
χρειάστηκε αύξηση των διαστάσεων των υποστυλωμάτων ώστε να εμποδιστεί η
δημιουργία πλαστικών αρθρώσεων στα υποστυλώματα.
• Ο αντισεισμικός σχεδιασμός των κτιρίων αποδείχθηκε κρίσιμος προς αποφυγή
ολικής ή μερικής κατάρρευσης των κτιρίων για σεισμό μεγαλύτερο από αυτόν του
σχεδιασμού. Για τον λόγο αυτό χρειάστηκε η τοποθέτηση μεγαλύτερων διατομών,
με αποτέλεσμα την αύξηση του ίδιου βάρους των κτιρίων αλλά και του κόστους
κατασκευής.
118
10 Βιβλιογραφία
[1] Βάγιας Ι., Ερμόπουλος Ι., Ιωαννίδης Γ. (2013). «Σχεδιασμός δομικών έργων από
χάλυβα με παραδείγματα εφαρμογής». Εκδόσεις Κλειδάριθμος, Αθήνα.
[2] Βάγιας Ι. (2010). « Σύμμικτες κατασκευές από χάλυβα και οπλισμένο σκυρόδεμα,
3η έκδοση». Εκδόσεις Κλειδάριθμος, Αθήνα.
[3] Γαντές Χ. (2015): Σημειώσεις Μαθήματος Σιδηρών Κατασκευών ΙΙ, ΕΜΠ.
[4] Ευρωκώδικας 0: Βάσεις σχεδιασμού φερουσών κατασκευών (ΕΝ1990)
[5] Ευρωκώδικας 1, Δράσεις, Μέρος 1-1:Γενικές δράσεις-Πυκνότητες, ίδιον βάρος,
επιβαλλόμενα φορτία σε κτήρια (ΕΝ1991)
[6] Ευρωκώδικας 1, Δράσεις επί των κατασκευών, Μέρος 1.3 : Φορτία χιονιού (ΕΝ
1991- 1-3)
[7] Ευρωκώδικας 1, Δράσεις στις κατασκευές, Μέρος 1-4 : Γενικές Δράσεις - Δράσεις
ανέμου (ΕΝ 1991-1-4)
[8] Ευρωκώδικας 1, Δράσεις στις κατασκευές, Μέρος 1-5 : Γενικές Δράσεις –
Θερμικές δράσεις (ΕΝ 1991-1-5)
[9] Ευρωκώδικας 3, Σχεδιασμός κατασκευών από χάλυβα, Μέρος 1-1: Γενικοί
κανόνες και κανόνες για κτίρια (ΕΝ1993-1-1:2005)
[10]Ευρωκώδικας 4, Σχεδιασμός σύμμικτων φερουσών κατασκευών από χάλυβα και
σκυρόδεμα, Μέρος 1-1: Γενικοί κανόνες και κανόνες για κτίρια (ΕΝ1994-1-
1:2005)
[11]Ευρωκώδικας 8, Αντισεισμικός σχεδιασμός φερουσών κατασκευών (ΕΝ1998)
[12]Michael N. Fardis, Eduardo Carvalho, Amr Elnashai, Ezio Faccioli, Paolo Pinto,
Andre Plumier (2011). «Οδηγός σχεδιασμού σύμφωνα με τον Ευρωκώδικα 8:
Αντισεισμικός Σχεδιασμός Κατασκευών», Εκδόσεις Κλειδάριθμος, Αθήνα.
[13]Οργανισμός Σχολικών Κτιρίων Α.Ε., « Οδηγός μελετών για διδακτήρια όλων των
βαθμίδων εκπαίδευσης».
[Link]
[14][Link]
soma/purosbestikes-diataxeis/[Link]
[15][Link]
[16][Link]
[17][Link]
[18][Link]
[19][Link]
MSWord%20West%20Greece%[Link]
119
Παράρτημα Α. Διαστασιολόγηση διαδοκίδων στέγης
ανοίγματος 10.40m
Η διαδοκίδα αυτή τοποθετείται και στα δύο κτίρια στον 2ο όροφο (στέγη) για το άνοιγμα
των 10.40m. Επιλέχθηκε διαδοκίδα διατομής ΗΕΑ 300 με προσωρινές στηρίξεις στην φάση
κατασκευής, καθώς λόγω του μεγάλου ανοίγματος δημιουργούνται μεγάλα βέλη στη δοκό.
Παρακάτω φαίνονται τα αποτελέσματα της ανάλυσης διαστασιολόγησης της διαδοκίδας:
120
121
Μέγιστο επιτρεπόμενο βέλος δοκού: L/250=1040/300=3.46cm=34.6mm > vmax = 31.6mm,
οπότε η διατομή επαρκεί!
122